Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος Α · Σύνοδος Β› Συνεδρίαση 8

1927.11.25

1.994 στίχοι · 13.310 λέξεις · 2 πίνακες · 190 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1927.11.25
Προεδρεία
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ ΣΟΦΟΥΛΗ
Περίοδος
Α
Σύνοδος
Β
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, ΤΟΜΟΣ Α (1936)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 8Η

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 25 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1927

Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ

(Ὥρα 6 μ. μ.)

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Γνωρίζω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ Α. Ε. ὁ πρεσβευτὴς τῆς Ρουμανίας μοὶ διεβίβασε τὴν ἀκόλουθον ἐπιστολήν (Ἀναγινώσκει). Κύριε Πρόεδρε, Πρὸ ὀλίγου ἀνέγνωσα μετὰ βαθυτάτης συγκινήσεως τοὺς ὡραίους λόγους, μὲ τοὺς ὁποίους ἡ Ὑμετέρα Ἐξοχότης εὐηρεστήθη νὰ ἀναγγείλῃ τὴν ἑσπέραν τῆς χθὲς πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν τὸν θάνατον τοῦ Ἰωάννου Βρατιάνο. Ἐπ’ ὀνόματι τῆς Χώρας μου, σκληρῶς δοκιμασθείσης διὰ τῆς προώρου ἀπωλείας τοῦ μεγάλου πολιτικοῦ της, ἐν ὀνόματι τῆς Βασιλικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκ μέρους μου, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὴν Ὑμετέραν Ἐξοχότητα νὰ δεχθῇ τὰ βαθύτατα εὐχαριστήριά μου, νὰ εὐαρεστηθῇ δὲ νὰ ὑποβάλῃ ταὐτοχρόνως ταῦτα καὶ πρὸς τοὺς κ.κ. Βουλευτάς, οἵτινες, ἀποδεχθέντες τοὺς λόγους σας, ἠθέλησαν τὸ ἐπ’ αὐτοῖς νὰ ἑνώσουν τὸν ἑλληνικὸν λαὸν πρὸς τὴν βαθυτάτην λύπην καὶ τὸ πένθος ἑνὸς φίλου λαοῦ. Εὐαρεστηθῆτε νὰ δεχθῆτε, κ. Πρόεδρε, τὴν ἔκφρασιν τῆς ἐξόχου ὑπολήψεώς μου.

ΛΑΓΚΑ ΡΑΣΚΑΝΟ

Πρεσβευτὴς τῆς Ρουμανίας Ἐπίσης ἀνακοινοῦν πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ὁ Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ἀποζημιώσεως ἐφημερίδων. Οἱ κ. κ. Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν), Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) καὶ Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας καταθέτουν σχέδιον νόμου «περὶ ἑκουσίας ἐξαγορᾶς ἀγροτικῶν κτημάτων ἀνηκόντων εἰς ξένους ὑπηκόους». Οἱ κ. κ. Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν), Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) καὶ Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας) καταθέτουν σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Νορβηγίας ὑπογραφείσης τῇ 29 Ἰουνίου 1927 συμβάσεως ἐμπορίου καὶ ναυτιλίας». Ὁ κ. Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ ἐπιβολῆς τελῶν ἐν Ἀθήναις διὰ συντήρησιν δημοσίων κήπων καὶ ἐνίσχυσιν καλλιτεχνῶν». Οἱ κ.κ. Α. ΖΑΪΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν) καὶ Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλουσι τὰ κάτωθι νομοσχέδια: «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 15)19 Ὀκτωβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 10)18 Νοεμβρίου 1925 Ν. Δ. περὶ συμπληρώσεως τοῦ Διατάγματος περὶ καθορισμοῦ δικαιοδοσίας Γενικῶν Διοικητῶν, τῆς 26 Ἰανουαρίου 1925» καὶ 2) «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 27 Ὀκτωβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 16)21 Σεπτεμβρίου 1926 Ν. Δ. περὶ ἐγκρίσεως πίνακος ἐργασιῶν συμπληρωματικῆς ἀποπερατώσεως τοῦ Δικαστηρίου Καϊλαρίων κλπ». Ὁ κ. Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς σχέδια νόμου: Περὶ ἐξουσιοδοτήσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου διὰ τὴν κωδικοποίησιν, ἀντικατάστασιν καὶ τροποποίησιν τῶν ὀργανικῶν νόμων τῶν διεπόντων τοὺς οἰκονομικοὺς ὑπαλλήλους καὶ 2) «περὶ ἐξουσιοδοτήσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου διὰ τὴν κωδικοποίησιν, ἀντικατάστασιν καὶ συμπλήρωσιν τῶν διατάξεων τοῦ τελωνειακοῦ κώδικος». Ὁ κ. Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης) ὑποβάλλει τὰ κάτωθι νομοσχέδια: 1) «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ΓΨϞΒ (3792) τοῦ ἔτους 1911 καὶ 2) «περὶ συστάσεως γραφείου μεταγραφῶν ἐν Πειραιεῖ». Ὁ βουλευτής κ. Γ. Κοκκινάκης καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τῶν βιβλιοπωλῶν Ἡρακλείου καὶ Ρεθύμνης, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν κατάργησιν διδακτικῶν βιβλίων. Ἡ Γενικὴ Ἕνωσις Ἀναπήρων πολέμου Ἀττικῆς ὑποβάλλει ψήφισμα διαμαρτυρίας διὰ τὴν περικοπὴν τῶν συντάξεων ἀναπήρων. Ὁ Πρόεδρος ἐπαγγελματικῶν Ἁλμυροῦ διὰ τηλεγραφήματος ζητεῖ τὴν παράτασιν τοῦ ἐνοικιοστασίου. Ὁ Πρόεδρος ἑστιατόρων Θεσ)νίκης ζητεῖ τὴν ἀκύρωσιν τῆς τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ Κυριακῆς ἀργίας. Οἱ μετανάσται Μελενίκου, Ὀρτάκιοϊ κλπ. διαμαρτύρονται δι’ ἀποφάσεις ἐκτιμητικῶν ἐπιτροπῶν ἑλληνοβουλγαρικῆς μεταναστεύσεως. Ἡ διοίκησις Μυτιλήνης, γνωρίζουσα σύλληψιν ἐργατῶν, ζητεῖ τιμωρίαν πραγματικῶς ὑπευθύνων. Ὁ ἰατρὸς κ. Κ. Καμπάνης ζητεῖ νὰ ληφθῇ πρόνοια διὰ τοὺς εἰς τὰς Ἀμερικανικὰς φυλακὰς κρατουμένους Ἕλληνας, ὡς λαθραίους μετανάστας. Ὁ Σύνδεσμος Εὐελπίδων Μελενίκου ὑποβάλλει ψήφισμα περὶ ἐγκαταστάσεως τῶν προσφύγων Μελενίκου καὶ Πετριτσίου. Ὁ Σύνδεσμος Κατωτέρου Προσωπικοῦ Τ.Τ.Τ. Πατρῶν ἀποδοκιμάζει τοὺς μαλλιαροὺς δημοτικιστάς. Ἡ ἐν Πάτραις ὀργάνωσις τοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος ὑποβάλλει ψήφισμα διαμαρτυρίας, διὰ τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς ἀποστολῆς τῆς ἐργατικῆς ἀντιπροσωπείας εἰς Ρωσσίαν κλπ. Ὁ Σύνδεσμος τῶν Τροχιοδρομικῶν καὶ Ἠλεκτροτεχνιτῶν Θεσ)νίκης ὑποβάλλει ψήφισμα διαμαρτυρίας διὰ τὴν ἀπόλυσιν ἐργατῶν. Ὁ ἰδιώτης Σιμὼν Σιμωνιὰν ὑποβάλλει αἴτησιν περὶ ἐξοφλήσεως τῶν εἰς χρυσὸν συναλλαγῶν μὲ τὴν σημερινὴν ἀξίαν. Ὁ Σύλλογος ἀλευρεμπόρων Θεσ)νίκης διαμαρτύρεται διὰ τὴν παρέλκυσιν τοῦ ζητήματος τοῦ δασμοῦ σίτου καὶ ἀλεύρων. Οἱ ἐσχάτως εἰς αὐτεπάγγελτον ἀποστρατείαν τεθέντες ἀξιωματικοὶ ζητοῦν νὰ ἐξομοιωθοῦν μὲ τοὺς φυσικῶς ἐξερχομένους ἀξιωματικοὺς μετέχοντες τοῦ Ταμείου Ἀλληλοβοηθείας. Ἡ χήρα Κωνσταντίνου τὸ γένος Καφετζῆ ἐκ Σερρῶν, διαμαρτύρεται διὰ τὴν μελετωμένην ἀπαλλοτρίωσιν τοῦ οἰκοπέδου της παρὰ τῆς Στρατιωτικῆς Ὑπηρεσίας. Ἡ Συντεχνία μαγείρων Κομοτινῆς διαμαρτύρεται κατὰ πάσης τροποποιήσεως τοῦ νόμου Κυριακῆς ἀναπαύσεως. Ἰδιῶται Καρδίτσης διαμαρτύρονται δι’ ἔκνομον ἐνέργειαν τοῦ Ἐφόρου Καρδίτσης. Οἱ σιδηροδρομικοὶ Πελοποννήσου διαμαρτύρονται διὰ τὴν μὴ ἐπαναπρόσκλησιν ἀπεργῶν. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ καὶ Κ. ΠΟ-ΛΥΧΡΟΝΑΚΗΣ ὑποβάλλουν ἀναφορὰν ἰδιωτῶν γραφέων ἀνωτέρας διοικήσεως Χωροφυλακῆς Κρήτης αἰτούντων ὅπως τύχωσι τοῦ διὰ τοῦ διατάγματος τῆς 12 Ἰουνίου 1926 παρεχομένου εὐεργετήματος. Ὁ Σύνδεσμος ἑστιατόρων Δράμας διαμαρτύρεται διὰ τροποποίησιν Κυριακῆς ἀργίας. Ὁ Σύνδεσμος ἑστιατόρων Χαλκίδος διαμαρτύρεται διὰ τὴν τροποποίησιν νόμου Κυριακῆς ἀργίας. Οἱ βιβλιοπῶλαι Καρδίτσης διαμαρτύρονται διὰ κατάργησιν διδακτικῶν βιβλίων. Ὁ Ε. Γ. Τσουρίδης ζητεῖ δι’ ἀναφορᾶς του τὴν ψήφισιν ποσοῦ δραχμῶν 500.000 ἐκ κληροδοτήματος Κροκιδᾶ πρὸς κατασκευὴν στρατιωτικοῦ σανατορίου εἰς Πάρνηθα. Ἀξιωματικοὶ αὐτεπαγγέλτως ἀποστρατευθέντες ζητοῦσι δι’ ὑπομνήματός των, ἵνα τύχωσι τοῦ εὐεργετήματος παροχῆς βοηθήματος ἐκ τοῦ Ταμείου ἀλληλοβοηθείας. Ἐκκαθαρισθέντες ἀξιωματικοὶ ὑποβάλλουν ὑπόμνημα αἰτοῦντες τὴν χορήγησιν βοηθήματος ἐκ τοῦ Ταμείου Ἀλληλοβοηθείας. Ἡ Γενικὴ Ἕνωσις ἀναπήρων πολέμου παρακαλεῖ ὅπως διατεθῇ ἡ παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν αἰτηθεῖσα πίστωσις πρὸς ἀνέγερσιν τοῦ κτιρίου σανατορίου Πάρνηθος. Τὸ Σωματεῖον ἁμαξοκαρραγωγέων Ἠπείρου «Ἅγιος Γεώργιος» ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ ἀμέσου καταβολῆς τοῦ ὑπολοίπου τῆς δικαιουμένης ἀποζημιώσεως τῶν ἁμαξοκαρραγωγέων. Ὁ Σύλλογος περιπτεριούχων Ἀθηνῶν αἰτεῖται τὴν ἀκύρωσιν τοῦ Ν. Δ. «περὶ ἀναγκαστικοῦ συνεταιρισμοῦ τῶν περιπτέρων». Ὁ βουλευτὴς κ. Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ καταθέτει τηλεγραφικὸν ψήφισμα τοῦ δήμου Πρεβέζης τοῦ Ἰατρικοῦ Συλλόγου καὶ τοῦ Δικηγορικοῦ ὡς καὶ ἐπιτροπῆς πολιτῶν, παρακαλούντων νὰ καταργηθῇ τὸ ἀπὸ 11 Νοεμβρίου 1927 διάταγμα «περὶ διαχειρίσεως περιουσιῶν τῶν χριστιανικῶν κοινοτήτων ἐπὶ Τουρκοκρατίας. Ὁ βουλευτὴς κ. Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ καταθέτει ψήφισμα ἐπιτροπῆς Πρεβέζης περὶ μὴ καταργήσεως Κυριακῆς ἀργίας καὶ παρακαλεῖ νὰ μὴ ἐφαρμοσθοῦν αἱ διατάξεις περὶ καθιερώσεως καθημερινῶν κατὰ μῆνα, καθόσον ἀποκρούονται ὑπὸ τῶν ἐνδιαφερομένων καὶ τοῦ κοινοῦ. Ὁ βουλευτὴς κ. Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ καταθέτει τηλεγραφικὸν ψήφισμα τῆς κοινότητος καὶ τῶν σωματείων Πάργας, καὶ παρακαλεῖ ὅπως συμπληρωθῶσιν αἱ κεναὶ θέσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ σχολείου Πάργας. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἐπερωτήσεων.

§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περατωθείσης ἤδη τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν δύο ἀντικειμένων τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῶν ἀφορώντων τὸ πρωτόκολλον τῆς Γενεύης, ἡ Βουλὴ προβαίνει εἰς ψηφοφορίαν. Θὰ γίνῃ μία καὶ ἡ αὐτὴ ψηφοφορία καὶ διὰ τὰ δύο νομοσχέδια. «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 10 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 27 Ὀκτωβρίου 1927 συμβάσεως περὶ παραιτήσεως τῆς ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τοῦ προνομίου ἐκδόσεως τραπεζιτικῶν γραμματίων καὶ συστάσεως νέας Τραπέζης ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος» καὶ τοῦ προσαρτωμένου τῇ συμβάσει καταστατικοῦ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος» Ἐφάπαξ ψήφισις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 10 Νοεμβρίου 1927 Ν.Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ ἐν Γενεύῃ ὑπογραφέντος τὴν 15 Σεπτεμβρίου 1927 πρωτοκόλλου περὶ ἐγκρίσεως συνάψεως δανείου λιρῶν στερλινῶν 9.000.000».

§3Ν. ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΟΣ. Θὰ γίνῃ ἡ ψηφοφορία κατ’ ἀρχὴν ἢ κατ’ ἄρθρον;

§4Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πρόκειται περὶ κυρώσεως.

§5Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ ἄρθρον 77 τοῦ Συντάγματος λέγει, ὅτι τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο σύμφωνα πρὸς αὐτό κυροῦνται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον εἰς μίαν ἀνάγνωσιν. Ἐγὼ θὰ ἐπρότεινον τὸ ἑξῆς. Κατ’ ἀρχὴν μὲν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως κατ’ ἄρθρον δὲ δι’ ἀναστάσεως.

§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ προσέλθουν οἱ κ.κ. Ε. Μαλαμίδας καὶ Μ. Μαντᾶς ὡς ψηφολέκται. (Προσερχομένων τῶν κ.κ. Ε. Μαλαμίδα καὶ Μ. Μαντᾶ ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν αὐτῶν ἄρχεται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία, τοῦ ζητήματος τεθέντος ὡς ἑξῆς: Οἱ ἀποδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τῶν δύο ἀναγνωσθέντων Ν. Δ)των λέγουσιν «Ναὶ» οἱ μὴ ἐγκρίνοντες τὰ Νομοθετικὰ ταῦτα Διατάγματα λέγουσιν «Ὄχι».

§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. (Περατωθείσης τῆς ψηφοφορίας καὶ γενομένης διαλογῆς, προέκυψε τὸ ἑξῆς ἀποτέλεσμα:

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Ἐψηφοφόρησαν 232
Εἶπον Ναί 160
Εἶπον Ὄχι 71
Ἠρνήθησαν ψῆφον 1

Κατὰ τὸ κάτωθι παρατιθέμενον πρωτόκολλον.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Κ. Ἀγγελόπουλος ΟΓεώργ. Πεσματζόγλου Ο
Ν. Ἀμηρᾶς ΝΑ. Ἀγγελόπουλος Ο
Μιχ. Ἀργυρόπουλος ΝΤ. Ἀναστασίου Ν
Χαρ. Βοζίκης ΟΚ. Γκότσης Ν
Γ. Γεωργιάδης ΝΚ. Γόντικας Ν
Κ. Δεμερτζῆς ΟἸωάν. Γιαννόπουλος Ν
Α. Δουλγερίδης ΝΑ. Μάρκου Ν
Γ. Ἐμπειρῖκος ΝἈνδρ. Μιχαλακόπουλος Ν
Ἐμ. Ἐμμανουηλίδης ΝΔ. Μπούκουρας
Ἰωάν. Καλογερᾶς ΝΣ. Πολυζωγόπουλος Ν
Ν. Κρανιωτάκης ΟΒ. Κανακάρης Ροῦφος Ο
Χρ. Λαδᾶς ΝΒασίλειος Σαγιᾶς Ο
Θ. Νικολούδης ΝἈνδρ. Στεφανόπουλος
Γ. Μερκούρης ΟΙ. Σισίνης
Δ. Μπαμπᾶκος ΝΔ. Στεφανόπουλος Ο
Ἰωάν. Ράλλης ΟΓ. Βοραζάνης Ν
Ἀντ. ΣτρατηγόπουλοςΝΚ. Γεωργαντόπουλος Ο
Π. Τσιτσεκλῆς ΝΓ. Ζερβὸς
Γ. Ἀθανασιάδης ΝΛ. Θεοδωρίδης Ν
Γ. Ἀλεξανδρόπουλος ΟΚ. Κωνσταντινίδης
Γ. Καλαντζόπουλος ΝΛ. Λαμπριανίδης Ν
Ι. Κανναβός Κ. Ὀρφανὸς Ν
Δ. Κατσάνος Χ. Πανταζίδης Ν
Γ. Καφαντάρης ΝΧ. Παπάζογλου Ν
Ξενοφῶν ΜαυρομμάτηςΟΛ. Παπαπαναγιώτου Ν
Ἰωάν. Νικολίτσας ΝΑ. Χαΐνογλου Ο
Σπυρ. Τρικούπης ΟΒ. Χατζηλίας Ν
Γ. Τσακανίκας ΝΚ. Βλαχοθανάσης Ν
Ἰωάν. Τσιγκόλης ΝΙ. Βογιατζῆς Ο
Α. Γρηγοριάδης Θ. Κακαρᾶς
Δ. Δημάδης ΝΣ. Οἰκονομίδης Ν
Γ. Παπαπαράσχος Θ. Παπαστρατῆς Ν
Α. Χατζηνώτας Π. Χατζηπᾶνος Ν
Ἀπ. Ζούζουλας Δ. Βοῦλτζος Ο
Σπυρ. Ἠλιόπουλος ΝΝ. Κολυβᾶς Ο
Γ. Καρπετόπουλος ΟἘμ. Λούντζης
Γ. Μηναῖος ΝΚαῖσαρ Ζέζας
Ι. Μουτζουρίδης ΟἈντ. Γαλανάκης Ν
Π. Πετρίδης ΝΓ. Κοκκινάκης Ν
Σπ. Στάης ΟΓ. Μαρῆς Ν
Π. Τσαλδάρης ΟΒ. Μεϊμαράκης Ν
Κ. Τσαλδάρης Ι. Περδικογιάννης Ν
Ἀθ. Χριστόπουλος ΝΚ. Πολυχρονάκης Ν
Ἠλίας Ἀποσκίτης Γ. Φραγκιαδάκης Ο
Θ. Γρηγορίου ΝΔημ. Ἀμπατζόπουλος Ν
Γ. Μπακόπουλος ΟΙ. Ι. Ἄμποτ
Ν. Μπακόπουλος Π. Αὐγουστίδης Ν
Δ. Πλαπούτας Ἀλ. Βουτυρᾶς Ν
Θεόδ. ΤουρκοβασίληςΝΖ. Βεντούρας Ο
Α. Τροχάνης ΟΝ. Δαρβέρης Ο
Ν. Τριανταφυλλάκος Δ. Εὐθυμιάδης Ν
Σπυρ. Τσακόπουλος ΟΜ. Θεοδωρίδης Ο
Ν. Ἀνδρεαδάκης ΝΛ. Ἰασωνίδης Ν
Ἰωάν. Κίνιας ΟΔ. Κάκαβος Ν
Λουκ. ΚουτσοπέταλοςΝΙ. Καυταντζόγλου Ο
Μ. Μαντᾶς ΟΜ. Κίρκος Ν
Γεώργ. Μικρὸς ΝΛ. Κυβετὸς Ν
Π. Νικολαΐδης ΟΜεντὲς Λιάο Μεσατζῆς Ν
Κ. Μουζενίδης Α. Γαληνός Ν
Κ. Μιττᾶκος ΝΓ. Θεοδοσιάδης Ν
Ἀλ. Παπαναστασίου ΝΓ. Καλδῆς
Γρ. Παπανικολάου ΟΒ. Καραπαναγιώτης Ν
Σταμ. Παπάζης ΟΣ. Κριτικᾶς Ν
Φ. Παπαγεωργίου ΝΓ. Λαζανᾶς
Ἰσαὰκ Ἀβραὰμ Σιακῆ Μ. Λαίλιος Ν
Δαυΐδ Μπουχὰρ Σολὰν Γ. Παπανδρέου Ν
Γ. Χατζηγεωργίου ΝΔ. Σάλτας
Μ. Γούδας ΟΚ. Σῖμος Π
Α. Μελᾶς ΝΠ. Ἀντωναρόπουλος Ο
Δ. Μπότσαρης ΝΓ. Καντιάνης Ο
Ἀλ. Μυλωνᾶς ΝΑ. Ἐμπ. ΚουμουνδοῦροςΟ
Σπυρ. Χασιώτης ΝΠ. Μερλόπουλος Ν
Χ. Χριστοβασίλης ΟΑ. Μισυρλῆς
Ἀλκ. Λούλης ΝΦ. Μοσχούλας Ο
Γ. Ἐξηντάρης ΝΔ. Μπενάκης Ν
Αὔγ. Θεολογίτης ΝΠ. Μποῦτος Ν
Σ. Καραγιώργης Π. Σακκῆς Ο
Στ. Νικολαΐδης ΝΕ. Φεσᾶς
Α. Παπαδᾶτος ΝἸωάν. Βατίστας
Ε. Σταυρίδης ΟΠ. Διαμαντόπουλος Ν
Ι. Τσονταρίδης ΝἘμμ. Μαχαίρας Ν
Εὐθύμ. Βελλιανίτης ΝΓ. Προυκάκης Ν
Δ. Ζερβὸς ΟΓ. Σακαλῆς Ν
Ἰωάν. Θεοτόκης ΟΣ. Σιμεονόγλου Ν
Σπυρ. Παϊπέτης ΟΔ. Σκυλίτσης
Α. Πιέρρης Ἰωάν. Σπετσιώτης Ο
Β. Ἀλεξᾶτος ΝΓ. Στρῖγκος Ν
Ι. Μεταξᾶς ΝΣωτ. Σωτηριάδης Ο
Κοσμ. Μπουρμπούλης ΝΘ. Μαγκριώτης Ν
Α. Φωκᾶς ΝΚ. Μαζαράκης Ν
Α. Ἀνδρεάδης ΝΓρ. Τηληκίδης Ν
Γ. Βαρβούτης ΝΘ. Χρυσοβέργης Ν
Α. Ζάχος ΟΑ. Βαλαωρίτης
Γ. Κακουλίδης ΟΓ. Μπανιᾶς Ν
Γ. Μπούσιος Λ. Τσιῶκος
Π. Παπαδόπουλος ΝΘ. Χαβίνης Ν
Κωνστ. Ἀλαβάνος Κ. Καλκάνης Ν
Δ. Βοκοτόπουλος Μ. Τσαρλαμπᾶς Ν
Μ. Δερλερὲς ΟΒ. Σκουλᾶς Ν
Κ. Ἐμπειρῖκος ΟΕ. Φωτάκης Ν
Π. Εὔριπαῖος ΝΧασὰν Ἀγᾶ Ζαδὲ Μου-
Ν. Καμπάνης Οσταφᾶ Ν
Π. Καμπάνης ΟἈν. Μπακάλμπασης Ν
Περ. Μαζαράκης ΝΧαβοὺζ–Ὀσμᾶν Ν
Κ. Ναυπλιώτης ΝΣουκρῆ–Μαμοὺτ–Ὄγλοῦ Ν
Θ. Βαρβιτσιώτης ΝΦεχμη Χασὰν βέη Ζαδὲ
Ν. Δ. Κουμάνταρος ΟΚ. Τελωνίδης
Π. Παπαδᾶκος ΝἈθ. Σινόκας
Δ. Πετρακάκος ΟΝικόλ. Βλιάμος Ν
Γ. Φικιώρης ΝΣ. Μανταφούνης Ν
Α. Ἀποστολίδης Θεμ. Σοφούλης Ν
Ε. Γκλαβάνης ΝἘμ. Χατζηδάκης
Α. Εὐφραιμίδης ΝΠ. Ἀλεξίδης Ο
Β. Ζησιάδης ΟΑ. Ἀργυρὸς Ο
Κωνστ. Θέος Δ. Δούκας Ν
Ἀλ. Ἰωαννίδης ΝΑ. Λαζαρίδης Ν
Δ. Καζάκης ΟΝ. Μανούσης Ν
Κ. Καρτάλης Ν. Τερζόγλου Ν
Ἀνδρ. Κόρακας Δημ. Φλωριᾶς Ν
Σ. Μάξιμος ΟΠ. Μπούμπουλης
Α. Μέρος ΝΚ. Πετσάλης Ν
Κ. Σπυρίδης ΝΧρ. Ἀλαμανῆς
Ν. Κοθρῆς ΝΣ. Ἀλεξιάδης Ο
Ροῦσος Κούνδουρος ΟΠερ. Ἀλεξανδρῆς Ν
Ε. Μοδάτσος ΝἈδὰμ Ἔξαρχος Ν
Ε. Ζούκας ΝΙ. Βαλαλᾶς Ν
Γ. Σίδερης ΝΦ. Δραγούμης Ο
Σ. Ταλιαδοῦρος ΝΝ. Κυριακόπουλος
Σωτ. Χατζηγάκης Σ. Λιούμπης
Φ. Χρηστοδῆμος ΝΓ. Μόδης Ν
Α. Ψάρρας ΟΔ. Τζίμας Ν
Ι. Μάνος Ἀλ. Ξανθόπουλος Ν
Ἀθ. Μιαούλης ΝΜ. Βολουδάκης Ν
Σ. Σαχτούρης ΝΑ. Μητσοτάκης Ο
Ν. Βελέντζας ΝΠ. Πολυχρονίδης Ν
Σ. Γάτος ΝΓ. Σήφακας Ο
Ἰωάν. Εὐταξίας Α. Ανδρεάδης Ν
Σπ. Κρεμεζῆς ΝΒ. Κουκουρίδης Ν
Εὐστρ. Μαλαμίδης ΝΘ. Πανταζίδης Ν
Χ. Στεργιόπουλος ΝΑ. Παχνός Ν
Ι. Τζίβας ΟΑ. Πολεμίδης Ν
Θαλῆς Τσιριμῶκος ΟἈλ. Κανάρης
Δ. Χατζῆσκος ΟΝ. Μαμπούνης Ν

Ἑπομένως ἀμφότερα τὰ Ν. Διατάγματα ἐγέντο δεκτὰ κατ’ ἀρχήν.

§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ ψήφισις κατ’ ἄρθρον. Ἄρθρον 1ον δεκτόν. Ἄρθρον 2ον δεκτόν.

§9Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν δὲν ἔχει γίνει συζήτησις. Τὸ λέγω τοῦτο ὄχι διότι πρόκειται νὰ γίνῃ συζήτησις, ἀλλὰ διότι ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ὅτι κάποιος τῶν κυρίων βουλευτῶν θέλει νὰ κάμῃ μίαν παρατήρησιν σχετικήν. Νομίζω ὅτι εἶναι ἐν τάξει ἂν γίνῃ αὐτό.

§10Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἡ συζήτησις ἔχει κηρυχθῆ περαιωμένη, ἀλλὰ ἐὰν πρόκειται βουλευτής τις νὰ φέρῃ παρατήρησίν τινα, βεβαίως δὲν θὰ τὸν ἐμποδίσωμεν.

§11Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι ἐθεωρήθη λήξασα ἡ κατ’ ἄρθρον συζήτησις, χωρὶς ἀκόμη ν’ ἀναγνωσθῇ εἰς τὴν Βουλὴν οὐδὲν ἄρθρον. Τὸ λέγω τοῦτο, διότι εἷς ἐκ τῶν Κυρίων βουλευτῶν ἤθελε νὰ κάμῃ παρατηρήσεις τινάς. Κατὰ τὰ Κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα ἕκαστος βουλευτὴς ἔχει δικαίωμα κατὰ τὴν ψηφοφορίαν νὰ εἴπῃ ὀλίγας λέξεις δικαιολογῶν τὴν ψῆφον του.

§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔπρεπε τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ κάμῃ, νὰ τὴν ἔκαμε κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συζητήσεως.

§13Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα ἡ συζήτησις διεξάγεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη ὁλόκληρος, δὲν μένει δὲ παρὰ ἡ ψηφοφορία κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον. Ἑπομένως δὲν ἠμποροῦμε νὰ φέρωμεν πάλιν τὴν συζήτησιν, διότι τότε θὰ ὑπάρχουν δύο συζητήσεις. Θὰ γίνῃ, λοιπόν, ψηφοφορία, ἀφοῦ ἔληξεν ἡ συζήτησις. Δικαιολογία τῆς ψήφου ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ, ἀλλὰ δὲν θὰ γίνῃ διὰ τῆς ἀναπτύξεως θεμάτων.

§14Ν. ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΟΣ. Ἐγὼ παρῃτήθην εἰς τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν ὅπως λάβω τὸν λόγον εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον, καθ’ ὅσον πρόκειται περὶ σοβαροῦ ζητήματος, ἀφορῶντος τὴν οἰκονομικὴν ζωὴν τῆς χώρας, καὶ δὲν δύνασθε νὰ μὲ ἐμποδίσητε νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς κατ’ ἄρθρον συζητήσεως.

§15Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐπειδὴ τὸ ζήτημα ἔχει γενικωτέραν σημασίαν πῶς πρέπει νὰ λυθῇ, ἂς ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν θὰ γίνῃ ἡ ψηφοφορία. Τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος λέγει τὰ ἑξῆς: «Τὰ ἀνωτέρω Ν. Δ. ὑποβάλλονται εἰς τὴν Βουλὴν μόλις θὰ ἐπαναληφθοῦν αἱ ἐργασίαι πρὸς κύρωσιν, ἡ ὁποία γίνεται διὰ ψηφίσεως εἰς μίαν μόνην ἀνάγνωσιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον». Καὶ ἡ μὲν ἀρχὴ συνεζητήθη καὶ ἐψηφίσθη.

§16Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὄχι.

§17Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. .. ἡ δὲ κατ’ ἄρθρον δὲν ἐγένετο, διότι διὰ νὰ γίνῃ κατ’ ἄρθρον συζήτησις, θ’ ἀναγκασθῇ τότε, κατὰ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, ἕκαστος βουλευτὴς ἢ νὰ συζητήσῃ ἐὰν θέλῃ, ἢ δὲν θὰ συζητήσῃ καὶ θὰ ψηφίσῃ. Ἐφόσον δὲν ἀνεγνώσθη τὸ ἄρθρον καὶ δὲν ἦλθεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρὸς ἔγκρισιν, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀρνηθῇ τὸν λόγον εἰς τὸν βουλευτήν, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τῆς κατ’ ἄρθρον συζητήσεως. Ἐπιμένω εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, μόνον καὶ μόνον, διότι βλέπω ὅτι, ἀφοῦ ἐφάνημεν πρόθυμοι νὰ παράσχωμεν πᾶσαν εὐκολίαν κατὰ τὴν ψήφισιν μᾶς ζητῆτε τώρα νὰ μὴ ἀσκήσωμεν ἓν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν.

§18Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐπὶ τέσσαρας ἡμέρας διεξήχθη ἡ συζήτησις κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν σήμερον δύο ψηφοφορίαι, μία κατ’ ἀρχήν, καὶ μία κατ’ ἄρθρον.

§19Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ ζήτημα θὰ τεθῇ διὰ τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι σύμφωνα πρὸς τὸ ἄρθρον 77 τοῦ Συντάγματος. Θὰ γίνωνται δύο συζητήσεις καὶ δύο ψηφοφορίαι ἢ ὄχι;

§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι νομίζουν ὅτι ἐπερατώθη ἡ συζήτησις καθ’ ὁλοκληρίαν, καὶ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσι.

§21Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ἀνέγνωσε τὰ ἄρθρα καὶ ἐγένετο ἐπ’ αὐτῶν συζήτησις.

§22Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τὰ ἀνέγνωσαν οἱ βουλευταί. Παρακαλῶ ὅμως καὶ ἐγὼ τὸ Προεδρεῖον νὰ βεβαιώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν κατὰ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία διήρκεσεν ἐπὶ τέσσαρας ἡμέρας ἀνεγνώσθη εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου.

§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα ἐτέθη ὡς ἐτέθη καὶ ἐρωτᾶται ἡ Βουλή, ἐὰν νομίζῃ ὅτι ἡ συζήτησις ἐξηντλήθη ὁλοκληρωτικῶς, κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον. Παρακαλῶ οἱ παραδεχόμενοι τοῦτο νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)

§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Η Βουλὴ δέχεται ὅτι ἐξηντλήθη ἡ συζήτησις.)

§25Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ἐφαρμόζεται ὁ Κανονισμός. Ἡ συζήτησις πρέπει νὰ διεξαχθῇ ἐπὶ τῶν ἄρθρων.

§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐλήφθη ἀπόφασις ἤδη τῆς Βουλῆς. Ἐφάπαξ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 10 Ν)βρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 27 Ὀκτωβρίου 1927 συμβάσεως περὶ παραιτήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τοῦ προνομίου τῆς ἐκδόσεως Τραπεζικῶν γραμματίων καὶ συστάσεως νέας Τραπέζης ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος» καὶ τοῦ προσαρτωμένου τῇ συμβάσει Καταστατικοῦ τῆς Ἑλλάδος».

§27ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν. (ψηφίζεται καὶ ἄρθρον καὶ σύνολον)

§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφάπαξ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 10 Ν)βρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ ἐν Γενεύῃ ὑπογραφέντος τῇ 15 Σ)βρίου 1927 πρωτοκόλλου περὶ ἐγκρίσεως συνάψεως δανείου λιρῶν Στερλινῶν 9.000.000».

§29ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν. (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον)

§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως «περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς».

§31Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δικαιοῦμαι νὰ εἴπω, ὅτι διεξάγονται ἀντικανονικῶς αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς. Σήμερον ἦτο ἡμέρα ἐπερωτήσεων καὶ δὲν δύναται ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ ἄλλως, ἀλλ’ οὔτε ψηφοφορία νὰ γίνῃ, οὔτε καὶ δύναται ἡ Βουλὴ νὰ μεταβάλῃ τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Ἐδέχθημεν ἡμεῖς, ἐξαιρετικῶς, θέλοντες νὰ διευκολύνωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ φύγῃ νὰ περιορισθῇ τὸ κύριον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ ἀντιπολίτευσις, τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου. Δυστυχῶς ἡ πλειονοψηφία τὴν παραχώρησιν αὐτὴν δὲν τὴν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει καὶ ἐνόμισε, ὅτι ἔπρεπε νὰ παρίδῃ ὅλα τὰ δικαιώματά μας. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς ἐπερωτήσεις.

§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γνωρίζετε πολὺ καλά, ὅτι ἡ συζήτησις τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς προηγεῖται καὶ αὐτῶν τῶν ἐπερωτήσεων. Ἄλλωστε αἱ τροποποιήσεις αὗται δὲν ἀφοροῦν τίποτε ἄλλο παρὰ τὴν προσαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ εἰς τὸ Σύνταγμα.

§33Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τὸ γεγονός, ὅτι ἡ συμπολίτευσις δίδουσα τὴν ὀρθὴν ἑρμηνείαν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος παρεδέχθη ἀντιθέτους ἀντιλήψεις τοῦ ἀξιοτίμου ἡγέτου τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, δὲν ἠμπορεῖ νὰ δημιουργήσῃ κατηγορίαν καταχρήσεων καὶ πιέσεων εἰς βάρος τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Καμμία ἀπολύτως δὲν ὑπάρχει διάθεσις ὅπως ἡ Βουλὴ μὴ ἐκτελέσῃ ἐν ὅλῃ της τῇ εὐρύτητι τὰ δικαιώματά της. Πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν κατόπιν τούτου, ὅτι σήμερον εἶναι ἡμέρα κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Ματαιωθείσης τῆς συμφωνίας αὐτῆς, ὑποχρεωτικῶς θὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων. Μόνον, ἐφόσον θέλει ἡ Ἀντιπολίτευσις, δύναται νὰ γίνῃ ἐξαίρεσις. Ἐφόσον ὑπάρχει ἀντίρρησις, ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ περιορισθῇ εἰς τὰ δικαιώματα, τὰ ὑπὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ὁριζόμενα.

§34Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὀφείλω νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ δεκτὸν, ὅτι δύναται, κατὰ τὴν ἡμέραν τῶν ἐπερωτήσεων καὶ κατόπιν ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, νὰ τεθῇ ἕτερον ζήτημα ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, ἐκτὸς τῶν ἐπερωτήσεων, διότι, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τῆς μειονοψηφίας δικαίωμα πρὸς ἔλεγχον δὲν θὰ ὑφίσταται. Ἡ πλειονοψηφία θὰ δύναται κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ ἐλέγχου, νὰ ἀποφασίζῃ ὅτι θὰ γίνεται συζήτησις ἄλλη. Λοιπὸν κατὰ τῆς ἀρχῆς αὐτῆς, ἡ ὁποία φαίνεται, ὅτι εἶναι εἰς τὰς σκέψεις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀντιτίθεμαι διαρρήδην. Ἐὰν σήμερον ἐγένετο ἡ ψηφοφορία, ἐγένετο διότι, κατόπιν τῆς συναινέσεως καὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, οἱ Κύριοι Βουλευταί, οἱ ἐγγεγραμμένοι εἰς τὰς ἐπερωτήσεις, δὲν ἠθέλησαν νὰ κάμουν χρῆσιν τοῦ δικαιώματός των. Διότι ὀφείλω νὰ προσθέσω, ὅτι καὶ ἂν ὅλη ἡ ἀντιπολίτευσις ἦτο σύμφωνος, ἐφόσον ὁ ἐπερωτῶν θέλει ν’ ἀναπτύξῃ τὴν ἐπερώτησίν του, δὲν δύναται νὰ ἐμποδισθῇ. Λέγω τοῦτο, διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ καθορίσωμεν τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα κυρίως εἶναι δικαιώματα ἐλέγχου ἀπὸ τὰ κυριώτερα. Λοιπόν, ἂς μὴ λέγωμεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ γίνῃ ὅ,τι ἐγένετο. Ἡ ἀπόφασις ἡ σημερινὴ δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν. Ἐγένετο, διότι οἱ ἐπερωτῶντες βουλευταί, συνέστησαν ν’ ἀναβληθῇ ἡ ἐπερώτησίς των. Περαιτέρω δὲν δύναται νὰ γίνῃ τίποτε. Τοῦτο εἶναι ζήτημα κανονισμοῦ τῶν σχέσεων Συμπολιτεύσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως ἐν τῇ Βουλῇ. Ἑπομένως τώρα εἶναι ἀνάγκη νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων.

§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἐπερωτήσεων. Πρώτη κατὰ σειρὰν ἔρχεται ἡ ὑποβληθεῖσα αἴτησις τοῦ κ. Ἰωσὴφ Κουνδούρου περὶ ἐξαιρέσεως τῶν μελῶν τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς κ.κ. Π. Τσιτσεκλῆ καὶ Κ. Καλκάνη. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ρ. Κούνδουρος.

§36Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοῦ κάμῃ τὴν τιμὴν νὰ μὲ ἀκούσῃ μετὰ προσοχῆς, ἀναπτύσσοντα τὸ περιεχόμενον τῆς αἰτήσεως περὶ ἐξαιρέσεως τῶν δύο συναδέλφων κ. κ. Καλκάνη καὶ Τσιτσεκλῆ. Ἡ αἴτησις αὕτη, κύριοι συνάδελφοι, πολὺ ὀρθῶς ἐχαρακτηρίσθη ὑπὸ τοῦ ἀντιπροέδρου τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς κ. Καμπάνη ὡς δικαστικὸν ἔγγραφον, ἀπευθυνόμενον πρὸς τὴν ὁλομέλειαν τῆς Βουλῆς καὶ ὡς τοιοῦτον θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς τὸ ἀναπτύξω. Ἐπὶ τῆς αἰτήσεως ταύτης ἀπεφάνθη ἤδη ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπή. Παραπονοῦμαι κατὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, διότι ὑπῆρξεν αὕτη ἀναρμοδία διὰ νὰ λάβῃ τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε καὶ τὴν ἀπέρριψε, καὶ ὑπῆρξεν ἀναρμοδία, διότι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου συνέστη ἡ ἀνακριτικὴ αὕτη ἐπιτροπὴ κατὰ ῥητὴν διάταξιν αὐτοῦ, ἁρμοδία νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τῆς ὑποβαλλομένης αἰτήσεως εἶναι πάντοτε ἡ Βουλή. Εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἐφαρμοζομένου νόμου, κύριοι συνάδελφοι, ὑπάρχει ῥητὴ διάταξις εἰς τὸ ἄρθρον 41 ἐδάφιον 7 κατὰ τὸ ὁποῖον «οἱ ἕνεκα νομίμου λόγου κωλυόμενοι πρὸς ἄσκησιν τῶν διὰ τοῦ παρόντος ἐπιβαλλομένων δικαστικῶν καθηκόντων βουλευταί, δηλοῦν τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν, ἥτις ἀποφασίζει περὶ αὐτῶν». Προκειμένου ἐπίσης, κύριοι συνάδελφοι, περὶ τῶν Γερουσιαστῶν δικαστῶν, παρομοία διάταξις εἰς τὰς γενικὰς διατάξεις, ἐν ἄρθρ. 32 ἀναγράφει ὅτι ἡ Γερουσία ἐν ὁλομελείᾳ καὶ οὐχὶ ἡ Γερουσία ὡς Δικαστήριον ἀποφαίνεται περὶ τοῦ ἐὰν εἶναι βάσιμος ὁ τυχὸν προτεινόμενος λόγος ἐξαιρέσεως. Εἶναι δὲ γνωστὸν εἰς πάντας τὸ ψήφισμα καθ’ ὅ, μέχρι τῆς συστάσεως τῆς Γερουσίας, τὰς λειτουργίας καὶ ἁρμοδιότητας αὐτῆς ἀσκεῖ ἡ Βουλή. Ἀλλὰ ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ ἔκρινεν ἑαυτὴν ἁρμοδίαν καὶ ἔφθασε νὰ ἀποφασίσῃ ἐναντίον τῶν ῥητῶν τούτων διατάξεων τοῦ νόμου, ἐκ μόνου τοῦ συλλογισμοῦ ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει ἀκόμη τὸ Δικαστήριον καὶ ἐπειδὴ ὑπάρχει κίνδυνος ἀναβολῆς ἐνδεχομένης, ἐὰν, ὑποβαλλομένης τοιαύτης αἰτήσεως, δὲν ὑπάρχει Βουλή, ἦτο ὀρθὸν νὰ ἐπιληφθῇ αὕτη. Πρόδηλον τὸ σφάλμα τῆς Ἐπιτροπῆς ὄχι μόνον ἐκ τῶν ἄνω ῥητῶν διατάξεων τοῦ νόμου, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ ὅτι ἐλλείπει σήμερον ἡ βάσις τοῦ αὐθαιρέτου συλλογισμοῦ της, διότι ὑπάρχει σήμερον Βουλή. Νομίζω ἀκόμη, ὅτι ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπή, περιοριζομένη ἁπλῶς καὶ μόνον εἰς ἀνακριτικὰ καθήκοντα, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κρίνῃ αἰτήσεις ἐξαιρέσεως κατὰ τῶν ἰδίων μελῶν καὶ ὅτι ἁρμοδία καὶ ἐκ τούτου εἶναι ἡ Βουλὴ καὶ μόνον ἡ Βουλή. Διὰ τῆς ὑπὸ κρίσιν αἰτήσεως, κύριοι συνάδελφοι, ζητεῖται πρῶτον, ἡ ἐξαίρεσις τοῦ εἰσηγητοῦ κ. Καλκάνη. Καὶ ζητεῖται ἡ ἐξαίρεσις αὐτοῦ διὰ τὸν ἑξῆς ὡρισμένον λόγον. Ὀφείλω νὰ κάμω μίαν δήλωσιν σχετικήν. Ὅτι ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς παρεξήγησεν ἐν πολλοῖς, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, τὸ περιεχόμενον τῆς αἰτήσεως. Ἐγὼ προσωπικῶς ἐνδέχεται, νὰ μὴ ἔχω δυσπιστίαν, οὔτε πρὸς τὸν κ. Τσιτσεκλῆν οὔτε πρὸς τὸν κ. Καλκάνην, οὔτε πρὸς τὴν συνείδησιν αὐτῶν, οὔτε πρὸς τὴν ἐπιστημονικήν των κατάρτισιν. Ἀλλὰ οἱ λόγοι ἐξαιρέσεως, κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἔχουσι πάντοτε ἀφορμὴν καὶ δικαιολογίαν προσωπικὰς ἰδιότητας μόνον. Οἱ λόγοι ἐξαιρέσεως ἐτέθησαν ἐν τῷ νόμῳ κυρίως διὰ νὰ περιφρουρήσουν τὸ κῦρος τῆς Δικαιοσύνης. Κυρίως διὰ νὰ μὴ ἀφήσουν νὰ δημιουργηθῇ εἰς τὸν λαὸν καὶ εἰς τὴν Κοινωνίαν ἡ ἐντύπωσις μιᾶς ἀμφιβολίας διὰ τὴν ἀμερόληπτον κρίσιν τῶν Δικαστῶν. Καὶ ἐγεννήθη, ἤδη, κύριοι, διὰ τὴν συγκεκριμένην ὑπόθεσιν ἡ ἀντίληψις αὐτή, εἰς ὁλόκληρον τὴν Ἑλληνικὴν Κοινωνίαν. Διότι, πρὶν ὑποβληθῇ ἡ αἴτησις αὕτη περὶ ἐξαιρέσεως, ἐγράφη πρὸ πολλοῦ ἤδη ἐν τῷ τύπῳ καὶ ὑπεστηρίχθη μετὰ σοβαρότητος, ὅτι δηλ. δὲν θὰ δύναται νὰ εἶναι ἀμερόληπτος ἡ κρίσις αὐτῶν τῶν κυρίων, ἀφοῦ, ὁ μὲν εἷς ὑπῆρξε συνήγορος τῶν καταδικασθέντων μεγάλων καταχραστῶν, ὁ δὲ ἄλλος ὑπουργὸς τῆς καταλυθείσης Κυβερνήσεως. Εἶναι ἄλλως τε φυσικὸν εἰς πάντα ἄνθρωπον νὰ ὑφίσταται ἕνα ἐπηρεασμόν, περὶ οὗ θὰ ὁμιλήσω ἀμέσως κατωτέρω. Καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ συμφωνήσητε μαζί μου περὶ τοῦ ὀρθοῦ καὶ δικαίου τῆς αἰτήσεως, ἐὰν μὲ παρακολουθήσητε ἀνασκοποῦντα ἐν ὀλίγοις τοῦ ἐξαιρετέου εἰσηγητοῦ τὸ μέχρι σήμερον ἔργον. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, κύριοι συνάδελφοι, τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη ὑπέβαλε μίαν ἀνακοίνωσιν εἰς τὸ τότε λειτουργοῦν Ἀνώτατον Ἀνακριτικὸν συμβούλιον. Διὰ τῆς ἀνακοινώσεως ἐκείνης ἐζητεῖτο νὰ παραπεμφθοῦν ὁ κ. Πάγκαλος καὶ οἱ συνυπουργοί του ὡς αὐτουργοὶ μέν, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἐκτελεσθέντας καταχραστάς, ὡς ἔνοχοι δὲ ἀποπείρας φόνου, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς μὴ ἐκτελεσθέντας καὶ δικασθέντας εἰς μικροτέραν τοῦ θανάτου ποινήν. Ἐπὶ τῆς ἀνακοινώσεως ἐκείνης συνῆλθεν, κύριοι συνάδελφοι, τὸ ἀνώτατον Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον καὶ ἐξέδωκε, συμφώνως πρὸς τὴν σχετικὴν συντακτικὴν πρᾶξιν, τὴν ὑπ’ ἀριθ. 9 ἀπόφασιν, τὴν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία χρονολογεῖται ἀπὸ 2 Ὀκτωβρίου 1926, καὶ ἡ ὁποία ἐδημοσιεύθη εἰς ὅλας τὰς ἐφημερίδας καὶ ἑπομένως ἐγένετο γνωστὴ εἰς ὅλους. Τώρα κύριοι, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι συνήγοροι ἐκείνων, διὰ τοὺς ὁποίους κατηγορεῖται ἡ Κυβέρνησις Παγκάλου ἐπὶ φόνῳ, ὑπῆρξαν οἱ Καλκάνης καὶ Λαδᾶς.

§37Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν ὑπῆρξα συνήγορος τοῦ καταδικασθέντος εἰς θάνατον, καὶ ὁ μοναδικὸς λόγος τῆς αἰτήσεως εἶναι αὐτὸς ἀλλ’ εἶναι ἀβάσιμος, διότι τὰ πρακτικὰ ὁμιλοῦσι περὶ τοῦ ἐναντίου.

§38Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις Κονδύλη, διὰ μιᾶς ἀνακοινώσεως ποὺ ἤσκει τὴν ποινικὴν ἀγωγήν, εὑρισκομένη ἤδη εἰς χεῖρας τοῦ κ. Καλκάνη, κατηγόρει ἐπὶ φόνῳ τὸν κ. Πάγκαλον καὶ τοὺς συνυπουργούς του, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἐκτελεσθέντας, καὶ ἐπὶ ἀποπείρᾳ διὰ τοὺς λοιποὺς μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ δι’ ἀπόπειραν κατὰ τοῦ καταχραστοῦ Ἀναγνωστοπούλου, τοῦ ὁποίου ὑπήρξατε σεῖς συνήγοροι. Ὑπήρξατε συνήγορος τοῦ Ἀναγνωστοπούλου;

§39Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Βεβαίως.

§40Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸ ἔγγραφον τῆς ἀνακοινώσεως, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν μήνυσιν ὡς καὶ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστηρίου. Ὑπάρχει ἄρα εἰς τὰς χεῖρας ὑμῶν, κ. συνάδελφε, μήνυσις, καὶ ἐπὶ ἀποπείρᾳ φόνου κατὰ τοῦ πελάτου σας, καὶ νομίζω, ὅτι, εἶναι φυσικόν, εἶναι ὑποχρεωτικὸν νὰ εἶσθε ἐπηρεασμένος κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατηγοροῦνται, ὅτι ἐφόνευσαν τοὺς συγκατηγορουμένους συντρόφους τοῦ πελάτου σας καὶ ἀπεπειράθησαν νὰ φονεύσουν καὶ αὐτὸν τὸν ἴδιον καταχραστὴν πελάτην σας. Καὶ εἶναι εὔλογον καὶ εἶναι πραγματικόν, ὅτι ἐγεννήθη παντοῦ μία ἀμφιβολία, ἡ ἀμφιβολία, ὅτι ὑμεῖς δὲν δύνασθε νά μὴ ἔχητε μίαν προκατάληψιν, ἕνα ἐπηρεασμόν. Ἔχω ἀκόμη, ἔντιμε κ. συνάδελφε, εἰς χεῖρας μου ἐφημερίδα μὲ τὰς λαμπρὰς ἀγορεύσεις σας, εἰς τὰς ὁποίας ἐθίξατε ὅλα τὰ ζητήματα, τὰ σχετικὰ μὲ τὸ Διάταγμα τῆς ἀγχόνης, ἐξ οὗ ἀποδεικνύεται ὅτι ἐξεφράσατε ἀπὸ τότε δημοσίᾳ γνώμην ὡρισμένην ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως εἰς ἣν ἐπεμείνατε νὰ εἶσθε ἀνακριτὴς καὶ ἣν ἐκ τῶν προτέρων ἐσχηματισμένην γνώμην, βεβαίως δὲν δύνασθε νὰ μεταβάλητε τώρα. Ὁ κ. συνάδελφος ἐξέθεσε τότε εἰς τὸ δικαστήριον ὅλα τὰ μέσα· ὑπεστήριξε τὴν ἀντισυνταγματικότητα τοῦ διατάγματος. Ἀλλὰ γεννᾶται μοιραίως, κ. συνάδελφε, ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Εἰσηγητὴς τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐν προκειμένῳ, εἶναι ἐπηρεασμένος ὑπὲρ τοῦ πελάτου του καὶ συνεχίζει καὶ ἐδῶ τὴν ὑπεράσπισίν του.

§41Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπιτροπή, ἐξετάζουσα τὴν ἀνακοίνωσιν τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀπεφάσισεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ κατηγορία ἐπὶ ἀποπείρᾳ φόνου, ἀλλὰ μόνον ἐπὶ φόνῳ κατὰ τῶν ἐκτελεσθέντων, μόνον δι’ αὐτὸ τὸ ἀδίκημα. Εἰς αὐτὸ τὸ ἀδίκημα ὁ κ. Καλκάνης δὲν μετέσχεν οὔτε ὡς συνήγορος.

§42Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρόκειται περὶ μιᾶς δικογραφίας καὶ περὶ μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς δίκης.

§43Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ διὰ διάφορα ἀδικήματα. Ἡ ἐπιτροπή, καθ’ ὃ δικαίωμα εἶχεν, ἔδωκεν ἐντολὴν εἰς τὸν κ. Εἰσηγητὴν νὰ κάμῃ ἀνάκρισιν μόνον ἐπὶ φόνῳ διὰ τοὺς ἀπαγχονισθέντας.

§44Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Συμφωνεῖτε μαζί μου, ὅτι ἡ ἀνακοίνωσις περιλαμβάνει καὶ ἀπόπειραν φόνου κατὰ τοῦ πελάτου τοῦ κ. Καλκάνη, εἶναι δὲ πρόδηλον, ὅτι ἂν ὑπάρχῃ φόνος κατὰ τῶν ἐκτελεσθέντων, ὑπάρχει ἀναμφιβόλως ἀπόπειρα κατὰ καὶ τῶν λοιπῶν καταδίκων.

§45Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἐγώ, κ. συνάδελφε, ἐδήλωσα κώλυμα εἰς τὴν ἐπιτροπήν, σχετικῶς μὲ τὴν ὑπόθεσιν τῆς ἀγχόνης.

§46Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄντως, ὁ κ. Λαδᾶς ἐδήλωσε κώλυμα καὶ ἀπέσχε τῆς ἐπιτροπῆς, μολονότι ἡ ἐπιτροπὴ εἶπεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ παραμείνῃ, καὶ μολονότι οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία διὰ τὴν ἐντιμότητα καὶ ἀκεραιότητα τοῦ συναδέλφου κ. Λαδᾶ.

§47Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὁ κ. Λαδᾶς, κ. συνάδελφε, ἐδήλωσε τοῦτο: ὅτι ὑπῆρξε συνήγορος τῶν καταδικασθέντων εἰς θάνατον, διὰ τοὺς ὁποίους ἐγένετο ἤδη ἡ κατηγορία, ἐνῶ ἐγὼ ὑπῆρξα συνήγορος μὴ ἀπαγχονισθέντων, διὰ τοὺς ὁποίους ἀπεφάνθη ἡ ἐπιτροπή, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ γίνῃ κατηγορία ἐπὶ ἀποπείρᾳ φόνου, ἀλλὰ μόνον ἐπὶ φόνῳ. Πῶς θέλετε νὰ εἴπω, ὅτι παρέστην συνήγορος τῶν καταδικασθέντων εἰς θάνατον, ἐνῶ δὲν παρέστην;

§48Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἐδηλώσαμεν κώλυμα καὶ οἱ τρεῖς, ὁ κ. Τσιτσεκλῆς, ἐγὼ καὶ ὁ κ. Καλκάνης. Ὁ κ. Τσιτσεκλῆς διότι ἐδημοσιογράφησεν, ἐγὼ διότι ὑπῆρξα συνήγορος εἰς τὴν ὑπόθεσιν, ὅπως καὶ ὁ κ. Καλκάνης. Ἡ ἐπιτροπὴ ἀπέρριψε καὶ τὰς τρεῖς αἰτήσεις καὶ εἶπεν, ὅτι ταῦτα δὲν ἀποτελοῦν κώλυμα. Ὁ κ. Τσιτσεκλῆς ἐπέμεινεν καὶ ἀπεσύρθη. Ἐπίσης καὶ ἐγώ. Ὁ κ. Καλκάνης ὅμως ἐδήλωσεν ὅτι...

§49Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀκριβῶς, ἡ ἐπιμονὴ τοῦ κ. συναδέλφου δύναται νὰ πολλαπλασιάσῃ τὰς παρεξηγήσεις. Εἰς τὴν αἴτησιν περιλαμβάνεται ἓν χωρίον ἀγορεύσεως τοῦ ἀειμνήστου Δημητρακοπούλου, ἐπὶ τοῦ ἐπηρεασμοῦ ὃν ὑφίσταται ὁ δικηγόρος (ἀναγινώσκει).

§50Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Περιλαμβάνεται ἡ φράσις ὅτι ὑπῆρξα συνήγορος.

§51Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ὑπήρξατε συνήγορος ἐπὶ τῆς αὐτῆς δικογραφίας, ἐλάβετε μέρος καὶ ἐγνωμοδοτήσατε καὶ συμφέρον ἔχετε, διότι ἂν γίνῃ δεκτὴ ἡ τοῦ φόνου κατηγορία, παρέπεται ὑποχρεωτικῶς καὶ ἡ τῆς ἀποπείρας φόνου τοιαύτη. Ὁ κ. συνάδελφος μὲ ἀναγκάζει μὲ τὴν ἐπιμονήν του ν’ ἀναπτύξω ἐνώπιον ὑμῶν, κ. Βουλευταί, καὶ τοὺς νομίμους ἑλιγμοὺς περὶ ἐξαιρέσεως. Ὁ νόμος μὲ τὸν ὁποῖον παρεπέμφθη ἡ Κυβέρνησις Παγκάλου, δὲν ἀναφέρει εἰδικοὺς λόγους ἐξαιρέσεως, ἀλλὰ παραπέμπει εἰς τὴν Ποινικὴν Δικονομίαν, καὶ εἶναι γνωστὸν εἰς τοὺς νομικοὺς ἐξ ὑμῶν, ὅτι οἱ λόγοι ἐξαιρέσεων περιλαμβάνονται καὶ ἐν τῇ Ποινικῇ καὶ ἐν τῇ Πολιτικῇ Δικονομίᾳ καὶ ὅτι οἱ λόγοι ἐξαιρέσεως, οἱ ἀναγραφόμενοι ἐν τῇ Πολιτικῇ Δικονομίᾳ, ἰσχύουσιν ἐπίσης ὑποχρεωτικῶς καὶ ἐν τῇ ποινικῇ δίκῃ κατὰ παγίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου νομολογίαν. Καὶ ἔχω προχείρους τὰς ὑπ’ ἀριθ. 218 (1913) καὶ 152 (1923) ἀποφάσεις του. Κατὰ τὸ ἄρθρον 51 τῆς Ποιν. Δικ. ἐξαιροῦνται 1) οἱ ἔχοντες ἔμμεσον ἢ ἄμεσον ἢ καὶ πόρρωθεν ἀκόμη συμφέρον εἰς τὴν ἔκβασιν τῆς δίκης· 2) οἱ ἰδιαιτέραν φιλίαν, ἔχθραν ἢ ἔριν· 3) ἐὰν ἔγινεν ἔνοχος ἄλλης ἀθεμίτου πράξεως καὶ 4) ἐὰν ἔλαβεν μετοχὴν ἢ συνέπραξεν ὡς μέλος ἄλλου δικαστηρίου διὰ τὴν αὐτὴν πρᾶξιν κλπ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 36 τῆς Πολ. Δικ. ἐξαιροῦνται ἐπίσης 1) ἐὰν κατὰ τὴν αὐτὴν ὑπόθεσιν παρεστάθη ἢ μέλλει νὰ παρασταθῇ ὡς μάρτυς ἢ ὡς πραγματογνώμων ἢ πρὸ τοῦ διορισμοῦ του, εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν, ἐχρησίμευσε σύμβουλος, δικηγόρος ἢ διαιτητὴς ἢ ἔδωκε συμβουλήν· 2) ἐὰν ὑφ’ οἱονδήποτε χαρακτῆρα διεξήγαγεν ἢ ἐξυπηρέτησε τὴν ὑπόθεσιν ἐξ ἧς προῆλθεν ἡ διαφορὰ καί, 3) ἐὰν διήγειρε τὴν ὑπόνοιαν προσωποληψίας. Σεῖς λοιπὸν ὑπήρξατε συνήγορος συγκατηγορουμένου κατὰ τοῦ ὁποίου ἐζητήθη ἡ εἰς θάνατον καταδίκη, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Ν.Δ. δι’ ὃ κατηγορεῖται ὁ αἰτῶν, τὴν ὁποίαν ἀπετρέψατε σεῖς μὲ τὰ ἐπιχειρήματά σας καὶ τὴν ὑπεράσπισίν σας. Ἔχετε συμφέρον ὑπὲρ τοῦ πελάτου σας Ἐδώκατε γνώμην καὶ συμβουλήν. Διὰ σᾶς συντρέχουν πᾶσαι αἱ νόμιμοι αὗται περιπτώσεις τῆς ἐξαιρέσεως.

§52Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Νομίζω ὅτι εἶναι χωριστοὶ οἱ λόγοι τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας.

§53Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπάρχουσι χωριστοὶ λόγοι, ἀλλ’ ἡ νομολογία τοῦ Ἀρ. Πάγου δέχεται ὅτι, ἐπειδὴ οἱ τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας λόγοι εἶναι μεταγενέστεροι, ἰσχύουσιν ἐπίσης καὶ εἰς τὴν Ποινικὴν Δικονομίαν, καὶ τοῦτο ἐφαρμόζεται παγίως ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων.

§54Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Καὶ ἂν ὑποτεθῇ πρὸς στιγμὴν αὐτό, ὁ εἰδικὸς νόμος 3998, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐργάζεται ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπή, ἀναγράφει, ὅτι ὅπου δὲν γίνεται εἰδικὸς λόγος, ἡ Ἐπιτροπὴ ὀφείλει ν’ ἀνατρέξῃ εἰς τὴν Ποινικὴν Δικονομίαν.

§55Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ φύσις τῆς δικαστικῆς δικαιοδοσίας τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς εἶναι τόσον διάφορος, ὥστε δὲν δύνανται νὰ ἰσχύουν αἱ διατάξεις περὶ ἐξαιρέσεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθοῦν, προκειμένου περὶ δικαστικῶν καθηκόντων τῶν βουλευτῶν, διότι ἡ προϋπόθεσις ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται ὁ νόμος, εἶναι ὅτι οἱ Βουλευταὶ κρίνουν πλέον ὡς πολιτικὸν Σῶμα. Κατὰ συνέπειαν, καὶ ἂν ὑπάρξῃ ἀντίθεσις πολιτικὴ καὶ προσωπικὴ ἀντίθεσις, αὗται δὲν θὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν, διότι ὁ νόμος θέλει ὅπως οἱ βουλευταὶ δικάζουν. Αὔριον ὁ νόμος λέγει, ὅτι δικάζει ἡ Γερουσία. Δὲν ὑπάρχει τρόπος ν’ ἀντικατασταθῇ ἕνας γερουσιαστής, ἐφόσον οἱ γερουσιασταὶ δὲν ἠμποροῦν ν’ ἀντικατασταθοῦν. Ἀλλὰ τώρα ἐξαιρετικῶς θὰ δικάσῃ μία Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, διότι μὴ λησμονῆτε, ὅτι τὴν ὁριστικὴν ἀπόφασιν θὰ τὴν ἐκδώσῃ ἡ Βουλή. Λοιπόν, ἡ λύσις τῶν δικαστικῶν καθηκόντων τῆς Βουλῆς, ἀποκλείει κάθε ἐφαρμογὴν οἱασδήποτε διατάξεως περὶ ἐξαιρέσεως. Βεβαίως μεταξὺ ὑμῶν τῶν βουλευτῶν ὑπάρχουν ἀντιθέσεις. Βεβαίως, διὰ νὰ ὑπάρχῃ μία κατηγορία ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐναντίον ἄλλων πολιτικῶν ἐναντίον πρώην Ὑπουργῶν, βεβαίως ὑπάρχουν ἀντιθέσεις καὶ μίση, ἀλλ’ ὁ νόμος λέγει ὅτι «ἡ Βουλή, ἀσκοῦσα δικαιώματα κυρίαρχου λαοῦ, δύναται νὰ περιβληθῇ μὲ δικαστικὴν δικαιοδοσίαν». Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, δὲν νομίζω, ὅτι, μπορεῖ νὰ στηριχθῇ ἡ αἴτησις περὶ ἐξαιρέσεως. Θὰ ἐθεωροῦσα προτιμότερον νὰ ἀφεθῇ τὸ ζήτημα ἐν πλήρει ἐμπιστοσύνῃ, ὅτι οὐδεμία μεροληψία θὰ δύναται νὰ ὑπάρξῃ, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον πιστεύομεν ὅλοι διὰ τοὺς δύο συναδέλφους τὸν κ. Καλκάνην καὶ τὸν κ. Τσιτσεκλῆν.

§56Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔκαμα τὴν δήλωσιν καὶ τὴν ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐκ μέρους τοῦ ὁμιλοῦντος οὔτε καὶ ἐλαχίστη ὑπόνοια περὶ τῶν δύο ἐξαιρετέων. Ἀλλὰ νομίζω κ. Βουλευταί, ὅτι καὶ χάριν τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας καὶ χάριν τῆς ἑλληνικῆς δικαιοσύνης ὀφείλομεν νὰ μὴ ἀφήσωμεν οὐδεμίαν σκιὰν εἰς τὴν σχετικὴν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία θὰ ἐκδοθῇ. Καὶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, κ. συνάδελφοι, εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου νὰ συνεχίσω καὶ νὰ σᾶς πείσω, διατὶ νομίζω βάσιμον καὶ ἀποδεικνυομένην τὴν αἴτησιν ἐξαιρέσεως καὶ ἐκτὸς τῶν ἀνωτέρω νομίμων λόγων καὶ ἐκ τῆς μέχρι σήμερον τακτικῆς τοῦ κ. Εἰσηγητοῦ. Ἐνῶ ἡ Βουλὴ ἐγνώριζε πολὺ καλὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ ἀνωτάτου ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου, τὴν ἀπαλλακτικὴν διὰ τὴν κατηγορίαν τοῦ φόνου, ὅπως καὶ διὰ τὴν ἀνατροπὴν τῆς τότε Κυβερνήσεως, ἐνῶ τὸ ἀνώτατον ἐκεῖνο ἀνακριτικὸν Συμβούλιον συνέστη διὰ τῆς ἀπὸ 7 Σ)βρίου πράξεως συντακτικῆς τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, πράξεως ἡ ὁποία κατωχυρώθη ἐπίσης διὰ τῆς συντακτικῆς πράξεως τῆς 22 Σ)βρίου 1926, δημοσιευθείσης τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν ἐδημοσιεύθη τὸ Σύνταγμα, καὶ διὰ τῆς συντακτικῆς αὐτῆς πράξεως οὐδὲν ἔνδικον μέσον συγχωρεῖται κατὰ τῆς ἀποφάσεως ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου, ἐν τούτοις ἀλλοία διετυπώθη γνώμη ἐκ μέρους τοῦ κ. Καλκάνη, ἐνῷ ἐπαναλαμβάνω, αἱ ἀποφάσεις τοῦ Α.Α.Σ. διὰ τῆς συντακτικῆς πράξεως ἀπετέλουν δεδικασμένον. Μετὰ δὲ τὴν ἔκδοσιν τῶν ἀποφάσεων διὰ τοῦ συντακτικοῦ ψηφίσματος τῆς 20 Δ)βρίου 1926, ἡ ἀσκοῦσα συντακτικὰ δικαιώματα τότε Βουλή, ἐπεκύρωσεν ὡς εἶχον ἀμφοτέρας τὰς συντακτικὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη. Οὕτω περιεβάλλομεν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι μὲ ἀπόλυτον κῦρος τὰς ἀποφάσεις τοῦ ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου. Καὶ ὑπάρχει πρότασις τοῦ ψηφίσματος τῆς 20 Δ)βρίου εἰς τὴν ὁποίαν ἡ τότε Κυβέρνησις ὅλων τῶν κομμάτων, ἀναφέρει ἐπὶ λέξει τὰ ἑπόμενα. «Τὸ Ἀνωτ. ἀνακρ. Συμβούλιον ἤρχισεν τὰς ἐργασίας του καὶ λειτουργεῖ μέχρι σήμερον, ἐνεργοῦν μετὰ πάσης ἐπιμελείας καὶ εὐθύτητος τὸ ἀνατεθὲν αὐτῷ ἔργον». Τὴν αὐτὴν πεποίθησιν περὶ τοῦ κύρους καὶ τῆς ἀμεροληψίας τοῦ ἀνωτάτου Δικαστηρίου ἐξέφρασε καὶ ἡ Κυβέρνησις Κονδύλη εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τῆς συντακτικῆς πράξεως ἀναφέρουσα ὅτι «ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ της νὰ μὴν θεωρηθῇ σπεύδουσα ἡ δικαιοσύνη ἐπροτίμησε νὰ ἀναθέσῃ τὴν ἀνάκρισιν εἰς τὰς κορυφὰς τῆς τακτικῆς δικαστικῆς ἱεραρχίας. Ἐφόσον λοιπὸν αἱ συντακτικαὶ πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἐπικυρώθησαν παρ’ ἡμῶν ὅτε ἀκόμη ἠσκοῦμεν συντακτικὰ δικαιώματα διὰ τοῦ ψηφίσματος τῆς 20 Δ)βρίου 1926.

§57Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Μοῦ φαίνεται ὅτι διαφεύγῃ τῆς μνήμης ὑμῶν, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἄλλο ψήφισμα, καθ’ ὃν χρόνον ἐπεράτωνε τὰ συντακτικὰ καθήκοντά της ἡ Βουλή, κατὰ τὸ ὁποῖον, τὰ συντακτικὰ ψηφίσματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀνάγκην τροποποιήσεως, δύναται νὰ κρίνῃ καὶ τροποποιήσῃ διὰ νόμου. Ὁ νόμος δὲ ὁ σημερινός, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δικάζομεν καὶ προβαίνομεν εἰς ἐνέργειαν ἀνακρίσεων, εἶναι νόμος μεταγενέστερος τοῦ ψηφίσματος. Διὰ τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ, τροποποιηθέντος συνταγματικώτατα, διὰ τοῦ νόμου τὸν ὁποῖον ἔχομεν νὰ ἐφαρμόσωμεν...

§58Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐν τούτοις ὁ νόμος 3398 ὁ ἴδιος ἀναφέρει εἰς τὸ ἄρθρ. 48 § 3 ὅτι τὰ μέχρι τοῦδε ἐκδοθέντα ψηφίσματα τῆς Βουλῆς ἐν σχέσει μὲ τὰ ἀδικήματα αὐτά, διατηροῦν τὴν ἰσχύν των». Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου σεῖς δὲν ἐτροποποιήσατε ἀλλὰ ἀνετρέψατε καὶ τὴν συντακτικὴν πρᾶξιν καὶ τὸ συντακτικὸν ψήφισμα, διατάξαντες νέαν ἀνάκρισιν, παρὰ τὰς ρητὰς διατάξεις των, αἱ ὁποῖοι μόνον ὡς πρὸς τὴν ἐκδίκασιν ἔδιδαν δικαιώματα ἀποφάσεως εἰς τὴν Βουλήν.

§59Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Παρακάτω τί λέγει:

§60Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ σᾶς διαβάσω τί λέγει. Πᾶσαι αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου. (Ἀναγινώσκει). Ἑπομένως μέχρι σήμερον παρεβιάσαμεν τὰ συντακτικὰ ψηφίσματα, τὰ ὁποῖα οἱ ἴδιοι ἐψηφίσαμεν, καὶ ἠκυρώσαμεν ἀποφάσεις τοῦ Ἀνωτάτου Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου τῶν ὁποίων τὸ κῦρος ἦτο ἀπρόσβλητον ἐκ συνταγματικῶν πράξεων. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὸ δεδικασμένον τὸ ὁποῖον κατωχυρώθη διὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἀνωτάτου Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου, τὸ δεδικασμένον τὸ ὁποῖον κατωχυρώθη διὰ τοῦ ψηφίσματος τῆς 20 Δεκεμβρίου, δὲν ἠδύνατο εὐκόλως νὰ μεταβληθῇ διὰ τῆς διατάξεως τοῦ νόμου, δοθέντος μάλιστα, ὅτι ἡ σχετικὴ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ νόμου τούτου 3398 ὃν ὑπέβαλεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἀναφέρει, ὅτι εἰς τὰ βουλεύματα τοῦ Ἀνωτάτου Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου δὲν ἐδόθη ἰσχὺς ἀπόλυτος, ἀλλὰ ἐξυπακούεται, ὅτι ἐδόθη ἰσχὺς σχετική, διὰ τὰ βουλεύματα τοὐλάχιστον, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐκδοθῆ ἕως τότε, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἐγνωρίζομεν καὶ ἐν γνώσει τῶν ὁποίων ἡ Βουλὴ ἐπεκύρωσε διὰ ψηφίσματος τὸ ἔργον τοῦ Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου. Ὥστε καὶ ἂν εἶχε δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ νόμον ἐναντίον τῶν συντακτικοῦ περιεχομένου πράξεων καὶ ψηφισμάτων περὶ ὧν ὡμίλησα ἤδη, καὶ ἂν ἠδύνατο νὰ διατάξῃ νέαν ἀνάκρισιν, δὲν ἠδύνατο ποτὲ νὰ ἀκυρώσῃ τὸ δι’ αὐτῶν καθιερωθὲν δεδικασμένον. Δὲν ἠδύνατο ποτὲ ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς νὰ ἀκυρώσῃ δεδικασμένον δικαστικῶν ἀποφάσεων τοῦ Ἀνωτάτου τῆς Χώρας Δικαστηρίου, δεδικασμένον, τὸ ὁποῖον ἐγνώριζε καὶ ἐσεβάσθη καὶ ἐπῄνεσεν ἡ Βουλή, δεδικασμένον τοῦ ὁποίου ἡ πτῶσις παρασύρει μαζύ του καὶ τῆς Δικαιοσύνης τὸ κῦρος.

§61Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε τὸν λόγον παρακαλῶ.

§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε κ. Ὑπουργέ.

§63Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ἐκ τῆς γενομένης συζητήσεως εἰσερχόμεθα εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως καὶ ὄχι εἰς τοὺς λόγους τῆς ἐξαιρέσεως. Πρέπει νὰ περιορισθῶμεν μόνον εἰς τοὺς λόγους τῆς ἐξαιρέσεως. Ἐὰν θέλετε μάλιστα νὰ μᾶς διαφωτίσητε, θὰ ἤθελον εἰδικῶς νὰ ὁμιλήσητε, κατὰ τὴν ἰδικήν σας πάντοτε ἀντίληψιν, καὶ ν’ ἀπαντήσητε εἰς τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργός, παρατήρησιν, ἡ ὁποία ἔχει τὴν δικαιολογίαν αὐτῆς εἰς τὰς συζητήσεις, τὰς ὁποίας διεξηγάγομεν καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐψηφίζομεν τὴν ἁρμοδιότητα, τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Γερουσίας διὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἀδικημάτων τῶν κυβερνήσεων. Διὰ νὰ διευκολύνω δὲ ὑμᾶς εἰς τὴν διαφώτισίν σας, ζητῶ τὴν ἄδειαν νὰ προσθέσω δύο λέξεις. Κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἔλαβον καὶ ἐγὼ τὸν λόγον καὶ ἀνέπτυξα τὰ ἑξῆς. Ὑπάρχουσι δύο θεωρίαι, ἢ δύο, ἂν θέλετε, σχολαὶ πρακτικῆς ἐφαρμογῆς ἐν τοῖς κοινοβουλευτικοῖς πολιτεύμασιν εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὰς εὐθύνας καὶ τὰ ἀδικήματα τῶν Ὑπουργῶν. Ἡ μία εἶναι ὅτι ταῦτα εἶναι καθαρῶς νομικὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ δικάζῃ ἓν Δικαστικὸν Σῶμα Ἡ ἐκδοχὴ αὕτη ἐπεκράτησεν εἰς τὰ παλαιότερα Συντάγματα, καὶ γνωρίζομεν, ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος, συγκροτούμενος καθ’ ὃν τρόπον εἰδικῶς ἐμνημόνευσεν ὁ νόμος, ἐδίκαζε τὰ τοιαῦτα ἀδικήματα. Ἡ ἄλλη ἐκδοχὴ εἶναι, ὅτι τὰ ἀδικήματα αὐτά, ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτῶν καὶ ὡς ἐκ τῆς ἰδιότητος τῶν προσώπων τὰ ὁποῖα τὰ διαπράττουν, δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποστερηθῶσι τοῦ κυρίου χαρακτηριστικοῦ αὐτῶν, ἤτοι τῆς πολιτικότητος. Κατὰ τὴν ἐκδοχὴν ταύτην δὲν εἶναι ἁρμόδια τὰ δικαστήρια, δὲν εἶναι κἂν συμφέρον διὰ τὴν δικαιοσύνην νὰ δικάζῃ τοιαῦτα ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα οὔτε εἶναι εὔκολον νὰ προσαρμόσῃ εἰς τὰς κοινὰς διατάξεις τῶν νόμων, οὔτε εἶναι εὔκολον ν’ ἀφήσουν τὴν δικαιοσύνην ἀλώβητον ἐν μέσῳ τῶν πολιτικῶν ἐρίδων, καὶ πρέπει ἓν πολιτικὸν Σῶμα νὰ δικάζῃ ταῦτα. Ἐμνημόνευσα τότε, ὅτι τὰ πολιτικὰ Σώματα, τὰ ὁποῖα δικάζουν τὰ ἀδικήματα ταῦτα, ὁπλίζονται, ὄχι κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν φύσιν των ταύτην, μὲ ἐξαιρετικὴν δικαιοδοσίαν, καὶ εἶπον ὅτι ἡ Γαλλικὴ Γερουσία, ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ, δημιουργεῖ δίκαιον. Καὶ ἀνέφερα τὰς τελευταίας δίκας τοῦ Μαλβὺ καὶ τοῦ Καγιώ, προσέθεσα δέ, ὅτι ἡ τοιαύτη δικαιοδοσία, ἀσφαλίζει καλλίτερον τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας παρὰ τὰ Στρατοδικεῖα. Ἡ δευτέρα, λοιπόν, αὕτη ἐκδοχὴ τῆς πολιτικότητος τῶν ἀδικημάτων τούτων ἔγινε δεκτὴ ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν καὶ ἐτέθη εἰς τὸ Σύνταγμα ἡ διάταξις περὶ Γερουσίας, ἥν, ὡς ὅλοι γνωρίζομεν, κατ’ ἄλλο ψήφισμα ἀντικαθιστᾷ ἡ Βουλή, ἐφόσον δὲν συνεκροτήθη ἀκόμη ἡ Γερουσία. Ἐὰν δεχθῆτε, ὅτι αὕτη εἶναι ἡ ἀρχή, ἡ ὁποία μᾶς διέπει, θὰ εἶναι δύσκολον νὰ μᾶς πείσητε, ὅτι ἐφαρμόζονται ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ αἱ διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Ἐὰν ἐφηρμόζοντο αἱ διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας καθ’ ὃ ἀνεγνώσατε μέρος εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν ὅπου εἶναι ἡ αὐτὴ κατηγορία καὶ αἱ αὐταὶ διατάξεις, θὰ ἦτο ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἀπολύτως ἀδύνατος ἡ συγκρότησις τῆς Γερουσίας ὡς Δικαστικοῦ Σώματος. Ἡ Ποινικὴ Δικονομία λέγει ὅτι (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν ἔχει μετὰ τοῦ ἀδικηθέντος ἢ τοῦ κατηγορουμένου ἰδιαιτέραν φιλίαν ἢ οἰκειότητα ἢ διάκειται εἰς ἔριν ἢ ἔχθραν...». Θὰ ἦτο ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ γίνῃ τοῦτο, ἐὰν εἶναι δύο μερίδες, ἡ μὲν μία φιλικῶς διακειμένη πρὸς τοὺς κατηγορουμένους, ἡ δὲ ἄλλη ἐχθρικῶς. Διὰ τοῦτο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς παρεκάλουν, εἶναι νὰ συγκεντρώσητε τὴν ἀγόρευσίν σας ἀκριβῶς εἰς τὸ σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Γεωργίας συνάδελφός μου, ἐὰν ἐκείνη ἡ διάταξις θὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς ἓν δικαστήριον, τὸ ὁποῖον εἶναι Πολιτικὸν Σῶμα, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ χαρακτηρίζῃ ἡ πολιτικὴ τῆς ἀντιλήψεως καὶ ὄχι ἡ περιωρισμένη, εἰς δικαστήριον λέγω, τὸ ὁποῖον ἐτάχθη ὑπὸ τοῦ Συντάγματος νὰ ἵσταται ὑπεράνω τῶν προσώπων. Ἂν ἠθέλομεν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν διάταξιν αὐτήν, θὰ καταστήσωμεν ἀδύνατον τὴν ἐφεξῆς τιμωρίαν οἱουδήποτε παραβάτου. Ἐπ’ αὐτοῦ ἤθελον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας.

§64Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Κατὰ προσθήκην ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκ τῶν 35 παρελασάντων Ὑπουργῶν καὶ Ὑφυπουργῶν ἐνώπιόν της κατὰ τὴν Ποινικὴν Δικονομίαν, ἐθεώρησε σκόπιμον νὰ λάβῃ τὴν ἀπόφασιν ὅπως ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν περιορισθῇ εἰς 9 μόνον.

§65Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ αὐτὸ δικαιολογεῖ ἀκόμη περισσότερον τὴν αἴτησιν ἐξαιρέσεως τοῦ αἰτοῦντος, ὅστις ἐκρίνατε ὅτι ἔδει νὰ εἶναι μεταξὺ τῶν 9 τούτων, ἐνῶ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τὸ ὁποῖον διηύθυνε, μήτε τὸ Ν.Δ. τῆς ἀγχόνης μήτε καμμία ἄλλη δικτατορικὴ πρᾶξις ἐξεδόθη.

§66Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἐνῷ ἂν ἐπρόκειτο περὶ τακτικῶν δικαστῶν, δὲν θὰ ἐγίνετο τοῦτο.

§67Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Γίνεται, κύριοι, συζήτησις περὶ Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ πρὶν γίνῃ αὕτη συνιστᾶτο καὶ Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον, τοῦ ὁποίου ἐχειροκρότησατε τὴν σύστασιν καὶ τὴν ἐργασίαν.

§68Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ὄχι ἐγώ. Ἐγὼ εἶπον τοῦτο· ὅτι ἡ παραπομπὴ εἰς τὸ Ἀνώτατον Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον, ἀπετέλει ὑπεκφυγήν. Τοὐναντίον οἱ κατηγορούμενοι ἔπρεπε νὰ δικασθοῦν εἰς τὸ Στρατοδικεῖον. Καὶ αὐτὸς ὁ Πάγκαλος, ὁ αὐτοχειροτονηθεὶς εἰς ἀντιστράτηγον ἐν ἐνεργείᾳ καὶ αὐτὸς ἔπρεπε νὰ δικασθῇ εἰς τὸ Στρατοδικεῖον, διότι εἶπον ὅτι αὐτὸ τοῦτο ἐν τῇ πράξει εἶνε ἀντισυνταγματικόν.

§69Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐν τούτοις αἱ ἐκθέσεις ἀμφοτέρων τῶν Κυβερνήσεων ὧν μετέσχετε καὶ σεῖς ἐξῆραν καὶ ἐπῄνεσαν τὸ ἔργον τοῦ Συμβουλίου ἐκείνου.

§70Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Τὸ Ἀνώτατον Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον παραδόξως δὲν ἐνήργησεν, οὐδὲ κἂν μίαν ἀνακριτικὴν πρᾶξιν. Ἐξέδωκε βούλευμα, χωρὶς νὰ ἐνεργήσῃ οὔτε μίαν ἀνακριτικὴν πρᾶξιν. Δὲν ἐκάλεσεν οὔτε μάρτυρας.

§71Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πολὺ εὐλόγως ἑπομένως ὁ αἰτῶν ἔχει τὴν ἀντίληψιν ὅτι, ἀφοῦ παρὰ πάντα γραπτὸν καὶ ἄγραφον νόμον ἀπεκλήσθη αὐθαιρέτως ἀπὸ τὰς παρελθούσας βουλευτικὰς ἐκλογάς, καταδικασθεὶς οὕτω ἐν δημοκρατικῷ πολιτεύματι ἄνευ δίκης εἰς πολιτικὸν θάνατον, τώρα πάλιν ὅτε εὑρισκόμεθα εἰς παραμονὰς νέων Γερουσιαστικῶν ἐκλογῶν, ἐπιδιώκετε παρὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀνωτάτου Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου, παρὰ τὴν ἐπικύρωσιν τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις παρὰ τὸ δεδικασμένον τῆς Δικαιοσύνης καὶ παρὰ τὸ κοινὸν αἴσθημα, νὰ ἀποδώσητε εἰς αὐτὸν μίαν κατηγορίαν ἐπὶ φόνῳ τῶν καταχραστῶν, μὴ στηριζομένην οὐδαμοῦ ἀλλοῦ παρὰ μόνον εἰς τοῦ κ. Εἰσηγητοῦ τὴν ἐπηρεασμένην κρίσιν μίαν κατηγορίαν ὅμως εἰς βαθμὸν κακουργήματος διὰ νὰ στερήσητε καὶ πάλιν αὐτόν, ἄνευ δίκης, τοῦ δικαιώματος νὰ πολιτευθῇ καὶ εἰς τὰς προσεχεῖς ἐκλογάς.

§72Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Θὰ μοῦ εἴπητε ὅτι ἡ πρότασίς μας δὲν ἀποτελεῖ βούλευμα. Μοῦ λέγετε, παρακαλῶ, διατί ὑπεβάλατε αἴτησιν ἐξαιρέσεως κατὰ τοῦ κ. Καλκάνη;

§73Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως ἡ πρότασις τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς δὲν ἀποτελεῖ βούλευμα ἀλλὰ δημιουργεῖ μίαν πραγματικὴν κατάστασιν, ἐμποδίζουσαν αὐτὸν νὰ πολιτευθῇ καὶ νὰ κινηθῇ ἐλευθέρως. Ἀλλά, Κύριοι Συνάδελφοι, πρὶν ἢ ὑποβληθῇ ἡ αἴτησις αὐτή, οὔτε ἐγὼ οὔτε ὁ αἰτῶν ἐγνώριζεν, ὅτι ὑπήρξατε συνήγορος, ἀλλὰ τὸ ἔμαθον ἀπὸ τὸν τύπον ὁ ὁποῖος παρακολουθεῖ, ὅπως ἔπρεπε νὰ παρακολουθῇ μετὰ τοῦ ἐνδιαφέροντος μετὰ τοῦ ὁποίου ὤφειλε νὰ παρακολουθῇ τὴν κίνησιν ἐν σχέσει πρὸς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν. Ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπή, λοιπόν, εἰς τὰς παραμονὰς Γερουσιαστικῶν ἐκλογῶν, εἰσηγουμένου τοῦ κ. Εἰσηγητοῦ, λαμβάνει μίαν ἀπόφασιν ἣν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπικυρώσῃ ποτὲ ἡ Βουλή. Ἀλλ’ εἶναι πάντως μία ἀπόφασις δημιουργοῦσα ὑποδικίαν εἰς βαθμὸν κακουργήματος. Νομίζω, ὅτι παρ’ ὅλα τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, λόγῳ τοῦ ὅτι ὑπάρχει μία ἀπόφασις τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, νομίζω, ὅτι εἶναι κοινὸν συμφέρον, ὅτι εἶναι συμφέρον καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ μὴ ὑπάρξῃ οὐδεμία ὑπόνοια εἰς κανένα, διὰ τὴν ἀμεροληψίαν καὶ τὴν εὐθύτητα τοῦ ἔργου τῆς ἀναζητήσεως εὐθυνῶν διὰ τὴν Δικτατορίαν, καὶ συνεπῶς θὰ ἤμην εὐτυχὴς ἐὰν ἐδέχετο ἡ Βουλὴ τὴν αἴτησιν ταύτην, εὑρίσκουσα τὴν διέξοδον τὴν ὁποίαν νομίζει ὅτι δύναται νὰ εὕρῃ καὶ ἀποκαθιστῶσα καὶ τῆς Δικαιοσύνης τὸ κῦρος.

§74Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἡ σκέψις τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐν τῇ διατυπώσει τῆς ἀποφάσεως εἶναι σύμφωνος μὲ τὰ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας καὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι πρόκειται περὶ πολιτικοῦ Σώματος. Ἄλλωστε ὁ κ. Κούνδουρος φυγοδικεῖ.......

§75Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Συνάδελφε, σᾶς λέγω καὶ πάλιν, ὅτι ὅσον ἐπιμένετε νὰ μὲ διακόπτητε τόσον ἀποδεικνύετε τὸ βάσιμον τῆς αἰτήσεως. Καὶ σᾶς προσθέτω ὅτι δὲν φυγοδικεῖ, ὁ αἰτῶν, διότι δὲν τοῦ ἐκάματε οὐδεμίαν νόμιμον πρόσκλησιν, ἀλλ’ ἠρκέσθητε, καθ’ ἣν στιγμὴν εὑρίσκετο ἀλλαχοῦ τῆς Κρήτης ἡ δὲ οἰκογένειά του ἦτο εἰς τὸ Ἡράκλειον, εἰς τὴν τοιχοκόλλησιν μιᾶς προσκλήσεως εἰς τὸν κλειστὸν πατρικόν του οἶκον εἰς Ἅγιον Νικόλαον διὰ τοῦ κλητῆρος!

§76Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Νομίζετε ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς πολιτικὸν ἄνδρα, τιμηθέντα διὰ τῶν ἀνωτάτων ἀξιωμάτων ἐν τῇ Πολιτείᾳ, ἕνεκα τοιούτων τυπικῶν ἐλλείψεων, τὰς ὁποίας ἀναφέρετε, νὰ μὴ θέλῃ εὐθαρσῶς ν’ ἀπολογηθῇ, δι’ ἃς κατηγορίας ὀφείλει νὰ δώσῃ λόγον; Νομίζω ὅτι κακῶς ὑπερασπίζετε τὸν ἄνδρα, ποὺ ὑποστηρίζετε διὰ τῶν τοιούτων ἐπιχειρημάτων.

§77Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἔχει ἀνάγκην ὑπερασπίσεως, οὔτε φυγοδικεῖ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εὐθαρσῶς καὶ ἐν πλήρει συναισθήσει τῆς ἀρετῆς του, ἐζήτησε διὰ τοῦ τύπου ἐπιμόνως νὰ συστηθῇ δικαστήριον διὰ νὰ τὸν δικάσῃ.

§78Θ. ΧΡΥΣΟΒΕΡΓΗΣ. Μετὰ τὴν 1 Νοεμβρίου ἐδραπέτευσε.

§79Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Χρυσοβέργη ἔμεινεν ἐπὶ ἕνα ἔτος συνεχῶς εἰς τὴν πρωτεύουσαν (θόρυβος).

§80Θ. ΧΡΥΣΟΒΕΡΓΗΣ. Ἐδραπέτευσε.

§81Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι ὁ μόνος ἀπὸ τοὺς Ὑπουργοὺς τοῦ Παγκάλου, ὁ ὁποῖος ἐζήτησε νὰ συστηθῇ δικαστήριον ἀμέσως μετὰ τὴν πτῶσιν τῆς Δικτατορίας, ὁ ὁποῖος ἔμενε πάντοτε εἰς τὴν πρωτεύουσαν, ἐνῷ ἄλλοι ἔφευγον καὶ ἄλλοι ἐφυγοδίκουντο. Ἀλλὰ διατί ὁ θόρυβος αὐτός; Μήπως διὰ νὰ ἐπιβεβαιώσωμεν τὴν ὑπόνοιάν του, ὅτι πρόκειται νὰ δικασθῇ παρὰ τῶν πολιτικῶν του ἀντιπάλων καὶ ὅτι ἡ ἀντιπάθεια αὕτη θὰ ἀντικαταστήσῃ εἰς τὴν προκειμένην δίκην τὴν δικαιοσύνην;

§82ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἂς ἔλθῃ τότε νὰ λογοδοτήσῃ.

§83Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, ἐλογοδότησεν ἐπανειλημμένως ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ εἶναι πρόθυμος νὰ λογοδοτήσῃ καὶ σήμερον. Δὲν ἠρνήθη τοιοῦτόν τι, ἀλλ’ ἀνακρινόμενος ἐκ νέου, μετὰ ἓν ἔτος σιγῆς, ἐπὶ τῶν αὐτῶν κατηγοριῶν ἐπὶ τῶν ὁποίων τὸ ἀνώτατον τῆς χώρας δικαστήριον τὸν ἠθῴωσεν, ἔχει ἀναμφιβόλως τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλῃ τὴν αἴτησιν αὐτὴν καὶ νὰ ζητήσῃ νὰ κριθῇ ἀμερολήπτως. Περιμένει ἀκριβῶς τὴν ἀπόφασιν ἐπὶ τῆς αἰτήσεως. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ διὰ τοὺς φυγοδίκους σχετικὴ διαδικασία, ἡ ὁποία δὲν ἐτηρήθη καὶ αὕτη, καὶ παρὰ τὰ ἀνωτέρω ἐπιμένει ὁ κ. Εἰσηγητὴς νὰ τὸν θεωρῇ φυγόδικον. Ἀλλὰ ὑποβάλλεται αἴτησις ἐξαιρέσεως ἐπίσης καὶ διὰ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, κύριον Τσιτσεκλῆν. Ὁ ἀξιότιμος καὶ σεβαστὸς συνάδελφος ἐξῄρεσεν τὸν ἑαυτόν του ἀπὸ τὴν ἀγχόνην.

§84Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Τί εἴπατε; Ἀπὸ τὴν ἀγχόνην;

§85Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀπὸ τὴν κατηγορίαν τῆς ἀγχόνης. Ἀλλὰ παρέμεινεν ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατηγορίαν διὰ τὴν ἀνατροπὴν τοῦ πολιτεύματος, διὰ νὰ κρίνῃ τοὺς ἰδίους κατηγορουμένους καὶ διὰ τὴν ὁποίαν κατηγορίαν ὑπάρχουν παρόμοια βουλεύματα τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, διὰ τῶν ὁποίων ἀπηλλάγη ἐπίσης ὁ αἰτῶν. Ἀλλὰ δὲν τὰ ἐπικαλοῦμαι τώρα. Ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὴν οὐσιαστικὴν συζήτησιν. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Τσιτσεκλῆς εἶναι μέλος τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία διὰ τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ Παγκάλου ὑπεχρεώθη εἰς παραίτησιν. Εἶναι ὑποχρεωτικῶς ὁ ἀδικηθείς.

§86Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ὄχι, κύριε Συνάδελφε.

§87Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὰ εἶσθε τότε Ὑπουργός, κύριε συνάδελφε.

§88Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Καὶ ὅλη ἡ τότε πλειοψηφία τῆς Βουλῆς καὶ πᾶς βουλευτὴς ἠδικήθη.

§89Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἄλλο τὸ ζήτημα τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ ἄλλο τοῦ βουλευτοῦ, διότι εἷς πολιτικὸς δύναται ν’ ἀναβαπτισθῇ εἰς τὴν κολυμβήθραν τῶν ἐκλογῶν. Τοῦτο μάλιστα πρέπει νὰ ἐπιδιώκῃ πάντοτε ὁ εὐθὺς καὶ ἄξιος πολιτευτής. Ὁ Ὑπουργὸς ὅμως δὲν ἔχει τὴν αὐτὴν θέσιν, καθόσον δὲν ἐκλέγεται ἀπὸ τὸν λαόν. Ὁ κ. Τσιτσεκλῆς ἦτο τότε Ὑπουργὸς διὰ πρώτην φοράν, χωρὶς μάλιστα νὰ εἶναι βουλευτής, καὶ ἡ κοινὴ γνώμη πολὺ ὀρθῶς θεωρεῖ ἀδικηθέντα τὰ πρόσωπα τῆς τότε Κυβερνήσεως. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Τσιτσεκλῆς, ἀδικηθεὶς τότε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθῃ νὰ κατηγορήσῃ, ἐφόσον μάλιστα μετὰ τοῦ τελοῦντος ὑπὸ κατηγορίαν πολιτικοῦ ἀνδρὸς ἔλαβον χώραν μεταξύ των καὶ ἔριδες καὶ ἐχθρότητες ἐν τῇ Βουλῇ καὶ διαξιφισμοὶ κατόπιν ἐν τῷ τύπῳ. Ἀλλὰ ἀσχέτως πρὸς αὐτὰ δὲν νομίζετε ὅτι θὰ ἔχῃ μεγάλην σημασίαν διὰ τὴν κοινὴν ἀντίληψιν νὰ ὑπάρχῃ κατήγορος Ὑπουργὸς τῆς καταλυθείσης τότε Κυβερνήσεως;

§90Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;

§91Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁρίστε.

§92Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ βούλευμα τῆς ἐπιτροπῆς περιέχει κατηγορίαν, ὄχι μόνον διὰ τὴν διάλυσιν τῆς Δʹ Συνελεύσεως, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλους λόγους. Διότι κατεπατήθη ὁλόκληρον τὸ πολίτευμα τῆς Χώρας, κατελύθη ὁ κοινοβουλευτισμὸς καὶ πέραν τούτου. Συνελήφθησαν πολιτικοὶ ἄνδρες, τοὺς ὁποίους ἀναφέρει ἡ πρότασις καὶ ἀπηλάθησαν εἰς τὰς νήσους. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, ἐὰν οἱ ἀκολουθοῦντες τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας καὶ ἀναγνωρίζοντες αὐτοὺς ὡς πολιτικοὺς ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων, δὲν θὰ ἦτο ἀναγκαῖον νὰ ἐξαιρεθῶσι, καὶ ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ νοηθῇ ἀπόφασις περὶ παραπομπῆς τοῦ κατηγορουμένου Παγκάλου, ἀφοῦ ἀπηλάθησαν καὶ ὁ κ. Καφαντάρης καὶ ὁ κ. Παπαναστασίου καὶ ὁ κ. Μεταξᾶς. Εἶναι δυνατὸν αἱ πτέρυγες αὗται, αἱ ἀκολουθοῦσαι τοὺς πολιτικοὺς ἀρχηγούς, νὰ εἴπωσιν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ δικάσωμεν τὸν Πάγκαλον, διότι ἀπηλάθησαν οἱ πολιτικοὶ ἀρχηγοί;

§93Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς λέγομεν ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ δικασθοῦν ἀπὸ τὸν λαὸν καὶ ὄχι ἀπὸ εἰδικὸν δικαστήριον.

§94Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζετε, ὅτι μὲ τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ θὰ κάμητε τὸν ἑλληνικὸν λαὸν νὰ πιστεύσῃ, ὅτι θὰ δικάσητε εὐθύτερα; Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὁ προλαλήσας συνάδελφος, θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχον αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν, ἐὰν ὁ ὑπὸ κατηγορίαν, ἐζήτει τὴν ἐξαίρεσιν ὅλων. Ἀλλὰ ζητεῖ τὴν ἐξαίρεσιν Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος νομίζει, ὅτι περισσότερον παντὸς ἄλλου ἠδικήθη, ἀποπεμφθεὶς ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον εἰς ὃ εἶχε τὸ πρῶτον τότε ἐγκατασταθῆ.

§95Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Τότε ἐξαιρεῖται καὶ ὅλη ἡ διαλυθεῖσα Βουλή.

§96Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, διὰ τοὺς εὐθεῖς πολιτευομένους, ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι παρὰ μία εὐκαιρία εὐχάριστος ν’ ἀναβαπτισθοῦν εἰς τὴν λαϊκὴν ἐντολήν.

§97Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Καὶ διὰ τὸν Ὑπουργὸν τὸ ἴδιον εἶναι.

§98Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑποστηρίζομεν ὅτι ὁ κατηγορηθεὶς τέως Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος γνωρίζετε ὅτι οὐδέποτε ἠρνήθη τὰς εὐθύνας του καὶ ὁ ὁποῖος φέρει πάντοτε ὑπερηφάνως τὴν λευκότητα καὶ τήν πρὸς τὸ καθῆκον του προσήλωσιν, ζητεῖ καὶ θέλει, κ. Βουλευταί, νὰ δώσῃ λόγον ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, ὅπως ἔδωκε λόγον καὶ ἐνώπιον τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστηρίου. Δὲν ἔχομεν καμμίαν ἀμφιβολίαν διὰ τὴν εὐθύτητα τῶν μελλόντων νὰ δικάσουν, ἀλλὰ θὰ θέλομεν νὰ μὴ ἔχῃ καμμίαν ἀμφιβολίαν καὶ ὁ αἰτῶν καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Καὶ εἶναι τοῦτο ἀσφαλῶς ἀπαραίτητον, διὰ τὴν ἐσωτερικὴν γαλήνην τῆς Χώρας. Θὰ σᾶς παρεκάλουν, κύριοι βουλευταί, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει ὅτι παρὰ τὰ βουλεύματα τοῦ Ἀνωτάτου Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου καὶ μετὰ ἓν ὁλόκληρον ἔτος σιγῆς καὶ σεβασμοῦ πρὸς τὸ δεδικασμένον αὐτῶν ἐφθάσαμεν εἰς νέαν ἀνάκρισιν, ἥτις ἐξετάθη εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε νὰ ἐγείρωνται ἀμφιβολίαι ἂν ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ κατοικεῖ εἰς τὴν Ἑλλάδα, θὰ σᾶς παρεκάλουν νὰ κρίνητε μὲ ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλυτέραν προσοχὴν τὴν συζητουμένην αἴτησιν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναστηλώσητε τὸ κράτος τῶν νόμων καὶ νὰ κάμητε ὅ,τι ἐπιβάλλεται διὰ νὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ μὴ ὑπάρξῃ κανὲν παράπονον καὶ καμμία ἀμφιβολία διὰ τὴν εὐθύτητα τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ὁποία ἰδιαίτατα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ πρέπει νὰ διαλάμψῃ καὶ κατὰ τὴν δίκην τῆς Δικτατορίας Παγκάλου καὶ κατὰ τὴν δίκην παντὸς ἄλλου πολιτικοῦ εἰς τὸ μέλλον, ἀφοῦ ἀτυχῶς εἰς τὸ παρελθὸν δὲν ἔγιναν τοιαῦται δίκαι, παρὰ τὸ ἐκκρεμοῦν εἰς τὴν Βουλὴν γνωστὸν ψήφισμα περὶ τῆς εὐθύνης καὶ τῶν πρὸ τῆς Δικτατορίας Ὑπουργῶν.

§99Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ σᾶς ὑποβάλω μίαν ἐρώτησιν, μολονότι ἐγὼ δὲν εἶμαι νομικός. Ὑπὸ ποῖον τύπον ἀσχολεῖται ἡ Βουλὴ ἀπόψε διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο; Ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι δικαστήριον. Ἡ Βουλὴ θὰ συγκροτηθῇ εἰς δικαστήριον, ὅταν τελειώσῃ ἡ ἀνάκρισις. Ἡ Βουλὴ ἀπόψε δὲν εἶναι δικαστήριον καὶ ἔπρεπεν ἡ αἴτησις αὕτη νὰ κριθῇ ἀπὸ τὴν ἐπιτροπήν.

§100Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.

§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κ. Σωτηριάδη.

§102Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Αὐτὸ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργός, εἶνε ἓν ἀπὸ τὰ ζητήματα τὰ λίαν συζητήσιμα, διότι πρὸ παντὸς προέχει ἡ ἄποψις, τὴν ὁποίαν ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργός. Τὴν αὐτὴν ἄποψιν ἐδέχθη καὶ ἡ Ἐπιτροπή, δηλ., ὅτι οἱ λόγοι τῆς ἐξαιρέσεως εἰσὶν ἐντελῶς ἀσυμβίβαστοι πρὸς τὴν διαδικασίαν, ἡ ὁποία καθιεροῦται ὑπὸ τοῦ εἰδικοῦ νόμου, ἐντελῶς ἀσυμβίβαστοι καὶ πρὸς τὴν φύσιν καὶ τὴν προέλευσιν τῆς ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς, ὡς καὶ πρὸς τὴν φύσιν τοῦ δικαστηρίου, ὅπερ θέλει κληθῇ νὰ ἐκδικάσῃ τὰ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ διαπραχθέντα ἀδικήματα καὶ ὅπερ θὰ προέλθῃ ἐκ τῆς Βουλῆς, διότι τὸ δικαστήριον καὶ ἡ ἐπιτροπὴ κρίνουσιν ὡς πολιτικὸν Σῶμα καὶ οὐχὶ ὡς αὐστηρὸν δικαστικὸν Σῶμα, οὐχὶ κατ’ αὐστηρὸν τύπον. Ὥστε δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐφαρμογὴν πᾶσαι αἱ ἀφορῶσαι ἀποκλειστικῶς τὰ ποινικὰ δικαστήρια διατυπώσεις.

§103Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Διατί εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν αὐτήν; Πῶς εἰσῆλθεν ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν αὐτὴν καὶ δυνάμει ποίας περιπτώσεως; Νομίζω ὅτι ἡ παράβασις ὀφείλεται εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ἡ ἐπιτροπὴ ὁπωσδήποτε εἰσήγαγε καὶ ἐζήτησε νὰ γίνῃ συζήτησις, ἀλλὰ διὰ ποῖον λόγον τὸ ἔκαμε αὐτό;

§104Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἡ πρώτη καὶ κυρία ἄποψις, ἡ ὁποία ἔδει νὰ συζητηθῇ, εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, δηλ. ἂν χωρῇ ἡ διάταξις περὶ ἐξαιρέσεως, προκειμένου περὶ Ἐπιτροπῆς Ἀνακριτικῆς ἢ δικαστηρίου τὸ ὁποῖον προέρχεται ἀπὸ πολιτικὸν Σῶμα, διότι, βεβαίως, ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι ἐντελῶς ἀσυμβίβαστος πρὸς τὸ πνεῦμα τὸ κρατοῦν διὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν τοιούτων ἀδικημάτων.

§105Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ἂν δὲν ἀπατῶμαι—καὶ σεῖς ἔχετε προχειρότερον τὸν νόμον—ὁ νόμος προνοεῖ περὶ μιᾶς ἐξαιρέσεως, ὅτι τὰ μέλη τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς δὲν δύνανται νὰ εἶναι δικασταί.

§106Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἐκ πρώτης ὄψεως καὶ ἐκ τῆς ὅλης οἰκονομίας τοῦ νόμου, δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι δὲν χωρεῖ ἐξαίρεσις τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἢ τοῦ δικαστηρίου. Ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τῆς ὑπερασπίσεως εἶναι κατ’ ἐξοχήν θεμελιῶδες, εἶναι δικαίωμα ἱερόν. Θὰ ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ λόγος ἐξαιρέσεως, ὀφειλόμενος, ὄχι εἰς πολιτικὰς ἐχθρότητας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀποτελοῦν λόγον ἐξαιρέσεως, ἀλλ’ εἰς ἐχθρότητα καθαρῶς προσωπικήν. Λοιπόν, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἰς νόμον ὑπάρχει μία εἰδικὴ διάταξις τοῦ ἄρθρου 38, κατὰ τὴν ὁποίαν ὅλαι ἐν γένει αἱ διατάξεις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀναφέρονται ρητῶς εἰς τὸν νόμον αὐτόν, ἐφαρμόζονται καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὡς ἐπίσης, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι αἱ διατάξεις περὶ ἐξαιρέσεως τῶν δικαστῶν, τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, δύνανται καὶ ἐν προκειμένῳ νὰ χωρήσωσι δυνάμει τῆς εἰδικῆς διατάξεως τοῦ νόμου τοῦ ἄρθρου 38, ἡ Ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν, ὅτι θὰ ἔπρεπεν, εὐρύτερον κρίνουσα, νὰ ἀσχοληθῇ περὶ τῆς αἰτήσεως ἐξαιρέσεως. Καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ κατέληξεν ὁμοψήφως εἰς τὴν ἀπόφασιν, ὅτι ἁρμοδία ἦτο αὐτή, διότι ἂν ὑποτεθῇ ὅτι δὲν ἦτο ἁρμοδία ἡ Ἐπιτροπή, ἀλλὰ θὰ ἦτο ἁρμοδία αὐτὴ ἡ Βουλή, ὅπως ὑποστηρίζετε, εἴτε τὸ δικαστήριον, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἐξουσιοδοτηθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς, τὸ ἔργον τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς θ’ ἀπέβαινεν ἐντελῶς ἄπρακτον τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐπήρχοντο διακοπαὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Θὰ ἠδύνατο ὁ κατηγορούμενος ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, διὰ μιᾶς αἰτήσεως περὶ ἐξαιρέσεως ν’ ἀνακόψῃ τὸ ἔργον τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ θ’ ἀνεβάλλετο πλέον τοῦτο, διὰ τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία θὰ πρόκειται νὰ συγκληθῇ τὸ ἑπόμενον ἔτος.

§107Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν συντρέχει τοιαύτη περίπτωσις, τὴν ὁποίαν ἀναφέρετε, διότι ἡ Βουλὴ ὑπάρχει.

§108Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Λαμβάνω ὑπ’ ὄψει μου τὴν περίπτωσιν τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ἑρμηνεύσω τὸν νόμον. Διὰ νὰ ὑπάρχῃ ἁρμοδιότης τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ καθιεροῦται αὕτη δυνάμει εἰδικῆς διατάξεως τοῦ νόμου. Τοιαύτη εἰδικὴ διάταξις τοῦ νόμου δὲν ὑπάρχει, προκειμένου περὶ τῶν μελῶν τῶν Γερουσιαστῶν, οἱ ὁποῖοι ὑποβάλλουν πλέον οἱ ἴδιοι αἰτήσεις περὶ ἐξαιρέσεως. Δυνάμει τῆς εἰδικῆς αὐτῆς διατάξεως, κρίνει ἡ Βουλή. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἐπιτροπὴ ἐδέχθη, καὶ ἄριστα ἐδέχθη καὶ ὁμοψήφως, μὴ ὑπαρχούσης οὐδεμιᾶς ἀντιλογίας, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ εἶναι ἁρμοδία νὰ κρίνῃ περὶ τῶν λόγων ἐξαιρέσεως, πρέπει νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν ἐξέτασιν τῶν λόγων τῆς ἐξαιρέσεως. Δὲν προβάλλεται διὰ τὸν κ. Καλκάνην ποσῶς λόγος ἐξαιρέσεως. Διὰ τὸν κ. Τσιτσεκλῆν προβάλλεται ἡ ἀντίθεσις τῶν πολιτικῶν φρονημάτων. Ἀλλ’ ἐάν, κύριοι συνάδελφοι, λαμβάνεται ὡς λόγος ἐξαιρέσεως ἡ ἀντίθεσις τῶν πολιτικῶν φρονημάτων, τότε, ὡς ὀρθότατα παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅλη ἡ Βουλὴ θὰ ἦτο ἐξαιρετέα, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ δικάσῃ τοιαῦτα ἀδικήματα. Ἀκριβῶς διὰ τὸν λόγον αὐτόν, ὅταν συνεζητεῖτο ὁ νόμος αὐτός, προέβαλα τὴν ἀντίρρησιν, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξα ἐνσυνειδήτως. Εἶπον, ὅτι ἀφοῦ τὰ Παγκαλικὰ ἀδικήματα διεπράχθησαν, καθ’ ἣν ἐποχὴν δὲν ἴσχυεν ὁ νόμος αὐτός, ἀλλ’ ἴσχυεν ὁ εἰδικὸς νόμος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, δίκαιον θὰ ἦτο νὰ δικασθοῦν κατὰ τὴν διαδικασίαν, τὴν ὁποίαν ὥριζεν ὁ νόμος ἐκεῖνος, διὰ νὰ μὴ δοθῇ, εὐλόγως, τὸ παράπονον εἰς τοὺς δικαζομένους νὰ εἴπωσιν, ὅτι ἕν πολιτικὸν Σῶμα, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖται καὶ ἀπὸ μέλη ἀντιθέτων πρὸς τούτους πολιτικῶν φρονημάτων, ἔκρινε τούτους δυσμενῶς ἀπὸ προκαταλήψεις ὀφειλομένας εἰς τὴν ἀντίθεσιν τοῦ φρονήματος. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἀντίρρησις τὴν ὁποίαν προέβαλα τότε καὶ τὴν ὑπεστήριξα μὲ ὅλην τὴν θέρμην τῆς ψυχῆς μου. Τώρα, ἀφοῦ ἔχομεν ἕνα ἄλλον νόμον, αὐτὸν τὸν νόμον θὰ ἐφαρμόσωμεν.

§109Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Αὐτὰ ποὺ λέγετε εἶναι πολὺ ὀρθὰ καὶ ἅγια, ἀλλὰ δὲν μοῦ λέγετε τὸ ἑξῆς: Ἐκλονίσθη τὸ κῦρος τῆς Ἐπιτροπῆς κατὰ τὴν ἀντίληψίν σας; Πρὸ παντὸς μᾶς ἐνδιαφέρει τοῦτο οὐσιαστικῶς, μᾶς ἐνδιαφέρει, ὅπως ἡ ἀνάκρισις χαρακτηρίζηται ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ὡς μία πρᾶξις ἀνωτέρα παντὸς ἐπηρεασμοῦ. Σᾶς ἐρωτῶ νὰ μοὶ εἴπητε, ἐπειδὴ ὑπήρξατε εἷς τῶν λαμπροτέρων Εἰσαγγελέων τῶν Ἐφετῶν καὶ παρηκολουθήσατε τὰς δικαστικὰς πράξεις, ἤθελον νὰ μοὶ εἴπητε τὸ ἑξῆς: ἐκλονίσθη εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν τὸ ἔργον τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐξ ὡρισμένων λόγων, τοὺς ὁποίους καὶ σεῖς γνωρίζετε, ἢ ὄχι; Καὶ ἂν ἐκλονίσθη, ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Βουλὴν πλέον, μετὰ τὸν κλονισμὸν ἐκεῖνον, νὰ ἀφήσῃ ἑαυτὴν—διότι ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκπροσωπεῖ τὴν Βουλὴν—νὰ ἀφήσῃ τὸ κῦρος αὐτῆς κλονιζόμενον;

§110Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ὄχι. Σᾶς παρακαλῶ. Ἐδῶ ἔχομεν συγκεκριμένον ζήτημα. Ἔχομεν αἴτησιν περὶ ἐξαιρέσεως ὡρισμένων μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἡ προσωπικότης τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ, ὡς καὶ ἡ θέσις, τὴν ὁποίαν κατέχει εἰς τὸν δικηγορικὸν καὶ δικαστικὸν κόσμον, ὡς καὶ ὁ κ. Καλκάνης, εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ἀπὸ κανὲν μέλος τῆς Βουλῆς καὶ ἀπὸ κανένα ἐκ τῶν πολιτῶν, ὅτι, κατὰ τὴν ἐξάσκησιν τῶν καθηκόντων των, ἠδύναντο νὰ ἐπηρεασθοῦν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἐκφράσωσι μίαν γνώμην δυσμενῆ κατὰ τοῦ κατηγορουμένου, λελογισμένως ἢ λεληθότως. Αὐτὸ λέγω καὶ τὸ εἶπον καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ φρονῶ, ὅτι αὕτη εἶναι ἡ κατ’ ἐξοχὴν λογικὴ ἄποψις, ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπεν ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ νὰ κατατρίβηται κατὰ τοιοῦτον τρόπον εἰς τὴν δίωξιν προσώπων περισσοτέρων τοῦ προσήκοντος καὶ προσώπων δευτερευούσης σημασίας. Διότι ἡ τοιαύτη ἐνέργειά της, οὐ μόνον μειώνει τὸ κῦρος τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ καὶ παρεμβάλλει ἐμπόδια εἰς τὴν ἔρευναν καὶ βεβαίωσιν σοβαρῶν ἀδικημάτων, διαπραχθέντων ὑπὸ προσώπων διαχειρισθέντων τὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας. Διὰ τοῦτο ἔκρινα ἀνάξιον τῆς ἐπιτροπῆς ν’ ἀσχολῆται, ἐὰν ὁ Ντερτιλῆς ἢ ὁ Ζέρβας ἢ ἄλλος τις ἀνέτρεψε τό νόμιμον καθεστὼς τῆς Χώρας, ὅταν τόσοι ἄλλοι, ἔχοντες καὶ δύναμιν πολὺ μείζονα τούτων καὶ ἀξιώματα πολὺ ἀνώτερα ἐν τῇ Πολιτείᾳ, δὲν ἔδωκαν λόγον δι’ ἀνατροπὴν τοῦ πολιτεύματος, εἰς ἣν, αὐτοὶ πρὸ παντὸς ἄλλου, συνετέλεσαν. Καὶ ὑπεστήριξα εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὴν γνώμην, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀσχοληθῇ εἰς δύο μόνον ἢ τρεῖς θεμελιώδεις κατηγορίας ἀφορώσας τὴν διαρπαγὴν τοῦ Δημοσίου πλούτου, διότι ὄντως ἔλαβε χώραν τοιαύτη διαρπαγή. Καὶ τοῦτο ἵνα λάβῃ χώραν μία δημοσία διαδικασία, διὰ νὰ πεισθῇ ἡ δημοσία γνώμη, ἂν πράγματι ἔλαβον χώραν καταχρήσεις ἢ ὄχι. Καὶ ν’ ἀφήσωμε κατὰ μέρος τὰς κατηγορίας περὶ ἀνατροπῆς τοῦ πολιτεύματος καὶ περὶ τῶν ἄλλων ἐκτροπῶν, τῶν μὴ ἀναφερομένων εἰς καταχρήσεις τοῦ δημοσίου πλούτου, διότι μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ἀπὸ ἐτῶν πολλῶν ὑφίσταται μία ἀνωμαλία εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ἡ ὁποία ἐξηκολούθει μέχρις ἐσχάτων καὶ δὲν εἶναι προσῆκον νὰ διώξωμεν τοὺς μὲν διὰ πράξεις βίας, χωρὶς νὰ διώξωμεν καὶ τοὺς δέ. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ περιορισθῶμεν μόνον εἰς τὰ ἐγκλήματα κατὰ τοῦ Δημοσίου πλούτου καὶ ν’ ἀμνηστεύσωμεν τὰ λοιπὰ ἀδικήματα, τ’ ἀφορῶντα πράξεις βίας.

§111Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Περὶ τῶν ἐξαιρέσεων.

§112Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ὀρθότατα ἀπερρίφθησαν νομικῶς καὶ οὐσιαστικῶς, νομικῶς δι’ οὓς λόγους σᾶς εἶπον, οὐσιαστικῶς, δὲ διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι οἱ ἀντίθετα πολιτικὰ φρονήματα ἔχοντες, δύνανται ν’ ἀποτελέσωσι λόγον ἐξαιρέσεως. Αὐτὸ εἶναι ἔργον συνειδήσεως. Καὶ ὁ κ. Καλκάνης καὶ ὁ κ. Τσιτσεκλῆς ἔδειξαν πολλὴν ἐπιμέλειαν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων των. Τὸ συμπέρασμα τῆς ὁμιλίας μου εἶναι, ὅτι ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶναι ἁρμοδία.

§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ μίαν μικρὰν διακοπὴν διὰ τὴν ὑποβολὴν νομοσχεδίων. Οἱ ἀξιότιμοι κ. κ. Ὑπουργοὶ Οἰκονομικῶν, Γεωργίας καὶ Ἐξωτερικῶν καταθέτουν σχέδιον νόμου «περὶ ἐξαγορᾶς τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων ἀνηκόντων εἰς ξένους ὑπηκόους».

§114Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ὑποβάλλω σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως Ἐμπορικῆς συμβάσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Νορβηγίας». Προσεχῶς θὰ καταθέσω καὶ σχέδιον νόμου κυροῦν τὴν ἐμπορικὴν σύμβασιν, τὴν συναφθεῖσαν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τσεχοσλοβακίας. Νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν.

§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Καμπάνης.

§116Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἡ συζήτησις ἐπεξετάθη εἰς ἔδαφος τοιοῦτον, ὥστε εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀντικρούσω ὅσα εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Κρήτης μετὰ περισσῆς εὐγλωττίας οὐχὶ ὅμως καὶ μετὰ πειστικότητος καὶ ἐπιστημονικῆς ἀκριβείας. Ὡς ὀρθῶς παρετήρησαν οἱ ἀξιότιμοι κ. κ. Ὑπουργοὶ τῆς Γεωργίας καὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, τὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα δημιουργοῦνται ἀπὸ πρόσωπα ἀσκήσαντα πολιτικὰ ἀξιώματα, καὶ δὴ ἀνώτατα, εἶναι ἐντελῶς ἀλλοίας φύσεως ἀπὸ τὰ ἀδικήματα τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ νόμου.

§117Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Προτείνετε ζήτημα ἀναρμοδιότητος.

§118Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι θὰ προσπαθήσω νὰ ἐξαντλήσω τὸ ζήτημα κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ μείνῃ οὔτε ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ὅτι δὲν ἔκριναν ὀρθῶς καὶ δὲν ἐσκέφθησαν ὀρθῶς. Πρόκειται νὰ πεισθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν οἱ κ. κ. Τσιτσεκλῆς καὶ Καλκάνης ἐνήργησαν, ὅπως ἔπρεπε νὰ ἐνεργήσωσιν, ἢ ὅλως ἀντίθετα πρὸς τὴν συνείδησίν των. Τὰ ἀδικήματα αὐτὰ εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ζητήματα πολιτικῆς φύσεως καὶ δικάζονται κατὰ τοὺς νεωτέρους νόμους ἀπὸ Σῶμα, κατ’ ἐξοχὴν πολιτικὸν καὶ ὄχι δικαστικόν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει καὶ ὅλαι αἱ ποινικαὶ δικονομικαὶ διατάξεις, αἱ ἀναφερόμεναι εἰς τὰ κοινὰ ἀδικήματα, δὲν ἔχουσιν ἐφαρμογὴν καὶ διὰ τοῦτο, ὅτε συνῆλθεν ἡ Βουλὴ καὶ ἐψηφίσαμεν τὸν παρόντα νόμον, κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην ἀνεκινήθησαν αὐτὰ τὰ ζητήματα καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεδέχθη τὸν νόμον, ὡς εἶχε διατυπωθῇ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ. Ὁ κ. Συνάδελφος, ὁ ὑποστηρίξας τὴν αἴτησιν, ὡμίλησεν ἀπὸ στενῆς νομικῆς ἀπόψεως. Ἡ αἴτησις περὶ ἐξαιρέσεως δύο μελῶν τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἔρχεται μετὰ τῆς αἰτήσεως τοῦ φυγοδικοῦντος κατηγορουμένου. Ἡ ἐπιτροπὴ ἤθελε λαβοῦσα ἀφορμὴν ἀπὸ τὴν αἴτησιν, νὰ ἴδῃ, ἐὰν περιβάλλεται ἀπὸ ἐμπιστοσύνην καὶ ἐὰν ἐνήργησεν ἄνευ προκαταλήψεως. Ὅταν ἐψηφίσθη ὁ νόμος αὐτός, ἐλέχθη καὶ τότε ἀπὸ τὸν κ. Σωτηριάδην καὶ Δαρδέρην, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρξῃ εἰδικὸν δικαστήριον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπάρχοντος Συντάγματος διὰ νὰ εἶναι βεβαία ἡ κοινωνία, ὅτι ὀρθῶς θὰ ἀπονεμηθῇ τὸ δίκαιον εἰς τὸν Πάγκαλον. Ἀλλ’ ἐλησμόνησαν οἱ κ. κ. Συνάδελφοι, ὅτι ὅταν διεπράχθησαν τὰ ἐγκλήματα δὲν ἴσχυε τὸ παλαιὸν Σύνταγμα, ἀλλ’ ἴσχυε τὸ νέον, τὸ ὁποῖον εἶχε ψηφισθῆ ἀπὸ τριακονταμελῆ ἐπιτροπήν, διότι ὡς θὰ ἴδητε ἡ ἐπιτροπὴ δὲν θεωρεῖ αὐτὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα καὶ συνεπῶς δὲν ζητεῖ λόγον ἀπὸ τοὺς συνεργάτας του. Ἡ Βουλὴ ζητεῖ λόγον ἀπὸ τὸν Πάγκαλον, διὰ τὰς πράξεις του, διὰ τὴν διάλυσιν τῆς Δʹ Συνελεύσεως καὶ τὴν μὴ προκήρυξιν ἐκλογῶν. Καθ’ ὃν χρόνον ἴσχυε τὸ σύνταγμα τοῦ Παγκάλου, πρὸς ἐκδίκασιν τῶν ἀδικημάτων αὐτῶν ἁρμοδία ἦτο ἡ Γερουσία. Παρακαλῶ εἰς αὐτὸ νὰ προσέξῃ ἡ Βουλή. Ἡ Βουλὴ δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ψηφίσῃ, ὅτι τὰ ἀδικήματα αὐτὰ θὰ δικασθῶσιν ἀπὸ δικαστήριον εἰδικὸν εἴτε ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον, εἴτε ἐξ ἀνωτάτων δικαστῶν, διότι εἶχεν ἐνώπιόν της, ὄχι μόνον τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου νομίμως ἀπεφάσισε καὶ ἐξέλεξε τὸ δικαστήριον ἀπὸ τὴν Βουλήν, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Συντάγματος τὸ ὁποῖον ἴσχυε τότε κατὰ τὸ ὁποῖον ἦτο ἡ Γερουσία ἁρμοδία καὶ συνεπῶς ἡ Βουλὴ ἡ ἰδική μας διὰ τοῦ ἰδικοῦ μας ψηφίσματος, ὥστε ὁ ἰσχυρισμὸς εἶναι ἀβάσιμος καὶ κατ’ οὐσίαν καὶ συνταγματικῶς. Ὅπως καὶ προχθὲς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω, τὸ ζήτημα ἦλθεν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 55 τοῦ Συντάγματος. Ἐπὶ τῇ βάσει λοιπὸν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ καὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ὁρίζεται ὅτι ἕκαστος τῶν πολιτῶν δύναται νὰ ἀναφέρεται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ παραπονῆται διὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον λόγον καὶ νὰ ἀναπτύσσῃ τὴν ἀναφορὰν ὁ βουλευτής. Ἀλλ’ ἡ ἀναφορὰ τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κατηγορούμενος Κούνδουρος, εἶναι ἐξ αὐτῶν τῶν ἀναφορῶν ἢ εἶναι τελείως ἰδιαζούσης φύσεως, ἢ εἶναι ἀναφορά, προκειμένου περὶ δικαστικῆς ἐνεργείας διότι ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἐκλεγεῖσα ὑπ’ αὐτῆς οὐδὲν ἄλλο ἀποτελεῖ εἰμὴ τὸν ἀνακριτὴν καὶ τὸν Εἰσαγγελέα καὶ τὸ Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον θὰ παραπέμψῃ εἰς τὸ δικαστήριον; Καθ’ ὃν λόγον δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐλέγξῃ ἡ Βουλὴ καὶ νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ ἀναφορᾶς πολίτου τινὸς αἰτιωμένου δικαστικὸν βούλευμα ἢ ἔνταλμα συλλήψεως κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, δὲν ἔχει δικαίωμα ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς αἰτήσεως. Καὶ πολὺ ὀρθῶς ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἐτόνισε τοῦτο. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ Ἐπιτροπὴ ἀσκεῖ μὲν δικαστικὰ καθήκοντα ἀλλ’ εἶναι πολιτικὴ ἐπιτροπή, διότι ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἐξελέγει καὶ εἰς αὐτὴν λογοδοτεῖ καὶ παρὰ τῆς Βουλῆς ἕλκει τὰ δικαιώματα....

§119Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Ἀσκεῖται ἔλεγχος ἢ εἰσάγεται αἴτησις περὶ ἐξαιρέσεως;

§120Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ὑπάρχει κάποιο κενόν. Νομίζω ὅτι πάντοτε ἁρμοδία εἶναι νὰ ἀποφασίζῃ ἡ Βουλή.

§121Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Δὲν ἔχετε δίκαιον. Δὲν ὑπάρχει κανὲν κενόν. Ὁ νόμος εἶναι σαφής. Εἰς τὸ ἄρθρον 32, εἰς τὰς Γενικὰς Διατάξεις ὁ νόμος ὁμιλεῖ περὶ ἐξαιρέσεων καὶ λέγει «οἱ ἕνεκα νομίμου λόγου κωλυόμενοι πρὸς ἄσκησιν κλπ... ἥτις ἀποφαίνεται περὶ αὐτῆς». Τὸ ἄρθρον 38— καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχήν σας—λέγει: «Εἰς ἃς περιπτώσεις κλπ.». Ἀλλ’ ἐδῶ ὁ νόμος ὁμιλεῖ περὶ ἐξαιρέσεων. Καὶ τί ἦλθε νὰ εἴπῃ; Ἐγὼ δέχομαι λόγους ἐξαιρέσεως, μόνον προκειμένου περὶ τῆς δίκης.

§122Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι ἢ ὄχι δικαστικὰ καθήκοντα τὰ καθήκοντα τοῦ ἀνακριτοῦ; Τὸ ἄρθρον 4 ὁμιλεῖ περὶ τῆς δικαιοδοσίας τῆς Βουλῆς.

§123Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἔρχεται ἡ Βουλὴ εἰς τὸν νόμον αὐτὸν καὶ λέγει: Σεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ εἶσθε τοιοῦτοι, ὥστε σᾶς θεωρῶ ἀνικάνους, ἂν αἰσθάνεσθε λόγον ἐξαιρέσεως εἴτε νὰ ἀνακρίνητε εἴτε νὰ δικάσητε ἀδικήματα ἐκ τῶν ὑπὸ τὴν κρίσιν σας, νὰ θελήσετε νὰ μετάσχητε τῆς Ἐπιτροπῆς. Καὶ σᾶς δίδω τὸ δικαίωμα νὰ δηλώσητε τὸ κώλυμα. Ἐὰν δὲν δηλώσετε κώλυμα, σημαίνει ὅτι αἰσθάνεσθε, ὅτι δύνασθε νὰ δικάσητε μετ’ ἀμεροληψίας καὶ εὐθυδίκως. Καὶ διὰ τοῦτο ρητῶς δὲν ὥρισε λόγους ἐξαιρέσεως προτεινομένους ἀπὸ τὸν κατηγορούμενον. Καὶ διὰ τοῦτο ὡρίσθησαν μόνον λόγοι ἐξαιρέσεως προτεινόμενοι κατὰ τὴν δίκην ἀπὸ τὸν μέλλοντα νὰ δικάσῃ βουλευτήν. Ἀλλὰ περὶ τῆς ἀνακρίσεως δὲν ὡμίλησεν, ὄχι, διότι δὲν ἠθέλησεν, ἀλλὰ διότι ἠθέλησε νὰ τὸ ἀποκλείσῃ. Ὄχι μόνον τοῦτο, κ. Βουλευταί, ἀλλ’ εἶχε καὶ ἀπόλυτον πεποίθησιν ὁ νομοθέτης εἰς τὰ ἐπιλεγόμενα πρόσωπα ὡς ἀντιπροσώπους τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, ἵνα ἀνακρίνουν. Ὥστε ὄχι μόνον λόγους ἐξαιρέσεως δὲν ἐδημιούργησε δι’ αὐτούς, παρὰ μόνον ὅταν θελήσουν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι νὰ δηλώσουν παραίτησιν, ὅπως γίνεται πάντοτε καὶ προκειμένου περὶ τοῦ σπουδαιοτέρου δικαιώματος τοῦ ἀτόμου, τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, περιορίσθη εἰς τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ δὲν ἠθέλησεν εἰς ἀνωτέραν ἀρχὴν νὰ δώσῃ τὸ δικαίωμα νά παρεδρεύσῃ καὶ ἡ γνώμη της. Ὥστε ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως μόνον ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα, ἀπὸ μόνης στενῆς δικαστικῆς ἀπόψεως καὶ ἀπὸ στενῆς ἑρμηνείας τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ἁρμοδιότητα παντάπασιν ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως, ὑπὲρ τῆς ὀρθότητος ἢ μὴ αὐτῆς, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ Ἐπιτροπή. Ἀπὸ πάσης ἀπόψεως δὲν ἔχει ἁρμοδιότητα ἡ Βουλή, ἐκτὸς ἐὰν θελήσῃ νὰ αὐθαιρετήσῃ, ὅπως αὐθαιρέτως ἐγένοντο ὅλα ἐπὶ δικτατορίας. Αὐτὰ εἶναι τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα εἶναι ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, ἀπορῶ δὲ πῶς διακεκριμένος Συνάδελφος, νομικός, ὁ κ. Κούνδουρος, ἠθέλησε νὰ τὸ περιορίσῃ ἐντὸς τῆς δικαστικῆς ἀντιλήψεως αὐτῆς καὶ ἠξίωσεν ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἀπὸ τὸν κ. Καλκάνην, ὅτι ἐφόσον πολιτικῶς ἐνδιαφέρονται, ἔπρεπε νὰ δηλώσουν κώλυμα. Ἀλλ’ αὐτὸ ἠδύνατο νὰ τὸ ἐπικαλεσθῇ οἱοσδήποτε ἄλλος καὶ ὄχι ὁ κ. Κούνδουρος, ὁ ὁποῖος ἄλλοτε ἦτο Βασιλικὸς Ἐπίτροπος καὶ δὲν ᾐσθάνετο λόγους ἐξαιρέσεως.

§124ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οἱ γενναῖοι δὲν φυγοδικοῦν.

§125Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πάντοτε ἔκαμε τὸ καθῆκόν του, χωρὶς οὐδέποτε νὰ παραλείψῃ αὐτό. Καταγιγνώσκει ἔλλειψιν συνειδήσεως εἰς δύο μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, διακεκριμένα καὶ περιβαλλόμενα ὑπὸ τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν λοιπῶν μελῶν, χωρὶς αὐτὸ τὸ μέτρον νὰ τὸ εἶχεν ὑπ’ ὄψει ἄλλοτε ὁ αἰτῶν τὴν ἐξαίρεσιν κατηγορούμενος δι’ ἑαυτόν. Λοιπόν, ὑποθέτω, ὅτι ἀπὸ ἐπιστημονικῆς καὶ συνταγματικῆς ἀπόψεως ἐξηντλήθη τὸ ζήτημα. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι τελείως ἀναρμοδία νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ἐπειδὴ οὕτως ἢ ἄλλως ἡ κοινωνία εὑρίσκεται ἐν ὄχι πλήρει γνώσει καὶ πλήρει ἀκριβείᾳ τῶν συμβαινόντων, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ὅπως μετὰ τῆς αὐτῆς ἀμεροληψίας, μετὰ τοῦ αὐτοῦ θάρρους καὶ μετὰ τῆς αὐτῆς εἰλικρινείας, νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς ἐργασίας αὐτῆς τὰς ἀνακριτικάς, τὰς ὄντως δυσχερεῖς, ἵνα ἐξακολουθήσωμεν τὰς ἐργασίας μας μετὰ μεγαλυτέρου κύρους, διότι μόνον οὕτω θὰ ἐμπνευσθῇ καὶ ἡ πεποίθησις εἰς τὸν λαόν, ὅτι ἡ Ἐπιτροπή, ὄχι μόνον δικαίως ἐνήργησεν, ἀλλ’ ὅτι καὶ ὄντως οὕτως ἔπρεπε νὰ ἐνεργήσῃ. Διότι ἡ Δικαιοσύνη δὲν πρέπει νὰ εἶναι, ἀλλὰ καὶ νὰ φαίνεται τοιαύτη.

§126Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Νομίζω, ὅτι καὶ ἐπ’ αὐτοῦ εἶναι ἀναρμοδία ἡ Βουλή, δηλ. ἡ Βουλὴ δὲν δύναται ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς αἰτήσεως, ἀλλ’ ἐπίσης δὲν εἶναι ἁρμοδία ἡ Βουλὴ νὰ ἀνανεώσῃ τὴν ἐντολήν της πρὸς τὴν Ἐπιτροπήν. Ἡ Ἐπιτροπὴ περιεβλήθη μὲ κυριαρχικὴν ἐξουσίαν νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ ἔργον της. Ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς Βουλῆς ἀναμφισβητήτως παραμένει ἀκεραία. Μόνον μία σύστασις θὰ ἠδύνατο ν’ ἀπευθυνθῇ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, ὅπως φροντίσῃ τὸ ταχύτερον, ἀσκοῦσα τὴν δικαστικήν της ἐξουσίαν, ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς παραπομπῆς τοῦ προσώπου.

§127Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔκαμα εἰς τὴν Βουλὴν αὐτὰς τὰς δηλώσεις, ὅτι δηλ. ἡ ὑποβολὴ τῆς αἰτήσεως τῶν κατηγορουμένων ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἡ ἀπόφασις, ἡ ζητουμένη τῆς Βουλῆς, ὅτι εἶναι ἀναρμοδία νὰ ἐπιληφθῇ αὕτη, δὲν σημαίνει ὅτι οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον, ἐμειώθη ἡ ἀρχικὴ ἐμπιστοσύνη, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Βουλὴ πρὸς τὴν Ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπήν.

§128Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ νομίζω τὸ ἑξῆς, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἀποφανθῇ, ὅτι ἐπιδοκιμάζει τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς.

§129Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ἐπρότεινε νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, ὅτι καλῶς ἐνήργησεν ἡ Ἐπιτροπή. Ἐπ’ αὐτοῦ ἔχω ἀντιρρήσεις, δὲν θὰ ἐλάμβανον δὲ τὸν λόγον.....

§130Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ἐπὶ ποίου θέματος ὁμιλεῖτε;

§131Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Ἐπὶ τῆς αἰτήσεως.

§132Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Τὴν ὁποίαν ἀπέρριψεν ἡ Ἐπιτροπή. Ἐπ’ αὐτοῦ ἔχετε ἀντίρρησιν;

§133Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω.

§134Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κύριε Συνάδελφε, διὰ νὰ μὴ συζητῶμεν ματαίως, νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς προτάσεως τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἀναρμοδία νὰ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ δεύτερον εἶναι ἀναρμοδία νὰ ἀποφανθῇ ἢ νὰ ἐκφράσῃ τρόπον τινά, ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἀναγνωρίζουσα δηλαδὴ ὅτι ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἔχει κυρίαρχον ἐξουσίαν διὰ νὰ ἐξετάσῃ τὰ Παγκαλικὰ ἀδικήματα.

§135Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Μάλιστα, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ὑπέβαλεν ἄλλην πρότασιν.

§136Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἔχει ἀπεριόριστον ἐξουσίαν. Ἐὰν κάθε ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ παρουσιάζεται εἰς τὴν τελευταίαν, ἐμφανίζεται καὶ εἰς τὴν Βουλὴν, θὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ προχωρήσῃ ἡ Ἐπιτροπὴ εἰς τὴν ἐργασίαν της.

§137Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ἐὰν ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος, ἐὰν ἡ Βουλὴ εἶναι ἁρμοδία νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῶν παρεμπιπτόντων ζητημάτων ἢ εἶναι ἀναρμοδία νὰ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτῶν, ἡ συζήτησις θὰ παραταθῇ ἐπὶ μακρόν. Θὰ προκύψωσι γνῶμαι διάφοροι, καὶ δὲν θὰ εἶναι καὶ πρακτικόν, διότι ἐν τῇ οὐσίᾳ φαίνεται, ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι. Ποῖον εἶναι τὸ θέμα, περὶ τὸ ὁποῖον ἐζητήθη νὰ ἀπασχοληθῇ σήμερον ἡ Βουλή; Εἶναι, ἂν αἱ αἰτήσεις περὶ ἐξαιρέσεως καλῶς ἀπερρίφθησαν ἀπὸ τὴν Ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπὴν ἢ ὄχι καὶ ἂν ἔχῃ λόγον τινὰ ἡ Βουλὴ νὰ διστάζῃ περὶ τοῦ ὅτι ἄριστα ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ μέχρι τοῦδε ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν της. Ἐπὶ τῶν δύο τούτων θεμάτων δὲν εἶδον, ἐγὼ τοὐλάχιστον, πλὴν ἐλαχίστων διαφωνιῶν, νὰ ὑπάρξῃ οὐσιαστική τις ἀντίρρησις. Νομίζω λοιπόν, ὅτι δὲν ἀξίζει τὸν κόπον νὰ καταπονούμεθα εἰς ἀκαδημαϊκὰς συζητήσεις ἄνευ πρακτικοῦ ἀποτελέσματος. Δὲν ἀξίζει τὸν κόπον νὰ ἀπασχολούμεθα περὶ τοῦ ἂν ἡ Βουλὴ ἔχῃ ἁρμοδιότητα ἢ δὲν ἔχει ἁρμοδιότητα. Θὰ ἐπρότεινα νὰ περιορισθῶμεν ἕως ἐδῶ, καὶ νὰ ἀσχοληθῶμεν εἰς τὰς ἄλλας μας ἐργασίας.

§138Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Ἀναμφισβητήτως δὲν δυνάμεθα νὰ ἀφήσωμεν τὰ μέλη τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς, τῶν ὁποίων ζητεῖται ἡ ἐξαίρεσις, ἐκτεθειμένα. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι νὰ τὸ διατυπώσωμεν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ φέρωμεν εἰς τὴν Βουλὴν ζητήματα τοιαῦτα, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἀποφανθῇ. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι πρέπει νὰ διατυπωθῇ ὡς ἑξῆς ἡ πρότασις: ἡ Βουλή, πεποιθυῖα, ὅτι ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐκτελεῖ καλῶς τὸ καθῆκόν της, κηρύσσει ἑαυτὴν ἀναρμοδίαν νὰ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτοῦ.

§139Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαφωνήσω πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας συνάδελφόν μου. Νομίζω, ὅτι ζήτημα ἐμπιστοσύνης δὲν ἠμπορεῖ διὰ τὴν κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν νὰ ἐμφανισθῇ. Ὅταν ἡ Βουλὴ ἐκλέγει ἐπιτροπήν, ἡ ἐπιτροπὴ ἐκτελεῖ τὸ καθῆκόν της· ἐὰν δὲν τηρῇ τὰς προθεσμίας, εἶναι ἄλλο ζήτημα. Ζήτημα ὅμως ἐμπιστοσύνης, διὰ μίαν κοινοβουλευτικὴν ἐπιτροπήν, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ, διότι, ἐὰν τοῦτο ἐγίνετο δεκτόν, τότε ἀσφαλῶς κάθε ἐνέργεια τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔλθῃ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς καί, φυσικά, νὰ ἔχωμεν ζητήματα ἐμπιστοσύνης τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς καθ’ ἑκάστην. Ὥστε δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἐκφράσωμεν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Ἐπιτροπήν. Ἀφοῦ ἐξελέγη ἀπὸ τὴν Βουλήν, φυσικὸν εἶναι νὰ ἔχῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι ὑπῆρξαν διαφωνίαι καὶ ἔλθωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἡ Βουλὴ ἔχει καιρὸν νὰ λάβῃ ἀπόφασιν ἐπ’ αὐτῶν. Κατὰ συνέπειαν οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ ἐξετάζηται καὶ συνεχίζηται ἢ ὄχι αὐτὴ ἡ ἐμπιστοσύνη. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον ἐγὼ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ὡς βάσις, εἶναι τὸ ἑξῆς· Ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ θεωρηθῇ εἰς τὸ μέλλον, ὅτι ἀποτελεῖ τὸ δικαστήριον, ὅπως εἶναι καὶ τὸ δικαστήριον· Κατὰ συνέπειαν, ὅταν αὐτὸ τὸ ἴδιον ἔχει ἀμφιβολίαν, διὰ τὴν ἑρμηνείαν, διὰ μίαν συγκεκριμένην περίπτωσιν, καὶ τὸ ἴδιον τὸ τμῆμα αὐτῆς εἰσάγει τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ δοθῇ μία λύσις, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἡ Βουλὴ ἁρμοδία νὰ δώσῃ τὴν λύσιν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου τί συνέβη; Ὑπεβλήθη ἡ ἔνστασις καὶ ἡ ἔνστασις ἀπερρίφθη. Ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν, ὅτι πρέπει τὸ ζήτημα νὰ λυθῇ διὰ νὰ ὑπάρξῃ καὶ ἓν προηγούμενον δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Ἂς ἀφήσωμεν τὸ ζήτημα τῆς ἁρμοδιότητος τῆς Βουλῆς. Ἠμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ Βουλή, θεωροῦσα ὅτι καλῶς ἀπεφάσισεν ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπή, εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.

§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀλεξᾶτος.

§141Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Μὲ ὅλην τὴν ἐμπιστοσύνην τὴν ὁποίαν ἔχω πρὸς τὴν Ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπήν, ἐμπιστοσύνην τὴν ὁποίαν ἀναμφισβητήτως ἔχει καὶ ὁλόκληρος ἡ Βουλή, ἀκόμη καὶ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ὑπέβαλε τὴν αἴτησιν, καθὼς ἐδήλωσεν τοὐλάχιστον διὰ τοῦ παραστάντος ἐνταῦθα βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπεστήριξε τὴν αἴτησιν, παρ’ ὅλην λέγω τὴν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπήν, ἐγὼ διαβλέπω ἓν νομικὸν σφάλμα εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ἀποφάσεως. Δὲν θέλω διὰ μιᾶς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ἀποφάσεως διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἐκδηλωθῇ ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν Ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπήν, νὰ τηρηθῇ ἓν νομικὸν σφάλμα, τὸ ὁποῖον πιθανὸν νὰ ἔχῃ συνεπείας διὰ τὸ μέλλον. Διότι εἶναι πιθανὸν καὶ εἰς τὸ μέλλον ὄχι ἄλλη Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ εἰς ἄλλας συνεδριάσεις καὶ ἐπὶ ἄλλων θεμάτων, ἀλλὰ ἐπὶ τῶν ὑπὸ κρίσιν ἐνώπιον τῆς Κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς θεμάτων, εἶναι πιθανὸν νὰ ἐμφανισθῶσιν παρόμοια ζητήματα, παρόμοιαι κατηγορίαι, καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποπέσωσιν εἰς τὸ αὐτὸ νομικὸν σφάλμα, τὸ ὁποῖον κύριοι Βουλευταὶ πιστεύσατε, ὅτι καταρρακώνει τὸ κῦρος τοῦ Σώματος. Κατὰ τὸν νόμον, ἐκεῖ, ὅπου σιωπᾷ ὁ νόμος ὅσον ἀφορᾶ τὴν διαδικασίαν τὴν ἀνακριτικὴν καὶ τὴν μετὰ τὴν ἀνακριτικήν, ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Καὶ θὰ παρεκάλουν θερμῶς νὰ μοὶ εἴπητε εἰς ποίαν διάταξιν τῆς Ποινικῆς Δικονομίας καθιεροῦται, ὅτι ἔχει ὁ φυγόδικος τὸ δικαίωμα νὰ ἐξαπολύῃ μίαν ἔγγραφον αἴτησιν πρὸς τὴν ἀνακριτικὴν ἐξουσίαν; Δι’ αὐτὸ ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς δὲν εἶχε τὸ καθῆκον οὐδὲ τὸ δικαίωμα, νὰ ἐπιληφθῇ αὐτῆς τῆς αἰτήσεως, ἀλλ’ εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπῃ εἰς τὸν κ. Κούνδουρον, ὅτι: Κύριε, ἐφόσον εἶσαι κατηγορούμενος, ὀφείλεις κατὰ τὸ δίκαιον τὸ ἰσχύον νὰ ἐμφανισθῇς πρῶτον ἐνώπιόν μου καὶ τότε θὰ ἔχῃς τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλῃς οἱανδήποτε αἴτησιν θέλεις. Κακῶς λοιπόν, ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπελήφθη τῆς αἰτήσεως. Ὁ κ. Καμπάνης εἶπεν, ὅτι δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ἡ ἐπιτροπὴ τὴν αἴτησιν, τὴν ὁποίαν...

§142Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Δὲν εἶπα ἐγὼ τέτοιο πρᾶγμα.

§143Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Ὅτι ἐκ τῆς αἰτήσεως ἐκείνης ἐλάβατε ἀφορμὴν νὰ ἀνακινήσετε τὸ ζήτημα ἐκεῖνο περὶ τοῦ ἐὰν χωρῇ ἢ δὲν χωρῇ....

§144Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Ἡμεῖς εἴπομεν ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ μόνη ἡ Ἐπιτροπὴ εἶναι ἁρμοδία νὰ κρίνῃ. Ἔλαβεν ὅμως ἀφορμὴν ἐκ τῆς αἰτήσεως αὐτῆς καὶ ἀπεφάσισε νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ πολιτικῆς ἀπόψεως.

§145Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Ἐλάβατε ὑπ’ ὄψιν τὴν αἴτησιν, διότι λέγετε «ἡ ἐπιτροπή, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψει τὴν αἴτησιν».

§146Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ὅτε ἤχθη πρὸς συζήτησιν ἡ αἴτησις τοῦ κ. Κονδούρου, τὸ μόνον ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησεν αὐτὴν ἦτο τὸ νομικόν. Καὶ ἐλέχθη ἐὰν δύναται νὰ ἀκουσθῇ ὁ φυγόδικος, ἐὰν τοὐτέστιν εἶναι νόμῳ ἐπιτετραμμένον νὰ ἀκουσθῇ. Εἶναι γνωστόν, ὅτι οἱ φυγόδικοι δὲν ἀκούονται. Ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ ἀποβλέπουσα εἰς τὴν πολιτικὴν σκοπιμότητα, θεωροῦσα ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς τὰ στενὰ ὅρια τοῦ πολιτικοῦ ἢ ποινικοῦ δικαστηρίου, θεωροῦσα ὅτι εἶναι Σῶμα συγκεκροτημένον πολιτικῶς, θεωροῦσα ὅτι ἐκπροσωπεῖ τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, ἠθέλησε, καίπερ φυγόδικον ὄντα, νὰ τοῦ εἴπῃ, ὅτι, σὲ ἀκούει καὶ κρίνῃ τὴν αἴτησίν σου. Ἀπὸ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως ἐξετάσασα τὰ πράγματα ἡ Ἐπιτροπὴ ἔκρινεν....

§147Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Μὴ λησμονῆτε ὅτι κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἤχθητε εἰς συμβιβασμὸν μὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔθεσεν ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις. Διότι λέγει, ὅτι δέχετε νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς εἰς τὴν περίπτωσιν μόνον, καθ’ ἣν ὡρισμένοι βουλευταὶ ἐξαιρεθοῦν τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς.

§148Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς αὐτό. Τὸ διαψεύδω κατηγορηματικῶς.

§149Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ τὸ διαψεύδητε ὅσον θέλετε, ἀλλ’ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια.

§150Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶσθε ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσετε πόθεν τὸ ἠκούσατε αὐτό. Εἶναι προσωπικὸν τὸ ζήτημα καὶ εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ κ. συνάδελφος νὰ εἴπῃ πόθεν τὸ ἐπληροφορήθη. Τὸν Κούνδουρον τὸν ὑπερασπίζει τὸ ἔργον του. Ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον του δὲν ἐξῆλθεν οὐδεμία πρᾶξις παράνομος καὶ ἔρχεσθε σεῖς νὰ τὸν κάμετε ὑπόδικον.

§151Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Δὲν ζητεῖ διὰ τῆς αἰτήσεώς του νὰ ἐξαιρεθοῦν ὡρισμένοι βουλευταὶ καὶ δὲν δηλοῖ τὴν πρόθεσίν του μετὰ τὴν ἐξαίρεσιν αὐτῶν τῶν βουλευτῶν νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης; Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ αἴτησίς του, διότι θ’ ἀποτελέσῃ τοῦτο ἕνα κακὸν προηγούμενον. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ, ὅτι εἶναι ἀναρμοδία ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης αἰτήσεως.

§152Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Τὸν λόγον....

§153ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ θέμα εἶναι ἐξηντλημένον.

§154Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι σύμφωνος ἡ Κυβέρνησις.

§155Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ἐπὶ ἑνὸς καθαρῶς δικαστικοῦ ζητήματος πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ μίαν γνώμην;

§156Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ μίαν κατεύθυνσιν.

§157Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ἕκαστον ἐκ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως δύναται νὰ δώσῃ μίαν γνώμην.

§158Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἄν ἡ Κυβέρνησις κατέληγεν εἰς μίαν γνώμην, θὰ εἴχομεν φθάσει εἰς ἕν συμπέρασμα.

§159Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Δὲν εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Κυβέρνησις νὰ παρουσιάσῃ μίαν γνώμην. Δὲν πρόκειται περὶ κυβερνητικοῦ ζητήματος, ἀλλὰ πρόκειται περὶ μιᾶς εἰδικωτάτης πράξεως, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται, τί; ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς Βουλῆς, ἐπειδὴ ἡ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἐξελέγη δι’ ἕν ὡρισμένον ζήτημα...

§160Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κακῶς ἔφθασεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἡ αἴτησις. Ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ ἠδύνατο νὰ εἰσαχθῇ ὡς ἐπερώτησις, ἀφορῶσα τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης.

§161Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ καταλήξωμεν εἰς ἕν συμπέρασμα.

§162Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κατελήξαμεν, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἀναρμοδία νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς αἰτήσεως.

§163Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι ἐκ τῶν αὐστηροτάτων ἐπικριτῶν τοῦ δικτάτορος καὶ τῶν συνεργατῶν του, καὶ μάλιστα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παρέμειναν πλησίον τοῦ δικτάτορος. Τὸ γεγονὸς αὐτό, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν γνώμην μου θὰ ἐδικαιολόγει μίαν αὐστηροτάτην τιμωρίαν τῶν συνεργατῶν του ἐκ τοῦ πολιτικοῦ κόσμου διὰ τὰ πολιτικὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα διέπραξαν ἢ διὰ τὰ ἀδικήματα τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ νόμου, ἐφόσον ἤθελον ἀποδειχθῇ ἀληθῆ, νομίζω τὸ γεγονὸς αὐτὸ δὲν δύναται διόλου νὰ συσχετισθῇ πρὸς ἕνα ἄλλο γεγονός, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλή, πολιτικὸν σῶμα, νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ σχηματισθῇ ἡ ἐντύπωσις ὅτι εἰς πολιτικοὺς ὑποδίκους εἶναι δυνατὸν νὰ στερήσῃ αὐτοὺς ἐκ τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν μέσων ὑπερασπίσεως. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης ἐξετάζων τὸ ζήτημα, νομίζω ὅτι, ἐφόσον ἡ Βουλὴ ἁρμοδίως ἐπελήφθη τοῦ ζητήματος, θὰ ἠδύνατο νὰ κρίνῃ οὐχὶ ὡς δικαστικὸν σῶμα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τύπων τῆς δικονομίας, ἀλλὰ ὡς πολιτικὸν σῶμα ἔχον ὑπ’ ὄψει μόνον τὴν κατωχύρωσιν τοῦ κύρους αὐτοῦ. Ἐφόσον δὲ ὁ αἰτῶν, πρὸς τὸν ὁποῖον οὐδένα ἀπολύτως σύνδεσμον ἔχω, εἶναι πολιτικὸν πρόσωπον καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ δεχθῶμεν ὅτι διὰ διαφόρων στρεψοδικιῶν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφεύγῃ νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης τῆς πατρίδος του καὶ νὰ δώσῃ λόγον τῶν πράξεών του, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ καθῆκον ἔχει νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα ἀπὸ τῆς ἀπολύτου πολιτικῆς καὶ ἠθικῆς ἀπόψεως, καὶ ἡ ἀπόλυτος πολιτικὴ καὶ ἠθικὴ ἄποψις εἶναι ἡ ἑξῆς: Ὅτι ἡ αἴτησίς του πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ καὶ νὰ ἐξαιρεθῇ ὁ δικαστής, ἐφόσον ἐκ τοῦ γεγονότος τούτου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρελκυσθῇ οὔτε ἡ ἔκδοσις ἀποφάσεως, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ συντελέσῃ τὸ μέτρον τοῦτο εἰς τὴν λῆψιν ἄλλων ἀποφάσεων.

§164Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἄν ὑποτεθῇ ὅτι μετὰ τὴν ἐξαίρεσιν τοῦ κυρίου Καλκάνη ζητήσῃ τὴν ἐξαίρεσιν καὶ ἄλλων;

§165Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι κοινὸν πρόσωπον ἕνας πολιτευόμενος, διὰ νὰ δεχθῶμεν ὅτι δι’ ἐνστάσεων θέλει ν’ ἀποφύγῃ τὴν δίκην.

§166Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἐφόσον ἀμφισβητεῖται ἡ τιμιότης τοῦ κυρίου Καλκάνη, ὁ κύριος Καλκάνης εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἀμυνθῇ καὶ νὰ ὑπερασπίσῃ τὴν τιμιότητά του.

§167Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ὁ ὀλιγώτερον δικαιούμενος νὰ ὁμιλῇ περὶ πολιτικῆς εὐθιξίας εἶναι ὁ ἄνθρωπος ὁ διαμαρτυρόμενος.

§168Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Δὲν θὰ κανονίσητε σεῖς τὴν στάσιν του.

§169Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχθῶμεν νὰ ἐξαιρέσῃ ἡ Βουλὴ ἕνα ἔντιμον συνάδελφον, τοῦ ὁποίου τὸ παρελθὸν εἶναι τελείως ἄμεμπτον, καὶ μάλιστα δι’ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἔδειξαν ὅτι δὲν σέβονται τίποτε.

§170Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθοῦν νὰ λάβουν ἐξαιρετικὰ μέτρα, διότι τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο δὲν ἵσταται εἰς τὸ ἐπίπεδον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι ἐξαιρετικῶς ἐνδιαφέρον. Οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ δὲν δύνανται νὰ ἐξέλθουν ὑπὸ ὡρισμένας ἀρχὰς δι’ ἑκάστην συγκεκριμένην περίπτωσιν. Τὸ κῦρος τῆς Βουλῆς ἐπιβάλλει νὰ μὴ δημιουργήσωμεν κατάστασιν, ἡ ὁποία νὰ κλονίσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν κατηγορουμένων.

§171Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ὥστε ὁ ἀδικήσας θὰ δικάζῃ;

§172Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἐφόσον δὲν πρόκειται νὰ διαφύγῃ τὴν τιμωρίαν τῆς δικαιοσύνης, δὲν ἐπιτρέπεται ποτὲ ἕνα κυρίαρχον σῶμα νὰ ἀφήσῃ νὰ σχηματισθῇ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι δὲν θὰ ἀποδοθῇ πλήρως ἡ δικαιοσύνη.

§173Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Σεῖς ἔχετε τὴν ὑπόνοιαν ὅτι τὴν κοινὴν συνείδησιν θὰ ἐπηρεάσῃ τὸ αἴσθημα αὐτό; Φρονεῖτε ὅτι τὸ ζήτημα θὰ τερματισθῇ ἐντὸς τῆς δικαιοδοσίας τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς; Θὰ φθάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ὁποία θὰ ἀποφανθῇ ἐὰν πρέπει νὰ παραπεμφθῇ ἢ ὄχι ὁ κ. Κούνδουρος. Ἑπομένως τὴν ἐγγύησιν, τὴν ὁποίαν ζητεῖ, οὕτως εἰπεῖν προδικαστικῶς, θὰ τὴν ἔχῃ μετὰ ταῦτα ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς.

§174Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ ἔχει δικαιώματα ἀνακριτικοῦ συμβουλίου.

§175Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὑπάρχει ἡ ἑξῆς διαφορά. Τὸ ἀνακριτικὸν Συμβούλιον ἔχει δικαίωμα νὰ ἐκδίδῃ βουλεύματα, τὰ ὁποῖα, ὅταν ἀσκηθῶσιν ἐναντίον των ὅλα τὰ ἔνδικα μέσα, καθίστανται ὁριστικά. Ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ θὰ ἐκδώσῃ μίαν ἀπόφασιν ἡ ὁποία δὲν θὰ ἔχῃ ἄλλην συνέπειαν παρὰ νὰ ὁδηγήσῃ τὴν ὑπόθεσιν ἐνώπιον τοῦ κυριάρχου σώματος καὶ ἐκεῖ ἐξαντλεῖται ὁλόκληρος ἡ δύναμις τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς. Τὰς ἐγγυήσεις τὰς ὁποίας ζητεῖ ὁ κ. Κούνδουρος νὰ ἔχῃ προκαταβολικῶς, θὰ τὰς ἔχῃ, ὅταν θὰ φθάσῃ ἡ ὑπόθεσις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.

§176Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἐφόσον ἡ αἴτησις ἀποβλέπει εἰς μέτρον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης νὰ παρελκύσῃ, οὔτε τὸ ἔργον τῆς Ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ἐν τῇ ἀνωτέρᾳ ἀντιλήψει της ὡς πολιτικοῦ σώματος, δύναται νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς αἰτήσεως αὐτῆς.

§177Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν γίνῃ τὸ τοιοῦτον καὶ κριθῇ ἐξαιρετέος ὁ κ. Καλκάνης, ὁ ὁποῖος ἐργάζεται ἐπὶ δίμηνον, τότε ὅλαι αἱ διαδικαστικαὶ πράξεις αἱ γενόμεναι ὑπ’ αὐτοῦ θεωροῦνται ἄκυροι, καὶ οὕτω, ἐὰν αὔριον ζητηθῇ ἡ ἐξαίρεσις καὶ ἄλλου, θὰ παρελκύεται ἡ δίκη ἐπ’ ἄπειρον.

§178Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι ἄκυροι, διότι ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἐργάζεται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς δικονομίας.

§179Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κατὰ νόμον αἱ πράξεις εἶναι ἔγκυροι καὶ μόνον αἱ γενόμεναι ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τῆς ἐνστάσεως ἀκυροῦνται.

§180Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν τοῦ ἐξαγνισμοῦ τοῦ Παγκαλισμοῦ ἐδόθη κακὴ κατεύθυνσις. Ἐλλείπει ἡ βάσις ἡ ἀληθὴς καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν παρουσιάζονται αὐταὶ αἱ δυσχέρειαι. Μοῦ φαίνεται ὅτι τὸ ζήτημα θὰ ἐτερματίζετο ἐὰν ὁ ἀξιότιμος κ. Εἰσηγητὴς ἐδέχετο νὰ ὑποβάλῃ τὴν παραίτησίν του. Οὔτε εἶναι μομφὴ οὔτε ζήτημα τιμῆς. Ἐγὼ οὐδέποτε θὰ δικαιολογήσω πολιτικὸν ἄνδρα, ὁ ὁποῖος ἀρνεῖται νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης τῆς πατρίδος του. Ἐν τούτοις εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω, ὅτι ὑπάρχει ἐλαφρυντικόν τι, διότι ἐπὶ 15 μῆνας — καὶ ὁμιλῶ ἄνευ προκαταλήψεως, διότι ἐὰν ἔχω προκατάληψιν, εἶμαι ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν— καὶ δι’ αὐτὸ εἶμαι ἐλεύθερος νὰ λέγω τὴν γνώμην μου καὶ νὰ ἐξετάζω τὴν ἀλήθειαν ἀντικειμενικῶς εὑρίσκω, ὅτι ἡ δίκη αὐτὴ παρελκύεται ὑπὲρ τὸ δέον κατακρατῶνται εἰς τὰς φυλακὰς ὑπόδικοι διὰ πλημμελήματα ἐπὶ 15 μῆνας διὰ τὰ ὁποῖα ἐνδέχεται νὰ εἶναι καὶ ἀθῷοι.

§181Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Δηλ. ἀποδίδετε ἀμέλειαν εἰς τὴν ἐπιτροπήν;

§182Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ ἐκτιμηθῶσιν οἱ κόποι μας.

§183Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ὄχι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἀλλὰ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἀπὸ τοῦ πρώτου δεκαημέρου ἔπρεπε νὰ εἶχεν ἐπέλθει ὁ κολασμὸς μιᾶς ὑποθέσεως, ἡ ὁποία διὰ τῆς παρελκύσεως τείνει νὰ λάβῃ ἄλλην κατεύθυνσιν.

§184Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὅταν ἀνέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης πρῶτον μου μέλημα ὡς Ὑπουργοῦ ἦτο νὰ ὑποβάλω τὸν νόμον περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν. Ἑπομένως ἡ μομφὴ αὕτη δὲν μὲ ἀφορᾷ καθόλου, διότι συμμερίζομαι τὴν ἀντίληψιν ὅτι οἱ ὑπόδικοι πρέπει νὰ δίδωσι λόγον τὸ ταχύτερον.

§185Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ὄχι. Κάμνω τὴν δήλωσιν ὅτι ἀφορᾷ τὴν πρώτην Κυβέρνησιν, διότι ἐγὼ γνωρίζω ὅτι σεῖς εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πᾶν ὅτι ἐξαρτᾶται ἐκάματε ἵνα περατωθῇ ἡ ὑπόθεσις. Ἀλλὰ δὲν μπορεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μὴ δεχθῇ ὅτι ἡ ὑπόθεσις παρελκύσθη ὑπὲρ τὸ δέον καὶ ὅτι διὰ τῆς παρελκύσεως αὐτῆς τείνει νὰ καταστήσῃ ἀνθρώπους ὑπευθύνους ἥρωας, τὴν εὐθύνην δὲ τῆς παρελκύσεως τὴν ἔχει ἡ Κυβέρνησις. Φρονῶ λοιπόν, ὅτι εἰς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν θὰ ἠδύνατο νὰ δοθῇ ὀρθοτέρα λύσις διὰ τῆς ἀποδοχῆς ἐκ μέρους τοῦ κ. Συναδέλφου τῆς παραιτήσεώς του ἀπὸ μέλους τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς.

§186Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου διὰ νὰ προσπαθήσω νὰ ἐντοπίσω τὴν συζήτησιν. Ἐγεννήθησαν τὰ ἑξῆς ζητήματα. Πρῶτον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁ ἄρτι καταβὰς τοῦ βήματος ἔθιξεν, ὅτι δηλ. θὰ διηυκολύνετο ἡ ὑπόθεσις, ἐὰν τὸ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, κατὰ τοῦ ὁποίου στρέφεται ἡ αἴτησις τοῦ καταδικασμένου, ὑπέβαλεν αὐτὸς οἴκοθεν, τὴν παραίτησίν του. Θὰ ἐθεώρουν, Κύριε πρόεδρε, ὡς νοσηρὰν εὐθιξίαν τοιαύτην παραίτησιν, καὶ καταστρεπτικὴν διὰ τὸ μέλλον τῆς λειτουργίας τοῦ θεσμοῦ τούτου τοιαύτην τινὰ ἐκδοχήν. Θὰ ἠδύνατο πᾶς πολιτικὸς δικαζόμενος νὰ ἐκβιάζῃ τοὺς ἀξιοπρεπεστέρους καὶ εὐθικτοτέρους διὰ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἀπομάκρυνσιν τῶν δραστηριωτέρων μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς κατὰ τοιοῦτον ἐκβιαστικὸν τρόπον. Θὰ ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ, ἵνα τὰ βέλη στρέφωνται κατ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι δραστηριώτερον καὶ αὐστηρότερον καὶ μετὰ μείζονος ζήλου ἐκτελοῦσι τὸ καθῆκον των. Ἐγεννήθη δεύτερον ζήτημα, ἐὰν ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τῆς ἐξαιρέσεως. Ὑποθέτω ὅτι περὶ αὐτοῦ δὲν ὑπάρχει δευτέρα γνώμη. Οὐδὲ ὁ συνάδελφός μου ἐπὶ τῆς Γεωργίας ἔχει ἀντίθετον γνώμην, οὐδὲ ἀμφισβητεῖ ὅτι ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ εἶχε τὴν ἀποκλειστικὴν δικαιοδοσίαν νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς αἰτήσεως αὐτῆς. Ἀφοῦ δ’ οὕτως ἐλύσαμεν τὰ ζητήματα ταῦτα, δὲν ἔχομεν, νομίζω, παρὰ νὰ κηρύξωμεν ὅτι ἡ συζήτησις δὲν ἔχει πλέον ἀντικείμενον...

§187ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§188Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). ... καὶ δὲν ἀξίζει τὸν κόπον νὰ ἀπασχολούμεθα ἐπὶ πλέον.

§189ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.

§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τῆς Βουλῆς δεχομένης λύεται ἡ Συνεδρίασις διὰ τὴν Δευτέραν ὥραν 5 τὸ ἀπόγευμα. (ὥρα 10 καὶ 10′ λύεται ἡ συνεδρίασις).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 8Η
2ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 25 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1927
3Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
4(Ὥρα 6 μ. μ.)
5§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι
6τὰ θεωρεῖα.
7Γνωρίζω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ Α. Ε. ὁ πρεσβευτὴς
8τῆς Ρουμανίας μοὶ διεβίβασε τὴν ἀκόλουθον ἐπιστολήν (Ἀ-
9ναγινώσκει).
10Κύριε Πρόεδρε,
11Πρὸ ὀλίγου ἀνέγνωσα μετὰ βαθυτάτης συγκινήσεως
12τοὺς ὡραίους λόγους, μὲ τοὺς ὁποίους ἡ Ὑμετέρα Ἐξοχό-
13της εὐηρεστήθη νὰ ἀναγγείλῃ τὴν ἑσπέραν τῆς χθὲς πρὸς
14τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν τὸν θάνατον τοῦ Ἰωάννου Βρα-
15τιάνο.
16Ἐπ’ ὀνόματι τῆς Χώρας μου, σκληρῶς δοκιμασθείσης
17διὰ τῆς προώρου ἀπωλείας τοῦ μεγάλου πολιτικοῦ της, ἐν
18ὀνόματι τῆς Βασιλικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκ μέρους μου,
19ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὴν Ὑμετέραν Ἐξοχότητα
20νὰ δεχθῇ τὰ βαθύτατα εὐχαριστήριά μου, νὰ εὐαρεστηθῇ
21δὲ νὰ ὑποβάλῃ ταὐτοχρόνως ταῦτα καὶ πρὸς τοὺς κ.κ. Βου-
22λευτάς, οἵτινες, ἀποδεχθέντες τοὺς λόγους σας, ἠθέλησαν
23τὸ ἐπ’ αὐτοῖς νὰ ἑνώσουν τὸν ἑλληνικὸν λαὸν πρὸς τὴν βα-
24θυτάτην λύπην καὶ τὸ πένθος ἑνὸς φίλου λαοῦ.
25Εὐαρεστηθῆτε νὰ δεχθῆτε, κ. Πρόεδρε, τὴν ἔκφρασιν
26τῆς ἐξόχου ὑπολήψεώς μου.
27ΛΑΓΚΑ ΡΑΣΚΑΝΟ
28Πρεσβευτὴς τῆς Ρουμανίας
29Ἐπίσης ἀνακοινοῦν πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς:
30Ὁ Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν) ὑπο-
31βάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ἀποζημιώσεως ἐφημερίδων.
32Οἱ κ. κ. Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐ-
33ξωτερικῶν), Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονο-
34μικῶν) καὶ Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωρ-
35γίας καταθέτουν σχέδιον νόμου «περὶ ἑκουσίας ἐξαγορᾶς
36ἀγροτικῶν κτημάτων ἀνηκόντων εἰς ξένους ὑπηκόους».
37Οἱ κ. κ. Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν
38Ἐξωτερικῶν), Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκο-
39νομικῶν) καὶ Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς
40Οἰκονομίας) καταθέτουν σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως
41τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Νορβηγίας ὑπογραφείσης τῇ
4229 Ἰουνίου 1927 συμβάσεως ἐμπορίου καὶ ναυτι-
43λίας».
44Ὁ κ. Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωρ-
45γίας) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ ἐπιβολῆς τελῶν ἐν
46Ἀθήναις διὰ συντήρησιν δημοσίων κήπων καὶ ἐνίσχυ-
47σιν καλλιτεχνῶν».
48Οἱ κ.κ. Α. ΖΑΪΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν) καὶ
49Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑπο-
50βάλλουσι τὰ κάτωθι νομοσχέδια:
51«Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 15)19 Ὀκτωβρίου
521927 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 10)18
53Νοεμβρίου 1925 Ν. Δ. περὶ συμπληρώσεως τοῦ
54Διατάγματος περὶ καθορισμοῦ δικαιοδοσίας Γενικῶν
55Διοικητῶν, τῆς 26 Ἰανουαρίου 1925» καὶ
562) «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 27 Ὀκτωβρίου
571927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 16)21 Σεπτεμ-
58βρίου 1926 Ν. Δ. περὶ ἐγκρίσεως πίνακος ἐργασιῶν
59συμπληρωματικῆς ἀποπερατώσεως τοῦ Δικαστηρίου
60Καϊλαρίων κλπ».
61Ὁ κ. Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομι-
62κῶν) ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς σχέδια νόμου: Περὶ ἐξουσιοδο-
63τήσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου διὰ τὴν κωδικο-
64ποίησιν, ἀντικατάστασιν καὶ τροποποίησιν τῶν ὀργα-
65νικῶν νόμων τῶν διεπόντων τοὺς οἰκονομικοὺς ὑπαλ-
66λήλους καὶ
672) «περὶ ἐξουσιοδοτήσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμ-
68βουλίου διὰ τὴν κωδικοποίησιν, ἀντικατάστασιν καὶ
69συμπλήρωσιν τῶν διατάξεων τοῦ τελωνειακοῦ κώ-
70δικος».
71Ὁ κ. Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιο-
72σύνης) ὑποβάλλει τὰ κάτωθι νομοσχέδια:
731) «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ΓΨϞΒ (3792)
74τοῦ ἔτους 1911 καὶ
752) «περὶ συστάσεως γραφείου μεταγραφῶν ἐν Πει-
76ραιεῖ».
77Ὁ βουλευτής κ. Γ. Κοκκινάκης καταθέτει τηλεγραφι-
78κὴν ἀναφορὰν τῶν βιβλιοπωλῶν Ἡρακλείου καὶ Ρεθύμνης,
79διαμαρτυρομένων διὰ τὴν κατάργησιν διδακτικῶν βιβλίων.
80Ἡ Γενικὴ Ἕνωσις Ἀναπήρων πολέμου Ἀττικῆς ὑπο-
81βάλλει ψήφισμα διαμαρτυρίας διὰ τὴν περικοπὴν τῶν συν-
82τάξεων ἀναπήρων.
83Ὁ Πρόεδρος ἐπαγγελματικῶν Ἁλμυροῦ διὰ τηλεγραφή-
84ματος ζητεῖ τὴν παράτασιν τοῦ ἐνοικιοστασίου.
85Ὁ Πρόεδρος ἑστιατόρων Θεσ)νίκης ζητεῖ τὴν ἀκύρω-
86σιν τῆς τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ Κυριακῆς ἀργίας.
87Οἱ μετανάσται Μελενίκου, Ὀρτάκιοϊ κλπ. διαμαρτύ-
88ρονται δι’ ἀποφάσεις ἐκτιμητικῶν ἐπιτροπῶν ἑλληνοβουλ-
89γαρικῆς μεταναστεύσεως.
90Ἡ διοίκησις Μυτιλήνης, γνωρίζουσα σύλληψιν ἐργατῶν,
91ζητεῖ τιμωρίαν πραγματικῶς ὑπευθύνων.
92Ὁ ἰατρὸς κ. Κ. Καμπάνης ζητεῖ νὰ ληφθῇ πρόνοια διὰ
93τοὺς εἰς τὰς Ἀμερικανικὰς φυλακὰς κρατουμένους Ἕλλη-
94νας, ὡς λαθραίους μετανάστας.
95Ὁ Σύνδεσμος Εὐελπίδων Μελενίκου ὑποβάλλει ψήφι-
96σμα περὶ ἐγκαταστάσεως τῶν προσφύγων Μελενίκου καὶ
97Πετριτσίου.
98Ὁ Σύνδεσμος Κατωτέρου Προσωπικοῦ Τ.Τ.Τ. Πατρῶν
99ἀποδοκιμάζει τοὺς μαλλιαροὺς δημοτικιστάς.
100Ἡ ἐν Πάτραις ὀργάνωσις τοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος
101ὑποβάλλει ψήφισμα διαμαρτυρίας, διὰ τὴν ἀπαγόρευσιν
102τῆς ἀποστολῆς τῆς ἐργατικῆς ἀντιπροσωπείας εἰς Ρωσ-
103σίαν κλπ.
104Ὁ Σύνδεσμος τῶν Τροχιοδρομικῶν καὶ Ἠλεκτροτεχνι-
105τῶν Θεσ)νίκης ὑποβάλλει ψήφισμα διαμαρτυρίας διὰ τὴν
106ἀπόλυσιν ἐργατῶν.
107Ὁ ἰδιώτης Σιμὼν Σιμωνιὰν ὑποβάλλει αἴτησιν περὶ ἐ-
108ξοφλήσεως τῶν εἰς χρυσὸν συναλλαγῶν μὲ τὴν σημερινὴν
109ἀξίαν.
110Ὁ Σύλλογος ἀλευρεμπόρων Θεσ)νίκης διαμαρτύρεται
111διὰ τὴν παρέλκυσιν τοῦ ζητήματος τοῦ δασμοῦ σίτου καὶ
112ἀλεύρων.
113Οἱ ἐσχάτως εἰς αὐτεπάγγελτον ἀποστρατείαν τεθέν-
114τες ἀξιωματικοὶ ζητοῦν νὰ ἐξομοιωθοῦν μὲ τοὺς φυσικῶς
115ἐξερχομένους ἀξιωματικοὺς μετέχοντες τοῦ Ταμείου Ἀλ-
116ληλοβοηθείας.
117Ἡ χήρα Κωνσταντίνου τὸ γένος Καφετζῆ ἐκ Σερρῶν,
118διαμαρτύρεται διὰ τὴν μελετωμένην ἀπαλλοτρίωσιν τοῦ οἰ-
119κοπέδου της παρὰ τῆς Στρατιωτικῆς Ὑπηρεσίας.
120Ἡ Συντεχνία μαγείρων Κομοτινῆς διαμαρτύρεται κατὰ
121πάσης τροποποιήσεως τοῦ νόμου Κυριακῆς ἀναπαύσεως.
122Ἰδιῶται Καρδίτσης διαμαρτύρονται δι’ ἔκνομον ἐνέρ-
123γειαν τοῦ Ἐφόρου Καρδίτσης.
124Οἱ σιδηροδρομικοὶ Πελοποννήσου διαμαρτύρονται διὰ
125τὴν μὴ ἐπαναπρόσκλησιν ἀπεργῶν.
126Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ καὶ Κ. ΠΟ-
127ΛΥΧΡΟΝΑΚΗΣ ὑποβάλλουν ἀναφορὰν ἰδιωτῶν γραφέων
128ἀνωτέρας διοικήσεως Χωροφυλακῆς Κρήτης αἰτούντων ὅ-
129πως τύχωσι τοῦ διὰ τοῦ διατάγματος τῆς 12 Ἰουνίου 1926
130παρεχομένου εὐεργετήματος.
131Ὁ Σύνδεσμος ἑστιατόρων Δράμας διαμαρτύρεται διὰ
132τροποποίησιν Κυριακῆς ἀργίας.
133Ὁ Σύνδεσμος ἑστιατόρων Χαλκίδος διαμαρτύρεται διὰ
134τὴν τροποποίησιν νόμου Κυριακῆς ἀργίας.
135Οἱ βιβλιοπῶλαι Καρδίτσης διαμαρτύρονται διὰ κατάρ-
136γησιν διδακτικῶν βιβλίων.
137Ὁ Ε. Γ. Τσουρίδης ζητεῖ δι’ ἀναφορᾶς του τὴν ψήφι-
138σιν ποσοῦ δραχμῶν 500.000 ἐκ κληροδοτήματος Κροκιδᾶ
139πρὸς κατασκευὴν στρατιωτικοῦ σανατορίου εἰς Πάρνηθα.
140Ἀξιωματικοὶ αὐτεπαγγέλτως ἀποστρατευθέντες ζη-
141τοῦσι δι’ ὑπομνήματός των, ἵνα τύχωσι τοῦ εὐεργετήματος
142παροχῆς βοηθήματος ἐκ τοῦ Ταμείου ἀλληλοβοηθείας.
143Ἐκκαθαρισθέντες ἀξιωματικοὶ ὑποβάλλουν ὑπόμνημα
144αἰτοῦντες τὴν χορήγησιν βοηθήματος ἐκ τοῦ Ταμείου Ἀλ-
145ληλοβοηθείας.
146Ἡ Γενικὴ Ἕνωσις ἀναπήρων πολέμου παρακαλεῖ ὅ-
147πως διατεθῇ ἡ παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν
148αἰτηθεῖσα πίστωσις πρὸς ἀνέγερσιν τοῦ κτιρίου σανατορίου
149Πάρνηθος.
150Τὸ Σωματεῖον ἁμαξοκαρραγωγέων Ἠπείρου «Ἅγιος
151Γεώργιος» ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ ἀμέσου καταβολῆς
152τοῦ ὑπολοίπου τῆς δικαιουμένης ἀποζημιώσεως τῶν ἁμαξο-
153καρραγωγέων.
154Ὁ Σύλλογος περιπτεριούχων Ἀθηνῶν αἰτεῖται τὴν ἀκύ-
155ρωσιν τοῦ Ν. Δ. «περὶ ἀναγκαστικοῦ συνεταιρισμοῦ τῶν
156περιπτέρων».
157Ὁ βουλευτὴς κ. Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ καταθέτει τη-
158λεγραφικὸν ψήφισμα τοῦ δήμου Πρεβέζης τοῦ Ἰατρικοῦ
159Συλλόγου καὶ τοῦ Δικηγορικοῦ ὡς καὶ ἐπιτροπῆς πολιτῶν,
160παρακαλούντων νὰ καταργηθῇ τὸ ἀπὸ 11 Νοεμβρίου 1927
161διάταγμα «περὶ διαχειρίσεως περιουσιῶν τῶν χριστιανι-
162κῶν κοινοτήτων ἐπὶ Τουρκοκρατίας.
163Ὁ βουλευτὴς κ. Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ καταθέτει ψή-
164φισμα ἐπιτροπῆς Πρεβέζης περὶ μὴ καταργήσεως Κυρια-
165κῆς ἀργίας καὶ παρακαλεῖ νὰ μὴ ἐφαρμοσθοῦν αἱ διατά-
166ξεις περὶ καθιερώσεως καθημερινῶν κατὰ μῆνα, καθόσον
167ἀποκρούονται ὑπὸ τῶν ἐνδιαφερομένων καὶ τοῦ κοινοῦ.
168Ὁ βουλευτὴς κ. Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ καταθέτει τηλε-
169γραφικὸν ψήφισμα τῆς κοινότητος καὶ τῶν σωματείων Πάρ-
170γας, καὶ παρακαλεῖ ὅπως συμπληρωθῶσιν αἱ κεναὶ θέσεις
171τοῦ Ἑλληνικοῦ σχολείου Πάργας.
172Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
173Ἡμερησίαν Διάταξιν
174τῶν Ἐπερωτήσεων.
175§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περατωθείσης ἤδη τῆς συζητήσεως ἐπὶ
176τῶν δύο ἀντικειμένων τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῶν ἀφο-
177ρώντων τὸ πρωτόκολλον τῆς Γενεύης, ἡ Βουλὴ προβαίνει
178εἰς ψηφοφορίαν.
179Θὰ γίνῃ μία καὶ ἡ αὐτὴ ψηφοφορία καὶ διὰ τὰ δύο
180νομοσχέδια.
181«Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 10 Νοεμβρίου 1927 Ν.
182Δ. περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 27 Ὀκτωβρίου 1927 συμ-
183βάσεως περὶ παραιτήσεως τῆς ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς
184Ἑλλάδος ἀπὸ τοῦ προνομίου ἐκδόσεως τραπεζιτικῶν
185γραμματίων καὶ συστάσεως νέας Τραπέζης ὑπὸ τὴν ἐ-
186πωνυμίαν «Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος» καὶ τοῦ προσαρτω-
187μένου τῇ συμβάσει καταστατικοῦ τῆς Τραπέζης τῆς
188Ἑλλάδος»
189Ἐφάπαξ ψήφισις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώ-
190σεως τοῦ ἀπὸ 10 Νοεμβρίου 1927 Ν.Δ. περὶ κυρώ-
191σεως τοῦ ἐν Γενεύῃ ὑπογραφέντος τὴν 15 Σεπτεμ-
192βρίου 1927 πρωτοκόλλου περὶ ἐγκρίσεως συνάψεως
193δανείου λιρῶν στερλινῶν 9.000.000».
194§3Ν. ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΟΣ. Θὰ γίνῃ ἡ ψηφοφορία κατ’ ἀρχὴν
195ἢ κατ’ ἄρθρον;
196§4Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πρόκειται περὶ κυρώσεως.
197§5Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ ἄρθρον 77 τοῦ Συντάγματος
198λέγει, ὅτι τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο
199σύμφωνα πρὸς αὐτό κυροῦνται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον
200εἰς μίαν ἀνάγνωσιν. Ἐγὼ θὰ ἐπρότεινον τὸ ἑξῆς. Κατ’ ἀρ-
201χὴν μὲν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως κατ’ ἄρθρον δὲ δι’ ἀνα-
202στάσεως.
203§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ προσέλθουν οἱ κ.κ. Ε.
204Μαλαμίδας καὶ Μ. Μαντᾶς ὡς ψηφολέκται.
205(Προσερχομένων τῶν κ.κ. Ε. Μαλαμίδα καὶ Μ. Μαντᾶ
206ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν αὐτῶν ἄρχεται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλή-
207σεως ψηφοφορία, τοῦ ζητήματος τεθέντος ὡς ἑξῆς: Οἱ ἀπο-
208δεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τῶν δύο ἀναγνωσθέντων Ν. Δ)των
209λέγουσιν «Ναὶ» οἱ μὴ ἐγκρίνοντες τὰ Νομοθετικὰ ταῦτα
210Διατάγματα λέγουσιν «Ὄχι».
211§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία.
212(Περατωθείσης τῆς ψηφοφορίας καὶ γενομένης
213διαλογῆς, προέκυψε τὸ ἑξῆς ἀποτέλεσμα:
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
214Ἐψηφοφόρησαν 232
215Εἶπον Ναί 160
216Εἶπον Ὄχι 71
217Ἠρνήθησαν ψῆφον 1
218Κατὰ τὸ κάτωθι παρατιθέμενον πρωτόκολλον.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
219Κ. Ἀγγελόπουλος ΟΓεώργ. Πεσματζόγλου Ο
220Ν. Ἀμηρᾶς ΝΑ. Ἀγγελόπουλος Ο
221Μιχ. Ἀργυρόπουλος ΝΤ. Ἀναστασίου Ν
222Χαρ. Βοζίκης ΟΚ. Γκότσης Ν
223Γ. Γεωργιάδης ΝΚ. Γόντικας Ν
224Κ. Δεμερτζῆς ΟἸωάν. Γιαννόπουλος Ν
225Α. Δουλγερίδης ΝΑ. Μάρκου Ν
226Γ. Ἐμπειρῖκος ΝἈνδρ. Μιχαλακόπουλος Ν
227Ἐμ. Ἐμμανουηλίδης ΝΔ. Μπούκουρας
228Ἰωάν. Καλογερᾶς ΝΣ. Πολυζωγόπουλος Ν
229Ν. Κρανιωτάκης ΟΒ. Κανακάρης Ροῦφος Ο
230Χρ. Λαδᾶς ΝΒασίλειος Σαγιᾶς Ο
231Θ. Νικολούδης ΝἈνδρ. Στεφανόπουλος
232Γ. Μερκούρης ΟΙ. Σισίνης
233Δ. Μπαμπᾶκος ΝΔ. Στεφανόπουλος Ο
234Ἰωάν. Ράλλης ΟΓ. Βοραζάνης Ν
235Ἀντ. ΣτρατηγόπουλοςΝΚ. Γεωργαντόπουλος Ο
236Π. Τσιτσεκλῆς ΝΓ. Ζερβὸς
237Γ. Ἀθανασιάδης ΝΛ. Θεοδωρίδης Ν
238Γ. Ἀλεξανδρόπουλος ΟΚ. Κωνσταντινίδης
239Γ. Καλαντζόπουλος ΝΛ. Λαμπριανίδης Ν
240Ι. Κανναβός Κ. Ὀρφανὸς Ν
241Δ. Κατσάνος Χ. Πανταζίδης Ν
242Γ. Καφαντάρης ΝΧ. Παπάζογλου Ν
243Ξενοφῶν ΜαυρομμάτηςΟΛ. Παπαπαναγιώτου Ν
244Ἰωάν. Νικολίτσας ΝΑ. Χαΐνογλου Ο
245Σπυρ. Τρικούπης ΟΒ. Χατζηλίας Ν
246Γ. Τσακανίκας ΝΚ. Βλαχοθανάσης Ν
247Ἰωάν. Τσιγκόλης ΝΙ. Βογιατζῆς Ο
248Α. Γρηγοριάδης Θ. Κακαρᾶς
249Δ. Δημάδης ΝΣ. Οἰκονομίδης Ν
250Γ. Παπαπαράσχος Θ. Παπαστρατῆς Ν
251Α. Χατζηνώτας Π. Χατζηπᾶνος Ν
252Ἀπ. Ζούζουλας Δ. Βοῦλτζος Ο
253Σπυρ. Ἠλιόπουλος ΝΝ. Κολυβᾶς Ο
254Γ. Καρπετόπουλος ΟἘμ. Λούντζης
255Γ. Μηναῖος ΝΚαῖσαρ Ζέζας
256Ι. Μουτζουρίδης ΟἈντ. Γαλανάκης Ν
257Π. Πετρίδης ΝΓ. Κοκκινάκης Ν
258Σπ. Στάης ΟΓ. Μαρῆς Ν
259Π. Τσαλδάρης ΟΒ. Μεϊμαράκης Ν
260Κ. Τσαλδάρης Ι. Περδικογιάννης Ν
261Ἀθ. Χριστόπουλος ΝΚ. Πολυχρονάκης Ν
262Ἠλίας Ἀποσκίτης Γ. Φραγκιαδάκης Ο
263Θ. Γρηγορίου ΝΔημ. Ἀμπατζόπουλος Ν
264Γ. Μπακόπουλος ΟΙ. Ι. Ἄμποτ
265Ν. Μπακόπουλος Π. Αὐγουστίδης Ν
266Δ. Πλαπούτας Ἀλ. Βουτυρᾶς Ν
267Θεόδ. ΤουρκοβασίληςΝΖ. Βεντούρας Ο
268Α. Τροχάνης ΟΝ. Δαρβέρης Ο
269Ν. Τριανταφυλλάκος Δ. Εὐθυμιάδης Ν
270Σπυρ. Τσακόπουλος ΟΜ. Θεοδωρίδης Ο
271Ν. Ἀνδρεαδάκης ΝΛ. Ἰασωνίδης Ν
272Ἰωάν. Κίνιας ΟΔ. Κάκαβος Ν
273Λουκ. ΚουτσοπέταλοςΝΙ. Καυταντζόγλου Ο
274Μ. Μαντᾶς ΟΜ. Κίρκος Ν
275Γεώργ. Μικρὸς ΝΛ. Κυβετὸς Ν
276Π. Νικολαΐδης ΟΜεντὲς Λιάο Μεσατζῆς Ν
277Κ. Μουζενίδης Α. Γαληνός Ν
278Κ. Μιττᾶκος ΝΓ. Θεοδοσιάδης Ν
279Ἀλ. Παπαναστασίου ΝΓ. Καλδῆς
280Γρ. Παπανικολάου ΟΒ. Καραπαναγιώτης Ν
281Σταμ. Παπάζης ΟΣ. Κριτικᾶς Ν
282Φ. Παπαγεωργίου ΝΓ. Λαζανᾶς
283Ἰσαὰκ Ἀβραὰμ Σιακῆ Μ. Λαίλιος Ν
284Δαυΐδ Μπουχὰρ Σολὰν Γ. Παπανδρέου Ν
285Γ. Χατζηγεωργίου ΝΔ. Σάλτας
286Μ. Γούδας ΟΚ. Σῖμος Π
287Α. Μελᾶς ΝΠ. Ἀντωναρόπουλος Ο
288Δ. Μπότσαρης ΝΓ. Καντιάνης Ο
289Ἀλ. Μυλωνᾶς ΝΑ. Ἐμπ. ΚουμουνδοῦροςΟ
290Σπυρ. Χασιώτης ΝΠ. Μερλόπουλος Ν
291Χ. Χριστοβασίλης ΟΑ. Μισυρλῆς
292Ἀλκ. Λούλης ΝΦ. Μοσχούλας Ο
293Γ. Ἐξηντάρης ΝΔ. Μπενάκης Ν
294Αὔγ. Θεολογίτης ΝΠ. Μποῦτος Ν
295Σ. Καραγιώργης Π. Σακκῆς Ο
296Στ. Νικολαΐδης ΝΕ. Φεσᾶς
297Α. Παπαδᾶτος ΝἸωάν. Βατίστας
298Ε. Σταυρίδης ΟΠ. Διαμαντόπουλος Ν
299Ι. Τσονταρίδης ΝἘμμ. Μαχαίρας Ν
300Εὐθύμ. Βελλιανίτης ΝΓ. Προυκάκης Ν
301Δ. Ζερβὸς ΟΓ. Σακαλῆς Ν
302Ἰωάν. Θεοτόκης ΟΣ. Σιμεονόγλου Ν
303Σπυρ. Παϊπέτης ΟΔ. Σκυλίτσης
304Α. Πιέρρης Ἰωάν. Σπετσιώτης Ο
305Β. Ἀλεξᾶτος ΝΓ. Στρῖγκος Ν
306Ι. Μεταξᾶς ΝΣωτ. Σωτηριάδης Ο
307Κοσμ. Μπουρμπούλης ΝΘ. Μαγκριώτης Ν
308Α. Φωκᾶς ΝΚ. Μαζαράκης Ν
309Α. Ἀνδρεάδης ΝΓρ. Τηληκίδης Ν
310Γ. Βαρβούτης ΝΘ. Χρυσοβέργης Ν
311Α. Ζάχος ΟΑ. Βαλαωρίτης
312Γ. Κακουλίδης ΟΓ. Μπανιᾶς Ν
313Γ. Μπούσιος Λ. Τσιῶκος
314Π. Παπαδόπουλος ΝΘ. Χαβίνης Ν
315Κωνστ. Ἀλαβάνος Κ. Καλκάνης Ν
316Δ. Βοκοτόπουλος Μ. Τσαρλαμπᾶς Ν
317Μ. Δερλερὲς ΟΒ. Σκουλᾶς Ν
318Κ. Ἐμπειρῖκος ΟΕ. Φωτάκης Ν
319Π. Εὔριπαῖος ΝΧασὰν Ἀγᾶ Ζαδὲ Μου-
320Ν. Καμπάνης Οσταφᾶ Ν
321Π. Καμπάνης ΟἈν. Μπακάλμπασης Ν
322Περ. Μαζαράκης ΝΧαβοὺζ–Ὀσμᾶν Ν
323Κ. Ναυπλιώτης ΝΣουκρῆ–Μαμοὺτ–Ὄγλοῦ Ν
324Θ. Βαρβιτσιώτης ΝΦεχμη Χασὰν βέη Ζαδὲ
325Ν. Δ. Κουμάνταρος ΟΚ. Τελωνίδης
326Π. Παπαδᾶκος ΝἈθ. Σινόκας
327Δ. Πετρακάκος ΟΝικόλ. Βλιάμος Ν
328Γ. Φικιώρης ΝΣ. Μανταφούνης Ν
329Α. Ἀποστολίδης Θεμ. Σοφούλης Ν
330Ε. Γκλαβάνης ΝἘμ. Χατζηδάκης
331Α. Εὐφραιμίδης ΝΠ. Ἀλεξίδης Ο
332Β. Ζησιάδης ΟΑ. Ἀργυρὸς Ο
333Κωνστ. Θέος Δ. Δούκας Ν
334Ἀλ. Ἰωαννίδης ΝΑ. Λαζαρίδης Ν
335Δ. Καζάκης ΟΝ. Μανούσης Ν
336Κ. Καρτάλης Ν. Τερζόγλου Ν
337Ἀνδρ. Κόρακας Δημ. Φλωριᾶς Ν
338Σ. Μάξιμος ΟΠ. Μπούμπουλης
339Α. Μέρος ΝΚ. Πετσάλης Ν
340Κ. Σπυρίδης ΝΧρ. Ἀλαμανῆς
341Ν. Κοθρῆς ΝΣ. Ἀλεξιάδης Ο
342Ροῦσος Κούνδουρος ΟΠερ. Ἀλεξανδρῆς Ν
343Ε. Μοδάτσος ΝἈδὰμ Ἔξαρχος Ν
344Ε. Ζούκας ΝΙ. Βαλαλᾶς Ν
345Γ. Σίδερης ΝΦ. Δραγούμης Ο
346Σ. Ταλιαδοῦρος ΝΝ. Κυριακόπουλος
347Σωτ. Χατζηγάκης Σ. Λιούμπης
348Φ. Χρηστοδῆμος ΝΓ. Μόδης Ν
349Α. Ψάρρας ΟΔ. Τζίμας Ν
350Ι. Μάνος Ἀλ. Ξανθόπουλος Ν
351Ἀθ. Μιαούλης ΝΜ. Βολουδάκης Ν
352Σ. Σαχτούρης ΝΑ. Μητσοτάκης Ο
353Ν. Βελέντζας ΝΠ. Πολυχρονίδης Ν
354Σ. Γάτος ΝΓ. Σήφακας Ο
355Ἰωάν. Εὐταξίας Α. Ανδρεάδης Ν
356Σπ. Κρεμεζῆς ΝΒ. Κουκουρίδης Ν
357Εὐστρ. Μαλαμίδης ΝΘ. Πανταζίδης Ν
358Χ. Στεργιόπουλος ΝΑ. Παχνός Ν
359Ι. Τζίβας ΟΑ. Πολεμίδης Ν
360Θαλῆς Τσιριμῶκος ΟἈλ. Κανάρης
361Δ. Χατζῆσκος ΟΝ. Μαμπούνης Ν
362Ἑπομένως ἀμφότερα τὰ Ν. Διατάγματα ἐγέντο δεκτὰ
363κατ’ ἀρχήν.
364§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ ψήφισις κατ’ ἄρθρον.
365Ἄρθρον 1ον δεκτόν. Ἄρθρον 2ον δεκτόν.
366§9Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν δὲν
367ἔχει γίνει συζήτησις. Τὸ λέγω τοῦτο ὄχι διότι πρόκειται
368νὰ γίνῃ συζήτησις, ἀλλὰ διότι ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ὅτι κά-
369ποιος τῶν κυρίων βουλευτῶν θέλει νὰ κάμῃ μίαν παρατή-
370ρησιν σχετικήν. Νομίζω ὅτι εἶναι ἐν τάξει ἂν γίνῃ αὐτό.
371§10Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἡ συ-
372ζήτησις ἔχει κηρυχθῆ περαιωμένη, ἀλλὰ ἐὰν πρόκειται
373βουλευτής τις νὰ φέρῃ παρατήρησίν τινα, βεβαίως δὲν θὰ
374τὸν ἐμποδίσωμεν.
375§11Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
376ὑποστηριχθῇ ὅτι ἐθεωρήθη λήξασα ἡ κατ’ ἄρθρον συζή-
377τησις, χωρὶς ἀκόμη ν’ ἀναγνωσθῇ εἰς τὴν Βουλὴν οὐδὲν
378ἄρθρον. Τὸ λέγω τοῦτο, διότι εἷς ἐκ τῶν Κυρίων βουλευ-
379τῶν ἤθελε νὰ κάμῃ παρατηρήσεις τινάς. Κατὰ τὰ Κοινο-
380βουλευτικὰ ἔθιμα ἕκαστος βουλευτὴς ἔχει δικαίωμα κατὰ
381τὴν ψηφοφορίαν νὰ εἴπῃ ὀλίγας λέξεις δικαιολογῶν τὴν
382ψῆφον του.
383§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔπρεπε τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν
384θέλει νὰ κάμῃ, νὰ τὴν ἔκαμε κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συ-
385ζητήσεως.
386§13Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κατὰ
387τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα ἡ συζήτησις διεξάγεται κατ’ ἀρχὴν
388καὶ κατ’ ἄρθρον. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη ὁλόκληρος, δὲν
389μένει δὲ παρὰ ἡ ψηφοφορία κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον.
390Ἑπομένως δὲν ἠμποροῦμε νὰ φέρωμεν πάλιν τὴν συζήτησιν,
391διότι τότε θὰ ὑπάρχουν δύο συζητήσεις. Θὰ γίνῃ, λοιπόν,
392ψηφοφορία, ἀφοῦ ἔληξεν ἡ συζήτησις. Δικαιολογία τῆς ψή-
393φου ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ, ἀλλὰ δὲν θὰ γίνῃ διὰ τῆς ἀναπτύ-
394ξεως θεμάτων.
395§14Ν. ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΟΣ. Ἐγὼ παρῃτήθην εἰς τὴν κατ’
396ἀρχὴν συζήτησιν ὅπως λάβω τὸν λόγον εἰς τὴν κατ’ ἄρ-
397θρον, καθ’ ὅσον πρόκειται περὶ σοβαροῦ ζητήματος, ἀφο-
398ρῶντος τὴν οἰκονομικὴν ζωὴν τῆς χώρας, καὶ δὲν δύνασθε
399νὰ μὲ ἐμποδίσητε νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς κατ’ ἄρθρον
400συζητήσεως.
401§15Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐπειδὴ τὸ ζήτημα ἔχει γενικωτέ-
402ραν σημασίαν πῶς πρέπει νὰ λυθῇ, ἂς ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ
403περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν θὰ γίνῃ ἡ ψηφοφορία. Τὸ ἄρ-
404θρον τοῦ Συντάγματος λέγει τὰ ἑξῆς: «Τὰ ἀνωτέρω Ν. Δ.
405ὑποβάλλονται εἰς τὴν Βουλὴν μόλις θὰ ἐπαναληφθοῦν αἱ
406ἐργασίαι πρὸς κύρωσιν, ἡ ὁποία γίνεται διὰ ψηφίσεως εἰς
407μίαν μόνην ἀνάγνωσιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον».
408Καὶ ἡ μὲν ἀρχὴ συνεζητήθη καὶ ἐψηφίσθη.
409§16Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὄχι.
410§17Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ... ἡ δὲ κατ’ ἄρθρον δὲν ἐγένετο,
411διότι διὰ νὰ γίνῃ κατ’ ἄρθρον συζήτησις, θ’ ἀναγκασθῇ
412τότε, κατὰ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, ἕκαστος βουλευ-
413τὴς ἢ νὰ συζητήσῃ ἐὰν θέλῃ, ἢ δὲν θὰ συζητήσῃ καὶ θὰ
414ψηφίσῃ. Ἐφόσον δὲν ἀνεγνώσθη τὸ ἄρθρον καὶ δὲν ἦλθεν
415ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρὸς ἔγκρισιν, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα
416ν’ ἀρνηθῇ τὸν λόγον εἰς τὸν βουλευτήν, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ
417ὁμιλήσῃ ἐπὶ τῆς κατ’ ἄρθρον συζητήσεως. Ἐπιμένω εἰς
418τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, μόνον καὶ
419μόνον, διότι βλέπω ὅτι, ἀφοῦ ἐφάνημεν πρόθυμοι νὰ πα-
420ράσχωμεν πᾶσαν εὐκολίαν κατὰ τὴν ψήφισιν μᾶς ζη-
421τῆτε τώρα νὰ μὴ ἀσκήσωμεν ἓν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔ-
422χομεν.
423§18Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐπὶ
424τέσσαρας ἡμέρας διεξήχθη ἡ συζήτησις κατ’ ἀρχὴν καὶ
425κατ’ ἄρθρον. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν σήμερον δύο
426ψηφοφορίαι, μία κατ’ ἀρχήν, καὶ μία κατ’ ἄρθρον.
427§19Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ ζήτημα θὰ τεθῇ διὰ τὰ Νομο-
428θετικὰ Διατάγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι σύμφωνα πρὸς τὸ ἄρ-
429θρον 77 τοῦ Συντάγματος. Θὰ γίνωνται δύο συζητήσεις
430καὶ δύο ψηφοφορίαι ἢ ὄχι;
431§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι νομίζουν ὅτι ἐπερατώθη ἡ συζή-
432τησις καθ’ ὁλοκληρίαν, καὶ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον,
433παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσι.
434§21Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὸ Προε-
435δρεῖον νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ἀνέγνωσε τὰ ἄρ-
436θρα καὶ ἐγένετο ἐπ’ αὐτῶν συζήτησις.
437§22Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τὰ
438ἀνέγνωσαν οἱ βουλευταί. Παρακαλῶ ὅμως καὶ ἐγὼ τὸ Προε-
439δρεῖον νὰ βεβαιώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν κατὰ τὴν συζήτη-
440σιν, ἡ ὁποία διήρκεσεν ἐπὶ τέσσαρας ἡμέρας ἀνεγνώσθη εἰς
441τὴν Βουλὴν ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου.
442§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα ἐτέθη ὡς ἐτέθη καὶ ἐρω-
443τᾶται ἡ Βουλή, ἐὰν νομίζῃ ὅτι ἡ συζήτησις ἐξηντλήθη
444ὁλοκληρωτικῶς, κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον.
445Παρακαλῶ οἱ παραδεχόμενοι τοῦτο νὰ ἐγερθῶσι.
446(Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
447§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
448(Η Βουλὴ δέχεται ὅτι ἐξηντλήθη ἡ συζήτησις.)
449§25Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ἐφαρμόζεται ὁ Κανονισμός. Ἡ
450συζήτησις πρέπει νὰ διεξαχθῇ ἐπὶ τῶν ἄρθρων.
451§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐλήφθη ἀπόφασις ἤδη τῆς Βουλῆς.
452Ἐφάπαξ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυ-
453ρώσεως τοῦ ἀπὸ 10 Ν)βρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυ-
454ρώσεως τῆς ἀπὸ 27 Ὀκτωβρίου 1927 συμβάσεως
455περὶ παραιτήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλ-
456λάδος ἀπὸ τοῦ προνομίου τῆς ἐκδόσεως Τραπεζικῶν
457γραμματίων καὶ συστάσεως νέας Τραπέζης ὑπὸ τὴν
458ἐπωνυμίαν «Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος» καὶ τοῦ προσαρ-
459τωμένου τῇ συμβάσει Καταστατικοῦ τῆς Ἑλλάδος».
460§27ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν.
461(ψηφίζεται καὶ ἄρθρον καὶ σύνολον)
462§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφάπαξ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου
463νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 10 Ν)βρίου 1927
464Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ ἐν Γενεύῃ ὑπογραφέντος τῇ
46515 Σ)βρίου 1927 πρωτοκόλλου περὶ ἐγκρίσεως συν-
466άψεως δανείου λιρῶν Στερλινῶν 9.000.000».
467§29ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν.
468(ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον)
469§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως «περὶ
470τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς
471Βουλῆς».
472§31Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δικαιοῦμαι νὰ εἴπω, ὅτι διεξάγον-
473ται ἀντικανονικῶς αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς. Σήμερον ἦτο
474ἡμέρα ἐπερωτήσεων καὶ δὲν δύναται ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφα-
475σίσῃ ἄλλως, ἀλλ’ οὔτε ψηφοφορία νὰ γίνῃ, οὔτε καὶ δύ-
476ναται ἡ Βουλὴ νὰ μεταβάλῃ τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Ἐ-
477δέχθημεν ἡμεῖς, ἐξαιρετικῶς, θέλοντες νὰ διευκολύνωμεν
478τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ
479φύγῃ νὰ περιορισθῇ τὸ κύριον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔ-
480χει ἡ ἀντιπολίτευσις, τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου. Δυστυχῶς
481ἡ πλειονοψηφία τὴν παραχώρησιν αὐτὴν δὲν τὴν ἔλαβεν ὑπ’
482ὄψει καὶ ἐνόμισε, ὅτι ἔπρεπε νὰ παρίδῃ ὅλα τὰ δικαιώ-
483ματά μας. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς
484τὰς ἐπερωτήσεις.
485§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γνωρίζετε πολὺ καλά, ὅτι ἡ συζήτησις
486τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς προηγεῖται καὶ αὐτῶν τῶν ἐ-
487περωτήσεων. Ἄλλωστε αἱ τροποποιήσεις αὗται δὲν ἀφοροῦν
488τίποτε ἄλλο παρὰ τὴν προσαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ εἰς τὸ
489Σύνταγμα.
490§33Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τὸ γε-
491γονός, ὅτι ἡ συμπολίτευσις δίδουσα τὴν ὀρθὴν ἑρμηνείαν
492τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος παρεδέχθη ἀντιθέτους
493ἀντιλήψεις τοῦ ἀξιοτίμου ἡγέτου τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος,
494δὲν ἠμπορεῖ νὰ δημιουργήσῃ κατηγορίαν καταχρήσεων καὶ
495πιέσεων εἰς βάρος τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Καμμία ἀπολύτως
496δὲν ὑπάρχει διάθεσις ὅπως ἡ Βουλὴ μὴ ἐκτελέσῃ ἐν ὅλῃ
497της τῇ εὐρύτητι τὰ δικαιώματά της. Πρέπει νὰ ὁμολογή-
498σωμεν κατόπιν τούτου, ὅτι σήμερον εἶναι ἡμέρα κοινοβου-
499λευτικοῦ ἐλέγχου.
500Ματαιωθείσης τῆς συμφωνίας αὐτῆς, ὑποχρεωτικῶς θὰ
501εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτή-
502σεων. Μόνον, ἐφόσον θέλει ἡ Ἀντιπολίτευσις, δύναται νὰ
503γίνῃ ἐξαίρεσις. Ἐφόσον ὑπάρχει ἀντίρρησις, ἡ Βουλὴ ὀ-
504φείλει νὰ περιορισθῇ εἰς τὰ δικαιώματα, τὰ ὑπὸ τῆς Ἡμε-
505ρησίας Διατάξεως ὁριζόμενα.
506§34Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὀφείλω νὰ κάμω μίαν παρατήρη-
507σιν εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομι-
508κῶν, ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ δεκτὸν, ὅτι δύναται, κατὰ τὴν
509ἡμέραν τῶν ἐπερωτήσεων καὶ κατόπιν ἀποφάσεως τῆς
510Βουλῆς, νὰ τεθῇ ἕτερον ζήτημα ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Δια-
511τάξει, ἐκτὸς τῶν ἐπερωτήσεων, διότι, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει
512τῆς μειονοψηφίας δικαίωμα πρὸς ἔλεγχον δὲν θὰ ὑφίστα-
513ται. Ἡ πλειονοψηφία θὰ δύναται κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ ἐ-
514λέγχου, νὰ ἀποφασίζῃ ὅτι θὰ γίνεται συζήτησις ἄλλη. Λοι-
515πὸν κατὰ τῆς ἀρχῆς αὐτῆς, ἡ ὁποία φαίνεται, ὅτι εἶναι εἰς
516τὰς σκέψεις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν
517ἀντιτίθεμαι διαρρήδην.
518Ἐὰν σήμερον ἐγένετο ἡ ψηφοφορία, ἐγένετο διότι, κα-
519τόπιν τῆς συναινέσεως καὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, οἱ Κύριοι
520Βουλευταί, οἱ ἐγγεγραμμένοι εἰς τὰς ἐπερωτήσεις, δὲν
521ἠθέλησαν νὰ κάμουν χρῆσιν τοῦ δικαιώματός των. Διότι
522ὀφείλω νὰ προσθέσω, ὅτι καὶ ἂν ὅλη ἡ ἀντιπολίτευσις ἦτο
523σύμφωνος, ἐφόσον ὁ ἐπερωτῶν θέλει ν’ ἀναπτύξῃ τὴν ἐπε-
524ρώτησίν του, δὲν δύναται νὰ ἐμποδισθῇ. Λέγω τοῦτο, διότι
525εἶναι ἀνάγκη νὰ καθορίσωμεν τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς,
526τὰ ὁποῖα κυρίως εἶναι δικαιώματα ἐλέγχου ἀπὸ τὰ κυριώ-
527τερα. Λοιπόν, ἂς μὴ λέγωμεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ γίνῃ ὅ,τι ἐγέ-
528νετο. Ἡ ἀπόφασις ἡ σημερινὴ δὲν ἔχει καμμίαν σημα-
529σίαν. Ἐγένετο, διότι οἱ ἐπερωτῶντες βουλευταί, συνέστησαν
530ν’ ἀναβληθῇ ἡ ἐπερώτησίς των. Περαιτέρω δὲν δύναται νὰ
531γίνῃ τίποτε. Τοῦτο εἶναι ζήτημα κανονισμοῦ τῶν σχέσεων
532Συμπολιτεύσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως ἐν τῇ Βουλῇ. Ἑπο-
533μένως τώρα εἶναι ἀνάγκη νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Ἡμερη-
534σίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων.
535§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
536Ἡμερησίαν Διάταξιν
537τῶν Ἐπερωτήσεων.
538Πρώτη κατὰ σειρὰν ἔρχεται ἡ ὑποβληθεῖσα αἴτησις
539τοῦ κ. Ἰωσὴφ Κουνδούρου περὶ ἐξαιρέσεως τῶν μελῶν τῆς
540Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς κ.κ. Π. Τσιτσεκλῆ καὶ Κ. Καλ-
541κάνη.
542Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ρ. Κούνδουρος.
543§36Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοῦ
544κάμῃ τὴν τιμὴν νὰ μὲ ἀκούσῃ μετὰ προσοχῆς, ἀναπτύσ-
545σοντα τὸ περιεχόμενον τῆς αἰτήσεως περὶ ἐξαιρέσεως τῶν
546δύο συναδέλφων κ. κ. Καλκάνη καὶ Τσιτσεκλῆ. Ἡ αἴ-
547τησις αὕτη, κύριοι συνάδελφοι, πολὺ ὀρθῶς ἐχαρακτηρίσθη
548ὑπὸ τοῦ ἀντιπροέδρου τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς κ. Καμ-
549πάνη ὡς δικαστικὸν ἔγγραφον, ἀπευθυνόμενον πρὸς τὴν
550ὁλομέλειαν τῆς Βουλῆς καὶ ὡς τοιοῦτον θὰ σᾶς παρακα-
551λέσω νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς τὸ ἀναπτύξω. Ἐπὶ τῆς
552αἰτήσεως ταύτης ἀπεφάνθη ἤδη ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπή.
553Παραπονοῦμαι κατὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης τῆς ἀνακρι-
554τικῆς ἐπιτροπῆς, διότι ὑπῆρξεν αὕτη ἀναρμοδία διὰ νὰ
555λάβῃ τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε καὶ τὴν ἀπέρριψε,
556καὶ ὑπῆρξεν ἀναρμοδία, διότι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου, διὰ
557τοῦ ὁποίου συνέστη ἡ ἀνακριτικὴ αὕτη ἐπιτροπὴ κατὰ
558ῥητὴν διάταξιν αὐτοῦ, ἁρμοδία νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τῆς ὑπο-
559βαλλομένης αἰτήσεως εἶναι πάντοτε ἡ Βουλή. Εἰς τὰς δια-
560τάξεις τοῦ ἐφαρμοζομένου νόμου, κύριοι συνάδελφοι, ὑπάρ-
561χει ῥητὴ διάταξις εἰς τὸ ἄρθρον 41 ἐδάφιον 7 κατὰ τὸ
562ὁποῖον «οἱ ἕνεκα νομίμου λόγου κωλυόμενοι πρὸς ἄσκησιν
563τῶν διὰ τοῦ παρόντος ἐπιβαλλομένων δικαστικῶν καθη-
564κόντων βουλευταί, δηλοῦν τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν, ἥτις ἀπο-
565φασίζει περὶ αὐτῶν». Προκειμένου ἐπίσης, κύριοι συνά-
566δελφοι, περὶ τῶν Γερουσιαστῶν δικαστῶν, παρομοία διά-
567ταξις εἰς τὰς γενικὰς διατάξεις, ἐν ἄρθρ. 32 ἀναγράφει ὅτι
568ἡ Γερουσία ἐν ὁλομελείᾳ καὶ οὐχὶ ἡ Γερουσία ὡς Δικα-
569στήριον ἀποφαίνεται περὶ τοῦ ἐὰν εἶναι βάσιμος ὁ τυχὸν
570προτεινόμενος λόγος ἐξαιρέσεως. Εἶναι δὲ γνωστὸν εἰς
571πάντας τὸ ψήφισμα καθ’ ὅ, μέχρι τῆς συστάσεως τῆς Γε-
572ρουσίας, τὰς λειτουργίας καὶ ἁρμοδιότητας αὐτῆς ἀσκεῖ ἡ
573Βουλή. Ἀλλὰ ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ ἔκρινεν ἑαυτὴν ἁρ-
574μοδίαν καὶ ἔφθασε νὰ ἀποφασίσῃ ἐναντίον τῶν ῥητῶν τού-
575των διατάξεων τοῦ νόμου, ἐκ μόνου τοῦ συλλογισμοῦ ὅτι,
576ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει ἀκόμη τὸ Δικαστήριον καὶ ἐπειδὴ
577ὑπάρχει κίνδυνος ἀναβολῆς ἐνδεχομένης, ἐὰν, ὑποβαλλομέ-
578νης τοιαύτης αἰτήσεως, δὲν ὑπάρχει Βουλή, ἦτο ὀρθὸν νὰ
579ἐπιληφθῇ αὕτη. Πρόδηλον τὸ σφάλμα τῆς Ἐπιτροπῆς
580ὄχι μόνον ἐκ τῶν ἄνω ῥητῶν διατάξεων τοῦ νόμου, ἀλλὰ
581καὶ ἐκ τοῦ ὅτι ἐλλείπει σήμερον ἡ βάσις τοῦ αὐθαιρέτου
582συλλογισμοῦ της, διότι ὑπάρχει σήμερον Βουλή. Νομίζω
583ἀκόμη, ὅτι ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπή, περιοριζομένη ἁπλῶς
584καὶ μόνον εἰς ἀνακριτικὰ καθήκοντα, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα
585νὰ κρίνῃ αἰτήσεις ἐξαιρέσεως κατὰ τῶν ἰδίων μελῶν
586καὶ ὅτι ἁρμοδία καὶ ἐκ τούτου εἶναι ἡ Βουλὴ καὶ μόνον ἡ
587Βουλή. Διὰ τῆς ὑπὸ κρίσιν αἰτήσεως, κύριοι συνάδελφοι,
588ζητεῖται πρῶτον, ἡ ἐξαίρεσις τοῦ εἰσηγητοῦ κ. Καλκάνη.
589Καὶ ζητεῖται ἡ ἐξαίρεσις αὐτοῦ διὰ τὸν ἑξῆς ὡρισμένον
590λόγον. Ὀφείλω νὰ κάμω μίαν δήλωσιν σχετικήν. Ὅτι ὁ κ.
591Ἀντιπρόεδρος τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς παρεξήγησεν
592ἐν πολλοῖς, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, τὸ περιεχόμενον τῆς
593αἰτήσεως. Ἐγὼ προσωπικῶς ἐνδέχεται, νὰ μὴ ἔχω δυσ-
594πιστίαν, οὔτε πρὸς τὸν κ. Τσιτσεκλῆν οὔτε πρὸς τὸν κ.
595Καλκάνην, οὔτε πρὸς τὴν συνείδησιν αὐτῶν, οὔτε πρὸς τὴν
596ἐπιστημονικήν των κατάρτισιν. Ἀλλὰ οἱ λόγοι ἐξαιρέσεως,
597κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἔχουσι πάντοτε ἀφορμὴν καὶ δικαιο-
598λογίαν προσωπικὰς ἰδιότητας μόνον. Οἱ λόγοι ἐξαιρέσεως
599ἐτέθησαν ἐν τῷ νόμῳ κυρίως διὰ νὰ περιφρουρήσουν τὸ
600κῦρος τῆς Δικαιοσύνης. Κυρίως διὰ νὰ μὴ ἀφήσουν νὰ δημι-
601ουργηθῇ εἰς τὸν λαὸν καὶ εἰς τὴν Κοινωνίαν ἡ ἐντύπωσις
602μιᾶς ἀμφιβολίας διὰ τὴν ἀμερόληπτον κρίσιν τῶν Δικα-
603στῶν. Καὶ ἐγεννήθη, ἤδη, κύριοι, διὰ τὴν συγκεκριμένην
604ὑπόθεσιν ἡ ἀντίληψις αὐτή, εἰς ὁλόκληρον τὴν Ἑλληνικὴν
605Κοινωνίαν. Διότι, πρὶν ὑποβληθῇ ἡ αἴτησις αὕτη περὶ ἐξαι-
606ρέσεως, ἐγράφη πρὸ πολλοῦ ἤδη ἐν τῷ τύπῳ καὶ ὑπεστη-
607ρίχθη μετὰ σοβαρότητος, ὅτι δηλ. δὲν θὰ δύναται νὰ εἶναι
608ἀμερόληπτος ἡ κρίσις αὐτῶν τῶν κυρίων, ἀφοῦ, ὁ μὲν εἷς
609ὑπῆρξε συνήγορος τῶν καταδικασθέντων μεγάλων κατα-
610χραστῶν, ὁ δὲ ἄλλος ὑπουργὸς τῆς καταλυθείσης Κυ-
611βερνήσεως. Εἶναι ἄλλως τε φυσικὸν εἰς πάντα ἄνθρωπον
612νὰ ὑφίσταται ἕνα ἐπηρεασμόν, περὶ οὗ θὰ ὁμιλήσω ἀμέ-
613σως κατωτέρω. Καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ συμφωνήσητε
614μαζί μου περὶ τοῦ ὀρθοῦ καὶ δικαίου τῆς αἰτήσεως, ἐὰν
615μὲ παρακολουθήσητε ἀνασκοποῦντα ἐν ὀλίγοις τοῦ ἐξαι-
616ρετέου εἰσηγητοῦ τὸ μέχρι σήμερον ἔργον.
617Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, κύριοι συνάδελφοι,
618τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη ὑπέβαλε μίαν ἀνακοίνωσιν εἰς
619τὸ τότε λειτουργοῦν Ἀνώτατον Ἀνακριτικὸν συμβούλιον.
620Διὰ τῆς ἀνακοινώσεως ἐκείνης ἐζητεῖτο νὰ παραπεμφθοῦν
621ὁ κ. Πάγκαλος καὶ οἱ συνυπουργοί του ὡς αὐτουργοὶ μέν,
622ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἐκτελεσθέντας καταχραστάς, ὡς ἔνο-
623χοι δὲ ἀποπείρας φόνου, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς μὴ ἐκτελε-
624σθέντας καὶ δικασθέντας εἰς μικροτέραν τοῦ θανάτου ποι-
625νήν. Ἐπὶ τῆς ἀνακοινώσεως ἐκείνης συνῆλθεν, κύριοι
626συνάδελφοι, τὸ ἀνώτατον Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον καὶ ἐξέ-
627δωκε, συμφώνως πρὸς τὴν σχετικὴν συντακτικὴν πρᾶξιν,
628τὴν ὑπ’ ἀριθ. 9 ἀπόφασιν, τὴν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία χρονολο-
629γεῖται ἀπὸ 2 Ὀκτωβρίου 1926, καὶ ἡ ὁποία ἐδημοσιεύθη
630εἰς ὅλας τὰς ἐφημερίδας καὶ ἑπομένως ἐγένετο γνωστὴ εἰς
631ὅλους.
632Τώρα κύριοι, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω εἰς τὴν Βου-
633λήν, ὅτι συνήγοροι ἐκείνων, διὰ τοὺς ὁποίους κατηγορεῖται
634ἡ Κυβέρνησις Παγκάλου ἐπὶ φόνῳ, ὑπῆρξαν οἱ Καλκάνης
635καὶ Λαδᾶς.
636§37Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν ὑπῆρξα συνήγορος τοῦ κα-
637ταδικασθέντος εἰς θάνατον, καὶ ὁ μοναδικὸς λόγος τῆς
638αἰτήσεως εἶναι αὐτὸς ἀλλ’ εἶναι ἀβάσιμος, διότι τὰ πρα-
639κτικὰ ὁμιλοῦσι περὶ τοῦ ἐναντίου.
640§38Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις Κονδύλη, διὰ μιᾶς
641ἀνακοινώσεως ποὺ ἤσκει τὴν ποινικὴν ἀγωγήν, εὑρισκομέ-
642νη ἤδη εἰς χεῖρας τοῦ κ. Καλκάνη, κατηγόρει ἐπὶ φόνῳ
643τὸν κ. Πάγκαλον καὶ τοὺς συνυπουργούς του, ὅσον ἀφορᾷ
644τοὺς ἐκτελεσθέντας, καὶ ἐπὶ ἀποπείρᾳ διὰ τοὺς λοιποὺς
645μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ δι’ ἀπόπειραν κατὰ τοῦ καταχρα-
646στοῦ Ἀναγνωστοπούλου, τοῦ ὁποίου ὑπήρξατε σεῖς συνή-
647γοροι.
648Ὑπήρξατε συνήγορος τοῦ Ἀναγνωστοπούλου;
649§39Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Βεβαίως.
650§40Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸ ἔγγραφον
651τῆς ἀνακοινώσεως, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν μήνυσιν ὡς
652καὶ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστηρίου. Ὑ-
653πάρχει ἄρα εἰς τὰς χεῖρας ὑμῶν, κ. συνάδελφε, μή-
654νυσις, καὶ ἐπὶ ἀποπείρᾳ φόνου κατὰ τοῦ πελάτου σας, καὶ
655νομίζω, ὅτι, εἶναι φυσικόν, εἶναι ὑποχρεωτικὸν νὰ εἶσθε
656ἐπηρεασμένος κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατηγοροῦνται, ὅτι
657ἐφόνευσαν τοὺς συγκατηγορουμένους συντρόφους τοῦ πελά-
658του σας καὶ ἀπεπειράθησαν νὰ φονεύσουν καὶ αὐτὸν τὸν
659ἴδιον καταχραστὴν πελάτην σας. Καὶ εἶναι εὔλογον καὶ
660εἶναι πραγματικόν, ὅτι ἐγεννήθη παντοῦ μία ἀμφιβολία, ἡ
661ἀμφιβολία, ὅτι ὑμεῖς δὲν δύνασθε νά μὴ ἔχητε μίαν προ-
662κατάληψιν, ἕνα ἐπηρεασμόν. Ἔχω ἀκόμη, ἔντιμε κ. συνά-
663δελφε, εἰς χεῖρας μου ἐφημερίδα μὲ τὰς λαμπρὰς ἀγο-
664ρεύσεις σας, εἰς τὰς ὁποίας ἐθίξατε ὅλα τὰ ζητήματα, τὰ
665σχετικὰ μὲ τὸ Διάταγμα τῆς ἀγχόνης, ἐξ οὗ ἀποδεικνύε-
666ται ὅτι ἐξεφράσατε ἀπὸ τότε δημοσίᾳ γνώμην ὡρισμένην
667ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως εἰς ἣν ἐπεμείνατε νὰ εἶσθε ἀνακριτὴς
668καὶ ἣν ἐκ τῶν προτέρων ἐσχηματισμένην γνώμην, βεβαίως
669δὲν δύνασθε νὰ μεταβάλητε τώρα.
670Ὁ κ. συνάδελφος ἐξέθεσε τότε εἰς τὸ δικαστήριον ὅλα
671τὰ μέσα· ὑπεστήριξε τὴν ἀντισυνταγματικότητα τοῦ δια-
672τάγματος. Ἀλλὰ γεννᾶται μοιραίως, κ. συνάδελφε, ἡ ἐν-
673τύπωσις, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Εἰσηγητὴς τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπι-
674τροπῆς ἐν προκειμένῳ, εἶναι ἐπηρεασμένος ὑπὲρ τοῦ πελά-
675του του καὶ συνεχίζει καὶ ἐδῶ τὴν ὑπεράσπισίν του.
676§41Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπιτροπή, ἐξετάζουσα
677τὴν ἀνακοίνωσιν τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης,
678ἀπεφάσισεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ κατηγορία ἐπὶ ἀπο-
679πείρᾳ φόνου, ἀλλὰ μόνον ἐπὶ φόνῳ κατὰ τῶν ἐκτελεσθέν-
680των, μόνον δι’ αὐτὸ τὸ ἀδίκημα. Εἰς αὐτὸ τὸ ἀδίκημα ὁ
681κ. Καλκάνης δὲν μετέσχεν οὔτε ὡς συνήγορος.
682§42Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρόκειται περὶ μιᾶς δικογραφίας
683καὶ περὶ μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς δίκης.
684§43Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ διὰ διάφορα ἀδική-
685ματα. Ἡ ἐπιτροπή, καθ’ ὃ δικαίωμα εἶχεν, ἔδωκεν ἐντο-
686λὴν εἰς τὸν κ. Εἰσηγητὴν νὰ κάμῃ ἀνάκρισιν μόνον ἐπὶ
687φόνῳ διὰ τοὺς ἀπαγχονισθέντας.
688§44Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Συμφωνεῖτε μαζί μου, ὅτι ἡ ἀ-
689νακοίνωσις περιλαμβάνει καὶ ἀπόπειραν φόνου κατὰ τοῦ
690πελάτου τοῦ κ. Καλκάνη, εἶναι δὲ πρόδηλον, ὅτι ἂν ὑ-
691πάρχῃ φόνος κατὰ τῶν ἐκτελεσθέντων, ὑπάρχει ἀναμφι-
692βόλως ἀπόπειρα κατὰ καὶ τῶν λοιπῶν καταδίκων.
693§45Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἐγώ, κ. συνάδελφε, ἐδήλωσα κώλυμα
694εἰς τὴν ἐπιτροπήν, σχετικῶς μὲ τὴν ὑπόθεσιν τῆς ἀγ-
695χόνης.
696§46Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄντως, ὁ κ. Λαδᾶς ἐδήλωσε κώ-
697λυμα καὶ ἀπέσχε τῆς ἐπιτροπῆς, μολονότι ἡ ἐπιτροπὴ εἶ-
698πεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ παραμείνῃ, καὶ μολονότι οὐδεμία δύ-
699ναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία διὰ τὴν ἐντιμότητα καὶ ἀκε-
700ραιότητα τοῦ συναδέλφου κ. Λαδᾶ.
701§47Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὁ κ. Λαδᾶς, κ. συνάδελφε, ἐδή-
702λωσε τοῦτο: ὅτι ὑπῆρξε συνήγορος τῶν καταδικασθέντων
703εἰς θάνατον, διὰ τοὺς ὁποίους ἐγένετο ἤδη ἡ κατηγορία,
704ἐνῶ ἐγὼ ὑπῆρξα συνήγορος μὴ ἀπαγχονισθέντων, διὰ τοὺς
705ὁποίους ἀπεφάνθη ἡ ἐπιτροπή, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ γίνῃ
706κατηγορία ἐπὶ ἀποπείρᾳ φόνου, ἀλλὰ μόνον ἐπὶ φόνῳ.
707Πῶς θέλετε νὰ εἴπω, ὅτι παρέστην συνήγορος τῶν κατα-
708δικασθέντων εἰς θάνατον, ἐνῶ δὲν παρέστην;
709§48Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἐδηλώσαμεν κώλυμα καὶ οἱ τρεῖς, ὁ κ.
710Τσιτσεκλῆς, ἐγὼ καὶ ὁ κ. Καλκάνης. Ὁ κ. Τσιτσεκλῆς
711διότι ἐδημοσιογράφησεν, ἐγὼ διότι ὑπῆρξα συνήγορος εἰς
712τὴν ὑπόθεσιν, ὅπως καὶ ὁ κ. Καλκάνης. Ἡ ἐπιτροπὴ ἀ-
713πέρριψε καὶ τὰς τρεῖς αἰτήσεις καὶ εἶπεν, ὅτι ταῦτα δὲν ἀ-
714ποτελοῦν κώλυμα. Ὁ κ. Τσιτσεκλῆς ἐπέμεινεν καὶ ἀπε-
715σύρθη. Ἐπίσης καὶ ἐγώ. Ὁ κ. Καλκάνης ὅμως ἐδήλω-
716σεν ὅτι...
717§49Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀκριβῶς, ἡ ἐπιμονὴ τοῦ κ. συνα-
718δέλφου δύναται νὰ πολλαπλασιάσῃ τὰς παρεξηγήσεις. Εἰς
719τὴν αἴτησιν περιλαμβάνεται ἓν χωρίον ἀγορεύσεως τοῦ
720ἀειμνήστου Δημητρακοπούλου, ἐπὶ τοῦ ἐπηρεασμοῦ ὃν ὑ-
721φίσταται ὁ δικηγόρος (ἀναγινώσκει).
722§50Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Περιλαμβάνεται ἡ φράσις ὅτι ὑπῆρ-
723ξα συνήγορος.
724§51Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ὑπήρξατε συνήγορος ἐπὶ τῆς
725αὐτῆς δικογραφίας, ἐλάβετε μέρος καὶ ἐγνωμοδοτήσατε καὶ
726συμφέρον ἔχετε, διότι ἂν γίνῃ δεκτὴ ἡ τοῦ φόνου κατηγο-
727ρία, παρέπεται ὑποχρεωτικῶς καὶ ἡ τῆς ἀποπείρας φόνου
728τοιαύτη. Ὁ κ. συνάδελφος μὲ ἀναγκάζει μὲ τὴν ἐπιμονήν
729του ν’ ἀναπτύξω ἐνώπιον ὑμῶν, κ. Βουλευταί, καὶ τοὺς
730νομίμους ἑλιγμοὺς περὶ ἐξαιρέσεως. Ὁ νόμος μὲ τὸν ὁ-
731ποῖον παρεπέμφθη ἡ Κυβέρνησις Παγκάλου, δὲν ἀναφέρει
732εἰδικοὺς λόγους ἐξαιρέσεως, ἀλλὰ παραπέμπει εἰς τὴν Ποι-
733νικὴν Δικονομίαν, καὶ εἶναι γνωστὸν εἰς τοὺς νομικοὺς ἐξ
734ὑμῶν, ὅτι οἱ λόγοι ἐξαιρέσεων περιλαμβάνονται καὶ ἐν τῇ
735Ποινικῇ καὶ ἐν τῇ Πολιτικῇ Δικονομίᾳ καὶ ὅτι οἱ λόγοι ἐ-
736ξαιρέσεως, οἱ ἀναγραφόμενοι ἐν τῇ Πολιτικῇ Δικονομίᾳ, ἰ-
737σχύουσιν ἐπίσης ὑποχρεωτικῶς καὶ ἐν τῇ ποινικῇ δίκῃ
738κατὰ παγίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου νομολογίαν. Καὶ ἔχω προ-
739χείρους τὰς ὑπ’ ἀριθ. 218 (1913) καὶ 152 (1923) ἀποφά-
740σεις του.
741Κατὰ τὸ ἄρθρον 51 τῆς Ποιν. Δικ. ἐξαιροῦνται 1) οἱ
742ἔχοντες ἔμμεσον ἢ ἄμεσον ἢ καὶ πόρρωθεν ἀκόμη συμφέ-
743ρον εἰς τὴν ἔκβασιν τῆς δίκης· 2) οἱ ἰδιαιτέραν φιλίαν, ἔχ-
744θραν ἢ ἔριν· 3) ἐὰν ἔγινεν ἔνοχος ἄλλης ἀθεμίτου πρά-
745ξεως καὶ 4) ἐὰν ἔλαβεν μετοχὴν ἢ συνέπραξεν ὡς μέλος
746ἄλλου δικαστηρίου διὰ τὴν αὐτὴν πρᾶξιν κλπ.
747Κατὰ τὸ ἄρθρον 36 τῆς Πολ. Δικ. ἐξαιροῦνται ἐπίσης
7481) ἐὰν κατὰ τὴν αὐτὴν ὑπόθεσιν παρεστάθη ἢ μέλλει νὰ
749παρασταθῇ ὡς μάρτυς ἢ ὡς πραγματογνώμων ἢ πρὸ τοῦ
750διορισμοῦ του, εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν, ἐχρησίμευσε
751σύμβουλος, δικηγόρος ἢ διαιτητὴς ἢ ἔδωκε συμβουλήν·
7522) ἐὰν ὑφ’ οἱονδήποτε χαρακτῆρα διεξήγαγεν ἢ ἐξυπηρέ-
753τησε τὴν ὑπόθεσιν ἐξ ἧς προῆλθεν ἡ διαφορὰ καί, 3) ἐὰν
754διήγειρε τὴν ὑπόνοιαν προσωποληψίας.
755Σεῖς λοιπὸν ὑπήρξατε συνήγορος συγκατηγορουμένου
756κατὰ τοῦ ὁποίου ἐζητήθη ἡ εἰς θάνατον καταδίκη, ἐπὶ τῇ
757βάσει τοῦ Ν.Δ. δι’ ὃ κατηγορεῖται ὁ αἰτῶν, τὴν ὁποίαν ἀπε-
758τρέψατε σεῖς μὲ τὰ ἐπιχειρήματά σας καὶ τὴν ὑπεράσπι-
759σίν σας. Ἔχετε συμφέρον ὑπὲρ τοῦ πελάτου σας Ἐδώ-
760κατε γνώμην καὶ συμβουλήν. Διὰ σᾶς συντρέχουν πᾶσαι
761αἱ νόμιμοι αὗται περιπτώσεις τῆς ἐξαιρέσεως.
762§52Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν).
763Νομίζω ὅτι εἶναι χωριστοὶ οἱ λόγοι τῆς Πολιτικῆς Δικο-
764νομίας.
765§53Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπάρχουσι χωριστοὶ λόγοι, ἀλλ’
766ἡ νομολογία τοῦ Ἀρ. Πάγου δέχεται ὅτι, ἐπειδὴ οἱ τῆς
767Πολιτικῆς Δικονομίας λόγοι εἶναι μεταγενέστεροι, ἰσχύου-
768σιν ἐπίσης καὶ εἰς τὴν Ποινικὴν Δικονομίαν, καὶ τοῦτο ἐ-
769φαρμόζεται παγίως ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων.
770§54Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Καὶ ἂν ὑποτεθῇ πρὸς στιγμὴν
771αὐτό, ὁ εἰδικὸς νόμος 3998, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐρ-
772γάζεται ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπή, ἀναγράφει, ὅτι ὅπου
773δὲν γίνεται εἰδικὸς λόγος, ἡ Ἐπιτροπὴ ὀφείλει ν’ ἀνατρέξῃ
774εἰς τὴν Ποινικὴν Δικονομίαν.
775§55Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ φύσις τῆς δικαστικῆς δι-
776καιοδοσίας τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς εἶναι τόσον διάφο-
777ρος, ὥστε δὲν δύνανται νὰ ἰσχύουν αἱ διατάξεις περὶ ἐξαι-
778ρέσεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθοῦν, προκειμένου
779περὶ δικαστικῶν καθηκόντων τῶν βουλευτῶν, διότι ἡ
780προϋπόθεσις ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται ὁ νόμος, εἶναι ὅτι
781οἱ Βουλευταὶ κρίνουν πλέον ὡς πολιτικὸν Σῶμα. Κατὰ
782συνέπειαν, καὶ ἂν ὑπάρξῃ ἀντίθεσις πολιτικὴ καὶ προσω-
783πικὴ ἀντίθεσις, αὗται δὲν θὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν, διότι ὁ
784νόμος θέλει ὅπως οἱ βουλευταὶ δικάζουν. Αὔριον ὁ νόμος
785λέγει, ὅτι δικάζει ἡ Γερουσία. Δὲν ὑπάρχει τρόπος ν’
786ἀντικατασταθῇ ἕνας γερουσιαστής, ἐφόσον οἱ γερουσια-
787σταὶ δὲν ἠμποροῦν ν’ ἀντικατασταθοῦν. Ἀλλὰ τώρα ἐ-
788ξαιρετικῶς θὰ δικάσῃ μία Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, διότι
789μὴ λησμονῆτε, ὅτι τὴν ὁριστικὴν ἀπόφασιν θὰ τὴν
790ἐκδώσῃ ἡ Βουλή. Λοιπόν, ἡ λύσις τῶν δικαστικῶν κα-
791θηκόντων τῆς Βουλῆς, ἀποκλείει κάθε ἐφαρμογὴν οἱασδή-
792ποτε διατάξεως περὶ ἐξαιρέσεως. Βεβαίως μεταξὺ ὑμῶν
793τῶν βουλευτῶν ὑπάρχουν ἀντιθέσεις. Βεβαίως, διὰ νὰ ὑ-
794πάρχῃ μία κατηγορία ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐναντίον ἄλλων
795πολιτικῶν ἐναντίον πρώην Ὑπουργῶν, βεβαίως ὑπάρχουν
796ἀντιθέσεις καὶ μίση, ἀλλ’ ὁ νόμος λέγει ὅτι «ἡ Βουλή,
797ἀσκοῦσα δικαιώματα κυρίαρχου λαοῦ, δύναται νὰ περι-
798βληθῇ μὲ δικαστικὴν δικαιοδοσίαν». Οὕτως ἐχόντων τῶν
799πραγμάτων, δὲν νομίζω, ὅτι, μπορεῖ νὰ στηριχθῇ ἡ αἴτησις
800περὶ ἐξαιρέσεως. Θὰ ἐθεωροῦσα προτιμότερον νὰ ἀφεθῇ
801τὸ ζήτημα ἐν πλήρει ἐμπιστοσύνῃ, ὅτι οὐδεμία μεροληψία
802θὰ δύναται νὰ ὑπάρξῃ, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον πιστεύομεν ὅλοι
803διὰ τοὺς δύο συναδέλφους τὸν κ. Καλκάνην καὶ τὸν κ. Τσι-
804τσεκλῆν.
805§56Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔκαμα τὴν δήλωσιν καὶ τὴν
806ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐκ μέρους τοῦ ὁμιλοῦντος
807οὔτε καὶ ἐλαχίστη ὑπόνοια περὶ τῶν δύο ἐξαιρετέων. Ἀλλὰ
808νομίζω κ. Βουλευταί, ὅτι καὶ χάριν τῆς ἑλληνικῆς κοινω-
809νίας καὶ χάριν τῆς ἑλληνικῆς δικαιοσύνης ὀφείλομεν νὰ
810μὴ ἀφήσωμεν οὐδεμίαν σκιὰν εἰς τὴν σχετικὴν ἀπόφασιν,
811ἡ ὁποία θὰ ἐκδοθῇ. Καὶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, κ. συνάδελ-
812φοι, εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου νὰ συνεχίσω καὶ νὰ
813σᾶς πείσω, διατὶ νομίζω βάσιμον καὶ ἀποδεικνυομένην τὴν
814αἴτησιν ἐξαιρέσεως καὶ ἐκτὸς τῶν ἀνωτέρω νομίμων λόγων
815καὶ ἐκ τῆς μέχρι σήμερον τακτικῆς τοῦ κ. Εἰσηγητοῦ.
816Ἐνῶ ἡ Βουλὴ ἐγνώριζε πολὺ καλὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ ἀνω-
817τάτου ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου, τὴν ἀπαλλακτικὴν διὰ τὴν
818κατηγορίαν τοῦ φόνου, ὅπως καὶ διὰ τὴν ἀνατροπὴν τῆς
819τότε Κυβερνήσεως, ἐνῶ τὸ ἀνώτατον ἐκεῖνο ἀνακριτικὸν
820Συμβούλιον συνέστη διὰ τῆς ἀπὸ 7 Σ)βρίου πράξεως συν-
821τακτικῆς τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, πράξεως ἡ ὁποία
822κατωχυρώθη ἐπίσης διὰ τῆς συντακτικῆς πράξεως τῆς 22
823Σ)βρίου 1926, δημοσιευθείσης τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν ἐδημο-
824σιεύθη τὸ Σύνταγμα, καὶ διὰ τῆς συντακτικῆς αὐτῆς
825πράξεως οὐδὲν ἔνδικον μέσον συγχωρεῖται κατὰ τῆς ἀπο-
826φάσεως ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου, ἐν τούτοις ἀλλοία διε-
827τυπώθη γνώμη ἐκ μέρους τοῦ κ. Καλκάνη, ἐνῷ ἐπα-
828ναλαμβάνω, αἱ ἀποφάσεις τοῦ Α.Α.Σ. διὰ τῆς συν-
829τακτικῆς πράξεως ἀπετέλουν δεδικασμένον. Μετὰ δὲ τὴν ἔκ-
830δοσιν τῶν ἀποφάσεων διὰ τοῦ συντακτικοῦ ψηφίσματος τῆς
83120 Δ)βρίου 1926, ἡ ἀσκοῦσα συντακτικὰ δικαιώματα τότε
832Βουλή, ἐπεκύρωσεν ὡς εἶχον ἀμφοτέρας τὰς συντακτικὰς
833πράξεις τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη. Οὕτω περιεβάλλομεν
834ἡμεῖς οἱ ἴδιοι μὲ ἀπόλυτον κῦρος τὰς ἀποφάσεις τοῦ
835ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου. Καὶ ὑπάρχει πρότασις τοῦ ψηφί-
836σματος τῆς 20 Δ)βρίου εἰς τὴν ὁποίαν ἡ τότε Κυβέρνησις
837ὅλων τῶν κομμάτων, ἀναφέρει ἐπὶ λέξει τὰ ἑπόμενα. «Τὸ
838Ἀνωτ. ἀνακρ. Συμβούλιον ἤρχισεν τὰς ἐργασίας του καὶ
839λειτουργεῖ μέχρι σήμερον, ἐνεργοῦν μετὰ πάσης ἐπιμελείας
840καὶ εὐθύτητος τὸ ἀνατεθὲν αὐτῷ ἔργον». Τὴν αὐτὴν πε-
841ποίθησιν περὶ τοῦ κύρους καὶ τῆς ἀμεροληψίας τοῦ ἀνω-
842τάτου Δικαστηρίου ἐξέφρασε καὶ ἡ Κυβέρνησις Κον-
843δύλη εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τῆς συντακτικῆς πρά-
844ξεως ἀναφέρουσα ὅτι «ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ της νὰ μὴν θεωρηθῇ
845σπεύδουσα ἡ δικαιοσύνη ἐπροτίμησε νὰ ἀναθέσῃ τὴν ἀνά-
846κρισιν εἰς τὰς κορυφὰς τῆς τακτικῆς δικαστικῆς ἱεραρχίας.
847Ἐφόσον λοιπὸν αἱ συντακτικαὶ πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἐπικυρώ-
848θησαν παρ’ ἡμῶν ὅτε ἀκόμη ἠσκοῦμεν συντακτικὰ δικαιώ-
849ματα διὰ τοῦ ψηφίσματος τῆς 20 Δ)βρίου 1926.
850§57Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Μοῦ φαίνεται ὅτι διαφεύγῃ τῆς μνή-
851μης ὑμῶν, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἄλλο ψήφισμα, καθ’ ὃν χρόνον
852ἐπεράτωνε τὰ συντακτικὰ καθήκοντά της ἡ Βουλή, κατὰ
853τὸ ὁποῖον, τὰ συντακτικὰ ψηφίσματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀνάγ-
854κην τροποποιήσεως, δύναται νὰ κρίνῃ καὶ τροποποιήσῃ διὰ
855νόμου. Ὁ νόμος δὲ ὁ σημερινός, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δικά-
856ζομεν καὶ προβαίνομεν εἰς ἐνέργειαν ἀνακρίσεων, εἶναι νό-
857μος μεταγενέστερος τοῦ ψηφίσματος. Διὰ τοῦ ψηφίσματος
858αὐτοῦ, τροποποιηθέντος συνταγματικώτατα, διὰ τοῦ νόμου
859τὸν ὁποῖον ἔχομεν νὰ ἐφαρμόσωμεν...
860§58Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐν τούτοις ὁ νόμος 3398 ὁ ἴδιος
861ἀναφέρει εἰς τὸ ἄρθρ. 48 § 3 ὅτι τὰ μέχρι τοῦδε ἐκδοθέντα
862ψηφίσματα τῆς Βουλῆς ἐν σχέσει μὲ τὰ ἀδικήματα αὐτά,
863διατηροῦν τὴν ἰσχύν των». Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου σεῖς δὲν
864ἐτροποποιήσατε ἀλλὰ ἀνετρέψατε καὶ τὴν συντακτικὴν
865πρᾶξιν καὶ τὸ συντακτικὸν ψήφισμα, διατάξαντες νέαν ἀνά-
866κρισιν, παρὰ τὰς ρητὰς διατάξεις των, αἱ ὁποῖοι μόνον ὡς
867πρὸς τὴν ἐκδίκασιν ἔδιδαν δικαιώματα ἀποφάσεως εἰς τὴν
868Βουλήν.
869§59Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Παρακάτω τί λέγει:
870§60Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ σᾶς διαβάσω τί λέγει. Πᾶσαι
871αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου. (Ἀναγινώσκει).
872Ἑπομένως μέχρι σήμερον παρεβιάσαμεν τὰ συντα-
873κτικὰ ψηφίσματα, τὰ ὁποῖα οἱ ἴδιοι ἐψηφίσαμεν, καὶ ἠκυ-
874ρώσαμεν ἀποφάσεις τοῦ Ἀνωτάτου Ἀνακριτικοῦ Συμβου-
875λίου τῶν ὁποίων τὸ κῦρος ἦτο ἀπρόσβλητον ἐκ συνταγμα-
876τικῶν πράξεων.
877Ἔχω τὴν ἀντίληψιν, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὸ δεδικα-
878σμένον τὸ ὁποῖον κατωχυρώθη διὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἀ-
879νωτάτου Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου, τὸ δεδικασμένον τὸ
880ὁποῖον κατωχυρώθη διὰ τοῦ ψηφίσματος τῆς 20 Δεκεμβρίου,
881δὲν ἠδύνατο εὐκόλως νὰ μεταβληθῇ διὰ τῆς διατάξεως τοῦ
882νόμου, δοθέντος μάλιστα, ὅτι ἡ σχετικὴ αἰτιολογικὴ ἔκθε-
883σις τοῦ νόμου τούτου 3398 ὃν ὑπέβαλεν ἡ παροῦσα Κυβέρ-
884νησις, ἀναφέρει, ὅτι εἰς τὰ βουλεύματα τοῦ Ἀνωτάτου
885Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου δὲν ἐδόθη ἰσχὺς ἀπόλυτος, ἀλλὰ
886ἐξυπακούεται, ὅτι ἐδόθη ἰσχὺς σχετική, διὰ τὰ βουλεύματα
887τοὐλάχιστον, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐκδοθῆ ἕως τότε, τὰ ὁποῖα
888ἡμεῖς ἐγνωρίζομεν καὶ ἐν γνώσει τῶν ὁποίων ἡ Βουλὴ
889ἐπεκύρωσε διὰ ψηφίσματος τὸ ἔργον τοῦ Ἀνακριτικοῦ
890Συμβουλίου. Ὥστε καὶ ἂν εἶχε δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ ψη-
891φίσῃ νόμον ἐναντίον τῶν συντακτικοῦ περιεχομένου πρά-
892ξεων καὶ ψηφισμάτων περὶ ὧν ὡμίλησα ἤδη, καὶ ἂν ἠδύ-
893νατο νὰ διατάξῃ νέαν ἀνάκρισιν, δὲν ἠδύνατο ποτὲ νὰ
894ἀκυρώσῃ τὸ δι’ αὐτῶν καθιερωθὲν δεδικασμένον. Δὲν ἠδύ-
895νατο ποτὲ ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς
896νὰ ἀκυρώσῃ δεδικασμένον δικαστικῶν ἀποφάσεων τοῦ Ἀνω-
897τάτου τῆς Χώρας Δικαστηρίου, δεδικασμένον, τὸ ὁποῖον ἐ-
898γνώριζε καὶ ἐσεβάσθη καὶ ἐπῄνεσεν ἡ Βουλή, δεδικασμέ-
899νον τοῦ ὁποίου ἡ πτῶσις παρασύρει μαζύ του καὶ τῆς
900Δικαιοσύνης τὸ κῦρος.
901§61Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν).
902Κύριε Πρόεδρε τὸν λόγον παρακαλῶ.
903§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε κ. Ὑπουργέ.
904§63Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν).
905Ἐκ τῆς γενομένης συζητήσεως εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
906οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως καὶ ὄχι εἰς τοὺς λόγους τῆς
907ἐξαιρέσεως. Πρέπει νὰ περιορισθῶμεν μόνον εἰς τοὺς
908λόγους τῆς ἐξαιρέσεως. Ἐὰν θέλετε μάλιστα νὰ μᾶς
909διαφωτίσητε, θὰ ἤθελον εἰδικῶς νὰ ὁμιλήσητε, κατὰ
910τὴν ἰδικήν σας πάντοτε ἀντίληψιν, καὶ ν’ ἀπαντήσητε
911εἰς τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος
912συνάδελφός μου ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργός, παρατή-
913ρησιν, ἡ ὁποία ἔχει τὴν δικαιολογίαν αὐτῆς εἰς τὰς συζη-
914τήσεις, τὰς ὁποίας διεξηγάγομεν καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐψηφίζο-
915μεν τὴν ἁρμοδιότητα, τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Γερουσίας διὰ
916τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἀδικημάτων τῶν κυβερνήσεων. Διὰ νὰ
917διευκολύνω δὲ ὑμᾶς εἰς τὴν διαφώτισίν σας, ζητῶ τὴν ἄ-
918δειαν νὰ προσθέσω δύο λέξεις.
919Κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἔλα-
920βον καὶ ἐγὼ τὸν λόγον καὶ ἀνέπτυξα τὰ ἑξῆς. Ὑπάρχουσι
921δύο θεωρίαι, ἢ δύο, ἂν θέλετε, σχολαὶ πρακτικῆς ἐφαρ-
922μογῆς ἐν τοῖς κοινοβουλευτικοῖς πολιτεύμασιν εἰς ὅ,τι
923ἀφορᾷ τὰς εὐθύνας καὶ τὰ ἀδικήματα τῶν Ὑπουργῶν.
924Ἡ μία εἶναι ὅτι ταῦτα εἶναι καθαρῶς νομικὰ ἀδική-
925ματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ δικάζῃ ἓν Δικαστικὸν Σῶμα
926Ἡ ἐκδοχὴ αὕτη ἐπεκράτησεν εἰς τὰ παλαιότερα Συντάγ-
927ματα, καὶ γνωρίζομεν, ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος, συγκροτούμενος
928καθ’ ὃν τρόπον εἰδικῶς ἐμνημόνευσεν ὁ νόμος, ἐδίκαζε τὰ
929τοιαῦτα ἀδικήματα.
930Ἡ ἄλλη ἐκδοχὴ εἶναι, ὅτι τὰ ἀδικήματα αὐτά, ὡς ἐκ
931τῆς φύσεως αὐτῶν καὶ ὡς ἐκ τῆς ἰδιότητος τῶν προσώπων
932τὰ ὁποῖα τὰ διαπράττουν, δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποστερη-
933θῶσι τοῦ κυρίου χαρακτηριστικοῦ αὐτῶν, ἤτοι τῆς πολιτι-
934κότητος. Κατὰ τὴν ἐκδοχὴν ταύτην δὲν εἶναι ἁρμόδια τὰ
935δικαστήρια, δὲν εἶναι κἂν συμφέρον διὰ τὴν δικαιοσύνην νὰ
936δικάζῃ τοιαῦτα ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα οὔτε εἶναι εὔκολον
937νὰ προσαρμόσῃ εἰς τὰς κοινὰς διατάξεις τῶν νόμων, οὔτε
938εἶναι εὔκολον ν’ ἀφήσουν τὴν δικαιοσύνην ἀλώβητον ἐν
939μέσῳ τῶν πολιτικῶν ἐρίδων, καὶ πρέπει ἓν πολιτικὸν
940Σῶμα νὰ δικάζῃ ταῦτα. Ἐμνημόνευσα τότε, ὅτι τὰ πολι-
941τικὰ Σώματα, τὰ ὁποῖα δικάζουν τὰ ἀδικήματα ταῦτα, ὁ-
942πλίζονται, ὄχι κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν
943φύσιν των ταύτην, μὲ ἐξαιρετικὴν δικαιοδοσίαν, καὶ εἶπον
944ὅτι ἡ Γαλλικὴ Γερουσία, ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ, δημιουρ-
945γεῖ δίκαιον. Καὶ ἀνέφερα τὰς τελευταίας δίκας τοῦ Μαλ-
946βὺ καὶ τοῦ Καγιώ, προσέθεσα δέ, ὅτι ἡ τοιαύτη δικαιοδο-
947σία, ἀσφαλίζει καλλίτερον τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας παρὰ τὰ
948Στρατοδικεῖα.
949Ἡ δευτέρα, λοιπόν, αὕτη ἐκδοχὴ τῆς πολιτικότητος τῶν
950ἀδικημάτων τούτων ἔγινε δεκτὴ ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν καὶ
951ἐτέθη εἰς τὸ Σύνταγμα ἡ διάταξις περὶ Γερουσίας, ἥν, ὡς
952ὅλοι γνωρίζομεν, κατ’ ἄλλο ψήφισμα ἀντικαθιστᾷ ἡ Βουλή,
953ἐφόσον δὲν συνεκροτήθη ἀκόμη ἡ Γερουσία.
954Ἐὰν δεχθῆτε, ὅτι αὕτη εἶναι ἡ ἀρχή, ἡ ὁποία μᾶς
955διέπει, θὰ εἶναι δύσκολον νὰ μᾶς πείσητε, ὅτι ἐφαρμόζονται
956ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ αἱ διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικο-
957νομίας. Ἐὰν ἐφηρμόζοντο αἱ διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δι-
958κονομίας καθ’ ὃ ἀνεγνώσατε μέρος εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν
959ὅπου εἶναι ἡ αὐτὴ κατηγορία καὶ αἱ αὐταὶ διατάξεις, θὰ ἦτο
960ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἀπολύτως ἀδύνατος ἡ συγκρότησις
961τῆς Γερουσίας ὡς Δικαστικοῦ Σώματος.
962Ἡ Ποινικὴ Δικονομία λέγει ὅτι (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν
963ἔχει μετὰ τοῦ ἀδικηθέντος ἢ τοῦ κατηγορουμένου ἰδιαιτέραν
964φιλίαν ἢ οἰκειότητα ἢ διάκειται εἰς ἔριν ἢ ἔχθραν...». Θὰ ἦτο
965ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ γίνῃ τοῦτο, ἐὰν εἶναι δύο μερίδες, ἡ
966μὲν μία φιλικῶς διακειμένη πρὸς τοὺς κατηγορουμένους, ἡ
967δὲ ἄλλη ἐχθρικῶς. Διὰ τοῦτο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς πα-
968ρεκάλουν, εἶναι νὰ συγκεντρώσητε τὴν ἀγόρευσίν σας
969ἀκριβῶς εἰς τὸ σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ
970τῆς Γεωργίας συνάδελφός μου, ἐὰν ἐκείνη ἡ διάταξις θὰ
971ἐφαρμοσθῇ εἰς ἓν δικαστήριον, τὸ ὁποῖον εἶναι Πολιτικὸν
972Σῶμα, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ χαρακτηρίζῃ ἡ πολιτικὴ τῆς
973ἀντιλήψεως καὶ ὄχι ἡ περιωρισμένη, εἰς δικαστήριον λέγω,
974τὸ ὁποῖον ἐτάχθη ὑπὸ τοῦ Συντάγματος νὰ ἵσταται ὑπε-
975ράνω τῶν προσώπων. Ἂν ἠθέλομεν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν
976διάταξιν αὐτήν, θὰ καταστήσωμεν ἀδύνατον τὴν ἐφεξῆς τι-
977μωρίαν οἱουδήποτε παραβάτου. Ἐπ’ αὐτοῦ ἤθελον νὰ ἐπιστή-
978σω τὴν προσοχήν σας.
979§64Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Κατὰ προσθήκην ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ
980νὰ εἴπω ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκ τῶν 35 παρελασάντων Ὑ-
981πουργῶν καὶ Ὑφυπουργῶν ἐνώπιόν της κατὰ τὴν Ποινι-
982κὴν Δικονομίαν, ἐθεώρησε σκόπιμον νὰ λάβῃ τὴν ἀπό-
983φασιν ὅπως ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν περιορισθῇ εἰς 9 μόνον.
984§65Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ αὐτὸ δικαιολογεῖ ἀκόμη πε-
985ρισσότερον τὴν αἴτησιν ἐξαιρέσεως τοῦ αἰτοῦντος, ὅστις
986ἐκρίνατε ὅτι ἔδει νὰ εἶναι μεταξὺ τῶν 9 τούτων, ἐνῶ ἐκ τοῦ
987Ὑπουργείου τὸ ὁποῖον διηύθυνε, μήτε τὸ Ν.Δ. τῆς ἀγχόνης
988μήτε καμμία ἄλλη δικτατορικὴ πρᾶξις ἐξεδόθη.
989§66Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἐνῷ ἂν ἐπρόκειτο περὶ τακτικῶν
990δικαστῶν, δὲν θὰ ἐγίνετο τοῦτο.
991§67Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Γίνεται, κύριοι, συζήτησις περὶ
992Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ πρὶν γίνῃ αὕτη συνιστᾶτο
993καὶ Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον, τοῦ ὁποίου ἐχειροκρότησατε
994τὴν σύστασιν καὶ τὴν ἐργασίαν.
995§68Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν).
996Ὄχι ἐγώ. Ἐγὼ εἶπον τοῦτο· ὅτι ἡ παραπομπὴ εἰς τὸ Ἀνώ-
997τατον Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον, ἀπετέλει ὑπεκφυγήν. Τοὐ-
998ναντίον οἱ κατηγορούμενοι ἔπρεπε νὰ δικασθοῦν εἰς τὸ
999Στρατοδικεῖον. Καὶ αὐτὸς ὁ Πάγκαλος, ὁ αὐτοχειροτονηθεὶς
1000εἰς ἀντιστράτηγον ἐν ἐνεργείᾳ καὶ αὐτὸς ἔπρεπε νὰ δικα-
1001σθῇ εἰς τὸ Στρατοδικεῖον, διότι εἶπον ὅτι αὐτὸ τοῦτο
1002ἐν τῇ πράξει εἶνε ἀντισυνταγματικόν.
1003§69Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐν τούτοις αἱ ἐκθέσεις ἀμφοτέ-
1004ρων τῶν Κυβερνήσεων ὧν μετέσχετε καὶ σεῖς ἐξῆραν καὶ
1005ἐπῄνεσαν τὸ ἔργον τοῦ Συμβουλίου ἐκείνου.
1006§70Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Τὸ Ἀνώτατον Ἀνακριτικὸν Συμβού-
1007λιον παραδόξως δὲν ἐνήργησεν, οὐδὲ κἂν μίαν ἀνακριτικὴν
1008πρᾶξιν. Ἐξέδωκε βούλευμα, χωρὶς νὰ ἐνεργήσῃ οὔτε μίαν
1009ἀνακριτικὴν πρᾶξιν. Δὲν ἐκάλεσεν οὔτε μάρτυρας.
1010§71Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πολὺ εὐλόγως ἑπομένως ὁ αἰτῶν
1011ἔχει τὴν ἀντίληψιν ὅτι, ἀφοῦ παρὰ πάντα γραπτὸν καὶ
1012ἄγραφον νόμον ἀπεκλήσθη αὐθαιρέτως ἀπὸ τὰς παρελ-
1013θούσας βουλευτικὰς ἐκλογάς, καταδικασθεὶς οὕτω ἐν δη-
1014μοκρατικῷ πολιτεύματι ἄνευ δίκης εἰς πολιτικὸν θάνατον,
1015τώρα πάλιν ὅτε εὑρισκόμεθα εἰς παραμονὰς νέων Γερου-
1016σιαστικῶν ἐκλογῶν, ἐπιδιώκετε παρὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ
1017Ἀνωτάτου Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου, παρὰ τὴν ἐπικύρω-
1018σιν τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις παρὰ τὸ
1019δεδικασμένον τῆς Δικαιοσύνης καὶ παρὰ τὸ κοινὸν αἴ-
1020σθημα, νὰ ἀποδώσητε εἰς αὐτὸν μίαν κατηγορίαν ἐπὶ φόνῳ
1021τῶν καταχραστῶν, μὴ στηριζομένην οὐδαμοῦ ἀλλοῦ παρὰ
1022μόνον εἰς τοῦ κ. Εἰσηγητοῦ τὴν ἐπηρεασμένην κρίσιν
1023μίαν κατηγορίαν ὅμως εἰς βαθμὸν κακουργήματος διὰ νὰ
1024στερήσητε καὶ πάλιν αὐτόν, ἄνευ δίκης, τοῦ δικαιώματος νὰ
1025πολιτευθῇ καὶ εἰς τὰς προσεχεῖς ἐκλογάς.
1026§72Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Θὰ μοῦ εἴπητε ὅτι ἡ πρότασίς μας
1027δὲν ἀποτελεῖ βούλευμα. Μοῦ λέγετε, παρακαλῶ, διατί ὑπε-
1028βάλατε αἴτησιν ἐξαιρέσεως κατὰ τοῦ κ. Καλκάνη;
1029§73Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως ἡ πρότασις τῆς Ἀνακριτι-
1030κῆς Ἐπιτροπῆς δὲν ἀποτελεῖ βούλευμα ἀλλὰ δημιουργεῖ
1031μίαν πραγματικὴν κατάστασιν, ἐμποδίζουσαν αὐτὸν νὰ πο-
1032λιτευθῇ καὶ νὰ κινηθῇ ἐλευθέρως. Ἀλλά, Κύριοι Συνά-
1033δελφοι, πρὶν ἢ ὑποβληθῇ ἡ αἴτησις αὐτή, οὔτε ἐγὼ οὔτε ὁ
1034αἰτῶν ἐγνώριζεν, ὅτι ὑπήρξατε συνήγορος, ἀλλὰ τὸ ἔμαθον
1035ἀπὸ τὸν τύπον ὁ ὁποῖος παρακολουθεῖ, ὅπως ἔπρεπε νὰ
1036παρακολουθῇ μετὰ τοῦ ἐνδιαφέροντος μετὰ τοῦ ὁποίου ὤ-
1037φειλε νὰ παρακολουθῇ τὴν κίνησιν ἐν σχέσει πρὸς τὴν
1038προκειμένην ὑπόθεσιν. Ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπή, λοιπόν,
1039εἰς τὰς παραμονὰς Γερουσιαστικῶν ἐκλογῶν, εἰσηγουμέ-
1040νου τοῦ κ. Εἰσηγητοῦ, λαμβάνει μίαν ἀπόφασιν ἣν δὲν
1041εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπικυρώσῃ ποτὲ ἡ Βουλή. Ἀλλ’ εἶναι
1042πάντως μία ἀπόφασις δημιουργοῦσα ὑποδικίαν εἰς βαθμὸν
1043κακουργήματος. Νομίζω, ὅτι παρ’ ὅλα τὰ λεχθέντα
1044παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, λόγῳ
1045τοῦ ὅτι ὑπάρχει μία ἀπόφασις τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ
1046Συμβουλίου, νομίζω, ὅτι εἶναι κοινὸν συμφέρον, ὅτι εἶναι
1047συμφέρον καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ μὴ ὑπάρ-
1048ξῃ οὐδεμία ὑπόνοια εἰς κανένα, διὰ τὴν ἀμεροληψίαν καὶ
1049τὴν εὐθύτητα τοῦ ἔργου τῆς ἀναζητήσεως εὐθυνῶν διὰ τὴν
1050Δικτατορίαν, καὶ συνεπῶς θὰ ἤμην εὐτυχὴς ἐὰν ἐδέχετο
1051ἡ Βουλὴ τὴν αἴτησιν ταύτην, εὑρίσκουσα τὴν διέξοδον
1052τὴν ὁποίαν νομίζει ὅτι δύναται νὰ εὕρῃ καὶ ἀποκαθιστῶσα
1053καὶ τῆς Δικαιοσύνης τὸ κῦρος.
1054§74Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἡ σκέψις τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐ-
1055πιτροπῆς ἐν τῇ διατυπώσει τῆς ἀποφάσεως εἶναι σύμφωνος
1056μὲ τὰ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας καὶ
1057τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι πρόκειται περὶ πολιτικοῦ Σώματος.
1058Ἄλλωστε ὁ κ. Κούνδουρος φυγοδικεῖ.......
1059§75Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Συνάδελφε, σᾶς λέγω καὶ
1060πάλιν, ὅτι ὅσον ἐπιμένετε νὰ μὲ διακόπτητε τόσον ἀπο-
1061δεικνύετε τὸ βάσιμον τῆς αἰτήσεως. Καὶ σᾶς προσθέτω
1062ὅτι δὲν φυγοδικεῖ, ὁ αἰτῶν, διότι δὲν τοῦ ἐκάματε οὐδε-
1063μίαν νόμιμον πρόσκλησιν, ἀλλ’ ἠρκέσθητε, καθ’ ἣν στιγμὴν
1064εὑρίσκετο ἀλλαχοῦ τῆς Κρήτης ἡ δὲ οἰκογένειά του ἦτο
1065εἰς τὸ Ἡράκλειον, εἰς τὴν τοιχοκόλλησιν μιᾶς προσκλήσεως
1066εἰς τὸν κλειστὸν πατρικόν του οἶκον εἰς Ἅγιον Νικόλαον
1067διὰ τοῦ κλητῆρος!
1068§76Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν).
1069Νομίζετε ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς πολιτικὸν ἄνδρα, τιμηθέντα
1070διὰ τῶν ἀνωτάτων ἀξιωμάτων ἐν τῇ Πολιτείᾳ, ἕνεκα
1071τοιούτων τυπικῶν ἐλλείψεων, τὰς ὁποίας ἀναφέρετε,
1072νὰ μὴ θέλῃ εὐθαρσῶς ν’ ἀπολογηθῇ, δι’ ἃς κατηγο-
1073ρίας ὀφείλει νὰ δώσῃ λόγον; Νομίζω ὅτι κακῶς ὑπερασπί-
1074ζετε τὸν ἄνδρα, ποὺ ὑποστηρίζετε διὰ τῶν τοιούτων ἐπι-
1075χειρημάτων.
1076§77Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἔχει ἀνάγκην ὑπερασπίσεως,
1077οὔτε φυγοδικεῖ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εὐθαρσῶς καὶ ἐν
1078πλήρει συναισθήσει τῆς ἀρετῆς του, ἐζήτησε διὰ τοῦ τύπου
1079ἐπιμόνως νὰ συστηθῇ δικαστήριον διὰ νὰ τὸν δικάσῃ.
1080§78Θ. ΧΡΥΣΟΒΕΡΓΗΣ. Μετὰ τὴν 1 Νοεμβρίου ἐδρα-
1081πέτευσε.
1082§79Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Χρυσοβέργη ἔμεινεν ἐπὶ ἕνα
1083ἔτος συνεχῶς εἰς τὴν πρωτεύουσαν (θόρυβος).
1084§80Θ. ΧΡΥΣΟΒΕΡΓΗΣ. Ἐδραπέτευσε.
1085§81Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι ὁ μόνος ἀπὸ τοὺς Ὑπουρ-
1086γοὺς τοῦ Παγκάλου, ὁ ὁποῖος ἐζήτησε νὰ συστηθῇ δικα-
1087στήριον ἀμέσως μετὰ τὴν πτῶσιν τῆς Δικτατορίας, ὁ ὁποῖος
1088ἔμενε πάντοτε εἰς τὴν πρωτεύουσαν, ἐνῷ ἄλλοι ἔφευγον
1089καὶ ἄλλοι ἐφυγοδίκουντο. Ἀλλὰ διατί ὁ θόρυβος αὐτός; Μή-
1090πως διὰ νὰ ἐπιβεβαιώσωμεν τὴν ὑπόνοιάν του, ὅτι πρό-
1091κειται νὰ δικασθῇ παρὰ τῶν πολιτικῶν του ἀντιπάλων
1092καὶ ὅτι ἡ ἀντιπάθεια αὕτη θὰ ἀντικαταστήσῃ εἰς τὴν προ-
1093κειμένην δίκην τὴν δικαιοσύνην;
1094§82ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἂς ἔλθῃ τότε νὰ λογοδοτήσῃ.
1095§83Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, ἐλογοδότησεν ἐπανειλημ-
1096μένως ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ εἶναι πρόθυμος
1097νὰ λογοδοτήσῃ καὶ σήμερον. Δὲν ἠρνήθη τοιοῦτόν τι,
1098ἀλλ’ ἀνακρινόμενος ἐκ νέου, μετὰ ἓν ἔτος σιγῆς, ἐπὶ τῶν
1099αὐτῶν κατηγοριῶν ἐπὶ τῶν ὁποίων τὸ ἀνώτατον τῆς
1100χώρας δικαστήριον τὸν ἠθῴωσεν, ἔχει ἀναμφιβόλως τὸ δι-
1101καίωμα νὰ ὑποβάλῃ τὴν αἴτησιν αὐτὴν καὶ νὰ ζητήσῃ
1102νὰ κριθῇ ἀμερολήπτως. Περιμένει ἀκριβῶς τὴν ἀπόφασιν
1103ἐπὶ τῆς αἰτήσεως. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ διὰ τοὺς φυγοδίκους
1104σχετικὴ διαδικασία, ἡ ὁποία δὲν ἐτηρήθη καὶ αὕτη, καὶ
1105παρὰ τὰ ἀνωτέρω ἐπιμένει ὁ κ. Εἰσηγητὴς νὰ τὸν θεωρῇ
1106φυγόδικον. Ἀλλὰ ὑποβάλλεται αἴτησις ἐξαιρέσεως ἐπίσης
1107καὶ διὰ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, κύριον Τσιτσεκλῆν. Ὁ
1108ἀξιότιμος καὶ σεβαστὸς συνάδελφος ἐξῄρεσεν τὸν ἑαυτόν
1109του ἀπὸ τὴν ἀγχόνην.
1110§84Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν).
1111Τί εἴπατε; Ἀπὸ τὴν ἀγχόνην;
1112§85Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀπὸ τὴν κατηγορίαν τῆς ἀγχόνης.
1113Ἀλλὰ παρέμεινεν ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατηγορίαν διὰ τὴν ἀνα-
1114τροπὴν τοῦ πολιτεύματος, διὰ νὰ κρίνῃ τοὺς ἰδίους κατη-
1115γορουμένους καὶ διὰ τὴν ὁποίαν κατηγορίαν ὑπάρχουν
1116παρόμοια βουλεύματα τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβου-
1117λίου, διὰ τῶν ὁποίων ἀπηλλάγη ἐπίσης ὁ αἰτῶν. Ἀλλὰ δὲν
1118τὰ ἐπικαλοῦμαι τώρα. Ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὴν οὐσιαστικὴν
1119συζήτησιν. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Τσιτσεκλῆς εἶναι μέλος τῆς
1120Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία διὰ τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ Παγ-
1121κάλου ὑπεχρεώθη εἰς παραίτησιν. Εἶναι ὑποχρεωτικῶς ὁ
1122ἀδικηθείς.
1123§86Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ὄχι, κύριε Συνάδελφε.
1124§87Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὰ εἶσθε τότε Ὑπουργός, κύριε
1125συνάδελφε.
1126§88Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν).
1127Καὶ ὅλη ἡ τότε πλειοψηφία τῆς Βουλῆς καὶ πᾶς βου-
1128λευτὴς ἠδικήθη.
1129§89Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἄλλο τὸ ζήτημα τοῦ Ὑπουρ-
1130γοῦ καὶ ἄλλο τοῦ βουλευτοῦ, διότι εἷς πολιτικὸς δύ-
1131ναται ν’ ἀναβαπτισθῇ εἰς τὴν κολυμβήθραν τῶν ἐκλο-
1132γῶν. Τοῦτο μάλιστα πρέπει νὰ ἐπιδιώκῃ πάντοτε ὁ εὐθὺς
1133καὶ ἄξιος πολιτευτής. Ὁ Ὑπουργὸς ὅμως δὲν ἔχει τὴν
1134αὐτὴν θέσιν, καθόσον δὲν ἐκλέγεται ἀπὸ τὸν λαόν. Ὁ κ. Τσι-
1135τσεκλῆς ἦτο τότε Ὑπουργὸς διὰ πρώτην φοράν, χωρὶς μά-
1136λιστα νὰ εἶναι βουλευτής, καὶ ἡ κοινὴ γνώμη πολὺ ὀρθῶς
1137θεωρεῖ ἀδικηθέντα τὰ πρόσωπα τῆς τότε Κυβερνήσεως. Νο-
1138μίζω, ὅτι ὁ κ. Τσιτσεκλῆς, ἀδικηθεὶς τότε, δὲν εἶναι δυνατὸν
1139νὰ ἔλθῃ νὰ κατηγορήσῃ, ἐφόσον μάλιστα μετὰ τοῦ τελοῦν-
1140τος ὑπὸ κατηγορίαν πολιτικοῦ ἀνδρὸς ἔλαβον χώραν μεταξύ
1141των καὶ ἔριδες καὶ ἐχθρότητες ἐν τῇ Βουλῇ καὶ δια-
1142ξιφισμοὶ κατόπιν ἐν τῷ τύπῳ. Ἀλλὰ ἀσχέτως πρὸς αὐτὰ
1143δὲν νομίζετε ὅτι θὰ ἔχῃ μεγάλην σημασίαν διὰ τὴν κοινὴν
1144ἀντίληψιν νὰ ὑπάρχῃ κατήγορος Ὑπουργὸς τῆς καταλυ-
1145θείσης τότε Κυβερνήσεως;
1146§90Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν δια-
1147κοπήν;
1148§91Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁρίστε.
1149§92Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ βούλευμα τῆς ἐπιτρο-
1150πῆς περιέχει κατηγορίαν, ὄχι μόνον διὰ τὴν διάλυσιν τῆς
1151Δʹ Συνελεύσεως, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλους λόγους. Διότι κατε-
1152πατήθη ὁλόκληρον τὸ πολίτευμα τῆς Χώρας, κατελύθη ὁ
1153κοινοβουλευτισμὸς καὶ πέραν τούτου. Συνελήφθησαν πο-
1154λιτικοὶ ἄνδρες, τοὺς ὁποίους ἀναφέρει ἡ πρότασις καὶ ἀπη-
1155λάθησαν εἰς τὰς νήσους. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε,
1156ἐὰν οἱ ἀκολουθοῦντες τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας καὶ ἀνα-
1157γνωρίζοντες αὐτοὺς ὡς πολιτικοὺς ἀρχηγοὺς τῶν κομμά-
1158των, δὲν θὰ ἦτο ἀναγκαῖον νὰ ἐξαιρεθῶσι, καὶ ἐὰν ἦτο
1159δυνατὸν νὰ νοηθῇ ἀπόφασις περὶ παραπομπῆς τοῦ κατη-
1160γορουμένου Παγκάλου, ἀφοῦ ἀπηλάθησαν καὶ ὁ κ. Καφαν-
1161τάρης καὶ ὁ κ. Παπαναστασίου καὶ ὁ κ. Μεταξᾶς. Εἶναι
1162δυνατὸν αἱ πτέρυγες αὗται, αἱ ἀκολουθοῦσαι τοὺς πολι-
1163τικοὺς ἀρχηγούς, νὰ εἴπωσιν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ δικά-
1164σωμεν τὸν Πάγκαλον, διότι ἀπηλάθησαν οἱ πολιτικοὶ
1165ἀρχηγοί;
1166§93Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς λέγομεν ὅτι θὰ
1167ἔπρεπε νὰ δικασθοῦν ἀπὸ τὸν λαὸν καὶ ὄχι ἀπὸ εἰδικὸν
1168δικαστήριον.
1169§94Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζετε, ὅτι μὲ τὸ ἐπιχείρημα
1170αὐτὸ θὰ κάμητε τὸν ἑλληνικὸν λαὸν νὰ πιστεύσῃ, ὅτι θὰ
1171δικάσητε εὐθύτερα;
1172Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὁ
1173προλαλήσας συνάδελφος, θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχον αὐτὴν τὴν
1174ἀντίληψιν, ἐὰν ὁ ὑπὸ κατηγορίαν, ἐζήτει τὴν ἐξαίρεσιν
1175ὅλων. Ἀλλὰ ζητεῖ τὴν ἐξαίρεσιν Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος νο-
1176μίζει, ὅτι περισσότερον παντὸς ἄλλου ἠδικήθη, ἀποπεμ-
1177φθεὶς ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον εἰς ὃ εἶχε τὸ πρῶτον τότε ἐγ-
1178κατασταθῆ.
1179§95Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Τότε ἐξαιρεῖται καὶ ὅλη ἡ διαλυ-
1180θεῖσα Βουλή.
1181§96Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, διὰ τοὺς εὐθεῖς
1182πολιτευομένους, ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι παρὰ
1183μία εὐκαιρία εὐχάριστος ν’ ἀναβαπτισθοῦν εἰς τὴν λαϊκὴν
1184ἐντολήν.
1185§97Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Καὶ διὰ τὸν Ὑπουργὸν τὸ ἴδιον
1186εἶναι.
1187§98Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑποστηρίζομεν ὅτι ὁ κατηγορη-
1188θεὶς τέως Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος γνωρίζετε ὅτι οὐδέποτε ἠρ-
1189νήθη τὰς εὐθύνας του καὶ ὁ ὁποῖος φέρει πάντοτε ὑπε-
1190ρηφάνως τὴν λευκότητα καὶ τήν πρὸς τὸ καθῆκον του
1191προσήλωσιν, ζητεῖ καὶ θέλει, κ. Βουλευταί, νὰ δώσῃ λό-
1192γον ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, ὅπως ἔδωκε λό-
1193γον καὶ ἐνώπιον τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστηρίου. Δὲν ἔχομεν
1194καμμίαν ἀμφιβολίαν διὰ τὴν εὐθύτητα τῶν μελλόντων νὰ
1195δικάσουν, ἀλλὰ θὰ θέλομεν νὰ μὴ ἔχῃ καμμίαν ἀμφιβο-
1196λίαν καὶ ὁ αἰτῶν καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Καὶ εἶναι τοῦτο
1197ἀσφαλῶς ἀπαραίτητον, διὰ τὴν ἐσωτερικὴν γαλήνην τῆς
1198Χώρας.
1199Θὰ σᾶς παρεκάλουν, κύριοι βουλευταί, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει
1200ὅτι παρὰ τὰ βουλεύματα τοῦ Ἀνωτάτου Ἀνακριτικοῦ
1201Συμβουλίου καὶ μετὰ ἓν ὁλόκληρον ἔτος σιγῆς καὶ σεβα-
1202σμοῦ πρὸς τὸ δεδικασμένον αὐτῶν ἐφθάσαμεν εἰς νέαν
1203ἀνάκρισιν, ἥτις ἐξετάθη εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε νὰ ἐγεί-
1204ρωνται ἀμφιβολίαι ἂν ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ κατοικεῖ
1205εἰς τὴν Ἑλλάδα, θὰ σᾶς παρεκάλουν νὰ κρίνητε μὲ ὅ-
1206σον τὸ δυνατὸν μεγαλυτέραν προσοχὴν τὴν συζητουμέ-
1207νην αἴτησιν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναστηλώσητε τὸ κράτος
1208τῶν νόμων καὶ νὰ κάμητε ὅ,τι ἐπιβάλλεται διὰ νὰ κατα-
1209στῇ δυνατὸν νὰ μὴ ὑπάρξῃ κανὲν παράπονον καὶ καμ-
1210μία ἀμφιβολία διὰ τὴν εὐθύτητα τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ὁ-
1211ποία ἰδιαίτατα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ πρέπει νὰ διαλάμψῃ
1212καὶ κατὰ τὴν δίκην τῆς Δικτατορίας Παγκάλου καὶ κατὰ
1213τὴν δίκην παντὸς ἄλλου πολιτικοῦ εἰς τὸ μέλλον, ἀφοῦ
1214ἀτυχῶς εἰς τὸ παρελθὸν δὲν ἔγιναν τοιαῦται δίκαι, παρὰ
1215τὸ ἐκκρεμοῦν εἰς τὴν Βουλὴν γνωστὸν ψήφισμα περὶ τῆς
1216εὐθύνης καὶ τῶν πρὸ τῆς Δικτατορίας Ὑπουργῶν.
1217§99Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἂς μοὶ
1218ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ σᾶς ὑποβάλω μίαν ἐρώτησιν, μο-
1219λονότι ἐγὼ δὲν εἶμαι νομικός. Ὑπὸ ποῖον τύπον ἀσχολεῖ-
1220ται ἡ Βουλὴ ἀπόψε διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο; Ἡ Βουλὴ δὲν
1221εἶναι δικαστήριον. Ἡ Βουλὴ θὰ συγκροτηθῇ εἰς δικαστή-
1222ριον, ὅταν τελειώσῃ ἡ ἀνάκρισις. Ἡ Βουλὴ ἀπόψε δὲν εἶ-
1223ναι δικαστήριον καὶ ἔπρεπεν ἡ αἴτησις αὕτη νὰ κριθῇ ἀπὸ
1224τὴν ἐπιτροπήν.
1225§100Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
1226§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κ. Σωτηριάδη.
1227§102Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Αὐτὸ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν
1228ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργός, εἶνε ἓν ἀπὸ τὰ ζητήματα τὰ λί-
1229αν συζητήσιμα, διότι πρὸ παντὸς προέχει ἡ ἄποψις, τὴν
1230ὁποίαν ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουρ-
1231γός. Τὴν αὐτὴν ἄποψιν ἐδέχθη καὶ ἡ Ἐπιτροπή, δηλ., ὅτι
1232οἱ λόγοι τῆς ἐξαιρέσεως εἰσὶν ἐντελῶς ἀσυμβίβαστοι πρὸς
1233τὴν διαδικασίαν, ἡ ὁποία καθιεροῦται ὑπὸ τοῦ εἰδικοῦ νό-
1234μου, ἐντελῶς ἀσυμβίβαστοι καὶ πρὸς τὴν φύσιν καὶ τὴν
1235προέλευσιν τῆς ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς, ὡς καὶ πρὸς τὴν
1236φύσιν τοῦ δικαστηρίου, ὅπερ θέλει κληθῇ νὰ ἐκδικάσῃ τὰ
1237ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ διαπραχθέντα ἀδικήματα καὶ ὅπερ θὰ
1238προέλθῃ ἐκ τῆς Βουλῆς, διότι τὸ δικαστήριον καὶ ἡ ἐπι-
1239τροπὴ κρίνουσιν ὡς πολιτικὸν Σῶμα καὶ οὐχὶ ὡς αὐστη-
1240ρὸν δικαστικὸν Σῶμα, οὐχὶ κατ’ αὐστηρὸν τύπον. Ὥστε
1241δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐφαρμογὴν πᾶσαι αἱ ἀφορῶσαι
1242ἀποκλειστικῶς τὰ ποινικὰ δικαστήρια διατυπώσεις.
1243§103Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Διατί εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν
1244αὐτήν; Πῶς εἰσῆλθεν ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν αὐτὴν
1245καὶ δυνάμει ποίας περιπτώσεως; Νομίζω ὅτι ἡ παράβασις
1246ὀφείλεται εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ἡ ἐπιτροπὴ ὁπωσδήποτε
1247εἰσήγαγε καὶ ἐζήτησε νὰ γίνῃ συζήτησις, ἀλλὰ διὰ ποῖον
1248λόγον τὸ ἔκαμε αὐτό;
1249§104Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἡ πρώτη καὶ κυρία ἄποψις, ἡ ὁ-
1250ποία ἔδει νὰ συζητηθῇ, εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἔθιξεν ὁ
1251ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, δηλ. ἂν χω-
1252ρῇ ἡ διάταξις περὶ ἐξαιρέσεως, προκειμένου περὶ Ἐπιτρο-
1253πῆς Ἀνακριτικῆς ἢ δικαστηρίου τὸ ὁποῖον προέρχεται ἀ-
1254πὸ πολιτικὸν Σῶμα, διότι, βεβαίως, ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι
1255ἐντελῶς ἀσυμβίβαστος πρὸς τὸ πνεῦμα τὸ κρατοῦν διὰ τὴν
1256ἐκδίκασιν τῶν τοιούτων ἀδικημάτων.
1257§105Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν).
1258Ἂν δὲν ἀπατῶμαι—καὶ σεῖς ἔχετε προχειρότερον τὸν νό-
1259μον—ὁ νόμος προνοεῖ περὶ μιᾶς ἐξαιρέσεως, ὅτι τὰ μέλη
1260τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς δὲν δύνανται νὰ εἶναι δι-
1261κασταί.
1262§106Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἐκ πρώτης ὄψεως καὶ ἐκ τῆς ὅ-
1263λης οἰκονομίας τοῦ νόμου, δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι δὲν
1264χωρεῖ ἐξαίρεσις τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἢ τοῦ δικασ-
1265τηρίου. Ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τῆς ὑπερασπίσεως εἶναι κατ’
1266ἐξοχήν θεμελιῶδες, εἶναι δικαίωμα ἱερόν. Θὰ ἠδύνατο
1267νὰ ὑπάρξῃ λόγος ἐξαιρέσεως, ὀφειλόμενος, ὄχι εἰς πολιτι-
1268κὰς ἐχθρότητας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀποτελοῦν λόγον ἐξαιρέ-
1269σεως, ἀλλ’ εἰς ἐχθρότητα καθαρῶς προσωπικήν. Λοιπόν,
1270λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἰς νόμον ὑπάρχει μία εἰδικὴ
1271διάταξις τοῦ ἄρθρου 38, κατὰ τὴν ὁποίαν ὅλαι ἐν γένει
1272αἱ διατάξεις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀ-
1273ναφέρονται ρητῶς εἰς τὸν νόμον αὐτόν, ἐφαρμόζονται καὶ
1274ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὡς ἐπίσης, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν
1275ὅτι αἱ διατάξεις περὶ ἐξαιρέσεως τῶν δικαστῶν, τῆς Ποι-
1276νικῆς Δικονομίας, δύνανται καὶ ἐν προκειμένῳ νὰ χωρή-
1277σωσι δυνάμει τῆς εἰδικῆς διατάξεως τοῦ νόμου τοῦ ἄρ-
1278θρου 38, ἡ Ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν, ὅτι θὰ ἔπρεπεν, εὐρύτερον
1279κρίνουσα, νὰ ἀσχοληθῇ περὶ τῆς αἰτήσεως ἐξαιρέσεως. Καὶ
1280ἡ Ἐπιτροπὴ κατέληξεν ὁμοψήφως εἰς τὴν ἀπόφασιν, ὅτι
1281ἁρμοδία ἦτο αὐτή, διότι ἂν ὑποτεθῇ ὅτι δὲν ἦτο ἁρμοδία
1282ἡ Ἐπιτροπή, ἀλλὰ θὰ ἦτο ἁρμοδία αὐτὴ ἡ Βουλή, ὅπως ὑ-
1283ποστηρίζετε, εἴτε τὸ δικαστήριον, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἐξου-
1284σιοδοτηθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς, τὸ ἔργον τῆς Ἀνακριτικῆς
1285Ἐπιτροπῆς θ’ ἀπέβαινεν ἐντελῶς ἄπρακτον τὴν στιγμὴν
1286κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐπήρχοντο διακοπαὶ τῶν ἐργασιῶν
1287τῆς Βουλῆς. Θὰ ἠδύνατο ὁ κατηγορούμενος ἐν τοιαύτῃ
1288περιπτώσει, διὰ μιᾶς αἰτήσεως περὶ ἐξαιρέσεως ν’ ἀνακό-
1289ψῃ τὸ ἔργον τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ θ’ ἀνεβάλ-
1290λετο πλέον τοῦτο, διὰ τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία θὰ πρόκει-
1291ται νὰ συγκληθῇ τὸ ἑπόμενον ἔτος.
1292§107Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν συντρέχει τοιαύτη περίπτω-
1293σις, τὴν ὁποίαν ἀναφέρετε, διότι ἡ Βουλὴ ὑπάρχει.
1294§108Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Λαμβάνω ὑπ’ ὄψει μου τὴν περί-
1295πτωσιν τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς διὰ νὰ
1296ἑρμηνεύσω τὸν νόμον. Διὰ νὰ ὑπάρχῃ ἁρμοδιότης τῆς
1297Βουλῆς, πρέπει νὰ καθιεροῦται αὕτη δυνάμει εἰδικῆς
1298διατάξεως τοῦ νόμου. Τοιαύτη εἰδικὴ διάταξις τοῦ νόμου
1299δὲν ὑπάρχει, προκειμένου περὶ τῶν μελῶν τῶν Γερουσια-
1300στῶν, οἱ ὁποῖοι ὑποβάλλουν πλέον οἱ ἴδιοι αἰτήσεις περὶ ἐ-
1301ξαιρέσεως. Δυνάμει τῆς εἰδικῆς αὐτῆς διατάξεως, κρίνει ἡ
1302Βουλή. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἐπιτροπὴ
1303ἐδέχθη, καὶ ἄριστα ἐδέχθη καὶ ὁμοψήφως, μὴ ὑπαρχούσης
1304οὐδεμιᾶς ἀντιλογίας, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ εἶναι ἁρμοδία νὰ κρί-
1305νῃ περὶ τῶν λόγων ἐξαιρέσεως, πρέπει νὰ προχωρήσῃ εἰς
1306τὴν κατ’ οὐσίαν ἐξέτασιν τῶν λόγων τῆς ἐξαιρέσεως. Δὲν
1307προβάλλεται διὰ τὸν κ. Καλκάνην ποσῶς λόγος ἐξαιρέ-
1308σεως. Διὰ τὸν κ. Τσιτσεκλῆν προβάλλεται ἡ ἀντίθεσις τῶν
1309πολιτικῶν φρονημάτων. Ἀλλ’ ἐάν, κύριοι συνάδελφοι, λαμ-
1310βάνεται ὡς λόγος ἐξαιρέσεως ἡ ἀντίθεσις τῶν πολιτικῶν
1311φρονημάτων, τότε, ὡς ὀρθότατα παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος
1312κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅλη ἡ Βουλὴ θὰ ἦτο ἐ-
1313ξαιρετέα, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ δικάσῃ τοιαῦτα ἀδι-
1314κήματα.
1315Ἀκριβῶς διὰ τὸν λόγον αὐτόν, ὅταν συνεζητεῖτο ὁ νό-
1316μος αὐτός, προέβαλα τὴν ἀντίρρησιν, τὴν ὁποίαν ὑπεστήρι-
1317ξα ἐνσυνειδήτως. Εἶπον, ὅτι ἀφοῦ τὰ Παγκαλικὰ ἀδικήματα
1318διεπράχθησαν, καθ’ ἣν ἐποχὴν δὲν ἴσχυεν ὁ νόμος αὐτός,
1319ἀλλ’ ἴσχυεν ὁ εἰδικὸς νόμος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, δίκαιον
1320θὰ ἦτο νὰ δικασθοῦν κατὰ τὴν διαδικασίαν, τὴν ὁποίαν ὥρι-
1321ζεν ὁ νόμος ἐκεῖνος, διὰ νὰ μὴ δοθῇ, εὐλόγως, τὸ παράπο-
1322νον εἰς τοὺς δικαζομένους νὰ εἴπωσιν, ὅτι ἕν πολιτικὸν
1323Σῶμα, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖται καὶ ἀπὸ μέλη ἀντιθέτων
1324πρὸς τούτους πολιτικῶν φρονημάτων, ἔκρινε τούτους δυσ-
1325μενῶς ἀπὸ προκαταλήψεις ὀφειλομένας εἰς τὴν ἀντίθεσιν
1326τοῦ φρονήματος. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἀντίρρησις τὴν ὁποίαν προέ-
1327βαλα τότε καὶ τὴν ὑπεστήριξα μὲ ὅλην τὴν θέρμην τῆς
1328ψυχῆς μου. Τώρα, ἀφοῦ ἔχομεν ἕνα ἄλλον νόμον, αὐτὸν
1329τὸν νόμον θὰ ἐφαρμόσωμεν.
1330§109Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Αὐτὰ ποὺ λέγετε εἶναι πολὺ ὀρθὰ
1331καὶ ἅγια, ἀλλὰ δὲν μοῦ λέγετε τὸ ἑξῆς: Ἐκλονίσθη τὸ
1332κῦρος τῆς Ἐπιτροπῆς κατὰ τὴν ἀντίληψίν σας; Πρὸ παν-
1333τὸς μᾶς ἐνδιαφέρει τοῦτο οὐσιαστικῶς, μᾶς ἐνδιαφέρει, ὅπως
1334ἡ ἀνάκρισις χαρακτηρίζηται ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ὡς μία πρᾶ-
1335ξις ἀνωτέρα παντὸς ἐπηρεασμοῦ. Σᾶς ἐρωτῶ νὰ μοὶ εἴπη-
1336τε, ἐπειδὴ ὑπήρξατε εἷς τῶν λαμπροτέρων Εἰσαγγελέων
1337τῶν Ἐφετῶν καὶ παρηκολουθήσατε τὰς δικαστικὰς πράξεις,
1338ἤθελον νὰ μοὶ εἴπητε τὸ ἑξῆς: ἐκλονίσθη εἰς τὴν κοινὴν
1339συνείδησιν τὸ ἔργον τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐξ ὡ-
1340ρισμένων λόγων, τοὺς ὁποίους καὶ σεῖς γνωρίζετε, ἢ ὄχι;
1341Καὶ ἂν ἐκλονίσθη, ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Βουλὴν πλέον,
1342μετὰ τὸν κλονισμὸν ἐκεῖνον, νὰ ἀφήσῃ ἑαυτὴν—διότι ἡ Ἐ-
1343πιτροπὴ ἐκπροσωπεῖ τὴν Βουλὴν—νὰ ἀφήσῃ τὸ κῦρος
1344αὐτῆς κλονιζόμενον;
1345§110Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ὄχι. Σᾶς παρακαλῶ. Ἐδῶ ἔχομεν
1346συγκεκριμένον ζήτημα. Ἔχομεν αἴτησιν περὶ ἐξαιρέσεως
1347ὡρισμένων μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ
1348σᾶς εἴπω ὅτι ἡ προσωπικότης τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ, ὡς καὶ
1349ἡ θέσις, τὴν ὁποίαν κατέχει εἰς τὸν δικηγορικὸν καὶ
1350δικαστικὸν κόσμον, ὡς καὶ ὁ κ. Καλκάνης, εἶναι τοιαύ-
1351τη, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ἀπὸ κανὲν
1352μέλος τῆς Βουλῆς καὶ ἀπὸ κανένα ἐκ τῶν πολιτῶν, ὅτι,
1353κατὰ τὴν ἐξάσκησιν τῶν καθηκόντων των, ἠδύναντο νὰ
1354ἐπηρεασθοῦν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἐκφράσωσι
1355μίαν γνώμην δυσμενῆ κατὰ τοῦ κατηγορουμένου, λελο-
1356γισμένως ἢ λεληθότως. Αὐτὸ λέγω καὶ τὸ εἶπον καὶ εἰς τὴν
1357Ἐπιτροπὴν καὶ φρονῶ, ὅτι αὕτη εἶναι ἡ κατ’ ἐξοχὴν λογι-
1358κὴ ἄποψις, ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπεν ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ
1359νὰ κατατρίβηται κατὰ τοιοῦτον τρόπον εἰς τὴν δίωξιν
1360προσώπων περισσοτέρων τοῦ προσήκοντος καὶ προσώπων
1361δευτερευούσης σημασίας. Διότι ἡ τοιαύτη ἐνέργειά της, οὐ
1362μόνον μειώνει τὸ κῦρος τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ καὶ παρεμ-
1363βάλλει ἐμπόδια εἰς τὴν ἔρευναν καὶ βεβαίωσιν σοβαρῶν
1364ἀδικημάτων, διαπραχθέντων ὑπὸ προσώπων διαχειρισθέν-
1365των τὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας. Διὰ τοῦτο ἔκρινα ἀνάξιον
1366τῆς ἐπιτροπῆς ν’ ἀσχολῆται, ἐὰν ὁ Ντερτιλῆς ἢ ὁ Ζέρβας
1367ἢ ἄλλος τις ἀνέτρεψε τό νόμιμον καθεστὼς τῆς Χώρας,
1368ὅταν τόσοι ἄλλοι, ἔχοντες καὶ δύναμιν πολὺ μείζονα τού-
1369των καὶ ἀξιώματα πολὺ ἀνώτερα ἐν τῇ Πολιτείᾳ, δὲν ἔ-
1370δωκαν λόγον δι’ ἀνατροπὴν τοῦ πολιτεύματος, εἰς ἣν, αὐτοὶ
1371πρὸ παντὸς ἄλλου, συνετέλεσαν. Καὶ ὑπεστήριξα εὐθὺς ἐξ
1372ἀρχῆς τὴν γνώμην, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀσχολη-
1373θῇ εἰς δύο μόνον ἢ τρεῖς θεμελιώδεις κατηγορίας ἀφο-
1374ρώσας τὴν διαρπαγὴν τοῦ Δημοσίου πλούτου, διότι
1375ὄντως ἔλαβε χώραν τοιαύτη διαρπαγή. Καὶ τοῦτο ἵνα
1376λάβῃ χώραν μία δημοσία διαδικασία, διὰ νὰ πεισθῇ
1377ἡ δημοσία γνώμη, ἂν πράγματι ἔλαβον χώραν καταχρήσεις
1378ἢ ὄχι. Καὶ ν’ ἀφήσωμε κατὰ μέρος τὰς κατηγορίας περὶ
1379ἀνατροπῆς τοῦ πολιτεύματος καὶ περὶ τῶν ἄλλων ἐκτρο-
1380πῶν, τῶν μὴ ἀναφερομένων εἰς καταχρήσεις τοῦ δημοσί-
1381ου πλούτου, διότι μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ἀπὸ ἐτῶν πολλῶν
1382ὑφίσταται μία ἀνωμαλία εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ἡ ὁποία
1383ἐξηκολούθει μέχρις ἐσχάτων καὶ δὲν εἶναι προσῆκον νὰ
1384διώξωμεν τοὺς μὲν διὰ πράξεις βίας, χωρὶς νὰ διώξω-
1385μεν καὶ τοὺς δέ. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ πε-
1386ριορισθῶμεν μόνον εἰς τὰ ἐγκλήματα κατὰ τοῦ Δημοσίου
1387πλούτου καὶ ν’ ἀμνηστεύσωμεν τὰ λοιπὰ ἀδικήματα, τ’
1388ἀφορῶντα πράξεις βίας.
1389§111Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν).
1390Περὶ τῶν ἐξαιρέσεων.
1391§112Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ὀρθότατα ἀπερρίφθησαν νομικῶς
1392καὶ οὐσιαστικῶς, νομικῶς δι’ οὓς λόγους σᾶς εἶπον, οὐσια-
1393στικῶς, δὲ διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι οἱ ἀντί-
1394θετα πολιτικὰ φρονήματα ἔχοντες, δύνανται ν’ ἀποτελέ-
1395σωσι λόγον ἐξαιρέσεως. Αὐτὸ εἶναι ἔργον συνειδήσεως.
1396Καὶ ὁ κ. Καλκάνης καὶ ὁ κ. Τσιτσεκλῆς ἔδειξαν πολλὴν
1397ἐπιμέλειαν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων των. Τὸ
1398συμπέρασμα τῆς ὁμιλίας μου εἶναι, ὅτι ἡ Βουλὴ ὀφείλει
1399νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶναι ἁρμοδία.
1400§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ μίαν μικρὰν διακοπὴν διὰ
1401τὴν ὑποβολὴν νομοσχεδίων.
1402Οἱ ἀξιότιμοι κ. κ. Ὑπουργοὶ Οἰκονομικῶν, Γεωργίας
1403καὶ Ἐξωτερικῶν καταθέτουν σχέδιον νόμου «περὶ ἐξαγο-
1404ρᾶς τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων ἀνηκόντων εἰς ξένους
1405ὑπηκόους».
1406§114Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν).
1407Ὑποβάλλω σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως Ἐμπορικῆς
1408συμβάσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Νορβηγίας».
1409Προσεχῶς θὰ καταθέσω καὶ σχέδιον νόμου κυροῦν τὴν
1410ἐμπορικὴν σύμβασιν, τὴν συναφθεῖσαν μεταξὺ Ἑλλάδος
1411καὶ Τσεχοσλοβακίας. Νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἁρμοδίαν
1412ἐπιτροπήν.
1413§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις. Τὸν λόγον
1414ἔχει ὁ κ. Καμπάνης.
1415§116Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἡ συζήτησις ἐπεξετάθη εἰς ἔδαφος
1416τοιοῦτον, ὥστε εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀντικρούσω ὅσα εἶπεν ὁ κ.
1417συνάδελφος ἐκ Κρήτης μετὰ περισσῆς εὐγλωττίας οὐχὶ
1418ὅμως καὶ μετὰ πειστικότητος καὶ ἐπιστημονικῆς ἀκριβείας.
1419Ὡς ὀρθῶς παρετήρησαν οἱ ἀξιότιμοι κ. κ. Ὑπουργοὶ τῆς
1420Γεωργίας καὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, τὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα
1421δημιουργοῦνται ἀπὸ πρόσωπα ἀσκήσαντα πολιτικὰ ἀξιώ-
1422ματα, καὶ δὴ ἀνώτατα, εἶναι ἐντελῶς ἀλλοίας φύσεως ἀπὸ
1423τὰ ἀδικήματα τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ νόμου.
1424§117Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Προτείνετε ζήτημα ἀναρμοδιότητος.
1425§118Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω,
1426ὅτι θὰ προσπαθήσω νὰ ἐξαντλήσω τὸ ζήτημα κατὰ τοι-
1427οῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ μείνῃ οὔτε ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβο-
1428λία, ὅτι δὲν ἔκριναν ὀρθῶς καὶ δὲν ἐσκέφθησαν ὀρθῶς. Πρό-
1429κειται νὰ πεισθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν οἱ κ. κ. Τσιτσεκλῆς καὶ
1430Καλκάνης ἐνήργησαν, ὅπως ἔπρεπε νὰ ἐνεργήσωσιν, ἢ
1431ὅλως ἀντίθετα πρὸς τὴν συνείδησίν των. Τὰ ἀδική-
1432ματα αὐτὰ εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ζητήματα πολιτικῆς φύ-
1433σεως καὶ δικάζονται κατὰ τοὺς νεωτέρους νόμους ἀπὸ
1434Σῶμα, κατ’ ἐξοχὴν πολιτικὸν καὶ ὄχι δικαστικόν. Ἐν
1435πάσῃ περιπτώσει καὶ ὅλαι αἱ ποινικαὶ δικονομικαὶ διατά-
1436ξεις, αἱ ἀναφερόμεναι εἰς τὰ κοινὰ ἀδικήματα, δὲν ἔχουσιν
1437ἐφαρμογὴν καὶ διὰ τοῦτο, ὅτε συνῆλθεν ἡ Βουλὴ καὶ
1438ἐψηφίσαμεν τὸν παρόντα νόμον, κατὰ τὴν συζήτησιν ἐ-
1439κείνην ἀνεκινήθησαν αὐτὰ τὰ ζητήματα καὶ ἡ Βουλὴ
1440ἀπεδέχθη τὸν νόμον, ὡς εἶχε διατυπωθῇ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτί-
1441μου Ὑπουργοῦ. Ὁ κ. Συνάδελφος, ὁ ὑποστηρίξας τὴν αἴ-
1442τησιν, ὡμίλησεν ἀπὸ στενῆς νομικῆς ἀπόψεως. Ἡ αἴτησις
1443περὶ ἐξαιρέσεως δύο μελῶν τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς,
1444ἔρχεται μετὰ τῆς αἰτήσεως τοῦ φυγοδικοῦντος κατηγορου-
1445μένου. Ἡ ἐπιτροπὴ ἤθελε λαβοῦσα ἀφορμὴν ἀπὸ τὴν αἴ-
1446τησιν, νὰ ἴδῃ, ἐὰν περιβάλλεται ἀπὸ ἐμπιστοσύνην καὶ
1447ἐὰν ἐνήργησεν ἄνευ προκαταλήψεως. Ὅταν ἐψηφίσθη ὁ
1448νόμος αὐτός, ἐλέχθη καὶ τότε ἀπὸ τὸν κ. Σωτηριάδην καὶ
1449Δαρδέρην, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρξῃ εἰδικὸν δικαστήριον ἐπὶ
1450τῇ βάσει τοῦ προϋπάρχοντος Συντάγματος διὰ νὰ εἶναι
1451βεβαία ἡ κοινωνία, ὅτι ὀρθῶς θὰ ἀπονεμηθῇ τὸ δίκαιον
1452εἰς τὸν Πάγκαλον. Ἀλλ’ ἐλησμόνησαν οἱ κ. κ. Συνάδελ-
1453φοι, ὅτι ὅταν διεπράχθησαν τὰ ἐγκλήματα δὲν ἴσχυε τὸ
1454παλαιὸν Σύνταγμα, ἀλλ’ ἴσχυε τὸ νέον, τὸ ὁποῖον εἶχε
1455ψηφισθῆ ἀπὸ τριακονταμελῆ ἐπιτροπήν, διότι ὡς θὰ ἴδητε
1456ἡ ἐπιτροπὴ δὲν θεωρεῖ αὐτὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα καὶ συν-
1457επῶς δὲν ζητεῖ λόγον ἀπὸ τοὺς συνεργάτας του. Ἡ
1458Βουλὴ ζητεῖ λόγον ἀπὸ τὸν Πάγκαλον, διὰ τὰς πράξεις του,
1459διὰ τὴν διάλυσιν τῆς Δʹ Συνελεύσεως καὶ τὴν μὴ προ-
1460κήρυξιν ἐκλογῶν. Καθ’ ὃν χρόνον ἴσχυε τὸ σύνταγμα τοῦ
1461Παγκάλου, πρὸς ἐκδίκασιν τῶν ἀδικημάτων αὐτῶν ἁρμο-
1462δία ἦτο ἡ Γερουσία.
1463Παρακαλῶ εἰς αὐτὸ νὰ προσέξῃ ἡ Βουλή. Ἡ Βουλὴ
1464δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ψηφίσῃ, ὅτι τὰ ἀδικήματα αὐτὰ θὰ
1465δικασθῶσιν ἀπὸ δικαστήριον εἰδικὸν εἴτε ἀπὸ τὸν Ἄρειον
1466Πάγον, εἴτε ἐξ ἀνωτάτων δικαστῶν, διότι εἶχεν ἐνώπιόν
1467της, ὄχι μόνον τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ
1468ὁποίου νομίμως ἀπεφάσισε καὶ ἐξέλεξε τὸ δικαστήριον
1469ἀπὸ τὴν Βουλήν, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Συντάγματος
1470τὸ ὁποῖον ἴσχυε τότε κατὰ τὸ ὁποῖον ἦτο ἡ Γερουσία ἁρ-
1471μοδία καὶ συνεπῶς ἡ Βουλὴ ἡ ἰδική μας διὰ τοῦ ἰδικοῦ
1472μας ψηφίσματος, ὥστε ὁ ἰσχυρισμὸς εἶναι ἀβάσιμος καὶ
1473κατ’ οὐσίαν καὶ συνταγματικῶς.
1474Ὅπως καὶ προχθὲς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω, τὸ
1475ζήτημα ἦλθεν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 55
1476τοῦ Συντάγματος. Ἐπὶ τῇ βάσει λοιπὸν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ
1477καὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ὁρίζεται ὅτι ἕκαστος τῶν
1478πολιτῶν δύναται νὰ ἀναφέρεται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ
1479παραπονῆται διὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον λόγον καὶ νὰ ἀνα-
1480πτύσσῃ τὴν ἀναφορὰν ὁ βουλευτής. Ἀλλ’ ἡ ἀναφορὰ τὴν
1481ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κατηγορούμενος Κούνδουρος, εἶναι ἐξ
1482αὐτῶν τῶν ἀναφορῶν ἢ εἶναι τελείως ἰδιαζούσης φύσεως,
1483ἢ εἶναι ἀναφορά, προκειμένου περὶ δικαστικῆς ἐνεργείας
1484διότι ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἐκλεγεῖσα ὑπ’ αὐτῆς οὐδὲν ἄλλο ἀπο-
1485τελεῖ εἰμὴ τὸν ἀνακριτὴν καὶ τὸν Εἰσαγγελέα καὶ τὸ
1486Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον θὰ παραπέμψῃ εἰς τὸ δικαστήριον;
1487Καθ’ ὃν λόγον δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐλέγξῃ ἡ Βουλὴ καὶ
1488νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ ἀναφορᾶς πολίτου τινὸς αἰτιωμένου δι-
1489καστικὸν βούλευμα ἢ ἔνταλμα συλλήψεως κατ’ αὐτὸν τὸν
1490τρόπον, δὲν ἔχει δικαίωμα ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς αἰτήσεως.
1491Καὶ πολὺ ὀρθῶς ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινω-
1492νίας ἐτόνισε τοῦτο. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ Ἐπιτροπὴ ἀσκεῖ μὲν
1493δικαστικὰ καθήκοντα ἀλλ’ εἶναι πολιτικὴ ἐπιτροπή, διότι
1494ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἐξελέγει καὶ εἰς αὐτὴν λογοδοτεῖ καὶ
1495παρὰ τῆς Βουλῆς ἕλκει τὰ δικαιώματα....
1496§119Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Ἀ-
1497σκεῖται ἔλεγχος ἢ εἰσάγεται αἴτησις περὶ ἐξαιρέσεως;
1498§120Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ὑπάρ-
1499χει κάποιο κενόν. Νομίζω ὅτι πάντοτε ἁρμοδία εἶναι νὰ
1500ἀποφασίζῃ ἡ Βουλή.
1501§121Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Δὲν ἔχετε δίκαιον. Δὲν ὑπάρχει κα-
1502νὲν κενόν. Ὁ νόμος εἶναι σαφής. Εἰς τὸ ἄρθρον 32, εἰς
1503τὰς Γενικὰς Διατάξεις ὁ νόμος ὁμιλεῖ περὶ ἐξαιρέσεων καὶ
1504λέγει «οἱ ἕνεκα νομίμου λόγου κωλυόμενοι πρὸς ἄσκη-
1505σιν κλπ... ἥτις ἀποφαίνεται περὶ αὐτῆς». Τὸ ἄρθρον 38—
1506καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχήν σας—λέ-
1507γει: «Εἰς ἃς περιπτώσεις κλπ.». Ἀλλ’ ἐδῶ ὁ νόμος ὁμιλεῖ
1508περὶ ἐξαιρέσεων. Καὶ τί ἦλθε νὰ εἴπῃ; Ἐγὼ δέχομαι λό-
1509γους ἐξαιρέσεως, μόνον προκειμένου περὶ τῆς δίκης.
1510§122Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι ἢ ὄχι δικαστικὰ καθήκοντα
1511τὰ καθήκοντα τοῦ ἀνακριτοῦ; Τὸ ἄρθρον 4 ὁμιλεῖ περὶ τῆς
1512δικαιοδοσίας τῆς Βουλῆς.
1513§123Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἔρχεται ἡ Βουλὴ εἰς τὸν νόμον
1514αὐτὸν καὶ λέγει: Σεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ εἶσθε
1515τοιοῦτοι, ὥστε σᾶς θεωρῶ ἀνικάνους, ἂν αἰσθάνεσθε λόγον
1516ἐξαιρέσεως εἴτε νὰ ἀνακρίνητε εἴτε νὰ δικάσητε ἀδική-
1517ματα ἐκ τῶν ὑπὸ τὴν κρίσιν σας, νὰ θελήσετε νὰ μετά-
1518σχητε τῆς Ἐπιτροπῆς. Καὶ σᾶς δίδω τὸ δικαίωμα
1519νὰ δηλώσητε τὸ κώλυμα. Ἐὰν δὲν δηλώσετε κώ-
1520λυμα, σημαίνει ὅτι αἰσθάνεσθε, ὅτι δύνασθε νὰ δικά-
1521σητε μετ’ ἀμεροληψίας καὶ εὐθυδίκως. Καὶ διὰ τοῦ-
1522το ρητῶς δὲν ὥρισε λόγους ἐξαιρέσεως προτεινομέ-
1523νους ἀπὸ τὸν κατηγορούμενον. Καὶ διὰ τοῦτο ὡρίσθη-
1524σαν μόνον λόγοι ἐξαιρέσεως προτεινόμενοι κατὰ τὴν δί-
1525κην ἀπὸ τὸν μέλλοντα νὰ δικάσῃ βουλευτήν. Ἀλλὰ περὶ
1526τῆς ἀνακρίσεως δὲν ὡμίλησεν, ὄχι, διότι δὲν ἠθέλησεν, ἀλλὰ
1527διότι ἠθέλησε νὰ τὸ ἀποκλείσῃ. Ὄχι μόνον τοῦτο, κ. Βου-
1528λευταί, ἀλλ’ εἶχε καὶ ἀπόλυτον πεποίθησιν ὁ νομοθέτης εἰς τὰ
1529ἐπιλεγόμενα πρόσωπα ὡς ἀντιπροσώπους τῆς ἐθνικῆς ἀντι-
1530προσωπείας, ἵνα ἀνακρίνουν. Ὥστε ὄχι μόνον λόγους ἐξαι-
1531ρέσεως δὲν ἐδημιούργησε δι’ αὐτούς, παρὰ μόνον ὅταν θε-
1532λήσουν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι νὰ δηλώσουν παραίτησιν, ὅπως γίνε-
1533ται πάντοτε καὶ προκειμένου περὶ τοῦ σπουδαιοτέρου δι-
1534καιώματος τοῦ ἀτόμου, τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, πε-
1535ριορίσθη εἰς τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς
1536καὶ δὲν ἠθέλησεν εἰς ἀνωτέραν ἀρχὴν νὰ δώσῃ τὸ δικαίωμα
1537νά παρεδρεύσῃ καὶ ἡ γνώμη της. Ὥστε ἀπὸ τοιαύτης ἀπό-
1538ψεως μόνον ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα, ἀπὸ μόνης στε-
1539νῆς δικαστικῆς ἀπόψεως καὶ ἀπὸ στενῆς ἑρμηνείας τοῦ Κα-
1540νονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ἁρμοδιότητα παν-
1541τάπασιν ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως, ὑπὲρ τῆς ὀρθότη-
1542τος ἢ μὴ αὐτῆς, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ Ἐπιτροπή. Ἀπὸ πάσης
1543ἀπόψεως δὲν ἔχει ἁρμοδιότητα ἡ Βουλή, ἐκτὸς ἐὰν θελήσῃ
1544νὰ αὐθαιρετήσῃ, ὅπως αὐθαιρέτως ἐγένοντο ὅλα ἐπὶ δικτα-
1545τορίας. Αὐτὰ εἶναι τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα εἶναι ὑπὸ τὴν
1546κρίσιν τῆς Βουλῆς, ἀπορῶ δὲ πῶς διακεκριμένος Συνάδελφος,
1547νομικός, ὁ κ. Κούνδουρος, ἠθέλησε νὰ τὸ περιορίσῃ ἐντὸς
1548τῆς δικαστικῆς ἀντιλήψεως αὐτῆς καὶ ἠξίωσεν ἀπὸ τὸν
1549κ. Πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἀπὸ τὸν κ. Καλκάνην,
1550ὅτι ἐφόσον πολιτικῶς ἐνδιαφέρονται, ἔπρεπε νὰ δηλώσουν
1551κώλυμα. Ἀλλ’ αὐτὸ ἠδύνατο νὰ τὸ ἐπικαλεσθῇ οἱοσδή-
1552ποτε ἄλλος καὶ ὄχι ὁ κ. Κούνδουρος, ὁ ὁποῖος ἄλλοτε ἦτο
1553Βασιλικὸς Ἐπίτροπος καὶ δὲν ᾐσθάνετο λόγους ἐξαιρέσεως.
1554§124ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οἱ γενναῖοι δὲν φυγοδικοῦν.
1555§125Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πάντοτε ἔκαμε τὸ καθῆκόν του,
1556χωρὶς οὐδέποτε νὰ παραλείψῃ αὐτό. Καταγιγνώσκει ἔλλει-
1557ψιν συνειδήσεως εἰς δύο μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, διακεκρι-
1558μένα καὶ περιβαλλόμενα ὑπὸ τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν λοιπῶν
1559μελῶν, χωρὶς αὐτὸ τὸ μέτρον νὰ τὸ εἶχεν ὑπ’ ὄψει ἄλλοτε
1560ὁ αἰτῶν τὴν ἐξαίρεσιν κατηγορούμενος δι’ ἑαυτόν. Λοι-
1561πόν, ὑποθέτω, ὅτι ἀπὸ ἐπιστημονικῆς καὶ συνταγματικῆς
1562ἀπόψεως ἐξηντλήθη τὸ ζήτημα. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ
1563Βουλὴ θὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι τελείως ἀναρμοδία νὰ ἐπιληφθῇ
1564τοῦ ζητήματος καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ἐπειδὴ οὕ-
1565τως ἢ ἄλλως ἡ κοινωνία εὑρίσκεται ἐν ὄχι πλήρει γνώσει
1566καὶ πλήρει ἀκριβείᾳ τῶν συμβαινόντων, παρακαλῶ τὴν
1567Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ὅπως μετὰ
1568τῆς αὐτῆς ἀμεροληψίας, μετὰ τοῦ αὐτοῦ θάρρους καὶ μετὰ
1569τῆς αὐτῆς εἰλικρινείας, νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς ἐργασίας
1570αὐτῆς τὰς ἀνακριτικάς, τὰς ὄντως δυσχερεῖς, ἵνα ἐξακο-
1571λουθήσωμεν τὰς ἐργασίας μας μετὰ μεγαλυτέρου κύρους,
1572διότι μόνον οὕτω θὰ ἐμπνευσθῇ καὶ ἡ πεποίθησις εἰς τὸν
1573λαόν, ὅτι ἡ Ἐπιτροπή, ὄχι μόνον δικαίως ἐνήργησεν, ἀλλ’
1574ὅτι καὶ ὄντως οὕτως ἔπρεπε νὰ ἐνεργήσῃ. Διότι ἡ Δι-
1575καιοσύνη δὲν πρέπει νὰ εἶναι, ἀλλὰ καὶ νὰ φαίνεται
1576τοιαύτη.
1577§126Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Νο-
1578μίζω, ὅτι καὶ ἐπ’ αὐτοῦ εἶναι ἀναρμοδία ἡ Βουλή, δηλ. ἡ
1579Βουλὴ δὲν δύναται ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς αἰτήσεως, ἀλλ’
1580ἐπίσης δὲν εἶναι ἁρμοδία ἡ Βουλὴ νὰ ἀνανεώσῃ τὴν ἐν-
1581τολήν της πρὸς τὴν Ἐπιτροπήν. Ἡ Ἐπιτροπὴ περιεβλήθη
1582μὲ κυριαρχικὴν ἐξουσίαν νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ ἔργον της.
1583Ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς Βουλῆς ἀναμφισβητήτως παραμένει
1584ἀκεραία. Μόνον μία σύστασις θὰ ἠδύνατο ν’ ἀπευθυνθῇ ἐκ
1585μέρους τῆς Βουλῆς, ὅπως φροντίσῃ τὸ ταχύτερον, ἀ-
1586σκοῦσα τὴν δικαστικήν της ἐξουσίαν, ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ
1587τῆς παραπομπῆς τοῦ προσώπου.
1588§127Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔκαμα εἰς τὴν Βου-
1589λὴν αὐτὰς τὰς δηλώσεις, ὅτι δηλ. ἡ ὑποβολὴ τῆς αἰτήσεως
1590τῶν κατηγορουμένων ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἡ ἀπόφα-
1591σις, ἡ ζητουμένη τῆς Βουλῆς, ὅτι εἶναι ἀναρμοδία νὰ ἐπι-
1592ληφθῇ αὕτη, δὲν σημαίνει ὅτι οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον, ἐμειώθη
1593ἡ ἀρχικὴ ἐμπιστοσύνη, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Βουλὴ πρὸς
1594τὴν Ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπήν.
1595§128Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Κύριε
1596Πρόεδρε, ἐγὼ νομίζω τὸ ἑξῆς, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἀπο-
1597φανθῇ, ὅτι ἐπιδοκιμάζει τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἀνακριτικῆς
1598Ἐπιτροπῆς.
1599§129Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ἐπρό-
1600τεινε νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, ὅτι καλῶς ἐνήργησεν ἡ Ἐπι-
1601τροπή. Ἐπ’ αὐτοῦ ἔχω ἀντιρρήσεις, δὲν θὰ ἐλάμβανον δὲ
1602τὸν λόγον.....
1603§130Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν).
1604Ἐπὶ ποίου θέματος ὁμιλεῖτε;
1605§131Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Ἐπὶ τῆς αἰτήσεως.
1606§132Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν).
1607Τὴν ὁποίαν ἀπέρριψεν ἡ Ἐπιτροπή. Ἐπ’ αὐτοῦ ἔχετε ἀν-
1608τίρρησιν;
1609§133Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω.
1610§134Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κύ-
1611ριε Συνάδελφε, διὰ νὰ μὴ συζητῶμεν ματαίως, νὰ ἐρωτηθῇ
1612ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς προτάσεως τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν
1613νὰ ὑποβάλω, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἀναρμοδία νὰ ἀποφανθῇ
1614ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ δεύτερον εἶναι ἀναρμοδία νὰ ἀποφανθῇ
1615ἢ νὰ ἐκφράσῃ τρόπον τινά, ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κοινο-
1616βουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἀναγνωρίζουσα δηλαδὴ ὅτι ἡ Κοι-
1617νοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἔχει κυρίαρχον ἐξουσίαν διὰ νὰ
1618ἐξετάσῃ τὰ Παγκαλικὰ ἀδικήματα.
1619§135Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Μάλιστα, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς
1620Γεωργίας ὑπέβαλεν ἄλλην πρότασιν.
1621§136Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἡ
1622Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἔχει ἀπεριόριστον ἐξουσίαν.
1623Ἐὰν κάθε ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ παρουσιάζεται εἰς τὴν
1624τελευταίαν, ἐμφανίζεται καὶ εἰς τὴν Βουλὴν, θὰ εἶναι ἀδύ-
1625νατον νὰ προχωρήσῃ ἡ Ἐπιτροπὴ εἰς τὴν ἐργασίαν της.
1626§137Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν).
1627Ἐὰν ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος, ἐὰν ἡ
1628Βουλὴ εἶναι ἁρμοδία νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῶν παρεμπιπτόν-
1629των ζητημάτων ἢ εἶναι ἀναρμοδία νὰ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐ-
1630τῶν, ἡ συζήτησις θὰ παραταθῇ ἐπὶ μακρόν. Θὰ προκύψω-
1631σι γνῶμαι διάφοροι, καὶ δὲν θὰ εἶναι καὶ πρακτικόν, διότι
1632ἐν τῇ οὐσίᾳ φαίνεται, ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι. Ποῖον εἶναι τὸ
1633θέμα, περὶ τὸ ὁποῖον ἐζητήθη νὰ ἀπασχοληθῇ σήμερον ἡ
1634Βουλή; Εἶναι, ἂν αἱ αἰτήσεις περὶ ἐξαιρέσεως καλῶς ἀπερ-
1635ρίφθησαν ἀπὸ τὴν Ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπὴν ἢ ὄχι καὶ ἂν
1636ἔχῃ λόγον τινὰ ἡ Βουλὴ νὰ διστάζῃ περὶ τοῦ ὅτι ἄριστα
1637ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ μέχρι τοῦδε ἐξετέλεσε τὸ καθῆ-
1638κόν της. Ἐπὶ τῶν δύο τούτων θεμάτων δὲν εἶδον, ἐγὼ τοὐ-
1639λάχιστον, πλὴν ἐλαχίστων διαφωνιῶν, νὰ ὑπάρξῃ οὐσια-
1640στική τις ἀντίρρησις. Νομίζω λοιπόν, ὅτι δὲν ἀξίζει τὸν κό-
1641πον νὰ καταπονούμεθα εἰς ἀκαδημαϊκὰς συζητήσεις ἄνευ
1642πρακτικοῦ ἀποτελέσματος. Δὲν ἀξίζει τὸν κόπον νὰ ἀπα-
1643σχολούμεθα περὶ τοῦ ἂν ἡ Βουλὴ ἔχῃ ἁρμοδιότητα ἢ δὲν
1644ἔχει ἁρμοδιότητα. Θὰ ἐπρότεινα νὰ περιορισθῶμεν ἕως
1645ἐδῶ, καὶ νὰ ἀσχοληθῶμεν εἰς τὰς ἄλλας μας ἐργασίας.
1646§138Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Ἀναμφισβη-
1647τήτως δὲν δυνάμεθα νὰ ἀφήσωμεν τὰ μέλη τῆς Ἀνακρι-
1648τικῆς Ἐπιτροπῆς, τῶν ὁποίων ζητεῖται ἡ ἐξαίρεσις, ἐκτε-
1649θειμένα. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι νὰ τὸ διατυπώσωμεν
1650κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ φέρωμεν εἰς τὴν Βου-
1651λὴν ζητήματα τοιαῦτα, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ἔχει δικαίω-
1652μα νὰ ἀποφανθῇ. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι πρέπει νὰ διατυ-
1653πωθῇ ὡς ἑξῆς ἡ πρότασις: ἡ Βουλή, πεποιθυῖα, ὅτι ἡ Ἀ-
1654νακριτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐκτελεῖ καλῶς τὸ καθῆκόν της, κη-
1655ρύσσει ἑαυτὴν ἀναρμοδίαν νὰ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτοῦ.
1656§139Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Εἶμαι
1657ὑποχρεωμένος νὰ διαφωνήσω πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. ἐπὶ
1658τῆς Συγκοινωνίας συνάδελφόν μου. Νομίζω, ὅτι ζήτημα
1659ἐμπιστοσύνης δὲν ἠμπορεῖ διὰ τὴν κοινοβουλευτικὴν Ἐπι-
1660τροπὴν νὰ ἐμφανισθῇ. Ὅταν ἡ Βουλὴ ἐκλέγει ἐπιτροπήν,
1661ἡ ἐπιτροπὴ ἐκτελεῖ τὸ καθῆκόν της· ἐὰν δὲν τηρῇ τὰς
1662προθεσμίας, εἶναι ἄλλο ζήτημα. Ζήτημα ὅμως ἐμπιστοσύ-
1663νης, διὰ μίαν κοινοβουλευτικὴν ἐπιτροπήν, δὲν ἠμπορεῖ νὰ
1664ὑπάρξῃ, διότι, ἐὰν τοῦτο ἐγίνετο δεκτόν, τότε ἀσφαλῶς
1665κάθε ἐνέργεια τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς θὰ ἦτο δυ-
1666νατὸν νὰ ἔλθῃ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς καί, φυσικά,
1667νὰ ἔχωμεν ζητήματα ἐμπιστοσύνης τῆς Ἀνακριτικῆς
1668Ἐπιτροπῆς καθ’ ἑκάστην. Ὥστε δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ
1669ἐκφράσωμεν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Ἐπιτροπήν. Ἀφοῦ ἐ-
1670ξελέγη ἀπὸ τὴν Βουλήν, φυσικὸν εἶναι νὰ ἔχῃ τὴν ἐμπι-
1671στοσύνην τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι ὑπῆρ-
1672ξαν διαφωνίαι καὶ ἔλθωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἡ Βουλὴ
1673ἔχει καιρὸν νὰ λάβῃ ἀπόφασιν ἐπ’ αὐτῶν. Κατὰ συνέ-
1674πειαν οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ ἐξετάζηται καὶ συνεχίζη-
1675ται ἢ ὄχι αὐτὴ ἡ ἐμπιστοσύνη. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον
1676ἐγὼ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ὡς βάσις, εἶναι τὸ ἑξῆς·
1677Ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ θεωρηθῇ εἰς τὸ μέλλον, ὅτι ἀπο-
1678τελεῖ τὸ δικαστήριον, ὅπως εἶναι καὶ τὸ δικαστήριον·
1679Κατὰ συνέπειαν, ὅταν αὐτὸ τὸ ἴδιον ἔχει ἀμφιβολίαν,
1680διὰ τὴν ἑρμηνείαν, διὰ μίαν συγκεκριμένην περίπτωσιν,
1681καὶ τὸ ἴδιον τὸ τμῆμα αὐτῆς εἰσάγει τὴν ὑπόθεσιν εἰς
1682τὴν Βουλὴν διὰ νὰ δοθῇ μία λύσις, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ
1683θεωρηθῇ ἡ Βουλὴ ἁρμοδία νὰ δώσῃ τὴν λύσιν.
1684Ἐπὶ τοῦ προκειμένου τί συνέβη;
1685Ὑπεβλήθη ἡ ἔνστασις καὶ ἡ ἔνστασις ἀπερρίφθη. Ἡ
1686Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν, ὅτι πρέπει τὸ ζήτημα
1687νὰ λυθῇ διὰ νὰ ὑπάρξῃ καὶ ἓν προηγούμενον δι’ ἀποφά-
1688σεως τῆς Βουλῆς.
1689Ἂς ἀφήσωμεν τὸ ζήτημα τῆς ἁρμοδιότητος τῆς Βου-
1690λῆς. Ἠμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ Βουλή, θεωροῦσα ὅτι
1691καλῶς ἀπεφάσισεν ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπή, εἰσέρχεται
1692εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
1693§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀλεξᾶτος.
1694§141Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Μὲ ὅλην τὴν ἐμπιστοσύνην τὴν ὁ-
1695ποίαν ἔχω πρὸς τὴν Ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπήν, ἐμπιστο-
1696σύνην τὴν ὁποίαν ἀναμφισβητήτως ἔχει καὶ ὁλόκληρος ἡ
1697Βουλή, ἀκόμη καὶ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ὑπέβαλε τὴν αἴτη-
1698σιν, καθὼς ἐδήλωσεν τοὐλάχιστον διὰ τοῦ παραστάντος
1699ἐνταῦθα βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπεστήριξε τὴν αἴτησιν,
1700παρ’ ὅλην λέγω τὴν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Ἀνακριτικὴν
1701Ἐπιτροπήν, ἐγὼ διαβλέπω ἓν νομικὸν σφάλμα εἰς τὴν
1702οὐσίαν τῆς ἀποφάσεως. Δὲν θέλω διὰ μιᾶς ἀποφάσεως
1703τῆς Βουλῆς, ἀποφάσεως διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἐκδηλωθῇ
1704ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν Ἀνακριτικὴν Ἐπι-
1705τροπήν, νὰ τηρηθῇ ἓν νομικὸν σφάλμα, τὸ ὁποῖον πι-
1706θανὸν νὰ ἔχῃ συνεπείας διὰ τὸ μέλλον. Διότι εἶναι
1707πιθανὸν καὶ εἰς τὸ μέλλον ὄχι ἄλλη Κοινοβουλευτικὴ
1708Ἐπιτροπὴ εἰς ἄλλας συνεδριάσεις καὶ ἐπὶ ἄλλων θε-
1709μάτων, ἀλλὰ ἐπὶ τῶν ὑπὸ κρίσιν ἐνώπιον τῆς Κοινο-
1710βουλευτικῆς ἐπιτροπῆς θεμάτων, εἶναι πιθανὸν νὰ ἐμ-
1711φανισθῶσιν παρόμοια ζητήματα, παρόμοιαι κατηγορίαι,
1712καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποπέσωσιν εἰς τὸ αὐτὸ νομικὸν
1713σφάλμα, τὸ ὁποῖον κύριοι Βουλευταὶ πιστεύσατε, ὅτι
1714καταρρακώνει τὸ κῦρος τοῦ Σώματος. Κατὰ τὸν νό-
1715μον, ἐκεῖ, ὅπου σιωπᾷ ὁ νόμος ὅσον ἀφορᾶ τὴν δια-
1716δικασίαν τὴν ἀνακριτικὴν καὶ τὴν μετὰ τὴν ἀνακριτικήν,
1717ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Καὶ
1718θὰ παρεκάλουν θερμῶς νὰ μοὶ εἴπητε εἰς ποίαν διάταξιν
1719τῆς Ποινικῆς Δικονομίας καθιεροῦται, ὅτι ἔχει ὁ φυγόδι-
1720κος τὸ δικαίωμα νὰ ἐξαπολύῃ μίαν ἔγγραφον αἴτησιν
1721πρὸς τὴν ἀνακριτικὴν ἐξουσίαν; Δι’ αὐτὸ ἐγὼ νομίζω, ὅτι
1722ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς δὲν
1723εἶχε τὸ καθῆκον οὐδὲ τὸ δικαίωμα, νὰ ἐπιληφθῇ αὐτῆς
1724τῆς αἰτήσεως, ἀλλ’ εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπῃ εἰς
1725τὸν κ. Κούνδουρον, ὅτι: Κύριε, ἐφόσον εἶσαι κατηγο-
1726ρούμενος, ὀφείλεις κατὰ τὸ δίκαιον τὸ ἰσχύον νὰ ἐμ-
1727φανισθῇς πρῶτον ἐνώπιόν μου καὶ τότε θὰ ἔχῃς τὸ δικαί-
1728ωμα νὰ ὑποβάλῃς οἱανδήποτε αἴτησιν θέλεις. Κακῶς
1729λοιπόν, ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπελήφθη τῆς αἰτήσεως. Ὁ κ. Καμ-
1730πάνης εἶπεν, ὅτι δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ἡ ἐπιτροπὴ τὴν
1731αἴτησιν, τὴν ὁποίαν...
1732§142Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Δὲν εἶπα ἐγὼ τέτοιο πρᾶγμα.
1733§143Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Ὅτι ἐκ τῆς αἰτήσεως ἐκείνης ἐλάβα-
1734τε ἀφορμὴν νὰ ἀνακινήσετε τὸ ζήτημα ἐκεῖνο περὶ τοῦ
1735ἐὰν χωρῇ ἢ δὲν χωρῇ....
1736§144Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Ἡμεῖς εἴπομεν ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ
1737καὶ μόνη ἡ Ἐπιτροπὴ εἶναι ἁρμοδία νὰ κρίνῃ. Ἔλαβεν ὅ-
1738μως ἀφορμὴν ἐκ τῆς αἰτήσεως αὐτῆς καὶ ἀπεφάσισε νὰ
1739φέρῃ τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ πολιτικῆς ἀπόψεως.
1740§145Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Ἐλάβατε ὑπ’ ὄψιν τὴν αἴτησιν,
1741διότι λέγετε «ἡ ἐπιτροπή, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψει τὴν αἴτησιν».
1742§146Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ὅτε ἤχθη πρὸς
1743συζήτησιν ἡ αἴτησις τοῦ κ. Κονδούρου, τὸ μόνον ζήτημα
1744τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησεν αὐτὴν ἦτο τὸ νομικόν. Καὶ ἐλέ-
1745χθη ἐὰν δύναται νὰ ἀκουσθῇ ὁ φυγόδικος, ἐὰν τοὐτέστιν
1746εἶναι νόμῳ ἐπιτετραμμένον νὰ ἀκουσθῇ. Εἶναι γνωστόν,
1747ὅτι οἱ φυγόδικοι δὲν ἀκούονται. Ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ ἀποβλέ-
1748πουσα εἰς τὴν πολιτικὴν σκοπιμότητα, θεωροῦσα ὅτι δὲν
1749πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς τὰ στενὰ ὅρια τοῦ πολιτικοῦ
1750ἢ ποινικοῦ δικαστηρίου, θεωροῦσα ὅτι εἶναι Σῶμα συγκε-
1751κροτημένον πολιτικῶς, θεωροῦσα ὅτι ἐκπροσωπεῖ τὴν ἐθνι-
1752κὴν ἀντιπροσωπείαν, ἠθέλησε, καίπερ φυγόδικον ὄντα, νὰ
1753τοῦ εἴπῃ, ὅτι, σὲ ἀκούει καὶ κρίνῃ τὴν αἴτησίν σου. Ἀπὸ
1754αὐτῆς τῆς ἀπόψεως ἐξετάσασα τὰ πράγματα ἡ Ἐπιτροπὴ
1755ἔκρινεν....
1756§147Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Μὴ λησμονῆτε ὅτι κατὰ τοιοῦτον
1757τρόπον ἤχθητε εἰς συμβιβασμὸν μὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔθεσεν
1758ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις. Διότι λέγει, ὅτι δέχετε νὰ παρου-
1759σιασθῇ ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς εἰς τὴν περίπτωσιν μόνον,
1760καθ’ ἣν ὡρισμένοι βουλευταὶ ἐξαιρεθοῦν τῆς Ἀνακριτικῆς
1761Ἐπιτροπῆς.
1762§148Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς αὐτό. Τὸ δια-
1763ψεύδω κατηγορηματικῶς.
1764§149Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ τὸ διαψεύδητε ὅσον
1765θέλετε, ἀλλ’ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια.
1766§150Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶσθε ὑποχρεωμένος νὰ δηλώ-
1767σετε πόθεν τὸ ἠκούσατε αὐτό. Εἶναι προσωπικὸν τὸ ζή-
1768τημα καὶ εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ κ. συνάδελφος νὰ εἴπῃ
1769πόθεν τὸ ἐπληροφορήθη. Τὸν Κούνδουρον τὸν ὑπερασπίζει
1770τὸ ἔργον του. Ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον του δὲν ἐξῆλθεν οὐ-
1771δεμία πρᾶξις παράνομος καὶ ἔρχεσθε σεῖς νὰ τὸν κάμετε
1772ὑπόδικον.
1773§151Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Δὲν ζητεῖ διὰ τῆς αἰτήσεώς του νὰ
1774ἐξαιρεθοῦν ὡρισμένοι βουλευταὶ καὶ δὲν δηλοῖ τὴν πρόθε-
1775σίν του μετὰ τὴν ἐξαίρεσιν αὐτῶν τῶν βουλευτῶν νὰ ἐμ-
1776φανισθῇ ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης; Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον
1777νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ αἴτησίς του, διό-
1778τι θ’ ἀποτελέσῃ τοῦτο ἕνα κακὸν προηγούμενον. Νομίζω,
1779λοιπόν, ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ, ὅτι εἶναι ἀναρ-
1780μοδία ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης αἰτήσεως.
1781§152Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Τὸν λόγον....
1782§153ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ θέμα εἶναι ἐξηντλη-
1783μένον.
1784§154Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι σύμφωνος ἡ Κυβέρ-
1785νησις.
1786§155Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν).
1787Ἐπὶ ἑνὸς καθαρῶς δικαστικοῦ ζητήματος πρέπει ἡ Κυ-
1788βέρνησις νὰ ἔχῃ μίαν γνώμην;
1789§156Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ μίαν
1790κατεύθυνσιν.
1791§157Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν).
1792Ἕκαστον ἐκ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως δύναται νὰ
1793δώσῃ μίαν γνώμην.
1794§158Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἄν ἡ Κυβέρνησις κατέληγεν εἰς
1795μίαν γνώμην, θὰ εἴχομεν φθάσει εἰς ἕν συμπέρασμα.
1796§159Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν).
1797Δὲν εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Κυβέρνησις νὰ παρουσιάσῃ μίαν
1798γνώμην. Δὲν πρόκειται περὶ κυβερνητικοῦ ζητήματος, ἀλλὰ
1799πρόκειται περὶ μιᾶς εἰδικωτάτης πράξεως, διὰ τῆς ὁποίας
1800ζητεῖται, τί; ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς Βουλῆς, ἐπειδὴ ἡ Ἐπι-
1801τροπή, ἡ ὁποία ἐξελέγη δι’ ἕν ὡρισμένον ζήτημα...
1802§160Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κα-
1803κῶς ἔφθασεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἡ αἴτησις. Ἡ ὑπόθεσις
1804αὐτὴ ἠδύνατο νὰ εἰσαχθῇ ὡς ἐπερώτησις, ἀφορῶσα τὸν ἀ-
1805ξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης.
1806§161Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ καταλή-
1807ξωμεν εἰς ἕν συμπέρασμα.
1808§162Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κα-
1809τελήξαμεν, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἀναρμοδία νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ
1810τῆς αἰτήσεως.
1811§163Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι ἐκ τῶν αὐστηροτά-
1812των ἐπικριτῶν τοῦ δικτάτορος καὶ τῶν συνεργατῶν του,
1813καὶ μάλιστα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παρέμειναν πλησίον τοῦ
1814δικτάτορος. Τὸ γεγονὸς αὐτό, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν γνώ-
1815μην μου θὰ ἐδικαιολόγει μίαν αὐστηροτάτην τιμωρίαν
1816τῶν συνεργατῶν του ἐκ τοῦ πολιτικοῦ κόσμου διὰ τὰ πο-
1817λιτικὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα διέπραξαν ἢ διὰ τὰ ἀδική-
1818ματα τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ νόμου, ἐφόσον ἤθελον ἀποδειχθῇ
1819ἀληθῆ, νομίζω τὸ γεγονὸς αὐτὸ δὲν δύναται διόλου νὰ συ-
1820σχετισθῇ πρὸς ἕνα ἄλλο γεγονός, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν
1821ἡ Βουλή, πολιτικὸν σῶμα, νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ σχηματισθῇ ἡ
1822ἐντύπωσις ὅτι εἰς πολιτικοὺς ὑποδίκους εἶναι δυνατὸν νὰ
1823στερήσῃ αὐτοὺς ἐκ τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν μέσων ὑπε-
1824ρασπίσεως. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης ἐξετάζων τὸ ζήτη-
1825μα, νομίζω ὅτι, ἐφόσον ἡ Βουλὴ ἁρμοδίως ἐπελήφθη τοῦ ζη-
1826τήματος, θὰ ἠδύνατο νὰ κρίνῃ οὐχὶ ὡς δικαστικὸν σῶμα
1827ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τύπων τῆς δικονομίας, ἀλλὰ ὡς πολιτι-
1828κὸν σῶμα ἔχον ὑπ’ ὄψει μόνον τὴν κατωχύρωσιν τοῦ κύ-
1829ρους αὐτοῦ. Ἐφόσον δὲ ὁ αἰτῶν, πρὸς τὸν ὁποῖον οὐδένα
1830ἀπολύτως σύνδεσμον ἔχω, εἶναι πολιτικὸν πρόσωπον καὶ
1831δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ δεχθῶμεν ὅτι διὰ διαφόρων
1832στρεψοδικιῶν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφεύγῃ νὰ ἐμφανισθῇ
1833ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης τῆς πατρίδος του καὶ νὰ δώσῃ
1834λόγον τῶν πράξεών του, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ καθῆκον
1835ἔχει νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα ἀπὸ τῆς ἀπολύτου πολιτικῆς
1836καὶ ἠθικῆς ἀπόψεως, καὶ ἡ ἀπόλυτος πολιτικὴ καὶ
1837ἠθικὴ ἄποψις εἶναι ἡ ἑξῆς: Ὅτι ἡ αἴτησίς του πρέ-
1838πει νὰ γίνῃ δεκτὴ καὶ νὰ ἐξαιρεθῇ ὁ δικαστής, ἐφόσον
1839ἐκ τοῦ γεγονότος τούτου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρελ-
1840κυσθῇ οὔτε ἡ ἔκδοσις ἀποφάσεως, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ
1841συντελέσῃ τὸ μέτρον τοῦτο εἰς τὴν λῆψιν ἄλλων ἀπο-
1842φάσεων.
1843§164Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἄν
1844ὑποτεθῇ ὅτι μετὰ τὴν ἐξαίρεσιν τοῦ κυρίου Καλκάνη ζη-
1845τήσῃ τὴν ἐξαίρεσιν καὶ ἄλλων;
1846§165Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι κοινὸν πρόσωπον ἕνας
1847πολιτευόμενος, διὰ νὰ δεχθῶμεν ὅτι δι’ ἐνστάσεων θέλει
1848ν’ ἀποφύγῃ τὴν δίκην.
1849§166Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἐ-
1850φόσον ἀμφισβητεῖται ἡ τιμιότης τοῦ κυρίου Καλκάνη, ὁ κύ-
1851ριος Καλκάνης εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἀμυνθῇ καὶ νὰ ὑ-
1852περασπίσῃ τὴν τιμιότητά του.
1853§167Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν).
1854Ὁ ὀλιγώτερον δικαιούμενος νὰ ὁμιλῇ περὶ πολιτικῆς εὐ-
1855θιξίας εἶναι ὁ ἄνθρωπος ὁ διαμαρτυρόμενος.
1856§168Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Δὲν θὰ κανονίσητε σεῖς τὴν
1857στάσιν του.
1858§169Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν).
1859Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχθῶμεν νὰ ἐξαιρέσῃ ἡ Βουλὴ
1860ἕνα ἔντιμον συνάδελφον, τοῦ ὁποίου τὸ παρελθὸν εἶναι
1861τελείως ἄμεμπτον, καὶ μάλιστα δι’ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι
1862ἔδειξαν ὅτι δὲν σέβονται τίποτε.
1863§170Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ δὲν
1864εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθοῦν νὰ λάβουν ἐξαιρετικὰ μέτρα,
1865διότι τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο δὲν ἵσταται εἰς τὸ ἐπίπεδον
1866ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι ἐξαιρετικῶς ἐνδιαφέρον. Οἱ
1867ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ δὲν δύνανται νὰ ἐξέλθουν ὑπὸ
1868ὡρισμένας ἀρχὰς δι’ ἑκάστην συγκεκριμένην περίπτωσιν.
1869Τὸ κῦρος τῆς Βουλῆς ἐπιβάλλει νὰ μὴ δημιουργήσωμεν
1870κατάστασιν, ἡ ὁποία νὰ κλονίσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν
1871κατηγορουμένων.
1872§171Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν).
1873Ὥστε ὁ ἀδικήσας θὰ δικάζῃ;
1874§172Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἐφόσον δὲν πρόκειται νὰ δια-
1875φύγῃ τὴν τιμωρίαν τῆς δικαιοσύνης, δὲν ἐπιτρέπεται ποτὲ
1876ἕνα κυρίαρχον σῶμα νὰ ἀφήσῃ νὰ σχηματισθῇ ἡ ἐντύπω-
1877σις, ὅτι δὲν θὰ ἀποδοθῇ πλήρως ἡ δικαιοσύνη.
1878§173Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης).
1879Σεῖς ἔχετε τὴν ὑπόνοιαν ὅτι τὴν κοινὴν συνείδησιν θὰ
1880ἐπηρεάσῃ τὸ αἴσθημα αὐτό; Φρονεῖτε ὅτι τὸ ζήτημα θὰ
1881τερματισθῇ ἐντὸς τῆς δικαιοδοσίας τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐ-
1882πιτροπῆς; Θὰ φθάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ὁποία θὰ ἀποφανθῇ
1883ἐὰν πρέπει νὰ παραπεμφθῇ ἢ ὄχι ὁ κ. Κούνδουρος. Ἑ-
1884πομένως τὴν ἐγγύησιν, τὴν ὁποίαν ζητεῖ, οὕτως εἰπεῖν
1885προδικαστικῶς, θὰ τὴν ἔχῃ μετὰ ταῦτα ἐκ μέρους τῆς
1886Βουλῆς.
1887§174Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ ἔχει
1888δικαιώματα ἀνακριτικοῦ συμβουλίου.
1889§175Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὑ-
1890πάρχει ἡ ἑξῆς διαφορά. Τὸ ἀνακριτικὸν Συμβούλιον ἔχει
1891δικαίωμα νὰ ἐκδίδῃ βουλεύματα, τὰ ὁποῖα, ὅταν ἀσκηθῶ-
1892σιν ἐναντίον των ὅλα τὰ ἔνδικα μέσα, καθίστανται ὁριστι-
1893κά. Ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ θὰ ἐκδώσῃ μίαν ἀπόφασιν
1894ἡ ὁποία δὲν θὰ ἔχῃ ἄλλην συνέπειαν παρὰ νὰ ὁδηγήσῃ
1895τὴν ὑπόθεσιν ἐνώπιον τοῦ κυριάρχου σώματος καὶ ἐκεῖ
1896ἐξαντλεῖται ὁλόκληρος ἡ δύναμις τῶν ἀποφάσεων τῆς
1897Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς. Τὰς ἐγγυήσεις τὰς ὁποίας ζητεῖ
1898ὁ κ. Κούνδουρος νὰ ἔχῃ προκαταβολικῶς, θὰ τὰς ἔχῃ,
1899ὅταν θὰ φθάσῃ ἡ ὑπόθεσις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
1900§176Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἐφόσον ἡ αἴτησις ἀποβλέπει εἰς
1901μέτρον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε τὴν ἀπονομὴν
1902τῆς δικαιοσύνης νὰ παρελκύσῃ, οὔτε τὸ ἔργον τῆς Ἀνακρι-
1903τικῆς ἐπιτροπῆς, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ἐν τῇ ἀνωτέρᾳ ἀν-
1904τιλήψει της ὡς πολιτικοῦ σώματος, δύναται νὰ ἀποφανθῇ
1905ἐπὶ τῆς αἰτήσεως αὐτῆς.
1906§177Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν γίνῃ τὸ τοιοῦτον καὶ κριθῇ
1907ἐξαιρετέος ὁ κ. Καλκάνης, ὁ ὁποῖος ἐργάζεται ἐπὶ δίμηνον,
1908τότε ὅλαι αἱ διαδικαστικαὶ πράξεις αἱ γενόμεναι ὑπ’ αὐτοῦ
1909θεωροῦνται ἄκυροι, καὶ οὕτω, ἐὰν αὔριον ζητηθῇ ἡ ἐξαί-
1910ρεσις καὶ ἄλλου, θὰ παρελκύεται ἡ δίκη ἐπ’ ἄπειρον.
1911§178Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι ἄκυροι, διότι ἡ Ἐπι-
1912τροπὴ δὲν ἐργάζεται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς δικονομίας.
1913§179Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κατὰ νόμον αἱ πράξεις εἶναι ἔγ-
1914κυροι καὶ μόνον αἱ γενόμεναι ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τῆς ἐν-
1915στάσεως ἀκυροῦνται.
1916§180Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν τοῦ ἐξα-
1917γνισμοῦ τοῦ Παγκαλισμοῦ ἐδόθη κακὴ κατεύθυνσις. Ἐλ-
1918λείπει ἡ βάσις ἡ ἀληθὴς καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν παρου-
1919σιάζονται αὐταὶ αἱ δυσχέρειαι. Μοῦ φαίνεται ὅτι τὸ ζή-
1920τημα θὰ ἐτερματίζετο ἐὰν ὁ ἀξιότιμος κ. Εἰσηγητὴς ἐδέ-
1921χετο νὰ ὑποβάλῃ τὴν παραίτησίν του. Οὔτε εἶναι μομφὴ
1922οὔτε ζήτημα τιμῆς. Ἐγὼ οὐδέποτε θὰ δικαιολογήσω πο-
1923λιτικὸν ἄνδρα, ὁ ὁποῖος ἀρνεῖται νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον
1924τῆς δικαιοσύνης τῆς πατρίδος του. Ἐν τούτοις εἶμαι ὑπο-
1925χρεωμένος νὰ εἴπω, ὅτι ὑπάρχει ἐλαφρυντικόν τι, διότι
1926ἐπὶ 15 μῆνας — καὶ ὁμιλῶ ἄνευ προκαταλήψεως, διότι ἐὰν
1927ἔχω προκατάληψιν, εἶμαι ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν—
1928καὶ δι’ αὐτὸ εἶμαι ἐλεύθερος νὰ λέγω τὴν γνώμην μου καὶ
1929νὰ ἐξετάζω τὴν ἀλήθειαν ἀντικειμενικῶς εὑρίσκω, ὅτι ἡ
1930δίκη αὐτὴ παρελκύεται ὑπὲρ τὸ δέον κατακρατῶνται εἰς
1931τὰς φυλακὰς ὑπόδικοι διὰ πλημμελήματα ἐπὶ 15 μῆνας διὰ
1932τὰ ὁποῖα ἐνδέχεται νὰ εἶναι καὶ ἀθῷοι.
1933§181Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν).
1934Δηλ. ἀποδίδετε ἀμέλειαν εἰς τὴν ἐπιτροπήν;
1935§182Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ ἐκτιμηθῶσιν οἱ κό-
1936ποι μας.
1937§183Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ὄχι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἀλλὰ
1938εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἀπὸ τοῦ πρώτου δεκαημέρου
1939ἔπρεπε νὰ εἶχεν ἐπέλθει ὁ κολασμὸς μιᾶς ὑποθέσεως, ἡ
1940ὁποία διὰ τῆς παρελκύσεως τείνει νὰ λάβῃ ἄλλην κατεύ-
1941θυνσιν.
1942§184Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὅ-
1943ταν ἀνέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης πρῶτον
1944μου μέλημα ὡς Ὑπουργοῦ ἦτο νὰ ὑποβάλω τὸν νόμον περὶ
1945εὐθύνης Ὑπουργῶν. Ἑπομένως ἡ μομφὴ αὕτη δὲν μὲ ἀ-
1946φορᾷ καθόλου, διότι συμμερίζομαι τὴν ἀντίληψιν ὅτι οἱ
1947ὑπόδικοι πρέπει νὰ δίδωσι λόγον τὸ ταχύτερον.
1948§185Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ὄχι. Κάμνω τὴν δήλωσιν ὅτι
1949ἀφορᾷ τὴν πρώτην Κυβέρνησιν, διότι ἐγὼ γνωρίζω ὅτι
1950σεῖς εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης
1951πᾶν ὅτι ἐξαρτᾶται ἐκάματε ἵνα περατωθῇ ἡ ὑπόθεσις.
1952Ἀλλὰ δὲν μπορεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μὴ
1953δεχθῇ ὅτι ἡ ὑπόθεσις παρελκύσθη ὑπὲρ τὸ δέον καὶ ὅτι διὰ
1954τῆς παρελκύσεως αὐτῆς τείνει νὰ καταστήσῃ ἀνθρώπους
1955ὑπευθύνους ἥρωας, τὴν εὐθύνην δὲ τῆς παρελκύσεως τὴν
1956ἔχει ἡ Κυβέρνησις.
1957Φρονῶ λοιπόν, ὅτι εἰς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν θὰ ἠδύ-
1958νατο νὰ δοθῇ ὀρθοτέρα λύσις διὰ τῆς ἀποδοχῆς ἐκ μέρους
1959τοῦ κ. Συναδέλφου τῆς παραιτήσεώς του ἀπὸ μέλους τῆς
1960Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς.
1961§186Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν).
1962Θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου διὰ νὰ προ-
1963σπαθήσω νὰ ἐντοπίσω τὴν συζήτησιν. Ἐγεννήθησαν τὰ
1964ἑξῆς ζητήματα. Πρῶτον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁ ἄρτι καταβὰς
1965τοῦ βήματος ἔθιξεν, ὅτι δηλ. θὰ διηυκολύνετο ἡ ὑπόθεσις,
1966ἐὰν τὸ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, κατὰ τοῦ ὁποίου στρέφεται ἡ
1967αἴτησις τοῦ καταδικασμένου, ὑπέβαλεν αὐτὸς οἴκοθεν, τὴν
1968παραίτησίν του. Θὰ ἐθεώρουν, Κύριε πρόεδρε, ὡς νοση-
1969ρὰν εὐθιξίαν τοιαύτην παραίτησιν, καὶ καταστρεπτικὴν
1970διὰ τὸ μέλλον τῆς λειτουργίας τοῦ θεσμοῦ τούτου τοι-
1971αύτην τινὰ ἐκδοχήν. Θὰ ἠδύνατο πᾶς πολιτικὸς δικαζόμε-
1972νος νὰ ἐκβιάζῃ τοὺς ἀξιοπρεπεστέρους καὶ εὐθικτοτέρους
1973διὰ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἀπομάκρυνσιν τῶν δραστηριωτέρων
1974μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς κατὰ τοιοῦτον ἐκβιαστικὸν τρόπον.
1975Θὰ ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ, ἵνα τὰ βέλη στρέφωνται κατ’
1976ἐκείνων οἱ ὁποῖοι δραστηριώτερον καὶ αὐστηρότερον καὶ
1977μετὰ μείζονος ζήλου ἐκτελοῦσι τὸ καθῆκον των. Ἐγεν-
1978νήθη δεύτερον ζήτημα, ἐὰν ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ εἶχε
1979τὸ δικαίωμα νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τῆς ἐξαιρέ-
1980σεως. Ὑποθέτω ὅτι περὶ αὐτοῦ δὲν ὑπάρχει δευτέρα γνώ-
1981μη. Οὐδὲ ὁ συνάδελφός μου ἐπὶ τῆς Γεωργίας ἔχει ἀντίθε-
1982τον γνώμην, οὐδὲ ἀμφισβητεῖ ὅτι ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπι-
1983τροπὴ εἶχε τὴν ἀποκλειστικὴν δικαιοδοσίαν νὰ ἀποφανθῇ
1984ἐπὶ τῆς αἰτήσεως αὐτῆς. Ἀφοῦ δ’ οὕτως ἐλύσαμεν τὰ ζη-
1985τήματα ταῦτα, δὲν ἔχομεν, νομίζω, παρὰ νὰ κηρύξωμεν
1986ὅτι ἡ συζήτησις δὲν ἔχει πλέον ἀντικείμενον...
1987§187ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
1988§188Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν).
1989... καὶ δὲν ἀξίζει τὸν κόπον νὰ ἀπασχολούμεθα ἐπὶ
1990πλέον.
1991§189ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
1992§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τῆς Βουλῆς δεχομένης λύεται ἡ Συνε-
1993δρίασις διὰ τὴν Δευτέραν ὥραν 5 τὸ ἀπόγευμα.
1994(ὥρα 10 καὶ 10′ λύεται ἡ συνεδρίασις).