1927.11.24
4.612 στίχοι · 34.741 λέξεις · 260 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 7η
ΠΕΜΠΤΗ 24 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1927
Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
(Ὥρα 6 καὶ 25 μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Κύριοι Βουλευταί. Μετὰ βαθυτάτης θλίψεως σᾶς ἀναγγέλλω τὸν θάνατον τοῦ Ἰωάννου Βρατιάνο, Πρωθυπουργοῦ τῆς Ρωμουνίας, ἐξόχου πολιτικῆς προσωπικότητος, γνωρίμου καὶ διὰ τὰ φιλικώτατα πρὸς τὴν Ἑλλάδα αἰσθήματα. Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ θελήσῃ νὰ μὲ ἐξουσιοδοτήσῃ νὰ διερμηνεύσω τὴν ἔκφρασιν τῆς λύπης αὐτῆς πρὸς τὴν Ρωμουνικὴν Βουλὴν καὶ νὰ διατάξω νὰ κατατεθῇ στέφανος εἰς τὸν νεκρόν.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§4Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Εἶναι ἀμέριστος, κ. Πρόεδρε, ἡ συμμετοχὴ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς ἀναμφιβόλως πάσης εἰς τὸ πένθος τὸ ὁποῖον πλήττει τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ φίλου Ρωμουνικοῦ Λαοῦ. Ἐν παντὶ κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι, πρὸς καρποφόρον λειτουργίαν αὐτοῦ, εἶναι ἀπαραίτητος ἡ ὕπαρξις ὠργανωμένων κομμάτων, πᾶν δὲ τραῦμα τὸ ὁποῖον καταφέρει ἡ μοῖρα ἐναντίον ἑνὸς ἐξ αὐτῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ γίνῃ αἰσθητόν, ἀνεξαρτήτως κομματικῶν ἀντιθέσεων καὶ ἀγώνων καὶ εἰς τὰ λοιπὰ ὠργανωμένα κόμματα καὶ εἰς τὸν ὅλον κοινοβουλευτικὸν βίον. Μετὰ τοῦ Ρωμουνικοῦ Ἔθνους μᾶς συνδέουν, κ. Πρόεδρε, κοιναὶ παραδόσεις, κοινοὶ δεσμοί, κοινοὶ ἀγῶνες καὶ κοιναὶ θυσίαι. Ἡ συμμετοχὴ λοιπὸν αὕτη τῆς ἑλληνικῆς ἀντιπροσωπείας εἶναι ἀμέριστος καὶ εἰλικρινής. Εὐχόμεθα ὅπως ἐκ τῆς δοκιμασίας ταύτης ἐξέλθῃ ἰσχυρὸν τὸ φίλον Ἔθνος, ἵνα ἐξακολουθήσῃ ἀπρόσκοπτον τὴν σταδιοδρομίαν αὐτοῦ, ἐξασφαλίζον τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν καὶ τὸ παρὸν καὶ ἡ ἱστορία τοῦ παρελθόντος καὶ τὸ πρόσφατον μεγαλεῖον καὶ ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ ἐγγυῶνται εἰς αὐτὸ ἐν τῇ Βαλκανικῇ.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσαλδάρης ἔχει τὸν λόγον.
§6Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὁ θάνατος τοῦ μεγάλου πολιτικοῦ ἀνδρὸς τῆς Ρωμουνίας, γείτονος καὶ φίλης Χώρας, μετὰ τῆς ὁποίας ὄντως ἠγωνίσθημεν κοινοὺς ἀγῶνας καὶ πολλὰ κοινὰ συμφέροντα μᾶς συνδέουν, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ πλήξῃ καὶ τὸν ἑλληνικὸν λαόν, ὁ ὁποῖος βαθυτάτας συμπαθείας πέμπει πρὸς τὸ Ρωμουνικὸν Ἔθνος, συμφώνως δὲ μὲ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἐκάμετε, κ. Πρόεδρε εἴμεθα ἀπολύτως σύμφωνοι ὅλοι ὅπως ἐκφρασθῶσι τὰ συλλυπητήρια τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς καὶ κατατεθῇ στέφανος εἰς τὸν μέγαν νεκρόν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σερ. Μάξιμος ἔχει τὸν λόγον.
§8Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Κύριοι Συνάδελφοι, μολονότι δὲν ἀμφιβάλλομεν περὶ τῆς εἰλικρινείας τῶν λεχθέντων καὶ ἐκ τῆς συμπολιτεύσεως καὶ ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἐν τούτοις, κ. Πρόεδρε, νὰ μᾶς ἐπιτρέψητε νὰ μὴ συμμεριζώμεθα τὰ αἰσθήματα αὐτά, δεδομένου ὅτι πρόκειται περὶ ἑνὸς ἀρχηγοῦ τοῦ ἀστικωτέρου καὶ ἀντιδραστικωτέρου τῶν κομμάτων τῆς Ρωμουνίας, κόμματος καταπιέζοντος καὶ αὐτὴν τὴν ἀστικὴν ἀντιπολίτευσιν....
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μὴ γίνῃ πολιτικὴ ἀγόρευσις. Δὲν ἐπιτρέπονται αὐτά. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπάνω εἰς τὸν νεκρὸν σεῖς...
§10Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. (Ἐπιχειρεῖ νὰ ὁμιλήσῃ).
§11ΦΩΝΑΙ. Κάτω, κάτω.
§12Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξ.). Ἡ θλιβερὰ καὶ παράχορδος αὐτὴ διαφωνία, κ. Πρόεδρε, δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰμὴ εἰς τὸ νὰ ἐξάρῃ ἀκόμη περισσότερον τὴν ὁμοφωνίαν ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, ἐκπροσώπου τῶν νομιμοφρόνων τάξεων τοῦ Ἔθνους. Δεικνύει ὅμως δυστυχῶς κἄτι ἄλλο, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπαγγέλλονται νέας ἰδέας καί νέας ἠθικὰς ἀρχάς, δὲν διστάζουν νὰ ἀσεβοῦν καὶ πρὸς τοὺς νεκροὺς ἀκόμη. (Χειροκροτήματα).
§13Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. (Ἐπιχειρεῖ νὰ συνεχίσῃ).
§14ΦΩΝΑΙ ΕΞ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΑΙΘΟΥΣΗΣ. Κάτω, κάτω.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βλέπετε ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θέλει νὰ ἐξακολουθήσητε. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Ὁ βουλευτὴς κ. Ἀλεξανδρῆς ὑποβάλλει διαμαρτυρίαν συλλόγου οἰνομαγειρείων Καρδίτσης διὰ κατάργησιν νόμου «περὶ Κυριακῆς ἀργίας». — Ὁ Σύνδεσμος ἑστιατόρων Λαμίας διαμαρτύρεται διὰ τροποποίησιν νόμου περὶ Κυριακῆς ἀργίας. — Ὁ Σύνδεσμος ξενοδόχων φαγητοῦ Βόλου διαμαρτύρεται διὰ μεταρρύθμισιν τοῦ νόμου περὶ Κυριακῆς ἀναπαύσεως. — Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Α. Μάρκου καταθέτει ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Λιβαρτζίου αἰτουμένων ἵνα πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ κληροδοτήματος Σπύρου Σακελλαρίου ἐπιτραπῇ ἡ ἀτελὴς ἐγγραφὴ τῶν τέκνων των εἰς τὸ ἐκεῖ Ἑλληνικὸν σχολεῖον. — Οἱ ξενοδόχοι Καβάλλας διαμαρτύρονται διὰ τροποποίησιν νόμου περὶ Κυριακῆς ἀναπαύσεως. — Οἱ ἐργάται Κιμώλου διαμαρτύρονται διὰ παράνομον ἐκτόπισίν των. — Οἱ πρόσφυγες Λέσβου ὑποβάλλουν ψήφισμα διαμαρτυρίας διὰ τὴν μὴ πληρωμὴν τῶν ἐν τῷ συμπληρωματικῷ μητρώῳ. — Οἱ πρόεδροι συνεταιρισμῶν Ὀρεστιάδος παρακαλοῦν νὰ ἐπιτραπῇ ἐλάττωσις δασμοῦ ἀλεύρων. — Οἱ βιβλιοπῶλαι Πύργου ζητοῦν ἀποζημίωσιν ἐπὶ τῇ καταργήσει χρήσεως τῶν ἐν ἰσχύϊ διδακτικῶν βιβλίων. — Οἱ βιβλιοπῶλαι Ἄρτης ζητοῦν παράτασιν ἰσχύος τῶν διδακτικῶν βιβλίων. — Ὁ δήμαρχος Φλωρίνης ζητεῖ ματαίωσιν αἰτηθείσης ἀδείας δι’ ἠλεκτροφωτισμὸν πόλεως Φλωρίνης. — Ὁ Σύνδεσμος ἐκδοτῶν καὶ βιβλιοπωλῶν ὑποβάλλει ὑπόμνημα σχετικῶς μὲ τὸ νομοθέτημα περὶ διδακτικῶν βιβλίων. — Ὁ Σύνδεσμος δημοσίων ὑπαλλήλων Κομοτινῆς ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ χορηγήσεως ἐπιδόματος καὶ ὁδοιπορικῶν ἐξόδων. — Τὸ διοικητικὸν Συμβούλιον Συνδέσμου σιδηροδρομικῶν Θεσ)νίκης τηλεγραφικῶς διαμαρτύρεται διὰ τὴν μὴ πρόσληψιν ἀπεργῶν Θεσσαλίας. — Ὁ σύλλογος ἀλληλοβοηθείας ἀποστράτων ἀξιωματικῶν Καλαμῶν διαμαρτύρεται διὰ κατάργησιν διατάξεων τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου στρατοῦ. — Ὁ βουλευτὴς Δ. Στεφανόπουλος ὑποβάλλει ὑπόμνημα συνδέσμου ἀναπήρων τραυματιῶν θυμάτων πολέμου Ἀχαϊοήλιδος, διαμαρτυρομένων διὰ περικοπὴν συντάξεων ἀναπήρων. — Ἡ ἐπαγγελματικὴ ἕνωσις Πόρου ὑποβάλλει ψήφισμα περὶ παρατάσεως τοῦ ἰσχύοντος ἐνοικιοστασίου. — Ὁ ἀπόστρατος ἀξιωματικὸς Σ. Χαλκιόπουλος ὑποβάλλει ὑπόμνημα κατὰ τῆς ἐν ἰσχύϊ διατιμήσεως τῶν δωματίων ξενοδοχείων ὕπνου. — Ἡ Πανελλήνιος ὁμοσπονδία σιδηροδρομικῶν δι’ ὑπομνήματός της ἐξαιτεῖται τὴν ἐπαναφορὰν 20 ἐργατῶν σιδηροδρόμων Θεσσαλίας. — Ὁ Σύνδεσμος διευθυντῶν ἑστιατορίων καὶ οἰνομαγειρείων Πατρῶν διαμαρτύρεται ἐπὶ τροποποιήσει νόμου Κυριακῆς ἀναπαύσεως. —Οἱ βιβλιοπῶλαι Ἀμαλιάδος τηλεγραφικῶς διαμαρτύρονται διὰ μελετωμένην κατάργησιν διδακτικῶν βιβλίων. —Οἱ βιβλιοπῶλαι Σερρῶν διαμαρτύρονται διὰ κατάργησιν διδακτικῶν βιβλίων. —Ἡ ὁμοσπονδία ἐπαγγελματιῶν Ροδόπης διὰ τηλεγραφήματος διαμαρτύρεται δι’ ἀπαγόρευσιν πωλήσεως σιγαρέττων εἰς παντοπωλεῖα. —Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Φ. Μοσχούλας παρακαλεῖ τὸν ἀξιότιμον κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργόν, προκειμένης τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, λόγῳ ἀναχωρήσεως τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, νὰ ὑποβάλῃ σήμερον πρὸς τυπικὴν κύρωσιν τὸ παρὰ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς κυρωθὲν Ν. Δ., ὅπερ καὶ ὑπεγράφη παρὰ τοῦ Ὑπουργ. Συμβουλίου πρὸς ἀνάληψιν τῆς κατασκευῆς τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Κυπαρισσίας –Φιλιατρῶν–Μαράθου–Γαργαλιάνων ἐφόσον οὐδεμία πρὸς τοῦτο ὑπάρχει ἀντίρρησις. Θεωρεῖ ἐπιβεβλημένον τοῦτο, διότι, ἀρξαμένης τῆς καλλιεργείας, ἤδη, εἶναι φυσικὸν οἱ κτηματίαι διὰ τῶν κτημάτων τῶν ὁποίων θὰ διέλθῃ ἡ χαραχθεῖσα γραμμή, νὰ εὑρίσκοντο πρὸ καταστάσεως δυσκόλου ἐὰν πρέπει νὰ συνεχίσωσι τὴν καλλιέργειαν ἢ νὰ ἀφήσωσι ταύτην. —Ὁ βουλευτὴς κ. Μ. Δούκας καταθέτει ψήφισμα τῶν ἐκ Βουλγαρίας προσφύγων αἰτούντων τὴν ἀφομοίωσίν των πρὸς τοὺς νέους τοιούτους τῆς Θράκης καὶ Μικρασίας. —Ἡ Κοινοβουλευτικὴ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ὑποβάλλει πρότασιν περὶ ἀποφυλακίσεως ἐπὶ ἐγγυήσει τῶν κατηγορουμένων Κ. Σταμούλη, Α. Θανοπούλου καὶ Γ. Ἀναγνωστοπούλου. Ὁ κ. Π. Μερλόπουλος (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν) ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς σχέδια νόμου: 1) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 5 Ἰουλίου 1926 Ν. Δ. περὶ συστάσεως ταμείου ἀλληλοβοηθείας ἀξιωματικῶν Π. Ν. 2) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 21 Σεπτεμβρίου 1926 Ν. Δ. περὶ τιμητικῆς διαθεσιμότητος, τιμητικῆς ἀποστρατείας καὶ εἰδικῆς ἀποστρατεύσεως ἐν τῷ Πολεμικῷ Ναυτικῷ. 3) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 9 Ἰουλίου 1926 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως συμβάσεως ἐνοικιάσεως τοῦ ἐν Π. Φαλήρῳ ἐργοστασίου ἀεροπλάνων Δημοσίου μετὰ τῶν ἐπενεχθεισῶν τροποποιήσεων καὶ κωδικοποιημένου κειμένου. 4) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 1 Ἰουνίου 1926 περὶ συστάσεως ὑπηρεσίας ὑποβρυχίων καὶ 5) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 22 Ἰουλίου 1927 Ν. Δ. περὶ τῆς διαφορᾶς τῶν ἀποδοχῶν τῶν τιθεμένων εἰς διαθεσιμότητα ἀξιωματικῶν τοῦ Π. Ν. Ὁ κ. Γ. Καφαντάρης (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων 3372 καὶ 3389 περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας συμφωνίας καὶ συναφῶν αὐτῇ πράξεων περὶ τρόπου ἐφαρμογῆς διατάξεών τινων τῆς συνθήκης εἰρήνης τῆς Λωζάνης, τῆς προσηρτημένης τῇ συνθήκῃ ταύτῃ ὑπ’ ἀριθ. 9 δηλώσεως καὶ περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 22 Νοεμβρίου 1927 ὑπογραφείσης συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας Ὁ κ. Ἀργυρὸς ἔχει τὸν λόγον.
§16Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, χωρὶς νὰ προτίθεμαι νὰ προκαλέσω συζήτησιν, τὸ ἑξῆς: Ὑπὸ πολλῶν λειτουργῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως παρεκλήθημεν νὰ εἰσηγηθῶμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὅπως διορισθοῦν περὶ τοὺς 100 καθηγηταὶ τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως. Οἱ διορισμοὶ ἐδημοσιεύθησαν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ οἱ διορισμοὶ δὲν ἐκτελοῦνται, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον γνωρίζετε πόσον βλάπτει τὴν ἐκπαίδευσιν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀπαντήσῃ, πότε θὰ ἐκτελεσθῶσιν οἱ διορισμοὶ αὐτοί;
§17Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀπαντήσῃ αὔριον.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι σύμφωνος νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου τοῦ ἐλαίου.
§19Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Διὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ παρέχεται τὸ δικαίωμα ὅπως διὰ Διατάγματος μεταβάλλεται ὁ πρόσθετος φόρος 4%. Δηλῶ ὅτι ἔχω ἤδη προέλθει εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ ἐλαττώσω τὸν φόρον αὐτὸν εἰς 2%, θέλω ὅμως νὰ ἴδω κατὰ πόσον θὰ δυνηθῶ νὰ κάμω αὐτό.
§20Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Ἡ λύσις τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἀνεβλήθη, διότι ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τῆς ἀφομοιώσεως τῆς φορολογίας. Ἡ φορολογία, ἡ ὁποία ὑφίσταται ἐν τῇ Π. Ἑλλάδι εἶναι διάφορος τῆς ἐν τῇ Νέᾳ Ἑλλάδι ὑφισταμένης. Παραπονοῦνται οἱ τῆς Π. Ἑλλάδος ὅτι ἡ ἄμεσος φορολογία εἶναι πολὺ ἐπιβαρυντική. Δι’ αὐτὸ ἐζητήσαμεν καὶ τὴν ἀφομοίωσιν τῆς φορολογίας, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ἰσότης.
§21Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἐδῶ πρόκειται περὶ εἰδικοῦ θέματος, Ὑπόσχομαι ὅτι θὰ μελετήσω τὸ ζήτημα τῆς γενικῆς τροποποιήσεως τῆς φορολογίας, μεταξὺ δὲ τῶν πρώτων εἶναι καὶ αὐτό.
§22Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Ἡ συζήτησις ἀνεβλήθη τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον δι’ αὐτὸν τὸν λόγον. Οἱ κάτοικοι τῆς περιφερείας μου διαμαρτύρονται διὰ τὴν τακτικὴν τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖτε.
§23Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Διαμαρτύρομαι κ. Πρόεδρε, διὰ τὴν ἀνισότητα τὴν φορολογικήν, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὰ διάφορα μέρη τῆς Ἑλλάδος. Εἶναι πολὺ λυπηρὸν εἰς ἄλλα μέρη τῆς Ἑλλάδος νὰ πληρώνουν τὸ ἔλαιον, τὸ ὁποῖον καταναλίσκουν δι’ ἰδίαν χρῆσιν, καὶ εἰς ἄλλα μέρη νὰ πληρώνουν τὸν φόρον εἰς τὸ τελωνεῖον. Καὶ ἄλλοτε ἀπησχόλησα τὴν Βουλὴν ἐπὶ μακρὸν διὰ τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις δυστυχῶς δὲν ἐδέχθη, ὅπως, εἰς ὅσα μέρη ὑφίσταται ὁ φόρος τῆς δεκάτης, δηλαδὴ ὁ φόρος κατὰ τὴν σύνθλιψιν τῶν ἐλαιῶν ἀφεθῇ εἷς ἀριθμὸς ὀκάδων ἀφορολόγητος δι’ οἰκειακὴν χρῆσιν. Ἀνεξαρτήτως τούτου τὸ Κράτος ἔχει ὑποχρέωσιν ἱερὰν ἀπέναντι τῶν πολιτῶν του νὰ καθορίσῃ ἑνιαίαν φορολογίαν εἰς τὰ ἐλαιοτριβεῖα. Κατόπιν δὲ τῆς ἐκθέσεως πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὸ λαθρεμπόριον τοῦ ἐλαίου, τὸ ὁποῖον γίνεται, ἔχει ὑποχρέωσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς ν’ ἀφομοιώσῃ τὴν φορολογίαν τῆς δεκάτης. Καὶ εἰς τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐψηφίσθη ἄλλο νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου ἐπετρέπετο ἡ ἀτελὴς ἐξαγωγὴ τοῦ ἐλαίου εἰς τὸ ἐξωτερικόν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δύναται νὰ δώσῃ μεγάλας ἀφορμὰς εἰς καταχρήσεις. Εἶνε μία ἀνισότης, τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος διατηρεῖ ἀπὸ μακροῦ χρόνου μεταξὺ τῶν διαφόρων μερῶν τοῦ Κράτους, παρὰ τὸ πολίτευμα τῆς Χώρας, κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ πολῖται φορολογοῦνται ἐξ ἴσου. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει ἱερὰν ὑποχρέωσιν νὰ ἀφομοιώσῃ τὴν φορολογίαν τοῦ λαοῦ, διότι ἄλλως δεικνύει μεγίστην περιφρόνησιν πρὸς τὰ μέρη ἐκεῖνα τῆς Ἑλλάδος, τὰ ὁποῖα πληρώνουν διπλάσιον φόρον.
§24Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις, παρακαλῶ, καὶ νὰ ἀρχίσῃ ἡ ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος.
§25Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀναμφισβητήτως δικαιοῦται νὰ λάβῃ τὸν λόγον, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εὑρίσκεται ἐν κοινοβουλευτικῇ τάξει. Ὁ κ. Ὑπουργός, εἰσηγηθεὶς καὶ ἀγορεύσας κατὰ τὴν προπαρελθοῦσαν συνεδρίασιν, εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ ἀναμείνῃ νὰ περατωθῇ ἡ συζήτησις διὰ νὰ ἀπαντήσῃ. Χθές, κατόπιν συνεννοήσεως μεθ’ ὑμῶν, κύριε Πρόεδρε, μοῦ ἐδώσατε τὸν λόγον πρὸ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ χθὲς ἀπουσίασα. Ἀπευθύνομαι λοιπὸν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν γνώστην τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων, καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ λάβῃ τὸν λόγον τελευταῖος, ἐκτὸς ἂν νομίζει ὅτι αἱ γνῶμαι τῶν μελλόντων νὰ ὁμιλήσωσι δὲν εἶναι καὶ τόσον σοβαραὶ ὥστε νὰ δευτερολογήσῃ.
§26Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Εἶμαι βεβαίως καὶ ἐγὼ γνώστης τῶν ἐθίμων τῶν κοινοβουλευτικῶν, ὅσον καὶ ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφος. Ὑπάρχει ὅμως τοῦτο τὸ ἰδιάζον εἰς τὴν σημερινὴν περίπτωσιν· πρῶτον, ὅτι ἀφοῦ ἠγόρευσεν ἤδη ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ μὴ ἀφήσω τοὺς λόγους του ἄνευ ἀπαντήσεως, καὶ δεύτερον ὅτι συμβαίνει νὰ μὴ δύναμαι, διὰ λόγους ἐντελῶς προσωπικούς, νὰ ὁμιλήσω εἰς ὥρας προκεχωρημένας. Ἐὰν οἱ κ. κ. Συνάδελφοι ἤθελον ἐξαντλήσει τὸ διάστημα τοῦτο τῆς Συνεδριάσεως, ἐγὼ θὰ εὑρίσκωμαι εἰς φυσικὴν ἀδυναμίαν νὰ ὁμιλήσω. Δι’ αὐτὸ θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. κ. Συναδέλφους νὰ μοὶ ἐπιτρέψουν νὰ ὁμιλήσω, καὶ ἄρχομαι τοῦ λόγου μου. Διὰ τῆς χθεσινῆς του ὁμιλίας ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἔθεσε τὸ ἐπιστέγασμα τῆς κριτικῆς τὴν ὁποίαν ἤσκησαν κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας ἐναντίον τῶν κυβερνητικῶν μέτρων οἱ ρήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, δὲν ἀπηξίωσε νὰ παρεμβάλῃ εἰς τὸν λόγον του κατηγορίας ἐναντίον τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελελευθέρων, κατηγορίας τετριμμένας διὰ τὴν ἐν τῷ παρελθόντι δρᾶσιν του ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, κατηγορίας αὐτόχρημα μυθοπλαστικάς, ἀναξίας νὰ ἔρχωνται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ προσθέσῃ εἰς τὰς κατηγορίας ταύτας ἑτέρας κατηγορίας διὰ τὰς προσφάτους ἐνεργείας ἡμῶν εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ὁμολογῶ ὅτι αἱ κατηγορίαι αὗται ἔπρεπε νὰ παρέλθωσι παρ’ ἐμοῦ ἐν σιγῇ, καὶ λυποῦμαι εἰλικρινῶς, διότι, παρασυρθεὶς κατὰ τὴν χθεσινὴν ἑσπέραν, ἠξίωσα ταύτας προσοχῆς καὶ φέρω τὸν λόγον ἐπ’ αὐτῶν σήμερον. Διότι ἐπιθυμῶ νὰ τονίσω, ὅτι τὸ ἔγγραφον, τὸ κείμενον, τὸ ἐπικαλεσθὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου πολιτευτοῦ ἐκ Κορινθίας, ὅπως δικαιολογήσῃ τῆς ἐκτοξευθείς σας παρ’ αὐτοῦ κατηγορίας, τὸ κείμενον τοῦτο οὐδόλως δικαιολογεῖ, οὐδὲ δίδει λαβὴν εἰς ταύτας. Ὁ κ. Σῶλτερ εἰς μίαν τῶν ἰδιαιτέρων Συνεδριάσεων τῆς Δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς ἔφερε τὸν λόγον ἐπὶ τῶν Ἑλληνογαλλικῶν χρεῶν καὶ εἶπεν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις παρεμβάλλει δυσχερείας καὶ παρελκύει τὴν συνομολόγησιν συμφωνίας ἐπὶ τῶν δοσοληψιῶν τούτων, εἴς τινας ἢ πάσας. Οἱ λόγοι αὐτοί, ὁ ὑπαινιγμὸς οὗτος ἀναφέρεται προδήλως εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ μόνον τὴν Κυβέρνησιν. Κατ’ οὐδένα συνειρμὸν ἰδεῶν, δι’ οὐδεμιᾶς ἐξεζητημένης ἑρμηνείας θὰ ἠδυνάμεθα νὰ φθάσωμεν ποτὲ εἰς τὴν σκέψιν, ὅτι ὁ κ. Σῶλτερ εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται ἐνώπιον ἀντιδράσεως τῶν ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει κομμάτων, πολὺ δὲ μᾶλλον ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ ἰδία καταγγέλλει τὴν ἀντίδρασιν ταύτην, διότι ἡ κατηγορία αὐτὴ ἀπηυθύνετο μόνον κατ’ αὐτῆς ταύτης τῆς Κυβερνήσεως. Αἱ σκέψεις λοιπὸν αὗται, εἶνε σκέψεις καθαραὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἡγέτου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἀφήνω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ τὰς χαρακτηρίσῃ καὶ νὰ τὰς κρίνῃ. Ὁ ἀξιότιμος πολιτευτὴς Κορινθίας εἶπεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν τηρεῖ τὸ Σύνταγμα, ἀκολουθοῦσα οἵαν ἀκολουθεῖ διαδικασίαν, καὶ ὅτι δεικνύει σπουδὴν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν μέτρων, ἅτινα ἀποπερατώνονται παρὰ τὰς ἀληθεῖς τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ ἀρχάς. Δὲν ἠθέλησε νὰ ἐξηγήσῃ ἐπαρκῶς ὁ ἔντιμος συνάδελφος ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν τηρεῖ τὴν συνταγματικὴν διάταξιν, διότι ὁπωσδήποτε εἶνε βέβαιον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἀκολουθοῦσα τὴν διαδικασίαν τὴν ὁποίαν διαγράφει τὸ Σύνταγμα πρὸς συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τῶν νομοθετικῶν διαταγμάτων, εὑρίσκεται ἐν πλήρει ἁρμονίᾳ καὶ πρὸς τὸ δικαίωμα καὶ τὸ γράμμα τοῦ Συν)τος. Ἐπίσης δὲν ὑπάρχει κανὲν ἐνδόσιμον ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ ἐπισπεύσῃ κατὰ τρόπον στραγγαλίζοντα τὰ δικαιώματα τοῦ Κοινοβουλίου, τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου. Τὰ μέτρα ταῦτα συνεζητήθησαν κατὰ τὰς θεμελιώδεις των γραμμάς, τουλάχιστον ἐν πλάτει, ἐν πρώτοις κατὰ τὰς συνεδριάσεις τοῦ Αὐγούστου. Περιῆλθον κατόπιν καὶ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ ἐξετάσῃ αὐτὰ ὅσον χρόνον ἤθελεν. Ἐπὶ τέσσαρας δὲ ἤδη ἡμέρας εἰς ὁλονυκτίους συνεδριάσεις παρῆλθον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πάντες σχεδὸν οἱ ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, —ὑπολείπονταί τινες, ἀλλὰ θὰ συμπληρώσουν καὶ αὐτοὶ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην — ἐπαναλαμβάνοντες ἀκριβῶς μέχρις ἐξαντλήσεως τοῦ θέματος τὰ αὐτὰ ἐπιχειρήματα καὶ διὰ τῶν ἰδίων σχεδὸν λέξεων. Δὲν ἔχομεν λοιπὸν ἡμεῖς ἀνάγκην διδαγμάτων, διὰ νὰ σεβασθῶμεν τὸ Σύνταγμα, εἴτε τὰς ὑγιεῖς τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ ἀρχάς, διότι ἔχομεν ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου νὰ σημειώσωμεν ἀγῶνας θετικοὺς ὑπὲρ τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν τόσον ἐναντίον τῆς μοναρχίας ὅσον καὶ ἐναντίον τῆς δικτατορίας. Ὁ ἀξιότιμος Ἡγέτης τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος παρέστησεν ὅτι τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον εἶναι ἀτελές. Εἶναι δηλ. ἡμιτελές, εἶναι ἠρτημένον, διότι ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ ἤρτηται ἐκ τοῦ διακανονισμοῦ τῶν Ἑλληνογαλλικῶν χρεῶν. Ἠθέλησε νὰ πείσῃ τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀσχολῆται μὲ νομοσχέδια, τῶν ὁποίων εἶναι ἀμφίβολος ἡ ἐκτέλεσις. Ἔχω νὰ ἀπαντήσω ὅτι τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον εἶναι καθ’ ὅλα πλῆρες, ὅτι ἐνεκρίθη καθ’ ὅλα αὐτοῦ τὰ σημεῖα ὑπὸ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, εἰς τὴν ὁποίαν παρευρίσκετο καὶ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Γαλλίας; ὅτι δὲν μένει σήμερον παρὰ ἡ κύρωσις μόνον τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, ὅπως ἐπιληφθῶμεν τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι δύναται, κατὰ τὴν ἐφαρμογήν, νά προκύψουν δυσχέρειαι καὶ πιθανὸν νὰ προκύψουν καί τινες δυσχέρειαι καὶ ἐκ τῶν Ἑλληνογαλλικῶν συμβάσεων, εἶμαι ὅμως ἀπολύτως βέβαιος ὅτι ἐντὸς ὀλίγου, ἐντὸς ἐλαχίστου χρόνου, ὅλα τὰ παρεμβληθέντα προσκόμματα θὰ ἀρθῶσιν, ὅτι ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ἐκδηλοῦσα ἅπαξ ἔτι τὰ φιλελεύθερα αὐτῆς αἰσθήματα, θὰ δώσῃ τὰς ἀναγκαίας ὁδηγίας πρὸς τὸν παρὰ τῇ Διεθνεῖ Οἰκονομικῇ Ἐπιτροπῇ ἀντιπρόσωπον ὅπως ἀναλάβῃ οὗτος τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ τριμεροῦς δανείου. Ἐν οἱᾳδήποτε περιπτώσει, βέβαιον εἶναι ὅτι ἡ ἀναβολὴ ἢ ἡ μὴ ἐπιψήφισις τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου ὑπὸ τῆς Βουλῆς δὲν θὰ εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα ἀσφαλὲς νὰ διευκολύνῃ τὴν λύσιν τῶν δυσχερειῶν. Ὡς ἀποτέλεσμα θὰ εἶχεν νὰ περιπλέξῃ ἔτι μᾶλλον τὴν κατάστασιν, ἵνα καταστήσῃ τὰς δυσχερείας αὐτὰς ἀνυπερβλήτους. Ὁ ἀγὼν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καί, πρὸ παντὸς τοῦ Ἡγέτου τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, περιεστράφη κυρίως καὶ ἐξηντλήθη εἰς μίαν ἀγωνιώδη προσπάθειαν, ὅπως πεισθῇ ἡ Βουλή, ὅτι διὰ τῶν ὑπὸ κρίσιν συμφωνιῶν ἐπεβλήθησαν βαρύταται ἐπὶ τῆς Ἑλλάδος δεσμεύσεις καὶ ἔλεγχοι. Διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπὸν ἡ Ἀντιπολίτευσις, διὰ νὰ ἀνεύρῃ, διὰ νὰ ἀνακαλύψῃ τέλος πάντων ἓν σημεῖον ἔστω, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ δυνηθῇ νὰ στηριχθῇ ἵνα εἴπῃ εἰς τὸν ἑλληνικὸν λαόν, ἰδοὺ ἐπὶ τέλους ὁ ἔλεγχος, τὸν ὁποῖον ἀρνεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἶπεν ὅτι ὑπάρχει οὗτος, διὰ νὰ φθάσῃ δὲ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα αὐτὸ δὲν ἐδίστασε νὰ πατήσῃ ἐπὶ τῶν πτωμάτων τῶν κειμένων, καὶ εἰς τὸ τέλος τὸ ἀποτέλεσμα ὑπῆρξεν ὅτι ἡ προσπάθεια αὐτῆς ἀπέβη τελείως ἄκαρπος. Δὲν διστάζω νὰ εἴπω ὅτι ἡ παράθεσις ὅλων τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἠκούσαμεν καθ’ ὅλας τὰς ἡμέρας, ἐνθυμίζει παλαιὰς εἰς ἐμὲ ἡμέρας δικαστηρίων πολιτικῶν, μοῦ ἐνθυμίζει ὅτι εἰς παλαιοτέραν ἐποχὴν ἐθεωρεῖτο καθῆκον τῶν ὑπερασπιζομένων οἱανδήποτε ὑπόθεσιν, καὶ πρὸ παντὸς ἄδικον, νὰ ἀρνῆται τὰ πάντα, νὰ ἀρνῆται καὶ αὐτὰ τὰ κείμενα. Ἔφθασε δὲ πολλάκις ἡ κατάχρησις μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε ὑπάρχει περίπτωσις τὴν ὁποίαν γνωρίζουν οἱ συμπολῖται μου ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας, ὅτι, συνάδελφος δικηγόρος, ἰδὼν εἰς μίαν παρένθεσιν ὅτι γίνεται παραπομπὴ εἰς τὸν Dalloz ἔγραψεν ὅτι ἐγὼ ἀρνοῦμαι καὶ τὸν Dalloz. Ἠρνήθησαν λοιπὸν καὶ ἐστρέβλωσαν τὰ πάντα καὶ ἠρνήθησαν καὶ τὸν Dalloz, καὶ ἰσχυρίσθησαν, ὅτι ἔλεγχος δὲν ἐπιβάλλεται, ἀλλὰ μᾶς ἐπιβάλλεται τοιοῦτος διὰ τῆς διατάξεως περὶ ἰσοσκελίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἐλησμόνησαν ἐν ἀρχῇ, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἐπὶ τέλους ἡ μᾶλλον ἀθώα, ἡ ὁποία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ποτὲ εἰς οἱανδήποτε συμφωνίαν, διότι δὲν ἀναγράφει παρὰ μόνον ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ καταβάλῃ προσπάθειαν νὰ ἰσοσκελίσῃ κατὰ τὸ δυνατὸν τὸν προϋπολογισμόν. Καὶ ἐχρειάσθησαν ἀρκεταὶ ἡμέραι ἵνα ἀναγνωρισθῇ, ὅτι τίποτε ἄλλο δὲν ἀναγράφει τὸ κείμενον καὶ ὅτι μόνον προσπαθείας ὀφείλει νὰ καταβάλῃ ἡ Κυβέρνησις. Ἐλησμόνησαν δὲ ἐπίσης, ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ ἰσχύει ἤδη δι’ ἡμᾶς. Ἀπὸ τοῦ 1924 περιεβλήθη εἰς τὸ πρωτόκολλον τοῦ προσφυγικοῦ δανείου καὶ ὅτι, ἂν δὲν παρενεβάλλοντο αἱ συμφωνίαι τοῦ Σεπτεμβρίου, θὰ ἐξηκολούθει νὰ ἐφαρμόζεται, ὡς ἐφηρμόσθη καὶ μέχρι τοῦδε παρ’ ἡμῖν· νὰ ἰσχύῃ δηλαδὴ ἀπαράλλακτα ὅπως εἶναι, διότι τότε δὲν προσετίθετο ἡ διευκρίνισις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει πάλιν νὰ καταβάλῃ μίαν προσπάθειαν, ὥστε ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατόν, ἐφόσον δὲν παρίσταται ἀνάγκη αἱ δαπάναι νὰ μὴ ὑπερβῶσι τὸ ποσὸν τῶν 9.000.000 λιρῶν. Ἀλλὰ διατὶ θὰ μᾶς ὁρίσουν οἱ ξένοι, εἶπον, τὸ ὅριον τῶν δαπανῶν μας; Εἶναι ἀπάτριδες οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες; Δὲν εἶναι ἀπάτριδες, κατὰ τὸ πλεῖστον τοὐλάχιστον, καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐκυβέρνησαν τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τοῦ 1924 καὶ ἐντεῦθεν ἢ ἀπὸ τοῦ 1914 καὶ ἐντεῦθεν;
§27Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Εἶναι ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους κατηγορήσατε σεῖς, ὡς κατήγορος ἐπὶ προδοσίᾳ. (Θόρυβος).
§28Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν λύονται νὰ ζητήματα διὰ τῶν εὐκόλων πατριωτικῶν λυρισμῶν. Αἱ ὑποθῆκαι τῆς συνέσεως πρὸς τοὺς κυβερνῶντας, εἶναι πάντοτε χρήσιμοι. Εἶναι πάντοτε ὀρθὸν νὰ ὑπομιμνήσκεται ὅτι καθ’ ἑκάστην μᾶς περιστοιχίζουν καὶ μᾶς πολιορκοῦν ἀνάγκαι ἀπολύτως ἐπιτακτικαί, ἀλλ’ ἐν τῷ ὑψηλοτέρῳ συμφέροντι ἐπιβάλλεται τὰς ἀνάγκας νὰ τὰς ἐκτιμῶμεν ἐν πάσῃ συμμετρίᾳ καὶ πρὸ παντὸς ἐν ἀναλογίᾳ τῶν δυνάμεων, τὰς ὁποίας διαθέτομεν. Ποτὲ δὲν εἶναι περιτταὶ αἱ δυσκολίαι αὗται πρὸς τοὺς κυβερνῶντας. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ποία εἶναι ἡ σημασία ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ἐλέγχου διὰ τὸ Κράτος ἡμῶν; Εἴχομεν τὴν ἀπόδειξιν ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε ἐφαρμογῆς; Ἀπὸ τοῦ 1914 οἱ προϋπολογισμοὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καταλήγουν εἰς ἐλλείμματα κολοσσιαῖα. Καὶ τὶ ἔπραξεν ἡ Κ.Τ.Ε.; Ἡ Κ.Τ.Ε. ἐν τῇ συναισθήσει τὴν ὁποίαν εἶχε, τῆς πραγματικῆς ἐννοίας τῆς διατάξεως ταύτης μὴ παρεχούσης εἰς αὐτὴν κανὲν δικαίωμα παρεμβάσεως, ὄχι μόνον δὲν ἐπέβαλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν λῆψιν μέτρων, ἀλλ’ ἠδράνησεν καὶ ἠδράνησεν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀθηνῶν, ὁ κ. Ἀγγελόπουλος, νὰ ἐκφράσῃ σχεδὸν τὴν ἀγανάκτησίν του καὶ νὰ κατακρίνῃ τὴν Κ.Τ.Ε. διότι ἐφάνη οὕτως ἀνάλγητος καὶ ἀδιάφορος πρὸς τὸ ἴδιον αὐτῆς συμφέρον καὶ δὲν ἤσκησεν ὅλην τὴν ἐπιβολήν της ὅπως νουθετήσῃ, ὅπως χαλιναγωγήσῃ τὰς Ἑλληνικὰς Κυβερνήσεις.
§29Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Ποῖος τὰ εἶπεν αὐτά; Ἡμεῖς δὲν ἐκάναμεν τέτοια πράγματα.
§30Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶπον ὅτι, ἐνῷ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διὰ τοῦ Πρωτοκόλλου τοῦ 1924 καὶ ἐν ἄρθρῳ 6 ἀνέλαβε τὴν ἐπιτακτικὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἰσοσκελίσῃ τοὺς προϋπολογισμούς, ἀπὸ τοῦ 1924 μέχρι σήμερον δὲν ἔπραξε τοῦτο, δὲν ἐπράξατε δὲ καὶ ὑμεῖς τοῦτο.
§31Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Καὶ ἡ Κ.Τ.Ε. ἠδιαφόρησεν, εἴπετε.
§32Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Δὲν εἶπα τοῦτο.
§33Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Τὸ εἴπετε. Ἀλλὰ μοῦ εἶναι ἀδιάφορον. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι σημαντικόν, εἶναι τοῦτο, ὅτι ἡ Κ.Τ.Ε. ἐξεδήλωσε ποίαν ἔχει γνώμην περὶ τῆς πραγματικῆς ἐννοίας τῆς διατάξεως ταύτης, διότι, εὑρισκομένη ἐνώπιον συνεχῶν, κολοσσιαίων ἐλλειμμάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ προϋπολογισμοῦ, οὐδέποτε διϊσχυρίσθη, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀναμίξεως καὶ δὲν ἀπηύθυνε πρὸς τὰς Ἑλληνικὰς κυβερνήσεις οὐδὲ κἂν ἁπλῆν διαμαρτυρίαν. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἔλεγχος, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ ἀσκηθῇ διὰ τῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν παρέστησαν ὡς τρομεράν.
§34Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸ ζήτημα τοῦ νὰ καταβληθῇ προσπάθεια δὲν εἴχομεν ἀνάγκην νὰ μᾶς τὸ εἴπῃ ἡ Κ.Τ.Ε., τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι ὁρίζει τὸ ἀνώτατον ὅριον τῶν δαπανῶν.
§35Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἡ λέξις ὅτι ὀφείλει νὰ καταβάλῃ προσπάθειαν δὲν ἀναφέρεται μόνον εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ σύνολον τῆς περιόδου. Δηλαδὴ καὶ εἰς τὸ νὰ μὴ ὑπερβῇ τὰ 9 δισεκατομμύρια. Ποίαν δὲ προσπάθειαν; Δηλαδὴ ἐφόσον δὲν ὑπάρχει τι τὸ ἐπεῖγον, νὰ μὴ αὐξήσῃ τὰς δαπάνας, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, αὐξάνουσα τὰς δαπάνας, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχῃ τὸ ἰσοζύγιον, ἀλλὰ θὰ ἀναγκασθῇ νὰ ἐπιβάλῃ βάρη καὶ νὰ ἐξαντλήσῃ τὸν λαόν. Εἶναι καθαρῶς μία νουθεσία διδομένη εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὅπως τηρῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μόνον θὰ σώσῃ οἰκονομικῶς τὴν χώραν μας. Διϊσχυρίσθησαν ἀκόμη ὅτι ὁ ἔλεγχος ἐπιβάλλεται δυνάμει τῆς διατάξεως, ἡ ὁποία θεσπίζει τὴν συγκέντρωσιν τῶν εἰσπράξεων καὶ πληρωμῶν εἰς χεῖρας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τοῦ λαϊκοῦ κόμματος μοὶ ὑπέμνησεν, ὅτι ἐνθυμεῖσθε ἄλλοτε μετὰ πόσων δισταγμῶν συνεζητήσαμεν ἂν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἐπιβάλλοντες διὰ νόμου νὰ καταθέτουν τὰ φιλανθρωπικὰ καὶ ἄλλα ἱδρύματα τὰ ἀποταμιεύματα αὐτῶν εἰς τὰ ταμεῖα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Καὶ τώρα, εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κορινθίας συνάδελφος, ὅλα αὐτὰ ἐσαρώθησαν. Σήμερον ὄχι μόνον τὸ Κράτος, ἀλλὰ καὶ αἱ κρατικαὶ ἐπιχειρήσεις καὶ ὅλα τὰ ἄλλα ἱδρύματα ἔχουν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταθέτουν τὰ περισσεύματά των ἀτόκως εἰς τὰ ταμεῖα τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν ἀξιότιμον πολιτευτὴν ἐκ Κορινθίας, ὅτι ἡ συζήτησις ἡμῶν περιεστρέφετο περὶ ἐνισχύσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ νόμου, ὅταν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐπρόκειτο νὰ παύσῃ ἀσκοῦσα τὴν ἐκδοτικὴν λειτουργίαν, ὅταν θὰ μετεβάλλετο εἰς ἵδρυμα καθαρῶς ἰδιωτικῆς φύσεως καὶ ἐγεννήθησαν παρὰ τῷ συναδέλφῳ οἱ δισταγμοὶ ἂν τὸ κράτος θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὰ φιλανθρωπικὰ ἱδρύματα καὶ τοὺς ὀργανισμοὺς τοὺς αὐτοκεφάλους νὰ καταθέτουσι εἰς ἓν ἵδρυμα ἰδιωτικὸν τὰς ἀποταμιεύσεις αὐτῶν. Ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται περὶ ἰδιωτικῆς Τραπέζης. Εὑρισκόμεθα ἐνώπιον τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης.
§36Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ σᾶς διακόψω, διότι φαίνεται ὅτι ἐκ τῆς παρελεύσεως τοῦ χρόνου καὶ τῶν ποικίλων ἐν τῷ μεταξὺ ἀσχολιῶν σας ἐλησμονήσατε τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον συνεζητεῖτο μεταξὺ μας. Ἐγὼ ἤμην ἐναντίον τοῦ διχασμοῦ τῆς Τραπέζης καὶ σᾶς εἶπον, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, οἰκονομικὸν ἵδρυμα τόσον σπουδαῖον διὰ τὸν τόπον, θὰ ἐζημιοῦτο ἐκ τῆς ἀφαιρέσεως τοῦ προνομίου. Σᾶς ἔλεγον μεταξὺ ἄλλων ὅτι δὲν θὰ συγκέντρωνε τὰς καταθέσεις, τὰς ὁποίας συγκεντρώνει σήμερον. Μοῦ εἴπατε ὅτι σεῖς θὰ διατηρήσητε αὐτὸ τὸ ἴδιον νομικὸν ἵδρυμα, διότι θὰ ἐξηναγκάζετε διὰ νόμου ἵνα αἱ καταθέσεις τῶν διαφόρων ὀργανισμῶν τῶν ἐχόντων χαρακτῆρα τινα δημόσιον κατατίθενται εἰς τὴν Τράπεζαν. Σᾶς εἶπα δ’ ἐγώ, ὅτι ἂν διεχειριζόμην τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, θὰ σᾶς ἔλεγον ὅτι αἱ τοιαῦται καταθέσεις θὰ βλάψουν τοὺς Δήμους καὶ τὰς Κοινότητας. Θὰ κατετίθεντο εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἐὰν ἔμενε αὕτη μὲ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως καὶ εἶχε τὸν χαρακτῆρα τὸν ὁποῖον ἔχει σήμερον. Ἑπομένως τοῦτο ἀντίκειται εἰς τὴν συζήτησιν τὴν ὁποίαν ἐκάμαμε.
§37Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν παρῆλθε πολὺς χρόνος ἀπὸ τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ὅσα εἶπον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διεξαχθεῖσαν συνομιλίαν, καὶ εἶπον ἀκριβῶς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λέγει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, δηλαδή, ὅταν ἠγέρθη δισταγμὸς ἐὰν δικαιούμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὰ φιλανθρωπικὰ ἱδρύματα νὰ καταθέσουν τὰς ἀποταμιεύσεις των εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν...
§38Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδιωτικὴν Τράπεζαν.
§39Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Εἰς Ἰδιωτικὴν Τράπεζαν. Αὐτὰ εἶπον ἐγὼ καὶ προσέθεσα πλέον ἐξ ἰδίων ὅταν ἐγένετο ἡ συζήτησις αὕτη, ἐπρόκειτο περὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὡς ἰδιωτικοῦ ἱδρύματος. Δὲν μετέβαλα οὐδὲ κατὰ κεραίαν τοὺς λόγους σας. Ὅτε ἐγένετο ἡ συζήτησις αὕτη, ἐπρόκειτο περὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, οὐχὶ πλέον ὡς ἐκδοτικοῦ ἱδρύματος, ἀλλ’ ὡς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ἦτο δυνατὸν νὰ γεννηθοῦν δισταγμοὶ τοιοῦτοι. Ἀλλὰ κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτὴν εἶναι ἀδύνατον νὰ γεννηθῇ δισταγμὸς περὶ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχομεν νὰ ἐπιβάλωμεν τοὐλάχιστον, εἰς ἡμᾶς αὐτούς, τοὐλάχιστον εἰς τὰς κρατικὰς ἐπιχειρήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀποτελοῦν ἄλλο τίποτε παρὰ κλάδον τῆς δημοσίας διοικήσεως καί, ἐφόσον συντελεῖται ἡ πρόοδος, καὶ εἰς ἄλλας συγγενεῖς ὑπηρεσίας ὡς εἰς τοὺς Δήμους καὶ τὰ εἰδικὰ ταμεῖα, νὰ ἐπιβάλωμεν καὶ νὰ εἴπωμεν εἰς αὐτά, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ κρατεῖτε εἰς τὰ ταμεῖα σας χρῆμα ἀργόν, ἀλλὰ νὰ τὸ καταθέτετε εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Ἀλλὰ πῶς θὰ ἐφαρμοσθῇ ὡς διάταξις ἡ ῥήτρα αὐτή;
§40Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Κατὰ τοῦτο μετεβάλετε τὰς σκέψεις σας, διότι μοῦ εἴπετε ὅτι, καὶ ὅταν ἱδρυθῇ ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα, σεῖς θὰ ὑποχρεώσητε διὰ νόμου τοὺς Δήμους καὶ τὰς Κοινότητας νὰ καταθέσουν τὰς ἀποταμιεύσεις αὐτῶν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν πρὸς ἐνίσχυσιν αὐτῆς, ἵνα μὴ πάθῃ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ προνομίου. Καὶ σᾶς λέγω ὅτι τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀπετέλει τὸ πρόγραμμά σας, δὲν τὸ ἐξετελέσατε, ἀλλὰ ἐκάματε ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον. Ὑποχρεώσατε ὅλα αὐτὰ τὰ ἱδρύματα νὰ καταθέτουν εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν, ἔστω καὶ ἐὰν ἤθελον νὰ τὰ καταθέτουν εἰς τὴν Ἐθνικήν.
§41Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν ἐφαντάσθην ὅτι ἦτο δυνατὸν ν’ ἀναφέρητε ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Συναδέλφου εἰς τὸ ὅτι μετέβαλα πολιτικὴν ἐπὶ ζητήματος ἐντελῶς ἐπουσιώδους. Δηλαδὴ ἐγένετό ποτε ὁμιλία καὶ ὑπῆρχε ἀμφισβήτησις ἐὰν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα θὰ παρέμενεν ἵδρυμα ἰσχυρόν, καὶ τότε ἐγὼ εἶπον ὅτι θὰ εἶναι δυνατόν, ἐὰν ἴδωμεν ὅτι τὸ ἵδρυμα δὲν εἶναι ἰσχυρόν, νὰ λάβωμεν μέτρα, πλεῖστα ὅσα, ὅπως τὸ ἐνισχύσωμεν, καὶ μεταξὺ τῶν μέτρων τούτων ἀνέφερα καὶ τὰς καταθέσεις αὐτάς. Ἀλλὰ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀπεδείχθη ὅτι παραμένει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἵδρυμα ἰσχυρόν, ἵδρυμα ἱστορικὸν κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν, ἵδρυμα τοῦ ὁποίου αἱ μετοχαὶ κινδυνεύουν νὰ φθάσουν εἰς τὸ διπλάσιον καὶ ὑποθέτω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κάμω αὐτὴν τὴν σκέψιν, δηλαδὴ νὰ ἐπιβάλω ὑποχρεώσεις εἰς τὰ διάφορα αὐτὰ ἱδρύματα, ὅπως καταθέτουν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τὰς ἀποταμιεύσεις των. Καὶ ἡ ὑποχρέωσις αὕτη τῆς καταθέσεως ἐνεργεῖται πάντοτε λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν ὅλων τῶν εἰδικῶν συνθηκῶν. Καὶ ἂν προσέξετε εἰς τὸ παράρτημα θὰ τὸ ἀναγνώσητε ὅπου λέγει, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον ὀφείλει νὰ προβῇ εἰς τὴν συγκέντρωσιν ταύτην, ἐφόσον ὑπάρχουν ὑποκαταστήματα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, διότι ἄλλως ἐξακολουθεῖ νὰ γίνεται καὶ ἡ εἴσπραξις ὑπὸ τῶν Δημοσίων Ταμείων καὶ τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας.
§42Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Περὶ τῶν καταθέσεων αὐτῶν δὲν γίνεται οὐδεμία μνεία. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ πλεῖστον μέρος.
§43Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Μοῦ ἐπιτρέπετε, διὰ νὰ μὴ σᾶς ὑποβάλω εἰς κόπον; Ἡ διάταξις ἡ πρώτη εἶναι διὰ τὰς κρατικὰς ἐπιχειρήσεις, ἤτοι τοὺς σιδηροδρόμους, τὴν ταχυδρομικὴν καὶ τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν, τὸ ταμεῖον τῶν παρακαταθηκῶν καὶ δανείων. Ἡ δευτέρα διάταξις ἀφορᾷ τοὺς Δήμους καὶ τὰ εἰδικὰ ταμεῖα.
§44Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὄχι, ὅλα εἰς τὴν δευτέραν ὑπάγονται.
§45Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Μάλιστα, ἔχετε δίκαιον. Ἡ διάταξις αὕτη ἐτέθη, ἐφόσον ὑπάρχουν ὑποκαταστήματα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τότε νὰ γίνωνται αἱ καταθέσεις. Δηλαδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποχρεωθῇ τὸ Δημόσιον καὶ οἱονδήποτε ἄλλο ἵδρυμα, νὰ μεταφέρῃ τὰς εἰσπράξεις του εἰς μέρος ἕτερον, ἐφόσον θὰ ὑπάρχῃ ἐπὶ τόπου ὑποκατάστημα. Ἑπομένως ὁ περιορισμὸς αὐτὸς εἶναι ἀπολύτως γενικός. Τοῦτο εἶναι ἐξυπακουόμενον καὶ εὐνόητον.
§46Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἔχω νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω, ὅτι δι’ αὐτὰς τὰς διαφορὰς θὰ πηγαίνετε εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς
Κ.Τ.Ε.
§47Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν θὰ πηγαίνω πουθενά. Δὲν θὰ ὑπάρχῃ καμμία ἀπολύτως διαφορά, οὔτε θὰ μεταβῶ δι’ αὐτὸ ποτὲ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Κ. Τ.Ε. Ἐδήλωσα ἤδη, διὰ τίνα λόγον γίνεται ἡ συγκέντρωσις αὕτη. Τὶ συμβαίνει σήμερον; Δὲν ἀπαγορεύομεν οὔτε εἰς τὸ Κράτος, οὔτε εἰς κανένα εἰδικὸν ὀργανισμὸν νὰ χρησιμοποιήσῃ παραγωγικῶς τὰς καταθέσεις του, νὰ ἐνεργήσῃ τοποθετήσεις ἐπενδύων τὰ χρήματά του εἴτε εἰς ἀξίας εἴτε εἰς χρεώγραφα, ἐξ ὧν νὰ ἔχῃ προσόδους. Ἀλλά, τὰ Ταμεῖα τοῦ Κράτους καὶ τὰ Ταμεῖα τῶν ἱδρυμάτων αὐτῶν ἔχουσι καθ’ ἑκάστην ἐντὸς τῶν χρηματοκιβωτίων των τὰ περισσεύματα τῆς τρεχούσης ὑπηρεσίας, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ ποσὸν σταθερόν, τὸ ὁποῖον παραμένει ἄκαρπον ἐντὸς τῶν χρηματοκιβωτίων καὶ διὰ τὸ ὁποῖον σήμερον τὶ πράττομεν; Σήμερον λέγομεν εἰς αὐτά: Ἀντὶ νὰ τὰ κρατῆτε εἰς τὰ ταμεῖά σας, ἐφόσον ἀπαλλάττεσθε τῆς ὑποχρεώσεως νὰ ἐνεργῆτε τὰς εἰσπράξεις, ὀφείλετε νὰ τὰ καταθέσητε εἰς τὰ ταμεῖα τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης καὶ ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα θὰ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ μεταγγίζῃ ὅλον αὐτὸν τὸν ἄχρηστον μέχρι σήμερον πλοῦτον μέχρι περάτων τῆς Ἑλληνικῆς γῆς, ὅπως ζωογονῇ τὰς ἐργασίας καὶ τὰς ἐπιχειρήσεις. Αὐτὴν τὴν σκοπιμότητα ἀναπληροῖ ἡ διάταξις αὕτη. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, θὰ εἴπωμεν γενικῶς, ὅτι οὔτε εἰς τὴν διάταξιν αὐτήν, οὔτε εἰς καμμίαν ἄλλην ὑπάρχει θέμα, τὸ ὁποῖον νὰ ὑπονοῆται ὅτι θὰ ἀχθῇ ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Κ. Τ. Ε. Περὶ τούτου θὰ ὁμιλήσωμεν κατόπιν. Ἐλέχθη ἀκόμη ὅτι περιορισμὸς εἶναι καὶ ὅλον τὸ ἐδάφιον δʹ τοῦ ἄρθρου 1, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιβάλλεται ἡ συναίνεσις τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Κ.Τ.Ε. Ἡ συναίνεσις τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἀντιπροσώπου τῆς Κ.Τ.Ε. εἶναι διὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν τύπων, τῶν ὅρων τοῦ δανείου. Εἶναι τόσον τὸ ἄρθρον προφανές, ὥστε δὲν ἔχει ἀνάγκην διασαφήσεως. Καὶ ἐὰν ἀναγνώσω τὰ ἐπίσημα πρακτικά, ἐκ τῶν ὁποίων προκύπτει, ὅτι τὸ ἄρθρον 4 ἐδάφιον 4, ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον θέλει ἐγκρίνει καθ’ ὃν τρόπον θέλει, θὰ ἴδητε, ὅτι τὰ δικαιώματά του περιορίζονται μόνον εἰς τοῦτο, ὅτι δικαιοῦται νὰ ἐξελέγξῃ, ἐφόσον πρόκειται νὰ ἐκδοθῇ τὸ δάνειον ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῆς Κ.Τ.Ε., καὶ περιορίζεται εἰς τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον καθορίζεται διὰ τῶν συμφωνιῶν, καὶ προορίζεται διὰ τοὺς σκοποὺς τοὺς προβλεπομένους διὰ τοῦ πρωτοκόλλου τῆς Γενεύης. Παρ’ ὅλον τοῦτο ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔχει ἀπόλυτον ἐλευθερίαν νὰ ἐξετάζῃ τοὺς οἴκους μετὰ τῶν ὁποίων θὰ συναλλαγῇ, νὰ καθορίσῃ τὸν τόκον καὶ νὰ μὴ δεσμεύεται ὑπὸ οὐδενὸς περιορισμοῦ. Ἀλλ’ ἀνεφέρθη ὁ περιορισμὸς εἰς ἄλλο τι: Δὲν βλέπετε, κύριοι, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ συνομολογήσητε ὅρους χειροτέρους ἀπὸ τὸ πρῶτον Προσφυγικὸν Δάνειον; Δὲν εἶναι αὐτὸ δέσμευσις, τὸ ὅτι δὲν δύνασθε νὰ συνομολογήσητε ὅρους χειροτέρους ἀπὸ τὸ Προσφυγικὸν Δάνειον;
§48Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Ποῖος τὸ εἶπεν αὐτό; (Θόρυβος).
§49Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Καὶ ἄν θελήσητε νὰ συνομολογήσητε ὅρους αὔριον χειροτέρους ἀπὸ τοὺς τοῦ Προσφυγικοῦ Δανείου, κύριοι, βεβαιωθῆτε, ὅτι δὲν θὰ δύνασθε τὸ κατόρθωμα τοῦτο νὰ τὸ ἐπιτύχητε.
§50Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Σᾶς παρακαλοῦμεν νὰ μᾶς εἴπητε ποιός τὸ λέγει αὐτό. Λέγετε ἀνακριβείας.
§51Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Καὶ ἂν ἐπρόκειτο νὰ δώσω ἐξήγησιν εἰς τὸν ὅρον τοῦτον, θὰ ἔλεγον ὅτι εἰς τὴν Κ.Τ.Ε., ὁσάκις ἐγείρονται ἀμφιβολίαι ἐπιζητεῖται ἡ λεγομένη Formule. Κατὰ ποῖον τρόπον θὰ εὕρωμεν μίαν διέξοδον, καὶ τότε ἐπρότεινα ἐγὼ καὶ τοὺς εἶπον· ἀντὶ νὰ θέλετε νὰ ἐλέγξητε τοὺς ὅρους τοῦ δανείου, θέσατε ἕνα περιορισμόν, ὅπως ἡ Ἑλλὰς μὴ δύναται νὰ κάμῃ χειροτέρους ὅρους, διότι, καὶ ἂν ἤθελεν ἡ Ἑλλὰς νὰ κάμῃ ὅρους χειροτέρους τοῦ Προσφυγικοῦ Δανείου καὶ τοῦτο θὰ ἦτο ἀδύνατον, λόγῳ τῶν συνθηκῶν τῆς σημερινῆς διεθνοῦς καταστάσεως. Ἑπομένως πρόκειται περὶ μιᾶς διεξόδου πρὸς ἐπίλυσιν τῆς ἐγερθείσης διαφωνίας. Ὑποθέτω ὅτι κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ὁ ὑμέτερος ἡγέτης εἶχε νὰ ἀντικρύσῃ τὰς διακοπὰς μόνον τὰς ἰδικάς μου, οὐδεὶς δὲ ἄλλος τὸν διέκοψε ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης. Σήμερον εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀντικρύζω τὰς διακοπὰς ὅλων τῶν βουλευτῶν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος. Θὰ τὸ ὑποστῶμεν καὶ αὐτό.
§52Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. βουλευτὰς νὰ ἀκούσουν μετὰ μεγάλης προσοχῆς, ἧς καὶ ἡμεῖς ἠξιώθημεν ἀληθῶς χθὲς παρ’ ὅλης τῆς Βουλῆς, ὅσα λέγονται, χωρὶς νὰ γίνεται διακοπή. Ἐδήλωσα ὅτι, οὔτε ἐγὼ θὰ κάμω διακοπάς, ἀλλὰ θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις μετὰ τὸ τέλος.
§53Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἕτερος ὅρος· εἰς τὸ ἴδιον ἐδάφιον λέγεται ὅτι ἡ περίοδος τῆς ἀποσβέσεως τοῦ δανείου δὲν πρέπει νὰ εἶναι βραχυτέρα τῶν τριάκοντα ἐτῶν. Καὶ μοῦ εἶπον, ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἡ Ἑλλὰς νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπόσβεσιν τοῦ δανείου εἰς βραχυτέραν προθεσμίαν· δὲν εἶναι τοῦτο περιορισμὸς ἐπιβαλλόμενος; Ἔ, κύριοι, ὅταν φθάνωμεν μέχρι αὐτοῦ τοῦ σημείου, ὑποθέτω ὅτι ὅλα τὰ πράγματα δύνανται νὰ μετατραπῶσιν εἰς ἔλεγχον. Εἰς τὸ ἐδάφιον τέταρτον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔγινε μακρὰ συζήτησις, δὲν ὑπάρχει ἴχνος δυνάμενον νὰ προδώσῃ τὴν δυνατότητα τῆς ἐπεμβάσεως τῆς Κ.Τ.Ε. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος μὲ ἤλεγξεν ἀκόμη διὰ τὸν ἔλεγχον τὸν ἀπαιτούμενον καὶ ἐφαρμοζόμενον ἐπὶ τοῦ τριμεροῦς δανείου ὑπὸ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς. Μὲ ἤλεγξεν διὰ τὴν ὕπαρξιν τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς. Αὐτὸ εἶναι ἔλεγχος; Εἶναι βεβαίως ἔλεγχος καὶ ἰσχύει ἀπὸ τὸ 1892, καὶ θὰ ἰσχύσῃ ἐὰν τὸ ἐπιτρέψωσιν αἱ περιστάσεις. Ἀλλ’ οὔτε τὸν χρόνον τῆς λειτουργίας τοῦ δανείου παρατείνομεν διὰ τοῦ τριμεροῦς δανείου, οὐδὲ τὴν δικαιοδοσίαν αὐτοῦ εὐρύνομεν. Δὲν παρατείνομεν τὸν χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ διαρκέσῃ ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπή, διότι τὸ τριμερὲς δάνειον ἀπεσβέσθη πολύ, πάρα πολὺ ἐνωρίτερον, ἀπὸ τὸν χρόνον τὸν ἀπαιτούμενον, πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν παλαιῶν εἰς χρυσὸν δανείων. Ἑπομένως, παραμένει, μετὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ τριμεροῦς δανείου, ὁ κλοιός, ὁ ἐπικαθήμενος ἐπὶ τοῦ τραχήλου τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ δεκαετηρίδας ὁλοκλήρους. Ἐπεκαλέσθη καὶ ἄλλα ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ὅπως ἀποδείξῃ ὅτι εὐρύνεται ἡ δικαιοδοσία τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς, ἐφόσον αἱ εἰσπράξεις ἐκ τῶν ὑπεγγύων προσόδων θὰ κατέλθωσι μέχρι ἑνὸς ὡρισμένου ὁρίου, νὰ παράσχωμεν εἰς ἐγγυήσεις νέους κλάδους τῶν δημοσίων ἐσόδων. Ὑποθέτω ὅτι αὐτὸ εἴπετε, κύριε ἡγέτα τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος.
§54Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν σᾶς εἶπον ἄλλο τι παρὰ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγει τὸ κείμενον.
§55Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Σᾶς ἐρωτῶ· εἴπετε ὅτι εὐρύνεται τὸ δικαίωμα τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς, διότι ἀναγνωρίζετε εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ προσθέτους ὑπεγγύους προσόδους, ἐφόσον αἱ εἰσπράξεις ἐκ τῶν ἤδη ὑπαρχουσῶν δὲν κατέρχονται κάτω ἑνὸς ὡρισμένου ὁρίου;
§56Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ κείμενον.
§57Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Θὰ σᾶς ἀναγνώσω καὶ ἐγὼ τὸ κείμενον. Ποῖον εἶναι αὐτὸ τὸ ὅριον;
§58Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. 150%, ἂν αἱ εἰσπράξεις ἐκ τῶν ὑπαρχουσῶν προσόδων δὲν ἀνέρχωνται εἰς τὰ 150%.
§59Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἂν αἱ εἰσπράξεις ἐκ τῶν ὑπεγγύων προσόδων δὲν ἀνέρχωνται εἰς τὰ 150% μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ἀπαιτουμένου ἐτησίως ποσοῦ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν κειμένων δανείων. Αὐτὸ εἴπετε. Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ τριμεροῦς δανείου. Ἂς δεχθῶμεν ἕνα μέσον ὅριον 300.000.000 ἐτησίως. Θὰ μᾶς χρησιμεύσῃ τότε νὰ πληρώνωμεν διὰ αὐτὸ τὸ ποσὸν τῶν 300.000.000 ἐτησίως τὰ 150%. Τὰ 150% τῶν 300.000.000 εἶναι 450. 000.000· ἑπομένως τοῦ ἑξαμήνου 225.000.000. Ἔχομεν σήμερον ὑπεγγύους προσόδους εἰσπράξεις, διατεθειμένας δραχμὰς 3.666.000.000. Εἰ, ταῦτα θὰ προστεθῇ καὶ ἓν ποσὸν διὰ τὸ δάνειον τῶν 300.000.000. Μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ 1.327.000.000 παραμένει σήμερον καθαρῶς ἐλεύθερον ποσὸν ἐκ τῶν ὑπεγγύων προσόδων 2.227.000.000 δραχμαί. Ἂς ἴδωμεν τώρα· πότε θὰ ἔλθῃ ἡ περίπτωσις τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῆς τῆς διατάξεως, ἡ ὁποία ἐνέπνευσε τόσον μεγάλους φόβους. Διὰ νὰ φθάσῃ ἡ περίπτωσις τῆς διατάξεως αὐτῆς θὰ πρέπει τὸ ποσὸν τῶν 2.227.000.000 νὰ κατέλθῃ εἰς 450.000.000. Ἂν τὰ 2.227.000.000 ἐξακολουθήσουν ραγδαίως νὰ καταπίπτωσι καὶ φθάσῃ, ὥστε νὰ μὴ ἀνταποκρίνηται παρὰ εἰς ἓν ποσὸν 420.000.000, ἂν δηλαδὴ αἱ κυριώτεραι εἰσπράξεις τοῦ Κράτους, αἱ ὁποῖαι εἶναι διατεθειμέναι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων, κατέλθουν εἰς 600.000.000, τότε ἀναντιρρήτως θὰ ὑπάρχῃ περίπτωσις ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως ταύτης, ἡ ὁποία ἀπετέλεσε καὶ αὕτη ἓν φάσμα ξενικῆς ἐπεμβάσεως. Ἀλλά, κύριε ἡγέτα τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ὅταν αἱ δημόσιαι εἰσπράξεις, ἰδίᾳ δὲ αἱ παραγωγικώτεραι ἐξ αὐτῶν, αἱ ὁποῖαι σήμερον ἀπασχολοῦνται μὲ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων, αἱ κυριώτεραι τῶν εἰσπράξεων, αἱ ὁποῖαι καθ’ ἕκαστον ἔτος παρουσιάζουν αὔξησιν ἐντατικήν, καταντήσουν εἰς τοιαύτην κατάπτωσιν, ὥστε νὰ φθάσουν ἀπὸ 3.600.000.000 εἰς 600.000.000 μόνον δραχμάς, ἀσφαλῶς τότε δὲν θὰ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ ἀσχοληθῇ μὲ τὴν δέσμευσιν αὐτὴν ἡ Ἑλλάς, διότι ἡ Ἑλλὰς θὰ ἔχῃ παύσῃ κατ’ οὐσίαν νὰ ὑφίσταται πολιτικῶς καὶ οἰκονομικῶς. Δὲν ὑπάρχει περίπτωσις ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως αὐτῆς. Μόνον ἐν περιπτώσει καταστροφῆς τῆς Ἑλλάδος εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν ἡ διάταξις αὕτη. Καὶ τοιαύτην περίπτωσιν εἶναι ἀδύνατον νοῦς ὑγιὴς νὰ τὴν σκεφθῇ. Εἶναι διάταξις λοιπὸν τελείως ἀνεφάρμοστος.
§60Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὴν ἐφαντάσθησαν ὅμως.
§61Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκονομ.). Τίθεται τυπικῶς εἰς ὅλας ἀπολύτως τὰς συμβάσεις, αἱ ὁποῖαι προνοοῦν περὶ τῆς ἐξυπηρετήσεως τῶν δανείων διὰ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς. Καὶ τὸ δάνειον τοῦ 1914, τὸ ὁποῖον δὲν συνήφθη ὑπὸ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, περιλαμβάνει παρομοίαν διάταξιν. Ποῖος ἔλεγχος ὑπάρχει; Ποία ἐπαύξησις τῆς δικαιοδοσίας τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς; Φαντασθῶμεν ὅτι καταρρέομεν τόσον οἰκονομικῶς, ὥστε νὰ μὴ εἰσπράττωμεν ἀπὸ τὰ τελωνεῖα μας, ἀπὸ τὰ μονοπώλια μας, ἀπὸ ὅλα ὅσα ἀποτελοῦν σήμερον τὴν ζωὴν τοῦ δημοσίου προϋπολογισμοῦ, παρὰ 600.000.000 δραχμῶν. Φρονεῖτε ὅτι θὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη τότε νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις αὕτη; Θὰ ὑπάρχῃ τότε τίποτε εἰς τὸν τόπον αὐτόν; Ἡ Ἑλλὰς θὰ εἶναι τότε σωρὸς ἐρειπίων. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἔλεγχος καὶ ἡ εὔρυνσις τῶν δικαιωμάτων τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς. Εἶχον τὴν ἀξίωσιν παρὰ τοῦ ἡγέτου τοῦ λαϊκοῦ κόμματος, ὅπως προσέλθῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς λιτώτερος εἰς παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ εἶχον ἐξελεγχθῆ προηγουμένως μετὰ πάσης ὑπ’ αὐτοῦ ἀκριβείας. Δὲν τὸ ἔπραξε. Μοῦ εἶναι ἀδιάφορον. Ἀλλὰ ἐλέχθη ἀκόμη. Τί ἀναζητεῖτε ὅλους αὐτοὺς τοὺς ἐλέγχους; Αὐτὸ τοῦτο τὸ ἐκδοτικὸν ἵδρυμα δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ εἷς ἔλεγχος ἐπιβαλλόμενος ὑπὸ τοῦ Κράτους. Ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα, εἶπεν ὁ κ. ἡγέτης τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, εἶναι σήμερον ἵδρυμα διεθνοῦς χαρακτῆρος καὶ δύναται νὰ ἐπιβάλῃ τὰς θελήσεις της ἐπὶ τῆς κυβερνήσεως, χωρὶς ἡ κυβέρνησις νὰ ἔχῃ καμμίαν ἐπ’ αὐτῆς ἐπιρροήν.
§62Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό. Εἶπον...
§63Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομ.) Οἱαδήποτε λεκτικὴ διόρθωσις δὲν μεταβάλλει τὴν οὐσίαν τοῦ πράγματος. Ἐν τῇ συνειδήσει σας ἐξακολουθεῖτε πάντοτε νὰ τὸ φρονῆτε...
§64Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Βεβαιότατα.
§65Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.).... ὅτι ἡ ἐκδοτικὴ τράπεζα εἶναι ἵδρυμα, τὸ ὁποῖον προστατεύεται διὰ διεθνοῦς πράξεως καὶ τοῦ ὁποίου ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνησις δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ θίξῃ οὐδὲ μίαν κεραίαν. Σᾶς λέγω ὅτι εὑρίσκεσθε ἐν πλάνῃ οἰκτροτάτῃ. Ἠρωτήσατε χθές. Δύνασθε νὰ μεταβάλητε τὸν ὀργανισμὸν τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης; Ἀπήντησα δὲ ἀμέσως ὅτι δυνάμεθα νὰ τὸν μεταβάλωμεν, ἐφόσον ἀκολουθηθῇ ἡ διαδικασία, ἡ προβλεπομένη ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ, δηλ. ἐφόσον ἡ γενικὴ συνέλευσις τῶν μετόχων προτείνει τὴν μεταβολὴν ταύτην καὶ συμφωνήσῃ ἐπὶ τῆς προτάσεως αὐτῆς ἡ κυβέρνησις, κυρωθῇ δὲ ἡ συμφωνία αὕτη διὰ νόμου. Ἐὰν συμφωνήσῃ ἡ κυβέρνησις ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἡ οἰκονομικὴ συνέλευσις, ἡ γενικὴ διοίκησις τῆς Τραπέζης, πᾶσα μεταβολὴ εἰς τὸν ὀργανισμὸν χωρὶς νὰ ἐρωτηθῇ οὐδεὶς ἄλλος εἶναι ἔγκυρος μόνον τότε. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις αὔριον θελήσῃ νὰ μεταβάλῃ μονομερῶς τὸν ὀργανισμὸν τῆς Τραπέζης, ἐὰν δηλαδὴ θελήσῃ νὰ εἴπῃ ὅτι καταργῶ τὴν διάταξιν τῆς ὁποίας εἶναι ἀναμφισβήτητος ἡ σκοπιμότης, ὅπως περιφρουρήσῃ τὸ ἐθνικὸν ἵδρυμα ἀπὸ τῶν καταχρήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐξ ἐπεμβάσεως τῶν πολιτικῶν ἐγένοντο, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θελήσῃ νὰ εἴπῃ τοῦτο, ἔχει δικαίωμα νὰ τὸ πράξῃ; Ὑπάρχει διὰ τὴν Κυβέρνησιν ἀναμφισβήτητος δέσμευσις, ἡ δέσμευσις ἐκ τῆς συμβάσεως τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ὑπογράψῃ μετὰ τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης δυνάμει τῆς ὁποίας δὲν ἔχει δικαίωμα πρὸ τῆς παρελεύσεως τριακονταετίας νὰ προβῇ μονομερῶς εἰς τὴν τοιαύτην μεταβολήν. Ἔχομεν δηλαδὴ δέσμευσιν, συμβατικῆς ὑποχρεώσεως. Ἀλλ’ ἡ συμβατικὴ αὕτη ὑποχρέωσις εἶναι ὑποχρέωσις ἐσωτερικοῦ δικαίου. Οὐδεὶς ἀπολύτως ἕτερος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κανονίσῃ ἄλλο τι, ἔστω καὶ αὐθαίρετον πρᾶξιν. Εὐρύτατα κανονίζονται αἱ διαφοραὶ ἀκόμη μεταξὺ τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁρίζονται διατάξεις καὶ αὐταὶ ἐσωτερικοῦ δικαίου. Δηλαδὴ ὅταν θέλομεν ὡς διαιτητὴν τὸν πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου. Οὐδεμία ἀπολύτως ξένη ἀνάμιξις διαφαίνεται εἰς ὅλον τὸν ὀργανισμὸν τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, τὸν ὑποβληθέντα ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν. Λοιπόν, κύριοι, ἐφροντίσαμεν νὰ τὰ διακανονίσωμεν εἰς τὴν Γενεύην. Ὑπάρχει δὲ διάταξις εἰδική, δυνάμει τῆς ὁποίας δὲν δύναται διὰ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ πρωτοκόλλου, δηλαδὴ διὰ τὴν δημιουργίαν οἱουδήποτε προσχήματος νὰ δημιουργῆται βάσις διὰ τὴν ΚΤΕ, ἐπεμβάσεως ἢ ἄλλου τινὸς ἐπὶ τῶν ἐσωτερικῶν ὑποθέσεων τοῦ κράτους. Ὅλον τὸ σύστημα τῶν μέτρων, τὸ ὁποῖον ὑπεβάλομεν εἰς ὑμᾶς, εἶναι σύστημα ἐσωτερικόν, εἶναι σύστημα ἐσωτερικῆς καθαρᾶς διαθέσεως, μὴ παραχωροῦν οὐδὲν δικαίωμα ἐκτὸς τῶν συμβάσεων περὶ δανείου, αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ συμφωνηθοῦν. Ὅλα τὰ ἄλλα μέτρα εἶναι μέτρα καθαρῶς ἐσωτερικοῦ δικαίου καὶ οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μᾶς ἐλέγξῃ.
§66Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Διαβάσατε τὸ ἄρθρον 9 τοῦ πρωτοκόλλου τὸ πρῶτον ἐδάφιον;
§67Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουρ. Οἰκον.). Νὰ τὸ διαβάσωμεν. Ἐπ’ αὐτοῦ κ. συνάδελφε ἐτέθη ἡ ἑρμηνεία.
§68Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὅτι δὲν ἀφορᾷ τὰ τῆς Τραπέζης.
§69Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ὄχι διὰ τὴν Τράπεζαν.
§70Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Διὰ τὴν Τράπεζαν δὲν ὁμιλῶ.
§71Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουρ. Οἰκον.). Ὄχι. Ἐπ’ αὐτοῦ ἐγένετο μακρὰ συζήτησις καὶ εἶμαι εἰς θέσιν ἐπαρκεῖς πληροφορίας νὰ δώσω, καίτοι ἡ διάταξις αὕτη περιέχεται εἰς ὅλα τὰ πρωτόκολα. Ἐπειδὴ ἐγνώριζον ὅτι μετὰ πάσης λεπτολογίας θὰ ἐξητάζοντο ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα ἐνώπιον τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, ὑπῆρξα ἀρκετὰ προνοητικὸς ὥστε νὰ λάβω ὅλας τὰς προφυλάξεις, ὄχι διότι ὑπῆρχεν κίνδυνος τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τοῦ κράτους, ἀλλ’ ὑπῆρχεν κίνδυνος νὰ θιχθῇ μία μερὶς μεγάλη τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ εὔθικτος πρὸς τοῦτο. Ἔλαβον ὅλας τὰς προφυλάξεις. Ἀλλὰ μοῦ εἶπον: Εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγερθῇ μεταξὺ τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς καὶ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν μία διαφορὰ οἱαδήποτε, καὶ τότε δὲν ἔχῃ νὰ πράξῃ τίποτε ἄλλο ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν παρὰ νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου εἶναι αὐτὴ καὶ αὐτή. Ὄχι μεταξὺ τῶν ὀργανισμῶν τῶν ἄλλων, ἀλλὰ μεταξὺ τῆς ἐπιτροπῆς ἀποκαταστάσεως προσφύγων καὶ τοῦ κράτους ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς ἀφ’ ἑτέρου εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ πρωτοκόλου. Ἔλαβον ὅμως τὴν πρόνοιαν νὰ διευκρινισθῇ τοῦτο. Πρόκειται περὶ περιέργου ἐντελῶς τύπου, πρόκειται περὶ ἑρμηνείας τοῦ κειμένου, ὄχι νὰ ἀποδόσῃ εἰς αὐτὴν ἄλλο δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει, ἀλλὰ περὶ ἑρμηνείας τοῦ κειμένου. Εἶπον ὅτι δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ αὐτὸ εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν ὡς πρόφασις πρὸς ἄσκησιν οἱουδήποτε ἐλέγχου ἢ ἐπεμβάσεως εἰς τὰς ἐσωτερικὰς ὑποθέσεις αὐτῶν. Ἀπεδέχθη τοῦτο ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν καὶ ὑπάρχει περὶ τούτου δήλωσις ἐπίσημος. Λοιπὸν εἶπον ὅτι εἶχον τὴν ἀξίωσιν, ὅτε διεβεβαίουν τὴν Βουλήν, ὅτι τὰ μέτρα ταῦτα εἶναι μέτρα ἐσωτερικοῦ δικαίου, ὅτι δὲν ὑπάρχει δικαίωμα ἐπεμβάσεως, νὰ πιστευθῇ, ὄχι διότι εἶμαι τόσον ἐγωϊστής, ὥστε νὰ μὴ ἐννοῶ ὅτι μέρος τοῦ κοινοβουλίου τρέφει πρὸς ἐμὲ ἀπεριόριστον δυσπιστίαν, ἀλλὰ διότι θὰ ἦτο ἄκρως ἀφελὴς ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος θὰ ἤρχετο νὰ δώσῃ τόσον κατηγορηματικὰς διαβεβαιώσεις, πρὶν μάλιστα λήξῃ ἡ ὑπόθεσις ὁλοκλήρου τοῦ ζητήματος, πρὶν ἢ ἐκδοθῇ τὸ δάνειον πρὶν ἢ συνομολογηθῶσιν ὅλαι αἱ ἄλλαι διατυπώσεις, ὥστε νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπὸν καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ Κ.Τ.Ε. ἔχει ἀποξενωθῇ δικαιώματος ἐπεμβάσεως, καὶ μεταβαίνων κατόπιν εἰς τὴν Γενεύην ἤθελον εὑρεθῇ ἐνώπιον τῆς Κ.Τ.Ε., ἡ ὁποία θὰ μοὶ ἔλεγον ὅτι παρεμόρφωσα τὴν ἔννοιαν. Ἀλλὰ γνωρίζω, διότι διεξήγαγον στῆθος πρὸς στῆθος τὰς διαπραγματεύσεις καὶ διεξεδίκησα τὸ ἔδαφος σπιθαμὴν πρὸς σπιθαμήν, ὅτι οὐδὲν δικαίωμα ἐδόθη εἰς τὴν Κ.Τ.Ε. διὰ τὰς ὑποθέσεις τοῦ κράτους. Εἶχον τὴν ἀξίωσιν ἐπὶ τούτου νὰ γίνω πιστευτὸς καὶ νὰ σταματήσῃ ὁ ἀντιπολιτευτικὸς ἀγών. Ἐὰν ὅμως εἶχον τὴν ἀξίωσιν, ἀσφαλῶς δὲν εἶχον καὶ τὸ συμφέρον νὰ σταματήσῃ ὁ ἀγὼν καὶ νὰ μὴ διεξαχθῇ ἡ μάχη ἡ κοινοβουλευτικὴ ἐπὶ ἑνὸς ἐδάφους ἄλλου, ἐπὶ ἑνὸς ἐδάφους ἐντελῶς δυσμενοῦς δι’ αὐτὴν τὴν ἀντιπολίτευσιν, διότι αἱ ἐπιθέσεις της, κατόπιν ὀφθαλμοφανῶν κειμένων, κατόπιν τῶν ἐξηγήσεων τῶν διδομένων ἐν τοῖς πρακτικοῖς, τῶν δηλώσεων τῶν γενομένων παρ’ ἐμοῦ, προσέλαβον τελειωτικῶς χαρακτῆρα ἀσφαίρων ἐκπυροκροτήσεων, αἱ ὁποῖαι δὲν βάλλουν τὸν πληττόμενον. Ἀλλὰ λυποῦμαι διότι ἐπὶ τοιούτου ζητήματος κατηναλώθη ὁ ἀγὼν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, διότι ἀπὸ ὑψηλοτέρας περιωπῆς ἐξετάζων τὰ ζητήματα, ἐνόμιζα ὅτι ὤφειλεν ἡ ἀντιπολίτευσις ἐπὶ ἄλλων ἐντελῶς διαφόρων βάσεων νὰ δώσῃ τὴν μάχην αὐτῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἐπὶ ἄλλης βάσεως οὐσιαστικῆς, ἐπὶ βάσεως καθαρῶς πραγματικῆς. Εἶχε τὸ καθῆκον ἡ ἀντιπολίτευσις, τεθέντος ἐπὶ τάπητος τοῦ οἰκονομικοῦ προβλήματος τῆς χώρας, τοῦ μεγίστου δηλαδὴ ἐκ τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦσι τὴν ἑλληνικὴν κοινωνίαν, τοῦ συνδεομένου ἀρρήκτως πρὸς τὸ μέλλον, πρὸς τὴν πρόοδον καὶ αὐτὴν τὴν ὑπόστασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, εἶχε τὸ καθῆκον ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ γνωρίζῃ ποῖαι εἶναι αἱ ἀντιλήψεις της, δυνάμει τῶν ὁποίων πιστεύει, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ χώρα νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τῆς οἰκονομικῆς δυσπραγίας καὶ ν’ ἀνακτήσῃ τὴν οἰκονομικήν της εὐρωστίαν. Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου δὲν ἠκούσθη οὐδεμία λέξις. Ἀγνοῶ κατὰ πόσον τὸ Λαϊκὸν κόμμα ἐνεκολπώθη τὰς ἰδέας τοῦ ἀληθῶς διακεκριμένου συναδέλφου ἐξ Ἀττικῆς κ. Κ. Ἀγγελοπούλου, διότι, ἐὰν εὑρισκόμην ἐνώπιον τοιαύτης δηλώσεως, ἀσφαλῶς θὰ ἔφερον ἐν ἐκτάσει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προγράμματος τούτου.
§72Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Γνωρίζετε τὰς ἀντιλήψεις τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος. Τὸ Λαϊκὸν κόμμα ἐκπροσωπεῖται ὡς καὶ ὅλα τὰ κόμματα. Ἦτο περιττὸν νὰ κάμητε λόγον.
§73Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Προεκλήθην ἀπὸ τὸν κ. συνάδελφον ἐξ Ἀττικῆς. Εἶπον ὅτι πράγματι ἐξ ἀντιπολιτεύσεως ἐρρίφθη ἡ ἰδέα τῆς ἐξοικονομήσεως ἑνὸς ποσοῦ 500 ἑκατομμυρίων ἐτησίως.
§74Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ἐξεδήλωσε τὰς γνωστὰς γνώμας του καὶ ἑπομένως δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς λόγος νὰ ὁμιλῆτε περὶ αὐτοῦ.
§75Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Θὰ κανονίσω ἐγὼ τὴν ἀγόρευσίν μου καὶ ὄχι σεῖς. Ἐφόσον προεκλήθην, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσω: Ἀνεπτύχθη ἓν μερικώτερον πρόγραμμα ἐκ μέρους τῆς πλευρᾶς τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἡ ὁποία εἶπεν ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐξοικονομήσωμεν τὸ ποσὸν τῶν 500 ἑκατ. ἐτησίως διὰ νὰ καλύψωμεν τὰ ἐλείμματα, ἀλλ’ ἠρώτησα, ἐὰν τὸ πρόγραμμα αὐτὸ τυγχάνει τῆς ἐπιδοκιμασίας τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, εἶδον δὲ ὅτι δὲν τυγχάνει τοιαύτης. Νομίζω ὅτι εἶναι περιτταὶ αἱ ἑκατέρωθεν ἀντιλήψεις, διότι διαφέρουσιν αὗται εἰς τοιοῦτον βαθμὸν μὲ τὰς τοῦ κ. Κ. Ἀγγελοπούλου, ὥστε εἶναι περιττὸν νὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτῶν καὶ νὰ κουράσω τὴν Βουλήν. Ἐπανέλαβεν ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἐξετέθησαν ἄλλοτε ἐνώπιον ἡμῶν, ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα πείθουσιν, ὅτι καὶ ἐὰν δυνάμεθα καὶ ἐὰν δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ πράξωμεν, εἰς τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐξηγγέλλετο ὑπὸ τῆς ἑλληνικῆς κυβερνήσεως ὅτι προτίθεται νὰ θέσῃ ὑπὸ συζήτησιν, ὄχι νὰ προβῇ, νὰ θέσῃ ἁπλῶς ὑπὸ συζήτησιν τὸ ζήτημα τῶν χρεολυσίων, αἱ ζημίαι, αἱ ὁποῖαι θὰ προέκυπτον κατὰ τοιοῦτον ἀθρόον καὶ ραγδαῖον τρόπον ἐπὶ τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους καὶ τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας θὰ ἦσαν τοιαῦται ὥστε τὰ 500 ἑκατ. νὰ μὴ τὰ διακρίνωμεν μέσα εἰς τὸ βάθος τῶν καταστροφῶν (χειροκροτήματα). Διεμαρτυρήθη καὶ ἄλλοτε ὁ ἔντιμος ἡγέτης τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, διότι εἶχον χαρακτηρίσει τὰς παρ’ αὐτοῦ γενομένας ἐντεῦθεν δηλώσεις, ὡς δηλώσεις ἀπαισιοδόξους. Εἶπον τὴν λέξιν ἀπαισιοδόξους, μολονότι εἰς τὰ χείλη μου ἤρχετο ἄλλη λέξις χαρακτηριστικὴ μοιρολατρικῆς ἐγκαρτερήσεως διὰ τὸ μέλλον εἰς τὴν ὁδὸν τῆς καταστροφῆς. Ἐχαρακτήρισα τὰς δηλώσεις αὐτὰς ὡς ἀπαισιοδόξους καὶ διεμαρτυρήθη πάλιν χθὲς καὶ ἐδήλωσεν ὅτι ὄχι μόνον δὲν εἶναι ἀπαισιόδοξος, ἀλλά τρέφει ἀκράδαντον πεποίθησιν εἰς τὸ μέλλον περὶ τῆς ζωτικότητος τῆς χώρας καὶ ἀπεκόμισε μάλιστα ἀπὸ τὴν τελευταίαν ἀνὰ τὴν Μακεδονίαν περιοδείαν του τὴν ἐντύπωσιν ὅτι πλοῦτον ἀμύθητον ἐγκρύπτουν τὰ ἐδάφη τῆς Μακεδονίας. Δὲν ἀρκεῖ, κύριοι, νὰ λέγῃ τις ὅτι εἶναι αἰσιόδοξος ἁπλῶς, δὲν ἀρκεῖ νὰ ἀνακαλύψῃ ἐκ μιᾶς περιοδείας ὅτι ἡ γῆ τῆς Μακεδονίας εἶναι περισσότερον καρποφόρος ἀπ’ ὅσον ὑποτίθεται, διότι ὅ,τι χαρακτηρίζει τὴν πίστιν εἰς τὴν ζωτικότητα αὐτοῦ τοῦ ἔθνους εἶναι ἡ ἐνεργὸς ὑποβοήθησις πασῶν τῶν προσπαθειῶν του, ἵνα ἐξέλθῃ ἀπὸ τὸ ἀδιέξοδον εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι, ὅπως ἀποσείσῃ τὸ δυσβάστακτον βάρος τῶν ἀενάων ἐλλειμμάτων, ὅπως πορισθῇ τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀρδεύσῃ αὐτὴν τὴν πλουσιοπαραγωγὴν καὶ θὰ τὴν καταστήσῃ πηγὴν εὐημερίας καὶ διὰ τὸ κράτος καὶ διὰ τοὺς ἰδιώτας. Αὐτὸ ἀποτελεῖ πρακτικὴν αἰσιοδοξίαν καὶ αὐτὰ ἀνέμενον ν’ ἀκούσω. Τὰ προσχήματα εἶναι σαφῆ. Ἐνώπιον ἡμῶν ἔχομεν ἔλλειμμα 3 δισεκατομμυρίων. Θὰ τ’ ἀφήσωμεν κενά; Ἐὰν τ’ ἀφήσωμεν, ποῖος εἶναι ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον δυνάμεθα νὰ τὰ πληρώσωμεν; Ἔχομεν μίαν νομισματικὴν ἀβεβαιότητα, ἡ ὁποία, ὅση καὶ ἂν εἶναι ἡ ἀντοχὴ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, κατατρίβει καὶ φθείρει τοῦτον. Πῶς θέλετε νὰ καρποφορήσῃ ἡ γῆ καὶ ν’ ἀποδώσῃ καρπούς, πῶς θέλετε ἡ φιλεργία τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ ἀναπτυχθῇ, πῶς δύνανται αἱ ἐπιχειρήσεις ν’ ἀκμάσουν, πῶς θέλετε ἡ παραγωγὴ ν’ ἀκμάσῃ, ν’ ἀνθίσῃ, ἀφοῦ ἔχει μαρανθῆ, πῶς θέλετε νὰ γίνωσιν ὅλα ταῦτα, ὅταν ἐν μέσῳ τῆς νομισματικῆς ἀνωμαλίας, ὅσα κεφάλαια ὑπάρχουσιν εἰς τὸν τόπον θὰ φύγωσιν ἔξω τῶν ὁρίων, καὶ ὅσα κεφάλαια ὑπάρχουσι ἀναζητοῦν οἱανδήποτε χώραν καὶ δὲν τολμῶσι ν’ ἀποβλέψωσι πρὸς τὴν ἑλληνικήν; Τί σᾶς ὠφελεῖ νὰ λέγητε, ὅτι ὑπάρχει πλουσιοπαραγωγικὴ πηγή; Εἰς τί θὰ χρησιμεύσῃ ἡ φιλεργία, ὅταν δὲν ὑπάρχουσιν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα συντελοῦσιν εἰς τὴν ζωογόνησιν αὐτῆς, ὅταν δὲν δύναται ἡ Ἑλλὰς ν’ ἀποκτήσῃ ὅλα τὰ κεφάλαια, διὰ τῶν ὁποίων τὰς ληθαργούσας δυνάμεις νὰ τὰς μεταβάλῃ εἰς ἐνεργούς; Ἐπὶ τούτου ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν ἄφησεν οὐδεμίαν φωνήν. Τὴν ἀπησχόλησεν ἄλλο ζήτημα, καὶ ἀναζητεῖ ἐπ’ αὐτοῦ τὸν ἔλεγχον, ὡσὰν ὁ ἔλεγχος νὰ εἶναι ἀφανὲς γεγονὸς τὸ ὁποῖον πρέπει ν’ ἀναζητήσῃ. Ἀλλ’ ὁ ἔλεγχος καὶ ὅταν ὑπάρχει, δὲν ἔχει ἀνάγκην κανεὶς νὰ τὸν ὑποδείξῃ διότι φαίνεται ἀφ’ ἑαυτοῦ. Ὁ ἔλεγχος ὑφίσταται, ὅταν ὑπάρχει δύναμις ἱκανὴ νὰ εἴπῃ εἰς τὸ Κράτος, ὅτι δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἐνέργειαν αὐτήν, δὲν ἐπιτρέπω εἰς τὸ πιστωτικόν σου ἵδρυμα, ἢ δὲν ἐπιτρέπω εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβουν ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν ἀπόφασιν, διότι πρὶν ἢ τὴν λάβητε ἔχετε ἀνάγκην τῆς ἐγκρίσεώς μου, ἄνευ τῆς ὁποίας οὐδὲν δύνασθε νὰ πράξητε. Ὑπάρχει που εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς συμφωνίας διάταξις τοιαύτη; Καὶ ἀνεζήτησαν εἰς τὸν Σύμβουλον, τὸν τοποθετούμενον εἰς τὴν ἐκδοτικὴν Τράπεζαν ν’ ἀνεύρουν καὶ σήμερον ἀκόμη βάσιν περὶ τοῦ ὅτι ὑπάρχει ἔλεγχος συγκεκαλυμμένος. Ἐπεκαλέσθη δὲ καὶ πάλιν τὸ κείμενον ἑνὸς ἔργου τοῦ κ. Σῆκερ ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ἔργον τὸ ὁποῖον ἐγράφη εἰς τὰ 1926, ἐποχὴν δηλ. μέχρι τῆς ὁποίας ὅλοι οἱ σύμβουλοι οἱ τεχνικοὶ οἱ τοποθετηθέντες εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν εἶχον πραγματικὰ δικαιώματα, δικαίωμα ἐλέγχου ἐπὶ τῶν ἐκδοτικῶν ἱδρυμάτων.
§76Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγράφη εἰς τὰ 1927.
§77Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Εἰς τὰ 1926 ἐπὶ τοῦ ἔργου τῆς Αὐστρίας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν ἐγράφη τὸν Σεπτέμβριον. Δὲν ὑποθέτω, κ. συνάδελφε, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς σᾶς νὰ ἀρκεῖσθε εἰς τὸ ὅτι ἀπέξω γράφει 1927. Ὁμιλεῖ ἐν πάσῃ περιπτώσει περὶ θεμάτων ἀναγομένων εἰς τὰ ἔτη τὰ προηγούμενα τοῦ ἔτους 1926. Ἐν πάσῃ, ἐπαναλαμβάνω, περιπτώσει δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σχετίζηται τὸ βιβλίον αὐτὸ πρὸς τὰς ἀποφάσεις τῆς Γενεύης κατὰ τὸν παρελθόντα Σεπτέμβριον. Ὅπως ἔδωκα τὴν ἐξήγησιν, ὑπῆρξεν ἡ πρώτη ὄντως περίπτωσις, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ τεχνικὸς ἔλεγχος περιορίζεται εἰς ἐντελῶς συμβουλευτικὴν ἀποστολήν, μὴ ἔχων τὸ δικαίωμα νὰ ἀξιώσῃ, ὅπως γίνωσι δεκταὶ αἱ ὑποβαλλόμεναι ὑπ’ αὐτοῦ γνῶμαι. Δὲν θὰ ἀρνηθῶ ὅτι ὑπάρχει κύρωσίς τις εἰς τὰς συμφωνίας ταύτας, ἡ κύρωσις, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ προκύψῃ ἐκ τῶν πραγμάτων καὶ μόνον ἐκ τῶν πραγμάτων. Ἂν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, θέλουσα νὰ δείξῃ τὴν ἡρωϊκὴν αὐτῆς διάθεσιν, ἀνατρέψῃ ὅλον τὸ σύστημα τοῦτο καὶ περιαγάγῃ, διότι θὰ τὴν περιαγάγῃ κατ’ ἀνάγκην τὴν χώραν εἰς οἰκονομικὴν κακοδαιμονίαν, θὰ ἐπέλθουν βεβαίως αἱ κυρώσεις, ἀλλὰ θὰ ἐπέλθουν ἐκ τῆς οἰκονομικῆς καταπτώσεως, ἡ ὁποία θὰ καταστήσῃ τὴν χώραν εὐπαθῆ, ἀναξιόπιστον. Εἶναι περιττὸν νὰ ἀνησυχῶμεν καὶ νὰ ἐπισείωμεν κινδύνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀπειλοῦν τὴν χώραν μας, διότι συμβαίνει τοιουτοτρόπως νὰ ἀμβλύνωμεν τὴν ἄμυναν αὐτῆς, τὸ ἔνστικτον τῆς αὐτοσυντηρήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ὁ ὁποῖος ὅταν εὑρεθῇ ἐνώπιον πραγματικῶν κινδύνων ἀπειλούντων τὴν κυριαρχίαν του, δὲν θὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς κανένα, ὁ ὁποῖος θὰ κρούσῃ τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου, ὅπως ἀφυπνίσῃ αὐτόν. Πρέπει νὰ γίνηται χρῆσις μεγίστης φειδοῦς ᾀσμάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδείξουν ὅτι ὑφίστανται τὰ ᾀδόμενα μόνον εἰς τὴν φαντασίαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὰ λέγουν. Ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θὰ ἠρκεῖτο μόνον εἰς τὴν ἰσοσκέλισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, χωρὶς νὰ συμπληρώσῃ τὸ πρόγραμμα αὐτῆς τὸ οἰκονομικόν, θὰ ὑποβάλῃ τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν εἰς θυσίας ἀδικαιολογήτους, διότι τὸ ὅλον αὐτῆς οἰκοδόμημα θὰ ἐστηρίζετο εἰς βάσιν σαθράν. Ἐνόσῳ δὲν ὑφίσταται ἐντὸς τῆς χώρας νομισματικὴ ἀξία, εἶναι ἀδύνατον νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἰσοσκελής, εἶναι ἀδύνατον νὰ εἴπωμεν ὅτι δύνανται ν’ ἀναπτυχθοῦν ὅλα τὰ μέσα τοῦ πλουτισμοῦ τῆς χώρας. Εἶναι παράδοξον ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐξοχὴν πρόκειται ν’ ἀποβῇ εὐεργετικὸν διὰ τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, ἐπιμένει περισσότερον ἀσκοῦσα τὴν ἀντίδρασιν αὐτῆς, μετὰ τὸν ἀγῶνα ἐννοεῖται, τὸν ὁποῖον διεξήγαγεν ἐπὶ τῶν δεσμεύσεων. Δὲν πρέπει νὰ γίνῃ ἡ σταθεροποίησις, διότι δὲν συντρέχουσιν οἱ ὅροι, οἱ ὁποῖοι προαπαιτοῦνται, ὅπως ἡ σταθεροποίησις ἀποβῇ ἀσφαλής. Ἔχομεν ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ; Ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἐφάνη εἰς ἄκρον διστακτικὸς καὶ πλήρης σκεπτικότητος, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἀποτελέσματα τῆς τρεχούσης χρήσεως. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ αὐτοῦ καὶ ἐμοῦ εἶναι αὐτή: αἱ μὲν προβλέψεις αἱ ἰδικαί μου βασίζονται ἐπὶ τῶν ὑφισταμένων θετικῶν πραγμάτων, αἱ δὲ προβλέψεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κορινθίας Βουλευτοῦ στηρίζονται μόνον ἐπὶ χρησμῶν.
§78Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ σᾶς διακόψω. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω τί ἐγράφη ἐκ μέρους τοῦ Λογιστηρίου. Ἐκ τῶν γραφέντων προκύπτει ἔλλειμμα 100.000.000. Ἐπειδὴ δὲ τώρα εἰσέρχεσθε εἰς θέμα σοβαρόν....
§79Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Χαίρω εἰς ἄκρον! Ἀναντιρρήτως ἐστερεῖτο σοβαρότητος τὸ θέμα τῶν δεσμεύσεων (χειροκροτήματα). Ἐλέχθη ἐπὶ τέλους ἡ πρώτη ἀλήθεια ἀπὸ τῆς πτέρυγος ἐκείνης.
§80Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἂς ἐπαναλάβουν οἱ κύριοι τὰ χειροκροτήματα, διότι ἡ σοβαρότης συνίσταται εἰς τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον γίνεται ἡ συζήτησις.
§81Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Εἴπομεν ὅτι ἡ ἰσοσκέλισις τοῦ προϋπολογισμοῦ τίθεται ἐν ἀμφιβόλῳ. Ἔχω τὴν ἀπόλυτον πεποίθησιν, ὅτι ἐγὼ θὰ εἶμαι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ δικαιωθῶ ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων. Ἴσως νὰ διαψευσθῶ, ἀλλὰ πληροφορῶ τὴν ἀντιπολίτευσιν τοῦτο, ὅτι ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ τῆς ἰσοσκελίσεως ὡς ἀναγκαίας προϋποθέσεως τῆς νομισματικῆς σταθεροποιήσεως, οὐδέποτε δυνάμεθα νὰ ἐννοήσωμεν ὅτι ἡ ἰσοσκέλισις αὐτὴ ἀπαιτεῖται νὰ πραγματοποιηθῇ μαθηματικῶς ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς. Οὐδὲν τοιοῦτον στοιχεῖον εἶναι ἀπαραίτητον. Ὅπως ἐπιχειρήσωμεν μετὰ πάσης ἐμπιστοσύνης τὴν σταθεροποίησιν τῆς νομισματικῆς ἡμῶν ἀξίας, ἀρκεῖ καὶ μόνον νὰ καθιερώσωμεν πολιτικὴν καὶ νὰ πείσωμεν περὶ τῆς ὀρθότητος τῇ πολιτικῆς ταύτης τὸ κοινόν, πολιτικὴν ἡ ὁποία νὰ τείνῃ εἰς τὴν δημιουργίαν μονίμου ἰσοσκελίσεως τῆς δημοσίας διαχειρίσεως, μονίμου ἰσορροπίας μεταξὺ δημοσίων ἐσόδων καὶ ἐξόδων, ἀρκεῖ νὰ δημιουργήσωμεν τὴν τάσιν καὶ μόνον, τὴν ροπὴν καὶ μόνον, διότι, ἐὰν προκύψῃ ἓν μικρὸν ἔλλειμα τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν θὰ διαταράξῃ αὐτὸν τὸ ἰσοζύγιον, ὅταν ἡ κοινὴ πεποίθησις ἐκ τῆς προϊούσης τῆς δημοσίας διαχειρίσεως ἐξελίξεως εἶναι πλήρης ἐμπιστοσύνης, ὅτι βαίνομεν πρὸς τὴν ἐξυγίανσιν τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν. Διὰ νὰ ἐπέλθῃ ὁ πραγματικὸς ἀντίκτυπος, τὰ πραγματικὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀνισοσκελίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, θὰ ἔπρεπε νὰ παρέλθῃ χρόνος μακρός, νὰ συσσωρευθοῦν δηλαδὴ ἐλλείμματα ἐπὶ ἐλλειμμάτων διὰ νὰ ἀπειληθῇ ἡ ἔκδοσις νέου χαρτονομίσματος ὑπὸ τοῦ κράτους. Ὑποχρέωσιν ἐνομίσαμεν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὸ δημιουργηθὲν ἤδη ὀγκῶδες κυμαινόμενον χρέος, διότι τότε μόνον ἐπέρχονται τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἰσοσκελίσεως. Ἀπὸ ἑνὸς ἔτους ἔχομεν de facto μίαν πραγματικὴν ἰσοσκέλισιν καὶ ὅμως ὁ προϋπολογισμὸς ἡμῶν εἶναι προϋπολογισμὸς τεραστίων ἐλλειμμάτων. Ἀλλὰ διατί ἐπῆλθεν ἡ σταθεροποίησις αὐτή, ἡ ἔμπρακτος αὐτὴ σταθεροποίησις; Διότι ἐδημιουργήθη εἰς τὸ κοινὸν ἡ ἐμπιστοσύνη ἡ προϊοῦσα, ὅτι ἀκολουθοῦμεν πολιτικὴν τείνουσαν ἀπροσκόπτως εἰς τὴν ριζικὴν οἰκονομικὴν τοῦ κράτους ἐξυγίανσιν. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἡ ἰσοσκέλισις κανεὶς κεραυνός, ὁ ὁποῖος μόλις ἐμφανισθῇ ἐπιτίθεται ἐπὶ τοῦ νομίσματος διὰ νὰ τὸ καταποντίσῃ. Καὶ πρέπει νὰ σκεφθῶμεν μήπως ὁ προϋπολογισμὸς τῆς τρεχούσης χρήσεως ἐμφανίσῃ μικρότερον ἔλλειμμα, διὰ νὰ ἐγκαταλείψωμεν αὐτὴν τὴν ἰδέαν. Νὰ τὴν ἐγκαταλείψωμεν κατὰ τίνα τρόπον; Νὰ πράξωμεν τί; Δὲν εἶναι καιρός, λέγει ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, νὰ ἐπιχειρήσωμεν ἀκόμη σταθεροποίησιν, διότι πνέουσιν ἀκόμη ἄνεμοι εἰς τὴν Ἑλλάδα. Καὶ δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ ἀφήσωμεν νὰ κλυδωνίζεται ὑπὸ τοῦ ἀνέμου τούτου καὶ τὸ ἐθνικὸν νόμισμα ὡς ναυάγιον ἐγκαταλελειμμένον; Εἶναι δυνατὸν νὰ πνέουν ἄνεμοι τινὲς εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλ’ ἀκριβῶς θὰ περιφρουρήσωμεν τὸ νόμισμά μας ὅπως καταστήσωμεν τούτους τελείως ἀκινδύνους. Ἐὰν περιμένωμεν νὰ ἐπέλθῃ πρότερον ὅλη ἡ οἰκονομικὴ καὶ πολιτικὴ γαλήνη, τὴν ὁποίαν ἀκριβῶς ὑποσκάπτομεν διὰ τῆς νομισματικῆς ἀσταθείας, εὑρισκόμεθα εἰς φαῦλον κύκλον, ὁ ὁποῖος θὰ ὁδηγήσῃ τὸ κράτος εἰς τὴν καταστροφήν. (Χειροκροτήματα). Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἡ ἰσοσκέλισις ἡ ὁποία ἀποκτᾶται. Ὑπάρχει ἀκόμη ἀνάγκη τῆς ἐπιτεύξεως ἰσορροπίας εἰς τὸ ἰσοζύγιον τῶν πληρωμῶν. Πρέπει τὸ ἰσοζύγιον τῶν πληρωμῶν μας νὰ τὸ καταστήσωμεν, ἂν ὄχι ἐνεργητικόν, νὰ τὸ καταστήσωμεν τοὐλάχιστον ἰσόρροπον. Καὶ πρέπει ἀκόμη νὰ πεισθῶμεν ὅτι εἰς τὸν τόπον αὐτὸν ἐξέλιπον αἱ βαθεῖαι πολιτικαὶ διαιρέσεις. Δὲν ὑποθέτω ὅτι τὸ τελευταῖον εἶναι ἀναγκαῖον, οὐδὲ κἂν χρήσιμον. Αἱ πολιτικαὶ διαιρέσεις αἱ βαθεῖαι θὰ ἐξακολουθήσουν ἐπί τινα ἀκόμη χρόνον, ἀλλ’ οὐδέποτε θὰ εἶναι τοιαῦται ὥστε νὰ συγκλονίσουν νόμισμα περιβαλλόμενον διὰ τῶν ἀσφαλειῶν μὲ τὰς ὁποίας περιβάλλομεν ἡμεῖς τὴν σταθεροποίησιν τὴν ὁποίαν ἐπιχειροῦμεν. Τὸ ἰσοζύγιον τῶν πληρωμῶν καὶ ὅλαι αὐταὶ αἱ συνθῆκαι, ὑπῆρχεν ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐθεωροῦντο ἀπολύτως ἀπαραίτητοι. Ἔπρεπε νὰ συντρέχουν πᾶσαι αἱ συνθῆκαι αὐταί, κατὰ τὴν γνώμην τῶν ὀρθοδόξων οἰκονομολόγων, ἔπρεπε νὰ συντρέχουν ὅλαι αἱ γνῶμαι αὐταὶ διὰ νὰ σκεφθῇ τις νὰ ἐπιχειρήσῃ μίαν νόμιμον σταθεροποίησιν. Ἀλλὰ ἐμεσολάβησαν καὶ ἀπὸ τοῦ 1920 ἀκόμη, κατὰ τὸ ὁποῖον συνεκροτήθη τὸ συνέδριον τῶν Βρυξελλῶν — πρὸς τὸ ὁποῖον ἐξαιρετικὴν στοργὴν τρέφει ὁ συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς, ὁ κ. Ἀγγελόπουλος, — παρῆλθον δὲ 7 ὁλόκληρα ἔτη κατὰ τὰ ὁποῖα αἱ ἰδέαι ἐδοκιμάσθησαν εἰς τὸ πῦρ τῆς πράξεως καὶ ἀπεδείχθη ὅτι ἡ σταθεροποίησις δὲν εἶναι μόνον ἡ συνέπεια ὡρισμένων προϋποθέσεων, ἀλλ’ εἶναι αὐτὴ ἡ τάσις τῆς δημιουργίας ὡρισμένων καταστάσεων. Αὐτὸ συμβαίνει ὡς πρὸς τὸ ἰσοζύγιον τῆς πληρωμῆς. Τί εἶναι αὐτὸ τὸ ἰσοζύγιον τῆς πληρωμῆς; Πῶς δυνάμεθα νὰ τὸ συλλάβωμεν; Δὲν ὑπάρχει, ὡς εἶπον καὶ προηγουμένως εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, δὲν ὑπάρχει ζήτημα δυσκολώτερον στατιστικὸν παρὰ ἡ κατάρτισις ἀσφαλῶν πινάκων τοῦ ἐνεργητικοῦ καὶ τοῦ παθητικοῦ τοῦ ἰσοζυγίου τῶν πληρωμῶν. Διότι ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ καθορίσωμεν ὄχι μετ’ ἀκριβείας ἀλλὰ κατὰ προσέγγισιν ἀνωτάτην, ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ καθορίσωμεν τὰ στοιχεῖα τὰ ὁρατά, εἶναι δύσκολον νὰ συλλάβωμεν τὰ στοιχεῖα τὰ ἄδηλα καὶ ἀκόμη δυσκολώτερον ἐκ τῶν ἀδήλων στοιχείων ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον διαφεύγει ἔξω τῆς χώρας μας δηλ. τὴν κίνησιν τῶν κεφαλαίων. Καὶ ὅμως ἡ ἔκδοσις τοῦ κεφαλαίου εἶναι εἷς ἐκ τῶν σημαντικωτέρων παραγόντων, οἱ ὁποῖοι εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβάλουν τὸ ἰσοζύγιον τὸ ἐνεργητικὸν εἰς ἰσοζύγιον παθητικόν, καὶ τὸ παθητικὸν εἰς ἰσοζύγιον ἀναγκαστικόν. Δὲν δυνάμεθα λοιπὸν νὰ εἴπωμεν ὅτι ἓν Κράτος ἔχει ἔλλειμμα ἐνεργητικὸν καὶ ἔλλειμμα παθητικόν. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι παρὰ τὰ θετικὰ δεδομένα νὰ ἀκολουθήσωμεν ὀλίγον καὶ τὴν διαίσθησιν ἡμῶν καὶ τὰς ἐνδείξεις τὰς λοιπάς. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ μὲν τὰς ἐνδείξεις, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν εἰς τὴν χώραν μας, ἀνέφερον ἤδη τὸ φαινόμενον τῆς κινήσεως τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος, τὸ ὁποῖον μᾶς πείθει ὅτι ἐὰν τὸ ἰσοζύγιόν μας ἀκόμη δὲν εἶναι εἴτε ἰσόρροπον εἴτε ἐνεργητικόν, πάντως δὲν παρουσιάζει τὸ ἔλλειμμα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μᾶς παρέχουν οἱ πίνακες οἱ συντασσόμενοι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐμφανῶν στοιχείων. Ἀλλά, κύριοι, εἶναι ἀνάγκη ἡμεῖς, ἐνῷ ἐφθάσαμεν καὶ ἐνῷ εὑρισκόμεθα εἰς ἰσοζύγιον παθητικόν, εἶναι ἀνάγκη νὰ φθάσωμεν πρῶτον εἰς ἰσοζύγιον ἐνεργητικὸν διὰ νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς σταθεροποιήσεως; Ἀκριβῶς εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἡ σταθεροποίησις θὰ ἔχῃ ὡς προϋπόθεσιν τὴν ἐπίτευξιν τοῦ ἰσοζυγίου τῶν μετὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ δοσοληψιῶν μας. Καὶ εἶναι προϋπόθεσις τῆς ἐπιτεύξεως ἑνὸς ἰσορρόπου ἰσοζυγίου.
§82Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Αἰτία.
§83Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Εἶναι προϋπόθεσις, δὲν λέγω αἰτία, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν ἰσοζύγιον πληρωμῶν. Διότι, πῶς θέλετε, κύριοι, νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν ἰσοζύγιον πληρωμῶν, ὅταν ἔχομεν σήμερον παθητικὸν καὶ εὑρισκόμεθα ἐν μέσῳ μιᾶς τερατώδους νομισματικῆς ἀνωμαλίας; Πῶς θέλετε σήμερον εἰς τὸν τόπον αὐτὸν τὰ κεφάλαια νὰ μὴ ἐξέρχωνται ἐκ τῆς Ἑλλάδος, δημιουργοῦντα παθητικόν, τὰ κεφάλαια τὰ ἐξωτερικὰ νὰ εἰσρέουν εἰς τὴν Ἑλλάδα δημιουργοῦντα ἐνεργητικόν; Πῶς θέλετε ἡ βιομηχανία νὰ εὐδοκιμήσῃ, ὅταν κλυδωνίζεται ἐν μέσῳ τῆς νομισματικῆς τρικυμίας; Πῶς θέλετε νὰ δημιουργηθῇ πλοῦτος; Ὅταν δώσωμεν εἰς τὸν τόπον αὐτὸν τὴν νομισματικὴν ἀσφάλειαν, θὰ προσελκύσωμεν τὰ κεφάλαια. Ὅταν ἀναπτύξωμεν τὰς ἐργασίας θὰ ἴδητε τὸ ἰσοζύγιον, τὸ ὑποτιθέμενον παθητικόν, νὰ μεταβληθῇ ἐμφανῶς εἰς ἰσοζύγιον ἐνεργητικόν. Αὐτὰ δὲν εἶναι ἁπλῆ θεωρία, ἀποδεικνυομένη διὰ συλλογισμῶν ἀναποδέκτων ἀμφισβητήσεως. Ἀπεδείχθη ἤδη εἰς σταθεροποιήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπηκολούθησαν καὶ ηὐδοκίμησαν, μὲ ἔλλειμμα ἰσοζυγίου πληρωμῶν. Εἰς τὴν Αὐστρίαν, ὅταν ἔγινεν ἡ σταθεροποίησις, ὑπῆρχεν ἀναμφισβήτητον ἔλλειμμα ἰσοζυγίου πληρωμῶν. Ἅμα τῇ σταθεροποιήσει τὸ ἔλλειμμα τοῦ ἰσοζυγίου τῶν πληρωμῶν μετεβλήθη εἰς ἐνεργητικόν. Αὐτὸ συνέβη περίπου καὶ εἰς τὸ Βέλγιον καὶ εἰς ἄλλας χώρας.
§84Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας τί συνέβη εἰς τὴν Αὐστρίαν πρὶν ἢ γίνῃ ἡ σταθεροποίησις;
§85Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τί συνέβη εἰς τὴν Αὐστρίαν μετὰ τὴν σταθεροποίησιν.
§86Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐδόθη, σᾶς λέγω ἐγώ, διὰ νὰ τακτοποιηθοῦν τὰ οἰκονομικὰ τῆς Αὐστρίας, ἀναστολὴ εἰκοσιπενταετής.
§87Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν αὐτό. Διότι τί ἔγινε διὰ τῆς ἀναστολῆς αὐτῆς; Ἀπηλλάγη ἡ Αὐστρία τῆς ὑποχρεώσεως νὰ καταβάλῃ ἀποζημιώσεις εἰς τὰ κράτη τὰ νικηφόρα. Ἀλλὰ αἱ ἀποζημιώσεις αὗται δὲν ἐπρόκειτο ἐν τοῖς πράγμασιν οὐδέποτε νὰ καταβληθοῦν. Ἀλλὰ τὸ φαινόμενον δὲν μεταβάλλεται καθ’ ὁλοκληρίαν. Ἡ σταθεροποίησις ἐνηργήθη καθ’ ὃν χρόνον τὸ ἰσοζύγιον τῶν πληρωμῶν τῆς Αὐστρίας ἀπεδεικνύετο τελικῶς παθητικόν. Μετὰ τὴν σταθεροποίησιν ἐπῆλθεν τὸ ἀναμφισβήτητον φυσικὸν φαινόμενον, ὅτι τὸ παθητικὸν ἰσοζύγιον μετεβλήθη εἰς ἐνεργητικὸν ἰσοζύγιον. Ἔχομεν λοιπὸν ἓν δεδομένον τὸ ὁποῖον δὲν δυνάμεθα νὰ θέσωμεν ὑπὸ ἀμφισβήτησιν. Εἶναι πολὺ εὐκολώτερον νὰ ἐπιτύχωμεν διὰ τῆς σταθεροποιήσεως τὴν ἀνασυγκρότησιν καὶ τοῦ ἐμπορικοῦ ἰσοζυγίου εἰς μίαν χώραν, ἡ ὁποία δὲν ὑπέστη καταστροφήν, παρὰ εἰς μίαν χώραν ἡ ὁποία ὑπέστη καταστροφήν. Καί, ἐὰν τὸ ἰσοζύγιον τῶν πληρωμῶν ἀποκατεστάθη εἰς μίαν χώραν, ἡ ὁποία εἶναι τελείως κατεστραμμένη, ὅπως εἰς τὴν Αὐστρίαν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἀμέσως εἰς μίαν χώραν σφύζουσαν ἐκ ζωτικότητος, ὅπως εἶναι ἡ Ἑλλάς; Ἀλλά, κύριοι, ὑπῆρξεν καὶ ἕτερον ἐπιχείρημα: ὅτι καὶ ἐὰν ἀκόμη ἐπέλθῃ ἡ ἰσοσκέλισις τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἐὰν ἀκόμη ἠδυνάμεθα νὰ προβῶμεν καὶ ἄνευ τοῦ ἰσοζυγίου τῶν πληρωμῶν εἰς τὴν ὑποχρεωτικὴν τοῦ νομίσματος μετατροπήν, πῶς θέλετε ν’ ἀναλάβωμεν τὸ ἔργον τοῦτο ἐφόσον ἐκ τῶν προσαγομένων εἰς ἡμᾶς πινάκων ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ καλύψητε τὸ κυμαινόμενον χρέος διὰ τοῦ δανείου τῶν 3 δισεκατομμ. δραχμῶν; Ἡ συζήτησις αὐτὴ ἐπανῆλθεν ὑπὸ διαφόρους φάσεις εἰς τὴν Βουλήν. Ἀνεκαλύφθη ἐν πρώτοις, ὅτι ὑπάρχει ἓν ἔλλειμμα 600.000.000 ὁλοκλήρων δραχμῶν. Οἱ λογαριασμοὶ οἱ γενόμενοι εἰς τὴν Γενεύην τοῦ 7ου παραρτήματος λέγουν, ὅτι τὸ κυμαινόμενον χρέος ἀνέρχεται εἰς 1 δισεκατομμύριον 743 ἑκατομμύρια δραχμάς. Τὸ προϊόν ἐκ τοῦ δανείου ἀνέρχεται εἰς ποσὸν 1 δισεκατομμυρίου 100 ἑκατομμυρίων. Ἔχετε, λοιπόν, ἓν ἔλλειμα, τὸ ὁποῖον δύνασθε νὰ καλύψητε, ἐξ 600.000.000 καὶ πλέον δραχμῶν. Προσεπάθησα ἀλλεπαλλήλως νὰ πείσω, ὅτι δὲν ὑπάρχει τίποτε τὸ ἀνακόλουθον μεταξὺ τῶν διορθώσεων τῶν ἐντεῦθεν δοθεισῶν καὶ τοῦ πίνακος τῆς Γενεύης. Καὶ ἐδέησε, μετὰ πολλὰς ἀποπείρας, νὰ ἀνακαλυφθῇ εἰς τὸ τέλος, — ἀσφαλῶς θὰ ἐνοήσατε — ὅτι ἡ διαφυγὴ τῶν 100.000.000 καλύπτεται ἐκ τοῦ λογαριασμοῦ τῶν ἀναγραφέντων ἐτησίων ἀποτελεσμάτων ἑκάστης χρήσεως. Ἀλλὰ ὅταν ἔληξε τὸ ζήτημα τοῦτο, προέκυψεν ἕτερον. Ἀνεφέρατε εἰς τὸν πίνακα τοῦ κυμαινομένου χρέους τὰ 200.000.000, τὰ ὁποῖα ὀφείλομεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, δυνάμει τῆς συμβάσεως, ἡ ὁποία ὑπεγράφη ἐσχάτως; Προσεπάθησα καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο νὰ πείσω τὴν ἀντιπολίτευσιν, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἔχει ἤδη ρυθμισθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον. Ὑπέδειξα ἐπιπροσθέτως, ὅτι καὶ ἂν ἀκόμη ὑπεθέτομεν, ὅτι δὲν ἐπήρχετο ἡ διαρρύθμισις αὕτη, καὶ πάλιν τὸ ποσὸν τὸ ἀναγραφόμενον εἰς τὸν πίνακα θὰ ἦτο ἐπαρκὲς νὰ ἐξασφαλίσῃ εἰς ἡμᾶς διαθέσιμα, ὅπως καλύψωμεν τὸ ποσὸν τῶν 200.000.000 μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἀλλὰ ποία εἶναι ἡ διαρρύθμισις αὕτη, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν, ἡ ὁποία καθιστᾷ περιττὴν τὴν ἀναγραφὴν τοῦ ποσοῦ τῶν 200.000.000 εἰς τὸν πίνακα τοῦ κυμαινομένου χρέους; Ἀκόμη εὑρίσκονται ἐν τῇ ἀπορίᾳ οἱ ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, εὑρίσκεται καὶ ὁ νεαρὸς συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς κ. Πεσμαζόγλου, ποία εἶναι ἡ διαρρύθμισις, ἡ ὁποία ἐπῆλθε καὶ ἡ ὁποία ἀπήλλαξε τὸ κράτος τῆς καταβολῆς τῶν 200.000.000 ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ πρώτου δανείου;
§88Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐκάματε εἰσήγησιν διὰ νὰ ἠξεύρῃ ἡ Βουλή;
§89Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἀφήσατέ με νὰ προχωρήσω. Θὰ σᾶς δώσω ἐξήγησιν. Δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ κάμω καμμίαν εἰσήγησιν, διότι κατετέθησαν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶχον καθῆκον οἱ κύριοι βουλευταί, οἱ ὁποῖοι θὰ ἤσκουν τὸν ἔλεγχον, νὰ μελετήσουν καὶ ἐξ αὐτῶν θὰ ἠδύναντο νὰ ἐννοήσουν, ἐφόσον ἐννοοῦν τοὺς ἀριθμούς, ὅτι εἰς τὰς συμβάσεις τὰς ὁποίας θέτομεν ὑπ’ ὄψιν σας ἐγένετο πλήρης εἰσήγησις περὶ τῆς διαρρυθμίσεως ταύτης. Εἰς ποίαν θέσιν εὑρίσκεται τὸ κυμαινόμενον ἡμῶν χρέος μετὰ τῆς Τραπέζης καὶ πῶς διερρυθμίσθη: Ὑπάρχει ὁ νόμος ὁ ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει εἰς τὸ Κράτος νὰ διαθέτῃ τὸ προϊόν τῶν 20 ἑκατοστῶν ὑπὲρ ἐξοφλήσεως τοῦ χρέους τούτου. Ἐπῆλθεν ἡ σύμβασις τὴν ὁποίαν ὑπεγράψαμεν ἡμεῖς, διὰ τῆς ὁποίας, ἀντὶ τῆς καταβολῆς ταύτης, θὰ καταβάλωμεν 200.000.000 ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου. Ἀλλὰ διὰ τῆς ὑπ’ ὄψει ἡμῶν συμβάσεως αἱ μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐκκρεμεῖς ἡμῶν χρηματικαὶ σχέσεις διαρρυθμίζονται κατὰ τρόπον ἀπολύτως ριζικόν. Ἐὰν ἐπροσέξατε, εἰς τὴν σύμβασιν ταύτην, εἰς τὸ ἄρθρον 4, θὰ ἴδητε ὅτι αὕτη διαθέτει ὁλόκληρον τὸ δάνειον τῆς σταθεροποιήσεως, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὅπως σχηματίσῃ ἀντικρύσματα τῆς κυκλοφορίας, ἀφ’ ἑτέρου δέ, ὅπως ἐξοφλήσῃ ἀντιστοίχως ποσὸν χρεῶν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, διαθέτει δηλ. ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν 3.000.000 £ εἰς ὄφελος τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Ἐξοφλοῦμεν λοιπὸν διὰ τῆς καταβολῆς ταύτης ἕνα ποσὸν 1.100.000.000 δραχμῶν. Μετὰ τὴν ἐξόφλησιν τοῦ ποσοῦ τούτου λαμβάνεται διὰ τοῦ ἄρθρου 5 ἡ πρόνοια διὰ τὸ μέλλον. Τί θὰ γίνῃ διὰ τὸ ὑπόλοιπον χρέος; Ἀπεφασίσθη ὁριστικῶς, ἀντὶ πάσης ἄλλης καταβολῆς, νὰ ἀναγράψωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμόν μας κατὰ τὰ δύο πρῶτα ἔτη 200.000.000 ἐτησίως, κατὰ τὰ ὑπόλοιπα δὲ ἕως 300.000.000. Αὐτὸς εἶναι ὁ ὁριστικὸς διακανονισμὸς τοῦ ὁποίου ἡ ἰσχὺς θέτει αὐτομάτως ὑπὸ ἀκύρωσιν τὴν συμφωνίαν τὴν συνομολογηθεῖσαν ὑπὸ ἐντελῶς διαφόρους προϋποθέσεις.
§90Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω ὅτι ὅλο αὐτὸ ἦτο παράλειψις ἰδική σας, διότι δὲν ἐκάματε καμμίαν εἰσήγησιν νὰ ἐξηγήσετε εἰς ποίας σχέσεις εὑρίσκεται ἡ σύμβασις μὲ τὸ παρελθόν. Σᾶς προσθέτω δὲ ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς ἐγένετο ἐπανειλημμένως λόγος περὶ τῶν 200.000.000, τὰ ὁποῖα φαίνεται ὅτι δὲν ἐξοφλοῦνται διὰ τῆς συμβάσεως αὐτῆς.
§91Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν γνωρίζω ποῖος λόγος ἔγινεν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἀλλ’ ἀναντιρρήτως ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου δὲν χρειάζεται ἀπολύτως καμμία διασάφησις, διότι εἶναι φανερὸν ὅτι ἐπιβάλλεται μία ὁριστικὴ ἐκκαθάρισις τῶν σχέσεων ἡμῶν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς καὶ Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, ἐκκαθάρισις καθιστῶσα τελείως περιττὴν τὴν διάθεσιν τῶν 300.000.000.
§92Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Μοῦ εἴπατε ὅτι ἐγὼ δὲν ἐκατάλαβα τοὺς ἀριθμούς. Ἐγὼ τὸ ποσὸν αὐτὸ δὲν σᾶς τὸ ἀνέφερα, διότι εἶχα αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἴπατε σεῖς. Ἠπόρησα μόνον μὲ τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἐδώσατε χθές, διότι χθὲς εἴπατε ὅτι πρόκειται νὰ ἐξοφλήσετε αὐτὰ τὰ 200.000.000.
§93Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν ἠκούσατε καλῶς. Εἶπα προηγουμένως ὅτι περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἔγινεν ἤδη ἄλλη διαρρύθμισις, ἀλλὰ θὰ εἶναι περιττὴ ἡ συζήτησις, διότι θὰ ὑπάρχουν καὶ εἰς τὸν πίνακα διαθέσιμα ἱκανὰ νὰ καλύψουν τὸ ποσὸν τῶν 200.000.000. Διὰ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν, τί συμβαίνει σήμερον; Κατορθώνει ἡ Ἑλλὰς νὰ ἐξοφλήσῃ διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ κυμαινόμενον χρέος, δὲν ὑπολείπεται οὐδὲ ὀβολὸς κυμαινομένου χρέους, βαρύνων τὸ δημόσιον ταμεῖον.
§94Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν μοῦ λέγετε, ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας τὴν αὔξησιν, ἡ ὁποία θὰ παρουσιασθῇ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν εἰς τὸ μέλλον διὰ τῆς καταβολῆς τῶν ποσῶν αὐτῶν;
§95Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Χαίρω διότι μοῦ ὑπενθυμίζετε τὴν στιγμὴν αὐτὴν τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ σᾶς ἀπαντῶ. Ἠκούσθη χθὲς ὅτι δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν μέτρων αὐτῶν, καὶ διότι δὲν ἔχομεν ἀκόμη ἀσφαλεῖς τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν, ἐνόσῳ ἐκκρεμοῦν τὰ χρέη ἡμῶν πρὸς τὴν Γαλλίαν, ἐνόσῳ ἐκρεμοῦν τὰ χρέη ἡμῶν πρὸς τὴν Ἀμερικήν. Δὲν δύναμαι νὰ εἴπω διὰ ποίου ποσοῦ θὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ προϋπολογισμὸς καὶ ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν διατάραξιν τοῦ προβλεπομένου ἰσοζυγίου. Σήμερον προστίθεται, ὅτι προβλέπομεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τὴν ἀναγραφὴν τῶν 200 ἑκατομμυρίων. Τὸ ποσὸν τῶν 200 ἑκατομμυρίων προβλέπεται ἤδη εἰς τον προϋπολογισμὸν κατὰ τὰ ¾, δηλ. κατὰ 150.000.000. Ἐπίσης προβλέπεται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν διὰ τὰ καταλογισθέντα εἰς τὴν Ἑλλάδα χρέη ἔναντι τῆς Γαλλίας, ἐὰν τυχὸν καταλογισθοῦν εἰς αὐτὴν καὶ ἡ πληρωμὴ χρέους καὶ τῆς Ἀμερικῆς. Ἀλλὰ ἐὰν ἠθέλατε περισσότερον ἐξετάσει καὶ τὸ ζήτημα αὐτό, ὅπως ἐὰν ἐξετάζητε καὶ τὰ ζητήματα τὰ ἄλλα μετά τινος προπαρασκευῆς μεγαλυτέρας, θὰ ἀποφεύγετο πολλὴ συζήτησις καὶ ἐὰν θὰ ἐξετάζητε καὶ τὸ ζήτημα αὐτὸ μετά τινος προσοχῆς θὰ ἀποφεύγατε νὰ ἀποτείνητε τὴν ἐρώτησιν αὐτήν. Διότι οἱοσδήποτε καὶ ἂν εἶναι ὁ κανονισμὸς τῶν χρεῶν, τὰ ποσὰ οὐδέποτε θὰ εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἀπειλῆται ἡ ἀνατροπὴ τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ, τοῦ ὁποίου τὸ ποσὸν ἀνέρχεται εἰς 9.000.000.000 ἐτησίως. Ὅταν καταρτίζωμεν τοὺς προϋπολογισμοὺς τοῦ μέλλοντος, δὲν δύναται νὰ φαντασθῇ τις ὅτι τοὺς καταρτίζομεν μέχρι τῆς ἐσχάτης λεπτομερείας, ὅτι κάμνομεν προβλέψεις εἰς γραμμὰς γενικάς, διότι αὐτὰ τὰ πράγματα θὰ ἔλθωσιν πρὸς τροποποίησιν καὶ θὰ εἶναι ἄλλα ὑπὲρ καὶ ἄλλα κατά. Διότι ἐπίσης ἔχομεν τὴν ἐλπίδα ὅτι, ἀποκαθισταμένης τῆς οἰκονομικῆς εὐεξίας τῆς Ἑλλάδος, θὰ ἔχωμεν εἰσπράξεις πολὺ μεγαλυτέρας ἐκείνων τὰς ὁποίας προβλέπομεν σήμερον. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ σκεφθῇ τις, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τὰ ὑπὸ κρίσιν μέτρα, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ καταλογισθοῦν δεκάδες τινὲς ἑκατομμυρίων δραχμῶν ἐπὶ ἑνὸς προϋπολογισμοῦ 9 δισεκατομμυρίων.
§96Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἶναι ἑκαντοτάδες.
§97Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν τὸ ξέρετε αὐτό; Συνετάξαμεν τοὺς προϋπολογισμοὺς κατὰ τρόπον γενικὸν καὶ εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι, καλῶς ἐξελιχθησομένης τῆς καταστάσεως, θὰ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἀπαιτήσεις πολὺ περισσοτέρας τῶν προβλεπομένων σήμερον. Ἄν ὑπάρχῃ λοιπὸν ἐφέτος ἐξησφαλισμένον τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, οὐδεὶς δύναται νὰ ὑπάρξῃ κίνδυνος τῆς νομισματικῆς ὁμαλότητος, οὔτε δύναται νὰ διασαλευθῇ εἰς τὸ μέλλον, ὁσηνδήποτε ἀπαισιοδοξίαν καὶ ἂν τρέφῃ κανείς, δὲν εἶναι δυνατὸν μικραί τινες ἰσοσκελίσεις νὰ θεωρηθοῦν ὅτι θέτουν ἐν κινδύνῳ αὐτὸ τοῦτο τὸ οἰκοδόμημα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ κράτους. Κίνδυνον θὰ διέτρεχεν ὁ προϋπολογισμὸς ἂν ἀφήσωμεν ἔκθετον τὸ ἐθνικὸν νόμισμα. Καὶ λέγω, ὅτι σήμερον, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς ὑμᾶς, φρονοῦντας ὅτι οὐχὶ φρονίμως εἰσάγωμεν τὸν νόμον σταθεροποιήσεως, σᾶς λέγω ὅτι δὲν ὑπάρχει περίπτωσις καταλληλοτέρα τῆς παρούσης, ὅπως ἐπιχειρήσωμεν αὐτήν. Ἄν δὲ ἀφήσωμεν νὰ παρέλθῃ ἡ εὐκαιρία αὕτη θὰ διαπράξωμεν ἀληθὲς ἔγκλημα εἰς βάρος τῆς οἰκονομίας τῆς χώρας. Εἶναι ἡ πλέον κατάλληλος εὐκαιρία διὰ τὴν σταθεροποίησιν. Πρῶτον, διότι ἐπιτευχθείσης ἤδη τῆς ἐμπορικῆς σταθεροποιήσεως, δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν ἕνα διακανονισμὸν ἀπαλλάσσοντα, οὕτως εἰπεῖν, ἡμᾶς ὁλοκλήρου τοῦ κυμαινομένου χρέους. Ἔχομεν ἐπίσης σήμερον, ὅτε εἰσάγομεν ταχέως τὴν σταθεροποίησιν ὅλας τὰς ἐνισχύσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι τὸ νόμισμα ἡμῶν τὸ καθιστοῦν τελείως ἀπρόσβλητον καὶ ἐξασφαλίζομεν κατὰ τὸν μᾶλλον συμφέροντα τρόπον τὸ δάνειον τῆς σταθεροποιήσεως. Ἔχομεν ἤδη ἀπὸ ἑνὸς ἔτους σταθερὰν τὴν νομισματικὴν ἀξίαν. Διήλθομεν ἑπομένως κατὰ τὸ τὸ πλεῖστον, ἢ ἔστω κατά τι, ὅλας ἐκείνας τὰς δυσχερείας, τὰς ὁποίας συναντοῦν τὰ κράτη ὅταν προβαίνωσιν εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῆς νομισματικῆς των ὁμαλότητος, ἐκείνας τὰς στενοχωρίας τὰς ὁποίας διέγραψε, τὰς ὁποίας ἀνεγνώρισεν ὁ ἀξιότιμος πολιτευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Ἀλλὰ σήμερον ἡμεῖς ἔχομεν νομισματικὴν ὁμαλότητα, καὶ διήλθομεν λοιπὸν ἕνα μέγα μέρος τῆς κρίσεως αὐτῆς, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἐπίφοβος, ἀλλὰ παροδικὴ καὶ πρόωρος, ἀναζωογονουμένων τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων. Ὅταν δ’ ἐπιτύχωμεν τὴν σταθεροποίησιν αὐτὴν σήμερον, ἀπαλλασσόμεθα κατὰ μέγα μέρος καὶ ἀπὸ τὰς συνεπείας τῆς νομίμου σταθεροποιήσεως, ἀπὸ τὴν κρίσιν δηλαδή, ἡ ὁποία ἐπισείεται πρὸς ἡμᾶς ὡς φόβητρον. Ἀλλ’ ἀκόμη περισσότερον, κύριοι, ἔχομεν σήμερον ἐξησφαλισμένην τὴν συνδρομὴν τῆς Κ.Τ.Ε. Ἠρωτήθην ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἡγέτην τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ποῦ εἶναι αἱ πιστώσεις ποὺ ἀναγράφονται εἰς τὸ πρωτόκολον; Αἱ πιστώσεις δηλ. τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ λάβωμεν καὶ ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῶμεν περὶ σταθεροποιήσεως; Ποῦ εἶναι, ἐκτὸς τῶν ἄλλων καλυμμάτων, αἱ πιστώσεις ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίξαμεν τόσας ἐλπίδας; Πράγματι κανεὶς λόγος εἰς τὸ πρωτόκολλον περὶ τοιούτων πιστώσεων δὲν γίνεται, ἀλλὰ καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, διότι αἱ πιστώσεις αὗται εἶναι πιστώσεις τραπεζικαί. Ὅταν ἐκδοθῇ τὸ δάνειον καὶ ἀρχίσῃ νὰ τίθεται εἰς ἐφαρμογὴν τὸ σχέδιον, τότε ἡ Τράπεζα ἡ Ἐκδοτικὴ θὰ προέλθῃ εἰς συνεννοήσεις μὲ ἕνα κύκλον ἀσφαλῶς περισσότερον τῆς μιᾶς Ἐκδοτικῶν Τραπεζῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ παράσχουν αὐτὰς τὰς λεγομένας πιστώσεις. Δηλαδὴ τί; Θὰ δεχθοῦν τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἀναπροεξοφλήσεως τῶν γραμματίων τῆς Τραπέζης, ἀσφαλῶς δὲ θὰ τὸ δεχθοῦν διότι τὸ ἔχομεν ἐξασφαλίσει δι’ ἰδιαιτέρων συνομιλιῶν. Ἀλλὰ εἰς τὸ πρωτόκολλον οὐδεμία ἀνάγκη ἦτο νὰ γίνῃ μνεία, οὐδὲ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ μνεία. Πολλάκις ἠρωτήθην, καὶ αἱ ἀπαντήσεις μου εἰς οὐδὲν ἐχρησίμευσαν, διατὶ ἰσχυρίζομαι ὅτι δὲν ἀκολουθῶ δανειακὴν πολιτικὴν καὶ διατὶ δὲν ἐδέχθην τὸ προσφερόμενον εἰς ἐμὲ δάνειον. Ἀκριβῶς διὰ τοῦτο δὲν ἐδέχθην τὰ προσφερόμενα εἰς ἐμὲ δάνεια, διότι ἂν ἐδεχόμην δάνειον προσφερόμενον ὑφ’ οὓς ὅρους μοῦ ἐγένοντο πλεῖσται ὅσαι προτάσεις, τὸ ἀποτέλεσμα ποῖον θὰ ἦτο; ὅταν θὰ ἀπευθυνόμεθα εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν νὰ μᾶς δώσῃ πιστώσεις, θὰ εὑρίσκομεν τὰς θύρας ἀπολύτως κλειστάς. Ὅταν θὰ ἐζητοῦμεν ἕνα ἔρεισμα ἠθικόν, ὁποῖον εἶναι ἡ Κ.Τ.Ε., εἰς τὰς δυσμενεῖς περιστάσεις θὰ εἴμεθα ἐστερημένοι οἱουδήποτε στηρίγματος. Ὅταν θὰ ἤθελον ν’ ἀποβλέπω εἰς ἐνίσχυσιν τῆς πίστεως τῆς χώρας, θὰ εὕρισκον ἐνώπιόν μου ἕνα παγκόσμιον κοινόν, ὄχι μόνον παγερόν, ἀλλὰ καὶ δύσπιστον, διότι τὸ δάνειον αὐτό, ἀντὶ νὰ ἐμπνεύσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς οἰκονομικῆς ἀνορθώσεως τῆς χώρας, θὰ ἐνέπνεε τοὐναντίον τὴν ἰδέαν τῆς βαθμιαίας, τῆς προϊούσης φθορᾶς τῆς οἰκονομικῆς της εὐεξίας.
§98Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Διατί;
§99Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Θὰ τὸ ἀκούσετε ἀμέσως, διότι, λέγοντες δανειακὴν πολιτικήν, ἐννοοῦμεν ὅτι ὑπάρχουν τὰ περισσεύματα τῶν ὑπεγγύων προσόδων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐξασφαλίσουν τοὺς δανειστὰς ἡμῶν κατὰ τὸν καλύτερον τρόπον. Ὑπάρχει ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπὴ ἐνταῦθα, ἡ ὁποία καὶ αὐτὴ ἀποτελεῖ μίαν ἐγγύησιν διὰ τὴν κανονικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ χρέους τούτου. Διατί, μοὶ λέγουν, θέλετε νὰ προσφύγητε εἰς τὴν Κ.Τ.Ε.; Δὲν εἶναι, ἀπαντῶ, ἡ Κ.Τ.Ε. μεσίτης δανείων. Δὲν ἀπέβλεψεν ἡ Κ.Τ.Ε. ποτὲ εἰς τὴν κανονικὴν πληρωμὴν τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων. Αὐτὸ τὴν ἀφήνει ἐντελῶς ἀδιάφορον. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει τὴν Κ.Τ.Ε. εἶναι ἡ οἰκονομικὴ ἀνόρθωσις τῶν Κρατῶν διὰ νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ πρόγραμμα αὐτῆς, τῆς βαθμιαίας δηλ. ἐξόδου τῆς παγκοσμίου καὶ ἰδίως τῆς Εὐρωπαϊκῆς οἰκονομίας ἐκ τῆς κρίσεως, ἡ ὁποία ἐπηκολούθησε μετὰ τὸν πόλεμον. Ἀλλ’ ἡ ἠθικὴ εὐθύνη τῆς Κ.Τ.Ε. ἔγκειται εἰς τοῦτο, ἐπιτυγχάνει ἡ ἀνόρθωσις, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβεν ὑπὸ τὴν αἰγίδα της, ἢ ἀποτυγχάνει; Ἐὰν ἀποτύχῃ ἡ ἀνόρθωσις, ἡ ἐπιχειρουμένη παρὰ τῆς Κ.Τ.Ε., αἱ συνέπειαι εἶναι κολοσσιαῖαι καὶ τεράστιαι. Διότι δὲν πρόκειται νὰ ζημιωθῶσιν οἱ δανεισταὶ μόνον τῶν ὁποίων τυχὸν θὰ καθυστερήσῃ ἡ ὑπηρεσία. Τὸ κοινόν, τὸ ὁποῖον ἔχει χρῆμα φερέγγυον, τὸ κοινὸν τὸ ὁποῖον ἔχει ποσὰ διὰ νὰ τοποθετήσῃ, δὲν δύναται νὰ ἀναγινώσκῃ πραγματείας διὰ νὰ βλέπῃ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει μίαν Διεθνῆ Οἰκονομικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ἀσφαλίζει τοὺς δανειστάς, ὅτι ὑπῆρξε τακτικὴ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν της. Δὲν ἠμπορεῖ τὸ πολὺ κοινὸν νὰ ἐκτιμήσῃ τοιαύτας περιστάσεις. Ἀλλ’ ἔρχεται ἡ Κ.Τ.Ε. καὶ λέγει, ὅτι ἐγὼ ἀναλαμβάνω ὑπὸ τὴν εὐθύνην μου, ὅτι τὸ Κράτος βαίνει εἰς οἰκονομικὴν ἀνάρρωσιν καὶ τότε ὁ πλούσιος κεφαλαιοῦχος, ἀλλὰ καὶ ὁ πτωχὸς ἐργάτης, ὁ ἔχων ἀπόθεμα σπουδαῖον, ἐκ τυφλῆς ἐμπιστοσύνης, θὰ εἰσφέρῃ τὸ χρῆμα αὐτοῦ ὑπὲρ τῆς οἰκονομικῆς ἀνορθώσεως τῆς χώρας ὡς συνδρομὴν φιλανθρωπικήν. Ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελεν ἀποτύχει ἡ οἰκονομικὴ ἀνόρθωσις, ἡ Κ.Τ.Ε. εἶναι ἠθικῶς ὑπεύθυνος ἀπέναντι ὅλων αὐτῶν τῶν πτωχῶν ἀνθρώπων ἢ τῶν πλουσίων ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους παρεπλάνησεν. Ἔχει λοιπὸν κάθε συμφέρον ἡ Κ.Τ.Ε. καὶ τὸ μόνον αὐτῆς συμφέρον εἶναι νὰ ἐπιτύχῃ ἡ οἰκονομικὴ ἀνόρθωσις. Δι’ αὐτὸ ἀπηυθύνθημεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν Κ. Τ. Ε, διότι γνωρίζομεν ὅτι δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ κάμωμεν διαφημίσεις, ἵνα πείσωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι χρῆμα διαθέσιμον, νὰ ἐμπιστευθῶσιν εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν ἐπάρκειαν. Ἀρκεῖ ὅτι βλέπουν, ὅτι ἡ Κ.Τ.Ε. ὑπόσχεται καὶ δίδει τὴν ἐγγύησιν αὐτῆς, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι Κράτος ἀναγεννώμενον οἰκονομικῶς διὰ νὰ ἀκολουθήσουν τυφλῶς τὰς συστάσεις αὐτὰς τοῦ ἱδρύματος τῆς Γενεύης. Λοιπὸν τίνα σχέσιν ἔχει ἡ μία δανειακὴ πολιτικὴ ἀπὸ τὴν ἄλλην; Ἡ δανειακὴ πολιτική, ὅπως σεῖς τὴν ἐννοεῖτε, εἶναι πολιτικὴ καταστρεπτικὴ τῆς πίστεως. Ἡ συνομολόγησις ἑνὸς δανείου διὰ τοὺς πρόσφυγας εἰς τὴν Κ.Τ.Ε., ὅπως ἡμεῖς τὴν ἐννοοῦμεν, εἶναι δικαίωμα πίστεως. Αὐτὴ ἡ ριζικὴ διαφορὰ ὑφίσταται μεταξὺ τῆς ἡμετέρας πολιτικῆς καὶ τῆς ἰδικῆς σας ἀντιλήψεως, ὄχι πολιτικῆς.
§100Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Κατὰ τὴν προχθεσινὴν ἀγόρευσίν μου, ὅτε ὑπηνίχθην, ὅτι διάφοροι χρηματιστηριακοὶ κύκλοι ἀσκοῦσιν ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς Δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Κ.Τ.Ε. διεμαρτυρήθητε, καὶ μάλιστα κατὰ τρόπον σφοδρότατον. Ἐπιθυμῶν νὰ προσκομίσω τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου ἀπήγγειλα, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἐρωτήσω, ἐὰν ἔχητε γνῶσιν ἑνὸς ἐγγράφου τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος ἐν Βέρνῃ, κ. Δενδραμῆ, σχετικῶς μὲ τὴν σύναψιν τοῦ δανείου. Ἐὰν τὸ γνωρίζετε, σᾶς ἐρωτῶ· τί συνάγεται;
§101Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). — Τὸ ἐντελῶς ἀντίθετον ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἴπετε.
§102Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Συνάγεται, ὅτι ἀσκεῖται ἐπιρροὴ ὑπὸ ὡρισμένων χρηματιστηριακῶν κύκλων καὶ ὅτι ὁ κ. Χάμπρο, πρὶν ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ τὴν σύμβασιν τοῦ τριμεροῦς δανείου καὶ πρὶν ἡ Κ.Τ.Ε. ἀποφασίσῃ, διαπραγματεύεται τὴν τοποθέτησιν αὐτοῦ ἐν Ἀμερικῇ. Ἐπ’ αὐτοῦ νὰ μοῦ ἀπαντήσετε.
§103Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἡ διακοπή, ἡ ξένη πρὸς τὴν συζήτησιν τῶν κατὰ σειρὰν θεμάτων, καὶ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ἐγγράφου, ἀποδεικνύει ἀκριβῶς πόσον ἄδικον εἶχεν ὁ κ. Βουλευτής, ἰσχυρισθεὶς ὅ,τι ἰσχυρίσθη κατὰ τὰς παρελθούσας συνεδριάσεις. Ὁ Ἀρθοῦρος Σῶλτερ, ὑπάλληλος τῆς γραμματείας τῆς Κ.Τ.Ε., ἀνὴρ ἀληθῶς περισπούδαστος καὶ ὁ ἰδεολογικώτερος τύπος ἑνὸς ἀνθρώπου ἐργαζομένου ἐκ καθαρᾶς ψυχῆς ὑπὲρ τῆς ἀνθρωπότητος, ὁ Ἀρθοῦρος Σῶλτερ δὲν ἀνεμίχθη ποτέ, εἶναι πασίγνωστος ἐν τῇ οἰκουμένῃ, ὅτι δὲν ἀναμιγνύεται οὔτε πόρρωθεν εἰς ἐπιχειρήσεις χρηματιστηριακάς. Εἶναι πασίγνωστον ἀνὰ τὴν οἰκουμένην ὅτι οὐδὲ πόρρωθεν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναμιχθῇ εἰς ἐπιχειρήσεις χρηματιστηριακάς. Τὸ ὄνομά του καὶ σήμερον εἶναι περίβλεπτον ἀνὰ τὴν οἰκουμένην καὶ ἡ ἠθική του, ἀδαμάντινος ἀληθῶς ὑπόστασις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστῇ οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην σκιὰν ἐκ τῶν φράσεων, αἱ ὁποῖαι ἐξηνέχθησαν πρὸ ὀλίγου. Ἀλλὰ πληροφορῶ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ὅτι, περὶ τῶν δανείων, κατ’ ἀρχὴν συνεφωνήθη νὰ ἔχωσι χαρακτῆρα διεθνῆ. Νὰ μὴν συνομολογηθῇ εἰς ὡρισμένην ἀγοράν, ἀλλὰ νὰ ἀποταθῶμεν εἰς πλείστας ἀγοράς, ἀκριβῶς διὰ νὰ λάβωμεν τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀναδείξωμεν, ὅτι μᾶλλον προστατεύομεν τὴν πίστην τοῦ κράτους, χρησιμοποιοῦντες βεβαίως τὸ κῦρος τῆς Κ.Τ.Ε. Ἀλλὰ ἀκριβῶς διὰ νὰ κινήσωμεν πρὸς τὴν χώραν μας τὰ κεφάλαια, τὰ ζητοῦντα τοποθέτησιν, ὁ κ. Σῶλτερ εἰς μίαν ἰδιαιτέραν συνομιλίαν, τὴν ὁποίαν εἴχομεν, ὁμιλῶν περὶ τοῦ διεθνοῦς αὐτοῦ χαρακτῆρος τοῦ τριμεροῦς δανείου, ἔλεγεν ὅτι ἔχετε κάθε συμφέρον διὰ τὴν Ἑλλάδα νὰ μὴ ἐντοπίσετε τὸ δάνειον αὐτὸ εἰς τὴν Ἀγγλικὴν μόνον ἀγοράν. Εἶναι Ἄγγλος αὐτός. Ἔχετε καθῆκον νὰ μὴ ἐντοπίσητε τὸ δάνειον εἰς τὴν Ἀγγλικὴν ἀγοράν, ἀλλ’ ὅπου σᾶς προσφέρουν ὅρους τινὰς σχετικῶς δελεαστικωτέρους, διότι πρέπει νὰ ἐπιληφθῆτε τῆς εὐκαιρίας νὰ καταστήσετε δῆλον εἰς ὅλον τὸν οἰκονομικὸν κόσμον, εἰς ὅλον τὸν παγκόσμιον τύπον καὶ τὸν διεθνῆ οἰκονομικὸν κόσμον, ὅτι ἡ Ἑλλὰς σήμερον βαίνει εἰς τὴν οἰκονομικήν της ἀναδιοργάνωσιν, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἁπλῆ διαβεβαίωσις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀλλὰ ὅτι εἶναι πιστοποίησις τῆς Κ.Τ.Ε., ἀναλαβούσης ὑπὸ τὴν ἰδίαν της ἐγγύησιν, τὴν ἀνασύνταξιν τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τῆς χώρας. Ἀλλὰ μετὰ τὴν Ἀγγλικὴν ἀγοράν, διὰ νὰ πραγματευθῇ τις ἕνα δάνειον, σήμερον ἀκόμη, ἔρχεται ἡ ἀγορὰ τῆς Ἀμερικῆς. Πρὸ παντὸς ἔχετε ἀνάγκην, ἂν καὶ αἱ δύο αὐταὶ ἀγοραὶ συνεργάζονται, πρὸ παντός, ἔχετε ἀνάγκην νὰ προαγάγητε τὸ ὄνομα τὸ Ἑλληνικὸν εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς κύκλους τῆς Ἀμερικῆς καὶ εἰς ὅλον τὸ Ἀμερικανικὸν κοινόν. Πῶς θὰ πράξητε ὅμως τοῦτο, ἐφόσον ἔχετε ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα τῶν χρεώσεων, διότι ὑπάρχει ἡ ἀπαγόρευσις τῆς Ἀμερικανικῆς Κυβερνήσεως ἡ ὁποία συνιστᾶ ἐν τῷ συμφέροντί σας νὰ προσπαθήσητε νὰ τακτοποιήσητε ὅσῳ τὸ δυνατὸν ἐνωρίτερον, τὸ ζήτημα τῶν Ἀμερικανικῶν χρεῶν, διὰ νὰ μὴ εὑρεθῆτε εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ ἴδητε ἀποκλειόμενον τὸ δάνειον ἀπὸ τὴν ἀγορὰν τὴν Ἀμερικανικήν, διότι θὰ ἔχῃ ἀντίκτυπον ἀρνητικὸν ἐπὶ τῆς ἀναμενομένης βελτιώσεως, διότι θὰ στερηθῆτε ἀκριβῶς ἑνὸς παράγοντος, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ συντελέσῃ ὑπὲρ πάντα ἄλλον εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἀναγέννησιν τῆς Ἑλλάδος. Ὅσα ἀνέπτυξα εἶναι ἱκανὰ νὰ ἀποδείξουν ὅτι ἡ συνομιλία τοῦ κ. Σῶλτερ ἔγινε μόνον πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἐνισχύσεως τῆς ἑλληνικῆς πίστεως. Τὸ ὄνομα τοῦ κ. Χάμπρο παρενεβλήθη τυχαίως, ἐπειδὴ ὁ κ. Χάμπρο εἶναι ὁ μεσίτης, ὁ ἀπὸ μακροτάτης σειρᾶς ἐτῶν, τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, διὰ τὴν τοποθέτησιν τῶν δανείων του. Ἐγένετο μία ἁπλῆ ὑπόθεσις ὅτι εἶναι δυνατὸν ὁ Χάμπρο ν’ ἀναλάβῃ τὸ δάνειον, δὲν ὑπῆρξεν ὅμως περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ μὴ δηλώσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι οὐδεμία ἔναντι τοῦ Χάμπρο ἀνελήφθη ὑποχρέωσις. Ἡ διαβεβαίωσίς μου εἶναι ἀπολύτως κατηγορηματικὴ καὶ ἡ μνεία εἰς τὸ ἔγγραφον εἶναι αὐτὸ ἁπλοῦς ἀντίκτυπος τῆς κρατησάσης μέχρι τοῦδε παραδόσεως, ὅπως τοποθετῶνται τὰ δάνεια ἀνὰ διαφόρους ἀγορὰς τοῦ κόσμου διὰ τοῦ Τραπεζιτικοῦ τούτου Οἴκου. Αὐτοὶ ὑπῆρξαν, Κύριοι, οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους προσεφύγομεν εἰς τὴν Κ.Τ.Ε. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους κατ’ ἐπανάληψιν διϊσχυρίσθημεν, περὶ τοῦ ὅτι δὲν μετερχόμεθα δανειακὴν πολιτικήν. Δὲν μετερχόμεθα δανειακὴν πολιτικήν, διότι δανειακὴ πολιτικὴ εἶναι ἡ ἐξοικονόμησις τῶν ὑπαρχουσῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, ἐπὶ ζημίᾳ τῆς ἐθνικῆς πίστεως, ἐνῶ πολιτικὴ ἐξυγίανσις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους εἶναι ἡ ἐξασφάλισις ἀρωγῆς, ἡ ὁποία δημιουργεῖ ἀνὰ τὸν κόσμον τὴν ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος βαίνει πρὸς τὴν οἰκονομικήν του ἀναγέννησιν. Ἂν δὲν ἠθέλομεν προσφύγει εἰς τὴν Κ.Τ.Ε., δὲν ἠθέλομεν τύχει τῆς ἀμερίστου συνδρομῆς της, δὲν θὰ εἴμεθα ἡμεῖς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀπεβλέπομεν εἰς τὴν σταθεροποίησιν. Τί θὰ ἐγένετο ἡ σταθεροποίησις ἄνευ τῆς Κ.Τ.Ε. καὶ τὸ οἰκονομικὸν ἰσοζύγιον; Δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν τοῦτο ν’ ἀποκαταστῇ, διότι ἡ πίστις τῆς χώρας θὰ ἐφθείρετο ὁσημέραι καὶ ἡ ἰσοσκέλισις τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν θὰ ἦτο πλέον δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ, διότι οἱ πόροι τῆς χώρας, ἀντὶ νὰ προάγωνται, θὰ ἔβαινον μειούμενοι καὶ ἡ παραγωγὴ ἀντὶ νὰ ζωογονηθῇ θὰ ἐμαραίνετο. Τί θὰ ἦτο ἡ οἰκονομική μας πολιτικὴ ἄνευ τῆς Κ.Τ.Ε. καὶ ἐὰν δὲν εἴχομεν ὄπισθεν ἡμῶν τὴν εὔνοιαν τῶν μεγαλυτέρων οἴκων τοῦ κόσμου, ὅπως ἐνισχύσωσιν ἡμᾶς εἰς περίπτωσιν κινδύνου; Τί θὰ ἦτο ἡ πολιτικὴ τῆς νομισματικῆς ὁμαλότητος, ἐὰν δὲν εἴχομεν ὄπισθεν ἡμῶν ὁλόκληρον τὴν Κ.Τ.Ε., ἡ ὁποία ὡς ἐκ τῆς δημιουργηθείσης δι’ αὐτὴν θέσεως, ἐὰν προκύψῃ δυσχέρεια διὰ τὴν Ἑλλάδα, εἶναι ἱκανὴ καὶ θὰ δυνηθῇ μετὰ πάσης ζωηρότητος καὶ μετὰ παντὸς ἐνδιαφέροντος, ὅπως παράσχῃ εἰς αὐτὴν τὰ μέσα καὶ ἀντικρύσῃ τὰς ἀντιξόους περιστάσεις καὶ ἀποφύγῃ τὸν καταποντισμόν, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι καὶ καταποντισμὸς δι’ αὐτὴν τὴν ἰδίαν; Ἀλλ’ ὅταν δημιουργοῦμεν θετικὰς ἐγγυήσεις περιφρουρούσας τὸ νόμισμα ἡμῶν, ὅταν δημιουργοῦμεν ἠθικὰς ἐγγυήσεις καὶ εὐθύνας, αἱ ὁποῖαι καθιστοῦν τὸ νόμισμα ἡμῶν ἀπρόσβλητον, τότε πράγματι ἐπερχόμεθα πολιτικὴν ἀνορθωτικήν, τότε πράγματι ἐνισχύομεν τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν καὶ δι’ αὐτῆς τὸν δημόσιον πλοῦτον. Αὐτὴ εἶναι ἡ πολιτική, ἡ ὁποία θὰ ἐπαναφέρῃ τὴν γαλήνην εἰς τὸν τόπον, τὴν γαλήνην τὴν οἰκονομικήν, τὴν γαλήνην τὴν πολιτικήν, τὴν γαλήνην τὴν νομισματικήν. Διότι ὅταν τὰ κράτη ἵστανται ἐπὶ σαθρῶν οἰκονομικῶν βάσεων, μὴ φαντάζεσθε, ὅτι εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποβλέψουν εἰς πολιτικὴν γαλήνην. Θὰ ὑπάρξουν πάντοτε οἱ ἐκμεταλλευταὶ τῆς οἰκονομικῆς δυστυχίας. Ὅταν τὰ κράτη εὐημεροῦν, οἱ δημοκόποι ἐξαφανίζονται. Ὅταν τὰ κράτη παρακμάζουν, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐννοοῦν ν’ ἀπομυζήσωσι τὸν ἑλληνικὸν λαόν, παραπλανῶντες καὶ διαβουκολοῦντες αὐτόν, ἐκεῖνοι τότε, πληθύνονται ὡς ἡ ἄμμος τῆς θαλάσσης. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἄνευ νομισματικῆς σταθερότητος νὰ ἔχωμεν οὔτε πολιτικὴν ἀσφάλειαν οὔτε τάξιν ἐσωτερικὴν οὔτε ἰσοζύγιον προϋπολογισμοῦ, οὔτε ἀνάπτυξιν τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας, οὔτε αὔξησιν τοῦ δημοσίου πλούτου. Θὰ παραπαίῃ ἡ χώρα αὐτὴ εἰς αἰῶνα τὸν ἅπαντα. Καταλήγων χθὲς ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, συνέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀποσείσῃ πρὸς στιγμὴν τοὺς κομματικοὺς δεσμοὺς καὶ σκεπτομένη ν’ ἀποφασίσῃ κατὰ συνείδησιν καὶ νὰ ἐγκρίνῃ τὰ νομοσχέδια, ἐὰν τὰ κρίνῃ συντελεστικὰ διὰ τὸ καλὸν τοῦ τόπου, ἀλλὰ καὶ νὰ τὰ καταψηφίσῃ, ἀνεξαρτήτως πολιτικῶν δεσμῶν, ἐὰν τὰ εὑρίσκῃ ὅπως τὰ εὑρίσκει ἡ Ἀντιπολίτευσις. Συνενώνων ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς τὴν φωνήν μου πρὸς ὅσα εἶπε χθὲς ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὴν Βουλὴν νὰ θέσῃ κατὰ μέρος δεσμοὺς καὶ φιλίας. Δὲν σημαίνει τίποτε ἀπολύτως, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀφήσῃ τὴν διαχείρισιν τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος καὶ τῶν λοιπῶν ζητημάτων εἰς ἄλλους. Ἐὰν ὑπάρχῃ καὶ ὁ ἐλάχιστος δισταγμός, ὅτι τὰ μέτρα ἡμῶν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν πρόξενοι ζημιῶν, ὀφείλει καὶ ὁ ἔσχατος τῶν βουλευτῶν νὰ δώσῃ μελανὴν ψῆφον εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν οὐδεμίαν ψῆφον ὑπὸ ἐπιφύλαξιν. Δὲν θέλομεν χαριστικὴν ψῆφον, διότι ἔχομεν ἡμεῖς πίστιν ἀπέραντον ἐπὶ τοῦ προγράμματος, τοῦ ὁποίου τὴν ἐφαρμογὴν ἐπιδιώκομεν καὶ πέραν τοῦ ὁποίου δὲν βλέπομεν ἀπολύτως οὐδέν. Ἐὰν τὸ πρόγραμμα δὲν ἀχθῇ εἰς πέρας, καὶ δημιουργηθῇ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ὅλοι οἱ καταβληθέντες μόχθοι, ὅπως φθάσωμεν τὸ ταχύτερον εἰς ἕνα λιμένα, ἀσφαλίζοντα τὴν γαλήνην τοῦ νομίσματος, εἶναι ἀναμφισβήτητον, κύριοι, ὅτι οἱ ἄνεμοι, τοὺς ὁποίους ἀναφέρει ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, θὰ πνεύσουν ἀμέσως ὁρμητικῶς καὶ ὁσονδήποτε καὶ ἐὰν κατωρθώσαμεν νὰ συγκρατήσωμεν ἐπὶ ἓν ἔτος μίαν ὡρισμένην τιμὴν τοῦ νομίσματος, θὰ τὴν ἴδωμεν καταρρέουσαν κατὰ τρόπον ἀληθῶς τραγικόν. Ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι ὅτι θὰ χρειασθῇ νὰ παρέλθῃ χρόνος πολὺς —τίς οἶδε πόσος χρόνος— διὰ νὰ προσπαθήσωμεν νὰ δημιουργήσωμεν νέαν βάσιν, ἀφοῦ ἐθέσαμεν κατὰ μέρος τὴν δημιουργηθεῖσαν ἤδη. Ἀλλὰ θὰ ἴδωμεν ἐπίσης καὶ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ ἐξατμίζεται καὶ τὰς θυσίας τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ν’ ἀποβαίνουν εἰς μάτην. Ἐλπίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐντὸς ὀλίγου ν’ ἀναπτυχθῇ εἰς τὸν τόπον ἡ ἐργασία διὰ νὰ εὕρουν ἀπασχόλησιν οἱ ἄεργοι, ν’ ἀναπτυχθῇ ἡ ἐργασία, διὰ ν’ αὐξήσῃ ἡ γεωργικὴ παραγωγή, ν’ ἀναπτυχθῇ ἡ ἐργασία διὰ νὰ ἑδραιωθῇ ἡ πραγματικῶς ἀξία ἑδραιώσεως βιομηχανία. Ὅσοι φαντάζονται, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ζωτικότης οἰκονομικὴ εἰς ἕνα τόπον, τόσον δεινῶς χειμασθέντα, χωρὶς νὰ θέσωμεν ἀσφαλῆ καὶ ἀπαρασάλευτα τὰ θεμέλια τῆς νομισματικῆς σταθερότητος, εὑρίσκονται εἰς πλάνην οἰκτράν. Δὲν θέλομεν, κύριοι, χαριστικὴν ψῆφον, διότι ἀπὸ ἑνὸς ἤδη ἔτους δὲν ὑπῆρξε μία στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν οὐδὲ πόρρωθεν ἐπεχειρήσαμεν νὰ διαβουκολῶμεν τὸν ἑλληνικὸν λαὸν διὰ ψευδῶν ἐπαγγελιῶν. Ὅλον τὸ πρόγραμμα ἡμῶν ὑπῆρξε πρόγραμμα καταστροφῆς, ἂς εἴπωμεν, τῆς ἐκλογικῆς μας ἐπιδράσεως. Ἐζητήσαμεν ἀπὸ τὸν ἑλληνικὸν λαὸν μὲ εἰλικρίνειαν καὶ εὐθύτητα θυσίας καὶ στερήσεις. Ὅταν ἐπανῆλθεν ὁ ἀξιότιμος τέως Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Παιδείας ἐκ Μακεδονίας, τὸν ἤκουσα νὰ λέγῃ μετὰ εἰλικρινείας τιμώσης αὐτόν. «Περιώδευσα τὴν Μακεδονίαν καὶ ἐσκόρπισα ἀσκοὺς ὑποσχέσεων». Δὲν ἀπευθύνω κατ’ αὐτοῦ ἀπολύτως καμμίαν κατηγορίαν.
§104Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐπί τίνος ζητήματος «ἀσκοὺς ὑποσχέσεων»;
§105Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Περὶ τῶν σχολείων.
§106Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἔχει μεγάλην διαφορὰν τὸ νὰ τὸ ἀναφέρετε, διότι ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ φροντίσητε, ὅπως ἱδρύσητε σχολεῖα, διὰ νὰ διδάξητε τοὺς ἑλληνόπαιδας τῆς Μακεδονίας.
§107Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Καὶ πρέπει νὰ σκορπῶμεν ἀσκοὺς ὑποσχέσεων διὰ τὴν ἵδρυσιν νέων σχολείων; Ἡμεῖς ἐπὶ ἓν ἔτος, πλὴν τῶν συνεπειῶν τῶν ὑποσχέσεων, ἓν ἔχομεν νὰ εἴπωμεν· εἶναι ἐποχὴ διὰ τὴν χώραν μας οἰκονομικῆς καθάρσεως, εἶναι ἐποχὴ ἐγκαρτερήσεως καὶ αὐτοθυσίας. Δὲν ἐσκορπίσθησαν αἱ περισσότεραι ὑποσχέσεις παρ’ ἡμῶν. Ὑπάρχουν ἄλλοι ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, οἱ ὁποῖοι περιδιαβάζοντες, δίκην γνωστῶν ἱπποτῶν τοῦ μεσαίωνος, ἀνὰ τὴν ὕπαιθρον χώραν, δὲν παύουν νὰ κενώνουν, ὄχι πλέον σάκκους ὑποσχέσεων, ἀλλὰ σιδηροδρόμους καὶ πλοῖα καὶ παντὸς εἴδους φορτηγά, ὑποσχέσεων, ἐκ τῶν ὁποίων καὶ ἂν ἐλάχιστον ποσοστὸν ἐξετελεῖτο, ἡ Ἑλλὰς θὰ εὑρίσκετο ἐν μιᾷ στιγμῇ κεκαλυμμένη ὁλόκληρος ὑπὸ τὸ βάρος τῶν καπνῶν τοὺς ὁποίους ἤθελε συνεπαγάγῃ ἡ ἐκπλήρωσις τῶν ὑποσχέσεων αὐτῶν. Ἡμεῖς ὑπέστημεν ἐπιθέσεις καὶ καθ’ ἡμέραν δοκιμάζομεν τὴν φυσικὴν μείωσιν τῶν κομματικῶν ἡμῶν δυνάμεων, ἀκριβῶς, διότι ὅλα τὰ βάρη τῶν ἀντιδράσεων ἐναντίον τῶν ἔργων τῶν ζητουμένων ἐκ πάσης γωνίας τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῶν ὤμων ἡμῶν καὶ μόνον ἐπιπίπτουσιν. Ἐδώκαμεν ὑποσχέσεις περὶ τῶν σχολείων, ὅλαι αἱ ὑποσχέσεις αἱ διδόμεναι, εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος, ὅτι καθ’ ἑαυτὰς ἐξεταζόμεναι ἔχουν μίαν χρησιμότητα καὶ λογικήν· ὅστις δίδει ὑποσχέσεις ἱδρύσεως σχολείων ἀναντιρρήτως ἱκανοποιεῖ τὰς ἐκπαιδευτικὰς ἀνάγκας, ὅστις δίδει ὑποσχέσεις ἱδρύσεως δικαστηρίων, πολλαπλασιασμὸν εἰρηνοδικείων, ἀναντιρρήτως ἱκανοποιεῖ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης· ὅστις δίδει ὑποσχέσεις τμημάτων ἀσφαλείας, ἀναντιρρήτως ἐξυπηρετεῖ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν· ὅστις δίδει ὑποσχέσεις ἱδρύσεως γεωργικῶν σταθμῶν, ἀναντιρρήτως ἐξυπηρετεῖ τὴν γεωργίαν· ὅστις δίδει ὑποσχέσεις αὐξήσεως μισθῶν, ἀναντιρρήτως βελτιώνει τὴν θέσιν τῶν ὀργάνων τοῦ Ἑλληνικοῦ κράτους καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ κράτος εὐημεροῦν, ἐφόσον τὰ ὄργανα αὐτοῦ πένονται καὶ δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκπληρώσωσι τὰ καθήκοντα αὐτῶν· ἐξυπηρετεῖ ἓν ἰδανικὸν τῆς κοινωνίας. Ὅστις, ἀντιστρόφως, ζητεῖ τὴν ἐκτέλεσιν οἰκονομιῶν εἰς τὸν στρατὸν καὶ τὸ ναυτικόν, ἀφοπλίζει τὴν χώραν· ὅστις ἀρνεῖται ὅλας αὐτὰς τὰς ἀνάγκας, περὶ τῶν ὁποίων διανέμονται οἱ σάκκοι τῶν ὑποσχέσεων, καταδικάζει τὴν Ἑλλάδα νὰ μὴ ἀπολαμβάνῃ τῶν ἀνταλλαγμάτων ἐκείνων, ἐπὶ τῶν ὁποίων δύναται νὰ ὑπολογίζῃ ὑφισταμένη οἵας ὑφίσταται θυσίας. Ἀλλὰ τί συμβαίνει; Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν τὴν δύναμιν νὰ ἀνυψωθῶσιν ὑπεράνω ὅλων αὐτῶν τῶν κατὰ μέρος ἀναγκῶν καὶ ν’ ἀντικρύσωσι ἀπὸ περιωπῆς τὸ πρόβλημα τὸ Ἑλληνικόν, εἴτε συντρέχουν τὴν ἐκπαίδευσιν, εἴτε συντρέχουν τὸν στρατόν, εἴτε συντρέχουν τὴν ἀσφάλειαν, εἴτε συντρέχουν τὴν γεωργίαν, εἴτε συντρέχουν τὴν παιδείαν ἢ τὴν δικαιοσύνην, ὑποσκάπτουν καὶ συντρίβουν τὸ ὅλον οἰκοδόμημα τῆς Ἑλλάδος, διότι ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συντηρηθῇ παρὰ μόνον ἐφόσον ὑπάρχει συμμετρία δαπανῶν καὶ ἐφόσον αἱ δαπάναι περιορίζονται ἐντὸς τοῦ κύκλου τῶν δυνάμεών της. Ὅταν τὸ σύνολον χρεωκοπήσῃ, ὅλα αὐτὰ τὰ μέτρα θὰ καταρρεύσουν, τίποτε δὲν θὰ διατηρηθῇ. Πρὶν δώσῃ τὰς ὑποσχέσεις ὅταν κυβερνᾷ τὸν τόπον ἢ ὅταν πρόκειται νὰ κυβερνήσῃ τὸν τόπον, ἔχει καθῆκον νὰ ὑψωθῇ καὶ νὰ ἐξετάσῃ μήπως τυχὸν μεταβάλῃ τὴν οἰκονομικὴν βάσιν ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται τὸ κράτος. Ἠρωτήθην χθὲς παρά τινος τῶν κ. συναδέλφων, διατὶ ἐζήτησα τὴν ἐλάττωσιν τοῦ μισθοῦ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ κατεκρίθην παρ’ αὐτῶν πρὸ ὀλίγου διότι ἐγὼ δὲν εἶχον τὸ σθένος νὰ ἐπιβάλω τὰς οἰκονομίας. Ἄν ἀνέμενον τὸν ἀξιότιμον πολιτευτὴν ἐκ Κορινθίας, ἀνερχόμενον ἐπὶ τοῦ βήματος, νὰ υἱοθετήσῃ τὴν παρατήρησιν ταύτην, θὰ ἔδιδον ταύτην τὴν ἀπάντησιν. Ἠρωτήθην ἀπὸ φίλον σας διατὶ δὲν ἔκανα οἰκονομίας καὶ μοὶ εἶπεν ὅτι δὲν εἶχον τὸ σθένος νὰ ἐπιβάλω οἰκονομίας.
§108Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὁ φίλος μου εἶπεν, ὄχι ὅτι δὲν ἔχετε τὸ σθένος· εἶπεν ὅτι αἱ οἰκονομίαι, τὰς ὁποίας ὑπεσχέθησαν, δὲν ἐπραγματοποιήθησαν.
§109Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐὰν ἡ ἄποψις αὕτη ἤθελεν υἱοθετηθῇ ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ἀναντιρρήτως θὰ ἔδιδα τὴν ἀπάντησιν. Κατεκρίθην λοιπόν, διότι δὲν ἐπέφερα οἰκονομίας, ἀλλ’ ἠρωτήθην μετ’ ὀλίγον, διατὶ ἐπεζήτησα τὴν μείωσιν τοῦ μισθοῦ τῶν ἀξιωματικῶν. Ἐάν, εἶπον, ἐπιδιώκετε νὰ ἐπιτύχητε τὴν ἁρμονίαν μεταξὺ τοῦ στρατεύματος καὶ τοῦ ὑπολοίπου μέρους τοῦ λαοῦ, εὑρίσκεσθε εἰς πλάνην, διότι ἡ δυσαρμονία αὕτη ἔπαυσε νὰ ὑπάρχῃ, ἡ δυσφορία, ἡ ὁποία ἠκούετο ἄλλοτε ἐναντίον τοῦ στρατεύματος, μετεβλήθη σήμερον εἰς ἀμοιβαίαν ἐμπιστοσύνην καὶ πρέπει νὰ τὸ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν. Ἀναντιρρήτως, ἐὰν αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπός σας, τότε τὸ μέτρον σας εὐλόγως ἐξεγείρει τὴν δυσφορίαν πλέον τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατεύματος, τῶν ὁποίων ὑποσκάπτετε τὴν ὑλικὴν βάσιν.
§110Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Αὐτὸ δὲν ἐλέχθη.
§111Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν ἐλέχθη πράγματι αὐτό, ὑπενοήθη.
§112Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Τὸ ὑπενοήσατε σεῖς, οὔτε τὰ λεχθέντα παρ’ ἐμοῦ εἶχον τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν δίδετε.
§113Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐζήτησα πράγματι, κύριοι, τὴν μείωσιν τοῦ μισθοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, διότι ὑπάρχει ἀνάγκη ἐξοικονομήσεως προσόδων. Τὴν ἐζήτησα, διότι εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸ αἴσθημα τὸ ὁποῖον ματαίως, ὑποθέτω, προσπαθῶ ἀπὸ ἑνὸς ἤδη ἔτους νὰ ἐμπνεύσω, τὸ αἴσθημα μιᾶς προσκαίρου ἐγκαρτερήσεως, προσκαίρου αὐταπαρνήσεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν, βεβαίως, κατὰ τοιοῦτον τρόπον νὰ γίνωνται οἰκονομικαὶ ἐξυγιάνσεις, ὅταν τὸ πνεῦμα τῆς αὐτοθυσίας δὲν διέπει πρὸ παντὸς τὰς ἡγουμένας τάξεις. Αὐτὸ τὸ θέμα ἀκριβῶς προσπαθῶ νὰ ἐπιλύσω. Ἐδικαιούμην νὰ ζητήσω τὴν θυσίαν αὐτὴν ἀναντιρρήτως ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐνέπνεον καὶ ὤφειλον νὰ ἐμπνέουν καὶ νὰ φρονιματίζουν τὴν κοινὴν γνώμην (πολιτικὸς κόσμος ἢ δημόσιοι λειτουργοί, ὅλοι πρὸ παντός, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὡς προορισμὸν ἀνέλαβον νὰ θυσιάζωνται ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τῆς πατρίδος). Ἔλεγον, λοιπόν, νὰ ἀρχίσω ἀπὸ τὴν τάξιν αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν πλέον, ὡς ἐκ τῆς ἰδιότητος αὐτῶν, τὸ αἴσθημα τοῦτο βαθέως ἐρριζωμένον. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προχωρήσω πρὸς ὅλους τοὺς ἄλλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι περισσότερον θὰ ἐδυσφόρουν νὰ κάμουν τὴν θυσίαν αὐτήν. Οἰκονομίαι, λέγω, δὲν ἐπετεύχθησαν· ἂς μὴ ἐξετάσω τὰ αἴτια αὐτὴν τὴν στιγμήν· διότι δὲν μοῦ ἀπέλιπεν ἡ ἐλπὶς ἐφόσον ἔχω δυνάμεις νὰ διαθέσω καὶ αὐτάς, θὰ τὰς διαθέσω, λέγω, διὰ νὰ ἀποφευχθῇ καὶ ἡ τελευταία ἡ ἄσκοπος διάθεσις καὶ τοῦ τελευταίου ὀβολοῦ τοῦ προερχομένου ἀπὸ τὸν ἑλληνικὸν λαόν. Μὴ λησμονῇ ὅμως ὁ θέλων νὰ ἐπικρίνῃ, ὑπὸ ποίας περιστάσεις διηνύσαμεν τὸ ὀλίγον ἤδη ἔτος τοῦ Κυβερνητικοῦ μας βίου. Δὲν εἶχον οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχω ἀφετηρίαν πρὸς πραγμάτωσιν τῶν οἰκονομιῶν ἄλλην, παρὰ μόνον τῆς ἀποχωρήσεως ἐκ τῆς ἐργασίας. Ἀλλὰ γνωρίζω ποίας ὑπηρεσίας προσέφερεν ἡ συνεργασία τῶν κομμάτων ἐν τῇ Κυβερνήσει καὶ ποίας ὑπηρεσίας ἐξακολουθοῦν νὰ προσφέρουν, ὥστε νὰ δύναμαι νὰ κατατάξω εἰς μίαν ὡρισμένην σειρὰν τὴν ἐφαρμογὴν ἑνὸς οἰκονομικοῦ σχεδίου. Ἐὰν αἱ οἰκονομίαι εὕρισκον μίαν μεγαλυτέραν ἀντίδρασιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, θὰ ἔλθῃ ἡ περίοδος, καθ’ ἣν θὰ εἶναι δυνατὸν αὐτὴν τὴν ἀντίδρασιν νὰ τὴν κατανικήσωμεν. Ἂς ἐπιτύχωμεν ὅμως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν, νὰ θέσωμεν δηλ. τὰς βάσεις τοῦ οἰκονομικοῦ ἡμῶν προγράμματος. Κύριοι βουλευταί, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δὲν θέλει νὰ διαβουκολήσῃ τὸν λαόν, ἔχει τὴν δύναμιν νὰ ἔλθῃ εἰς καθαρὰς ἐξηγήσεις μὲ ὅλους ἐκείνους, ἐπὶ τῶν ὁποίων δύναται νὰ στηρίξῃ τὸ ἔργον αὑτοῦ. Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος προθύμως προσφέρει ὅ,τι μοναδικὸν ἔχει, δηλ. πολιτικὴν ὑπόστασιν διὰ τὸ κοινὸν συμφέρον, δύναται νὰ ἀπευθυνθῇ πρὸς ὅλους τοὺς ἄλλους καὶ νὰ εἴπῃ πρὸς αὐτούς: Τὸ πρόγραμμα εἶναι σκληρόν, εἶναι σκληρὸν ἀκόμη, διότι δὲν ἔχει ὑποσχέσεις, δὲν ἔχει παροχάς, ἀλλὰ εἶναι πρὸς στερήσεις καὶ θυσίας. Ζητῶ ἀπὸ τὸν λαὸν ὑπομονήν, τὴν ὁποίαν ἄλλοι ἐκήρυξαν ὅτι εἶναι περιττή. Εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ παρακολουθήσωμεν μέχρι τέλους; Δυνάμεθα νὰ προσφέρωμεν θυσίας εἰς τὸν βωμὸν αὐτόν; Ἀλλὰ ἂν ὑπάρχῃ καὶ ὁ ἐλάχιστος δισταγμός, ἂς μὴ προχωρήσωμεν· θὰ εἶναι ὁ κόπος μάταιος καὶ τὰ ἀποτελέσματα ἐπιβλαβέστερα διὰ τὴν χώραν. Ἐὰν ὑπάρχῃ καὶ ὁ ἐλάχιστος δισταγμός, εἰπέτε τον καθαρά. Ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ πιστεύω, ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μέχρι τοῦδε μὲ ὑπεστηρίξατε εἰς ὅλας τὰς σκληρὰς προσπαθείας, τὰς ὁποίας κατέβαλον, ἀπὸ ἐκείνους μὲ τοὺς ὁποίους συνεργάζομαι καὶ τοὺς ὁποίους ἐδοκίμασα καὶ ἐκτιμῶ βαθύτερον, ὑπὲρ τοῦ κοινοῦ συμφέροντος, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ πιστεύω, ὅτι εἰς τὸ ἔργον μου αὐτό, θὰ δώσητε ὅλον τὸ ἠθικὸν κῦρος. Κύριοι βουλευταί, ἀπευθύνομαι πρὸς ὑμᾶς, πρὸς τοὺς συνεργάτας, πρὸς τοὺς ὑποστηρικτὰς τῆς Κυβερνήσεως καὶ πρὸς αὐτοὺς λέγω: Εἶναι ἡ στιγμὴ αὕτη ἐκ τῶν κρισιμωτέρων. Πρέπει νὰ περιβληθῇ ἡ Κυβέρνησις μὲ ὅλην τὴν δύναμιν, μὲ τὴν ὁποίαν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν παντὸς εἴδους πιέσεις. Δώσατέ την εἰς αὐτήν. Εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ τὴν δώσητε, διότι γνωρίζω ὅτι τὸ αἴσθημα τῆς πατρίδος δὲν πτερυγίζει μόνον εἰς τὰ χείλη τὰ ἰδικά μας, ἀλλὰ σφύζει καὶ μέσα εἰς τὰς ψυχὰς ὑμῶν. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 10.30′. (Μετὰ τὴν διακοπήν). (Ὥρα 12 καὶ 10).
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Ἀργυρὸς ἔχει τὸν λόγον.
§116ΑΘ. ΑΡΓΥΡΟΣ. Ὅσον ὀλίγον καὶ ἂν θέλω ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, ὁμολογῶ εἰλικρινῶς, ὅτι λυποῦμαι σφόδρα, ὅτι κατὰ τὴν ὥραν ταύτην ἐπιλαμβάνομαι προσωπικοῦ ζητήματος. Ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παροραθῇ τὸ προσωπικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων ἐδημιούργησεν εἰς βάρος μου, διότι νομίζω ὅτι διὰ τῶν λόγων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν ἐθίχθη μόνον ἡ ἀξιοπρέπεια ἑνὸς βουλευτοῦ, ἀλλὰ παρεβιάσθη αὐτὴ ἡ εὐπρέπεια τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ, (φωναὶ ἐκ τῆς δεξιᾶς), ἔρχεσθε δὲ σεῖς νὰ ἐπιβεβαιώσητε τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μου διὰ τῶν διαδηλώσεων αὐτῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνεφέρθη εἰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἔκαμα κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν, νομίζω τῆς ληξάσης Συνόδου, ὅταν ὁ διάδοχός μου Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἐζήτησεν ὡρισμένην παρὰ τῆς Βουλῆς ἐξουσιοδότησιν, ἐν σχέσει πρὸς τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη, δηλώσας ὅτι ὁ προκάτοχός του εἶχε συγκατατεθῇ εἰς τὴν ἀπάλειψιν τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν ἀπὸ εἰδικὸν ταμεῖον καὶ τὴν ἐγγραφὴν αὐτῶν εἰς τὸν γενικὸν προϋπολογισμόν. Ἀνελθὼν ἵνα ἐπανορθώσω τὴν ἀνακρίβειαν ταύτην τοῦ διαδόχου μου, ἀνεκοίνωσα πῶς εἶχον τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, προσέθεσα δέ, ὅτι ἐπιστρέψας ἐκ τῆς περιοδείας μου ἀνὰ τὴν Μακεδονίαν εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παράσχω εἰς τὰς Κοινότητας δι’ ὧν διῆλθον ἀφθόνους ὑποσχέσεις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς περιορίσας ὅσα εἶπον ἐξηγητικῶς εἰς μόνην τὴν φράσιν περὶ ἀφθόνων ὑποσχέσεων, διέστρεψε ἀπολύτως τὸ πνεῦμα τῶν λόγων μου, διότι εἰς ἐρώτησιν τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, «ποίου εἴδους ὑποσχέσεις εἶχε δώσει ὁ προκάτοχος Ὑπουργός», ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι αἱ ὑποσχέσεις ἀνεφέροντο εἰς σύστασιν σχολείων. Ἂν περὶ τούτου ἐπρόκειτο, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος δίδει ἄφθονα μαθήματα τῶν οἰκονομιῶν εἰς τὴν Βουλήν, θὰ εἶχεν ἴσως δίκαιον, διότι σύστασις σχολείων συνεπάγεται δαπάνας ἀπροβλέπτους καὶ θὰ ἤμην ἀνόητος ἄν, ἄνευ συνεννοήσεως μετὰ τῶν συναδέλφων μου ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, παρεῖχον ὑποσχέσεις συνεπαγομένας δαπάνας. Ἀλλ’ αἱ ὑποσχέσεις αἱ ἰδικαί μου δὲν ἀνεφέροντο εἰς προσθήκην δαπανῶν, ἀλλ’ εἰς ἐφαρμογὴν νόμων καὶ εἰς διάθεσιν δαπανῶν προβλεπομένων ὑπὸ τῶν νόμων καὶ προβλεπομένων καὶ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι αἱ ὑποσχέσεις μου ἀνεφέροντο εἰς ἀνέγερσιν διδακτηρίων καὶ ὁ νόμος καὶ ὁ προϋπολογισμὸς ἔχουν τὰς ἀναγκαίας προβλέψεις. Γνωρίζετε πάντες κατὰ ποῖον σύστημα ἀνεγείρονται τὰ διδακτήρια. Αἱ Κοινότητες προσφέρουν περίπου, τὰ ¾ τῶν δαπανῶν καὶ τὸ Ὑπουργεῖον προσφέρει τὸ ¼ περίπου, καὶ κατὰ τὰς περιστάσεις κάτι περισσότερον, διὰ τὴν ἀνέγερσιν διδακτηρίων, ἀποτελούντων αὐτὴν ταύτην τὴν ζωὴν τοῦ λαοῦ. Αὐτὸς ὁ ὀργασμὸς ὑπὲρ τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐξηλίχθη ἐνώπιόν μου κατὰ τρόπον περίλαμπρον καὶ συγκινητικόν, ὥστε ἦτο ἀδύνατον νὰ μὴ δώσω ὑποσχέσεις ἐνισχύσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὑπὲρ τῶν διδακτηρίων, ἅτινα, ὡς πάντες γνωρίζετε, εἶναι ἡ βάσις τῆς ἐκπαιδεύσεως, διότι ἄνευ διδακτηρίων δὲν δύναται νὰ γίνῃ διδασκαλία. Αὐτὴν τὴν ὑπόσχεσιν εἶχα ὑπ’ ὄψει μου, ὅτε εἶχα εἰς τὴν διάθεσίν μου ἐκ τῶν ὑφισταμένων νόμων 18 ὅλα ἑκατομμύρια. Καὶ εἶπα τότε εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι, ἐνῶ ἐγὼ ἔδιδα ὑποσχέσεις ἀνεγέρσεως διδακτηρίων καὶ ἐνῶ ἔβλεπα τὸν μέγαν ὀργασμόν, εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δώσω ὑποσχέσεις, αἱ ὁποῖαι ἴσως θὰ ὑπερέβαιναν καὶ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον διαθέτει ὁ προϋπολογισμός, τὸ ποσὸν τῶν 18 μέχρι 20 ἑκατομμυρίων τὰ ὁποῖα διαθέτει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν δι’ αὐτὸν τὸν σκοπόν. Τὸ ποσὸν αὐτὸ ἦτο δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθῇ ὡς βάσις συμπληρωματικῆς πιστώσεως 100.000.000 παρὰ τῆς Ἐθν. Τραπέζης ἢ ὁθενδήποτε, καὶ πρὸς τοῦτο ἐζήτησα τὴν συνδρομὴν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὥστε νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ἀνέγερσις διδακτηρίων ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον ἄνευ οἱασδήποτε σχεδὸν ἐπὶ πλέον δαπάνης. Ἀλλ’ ὅταν ἐπέστρεψα εἰς Ἀθήνας εἶδον, παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν, ὅτι τὸ κονδύλιον τὸ προωρισμένον δι’ ἀνέγερσιν διδακτηρίων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὸ διέγραψε σχεδὸν ὁλόκληρον καὶ τὸ ἀνέγραψε εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τὸ ἔμαθον κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἡμερῶν τῆς παραιτήσεως τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἐκ τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ χρησιμοποιήσῃ διὰ νὰ ἐκθέσῃ τὴν ἀξιοπρέπειαν ἑνὸς πρώην συναδέλφου του καὶ μέλους τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀναμφιβόλως, θέλων νὰ καταλήξῃ εἰς τὴν ἀποστροφὴν μὲ τὴν ὁποίαν ἐτερμάτισε τὸν λόγον καὶ προτιμήσας ἐν τῇ ἀποστροφῇ νὰ πλέξῃ τὸ αὐτεγκώμιόν του κυρίως περὶ τοῦ ἔργου του, περὶ τῆς οἰκονομικῆς ἀνορθώσεως τῆς χώρας, ἐνόμισεν ὅτι δὲν θὰ ἦτο ἀρκετὸν τὸ αὐτεγκώμιόν του, ἂν δὲν ἔθετεν ἀπὸ τὴν ἄλλην πλευρὰν τὴν σκιὰν τῶν ἀνοήτων ἐκείνων πολιτευτῶν οἱ ὁποῖοι παρέσχον ὑποσχέσεις ἄνευ οἱασδήποτε σκέψεως καὶ προβλέψεως περὶ τοῦ πιθανοῦ τῆς πραγματοποιήσεως τῶν ὑποσχέσεών των. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρέταξεν ὁλόκληρον σειρὰν πολιτικῶν διδόντων ὑποσχέσεις καὶ ἀνέτρεξε καὶ μέχρι τῶν μεσαιωνικῶν χρόνων ἵνα εὕρῃ ἀφορμὰς μὲ τοὺς πολιτικούς, τοὺς ὁποίους παρέταξε ἐνώπιόν σας, καὶ ὡμίλησε περὶ περιπλανωμένων ἱπποτῶν τοῦ μεσαίωνος. (Θόρυβος). Εἶναι αἶσχος αὐτὸ τὸ ὁποῖον κάμνετε. Μάθετε νὰ εἶσθε εὐπρεπεῖς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ δὲν δίδω καμμίαν ἀφορμὴν εἰς τὴν Βουλήν, ὥστε νὰ ὑπάρχωσι βουλευταὶ νὰ προβαίνωσιν εἰς τοιαύτας ἐκδηλώσεις (χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν λοιπὸν ἐνεθυμήθη μὲν περιπλανωμένους ἱππότας γελαστοὺς καὶ χαρωποὺς καὶ τραγουδιστάς, ἀλλ’ ἡ Μεσαιωνικὴ ἱστορία μνημονεύει καὶ ἱππότας μελαγχολικοὺς καὶ σκυθρωποὺς καὶ ἡ εἰκὼν τῶν μελαγχολικῶν καὶ σκυθρωπῶν ἱπποτῶν εἶναι ἡ εἰκὼν τὴν ὁποίαν μᾶς παρουσίασεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν διαξετραγῴδει τὴν κατάστασιν, παρουσιάζων ἑαυτὸν ἀπαρνητὴν τῆς δημοτικότητός του, χάριν τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου. (χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν Νομοσχεδίων τῆς Τραπέζης κτλ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἔχει τὸν λόγον.
§118Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐκ τῆς πολιτικῆς ἱστορίας τοῦ τόπου ἔχω διδαχθῆ ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτε ἠσχολοῦντο εἰς ζητήματα τοσαύτης σπουδαιότητος, ἐφρόντιζον διὰ θετικῶν ἐπιχειρημάτων καὶ ἐγγράφων ἐπισήμων νὰ πείσωσι περὶ τῶν σχεδίων των, οὐχὶ δὲ νὰ ἐνθουσιῶσι διὰ λόγων. Εἰς τὴν ὑπόθεσιν ὅμως ταύτην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν οὐδόλως ἐφρόντισε νὰ μᾶς διαφωτίσῃ δι’ ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα τὸν εἶχον προκαλέσει, ἀλλ’ ἠρκέσθη, ἐπαναλαμβάνων τοὺς ἐνθουσιασμούς του, νὰ μᾶς εἴπῃ ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ διδαχθῶμεν ὁτὲ μὲν ἀπὸ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα δὲν προσάγονται, ὁτὲ δὲ δὲν γνωρίζω πόθεν ἄλλοθεν. Καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν εἶπον, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, παραβλέψας ἔνστασιν προταθεῖσαν περὶ ἀπαραδέκτου τῆς σημερινῆς συζητήσεως παρ’ ἄλλων συναδέλφων, ὅτι ἡ συζήτησις δὲν γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κοινοβουλευτικῶν κανόνων, ὡς γίνεται ἐφ’ ὅλων τῶν νομοσχεδίων καὶ δι’ εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας θὰ ἠδύνατο κανονικῶς καὶ ὁμαλῶς νὰ προχωρήσῃ. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργός, ἀντὶ νὰ εὕρῃ δικαιολογίαν διὰ τοῦτο, ἐνεθυμήθη καὶ ὑπέμνησε τοὺς ἀγῶνας, τοὺς ὁποίους διεξήγαγε διὰ τὸν κοινοβουλευτισμὸν καὶ ἐπὶ τῆς μοναρχίας καὶ ἐπὶ τῆς ἐπαναστατικῆς περιόδου. Ἐάν, κύριοι Βουλευταί, δὲν ἐπρόκειτο περὶ ζητήματος τόσον σοβαροῦ διὰ τὴν χώραν, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπιθυμῶ νὰ ἐπικρατήσῃ πλήρης ψυχραιμία ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, θὰ εἶχον πολλὰ νὰ εἴπω περὶ τῶν ἀγώνων ἐκείνων, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων θὰ ἤθελε πολὺ στενοχωρηθῆ.
§119Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔχω τίποτε εἰς τὸν πολιτικόν μου βίον τὸ ὁποῖον νὰ μὲ στενοχωρῇ.
§120Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀφήσατε κ. Ὑπουργέ.
§121Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν μὲ ἐπηρεάζουν αἱ ἀπειλαί. Ἐὰν δὲν ἀπήντησα εἰς τὸν φίλον σας, θὰ ἀπαντήσω εἰς σᾶς. Εἰπῆτε ὅ,τι θέλετε, ἀφήσατε ὅμως τὰς ἀπειλάς.
§122Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν θέλω, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ δημιουργηθῇ σύγχυσις ἐν τῇ Βουλῇ. Σεῖς θέλετε νὰ ἐκτρέψητε τὴν συζήτησιν, ἀλλ’ ἐγὼ ἐννοῶ νὰ περιορίσω τὸν ἀγῶνα ἐπὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ καὶ θέλω ψύχραιμον τὴν Βουλήν. Καὶ ἂν γίνεται δημαγωγία, σεῖς εἶσθε, ὁ ὁποῖος κάμνετε δημαγωγίαν.
§123Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Σεῖς, ἀφοῦ πρῶτον ἀνηρέσατε μίαν φράσιν, τὴν ἐπαναλαμβάνετε καὶ σήμερον καθ’ ἑνὸς ἀρχηγοῦ κόμματος καὶ ἐμοῦ προσωπικῶς. Καὶ ἔρχεσθε σήμερον καὶ ζητεῖτε καὶ ρέστα.
§124Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ ἐπανέλθω μόνον ἐπὶ ἑνὸς σημείου, τὸ ὁποῖον νομίζω οὐσιῶδες, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἐδώκατε σαφῆ ἀπάντησιν. Εἶχον ἀφορμήν, εἶπον χθές, ἐκ τῶν γραφέντων εἰς ἐφημερίδα φιλικήν σας, περὶ ἀντιδράσεως παρ’ ἀντιθέτων σας διὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου, καὶ ὅταν εἶδον καὶ τὰ πρακτικὰ τῆς Δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς, εἰς τὰ ὁποῖα ἀναφέρεται ὅτι σεῖς πλέον ἐκεῖ ἐλέγετε ὅτι δὲν δύνασθε νὰ κανονίσητε τὰ χρέη τὰ Γαλλικὰ καὶ παρελκύετε τὴν συζήτησιν ἐκ λόγων ἐσωτερικῶν...
§125Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ εἶπον τοιοῦτόν τι;
§126Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Καὶ τί λέγει ὁ κ. Ντὲ Σαραντά;
§127Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἀναγνώσατε Κύριε Βουλευτά.
§128Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Καὶ χθὲς τὸ ἀνέγνωσα καὶ σήμερον θὰ τὸ ἀναγνώσω. Μὴ συγχίζεσθε. Ὁ κ. Ντὲ Σαραντὰ λέγει (ἀναγινώσκει): πρὶν ἢ παραδώσῃ ἡ δημοσιονομικὴ ἐπιτροπὴ τὸ πρωτόκολλον εἰς τὴν Ἑλλ. Κυβέρνησιν θὰ ἐπεθύμουν νὰ κάμω μίαν ἀνακοίνωσιν ἐπὶ τῆς ἰδιαιτέρας θέσεως τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῆς Γαλλικῆς...πρὸ δύο ἢ τριῶν μηνῶν ἤρξαντο διαπραγματεύσεις πρὸς διακανονισμὸν πολεμικῶν τινων λ)σμῶν. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἀφοῦ ὑπεσχέθη ταχὺν διακανονισμόν, παρείλκυσε τὰς διαπραγματεύσεις διὰ λόγους τινὰς ἐσωτερικούς.
§129Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὥστε ἐγὼ εἶπον ὅτι παρελκύω τὰς διαπραγματεύσεις;
§130Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις κ. Ὑπουργέ. Ἐγὼ ἀναγινώσκω καὶ ἡ Βουλὴ ἀκούει.
§131Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τὶ νὰ ἀκούσῃ, σᾶς παρακαλῶ; Οἱοσδήποτε ἄνθρωπος γνωρίζων ἀνάγνωσιν καὶ γραφήν, ἐννοεῖ ὅτι ὁ κ. Σαραντὰ λέγει ὅτι, ἐνῷ ἡ Ἑλλ. Κυβέρνησις ὑπεσχέθη ὅτι θὰ συντομεύσῃ τὰς διαπραγματεύσεις, τὰς παρελκύει διὰ λόγους ἐσωτερικούς. Καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς λέγει ὅτι ἐγὼ τὰ εἶπον αὐτά.
§132Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν εἶπον ὅτι τὰ εἴπατε σεῖς, ἀλλὰ ἦσθε ἐκεῖ ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλ. Κυβερνήσεως.
§133Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὁ κ. Ντὲ Σαραντὰ λέγει ὅτι ἡ Ἑλλ. Κυβέρνησις παρελκύει τὰς διαπραγματεύσεις.
§134Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐπὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν τὴν Ἑλλ. Κυβέρνησιν τὴν ἐξεπροσωπεῖτε σεῖς.
§135Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ εἶμαι ὁ Ντὲ Σαραντά;
§136Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Λέγω τοῦτο, τὸ ὁποῖον λέγει τὸ ἔγγραφον, ὅτι ἡ Ἑλλ. Κυβέρνησις ἀφοῦ ὑπεσχέθη ταχὺν διακανονισμὸν παρελκύει τὰς διαπραγματεύσεις.
§137Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Αὐτὸ λέγει ὁ κ. Ντὲ Σαραντά. Καταγγέλλει τὴν Ἑλλ. Κυβέρνησιν ὅτι παρελκύει τὰς διαπραγματεύσεις καὶ τὰς παρελκύει οὐχὶ δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλὰ διότι φοβεῖται ἐσωτερικὰς ἀντιδράσεις.
§138Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δύνασθε νὰ δώσητε οἱανδήποτε ἑρμηνείαν, καὶ χαίρω διότι δίδετε τοιαύτην ἑρμηνείαν σήμερον.
§139Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ ἐπικαλοῦμαι ὅλην τὴν ἰδικήν σας πλευρὰν νὰ δώσῃ ἄλλην ἑρμηνείαν.
§140Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Ὁ Ντὲ Σαραντὰ δίδει τὴν διαβεβαίωσιν ὅτι ἡ Ἑλλ. Κυβέρνησις παρελκύει τὰς διαπραγματεύσεις δι’ ἐσωτερικοὺς λόγους. Ἀπὸ ποῦ τὸ ἤκουσεν αὐτό; Θὰ τὸ ἤκουσεν ἀπὸ σᾶς.
§141Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἀπαξιῶ νὰ ἀπαντήσω.
§142Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ζητῶ τὴν ἀπάντησίν σας. Ἡ Βουλὴ καὶ ἡ κοινωνία θὰ κρίνῃ περὶ τούτων. Ἀνέγνωσα τὸ ἔγγραφον καὶ δὲν τὸ σχολιάζω.
§143Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐπαναλαμβάνετε ὅμως καὶ ὑπαινιγμοὺς ἐντελῶς ἀστηρίκτους.
§144Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Περιορίζομαι εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο δυστυχῶς, διότι δὲν θέλω νὰ προβῶ περαιτέρω. Ὀφείλω ὅμως νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἓν ἐπεισόδιον τὸ ὁποῖον προεκλήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς βάρος ἑνὸς κόμματος, μεθ’ οὗ μέχρις ἐσχάτων συνειργάζετο, καὶ εἰς βάρος συναδέλφου του, διότι ἄφησε φράσιν κενήν, εἰπών, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας διέσπειρε σάκκους ὑποσχέσεων, χωρὶς ν’ ἀναφέρῃ καὶ περὶ τίνος ἐπρόκειτο.
§145Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Εἰς σᾶς θ’ ἀπαντήσω ἀμέσως.
§146Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Νὰ καθήσητε, παρακαλῶ, τώρα.
§147Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν δέχομαι ἀπειλάς. Ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ σεβασθῆτε τὸν συνάδελφόν σας.
§148Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, παρακαλῶ νὰ καθήσητε ἥσυχος ὅπως ἐκάθησα καὶ ἐγώ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐνῷ πάντα σεβασμὸν ἐδείξαμεν πρὸς αὐτὸν ταύτην τὴν ἑσπέραν, ἐνῷ παρεκάλεσα καὶ συνέστησα εἰς τοὺς φίλους μου νὰ μὴ τὸν διακόψωσιν, ἵνα πάντῃ ἡσύχως ἡ Βουλὴ τὸν ἀκούσῃ ἐπὶ τοιούτου σπουδαίου θέματος, ἠθέλησε νὰ προκαλέσῃ ἐπεισόδιον, συνεπείᾳ μιᾶς φράσεως τὴν ὁποίαν ἀφῆκε κενήν, ἡ ὁποία ὅμως δὲν ἔπρεπε νὰ μείνῃ κενὴ καὶ ἔπρεπε νὰ προκληθῇ παρ’ ἐμοῦ ἢ μᾶλλον ἔπρεπε νὰ ἐγερθῶ νὰ τὴν συμπληρώσω διὰ νὰ διασαφηνίσω, ὅτι οὐχὶ ὑποσχέσεις μετέδιδεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος ἀνήκει εἰς τὸ Λαϊκὸν Κόμμα καὶ ὅτι δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι ἦτο ἕτοιμον νὰ διασπαθίσῃ τὸν δημόσιον πλοῦτον τὸ Λαϊκὸν Κόμμα. Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ὡμίλησε περὶ τῶν πραγματικῶν ἀναγκῶν τῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ ὡμίλησεν ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ.
§149Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Θὰ δώσω ἐπ’ αὐτοῦ μίαν ἐξήγησιν.
§150Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἰς τὸ τέλος.
§151Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Διατὶ βιάζεσθε αὐτὴν τὴν στιγμὴν τόσον πολύ;
§152Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν θὰ κάμω περαιτέρω συζήτησιν.
§153Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Θὰ κάμω ἐγώ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ ἀποφυγὴ δὲν εἶναι ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς ἀπόψεως τῆς ἰδικῆς σας.
§154Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Καὶ μετὰ τοῦτο, Κύριοι, προχωρῶ, ἵνα θίξω σημεῖα τινὰ τοῦ οὐσιώδους ζητήματος ἐπὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, προκειμένου περὶ τοῦ προγράμματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον πῶς ἐγεννήθη καὶ πῶς ἔφθασε, καὶ ὅπως ἔφθασε εἶπον χθές, ἀντὶ νὰ μᾶς δώσῃ τὰς ἐπαρκεῖς ἐξηγήσεις ἐπ’ αὐτοῦ, ζητήματος σπουδαιοτάτης σημασίας διὰ τὸν τόπον, διὰ νὰ κρίνωμεν ἄν ἡ σταθεροποίησις θὰ εἶναι ἐπιτυχὴς καὶ ἐπωφελής, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς ὡμίλησε περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχῃ μία σταθεροποίησις τοῦ ἐθνικοῦ νομίσματος. Οὐδεὶς ἀρνεῖται, ὅτι ἡ σταθεροποίησις, ὅταν γίνῃ καὶ ἐπιτύχῃ κατὰ τὸν προσήκοντα χρόνον καὶ μὲ τὸ ποσὸν ἐκεῖνο κατὰ ὁποῖον πρέπει νὰ γίνῃ, ἀληθῶς εἶναι εὐεργετικὴ δι’ ἕνα τόπον. Ἑπομένως ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀνεπτύξατε, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων ἦσαν περιττά, διότι οὐδεὶς ἀνοίγει πόρτες ἀνοικτές. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἐὰν ὑπάρχουν αἱ προϋποθέσεις διὰ τὰς ὁποίας δύναται νὰ γίνῃ ἡ σταθεροποίησις. Ἐπὶ τούτου, ἐνῶ εἰς ἄλλας προηγουμένας συζητήσεις μᾶς εἴπατε ὅτι ὑφίστανται ὅλαι αἱ προϋποθέσεις, μετὰ τὰς ὁμιλίας τὰς ὁποίας ἠκούσατε παρὰ διαφόρων καὶ εἴδατε ὅτι τὸ ἔδαφός σας κατὰ τοῦτο δὲν ἦτο πολὺ σταθερόν, ἤλθατε ἀπόψε ἐδῶ καὶ ἠρνήθητε καὶ τὸν Νταλόζ, διότι εἴπετε ὅτι ὅλοι οἱ ἀσχολούμενοι περὶ τὰ οἰκονομικὰ δὲν ἀξίζουν τίποτε καὶ ὅτι δὲν χρειάζονται προϋποθέσεις ἵνα γίνῃ ἡ σταθεροποίησις. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι βάσις σταθερᾶς συζητήσεως αὕτη, διότι καὶ αὐτοί, μετὰ τῶν ὁποίων τόσον συνειργάσθητε περὶ τῆς σταθεροποιήσεως, καὶ αὐτοὶ ἐθεώρησαν ἀναγκαίαν τὴν ὕπαρξιν στοιχείων τινῶν ἀπαραιτήτων πρὸς τοῦτο, καὶ πρὸ παντὸς ἀναγκαιοτάτην τὴν ὕπαρξιν ἀσφαλοῦς προϋπολογισμοῦ. Καὶ σᾶς εἶπον, τί προκύπτει ἐκ τῶν πρακτικῶν, τὰ ὁποῖα συνίστων νὰ μελετηθῶσι μετὰ πολλῆς προσοχῆς τὰ στοιχεῖα ταῦτα, ὅτε ἐγένετο λόγος περὶ τούτου, ἐὰν τὰ 3.000.000 λιρῶν, τὰ ὁποῖα δίδονται εἰς τὴν Τράπεζαν, τὴν νέαν, ἦσαν ἐπαρκῶς κεκαλυμμένα ἢ ἔπρεπε νὰ δοθῇ καὶ ἕν ἐπὶ πλέον ἑκατομμύριον. Ἀλλὰ τὸ ἕν ἐπὶ πλέον τοῦτο ἑκατομμύριον, δὲν ἠδύνατο νὰ δοθῇ, διότι ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ἀπὸ τὴν κάλυψιν τῶν καλυμμάτων, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἔμενον ἀνοικτὰ τὰ καλύμματα. Προσθέτως δὲ ἔπρεπε νὰ παρασχεθῇ ἕτερον ἑκατομμύριον, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ, διότι δὲν ἀντέχει ὁ προϋπολογισμός. Καὶ σᾶς εἶπον χθές, τὸ ἐπαναλαμβάνω δὲ καὶ σήμερον, ὅτι τὰ ἐλλείμματα τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὸ κυμαινόμενον χρέος, παρέχουν ἀμφιβολίας τινὰς ἂν θὰ καλυφθῶσι. Μᾶς ἐδώκατε ἀριθμοὺς χωρὶς περαιτέρω δικαιολογίαν. Ἐνῶ δὲ εἴχετε περισσεύματα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ διατηρήσητε, ὄχι μόνον χάριν τῆς σταθεροποιήσεως ἀλλὰ καὶ χάριν ἀνειλημμένων ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους καὶ νὰ ἰσορροπήσητε τὸν προϋπολογισμόν, σεῖς δὲν ἐπράξατε τοῦτο. Καὶ σᾶς ὑπέδειξα πόθεν προέκυπτον τὰ πλεονάσματα αὐτά. Ἦσαν πρῶτον δύο νέα κονδύλια, τὸ ἓν ἐξ 100.000.000, προερχομένων ἀπὸ τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὸ δ’ ἕτερον ἐκ 40.000 λιρῶν προερχόμενον ἐξ ἄλλης συμβάσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐσχάτως. Ἐπὶ πλέον ἔχετε τὰ διὰ τὴν Τράπεζαν ποσά, περὶ τῶν ὁποίων μᾶς ὡμιλήσατε σήμερον, ὡς ἐπίσης καὶ τὰ 200.000000, ἀντὶ τῶν 150, περὶ τῶν ὁποίων προνοεῖ ὁ προϋπολογισμὸς διὰ τὰ δύο ἔτη, ἤτοι 50 ἑκατ. ἐπὶ πλέον, καθὼς καὶ τὰ προκύπτοντα ἐκ τῆς ἐκδόσεως κερμάτων ποσά, τὰ ὁποῖα τώρα προτίθενται εἰς τὸ ἐνεργητικὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐκτὸς τῶν τελῶν καὶ τῶν φόρων, διὰ τὰ ὁποῖα ὠφείλατε νὰ δώσετε κάποιαν ἐξήγησιν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ νὰ μᾶς εἴπητε ὁποία τις εἶναι ἡ πρόβλεψίς σας περὶ τῆς καλύψεως τῶν ἐλλειμμάτων, ἐὰν τὰ ἑκατομμύρια αὐτὰ προστεθοῦν εἰς τὸν προσεχῆ προϋπολογισμόν. Δὲν γνωρίζω καὶ ἀδιαφορῶ, ἐὰν καὶ σεῖς καὶ ἄλλοι ἐκ τῶν συναδέλφων σας εἶσθε ἔνθερμοι ὑποστηρικταὶ τῶν οἰκονομιῶν ὅπερ δὲν συμβαίνει. Καὶ ὅμως ἔπρεπε νὰ εἶσθε. Δὲν πρόκειται δὲ κ. Βουλευταί, περὶ μικρῶν κονδυλίων. Πρόκειται περὶ κονδυλίων, τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται εἰς ποσὸν ἀρκετὰ σεβαστόν, καὶ διὰ τοῦτο κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν ἐγεννήθη εἰς ἡμᾶς ἡ ἀμφιβολία περὶ τοῦ ἂν ὑπάρχουν αἱ προϋποθέσεις αἱ ἀπαιτούμεναι διὰ τὴν σταθεροποίησιν. Καὶ ἀπορῶ διατί ἐπὶ τῶν παρατηρήσεων αὐτῶν νὰ ἐξεγείρεσθε ψυχικῶς καὶ νὰ διατυμπανίζητε τὸ περὶ οἰκονομιῶν πρόγραμμά σας. Ἐὰν ὅλα αὐτὰ ὅσα εἴπετε εἶναι σύμφωνα πρὸς τὸ πρόγραμμά σας, αὐτὸ τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἐν τῇ ἐκτελέσει του κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, νὰ σπεύσητε νὰ διαφωτίσητε τὴν Βουλὴν ὅτι πράγματι ἐκτελεῖται τοῦτο καὶ δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἔλλειμμα ἐν τῷ παρόντι προϋπολογισμῷ οὐδ’ ἐν τῷ ἀμέσως προσεχεῖ τούτῳ, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι, τέλος πάντων ὑπάρχει ἡ προϋπόθεσις αὕτη. Μᾶς εἴπετε μόνον ὅτι ἐκ τῆς ἰσοζυγίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐτοῦ ἐκεῖ, ρέπομεν. Τὰ Ταμεῖα ὅμως κ. Ὑπουργέ, δυστυχῶς δὲν πληροῦνται διὰ ροπῶν. Πληροῦνται μόνον διὰ χρημάτων. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ὁ Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ βαρύτατον ἔργον τοῦ θετικισμοῦ καὶ ὄχι τῶν ροπῶν καὶ τῶν ἰδεῶν α ἢ β. Τὸ τὶ λέγουν τὰ χαρτιὰ ἢ τὶ ἔχει δεδομένον ὀφείλει νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐπίσης, κ. Ὑπουργέ, παρείδετε ἐντελῶς τὸ ζήτημα τοῦ ἰσοζυγίου τῶν ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν πληρωμῶν καὶ ἐνῷ μᾶς εἴπετε προχθὲς ὅτι, ἀφοῦ ἔχομεν συνάλλαγμα κατατεθειμένον, ἔχομεν ἰσοζύγιον, ἀπόψε ὅμως εἴπητε ὅτι, καὶ ἂν δὲν ὑπάρχει καὶ αὐτό, δὲν ἔχει τὸ πρᾶγμα καμμίαν σημασίαν. Ἔχει κ. Ὑπουργὲ σημασίαν καὶ μάλιστα μεγάλην, διότι ἡ πολιτικὴ εὐστάθεια καὶ ἡ ἐν τῷ τόπῳ πολιτικὴ ὁμαλότης εἶναι ἀναγκαία προϋπόθεσις αὐτῶν τῶν οἰκονομικῶν δεδομένων. Δὲν ἀρκεῖ μόνον ἡ σταθεροποίησις διὰ νὰ γίνῃ τοῦτο. Μάλιστα πολὺ φοβοῦμαι ὅτι ἂν ἔλθῃ αὕτη, θὰ κινήσῃ περισσοτέρας ὀρέξεις, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσι καὶ θὰ δημιουργηθῇ χειροτέρα κατάστασις. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν σᾶς κάμνω ἀντιπολίτευσιν. Θὰ πιστεύσατε αὐτό. Λέγω τὰς ἰδέας μου. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν θέλετε, πάρετε αὐτὰ τὰ ὁποῖα σᾶς λέγω καὶ ὡς ἀντιπολίτευσιν.
§155Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δικαίωμά σας εἶναι.
§156Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δικαίωμά μου εἶναι ν’ ἀντιπολιτευθῶ ἕν πρόγραμμα, ἀλλὰ τὸ ἀντιπολιτεύεσθαι κατὰ τὸν τρόπον ὥστε νὰ ματαιωθῇ κἄτι τὸ θετικὸν δὲν εἶναι ἀντιπολίτευσις. Εἶναι κακὸν κατὰ τοῦ τόπου ποῦ ἀντιπροσωπεύομεν. Σεῖς ἔχετε τὴν πλειονοψηφίαν τῆς ὁποίας ἐπικαλεῖσθε τὴν πρὸς ὑμᾶς ἐμπιστοσύνην, ἐγὼ ὅμως ἔχω τὴν συνείδησίν μου ἐφ’ ἧς στηρίζω τὰς παρατηρήσεις μου καὶ ἐκτελῶ τὸ καθῆκον μου. Ποῖον τώρα ἐκ τῶν δύο εἶναι προτιμητέον, ἂς κρίνουν οἱ ἴδιοι οἱ φίλοι σας, πρὸς τοὺς ὁποίους ἀπευθύνεσθε. Σᾶς εἶπον, κ. Ὑπουργέ, ὅτι ἡ σταθεροποίησις δὲν σταθεροποιεῖ, ἀλλὰ κλονίζει τὴν κατάστασιν. Ἀποδείξατέ μας διὰ πραγμάτων καὶ ὄχι μὲ ἐνθουσιασμούς, ὅτι ἂν γίνῃ αὕτη θὰ προκύψουν ἀγαθὰ ἀποτελέσματα καὶ ἐγὼ θὰ σᾶς χειροκροτήσω. Ἀλλὰ τίποτε δὲν θὰ ἐπιτύχητε μὲ τὴν σταθεροποίησιν, θὰ ἔλθῃ δὲ ἐποχὴ καθ’ ἣν θὰ τρέμῃ ἡ ψυχὴ τοῦ κόσμου, ἐὰν δὲν ἐπιτύχῃ ἡ σταθεροποίησις αὕτη. Μὴ περιφρονῆτε τὰ διδάγματα τῆς Ἐπιστήμης εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, τὰ ὁποῖα τόσον ζηλοτύπως ἐπεκαλέσθητε ἐπὶ ἄλλου θέματος, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ καὶ τόση σπουδαία ἀνάγκη. Διὰ νὰ ὑποστηρίξητε τὸ θέμα ἐκεῖνο, τὴν ὕπαρξιν τοὐτέστιν ἰδίας Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, ἐπεκαλέσθητε τὰ διδάγματα τῆς ἐπιστήμης καὶ παραμελεῖτε ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τὰς προϋποθέσεις τῆς σταθεροποιήσεως, ὧν ἡ παραμέλησις δύναται νὰ πληρωθῇ πολὺ ἀκριβὰ κάποτε ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα. Ἐζήτησα χθές, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ μάθω τίνας ἐξασφαλίσεις ἔχετε ὄπισθέν σας, προβαίνοντες εἰς τὴν σταθεροποίησιν, διότι δὲν εἶδον πουθενὰ τοιαύτας ἐξασφαλίσεις. Ὡμιλήσατε διὰ μακρῶν, ἀλλὰ δὲν μᾶς εἴπετε τίνας ἐξασφαλίσεις ἔχετε διὰ τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν εἴτε οἱ προϋπολογισμοί σας δὲν εὐσταθήσουν, εἴτε εἷς ψυχολογικὸς φόβος ἀναπτυχθῇ καὶ προκαλέσει τὴν ἀθρόαν ἐκροὴν χρυσοῦ ἀπὸ τὰ Ταμεῖα τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, τίνας προβλέψεις τέλος πάντων ἔχετε κάμει ὥστε νὰ ἔχητε ὄπισθέν σας κάτι τι τὸ ὁποῖον νὰ σᾶς προφυλάξῃ ἀπὸ τοὺς ἀγνώστους κινδύνους, οἵτινες δύνανται νὰ σᾶς παρουσιασθοῦν. Οὔτε μίαν λέξιν δὲν μᾶς εἴπετε περὶ αὐτῶν, ὅτε προχθὲς εἰσηγεῖσθε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ ζήτημα τοῦτο, ὥστε νὰ στερεώσητε τὴν πεποίθησιν τοῦ κόσμου, ἐάν ποτὲ ἤθελε κλονισθῇ τὸ μέτρον τοῦτο, εἴτε ἐξ ἀνωμαλίας τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἴτε ἐξ ἀνωμαλίας τοῦ ἐξωτερικοῦ ἢ ἐσωτερικοῦ ἰσοζυγίου. Μᾶς λέγετε μόνον, καὶ ἀπόψε ἀκόμη εἰς προκλήσεις ἡμῶν ἤλθετε νὰ μᾶς εἴπητε, ὅτι θὰ γίνῃ αὐτό, θὰ γίνῃ ἐκεῖνο, ἀλλὰ τί καὶ πῶς θὰ γίνῃ, δὲν μᾶς εἴπετε τίποτε. Ὄχι, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν εἶναι ἀρκετὸν μόνον τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον θὰ λάβητε. Πρέπει νὰ ἔχητε καὶ δεδομένα, ἐφ’ ὧν θὰ στηρίξητε καὶ ἐν τῷ παρόντι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι τὸ μέτρον σας αὐτό, καὶ σᾶς ὑπομιμνήσκω τὸ πάθημα, τὸ ὁποῖον ἔπαθεν ἀκριβῶς τὸ Βέλγιον. Τὸ Βέλγιον δὲν εἶχε φροντίσει κατὰ τὴν πρώτην σταθεροποίησιν νὰ ἔχῃ ἐξασφαλίσει τὴν Τράπεζαν τὴν ὁποίαν ἵδρυε, νὰ ἐπικουρήσῃ αὐτὴν εἰς μεγάλας Τραπέζας, ὥστε εἰς πρώτην περίπτωσιν δυσμενῆ νὰ δύναται νὰ ἐξοφλήσῃ παρουσιασθησομένας ὑποχρεώσεις τῆς Τραπέζης αὐτῆς, καὶ ἕνεκα τούτου ὑπέστη μεγίστας ζημίας. Ὅταν δὲ ἐδιδάχθη ἐκ τοῦ παθήματος αὐτοῦ, τότε ἐφρόντισε κατὰ τὴν νέαν σταθεροποίησιν τὴν ὁποίαν ἔκαμε νὰ ἔχῃ καὶ δύο ἄλλας σπουδαίας Τραπέζας διὰ πάντα ἐνδεχόμενον κίνδυνον. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐπέτυχεν ἡ σταθεροποίησις καὶ ἐπῆλθον τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς. Αὐτὰ ἦσαν κ. Ὑπουργέ, ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶχον νὰ σᾶς εἴπω ἐπὶ τοῦ οὐσιώδους αὐτοῦ ζητήματος, καὶ ἐπ’ αὐτῶν νὰ προκαλέσω τὴν ἀπάντησίν σας, ἡ ὁποία δοθεῖσα ὡς ἐδόθη, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἱκανοποιεῖ τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν. Ἐνθυμοῦμαι δὲ ὅτι, ὅτε εἶχε γίνει συνεργασία μεταξὺ σας περὶ τούτου, μοὶ εἴπετε ὅτι τέλος πάντων, ἂς κάμωμεν τώρα ὅ,τι ἀπαιτεῖται περὶ τούτου καὶ ἂν ἴδωμεν, ὅτι αἱ περιστάσεις δὲν εἶναι αἱ προσήκουσαι νὰ προβῶμεν εἰς τὴν σταθεροποίησιν, τότε δυνάμεθα νὰ τὴν ἀναβάλωμεν δι’ εὐθετώτερον καιρόν. Ἀλλ’ ἤδη βλέπω, ὅτι τὰς σκέψεις αὐτὰς τὰς ἐγκατελείψατε καὶ ἀναλαμβάνετε ὑποχρεωτικῶς τὴν σταθεροποίησιν αὐτὴν νὰ τὴν κάμετε εὐθὺς ἀμέσως ἅμα ἱδρυθῇ ἡ Τράπεζα ἡ Ἐκδοτικὴ καὶ τῆς ὁποίας ἡ ἵδρυσις εἶναι ὡρισμένη δι’ ὑποχρεώσεως τὴν ὁποίαν ἀνελάβετε. Διότι ἀνελάβετε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἱδρύσητε τὴν Τράπεζαν αὐτὴν ἐντὸς ἓξ μηνῶν ἀφ’ ἧς ὑπογραφῇ τὸ δάνειον. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ· ὅταν ἀνελαμβάνετε τοιαύτην δέσμευσιν, εἴχετε τὴν βεβαιότητα ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ τόπου θὰ εἶναι τοιαύτη ὥστε νὰ σᾶς ἐπιτραπῇ τὴν ἡμέραν ἐκείνην νὰ κάμητε αὐτὴν τὴν σταθεροποίησιν, ἢ εἴχετε τοὐλάχιστον προβλέψει νὰ ἔχητε καθορίσῃ ἐλαστικὸν τὸν χρόνον τῆς ἐνάρξεως τῆς Τραπέζης αὐτῆς; Οὔτε περὶ τούτου ἐμεριμνήσατε καὶ ἀφήκατε τὴν Δημοσιονομικὴν Ἐπιτροπὴν νὰ ὁρίσῃ ὅτι ἔπρεπε νὰ ταχθῇ ὡρισμένος χρόνος διὰ τὴν σύστασιν τῆς ἐν λόγῳ Τραπέζης, διότι αὕτη ἀπετέλει δεδομένην ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν εἴχετε ἀναλάβει καὶ ἑπομένως δὲν δύνασθε νὰ μεταβάλητε τὰ πράγματα. Θὰ μοῦ εἴπητε ὅτι ἡ Κ.Τ.Ε., ἡ ὁποία εἶχε ἀναλάβει τοιαύτην εὐθύνην δὲν θὰ ἐδέχετο τὴν ἀναβολὴν τῆς σταθεροποιήσεως ἂν ἤθελον παρουσιασθῶσι περιστάσεις μὴ ἐπιτρέπουσαι καὶ τὴν σύστασιν τῆς Τραπέζης καὶ τὴν σταθεροποίησιν εἰς ὡρισμένην ἡμέραν. Ἀλλ’ ἡ Δημοσιονομικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ τὸ Συμβούλιον τῆς Κ.Τ.Ε. ἀποτελοῦν ὀργανισμούς, οἱ ὁποῖοι ἀπασχολοῦνται μὲ πολλά, μὲ διάφορα καὶ σπουδαῖα ἄλλα ζητήματα καὶ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ εἶναι δυνατόν, κατὰ τὰς ὡρισμένας ἐκείνας περιπτώσεις, ὅταν θὰ παρουσιασθῇ ἡ ἀνάγκη ἡ ἰδική σας νὰ λάβωσι τὰς ἀποφάσεις τὰς ἀπαιτουμένας δι’ ἡμᾶς. Πῶς τότε δὲν προεβλέψατε νὰ μὴ ἐκθέσητε τὸ Κράτος καὶ τὴν Κυβέρνησιν τὴν Ἑλληνικήν, ἐὰν αὕτη εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν δύναμαι νὰ προβῶ εἰς τὴν ἵδρυσιν τῆς Τραπέζης οὐδὲ εἰς τὴν σταθεροποίησιν; Νομίζετε συνετὸν τοῦτο; Καὶ δὲν λαμβάνετε ἀκόμη ὑπ’ ὄψιν, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι, ἐὰν ὁ τόπος δὲν θὰ εἶναι ἱκανὸς νὰ ὑποστῇ τὰς πρώτας ἐκ τῆς σταθεροποιήσεως ἀνωμαλίας, τὰς ὁποίας καὶ σεῖς ἀνεφέρατε, ἡ μετάβασίς σας ἀπὸ τῆς μιᾶς εἰς τὴν ἄλλην κατάστασιν δὲν θὰ γίνῃ τόσον ἤρεμος; Γνωρίζετε βεβαίως ὅτι εἰς κάθε μεταβολὴν ἐπέρχονται ἀνωμαλίαι τινὲς οἰκονομικαὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ, αἵτινες ἐπιβαρύνουν τὴν ζωήν. Ἐσκέφθητε μήπως ὅτι κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην δὲν θὰ εἶναι ὁ τόπος εἰς κατάστασιν νὰ ὑποστῇ τὰς παροδικὰς ταύτας ἀνωμαλίας καὶ μήπως συνεπείᾳ τῶν ἀνωμαλιῶν τούτων ἐπέλθῃ καμμία διαταραχὴ καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμόν σας; Ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ἤθελον νὰ ἀπαντήσετε καὶ νὰ μεταδώσητε μείζονα πεποίθησιν εἰς τὸν κόσμον, διότι καὶ σεῖς ὁ ἴδιος νομίζω, ἀντιλαμβάνεσθε ὅτι τὸ ἐγχείρημα δὲν τὸ ἀναλαμβάνετε καὶ τόσον ἄνευ συνεπειῶν διὰ τὸν τόπον, παρ’ ὅλον τὸν ἀγῶνα, τὸν ὁποῖον κατεβάλλετε, ἵνα ἀποδείξητε, ὅτι δὲν ἐπέρχεται δέσμευσις τῆς χώρας ἐκ τοῦ πρωτοκόλλου τῆς Γενεύης. Ἡ δέσμευσις εἶναι φανερά, ἀποδειχθεῖσα καὶ ἐξ ὅσων ἐλέχθησαν μέχρι τοῦδε καὶ ἐκ τῶν ὑπαρχόντων ἐγγράφων. Περὶ τούτου μόνον σεῖς ἴσως δὲν ἔχετε πεισθῇ ψυχικῶς περὶ αὐτοῦ καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἐμμένετε, σεῖς μόνος, εἰς τὰς ἰδέας σας. Ἐγὼ δὲν λέγω τίποτε περισσότερον ἔξω τῶν ὑπαρχόντων ἐγγράφων, καὶ ὑποστηρίζω ὅτι ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπέμενεν, ὡς εἶχεν ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τοῦ τόπου, ὅσον ἀφορᾷ τὸν ὅρον τοῦ ἐλέγχου κατὰ τὴν σύναψιν τοῦ δανείου, ὁ συναγωνισμὸς κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν δανείων τούτων θὰ ἦτο ἀπολύτως ἐλεύθερος. Ἀλλὰ δὲν ἐπεμείνατε. Ἐλάβετε προσωπικὴν ὑποχρέωσιν, καὶ ἐντεῦθεν ἡ προσωπική σας ὑποχρέωσις καὶ ἡ πείσμων ἐμμονή σας εἰς τὰς ἰδέας σας. Διὰ νὰ πεισθῆτε περὶ τούτου, δὲν ἔχετε, κύριοι, παρὰ νὰ παραβάλητε τὴν διατύπωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ κειμένου πρὸς τὸ Γαλλικὸν κείμενον τῆς συμβάσεως. Τὸ Ἑλληνικὸν κείμενον λέγει ὅτι θὰ καταβάλῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις πάσας τὰς προσπαθείας της, ἵνα ὁ προϋπολογισμὸς ἰσοσκελισθῇ καὶ μὴ ὑπερβῇ τὰ 9 δισεκατομμύρια. Τὸ Γαλλικὸν ὅμως κείμενον ἐξ ἄλλου λέγει, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις «il prend l’ engagement», ἀναλαμβάνει δηλαδὴ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταβάλῃ ὅλας τὰς προσπαθείας της πρὸς τοῦτο. Εἶναι τί τὸ διάφορον. Σημαίνει τοὐτέστι τοῦτο, ὅτι θέλουν προκύψει, συνέπειαι, ἐὰν δὲν καταβάλλετε τὰς προσπαθείας, τὰς ὑποχρεωτικάς, ἃς ἔχετε ἀναλάβει, νὰ κάμητε τὴν ἰσοσκέλισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς ὁρίζεται αὕτη. Καὶ ἐνῷ τοιαῦται ἔχουν γίνει συμφωνίαι, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν λέγει εἰς τὴν ἐπιτροπὴν (ἀναγινώσκει): «Εἶναι καθολοκληρίαν ἀδύνατον ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἀναλάβῃ ὑποχρέωσιν νὰ κρατήσῃ ἐπὶ τριετίαν τὸν προϋπολογισμόν της εἰς τὸ ποσὸν τῶν 8.925.000.000 δραχμῶν. Ἡ ὑποχρέωσις τὴν ὁποίαν ἀνέλαβεν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ Ἰουνίου συνίστατο μόνον νὰ προσπαθήσῃ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἰσοσκέλισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ». Ἀλλ’ εἶναι ἀρκετὰ προκεχωρηκυῖα ἡ ὥρα, Κύριοι, καὶ δὲν θὰ ἐξακολουθήσω νὰ ἀπασχολήσω περισσότερον τὴν Βουλήν. Αἱ δεσμεύσεις καὶ αἱ ἀμφιβολίαι ὑφίστανται, οὐδόλως δὲ αἱ ὁμιλίαι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς σταθεροποιήσεως ἢ μᾶλλον ἐλάχιστα δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἱκανοποιοῦν τὸ κοινὸν αἴσθημα. Μὴ σπεύδετε, κ. Ὑπουργέ, τόσον πολύ, διότι ἡ σπουδή σας, ὅπως καταρτίζετε τὰς συμφωνίας, χωρὶς προηγουμένως νὰ ἠξεύρετε ποῦ εὑρίσκεσθε οἰκονομικῶς, δὲν εἶναι ὠφέλιμος. Σᾶς μένει ἐκκρεμὲς τὸ σπουδαῖον ζήτημα τῶν Γαλλικῶν χρεῶν καὶ εἶναι περίεργον πῶς δὲν ἐσκέφθητε νὰ κάμητε λόγον περὶ αὐτῶν, ἐνῷ, καθ’ ἃ τοὐλάχιστον σεῖς θὰ γνωρίζητε, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπὸ τὰ 192) ἐπίσης γνωρίζει, ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ρητῶς διετύπωσε πρὸς ἡμᾶς, πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν — δὲν ἐνθυμοῦμαι ποία Κυβέρνησις ἦτο τότε, — διετύπωσεν ἔκτοτε τὰς ἀξιώσεις της, ρητῶς καὶ κατηγορηματικῶς, ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ τρόπῳ δέχεται νὰ κάμῃ καμμίαν ἔκπτωσιν διὰ τὸ πολεμικὸν ὑλικόν. Προσέθηκε μάλιστα, ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν ὑποχρέωσιν, οὐδὲ κἄν ἠθικήν, πρὸς τοῦτο, διότι συνεβούλευσεν ἔκτοτε, ὅτι ὁ ἀγὼν ὁ Μικρασιατικὸς διὰ τὴν Ἑλλάδα θὰ ἦτο ἡ καταστροφὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ἀναφέρεται τοῦτο ἐν ἐπισήμῳ ἐγγράφῳ αὐτῆς. Σημειώσατε δὲ ὅτι ἐκ τοῦ μὴ διακανονισμοῦ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ μετὰ τῆς Γαλλίας καὶ μετὰ τῆς Ἀγγλίας προέκυψαν ἄλλαι τινες ζημίαι. Διότι ἐὰν οἱ ἐκκρεμεῖς αὐτοὶ λογαριασμοὶ καὶ μετὰ τῆς Γαλλίας καὶ μετὰ τῆς Ἀγγλίας ἐκανονίζοντο συγχρόνως, ἀλλοῖα θὰ ἤθελον εἶναι σήμερον τὰ ἀποτελέσματα. Θὰ ἐλαμβάνετο, ἴσως μία καλὴ ἀπόφασις παρ’ ἀμφοτέρων τῶν Δυνάμεων κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἐχειρίζετο τὸ ζήτημα τοῦτο, τοῦ τὶ πρέπει νὰ πληρωθῇ ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῇ βάσει τῆς οἰκονομικῆς θέσεως αὐτῆς μετὰ τὸν πόλεμον. Ἤδη δὲν δύνασθε νὰ ἐπιτύχετε τοῦτο, ἀφοῦ ἐκανονίσατε τοὺς λογαριασμούς σας μετὰ τῆς Ἀγγλίας. Ἐὰν ἠθέλετε ἐμμείνει τότε εἰς τὴν γνώμην σας, ὅτι αὐτὰ τὰ χρέη δὲν δύνανται παρὰ νὰ ἔχουν ἐκπεσμόν τινα—γνωρίζετε δὲ ὅτι τοῦτο δὲν δύναται νὰ γίνῃ τώρα—προβάλλοντες τὴν οἰκονομικὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος ἀπέναντι τῆς Ἀγγλίας, θὰ εἴχετε τοῦτο ὡς δεδομένον καὶ θὰ ἐλύετο διαφορετικὰ τὸ ζήτημα τοῦτο, μὲ τὴν προϋπόθεσιν ὅμως πάντοτε νὰ εἴχετε κανονίσει ταυτοχρόνως καὶ μὲ τὰς δύο Δυνάμεις τὰ χρέη αὐτά. Ἀλλὰ παρημελήσατε τοῦτο καὶ δὲν ἐλάβετε τὴν εὐκαιρίαν νὰ παραστήσετε πλήρως καὶ ἱκανῶς ὁποία ἦτο ἡ οἰκονομικὴ θέσις τῆς Ἑλλάδος. Διαχειρίζεσθε καὶ διεχειρίσθητε τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, κ. Ὑπουργέ, κατὰ τρόπον τελείως ἀμελέτητον καὶ χωρὶς οὐδεμίαν νὰ δώσητε προσοχήν, ἐνῶ δὲν ἐχρειάζετο παρὰ ὀλίγη ὑπομονὴ καὶ ἐπιμονή σας ἀπέναντι τῶν δύο Δυνάμεων καὶ οὐχὶ ἐπιμονὴ εἰς τὰς ἰδέας τὰς ὁποίας μᾶς ἀναπτύσσετε ἐνταῦθα μετ’ ἐπιμονῆς, κηρύσσοντες, ὅτι εἶσθε προδιατεθειμένος νὰ διανύσητε τὸν δύσκολον αὐτὸν δρόμον τῆς τακτοποιήσεως τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας ἐπιβάλλοντες καὶ στερήσεις καὶ διάφορα ἄλλα βάρη εἰς τὸν λαόν. Ἀλλὰ μὲ στερήσεις καὶ μὲ βάρη φορολογικὰ δὲν βγαίνει τίποτε. Ἀπαιτοῦνται οἰκονομίαι, καί, ὅταν συζητοῦμεν μαζὺ τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς Ἑλλάδος, πρέπει νὰ γνωρίζετε, ὅτι ὡς βάσιν πάντοτε ἔχω τὴν ἀρχὴν τῶν οἰκονομιῶν πρὸς τὰς ὁποίας ἀνέκαθεν ἐτάχθην. Ἐὰν δέ, ἐπῆλθον αὗται καὶ διατί, σεῖς ὀφείλετε νὰ δώσητε τὰς δεούσας ἐξηγήσεις. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§158Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ μακρόν, κ. Βουλευταί. Καὶ κατὰ τὴν χθεσινὴν ἑσπέραν καὶ ἀπόψε ὑπέστην ἐξ ἀπίνης ἐπίθεσιν, τὸ μὲν ὡς προϊστάμενος μιᾶς πολιτικῆς μερίδος, τὸ δέ, ἐπίθεσιν κατ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ προσώπου μου, διότι διετυπώθη ὑπὸ τοῦ ἡγέτου τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος καὶ κατ’ ἐμοῦ ἡ μομφή, ὅτι, ὡς ἐν τῷ παρελθόντι, τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἔσπευδε νὰ διασύρῃ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν τοὺς ἀντιπάλους του, τοιουτοτρόπως καὶ τὴν τελευταίαν φορὰν παρεστήσαμεν, ἡμεῖς πλέον προσωπικῶς, εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ὅτι ἡ αἰτία τοῦ μὴ διακανονισμοῦ τῶν χρεῶν εἶναι ἡ ἀντίδρασις τῆς ἀντιπάλου μερίδος. Ὀφείλω νὰ σᾶς ὁμολογήσω, ὅτι ἀμφότεραι αἱ κατηγορίαι αὗται, γνωστῆς οὔσης τῆς μετριοπαθείας τοῦ ἡγέτου τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, μὲ ἐξένισαν ἐν ἀρχῇ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ δυσπιστῶ ἂν καλῶς ἀντελήφθην καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἠθέλησα νὰ προκαλέσω ἐπεισόδιον ἐπὶ μιᾶς πλάνης, διότι πράγματι εἶχον τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐπλανώμην. Καὶ ὅταν ἐζήτησα ἐξηγήσεις, εὑρέθην πρὸ ἑνὸς ἐγγράφου, πρακτικοῦ τῆς Κ.Τ.Ε. ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηριζόμενος ὁ Ἡγέτης τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ὑπεστήριζεν ὅτι ἐβεβαιοῦτο, ὅτι ὄντως ἡμεῖς παρεστήσαμεν ὡς ἀντιδρῶσαν εἰς τὸν διακανονισμὸν τῶν χρεῶν τὴν μερίδα τῆς ὁποίας ἡγεῖτο. Τὸ πρᾶγμα ἦτο ὄντως ἐκπληκτικὸν καὶ ἐζήτησα τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ πρακτικοῦ αὐτοῦ. Τὶ δὲ προέκυψεν ἐκ τῆς ἀναγνώσεως αὐτοῦ; Ὅλως τὸ ἀντίθετον. Ἡ μερὶς ἡ ὁποία κατηγορεῖτο ὑπὸ τοῦ ἐγγράφου, ἦτο ἀκριβῶς ἡ Κυβέρνησις, καταγγελλομένη, ὅτι σκοπίμως παρελκύει τὰς διαπραγματεύσεις ἐκ λόγων τῶν ἐσωτερικῶν, ἀποφεύγουσα ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὴν ἀλήθειαν. Τὸ Λαϊκὸν Κόμμα καὶ ἡ ἀντίπαλος μερὶς ἦτο ξένη εἰς τὸν ὑπαινιγμὸν αὐτὸν, καὶ εἰς τὴν καταγγελίαν αὐτὴν οὐδεμίαν εἶχε ἀνάμιξιν. Ἐπὶ μίαν στιγμὴν ὁ ἀξιότιμος Ἡγέτης τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἐφάνη πεισθείς. Μετ’ ὀλίγον ὅμως ἐπανελάμβανε καὶ δι’ ἐντόνου ὕφους, ὅτι ἡ κατηγορία εἶναι βάσιμος καὶ τὸ ἔγγραφον καταγγέλλει, ὅτι ἡμεῖς διεβάλαμεν τοὺς ἀντιπάλους μας ὡς ματαιοῦντας τὸν Ἑλληνογαλλικὸν διακανονισμὸν τῶν χρεῶν. Ὑποθέτω, Κύριοι, ὅτι κατόπιν τούτου πᾶσα δήλωσις, εἰς τὴν ὁποίαν τυχὸν θὰ προέβαινον, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἦτο αὐστηρά, θὰ ἐδικαιολογεῖτο ἀπὸ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς δεινῶς κακισθείσης ἀληθείας, ἀλλὰ θὰ ἐδικαιολογεῖτο ἐπίσης καὶ ἀπὸ τὸ αἴσθημα τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἀμύνης, τὸ ὁποῖον ἐμφωλεύει εἰς πάντας ἡμᾶς. Ἂν ἐπρόκειτο νὰ χαρακτηρίσω τὴν πρᾶξιν ὅτι τρὶς ὁ Ἡγέτης τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ἐν γνώσει πλέον, ὅτι τὸ ἔγγραφον αὐτὸ διάφορον ἐντελῶς εἶχεν ἔννοιαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἀρχικῶς ἀπέδωκεν εἰς αὐτό, ἐπιμένων καὶ χθὲς καὶ σήμερον εἰς μίαν καθαρὰν παραμόρφωσιν, καὶ διαστρέβλωσιν τῶν πραγμάτων, θὰ ἐδικαιούμην νὰ χαρακτηρίσω τὴν πρᾶξιν ταύτην διὰ χαρακτηρισμοῦ βαρυτέρου. Μετεχειρίσθην τὴν ἠπιωτέραν τῶν ἐκφράσεων καὶ δὲν ἀπέκρυψα ἀληθῶς τὴν ὀδυνηρὰν ἔκπληξιν, τὴν ὁποίαν μοῦ προεκάλεσεν ἡ στάσις αὕτη τοῦ ἀξιοτίμου πολιτευτοῦ ἐκ Κορινθίας. Αὐτά, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐπεισόδιον, — ἐπεισόδιον εἰς τὸ ὁποῖον προσεπαθήσαμεν ἀληθῶς νὰ δείξωμεν ὅλην τὴν ἠρεμίαν, τὴν ὁποίαν μᾶς ἐπιβάλλει, ἀφ’ ἑνὸς ἡ συναίσθησις ὅτι ἔχομεν ἕνα παρελθὸν τὸ ὁποῖον μᾶς ἀφήνει ἀθίκτους, τὸ ὁποῖον μᾶς προφυλάττει ἀπὸ βέλη τοιαύτης φύσεως καὶ τὰ ἀποστρακίζει μακρὰν ἡμῶν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἀκριβῶς ἐκ τῆς συναισθήσεως τῶν περιστάσεων, τὰς ὁποίας διερχόμεθα καὶ εἰς τὰς ὁποίας ἡ παρεμβολὴ ἐπεισοδίων εἰς συζητήσεις ἀληθῶς σοβαράς, ἐχούσας σοβαρωτάτας συνεπείας ἐπὶ τοῦ μέλλοντος τῆς χώρας, δὲν ἔχουν θέσιν. Ὁμιλῶν σήμερον, ἀνέφερα τὸ φαινόμενον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἀσύνηθες ἀλλὰ ἐκ τῶν συχνότατα παρουσιαζομένων, ὅτι οἱ ὑπουργοί, οἱ προϊστάμενοι ἑνὸς ἑκάστου τῶν Ὑπουργείων, μὴ μεριμνῶντες διὰ τὴν περιφρούρησιν τοῦ δημοσίου χρήματος, ἐν τῷ ζήλῳ τὸν ὁποῖον ἔχουν ὅπως ἐκπληρώσουν τὸ καθῆκον των, ὅπως προαγάγουν τὸν κλάδον, τοῦ ὁποίου προΐστανται, προσπαθοῦν ν’ ἀποσπάσουν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρας δαπάνας καὶ νὰ παρέχουν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρας ὑποσχέσεις πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ τόπου. Ποῖος ἦτο ἐκεῖνος, ὁ παρομοιάσας τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὡς τὸν μολοσσόν, ὁ ὁποῖος εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ προφυλάσσῃ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ἀπὸ τοὺς λοιποὺς συναδέλφους του, ὁρμῶντας, κατ’ αὐτοῦ; Κανεὶς δὲν ἐθίχθη ἐξ αὐτοῦ διότι εἶναι φυσικόν, ἐπαναλαμβάνω, ἕκαστος ἐκ τῶν ὑπουργῶν νὰ θέλῃ νὰ βελτιώσῃ τὰ τοῦ κλάδου του. Ἀλλὰ ὑπέστην καὶ μίαν ἐπίθεσιν διὰ τὰς οἰκονομίας. Διὰ τῆς ἀρχῆς αὐτῆς κηρύσσετε, μοῦ λέγουν, τὴν ἀδυναμίαν τῶν οἰκονομιῶν, τὰς δυσκολίας τῶν οἰκονομιῶν καὶ δὲν ἔχετε ἑπομένως πεποίθησιν ἐπὶ τὴν πραγμάτωσιν αὐτῶν καὶ εἶσθε ὑπεύθυνος διὰ τὴν ματαίωσιν τῆς περιστολῆς τῶν δαπανῶν. Ἀπαντῶν καὶ πάλιν εἰς τὴν ἐπίθεσιν, εἶπον καὶ ἀνέπτυξα ἀκριβῶς αὐτὰς τὰς δυσκολίας, τὰς ὁποίας εἶχεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ προσέθεσα μάλιστα, ὅτι δὲν κακίζω δι’ αὐτὸ τὸν κ. Συνάδελφον ποσῶς. Δὲν τὸν κακίζω δέ, διότι ὅταν εὑρέθην μίαν ἡμέραν πρὸ μιᾶς συζητήσεως ἑνὸς νομοσχεδίου τοῦ κ. τέως Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, διότι ἔδωκεν ὑπόσχεσιν, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἔγινε ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου συζήτησις καὶ πάλιν καὶ εἶπον μὲ μίαν διάθεσιν μᾶλλον θυμόσοφον, ὅτι ἰδοὺ εἰς ποίαν θέσιν εὑρίσκεται ὁ ὑπεύθυνος διὰ τὰς οἰκονομίας, ὅταν οἱ συνάδελφοί του περιέρχονται τὸν τόπον σκορπίζοντες σάκκους ὑποσχέσεων, ἐνῷ αὐτὸς εἶναι ὑπόχρεος νὰ μάχεται διὰ τὴν πραγμάτωσιν ἐλαχίστων οἰκονομιῶν, χωρὶς αἱ οἰκονομίαι αὐταὶ νὰ εἶναι κατορθωταί. Δὲν διετύπωσα ἐγὼ οὔτε εἰς στίχους οὔτε εἰς φράσεις, οὔτε τι τὸ θίγον προσωπικῶς οὐδένα, οὔτε τι τὸ ἀντιβαῖνον, εἰς τὴν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ εὐπρέπειαν, ἀλλὰ καὶ δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ μὴ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὰς ἐξενεχθείσας, ἐπιτρέψατέ μου νὰ σᾶς εἴπω, εἰς βάρος μου ἀπρεπείας, καὶ ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ εὑρίσκομαι ἐν πλήρει δικαίῳ. Ἔρχομαι, λοιπόν, καὶ ἐγὼ εἰς τὸ οὐσιαστικὸν ζήτημα διὰ νὰ παράσχω ὀλίγας ἐξηγήσεις. Ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον ἠθέλησα ἐγὼ νὰ καταλήξω κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, εἶναι ὅτι ἀδίκως, ὀγκώνοντες τὸν δῆθεν κίνδυνον τοῦ περιορισμοῦ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους, ἀδίκως ἀναγκάζομεν νὰ κατατρίβεται ἡ ἀντιπολίτευσις ἐπὶ τοῦ ἀγῶνος τούτου. Θὰ ἠδύνατο ἡ συζήτησις νὰ ἀποβῇ μᾶλλον καρποφόρος, ἐὰν διεξήγετο ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν κατευθύνσεων ἑνὸς ἑκάστου κόμματος. Ἡμεῖς μεταξὺ τῶν δύο τμημάτων, τοῦ καθαρῶς δημοσιονομικοῦ, δηλ. τοῦ ἀφορῶντος τὴν ἰσοσκέλισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τοῦ καθαρῶς οἰκονομικοῦ, τοῦ ἀφορῶντος τὴν οἰκονομικὴν ἀναδιοργάνωσιν τῆς χώρας, τοποθετοῦμεν ἁπλῶς ὡς κλεῖδα τοῦ ὅλου οἰκοδομήματος, τὴν νομισματικὴν ἐξυγίανσιν. Ἀπὸ τῆς μιᾶς πλευρᾶς ἡ ἰσοσκέλισις τοῦ προϋπολογισμοῦ δηλ. ἐξυγίανσις τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν, ἀπὸ τῆς ἄλλης πλευρᾶς ἡ ἀναδιοργάνωσις τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας, δηλαδὴ ὅλα τὰ ἀγαθά, τὰ ὁποῖα δικαιοῦται νὰ ἀναμένῃ ὁ τόπος ἀπὸ μίαν Κυβέρνησιν. Ἐν τῷ μέσῳ εὕρηται ἡ κλεὶς τῆς λύσεως ἀμφοτέρων τούτων τῶν ζητημάτων, ἡ νομισματικὴ σταθεροποίησις. Αὐτὸ εἶναι τὸ διάγραμμα τοῦ προγράμματός μας. Κάθε ἀπόπειρα οἰκονομικῆς ἀνασυγκροτήσεως ἐκ τῆς ὁποίας λείπει αὐτὸς ὁ ἄξων περὶ τὸν ὁποῖον ὀφείλει νὰ περιστρέφηται ἡ ἀνασυγκρότησις, ἀποτελεῖ ματαιοπονίαν. Ἡ νομισματικὴ ἐξυγίανσις εὗρε, παραδόξως, ἀντίδρασιν ἰσχυροτάτην πως, διότι ἰσχυρίσθησαν οἱ ὁμιλήσαντες ὅτι δὲν συντρέχουν οἱ ὅροι. Ἔδωκα γενικῶς τὰς ἐξηγήσεις ὅτι αὐτὰ τὰ θέσφατα τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης, τὰ ὁποῖα ἕως πρὸ ὀκτὼ ἐτῶν ἐθεωροῦντο πραγματικῶς δόγματα ἀπαράβατα, ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν δύναται νὰ ληφθῇ οἱαδήποτε δημοσιονομικὴ μεταρρύθμισις, αὐτὰ τὰ θέσφατα, τὰ ὁποῖα σήμερον, λέγω, χαρακτηρίζονται καθ’ ὑπερβολὴν ἀπόλυτα, προϊόντος τοῦ χρόνου καὶ ἐκ τῆς πράξεως, ἡ ὁποία ἀνεπτύχθη, κατεδείχθησαν διὰ τῆς πείρας, ὅτι ὑπερβάλλουν ἐν πολλοῖς τὰς πραγματικὰς ἀνάγκας καὶ τὰ ἐκ τῆς πράξεως συναγόμενα πορίσματα. Ἀπὸ ὀκτὼ ἐτῶν δὲν ἀσχολεῖται ὁ κόσμος ὅλος, παρὰ μόνον μὲ τὸ πρόβλημα τὸ νομισματικόν. Βεβαίως εἶναι ἀδύνατον νὰ φαντασθῇ κανεὶς νομισματικὴν ἐξυγίανσιν, χωρὶς ἰσοσκέλισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ἄγεται μέχρις ὑπερβολῆς. Ἡμεῖς, καίτοι θὰ ἠδυνάμεθα ἴσως νὰ διαβαθμίσωμεν τὴν προσπάθειαν αὐτὴν εἰς μακροτέραν περίοδον, ἀκριβῶς ἐν γνώσει ὄντες ὅλων τῶν ψυχολογικῶν παραγόντων καὶ διὰ νὰ ἐμπεδώσωμεν τὴν πίστιν, ὅτι ἡ ἐξυγίανσις αὐτὴ δὲν ἀποτελεῖ οὐτοπίαν, ἐπεχειρήσαμεν—καὶ νομίζω ὅτι ἐπετύχαμεν—νὰ καλύψωμεν τὸ ἔλλειμμα τῶν 3 δισεκατ., νὰ τὸ καλύψωμεν ἐντὸς μιᾶς χρήσεως, ὅπου ἀποδεικνύομεν ὅτι προσπαθοῦμεν ἡμεῖς νὰ ἐφαρμόσωμεν μετὰ πάσης δογματικότητος τὰ παλαιὰ διδάγματα τῆς θεωρητικῆς ἐπιστήμης. Ἀλλὰ συγχρόνως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἀναφέρωμεν, ὅτι ἡ ἰσοσκέλισις αὐτὴ δὲν εἶναι οὐσιῶδες προαπαιτούμενον νὰ ἐπέλθῃ ἐντὸς μιᾶς ὡρισμένης προθεσμίας ἀπολύτως στενῆς. Δύναται τὸ νόμισμα νὰ ἀναμείνῃ ἐπί τινα χρόνον τὴν πραγματικὴν ἰσοσκέλισιν. Αὐτὰ εἶπον ἐγώ. Ἀλλὰ ἐθίχθη καὶ τὸ ζήτημα τῶν Γαλλικῶν χρεῶν. Πῶς τολμᾶτε, λέγουν, νὰ κάμετε ἰσοσκέλισιν, χωρὶς νὰ κανονίσετε τὸ Γαλλικὸν χρέος; Καὶ ἀπήντησα, ὅτι οἱονδήποτε καὶ ἂν εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῶν Ἑλληνογαλλικῶν διαπραγματεύσεων, ἀποκλείεται ἡ σκέψις, ὅτι εἶναι δυνατόν, ἔστω καὶ ἐκ τοῦ καταλογισμοῦ εἰς βάρος τῆς Ἑλλάδος τοῦ ἐπαχθεστέρου ποσοῦ, νὰ διαταραχθῇ ἡ γενικὴ βάσις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Παραδόξως ὁ κ. συνάδελφος παρεισήγαγε καὶ τὸ ζήτημα τῶν Ἑλληνογαλλικῶν χρεῶν. Διατὶ δὲν ἐσπεύσατε, λέγει, νὰ κάμητε καὶ τὸν διακανονισμόν, ὡς ἀναγκαίαν προϋπόθεσιν τῆς νομισματικῆς σταθεροποιήσεως; Ἀνέφερε δὲ συγχρόνως ἕνα ἔγγραφον τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, χρονολογούμενον ἀπὸ τὸ 1924, διὰ τοῦ ὁποίου ἀμφισβητεῖται ἡ ὑποχρέωσις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὅπως δεχθῇ, ἔστω καὶ μερικὸν συμψηφισμὸν τοῦ ποσοῦ τῶν ὀφειλομένων παρ’ ἡμῶν ἐκ τοῦ χορηγηθέντος πολεμικοῦ ὑλικοῦ.
§159Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὄχι κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐγὼ εἶπον τοῦτο: ὅτι ἐκ τοῦ ἐγγράφου ἐκείνου προκύπτει ὅτι ἡ Γαλλία ἐδήλωσε ρητῶς εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ὅτι θ’ ἀξιώσῃ τὸ ποσόν, ὅσον ἀφορᾷ τὰ παρασχεθέντα, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐκπτώσεως.
§160Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Αὐτὸ ἀκριβῶς λέγω, δὲν θὰ δεχθῇ ἔστω καὶ μερικὸν συμψηφισμὸν λόγῳ τῆς οἰκονομικῆς καὶ δημοσιονομικῆς τῆς Ἑλλάδος καταστάσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὸ πολεμικὸν ὑλικόν;
§161Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μάλιστα.
§162Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὅτι θ’ ἀξιώσῃ ἀκεραίαν τὴν ἀπότισιν. Ἀλλὰ παραδόξως ἀπηυθύνθη ἐν ταὐτῷ ἡ κατηγορία, διατὶ δὲν ἐσπεύσαμεν ἡμεῖς νὰ λάβωμεν τὴν πρωτοβουλίαν τῆς ἀνακινήσεως τοῦ ζητήματος καὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως τοῦ χρέους.
§163Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτον πρᾶγμα, κ. Ὑπουργέ.
§164Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τότε ἐγὼ δὲν θὰ προχωρήσω.
§165Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ διαμαρτύρομαι.
§166Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Διατὶ δὲν ἐσπεύσαμεν νὰ ἀνακοινώσωμεν συγχρόνως μὲ τὸν διακανονισμὸν τῶν Ἀγγλικῶν χρεῶν καὶ τὸν διακανονισμὸν τῶν Ἑλληνικῶν λογαριασμῶν; Ἀλλ’ ὅπως ἔσπευσα νὰ ἐξηγήσω κατὰ τὴν πρό τινων ἡμερῶν ἀγόρευσίν μου, ἡμεῖς δὲν ἐζητήσαμεν οὔτε ἀπὸ τὴν Γαλλίαν οὔτε ἀπὸ τὴν Ἀγγλίαν οὔτε ἀπὸ κανένα ἄλλο Κράτος πρῶτοι τὸν διακανονισμὸν τῶν χρεῶν. Ἡ Γαλλία πρώτη μᾶς ἐπίεσε, ὄχι μᾶς ἐπίεσε, ἀλλὰ διεξεδίκησεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχεν δίκαιον νὰ διεκδικήσῃ καὶ ἡμεῖς κατ’ ἀνάγκην προθύμως παρηκολουθήσαμεν τὸ ζήτημα καὶ εἴπομεν ὅτι θέλομεν προβῆ εἰς ἐκκαθάρισιν τῶν λογαριασμῶν μας. Ἡ Γαλλία μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, μέχρι τῶν τελευταίων ἡμερῶν, κατὰ τὰς ὁποίας ἐδήλου ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποφύγῃ τὴν πληρωμήν, ὄχι μόνον δὲν ἐζήτησε διακανονισμὸν χρεῶν, ἀλλ’ ὑπεστήριξεν, ὅπως τὰ χρέη τὰ πολεμικὰ συμψηφισθῶσιν καὶ ἀποσβεσθῶσιν ἀμοιβαίως. Νύξις περὶ διακανονισμοῦ ἐκ μέρους τῆς Γαλλίας δὲν ἐγένετο. Μετέβημεν εἰς Γενεύην, χωρὶς νὰ διατυπωθῇ πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν οὐδεμία ὑπόδειξις διακανονισμοῦ. Νομίζω, ὅτι οὐδεὶς ἐκ τῶν παρισταμένων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, εὑρισκόμενος εἰς τὴν θέσιν ἡμῶν, θὰ ἐλάμβανεν αὐτὸς τὴν πρωτοβουλίαν πρὶν ἐπιχειρήσῃ οἱανδήποτε πρᾶξιν νὰ σπεύσῃ, ἐν γνώσει ὢν τῶν Γαλλικῶν ἀξιώσεων, νὰ προκαλέσῃ αὐτὸς τὴν σπουδὴν πρὸς διακανονισμὸν τῶν Γαλλικῶν χρεῶν. Δὲν εἴχομεν καμμίαν ὄχλησιν μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ὅτε ἐλάβομεν τὴν πρώτην ὄχλησιν, εἴχομεν μεταβῆ εἰς Γενεύην ἤδη. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μεταβάλωμεν ὁδὸν καὶ ἐὰν τὸ ἠθέλαμεν καὶ ἐὰν δὲν τὸ ἠθέλαμεν. Ἰδοὺ ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον, μέχρι τοῦ Ἰουλίου τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐγένετο λόγος περὶ διακανονισμοῦ τῶν Γαλλικῶν χρεῶν. Ἰδοὺ ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου τοῦ παρελθόντος ἔτους ἠρχίσαμεν νὰ εἰσερχώμεθα εἰς τὰς διαπραγματεύσεις. Δὲν ἐτερματίσθησαν αἱ διαπραγματεύσεις αὗται, διότι διετυπώθησαν τοιαῦται ἀντιλήψεις. Ἡμεῖς ἤμεθα πρόθυμοι νὰ πληρώσωμεν πᾶν ὅ,τι ὠφείλομεν, καὶ ἡ Γαλλία νομίζει ὅτι δέον νὰ πληρωθῇ πᾶν ὅ,τι δικαιοῦται νὰ πληρωθῇ. Ὑπάρχει διαφορὰ ἀντιλήψεων. Θὰ ἠδυνάμεθα νὰ λύσωμεν τὴν διαφοράν, ὄχι ἐντὸς 18 μηνῶν, ὅσον χρόνον δηλαδὴ διεξήχθησαν αἱ διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Ἀγγλίας, ἀλλὰ καὶ ἐντὸς 18 δευτερολέπτων, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ προβῶμεν εἰς ἕνα οἱονδήποτε διακανονισμόν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι οὐδεὶς διακανονισμὸς θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ δεκτὸς διὰ νὰ θυσιασθῶσι τὰ κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν δίκαια τῆς Ἑλλάδος. Καὶ εἰς τοῦτο ἐπεμείναμεν, ὅπως περιφρουρήσωμεν, ὡς γνωρίζομεν νὰ περιφρουρῶμεν, τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἀφορῶντα τὰ Ἑλληνογαλλικὰ χρέη. Ἐπεμείνατε ἐπὶ μιᾶς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ὁποίας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀνακίνησις. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐπεμείνατε, σᾶς ἔδωκα αὐτὰς τὰς ἐξηγήσεις καὶ ἐὰν ἐπιμείνητε θὰ σᾶς δώσω καὶ ἄλλας, ἐὰν κρίνω ὅτι εἶναι ἀνακοινώσιμοι. Λοιπόν, ποῖαι εἶναι αἱ ἐλλείπουσαι προϋποθέσεις διὰ τὴν σταθεροποίησιν τοῦ νομίσματος; Ἔχομεν ἰσοσκέλισιν; Κατὰ τὴν ἰδέαν μου τὴν ἔχομεν ἐξησφαλισμένην. Ὑπάρχει κυμαινόμενον χρέος διὰ τὴν Ἑλλάδα, τὸ ὁποῖον ν’ ἀποτελῇ πραγματικὸν σκόπελον τῆς ἐπιτυχίας τῆς σταθεροποιήσεως, σκόπελον εἰς τὸν ὁποῖον ἐναυάγησεν ἡ πρώτη τοῦ Βελγίου ἀπόπειρα πρὸς δημιουργίαν σταθερᾶς νομισματικῆς ἀξίας; Εἰς τὴν χώραν μας, εὐτυχῶς, τοιοῦτον κυμαινόμενον χρέος διὰ τῆς προνοίας, τὴν ὁποίαν λαμβάνομεν δὲν ὑπολείπεται ἀπολύτως κανέν. Διὰ τοῦτο ἐξοφλοῦμεν τὰς προσωρινάς μας ὀφειλὰς μέχρις ὀβολοῦ. Ἔχομεν καὶ τὴν δευτέραν προϋπόθεσιν τῆς σταθεροποιήσεως. Ἔρχεται ἡ τρίτη προϋπόθεσις: Ἔχομεν ἰσοζύγιον πληρωμῆς; Καὶ ἀπήντησα εἰς αὐτό, ὅτι τὸ ἰσοζύγιον τῶν πληρωμῶν, ἐξαιρετικῶς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακριβωθῇ μετὰ τοιαύτης προσεγγίσεως, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἓν Κράτος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακριβωθῇ, καὶ διὰ τοῦτο ἐζητήσαμεν, ἐκτὸς τῶν στοιχείων τῆς στατιστικῆς, νὰ μεταχειρισθῶμεν καὶ διαφόρους ἄλλας μεθόδους, ἐκ τῆς κινήσεως δὲ τοῦ συναλλάγματος πειθόμεθα, ὅτι τὸ ἰσοζύγιον τῶν πληρωμῶν μας, ἐὰν δὲν καταλήξῃ εἰς περίσσευμα, ἀναντιρρήτως δὲν θὰ παρουσιάζῃ τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον παρουσιάζουν αἱ στατιστικαὶ αἱ δημοσιονομικαί. Ἀλλ’ ἐν ταὐτῷ, ὅ,τι εἶναι ἀναντίρρητον, εἶναι τοῦτο: ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ ἰσοζυγίου τῶν πληρωμῶν εἶναι ἀναποσπάστως συνυφασμένον μὲ τὴν ὅλην ἐθνικὴν οἰκονομίαν. Ἐὰν ἑπομένως ἡ Ἐθνικὴ οἰκονομία σφαδάζῃ ὑπὸ μίαν τοιαύτην καταιγῖδα, ὑπὸ μίαν τοιαύτην ἀνωμαλίαν, δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ ἐλπίσητε ὅτι θὰ ἔχητε ἰσοζύγιον ἐνεργητικὸν τῶν πληρωμῶν, καὶ ἂν γίνῃ τοῦτο θὰ εἶναι σπάνιον, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, διότι τὸ ἰσοζύγιον τῶν πληρωμῶν προϋποθέτει παραγωγὴν καὶ ὄχι ἑπομένως εἰσαγωγήν, διότι τὸ ἰσοζύγιον τῶν πληρωμῶν προϋποθέτει καθήλωσιν τῶν κεφαλαίων ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς χώρας, διότι τὸ ἰσοζύγιον τῶν πληρωμῶν προϋποθέτει ἐξαγωγήν, προϋποθέτει ἐμπιστοσύνην, προϋποθέτει ἑπομένως τὸ χρῆμα τῶν ἐκμεταλλευτῶν, τὸ χρῆμα τὸ ἐκπατρισθέν, τὸ χρῆμα τὸ ξένον, νὰ εἰσρεύσῃ ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους, ἵνα ἀρδεύσῃ τὸ σήμερον αὐχμηρὸν οἰκονομικὸν ἔδαφος τῆς χώρας.
§167Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Αὐτὸ ἐγένετο προηγουμένως.
§168Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐγένετο, ἐφόσον ὑπάρχει ἡ νομισματικὴ ἀνωμαλία καὶ ὡς ἀπεδείχθη ἐμπράκτως, εὐθὺς ὡς δημιουργηθῇ ἡ νομισματικὴ ὁμαλότης, τότε θὰ ἔχωμεν τὴν ἀντιστροφὴν τῶν φαινομένων, ἡ ὁποία δημιουργεῖ τὸ ἐνεργητικὸν τοῦ ἰσοζυγίου τῶν πληρωμῶν. Ἐκεῖ ὅπου τὸ κεφάλαιον φυγαδεύεται, ἐκρέει, ἐκεῖ ὅπου τὸ χρῆμα ἐκπατρίζεται, παλινοστεῖ, ἐκεῖ ὅπου αἱ ἐργασίαι ἀτονοῦσι καὶ ἡ παραγωγὴ μαραίνεται, σήμερον ἀναπτύσσονται καὶ παράγουσι πόρους καὶ δημιουργοῦσιν ἐξαγωγήν, ἡ ὁποία διαμορφώνει τὸ ἐνεργητικὸν ἰσοζύγιον τῶν πληρωμῶν. Αὐτὴ λοιπὸν ἡ προϋπόθεσις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς ἀπασχολῇ οὐδ’ ἐπὶ μίαν στιγμήν. Ποία ἄλλη εἶναι ἡ προϋπόθεσις τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιστήμη ὑποδεικνύει καὶ τὴν ὁποίαν παρεγνωρίσαμεν καὶ τὴν ὁποίαν δὲν ἔχομεν ἐξασφαλίσει; Αἱ πιστώσεις; Ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐξασφαλίσωμεν καὶ τὴν ὑλικὴν καὶ τὴν ἠθικὴν ἀρωγὴν ἑνὸς εὐρυτάτου κύκλου οἰκονομικῶν παραγόντων, τότε θὰ μετηρχόμεθα τὴν καθαρῶς δανειακὴν πολιτικὴν καὶ δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ προσφύγωμεν εἰς τὴν Κ.Τ.Ε. Ποία λοιπὸν εἶναι ἡ ἔλλειψις, ἡ ὁποία δημιουργεῖ τὰς ἀνησυχίας, περὶ τοῦ ἐνδεχομένου; Οὐδεμία ἀπολύτως. Καὶ προχωρῶν οὐχὶ εἰς τὴν ἀποψινὴν ἀγόρευσιν ἀλλ’ εἰς τὴν χθεσινήν, ὁ κ. συνάδελφος, εἶπεν ὅτι θέλετε νὰ ἴδετε πόσον ἡ νομισματικὴ σταθεροποίησις δὲν εἶναι ἀσφαλὴς καὶ ἐν τῇ συνειδήσει ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὴν διέγραψαν, δηλαδὴ τὴν Κ.Τ.Ε.; Ἀναγνώσατε μίαν διάταξιν τοῦ πρωτοκόλλου εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἴδητε, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ καταβιβάζῃ τὸ κατώτατον ὅριον τῶν καλυμμάτων καὶ κάτω τῶν 40%. Ποῖαι εἶναι αἱ συνέπειαι αὐτῆς τῆς διατάξεως, ἢ διατί ἐτέθη αὐτὴ ἡ διάταξις; Ἐκ δυσπιστίας πρὸς τὴν πραγματικὴν παρασκευὴν τοῦ ἐδάφους, διὰ τὴν νομισματικὴν σταθεροποίησιν προδήλως. Ὅταν κανεὶς λαμβάνει τὰ μέτρα του διὰ μίαν σταθεροποίησιν, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προνοῇ περὶ ὅλων τῶν περιστάσεων καὶ τῶν μᾶλλον δυσμενῶν, δὲν δύναται νὰ λαμβάνῃ δηλαδὴ τὴν αἰσιόδοξον ἄποψιν καὶ νὰ προχωρῇ, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς μᾶλλον ἀντιξόους περιστάσεις. Αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ δυσπιστίαν καὶ δισταγμὸν πρὸς τὴν ἀποτελεσματικότητα τοῦ ἐπιχειρουμένου μέτρου, αὐτὸ ἀποτελεῖ ἁπλῆν φρόνησιν. Ἀπρονοησία θὰ ἦτο ἂν τὸ Κράτος, προβαῖνον εἰς τὴν σταθεροποίησιν, δὲν ἐπρονόει περὶ μιᾶς περιπτώσεως, διότι δὲν εἶναι πιθανὸν ὅτι θὰ ἀναφανῇ, ἀλλ’ ἂν ἀναφανῇ ὀφείλει νὰ ἀντιμετωπισθῇ μετὰ τῆς δεούσης παρασκευῆς. Ποία εἶναι αὐτὴ ἡ περίπτωσις; Εὑρίσκεται ἡ Τράπεζα εἰς μίαν ἐνδεχομένην στιγμὴν ὑπὸ μίαν ζήτησιν ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος, ἡ ὁποία καταβιβάζει τὸ ὅριον τοῦ χαρτονομίσματος εἰς τὰ 40%, εἰς τὴν μεθόριον γραμμήν, εἰς τὸ ἔσχατον ὅριον, καὶ ὑποθέσατε, ὅτι ἐξακολουθεῖ ἡ πτῶσις αὕτη. Τί θὰ πράξωμεν εἰς αὐτὴν τὴν ἀπροσδόκητον ἢ τὴν ἐνδεχομένην ἢ τὴν προβλεφθεῖσαν ἐκ τῶν προτέρων περίπτωσιν; Ἐὰν ὁ νόμος ἦτο ὄντως ἄτεγκτος, ὥστε νὰ εἴπῃ: κατῆλθε τὸ χαρτονόμισμα εἰς τὸ 40% καὶ εὑρίσκεσθε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὸ καταβιβάσετε. Ἢ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, διότι δὲν ἐλάβετε περὶ τούτου πρόνοιαν καὶ εὑρίσκεσθε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπαναφέρετε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ νὰ καταστρέψετε ὅλην τὴν προσπάθειαν πρὸς ἐμπέδωσιν τοῦ νομίσματος; Εἰς πολλὰς περιπτώσεις, καὶ ὅταν ἡ ζήτησις εἶναι μεγάλη, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἴδωμεν τὸ ὅριον τοῦ 40% νὰ καταβιβασθῇ. Τότε ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι κρίνουν τὴν σκοπιὰν παρατηροῦν, ὅτι τὸ φαινόμενον εἶναι ἐντελῶς ἐπιπόλαιον καὶ παροδικὸν καὶ τότε τί συμβαίνει; Γνωρίζομεν ὅτι ἐντὸς ὀλίγου, ὅταν στενεύσῃ ὀλίγον ἀκόμη ὁ κύκλος τοῦ νομίσματος, τὸ ποσὸν τῆς κυκλοφορίας, τὶ θὰ γίνῃ; Ἐφόσον ἡ Τράπεζα συντρέχει καὶ ἐξαργυρώνει τὸ προσφερόμενον εἰς αὐτὴν χαρτονόμισμα, θὰ ἀρχίσῃ ἀμέσως νὰ ἀνοίγηται ἡ πίστις, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ποῖον θὰ εἶναι; Ὅτι αἱ ἀνάγκαι τῶν ἐργασιῶν καὶ τῆς κοινωνίας θὰ δημιουργήσουν τὴν ζήτησιν τοῦ νομίσματος, διότι δὲν δύνανται νὰ κυκλοφοροῦν, ἄνευ ἀνταλλακτικοῦ ὀργάνου. Θὰ θέλῃ ὁ ἕνας νὰ πληρώσῃ τοὺς ἐργάτας του, ὁ ἄλλος, ὁ ὁποῖος μετέτρεψεν εἰς ξένον συνάλλαγμα τὰ χρήματά του θὰ θελήσῃ νὰ συνεχίσῃ τὰς ἐργασίας του καὶ θὰ μεταβῇ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ θὰ ζητήσῃ νὰ μετατρέψῃ τὸ ξένον συνάλλαγμα, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἐζήτησεν, εἰς Ἑλληνικὸν συνάλλαγμα καὶ τοιουτοτρόπως ἡ νομισματικὴ σταθερότης δὲν διαταράσσεται καθολοκληρίαν. Ἂν δὲν ἐτίθετο ἡ ἀσφαλιστικὴ αὐτὴ δικλεὶς εἰς τὸ σχέδιον τῆς σταθερότητος, τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦτο, ὅτι θὰ ἐπανηρχόμεθα εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ τὴν οἰκονομικὴν καταστροφήν. Δὲν εἶναι ἔνδειξις δυσπιστίας. Εἶναι πρόνοια ἐπιβαλλομένη. Τὸ ἐναντίον θὰ ἦτο ἀπρονοησία ἐγκληματική. Εἰλικρινῶς, Κύριοι, θέλω νὰ μάθω, ὑπάρχει τίποτε τὸ κενόν, εἰς ὅλον αὐτὸ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον προτείνομεν; Ἀναντιρρήτως, ὄχι. Ὑπάρχει ἡ δυσπιστία, ἡ ὁποία ζητεῖ νὰ τὴν παρακολουθήσωμεν καὶ νὰ εἴπωμεν: Ἀφήσατε τὸ νόμισμα ἀκόμη καὶ βλέπομεν. Ἄν αὔριον, ὅπως σήμερον, δὲν ἔχει ρίζας καὶ ἔλθη μία πνοὴ καὶ τὸ παρασύρῃ, θὰ καθίσωμεν, δὲν ἠξεύρω πόσα ἔτη διὰ νὰ εὕρωμεν μίαν βάσιν, νὰ δημιουργήσωμεν μίαν βάσιν σταθεροποιήσεως. Ἀλλ’ αὐτά, Κύριοι, δημιουργοῦσι καταστροφὰς διὰ τὴν κοινωνίαν. Ἐπειγόμεθα μάλιστα, Κύριε Ἡγέτα τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος διότι γνωρίζομεν, ὅτι ὅσον ταχύτερον ἐνεργήσωμεν ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, τόσον προφυλάσσωμεν ὄχι ἀπὸ φανταστικούς, ἀλλ’ ἀπὸ πραγματικοὺς κινδύνους τὸν τόπον. Ἐπειγόμεθα πράγματι μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν θέλομεν στηρίξει τὸ ὅλον ἔργον καὶ θὰ δημοσιευθῇ τὸ διάταγμα τῆς σταθεροποιήσεως, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ περίστασις ἀναβολῆς, ἡ ὁποία νὰ θέσῃ τὸ ὅλον ἐν κινδύνῳ. Ἐπειγόμεθα καὶ ἔχει καθῆκον ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία καὶ ὁ τόπος νὰ μᾶς βοηθήσῃ νὰ φέρωμεν εἰς πέρας τὸ ἔργον, διότι αὐτὸ θὰ ἀποτελέσῃ τὴν βάσιν τῆς οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως καὶ δι’ αὐτὸ ἐπειγόμεθα. Ἐπιμένομεν, ὄχι μετὰ πείσματος, ἀλλὰ μετὰ θέρμης, τὴν ὁποίαν ἐμπνέει ἡ γνῶσις τοῦ ζητήματος, ἐπιθυμοῦντες, ὅπως τὸ ταχύτερον κάμωμεν τὴν νομισματικὴν σταθεροποίησιν, ἀποδεχόμενοι ἐξ αὐτῆς καὶ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς οἰκονομικῆς καὶ τῆς κοινωνικῆς γαλήνης διὰ τὴν χώραν. (Χειροκροτήματα).
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δεμερτζῆς.
§170Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἀντιλαμβάνομαι, κύριοι, τὸν κάματον τῆς Βουλῆς ἐπὶ τέσσαρας ἤδη ἡμέρας παρακολουθούσης μετὰ τόσης προσοχῆς τὴν διεξαγομένην συζήτησιν, καὶ διὰ τοῦτο θὰ προσπαθήσω νὰ εἶμαι συντομώτατος. Ἐάν, παρὰ τὴν διεξαχθεῖσαν πάλην μεταξὺ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, λαμβάνω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος, πράττω τοῦτο, οὐχὶ διὰ νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς τόσον διονυχισθείσας λεπτομερείας, διότι γνωρίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἀρκετὰ ἤδη κουρασμένη, ἀλλ’ ἐθεώρησα καθῆκον μου, νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν ἀντίληψίν μου καὶ νὰ δικαιολογήσω διατὶ εἶμαι ἐναντίον τῶν προτεινομένων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως μέτρων. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀντικείμενον συζητήσεως, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ ἐξυγίανσις, τὸ κύριον τμῆμα αὐτῆς, ἡ ἐξυγίανσις τοῦ νομίσματος, ἀποτελεῖ εὐεργέτημα διὰ κάθε Ἔθνος, θὰ ἤμην δὲ ὁ τελευταῖος, ὁ ὁποῖος θὰ ὑπεστήριζα ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ σταθεροποίησις, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤμην πραγματικῶς πεπεισμένος, ὅτι ἡ σταθεροποίησις αὕτη δύναται πραγματικῶς νὰ λάβῃ χώραν σήμερον. Ὄχι, διότι νομίζω ὅτι θὰ κατεστρέφετο ὁ τόπος ἂν ἐγίνετο σήμερον ἡ σταθεροποίησις, ἀλλὰ διότι ἔχω τῆς γνώμην, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ προβῶμεν εἰς ταύτην, ἀφοῦ εἶναι πιθανώτατον ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ ἐν εὐθετωτέρῳ χρόνῳ, μὲ πλήρη ἐνεργητικὰ διὰ τὸν τόπον ἀποτελέσματα. Δὲν νομίζω, κύριοι, ὅτι διὰ τοῦ τμήματος τοῦ δανείου τῶν 3 ἑκατομμυρίων λιρῶν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἐξυγίανσις τῆς δημοσιονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως. Νομίζω ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι ἀνεπαρκέστατον, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν ἐξυγιάνσεως. Οἱ ἐμπειροτέχναι τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν διὰ τῆς ἐκθέσεως αὐτῶν ἀναβιβάζουσι τὸ κυμαινόμενον χρέος εἰς 900 περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνεβίβασεν αὐτὸ ἐν τῇ τελευταίᾳ αὐτοῦ ἀγορεύσει εἰς 750.000.000 δρχμ. Μέχρι προχθὲς μετὰ τὴν πρώτην συζήτησιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἦτο ἐντελῶς κάτοχος τοῦ ζητήματος, ποῖον θὰ ἦτο τὸ κυμαινόμενον τῆς Ἑλλάδος χρέος, ποῖον θὰ ἦτο τὸ ἔλλειμμα. Ὅταν δὲ μετὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, ἠρωτᾶτο πόθεν θὰ πληρωθοῦν αἱ λοιπαὶ ἀπαιτήσεις, αἱ μὴ προνομιακαί, ἀπήντα ὅτι αἱ ἀπαιτήσεις αὗται θὰ πληρωθῶσιν ἐξ ἐκείνων τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ἀπομένωσι μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἑκάστης χρήσεως. Μόλις τὴν ἐπιοῦσαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξέθεσεν, ὅτι παραμένει ἔλλειμμα μόνον 475 ἑκατομμυρίων, διότι ὁ λογαριασμὸς τῶν παθητικῶν καὶ ἐνεργητικῶν ὑπολοίπων, ἀφαιρουμένου τοῦ πλεονάσματος τῆς χρήσεως 1926–1927 ἐκ 500 τόσων ἑκατομμυρίων ἐκ τοῦ παθητικοῦ τοῦ ἑτέρου λογαριασμοῦ τῶν ἐνεργητικῶν καὶ παθητικῶν ὑπολοίπων, ἀποφέρει μόνον ἔλλειμμα 475 ἑκατομμυρίων. Ἑπομένως ὁ κ. Ὑπουργὸς των Οἰκονομικῶν ἠρνήθη τὴν ἐπιοῦσαν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξεν τὴν προηγουμένην.
§171Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζω, ὅτι τοῦτο τὸ ἐξήγησα σαφῶς ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς. Εἶπον δηλαδὴ ὅτι τὸ ὅλον κυμαινόμενον χρέος—διότι ὁ κ. Ἀγγελόπουλος ἠσχολεῖτο πάντοτε ν’ ἀναβιβάσῃ τοῦτο εἰς πολὺ μεγαλύτερον ποσόν—καθορίζεται διὰ μιᾶς σειρᾶς πληρωμῶν, πρῶτον ἐξ ὑποχρεωτικῶν τινων κονδυλίων τὰ δὲ ἄλλα θὰ πληρωθοῦν ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουν διαθέσιμα ἐκ τῶν 3.000.000 λιρῶν. Οἱ λογαριασμοὶ τῶν τρίτων θὰ κανονισθοῦν ἐκ τῆς κινήσεως τῶν κεφαλαίων.
§172Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Νομίζω ὅτι δὲν εἴπετε αὐτό. Εἴπετε ὅτι τὰ ὑπόλοιπα θὰ ἐξοφληθοῦν ἐκ τῶν πλεονασμάτων τῶν προϋπολογισμῶν τῶν μελλουσῶν χρήσεων.
§173Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Οὐδέποτε εἶπον τοιοῦτον τι.
§174Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Ἀπὸ τὰ ταχυδρομικὰ Ταμιευτήρια.
§175Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Αὐτὰ εἶναι διὰ τοὺς λογαριασμοὺς τῶν τρίτων. Δὲν γνωρίζω νὰ εἶπον ἄλλο τι, καὶ ἀσφαλῶς θὰ πρόκειται περὶ καθαρᾶς παρεξηγήσεως.
§176Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Τὸ γεγονός, ὅτι εἰς μὲν τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ἐμπειρογνωμόνων ἡ ἁρμοδία ἡμῶν ὑπηρεσία ἔδωκεν ὡς κυμαινόμενον χρέος 900 ὅλα ἑκατομμύρια δραχμῶν, εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς 750.000.000 καὶ σήμερον δίδει μόνον 475.000.000 χρέος, τοῦτο καθιστᾷ ἐντελῶς ἀναξιόπιστον τὴν λογιστικὴν ἡμῶν ὑπηρεσίαν, εἶναι δὲ δυνατὸν ν’ ἀποδειχθῇ καὶ ἀντιθέτως τὸ πρᾶγμα. Ἐὰν ὀρθῶς ἔδωκεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὸ ποσὸν τῶν 750.000.000 ἑκατομμυρίων ὡς κυμαινόμενον χρέος καὶ ἐὰν τὸ χρέος τοῦτο ἐμειώθη μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 475.000.000 δραχ. καὶ πρέπει νὰ εἶναι ἀποδεδειγμένον ὅτι κατὰ τοὺς δύο τούτους μῆνας εἰσεπράξαμεν 300.000.000 δραχμῶν εἰς τὸν λογαριασμὸν τῶν ἐνεργητικῶν ὑπολοίπων καὶ ὅτι οὐδεμία ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης μέχρι σήμερον ἐγένετο δαπάνη εἰς τὸν λογαριασμὸν τῶν παθητικῶν ὑπολοίπων.
§177Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶναι ἔτσι.
§178Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἔτσι πρέπει νὰ εἶναι.
§179Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὁ λογαριασμὸς ὁ πρῶτος γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἰσολογισμοῦ τῆς 31 Μαρτίου.
§180Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Δὲν ἔχετε δίκαιον. Εἶναι τόσον λογικὸν τὸ πρᾶγμα. Ἐφόσον τὸ Λογιστήριον σᾶς ἔδωκε 750.000.000 τότε, σήμερον σᾶς δίδει 475.000.000, εἶναι ἀπολύτως ἐπιβεβλημένον τὰ 300.000.000 αὐτὰ νὰ ἔχουν εἰσπραχθῇ κατὰ τὸ δίμηνον τοῦτο διάστημα ἐκ τῶν ἐνεργητικῶν ὑπολοίπων, καὶ νὰ μὴ ἔχῃ γίνῃ καμμία ἐν τῷ μεταξὺ δαπάνη εἰς βάρος τῶν παθητικῶν ὑπολοίπων.
§181Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὑποθέσατε ὅτι τὸ ἔλλειμμα τῆς προσωρινῆς χρήσεως τοῦ 1926–27 ἔχει ὑπολογισθῆ ἐπὶ τῇ βάσει των προσωρινῶν λογαριασμῶν καὶ εἶναι ἔλλειμμα χιλίων πεντακοσίων ἑκατομμυρίων. Καὶ ἔρχεται ὁ ἰσολογισμὸς καὶ τὶ ἀποδεικνύει; Ὀλιγώτερον.
§182Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ὅταν σᾶς εἶπε τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ποῖον εἶναι τὸ ἔλλειμμα, πρέπει νὰ ἔχῃ κάμει ὅλους του τοὺς λογαριασμούς. Οἱ ἐκκαθαρισθέντες λογαριασμοὶ ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου μέχρι σήμερον ἔπρεπε ἀποδεικνύουν τοῦτο, ὅτι εἰσεπράχθησαν 800.000.000 περισσότερα ἐκ τῶν ἐνεργητικῶν ὑπολοίπων καὶ ὅτι οὐδεμία δαπάνη ἐγένετο εἰς βάρος τῶν παθητικῶν ὑπολοίπων. Δι’ ὅσων λέγω, θέλω ν’ ἀποδείξω πλήρως τὴν μὴ ἀπόδειξιν περὶ μὴ ὑπάρξεως ἐλλείμματος, τὴν ὁποίαν φέρει ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Νομίζω ὅτι ἡ ὑπηρεσία δὲν ἔδωκε τότε τὰς ὀρθὰς ἐκδοχὰς εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἐμπειρογνωμόνων καὶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ σήμερον τὰ δίδει διὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἑπομένως δι’ ἐμὲ δὲν εἶναι κανονισμένον, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι δὲν θ’ ἀπομείνῃ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον δέον νὰ ἐξοφληθῇ ἅμα τῇ σταθεροποιήσει καὶ δὲν θὰ εἶναι τὸ ἔλλειμμα τῆς χρήσεως 1926–27, ἀλλὰ θὰ εἶναι τὸ ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1927 μέχρι 1928, διότι καθ’ ἣν ἐποχὴν θὰ γίνῃ ἡ σταθεροποίησις ὁ ἐφετεινὸς προϋπολογισμὸς θὰ ἀνήκῃ καὶ αὐτὸς εἰς τὸ παρελθὸν μὲ ὅλον τὸ βάρος τὸ ὁποῖον θὰ καταλείπῃ. Καὶ ἐρωτῶ τὴν Βουλήν: ἐπείσθη ὅτι τῷ ὄντι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1926 μέχρι τοῦ 1927 θέλει ἔλθει ἐν ἰσοζυγίῳ; Νομίζω ὅτι πολὺ ὀλίγοι εἶναι οἱ περὶ τούτου πεπεισμένοι. Λαμβάνω, χωρὶς νὰ κρίνω τὴν στιγμὴν ταύτην, λαμβάνω τὰ δεδομένα, τὰ ὁποῖα φέρει εἰς τὴν Βουλὴν ὁ προϋπολογισμός, ἐκ τῶν δαπανῶν τὰς ὁποίας προέβλεψεν ὁ ὑποβληθεὶς προϋπολογισμός. Αἱ δαπάναι αὐταὶ ὅλαι θὰ γίνουν, θὰ γίνουν δὲ ἐπὶ πλέον καὶ ἕτεραι δαπάναι περὶ τῶν ὁποίων δὲν προέβλεψεν ὁ προϋπολογισμὸς ἢ μᾶλλον τὰς ὁποίας περιέκοψεν ὁ προϋπολογισμὸς ἐκ τῶν προηγουμένων, τῶν παρελθουσῶν χρήσεων. Δὲν ἔχω παρὰ νὰ σᾶς ἀναφέρω τὰς οἰκονομίας τὰς ὁποίας ἔφερεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῶν 170–180 ἑκατομμυρίων τῶν θυμάτων τοῦ πολέμου. Ἐκ τῶν οἰκονομιῶν τούτων οὐδὲ ὀβολὸς ἐπραγματοποιήθη, διότι αἱ συντάξεις τῶν θυμάτων τοῦ πολέμου καταβάλλονται, καὶ καλῶς καταβάλλονται, μέχρι σήμερον. Οὐδεμία δὲ πρόβλεψις εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ μέχρι τῆς λήξεως τοῦ οἰκονομικοῦ τούτου ἔτους, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνορθωθῶσιν αἱ συντάξεις τοῦ πολέμου, ἔστω καὶ ν’ ἀποκοποῦν οἱ περιττῶς δηλωμένοι, ὥστε θὰ ἔχωμεν ἀσφαλῆ ὑπέρβασιν τῶν νόμων κατὰ 15.000.000 δραχμῶν. Ἀλλὰ πλὴν τούτου, Κύριοι, εἶναι παγκοίνως γνωστὸν ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἰδίως τῶν Στρατιωτικῶν, αἱ προβλεθεῖσαι δαπάναι ἦσαν πολὺ στεναὶ καὶ ὅτι ἤδη ἤρχισαν νὰ ζητῶνται εἰς βάρος τοῦ ποσοῦ τῶν 350.000.000 ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις. Εἶναι ὀλίγα ταῦτα, ἵνα εἴπωμεν ὅτι ἐκ τοῦ ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ θὰ ἔχωμεν ὑπέρβασιν δαπανῶν περὶ τὰ 200–250 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Τοῦτο θεωρῶ ἀναμφισβήτητον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κύριοι Βουλευταί, δυστυχῶς ἡ εἰκὼν τῶν δημοσίων ἡμῶν ἐσόδων κατὰ τὴν τρέχουσαν χρῆσιν εἶναι ἀποκαρδιωτική, ἰδίως ἡ εἰκὼν τῶν ἐσόδων ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων εἶναι ἐξόχως κακή. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν χρῆσιν, καίτοι κατεβλήθησαν προσπάθειαι ὅπως ἡ βεβαίωσις καὶ ἡ εἴσπραξις τῶν ἀμέσων φόρων γίνῃ κατὰ τὸν ταχύτερον καὶ προσφορώτερον τρόπον, κατὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν τῆς χρήσεως ταύτης ἔχομεν ἐλαφρὰν μὲν καθυστέρησιν εἰς τὴν βεβαίωσιν, σπουδαιοτάτην ὅμως καθυστέρησιν εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν ἀμέσων φόρων. Τὸ τοιοῦτον εἶναι εὔλογον λόγῳ τῆς μεγάλης οἰκονομικῆς καχεξίας. Ἐὰν δὲ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, κ. Βουλευταί, ὅτι προεβλέφθησαν ἔσοδα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ τρέχοντος ἔτους ἐπὶ τῇ βάσει νόμων οὐδόλως ψηφισθέντων μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, ὅτι προεβλέφθησαν τοιαῦτα ἔσοδα τοὐλάχιστον 150.000.000, οἱ δὲ σχετικοὶ νόμοι οὔτε κἂν ἦλθον πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι εὔλογον νὰ δεχθῆτε ὅτι ἐκ τοῦ λόγου τούτου θὰ ἐπέλθῃ μεγάλη καθυστέρησις τῶν δημοσίων ἐσόδων, ὑπολογίζω κατὰ τοὺς μετριωτέρους ὑπολογισμούς, διὰ νὰ μὴ εἶμαι ὑπερβολικός, μετὰ τὴν μετάθεσιν τῶν βαρῶν τῶν γενομένην κατὰ παράδοξον τρόπον τῶν βαρῶν τῆς ἐγγείου παραγωγῆς εἰς τοὺς καταναλωτὰς τῶν πόλεων διὰ τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ σίτου, μετὰ τὴν τοιαύτην μετάθεσιν τῶν βαρῶν καὶ τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ κονδυλίου τῶν ἀμέσων φόρων ἐκ τοῦ ποσοῦ 180.000.000, παραμένοντος τοῦ 3% τῆς δεκάτης, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἀμέσων φόρων ὑπολογίζω ὅτι οἱ ἄμεσοι φόροι εἶναι ἀπίθανον, κατὰ τὴν γνώμην μου, νὰ ἀποδώσωσι περὶ τὰ 800 ἑκατομμύρια ἀπέναντι περυσινῆς πολὺ μεγαλειτέρας ἀποδόσεως. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν ὅτι διατρέχομεν τὸν ὄγδοον μῆνα τῆς χρήσεως καὶ ὅτι κατὰ τὸν τρέχοντα τοῦτον μῆνα κατὰ πολὺ ὑπελείφθη ἡ εἴσπραξις τῶν ἀμέσων φόρων ἐκ τοῦ ἀντιστοίχου μηνὸς τῶν ἀμέσων φόρων. Ὑπολογίζω τοιουτοτρόπως ὅτι θὰ ἔχωμεν μίαν ἔκπτωσιν ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων τοὐλάχιστον περὶ τὰ 700 ἑκατομμύρια, ἀντιθέτως, λόγῳ τῆς μεταθέσεως τῶν βαρῶν ἐκ τῆς ἐγγείου παραγωγῆς εἰς τοὺς καταναλωτὰς τῶν πόλεων τῆς γενομένης κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν πρὸς ἐξοικονόμησιν τῶν περιστάσεων, προβλέπω μίαν αὔξησιν τῶν ἀμέσων φόρων κατὰ 400 ἑκατομμύρια. Ἑπομένως δὲν βλέπω διατὶ θὰ εἰσπράξωμεν περὶ τὰ 800 ἑκατομμύρια ἐκ τῶν προβλεπομένων. Ταῦτα δὲ προστιθέμενα εἰς τὴν ὑπέρβασιν τῆς δαπάνης κατὰ 200.000.000 θὰ δώσουν ἓν ἔλλειμμα τοὐλάχιστον 500– 600 ἑκατομμυρίων καὶ τοῦτο εἶναι κατὰ τὴν γνώμην μου τὸ μετριώτερον πιθανῶς ἔλλειμμα. Ἀλλὰ διὰ τὴν σταθεροποίησιν, κ. Βουλευταί, πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ χρόνου κατὰ τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ γίνῃ ἡ σταθεροποίησις, ἐὰν γίνῃ ἡ σταθεροποίησις, διότι ὅσον καὶ ἂν ἔχῃ δίκαιον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐπὶ τούτου συμφωνῶ ὅτι δὲν δύναται μετὰ μαθηματικῆς ἀκριβείας νὰ εἶναι ἰσοσκελὴς ὁ προϋπολογισμός, δὲν εἶναι διόλου ἀπαραίτητον τοῦτο διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἡ σταθεροποίησις τοῦ νομίσματος, ἄλλο τόσον ἐξ ἄλλου εἶναι ἀπολύτως βέβαιον, ὅτι καθ’ ὃν χρόνον γίνεται ἡ σταθεροποίησις τοῦ νομίσματος, δὲν πρέπει τὸ ἔλλειμμα καὶ ἐν γένει αἱ ὑποχρεώσεις δὲν πρέπει νὰ βαρύνωσι τὸ παρελθὸν καὶ τὸ παρόν, δὲν πρέπει νὰ εἶναι τόσον πολλαὶ ὅσαι εἶναι ἀδύνατον νὰ καλυφθῶσιν ἐκ τῆς εἰσπράξεως ταύτης τῶν ἐσόδων περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ ἔλλειμμα, Κύριοι, κατὰ τὴν χρῆσιν 1928–1929 εἶναι ἀδύνατον ἄνευ ἐπιβολῆς νέων φόρων ἢ ἄνευ τεραστίας ἀναπτύξεως τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, εἶναι ἀδύνατον, λέγω, νὰ εἶναι ὀλιγώτερον τοῦ ἑνὸς δισεκατομμυρίου δραχμῶν, διότι θὰ ἐπαναληφθῇ τὸ ἔλλειμμα τὸ ὁποῖον θὰ παρουσιασθῇ κατὰ τὴν τρέχουσαν χρῆσιν. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς μὴ κηρυχθείσας ὡς ἐκκαθαριστέας ἀπαιτήσεις τὰς ἀνερχομένας εἰς 300.000.000 δρχ. αἱ ὁποῖαι βαρύνουσι εἰς τὴν ὅλην οἰκονομικὴν καὶ δημοσιονομικὴν κατάστασιν τῆς Ἑλλάδος, καίτοι δὲν εἶναι ἀμέσως ἀπαιτηταί, ἐὰν λάβωμεν ταύτας ὑπ’ ὄψιν, θὰ ἔχωμεν, ἐὰν γίνῃ ἡ σταθεροποίησις, νὰ ἀντιμετωπίσωμεν ἓν ἔλλειμμα ἑνὸς δισεκατομμυρίου δραχμῶν. Ὑπὸ τοιαύτας δὲ περιπτώσεις ἐρωτῶ, Κύριοι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀμέσως ἡ σταθεροποίησις τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν νομίσματος, ἄνευ ἐκκαθαρίσεως τῶν ἐλλειμμάτων ὅλης αὐτῆς τῆς περιόδου; Νομίζω ὅτι θὰ ἦτο τολμηρὸν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν σταθεροποίησιν, ὄχι μόνον διότι ἐλλείπει ἡ προϋπόθεσις τῆς κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον ἐξυγιάνσεως ἡμῶν οἰκονομικῶς, ἀλλὰ διότι ἐλλείπουσι καὶ ἄλλαι σπουδαιόταται προϋποθέσεις. Εἶμαι σύμφωνος μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ προϋπόθεσις τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ λογαριασμοῦ τῶν ἐλλειμμάτων, ὅτι ἡ προϋπόθεσις αὕτη δὲν εἶναι ἀναπόφευκτος, ὄχι μόνον διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ γνωρίζῃ τις τὴν χρονικὴν στιγμὴν τῆς ὑπάρξεως τοῦ τοιούτου ἰσοζυγίου, ἀλλὰ διότι εἶναι ἐπίσης κατὰ τὴν γνώμην μου ἀπολύτως βέβαιον, ὅτι ἀκριβῶς ἡ σταθεροποίησις τοῦ νομίσματος, ἐφόσον ἤθελεν εἶναι δυνατή, εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ αἰτία τῆς ἐπιτεύξεως τοῦ τοιούτου ἰσοζυγίου τῶν πληρωμῶν. Καὶ ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ εὑρίσκομαι ἀπολύτως σύμφωνος μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὑπῆρξαν καὶ ἄλλαι τινὲς προϋποθέσεις, τὰς ὁποίας ἠθελήσαμεν νὰ ἀγνοήσωμεν ἐν ὅλῃ αὐτῶν τῇ ἐκτάσει κατὰ τὰς γενομένας συζητήσεις. Ἡ πρώτη προϋπόθεσις εἶναι ἡ σταθερότης τῆς πολιτικῆς καταστάσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἰδίως κατὰ τὴν σημερινὴν ἀγόρευσίν του, ἐτόνισεν σαφῶς, ὅτι ἡ νομισματικὴ ἐξυγίανσις θὰ ἐπιφέρῃ κατ’ ἀνάγκην καὶ τὴν πολιτικὴν ὁμαλότητα. Ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι μόνον ἡ πολιτικὴ ὁμαλότης, ἐξασφαλιζομένη, εἶναι δυνατὸν νὰ φέρῃ πρὸς τὴν ἀσφαλῆ σταθεροποίησιν. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ ἐπὶ πλέον: Ἔχει τις ἐξ ὑμῶν τὴν ἰδέαν ὅτι εὑρισκόμεθα ἐν ὁμαλῇ πολιτικῇ καταστάσει, δυναμένῃ νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν τοιαύτην σταθεροποίησιν; Χθὲς ἀκόμη ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐτόνισε τὸ μελαγχολικὸν ἐκεῖνο, ὅτι καταλειπούσης τὴν ἀρχὴν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, δὲν νομίζει ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ διαδεχθῇ αὐτὴν μὲ τὴν σημερινὴν κατάστασιν. Ἀλλ’ ὅταν ὁ ἀρχηγὸς τοῦ πλειονοψηφοῦντος ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει κόμματος τοιαύτην ἔχει γνώμην ἐπὶ τῆς πολιτικῆς καταστάσεως, δὲν ἔχω τίποτε ἄλλο πλέον νὰ προσθέσω. Κύριοι, ἡ ἐσωτερικὴ κατάστασις εἶναι ἀπολύτως δυσχερής. Εἴμεθα ἐν τῷ κοινοβουλίῳ καὶ βλέπωμεν τὰ πράγματα μόνον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, ἀποξενούμενοι τρόπον τινὰ τῆς κοινῆς γνώμης καὶ νομίζομεν ὅτι διὰ τοῦ Κοινοβουλίου δημιουργοῦμεν ἡμεῖς τὴν κοινὴν γνώμην, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀπολύτως ἐσφαλμένον. Ἡ πολιτικὴ ἀστάθεια καὶ ἡ κοινωνικὴ ἀστάθεια, ἡ ἐκ τῶν λόγων τούτων προκληθεῖσα στενοχωρία, τὴν ὁποίαν δύναμαι νὰ εἴπω πεῖναν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἔχει φθάσει εἰς ἕν σημεῖον τοιοῦτον, ὥστε πανταχόθεν ἀκούονται προμηνύματα μεγάλης ἐσωτερικῆς καταστροφῆς. Ἐφόσον ἡ κατάστασις παρουσιάζεται τοιαύτη, εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τὴν προϋπόθεσιν τῆς πολιτικῆς ὁμαλότητος, καὶ εἶναι δυνατὸν ἡ σταθεροποίησις τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θέλει ταχεῖαν, διὰ νὰ φέρῃ τὸν τόπον εἰς τὴν πολιτικὴν ὁμαλότητα, εἶναι δυνατὸν ἡ σταθεροποίησις τοῦ νομίσματος νὰ φέρῃ εἰς τὴν ὁμαλότητα, ὥστε νὰ ἐξαλειφθῇ πᾶς κίνδυνος πολιτικῆς ἀνωμαλίας εἰς τὸ μέλλον; Ἐγὼ δὲ βλέπω τοῦτο. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, ὑπάρχει καὶ ἕτερον στοιχεῖον τὸ ὁποῖον παρεβλέψαμεν, τὸ ὁποῖον ἔφερεν τὸν τόπον εἰς τὴν πολιτικὴν ἐξέλιξιν. Ὑπάρχει ἐπίσης καὶ μία κοινωνικὴ ἀνωμαλία, κοινωνικὴ ἀνωμαλία, ἡ ὁποία προεκλήθη ἕνεκα τῶν τελευταίων περιπετειῶν τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὸν πόλεμον καὶ μετά, δὲν εἶνοι δὲ δυνατὸν παρὰ ἡ κοινωνικὴ αὐτὴ ἀνωμαλία νὰ ἐπιδρᾷ σπουδαιότατα ἐπὶ τῆς ὅλης ἐσωτερικῆς καταστάσεως. Νομίζετε ὅτι διὰ τῆς σταθεροποιήσεως τοῦ νομίσματος εἶναι δυνατὸν νὰ παρακάμψωμεν τὴν κοινωνικὴν ταύτην ἀνωμαλίαν; Κύριοι, διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἐξέθεσα, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι εὔθετος ἡ στιγμὴ τῆς σταθεροποιήσεως τοῦ νομίσματος. Ἀλλὰ ἐὰν νομίζετε ὅτι εἶναι εὔθετος ἡ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν φρονεῖ ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἡ σταθεροποίησις, ἐλλείπει ὅμως ἡ προϋπόθεσις τῆς ἐκκαθαρίσεως τῆς ἐσωτερικῆς ἡμῶν καταστάσεως, μὴ ἐπιχειρήσετε τὴν σταθεροποίησιν δι’ ἐξοφλήσεως ὅλων τῶν ὑποχρεώσεων τῆς Ἑλλάδος διὰ 3.000.000 λιρῶν, μὴ ἐπιχειρήσετε τὴν σταθεροποίησιν διὰ 3.000.000 λιρῶν, διὰ νὰ ἀντιμετωπίσετε τὰ πιθανὰ μεγάλα ἐλλείμματα τοῦ προσεχοῦς μέλλοντος. Ἐὰν θέλετε νὰ προβῆτε εἰς τὴν κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ἀνώμαλον ταύτην ἐπιχείρησιν τῆς σταθεροποιήσεως, φροντίσατε νὰ ἐφοδιασθῆτε διὰ τοσούτων χρημάτων, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν πράγματι νὰ ἐκκαθαρίσητε τὴν ὅλην δημοσιονομικὴν κατάστασιν καὶ νὰ ἐξομαλύνετε τὰς δυσχερείας ἐκ τοῦ ἐλλείμματος δι’ ὅλην τὴν ἀναγκαιοῦσαν περίοδον. Δὲν ἐπιτρέπει, κύριοι, ἡ στιγμὴ ὅπως ἐπεκταθῶ περισσότερον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Βεβαιωθῆτε ὅτι ἔχω τὴν διάθεσιν νὰ ὑποστηρίξω ὅ,τι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποβῇ ὑπὲρ τοῦ καλοῦ τοῦ Ἔθνους. Σταθμίσατε ὅμως τὰ πράγματα καλῶς καὶ μὴ προβῆτε βεβιασμένως εἰς τὴν λῆψιν μέτρων, διότι τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποβοῦν εὐεργετικά, ἐὰν ληφθοῦν ἀνωμάλως, ἐὰν ληφθοῦν ταχέως, ἄνευ μελέτης καὶ ἐξομαλύνσεως ὅλων τῶν ζητημάτων τοῦ Δημοσίου Ταμείου, δι’ ὅλην τὴν περίοδον ἡ ὁποία εἶναι ἀναγκαία, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει καὶ ἡ σταθεροποίησις καὶ ὅλον τὸ σχέδιον τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἀποβῇ καὶ τοῦτο ἕν τῶν αἰτίων τῆς πολιτικῆς ἡμῶν ἀνωμαλίας. (χειροκροτήματα).
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μητσοτάκης ἔχει τὸν λόγον.
§184ΑΡ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Δὲν ἤθελον νὰ λάβω τὸν λόγον εἰς τοιαύτην ὥραν, κατόπιν τῆς τριημέρου συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος, καὶ κατόπιν ἐπικλήσεως τοῦ παρελθόντος, ἐπικλήσεως, τῆς ὁποίας τὸν ὑπεύθυνον δὲν θὰ ἐπιζητήσω νὰ ἀνεύρω, ἐπικλήσεως, ἥτις ἀσφαλῶς παρεκίνησε μίαν πτέρυγα ἐναντίον τῆς ἄλλης διὰ τοῦ φανατισμοῦ καὶ τῶν προλήψεων. Καὶ ἂν δὲν ἐπρόκειτο περὶ ζητήματος σπουδαιοτάτου, ἀσφαλῶς δὲν θὰ ἐτόλμων νὰ καταπονήσω καὶ ἐγὼ τὴν Βουλήν. Οὐδεὶς ἀρνεῖται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ὡς προελθοῦσα ἐκ τῶν ἐκλογῶν τῆς 7 Νοεμβρίου, εἶχε ν’ ἀντιμετωπίσῃ προβλήματα πολλά, μεταξὺ τῶν ὁποίων πρωτίστην κατέχει θέσιν τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα. Δεκαετὴς πολεμικὴ περίοδος, συνοδευομένη μὲ ἐσωτερικὰς ἀνωμαλίας, ἐπέφερεν ἀνωμαλίας ἐν τῷ οἰκονομικῷ ἐπιπέδῳ, αἵτινες ἀνέκοψαν τὴν οἰκονομικὴν πρόοδον τῆς Χώρας, καὶ ἦτο φυσικὸν νὰ καταστῇ τὸ οἰκονομικὸν πρόβλημα δύσλυτον. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἡ προσπάθεια τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ἀποφασίσαντος ν’ ἀναλάβῃ τὸ βαρὺ ἔργον τῆς οἰκονομικῆς ἀναδιοργανώσεως καὶ ἂν τὸ ἔργον τοῦτο ὑπερέβαινε τὰς δυνάμεις του, ἀναμφισβητήτως εἶναι ἀξία πάσης ἐξάρσεως, διότι ἡ προσπάθεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν θὰ συνωδεύετο διὰ βαρυτάτων φορολογιῶν, ἡ δὲ ἐπιβολὴ φορολογίας ἦτο φυσικὸν νὰ προκαλέσῃ τὴν λαϊκὴν δυσφορίαν καὶ νὰ καταστήσῃ τὸ πρόσωπον τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ ἀντιδημοτικόν, διότι ἡ λαϊκὴ συνείδησις, ὡς κρίνουσα κατ’ ἐπιφάνειαν, δὲν δύναται νὰ κατανοήσῃ εὐκόλως, ὅτι ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εὐθύνεται διὰ τὴν ἐπιβολὴν φορολογιῶν, ὑπεύθυνα, φέροντα τὴν αὐτὴν εὐθύνην, εἶναι καὶ τὰ λοιπὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐν τῇ Οἰκουμενικῇ Κυβερνήσει ἐπεκράτησεν ἀντίθετος ἄποψις καὶ πολλάκις εὑρέθημεν πρὸ τοῦ φαινομένου, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ λαϊκὴ ἐντύπωσις ἐμφανίζεται κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ σχηματίζῃ τις τὴν ἀντίληψιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διαιρεῖται εἰς τόσας ὑποκυβερνήσεις, ὅσοι εἶναι οἱ διάφοροι ὑπουργοί, ἢ τοὐλάχιστον οἱ μετέχοντες εἰς αὐτὴν πολιτικοὶ ἀρχηγοί. Ἀλλ’ ἡ ἀντίληψις αὕτη δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ διαιρέσῃ τὴν ἔννοιαν τοῦ πολιτεύματος περὶ ἀλληλεγγύης καὶ συνυπευθύνου τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τοῦτο δὲν δύναμαι ν’ ἀποκρύψω τὴν ἀπορίαν μου, πῶς ὁ ἡγέτης τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος καὶ πολλὰ μέλη ἐξ αὐτοῦ ἤσκησαν ἔλεγχον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ προγράμματος αὐτῆς, τὸ ὁποῖον ἐνεκρίθη καὶ ὑπ’ αὐτῶν κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον συμμετέσχον αὐτῆς.
§185Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο.
§186ΑΡ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Τοῦτο ἐνδέχεται νὰ μὴ εἶναι ἀληθὲς διὰ τὸ χρονικὸν διάστημα, τὸ μετὰ τὴν ὑμετέραν ἀποχώρησιν ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τὸ χρονικὸν ὅμως διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἀπετελεῖτε μέρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἴχατε δικαίωμα ν’ ἀσκήσητε ἔλεγχον. Ἡ συζήτησις, κύριοι, τοῦ πρωτοκόλλου τῆς Γενεύης, θὰ ἦτο ἀκόμη εὐδιάκριτος, μετὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι τότε μόνον θὰ εἶναι δυνατὸς ὁ σχηματισμὸς ὀρθοτέρας γνώμης περὶ τῶν φορολογιῶν καὶ τοῦ οἰκονομικοῦ προγράμματος, ἀλλὰ ὡς φαίνεται καὶ ἡ ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ βραδύνῃ ὡς καὶ ἡ ὑποβολὴ αὐτοῦ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, εἶμαι ὑποχρεωμένος ν’ ἀπαντήσω εἰς ὡρισμένα σημεῖα τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἰδίως εἰς τὰ σημεῖα ἐκεῖνα, ὅτι ὁ κατατεθεὶς προϋπολογισμὸς ἐν τῇ Βουλῇ εἶναι πραγματικὸς καὶ οὐδεὶς κίνδυνος ὑπάρχει νὰ εὑρεθῶμεν κατὰ τὸ τέλος τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους 1927–28 ἐνώπιον ἐλλείμματος. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ μέρος τῶν ἐξόδων, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τῆς καταστάσεως, τὴν ὁποίαν προσήγαγεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐπιστοποίησεν, ὅτι κατὰ τὸ ἑξάμηνον διάστημα τοῦ ἐν ἰσχύϊ προϋπολογισμοῦ αἱ δαπάναι δὲν ὑπερέβησαν τὸν προϋπολογισμόν. Ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι ἐκ τῆς καταστάσεως τῆς ὑποβληθείσης παρὰ τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ βεβαιοῦται ὄντως, ὅτι αἱ ἐνταλθεῖσαι δαπάναι δὲν ὑπερβαίνουσι τὰς προϋπολογισθείσας. Ἀλλὰ θὰ εἶχον νὰ παρατηρήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι τὸ σκέλος τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων θὰ ἠδύνατο νὰ περιορισθῇ, ἂν ὄντως αἱ ἐπαγγελίαι περὶ ἐφαρμογῆς οἰκονομιῶν ἐφηρμόζοντο. Εἶπον ἄλλοτε εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν εἰς ἰδιαιτέραν μας συνομιλίαν, ὅτι, ἐφόσον εὑρισκόμεθα πρὸ ἐξαιρετικῶς δυσκόλου οἰκονομικῆς θέσεως, μόνον διὰ ριζικῶν καὶ αἱματηρῶν οἰκονομικῶν μέτρων θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν δυσχερῆ ταύτην κατάστασιν. Καὶ μεταξὺ τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα ἐπρότεινα, ἦτο καὶ τὸ μέτρον τῆς περικοπῆς τῆς μισθοδοσίας καὶ τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων καὶ τῶν ἀξιωματικῶν. Ἀναγνωρίζω καὶ ἐγὼ ὅτι ὁ διδόμενος μισθὸς δὲν ἐπαρκεῖ. Ἀλλ’ ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις ἀντιμετωπίζει τὸ οἰκονομικὸν πρόβλημα, ὑπὸ τόσον δυσχερεῖς περιστάσεις, ἐφόσον ἀξιοῖ παρὰ τοῦ λαοῦ θυσίας αἱματηράς, θὰ ἦτο ὀρθὸν ἡ τάξις τῶν ὑπαλλήλων νὰ παράσχῃ τὸ δεῖγμα τοῦτο τῆς αὐταπαρνήσεως, διότι ἐκ τῆς οἰκονομικῆς ἀναγεννήσεως τῆς Χώρας ἐξαρτᾶται ἡ εὐημερία ὅλων τῶν ἀτόμων. Ἀλλὰ διὰ νὰ δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀξιώσῃ καὶ νὰ ἐπιβάλῃ τοιαύτας θυσίας, θὰ ὤφειλε πρωτίστως νὰ ἐπιδείξῃ τὴν ἰδίαν φειδὼ περὶ τὴν διαχείρισιν τοῦ δημοσίου πλούτου πρὸς ὅλας τὰς κατευθύνσεις, ὄχι νὰ ἀξιοῖ καὶ νὰ ἐπιβάλλῃ περικοπὴν τῆς μισθοδοσίας τῶν ἀξιωματικῶν καθ’ ὃν χρόνον μεταξὺ πάντων τῶν Ὑπουργῶν γεννᾶται ἅμιλλα διορισμοῦ πολλῶν ὑπαλλήλων, χωρὶς ἐν τῇ ἁμίλλῃ ταύτῃ νὰ δύναταί τις νὰ εἴπῃ ποῖος ἐκ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν εἶναι ὁ νικητής. Διὰ νὰ ἔχῃ τὸ ἠθικὸν ἀνάστημα ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀξιώσῃ τοιαύτας θυσίας, θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπιδείξῃ τὴν ἰδίαν φειδὼ πρὸς ὅλας τὰς κατευθύνσεις καὶ ὄχι νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ παροχῆς ἀποζημιώσεως εἰς διευθυντὰς ἐφημερίδων, εἰσάγουσα οὕτω πρωτοφανῆ ἀρχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκ τῆς χώρας ταύτης φυγαδεύεται ἡ εὐθύνη τῶν διαχειριζομένων τὰ δημόσια ἀξιώματα· διότι ἂν ἡ παῦσις τῶν ἐφημερίδων αὐτῶν ὀφείλεται εἰς παράνομον πρᾶξιν τῶν ἀντιπροσωπευόντων τὸ Δημόσιον, βεβαίως, εἰς τοιαύτας στιγμὰς οἰκονομικῆς περισυλλογῆς, οἱ ζημιωθέντες ἢ ἀδικηθέντες ὤφειλον νὰ στραφοῦν κατὰ τῶν ὑπευθύνων καὶ ὄχι τὸ Δημόσιον νὰ ἀποζημιοῖ αὐτούς. Ὑπάρχει ὄχι μόνον νομική, ἀλλὰ καὶ ἠθικὴ ὑποχρέωσις τῆς Κυβερνήσεως, διότι πρέπει τέλος πάντων νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι ἡ εὐθύνη τῶν διαχειριζομένων τὰ δημόσια παρακολουθεῖ πάντοτε αὐτοὺς καὶ ὅτι οὐδεὶς δύναται ἀτιμωρητὶ καὶ ἀνεξελέγκτως νὰ παραβιάζῃ τοὺς νόμους. Ἡ σύναψις, κύριοι, ἐξωτερικοῦ δανείου ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῆς Κ.Τ.Ε. ἀπετέλεσεν, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, βασικὸν ὅρον τοῦ οἰκονομικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἐπεδίωξε τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δανείου, ὄντως δὲ πρὸ ὀλίγου χρόνου ἐπέτυχε τὴν ἔγκρισιν, συνοδευομένην ὅμως ὑπὸ τῆς ἐπιφυλάξεως ἑνὸς ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς, ὅτι ἡ πραγματοποίησις τοῦ δανείου τούτου, καὶ διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων καὶ διὰ τὴν κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τὴν σταθεροποίησιν τοῦ συναλλάγματος, ἀνταποκρίνεται πρὸς πραγματικὰς καὶ ἐπιτακτικὰς ἀνάγκας. Οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις. Ἐξεταστέον ὅμως εἶναι, ἐὰν καὶ κατὰ πόσον ἡ πραγματοποίησις τοῦ δανείου τούτου, γινομένη διὰ θυσιῶν τοιούτων, ὑπερβαίνει τὰ πλεονεκτήματα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζει ἡ πραγματοποίησις τοῦ δανείου τούτου. Ὅτι οἱ περιορισμοὶ οἱ ὑπάρχοντες ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ τῆς Γενεύης ἀποτελοῦν ἔλεγχον εὐρύτατον, οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία. Καὶ ἐπεχείρησε μὲν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ ἀντικρούσῃ τὴν ἄποψιν ταύτην μὲ τὴν δικαιολογίαν ὅτι οἱ περιορισμοὶ οὗτοι καθιεροῦσιν ἀρχὴν περιεχομένην εἰς τὸ οἰκονομικὸν του πρόβλημα, ἀλλ’ ἡ δικαιολογία αὕτη ἀσφαλῶς δὲν δύναται νὰ ἀλλοιώσῃ τὴν σημασίαν τοῦ πράγματος. Δὲν ἔχει τις παρὰ ν’ ἀναγνώσῃ ἐκ τοῦ Γαλλικοῦ κειμένου τὸ σχετικὸν ἄρθρον, διὰ νὰ πεισθῇ περὶ τούτου. Ἡ μετάφρασις ἐν τῷ Ἑλληνικῷ, δὲν ἀποδίδει τὴν πραγματικὴν ἔννοιαν. Τὸ ἄρθρον 5, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν περιορισμοῦ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς τὸ ὅριον τῶν 9.000.000.000 ὁρίζει, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ περιορίσῃ τὸν προϋπολογισμὸν ἐντὸς ἑνὸς ὁρίου. Ὁ περιορισμὸς οὗτος, ὅπως καὶ ὁ περιορισμὸς τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἰσοζυγίου, βεβαίως ἀποτελεῖ ἔλεγχον, οὐδεμία δὲ ἀνάγκη ὑπῆρχεν, ὅπως ἐπιβληθῇ ἔξωθεν, διότι ἠδύνατο νὰ καθιερωθῇ ἡ ἀρχὴ αὕτη νομισματικῶς. Ὁ περιορισμὸς τῆς σταθεροποιήσεως τοῦ συναλλάγματος ἀνταπεκρίνετο ἀσφαλῶς πρὸς ἐπιτακτικὴν ἀνάγκην. Οὐδὲν Κράτος ἐπαρουσίασε τὴν ἀκολασίαν, τὴν ὁποίαν ἐπαρουσίασε τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἐν τῇ διαχειρίσει τοῦ συναλλάγματος. Οὐδεὶς ποτε χαλινὸς ἐτέθη ἐναντίον τῶν πιστωτικῶν ἱδρυμάτων κατὰ τῆς προσπαθείας των χάριν εὐκολίας καὶ μεγάλων κερδῶν. Ἡ δραχμὴ ἀνατιμᾶται καὶ ὑποτιμᾶται οὐχὶ κατὰ τὴν ἐσωτερικὴν αὐτῆς ἀξίαν, ἀλλὰ κατὰ τὰς διαθέσεις τῶν διευθυντῶν. Εἰς τὰ πιστωτικὰ ἱδρύματα δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς περιορισμὸς παρὰ τὸ δῶρον τοῦ κέρδους. Ἐὰν ἀνοίξητε τὸν ἰσολογισμὸν μιᾶς οἱασδήποτε Τραπέζης, θὰ ἴδητε, ὅτι τὰ ἐκ τοῦ συναλλάγματος κέρδη ἐκπροσωποῦσι τὸ ¼ τῶν ὅλων κερδῶν τῆς Τραπέζης. Ἐὰν ἀνοίξητε τὸν ἰσολογισμὸν π.χ. τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τῆς ὁποίας τὰ κέρδη κατὰ μέσον ὅρον κατὰ τὰ τελευταῖα τρία ἔτη, ἀνέρχονται εἰς 400.000.000 δραχμάς, τα 100.000.000 ἀντιπροσωπεύουσι κέρδη ἐκ συναλλάγματος, ἐνῶ πραγματικῶς, πρὸ τῆς ὑπάρξεως κυβείας ἐπὶ τοῦ συναλλάγματος, τὸ ἐκ τοῦ συναλλάγματος κέρδος ἀντεπροσώπευε ποσοστὸν ἐλάχιστον του ὁλικοῦ κέρδους. Οὐσιαστικῶς δηλονότι τὰ πιστωτικὰ ἱδρύματα ἐξετράπησαν τοῦ κυρίου προορισμοῦ των καὶ κατηνάλωσαν καὶ καταναλίσκουν τὰς προσπαθείας των, μέχρι τοῦ σχηματισμοῦ τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν πραγματοποίησιν ἀθεμίτων κερδῶν ἐκ κυβείας συναλλάγματος. Ἐλησμόνησαν τὸν ἀληθῆ προορισμόν των, ἕκαστος δὲ ἐξ ὑμῶν ἐννοεῖ ποῖον ποσὸν κινήσεως συναλλάγματος ἀνταποκρίνεται εἰς τὰ πραγματοποιούμενα ἐτησίως κέρδη ἐκ τοῦ συναλλάγματος τῶν Τραπεζῶν. Καὶ ὅμως τὸ ποσὸν τοῦ συναλλάγματος, τοῦ ὁποίου ἔχομεν ἀνάγκην, εὑρίσκεται ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ εἰσαγωγικοῦ καὶ ἐξαγωγικοῦ ἐμπορίου τῆς χώρας, τὸ ὁποῖον περιορίζεται συνήθως μεταξὺ 30.000.000–35.000.000 Ἀγγλικῶν λιρῶν. Ἡ συναλλαγματικὴ αὕτη ἀστάθεια, καὶ εἰς τοῦτο εἶναι σύμφωνος καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τῆς ἀξιωματικῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὑπῆρξεν ἡ μεγαλυτέρα αἰτία τῆς οἰκονομικῆς ἐξαντλήσεως καὶ διὰ τοῦτον τὸν λόγον ἡ σταθεροποίησις ἀποτελεῖ τὸν τακτικὸν ὅρον τῆς ἐξυγιάνσεως, ὄχι μόνον τῶν δημοσίων οἰκονομιῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν ἰδιωτικῶν. Ἀλλὰ τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν ὑποβληθὲν νομοσχέδιον ἐπιτυγχάνει ἆρά γε τοῦ σκοποῦ του; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρὸ ὀλίγης ἀκόμη ὥρας ὑπεστήριξεν, ὅτι ἡ ἐπιτυχία τοῦ συστήματος τῆς διὰ νόμου σταθεροποιήσεως τοῦ συναλλάγματος, εἶναι ἐντελῶς ἐξησφαλισμένη, διότι διὰ τῆς σταθεροποιήσεως τοῦ συναλλάγματος θὰ ἐξασφαλισθῇ καὶ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ εὐνοϊκὸν ἐμπορικὸν ἰσοζύγιον ἢ τοὐλάχιστον ἰσοζύγιον ὀλιγώτερον δυσμενές. Ἀναμφισβητήτως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσελθὼν εἰς τὸ ἐπίπεδον τῆς ἐπιστήμης, ὑπέπεσεν εἰς πρωτοφανῆ βλάβην, διότι ἔθεσε τὸ ἀποτέλεσμα ὡς πρόθεσιν καὶ τὴν πρόθεσιν ὡς ἀποτέλεσμα. Ἡ ἰσοσκέλισις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δὲν ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς σταθεροποιήσεως τοῦ συναλλάγματος. Βεβαίως ἡ σταθεροποίησις τοῦ συναλλάγματος δὲν δύναται νὰ ἐξασφαλίσῃ εὐνοϊκὸν ἐμπορικὸν ἰσοζύγιον, διότι ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τὸ ἐμπορικὸν εὐνοϊκὸν ἰσοζύγιον ἐξασφαλίζει ἡ ἐνίσχυσις τῆς παραγωγῆς καὶ ἡ αὔξησις τοῦ ἐξαγωγικοῦ ἐμπορίου. Ἀλλὰ ἡ σταθεροποίησις τοῦ συναλλάγματος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀσκήσῃ καμμίαν ἐπίδρασιν ἐπὶ τοῦ νέου ἐμπορικοῦ ἰσοζυγίου, εἰμὴ μόνον ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνισχύσῃ τὴν βιομηχανικὴν καὶ ἐμπορικὴν κίνησιν, οὕτως ὥστε ἐντὸς χρονικῆς περιόδου ἀρκετῶν ἐτῶν νὰ δύναται νὰ αὐξήσῃ τὴν ἐξαγωγὴν καὶ νὰ ἐλαττώσῃ τὴν εἰσαγωγὴν διὰ νὰ ἐπιτύχῃ ὄντως τὸ ἐμπορικὸν ἰσοζύγιον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μοῦ λέγει: Κατήρτισα ἰσοσκελῆ προϋπολογισμὸν καὶ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐξασφαλίζεται. Ἔχομεν δυσμενὲς ἐμπορικὸν ἰσοζύγιον, ἀλλ’ ἡ δυσμένεια αὕτη τοῦ ἐμπορικοῦ ἰσοζυγίου δὲν εἶναι τοιαύτη ὅση ἐμφανίζεται εἰς τοὺς λογαριασμούς, διότι ὑπάρχουσιν ἄδηλοι πόροι, ἐκ τῶν ὁποίων δύναταί τις νὰ ἐξαγάγῃ τὸ συμπέρασμα, ὅτι πλησιάζομεν πρὸς εὐνοϊκὸν ἐμπορικὸν ἰσοζύγιον. Θὰ εἶχε τις νὰ παρατηρήσῃ ὅτι ἡ αἰσιοδοξία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν δικαιολογεῖται τόσον ἐκ τῶν πραγμάτων. Ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ πρώτου ἑξαμήνου ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν προσαχθεισῶν καταστάσεων, ὅτι τὰ ἔσοδα τὰ βεβαιωθέντα ὑπελείφθησαν τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ 20%. Τὰ ἔσοδα ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων παρουσιάζουσι μεγαλυτέραν μείωσιν, ἐνῷ ἀντιθέτως τὰ ἔσοδα ἐκ τῶν ἐμμέσων φόρων παρουσιάζουσι μικράν. Κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τὸ ἔλλειμμα τοῦτο θὰ ἀναπληρωθῇ ἐκ τῶν εἰσπράξεων τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων τοῦ δευτέρου ἑξαμήνου, διότι τοῦτο παρατηρεῖται συνεχῶς κατὰ τὰ τρία προηγούμενα ἔτη. Πολὺ φοβοῦμαι ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι ἄγαν αἰσιόδοξος εἰς τοὺς ὑπολογισμοὺς τούτους, διότι ἀσφαλῶς τὸν διαλανθάνει, ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸ οἰκονομικῆς κρίσεως, ἥτις ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν αὐξάνεται καὶ ὅτι ἀποτέλεσμα τῆς οἰκονομικῆς ταύτης κρίσεως εἶναι φυσικὸν νὰ εἶναι καὶ ἡ ἐλάττωσις τῆς ἀποδόσεως τῶν ἀμέσων φόρων καὶ ἡ ἐλάττωσις τῆς καταναλωτικῆς δυνάμεως τῶν πολιτῶν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ καὶ ἀποτέλεσμα τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων τῶν ἐμμέσων φόρων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπεκαλέσθη καὶ παράδειγμα τὴν ἐκ τῶν τελωνειακῶν δασμῶν αὔξησιν τῶν ἐσόδων. Εἰς παρατήρησιν δὲ ὅτι τοῦτο ὀφείλεται εἰς αὔξησιν τῶν τελωνειακῶν δασμῶν, ἀπήντησεν ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο ἔδωκε πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς συζητήσεως. Καὶ ὅμως τὸ ἀποτέλεσμα τῆς αὐξήσεως τῶν τελωνειακῶν δασμῶν κατὰ τὸ πρῶτον ἑξάμηνον ὀφείλεται εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς αὐξήσεως τῶν δασμῶν, διότι οἱ ἔμποροι ἦτο φυσικὸν νὰ εἰσαγάγουν περισσότερα ἐμπορεύματα, ἵνα ὠφεληθοῦν ἐκ τῆς διαφορᾶς. Ἀλλὰ τὴν περίοδον ταύτην τῆς ζωηρότητος εἶναι φυσικὸν νὰ ἐπακολουθήσῃ περίοδος ἀπραξίας, ἡ ὁποία κατ’ ἀνάγκην θὰ φέρῃ τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐκ τῶν τελωνειακῶν δασμῶν ἐσόδων. Ἀλλ’ ἐπεκαλέσθη ἐπίσης τὸ γεγονός, ὅτι ἐνῶ τὸ ἀπόθεμα τοῦ συναλλάγματος ἀνήρχετο εἰς 980.000 λίρας κατὰ τὴν κατάλυσιν τῆς Δικτατορίας, τὸ ἀπόθεμα τοῦτο ἀνέρχεται σήμερον εἰς 9.200.000 λίρας, καὶ ὅτι κατὰ τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα, κατώρθωσεν ἡ Κυβέρνησις νὰ προσπορισθῇ συνάλλαγμα 10.000.000 λιρῶν. Ἐκ τοῦ γεγονότος τούτου ἐξάγω τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἄφθονον συνάλλαγμα εἰσέρχεται εἰς τὴν χώραν, λόγῳ τῆς ἀναπτυχθείσης ἐμπιστοσύνης. Ἡ ἀνεύρεσις τοῦ ποσοῦ τῶν 10.000.000 λιρῶν, ἀναμφισβητήτως ἀποδεικνύει τὸ γεγονός, ὅτι ἐν τῇ χώρᾳ μας εἰς χεῖρας ἰδιωτῶν εὑρίσκεται συνάλλαγμα. Ἀλλὰ δὲν ἀποδεικνύει τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τὸ συνάλλαγμα τοῦτο εἰσήχθη ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤθελε πραγματικῶς νὰ δώσῃ πληροφορίας πρὸς τὴν Βουλήν, ἐκ τῶν ὁποίων ν’ ἀποδεικνύηται ὁ ἰσχυρισμός του, θὰ ὤφειλε νὰ παρουσιάσῃ κατάστασιν πόσον εἶναι τὸ συνάλλαγμα, τὸ εἰσαχθὲν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, κυρίως ποῖον εἶναι τὸ συνάλλαγμα τὸ μεταναστευτικόν, διότι ἐν Ἑλλάδι παρατηρεῖται τοῦτο τὸ ἐξαιρετικόν, ὅτι εἰς χεῖρας ἰδιωτῶν εὑρίσκονται μεγάλα ποσὰ συναλλάγματος, ἀλλὰ τὸ γεγονὸς τοῦτο δὲν ἀποδεικνύει τὴν εἰσροὴν ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος. Προϋπόθεσις ἑπομένως τῆς σταθεροποιήσεως, τῆς ἐπιτυχίας τοῦ νομοσχεδίου περὶ σταθεροποιήσεως τοῦ συναλλάγματος, εἶναι ἡ ἐξασφάλισις τῆς πολιτικῆς ὁμαλότητος. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἴσως τὰ σημεῖα ταῦτα ἐκεῖνα, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ἠδύνατό τις ν’ ἀσκήσῃ ἔλεγχον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ τὴν γνώμην μου τὸ μᾶλλον ἀνησυχαστικὸν σημεῖον τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ οἰκονομικοῦ προγράμματος, εἶναι κυρίως ὁ ἐπιζήμιος διακανονισμὸς τῶν πολεμικῶν μας χρεῶν πρὸς τὴν Ἀγγλίαν, εἶναι ὁ ὑπὸ διαπραγμάτευσιν ἐπικείμενος διακανονισμὸς τῶν χρεῶν μας πρὸς τὴν Γαλλίαν. Διότι ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ὁ διακανονισμὸς τῶν πρὸς τὴν Ἀγγλίαν χρεῶν ἐγένετο κατὰ παράβασιν γραπτῶν συμφωνιῶν καὶ κατὰ παράβασιν ἠθικῶν νόμων ἐκ μέρους τῶν δανειστῶν μας, ἠθικῶν νόμων, τοὺς ὁποίους κανὲν Κράτος, ὅσον δήποτε μέγα καὶ ἂν εἶναι, δύναται νὰ ἀνεχθῇ εἰς βάρος Κράτους μικροῦ καὶ ἀδυνάτου. Καὶ διὰ νὰ ἐννοήσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν συμφωνίαν τοῦ 1918, τὴν συμφωνίαν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ Κυβερνήσεις τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Ἀγγλίας ἀνέλαβον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ χορηγήσουν εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ ὑλικὸν τοῦ πολέμου διὰ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ πολέμου καὶ ὡρισμένον ποσὸν πιστώσεως. Κατὰ τὴν συμφωνίαν ταύτην, ὅπως ἐξέθεσαν διάφοροι ρήτορες, ἡ πληρωμὴ τῶν χρεῶν ἐξ ὑλικοῦ πολέμου θὰ ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει τῆς δημοσιονομικῆς καὶ οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὴν λῆξιν τῶν ἐχθροπραξιῶν. Καὶ, ὅμως, οὐδὲν Κράτος κατὰ τὴν ἔξοδον τῶν ἐχθροπραξιῶν εὑρέθη εἰς τόσον δυσχερῆ θέσιν. Χωρὶς νὰ ἐξετάσω τὰ αἴτια, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ Ἑλλάς, ἐκ τῆς τάξεως τῶν νικητῶν εὑρέθη εἰς τὴν τάξιν τῶν ἡττημένων, μόνον τὸ γεγονός, ὅτι ἡ ἐπιστράτευσις, ἡ ἐμπόλεμος κατάστασις, διετηρήθη ἐν Ἑλλάδι, ἓξ ὁλόκληρα ἔτη, μετὰ τὴν ἀνακωχὴν τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, καὶ τὸ γεγονὸς τοῦτο, ὅτι ἡ ἐμπόλεμος κατάστασις ἐπερατώθη διὰ τῆς Μικρασιατικῆς ἥττης, εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀπώλειαν 100.000, εἰς ἀριθμόν, ἑλληνικῆς νεότητος, τὴν ἀπώλειαν ὁλοκλήρου ὑλικοῦ πολέμου, τὴν ἐκρίζωσιν τοῦ ἀνθοῦντος ἑλληνισμοῦ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ τὸν κατακλυσμὸν τοῦ ἐλευθέρου Κράτους ἐξ 1.500.000 προσφύγων, μόνον τὰ γεγονότα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἐπέδρασαν ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, ἔδιδον τὴν εἰκόνα τῆς οἰκονομικῆς καὶ δημοσιονομικῆς σημερινῆς καταστάσεως. Οὐδὲν ἄλλο Κράτος ἐδικαιοῦτο νὰ ἀξιώσῃ παρὰ τῶν δανειστῶν τὴν ἐφαρμογὴν τῶν συμπεφωνημένων πρὸς εὐνοϊκὸν διακανονισμὸν τῶν χρεῶν καὶ παραχωρήσεις ἐκ μέρους τῶν δανειστῶν. Καί, ὅμως, ἡ Κυβέρνησις, σπεύδουσα πρὸς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δανείου, παρέλειψε νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν συγκατάθεσιν καὶ τῆς Ἀγγλικῆς καὶ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἦτο ἀναγκαία προϋπόθεσις διὰ τὴν πραγματοποίησιν αὐτὴν, καὶ ὅταν εὑρέθη πρὸ τῆς ἀρνήσεως τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, πρὸ τῆς ἐμμόνου ἀξιώσεως τῆς ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, ἀξιούσης, ὅπως ἦτο φυσικόν, παρὰ τῆς Ἑλλάδος τὸν διακανονισμὸν τῶν χρεῶν, οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πραγματικῆς δημοσιονομικῆς καταστάσεως αὐτῆς, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς καταστάσεως, τὴν ὁποίαν παρουσίασεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, ὅταν, λέγομεν, εὑρέθη πρὸ τοιαύτης ἀξιώσεως τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἔσπευσε νὰ ἐπιτύχῃ εὐνοϊκώτερον συμβιβασμόν. Μετὰ τὸν διακανονισμὸν τῶν ἀγγλικῶν χρεῶν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἔσπευσε πρὸς τὴν Γενεύην, νομίζων ὅτι πάντες οἱ σκόπελοι εἶχον παραμερισθῆ. Καὶ ὅμως, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπρόκειτο νὰ δοθῇ ἡ ἔγκρισις, ἐνεφανίσθη ἡ ἐπιφύλαξις τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, ἀξιούσης καὶ αὐτῆς τὸν διακανονισμὸν τῶν πολεμικῶν χρεῶν, καὶ οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως. Ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις εἶχε διακανονίσει τὰ πρὸς τὴν Ἀγγλίαν πολεμικά μας χρέη, ἦτο φυσικὸν καὶ ἡ Γαλλία νὰ ζητῇ ἐπίσης διακανονισμὸν καὶ μάλιστα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰδίων ὅρων. Δὲν θέλω νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι ἡ ἀξίωσις αὐτὴ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, δύναται νὰ δικαιολογηθῇ. Ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις δὲν ἔπρεπε ποτὲ νὰ λησμονῇ, ὅτι τὸ ὑλικὸν τοῦ πολέμου τοῦτο ἐχρησιμοποιήθη χάριν τοῦ κοινοῦ σκοποῦ τῶν συμμάχων, καὶ ὅτι ἐκ τῆς εὐνοϊκῆς ἐκβάσεως τοῦ πολέμου ἐκείνου ἐξηρτᾶτο ἡ ὕπαρξις αὐτοῦ τοῦ ἰδίου της Κράτους καί, ὅτι μέρος τοῦ ὑλικοῦ τοῦ πολέμου τοῦ δοθέντος εἰς ἡμᾶς, ἐχρησιμοποιήθη διὰ τὴν ἐκστρατείαν τῆς Οὐκρανίας, ἥτις μᾶς ἐπεβλήθη, καὶ ἥτις ἐπρόκειτο νὰ ἐξυπηρετήσῃ κυρίως Γαλλικὰ συμφέροντα. Δὲν ἔπρεπε ποτὲ ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις νὰ λησμονῇ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς προσεφέρθη νὰ ἐξέλθῃ τῆς οὐδετερότητος καὶ νὰ ταχθῇ παρὰ τὸ πλευρὸν αὐτῆς, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ μοῖρα εἶχεν ἀποστρέψῃ τὰ βλέμματά της ἐκ τῶν ὅπλων της καὶ οἱ Γερμανοὶ εὑρίσκοντο ἔξωθεν τῶν Παρισίων. Ἀλλ’ ἠκούσαμεν τὴν περίεργον θεωρίαν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι οὐδέποτε ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησε ν’ ἀνακινήσῃ πρώτη ζήτημα πολεμικῶν χρεῶν. Ἡ θεωρία αὐτὴ θὰ ἦτο πράγματι ὀρθή, ἐφ’ ὅσον παρέμενεν ἐκκρεμὴς ὁ διακανονισμὸς πάντων τῶν πολεμικῶν μας χρεῶν, ἐφόσον, ὅμως, ἡ Κυβέρνησις ἔσπευσε νὰ διακανονίσῃ τὰ πρὸς τὴν Ἀγγλίαν πολεμικά μας χρέη, ἦτο ἑπόμενον, ἐρχομένη εἰς ἐπαφὴν μετὰ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, νὰ παράσχῃ τὰς δεούσας ἐξηγήσεις. Πάντως δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ φθάσῃ μέχρι Γενεύης, ἀνίδεος τῶν ἐπιφυλασσομένων ἐν Γενεύῃ. Ὁ διακανονισμὸς τῶν πρὸς τὴν Ἀγγλίαν πολεμικῶν μας χρεῶν, ἦτο ἀπολύτως φυσικὸν νὰ ἐπισπεύσῃ καὶ νὰ αὐξήσῃ τὰς ἀξιώσεις τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως. Οὔτε δύναται νὰ δεχθῇ τις, ὅτι ἡ διαχείρισις τοῦ ζητήματος τῶν πολεμικῶν μας χρεῶν ἐγένετο, ὡς ὑποστηρίζει ἡ Κυβέρνησις, κατὰ τρόπον εὔστοχον. Τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἐν τῇ Κ.Τ.Ε. ἡ Γαλλικὴ ψῆφος ὑπὲρ τῆς Ἑλληνικῆς ὑποψηφιότητος, ἀποδεικνύει τὴν εὐμένειαν τῆς γαλλικῆς Κυβερνήσεως, ἀναμφησβητήτως δὲν δύναται νὰ ἀναιρέσῃ τὴν γνώμην, ὅτι ἐπικρατεῖ ἡ ἀδιαλλαξία εἰς τὸ ζήτημα τῶν χρεῶν. Ἔχομεν καὶ ἡμεῖς τὴν γνώμην, ὅτι τὸ οἰκονομικὸν πρόβλημα, ἐλάχιστον πεδίον ἀντιπολιτεύσεως παρέχει, καὶ καθῆκον ἔχομεν νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν προσπάθειαν περὶ οἰκονομικῆς ἀναδιοργανώσεως. Ὁ τρόπος, καθ’ ὃν διεχειρίσθη τὸ ζήτημα τῶν Ἑλληνικῶν χρεῶν, τρόπος, ὁ ὁποῖος ἀσφαλῶς θὰ ζημιώσῃ τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα, διότι χάριν τῆς πραγματοποιήσεως τῶν 9.000.000 λιρῶν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀνεδέχθη εἰς βάρος τοῦ ὅλου χρέους σοβαρώτατα ποσά, ἀνερχόμενα εἰς ἀρκετὰ ἑκατομμύρια, ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον διεχειρίσθη ἐπίσης καὶ διαχειρίζεται τὰ γαλλικὰ χρέη, τρόπος μηδεμίαν παρέχων ἐγγύησιν περὶ εὐνοϊκῆς λύσεως καὶ τοῦ ζητήματος τούτου, μᾶς πείθουν ἀδιστάκτως, ὅτι ἐν τῇ διαχειρήσει τῶν ζητημάτων τούτων ἡ Κυβέρνησις ἐσημείωσεν ἀποτυχίαν, μὴ ἐπιτρέπουσαν νὰ τὴν περιβάλῃ τις διὰ ψήφου ἐμπιστοσύνης.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διακόψωμεν τὴν συζήτησιν ἐπ’ ὀλίγον, διὰ νὰ ψηφίσωμεν εἰς βʹ ἀνάγνωσιν τὸ σχέδιον νόμου «περὶ καταργήσεως τοῦ ἐξαγωγικοῦ φόρου καὶ ἐπιβολῆς δασμοῦ ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἐλαίου Παλαιᾶς καὶ Νέας Ἑλλάδος». Καὶ ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, δέχεται τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου;
§188ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ ἀνάγνωσιν, τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἐτροπολογήθη, ἀναβληθείσης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου).
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίζεται ἡ διακοπεῖσα συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κ. Ράλλης ἔχει τὸν λόγον.
§191Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Λυποῦμαι, Κύριοι Βουλευταί, διότι ἀδυσώπητος εἱμαρμένη μὲ καταδικάζει εἰς τὸ νὰ διαταράξω, ἀμέσως μετὰ τὸν κ. Μητσοτάκην, τὸν ὕπνον τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ εἰς τοῦτο δὲν πταίω ἐγώ. Ἀλλ’ ὀφείλω εὐθὺς ἀμέσως νὰ δηλώσω πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν, ὅτι δὲν θὰ παρεξηγήσω τὴν χόλωσιν αὐτοῦ, τὴν δεδικαιολογημένην, τοσοῦτον μᾶλλον, καθόσον πολὺ φοβοῦμαι μὴ καὶ ἐγώ, πρὶν ἢ κατέλθω τοῦ Βήματος, πάθω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπαθεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διακόψας δὶς χθὲς τὸν ἔντιμον ἡγέτην τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ἔθεσε, κατ’ ἐμέ, τὸ ζήτημα τῶν εὐθυνῶν τῶν χρεῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι εἶπεν, ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργός, ὅτι εὐθὺς ὡς ὑπεβλήθη ὑπ’ αὐτοῦ τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ὑπάρχει ἄλλο πρόσωπον, οὐδὲ δύνανται νὰ κριθῶσιν ἄλλα πρόσωπα, πλὴν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀδιάφορον δὲ εἶναι, ἐὰν τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν Βουλήν, τὸ ἐνεπνεύσθη ἄλλοθεν. Εἶπεν, δεύτερον, ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ παραμείνῃ εἰς τὴν θέσιν αὐτοῦ, ἐὰν τὸ ὑπ’ αὐτοῦ δεκτὸν γενόμενον οἰκονομικὸν πρόγραμμα, δὲν ἐγένετο ἀποδεκτὸν καὶ ὑφ’ ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως. Οὕτως ἔχομεν κατὰ τὴν ὀρθὴν ἀντίληψιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δεδομένον τὸ ζήτημα τῶν εὐθυνῶν, τὰς δὲ εὐθύνας διὰ τὸ ὑπὸ κρίσιν οἰκονομικὸν πρόγραμμα, φέρει ἡ Κυβέρνησις καὶ μόνη αὐτή. Εἶμαι εὐτυχής, διότι, ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου, δύναμαι νὰ σημειώσω τὴν τοιαύτην σύμπτωσιν γνωμῶν πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τοσοῦτον μᾶλλον εὐτυχής, καθόσον ἐν τοῖς διπλοῖς θέμασι, τοσαῦτα θὰ εἶναι τὰ σημεῖα τῆς διαφωνίας ἡμῶν, ὥστε θὰ ἦτο ἀληθῶς ἀνιαρόν, νὰ μὴ ὑπῆρχεν αὐτὴ ἡ διακοπὴ τῆς μονοτονίας. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, λέγεται, ὅτι ἔσχε τὴν τιμὴν νὰ ἐμπιστευθῇ εἰς αὐτὸν ἡ Κ.Τ.Ε. τὴν τιμὴν αὐτῆς. Ἂν τοῦτο εἶναι ἀληθές, ἂν τοῦτο ἐλέχθη, φοβοῦμαι ὅτι ἐδέχθη ταύτην, παρασυρθείς, κατὰ τὴν γνωστὴν Γαλλικὴν παροιμίαν, ἀπὸ τὸ χρυσοῦν καταπότιον. Καὶ οὔτε ἐχρειάζετο νὰ χρυσωθῇ τὸ καταπότιον, τὸ ὁποῖον ἐπεβλήθη πρῶτον εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ διὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ, ἐπιβάλλεται εἰς ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προσεπάθησεν, πείσας προηγουμένως ἑαυτόν, νὰ πείσῃ τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν, ὅτι οὐδεμία παραχώρησις τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους ἐγένετο, ὅτι οὐδεὶς ἐπεβλήθη ἔλεγχος καὶ ἀλώβητος παραμένει ἡ ἐθνικὴ κυριαρχία. Ἀλλὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦτο εἰπών, ἐνταῦθα, ἄλλα κατὰ τὰ πρακτικὰ ἔλεγεν, ὅταν συνεζητοῦντο τὰ θέματα ἐν τῇ Γενεύῃ, διότι ἐκεῖ βῆμα πρὸς βῆμα ὄντως ἐπολέμισε ὅλους ἐκείνους τοὺς ἐξευτελισμούς, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐπεβάλλοντο. Ἀτυχῶς δὲν ὑπερίσχυσε, ἀλλὰ σχὼν τὸ ἀτύχημα τοῦτο, ὀφείλει νὰ τὸ ὁμολογήσῃ μετὰ παρρησίας πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ὄχι, μεταβάλλων αἴφνης τακτικήν, νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι ἐνεπιστεύθη πρὸς αὐτὸν τὴν τιμήν της ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν.
§192Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν τὸ εἶπον.
§193Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Χαίρω ὅτι δὲν τὸ εἴπετε.
§194Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τὸ εἶπεν ἡ Κ.Τ.Ε. Ἐγὼ δὲν τὸ εἶπεν.
§195Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον τοῦ πρωτοκόλλου πνέει ἕνας ἄνεμος δυσπιστίας πρὸς τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατόν, παρὰ νὰ ἐξεγείρῃ τὴν φιλοτιμίαν τὴν ἐθνικήν. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ παρατηρητοῦ ἢ ὅπως ἄλλως ἂν τὸν ὀνομάσητε, ἂν ἔχῃ ἢ δὲν θὰ ἔχῃ veto. Πρόκειται περὶ τοῦ λεκτικοῦ τοῦ πρωτοκόλλου αὐτοῦ, πρόκειται περὶ τῶν ὅρων, τοὺς ὁποίους μᾶς ἐπιβάλλει τὸ πρωτόκολλον. Θέλετε νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ πρωτοκόλλου; Ἀναγνώσατέ το καὶ θὰ ἴδητε τὰς λέξεις «ἐπιβάλω, ὑποχρεῶ, ἀναγνωρίζω», καὶ θὰ ἴδετε ἐξ ἄλλου τὴν Ἑλλάδα, ἓν μόνον ἔχουσαν δικαίωμα, νὰ καταφεύγῃ εἰς μίαν διαιτησίαν τῆς Κ.Τ.Ε. Θέλετε, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν οὐσίαν; Ὑπεβλήθη ὁριστικὸς καὶ ἀμετάβλητος ἔλεγχος τῆς Κ.Τ.Ε. ἐπὶ ὅλων τῶν ἐσόδων τῆς Ἑλλάδος. Οὐδεὶς ἀναγνώσας τὸ πρωτόκολλον, εἶναι δυνατὸν ν’ ἀμφισβητήσῃ τοῦτο. Ἀλλὰ εἶναι τόσον βέβαιον, ὅτι εἶναι τραχύ, ὅτι εἶναι ὑβριστικὸν διὰ τὴν ἐθνικήν μας φιλοτιμίαν τὸ λεκτικὸ τοῦ πρωτοκόλλου, ὥστε καὶ αὐτὸς ὁ μεταφραστὴς τοῦ ἐπισήμου κειμένου, διότι τὸ ἐπίσημον κείμενον εἶναι εἰς τὴν Γαλλικὴν καὶ Ἀγγλικήν, τόσον ἐθίχθη ἐκ τοῦ λεκτικοῦ, ὥστε μετέφρασεν ἐπιμελῶς τὰ κείμενα, ἵνα ἀποφύγῃ τὸν ἐξευτελισμόν. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπαντῶν σήμερον εἰς τὸν ἀξιότιμον Ἡγέτην τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, λέγει, ὅτι ἡ παράγραφος τοῦ ἄρθρου 5, δὲν ὁμιλεῖ περὶ ὑποχρεώσεων. (Ἀναγινώσκει): «Ἀλλὰ ἡ μετάφρασις αὕτη εἶναι λανθασμένη. Δὲν γνωρίζω ἂν ὑπάρχῃ πρόθεσις. Πάντως εἶναι πλημμελής, διότι τὸ Γαλλικὸν κείμενον λέγει. (Ἀναγινώσκει).
§196Γ. ΜΟΔΗΣ. Εἶναι σύμφωνος μὲ τὸ ἀγγλικόν.
§197Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ Γαλλικὴ εἶναι ἡ ἐπίσημος γλῶσσα. Τὸ Γαλλικὸν κείμενον λέγει τραχύτατα· «ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν», γνωρίζετε δὲ ὅτι οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐκτελοῦν τὰς ὑποχρεώσεις των, εἶναι ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐκτὸς τῶν ὅρων τῆς τιμῆς.
§198Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἡ μετάφρασις αὐτοῦ τοῦ κειμένου ἔγινεν ἐκ τοῦ Ἀγγλικοῦ. Σημασίαν, κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν ἔχει τὸ πρᾶγμα.
§199Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τί σημαίνει τὸ «ὑπόσχεται»;
§200Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ ἔχομεν καὶ τὴν οὐσίαν. Ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου 2 τῆς παραγ. 3, λέγει· «Καὶ τὸ Συμβούλιον τῆς Κ.Τ.Ε. δικαιοῦται δι’ αὐτοῦ νὰ ἀξιώσῃ ὅπως ὅλα τὰ ἔσοδα τῆς Ἑλλάδος χρησιμεύωσι δι’ ἐγγύησιν τοῦ δανείου». Τὸ Συμβούλιον λοιπὸν τῆς Κ.Τ.Ε., δύναται νὰ ἀποκλείσῃ πᾶν δικαίωμα, ἐὰν οὕτω τελεσιδίκως ἀποφανθῇ, τοῦ νὰ ἔχετε οἱανδήποτε ἀξίωσιν ἐπὶ οἱουδήποτε ἐσόδου τοῦ Κράτους, καὶ δύναται νὰ θέσῃ χεῖρα ἐπὶ παντὸς ἐσόδου, εἰς ἐγγύησιν τοῦ δανείου τῶν ἐννέα ἑκατομμυρίων λιρῶν.
§201Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Πῶς;
§202Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ τῆς παραγράφου 3 τοῦ ἄρθρου 4οῦ «ἡ διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπὴ (ἀναγινώσκει).
§203Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὅταν κατέλθῃ τὸ προϊόν τοῦ δανείου.
§204Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα, ὅταν κατέλθῃ τὸ προϊὸν τοῦ δανείου, κατὰ τὴν γνώμην τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: Ἄν ἠθέλετε ποτὲ ζητήσει νὰ εὕρητε χρήματα ὡς δάνειον μὲ ὑπεγγυότητα τοῦ ὑπολοίπου τῶν δημοσίων προσόδων, θὰ εὑρεθῆτε εἰς δύσκολον θέσιν, ὅταν ἔχετε αὐτὴν τὴν ὑπεγγυότητα ἐπὶ τῆς κεφαλῆς σας.
§205Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ αὐτὸς ὁ ὅρος, ὡς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω προτήτερα, πρέπει τὸ προϊὸν τῶν ὑπεγγύων προσόδων νὰ κατέλθῃ ἀπὸ 3.600.000.000 δραχμὰς ποὺ εἶναι σήμερον, εἰς 660.000.000 μόνον· δηλ. διὰ νὰ δοθῶσιν ὅλαι αἱ δημόσιαι πρόσοδοι, δέον νὰ καταστραφῇ προτήτερον ἡ Ἑλλάς. Δὲν ὑπάρχει περίπτωσις τοιαύτης ἐφαρμογῆς.
§206Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ σᾶς ἀπαντῶ, ἀξιότιμε κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι θὰ ἦτο τότε ὀρθὸν νὰ ληφθῇ εἰς τὸ πρωτόκολλον, πρόνοια διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς καταστροφῆς τῆς Ἑλλάδος.
§207Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τίθεται τυπικῶς. Εἶναι ἀνύπαρκτος ἡ διάταξις αὐτή.
§208Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Σᾶς ἐρωτῶ: δὲν γνωρίζω περὶ τίνων ἄρθρων πρόκειται, ἀλλὰ σᾶς λέγω, ἂν θελήσετε νὰ παράσχετε ὡς ἐγγύησιν αὐτὰ τὰ ἔσοδα, ποῖος θὰ εὑρεθῇ δανειστής, δεχόμενος τὴν ἐγγύησιν ταύτην, ὅταν γνωρίζει ὅτι μία ἰδιόρρυθμος, μία ἄδικος ἀπόφασις τῆς Κ.Τ.Ε. εἶναι δυνατὸν νὰ στερήσῃ αὐτὸν τῆς τοιαύτης ἐγγυήσεως; Αὐτὸ ἐρωτῶ.
§209Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν ὑπάρχει τοιαύτη περίπτωσις. Πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὑπὸ τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς, ὅτι αἱ πρόσοδοι τῶν ὑπεγγύων προσόδων θὰ κατέλθουν ἀπὸ 3,600.000.000 εἰς 600.000.000.
§210Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὑποθέσατε, ὅτι ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπὴ διαπράττει τὸ ἀδίκημα αὐτὸ καὶ χωρὶς νὰ ὑπάρξῃ ἡ περίπτωσις περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλεῖτε. Τὸ πρωτόκολλον λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα»... ἐπὶ τῇ ἐνστάσει, ὅτι δὲν ὑπάρχει τὸ ὑφιστάμενον ἔλλειμμα». Ἤδη ὑποθέσατε τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκδώσῃ μίαν ἀπόφασιν, χωρὶς νὰ ὑπάρξῃ τὸ ἔλλειμμα αὐτό.
§211Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὑπάρχουν τυπικοὶ ὅροι τιθέμενοι ὁμοιομόρφως;
§212Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν λέγω, ὅτι ἔχει σημασίαν αὐτὸ δι’ ὑμᾶς. Ἔχει ὅμως σημασίαν δι’ ἡμᾶς. Καὶ ἔχει σημασίαν δι’ ἡμᾶς, διότι συναισθανόμεθα τὸ ὀδυνηρὸν τῆς ἐπιβολῆς ἐλέγχου ἐφ’ ὅλων τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους καὶ τὴν μείωσιν τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἄν ὅλα αὐτὰ δὲν ἔχουν σημασίαν δι’ ὑμᾶς, αὐτὸ ἀφορᾷ ὑμᾶς ἀξιότιμε κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν. Δὲν δυνάμεθα ὅμως οὐδέποτε νὰ συνενοηθῶμεν ὑπὸ τοιούτους ὅρους, δὲν δυνάμεθα οὐδέποτε νὰ παραδεχθῶμεν τὰς ἀντιλήψεις ὑμῶν. Καὶ ἐξηγῶ ἀντιστρόφως τὰ λεγόμενα ὑφ’ ὑμῶν, λέγω πρὸς ὑμᾶς: Ἀναμνήσθητε τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπήρξατε δικηγόρος καὶ καθ’ ἣν τὰ πάντα ἠρνοῦντο οἱ δικηγόροι κατ’ ἔθιμον, ἀναμνήσθητε διὰ νὰ ἀρνηθῆτε καὶ σήμερον πάντα ὅσα λέγομεν, βασιζόμενος ἐπὶ τῶν λεγομένων, τὰ ὁποῖα προέρχονται ἐντεῦθεν, διότι ἀρνεῖσθε τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα διετυπώσατε, διότι λέγετε, ὅτι ἡ περίπτωσις αὕτη εἶναι ἀδύνατος, καὶ ἐν τούτοις σεῖς τὴν ὑπελογίσατε. Καὶ ὅταν σᾶς λέγω, ὅτι ἡ περίπτωσις αὕτη ἐπιβάλλεται περίπου ἐφ’ ὅλων τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, μᾶς λέγετε ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀστεῖον, ὅτι ἐγράφη διὰ νὰ γίνῃ λόγος, ὅτι ἐγράφη διὰ νὰ παίξωμεν. Ἀλλά, κύριε, ἂν οὕτω παίζετε, παίζετε ἐν οὐ παικτοῖς. Καὶ δεχόμεθα νὰ εἴπωμεν τοῦτο πρὸς ὑμᾶς, χωρὶς νὰ διακινδυνεύωμεν νὰ μᾶς εἴπητε, ὅτι τὰ λεγόμενα παρ’ ἡμῶν προέρχονται ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλ’ ἤθελον, διότι ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἠδυνήθην μέχρι τοῦδε, παρὰ τὰς μακρὰς συζητήσεις τοῦ Αὐγούστου καὶ τῆς σημερινῆς νὰ ἐννοήσω, ἤθελον νὰ ἐρωτήσω, ἀξιότιμε κ. Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν: διατὶ ὑπεβάλατε τὴν Ἑλλάδα εἰς ὅλους αὐτοὺς τοὺς βαρυτάτους ὅρους, ἀφοῦ ἠδύνατο νὰ θέσητε ὑπὸ ἐκτέλεσιν τὸ πρόγραμμα ἡμῶν, ἄνευ ὅλων αὐτῶν τῶν περιορισμῶν τῶν κυριαρχικῶν μας δικαιωμάτων; Ὑπῆρχον πράγματι ἀνάγκαι; Ἂς παραδεχθῶμεν πρὸς στιγμήν, ὅτι τὸ πρόγραμμα τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἄριστον, ὅτι ἐκ τοῦ προγράμματος τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν πρόκειται νὰ σωθῇ ὄντως ἡ Ἑλλάς. Ἔχει καλῶς. Ἀλλὰ τὸ πρόγραμμά σας ποῖον εἶναι; Τὸ πρόγραμμά σας εἶναι νὰ εὕρητε 9.000.000 λιρῶν, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ διατεθοῦν 3.000.000 λίραι, διὰ τὸ προσφυγικόν, τρία διὰ τὴν σταθεροποίησιν τοῦ νομίσματος καὶ τρία διὰ τὴν ἵδρυσιν τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρόγραμμά σας. Πέραν αὐτοῦ δὲν βλέπω ἄλλο τι. Ἰσοσκέλισις τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἵδρυσις τῆς Τραπέζης, ἐπὶ τῷ τέλει νὰ ἐπέλθῃ ἡ σταθεροποίησις τοῦ νομίσματος. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρόγραμμά σας. Ἐγὼ δέχομαι, ὅτι τὸ πρόγραμμα αὐτὸ εἶναι ἄριστον, ὅτι ἐκ τοῦ προγράμματος ὑμῶν πρόκειται νὰ σωθῇ ἡ Ἑλλάς. Ἔχει καλῶς. Ἀλλὰ τὸ πρόγραμμά σας, ποῖον εἶναι; Νὰ εὕρητε 9.000.000 λιρῶν, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ διατεθοῦν 3.000.000 διὰ τοὺς πρόσφυγας, 3.000.000 διὰ τὴν σταθεροποίησιν καὶ 3.000.000 διὰ τὴν ἵδρυσιν τῆς Τραπέζης. Πέραν αὐτοῦ δὲν βλέπω ἄλλο τι, καὶ δέχομαι, ὅτι εἶναι ἀρκετὸν τὸ πρόγραμμα αὐτό. Σᾶς ἐρωτῶ: Διατὶ τόσον ἐπιμόνως ἐζητήσατε νὰ ὑποβάλητε τὴν Ἑλλάδα εἰς ὅλους αὐτοὺς τοὺς περιορισμούς; Διὰ νὰ ἔχετε τὴν τιμὴν νὰ λέγῃ ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν ὅτι σᾶς ἐνεπιστεύθη τὴν τιμήν της; Διὰ νὰ ἔχετε τὴν τιμὴν αἱ ὁμολογίαι νὰ φέρουν τὴν ῥήτραν «ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῆς Κ.Τ.Ε.», ἢ διὰ νὰ γίνῃ, ὡς ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς, ἡ ἀναδιοργάνωσις τοῦ τόπου ὑπὸ τὸ φῶς τοῦ ἡλίου; Ἀλλὰ, Κύριοι, γίνεται ἡ ἀναδιοργάνωσις ὑπὸ τὸ φῶς τοῦ ἡλίου ἀλλὰ καλύπτει τὴν ἐθνικήν μας κυριαρχίαν ζόφος. Ἠδύνασθε νὰ εὕρητε, καὶ εἴχετε προσφορὰς ἀθρόας μὲ ὅρους καλλιτέρους, ἐκείνων ὑπὸ τοὺς ὁποίους συνομολογήσατε τὸ δάνειον, ἠδύνασθε νὰ εὕρητε τὰ χρήματα, τῶν ὁποίων εἴχετε ἀνάγκην, διὰ τὸ πρόγραμμα ὑμῶν τὸ οἰκονομικόν, ἄνευ τῶν ἐξευτελισμῶν αὐτῶν. Διατί κατεφύγατε εἰς αὐτὸ τὸ πρωτόκολλον, τὸ τοιούτους βαρυτάτους ὅρους ἐπιβάλλον εἰς ὑμᾶς; Ταῦτα εἶναι ἐρωτήματα, εἰς τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν ἔχετε νὰ ἀντιτάξητε ἀπάντησιν, εἰμὴ μόνον, ὅτι ἠθέλετε νὰ ἔχετε τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἐμπιστευθῇ τὴν τιμήν της ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν καὶ νὰ ἐγγραφῆτε μεγάλοις γράμμασι ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῶν Ἐθνῶν. Δὲν ἀρνούμεθα τὰς ὑπηρεσίας τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἀνθρωπότης, ἐὰν ἐπιτύχῃ τὸ ἔργον αὐτῆς, δὲν θὰ ὀφείλει εὐγνωμοσύνην εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν καὶ εἰς τοὺς ἀποτελοῦντας αὐτήν, ἀλλὰ ὑπάρχουν καὶ ὅρια τῆς εὐγνωμοσύνης αὐτῆς, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ τις, ὅτι ἡ ἔκφρασις τῆς εὐγνωμοσύνης αὐτῆς εἶναι συνδεδεμένη μὲ τὴν ἀπεμπόλησιν τῶν κυριαρχικῶν μας δικαιωμάτων. Δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἀκούσω τὸ ἐν τῇ σημερινῇ συνεδριάσει πρὸ τῆς διακοπῆς ἀναγνωσθὲν τηλεγράφημα ὑπὸ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Πειραιῶς. Ὑποθέτω δέ, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη καὶ οὐδεὶς ἐκ τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ παρόντων, διότι εἶναι κοινὸν μυστικὸν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς ὑποβολῆς τοῦ ἡμετέρου προγράμματος, ποῖος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἤθελε λάβει τὰ ὀφέλη τοῦ δανείου τούτου, διότι μὴ λησμονῆτε, ὅτι τὸ δάνειον θὰ εἶναι 9 ἑκατομμυρίων λιρῶν καὶ ἡ Ἑλλὰς θὰ πληρώσῃ 10.000.000, ἐκτὸς τοῦ 2% τοῦ χαρτοσήμου τοῦ Ἀγγλικοῦ. Ὅλον τὸ ὑπόλοιπον ποσὸν θὰ διανεμηθῇ μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ διαπραγματευθῶσι καὶ θὰ ἐνεργήσωσι τὸ δάνειον. Ἔλαβον καὶ ἐγὼ παρὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ Πειραιῶς ἀντίγραφον τοῦ τηλεγραφήματος καὶ εἶδον τὰ ἐν τῷ τηλεγραφήματι ἐκείνῳ γραφόμενα. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀναγνώσω οὐδέν. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ ὅλον κείμενον τοῦ τηλεγραφήματος. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀναγινώσκων τὸ τηλεγράφημα ἐκεῖνο, διεβεβαίου τὴν Βουλὴν ὅτι τοῦτο οὐδὲν ἄλλο σημαίνει, ἢ ὅτι ὁ Χάμπρο ἤθελε καὶ αὐτὸς νὰ μετάσχῃ τοῦ δανείου, διότι μετέχει πάντοτε τῶν δανείων τῶν Ἑλληνικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐντριβέστερος ἐμοῦ εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα, γνωρίζει, ὅτι ἐκεῖνος μόνον διαθέτει destrauches τοῦ δανείου, ὁ ὁποῖος πραγματεύεται πρῶτος τὸ δάνειον, ὁ ὁποῖος ἐκδίδει τὸ δάνειον. Ἐὰν δὲ παρουσιάζεται ἐν τῷ τηλεγραφήματι τούτῳ, τῷ συνταχθέντι τὴν 9ην Αὐγούστου 1927, διανεμητὴς ὁ Χάμπρο, εἶναι διότι αὐτὸς θὰ εἶναι ὁ ἐκδότης τοῦ δανείου. Καὶ γνωρίζετε, ὅτι αὗται αἱ φῆμαι, αἱ δυστυχῶς τόσον ἀληθεῖς, δὲν εἶναι ἄσχεται πρὸς τὴν τηρηθεῖσαν στάσιν ὑπὸ τοῦ ἐντίμου Προέδρου τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἀγνοεῖτε, Κύριοι, διότι ἐπὶ μακρὸν χρόνον εὑρίσκεσθε ἐν τῇ πρωτευούσῃ τῆς Γαλλίας, ὅτι εἰς ὅλους τοὺς Γαλλικοὺς κύκλους μετὰ πικρίας μᾶς προσάπτουν τὴν μομφήν, ὅτι τὰ βλέμματα ἡμῶν ἔχομεν ἐστραμμένα μονοπωλιακῶς πρὸς τὴν Ἀγγλίαν καὶ ὅτι ἠγνοήσαμεν πάντοτε τὸν Γαλλικὸν πλοῦτον καὶ τὴν Γαλλικὴν οἰκονομίαν. Αὐτὰ τὰ παράπονα μεταβαίνων τις εἰς Παρισίους θὰ τὰ ἀκούσῃ ἀπὸ τὸν πρῶτον τυχόντα τραπεζίτην καὶ αὐτὰ τὰ παράπονα οὐδέποτε ἀπέκρυψεν ἡ ἐπίσημος Γαλλίαν. Δὲν εἶναι δυνατόν, Κύριοι, νὰ ἀποδώσω εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν προθέσεις βλάβης τῶν ἑλληνικῶν συμφερόντων. Πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Ἀναγνωρίζω τὸν πατριωτισμὸν πάντων τῶν Ἑλλήνων πολιτικῶν καὶ θὰ ἐδείκνυον ἔλλειψιν σεβασμοῦ πρὸς ἑαυτόν, ἐὰν ἠμφισβήτουν τὴν ἐντιμότητα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ γνωρίζετε, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ σύζυγος τοῦ Καίσαρος δὲν ἀρκεῖ νὰ εἶναι τιμία ἀλλὰ καὶ νὰ φαίνεται. Αἱ διαδόσεις δὲ αὗται, αἱ γινόμεναι κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἔπρεπε εὐθὺς ἀμέσως νὰ διαψευσθῶσι καὶ δὲν ἔπρεπεν νὰ δώσετε ὅπλα εἰς τὴν συκοφαντίαν.
§213Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Συκοφαντίαν τίνος εἴδους;
§214Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὅτι ὁλόκληρος ἡ σκηνοθεσία τοῦ πρωτοκόλλου αὐτοῦ ἀποδίδεται εἰς τὸ συμφέρον τῆς συνάψεως τοῦ δανείου εἰς τὸν Οἶκον Χάμπρο. Ἀφοῦ θέλετε νὰ σᾶς τὸ εἴπω, σᾶς τὸ λέγω, διότι δὲν εἶναι μυστικόν· τὸ γνωρίζουν πάντες καὶ ὁμιλοῦν περὶ αὐτοῦ πάντες εἰς τὰς τριόδους.
§215Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τί συμφέρον ἔχει;
§216Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ διαμοιρασθῇ τὴν μεσιτίαν ὁ Οἶκος Χάμπρο.
§217Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Μὲ ποῖον νὰ διαμοιρασθῇ τὴν μεσιτίαν ὁ Οἶκος Χάμπρο;
§218Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν λέγω μὲ ποῖον. Μὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν συμπαθείας μὲ τὸν Οἶκον Χάμπρο, διότι ὅλαι αἱ ὑποθέσεις γίνονται μὲ τὸν Οἶκον Χάμπρο, οἱ ὁποῖοι ἔχουν πάντα λόγον νὰ ὑποστηρίζωσι τὸν Οἶκον Χάμπρο.
§219Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). (Γελῶν). Κύριε συνάδελφε....
§220Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν γελῶ διὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι πολὺ σοβαρά.
§221Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἔχω ἀπολύτως κάθε δικαίωμα διὰ διαδόσεις τοιαύτας νὰ ἀδιαφορῶ. Αἱ διαδόσεις αὗται εἶναι ἀπὸ ἐκείνας ποὺ πρέπει ἀπὸ οἱονδήποτε ἄνθρωπον νὰ ἀποκρούωνται μετ’ ἀγανακτήσεως. Ποῖος θὰ τὰς διανεμηθῇ τὰς μεσιτίας αὐτάς; Θὰ τὰς διανεμηθῶμεν ἡμεῖς;
§222Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως σεῖς ὄχι. Ἐπ’ αὐτοῦ ὑπῆρξα σαφής, ὥστε μὴ θέλετε διὰ τοιούτων μεθόδων νὰ ἀνατρέψητε τὰ ἐπιχειρήματά μου.
§223Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Σᾶς πληροφορῶ τὸ ἑξῆς· ὅτι ὁ Οἶκος Χάμπρο εἶναι εἷς ἐκ τῶν λίαν εὐϋπολήπτων Οἴκων τῆς ἀγορᾶς. Εἶναι ἐκ τῶν très bien considéré τῆς Λονδινείου ἀγορᾶς. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον διεβεβαίωσα εἶναι, ὅτι δὲν ὑπῆρχε καὶ δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀνάληψις ὑποχρεώσεων. Ἐὰν ὑπάρχῃ τις, ὁ ὁποῖος μᾶς δίδει ἐγγυήσεις, ὅτι εἰς χεῖράς του τὸ δάνειον θὰ ἔχῃ καλλιτέρους ὅρους, δὲν θὰ διστάσωμεν νὰ τοῦ τὸ παράσχωμεν ἀμέσως, ἀλλ’ ἐπὶ ἴσοις ὅροις θὰ προτιμήσωμεν τὸν Οἶκον, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνέκαθεν ἡ Ἑλλὰς ἐζήτησε τὰ δάνειά της.
§224Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος.
§225Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Νὰ σᾶς εἴπω καὶ τὸ ἄλλο ἀκόμη. Εἰς τὸν οἶκον Χάμπρο δὲν ὑπῆρξα εὐχάριστος, διότι ἐνῶ ἔχει τὴν ἀρετὴν τῆς ἀπολύτου ἐντιμότητος καὶ εἶναι ἀνίκανος ὁ Χάμπρο νὰ διαπράξῃ πρᾶξιν, ἡ ὁποία νὰ ἐξέλθῃ τῆς εὐθείας ὁδοῦ, δὲν παρέλειψα νὰ τοῦ ἐκφράσω πικρὰ παράπονα, ὅσον ἀφορᾷ τὰς τιμὰς τῶν ἑλληνικῶν χρεωγράφων εἰς τὴν ἀγορὰν τοῦ Λονδίνου. Τοῦ εἶπον, ὅτι διὰ μιᾶς καταλληλοτέρας ἐνεργείας, ἡ τιμὴ τῶν ἀξιῶν μας ἠδύνατο νὰ εἶναι ἀνωτέρα, καὶ ἀπεχωρίσθημεν μὲ τὴν συνομιλίαν αὐτὴν καὶ μόνον. Δηλαδὴ ὄχι μόνον νύξις σχετικὴ δὲν ἔγινεν, ἀλλ’ ἀπεχωρίσθημεν μὲ τὴν παρατήρησιν ἐκ μέρους μου, ὅτι θεωρῶ τὰς τιμὰς εἰς τὴν ἀγορὰν τοῦ Λονδίνου, μὴ ἀνταποκρινομένας εἰς τὴν πραγματικότητα καὶ προερχομένας ἐκ μὴ ἐπαρκοῦς διαφωτίσεως τοῦ κοινοῦ, τοῦ ἐπενδύοντος τὰ κεφάλαιά του εἰς τὰς Ἀγγλικὰς ἀγοράς.
§226Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγώ, Κύριοι, δὲν ἠμφισβήτησα ποτὲ τὴν ἐντιμότητα τοῦ κ. Χάμπρο. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ αὐτήν, ἀλλὰ θὰ ἦτο ἀστεῖον νὰ ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι ἐκ τοῦ ἀκράτου αὐτοῦ φιλελληνισμοῦ ὁ κ. Χάμπρο προβαίνει εἰς τὰ δάνεια καὶ ὅτι δὲν ἐξετάζει τὸ συμφέρον του ἀλλ’ ἀποβλέπει εἰς τὸ νὰ ἐξυπηρετήσῃ ἡμᾶς. Δὲν γνωρίζω ἂν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει ἀλλοίαν γνώμην.
§227Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν φαντάζομαι ὅτι εἷς Τραπεζιτικὸς Οἶκος ἠμπορεῖ νὰ μὴ κυττάζῃ τὸ συμφέρον του, ἀλλ’ ὑπάρχουν Τραπεζιτικοὶ Οἶκοι ἰδιοτελεῖς καὶ μὴ ἰδιοτελεῖς.
§228Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Εἴμεθα ἀπολύτως σύμφωνοι καὶ παρεῖλκεν ἡ διακοπή. Τὸ ζήτημα εἶναι, ὅτι βεβαίως ἐπὶ ἴσοις ὅροις ἔπρεπε νὰ προτιμηθῇ ὁ Οἶκος, ὁ ὁποῖος πάντοτε εἰς τὰς δυσχερεῖς στιγμὰς προσέφερε τὰς ὑπηρεσίας του εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ φοβοῦμαι ὅτι ἀποκλείονται, ὄχι ἐπὶ ἴσοις ὅροις, Οἶκοι, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶχον νὰ προσφέρουν καλυτέρους ὅρους. Ἀποκλείονται δέ, ὄχι βεβαίως ἀπὸ ἡμᾶς, ἀξιότιμε Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, σπεύδω νὰ δηλώσω καὶ πάλιν τοῦτο διὰ νὰ μὴ θιγῇ ἡ εὐθιξία σας, ἀλλὰ διότι ἐπίτηδες διαδηλοῦται, ὅτι εἶναι ματαιοπονία ἡ ὑποβολὴ προσφορῶν, διότι εἶναι ἀποφασισμένη ἡ Κυβέρνησις νὰ μεταχειρισθῇ τὸν Οἶκον Χάμπρο καὶ μετ’ αὐτοῦ ἔχει ἤδη προέλθει εἰς ρητὰς συμφωνίας. Καὶ ἔχω πρὸ ἐμοῦ ἓν τηλεγράφημα, δὲν γνωρίζω ἐὰν εἶναι ἀληθές, καὶ μὲ ὅλας τὰς ἐπιφυλάξεις, τὰς ὁποίας διετύπωσεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ποιοῦμαι χρῆσιν αὐτοῦ, προερχόμενον ἀπὸ τὸν ἐν Βερολίνῳ ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος, εἶναι δὲ ἀληθῶς ἐκπληκτικόν, διότι τὴν 9 Αὐγούστου, ὁ ἐν Βερολίνῳ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος, ἀναφερόμενος εἰς τηλεγράφημα τοῦ ἐν Λονδίνῳ Πρεσβευτοῦ τῆς Ἑλλάδος λέγει, ὅτι ὁ Οἶκος Χάμπρο εἶναι ἐκεῖνος, εἰς τὸν ὁποῖον ἀπεφασίσθη νὰ δοθῇ ἡ διεξαγωγὴ τοῦ δανείου. Εἶναι τοῦτο ἐκπληκτικὸν καὶ ἔρχεται εἰς ἐνίσχυσιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, δὲν γνωρίζω τίνα ἐπιδιώκοντες συμφέροντα, διαδίδουν ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία ἐλπὶς νὰ γίνουν δεκταὶ ἄλλαι προσφοραί. Εἶναι, Κύριοι, τοῦτο ἐγκληματικὸν καὶ παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ νομίσουν, ὅτι οἱ λόγοι μου εἶναι λόγοι ἀντιπολιτευτικοί, ἀλλ’ εἶναι λόγοι σοβαροί, ἀπηχοῦντες εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἐξεγερθῇ ἡμέραν τινά, ὅταν ἔλθουν τὰ γεγονότα νὰ ἐπικυρώσουν τὰ σήμερον διαδιδόμενα.
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σαγιᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§230Β. ΣΑΓΙΑΣ. Κύριοι Συνάδελφοι, ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ὅτι διεξάγεται ἡ συζήτησις βεβιασμένως, ἐνῶ ὑπῆρχεν ὁ καιρὸς νὰ διεξαχθῇ ὑπὸ ὁμαλωτέρας συνθήκας καὶ μετὰ τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ Γενεύης, καὶ ὅτι δὲν ὑπῆρχεν βία διὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ πρωτοκόλλου τῆς Γενεύης, διότι τοῦτο ἤρτηται ἐκ προϋποθέσεων μὴ πληρωθεισῶν ἔτι, ἀπήντησεν, ὅτι οὐδεμία προϋπόθεσις ὑφίσταται ἀνεκπλήρωτος ἀπὸ τὴν ὁποίαν νὰ ἐξαρτᾶται ἡ ἰσχὺς τοῦ πρωτοκόλλου τῆς Γενεύης, καὶ ἡ πραγματοποίησις τοῦ δανείου. Εἶμαι ὑποχρεωμένος τούτου ἕνεκα, νὰ ζητήσω τὴν πληροφορίαν ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν τὸ πρῶτον Παράρτημα, τὸ προσηρτημένον εἰς τὸ ὑπὸ ψήφισιν Πρωτόκολλον, ὑπεγράφη ἀπὸ τρεῖς Μ. Δυνάμεις, ἐκπροσωπουμένας ἐν τῷ Διεθνεῖ Οἰκονομικῷ ἐλέγχῳ. Θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχω αὐτὴν τὴν πληροφορίαν;
§231Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τὸ Παράρτημα δὲν ὑπεγράφη, θὰ ὑπογραφῇ ὅμως ἀφεύκτως ἀπὸ τὰς Μεγάλας Δυνάμεις. Ἀλλὰ τὸ Παράρτημα αὐτὸ εἶναι τὸ ἀφορῶν τὴν ἀνάληψιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου, μετὰ τὴν συνομολόγησίν του, μετὰ δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἀφορᾷ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν συμφωνιῶν τῆς Γενεύης, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀπολύτως πλήρεις.
§232Β. ΣΑΓΙΑΣ. Κατόπιν τῆς ἀπαντήσεως τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπιμείνω εἰς αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶπα πρίν. Ἡ ὑπογραφὴ τοῦ πρώτου Παραρτήματος ἆρά γε ἤρτηται μόνον ἐκ τῆς κυρώσεως τοῦ πρωτοκόλλου ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἢ ἤρτηται καὶ ἐξ ἄλλων τινῶν διακανονισμῶν;
§233Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Εἶναι τόσον πασίγνωστον τὸ ζήτημα, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ λόγος νὰ τὸ ἀποκρύψω. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν αἱ συμφωνίαι εἶναι πλήρεις καὶ ἔχουν ἐγκριθῆ ὑπὸ τοῦ συμβουλίου τῆς Κ.Τ.Ε. Ἔρχεται τὸ ζήτημα τῆς ἐκτελέσεως. Ἀφοῦ ὅμως ὑπάρχουν αἱ Γαλλικαὶ ἐπιφυλάξεις ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἀνάληψιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου ὑπὸ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ εἶναι γεγονός, ὅτι ὅλαι αἱ πράξεις εἶναι ἐγκεκριμέναι ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῆς Κ.Τ.Ε., πρέπει νὰ ψηφισθοῦν πρῶτον ὑπὸ τῆς Βουλῆς τὰ Πρωτόκολλα, καὶ ὅταν ψηφισθοῦν καὶ ὅταν τοῦτο γίνῃ, θὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα τῆς ἐκτελέσεως, ὁπότε ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἡ Γαλλία θὰ ἄρῃ τὰς ἐπιφυλάξεις της.
§234Β. ΣΑΓΙΑΣ. Αἱ δηλώσεις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, αἱ ὁποῖαι ἔχουν σχέσιν μὲ τὴν παρατήρησιν τὴν ἰδικήν μου καὶ τὴν τοῦ κ. Τσαλδάρη, ὅτι ἡ συζήτησις διεξάγεται κατὰ τοιοῦτον βεβιασμένον τρόπον, ἔρχεται εἰς ἀντίθεσιν μὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζει ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τὸ πρῶτον Παράρτημα δὲν ἀφορᾷ τὴν κύρωσιν τοῦ περιεχομένου τῆς Γενεύης, ἀλλ’ ἀφορᾷ μόνον τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ πρώτου παραρτήματος τῆς Γενεύης. Καὶ παραπέμπω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν εἴς τε τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ Πρωτοκόλλου καὶ εἰς τὸ δεύτερον ἐδάφιον, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁλόκληρον τὸ κείμενον τοῦ Πρωτοκόλλου καὶ ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἀναγραφῆς τῆς δηλώσεως ὑπὸ τῶν τριῶν Μεγάλων Δυνάμεων...
§235Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐὰν τοῦτο δὲν τὸ ἀναλάβῃ ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπή, τὸ δάνειον δὲν θὰ ἔχῃ οὐδὲν κῦρος. Αἱ συμφωνίαι εἶναι πλήρεις. Τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου πρέπει νὰ τὴν ἀναλάβῃ ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπή. Διὰ νὰ ἀναλάβῃ αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου ἡ Ἐπιτροπή, πρέπει νὰ ὑπογραφοῦν ὅλα ἀπὸ τὰς τρεῖς Μεγάλας Δυνάμεις. Ἀλλ’ αἱ συμφωνίαι εἶναι πλήρεις.
§236Β. ΣΑΓΙΑΣ. Δὲν εἶναι πλήρεις. Εἶναι ὑπὸ αἵρεσιν.
§237Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἤρτηται ἡ ἰσχὺς τοῦ Πρωτοκόλλου ἐκ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ παραρτήματος 1.
§238Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Εἰς τί συνίσταται τὸ Παράρτημα; Ἀφορᾷ τοὺς ὅρους τῆς οἰκονομικῆς ἐξυγιάνσεως τῆς Ἑλλάδος; Ὄχι ἀπολύτως. Ἀφορᾷ τοῦτο: ὅτι θὰ ἀναλάβῃ ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπὴ τὴν ἐτησίαν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου. Ἀνάγεται ἀκριβῶς τοῦτο εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Πρωτοκόλλου, τὸ ὁποῖον ἤδη ἔχει ἐγκριθῆ ὑπὸ τῆς Κ.Τ.Ε. Ἔχομεν λοιπὸν ἔγκρισιν τοῦ Πρωτοκόλλου ὑπὸ τῆς Κ.Τ.Ε. Πρέπει νὰ γίνῃ ἔγκρισις αὐτοῦ καὶ ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς καὶ τότε θὰ ζητήσωμεν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Πρωτοκόλλου καὶ τὴν ἀνάληψιν.
§239Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ Πρωτοκόλλου δὲν εἶναι αὐτή. Τὸ Πρωτόκολλον ὑφίσταται, ἐφόσον καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις παρουσιάσῃ τὸ ἔγγραφον ὑπογεγραμμένον. Καὶ σᾶς εἶπα, ὅτι ἡ Κ.Τ.Ε. ἀναλαμβάνει νὰ συστήσῃ τὸ δάνειον αὐτὸ ὑπὸ ὡρισμένους ὅρους. Εἷς ἐκ τῶν ὅρων αὐτῶν εἶναι ἡ ὑπογραφὴ αὐτή. Ἄνευ τούτου δὲν ἔχετε τὴν σύστασιν ἐκ μέρους τῆς Κ.Τ.Ε. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς ἐκτελέσεως, ἀλλὰ περὶ τῆς ὑπάρξεως τῆς συμβάσεως.
§240Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἀφορᾷ τὴν ἐκτέλεσιν. Ρητῶς λέγει, ὅτι θὰ δώσητε αὐτὰς τὰς ἐγγυήσεις. Δὲν πρόκειται ὅμως πλέον νὰ συναντηθῶμεν εἰς τὰς ἀπόψεις μας, ὥστε εἶναι περιττὸν νὰ συζητῶμεν.
§241Β. ΣΑΓΙΑΣ. Ἐπιμένω ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, διὰ νὰ μὴ μείνῃ ἡ Βουλὴ μὲ τὴν ἐσφαλμένην πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν παρέσχεν εἰς αὐτὴν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τὸ Πρωτόκολλον, τὸ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, εἶναι κεκυρωμένον καὶ ὅτι δὲν μένει τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ περιμένῃ τὸ δάνειον, διὰ τὸ ὁποῖον ἐπείγεται τόσον ἡ Χώρα, ὥστε νὰ ἐξέλθῃ ταχέως ἐκ τοῦ οἰκονομικοῦ λαβυρίνθου, εἰς τὸν ὁποῖον εὑρίσκεται, ὥστε νὰ μὴ μένῃ οὔτε ὥρα οὔτε ἡμέρα ἀρκετή, ἵνα συζητήσῃ ἡ Βουλή. Περὶ τίνος; Περὶ τοῦ μόνου ζητήματος, τὸ ὁποῖον καλεῖται, μετὰ μίαν ἀνώμαλον δεκαετίαν, νὰ λύσῃ. Διότι πέραν τοῦ ζητήματος τούτου, οὐδὲν ἄλλο ὑφίσταται ζήτημα οὐσιωδέστερον. Καὶ προσῆλθεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν βίᾳ, μὲ παντελῆ ἔλλειψιν παντὸς στοιχείου, διότι αὐτὰ τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα παρέσχεν, ἀλληλοαναιρούμενα ἀπὸ τῆς μιᾶς ἡμέρας εἰς τὴν ἄλλην, κατ’ οὐδὲν διεφώτισαν τοὐλάχιστον ἐμέ, ἐν ἐλλείψει καὶ αὐτῶν ἀκόμη τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου τοῦ Πρωτοκόλλου, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐμπιστευθῇ εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ παρέδωκε προσωπικῶς εἰς τὸν ἀξιότιμον ἡγέτην τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος.
§242Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὄχι. Ἐγὼ ἔχω ἰδικόν μου.
§243Β. ΣΑΓΙΑΣ. Καὶ προσῆλθεν χωρὶς νὰ παράσχῃ κανένα στοιχεῖον οἰκονομικὸν δι’ ἕνα προϋπολογισμόν, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλε τὸν παρελθόντα Ἰούλιον καὶ ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν ἰδίαν πιστοποίησιν μετεβλήθη κατὰ τὰ οὐσιαστικά του δεδομένα τὸν Σεπτέμβριον ἢ Ὀκτώβριον, καὶ ὁ ὁποῖος κατὰ τὰ ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐλλείμματα, μεταβλήθη τρὶς ἀπὸ τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰσηγήθη τὴν ψήφισίν του τὸ πρῶτον ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὥστε τὴν μίαν μὲν ἡμέραν μᾶς παρέστησεν ὅτι τὰ 600.000.000 εἶναι ταμειακὰ διαθέσιμα, τὴν ἑπομένην ἡμέραν μᾶς παρέστησεν ὅτι πρόκειται...
§244Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶπον τοιαῦτα πράγματα.
§245Β. ΣΑΓΙΑΣ. Τόσον ὑποστηρίξατε τοῦτο τὴν πρώτην ἡμέραν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Πεσμαζόγλου, ὥστε προκληθεὶς ἐκ τῆς συζητήσεως ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, δὲν ἐννόησε τί εἶναι τὰ διαθέσιμα αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγετε, ὁ δὲ κ. Ἀγγελόπουλος σᾶς εἶπεν «πῶς, τὴν στιγμὴν ποὺ ἔχομεν δυσχερείας διὰ νὰ πληρώσωμεν τοὺς ὑπαλλήλους μας, εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν διαθέσιμα. Ἐμφανίζεσθε τὴν πρώτην ἡμέραν ὁμιλοῦντες περὶ ταμειακῶν διαθεσίμων, τὴν δευτέραν ἡμέραν ὁμιλοῦντες περὶ 600.000.000 προκυπτόντων ἐκ τοῦ ὅτι ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν ἔλαβε τὸ ποσὸν τῶν 1.047.000.000, χωρὶς νὰ θέλετε νὰ διατρίψετε τι περισσότερον ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ τὴν τρίτην ἡμέραν παρέσχετε τὰς διαβεβαιώσεις, τὰς ὁποίας παρέσχετε ἐν βίᾳ. Ἡ ἀνάγκη τῆς ταχείας ἐπιψηφίσεως τοῦ ὁριστικοῦ Πρωτοκόλλου ἔκαμε τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ζητῶν τὴν ψήφισιν καὶ ὑποστηρίζων, ὅτι καθ’ ὅλας τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι διεξήχθησαν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, καθ’ ὅλας τὰς συζητήσεις, τὰς ὁποίας διεξήγαγεν ἐν Γεννεύῃ ἢ ἐν τῇ Δημοσιονομικῇ Ἐπιτροπῇ ἢ πρὸς ὅλους ἐκείνους εἰς τοὺς ὁποίους ἀνετέθη ὁ διακανονισμὸς τῆς ὑποθέσεως ταύτης, οὐδέποτε ἤκουσεν ἀναφερόμενον ὅτι πρόκειται νὰ ἐπιβληθῇ οἱαδήποτε δέσμευσις εἰς τὴν Ἑλλάδα. «Πρόκειται περὶ προγράμματός μου, εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, τὸ ὁποῖον εἰσηγήθην ἤδη εἰς τὴν Βουλήν· πρόκειται περὶ προγράμματος ἰδικοῦ μου, οἰκονομικῆς ἀνορθώσεως, τὸ ὁποῖον ἔσχε τὴν τιμὴν νὰ περιβληθῇ διὰ τοῦ κύρους τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν· πρόκειται περὶ μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐγώ, ὁ κυβερνήτης, ὁ Ἕλλην, ἐλευθέρως κρίνων, ἐνόμισα, ὅτι εἶναι τὰ συντελεστικά, ὅτι εἶναι τὰ ἀπαραίτητα διὰ τὴν οἰκονομικὴν τοῦ τόπου ἀνόρθωσιν. Τί ἄλλο ἔπραξεν ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν παρὰ νὰ ἐπικυρώσῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ εἶπον; Ποῦ βλέπετε, εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς ποίαν διάταξιν τοῦ Πρωτοκόλλου αὐτοῦ βλέπετε οἱανδήποτε δέσμευσιν τῆς Χώρας;». Ρήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι μόνον ρήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀπήντησαν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀνέπτυξαν διὰ μακρῶν καὶ λεπτομερῶς, ἡ δὲ διαφωτιστικωτάτη ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, νομίζω, ὅτι δὲν ἀφῆκε κανὲν κενὸν εἰς τὰς δεσμεύσεις, αἵτινες ἐπιβάλλονται εἰς τὴν χώραν. Ποῦ δύναται νὰ εὕρῃ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μίαν γραμμὴν τοῦ Πρωτοκόλλου, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ μὴ ὑφίσταται μία δέσμευσις, ἀπὸ τῆς πρώτης παραγράφου μέχρι τῆς τελευταίας τῶν ἄρθρων; Δὲν ἀναφέρονται διαρκεῖς δεσμεύσεις ἐν αὐταῖς, δεσμεύσεις πρωτοφανεῖς, τὰς ὁποίας εἶναι ζήτημα ἂν δικαιοῦται νὰ ἀκυρώσῃ ἡ Βουλή; Δὲν εἶναι αἱ δεσμεύσεις ἐκεῖναι, αἵτινες μία πρὸς μίαν ὅλαι ἀνεπτύχθησαν ὑπὸ τὸν προλαλησάντων συναδέλφων; Δὲν εἶναι δεσμεύσεις ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται ἐν τῷ 2ῳ ἄρθρῳ, ὡς ἐγγύησις τοῦ δανείου; Δὲν εἶναι δεσμεύσεις ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς τὸ 4ον ἄρθρον περὶ τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης διὰ τὴν ὁποίαν, καίτοι συμφωνοῦνται ἐν τῷ Πρωτοκόλλῳ, καὶ τὰ κεφάλαια διὰ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ προικοδοτηθῇ αὕτη, καίτοι προσαρτᾶται καὶ ὀργανισμὸς αὐτῆς, ἐν Παραρτήματι, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ἓν Σῶμα μετὰ τοῦ Πρωτοκόλλου, καὶ τὰ περὶ αὐτῆς συμφωνούμενα, συμφωνοῦνται ἐν διεθνεῖ συμφωνίᾳ, δὲν εἶνε λέγω, δεσμεύσεις καὶ δὲν δημιουργοῦσι διεθνεῖς ὑποχρεώσεις διὰ τὸν τόπον; Ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δὲν ἀποτελοῦν παρὰ συμφωνίας ἐσωτερικοῦ δικαίου καὶ δέν δημιουργοῦν παρὰ μόνον ὑποχρεώσεις ἐσωτερικοῦ δικαίου. Δὲν εἶναι μόνον ὅσα ἀναφέρονται καὶ ἐν τῷ 4ῳ ἄρθρῳ καὶ ἐν τῷ 5ῳ ἄρθρῳ περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος περιορίζεται εἰς ἓν ὡρισμένον ποσὸν κατὰ τρόπον πρωτοφανῆ, κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος ἔκαμε τὸν κ. Βοζίκην, τὸν σεβαστστὸν συνάδελφον ἐξ’ Ἀθηνῶν, νὰ ἐρωτήσῃ προχθὲς ὅτι, «ἐάν, ἀξιότιμε κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, προβῆτε εἰς ἔκτακτα ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἔκτακτοι περιστάσεις θὰ σᾶς ἐπιβάλουν, τὶ θὰ κάμετε ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, ἐκπροσωποῦντες ὡρισμένα Κράτη ἐν τῇ Κοινωνίᾳ τῶν Ἐθνῶν, θὰ σᾶς καλέσουν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν καὶ τὸν περιορισμόν σας εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ 5 ἄρθρου; τὶ θὰ πράξετε ἐναντίον των, κατὰ τὴν ἔκτακτον ἐκείνην στιγμήν; Διότι δυνατὸν καὶ κακοπίστως νὰ συμπεριφερθῶσιν ἀντιπρόσωποι μιᾶς οἱασδήποτε Δυνάμεως, ἐχούσης ἄλλα ἐλατήρια ἢ ἀντίθετα συμφέροντα πρὸς ἡμᾶς κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην». Δὲν εἶναι μόνον αἱ ἰδέαι, μία πρὸς μίαν ὡς ἀνεπτύχθησαν ἐμπεριστατωμένως ὑπὸ τῶν προλαλησάντων συναδέλφων, μία πρὸς μίαν αἱ διατάξεις τοῦ Πρωτοκόλλου τούτου δεσμευτικαὶ κατὰ τρόπου παρακωλύοντα κάθε ἐλευθέραν κίνησιν εἰς τὰ ἐσωτερικὰ τοῦ τόπου, ἀλλ’ εἶναι πρὸ παντὸς τὸ σύνολον τῶν διατάξεων τούτων, τὸ σύνολον τῶν ἐπιβαλλομένων ὑποχρεώσεων. Εἶναι ἡ πολιτικὴ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ ὁποία ὅμως ἀπὸ τῆς στιγμῆς τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Πρωτοκόλλου, ἀπὸ τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν περιελήφθη εἰς τὸ Πρωτόκολλον, εἶναι πολιτικὴ διεθνῶν ὑποχρεώσεων πρὸς ἄσκησιν ὡρισμένης οἰκονομικῆς πολιτικῆς. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἂν ἀκόμη δὲν λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας τίποτε ἐξ ὅσων ἀνεπτύχθησαν, ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν; εἶναι ἐλεύθερος ἐντὸς τῆς προθεσμίας τῆς ἀποσβέσεως τοῦ δανείου, ἐὰν ὄχι μόνον ἡ ἰδική του Κυβέρνησις, ἀλλὰ καὶ οἱαδήποτε ἄλλη Κυβέρνησις, θελήσῃ νὰ ἀλλάξῃ οἰκονομικὴν πολιτικήν, θὰ εἶναι ἐλευθέρα νὰ ἀλλάξῃ τὴν πολιτικήν του ταύτην; Ἐάν, φέρ’ εἰπεῖν ἀποτυγχανούσης, ὅπως ἔχομεν δεδομένον, ὅτι εἰς πολλὰ ἄλλα Κράτη ἀπέτυχεν, ἀποτυγχανούσης τῆς πολιτικῆς τῆς νομίμου σταθεροποιήσεως ἢ τῆς σταθεροποιήσεως, θελήσῃ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἄρῃ τὰ ἀποτελέσματα τῆς νομίμου ταύτης σταθεροποιήσεως καὶ νὰ ἐφαρμόσῃ ἄλλου εἴδους σταθεροποίησιν, ἐμπράγματον σταθεροποίησιν ἢ ἐξυγίανσιν ἄλλου εἴδους διὰ τῆς ἀποσύρσεως χαρτονομίσματος, θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ τὴν ἐφαρμόσῃ; Δὲν θὰ προσκόπτῃ πρὸς τὰς διεθνεῖς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέλαβε νὰ ἐφαρμόσῃ, ὄχι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία συνάπτει τὴν συμφωνίαν, ἀλλ’ ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους μέχρι παρελεύσεως τῆς τριακονταετίας ἢ καθόσον χρόνον διατελέσει ὑπὸ τὸ βάρος τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης, θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ν’ ἀλλάξῃ πολιτικήν; Καὶ ἐὰν ἓν Κράτος δεσμεύηται εἰς τὴν οἰκονομικήν του πολιτικήν, τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ μείωσιν τῶν κυριαρχικῶν του δικαιωμάτων; Δύναται νὰ ἀπαντήσῃ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, πῶς ἐννοεῖ τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν, πῶς ἐννοεῖ τὴν ἐθνικὴν αὐτοτέλειαν; δύναται νὰ μᾶς δώσῃ οἱανδήποτε ἄλλην ἑρμηνείαν τῆς λέξεως «κυριαρχία» παρὰ τὴν ὑπερτάτην ἐξουσίαν τοῦ ἀσκεῖν τὴν ἐσωτερικὴν καὶ ἐξωτερικὴν πολιτικήν; Καὶ ἂν εἰς τὸ κυριώτερον τῆς ἀσκήσεως τῆς ἐσωτερικῆς πολιτικῆς, δεσμεύηται ἡ Χώρα κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, κατὰ τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον, καὶ ἂν ἴδωμεν αὐτὴν καταποντιζομένην εἰς τὸ βάραθρον, τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν καὶ αἱ περιστάσεις νὰ ἀνοίξουν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῆς πολιτικῆς ταύτης, πῶς θὰ δύναται νὰ διεκφύγῃ; Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπαναλάβω τὴν ἐρώτησιν, τὶ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠνάγκασε τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὸ πρόγραμμά του νὰ τὸ καταστήσῃ διεθνῆ ὑποχρέωσιν, τὶ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἠνάγκασεν, ἢ μᾶλλον τί εἶναι ἐκεῖνο, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἐνόμισεν, ὅτι ἔχει δικαίωμα τὸ πρόγραμμά του νὰ τὸ καταστήσῃ ἐπὶ μίαν τριακονταετίαν ὑποχρεωτικὸν διὰ τὴν Χώραν; Πόθεν ἤντλησεν αὐτὸ τὸ δικαίωμα; Πόθεν θὰ ἀντλήσῃ ἡ Βουλὴ τὸ δικαίωμα νὰ κυρώσῃ αὐτὰς τὰς ὑποχρεώσεις τῆς Χώρας; Ποίαν ἐντολὴν ἔχει ἡ Βουλὴ νὰ καθιερώσῃ αὐτὴν τὴν πολιτικὴν τῆς διεθνοῦς πράξεως; Καὶ ὅμως εἰς τὴν συζήτησιν αὐτήν, τὴν προέχουσαν συζήτησιν, ἐφόσον τὸ Πρωτόκολλον, συζητεῖται, ἐφόσον οὐδὲν οἰκονομικὸν στοιχεῖον μᾶς παρέσχεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, πῶς κρίνει τὸ βάσιμον τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς καὶ πῶς τὴν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἐθεώρησεν ὡς στερουμένην σοβαρότητος; Κατὰ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν στερεῖται σοβαρότητος τὸ ζήτημα, ἐὰν πρόκειται ἐπὶ μίαν τριακονταετίαν ὁ τόπος νὰ ὑποδουλωθῇ, καθ’ ὅν τρόπον ὑποδουλοῦται διὰ τοῦ περιφήμου πρωτοκόλλου. Καὶ μᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. «Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀσκεῖ δανειστικὴν πολιτικήν, ἀλλ’ ἀσκεῖ πολιτικὴν οἰκονομικῆς ἀναδιοργανώσεως». Κατὰ ποῖον τρόπον ἔκαμεν αὐτὴν τὴν διάκρισιν, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω. Κατὰ ποῖον τρόπον, ἐνῶ δανείζεται χρήματα δὲν ἀσκεῖ δανειστικὴν πολιτικήν; Ἀλλὰ μᾶς εἶπεν καὶ ἄλλο τί, ὅτι ἐὰν τὰ δάνεια ἐξεδίδοντο ἄνευ τῆς εὐλογίας τῆς Κ.Τ.Ε., τὰ δάνεια αὐτὰ δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ τοποθετηθῶσι. Καὶ ὅταν τὸν ἠρωτήσαμεν «διατὶ ἆράγε ταῦτα δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ τοποθετηθῶσι μὲ ὅλα τὰ δεδομένα, μὲ ὅλας τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ἠθικὰς καὶ ὑλικάς, τὰς ὁποίας ἠδύνατο νὰ παράσχῃ ὁ τόπος»; ἀπήντησε «διότι, ὅταν πρόκειται περὶ δανείων ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τῆς Κ. Τ. Ε., ὁ κόσμος, ὁ μὴ γνωρίζων οὔτε τὴν σύμβασιν τοῦ διεθνοῦς οἰκονομικοῦ ἐλέγχου οὔτε τὸν προϋπολογισμὸν οὔτε τὰ περισσεύματα τῶν ὑπεγγύων προσόδων, περιβάλλει αὐτὴν διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτοῦ. Ἐνῶ ὅταν ἡ Κ.Τ.Ε. δὲν προστατεύει ταῦτα, ἀνεξαρτήτως ἐὰν παρέχεται καμμία πραγματικὴ ἐγγύησις περὶ τοῦ κύρους αὐτῶν, ἐνῶ ὅταν βλέπῃ, λέγει, τὰ δάνεια ταῦτα μὴ περιβαλλόμενα ὑπὸ τῆς Κ.Τ.Ε., δὲν τὰ πλησιάζει». Αὐτὴ ἦτο ἡ ἀπάντησις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι, ταῦτα λέγων, δὲν στηρίζεται ἐπὶ τῶν πραγμάτων, διότι γνωρίζει, ὅτι τὰ δάνεια δὲν τοποθετοῦνται εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχεν, ἀλλὰ τοποθετοῦνται παρὰ μεγάλοις κεφαλαιούχοις οἱ ὁποῖοι ἔχουσι κάθε συμφέρον νὰ διαφημίζωσιν αὐτά. Νομίζω, ὅτι ἡ σημερινὴ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν διεφώτισε περισσότερον τὴν Βουλήν. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠρκέσθη εἰς τὸ νὰ ἐπαναλάβῃ, δικαιολογῶν τοὺς ἰσχυρισμούς του, ὅτι οὐδεὶς περιορισμός, οὐδεμία μείωσις πολιτικὴ τοῦ ἐζητήθη ὑπὸ τῆς Κ.Τ.Ε., καὶ ἐν τῇ φορᾷ ὅπως ἀνευρίσκῃ ἐπιχειρήματα, δημιουργεῖ αἰτιάσεις, αἵτινες οὐδέποτε τῷ ἀπηυθύνθησαν. Δημιουργεῖ τὴν αἰτίασιν ἀπὸ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι τὸ δάνειον συνάπτεται, ὅτι ὑπάρχει ὅρος διὰ τὸν ὁποῖον τὸ δάνειον δὲν δύναται νὰ συναφθῇ δι’ ἐλάχιστον χρόνον, διότι ὁ καθεὶς ἐξ ὑμῶν γνωρίζει ὅτι τὰ μακροχρόνια δάνεια εἶναι τὰ συμφερώτερα. Ἐπίσης μᾶς εἶπεν καὶ τὴν ἀνύπαρκτον αἰτίασιν, ὅτι περιωρίσθημεν εἰς τὸ σημεῖον τῆς μὴ ὑπὸ χειροτέρους ὅρους συνάψεως δανείου, ὡς νὰ τοῦ εἶπεν κανείς, ὅτι ἡμεῖς ἐπιθυμοῦμεν νὰ συνάψωμεν ὅπως ὅπως τὰ δάνεια καὶ ἡμεῖς εἴμεθα οἱ βιαζόμενοι διὰ τὴν σύναψιν τῶν δανείων, ἐνῶ εἶναι αὐτὸς ὁ ἴδιος. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιμένῃ εἰς τὴν ἐν βίᾳ καὶ ταχεῖαν ψήφισιν τῆς συμβάσεως διὰ τῆς πλειονοψηφίας τὴν ὁποίαν ἔχει ἀναμφισβητήτως ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ Βουλῇ, εἰς τὴν ἐν βίᾳ ψήφισιν δυναμένην νὰ ὑποβάλῃ εἰς μεγάλας εὐθύνας ὄχι μόνον ἑαυτόν, ὄχι μόνον τὴν Κυβέρνησιν τῆς ὁποίας μετέχει, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρον τὴν πλειονοψηφίαν, τὴν ὁποίαν καλεῖ ὅπως ψηφίσῃ αὐτὸ (χειροκροτήματα).
§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πεσματζόγλου.
§247Γ. ΠΕΣΜΑΤΖΟΓΛΟΥ. Εἶναι βεβαίως δικαίωμα τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπικρίνῃ τὰ ἀναπτυχθέντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὑπὸ τῶν διαφόρων προλαλησάντων συναδέλφων, ἐπιχειρήματα. Εἶναι ἀκόμη δικαίωμά του νὰ μὴ λαμβάνῃ ταῦτα ὑπ’ ὄψιν, ὅταν μάλιστα οἱ ἀγορεύοντες βουλευταὶ εἶναι μονάδες, ὡς ἐγώ, δὲν δικαιοῦται ὅμως ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπαντῶν εἰς ταῦτα, νὰ λέγῃ, ὅτι πάντες ἀρνητικῶς ἤλεγξαν αὐτόν, χωρὶς οὐδὲν τὸ θετικὸν νὰ εἴπουν. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀντελήφθην, ὅτι οἱ περισσότεροι τῶν παρελθόντων τὸ βῆμα, ἐπὶ θετικῶν δεδομένων ὡμίλησαν.
§248Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶπον ἐγὼ αὐτό.
§249Γ. ΠΕΣΜΑΤΖΟΓΛΟΥ. Εἴπετε ὅτι οὐδεὶς σᾶς ἐπρότεινε ὡρισμένον οἰκονομικὸν πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον νὰ ἀντικαταστήσῃ τὸ ἰδικόν σας.
§250Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τὸ νὰ διατυπώσῃ κανεὶς μίαν παρατήρησιν, δὲν ἔπεται ὅτι ἀποτελεῖ τοῦτο πρόγραμμα.
§251Γ. ΠΕΣΜΑΤΖΟΓΛΟΥ. Ὄχι μόνον θετικαὶ παρατηρήσεις σᾶς προεβλήθησαν, ἀλλὰ σᾶς διετυπώθησαν καὶ ὡρισμένα πράγματα.
§252Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τὰ προγράμματα δὲν διατυποῦνται μονομερῶς.
§253Γ. ΠΕΣΜΑΤΖΟΓΛΟΥ. Ἐφόσον εἶμαι ἀνεξάρτητος, δὲν δύναμαι ἢ μονομερῶς νὰ διατυπώσω τὰ πράγματα. Τὸ Λαϊκὸν κόμμα διετύπωσεν ἰδίας σκέψεις, αἵτινες ἀποτελοῦν πρόγραμμα.
§254Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Σᾶς εἶπα αἱ ἰδέαι δὲν εἶναι πρόγραμμα.
§255Γ. ΠΕΣΜΑΤΖΟΓΛΟΥ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὁμιλῶν περὶ τῶν ἰδικῶν μου παρατηρήσεων, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν πρόγραμμα σαφῶς διατυπωθέν, ἐνέκρινα ἀπολύτως τὰς βάσεις τῆς δημοσιονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Σᾶς εἶπον περιπλέον, ὅτι ἐγκρίνω ἀπολύτως τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους θέλετε νὰ δανεισθῆτε διὰ τῆς Κ.Τ.Ε. ὑπὸ ὡρισμένας ὅμως προϋποθέσεις. Τὴν χρησιμότητα δὲ ταύτην τῆς μεσολαβήσεως τῆς Κ.Τ.Ε. θεωρῶ ἀπαραίτητον, ἰδίᾳ ἐκ τοῦ λόγου, ὅτι ἀποτελεῖ αὕτη διεθνῆ παράγοντα, καὶ διότι ἔχομεν συμφέρον νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν οἰκονομικὴν ἀνασυγκρότησιν ὑπὸ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας καὶ δι’ οἰκονομικῶν μεθόδων, αἱ ὁποῖαι εἶναι διεθνῶς παραδεδεγμέναι. Δράττομαι τῆς εὐκαιρίας νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ πρὸ ὀλίγου ἀναγνωσθέντος τηλεγραφήματος τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος ἐν Βέρνῃ. Ὁ κ. Χάμπρο εἶναι τραπεζίτης καὶ ἔχει πᾶν δικαίωμα νὰ προασπίσῃ τὰ συμφέροντά του, ἀλλ’ ἐκ τούτου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θιγῇ ὁ κ. Σῶλτερ. Ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως γνωρίζω, ὅτι ὑπῆρξε φίλος τῆς Ἑλλάδος καὶ κατέβαλε πᾶσαν προσπάθειαν διὰ νὰ μᾶς φανῇ χρήσιμος. Ἐνόμισα ἀναγκαίαν τὴν διακοπὴν αὐτὴν διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς ὅσα εἶπεν ἀπὸ τῆς θέσεώς του ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πειραιῶς συνάδελφος. Ἤδη, ἐπανερχόμενος ἐπὶ τοῦ θέματος, ἐπαναλαμβάνω, Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι διαφωνῶ πρὸς τὰ μέσα τῆς δημοσιονομικῆς σας πολιτικῆς καὶ νομίζω, ὅτι διὰ τῶν μέσων, μὲ τὰ ὁποῖα θέλετε νὰ ἐπιδιώξητε ταύτην, ἐξασφαλίζετε τὰ σπέρματα τῆς ἀποτυχίας της καὶ πρόκειται νὰ μᾶς καταδικάσητε εἰς καταστρεπτικὰς συνεπείας. Μᾶς εἴπετε ὅτι, ὁ ἄξων ὅλου τοῦ οἰκονομικοῦ προγράμματος, εἶναι ἡ σταθεροποίησις. Δὲν ἤκουσα κανένα νὰ παρέλθῃ ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι δὲν ἔχετε δίκαιον. Σᾶς παρετηρήθη, ὅμως, ἐπανειλημμένως, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ κάμητε σταθεροποίησιν, ὡς τὴν φαντάζεσθε, καὶ διὰ πλείστους ὅσους λόγους, ἀλλὰ καὶ διότι δὲν ἔχετε διακανονίσει τὰς ὑποχρεώσεις τῆς Ἑλλάδος ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, καὶ διότι δὲν γνωρίζετε οὔτε κἂν περίπου εἰς τὶ ἀνέρχονται αὗται. Ὅτι δὲ δὲν γνωρίζετε εἰς ποῖον ποσὸν δύνανται ν’ ἀνέλθουν αἱ ὑποχρεώσεις τῆς Ἑλλάδος, μαρτυρεῖ ἡ ἐντύπωσις, τὴν ὁποίαν ἔχετε ὅταν τὴν πρώτην φοράν, ἐπανήλθετε ἐκ Παρισίων. Τότε εἴπετε τὴν ἐντύπωσιν, ἐντύπωσιν τὴν ὁποίαν ἄλλως τε συμμερίζομαι καὶ ἐγώ, ὅτι ἡ Γαλλία μᾶς ὤφειλεν. Σήμερον διεξάγετε συζήτησιν ἐπὶ ἄλλης βάσεως. Δὲν λέγω βεβαίως, ὅτι τοῦτο ἀναγκάζει τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ δεχθῇ τοὺς ὅρους τοὺς Γαλλικούς, ἀλλὰ πάντως ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις φαίνεται ἀγνοοῦσα τὸ ποσὸν εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήρχοντο αἱ Γαλλικαὶ ἀπαιτήσεις. Σᾶς εἶπον, ὅτι σταθεροποίησις δὲν δύναται νὰ γίνῃ, χωρὶς πλήρη ἐπίγνωσιν τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ ἄνευ ἰσοζυγίου προϋπολογισμοῦ. Δὲν ἔχετε δὲ ἰσοζύγιον προϋπολογισμοῦ. Κατὰ τὸν ἴδιόν σας λογαριασμόν, ἀναβιβάζετε τὰ ἔξοδα εἰς 8.800 ἑκατομμύρια καὶ κατὰ τὰς ἰδικάς σας προβλέψεις θὰ ἔχετε αὔξησιν 295 ἑκατομμύρια ἀπὸ τὴν παρελθοῦσαν χρῆσιν. (Ἀναγινώσκει).... Ἐπὶ πλέον ὀφείλετε νὰ πληρώσητε 50 ἑκατομμύρια εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἐὰν εἰς τὰ κονδύλια ταῦτα προσθέσητε εἰς τὸ σύνολον θὰ εὕρητε ἄθροισμα 9½ δισεκατομμύρια. Καὶ ἤδη σᾶς ἐρωτῶ: Πῶς ἀναλαμβάνετε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μειώσητε τὰ ἔξοδα εἰς 9 δισεκατομμύρια, ἐνῷ γνωρίζετε, ὅτι ταῦτα ἀνέρχονται εἰς 9½ δισεκατομμύρια, ἄνευ οὐδεμιᾶς προβλέψεως διακανονισμοῦ τῶν πρὸς τὴν Γαλλίαν Ἑλληνικῶν χρεῶν; Σᾶς εἶπον ὅτι ἡ σταθεροποίησις, τὴν ὁποίαν ἐμελετήσατε ἐν Γενεύῃ, ἔχει καὶ τὸ ἑξῆς ἐπικίνδυνον σημεῖον. Εἶναι ἰδιόρρυθμος σταθεροποίησις, ἡ ὁποία διὰ πρώτην φορὰν ἐφαρμόζεται ἐν Ἑλλάδι, καὶ πιθανὸν νὰ φέρῃ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν προβλέπω.
§256Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Μὰ τὶ θέλετε νὰ σᾶς εἴπω;
§257Γ. ΠΕΣΜΑΤΖΟΓΛΟΥ. Ἐγὼ βεβαίως δὲν ἠμπορῶ ν’ ἀναλάβω τὴν εὐθύνην τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν Κυβερνητικῶν μέτρων, διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους ἐξέθηκα. Ἐν τούτοις δευτερολογῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, θὰ κατέλθω τοῦ βήματος ἀφοῦ ἐκφράσω εὐχήν...
§258Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ὥστε ἀντὶ ψήφου εὐχήν.
§259Γ. ΠΕΣΜΑΤΖΟΓΛΟΥ. Εὐχὴν εἰλικρινῆ, εὐχὴν προερχομένην ἐκ τοῦ βάθους τῆς ψυχῆς μου, ὅπως, ἐφόσον διαθέτετε τὴν ἀναγκαιοῦσαν πλειονοψηφίαν καὶ τὰ μέτρα σας θὰ τύχουν τῆς ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς, αἱ προβλέψεις ἡμῶν, αἱ προβλέψεις τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, αἱ προβλέψεις ὅλης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀποδειχθῶσιν ἀστήρικτοι καὶ νὰ ἐπιτύχῃ τὸ σχέδιόν σας.
§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις. Αὔριον ἡ ψηφοφορία εἰς τὰς 5 μ. μ. Λύεται ἡ Συνεδρίασις (ὥρᾳ 4 καὶ 40′ πρωϊνῇ).