Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος Ε · Σύνοδος Γ› Συνεδρίαση 35

1960.12.07

2.125 στίχοι · 13.270 λέξεις · 1 πίνακας · 122 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1960.12.07
Προεδρεία
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
Περίοδος
Ε
Σύνοδος
Γ
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, ΤΟΜΟΣ Β (1962)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 35η

Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 1960

Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ

(Ὥρα 6.30 μ.μ.)

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Βʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Λ. Μπατρῖνος). Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Γιαννούσης ζητεῖ 10ήμερον ἄδειαν ἀπουσίας προκειμένου ν’ ἀναχωρήσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.

§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται ἐγκρίνεται.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Ὁ παρὰ τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ Γενικὸς Ἐπίτροπος τῆς Ἐπικρατείας ἀπέστειλεν ἀντίγραφον τῆς ὑπ’ ἀριθ. 33) 1950 πράξεως τοῦ Αʹ Τμήματος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, δι’ ἧς ἐθεωρήθησαν ὑπὸ εὐθύνην τοῦ τέως Ὑφυπουργοῦ Οἰκισμοῦ κ. Ε. Κεφαλογιάννη τὰ ὑπ’ ἀριθ. 1250, διὰ δραχμὰς 7.298,50, τὸ ὑπ’ ἀριθ. 1395, διὰ δραχμὰς 28.383,30 καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 1411, διὰ δραχμὰς 1444,60 οἰκον. ἔτους 1960 χρηματικὰ ἐντάλματα ἐπ’ ὀνόματι ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τούτου ἀπεσπασμένων εἰς Θήραν διὰ τὴν πληρωμὴν ἡμερησίας ἐκτὸς ἕδρας ἀποζημιώσεώς των καὶ ζητεῖται ἡ ἔγκρισις τῆς Βουλῆς.

§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται ἐγκρίνεται.

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐγκρίνει. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Βολουδάκης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.

§6Γ. ΒΟΛΟΥΔΑΚΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ἡ ἐπὶ τοῦ Ἐμπορίου Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, καταθέτει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων: 1) «Περὶ κυρώσεως πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου α) ὑπ’ ἀριθ. 380) 28.2.1957 περὶ ἀναθέσεως εἰς τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος τῆς διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου συγκεντρώσεως τῶν εἰς χεῖρας τῶν παραγωγῶν ἀπωλήτων καπνῶν ἐσωτερικῆς καταναλώσεως ἐσοδείας 1955, β) ὑπ’ ἀριθ. 655) 11.4.1957 περὶ τροποποιήσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 380) 28.2.1957 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅσον ἀφορᾷ τὴν τιμὴν ἐξαγορᾶς τῶν καπνῶν, γ) ὑπ’ ἀριθ. 935) 21.5.1957 περὶ συμπληρώσεως τῆς ὑπὸ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 380) 28.2.1957 προβλεπομένης Ἐπιτροπῆς διαχειρίσεως τῶν καπνῶν, δ) ὑπ’ ἀριθ. 1495) 12.8.1957 περὶ τρόπου διαθέσεως εἰς Ἀγροτικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος τῶν ἀναγκαίων διὰ τὴν συγκέντρωσιν τῶν καπνῶν κεφαλαίων, ε) ὑπ’ ἀριθ. 998) 27.5.1957 περὶ ρυθμιστικῆς παρεμβάσεως τοῦ Δημοσίου εἰς τὴν ἀγορὰν καπνῶν ἐσοδείας 1956 μέχρι ποσότητος 1.500.000 ὀκάδων, στ) ὑπ’ ἀριθ. 118) 24.1.57 περὶ ρυθμίσεως τῆς καπνοκαλλιεργείας κατὰ τὸ ἔτος 1957, ζ) ὑπ’ ἀριθ. 261) 9.2.57 περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τῆς ὑπ’ ἀριθ. 118) 9.2.1957 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, η) ὑπ’ ἀριθ. 425) 6.3.1957 περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τῆς ὑπ’ ἀριθ. 118) 9.2.1957 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, θ) ὑπ’ ἀριθ. 916) 16.5.1957 περὶ ἀπαλλαγῆς ἐκ τῶν ὑπὲρ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου Πολιτικῶν Ὑπαλλήλων κρατήσεων ἐπὶ τῶν πωλήσεων πρὸς τὸ Δημόσιον τῶν ἀγορασθέντων καπνῶν, ι) ὑπ’ ἀριθ. 1089) 20.6.1957 περὶ συστάσεως Ἀναθεωρητικῆς Ἐπιτροπῆς παραλαβῆς κρατικῶν καπνῶν, ια) ὑπ’ ἀριθ. 1494) 12.8.57 περὶ τρόπου διαθέσεως τῶν ἀναγκαίων κεφαλαίων διὰ τὴν ἀγοράν, ἀποθήκευσιν, συντήρησιν καὶ ἐν γένει διαχείρισιν τῶν ἀγορασθέντων διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου καπνῶν». 2) «Περὶ παροχῆς προθεσμίας μεταβιβάσεως εἰς τοὺς πρώην δικαιούχους τῶν εἰς τὸ Δημόσιον περιελθόντων Γερμανικῶν σημάτων», καὶ 3) «Περὶ κυρώσεως πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου α) ὑπ’ ἀριθ. 578) 12.4.56 «περὶ ἀναθέσεως εἰς τὴν Σ.Ε.Κ.Ε. καὶ τὸ καπνεμπόριον τῆς διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου συγκεντρώσεως 8 ἑκατ. ὀκάδων καπνῶν ἐσοδείας 1955», β) τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1044)23.6.1956 «περὶ τροποποιήσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 578)12.4.1956 πράξεως Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅσον ἀφορᾷ τὴν συγκεντρωθησομένην διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου ποσότητα καπνῶν αὐξανομένης ἀπὸ 8 ἑκατ. εἰς 10 ἑκατ. ὀκάδας, γ) τῆς ὑπ’ ἀριθ. 327)12.2.56 «περὶ ρυθμίσεως τῆς καπνοκαλλιεργείας κατὰ τὸ ἔτος 1956» καὶ δ) τῆς ὑπ’ ἀριθ. 524)30.3.55 «περὶ τρόπου καθορισμοῦ ἀκαταλλήλων πρὸς καπνοκαλλιέργειαν ἐδαφῶν καὶ ἄρσεως τῆς ἀπαγορεύσεως καπνοκαλλιεργείας εἰς τὰς περιφερείας Ν. Θάσου καὶ Ὀρεστιάδος». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Δ. Ἰατρίδης, Δ. Ἰωάννου, Κ. Φρόντζος, Κ. Παπαγεωργίου, Δ. Χατζηδημητρίου, Π. Πινάτσης, Κ. Βενέτης, Ι. Πωλιουδάκης, Σ. Πολυζωγόπουλος, Α. Ψάρρης, Α. Ἀηδονᾶς καὶ Ι. Τζαμπάζης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ γεωργικῶν κοινωνικῶν ἀσφαλίσεων». Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν Ὁμοσπονδίας Παντοπωλῶν–Ἐδωδιμοπωλῶν καὶ Οἰνοπαντοπωλῶν Ἑλλάδος, αἰτουμένων ρύθμισιν ὑπερεπαγγελματισμοῦ, λύσιν θεμάτων Ἀγορανομικοῦ Κώδικος κ.λ.π. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Α. Κοκκέβης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου Ἐμπορ. Συλλ. Κυπαρισσίας, αἰτοῦντος ταχεῖαν ἀντικατάστασιν τῆς βλαβείσης μηχανῆς παραγωγῆς ἠλεκτρικοῦ ρεύματος καὶ ἀποκατάστασιν τῆς ἐκ τῆς αἰτίας ταύτης διακοπείσης ἠλεκτροδοτήσεως τῆς πόλεως. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Α. Κοκκέβης, καταθέτει ἀναφορὰν κατοίκων Κοινότητος Φιλία–Μεσσηνίας, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν παράλειψιν ἐπεκτάσεως κατὰ τὸ ἔτος 1960 ὑπὸ τῆς ΔΕΗ τοῦ ἐξηλεκτρισμοῦ τῆς Κοινότητός των καὶ αἰτουμένων, ὅπως καταβληθῇ πᾶσα δυνατὴ προσπάθεια διὰ τὸν ἐξηλεκτρισμὸν τῆς ἐντὸς τοῦ 1960. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Α. Κοκκέβης, καταθέτει ἀναφορὰν Δημοτικῶν–Κοινοτικῶν εἰσπρακτόρων Γαργαλιάνων–Τριφυλίας, αἰτουμένων κατοχύρωσιν τῆς θέσεώς των ἢ τὴν ἔνταξίν των εἰς τὸν νέον Ὀργανισμὸν Ἀγροτικῶν Ἀσφαλίσεων. Ὁ βουλευτὴς Λασηθίου κ. Ε. Κοθρῆς, καταθέτει ἀναφορὰν Ἐθνικῆς Συνομοσπονδίας Παντοπωλῶν Ἑλλάδος, διαμαρτυρομένης διὰ τὴν κρίσιν ἣν ἀντιμετωπίζει ὁ κλάδος των, λόγῳ τοῦ ὑπερεπαγγελματισμοῦ καὶ τῶν γυρολόγων ἐμπόρων καὶ αἰτουμένων λῆψιν μέτρων προστασίας τοῦ κλάδου των. Ὁ βουλευτὴς Χανίων κ. Π. Πολυχρονίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ ἐλαιουργικοῦ Συνεταιρισμοῦ Ρεθύμνης τοῦ Σωματείου Ἐλαιοπαραγωγῶν Πλωμαρίου καὶ τοῦ Ἐλαιουργικοῦ Συνεταιρισμοῦ Πλωμαρίου, αἰτουμένων ἐλευθέραν πώλησιν ἐλαίου. Ὁ βουλευτὴς Χανίων κ. Π. Πολυχρονίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Κεντρικῆς Ἑνώσεως Συνεταιρισμῶν Χανίων, διαμαρτυρομένης διὰ τῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ληφθέντων μέτρων ἀγορᾶς ἐλαιολάδου. Ὁ βουλευτὴς Χανίων κ. Π. Πολυχρονίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου Ἐλαιοπαραγωγῶν Μυτιλήνης, αἰτουμένου ἐλευθέραν πώλησιν ἐλαίου. Ὁ Μ. Μπούφαλης, Πρόεδρος Ἐθνικοῦ Ἀναμορφωτικοῦ Κοινωνικοῦ Ἐξωραϊστικοῦ Συλλόγου «Ο ΚΟΔΡΟΣ» διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἀντίδρασιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διὰ τὴν μὴ ψήφισιν νομοσχεδίου ἐξυγιαντικῶν ἔργων, ὡς τῆς ἀποχετεύσεως κλπ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ν. Κιτσίκης, Π. Καπνίσης καὶ Ι. Εὐαγγελίδης, καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Γενικοῦ Ἐπιμελητηρίου Ἑλλάδος, διαμαρτυρομένου διὰ τὸ ἀποδοθὲν εἰς αὐτὸ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι διετύπωσε γνώμην ἐπὶ τῶν ὅρων συμβάσεως, περὶ ἱδρύσεως βιομηχανίας ἀλουμινίου, καθὼς καὶ διὰ τὸν ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἐπὶ τοῦ Συντονισμοῦ διατυπωθέντα ἀπαράδεκτον χαρακτηρισμὸν τοῦ Τ. Ε.Ε., ὡς Συνελεύσεως ἀνευθύνων. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Θ. Κεραμιτσιόγλου καὶ Ο. Ἀντώνογλου, διαμαρτύρονται δι’ ἀφαίρεσιν καὶ ἐξαφάνισιν ἐπιγραφῆς Γραφείων Κόμματος ΕΔΑ Διδυμοτείχου καὶ αἰτοῦσι τὴν ἀνακάλυψιν καὶ τιμωρίαν τῶν δραστῶν. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Κ. Τζιτζικώστας καὶ Ι. Σπαθάρης, καταθέτουν ἀναφορὰν ἀποστράτων καὶ ἐφέδρων ὁπλιτῶν Χωροφυλακῆς ἀπολυθέντων ἐπὶ κατοχῆς καὶ μὴ λαβόντων τὸ ἐκ τοῦ Τ.Α.Ο.Χ. βοήθημα, συμφώνως τῷ Νόμῳ 884)27 ἄρθρ. 10 ἐδ. 1, αἰτουμένων τροποποίησιν καὶ συμπλήρωσιν τοῦ Ν. 1583)50, ἐπὶ τῷ τέλει καταβολῆς τοῦ ὑπὸ τοῦ νόμου προβλεπομένου βοηθήματος. Οἱ Δ. Μάρκος, Ι. Μάρκος κλπ., γεωργοκτηνοτρόφοι συνοικισμοῦ Τσουκαλάδων–Λεβαδείας, αἰτοῦν νέαν ἀπαλλοτρίωσιν ἐκτάσεως 11.000 στρεμμάτων ἀνηκόντων εἰς Μονὴν Ἱερουσαλήμ, ἐπὶ τῷ τέλει διαβιώσεως οἰκογενειῶν καὶ ποιμνίων τῶν ἐν λόγῳ γεωργοκτηνοτρόφων. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Α. Κακογιάννης, Γ. Παπαγεωργίου καὶ Δ. Σπυρίδης, καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Πανελληνίου Φαρμακευτικοῦ Συλλόγου, αἰτουμένου προστασίαν τῶν φαρμακοποιῶν ἐκ τοῦ ἀθεμίτου ἀνταγωνισμοῦ καὶ ἐπαναφορὰν τῶν καταργηθεισῶν διατάξεων τοῦ Α. Ν. 1935 «περὶ διατιμήσεως φαρμάκων κλπ». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Αὐγερόπουλος, Μ. Σβώλου, Ι. Εὐαγγελίδης, Ν. Κιτσίκης, Σ. Ἡλιόπουλος καὶ Δ. Γιαχνῆς, καταθέτουν ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Ἐξωραϊστικῶν Ἐκπολιτιστικῶν Συλλόγων Ἀθηνῶν–Προαστίων, αἰτουμένης ἀνάκλησιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 111)60 Π.Υ.Σ., ὡς μέτρου ἀντιπροσφυγικοῦ κλπ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Σπηλιόπουλος, Δ. Παπαθανασόπουλος καὶ Α. Κολαμπᾶς, καταθέτουν ἀναφορὰν τῆς Ἑταιρείας Προστασίας Ἀνηλίκων Πατρῶν, αἰτουμένης θέσπισιν κυρώσεων κατὰ παραβατῶν κινηματογραφικῶν ἀκαταλλήλων ταινιῶν κλπ. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δ. Κελτεμλίδης, Γ. Εὐαγγέλου, Ε. Γιαρένης καὶ Β. Ἐφραιμίδης, καταθέτουν ἀναφορὰν ἀνέργων ὁδηγῶν αὐτοκινήτων Θεσσαλονίκης, αἰτουμένων μείωσιν τοῦ ὁρίου συνταξιοδοτήσεως εἰς τὸ 55ον ἔτος, ἀποσυμφόρησιν τοῦ κλάδου κ.ἄ. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν ἐξυγιαντικοῦ Συλλόγου Ἀθηνῶν καὶ Προαστίων, αἰτουμένων κάλυψιν ρεμάτων Ποδονίφτη, Κηφισσοῦ κ.λ.π. Ὁ Δ. Οἰκονόμου, τέως βουλευτής, ὑποβάλλει στοιχεῖα διὰ ἀναληθῆ καὶ συκοφαντικὴν ὁμιλίαν κατ’ αὐτοῦ ἐν τῇ Βουλῇ τὴν 15ην Ὀκτωβρίου, τοῦ βουλευτοῦ Π. Καλιγκάτση. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Δ. Παπαθανασόπουλος, Γ. Σπηλιόπουλος, Α. Μπριλλάκης καὶ Α. Κολαμπᾶς, καταθέτουν ἀναφορὰν κατοίκων Ρωγῶν Ἀχαΐας θυμάτων τῆς Γερμανικῆς Κατοχῆς καὶ αἰτουμένων ἀποζημίωσιν ὅλων τῶν θυμάτων τῆς ναζιστικῆς θηριωδίας ἐκ τοῦ ὑπὸ τῆς Δυτικῆς Γερμανίας, κατὰ τὴν πρὸ ἔτους περίπου ὑπογραφεῖσαν συμφωνίαν, παρασχεθέντος ὑπὲρ αὐτῶν ποσοῦ. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν Ἐθνικῆς Γενικῆς Συνομοσπονδίας Τραυματιῶν Πολεμιστῶν Ἑλλάδος Ν. 751–1836, αἰτουμένης τὴν μὴ κατάργησιν κεκτημένων δικαιωμάτων τῶν μελῶν της διὰ τοῦ ὑπὸ κατάρτισιν σχετικοῦ νομοσχεδίου. Ὁ βουλευτὴς Ἰωαννίνων κ. Μ. Χριστογεῶργος, διαμαρτύρεται δι’ ἀφαίρεσιν ἐντύπου κομματικοῦ ὑλικοῦ ἀπὸ Γραφεῖα ΕΔΑ Λευκάδος, κατόπιν χρησιμοποιήσεως ἀντικλείδων κλπ. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Γ. Μπακατσέλος, καταθέτει ἀναφορὰν ἀποστράτων καὶ ἐφέδρων ὁπλιτῶν Χωροφυλακῆς, ἀπολυθέντων ἐπὶ Κατοχῆς καὶ μὴ λαβόντων τὸ ἐκ τοῦ Τ.Α.Ο.Χ. βοήθημα, συμφώνως τῷ Ν. 884)1927 ἄρθρ. 10 ἐδάφ. 1, αἰτουμένων τροποποίησιν καὶ συμπλήρωσιν Ν. 1583)50 ἐπὶ τῷ τέλει καταβολῆς καὶ εἰς αὐτοὺς τοῦ βοηθήματος τοῦ ὑπὸ τοῦ νόμου προβλεπομένου. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Χ. Γραμματίδης, καταθέτει ἀναφορὰν Ἐθνικῆς Ὁμοσπονδίας Ἀναπήρων καὶ Θυμάτων Πολέμου Θεσσαλίας, αἰτουμένης διὰ μίαν τετραετίαν ἀναστολὴν ἐπιστροφῆς στεγαστικῶν δανείων. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς καὶ Νήσων κ. Ι. Ὀρφανός, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν λεμβούχων Ὕδρας, αἰτουμένων ἀποζημίωσιν λόγῳ καταργήσεως τοῦ ἐπαγγέλματός των, κατόπιν τοῦ πλευρίσματος τῶν ἀτμοπλοίων. Ὁ Νικόλαος Σωτηρίου, Δήμαρχος Ἡρακλείας, ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ Συνεδρίου Ἑνώσεως Δήμων καὶ Κοινοτήτων Σερρῶν, διερμηνεύει τὰς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν εὐχαριστίας τοῦ ἐν λόγῳ Συνεδρίου, διὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ νομοσχεδίου ἀγροτικῶν ἀσφαλίσεων.

§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Κ. Μακρῆς, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.

§8Κ. ΜΑΚΡΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)

§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.

Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν

ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ

ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ

Συνεχίζεται ἡ συζήτησις τῶν πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν Συγκοινωνιῶν καὶ Δημοσίων Ἔργων ἀπευθυνομένων ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν κ. κ. Παπαδημητρίου, Μπενᾶ, Καρακουλουξῆ καὶ Μπριλλάκη, σχετικῶς μὲ τὴν ἀπαγόρευσιν ἀποθηκεύσεως εὐφλέκτων ὑλῶν εἰς τὴν περιοχὴν Κερατσινίου, ὁ κ. Ι. Παπαδημητρίου ἔχει τὸν λόγον.

§10Ι. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ Δῆμος Κερατσινίου, οἱ Ἐξωραϊστικοὶ Σύλλογοι, τὰ Φιλανθρωπικὰ καὶ ἄλλα Σωματεῖα τοῦ Δήμου Κερατσινίου, διαμαρτύρονται, διότι ὁ ΟΛΠ ἐπιμένει νὰ τοποθετήσῃ εὐφλέκτους καὶ ἐκρηκτικὰς ὕλας εἰς τὴν περιοχὴν τοῦ Δήμου Κερατσινίου. Ἡ ἐπιμονὴ αὕτη τοῦ ΟΛΠ ἔχει προκαλέσει μεγάλην ἀνησυχίαν καὶ ἀγανάκτησιν εἰς τοὺς κατοίκους Κερατσινίου, λόγῳ τῶν σοβαρῶν κινδύνων ἐκ τῆς τοιαύτης ἐναποθηκεύσεως. Βεβαίως, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Δημοσίων Ἔργων, εἶχε δώσει τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι δὲν θὰ τοποθετηθοῦν ἐκεῖ ἐκρηκτικαὶ ὕλαι. Ἐν τούτοις, ὅμως, ὁ ΟΛΠ ἐνεργεῖ καὶ πάλιν διὰ τὴν τοποθέτησιν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν εἰς τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος περιοχήν, γεγονὸς τὸ ὁποῖον εὐλόγως ἀνησυχεῖ τοὺς κατοίκους τῆς περιοχῆς. Θὰ πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ διαβεβαιώσῃ τοὺς ἐνδιαφερομένους κατοίκους, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἐναποθηκευθοῦν εὔφλεκτοι καὶ ἐκρηκτικαὶ ὕλαι, αἱ ὁποῖαι εἶναι φυσικὸν νὰ θέσουν εἰς κίνδυνον τὴν ὅλην περιοχήν.

§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ἡ κ. Ε. Μπενᾶ.

§12Ε. ΜΠΕΝΑ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι φυσικόν, ἡ πληροφορία περὶ ἐναποθηκεύσεως ἐκρηκτικῶν καὶ εὐφλέκτων ὑλῶν εἰς τὴν περιοχὴν τοῦ Κερατσινίου νὰ ἐμβάλῃ εἰς ζωηρὰν ἀνησυχίαν τοὺς κατοίκους τῆς ἐν λόγῳ περιοχῆς, διότι ἐνθυμοῦνται τὴν πρὸ διετίας γενομένην ἔκρηξιν εἰς τὸ Πέραμα. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς θὰ πρέπει νὰ ἐπαναλάβῃ τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν εἶχε δώσει πέρυσιν εἰς τοὺς κατοίκους, νὰ λάβῃ τὰ ἀναγκαῖα μέτρα, καὶ νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὸν ΟΛΠ νὰ μὴ ἐφαρμόσῃ τὴν ἀπόφασίν του περὶ ἐναποθηκεύσεως εὐφλέκτων ὑλῶν εἰς τὴν ἐν λόγῳ περιοχήν.

§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Δ. Καρακουλουξῆς.

§14Δ. ΚΑΡΑΚΟΥΛΟΥΞΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, συνιστῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἀναφορὰν καὶ παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργόν, ὅπως εὑρεθῇ κατάλληλον μέρος διὰ τὴν ἐναποθήκευσιν τῶν ὑλῶν αὐτῶν, ὥστε νὰ ἀποφεύγωνται τὰ ἐνδεχόμενα δυστυχήματα.

§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς Συγκοιν. καὶ Δημοσίων Ἔργων, ἔχει τὸν λόγον.

§16Σ. ΓΚΙΚΑΣ. (Ὑπ. Συγκοιν. καὶ Δημοσίων Ἔργων). Ὡς ἐδήλωσα καὶ πέρυσι, δὲν γεννᾶται θέμα ἀποθηκεύσεως ἐκρηκτικῶν ὑλῶν εἰς τὴν περιοχὴν Κερατσινίου. Δημιουργεῖται μόνον θέμα εὐφλέκτων ὑλῶν καὶ ἐξετάζεται ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων παραγόντων ἡ θέσις καὶ ὁ τόπος τῆς κατασκευῆς τῶν ἀποθηκῶν, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ περίπτωσις κινδύνου ἐκ τῆς ἀποθηκεύσεως τῶν εὐφλέκτων ὑλῶν.

§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Καθαροσπόρης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεώς του, ἀφορώσης αἰτήματα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Χαλκίδος.

§18Ν. ΚΑΘΑΡΟΣΠΟΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Χαλκίδος δι’ ἐπανειλημμένων ἀποφάσεών του διεμαρτυρήθη διὰ τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς Χαλκίδος καὶ γενικώτερον τῆς Εὐβοίας, ἡ ὁποία μαστίζεται ἀπὸ δεινὴν οἰκονομικὴν κρίσιν, ἡ ὁποία πλήττει τόσον τὴν ἐργατικὴν τάξιν, ὅσον καὶ τὴν τάξιν τῶν ἐπαγγελματοβιοτεχνῶν. Μεταξὺ τῶν αἰτημάτων, εἶναι καὶ τὸ περὶ ἀποπερατώσεως τῶν ἐσωτερικῶν ὁδῶν τοῦ Νομοῦ, ὅσον καὶ κυρίως τῆς ἐθνικῆς ἀρτηρίας Χαλκίδος–Λουτρῶν Αἰδηψοῦ, ἥτις ἐξυπηρετεῖ 100 καὶ πλέον Κοινότητας, εὑρισκομένας εἰς τὸ Βόρειον τμῆμα τῆς νήσου καὶ κατὰ μῆκος τῆς ὁδοῦ. Τῆς ἐν λόγῳ ὁδοῦ ἔχει κατασκευασθῆ τμῆμα μόνον μήκους 30 χιλιομέτρων καὶ κατὰ τὸ ὑπόλοιπον ἐγκατελείφθη αὕτη καὶ ἔχει καταστῆ ἀδιάβατος. Κύριε Πρόεδρε, ἡ πόλις τῆς Χαλκίδος εὑρίσκεται σήμερον, οὐσιαστικῶς, ἀποκεκομμένη ἀπὸ τὰ δύο ἄκρα τῆς νήσου (Βόρειον καὶ Νότιον), ἀκριβῶς, λόγῳ τοῦ ἀνυπάρκτου ὁδικοῦ δικτύου καὶ τῆς ἀθλίας καταστάσεως τῆς ἀνωτέρω ἐθνικῆς ὁδοῦ, μὲ σοβαρώτατον ἀντίκτυπον ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως. Ἐπὶ πλέον, ἡ ἀποπεράτωσις τῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ Χαλκίδος–Λουτρῶν Αἰδηψοῦ, θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀξιοποίησιν τουριστικῶς τῆς Βορείου Εὐβοίας, ἡ ὁποία ὁμολογουμένως εἶναι ἀπὸ τὰς πλέον ἀξιολόγους τῆς Ἑλλάδος. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργόν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν σκέπτεται καὶ πότε νὰ ὁλοκληρώσῃ τὴν κατασκευὴν τῆς ἐν λόγῳ ὁδοῦ.

§19Μ. ΚΑΝΙΑΡΗΣ. Συνηγορῶ καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ μεριμνήσῃ διὰ τὴν ἱκανοποίησιν τοῦ αἰτήματος τοῦ Δήμου Χαλκιδέων.

§20Σ. ΓΚΙΚΑΣ. (Ὑπ. Συγκοιν. καὶ Δημοσίων Ἔργων). Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ἐὰν εἴχομεν τὴν δυνατότητα τῆς ἐκτελέσεως ὅλων τῶν ἔργων, τῶν ὁποίων πράγματι εἶναι ἀναγκαία ἡ ἐκτέλεσις. Αὐτό, ὅμως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ καὶ δι’ αὐτὸ προχωροῦμεν μὲ γνώμονα νὰ ἱκανοποιοῦνται συμμέτρως αἱ ἀνάγκαι ὅλων τῶν περιφερειῶν. Δὲν δέχομαι, ὅτι ἔγινε δυσμενὴς μεταχείρισις διὰ τὴν Εὔβοιαν. Δύναμαι νὰ εἴπω, ἀντιθέτως, ὅτι ἔχει περατωθῆ ἡ κατασκευὴ τῆς προβλῆτος τῆς Αἰδηψοῦ, ἐδημοπρατήθη ἡ προβλὴς Χαλκίδος, ὡς καὶ γέφυρα Χαλκίδος. Κατασκευάζεται ἡ γέφυρα Λήλαντος, προϋπολογισμοῦ 2.300.000 δραχμῶν. Διὰ τὴν συνέχισιν τῆς κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ Χαλκίδος–Αἰδηψοῦ διετέθη ἐφέτος 1½ ἑκατ., οὕτως ὥστε νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ 52ον χιλιόμετρον. Ἀκόμη, διετέθη ἰδιαιτέρα πίστωσις, διὰ τμῆμα τῆς ὁδοῦ Χαλκίδος–Λυκούρων καὶ ὡλοκληρώθη ἡ κατασκευὴ τῶν ὁδῶν πρὸς Κάρυστον καὶ Κύμην καὶ ἐτέθη εἰς λειτουργίαν λεωφορειακὴ γραμμή. Συμπληρωματικῶς σᾶς ἀναφέρω, ὅτι ἡ χάραξις τοῦ αὐτοκινητοδρόμου Ἀθηνῶν–Συνόρων ἐπηρεάσθη ἀπὸ τὰς ἀνάγκας τῆς περιφερείας Χαλκίδος.

§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Σωτηρίου ἔχει τὸν λόγον, ἐπὶ ἐρωτήσεώς του, σχετικῆς μὲ τὴν ὕδρευσιν κωμοπόλεων περιοχῆς Ἀττικῆς.

§22Κ. ΣΩΤΗΡΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, πολλὰ χωρία τῆς Ἀττικῆς καὶ κυρίως τῶν Μεσογείων, ὑποφέρουν ἀπὸ ἔλλειψιν νεροῦ, λόγῳ τῆς παρατηρηθείσης τὸν τελευταῖον καιρὸν μεγάλης ἀνομβρίας. Ἰδιαιτέρως, εἰς τὸ Λιόπεσι, ἡ ἔλλειψις εἶναι τρομακτικὴ καὶ ἐσημειώθησαν καὶ ἀρκετὰ κρούσματα τύφου, ὡς εἶναι φυσικόν, διότι ἐκ τῶν βόθρων ἐμολύνθησαν ὡρισμένα πηγάδια. Ζητοῦν, λοιπόν, οἱ κάτοικοι νὰ τροφοδοτηθοῦν μὲ νερὸ τῆς Οὖλεν, ἡ δὲ Κοινότης διαθέτει ποσὸν 4 ἑκατ. διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῶν σωλήνων. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργόν, νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ πρόβλημα μὲ ὅλην τὴν σοβαρότητα ποὺ τοῦ ἀξίζει, διότι ἐπὶ τέλους ἡ Οὖλεν δὲν ἔχει μόνον δικαιώματα, ἀλλὰ καὶ ὑποχρεώσεις.

§23Μ. ΣΒΩΛΟΥ. Συνιστῶ καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε, τὴν ἱκανοποίησιν τοῦ αἰτήματος.

§24Σ. ΓΚΙΚΑΣ. (Ὑπ. Συγκοιν. καὶ Δημοσίων Ἔργων). Πράγματι, παρουσιάζεται μείωσις τοῦ ὕδατος εἰς τὰ χωρία, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κ. συνάδελφος. Ὡς πρὸς τὸν τύφον, δὲν ἦτο αἰτία, ὡς ἀνέφερε τὸ Ὑπουργεῖον Προνοίας, ἡ μόλυνσις τοῦ ὕδατος. Τὸ θέμα ἐπεκτάσεως τοῦ δικτύου ὑδρεύσεως προσκόπτει εἰς πολλὰς τεχνικὰς δυσχερείας καὶ τοῦτο, διότι καὶ οἱ τροφοδοτικοὶ ἀγωγοὶ καὶ αἱ ὑδατοδεξαμεναὶ καὶ τὰ ἀντλιοστάσια καὶ τὰ διϋλιστήρια ἔγιναν μὲ σκοπὸν τὴν ὕδρευσιν τῆς περιοχῆς τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης, μέγα τμῆμα τῆς ὁποίας δὲν ἔχει εἰσέτι ὑδρευθῆ. Ἑπομένως, ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν ὑφίστανται προϋποθέσεις ἐπεκτάσεως τοῦ δικτύου ὑδρεύσεως, διὰ λόγους τεχνικούς.

§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρελθούσης τῆς ὥρας τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων, εἰσερχόμεθα εἰς

τὴν

ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ

Α) Ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς ἐπὶ αἰτήσεων ἄρσεως ἀσυλίας βουλευτῶν. Ἀθανασάκου Ε., κατηγορουμένου ἐπὶ συκοφαντικῇ δυσφημήσει διὰ τοῦ Τύπου. Γιαρένη Ε., κατηγορουμένου ἐπὶ παραβάσει τοῦ ἄρθρου 182 τοῦ Π. Κ. Γλιγλῆ Π., κατηγορουμένου ἐπὶ παραβάσει τῶν ἄρθρων 386 Π. Κ. καὶ 79 τοῦ Ν. 5960 «περὶ ἐπιταγῆς». Δεληγιαννίδη Α., κατηγορουμένου ἐπὶ σωματικαῖς κακώσεσι δι’ αὐτοκινήτου. Ἐφραιμίδη Β., κατηγορουμένου ἐπὶ συκοφαντικῇ δυσφημήσει διὰ τοῦ Τύπου. Κανιάρη Μ., κατηγορουμένου ἐπὶ ἐξυβρίσει καὶ περιϋβρίσει τῆς Ἀρχῆς. Κεραμιτσιόγλου Θ., κατηγορουμένου ἐπὶ ἐξυβρίσει καὶ ἐπὶ ἀπειλαῖς. Κεραμιτσιόγλου Θ., κατηγορουμένου ἐπὶ ἐξυβρίσει κλπ. Κεραμιτσιόγλου Θ., κατηγορουμένου ἐπὶ ἐξυβρίσει καὶ ἀπειλῇ. Κεραμιτσιόγλου Θ. καὶ Ρήγα Ε., κατηγορουμένων ἐπὶ ἐξυβρίσει κλπ. Κεραμιτσιόγλου Θ. καὶ Ρήγα Ε., κατηγορουμένων ἐπὶ ἐξυβρίσει κλπ. Μπρεδήμα Η., κατηγορουμένου περὶ συκοφαντικῇ δυσφημήσει καὶ ἐπὶ ἐξαπατήσει τῶν ἐκλογέων. Μπρεδήμα Η., Ἐφραιμίδη Β. καὶ Παπαδημητρίου Ι., κατηγορουμένων ἐπὶ προσβολῇ τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βασιλίσσης καὶ δυσφημήσει αὐτῶν (ἄρθρον 168 παρ. 2 Π. Κ. καὶ 46 τοῦ Α. Ν. 1092)1938).

§26Η. ΗΛΙΟΥ. Ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ πρέπει νὰ γίνῃ μία ἀνάπτυξις τῶν ἀπόψεων.

§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως. Ἀλλὰ ἀπὸ μέρους τῶν ἐνδιαφερομένων. Συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ δὲν διεξάγεται. Μόνον οἱ ἐνδιαφερόμενοι δύνανται νὰ λάβουν τὸν λόγον.

§28Η. ΗΛΙΟΥ. Νὰ μὲ συγχωρῆτε, κ. Πρόεδρε, ἀλλὰ διεξάγεται συζήτησις. Ὑπάρχει παγία τακτική, ἀφ’ ἧς ὑπάρχει Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον. Θέλω δὲ νὰ ὑπενθυμίσω, ὅτι ὑπὸ τὴν Προεδρίαν σας εἰς τὴν προηγουμένην τετάρτην περίοδον διεξήχθη εὐρυτάτη συζήτησις καὶ ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τῆς ἄρσεως ἀσυλίας κατὰ τοῦ ἀειμνήστου Γεωργίου Καρτάλη καὶ τοῦ κ. Τζαννετάκη καὶ ἐπὶ αἰτήσεως ἄρσεως ἀσυλίας κατὰ τῶν κ.κ. Μητσοτάκη καὶ Πιστολάκη, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἡ συζήτησις κατέλαβεν ὁλόκληρον τὴν συνεδρίασιν. Κατὰ τὰς συζητήσεις αὐτὰς ἐξηνέχθησαν γνῶμαι καὶ ἐκ μέρους ἀρχηγῶν Κομμάτων καὶ ἐκ μέρους βουλευτῶν, ἀνεξαρτήτως τῶν ἐξηγήσεων, τὰς ὁποίας ἐκλήθησαν νὰ δώσουν οἱ ἐνδιαφερόμενοι. Δηλαδή, δὲν ζητῶ κἄτι τι, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ καινοτομίαν. Εἶναι κάτι τι παγίως καθιερωμένον καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν φυσικὰ ἡ Βουλὴ νὰ καλῆται νὰ λάβῃ ἀποφάσεις καὶ νὰ ἀποκλείεται ἡ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς συζήτησις περὶ τοῦ περιεχομένου τῶν ἀποφάσεων.

§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν λέγει τίποτε σχετικῶς ὁ Κανονισμός. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει καὶ κανεὶς λόγος νὰ γίνῃ ἐξ ὑφαρπαγῆς ψηφοφορία. Τὸ ἄρθρον 42 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς λέγει, ὅτι διεξάγεται ψηφοφορία ἐπὶ αἰτήσεως ἄρσεως ἀσυλίας. Δὲν λέγει, ὅτι γίνεται συζήτησις. Βεβαίως, οἱ ἐνδιαφερόμενοι, νομίζω, ὅτι ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσουν. Παρ’ ὅλον, ὅτι ἐκ τῆς προσφυγῆς μου εἰς τὰ πρακτικὰ τῶν τελευταίων ἐτῶν, ἀνεῦρον τρεῖς τοὐλάχιστον περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας ἐγένετο ψηφοφορία ἐπὶ αἰτήσεων τῆς Εἰσαγγελικῆς Ἀρχῆς, περὶ ἀδείας διώξεως χωρὶς νὰ διεξαχθῇ οὐδεμία συζήτησις, μὴ ἐξαιρουμένης οὐδὲ τῆς περιπτώσεως Παπαεμμανουήλ.

§30Η. ΗΛΙΟΥ. Νομίζω, ὅτι ἐφ’ ὅσον μὲν θὰ ἤθελον οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἢ τινὲς ἐξ αὐτῶν νὰ παράσχουν ἐξηγήσεις εἰς τὴν Βουλήν, θὰ ἔπρεπε νὰ προηγηθοῦν, ἄλλως τοιούτου θέματος μὴ ὑπάρχοντος, ζητῶ τὸν λόγον.

§31Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἴσως πρακτικὸν θὰ ἦτο νὰ ἀνεγινώσκοντο μία πρὸς μία αἱ αἰτήσεις, ὥστε νὰ ἴδωμεν ἐπὶ ποίας ὑποθέσεως θὰ γίνῃ συζήτησις καὶ ἐπὶ ποίας δὲν θὰ γίνῃ.

§32ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὑπάρχει ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις.

§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ἠλιοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ συνέβη μία δύο φοράς. Ἀλλὰ ὡς σᾶς εἶπον, ὑπάρχουν προηγούμενα, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐγένετο μόνον ψηφοφορία, ἄνευ οὐδεμιᾶς συζητήσεως. Ἑπομένως, ἐάν τις ἐκ τῶν ἐνδιαφερομένων θέλῃ νὰ λάβῃ τὸν λόγον, θὰ ὁμιλήσῃ πρὸ τῆς ψηφοφορίας. Αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα.

§34Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δι’ αὐτὸ σᾶς εἶπον, ὅτι εἶναι πρακτικὸν νὰ ἀναγνωσθοῦν μία πρὸς μία, ἐπειδὴ εἶναι 14. Πιθανὸν ἐκ τῶν 13 νὰ μὴ ὑπάρχῃ θέμα συζητήσεως.

§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει.

§36Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Μολονότι ἐπί τινων ἐκ τῶν 13 αὐτῶν ὑπάρχει πρότασις παραπεμπτική, διότι ὅταν εἶναι ἀπορριπτικὴ ἡ εἰσήγησις πιθανὸν νὰ μὴ ὑπάρχῃ θέμα συζητήσεως, ἠμπορεῖ ἐπὶ μιᾶς ἢ δύο νὰ ὑπάρχῃ θέμα, διατὶ νὰ μὴ λάβωμεν γνῶσιν αὐτῶν, ὥστε νὰ ἠξεύρωμεν ἐπὶ ποίας θὰ συζητήσωμεν;

§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ τὰς ἀναγνώσω. Δὲν ἀρνοῦμαι, ἀλλὰ δὲν ἠμπορῶ νὰ δικονομήσω. Δὲν τὰς εἰσάγω πρὸς συζήτησιν, διότι δὲν λέγει τοῦτο ὁ Κανονισμός, ἀλλὰ πρὸς ψηφοφορίαν. Θὰ δώσω τὸν λόγον μόνον εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος θὰ θελήσῃ νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις ἐπὶ τῆς κατ’ αὐτοῦ κατηγορίας.

§38Η. ΗΛΙΟΥ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, κ. Πρόεδρε, ἔχω νὰ εἴπω τὰ ἀκόλουθα: Πρῶτον, ἡ παγία πρᾶξις καὶ τῶν Ἑλληνικῶν Βουλῶν, ἀφ’ ὅτου ὑπάρχει Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ τῶν ἀλλοδαπῶν, ἔχει καθιερώσει ὡρισμένας ἀρχάς, διὰ τὰς ὁποίας θὰ ὁμιλήσω καὶ ἐγὼ ἐν συνεχείᾳ, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐπειδὴ ὅλη αὐτὴ ἡ εἰδικὴ πρόνοια τοῦ Συνταγματικοῦ Νομοθέτου νὰ προσπαθήσῃ νὰ προστατεύσῃ, ὄχι τὸ πρόσωπον τοῦ βουλευτοῦ, ἀλλὰ τὸν δημόσιον ἔλεγχον, εἴτε τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, εἴτε τῆς διαδικαστικῆς Ἐξουσίας, εἴτε τῆς πλειοψηφίας καὶ ὅλον αὐτὸ τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον καθιέρωσε τὴν διαδικασίαν τῆς αἰτήσεως ἄρσεως ἀσυλίας, διὰ τοῦ ἄρθρου 63 τοῦ Συντάγματος, προϋπόθεσιν ἔχει ἕνα ἀποχωρισμὸν τοῦ θέματος τῆς ἄρσεως ἢ μὴ ἄρσεως τῆς ἀσυλίας ἀπὸ οἱανδήποτε βλέψιν, καὶ τοῦτο συνετέλεσεν εἰς τὴν διαμόρφωσιν τῆς ἀκολούθου διαδικαστικῆς, ἀλλὰ θεμελιώδους ἀρχῆς, ὅτι αἰτήσεις ἄρσεως ἀσυλίας εἰσάγονται εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς πρὸς συζήτησιν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἀπόφασιν, κατὰ τὴν σειρὰν τῆς αἰτήσεως ἄρσεως ἀσυλίας ἐκ μέρους τῶν καταδιωκτικῶν, ἐκ μέρους τῶν Εἰσαγγελικῶν Ἀρχῶν. Δυστυχῶς, κ. Πρόεδρε, εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ πλευρὰ αὐτὴ νὰ διαπιστώσῃ, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ εἰσήχθησαν ἐκ τῶν ἐκκρεμουσῶν δύο ἀπορριπτέαι αἰτήσεις ἄρσεως ἀσυλίας Κυβερνητικῶν βουλευτῶν, διὰ νὰ ἐπιλεγοῦν ὕστερον πολλαὶ μεταγενέστεραι αἰτήσεις ἄρσεως ἀσυλίας βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἰδίως τῆς παρατάξεώς μας, κατὰ κύριον λόγον, ἐνῷ παλαιότεραι αἰτήσεις ἄρσεως ἀσυλίας βουλευτῶν τῆς Κυβερνητικῆς παρατάξεως, αἱ ὁποῖαι εἶναι καταχωρημέναι ἀπὸ τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1958, δὲν εἰσήχθησαν. Δὲν θὰ ἤθελον νὰ προχωρήσω πάρα πέρα. Νομίζω, ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος, ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπῆς, θὰ ἤθελε νὰ διαφωτίσῃ τὸ Σῶμα.

§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως, διὰ τὴν κρίσιν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἐπὶ τῆς οὐσίας, δὲν φέρω ἐγὼ τὴν εὐθύνην. Τὸ Προεδρεῖον φέρει τὴν εὐθύνην, μόνον διὰ τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἐκ τῶν 124, νομίζω, ἢ 126, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς, ἐκκρεμῶν δικογραφιῶν, εἶχε διαπέμψει εἰς τὸ Προεδρεῖον 47, μέχρι πρὸ 10 ἡμερῶν, ἀπαλλακτικὰς αἰτήσεις ἄρσεως ἀσυλίας. Ἐπίσης μᾶς ἀπέστειλεν ἄλλας 10–12, τινὲς τῶν ὁποίων, ἐπληροφορήθην, ὅτι ἐφ’ ὅσον διὰ τὰς 38 ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ὑπὲρ τῆς μὴ ἄρσεως τῆς ἀσυλίας— καὶ εἶχον τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι δι’ ὅλας θὰ ἦτο ἀπορριπτική— νὰ περιμένωμεν νὰ τελειώσῃ ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ νὰ τὰς φέρωμεν ὅλας νὰ τὰς διεκπεραιώσωμεν εἰς μίαν συνεδρίασιν. Ὅταν ὅμως ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐγνωμοδότησεν ὑπὲρ τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας εἰς ὡρισμένας δικογραφίας εἶπον νὰ ἐγγραφοῦν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ αἱ τελευταῖαι αὗται, διότι ἔκρινα σκόπιμον, ὅτι δὲν ἦτο ὀρθὸν νὰ ἀναλάβω τὴν εὐθύνην. Ἑκάστην ἑβδομάδα θὰ ἀναγράφωνται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν μερικαὶ ἐκ τῶν δικογραφιῶν, εἰς τρόπον, ὥστε νὰ ὑποστοῦν τὴν διαδικασίαν τοῦ Κανονισμοῦ ὅλαι. Αὐτὴ εἶναι ἡ γραμμὴ τοῦ Προεδρείου. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην, ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος, τὸ Προεδρεῖον.

§40Η. ΗΛΙΟΥ. Νομίζω, ὅτι θὰ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπῆς. Ὡς συνάγεται ἀπὸ ὅσα ἐδηλώσατε, κύριε Πρόεδρε, εἶναι βέβαιον, ὅτι ὑπάρχουν 47 προτάσεις παλαιότεραι, μὴ εἰσαχθεῖσαι καὶ εἶναι βέβαιον, ἐπίσης, ὅτι ἐδῶ γίνεται μία σοφὴ ἐπιλογὴ μεταξὺ αὐτῶν. Νομίζω, ὅτι ἐν συνεχείᾳ μετὰ τὴν ὁμιλίαν μου θὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπῆς διὰ νὰ παράσχῃ καὶ αὐτὸς τὰς ἐξηγήσεις ἐπὶ τῆς παρατηρήσεώς μου. Τώρα, κύριε Πρόεδρε, θὰ ἤθελον νὰ εἰσέλθω εἰς πέραν τοῦ διαδικαστικοῦ, εἰς τὸ οὐσιαστικώτερον μέρος. Ὑπάρχει μία παγία τακτικὴ τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία δὲν ἀφίσταται τῆς τακτικῆς καὶ ἄλλων Βουλῶν ἐπὶ τῶν ζητημάτων τῆς ἄρσεως τῆς Κοινοβουλευτικῆς ἀσυλίας. Ἐάν, ὅπως ἀφίνει εἰς ἐμὲ τοὐλάχιστον νὰ ὑποθέσω, ἡ γενομένη ἐπιλογή, ἐὰν πρόκειται νὰ φθάσωμεν εἰς ἀλλαγὴν τῆς παγίας τακτικῆς τῶν θεμελιωδῶν ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι καθιερώθησαν εἰς 115 χρόνια διακεκομμένα, φυσικά, ἐλευθέρου κοινοβουλευτικοῦ βίου, ἐὰν πρόκειται νὰ φθάσωμεν εἰς ἐγκατάλειψιν ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι παγίως κρατοῦν, θὰ πρέπει αὐτὸ τὸ πρᾶγμα νὰ μὴ προέλθῃ διὰ μιᾶς ξηρᾶς ψηφοφορίας, ἀλλὰ νὰ εἶναι ἀποτέλεσμα μιᾶς ψυχραίμου καὶ ἐποικοδομητικῆς συζητήσεως. Τὸ ἄρθρον 62 τοῦ Συντάγματος, κύριε Πρόεδρε, εἶναι γνωστόν, ὅτι καθιέρωσε πρῶτα–πρῶτα μίαν ἀσυλίαν, μίαν ἀδυναμίαν τελέσεως ἀδικήματος, τὸ θεμιτὸν καὶ ἀνέκκλητον τοῦ βουλευτοῦ διὰ γνώμη ἢ ψῆφον τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ἐν τῇ ἀσκήσει τῶν βουλευτικῶν του καθηκόντων, κάθε τι, τὸ ὁποῖον ἀνάγεται εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῶν βουλευτικῶν καθηκόντων οἱουδήποτε περιεχομένου καὶ ἂν εἶναι ἡ γνώμη καὶ ἡ ψῆφος εἶναι θεμιτὸν καὶ ἀνέκκλητον δὲν ἐξαρτᾶται δηλαδὴ ἀπὸ τὴν χορήγησιν τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας, διότι ἀδίκημα δὲν ὑπάρχει, δὲν εἶναι ζήτημα διώξεως ἢ μή. Τὸ ἄρθρον 63 προχωρεῖ, εἶναι τὸ συναπτόμενον εἰς τὸ ἄρθρον 62 καὶ νομίζω, ὅτι ἀποτελεῖ μίαν προέκτασίν του καὶ μίαν παράλληλον κατοχύρωσιν, παράλληλον κατοχύρωσιν κατὰ τυχὸν καταχρήσεων, εἴτε τῆς ἐκτελεστικῆς, εἴτε τῆς νομοθετικῆς, εἴτε καὶ τῆς κοινοβουλευτικῆς πλειοψηφίας. Διότι, ὡς ἄλλως τε ἀπέδειξε καὶ ἡ παρ’ ἡμῖν ἐφαρμογὴ καὶ ἡ διεθνὴς ἐφαρμογὴ τῶν ἀντιστοίχων ἀρχῶν, δὲν ἔγινε γενικῶς κατὰ κανόνα κατάχρησις ὑπὸ τῶν πλειοψηφιῶν, αἱ ὁποῖαι πάντοτε θὰ ἠμποροῦσαν νὰ παραπέμψουν βουλευτὰς τῆς μειοψηφίας, δὲν ἔγινε κατάχρησις, διότι πρῶτα–πρῶτα ὑπάρχει καὶ μία σοφὴ ἐπίγνωσις περὶ τοῦ παλινδρόμου τῶν πολιτικῶν τυχῶν καὶ τῶν ἐκβάσεων τῶν διαφόρων ἐκλογικῶν ἀναμετρήσεων. Ἡ σημερινὴ πλειοψηφία ἠμπορεῖ χθὲς νὰ μὴ ἦτο πλειοψηφία καὶ αὔριον δὲν θὰ εἶναι πλειοψηφία. Ἀλλὰ πέραν τούτου ἡ μυστικότης, ἀκριβῶς, ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τούτου ζητήματος, ἵνα μὴ πιέζεται ὁ βουλευτὴς εἰς κομματικὴν πειθαρχίαν ἐκεῖ ὅπου πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μία ἄνεσις περίπου δικαστικῆς ἐκτιμήσεως, ὄχι δικαστικῆς, ἀλλὰ περίπου δικαστικῆς ἐκτιμήσεως. Ἡ δευτέρα ἀρχὴ ἡ ὁποία καθιερώθη ἀπὸ τὴν 115ετῆ κοινοβουλευτικὴν πρακτικὴν εἶναι, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἀσυλίας τοῦ ἄρθρου 63 δὲν εἶναι προσωπικὸν δικαίωμα καὶ ἑπομένως, δὲν εἶναι ἀπαλλοτριωτὸν καὶ δεκτικὸν παραιτήσεως. Πολλάκις, βουλευταί, καὶ ἐδῶ καὶ εἰς τὴν ἀλλοδαπήν, εἶπον, ὅτι προσφέρομαι καὶ παρακαλῶ τοὺς συναδέλφους νὰ ἄρουν τὴν ἀσυλίαν διὰ νὰ δικασθῇ αὐτὴ ἡ διαφορά. Δὲν ἀνήκει τοῦτο εἰς τὸν βουλευτήν, δὲν ἱδρύει φεουδαρχικῆς τάξεως προνόμιον ὑπὲρ μιᾶς κατηγορίας ἀνθρώπων, ἀλλὰ προστασίαν τοῦ δημοσίου ἐλέγχου. Ἡ ἐφαρμογὴ ἀντιθέτου ἀρχῆς θὰ εἶχεν εἰς ψυχολογικῶς δυσμενῆ θέσιν κάθε βουλευτήν, ὁ ὁποῖος ἐκ φόβου μήπως θεωρηθῇ, ὅτι ἀποφεύγει τὴν δικαιοσύνην τῆς πατρίδος του, θὰ ἠναγκάζετο νὰ κάμῃ πράξεις ἐρχομένας εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὸ δικαίωμα τῆς ἀσυλίας. Ἡ τρίτη ἀρχή, τὴν ὁποίαν καθιερώσαμεν πάντοτε εἶναι, ὅτι ὅταν ἀποφασίζῃ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς αἰτήσεως ἄρσεως ἀσυλίας, δὲν δικάζει, δὲν εἰσέρχεται εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς οὐσίας καὶ δὲν κρίνει, ἐὰν ἐπιθανολογήθη ἢ ὄχι τὸ ἀδίκημα, ὥστε ἀναλόγως νὰ ἀποφασίζῃ. Τὸ ἀντίθετον θὰ ἦτο τρομερόν, διότι θὰ ἐδημιούργει ἕνα πρόκριμα εἰς βάρος τῶν συναδέλφων χωρὶς νὰ τηρηθοῦν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ αἱ διατάξεις περὶ ἀποδείξεως, περὶ ἐνόρκων ἐξετάσεων, περὶ βασάνου τοῦ ἀκροατηρίου, θὰ ἐδημιούργει ἕνα πρόκριμα, ὅτι ἔκριναν οἱ συνάδελφοί σου κύριε καὶ σὲ ἐθεώρησαν παραπεμπτέον, ἄρα πιθανώτατα ἔνοχον. Ἑπομένως θὰ ἦτο ὄχι κατοχύρωσις τῆς δικαστικῆς λειτουργίας καὶ ἐκ παραλλήλου τῆς ἀνεξαρτησίας γνώμης τῶν βουλευτῶν, ἀλλὰ θὰ ἦτο προνόμιον δυσμενὲς διὰ τοὺς βουλευτὰς τοὺς τυχὸν παραπεμπομένους. Ἑπομένως, ἡ κρίσις περὶ τοῦ ἐὰν πρόκειται νὰ δοθῇ ἢ ὄχι ἡ ἄρσις τῆς ἀσυλίας κατὰ τὰς καθιερωθείσας ἀρχάς, δὲν ἀποτελεῖ κρίσιν περὶ ἐνοχῆς ἢ ἀθῳότητος. Ἀλλά, ἐνῷ δὲν εἶναι κρίσις περὶ ἐνοχῆς ἢ ἀθῳότητος, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀντίθετον συμπέρασμα, ὅτι εἶναι ἕνας ἁπλοῦς διαδικαστικὸς τύπος, ὁ ὁποῖος πρέπει κατὰ πᾶσαν περίπτωσιν νὰ ἀκολουθῆται καὶ νὰ γίνεται δεκτὴ ἡ ἄρσις τῆς ἀσυλίας, ὅτι ἡ Βουλὴ μετατρέπεται εἰς αὐτόματον μηχάνημα ἄρσεως τῆς ἀσυλίας τῶν μελῶν της, εὐθὺς ὡς ζητηθῇ τοῦτο. Χρειάζεται κρίσις. Ἡ κρίσις, ὁποία πρέπει νὰ εἶναι, εἶναι κρίσις ὄχι δικαστική, εἶναι κρίσις πολιτική. Εἶναι φανερόν, ὅτι ἡ ἀσυλία εἶναι μία μορφὴ ἀκροτάτη κατοχυρώσεως τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ βουλευτοῦ ἀπὸ πιέσεων οἱασδήποτε ἄλλης ἐξουσίας μὲ τελικὸν σκοπόν, ὄχι τὴν ἵδρυσιν προνομίων ὑπὲρ προσώπων, ἀλλὰ τὴν κατοχύρωσιν τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἐλέγχου, τεταγμένης κατὰ τὸ πολίτευμα ὑπὲρ τοῦ ἐλέγχου. Ἑπομένως, ὅπου τυχὸν ὑπάρχει ἀδίκημα συναπτόμενον οὕτως ἢ ἄλλως μὲ τὸν πολιτικὸν ἀγῶνα, μὲ τὴν πολιτικὴν μάχην, μὲ τὴν πάλην ὑπὲρ ἰδεῶν, μὲ τὴν σύγκρισιν τῶν πολιτικῶν ἰδεῶν, τὴν ὁποίαν δίδουν συνεχῶς καὶ ἀδιαλείπτως τὰ πολιτικὰ πρόσωπα καὶ τὴν ὁποίαν, ἐὰν ἦτο τυχὸν δειλὸς καὶ ἤθελε νὰ περιγραφῇ καὶ νὰ καταστρατηγήσῃ τὸν νόμον ὁ οἱοσδήποτε βουλευτής, θὰ ἠδύνατο νὰ περιβάλῃ διὰ τοῦ τύπου τῆς ἀσκήσεως βουλευτικῶν καθηκόντων καὶ νὰ ἐκφέρῃ ὕβρεις, συκοφαντίας, διαβολὰς ἢ ὅ,τιδήποτε ἄλλο ἀπὸ τοῦ βήματος ἢ δι’ ἐρωτήσεως ἢ ἐπερωτήσεως, ἀλλὰ δὲν τὰ ἔκανεν. Ὅπου ὑπάρχει ἑπομένως οἱονεὶ προέκτασις τοῦ πολιτικοῦ ἐλέγχου, ἄσκησις πολιτικῆς ἀναπτύξεως, πολιτικῶν γνωμῶν διὰ τοῦ τύπου ἢ προφορικῶς, ἐκεῖ ὑπάρχει παγία ἀρχὴ παντοῦ, ὅτι παραπομπὴ δὲν γίνεται. Μὰ ὑπάρχουν περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας ἡ γλῶσσα ἡ χρησιμοποιουμένη εἶναι ὀξυτέρα τῆς πρεπούσης κατὰ τὴν ὑποκειμενικὴν ἀντίληψιν τοῦ αʹ ἢ βʹ ἢ τοῦ κ. Εἰσαγγελέως. Ὑπάρχουν περιπτώσεις ποὺ εἶναι ὄντως βαρεῖα ἡ χρησιμοποιουμένη ἔκφρασις. Κύριοι συνάδελφοι, ὁ μέγας Εἰσαγγελεὺς τοῦ αἰῶνος μας, ὁ Τζιβανόπουλος, προκειμένου περὶ ἀδικημάτων τοῦ Τύπου, ἔλεγεν, ὅτι ὅταν ὁ γράφων κυριαρχῆται ἀπὸ τὸ πάθος, ὅτι συντελεῖται κἄποια σοβαρὰ παρανομία ἢ κἄποια σοβαρὰ βλάβη τοῦ δημοσίου συμφέροντος, δὲν εἶναι πάντοτε κυρίαρχος τοῦ αἰσθήματος, τὸ ὁποῖον τὸν κατέχει καὶ τῆς γνώσεως τοῦ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπερβάλῃ εἰς ἔκφρασιν. Ἀλλά, ὅπως γνωρίζομεν πολὺ καλὰ καὶ ὅπως ἡ ἐξέλιξις τῶν πολιτικῶν πραγμάτων παρ’ ἡμῖν ἐδίδαξε παγίως, δὲν κινδυνεύει ἡ χώρα ποτὲ ἀπὸ τὴν τυχὸν ὑπερβολὴν ἐκφράσεως, ἀπὸ τὴν τυχὸν ὀξύτητα ἐκφράσεως, κινδυνεύει καὶ ἐκινδύνευσε πάντοτε, ὁσάκις ὁ ἔλεγχος φιμώνεται. Ἑπομένως, ὅπου συνάπτεται μία αἴτησις ἄρσεως ἀσυλίας, μὲ μίαν ἀπώτατα ἔστω πολιτικὴν συζήτησιν, πολιτικὸν ἀνταγωνισμόν, πολιτικὸν ἔλεγχον, ἡ ἀρχὴ ἡ μέχρι τοῦδε ἰσχύουσα εἶναι, ὅτι δὲν χωρεῖ ἄρσις ἀσυλίας. Πέραν τούτου ἐπὶ ὑποθέσεων, αἱ ὁποῖαι φέρουν τὴν μορφὴν παραβιάσεως κανόνων τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ δικαίου, εἶναι βέβαιον, ὅτι ὄχι ἡ ἔρευνα τῆς ἀληθείας, ἀλλὰ ἡ σοβαρότης τῆς ἀποδιδομένης πράξεως εἶναι τὸ κριτήριον μὲ βάσιν τοῦ ὁποίου ἔγιναν ἢ δὲν ἔγιναν παραπομπαὶ, καὶ νομίζω, πλὴν τῆς περιπτώσεως Παπαεμμανουὴλ δὲν ὑπῆρξεν ἄλλη περίπτωσις ἄρσεως ἀσυλίας, τοὐλάχιστον, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἐνθυμοῦμαι τὰ πολιτικά μας πράγματα, δὲν ὑπῆρξεν ἄλλη περίπτωσις πλὴν αὐτῆς. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν καὶ ἐν ὄψει καὶ τῶν χαρακτηρισμῶν τῶν δοθέντων, ἀλλὰ καὶ ἐν ὄψει ἐξηγήσεων, τὰς ὁποίας τυχὸν θὰ δώσουν οἱ συνάδελφοι εἰς τὸ Σῶμα, νομίζω, ὅτι δὲν συντρέχει περίπτωσις οὐδεμιᾶς καταφατικῆς ψήφου. Εἰδικώτερον, θὰ ἤθελα νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ὑπ’ ἀριθ. 5) ἀπευθυνομένη κατὰ τοῦ συναδέλφου κ. Ἐφραιμίδη, εἰσήχθη ὡς πρὸς μὴ βουλευτὰς ἐνώπιον τοῦ Μικτοῦ Κακουργοδικείου Λαρίσης καὶ ὑπάρχει ἐν τῷ φακέλλῳ ἀπόφασις ἀθωωτικὴ κατ’ οὐσίαν ἐπὶ τῆς πράξεως. Τὸ ἴδιον καὶ ἡ ὑπ’ ἀριθ. 4, ὅπου εἰσήχθη καὶ ἔχω τὴν ἀπόφασιν ἐδῶ, ἐνώπιον τοῦ Τριμελοῦς Πλημμελειοδικείου καὶ ἐκηρύχθη ὡς προγεγραμμένη, ὡς πρὸς τοὺς μὴ καλυπτομένους ὑπὸ τῆς ἀσυλίας συντάκτας. Ὡς πρὸς αὐτὴν τὴν τελευταίαν, ὅμως, τὴν ἀναγομένην εἰς δῆθεν ἀδίκημα ἐξυβρίσεως τῶν προσώπων τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βασιλίσσης, θὰ ἤθελα νὰ ἐπανέλθω εἰς ὅ,τι ἐν ἀρχῇ ὑπηνίχθην, ὅτι δὲν θὰ πρέπει ποτὲ νὰ γίνεται ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἄρθρου 63 τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας εὐκαιρία πολιτικῶν διωγμῶν. Ἔχω ἐδῶ φακέλλους, τοὺς ὁποίους δὲν θὰ ἤθελα οὔτε κἂν νὰ φυλλομετρήσω καὶ νὰ ἀνοίξω, ἀπὸ τοὺς ὁποίους προκύπτει, ὅτι ὁλόκληρος ὁ Ἀθηναϊκὸς Τύπος καὶ ὁ Τύπος τῶν ἐπαρχιῶν, ὅλων τῶν ἀποχρώσεων, ἠσχολήθη διὰ μακρῶν μὲ τὸ δημοσίευμα ἐκεῖνο τοῦ βουλευτοῦ κ. Μπρεδήμα, τὸ δημοσιευθὲν καὶ εἰς τὴν ἐφημερίδα «Αὐγή», ὅτι πλεῖσται τῶν ἐφημερίδων αὐτῶν δὲν ἔχουν διευθυντάς, οἱ ὁποῖοι καλύπτονται ὑπὸ βουλευτικῆς ἀσυλίας. Εἶναι ἡ «Ἐλευθερία», τὸ «Βῆμα», ὁ «Ἀνεξάρτητος Τύπος», ἕνα σωρὸ ἐφημερίδες, αἱ ὁποῖαι δριμύτερα καὶ ὀξύτερα ἀνέγραψαν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀνέγραψε καὶ ἡ «Αὐγὴ» καὶ δὲν ἐγένετο δίωξις καμμία. Ἐγένετο μόνον κατὰ τῆς «Αὐγῆς» καὶ ἠθωώθη ὁ διευθυντὴς της, ὁ μὴ βουλευτής. Ἑπομένως, ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἄρσεως τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας θὰ ἐπρότεινα καὶ δηλῶ ἐκ μέρους τοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἐκπροσωπῶ, ὅτι ἡ γνώμη μας καὶ ἡ ψῆφος μας θὰ εἶναι ἀπορριπτικὴ δι’ ὅλας τὰς αἰτήσεις ἄρσεως ἀσυλίας.

§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος τῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, κ. Β. Παπαρρηγόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.

§42Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐν πρώτοις ὀφείλω νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸ θιγὲν θέμα τὸ σχετικὸν μὲ τὸν τρόπον εἰσαγωγῆς τῶν αἰτήσεων ἄρσεως ἀσυλίας. Ἔχουν εἰσαχθῆ κατὰ τὸ παρελθὸν ὡς ἠκούσατε καὶ ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, περίπου 47 αἰτήσεις ἅπασαι ἀπορριπτικαί. Αἱ αἰτήσεις τῆς περυσινῆς καὶ ἐφετεινῆς συνόδου ἀνέρχονται περίπου εἰς 55. Ἐξ αὐτῶν περίπου αἱ 32 ἔχουν εἰσαχθῆ ἤδη εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία συνεχίζει οὕτως ὥστε νὰ εἰσαχθοῦν καὶ ὅλαι αἱ ἄλλαι. Θέμα σειρᾶς δὲν ὑπάρχει, διότι εἰσάγονται κανονικῶς. Ἀπὸ τὰς 32 αἰτήσεις, αἱ 4 ἢ 5 ἐκρίθησαν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς παραπεμπτικαί, αἱ ἄλλαι εἶναι ἀπορριπτικαί. Σημειωτέον, ὅτι αἱ σήμερον εἰσαγόμεναι εἶναι παλαιαὶ καὶ μεταξὺ αὐτῶν δὲν ὑπάρχουν δικογραφίαι ἄρτι εἰσαχθεῖσαι. Ὡς πρὸς τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ἠλιοῦ, ὅτι ἀπὸ 105 ἐτῶν μία περίπτωσις ἄρσεως ἀσυλίας ὑπάρχει, τοῦ Παπαεμμανουήλ, τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Ὑπενθυμίζω, ὅτι κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 25ης Αὐγούστου 1927 παρεσχέθη ἡ ἄρσις ἀσυλίας διὰ δύο κομμουνιστὰς βουλευτὰς ἐπὶ ὑποθέσεων ἀναλόγου φύσεως, μὲ τὰς ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Σώματος τοιαύτας. Ἐπίσης, τὴν 14ην Δεκεμβρίου 1913, ἐγένοντο δεκταὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, 8 αἰτήσεις ἄρσεως ἀσυλίας βουλευτῶν. Εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν μάλιστα εἶναι ἄξιαι προσοχῆς αἱ ἀντιλήψεις τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου, εἰπόντος, ὅτι δὲν εἶναι νοητὸν νὰ ἀρνηθῇ ἡ Βουλὴ ἄρσιν ἀσυλίας βουλευτῶν. Τὸ ἄρθρον 63 τοῦ Συντάγματος ἔχει τὴν προέλευσίν του ἀπὸ τὰ Συντάγματα τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως. Ὁ σκοπὸς τῆς διατάξεως αὐτῆς εἶναι ἡ προστασία τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ Σώματος καὶ ἐξασφάλισις τοῦ βουλευτοῦ ἐν τῇ ἐνασκήσει τοῦ λειτουργήματός του. Κατὰ τὴν συζήτησιν περὶ ἄρσεως τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας τῶν δύο κομμουνιστῶν βουλευτῶν τὴν 25ην Αὐγούστου 1927, ἀπαντῶν εἰς τὸν εἰσηγητὴν Κυρέλον ὁ τότε ὑπουργὸς Μερλόπουλος, ὑπεστήριξεν ἀκόμη, ὅτι δὲν χορηγεῖται ἄρσις ἀσυλίας, ὅταν δι’ αὐτῆς ἐπιδιώκεται ἡ ἀλλοίωσις τῆς συνθέσεως τῆς Βουλῆς. Σᾶς ἀναγινώσκω τὴν σχετικὴν περικοπήν: «...... (ἀναγινώσκει) ......». Ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν βεβαίως ἡ Βουλὴ δὲν ὑπεισέρχεται, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν κατὰ κἄποιον τρόπον ν’ ἀγνοήσῃ τελείως ταύτην, διότι τότε θὰ κατελήγομεν εἰς τὸ συμπέρασμα, εἴτε ὅλαι αἱ αἰτήσεις ν’ ἀπορρίπτωνται, εἴτε πᾶσαι νὰ γίνωνται δεκταί. Ἀμφότεροι εὑρίσκονται ἐκτὸς τοῦ πνεύματος τῆς συνταγματικῆς διατάξεως. Ἡ φύσις τοῦ ἀδικήματος καὶ τὸ ἐκ πρώτης ὄψεως ὑποστατὸν ἢ μὴ τούτου, θὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὴν κρίσιν περὶ τοῦ τυχὸν ὑποκρυπτομένου πολιτικοῦ σκοποῦ τῆς αἰτουμένης διώξεως. Δὲν εἶναι π. χ. δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ ἄρῃ τὴν ἀσυλίαν, προκειμένου περὶ μηνύσεως ἐξ ἑαυτῆς ἀνυποστάτου ἡ ὁποία, ὡς λέγει ὁ Ν. Ι. Σαρίπολος, ἀποβλέπει μόνον εἰς πολιτικὴν δίωξιν. Τὰ κριτήρια εἶναι α) ἐὰν ἡ αἴτησις ἄρσεως ἀσυλίας ἔχῃ σκοπὸν τὴν παρεμπόδισιν τῆς ἀσκήσεως τῶν καθηκόντων τοῦ βουλευτοῦ, β) ἐὰν ἡ ἄρσις τῆς ἀσυλίας εἰς μίαν δεδομένην περίπτωσιν σκοπῇ ν’ ἀλλοιώσῃ τὴν σύνθεσιν τῆς Βουλῆς καὶ γ) ἐὰν θίγεται ἡ ἀνεξαρτησία τοῦ Σώματος. Μὲ αὐτὰ τὰ δεδομένα θὰ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἡ αἴτησις τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, ἐὰν καταστρατηγῇ τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον καθιέρωσε τὸ Σύνταγμα. Σκοπὸς τοῦ Συντάγματος δὲν ἦτο νὰ κατοχυρώσῃ τὸ ἀνέγκλητον τῶν βουλευτῶν εἰς πᾶσαν περίπτωσιν, οὔτε νὰ καλύψῃ τὴν τέλεσιν ἀδικημάτων, διαπραττομένων ὑπὸ βουλευτῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ἄποψις, ὅτι ὑπὸ τὴν βουλευτικὴν ἀσυλίαν ὁ βουλευτὴς δύναται νὰ ἀσχημονῇ, νὰ διαταράσσῃ τὴν ἔννομον τάξιν ἢ νὰ ὑποπίπτῃ ἀκινδύνως εἰς ἀδικήματα τοῦ Κ.Π.Ν. Πρὸ παντὸς εἶναι ἀπαράδεκτον νὰ καθιερωθῇ ἡ ἀρχή, ὅτι ὑπὸ τὸν μανδύαν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας, ὡρισμένα ἀδικήματα θὰ παραμένουν ἀκαταδίωκτα. Ἀναφέρομαι εἰς τὸν Ν. Ι. Σαρίπολον, ὁ ὁποῖος γράφει τὰ ἑξῆς: «...... (ἀναγινώσκει) ......». Ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, μετὰ μεγίστης προσοχῆς καὶ αὐστηρότητος ἐξήτασε τὰς αἰτήσεις διώξεως βουλευτῶν καὶ κατὰ κανόνα αἱ προτάσεις της ἦσαν ἀπορριπτικαὶ καὶ μόνον εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις ἦσαν παραπεμπτικαί, διότι ἦτο ἀδύνατον νὰ ἀγνοηθῇ ἡ αἴτησις τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς εἰς ἀδικήματα προκαλοῦντα τὴν ἐξέγερσιν καὶ αὐτῆς τῆς Κοινῆς Γνώμης.

§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Κωστόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.

§44Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἄξιος, πράγματι, συγχαρητηρίων ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς Δικαιοσύνης, διότι ἀνεδίφησε τὰ παλαιὰ ἀρχεῖα, ἀρχόμενος ἀπὸ τὸ 1926 καὶ πέραν, ὄχι ἐντεῦθεν, διὰ νὰ ἀνακαλύψῃ προηγουμένας ἄρσεις ἀσυλίας βουλευτῶν. Φοβοῦμαι, ὅμως, ὅτι ἐν τῇ ἐπιστημονικῇ του ἐπιδόσει παρημέλησε τὰς προσφάτους ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς ἢ τὴν πρόσφατον νομολογίαν τοῦ Σώματος, ὅπως καὶ ὁ ἴδιος τὴν ἀπεκάλεσε. Διότι εἶναι βέβαιον, ὅτι ὑπάρχει μία νομολογία εἰς τὸ Σῶμα καὶ συγκεκριμένως ἡ νομολογία ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως, δηλαδὴ ἀπὸ τὸ 1946 καὶ ἐντεῦθεν. Περιορίζεται δὲ αὕτη εἰς τρεῖς περιπτώσεις παραπομπῆς βουλευτῶν. Καὶ αἱ τρεῖς περιπτώσεις ἀφοροῦν ἀδικήματα καθαρῶς τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου, διὰ νὰ μὴ μεταχειρισθῶ, λόγῳ τῆς τότε ἰδιότητος τῶν βουλευτῶν, ἐκφράσεις χειροτέρας. Συγκεκριμένως, πλὴν τῆς περιπτώσεως τοῦ Παπαεμμανουήλ, ὑπάρχουν καὶ δύο ἄλλαι περιπτώσεις εἰς τὴν Βουλὴν 1946–50, τοῦ βουλευτοῦ Παπαδάκη καὶ τοῦ βουλευτοῦ Μητσιάλη, τοῦ ὁποίου ἀποφεύγω νὰ ὑπενθυμίσω τὸ αἰτιολογικὸν τῆς παραπομπῆς. Ἑπομένως, ἔχομεν τρεῖς συγκεκριμένας περιπτώσεις ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως μέχρι τοῦδε, κατὰ τὰς ὁποίας τὸ Σῶμα ἔλαβε σαφῆ θέσιν παραπομπῆς, ἀγνοοῦσα κατὰ τὸ ἴδιον διάστημα ἀπειρίαν ἄλλων περιπτώσεων, διὰ τὰς ὁποίας ἐζητήθη ἡ δίωξις βουλευτῶν, περιπτώσεων ἀναλόγων μὲ αὐτάς, διὰ τὰς ὁποίας ζητεῖται σήμερον ἡ δίωξις. Δὲν ἔχομεν οὐδεμίαν συμπάθειαν εἰς τὴν πολιτικὴν παράταξιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκουν οἱ κύριοι βουλευταί, τῶν ὁποίων ζητεῖται ἡ παραπομπή. Οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ, ὅτι ἀπὸ πολιτικὴν συμπάθειαν ἢ ἀλληλεγγύην κινούμενοι, διατυπώνομεν τὰς ἐπιφυλάξεις αὐτάς. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατόν, βάσει τῆς πλειοψηφίας, νὰ καθιερώσωμεν τὸ προηγούμενον τῆς παραπομπῆς βουλευτῶν μόνον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ πανηγυρικῆς ἀθωώσεως ἢ ἀγνοίας τῶν φακέλλων τῶν βουλευτῶν τῆς Συμπολιτεύσεως. Καὶ νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, κ. Πρόεδρε, διαφωνῶν πρὸς ὅσα ἐλέχθησαν, νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν μόνον. Ἐλέχθη καὶ ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον καὶ ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι 47 ὁλόκληροι φάκελλοι ἐξητάσθησαν ἐκεῖ καὶ ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἐργάζεται πυρετωδῶς καὶ ἔχει ἐνημερώσει τὰς ἐργασίας της. Καὶ ἀπὸ τὸ κείμενον τῆς διανεμηθείσης ἐκθέσεως τὶ προκύπτει, κύριοι βουλευταί; Ὅτι ἐκ τῶν 14 αὐτῶν φακέλλων, οἱ ὁποῖοι εἰσάγονται ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς, οἱ μὲν 6 ἀθωωτικοὶ εἶναι τοῦ Φεβρουαρίου 1959, οἱ ὑπόλοιποι δὲ 8 παραπεμπτικοί, τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1960. Δηλαδὴ ἐχρειάσθη 18 ἕως 20 ὁλοκλήρους μῆνας διὰ νὰ ἀντιληφθῇ ἡ Ἐπιτροπή, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπισπεύσῃ τὸ ἔργον της καὶ μόνον κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 24ης Ἰανουαρίου ψηφίζει κατὰ πλειοψηφίαν τὴν παραπομπήν. Ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, εἶναι ἄξιον ἀπορίας διατὶ ἀφῆκε τὰς ἄλλας 47 ἀπαλλακτικὰς περιπτώσεις καὶ εἰσήγαγεν 6 μόνον, αἱ ὁποῖαι εἶναι καὶ αὐταὶ τοῦ Φεβρουαρίου τοῦ 1959. Θὰ ἤμην περίεργος νὰ ἴδω μεταξὺ τῶν ἄλλων προτάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς περὶ μὴ παραπομπῆς, δὲν ὑπάρχουν κατηγορίαι ἐπὶ ἐξυβρίσει ἢ διὰ τοῦ Τύπου ἢ δι’ ἄλλα ἀδικήματα ἀνάλογα πρὸς ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα ζητεῖται ἡ παραπομπή; Κύριοι βουλευταί, ἀπευθύνω μίαν ἔκκλησιν, νὰ χρησιμοποιηθῇ πράγματι ἡ προνομία τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὃν τρόπον καὶ δι’ οὓς λόγους αὕτη ἐτέθη. Εἶναι σαφές, ὅτι ἡ προνομία αὕτη ἐχορηγήθη εἰς ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ ἡ δικαιοσύνη ἦτο εὐαίσθητος εἰς τὰς πιέσεις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ ὁ Κανονισμὸς δὲν εἶχε διαμορφωθῆ, καθ’ ὃν τρόπον ἔχει διαμορφωθῆ σήμερον. Αἱ Κοινοβουλευτικαὶ παραδόσεις τοῦ Σώματος, κατὰ τὴν τελευταίαν 15ετίαν, καθιέρωσαν σαφῶς, ὅτι ἡ παραπομπὴ βουλευτοῦ, γίνεται μόνον δι’ ἀτιμωτικὰ ἐγκλήματα καὶ ὄχι δι’ οἱονδήποτε ἔγκλημα. Ἐπιπροσθέτως, ἡ Βουλὴ μὲ ποῖα στοιχεῖα εἶναι δυνατὸν νὰ κρίνῃ, ὅταν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν παρουσιάζεται μία αἴτησις τοῦ Εἰσαγγελέως; Διότι ὁ Εἰσαγγελεύς, βάσει τοῦ Συντάγματος, δὲν ἔχει κάμει οὔτε κἂν προανάκρισιν, οὔτε κἂν ἔχει ἐξετάσει ἐὰν ἠμπορῇ νὰ βασισθῇ ἡ μήνυσις ἐναντίον τοῦ βουλευτοῦ. Ἕνας ἀντίπαλος οἱουδήποτε βουλευτοῦ, ἠμπορεῖ νὰ τὸν μηνύσῃ, ὅτι τὸν ἔκλεψε καὶ παραπέμπεται ἐνώπιον τοῦ Σώματος ἡ αἴτησις τοῦ Εἰσαγγελέως, χωρὶς νὰ ἔχῃ γίνει προανάκρισις. Ἑπομένως, ὑπὸ τοὺς ὅρους αὐτούς, νομίζομεν, ὅτι, συμφώνως μὲ τὸ Σύνταγμα καὶ τὰς παγίας Κοινοβουλευτικὰς παραδόσεις τοῦ Σώματος, ἐπιβάλλεται ὁ περιορισμὸς τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας εἰς καθαρῶς ἀτιμωτικὰς πράξεις ἢ παραβάσεις τοῦ κοινοῦ Ποινικοῦ Δικαίου.

§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Τσιριμῶκος, ἔχει τὸν λόγον.

§46Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν βεβαίως νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι ἡ ἀσυλία ἀποτελεῖ μίαν ἀπόλυτον ἔννοιαν καὶ δὲν δύναται νὰ θιγῇ ποτὲ καὶ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ. Ἀναμφισβητήτως ὄχι. Θὰ ἠδύνατο μάλιστα κανεὶς νὰ δώσῃ καὶ ἄλλην μηχανιστικὴν ἑρμηνείαν εἰς τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται κἂν ἡ ἐξέτασις τῆς οὐσίας ὑπὸ τοῦ Σώματος, διότι καὶ αὐτὸ ἔχει ὑποστηριχθῆ. Παρὰ ταῦτα, ἡ πρακτικὴ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μείνῃ εἰς μίαν τοιαύτην ἀντίληψιν. Διότι, πρῶτον, ὡς ὀρθῶς ἐλέχθη, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ὁ βουλευτὴς εἰς τὴν διάθεσιν εἴτε οἱουδήποτε μηνυτοῦ, εἴτε τῆς πλάνης οἱουδήποτε Εἰσαγγελέως. Διότι, ἐπὶ τέλους, ἐὰν ἐξετάσῃ κανεὶς κατὰ τὴν κοινὴν πεῖραν μεταξὺ τῶν ἀδικημάτων τὰ ὁποῖα παραπέμπονται πρὸς ἐκδίκασιν καὶ τῶν καταδικῶν, τὶ ἀπόστασις ὑπάρχει, ἰδίως ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ παραπομπῆς δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως, θὰ ἴδῃ ὅτι ἡ ἀπόστασις εἶναι κολοσσιαία, πρᾶγμα ποὺ σημαίνει, ὅτι μὲ ἄλλα κριτήρια κρίνει ἡ Διωκτικὴ Ἀρχὴ καὶ μὲ ἄλλα οἱ Δικασταί, κρίνοντες τὴν οὐσίαν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, νομίζω, ὅτι αἱ Ἀρχαί, αἱ ὁποῖαι ἴσχυσαν εἰς πᾶσαν περίπτωσιν, ἦσαν αἱ ἑξῆς: Πρῶτον, βεβαίως, προκειμένου περὶ ἀτιμωτικοῦ ἀδικήματος, δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος, ὅτι δὲν πρέπει νὰ αἴρεται ἡ ἀσυλία, ἢ ἐν πάσῃ περιπτώσει περὶ ἀδικήματος τὸ ὁποῖον εἶναι προφανές, ὅτι δὲν συνάδει πρὸς τὴν ἰδιότητα τοῦ βουλευτοῦ. Δὲν δύναται οὔτε ὁ ἴδιος ὁ βουλευτὴς νὰ τελῇ ὑπὸ τοιαύτην κατηγορίαν, ἔστω καὶ ἐὰν οἱ συνάδελφοί του τὸ ἐπιθυμοῦν, οὔτε τὸ Σῶμα δύναται νὰ περιλάβῃ μεταξὺ τῶν μελῶν του ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι τελοῦν ὑπὸ μίαν κατηγορίαν ἀτιμωτικήν, ἢ πάντως κατηγορίαν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ διαλευκανθῇ, διὰ νὰ δύναται πράγματι νὰ φέρῃ ὁ βουλευτὴς ὑπερηφάνως τὸν τίτλον τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ Ἔθνους. Θὰ ἠδύνατο ἀκόμη νὰ γίνῃ ἐξαίρεσις, προκειμένου περὶ θιγομένων ἰδιωτικῶν συμφερόντων, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ βουλευτοῦ. Π.χ., βλέπω ἐδῶ μίαν κατηγορίαν ἐπὶ σωματικαῖς βλάβαις ἐξ ἑνὸς αὐτοκινητιστικοῦ ἀτυχήματος. Δὲν θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας. Δὲν θὰ μοῦ ἔκαμεν ἐντύπωσιν, ὅμως, ἐὰν ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπρότεινε τὴν παραπομπήν, διότι οὔτε θίγεται ὁ ἐνδιαφερόμενος, οὔτε θὰ πάθῃ τίποτε τὸ σπουδαῖον, εἶναι ὅμως δυνατὸν ἡ ἐπ’ αὐτοῦ κρίσις νὰ ἔχῃ σημασίαν διὰ τὴν περαιτέρω ἀποζημίωσιν τοῦ παθόντος τὰς σωματικὰς βλάβας. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον πρέπει κανεὶς νὰ τονίσῃ πέραν τούτου, εἶναι, ὅτι βεβαίως οἱ βουλευταὶ πρέπει νὰ προσέχουν καὶ τὶ λέγουν καὶ τὶ κάνουν. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἀδικήματα ἢ θεωρούμενα ἀδικήματα, σχέσιν ἔχοντα μὲ τὴν ἄσκησιν τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος ἢ μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ βουλευτοῦ, ὡς ἐκπροσώπου τοῦ Ἔθνους, ἐκεῖνα τὰ ἀδικήματα πρέπει νὰ ἔχουν τοὐλάχιστον ἕνα βάρος ἐξαιρετικὸν διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαιρεθοῦν τοῦ κανόνος καὶ νὰ ἀρθῇ ἐπ’ αὐτῶν ἡ ἀσυλία. Ἐκ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς, κύριοι βουλευταί, δὲν θὰ ὁμιλήσω δι’ ὅλας τὰς ὑποθέσεις, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκπρόσωπος τῆς ΕΔΑ, ἀλλὰ διὰ τὴν τελευταίαν, τὴν ἀφορῶσαν τὸν βουλευτὴν τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως κ. Μπρεδήμαν. Ἀνεξαρτήτως τῆς κρίσεως οἱουδήποτε περὶ τῆς οὐσίας, περὶ τίνος πρόκειται; Πρόκειται περὶ ἀνοικτῆς ἐπιστολῆς ἀπευθυνθείσης ἐκ μέρους τοῦ βουλευτοῦ κ. Μπρεδήμα πρὸς τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων, ὅπου ὁμιλεῖ περὶ τῆς φημολογηθείσης πρὸ πολλῶν ἡμερῶν καὶ ἀναγραφείσης εἰς ὅλας τὰς ἐφημερίδας, μὲ μεγάλα στοιχεῖα, εἰδήσεως περὶ προικοδοτήσεως τῆς Πριγκηπίσσης Σοφίας, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, καὶ ἐν συνεχείᾳ εἰς τὴν ἐπιστολὴν αὐτὴν ἀναφέρεται καὶ ἡ κρουαζιέρα ἡ ὁποία εἶχεν ὀργανωθῆ πρὸ δύο ἐτῶν ὑπὸ τῶν Βασιλέων. Ἐρωτῶ, ἐὰν αὐτὸ δὲν ἦτο ἐπιστολὴ πρὸς τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων καὶ ἦτο ἐρώτησις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἦτο δυνατὸν νὰ σκεφθῇ κανεὶς νὰ ἐγκαλέσῃ δι’ ἐρώτησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν εἴτε τὸν βουλευτήν, εἴτε τὴν ἐφημερίδα ποὺ τὴν ἐδημοσίευσε καὶ ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ἠλιοῦ, ὅλαι αἱ ἐφημερίδες ἐδημοσίευσαν τὸ κείμενον ἢ περίληψιν τοῦ κειμένου; Βεβαίως ὄχι. Διατί; Διότι εἶναι ἔκφρασις γνώμης τοῦ βουλευτοῦ ὡς βουλευτοῦ, καὶ ἐν τῇ ἐνασκήσει τοῦ καθήκοντός του αὐτοῦ, ἡ ὁποία δύναται νὰ γίνῃ καὶ κατὰ σφαλερὸν τρόπον, ἐκφράζει ὁ βουλευτὴς ὡρισμένας γνώμας, αἱ ὁποῖαι κακῶς κατὰ τὴν κρίσιν μου χαρακτηρίζονται ὡς ἀδίκημα ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν, διότι δὲν ἀναφέρεται ἐκεῖ ἡ λέξις «Βασιλεὺς» ἢ ἡ λέξις «Βασίλισσα» εἰς τὸ δημοσίευμα, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ προσβολὴ τιμῆς. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, πρόκειται περὶ τῆς ἐκδηλώσεως γνώμης βουλευτοῦ ἀπευθυνθείσης πρὸς τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων, εἶναι δηλαδὴ κλασσικὴ περίπτωσις δημοσιεύματος τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἀποτελεῖ ἀδίκημα ἐξ ἐκείνων διὰ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ αἴρεται ἡ ἀσυλία. Τὸ ὅτι ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς ἐν τῷ ζήλῳ του ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε, διότι δὲν ἀποτελεῖ ἐρώτησιν πρὸς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ ἐπιστολὴν δημοσιευθεῖσαν εἰς τὰς ἐφημερίδας νὰ τὴν διώξῃ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρασυρθῇ τὸ Σῶμα εἰς ἄρσιν τῆς ἀσυλίας διὰ τοιαύτην πρᾶξιν. Κύριοι βουλευταί, ταῦτα ὡς πρὸς τὴν ἀσυλίαν τοῦ βουλευτοῦ. Ἀλλὰ θὰ ἔλεγον καὶ ὡς πρὸς τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπὸν τῆς τιμωρίας τῆς προσβολῆς τῆς τιμῆς τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βασιλίσσης τὸ σχετικὸν ἄρθρον προβλέπει τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ἑξάμηνον παραγραφὴν καὶ τὴν προβλέπει δικαίως, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήνῃ μίαν δίκην σχέσιν ἔχουσαν μὲ τὸ Στέμμα ἐν ἐκκρεμότητι ἐπ’ ἄπειρον. Καὶ τοῦτο ἀκριβῶς διὰ νὰ προφυλάξῃ τὸ κῦρος τοῦ Στέμματος. Βάσει τῆς διατάξεως αὐτῆς ἡ ἐφημερὶς ἡ ὁποία ἐδημοσίευσε τὸ κείμενον ἀπηλλάγη ἤδη λόγῳ παραγραφῆς τοῦ ἀδικήματος. Σᾶς ἐρωτῶ, θέλετε νὰ παραπέμψετε τὸν βουλευτὴν κ. Μπρεδήμαν ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου μετὰ 1½ ἢ 2 ἔτη ἀπὸ τῆς τελέσεως αὐτοῦ τοῦ δῆθεν ἀδικήματος διὰ νὰ γίνῃ συζήτησις περὶ τῆς κρουαζιέρας καὶ τῆς προικοδοτήσεως ἐντὸς τοῦ δικαστηρίου, διὰ νὰ ὑπάρξῃ νέος λόγος καὶ ἀντίλογος καὶ δὴ ἐπὶ τῶν θεμάτων αὐτῶν; Εἶναι αὐτὸ προφύλαξις τοῦ κύρους τοῦ Στέμματος; Ἐὰν τὸ νομίζεται, ἔχει καλῶς. Πιστεύω προσωπικῶς, ὅτι οὔτε κατ’ οὐσίαν οὔτε χάριν τοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ πρέπει νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ παραπομπὴ αὐτή. Ἡ Δημοκρατικὴ Ἕνωσις δηλοῖ, ὅτι θὰ ψηφίσῃ, ὄχι μόνον ἐναντίον τῆς ἄρσεως αὐτῆς τῆς ἀσυλίας, ἀλλὰ καὶ ἐναντίον τῆς ἄρσεως εἰς ὅλας τὰς ἄλλας πιριπτώσεις ποὺ ἀναφέρονται ἐν τῇ προτάσει.

§47Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει θέμα παραγραφῆς.

§48Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἶπον, ὅτι ὁ Διευθυντὴς καὶ ὁ ἐκδότης τῆς ἐφημερίδος ἀπηλλάγησαν, λόγῳ παραγραφῆς τοῦ ἀδικήματος.

§49Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπῆρξε παραγραφή.

§50Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τὸ εἶπεν ὁ κ. Ἠλιοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν ἀπόφασιν, ὅτι διὰ τοὺς βουλευτὰς παρεγράφη.

§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Ἀθανασιάδης–Νόβας, ἔχει τὸν λόγον.

§52Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ. Μολονότι τὸ θέμα συνεζητήθη ἐξαντλητικῶς, ἐλπίζω, δὲ καὶ ὅτι διεφωτίσθη ἐπαρκῶς, χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τονίσω καὶ ἐγώ, ὅτι ἡ ἰσχύουσα τὰ τελευταῖα ἔτη Νομολογία τοῦ Σώματος εἶναι, νὰ θεωρῆται παραδεκτὴ ἡ ἄρσις τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας, μόνον δι’ ἀδικήματα καθαπτόμενα τῆς τιμῆς τοῦ βουλευτοῦ ὅταν δὲν εἶναι ἐφικτή, δι’ ἄλλων μέσων, ἡ ἀποκατάστασις αὐτῆς. Ἀπὸ τῆς ἀρχῆς αὐτῆς δὲν εἶναι σκόπιμον νὰ ἀπομακρυνθῶμεν σήμερον, διότι θὰ ὁδηγηθῶμεν εἰς κίνδυνον περιορισμοῦ τῆς ἐλευθέρας ἀσκήσεως τῶν βουλευτικῶν καθηκόντων. Ἐν τῇ πράξει ὁ βουλευτής, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ παρακολουθῇ τὸν δημόσιον βίον ἐξ ἀμέσου ἐπαφῆς ἐν τῇ περιφερείᾳ του καὶ νὰ ἐλέγχῃ, ὄχι μόνον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλὰ πολλάκις καὶ ἐπὶ τόπου, τὰς ὑπηρεσίας τῶν Κρατικῶν ὀργάνων. Ὅταν οἱ κύριοι βουλευταὶ τῆς Συμπολιτεύσεως ἔχουν τὴν ἐλευθερίαν νὰ ἐπεμβαίνουν καὶ συχνάκις νὰ ἐπηρεάζουν, δυστυχῶς, τὰς ἐνεργείας τῶν περιφερειακῶν ὀργάνων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιορισθοῦν τὰ δικαιώματα τῶν βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὑποθαλπομένου τοῦ πνεύματος τῆς ὑποβολῆς ἐναντίον των μηνύσεων ἐπὶ ἐξυβρίσει τῶν Ἀρχῶν. Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ καὶ οὐδεὶς ἀμφιβάλλει, ὅτι οἱ βουλευταὶ πρέπει νὰ ἔχουν καὶ ἔχουν ὑψηλὴν συναίσθησιν καὶ τῶν δικαιωμάτων των καὶ τῶν καθηκόντων των. Ἂς μὴ δώσωμεν ἡμεῖς ἀφορμὴν εἰς περαιτέρω ἐκτράχυνσιν τῶν σχέσεων μεταξὺ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους καὶ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Κράτους. Καὶ ἂς μὴ μᾶς διαφεύγῃ, ὅτι ἡ ἄρσις τῆς ἀσυλίας θεωρεῖται ἀπὸ τὴν κοινὴν γνώμην ὡς ἔνδειξις ἐνοχῆς, ἐφ’ ὅσον οἱ συνάδελφοί του ἐπέτρεψαν τὴν παραπομπὴν του εἰς τὴν δικαιοσύνην. Διὰ τοῦτο, πλὴν τῆς περιπτώσεως, ποὺ ὁ ἴδιος ὁ βουλευτὴς ζητεῖ τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας του, πρέπει νὰ εἴμεθα φειδωλοὶ καὶ νὰ κρίνωμεν αὐστηρῶς ἑκάστην περίπτωσιν, ὑπὸ τὸ πρῖσμα τῆς γενικωτέρας σκοπιμότητος, διὰ τὰ καλῶς ἐννοούμενα συμφέροντα τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ καὶ τῆς Χώρας. Εἰδικῶς σήμερον, ὁπότε εἰσερχόμεθα μετ’ ὀλίγον εἰς τὸ τελευταῖον ἔτος τοῦ βίου τῆς Βουλῆς καὶ βαίνομεν πρὸς ἐκλογάς, δὲν θὰ ἦτο καθόλου σκόπιμον νὰ δημιουργήσωμεν περαιτέρω ἔξαψιν τῶν παθῶν εἰς βάρος τῆς γαλήνης τοῦ τόπου, διὰ τῆς ἀθρόας παραπομπῆς συναδέλφων καὶ μάλιστα κατ’ ἐπιλογὴν οὐχί, ὡς ἐλέχθη, ἄμεμπτον. Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ Σώματος, ἐν πνεύματι ἐξυπηρετήσεως τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ καὶ τῆς γαλήνης τοῦ τόπου.

§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Μπακόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.

§54Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐσκόπουν, οὔτε καὶ προέβλεπον συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἐὰν ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, τὸ ἔκαμα κατόπιν τῆς ἐξελίξεως τῆς διεξαχθείσης συζητήσεως. Ἐλέχθη, ὅτι τἄχα ὑπάρχει νομολογία εἰς τὴν Βουλήν, τοιαύτης ἢ ἄλλης φύσεως. Νομολογία εἰς Βουλὰς δὲν ὑπάρχει ποτέ, καὶ πολὺ περισσότερον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ νομολογία, οὐδὲ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, ἀναφορικῶς πρὸς τὰς ἑκάστοτε, ὑπὸ τῆς Δικαστικῆς Ἐξουσίας διώξεις κατὰ διαφόρων προσώπων διὰ διάφορα ἀδικήματα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ δικαστικὴ νομολογία, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ὡρισμένα ἀδικήματα καὶ ἐκείνη ἡ νομολογία ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν, ὅτι τὰ περιστατικὰ τοῦ λαβόντος χώραν ἀδικήματος εἶναι ταυτόσημα ἢ τοὐλάχιστον παρόμοια. Εἰς τὴν Βουλὴν δὲν πρόκειται περὶ τοιούτου τινος. Οὔτε σήμερον πρόκειται περὶ ταυτότητος ἀδικημάτων. Ὑπάρχει πρότασις πρὸς ἀπόφασιν ἐπὶ αἰτήσεως τῆς Δικαστικῆς Ἐξουσίας, ἄρσεως τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας πλειόνων συναδέλφων κατηγορουμένων διὰ διάφορα ἀδικήματα ἑκάστου. Ἐπομένως, περὶ νομολογίας τοῦ Σώματος, νομίζω, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ λόγος. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ, λόγῳ καὶ ἄλλων θεωρητικῶν αἰτίων. Τὸ Κοινοβουλευτικόν μας πολίτευμα στηρίζεται ἐπὶ τῆς γενικῆς ἀρχῆς τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν. Νομοθετικὴ ἐξουσία, Δικαστικὴ ἐξουσία, Ἐκτελεστικὴ ἐξουσία. Ἡ Δικαστικὴ ἐξουσία ἀσκεῖ τὴν ποινικὴν δίωξιν κατὰ παντὸς πολίτου, διὰ παράβασιν νόμου. Καὶ ἡ Δικαστικὴ ἐξουσία ἀσκεῖ τὰ ἀδικήματά της, ἀσκεῖ τὴν ἐξουσίαν της, συμφώνως πρὸς καθοριζόμενον κυρίως ἀπὸ τὸ Σύνταγμα καὶ ἀπὸ τοὺς κειμένους νόμους, ἐπικουρικῶς. Ἐλέχθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐκπρόσωπον τῆς Ε.Δ.Α., ὅτι τὰ ἄρθρα 62 καὶ 63 τοῦ Συντάγματος εἶναι ἀλληλοσυμπλήρωσις τοῦ ἑνὸς πρὸς τὸ ἕτερον. Νομίζω, ὅτι τοιαύτη ἐκδοχὴ εἶναι σφαλερά. Ἄλλο τὸ ἄρθρον 62 καὶ ἄλλο τὸ ἄρθρον 63. Ἄλλη ἡ RATIO LEGIS τοῦ 62 καὶ ἄλλος ὁ δικαιολογικὸς λόγος τοῦ 63. Τὸ 62 λέγει, ὅτι ὁ βουλευτὴς δὲν διώκεται, οὐδὲ ἐξετάζεται διὰ τὴν ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου ἐκδήλωσιν γνώμης του οἱασδήποτε φύσεως. Καὶ τοῦτο, διότι ὁ βουλευτής, κατ’ ἄλλον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, ἐκπροσωπεῖ γενικῶς τὸ Ἔθνος, ἐκπροσωπεῖ τὸν λαόν. Εἶναι ὁ φορεὺς τῶν αἰσθημάτων τοῦ λαοῦ καὶ κατὰ τὸ Συνταγματικόν μας, πολίτευμα, ἡ ἐκδήλωσις τῶν αἰσθημάτων τοῦ λαοῦ πρέπει νὰ εἶναι ἐλευθέρα καὶ ἀπεριόριστος. Ἀλλοίμονον ἐὰν ὁ βουλευτὴς ὡς φερέφωνον τῶν λαϊκῶν αἰσθημάτων ὑπέκειτο εἰς ποινικὴν δίωξιν, διότι φέρει εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν τὰ αἰσθήματα τοῦ λαοῦ, τὰ ὁποῖα καταδικάζουν ἢ χλευάζουν τὴν αʹ ἢ βʹ πρᾶξιν οἱουδήποτε προσώπου τῆς οἱασδήποτε Κυβερνήσεως. Τὸ ἄλλο ἄρθρον, τὸ 63, δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν ἐνάσκησιν τῶν βουλευτικῶν καθηκόντων καὶ τῶν βουλευτικῶν δικαιωμάτων. Δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ βουλευτοῦ, ὡς ἐκπροσώπου τοῦ Ἔθνους, ὑφ’ ἣν ἔννοιαν μέχρι τοῦδε ἀσκεῖται. Ἔχει ἁπλῶς τὴν ἔννοιαν τῆς προστασίας τῆς ἰδιότητος τοῦ βουλευτοῦ ἔναντι, εἴτε κυβερνητικῶν αὐθαιρεσιῶν, εἴτε δικαστικῆς διώξεως, ἡ ὁποία ἐὰν ἦτο ἀνεξέλεγκτος καὶ ἀπεριόριστος, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παρεμποδίσῃ ἔστω καὶ προσωρινῶς, εἴτε ἕνα, εἴτε πλείονας βουλευτὰς ἀπὸ τῆς ἐνασκήσεως τῶν βουλευτικῶν καθηκόντων, διὰ τὴν ἐπιδίωξιν οἱουδήποτε σκοποῦ, μὴ ἀναγομένου εἰς τὴν γενικήν, τὴν θεωρητικήν, τὴν πολιτικὴν τοποθέτησιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 63 καὶ λέγει δύο πράγματα, ὅτι ὁ βουλευτὴς δὲν καταδιώκεται 4 ἑβδομάδας πρὸ τῆς βουλευτικῆς περιόδου καὶ 4 ἑβδομάδας μετὰ τὴν λῆξιν. Καὶ ἐὰν ἔχῃ ἤδη διωχθῆ, καὶ ἐὰν ἔχῃ φυλακισθῆ, ἀποφυλακίζεται 4 ἑβδομάδας, πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς περιόδου, διὰ νὰ εἶναι ἀδέσμευτος, διὰ νὰ εἶναι θεωρητικῶς πλήρης ἡ σύνθεσις τοῦ Κοινοβουλίου. Αὐτὸς εἶναι ὁ δικαιολογητικὸς λόγος τοῦ ἄρθρου 63. Καὶ ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὴν περαιτέρω ἐξέτασιν, θεωρητικῶς πάντοτε τοῦ ζητήματος καὶ ἀνεξαρτήτως τῆς οἱασδήποτε προσωπικῆς περιπτώσεως, τῆς οἱασδήποτε προτάσεως τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς διὰ τὸν αʹ ἢ βʹ βουλευτὴν καὶ διὰ τὸ αʹ ἢ βʹ πταῖσμα ἢ ποινικὸν ἀδίκημα. Κύριοι βουλευταί, ἐλέχθησαν παράπονα, μομφαί, ἴσως, ἐπικρίσεις κατὰ τῶν Εἰσαγγελέων, διότι ἀνεξετάστως εἰσήχθησαν εἰς τὴν Βουλὴν προτάσεις ἄρσεως τῆς ἀσυλίας τῶν βουλευτῶν, χωρὶς ἡ δικογραφία νὰ εἶναι ὥριμος. Ἀλλὰ ὁ Εἰσαγγελεὺς κατὰ τὸ Σύνταγμα, δὲν δύναται νὰ ἐνεργήσῃ ἄλλως. Ὅταν τὸ Σύνταγμα λέγῃ, ὅτι βουλευτὴς δὲν διώκεται ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ δὲν ἄρῃ τὴν ἀσυλίαν του, ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς οἱανδήποτε δικαστικὴν ἐνέργειαν κατὰ τοῦ βουλευτοῦ, ἄρα οὔτε εἰς ἀνάκρισιν. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, κ.κ. βουλευταί, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ Εἰσαγγελεὺς ζητεῖ τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας. Ὀρθῶς παρετηρήθη καὶ συμφωνῶ καὶ ἐγὼ μὲ τοὺς παρατηρήσαντας, ὅτι τὸ Προεδρεῖον δὲν εἶναι ἐν τάξει εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν. Ὑπάρχουν ἀπὸ μακροῦ χρόνου ὑποβεβλημέναι αἰτήσεις ἄρσεως ἀσυλίας τῶν βουλευτῶν, αἱ ὁποῖαι παρὰ ταῦτα, δὲν ἦλθον πρὸς συζήτησιν ἐνώπιον τοῦ Σώματος. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν παράλειψιν αὐτὴν εἶπεν, ὅτι τὰς ὑποβληθείσας αἰτήσεις διὰ τὴν ἄρσιν ἀσυλίας βουλευτῶν τὰς διεβίβασεν εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπήν, καὶ ὅτι δὲν γνωρίζει περαιτέρω ποία ὑπῆρξεν ἡ τύχη των. Παρατήρησίς μου πρώτη εἶναι, ὅτι ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ ὁ κ. Πρόεδρος, καὶ νὰ παρακολουθῇ τὰς ἐργασίας τῶν ἐπιτροπῶν, θὰ ἔλεγον δέ, ὅτι ὡς Πρόεδρος τοῦ Σώματος, θὰ ἠδύνατο ἐπεμβαίνων εἰς τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς νὰ παρατηρήσῃ τὴν βραδύτητα τῆς ὑποχρεώσεώς της πρὸς ταχεῖαν διεκπεραίωσιν τῶν ἐν λόγῳ θεμάτων. Εἶπεν, ἐπίσης, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅτι ἔλαβεν ἀπὸ μέρους τῆς Ἐπιτροπῆς τὰς αἰτήσεις ἐκείνας περὶ τῶν ὁποίων ἡ ἐπιτροπὴ ἀπεφαίνετο, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀρθῇ ἡ αἰτουμένη ἀσυλία καὶ ὡς ὑπέρτατος κριτής, δὲν τὰς εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλήν, ἐφ’ ὅσον αὐτὴ αὕτη ἡ ἐπιτροπὴ ἀποφαίνεται, ὅτι δὲν συνέτρεχε λόγος ἄρσεως τῆς ἀσυλίας.

§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγώ, κ. συνάδελφε, δὲν εἶπον, ὅτι εἶμαι κριτὴς τῶν 47 ἀπαλλακτικῶν ἀποφάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ εἶπον, ὅτι ἀνέμενα νὰ τελειώσῃ ἡ Ἐπιτροπὴ ὁλόκληρον τὸ ἔργον της, ὥστε εἰς μίαν καὶ μόνην συνεδρίασιν νὰ γίνῃ μία ψηφοφορία διὰ νὰ λήξῃ αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις. Διότι, κύριοι βουλευταί, δὲν θὰ ἤθελα, κἄθε ἑβδομάδα νὰ ἔχωμεν ψηφοφορίαν ἐπὶ θεμάτων διώξεως τῶν βουλευτῶν, ἀλλὰ ἠθέλησα νὰ ἔχω μίαν καὶ μόνην ψηφοφορίαν ἐφ’ ὅλων. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς, ὅμως, ἡ Ἐπιτροπὴ ἐξέδωκεν ἀποφάσεις περὶ ἄρσεως τῆς ἀσυλίας δὲν ἠθέλησα πλέον νὰ ἀναλάβω τὴν εὐθύνην τῆς μὴ θέσεώς των ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Σώματος, φοβούμενος, μήπως ὑπάρξουν παραγραφαὶ καὶ ἔφερα ἀμέσως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρὸς λῆψιν ἀποφάσεως, ἐπιφυλαχθείς, ἀφοῦ τελειώσῃ τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ φέρω ὅλας τὰς ἐκκρεμεῖς αἰτήσεις ἐνώπιον τοῦ Σώματος. Δὲν ἔγινα, λοιπόν, κριτὴς ἐγώ, ἀλλά, ἁπλῶς, ἠθέλησα νὰ μὴ γίνεται συνεχῶς θόρυβος καὶ ἀσκῆται κριτικὴ διὰ τοὺς βουλευτάς. Φαντασθῆτε, τὶ θὰ ἐγένετο ἂν κἄθε ἑβδομάδα εἴχομεν συζήτησιν διὰ 15–20 ἄρσεις ἀσυλίας. Δὲν ἐπεθύμουν τοῦτο, καὶ πιστεύω, ὅτι εἶχον τὸ καθῆκον — ἀναλαμβάνω δὲ καὶ τὴν εὐθύνην— νὰ ἐνεργήσω οὕτως, χάριν τοῦ Σώματος. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὅμως, εἶπον, ὅτι ὑπῆρχε διχογνωμία εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἀμέσως ἔφερα τὸ θέμα ἐνώπιον τοῦ Σώματος.

§56Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Σώματος αὐτοεχαρακτηρίσθη ὡς ὑπέρτατος κριτής. Ἡ κρίσις ἦτο ἰδική μου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, προέταξε τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἡ γνώμη τῆς Ἐπιτροπῆς ἦτο νὰ μὴ δοθῇ ἡ αἰτουμένη ἔγκρισις διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας, δὲν ἔφερε τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὡς εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ πράξῃ. Ἀλλὰ τὸ θέμα τοῦτο, ἔχει διαφόρους πλευράς. Ὑπάρχει ὁ ὑποκειμενικὸς λόγος εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς αἰτήσεως τῆς ἄρσεως ἀσυλίας βουλευτοῦ, ὑπάρχει καὶ ὁ ἀντικειμενικὸς λόγος. Ὁ ὑποκειμενικὸς λόγος ἔγκειται εἰς τὸ ὅτι ὁ βουλευτὴς δὲν θεωρεῖ συμφέρον νὰ τελῇ ὑπὸ τὸ βάρος μιᾶς κατηγορίας καὶ ὅτι κατὰ συνέπειαν, θὰ ἦτο προτιμοτέρα ἡ δικαστικὴ ἀπαλλαγή του. Ὁ ἀντικειμενικὸς λόγος εἶναι, ὅτι ἔχει δημιουργηθῆ ἡ κοινὴ συνείδησις, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν παρέχει κατὰ κανόνα τὴν ἔγκρισίν της εἰς τὰς ὑποβαλλομένας αἰτήσεις δι’ ἄρσιν ἀσυλίας βουλευτῶν, εἴτε ἐκ λόγων συναδελφικῆς ἀλληλεγγύης, εἴτε καὶ ἀπὸ τὸν προσωπικὸν φόβον ἑκάστου βουλευτοῦ, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ εὑρεθῇ καὶ οὗτος εἰς τὴν ἰδίαν θέσιν. Ἑπομένως, ἡ ἐπικρατοῦσα ἀντίληψις εἰς τὸ κοινόν, εἶναι, ὅτι ἡμεῖς πράττομεν ὅ,τι θέλομεν. Ἐλέχθη ὀρθῶς, ὅτι ἕκαστος βουλευτὴς διὰ νὰ δώσῃ τὴν ψῆφόν του, πρέπει νὰ ἐξετάσῃ τὸ εἶδος τῆς κατηγορίας καὶ ὅτι κατ’ ἀρχήν, δὲν πρέπει νὰ παρέχεται ἡ ἔγκρισις εἰς τὴν ἄρσιν ἀσυλίας βουλευτοῦ, ὅταν ὁ λόγος δι’ ὃν αὕτη ζητῆται ἔχει καὶ ἔμμεσον ἔστω συνάφειαν μὲ τὴν ἄσκησιν τῶν βουλευτικῶν του καθηκόντων ἢ μὲ τὴν κριτικὴν τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἔθνους. Ἀλλὰ ἐὰν δεχθῶμεν τὴν ἄποψιν αὐτήν, τότε ὀφείλομεν νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν ἀρχὴν τῆς νομολογίας καὶ νὰ ἐξετάσωμεν ἑκάστην περίπτωσιν. Προσωπικῶς τοῦτο θὰ πράξω, ψηφίζων δι’ ἑκάστην συγκεκριμένην περίπτωσιν, ὁ λόγος ὅμως, διὰ τὸν ὁποῖον ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, εἶναι διὰ νὰ ἐκφράσω ἀπόψεις ἐπὶ τοῦ γενικωτέρου θέματος.

§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Γλιγλῆς, ἔχει τὸν λόγον.

§58Π. ΓΛΙΓΛΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ζητεῖται ἡ ἄρσις τῆς βουλευτικῆς μου ἀσυλίας, διότι μοὶ ἀπεδόθη ἡ κατηγορία διὰ παράβασιν τῶν ἄρθρων 386 Π. Κ. καὶ 79 τοῦ Ν. 5960 «περὶ ἐπιταγῆς». Δημιουργεῖται κατὰ συνέπειαν θέμα ἠθικῆς τάξεως καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐκθέσω δι’ ὀλίγων τὰ πράγματα ἐνώπιον τοῦ Σώματος, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ δημιουργηθοῦν ἐκ μέρους τῶν συναδέλφων ἐσφαλμέναι ἐντυπώσεις. Τὴν 24ην Ἰανουαρίου τὸ βράδυ τοῦ 1959 μοὶ ἐζήτησε νὰ συναντηθῶμεν ἐπειγόντως ἡ τέως σύζυγος τοῦ συναδέλφου Κωνσταντίνου Μακρῆ, διὰ νὰ τὴν βοηθήσω σὲ μία δύσκολη περίπτωσιν ποὺ βρισκόταν. Ὅταν τὴν συνήντησα μετὰ τοῦ υἱοῦ της Λάκη Μακρῆ, μοὶ ἀπεκάλυψεν, ὅτι εὑρίσκετο εἰς τραγικὴν θέσιν, διότι, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἔφευγε μὲ τὸ ἀεροπλάνον τὴν ἐπαύριον εἰς τὴν Ἀμερικὴ αὐτὴ καὶ ὁ Λάκης Μακρῆς, διὰ νὰ παραστοῦν ἐνώπιον τῶν Ἀμερικανικῶν δικαστηρίων διὰ μίαν ὑπόθεσιν κληρονομικῆς φύσεως, ἡ ὁποία ἐξεδικάζετο τὴν 7ην Φεβρουαρίου 1959 καὶ θὰ ἐλάμβανε δύο εἰσιτήρια μὲ ἐπιστροφὴν ἀπὸ τὸ Γραφεῖον Ταξιδίων τῆς Ὀλύμπιαν Ἐξπρές, τὴν ἀξίαν τῶν ὁποίων θὰ ἐκάλυπτε διὰ τῆς ἐκδόσεως συναλλαγματικῆς μὲ ἐγγύησιν τοῦ Κων. Μακρῆ, οὗτος δὲν εἶχεν ἐπιστρέψει ἐκεῖνο τὸ βράδυ ἐκ Μυτιλήνης εἰς τὸ Πρακτορεῖον, τὸ ὁποῖον ἀπηυθύνθημεν, μοὶ ἐζητήθη νὰ παράσχω τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι ἡ κυρία ἔχει προσωπικὴν περιουσίαν εἰς Μυτιλήνην καὶ νὰ ἐγγυηθῶ διὰ τὸ ποσὸν ποὺ ἀντεπροσώπευεν ἡ ἀξία τῶν εἰσιτηρίων, ἤτοι διὰ δολλάρια 1.690. Εἰς ἐρώτησίν μου, πῶς μὲ δέχονται ὡς ἐγγυητὴν ἐφ’ ὅσον δὲν εἶμαι, οὔτε ἔμπορος, οὔτε βιομήχανος, οὔτε ἔχω συναλλαγὰς μὲ Τραπέζας, μοὶ ἐδηλώθη, ὅτι στηρίζονται εἰς τὴν φερεγγυότητα τῆς κυρίας καὶ ἡ ὑπογραφή μου θὰ ἦτο ἐντελῶς τυπικὴ καὶ θὰ εἶχε σχέσιν μόνον μὲ τὴν προεξόφλησιν. Εὑρεθεὶς πρὸ διλήμματος, ὑπέγραψα ὡς ἐγγυητὴς ἕνα τσέκ, τὸ ὁποῖον ἐξέδωκεν ἡ κυρία, μὴ γνωρίζων τὴν διαφορὰν μεταξὺ ἐπιταγῆς καὶ συναλλαγματικῆς, ὡς μὴ νομικός. Ὅταν ἀργότερον ἐκλήθην ἀπὸ τὴν Ὀλύμπιαν Ἐξπρὲς καὶ ἔλαβον γνῶσιν, ὅτι ἐπεστράφη ἀνεξόφλητος ἡ ἐπιταγή, ὑπέδειξα εἰς τὴν Ὀλύμπιαν Ἐξπρὲς νὰ ἀκυρώσῃ τὰ εἰσιτήρια τῆς ἐπιστροφῆς, νὰ ὑποβιβασθῇ τὸ ποσὸν εἰς τὰ 750 δολλάρια, νὰ στραφοῦν ἐναντίον της, χωρὶς νὰ ἀρνοῦμαι καὶ τὴν ἰδικήν μου ἀστικὴν εὐθύνην. Ἀντὶ τούτου, ὅμως, ἡ Ὀλύμπιαν ὄχι μόνον κατέθεσε πολιτικὴν ἀγωγὴν ἐναντίον μου καὶ ἐναντίον τῆς κυρίας, ἀλλὰ διὰ νὰ μὲ ἐκβιάσῃ, ἐποινικοποίησε μίαν ἐντελῶς ἀστικὴν ὑπόθεσιν. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν παρέβην τὸν νόμον περὶ ἐπιταγῆς, διότι δὲν ἐξέδωσα ἐγὼ τὴν ἐπιταγήν. Οὔτε συνήργησα εἰς ἀπάτην, διότι δὲν εἶχα κανένα συμφέρον ἀπὸ τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Ἐκεῖνοι ποὺ εἶχαν συμφέρον εἶναι ἀφ’ ἑνὸς ἡ Ὀλύμπιαν Ἐξπρὲς ποὺ ἀπέβλεπεν εἰς τὴν εἴσπραξιν τῆς προμηθείας ἐπὶ τῶν εἰσιτηρίων καὶ ἀφ’ ἑτέρου, ἡ κυρία μὲ τὸν υἱόν της ποὺ θὰ μετέβαινον εἰς τὴν Ἀμερικὴν διὰ νὰ διεκδικήσουν τὰ συμφέροντά των. Ἐγώ, εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, εἶμαι τὸ ἀθῶον θῦμα ποὺ ἐνδέχεται νὰ πληρώσω τὰ σπασμένα. Παραπονοῦμαι, ὅμως, ἐναντίον τῆς Ὀλύμπιαν Ἐξπρὲς διότι, ἐνῷ θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχεν ἀκυρώσει τὰ εἰσιτήρια τῆς ἐπιστροφῆς, ὄχι μόνον δὲν τὸ ἔκαμεν, ἀλλ’ ἐπὶ πλέον ἐποινικοποίησε τὴν ὑπόθεσιν, διὰ νὰ μὲ ἐκβιάσῃ. Αὐτὸ εἶναι τὸ φοβερὸν ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον διέπραξα, κύριοι συνάδελφοι, ἐπὶ τοῦ ὁποίου καλεῖσθε νὰ ἀποφανθῆτε. Ἀλλὰ διερωτῶμαι, κύριοι συνάδελφοι, ἂν ἡ ἐνέργειά μου αὐτὴ χαρακτηρίζεται ὡς ἔγκλημα, τότε τὶ εἶναι ἐκεῖνο ποὺ λέγεται καλωσύνη καὶ ἀνθρωπίνη ἐξυπηρέτησις; Μὲ ὅσα ἀνέφερον, κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἐκλιπαρῶ τὴν ψῆφον σας διὰ τὴν μὴ ἄρσιν τῆς ἀσυλίας μου. Τὸ ἔκαμα μόνον διὰ νὰ ἀποκαταστήσω τὴν ἀλήθειαν καὶ τίποτε ἄλλο.

§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Γιαρένης, ἔχει τὸν λόγον.

§60Ε. ΓΙΑΡΕΝΗΣ. Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ζητεῖται ἡ ἄρσις τῆς ἀσυλίας μου, εἶναι, κ. Πρόεδρε, ὀλίγον κωμικός. Ζητεῖται ἡ ἄρσις τῆς ἀσυλίας μου, διότι ὑποψήφιος βουλευτὴς ὤν, διέλαθον τῆς προσοχῆς τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων καὶ ἐξεφώνησα εἰς ἓν καφενεῖον πολιτικὸν λόγον. Ἡ δίωξίς μου ἔλαβε χώραν τὴν 21.5.1958. Δηλαδή, 9 ἡμέρας μετὰ τὴν ἐκλογήν μου ὡς βουλευτοῦ. Ἀφήνω εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Σώματος νὰ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ τρόπου, μὲ τὸν ὁποῖον ἐνεργοῦν τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα, τῇ ἐγκρίσει τῆς Κυβερνήσεως. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Λ. Μπατρῖνος).

§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καλοῦνται ἐπὶ τοῦ καταλόγου οἱ κ.κ. Ἰωάννης Κεφαλογιάννης καὶ Ἰωάννης Δραγονέτης καὶ ἐπὶ τῆς ψηφοδόχου Ἀθανάσιος Παυλόπουλος καὶ Ἀναστάσιος Βουλόδημος. Ἄρχεται ἡ μυστικὴ διὰ ψηφοδελτίων ψηφοφορία. (Περατωθείσης τῆς ψηφοφορίας, ὁ κ. Πρόεδρος λέγει τὰ ἑξῆς): Κηρύσσομεν περαιωμένην τὴν ψηφοφορίαν. Ἄρχεται ἡ διαλογή. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας, διὰ νὰ γίνῃ ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ παραδεκτοῦ ἢ μὴ τοῦ σχεδίου νόμου, περὶ ἀποχετεύσεως. Ὑπάρχει πρότασις νὰ γίνῃ ψηφοφορία, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 79 τοῦ Κανονισμοῦ, δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§62Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, προτοῦ τελειώσῃ ἡ μία ψηφοφορία, εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς ἄλλην ψηφοφορίαν;

§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει τίποτε τέτοιο εἰς τὸν Κανονισμόν. Ἐτελείωσεν ἡ πρώτη ψηφοφορία, γίνεται ἡ διαλογή.

§64Γ. ΒΑΛΟΥΡΔΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι δυνατὸν ταὐτοχρόνως νὰ συζητοῦνται δύο θέματα; Εἶναι ἀδύνατον.

§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλογὴ γίνεται.

§66Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐτελείωσεν ἀκόμη ἡ πρώτη ψηφοφορία καὶ ἑπομένως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ καὶ ἄλλη δι’ ἄλλο ζήτημα.

§67Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι αὐτό, τὸ ὁποῖον γίνεται, δὲν εἶναι ἐντελῶς, 100%, ὀρθόδοξον. Εἶναι ὅμως ὀρθὸν καὶ σκόπιμον. Καὶ εἰς τὸν Κανονισμόν, τὸν ὁποῖον ἔχομεν ὑπὸ ψήφισιν, τὸ προβλέπομεν. Διότι δὲν βλέπω διά τινα λόγον πρέπει νὰ περιμένωμεν ἐδῶ τρεῖς ὥρας διὰ νὰ γίνῃ ἡ διαλογὴ καὶ μετὰ νὰ κάμωμεν ἄλλην ψηφοφορίαν. Ὀρθόν, λοιπόν, εἶναι νὰ νομολογήσωμεν, ὅτι, ὅταν ἔχῃ γίνει ψηφοφορία καὶ γίνεται ἡ διαλογή, νὰ μὴ ἐμποδίζῃ ἡ διαλογὴ τὴν διεξαγωγὴν δευτέρας ψηφοφορίας.

§68Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖ καθ’ ὃν χρόνον γίνεται διαλογή, νὰ γίνῃ ἄλλη ψηφοφορία. Εἶναι ἀπαράδεκτον. Θὰ γίνῃ ἡ διαλογή, θὰ ἀνακοινωθῇ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας καὶ θὰ προχωρήσωμεν. Ἐρωτᾶται, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως;

§69Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διεξάγωνται ταὐτοχρόνως δύο ψηφοφορίαι, διότι θεωρεῖται, μέχρις ὅτου ἀνακοινωθῇ τὸ ἀποτέλεσμα, κατὰ τὸν Κανονισμόν, ὅτι εὑρισκόμεθα ἐν ψηφοφορίᾳ τοῦ θέματος, διὰ τὸ ὁποῖον γίνεται ἡ διαλογή. Κατ’ ἀκολουθίαν, ἠμποροῦμεν νὰ τροποποιήσωμεν τὸν Κανονισμὸν διὰ τὸ μέλλον καὶ νὰ θέσωμεν ἄλλην διάταξιν, ἡ ὁποία ἄλλως νὰ προβλέπῃ τὸ θέμα, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον, ἰσχύοντος τοῦ Κανονισμοῦ αὐτοῦ, νὰ κάμωμεν δευτέραν, ταὐτοχρόνως ψηφοφορίαν, πρὶν γίνῃ ἡ διαλογὴ καὶ ἀνακοινωθῇ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς πρώτης.

§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ λέγει, ὅταν μόνον πρόκειται περὶ μυστικῆς διὰ ψηφοδελτίων ψηφοφορίας, κηρύσσεται περαιωμένη ἡ ψηφοφορία. Δηλαδή, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα κανεὶς ἄλλος νὰ ψηφίσῃ καὶ ἐπακολουθεῖ ἡ διαλογή. Ἑπομένως, ἐπερατώθη ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τῶν ἐρωτημάτων, τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν. Ἐναπομένει τὸ θέμα τῆς διαλογῆς καὶ ἡ ἀναγγελία τοῦ ἀποτελέσματος, ἐπὶ τῆς ὁποίας διαλογῆς οὔτε συζήτησις ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ οὔτε κἂν ἔνστασις. Διὰ νὰ μὴ ταλαιπωρῆται ἡ Βουλή, τὸ Προεδρεῖον νομίζει, ὅτι, διαρκούσης τῆς διαλογῆς, ἠμποροῦμεν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς ἑτέραν ψηφοφορίαν.

§71Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχουν δύο θέματα. Πρῶτον, ἡ ψηφοφορία περαιοῦται μὲ τὴν ἀναγγελίαν τοῦ ἀποτελέσματος τῆς διαλογῆς καὶ ὄχι μόνον μὲ τὸ πέρας τῆς ψηφοφορίας. Εἶναι μία ἑνιαία πρᾶξις. Δεύτερον, εἶναι ἀκατανόητον, κατὰ τὴν διάρκειαν μιᾶς πράξεως, ἡ ὁποία ἐξακολουθεῖ, νὰ παρεμβληθῇ νέα ἐνέργεια. Καὶ ὁ κ. Μαῦρος εἶπεν, ὅτι εἰς τὸν νέον Κανονισμὸν προβλέπεται νέα ἀντιμετώπισις τοῦ ζητήματος, ἐνδεχομένως νὰ εἶναι καὶ ὀρθὸν νὰ γίνῃ, ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦμεν μὲ τὴν πρόβλεψιν τοῦ μέλλοντος κατ’ οἰκονομίαν νὰ κρίνωμεν τὸ συζητούμενον. Ἄλλως τε, ὑπάρχει ἄλλον προηγούμενον τοιοῦτον; Ἐὰν ὑπάρχῃ, νὰ τὸ εἴπωμεν.

§72Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Ἀναμφισβητήτως, ἡ ψηφοφορία περαιοῦται μὲ τὴν ἀνακοίνωσιν τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ψηφοφορίας. Ἀλλὰ οὐδαμοῦ τοῦ Κανονισμοῦ ὑπάρχει διάταξις, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι, κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἐνεργείας αὐτῆς, ἡ ὁποία λέγεται ψηφοφορία, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ ἀπαγορεύεται, ἐκτὸς ἐὰν DE FACTO ἀπαγορεύεται, ἀλλὰ DE JURE δὲν ἀπαγορεύεται, νὰ κάμῃ οἱανδήποτε ἄλλην ἐνέργειαν ἡ Βουλή. Ὑπάρχει, ἐὰν θέλετε, ἕνα κενὸν εἰς τὸν Κανονισμόν. Δὲν τὸ προβλέπει. Ἐφ’ ὅσον δὲν τὸ προβλέπει, ἐὰν ἡ Βουλὴ συμφωνῇ, ὅτι δὲν κωλύεται ἡ οὐσία, διατὶ νὰ μὴ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν;

§73Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ὁμιλῶν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος εἶχον εἴπει, ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον προτείνω δὲν στηρίζεται ἀπολύτως εἰς τὸν ὑπάρχοντα Κανονισμόν, ἀλλὰ ὑπέθεσα, ὅτι θὰ ὑπῆρχε συμφωνία τῶν Κομμάτων. Δὲν εἶναι ἐπαρκὲς τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν εἶπε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ὁ Κανονισμὸς δὲν τὸ λέγει καὶ δὲν εἶναι δυνατόν, πρὶν περατωθῇ ἡ μία πρᾶξις νὰ εἰσέλθωμεν εἰς ἄλλην. Εἶναι, κ. Πρόεδρε, ἀρκετὰ βραδὺς ὁ ρυθμὸς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Ἐὰν δυνάμεθα νὰ θεραπεύσωμεν, ἔστω καὶ πρὸ τοῦ νέου Κανονισμοῦ, αὐτὴν τὴν ἀνωμαλίαν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, δηλαδὴ τὴν βραδύτητα, διὰ μιᾶς εὐρυτέρας ἑρμηνείας τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν νομίζω, ὅτι παραβιάζομεν τίποτε. Κύριε Πρόεδρε, ποῦ λέγει ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, ὅτι οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων ὁμιλοῦν μόνον πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως; Ἐκ τῆς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων ἐνομολογήσαμεν ὡρισμένην τακτικήν, ἡ ὁποία δὲν στηρίζεται εἰς τὸν Κανονισμόν. Ἐγὼ εἰσηγοῦμαι καὶ κάμω ἔκκλησιν εἰς τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ μὴ ἐπιμείνουν. Διὰ ποῖον λόγον θὰ περιμένωμεν ἐδῶ δύο ὥρας, ἕως ὅτου τερματισθῇ ἡ διαλογὴ τῆς ψηφοφορίας, διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας ἢ μὴ 15 βουλευτῶν καὶ μετὰ νὰ ἀρχίσῃ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου ἐπὶ ἄλλης ψηφοφορίας; Δὲν βλέπω κατὰ τὶ ὁ Κανονισμὸς προσβάλλεται.

§74Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Τὰ ὀλίγα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀθηνῶν, κ. Μαῦρος, ἔρχονται εἰς ἐπίρρωσιν τῶν ὅσων εἶπον καὶ ἐγὼ προηγουμένως. Διότι ἐπεκαλέσθη ἄλλο προηγούμενον πρακτικὸν καὶ ἐδῶ ὑπάρχει μόνιμον πρακτικόν, ὅταν τελειώσῃ ἡ ψηφοφορία, νὰ ἀνακοινωθῇ τὸ ἀποτέλεσμα καὶ τότε νὰ εἰσέλθῃ εἰς νέον ἔργον ἡ Βουλή. Δεύτερον —καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμφωνήσω— ὅτι πρέπει οἱαδήποτε σκοπιμότης νὰ ἔρχεται νὰ κρίνῃ τὴν ἑρμηνείαν καὶ διὰ διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑρμηνείαν, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη, τὸ εἶπεν ὁ ἴδιος ὁ κ. Μαῦρος, ἀφ’ ἧς ἀνεγνώρισεν, ὅτι εἰς τὸν μέλλοντα νὰ ψηφισθῇ Κανονισμὸν ὑπάρχει τοιαύτη πρόβλεψις. Ἄρα ὑπάρχει πρόβλεψις.

§75Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν νὰ ἔχω ποιάν τινα ἀμφιβολίαν εἰς ὅσα ὑπεστήριξε, περὶ τοῦ πότε θεωρεῖται περαιωθεῖσα ἡ ψηφοφορία. Μὴ ὑπαρχούσης ἐν προκειμένῳ διατάξεως ρητῆς ἐν τῷ Κανονισμῷ, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ὑποστηρίξωμεν, ὅτι ἡ ψηφοφορία δὲν κηρύσσεται περαιωμένη, ἀφ’ ἧς ἄρχεται ἡ διαλογή. Ἡ διαλογὴ εἶναι δυνατὸν νὰ διακοπῇ δι’ οἱονδήποτε λόγον, ὡς καὶ εἰς πᾶσαν περίπτωσιν ψηφοφορίας. Θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι συνεχίζεται ἡ ψηφοφορία καὶ τὴν ἄλλην ἡμέραν. Ὑποστηρίζω λοιπὸν σαφῶς, ὅτι ἡ ψηφοφορία ἐκηρύχθη περαιωμένη καὶ δὴ διὰ πράξεως. Κατὰ συνέπειαν, ἡ διαλογὴ εἶναι μία χωριστὴ πρᾶξις καὶ ναὶ μὲν ἐπιβάλλεται βεβαίως νὰ γίνεται ἐν συνεχείᾳ, ἀλλὰ τοῦτο δὲν δημιουργεῖ θέμα οὔτε Συντάγματος, οὔτε Κανονισμοῦ.

§76Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀληθῶς ἀπορίας ἄξιον, διατὶ δημιουργοῦμεν ζητήματα ἐκεῖ, ὅπου ὁ Κανονισμὸς εἶναι σαφής. Τὸ ἄρθρον 74, παράγραφος 2, λέγει: «Οὕτω ...... (ἀναγινώσκει) ......». Ἰδοὺ τὶ ἐπιτάσσει ὁ Κανονισμός. Καὶ θέλετε τώρα σεῖς, ταύτης τῆς διαδικασίας διεξαγομένης, νὰ γίνῃ ἀνάγνωσις καταλόγου. Εἶναι δυνατὰ ποτὲ αὐτὰ τὰ πράγματα;

§77Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ θέμα τῆς τηρήσεως τοῦ Κανονισμοῦ ἐνδιαφέρει ὁλόκληρον τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παρεξηγῆται ἡ ἐπιμονή μας εἰς τὴν τήρησιν τοῦ Κανονισμοῦ. Θὰ ἤθελον ὅμως νὰ ἐρωτήσω, ὅταν θὰ ἐκτυπωθοῦν τὰ πρακτικὰ καὶ δὲν θὰ ἀναγράφεται, ὅτι, κατὰ τὴν διάρκειαν μιᾶς ψηφοφορίας ἤρχισεν ἄλλη, δὲν θὰ εἶναι τοῦτο πλαστογράφησις τῶν πρακτικῶν; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι τοῦτο σύμφωνον πρὸς τὸν Κανονισμόν;

§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὶ νὰ γίνῃ; Νὰ ἀναβληθῇ ἡ ψηφοφορία;

§79ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως). Νὰ διακόψωμεν τὴν ψηφοφορίαν.

§80Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Δὲν ἀναβάλλεται ἡ ψηφοφορία.

§81Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι δύναται νὰ διαχωρισθῇ τὸ θέμα τῆς ψηφοφορίας, ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι εἶναι ἑνιαία ἡ ψηφοφορία, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διακοπῇ αὕτη καὶ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς ἄλλο θέμα. Τοῦτο, ὅμως, ὄχι μόνον δὲν ἀπαγορεύεται ἀπὸ καμμίαν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλά, ἀντιθέτως, ὑπάρχει προέκτασις. Κατ’ ἐπανάληψιν συνέβη, συζητουμένου τοῦ Α νομοσχεδίου, νὰ κάμωμεν μίαν διακοπὴν τῆς προόδου τῆς συζητήσεως καὶ νὰ παρεμβληθῇ συζήτησις δευτέρου νομοσχεδίου. Συμβαίνει, ὅταν ὑπάρχῃ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συνέπεσε νὰ εἶναι τῆς ἀποδοχῆς ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς καὶ μετὰ τὰς ἀγορεύσεις γίνεται δεκτόν, ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ πρώτου νομοσχεδίου. Ἄλλωστε, αὐτὸ εἶναι θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου τὸ κυρίαρχον Σῶμα θὰ πρέπει νὰ ἀποφανθῇ. Συνεπῶς, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν συμφωνῇ.

§82Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Λυποῦμαι, διότι τὰ Κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν συνεφώνησαν εἰς μίαν πρακτικὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα, καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν συμφωνοῦν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ψηφοφορία τώρα, διότι τοῦτο δὲν στηρίζεται εἰς τὸν Κανονισμόν.

§83Η. ΗΛΙΟΥ. Ἐναντίον τῆς παρεμβολῆς ἄλλης ψηφοφορίας, πρὶν ἀναγγελθῇ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς διενεργηθείσης ψηφοφορίας, ὑπάρχει εἷς σοβαρώτατος νομικὸς λόγος, ἀλλὰ καὶ εἷς οὐσιαστικός. Ἐπὶ τοῦ πρώτου θέλω νὰ ἐπιμείνω, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ Κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν πρέπει νὰ λάβῃ τὴν μορφὴν φυσαρμόνικας. Ὁ Κανονισμὸς εἶναι οὐσιαστικὸς νόμος, διευκρινίζων τὰ τῆς λειτουργίας τῆς πρώτης ἱεραρχικῶς ἐξουσίας ἐν τῷ Κράτει. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, τῆς ὁποίας μετέχει καὶ ὁ κ. Μαῦρος καὶ ἐγώ, προέτεινε τὴν εἰσαγωγὴν διατάξεως ἀναλόγου μὲ τὰ ἐν Γαλλίᾳ κρατοῦντα. Τὸ γεγονός, ὅτι προτείνομεν τὴν τροποποίησιν αὐτὴν τοῦ Κανονισμοῦ, σημαίνει, ὅτι δὲν εὑρίσκεται ἐν τῷ Κανονισμῷ. Πέραν αὐτοῦ τοῦ λόγου ὑπάρχει, ὡς εἶπον, καὶ ἕνας ἄλλος σοβαρώτερος οὐσιαστικὸς λόγος. Δὲν ἠθέλησα νὰ ἀποδώσω εἰς πρόθεσιν, ἀλλὰ εἰς ἀτυχίαν τοῦ ἀξιοτίμου Προεδρείου τὸ γεγονός, ὅτι ἐπὶ διεξαγομένης ψηφοφορίας ἐπὶ ἄρσεως ἀσυλίας συναδέλφων ἐκάλεσεν ὡς ψηφολέκτην συνάδελφον, ὁ ὁποῖος χθὲς κατέθεσεν ἐρώτησιν καὶ σήμερον διετυπώθη κατ’ αὐτοῦ κατηγορία; Τὸ γεγονὸς αὐτό, νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ἐπέτρεπε νὰ γίνῃ μία παρεμβολὴ συζητήσεως.

§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, μὴ ἀποδίδετε εἰς ὅλας τὰς πράξεις τοῦ Προεδρείου κακοπιστίαν καὶ πρόθεσιν.

§85Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ παρακληθῇ ὁ κ. Ἠλιοῦ, νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ τὰς τελευταίας του φράσεις. Ποίαν σχέσιν ἔχει τὸ συζητούμενον θέμα μὲ τὸ γεγονός, ὅτι ἐκλήθη εἷς βουλευτής, κατὰ τοῦ ὁποίου διετυπώθη εἰς τὸν Τύπον μία κατηγορία ὡς ψηφολέκτης.

§86Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Ὑπουργέ, εἶναι σαφές, ὅτι ὁ Κανονισμὸς θεσπίζει τοὺς ψηφολέκτας, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, μὲ σκοπὸν νὰ προλάβῃ πᾶσαν διαβολήν. Εἷς ἐκ τῶν συναδέλφων, ἐναντίον τῶν ὁποίων συζητεῖται ἡ ἄρσις ἢ μὴ τῆς ἀσυλίας, εἶναι ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Μπρεδήμας καὶ ὡς ψηφολέκτης ὡρίσθη ὁ κ. Κεφαλογιάννης, βουλευτὴς Ρεθύμνου.

§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε, κ. συνάδελφε, δὲν θὰ πρέπει νὰ προεδρεύω καὶ ἐγώ, διότι εἷς βουλευτὴς κατέθεσεν ἐρώτησιν εἰς βάρος ἐμοῦ!!

§88Ι. ΚΕΦΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ. Θλίβομαι βαθύτατα, διότι ὄχι ἐξ ἰδικῆς μου πρωτοβουλίας ἐκλήθην εἰς τὸ Προεδρεῖον ὡς ψηφολέκτης.

§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ σᾶς ἐκάλεσα.

§90Ι. ΚΕΦΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ. Λυποῦμαι εἰλικρινῶς διὰ τὸν συνάδελφον κ. Ἠλιοῦ, ὁ ὁποῖος διετύπωσε τοιαύτην κατηγορίαν ἐναντίον μου. Λυποῦμαι εἰλικρινῶς καὶ θλίβομαι, διότι ἐκτοξεύονται τοιαῦται κατηγορίαι ὑπὸ συναδέλφων ἐντὸς τῆς Βουλῆς.

§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Κεφαλογιάννη, καλεῖσθε ὅπως προσέλθετε ὡς ψηφολέκτης.

§92Ι. ΚΕΦΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν μετὰ τὰ ὅσα ἐλέχθησαν, νὰ προσέλθω. Θὰ πρέπει νὰ ἀνακαλέσῃ ὁ κ. συνάδελφος τὴν μομφήν, τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ἐναντίον ἐμοῦ.

§93Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, οὔτε ἐμέμφθην, οὔτε ἐκατηγόρησα τὸν κύριον συνάδελφον, ἀλλὰ τὸ Προεδρεῖον, διότι, ὡς εἶπον προηγουμένως, συνέβη αὐτὴ ἡ ἀτυχία. Ὀρθὸν εἶναι νὰ μὴ παραβιάζωμεν τὸν Κανονισμόν, παρεμβάλλοντες ἄλλην ψηφοφορίαν πρὸ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς προηγουμένης τοιαύτης.

§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Κεφαλογιάννη, νομίζω, ὅτι, κατόπιν τῶν ὅσων εἶπεν ὁ κ. Ἠλιοῦ, δὲν ὑπάρχει θέμα καὶ ἑπομένως δύνασθε νὰ προσέλθετε ὡς ψηφολέκτης. Ὁρίστε, κ. Κεφαλογιάννη, εἶσθε ψηφολέκτης, παρακαλῶ νὰ ἔλθετε εἰς τὴν θέσιν σας. (Γενομένης τῆς διαλογῆς, ὁ κ. Πρόεδρος ἀνακοινοῖ τὰ ἀκόλουθα):

§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετ’ ὀλίγον, κύριοι βουλευταί, θὰ ἀνακοινώσω τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας. Κατὰ τὸ ἄρθρον 74 τοῦ Κανονισμοῦ, ἂν ὑπάρξῃ ἀσυμφωνία τις μεταξὺ τῶν ψηφολεκτῶν, ὡς πρὸς τὴν καταμέτρησιν τῶν ψήφων, δυναμένη νὰ ἀλλοιώσῃ τὸ ἀποτέλεσμα, ἡ καταμέτρησις ἐπαναλαμβάνεται. Ἡ ἀσυμφωνία ὑπῆρξε κατὰ τὴν διαλογὴν τῶν ψήφων ἐπὶ ἑνὸς ψηφοδελτίου, εἰς αὐτὸ ὑπῆρξεν ἡ ἀσυμφωνία. Διότι εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 11 περίπτωσιν, διὰ τὸν κ. Κεραμιτσιόγλου λέγουν ναί, διὰ τὸν κ. Ρήγαν δὲν ὑπάρχει τίποτε. Ὅσον ἀφορᾷ διὰ τὸν κ. Ρήγαν, δὲν γεννᾶται ζήτημα, οὐδεμίαν ἐπήρειαν δὲν δύναται νὰ ἔχῃ, διότι δὲν συνεκέντρωσε τοὺς 118 ψήφους ποὺ χρειάζονται διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας. Αὐτὴ ἡ ἀσυμφωνία δὲν δύναται ν’ ἀλλοιώσῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς γενομένης ψηφοφορίας.

§96Ι. ΔΡΑΓΟΝΕΤΗΣ. Ἡ διαφωνία μας δὲν εἶναι ἐπὶ τοῦ ἑνὸς ψηφοδελτίου, εἰς ὃ σημεῖον ἀνεφέρθητε. Ἐπειδὴ αἴρεται ἡ ἀσυλία ἐπὶ ἑνὸς περιωρισμένου ἀριθμοῦ βουλευτῶν διὰ λίαν περιωρισμένου ἀριθμοῦ ψήφων, ἐζητήσαμεν τὴν ἐπανεξέτασιν τῶν ψήφων καὶ τὴν καταμέτρησιν ἐκ νέου. Ἄλλως τε ἡ ἔνστασίς μας δικαιολογεῖται ἐκ τοῦ ἑξῆς γεγονότος; Τοῦ κ. Μπρεδήμα εἰς μὲν τὴν μίαν μήνυσιν δὲν αἴρεται ἡ ἀσυλία, εἰς τὴν ἄλλην αἴρεται. Καὶ τοῦτο, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐψήφισαν οἱ ἴδιοι βουλευταί. Συνεπῶς, εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ γίνει λάθος.

§97Α. ΒΟΥΛΟΔΗΜΟΣ. Εἶναι 234 ψηφοδέλτια, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἔχῃ γίνει λάθος. Ἡ διαφορὰ εἶναι 2 καὶ τρεῖς ψῆφοι. Δὲν νομίζετε, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ γίνει λάθος καὶ νὰ γίνῃ ἕνας ἐπανέλεγχος;

§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τοὺς κ.κ. βουλευτὰς ποὺ ἦσαν ψηφολέκται ὑπῆρχον καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ δὲν ἐγεννήθη ἀντίρρησις, δι’ οὐδὲν ψηφοδέλτιον, πλὴν αὐτοῦ τὸ ὁποῖον κρατῶ ἐγώ. Συνεπῶς, δὲν ὑπῆρξεν ἀσυμφωνία εἰς τὸ νὰ εἴπουν, ὅτι ἐδῶ λέγει ναὶ ἢ ἐκεῖ ὄχι διὰ τὸν Α ἢ Β.

§99Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ δύο ψηφολέκται, οἱ ὁρισθέντες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διατυπώνουν ἀμφιβολίαν, ὡς πρὸς τὴν δυνατότητα ὑπάρξεως ἐπαρκοῦς προσοχῆς διὰ 15 ἄτομα ἐπὶ 234 ψήφων καὶ τὴν δυνατότητα ὑπάρξεως λάθους καταμετρήσεως. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἡ ἀμφισβήτησις τῆς ὀρθῆς καταμετρήσεως δὲν τείνει εἰς ἀλλοίωσιν, ἀλλὰ εἰς σεβασμὸν τῆς θελήσεως τοῦ Σώματος. Ἄν ἀποδειχθῇ ἐκ τοῦ ἐλέγχου, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ ἀριθμὸς, τοῦτο θὰ καταστήσῃ ἀδιάβλητον τὴν ψηφοφορίαν καὶ ἀδύνατον τὴν περαιτέρω συζήτησιν. Ἑπομένως οἱ κ.κ. Συνάδελφοι, δὲν εὑρίσκονται ἔξω τοῦ Κανονισμοῦ, ὅταν διατυπώνουν ἀμφιβολίας περὶ τῆς ὀρθῆς καταμετρήσεως.

§100Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὸ ἄρθρον 74 τοῦ Κανονισμοῦ ἐπιτρέπεται ἡ ἀναθεώρησις, ὅπως λέγει, τῶν ψήφων ὅταν ὑπάρχῃ ἀσυμφωνία ἀσκοῦσα ἐπιρροὴν ἐπὶ τοῦ ἀποτελέσματος. Ἡ ἀσυμφωνία διατυποῦται κατὰ τὴν ἐπιλογήν. Δὲν ἠμπορεῖ δὲ νὰ συναχθῇ συμπερασματικῶς ἀπὸ τὸ γεγονὸς, ὅτι ἡ διαφορὰ τῶν ψήφων εἶναι μικρὴ ἢ μεγάλη. Οὔτε ἠμπορεῖ νὰ συζητοῦμεν ἐκ τῶν ὑστέρων, ὅτι ἀφοῦ εἶναι 234 ψηφοδέλτια κλπ. κλπ. Πόσα θέλετε νὰ εἶναι; Δέκα; Τριακόσιοι βουλευταὶ ὑπάρχουν, 234 ψηφοδέλτια εἶναι. Ἔγινε δὲ ἐπὶ μίαν καὶ ἡμίσειαν ὥραν καταμέτρησις. Ἑπομένως, ὁ μόνος λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ὑποβάλλεται ἡ αἴτησις αὐτὴ εἶναι, διὰ νὰ ταλαιπωρηθῇ ἡ Βουλή. Αὐτὸ εἶναι ἀπαράδεκτον καὶ τυπικῶς καὶ οὐσιαστικῶς.

§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ Προεδρεῖον, νομίζει, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀναθεώρησις, ἀνεξαρτήτως τοῦ χρόνου ποὺ ἀπαιτεῖται διὰ τοῦτο, καὶ συνεπῶς, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας.

§102Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει εὐαισθησία διὰ συναδέλφους ἐκ μέρους τοῦ Προεδρείου; Ἐφ’ ὅσον ἡ διαφορὰ εἶναι δύο μόνον ψῆφοι καὶ δεδομένου, ὅτι πρόκειται διὰ 14 ἐπὶ 234 εἶναι ἀνθρωπίνως δυνατὸν νὰ ἔχῃ γίνει λάθος. Σεῖς ὡς Πρόεδρος τοῦ Σώματος πρέπει νὰ κάμετε ἐπανέλεγχον. Βιάζεσθε; Ἐὰν βιάζεσθε νὰ μᾶς τὸ πῆτε.

§103Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Ἐὰν ὕστερα ἀπὸ τὴν ἐξίσωσιν τοῦ ΝΑΙ καὶ ΟΧΙ ἐπὶ παρουσίᾳ πέντε βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἔχετε ἀμφιβολίας διατὶ δὲν θὰ ἔχετε ἀμφιβολίας μετὰ τὴν δευτέραν ἀρίθμησιν;

§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καλοῦνται οἱ ψηφολέκται κ.κ. Ι. Δραγονέτης καὶ Α. Βουλόδημος νὰ ὑπογράψουν τὰ πρωτόκολλα διαλογῆς.

§105Ι. ΔΡΑΓΟΝΕΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ ἐπιμένω ἐπὶ τῆς ἐνστάσεώς μου. Δὲν δύναμαι νὰ ὑπογράψω.

§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ ὑπογράψητε τὰ πρωτόκολλα, καὶ κατόπιν θὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῶν ἐνστάσεών σας. Ὁ κ. Βουλόδημος παρακαλῶ νὰ ἔλθῃ νὰ ὑπογράψῃ τὰ πρωτόκολλα. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε τῆς Ε.Δ.Α., πρέπει νὰ ἐπέμβητε. Διότι τοῦτο ἀποτελεῖ ἄρνησιν ὑπηρεσίας.

§107Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, τὴν ἄρνησιν τῆς ὑπηρεσίας τὴν ἔκανε πρῶτον τὸ Προεδρεῖον. Διότι ὁ Κανονισμὸς λέγει πῶς γίνεται ἡ διαλογή. Λέγει δέ, ὅτι εἷς ἐκ τῶν Ἀντιπροέδρων ἀναγινώσκει δημοσία τὰ ψηφοδέλτια, ὥστε νὰ δύναται πᾶς βουλευτὴς νὰ ἐπαληθεύσῃ τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ψήφων. Αὐτὸ τὸ παραβιάσατε. Ἑπομένως, ἐὰν ὑπάρχῃ κἄποιος ἀρνηθεὶς ὑπηρεσίαν καὶ μὴ πράξας ὅ,τι ὁ Κανονισμὸς ἐπιτάσσει, εἶναι τὸ Προεδρεῖον.

§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἠλιοῦ, δύνασθε νὰ μοῦ φέρετε ἕνα παράδειγμα εἰς τὴν πολυετῆ ὑπηρεσίαν ποὺ ἔχετε εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, καθ’ ὅ ὁ Ἀντιπρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀναγινώσκει ψηφοδέλτια; Ἐὰν ὑπῆρχεν ἔντασις, τότε μάλιστα. Τώρα πῶς ἀρνεῖσθε νὰ ὑπογράψητε τὰ πρωτόκολλα; Κύριε Δραγονέτη, παρακαλῶ μὴ ἐπιμένετε εἰς τὴν ἄρνησίν σας.

§109Ι. ΔΡΑΓΟΝΕΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ θέμα εἶναι ὑψίστης σημασίας καὶ διὰ τὴν Βουλήν, καὶ διὰ τὰ μέλη της καὶ διὰ ἐμέ, καὶ παρακαλῶ μὴ ἐπιμένετε.

§110ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Τῆς Κυβερνητικῆς Παρατάξεως). Κύριε Πρόεδρε νὰ ἀνακοινώσητε τὸ ἀποτέλεσμα.

§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ τῆς Συμπολιτεύσεως, ἐὰν δὲν ὑπογραφοῦν τὰ πρωτόκολλα δὲν εἶναι ἔγκυρος ἡ ψηφοφορία.

§112Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πάντοτε δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἀποτέλεσμα. Εἶναι ἀδύνατον νὰ δεχθῶμεν τὴν ἄποψιν αὐτήν. Ἐφ’ ὅσον ἀρνοῦνται νὰ ὑπογράψουν, θὰ διαπιστώσητε τὴν ἄρνησιν καὶ θὰ προχωρήσητε. Διότι ἄλλως δὲν θὰ τελειώσωμεν ποτέ.

§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω τὰ ἀποτελέσματα τῆς γενομένης ψηφοφορίας. Ἐψήφισαν ἐν συνόλῳ 234, ὅσα καὶ τὰ εὑρεθέντα ψηφοδέλτια. Ἐκ τούτων ἐψήφισαν: 1) Ἐπὶ τῆς αἰτήσεως ἄρσεως τῆς ἀσυλίας τοῦ βουλευτοῦ Ἀθανασάκου Ε., κατηγορουμένου ἐπὶ συκοφαντικῇ δυσφημήσει διὰ τοῦ τύπου. Ἐψήφισαν ὑπὲρ τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας 14, ἐναντίον 214 καὶ 6 ἠρνήθησαν ψῆφον. 2) Ἐπὶ τῆς αἰτήσεως ἄρσεως ἀσυλίας τοῦ βουλευτοῦ Γιαρένη Ε., κατηγορουμένου ἐπὶ παραβάσει τοῦ ἄρθρου 182 τοῦ Π. Κ. Ἐψήφισαν 140 ἐναντίον, 90 ὑπὲρ καὶ 4 ἠρνήθησαν ψῆφον. 3) Ἐπὶ τῆς αἰτήσεως ἄρσεως ἀσυλίας τοῦ βουλευτοῦ Γλιγλῆ Π., κατηγορουμένου ἐπὶ παραβάσει τῶν ἄρθρων 386 τοῦ Π. Κ. καὶ 79 τοῦ νόμου 5960 «περὶ ἐπιταγῆς». Ἐψήφισαν ἐναντίον τῆς ἄρσεως 128, ὑπὲρ 101 καὶ 5 ἠρνήθησαν ψῆφον. 4) Ἐπὶ τῆς αἰτήσεως ἄρσεως τῆς ἀσυλίας τοῦ βουλευτοῦ Δεληγιαννίδη Α., κατηγορουμένου ἐπὶ σωματικαῖς κακώσεσι δι’ αὐτοκινήτου. Ἐψήφισαν ἐναντίον τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας 215, ὑπὲρ 12 καὶ 7 ἠρνήθησαν ψῆφον. 5) Ἐπὶ τῆς αἰτήσεως ἄρσεως τῆς ἀσυλίας τοῦ βουλευτοῦ Ἐφραιμίδη Β., κατηγορουμένου ἐπὶ συκοφαντικῇ δυσφημήσει διὰ τοῦ τύπου. Ἐψήφισαν ἐναντίον τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας 123, ὑπὲρ 12 καὶ 7 ἠρνήθησαν ψῆφον. 6) Ἐπὶ τῆς αἰτήσεως ἄρσεως τῆς ἀσυλίας τοῦ βουλευτοῦ Κανιάρη Μ., κατηγορουμένου ἐπὶ ἐξυβρίσει καὶ περιϋβρίσει τῆς ἀρχῆς. Ἐψήφισαν ἐναντίον τῆς ἄρσεως ἀσυλίας 108, ὑπὲρ 119 καὶ 7 ἠρνήθησαν ψῆφον. 7) Ἐπὶ αἰτήσεως ἄρσεως ἀσυλίας τοῦ βουλευτοῦ Κεραμιτσιόγλου Θ., κατηγορουμένου ἐπὶ ἐξυβρίσει καὶ ἐπὶ ἀπειλαῖς. Ἐψήφισαν ἐναντίον τῆς ἄρσεως 118, ὑπὲρ 108 καὶ 8 ἠρνήθησαν ψῆφον. 8) Ἐπὶ αἰτήσεως ἄρσεως τῆς ἀσυλίας τοῦ βουλευτοῦ Κεραμιτσιόγλου Θ., κατηγορουμένου ἐπὶ ἐξυβρίσει κλπ. Ἐψήφισαν ἐναντίον τῆς ἄρσεως 110, ὑπὲρ 116 καὶ 8 ἠρνήθησαν ψῆφον. 9) Ἐπὶ αἰτήσεως ἄρσεως τῆς ἀσυλίας τοῦ βουλευτοῦ Κεραμιτσιόγλου Θ., κατηγορουμένου ἐπὶ ἐξυβρίσει κλπ. Ἐψήφισαν ἐναντίον τῆς ἄρσεως 108, ὑπὲρ 116 καὶ 10 ἠρνήθησαν ψῆφον. 10) Ἐπὶ αἰτήσεως ἄρσεως τῆς ἀσυλίας τοῦ βουλευτοῦ Κεραμιτσιόγλου Θ., κατηγορουμένου ἐπὶ ἐξυβρίσει καὶ ἀπειλῇ. Ἐψήφισαν ἐναντίον τῆς ἄρσεως 107, ὑπὲρ τῆς ἄρσεως 119 καὶ 8 ἠρνήθησαν ψῆφον. 11) Ἐπὶ αἰτήσεως ἄρσεως τῆς ἀσυλίας τῶν βουλευτῶν Κεραμιτσιόγλου Θ. καὶ Ρήγα Ε., κατηγορουμένων ἐπὶ ἐξυβρίσει καὶ ἀπειλῇ. Διὰ μὲν τὸν κ. Κεραμιτσιόγλου Θ. ἐψήφισαν ἐναντίον τῆς ἄρσεως 108, ὑπὲρ τῆς ἄρσεως 121 καὶ 5 ἠρνήθησαν ψῆφον. Διὰ δὲ τὸν κ. Ρήγαν Ε. ἐψήφισαν ἐναντίον τῆς ἄρσεως 115, ὑπὲρ τῆς ἄρσεως 114 καὶ 5 ἠρνήθησαν ψῆφον. 12) Ἐπὶ αἰτήσεως ἄρσεως ἀσυλίας τῶν βουλευτῶν κ.κ. Κεραμιτσιόγλου Θ. καὶ Ρήγα Ε., κατηγορουμένων ἐπὶ ἐξυβρίσει κλπ. Ἐψήφισαν διὰ μὲν τὸν κ. Κεραμιτσιόγλου Θ. ἐναντίον τῆς ἄρσεως 108, ὑπὲρ τῆς ἄρσεως 118 καὶ 8 ἠρνήθησαν ψῆφον. Διὰ δὲ τὸν κ. Ρήγαν Ε. ὑπὲρ τῆς ἄρσεως 110, ἐναντίον 116 καὶ 8 ἠρνήθησαν ψῆφον. 14) Ἐπὶ αἰτήσεως ἄρσεως τῆς ἀσυλίας τοῦ βουλευτοῦ κ. Μπρεδήμα Η., κατηγορουμένου ἐπὶ συκοφαντικῇ δυσφημήσει καὶ ἐπὶ ἐξαπατήσει τῶν ἐκλογέων, ἐψήφισαν ἐναντίον τῆς ἄρσεως 122, ὑπὲρ τῆς ἄρσεως 107 καὶ 5 ἠρνήθησαν ψῆφον. 14) Ἐπὶ αἰτήσεως ἄρσεως τῆς ἀσυλίας τῶν βουλευτῶν κ.κ. Μπρεδήμα Η., Ἐφραιμίδη Β. καὶ Παπαδημητρίου Ι., κατηγορουμένων ἐπὶ προσβολῇ τῆς τιμῆς τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βασιλίσσης καὶ δυσφημήσει Αὐτῶν (ἄρθρον 168 παρ. 2 Π. Κ. καὶ 46 τοῦ Α. Ν. 1092)1938), ἐψήφισαν διὰ τὸν κ. Μπρεδήμαν Η. ἐναντίον τῆς ἄρσεως 110, ὑπὲρ 120 καὶ 4 ἠρνήθησαν ψῆφον. Διὰ τὸν κ. Ἐφραιμίδην Β. ἐψήφισαν 110 ἐναντίον τῆς ἄρσεως, 120 ὑπὲρ τῆς ἄρσεως καὶ 4 ἠρνήθησαν ψῆφον. Διὰ τὸν κ. Παπαδημητρίου Ι. ἐψήφισαν ἐναντίον τῆς ἄρσεως 111, ὑπὲρ 119 καὶ 4 ἠρνήθησαν ψῆφον. Συνεπῶς, ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας τῶν βουλευτῶν: 1) κ. Μ. Κανιάρη, κατηγορουμένου ἐπὶ ἐξυβρίσει καὶ περιϋβρίσει τῆς ἀρχῆς. 2) κ. Θ. Κεραμιτσιόγλου, κατηγορουμένου ἐπὶ ἐξυβρίσει καὶ ἀπειλῇ καὶ 3) τῶν βουλευτῶν κ.κ. Μπρεδήμα Η., Ἐφραιμίδη Β. καὶ Παπαδημητρίου Ι., κατηγορουμένων ἐπὶ προσβολῇ τῆς τιμῆς τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βασιλίσσης καὶ δυσφημήσει Αὐτῶν.

§114Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Ζήτω ἡ Δημοκρατία. (Φωναὶ ἐκ τῆς Κυβερνητικῆς πτέρυγος. Ἔξω, ἔξω).

§115Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Τὸ Σῶμα ἐταλαιπωρήθη ἐπὶ τρεῖς ὥρας διὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς ψηφοφορίας καὶ βλέπετε τὰ ἀτυχήματα εἰς τὰ ὁποῖα ὡδηγήθημεν καὶ τὰ ὁποῖα ἀμφισβητοῦν τὸ ἀποτέλεσμα. Δὲν νομίζετε, ὅτι ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων κἄποτε πρέπει νὰ συγχρονισθῇ; Ἡ ψηφοφορία εἰς ὅλα τὰ Κοινοβούλια τοῦ Κόσμου γίνεται διὰ συγχρόνων μηχανημάτων, τὰ ὁποῖα καὶ ταχύτητα ἐξασφαλίζουν καὶ ἀκρίβειαν. Νομίζω, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ Προεδρεῖον σοβαρῶς τὸ θέμα αὐτό, διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν κἄθε φορὰν ποὺ ὑπάρχει θέμα ψηφοφορίας καὶ ταλαιπωρίας καὶ καθυστέρησιν. Ὡς ἐπιμύθιον τῆς παρακλήσεως θὰ ἦτο νὰ μηχανοποιηθῇ καὶ ἡ ὑπηρεσία τῶν πρακτικῶν, διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν κἄθε βράδυ τὸ μαρτύριον τῆς διορθώσεως τῶν κειμένων, τὰ ὁποῖα ἀναγκαστικῶς λαμβάνονται πολὺ πλημμελῶς ἀπὸ τοὺς κατὰ πάντα ἀξίους καὶ συμπαθεῖς πρακτικογράφους. Παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν κατάστασιν καὶ νὰ δώσῃ εἰς τὸ Σῶμα μίαν ἀπάντησιν.

§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ Προεδρεῖον προχείρως νὰ ἀπαντήσῃ.

Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν

ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ

ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Ν. Δ. 2916)54 περὶ καταργήσεως εἰσφορᾶς ὑπέρ τοῦ Ὀργανισμοῦ Ἀποχετεύσεως Πρωτευούσης κ.λ.π. τοῦ Ν. 2722)1953 περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τῶν ἀφορωσῶν τὸν Ὀργανισμὸν Ἀποχετεύσεως τῆς περιοχῆς Πρωτευούσης καὶ παρατάσεως τῆς εἰσπράξεως τῆς ἐπὶ τῶν εἰσιτηρίων τῶν λεωφορείων τοῦ Νομοῦ Ἀττικῆς προσαυξήσεως». Κύριοι βουλευταί, ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, ἔχει κηρυχθῆ περαιωμένη εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν. Ἐκκρεμεῖ πρότασις ὑπογεγραμμένη ὑπὸ τοῦ κεκανονισμένου ἀριθμοῦ βουλευτῶν περὶ διενεργείας ψηφοφορίας, δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. (Ἀναγινώσκει τὰ ὀνόματα τῶν ὑπογραψάντων).

§117Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. (Ὑπουργὸς Κοινωνικῆς Προνοίας). Κύριε Πρόεδρε, ἂς ἐρωτηθοῦν οἱ ὑπογράψαντες, ἐπιμένουν νὰ γίνῃ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἢ δι’ ἀναστάσεως;

§118Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, προκειμένου περὶ νομοθετήματος, διὰ τοῦ ὁποίου τίθενται φόροι ἑνὸς δισεκατομμυρίου δραχμῶν, θὰ πρέπει νὰ ἀναλάβῃ καθεὶς τὰς εὐθύνας του.

§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρισταμένων τῶν ὑποβαλόντων τὴν ἐρώτησιν, προχωροῦμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν. Τὸ ἐρώτημα τίθεται ὡς ἑξῆς: Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, λέγουσι ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι, λέγουσιν ὄχι. Παρακαλῶ νὰ προσέλθουν ἐπὶ τοῦ καταλόγου οἱ βουλευταί κ.κ. Ι. Πωλιουδάκης καὶ Γ. Πρίφτης. (Προσελθόντων τῶν ψηφολεκτῶν, ἄρχεται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία τῶν κ.κ. βουλευτῶν ἀπαντώντων ὡς ἀκολούθως εἰς τὸ τεθὲν ἐρώτημα).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Δερτιλῆς Λεωνίδας Ν
Κασιμάτης Γρηγόριος
Τσαλδάρη Λίνα Ν
Βρανόπουλος Δημήτρ.
Γκίκας Σόλων Ν
Χρυσανθόπουλος Κων)νος
Μπαμπάκος Δημήτρ.
Κιτσίκης Νικόλαος Ο
Τσιριμῶκος Ἠλίας Ο
Εὐαγγελίδης Ἰωάν.
Ζάκκας Ἀνδρέας
Μπρεδήμας Ἠλίας
Μερκούρης Σταμάτιος
Μαῦρος Γεώργιος
Τούμπας Ἰωάννης
Μαρκεζίνης Σπυρίδων
Σβώλου Μαρία Ο
Αὐγερόπουλος Γεράσ. Ο
Γιαχνῆς Δημήτριος Ο
Πυρομάγλου Κομνηνός
Ἠλιόπουλος Σταῦρος
Βαλοῦρδος Γεώργιος Ο
Τσάτσος Κων)νος Ν
Ράλλης Κων)νος Ν
Δημητρᾶτος Ἀριστ. Ν
Βενιζέλος Σοφοκλῆς
Σταυρόπουλος Παναγ. Ν
Σταμάτης Γεώργιος Ν
Ἰντζὲς Ἰωάννης Ν
Στρᾶτος Ἀνδρέας Ν
Χούτας Στυλιανὸς
Ἀθανασιάδης–Νόβας Γεώργ.
Λεονάρδος Διονύσιος Ο
Κακογιάννης Ἀθαν. Ο
Οἰκονομόπουλος Γ. Ν
Κοντοβράκης Ἰωάν. Ν
Παπαρτεμίου Ἰωάννης Ν
Τριανταφυλλάκος Τρ.
Παπαηλιοῦ Ἠλίας Ν
Ἀποσκίτης Κων)νος Ν
Μίχας Ἀθανάσιος Ν
Παυλόπουλος Ἀθαν. Ν
Παπαδημητρίου Δημ. Ν
Καλτεζιώτης Κων)νος Ν
Μπακόπουλος Νικόλ.
Καρατζένης Δημήτρ. Ν
Παπαδημητρίου Κων)νος Ν
Γαρουφαλιᾶς Πέτρος
Φράγκος Ἀναστ. Ν
Μαυρουκάκης Σπυρίδ. Ν
Παπαχρήστου Ἀθαν. Ν
Δοδόπουλος Θεόδωρος
Σωτηρίου Κων)νος Ο
Παπαρρηγόπουλος Β. Ν
Γεροκωστόπουλος Α.
Οἰκονομίδης Πολυζώης Ν
Δρούλιας Ἀναστάσιος
Παπανδρέου Γεώργιος
Ζαΐμης Φωκίων
Κανελλόπουλος Παν.
Σπηλιόπουλος Γεώργ.
Παπαθανασόπουλος Δ. Ο
Κονίτσας Θεμιστοκλῆς Ν
Βουρδουμπᾶς Δημήτριος
Κορόζος Κων)νος Ν
Κανιάρης Μελέτιος Ο
Γρίβας Δημήτριος
Κάβδας Πεοικλῆς Ν
Πινάτσης Πελοπίδας Ν
Παπαδόπουλος Ἀριστ. Ο
Εὐαγγέλου Γεώργιος Ο
Παπαπαναγιώτου Θ. Ν
Κωτιάδης Στυλιανὸς Ν
Παρθενιάδης Νικόλαος
Χαρῖτος Γαβριὴλ Ν
Ζαννῆς Ἐμμανουὴλ
Ζίγδης Ἰωάννης
Γκαργκάνας Χρῆστος Ν
Κλῆς Παναγιώτης Ν
Ρηγόπουλος Νικολ.
Τριανταφυλλίδης Ἰωάν.
Ἀντώνογλου Ὀρέστης
Κεραμιτσιόγλου Θεοχ. Ο
Βογιατζῆς Γεώργιος Ν
Καλλίας Κων)νος Ν
Κακαρᾶς Ἀντώνιος
Στεφανίδης Μιχαὴλ
Ἀρβανιτάκις Εὐάγγ. Ο
Καπνίσης Παναγ. Ο
Καθαροσπόρης Νικόλ. Ο
Καραπιπέρης Χρυσός. Ν
Κόπανος Διονύσιος Ν
Ρώμας Διονύσιος
Μυριδάκης Μιχαὴλ Ν
Πολυζωγόπουλος Σ. Ν
Πιπιλῆς Χρῆστος Ν
Σπεντζάρης Νικόλαος Ν
Σπηλιόπουλος Ἰωάν. Ν
Γόντικας Δημήτριος
Γιαννόπουλος Ἰωάννης
Στεφανόπουλος Στέφανος
Κοντογιαννόπουλος Νικ.
Χατζηδημητρίου Δημ. Ν
Τζαμπάζης Ἰωάννης Ν
Περισσοράτης Φίλιππος Ο
Μαρῆς Κωνσταντῖνος
Λουλακάκης Ἐμμανουὴλ
Κεφαλογιάννης Ἐμμανουὴλ
Γαλενιανὸς Ἐμμανουὴλ Ν
Πωλιουδάκης Ἰωάννης Ν
Ἀθητάκης Ἰωάννης
Πρωϊμάκης Ἐμμανουὴλ Ο
Ἀθανασίου Νικόλαος
Ἀθανασάκος Εὐστρ. Ν
Πιτούλης Φώτιος
Πασαλίδης Ἰωάννης Ο
Ἐφραιμίδης Βασίλειος Ο
Κύρκος Μιχαὴλ
Καλλιδόπουλος Ἀλέξανδρος
Γιαρένης Εὐτύχιος Ο
Ζαρντινίδης Νικόλαος
Θεοδοσιάδης Ἀλέξανδρος Ν
Ἀηδονᾶς Ἀπόστολος Ν
Θεμελῆς Γεώργιος
Μπακατσέλος Γεώργιος
Τζιτζικώστας Κωνσταντῖνος Ν
Σπαθάρης Ἰωάννης
Βογιατζῆς Ἀλέξανδρος Ν
Τσιάρας Ἀναστάσιος
Γιαλώφας Ἰωάννης
Κελτεμλίδης Δημήτριος Ο
Ἀβέρωφ–Τοσίτσας Ε.
Ἰωάννου Δημήτριος Ν
Παληὸς Κωνστ. Ν
Φρόντζος Κωνστ. Ν
Δερδεμέζης Ἀνδρέας
Σκοπούλης Νικόλαος Ο
Χριστογεῶργος Μιχαὴλ Ο
Θεολογίτης Αὔγουστος Ν
Μάρτης Νικόλαος
Βενέτης Κωνστ. Ν
Λασκαρίδης Ἄγγελος Ο
Κωνσταντάρας Κωνστ.
Λυμπερίδης Θεόδωρος
Ταλιαδοῦρος Ἀθαν. Ν
Θανόπουλος Δημήτριος Ν
Παπαευθυμίου Γεώργιος Ν
Ἀλλαμανῆς Στυλιανὸς
Φιλίππου Χρῆστος Ο
Μπρακατσούλας Βασ. Ο
Μπατρῖνος Λεωνίδας Ν
Γυιόκας Παναγ. Ν
Λιάκος Ἀριστοτέλης
Θεοτόκης Σπυρίδων
Λύχνος Γεράσιμος Ν
Δεσύλλας Θεόδωρος
Πρίφτης Γεράσιμος Ο
Δραγονέτης Ἰωάννης Ο
Μεταξᾶς Γεράσιμος Ν
Πηνιατῶρος Νικόλαος Ν
Λιβάρης Σπυρίδων
Παπαδόπουλος Κωνστ. Ν
Περτσινίδης Σωφρ. Ν
Τσορλίνης Χριστόφορος Ν
Γαβριηλίδης Ἰωάννης Ο
Μανέντης Διονύσιος
Τσακιρίδης Παῦλος Ν
Βύζας Βασίλειος
Λαδᾶς Ἀλέξανδρος
Μπάρμπας Θωμᾶς Ν
Γουλόπουλος Χρῆστος Ν
Ταλιαδούρης Κωνστ.
Καρασάββας Σεραφεὶμ Ο
Παπακωνσταντίνου Κωνστ.
Ἀδαμόπουλος Κωνστ. Ν
Μανιαδάκης Κωνστ. Ν
Πανούσης Βασίλειος Ν
Παπαληγούρας Παναγ.
Πρωτοπαπαδάκης Ἀρ. Ν
Νομικὸς Μᾶρκος
Ἀλιπράντης Εὐστρ. Ν
Μπίστης Λεωνίδας
Λιαροῦτσος Πάρις Ν
Μπαρότσης Ἀντ.
Δαβάκης Δημήτριος Ν
Βαρβιτσιώτης Νικήτας ἢ Νικηταρᾶς
Λαμπρινάκος Νικόλαος Ν
Βαρβιτσιώτης Γ. Νικ. Ν
Λύρας Ἰωάννης Ν
Παπαμιχαλόπουλος Δ.
Ροδόπουλος Κωνστ. Ν
Γραμματίδης Χρῆστος ἢ Τάκης
Εὐστρατιάδης Σοφοκλῆς Ν
Κακαγιάννης Γεώργιος Ν
Σκυλλάκος Ἠλίας
Χονδρονάσιος Ἀλέξανδρος Ο
Παγώνης Χρῆστος Ο
Κοθρῆς Ἐμμανουὴλ
Κούνδουρος Στυλιανὸς Ν
Παπαγεωργίου Γεώργιος
Ἠλιοῦ Ἠλίας Ο
Γαληνὸς Μιχαὴλ–Μίμης
Γλιγλῆς Παναγιώτης Ο
Λαζανᾶς Γεώργιος
Βιτούλιας Γεώργιος Ν
Μακρῆς Κωνστ.
Ξενοδοχειάρης Περίανδρος
Καλκάνης Κωνστ.
Τσιάντος Ἀναστάσιος Ο
Σκούρας Εὐάγγελος Ο
Σιαφλέκης Ἰωάννης
Ἰατρίδης Δημήτριος Ν
Παπαγεωργίου Νικ.
Μέρος Ἀλέξανδρος
Ψαρρέας Ἰωάννης Ν
Καλαντζάκος Ἀριστ. Ν
Σαμαρᾶς Γεώργιος Ν
Λαντζούνης Δημήτριος Ν
Σχινᾶς Ἀπόστολος Ν
Καμβύσης Ἄγγελος
Κωστόπουλος Σταῦρος
Κοκκέβης Ἀνδρέας
Μερλόπουλος Δημήτριος Ο
Κολαμπᾶς Ἀναστάσιος Ο
Μιχαηλίδης Τριαντ.
Δούκας Θεόδωρος Ν
Φετᾶ Ὀγλοῦ Ὀσμὰν Νουρῆ
Μπαλτατζῆς Ἀλέξανδρος
Ἀνδριανόπουλος Γ. Ν
Ἀλιπράντης Δημήτριος
Σαββόπουλος Εὐάγγελος
Κατσαφάδος Γεώργιος Ν
Μπριλλάκης Ἀντώνιος Ο
Βουλόδημος Ἀναστ. ἢ Τάσος
Ἀθανασιάδης Κωνστ. Ο
Παινέζης Δημήτριος Ο
Ὀρφανὸς Ἰωάννης
Μπουγᾶς Χρῆστος Ν
Παπαδημητρίου Ἰωάννης Ο
Μπενᾶ Ἑλένη
Καρακουλουξῆς Δημήτριος Ο
Ἀράπης Γεώργιος Ο
Καλλιγκάτσης Παρίσης Ν
Προκοπίδης Ἰωάννης Ν
Γκίλλας Ἀρίσταρχος
Τσιγάρας Κωνστ. Ο
Παπαδημητρίου Νικ.
Παπαγεωργίου Κωνστ. Ν
Δεληγιαννίδης Ἀλέξανδρος Ν
Μπούσιος Χαρίλαος Ο
Κοντογιάννης Ἀπόστολος Ν
Αὐγερινὸς Ἀθανάσιος Ν
Βαρδινογιάννης Παῦλος
Παπαδογιάννης Ἐμμανουὴλ Ν
Κεφαλογιάννης Ἰωάννης Ν
Χασὰν–Ὀγλοῦ Γιουσοὺφ
Σιανίδης Χρῆστος
Σπύρου Ἰωάννης
Οὐστουνὲρ Ὀσμὰν
Ζησιάδης Χάρης
Κοτσώνης Μιχαὴλ Ν
Ζαΐμης Ἱπποκράτης Ο
Καραμανλῆς Κωνστ.
Λαυρεντίδης Ἰσαὰκ Ν
Μητακίδης Ἀθανάσιος Ν
Ψάρρης Ἀργύριος
Χατζηδῆμος Ἰωάννης
Σπυρίδης Δημήτριος Ο
Παπαθανασίου Ἀθαν. Ο
Πεταλωτῆς Κωνστ.
Ἰντζὲς Νικόλαος
Γιαννούσης Κλεόβουλος
Κατσιάμπας Φώτιος
Χατζηγάκης Δημήτριος Ν
Ἔξαρχος Νικόλαος
Τσιπώρης Ἀλέξανδρος Ο
Καλαντζῆς Εὐάγγελος
Πλατῆς Γεώργιος
Μακρόπουλος Στέφανος Ν
Εὐταξίας Λάμπρος
Κωστῆς Δημήτριος
Θανασέκου Βάσω
Μακρῆς Δημήτριος
Ἀνδρεάδης Γεώργιος Ν
Ζούγκας Ἀντώνιος Ν
Κωστελίδης Εὐστάθιος Ν
Λιανουλόπουλος Δημήτριος
Κρῖκος Βασίλειος
Κατσίμπας Γεώργιος
Σαραφιανὸς Λυσίμαχος Ν
Βασιλικὸς Βασίλειος
Ρήγας Ἐπαμεινώνδας Ο
Πολυχρονίδης Πολυχρ.
Μητσοτάκης Κωνστ.
Χιωτάκης Κωνστ. Ο
Κοντουδάκης Ἰωάννης Ο
Βολουδάκης Γεώργιος Ν
Μπουρνιᾶς Λεωνίδας Ν
Δεσποτόπουλος Κωνστ. Ο
Ζορμπᾶς Νικόλαος Ο

(Περατωθείσης τῆς ψηφοφορίας καὶ γενομένης διαλογῆς, προέκυψε τὸ κάτωθι ἀποτέλεσμα).

§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 173, εἶπον ΝΑΙ 116,

ΟΧΙ 57.

Συνεπῶς, τὸ ἐν λόγῳ σχέδιον νόμου ἐγένετο δεκτὸν κατ’ ἀρχήν. Κύριοι βουλευταί, ἐπαναλαμβάνω ὅ,τι εἶχον εἴπει, ὅταν ἐκηρύχθη περαιωμένη ἡ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου συζήτησις, ὅτι οἱ ἐγγεγραμμένοι νὰ ὁμιλήσωσιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, θὰ ἔχουν τὴν εὐχέρειαν νὰ ἀναπτύξωσι κἄπως εὐρύτερον τὰς ἀπόψεις των, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 1. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;

§121ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ σήμερον καὶ ὥραν 6 μ.μ., μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 0.55′ π.μ.)

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 35η
2Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 1960
3Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
4(Ὥρα 6.30 μ.μ.)
5§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Βʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Λ. Μπατρῖνος).
6Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα.
7Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Γιαννούσης ζητεῖ 10ήμερον ἄδειαν
8ἀπουσίας προκειμένου ν’ ἀναχωρήσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
9§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται ἐγκρίνεται.
10§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς
11αἰτουμένης ἀδείας.
12Ὁ παρὰ τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ Γενικὸς Ἐπίτροπος
13τῆς Ἐπικρατείας ἀπέστειλεν ἀντίγραφον τῆς ὑπ’ ἀριθ. 33)
141950 πράξεως τοῦ Αʹ Τμήματος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνε-
15δρίου, δι’ ἧς ἐθεωρήθησαν ὑπὸ εὐθύνην τοῦ τέως Ὑφυ-
16πουργοῦ Οἰκισμοῦ κ. Ε. Κεφαλογιάννη τὰ ὑπ’ ἀριθ. 1250,
17διὰ δραχμὰς 7.298,50, τὸ ὑπ’ ἀριθ. 1395, διὰ δραχμὰς
1828.383,30 καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 1411, διὰ δραχμὰς 1444,60
19οἰκον. ἔτους 1960 χρηματικὰ ἐντάλματα ἐπ’ ὀνόματι ὑπαλ-
20λήλων τοῦ Ὑπουργείου τούτου ἀπεσπασμένων εἰς Θήραν
21διὰ τὴν πληρωμὴν ἡμερησίας ἐκτὸς ἕδρας ἀποζημιώσεώς
22των καὶ ζητεῖται ἡ ἔγκρισις τῆς Βουλῆς.
23§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται ἐγκρίνεται.
24§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐγκρίνει. Παρακαλεῖται ὁ
25Γραμματεὺς κ. Γ. Βολουδάκης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς
26τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
27§6Γ. ΒΟΛΟΥΔΑΚΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει).
28Ἡ ἐπὶ τοῦ Ἐμπορίου Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, κατα-
29θέτει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων:
301) «Περὶ κυρώσεως πράξεων τοῦ Ὑ-
31πουργικοῦ Συμβουλίου α) ὑπ’ ἀριθ. 380)
3228.2.1957 περὶ ἀναθέσεως εἰς τὴν Ἀγρο-
33τικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος τῆς διὰ
34λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου συγκεντρώ-
35σεως τῶν εἰς χεῖρας τῶν παραγωγῶν
36ἀπωλήτων καπνῶν ἐσωτερικῆς κατανα-
37λώσεως ἐσοδείας 1955, β) ὑπ’ ἀριθ. 655)
3811.4.1957 περὶ τροποποιήσεως τῆς ὑπ’ ἀ-
39ριθ. 380) 28.2.1957 πράξεως τοῦ Ὑπουργι-
40κοῦ Συμβουλίου, ὅσον ἀφορᾷ τὴν τιμὴν
41ἐξαγορᾶς τῶν καπνῶν, γ) ὑπ’ ἀριθ. 935)
4221.5.1957 περὶ συμπληρώσεως τῆς ὑπὸ
43τῆς ὑπ’ ἀριθ. 380) 28.2.1957 προβλεπομένης
44Ἐπιτροπῆς διαχειρίσεως τῶν καπνῶν,
45δ) ὑπ’ ἀριθ. 1495) 12.8.1957 περὶ τρόπου δια-
46θέσεως εἰς Ἀγροτικὴν Τράπεζαν τῆς
47Ἑλλάδος τῶν ἀναγκαίων διὰ τὴν συγ-
48κέντρωσιν τῶν καπνῶν κεφαλαίων, ε)
49ὑπ’ ἀριθ. 998) 27.5.1957 περὶ ρυθμιστικῆς
50παρεμβάσεως τοῦ Δημοσίου εἰς τὴν ἀ-
51γορὰν καπνῶν ἐσοδείας 1956 μέχρι πο-
52σότητος 1.500.000 ὀκάδων, στ) ὑπ’ ἀριθ.
53118) 24.1.57 περὶ ρυθμίσεως τῆς καπνοκαλ-
54λιεργείας κατὰ τὸ ἔτος 1957, ζ) ὑπ’ ἀ-
55ριθ. 261) 9.2.57 περὶ συμπληρώσεως καὶ
56τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τῆς ὑπ’
57ἀριθ. 118) 9.2.1957 πράξεως τοῦ Ὑπουργι-
58κοῦ Συμβουλίου, η) ὑπ’ ἀριθ. 425) 6.3.1957
59περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως
60τῶν διατάξεων τῆς ὑπ’ ἀριθ. 118) 9.2.1957
61πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου,
62θ) ὑπ’ ἀριθ. 916) 16.5.1957 περὶ ἀπαλλαγῆς
63ἐκ τῶν ὑπὲρ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου
64Πολιτικῶν Ὑπαλλήλων κρατήσεων ἐπὶ
65τῶν πωλήσεων πρὸς τὸ Δημόσιον τῶν ἀ-
66γορασθέντων καπνῶν, ι) ὑπ’ ἀριθ. 1089)
6720.6.1957 περὶ συστάσεως Ἀναθεωρητικῆς
68Ἐπιτροπῆς παραλαβῆς κρατικῶν κα-
69πνῶν, ια) ὑπ’ ἀριθ. 1494) 12.8.57 περὶ τρό-
70που διαθέσεως τῶν ἀναγκαίων κεφαλαί-
71ων διὰ τὴν ἀγοράν, ἀποθήκευσιν, συν-
72τήρησιν καὶ ἐν γένει διαχείρισιν τῶν
73ἀγορασθέντων διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δη-
74μοσίου καπνῶν».
752) «Περὶ παροχῆς προθεσμίας μετα-
76βιβάσεως εἰς τοὺς πρώην δικαιούχους
77τῶν εἰς τὸ Δημόσιον περιελθόντων Γερ-
78μανικῶν σημάτων», καὶ
793) «Περὶ κυρώσεως πράξεων τοῦ Ὑ-
80πουργικοῦ Συμβουλίου α) ὑπ’ ἀριθ. 578)
8112.4.56 «περὶ ἀναθέσεως εἰς τὴν Σ.Ε.Κ.Ε.
82καὶ τὸ καπνεμπόριον τῆς διὰ λογαρια-
83σμὸν τοῦ Δημοσίου συγκεντρώσεως 8
84ἑκατ. ὀκάδων καπνῶν ἐσοδείας 1955», β)
85τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1044)23.6.1956 «περὶ τροπο-
86ποιήσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 578)12.4.1956 πρά-
87ξεως Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅσον
88ἀφορᾷ τὴν συγκεντρωθησομένην διὰ λο-
89γαριασμὸν τοῦ Δημοσίου ποσότητα κα-
90πνῶν αὐξανομένης ἀπὸ 8 ἑκατ. εἰς 10
91ἑκατ. ὀκάδας, γ) τῆς ὑπ’ ἀριθ. 327)12.2.56
92«περὶ ρυθμίσεως τῆς καπνοκαλλιεργεί-
93ας κατὰ τὸ ἔτος 1956» καὶ δ) τῆς ὑπ’ ἀριθ.
94524)30.3.55 «περὶ τρόπου καθορισμοῦ ἀκα-
95ταλλήλων πρὸς καπνοκαλλιέργειαν ἐ-
96δαφῶν καὶ ἄρσεως τῆς ἀπαγορεύσεως
97καπνοκαλλιεργείας εἰς τὰς περιφερεί-
98ας Ν. Θάσου καὶ Ὀρεστιάδος».
99Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Δ. Ἰατρίδης, Δ. Ἰωάννου, Κ. Φρόν-
100τζος, Κ. Παπαγεωργίου, Δ. Χατζηδημητρίου, Π. Πινά-
101τσης, Κ. Βενέτης, Ι. Πωλιουδάκης, Σ. Πολυζωγόπουλος,
102Α. Ψάρρης, Α. Ἀηδονᾶς καὶ Ι. Τζαμπάζης, καταθέτουσι
103τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ γεωργι-
104κῶν κοινωνικῶν ἀσφαλίσεων».
105Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει
106ἀναφορὰν Ὁμοσπονδίας Παντοπωλῶν–Ἐδωδιμοπωλῶν
107καὶ Οἰνοπαντοπωλῶν Ἑλλάδος, αἰτουμένων ρύθμισιν ὑπερε-
108παγγελματισμοῦ, λύσιν θεμάτων Ἀγορανομικοῦ Κώδικος
109κ.λ.π.
110Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Α. Κοκκέβης, καταθέτει ἀνα-
111φορὰν τοῦ Προέδρου Ἐμπορ. Συλλ. Κυπαρισσίας, αἰτοῦντος
112ταχεῖαν ἀντικατάστασιν τῆς βλαβείσης μηχανῆς παραγωγῆς
113ἠλεκτρικοῦ ρεύματος καὶ ἀποκατάστασιν τῆς ἐκ τῆς αἰτίας
114ταύτης διακοπείσης ἠλεκτροδοτήσεως τῆς πόλεως.
115Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Α. Κοκκέβης, καταθέτει
116ἀναφορὰν κατοίκων Κοινότητος Φιλία–Μεσσηνίας, δια-
117μαρτυρομένων διὰ τὴν παράλειψιν ἐπεκτάσεως κατὰ τὸ ἔ-
118τος 1960 ὑπὸ τῆς ΔΕΗ τοῦ ἐξηλεκτρισμοῦ τῆς Κοινότη-
119τός των καὶ αἰτουμένων, ὅπως καταβληθῇ πᾶσα δυνατὴ
120προσπάθεια διὰ τὸν ἐξηλεκτρισμὸν τῆς ἐντὸς τοῦ 1960.
121Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Α. Κοκκέβης, καταθέτει
122ἀναφορὰν Δημοτικῶν–Κοινοτικῶν εἰσπρακτόρων Γαρ-
123γαλιάνων–Τριφυλίας, αἰτουμένων κατοχύρωσιν τῆς θέ-
124σεώς των ἢ τὴν ἔνταξίν των εἰς τὸν νέον Ὀργανισμὸν Ἀ-
125γροτικῶν Ἀσφαλίσεων.
126Ὁ βουλευτὴς Λασηθίου κ. Ε. Κοθρῆς, καταθέτει ἀνα-
127φορὰν Ἐθνικῆς Συνομοσπονδίας Παντοπωλῶν Ἑλλάδος,
128διαμαρτυρομένης διὰ τὴν κρίσιν ἣν ἀντιμετωπίζει ὁ κλά-
129δος των, λόγῳ τοῦ ὑπερεπαγγελματισμοῦ καὶ τῶν γυρολό-
130γων ἐμπόρων καὶ αἰτουμένων λῆψιν μέτρων προστασίας τοῦ
131κλάδου των.
132Ὁ βουλευτὴς Χανίων κ. Π. Πολυχρονίδης, καταθέτει
133ἀναφορὰν τοῦ ἐλαιουργικοῦ Συνεταιρισμοῦ Ρεθύμνης τοῦ
134Σωματείου Ἐλαιοπαραγωγῶν Πλωμαρίου καὶ τοῦ Ἐλαι-
135ουργικοῦ Συνεταιρισμοῦ Πλωμαρίου, αἰτουμένων ἐλευθέ-
136ραν πώλησιν ἐλαίου.
137Ὁ βουλευτὴς Χανίων κ. Π. Πολυχρονίδης, καταθέτει
138ἀναφορὰν τῆς Κεντρικῆς Ἑνώσεως Συνεταιρισμῶν Χα-
139νίων, διαμαρτυρομένης διὰ τῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως λη-
140φθέντων μέτρων ἀγορᾶς ἐλαιολάδου.
141Ὁ βουλευτὴς Χανίων κ. Π. Πολυχρονίδης, καταθέτει
142ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου Ἐλαιοπαραγωγῶν Μυτιλήνης, αἰ-
143τουμένου ἐλευθέραν πώλησιν ἐλαίου.
144Ὁ Μ. Μπούφαλης, Πρόεδρος Ἐθνικοῦ Ἀναμορφωτι-
145κοῦ Κοινωνικοῦ Ἐξωραϊστικοῦ Συλλόγου «Ο ΚΟΔΡΟΣ»
146διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἀντίδρασιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως,
147διὰ τὴν μὴ ψήφισιν νομοσχεδίου ἐξυγιαντικῶν ἔργων, ὡς
148τῆς ἀποχετεύσεως κλπ.
149Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ν. Κιτσίκης, Π. Καπνίσης καὶ Ι.
150Εὐαγγελίδης, καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Γενικοῦ Ἐπιμελη-
151τηρίου Ἑλλάδος, διαμαρτυρομένου διὰ τὸ ἀποδοθὲν εἰς αὐ-
152τὸ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι διετύπωσε γνώμην ἐπὶ τῶν
153ὅρων συμβάσεως, περὶ ἱδρύσεως βιομηχανίας ἀλουμινίου,
154καθὼς καὶ διὰ τὸν ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἐπὶ τοῦ Συντο-
155νισμοῦ διατυπωθέντα ἀπαράδεκτον χαρακτηρισμὸν τοῦ Τ.
156Ε.Ε., ὡς Συνελεύσεως ἀνευθύνων.
157Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Θ. Κεραμιτσιόγλου καὶ Ο. Ἀντώνο-
158γλου, διαμαρτύρονται δι’ ἀφαίρεσιν καὶ ἐξαφάνισιν ἐπι-
159γραφῆς Γραφείων Κόμματος ΕΔΑ Διδυμοτείχου καὶ αἰ-
160τοῦσι τὴν ἀνακάλυψιν καὶ τιμωρίαν τῶν δραστῶν.
161Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Κ. Τζιτζικώστας καὶ Ι. Σπαθάρης,
162καταθέτουν ἀναφορὰν ἀποστράτων καὶ ἐφέδρων ὁπλιτῶν
163Χωροφυλακῆς ἀπολυθέντων ἐπὶ κατοχῆς καὶ μὴ λαβόντων
164τὸ ἐκ τοῦ Τ.Α.Ο.Χ. βοήθημα, συμφώνως τῷ Νόμῳ 884)27
165ἄρθρ. 10 ἐδ. 1, αἰτουμένων τροποποίησιν καὶ συμπλήρωσιν
166τοῦ Ν. 1583)50, ἐπὶ τῷ τέλει καταβολῆς τοῦ ὑπὸ τοῦ νό-
167μου προβλεπομένου βοηθήματος.
168Οἱ Δ. Μάρκος, Ι. Μάρκος κλπ., γεωργοκτηνοτρόφοι συν-
169οικισμοῦ Τσουκαλάδων–Λεβαδείας, αἰτοῦν νέαν ἀπαλλο-
170τρίωσιν ἐκτάσεως 11.000 στρεμμάτων ἀνηκόντων εἰς Μο-
171νὴν Ἱερουσαλήμ, ἐπὶ τῷ τέλει διαβιώσεως οἰκογενειῶν καὶ
172ποιμνίων τῶν ἐν λόγῳ γεωργοκτηνοτρόφων.
173Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Α. Κακογιάννης, Γ. Παπαγεωργίου
174καὶ Δ. Σπυρίδης, καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Πανελληνίου
175Φαρμακευτικοῦ Συλλόγου, αἰτουμένου προστασίαν τῶν φαρ-
176μακοποιῶν ἐκ τοῦ ἀθεμίτου ἀνταγωνισμοῦ καὶ ἐπαναφο-
177ρὰν τῶν καταργηθεισῶν διατάξεων τοῦ Α. Ν. 1935 «περὶ
178διατιμήσεως φαρμάκων κλπ».
179Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Αὐγερόπουλος, Μ. Σβώλου, Ι.
180Εὐαγγελίδης, Ν. Κιτσίκης, Σ. Ἡλιόπουλος καὶ Δ. Για-
181χνῆς, καταθέτουν ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Ἐξωραϊστικῶν
182Ἐκπολιτιστικῶν Συλλόγων Ἀθηνῶν–Προαστίων, αἰ-
183τουμένης ἀνάκλησιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 111)60 Π.Υ.Σ., ὡς μέ-
184τρου ἀντιπροσφυγικοῦ κλπ.
185Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Σπηλιόπουλος, Δ. Παπαθανασό-
186πουλος καὶ Α. Κολαμπᾶς, καταθέτουν ἀναφορὰν τῆς Ἑται-
187ρείας Προστασίας Ἀνηλίκων Πατρῶν, αἰτουμένης θέσπι-
188σιν κυρώσεων κατὰ παραβατῶν κινηματογραφικῶν ἀκα-
189ταλλήλων ταινιῶν κλπ.
190Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δ. Κελτεμλίδης, Γ. Εὐαγγέλου, Ε.
191Γιαρένης καὶ Β. Ἐφραιμίδης, καταθέτουν ἀναφορὰν ἀνέρ-
192γων ὁδηγῶν αὐτοκινήτων Θεσσαλονίκης, αἰτουμένων μείω-
193σιν τοῦ ὁρίου συνταξιοδοτήσεως εἰς τὸ 55ον ἔτος, ἀποσυμ-
194φόρησιν τοῦ κλάδου κ.ἄ.
195Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει
196ἀναφορὰν ἐξυγιαντικοῦ Συλλόγου Ἀθηνῶν καὶ Προαστί-
197ων, αἰτουμένων κάλυψιν ρεμάτων Ποδονίφτη, Κηφισσοῦ
198κ.λ.π.
199Ὁ Δ. Οἰκονόμου, τέως βουλευτής, ὑποβάλλει στοιχεῖα
200διὰ ἀναληθῆ καὶ συκοφαντικὴν ὁμιλίαν κατ’ αὐτοῦ ἐν τῇ
201Βουλῇ τὴν 15ην Ὀκτωβρίου, τοῦ βουλευτοῦ Π. Καλιγ-
202κάτση.
203Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Δ. Παπαθανασόπουλος, Γ. Σπηλιό-
204πουλος, Α. Μπριλλάκης καὶ Α. Κολαμπᾶς, καταθέτουν ἀνα-
205φορὰν κατοίκων Ρωγῶν Ἀχαΐας θυμάτων τῆς Γερμανικῆς
206Κατοχῆς καὶ αἰτουμένων ἀποζημίωσιν ὅλων τῶν θυμάτων
207τῆς ναζιστικῆς θηριωδίας ἐκ τοῦ ὑπὸ τῆς Δυτικῆς Γερμα-
208νίας, κατὰ τὴν πρὸ ἔτους περίπου ὑπογραφεῖσαν συμφω-
209νίαν, παρασχεθέντος ὑπὲρ αὐτῶν ποσοῦ.
210Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει
211ἀναφορὰν Ἐθνικῆς Γενικῆς Συνομοσπονδίας Τραυματιῶν
212Πολεμιστῶν Ἑλλάδος Ν. 751–1836, αἰτουμένης τὴν μὴ
213κατάργησιν κεκτημένων δικαιωμάτων τῶν μελῶν της διὰ
214τοῦ ὑπὸ κατάρτισιν σχετικοῦ νομοσχεδίου.
215Ὁ βουλευτὴς Ἰωαννίνων κ. Μ. Χριστογεῶργος, διαμαρ-
216τύρεται δι’ ἀφαίρεσιν ἐντύπου κομματικοῦ ὑλικοῦ ἀπὸ Γρα-
217φεῖα ΕΔΑ Λευκάδος, κατόπιν χρησιμοποιήσεως ἀντικλεί-
218δων κλπ.
219Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Γ. Μπακατσέλος, κατα-
220θέτει ἀναφορὰν ἀποστράτων καὶ ἐφέδρων ὁπλιτῶν Χωρο-
221φυλακῆς, ἀπολυθέντων ἐπὶ Κατοχῆς καὶ μὴ λαβόντων τὸ
222ἐκ τοῦ Τ.Α.Ο.Χ. βοήθημα, συμφώνως τῷ Ν. 884)1927
223ἄρθρ. 10 ἐδάφ. 1, αἰτουμένων τροποποίησιν καὶ συμπλή-
224ρωσιν Ν. 1583)50 ἐπὶ τῷ τέλει καταβολῆς καὶ εἰς αὐτοὺς
225τοῦ βοηθήματος τοῦ ὑπὸ τοῦ νόμου προβλεπομένου.
226Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Χ. Γραμματίδης, καταθέτει
227ἀναφορὰν Ἐθνικῆς Ὁμοσπονδίας Ἀναπήρων καὶ Θυμά-
228των Πολέμου Θεσσαλίας, αἰτουμένης διὰ μίαν τετραετίαν
229ἀναστολὴν ἐπιστροφῆς στεγαστικῶν δανείων.
230Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς καὶ Νήσων κ. Ι. Ὀρφανός,
231καταθέτει ἀναφορὰν τῶν λεμβούχων Ὕδρας, αἰτουμένων
232ἀποζημίωσιν λόγῳ καταργήσεως τοῦ ἐπαγγέλματός των, κα-
233τόπιν τοῦ πλευρίσματος τῶν ἀτμοπλοίων.
234Ὁ Νικόλαος Σωτηρίου, Δήμαρχος Ἡρακλείας, ὡς ἐκ-
235πρόσωπος τοῦ Συνεδρίου Ἑνώσεως Δήμων καὶ Κοινοτή-
236των Σερρῶν, διερμηνεύει τὰς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν εὐχα-
237ριστίας τοῦ ἐν λόγῳ Συνεδρίου, διὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ νο-
238μοσχεδίου ἀγροτικῶν ἀσφαλίσεων.
239§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Κ. Μα-
240κρῆς, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνε-
241δριάσεως.
242§8Κ. ΜΑΚΡΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει).
243(Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
244§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγου-
245μένης συνεδριάσεως.
246Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
247ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
248ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
249Συνεχίζεται ἡ συζήτησις τῶν πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν Συγ-
250κοινωνιῶν καὶ Δημοσίων Ἔργων ἀπευθυνομένων ἀναφο-
251ρῶν καὶ ἐρωτήσεων.
252Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν κ. κ. Παπαδημητρίου, Μπενᾶ, Κα-
253ρακουλουξῆ καὶ Μπριλλάκη, σχετικῶς μὲ τὴν ἀπαγόρευσιν
254ἀποθηκεύσεως εὐφλέκτων ὑλῶν εἰς τὴν περιοχὴν Κερατσι-
255νίου, ὁ κ. Ι. Παπαδημητρίου ἔχει τὸν λόγον.
256§10Ι. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ Δῆμος
257Κερατσινίου, οἱ Ἐξωραϊστικοὶ Σύλλογοι, τὰ Φιλανθρωπι-
258κὰ καὶ ἄλλα Σωματεῖα τοῦ Δήμου Κερατσινίου, διαμαρτύ-
259ρονται, διότι ὁ ΟΛΠ ἐπιμένει νὰ τοποθετήσῃ εὐφλέκτους
260καὶ ἐκρηκτικὰς ὕλας εἰς τὴν περιοχὴν τοῦ Δήμου Κερα-
261τσινίου. Ἡ ἐπιμονὴ αὕτη τοῦ ΟΛΠ ἔχει προκαλέσει με-
262γάλην ἀνησυχίαν καὶ ἀγανάκτησιν εἰς τοὺς κατοίκους Κε-
263ρατσινίου, λόγῳ τῶν σοβαρῶν κινδύνων ἐκ τῆς τοιαύτης
264ἐναποθηκεύσεως.
265Βεβαίως, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Δημοσίων Ἔργων, εἶχε
266δώσει τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι δὲν θὰ τοποθετηθοῦν ἐκεῖ ἐκρη-
267κτικαὶ ὕλαι. Ἐν τούτοις, ὅμως, ὁ ΟΛΠ ἐνεργεῖ καὶ πά-
268λιν διὰ τὴν τοποθέτησιν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν εἰς τὴν περὶ ἧς
269ὁ λόγος περιοχήν, γεγονὸς τὸ ὁποῖον εὐλόγως ἀνησυχεῖ
270τοὺς κατοίκους τῆς περιοχῆς. Θὰ πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ
271διαβεβαιώσῃ τοὺς ἐνδιαφερομένους κατοίκους, ὅτι δὲν πρό-
272κειται νὰ ἐναποθηκευθοῦν εὔφλεκτοι καὶ ἐκρηκτικαὶ ὕλαι,
273αἱ ὁποῖαι εἶναι φυσικὸν νὰ θέσουν εἰς κίνδυνον τὴν ὅλην
274περιοχήν.
275§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ἡ κ. Ε. Μπενᾶ.
276§12Ε. ΜΠΕΝΑ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι φυσικόν, ἡ πλη-
277ροφορία περὶ ἐναποθηκεύσεως ἐκρηκτικῶν καὶ εὐφλέκτων
278ὑλῶν εἰς τὴν περιοχὴν τοῦ Κερατσινίου νὰ ἐμβάλῃ εἰς ζωη-
279ρὰν ἀνησυχίαν τοὺς κατοίκους τῆς ἐν λόγῳ περιοχῆς, διότι
280ἐνθυμοῦνται τὴν πρὸ διετίας γενομένην ἔκρηξιν εἰς τὸ Πέ-
281ραμα. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς θὰ πρέπει νὰ ἐπαναλά-
282βῃ τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν εἶχε δώσει πέρυσιν εἰς τοὺς
283κατοίκους, νὰ λάβῃ τὰ ἀναγκαῖα μέτρα, καὶ νὰ ὑποδείξῃ
284εἰς τὸν ΟΛΠ νὰ μὴ ἐφαρμόσῃ τὴν ἀπόφασίν του περὶ ἐνα-
285ποθηκεύσεως εὐφλέκτων ὑλῶν εἰς τὴν ἐν λόγῳ περιοχήν.
286§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Δ. Καρακουλουξῆς.
287§14Δ. ΚΑΡΑΚΟΥΛΟΥΞΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, συνιστῶ καὶ
288ἐγὼ τὴν ἀναφορὰν καὶ παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργόν, ὅπως
289εὑρεθῇ κατάλληλον μέρος διὰ τὴν ἐναποθήκευσιν τῶν ὑλῶν
290αὐτῶν, ὥστε νὰ ἀποφεύγωνται τὰ ἐνδεχόμενα δυστυχή-
291ματα.
292§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς Συγκοιν. καὶ Δημοσίων
293Ἔργων, ἔχει τὸν λόγον.
294§16Σ. ΓΚΙΚΑΣ. (Ὑπ. Συγκοιν. καὶ Δημοσίων Ἔργων).
295Ὡς ἐδήλωσα καὶ πέρυσι, δὲν γεννᾶται θέμα ἀποθηκεύσε-
296ως ἐκρηκτικῶν ὑλῶν εἰς τὴν περιοχὴν Κερατσινίου. Δη-
297μιουργεῖται μόνον θέμα εὐφλέκτων ὑλῶν καὶ ἐξετάζεται
298ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων παραγόντων ἡ θέσις καὶ ὁ τόπος τῆς
299κατασκευῆς τῶν ἀποθηκῶν, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ περίπτω-
300σις κινδύνου ἐκ τῆς ἀποθηκεύσεως τῶν εὐφλέκτων ὑλῶν.
301§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Καθαροσπόρης ἔχει τὸν λό-
302γον ἐπὶ ἐρωτήσεώς του, ἀφορώσης αἰτήματα τοῦ Δημοτι-
303κοῦ Συμβουλίου Χαλκίδος.
304§18Ν. ΚΑΘΑΡΟΣΠΟΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ Δημοτι-
305κὸν Συμβούλιον Χαλκίδος δι’ ἐπανειλημμένων ἀποφάσεών
306του διεμαρτυρήθη διὰ τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς Χαλκίδος καὶ
307γενικώτερον τῆς Εὐβοίας, ἡ ὁποία μαστίζεται ἀπὸ δεινὴν
308οἰκονομικὴν κρίσιν, ἡ ὁποία πλήττει τόσον τὴν ἐργατικὴν
309τάξιν, ὅσον καὶ τὴν τάξιν τῶν ἐπαγγελματοβιοτεχνῶν. Με-
310ταξὺ τῶν αἰτημάτων, εἶναι καὶ τὸ περὶ ἀποπερατώσεως
311τῶν ἐσωτερικῶν ὁδῶν τοῦ Νομοῦ, ὅσον καὶ κυρίως τῆς ἐθνι-
312κῆς ἀρτηρίας Χαλκίδος–Λουτρῶν Αἰδηψοῦ, ἥτις ἐξυ-
313πηρετεῖ 100 καὶ πλέον Κοινότητας, εὑρισκομένας εἰς τὸ
314Βόρειον τμῆμα τῆς νήσου καὶ κατὰ μῆκος τῆς ὁδοῦ. Τῆς
315ἐν λόγῳ ὁδοῦ ἔχει κατασκευασθῆ τμῆμα μόνον μήκους 30
316χιλιομέτρων καὶ κατὰ τὸ ὑπόλοιπον ἐγκατελείφθη αὕτη καὶ
317ἔχει καταστῆ ἀδιάβατος. Κύριε Πρόεδρε, ἡ πόλις τῆς Χαλ-
318κίδος εὑρίσκεται σήμερον, οὐσιαστικῶς, ἀποκεκομμένη ἀπὸ
319τὰ δύο ἄκρα τῆς νήσου (Βόρειον καὶ Νότιον), ἀκριβῶς,
320λόγῳ τοῦ ἀνυπάρκτου ὁδικοῦ δικτύου καὶ τῆς ἀθλίας κατα-
321στάσεως τῆς ἀνωτέρω ἐθνικῆς ὁδοῦ, μὲ σοβαρώτατον ἀντί-
322κτυπον ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως. Ἐπὶ πλέον, ἡ
323ἀποπεράτωσις τῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ Χαλκίδος–Λουτρῶν Αἰ-
324δηψοῦ, θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀξιοποίησιν τουριστικῶς τῆς
325Βορείου Εὐβοίας, ἡ ὁποία ὁμολογουμένως εἶναι ἀπὸ τὰς
326πλέον ἀξιολόγους τῆς Ἑλλάδος. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουρ-
327γόν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν σκέπτεται καὶ πότε
328νὰ ὁλοκληρώσῃ τὴν κατασκευὴν τῆς ἐν λόγῳ ὁδοῦ.
329§19Μ. ΚΑΝΙΑΡΗΣ. Συνηγορῶ καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε, καὶ
330παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ μεριμνήσῃ διὰ τὴν ἱκανο-
331ποίησιν τοῦ αἰτήματος τοῦ Δήμου Χαλκιδέων.
332§20Σ. ΓΚΙΚΑΣ. (Ὑπ. Συγκοιν. καὶ Δημοσίων Ἔργων).
333Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ἐὰν εἴχομεν τὴν δυνατότητα τῆς ἐκ-
334τελέσεως ὅλων τῶν ἔργων, τῶν ὁποίων πράγματι εἶναι ἀ-
335ναγκαία ἡ ἐκτέλεσις. Αὐτό, ὅμως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γί-
336νῃ καὶ δι’ αὐτὸ προχωροῦμεν μὲ γνώμονα νὰ ἱκανοποιοῦν-
337ται συμμέτρως αἱ ἀνάγκαι ὅλων τῶν περιφερειῶν.
338Δὲν δέχομαι, ὅτι ἔγινε δυσμενὴς μεταχείρισις διὰ τὴν
339Εὔβοιαν. Δύναμαι νὰ εἴπω, ἀντιθέτως, ὅτι ἔχει περατωθῆ
340ἡ κατασκευὴ τῆς προβλῆτος τῆς Αἰδηψοῦ, ἐδημοπρατήθη
341ἡ προβλὴς Χαλκίδος, ὡς καὶ γέφυρα Χαλκίδος. Κατασκευά-
342ζεται ἡ γέφυρα Λήλαντος, προϋπολογισμοῦ 2.300.000 δρα-
343χμῶν. Διὰ τὴν συνέχισιν τῆς κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ Χαλκί-
344δος–Αἰδηψοῦ διετέθη ἐφέτος 1½ ἑκατ., οὕτως ὥστε
345νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ 52ον χιλιόμετρον. Ἀκόμη, διετέθη
346ἰδιαιτέρα πίστωσις, διὰ τμῆμα τῆς ὁδοῦ Χαλκίδος–Λυ-
347κούρων καὶ ὡλοκληρώθη ἡ κατασκευὴ τῶν ὁδῶν πρὸς Κά-
348ρυστον καὶ Κύμην καὶ ἐτέθη εἰς λειτουργίαν λεωφορειακὴ
349γραμμή. Συμπληρωματικῶς σᾶς ἀναφέρω, ὅτι ἡ χάραξις
350τοῦ αὐτοκινητοδρόμου Ἀθηνῶν–Συνόρων ἐπηρεάσθη
351ἀπὸ τὰς ἀνάγκας τῆς περιφερείας Χαλκίδος.
352§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Σωτηρίου ἔχει τὸν λόγον, ἐπὶ
353ἐρωτήσεώς του, σχετικῆς μὲ τὴν ὕδρευσιν κωμοπόλεων πε-
354ριοχῆς Ἀττικῆς.
355§22Κ. ΣΩΤΗΡΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, πολλὰ χωρία τῆς Ἀτ-
356τικῆς καὶ κυρίως τῶν Μεσογείων, ὑποφέρουν ἀπὸ ἔλλειψιν
357νεροῦ, λόγῳ τῆς παρατηρηθείσης τὸν τελευταῖον καιρὸν
358μεγάλης ἀνομβρίας. Ἰδιαιτέρως, εἰς τὸ Λιόπεσι, ἡ ἔλλει-
359ψις εἶναι τρομακτικὴ καὶ ἐσημειώθησαν καὶ ἀρκετὰ κρού-
360σματα τύφου, ὡς εἶναι φυσικόν, διότι ἐκ τῶν βόθρων ἐμο-
361λύνθησαν ὡρισμένα πηγάδια. Ζητοῦν, λοιπόν, οἱ κάτοικοι
362νὰ τροφοδοτηθοῦν μὲ νερὸ τῆς Οὖλεν, ἡ δὲ Κοινότης δια-
363θέτει ποσὸν 4 ἑκατ. διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῶν σωλήνων.
364Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργόν, νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ πρόβλη-
365μα μὲ ὅλην τὴν σοβαρότητα ποὺ τοῦ ἀξίζει, διότι ἐπὶ τέ-
366λους ἡ Οὖλεν δὲν ἔχει μόνον δικαιώματα, ἀλλὰ καὶ ὑπο-
367χρεώσεις.
368§23Μ. ΣΒΩΛΟΥ. Συνιστῶ καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε, τὴν ἱκα-
369νοποίησιν τοῦ αἰτήματος.
370§24Σ. ΓΚΙΚΑΣ. (Ὑπ. Συγκοιν. καὶ Δημοσίων Ἔργων).
371Πράγματι, παρουσιάζεται μείωσις τοῦ ὕδατος εἰς τὰ χω-
372ρία, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κ. συνάδελφος. Ὡς πρὸς τὸν
373τύφον, δὲν ἦτο αἰτία, ὡς ἀνέφερε τὸ Ὑπουργεῖον Προ-
374νοίας, ἡ μόλυνσις τοῦ ὕδατος. Τὸ θέμα ἐπεκτάσεως τοῦ
375δικτύου ὑδρεύσεως προσκόπτει εἰς πολλὰς τεχνικὰς δυσχε-
376ρείας καὶ τοῦτο, διότι καὶ οἱ τροφοδοτικοὶ ἀγωγοὶ καὶ αἱ
377ὑδατοδεξαμεναὶ καὶ τὰ ἀντλιοστάσια καὶ τὰ διϋλιστήρια
378ἔγιναν μὲ σκοπὸν τὴν ὕδρευσιν τῆς περιοχῆς τέως Διοική-
379σεως Πρωτευούσης, μέγα τμῆμα τῆς ὁποίας δὲν ἔχει εἰσέτι
380ὑδρευθῆ. Ἑπομένως, ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν ὑφίστανται
381προϋποθέσεις ἐπεκτάσεως τοῦ δικτύου ὑδρεύσεως, διὰ λό-
382γους τεχνικούς.
383§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρελθούσης τῆς ὥρας τῆς συζητή-
384σεως ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων, εἰσερχόμεθα εἰς
385τὴν
386ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
387Α) Ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς ἐπὶ αἰτήσεων ἄρσεως ἀσυ-
388λίας βουλευτῶν.
389Ἀθανασάκου Ε., κατηγορουμένου ἐπὶ συκοφαντικῇ δυσφη-
390μήσει διὰ τοῦ Τύπου.
391Γιαρένη Ε., κατηγορουμένου ἐπὶ παραβάσει τοῦ ἄρθρου
392182 τοῦ Π. Κ.
393Γλιγλῆ Π., κατηγορουμένου ἐπὶ παραβάσει τῶν ἄρθρων
394386 Π. Κ. καὶ 79 τοῦ Ν. 5960 «περὶ ἐπιταγῆς».
395Δεληγιαννίδη Α., κατηγορουμένου ἐπὶ σωματικαῖς κακώ-
396σεσι δι’ αὐτοκινήτου.
397Ἐφραιμίδη Β., κατηγορουμένου ἐπὶ συκοφαντικῇ δυσφη-
398μήσει διὰ τοῦ Τύπου.
399Κανιάρη Μ., κατηγορουμένου ἐπὶ ἐξυβρίσει καὶ περιϋ-
400βρίσει τῆς Ἀρχῆς.
401Κεραμιτσιόγλου Θ., κατηγορουμένου ἐπὶ ἐξυβρίσει καὶ
402ἐπὶ ἀπειλαῖς.
403Κεραμιτσιόγλου Θ., κατηγορουμένου ἐπὶ ἐξυβρίσει κλπ.
404Κεραμιτσιόγλου Θ., κατηγορουμένου ἐπὶ ἐξυβρίσει καὶ
405ἀπειλῇ.
406Κεραμιτσιόγλου Θ. καὶ Ρήγα Ε., κατηγορουμένων ἐπὶ
407ἐξυβρίσει κλπ.
408Κεραμιτσιόγλου Θ. καὶ Ρήγα Ε., κατηγορουμένων ἐπὶ
409ἐξυβρίσει κλπ.
410Μπρεδήμα Η., κατηγορουμένου περὶ συκοφαντικῇ δυ-
411σφημήσει καὶ ἐπὶ ἐξαπατήσει τῶν ἐκλογέων.
412Μπρεδήμα Η., Ἐφραιμίδη Β. καὶ Παπαδημητρίου Ι.,
413κατηγορουμένων ἐπὶ προσβολῇ τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βα-
414σιλίσσης καὶ δυσφημήσει αὐτῶν (ἄρθρον 168 παρ. 2 Π.
415Κ. καὶ 46 τοῦ Α. Ν. 1092)1938).
416§26Η. ΗΛΙΟΥ. Ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ πρέπει νὰ γίνῃ μία
417ἀνάπτυξις τῶν ἀπόψεων.
418§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως. Ἀλλὰ ἀπὸ μέρους τῶν ἐνδια-
419φερομένων. Συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ δὲν διεξάγεται. Μόνον
420οἱ ἐνδιαφερόμενοι δύνανται νὰ λάβουν τὸν λόγον.
421§28Η. ΗΛΙΟΥ. Νὰ μὲ συγχωρῆτε, κ. Πρόεδρε, ἀλλὰ διε-
422ξάγεται συζήτησις. Ὑπάρχει παγία τακτική, ἀφ’ ἧς ὑπάρ-
423χει Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον. Θέλω δὲ νὰ ὑπενθυμίσω, ὅτι
424ὑπὸ τὴν Προεδρίαν σας εἰς τὴν προηγουμένην τετάρτην
425περίοδον διεξήχθη εὐρυτάτη συζήτησις καὶ ἐπὶ τῆς αἰτή-
426σεως τῆς ἄρσεως ἀσυλίας κατὰ τοῦ ἀειμνήστου Γεωργίου
427Καρτάλη καὶ τοῦ κ. Τζαννετάκη καὶ ἐπὶ αἰτήσεως ἄρσεως
428ἀσυλίας κατὰ τῶν κ.κ. Μητσοτάκη καὶ Πιστολάκη, ἐπὶ τῆς
429ὁποίας ἡ συζήτησις κατέλαβεν ὁλόκληρον τὴν συνεδρίασιν.
430Κατὰ τὰς συζητήσεις αὐτὰς ἐξηνέχθησαν γνῶμαι καὶ ἐκ
431μέρους ἀρχηγῶν Κομμάτων καὶ ἐκ μέρους βουλευτῶν, ἀνε-
432ξαρτήτως τῶν ἐξηγήσεων, τὰς ὁποίας ἐκλήθησαν νὰ δώ-
433σουν οἱ ἐνδιαφερόμενοι. Δηλαδή, δὲν ζητῶ κἄτι τι, τὸ ὁ-
434ποῖον ἀποτελεῖ καινοτομίαν. Εἶναι κάτι τι παγίως καθιερω-
435μένον καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν φυσικὰ ἡ Βουλὴ νὰ καλῆται
436νὰ λάβῃ ἀποφάσεις καὶ νὰ ἀποκλείεται ἡ ἐνώπιον τῆς Βου-
437λῆς συζήτησις περὶ τοῦ περιεχομένου τῶν ἀποφάσεων.
438§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν λέγει τίποτε σχετικῶς ὁ Κανονισμός.
439Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει καὶ κανεὶς λόγος νὰ γίνῃ ἐξ ὑφαρπαγῆς
440ψηφοφορία. Τὸ ἄρθρον 42 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς
441λέγει, ὅτι διεξάγεται ψηφοφορία ἐπὶ αἰτήσεως ἄρσεως ἀσυ-
442λίας. Δὲν λέγει, ὅτι γίνεται συζήτησις. Βεβαίως, οἱ ἐνδια-
443φερόμενοι, νομίζω, ὅτι ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσουν.
444Παρ’ ὅλον, ὅτι ἐκ τῆς προσφυγῆς μου εἰς τὰ πρακτικὰ
445τῶν τελευταίων ἐτῶν, ἀνεῦρον τρεῖς τοὐλάχιστον περιπτώ-
446σεις κατὰ τὰς ὁποίας ἐγένετο ψηφοφορία ἐπὶ αἰτήσεων τῆς
447Εἰσαγγελικῆς Ἀρχῆς, περὶ ἀδείας διώξεως χωρὶς νὰ διε-
448ξαχθῇ οὐδεμία συζήτησις, μὴ ἐξαιρουμένης οὐδὲ τῆς περι-
449πτώσεως Παπαεμμανουήλ.
450§30Η. ΗΛΙΟΥ. Νομίζω, ὅτι ἐφ’ ὅσον μὲν θὰ ἤθελον οἱ ἐν-
451διαφερόμενοι ἢ τινὲς ἐξ αὐτῶν νὰ παράσχουν ἐξηγήσεις εἰς
452τὴν Βουλήν, θὰ ἔπρεπε νὰ προηγηθοῦν, ἄλλως τοιούτου
453θέματος μὴ ὑπάρχοντος, ζητῶ τὸν λόγον.
454§31Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἴσως πρακτικὸν θὰ ἦτο νὰ ἀνεγι-
455νώσκοντο μία πρὸς μία αἱ αἰτήσεις, ὥστε νὰ ἴδωμεν ἐπὶ
456ποίας ὑποθέσεως θὰ γίνῃ συζήτησις καὶ ἐπὶ ποίας δὲν θὰ
457γίνῃ.
458§32ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὑπάρχει ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις.
459§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ἠλιοῦ εἶ-
460ναι δυνατὸν νὰ συνέβη μία δύο φοράς. Ἀλλὰ ὡς σᾶς εἶπον,
461ὑπάρχουν προηγούμενα, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐγένετο μόνον ψη-
462φοφορία, ἄνευ οὐδεμιᾶς συζητήσεως. Ἑπομένως, ἐάν τις ἐκ
463τῶν ἐνδιαφερομένων θέλῃ νὰ λάβῃ τὸν λόγον, θὰ ὁμιλήσῃ
464πρὸ τῆς ψηφοφορίας. Αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα.
465§34Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δι’ αὐτὸ σᾶς εἶπον, ὅτι εἶναι πρα-
466κτικὸν νὰ ἀναγνωσθοῦν μία πρὸς μία, ἐπειδὴ εἶναι 14. Πι-
467θανὸν ἐκ τῶν 13 νὰ μὴ ὑπάρχῃ θέμα συζητήσεως.
468§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει.
469§36Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Μολονότι ἐπί τινων ἐκ τῶν 13 αὐ-
470τῶν ὑπάρχει πρότασις παραπεμπτική, διότι ὅταν εἶναι ἀπορ-
471ριπτικὴ ἡ εἰσήγησις πιθανὸν νὰ μὴ ὑπάρχῃ θέμα συζητή-
472σεως, ἠμπορεῖ ἐπὶ μιᾶς ἢ δύο νὰ ὑπάρχῃ θέμα, διατὶ νὰ μὴ
473λάβωμεν γνῶσιν αὐτῶν, ὥστε νὰ ἠξεύρωμεν ἐπὶ ποίας θὰ
474συζητήσωμεν;
475§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ τὰς ἀναγνώσω. Δὲν ἀρ-
476νοῦμαι, ἀλλὰ δὲν ἠμπορῶ νὰ δικονομήσω. Δὲν τὰς εἰσάγω
477πρὸς συζήτησιν, διότι δὲν λέγει τοῦτο ὁ Κανονισμός, ἀλλὰ
478πρὸς ψηφοφορίαν. Θὰ δώσω τὸν λόγον μόνον εἰς ἐκεῖνον,
479ὁ ὁποῖος θὰ θελήσῃ νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις ἐπὶ τῆς κατ’ αὐτοῦ
480κατηγορίας.
481§38Η. ΗΛΙΟΥ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, κ. Πρόεδρε, ἔχω
482νὰ εἴπω τὰ ἀκόλουθα:
483Πρῶτον, ἡ παγία πρᾶξις καὶ τῶν Ἑλληνικῶν Βουλῶν,
484ἀφ’ ὅτου ὑπάρχει Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα εἰς τὴν Ἑλ-
485λάδα, καὶ τῶν ἀλλοδαπῶν, ἔχει καθιερώσει ὡρισμένας ἀρ-
486χάς, διὰ τὰς ὁποίας θὰ ὁμιλήσω καὶ ἐγὼ ἐν συνεχείᾳ, ἀλλὰ
487νομίζω, ὅτι ἐπειδὴ ὅλη αὐτὴ ἡ εἰδικὴ πρόνοια τοῦ Συνταγ-
488ματικοῦ Νομοθέτου νὰ προσπαθήσῃ νὰ προστατεύσῃ, ὄχι τὸ
489πρόσωπον τοῦ βουλευτοῦ, ἀλλὰ τὸν δημόσιον ἔλεγχον, εἴτε
490τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, εἴτε τῆς διαδικαστικῆς Ἐξου-
491σίας, εἴτε τῆς πλειοψηφίας καὶ ὅλον αὐτὸ τὸ σύστημα τὸ
492ὁποῖον καθιέρωσε τὴν διαδικασίαν τῆς αἰτήσεως ἄρσεως
493ἀσυλίας, διὰ τοῦ ἄρθρου 63 τοῦ Συντάγματος, προϋπόθε-
494σιν ἔχει ἕνα ἀποχωρισμὸν τοῦ θέματος τῆς ἄρσεως ἢ μὴ
495ἄρσεως τῆς ἀσυλίας ἀπὸ οἱανδήποτε βλέψιν, καὶ τοῦτο συνε-
496τέλεσεν εἰς τὴν διαμόρφωσιν τῆς ἀκολούθου διαδικαστι-
497κῆς, ἀλλὰ θεμελιώδους ἀρχῆς, ὅτι αἰτήσεις ἄρσεως ἀσυλίας
498εἰσάγονται εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς πρὸς συζήτησιν καὶ εἰς τὴν
499Βουλὴν πρὸς ἀπόφασιν, κατὰ τὴν σειρὰν τῆς αἰτήσεως ἄρ-
500σεως ἀσυλίας ἐκ μέρους τῶν καταδιωκτικῶν, ἐκ μέρους τῶν
501Εἰσαγγελικῶν Ἀρχῶν. Δυστυχῶς, κ. Πρόεδρε, εἶναι ὑπο-
502χρεωμένη ἡ πλευρὰ αὐτὴ νὰ διαπιστώσῃ, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ
503εἰσήχθησαν ἐκ τῶν ἐκκρεμουσῶν δύο ἀπορριπτέαι αἰτήσεις
504ἄρσεως ἀσυλίας Κυβερνητικῶν βουλευτῶν, διὰ νὰ ἐπιλε-
505γοῦν ὕστερον πολλαὶ μεταγενέστεραι αἰτήσεις ἄρσεως ἀσυ-
506λίας βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἰδίως τῆς παρα-
507τάξεώς μας, κατὰ κύριον λόγον, ἐνῷ παλαιότεραι αἰτήσεις
508ἄρσεως ἀσυλίας βουλευτῶν τῆς Κυβερνητικῆς παρατάξε-
509ως, αἱ ὁποῖαι εἶναι καταχωρημέναι ἀπὸ τοῦ Ἰουνίου τοῦ
5101958, δὲν εἰσήχθησαν. Δὲν θὰ ἤθελον νὰ προχωρήσω πάρα
511πέρα. Νομίζω, ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος, ὁ ἀξιότιμος κ.
512Πρόεδρος τῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπῆς, θὰ ἤθελε
513νὰ διαφωτίσῃ τὸ Σῶμα.
514§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως, διὰ τὴν κρίσιν τῆς Ἐπιτροπῆς
515ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἐπὶ τῆς οὐσίας, δὲν φέρω ἐγὼ τὴν
516εὐθύνην. Τὸ Προεδρεῖον φέρει τὴν εὐθύνην, μόνον διὰ τὴν
517Ἡμερησίαν Διάταξιν. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης,
518ἐκ τῶν 124, νομίζω, ἢ 126, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς, ἐκ-
519κρεμῶν δικογραφιῶν, εἶχε διαπέμψει εἰς τὸ Προεδρεῖον 47,
520μέχρι πρὸ 10 ἡμερῶν, ἀπαλλακτικὰς αἰτήσεις ἄρσεως ἀσυ-
521λίας. Ἐπίσης μᾶς ἀπέστειλεν ἄλλας 10–12, τινὲς τῶν ὁ-
522ποίων, ἐπληροφορήθην, ὅτι ἐφ’ ὅσον διὰ τὰς 38 ἡ Ἐπιτρο-
523πὴ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ὑπὲρ τῆς μὴ ἄρσεως τῆς ἀ-
524συλίας— καὶ εἶχον τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι δι’ ὅλας θὰ ἦτο ἀπορ-
525ριπτική— νὰ περιμένωμεν νὰ τελειώσῃ ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ νὰ
526τὰς φέρωμεν ὅλας νὰ τὰς διεκπεραιώσωμεν εἰς μίαν συνε-
527δρίασιν. Ὅταν ὅμως ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης
528ἐγνωμοδότησεν ὑπὲρ τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας εἰς ὡρισμένας
529δικογραφίας εἶπον νὰ ἐγγραφοῦν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διά-
530ταξιν καὶ αἱ τελευταῖαι αὗται, διότι ἔκρινα σκόπιμον, ὅτι
531δὲν ἦτο ὀρθὸν νὰ ἀναλάβω τὴν εὐθύνην. Ἑκάστην ἑβδομά-
532δα θὰ ἀναγράφωνται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν μερικαὶ
533ἐκ τῶν δικογραφιῶν, εἰς τρόπον, ὥστε νὰ ὑποστοῦν τὴν
534διαδικασίαν τοῦ Κανονισμοῦ ὅλαι. Αὐτὴ εἶναι ἡ γραμμὴ τοῦ
535Προεδρείου. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην,
536ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος, τὸ Προεδρεῖον.
537§40Η. ΗΛΙΟΥ. Νομίζω, ὅτι θὰ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος
538τῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπῆς. Ὡς συνάγεται ἀπὸ ὅ-
539σα ἐδηλώσατε, κύριε Πρόεδρε, εἶναι βέβαιον, ὅτι ὑπάρχουν
54047 προτάσεις παλαιότεραι, μὴ εἰσαχθεῖσαι καὶ εἶναι βέ-
541βαιον, ἐπίσης, ὅτι ἐδῶ γίνεται μία σοφὴ ἐπιλογὴ μεταξὺ
542αὐτῶν. Νομίζω, ὅτι ἐν συνεχείᾳ μετὰ τὴν ὁμιλίαν μου θὰ
543ὁμιλήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτρο-
544πῆς διὰ νὰ παράσχῃ καὶ αὐτὸς τὰς ἐξηγήσεις ἐπὶ τῆς πα-
545ρατηρήσεώς μου.
546Τώρα, κύριε Πρόεδρε, θὰ ἤθελον νὰ εἰσέλθω εἰς πέραν
547τοῦ διαδικαστικοῦ, εἰς τὸ οὐσιαστικώτερον μέρος. Ὑπάρχει
548μία παγία τακτικὴ τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία δὲν ἀφίσταται τῆς
549τακτικῆς καὶ ἄλλων Βουλῶν ἐπὶ τῶν ζητημάτων τῆς ἄρ-
550σεως τῆς Κοινοβουλευτικῆς ἀσυλίας. Ἐάν, ὅπως ἀφίνει εἰς
551ἐμὲ τοὐλάχιστον νὰ ὑποθέσω, ἡ γενομένη ἐπιλογή, ἐὰν πρό-
552κειται νὰ φθάσωμεν εἰς ἀλλαγὴν τῆς παγίας τακτικῆς τῶν
553θεμελιωδῶν ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι καθιερώθησαν εἰς 115 χρόνια
554διακεκομμένα, φυσικά, ἐλευθέρου κοινοβουλευτικοῦ βίου, ἐὰν
555πρόκειται νὰ φθάσωμεν εἰς ἐγκατάλειψιν ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι
556παγίως κρατοῦν, θὰ πρέπει αὐτὸ τὸ πρᾶγμα νὰ μὴ προέλ-
557θῃ διὰ μιᾶς ξηρᾶς ψηφοφορίας, ἀλλὰ νὰ εἶναι ἀποτέλε-
558σμα μιᾶς ψυχραίμου καὶ ἐποικοδομητικῆς συζητήσεως. Τὸ
559ἄρθρον 62 τοῦ Συντάγματος, κύριε Πρόεδρε, εἶναι γνω-
560στόν, ὅτι καθιέρωσε πρῶτα–πρῶτα μίαν ἀσυλίαν, μίαν ἀδυ-
561ναμίαν τελέσεως ἀδικήματος, τὸ θεμιτὸν καὶ ἀνέκκλητον τοῦ
562βουλευτοῦ διὰ γνώμη ἢ ψῆφον τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ἐν τῇ
563ἀσκήσει τῶν βουλευτικῶν του καθηκόντων, κάθε τι, τὸ ὁ-
564ποῖον ἀνάγεται εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῶν βουλευτικῶν καθη-
565κόντων οἱουδήποτε περιεχομένου καὶ ἂν εἶναι ἡ γνώμη καὶ
566ἡ ψῆφος εἶναι θεμιτὸν καὶ ἀνέκκλητον δὲν ἐξαρτᾶται δηλα-
567δὴ ἀπὸ τὴν χορήγησιν τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας, διότι ἀδί-
568κημα δὲν ὑπάρχει, δὲν εἶναι ζήτημα διώξεως ἢ μή.
569Τὸ ἄρθρον 63 προχωρεῖ, εἶναι τὸ συναπτόμενον εἰς τὸ
570ἄρθρον 62 καὶ νομίζω, ὅτι ἀποτελεῖ μίαν προέκτασίν του
571καὶ μίαν παράλληλον κατοχύρωσιν, παράλληλον κατοχύρω-
572σιν κατὰ τυχὸν καταχρήσεων, εἴτε τῆς ἐκτελεστικῆς, εἴτε
573τῆς νομοθετικῆς, εἴτε καὶ τῆς κοινοβουλευτικῆς πλειοψηφί-
574ας. Διότι, ὡς ἄλλως τε ἀπέδειξε καὶ ἡ παρ’ ἡμῖν ἐφαρμογὴ
575καὶ ἡ διεθνὴς ἐφαρμογὴ τῶν ἀντιστοίχων ἀρχῶν, δὲν ἔγινε
576γενικῶς κατὰ κανόνα κατάχρησις ὑπὸ τῶν πλειοψηφιῶν, αἱ
577ὁποῖαι πάντοτε θὰ ἠμποροῦσαν νὰ παραπέμψουν βουλευτὰς
578τῆς μειοψηφίας, δὲν ἔγινε κατάχρησις, διότι πρῶτα–πρῶ-
579τα ὑπάρχει καὶ μία σοφὴ ἐπίγνωσις περὶ τοῦ παλινδρόμου
580τῶν πολιτικῶν τυχῶν καὶ τῶν ἐκβάσεων τῶν διαφόρων ἐκλο-
581γικῶν ἀναμετρήσεων. Ἡ σημερινὴ πλειοψηφία ἠμπορεῖ
582χθὲς νὰ μὴ ἦτο πλειοψηφία καὶ αὔριον δὲν θὰ εἶναι πλειο-
583ψηφία. Ἀλλὰ πέραν τούτου ἡ μυστικότης, ἀκριβῶς, ἐπὶ τοῦ
584προσωπικοῦ τούτου ζητήματος, ἵνα μὴ πιέζεται ὁ βουλευτὴς
585εἰς κομματικὴν πειθαρχίαν ἐκεῖ ὅπου πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μία
586ἄνεσις περίπου δικαστικῆς ἐκτιμήσεως, ὄχι δικαστικῆς, ἀλλὰ
587περίπου δικαστικῆς ἐκτιμήσεως. Ἡ δευτέρα ἀρχὴ ἡ ὁποία
588καθιερώθη ἀπὸ τὴν 115ετῆ κοινοβουλευτικὴν πρακτικὴν
589εἶναι, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἀσυλίας τοῦ ἄρθρου 63 δὲν εἶναι
590προσωπικὸν δικαίωμα καὶ ἑπομένως, δὲν εἶναι ἀπαλλοτριω-
591τὸν καὶ δεκτικὸν παραιτήσεως. Πολλάκις, βουλευταί, καὶ
592ἐδῶ καὶ εἰς τὴν ἀλλοδαπήν, εἶπον, ὅτι προσφέρομαι καὶ πα-
593ρακαλῶ τοὺς συναδέλφους νὰ ἄρουν τὴν ἀσυλίαν διὰ νὰ
594δικασθῇ αὐτὴ ἡ διαφορά. Δὲν ἀνήκει τοῦτο εἰς τὸν βουλευ-
595τήν, δὲν ἱδρύει φεουδαρχικῆς τάξεως προνόμιον ὑπὲρ μιᾶς
596κατηγορίας ἀνθρώπων, ἀλλὰ προστασίαν τοῦ δημοσίου ἐ-
597λέγχου. Ἡ ἐφαρμογὴ ἀντιθέτου ἀρχῆς θὰ εἶχεν εἰς ψυχο-
598λογικῶς δυσμενῆ θέσιν κάθε βουλευτήν, ὁ ὁποῖος ἐκ φόβου
599μήπως θεωρηθῇ, ὅτι ἀποφεύγει τὴν δικαιοσύνην τῆς πατρί-
600δος του, θὰ ἠναγκάζετο νὰ κάμῃ πράξεις ἐρχομένας εἰς
601ἀντίθεσιν πρὸς τὸ δικαίωμα τῆς ἀσυλίας. Ἡ τρίτη ἀρχή,
602τὴν ὁποίαν καθιερώσαμεν πάντοτε εἶναι, ὅτι ὅταν ἀποφασί-
603ζῃ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς αἰτήσεως ἄρσεως ἀσυλίας, δὲν δικά-
604ζει, δὲν εἰσέρχεται εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς οὐσίας καὶ δὲν
605κρίνει, ἐὰν ἐπιθανολογήθη ἢ ὄχι τὸ ἀδίκημα, ὥστε ἀναλό-
606γως νὰ ἀποφασίζῃ.
607Τὸ ἀντίθετον θὰ ἦτο τρομερόν, διότι θὰ ἐδημιούργει ἕνα
608πρόκριμα εἰς βάρος τῶν συναδέλφων χωρὶς νὰ τηρηθοῦν
609ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ αἱ διατάξεις περὶ ἀποδείξεως, περὶ
610ἐνόρκων ἐξετάσεων, περὶ βασάνου τοῦ ἀκροατηρίου, θὰ
611ἐδημιούργει ἕνα πρόκριμα, ὅτι ἔκριναν οἱ συνάδελφοί σου
612κύριε καὶ σὲ ἐθεώρησαν παραπεμπτέον, ἄρα πιθανώτατα
613ἔνοχον. Ἑπομένως θὰ ἦτο ὄχι κατοχύρωσις τῆς δικαστικῆς
614λειτουργίας καὶ ἐκ παραλλήλου τῆς ἀνεξαρτησίας γνώμης
615τῶν βουλευτῶν, ἀλλὰ θὰ ἦτο προνόμιον δυσμενὲς διὰ τοὺς
616βουλευτὰς τοὺς τυχὸν παραπεμπομένους. Ἑπομένως, ἡ κρί-
617σις περὶ τοῦ ἐὰν πρόκειται νὰ δοθῇ ἢ ὄχι ἡ ἄρσις τῆς ἀσυ-
618λίας κατὰ τὰς καθιερωθείσας ἀρχάς, δὲν ἀποτελεῖ κρίσιν
619περὶ ἐνοχῆς ἢ ἀθῳότητος.
620Ἀλλά, ἐνῷ δὲν εἶναι κρίσις περὶ ἐνοχῆς ἢ ἀθῳότητος, δὲν
621ἠμποροῦμεν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀντίθετον συμπέρασμα,
622ὅτι εἶναι ἕνας ἁπλοῦς διαδικαστικὸς τύπος, ὁ ὁποῖος πρέπει
623κατὰ πᾶσαν περίπτωσιν νὰ ἀκολουθῆται καὶ νὰ γίνεται δε-
624κτὴ ἡ ἄρσις τῆς ἀσυλίας, ὅτι ἡ Βουλὴ μετατρέπεται εἰς αὐ-
625τόματον μηχάνημα ἄρσεως τῆς ἀσυλίας τῶν μελῶν της, εὐ-
626θὺς ὡς ζητηθῇ τοῦτο. Χρειάζεται κρίσις. Ἡ κρίσις, ὁποία
627πρέπει νὰ εἶναι, εἶναι κρίσις ὄχι δικαστική, εἶναι κρίσις
628πολιτική. Εἶναι φανερόν, ὅτι ἡ ἀσυλία εἶναι μία μορφὴ ἀ-
629κροτάτη κατοχυρώσεως τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ βουλευτοῦ
630ἀπὸ πιέσεων οἱασδήποτε ἄλλης ἐξουσίας μὲ τελικὸν σκοπόν,
631ὄχι τὴν ἵδρυσιν προνομίων ὑπὲρ προσώπων, ἀλλὰ τὴν κατο-
632χύρωσιν τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἐλέγχου, τεταγμένης κατὰ τὸ
633πολίτευμα ὑπὲρ τοῦ ἐλέγχου. Ἑπομένως, ὅπου τυχὸν ὑπάρ-
634χει ἀδίκημα συναπτόμενον οὕτως ἢ ἄλλως μὲ τὸν πολιτικὸν
635ἀγῶνα, μὲ τὴν πολιτικὴν μάχην, μὲ τὴν πάλην ὑπὲρ ἰδεῶν,
636μὲ τὴν σύγκρισιν τῶν πολιτικῶν ἰδεῶν, τὴν ὁποίαν δίδουν
637συνεχῶς καὶ ἀδιαλείπτως τὰ πολιτικὰ πρόσωπα καὶ τὴν ὁ-
638ποίαν, ἐὰν ἦτο τυχὸν δειλὸς καὶ ἤθελε νὰ περιγραφῇ καὶ νὰ
639καταστρατηγήσῃ τὸν νόμον ὁ οἱοσδήποτε βουλευτής, θὰ ἠ-
640δύνατο νὰ περιβάλῃ διὰ τοῦ τύπου τῆς ἀσκήσεως βουλευ-
641τικῶν καθηκόντων καὶ νὰ ἐκφέρῃ ὕβρεις, συκοφαντίας, δια-
642βολὰς ἢ ὅ,τιδήποτε ἄλλο ἀπὸ τοῦ βήματος ἢ δι’ ἐρωτήσεως
643ἢ ἐπερωτήσεως, ἀλλὰ δὲν τὰ ἔκανεν. Ὅπου ὑπάρχει ἑπο-
644μένως οἱονεὶ προέκτασις τοῦ πολιτικοῦ ἐλέγχου, ἄσκησις
645πολιτικῆς ἀναπτύξεως, πολιτικῶν γνωμῶν διὰ τοῦ τύπου ἢ
646προφορικῶς, ἐκεῖ ὑπάρχει παγία ἀρχὴ παντοῦ, ὅτι παρα-
647πομπὴ δὲν γίνεται. Μὰ ὑπάρχουν περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁ-
648ποίας ἡ γλῶσσα ἡ χρησιμοποιουμένη εἶναι ὀξυτέρα τῆς πρε-
649πούσης κατὰ τὴν ὑποκειμενικὴν ἀντίληψιν τοῦ αʹ ἢ βʹ ἢ τοῦ
650κ. Εἰσαγγελέως. Ὑπάρχουν περιπτώσεις ποὺ εἶναι ὄντως βα-
651ρεῖα ἡ χρησιμοποιουμένη ἔκφρασις. Κύριοι συνάδελφοι, ὁ
652μέγας Εἰσαγγελεὺς τοῦ αἰῶνος μας, ὁ Τζιβανόπουλος, προ-
653κειμένου περὶ ἀδικημάτων τοῦ Τύπου, ἔλεγεν, ὅτι ὅταν ὁ
654γράφων κυριαρχῆται ἀπὸ τὸ πάθος, ὅτι συντελεῖται κἄποια
655σοβαρὰ παρανομία ἢ κἄποια σοβαρὰ βλάβη τοῦ δημοσίου
656συμφέροντος, δὲν εἶναι πάντοτε κυρίαρχος τοῦ αἰσθήματος,
657τὸ ὁποῖον τὸν κατέχει καὶ τῆς γνώσεως τοῦ ὅτι εἶναι δυνα-
658τὸν νὰ ὑπερβάλῃ εἰς ἔκφρασιν. Ἀλλά, ὅπως γνωρίζομεν
659πολὺ καλὰ καὶ ὅπως ἡ ἐξέλιξις τῶν πολιτικῶν πραγμάτων
660παρ’ ἡμῖν ἐδίδαξε παγίως, δὲν κινδυνεύει ἡ χώρα ποτὲ ἀπὸ
661τὴν τυχὸν ὑπερβολὴν ἐκφράσεως, ἀπὸ τὴν τυχὸν ὀξύτητα
662ἐκφράσεως, κινδυνεύει καὶ ἐκινδύνευσε πάντοτε, ὁσάκις ὁ
663ἔλεγχος φιμώνεται. Ἑπομένως, ὅπου συνάπτεται μία αἴτη-
664σις ἄρσεως ἀσυλίας, μὲ μίαν ἀπώτατα ἔστω πολιτικὴν συ-
665ζήτησιν, πολιτικὸν ἀνταγωνισμόν, πολιτικὸν ἔλεγχον, ἡ ἀρ-
666χὴ ἡ μέχρι τοῦδε ἰσχύουσα εἶναι, ὅτι δὲν χωρεῖ ἄρσις ἀσυ-
667λίας. Πέραν τούτου ἐπὶ ὑποθέσεων, αἱ ὁποῖαι φέρουν τὴν
668μορφὴν παραβιάσεως κανόνων τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ δικαίου,
669εἶναι βέβαιον, ὅτι ὄχι ἡ ἔρευνα τῆς ἀληθείας, ἀλλὰ ἡ σοβα-
670ρότης τῆς ἀποδιδομένης πράξεως εἶναι τὸ κριτήριον μὲ
671βάσιν τοῦ ὁποίου ἔγιναν ἢ δὲν ἔγιναν παραπομπαὶ, καὶ νο-
672μίζω, πλὴν τῆς περιπτώσεως Παπαεμμανουὴλ δὲν ὑπῆρ-
673ξεν ἄλλη περίπτωσις ἄρσεως ἀσυλίας, τοὐλάχιστον, ἀφ’ ἧς
674ἐποχῆς εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἐνθυμοῦμαι τὰ πολιτικά μας πράγ-
675ματα, δὲν ὑπῆρξεν ἄλλη περίπτωσις πλὴν αὐτῆς. Ὑπὸ τὴν
676ἔννοιαν αὐτὴν καὶ ἐν ὄψει καὶ τῶν χαρακτηρισμῶν τῶν δο-
677θέντων, ἀλλὰ καὶ ἐν ὄψει ἐξηγήσεων, τὰς ὁποίας τυχὸν θὰ
678δώσουν οἱ συνάδελφοι εἰς τὸ Σῶμα, νομίζω, ὅτι δὲν συν-
679τρέχει περίπτωσις οὐδεμιᾶς καταφατικῆς ψήφου.
680Εἰδικώτερον, θὰ ἤθελα νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ὑπ’ ἀριθ. 5)
681ἀπευθυνομένη κατὰ τοῦ συναδέλφου κ. Ἐφραιμίδη, εἰσήχθη
682ὡς πρὸς μὴ βουλευτὰς ἐνώπιον τοῦ Μικτοῦ Κακουργοδι-
683κείου Λαρίσης καὶ ὑπάρχει ἐν τῷ φακέλλῳ ἀπόφασις ἀθω-
684ωτικὴ κατ’ οὐσίαν ἐπὶ τῆς πράξεως. Τὸ ἴδιον καὶ ἡ ὑπ’
685ἀριθ. 4, ὅπου εἰσήχθη καὶ ἔχω τὴν ἀπόφασιν ἐδῶ, ἐνώπιον
686τοῦ Τριμελοῦς Πλημμελειοδικείου καὶ ἐκηρύχθη ὡς προ-
687γεγραμμένη, ὡς πρὸς τοὺς μὴ καλυπτομένους ὑπὸ τῆς ἀσυ-
688λίας συντάκτας. Ὡς πρὸς αὐτὴν τὴν τελευταίαν, ὅμως, τὴν
689ἀναγομένην εἰς δῆθεν ἀδίκημα ἐξυβρίσεως τῶν προσώπων
690τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βασιλίσσης, θὰ ἤθελα νὰ ἐπανέλθω
691εἰς ὅ,τι ἐν ἀρχῇ ὑπηνίχθην, ὅτι δὲν θὰ πρέπει ποτὲ νὰ γί-
692νεται ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἄρθρου 63 τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας
693εὐκαιρία πολιτικῶν διωγμῶν. Ἔχω ἐδῶ φακέλλους, τοὺς
694ὁποίους δὲν θὰ ἤθελα οὔτε κἂν νὰ φυλλομετρήσω καὶ νὰ
695ἀνοίξω, ἀπὸ τοὺς ὁποίους προκύπτει, ὅτι ὁλόκληρος ὁ Ἀ-
696θηναϊκὸς Τύπος καὶ ὁ Τύπος τῶν ἐπαρχιῶν, ὅλων τῶν ἀπο-
697χρώσεων, ἠσχολήθη διὰ μακρῶν μὲ τὸ δημοσίευμα ἐκεῖνο
698τοῦ βουλευτοῦ κ. Μπρεδήμα, τὸ δημοσιευθὲν καὶ εἰς τὴν
699ἐφημερίδα «Αὐγή», ὅτι πλεῖσται τῶν ἐφημερίδων αὐτῶν
700δὲν ἔχουν διευθυντάς, οἱ ὁποῖοι καλύπτονται ὑπὸ βουλευτι-
701κῆς ἀσυλίας. Εἶναι ἡ «Ἐλευθερία», τὸ «Βῆμα», ὁ «Ἀνεξάρ-
702τητος Τύπος», ἕνα σωρὸ ἐφημερίδες, αἱ ὁποῖαι δριμύτερα
703καὶ ὀξύτερα ἀνέγραψαν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀνέγραψε καὶ ἡ
704«Αὐγὴ» καὶ δὲν ἐγένετο δίωξις καμμία. Ἐγένετο μόνον κατὰ
705τῆς «Αὐγῆς» καὶ ἠθωώθη ὁ διευθυντὴς της, ὁ μὴ βουλευτής.
706Ἑπομένως, ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἄρσεως τῆς βουλευτικῆς
707ἀσυλίας θὰ ἐπρότεινα καὶ δηλῶ ἐκ μέρους τοῦ κόμματος,
708τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἐκπροσωπῶ, ὅτι ἡ γνώμη μας
709καὶ ἡ ψῆφος μας θὰ εἶναι ἀπορριπτικὴ δι’ ὅλας τὰς αἰτή-
710σεις ἄρσεως ἀσυλίας.
711§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος τῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης
712Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, κ. Β. Παπαρρηγόπουλος,
713ἔχει τὸν λόγον.
714§42Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐν
715πρώτοις ὀφείλω νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸ θιγὲν θέμα τὸ σχετικὸν
716μὲ τὸν τρόπον εἰσαγωγῆς τῶν αἰτήσεων ἄρσεως ἀσυλίας.
717Ἔχουν εἰσαχθῆ κατὰ τὸ παρελθὸν ὡς ἠκούσατε καὶ ἀπὸ
718τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, περίπου 47 αἰτήσεις ἅπασαι
719ἀπορριπτικαί. Αἱ αἰτήσεις τῆς περυσινῆς καὶ ἐφετεινῆς συνό-
720δου ἀνέρχονται περίπου εἰς 55. Ἐξ αὐτῶν περίπου αἱ 32
721ἔχουν εἰσαχθῆ ἤδη εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία συνεχίζει
722οὕτως ὥστε νὰ εἰσαχθοῦν καὶ ὅλαι αἱ ἄλλαι. Θέμα σειρᾶς
723δὲν ὑπάρχει, διότι εἰσάγονται κανονικῶς. Ἀπὸ τὰς 32 αἰ-
724τήσεις, αἱ 4 ἢ 5 ἐκρίθησαν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς παραπεμπτι-
725καί, αἱ ἄλλαι εἶναι ἀπορριπτικαί.
726Σημειωτέον, ὅτι αἱ σήμερον εἰσαγόμεναι εἶναι παλαιαὶ
727καὶ μεταξὺ αὐτῶν δὲν ὑπάρχουν δικογραφίαι ἄρτι εἰσα-
728χθεῖσαι.
729Ὡς πρὸς τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ἠλιοῦ, ὅτι ἀπὸ 105 ἐτῶν
730μία περίπτωσις ἄρσεως ἀσυλίας ὑπάρχει, τοῦ Παπαεμμα-
731νουήλ, τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Ὑπενθυμίζω, ὅτι κατὰ τὴν
732συνεδρίασιν τῆς 25ης Αὐγούστου 1927 παρεσχέθη ἡ ἄρ-
733σις ἀσυλίας διὰ δύο κομμουνιστὰς βουλευτὰς ἐπὶ ὑποθέσεων
734ἀναλόγου φύσεως, μὲ τὰς ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Σώματος
735τοιαύτας.
736Ἐπίσης, τὴν 14ην Δεκεμβρίου 1913, ἐγένοντο δεκταὶ ὑπὸ
737τῆς Βουλῆς, 8 αἰτήσεις ἄρσεως ἀσυλίας βουλευτῶν. Εἰς
738αὐτὴν τὴν περίπτωσιν μάλιστα εἶναι ἄξιαι προσοχῆς αἱ
739ἀντιλήψεις τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου, εἰπόντος, ὅτι δὲν
740εἶναι νοητὸν νὰ ἀρνηθῇ ἡ Βουλὴ ἄρσιν ἀσυλίας βουλευτῶν.
741Τὸ ἄρθρον 63 τοῦ Συντάγματος ἔχει τὴν προέλευσίν του
742ἀπὸ τὰ Συντάγματα τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως. Ὁ σκο-
743πὸς τῆς διατάξεως αὐτῆς εἶναι ἡ προστασία τῆς ἀνεξαρτη-
744σίας τοῦ Σώματος καὶ ἐξασφάλισις τοῦ βουλευτοῦ ἐν τῇ
745ἐνασκήσει τοῦ λειτουργήματός του.
746Κατὰ τὴν συζήτησιν περὶ ἄρσεως τῆς βουλευτικῆς ἀσυ-
747λίας τῶν δύο κομμουνιστῶν βουλευτῶν τὴν 25ην Αὐγού-
748στου 1927, ἀπαντῶν εἰς τὸν εἰσηγητὴν Κυρέλον ὁ τότε
749ὑπουργὸς Μερλόπουλος, ὑπεστήριξεν ἀκόμη, ὅτι δὲν χορη-
750γεῖται ἄρσις ἀσυλίας, ὅταν δι’ αὐτῆς ἐπιδιώκεται ἡ ἀλλοίω-
751σις τῆς συνθέσεως τῆς Βουλῆς. Σᾶς ἀναγινώσκω τὴν σχε-
752τικὴν περικοπήν: «...... (ἀναγινώσκει) ......».
753Ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν βεβαίως ἡ Βουλὴ δὲν ὑπεισέρχε-
754ται, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν κατὰ κἄποιον τρόπον ν’ ἀγνο-
755ήσῃ τελείως ταύτην, διότι τότε θὰ κατελήγομεν εἰς τὸ
756συμπέρασμα, εἴτε ὅλαι αἱ αἰτήσεις ν’ ἀπορρίπτωνται, εἴτε
757πᾶσαι νὰ γίνωνται δεκταί. Ἀμφότεροι εὑρίσκονται ἐκτὸς
758τοῦ πνεύματος τῆς συνταγματικῆς διατάξεως. Ἡ φύσις
759τοῦ ἀδικήματος καὶ τὸ ἐκ πρώτης ὄψεως ὑποστατὸν ἢ μὴ
760τούτου, θὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὴν κρίσιν περὶ τοῦ τυχὸν ὑπο-
761κρυπτομένου πολιτικοῦ σκοποῦ τῆς αἰτουμένης διώξεως.
762Δὲν εἶναι π. χ. δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ ἄρῃ τὴν ἀσυλίαν,
763προκειμένου περὶ μηνύσεως ἐξ ἑαυτῆς ἀνυποστάτου ἡ
764ὁποία, ὡς λέγει ὁ Ν. Ι. Σαρίπολος, ἀποβλέπει μόνον εἰς
765πολιτικὴν δίωξιν.
766Τὰ κριτήρια εἶναι α) ἐὰν ἡ αἴτησις ἄρσεως ἀσυλίας
767ἔχῃ σκοπὸν τὴν παρεμπόδισιν τῆς ἀσκήσεως τῶν καθη-
768κόντων τοῦ βουλευτοῦ, β) ἐὰν ἡ ἄρσις τῆς ἀσυλίας εἰς
769μίαν δεδομένην περίπτωσιν σκοπῇ ν’ ἀλλοιώσῃ τὴν σύν-
770θεσιν τῆς Βουλῆς καὶ γ) ἐὰν θίγεται ἡ ἀνεξαρτησία τοῦ
771Σώματος.
772Μὲ αὐτὰ τὰ δεδομένα θὰ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἡ αἴτησις
773τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, ἐὰν καταστρατηγῇ τὸν σκοπόν, τὸν
774ὁποῖον καθιέρωσε τὸ Σύνταγμα.
775Σκοπὸς τοῦ Συντάγματος δὲν ἦτο νὰ κατοχυρώσῃ τὸ
776ἀνέγκλητον τῶν βουλευτῶν εἰς πᾶσαν περίπτωσιν, οὔτε νὰ
777καλύψῃ τὴν τέλεσιν ἀδικημάτων, διαπραττομένων ὑπὸ βου-
778λευτῶν.
779Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ἄποψις, ὅτι ὑπὸ τὴν
780βουλευτικὴν ἀσυλίαν ὁ βουλευτὴς δύναται νὰ ἀσχημονῇ, νὰ
781διαταράσσῃ τὴν ἔννομον τάξιν ἢ νὰ ὑποπίπτῃ ἀκινδύνως
782εἰς ἀδικήματα τοῦ Κ.Π.Ν.
783Πρὸ παντὸς εἶναι ἀπαράδεκτον νὰ καθιερωθῇ ἡ ἀρχή,
784ὅτι ὑπὸ τὸν μανδύαν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας, ὡρισμένα
785ἀδικήματα θὰ παραμένουν ἀκαταδίωκτα. Ἀναφέρομαι εἰς
786τὸν Ν. Ι. Σαρίπολον, ὁ ὁποῖος γράφει τὰ ἑξῆς: «......
787(ἀναγινώσκει) ......».
788Ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, μετὰ μεγίστης προσο-
789χῆς καὶ αὐστηρότητος ἐξήτασε τὰς αἰτήσεις διώξεως βου-
790λευτῶν καὶ κατὰ κανόνα αἱ προτάσεις της ἦσαν ἀπορριπτι-
791καὶ καὶ μόνον εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις ἦσαν παραπεμπτι-
792καί, διότι ἦτο ἀδύνατον νὰ ἀγνοηθῇ ἡ αἴτησις τῆς δικα-
793στικῆς ἀρχῆς εἰς ἀδικήματα προκαλοῦντα τὴν ἐξέγερσιν
794καὶ αὐτῆς τῆς Κοινῆς Γνώμης.
795§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Κωστόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
796§44Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἄξιος, πράγματι, συγχα-
797ρητηρίων ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς Δι-
798καιοσύνης, διότι ἀνεδίφησε τὰ παλαιὰ ἀρχεῖα, ἀρχόμενος
799ἀπὸ τὸ 1926 καὶ πέραν, ὄχι ἐντεῦθεν, διὰ νὰ ἀνακαλύψῃ
800προηγουμένας ἄρσεις ἀσυλίας βουλευτῶν. Φοβοῦμαι, ὅμως,
801ὅτι ἐν τῇ ἐπιστημονικῇ του ἐπιδόσει παρημέλησε τὰς προσ-
802φάτους ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς ἢ τὴν πρόσφατον νομολο-
803γίαν τοῦ Σώματος, ὅπως καὶ ὁ ἴδιος τὴν ἀπεκάλεσε. Διότι
804εἶναι βέβαιον, ὅτι ὑπάρχει μία νομολογία εἰς τὸ Σῶμα καὶ
805συγκεκριμένως ἡ νομολογία ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως, δη-
806λαδὴ ἀπὸ τὸ 1946 καὶ ἐντεῦθεν. Περιορίζεται δὲ αὕτη εἰς
807τρεῖς περιπτώσεις παραπομπῆς βουλευτῶν. Καὶ αἱ τρεῖς
808περιπτώσεις ἀφοροῦν ἀδικήματα καθαρῶς τοῦ Ποινικοῦ
809Δικαίου, διὰ νὰ μὴ μεταχειρισθῶ, λόγῳ τῆς τότε ἰδιότητος
810τῶν βουλευτῶν, ἐκφράσεις χειροτέρας. Συγκεκριμένως, πλὴν
811τῆς περιπτώσεως τοῦ Παπαεμμανουήλ, ὑπάρχουν καὶ δύο
812ἄλλαι περιπτώσεις εἰς τὴν Βουλὴν 1946–50, τοῦ βουλευ-
813τοῦ Παπαδάκη καὶ τοῦ βουλευτοῦ Μητσιάλη, τοῦ ὁποίου
814ἀποφεύγω νὰ ὑπενθυμίσω τὸ αἰτιολογικὸν τῆς παραπομπῆς.
815Ἑπομένως, ἔχομεν τρεῖς συγκεκριμένας περιπτώσεις ἀπὸ
816τῆς ἀπελευθερώσεως μέχρι τοῦδε, κατὰ τὰς ὁποίας τὸ Σῶ-
817μα ἔλαβε σαφῆ θέσιν παραπομπῆς, ἀγνοοῦσα κατὰ τὸ ἴδιον
818διάστημα ἀπειρίαν ἄλλων περιπτώσεων, διὰ τὰς ὁποίας
819ἐζητήθη ἡ δίωξις βουλευτῶν, περιπτώσεων ἀναλόγων μὲ
820αὐτάς, διὰ τὰς ὁποίας ζητεῖται σήμερον ἡ δίωξις.
821Δὲν ἔχομεν οὐδεμίαν συμπάθειαν εἰς τὴν πολιτικὴν παρά-
822ταξιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκουν οἱ κύριοι βουλευταί, τῶν
823ὁποίων ζητεῖται ἡ παραπομπή. Οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ νοη-
824θῇ, ὅτι ἀπὸ πολιτικὴν συμπάθειαν ἢ ἀλληλεγγύην κινούμε-
825νοι, διατυπώνομεν τὰς ἐπιφυλάξεις αὐτάς. Ἀλλὰ δὲν εἶναι
826δυνατόν, βάσει τῆς πλειοψηφίας, νὰ καθιερώσωμεν τὸ προη-
827γούμενον τῆς παραπομπῆς βουλευτῶν μόνον τῆς Ἀντιπο-
828λιτεύσεως, καὶ πανηγυρικῆς ἀθωώσεως ἢ ἀγνοίας τῶν φα-
829κέλλων τῶν βουλευτῶν τῆς Συμπολιτεύσεως. Καὶ νὰ μοῦ
830ἐπιτρέψητε, κ. Πρόεδρε, διαφωνῶν πρὸς ὅσα ἐλέχθησαν,
831νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν μόνον. Ἐλέχθη καὶ ἀπὸ τὸ
832Προεδρεῖον καὶ ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Ἐπι-
833τροπῆς, ὅτι 47 ὁλόκληροι φάκελλοι ἐξητάσθησαν ἐκεῖ καὶ
834ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἐργάζεται πυρετωδῶς καὶ ἔχει ἐνημερώ-
835σει τὰς ἐργασίας της. Καὶ ἀπὸ τὸ κείμενον τῆς διανεμη-
836θείσης ἐκθέσεως τὶ προκύπτει, κύριοι βουλευταί; Ὅτι ἐκ
837τῶν 14 αὐτῶν φακέλλων, οἱ ὁποῖοι εἰσάγονται ἐνώπιον τῆς
838Ἐπιτροπῆς, οἱ μὲν 6 ἀθωωτικοὶ εἶναι τοῦ Φεβρουαρίου
8391959, οἱ ὑπόλοιποι δὲ 8 παραπεμπτικοί, τοῦ Νοεμβρίου
840τοῦ 1960. Δηλαδὴ ἐχρειάσθη 18 ἕως 20 ὁλοκλήρους μῆ-
841νας διὰ νὰ ἀντιληφθῇ ἡ Ἐπιτροπή, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπι-
842σπεύσῃ τὸ ἔργον της καὶ μόνον κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς
84324ης Ἰανουαρίου ψηφίζει κατὰ πλειοψηφίαν τὴν παρα-
844πομπήν. Ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, εἶναι ἄξιον ἀπορίας διατὶ
845ἀφῆκε τὰς ἄλλας 47 ἀπαλλακτικὰς περιπτώσεις καὶ εἰσή-
846γαγεν 6 μόνον, αἱ ὁποῖαι εἶναι καὶ αὐταὶ τοῦ Φεβρουαρίου
847τοῦ 1959.
848Θὰ ἤμην περίεργος νὰ ἴδω μεταξὺ τῶν ἄλλων προτά-
849σεων τῆς Ἐπιτροπῆς περὶ μὴ παραπομπῆς, δὲν ὑπάρχουν
850κατηγορίαι ἐπὶ ἐξυβρίσει ἢ διὰ τοῦ Τύπου ἢ δι’ ἄλλα ἀδι-
851κήματα ἀνάλογα πρὸς ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα ζητεῖται ἡ
852παραπομπή;
853Κύριοι βουλευταί, ἀπευθύνω μίαν ἔκκλησιν, νὰ χρησι-
854μοποιηθῇ πράγματι ἡ προνομία τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὃν
855τρόπον καὶ δι’ οὓς λόγους αὕτη ἐτέθη. Εἶναι σαφές, ὅτι
856ἡ προνομία αὕτη ἐχορηγήθη εἰς ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν
857καὶ ἡ δικαιοσύνη ἦτο εὐαίσθητος εἰς τὰς πιέσεις τῆς ἐκ-
858τελεστικῆς ἐξουσίας καὶ ὁ Κανονισμὸς δὲν εἶχε διαμορφω-
859θῆ, καθ’ ὃν τρόπον ἔχει διαμορφωθῆ σήμερον. Αἱ Κοινο-
860βουλευτικαὶ παραδόσεις τοῦ Σώματος, κατὰ τὴν τελευταίαν
86115ετίαν, καθιέρωσαν σαφῶς, ὅτι ἡ παραπομπὴ βουλευτοῦ,
862γίνεται μόνον δι’ ἀτιμωτικὰ ἐγκλήματα καὶ ὄχι δι’ οἱονδή-
863ποτε ἔγκλημα. Ἐπιπροσθέτως, ἡ Βουλὴ μὲ ποῖα στοιχεῖα
864εἶναι δυνατὸν νὰ κρίνῃ, ὅταν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν παρου-
865σιάζεται μία αἴτησις τοῦ Εἰσαγγελέως; Διότι ὁ Εἰσαγγε-
866λεύς, βάσει τοῦ Συντάγματος, δὲν ἔχει κάμει οὔτε κἂν
867προανάκρισιν, οὔτε κἂν ἔχει ἐξετάσει ἐὰν ἠμπορῇ νὰ βα-
868σισθῇ ἡ μήνυσις ἐναντίον τοῦ βουλευτοῦ. Ἕνας ἀντίπαλος
869οἱουδήποτε βουλευτοῦ, ἠμπορεῖ νὰ τὸν μηνύσῃ, ὅτι τὸν ἔ-
870κλεψε καὶ παραπέμπεται ἐνώπιον τοῦ Σώματος ἡ αἴτησις
871τοῦ Εἰσαγγελέως, χωρὶς νὰ ἔχῃ γίνει προανάκρισις.
872Ἑπομένως, ὑπὸ τοὺς ὅρους αὐτούς, νομίζομεν, ὅτι, συμ-
873φώνως μὲ τὸ Σύνταγμα καὶ τὰς παγίας Κοινοβουλευτικὰς
874παραδόσεις τοῦ Σώματος, ἐπιβάλλεται ὁ περιορισμὸς τῆς
875ἄρσεως τῆς ἀσυλίας εἰς καθαρῶς ἀτιμωτικὰς πράξεις ἢ
876παραβάσεις τοῦ κοινοῦ Ποινικοῦ Δικαίου.
877§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Τσιριμῶκος, ἔχει τὸν λόγον.
878§46Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνα-
879τὸν βεβαίως νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι ἡ ἀσυλία ἀποτελεῖ μίαν
880ἀπόλυτον ἔννοιαν καὶ δὲν δύναται νὰ θιγῇ ποτὲ καὶ ἐπ’ οὐ-
881δενὶ λόγῳ. Ἀναμφισβητήτως ὄχι. Θὰ ἠδύνατο μάλιστα κα-
882νεὶς νὰ δώσῃ καὶ ἄλλην μηχανιστικὴν ἑρμηνείαν εἰς τὸ
883σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι
884δὲν ἐπιτρέπεται κἂν ἡ ἐξέτασις τῆς οὐσίας ὑπὸ τοῦ Σώ-
885ματος, διότι καὶ αὐτὸ ἔχει ὑποστηριχθῆ. Παρὰ ταῦτα, ἡ
886πρακτικὴ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μείνῃ εἰς μίαν τοιαύτην ἀντί-
887ληψιν. Διότι, πρῶτον, ὡς ὀρθῶς ἐλέχθη, δὲν εἶναι δυνατὸν
888νὰ εἶναι ὁ βουλευτὴς εἰς τὴν διάθεσιν εἴτε οἱουδήποτε μη-
889νυτοῦ, εἴτε τῆς πλάνης οἱουδήποτε Εἰσαγγελέως. Διότι,
890ἐπὶ τέλους, ἐὰν ἐξετάσῃ κανεὶς κατὰ τὴν κοινὴν πεῖραν
891μεταξὺ τῶν ἀδικημάτων τὰ ὁποῖα παραπέμπονται πρὸς ἐκ-
892δίκασιν καὶ τῶν καταδικῶν, τὶ ἀπόστασις ὑπάρχει, ἰδίως
893ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ παραπομπῆς δι’ ἀπ’ εὐθείας κλή-
894σεως, θὰ ἴδῃ ὅτι ἡ ἀπόστασις εἶναι κολοσσιαία, πρᾶγμα
895ποὺ σημαίνει, ὅτι μὲ ἄλλα κριτήρια κρίνει ἡ Διωκτικὴ Ἀρ-
896χὴ καὶ μὲ ἄλλα οἱ Δικασταί, κρίνοντες τὴν οὐσίαν. Ἐν πά-
897σῃ περιπτώσει, νομίζω, ὅτι αἱ Ἀρχαί, αἱ ὁποῖαι ἴσχυσαν
898εἰς πᾶσαν περίπτωσιν, ἦσαν αἱ ἑξῆς: Πρῶτον, βεβαίως,
899προκειμένου περὶ ἀτιμωτικοῦ ἀδικήματος, δὲν δύναται νὰ
900γίνῃ λόγος, ὅτι δὲν πρέπει νὰ αἴρεται ἡ ἀσυλία, ἢ ἐν πάσῃ
901περιπτώσει περὶ ἀδικήματος τὸ ὁποῖον εἶναι προφανές, ὅτι
902δὲν συνάδει πρὸς τὴν ἰδιότητα τοῦ βουλευτοῦ. Δὲν δύναται
903οὔτε ὁ ἴδιος ὁ βουλευτὴς νὰ τελῇ ὑπὸ τοιαύτην κατηγο-
904ρίαν, ἔστω καὶ ἐὰν οἱ συνάδελφοί του τὸ ἐπιθυμοῦν, οὔτε
905τὸ Σῶμα δύναται νὰ περιλάβῃ μεταξὺ τῶν μελῶν του ἀν-
906θρώπους, οἱ ὁποῖοι τελοῦν ὑπὸ μίαν κατηγορίαν ἀτιμωτι-
907κήν, ἢ πάντως κατηγορίαν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ
908νὰ διαλευκανθῇ, διὰ νὰ δύναται πράγματι νὰ φέρῃ ὁ βου-
909λευτὴς ὑπερηφάνως τὸν τίτλον τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ Ἔ-
910θνους. Θὰ ἠδύνατο ἀκόμη νὰ γίνῃ ἐξαίρεσις, προκειμένου
911περὶ θιγομένων ἰδιωτικῶν συμφερόντων, τὰ ὁποῖα δὲν ἔ-
912χουν καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ βουλευτοῦ. Π.χ.,
913βλέπω ἐδῶ μίαν κατηγορίαν ἐπὶ σωματικαῖς βλάβαις ἐξ ἑ-
914νὸς αὐτοκινητιστικοῦ ἀτυχήματος. Δὲν θὰ ψηφίσω ὑπὲρ
915τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας. Δὲν θὰ μοῦ ἔκαμεν ἐντύπωσιν,
916ὅμως, ἐὰν ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπρότεινε τὴν παραπομπήν, διότι
917οὔτε θίγεται ὁ ἐνδιαφερόμενος, οὔτε θὰ πάθῃ τίποτε τὸ
918σπουδαῖον, εἶναι ὅμως δυνατὸν ἡ ἐπ’ αὐτοῦ κρίσις νὰ ἔχῃ
919σημασίαν διὰ τὴν περαιτέρω ἀποζημίωσιν τοῦ παθόντος
920τὰς σωματικὰς βλάβας. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον πρέπει κα-
921νεὶς νὰ τονίσῃ πέραν τούτου, εἶναι, ὅτι βεβαίως οἱ βου-
922λευταὶ πρέπει νὰ προσέχουν καὶ τὶ λέγουν καὶ τὶ κάνουν.
923Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἀδικήματα ἢ θεωρούμενα ἀδι-
924κήματα, σχέσιν ἔχοντα μὲ τὴν ἄσκησιν τοῦ βουλευτικοῦ
925ἀξιώματος ἢ μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ βουλευτοῦ, ὡς ἐκπροσώ-
926που τοῦ Ἔθνους, ἐκεῖνα τὰ ἀδικήματα πρέπει νὰ ἔχουν
927τοὐλάχιστον ἕνα βάρος ἐξαιρετικὸν διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν
928νὰ ἐξαιρεθοῦν τοῦ κανόνος καὶ νὰ ἀρθῇ ἐπ’ αὐτῶν ἡ ἀσυ-
929λία.
930Ἐκ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς, κύριοι βουλευταί, δὲν θὰ ὁμιλή-
931σω δι’ ὅλας τὰς ὑποθέσεις, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ
932ἀξιότιμος ἐκπρόσωπος τῆς ΕΔΑ, ἀλλὰ διὰ τὴν τελευταίαν,
933τὴν ἀφορῶσαν τὸν βουλευτὴν τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως
934κ. Μπρεδήμαν. Ἀνεξαρτήτως τῆς κρίσεως οἱουδήποτε περὶ
935τῆς οὐσίας, περὶ τίνος πρόκειται; Πρόκειται περὶ ἀνοι-
936κτῆς ἐπιστολῆς ἀπευθυνθείσης ἐκ μέρους τοῦ βουλευτοῦ
937κ. Μπρεδήμα πρὸς τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων, ὅπου
938ὁμιλεῖ περὶ τῆς φημολογηθείσης πρὸ πολλῶν ἡμερῶν καὶ
939ἀναγραφείσης εἰς ὅλας τὰς ἐφημερίδας, μὲ μεγάλα στοι-
940χεῖα, εἰδήσεως περὶ προικοδοτήσεως τῆς Πριγκηπίσσης
941Σοφίας, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, καὶ ἐν συνεχείᾳ εἰς τὴν ἐπι-
942στολὴν αὐτὴν ἀναφέρεται καὶ ἡ κρουαζιέρα ἡ ὁποία εἶχεν
943ὀργανωθῆ πρὸ δύο ἐτῶν ὑπὸ τῶν Βασιλέων. Ἐρωτῶ, ἐὰν
944αὐτὸ δὲν ἦτο ἐπιστολὴ πρὸς τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν Κομμά-
945των καὶ ἦτο ἐρώτησις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἦτο δυνατὸν
946νὰ σκεφθῇ κανεὶς νὰ ἐγκαλέσῃ δι’ ἐρώτησιν πρὸς τὴν Κυ-
947βέρνησιν εἴτε τὸν βουλευτήν, εἴτε τὴν ἐφημερίδα ποὺ τὴν
948ἐδημοσίευσε καὶ ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ἠλιοῦ, ὅλαι αἱ ἐφημερίδες
949ἐδημοσίευσαν τὸ κείμενον ἢ περίληψιν τοῦ κειμένου; Βε-
950βαίως ὄχι. Διατί; Διότι εἶναι ἔκφρασις γνώμης τοῦ βουλευ-
951τοῦ ὡς βουλευτοῦ, καὶ ἐν τῇ ἐνασκήσει τοῦ καθήκοντός του
952αὐτοῦ, ἡ ὁποία δύναται νὰ γίνῃ καὶ κατὰ σφαλερὸν τρόπον,
953ἐκφράζει ὁ βουλευτὴς ὡρισμένας γνώμας, αἱ ὁποῖαι κακῶς
954κατὰ τὴν κρίσιν μου χαρακτηρίζονται ὡς ἀδίκημα ὡς πρὸς
955τὴν οὐσίαν, διότι δὲν ἀναφέρεται ἐκεῖ ἡ λέξις «Βασιλεὺς»
956ἢ ἡ λέξις «Βασίλισσα» εἰς τὸ δημοσίευμα, ὥστε νὰ
957ὑπάρχῃ προσβολὴ τιμῆς. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, πρό-
958κειται περὶ τῆς ἐκδηλώσεως γνώμης βουλευτοῦ ἀπευ-
959θυνθείσης πρὸς τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων, εἶναι δηλα-
960δὴ κλασσικὴ περίπτωσις δημοσιεύματος τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι
961δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἀποτελεῖ ἀδίκημα ἐξ ἐκείνων διὰ τὰ
962ὁποῖα πρέπει νὰ αἴρεται ἡ ἀσυλία. Τὸ ὅτι ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς
963ἐν τῷ ζήλῳ του ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε, διότι δὲν ἀποτελεῖ ἐρώ-
964τησιν πρὸς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ ἐπιστολὴν δημοσιευθεῖσαν εἰς
965τὰς ἐφημερίδας νὰ τὴν διώξῃ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρα-
966συρθῇ τὸ Σῶμα εἰς ἄρσιν τῆς ἀσυλίας διὰ τοιαύτην πρᾶξιν.
967Κύριοι βουλευταί, ταῦτα ὡς πρὸς τὴν ἀσυλίαν τοῦ βουλευ-
968τοῦ. Ἀλλὰ θὰ ἔλεγον καὶ ὡς πρὸς τὸν ἐπιδιωκόμενον σκο-
969πὸν τῆς τιμωρίας τῆς προσβολῆς τῆς τιμῆς τοῦ Βασιλέως
970καὶ τῆς Βασιλίσσης τὸ σχετικὸν ἄρθρον προβλέπει τοῦ Ποι-
971νικοῦ Νόμου ἑξάμηνον παραγραφὴν καὶ τὴν προβλέπει δι-
972καίως, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήνῃ μίαν δίκην σχέσιν
973ἔχουσαν μὲ τὸ Στέμμα ἐν ἐκκρεμότητι ἐπ’ ἄπειρον. Καὶ τοῦτο
974ἀκριβῶς διὰ νὰ προφυλάξῃ τὸ κῦρος τοῦ Στέμματος. Βάσει
975τῆς διατάξεως αὐτῆς ἡ ἐφημερὶς ἡ ὁποία ἐδημοσίευσε τὸ
976κείμενον ἀπηλλάγη ἤδη λόγῳ παραγραφῆς τοῦ ἀδικήματος.
977Σᾶς ἐρωτῶ, θέλετε νὰ παραπέμψετε τὸν βουλευτὴν κ. Μπρε-
978δήμαν ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου μετὰ 1½ ἢ 2 ἔτη
979ἀπὸ τῆς τελέσεως αὐτοῦ τοῦ δῆθεν ἀδικήματος διὰ νὰ γίνῃ
980συζήτησις περὶ τῆς κρουαζιέρας καὶ τῆς προικοδοτήσεως
981ἐντὸς τοῦ δικαστηρίου, διὰ νὰ ὑπάρξῃ νέος λόγος καὶ ἀντίλο-
982γος καὶ δὴ ἐπὶ τῶν θεμάτων αὐτῶν; Εἶναι αὐτὸ προφύλαξις
983τοῦ κύρους τοῦ Στέμματος; Ἐὰν τὸ νομίζεται, ἔχει καλῶς.
984Πιστεύω προσωπικῶς, ὅτι οὔτε κατ’ οὐσίαν οὔτε χάριν τοῦ
985ἐπιδιωκομένου σκοποῦ πρέπει νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ παραπομπὴ
986αὐτή.
987Ἡ Δημοκρατικὴ Ἕνωσις δηλοῖ, ὅτι θὰ ψηφίσῃ, ὄχι μόνον
988ἐναντίον τῆς ἄρσεως αὐτῆς τῆς ἀσυλίας, ἀλλὰ καὶ ἐναντίον
989τῆς ἄρσεως εἰς ὅλας τὰς ἄλλας πιριπτώσεις ποὺ ἀναφέρον-
990ται ἐν τῇ προτάσει.
991§47Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει θέμα πα-
992ραγραφῆς.
993§48Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἶπον, ὅτι ὁ Διευθυντὴς καὶ ὁ
994ἐκδότης τῆς ἐφημερίδος ἀπηλλάγησαν, λόγῳ παραγραφῆς
995τοῦ ἀδικήματος.
996§49Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπῆρξε παραγραφή.
997§50Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τὸ εἶπεν ὁ κ. Ἠλιοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχει
998τὴν ἀπόφασιν, ὅτι διὰ τοὺς βουλευτὰς παρεγράφη.
999§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Ἀθανασιάδης–Νόβας, ἔχει τὸν
1000λόγον.
1001§52Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ. Μολονότι τὸ θέμα
1002συνεζητήθη ἐξαντλητικῶς, ἐλπίζω, δὲ καὶ ὅτι διεφωτίσθη
1003ἐπαρκῶς, χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, αἰσθάνομαι
1004τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τονίσω καὶ ἐγώ, ὅτι ἡ ἰσχύουσα τὰ τε-
1005λευταῖα ἔτη Νομολογία τοῦ Σώματος εἶναι, νὰ θεωρῆται
1006παραδεκτὴ ἡ ἄρσις τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας, μόνον δι’
1007ἀδικήματα καθαπτόμενα τῆς τιμῆς τοῦ βουλευτοῦ ὅταν δὲν
1008εἶναι ἐφικτή, δι’ ἄλλων μέσων, ἡ ἀποκατάστασις αὐτῆς.
1009Ἀπὸ τῆς ἀρχῆς αὐτῆς δὲν εἶναι σκόπιμον νὰ ἀπομακρυν-
1010θῶμεν σήμερον, διότι θὰ ὁδηγηθῶμεν εἰς κίνδυνον περιο-
1011ρισμοῦ τῆς ἐλευθέρας ἀσκήσεως τῶν βουλευτικῶν καθηκόν-
1012των. Ἐν τῇ πράξει ὁ βουλευτής, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ
1013παρακολουθῇ τὸν δημόσιον βίον ἐξ ἀμέσου ἐπαφῆς ἐν τῇ
1014περιφερείᾳ του καὶ νὰ ἐλέγχῃ, ὄχι μόνον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύ-
1015τῃ, ἀλλὰ πολλάκις καὶ ἐπὶ τόπου, τὰς ὑπηρεσίας τῶν Κρα-
1016τικῶν ὀργάνων. Ὅταν οἱ κύριοι βουλευταὶ τῆς Συμπολι-
1017τεύσεως ἔχουν τὴν ἐλευθερίαν νὰ ἐπεμβαίνουν καὶ συχνάκις
1018νὰ ἐπηρεάζουν, δυστυχῶς, τὰς ἐνεργείας τῶν περιφερεια-
1019κῶν ὀργάνων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιορισθοῦν τὰ δι-
1020καιώματα τῶν βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὑποθαλπο-
1021μένου τοῦ πνεύματος τῆς ὑποβολῆς ἐναντίον των μηνύσεων
1022ἐπὶ ἐξυβρίσει τῶν Ἀρχῶν. Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ καὶ οὐδεὶς
1023ἀμφιβάλλει, ὅτι οἱ βουλευταὶ πρέπει νὰ ἔχουν καὶ ἔχουν ὑψη-
1024λὴν συναίσθησιν καὶ τῶν δικαιωμάτων των καὶ τῶν καθηκόν-
1025των των. Ἂς μὴ δώσωμεν ἡμεῖς ἀφορμὴν εἰς περαιτέρω ἐκ-
1026τράχυνσιν τῶν σχέσεων μεταξὺ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔ-
1027θνους καὶ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Κράτους. Καὶ ἂς μὴ μᾶς
1028διαφεύγῃ, ὅτι ἡ ἄρσις τῆς ἀσυλίας θεωρεῖται ἀπὸ τὴν κοι-
1029νὴν γνώμην ὡς ἔνδειξις ἐνοχῆς, ἐφ’ ὅσον οἱ συνάδελφοί του
1030ἐπέτρεψαν τὴν παραπομπὴν του εἰς τὴν δικαιοσύνην. Διὰ
1031τοῦτο, πλὴν τῆς περιπτώσεως, ποὺ ὁ ἴδιος ὁ βουλευτὴς ζη-
1032τεῖ τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας του, πρέπει νὰ εἴμεθα φειδωλοὶ
1033καὶ νὰ κρίνωμεν αὐστηρῶς ἑκάστην περίπτωσιν, ὑπὸ τὸ
1034πρῖσμα τῆς γενικωτέρας σκοπιμότητος, διὰ τὰ καλῶς ἐν-
1035νοούμενα συμφέροντα τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ καὶ τῆς
1036Χώρας.
1037Εἰδικῶς σήμερον, ὁπότε εἰσερχόμεθα μετ’ ὀλίγον εἰς τὸ
1038τελευταῖον ἔτος τοῦ βίου τῆς Βουλῆς καὶ βαίνομεν πρὸς
1039ἐκλογάς, δὲν θὰ ἦτο καθόλου σκόπιμον νὰ δημιουργήσω-
1040μεν περαιτέρω ἔξαψιν τῶν παθῶν εἰς βάρος τῆς γαλήνης
1041τοῦ τόπου, διὰ τῆς ἀθρόας παραπομπῆς συναδέλφων καὶ
1042μάλιστα κατ’ ἐπιλογὴν οὐχί, ὡς ἐλέχθη, ἄμεμπτον. Ἐφιστῶ
1043τὴν προσοχὴν τοῦ Σώματος, ἐν πνεύματι ἐξυπηρετήσεως
1044τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ καὶ τῆς γαλήνης τοῦ τόπου.
1045§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Μπακόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
1046§54Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐσκό-
1047πουν, οὔτε καὶ προέβλεπον συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἐὰν
1048ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, τὸ ἔκαμα κατόπιν τῆς ἐξελίξεως τῆς
1049διεξαχθείσης συζητήσεως.
1050Ἐλέχθη, ὅτι τἄχα ὑπάρχει νομολογία εἰς τὴν Βουλήν,
1051τοιαύτης ἢ ἄλλης φύσεως.
1052Νομολογία εἰς Βουλὰς δὲν ὑπάρχει ποτέ, καὶ πολὺ περισ-
1053σότερον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ νομολογία, οὐδὲ
1054ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, ἀναφορικῶς πρὸς τὰς ἑκάστοτε,
1055ὑπὸ τῆς Δικαστικῆς Ἐξουσίας διώξεις κατὰ διαφόρων προ-
1056σώπων διὰ διάφορα ἀδικήματα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρ-
1057χῃ δικαστικὴ νομολογία, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ὡρισμένα ἀδι-
1058κήματα καὶ ἐκείνη ἡ νομολογία ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν, ὅτι
1059τὰ περιστατικὰ τοῦ λαβόντος χώραν ἀδικήματος εἶναι ταυ-
1060τόσημα ἢ τοὐλάχιστον παρόμοια. Εἰς τὴν Βουλὴν δὲν πρό-
1061κειται περὶ τοιούτου τινος. Οὔτε σήμερον πρόκειται περὶ
1062ταυτότητος ἀδικημάτων. Ὑπάρχει πρότασις πρὸς ἀπόφασιν
1063ἐπὶ αἰτήσεως τῆς Δικαστικῆς Ἐξουσίας, ἄρσεως τῆς βου-
1064λευτικῆς ἀσυλίας πλειόνων συναδέλφων κατηγορουμένων διὰ
1065διάφορα ἀδικήματα ἑκάστου. Ἐπομένως, περὶ νομολογίας
1066τοῦ Σώματος, νομίζω, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ λόγος.
1067Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ, λόγῳ καὶ ἄλλων θεωρητικῶν αἰ-
1068τίων. Τὸ Κοινοβουλευτικόν μας πολίτευμα στηρίζεται ἐπὶ
1069τῆς γενικῆς ἀρχῆς τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν. Νομοθε-
1070τικὴ ἐξουσία, Δικαστικὴ ἐξουσία, Ἐκτελεστικὴ ἐξουσία.
1071Ἡ Δικαστικὴ ἐξουσία ἀσκεῖ τὴν ποινικὴν δίωξιν κατὰ παν-
1072τὸς πολίτου, διὰ παράβασιν νόμου. Καὶ ἡ Δικαστικὴ ἐξου-
1073σία ἀσκεῖ τὰ ἀδικήματά της, ἀσκεῖ τὴν ἐξουσίαν της, συμ-
1074φώνως πρὸς καθοριζόμενον κυρίως ἀπὸ τὸ Σύνταγμα καὶ
1075ἀπὸ τοὺς κειμένους νόμους, ἐπικουρικῶς.
1076Ἐλέχθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐκπρόσωπον τῆς Ε.Δ.Α., ὅτι
1077τὰ ἄρθρα 62 καὶ 63 τοῦ Συντάγματος εἶναι ἀλληλοσυμ-
1078πλήρωσις τοῦ ἑνὸς πρὸς τὸ ἕτερον. Νομίζω, ὅτι τοιαύτη
1079ἐκδοχὴ εἶναι σφαλερά. Ἄλλο τὸ ἄρθρον 62 καὶ ἄλλο τὸ
1080ἄρθρον 63. Ἄλλη ἡ RATIO LEGIS τοῦ 62 καὶ ἄλλος ὁ
1081δικαιολογικὸς λόγος τοῦ 63. Τὸ 62 λέγει, ὅτι ὁ βουλευ-
1082τὴς δὲν διώκεται, οὐδὲ ἐξετάζεται διὰ τὴν ἐντὸς τοῦ Κοι-
1083νοβουλίου ἐκδήλωσιν γνώμης του οἱασδήποτε φύσεως. Καὶ
1084τοῦτο, διότι ὁ βουλευτής, κατ’ ἄλλον ἄρθρον τοῦ Συντάγ-
1085ματος, ἐκπροσωπεῖ γενικῶς τὸ Ἔθνος, ἐκπροσωπεῖ τὸν
1086λαόν. Εἶναι ὁ φορεὺς τῶν αἰσθημάτων τοῦ λαοῦ καὶ κατὰ τὸ
1087Συνταγματικόν μας, πολίτευμα, ἡ ἐκδήλωσις τῶν αἰσθη-
1088μάτων τοῦ λαοῦ πρέπει νὰ εἶναι ἐλευθέρα καὶ ἀπεριό-
1089ριστος.
1090Ἀλλοίμονον ἐὰν ὁ βουλευτὴς ὡς φερέφωνον τῶν λαϊ-
1091κῶν αἰσθημάτων ὑπέκειτο εἰς ποινικὴν δίωξιν, διότι φέρει
1092εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν τὰ αἰσθήματα τοῦ λαοῦ,
1093τὰ ὁποῖα καταδικάζουν ἢ χλευάζουν τὴν αʹ ἢ βʹ πρᾶξιν
1094οἱουδήποτε προσώπου τῆς οἱασδήποτε Κυβερνήσεως. Τὸ
1095ἄλλο ἄρθρον, τὸ 63, δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν ἐνά-
1096σκησιν τῶν βουλευτικῶν καθηκόντων καὶ τῶν βουλευτικῶν
1097δικαιωμάτων. Δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ
1098βουλευτοῦ, ὡς ἐκπροσώπου τοῦ Ἔθνους, ὑφ’ ἣν ἔννοιαν μέ-
1099χρι τοῦδε ἀσκεῖται. Ἔχει ἁπλῶς τὴν ἔννοιαν τῆς
1100προστασίας τῆς ἰδιότητος τοῦ βουλευτοῦ ἔναντι, εἴτε κυβερ-
1101νητικῶν αὐθαιρεσιῶν, εἴτε δικαστικῆς διώξεως, ἡ ὁποία ἐὰν
1102ἦτο ἀνεξέλεγκτος καὶ ἀπεριόριστος, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ
1103παρεμποδίσῃ ἔστω καὶ προσωρινῶς, εἴτε ἕνα, εἴτε πλείονας
1104βουλευτὰς ἀπὸ τῆς ἐνασκήσεως τῶν βουλευτικῶν καθη-
1105κόντων, διὰ τὴν ἐπιδίωξιν οἱουδήποτε σκοποῦ, μὴ ἀναγο-
1106μένου εἰς τὴν γενικήν, τὴν θεωρητικήν, τὴν πολιτικὴν το-
1107ποθέτησιν.
1108Αὐτὴ εἶναι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 63 καὶ λέγει δύο πράγ-
1109ματα, ὅτι ὁ βουλευτὴς δὲν καταδιώκεται 4 ἑβδομάδας πρὸ τῆς
1110βουλευτικῆς περιόδου καὶ 4 ἑβδομάδας μετὰ τὴν λῆξιν. Καὶ
1111ἐὰν ἔχῃ ἤδη διωχθῆ, καὶ ἐὰν ἔχῃ φυλακισθῆ, ἀποφυλακίζε-
1112ται 4 ἑβδομάδας, πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς περιόδου, διὰ νὰ
1113εἶναι ἀδέσμευτος, διὰ νὰ εἶναι θεωρητικῶς πλήρης ἡ σύν-
1114θεσις τοῦ Κοινοβουλίου. Αὐτὸς εἶναι ὁ δικαιολογητικὸς λό-
1115γος τοῦ ἄρθρου 63. Καὶ ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὴν περαιτέ-
1116ρω ἐξέτασιν, θεωρητικῶς πάντοτε τοῦ ζητήματος καὶ ἀνε-
1117ξαρτήτως τῆς οἱασδήποτε προσωπικῆς περιπτώσεως, τῆς
1118οἱασδήποτε προτάσεως τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς διὰ τὸν αʹ ἢ
1119βʹ βουλευτὴν καὶ διὰ τὸ αʹ ἢ βʹ πταῖσμα ἢ ποινικὸν ἀδί-
1120κημα.
1121Κύριοι βουλευταί, ἐλέχθησαν παράπονα, μομφαί, ἴσως,
1122ἐπικρίσεις κατὰ τῶν Εἰσαγγελέων, διότι ἀνεξετάστως εἰ-
1123σήχθησαν εἰς τὴν Βουλὴν προτάσεις ἄρσεως τῆς ἀσυλίας
1124τῶν βουλευτῶν, χωρὶς ἡ δικογραφία νὰ εἶναι ὥριμος. Ἀλλὰ
1125ὁ Εἰσαγγελεὺς κατὰ τὸ Σύνταγμα, δὲν δύναται νὰ ἐνεργή-
1126σῃ ἄλλως. Ὅταν τὸ Σύνταγμα λέγῃ, ὅτι βουλευτὴς δὲν
1127διώκεται ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ δὲν ἄρῃ τὴν ἀσυ-
1128λίαν του, ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς οἱαν-
1129δήποτε δικαστικὴν ἐνέργειαν κατὰ τοῦ βουλευτοῦ, ἄρα οὔτε
1130εἰς ἀνάκρισιν.
1131Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, κ.κ. βουλευταί, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ
1132Εἰσαγγελεὺς ζητεῖ τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας. Ὀρθῶς παρετη-
1133ρήθη καὶ συμφωνῶ καὶ ἐγὼ μὲ τοὺς παρατηρήσαντας, ὅτι
1134τὸ Προεδρεῖον δὲν εἶναι ἐν τάξει εἰς τὴν προκειμένην
1135περίπτωσιν. Ὑπάρχουν ἀπὸ μακροῦ χρόνου ὑποβεβλημέναι
1136αἰτήσεις ἄρσεως ἀσυλίας τῶν βουλευτῶν, αἱ ὁποῖαι παρὰ
1137ταῦτα, δὲν ἦλθον πρὸς συζήτησιν ἐνώπιον τοῦ Σώματος. Ὁ
1138ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ
1139τὴν παράλειψιν αὐτὴν εἶπεν, ὅτι τὰς ὑποβληθείσας αἰτή-
1140σεις διὰ τὴν ἄρσιν ἀσυλίας βουλευτῶν τὰς διεβίβασεν εἰς τὴν
1141ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπήν, καὶ ὅτι δὲν γνωρίζει πε-
1142ραιτέρω ποία ὑπῆρξεν ἡ τύχη των. Παρατήρησίς μου πρώ-
1143τη εἶναι, ὅτι ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ ὁ κ. Πρόεδρος, καὶ νὰ
1144παρακολουθῇ τὰς ἐργασίας τῶν ἐπιτροπῶν, θὰ ἔλεγον δέ,
1145ὅτι ὡς Πρόεδρος τοῦ Σώματος, θὰ ἠδύνατο ἐπεμβαίνων
1146εἰς τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς νὰ παρατηρήσῃ τὴν βραδύτη-
1147τα τῆς ὑποχρεώσεώς της πρὸς ταχεῖαν διεκπεραίωσιν τῶν
1148ἐν λόγῳ θεμάτων. Εἶπεν, ἐπίσης, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βου-
1149λῆς, ὅτι ἔλαβεν ἀπὸ μέρους τῆς Ἐπιτροπῆς τὰς αἰτήσεις
1150ἐκείνας περὶ τῶν ὁποίων ἡ ἐπιτροπὴ ἀπεφαίνετο, ὅτι δὲν
1151πρέπει νὰ ἀρθῇ ἡ αἰτουμένη ἀσυλία καὶ ὡς ὑπέρτατος
1152κριτής, δὲν τὰς εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλήν, ἐφ’ ὅσον αὐτὴ
1153αὕτη ἡ ἐπιτροπὴ ἀποφαίνεται, ὅτι δὲν συνέτρεχε λόγος ἄρ-
1154σεως τῆς ἀσυλίας.
1155§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγώ, κ. συνάδελφε, δὲν εἶπον, ὅτι εἶμαι
1156κριτὴς τῶν 47 ἀπαλλακτικῶν ἀποφάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς,
1157ἀλλ’ εἶπον, ὅτι ἀνέμενα νὰ τελειώσῃ ἡ Ἐπιτροπὴ ὁλόκληρον
1158τὸ ἔργον της, ὥστε εἰς μίαν καὶ μόνην συνεδρίασιν νὰ γί-
1159νῃ μία ψηφοφορία διὰ νὰ λήξῃ αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις. Διότι,
1160κύριοι βουλευταί, δὲν θὰ ἤθελα, κἄθε ἑβδομάδα νὰ ἔχω-
1161μεν ψηφοφορίαν ἐπὶ θεμάτων διώξεως τῶν βουλευτῶν, ἀλ-
1162λὰ ἠθέλησα νὰ ἔχω μίαν καὶ μόνην ψηφοφορίαν ἐφ’ ὅλων.
1163Ἀφ’ ἧς στιγμῆς, ὅμως, ἡ Ἐπιτροπὴ ἐξέδωκεν ἀποφάσεις
1164περὶ ἄρσεως τῆς ἀσυλίας δὲν ἠθέλησα πλέον νὰ ἀναλάβω
1165τὴν εὐθύνην τῆς μὴ θέσεώς των ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Σώ-
1166ματος, φοβούμενος, μήπως ὑπάρξουν παραγραφαὶ καὶ ἔφε-
1167ρα ἀμέσως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρὸς λῆψιν ἀποφάσεως,
1168ἐπιφυλαχθείς, ἀφοῦ τελειώσῃ τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ
1169φέρω ὅλας τὰς ἐκκρεμεῖς αἰτήσεις ἐνώπιον τοῦ Σώματος.
1170Δὲν ἔγινα, λοιπόν, κριτὴς ἐγώ, ἀλλά, ἁπλῶς, ἠθέλησα νὰ μὴ
1171γίνεται συνεχῶς θόρυβος καὶ ἀσκῆται κριτικὴ διὰ τοὺς βου-
1172λευτάς. Φαντασθῆτε, τὶ θὰ ἐγένετο ἂν κἄθε ἑβδομάδα εἴ-
1173χομεν συζήτησιν διὰ 15–20 ἄρσεις ἀσυλίας. Δὲν ἐπεθύ-
1174μουν τοῦτο, καὶ πιστεύω, ὅτι εἶχον τὸ καθῆκον — ἀναλαμβά-
1175νω δὲ καὶ τὴν εὐθύνην— νὰ ἐνεργήσω οὕτως, χάριν τοῦ
1176Σώματος. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὅμως, εἶπον, ὅτι ὑπῆρχε διχο-
1177γνωμία εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἀμέσως ἔφερα τὸ θέμα ἐνώπιον
1178τοῦ Σώματος.
1179§56Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι ὁ κ. Πρό-
1180εδρος τοῦ Σώματος αὐτοεχαρακτηρίσθη ὡς ὑπέρτατος κρι-
1181τής. Ἡ κρίσις ἦτο ἰδική μου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς,
1182προέταξε τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἡ γνώμη τῆς Ἐπι-
1183τροπῆς ἦτο νὰ μὴ δοθῇ ἡ αἰτουμένη ἔγκρισις διὰ τὴν ἄρ-
1184σιν τῆς ἀσυλίας, δὲν ἔφερε τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βου-
1185λῆς, ὡς εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ πράξῃ. Ἀλλὰ τὸ θέμα τοῦτο,
1186ἔχει διαφόρους πλευράς. Ὑπάρχει ὁ ὑποκειμενικὸς λόγος
1187εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς αἰτήσεως τῆς ἄρσεως ἀσυλίας βου-
1188λευτοῦ, ὑπάρχει καὶ ὁ ἀντικειμενικὸς λόγος. Ὁ ὑποκειμε-
1189νικὸς λόγος ἔγκειται εἰς τὸ ὅτι ὁ βουλευτὴς δὲν θεωρεῖ συμ-
1190φέρον νὰ τελῇ ὑπὸ τὸ βάρος μιᾶς κατηγορίας καὶ ὅτι κατὰ
1191συνέπειαν, θὰ ἦτο προτιμοτέρα ἡ δικαστικὴ ἀπαλλαγή του.
1192Ὁ ἀντικειμενικὸς λόγος εἶναι, ὅτι ἔχει δημιουργηθῆ ἡ κοι-
1193νὴ συνείδησις, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν παρέχει κατὰ κανόνα τὴν
1194ἔγκρισίν της εἰς τὰς ὑποβαλλομένας αἰτήσεις δι’ ἄρσιν ἀ-
1195συλίας βουλευτῶν, εἴτε ἐκ λόγων συναδελφικῆς ἀλληλεγγύης,
1196εἴτε καὶ ἀπὸ τὸν προσωπικὸν φόβον ἑκάστου βουλευτοῦ,
1197ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ εὑρεθῇ καὶ οὗτος εἰς τὴν ἰδίαν
1198θέσιν. Ἑπομένως, ἡ ἐπικρατοῦσα ἀντίληψις εἰς τὸ κοινόν,
1199εἶναι, ὅτι ἡμεῖς πράττομεν ὅ,τι θέλομεν. Ἐλέχθη ὀρθῶς,
1200ὅτι ἕκαστος βουλευτὴς διὰ νὰ δώσῃ τὴν ψῆφόν του, πρέπει
1201νὰ ἐξετάσῃ τὸ εἶδος τῆς κατηγορίας καὶ ὅτι κατ’ ἀρχήν,
1202δὲν πρέπει νὰ παρέχεται ἡ ἔγκρισις εἰς τὴν ἄρσιν ἀσυλίας
1203βουλευτοῦ, ὅταν ὁ λόγος δι’ ὃν αὕτη ζητῆται ἔχει καὶ ἔμ-
1204μεσον ἔστω συνάφειαν μὲ τὴν ἄσκησιν τῶν βουλευτικῶν του
1205καθηκόντων ἢ μὲ τὴν κριτικὴν τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ ὡς ἀντι-
1206πρόσωπος τοῦ Ἔθνους. Ἀλλὰ ἐὰν δεχθῶμεν τὴν ἄποψιν
1207αὐτήν, τότε ὀφείλομεν νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν ἀρχὴν τῆς
1208νομολογίας καὶ νὰ ἐξετάσωμεν ἑκάστην περίπτωσιν. Προ-
1209σωπικῶς τοῦτο θὰ πράξω, ψηφίζων δι’ ἑκάστην συγκεκρι-
1210μένην περίπτωσιν, ὁ λόγος ὅμως, διὰ τὸν ὁποῖον ἀνῆλθον
1211εἰς τὸ βῆμα, εἶναι διὰ νὰ ἐκφράσω ἀπόψεις ἐπὶ τοῦ γενικω-
1212τέρου θέματος.
1213§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Γλιγλῆς, ἔχει τὸν λόγον.
1214§58Π. ΓΛΙΓΛΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ζητεῖται ἡ ἄρσις
1215τῆς βουλευτικῆς μου ἀσυλίας, διότι μοὶ ἀπεδόθη ἡ κατηγο-
1216ρία διὰ παράβασιν τῶν ἄρθρων 386 Π. Κ. καὶ 79 τοῦ Ν.
12175960 «περὶ ἐπιταγῆς».
1218Δημιουργεῖται κατὰ συνέπειαν θέμα ἠθικῆς τάξεως καὶ
1219εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐκθέσω δι’ ὀλίγων τὰ πράγματα ἐνώ-
1220πιον τοῦ Σώματος, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ δημιουργηθοῦν
1221ἐκ μέρους τῶν συναδέλφων ἐσφαλμέναι ἐντυπώσεις.
1222Τὴν 24ην Ἰανουαρίου τὸ βράδυ τοῦ 1959 μοὶ ἐζήτησε νὰ
1223συναντηθῶμεν ἐπειγόντως ἡ τέως σύζυγος τοῦ συναδέλφου
1224Κωνσταντίνου Μακρῆ, διὰ νὰ τὴν βοηθήσω σὲ μία δύσκολη
1225περίπτωσιν ποὺ βρισκόταν.
1226Ὅταν τὴν συνήντησα μετὰ τοῦ υἱοῦ της Λάκη Μακρῆ,
1227μοὶ ἀπεκάλυψεν, ὅτι εὑρίσκετο εἰς τραγικὴν θέσιν, διότι,
1228ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἔφευγε μὲ τὸ ἀεροπλάνον τὴν ἐπαύριον εἰς
1229τὴν Ἀμερικὴ αὐτὴ καὶ ὁ Λάκης Μακρῆς, διὰ νὰ παραστοῦν
1230ἐνώπιον τῶν Ἀμερικανικῶν δικαστηρίων διὰ μίαν ὑπόθεσιν
1231κληρονομικῆς φύσεως, ἡ ὁποία ἐξεδικάζετο τὴν 7ην Φε-
1232βρουαρίου 1959 καὶ θὰ ἐλάμβανε δύο εἰσιτήρια μὲ ἐπιστρο-
1233φὴν ἀπὸ τὸ Γραφεῖον Ταξιδίων τῆς Ὀλύμπιαν Ἐξπρές,
1234τὴν ἀξίαν τῶν ὁποίων θὰ ἐκάλυπτε διὰ τῆς ἐκδόσεως συν-
1235αλλαγματικῆς μὲ ἐγγύησιν τοῦ Κων. Μακρῆ, οὗτος δὲν εἶ-
1236χεν ἐπιστρέψει ἐκεῖνο τὸ βράδυ ἐκ Μυτιλήνης εἰς τὸ Πρα-
1237κτορεῖον, τὸ ὁποῖον ἀπηυθύνθημεν, μοὶ ἐζητήθη νὰ παρά-
1238σχω τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι ἡ κυρία ἔχει προσωπικὴν περιου-
1239σίαν εἰς Μυτιλήνην καὶ νὰ ἐγγυηθῶ διὰ τὸ ποσὸν ποὺ ἀντε-
1240προσώπευεν ἡ ἀξία τῶν εἰσιτηρίων, ἤτοι διὰ δολλάρια
12411.690. Εἰς ἐρώτησίν μου, πῶς μὲ δέχονται ὡς ἐγγυητὴν
1242ἐφ’ ὅσον δὲν εἶμαι, οὔτε ἔμπορος, οὔτε βιομήχανος, οὔτε
1243ἔχω συναλλαγὰς μὲ Τραπέζας, μοὶ ἐδηλώθη, ὅτι στηρίζονται
1244εἰς τὴν φερεγγυότητα τῆς κυρίας καὶ ἡ ὑπογραφή μου θὰ
1245ἦτο ἐντελῶς τυπικὴ καὶ θὰ εἶχε σχέσιν μόνον μὲ τὴν προ-
1246εξόφλησιν. Εὑρεθεὶς πρὸ διλήμματος, ὑπέγραψα ὡς ἐγγυη-
1247τὴς ἕνα τσέκ, τὸ ὁποῖον ἐξέδωκεν ἡ κυρία, μὴ γνωρίζων
1248τὴν διαφορὰν μεταξὺ ἐπιταγῆς καὶ συναλλαγματικῆς, ὡς
1249μὴ νομικός.
1250Ὅταν ἀργότερον ἐκλήθην ἀπὸ τὴν Ὀλύμπιαν Ἐξπρὲς
1251καὶ ἔλαβον γνῶσιν, ὅτι ἐπεστράφη ἀνεξόφλητος ἡ ἐπιταγή,
1252ὑπέδειξα εἰς τὴν Ὀλύμπιαν Ἐξπρὲς νὰ ἀκυρώσῃ τὰ εἰσι-
1253τήρια τῆς ἐπιστροφῆς, νὰ ὑποβιβασθῇ τὸ ποσὸν εἰς τὰ 750
1254δολλάρια, νὰ στραφοῦν ἐναντίον της, χωρὶς νὰ ἀρνοῦμαι
1255καὶ τὴν ἰδικήν μου ἀστικὴν εὐθύνην. Ἀντὶ τούτου, ὅμως,
1256ἡ Ὀλύμπιαν ὄχι μόνον κατέθεσε πολιτικὴν ἀγωγὴν ἐναν-
1257τίον μου καὶ ἐναντίον τῆς κυρίας, ἀλλὰ διὰ νὰ μὲ ἐκβιάσῃ,
1258ἐποινικοποίησε μίαν ἐντελῶς ἀστικὴν ὑπόθεσιν.
1259Κύριοι συνάδελφοι, δὲν παρέβην τὸν νόμον περὶ ἐπιτα-
1260γῆς, διότι δὲν ἐξέδωσα ἐγὼ τὴν ἐπιταγήν. Οὔτε συνήρ-
1261γησα εἰς ἀπάτην, διότι δὲν εἶχα κανένα συμφέρον ἀπὸ τὴν
1262ὑπόθεσιν αὐτήν. Ἐκεῖνοι ποὺ εἶχαν συμφέρον εἶναι ἀφ’ ἑ-
1263νὸς ἡ Ὀλύμπιαν Ἐξπρὲς ποὺ ἀπέβλεπεν εἰς τὴν εἴσπρα-
1264ξιν τῆς προμηθείας ἐπὶ τῶν εἰσιτηρίων καὶ ἀφ’ ἑτέρου, ἡ
1265κυρία μὲ τὸν υἱόν της ποὺ θὰ μετέβαινον εἰς τὴν Ἀμερι-
1266κὴν διὰ νὰ διεκδικήσουν τὰ συμφέροντά των. Ἐγώ, εἰς τὴν
1267ὑπόθεσιν αὐτήν, εἶμαι τὸ ἀθῶον θῦμα ποὺ ἐνδέχεται νὰ
1268πληρώσω τὰ σπασμένα. Παραπονοῦμαι, ὅμως, ἐναντίον τῆς
1269Ὀλύμπιαν Ἐξπρὲς διότι, ἐνῷ θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχεν ἀκυρώ-
1270σει τὰ εἰσιτήρια τῆς ἐπιστροφῆς, ὄχι μόνον δὲν τὸ ἔκαμεν,
1271ἀλλ’ ἐπὶ πλέον ἐποινικοποίησε τὴν ὑπόθεσιν, διὰ νὰ μὲ ἐκ-
1272βιάσῃ.
1273Αὐτὸ εἶναι τὸ φοβερὸν ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον διέπραξα,
1274κύριοι συνάδελφοι, ἐπὶ τοῦ ὁποίου καλεῖσθε νὰ ἀποφαν-
1275θῆτε. Ἀλλὰ διερωτῶμαι, κύριοι συνάδελφοι, ἂν ἡ ἐνέρ-
1276γειά μου αὐτὴ χαρακτηρίζεται ὡς ἔγκλημα, τότε τὶ εἶναι
1277ἐκεῖνο ποὺ λέγεται καλωσύνη καὶ ἀνθρωπίνη ἐξυπηρέ-
1278τησις;
1279Μὲ ὅσα ἀνέφερον, κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἐκλιπαρῶ τὴν
1280ψῆφον σας διὰ τὴν μὴ ἄρσιν τῆς ἀσυλίας μου. Τὸ ἔκαμα
1281μόνον διὰ νὰ ἀποκαταστήσω τὴν ἀλήθειαν καὶ τίποτε ἄλλο.
1282§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Γιαρένης, ἔχει τὸν λόγον.
1283§60Ε. ΓΙΑΡΕΝΗΣ. Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ζητεῖται ἡ
1284ἄρσις τῆς ἀσυλίας μου, εἶναι, κ. Πρόεδρε, ὀλίγον κωμι-
1285κός. Ζητεῖται ἡ ἄρσις τῆς ἀσυλίας μου, διότι ὑποψήφιος
1286βουλευτὴς ὤν, διέλαθον τῆς προσοχῆς τῶν ἀστυνομικῶν ὀρ-
1287γάνων καὶ ἐξεφώνησα εἰς ἓν καφενεῖον πολιτικὸν λόγον.
1288Ἡ δίωξίς μου ἔλαβε χώραν τὴν 21.5.1958. Δηλαδή, 9
1289ἡμέρας μετὰ τὴν ἐκλογήν μου ὡς βουλευτοῦ. Ἀφήνω εἰς
1290τὴν κρίσιν τοῦ Σώματος νὰ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ τρόπου,
1291μὲ τὸν ὁποῖον ἐνεργοῦν τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα, τῇ ἐγκρί-
1292σει τῆς Κυβερνήσεως.
1293(Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν προεδρικὴν ἕδραν καταλαμ-
1294βάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Λ. Μπατρῖνος).
1295§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καλοῦνται ἐπὶ τοῦ καταλόγου οἱ κ.κ. Ἰω-
1296άννης Κεφαλογιάννης καὶ Ἰωάννης Δραγονέτης καὶ ἐπὶ
1297τῆς ψηφοδόχου Ἀθανάσιος Παυλόπουλος καὶ Ἀναστάσιος
1298Βουλόδημος.
1299Ἄρχεται ἡ μυστικὴ διὰ ψηφοδελτίων ψηφοφορία.
1300(Περατωθείσης τῆς ψηφοφορίας, ὁ κ. Πρόεδρος λέγει
1301τὰ ἑξῆς):
1302Κηρύσσομεν περαιωμένην τὴν ψηφοφορίαν. Ἄρχε-
1303ται ἡ διαλογή. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν
1304Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας, διὰ νὰ γίνῃ ἡ
1305ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ παραδεκτοῦ ἢ μὴ τοῦ σχεδίου νόμου,
1306περὶ ἀποχετεύσεως. Ὑπάρχει πρότασις νὰ γίνῃ ψηφοφο-
1307ρία, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 79 τοῦ Κανονισμοῦ, δι’
1308ὀνομαστικῆς κλήσεως.
1309§62Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, προτοῦ τελειώσῃ ἡ μία
1310ψηφοφορία, εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς ἄλλην ψηφο-
1311φορίαν;
1312§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει τίποτε τέτοιο εἰς τὸν Κανο-
1313νισμόν. Ἐτελείωσεν ἡ πρώτη ψηφοφορία, γίνεται ἡ δια-
1314λογή.
1315§64Γ. ΒΑΛΟΥΡΔΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι δυνατὸν ταὐ-
1316τοχρόνως νὰ συζητοῦνται δύο θέματα; Εἶναι ἀδύνατον.
1317§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλογὴ γίνεται.
1318§66Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐτελείωσεν ἀ-
1319κόμη ἡ πρώτη ψηφοφορία καὶ ἑπομένως, δὲν εἶναι δυνα-
1320τὸν νὰ γίνῃ καὶ ἄλλη δι’ ἄλλο ζήτημα.
1321§67Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι αὐτό, τὸ ὁποῖον γίνεται, δὲν
1322εἶναι ἐντελῶς, 100%, ὀρθόδοξον. Εἶναι ὅμως ὀρθὸν καὶ
1323σκόπιμον. Καὶ εἰς τὸν Κανονισμόν, τὸν ὁποῖον ἔχομεν ὑπὸ
1324ψήφισιν, τὸ προβλέπομεν. Διότι δὲν βλέπω διά τινα λόγον
1325πρέπει νὰ περιμένωμεν ἐδῶ τρεῖς ὥρας διὰ νὰ γίνῃ ἡ δια-
1326λογὴ καὶ μετὰ νὰ κάμωμεν ἄλλην ψηφοφορίαν. Ὀρθόν,
1327λοιπόν, εἶναι νὰ νομολογήσωμεν, ὅτι, ὅταν ἔχῃ γίνει ψη-
1328φοφορία καὶ γίνεται ἡ διαλογή, νὰ μὴ ἐμποδίζῃ ἡ διαλογὴ
1329τὴν διεξαγωγὴν δευτέρας ψηφοφορίας.
1330§68Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖ καθ’ ὃν χρόνον γίνεται δια-
1331λογή, νὰ γίνῃ ἄλλη ψηφοφορία. Εἶναι ἀπαράδεκτον. Θὰ
1332γίνῃ ἡ διαλογή, θὰ ἀνακοινωθῇ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφο-
1333φορίας καὶ θὰ προχωρήσωμεν. Ἐρωτᾶται, πῶς εἶναι δυ-
1334νατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως;
1335§69Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
1336διεξάγωνται ταὐτοχρόνως δύο ψηφοφορίαι, διότι θεωρεῖ-
1337ται, μέχρις ὅτου ἀνακοινωθῇ τὸ ἀποτέλεσμα, κατὰ τὸν Κα-
1338νονισμόν, ὅτι εὑρισκόμεθα ἐν ψηφοφορίᾳ τοῦ θέματος, διὰ
1339τὸ ὁποῖον γίνεται ἡ διαλογή. Κατ’ ἀκολουθίαν, ἠμποροῦ-
1340μεν νὰ τροποποιήσωμεν τὸν Κανονισμὸν διὰ τὸ μέλλον καὶ
1341νὰ θέσωμεν ἄλλην διάταξιν, ἡ ὁποία ἄλλως νὰ προβλέπῃ
1342τὸ θέμα, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον, ἰσχύοντος τοῦ
1343Κανονισμοῦ αὐτοῦ, νὰ κάμωμεν δευτέραν, ταὐτοχρόνως
1344ψηφοφορίαν, πρὶν γίνῃ ἡ διαλογὴ καὶ ἀνακοινωθῇ τὸ ἀπο-
1345τέλεσμα τῆς πρώτης.
1346§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ λέ-
1347γει, ὅταν μόνον πρόκειται περὶ μυστικῆς διὰ ψηφοδελτίων
1348ψηφοφορίας, κηρύσσεται περαιωμένη ἡ ψηφοφορία. Δη-
1349λαδή, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα κανεὶς ἄλλος νὰ ψηφίσῃ καὶ
1350ἐπακολουθεῖ ἡ διαλογή.
1351Ἑπομένως, ἐπερατώθη ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τῶν ἐρωτημά-
1352των, τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν. Ἐναπομένει τὸ θέμα τῆς διαλο-
1353γῆς καὶ ἡ ἀναγγελία τοῦ ἀποτελέσματος, ἐπὶ τῆς ὁποίας
1354διαλογῆς οὔτε συζήτησις ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ οὔτε κἂν ἔνστα-
1355σις. Διὰ νὰ μὴ ταλαιπωρῆται ἡ Βουλή, τὸ Προεδρεῖον νο-
1356μίζει, ὅτι, διαρκούσης τῆς διαλογῆς, ἠμποροῦμεν νὰ εἰσέλ-
1357θωμεν εἰς ἑτέραν ψηφοφορίαν.
1358§71Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχουν δύο
1359θέματα. Πρῶτον, ἡ ψηφοφορία περαιοῦται μὲ τὴν ἀναγ-
1360γελίαν τοῦ ἀποτελέσματος τῆς διαλογῆς καὶ ὄχι μόνον μὲ
1361τὸ πέρας τῆς ψηφοφορίας. Εἶναι μία ἑνιαία πρᾶξις. Δεύ-
1362τερον, εἶναι ἀκατανόητον, κατὰ τὴν διάρκειαν μιᾶς πρά-
1363ξεως, ἡ ὁποία ἐξακολουθεῖ, νὰ παρεμβληθῇ νέα ἐνέργεια.
1364Καὶ ὁ κ. Μαῦρος εἶπεν, ὅτι εἰς τὸν νέον Κανονισμὸν προ-
1365βλέπεται νέα ἀντιμετώπισις τοῦ ζητήματος, ἐνδεχομένως
1366νὰ εἶναι καὶ ὀρθὸν νὰ γίνῃ, ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦμεν μὲ τὴν
1367πρόβλεψιν τοῦ μέλλοντος κατ’ οἰκονομίαν νὰ κρίνωμεν τὸ
1368συζητούμενον. Ἄλλως τε, ὑπάρχει ἄλλον προηγούμενον τοι-
1369οῦτον; Ἐὰν ὑπάρχῃ, νὰ τὸ εἴπωμεν.
1370§72Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως).
1371Ἀναμφισβητήτως, ἡ ψηφοφορία περαιοῦται μὲ τὴν ἀνα-
1372κοίνωσιν τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ψηφοφορίας. Ἀλλὰ οὐδα-
1373μοῦ τοῦ Κανονισμοῦ ὑπάρχει διάταξις, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι,
1374κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἐνεργείας αὐτῆς, ἡ ὁποία λέγεται
1375ψηφοφορία, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ ἀπαγορεύεται, ἐκτὸς ἐὰν
1376DE FACTO ἀπαγορεύεται, ἀλλὰ DE JURE δὲν ἀπαγο-
1377ρεύεται, νὰ κάμῃ οἱανδήποτε ἄλλην ἐνέργειαν ἡ Βουλή.
1378Ὑπάρχει, ἐὰν θέλετε, ἕνα κενὸν εἰς τὸν Κανονισμόν. Δὲν
1379τὸ προβλέπει. Ἐφ’ ὅσον δὲν τὸ προβλέπει, ἐὰν ἡ Βουλὴ
1380συμφωνῇ, ὅτι δὲν κωλύεται ἡ οὐσία, διατὶ νὰ μὴ προχω-
1381ρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν;
1382§73Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ὁμιλῶν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος εἶχον εἴ-
1383πει, ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον προτείνω δὲν στηρίζεται ἀπολύτως
1384εἰς τὸν ὑπάρχοντα Κανονισμόν, ἀλλὰ ὑπέθεσα, ὅτι θὰ ὑπῆρ-
1385χε συμφωνία τῶν Κομμάτων.
1386Δὲν εἶναι ἐπαρκὲς τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ὁ Ἀρχηγὸς
1387τῶν Προοδευτικῶν εἶπε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ὁ Κανονισμὸς δὲν
1388τὸ λέγει καὶ δὲν εἶναι δυνατόν, πρὶν περατωθῇ ἡ μία πρᾶ-
1389ξις νὰ εἰσέλθωμεν εἰς ἄλλην. Εἶναι, κ. Πρόεδρε, ἀρκετὰ
1390βραδὺς ὁ ρυθμὸς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Ἐὰν δυνά-
1391μεθα νὰ θεραπεύσωμεν, ἔστω καὶ πρὸ τοῦ νέου Κανονι-
1392σμοῦ, αὐτὴν τὴν ἀνωμαλίαν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος,
1393δηλαδὴ τὴν βραδύτητα, διὰ μιᾶς εὐρυτέρας ἑρμηνείας τῶν
1394διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν νομίζω, ὅτι παραβιάζομεν
1395τίποτε.
1396Κύριε Πρόεδρε, ποῦ λέγει ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς,
1397ὅτι οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων ὁμιλοῦν μόνον πρὸ τῆς Ἡ-
1398μερησίας Διατάξεως; Ἐκ τῆς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων
1399ἐνομολογήσαμεν ὡρισμένην τακτικήν, ἡ ὁποία δὲν στηρί-
1400ζεται εἰς τὸν Κανονισμόν. Ἐγὼ εἰσηγοῦμαι καὶ κάμω ἔκ-
1401κλησιν εἰς τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων τῆς Ἀντιπολι-
1402τεύσεως νὰ μὴ ἐπιμείνουν. Διὰ ποῖον λόγον θὰ περιμένω-
1403μεν ἐδῶ δύο ὥρας, ἕως ὅτου τερματισθῇ ἡ διαλογὴ τῆς
1404ψηφοφορίας, διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας ἢ μὴ 15 βουλευ-
1405τῶν καὶ μετὰ νὰ ἀρχίσῃ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου ἐπὶ
1406ἄλλης ψηφοφορίας;
1407Δὲν βλέπω κατὰ τὶ ὁ Κανονισμὸς προσβάλλεται.
1408§74Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Τὰ ὀλίγα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ ἀξιό-
1409τιμος βουλευτὴς Ἀθηνῶν, κ. Μαῦρος, ἔρχονται εἰς ἐπίρ-
1410ρωσιν τῶν ὅσων εἶπον καὶ ἐγὼ προηγουμένως. Διότι ἐπε-
1411καλέσθη ἄλλο προηγούμενον πρακτικὸν καὶ ἐδῶ ὑπάρχει
1412μόνιμον πρακτικόν, ὅταν τελειώσῃ ἡ ψηφοφορία, νὰ ἀνα-
1413κοινωθῇ τὸ ἀποτέλεσμα καὶ τότε νὰ εἰσέλθῃ εἰς νέον ἔρ-
1414γον ἡ Βουλή. Δεύτερον —καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμ-
1415φωνήσω— ὅτι πρέπει οἱαδήποτε σκοπιμότης νὰ ἔρχεται νὰ
1416κρίνῃ τὴν ἑρμηνείαν καὶ διὰ διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ.
1417Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑρμηνείαν, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη, τὸ
1418εἶπεν ὁ ἴδιος ὁ κ. Μαῦρος, ἀφ’ ἧς ἀνεγνώρισεν, ὅτι εἰς
1419τὸν μέλλοντα νὰ ψηφισθῇ Κανονισμὸν ὑπάρχει τοιαύτη
1420πρόβλεψις. Ἄρα ὑπάρχει πρόβλεψις.
1421§75Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ
1422ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν νὰ ἔχω ποιάν τινα
1423ἀμφιβολίαν εἰς ὅσα ὑπεστήριξε, περὶ τοῦ πότε θεωρεῖται
1424περαιωθεῖσα ἡ ψηφοφορία. Μὴ ὑπαρχούσης ἐν προκειμένῳ
1425διατάξεως ρητῆς ἐν τῷ Κανονισμῷ, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ὑπο-
1426στηρίξωμεν, ὅτι ἡ ψηφοφορία δὲν κηρύσσεται περαιωμέ-
1427νη, ἀφ’ ἧς ἄρχεται ἡ διαλογή. Ἡ διαλογὴ εἶναι δυνατὸν
1428νὰ διακοπῇ δι’ οἱονδήποτε λόγον, ὡς καὶ εἰς πᾶσαν περί-
1429πτωσιν ψηφοφορίας.
1430Θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι συνεχίζεται ἡ ψηφο-
1431φορία καὶ τὴν ἄλλην ἡμέραν. Ὑποστηρίζω λοιπὸν σαφῶς,
1432ὅτι ἡ ψηφοφορία ἐκηρύχθη περαιωμένη καὶ δὴ διὰ πρά-
1433ξεως. Κατὰ συνέπειαν, ἡ διαλογὴ εἶναι μία χωριστὴ πρᾶ-
1434ξις καὶ ναὶ μὲν ἐπιβάλλεται βεβαίως νὰ γίνεται ἐν συνε-
1435χείᾳ, ἀλλὰ τοῦτο δὲν δημιουργεῖ θέμα οὔτε Συντάγματος,
1436οὔτε Κανονισμοῦ.
1437§76Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀληθῶς ἀπορίας
1438ἄξιον, διατὶ δημιουργοῦμεν ζητήματα ἐκεῖ, ὅπου ὁ Κανο-
1439νισμὸς εἶναι σαφής. Τὸ ἄρθρον 74, παράγραφος 2, λέγει:
1440«Οὕτω ...... (ἀναγινώσκει) ......».
1441Ἰδοὺ τὶ ἐπιτάσσει ὁ Κανονισμός. Καὶ θέλετε τώρα σεῖς,
1442ταύτης τῆς διαδικασίας διεξαγομένης, νὰ γίνῃ ἀνάγνωσις
1443καταλόγου. Εἶναι δυνατὰ ποτὲ αὐτὰ τὰ πράγματα;
1444§77Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ θέμα τῆς τηρήσεως
1445τοῦ Κανονισμοῦ ἐνδιαφέρει ὁλόκληρον τὴν Ἐθνικὴν Ἀντι-
1446προσωπείαν. Δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παρεξη-
1447γῆται ἡ ἐπιμονή μας εἰς τὴν τήρησιν τοῦ Κανονισμοῦ. Θὰ
1448ἤθελον ὅμως νὰ ἐρωτήσω, ὅταν θὰ ἐκτυπωθοῦν τὰ πρα-
1449κτικὰ καὶ δὲν θὰ ἀναγράφεται, ὅτι, κατὰ τὴν διάρκειαν
1450μιᾶς ψηφοφορίας ἤρχισεν ἄλλη, δὲν θὰ εἶναι τοῦτο πλα-
1451στογράφησις τῶν πρακτικῶν; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἶ-
1452ναι τοῦτο σύμφωνον πρὸς τὸν Κανονισμόν;
1453§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὶ νὰ γίνῃ; Νὰ ἀναβληθῇ ἡ ψηφοφο-
1454ρία;
1455§79ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως). Νὰ
1456διακόψωμεν τὴν ψηφοφορίαν.
1457§80Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Δὲν ἀναβάλλεται ἡ ψηφοφορία.
1458§81Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀνεξαρτήτως τοῦ
1459ὅτι δύναται νὰ διαχωρισθῇ τὸ θέμα τῆς ψηφοφορίας, ἐὰν
1460ὑποτεθῇ, ὅτι εἶναι ἑνιαία ἡ ψηφοφορία, δὲν εἶναι δυνα-
1461τὸν νὰ διακοπῇ αὕτη καὶ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς ἄλλο θέμα. Τοῦ-
1462το, ὅμως, ὄχι μόνον δὲν ἀπαγορεύεται ἀπὸ καμμίαν διά-
1463ταξιν τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλά, ἀντιθέτως, ὑπάρχει προέκτα-
1464σις. Κατ’ ἐπανάληψιν συνέβη, συζητουμένου τοῦ Α νομο-
1465σχεδίου, νὰ κάμωμεν μίαν διακοπὴν τῆς προόδου τῆς συ-
1466ζητήσεως καὶ νὰ παρεμβληθῇ συζήτησις δευτέρου νομο-
1467σχεδίου. Συμβαίνει, ὅταν ὑπάρχῃ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον
1468συνέπεσε νὰ εἶναι τῆς ἀποδοχῆς ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς
1469καὶ μετὰ τὰς ἀγορεύσεις γίνεται δεκτόν, ἐπανερχόμεθα εἰς
1470τὴν συζήτησιν τοῦ πρώτου νομοσχεδίου. Ἄλλωστε, αὐτὸ
1471εἶναι θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου τὸ κυρίαρχον Σῶμα θὰ πρέπει
1472νὰ ἀποφανθῇ. Συνεπῶς, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ ἡ
1473Βουλή, ἐὰν συμφωνῇ.
1474§82Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Λυποῦμαι, διότι τὰ Κόμματα τῆς Ἀντι-
1475πολιτεύσεως δὲν συνεφώνησαν εἰς μίαν πρακτικὴν πρότα-
1476σιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα, καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν συμφωνοῦν, δὲν
1477εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ψηφοφορία τώρα, διότι τοῦτο δὲν
1478στηρίζεται εἰς τὸν Κανονισμόν.
1479§83Η. ΗΛΙΟΥ. Ἐναντίον τῆς παρεμβολῆς ἄλλης ψηφοφο-
1480ρίας, πρὶν ἀναγγελθῇ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς διενεργηθείσης
1481ψηφοφορίας, ὑπάρχει εἷς σοβαρώτατος νομικὸς λόγος, ἀλ-
1482λὰ καὶ εἷς οὐσιαστικός. Ἐπὶ τοῦ πρώτου θέλω νὰ ἐπιμεί-
1483νω, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ Κανονισμοῦ, ὁ
1484ὁποῖος δὲν πρέπει νὰ λάβῃ τὴν μορφὴν φυσαρμόνικας. Ὁ
1485Κανονισμὸς εἶναι οὐσιαστικὸς νόμος, διευκρινίζων τὰ τῆς
1486λειτουργίας τῆς πρώτης ἱεραρχικῶς ἐξουσίας ἐν τῷ Κρά-
1487τει. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, τῆς ὁποίας μετέχει
1488καὶ ὁ κ. Μαῦρος καὶ ἐγώ, προέτεινε τὴν εἰσαγωγὴν δια-
1489τάξεως ἀναλόγου μὲ τὰ ἐν Γαλλίᾳ κρατοῦντα. Τὸ γεγονός,
1490ὅτι προτείνομεν τὴν τροποποίησιν αὐτὴν τοῦ Κανονισμοῦ,
1491σημαίνει, ὅτι δὲν εὑρίσκεται ἐν τῷ Κανονισμῷ. Πέραν αὐ-
1492τοῦ τοῦ λόγου ὑπάρχει, ὡς εἶπον, καὶ ἕνας ἄλλος σοβαρώ-
1493τερος οὐσιαστικὸς λόγος. Δὲν ἠθέλησα νὰ ἀποδώσω εἰς
1494πρόθεσιν, ἀλλὰ εἰς ἀτυχίαν τοῦ ἀξιοτίμου Προεδρείου τὸ
1495γεγονός, ὅτι ἐπὶ διεξαγομένης ψηφοφορίας ἐπὶ ἄρσεως ἀ-
1496συλίας συναδέλφων ἐκάλεσεν ὡς ψηφολέκτην συνάδελφον, ὁ
1497ὁποῖος χθὲς κατέθεσεν ἐρώτησιν καὶ σήμερον διετυπώθη
1498κατ’ αὐτοῦ κατηγορία; Τὸ γεγονὸς αὐτό, νομίζω, ὅτι δὲν
1499θὰ ἐπέτρεπε νὰ γίνῃ μία παρεμβολὴ συζητήσεως.
1500§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, μὴ ἀποδίδετε εἰς ὅλας
1501τὰς πράξεις τοῦ Προεδρείου κακοπιστίαν καὶ πρόθεσιν.
1502§85Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως).
1503Κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ παρακληθῇ ὁ κ. Ἠλιοῦ, νὰ μᾶς
1504ἐξηγήσῃ τὰς τελευταίας του φράσεις. Ποίαν σχέσιν ἔχει
1505τὸ συζητούμενον θέμα μὲ τὸ γεγονός, ὅτι ἐκλήθη εἷς βου-
1506λευτής, κατὰ τοῦ ὁποίου διετυπώθη εἰς τὸν Τύπον μία κα-
1507τηγορία ὡς ψηφολέκτης.
1508§86Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Ὑπουργέ, εἶναι σαφές, ὅτι ὁ Κα-
1509νονισμὸς θεσπίζει τοὺς ψηφολέκτας, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς Συμ-
1510πολιτεύσεως καὶ ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, μὲ σκοπὸν νὰ
1511προλάβῃ πᾶσαν διαβολήν. Εἷς ἐκ τῶν συναδέλφων, ἐναν-
1512τίον τῶν ὁποίων συζητεῖται ἡ ἄρσις ἢ μὴ τῆς ἀσυλίας, εἶ-
1513ναι ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Μπρεδήμας καὶ ὡς ψηφολέ-
1514κτης ὡρίσθη ὁ κ. Κεφαλογιάννης, βουλευτὴς Ρεθύμνου.
1515§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε, κ. συνάδελφε, δὲν θὰ πρέπει νὰ
1516προεδρεύω καὶ ἐγώ, διότι εἷς βουλευτὴς κατέθεσεν ἐρώ-
1517τησιν εἰς βάρος ἐμοῦ!!
1518§88Ι. ΚΕΦΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ. Θλίβομαι βαθύτατα, διότι ὄχι
1519ἐξ ἰδικῆς μου πρωτοβουλίας ἐκλήθην εἰς τὸ Προεδρεῖον
1520ὡς ψηφολέκτης.
1521§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ σᾶς ἐκάλεσα.
1522§90Ι. ΚΕΦΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ. Λυποῦμαι εἰλικρινῶς διὰ τὸν
1523συνάδελφον κ. Ἠλιοῦ, ὁ ὁποῖος διετύπωσε τοιαύτην κατη-
1524γορίαν ἐναντίον μου. Λυποῦμαι εἰλικρινῶς καὶ θλίβομαι,
1525διότι ἐκτοξεύονται τοιαῦται κατηγορίαι ὑπὸ συναδέλφων ἐν-
1526τὸς τῆς Βουλῆς.
1527§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Κεφαλογιάννη, καλεῖσθε ὅπως
1528προσέλθετε ὡς ψηφολέκτης.
1529§92Ι. ΚΕΦΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυ-
1530νατὸν μετὰ τὰ ὅσα ἐλέχθησαν, νὰ προσέλθω. Θὰ πρέπει νὰ
1531ἀνακαλέσῃ ὁ κ. συνάδελφος τὴν μομφήν, τὴν ὁποίαν διε-
1532τύπωσεν ἐναντίον ἐμοῦ.
1533§93Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, οὔτε ἐμέμφθην, οὔτε ἐκα-
1534τηγόρησα τὸν κύριον συνάδελφον, ἀλλὰ τὸ Προεδρεῖον,
1535διότι, ὡς εἶπον προηγουμένως, συνέβη αὐτὴ ἡ ἀτυχία. Ὀρ-
1536θὸν εἶναι νὰ μὴ παραβιάζωμεν τὸν Κανονισμόν, παρεμβάλ-
1537λοντες ἄλλην ψηφοφορίαν πρὸ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς προη-
1538γουμένης τοιαύτης.
1539§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Κεφαλογιάννη, νομίζω, ὅτι, κα-
1540τόπιν τῶν ὅσων εἶπεν ὁ κ. Ἠλιοῦ, δὲν ὑπάρχει θέμα καὶ
1541ἑπομένως δύνασθε νὰ προσέλθετε ὡς ψηφολέκτης.
1542Ὁρίστε, κ. Κεφαλογιάννη, εἶσθε ψηφολέκτης, παρακα-
1543λῶ νὰ ἔλθετε εἰς τὴν θέσιν σας.
1544(Γενομένης τῆς διαλογῆς, ὁ κ. Πρόεδρος ἀνακοινοῖ τὰ
1545ἀκόλουθα):
1546§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετ’ ὀλίγον, κύριοι βουλευταί, θὰ ἀνα-
1547κοινώσω τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας. Κατὰ τὸ ἄρθρον
154874 τοῦ Κανονισμοῦ, ἂν ὑπάρξῃ ἀσυμφωνία τις μεταξὺ τῶν
1549ψηφολεκτῶν, ὡς πρὸς τὴν καταμέτρησιν τῶν ψήφων, δυ-
1550ναμένη νὰ ἀλλοιώσῃ τὸ ἀποτέλεσμα, ἡ καταμέτρησις ἐπα-
1551ναλαμβάνεται. Ἡ ἀσυμφωνία ὑπῆρξε κατὰ τὴν διαλογὴν
1552τῶν ψήφων ἐπὶ ἑνὸς ψηφοδελτίου, εἰς αὐτὸ ὑπῆρξεν ἡ ἀ-
1553συμφωνία. Διότι εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 11 περίπτωσιν, διὰ τὸν
1554κ. Κεραμιτσιόγλου λέγουν ναί, διὰ τὸν κ. Ρήγαν δὲν ὑπάρ-
1555χει τίποτε. Ὅσον ἀφορᾷ διὰ τὸν κ. Ρήγαν, δὲν γεννᾶται
1556ζήτημα, οὐδεμίαν ἐπήρειαν δὲν δύναται νὰ ἔχῃ, διότι δὲν
1557συνεκέντρωσε τοὺς 118 ψήφους ποὺ χρειάζονται διὰ τὴν
1558ἄρσιν τῆς ἀσυλίας. Αὐτὴ ἡ ἀσυμφωνία δὲν δύναται ν’ ἀλ-
1559λοιώσῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς γενομένης ψηφοφορίας.
1560§96Ι. ΔΡΑΓΟΝΕΤΗΣ. Ἡ διαφωνία μας δὲν εἶναι ἐπὶ τοῦ
1561ἑνὸς ψηφοδελτίου, εἰς ὃ σημεῖον ἀνεφέρθητε. Ἐπειδὴ αἴ-
1562ρεται ἡ ἀσυλία ἐπὶ ἑνὸς περιωρισμένου ἀριθμοῦ βουλευτῶν
1563διὰ λίαν περιωρισμένου ἀριθμοῦ ψήφων, ἐζητήσαμεν τὴν
1564ἐπανεξέτασιν τῶν ψήφων καὶ τὴν καταμέτρησιν ἐκ νέου.
1565Ἄλλως τε ἡ ἔνστασίς μας δικαιολογεῖται ἐκ τοῦ ἑξῆς γε-
1566γονότος; Τοῦ κ. Μπρεδήμα εἰς μὲν τὴν μίαν μήνυσιν δὲν
1567αἴρεται ἡ ἀσυλία, εἰς τὴν ἄλλην αἴρεται. Καὶ τοῦτο, καθ’
1568ἣν στιγμὴν ἐψήφισαν οἱ ἴδιοι βουλευταί. Συνεπῶς, εἶναι
1569δυνατὸν νὰ ἔχῃ γίνει λάθος.
1570§97Α. ΒΟΥΛΟΔΗΜΟΣ. Εἶναι 234 ψηφοδέλτια, εἶναι ἀδύ-
1571νατον νὰ μὴ ἔχῃ γίνει λάθος. Ἡ διαφορὰ εἶναι 2 καὶ τρεῖς
1572ψῆφοι. Δὲν νομίζετε, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ γίνει λάθος καὶ
1573νὰ γίνῃ ἕνας ἐπανέλεγχος;
1574§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τοὺς κ.κ. βουλευτὰς ποὺ ἦσαν ψη-
1575φολέκται ὑπῆρχον καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ δὲν ἐγεν-
1576νήθη ἀντίρρησις, δι’ οὐδὲν ψηφοδέλτιον, πλὴν αὐτοῦ
1577τὸ ὁποῖον κρατῶ ἐγώ. Συνεπῶς, δὲν ὑπῆρξεν ἀσυμφωνία
1578εἰς τὸ νὰ εἴπουν, ὅτι ἐδῶ λέγει ναὶ ἢ ἐκεῖ ὄχι διὰ τὸν Α
1579ἢ Β.
1580§99Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ δύο ψηφολέκται, οἱ ὁρι-
1581σθέντες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διατυπώνουν ἀμφιβολίαν,
1582ὡς πρὸς τὴν δυνατότητα ὑπάρξεως ἐπαρκοῦς προσοχῆς διὰ
158315 ἄτομα ἐπὶ 234 ψήφων καὶ τὴν δυνατότητα ὑπάρξεως
1584λάθους καταμετρήσεως. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἡ ἀμφισβή-
1585τησις τῆς ὀρθῆς καταμετρήσεως δὲν τείνει εἰς ἀλλοίωσιν,
1586ἀλλὰ εἰς σεβασμὸν τῆς θελήσεως τοῦ Σώματος. Ἄν ἀποδει-
1587χθῇ ἐκ τοῦ ἐλέγχου, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ ἀριθμὸς, τοῦτο θὰ
1588καταστήσῃ ἀδιάβλητον τὴν ψηφοφορίαν καὶ ἀδύνατον τὴν
1589περαιτέρω συζήτησιν. Ἑπομένως οἱ κ.κ. Συνάδελφοι, δὲν
1590εὑρίσκονται ἔξω τοῦ Κανονισμοῦ, ὅταν διατυπώνουν ἀμφι-
1591βολίας περὶ τῆς ὀρθῆς καταμετρήσεως.
1592§100Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως).
1593Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὸ ἄρθρον 74 τοῦ Κανονισμοῦ ἐπιτρέ-
1594πεται ἡ ἀναθεώρησις, ὅπως λέγει, τῶν ψήφων ὅταν ὑπάρ-
1595χῃ ἀσυμφωνία ἀσκοῦσα ἐπιρροὴν ἐπὶ τοῦ ἀποτελέσματος.
1596Ἡ ἀσυμφωνία διατυποῦται κατὰ τὴν ἐπιλογήν. Δὲν ἠμπο-
1597ρεῖ δὲ νὰ συναχθῇ συμπερασματικῶς ἀπὸ τὸ γεγονὸς, ὅτι ἡ
1598διαφορὰ τῶν ψήφων εἶναι μικρὴ ἢ μεγάλη. Οὔτε ἠμπορεῖ
1599νὰ συζητοῦμεν ἐκ τῶν ὑστέρων, ὅτι ἀφοῦ εἶναι 234 ψη-
1600φοδέλτια κλπ. κλπ. Πόσα θέλετε νὰ εἶναι; Δέκα; Τρια-
1601κόσιοι βουλευταὶ ὑπάρχουν, 234 ψηφοδέλτια εἶναι. Ἔγινε
1602δὲ ἐπὶ μίαν καὶ ἡμίσειαν ὥραν καταμέτρησις. Ἑπομένως, ὁ
1603μόνος λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ὑποβάλλεται ἡ αἴτησις αὐτὴ
1604εἶναι, διὰ νὰ ταλαιπωρηθῇ ἡ Βουλή. Αὐτὸ εἶναι ἀπαρά-
1605δεκτον καὶ τυπικῶς καὶ οὐσιαστικῶς.
1606§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ Προεδρεῖον, νομί-
1607ζει, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀναθεώρησις, ἀνεξαρ-
1608τήτως τοῦ χρόνου ποὺ ἀπαιτεῖται διὰ τοῦτο, καὶ συνεπῶς, ἔχω
1609τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας.
1610§102Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει εὐ-
1611αισθησία διὰ συναδέλφους ἐκ μέρους τοῦ Προεδρείου; Ἐφ’
1612ὅσον ἡ διαφορὰ εἶναι δύο μόνον ψῆφοι καὶ δεδομένου, ὅτι
1613πρόκειται διὰ 14 ἐπὶ 234 εἶναι ἀνθρωπίνως δυνατὸν νὰ ἔχῃ
1614γίνει λάθος.
1615Σεῖς ὡς Πρόεδρος τοῦ Σώματος πρέπει νὰ κάμετε ἐπαν-
1616έλεγχον. Βιάζεσθε; Ἐὰν βιάζεσθε νὰ μᾶς τὸ πῆτε.
1617§103Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως).
1618Ἐὰν ὕστερα ἀπὸ τὴν ἐξίσωσιν τοῦ ΝΑΙ καὶ ΟΧΙ ἐπὶ παρου-
1619σίᾳ πέντε βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἔχετε ἀμφιβο-
1620λίας διατὶ δὲν θὰ ἔχετε ἀμφιβολίας μετὰ τὴν δευτέραν ἀ-
1621ρίθμησιν;
1622§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καλοῦνται οἱ ψηφολέκται κ.κ. Ι. Δρα-
1623γονέτης καὶ Α. Βουλόδημος νὰ ὑπογράψουν τὰ πρωτόκολλα
1624διαλογῆς.
1625§105Ι. ΔΡΑΓΟΝΕΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ ἐπιμένω ἐπὶ
1626τῆς ἐνστάσεώς μου. Δὲν δύναμαι νὰ ὑπογράψω.
1627§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ ὑπογράψητε τὰ
1628πρωτόκολλα, καὶ κατόπιν θὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῶν
1629ἐνστάσεών σας.
1630Ὁ κ. Βουλόδημος παρακαλῶ νὰ ἔλθῃ νὰ ὑπογράψῃ τὰ
1631πρωτόκολλα.
1632Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε τῆς Ε.Δ.Α., πρέπει νὰ ἐπέμ-
1633βητε. Διότι τοῦτο ἀποτελεῖ ἄρνησιν ὑπηρεσίας.
1634§107Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, τὴν ἄρνησιν τῆς ὑπηρε-
1635σίας τὴν ἔκανε πρῶτον τὸ Προεδρεῖον. Διότι ὁ Κανονισμὸς
1636λέγει πῶς γίνεται ἡ διαλογή. Λέγει δέ, ὅτι εἷς ἐκ τῶν Ἀντι-
1637προέδρων ἀναγινώσκει δημοσία τὰ ψηφοδέλτια, ὥστε νὰ
1638δύναται πᾶς βουλευτὴς νὰ ἐπαληθεύσῃ τοὺς ἀριθμοὺς τῶν
1639ψήφων. Αὐτὸ τὸ παραβιάσατε. Ἑπομένως, ἐὰν ὑπάρχῃ
1640κἄποιος ἀρνηθεὶς ὑπηρεσίαν καὶ μὴ πράξας ὅ,τι ὁ Κα-
1641νονισμὸς ἐπιτάσσει, εἶναι τὸ Προεδρεῖον.
1642§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἠλιοῦ, δύνασθε νὰ μοῦ φέρετε
1643ἕνα παράδειγμα εἰς τὴν πολυετῆ ὑπηρεσίαν ποὺ ἔχετε εἰς
1644τὴν αἴθουσαν αὐτήν, καθ’ ὅ ὁ Ἀντιπρόεδρος τῆς Βουλῆς
1645ἀναγινώσκει ψηφοδέλτια;
1646Ἐὰν ὑπῆρχεν ἔντασις, τότε μάλιστα. Τώρα πῶς
1647ἀρνεῖσθε νὰ ὑπογράψητε τὰ πρωτόκολλα;
1648Κύριε Δραγονέτη, παρακαλῶ μὴ ἐπιμένετε εἰς τὴν ἄρνη-
1649σίν σας.
1650§109Ι. ΔΡΑΓΟΝΕΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ θέμα εἶναι ὑ-
1651ψίστης σημασίας καὶ διὰ τὴν Βουλήν, καὶ διὰ τὰ μέλη της
1652καὶ διὰ ἐμέ, καὶ παρακαλῶ μὴ ἐπιμένετε.
1653§110ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Τῆς Κυβερνητικῆς Παρα-
1654τάξεως). Κύριε Πρόεδρε νὰ ἀνακοινώσητε τὸ ἀποτέλεσμα.
1655§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ τῆς Συμπολιτεύσεως,
1656ἐὰν δὲν ὑπογραφοῦν τὰ πρωτόκολλα δὲν εἶναι ἔγκυρος ἡ ψη-
1657φοφορία.
1658§112Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πάντοτε δὲν
1659θὰ ὑπάρχῃ ἀποτέλεσμα. Εἶναι ἀδύνατον νὰ δεχθῶμεν τὴν
1660ἄποψιν αὐτήν. Ἐφ’ ὅσον ἀρνοῦνται νὰ ὑπογράψουν, θὰ
1661διαπιστώσητε τὴν ἄρνησιν καὶ θὰ προχωρήσητε. Διότι ἄλ-
1662λως δὲν θὰ τελειώσωμεν ποτέ.
1663§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνα-
1664κοινώσω τὰ ἀποτελέσματα τῆς γενομένης ψηφοφορίας.
1665Ἐψήφισαν ἐν συνόλῳ 234, ὅσα καὶ τὰ εὑρεθέντα ψηφο-
1666δέλτια.
1667Ἐκ τούτων ἐψήφισαν:
16681) Ἐπὶ τῆς αἰτήσεως ἄρσεως τῆς ἀσυλίας τοῦ βουλευτοῦ
1669Ἀθανασάκου Ε., κατηγορουμένου ἐπὶ συκοφαντικῇ δυσφη-
1670μήσει διὰ τοῦ τύπου. Ἐψήφισαν ὑπὲρ τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυ-
1671λίας 14, ἐναντίον 214 καὶ 6 ἠρνήθησαν ψῆφον.
16722) Ἐπὶ τῆς αἰτήσεως ἄρσεως ἀσυλίας τοῦ βουλευτοῦ
1673Γιαρένη Ε., κατηγορουμένου ἐπὶ παραβάσει τοῦ ἄρθρου
1674182 τοῦ Π. Κ. Ἐψήφισαν 140 ἐναντίον, 90 ὑπὲρ καὶ 4
1675ἠρνήθησαν ψῆφον.
16763) Ἐπὶ τῆς αἰτήσεως ἄρσεως ἀσυλίας τοῦ βουλευτοῦ Γλι-
1677γλῆ Π., κατηγορουμένου ἐπὶ παραβάσει τῶν ἄρθρων 386
1678τοῦ Π. Κ. καὶ 79 τοῦ νόμου 5960 «περὶ ἐπιταγῆς». Ἐψή-
1679φισαν ἐναντίον τῆς ἄρσεως 128, ὑπὲρ 101 καὶ 5 ἠρνήθησαν
1680ψῆφον.
16814) Ἐπὶ τῆς αἰτήσεως ἄρσεως τῆς ἀσυλίας τοῦ βουλευτοῦ
1682Δεληγιαννίδη Α., κατηγορουμένου ἐπὶ σωματικαῖς κακώσεσι
1683δι’ αὐτοκινήτου. Ἐψήφισαν ἐναντίον τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυ-
1684λίας 215, ὑπὲρ 12 καὶ 7 ἠρνήθησαν ψῆφον.
16855) Ἐπὶ τῆς αἰτήσεως ἄρσεως τῆς ἀσυλίας τοῦ βουλευτοῦ
1686Ἐφραιμίδη Β., κατηγορουμένου ἐπὶ συκοφαντικῇ δυσφη-
1687μήσει διὰ τοῦ τύπου. Ἐψήφισαν ἐναντίον τῆς ἄρσεως τῆς
1688ἀσυλίας 123, ὑπὲρ 12 καὶ 7 ἠρνήθησαν ψῆφον.
16896) Ἐπὶ τῆς αἰτήσεως ἄρσεως τῆς ἀσυλίας τοῦ βουλευ-
1690τοῦ Κανιάρη Μ., κατηγορουμένου ἐπὶ ἐξυβρίσει καὶ περιϋ-
1691βρίσει τῆς ἀρχῆς. Ἐψήφισαν ἐναντίον τῆς ἄρσεως ἀσυλίας
1692108, ὑπὲρ 119 καὶ 7 ἠρνήθησαν ψῆφον.
16937) Ἐπὶ αἰτήσεως ἄρσεως ἀσυλίας τοῦ βουλευτοῦ Κερα-
1694μιτσιόγλου Θ., κατηγορουμένου ἐπὶ ἐξυβρίσει καὶ ἐπὶ ἀπει-
1695λαῖς. Ἐψήφισαν ἐναντίον τῆς ἄρσεως 118, ὑπὲρ 108 καὶ
16968 ἠρνήθησαν ψῆφον.
16978) Ἐπὶ αἰτήσεως ἄρσεως τῆς ἀσυλίας τοῦ βουλευτοῦ Κε-
1698ραμιτσιόγλου Θ., κατηγορουμένου ἐπὶ ἐξυβρίσει κλπ. Ἐψή-
1699φισαν ἐναντίον τῆς ἄρσεως 110, ὑπὲρ 116 καὶ 8 ἠρνήθη-
1700σαν ψῆφον.
17019) Ἐπὶ αἰτήσεως ἄρσεως τῆς ἀσυλίας τοῦ βουλευτοῦ
1702Κεραμιτσιόγλου Θ., κατηγορουμένου ἐπὶ ἐξυβρίσει κλπ. Ἐ-
1703ψήφισαν ἐναντίον τῆς ἄρσεως 108, ὑπὲρ 116 καὶ 10 ἠρνή-
1704θησαν ψῆφον.
170510) Ἐπὶ αἰτήσεως ἄρσεως τῆς ἀσυλίας τοῦ βουλευτοῦ
1706Κεραμιτσιόγλου Θ., κατηγορουμένου ἐπὶ ἐξυβρίσει καὶ ἀπει-
1707λῇ. Ἐψήφισαν ἐναντίον τῆς ἄρσεως 107, ὑπὲρ τῆς ἄρσεως
1708119 καὶ 8 ἠρνήθησαν ψῆφον.
170911) Ἐπὶ αἰτήσεως ἄρσεως τῆς ἀσυλίας τῶν βουλευτῶν
1710Κεραμιτσιόγλου Θ. καὶ Ρήγα Ε., κατηγορουμένων ἐπὶ ἐ-
1711ξυβρίσει καὶ ἀπειλῇ. Διὰ μὲν τὸν κ. Κεραμιτσιόγλου Θ. ἐψή-
1712φισαν ἐναντίον τῆς ἄρσεως 108, ὑπὲρ τῆς ἄρσεως 121 καὶ
17135 ἠρνήθησαν ψῆφον. Διὰ δὲ τὸν κ. Ρήγαν Ε. ἐψήφισαν ἐναν-
1714τίον τῆς ἄρσεως 115, ὑπὲρ τῆς ἄρσεως 114 καὶ 5 ἠρνήθη-
1715σαν ψῆφον.
171612) Ἐπὶ αἰτήσεως ἄρσεως ἀσυλίας τῶν βουλευτῶν κ.κ. Κε-
1717ραμιτσιόγλου Θ. καὶ Ρήγα Ε., κατηγορουμένων ἐπὶ ἐξυ-
1718βρίσει κλπ. Ἐψήφισαν διὰ μὲν τὸν κ. Κεραμιτσιόγλου Θ. ἐ-
1719ναντίον τῆς ἄρσεως 108, ὑπὲρ τῆς ἄρσεως 118 καὶ 8 ἠρνή-
1720θησαν ψῆφον. Διὰ δὲ τὸν κ. Ρήγαν Ε. ὑπὲρ τῆς ἄρσεως 110,
1721ἐναντίον 116 καὶ 8 ἠρνήθησαν ψῆφον.
172214) Ἐπὶ αἰτήσεως ἄρσεως τῆς ἀσυλίας τοῦ βουλευτοῦ κ.
1723Μπρεδήμα Η., κατηγορουμένου ἐπὶ συκοφαντικῇ δυσφημή-
1724σει καὶ ἐπὶ ἐξαπατήσει τῶν ἐκλογέων, ἐψήφισαν ἐναντίον
1725τῆς ἄρσεως 122, ὑπὲρ τῆς ἄρσεως 107 καὶ 5 ἠρνήθησαν
1726ψῆφον.
172714) Ἐπὶ αἰτήσεως ἄρσεως τῆς ἀσυλίας τῶν βουλευτῶν
1728κ.κ. Μπρεδήμα Η., Ἐφραιμίδη Β. καὶ Παπαδημητρίου Ι.,
1729κατηγορουμένων ἐπὶ προσβολῇ τῆς τιμῆς τοῦ Βασιλέως καὶ
1730τῆς Βασιλίσσης καὶ δυσφημήσει Αὐτῶν (ἄρθρον 168 παρ.
17312 Π. Κ. καὶ 46 τοῦ Α. Ν. 1092)1938), ἐψήφισαν διὰ τὸν
1732κ. Μπρεδήμαν Η. ἐναντίον τῆς ἄρσεως 110, ὑπὲρ 120 καὶ 4
1733ἠρνήθησαν ψῆφον.
1734Διὰ τὸν κ. Ἐφραιμίδην Β. ἐψήφισαν 110 ἐναντίον τῆς ἄρ-
1735σεως, 120 ὑπὲρ τῆς ἄρσεως καὶ 4 ἠρνήθησαν ψῆφον.
1736Διὰ τὸν κ. Παπαδημητρίου Ι. ἐψήφισαν ἐναντίον τῆς ἄρ-
1737σεως 111, ὑπὲρ 119 καὶ 4 ἠρνήθησαν ψῆφον.
1738Συνεπῶς, ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυ-
1739λίας τῶν βουλευτῶν:
17401) κ. Μ. Κανιάρη, κατηγορουμένου ἐπὶ ἐξυβρίσει καὶ
1741περιϋβρίσει τῆς ἀρχῆς.
17422) κ. Θ. Κεραμιτσιόγλου, κατηγορουμένου ἐπὶ ἐξυβρίσει
1743καὶ ἀπειλῇ καὶ
17443) τῶν βουλευτῶν κ.κ. Μπρεδήμα Η., Ἐφραιμίδη Β. καὶ
1745Παπαδημητρίου Ι., κατηγορουμένων ἐπὶ προσβολῇ τῆς τι-
1746μῆς τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βασιλίσσης καὶ δυσφημήσει
1747Αὐτῶν.
1748§114Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Ζήτω ἡ Δημοκρατία.
1749(Φωναὶ ἐκ τῆς Κυβερνητικῆς πτέρυγος. Ἔξω, ἔξω).
1750§115Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
1751Τὸ Σῶμα ἐταλαιπωρήθη ἐπὶ τρεῖς ὥρας διὰ τὴν διεξα-
1752γωγὴν τῆς ψηφοφορίας καὶ βλέπετε τὰ ἀτυχήματα εἰς τὰ
1753ὁποῖα ὡδηγήθημεν καὶ τὰ ὁποῖα ἀμφισβητοῦν τὸ ἀποτέλε-
1754σμα. Δὲν νομίζετε, ὅτι ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων κἄποτε πρέ-
1755πει νὰ συγχρονισθῇ; Ἡ ψηφοφορία εἰς ὅλα τὰ Κοινοβού-
1756λια τοῦ Κόσμου γίνεται διὰ συγχρόνων μηχανημάτων, τὰ
1757ὁποῖα καὶ ταχύτητα ἐξασφαλίζουν καὶ ἀκρίβειαν. Νομίζω,
1758ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ Προεδρεῖον σοβαρῶς
1759τὸ θέμα αὐτό, διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν κἄθε φορὰν ποὺ ὑπάρχει
1760θέμα ψηφοφορίας καὶ ταλαιπωρίας καὶ καθυστέρησιν. Ὡς
1761ἐπιμύθιον τῆς παρακλήσεως θὰ ἦτο νὰ μηχανοποιηθῇ καὶ
1762ἡ ὑπηρεσία τῶν πρακτικῶν, διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν κἄθε βράδυ
1763τὸ μαρτύριον τῆς διορθώσεως τῶν κειμένων, τὰ ὁποῖα ἀναγ-
1764καστικῶς λαμβάνονται πολὺ πλημμελῶς ἀπὸ τοὺς κατὰ πάντα
1765ἀξίους καὶ συμπαθεῖς πρακτικογράφους. Παρακαλῶ τὸ
1766Προεδρεῖον νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν κατάστασιν καὶ νὰ δώ-
1767σῃ εἰς τὸ Σῶμα μίαν ἀπάντησιν.
1768§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ
1769Προεδρεῖον προχείρως νὰ ἀπαντήσῃ.
1770Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
1771ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
1772ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
1773αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου
1774νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπλη-
1775ρώσεως τοῦ Ν. Δ. 2916)54 περὶ καταργή-
1776σεως εἰσφορᾶς ὑπέρ τοῦ Ὀργανισμοῦ
1777Ἀποχετεύσεως Πρωτευούσης κ.λ.π. τοῦ
1778Ν. 2722)1953 περὶ τροποποιήσεως καὶ συμ-
1779πληρώσεως τῶν διατάξεων τῶν ἀφορω-
1780σῶν τὸν Ὀργανισμὸν Ἀποχετεύσεως
1781τῆς περιοχῆς Πρωτευούσης καὶ παρα-
1782τάσεως τῆς εἰσπράξεως τῆς ἐπὶ τῶν
1783εἰσιτηρίων τῶν λεωφορείων τοῦ Νομοῦ
1784Ἀττικῆς προσαυξήσεως».
1785Κύριοι βουλευταί, ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ ὑπὸ
1786κρίσιν νομοσχεδίου, ἔχει κηρυχθῆ περαιωμένη εἰς προηγου-
1787μένην συνεδρίασιν. Ἐκκρεμεῖ πρότασις ὑπογεγραμμένη ὑπὸ
1788τοῦ κεκανονισμένου ἀριθμοῦ βουλευτῶν περὶ διενεργείας
1789ψηφοφορίας, δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ
1790νομοσχεδίου. (Ἀναγινώσκει τὰ ὀνόματα τῶν ὑπογραψάν-
1791των).
1792§117Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. (Ὑπουργὸς Κοινωνικῆς Προνοίας).
1793Κύριε Πρόεδρε, ἂς ἐρωτηθοῦν οἱ ὑπογράψαντες, ἐπιμένουν
1794νὰ γίνῃ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἢ δι’ ἀνα-
1795στάσεως;
1796§118Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, προκειμένου περὶ νομοθε-
1797τήματος, διὰ τοῦ ὁποίου τίθενται φόροι ἑνὸς δισεκατομμυ-
1798ρίου δραχμῶν, θὰ πρέπει νὰ ἀναλάβῃ καθεὶς τὰς εὐθύνας
1799του.
1800§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρισταμένων τῶν ὑποβαλόντων τὴν
1801ἐρώτησιν, προχωροῦμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν. Τὸ ἐρώτημα
1802τίθεται ὡς ἑξῆς: Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομο-
1803σχεδίου, λέγουσι ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι, λέγουσιν ὄχι.
1804Παρακαλῶ νὰ προσέλθουν ἐπὶ τοῦ καταλόγου οἱ βουλευταί
1805κ.κ. Ι. Πωλιουδάκης καὶ Γ. Πρίφτης.
1806(Προσελθόντων τῶν ψηφολεκτῶν, ἄρχεται ἡ δι’ ὀνομα-
1807στικῆς κλήσεως ψηφοφορία τῶν κ.κ. βουλευτῶν ἀπαντώντων
1808ὡς ἀκολούθως εἰς τὸ τεθὲν ἐρώτημα).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1809Δερτιλῆς Λεωνίδας Ν
1810Κασιμάτης Γρηγόριος
1811Τσαλδάρη Λίνα Ν
1812Βρανόπουλος Δημήτρ.
1813Γκίκας Σόλων Ν
1814Χρυσανθόπουλος Κων)νος
1815Μπαμπάκος Δημήτρ.
1816Κιτσίκης Νικόλαος Ο
1817Τσιριμῶκος Ἠλίας Ο
1818Εὐαγγελίδης Ἰωάν.
1819Ζάκκας Ἀνδρέας
1820Μπρεδήμας Ἠλίας
1821Μερκούρης Σταμάτιος
1822Μαῦρος Γεώργιος
1823Τούμπας Ἰωάννης
1824Μαρκεζίνης Σπυρίδων
1825Σβώλου Μαρία Ο
1826Αὐγερόπουλος Γεράσ. Ο
1827Γιαχνῆς Δημήτριος Ο
1828Πυρομάγλου Κομνηνός
1829Ἠλιόπουλος Σταῦρος
1830Βαλοῦρδος Γεώργιος Ο
1831Τσάτσος Κων)νος Ν
1832Ράλλης Κων)νος Ν
1833Δημητρᾶτος Ἀριστ. Ν
1834Βενιζέλος Σοφοκλῆς
1835Σταυρόπουλος Παναγ. Ν
1836Σταμάτης Γεώργιος Ν
1837Ἰντζὲς Ἰωάννης Ν
1838Στρᾶτος Ἀνδρέας Ν
1839Χούτας Στυλιανὸς
1840Ἀθανασιάδης–Νόβας Γεώργ.
1841Λεονάρδος Διονύσιος Ο
1842Κακογιάννης Ἀθαν. Ο
1843Οἰκονομόπουλος Γ. Ν
1844Κοντοβράκης Ἰωάν. Ν
1845Παπαρτεμίου Ἰωάννης Ν
1846Τριανταφυλλάκος Τρ.
1847Παπαηλιοῦ Ἠλίας Ν
1848Ἀποσκίτης Κων)νος Ν
1849Μίχας Ἀθανάσιος Ν
1850Παυλόπουλος Ἀθαν. Ν
1851Παπαδημητρίου Δημ. Ν
1852Καλτεζιώτης Κων)νος Ν
1853Μπακόπουλος Νικόλ.
1854Καρατζένης Δημήτρ. Ν
1855Παπαδημητρίου Κων)νος Ν
1856Γαρουφαλιᾶς Πέτρος
1857Φράγκος Ἀναστ. Ν
1858Μαυρουκάκης Σπυρίδ. Ν
1859Παπαχρήστου Ἀθαν. Ν
1860Δοδόπουλος Θεόδωρος
1861Σωτηρίου Κων)νος Ο
1862Παπαρρηγόπουλος Β. Ν
1863Γεροκωστόπουλος Α.
1864Οἰκονομίδης Πολυζώης Ν
1865Δρούλιας Ἀναστάσιος
1866Παπανδρέου Γεώργιος
1867Ζαΐμης Φωκίων
1868Κανελλόπουλος Παν.
1869Σπηλιόπουλος Γεώργ.
1870Παπαθανασόπουλος Δ. Ο
1871Κονίτσας Θεμιστοκλῆς Ν
1872Βουρδουμπᾶς Δημήτριος
1873Κορόζος Κων)νος Ν
1874Κανιάρης Μελέτιος Ο
1875Γρίβας Δημήτριος
1876Κάβδας Πεοικλῆς Ν
1877Πινάτσης Πελοπίδας Ν
1878Παπαδόπουλος Ἀριστ. Ο
1879Εὐαγγέλου Γεώργιος Ο
1880Παπαπαναγιώτου Θ. Ν
1881Κωτιάδης Στυλιανὸς Ν
1882Παρθενιάδης Νικόλαος
1883Χαρῖτος Γαβριὴλ Ν
1884Ζαννῆς Ἐμμανουὴλ
1885Ζίγδης Ἰωάννης
1886Γκαργκάνας Χρῆστος Ν
1887Κλῆς Παναγιώτης Ν
1888Ρηγόπουλος Νικολ.
1889Τριανταφυλλίδης Ἰωάν.
1890Ἀντώνογλου Ὀρέστης
1891Κεραμιτσιόγλου Θεοχ. Ο
1892Βογιατζῆς Γεώργιος Ν
1893Καλλίας Κων)νος Ν
1894Κακαρᾶς Ἀντώνιος
1895Στεφανίδης Μιχαὴλ
1896Ἀρβανιτάκις Εὐάγγ. Ο
1897Καπνίσης Παναγ. Ο
1898Καθαροσπόρης Νικόλ. Ο
1899Καραπιπέρης Χρυσός. Ν
1900Κόπανος Διονύσιος Ν
1901Ρώμας Διονύσιος
1902Μυριδάκης Μιχαὴλ Ν
1903Πολυζωγόπουλος Σ. Ν
1904Πιπιλῆς Χρῆστος Ν
1905Σπεντζάρης Νικόλαος Ν
1906Σπηλιόπουλος Ἰωάν. Ν
1907Γόντικας Δημήτριος
1908Γιαννόπουλος Ἰωάννης
1909Στεφανόπουλος Στέφανος
1910Κοντογιαννόπουλος Νικ.
1911Χατζηδημητρίου Δημ. Ν
1912Τζαμπάζης Ἰωάννης Ν
1913Περισσοράτης Φίλιππος Ο
1914Μαρῆς Κωνσταντῖνος
1915Λουλακάκης Ἐμμανουὴλ
1916Κεφαλογιάννης Ἐμμανουὴλ
1917Γαλενιανὸς Ἐμμανουὴλ Ν
1918Πωλιουδάκης Ἰωάννης Ν
1919Ἀθητάκης Ἰωάννης
1920Πρωϊμάκης Ἐμμανουὴλ Ο
1921Ἀθανασίου Νικόλαος
1922Ἀθανασάκος Εὐστρ. Ν
1923Πιτούλης Φώτιος
1924Πασαλίδης Ἰωάννης Ο
1925Ἐφραιμίδης Βασίλειος Ο
1926Κύρκος Μιχαὴλ
1927Καλλιδόπουλος Ἀλέξανδρος
1928Γιαρένης Εὐτύχιος Ο
1929Ζαρντινίδης Νικόλαος
1930Θεοδοσιάδης Ἀλέξανδρος Ν
1931Ἀηδονᾶς Ἀπόστολος Ν
1932Θεμελῆς Γεώργιος
1933Μπακατσέλος Γεώργιος
1934Τζιτζικώστας Κωνσταντῖνος Ν
1935Σπαθάρης Ἰωάννης
1936Βογιατζῆς Ἀλέξανδρος Ν
1937Τσιάρας Ἀναστάσιος
1938Γιαλώφας Ἰωάννης
1939Κελτεμλίδης Δημήτριος Ο
1940Ἀβέρωφ–Τοσίτσας Ε.
1941Ἰωάννου Δημήτριος Ν
1942Παληὸς Κωνστ. Ν
1943Φρόντζος Κωνστ. Ν
1944Δερδεμέζης Ἀνδρέας
1945Σκοπούλης Νικόλαος Ο
1946Χριστογεῶργος Μιχαὴλ Ο
1947Θεολογίτης Αὔγουστος Ν
1948Μάρτης Νικόλαος
1949Βενέτης Κωνστ. Ν
1950Λασκαρίδης Ἄγγελος Ο
1951Κωνσταντάρας Κωνστ.
1952Λυμπερίδης Θεόδωρος
1953Ταλιαδοῦρος Ἀθαν. Ν
1954Θανόπουλος Δημήτριος Ν
1955Παπαευθυμίου Γεώργιος Ν
1956Ἀλλαμανῆς Στυλιανὸς
1957Φιλίππου Χρῆστος Ο
1958Μπρακατσούλας Βασ. Ο
1959Μπατρῖνος Λεωνίδας Ν
1960Γυιόκας Παναγ. Ν
1961Λιάκος Ἀριστοτέλης
1962Θεοτόκης Σπυρίδων
1963Λύχνος Γεράσιμος Ν
1964Δεσύλλας Θεόδωρος
1965Πρίφτης Γεράσιμος Ο
1966Δραγονέτης Ἰωάννης Ο
1967Μεταξᾶς Γεράσιμος Ν
1968Πηνιατῶρος Νικόλαος Ν
1969Λιβάρης Σπυρίδων
1970Παπαδόπουλος Κωνστ. Ν
1971Περτσινίδης Σωφρ. Ν
1972Τσορλίνης Χριστόφορος Ν
1973Γαβριηλίδης Ἰωάννης Ο
1974Μανέντης Διονύσιος
1975Τσακιρίδης Παῦλος Ν
1976Βύζας Βασίλειος
1977Λαδᾶς Ἀλέξανδρος
1978Μπάρμπας Θωμᾶς Ν
1979Γουλόπουλος Χρῆστος Ν
1980Ταλιαδούρης Κωνστ.
1981Καρασάββας Σεραφεὶμ Ο
1982Παπακωνσταντίνου Κωνστ.
1983Ἀδαμόπουλος Κωνστ. Ν
1984Μανιαδάκης Κωνστ. Ν
1985Πανούσης Βασίλειος Ν
1986Παπαληγούρας Παναγ.
1987Πρωτοπαπαδάκης Ἀρ. Ν
1988Νομικὸς Μᾶρκος
1989Ἀλιπράντης Εὐστρ. Ν
1990Μπίστης Λεωνίδας
1991Λιαροῦτσος Πάρις Ν
1992Μπαρότσης Ἀντ.
1993Δαβάκης Δημήτριος Ν
1994Βαρβιτσιώτης Νικήτας ἢ Νικηταρᾶς
1995Λαμπρινάκος Νικόλαος Ν
1996Βαρβιτσιώτης Γ. Νικ. Ν
1997Λύρας Ἰωάννης Ν
1998Παπαμιχαλόπουλος Δ.
1999Ροδόπουλος Κωνστ. Ν
2000Γραμματίδης Χρῆστος ἢ Τάκης
2001Εὐστρατιάδης Σοφοκλῆς Ν
2002Κακαγιάννης Γεώργιος Ν
2003Σκυλλάκος Ἠλίας
2004Χονδρονάσιος Ἀλέξανδρος Ο
2005Παγώνης Χρῆστος Ο
2006Κοθρῆς Ἐμμανουὴλ
2007Κούνδουρος Στυλιανὸς Ν
2008Παπαγεωργίου Γεώργιος
2009Ἠλιοῦ Ἠλίας Ο
2010Γαληνὸς Μιχαὴλ–Μίμης
2011Γλιγλῆς Παναγιώτης Ο
2012Λαζανᾶς Γεώργιος
2013Βιτούλιας Γεώργιος Ν
2014Μακρῆς Κωνστ.
2015Ξενοδοχειάρης Περίανδρος
2016Καλκάνης Κωνστ.
2017Τσιάντος Ἀναστάσιος Ο
2018Σκούρας Εὐάγγελος Ο
2019Σιαφλέκης Ἰωάννης
2020Ἰατρίδης Δημήτριος Ν
2021Παπαγεωργίου Νικ.
2022Μέρος Ἀλέξανδρος
2023Ψαρρέας Ἰωάννης Ν
2024Καλαντζάκος Ἀριστ. Ν
2025Σαμαρᾶς Γεώργιος Ν
2026Λαντζούνης Δημήτριος Ν
2027Σχινᾶς Ἀπόστολος Ν
2028Καμβύσης Ἄγγελος
2029Κωστόπουλος Σταῦρος
2030Κοκκέβης Ἀνδρέας
2031Μερλόπουλος Δημήτριος Ο
2032Κολαμπᾶς Ἀναστάσιος Ο
2033Μιχαηλίδης Τριαντ.
2034Δούκας Θεόδωρος Ν
2035Φετᾶ Ὀγλοῦ Ὀσμὰν Νουρῆ
2036Μπαλτατζῆς Ἀλέξανδρος
2037Ἀνδριανόπουλος Γ. Ν
2038Ἀλιπράντης Δημήτριος
2039Σαββόπουλος Εὐάγγελος
2040Κατσαφάδος Γεώργιος Ν
2041Μπριλλάκης Ἀντώνιος Ο
2042Βουλόδημος Ἀναστ. ἢ Τάσος
2043Ἀθανασιάδης Κωνστ. Ο
2044Παινέζης Δημήτριος Ο
2045Ὀρφανὸς Ἰωάννης
2046Μπουγᾶς Χρῆστος Ν
2047Παπαδημητρίου Ἰωάννης Ο
2048Μπενᾶ Ἑλένη
2049Καρακουλουξῆς Δημήτριος Ο
2050Ἀράπης Γεώργιος Ο
2051Καλλιγκάτσης Παρίσης Ν
2052Προκοπίδης Ἰωάννης Ν
2053Γκίλλας Ἀρίσταρχος
2054Τσιγάρας Κωνστ. Ο
2055Παπαδημητρίου Νικ.
2056Παπαγεωργίου Κωνστ. Ν
2057Δεληγιαννίδης Ἀλέξανδρος Ν
2058Μπούσιος Χαρίλαος Ο
2059Κοντογιάννης Ἀπόστολος Ν
2060Αὐγερινὸς Ἀθανάσιος Ν
2061Βαρδινογιάννης Παῦλος
2062Παπαδογιάννης Ἐμμανουὴλ Ν
2063Κεφαλογιάννης Ἰωάννης Ν
2064Χασὰν–Ὀγλοῦ Γιουσοὺφ
2065Σιανίδης Χρῆστος
2066Σπύρου Ἰωάννης
2067Οὐστουνὲρ Ὀσμὰν
2068Ζησιάδης Χάρης
2069Κοτσώνης Μιχαὴλ Ν
2070Ζαΐμης Ἱπποκράτης Ο
2071Καραμανλῆς Κωνστ.
2072Λαυρεντίδης Ἰσαὰκ Ν
2073Μητακίδης Ἀθανάσιος Ν
2074Ψάρρης Ἀργύριος
2075Χατζηδῆμος Ἰωάννης
2076Σπυρίδης Δημήτριος Ο
2077Παπαθανασίου Ἀθαν. Ο
2078Πεταλωτῆς Κωνστ.
2079Ἰντζὲς Νικόλαος
2080Γιαννούσης Κλεόβουλος
2081Κατσιάμπας Φώτιος
2082Χατζηγάκης Δημήτριος Ν
2083Ἔξαρχος Νικόλαος
2084Τσιπώρης Ἀλέξανδρος Ο
2085Καλαντζῆς Εὐάγγελος
2086Πλατῆς Γεώργιος
2087Μακρόπουλος Στέφανος Ν
2088Εὐταξίας Λάμπρος
2089Κωστῆς Δημήτριος
2090Θανασέκου Βάσω
2091Μακρῆς Δημήτριος
2092Ἀνδρεάδης Γεώργιος Ν
2093Ζούγκας Ἀντώνιος Ν
2094Κωστελίδης Εὐστάθιος Ν
2095Λιανουλόπουλος Δημήτριος
2096Κρῖκος Βασίλειος
2097Κατσίμπας Γεώργιος
2098Σαραφιανὸς Λυσίμαχος Ν
2099Βασιλικὸς Βασίλειος
2100Ρήγας Ἐπαμεινώνδας Ο
2101Πολυχρονίδης Πολυχρ.
2102Μητσοτάκης Κωνστ.
2103Χιωτάκης Κωνστ. Ο
2104Κοντουδάκης Ἰωάννης Ο
2105Βολουδάκης Γεώργιος Ν
2106Μπουρνιᾶς Λεωνίδας Ν
2107Δεσποτόπουλος Κωνστ. Ο
2108Ζορμπᾶς Νικόλαος Ο
2109(Περατωθείσης τῆς ψηφοφορίας καὶ γενομένης διαλο-
2110γῆς, προέκυψε τὸ κάτωθι ἀποτέλεσμα).
2111§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 173, εἶπον ΝΑΙ 116,
2112ΟΧΙ 57.
2113Συνεπῶς, τὸ ἐν λόγῳ σχέδιον νόμου ἐγένετο δεκτὸν κατ’
2114ἀρχήν.
2115Κύριοι βουλευταί, ἐπαναλαμβάνω ὅ,τι εἶχον εἴπει, ὅταν
2116ἐκηρύχθη περαιωμένη ἡ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου συ-
2117ζήτησις, ὅτι οἱ ἐγγεγραμμένοι νὰ ὁμιλήσωσιν ἐπὶ τῆς ἀρ-
2118χῆς, θὰ ἔχουν τὴν εὐχέρειαν νὰ ἀναπτύξωσι κἄπως εὐρύ-
2119τερον τὰς ἀπόψεις των, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 1.
2120Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
2121§121ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
2122§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ σήμερον καὶ
2123ὥραν 6 μ.μ., μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως νομοθετικὴν
2124ἐργασίαν.
2125(Ὥρα 0.55′ π.μ.)