Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΓ · Σύνοδος Α› Συνεδρίαση 50

1892.07.25

4.123 στίχοι · 31.396 λέξεις · 2 πίνακες · 147 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1892.07.25
Προεδρεία
Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗ
Περίοδος
ΙΓ
Σύνοδος
Α
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1893)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 50

τῆς 25 Ἰουλίου 1892.

(Σάββατον).

Ὥρᾳ 11 π. μ.

(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Περικλέους Βαλαωρίτου). (Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ μετά τινας διορθώσεις ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐν Πύργῳ κ. Πέτρος Αὐγερινὸς διὰ τηλεγραφήματός του παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἐπιψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπιβολῆς προσθέτου φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος ὑπὲρ τοῦ δήμου Λετρίνων. Δι’ ἑτέρου τηλεγραφήματος πολλοὶ δημόται τοῦ δήμου Λετρίνων παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Πατρῶν διὰ τηλεγραφήματός του παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναγκαστικῆς ἐκποιήσεως ἀκινήτων· προτείνει δὲ καὶ τροπολογίαν τινά. Ὁ Δῆμος Βουλπιώτης, κάτοικος Λουμποτίνας τῆς ἐπαρχίας Ναυπακτίας, ζητεῖ βοήθημά τι, λόγῳ ὅτι εἶναι ἀνεψιὸς τοῦ κατὰ τὸν ἱερὸν ἀγῶνα χιλιάρχου Παναγιώτου Σωτηροπούλου ἢ Κραβαρίτου. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ κ. Σέρβος ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.

§2ΣΕΡΒΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μὲ πληροφορήσῃ, ἂν ἔληξαν αἱ ἐργασίαι τῆς ἐπιτροπῆς πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ σχεδίου τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος, ἢ πότε πιθανῶς δύνανται νὰ λήξωσι, καὶ εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ ἀναθεώρησις τοῦ σχεδίου, τοῦ καταρτισθέντος παρὰ τῶν νομομαθῶν Καλλιγᾶ, Οἰκονομίδου, Ράλλη, Παπαῤῥηγοπούλου, Φρεαρίτου, Σκαλτσούνη καὶ Κρασσᾶ. Ἐπίσης νὰ πληροφορήσῃ, ἂν ἐζήτησε τὴν γνώμην τῆς ἐν ἐνεργείᾳ ἐπιτροπῆς ἢ τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου περὶ καταργήσεως τοῦ ἐδαφίου 3 τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ἀπὸ 30 Ἰανουαρίου 1866 ΡΝʹ νόμου, καὶ τίνα ἔλαβεν ἀπάντησιν. Ἐπὶ τῆς προτάσεως δὲ ταύτης ὑποβάλλω καὶ τροπολογίαν.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 327).

§4ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἀφ’ ὅτου ἀνέλαβε τὴν ἀρχὴν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος ἔπαυσε συνεδριάζουσα, ἕνεκα τῆς ἐποχῆς, καθόσον δὲν μένουσιν ἐν Ἀθήναις πάντα τὰ μέλη. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς, πληροφορῶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν ἀξιότιμον κ. Βουλευτήν, ὅτι βεβαίως δὲν ἐπερατώθη τὸ ἔργον αὐτῆς, θὰ χρειασθῇ δὲ ἀκόμη χρόνος πρὸς περάτωσιν τοῦ ἔργου.

§5Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατόπιν τῶν ψηφισθέντων ὑπὸ τῆς Βουλῆς νομοσχεδίων περὶ πραγμάτων οἰκονομικῶν, καὶ κατόπιν ἐργασίας γενομένης ἐν τῷ Λογιστηρίῳ ἐπὶ διαφόρων κεφαλαίων καὶ ἄρθρων τοῦ ἐπιδιωρθωμένου προϋπολογισμοῦ, θὰ παραστηθῇ ἀνάγκη, ἵνα κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπενεχθῶσι μεταβολαί τινες. Ἐπειδὴ αὗται πᾶσαι εἶναι ἤδη κατεστρωμέναι, κρίνω προτιμότερον, πρὶν ἢ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον καὶ κεφάλαιον συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ ὑποβάλω διὰ δηλώσεως εἰς τὴν Βουλὴν τὰς μεταβολὰς, ἵνα ἔχῃ αὐτὰς ὑπ’ ὄψει ἡ Βουλὴ πρὸ τῆς γενικῆς συζητήσεως καὶ κατ’ αὐτήν. Θὰ ἠδύνατο μάλιστα καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ λάβῃ αὐτὰς ὑπ’ ὄψει, συνερχομένη σήμερον, διότι ἡ δήλωσις, ἣν ὑποβάλλω, εἶναι ἔντυπος καὶ θὰ διανεμηθῇ μετ’ ὀλίγον εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, καίτοι δὲν εἶναι ἀναγκαῖος ὅρος ἡ προεπεξεργασία τῆς ἐπιτροπῆς, διότι τροποποιήσεις εἰς τὸν προϋπολογισμὸν δύνανται νὰ ἐπενεχθῶσιν εἰσαγόμεναι κατὰ τὴν συζήτησιν. Ἐπειδὴ ὅμως οἱ μεταβαλλόμενοι ἀριθμοὶ εἶναι σημαντικοί, καίτοι ἡ ἔννοια αὐτῶν δὲν εἶναι σπουδαία, ὅσον ἐμφαίνει ὁ ὄγκος τῶν ἀριθμῶν, νομίζω, χρήσιμον νὰ ἐπιληφθῇ τῆς προεπεξεργασίας αὐτῶν ἡ ἐπιτροπή. Ἔχομεν π. χ. τὴν κατάργησιν τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τὴν συγχώνευσιν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων αὐτοῦ ἐν τῷ γενικῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους. Ἡ μεταβολὴ αὕτη ἐπάγεται ἀμέσως εἰς τὰ ἔσοδα αὔξησιν 3,151,000 δρ. Δὲν εἶναι αὕτη πραγματικὴ αὔξησις, εἶναι μεταφορὰ ἀπὸ εἰδικοῦ ταμείου εἰς τὸ γενικὸν ταμεῖον τοῦ Δημοσίου, οὐχ ἧττον ὁ ἀριθμὸς παρίσταται μέγας, ὁ ἔλεγχος δὲ τῆς ἐπιτροπῆς θὰ ἐξηκρίβου καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τὸ ἀληθὲς καὶ τὴν ἀνάγκην τῆς μετεγγραφῆς. Ἐπίσης καὶ ἐν τοῖς ἐξόδοις ἔχομεν ἐπὶ τοῦ δημοσίου χρέους ἀναγραφὲν ποσὸν 175,000 δραχμῶν ἐκ σφάλματος ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὅπου εἶχον ἀναγραφῆ ἀντὶ 195,000 δρ. 19,500 διὰ τὴν ἔλλειψιν ἑνὸς μηδενικοῦ. Εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ νομοθετικοῦ σώματος ἐπίσης εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῶσιν 91,000 δραχμῶν, διότι τοιαύτη ἀποδεικνύεται σήμερον ἡ ἀνάγκη. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὡς ἐκ τῶν ἐξόδων τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, 1,704,000 δραχ. Εἰς τὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν 484,000, διότι δὲν εἶχον συμπεριληφθῆ διάφορα ἔξοδα ὑλικοῦ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, οἷος ἐπηνωρθωμένος παρ’ ἡμῶν ὑπεβλήθη. Ἐπὶ τῶν ἐξόδων τῆς διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας τῶν φόρων ἔχομεν ἀφαίρεσιν, ὡς ἐκ τῆς μεταῤῥυθμίσεως τοῦ νόμου περὶ καπνοῦ, δρ. 165,842, προσθήκην δὲ δρ. 36,250.

§6ΡΑΛΛΗΣ. Ποία ἡ διαφορὰ ἐκ τῶν δηλώσεων αὐτῶν;

§7Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶπον, ὅτι τοῦτο δὲν ἔχει οὐσιαστικὴν σημασίαν· ἄλλως τε ἤθελέ τις συλλάβει πεπλανημένην ἰδέαν περὶ τῶν ἐν τῷ μέλλοντι ἐξόδων, ἐὰν ἀφεώρα εἰς τοὺς ἀριθμοὺς τούτους, ἀναγράφοντας ἀνωτάτους ὅρους, καὶ μεθ’ ὧν ὅμως τὴν ἀναγραφὴν τὸ γενικὸν ἀποτέλεσμα τοῦ προϋπολογισμοῦ βελτιοῦται ἐν τῷ γενικῷ ἀποτελέσματι· ἐνῷ εἴχομεν διαφορὰν ἐπὶ πλέον τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα 2,762,000 δραχμῶν, θὰ ἔχωμεν διαφορὰν ἐπὶ πλέον ἤδη 3,151,000 δραχμῶν, ἀλλὰ, προσθέτω, οὐδόλως παριστῶ αὐτὴν ὡς αὔξησιν πραγματικοῦ περισσεύματος. Οὐδεμίαν αἱ ἐπηνωρθωμέναι αὗται ἐγγραφαὶ ἐπάγονται μεταβολὴν ἐν τῷ ἀπολογισμῷ, σκοποῦσι δὲ μόνον ἀκριβεστέραν λογιστικὴν παράστασιν τῶν προϋπολογιζομένων. Ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων ἀπὸ 100,399,000 ἀναβιβάζεται εἰς 103,550,000, ὁ δὲ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων ἀπὸ 97,637,000 ἀναβιβάζεται εἰς 99,972,000. Πλὴν τούτου ὑποβάλλω καὶ πίνακα τῶν νόμων, ἐφ’ οὗ στηρίζεται ἡ ἐπιβολὴ καὶ ἡ εἴσπραξις τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους διὰ τὸ 1892, καὶ πρόσθετον ἄρθρον ἐν τῷ νόμῳ περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, ἐπιτρέπον τὴν κατὰ τὸ ἔτος 1892 εἴσπραξιν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων περὶ ἐσόδων παγίων νόμων, μετὰ παραπομπῆς εἰς τὸν πίνακα τοῦτον. Ὁ πίναξ ἐδημοσιεύετο καὶ πρότερον, ἀλλὰ δὲν ἐγίνετο καὶ ἡ παραπομπὴ, ἥτις ὅμως εἶναι κανονικωτέρα. Κατὰ τὸ Γαλλικὸν σύστημα, ἡ ἐπέτειος ἰσχὺς παρέχεται εἰς τοὺς παγίους φορολογικοὺς νόμους διὰ τοῦ νόμου περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, ἀναγράφοντος τὴν ἐπέτειον ἰσχὺν πάντων τῶν ἐν τῷ συνημμένῳ εἰς αὐτὸν πίνακι περὶ φορολογίας. Κατὰ τοῦτο τὸ σύστημα συντεταγμένον εἰσάγομεν καὶ ἡμεῖς ἄρθρον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Περιελαμβάνετο καὶ πρότερον τοιοῦτον ἄρθρον, ἀλλ’ ἄνευ παραπομπῆς εἰς πίνακα. Παρατηρῶ ὅμως, ὅτι, ἐπειδὴ ἐψηφίσθη ἤδη εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις, ὑπολειπομένης μόνον τῆς ψηφίσεως τοῦ συνόλου, ἣν ἀπεκδεχόμεθα μετ’ ὀλίγον, ὁ νόμος περὶ ἐγγείου φορολογίας καὶ περὶ φόρου τῶν ζώων, δὲν προφθάνει, ἀλλὰ καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναγραφῇ οὗτος ἐν τῷ πίνακι, ὡς περιλαμβάνων ἐν ἑαυτῷ τὰ στοιχεῖα τῆς ἐπετείου ἰσχύος διὰ τὸ ἔτος 1892, διότι ἐν τῷ ἔτει τούτῳ ψηφίζεται· μετὰ παρέλευσιν τοῦ ἔτους θὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη ἀνανεώσεως τῆς ἰσχύος αὐτοῦ. Ὥστε ἤδη παραπέμπομεν ἐν τῷ πίνακι εἰς τοὺς κειμένους νόμους, ὅταν δὲ ψηφισθῇ καὶ ὁ νόμος ἐκεῖνος, θέλει ἐφαρμοσθῆ ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως, ὡς παρέχων τὴν ἀπαιτουμένην, κατὰ τὰ κείμενα, ἐπέτειον ἄδειαν εἰσπράξεως καὶ βεβαιώσεως τῶν φόρων, οὓς κανονίζει.

§8ΣΚΟΥΖΕΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου τῶν ἐν Ἀθήναις συντεχνιῶν, ἀφορῶσαν εἰς τὸ ἑξῆς. Αἱ ἐν Ἀθήναις συντεχνίαι, 23 τὸν ἀριθμὸν, συνελθοῦσαι πρὸ δύο ἐτῶν, κατήρτισαν σωματεῖον κοινὸν, καλούμενον «Σύνδεσμος τῶν ἐν Ἀθήναις συντεχνιῶν». Σκοπὸς τοῦ σωματείου τούτου εἶναι ἡ ἐπὶ τὰ βελτίω πρόοδος τῶν μελῶν τῶν συντεχνιῶν διὰ τῆς ἠθικῆς καὶ διανοητικῆς αὐτῶν μορφώσεως, καὶ διὰ τῆς τελειοποιήσεως αὐτῶν ἐν ταῖς τέχναις, τὰς ὁποίας ἐπαγγέλλονται χιλιάδες ἐργατῶν. Εἷς ἐκ τῶν σκοπῶν του εἶναι ἡ ἀνίδρυσις κτιρίου κοινοῦ, τὸ ὁποῖον νὰ χρησιμεύῃ, ὅπως ἀφ’ ἑνὸς μὲν συνέρχωνται αἱ διάφοροι συντεχνίαι πρὸς διακανόνισιν τῶν ὑποθέσεων αὐτῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ καὶ πρωτίστως νὰ χρησιμεύῃ διὰ τὰ κεντρικὰ τεχνικὰ σχολεῖα, τὰ ὁποῖα ὁ Σύνδεσμος σκοπεῖ νὰ συστήσῃ, ὅπως τελειοποιῶνται ἐν αὐτοῖς οἱ ἐργάται εἰς τὰ ἐπαγγέλματα αὐτῶν. Νομίζω, ὅτι ὁ σκοπὸς εἶναι χρήσιμος, καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἐγκρίνῃ τὸ χρήσιμον, νὰ συστήσῃ ἰδιαιτέρως εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐξεύρῃ κατάλληλον γήπεδον ἐκ τῶν ἐν Ἀθήναις ἀνηκόντων τῷ Δημοσίῳ, τὸ ὁποῖον νὰ προσδιορισθῇ πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν, δωρούμενον εἰς τὸν Σύνδεσμον τῶν ἐν Ἀθήναις συντεχνιῶν.

§9ΡΟΥΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι πολὺ δικαία ἡ αἴτησις αὕτη, καὶ ἡ Βουλὴ βεβαίως συνιστᾷ αὐτὴν ἐνθέρμως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.

§10ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ κατὰ προτίμησιν.

§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν μετὰ συστάσεως τῆς Βουλῆς.

§12ΜΑΝΕΣΗΣ. Ὑποβάλλω μίαν πρότασιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν. Ἐὰν ἦναι δυνατὸν, ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ γίνηται μετὰ μεσημβρίαν, ὅτε ἔχομεν πολλὰς ὥρας εἰς τὴν διάθεσίν μας, ἡ δὲ συζήτησις ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων νὰ γίνηται πρὸ μεσημβρίας.

§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;... Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς γενικῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.

§14Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὰς δύο προηγηθείσας συνεδριάσεις ἀνεκοίνωσα πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ πορίσματα, τὰ ὁποῖα συνήγαγον ἐκ τῆς ἐπισκοπήσεως τῆς διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους κατὰ τὰ ἔτη 1882, 1883, 1884 καὶ κατὰ τὰ ἔτη 1887, 1888, 1889, 1890. Τοῦ τελευταίου τούτου ἔτους τὰ ἀποτελέσματα κατέληξαν ὡσαύτως εἰς ἔλλειμμα, ἀνερχόμενον εἰς 18,313,121.70, πλὴν τῶν 9,015,476.17, κατὰ τὰ ὁποῖα ηὔξησε τὸ ποσὸν τοῦ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέους πρὸς τὰς Τραπέζας, καὶ πλὴν τῶν 45 ἑκατομμυρίων εἰς χρυσὸν, τὰ ὁποῖα εἰσέπραξεν ἐκ τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης, καὶ τῶν ὁποίων ὑπόλοιπον ἐκ φράγκων 7,694,650 εὕρομεν, ὅτε κατὰ Ὀκτώβριον ἐκλήθημεν ἐπὶ τὴν ἀρχήν. Κατὰ τὸ 1891 τὰ ἔσοδα προϋπελογίσθησαν εἰς 96,541,462, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς 100,411,479.40, οὕτω δὲ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ προσδιωρίσθη τὸ ἔλλειμμα εἰς 3,870,017.40. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1891 συνετάχθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ, ὅστις ἐτύγχανε τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ αὐτοῦ εἰσηγουμένου, συνεζητήθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ τότε ἐπεκρίθη τὸ Ὑπουργεῖον ἐπὶ τῇ συντάξει τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ εἶπον οἱ ἐπικρίνοντες, ὅτι καὶ ὁ παρ’ ἡμῶν συνταχθεὶς προϋπολογισμὸς ἐπὶ τῶν αὐτῶν ἐστηρίζετο βάσεων, ἐφ’ ὧν εἶχε στηριχθῆ ὁ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου συνταχθεὶς προϋπολογισμὸς τοῦ προηγηθέντος ἔτους 1890, ὡς ἂν ἡμεῖς συνεχίζοντες ἐφηρμόζομεν τὴν αὐτὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν, ἣν οἱ προκάτοχοι ἡμῶν κατὰ πᾶσαν τὴν λήγουσαν τετραετίαν ἐφήρμοζον. Καὶ ἡ τοιαύτη ἐπίκρισις ηὔφραινε τὸν ἀκροώμενον αὐτῆς κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου. Τινὲς δ’ ἤλεγχον ἡμᾶς, διότι μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν προεβάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νομοσχέδια, ἀνατρέποντα τοὺς φορολογικοὺς νόμους καὶ τὴν ἄλλην οἰκονομικὴν νομοθεσίαν. Ἀλλ’ ἡμεῖς εἴχομεν κληθῆ εἰς τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τοῦ δεκάτου μηνὸς τοῦ 1890, ἤτοι δύο μῆνας πρὸ τῆς λήξεως αὐτοῦ. Δὲν συμβουλεύω δ’ εἰς τὰς Κυβερνήσεις νὰ προβαίνωσι μετὰ σπουδῆς καὶ ἀδιστάκτου εὐχερείας εἰς μεταβολὰς τῆς κανονιζούσης τὴν φορολογίαν τῆς χώρας νομοθεσίας, καὶ εἰς νέας ἑκάστοτε διαῤῥυθμίσεις τῶν κανονισμῶν τῆς διοικήσεως τοῦ κλάδου τῶν οἰκονομικῶν. Ἡμεῖς καὶ τότε ἐφρονοῦμεν, οὐ δ’ ἐπαύσαμεν φρονοῦντες, ὅτι πᾶσα μεταβολὴ, ἥτις ἤθελε προταθῆ, ἔδει νὰ ἦναι πόρισμα ἐμβριθοῦς μελέτης, διότι αἱ ἀμελέτητοι καὶ ἀπερίσκεπτοι μεταβολαὶ ἀποβαίνουσι πάντοτε τὰ μάλιστα ἐπιζήμιοι κατὰ τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν· ἀλλὰ καὶ ἐλαχίστη ἂν ἐπήρχετο ζημία ἐκ τῶν μέτρων ἡμῶν, μεγίστη ἤθελεν ἐπέλθει χειροτέρευσις τῶν οἰκονομικῶν, ἐν ᾗ ταῦτα εἶχον περιαχθῆ ἐξησθενημένῃ καὶ εὐπαθεστάτῃ καταστάσει. Καὶ ὄντως, οἱ ἐπικρίνοντες ἡμᾶς δὲν ἠδύναντο ἢ δὲν ἤθελον νὰ ἐννοήσωσιν, ὅτι οὐδ’ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπενεχθῇ μεταβολή τις εἰς τὰς βάσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀφοῦ αἱ πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ τῶν χρεωλυσίων πιστώσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔπρεπεν ἀναγκαίως νὰ διατηρηθῶσιν ἀμετάβλητοι, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προταθῇ μεταβολή τις ἐπὶ τῶν συμπεφωνημένων ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, οὐδ’ ἠδυνάμεθα νὰ παύσωμεν τὰς πιστώσεις τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων, αἵτινες καθιστῶσιν ἀναπόφευκτα τὰ δάνεια, ἕνεκα τῶν σιδηροδρόμων, τῶν ὁποίων ἡ κατασκευὴ εἶχεν ἀρχίσει ἐπὶ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου, καὶ τῶν ὁποίων τὰ ἔργα δὲν συνέφερεν εἰς τὸ Κράτος νὰ μὴ ἐξακολουθήσωμεν, καὶ νὰ ἐγκαταλίπωμεν ἡμιτελῆ. Μόνον μεταβολὰς τῆς φορολογίας ἠδυνάμεθα νὰ προτείνομεν, καὶ ἔν τισι βελτιώσεις κατὰ τὴν βεβαίωσιν, ἀλλὰ καὶ ταύτας ἀναγκαίως ὠφείλομεν νὰ ἀναβάλωμεν, ἵνα μελετηθῶσιν ἐμβριθῶς, ὅπως μὴ ἀποτύχωσιν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ. Καὶ ὄντως, ἀφοῦ αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους μᾶς ἐπέβαλλον νὰ τηρήσωμεν ἀναλλοίωτα τὰ ὑπὸ τὸν τίτλον τοῦτον ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἔξοδα, ἤτοι τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, τὰ χορηγήματα, τὰς συντάξεις, τὰ τῆς βασιλικῆς χορηγίας καὶ τὰ ἔξοδα τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ ταῦτα ἔπρεπε νὰ διατηρηθῶσιν ἀμετάβλητα, εἰς ταῦτα δὲ 43 προωρίζοντο ἑκατομμύρια ἐκ τῶν 91 ἑκατομμυρίων, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνήρχοντο κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1890 τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, τὸ ἥμισυ τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἀφοῦ δὲ οὐδὲ ἦτο δυνατόν, οὐδὲ συνέφερε νὰ ἀναστείλωμεν τὴν ἐξακολούθησιν τῆς κατασκευῆς τῶν σιδηροδρόμων καὶ τῶν ἄλλων δημοσίων ἔργων, τῶν ὁποίων εἶχε γείνῃ ἔναρξις, ἐξηκολουθοῦμεν καὶ ἡμεῖς νὰ ἔχωμεν ἀνάγκην ἐκτάκτων ἐξόδων, διότι τὰ τακτικὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωσι καὶ εἰς κατασκευὴν τῶν δημοσίων ἔργων, ἔκτακτα δ’ ἔξοδα μόνον ἐκ δανείων ἠδυνάμεθα νὰ πορισθῶμεν. Καὶ οὕτως ἠναγκαζόμεθα νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὸ αὐτὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον οἱ προκάτοχοι ἡμῶν ἐφήρμοζον, ἂν καὶ τὸ σύστημα τοῦτο δὲν ἦτο σύμφωνον μὲ τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, κατὰ τὸν ὁποῖον, ὅταν εἰσάγωνται εἰς τὴν Βουλὴν προτάσεις πρὸς χορηγίαν πιστώσεων δι’ ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ὁ προϋπολογισμὸς δὲν προέβλεψε, πρέπει νὰ προτείνωνται συγχρόνως καὶ οἱ νέοι πόροι, ἐκ τῶν ὁποίων θέλουσι παραχθῆ τὰ ζητούμενα διὰ τῶν πιστώσεων ποσὰ, τὰ δὲ δάνεια δὲν εἶναι πόροι τοῦ Κράτους, ἀλλὰ κεφάλαια ἀλλότρια, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἀποδοθῶσι θᾶττον ἢ βράδιον εἰς τοὺς κυρίους αὐτῶν. Καὶ οἱ προκάτοχοι ἡμῶν πάντα τὰ ἔργα, εἴτε κατασκευῆς σιδηροδρόμων, εἴτε ἄλλα, εἶχον ἐπιχειρήσει κατὰ τὸ παρελθὸν, μηδένα ἄλλον ἔχοντες πόρον, εἰμὴ τὰ δάνεια· ἀφοῦ δ’ ὠφείλομεν νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν κατασκευὴν αὐτῶν, ἵνα μὴ τὰ ἐγκαταλίπωμεν καὶ ἀφήσωμεν νὰ καταστραφῶσι, ζημιούμενοι οὕτω καὶ ὅσα εἶχον ἕως τότε δαπανηθῆ, ἤμεθα ἠναγκασμένοι ἐκ τῆς αὐτῆς πηγῆς νὰ ζητήσωμεν νὰ πορισθῶμεν τὰ ἀναγκαῖα χρήματα, ἐκ τῆς πηγῆς τῶν δανείων. Ἐὰν ἐξήρτητο ἀπ’ ἐμοῦ νὰ κανονίσω τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς ἔπρεπε νὰ χαράξῃ, ὅταν ἀπεφάσισε νὰ προβῇ εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων, χάριν τῆς συγκοινωνίας, ἢ ἄλλων δημοσίων ἔργων, ἤθελον συμβουλεύσει νὰ μὴ ἀκολουθήσῃ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἠκολούθησεν· ἤθελον συμβουλεύσει νὰ μὴ προβαίνῃ εἰς δάνεια, εἰμὴ ἐπὶ τοσοῦτον, ἐφ’ ὅσον τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους ἐπήρκουν πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ τῶν χρεωλυσίων τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα συνωμολόγει· ἐφ’ ὅσον δὲ ταῦτα δὲν ἐπήρκουν, ἤθελον συμβουλεύσει νὰ ἀπέχῃ δανείων, καὶ ἀφοῦ ἔπρεπε νὰ ἀπέχῃ δανείων, ἔπρεπε συνεπῶς νὰ ἀναβάλῃ τὴν σύγχρονον καὶ ὁρμητικὴν κατασκευὴν τούτων, καὶ νὰ προβαίνῃ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον εἰς ἐκτέλεσιν τοιούτων, ἐφ’ ὅσον τὰ ἔσοδα ἤθελον αὐξάνει, ἵνα ἐπαρκῶσιν εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων τῶν νέων δανείων. Καὶ δὲν ἀπῃτεῖτο οὐδ’ ἔξοχος διάνοια, οὐδὲ σοφία, ἵνα τοιαύτην ἀκολουθήσωμεν καὶ ἡμεῖς τακτικήν, διότι ταύτην ἐνδεικνύει ἡ κοινὴ πεῖρα τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων, τὴν ὁποίαν ἕκαστος συνετὸς οἰκογενειάρχης ζητεῖ καὶ παραλαμβάνει ὡς ὁδηγὸν τοῦ βίου του. Οὐδεὶς προβαίνει εἰς ἔκτακτον δαπάνην, ἐὰν δὲν ἔχῃ τὰ πρὸς τοῦτο μέσα. Ἀλλ’ ὅτε ἡμεῖς ἐκλήθημεν κατὰ τὸ 1890 εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν εἶχον μόνον ἀποφασίσει οἱ προκάτοχοι ἡμῶν νὰ ἐκθέσωσι τὴν χώραν εἰς τὸ ἀσύνετον ταξείδιον, ἀλλ’ εἶχον ἑτοιμάσει πρὸς πλοῦν καὶ τὸ πλοῖον, καὶ τοῦτο εἶχεν ἐξέλθει τοῦ λιμένος, καὶ ἔπλεεν εἰς τὸν ὠκεανὸν, ἀλλ’ ἔπλεεν ἄνευ πηδαλίου, διευθυνόμενον κατὰ τὰς τροπὰς, τὰς ὁποίας ἔδιδον αὐτῷ τῶν κυμάτων καὶ τῶν ἀνέμων τὰ ῥεύματα. Εἶχον συνομολογήσει οὐχὶ ἓν ἢ δύο δάνεια, ἀλλὰ δάνεια ἐπὶ δανείων, καὶ διὰ τοῦ τελευταίου τούτων εἶχον ὑποχρεώσει ἀπέναντι τῶν δανειστῶν καὶ τοὺς διαδόχους των νὰ συνεχίσωσι τὴν κατασκευὴν τοῦ ἔργου, λόγῳ τοῦ ὁποίου εἶχον συνομολογήσει τὸ δάνειον. Τίνας λοιπὸν ἀξιώσεις ἠδύναντο νὰ ἀπευθύνωσι πρὸς ἡμᾶς οἱ τὸν εἰσαχθέντα παρ’ ἡμῶν εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμὸν ἐπικρίνοντες τότε; Ἐπικρίνοντες ἡμᾶς, διότι δὲν κατηργοῦμεν τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν εὕρομεν ἐφαρμοζομένην, μᾶς ἐπέκρινον, διότι δὲν ἐπαύομεν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἐν ἐνεργείᾳ δημοσίων ἔργων, ἢ διότι δὲν ἠρνούμεθα τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας εἶχον οἱ προκάτοχοι ἡμῶν ἀναδεχθῆ ἐν ὀνόματι τοῦ Κράτους πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατέβαλον πρὸς αὐτοὺς τὰ δάνεια; Τοιαῦται ἐπικρίσεις, ἄνευ βάσεως καὶ ἄνευ λόγου, κατήγγελλον τὴν προαίρεσιν τῶν ἐπικρινόντων, ἀλλὰ δὲν συνίστων τὴν σοβαρότητα αὐτῶν. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1891 κατ’ ἀνάγκην καὶ μοιραίως ἔπρεπε νὰ συνταχθῇ ἐπὶ τῶν αὐτῶν βάσεων, ἐφ’ ὧν εἶχε συνταχθῆ καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1890. Ἀλλὰ τότε ποίαν εἶχεν ἔννοιαν ἡ δήλωσις τῶν ἐκλογῶν τῆς 14 Ὀκτωβρίου 1890; Ἡ δήλωσις τῶν ἐκλογῶν τῆς 14 Ὀκτωβρίου 1890 σκοπὸν εἶχε νὰ ἐνισχύσῃ τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας τῆς χώρας, ἵνα ἐξακολουθήσωσι τὴν αὐτὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου; Παντάπασιν· ἐξ ἐναντίας, ἐπειδὴ τῶν ἐκλογῶν ἐκείνων τὰ ἀποτελέσματα ἐδήλουν πλήρη καὶ ἀναμφισβήτητον δυσπιστίαν πρὸς τὸν μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου κυβερνῶντα, ἐδίδασκον ὅτι ἔπρεπε νὰ μεταβληθῇ ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ἐκεῖνος ἐφήρμοζεν. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ οἰκονομικὴ πολιτικὴ, ἀπὸ ὀκτὼ καὶ πλέον ἐτῶν ἐφαρμοζομένη, ἐντὸς δύο μηνῶν, ἤτοι ἀπὸ τοῦ τέλους Ὀκτωβρίου μέχρι τοῦ Δεκεμβρίου; Μεταβολαὶ τοιαῦται παρασκευάζονται διὰ μακροῦ ἐπὶ ἔτη συνεχισμοῦ ἐπιμόνου καὶ σκοπίμου ἐργασίας, καὶ δὲν διεκπεραιοῦνται, εἰμὴ βραδέως, διότι μόνον μετὰ παρέλευσιν πολλῶν ἐτῶν δύναταί τις νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν ἀντικατάστασιν συστήματος οἰκονομικοῦ, τὸ ὁποῖον ἐτέθη ἐν ἐνεργείᾳ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν. Ἀποπλανῶσι τὰ πλήθη, ὡς κοινοὶ ἀγύρται, ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν διστάζουσι νὰ ἐπαγγέλλωνται κατὰ πᾶσαν νουμηνίαν συστήματα νέα, εἴτε διοικητικὰ, εἴτε κυβερνητικά· ἀλλὰ, ἐὰν ἡ μεταβολὴ τῶν διοικητικῶν καὶ κυβερνητικῶν συστημάτων εἶναι δυνατὸν ἄνευ μεγάλων δυσχερειῶν νὰ παρασκευασθῇ καὶ ἐκτελεσθῇ, ἡ μεταβολὴ οἰκονομικοῦ συστήματος εἶναι δυσχερέστατον ἔργον, τοιοῦτον δ’ ἔργον δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ὑποσχεθῶμεν εἰς τοὺς συμπολίτας ἡμῶν, ὅτι ἠθέλομεν διαπράξει ἐντὸς δύο μηνῶν. Διὰ τοῦτο ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1891, ὡς ἐπεψηφίσθη, κατέληγεν εἰς ἔλλειμμα 3,870,017.40· ἀλλὰ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο ἦτο ἔλλειμμα τῶν τακτικῶν ἐξόδων, παραβαλλομένων πρὸς τὰ τακτικὰ ἔσοδα, τὰ ἔκτακτα ὅμως τῶν σιδηροδρόμων καὶ τῶν δημοσίων ἔργων δὲν περιελαμβάνοντο εἰς τοὺς ἀριθμοὺς τούτους. Διὰ τὰ ἔκτακτα ταῦτα ἔξοδα ἐξεδόθησαν ἴδιοι νόμοι, τῇ εἰσηγήσει ἡμῶν, διὰ τῶν ὁποίων μέχρι τῆς 18 Φεβρουαρίου 1892, ὅτε ἀπεβλήθημεν τῆς ἀρχῆς, παρεχωρήθησαν πιστώσεις ἔκτακτοι 35,814,100, προσέτι δὲ καὶ τακτικαὶ 1,163,385.92· καὶ οὕτω τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1891, ὡς προσδιορίζεται διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν χορηγηθεισῶν, ὡς εἴρηται, πιστώσεων, ἀνέρχεται εἰς 40,847,503.32. Καὶ κατὰ μὲν τὰ παρελθόντα ἔτη, καθ’ ἕκαστον τῶν ὁποίων τοσοῦτον περίπου, ἐνίοτε δὲ καὶ ἀνώτερον αὐτοῦ, ἦτο τὸ ἐτήσιον ἔλλειμμα, εἰσήγετο ἀπὸ τῆς Εὐρώπης διὰ τῶν δανείων ὁ χρυσὸς κατὰ ἑκατομμύρια, κατὰ τὸ 1891 ὅμως αἱ περιστάσεις τοῦ Κράτους, ἡ περὶ αὐτοῦ γνώμη ἐν Εὐρώπῃ, ἐφ’ ἧς ἑδράζεται ἡ οἰκονομικὴ πίστις τῶν Κρατῶν, δὲν παρεῖχον εὐλόγους προσδοκίας, ὅτι ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ συνομολογήσωμεν δάνειον ὑπὸ ὅρους ἀνεκτούς. Διὰ τοῦτο ἐκαλούμεθα νὰ ἀσχοληθῶμεν, ἵνα διὰ τῶν ἰδίων ἡμῶν τακτικῶν πόρων ἐπαρκέσωμεν εἰς ἁπάσας τὰς ἀνάγκας τοῦ προϋπολογισμοῦ, τάς τε τακτικὰς καὶ τὰς ἐκτάκτους, καὶ κατορθώσωμεν νὰ διέλθωμεν τὸ ἔτος ἄνευ δανείου, πλὴν ἐὰν ἠθέλομεν εὕρει τοιοῦτον ὑπὸ ὅρους ἀνεκτούς. Ἐὰν δὲ κατωρθοῦμεν νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς πάσας ταύτας τὰς ἀνάγκας διὰ τῶν παρ’ ἡμῖν ὑπαρχόντων πόρων, εἴχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἐπικρατοῦσα ἐν Εὐρώπῃ δυσπιστία πρὸς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους ἤθελεν ἐπαισθητῶς μειωθῆ ἢ ἐκλίπει, ἤθελον δὲ τότε ἀνοιχθῆ καὶ εἰς ἡμᾶς αἱ θύραι τῶν αἰθουσῶν, ἐν αἷς ἦσαν ἀποτεθειμένα ἐν Εὐρώπῃ τὰ κεφάλαια. Ἀλλ’ ἐκ τῶν 96,541,462, εἰς τὰ ὁποῖα εἶχον ἀνέλθει τὰ προϋπολογισθέντα ἔσοδα, εἰσεπράχθησαν κατὰ τοὺς δώδεκα πρώτους μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1891 δραχμαὶ 77,850,669.88, ἐνῷ κατὰ τοὺς δώδεκα πρώτους μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1890, ἤτοι ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1890, εἶχον εἰσπραχθῆ 65,522,306.77, ἤτοι κατὰ τὸ 1891 εἰσεπράχθησαν περισσότερα 12,328,363.11 ἢ ὅσα εἶχον εἰσπραχθῆ κατὰ τὸ 1890. Καὶ σχετικῶς μὲν πρὸς τοῦτο, ἡμεῖς δὲν εἴχομεν ζητήσει παρ’ οὐδενὸς νὰ θαυμάσῃ ἡμᾶς, διότι ἠδυνήθημεν νὰ εἰσπράξωμεν δώδεκα καὶ πλέον ἑκατομμύρια περισσότερα, ἂν καὶ τὸ πρᾶγμα ἦτο τὰ μάλιστα χρήσιμον· ἀλλ’ οἱ τότε ἀντιλέγοντες πρὸς ἡμᾶς ἐνέκριναν νὰ κατειρωνευθῶσι τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τούτῳ, ὅπερ ὅμως ἀπεδείκνυεν, ὅτι σωφρόνως, συνετῶς καὶ μετ’ ἀμεροληψίας ἀσυνήθους διεχειρίζετο τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Ἦτο βεβαίως ἡ ἐσοδεία τοῦ 1891 κρείσσων τῆς ἐσοδείας τοῦ 1890, ἀλλὰ δὲν ἤρκει, ἵνα οἱ φορολογούμενοι καταβάλωσιν ἐντὸς τῶν δώδεκα μηνῶν 78 ἑκατομμύρια, μεῖον 150 χιλιάδων, ποσὸν, ὅπερ οὐδέποτε εἶχε καταβληθῆ ἐντὸς τῶν 12 μηνῶν τοῦ ἔτους. Ἔπρεπε νὰ ἐνθαῤῥύνῃ τοὺς πολίτας εἰς τὴν πρόθυμον εἰσφορὰν τῶν φόρων των ἡ ἀμεροληψία, μεθ’ ἧς εἰσεπράττοντο, καὶ ἡ ἰσότης, μεθ’ ἧς ἐξετέλουν τὸ καθῆκόν των τῆς εἰσπράξεως τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα εἴχομεν δι’ αὐστηρῶν διαταγῶν ὁδηγήσει, οὐδεμίαν κατὰ τοῦτο νὰ ποιῶνται διάκρισιν μεταξὺ φίλων καὶ μὴ φίλων. Ἐγὼ δὲν φρονῶ ἀληθῶς, ὡς ἄλλοι ἐπαίρονται διαλαλοῦντες, ὅτι αὐτοί εἰσι δῆθεν ὀπαδοὶ τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, προβάλλοντες τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν ὡς πρόγραμμα, καὶ ζητοῦντες νὰ παρασταθῶσι δι’ αὐτοῦ σωτῆρες. Σφάλλονται οὗτοι πρὸ πάντων ὑπὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἄλλο πολίτευμα ζημιοῦσι τὴν διοίκησιν οἱ τὴν ἀρχὴν ταύτην ζητοῦντες νὰ ἐφαρμόσωσιν. Ὑπὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ἔχουσι καθῆκον οἱ κυβερνῶντες, ὅταν ἐκλέγωσι τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως, νὰ ζητῶσι πληροφορίας περὶ τῶν καταλληλοτέρων παρ’ ἐκείνων, οἵτινές εἰσιν οἱ ἐκλεκτοὶ τῶν ἐπαρχιῶν, καὶ οἵτινες συμπράττουσι μετὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν δὲν ζητήσωσι πληροφορίας παρ’ αὐτῶν, θέλουσιν ἀναγκασθῆ οἱ κυβερνῶντες νὰ πορίζωνται τὰς περὶ τῶν καταλλήλων προσώπων πληροφορίας παρὰ τῶν οἰκείων αὐτῶν, ἢ παρὰ τῶν γραφείων αὐτῶν. Περισσότεραι ὑπάρχουσι πιθανότητες, ὅτι θέλουσιν εἶσθαι εἰλικρινέστεραι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας θέλουσι δώσει αὐτοῖς οἱ ἐκλεκτοὶ τῶν ἐπαρχιῶν, ἢ ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας ἤθελον πορισθῆ παρὰ τῶν θεραπόντων ἢ τῶν συγγενῶν αὐτῶν, ἢ παρὰ τῶν γραφείων τῶν Ὑπουργείων, ἢ τῶν γραφείων τῆς ἐν τοῖς νομοῖς καὶ ταῖς ἐπαρχίαις διοικήσεως. Πανταχοῦ ὑπάρχει ἀτέλεια· οὐδὲ τὰ γραφεῖα τῶν Ὑπουργείων ἢ τῆς διοικήσεώς εἰσιν ἀπηλλαγμένα πάσης ὑπονοίας, εἴτε ἐπὶ μεροληψίᾳ καὶ χαρισμῷ, εἴτε καὶ ἐπὶ ἰδιοτελείᾳ ἀθεμίτῳ. Ἀλλ’ ἐὰν ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἡ διάκρισις τῶν ἐξουσιῶν δὲν συμβιβάζεται μετὰ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, καὶ ὅτι ἀποβαίνει ἐπιζήμιος εἰς τὴν διοίκησιν, ἔχω ἀφ’ ἑτέρου τὴν γνώμην, ὅτι ἐπὶ ἄλλων πραγματικῶν ζητημάτων οἱ κυβερνῶντες πρέπει νὰ κλείωσι τὰ ὦτά των πρὸς τοὺς φίλους αὐτῶν. Πραγματικὸν ζήτημα εἶναι ἡ ἐκτέλεσις τῶν νόμων, ἡ ἐπὶ τῶν καθ’ ἕκαστον σχέσεων καὶ περιπτώσεων ἐφαρμογὴ αὐτῶν, ἡ βεβαίωσις καὶ ἡ εἴσπραξις τῶν φόρων. Πάντα ταῦτα τὰ θέματα πρέπει νὰ ἦναι κεχωρισμένα ἀπὸ τοὺς πολιτικοὺς δεσμοὺς, οἵτινες συνδέουσι τοὺς κυβερνῶντας μετὰ τῶν φίλων αὐτῶν. Διότι δὲ τοιαύτην εἶχον γνώμην, δὲν ἐδίστασα πολλάκις πρὸς τοὺς ἐμοὺς φίλους νὰ ἀπευθύνω τὴν παράκλησιν νὰ μὴ ἀναμιγνύωνται ἐν πάσαις ταύταις ταῖς ὑποθέσεσιν· ἂν δέ ποτε διεπράχθησαν ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως ἄτοπα, τὰ ἄτοπα ταῦτα ἐτελέσθησαν ἐν ἀγνοίᾳ τῶν κυβερνώντων. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἔκ τινος περιφερείας ἐκλογικῆς, ἐξ ἧς ἑπτὰ εἶχεν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ φίλους τὸ Ὑπουργεῖον κατὰ τὸ 1891, ἀνεκοινώθη αὐτῷ ἐπιθυμία τῶν φίλων, μὴ συμβιβαζομένη πρὸς τοὺς νόμους, καὶ ἡ ἐπιθυμία αὕτη ἀνεκοινώθη μάλιστα ὡς ὅρος τῆς πολιτικῆς φιλίας, μεθ’ ἧς συνεδέοντο μετὰ τῶν κυβερνώντων. Δὲν ἐδίστασα νὰ ἀπαντήσω, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ στέρξω δεσμοὺς πολιτικῆς φιλίας ὑπὸ ὅρους, οἵτινες συνίστανται εἰς τὴν παράβασιν τῶν νόμων. Ὁμολογῶ, πρὸς τιμὴν τῶν φίλων ἐκείνων, ὅτι δὲν ἐπέμειναν εἰς τὴν ἐπιθυμίαν αὐτῶν, ἐπιδοκιμάσαντες τοὺς λόγους μου· ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἦσαν οἱ φίλοι ἐκεῖνοι τόσῳ νομοταγεῖς, ὅσον ἦσαν, καὶ ἐπέμενον εἰς τὴν ἐπιθυμίαν των, ἤθελον χωρισθῆ ἀπ’ ἐμοῦ, καὶ ἐγὼ καὶ λύπην ἤθελον αἰσθανθῆ, καὶ ζημίαν τῶν πολιτικῶν συμφερόντων μου ἤθελον ὑπόσχει. Ἀλλὰ τὰ κατὰ τοὺς 12 μῆνας τοῦ 1891 εἰσπραχθέντα, ἐὰν ὑπερέβαινον κατὰ 12,328,363.11 τὰ κατὰ τοὺς 12 μῆνας τοῦ προηγηθέντος ἔτους εἰσπραχθέντα, ἦσαν ὅμως ὀλιγώτερα κατὰ δρ. 18,690,792.12 τῶν προϋπολογισθέντων, τὰ δὲ τακτικὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἐπληρώθησαν κατὰ τὸ αὐτὸ διάστημα τῶν 12 μηνῶν, ἤτοι ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1891, ἀνῆλθον εἰς δραχ. 77,870,513.16, ὑπερέβησαν ἑπομένως τὰ εἰσπραχθέντα ὡς εἴρηται ἔσοδα μόνον κατὰ δρ. 19,843.18. Ἀλλ’ ἐκ τῶν χορηγηθεισῶν πιστώσεων εἰς ἔκτακτα ἔξοδα ἐκ δραχμῶν 35,814,100 ἐδαπανήθησαν δραχμαὶ 33,424,652.35, τὸ ποσὸν δ’ αὐτὸ, προστιθέμενον εἰς τὰ δαπανηθέντα τακτικὰ ἔξοδα ἐκ δραχμῶν 77,870,513.16, ἀναβιβάζει τὰ γενόμενα ἔξοδα ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1891 εἰς δραχ. 111,295,165.51· ἐπειδὴ δὲ τὰ εἰσπραχθέντα τακτικὰ ἔσοδα εἶχον ἀνέλθει εἰς 77,850,669.88, τὰ δαπανηθέντα εἰς τακτικὰ καὶ ἔκτακτα ἔξοδα ὑπερέβησαν τὰ εἰσπραχθέντα τακτικὰ ἔσοδα κατὰ δραχ. 33,444,495.63. Οὕτως ἠδυνήθημεν, εἰσπράξαντες πλειότερα τῶν συνήθως εἰσπραττομένων, νὰ πληρώσωμεν ἐκ τῶν παρ’ ἡμῖν μέσων τὰ κενὰ, τὰ ὁποῖα ἐν τῇ ἐκπληρώσει τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους εἶχον δημιουργηθῆ. Δὲν εἶχεν ὅμως δαπανηθῆ κατὰ τὸ 1890 ὅλον τὸ ὑπὸ τῶν προκατόχων ἡμῶν καταλειφθὲν ἐκ φράγκων χρυσῶν 7,694,650 ὑπόλοιπον τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης, διότι εἶχε μείνει ἐκ τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1890 ὑπόλοιπον αὐτοῦ ἐκ φράγκων 1,361,961.24, ὡς καὶ ἀριθμὸς ἀδιαθέτων ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τούτου, παριστῶν ὀνομαστικὸν κεφάλαιον 30 περίπου ἑκατομμυρίων. Τὰ δύο δὲ ταῦτα ποσὰ προωρίζοντο κατ’ ἀνάγκην νὰ διατεθῶσι πρὸς πληρωμὴν τοῦ ποσοῦ, καθ’ ὃ τὰ ἔξοδα εἶχον ὑπερβῆ τὰ ἔσοδα, ἤτοι τῶν 33,444,495.63. Οὕτω κατὰ τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν τοῦ ἔτους, ἐὰν ἐξεποιοῦμεν πάσας τὰς ὁμολογίας τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης, ἠθέλομεν ἔχει εἰς τὴν διάθεσιν ἡμῶν 31 ἑκατομμύρια καὶ δύο ἢ τρεῖς ἑκατοστύας χιλιάδων φράγκων, ἤθελον δὲ μᾶς λείπει δύο μόνον ἑκατομμύρια φράγκων, ὅπως καλύψωμεν τὸ ὑπερβὰν τὰ εἰσπραχθέντα ἔσοδα ποσὸν τῶν ἐξόδων. Εἰς τὸ ποσὸν δὲ τῶν δύο τούτων ἑκατομμυρίων φράγκων ἔπρεπε νὰ προστεθῇ καὶ ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς ὀνομαστικῆς ἀξίας καὶ τῆς τιμῆς, ἐφ’ ᾗ ἠθέλομεν πωλήσει τὰς ὁμολογίας, περὶ ὧν εἴρηται, τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης, καὶ προσέτι τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ἤθελον δαπανηθῆ εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1891 κατὰ τοὺς 10 μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1891, ἤτοι ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι 31 Ὀκτωβρίου 1892. Ἀλλ’ ἀπέναντι τοῦ παθητικοῦ τούτου εἴχομεν πρῶτον τὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1891, τὰ ὁποῖα ἠθέλομεν εἰσπράξει κατὰ τοὺς δέκα τούτους μῆνας τῆς χρήσεως, τῶν ἐσόδων δὲ τούτων τὸ ποσὸν δὲν ἤθελεν εἶσθαι εὐκαταφρόνητον, διότι κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1891 ὑπῆρχον εἰσπρακτέα τῆς χρήσεως τοῦ 1891 δραχμαὶ 12,951,839.13, ἐξ ὧν, κατὰ τὴν δημοσιευθεῖσαν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 56 φύλλου τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» τῆς 7 Ἰουλίου ἐ.ἔ. κατάστασιν, εἰσεπράχθησαν ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1892 μέχρι τέλους Μαΐου 1892 δραχ. 8,987,350.71· ἀλλὰ καὶ τὸ κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1891 ποσὸν τῶν εἰσπρακτέων ηὔξησε διὰ τῶν γενομένων νέων βεβαιώσεων κατὰ τὸ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Μαΐου διάστημα, αἵτινες ἀνῆλθον εἰς 6,409,084.63. Καὶ ὄντως, ἐπειδὴ τὰ μέχρι τέλους Μαΐου τοῦ 1892 βεβαιωθέντα ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1891 εἶχον ἀνέλθει εἰς 97,211,593.64, εἰσεπράχθησαν δὲ ἐξ αὐτῶν ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1891 μέχρι τέλους Μαΐου 1892 δραχ. 86,873,863.87, κατὰ τὴν 31 Μαΐου 1892 ὑπελείποντο ἔτι εἰσπρακτέα ἐκ δραχ. 10,373,729.77, τῶν ὁποίων ἡ εἴσπραξις ἤθελεν ἐπιζητηθῆ μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου 1892. Ἐπειδὴ δὲ τὸ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια χρέος τοῦ Δημοσίου ἀνήρχετο κατὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου 1891 εἰς 54,933,425.86, ὑπελείπετο ἔτι ἡμῖν καὶ τὸ μέχρις ἐξαντλήσεως τῆς πιστώσεως παρὰ ταῖς Τραπέζαις ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ ὑπόλοιπον, ἤτοι δραχ. 16,066,574.14. Ἐπειδὴ ἡ χρῆσις τοῦ 1891 λήγει κατὰ τὴν 31 Ὀκτωβρίου 1892, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωμεν νῦν τὸν ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως ταύτης· οὗτος θέλει συνταχθῆ μετὰ τὴν 31 Ὀκτωβρίου 1892, θέλει δὲ δημοσιευθῆ πιθανῶς κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος. Ἡμεῖς δὲν ἐμείναμεν ἐν τῇ ἀρχῇ κυβερνῶντες οὐδὲ καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν τοῦ 1890, διότι ἐκλήθημεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὸ τέλος τοῦ δεκάτου μηνὸς, ἐκυβερνήσαμεν δὲ κατὰ τοὺς δύο μόνον μῆνας τοῦ 1890 καὶ κατὰ τοὺς δέκα μῆνας τοῦ ἑπομένου ἔτους 1891. Ὡσαύτως καὶ κατὰ τὸ 1891 διετελέσαμεν ἐν τῇ ἀρχῇ τοὺς δώδεκα μῆνας τοῦ 1891, ἀλλ’ ἐπαύθημεν κατὰ τὰ μέσα τοῦ δευτέρου μηνὸς τοῦ 1892, ἤτοι ὀκτὼ καὶ ἥμισυ μῆνας πρὸ τοῦ τέλους τῆς χρήσεως. Ἀφοῦ ἕνεκα τούτου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκθέσω ὑμῖν τὰ ἀποτελέσματα τῆς διαχειρίσεως ἡμῶν κατὰ μίαν πλήρη χρῆσιν, ἀναγκάζομαι νὰ ἀποχωρίσω τὴν διαχείρισιν ἡμῶν ἀπὸ τὴν διαχείρισιν τοῦ προκατόχου ἡμῶν, καὶ ἀπὸ τὴν διαχείρισιν τοῦ διαδεξαμένου ἡμᾶς, καὶ νὰ συνδέσω τοὺς 15 μῆνας καὶ τὰς ὀλίγας ἡμέρας, καθ’ ἃς ἐμείναμεν ἐν τῇ ἀρχῇ, ὡς ἂν ἦτο χρόνος μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς χρήσεως, νὰ καταλέξω δὲ τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα κατ’ αὐτὴν εἰσεπράχθησαν, καὶ τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα κατ’ αὐτὴν ἐγένοντο, ὅπως παραστήσω ὑμῖν, ποία ἦτο ἡ διαχείρισις τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς διεπράξαμεν. Καὶ πρέπει νὰ τὸ πράξω, διότι τὸν πολιτικὸν ἀνταγωνισμὸν τῶν κομμάτων δὲν ὁδηγεῖ παρ’ ἡμῖν, κατὰ δυστυχίαν, ἡ εὐσυνειδησία. Καὶ ὅσον τὸ ἐπ’ ἐμοί, οὐδέποτε διέπραξα ἐν γνώσει τὴν ἀξιοκατάκριτον ἀληθῶς πρᾶξιν, νὰ παραστήσω τὰ πράγματα ἄλλως ἢ ὡς πράγματι εἶχον· ἀλλὰ κατὰ τὸν ἔλεγχον, τὸν ὁποῖον ἐγὼ αὐτὸς πολλάκις ποιοῦμαι τῶν ἐμῶν πράξεων καὶ διανοημάτων, ἔχω δὲ τὴν δύναμιν νὰ ἐξετάσω αὐτὸς ἐγὼ ταῦτα, ἐὰν ποτὲ δὲν παρέστησα τὰ πράγματα ὡς ἀληθῶς εἶχον, συνέβη τοῦτο ἐκ πλάνης, οὐδέποτε δ’ ἐν γνώσει. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι τοιαύτην νὰ δώσω πληροφορίαν καὶ περὶ πάντων τῶν ἄλλων πολιτικῶν ἀνδρῶν, καὶ μάλιστα κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους· καὶ εἴδετε ὅτι, ὅτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνεκοίνωσεν ὑμῖν τὰς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892 μελέτας του, δὲν ἐδίστασε νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι ἡ διαχείρισις τῶν οἰκονομικῶν, ἡ παρ’ ἡμῶν διεξαχθεῖσα, ἦτο ἡ δημιουργήσασα προσεχῆ καὶ ἐπικείμενον τὸν ὄλεθρον τῶν οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος. Ἂν δ’ αὐτὸς τοιαῦτα δὲν ἐδίστασε νὰ εἴπῃ, αἱ φίλαι αὐτῷ ἐφημερίδες ἔγραψαν, καὶ ὅσοι ἀναγινώσκουσιν αὐτὰς ἀνέγνων, τερατώδη ψεύδη καὶ ἀναιδεστάτας αἰτιάσεις καὶ συκοφαντίας· ἐκεῖνοι δ’ οἵτινες τοιαῦτα ἐξύφαναν καὶ διέδωκαν ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ἐγένοντο ἤδη γνωστοὶ καὶ ἐξ ἄλλων, ὅτι καὶ τόλμης δὲν στεροῦνται, καὶ ἰδίαν ἱκανότητα ἔχουσι, νὰ διοχετεύωσι ταῦτα δι’ ἑνὸς οἱουδήποτε ὁρατοῦ ἢ ἀοράτου ἀγωγοῦ μέχρι τῶν αἰθουσῶν τῶν ἀνακτόρων, ὁσάκις, καταπεπτωκότες ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει, ἀσθενεῖς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἐκλιπαροῦσι καὶ ἱκετεύουσι, ζητοῦντες νὰ παράσχῃ αὐτοῖς τὸ Στέμμα τὴν ἰσχυρὰν ἐπικουρίαν του. Διὰ τοῦτο χρεωστῶ νὰ ἀποδείξω, ἐὰν ἦτο τοιαύτη ἡ διαχείρισις τῶν οἰκονομικῶν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς διεξηγάγομεν, οἵαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἄρτι παρέστησεν αὐτὴν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τῇ εἰσηγήσει αὐτοῦ αἱ ἐφημερίδες ἐζωγράφιζον, ὅτε ἐκραύγαζον διὰ τὴν τιμὴν τοῦ ναπολεονίου καὶ τοῦ συναλλάγματος, καὶ ἀπηυθύνοντο πρὸς τὸν Βασιλέα, φωνοῦσαι: Ἀμάν! Ἀπὸ τῆς 24 Ὀκτωβρίου 1890, ὅτε ἐκλήθημεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1891, συνωμολογήσαμεν προσωρινὰ δάνεια, καὶ διεθήκαμεν χρήματα ἐκ δανείων προσωρινῶν φρ. 33,094,650· ἤτοι διεθέσαμεν 7,694,650 φράγκα ὑπόλοιπον τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης, καταλειφθὲν ὑπὸ τῶν προκατόχων ἡμῶν, συνωμολογήσαμεν δὲ προσωρινὰ δάνεια, ἢ ἐπορίσθημεν ἐξ ἐκποιήσεως ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης, 25,400,000, διότι ἓν ποσὸν ἐκ τῶν 25,400,000, ἀνερχόμενον εἰς 12 ἑκατομμύρια περίπου, ἐπορίσθημεν δι’ ἐκποιήσεως ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης. Ποῦ διεθήκαμεν τὰ χρήματα ταῦτα; Τὰ χρήματα ταῦτα προήρχοντο ἐξ ἐκτάκτων ἐσόδων, διότι ἦσαν προϊόντα δανείου, ὠφείλομεν δὲ νὰ διαθέσωμεν οὐχὶ πρὸς θεραπείαν συνήθων καὶ τακτικῶν ἀναγκῶν, πρὸς πληρωμὴν τακτικῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, ἀλλ’ εἰς ἔκτακτα ἔξοδα, ἤτοι εἰς κατασκευὴν σιδηροδρόμων, ἢ εἰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευάς, ἢ εἰς παραπλησίας ὑποχρεώσεις, αἵτινες ὑπῆρχον ἐπικείμεναι, συνομολογηθεῖσαι παρὰ τῶν παροκατόχων ἡμῶν. Ἐδαπανήσαμεν τὰ ἔκτακτα ταῦτα ἔσοδα, τὰ 33,094,650, καθ’ ἃ βεβαιοῖ ἡ κατάστασις αὕτη (ἐπιδεικνύει ἔγγραφον κατάστασιν ἐξόδων) εἰς τὰς ἑξῆς ἐκτάκτους ἀνάγκας: Ἐπληρώσαμεν 12,600,000 φράγκων χρυσῶν διὰ νὰ ἐξοφλήσωμεν ἔντοκα γραμμάτια, τὰ ὁποῖα ὁ προκάτοχος ἡμῶν κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου εἶχεν ἐκδώσει κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1889, λαβὼν δι’ αὐτῶν 15 ἑκατομμύρια φράγκων χρυσῶν. Ἐπληρώσαμεν 64,885.50 φράγκα χρυσᾶ, ἵνα ἐξοφλήσωμεν ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 καὶ τοῦ δανείου τῶν 1824 καὶ 1825, αἵτινες δὲν εἶχον ἐξοφληθῆ ὑπὸ τοῦ προκατόχου ἡμῶν, ὅτε ἐγένετο ἡ μετατροπὴ τῶν δανείων τούτων. Ἐπληρώσαμεν 2,525,000 φράγκα χρυσᾶ, ἵνα ἐξοφλήσωμεν τὸ ἥμισυ τῆς προκαταβολῆς, ἥτις εἶχε συνομολογηθῆ ἐκ λιρῶν ἀγγλικῶν 200 χιλιάδων, τὸ ὁποῖον τοῦτο ἥμισυ τῆς εἰρημένης προκαταβολῆς ὠφείλετο εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τοῦ Βερολίνου, National Bank, διότι τὸ ἕτερον ἥμισυ αὐτῆς εἶχεν εἰσφέρει ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα. Τὰ ποσὰ ταῦτα ἀποτελοῦσι 15,189,885.50. Ἀλλ’ ἐπληρώσαμεν πρὸς τούτοις 6,155,138.37 εἰς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης, ἐπληρώσαμεν 3,051,317.75 διὰ τοὺς τόκους δύο ἑξαμηνιῶν εἰς χρυσὸν τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης· ἐπληρώσαμεν 1,131,185 εἰς ἐξόφλησιν κυμαινομένων χρεῶν εἰς χρυσόν· ἐπληρώσαμεν 50,000 φράγκα εἰς τόκους ἐγγυήσεως τοῦ ἐργολάβου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης· ἐπληρώσαμεν ἕτερα 59,810.50 φράγκα εἰς ἐξόφλησιν ἄλλων μικρῶν δανείων εἰς χρυσὸν, συνομολογηθέντων καὶ τούτων ὑπὸ τῶν προκατόχων ἡμῶν· ἐδαπανήσαμεν 944,996.47 φράγκα εἰς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Διακοπτοῦ–Καλαβρύτων, τοῦ ὁποίου ἡ κατασκευὴ εἶχεν ἀρχίσει καὶ εὕρομεν τὰ ἔργα ἐν ἐκτελέσει· ἐδαπανήσαμεν 40,011.84 φράγκα εἰς γενικὰ ἔξοδα σιδηροδρόμων· ἐπληρώσαμεν φρ. 117,451.18, πρὸς ἀπόσβεσιν ὁμολογιῶν μετατραπέντων δανείων· ἐπληρώσαμεν τέλος 82,258 φρ. καὶ 91|00 διὰ τὴν παραλαβὴν καὶ μεταφορὰν τῶν θωρηκτῶν. Ἑπομένως ἐδαπανήσαμεν εἰς ἔκτακτα ἔξοδα, τὰ ὁποῖα δὲν εἴχομεν δημιουργήσει ἡμεῖς, ἀλλ’ εὕρομεν δημιουργηθέντα ὑπὸ τῶν προκατόχων, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἠδύναντο νὰ ἐγκαταλειφθῶσιν, 26,822,055 φρ. καὶ 52|10, ὑπελείφθη δὲ εἰς τὴν διάθεσιν ἡμῶν ἐκ τῶν 33,094,650 ποσὸν 6,272,594.48. Τῶν δαπανηθέντων διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης παρέχω ὑμῖν ταύτην τὴν λεπτομερῆ κατάστασιν, δηλοῦσαν καὶ τὰς ἡμερομηνίας, καθ’ ἃς ἐπληρώθησαν. (Δεικνύει ἔγγραφον κατάστασιν). Μεταβαίνω εἰς τὸν λογαριασμὸν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Εἴχομεν εὕρει, ὡς εἶπον ὑμῖν, ὑπεγγύους εἰσπράξεις ἐκ δρ. 13,033,630.32, κατατεθειμένας ἐν ταῖς Τραπέζαις, ἤτοι ἐν τῇ Τραπέζῃ Κωνσταντινουπόλεως, ἐν τῇ Τραπέζῃ Ἠπειροθεσσαλίας, ἐν τῇ Τραπέζῃ τῇ Ἐθνικῇ καὶ ἐν τῇ Ἑταιρίᾳ τῶν Μονοπωλίων, προωρισμένας πρὸς πληρωμὴν τόκων καὶ χρεωλυσίων τῶν δανείων καὶ διὰ τοῦτο κατατεθειμένας εἰς τὰς Τραπέζας ὡς ὑπεγγύους· ἐπληρώσαμεν δὲ ἐξ αὐτῶν εἰς ἔκτακτα ἔξοδα δι’ ἀνάγκας ἐκτάκτους 9,817,293.30. Ἤτοι:

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
αʹ)Εἰς ὑπόλοιπα δανείων πρὸς ἐξόφλησιν:
τοῦ τῶν 26 ἑκατομμυρίων 507,587.50
τοῦ τῶν 10 ἑκατομμυρίων 22,156.25
τοῦ τῶν 9 ἑκατομμυρίων 244,750.—
τοῦ τῆς ὁδοποιΐας 47,311.90
Ϛʹ)Εἰς ἐξόφλησιν ὁμολογιῶν:
τοῦ δανείου τῶν 25 ἑκατομμυρίων 57,808.—
τοῦ δανείου τῶν 4 ἑκατομμυρίων 18,612.—
τοῦ τῶν 6 ἑκατομμυρίων 58,895.—
τοῦ τῶν 10 ἑκατομμυρίων 140,058.—
γʹ)Εἰς κέρματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχε κατα-
στρέψει, ὡς ὤφειλε, διετήρει δ’ ἐν κυ-
κλοφορίᾳ, κατεστρέψαμεν δ’ ἡμεῖς διὰ
τοῦ πυρὸς 5,586,845.—
δʹ)Εἰς ἐξόφλησιν χρεῶν κυμαινομένων 584,179.91
εἰς ἐξόφλησιν ἑτέρων μικρῶν χρεῶν
τῶν προκατόχων 60,160.29
εἰς ἐξόφλησιν ἐντόκων γραμματίων 1,082,060.—
εʹ)Εἰς κατασκευὴν σιδηροδρόμων· ἤτοι:
τοῦ σιδηροδρόμου Μεσολογγίου–Κρυονερίου 301,394.82
τοῦ » Μεσολογγίου–Ἀγρινίου 627.39
τοῦ » Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πε-
λοποννήσου 44,348.44
τοῦ σιδηροδρόμου Πατρῶν–Πύργου 10,004.80
τοῦ » διακλαδώσεως Κυλλήνης 183,287.10
τοῦ » Πύργου–Ὀλυμπίων 372,195.—
Ϛʹ)Εἰς κατασκευὴν ἄλλων δημοσίων ἔργων·
ἤτοι :
εἰς τὴν διόρυξιν τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐ-
ρίπου 348,168.90
εἰς τὴν οἰκοδομὴν τοῦ ἀνακτόρου τοῦ
Διαδόχου 146,843.—
Τὸ ὅλον 9,817,293.30
Ὑπελείφθησαν ἑπομένως διαθέσιμα 3,216,337.02

Ὥστε διὰ τῶν ἐκτάκτων ἐσόδων, τὰ ὁποῖα εἰσεπράξαμεν εἰς χρυσὸν ἐκ τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης, καὶ ἐκ τῶν παρὰ ταῖς Τραπέζαις ὑπεγγύων εἰσπράξεων, αἵτινες προήρχοντο ἐκ τακτικῶν ἐσόδων, εἶχον δὲ προορισθῆ διὰ τὴν πληρωμὴν τόκων καὶ χρεωλυσίων, ἐδαπανήσαμεν εἰς ἔκτακτα ἔξοδα, εἰς χρυσὸν μὲν 26,822,055.52, ὡς ἀφηγήθην ὑμῖν πρὸ μικροῦ, καὶ εἶχεν ὑπολειφθῆ κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου τοῦ 1891 διαθέσιμον ποσὸν 6,272,594.48. Ὑπελείφθησαν ὡσαύτως κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1891 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια 3,216,337.02. Ἐπειδὴ δὲ ἐκ τῶν πληρωμῶν, εἰς τὰς ὁποίας διετέθησαν τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια, πολλαὶ ἐγένοντο εἰς χρυσὸν, προσήκει νὰ ἀνευρεθῇ ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς τιμῆς τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, ἥτις τότε ἐπληρώθη, καὶ νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὸ ἀνωτέρω ποσὸν τῶν δρ. 3,216,337.02, τὸ ὁποῖον ἀνέφερα ὡς ὑπόλοιπον εἰς τὴν διάθεσιν ἡμῶν, ἵνα εὑρεθῇ τὸ πράγματι ὑπολειφθὲν κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1891 εἰς τὴν διάθεσιν ἡμῶν ὑπόλοιπον τῶν ὑπεγγύων εἰσπράξεων, τὰς ὁποίας ἡμεῖς διεθέσαμεν. Ἐπειδὴ δὲ ἡ χρῆσις τοῦ 1891 δὲν εἶχε λήξει τὴν 31 Δεκεμβρίου 1891, θέλει γνωσθῆ, πῶς ταῦτα διετέθησαν κατὰ τὸ ὑπόλοιπον τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1891 μέχρι τοῦ τέλους τῆς χρήσεως αὐτοῦ, ὅταν δημοσιευθῇ ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1891. Ὅθεν ἠδυνήθημεν ἄνευ δανείου ἐξωτερικοῦ, ἀφοῦ τοιοῦτον δὲν συνωμολογήσαμεν, πραγματοποιήσαντες μόνον τίτλους τινὰς τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης, οἵτινες ἕνεκα τῆς ἀποτυχίας τῆς γενομένης ἐκδόσεως τοῦ δανείου εἶχον καταλειφθῆ ὑπὸ τοῦ προκατόχου ἡμῶν, νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὴν πληρωμὴν 36,639,348.82 ἐκτάκτων ἐξόδων, καὶ εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν τακτικῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα εἶχον κανονισθῆ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τοιαύτην δὲ διαχείρισιν ἐτόλμησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ χαρακτηρίσῃ ὀλεθρίαν, καὶ τοιαύτην οἰκονομικὴν διοίκησιν, οἵαν σᾶς περιέγραψα, ἄβουλον, νὰ παραστήσῃ δ’ ὅτι ἕνεκα ταύτης παρεσκευάσθη ὁ ἀπειλῶν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους κίνδυνος! Καὶ ἐλέχθη ὑπ’ αὐτοῦ καὶ ὑπ’ ἄλλων, ὅτι, ὅτε ἐδηλώθη εἰς ἡμᾶς ἡ ἐπιθυμία τοῦ Βασιλέως νὰ παραιτηθῶμεν, ἕνεκεν αὐτῆς τῆς διαχειρίσεως ἡμῶν προέβη τὸ Στέμμα εἰς τὴν ἀπόφασίν του ἐκείνην, καὶ ὅτι θὰ ἦτο ἔγκλημα, ἂν ὁ Ἡγεμὼν δὲν ἐλάμβανε τότε τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν! Ἡ παραίτησις εἶναι πρᾶξις, δι’ ἧς ὁ παραιτούμενος ἐκδηλόνει τὴν ἰδίαν αὐτοῦ βούλησιν νὰ ἐγκαταλίπῃ τὸ ἀξίωμα, δι’ οὗ τυγχάνει περιβεβλημένος, ἢ τὴν λειτουργίαν, ἥτις εἶναι ἀνατεθειμένη εἰς αὐτὸν, ἢ τὸ δικαίωμα, τοῦ ὁποίου μέχρι τῆς στιγμῆς τῆς παραιτήσεώς του τυγχάνει κάτοχος. Κατὰ τὸν Φεβρουάριον δὲν ἐπρόκειτο περὶ δικαιώματος, τοῦ ὁποίου ἐτυγχάνομεν κάτοχοι, ἀλλὰ περὶ δημοσίας λειτουργίας, ἥτις ἦτο ἀνατεθειμένη εἰς ἡμᾶς. Ἄν παρητούμεθα τῆς λειτουργίας ταύτης, θὰ ἐδηλοῦμεν, ὅτι δὲν ἐπεθυμοῦμεν νὰ ἐξακολουθήσωμεν διαχειριζόμενοι αὐτήν. Ἀλλὰ διὰ ποίαν αἰτίαν ἐτελέσθη ἐν ἡμῖν ἡ μεταβολὴ αὕτη τῆς βουλήσεως καὶ γνώμης ἡμῶν; Ἡμεῖς ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ἐλέγχοντες τοὺς προκατόχους ἡμῶν, δὲν ἐδηλοῦμεν μόνον, ὅτι ἐφρονοῦμεν, ὅτι ἡμεῖς ἠθέλομεν κυβερνήσει σωφρονέστερον καὶ λυσιτελέστερον εἰς τὰ κοινὰ, ἀλλὰ καὶ ἀνελάβομεν τὸ καθῆκον νὰ μὴ ἀρνηθῶμεν νὰ ἀναλάβωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ἐν ᾗ ἂν ἡμέρᾳ ἠθέλομεν κληθῆ εἰς αὐτήν. Καὶ ὄντως δὲν ἠρνήθημεν νὰ ἀναδεχθῶμεν τὴν Κυβέρνησιν κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1890, ὅτε ἐκλήθημεν. Πῶς τώρα μετεμελήθημεν καὶ ἐζητοῦμεν νὰ παραιτήσωμεν αὐτήν; Ἐλιποψυχήσαμεν πρὸ τῶν ἀνωμαλιῶν, τὰς ὁποίας ἐν τῇ διοικήσει τῶν οἰκονομικῶν ἀνεκαλύψαμεν, ὅτι εἶχον διαπράξει οἱ προκάτοχοι ἡμῶν, ἐπὶ ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ἔτη κυβερνήσαντες; Εἴμεθα λοιπὸν ῥιψάσπιδες, καὶ ἐνῷ πρὸ 15 μηνῶν ἐστέργομεν νὰ ἀναλάβωμεν τὴν Κυβέρνησιν, καθορῶντες νῦν καὶ ψαύσαντες τῇ χειρὶ ἡμῶν τὰ δεινὰ, τὰ ὁποῖα εἶχον δημιουργηθῆ, ἐγενόμεθα περιδεεῖς, καὶ ὠχριῶντες ἐτρεπόμεθα πρὸ αὐτῶν εἰς φυγήν; Ἡ παραίτησις ἤθελεν εἶσθαι ὄνειδος, οὐδ’ ἦτο δυνατὸν ἡμεῖς νὰ καταδικάσωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς νὰ πράξωμεν ὅ,τι ἦτο ἀληθὲς ὄνειδος ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐὰν, ἐπιθυμοῦντες νὰ ὑπαγάγωμεν ἡμᾶς εἰς τὴν ἐκδηλωθεῖσαν ἡμῖν βούλησιν, ὑπεβάλλομεν παραίτησιν ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ πρᾶξις ἡμῶν αὕτη δὲν ἤθελεν ἔχει συνεπείας; Καὶ ἂν αἱ συνέπειαι αὐτῆς ἀπέβαινον ἐπιζήμιοι εἰς τὰ κοινὰ, δὲν ἠθέλομεν κριθῆ ἡμεῖς ὡς αἴτιοι τῆς χειροτερεύσεως ταύτης, ἥτις ἤθελεν ἐπέλθει, ἂν ἡμεῖς ἀπεχωροῦμεν τῶν πραγμάτων ἐν τοιούτῳ χρόνῳ, ἄλλοι δὲ ἐκαλοῦντο κατ’ ἀνάγκην νὰ κυβερνήσωσιν ἀνθ’ ἡμῶν. Δὲν ἤθελε δ’ ἐπιβαρύνει ἡμᾶς ἡ ἐπὶ τῇ χειροτερεύσει ταύτῃ τῶν πραγμάτων, εἰς τοιαύτην μάλιστα κρίσιμον θέσιν περιαχθέντων καὶ διακειμένων, εὐθύνη; Καὶ μνείαν ποιούμενος τῆς εὐθύνης, δὲν ἀποβλέπω εἰς τὴν ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου πολιτικὴν εὐθύνην, οὐδ’ εἰς τὴν ἐνώπιον τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης ποινικὴν, ἀλλ’ εἰς τὴν ἐνώπιον τοῦ μέλλοντος εὐθύνην. Μοὶ ἐπιβάλλει τὸ καθῆκον τοῦτο καὶ ἡ ἡλικία μου, ἀλλὰ μοὶ ἐπιβάλλουσιν αὐτὸ ἀρχῆθεν καὶ αἱ παραδόσεις μου, καὶ ἡ ἀνατροφή μου, καὶ αἱ ἕξεις μου, καὶ αὐτὴ ἡ συνείδησίς μου. Δὲν φρονῶ, ὅτι σκοπὸς τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν εἶναι ἄλλος, εἰμὴ μόνη ἡ ὑστεροφημία. Οὗτος εἶναι καὶ πρέπει νὰ ᾖναι ὁ μόνος σκοπὸς τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, καὶ χάριν αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ ὑπέχουσι τὰς ἀλγηδόνας καὶ τὰς πικρίας, τὰς θλίψεις καὶ τὰς στερήσεις καὶ τὰς δυσφορίας, ὅσαι βασανίζουσιν αὐτοὺς κατὰ τὸν πολυκύμαντον βίον των. Δὲν ἐπεθύμουν λοιπὸν νὰ παρουσιασθῶ ἐνώπιον τῆς ὑστεροφημίας βεβαρημένος ὑπὸ τῆς εὐθύνης διὰ τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας ἤθελεν ἐπιφέρει ἡ παραίτησις ἡμῶν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, ἐὰν αἱ συνέπειαι αὗται ἦσαν, ὡς ἐφρόνουν, καὶ ὡς πράγματι ἀπέβησαν, ἐπιζήμιοι εἰς τὰ κοινὰ τῆς πατρίδος. Οἱ παραιτούμενοι δὲν ἐκπληροῦσι διαταγὴν, δὲν παραιτοῦνται διότι διετάχθησαν νὰ παραιτηθῶσιν, ἀλλὰ παραιτοῦνται διότι ἔκριναν, ὅτι πρέπει νὰ παραιτηθῶσιν, εἴτε διότι δὲν ἠδύναντο νὰ προσφέρωσι πλέον ὑπηρεσίαν τινὰ, δὲν ἦσαν πλέον χρήσιμοι, εἴτε διότι δὲν εἶχον καθῆκον νὰ προσφέρωσιν ὑπηρεσίαν, δὲν εἶχον καθῆκον νὰ προσενέγκωσι τὴν ἑαυτῶν χρησιμότητα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς πατρίδος· ἀλλ’ ἡμεῖς, ἂν παρητούμεθα, ἠθέλομεν παραιτηθῆ οὐχὶ διότι ἐκρίνομεν, ὅτι πρέπει νὰ παραιτηθῶμεν, ἢ διότι ἐκρίνομεν ἡμᾶς αὐτοὺς ἀνικάνους νὰ προσφέρωμεν ὑπηρεσίας χρησιμωτάτας εἰς τὰ κοινά· ἐξ ἐναντίας δ’ ἐκρίνομεν, ὅτι εἴχομεν καθῆκον νὰ προσφέρωμεν αὐτὰς, ἀφοῦ εὑρέθημεν ἐν τῇ Κυβερνήσει, καὶ ἀφοῦ οὐδὲ τὸ Στέμμα εἶχεν ἀρνηθῆ εἰς ἡμᾶς τὰ ἀναγκαιοῦντα μέσα, ὅπως προσενέγκωμεν τὰς ὑπηρεσίας ἡμῶν ταύτας, οὐδ’ ἡ Βουλή, ἥτις μάλιστα, ὅτε ἐγνώσθη αὐτῇ ἡ ἀνακοινωθεῖσα ἡμῖν διαταγὴ, ἀπεφήνατο, ὅτι ἐξακολουθεῖ ἔχουσα ἐμπιστοσύνην ἐφ’ ἡμᾶς. Καὶ τῆς Βουλῆς μάλιστα καὶ τῆς κοινωνίας πάσης ἡ ἐμπιστοσύνη προσφάτως μᾶς εἶχεν ἐκδηλωθῆ ἀπόλυτος, διότι ἡ μὲν Βουλὴ ἐπεψήφισεν ὅσα ἂν προετείναμεν αὐτῇ νομοσχέδια περὶ αὐξήσεως ὑπαρχόντων φόρων ἢ περὶ ἐπιβολῆς νέων, οὐχὶ γογγύζουσα ἢ δυσφοροῦσα, ἀλλὰ ἐπευφημοῦσα καὶ χειροκροτοῦσα, πρώτην ἴσως φορὰν τοσοῦτον προθύμως ἀποδεχομένη νέα νὰ ἐπιβληθῶσι βάρη εἰς τὸν λαὸν, οἱ δὲ πολῖται, καὶ διὰ τηλεγραφημάτων καὶ διὰ δηλώσεων καὶ δι’ ἐπιστολῶν, ἐπεκρότουν καὶ τὴν προθυμίαν αὐτῶν κατεδήλουν, ἵνα εἰς πᾶσαν ὑποβληθῶσι θυσίαν χάριν τῆς τιμῆς τῆς χώρας καὶ τῆς ἱστορίας τοῦ ἔθνους. Ὁ λαὸς ἐδήλου ὄντως, ὅτι δὲν ἐδίσταζε πρὸ τῶν ζητουμένων θυσιῶν, διότι ἐπίστευεν ἀδιστάκτως εἰς τοὺς περὶ τῆς ἀνάγκης λόγους ἡμῶν, καὶ πεπεισμένος ἐτύγχανεν, ὅτι αἱ θυσίαι αὐτοῦ δὲν ἤθελον σπαταληθῆ, οὐδὲ κἂν μετατραπῆ εἰς ἄλλους σκοποὺς καὶ ἄλλας ἀνάγκας. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους, ἠρωτῶμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, διατὶ νὰ παραιτηθῶμεν; Μήπως ἡμεῖς εἴμεθα οἱ δημιουργοὶ τῆς οἰκονομικῆς ἀθλιότητος, ἥτις ἐπεφάνη κρατοῦσα ἐν τῇ χώρᾳ, καὶ ὀφείλομεν νὰ παραιτηθῶμεν ἐκ τῆς τύψεως τοῦ συνειδότος ἡμῶν; Ἡμεῖς ὀκτὼ ἔτη ἐξελαρυγγίσθημεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐπισκοποῦντες καὶ ἐλέγχοντες τὴν σπατάλην τῆς διοικήσεως, τὴν μωρίαν τῆς ἐφαρμοζομένης οἰκονομικῆς πολιτικῆς, τὴν ἀστοργίαν τῶν κυβερνώντων. Ὅσα κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα εἴπομεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διὰ νὰ ἀποτρέψωμεν τοὺς κυβερνῶντας ἀπὸ τὴν κατωφέρειαν, εἰς ἣν εἶχον ὀλισθήσει, καὶ διὰ νὰ καταδείξωμεν τὴν καταστροφὴν, εἰς ἣν ἀσυνειδήτως ἔσυρον τὸν τόπον, ἤθελον ἀποτελέσει πολλοὺς ὀγκώδεις τόμους. Μετήλθομεν μάλιστα πρὸς τοῦτο πᾶν μέσον, εἴτε ἵνα ἀναστείλωμεν τὸ κακὸν, εἴτε ἵνα ἀνακόψωμεν τὴν ὁρμὴν τῶν κυβερνώντων. Πρὸς τὸ Στέμμα αὐτὸ οὐχὶ ἅπαξ, ἀλλὰ πολλάκις προσεφύγομεν, ἱκετεύοντες νὰ ποιήσηται χρῆσιν τῶν συνταγματικῶν δικαιωμάτων του, ὅπως ἀνακόψῃ τοῦ κακοῦ τὴν πρόοδον, ἀφοῦ πλειονοψηφία τετυφλωμένη οὐδὲ συνεζήτει, οὐδὲ κἂν ἐλάλει, οὐδ’ ἐδήλου ἁπλῆν ἐπιθυμίαν νὰ μάθῃ καὶ νὰ πεισθῇ, ἀλλὰ μὲ κεκλιμένην τὴν κεφαλὴν ἐπεψήφιζε καὶ ἐπεψήφιζε, καὶ οὐδέποτε, οὐδ’ ἐπὶ τοῦ μᾶλλον ἀσημάντου θέματος, ἐτόλμησε νὰ ἀπονεύσῃ. Καὶ παρεκαλοῦμεν τὸ Στέμμα νὰ σπεύσῃ, διότι ἀπεῖχεν ἔτι ὁ χρόνος, καθ’ ὃν ἔληγε τῆς Βουλῆς ἡ διάρκεια, καὶ καθ’ ὃν ἔμελλον νὰ γένωνται αἱ βουλευτικαὶ ἐκλογαὶ, ἂν δὲ ἀνεβάλλετο ἡ ὑπουργικὴ μεταβολὴ μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου, δυσκόλως ἤθελον ἀποσοβηθῆ τὰ δεινὰ, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀρχίσει νὰ ἐπιφαίνωνται ἐπερχόμενα. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὀλίγας ἑβδομάδας πρὸ τῆς λήξεως τῆς τελευταίας Συνόδου τῆς κατὰ τὸ 1890 ἀνανεωθείσης Βουλῆς ὁρμαθοὶ νομοσχεδίων εἰσήγοντο καθ’ ἑκάστην εἰς αὐτὴν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ὅστις ἦτο καὶ τότε ὁ Πρωθυπουργὸς, ἡ δὲ Κυβέρνησις εἶχε μεταποιήσει τὸ βῆμα τοῦτο εἰς πίθον τῆς Πανδώρας, ἐξ οὗ ἤντλει καὶ διένεμεν εἰς τοὺς προσερχομένους ὅ,τι ἂν ἤθελον ζητήσει. Ἦσαν τότε αἱ παραμοναὶ βουλευτικῶν ἐκλογῶν, ἑπομένως καὶ ἑπτὰ σιδηροδρόμων τὴν κατασκευὴν ἐν Πελοποννήσῳ ἐπρότεινεν ἀντὶ 12,500,000, καὶ εἰς τοὺς ἐπιμόρτους τῶν τσιφλικίων γεωργοὺς δάνεια ἐπρομήθευεν, ἵνα ἀγοράσωσι τὰ τσιφλίκια, καὶ τὴν ἀπαγόρευσιν τῶν στρατιωτικῶν προβιβασμῶν, ἥτις εἶχε νομοθετηθῆ κατὰ τὸ 1887, ἠκύρου, καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν βαθμοφόρων τοῦ ναυτικοῦ ηὔξανε, καὶ τὸν φαρμακευτικὸν κλάδον τοῦ ναυτικοῦ περιέθαλπε, καὶ ὑπὲρ τῶν ἀρχιμουσικῶν αὐτοῦ ἐνομοθέτει, καὶ τὰ ὑδραυλικὰ ἐν Θεσσαλίᾳ ἔργα ἐκανόνιζε, καὶ Γυμνάσια συνίστα ἐν Ἀγρινίῳ καὶ ἐν Παμίσῳ, καὶ τὰς κοίτας τῶν ποταμῶν ἀνέσκαπτε, καὶ τὰς ἀκτὰς τῆς θαλάσσης μετεποίει εἰς ὅρμους καὶ λιμένας. Καὶ τί δὲν διένεμε; Θέσεις, βαθμοὺς, ἐλπίδας, ὑποσχέσεις, μέσα πλουτισμοῦ, καὶ ἄνθη ἀκόμη εἰς τοὺς νεαροὺς τῶν φίλων της. Τότε προσεπαθοῦμεν νὰ ἀναστείλωμεν τὴν ὁρμὴν τῆς Βουλῆς, καὶ ἐλέγομεν πρὸς αὐτὴν καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τοῦ πέρατος τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν τῆς 3 Μαΐου μέχρι τῆς πτώσεως τοῦ Ὑπουργείου, δι’ οὗ διελύθη ἡ Βουλὴ, ἐνεθυμήθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ λέγῃ καὶ νὰ γράφῃ περὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας, ὅστις τότε ἐτύγχανε Πρωθυπουργός. Ἐλέγομεν τότε πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν: «Τέσσαρα ἔτη ἐνήσκησας τὴν ἐξουσίαν σου, τὰ δικαιώματά σου, ἔφθασες δὲ νῦν εἰς τὰς παραμονὰς τοῦ θανάτου σου, διότι τετραετὴς κατὰ τὸ Σύνταγμα εἶναι ὁ βίος σου. Δὲν περιορίζεσαι κἂν τώρα, εἰς τὸ τέλος τοῦ βίου σου, νὰ ἀναμνησθῇς ποτά τινα ἐν τῷ βίῳ σου ἔπραξας, νὰ ἐξετάσῃς σὺ αὐτὴ τὰς πράξεις σου, καὶ ἂν ἡ τοιαύτη αὐτοεξέτασις σὲ πείσῃ, ὅτι ἔσφαλες, νὰ φροντίσῃς νὰ δικαιολογήσῃς σεαυτὴν πρὸ τῶν ἐκλογέων σου; Πῶς ἐξακολουθεῖς καὶ κατὰ τὰς ὑστάτας ταύτας ἡμέρας νὰ ψηφίζῃς νομοσχέδια, δι’ ὧν θέλει ἐπιβαρυνθῆ τὸ Κράτος διὰ 30 καὶ 50 ἑκατομμυρίων; Διατὶ τοσαύτην δεικνύεις ἀπληστίαν περὶ τὴν κάρπωσιν τῆς ἐξουσίας σου, δὲν ἀφίνεις δὲ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὰς ἐκλογὰς θέλουσιν ἀναδειχθῆ Βουλευταὶ, νὰ ἀποφασίσωσιν αὐτοὶ περὶ τούτων; Ἐκεῖνοι θέλουσιν εἶσθαι περιβεβλημένοι δι’ ἐντολῆς νωπῆς καὶ προσφάτου, καὶ εὐλόγως θέλουσι κρίνεσθαι ὡς διερμηνεύοντες τὸ νωπὸν φρόνημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Διατὶ δὲν ἀφίνεις εἰς αὐτοὺς νὰ ψηφίσωσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ἀλλὰ σπεύδεις σὺ κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τοῦ βίου σου νὰ ἀναλάβῃς καὶ τὸ ἔργον τοῦτο;» Ἡ πλειονοψηφία δὲν ἤκουε τότε ἡμῶν· ἀλλὰ δὲν ἤκουεν ἡμῶν τότε οὐδὲ ἡ Κυβέρνησις. Καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προχθὲς ἐδυσφόρουν, διότι παρέτεινεν ἐπὶ δύο ἑβδομάδας κρατῶν ἐν χερσὶν αὐτοῦ τὴν ἀρχὴν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε διορισθῆ ὁριστικὸς Πρωθυπουργὸς, ἀλλ’ εἶχε ταχθῆ προσωρινὸς Πρόεδρος Ὑπουργείου, συστηθέντος ἐν στιγμῇ ἀνάγκης, αὐτοὶ οὗτοι τότε, καὶ κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας, καθ’ ἃς ἐξηκολούθει ζῶσα κατὰ τύπους ἡ Βουλή, κατὰ τὰς ἡμέρας, καθ’ ἃς καὶ αὐτὴ ἡ πρὸς τὴν Βουλὴν ἐκείνην τυπικὴ ἐμπιστοσύνη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶχεν ἐξατμισθῆ, ἐπέμενον νὰ ζητῶσι τὴν ψῆφον αὐτῆς, διὰ νὰ διαθέσωσιν ἑκατομμύρια ἐπὶ ἑκατομμυρίων. Δὲν εἶναι δύσκολον νὰ κατανοηθῇ, ποῖον τότε εἴχομεν ἐπιτακτικὸν καθῆκον, νὰ ἀναστείλωμεν τὴν ἐπὶ τοιαύτης κατωφερείας ὀλίσθησιν καὶ τῶν Ὑπουργῶν καὶ τῶν Βουλευτῶν. Μεταξὺ τῶν ἄλλων ἦτο τότε καὶ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐδίδετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ἄδεια νὰ συνομολογήσῃ σύμβασιν, ἵνα χορηγῇ ἐπὶ σειρὰν 50 ἐτῶν 650,000 ἢ 850,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος εἰς Ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν, ἡ ὁποία ἔμελλε νὰ συστηθῇ. Ἐζήτησα νὰ μὴ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ δὲν εἰσηκούσθην. Εἶχε τότε προταθῆ ὡσαύτως ἕτερον νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐζητεῖτο πίστωσις πέντε ἑκατομμυρίων καί τινων ἑκατοστύων χιλιάδων δραχμῶν, ὅπως δι’ αὐτῆς οἰκοδομηθῶσι στρατιωτικὰ κτίρια. Πότε; Τὸν Μάρτιον τοῦ 1890! ἓξ μῆνας πρὸ τῆς κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1890 παραιτήσεώς των! Καὶ ἀνέλυσα χθὲς καὶ προχθὲς τὴν κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα οἰκονομικὴν διαχείρισιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ γνωρίζετε νῦν εἰς ποίαν ἀθλιότητα διέκειντο τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους καὶ τότε, κατὰ Μάρτιον τοῦ 1890, ὅτε ἐζήτουν νὰ δαπανήσωσι πέντε καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια εἰς οἰκοδομάς. Σᾶς ἀφηγήθην προχθὲς καὶ τὸ ἔλλειμα τοῦ 1887, καὶ τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1888, καὶ τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1889, καὶ τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν παρέδωκαν ἡμῖν τὰ οἰκονομικὰ κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1890. Καὶ ἠτοιμάζετο τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ δαπανήσῃ 5 ἑκατομμύρια εἰς στρατιωτικὰ κτίρια! Προσεπάθουν νὰ ἀναστείλω αὐτοὺς, ἀλλὰ δὲν εἰσηκουόμην, ἦτο δ’ ἕτοιμος ἡ πλειονοψηφία νὰ ψηφίσῃ καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐπέμενεν ἀπαιτοῦσα τὴν ψήφισιν αὐτῶν. Ἠναγκάσθην τότε νὰ μετέλθω τὸ ἔσχατον τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα αἱ συνταγματικαὶ παραδόσεις, ἤ, κάλλιον εἰπεῖν αἱ κοινοβουλευτικαὶ ἕξεις παρέχουσιν εἰς τὰς μειονοψηφίας. Καὶ ὡμίλησαν περὶ κωλυσιεργίας, καὶ ἐνόμιζον ὅτι ὕβριζον ἡμᾶς ἐπὶ τούτῳ, ἀφοῦ αὐτοὶ μᾶς ἠνάγκαζον νὰ κωλυσιεργήσωμεν. Καὶ ποῖον ἄλλο μέσον εἴχομεν, ἵνα σώσωμεν τὸν τόπον, ὅταν πλειονοψηφία τυφλὴ διεσπάθιζε τὰ δημόσια χρήματα, ἀσεβοῦσα πρὸς τοὺς νόμους καὶ πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, καὶ ὅταν τὸ Στέμμα ἀνείχετο τὰς πράξεις αὐτῆς, διότι ἦτο πλειονοψηφία, οὐδὲ παρενέβαινεν, ἵνα σταματήσῃ αὐτήν; Ἓν ὑπελείπετο ἡμῖν μέσον, νὰ προσφύγωμεν εἰς τὰς ἰδίας ἡμῶν δυνάμεις, καὶ νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἀποτρέψωμεν, ὅσον ἠδυνάμεθα, τὴν συζήτησιν τοιούτων νομοσχεδίων, ἐν παραμοναῖς μάλιστα λήξεως τῆς βουλευτικῆς περιόδου, εἴτε παρατείνοντες τὰς συζητήσεις, εἴτε ἀφιστάμενοι ἢ ἀποχωροῦντες τῶν συνεδριάσεων, ὅπως μὴ συντελῆται ἀπαρτία. Ἐνησκοῦμεν οὐχὶ δικαίωμα, ἀλλὰ καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἴχομεν, ἵνα σώσωμεν τὰ κοινὰ ἀπὸ τοῦ ὀλέθρου, τὸν ὁποῖον ἠπείλουν τοιαῦται πράξεις. Δὲν ὑβριζόμεθα λοιπὸν, ὅτε ἐνεκάλουν ἡμᾶς ἐπὶ κωλυσιεργίᾳ; Ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἐνησκήσαμεν τὴν κωλυσιεργίαν, καὶ δι’ αὐτῆς ἀπηλλάξαμεν τὸν τόπον ἀπὸ τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα διὰ τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων ἐπρόκειτο τότε νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς αὐτόν. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἔλεγον τότε εἰς τὸ Κοινοβούλιον (ἀναγινώσκει): «Ὁμιλοῦσι περὶ κωλυσιεργίας, καὶ φιλοτιμοῦνται οἱ φίλοι τοῦ Ὑπουργείου, ὅσοι λαμβάνουσι τὸν λόγον, νὰ ἐπαναλαμβάνωσι τὸ χυδαῖον τοῦτο ἐπιχείρημα, ὅπως αἰτιῶνται τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Κατὰ τοὺς πρώτους χρόνους τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος ἐφρόνουν ἐν Εὐρώπῃ, ὅτι αἱ μειονοψηφίαι δὲν ἔχουσι δικαίωμα νὰ παρακωλύσωσι τὰς πλειονοψηφίας ἀπὸ τοῦ νὰ περιβάλλωσι τὴν θέλησιν αὐτῶν διὰ τοῦ κύρους τῆς νομοθετικῆς ἰσχύος. Παρεδέχοντο τότε μίαν καὶ μόνην ἐξαίρεσιν, ἐὰν τὰ συζητούμενα θέματα ἀντιβαίνωσιν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἢ ἂν ἀναιρῶσιν ἀμέσως ἢ ἐμμέσως τοῦ πολιτεύματος τὰς βάσεις. Κατὰ τὰς δύο ταύτας περιπτώσεις ἀπεδέχοντο τότε, ὅτι ἐπετρέπετο εἰς τὰς μειονοψηφίας νὰ παρακωλύωσι τὰς πλειονοψηφίας ἀπὸ τοῦ νὰ προβαίνωσιν εἰς ἀποφάσεις τοιοῦτον ἐχούσας χαρακτῆρα. Ἀλλ’ ἀφ’ ἧς ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις παρεστάθησαν πλειονοψηφίαι τυφλῶς τεταγμέναι εἰς τὸν κομματισμὸν, ἀφ’ ἧς παρεστάθησαν ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις πλειονοψηφίαι, αἵτινες, τυφλώττουσαι πρὸς τὸ φῶς, κωφεύουσαι πρὸς τὴν ἀλήθειαν, ἀρνούμεναι τὰ πράγματα, ἀπογυμνοῦσαι ἑαυτὰς ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἰδίαν ἑαυτῶν βούλησιν καὶ θέλησιν, παρεδίδοντο ὡς νευρόσπαστα εἰς τὰς χεῖρας τῶν ἡγουμένων αὐτῶν, ἐπικυρόνουσαι πάσας τὰς πράξεις των, καὶ μετέβαλλον τὴν συνταγματικὴν Κυβέρνησιν εἰς Κυβέρνησιν τυραννικὴν, ἔκτοτε δὲν ὑπάρχει Κοινοβούλιον, οὐδὲ συγγραφεὺς, ὁ ὁποῖος δὲν ἀνομολογεῖ ὡς δικαίωμα τῶν μειονοψηφιῶν νὰ προσπαθῶσι νὰ σταματῶσι τὰς πλειονοψηφίας ἐν τῇ τοιαύτῃ κατωφερείᾳ, εἰς τὴν ὁποίαν ὠλίσθησαν. Ἐὰν μάλιστα ἡ Βασιλικὴ ἀρχὴ, ἑρμηνεύουσα κατά τινα περίεργον τρόπον τὸ πολίτευμα, ἀξιοῖ, ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ κρίνῃ ἐπὶ τῶν γινομένων, ἀλλ’ ὅτι ὀφείλει νὰ ὑποτάξῃ ἑαυτὴν εἰς τὰς θελήσεις τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἀφ’ ἧς οὕτω καὶ ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς ἀνεγνωρίσθη ὡς δικαίωμα τῆς πλειονοψηφίας, αἱ οὕτω πως καταρτισθεῖσαι καὶ οὕτω πως λειτουργοῦσαι πλειονοψηφίαι καθίστανται ἀπεχθέστεραι τοῦ χυδαιοτέρου τῶν τυράννων. Συγγραφεὺς πολιτειακοῦ δικαίου παραβάλλει τὰ πολυμελῆ πολιτικὰ σώματα, ἐὰν ἐν αὐτοῖς τοιαῦται καθιδρύωνται πλειονοψηφίαι, ἀπηλλαγμέναι τοῦ κινδύνου τῆς διαλύσεως, πρὸς τὰ ἄγρια θηρία, τὰ ὁποῖα καταβιβρώσκουσι πᾶν τὸ προστυχόν.» Τί ἄλλο ἐδήλουν διὰ τούτων ἢ ὅτι, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ὁ Ἡγεμὼν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παύῃ τοὺς Ὑπουργοὺς, ἔχει τὸ δικαίωμα, ὅταν πρόκηται περὶ συστάσεως Ὑπουργείου, νὰ διορίζῃ τὸν προϊστάμενον αὐτοῦ, καὶ μετ’ αὐτοῦ νὰ συσκέπτηται περὶ τοῦ διορισμοῦ τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργείου; Ἀλλ’ ἡ ἐνάσκησις τοῦ δικαιώματος τούτου λαμβάνει βεβαίως χώραν, ὁσάκις εὐλόγως προκαλῆται αὕτη ὑπὸ τῶν πραγμάτων, ὡς ὅταν ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἡγεῖται τῆς πλειονοψηφίας, τοιαύτην ποιεῖται χρῆσιν αὐτῆς, οἵαν περιέγραψα δι’ ὧν τότε ἔλεγον πρὸς τὴν Βουλὴν, ἢ ὅταν οἱ κληθέντες ὑπὸ τοῦ Ἡγεμόνος ἔχωσιν ἐκδεδηλωμένας ὡρισμένας γνώμας περὶ Κυβερνήσεως, ἢ συστήματα εἴτε διοικήσεως, εἴτε διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν, τὰ ὁποῖα ὁ Ἡγεμὼν ἐγκρίνει καὶ προτιμᾷ τῶν ὑπὸ τῆς ὑπαρχούσης Κυβερνήσεως τεθειμένων ἐν ἐνεργείᾳ. Διὰ τοῦτο ἀνεφέρομεν πρὸς τὸ Στέμμα, ὅτι ἡμεῖς μὲν δὲν ἔχομεν ἀφορμὴν νὰ παραιτηθῶμεν, ἀλλ’ ὅτι εἰς τὸν Βασιλέα ἀπόκειται νὰ παύσῃ ἡμᾶς, κατὰ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον τὸ Σύνταγμα ἀπένειμεν εἰς τὴν Μεγαλειότητά Του. Δὲν πρέπει νὰ μνημονεύσω τῆς ἑρμηνείας τῆς ἀρνήσεως ἡμῶν νὰ ὑποβάλωμεν παραίτησιν, τῆς διαδοθείσης ἐν τῇ πόλει ὑπὸ τοῦ κομματικοῦ ἀνταγωνισμοῦ. Ἄρνησις πρὸς παραίτησιν ἡρμηνεύθη ὡς ἀντίστασις, ἡ τοιαύτη δ’ ἀντίστασις ἐκρίθη ὡς ἔναρξις στάσεως κατὰ τῆς ἐννόμου τάξεως, κατὰ τῶν ἐν τῇ Πολιτείᾳ καθεστηκυιῶν ἐξουσιῶν. Δὲν γνωρίζω τίνες οἱ τοιαύτας μεταδόντες εἰδήσεις, ἀλλὰ καιρίαν ἤθελον αἰσθανθῆ θλῖψιν, ἐὰν αὐτοὶ ἀνῆκον εἰς τὰς τάξεις τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, διότι ὄντως λυπηρὸν εἶναι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες εἰς τοσοῦτον φαυλότητος νὰ βυθισθῶσιν, ὑπὸ μαινομένης φιλαρχίας ἐλαυνόμενοι. Ὄνειδος ἤθελεν εἶσθαι εἰς ἐκείνους, οἵτινες διὰ τοιούτων μέσων ζητοῦσι νὰ κρατήσωσιν ἐν τῷ πολιτικῷ ἀνταγωνισμῷ, τολμῶντες ἐκ περιτροπῆς νὰ ψεύδωνται νῦν μὲν εἰς τὸ Κοινοβούλιον, αὔριον δὲ πρὸς τὸ Στέμμα. Ἀνέγνων ὅμως ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, ὅτι κατὰ Μάϊον ἢ Ἀπρίλιον μῆνα τοῦ ἔτους τούτου συνεζητήθη καὶ διεξήχθη ἐν τῷ Στρατοδικείῳ δίκη κατ’ ἀξιωματικοῦ ἀνωτέρου, εὐμαθοῦς καὶ ἐντίμου, ἥτις θέλει ἀποτελέσει ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων τῆς χώρας ἀληθὲς σκάνδαλον, τὸ ὁποῖον δὲν κρατύνει ἐν τῷ στρατῷ τὴν πειθαρχίαν καὶ τὴν πρὸς τοὺς στρατιωτικοὺς κανονισμοὺς εὐλάβειαν, ἀλλὰ παραλύει αὐτὰς, δὲν συνέχει οὐδὲ συντάσσει τὸν στρατὸν, ἀλλὰ θραύει τοὺς δεσμοὺς, οἵτινες πρέπει νὰ συνέχωσι τὰ μέλη αὐτοῦ πρὸς ἄλληλα καὶ πρὸς τοὺς ἀνωτέρους αὐτῶν, διδάσκει δὲ τὴν ἀπείθειαν καὶ τὴν ῥαδιουργίαν. Ἡμεῖς δὲν ὑπεκινήσαμεν ποτὲ στάσεις, ἀλλ’ ἠσχολήθημεν νὰ προλάβωμεν τοιαύτας, εἰς τὰς ὁποίας ἀκράτητος φιλαρχία καὶ αὐθάδης φατριασμὸς ὤθει τὴν χώραν. Καὶ ἀνεστέλλομεν τὰς ὁρμὰς, καὶ κατηνάζομεν τοὺς ἐρεθισμούς, εἰ καὶ ἄλλοι ἦσαν ἕτοιμοι νὰ συκοφαντήσωσιν ἡμᾶς ἐπὶ τούτῳ, ὅπως κλονίσωσι τὴν πρὸς ἡμᾶς ἐμπιστοσύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐσμὲν φύλακες καὶ οὐχὶ ἀνατροπεῖς τῶν θεσμῶν, οἵτινες πρώτην κατέστησαν ἀρχὴν τὴν βασιλικήν. Δὲν ὑπονομεύομεν τοῦ θρόνου τὰ θεμέλια ἢ τῆς δυναστείας τὰς ῥίζας, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνα προσεπαθήσαμεν ἄλλοτε νὰ τεθῶσι στερεὰ καὶ ἑδραῖα, καὶ δι’ αὐτὰς προσηνέγκομεν χρησίμους ὑπηρεσίας, ὅπως βαθύνωσι καὶ κρατυνθῶσι. Τῶν θρόνων τὰ θεμέλια ὑπονομεύουσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες δι’ ἀσυνειδήτου διοικήσεως καὶ διὰ τάσεων αὐτοκρατισμοῦ κατεργάζονται ἐπιβούλως τὴν κτηνώδη κατάθλιψιν τοῦ λαοῦ, καὶ τὴν ταπείνωσιν τοῦ φρονήματος αὐτοῦ, καὶ τὸν ἐξευτελισμὸν τοῦ χαρακτῆρος αὐτοῦ, ἐγείροντες οὕτω φραγμοὺς καὶ ἀνασκάπτοντες τάφρους μεταξὺ τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ θρόνου. Αὐτοὶ τότε ἔλεγον πρὸς τοὺς Ἀθηναίους ἀπὸ τοῦ ἐξώστου τῶν οἰκιῶν των, ὅτι ἡ κατὰ τὴν 18 Φεβρουαρίου γενομένη παῦσις τοῦ Ὑπουργείου ἀπετέλει ὑψίστην κύρωσιν τῶν συνταγματικῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἡγεμόνος, ὡς ἂν τὰ δικαιώματα ταῦτα τοῦ Βασιλέως εἶχον ὑπό τινος ἀμφισβητηθῆ, ἢ ὡς ἂν ἡ ἀπορία, τὴν ὁποίαν ἐνεποίησεν εἰς τοὺς πολίτας ἡ εἴδησις, ζητοῦντας νὰ μάθωσι, ἀλλὰ μὴ μανθάνοντας, τίνες ὑπηγόρευσαν τὸ μέτρον λόγοι, δισταγμὸν ἐδήλου περὶ τῶν δικαιωμάτων τούτων τοῦ Βασιλέως, ἢ ἄρνησιν αὐτῶν. Αὐτοὶ καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν δὲν ἐδίστασαν νὰ εἴπωσι προχθὲς, ὅτι «ἔκρυθμον ἐν τῇ Πολιτείᾳ θὰ ἦτο, ἐὰν ἐπετρέπετο εἰς τοὺς κυβερνῶντας καὶ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐξακολουθήσωσιν ἐν τῇ πορείᾳ, ἥτις εἰς τὰ ὄμματα πάντων ἐξεδήλου, ὅτι τὸ Κράτος διέτρεχε τὸν μέγιστον τῶν κινδύνων, ὅτι ἔγκλημα θὰ ἦτο, ἐὰν εἶχέ τις τὸ δικαίωμα νὰ θέση τέρμα εἰς αὐτὴν διὰ τῆς παρεμβάσεως τοῦ λαοῦ, καὶ μὴ ἐποιεῖτο χρῆσιν τῆς ἐξουσίας τῆς ἐναποτεθειμένης αὐτῷ». Καὶ ἔλεγον ταῦτα, ἵνα ἐμποιήσωσιν εἰς τὴν λαὸν τὴν γνώμην, ὅτι ἡ πολιτεία ἡμῶν κατὰ τοὺς δεκαπέντε μῆνας, καθ’ οὓς ἐκυβερνήσαμεν, αὐτὴ προεκάλεσεν εὐλόγως τὴν ἐνάσκησιν τοῦ Ἡγεμονικοῦ δικαιώματος, ὅτι πράγματι ἡμεῖς ἐφέρομεν εἰς ὄλεθρον τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἔλεγες ταῦτα Σὺ, (ἀποτείνεται πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν) ὁ καταστροφεὺς τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ὅστις κατὰ τὰ τελευταῖα τέσσαρα ἔτη, 1887 ἕως 1890, ἀφῆκας ἔλλειμα 88,713,233.55, ἂν καὶ ηὔξησας ἀπὸ τοῦ 1887 τοὺς φόρους κατὰ 22 ἑκατομμύρια, ἂν καὶ ἕνεκα τούτου εἰσέπραξας ἐκ φόρων καὶ τακτικῶν ἐσόδων κατὰ τὰ τέσσαρα ἐκεῖνα ἔτη δρ. 335,556,872, ἂν καὶ ἔλαβες προσέτι 350 ἑκατομμύρια φράγκων χρυσῶν διὰ δανείων! Καὶ ἔλεγες, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ἔκρυθμον, ἐὰν ἐπετρέπετο ἡμῖν νὰ ἐξακολουθήσομεν κυβερνῶντες! τὸ ἔλεγες σὺ, ὅστις, ἀφοῦ κατὰ τὸ 1882 παρέλαβες ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου 15,508,953.66, ἀφοῦ, πλὴν τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους εἶχες ἐπιβάλει κατὰ τὸ 1880, ἐκ τριῶν ἑκατομμυρίων, ἐπέβαλες καὶ κατὰ τὸ 1882 νέους φόρους δραχ. 3,490,000, ἐπέβαλες καὶ κατὰ τὸ 1883 νέους φόρους 13,871,655, καὶ διὰ μετατροπῆς τοῦ νομίσματος εἰς νέας δραχμὰς ηὔξησας τοὺς φόρους, οὓς εἰσέπραξας, κατὰ 12%, ἀφοῦ καὶ κατὰ τὸ 1884 ἐπέβαλες τὸν φόρον ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων, καὶ ἵδρυσας τέσσαρα μονοπώλια, οὕτω δ’ εἰσέπραξας κατὰ τὰ ἔτη 1882, 1883 καὶ 1884 ἐκ φόρων καὶ τακτικῶν ἐσόδων 178,033,417.51! Σὺ, ὅστις καὶ τὸν νόμον περὶ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων παρέβης, μετατρέψας ἐκ τοῦ σκοποῦ, εἰς ὃν οὗτος προσδιώρισε, καὶ δαπανήσας εἰς τακτικὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους καὶ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων 19,250,280.43, καὶ μεθ’ ὅλα ταῦτα ἐδημιούργησας ἐλλείμματα τριετίας 45,105,292.54, εἶχες δὲ παρουσιάσει καὶ ἔλλειμα ἀναπόφευκτον τοῦ ἐπιόντος ἔτους 1885 ἐξ 28 καὶ πλέον ἑκατομμυρίων! Σὺ λέγεις, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ἔγκλημα, ἂν ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔπαυεν ἡμᾶς! Σὺ, ὁ καταστρέψας τὴν οἰκονομικὴν πίστιν τοῦ Κράτους διὰ σπατάλης ἄφρονος τῶν δημοσίων χρημάτων, δι’ ἐξαντλήσεως τῶν πόρων τῆς χώρας καὶ διὰ τῆς ἀθετήσεως καὶ αὐτῶν τῶν συμφωνιῶν, τὰς ὁποίας μετὰ τῶν δανειστῶν εἶχες συνομολογήσει! Οὐδ’ αἱ προφορικαὶ ἐπαγγελίαι, οὐδ’ αἱ ἐπίσημοι πρὸς τὴν Βουλὴν ἀνακοινώσεις, οὐδ’ αἱ γραπταὶ συμφωνίαι μετὰ τρίτων, οὐδὲ τῶν νόμων αἱ διατάξεις, τῶν νόμων, οἵτινες ὑπὸ σοῦ ἐπροτάθησαν καὶ τῇ σῇ εἰσηγήσει ἐξεδόθησαν, ἠδυνήθησαν νὰ σὲ ἀναστείλωσι! Πάντα παρέβης, καὶ πάντα ἠθέτησας, ψευδόμενος πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ περικαλύπτων διὰ διαστροφῶν τῶν πραγμάτων καὶ δι’ ἀλλοιώσεως τῶν ἀριθμῶν τὸ βάραθρον, ὅπερ ἀνέσκαψας! Καὶ σὺ κατήγγειλας ἐμοῦ ὡς δημιουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν δυσχερειῶν, ἃς ἀπειργάσθης! Καὶ ἐχαρακτήρισας τὴν πολιτείαν μου ὡς ἄβουλον, διότι δὲν ἐγνώριζον τὴν τέχνην τοῦ ἀπατᾶν καὶ τοῦ ψεύδεσθαι, καὶ παρέστησας τὴν διοίκησίν μου ὡς τύφλωσιν, διότι δὲν μὲ εἶδες πλαστογραφοῦντα τὰ λογιστικὰ βιβλία καὶ τοὺς ἀριθμοὺς τῶν πινάκων καὶ τῶν καταστάσεων! Ὅταν τοῦ Ἡγεμονικοῦ δικαιώματος ἡ ἐνάσκησις μᾶς ἀπέβαλε τῆς ἀρχῆς, εἴχομεν δικαίωμα νὰ ἀμυνθῶμεν κατ’ ἐκείνων, οἵτινες, κολακεύοντες διὰ νὰ κερδοσκοπήσωσι κατὰ τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα, ἐδυσφήμουν ἡμᾶς ὡς ὑπαιτίους τῶν ἐπιφανεισῶν δυσχερειῶν· παρεῖχε δ’ ἡμῖν τὸ δικαίωμα τοῦτο καὶ τὸ πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς σέβας καὶ ἡ πρὸς τὴν συκοφαντίαν καὶ τὴν εὐτέλειαν τῶν χαρακτήρων ἀποστροφή. Ἐνεποίησεν ὅμως ἡμῖν καὶ εὔλογον, ἂν οὐχὶ περὶ τοῦ παρόντος, βεβαίως περὶ τοῦ μέλλοντος, ἀνησυχίαν ἡ πληροφορία, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ ἐν αὐταῖς ταῖς αἰθούσαις τῶν Ὑπουργείων περιύβριζον τὸ Σύνταγμα, καὶ κατεβίβαζον τὸν Θρόνον εἰς τὴν ἐκλογικὴν παλαίστραν. Καὶ αὐτοὶ μὲν, ἥκιστα εὐλαβεῖς καὶ πρὸς αὐτὴν τὴν ἐπὶ τὰς ὑπουργικὰς ἕδρας ἀναβιβάσασαν αὐτοὺς βασιλικὴν ἀρχὴν, ἐζήτουν δι’ ἀσεβοῦς χρήσεως τοῦ ὀνόματος τοῦ Βασιλέως νὰ πλανήσωσιν ἢ νὰ πτοήσωσι τοὺς πολιτικοὺς φίλους μου, ὅπως οὗτοι χωρισθῶσιν ἀπ’ ἐμοῦ καὶ συνταχθῶσι μετ’ αὐτῶν. Εἶχε μετατρέψει τὰς φρένας αὐτῶν ἡ ἀνέλπιστος ἀνάβασίς των ἐπὶ τῶν ὑπουργικῶν ἑδρῶν! Ἀλλ’ ἐγὼ ὤφειλον νὰ συμβουλεύσω τοὺς ἐκλογεῖς νὰ προσέξωσιν εἰς τὴν παρεκτροπὴν, καὶ νὰ μὴ ἀμελήσωσι νὰ προτιμήσωσι τοὺς ἐμοὺς φίλους, ὅπως κατασταθῇ δυνατὴ ἡ ἐπὶ τὴν συνταγματικὴν τροχιὰν ἐπαναγωγὴ τῆς κυβερνητικῆς λειτουργίας, ἣν μωρανθέντες Ὑπουργοὶ ἐξετροχίαζον. Ἐπεκαλέσθην τὸ νομοταγὲς, καὶ ἐπεθύμουν νὰ ἐγείρω τὸ ὑπὲρ τῆς τάξεως συμφέρον τῶν πολιτῶν, ὅπως μὴ ὑπολειφθῶσιν ἐπὶ τοῦ ἐδάφους σπέρματα, ἐκ τῶν ὁποίων ἔν τινι χρόνῳ, ἐγγυτέρῳ ἢ ἀπωτέρῳ, ἠδύναντο νὰ βλαστήσωσιν ἀνατροπαὶ ἢ ἐπαναστάσεις, ὡς καὶ ἡ καθ’ ὅλου καὶ ἡ τῆς χώρας ταύτης ἱστορία διδάσκουσι. Ταῦτα ὅμως φαύλη ἐκλογικὴ κερδοσκοπία παρέστησεν ὡς ἀπειλητικὰ τῆς καθεστηκυίας τάξεως, καὶ μετεποίησε τὰ πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς τιθέμενα ἐρωτήματα ὡς ἀφορῶντα οὐχὶ τῆς Κυβερνήσεως ἢ τῆς διοικήσεως τὰ ἔργα, ἀλλὰ τὰς καθεστηκυίας ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἐξουσίας. Περὶ τῆς πρὸς τὰ ἐρωτήματα ταῦτα ἀποκρίσεως τῶν ἐκλογέων τῆς Ἑλλάδος οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ ἀμφιβάλλῃ, διότι πάντες γνωρίζομεν τὰ νομιμόφρονα ἤθη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· ἀλλ’ ἡ πρὸς τὰ ἐρωτήματα ταῦτα ἀπόκρισις ἀποτελεῖ τὴν ἔννοιαν τῶν ἐκλογῶν τῆς 3 Μαΐου, καὶ οὐχὶ ἡ ἐπιδοκιμασία τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ μάλιστα τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς αὐτοῦ. Ἠκούσατε τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτε ἀνεκοίνου ὑμῖν τὰς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892 μελέτας αὐτοῦ, καταγγέλλοντος, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας εἶχον ἀνωμάλως, καὶ ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη ὠφείλετο εἰς τὴν κυβερνητικὴν καὶ τὴν βουλευτικὴν ἀβουλίαν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν εἶπε, τίς ἦτο ἡ ἀβουλία αὕτη, διότι δὲν ἐτόλμα νὰ εἴπῃ ὅ,τι ἤθελε ν’ ἀφήσῃ νὰ ἐννοηθῇ. Ἤθελεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ καταστήσασα τὰ οἰκονομικὰ πράγματα ἀνώμαλα κυβερνητικὴ ἀβουλία ἦτο ἡ μὴ συνομολόγησις ἐξωτερικοῦ δανείου. Ἤθελε ν’ ἀφήσῃ νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι δὲν συνωμολογήσαμεν ἡμεῖς δάνειον ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, διότι δὲν ἐνεπιστεύοντο ἡμᾶς τὰ κεφάλαια, ἂν δ’ αὐτὸς ἀνθ’ ἡμῶν ἐκυβέρνα, ἤθελεν εὕρει καὶ συνομολογήσει δάνειον, διότι τὰ κεφάλαια τρέχουσιν ὄπισθεν αὐτοῦ. Δὲν ἀπέχεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἀπὸ τοιούτων χυδαίων ἐπιχειρημάτων, ἵνα ἀποπλανήσῃ τοὺς μὴ ἐννοῦντας τί εἶναι πίστις, τοὺς ἁπλοϊκοὺς τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν, νὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ τῶν φίλων τοῦ κόμματος. Εἰς αὐτοὺς παρίστα διὰ τούτων, ὅτι τὰ κεφάλαια δυσπιστοῦσι πρὸς ἡμᾶς, εὐπιστοῦσι δὲ πρὸς αὐτὸν, καὶ ὅτι, εὐθὺς ὡς ἤθελεν ἀκουσθῆ τὸ ὄνομα αὐτοῦ, οἱ θησαυροὶ τῶν τραπεζιτῶν ἤθελον ἀνοιχθῆ, καὶ αἱ Τράπεζαι ἤθελον χύσει τὸν χρυσὸν καὶ τὸν ἄργυρον εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ τὰς ἀγυιὰς τῶν Ἀθηνῶν. Καὶ ὅμως, ὅτε ἀπεβλήθημεν τῆς ἀρχῆς, ἡμεῖς δὲν διετελοῦμεν μόνον ἐν διαπραγματεύσει, εἴχομεν ὑπερβῆ τὸ στάδιον τῶν διαπραγματεύσεων πρὸς εὕρεσιν δανείου 30 ἑκατομμυρίων. Δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ μνημονεύσω ὀνομάτων, ἀλλ’ ἐν τῇ πόλει τῶν Ἀθηνῶν ὑπάρχουσι πολῖται, οἱ ὁποῖοι δὲν συνδέονται μετ’ ἐμοῦ διὰ πολιτικοῦ δεσμοῦ, τῶν ὁποίων ἴσως οὔτε τὴν προσωπικὴν συμπάθειαν ἀπολαμβάνω, καὶ οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσιν, ἂν ταῦτα, τὰ ὁποῖα λέγω, ἦναι ἀληθῆ ἢ ὄχι. Οὗτοι κατέχουσιν ἐπιστολὰς, τὰς ὁποίας καὶ ἐγὼ καὶ ὁ κ. Ζαΐμης ἀνέγνωμεν, ἐν αὐταῖς δὲ καταδηλοῦται, ὅτι τὰ περὶ εὑρέσεως δανείου εἶχον καταλήξει, δὲν ὑπελείπετο δὲ ἢ μόνη ἡ τυπικὴ διομολόγησις. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἀπεβλήθημεν, καὶ ἀνῆλθον αὐτοὶ ἐπὶ τὴν ἀρχήν. Ποῦ εὑρίσκονται τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα εἰσεκόμισεν εἰς τὴν χώραν τὸ ὄνομα αὐτῶν, ἢ πρὸς αὐτὸ ἐμπιστοσύνη τῶν κεφαλαίων καὶ τῶν τραπεζιτῶν; Ἐκόπτοντο, ἀντιλέγοντες, καὶ κατηγόρου ἡμῶν, καταγγέλλοντες τὴν σύμβασιν, ἣν εἴχομεν συνομολογήσει μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὡς ἐπιζήμιον, καὶ ἐπειράθησαν οἱ διαδεχόμενοι ἡμᾶς νὰ εὕρωσι χρήματα δι’ ἄλλης συμβάσεως. Ἀλλ’ ἂς ἀναγνώσωσι τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν συνωμολόγησαν. Ἴσως, ὁσάκις ἥσυχοι ἐν τοῖς γραφείοις αὐτῶν περισυλλέγωσιν ἑαυτούς, ἠρεύνησαν ὁποία εἶναι ἡ σύμβασις, τὴν ὁποίαν συνωμολόγησαν, θὰ ἔκυψαν δὲ τὴν κεφαλὴν πρὸς τὰ κάτω, ἂν δὲν ἐναρκώθη ἡ συνείδησις αὐτῶν. Ἡ σύμβασις αὐτῶν ἦτο πιστοποιητικὸν, τὸ ὁποῖον αὐτοὶ συνυπέγραψαν μετὰ τῶν τραπεζιτῶν, μετὰ τῶν ὁποίων συνέπραξαν, βεβαιώσαντες, ὅτι τὸ Κράτος εὑρίσκεται ἐν οἰκονομικῇ ἀμηχανίᾳ, διότι, μόνον ὅταν περιέλθῃ τις εἰς τοιαύτην οἰκονομικὴν ἀμηχανίαν, δύναται νὰ ὑπογράφῃ συμβάσεις τοιαύτας, συνιστώσας δάνεια ἄντικρυς τοκογλυφικά. Ἂς εὕρωσι καὶ νῦν δάνεια τέλος πάντων αὐτοί, οἱ ὁποῖοι εἶχον ὄπισθεν αὐτῶν τὴν Εὐρώπην, ἂς εὕρωσι τὰ προσφιλῆ των δάνεια, ἵνα ἀνακουφίσωσι τὸ ἐμπόριον καὶ τὰς συναλλαγάς. Ἡμεῖς, —καὶ ὅταν λέγω ἡμεῖς, ἐννοῶ ἐμαυτὸν καὶ τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας, μετὰ τῶν ὁποίων συμπράττω καὶ συνεννοοῦμαι, —ἡμεῖς οὐδὲν παρενεβάλομεν πρόσκομμα, οὐδὲ συζητήσαντες, οὐδ’ ἐλέγξαντες τὰ οἰκονομικὰ μέτρα αὐτῶν, οὐδ’ ἀποκαλύψαντες τὴν ἀπερισκεψίαν καὶ τὴν ἀμάθειαν καὶ τὴν κακοπιστίαν, αἵτινες ὑπάρχουσι διεσπαρμέναι ἐν αὐτοῖς, ἵνα μὴ κριθῶμεν ὡς ζητοῦντες νὰ ἀποτρέψωμεν τοὺς δανειστὰς ἢ νὰ μειώσωμεν τὸ κῦρος τῶν κυβερνώντων. Ἀφήκαμεν οὐ μόνον αὐτοὺς νὰ προτείνωσιν ὅ,τι ἂν θέλωσιν, ἀλλὰ καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν ψηφιζόντων νὰ μὴ ἀναγινώσκωσιν ἐν αὐτοῖς, ὅσα ἔπρεπε νὰ ἀναγινώσκωσι. Καὶ ἐφωδιάσθη ἡ Κυβέρνησις αὕτη διὰ πάντων τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἐξελέξατο. Ἂς ἀποταθῇ λοιπὸν πρὸς τὰ κεφάλαια, καὶ ἂς ἑλκύσῃ αὐτά. Ἂν ἐγὼ μετέσχον τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, δὲν μετέσχον διὰ νὰ παρακωλύσω τὰ οἰκονομικὰ μέτρα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, μετέσχον διὰ νὰ σώσω θεσμὸν, τὸν ὁποῖον θεωρῶ συνδεδεμένον, συνεχόμενον μετὰ τῶν βάσεων τῆς κοινωνίας καὶ τῆς Πολιτείας. Ἂν μετέσχον τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, μετέσχον διὰ νὰ εἰδοποιήσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ποῖα ὀλέθρια θέλει παραγάγει ἀποτελέσματα τὸ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἡ πλειονοψηφία, ἡ φίλη αὐτῷ, ἐπεψήφισε. Καὶ ἐπὶ τοσοῦτον ἐξέτεινα τὴν τακτικὴν ταύτην, ὥστε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὑπολαβὼν ὅτι εἶναι ψυχολογική τις στιγμή, ἡμιλλήθη μετὰ τῶν συναδέλφων του νὰ εἰσαγάγωσιν κατὰ τὴν ὥραν ταύτην τοῦ ἐνιαυτοῦ, καθ’ ἣν οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἀνυπομόνως προσδοκῶσι τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν θέλουσιν ἐπανέλθει εἰς τὰς ἑστίας των, νὰ εἰσαγάγωσι νομοθετήματα, διὰ τῶν ὁποίων ἐπεθύμησαν, κατ’ αὐτὴν τὴν ἐποχὴν τοιαύτης κρίσεως, νὰ ὀργανώσωσι τοὺς κλάδους τῆς Διοικήσεως, ὡσανεὶ τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος ἤθελον βελτιωθῆ, καὶ αἱ οἰκονομικαὶ εὐκολίαι, τῶν ὁποίων ὑπάρχει ἀνάγκη, ἐξηρτῶντο ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον περὶ καταστάσεως τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν τῷ ὁποίῳ περιελήφθη διάταξις, παρέχουσα εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὸ δικαίωμα νὰ παύῃ τὸν δικαστικὸν σύμβουλον καὶ πρὸ τῆς χρονικῆς διαρκείας, ἣν ὁ νόμος προσδιώρισε. Καὶ εἴδετε νομοσχέδιον περὶ καταστάσεως τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς ἄν οἱ ὑπάλληλοι ἑκάστου τῶν Ὑπουργείων ἀπετέλουν ἴδιόν τι σῶμα ὀργανικὸν, οἷον τὸ σῶμα τῶν ἀξιωματικῶν, ἀπῃτεῖτο δὲ νόμος, ἵνα κανονίσῃ ἑκάστην τῶν διαφόρων καταστάσεων, εἰς τὰς ὁποίας οἱ ὑπάλληλοι τῶν Ὑπουργείων, ὡς οἱ ἀξιωματικοί, διατελοῦσιν. Ἀλλὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταστάσεως τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἠσχολοῦντο νὰ νομοθετήσωσι διατάξεις καὶ προσόντα, παρέχοντα εὐκολίαν νὰ τοποθετηθῶσιν οἱ φίλοι τοῦ κόμματος. Δὲν ἠκούσατε προχθὲς ἐντίμου συναδέλφου, ὁ ὁποῖος ἠρώτα νὰ μάθῃ τὴν ἔννοιαν διατάξεώς τινος τοῦ νομοσχεδίου; Ἠρώτα ὁ κ. Βουλευτής, ἂν τοῦ νόμου ἡ διάταξις περιλαμβάνῃ καὶ τοὺς διατελέσαντας ἀστυνόμους ἢ ὑπαστυνόμους, οἵτινες, μὴ ἔχοντες πλέον θέσιν ἐν τῇ ἀστυνομικῇ ὑπηρεσίᾳ, ἀδικοῦνται, ὄντες φίλοι, ἂν δὲν παρεσκευάζετο καὶ δι’ αὐτοὺς εὐκολία νὰ διορισθῶσιν ἐν ἄλλῃ ὑπηρεσίᾳ. Οὔτε κατ’ αὐτὰς τὰς ἡμέρας ἐγκαταλείπουσι τὸν κ. Πρωθυπουργὸν αἱ περὶ τοποθετήσεως τῶν φίλων αὐτοῦ μέριμναι. Οὐδεμίαν ἔχω ἐπιθυμίαν νὰ πικράνω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ ὁποίου διέκρινα πάντοτε τὴν νοημοσύνην, καὶ πρὸς τὸν ὁποῖον ἐξεδήλωσα ὅσην ὤφειλον προσοχήν. Καὶ τὴν αὐστηρότητα καὶ τὴν ἱκανότητα τοῦ ἀνδρὸς διέκρινα, ἀλλ’ ἕνεκα τούτου ἰδίως δὲν προσεδόκων ποτὲ, ὅτι ὁ κ. Σιμόπουλος ἤθελεν ἀξιώσει τὴν ἰδιότητα τοῦ νομοδιδασκάλου. Ἂν νομοδιδάσκαλος, καλούμενος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, συνέτασσεν ἐντὸς τοῦ χρόνου, ὁ ὁποῖος διέῤῥευσεν ἀπὸ τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου μέχρι σήμερον, καὶ εἰσῆγεν εἰς τὴν Βουλὴν τόσα νομοσχέδια, διαῤῥυθμίζοντα καὶ μεταβάλλοντα τὴν νομοθεσίαν, τήν τε κανονίζουσαν τὴν ἀπονομὴν τῆς πολιτικῆς δικαιοσύνης καὶ αὐτὴν τὴν κανονίζουσαν τὴν ἀπονομὴν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, ὅσα ὁ κ. Σιμόπουλος συνέταξεν ἀπὸ τῆς 20 Ἰουνίου καὶ εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὁ νομοδιδάσκαλος οὗτος ἤθελεν ἐκπέσει ἐν τῇ συνειδήσει μου, καὶ δισταγμὸς ἤθελεν ἐγερθῆ περὶ τῆς ἀξίας τοῦ ἀνδρός· ἤθελε φανῆ εἰς τοὺς ὀφθαλμούς μου μικρὸς ἐγωϊστής, μεγάλα περὶ τῆς ἐπιστημονικῆς δεινότητος αὐτοῦ φρονῶν. Νομοθετήματα τοιαῦτα ὑποβάλλονται εἰς μακρὰν βάσανον, ἐξονυχίζονται καὶ ἐρευνῶνται ὑπὸ ἐπιτροπῆς ἐξ εἰδικῶν ἀνθρώπων, καὶ δὲν ζητεῖται ἡ ἔγκρισις αὐτῶν, εἰμὴ ἀφοῦ μεταδοθῇ εἰς τὴν κοινωνίαν πᾶσα ἡ πίστις, ὅτι ταῦτα βελτιοῦσι καὶ δὲν βλάπτουσιν, ἀνεγείρουσι καὶ δὲν κατεδαφίζουσι τὸ οἰκοδόμημα τοῦ ναοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Διὰ τοῦτο τοιούτων νομοσχεδίων κρίνω ἀπολύτως ἀναγκαίαν τὴν δημοσίευσιν εἴτε δι’ εἰσαγωγῆς αὐτῶν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀναβαλλομένης τῆς συζητήσεως αὐτῶν ἐπὶ ἄλλην ἑπομένην Σύνοδον, ὅπως κατὰ τὸν μεσολαβοῦντα χρόνον γνωσθῶσιν ὑπὸ τῶν πολιτῶν, ἐρευνηθῶσι δὲ καὶ μελετηθῶσιν ἐπαρκῶς, εἴτε διὰ τῆς δημοσιεύσεως διὰ τῶν ἐφημερίδων χρόνον τινὰ πρὶν ἢ εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν. Ἀλλὰ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀνακοινῶν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς μελέτας αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892, κατήγγειλε καὶ εἰδικῶς τὰς αἰτίας, αἱ ὁποῖαι παρήγαγον τὸ ἐπισκῆψαν μέγα κακὸν, τὴν ἀνατροπὴν τῆς ὁμαλῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ἢ τὴν οἰκονομικὴν ἀμηχανίαν, ἥτις ἐπῆλθεν, ἢ τὸν οἰκονομικὸν ὄλεθρον. Τρεῖς ἀπέδωκα εἰς τὴν ἐνεστῶσαν κατάστασιν χαρακτηρισμοὺς, ἵνα οἱ συζητοῦντες ἐκλέξωσιν οἷον ἄν κρίνωσιν ἐξ αὐτῶν προσήκοντα. Ποῖαι αἱ αἰτίαι, ἃς κατήγγειλεν ὁ κ. Πρωθυπουργός; Ὡς πρώτην κατήγγειλεν αἰτίαν, ὅτι οἱ διαδεχθέντες αὐτὸν ἀνεγράψαμεν ὡς ἀρχὴν, ἣν πιστῶς ἐξετελοῦμεν, νὰ ἀνατρέπωμεν τὰς πράξεις αὐτοῦ· ἐφρόνει δ’ αὐτὸς, ὅτι δὲν θέλει σωθῆ ὁ τόπος, εἰμὴ ἂν μία γένηται ἀποδεκτὴ οἰκονομικὴ πολιτικὴ, ἥτις νὰ ἀναγνωρισθῇ ὡς ἐθνικὴ πολιτικὴ, εἰς ταύτην δὲ ὑποταχθῶσι πάντες, καὶ ταύτην πάντες ὑπηρετῶσιν, ἐργαζόμενοι πρὸς ἐφαρμογὴν αὐτῆς. Δὲν γνωρίζω, ἂν διὰ τούτων ἐξεδήλου τὴν ἀξίωσιν, ὅπως ἡ δι’ αὐτοῦ ἐφαρμοσθεῖσα οἰκονομικὴ πολιτικὴ ἀναγνωρισθῇ ὡς ἐθνικὴ πολιτικὴ, καὶ ὑποχρεωθῶμεν ταύτην νὰ ἐξυπηρετῶμεν πάντες, καὶ ταύτης τὴν ἐκτέλεσιν νὰ ἐπιζητῶμεν καὶ νὰ κατεργαζώμεθα. Ἂν τοῦτο ἐγίνετο δεκτὸν, ἀγνοῶ ποσάκις ἤθελε πτωχεύσει ἡ Ἑλλὰς, ἥτις δὲν ἐπτώχευσεν οὐδ’ ὅτε ἐσυστήθη τὸ Ἑλληνικὸν βασίλειον, ὅτε οἱ πολῖται οὔτε στέγην νὰ στεγασθῶσιν, οὔτε δένδρον νὰ σκιασθῶσιν, οὔτε κτῆμα, ἵνα προσοδευθῶσιν, εἶχον, εἰμὴ ἀσκεπὲς ἔδαφος, ἀγροὺς, τοὺς ὁποίους οἱ πολῖται ἐκαλλιέργουν διὰ τῶν βραχιόνων αὐτῶν, ἂν καὶ ἡ χώρα, καίπερ εἰς τοιαύτην διακειμένη ἐρημίαν, ὑπεβάλλετο πρώτην φορὰν εἰς τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ἐπάγεται Βασιλεία ἄρτι ἱδρυομένη· ἥτις δὲν ἐπτώχευσεν, οὐδ’ ὅτε κατὰ πᾶν ἔτος ὁ πολιτικὸς ἀνταγωνισμὸς ἐξώκελλεν εἰς ἐνόπλους στάσεις. Καὶ στάσις ἔνοπλος εἶναι ἀπόπειρα πρὸς ἀνατροπὴν τῆς νομίμου τάξεως, παράλυσις πάσης οἰκονομικῆς ἐνεργείας, αὔξησις ἐξόδων, καὶ στείρευσις τῶν πηγῶν, ἐξ ὧν πενιχρὰ παρήγοντο τότε ἔσοδα· οὐδ’ ἐλησμονήθη ἔτι, πόσαι ἐτολμήθησαν καὶ διεπράχθησαν ἀπὸ τοῦ 1834 στάσεις ἐν Ἑλλάδι. Ἡ Ἑλλὰς δὲν ἐπτώχευσεν, οὔτε ὅτε ὁ προϋπολογισμὸς αὐτῆς μόλις ἀνήρχετο εἰς 15, 18, 20 ἢ 25 ἑκατομμύρια, οὐδ’ ὅτε ὁ Θρόνος, ὁ πρὸ 30 ἐτῶν ἱδρυθεὶς, ἀνετράπη ἐν μέσαις Ἀθήναις, δυναστεία δ’ ἐφυγαδεύθη ἐντεῦθεν, καὶ συνεκεντρώθησαν ἐν ταῖς χερσὶ τετρακοσίων πολιτῶν πᾶσαι αἱ πολιτειακαὶ ἐξουσίαι, ἥ τε βασιλικὴ καὶ ἡ νομοθετικὴ, καὶ αὐτὴ ἡ διοίκησις. Δὲν ἀπαγγέλω ἐγὼ τὴν λέξιν, ἀπὸ τοῦ 1888 ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἔπαυσε καταγγέλλων τὸν ἐξ Ἄρτης κ. Βουλευτὴν ὡς τοιαύτην εἰπόντα λέξιν, καὶ ἴσως ἐπανελάμβανεν ἑκάστοτε τὴν καταγγελίαν, ὅπως συνειθίσῃ τὸ κοινὸν πρὸς τὴν συμφοράν. Ἀλλ’ ἂν ἐσώθημεν κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους ἀπὸ τοιούτου κινδύνου, ἡ οἰκονομικὴ ὅμως κατάστασις κατέστη τόσον κακὴ, εἰ καὶ νῦν εἰσπράττομεν 85 καὶ πλέον κατ’ ἔτος ἑκατομμύρια ἐσόδων. Ἂς παγιωθῇ λοιπὸν ὡς ἐθνικὴ πολιτικὴ ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ἐφαρμόζει ὁ κ. Τρικούπης, διὰ νὰ ἐρημωθῇ τὸ ἔδαφος τοῦ βασιλείου,— διότι ἐρήμωσις πλέον θέλει ἐπέλθει τότε, μετὰ τὰ δεινὰ, τὰ ὁποῖα ἐπήνεγκεν οὐχὶ ἡ μόνιμος, ἀλλ’ ἡ περιοδικὴ ἐφαρμογὴ αὐτῆς. Καὶ ἔλεγε ταῦτα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐνῷ πέρυσι, διευθύνων τὰς ἐργασίας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἄλλων τινῶν συμφωνούντων κατὰ τοῦτο μετ’ αὐτοῦ, ἰσχυρίζετο, ὅτι ἡμεῖς ἐφαρμόζομεν τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ, διότι ἐτηρήσαμεν ἐν ἰσχύϊ, οὐδ’ ἀνετρέψαμεν τοὺς νόμους, τοὺς ὑπ’ αὐτοῦ κατασταθέντας ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας. Ἀνέφερεν ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἕνα νόμον, τὸν ὁποῖον μετεβάλομεν, τὸν νόμον περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, καὶ τὴν μεταβολὴν ταύτην κατήγγειλεν ὡς ἐπενεγκοῦσαν ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων κατὰ ἑπτὰ ἑκατομμύρια καὶ συντελέσασαν εἰς τὴν ἐπισκήψασαν οἰκονομικὴν ἀνωμαλίαν· ταύτην δὲ τὴν μεταβολὴν τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, μοναδικὴν μεταβολὴν ἑνὸς μόνον νόμου, ταύτην ἐπέδειξεν ὡς ἀπόδειξιν τῆς ἀρχῆς, ἣν ἐφαρμόζομεν ἡμεῖς, ἀνατρέποντες πάσας τὰς πράξεις αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἡ ἀνατροπὴ τοῦ περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ συστήματος, ὅπερ εἶχε νομοθετηθῆ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἡ τῇ προτάσει ἡμῶν ἐπιψηφισθεῖσα ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἀντικατάστασις αὐτοῦ διὰ τοῦ συστήματος, ὅπερ ἡμεῖς ἐπροτείναμεν, εἶναι νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ἐπήνεγκε ζημίας εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἢ εἰς τὴν διοίκησιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας; Παντάπασιν· ἐξ ἐναντίας, ἡμεῖς πεποίθαμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐκριζωθῇ τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ, τὸ ὁποῖον εἶχε νομοθετηθῆ ἀπὸ τοῦ 1883, διὰ πολλοὺς λόγους. Καὶ πρῶτον, πολλὰ ἐπέφερεν ἔξοδα τοῦ συστήματος τούτου ἡ λειτουργία, ἀνερχόμενα εἰς τὸ τρίτον τοῦ ποσοῦ τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον οἱ πολῖται ἐπλήρονον, δὲν εἶναι δὲ φόρος ἐκεῖνος, πρὸς βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ δαπανῶνται 30%. Ἡ ἀρετὴ τοῦ φόρου εἶναι, νὰ εἰσάγηται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ὅλον, εἰ δυνατόν, τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ὁ πολίτης εἰσφέρει, κατὰ δὲ τὸ τῇ προτάσει τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ λειτουργοῦν σύστημα, ὁ μὲν πολίτης εἰσφέρει μίαν δραχμήν, ἐνῷ ἑξήκοντα μόνον λεπτὰ εἰσάγονται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, τὰ 40 δὲ δαπανῶνται εἰς τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου. Δὲν εἶναι δὲ προσέτι ἀρετὴ τοῦ φόρου νὰ παρέχῃ εἰς τὴν διοίκησιν μέσα, ὅπως δι’ αὐτῶν ἐξυπηρετῶνται κομματικὰ συμφέροντα· τῆς συστάσεως δὲ καὶ λειτουργίας τῶν κοπτηρίων πρὸς φορολογίαν τοῦ καπνοῦ τὸ σύστημα οὐ μόνον τοιαύτην εὐκολίαν παρεῖχεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ διηνεκῆ ἐδημιούργει πρὸς τὴν χρηστότητα καὶ τὴν ἐγκράτειαν αὐτῆς πειρασμόν, καὶ ἄφθονα ἐδαπανῶντο χρήματα πρὸς συλλογὴν ἀνθρώπων, οἵτινες ἐτάσσοντο μὲν ἐν τοῖς ἐργοστασίοις τοῦ καπνοῦ, ἵνα ἐργάζωνται, μέγα ὅμως τοῦ χρόνου αὐτῶν μέρος κατηνάλισκον ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις τῆς Βουλῆς, ἢ ἐν τοῖς καφενείοις τῆς πόλεως φωνασκοῦντες. Ἀλλ’ εἶναι ἀληθές, ὅτι διὰ τοῦ συστήματος τῆς διὰ τῶν κοπτηρίων φορολογίας τοῦ καπνοῦ τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰσέπραττεν ἑπτὰ ἑκατομμύρια μετὰ τῆς προσόδου τοῦ σιγαροχάρτου, καὶ ὅτι τὰ ἑπτὰ ταῦτα ἑκατομμύρια ἀπώλεσε τὸ Δημόσιον κατὰ τὸ 1892 καὶ κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος; Ὅτε κατὰ τὸ πρῶτον ἐνομοθετήθη τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ διὰ τῶν κοπτηρίων, ἀνεγράφη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὡς ἔσοδον ἔκ τε τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ καὶ ἐκ τῶν ἄλλων νομοθετηθέντων τότε δικαιωμάτων καταναλώσεως ποσὸν 10,840,000, δὲν εἰσεπράχθησαν ὅμως ἐκ πάντων τούτων, εἰμὴ 2,064,965.96· δὲν πρέπει ὅμως νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο, διότι ἡ πρώτη ἐφαρμογὴ συστήματός τινος ἀποκαλύπτει ἀτελείας, μόνον δὲ μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ συστήματος πρέπει τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος 1884 ἀνεγράφη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἔσοδον 10 ἑκατομμυρίων ἐκ μόνου τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ, εἰσεπράχθησαν δ’ ἐν ὅλῳ, ἐκ μὲν τοῦ σιγαροχάρτου, ἐκ τῶν προϋπολογισθέντων τριῶν ἑκατομμυρίων, 821,814.77, ἐκ δὲ τοῦ δικαιώματος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου, ἐκ τῶν προϋπολογισθέντων 3,200,000, μόνον 787,209.18, καὶ ἐκ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν, ἐκ τῶν προϋπολογισθέντων 2,140,000, εἰσεπράχθησαν 702,607.76, ὡς εἰσεπράχθησαν καὶ ἐκ τῶν προϋπολογισθέντων ὡς εἰσπραχθησομένων ἐκ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ 10 ἑκατομμυρίων μόνον 3,023,588.63. Προϋπελογίσθησαν ἀληθῶς τότε ἐκ τῶν δικαιωμάτων τούτων ἔσοδα 18,040,000, ἵνα διαλαληθῇ ἡ εὐπορία ἡμῶν ἀνὰ τὰς χώρας τῆς Εὐρώπης, καὶ κατασταθῇ εὐχερὴς ἡ εὕρεσις δανείου, ἑλκυομένων τῶν δανειστῶν διὰ τῶν μεγάλων ἐπαγγελιῶν, εἰσεπράχθησαν ὅμως μόνον 5,335,220.34, ἤτοι κατὰ 13,335,220.34, ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων.

§15ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διότι ἐν τῇ ἀποτυχίᾳ ἔγκειται ἡ ἐπιτυχία τῶν φόρων ἐκείνων.

§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλά, διὰ νὰ εἰσπραχθῶσιν ἐκ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ τὰ 3,023,588.63, πόσα ἐδαπανήθησαν; Ἐδαπανήθησαν 1,009,201.01, ἡ δὲ ἐκ τοῦ φόρου τούτου καθαρὰ πρόσοδος περιωρίσθη εἰς 2,014,387.62· ἐπειδὴ δὲ τὸ ποσὸν τοῦ φόρου εἶχε τότε προσδιορισθῆ εἰς δραχμὰς 3,50 κατ’ ὀκᾶν, ἕπεται, ὅτι τὸ ὑποβληθὲν εἰς φορολογίαν ποσὸν τοῦ καπνοῦ ἀνῆλθεν εἰς 863,800 ὀκάδας. Καὶ πόσον μὲν ποσὸν καπνοῦ καταναλίσκεται ἐν τῷ Κράτει, δὲν γνωρίζομεν ἀκριβῶς, ἀλλὰ βεβαίως εἰς δύο καὶ πλέον ἑκατομμύρια ὀκάδων πρέπει νὰ λογισθῇ τὸ καταναλισκόμενον, ὡς ἠδυνήθην νὰ εἰκάσω, ἀπὸ τοῦ 1879 ἀσχοληθεὶς εἰς τὴν μελέτην τοῦ θέματος· ἑπομένως, ἂν ἀποδεχθῶμεν, ὅτι δύο ἑκατομμύρια ὀκάδων καταναλίσκονται ἐτησίως ἐν τῷ Κράτει, τὴν φορολογίαν διέφυγον 1,136,200 ὀκάδες. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τοῦ σιγαροχάρτου, ἵνα εἰσπραχθῶσι κατὰ τὸ 1884 δραχμαὶ 821,814.77, ἐδαπανήθησαν δραχ. 316,990.75 πρὸς ἀγορὰν σιγαροχάρτου καὶ ἄλλας δαπάνας, ὑπελείφθη δὲ καθαρὸν ἔσοδον δραχ. 504,824.02. Οὕτω κατὰ τὸ 1884, τὸ δεύτερον ἔτος τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ σιγαροχάρτου, εἰσεπράχθη ἐκ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ καθαρὸν ἔσοδον δραχ. 2,014,387.62, καὶ ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου καθαρὸν ἔσοδον δραχ. 504,824.02, τὸ ὅλον 2,519,211.64, καὶ οὐχὶ 7,000,000, ὅσα ἐβεβαίου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι εἰσέπραττεν ἐκ τῶν φόρων τούτων, ἂν καὶ τὰ ἔξοδα διὰ μὲν τὴν φορολογίαν τοῦ καπνοῦ ἀνῆλθον εἰς 33%, διὰ δὲ τὴν τοῦ σιγαροχάρτου εἰς 38%. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1885 ἕτερον σύστημα τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ ἐνομοθετήθη, τῇ ἐμῇ προτάσει· διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἐξετάσω τὰ ἀποτελέσματα τοῦ συστήματος τούτου κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐνομοθετήθη τοῦτο καὶ ἐφηρμόσθη. Τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη τῇ ἐμῇ εἰσηγήσει, διαφέρει τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας διὰ τῶν κοπτηρίων κατά τε τὸν τρόπον καὶ κατὰ τὸν ὅρον τοῦ φόρου· καὶ κατὰ μὲν τὸν ὅρον τοῦ φόρου, διότι, ἐνῷ κατὰ τὸ 1884 ὁ φόρος διὰ τῶν κοπτηρίων προσδιωρίσθη εἰς δραχ. 3,50 τὴν ὀκᾶν, διὰ τοῦ ἐμοῦ συστήματος προσδιωρίσθη κατὰ μὲν τὸ 1885 εἰς 2 δρ. τὴν ὀκᾶν, κατὰ δὲ τὸ 1886 εἰς δραχ. 2,50· κατὰ δὲ τὸν τρόπον τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου διαφέρει, διότι κατὰ τὸ ἐμὸν σύστημα ἐνασκεῖται ἐπιτήρησις ἀστυνομικὴ ἐπὶ τοῦ καπνοῦ ἀπὸ τῆς συγκομιδῆς του μέχρι τῆς ὥρας, καθ’ ἣν δίδοται πρὸς κατανάλωσιν, καὶ καθ’ ἣν βεβαιοῦται καὶ εἰσπράττεται ὁ φόρος. Ἀλλὰ καὶ τὸ σύστημα τοῦτο ἔχει τὰς ἀτελείας του καὶ τοὺς πολεμίους του, εἰσὶ δὲ πολέμιοι, συνήθεις καὶ φυσικοί, οἱ θέλοντες νὰ ἀποφύγωσι τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου· ὅσῳ δὲ μεγαλείτερον τυγχάνει τοῦ φόρου τὸ ποσὸν, τόσον τῶν τοιούτων πολεμίων αὐτοῦ ὁ ἀγὼν εἶναι μεγαλείτερος. Κατὰ τοὺς πρώτους ὀκτὼ μῆνας τοῦ ἔτους 1885 ὁ φόρος συνίστατο ἐκ δραχ. 3,50, ἀφ’ ἧς δ’ ἤρξατο ἡ λειτουργία τοῦ ἡμετέρου συστήματος περιωρίσθη εἰς δραχ. 2, καὶ ἀπὸ τῆς πρώτης Ἰανουαρίου 1886 εἰς δραχ. 2 καὶ 50 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν· εἰσεπράχθη δὲ κατὰ μὲν τοὺς πρώτους μῆνας τοῦ ἔτους, καθ’ οὓς ὁ φόρος συνίστατο ἐκ δραχ. 3,50, ποσὸν δραχ. 1,930,870, καθ’ ὅλον δὲ τὸ ἔτος εἰσεπράχθησαν δραχ. 2,821,841.88. Ὅθεν, ἀφαιροῦντες ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου τὸ εἰσπραχθὲν ποσὸν κατὰ τοὺς πρώτους ὀκτὼ μῆνας ὑπὸ τὸ σύστημα τῶν κοπτηρίων, εὑρίσκομεν τὸ ὑπόλοιπον ὡς εἰσπραχθὲν κατὰ τοὺς ὑπολοίπους τέσσαρας μῆνας τοῦ ἔτους ὑπὸ τὸ σύστημα τὸ ἐμὸν, τὸ ὑπόλοιπον δὲ τοῦτο συνίσταται εἰς 882,971.42. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τούτου πρέπει νὰ ἀφαιρεθῇ τὸ ἓν τρίτον τοῦ ἐσόδου, τοῦ ἀναλογοῦντος εἰς τὸν ἕνα ἐξ τῶν τεσσάρων μηνῶν, διότι τοῦ ἐμοῦ συστήματος ἡ ἐφαρμογὴ δὲν ἤρξατο τὴν 1, ἀλλὰ τὴν 11 Σεπτεμβρίου 1885, ἐπειδὴ δὲ τὸ τρίτον τοῦτο εἶναι 73,305.95, τὸ εἰσπραχθὲν κατὰ τὸ ἐμὸν σύστημα ἀπὸ 11 Σεπτεμβρίου μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1885 ἀνῆλθεν εἰς 809,665.47. Ἀφοῦ δ’ ὁ φόρος συνίστατο ἐκ δραχμῶν 2 τὴν ὀκᾶν, ἕπεται ὅτι ὑπήχθησαν εἰς φορολογίαν 404,832 ὀκάδες· ἂν δὲ κατὰ τὸ μνημονευθὲν διάστημα τῶν 112 ἡμερῶν ἐφορολογήθησαν 404,832 ὀκάδες καπνοῦ, κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν 365 ἡμερῶν τοῦ ἔτους ἤθελον φορολογηθῆ 1,300,000 ὀκάδων, ἐνῷ ὑπὸ τὸ σύστημα τῶν κοπτηρίων κατὰ τὸ 1884 δὲν εἶχον φορολογηθῆ, εἰμὴ ὀκάδες 863,800. Ὁμολογῶ, ὅτι οἱ συλλογισμοὶ οὗτοι δὲν στηρίζονται ἐπὶ πραγμάτων, ἀλλ’ ἐπὶ εἰκασιῶν, καὶ διὰ τοῦτό εἰσιν ἀσθενεῖς, ἀλλ’ ἐποιησάμην αὐτοὺς, διότι δὲν ἐφηρμόσθη τὸ σύστημα τοῦτο ἐπὶ ὅλον ἔτος, ὅτε τὰ πορίσματα ἤθελον εἶσθαι πραγματικά. Κατὰ τὸ 1886 δὲ, καθ’ ὃ τὸ σύστημα ἐφηρμόσθη ἐπὶ ὅλον ἔτος, καὶ ὁ φόρος συνίστατο εἰς δραχ. 2,50 τὴν ὀκᾶν, εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν δραχ. 1,992,906.94, ἑπομένως ὑπήχθησαν εἰς φορολογίαν 797,163 ὀκάδες, ἤτοι ὀλιγώτεραι τοῦ κατὰ τὸ 1884 φορολογηθέντος ποσοῦ κατὰ ὀκάδας 66,637. Ἀλλὰ κατὰ μὲν τὸ 1886 τὰ ἔξοδα ἀνῆλθον εἰς δραχ. 70,073.27, ἤτοι ἡ ἀναλογία αὐτῶν ἦτο οὐχὶ 38 ἢ 33%, ἀλλὰ μόνον 3½%. Προσέτι, ἂν αἱ 797,163 ὀκάδες καπνοῦ, αἱ φορολογηθεῖσαι κατὰ τὸ 1886, ἐφορολογοῦντο πρὸς δραχ. 3½ τὴν ὀκᾶν, ὡς ἐφορολογεῖτο ὁ καπνὸς κατὰ τὸ 1884 ὑπὸ τὸ σύστημα τῶν κοπτηρίων, ἤθελεν εἰσπράξει τὸ Δημόσιον δραχ. 2,790,070.50, καὶ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων, 2,719,996.73, ἐνῷ τὸ κατὰ τὸ 1884 παραχθὲν καθαρὸν ἔσοδον ἀνῆλθεν εἰς 2,014,387.62, ἤτοι εἰς ποσὸν ὀλιγώτερον κατὰ 715.609.11, διότι καὶ τὴν ἐπὶ πλέον διαφορὰν τοῦ ποσοῦ τοῦ φόρου καὶ τὴν ἐπὶ πλέον διαφορὰν τοῦ ποσοῦ τῶν φορολογηθεισῶν ὀκάδων καπνοῦ ἀπεῤῥόφησεν ἡ ὑπερβολὴ τῶν ὑπὸ τὸ σύστημα τῶν κοπτηρίων γιγνομένων ἐξόδων. Καὶ τὸ ἔτος, εἰς τοῦ ὁποίου τὰ ἀποτελέσματα ἀναγκαζόμεθα νὰ προσφύγωμεν, τὸ ἔτος 1886, ἦτο ἔτος ἐξαιρετικὸν, διότι τὸ Κράτος εὑρίσκετο κατ’ αὐτὸ ἐν ἐπιστρατείᾳ, χιλιάδες δὲ νέων ὀγδοήκοντα καὶ πλέον, εἶχον ἐγκαταλείψει τὰς στέγας αὐτῶν καὶ ἔμενον ἐν ταῖς θεσσαλικαῖς χώραις, διάγοντες βίον ἐντελῶς στρατιωτικὸν ἐπὶ 5 περίπου μῆνας. Ἡ κατανάλωσις λοιπὸν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἦναι ζωηρὰ, οὐδὲ πρέπει νὰ κρίνωμεν περὶ τοῦ συστήματος ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ κατὰ τοιοῦτον ἔτος. Καὶ ἐκ δικαιώματος τῆς πωλήσεως τοῦ σιγαροχάρτου κατὰ τὸ 1885 εἰσεπράχθησαν δραχ. 705,512.60, ἐπειδὴ δ’ ἐδαπανήθησαν δρ. 147,985.63, τὸ ἐκ σιγαροχάρτου καθαρὸν ἔσοδον τοῦ 1885 ἀνῆλθεν εἰς δρ. 557,526.97· ἑπομένως τὸ ἐκ τοῦ καπνοῦ καὶ ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου καθαρὸν ἔσοδον οὐδὲ κατὰ τὸ 1485 ἀνῆλθεν εἰς ἑπτὰ ἑκατομμύρια, ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ μόνον εἰς 2,797,710.60. Καὶ κατὰ τὸ 1886 δὲ, ἀντὶ τῶν ἑπτὰ ἑκατομμυρίων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, μόνον δραχ. 2,393,874.96 εἰσεπράχθησαν ἐκ τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ σιγαροχάρτου. Ἀλλ’ ὡς εἶπον, τὰ ἀποτελέσματα τῆς φορολογίας τῶν εἰδῶν τούτων κατὰ τὸ 1887 μέχρι τοῦ 1890, ταῦτα ἴσως ἐνεθάῤῥυνον τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ἀναβιβάσῃ εἰς τὸ ἰδανικὸν ποσὸν τῶν ἑπτὰ ἑκατομμυρίων τὰ ἐκ τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ σιγαροχάρτου εἰσπραχθέντα. Κατὰ τὸ 1887 ἐνομοθετήθη αὖθις ἡ διὰ τῶν κοπτηρίων φορολογία τοῦ καπνοῦ, ἤρξατο δ’ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῆς κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1887, διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὰ ἑπόμενα αὐτοῦ ἔτη. Ἐκ τοῦ καπνοῦ προϋπελογίσθη κατὰ τὸ 1888 ἔσοδον δραχ. 4,850,000, ἐπὶ φόρῳ δραχ. 4 τὴν ὀκᾶν καὶ λεπτῶν 58 διὰ δικαιώματα κοπῆς καὶ χαρτοσήμου, εἰσεπράχθησαν δὲ 4,600,000, ἤτοι ὀλιγώτερα κατὰ 250,000. Ἑπομένως ὑπεβλήθησαν εἰς φορολογίαν ὀκάδες 928,500, ἤτοι ποσὸν καπνοῦ ὑπερβὰν πάντα τὰ κατὰ τὰ ἄλλα ἔτη ὑποβληθέντα εἰς φορολογίαν. Ἐδαπανήθησαν δὲ κατὰ τὸ 1888, εἰς προσωπικὸν δρ. 196,296.38, εἰς ἔξοδα ὑπηρεσίας δρ. 66,236,89 καὶ εἰς ἔξοδα κοπῆς δραχ. 544,772,98, ἤτοι 807,306.25 τὸ ὅλον. Ἑπομένως τὸ μὲν ἐκ τοῦ καπνοῦ καθαρὸν ἔσοδον συνίστατο εἰς δρ. 3,792,683.75, τῶν δ’ ἐξόδων ἡ ἀναλογία πρὸς τὰ ἔσοδα συνίστατο εἰς 17 καὶ ½ τοῖς 100. Καὶ ἐκ τοῦ ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος τῆς πωλήσεως τοῦ σιγαροχάρτου προϋπελογίσθησαν 2,450,000, ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν 2,148,472.11, ἤτοι ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ δραχ. 301,527.89· ἐπειδὴ δ’ ἐδαπανήθησαν 445,964.25, ἡ καθαρὰ πρόσοδος ἀνῆλθεν εἰς 1,702,507.86, τῶν ἐξόδων δ’ ἡ ἀναλογία πρὸς τὰ ἔσοδα εἰς 20 καὶ ¾%. Οὕτω καὶ κατὰ τὸ 1888 ἡ καθαρὰ πρόσοδος ἐκ τοῦ καπνοῦ καὶ ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου δὲν ἀνῆλθεν εἰς ἑπτὰ ἑκατομμύρια, ὅσα ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλ’ εἰς δραχ. 5,495,201.61. Κατὰ τὸ 1889 τὸ ἐκ τοῦ καπνοῦ ἔσοδον προϋπελογίσθη εἰς δραχμὰς 4,875,000, ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν μόνον 4,556,233.12, ἤτοι ὀλιγώτερα κατὰ 318,766.88· ἐπειδὴ δ’ ἐδαπανήθησαν 760,549.70, ἡ μὲν καθαρὰ πρόσοδος περιωρίσθη εἰς 3,795,783.42, τῶν ἐξόδων δ’ ἡ ἀναλογία πρὸς τὰ ἔσοδα εἰς 17 καὶ ¾%. Ὑπεβλήθησαν δὲ εἰς φορολογίαν ὀκάδες καπνοῦ καὶ τουμπεκίου 927,667, ἤτοι ὀλιγώτεραι τῶν κατὰ τὸ 1888 φορολογηθεισῶν κατὰ 833. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου ἔσοδον προϋπελογίσθη εἰς δρ. 2,410,000, ἐνῷ εἰσεπράχθησαν 2,132,333.31, ἤτοι ὀλιγώτεραι κατὰ 277,666.69· ἀφοῦ δ’ ἐδαπανήθησαν δραχ. 388,411.69, ἡ μὲν καθαρὰ πρόσοδος περιωρίσθη εἰς 1,743,921.62, ἡ δὲ ἀναλογία τῶν ἐξόδων πρὸς τὰ ἔσοδα ὡς 18¼ πρὸς 100. Οὕτω καὶ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο τὸ ἔσοδον ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου καὶ ἐκ τοῦ καπνοῦ ἀνῆλθεν εἰς 5,539,605.04, οὐχὶ δὲ εἰς ἑπτὰ ἑκατομμύρια, ὅσα ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Καὶ κατὰ τὸ 1890 ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προϋπελόγισεν ἔσοδον ἐκ τοῦ καπνοῦ δρ. 5,630,000, ἤτοι 755 χιλιάδας δραχμῶν περισσοτέρας τῶν κατὰ τὸ προηγηθὲν ἔτος προϋπολογισθεισῶν, διότι τῇ προτάσει αὐτοῦ ἐνομοθετήθη αὔξησις τοῦ ποσοῦ τοῦ φόρου ἀπὸ 4,58 εἰς 5,78 κατ’ ὀκᾶν· ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν δρ. 4,395,685, ἤτοι ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ 1,234,315, ὀλιγώτερα δὲ κατὰ δραχ. 160,548.12 τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ προηγηθὲν ἔτος, καθ’ ὃ τὸ ποσὸν τοῦ φόρου ἦτο κατώτερον κατὰ δραχ. 1 καὶ 20/00 κατ’ ὀκᾶν. Ὑπεβλήθησαν δ’ εἰς φορολογίαν ὀκάδες 738,814, ἤτοι κατὰ 188,853 ὀλιγώτεραι τῶν κατὰ τὸ 1888 ὑποβληθεισῶν εἰς φορολογίαν. Προϋπελογίσθησαν δὲ ὡς ἔξοδα δρ. 850,132, περιοριζομένου τοῦ ἐσόδου εἰς καθαρὰν πρόσοδον δραχ. 3,545,553, καὶ τῆς ἀναλογίας τῶν ἐξόδων πρὸς τὰ ἔσοδα ἀνελθούσης εἰς 19⅓%. Ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου δὲ προϋπελογίσθησαν ἔσοδα 2,233,000, εἰσεπράχθησαν δὲ 1,648,018.79, ἤτοι ὀλιγώτερα κατὰ 584,981.21. Ἔξοδα προϋπελογίσθησαν 425,400, περιοριζομένης τῆς καθαρᾶς προσόδου εἰς 1,222,618.79, τῆς δὲ ἀναλογίας τῶν ἐξόδων πρὸς τὰ ἔσοδα ἀνελθούσης εἰς 26%. Λοιπὸν κατὰ ποῖον ἔτος εἰσεπράχθησαν ἐκ τοῦ καπνοῦ καὶ ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου 7,000,000 δραχμῶν, ὡς δεκάκις μέχρι τοῦδε ἰσχυρίσθη ἐν τῇ Βουλῇ ὁ κ. Πρωθυπουργός; Κατὰ τὸ 1884 τὰ ἐκ τῶν φόρων τούτων εἰσπραχθέντα ἀνῆλθον εἰς δραχμὰς 2,519,211.64, κατὰ τὸ 1888 εἰς δρ. 5,495,201.61, κατὰ τὸ 1889 εἰς δρ. 5,539,605.04, κατὰ τὸ 1880 εἰς δρ. 4,768,171.79. Πότε λοιπὸν εἰσεπράξατε τὰ ἑπτὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἀπωλέσθησαν ἕνεκεν ἡμῶν; Ἀφηγήθην τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ διὰ τῶν κοπτηρίων, ὅπως ἀποδείξω, ὅτι οὐδέποτε εἰσεπράχθησαν τὰ διαλαληθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἑπτὰ ἑκατομμύρια, καὶ διὰ νὰ ἀναγκάσω αὐτὸν καὶ τοὺς περὶ αὐτὸν νὰ παύσωσι πλέον ἐπαναλαμβάνοντες καὶ κομποῤῥημονοῦντες ἀριθμοὺς φανταστικούς. Ἀλλὰ πῶς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐζημιώθη ἕνεκεν ἐμοῦ εἴτε ἑπτὰ ἑκατομμύρια, εἴτε πέντε, εἴτε τρία ἑκατομμύρια, εἴτε ἑκατὸν δραχμάς; Ἐγὼ ἐπρότεινα ἀληθῶς τὴν κατάργησιν τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ διὰ τῶν κοπτηρίων, καὶ τὴν ἀντικατάστασιν αὐτοῦ διὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον τῇ ἐμῇ προτάσει εἶχε νομοθετηθῆ καὶ κατὰ τὸ 1885, περὶ οὗ εἶπον ὑμῖν ἀνωτέρω· καὶ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον περὶ τούτου ἐπρότεινα εἰς τὴν Βουλήν, ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ἐκυρώθη ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἀλλὰ δὲν προέβην εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, ἀναγκασθεὶς ὑπὸ οἰκονομικῶν περιστάσεων νὰ ἀναβάλω τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, καὶ νὰ προσφύγω εἰς τὴν ἵδρυσιν τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ. Ἐγὼ ἐτύγχανον πεπεισμένος, ὅτι διὰ τοῦ ἐμοῦ συστήματος ἤθελε περισταλῆ μεγάλως ἡ λαθρεμπορία, ἐξασφαλισθῆ δὲ ἡ ἐλπὶς, ὅτι, καιροῦ προϊόντος, ἠθέλομεν κατορθώσει νὰ αὐξηθῇ τὸ εἰς φορολογίαν ὑποβαλλόμενον ποσὸν τοῦ καπνοῦ. Ἀλλ’ ὅ,τι καὶ ἂν ἐφρόνουν, τὸν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφισθέντα καὶ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως κυρωθέντα νόμον δὲν ἐξετελέσαμεν, ἀποφασίσαντες νὰ προτείνωμεν τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ, ἔκτοτε δὲ καὶ μέχρι τῆς σήμερον ἰσχύει τὸ σύστημα τῶν κοπτηρίων, καὶ διὰ τούτου φορολογεῖται ὁ καπνός. Πῶς λοιπὸν ἕνεκεν ἡμῶν ἐστερήθη τὸ Δημόσιον ἐσόδου ἐξ ἑπτὰ ἑκατομμυρίων; Δὲν προέβημεν ὄντως εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ εἰρημένου νόμου, διότι τὰ ἐπελθόντα οἰκονομικὰ συμβάντα μᾶς ἠνάγκασαν νὰ παραλίπωμεν τὰς γνώμας, ἃς εἴχομεν περὶ τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ, νὰ ὑποτάξωμεν δ’ αὐτὰς εἰς τὴν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν ἐπέβαλε τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων ἡ κατάστασις, οὗ ἕνεκεν ἐπρότεινα τὴν σύστασιν μονοπωλίου. Ἀλλ’ ὑπὸ πολλῶν ἐγένετο τότε εὔλογος ἀντίῤῥησις, ὅτι, πρὶν ἢ ἀρχίσωσιν αἱ διαπραγματεύσεις περὶ μισθώσεως τοῦ μονοπωλίου καὶ γνωσθῶσιν οἱ πιθανοὶ ὅροι τῆς μισθώσεως, δὲν πρέπει νὰ τεθῇ ὑπὸ συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ψηφισθῇ νομοσχέδιον περὶ μονοπωλίου, διότι ἄλλως ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ ματαιωθῇ ἡ σύστασις τοῦ μονοπωλίου. Ἐπειδὴ δὲ τὸ ἐπεῖγον τοῦ πράγματος δὲν ἐπέτρεπε νὰ ἀναβάλω ὅ,τι ἔπρεπε νὰ πράξω, ἵνα μὴ ἕνεκα τούτου ἀναβληθῇ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ συστάσεως τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ, διὰ τοῦτο συνεννοήθην μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὅπως αὕτη ἀναλάβῃ τὴν σύστασιν ὁμάδος, μεθ’ ἧς νὰ διαπραγματευθῶ τὴν μίσθωσιν τοῦ μονοπωλίου. Εἷς τῶν ὑποδιοικητῶν τῆς Τραπέζης ἀνέλαβε τὴν μελέτην τοῦ θέματος ἐγὼ δὲ παρεκάλεσα δύο τῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου, ἵνα ἐργασθῶσι μετὰ τοῦ ὑποδιοικητοῦ εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου, εἰσφέροντες τὰ ἐκ τῆς διοικήσεως φῶτα αὐτῶν. Τὰ πράγματα οὕτως ἔβαινον, ὅτε ἐπῆλθεν ἡ ἀποβολὴ ἡμῶν, καὶ ἐματαιώθη τοῦ μονοπωλίου ἡ σύστασις, ἀλλὰ δὲν μετεβλήθη ὁ νόμος τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ διὰ τῶν καπνοκοπτηρίων. Ἰσχυρίσθησαν ἀληθῶς τινες, εἰθισμένοι νὰ πονηρεύωνται καὶ νὰ προσφεύγωσιν εἰς τὸν δόλον, ὅτι ἡμεῖς ἐδολιεύθημεν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ συστήματος τῆς διὰ τῶν κοπτηρίων φορολογίας τοῦ καπνοῦ, ἀνεχόμενοι τὴν λαθρεμπορίαν τοῦ καπνοῦ, ἢ ἀδιαφοροῦντες περὶ τούτου. Ἀλλ’ ἵνα καταδείξω τοὺς ταῦτα λέγοντας καὶ κατὰ τοῦτο ψευδομένους καὶ συκοφαντοῦντας, μεταδίδωμι ὑμῖν τὰς ἑξῆς στατιστικὰς πληροφορίας. Κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1888 ἐφορολογήθησαν ὀκάδες καπνοῦ καὶ τουμπεκίου 72,849, ἀλλὰ κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1889 ἐφορολογήθησαν ὀκάδες 76,352, καὶ κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1890 ὀκάδες 83,064. Ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου ὅμως τοῦ 1890 τοῦ φορολογουμένου καπνοῦ τὰ ποσὰ δὲν προβαίνουσιν εἰς αὔξησιν, ἀλλ’ εἰς μείωσιν. Κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1890 ἐφορολογήθησαν ὀκάδες καπνοῦ καὶ τουμπεκίου μόνον 40,782, ἐνῷ κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1889 εἶχον φορολογηθῆ ὀκάδες 71,590, καὶ κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1888 ὀκάδες 72,127. Καὶ κατὰ Μάρτιον τοῦ 1890 ἐφορολογήθησαν ὀκάδες 61,091, ἐνῷ κατὰ Μάρτιον τοῦ 1889 εἶχον φορολογηθῆ ὀκάδες 85,353, καὶ κατὰ Μάρτιον τοῦ 1888 ὀκ. 80,593. Καὶ κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ 1890 ἐφορολογήθησαν ὀκάδες 56,326, ἐνῷ κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ 1889 εἶχον φορολογηθῆ ὀκάδες 67,794, καὶ κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ 1888 ὀκάδες 75,983. Ὡσαύτως κατὰ Μάϊον τοῦ 1890 ἐφορολογήθησαν ὀκάδες 64,676, ἐνῷ κατὰ Μάϊον τοῦ 1889 εἶχον φορολογηθῆ ὀκ. 83,744, καὶ κατὰ Μάϊον τοῦ 1888 ὀκάδες 79,912. Καὶ κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1890 ἐφορολογήθησαν ὀκάδες 59,060, ἐνῷ κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1889 ἐφορολογήθησαν 75,168, καὶ κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1888 ὀκάδες 75,139. Καὶ κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1890 ἐφορολογήθησαν ὀκ. 62,075, ἐνῷ κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1889 ἐφορολογήθησαν ὀκ. 76,659, καὶ κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1888 ἐφορολογήθησαν ὀκ. 74,937. Ὡσαύτως κατὰ Αὔγουστον τοῦ 1890 ἐφορολογήθησαν ὀκάδες 65,288, ἐνῷ κατὰ Αὐγούστου τοῦ 1889 ἐφορολογήθησαν 79,516, κατὰ Αὔγουστον δὲ τοῦ 1888 ὀκάδες 82,208. Τέλος κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ 1890 ἐφορολογήθησαν ὀκάδες 63,015, ἐνῷ κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ 1889 εἶχον φορολογηθῆ 78,318, κατὰ δὲ Σεπτέμβριον τοῦ 1888 ὀκάδες 79,802. Κατὰ τὸ ἔτος 1890 ὁ ἐκ Μεσολογγίου κ. Βουλευτὴς διετέλει Πρωθυπουργὸς μέχρι τῆς 25 Ὀκτωβρίου, ἀλλὰ μετὰ τὸν μῆνα Ἰανουάριον δὲν ὑπῆρξε μὴν, κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ εἰς φορολογίαν ὑποβληθὲν ποσὸν τοῦ καπνοῦ νὰ ἦναι ἴσον πρὸς τὸ ποσὸν, ὅπερ εἶχεν ὑποβληθῆ εἰς φορολογίαν κατὰ τὸν ἀντιστοιχοῦντα μῆνα τοῦ 1889 καὶ αὐτοῦ τοῦ 1888 ἔτους. Εἰς 30,808 ὀκάδας ἐμειώθη τὸ ποσὸν τοῦ Φεβρουαρίου 1890, ἐν σχέσει πρὸς τὸ φορολογηθὲν κατὰ τὸν αὐτὸν μῆνα τοῦ 1889· εἰς 24,262 ὀκάδας τὸ κατὰ Μάρτιον τοῦ 1890 ἐμειώθη, ἐν παραβολῇ πρὸς τὸν αὐτὸν μῆνα τοῦ 1889· εἰς 11,468 τὸ φορολογηθὲν κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ 1890· εἰς 19,068 τὸ κατὰ Μάϊον τοῦ 1890· εἰς 16,108 τὸ κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1890· εἰς 14,584 τὸ κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1890, παραβαλλόμενον πρὸς τὸ κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1889 φορολογηθέν· εἰς 14,228 τὸ φορολογηθὲν κατὰ Αὔγουστον τοῦ 1890· εἰς 15,303 ὀκάδας ἐμειώθη ὡσαύτως τὸ κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ 1890 φορολογηθὲν, ἐν παραβολῇ πρὸς τὸ κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ 1889. Ἀφοῦ, κυβερνῶντος τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ὀκτὼ κατὰ συνέχειαν μῆνας ἔβαινε μειούμενον τὸ φορολογούμενον κατὰ μῆνα ποσὸν τοῦ καπνοῦ, πῶς αἰτιᾶσθε ἐμοῦ, διότι ἔβη καὶ κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1890, καθ’ ὃν ὑμεῖς ἐκυβερνήσατε τὰς 24 ἡμέρας αὐτοῦ, μειούμενον ὡσαύτως, καὶ κατὰ τὸν Νοέμβριον καὶ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1890; 618,142 ὀκάδες καπνοῦ ἐφορολογήθησαν ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου τοῦ 1889, ἐνῷ κατὰ τοὺς αὐτοὺς μῆνας τοῦ 1890 ἐφορολογήθησαν ὀκάδες 472,313, ἤτοι ὀλιγώτεραι κατὰ 145,829, ἤτοι κατὰ μέσον ὅρον κατὰ μῆνα ὀλιγώτεραι κατὰ 18,229 ὀκάδας· καὶ αἰτιᾶσθε ἐμοῦ, διότι κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1890 ἐφορολογήθησαν 14,583 ὀκάδες ὀλιγώτερον, καὶ κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1890 ὀλιγώτεραι 17,790 ὀκάδες, καὶ κατὰ Δεκέμβριον 17,655 ὀκάδες ὀλιγώτερον!

§17Ι. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ ἔχω ἐνταῦθα πίνακας, ἐπισήμως παριστῶντας ἀλλοῖα τὰ ἀποτελέσματα. (Παραδίδει τοὺς πίνακας εἰς τὸν ῥήτορα).

§18Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ κατὰ τοὺς πίνακας τούτους, οὓς ἔχετε, κατὰ τὸ 1888 εἰσήχθησαν εἰς φορολογίαν κατὰ μῆνα Φεβρουάριον ὀκάδες καπνοῦ καὶ τουμπεκίου 72,000, κατὰ τὸ 1889 ὀκάδες 71,590, ἀλλὰ κατὰ τὸ 1890, τὸν Φεβρουάριον, καθ’ ὃν ἐκυβέρνα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὀκάδες 40,382, ἑπομένως ὀλιγώτερον 31,208 ἀπὸ τὸ 1889, καὶ 31,618 ἀπὸ τὸ 1888.

§19Ι. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὴν ἀναλογίαν τῶν μηνῶν τοῦ 1890 ἤθελον νὰ μάθω ἐν ἀναλογίᾳ πρὸς τοὺς αὐτοὺς μῆνας τῶν ἄλλων ἐτῶν.

§20Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἐλάττωσις κατὰ τὸ 1890 ἔβαινε καθ’ ἕκαστον μῆνα, ἀλλ’ ἤρξατο κατὰ τὸν Φεβρουάριον, καθ’ ὃν ἐκυβέρνα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ἐξηκολούθησε δὲ καθ’ ὅλους τοὺς μετὰ ταῦτα μῆνας, καὶ ἀφοῦ ἤλθομεν ἡμεῖς εἰς τὴν Κυβέρνησιν κατὰ μῆνα Ὀκτώβριον, ὡς θέλω δυνηθῆ νὰ ἀποδείξω. Κατὰ Μάρτιον τοῦ 1890, κατ’ αὐτοὺς τοὺς πίνακας, οὓς μοὶ ἔδωκεν ὁ κ. Βουλευτὴς, εἰσήχθησαν πρὸς φορολογίαν καπνοῦ καὶ τουμπεκίου 61,900 ὀκάδες, ἐνῷ κατὰ τὸ 1889 εἰσήχθησαν ὀκάδες 85,353, κατὰ δὲ τὸ 1888 ὀκάδες 80,662, καὶ κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ 1890 ὀκάδες 56,324, ἐνῷ κατὰ τὸ 1889 εἶχον ὑπαχθῆ εἰς φορολογίαν ὀκ. 67,974, καὶ κατὰ τὸ 1888 ὀκάδες 75,979· καὶ κατὰ Μάϊον τοῦ 1890 ὀκάδες 64,675, ἐνῷ κατὰ Μάϊον τοῦ 1889 εἶχον φορολογηθῆ ὀκάδες 83,744, καὶ κατὰ Μάϊον τοῦ 1888 ὀκάδες 79,907· καὶ κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1890 ἐφορολογήθησαν ὀκάδες 59,060, ἐνῷ κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1889 εἶχον φορολογηθῆ 75,168 ὀκάδες, καὶ κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1888 ὀκάδες 75,133. Ὡσαύτως καὶ κατὰ Ἰούλιον καὶ κατὰ Αὔγουστον καὶ κατὰ Σεπτέμβριον. Τοῦτ’ αὐτὸ συνέβη καὶ κατὰ Ὀκτώβριον καὶ κατὰ Νοέμβριον καὶ κατὰ Δεκέμβριον. Κατὰ δὲ τὸ 1891 προώδευσε περισσότερον ἡ ἐλάττωσις. Ἡ αἰτία ἔγκειται εἰς τοῦτο, ὅτι, εἴτε ἡ αὔξησις τοῦ φόρου, εἴτε ἡ κακὴ ἕξις τῶν καταναλωτῶν πρὸς ἀποφυγὴν τοῦ φόρου, ἐνέβαλεν αὐτοῖς τὴν ἐπιθυμίαν τῆς ἀποφυγῆς τοῦ φόρου, ἀλλὰ, διὰ νὰ κατορθώσωσι τοῦτο, ἐμελέτησαν τὰς λεπτομερείας τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, εὗρον τὰ μέρη, καθ’ ἃ ἠδύναντο νὰ ὑπεκφύγωσι τὰς διατάξεις αὐτοῦ, ὠργάνωσαν σύστημα, καὶ ἐτελειοποίησαν αὐτὸ, οὕτω δὲ ἡ λαθρεμπορία ἔβαινε προαγομένη, καὶ ἡ μείωσις τοῦ ἐσόδου προβαίνουσα ἀναλόγως. Διὰ τοῦτο ἐσπεύσαμεν νὰ προτείνωμεν τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ συστήματος τῶν κοπτηρίων διὰ τοῦ ἡμετέρου συστήματος, τὸ ὁποῖον καὶ τοῦτο ἐνδέχεται νὰ ἔχῃ ἀτελείας, οὐδὲ παρέστησα αὐτὸ ἀλάθητον καὶ ἀναμάρτητον, ἀλλὰ προσεδόκων ὅτι, δοκιμαζόμενον καὶ τελειοποιούμενον, ἤθελε παραγάγει ἄριστα ἀποτελέσματα. Τέλος ἠθέλομεν πειραθῆ δι’ αὐτοῦ νὰ περιορίσωμεν τὸ λαθρεμπόριον, καὶ ἐὰν μὲν κατωρθοῦμεν τοῦτο, ἠθέλομεν προσφέρει ὑπηρεσίαν εἰς τὸ Κράτος, ἐὰν δὲ δὲν κατωρθοῦτο, ἤμεθα πάντοτε ἐν καιρῷ νὰ ζητήσωμεν καὶ τούτου τὴν μεταβολήν. Δὲν ἠλάττωσε λοιπὸν τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους κατὰ ἑπτὰ ἑκατομμύρια τὸ Ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου προιστάμην, ὡς ἐψεύδοντο οἱ ταῦτα λέγοντες· ἠλαττώθησαν ἀληθῶς τὰ ἔσοδα ἐκ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ, ἀλλ’ ἠλάττωσεν αὐτὰ ἡ λαθρεμπορία, ἥτις ἤκμαζε καὶ ὅτε ἐκυβέρνα ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς, ὁ πατὴρ τοῦ συστήματος τῶν κοπτηρίων, καὶ ὅτε ἐκυβερνῶμεν ἡμεῖς· ἀνθ’ ἐπενοήθη τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἀπήγγειλε, διὰ νὰ ἀποσοβήσῃ ἀφ’ ἑαυτοῦ τὴν εὐθύνην διὰ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους καὶ ἐπιῤῥίψῃ αὐτὴν εἰς ἡμᾶς, ἀξία θαυμασμοῦ ἡ εὐσυνειδησία τοῦ ἀνδρός. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνεκάλεσεν ἡμᾶς καὶ δι’ ἄλλα παραπτώματα, ἕνεκα τῶν ὁποίων ηὐξήθησαν ὑπερμέτρως τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, ἢ ἠλαττώθησαν καταπληκτικῶς τὰ ἔσοδα αὐτοῦ. Τῇ ἀληθείᾳ ἀπορῶ, πῶς ἐτόλμησε τοιαῦτα νὰ προβάλῃ, ἀνάξια ἑαυτοῦ, ὁ κ. Πρωθυπουργός. Καὶ τίνα εἰσὶ ταῦτα; Ἀκούσατε. Ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐπαύσαμεν τὸ εἰς τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν διδόμενον χορήγημα, ὑποβαλόντες τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰς δαπάνην ματαίαν. Ἀλλὰ τὸ χορήγημα τοῦτο δίδοται διὰ συμβάσεως πρὸς ἀποζημίωσιν τῆς ἑταιρίας διὰ τοὺς ἀγόνους πλόας, οὓς ὑπεχρεώθη νὰ διεξάγῃ πρὸς εὐκολίαν τῆς συγκοινωνίας. Ἡ δὲ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως σύμβασις αὐτῆς δὲν ἔχει λήξει κατὰ τὸ 1890, θέλει δὲ λήξει κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1892, ἑπομένως ἡμεῖς εἴχομεν τὴν ὑποχρέωσιν κατὰ τὸ 1891 νὰ πληρώσωμεν τὴν χορηγίαν εἰς τὴν ἑταιρίαν, ἐὰν δὲ δὲν ἐπληρόνομεν αὐτὴν, ἠθέλομεν ὑποχρεωθῆ νὰ πληρώσωμεν διὰ τῶν δικαστηρίων Ὥστε ἐρωτῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, τί ἔλεγε προχθὲς, τοιαύτην ἀπευθύνων καθ’ ἡμῶν αἰτίασιν, ἀφοῦ ἡμεῖς ἐπληρώσαμεν κατὰ τὸ 1890 καὶ κατὰ τὸ 1891 ὅσα ὠφείλομεν νὰ πληρώσωμεν, ἠθέλομεν δ’ ὑποληφθῆ κακῆς πίστεως, ἐὰν δὲν ἐπληρόνομεν αὐτά; Ἀλλὰ πῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατηγορεῖ ἡμῶν ὡς ὑποβαλόντων τὸ Δημόσιον εἰς ματαίαν δαπάνην, ἀφοῦ αὐτὸς κατὰ Μάρτιον τοῦ 1890, ἤτοι τέσσαρας μῆνας πρὶν ἢ παραιτηθῇ καὶ πρὶν ἢ διαδεχθῶμεν ἡμεῖς αὐτὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐπίεζεν ἡμᾶς, ἵνα ἐπιψηφίσωμεν νομοσχέδιον, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἤθελεν ὑποχρεωθῆ τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ πληρόνῃ 650 μέχρι 850 χιλιάδων δραχμῶν κατ’ ἔτος χορήγημα εἰς ἄλλην ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν, καὶ οὐχὶ δι’ ἓν ἔτος, ἀλλὰ διὰ 50 ἔτη, καὶ ἐδυσφόρει καὶ ἐμέμφετο ἡμῶν ἐπὶ κωλυσιεργίᾳ, διότι ἡμεῖς παρεκωλύσαμεν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοθετήματος ἐκείνου καὶ ἀπηλλάξαμεν τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀπὸ τοιαύτης ὑποχρεώσεως; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτε ἠγόρευεν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892, ἠτιάθη ἡμῶν ἐπίσης, ὅτι ηὐξήσαμεν τὰ ἔσοδα, διότι ἐζητήσαμεν νὰ ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν αἱ ἀτμοτελωνίδες καὶ νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ δαπάνη τῶν ἀτμοτελωνίδων ἀνέρχεται εἰς 119 ἢ 130 χιλιάδας δραχμῶν, δὲν ἠθέλομεν δὲ διστάσει νὰ προτείνωμεν τὴν προσθήκην τῆς δαπάνης ταύτης, διὰ νὰ διασώσωμεν τὸν μέγιστον τῶν πόρων τοῦ δημοσίου ταμείου, πρὸς τὸν ὁποῖον μετὰ μείζονος πεποιθήσεως ἐν πάσῃ ἀνάγκῃ ἀποτεινόμεθα πάντοτε, ἤτοι τὰ τελωνειακὰ τέλη. Ἐπειδὴ δὲ ἕνεκα τῶν περιστάσεων τὰ τέλη ταῦτα ὑπερηυξήθησαν, καὶ μάλιστα ἐν παραβολῇ πρὸς τὴν διὰ τῶν τελωνείων ἐπιβαλλομένην ἐν τῷ ὁμόρῳ Κράτει φορολογίαν ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων, πολλαὶ τυγχάνουσιν ἀφορμαὶ, ὠθοῦσαι πρὸς τὸ λαθρεμπόριον, καὶ εὐκολύνουσαι τοὺς μετερχομένους αὐτό. Ὅθεν καὶ τὸ Κράτος ἔχει καθῆκον καὶ τὸ ἐμπόριον μέγα συμφέρον νὰ περιστείλῃ καὶ καταστείλῃ τὸ κακόν. Τὸ λαθρεμπόριον διενεργεῖται κατὰ διαφόρους τρόπους, εἴτε μακρὰν τῆς ἀκτῆς, διαφεῦγον τὸ ὄμμα τῆς ἀρχῆς, εἴτε ἐπὶ τῆς ξηρᾶς, ἐφ’ ἧς ὑπάρχει ἀρχὴ, διαφεῦγον τὴν ἐπιτήρησιν αὐτῆς, διαπράττεται δὲ λαθρεμπόριον καὶ συμπράξει μεθ’ ὑπαλλήλων τελωνειακῶν. Νὰ περιστείλωμεν τὸ λαθρεμπόριον τὸ ἐκτελούμενον τῇ συμπράξει τῶν τελωνειακῶν ὑπαλλήλων, τοῦτο θέλει εἶσθαι τοσοῦτον πιθανὸν, ὅσον ἀγρυπνοτέρα εἶναι ἡ ἐπιτήρησις τῆς διοικήσεως ἐπὶ τῶν τελωνειακῶν ὀργάνων· νὰ περιστείλωμεν τὸ λαθρεμπόριον τὸ ἐκτελούμενον ἐπὶ τῆς ξηρᾶς, εἴτε ἐν τῷ τόπῳ, ἐν ᾧ ἑδρεύουσιν ἀρχαὶ, εἴτε ἐν ἄλλῳ τόπῳ, ἀπαιτεῖται μὲν ἀστυνομικὴ ἐνέργεια καὶ ἐπιτήρησις, ἀλλ’ ἀπῃτεῖτο καὶ νομοθεσία αὐστηρὰ, νόμον δὲ τοιοῦτον ἐπροτείναμεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ αὕτη ἐπεψήφισε, καὶ ὁ Βασιλεὺς ἐκύρωσε, καὶ ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ τοῦ λαθρεμπορίου ἡ καταδίωξις πρέπει νὰ γίγνηται καὶ κατὰ θάλασσαν, πρὸς τοῦτο δ’ ἔπρεπε νὰ ὀργανώσωμεν στολίσκον, ὅστις νὰ τεθῇ εἰς τὴν διάθεσιν τῆς τελωνειακῆς ὑπηρεσίας καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ πᾶσαν δὲ στιγμὴν νὰ ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ πλέῃ πρὸς σύλληψιν τῶν λαθρεμπόρων, παραγγείλαντες μάλιστα καὶ ἀτμακάτους, ταχύτητος 15 καὶ 16 μιλίων, διότι αἱ ἀτμοτελωνίδες ἔχουσι πολλῷ ἐλάσσονα τὴν ταχύτητα. Αἱ ἀτμοτελωνίδες κατὰ τὸ 1879, συμπράττοντος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὑπήχθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν δυνάμει νόμου, καὶ παρήχθησαν τότε ἀποτελέσματα πολλῷ κρείσσονα τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα παρήχθησαν ὅτε ἐτέθησαν ὑπὸ τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Ἀλλὰ πρό τινων ἐτῶν ἐτέθησαν αὖθις ὑπὸ τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῇ προτάσει τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, οὗτος δὲ, ἐκ πατρότητος πρὸς τὸ μέτρον τοῦτο, ἀνθίσταται κατὰ τῆς καταργήσεως αὐτοῦ, εἰ καὶ ἀπεδείχθη, ὅτι ἐζημίωσε τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Τοῦτο ἐζητήσαμεν ἡμεῖς νὰ καταργήσωμεν, προτείναντες νὰ ὑπαχθῶσιν ἐκ νέου αἱ ἀτμοτελωνίδες εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ τὸ παρ’ ἡμῶν προταθὲν νομοσχέδιον ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, δὲν ὑπεβλήθη δ’ ὑπὸ τῶν διαδόχων ἡμῶν εἰς τὸν Βασιλέα πρὸς κύρωσιν, ἑπομένως δὲν ἀφῃρέθησαν ἀπὸ τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν αἱ ἀτμοτελωνίδες, οὐδ’ ὑπήχθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, οὐδ’ ἐδαπανήθη δραχμὴ κἂν ἕνεκα τούτου ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου. Πῶς λοιπὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὗρεν, ὅτι ἡ ἕνεκα τούτου ἐπελθοῦσα αὔξησις τῶν ἐξόδων συνετέλεσε καὶ αὕτη εἰς τὴν ἐπισκήψασαν οἰκονομικὴν ἀμηχανίαν; Διὰ ποίαν αὔξησιν δαπάνης ἐνεκάλει ἡμᾶς, ἀφοῦ οὐδεμία τοιαύτη ἐγένετο; Καὶ δὲν νομίζει, ὅτι προσήκει νὰ μὴ ἀτενίζῃ πρὸς ἡμᾶς, ἀφοῦ οὕτως ἐλέγχεται μὴ λέγων ἀκριβῆ; Ἀλλ’ ἐγὼ ἐπικρίνω τοὺς μὴ ὑποβαλόντας εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ Βασιλέως τὸ νομοσχέδιον περὶ ὑπαγωγῆς τῶν ἀτμοτελωνίδων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἂν οὐχὶ 100 ἀλλ’ 150 χιλιάδες δραχμῶν ἔμελλον νὰ προστεθῶσιν εἰς τὰ ἔξοδα, διότι πολλῷ πλείονα ἤθελεν εἰσπράξει τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς ἐγκαίρου καὶ διηνεκοῦς καταδιώξεως τοῦ λαθρεμπορίου, διπλασίως δὲ καὶ τριπλασίως ἤθελε καλυφθῆ ἡ δαπάνη. Ἀλλ’ ἡ ἀναγραφομένη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δαπάνη διὰ τὴν ὑπαγωγὴν τῶν ἀτμοτελωνίδων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶναι δαπάνη πραγματική. Μήπως καὶ νῦν, ὅτε ὑπάγονται αἱ ἀτμοτελωνίδες εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, δὲν ὑπάρχωσιν ἐπ’ αὐτῶν κυβερνῆται, δὲν ὑπηρετοῦσιν ἐν αὐταῖς ναῦται, καὶ δὲν ἀγοράζονται ἔλαιον καὶ ἀλείμματα καὶ ἄλλα, ὅσα εἰσὶ ἀναγκαῖα διὰ τὰς μηχανάς; δὲν ἀγοράζονται ἄνθρακες διὰ τὴν κίνησιν αὐτῶν; δὲν καταβάλλονται δι’ αὐτὰ χρήματα ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον; Ἢ διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἢ διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ταῦτα καταβάλλονται, τὸ Δημόσιον δὲν ἐπιβαρύνεται δι’ αὐτῶν; Καὶ ἂν ἤθελεν ὑποτεθῆ, ὅτι ἤθελον περισσεύσει ἀξιωματικοὶ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, μετὰ τὴν ὑπαγωγὴν τῶν ἀτμοτελωνίδων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅσοι νῦν ὑπηρετοῦσιν ἐπὶ τῶν ἀτμοτελωνίδων, μήπως ἕνεκα τούτου προστίθενται ἔξοδα; Οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ ναυτικοῦ, ἐὰν δὲν ἦναι χρήσιμοι νῦν, θέλουσιν εἶσθαι χρήσιμοι κατὰ τὸν προσεχῆ μῆνα, εἰς οἵαν καὶ ἂν διατηρῶμεν τὰ θωρηκτὰ κατάστασιν, εἴτε τῆς πλήρους ἐνεργείας, εἴτε τῆς ἡμιενεργείας, εἴτε τῆς ἐφεδρείας. Καθ’ ὃν χρόνον ἐναυπηγοῦντο τὰ τρία θωρηκτὰ, καὶ ἡ ναυπήγησις αὐτῶν ἔβαινε πρὸς τὸ πέρας, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, ὅστις τυγχάνει νῦν Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπρότεινεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, ὁμολογῶ δὲ, ὅτι τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχε προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν, εἶχε συνταχθῆ μετὰ φειδοῦς καὶ ἐγκρατείας, προϊόντος ὅμως τοῦ χρόνου, ἐπρότεινεν ἄλλο νομοσχέδιον, καὶ ηὔξησε τοὺς ἀριθμοὺς, ὁμολογῶ δὲ νῦν, ὅτι καὶ οἱ ἀριθμοὶ ἐκεῖνοι δὲν ἐπαρκοῦσι. Δὲν λέγω ταῦτα, ἵνα μεμφθῶ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἀλλ’ ἐπαινῶ αὐτόν· εἶπον ὅμως ταῦτα, διότι, καὶ ἐὰν ἤθελον περισσεύσει οἱ ἀξιωματικοὶ τῶν ἀτμοτελωνίδων, μετὰ τὴν ὑπαγωγὴν αὐτῶν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι θέλουσι χρησιμεύσει εἰς τὴν ὀργανικὴν δύναμιν τῶν τριῶν θωρηκτῶν. Ἀλλ’ ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἤθελον περισσεύσει, θέλει ἐπέλθει δαπάνη 15 χιλιάδων δραχμῶν, ἀνθ’ ὧν πόσα θέλουσι παρακωλυθῆ λαθρεμπόρια διὰ τῆς ἀγρύπνου καταδιώξεως τῶν ἀτμοτελωνίδων; Κατὰ τὸ 1891 εἶχε καταγγελθῆ, ὅτι λαθρεμπόριον ἐπρόκειτο νὰ διαπραχθῇ περὶ τὴν Λευκάδα, ἀλλ’ ἕως ἂν εἰδοποίουν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν καὶ τοῦτο διαλύσῃ τοὺς δισταγμοὺς, οἵτινες εἶχον καταλάβει τὸν κυβερνῶντα ἀτμοτελωνίδα τινὰ ἀξιωματικὸν, ὅστις ὑπέλαβε προσβλητικὴν τὴν περὶ τούτου αἴτησιν τοῦ τελώνου, τοσοῦτος παρῆλθε χρόνος, ὥστε οὐχὶ πλοῖον λαθρεμπορικὸν, ἤτοι ταχύπλουν, ἀλλὰ καὶ ἡμίονος, ἂν μετεκόμιζε τὸ λαθρεμπόριον, ἤθελεν ἔχει καιρὸν νὰ ἀποφύγῃ τὴν καταδίωξιν.

§21ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ ἐξακολουθήσητε πολὺ ἀκόμη;

§22Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι. Ἐὰν παρατείνητε ὀλίγον τὴν ὑπομονήν σας, θέλω μετ’ οὐ πολὺ περάνει τὰς μελέτας μου ταύτας. Ἀλλὰ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἄλλας κατήγγειλεν, ὅτι διεπράξαμεν αὐξήσεις ἐξόδων, καὶ ἀνηκούστους σπατάλας. Καὶ πρῶτον ἀνέφερεν, ὅτι ηὐξήσαμεν τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι, ἐνῷ ὅτε ἐκεῖνος ἐκυβέρνα ἐδαπανῶντο 15,700,000, ἢ τὸ πολὺ 16 ἑκατομμύρια δραχμῶν διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἡμεῖς ηὐξήσαμεν κατὰ 2,000,000 τὰς δαπάνας αὐτοῦ. Ἀλλ’ οἱ ἀπολογισμοὶ οὐδὲ τοὺς λόγους τούτους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κυροῦσι. Καὶ ἀκούσατε. Κατὰ τὸ 1884 ἐκυβέρνα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὅστις ἐδαπάνησεν οὐχὶ 15,700,000 ἢ 16 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ δραχμὰς 22,503,028.88. Κατὰ τὸ 1887 ἐδαπάνησεν ἀληθῶς 15,804,099.98, κατὰ τὸ 1888 ὅμως ἐδαπάνησε δραχμὰς 16,058,662.86, κατὰ τὸ 1889 ἐδαπάνησε δραχ. 16,259,157.82, καὶ κατὰ τὸ 1890 δραχμὰς 17,993,877.72. Διότι κατὰ τὸ 1887 ἐδαπάνησε δραχ. 15,804,059.98, ἐλησμόνησε καὶ τὰ κατὰ τὸ 1888 δαπανηθέντα, καὶ τὰ κατὰ τὸ 1889, καὶ τὰ κατὰ τὸ 1890, καὶ αὐτὰ τὰ κατὰ τὸ 1884, καθ’ ἃ πάντα ἐδαπάνησεν οὐχὶ μόνον πλείω τῶν 16 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ καὶ πλείω τῶν 17 καὶ μέχρι 18 ἑκατομμυρίων, καὶ εἶπε πάλιν, μὴ ἀκριβῶς, ὅτι ἡμεῖς ἐδαπανήσαμεν δύο ἑκατομμύρια πλείω ἢ ὅσα αὐτὸς ἐδαπάνησεν. Ἀλλ’ ἀνέφερε τὰ κατὰ τὸ 1887 δαπανηθέντα, κατὰ ἔτος ἐξαιρετικὸν, καθ’ ὃ οὐδὲν εἶχε νὰ ἀγοράσῃ διὰ τὸν στρατὸν, οὔτε πυρομαχητικὰ, οὔτε ἱματισμὸν, οὔτε κλινοστρωμνὰς, οὔτε μουσικὰ ὄργανα, οὔτε ἐξάρτησιν, οὐδ’ ὅπλα καὶ ἐφόδια. Κατὰ τὸ 1887 ἦσαν πλήρεις αἱ ἀποθῆκαι τοῦ στρατοῦ, διότι εἴχομεν πληρώσει ἡμεῖς αὐτὰς κατὰ τὸ 1886 καὶ τὸ 1885, ὅτε ὁ στρατὸς ἐτέθη ἐν ἐπιστρατεύσει. Καὶ ἡμεῖς ηὐξήσαμεν τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργός! Ἡμεῖς κατὰ τὸ 1891 προσδιωρίσαμεν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν πιστώσεων τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἰς 17,831,840.49, ἤτοι εἰς ποσὸν ὀλιγώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἶχε δαπανηθῆ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατὰ τὸ 1890, κατὰ δραχμὰς 162,037.23, ἂν καὶ ἕνεκα τῆς μικρᾶς παραγωγῆς τοῦ σίτου ἡ ἐμπορία τῶν σιτηρῶν εἶχεν ὑπερτιμήσει καὶ τὸν σῖτον καὶ τὰ σιτηρὰ ἐν γένει, ἠγοράζομεν δὲ καὶ τὴν νομὴν τῶν κτηνῶν καὶ τὴν τροφὴν τῶν ἀνδρῶν εἰς τιμὴν πολὺ ἀνωτέραν τῶν συνήθων. Ἀλλ’ ὁ μισθὸς τῶν Ἀρεοπαγιτῶν; Ὁμολογῶ τὴν σπατάλην, καὶ κλίνω τὴν κεφαλὴν πρὸ τῶν 46,200 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἀσυνειδήτως διεσπαθήσαμεν. Τὴν εὐθύνην ἐπὶ τῇ σπατάλῃ ταύτῃ ἀναλαμβάνω προθύμως, οὐδεὶς δὲ λόγος ἠδύνατο νὰ δικαιολογήσῃ τὴν γενομένην κατάργησιν τῆς αὐξήσεως ταύτης. Μόνη ἡ ἐμπάθεια ἠδύνατο νὰ παρασύρῃ τινὰ εἰς τοιαύτην ἀναξίαν κυβερνώντων πρᾶξιν. Φωνάζετε, ὅτι ἐξέπεσεν ἡ δικαιοσύνη, καὶ ὅτι ἠλαττώθησαν αἱ πρὸς τὴν ἀμεροληψίαν τῶν δικαστηρίων πεποιθήσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ἀπὸ τὸ ἀνώτατον δικαστήριον, τὸ ὁποῖον ἐνασκεῖ τὴν ἀκυρωτικὴν ἐξουσίαν καὶ τὸ ὁποῖον δικάζει ἐπὶ τῆς οὐσίας, ἀφαιρεῖτε ἓν τεμάχιον ἄρτου, τὸ ὁποῖον προσετέθη εἰς τὸ σιτηρέσιον τῶν μελῶν αὐτοῦ! Καὶ προσετέθη, οὐχὶ διὰ νὰ παρασχεθῇ αὐτοῖς εὐζωΐα, ἀλλὰ μόνον βίος ὀλίγον ἄνετος· καὶ ἐν χρόνῳ, καθ’ ὃν οἱ ὑπάλληλοι τῶν ἑταιριῶν λαμβάνουσι μισθὸν 800 καὶ 1000 δραχμῶν κατὰ μῆνα, ἡμεῖς ἀμφισβητοῦμεν 100 δραχμῶν κατὰ μῆνα αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν! Καὶ μετὰ τῶν πρώτων ἐπροτάθη τὸ νομοθέτημα, ἵνα μίαν ὥραν ἀρχήτερα σταματήσῃ τὸ κακὸν καὶ σωθῇ τὸ χάριν τῶν Ἀρεοπαγιτῶν διασπαθώμενον χρῆμα τοῦ Δημοσίου. Μόνον εἰς τοὺς Ἀργείους ἐφώνουν οἱ πρόγονοι ἡμῶν νὰ ἐντρέπωνται; Ἀντὶ τούτου δὲ ψηφίζονται νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα αὐξάνουσιν ἐπαισθητῶς τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους ἄνευ καταφανοῦς ἀνάγκης, ἐν χρόνῳ, καθ’ ὃν ἡ Βουλὴ ἐκλήθη νὰ μεριμνήσῃ ἀποκλειστικῶς περὶ βελτιώσεως καὶ διασώσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Τί δὲ νὰ εἴπω περὶ τῆς καταργήσεως τῶν Ἐπαρχείων; Καὶ ἐπὶ ταύτῃ ἐνεκαλέσθημεν, ὅτι ἐσπαταλήσαμεν τὰ δημόσια χρήματα, καὶ ὅτι ἀνυπολογίστως καὶ ἐπαισθητῶς ηὐξήσαμεν τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους. Ὑπὸ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον καὶ αὖθις εἶχε νομοθετηθῆ τῇ εἰσηγήσει τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου κατὰ τὸ 1888, ἐδαπανῶντο:

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Εἰς προσωπικὸν Νομαρχιῶν δραχ.386,400.—
» ἐνοίκια καὶ γραφικὰ αὐτῶν » 65,000.—
» δαπάνας Νομαρχιακῶν Συμ-
βουλίων » 207,200.—
Τὸ ὅλον δραχ.658,600.—
Μετὰ δὲ τὴν σύστασιν τῶν Ἐπαρχείων ἐδαπανῶντο:
Εἰς προσωπικὸν Νομαρχιῶν δραχ.242,880.—
» ἐνοίκια καὶ γραφικὰ » 58,640.—
» προσωπικὸν Ἐπαρχείων » 349,200.—
» ἐνοίκια καὶ γραφικὰ » 55,000.—
Τὸ ὅλον δραχ.705,720.—

Ὅθεν ηὐξήσαμεν διὰ τῆς συστάσεως τῶν Ἐπαρχείων τὰ ἔξοδα κατὰ δραχμὰς 47,120. Ἐνδεχόμενον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῇ Δικαιοσύνης νὰ ζητήσῃ πρῶτος πιστώσεις πρὸς αὔξησιν τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου αὑτοῦ ἕνεκα τῆς καταργήσεως τῶν Ἐπαρχείων, διότι καὶ τῶν φυγοδίκων καὶ τῶν φυγοποίνων ὁ ἀριθμὸς θέλει αὐξήσει, καὶ ἄλλοι κλάδοι τῆς διοικήσεως θέλουσιν αἰσθανθῆ τὰς συνεπείας, ἕνεκα τῆς ἀτελοῦς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων, καὶ ἰδίως κατὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων· ἡ δ’ ἔλλειψις τῆς ἐπιτηρήσεως ἀπὸ τοῦ κέντρου τῆς ἐπαρχίας θέλει βεβαίως ἐπιφέρει χρηματικὰς ζημίας οὐχὶ 47,120 δραχμῶν, ἀλλὰ πολλαπλασίου ποσοῦ. Ἀφοῦ ἠκούσατε πάντα ταῦτα, ὅσα ἐξέθηκα ὑμῖν, ἐνθυμήθητε, παρακαλῶ, τί ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀγορεύων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892. Ἔλεγε τότε, ὅτι οὐδέποτε εἶχε παρουσιασθῆ περίστασις, τοσοῦτον ἐπιβάλλουσα τὴν ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον τὸ Σύνταγμα ἀνέθηκεν εἰς τὸ Στέμμα. Λοιπὸν ἡ παῦσις τοῦ Ὑπουργείου κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1892 συνετέλεσεν εἰς βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ἐπεθύμουν νὰ τὸ βεβαιωθῶ, ἂν καὶ νῦν ἔτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κρίνει ὡς βελτίωσιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τὴν ἐπάνοδόν του εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ἂν δὲν ἐπήνεγκε βελτίωσιν, ἐξ ἐναντίας, ἐὰν ἐπηρέασεν ἐπὶ τὰ χείρω, διὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν οὐ φροντὶς, ὅσον καὶ ἂν εἰργάσθη ῥᾳδιουργῶν, ἵνα παρασκευάσῃ αὐτήν· ἄλλως ὅμως ἔχει τὸ πρᾶγμα διὰ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μαντινείας, ὅστις ἔσπευσε νὰ δεχθῇ τὴν προεδρίαν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὴν ἐξ οὐρανοῦ καταπεσοῦσαν, ἀντὶ νὰ καταβάλῃ πᾶσαν προσπάθειαν, ἵνα πείσῃ τὸ Στέμμα, ὅτι διὰ τῆς μεταβολῆς ἐκείνης δὲν ἤθελον βελτιωθῆ, ἀλλ’ ἤθελον χειροτερεύσει τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Καὶ διὰ τὴν ἐνάσκησιν τῶν Ἡγεμονικῶν δικαιωμάτων ὑπάρχει εὐθύνη, διότι δὲν ὑπάρχει πρᾶξις κυβερνητικὴ, ἥτις δὲν συνεπάγεται εὐθύνην, καὶ διὰ τοῦτο ὑπὸ τὴν βασιλικὴν ὑπογραφὴν ὑπάρχει πάντοτε γεγραμμένη ὑπογραφὴ Ὑπουργοῦ τινος. Τὸ βασιλικὸν διάταγμα τῆς παύσεως ἐμοῦ ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου καὶ τοῦ διορισμοῦ τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου, ὅσον καὶ ἂν εἰργάσθη, ὅσον καὶ ἂν παρεσκεύασεν αὐτὸ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν φέρει τὴν προσυπογραφὴν αὐτοῦ, ὅστις νῦν μειδιᾷ, ἀλλὰ φέρει τὴν προσυπογραφὴν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας, διότι οὗτος ὑπέχει τὴν ἐπὶ τούτῳ εὐθύνην. Ἐγὼ ἀναγνωρίζω, ὅτι δὲν ἁρμόζει νὰ εἴπω, ἂν ἡ κυβερνητικὴ μεταβολὴ τοῦ Φεβρουαρίου ἐβελτίωσεν, ἢ ἂν ἐχειροτέρευσε τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, θέλουσι δ’ ἀντ’ ἐμοῦ καταδείξει τὰ πράγματα· ἀλλὰ δύναμαι, χωρὶς νὰ ἐπικριθῶ, νὰ ἀναμνήσω, ὅτι ἡ κυβερνητικὴ μεταβολὴ τοῦ Φεβρουαρίου εἶχε συνέπειαν ἀναπόφευκτον τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, καὶ ὅτι τῆς Βουλῆς ἡ διάλυσις ἀναποφεύκτως ἔμελλε νὰ μεταστρέψῃ τὴν προσοχὴν καὶ τὴν μέριμναν καὶ τῶν κυβερνώντων καὶ τῶν πολιτῶν ἀπὸ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων εἰς τὴν παρασκευὴν τῶν ἐκλογῶν. Πάντες, ἕνεκα τῶν ἐκλογῶν, ἐλησμονήσαμεν τὰ οἰκονομικὰ, δραμόντες πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς ἡμῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, καὶ Ὑπουργοὶ ἔτι παραδόξως αὐτὸ τοῦτο ἔπραξαν, καὶ αὐτὸς ὁ τότε κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις κατώρθωσε νὰ ἐκλεχθῇ χωρὶς νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Μαντίνειαν, περὶ ἐκλογῶν ἐσκέπτετο, καὶ περὶ ἐκλογῶν εἰργάζετο, καὶ περὶ ἐκλογῶν συνωμίλει ἐν τοῖς γραφείοις τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ ὁποίου προΐστατο. Καὶ τῶν ἐκλογῶν ἡ ἐνέργεια φυσικὸν ἦτο νὰ ἐλαττώσῃ τὰς εἰσπράξεις τῶν ἐσόδων, καὶ νὰ αὐξήσῃ τὰ ἔξοδα κατὰ τὸ εἰκοσαπλάσιον ἢ τὸ τριακονταπλάσιον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ᾠκονόμησε τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ὁ ἐργάτης, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, προτείνων τὴν κατάργησιν τῆς νομοθετηθείσης αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν. Τῶν ἐσόδων δ’ ἡ ἐλάττωσις καὶ τῶν ἐξόδων ἡ αὔξησις βεβαίως δὲν συντελεῖ εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἐν χρόνῳ, καθ’ ὃν ταῦτα εὑρίσκονται εἰς ἣν εἶχον περιέλθει παρ’ ἡμῖν κατάστασιν. Ἀλλ’ ἐνισχύετο καὶ ἐκρατύνετο ἡ πίστις τοῦ Κράτους, ὅταν ἕκαστος τῶν συμπραξάντων, ἵνα πείσωσι τὸν Βασιλέα νὰ παύσῃ ἡμᾶς, καὶ πρὸ τῆς παύσεως ἡμῶν καὶ μετ’ αὐτὴν ἐφώναζον καὶ ἐκραύγαζον καὶ ὠλοφύροντο, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ κατεστράφησαν, καὶ ὅτι ὁ ὄλεθρος ἐπεφάνη, καὶ ἐζήτουν νὰ σπεύσῃ τὸ Στέμμα νὰ σώσῃ τὸ Κράτος ἀπὸ αὐτοῦ, προβαῖνον εἰς τὴν παῦσιν ἡμῶν; Τίνα τότε ἔγραφον αἱ ἐφημερίδες, καὶ ἐκεῖναι, αἵτινες περιέμενον νὰ προκύψῃ ἐκ τῶν καλπῶν ὁ Σωτῆρας, καὶ ἐκεῖναι, αἵτινες εἶχον εὕρει ἤδη τὸν σωτῆρα, καὶ ἔβλεπον αὐτὸν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν; Ποῖα ὡς λεχθέντα δῆθεν ὑπὸ τοῦ Ἡγεμόνος μετέδιδεν εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ αὐτὴ ἡ γαλλιστὶ γραφομένη; Καὶ οἱ τραπεζῖται καὶ τῶν κεφαλαίων οἱ κάτοχοι ἐν Εὐρώπῃ ἠγέρθησαν τὴν 18 Φεβρουαρίου καὶ ἀνέγνωσαν, ὅτι ἀπεπέμφθη ὑπὸ τοῦ Ἡγεμόνος τὸ Ὑπουργεῖον ἐν Ἑλλάδι, διὰ νὰ σωθῇ τὸ Κράτος ἀπὸ τοῦ οἰκονομοκοῦ ὀλέθρου, καὶ ἐπληροφορήθησαν ἐπισήμως, ὅτι ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἐπέκειτο ὄλεθρος, καὶ ὅτι ἐν Ἀθήναις κατέφυγον εἰς τὰ ὕστατα τῶν μέτρων, ἵνα σωθῶσιν ἀπὸ τοῦ ὀλέθρου. Καὶ ἤλπιζεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, ὅτι, ἀσπασθεὶς μετὰ τοσαύτης προθυμίας τὴν γνώμην, καὶ ἀναλαβὼν καὶ αὐτὸς νὰ ἀναφανῇ σωτὴρ, εἰργάσθη πρὸς βελτίωσιν, ἢ συνετέλεσεν εἰς χειροτέρευσιν τῶν οἰκονομικῶν; Πάντες ὑποκείμεθα εἰς τὸν δημόσιον ἔλεγχον, ὅσοι πράττομεν τὰ κοινὰ, ὁ δ’ ἔλεγχος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ συντελεῖται. Οἱ ἐπισπεύδοντες τότε τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς ἐξεδήλουν γνώμην μᾶλλον σύμφωνον πρὸς τὸ πολίτευμα ἢ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐπεθύμουν καὶ ἤλπιζον, δειλιῶντες νὰ τὸ εἴπωσι, νὰ παρατείνωσι τὴν ὑπόθεσιν ὅσον ἠδύναντο. Περὶ ἐκείνων, οἵτινες ἐκινοῦντο καὶ ἐῤῥαδιούργουν καὶ ἐξετρέποντο εἰς τὰς μωροτέρας καὶ ἀντισυνταγματικωτέρας τῶν πράξεων, ἵνα δῆθεν κατορθώσωσι νὰ σώσωσι τὴν Βουλὴν, οὐδὲν λέγω, διότι οἱ ἄνθρωποι ἐγένοντο πλέον μονομανεῖς. Ὅταν αἱ μειονοψηφίαι καλῶνται νὰ κυβερνήσωσιν, ἢ καὶ ὅταν καλῆται νὰ ἀναλάβῃ τὴν Κυβέρνησιν ἄτομόν τι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι οὐδὲ μειονοψηφία, ὑποτίθεται, ὅτι ἐκρίθησαν αἱ περὶ τῶν κοινῶν πραγμάτων γνῶμαι αὐτοῦ, εἴτε ὁ καλούμενος τυγχάνει τῆς μειονοψηφίας ὁ ἡγέτης, ἤτοι ἡ Ἀντιπολίτευσις, εἴτε οὗτος εἶναι ἄτομον, καὶ κριθεῖσαι ἐπροτιμήθησαν ὑπὸ τοῦ Ἡγεμόνος ὡς λυσιτελέστεραι ἀπὸ τὰς γνώμας τῶν ἐν τῇ Κυβερνήσει· ἀλλ’ ἀμέσως πρέπει νὰ καλῶνται οἱ ἐκλογεῖς τοῦ βασιλείου, ἵνα ἀποφαίνωνται καὶ αὐτοί, ἐὰν ὄντως προτιμῶσι τὰς γνώμας τῶν κληθέντων ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἂν καὶ αὐτοὶ ἐγκρίνωσιν αὐτὰς ὡς ὀρθοτέρας ἢ ὡς συμφερωτέρας. Ἐὰν διὰ τῶν ἐκλογῶν ἀποφανθῇ ὁ λαὸς ὑπὲρ τῶν νέων τούτων γνωμῶν, αὗται ἐγκαθίστανται ὁριστικῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν δὲ πλειονοψηφήσωσιν οἱ φρονοῦντες τὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἀντικατεστάθη, τὸ Στέμμα ἐπαναφέρει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοὺς ἀντιπροσωπεύοντας τὰς γνώμας ταύτας. Ἡ μεταβίβασις τῆς ἀρχῆς ἀπὸ τῶν πλειονοψηφούντων εἰς ἄλλους, ἡ ὑπὸ τοῦ Στέμματος διαπραχθεῖσα, πρέπει νὰ συμπληρωθῇ ὅσον τάχιστα διὰ τῆς ψήφου τῶν ἐκλογέων, διὰ πᾶσαν δὲ βραδύτητα ὑπέχει τὴν εὐθύνην ἡ σχηματισθεῖσα Κυβέρνησις. Ἀλλὰ πλὴν τῆς εὐθύνης ταύτης, καὶ ἄλλην ὑπέχουσι βαρυτέραν οἱ Ὑπουργοὶ τῆς 18 Φεβρουαρίου, ὑπολαβόντες ὅτι παρεσχέθη αὐτοῖς ἡ εὐκαιρία νὰ συντάξωσι διὰ τῆς ὑπουργικῆς ἐξουσίας κόμμα πολιτικόν. Αὐτοὶ, πρὶν ἢ διορισθῶσιν Ὑπουργοί, δὲν εἶχον ἐκδηλώσει ποτέ, ὅτι εἶχον ταυτότητα πολιτικῶν φρονημάτων, ἀλλ’ ἦσαν ἄτομα, τὰ ὁποῖα δὲν ἦσαν μέλη οὐδὲ τοῦ αὐτοῦ κόμματος, οὐδὲ οὐδενὸς κόμματος, ψῆφοι κεχωρισμέναι, ἐλεύθεραι παντὸς πρὸς ἄλλον δεσμοῦ· οὐδ’ ἐσπουδαιολόγουν, ὅσοι ἔσπευδον νὰ παρακαθήσωσιν ἐν τῇ Βουλῇ πρὸς αὐτοὺς, ἵνα ὑποληφθῶσιν ὑπὸ τῶν ὁρώντων, ὅτι ἔχουσιν αὐτοὺς ὀπαδούς. Ὁ πόθος τῶν Ὑπουργῶν νὰ ἀναδειχθῶσιν ἐκ τῶν ἐκλογῶν Βουλευταί, διατεθειμένοι νὰ ὑποστηρίξωσιν αὐτοὺς, ἦτο πόθος καὶ φυσικὸς καὶ νόμιμος· ἀλλὰ μέχρι τοῦ διορισμοῦ αὐτῶν ὡς Ὑπουργῶν οὐδεὶς ὑπῆρχεν ἐν τῷ Κράτει, ὅστις ἐφρόνει, ὅτι αὐτοὶ ἔπρεπε νὰ κληθῶσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Λοιπὸν ἐκεῖνοι, ὑπὲρ τῆς ἐκλογικῆς ἐπιτυχίας τῶν ὁποίων οἱ Ὑπουργοὶ ἔπρεπε νὰ εὔχωνται, ἵνα τύχωσι τῆς ὑποστηρίξεως αὐτῶν, δὲν ἦσαν γνωστοὶ εἰς αὐτούς, ἀλλ’ ἔπρεπεν αὐτοὶ οἱ Ὑπουργοὶ νὰ ἀνεύρωσιν αὐτοὺς καὶ νὰ τοὺς χειροτονήσωσι. Τὸ πρόγραμμα δὲ τοῦ Ὑπουργείου ἦτο τὸ ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης τοῦ Συνταγματικοῦ δικαίου ἐνδεδειγμένον ἐργαλεῖον, δι’ οὗ ἤθελον εὑρεθῆ μεταξὺ τῶν πολιτῶν οἱ ἄγνωστοι φίλοι τοῦ Ὑπουργείου. Ἀλλὰ τοῦ μὲν Ὑπουργείου τὸ πρόγραμμα οὐδὲν ἔλεγε πρὸς τὸν λαὸν, οὐδὲν δ’ ἐξ αὐτοῦ ἠδύνατο νὰ μάθῃ ὁ λαὸς, διότι ἔμαθέ τι, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ μὴ λέγων, λέγουσι δὲ πάντες, εἴτε Ὑπουργοί εἰσιν οὗτοι, εἴτε ἁπλῶς πολιτευόμενοι, εἴτε ὑποψήφιοι ἐκτεθειμένοι εἰς τὰς ἐκλογάς. Θέλομεν δικαιοσύνην, θέλομεν ἀμεροληψίαν ἐν τῇ διοικήσει, εἶναι τὸ αὐτὸ ὡς ἂν ἔλεγον, θέλομεν τὴν Μακεδονίαν ἢ τὴν Θράκην, ἢ καὶ τὸ Βυζάντιον, ἢ τὸ Ἰκόνιον. Θέλομεν ἀρτίαν ἐκπαίδευσιν, θέλομεν στρατὸν, θέλομεν ναυτικόν. Καὶ ποῖος δὲν θέλει ταῦτα; Οὕτω πάντες ἐσμὲν ὀπαδοὶ τῶν Ὑπουργῶν τῆς 18 Φεβρουαρίου, οὐδεὶς δ’ ὑπάρχει ἔχων ἐναντίαν γνώμην. Ὅσα οἱ Ὑπουργοὶ τῆς 18 Φεβρουαρίου ἀνέγραψαν ὡς πρόγραμμα πολιτικὸν αὐτῶν, εἰσὶ πόθοι τοὺς ὁποίους πάντες ἔχομεν, οὐ μόνον οἱ Ἕλληνες, ἀλλὰ καὶ οἱ μεθ’ ἡμῶν συζῶντες ἀλλοδαποί· ἀλλὰ κατὰ τίνα τρόπον ἢ διὰ τίνων μέσων ταῦτα θέλουσι διαπραχθῆ; τίνων ἡ μέχρι τοῦδε πολιτεία παρέχει ἐνδείξεις εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι ὄντως ταῦτα φρονοῦσι καὶ ἐπειράθησαν κατὰ τὸ παρελθὸν νὰ πραγματοποιήσωσι, καὶ πιθανῶς καὶ νῦν θέλουσι προσπαθήσει νὰ ἐφαρμόσωσιν; Ἄν ἐγκαλῇ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας ἐμὲ ὡς σπάταλον, ἢ ὡς δημιουργὸν τῆς κακῆς καταστάσεως, εἰς ἣν περιήλθομεν, ἐγὼ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἀρνηθῶ τοῦτο· λοιπὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τῆς 18 Φεβρουαρίου ὀφείλει νὰ τὸ ἀποδείξῃ. Ἂν αὐτὸς λέγῃ, ὅτι εἶναι ἐγκρατὴς ἐν τῇ διοικήσει καὶ σώφρων ἐν τῇ διαχειρίσει, τοῦτο δὲν ἀρκεῖ νὰ τὸ λέγῃ· πρέπει νὰ παράσχῃ πρὸς ἀπόδειξιν τὸν προηγηθέντα δημόσιον βίον αὐτοῦ. Δὲν ἠδύναντο λοιπὸν νὰ παρασταθῶσι κατὰ τὰς ἐκλογὰς, καὶ νὰ ζητήσωσιν ὅ,τι τὰ πολιτικὰ κόμματα ζητοῦσι· διότι ἐκεῖνα ἔχουσι προηγούμενον δημόσιον βίον, ἐνῷ οἱ Ὑπουργοὶ τῆς 18 Φεβρουαρίου δὲν εἶχον τοιοῦτον. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ πολιτικὰ κόμματα δὲν συγχωρεῖται νὰ προσπαθῶσι διὰ μέσων τῆς ἀρχῆς, ἣν διαχειρίζονται, ἵνα προσεταιρισθῶσιν ὡς ὁμόφρονας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν ὁμόφρονες αὐτῶν μέχρι τῆς χθές. Ἐπείσθησαν οὗτοι, τοὺς ὁποίους οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ προσεπάθουν νὰ προσεταιρισθῶσιν ἐντὸς μιᾶς ἢ δύο ἡμερῶν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐγκαταλείψωσι τὰ πολιτικὰ φρονήματα, τὰ ὁποῖα ἔλεγον ὅτι εἶχον ἕως τότε, καὶ ν’ ἀσπασθῶσι τὰ πολιτικὰ φρονήματα τῶν Ὑπουργῶν; Ἢ διεπράττετο ἐν ταῖς αἰθούσαις τῶν Ὑπουργῶν συναλλαγή, μὴ στερουμένη τοῦ χαρακτῆρος τῆς ἠθικῆς ἐκβιάσεως; Εὔχομαι νὰ μὴ ἦσαν ἀληθῆ τὰ διαδοθέντα ὅτι ἐγένοντο κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν ἐν τοῖς Ὑπουργείοις, διότι τιμῶ τινα τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου, καὶ τὸν προϊστάμενον αὐτοῦ, ὅστις ἦτο φίλος μου ἀπὸ ὀκτὼ καὶ πλέον ἐτῶν καὶ καθ’ ὅλην τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς κατὰ τὰ μέσα τῆς δευτέρας Συνόδου διαλυθείσης Βουλῆς. Καὶ ἀληθῶς ἤκουσα παρὰ πολλῶν, ὅτι ἐν ταῖς αἰθούσαις καὶ τοῖς γραφείοις τοῖς Ὑπουργῶν κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν προεβάλλετο ἡ συνδρομὴ τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἀντάλλαγμα τῆς ὁμολογίας φιλίας. Ἀλλ’ ἐλέχθη καί τι σοβαρώτερον· ἐλέχθη ὅτι ἐκεῖ ἐγίνετο χρῆσις τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἡγεμόνος, ὅτι ἐγίνοντο παραστάσεις καὶ ἐδίδοντο ἐξηγήσεις, αἵτινες ἀποτελοῦσιν ἀληθῆ πρὸς τὸ Στέμμα ἀσέβειαν. Φίλος μού μοι εἶπεν, ὅτι Ὑπουργὸς εἶπε πρὸς αὐτὸν, ὅτι θέλει τῷ παρασχεθῆ κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἡ συνδρομὴ τῆς Κυβερνήσεως, ἂν χωρισθῇ ἀπ’ ἐμοῦ. Διατί; Δὲν τὸ λέγω· διότι εἶναι ὑβριστικὸν, οὐχὶ πρὸς ἐμὲ, ἀλλ’ εἶναι ἀσεβὲς, ἀνευλαβὲς πρὸς τὸν Ἡγεμόνα. Ὁ Ἡγεμὼν ἵσταται ἐπὶ τῆς κορυφῆς τοῦ οἰκοδομήματος, δὲν ἀνταγωνίζεται, ἀνταγωνίζονται οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες· ὁ Ἡγεμὼν, ἐπιτηρεῖ τὴν κίνησιν τῆς Πολιτείας, καὶ τὴν λειτουργίαν τῶν θεσμῶν καὶ τῶν νόμων, καὶ ἐνασκεῖ τὰ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀνατεθειμένα εἰς αὐτὸν δικαιώματα, μεταξὺ τῶν ὁποίων τυγχάνει καὶ ἡ μετριαστικὴ ἐξουσία, ἐφ’ ὅσον τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἐνδεικνύουσιν ὡς ἀναγκαίαν ἢ ὡς λυσιτελῆ τὴν ἐνάσκησιν αὐτῶν. Ὁ Ἡγεμὼν λοιπὸν δὲν ἠδύνατο νὰ εἴπῃ, ὅτι φρονεῖ ὅσα οἱ Ὑπουργοὶ ἔλεγον ὅτι ἐφρόνει καὶ ἔλεγεν. Ἐπεσκίαζον τὴν αἴγλην τοῦ Ἑλληνικοῦ θρόνου οἱ ταῦτα λέγοντες, ἐνῷ γνωστὴ εἶναι τοῖς πᾶσιν ἡ εὐφυΐα τοῦ ἐπὶ τοῦ θρόνου καθημένου, ἥτις ἀποκλείει πᾶσαν πιθανότητα, ὅτι ἐλέχθη ὑπ’ αὐτοῦ, ἢ ὅτι ἐπετράπη ὑπ’ αὐτοῦ εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ εἴπωσι τοιαῦτά τινα. Τὰ πολιτικὰ κόμματα δὲν συνέστησε κοινότης συμφερόντων, ἀλλ’ ἡ σύστασις αὐτῶν καὶ ἡ δημιουργία πρέπει νὰ ἔχῃ λόγον γενικοῦ συμφέροντος. Ἐὰν ἐγὼ διΐσταμαι πρός τι κόμμα, ἢ πρός τινα πολιτικὸν ἄνδρα, διΐσταμαι οὐχὶ διότι καὶ ἐκεῖνος καὶ ἐγὼ ζητοῦμεν τὸ αὐτὸ ὄφελος ἐν τῇ Πολιτείᾳ, οὐχὶ διότι ἡ φιλοδοξία ἐκείνου συγκρούεται πρὸς τὴν ἐμὴν φιλοδοξίαν, ἀλλὰ διΐσταμαι, διότι δὲν παραδέχομαι τὴν γνώμην αὐτοῦ ἐπὶ τῶν κοινῶν τῆς Πολιτείας. Ὅταν λοιπὸν πολιτικοὶ ἄνδρες συνέλθωσιν ἐπὶ τὸ αὐτὸ, καὶ ἀποτελέσωσι πολιτικὸν κόμμα, καὶ ἀφορμὴν καὶ σκοπὸν πρέπει νὰ ἔχωσι τὸ κοινὸν συμφέρον, τὴν Πολιτείαν. Οὐδεὶς ἀξιοῖ παρὰ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν νὰ ὀλιγωρῶσι τῶν ἰδίων αὑτῶν συμφερόντων, ἢ νὰ θυσιάζωσιν αὐτά, ἀλλὰ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν ἡ σύμπραξις δὲν εἶναι πολιτικὸν κόμμα, ἐὰν ἀφορμὴν ἔχῃ μόνην τὴν ἐπιζήτησιν τοῦ συμφέροντος τῶν μελῶν αὐτοῦ, σκοπὸν δὲ τὴν πραγματοποίησιν αὐτοῦ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐναντίος τοῦ σχηματισμοῦ πολιτικῶν κομμάτων, εὔχομαι μάλιστα νὰ σχηματίζωνται τοιαῦτα, διότι ὁ σχηματισμὸς κομμάτων ἀποδείκνυσιν, ὅτι ὑπάρχουσιν ἄνδρες ὑπέροχοι, οἵτινες διὰ τῆς νοημοσύνης καὶ ἱκανότητός των, διὰ τοῦ χαρακτῆρος καὶ τῶν ἠθῶν των ἠδυνήθησαν νὰ ἐμπνεύσωσιν ἐμπιστοσύνην εἰς τοὺς συμπολίτας ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐὰν βλέπω πολιτικοὺς ἄνδρας συναθροιζομένους καὶ συμπράττοντας ἐπὶ τὸ αὐτό, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι συνῆλθον καὶ ἀπετέλεσαν πολιτικὸν κόμμα, εἴτε διότι ἡ φιλοδοξία αὐτῶν συγκρούεται πρὸς τὴν φιλοδοξίαν ἄλλων, εἴτε διότι τὰ μέλη αὐτοῦ προσδοκῶσι νὰ θεραπεύσωσι τὰ ἴδια αὑτῶν συμφέροντα πληρέστερον ἢ ἀσφαλέστερον, δὲν θαυμάζω, ἀλλ’ οἰκτείρω τὸν τόπον, ἐν ᾧ δὲν συνιστῶνται πολιτικὰ κόμματα, ἀλλὰ σχηματίζονται μεταβατικὰ ἀποσπάσματα, οὐχὶ ἵνα καταδιώξωσι φυγοδίκους ἢ φυγοποίνους, ἀλλ’ ἵνα καταδιώξωσι χαρτοφυλάκια. Ἐὰν λοιπὸν ὁμοφροσύνη πολιτικὴ συνέδεσε τοὺς Ὑπουργοὺς τῆς 18 Φεβρουαρίου, οὐδὲν ἔχω νὰ εἴπω· συμβουλεύω ὅμως αὐτοὺς νὰ δυνηθῶσι νὰ ἀποδείξωσι κατὰ τὸν πολιτικὸν ἀνταγωνισμόν, ὅτι αἱ γνῶμαί των εἶναι ὀρθότεραι, ὅτι αἱ σκέψεις των εἶναι συμφερώτεραι πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, καὶ νὰ πείσωσι τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ συνταχθῇ πρὸς αὐτοὺς, διότι τότε θέλουσι δυνηθῆ ἡμέραν τινὰ νὰ ἀποκτήσωσιν ὑποστηρικτὰς τοὺς περισσοτέρους πολίτας τοῦ βασιλείου. Ἀλλ’ ὅτε διενοήθησαν κατὰ Μάρτιον καὶ Ἀπρίλιον νὰ συμπηχθῶσιν εἰς πολιτικὸν κόμμα, ἐξελέξαντο τρόπον, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο συνταγματικὸς, δὲν ἥρμοζεν εἰς ἄνδρας, οἵτινες ποθοῦσι νὰ διακρίνωνται ἐπὶ νομομαθείᾳ ἢ ἐπὶ χρηστότητι. Ἡ διάλυσις λοιπὸν τῆς Βουλῆς δὲν ἔπρεπε ποσῶς νὰ ἀναβληθῇ, ἔπρεπε νὰ γένηται ἀμέσως. Ἀλλ’ ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς εἶναι δικαίωμα τοῦ Βασιλέως, ὁ ὁποῖος ἐνασκεῖ αὐτὸ ἄνευ τινὸς περιορισμοῦ, ὅταν ἤθελεν ἐγκρίνει, ἐὰν ὑπάρχῃ τις προσυπογράφων τὸ Β. Διάταγμα καὶ ἀναλαμβάνων τὴν ἐπὶ ταύτῃ εὐθύνην. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτε κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1885 ἀπώλεσε τὴν πλειονοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἠναγκάσθη νὰ ὑποβάλῃ τὴν παραίτησίν του εἰς τὸ Στέμμα, τοῦτο δὲ μὲ ἐκάλεσεν, ἵνα μοὶ ἀναθέσῃ τὴν ἐντολὴν σχηματισμοῦ Κυβερνήσεως, ἐπειδὴ τότε ἐγὼ ἐπρότεινα εἰς τὸν Βασιλέα τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, λέγω, συνεβούλευσε τὸ Στέμμα νὰ μὴ ἐγκρίνῃ τὴν πρότασίν μου, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ δίδηται μόνον εἰς Κυβέρνησιν πλειονοψηφοῦσαν, ἐγὼ δὲ δὲν ἤμην τότε Κυβέρνησις πλειονοψηφοῦσα, ἀλλ’ Ἀντιπολίτευσις πλειονοψηφοῦσα, ἔπρεπε δὲ, κατὰ τὴν ἐπιστήμην ταύτην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, νὰ σχηματίσω πρῶτον Κυβέρνησιν, νὰ μεταβῶ εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ ἀποδείξω, ὅτι ἔχω τὴν πλειονοψηφίαν αὐτῆς, καὶ τότε νὰ ἀποδεχθῇ ὁ Βασιλεὺς τὴν περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς πρότασίν μου. Ἡ θεωρία αὕτη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὴν ὁποίαν τότε παρεδέχθη τὸ Στέμμα, καθιστᾷ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς τύραννον, ἀπογυμνόνει δὲ τὴν Βασιλείαν πάσης δυνάμεως. Ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς ἀνετέθη εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Βασιλέως, ἰδίως ἵνα ποιῆται χρῆσιν αὐτῆς κατὰ τῆς πλειονοψηφίας. Ἀφοῦ δ’ ἔμαθον τότε, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς φρονεῖ, ὅτι ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ δίδηται μόνον εἰς τὰς πλειονοψηφίας, ἐξεπλάγην, ὅτε ἤκουσα αὐτοῦ, εἰπόντος προχθὲς ἀπὸ τοῦ ἐξώστου τῆς οἰκίας αὐτοῦ εἰς τοὺς ἐκεῖ συνηγμένους, ὅτι ἡ παῦσις τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας ὑποστηριζομένου, ἀπετέλει ὑπερτάτην κύρωσιν τοῦ Συντάγματος, διότι, ἐὰν τὸ δικαίωμα τῆς παύσεως Ὑπουργείου πλειονοψηφοῦντος ἐν τῇ Βουλῇ καθίσταται νεκρὸν καὶ ἡ ἐνάσκησις αὐτοῦ ἀδύνατος, ὅταν τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς δὲν πρέπῃ νὰ ἐνασκῆται, εἰμὴ μόνον ὅταν προτείνῃ τὴν ἐνάσκησιν αὐτοῦ Κυβέρνησις, ἔχουσα τὴν πλειονοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ, τὸ βασιλικὸν δικαίωμα τοῦ παύειν Ὑπουργοὺς ἀναιρεῖται, διότι εἶναι ἀναπόστατον ἀπὸ τὸ δικαίωμα τοῦ διαλύειν τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ πῶς ἐπῆλθε τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν τῆς 3 Μαΐου; Ἐὰν ἀληθῶς ἐκ τῶν αἰθουσῶν καὶ τῶν θαλάμων τῶν Ὑπουργείων διεδίδοντο ὅσα πρὸ μικροῦ ὑπηνιξάμην, ὁ ἐκλογικὸς ἀγὼν δὲν συνέστη μεταξὺ τῶν κομμάτων, ἀλλὰ μεταξὺ ἑνὸς τῶν κομμάτων καὶ μιᾶς ἐξουσίας, ἥτις οὐδέποτε παρίσταται κατὰ τὰς ἐκλογὰς, δὲν ἀνταγωνίζεται, οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνταγωνισθῇ πρὸς αὐτήν, ἓν κόμμα οἱονδήποτε. Τὸ ἀποτέλεσμα λοιπὸν τῶν ἐκλογῶν τῆς 3 Μαΐου εἶναι ἀποτέλεσμα σύμφωνον μὲ τὸν χαρακτῆρα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι φίλος τῆς τάξεως, φίλος τῆς ἡσυχίας καὶ τῶν νόμων, ἀποστρέφεται δὲ τὰς ταραχὰς καὶ τὴν ἀνατροπὴν τῆς νομίμου τάξεως ἢ τῶν καθεστηκυιῶν ἐξουσιῶν. Δὲν ἐπετρέπετο μάλιστα νὰ δώσῃ ἀλλοίαν ψῆφον, ἐὰν, ὡς ἔλεγον πρὸς αὐτὸν τότε, ἤθελον ἐπέλθει μεγάλαι μεταβολαὶ διὰ τῆς ἐκλογῆς τῶν φίλων ἑνὸς κόμματος, ὅπερ κόμμα τότε θὰ ἤρχετο εἰς τὴν ἐξουσίαν. Δὲν ἐξετάζω, ἂν ἦσαν ἢ ἂν δὲν ἦσαν χρησταὶ αἱ διαδόσεις ἐκεῖναι, οὐδὲ προβάλλω ὡς ἀξιομίμητον τὴν εὐσυνειδησίαν ἢ τὴν ἠθικότητα τῶν διασπειράντων εἰς τὸν λαὸν τὰς διαδόσεις ἐκείνας, ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι μετὰ τὰ οὕτω γενόμενα εἶναι καταληπτὴ ἡ ἔννοια τῆς ἐκλογῆς τῆς 3 Μαΐου’ ἔπρεπε δὲ νὰ ἔχῃ ὅσον ὄντως ἔχει θράσος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἵνα εἴπῃ πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ ἔννοια τῶν ἐκλογῶν τῆς 3 Μαΐου ἦτο ἡ ἐκδήλωσις τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πρὸς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν αὐτοῦ· πρὸς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν τρεῖς ἡμέρας σᾶς ἀναλύω, καὶ τῆς ὁποίας ἡ μελέτη μόνον ἀποτροπίασιν καὶ κατάπληξιν, οὐχὶ δὲ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἠδύνατο νὰ προκαλέσῃ, ἂν δὲν εἶχε συμβῆ καθολικὴ τῶν φρενῶν διατάραξις πάντων τῶν κατοικούντων ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τῆς χώρας ταύτης. Ἠπόρησα, πῶς ἐτόλμησε τοιαύτην νὰ δώσῃ ἑρμηνείαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, μὴ ἀναλογιζόμενος, ὅτι μᾶς προεκάλει εἰς ἀναιρέσεις, αἱ ὁποῖαι, ὅσον καὶ ἄν τις ἤθελεν εἴπει αὐτὰς εὐφήμως, ὅσον καὶ ἂν προσεπάθει νὰ ἀναιρέσῃ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν διὰ γλώσσης κοσμίας, εὐφήμου ἢ ἁβρᾶς, ἤθελον πάντως ἐμποιήσει αὐτῷ θλῖψιν. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ἡ ψῆφος τῆς 3 Μαΐου ἦτο δυσμενεστάτη πρὸς ἐμὲ καὶ τοὺς πολιτικοὺς φίλους μου ἔκφρασις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· ἀλλὰ δὲν ὑβρίζω αὐτὸν, ὡς ὕβριζεν αὐτὸν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου κατὰ τὴν ἐπιοῦσαν τῆς 7 Ἀπριλίου καὶ τῆς 14 Ὀκτωβρίου. Εἰς ἐκεῖνον ἐπιτρέπεται νὰ ὑβρίζῃ τὸν λαὸν, ὡς ἐκφέροντα τὴν περὶ τῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος ψῆφόν του ἐν μέθῃ καὶ ἐν παραφορᾷ, καὶ παρακοπῇ διανοίας, ἀλλ’ εἰς ἐμὲ δὲν ἐπιτρέπεται, διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι ὁ λαὸς, εἰς τὸν ὁποῖον καὶ ἐγὼ ἀνήκω, ἑπομένως καὶ ἐγὼ ἔχω τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα ἐκεῖνος ἔχει, καὶ τὰ προτερήματα, τὰ ὁποῖα ἐκεῖνος ἔχει, ἐὰν δ’ ὕβριζον τὸν λαὸν, ἤθελον ὑβρίσει ἐμὲ αὐτόν. Δὲν ὕβρισα αὐτὸν διὰ τὴν μεγάλην δυσμένειαν, ἣν ἐξεδήλου ἡ ψῆφος αὐτοῦ, ἂν καὶ ἦτο ψῆφος ἄδικος, καὶ εἰς τὰ ἴδια αὐτοῦ συμφέροντα ἐπιβλαβὴς, ὡς τοῦ χρόνου προϊόντος δὲν θέλει μείνει ἄνθρωπος, ὅστις δὲν θέλει τὸ ἀναγνωρίσει καὶ τὸ ὁμολογήσει. Ἐὰν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐνέκρινε νὰ δηλώσῃ, ὅτι δὲν κρίνει, τό γε νῦν ἔχον, χρήσιμον τὴν ἐμὴν συνδρομὴν εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῶν συμφερόντων αὐτοῦ, οὐδὲν ἔχω δικαίωμα νὰ παραπονεθῶ, διότι αὐτὸς εἶναι κύριος τῶν συμφερόντων καὶ τῶν ὑποθέσεών του, οὐδὲ μὲ δυσαρεστεῖ τοιαύτη γνώμη αὐτοῦ, διότι μὲ ἀπαλλάσσει τῆς ἀγωνίας, εἰς ἣν μὲ εἶχε ῥίψει ἡ 14 Ὀκτωβρίου, καὶ τῆς εὐθύνης. Ἀνέγνων ἔν τινι τῶν πολλῶν ἱστοριῶν τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως, ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες πρέπει νὰ ζητῶσι παρὰ τοῦ λαοῦ νὰ θυσιάζηται, ἐὰν ἡ ἀνάγκη τῆς πατρίδος τὸ ἀπαιτῇ, οὐδέποτε ὅμως νὰ δυσφορῶσιν, ἂν κρίνωσι πρᾶξίν τινα αὐτοῦ δηλοῦσαν ἀχαριστίαν· τότε πρέπει νὰ ἁμιλλῶνται ἐν τῇ περὶ διασώσεως τῶν συμφερόντων αὐτοῦ μερίμνῃ, λησμονοῦντες ἑαυτοὺς καὶ τὴν ἀδικίαν τὴν διαπραχθεῖσαν κατ’ αὐτῶν. Δὲν συμβουλεύω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ἐπαίρηται δι’ ἀνύπαρκτον ἐπιδοκιμασίαν τῆς πολιτικῆς αὐτοῦ, ἀλλὰ νὰ ἀρκῆται εἰς τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Στέμματος, ὁσάκις ἐξεδηλώθη αὐτῷ, νὰ μὴ ἐπιδεικνύῃ δὲ ἐμπιστοσύνην ἢ ἐπιδοκιμασίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι οὐδέποτε ἠξιώθη αὐτῆς. Ἀλλὰ καὶ τῆς πολιτικῆς δυνάμεως, ἣν προσεπόρισεν αὐτῷ ἡ 3 Μαΐου, μοὶ φαίνεται ὅτι ποιεῖται κατάχρησιν. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἔπρεπε νὰ περιορίσῃ τὰς νομοθετικὰς ἐργασίας μόνον πρὸς τὴν ἐπιμέλειαν καὶ τὴν πρόνοιαν περὶ τῶν οἰκονομικῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους, οὐχὶ δὲ νὰ ὑπολάβῃ τὴν περίπτωσιν ταύτην ὡς εὐκαιρίαν, ἵνα ἀνατρέψῃ πάντας τοὺς νόμους, ὅπως ἀντικαταστήσῃ τὴν ὑπογραφὴν αὐτοῦ ἐν παντὶ νομοθετήματι καὶ παντὶ διατάγματι ἐκτελέσεως. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὴς φιλοδοξία, ἂν διὰ τῶν ἐπιψηφιζομένων νομοθετημάτων, τοσαύτης μάλιστα πληθύος, δὲν ἐξυπηρετῶνται τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Πάντα ταῦτα τὰ νομοθετήματα δὲν ἦσαν προϊόν μελέτης, ὡς δὲν ἦσαν προϊὸν μελέτης οὐδ’ αὐτὰ τὰ οἰκονομικὰ νομοθετήματα, τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν, οὐδὲ κἂν σπουδῆς ἢ ἐξετάσεως, ἀλλ’ ἦσαν ἀπερίσκεπτοι ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας ἀνυπομονησία ἀκράτητος ὑπηγόρευσεν. Ἡμεῖς δὲν ἀντετάχθημεν παντάπασι κατ’ αὐτῶν, οὐδὲ παρενεβάλομεν πρόσκομμα, ὅπως μὴ ψηφισθῶσι, διότι ἡ ζημία, ἥτις θέλει ἐπέλθει ἐκ τῆς τοιαύτης ἀπερισκέπτου φορολογικῆς νομοθεσίας, θέλει εἶσθαι μικροτέρα ἀπὸ τὴν ζημίαν, ἥτις ἤθελεν ἐπέλθει, ἐὰν ἀντετασσόμεθα εἰς τὴν νομοθέτησιν τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν, ἐπήρχετο δὲ συμφορά τις, ὅτε ἤθελον εὑρεθῆ ἄνδρες νὰ ἐπιῤῥίψωσι τὴν διὰ τοῦτο εὐθύνην πρὸς ἡμᾶς. Δὲν ἔπραξεν οὕτω ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρό τινων ἡμερῶν, ὅτε ἔλεγεν, ὅτι ἔμελλε νὰ προτείνῃ νὰ νομοθετηθῇ καὶ νέα προσθήκη ἑνὸς λεπτοῦ κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων σιτηρῶν, διότι δῆθεν καὶ ἐγὼ εἶχον ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐσκόπουν νὰ προτείνω τὴν προσθήκην ἑνὸς λεπτοῦ εἰς τὰ εἰσαγωγικὰ ταῦτα τέλη; Ἐγὼ οὐδέποτε εἶχον ποιήσει πρὸς τὴν Βουλὴν τοιαύτην ἀνακοίνωσιν, ἀλλ’ εἶχον εἴπει, ὅτι δὲν ἐσκόπουν νὰ εἰσαγάγω νομοσχέδιον περὶ ἐπιβολῆς δύο δεκατημορίων εἰς τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, καὶ δύο δεκατημορίων εἰς τὸν φόρον τοῦ οἴνου, διότι σκεφθεὶς ἐπείσθην, ὅτι αἱ προσθῆκαι αὗται ἤθελον ἀποβῆ ἐπαχθεῖς, ἀλλ’ ὅτι, ἀντὶ τῆς προσθήκης τῶν δεκατημορίων τούτων, ἐξ ὧν ἤθελον εἰσπραχθῆ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα δρ. 934,168, ἐσκόπουν νὰ προτείνω νὰ προστεθῇ εἰς τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη τοῦ σίτου ἥμισυ ἀκόμη λεπτὸν, ἐκ τοῦ ὁποίου ἤθελον εἰσπραχθῆ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα 561,558 δραχμαί. Καὶ περιεμόρφονεν οὕτω τὰ παρ’ ἐμοῦ τότε λεχθέντα, ἵνα δικαιολογήσῃ τὴν προσθήκην ἑνὸς λεπτοῦ κατ’ ὀκᾶν εἰς τὰς εἰσαγωγικὰ τέλη τοῦ σίτου, καὶ οὐχὶ ἡμίσεως, καὶ τοῦτο, οὐχὶ ἄνευ τῆς προσθήκης τῶν δύο δεκατημορίων, ἀλλ’ ἀφοῦ εἶχε προτείνει καὶ τῶν δύο δεκατημορίων τὴν προσθήκην. Καὶ εἶπον ταῦτα, οὐχὶ ἐπικρίνων κατ’ οὐσίαν τὰ παρ’ αὐτοῦ πραχθέντα, ἐφ’ οἷς ἡ εὐθύνη ἀνήκει εἰς αὐτὸν, ἀλλὰ καταγγέλλων τὴν γενομένην ὑπ’ αὐτοῦ οὐχὶ διαστροφὴν, ἀλλ’ ἀλλοίωσιν τῶν ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντων. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κακὴν ἐποιήσατο χρῆσιν τῆς πολιτικῆς δυνάμεως, ἣν προσεπόρισεν αὐτῷ ἡ 3 Μαΐου, ἐπιτρέψας εἰς ἑαυτὸν νὰ μετέλθῃ ὑβριστικὴν γλῶσσαν κατὰ τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ ὁποίου προϊστάμην. Ὅτε ἐζήτει νὰ παραστήσῃ, ὅτι ἡμεῖς συνετελέσαμεν εἰς τὴν χειροτέρευσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ἔλεγεν, ὅτι ἡμεῖς ἐδημιουργήσαμεν τὴν παροῦσαν ἀνώμαλον κατάστασιν αὐτῶν διὰ τῆς ἀβουλίας ἡμῶν, διότι οἱ ὀφθαλμοὶ ἡμῶν ἦσαν τυφλοὶ καὶ δὲν διέβλεπον ἐν τοῖς ἀριθμοῖς τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν εἶχον, καὶ διότι ἡ διάνοια ἡμῶν ἦτο ἐσκοτισμένη καὶ δὲν κατενόει τὴν ἔννοιαν ταύτην. Δὲν ἀναμιμνήσκω ὑμῖν τὰς ὕβρεις ταύτας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι οὐδεμίαν μοὶ ἐνεποίησαν ἐντύπωσιν δυσάρεστον· ἐγὼ μάλιστα κατὰ πᾶσαν στιγμὴν, καθ’ ἣν θερμαίνουσι τὸ αἷμά μου τὰ ἀποτελέσματα τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, προσπαθῶ νὰ κατέχω τὴν γλῶσσάν μου, καὶ νὰ μὴ ἀφίνω νὰ ἐξέρχωνται ἐκ τοῦ ἕρκους τῶν ὀδόντων μου φράσεις ἢ ἔννοιαι ὑβριστικαί. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰς ἐν τοῖς ἀριθμοῖς κεκρυμμένας ἐννοίας σεμνύνομαι, διότι οἱ ὀφθαλμοί μού εἰσι τυφλοὶ καὶ δὲν ἐννοοῦσιν ἐν τοῖς ἀριθμοῖς ἢ ὅσα οἱ ἀριθμοὶ παριστῶσιν, οὐδέποτε δὲ ὅσα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου ἡ τέχνη περικαλύπτει δι’ αὐτῶν. Οὐδ’ ἠξίωσα νὰ μὴ κατακριθῇ ἡ ἐμὴ ἀβουλία, διότι δὲν ἀποφασίζω ἢ δὲν δύναμαι νὰ μετατρέπω ὁλόκληρα ἑκατομμύρια ἀπὸ τοῦ σκοποῦ, διὰ τὸν ὁποῖον εἶχον ταῦτα ταχθῆ ὑπὸ τοῦ νόμου, εἰς ἄλλας δαπάνας, ὅπως καλυφθῶσι δι’ αὐτῶν ἐλλείμματα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἢ νὰ μετέρχωμαι πᾶσαν μέθοδον, ὅπως παραστήσω τὰ πράγματα ἀλλοῖα ἢ ὡς ἔχουσι, καὶ διαφύγω τὴν προσοχὴν καὶ τὸν ἔλεγχον τοῦ Κοινοβουλίου, ἢ νὰ ἀθετῶ τὰς συμβάσεις, ἀναγγέλλων εἰς τὴν Βουλὴν περισσεύματα, ἐνῷ ἐγνώριζον, ὅτι οἱ προϋπολογισμοὶ κατέληγον εἰς ἐλλείμματα. Στεροῦμαι ὄντως παραπλησίας ἱκανότητος, καὶ εὔχομαι εἰς τοὺς ἐμοὺς φίλους καὶ οὗτοι νὰ στερῶνται αὐτῆς· μόνον εἰς τοὺς μὴ φίλους μου ἀφίνω νὰ ἔχωσι τὰς ἀρετὰς ταύτας. Εἰς τοιαύτας ἀρετὰς, τὰς ὁποίας ἀπέδειξεν, ὅτι εἶχεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὀφείλεται ἡ ὑποτίμησις τῶν Ἑλληνικῶν ἀξιῶν καὶ ἡ ὑπερτίμησις τοῦ συναλλάγματος, περὶ τῶν ὁποίων φωναὶ καὶ κραυγαὶ εἶχον ἀκουσθῆ κατὰ τὸν παρελθόντα Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον, τῶν ὁποίων ὅμως τὴν εὐθύνην ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπέδιδεν εἰς ἐμέ. Εἶχεν εἴπει ἄλλοτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι αὐτὸς εἶχε κατορθώσει νὰ μονιμοποιήσῃ τὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος εἰς λεπτὰ 120, ἀλλ’ οὐδὲ τοῦτο τότε ἦτο ἀκριβὲς, διότι ἀπὸ τοῦ μηνὸς Αὐγούστου τοῦ 1886 μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1890, χρόνου, καθ’ ὃν αὐτὸς ἐκυβέρνα, οὐδέποτε ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος κατῆλθεν εἰς τὰ 120 λεπτὰ, οὐδ’ ἐπὶ μίαν ἡμέραν. Κατὰ τὸ τετραετὲς τοῦτο διάστημα ὑπῆρξαν περίοδοι, καθ’ ἃς ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος ἀνῆλθε καὶ εἰς 120, καὶ εἰς 128, καὶ εἰς 130 λεπτὰ, εἰς περιπτώσεις δέ τινας ἀνεβιβάσθη καὶ εἰς 131 λεπτὰ καὶ εἰς 132, οὐδέποτε ὅμως κατεβιβάσθη εἰς τὰ 120 ἢ 121 λεπτά. Ἡ ἀγοραία τιμὴ τοῦ χρυσοῦ καὶ ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος κατέπιπτον πάντοτε, ὁσάκις ἐγίνοντο ἐξωτερικὰ δάνεια, καὶ ἀνυψοῦντο, ὁσάκις τοιαῦτα δάνεια δὲν ἐγίνοντο. Κατὰ τοὺς μῆνας Ἰανουάριον, Φεβρουάριον, Μάρτιον καὶ Ἀπρίλιον τοῦ 1887, ἤτοι κατὰ τοὺς μῆνας τοὺς προηγουμένους τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, εἶχεν ἀνέλθει εἰς 129, 130 καὶ 131 λεπτὰ ἡ ἀγοραία τιμὴ τοῦ φράγκου· κατὰ τὸν Μάϊον ἤρξαντο διαδόσεις περὶ συνομολογήσεως δανείου, ἡ δὲ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος ἐμειώθη εἰς 128 λεπτά· ὅτε ὅμως κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1887 συνωμολογήθη τὸ δάνειον, κατέπεσεν ἡ τιμὴ τοῦ φράγκου εἰς 121, 123 καὶ 124, ἀλλ’ ἀνῆλθεν αὖθις εἰς 127, 128 καὶ 130 λεπτὰ κατὰ τοὺς τέσσαρας τελευταίους μῆνας τοῦ 1887, εἰ καὶ οἱ τόκοι τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ ἔτους ἐπληρώθησαν διὰ τοῦ δανείου τῶν 10,200,000 φράγκων, διότι τὸ δάνειον ἦτο προσωρινόν. Περὶ τὰ ποσὰ ταῦτα ἐκυμαίνοντο αἱ τιμαὶ καθ’ ὅλον τὸ 1888, διότι τὰ κατ’ αὐτὸ γενόμενα δάνεια, τὸ μὲν τῶν 15 ἑκατομμυρίων ἦτο ἐσωτερικὸν, τοῦ δὲ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων– Καλαμῶν μόνον 10 ἑκατομμύρια φράγκων διετέθησαν πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου τοῦ 1889, καθ’ ὃ συνωμολογήθησαν τὰ δάνεια τῶν 1,200,000 λιρῶν ἀγγλικῶν καὶ τῶν 5,000,000 λιρῶν, ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος κατέπεσε κάτω τῶν 124 λεπτῶν καὶ ἐξηκολούθησε περὶ τὰ 122 μέχρι τῶν 123 καὶ ¾ λεπ. κατὰ φράγκον. Καὶ κατὰ τὸ 1890 ἡ ἀγοραία τιμὴ τοῦ φράγκου διετηρήθη ἡ αὐτή, διότι εἰσήχθησαν 40 καὶ πλέον ἑκατομμύρια χρυσοῦ ἐκ τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης, δι’ ὧν διετηρήθη ἡ ἰσοῤῥοπία, ἂν καί, ὅτε κατὰ Δεκέμβριον ἐγνώσθη ἡ ἀνάγκη ἀγορᾶς μικροῦ τινος ποσοῦ συναλλάγματος πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων, ἀνῆλθεν εἰς λεπτὰ 127. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1891 οὐδὲν ἐγένετο δάνειον ἐξωτερικὸν, πλὴν τῶν ἐκποιηθεισῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης, ἀξίας 12 ἑκατομμυρίων φράγκων, διὰ τοῦ ἀντιτίμου τῶν ὁποίων ἐξωφλήθησαν τὰ ὑπὸ τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ ἐκδεδομένα, λήγοντα δὲ τότε ἔντοκα γραμμάτια 480 χιλιάδων λιρῶν, ἤτοι 12 ἑκατομμυρίων φράγκων, καὶ προσέτι προκαταβολῶν τινων συνομολογηθεισῶν. Πῶς λοιπὸν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ὑπερτιμηθῇ ὁ χρυσὸς, καὶ νὰ μὴ ζητηθῇ τὸ συνάλλαγμα; Καὶ ὅμως ἐπληρώθησαν καὶ τῶν δύο ἑξαμηνιῶν οἱ τόκοι τῶν δανείων ἄνευ ἐξωτερικοῦ δανείου, δι’ ἀγορᾶς τοῦ χρυσοῦ, καὶ ἡ τιμή, ἐφ’ ᾗ ἠγοράσθη οὗτος, πλὴν 500 χιλιάδων φράγκων, τὰ ὁποῖα ἠγοράσθησαν εἰς 135 καὶ ¾ καὶ 136 καὶ ¼, τὰ ὑπόλοιπα ἠγοράσθησαν κάτω τῶν λεπτῶν 133· καὶ πλὴν 10 χιλιάδων λιρῶν, αἵτινες ἠγοράσθησαν ἄνω τῶν 33 δραχμῶν τὴν λίραν, πάντα τὰ ἄλλα ποσὰ ἠγοράσθησαν μεταξὺ τῆς τιμῆς τῶν δραχ. 32 καὶ 15/00 καὶ 33 καὶ 55/00. Ἡ ὑπερτίμησις τοῦ χρυσοῦ, καὶ ἑπομένως τοῦ συναλλάγματος, καταδηλοῖ τὴν ζήτησιν τοῦ χρυσοῦ, ἕνεκα τῆς ὑπὲρ τὸ εἰσαγόμενον ποσὸν χρυσοῦ ἐξαγωγῆς αὐτοῦ καὶ ἕνεκα τῆς ὑποτιμήσεως τῶν τραπεζικῶν γραμματίων· ἀλλ’ ἂν ἐξάγηται χρυσὸς περισσότερος ἢ ὅσος εἰσάγεται, δὲν εἶναι αἰτία τούτου ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν ἐξωτερικῶν δανείων, οὗ ἕνεκα ἐξάγονται μεγάλα ποσὰ εἰς τόκους καὶ χρεωλύσια; Ἀλλὰ τὰ εἰς χρυσὸν δάνεια τίς ἄλλος ἐπολλαπλασίασεν ἢ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὅστις καὶ τὰ ἐσωτερικὰ δάνεια καὶ αὐτὰ ἀσυνειδήτως μετέτρεψεν εἰς ἐξωτερικά; Ἂν δ’ ἐπλεόνασε τὸ κυκλοφοροῦν ποσὸν τραπεζικῶν γραμματίων, τίς ἄλλος εἶναι ὑπεύθυνος ἢ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὅστις, ἐνῷ ὤφειλε 30 καὶ πλέον ἑκατομμύρια νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὰς Τραπέζας, ὅπως μειώσῃ τὸ κυκλοφοροῦν ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ ποσὸν τραπεζικῶν γραμματίων, ἐδαπάνησε τὰ 30 ταῦτα καὶ πλέον ἑκατομμύρια εἰς ἄλλας ἀνάγκας; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λοιπὸν ἦτο ὁ δημιουργὸς τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ συναλλάγματος, αὐτὸς δὲ ἐνεκάλει ἐμὲ καὶ ἀπέδιδεν εἰς ἐμὲ τὴν αἰτίαν. Διατί; Διότι, ἔλεγε, δὲν ἠκολούθησα τὸ σύστημα τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, ἐν ἄλλαις λέξεσι τῶν δανείων. Ἀλλὰ διατὶ δὲν δανείζεται αὐτὸς νῦν, ὅτε ἦλθεν ἀντ’ ἐμοῦ εἰς τὴν Κυβέρνησιν; Διότι ἐμειώθη ἢ κατέπεσεν ἡ οἰκονομικὴ πίστις τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο τίς ἄλλος εἶναι ὑπεύθυνος, εἰμὴ αὐτὸς, ὅστις ἠπάτα καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τοὺς δανειστὰς, λέγων ὅτι δανείζεται διὰ νὰ μειώσῃ τὸ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέος τοῦ Δημοσίου, ἀποδιδοὺς εἰς τὰς Τραπέζας, τὸ ἰσότιμον τοῦ χρυσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐλάμβανεν ἐκ τῶν δανείων καὶ ἐπλήρονεν εἰς τόκους καὶ χρεωλύσια τῶν δανείων, ἀλλὰ δαπανῶν τὸ ἰσότιμον τοῦτο τοῦ χρυσοῦ εἰς ἐλλείμματα τοῦ προϋπολογισμοῦ; Ἡ ἀνύψωσις τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος, ἥτις κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1892 εἶχεν ἀνέλθει μέχρι λεπτῶν 142¾, κατὰ δὲ τὸν Φεβρουάριον, μέχρι τῆς 14 Φεβρουαρίου, ἐκυμαίνετο μεταξὺ τῶν 138¼ καὶ 140¾, βεβαίως ἐπέφερε δυσφορίαν εἰς τὰς συναλλαγὰς, καὶ ζημίας εἰς τὸ ἐμπόριον, καὶ μολονότι δὲν ἤμην ἐγὼ τῆς καταστάσεως ταύτης ὁ ὑπαίτιος, ἐφώναζον οἱ περὶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ περί τινας ἄλλους ἀντιπολιτευομένους, καὶ ἐζήτουν ἀπὸ τὸ Στέμμα νὰ ἀποβάλῃ ἡμᾶς, ἵνα σώσῃ τὸν τόπον. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡμεῖς ἀπεβλήθημεν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ἐπιοῦσαν τῆς παύσεως ἡμῶν, ἡ τιμὴ τοῦ χρυσοῦ ἤρξατο ἀνυψουμένη, ἀνῆλθε δὲ κατὰ τὴν 29 Φεβρουαρίου εἰς 145½ λεπτὰ, τὴν 5 Μαρτίου, καθ’ ἣν ἐδημοσιεύθη ἡ διαβόητος σύμβασις, ἡ μετὰ τοῦ κ. Συγγροῦ συνομολογηθεῖσα, περὶ χορηγίας προσωρινοῦ δανείου 3,200,000 φράγκων, ἀνῆλθεν εἰς 148 λεπτὰ, καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις ἠσχολεῖτο νὰ διορίσῃ 12 ἐπάρχους, ἐξ ὧν οἱ ἑπτὰ ἦσαν συμπολῖται ἢ φίλοι τῶν Ὑπουργῶν, ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος ἀνῆλθεν εἰς 156 λεπτὰ τὸ φράγκον, εἰς ποσὸν, εἰς τὸ ὁποῖον οὐδέποτε εἶχεν ἀναβιβασθῆ παρ’ ἡμῖν. Εἰς 156 λεπτὰ διετηρήθη καὶ μέχρι τῆς 12 Μαρτίου, καθ’ ἣν ἐδημοσιεύθη τὸ περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς Β. Διάταγμα. Τότε ὅμως οὐδεὶς ἀπηυθύνετο πρὸς τὸν Ἡγεμόνα, ζητῶν σωτηρίαν, ἀλλ’ αἱ μὲν ἐφημερίδες τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ ἔγραφον περὶ τῶν ἀρουραίων, ἡ δὲ ἡμιεπίσημος ἐφημερὶς τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας καί τις ἄλλη, συμπαθὴς πρὸς τὸν ἄνδρα, ἐδημοσίευον τὰς δηλώσεις τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, ὅσοι προτροπάδην ἔτρεχον πρὸς τὰ Ὑπουργεῖα, ὁμολογοῦντες πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς πολιτικὴν φιλίαν. Καὶ μετὰ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ Φεβρουριανοῦ Ὑπουργείου καὶ τὴν ἄνοδον εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, εἰς τὸ ὄνομα τοῦ ὁποίου ἀνεπήδων ἐκ τοῦ βάθους τῶν κιβωτίων, ὡς οἱ ἰχθεῖς ἐκ τῆς θαλάσσης, αἱ ἀγγλικαὶ λίραι, τὰ δὲ κεφάλαια ἐδυσφόρουν, διότι δὲν ἦτο ἀρκούντως ταχεῖα τῶν σιδηροδρόμων ἡ κίνησις, ὅπως καταφθάσωσιν εἰς Ἀθήνας, ἡ τιμὴ τοῦ χρυσοῦ κατέρχεται καὶ μέχρι τῶν 138 λεπτῶν, ἀλλ’ ἀνέρχεται καὶ μέχρι τῶν 144. Τῶν ἑλληνικῶν ἀξιῶν ἡ ὑποτίμησις εἶχεν ἀρχίσει πρὸ τῆς κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1890 παραιτήσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἕνεκα τῶν ἐπελθόντων ἀτυχημάτων εἰς τραπεζικοὺς οἴκους τοῦ Λονδίνου, τῆς ἀποκαλυφθείσης δὲ ἀθλιότητος ἐν τοῖς οἰκονομικοῖς τῆς Ἀργεντινῆς Δημοκρατίας. Τὰ 5% δάνεια τῆς Ἑλλάδος, ἀπὸ 467.50, ὅσον ἐτιμῶντο κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1890, ὅτε ἀνήλθομεν εἰς τὴν ἀρχὴν, εἶχον μειωθῆ εἰς 385, καὶ τὰ 4% ἀπὸ 380 εἶχον μειωθῆ εἰς 300· ἀλλὰ καὶ τῆς Banque d'Escompte εἶχον μειωθῆ ἀπὸ 580 εἰς 405, καὶ τῆς Banque de Paris ἀπὸ 870 εἰς 705, καὶ τοῦ Crédit Foncier ἀπὸ 1285 εἰς 1190, καὶ τοῦ Comptoir National d’ Éscompte ἀπὸ 630 εἰς 525, καὶ τοῦ Crédit Lyonnais ἀπὸ 805 εἰς 770, καὶ τοῦ Mobilier ἀπὸ 430 εἰς 235. Ὅθεν ἡ μείωσις τῶν Ἑλληνικῶν ἀξιῶν δὲν προῆλθεν ἐξ εἰδικῶν αἰτίων, ἐγκειμένων ἐν αὐταῖς, ἀλλ’ ἐκ γενικῶν αἰτιῶν, αἵτινες ἐπηρέαζον πάντων τῶν Κρατῶν τὰς ἀξίας. Ἀλλ’ ἡ ἀκρίβεια, μεθ’ ἧς ἐξετελέσαμεν τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν κατὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν τοῦ 1891, πληρώσαντες τοὺς τόκους πρὸ τῆς τεταγμένης προθεσμίας, συνετέλεσεν εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν τιμῶν τῶν Ἑλληνικῶν ἀξιῶν, ἥτις ἐξηκολούθησε μέχρι τῆς 8 Ἰανουαρίου 1892, ὅτε ἐπῆλθε ῥαγδαία ἡ ὑποτίμησις αὐτῶν. Ἡ ὑποτίμησις αὕτη δὲν ἦτο γενικὴ τῶν ἀξιῶν πάντων τῶν Κρατῶν, ἀλλ’ εἰδικὴ τῶν Ἑλληνικῶν ἀξιῶν. Μεγάλη προσφορὰ ἑλληνικῶν χρεωγράφων ἐν Λονδίνῳ καὶ ἐν Βερολίνῳ πρὸς πώλησιν, καὶ τὰ πλεῖστα τούτων ἐστέλλοντο ἐξ Ἀθηνῶν, ἢ ἐτίθεντο εἰς πώλησιν κατ’ ἐντολὴν τραπεζιτῶν τῶν Ἀθηνῶν. Ἔπιπτον δὲ τὰ ἑλληνικὰ χρεώγραφα, ἐνῷ ὑψοῦτο ἡ τιμὴ τῶν χρεωγράφων τῶν ἄλλων Κρατῶν, καὶ αὐτὰ τὰ Ἀργεντινὰ τοῦ 1886, τὰ ὁποῖα, ἐνῷ κατὰ τὴν 1 Φεβρουαρ. 1892 ἐτιμῶντο 59¼, κατὰ τὴν 28 τοῦ αὐτοῦ μηνὸς εἶχον ἀνατιμηθῆ εἰς 63¾ καὶ 64. Τὴν κατὰ Ἰανουάριον ὑποτίμησιν τῶν Ἑλληνικῶν ἀξιῶν ἐπήνεγκον αἱ παραγγελίαι πρὸς πώλησιν μεγάλων ποσῶν, ὅσαι δὲ τοιαῦται ἐδόθησαν ἐξ Ἀθηνῶν δὲν μοὶ εἶναι ἄγνωστοι· ἀλλ’ ἡ προβᾶσα μετὰ τὸν Φεβρουάριον, καθ’ ὃν ἡμεῖς ἀπηλλάγημεν τῆς ὑπηρεσίας, διατὶ προῆλθε; Διατὶ οἱ διαδεχθέντες ἡμᾶς, οἵτινες διέλαμπον διὰ τὴν ἱκανότητά των, ὡς ἔλεγον καὶ αὐτοὶ οὗτοι, δεχθέντες ἵνα ἀναπληρώσωσι τὴν ἀνεπάρκειαν ἡμῶν, δὲν συνετέλεσαν εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν τιμῶν τῶν Ἑλληνικῶν ἀξιῶν; Τέλος πάντων ἐπεφάνη καὶ κατέλαβε τοὺς οἴακας τῆς Πολιτείας ἐκεῖνος, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα γαλβανίζει τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος· διατὶ δὲν ἀπήστραψεν αὕτη; Τοῦ ἑλληνικοῦ δανείου τῶν 5% τοῦ 1881 ἡ τιμὴ μετὰ τὴν 1/13 Ἰουνίου εἶχεν ὑψωθῆ κατὰ τρεῖς μονάδας, ἤτοι μέχρις 81¾, ἀλλὰ μετὰ τὸν σχηματισμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ Ὑπουργείου ὑπετιμήθη εἰς 79½. Τοιαύτην ἐνήσκησεν ἐπιῤῥοὴν ἡ εἴδησις τοῦ ἀποτελέσματος τῶν ἐκλογῶν τῆς 3 Μαΐου, καθ’ ὃν χρόνον τὰ Ἀργεντινὰ (cedulas) ἀπὸ 18 ἀνῆλθον εἰς 28, καὶ τὰ Ἱσπανικὰ ἀπὸ 56½ εἰς 64! Καὶ ἐν Ἑλλάδι, κατὰ τὰς ἡμέρας, κατὰ τὰς ὁποίας ἐψηφίζοντο ἐν τῇ Βουλῇ οἱ φορολογικοὶ νόμοι, καὶ ηὔξανον δι’ αὐτῶν τὰ ἔσοδα κατὰ ἑκατομμύρια, κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος ἐπέμενεν εἰς 140 καὶ 145 καὶ 144. Ὑποθέσατε εἰς ποίαν Βαβυλῶνα ἤθελε μεταβληθῆ ἡ δυστυχὴς αὕτη χώρα, ἂν καὶ ἡμεῖς ἐπράττομεν ὅ,τι ἔπραττον κατὰ Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον αἱ ἐφημερίδες, αἵτινες δὲν διέκειντο φιλικῶς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ἂν καὶ ἡμεῖς ἐκραυγάζομεν πρὸς τὸν λαὸν καὶ ἱκετεύομεν τὸ Στέμμα, παριστῶντες ὅτι ἡ κατάστασις ἦτο ἀφόρητος, διότι τὸ συνάλλαγμα ἐτιμᾶτο τότε 140 καὶ 142 λεπτά! Ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος εἶναι τὸ μέτρον τῆς ζητήσεως καὶ τῆς προσφορᾶς τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ συναλλάγματος, ἡ δὲ τιμὴ τοῦ χρυσοῦ δὲν θέλει ὑποτιμηθῆ μόνον διὰ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ κυκλοφοροῦντος ποσοῦ τῶν τραπεζογραμματίων· διότι εἶναι μὲν εἷς τῶν παραγόντων τὴν ἀνισοῤῥοπίαν μεταξὺ τῆς τιμῆς τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου ἡ πληθώρα τοῦ κυκλοφοροῦντος ποσοῦ αὐτῶν, πλὴν ὅμως τούτου καὶ ἄλλος εἶναι παράγων, ἡ ὑπεροχὴ τοῦ ἐξαγομένου ποσοῦ τοῦ χρυσοῦ ἐν σχέσει πρὸς τὸ εἰσαγόμενον. Ὅθεν ἡ ζήτησις τοῦ χρυσοῦ ἕνεκα τῆς μεγαλειτέρας ἐξαγωγῆς αὐτοῦ, καὶ ἡ ὑποτίμησις τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου ἕνεκα τοῦ ὑπερβάλλοντος ποσοῦ, ὅπερ ἐτέθη ἐν κυκλοφορίᾳ, ἐπιφέρουσι τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ χρυσοῦ. Ἂν δὲ δὲν δυνηθῶμεν νὰ ἄρωμεν τοιαύτην ἀνισοῤῥοπίαν διὰ τῆς διοικήσεως τῶν οἰκονομικῶν, θέλομεν ἔχει πάντοτε τὴν νομισματικὴν ταύτην ἀνωμαλίαν. Ἂν δὲ προνοήσωμεν μόνον περὶ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἐν κυκλοφορίᾳ ποσοῦ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, θέλομεν μειώσει, ἀλλὰ δὲν θέλομεν ἄρει τὴν ἀνωμαλίαν. Ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ δανειζώμεθα κατ’ ἔτος, ἠθέλομεν μονιμοποιήσει τὴν τιμὴν τοῦ χρυσοῦ· ἀλλὰ τοῦτο ἀποβαίνει δύσκολον, ἂν δὲν καταδειχθῇ ὅτι εἶναι ἀδύνατον. Ἂν δὲ δὲν δανειζώμεθα καὶ δὲν εἰσάγωμεν χρυσὸν, ἡ κατάστασις αὕτη θέλει εἶσθαι ἡ συνήθης κατάστασις τοῦ τόπου, ἐν ὅσῳ δὲν ἐνισχύσωμεν τὴν παραγωγὴν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ μειώσωμεν τὰς ἀνάγκας ἡμῶν, καὶ ἑπομένως τὸ ἐξαγόμενον ποσὸν χρυσοῦ διὰ τὴν εἰσαγωγὴν ἐμπορευμάτων ἢ προϊόντων, ἐν ὅσῳ ὡσαύτως δὲν ἐνισχύσωμεν τὴν βιομηχανίαν ἡμῶν, ὅπως μειώσωμεν τὴν εἰσαγωγὴν ξένων βιομηχανημάτων. Τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ἐντὸς βραχέος χρόνου, ἀλλὰ μετὰ σειρὰν ἐτῶν, κατὰ τὴν σειρὰν δὲ ταύτην τῶν ἐτῶν πρέπει νὰ μὴ διοικηθῶσι τὰ οἰκονομικὰ ὅπως διῳκήθησαν μέχρι τοῦδε. Ἀλλ’ ὅταν ἀκούω τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ζητοῦντος νὰ παραστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ἔννοια τῆς 3 Μαΐου δηλοῖ τὴν ὑπὸ τοῦ λαοῦ ἐπιδοκιμασίαν τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς αὐτοῦ, βεβαίως ἀμφιβάλλω, ἂν θέλῃ βελτιωθῇ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους ἡ κυβέρνησις. Ὁ Mirabeau ἔλεγε: «Διὰ νὰ ἦναί τις κυβερνήτης, πρέπει νὰ ἦναι μέγας, νὰ γνωρίζῃ δὲ νὰ ἦναι δίκαιος· διὰ νὰ συμπράττῃ δὲ εἰς τὴν νομοθετικὴν λειτουργίαν τῆς πατρίδος του, πρέπει νὰ ἦναι εὐλαβὴς πρὸς τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν, νὰ σέβηται δὲ τὴν ἀλήθειαν.»

§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 3 καὶ 10′ μ. μ.). (Περὶ ὥραν 7 μ. μ. γενομένης ἀπαρτίας, ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις).

§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῶν ὑποβληθεισῶν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δηλώσεων περὶ τῶν ἐπενεχθεισῶν μεταβολῶν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1892. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 330). Διάφοροι κάτοικοι τοῦ δήμου Λετρίνων τῆς Ἠλείας διὰ τηλεγραφήματός των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἐπιψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπιβολῆς νέου δημοτικοῦ φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος ὑπὲρ τοῦ δήμου Λετρίνων. Διάφοροι κάτοικοι τοῦ χωρίου Ὠρεῶν τῆς ἐπαρχίας Ξηροχωρίου παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ τοὺς ἀπαλλάξῃ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἕνεκα τῆς καταστροφῆς, ἣν ἔπαθον οἱ δημητριακοὶ καρποὶ ἐν τῷ χωρίῳ των.

§25ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ τὰς ὑποβληθείσας δηλώσεις, παρατηρῶ, ὅτι μεταφέρεται εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν ἐσόδων τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀφ’ ἑτέρου ὅμως δὲν ἀναγράφονται καὶ τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἐξετελοῦντο παρὰ τοῦ ταμείου τούτου μέχρι σήμερον, διότι ἀναγράφεται ποσὸν 1,875,000. Κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ἐπιψηφισθέντα καὶ ἰσχύοντα σήμερον, αἱ δαπάναι τοῦ ταμείου τούτου ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς 3,547,000· ἀναγραφομένων λοιπὸν μόνον δαπανῶν 1,875,000, μένουν 1,672,000, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐδαπανήθησαν. Θὰ πληρωθῶσιν αὗται καὶ πόθεν θὰ πληρωθῶσιν;

§26Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀνήγγειλα τοῦτο καὶ τὴν πρωΐαν, ὅτε ὑπέβαλον τὴν δήλωσιν. Εἶπον, ὅτι ἀναγράφονται κατ’ αὐτὴν ὁλόκληρα τὰ ἔσοδα τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, διότι τοιαῦτα εἰσέτι δὲν εἰσεπράχθησαν, τὰ ἔξοδα ὅμως τὰ μέχρι τοῦδε κατεβλήθησαν πάντα, τῶν μισθῶν πληρονομένων μηνιαίως. Οὐδεμίαν σημασίαν ἔχει τὸ ἑτεροσκελὲς τῆς ἀναγραφῆς οὔτε κατ’ οὐσίαν, οὔτε κατ’ ἐπίφασιν, διότι ὁ θέλων νὰ ἐπιδοθῇ εἰς μελέτας, καὶ ν’ ἀποδυθῇ εἰς συζητήσεις, θὰ στηριχθῇ ἐπὶ τῶν ὑπολογισμῶν, οὓς ἐγὼ μάλιστα ἀνήγγειλα, καὶ καθ’ οὓς, ἕνεκα λόγων τυπικῶν, τὰ μὲν ἔξοδα ἀναγράφονται σχεδὸν πάντα, τῶν δὲ ἐσόδων τὰ ἡμίση μόνον, καὶ τοῦτο διὰ τὸ ἔτος 1892, τῆς ἀναγραφῆς γενησομένης πλήρους κατ’ ἀμφότερα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1893. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις ταύτας, νομίζω, ὅτι διηυκρινήθη ὁ χαρακτὴρ τοῦ ζητήματος, ὡς ἀποκλειστικῶς λογιστικοῦ καὶ ἐστερημένου ἐνδιαφέροντος κατ’ οὐσίαν.

§27ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὥστε συμφωνεῖτε, ὅτι...

§28Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ παρατήρησις ὑμῶν εἶναι ὀρθὴ κατ’ οὐσίαν, λογιστικῶς ὅμως ἔπρεπε νὰ γένηται οὕτως ἡ ἐγγραφή.

§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιψήφισις εἰς γʹ συζήτησιν τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς καὶ τῶν ζώων.

§30ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 26, νομίζω, ἐλλείπει ἓν ἄρθρον, «τὸ», διὰ νὰ καταστήσῃ τὴν ἔννοιαν τελειοτέραν.

§31Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι εἶναι τελειότερον οὕτως, εἰς ἔνδειξιν ὅτι δὲν εἶναι τὸ μέρος καθωρισμένον, ἀλλ’ εἶναι μέρος κατὰ τὰς συμφωνίας.

§32ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὥστε ἐννοεῖτε μέρος, ἐὰν ὑπάρχῃ μέρος.

§33Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ναί· καὶ ἵνα ἐκφράζηται τοῦτο, πρέπει νὰ μὴ προστεθῇ τὸ ἄρθρον.

§34ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ τεθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, διὰ νὰ λείψῃ πᾶσα ἀμφιβολία.

§35Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δύναται ν’ ἀναγραφῇ ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ἀφοῦ ἐγένετο ἡ ἐρώτησις καὶ ἐδόθη ἡ ἀπάντησις· ἀλλὰ δὲν βλέπω κίνδυνον παρεξηγήσεως ἐνταῦθα, διότι ἄνευ τοῦ ἄρθρου ἡ ἔννοια τῆς περιόδου εἶναι, ὅτι θὰ ἀποδοθῇ μέρος κατὰ τὰς συμφωνίας, ἐὰν ὑπάρχωσι συμφωνίαι. Νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι συμφωνότερον πρὸς τὴν παρατήρησιν, ἣν χθὲς ὑπεβάλετε· διότι ἡ παρατήρησις ὑμῶν ἡ χθεσινὴ, ἥτις ἐγένετο δεκτὴ, ἀφεώρα εἰς τοῦτο, νὰ παρακολουθήσωμεν τὰς συμφωνίας καὶ νὰ μὴ καθορίσωμεν ἡμεῖς ἐκ τῶν προτέρων τὰ ἐν ταῖς συμφωνίαις, διότι τὰ προηγούμενα καὶ ὁ νόμος ὁ τέως καθώριζον ἐκ τῶν προτέρων τὰς συμφωνίας, ὡσανεὶ παρηκολούθουν τὰς ἀναλογίας τῆς διανομῆς τῆς προσόδου, ἐνῷ ἤδη δὲν ἐπεμβαίνει ὁ νόμος εἰς ταῦτα, ἀλλ’ ἀποδέχεται πᾶσαν ἀναλογίαν, ἣν αἱ συμφωνίαι ἤθελον καθορίσει, ἢ ἔστω καὶ τὴν μὴ ἀπόδοσιν μέρους, ἐὰν μὴ ὑπάρχωσι τοιαῦται συμφωνίαι.

§36ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἢ τὴν λῆψιν τοῦ ὅλου;

§37Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὰς δύο τελευταίας συζητήσεις, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).

§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ Γενικοῦ Λογιστηρίου.

§39ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο προτείνει τὴν ἀκύρωσιν νόμου, ψηφισθέντος κατὰ τὸ 1891. Νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν ἐν περιλήψει νὰ μάθῃ ἡ Βουλή, τί ἦτο ὁ νόμος ὁ ἀκυρούμενος, καὶ τί προτίθεται τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ συζητήσωμεν, ἐν στιγμῇ μάλιστα τοιαύτῃ, κατεπειγούσῃ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἄλλα ἔργα σπουδαιότερα ἑλκύουσι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὸν νόμον τὸν ἀκυρούμενον, ἐδίδετο ἄδεια εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν θεωρήσῃ ἀναγκαῖον, νὰ δώσῃ εἰς τὸν διευθυντὴν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου τὸν τίτλον Γενικοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Λογιστικοῦ τοῦ Κράτους. Ἔδιδεν ὠφελείας τινὰς εἰς τὸ πρόσωπον τοῦτο ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν εἶχε τεσσαρακονταετῆ ὑπηρεσίαν ἐν τῷ οἰκονομικῷ κλάδῳ. Σήμερον, ἀντὶ τούτου, ἐρχόμεθα νὰ πλάσωμεν τὸν τίτλον τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τοῦ δημοσίου λογιστικοῦ ἄνευ λόγου τινὸς, μόνον ὅπως δώσωμεν ἕνα τίτλον τιμητικὸν εἰς τι πρόσωπον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου τοῦ τυπικοῦ, ὑπάρχει οὐσιαστική τις διάταξις, κατ’ ἐμὲ λίαν ἐπιβλαβὴς, καὶ ἡ οὐσιαστικὴ αὕτη διάταξις εἶναι ἡ κατάργησις τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων χρεῶν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει πάντοτε τὴν ὄρεξιν τῆς ἀντικαταστάσεως, εἰ δυνατὸν, πάσης τῆς νομοθεσίας ἡμῶν. Ἐσέβετο ἐνίοτε τὰ ἴδιά του ἔργα, καὶ ὅτε ἀκόμη δὲν ἦσαν καλά· σήμερον φαίνεται, ὅτι δὲν σέβεται πλέον τὰ ἴδιά του ἔργα, καὶ ὅταν ὦσι καλά. Ἐκ τῶν καλῶν δὲ αὐτοῦ ἔργων εἶναι καὶ ὁ σχηματισμὸς ἰδιαιτέρου τμήματος τοῦ δημοσίου χρέους, διότι διὰ τῆς λειτουργίας αὐτοῦ θὰ ᾖ δυνατὸν νὰ φέρωμεν τάξιν τινὰ εἰς τὸν κλάδον τοῦτον τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, ὅστις ἦτο σχεδὸν ἐν παραλυσίᾳ. Ὁ κλάδος οὗτος τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, ἐκτὸς τῶν ἐγγραφῶν, τῶν διαφόρων καὶ σπουδαίων, τὰς ὁποίας ἔχει νὰ ἐνεργήσῃ, ἔχει συνάμα καὶ τὸν ἔλεγχον τῆς κινήσεως τῶν χρεωγράφων καὶ τοκομεριδίων. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, ὅτε εἰσῆλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, εὗρον δεκάδας χιλιάδων ὁμολογιῶν ἐξοφληθεισῶν, κειμένας ἐν σωρείᾳ, ἄνευ ἐξελέγξεως, ἄνευ καταμετρήσεως· ἠσχολήθην κατὰ πρῶτον εἰς τὸ ἔργον τοῦτο, καὶ μετὰ πολλῶν μηνῶν ἐργασίαν ἐπῆλθε κἄποια τακτοποίησις, καὶ ἤρχισε τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον νὰ παραλαμβάνῃ τὰς ὁμολογίας ταύτας, αἵτινες εἶναι τίτλοι πληρωμῶν τοῦ Δημοσίου. Δὲν εἶχε περατωθῆ τὸ ἔργον, ὅτε ἀφῆκα τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ δὲν γνωρίζω, ποῦ εὑρίσκεται σήμερον. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλη ἐργασία, σπουδαιοτέρα ταύτης, ὁ ἔλεγχος ὁ θετικὸς ἐπὶ τῶν τίτλων τῆς πληρωμῆς τῶν τοκομεριδίων, τὴν ὁποίαν ἐνήργησαν διάφοροι Τράπεζαι. Ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἐπληρώσαμεν πλέον τῶν 200 ἑκατομμυρίων φράγκων διὰ τόκους καὶ χρεωλύσια τοῦ δημοσίου χρέους, τὴν πληρωμὴν δὲ ταύτην πρὸς τοὺς δικαιούχους τὴν ἐξετέλεσαν διάφοροι Τράπεζαι, αἵτινες δὲν παρέδωκαν εἰς τὸ Δημόσιον τὰ τοκομερίδια καὶ τοὺς τίτλους, τοὺς ὁποίους ἐξώφλησαν. Εἶναι ἐνδεχόμενον, κατ’ ἐμὲ, εἶναι πιθανὸν, ὅτι πολλὰ τοκομερίδια εἴτε διότι ἀπωλέσθησαν, εἴτε διότι δὲν ἐπαρουσιάσθησαν, θὰ μείνωσιν ἀπλήρωτα. Αἱ Τράπεζαι βεβαίως ἐκ τοῦ ὅλου τούτου τῆς δοσοληψίας θὰ ἔχωσιν ὑπόλειμμά τι, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζομεν, ὑπόλειμμά τι, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὸ Δημόσιον, ἂν παρῆλθε πενταετία ἀπὸ τῆς προθεσμίας, καθ’ ἣν ἕκαστον τοκομερίδιον, ἢ ἑκάστη κληρωθεῖσα ὁμολογία ἔπρεπε νὰ πληρωθῇ. Ὅτε ἐπλησίασα εἰς τὸ τέλος τῆς ἐργασίας τῆς τακτοποιήσεως τῶν ὁμολογιῶν τῶν ἐξοφληθέντων δανείων, εἶχον ἀρχίσει λαμβάνων καὶ μέτρα πρὸς τακτοποίησιν τῶν τοκομεριδίων· εἶχον προσκαλέσει τὰς Τραπέζας νὰ μοὶ ὑποβάλωσι τοὺς σχετικοὺς λογαριασμούς· ἀπήντησα δυσκολίας παρ’ αὐταῖς, δυσκολίας ὅμως, αἱ ὁποῖαι, ἀντὶ νὰ μὲ κάμωσι νὰ σταματήσω εἰς τὴν ἐνέργειάν μου ταύτην, ἀπ’ ἐναντίας μὲ ὤθησαν νὰ ἐπιμείνω. Δὲν γνωρίζω, τί ἀπέγεινε μετὰ ταῦτα, ἀλλὰ βεβαίως ἐπιβάλλεται καθῆκον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν νὰ τακτοποιήσῃ τοὺς διαφόρους τούτους λογαριασμοὺς, καὶ ὅπως ληφθῶσιν οἱ διάφοροι τίτλοι, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐγένοντο αἱ πληρωμαὶ, καὶ ὅπως ἐπανέλθῃ εἰς τὸ Δημόσιον πᾶν ποσὸν, μὴ πληρωθὲν παρὰ τῶν Τραπεζῶν, ὅσον δήποτε καὶ ἂν ἦναι τὸ ποσὸν τοῦτο. Τὴν ἐργασίαν ταύτην μόνον ἰδιαίτερον τμῆμα τοῦ δημοσίου χρέους, ἐργαζόμενον ἀποκλειστικῶς εἰς τὰ ἀφορῶντα αὐτὸ καὶ μετὰ πάσης τῆς δυνατῆς ἐπιβλέψεως, δύναται νὰ ἐκτελέσῃ. Βεβαίως τὸ Λογιστήριον, τὸ ὁποῖον ἐν πλείστοις κλάδοις αὐτοῦ εὑρίσκεται ἐν καθυστερήσει, πρὸ πάντων δὲ τὸ Λογιστήριον ὅπως διευθύνεται σήμερον, ὅτε, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ἐσταμάτησεν ὁ ἔλεγχος τῶν διαφόρων ὑπολόγων καὶ τῶν διαφόρων λογαριασμῶν, ὅπως εἶχε σταματήσει καθ’ ὅλον τὸ 1890, πρὸ πάντων λέγω, τὸ Λογιστήριον θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀδυναμίαν, ἐργαζόμενον ὅπως ἐργάζεται, νὰ ἐκτελέσῃ τὴν οὐσιώδη ταύτην ἐργασίαν. Οὐσιῶδες ὡσαύτως νομίζω καὶ τὴν ὕπαρξιν τῶν βιβλίων τῶν λογιστικῶν, τῶν ἀφορώντων εἰς τὰς διαφόρους πράξεις, τὰς σχετιζομένας μὲ τὰ δάνεια. Καὶ ἡ διατήρησις τῶν βιβλίων τούτων, κεχωρισμένη τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, τὸ ὁποῖον δύναται πάντοτε νὰ ἀκολουθῇ τὴν πορείαν τῶν δανείων, εἶναι ἔλεγχος ἀναγκαιότατος εἰς ἡμᾶς πρὸ πάντων, ὅπου τὸ ζήτημα τῶν δανείων μας εἶναι ζήτημα σπουδαιότατον καὶ λίαν πολύπλοκον, καθ’ ὃν τρόπον ταῦτα συνομολογοῦνται καὶ διαχειρίζονται. Ὥστε τὸ οὐσιαστικὸν μέρος τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι, κατ’ ἐμὲ, ἐπιβλαβὲς, τὸ τυπικὸν μέρος εἶναι μᾶλλον ἀστεῖον παρὰ σπουδαῖον. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο προτείνει ὡσαύτως καὶ ἓν ἄλλο μέτρον. Προτεῖνον τὴν ἀκύρωσιν τοῦ νόμου τοῦ 1891, καταργεῖ μίαν ἄλλην διάταξιν τοῦ νόμου ἐκείνου· ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἡ ἐπιτρέπουσα τὴν πρόσληψιν εἰς τὴν λογιστικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους λογιστῶν ὑπηρετησάντων ἐν ταῖς Τραπέζαις. Ἐπιτρέπεται, κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον, ἡ πρόσληψις λογιστοῦ, ὑπηρετήσαντος παρὰ Τραπέζῃ, πρὸς διεύθυνσιν τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων χρεῶν καὶ εἰς τὴν θέσιν γραμματέως ἐν τῷ Γενικῷ Λογιστηρίῳ. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ προσωπικὸν, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει τὴν σπουδαιοτέραν ἔλλειψιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Κράτους, εἶναι τὸ λογιστικὸν προσωπικόν. Ἔχομεν ἐλαχίστους καλοὺς λογιστάς· τὸ πλεῖστον τῶν ὑπηρετούντων ἐν τῇ λογιστικῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Κράτους εἶναι ἀσθενέστατον. Ἔχομεν ἀνάγκην, ἂν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν τακτικὸν λογιστικὸν, νὰ ἐξέλθωμεν τῶν ὁρίων τῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦμεν διὰ τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους, καὶ νὰ θεωρήσωμεν ὡς προσὸν τὴν ἐξάσκησιν ὑπηρεσίας λογιστικῆς παρά τινι Τραπέζῃ, ἂν θέλωμεν νὰ εὕρωμεν προσωπικὸν, δυνάμενον νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ λογιστικὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Καὶ ταύτην τὴν διάταξιν, νομίζω, ὅτι κακῶς ποιοῦν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τὴν ἀκυροῖ, ἀκριβῶς διότι ἐπωφελεστάτη διὰ τὸ Δημόσιον θὰ ἦτο ἡ πρόσληψις λογιστῶν, ἐργασθέντων παρά τινι ἀνεγνωρισμένη Τραπέζῃ καὶ ἐχόντων τὴν ἱκανότητα νὰ ἐργασθῶσιν εἰς τὸ Λογιστήριον. Ἕνεκα τούτων ὅλων, καὶ ἕνεκα ἀκριβῶς τῆς στιγμῆς ταύτης τῆς στενοχώρου, κατὰ τὴν ὁποίαν σπουδαιότερα ἄλλα ζητήματα πρέπει νὰ ἐφελκύσωσι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, νομίζω ὅτι εἶναι καλὸν νὰ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅπως μελετηθῶσιν ἀμφότερα τὰ ζητήματα, τό τε ζήτημα τῆς τακτοποιήσεως τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων χρεῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι σπουδαιότατον ζήτημα, καὶ τὸ ζήτημα τῆς εὑρέσεως λογιστῶν, οἱ ὁποῖοι ἐλλείπουσι παρ’ ἡμῖν. Δὲν νομίζω καλὸν νὰ προβῶμεν βιαστικά, ὅπως πρόκειται σήμερον νὰ προβῶμεν, εἰς τὴν ἐπιψήφισιν ἑνὸς τοιούτου νομοσχεδίου.

§40Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ σπουδαιότης τῆς ἐργασίας περὶ τῶν δημοσίων χρεῶν, ὡς καὶ ἡ σπουδαιότης τῆς λογιστικῆς ὑπηρεσίας, ὑπαγορεύουσιν εἰς τὴν Βουλὴν οὐχὶ μέτρον, ὁποῖον προτείνει ὁ κ. Βουλευτὴς, ἀναβολῆς τῆς τακτοποιήσεως τῶν περὶ τούτων, ἀλλὰ τὰ ὅλως ἀντίθετα· διότι εἶναι τῷ ὄντι ἡ σπουδαιοτέρα ἴσως τῶν ἐργασιῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἡ τῶν δημοσίων χρεῶν· ἡ δὲ διεύθυνσις τῶν δημοσίων χρεῶν εἶναι σπουδαιοτέρα ἴσως καὶ δυσχερεστέρα τῆς διευθύνσεως τοῦ Λογιστικοῦ τοῦ Κράτους κατὰ τὰ ἄλλα, εἶναι δυσχερεστέρα καὶ διότι παρ’ ἡμῖν ἐπ’ ἐσχάτων μόνον ἀνεπτύχθη ἡ ὑπηρεσία αὕτη, καὶ δὲν εἶναι ἠσκημένον τὸ προσωπικὸν εἰς τὰ τῆς διεξαγωγῆς αὐτῆς. Πρὸς ἐργασίαν οὕτω σπουδαίαν δὲν ἐπαρκεῖ διεύθυνσις ἁπλοῦ τμηματάρχου· δὲν παρέχει τὰς ἀπαιτουμένας ἐγγυήσεις. Ἐὰν εἶχεν ἡ παρ’ ἡμῖν ὑπηρεσία τὴν παρὰ μεγάλοις Κράτεσιν ἀνάπτυξιν, θὰ διωρίζετο, ὅπως ἀλλαχοῦ, διευθυντὴς ἀντὶ τμηματάρχου ἐπὶ τῶν δημοσίων χρεῶν, ὑπάλληλος τουτέστιν ἔχων βαθμὸν ἴσον πρὸς τὸν τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστικοῦ, καὶ θὰ διεῤῥυθμίζοντο τὰ τῆς ὑπηρεσίας ἐπὶ τῶν διαστάσεων τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου· ἀλλὰ τὰ παρ’ ἡμῖν δὲν ἐπιτρέπουσι περὶ τὰ τοῦ δημοσίου χρέους δαπάνην διευθύνσεως καὶ ὑπηρεσίας πολυτελοῦς. Ἐξ ἀνάγκης ἄρα, ἐὰν ζητῶμεν ἐχέγγυα ὑπηρεσίας τελειοτέρας, — καὶ ὀφείλομεν νὰ τὰ ζητῶμεν, — πρέπει τὸν προϊστάμενον τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων χρεῶν νὰ ὑπαγάγωμεν, ὡς ὑποδιευθυντὴν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ διευθυντοῦ, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον, καὶ ἂν ἔτι, ἀψηφοῦντες τὴν δαπάνην, ἠθέλομεν συστήσει διεύθυνσιν τοῦ δημοσίου χρέους, δὲν ἔχομεν τὸν δυνάμενον νὰ πληρώσῃ τὴν θέσιν τοῦ διευθυντοῦ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης γινώσκει, ὅτι τῶν δύο ἢ τριῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Λογιστικοῦ, τῶν ἐχουσῶν γενικώτερον χαρακτῆρα, δυσχερῶς συμπληροῦται τὸ προσωπικὸν τῆς διευθύνσεως, καὶ ὅτι μόλις εὑρίσκομεν ἕνα πρὸς διεύθυνσιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου...

§41ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οὔτε ἐκεῖ δὲν τὸν εὕρετε.

§42Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸν εὕρομεν ἄριστον, ἀλλὰ μόλις ἕνα, ὅπως μόλις ἕνα εὑρίσκομεν διὰ τὴν προεδρίαν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἢ καὶ διὰ τὴν θέσιν τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου παρὰ τῷ Συνεδρίῳ. Καίτοι ὀλίγαι αἱ ἀνώταται θέσεις, δὲν εὑρίσκομεν ἐπαρκὲς πρὸς τὴν πλήρωσιν αὐτῶν προσωπικὸν, ἀφοῦ μάλιστα συνέβη καὶ εἷς τῶν ἐπαρκεστέρων ἀπεχώρησεν ἐκ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, τραπεὶς πρὸς ἄλλας τύχας. Δὲν δυνάμεθα ἄρα καὶ δι’ ἔλλειψιν προσωπικοῦ νὰ προαγάγωμεν τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων χρεῶν εἰς διεύθυνσιν. Καὶ ἂν διορίσωμεν προϊστάμενον αὐτοῦ διευθυντὴν, θὰ ἔχῃ οὗτος τὰς γνώσεις, τὴν πεῖραν, τὴν ἐπιβολὴν συνήθους τμηματάρχου, τοῦτο δὲ ἀναντιῤῥήτως δὲν ἀρκεῖ ὡς ἐχέγγυον τοῦ Δημοσίου, καὶ τοῦτο ὑπηγόρευσε τὴν εἰσήγησιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἐθεωρήθη, ὅτι ὑπηρεσία τοσοῦτον σπουδαία, ὅσον παρεστήθη αὕτη ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, δέον ἵνα τελῇ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ ἀρίστου τῶν λειτουργῶν τοῦ Λογιστικοῦ, τοιοῦτος δὲ τυγχάνει βεβαίως ὁ Διευθυντὴς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Παρουσιάζει δὲ ἡ συγκέντρωσις καὶ ἄλλα πλεονεκτήματα, ἅτινα ὅμως θεωρῶ ὡς δευτερεύοντα, ἀφορῶν κυρίως, ὡς συνηγοροῦντα ὑπὲρ αὐτῆς, εἰς τὸν λόγον ὅτι, μὴ ὄντες ἐφωδιασμένοι εἰς ἐπαρκῆ καταρτισμὸν δύο ὑπηρεσιῶν ὁμοταγῶν, ὀφείλομεν, ἀφοῦ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ἐκ διαφόρων λόγων εἶναι ἐπαρκέστερον κατηρτισμένον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ, νὰ περιλάβωμεν καὶ τὴν τῶν δημοσίων χρεῶν, ὅπως λειτουργῇ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Ἑτέρα γνώμη τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἀφορῶσα εἰς διάταξιν τοῦ καταργουμένου νόμου περὶ διορισμοῦ ὑπαλλήλων τοῦ Λογιστηρίου, μὴ ἐχόντων τὰ προσόντα τοῦ γενικοῦ νόμου, τὰ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἐχόντων προσόντα ἐξ ἰδιωτικῆς ὑπηρεσίας παρὰ Τραπέζαις ἢ τραπεζίταις, αὕτη νομίζω ὅτι ἀπεδείχθη καὶ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἀλυσιτελής, εἶναι δὲ καὶ ἐπικίνδυνος, διότι τὸ προσὸν τῆς ἰδιωτικῆς ὑπηρεσίας δὲν ἀποτελεῖ φραγμὸν ἀποκλείοντα τοῦ διορισμοῦ τοὺς μὴ ἀποδεδειγμένως ἐντριβεῖς, ἀφοῦ ὁ Ὑπουργὸς θὰ δύνηται διὰ τῆς θύρας τοῦ προσόντος τούτου νὰ εἰσάξῃ εἰς τὸ προσωπικὸν τοῦ Λογιστικοῦ πάντα παρουσιάζοντα ἀποδείξεις ὑπηρεσίας παρ’ ἰδιώταις καὶ παρὰ Τραπέζαις, αἵτινες οὐδὲν δύνανται νὰ ἔχωσι τὸ κῦρος. Κῦρος ἐπίσημον καὶ ἀναμφισβήτητον παρέχει ἡ δημοσία ὑπηρεσία, ἢ ὁ συναγωνισμός, εἰς ἃ ἡ νομοθεσία περιορίζει τὸ προσὸν παρ’ ἡμῖν. Ἀλλὰ ψηφισθείσης διατάξεως, ἐπιτρεπούσης τὸν ἐπὶ προσόντι ἰδιωτικῆς ὑπηρεσίας διορισμὸν, ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ὑστέρων, ὅτι δὲν παρουσιάζονται σήμερον πρὸς εἰσαγωγὴν εἰς τὴν λογιστικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους οἱ ἔχοντες πεῖραν κεκτημένην παρὰ Τραπέζαις ἢ τραπεζίταις, διότι οἱ ὑπάλληλοι Τραπεζῶν καὶ τραπεζιτῶν, οἱ ἔχοντες ἀξίαν, δὲν ἀποφασίζουσι ν’ ἀνταλλάξωσι τὰς ἀπολαυὰς καὶ τὴν προσδοκίαν προόδου ἐν τῇ μὴ ἐπισήμῳ ὑπηρεσίᾳ ἀντὶ τῆς γλίσχρας ἀμοιβῆς τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας. Οὐδείς, νομίζω, διωρίσθη συνεπείᾳ τῆς διατάξεως ἐκείνης, διότι οὐδεὶς ἐκ τῶν παρουσιασθέντων ἐθεωρήθη ἔχων τὴν ἱκανότητα, ὅπως ἐργασθῇ χρησίμως, οὕτω προσλαμβανόμενος, ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Λογιστηρίου. Κατηργήθη ἄρα ἡ διάταξις, ἥτις ἠδύνατο νὰ βλάψῃ, ἡ ἀθετήσασα τὰς ἐγγυήσεις τῶν προσόντων τοῦ γενικοῦ νόμου, δὲν ἔβλαψε δὲ, ὅπως καὶ δὲν ὠφέλησεν, ὡς μὴ δυνηθεῖσα νὰ λειτουργήσῃ. Τρίτην παρατήρησιν ὑπέβαλεν ὁ κ. Βουλευτής, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὸν κατὰ τὸ νομοσχέδιον τίτλον τοῦ διευθύνοντος τὸ Γενικὸν Λογιστήριον. Ὁ τίτλος εἶναι παρεμφερὴς πρὸς τὸν τῇ πρωτοβουλίᾳ αὐτοῦ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, ὡς Ὑπουργοῦ, ἀποδοθέντα εἰς πρόσωπον ἐκτάκτως διοριζόμενον εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, εἶναι δὲ προσφυέστερος τοῦ σήμερον καθοριζομένου, ἤτοι τοῦ τίτλου Διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Δὲν εἶναι Γενικὸν τὸ Λογιστήριον, οὗτινος προΐσταται ὁ Διευθυντής, ἀλλ’ εἶναι ὁ προϊστάμενος Γενικὸς Διευθυντὴς τοῦ Λογιστικοῦ τοῦ Κράτους, καὶ τοῦτο ἁπλῶς ἐμφαίνει ὁ τίτλος, τὰς αὐτὰς περιέχων λέξεις τοῦ προηγουμένου, ἀλλ’ ἐν σειρᾷ καὶ προσαλλήλῳ σχέσει ἄλλῃ. Σπουδαιοτέρα ὅμως εἶναι ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν κατάργησιν τῆς διατάξεως τῆς ψηφισθείσης τῇ εἰσηγήσει αὐτοῦ καὶ ἐπιτρεπούσης τὸν ἔκτακτον διορισμὸν διευθυντοῦ ἀπολαύοντος προσωπικῶν προνομίων. Ἐπέκρινεν ὁ κ. Βουλευτὴς τὴν κατάργησιν τῆς διατάξεως, παραστήσας ταύτην ὡς μηδεμίαν ἐπαγομένην ἐπιβάρυνσιν εἰς τὸ Δημόσιον...

§43ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι, δὲν εἶπον τοῦτο· ἐπήγετο ἐπιβάρυνσιν ἐλαχίστην, καὶ ἔδιδε προνόμια ἄξια λόγου, ὅταν ὁ διοριζόμενος εἶχε τεσσαρακονταετῆ ὑπηρεσίαν ἐν τῷ οἰκονομικῷ κλάδῳ.

§44Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Παρέστησε λοιπὸν ὁ κ. Βουλευτὴς τὴν διάταξιν ὡς ἐλάχιστα παρέχουσαν προνόμια, εἰμὴ μόνον ἐὰν εἶχε τεσσαρακονταετῆ ὑπηρεσίαν ὁ διορισθησόμενος, ὅτε τὰ προνόμια ἦσαν ἄξια λόγου. Ἀλλ’ ἀκριβῶς περὶ τῆς περιπτώσεως ταύτης πρόκειται· διότι βεβαίως δὲν θὰ διωρίζετο ἄλλος ἢ ὁ ἔχων τεσσαρακονταετῆ ὑπηρεσίαν, καὶ εἰς τοῦτον παρεῖχε πλουσιοπάροχα τὰ δῶρα ἡ διάταξις· καὶ δὲν παρεῖχε πρὸς μόνον αὐτὸν, ζῶντα καὶ ὑπηρετοῦντα, τὰ δῶρα· ἰδίως μετὰ τὴν ἀποχώρησιν αὐτοῦ ἀπὸ τῆς ἐκτάκτου ταύτης ὑπηρεσίας παρεῖχεν εἰς αὐτὸν ὠφελείας εἰδικάς, σύνταξιν ἐπὶ μέτρῳ οὐχὶ τῷ συνήθει, ἀλλ’ ἐπὶ τῷ ἐκτάκτῳ μέτρῳ, τῷ κρατοῦντι παρὰ τοῖς ἰσοβίοις δικασταῖς· θ’ ἀπελάμβανεν ἄρα οὗτος καὶ ἡ οἰκογένεια αὐτοῦ, ἀντὶ τῆς τοῦ γενικοῦ νόμου συντάξεως, σύνταξιν Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ τοῦτο εἰς ἀμοιβὴν διετοῦς ὑπηρεσίας, ἴσως δὲ καὶ ἄνευ ὑπηρεσίας, ἐπὶ μόνῳ τῷ διορισμῷ· διότι ἐκινδύνευεν ἀκριβῶς νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος ἐπὶ τῷ τελευταίῳ τούτῳ ἀποτελέσματι, ἐὰν ἀληθῆ τὰ θρυληθέντα. Κατ’ αὐτά, εἶχεν ἀποφασισθῆ ἡ προαγωγὴ εἰς τὴν θέσιν ταύτην ἀνωτέρου ὑπαλλήλου, ἔχοντος τεσσαρακονταετῆ ἔντιμον καὶ χρήσιμον ὑπηρεσίαν, προαγωγὴ δεδικαιολογημένη ἄλλως καθ’ ὅλα, πλὴν μόνον, ὅτι θὰ ἐπληροῦτο δι’ αὐτῆς θέσις πάντῃ περιττή. Ἄν ἐξετελεῖτο ἡ ἀπόφασις, ἐπειδὴ τὴν θέσιν ταύτην ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ὡς τὰ νῦν συμβαίνοντα μαρτυροῦσι, θὰ κατήργει εὐθὺς ἔπειτα, συνέπεια τῆς καταργήσεως θὰ ἦτο, ὅτι πρὶν ἢ προφθάσῃ νὰ ὑπηρετήσῃ ἐν αὐτῇ ὁ προαχθεὶς ὑπάλληλος, θ’ ἀπεχώρει, ἀποκτῶν δι’ ἑαυτὸν καὶ διὰ τὴν οἰκογένειαν αὑτοῦ δικαίωμα συντάξεως ἐπὶ αὐξήσει τοῦ ὅρου πολλαπλασίᾳ τῆς...

§45ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι πολλαπλασίᾳ.

§46Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. .. πολλαπλασίᾳ τῆς παρεπομένης εἰς κανονικὴν προαγωγήν. Αὗται ἦσαν αἱ ζημίαι, εἰς ἃς θὰ ἐξετίθετο τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς διατηρήσεως ἐν ἰσχύϊ τοῦ ψηφισθέντος τῇ εἰσηγήσει τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης προσωπικοῦ θεσμοῦ. Ἐνομίσαμεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀφήσωμεν ἐκτεθειμένον τὸ Δημόσιον εἰς τὸν κίνδυνον τοιούτων ζημιῶν. Ὑφ’ ἁπάσας ἄρα τὰς ἐπόψεις ταύτας, τὸ νομοσχέδιον οὐ μόνον λυσιτελὲς εἶναι πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἐπεῖγον. Πλὴν δὲ τῶν διατάξεων, ἐφ’ ὧν προεκάλεσαν τὴν προσοχὴν ὑμῶν αἱ παρατηρήσεις τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, περιλαμβάνει τὸ νομοσχέδιον καὶ ἄλλας, συντελεστικὰς πρὸς τακτοποίησιν τῆς ὑπηρεσίας, καὶ τὰς παρεχούσας εἰς τὸν Διευθυντὴν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἢ Γενικὸν Διευθυντὴν τοῦ Λογιστικοῦ τοῦ Κράτους, πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν ὑπολόγων, ἥτις ὑπόσχεται τὴν ἔγκαιρον καὶ ἀνελλιπῆ ὑποβολὴν τῶν λογαριασμῶν τῶν ὑπολόγων. Τοιούτων ὄντων τῶν σκοπῶν τοῦ νομοσχεδίου, οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ἵνα ματαιώσωμεν αὐτοὺς, ἀποδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ περὶ ἀναβολῆς, ὑπάρχουσι δὲ λόγοι ἐπιτακτικοὶ, ἵνα σπεύσωμεν εἰς τὴν πλήρωσιν αὐτῶν, ψηφίζοντες τὸ νομοσχέδιον.

§47ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ τρόπος, μεθ’ οὗ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περιέγραψε τὰ ὀφέλη, τὰ ὁποῖα θὰ εἶχεν ὁ διορισθησόμενος τυχὸν Γενικὸς Διευθυντὴς τοῦ Λογιστικοῦ τοῦ Κράτους κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον, δύναται νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ὑποθέσῃ ὅτι οὗτος ἐπρόκειτο νὰ ὠφεληθῇ κολοσσιαίαν ὠφέλειαν. Ὄχι· τὰ ὀφέλη, τὰ ὁποῖα θὰ εἶχεν, ἐν ἐνεργείᾳ μὲν δὲν παρεῖχον εἰς αὐτὸν οὐδὲν τῶν ὅσων ἐλάμβανεν ἐκ τῆς θέσεως, ἣν κατεῖχε, διότι τὸ πρόσωπον, περὶ τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο, καὶ τὸ ὁποῖον γνωρίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἶχεν ἀκριβῶς τὸν μισθὸν, τὸν ὁποῖον ἤθελε λάβει διοριζόμενον Γενικὸς Διευθυντὴς τοῦ Λογιστικοῦ τοῦ Κράτους. Οὐδὲ μία δραχμὴ θὰ προσετίθετο εἰς τὸν μισθόν του. Ἑξακοσίας δραχμὰς ἐλάμβανεν ἐκ τῆς θέσεως, ἣν κατεῖχεν, ἑξακοσίας δραχμὰς ἤθελε λαμβάνει διοριζόμενος Γενικὸς Διευθυντὴς τοῦ Λογιστικοῦ τοῦ Κράτους.

§48Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ τὸ Δημόσιον θὰ τὰς ἐπλήρονε δίς.

§49ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀποσυρόμενος ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ὡς σύνταξιν ἤθελε λάβει τὸ ὅλον τοῦ μισθοῦ του.

§50Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ προσώπου, πρόκειται περὶ τοῦ Δημοσίου. Τὸ Δημόσιον θὰ ἐπλήρονε μισθὸν, ὃν ἄνευ τοῦ νομοσχεδίου δὲν θὰ ἐπλήρονε, καὶ τοῦτον τὸν μισθὸν θὰ ἐπλήρονεν ὁλόκληρον ὡς σύνταξιν εἰς τὸν ἀποχωροῦντα.

§51ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μετὰ τεσσαρακονταετῆ ὑπηρεσίαν ὁ ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος ἤθελε λάβει τὴν θέσιν, θὰ εἶχε καὶ ἄνευ τοῦ νομοσχεδίου τὰ ¾ τοῦ μισθοῦ του σύνταξιν, τουτέστι 450 δραχμὰς κατὰ μῆνα. Ἀντὶ τῶν 450 δραχμῶν, κατὰ τὸ νομοσχέδιον θὰ ἐλάμβανεν 600. Τοῦτο εἶναι τὸ μέγα κέρδος καὶ ὁ μέγας κίνδυνος, τὸν ὁποῖον ἐτρέχομεν. Τὸ ζήτημα τῆς προσλήψεως λογιστῶν, ὑπηρετησάντων εἰς Τραπέζας, δὲν εἶχεν ἀποτύχει καθ’ ὁλοκληρίαν, ὡς παρέστησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀπ’ ἐναντίας εἶχον παρουσιασθῆ πρόσωπα, καὶ ἐγὼ αὐτὸς ἤμην εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς ἱκανότητος αὐτῶν, καὶ μάλιστα ἓν τῶν προσώπων τούτων ἦτο λίαν κατάλληλον, καὶ τὸ ὁποῖον ἤθελε διορισθῆ, ἐὰν ἄλλα ἴδια αὐτοῦ συμφέροντα δὲν τὸ ἐμπόδιζον.

§52Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο εἶπον ἀκριβῶς.

§53ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἦσαν δύο ἢ τρία πρόσωπα τοιαῦτα. Νομίζω δὲ, ὅτι τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων χρεῶν μόνον παρὰ τοιούτων ὑπαλλήλων δύναται νὰ ὀργανωθῇ καὶ διευθυνθῇ ἀποτελεσματικῶς· παρὰ τῶν ὑπαλλήλων τῶν ἀσχολουμένων εἰς τὴν κυρίως ταμιευτικὴν ὑπηρεσίαν ἡμῶν, τῶν ἐχόντων τὰ προσόντα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, δυσκόλως θὰ διοργανωθῇ. Τὸ ζήτημα τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Λογιστηρίου ἐξασκεῖται σήμερον διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ. Ὥστε οὐδὲν κατεπεῖγον παρουσιάζει. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει κατεπεῖγον, εἶναι ὁ τίτλος, εἶναι δὲ αὐτὸς τίτλος ἁπλοῦς· διότι, ἐὰν ἦτο πραγματικὸς τίτλος, καὶ εἶχε καὶ θετικὰ ἀποτελέσματα, ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς τοῦ Λογιστικοῦ τοῦ Κράτους δὲν θὰ περιωρίζετο μόνον εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον καὶ τὴν διεύθυνσιν αὐτοῦ, ἀλλὰ θὰ εἶχε καὶ δικαιοδοσίαν ἐπὶ ὅλων τῶν Λογιστηρίων τοῦ Κράτους, ἐπὶ ὅλων τῶν Λογιστηρίων τῶν Ὑπουργείων, τὴν ὁποίαν δικαιοδοσίαν δὲν θὰ ἔχῃ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα οὐδὲν παρουσιάζει τὸ κατεπεῖγον, ἐκτὸς μόνον τῆς ἐπιθυμίας νὰ τιτλοφορήσωμεν πρόσωπόν τι· κατὰ τὰ ἄλλα βεβαίως δὲν παρουσιάζει τίποτε τὸ κατεπεῖγον· βεβαίως δὲ θὰ φέρῃ κακὰ ἀποτελέσματα διὰ τῆς μεταβιβάσεως τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων χρεῶν εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, τοῦ ὁποίου, ὡς εἶπον, καὶ οἱ ἄλλοι κλάδοι, οἱ τυπικώτεροι, οἱ ἁπλούστεροι, σήμερον δὲν λειτουργοῦσιν, ὡς ἔδει νὰ λειτουργῶσι.

§54ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ κλάδος τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας χωλαίνων ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ, εἶναι βεβαίως ὁ κλάδος τοῦ Λογιστικοῦ τοῦ Κράτους. Καὶ τρανὰ ἔχομεν περὶ τούτου δείγματα· ἔχομεν τὸ δεῖγμα τῆς ἀνακαλύψεως ἐκ μέρους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τῆς καταχρήσεως τῶν 6 ἑκατομμυρίων, ἔχομεν τὴν κατάστασιν ἐν γένει τοῦ δημοσίου Λογιστηρίου, ὅπου οὐδὲ οἱ λογαριασμοὶ τῶν ὑπολόγων ἐξελέγχονται, οὐδὲ εἶναι εἰς κατάστασιν τὸ Λογιστήριον νὰ παρέχῃ ὕλην εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ὥστε τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον νὰ δύναται νὰ φθάσῃ εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν λογαριασμῶν καὶ νὰ παρουσιάζῃ ἀπολογισμούς, καὶ ἐν γένει νὰ προέρχηται εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς διαχειρίσεως τῆς ἐθνικῆς περιουσίας. Διὰ τοῦ νόμου τούτου θεραπεύονται αὐτά; Δὲν πιστεύω· ὅπως δὲν ἐθεραπεύθη οὐδεμία ἔλλειψις τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας διὰ τῶν πολλῶν νομοθετημάτων, τῶν ὁποίων τὸ ἓν διαδέχεται τὸ ἄλλο. Τοιουτοτρόπως νομίζω, ὅτι καὶ ὁ νόμος οὗτος μεταβάλλει ἓν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐλειτούργει... πρὸ πόσου καιροῦ ἐλειτούργει τὸ σύστημά σας, κύριε Καραπάνε, διὰ τὰ δάνεια;

§55ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἤρξατο λειτουργοῦν διὰ τοῦ τμήματος. Τώρα δὲν ἠξεύρω ποῦ εὑρίσκεται.

§56ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Λοιπὸν μεταβάλλεται καὶ τὸ σύστημα τοῦτο τώρα, καὶ βεβαίως τὴν σύγχυσιν θὰ φέρωμεν εἰς τὴν λογιστικὴν τοῦ Κράτους ὑπηρεσίαν, καὶ οὐδεμίαν ὠφέλειαν θὰ ἔχωμεν. Πάσχει δὲ ὁ τόπος ἐκ τούτου, ἴσως ἕνεκα τῆς συχνῆς μεταβολῆς τῶν ὑπαλλήλων, πάσχει ἀπὸ ἔλλειψιν λογιστῶν. Καὶ ἡ σκέψις τοῦ κ. Καραπάνου, τοῦ νὰ προστρέξωμεν εἰς τοὺς λογιστὰς τῶν Τραπεζῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὑπάρχουσι διακεκριμένοι λογισταὶ — τοῦτο εἶναι πασίγνωστον — βεβαίως εἶναι ἓν μέτρον, ὅπερ ἠδύνατο νὰ παράσχῃ εἰς ἡμᾶς λογιστὰς ἱκανούς, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ φέρωμεν μίαν τάξιν εἰς τὸ Λογιστικὸν τοῦ Κράτους, διότι σήμερον εἶναι, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, σὰν τῆς τρελλῆς τὰ μαλλιά· δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν κἀνεὶς, ἀφ’ ἧς μάλιστα ἀπεμακρύνθη ὁ κύριος Λεβίδης ἀπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Λογιστηρίου, δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν κἀνεὶς νὰ δώσῃ ἕνα λογαριασμὸν, ὁ ὁποῖος νὰ ἦναι ἀκριβής. Δύναται νὰ βλέπῃ τις ὁρμαθὸν λογαριασμῶν· ἀλλ’ ὅταν θελήσῃ νὰ κάμῃ τὴν ἐξέλεγξιν, ἵνα φθάσῃ εἰς τὴν ἀλήθειαν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρῃ ὕλην, νὰ ἔχῃ στηρίγματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ φθάσῃ εἰς ἕνα ἔλεγχον ἀκριβῆ. Διὰ τοῦτο καὶ βλέπομεν, ὅτι γίνονται συζητήσεις ἀδιακόπως ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων, καὶ ἂν πιάσῃ τις τοὺς ἀριθμοὺς τοῦ ἑνός, λέγει ἰδοὺ ἡ ἀλήθεια! μετ’ ὀλίγον ἀκούει τοὺς ἀριθμοὺς τοῦ ἄλλου, καὶ λέγει πάλιν ἰδοὺ ἡ ἀλήθεια! Καὶ ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον, ὥστε ἡ ἐπιστήμη, ἡ ὁποία θεωρεῖται ἡ μᾶλλον ἀνθρωπίνως ἀκριβής, ἡ λογιστική, νὰ ἦναι τὸ μεγαλείτερον ψεῦδος. Διὰ τοῦτο ἀντιτάσσομαι, ὡς ἀντετάχθην καθ’ ὅλων τῶν νομοθετικῶν μεταβολῶν, ἀντιτάσσομαι καὶ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου.

§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει, τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου).

§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).

§59ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν μᾶς εἶπέ τι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ἄλλου, τοῦ οὐσιαστικωτέρου, περὶ τοῦ ἐλέγχου τῶν τοκομεριδίων· εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται οὗτος;

§60Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθ.). Δὲν ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ κάμω περὶ τούτου λόγον, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς διατελεῖ ὑπὸ πλάνην, ὑποθέτων καθυστέρησιν ἐργασίας ἐν τούτῳ. Δὲν ὑπάρχει καθυστέρησις ἐργασίας· ἀλλ’ ὑπάρχει ἀνάγκη ἐργασίας ἀναγεννωμένη. Ἀφ’ ὅτου ἀπεχώρησεν ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου ὁ κ. Βουλευτής, ἀνεγεννήθη ἀνάγκη ἐργασίας πολὺ μεγαλειτέρα τῆς ὑπαρχούσης ὅτε εἰσῆλθεν εἰς αὐτήν. Εἶπεν, ὅτι δὲν γνωρίζει, τί ἐγένετο, ἀφ’ ὅτου ἐξεκαθάρισεν αὐτὸς τὰ τῶν τοκομεριδίων. Ἡ ὑπηρεσία, ἀφ’ ὅτου ἀπεχώρησεν αὐτός, ἐξεκαθάρισε καὶ τρὶς καὶ τετράκις τοκομερίδια, καὶ ἐφ’ ὅσον παρέρχονται οἱ μῆνες, γίνονται νέαι ἐκκαθαρίσεις· διότι διηνεκῶς παραλαμβάνονται νέα τοκομερίδια, δεόμενα ἐκκαθαρίσεως, καὶ πᾶς Ὑπουργός, παραλαμβάνων τὴν ὑπηρεσίαν, θὰ εὕρῃ τοκομερίδια συγκεντρωθέντα πρὸς ἐκκαθάρισιν, ἅτινα ὅμως δὲν ἀποτελοῦσιν ὑπηρεσίαν καθυστεροῦσαν, ἀλλὰ τὴν τρέχουσαν, ἥτις παρ’ ἡμῖν εἶναι λίαν ἐργώδης, διότι πολλὰ καὶ ποικίλα τὰ χρέη ἡμῶν. Ὅτε ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνέλαβε τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου, εὗρε προσφάτως ἐξωφλημένον ὁλόκληρον δάνειον, εὗρεν ὅλα τὰ τοκομερίδια καὶ τοὺς τίτλους τοῦ δανείου ἐκείνου δεομένους ἐκκαθαρίσεως· ἀλλὰ δὲν ἦτο αὕτη καθυστεροῦσα ἐργασία, ἦτο ἐργασία τρέχουσα, ἧς ἡ ἀνάγκη ἐγεννήθη ἀκριβῶς κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχήν. Ἔκτοτε ἐκ περιτροπῆς κατὰ πᾶσαν τριμηνίαν ὡς πρός τινα δάνεια, κατὰ πᾶσαν ἑξαμηνίαν ὡς πρὸς ἄλλα δάνεια, ἐπαρουσιάσθη ἀνάγκη ἐκκαθαρίσεως τοκομεριδίων. Ἐν τῷ μεταξὺ τῶν κανονικῶς ἐκ περιτροπῆς παρουσιαζομένων τοκομεριδίων τῶν κανονικῶν δανείων παρουσιάζονται πρὸς τακτοποίησιν καὶ τίτλοι προσωρινῶν δανείων ἐξοφλουμένων ἢ ἀνανεουμένων, πᾶσα ὅμως ἡ ἐργασία αὕτη διεξάγεται ὁμαλῶς, καὶ οὐδεμία ὑπάρχει καθυστέρησις ἐν τῷ παρόντι.

§61ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς βεβαίως πλανᾶται. Ὅτε ἤμην ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, δὲν εὗρον μόνον τὰς ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων...

§62Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐχὶ τῶν 60 ἑκατομμυρίων.

§63ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. .. οὐδὲ τοῦ δανείου τῆς Ἀνεξαρτησίας· εὗρον τὰς ὁμολογίας πάντων τῶν δανείων, τῶν ἐξοφληθέντων, ἐν ἀταξίᾳ. Ἐπιτροπὴ δὲ, συγκειμένη ἐξ ἑνὸς μέλους τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ τῶν ἀναγκαίων λογιστῶν, εἰργάσθη ἐπὶ ἓξ μῆνας καὶ πλέον, ἵνα τὰ τακτοποιήσῃ. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν τακτοποίησιν τῶν τοκομεριδίων, ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἰς τὸ ἑξῆς. Δὲν ὑπάρχουσι τακτοποιημένα τὰ τοκομερίδια ἀπὸ δεκαετίας. Αἱ Τράπεζαι δὲν παρέδωκαν τὰ τοκομερίδια, τὰ ὁποῖα ἐπλήρωσαν· αἱ Τράπεζαι δὲν παρέδωκαν τὸν λογαριασμὸν μετὰ τῶν τοκομεριδίων, διὰ νὰ φανῇ, τί ποσὸν ἀκριβῶς τοκομεριδίων μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν αὐτῶν ἐπλήρωσαν, καὶ τί ποσὸν δὲν ἐπληρώθη. Λέγω τοῦτο, οὐχὶ ἵνα φέρω συζήτησιν ἐπὶ τοῦ τί ἐγένετο, ἀλλὰ διότι θεωρῶ ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ γείνῃ ὅ,τι δὲν ἐγένετο. Αἱ Τράπεζαι τότε εἶχον δεχθῆ νὰ παραδώσωσι τὰ τοκομερίδια, ὁμολογήσασαι τὴν ἔλλειψίν των ταύτην, ὑποδείξασαι τὰς δυσκολίας, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκοντο, καὶ ὑποσχεθεῖσαι νὰ τακτοποιήσωσι τὰς δυσκολίας ταύτας μεθ’ ὅλων τῶν ἀνταποκριτῶν των ἐν Εὐρώπῃ· μετὰ τὴν τακτοποίησιν δὲ ταύτην ὑπεσχέθησαν νὰ παραδώσωσι τὰ τοκομερίδια, τὰ ὁποῖα εὑρίσκοντο συνεσωρευμένα ἐν τοῖς ταμείοις αὐτῶν τῶν Τραπεζῶν, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν παρεδόθησαν εἰς τὸ Δημόσιον. Ἐὰν κατέλθῃ μόνος του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων χρεῶν καὶ ζητήσῃ νὰ τῷ παρουσιάσωσι τὰ τοκομερίδια, χωρὶς νὰ περιορισθῇ εἰς ἁπλᾶς πληροφορίας, θὰ ἴδῃ, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν. Ἐὰν δὲ ἐρωτήσῃ τὰς Τραπέζας, θὰ μάθῃ, ὅτι αὗται ἔχουσι σωρείαν τοκομεριδίων, μὴ παραδοθέντων εἰς τὸ Δημόσιον. Τοῦτο εἶναι, νομίζω, ἀναγκαῖον νὰ ἐπιδιωχθῇ.

§64Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ὑπηρεσία τῶν τοκομεριδίων γίνεται ὅλη παρὰ ταῖς Τραπέζαις, δὲν γίνεται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἔλεγεν, ὅτι εὗρεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ σωρείαν τοκομεριδίων...

§65ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι τοκομεριδίων· ὁμολογιῶν.

§66Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ αὐτὸ εἶναι· τίτλων... Εὗρε σωρείαν τίτλων ἀτακτοποίητον. Οἱ τίτλοι οἱ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ εἶναι οἱ ἀποσταλέντες ὑπὸ τῶν Τραπεζῶν, ἀποδεικνύουσι δὲ, ὅτι ὡς πρὸς αὐτοὺς διεξήχθησαν τὰ δέοντα πρὸς τακτοποίησιν. Ἐξέλαβεν ὁ κ. Βουλευτὴς ὡς σημεῖον ἀταξίας, ὅτι οἱ τίτλοι εὑρίσκοντο ἐν τῷ Ὑπουργείῳ· ἀκριβῶς τοῦτο εἶναι σημεῖον συντελέσεως τῆς ἐργασίας τοῦ πρώτου σταδίου καὶ ἐνάρξεως τῆς ἐργασίας τοῦ δευτέρου σταδίου. Περὶ δὲ τὴν ὑποχρέωσιν τῶν Τραπεζῶν, οὐδεμία χωρεῖ ἀμφιβολία· καὶ ἐὰν αἱ Τράπεζαι ἀντέταξαν ὡς πρὸς ταύτην ἀντιῤῥήσεις, ἠναγκάσθησαν νὰ παραιτήσωσιν αὐτάς. Αἱ Τράπεζαι πληρόνονται ἥμισυ τοῖς ἑκατὸν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων, περιλαμβάνουσαν καὶ τὴν τακτοποίησιν τῶν τοκομεριδίων καὶ τὴν ἀπόδοσιν αὐτῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ ὑπηρεσία οὐδέποτε ἠμέλησε νὰ ἀπαιτήσῃ παρὰ τῶν Τραπεζῶν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῶν· ἐὰν δὲ αἱ Τράπεζαι δυσχεραίνωσι περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεών των, καὶ ἐκ τούτου ἐπέρχηται ἀνωμαλία, δὲν ἐμφαίνει αὕτη ἀταξίαν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Τὸ Ὑπουργεῖον ὀφείλει μόνον νὰ ἐπιδιώκῃ τὴν ὑπὸ τῶν Τραπεζῶν ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας, ἀνηκούσης εἰς αὐτὰς, διότι αὐταὶ εἶναι πληρωμέναι πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ὑπηρεσίας. Εὐθὺς δὲ, ὡς παρ’ αὐτῶν ἐκτελεσθῇ ἡ ὑποχρέωσις, ἡ ἐπιβεβλημένη ἐκ τῆς συμβάσεως, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἀνήκει ἡ ἐργασία τῆς καταστροφῆς τῶν τίτλων τούτων μετὰ πρόχειρόν τινα ἐπιπρόσθετον ἔλεγχον.

§67ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ ἐργασία αὕτη, ἀντὶ νὰ βελτιωθῇ, θὰ καταστραφῇ διὰ τῆς μεταφορᾶς τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων χρεῶν. Διαβεβαιῶ δὲ περὶ τούτου τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ ἐὰν ζήσωμεν, θὰ τῷ ὑπενθυμίσω τὴν βλάβην, τὴν ὁποίαν θὰ φέρῃ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ δημοσίου χρέους.

§68ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τμῆμα ἰδιαίτερον πρέπει νὰ ὑπάρχῃ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς αʹ συζήτησιν).

§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συμπληρώσεως καὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν παγίων φορολογικῶν νόμων. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα 1–7).

§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8(ἀναγινώσκεται).

§71ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριε Πρωθυπουργὲ, ἀφοῦ εὑρισκόμεθα εἰς αὐτὰς τὰς οἰκονομικὰς ἀνάγκας, διατὶ νὰ μὴ περιλάβωμεν καὶ τὰ εἰσοδήματα τῶν οἰκοδομῶν τὰ μέχρι 500 δραχμῶν;

§72Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Διότι οὕτως ἔχουσι τὰ κείμενα. Ἐγὼ δὲν ἀσπάζομαι τὸ σύστημα τοῦτο τῆς φορολογίας τῆς προοδευτικῆς.

§73ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὄχι προοδευτικῆς.

§74Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι προοδευτικὴ ἡ φορολογία, ἣν ψηφίζομεν.

§75ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τὸ σύνολον μάλιστα, ἀλλὰ καθ’ ὅσον ἀποβλέπει...

§76ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πανταχοῦ ἐξαιροῦνται αἱ μικραὶ οἰκοδομαί. Τὰς καλύβας θὰ φορολογήσωμεν;

§77ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν εἶναι καλύβη ἡ οἰκοδομὴ ἡ ἔχουσα 500 δραχμῶν εἰσόδημα. Ἂς τεθῇ φόρος 50 λεπτῶν ἢ μιᾶς δραχμῆς.

§78ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αἱ δαπάναι τῶν εἰσπράξεων δὲν θὰ καλύπτωνται.

§79Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αἱ οἰκίαι αἱ ἀποδίδουσαι ἐλάχιστον εἰσόδημα εἶναι κυρίως αἱ τῶν χωρικῶν, καὶ νομίζω, ὅτι αὗται πρέπει νὰ ὦσιν ἀσύδοτοι, ὡς συνδεόμεναι μάλιστα ἀμέσως πρὸς τὴν γεωργίαν. Διὰ ταύτης τῆς διατάξεως ἀπαλλάσσονται τὰ χωρία σχεδὸν ἐντελῶς ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν.

§80ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Καλαὶ εἶναι αἱ θεωρίαι αὗται, ἀλλὰ πῶς θ’ ἀποφύγωμεν τὰ χρεωκοπικὰ δάνεια; Αὐτὰς τὰς θεωρίας τὰς γνωρίζω καὶ ἐγώ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ λοιπὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν).

§81ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπιτρέπετε, κύριε Πρόεδρε, νὰ ζητήσω μίαν πληροφορίαν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπειδὴ ἐπείγει ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ;

§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.

§83ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὴν ὑποβάλλω ἐγγράφως.

§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 23 τοῦ ΧΞϚʹ νόμου τῆς 31 Δεκεμβρίου 1877. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπιτηρήσεως καὶ φυλάξεως τῶν δημοσίων καὶ ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων ἐν τοῖς δήμοις Ἀθηναίων καὶ Πειραιῶς. Ὡσαύτως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ νομοσχέδια: Περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν προξενικῶν ὑπολόγων ἐκ καταλογισμοῦ λόγῳ νομισματικῆς διαφορᾶς ἐπὶ μισθῶν καὶ ἐξόδων εἰς μεταλλικὸν διὰ τῶν εἰσπράξεών των πληρωθέντων μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου 1886. Περὶ ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 7, 8 καὶ 9 τοῦ νόμου ᾼΦΙΓʹ τῆς 28 Μαΐου 1887. Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ᾼΦΟΗʹ νόμου τῆς 11 Δεκεμβρίου 1887 «περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν σημαιοφόρων τοῦ Β. Ναυτικοῦ» καὶ τοῦ ΑΡΝϚʹ νόμου τῆς 27 Μαρτίου 1884 «περὶ συστάσεως Σχολῆς τῶν ναυτικῶν δοκίμων»).

§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 427 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.)

§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).

§87ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι προτιμότερον ν’ ἀπαλειφθῶσιν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου ἐντελῶς αἱ λέξεις «ὁ Πρόεδρος ἀναμιμνήσκει εἰς τοὺς ἐνόρκους τὰ καθήκοντά των»· διότι, ἐὰν ἡ κατάργησις τοῦ θεσμοῦ τῆς ἀνακεφαλαιώσεως δικαιολογῆται κυρίως ἐκ τῆς καταστρατηγήσεως αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν ἡ πεῖρα μᾶς ἐβεβαίωσε, φοβοῦμαι πολύ, ὅτι ἐκεῖνοι, οἵτινες μέχρι τοῦδε τοιαύτην ἐποιοῦντο κατάχρησιν τῆς ἀνακεφαλαιώσεως, ἤθελον εὑρίσκει πρόσφορον τὸ μέσον τῆς μετεμψυχώσεως, οὕτως εἰπεῖν, αὐτῆς ἐν τῇ ὑπομνήσει τῶν καθηκόντων τῶν ἐνόρκων. Θεωρῶ δὲ τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν περιλαμβάνουσιν αἱ λέξεις αὗται, ὄχι μόνον ἐπισφαλῆ, ἀλλὰ καὶ περιττὴν ὅλως, διότι τὸ ἄρθρον 435 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας ἐπιβάλλει εἰς τὸν προϊστάμενον τῶν ἐνόρκων, ὡς ἀπαράβατον, τὸ καθῆκον τοῦ ὑπομιμνήσκειν εἰς τοὺς ἐνόρκους τὰ καθήκοντά των ἐν τῷ δωματίῳ τῶν διασκέψεων αὐτῶν. Δὲν ἐννοῶ δὲ, οὔτε εὑρίσκω λόγον τινά, δικαιολογοῦντα τὴν διπλῆν ταύτην ὑπόμνησιν. Ἐπίσης φρονῶ, ὅτι πρέπει ν’ ἀπαλειφθῶσι καὶ αἱ λέξεις «ἀναπτύσσει ὁ Πρόεδρος τὴν νομικὴν ἔννοιαν ἑκάστου ζητήματος», διότι καὶ ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἐξ ἴσου ἐπικίνδυνος, καὶ πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ, τόσῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον ἐκ διαφόρων μὲν ἄλλων διατάξεων τῆς Ποινικῆς Δικονομίαν συνάγεται τὸ καθῆκον τοῦ Προέδρου, ὅπως ἐξηγῇ εἰς τοὺς ἐνόρκους τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν παντὸς ἀναφερομένου τυχὸν ζητήματος, εἰς δὲ τὸ ἄρθρον 427, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ καταργήσωμεν, δὲν περιλαμβάνεται τὸ παράπαν τοιαύτη διάταξις· ἤδη τίθενται τὸ πρῶτον αἱ λέξεις αὗται. Αἱ παρατηρήσεις μου δὲ αὗται παρακαλῶ νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ γείνωσιν ἀποδεκταὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ ἰδίως ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως ἐπιτευχθῇ καὶ ἐξασφαλισθῇ ὁ σκοπὸς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ὅστις ἄλλως θέλει καταστῆ προβληματικός, κατ’ ἐμὲ τουλάχιστον.

§88ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ πρώτη παρατήρησις ἀφορᾷ εἰς ἀπάλειψιν λέξεων, ὑπαρχουσῶν ἐν τῷ κειμένῳ. Ἡ εἰδικὴ ἐπιτροπή, ἡ ἐπεξεργασθεῖσα τὸ νομοσχέδιον, ἐσημείωσε, ποῖαι λέξεις πρέπει νὰ διαγραφῶσιν, ὅπως ἐγκαταλειφθῇ ἡ ἀνακεφαλαίωσις. Περὶ τῶν λέξεων, ὧν τὴν ἀπάλειψιν προτείνει ὁ κ. Βουλευτής, εὗρεν ὅτι δὲν ἦτο ἀναγκαῖον νὰ γείνῃ ἀπάλειψις· γενομένης δὲ συζητήσεως, εὑρέθη, ὅτι δὲν βλάπτουσι· διότι ἡ ὑπόμνησις εἰς τοὺς ἐνόρκους τῶν καθηκόντων των εἶναι πρᾶγμα ἀβλαβές. Ἡ τελευταία προσθήκη εἶναι νέα· διότι, ἀφοῦ ἔλειψεν ἡ ἀνακεφαλαίωσις, ἐθεωρήθη, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Πρόεδρος νὰ ἀναπτύσσῃ εἰς αὐτοὺς τὰ νομικὰ ζητήματα, διότι πιθανὸν νὰ μὴ ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ ἀντιληφθῶσι τούτων. Ἑπομένως ἡ προσθήκη ἐθεωρήθη ἀπαραίτητος. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον, ὡς ἔχει, καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).

§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικήσεως τοῦ ἐν Ἀθήναις νοσοκομείου τῶν ὀφθαλμιώντων, μετονομαζομένου Ὀφθαλμιατρείου.

§90ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχεν εὐαρεστηθῆ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις μέχρι προσαγωγῆς ἐγγράφων τινῶν, τὰ ὁποῖα εἶχε παρακληθῆ νὰ προσαγάγῃ· ὁ δὲ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχε δηλώσει, ὅτι δὲν ἐνόει νὰ προβῶμεν εἰς συζήτησιν ἄλλων νομοσχεδίων, πλὴν τῶν φορολογικῶν. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, μέχρις οὗ προσαχθῶσι τὰ ἔγγραφα.

§91ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας. Νομίζω δὲ, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, τόσῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον τὰ ἔγγραφα φέρουσι τὴν ὑπογραφὴν αὐτοῦ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἑπομένως διετέλει ἐν γνώσει, διότι, ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ὑπέγραψε τὰ ἔγγραφα. Δυνάμεθα νὰ προβῶμεν ἤδη εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν, καὶ κατὰ τὴν δευτέραν δύναται ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ εἴπῃ ὅσα ἔχει νὰ εἴπῃ.

§92ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι καὶ ὁ χρόνος ἤδη εἶναι ἀκατάλληλος διὰ τοιαῦτα νομοσχέδια.

§93ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐπείγει, μετὰ τὴν πανηγυρικὴν μάλιστα δήλωσιν τοῦ σεβαστοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἰπόντος ὅτι οὐδὲν νομοσχέδιον θὰ συζητηθῇ, μὴ συνδεόμενον πρὸς τὰ φορολογικά. Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ μελετήσωμεν τὰ ἔγγραφα, ἵνα προβῶμεν ἐν γνώσει εἰς τὴν συζήτησιν, καθόσον μάλιστα ἔχομεν πληροφορίας, ὅτι ἡ παραλαβοῦσα τὸ κατάστημα ἐπιτροπὴ εὗρεν αὐτὸ εἰς χειρίστην κατάστασιν, καὶ εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ ἐκτύλιξις τῶν ἐγγράφων δὲν θὰ ὠφελήσῃ τὰ πρόσωπα, διὰ τὰ ὁποῖα τὸ νομοσχέδιον γίνεται.

§94ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἔχω δυσκολίαν ν’ ἀπαντήσω ἀμέσως. Θεωρῶ ὅμως ἄτοπον, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς πρὸ τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἐγγράφων ἐμέμφθη τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία διηύθυνε τὸ κατάστημα πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νῦν ἰσχύοντος νόμου. Εἶπον μόνον, ὅτι δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν, κατὰ δὲ τὴν δευτέραν εἶναι ἐλεύθεροι οἱ κύριοι Βουλευταὶ νὰ ἀναπτύξωσι τὰς ἰδέας των, εἰς ἃς θὰ ἀπαντήσω.

§95ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐπιμένω νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δηλώσαντος ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἀσχολώμεθα εἰς τὴν μελέτην τῶν ἄλλων νομοσχεδίων, ἀφοῦ αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς θὰ περιορισθῶσι μόνον εἰς τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια.

§96ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐγὼ ἀντιλέγω κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι περιέχει πνεῦμα κατακτητικὸν τῆς Κυβερνήσεως· πλάττει ἰσοβιότητα διὰ τὴν ἐπιτροπὴν, διὰ νὰ μὴ ἔχῃ ἄλλη Κυβέρνησις τὸ δικαίωμα νὰ τὴν παύσῃ. Εἶναι καὶ κατὰ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον ἐλαττωματικὸν, διότι ἀναθέτει τὴν διεύθυνσιν τοῦ καταστήματος εἰς τὸν Μητροπολίτην, καὶ τὸν πρύτανιν τοῦ Πανεπιστημίου, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν τὸν καιρὸν νὰ ἀσχολῶνται εἰς τοιαῦτα ζητήματα, βεβαρημένοι μὲ τόσα καθήκοντα· τοῦτο δὲ ἰσοδυναμεῖ μὲ τὴν ἔλλειψιν πάσης ἐπιτηρήσεως ἀνωτέρας. Τοιοῦτο νομοσχέδιον εἶναι λυπηρὸν νὰ παρουσιάζηται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Δυστυχῶς ὅμως τινὲς νομίζουσιν, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ παραδέχηται καὶ τὰ πλέον παρατράγῳδα πράγματα.

§97ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐνόμιζον ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, συνεπὴς εἰς τὰς ἰδέας του περὶ ἀποκεντρώσεως, ἤθελεν ὑποστηρίξει τὸ νομοσχέδιον, ἀφοῦ δι’ αὐτοῦ πρόκειται νὰ μεταῤῥυθμισθῇ σύστημα συγκεντρωτικὸν, τὸ ὁποῖον ἀτόπως ἐφηρμόσθη ἐπὶ τοῦ ἱδρύματος, περὶ οὗ πρόκειται. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).

§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ καταργήσεως τοῦ ἐδαφίου 3 τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ἀπὸ 20 Ἰανουαρίου 1866 ΡΝʹ νόμου.

§99ΣΕΡΒΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἅπαντα τὰ νομοσχέδια τὰ μέχρι τοῦδε συζητηθέντα, εἰσήχθησαν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, εἶχον δὲ σχεδὸν ἅπαντα χαρακτῆρα φορολογικόν. Τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, κατ’ ἐξαίρεσιν, ἔρχεται εἰσαγόμενον ὑπὸ Βουλευτῶν. Εἶναι ὡς ἐκ τούτου ἀπαραίτητον νὰ ἔχωμεν πρὸ πάντων τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡ Κυβέρνησις προὐκάλεσεν ἄλλοτε νόμον, ἰσχύοντα, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἐθεσπίσθη, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ Ἰονίου Κώδικος περὶ ἐπανελεύσεως τῶν ἐμφυτευτικῶν καὶ ἀγροληπτικῶν κτημάτων, ἄκρως ἄδικοι καὶ καταστρεπτικαί, ἔπρεπε νὰ ἀναβληθῶσι μέχρι τῆς συντάξεως τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος, καὶ διωρίσθη ἐπιτροπὴ πρὸς κωδικοποίησιν. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἐνησχολήθη καὶ ἔφερεν ἓν πρῶτον σχέδιον νόμου, τὸ ὁποῖον καὶ ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν, ὑπουργοῦντος τοῦ μακαρίτου Νικολοπούλου, ἀλλὰ τότε δὲν ἐψηφίσθη· ἀκολούθως διωρίσθη δευτέρα ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἔφερε νέον νομοσχέδιον. Τρίτη ἐπιτροπὴ διωρίσθη, ἡ ὁποία ὁλονὲν ἐργάζεται, ἀναθεωροῦσα τὸ δεύτερον σχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶναι πλῆρες· καὶ ἐνῷ ἔχομεν τὴν ἐπιτροπὴν ἐνεργοῦσαν, καὶ περὶ τὸ τέλος τῶν ἐργασιῶν της, ἔρχεται Βουλευτής, καὶ προκαλεῖ κατάργησιν τῶν νόμων τῶν ὑπαρχόντων, καὶ ζητεῖ νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὴν κωδικοποιΐαν αὐτὸ τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ ὑπάρχοντος νόμου ἔπρεπε νὰ περιληφθῇ εἰς τὸ καταρτιζόμενον τοῦ Κώδικος σχέδιον. Παρακαλῶ τὸν ἔντιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ φροντίσῃ περὶ τούτου καὶ νὰ σκεφθῇ, ἐὰν πρέπῃ ν’ ἀποσπάσῃ τοῦτο τὸ μέρος ἀπὸ τὸν Κώδικα, καὶ ἀφοῦ εἶναι ἐφωδιασμένος μὲ τόσην πολυμάθειαν καθ’ ὅλους τοὺς κλάδους, ἡ ὁποία τὸν τιμᾷ, ν’ ἀνακολουθήσῃ καὶ ἐπὶ τούτου τὴν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν διεκήρυξε, περὶ ἀρωγῆς τῶν ἀνδρῶν τῆς ἐπιστήμης. Εἰς ὅλα τὰ Κράτη, ὅπου ἐγένετο κωδικοποίησις, αὕτη δὲν ἐνεργεῖται ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ ὑπὸ ἐπιτροπῶν ἐκ πολλῶν ἐπιστημόνων, συνενούντων τὰ φῶτα αὐτῶν, πρὸς ἐντέλειαν τοῦ ἔργου, ὡς ἐγένετο εἰς τὸ χθεσινὸν θέμα, καίτοι ἐπρόκειτο περὶ ἁπλῆς ἑρμηνείας νόμου. Τὸν παρακαλῶ ἑπομένως, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον ἔχει σπουδαῖα ἀποτελέσματα, νὰ προκαλέσῃ τὴν γνώμην τῶν καταλλήλων, δηλ. πρὸ πάντων τῶν νομοδιδασκάλων, οἱ ὁποῖοι προσεκλήθησαν νὰ ἐνεργήσωσι τὴν κωδικοποίησιν, ἢ καὶ τῶν νομικῶν συμβούλων, ἢ καὶ ἄλλων νομομαθῶν, ὅπως εἴπωσι, τίνα γνώμην ἔχουσιν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου. Τοῦτο δὲ λέγων, φέρω ἔνστασιν ἀναβλητικήν. Αἱ διατάξεις, τὰς ὁποίας ζητεῖτε νὰ καθιερώσωμεν, ὑπῆρχον προηγουμένως, καὶ ἔδωκαν χώραν εἰς μυρία ὅσα παράπονα. Συζητουμένου τοῦ νομοθετήματος περὶ ἀφομοιώσεως τῶν δύο νομοθεσιῶν, τῆς Ἑπτανησιακῆς καὶ τῆς τοῦ παλαιοῦ βασιλείου, ἠγέρθη τὸ μέγα ζήτημα, τὸ Ἑπτανησιακὸν λεγόμενον, καὶ ἰδίως τὸ ἀγροτικὸν Κερκυραϊκόν.

§100ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Μὴ τὸ λέγετε Ἑπτανησιακόν· ἦτο τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα τῆς Κερκύρας.

§101ΣΕΡΒΟΣ. Μεγάλα παράπονα ἠγέρθησαν· ὅλοι ἐθεώρησαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῇ πρόνοια, πάντες δ’ ἐζήτησαν αὐτήν, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ὑπῆρξε νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐνέργεια τῶν διατάξεων τῆς ἐπανελεύσεως, μέχρις οὗ ἐπέλθῃ ὁ Κῶδιξ τοῦ Ἔθνους. Ἀπέναντι τῆς προνοίας ταύτης πρέπει σήμερον ν’ ἀφήσωμεν κατὰ μέρος τὰ καθεστῶτα, καὶ νὰ φέρωμεν εἰς πλήρη ἐνέργειαν τὰς διατάξεις ἐκείνας, αἵτινες ἐθεωρήθησαν ἄδικοι; Ἐκτὸς τῆς ἐνστάσεως περὶ ἀναβολῆς, αἱ διατάξεις αἱ ἀνασταλεῖσαι εἶναι λίαν ἄδικοι, ἀπαίσιοι· καὶ τοῦτο δύναμαι ν’ ἀποδείξω εὐκόλως. Αἱ διατάξεις αὗται τοῦ Ἰονίου Κώδικος ἐλήφθησαν ἀπὸ τὸν Κώδικα τῆς Νεαπόλεως εἰς ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκεῖ τὸ αἴσθημα τὸ ἀριστοκρατικὸν ἐπεκράτει εἰς τὸν ἀνώτατον βαθμόν. Οἱ καλλιεργηταὶ ἐθεωροῦντο ὑποχείριοι. Μεταξὺ τῶν ἄλλων διατάξεων τοῦ Κώδικος ἐκείνου περιελαμβάνετο καὶ ἡ διάταξις, καθ’ ἣν ὁ ἰδιοκτήτης, ὁ δώσας τὸν ἀγρόν, ἂν δὲν ἔλαβε τὸν κανόνα, δηλ. τὴν μερίδα αὐτοῦ ἐκ τοῦ εἰσοδήματος διὰ τὸ διάστημα τριῶν ἐτῶν, ἐδικαιοῦτο ν’ ἀφαιρέσῃ τὸ κτῆμα ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀποζημιώσεως τοῦ γεωργοῦ. Δυνάμει τῶν κανόνων τῆς ἐμφυτεύσεως ὁ γεωργὸς γίνεται κύριος τοῦ κτήματος, ἔχει τὴν ὠφέλιμον κυριότητα, ὁ δὲ ἀγροδότης ἔχει τὴν ψιλὴν λεγομένην κυριότητα, δηλ. τὸ δικαίωμα τῆς ἀπολαυῆς ἑνὸς μέρους τῶν προϊόντων εἰς προϊόντα ἢ εἰς χρήματα. Καταλαμβάνετε τὰς συνεπείας τοῦ τοιούτου. Εἷς γεωργὸς λαμβάνει τὸ κτῆμα χέρσον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου οὐδέποτε ἐγένετο καλλιέργεια, τὸ καθιστᾷ πολύτιμον ἀμπελῶνα ἢ σταφιδῶνα, ἐλαιῶνα ἢ περιβόλιον· ἂν δὲν πληρώσῃ ἐπὶ τρία ἔτη τὸν κανόνα, δύναται ὁ ἀγροδότης νὰ λάβῃ τὸ κτῆμα, καὶ νὰ στερήσῃ τὸν γεωργὸν τῶν βελτιώσεων, τὰς ὁποίας οὗτος ἐπήγαγεν εἰς τὸ κτῆμα· σημειώσατε δὲ, ὅτι μεταξὺ τῶν βελτιώσεων καὶ τοῦ κτήματος ὑπάρχει διαφορὰ ὡς ἓν πρὸς ἕξ, ἓν πρὸς δέκα· ἐὰν τὸ κτῆμα εἶχεν ἑκατὸν δραχμὰς, κατόπιν ἔχει χιλίας. Τοῦτο ἐφηρμόζετο εἰς τοὺς ἀγροὺς τῆς ἐξοχῆς, ἀλλ’ ἐφηρμόζετο ἐπίσης καὶ εἰς τὰς οἰκίας τῶν πόλεων. Ἐλάμβανέ τις γυμνὸν γήπεδον καὶ ἀνήγειρε πολύτιμον οἰκίαν, τὴν ὁποίαν ἔχανεν, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀποζημιώσεως. Εἶπον, ὅτι αὐταὶ αἱ διατάξεις ἐλήφθησαν ἐκ τοῦ Κώδικος τῆς Νεαπόλεως· ἀλλ’ ὅτε ἀφωμοιώθη ἡ Ἰταλία, οἱ νομοδιδάσκαλοι ὅλων τῶν μερῶν τῶν ἑνωθέντων συνέταξαν κατὰ τὸ 1865 τὸν Κώδικα τῆς Ἰταλίας. Ἡ διάταξις αὕτη διετηρήθη ἐν τῷ νέῳ Κώδικι τῆς Ἰταλίας; Ὄχι. Ἀνεγράφη διάταξις, σύμφωνος πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς δικαιοσύνης, ἀνεγράφη ἡ ἀρχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν οὐδεὶς πλουτεῖ ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ ἑτέρου, ἀλλ’ ἕκαστος λαμβάνει ὅ,τι εἰς αὐτὸν ἀνήκει. Τί ἀνήκει εἰς τὸν γεωργόν; ἀνήκουν αἱ βελτιώσεις· ὁ Κῶδιξ τῆς Ἰταλίας ἀποδίδει εἰς αὐτὸν τὰς βελτιώσεις. Ἀναγινώσκω τὸ σχετικὸν ἄρθρον ἐν τῷ σχεδίῳ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κώδικος, ὁ ὁποῖος ἠρύσθη τὴν διάταξιν ἀπὸ τὸν Κώδικα τῆς Ἰταλίας (ἀναγινώσκει) ... Ὅταν ὁ ἐμφυτευτὴς τῷ ἀποδίδῃ λοιπὸν τὰς βελτιώσεις, τῷ λέγει νὰ λάβῃ τὸ ὀλιγώτερον, ἀλλὰ πάντοτε θὰ λάβῃ τὸ εἰς αὐτὸν ἀνῆκον. Τὴν σήμερον τί προτείνεται; νὰ μὴ λάβῃ οὐδεμίαν ἀποζημίωσιν.

§102ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἀπατᾶσθε. Θὰ ὁμιλήσω, ὅπως μὴ μείνῃ ἡ Βουλὴ μὲ τὰς ἐντυπώσεις ταύτας.

§103ΣΕΡΒΟΣ. Δευτέρα διάταξις. Δὲν δικαιοῦται ὁ γεωργὸς ν’ ἀπαλλοτριώσῃ τὸ κτῆμά του ἄνευ συναινέσεως τοῦ ἀγροδότου· ἐὰν τὸ ἀπαλλοτριώσῃ, γίνεται ἔκπτωτος τοῦ κτήματος, καὶ χάνει πάσας τὰς βελτιώσεις, τὰς ὁποίας ἔφερεν εἰς αὐτό. Ὁ Κῶδιξ τῆς Ἰταλίας, μεταφρασθεὶς εἰς τὸ σχέδιον τοῦ Ἑλλην. Κώδικος, ἐν ἄρθρῳ 840 φέρει ἐναντίαν διάταξιν (ἀναγινώσκει): «Ὁ ἐμφυτευτὴς δύναται ν’ ἀπαλλοτριώσῃ καὶ νὰ ὑποθηκεύσῃ τὸ ἴδιον δικαίωμα, ἢ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸ ἀκίνητον δουλείαν, συναποσβεννυμένην μετὰ τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ.» Αὐτὴν τὴν διάταξιν καλούμεθα νὰ παραλείψωμεν, καὶ νὰ ἐπαναφέρωμεν τὴν προτέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐκχωρηθέντων τῶν δικαιωμάτων τοῦ γεωργοῦ, ἐπανέρχεται τὸ κτῆμα εἰς τὸ ἀγροδότην. Τρίτη διάταξις ἐπανελεύσεως. Ἂν φέρῃ τινὰ χειροτέρευσιν εἰς τὸ κτῆμα, δίδει χώραν τοῦτο εἰς ἐπανέλευσιν καὶ πάλιν ἄνευ δικαιώματος ἀποζημιώσεως. Ὁ Κῶδιξ τῆς ἐπιτροπῆς, ἀντὶ τούτου, τῷ χορηγεῖ τὸ δικαίωμα νὰ ἐπαναφέρῃ τὰ πράγματα εἰς ὡρισμένην προθεσμίαν, τὴν ὁποίαν τῷ δίδει ὁ δικαστής, παρέχοντος αὐτοῦ καὶ ἀξιόχρεων ἐγγύησιν. Ἡ διάταξις αὕτη ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Δύναται νὰ κηρυχθῇ ἔκπτωτος ὁ ἐμφυτευτὴς, ἐὰν χειροτερεύσῃ σπουδαίως τὴν κατάστασιν τοῦ κτήματος. Ἀλλὰ δύναται νὰ ἀποφύγῃ τὴν ἔκπτωσιν, ἀντικαθιστῶν τὰ πράγματα ἐντὸς συντόμου ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου τασσομένης προθεσμίας, καὶ παρέχων ἀποχρῶσαν διὰ τὸ μέλλον ἐγγύησιν.» Αὐταὶ αἱ διατάξεις ἠρύσθησαν ἀπὸ τὸν Ἰταλικὸν Κώδικα, μετεφέρθησαν δὲ εἰς τὸ σχέδιον, σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐσχημάτισαν οἱ κύριοι Καλλιγᾶς, Οἰκονομίδης, Ράλλης, Παπαῤῥηγόπουλος, Φρεαρίτης, Σκαλτσούνης, Κρασσᾶς. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς. Διότι πρέπει νὰ σημειώσητε, ὅτι ὁ Γαλλικὸς Κῶδιξ, ὁ ὁποῖος ἐχρησίμευσεν ὡς βάσις τοῦ Ἰονίου Κώδικος, δὲν περιέχει τὸ συμβόλαιον τῆς ἐμφυτεύσεως, οὔτε τὸ τῆς ἀγροληψίας. Τὸ συμβόλαιον τῆς ἐμφυτεύσεως ἐμπεριέχεται εἰς τὸν Ἰταλικὸν Κώδικα. Καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἔκθεσις τοῦ σχεδίου λέγει (ἀναγινώσκει): «Ὁ Γαλλικὸς Κῶδιξ παρέλειψε τὴν ἐμφύτευσιν, ἥτις ὡς ἐκ τούτου δὲν ἐξέλιπε. Τὴν ἔλλειψιν ταύτην ἀνεπλήρωσεν ὁ Ἰταλικὸς Κῶδιξ (ἄρθρ. 1550–1557), ἐν ᾧ κατετάχθη ἡ ἐμφύτευσις μεταξὺ τῶν συμβάσεων, καίτοι παρέχουσα εἰς τὸν ἐμφυτευτὴν ἐμπράγματον δικαίωμα. Νομίζομεν, ὅτι ἡ ἡμετέρα κατάταξις εἶναι συνεπεστέρα, καθόσον τὸ δικαίωμα ἐμφυτεύσεως καὶ ἐπιφανείας ὑποβάλλεται εἰς τὴν μεταγραφήν. Ἐκ τοῦ ἐν χρήσει δικαίου ἰδοὺ τί μετεβάλομεν: «αʹ) Ὁ ἐμφυτευτὴς, γενόμενος ἔκπτωτος, ἕνεκα διετοῦς καθυστερήσεως, δικαιοῦται εἰς ἀποζημίωσιν διὰ τῆς βελτιώσεως τοῦ ἄρθρου 844. «βʹ) Ὁ ἐμφυτευτὴς, ἕνεκα χειροτερεύσεων, δύναται νὰ κηρυχθῇ ἔκπτωτος, ἀλλὰ δύναται νὰ ἀποφύγῃ τὴν ἔκπτωσιν, ἀποκαθιστῶν τὰ πράγματα καὶ παρέχων ἐγγύησιν διὰ τὸ μέλλον (ἄρθρ. 848). «γʹ) Ὅτι ἐπὶ ἐμφυτεύσεων μακροτέρων τῶν τριάκοντα ἐτῶν ὁ ἐμφυτευτὴς δύναται νὰ ἐξαγοράσῃ τὴν κυριότητα τοῦ κτήματος (ἄρθρ. 848).» Ἅπασαι αὗται αἱ διατάξεις εἶναι ὑπὲρ τοῦ καλλιεργητοῦ, ὡς καὶ ἡ τελευταία· διότι, ἐνῷ ὁ Ἰόνιος Κῶδιξ τῷ χορηγεῖ τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαργυρώσεως τοῦ κανόνος ἐπὶ συμβάσεσιν, αἱ ὁποῖαι ἦσαν διηνεκεῖς, τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς χορηγεῖ τὸ δικαίωμα καὶ εἰς συμβάσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι τριακονταετεῖς ἢ ἐκτενεστέρας διαρκείας. Ἐνῷ ἡ πρότασις ἀπαιτεῖ νὰ ἐπαναφέρωμεν τὰς σκληρὰς διατάξεις τοῦ Ἰονίου Κώδικος, αἱ ἀρχαὶ τοῦ Δικαίου ἀντιστρατεύονται πρὸς τοιαύτην ἀξίωσιν. Τὸ σχέδιον τοῦ Κώδικος τῆς Ἰταλίας ἐσχηματίσθη ἀπὸ νομοδιδασκάλους ὑψηλῆς περιωπῆς, καὶ ἐγένετο δεκτὸν ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον ἡμῶν, τὸ ὁποῖον, μὰ τὴν ἀλήθειαν, κατηρτίσθη ἀπὸ νομομαθεῖς οὐ τῆς τυχούσης φήμης. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀναβληθῇ πᾶσα συζήτησις, ὅπως γένηται ἡ δέουσα σκέψις, καὶ πρὸ πάντων ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία εἶναι πρὸς τοῦτο ὡρισμένη. Μίαν τελευταίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω. Ἡ Ἑπτάνησος,—ἢ, διὰ νὰ εἴπω κάλλιον ἡ Ἑξάνησος, διότι ἡ Κέρκυρα ἐκανόνισε τὰ συμφέροντά της δι’ ἰδιαιτέρου νόμου, διότι εἶχε τιμαριωτικὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα ἔφερον ἰδιαίτερα βάρη καὶ περισσοτέρας δυσκολίας,—ἔχει ἀναντίῤῥητον δικαίωμα νὰ ἐπικαλεσθῇ τὰς ἀρχὰς τῆς δικαιοσύνης, ἃς ἀνεγνώρισε καὶ διετύπωσεν ἡ ἐπιτροπή. Ἡ Ἑπτάνησος ἔχει παράγοντα κύριον τὴν γεωργίαν, ἢ, διὰ νὰ εἴπω κάλλιον, μόνος παράγων τοῦ πλούτου ἐν αὐτῇ εἶναι ἡ γεωργία. Τὴν γεωργίαν πρέπει νὰ ἐνθαῤῥύνωμεν, πρέπει νὰ ἐνισχύσωμεν παντὶ σθένει, διότι ἐξ αὐτῆς παράγομεν τὰ τῆς ζωαρκείας ἡμῶν. Ὁ μικρὸς ἰδιοκτήτης, ἔχων ἓν, δύο, τρία κτήματα, μόλις ἀπολαμβάνει τὰ πρὸς τὸ ζῆν, καὶ δὲν ἔχει τὰ μέσα τῆς γεωργίας τῶν κτημάτων του, λαμβάνει ὅμως ἐπίκουρον τὸν γεωργὸν, ὅστις διὰ τῶν μόχθων καὶ ἀγώνων του ὠφελεῖ ἑαυτὸν, ὠφελεῖ καὶ τὸν κύριον, ὁ ὁποῖος θὰ ἄφινε τὸν ἀγρόν του ἀκαλλιέργητον. Ὄχι μόνον δὲν πρέπει νὰ καταπιέσωμεν τὸν καλλιεργητὴν τοῦ κτήματος, ἀλλὰ πρέπει καὶ νὰ τὸν χειραγωγήσωμεν, νὰ τῷ δώσωμεν πᾶσαν βοήθειαν, ὅπως αὐτὴ ἡ σχέσις προαγάγῃ τὰ κτήματα, ἐν τῷ συμφέροντι οὐ μόνον τοῦ ἀγροδότου, ἀλλὰ καὶ τοῦ καλλιεργητοῦ. Ἕνεκα τούτων ἐξαιτοῦμαι ἢ τὴν ἀναβολὴν ἢ τὴν ἀπόῤῥιψιν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ τὴν παραδοχὴν τῶν τροπολογιῶν, συμφώνως πρὸς τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς συντάξεως τοῦ Κώδικος.

§104ΣΤΕΦΑΝΟΥ...

§105ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ζητεῖ τὴν ἀναβολήν...

§106ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν ἐπιμένω εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ἐγὼ, ὁ ὁποῖος εἰσήγαγον αὐτό· ἀλλὰ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὲ ἀκούσῃ διὰ δέκα λεπτὰ, διότι, ὅπως παριστῶνται τὰ πράγματα...

§107ΣΕΡΒΟΣ. Ἐγὼ ἐξαιτοῦμαι, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις αὐτὰς... (θόρυβος).

§108Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν βλέπω τὸ κατεπεῖγον, κύριε Στεφάνου.

§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀναβληθῇ λοιπόν. (Θόρυβος καὶ διάλογοι).

§110ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐγὼ ἐπεθύμουν νὰ ἀκουσθῶ.

§111ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.

§112Κ. ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὄχι αὔριον, τώρα.

§113ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καλὸν εἶναι νὰ ἀκουσθῇ ὁ κ. Βουλευτής.

§114ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐπὶ δέκα λεπτὰ μόνον νὰ μὲ ἀκούσητε. (Διαμαρτυρίαι).

§115Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ ἀκουσθῇ ὁ κύριος Βουλευτής· ἀλλὰ πρὸ τούτου, νομίζω, ὅτι πρέπει καὶ νὰ κανονισθῶσι τὰ τῆς συνεδριάσεως τῆς αὔριον. Ὅλοι οἱ κύριοι Βουλευταὶ σπεύδουσιν, ὅπως ἀναχωρήσωσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας αὑτῶν, αἱ ἐργασίαι ὅμως τῆς Βουλῆς δὲν ἐτελείωσαν· ὥστε ὑποθέτω, ὅτι εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι, ὅπως ἔχωμεν αὔριον συνεδρίασιν.

§116ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§117ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνεδριάσωμεν αὔριον περὶ τὴν ὀγδόην ὥραν τῆς ἑσπέρας, ἀφοῦ πρῶτον γευματίσωμεν ὅλοι;

§118Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ θὰ ἔλεγον νὰ συνεδριάσωμεν τὴν πρωΐαν, καὶ τὴν ἑσπέραν μετὰ τὰς 8. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ἔχωμεν συνεδρίασιν τὴν πρωΐαν, καὶ τότε κανονίζομεν τὰ τῆς συνεδριάσεως τῆς ἑσπέρας. Νομίζω, ὅτι τῆς πρωΐας ἡ συνεδρίασις εἶναι εὐχερεστέρα.

§119ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Μάλιστα.

§120ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αὔριον νὰ συνέλθωμεν μόνον μετὰ μεσημβρίαν· οὔτε εἰς τὴν Ἀγγλίαν δὲν συμβαίνει, ποτὲ τὴν Κυριακὴν νὰ συνεδριάζωσι... Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἐζήσατε εἰς τὴν Ἀγγλίαν, καὶ σᾶς ἐρωτῶ, ἂν ἔγεινεν αὐτὸ ποτέ.

§121ΛΑΜΠΡΟΣ. Τοσάκις ἔγεινε. (Διάλογοι).

§122Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ συνέλθωμεν τὴν πρωΐαν, ὅπως ψηφίσωμεν τὰ πρὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ ψηφιστέα νομοσχέδια, καὶ ὅταν, προβαινούσης τῆς ἡμέρας, θελήσωμεν ν’ ἀναβάλωμεν εἰς τὴν ἑσπέραν, κανονίζομεν τὰ περαιτέρω.

§123ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποῖα νομοσχέδια θέλετε νὰ ψηφισθῶσι;

§124Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅσα εἶναι ἐπείγοντα, 2–3.

§125ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἂν πρόκηται περὶ νομοσχεδίων ψηφισθέντων ἤδη εἰς πρώτην καὶ δευτέραν συζήτησιν, ἔρχεται ὅστις ἐνδιαφέρεται νὰ λάβῃ μέρος.

§126Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὥστε ἂς ἔχωμεν συνεδρίασιν τὴν πρωΐαν,—ἡμεῖς δὲν ἐννοοῦμεν νὰ πιέσωμέν τινα,—καὶ ἂν οἱ θέλοντες νὰ ὁμιλήσωσιν, εὕρωσι τὸν καύσωνα ὑπερβολικὸν κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην, καὶ ζητήσωσιν ἀναβολὴν εἰς τὴν ἑσπέραν, ὅτε θὰ ἦναι δροσερώτερος ὁ καιρὸς (ἱλαρότης), ἀποφασίζομεν. Πιστεύω, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀντίῤῥησις.

§127ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Μάλιστα, νὰ ἔχωμεν συνεδρίασιν τὴν πρωΐαν. (Διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς καὶ ψιθυρισμοί).

§128ΜΑΝΕΣΗΣ. Τέλος πάντων νὰ μᾶς εὐκολύνητε ὅλους, κύριε Καραπᾶνε, νὰ φύγωμεν καὶ ἡμεῖς.

§129ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ....

§130Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἡμερησία διάταξις εἶναι περιωρισμένη, καὶ τὰ τελευταῖα νομοσχέδια δὲν προφθάνουσι νὰ ψηφισθῶσιν· ὡς π. χ. τὸ περὶ Διδασκαλείου καὶ ἄλλα τινά.

§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ἔχωμεν συνεδρίασιν αὔριον τὸ πρωΐ.

§132ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐν σχέσει πρὸς τὴν αὐριανὴν συνεδρίασιν, δηλῶ ἀπὸ τοῦδε, ὅτι ἐπεθύμουν νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ πρὸ μεσημβρίας μοὶ εἶναι ἀδύνατον. Τοῦτο δὲ, ἐπαναλαμβάνω, δὲν τὸ κάμνω ἕνεκα τοῦ καύσωνος, — διότι δροσερωτέρα, νομίζω, εἶναι ἡ πρωΐα, — ἀλλὰ τὸ κάμνω δι’ ἄλλους λόγους.

§133Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἔλθωμεν τὴν πρωΐαν, καὶ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς πρωΐας ἀποφασίζομεν περὶ τῆς ὥρας, καθ’ ἣν θέλομεν συνέλθει πάλιν τὴν ἑσπέραν.

§134ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ ἔλθωμεν μετὰ τὸ γεῦμα, εἰς τὰς 8 ἢ 8½. (Διάλογοι).

§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στεφάνου ἔχει τὸν λόγον.

§136ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν θ’ ἀπασχολήσω, Κύριοι, τὴν Βουλὴν ἐπὶ πολὺ, εἰ καὶ πολλὰ εἶχον νὰ ἀντείπω εἰς ὅσα ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λευκάδος συνάδελφος ἐξέθηκεν ἐνώπιον ὑμῶν, ἐκτραγῳδήσας καὶ παραστήσας τὸ ζήτημα οἱονεὶ ὡς ἀγροτικόν. Ἀλλ’ αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ δικαιολογηθῶ ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, διατὶ ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ, καὶ ἀπησχολημένης τῆς Βουλῆς ἐξ ἄλλων σπουδαιοτέρων ἔργων, εἰσήγαγον τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ἔπραξα τοῦτο, διότι εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὐδεὶς θὰ ὑπῆρχεν ὁ ἀντιλέξων. Ἄλλως τε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, Κύριοι, δὲν χρονολογεῖται ἀπὸ τῆς Συνόδου ταύτης, χρονολογεῖται ἀπὸ τοῦ 1870. Ἐγὼ δὲ αὐτὸς εἶχον συντάξει τοῦτο, ὡς ἔχει νῦν, κατὰ παράκλησιν ἄλλων τότε Βουλευτῶν ἐκ Ζακύνθου καὶ ἐκ Λευκάδος. Ὡς σᾶς παρέστησε τὰ πράγματα ὁ κ. Βουλευτὴς, θὰ ἐνομίσατε βεβαίως, ὅτι πρόκειται σήμερον νὰ θυσιάσωμεν τὰ συμφέροντα τῶν καλλιεργητῶν ὑπὲρ τῶν ἰδιοκτητῶν. Ἂν τοιαύτη, Κύριοι, ἦτο ἡ διάνοια τοῦ νομοσχεδίου, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι οὐδέποτε θὰ ἠρχόμην νὰ ὑποστηρίξω τοῦτο. Εὐτυχῶς ἢ δυστυχῶς, δὲν εἶμαι ἰδιοκτήτης ἀγροτικῶν κτημάτων, καὶ διὰ τοῦτο δὲν δύναται καὶ νὰ μοὶ ἀποδοθῇ μομφὴ συμφέροντος ἰδιωτικοῦ· ἀλλὰ καὶ ἐκ παραστάσεων πολλῶν συμπολιτῶν καὶ ἐκ παραστάσεων καὶ τῆς λοιπῆς Ἑπτανήσου, πλὴν τῆς Κερκύρας, προέβην εἰς τὸ νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Περὶ τίνος δὲ, Κύριοι, ἀκριβῶς πρόκειται; Ἰδοὺ ἡ δικαιολογικὴ βάσις τοῦ νομοσχεδίου. Ὅτε κατὰ τὸ 1864 ἦλθον οἱ ἐξ Ἑπτανήσου πληρεξούσιοι εἰς Ἀθήνας, οἱ ἐκ Κερκύρας πληρεξούσιοι, οἵτινες ἦσαν πάντες ἐκ τῶν χωρικῶν, ἔχοντες ἐντολὴν παρὰ τῶν συγχωρίων αὐτῶν, ἐξηγέρθησαν κατὰ τῶν ἰδιοκτητῶν, καὶ ἐζήτησαν τὴν ἀναστολὴν τῆς ἰσχύος τῶν ὑφισταμένων τότε νόμων περὶ διαλύσεως ἀγροληψιῶν καὶ ἐμφυτεύσεων. Ἡ Ἐθνοσυνέλευσις δὲ, ὑποχωρήσασα εἰς τὰς παραστάσεις τῶν πληρεξουσίων ἐκείνων, ἀπεδέχθη τὰ παράπονα αὐτῶν, ἀλλὰ δὲν ἐπρόφθασε νὰ ψηφίσῃ τὸν ἀφομοιωτικὸν νόμον. Ὅτε δὲ κατόπιν ἡ Βουλὴ τῆς Αʹ Περιόδου συνεζήτησε τὸν νόμον τοῦτον περὶ εἰσαγωγῆς τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας εἰς τὰς Ἰονίους νήσους, παρεισήγαγε τὴν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνεστέλλετο ἡ ἰσχὺς τῶν διατάξεων τοῦ Ἰονίου Κώδικος περὶ ἐπανελεύσεων, ὅπως ὀνομάζομεν εἰς τὴν Ἑπτάνησον τὰς διαλύσεις τῶν ἀγροληψιῶν καὶ ἐμφυτεύσεων, μέχρις ἐκδόσεως τοῦ Ἀστικοῦ Ἑλληνικοῦ νόμου. Ἀλλὰ ἐν τῇ διατάξει ταύτῃ συμπεριελήφθη καὶ ἡ λοιπὴ Ἑπτάνησος, ἡ ὁποία οὐδὲν παράπονον, οὐδὲν συμφέρον εἶχεν εἰς τὴν ἀναστολὴν τῶν διατάξεων τούτων. Ἡ Κέρκυρα εὐθὺς μετὰ δύο ἔτη ἐκανόνισε τὰς σχέσεις αὐτῆς πρὸς τοὺς χωρικούς, διότι ἐψηφίσθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς νόμοι εἰδικοὶ, ὁ ΣΜΔʹ καὶ ΣΞΗʹ τῶν ἐτῶν 1867 καὶ 1868, οἱ ὁποῖοι ἐκανόνισαν τὰς σχέσεις ταύτας, καὶ ἑπομένως ἡ ἀναστολὴ τῶν διατάξεων τοῦ Ἰονίου κώδικος ὡς πρὸς τὴν Κέρκυραν ἔπαυσεν. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ ἀναστολὴ ἔμεινεν ὡς πρὸς τὴν λοιπὴν Ἑπτάνησον ἄνευ λόγου καὶ αἰτίας· διότι οὐδέποτε παράπονον ἐκ τῆς λοιπῆς Ἑπτανήσου ἠγέρθη κατὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων ἐκείνων. Καὶ μήπως ἆρά γε, Κύριοι, αἱ διατάξεις ἐκεῖναι, ὡς σᾶς παρέστησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, εἶναι εἰδικαὶ μόνον εἰς τὴν Ἑπτάνησον, καὶ δὲν ἐλήφθησαν ἀπὸ τὸν Σικελικὸν νόμον; Αἱ αὐταὶ διατάξεις εἶναι ἐν ἰσχύϊ ἐν τῷ λοιπῷ βασιλείῳ, καὶ διὰ νὰ ἦναι ἐν ἰσχύϊ, σημαίνει, ὅτι περιέχονται εἰς τὰς διατάξεις τῶν Βυζαντινῶν αὐτοκρατόρων. Οἱ Πανδέκται, ὁ Κῶδιξ, αἱ Νεαραὶ, ὁ Ἁρμενόπουλος, ὁ χρησιμεύων ὡς ἀστικὸς ἡμῶν νόμος, περιέχει αὐτὰς τὰς διατάξεις. Ποῖαι δὲ εἶναι αὐταὶ αἱ διατάξεις; Ὅτι ὁ καλλιεργητὴς, ὁ λαβὼν παρὰ τοῦ ἰδιοκτήτου κτῆμα, ὅπως τὸ καλλιεργήσῃ, εἴτε ἐπὶ ἐμφυτεύσει, εἴτε ἐπὶ ἀγροληψίᾳ, εἴτε ἐπὶ ἐδαφονομῇ, ἂν μὴ πληρώσῃ ἐπὶ τριετίαν τὸν κανόνα, ὑπόκειται εἰς τὴν διάλυσιν τοῦ συμβολαίου καὶ εἰς ἀπόδοσιν τοῦ κτήματος εἰς τὸν ἰδιοκτήτην. Τίς δικαιοτέρα ταύτης διάταξις; Καὶ ἐν τούτοις σήμερον, ἰσχυούσης τῆς ἀναστολῆς εἰς τὴν Ἑπτάνησον, δὲν δύναται ὁ ἰδιοκτήτης νὰ ἀναλάβῃ τὸ κτῆμά του, καὶ ὁ καλλιεργητὴς δύναται νὰ τρώγῃ τοὺς καρποὺς, νὰ μὴ πληρόνῃ τὸν ἰδιοκτήτην καὶ νὰ κρατῇ καὶ τὸ κτῆμα. Εἶναι δικαιοσύνη αὐτή; Ὑπὲρ αὐτῆς τῆς καταστάσεως συνηγορεῖ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Λευκάδος! Τουτέστι θέλει, τὴν Ἑξάνησον αὐτὴν, ἤτοι τὴν λοιπὴν Ἑπτάνησον, πλὴν τῆς Κερκύρας, νὰ τὴν θέσῃ ἐκτὸς τοῦ νόμου! Διότι δὲν ὑπάρχει, Κύριοι, Κράτος, ὄχι πεπολιτισμένον, ἀλλὰ καὶ τὸ μᾶλλον ἀπολίτιστον, τὸ ὁποῖον νὰ ἀνέχηται κατάστασιν τοιαύτην, νὰ δίδῃ ὁ ἰδιοκτήτης τὸ κτῆμά του, ἵνα καλλιεργηθῇ, καὶ νὰ εὑρίσκηται ἐν ἀδυναμίᾳ ἐντελεῖ, ἐντελεστάτῃ, νὰ ἀναλάβῃ τὸ κτῆμά του, καὶ ἐὰν δὲν ἐκπληρῶνται ἀπὸ τὸν καλλιεργητὴν αἱ ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας οὗτος ἀνέλαβε διὰ τῆς συμβάσεως. Καὶ εἰς ποῖον μέρος τοῦ κόσμου ἆρά γε ὑπάρχει τοιαύτη δικαιοσύνη, τοιαύτη κατάστασις, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λευκάδος ζητεῖ νὰ παρατείνῃ μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος; Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ πρώτη Βουλή, ἡ μετὰ τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν συνελθοῦσα, ἔθεσε τὸ ὅριον ἐκεῖνο τῆς ἀναστολῆς μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ Ἀστικοῦ Ἑλληνικοῦ νόμου, διότι τότε τὸ νομοσχέδιον τοῦ Ἀστικοῦ νόμου ἦτο ἐν παρασκευῇ, καὶ ἐπιστεύετο, ὅτι μετὰ μικρὸν θὰ ἐψηφίζετο. Ἀλλὰ δὲν προέβλεπε τότε ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ὅτι τὸ ἔργον τῆς συντάξεως τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος ἤθελεν ἐπὶ τοσοῦτον παραταθῆ. Παρῆλθον, Κύριοι, 26 ὅλα ἔτη ἀπὸ τότε, καὶ νομοσχέδιον δὲν ἐψηφίσθη. Ἐγὼ δὲ κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς συντάξεως τοῦ Κώδικος, ἀνέφερα πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν ἐλπίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦ Κώδικος θὰ ὑποβληθῇ προσεχῶς εἰς τὴν Βουλήν. Εἶναι λοιπὸν λόγος οὗτος, ὥστε νὰ παρατείνηται, Κύριοι, ἡ ἔκθεσμος αὕτη, ἡ ἐντελῶς ἔκθεσμος κατάστασις; Ἀλλὰ ὁ κ. ἐκ Λευκάδος Βουλευτὴς σᾶς εἶπεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦ Κώδικος περιέχει τοιαύτας διατάξεις εἰδικὰς, αἱ ὁποῖαι προβλέπουσι περιπτώσεις ἀποζημιώσεως τοῦ ἐμφυτευτοῦ, ὅταν ἐβελτίωσε τὸ κτῆμα. Καὶ μήπως αἱ διατάξεις αὗται, τὰς ὁποίας τὸ νομοσχέδιον ἠρύσθη ἐξ ἄλλων νομοθεσιῶν, δὲν ἐκανονίσθησαν διὰ τοῦ Ἰονίου Κώδικος καὶ τῆς νομολογίας; Καὶ ποῖον δικαστήριον, Κύριοι, θὰ εὑρεθῇ, τὸ ὁποῖον θὰ εἴπῃ εἰς τὸν καλλιεργητὴν, ἂν ἐβελτίωσε τὸ κτῆμα, ὅτι δὲν θέλει ἀποζημιωθῆ διὰ τὰς βελτιώσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν εἰς τὸ κτῆμα, ὅτι δὲν θέλει ἀποζημιωθῆ διὰ τὴν προσθήκην τῆς ἀξίας, ἣν ἐπέφερεν εἰς τὸ κτῆμα; Τὰς διατάξεις δὲ ταύτας, Κύριοι, ἔχω τὸ καύχημα, ὅτι ἐγὼ εἰσήγαγον εἰς τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἔτους 1873, ἠρύσθην δὲ οὐ μόνον ἐκ τοῦ Ἰταλικοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ Ἰονίου κώδικος.

§137ΣΕΡΒΟΣ. Διατὶ τώρα τὸ ἐναντίον;

§138ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Διότι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος τοῦ 1866 οὐδεμία διάταξις ὑπῆρχε περὶ ἀγροληψιῶν. Καὶ ἐγὼ αὐτὸς εἶμαι ὁ συντάκτης τοῦ μέρους ἐκείνου τοῦ νομοσχεδίου. Αἱ διατάξεις δὲ αὗται διατυποῦνται μὲν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ σήμερον ὡς νόμος, ἀλλὰ, καθὼς προεῖπον ὑμῖν, εἶναι καθιερωμέναι σήμερον, καὶ διὰ τῶν διατάξεων τοῦ Κώδικος καὶ δυνάμει τῆς νομολογίας καὶ τῆς δικαιοσύνης.

§139ΣΕΡΒΟΣ. Εὕρετέ το εἰς τὸν Κώδικα τὸν Ἰόνιον.

§140ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν τὸν ἔχω πρόχειρον, ἀλλὰ ἐνθυμοῦμαι βεβαίως, ὅτι τοιαῦται διατάξεις ὑπάρχουσιν. Ἀλλὰ, Κύριοι, εἰς ἀντίκρουσιν τῶν ὅσων ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λευκάδος συνάδελφος ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν, δὲν ἔχω, παρὰ νὰ ἀναγνώσω τὸ τελευταῖον ἄρθρον τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, τὸ 3ον, καθ’ ὅ, καὶ ἂν ἐπεγένετο ἀδικία εἰς τὸν καλλιεργητὴν, εἶναι εἰς θέσιν ὁ καλλιεργητὴς νὰ ματαιώσῃ πᾶσαν τοιαύτην. Διατί; Διότι ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 ἀκριβῶς ὑπὲρ τῶν καλλιεργητῶν τίθεται ἡ διάταξις (ἀναγινώσκει): «Μέχρι τοῦ πέρατος τῆς ἐκτελέσεως δύναται ὁ ἐμφυτευτὴς, ἐδαφονομεὺς ἢ ἀγρολήπτης ν’ ἀποτρέψῃ τὰς συνεπείας τῆς ἐκτελέσεως, καταβάλλων τῷ κτηματοδότῃ, ἐδαφοδότῃ ἢ ἀγροδότῃ τοὺς καθυστεροῦντας κανόνας, ἢ τὰ ἀγροληπτικὰ μερίδια, μετὰ τῶν ἐξόδων τῆς περὶ τὴν ἐκτέλεσιν δίκης».

§141ΣΕΡΒΟΣ. Αὐταὶ εἶναι αἱ βελτιώσεις;

§142ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τί ἄλλο λοιπὸν θέλετε; Ἂν ἐβελτίωσεν ὁ καλλιεργητὴς καὶ νομίζῃ ἑαυτὸν ἠδικημένον, δύναται μέχρι τῆς ἐκτελέσεως νὰ καταθέσῃ καὶ νὰ πληρώσῃ τὰ ὀφειλόμενα, καὶ νὰ ματαιώσῃ τὴν δίκην. Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν θέλω ἐπὶ πλέον νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν. Ἐγὼ ἁπλῶς καὶ μόνον ἐξέθηκα ταῦτα, ἵνα δικαιολογήσω, διατὶ ἔφερα τὴν πρότασιν ταύτην τοῦ νόμου· ὁ δὲ ἀξιότιμος συνάδελφος, φαίνεται, ὅτι δὲν ἀναγνωρίζει τὸ δικαίωμα τῆς πρωτοβουλίας εἰς τὸν Βουλευτὴν, ἂν καὶ ἦναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Συντάγματι, καὶ ἀπαιτεῖ, διὰ νὰ γένηται δεκτὴ πρότασις Βουλευτοῦ, νὰ γνωμοδοτῇ καὶ ἡ Κυβέρνησις. Ἡ Κυβέρνησις ὑποστηρίζει διὰ τῆς σιωπῆς της...

§143ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τῆς ἀναγραφῆς εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§144ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἀκριβῶς διὰ τῆς ἀναγραφῆς εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν... Ἀπαιτεῖ ὁ συνάδελφος, ἵνα τὸ νομοσχέδιον, τὸ ἀπὸ Βουλευτῶν προερχόμενον, ὑποβάλληται εἰς τὴν βάσανον τῶν νομομαθῶν καὶ τῶν συμβούλων τοῦ Στέμματος. Καὶ διατὶ τάχα; Ποῖος νόμος τὸ διατάσσει; Δὲν εἶναι τάχα εἰς κατάστασιν ἡ Βουλὴ νὰ ἐξελέγξῃ τὰς γνώμας καὶ τὰς διατάξεις τῶν ὑποβαλλομένων νομοσχεδίων εἰς αὐτήν; Ἂν ὁ κανὼν οὗτος ἦναι ἀληθὴς, τότε ἔπρεπεν ὅλα τὰ νομοθετήματα, τὰ εἰσαγόμενα ἐνταῦθα, νὰ ἔρχωνται συνοδευόμενα καὶ μὲ τὰς γνωμοδοτήσεις τῶν νομομαθῶν ἢ τῶν νομικῶν συμβούλων. Κύριοι, δὲν ἐπιμένω οὔτε νὰ κουράσω τὴν Βουλήν, οὔτε εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπερίμεινεν ἡ Ἑξάνησος, ὡς τὴν ὠνόμασεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ἐπὶ 26 ἔτη· ἂς περιμένῃ ἀκόμη ἐπὶ ἓξ μῆνας. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι προέτεινα νομοσχέδιον ὠφέλιμον καὶ ὀρθόν. Ἀλλ’ ἂς ἀναβληθῇ ἡ κρίσις περὶ τούτου κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον.

§145ΣΕΡΒΟΣ. Κύριε Πρόεδρε... (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι).

§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεβλήθη, κύριε Βουλευτά. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν ὑπαγομένων εἰς τὰς κατηγορίας τῶν ἄρθρων 4 καὶ 6 τοῦ ᾼΚΒʹ νόμου φαρμακοποιῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ὡσαύτως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, εἰς αʹ μὲν συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπιβολῆς προσθέτου φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος ὑπὲρ τοῦ δήμου Λετρίνων, εἰς βʹ δὲ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τῶν ἐπιβεβλημένων ἐν Καρύστῳ λιμενικῶν φόρων).

§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 9 μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 50
2τῆς 25 Ἰουλίου 1892.
3(Σάββατον).
4Ὥρᾳ 11 π. μ.
5(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Περι-
6κλέους Βαλαωρίτου).
7(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ μετά τινας
8διορθώσεις ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης
9συνεδριάσεως).
10§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐν Πύργῳ κ. Πέτρος Αὐγερινὸς διὰ
11τηλεγραφήματός του παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἐπι-
12ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπιβολῆς προσθέτου φόρου ἐπὶ
13τῆς σταφίδος ὑπὲρ τοῦ δήμου Λετρίνων.
14Δι’ ἑτέρου τηλεγραφήματος πολλοὶ δημόται τοῦ δήμου
15Λετρίνων παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιψηφίσῃ τὸ νομο-
16σχέδιον τοῦτο.
17Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Πατρῶν διὰ τηλεγραφήματός
18του παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον
19περὶ ἀναγκαστικῆς ἐκποιήσεως ἀκινήτων· προτείνει δὲ καὶ
20τροπολογίαν τινά.
21Ὁ Δῆμος Βουλπιώτης, κάτοικος Λουμποτίνας τῆς ἐπαρ-
22χίας Ναυπακτίας, ζητεῖ βοήθημά τι, λόγῳ ὅτι εἶναι ἀνε-
23ψιὸς τοῦ κατὰ τὸν ἱερὸν ἀγῶνα χιλιάρχου Παναγιώτου
24Σωτηροπούλου ἢ Κραβαρίτου. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά
25του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
26Ὁ κ. Σέρβος ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας δια-
27τάξεως.
28§2ΣΕΡΒΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιο-
29σύνης νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μὲ πληροφορήσῃ, ἂν ἔληξαν αἱ ἐρ-
30γασίαι τῆς ἐπιτροπῆς πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ σχεδίου τοῦ
31Ἀστικοῦ Κώδικος, ἢ πότε πιθανῶς δύνανται νὰ λήξωσι,
32καὶ εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ ἀναθεώρησις τοῦ σχε-
33δίου, τοῦ καταρτισθέντος παρὰ τῶν νομομαθῶν Καλλιγᾶ,
34Οἰκονομίδου, Ράλλη, Παπαῤῥηγοπούλου, Φρεαρίτου, Σκαλ-
35τσούνη καὶ Κρασσᾶ.
36Ἐπίσης νὰ πληροφορήσῃ, ἂν ἐζήτησε τὴν γνώμην τῆς
37ἐν ἐνεργείᾳ ἐπιτροπῆς ἢ τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἐπὶ τῆς
38προτάσεως νόμου περὶ καταργήσεως τοῦ ἐδαφίου 3 τοῦ
39ἄρθρου 2 τοῦ ἀπὸ 30 Ἰανουαρίου 1866 ΡΝʹ νόμου, καὶ
40τίνα ἔλαβεν ἀπάντησιν.
41Ἐπὶ τῆς προτάσεως δὲ ταύτης ὑποβάλλω καὶ τροπο-
42λογίαν.
43§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα
44Παράρτημα, ἀριθ. 327).
45§4ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἀφ’
46ὅτου ἀνέλαβε τὴν ἀρχὴν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ἡ ἐπι-
47τροπὴ τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος ἔπαυσε συνεδριάζουσα, ἕνεκα
48τῆς ἐποχῆς, καθόσον δὲν μένουσιν ἐν Ἀθήναις πάντα τὰ
49μέλη. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς, πληροφορῶ
50τὴν Βουλὴν καὶ τὸν ἀξιότιμον κ. Βουλευτήν, ὅτι βεβαίως
51δὲν ἐπερατώθη τὸ ἔργον αὐτῆς, θὰ χρειασθῇ δὲ ἀκόμη χρό-
52νος πρὸς περάτωσιν τοῦ ἔργου.
53§5Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατόπιν τῶν ψη-
54φισθέντων ὑπὸ τῆς Βουλῆς νομοσχεδίων περὶ πραγμάτων
55οἰκονομικῶν, καὶ κατόπιν ἐργασίας γενομένης ἐν τῷ Λογι-
56στηρίῳ ἐπὶ διαφόρων κεφαλαίων καὶ ἄρθρων τοῦ ἐπιδιωρ-
57θωμένου προϋπολογισμοῦ, θὰ παραστηθῇ ἀνάγκη, ἵνα κατὰ
58τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπενεχθῶσι μεταβολαί
59τινες. Ἐπειδὴ αὗται πᾶσαι εἶναι ἤδη κατεστρωμέναι, κρίνω
60προτιμότερον, πρὶν ἢ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον καὶ
61κεφάλαιον συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ ὑποβάλω
62διὰ δηλώσεως εἰς τὴν Βουλὴν τὰς μεταβολὰς, ἵνα ἔχῃ
63αὐτὰς ὑπ’ ὄψει ἡ Βουλὴ πρὸ τῆς γενικῆς συζητήσεως καὶ
64κατ’ αὐτήν. Θὰ ἠδύνατο μάλιστα καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ
65προϋπολογισμοῦ νὰ λάβῃ αὐτὰς ὑπ’ ὄψει, συνερχομένη σή-
66μερον, διότι ἡ δήλωσις, ἣν ὑποβάλλω, εἶναι ἔντυπος καὶ
67θὰ διανεμηθῇ μετ’ ὀλίγον εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, καί-
68τοι δὲν εἶναι ἀναγκαῖος ὅρος ἡ προεπεξεργασία τῆς ἐπιτρο-
69πῆς, διότι τροποποιήσεις εἰς τὸν προϋπολογισμὸν δύνανται
70νὰ ἐπενεχθῶσιν εἰσαγόμεναι κατὰ τὴν συζήτησιν. Ἐπειδὴ
71ὅμως οἱ μεταβαλλόμενοι ἀριθμοὶ εἶναι σημαντικοί, καίτοι
72ἡ ἔννοια αὐτῶν δὲν εἶναι σπουδαία, ὅσον ἐμφαίνει ὁ ὄγκος
73τῶν ἀριθμῶν, νομίζω, χρήσιμον νὰ ἐπιληφθῇ τῆς προεπε-
74ξεργασίας αὐτῶν ἡ ἐπιτροπή. Ἔχομεν π. χ. τὴν κατάργη-
75σιν τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τὴν συγ-
76χώνευσιν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων αὐτοῦ ἐν τῷ γενικῷ προϋ-
77πολογισμῷ τοῦ Κράτους. Ἡ μεταβολὴ αὕτη ἐπάγεται
78ἀμέσως εἰς τὰ ἔσοδα αὔξησιν 3,151,000 δρ. Δὲν εἶναι αὕτη
79πραγματικὴ αὔξησις, εἶναι μεταφορὰ ἀπὸ εἰδικοῦ ταμείου
80εἰς τὸ γενικὸν ταμεῖον τοῦ Δημοσίου, οὐχ ἧττον ὁ ἀριθμὸς
81παρίσταται μέγας, ὁ ἔλεγχος δὲ τῆς ἐπιτροπῆς θὰ ἐξηκρί-
82βου καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τὸ ἀληθὲς καὶ τὴν ἀνάγκην τῆς με-
83τεγγραφῆς. Ἐπίσης καὶ ἐν τοῖς ἐξόδοις ἔχομεν ἐπὶ τοῦ δη-
84μοσίου χρέους ἀναγραφὲν ποσὸν 175,000 δραχμῶν ἐκ
85σφάλματος ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὅπου εἶχον ἀναγραφῆ
86ἀντὶ 195,000 δρ. 19,500 διὰ τὴν ἔλλειψιν ἑνὸς μηδενι-
87κοῦ. Εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ νομοθετικοῦ σώματος ἐπίσης εἶναι
88ἀνάγκη νὰ προστεθῶσιν 91,000 δραχμῶν, διότι τοιαύτη
89ἀποδεικνύεται σήμερον ἡ ἀνάγκη. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν
90τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὡς ἐκ τῶν ἐξόδων
91τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, 1,704,000 δραχ.
92Εἰς τὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν 484,000, διότι
93δὲν εἶχον συμπεριληφθῆ διάφορα ἔξοδα ὑλικοῦ ἐν τῷ προϋ-
94πολογισμῷ, οἷος ἐπηνωρθωμένος παρ’ ἡμῶν ὑπεβλήθη. Ἐπὶ
95τῶν ἐξόδων τῆς διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας τῶν φόρων ἔχο-
96μεν ἀφαίρεσιν, ὡς ἐκ τῆς μεταῤῥυθμίσεως τοῦ νόμου περὶ
97καπνοῦ, δρ. 165,842, προσθήκην δὲ δρ. 36,250.
98§6ΡΑΛΛΗΣ. Ποία ἡ διαφορὰ ἐκ τῶν δηλώσεων αὐτῶν;
99§7Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶπον, ὅτι τοῦτο δὲν ἔχει οὐσια-
100στικὴν σημασίαν· ἄλλως τε ἤθελέ τις συλλάβει πεπλα-
101νημένην ἰδέαν περὶ τῶν ἐν τῷ μέλλοντι ἐξόδων, ἐὰν ἀφεώ-
102ρα εἰς τοὺς ἀριθμοὺς τούτους, ἀναγράφοντας ἀνωτάτους
103ὅρους, καὶ μεθ’ ὧν ὅμως τὴν ἀναγραφὴν τὸ γενικὸν ἀποτέ-
104λεσμα τοῦ προϋπολογισμοῦ βελτιοῦται ἐν τῷ γενικῷ ἀπο-
105τελέσματι· ἐνῷ εἴχομεν διαφορὰν ἐπὶ πλέον τῶν ἐσόδων
106πρὸς τὰ ἔξοδα 2,762,000 δραχμῶν, θὰ ἔχωμεν διαφορὰν
107ἐπὶ πλέον ἤδη 3,151,000 δραχμῶν, ἀλλὰ, προσθέτω, οὐδό-
108λως παριστῶ αὐτὴν ὡς αὔξησιν πραγματικοῦ περισσεύμα-
109τος. Οὐδεμίαν αἱ ἐπηνωρθωμέναι αὗται ἐγγραφαὶ ἐπάγονται
110μεταβολὴν ἐν τῷ ἀπολογισμῷ, σκοποῦσι δὲ μόνον ἀκριβε-
111στέραν λογιστικὴν παράστασιν τῶν προϋπολογιζομένων. Ὁ
112προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων ἀπὸ 100,399,000 ἀναβιβάζε-
113ται εἰς 103,550,000, ὁ δὲ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων ἀπὸ
11497,637,000 ἀναβιβάζεται εἰς 99,972,000.
115Πλὴν τούτου ὑποβάλλω καὶ πίνακα τῶν νόμων, ἐφ’ οὗ
116στηρίζεται ἡ ἐπιβολὴ καὶ ἡ εἴσπραξις τῶν ἐσόδων τοῦ Κρά-
117τους διὰ τὸ 1892, καὶ πρόσθετον ἄρθρον ἐν τῷ νόμῳ περὶ τοῦ
118προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, ἐπιτρέπον τὴν κατὰ τὸ ἔτος
1191892 εἴσπραξιν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων περὶ ἐσόδων πα-
120γίων νόμων, μετὰ παραπομπῆς εἰς τὸν πίνακα τοῦτον. Ὁ πί-
121ναξ ἐδημοσιεύετο καὶ πρότερον, ἀλλὰ δὲν ἐγίνετο καὶ ἡ παρα-
122πομπὴ, ἥτις ὅμως εἶναι κανονικωτέρα. Κατὰ τὸ Γαλλικὸν
123σύστημα, ἡ ἐπέτειος ἰσχὺς παρέχεται εἰς τοὺς παγίους
124φορολογικοὺς νόμους διὰ τοῦ νόμου περὶ τοῦ προϋπολογι-
125σμοῦ τῶν ἐσόδων, ἀναγράφοντος τὴν ἐπέτειον ἰσχὺν πάν-
126των τῶν ἐν τῷ συνημμένῳ εἰς αὐτὸν πίνακι περὶ φορολο-
127γίας. Κατὰ τοῦτο τὸ σύστημα συντεταγμένον εἰσάγομεν
128καὶ ἡμεῖς ἄρθρον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Περιελαμβάνετο
129καὶ πρότερον τοιοῦτον ἄρθρον, ἀλλ’ ἄνευ παραπομπῆς εἰς
130πίνακα. Παρατηρῶ ὅμως, ὅτι, ἐπειδὴ ἐψηφίσθη ἤδη εἰς
131τρεῖς ἀναγνώσεις, ὑπολειπομένης μόνον τῆς ψηφίσεως τοῦ
132συνόλου, ἣν ἀπεκδεχόμεθα μετ’ ὀλίγον, ὁ νόμος περὶ ἐγ-
133γείου φορολογίας καὶ περὶ φόρου τῶν ζώων, δὲν προφθάνει,
134ἀλλὰ καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναγραφῇ οὗτος ἐν τῷ πί-
135νακι, ὡς περιλαμβάνων ἐν ἑαυτῷ τὰ στοιχεῖα τῆς ἐπε-
136τείου ἰσχύος διὰ τὸ ἔτος 1892, διότι ἐν τῷ ἔτει τούτῳ
137ψηφίζεται· μετὰ παρέλευσιν τοῦ ἔτους θὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη
138ἀνανεώσεως τῆς ἰσχύος αὐτοῦ. Ὥστε ἤδη παραπέμπομεν
139ἐν τῷ πίνακι εἰς τοὺς κειμένους νόμους, ὅταν δὲ ψηφισθῇ
140καὶ ὁ νόμος ἐκεῖνος, θέλει ἐφαρμοσθῆ ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως,
141ὡς παρέχων τὴν ἀπαιτουμένην, κατὰ τὰ κείμενα, ἐπέ-
142τειον ἄδειαν εἰσπράξεως καὶ βεβαιώσεως τῶν φόρων, οὓς
143κανονίζει.
144§8ΣΚΟΥΖΕΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν
145Βουλὴν ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου τῶν ἐν Ἀθήναις συντε-
146χνιῶν, ἀφορῶσαν εἰς τὸ ἑξῆς. Αἱ ἐν Ἀθήναις συντεχνίαι,
14723 τὸν ἀριθμὸν, συνελθοῦσαι πρὸ δύο ἐτῶν, κατήρτισαν
148σωματεῖον κοινὸν, καλούμενον «Σύνδεσμος τῶν ἐν Ἀθήναις
149συντεχνιῶν». Σκοπὸς τοῦ σωματείου τούτου εἶναι ἡ ἐπὶ τὰ
150βελτίω πρόοδος τῶν μελῶν τῶν συντεχνιῶν διὰ τῆς ἠθι-
151κῆς καὶ διανοητικῆς αὐτῶν μορφώσεως, καὶ διὰ τῆς τε-
152λειοποιήσεως αὐτῶν ἐν ταῖς τέχναις, τὰς ὁποίας ἐπαγγέλ-
153λονται χιλιάδες ἐργατῶν. Εἷς ἐκ τῶν σκοπῶν του εἶναι
154ἡ ἀνίδρυσις κτιρίου κοινοῦ, τὸ ὁποῖον νὰ χρησιμεύῃ, ὅπως
155ἀφ’ ἑνὸς μὲν συνέρχωνται αἱ διάφοροι συντεχνίαι πρὸς δια-
156κανόνισιν τῶν ὑποθέσεων αὐτῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ καὶ πρω-
157τίστως νὰ χρησιμεύῃ διὰ τὰ κεντρικὰ τεχνικὰ σχολεῖα, τὰ
158ὁποῖα ὁ Σύνδεσμος σκοπεῖ νὰ συστήσῃ, ὅπως τελειοποιῶν-
159ται ἐν αὐτοῖς οἱ ἐργάται εἰς τὰ ἐπαγγέλματα αὐτῶν. Νο-
160μίζω, ὅτι ὁ σκοπὸς εἶναι χρήσιμος, καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν
161Βουλὴν, ἐὰν ἐγκρίνῃ τὸ χρήσιμον, νὰ συστήσῃ ἰδιαιτέρως
162εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐξεύρῃ κατάλληλον γήπεδον ἐκ
163τῶν ἐν Ἀθήναις ἀνηκόντων τῷ Δημοσίῳ, τὸ ὁποῖον νὰ
164προσδιορισθῇ πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν, δωρούμενον εἰς τὸν
165Σύνδεσμον τῶν ἐν Ἀθήναις συντεχνιῶν.
166§9ΡΟΥΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι πολὺ δικαία ἡ αἴτη-
167σις αὕτη, καὶ ἡ Βουλὴ βεβαίως συνιστᾷ αὐτὴν ἐνθέρμως
168πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.
169§10ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ κατὰ προτίμησιν.
170§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
171Ἐσωτερικῶν μετὰ συστάσεως τῆς Βουλῆς.
172§12ΜΑΝΕΣΗΣ. Ὑποβάλλω μίαν πρότασιν εἰς τὴν Κυβέρ-
173νησιν καὶ τὴν Βουλὴν. Ἐὰν ἦναι δυνατὸν, ἡ συζήτησις
174τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ γίνηται μετὰ μεσημβρίαν, ὅτε ἔχο-
175μεν πολλὰς ὥρας εἰς τὴν διάθεσίν μας, ἡ δὲ συζήτησις ἐπὶ
176τῶν νομοσχεδίων νὰ γίνηται πρὸ μεσημβρίας.
177§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας
178διατάξεως;... Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
179Ἐξακολούθησις τῆς γενικῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ προϋ-
180πολογισμοῦ τοῦ Κράτους.
181Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
182§14Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὰς δύο προηγηθείσας
183συνεδριάσεις ἀνεκοίνωσα πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ πορίσματα,
184τὰ ὁποῖα συνήγαγον ἐκ τῆς ἐπισκοπήσεως τῆς διαχειρί-
185σεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους κατὰ τὰ ἔτη 1882,
1861883, 1884 καὶ κατὰ τὰ ἔτη 1887, 1888, 1889, 1890.
187Τοῦ τελευταίου τούτου ἔτους τὰ ἀποτελέσματα κατέληξαν
188ὡσαύτως εἰς ἔλλειμμα, ἀνερχόμενον εἰς 18,313,121.70,
189πλὴν τῶν 9,015,476.17, κατὰ τὰ ὁποῖα ηὔξησε τὸ ποσὸν
190τοῦ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέους πρὸς τὰς Τραπέζας,
191καὶ πλὴν τῶν 45 ἑκατομμυρίων εἰς χρυσὸν, τὰ ὁποῖα
192εἰσέπραξεν ἐκ τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης,
193καὶ τῶν ὁποίων ὑπόλοιπον ἐκ φράγκων 7,694,650 εὕρομεν,
194ὅτε κατὰ Ὀκτώβριον ἐκλήθημεν ἐπὶ τὴν ἀρχήν.
195Κατὰ τὸ 1891 τὰ ἔσοδα προϋπελογίσθησαν εἰς
19696,541,462, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς 100,411,479.40, οὕτω δὲ
197διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ προσδιωρίσθη τὸ ἔλλειμμα εἰς
1983,870,017.40. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1891 συνετάχθη
199ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ, ὅστις ἐτύγχανε
200τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ αὐτοῦ εἰσηγου-
201μένου, συνεζητήθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ τότε ἐπεκρίθη
202τὸ Ὑπουργεῖον ἐπὶ τῇ συντάξει τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ
203εἶπον οἱ ἐπικρίνοντες, ὅτι καὶ ὁ παρ’ ἡμῶν συνταχθεὶς
204προϋπολογισμὸς ἐπὶ τῶν αὐτῶν ἐστηρίζετο βάσεων, ἐφ’ ὧν
205εἶχε στηριχθῆ ὁ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου
206συνταχθεὶς προϋπολογισμὸς τοῦ προηγηθέντος ἔτους 1890,
207ὡς ἂν ἡμεῖς συνεχίζοντες ἐφηρμόζομεν τὴν αὐτὴν οἰκονομι-
208κὴν πολιτικὴν, ἣν οἱ προκάτοχοι ἡμῶν κατὰ πᾶσαν τὴν
209λήγουσαν τετραετίαν ἐφήρμοζον. Καὶ ἡ τοιαύτη ἐπίκρισις
210ηὔφραινε τὸν ἀκροώμενον αὐτῆς κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογ-
211γίου. Τινὲς δ’ ἤλεγχον ἡμᾶς, διότι μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ
212δὲν προεβάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νομοσχέδια, ἀνατρέ-
213ποντα τοὺς φορολογικοὺς νόμους καὶ τὴν ἄλλην οἰκονομι-
214κὴν νομοθεσίαν. Ἀλλ’ ἡμεῖς εἴχομεν κληθῆ εἰς τὴν Κυβέρνη-
215σιν κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τοῦ δεκάτου μηνὸς
216τοῦ 1890, ἤτοι δύο μῆνας πρὸ τῆς λήξεως αὐτοῦ. Δὲν συμ-
217βουλεύω δ’ εἰς τὰς Κυβερνήσεις νὰ προβαίνωσι μετὰ σπουδῆς
218καὶ ἀδιστάκτου εὐχερείας εἰς μεταβολὰς τῆς κανονιζούσης
219τὴν φορολογίαν τῆς χώρας νομοθεσίας, καὶ εἰς νέας ἑκάστοτε
220διαῤῥυθμίσεις τῶν κανονισμῶν τῆς διοικήσεως τοῦ κλάδου
221τῶν οἰκονομικῶν. Ἡμεῖς καὶ τότε ἐφρονοῦμεν, οὐ δ’ ἐπαύσα-
222μεν φρονοῦντες, ὅτι πᾶσα μεταβολὴ, ἥτις ἤθελε προταθῆ,
223ἔδει νὰ ἦναι πόρισμα ἐμβριθοῦς μελέτης, διότι αἱ ἀμελέτητοι
224καὶ ἀπερίσκεπτοι μεταβολαὶ ἀποβαίνουσι πάντοτε τὰ μάλι-
225στα ἐπιζήμιοι κατὰ τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν· ἀλλὰ
226καὶ ἐλαχίστη ἂν ἐπήρχετο ζημία ἐκ τῶν μέτρων ἡμῶν,
227μεγίστη ἤθελεν ἐπέλθει χειροτέρευσις τῶν οἰκονομικῶν, ἐν
228ᾗ ταῦτα εἶχον περιαχθῆ ἐξησθενημένῃ καὶ εὐπαθεστάτῃ
229καταστάσει. Καὶ ὄντως, οἱ ἐπικρίνοντες ἡμᾶς δὲν ἠδύναντο
230ἢ δὲν ἤθελον νὰ ἐννοήσωσιν, ὅτι οὐδ’ ἦτο δυνατὸν νὰ
231ἐπενεχθῇ μεταβολή τις εἰς τὰς βάσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ,
232ἀφοῦ αἱ πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ τῶν χρεωλυσίων
233πιστώσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔπρεπεν ἀναγκαίως νὰ
234διατηρηθῶσιν ἀμετάβλητοι, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ
235προταθῇ μεταβολή τις ἐπὶ τῶν συμπεφωνημένων ὑποχρεώ-
236σεων τοῦ Κράτους, οὐδ’ ἠδυνάμεθα νὰ παύσωμεν τὰς
237πιστώσεις τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων, αἵτινες καθιστῶσιν ἀναπό-
238φευκτα τὰ δάνεια, ἕνεκα τῶν σιδηροδρόμων, τῶν ὁποίων
239ἡ κατασκευὴ εἶχεν ἀρχίσει ἐπὶ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου,
240καὶ τῶν ὁποίων τὰ ἔργα δὲν συνέφερεν εἰς τὸ Κράτος νὰ
241μὴ ἐξακολουθήσωμεν, καὶ νὰ ἐγκαταλίπωμεν ἡμιτελῆ.
242Μόνον μεταβολὰς τῆς φορολογίας ἠδυνάμεθα νὰ προτείνο-
243μεν, καὶ ἔν τισι βελτιώσεις κατὰ τὴν βεβαίωσιν, ἀλλὰ
244καὶ ταύτας ἀναγκαίως ὠφείλομεν νὰ ἀναβάλωμεν, ἵνα
245μελετηθῶσιν ἐμβριθῶς, ὅπως μὴ ἀποτύχωσιν ἐν τῇ
246ἐφαρμογῇ.
247Καὶ ὄντως, ἀφοῦ αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους μᾶς
248ἐπέβαλλον νὰ τηρήσωμεν ἀναλλοίωτα τὰ ὑπὸ τὸν τίτλον
249τοῦτον ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἔξοδα, ἤτοι
250τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, τὰ χορηγήματα, τὰς
251συντάξεις, τὰ τῆς βασιλικῆς χορηγίας καὶ τὰ ἔξοδα τῆς
252Βουλῆς, ἀφοῦ ταῦτα ἔπρεπε νὰ διατηρηθῶσιν ἀμετά-
253βλητα, εἰς ταῦτα δὲ 43 προωρίζοντο ἑκατομμύρια ἐκ τῶν
25491 ἑκατομμυρίων, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνήρχοντο κατὰ τὸν
255προϋπολογισμὸν τοῦ 1890 τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, τὸ
256ἥμισυ τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἀφοῦ δὲ οὐδὲ ἦτο δυνατόν,
257οὐδὲ συνέφερε νὰ ἀναστείλωμεν τὴν ἐξακολούθησιν τῆς
258κατασκευῆς τῶν σιδηροδρόμων καὶ τῶν ἄλλων δημοσίων
259ἔργων, τῶν ὁποίων εἶχε γείνῃ ἔναρξις, ἐξηκολουθοῦμεν καὶ
260ἡμεῖς νὰ ἔχωμεν ἀνάγκην ἐκτάκτων ἐξόδων, διότι τὰ
261τακτικὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωσι καὶ εἰς κατα-
262σκευὴν τῶν δημοσίων ἔργων, ἔκτακτα δ’ ἔξοδα μόνον ἐκ
263δανείων ἠδυνάμεθα νὰ πορισθῶμεν. Καὶ οὕτως ἠναγκαζό-
264μεθα νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὸ αὐτὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον
265οἱ προκάτοχοι ἡμῶν ἐφήρμοζον, ἂν καὶ τὸ σύστημα τοῦτο
266δὲν ἦτο σύμφωνον μὲ τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ,
267κατὰ τὸν ὁποῖον, ὅταν εἰσάγωνται εἰς τὴν Βουλὴν προτάσεις
268πρὸς χορηγίαν πιστώσεων δι’ ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ὁ
269προϋπολογισμὸς δὲν προέβλεψε, πρέπει νὰ προτείνωνται
270συγχρόνως καὶ οἱ νέοι πόροι, ἐκ τῶν ὁποίων θέλουσι
271παραχθῆ τὰ ζητούμενα διὰ τῶν πιστώσεων ποσὰ, τὰ
272δὲ δάνεια δὲν εἶναι πόροι τοῦ Κράτους, ἀλλὰ κεφάλαια
273ἀλλότρια, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἀποδοθῶσι θᾶττον ἢ βράδιον
274εἰς τοὺς κυρίους αὐτῶν. Καὶ οἱ προκάτοχοι ἡμῶν πάντα
275τὰ ἔργα, εἴτε κατασκευῆς σιδηροδρόμων, εἴτε ἄλλα, εἶχον
276ἐπιχειρήσει κατὰ τὸ παρελθὸν, μηδένα ἄλλον ἔχοντες πόρον,
277εἰμὴ τὰ δάνεια· ἀφοῦ δ’ ὠφείλομεν νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν
278κατασκευὴν αὐτῶν, ἵνα μὴ τὰ ἐγκαταλίπωμεν καὶ ἀφήσω-
279μεν νὰ καταστραφῶσι, ζημιούμενοι οὕτω καὶ ὅσα εἶχον
280ἕως τότε δαπανηθῆ, ἤμεθα ἠναγκασμένοι ἐκ τῆς αὐτῆς
281πηγῆς νὰ ζητήσωμεν νὰ πορισθῶμεν τὰ ἀναγκαῖα χρήματα,
282ἐκ τῆς πηγῆς τῶν δανείων. Ἐὰν ἐξήρτητο ἀπ’ ἐμοῦ νὰ
283κανονίσω τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς ἔπρεπε νὰ
284χαράξῃ, ὅταν ἀπεφάσισε νὰ προβῇ εἰς τὴν κατασκευὴν
285τῶν σιδηροδρόμων, χάριν τῆς συγκοινωνίας, ἢ ἄλλων
286δημοσίων ἔργων, ἤθελον συμβουλεύσει νὰ μὴ ἀκολουθήσῃ
287τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου
288ἠκολούθησεν· ἤθελον συμβουλεύσει νὰ μὴ προβαίνῃ εἰς
289δάνεια, εἰμὴ ἐπὶ τοσοῦτον, ἐφ’ ὅσον τὰ τακτικὰ ἔσοδα
290τοῦ Κράτους ἐπήρκουν πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ
291τῶν χρεωλυσίων τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα συνωμολόγει· ἐφ’
292ὅσον δὲ ταῦτα δὲν ἐπήρκουν, ἤθελον συμβουλεύσει νὰ ἀπέ-
293χῃ δανείων, καὶ ἀφοῦ ἔπρεπε νὰ ἀπέχῃ δανείων, ἔπρεπε
294συνεπῶς νὰ ἀναβάλῃ τὴν σύγχρονον καὶ ὁρμητικὴν κα-
295τασκευὴν τούτων, καὶ νὰ προβαίνῃ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον
296εἰς ἐκτέλεσιν τοιούτων, ἐφ’ ὅσον τὰ ἔσοδα ἤθελον αὐ-
297ξάνει, ἵνα ἐπαρκῶσιν εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων τῶν
298νέων δανείων. Καὶ δὲν ἀπῃτεῖτο οὐδ’ ἔξοχος διάνοια,
299οὐδὲ σοφία, ἵνα τοιαύτην ἀκολουθήσωμεν καὶ ἡμεῖς
300τακτικήν, διότι ταύτην ἐνδεικνύει ἡ κοινὴ πεῖρα τῶν
301ἀνθρωπίνων πραγμάτων, τὴν ὁποίαν ἕκαστος συνετὸς οἰκογε-
302νειάρχης ζητεῖ καὶ παραλαμβάνει ὡς ὁδηγὸν τοῦ βίου
303του. Οὐδεὶς προβαίνει εἰς ἔκτακτον δαπάνην, ἐὰν δὲν ἔχῃ
304τὰ πρὸς τοῦτο μέσα. Ἀλλ’ ὅτε ἡμεῖς ἐκλήθημεν κατὰ
305τὸ 1890 εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν εἶχον μόνον ἀποφα-
306σίσει οἱ προκάτοχοι ἡμῶν νὰ ἐκθέσωσι τὴν χώραν εἰς τὸ
307ἀσύνετον ταξείδιον, ἀλλ’ εἶχον ἑτοιμάσει πρὸς πλοῦν
308καὶ τὸ πλοῖον, καὶ τοῦτο εἶχεν ἐξέλθει τοῦ λιμένος, καὶ
309ἔπλεεν εἰς τὸν ὠκεανὸν, ἀλλ’ ἔπλεεν ἄνευ πηδαλίου, διευ-
310θυνόμενον κατὰ τὰς τροπὰς, τὰς ὁποίας ἔδιδον αὐτῷ
311τῶν κυμάτων καὶ τῶν ἀνέμων τὰ ῥεύματα. Εἶχον συνο-
312μολογήσει οὐχὶ ἓν ἢ δύο δάνεια, ἀλλὰ δάνεια ἐπὶ δα-
313νείων, καὶ διὰ τοῦ τελευταίου τούτων εἶχον ὑποχρεώ-
314σει ἀπέναντι τῶν δανειστῶν καὶ τοὺς διαδόχους των νὰ
315συνεχίσωσι τὴν κατασκευὴν τοῦ ἔργου, λόγῳ τοῦ ὁποίου
316εἶχον συνομολογήσει τὸ δάνειον. Τίνας λοιπὸν ἀξιώσεις
317ἠδύναντο νὰ ἀπευθύνωσι πρὸς ἡμᾶς οἱ τὸν εἰσαχθέντα παρ’
318ἡμῶν εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμὸν ἐπικρίνοντες τότε;
319Ἐπικρίνοντες ἡμᾶς, διότι δὲν κατηργοῦμεν τὴν οἰκονομι-
320κὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν εὕρομεν ἐφαρμοζομένην, μᾶς
321ἐπέκρινον, διότι δὲν ἐπαύομεν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἐν ἐνεργείᾳ
322δημοσίων ἔργων, ἢ διότι δὲν ἠρνούμεθα τὴν ἐκτέλεσιν τῶν
323ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας εἶχον οἱ προκάτοχοι ἡμῶν
324ἀναδεχθῆ ἐν ὀνόματι τοῦ Κράτους πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι
325κατέβαλον πρὸς αὐτοὺς τὰ δάνεια; Τοιαῦται ἐπικρίσεις,
326ἄνευ βάσεως καὶ ἄνευ λόγου, κατήγγελλον τὴν προαίρεσιν
327τῶν ἐπικρινόντων, ἀλλὰ δὲν συνίστων τὴν σοβαρότητα
328αὐτῶν.
329Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1891 κατ’ ἀνάγκην καὶ μοι-
330ραίως ἔπρεπε νὰ συνταχθῇ ἐπὶ τῶν αὐτῶν βάσεων, ἐφ’ ὧν
331εἶχε συνταχθῆ καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1890. Ἀλλὰ
332τότε ποίαν εἶχεν ἔννοιαν ἡ δήλωσις τῶν ἐκλογῶν τῆς 14
333Ὀκτωβρίου 1890; Ἡ δήλωσις τῶν ἐκλογῶν τῆς 14
334Ὀκτωβρίου 1890 σκοπὸν εἶχε νὰ ἐνισχύσῃ τοὺς πολιτικοὺς
335ἄνδρας τῆς χώρας, ἵνα ἐξακολουθήσωσι τὴν αὐτὴν πολιτι-
336κὴν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογ-
337γίου; Παντάπασιν· ἐξ ἐναντίας, ἐπειδὴ τῶν ἐκλογῶν ἐκεί-
338νων τὰ ἀποτελέσματα ἐδήλουν πλήρη καὶ ἀναμφισβήτητον
339δυσπιστίαν πρὸς τὸν μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου κυβερνῶντα,
340ἐδίδασκον ὅτι ἔπρεπε νὰ μεταβληθῇ ἡ οἰκονομικὴ πολι-
341τικὴ, τὴν ὁποίαν ἐκεῖνος ἐφήρμοζεν. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ
342μεταβληθῇ οἰκονομικὴ πολιτικὴ, ἀπὸ ὀκτὼ καὶ πλέον ἐτῶν
343ἐφαρμοζομένη, ἐντὸς δύο μηνῶν, ἤτοι ἀπὸ τοῦ τέλους Ὀκτω-
344βρίου μέχρι τοῦ Δεκεμβρίου; Μεταβολαὶ τοιαῦται παρασκευά-
345ζονται διὰ μακροῦ ἐπὶ ἔτη συνεχισμοῦ ἐπιμόνου καὶ σκο-
346πίμου ἐργασίας, καὶ δὲν διεκπεραιοῦνται, εἰμὴ βραδέως,
347διότι μόνον μετὰ παρέλευσιν πολλῶν ἐτῶν δύναταί τις νὰ
348πραγματοποιήσῃ τὴν ἀντικατάστασιν συστήματος οἰκονο-
349μικοῦ, τὸ ὁποῖον ἐτέθη ἐν ἐνεργείᾳ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν. Ἀπο-
350πλανῶσι τὰ πλήθη, ὡς κοινοὶ ἀγύρται, ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν
351διστάζουσι νὰ ἐπαγγέλλωνται κατὰ πᾶσαν νουμηνίαν συ-
352στήματα νέα, εἴτε διοικητικὰ, εἴτε κυβερνητικά· ἀλλὰ,
353ἐὰν ἡ μεταβολὴ τῶν διοικητικῶν καὶ κυβερνητικῶν συστη-
354μάτων εἶναι δυνατὸν ἄνευ μεγάλων δυσχερειῶν νὰ παρα-
355σκευασθῇ καὶ ἐκτελεσθῇ, ἡ μεταβολὴ οἰκονομικοῦ συστή-
356ματος εἶναι δυσχερέστατον ἔργον, τοιοῦτον δ’ ἔργον δὲν ἠδυ-
357νάμεθα νὰ ὑποσχεθῶμεν εἰς τοὺς συμπολίτας ἡμῶν, ὅτι ἠθέ-
358λομεν διαπράξει ἐντὸς δύο μηνῶν.
359Διὰ τοῦτο ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1891, ὡς ἐπεψηφίσθη,
360κατέληγεν εἰς ἔλλειμμα 3,870,017.40· ἀλλὰ τὸ ἔλλειμμα
361τοῦτο ἦτο ἔλλειμμα τῶν τακτικῶν ἐξόδων, παραβαλλο-
362μένων πρὸς τὰ τακτικὰ ἔσοδα, τὰ ἔκτακτα ὅμως τῶν σι-
363δηροδρόμων καὶ τῶν δημοσίων ἔργων δὲν περιελαμβάνοντο
364εἰς τοὺς ἀριθμοὺς τούτους. Διὰ τὰ ἔκτακτα ταῦτα ἔξοδα
365ἐξεδόθησαν ἴδιοι νόμοι, τῇ εἰσηγήσει ἡμῶν, διὰ τῶν ὁποίων
366μέχρι τῆς 18 Φεβρουαρίου 1892, ὅτε ἀπεβλήθημεν τῆς ἀρ-
367χῆς, παρεχωρήθησαν πιστώσεις ἔκτακτοι 35,814,100, προ-
368σέτι δὲ καὶ τακτικαὶ 1,163,385.92· καὶ οὕτω τὸ ἔλλειμμα
369τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1891, ὡς προσδιορίζεται διὰ τοῦ
370προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν χορηγηθεισῶν, ὡς εἴρηται, πιστώ-
371σεων, ἀνέρχεται εἰς 40,847,503.32. Καὶ κατὰ μὲν τὰ πα-
372ρελθόντα ἔτη, καθ’ ἕκαστον τῶν ὁποίων τοσοῦτον περίπου,
373ἐνίοτε δὲ καὶ ἀνώτερον αὐτοῦ, ἦτο τὸ ἐτήσιον ἔλλειμμα,
374εἰσήγετο ἀπὸ τῆς Εὐρώπης διὰ τῶν δανείων ὁ χρυσὸς κατὰ
375ἑκατομμύρια, κατὰ τὸ 1891 ὅμως αἱ περιστάσεις τοῦ
376Κράτους, ἡ περὶ αὐτοῦ γνώμη ἐν Εὐρώπῃ, ἐφ’ ἧς ἑδράζε-
377ται ἡ οἰκονομικὴ πίστις τῶν Κρατῶν, δὲν παρεῖχον εὐλό-
378γους προσδοκίας, ὅτι ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ συνομολογήσωμεν
379δάνειον ὑπὸ ὅρους ἀνεκτούς. Διὰ τοῦτο ἐκαλούμεθα νὰ
380ἀσχοληθῶμεν, ἵνα διὰ τῶν ἰδίων ἡμῶν τακτικῶν πόρων
381ἐπαρκέσωμεν εἰς ἁπάσας τὰς ἀνάγκας τοῦ προϋπολογισμοῦ,
382τάς τε τακτικὰς καὶ τὰς ἐκτάκτους, καὶ κατορθώσωμεν νὰ
383διέλθωμεν τὸ ἔτος ἄνευ δανείου, πλὴν ἐὰν ἠθέλομεν εὕρει
384τοιοῦτον ὑπὸ ὅρους ἀνεκτούς. Ἐὰν δὲ κατωρθοῦμεν νὰ ἐπαρ-
385κέσωμεν εἰς πάσας ταύτας τὰς ἀνάγκας διὰ τῶν παρ’ ἡμῖν
386ὑπαρχόντων πόρων, εἴχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἐπικρα-
387τοῦσα ἐν Εὐρώπῃ δυσπιστία πρὸς τὴν οἰκονομικὴν κατά-
388στασιν τοῦ Κράτους ἤθελεν ἐπαισθητῶς μειωθῆ ἢ ἐκλίπει,
389ἤθελον δὲ τότε ἀνοιχθῆ καὶ εἰς ἡμᾶς αἱ θύραι τῶν αἰθου-
390σῶν, ἐν αἷς ἦσαν ἀποτεθειμένα ἐν Εὐρώπῃ τὰ κεφάλαια.
391Ἀλλ’ ἐκ τῶν 96,541,462, εἰς τὰ ὁποῖα εἶχον ἀνέλθει
392τὰ προϋπολογισθέντα ἔσοδα, εἰσεπράχθησαν κατὰ τοὺς
393δώδεκα πρώτους μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1891 δραχμαὶ
39477,850,669.88, ἐνῷ κατὰ τοὺς δώδεκα πρώτους μῆνας
395τῆς χρήσεως τοῦ 1890, ἤτοι ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέ-
396λους Δεκεμβρίου 1890, εἶχον εἰσπραχθῆ 65,522,306.77, ἤτοι
397κατὰ τὸ 1891 εἰσεπράχθησαν περισσότερα 12,328,363.11
398ἢ ὅσα εἶχον εἰσπραχθῆ κατὰ τὸ 1890. Καὶ σχετικῶς μὲν
399πρὸς τοῦτο, ἡμεῖς δὲν εἴχομεν ζητήσει παρ’ οὐδενὸς νὰ θαυ-
400μάσῃ ἡμᾶς, διότι ἠδυνήθημεν νὰ εἰσπράξωμεν δώδεκα καὶ
401πλέον ἑκατομμύρια περισσότερα, ἂν καὶ τὸ πρᾶγμα ἦτο
402τὰ μάλιστα χρήσιμον· ἀλλ’ οἱ τότε ἀντιλέγοντες πρὸς ἡμᾶς
403ἐνέκριναν νὰ κατειρωνευθῶσι τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τούτῳ,
404ὅπερ ὅμως ἀπεδείκνυεν, ὅτι σωφρόνως, συνετῶς καὶ μετ’
405ἀμεροληψίας ἀσυνήθους διεχειρίζετο τὰ οἰκονομικὰ τοῦ
406Κράτους. Ἦτο βεβαίως ἡ ἐσοδεία τοῦ 1891 κρείσσων τῆς
407ἐσοδείας τοῦ 1890, ἀλλὰ δὲν ἤρκει, ἵνα οἱ φορολογούμενοι
408καταβάλωσιν ἐντὸς τῶν δώδεκα μηνῶν 78 ἑκατομμύρια,
409μεῖον 150 χιλιάδων, ποσὸν, ὅπερ οὐδέποτε εἶχε καταβληθῆ
410ἐντὸς τῶν 12 μηνῶν τοῦ ἔτους. Ἔπρεπε νὰ ἐνθαῤῥύνῃ τοὺς
411πολίτας εἰς τὴν πρόθυμον εἰσφορὰν τῶν φόρων των ἡ ἀμε-
412ροληψία, μεθ’ ἧς εἰσεπράττοντο, καὶ ἡ ἰσότης, μεθ’ ἧς
413ἐξετέλουν τὸ καθῆκόν των τῆς εἰσπράξεως τὰ ὄργανα, τὰ
414ὁποῖα εἴχομεν δι’ αὐστηρῶν διαταγῶν ὁδηγήσει, οὐδεμίαν
415κατὰ τοῦτο νὰ ποιῶνται διάκρισιν μεταξὺ φίλων καὶ μὴ
416φίλων.
417Ἐγὼ δὲν φρονῶ ἀληθῶς, ὡς ἄλλοι ἐπαίρονται διαλα-
418λοῦντες, ὅτι αὐτοί εἰσι δῆθεν ὀπαδοὶ τῆς διακρίσεως τῶν
419ἐξουσιῶν, προβάλλοντες τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν ὡς πρό-
420γραμμα, καὶ ζητοῦντες νὰ παρασταθῶσι δι’ αὐτοῦ σωτῆ-
421ρες. Σφάλλονται οὗτοι πρὸ πάντων ὑπὸ κοινοβουλευτικὸν
422πολίτευμα, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἄλλο πολίτευμα ζημιοῦσι τὴν
423διοίκησιν οἱ τὴν ἀρχὴν ταύτην ζητοῦντες νὰ ἐφαρμόσωσιν.
424Ὑπὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ἔχουσι καθῆκον οἱ κυ-
425βερνῶντες, ὅταν ἐκλέγωσι τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως, νὰ
426ζητῶσι πληροφορίας περὶ τῶν καταλληλοτέρων παρ’ ἐκεί-
427νων, οἵτινές εἰσιν οἱ ἐκλεκτοὶ τῶν ἐπαρχιῶν, καὶ οἵτινες
428συμπράττουσι μετὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν δὲν ζητήσωσι
429πληροφορίας παρ’ αὐτῶν, θέλουσιν ἀναγκασθῆ οἱ κυβερνῶν-
430τες νὰ πορίζωνται τὰς περὶ τῶν καταλλήλων προσώπων
431πληροφορίας παρὰ τῶν οἰκείων αὐτῶν, ἢ παρὰ τῶν γρα-
432φείων αὐτῶν. Περισσότεραι ὑπάρχουσι πιθανότητες, ὅτι θέ-
433λουσιν εἶσθαι εἰλικρινέστεραι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας
434θέλουσι δώσει αὐτοῖς οἱ ἐκλεκτοὶ τῶν ἐπαρχιῶν, ἢ ἐκεῖναι,
435τὰς ὁποίας ἤθελον πορισθῆ παρὰ τῶν θεραπόντων ἢ τῶν
436συγγενῶν αὐτῶν, ἢ παρὰ τῶν γραφείων τῶν Ὑπουργείων,
437ἢ τῶν γραφείων τῆς ἐν τοῖς νομοῖς καὶ ταῖς ἐπαρχίαις διοι-
438κήσεως. Πανταχοῦ ὑπάρχει ἀτέλεια· οὐδὲ τὰ γραφεῖα τῶν
439Ὑπουργείων ἢ τῆς διοικήσεώς εἰσιν ἀπηλλαγμένα πάσης
440ὑπονοίας, εἴτε ἐπὶ μεροληψίᾳ καὶ χαρισμῷ, εἴτε καὶ ἐπὶ
441ἰδιοτελείᾳ ἀθεμίτῳ. Ἀλλ’ ἐὰν ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἡ διά-
442κρισις τῶν ἐξουσιῶν δὲν συμβιβάζεται μετὰ τοῦ κοινοβου-
443λευτικοῦ πολιτεύματος, καὶ ὅτι ἀποβαίνει ἐπιζήμιος εἰς τὴν
444διοίκησιν, ἔχω ἀφ’ ἑτέρου τὴν γνώμην, ὅτι ἐπὶ ἄλλων πραγ-
445ματικῶν ζητημάτων οἱ κυβερνῶντες πρέπει νὰ κλείωσι τὰ
446ὦτά των πρὸς τοὺς φίλους αὐτῶν. Πραγματικὸν ζήτημα
447εἶναι ἡ ἐκτέλεσις τῶν νόμων, ἡ ἐπὶ τῶν καθ’ ἕκαστον σχέ-
448σεων καὶ περιπτώσεων ἐφαρμογὴ αὐτῶν, ἡ βεβαίωσις καὶ
449ἡ εἴσπραξις τῶν φόρων. Πάντα ταῦτα τὰ θέματα πρέπει
450νὰ ἦναι κεχωρισμένα ἀπὸ τοὺς πολιτικοὺς δεσμοὺς, οἵτινες
451συνδέουσι τοὺς κυβερνῶντας μετὰ τῶν φίλων αὐτῶν. Διότι
452δὲ τοιαύτην εἶχον γνώμην, δὲν ἐδίστασα πολλάκις πρὸς
453τοὺς ἐμοὺς φίλους νὰ ἀπευθύνω τὴν παράκλησιν νὰ μὴ ἀνα-
454μιγνύωνται ἐν πάσαις ταύταις ταῖς ὑποθέσεσιν· ἂν δέ ποτε
455διεπράχθησαν ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως ἄτοπα, τὰ
456ἄτοπα ταῦτα ἐτελέσθησαν ἐν ἀγνοίᾳ τῶν κυβερνώντων.
457Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἔκ τινος περιφερείας ἐκλογικῆς, ἐξ ἧς ἑπτὰ
458εἶχεν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ φίλους τὸ Ὑπουργεῖον κατὰ τὸ
4591891, ἀνεκοινώθη αὐτῷ ἐπιθυμία τῶν φίλων, μὴ συμβι-
460βαζομένη πρὸς τοὺς νόμους, καὶ ἡ ἐπιθυμία αὕτη ἀνεκοι-
461νώθη μάλιστα ὡς ὅρος τῆς πολιτικῆς φιλίας, μεθ’ ἧς συνε-
462δέοντο μετὰ τῶν κυβερνώντων. Δὲν ἐδίστασα νὰ ἀπαν-
463τήσω, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ στέρξω δεσμοὺς πολιτικῆς φι-
464λίας ὑπὸ ὅρους, οἵτινες συνίστανται εἰς τὴν παράβασιν τῶν
465νόμων. Ὁμολογῶ, πρὸς τιμὴν τῶν φίλων ἐκείνων, ὅτι δὲν
466ἐπέμειναν εἰς τὴν ἐπιθυμίαν αὐτῶν, ἐπιδοκιμάσαντες τοὺς
467λόγους μου· ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἦσαν οἱ φίλοι ἐκεῖνοι τόσῳ νομο-
468ταγεῖς, ὅσον ἦσαν, καὶ ἐπέμενον εἰς τὴν ἐπιθυμίαν των, ἤθε-
469λον χωρισθῆ ἀπ’ ἐμοῦ, καὶ ἐγὼ καὶ λύπην ἤθελον αἰσθαν-
470θῆ, καὶ ζημίαν τῶν πολιτικῶν συμφερόντων μου ἤθελον
471ὑπόσχει.
472Ἀλλὰ τὰ κατὰ τοὺς 12 μῆνας τοῦ 1891 εἰσπρα-
473χθέντα, ἐὰν ὑπερέβαινον κατὰ 12,328,363.11 τὰ κατὰ
474τοὺς 12 μῆνας τοῦ προηγηθέντος ἔτους εἰσπραχθέντα, ἦσαν
475ὅμως ὀλιγώτερα κατὰ δρ. 18,690,792.12 τῶν προϋπολογι-
476σθέντων, τὰ δὲ τακτικὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἐπληρώθησαν
477κατὰ τὸ αὐτὸ διάστημα τῶν 12 μηνῶν, ἤτοι ἀπὸ 1 Ἰα-
478νουαρίου μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1891, ἀνῆλθον εἰς δραχ.
47977,870,513.16, ὑπερέβησαν ἑπομένως τὰ εἰσπραχθέντα
480ὡς εἴρηται ἔσοδα μόνον κατὰ δρ. 19,843.18. Ἀλλ’ ἐκ τῶν
481χορηγηθεισῶν πιστώσεων εἰς ἔκτακτα ἔξοδα ἐκ δραχμῶν
48235,814,100 ἐδαπανήθησαν δραχμαὶ 33,424,652.35, τὸ
483ποσὸν δ’ αὐτὸ, προστιθέμενον εἰς τὰ δαπανηθέντα τακτικὰ
484ἔξοδα ἐκ δραχμῶν 77,870,513.16, ἀναβιβάζει τὰ γενόμενα
485ἔξοδα ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1891 εἰς
486δραχ. 111,295,165.51· ἐπειδὴ δὲ τὰ εἰσπραχθέντα τα-
487κτικὰ ἔσοδα εἶχον ἀνέλθει εἰς 77,850,669.88, τὰ δαπανη-
488θέντα εἰς τακτικὰ καὶ ἔκτακτα ἔξοδα ὑπερέβησαν τὰ
489εἰσπραχθέντα τακτικὰ ἔσοδα κατὰ δραχ. 33,444,495.63.
490Οὕτως ἠδυνήθημεν, εἰσπράξαντες πλειότερα τῶν συνήθως
491εἰσπραττομένων, νὰ πληρώσωμεν ἐκ τῶν παρ’ ἡμῖν μέσων
492τὰ κενὰ, τὰ ὁποῖα ἐν τῇ ἐκπληρώσει τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ
493Κράτους εἶχον δημιουργηθῆ. Δὲν εἶχεν ὅμως δαπανηθῆ
494κατὰ τὸ 1890 ὅλον τὸ ὑπὸ τῶν προκατόχων ἡμῶν κατα-
495λειφθὲν ἐκ φράγκων χρυσῶν 7,694,650 ὑπόλοιπον τοῦ δα-
496νείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης, διότι εἶχε μείνει ἐκ τῆς
497διαχειρίσεως τοῦ 1890 ὑπόλοιπον αὐτοῦ ἐκ φράγκων
4981,361,961.24, ὡς καὶ ἀριθμὸς ἀδιαθέτων ὁμολογιῶν τοῦ
499δανείου τούτου, παριστῶν ὀνομαστικὸν κεφάλαιον 30 περί-
500που ἑκατομμυρίων. Τὰ δύο δὲ ταῦτα ποσὰ προωρίζοντο
501κατ’ ἀνάγκην νὰ διατεθῶσι πρὸς πληρωμὴν τοῦ ποσοῦ,
502καθ’ ὃ τὰ ἔξοδα εἶχον ὑπερβῆ τὰ ἔσοδα, ἤτοι τῶν
50333,444,495.63. Οὕτω κατὰ τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν
504τοῦ ἔτους, ἐὰν ἐξεποιοῦμεν πάσας τὰς ὁμολογίας τοῦ δα-
505νείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης, ἠθέλομεν ἔχει εἰς τὴν
506διάθεσιν ἡμῶν 31 ἑκατομμύρια καὶ δύο ἢ τρεῖς ἑκατοστύας
507χιλιάδων φράγκων, ἤθελον δὲ μᾶς λείπει δύο μόνον ἑκατομ-
508μύρια φράγκων, ὅπως καλύψωμεν τὸ ὑπερβὰν τὰ εἰσπρα-
509χθέντα ἔσοδα ποσὸν τῶν ἐξόδων. Εἰς τὸ ποσὸν δὲ τῶν δύο
510τούτων ἑκατομμυρίων φράγκων ἔπρεπε νὰ προστεθῇ καὶ ἡ
511διαφορὰ μεταξὺ τῆς ὀνομαστικῆς ἀξίας καὶ τῆς τιμῆς,
512ἐφ’ ᾗ ἠθέλομεν πωλήσει τὰς ὁμολογίας, περὶ ὧν εἴρηται,
513τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης, καὶ προσέτι τὸ
514ποσὸν τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ἤθελον δαπανηθῆ εἰς βάρος
515τῆς χρήσεως τοῦ 1891 κατὰ τοὺς 10 μῆνας τῆς χρήσεως
516τοῦ 1891, ἤτοι ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι 31 Ὀκτωβρίου
5171892. Ἀλλ’ ἀπέναντι τοῦ παθητικοῦ τούτου εἴχομεν πρῶ-
518τον τὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1891, τὰ ὁποῖα ἠθέλομεν
519εἰσπράξει κατὰ τοὺς δέκα τούτους μῆνας τῆς χρήσεως, τῶν
520ἐσόδων δὲ τούτων τὸ ποσὸν δὲν ἤθελεν εἶσθαι εὐκαταφρό-
521νητον, διότι κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1891 ὑπῆρχον εἰσ-
522πρακτέα τῆς χρήσεως τοῦ 1891 δραχμαὶ 12,951,839.13,
523ἐξ ὧν, κατὰ τὴν δημοσιευθεῖσαν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 56 φύλ-
524λου τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» τῆς 7 Ἰουλίου ἐ.ἔ.
525κατάστασιν, εἰσεπράχθησαν ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1892 μέ-
526χρι τέλους Μαΐου 1892 δραχ. 8,987,350.71· ἀλλὰ καὶ τὸ
527κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1891 ποσὸν τῶν εἰσπρακτέων
528ηὔξησε διὰ τῶν γενομένων νέων βεβαιώσεων κατὰ τὸ ἀπὸ 1
529Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Μαΐου διάστημα, αἵτινες ἀνῆλθον
530εἰς 6,409,084.63. Καὶ ὄντως, ἐπειδὴ τὰ μέχρι τέλους
531Μαΐου τοῦ 1892 βεβαιωθέντα ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ
5321891 εἶχον ἀνέλθει εἰς 97,211,593.64, εἰσεπράχθησαν δὲ
533ἐξ αὐτῶν ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1891 μέχρι τέλους Μαΐου
5341892 δραχ. 86,873,863.87, κατὰ τὴν 31 Μαΐου 1892
535ὑπελείποντο ἔτι εἰσπρακτέα ἐκ δραχ. 10,373,729.77, τῶν
536ὁποίων ἡ εἴσπραξις ἤθελεν ἐπιζητηθῆ μέχρι τῆς 31 Ὀκτω-
537βρίου 1892. Ἐπειδὴ δὲ τὸ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ
538εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια χρέος τοῦ Δημοσίου ἀνήρχετο
539κατὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου 1891 εἰς 54,933,425.86, ὑπελεί-
540πετο ἔτι ἡμῖν καὶ τὸ μέχρις ἐξαντλήσεως τῆς πιστώσεως
541παρὰ ταῖς Τραπέζαις ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ ὑπόλοι-
542πον, ἤτοι δραχ. 16,066,574.14. Ἐπειδὴ ἡ χρῆσις τοῦ
5431891 λήγει κατὰ τὴν 31 Ὀκτωβρίου 1892, δὲν ἦτο δυ-
544νατὸν νὰ ἔχωμεν νῦν τὸν ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως ταύ-
545της· οὗτος θέλει συνταχθῆ μετὰ τὴν 31 Ὀκτωβρίου 1892,
546θέλει δὲ δημοσιευθῆ πιθανῶς κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος.
547Ἡμεῖς δὲν ἐμείναμεν ἐν τῇ ἀρχῇ κυβερνῶντες οὐδὲ
548καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν τοῦ 1890, διότι ἐκλήθημεν εἰς τὴν
549Κυβέρνησιν κατὰ τὸ τέλος τοῦ δεκάτου μηνὸς, ἐκυβερνή-
550σαμεν δὲ κατὰ τοὺς δύο μόνον μῆνας τοῦ 1890 καὶ κατὰ
551τοὺς δέκα μῆνας τοῦ ἑπομένου ἔτους 1891. Ὡσαύτως καὶ
552κατὰ τὸ 1891 διετελέσαμεν ἐν τῇ ἀρχῇ τοὺς δώδεκα μῆ-
553νας τοῦ 1891, ἀλλ’ ἐπαύθημεν κατὰ τὰ μέσα τοῦ δευτέ-
554ρου μηνὸς τοῦ 1892, ἤτοι ὀκτὼ καὶ ἥμισυ μῆνας πρὸ τοῦ
555τέλους τῆς χρήσεως. Ἀφοῦ ἕνεκα τούτου δὲν εἶναι δυνατὸν
556νὰ ἐκθέσω ὑμῖν τὰ ἀποτελέσματα τῆς διαχειρίσεως ἡμῶν
557κατὰ μίαν πλήρη χρῆσιν, ἀναγκάζομαι νὰ ἀποχωρίσω τὴν
558διαχείρισιν ἡμῶν ἀπὸ τὴν διαχείρισιν τοῦ προκατόχου
559ἡμῶν, καὶ ἀπὸ τὴν διαχείρισιν τοῦ διαδεξαμένου ἡμᾶς,
560καὶ νὰ συνδέσω τοὺς 15 μῆνας καὶ τὰς ὀλίγας ἡμέρας,
561καθ’ ἃς ἐμείναμεν ἐν τῇ ἀρχῇ, ὡς ἂν ἦτο χρόνος μιᾶς καὶ
562τῆς αὐτῆς χρήσεως, νὰ καταλέξω δὲ τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα
563κατ’ αὐτὴν εἰσεπράχθησαν, καὶ τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα κατ’
564αὐτὴν ἐγένοντο, ὅπως παραστήσω ὑμῖν, ποία ἦτο ἡ δια-
565χείρισις τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς
566διεπράξαμεν. Καὶ πρέπει νὰ τὸ πράξω, διότι τὸν πολιτι-
567κὸν ἀνταγωνισμὸν τῶν κομμάτων δὲν ὁδηγεῖ παρ’ ἡμῖν,
568κατὰ δυστυχίαν, ἡ εὐσυνειδησία. Καὶ ὅσον τὸ ἐπ’ ἐμοί, οὐ-
569δέποτε διέπραξα ἐν γνώσει τὴν ἀξιοκατάκριτον ἀληθῶς
570πρᾶξιν, νὰ παραστήσω τὰ πράγματα ἄλλως ἢ ὡς πράγ-
571ματι εἶχον· ἀλλὰ κατὰ τὸν ἔλεγχον, τὸν ὁποῖον ἐγὼ αὐ-
572τὸς πολλάκις ποιοῦμαι τῶν ἐμῶν πράξεων καὶ διανοημά-
573των, ἔχω δὲ τὴν δύναμιν νὰ ἐξετάσω αὐτὸς ἐγὼ ταῦτα,
574ἐὰν ποτὲ δὲν παρέστησα τὰ πράγματα ὡς ἀληθῶς εἶχον,
575συνέβη τοῦτο ἐκ πλάνης, οὐδέποτε δ’ ἐν γνώσει. Ἀλλὰ δὲν
576δύναμαι τοιαύτην νὰ δώσω πληροφορίαν καὶ περὶ πάντων
577τῶν ἄλλων πολιτικῶν ἀνδρῶν, καὶ μάλιστα κατὰ τοὺς τε-
578λευταίους χρόνους· καὶ εἴδετε ὅτι, ὅτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
579ἀνεκοίνωσεν ὑμῖν τὰς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892
580μελέτας του, δὲν ἐδίστασε νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι ἡ διαχείρισις
581τῶν οἰκονομικῶν, ἡ παρ’ ἡμῶν διεξαχθεῖσα, ἦτο ἡ δημι-
582ουργήσασα προσεχῆ καὶ ἐπικείμενον τὸν ὄλεθρον τῶν οἰ-
583κονομικῶν τῆς Ἑλλάδος. Ἂν δ’ αὐτὸς τοιαῦτα δὲν ἐδί-
584στασε νὰ εἴπῃ, αἱ φίλαι αὐτῷ ἐφημερίδες ἔγραψαν, καὶ
585ὅσοι ἀναγινώσκουσιν αὐτὰς ἀνέγνων, τερατώδη ψεύδη καὶ
586ἀναιδεστάτας αἰτιάσεις καὶ συκοφαντίας· ἐκεῖνοι δ’ οἵτινες
587τοιαῦτα ἐξύφαναν καὶ διέδωκαν ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ἐγένοντο
588ἤδη γνωστοὶ καὶ ἐξ ἄλλων, ὅτι καὶ τόλμης δὲν στεροῦνται,
589καὶ ἰδίαν ἱκανότητα ἔχουσι, νὰ διοχετεύωσι ταῦτα δι’ ἑνὸς
590οἱουδήποτε ὁρατοῦ ἢ ἀοράτου ἀγωγοῦ μέχρι τῶν αἰθου-
591σῶν τῶν ἀνακτόρων, ὁσάκις, καταπεπτωκότες ἐν τῇ κοινῇ
592συνειδήσει, ἀσθενεῖς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἐκλιπαροῦσι καὶ
593ἱκετεύουσι, ζητοῦντες νὰ παράσχῃ αὐτοῖς τὸ Στέμμα τὴν
594ἰσχυρὰν ἐπικουρίαν του. Διὰ τοῦτο χρεωστῶ νὰ ἀποδείξω,
595ἐὰν ἦτο τοιαύτη ἡ διαχείρισις τῶν οἰκονομικῶν, τὴν ὁποίαν
596ἡμεῖς διεξηγάγομεν, οἵαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἄρτι
597παρέστησεν αὐτὴν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τῇ εἰσηγήσει αὐτοῦ
598αἱ ἐφημερίδες ἐζωγράφιζον, ὅτε ἐκραύγαζον διὰ τὴν τι-
599μὴν τοῦ ναπολεονίου καὶ τοῦ συναλλάγματος, καὶ ἀπηυ-
600θύνοντο πρὸς τὸν Βασιλέα, φωνοῦσαι: Ἀμάν!
601Ἀπὸ τῆς 24 Ὀκτωβρίου 1890, ὅτε ἐκλήθημεν εἰς τὴν
602Κυβέρνησιν, μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1891, συνωμολογήσα-
603μεν προσωρινὰ δάνεια, καὶ διεθήκαμεν χρήματα ἐκ δανείων
604προσωρινῶν φρ. 33,094,650· ἤτοι διεθέσαμεν 7,694,650
605φράγκα ὑπόλοιπον τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης,
606καταλειφθὲν ὑπὸ τῶν προκατόχων ἡμῶν, συνωμολογήσαμεν
607δὲ προσωρινὰ δάνεια, ἢ ἐπορίσθημεν ἐξ ἐκποιήσεως ὁμολογιῶν
608τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης, 25,400,000, διότι
609ἓν ποσὸν ἐκ τῶν 25,400,000, ἀνερχόμενον εἰς 12 ἑκατομ-
610μύρια περίπου, ἐπορίσθημεν δι’ ἐκποιήσεως ὁμολογιῶν τοῦ
611δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης. Ποῦ διεθήκαμεν τὰ
612χρήματα ταῦτα; Τὰ χρήματα ταῦτα προήρχοντο ἐξ ἐκτά-
613κτων ἐσόδων, διότι ἦσαν προϊόντα δανείου, ὠφείλομεν δὲ νὰ
614διαθέσωμεν οὐχὶ πρὸς θεραπείαν συνήθων καὶ τακτικῶν ἀναγ-
615κῶν, πρὸς πληρωμὴν τακτικῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, ἀλλ’
616εἰς ἔκτακτα ἔξοδα, ἤτοι εἰς κατασκευὴν σιδηροδρόμων, ἢ
617εἰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευάς, ἢ εἰς παρα-
618πλησίας ὑποχρεώσεις, αἵτινες ὑπῆρχον ἐπικείμεναι, συνο-
619μολογηθεῖσαι παρὰ τῶν παροκατόχων ἡμῶν. Ἐδαπανήσα-
620μεν τὰ ἔκτακτα ταῦτα ἔσοδα, τὰ 33,094,650, καθ’ ἃ
621βεβαιοῖ ἡ κατάστασις αὕτη (ἐπιδεικνύει ἔγγραφον
622κατάστασιν ἐξόδων) εἰς τὰς ἑξῆς ἐκτάκτους ἀνάγκας:
623Ἐπληρώσαμεν 12,600,000 φράγκων χρυσῶν διὰ νὰ ἐξο-
624φλήσωμεν ἔντοκα γραμμάτια, τὰ ὁποῖα ὁ προκάτοχος
625ἡμῶν κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου εἶχεν ἐκδώσει κατὰ
626Δεκέμβριον τοῦ 1889, λαβὼν δι’ αὐτῶν 15 ἑκατομμύρια
627φράγκων χρυσῶν. Ἐπληρώσαμεν 64,885.50 φράγκα χρυσᾶ,
628ἵνα ἐξοφλήσωμεν ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 60,000,000
629καὶ τοῦ δανείου τῶν 1824 καὶ 1825, αἵτινες δὲν εἶχον
630ἐξοφληθῆ ὑπὸ τοῦ προκατόχου ἡμῶν, ὅτε ἐγένετο ἡ μετα-
631τροπὴ τῶν δανείων τούτων. Ἐπληρώσαμεν 2,525,000
632φράγκα χρυσᾶ, ἵνα ἐξοφλήσωμεν τὸ ἥμισυ τῆς προκατα-
633βολῆς, ἥτις εἶχε συνομολογηθῆ ἐκ λιρῶν ἀγγλικῶν 200
634χιλιάδων, τὸ ὁποῖον τοῦτο ἥμισυ τῆς εἰρημένης προκατα-
635βολῆς ὠφείλετο εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τοῦ Βερολί-
636νου, National Bank, διότι τὸ ἕτερον ἥμισυ αὐτῆς εἶχεν
637εἰσφέρει ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα. Τὰ ποσὰ ταῦτα ἀποτε-
638λοῦσι 15,189,885.50. Ἀλλ’ ἐπληρώσαμεν πρὸς τούτοις
6396,155,138.37 εἰς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης,
640ἐπληρώσαμεν 3,051,317.75 διὰ τοὺς τόκους δύο ἑξαμη-
641νιῶν εἰς χρυσὸν τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης·
642ἐπληρώσαμεν 1,131,185 εἰς ἐξόφλησιν κυμαινομένων χρεῶν
643εἰς χρυσόν· ἐπληρώσαμεν 50,000 φράγκα εἰς τόκους ἐγ-
644γυήσεως τοῦ ἐργολάβου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης· ἐπλη-
645ρώσαμεν ἕτερα 59,810.50 φράγκα εἰς ἐξόφλησιν ἄλλων
646μικρῶν δανείων εἰς χρυσὸν, συνομολογηθέντων καὶ τούτων
647ὑπὸ τῶν προκατόχων ἡμῶν· ἐδαπανήσαμεν 944,996.47
648φράγκα εἰς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Διακοπτοῦ–Κα-
649λαβρύτων, τοῦ ὁποίου ἡ κατασκευὴ εἶχεν ἀρχίσει καὶ εὕ-
650ρομεν τὰ ἔργα ἐν ἐκτελέσει· ἐδαπανήσαμεν 40,011.84
651φράγκα εἰς γενικὰ ἔξοδα σιδηροδρόμων· ἐπληρώσαμεν φρ.
652117,451.18, πρὸς ἀπόσβεσιν ὁμολογιῶν μετατραπέντων
653δανείων· ἐπληρώσαμεν τέλος 82,258 φρ. καὶ 91|00 διὰ τὴν
654παραλαβὴν καὶ μεταφορὰν τῶν θωρηκτῶν. Ἑπομένως ἐδα-
655πανήσαμεν εἰς ἔκτακτα ἔξοδα, τὰ ὁποῖα δὲν εἴχομεν δη-
656μιουργήσει ἡμεῖς, ἀλλ’ εὕρομεν δημιουργηθέντα ὑπὸ τῶν
657προκατόχων, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἠδύναντο νὰ ἐγκαταλει-
658φθῶσιν, 26,822,055 φρ. καὶ 52|10, ὑπελείφθη δὲ εἰς τὴν διά-
659θεσιν ἡμῶν ἐκ τῶν 33,094,650 ποσὸν 6,272,594.48. Τῶν
660δαπανηθέντων διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Λα-
661ρίσσης παρέχω ὑμῖν ταύτην τὴν λεπτομερῆ κατάστασιν,
662δηλοῦσαν καὶ τὰς ἡμερομηνίας, καθ’ ἃς ἐπληρώθησαν. (Δει-
663κνύει ἔγγραφον κατάστασιν).
664Μεταβαίνω εἰς τὸν λογαριασμὸν εἰς τραπεζικὰ γραμ-
665μάτια. Εἴχομεν εὕρει, ὡς εἶπον ὑμῖν, ὑπεγγύους εἰσπράξεις
666ἐκ δρ. 13,033,630.32, κατατεθειμένας ἐν ταῖς Τραπέζαις,
667ἤτοι ἐν τῇ Τραπέζῃ Κωνσταντινουπόλεως, ἐν τῇ Τραπέζῃ
668Ἠπειροθεσσαλίας, ἐν τῇ Τραπέζῃ τῇ Ἐθνικῇ καὶ ἐν τῇ
669Ἑταιρίᾳ τῶν Μονοπωλίων, προωρισμένας πρὸς πληρωμὴν
670τόκων καὶ χρεωλυσίων τῶν δανείων καὶ διὰ τοῦτο κατα-
671τεθειμένας εἰς τὰς Τραπέζας ὡς ὑπεγγύους· ἐπληρώσαμεν δὲ
672ἐξ αὐτῶν εἰς ἔκτακτα ἔξοδα δι’ ἀνάγκας ἐκτάκτους
6739,817,293.30. Ἤτοι:
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
674αʹ)Εἰς ὑπόλοιπα δανείων πρὸς ἐξόφλησιν:
675 τοῦ τῶν 26 ἑκατομμυρίων 507,587.50
676 τοῦ τῶν 10 ἑκατομμυρίων 22,156.25
677 τοῦ τῶν 9 ἑκατομμυρίων 244,750.—
678 τοῦ τῆς ὁδοποιΐας 47,311.90
679Ϛʹ)Εἰς ἐξόφλησιν ὁμολογιῶν:
680 τοῦ δανείου τῶν 25 ἑκατομμυρίων 57,808.—
681 τοῦ δανείου τῶν 4 ἑκατομμυρίων 18,612.—
682 τοῦ τῶν 6 ἑκατομμυρίων 58,895.—
683 τοῦ τῶν 10 ἑκατομμυρίων 140,058.—
684γʹ)Εἰς κέρματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχε κατα-
685 στρέψει, ὡς ὤφειλε, διετήρει δ’ ἐν κυ-
686 κλοφορίᾳ, κατεστρέψαμεν δ’ ἡμεῖς διὰ
687 τοῦ πυρὸς 5,586,845.—
688δʹ)Εἰς ἐξόφλησιν χρεῶν κυμαινομένων 584,179.91
689 εἰς ἐξόφλησιν ἑτέρων μικρῶν χρεῶν
690 τῶν προκατόχων 60,160.29
691 εἰς ἐξόφλησιν ἐντόκων γραμματίων 1,082,060.—
692εʹ)Εἰς κατασκευὴν σιδηροδρόμων· ἤτοι:
693 τοῦ σιδηροδρόμου Μεσολογγίου–Κρυονερίου 301,394.82
694 τοῦ » Μεσολογγίου–Ἀγρινίου 627.39
695 τοῦ » Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πε-
696 λοποννήσου 44,348.44
697 τοῦ σιδηροδρόμου Πατρῶν–Πύργου 10,004.80
698 τοῦ » διακλαδώσεως Κυλλήνης 183,287.10
699 τοῦ » Πύργου–Ὀλυμπίων 372,195.—
700Ϛʹ)Εἰς κατασκευὴν ἄλλων δημοσίων ἔργων·
701 ἤτοι :
702 εἰς τὴν διόρυξιν τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐ-
703 ρίπου 348,168.90
704 εἰς τὴν οἰκοδομὴν τοῦ ἀνακτόρου τοῦ
705 Διαδόχου 146,843.—
706 Τὸ ὅλον 9,817,293.30
707 Ὑπελείφθησαν ἑπομένως διαθέσιμα 3,216,337.02
708Ὥστε διὰ τῶν ἐκτάκτων ἐσόδων, τὰ ὁποῖα εἰσεπράξαμεν
709εἰς χρυσὸν ἐκ τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης, καὶ
710ἐκ τῶν παρὰ ταῖς Τραπέζαις ὑπεγγύων εἰσπράξεων, αἵ-
711τινες προήρχοντο ἐκ τακτικῶν ἐσόδων, εἶχον δὲ προορι-
712σθῆ διὰ τὴν πληρωμὴν τόκων καὶ χρεωλυσίων, ἐδαπα-
713νήσαμεν εἰς ἔκτακτα ἔξοδα, εἰς χρυσὸν μὲν 26,822,055.52,
714ὡς ἀφηγήθην ὑμῖν πρὸ μικροῦ, καὶ εἶχεν ὑπολειφθῆ κατὰ τὴν
71531 Δεκεμβρίου τοῦ 1891 διαθέσιμον ποσὸν 6,272,594.48.
716Ὑπελείφθησαν ὡσαύτως κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1891 εἰς
717τραπεζικὰ γραμμάτια 3,216,337.02. Ἐπειδὴ δὲ ἐκ τῶν
718πληρωμῶν, εἰς τὰς ὁποίας διετέθησαν τὰ τραπεζικὰ γραμ-
719μάτια, πολλαὶ ἐγένοντο εἰς χρυσὸν, προσήκει νὰ ἀνευρεθῇ
720ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς τιμῆς τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ τραπε-
721ζικοῦ γραμματίου, ἥτις τότε ἐπληρώθη, καὶ νὰ ἀφαιρεθῇ
722ἀπὸ τὸ ἀνωτέρω ποσὸν τῶν δρ. 3,216,337.02, τὸ ὁποῖον
723ἀνέφερα ὡς ὑπόλοιπον εἰς τὴν διάθεσιν ἡμῶν, ἵνα εὑρεθῇ τὸ
724πράγματι ὑπολειφθὲν κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1891 εἰς
725τὴν διάθεσιν ἡμῶν ὑπόλοιπον τῶν ὑπεγγύων εἰσπράξεων,
726τὰς ὁποίας ἡμεῖς διεθέσαμεν. Ἐπειδὴ δὲ ἡ χρῆσις τοῦ
7271891 δὲν εἶχε λήξει τὴν 31 Δεκεμβρίου 1891, θέλει γνω-
728σθῆ, πῶς ταῦτα διετέθησαν κατὰ τὸ ὑπόλοιπον τῆς δια-
729χειρίσεως τοῦ 1891 μέχρι τοῦ τέλους τῆς χρήσεως αὐτοῦ,
730ὅταν δημοσιευθῇ ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1891.
731Ὅθεν ἠδυνήθημεν ἄνευ δανείου ἐξωτερικοῦ, ἀφοῦ τοι-
732οῦτον δὲν συνωμολογήσαμεν, πραγματοποιήσαντες μόνον
733τίτλους τινὰς τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης, οἵτι-
734νες ἕνεκα τῆς ἀποτυχίας τῆς γενομένης ἐκδόσεως τοῦ δα-
735νείου εἶχον καταλειφθῆ ὑπὸ τοῦ προκατόχου ἡμῶν, νὰ
736ἐπαρκέσωμεν εἰς τὴν πληρωμὴν 36,639,348.82 ἐκτάκτων
737ἐξόδων, καὶ εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν τακτικῶν ἐξόδων, τὰ
738ὁποῖα εἶχον κανονισθῆ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τοιαύτην
739δὲ διαχείρισιν ἐτόλμησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ χαρακτη-
740ρίσῃ ὀλεθρίαν, καὶ τοιαύτην οἰκονομικὴν διοίκησιν, οἵαν
741σᾶς περιέγραψα, ἄβουλον, νὰ παραστήσῃ δ’ ὅτι ἕνεκα ταύ-
742της παρεσκευάσθη ὁ ἀπειλῶν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους
743κίνδυνος! Καὶ ἐλέχθη ὑπ’ αὐτοῦ καὶ ὑπ’ ἄλλων, ὅτι, ὅτε
744ἐδηλώθη εἰς ἡμᾶς ἡ ἐπιθυμία τοῦ Βασιλέως νὰ παραιτη-
745θῶμεν, ἕνεκεν αὐτῆς τῆς διαχειρίσεως ἡμῶν προέβη τὸ
746Στέμμα εἰς τὴν ἀπόφασίν του ἐκείνην, καὶ ὅτι θὰ ἦτο ἔγ-
747κλημα, ἂν ὁ Ἡγεμὼν δὲν ἐλάμβανε τότε τὸ μέτρον, τὸ
748ὁποῖον ἔλαβεν!
749Ἡ παραίτησις εἶναι πρᾶξις, δι’ ἧς ὁ παραιτούμενος
750ἐκδηλόνει τὴν ἰδίαν αὐτοῦ βούλησιν νὰ ἐγκαταλίπῃ τὸ
751ἀξίωμα, δι’ οὗ τυγχάνει περιβεβλημένος, ἢ τὴν λειτουρ-
752γίαν, ἥτις εἶναι ἀνατεθειμένη εἰς αὐτὸν, ἢ τὸ δικαίωμα,
753τοῦ ὁποίου μέχρι τῆς στιγμῆς τῆς παραιτήσεώς του τυγ-
754χάνει κάτοχος. Κατὰ τὸν Φεβρουάριον δὲν ἐπρόκειτο περὶ
755δικαιώματος, τοῦ ὁποίου ἐτυγχάνομεν κάτοχοι, ἀλλὰ περὶ
756δημοσίας λειτουργίας, ἥτις ἦτο ἀνατεθειμένη εἰς ἡμᾶς.
757Ἄν παρητούμεθα τῆς λειτουργίας ταύτης, θὰ ἐδηλοῦμεν,
758ὅτι δὲν ἐπεθυμοῦμεν νὰ ἐξακολουθήσωμεν διαχειριζόμενοι
759αὐτήν. Ἀλλὰ διὰ ποίαν αἰτίαν ἐτελέσθη ἐν ἡμῖν ἡ μετα-
760βολὴ αὕτη τῆς βουλήσεως καὶ γνώμης ἡμῶν; Ἡμεῖς ἐπὶ
761σειρὰν ἐτῶν ἐλέγχοντες τοὺς προκατόχους ἡμῶν, δὲν ἐδη-
762λοῦμεν μόνον, ὅτι ἐφρονοῦμεν, ὅτι ἡμεῖς ἠθέλομεν κυβερ-
763νήσει σωφρονέστερον καὶ λυσιτελέστερον εἰς τὰ κοινὰ, ἀλλὰ
764καὶ ἀνελάβομεν τὸ καθῆκον νὰ μὴ ἀρνηθῶμεν νὰ ἀναλά-
765βωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ἐν ᾗ ἂν ἡμέρᾳ ἠθέλομεν κληθῆ εἰς
766αὐτήν. Καὶ ὄντως δὲν ἠρνήθημεν νὰ ἀναδεχθῶμεν τὴν Κυ-
767βέρνησιν κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1890, ὅτε ἐκλήθημεν. Πῶς
768τώρα μετεμελήθημεν καὶ ἐζητοῦμεν νὰ παραιτήσωμεν αὐ-
769τήν; Ἐλιποψυχήσαμεν πρὸ τῶν ἀνωμαλιῶν, τὰς ὁποίας
770ἐν τῇ διοικήσει τῶν οἰκονομικῶν ἀνεκαλύψαμεν, ὅτι εἶχον
771διαπράξει οἱ προκάτοχοι ἡμῶν, ἐπὶ ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ἔτη κυ-
772βερνήσαντες; Εἴμεθα λοιπὸν ῥιψάσπιδες, καὶ ἐνῷ πρὸ 15
773μηνῶν ἐστέργομεν νὰ ἀναλάβωμεν τὴν Κυβέρνησιν, καθο-
774ρῶντες νῦν καὶ ψαύσαντες τῇ χειρὶ ἡμῶν τὰ δεινὰ, τὰ
775ὁποῖα εἶχον δημιουργηθῆ, ἐγενόμεθα περιδεεῖς, καὶ ὠχριῶν-
776τες ἐτρεπόμεθα πρὸ αὐτῶν εἰς φυγήν; Ἡ παραίτησις ἤθε-
777λεν εἶσθαι ὄνειδος, οὐδ’ ἦτο δυνατὸν ἡμεῖς νὰ καταδικά-
778σωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς νὰ πράξωμεν ὅ,τι ἦτο ἀληθὲς ὄνειδος
779ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐὰν, ἐπιθυμοῦντες νὰ ὑπαγάγωμεν ἡμᾶς
780εἰς τὴν ἐκδηλωθεῖσαν ἡμῖν βούλησιν, ὑπεβάλλομεν παραί-
781τησιν ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ πρᾶξις ἡμῶν αὕτη δὲν
782ἤθελεν ἔχει συνεπείας; Καὶ ἂν αἱ συνέπειαι αὐτῆς ἀπέ-
783βαινον ἐπιζήμιοι εἰς τὰ κοινὰ, δὲν ἠθέλομεν κριθῆ ἡμεῖς
784ὡς αἴτιοι τῆς χειροτερεύσεως ταύτης, ἥτις ἤθελεν ἐπέλ-
785θει, ἂν ἡμεῖς ἀπεχωροῦμεν τῶν πραγμάτων ἐν τοιούτῳ
786χρόνῳ, ἄλλοι δὲ ἐκαλοῦντο κατ’ ἀνάγκην νὰ κυβερνή-
787σωσιν ἀνθ’ ἡμῶν. Δὲν ἤθελε δ’ ἐπιβαρύνει ἡμᾶς ἡ ἐπὶ
788τῇ χειροτερεύσει ταύτῃ τῶν πραγμάτων, εἰς τοιαύτην
789μάλιστα κρίσιμον θέσιν περιαχθέντων καὶ διακειμένων,
790εὐθύνη; Καὶ μνείαν ποιούμενος τῆς εὐθύνης, δὲν ἀποβλέπω
791εἰς τὴν ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου πολιτικὴν εὐθύνην,
792οὐδ’ εἰς τὴν ἐνώπιον τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης ποινικὴν,
793ἀλλ’ εἰς τὴν ἐνώπιον τοῦ μέλλοντος εὐθύνην. Μοὶ ἐπιβάλλει
794τὸ καθῆκον τοῦτο καὶ ἡ ἡλικία μου, ἀλλὰ μοὶ ἐπιβάλ-
795λουσιν αὐτὸ ἀρχῆθεν καὶ αἱ παραδόσεις μου, καὶ ἡ ἀνα-
796τροφή μου, καὶ αἱ ἕξεις μου, καὶ αὐτὴ ἡ συνείδησίς μου.
797Δὲν φρονῶ, ὅτι σκοπὸς τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν εἶναι ἄλλος,
798εἰμὴ μόνη ἡ ὑστεροφημία. Οὗτος εἶναι καὶ πρέπει νὰ ᾖναι
799ὁ μόνος σκοπὸς τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, καὶ χάριν αὐτοῦ
800τοῦ σκοποῦ ὑπέχουσι τὰς ἀλγηδόνας καὶ τὰς πικρίας, τὰς
801θλίψεις καὶ τὰς στερήσεις καὶ τὰς δυσφορίας, ὅσαι βασα-
802νίζουσιν αὐτοὺς κατὰ τὸν πολυκύμαντον βίον των. Δὲν ἐπε-
803θύμουν λοιπὸν νὰ παρουσιασθῶ ἐνώπιον τῆς ὑστεροφημίας
804βεβαρημένος ὑπὸ τῆς εὐθύνης διὰ τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας
805ἤθελεν ἐπιφέρει ἡ παραίτησις ἡμῶν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, ἐὰν
806αἱ συνέπειαι αὗται ἦσαν, ὡς ἐφρόνουν, καὶ ὡς πράγματι
807ἀπέβησαν, ἐπιζήμιοι εἰς τὰ κοινὰ τῆς πατρίδος. Οἱ παραι-
808τούμενοι δὲν ἐκπληροῦσι διαταγὴν, δὲν παραιτοῦνται
809διότι διετάχθησαν νὰ παραιτηθῶσιν, ἀλλὰ παραιτοῦνται
810διότι ἔκριναν, ὅτι πρέπει νὰ παραιτηθῶσιν, εἴτε διότι δὲν
811ἠδύναντο νὰ προσφέρωσι πλέον ὑπηρεσίαν τινὰ, δὲν ἦσαν
812πλέον χρήσιμοι, εἴτε διότι δὲν εἶχον καθῆκον νὰ προσ-
813φέρωσιν ὑπηρεσίαν, δὲν εἶχον καθῆκον νὰ προσενέγ-
814κωσι τὴν ἑαυτῶν χρησιμότητα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς
815πατρίδος· ἀλλ’ ἡμεῖς, ἂν παρητούμεθα, ἠθέλομεν παραι-
816τηθῆ οὐχὶ διότι ἐκρίνομεν, ὅτι πρέπει νὰ παραιτηθῶμεν,
817ἢ διότι ἐκρίνομεν ἡμᾶς αὐτοὺς ἀνικάνους νὰ προσφέρωμεν
818ὑπηρεσίας χρησιμωτάτας εἰς τὰ κοινά· ἐξ ἐναντίας δ’ ἐκρί-
819νομεν, ὅτι εἴχομεν καθῆκον νὰ προσφέρωμεν αὐτὰς, ἀφοῦ
820εὑρέθημεν ἐν τῇ Κυβερνήσει, καὶ ἀφοῦ οὐδὲ τὸ Στέμμα εἶ-
821χεν ἀρνηθῆ εἰς ἡμᾶς τὰ ἀναγκαιοῦντα μέσα, ὅπως προσε-
822νέγκωμεν τὰς ὑπηρεσίας ἡμῶν ταύτας, οὐδ’ ἡ Βουλή, ἥτις
823μάλιστα, ὅτε ἐγνώσθη αὐτῇ ἡ ἀνακοινωθεῖσα ἡμῖν δια-
824ταγὴ, ἀπεφήνατο, ὅτι ἐξακολουθεῖ ἔχουσα ἐμπιστοσύνην
825ἐφ’ ἡμᾶς. Καὶ τῆς Βουλῆς μάλιστα καὶ τῆς κοινωνίας πά-
826σης ἡ ἐμπιστοσύνη προσφάτως μᾶς εἶχεν ἐκδηλωθῆ ἀπό-
827λυτος, διότι ἡ μὲν Βουλὴ ἐπεψήφισεν ὅσα ἂν προετείναμεν
828αὐτῇ νομοσχέδια περὶ αὐξήσεως ὑπαρχόντων φόρων ἢ
829περὶ ἐπιβολῆς νέων, οὐχὶ γογγύζουσα ἢ δυσφοροῦσα, ἀλλὰ
830ἐπευφημοῦσα καὶ χειροκροτοῦσα, πρώτην ἴσως φορὰν το-
831σοῦτον προθύμως ἀποδεχομένη νέα νὰ ἐπιβληθῶσι βάρη
832εἰς τὸν λαὸν, οἱ δὲ πολῖται, καὶ διὰ τηλεγραφημάτων καὶ
833διὰ δηλώσεων καὶ δι’ ἐπιστολῶν, ἐπεκρότουν καὶ τὴν προ-
834θυμίαν αὐτῶν κατεδήλουν, ἵνα εἰς πᾶσαν ὑποβληθῶσι θυ-
835σίαν χάριν τῆς τιμῆς τῆς χώρας καὶ τῆς ἱστορίας τοῦ
836ἔθνους. Ὁ λαὸς ἐδήλου ὄντως, ὅτι δὲν ἐδίσταζε πρὸ τῶν
837ζητουμένων θυσιῶν, διότι ἐπίστευεν ἀδιστάκτως εἰς τοὺς
838περὶ τῆς ἀνάγκης λόγους ἡμῶν, καὶ πεπεισμένος ἐτύγχα-
839νεν, ὅτι αἱ θυσίαι αὐτοῦ δὲν ἤθελον σπαταληθῆ, οὐδὲ κἂν
840μετατραπῆ εἰς ἄλλους σκοποὺς καὶ ἄλλας ἀνάγκας.
841Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους, ἠρωτῶμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, διατὶ νὰ
842παραιτηθῶμεν; Μήπως ἡμεῖς εἴμεθα οἱ δημιουργοὶ τῆς
843οἰκονομικῆς ἀθλιότητος, ἥτις ἐπεφάνη κρατοῦσα ἐν τῇ
844χώρᾳ, καὶ ὀφείλομεν νὰ παραιτηθῶμεν ἐκ τῆς τύψεως τοῦ
845συνειδότος ἡμῶν; Ἡμεῖς ὀκτὼ ἔτη ἐξελαρυγγίσθημεν ἐν
846τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐπισκοποῦντες καὶ ἐλέγχοντες τὴν σπα-
847τάλην τῆς διοικήσεως, τὴν μωρίαν τῆς ἐφαρμοζομένης οἰ-
848κονομικῆς πολιτικῆς, τὴν ἀστοργίαν τῶν κυβερνώντων.
849Ὅσα κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα εἴπομεν ἀπὸ τοῦ βήματος τού-
850του, διὰ νὰ ἀποτρέψωμεν τοὺς κυβερνῶντας ἀπὸ τὴν κα-
851τωφέρειαν, εἰς ἣν εἶχον ὀλισθήσει, καὶ διὰ νὰ καταδείξω-
852μεν τὴν καταστροφὴν, εἰς ἣν ἀσυνειδήτως ἔσυρον τὸν τόπον,
853ἤθελον ἀποτελέσει πολλοὺς ὀγκώδεις τόμους. Μετήλθομεν
854μάλιστα πρὸς τοῦτο πᾶν μέσον, εἴτε ἵνα ἀναστείλωμεν
855τὸ κακὸν, εἴτε ἵνα ἀνακόψωμεν τὴν ὁρμὴν τῶν κυβερνών-
856των. Πρὸς τὸ Στέμμα αὐτὸ οὐχὶ ἅπαξ, ἀλλὰ πολλάκις
857προσεφύγομεν, ἱκετεύοντες νὰ ποιήσηται χρῆσιν τῶν συν-
858ταγματικῶν δικαιωμάτων του, ὅπως ἀνακόψῃ τοῦ κακοῦ
859τὴν πρόοδον, ἀφοῦ πλειονοψηφία τετυφλωμένη οὐδὲ συνε-
860ζήτει, οὐδὲ κἂν ἐλάλει, οὐδ’ ἐδήλου ἁπλῆν ἐπιθυμίαν νὰ
861μάθῃ καὶ νὰ πεισθῇ, ἀλλὰ μὲ κεκλιμένην τὴν κεφαλὴν
862ἐπεψήφιζε καὶ ἐπεψήφιζε, καὶ οὐδέποτε, οὐδ’ ἐπὶ τοῦ μᾶλ-
863λον ἀσημάντου θέματος, ἐτόλμησε νὰ ἀπονεύσῃ. Καὶ
864παρεκαλοῦμεν τὸ Στέμμα νὰ σπεύσῃ, διότι ἀπεῖχεν ἔτι ὁ
865χρόνος, καθ’ ὃν ἔληγε τῆς Βουλῆς ἡ διάρκεια, καὶ καθ’ ὃν
866ἔμελλον νὰ γένωνται αἱ βουλευτικαὶ ἐκλογαὶ, ἂν δὲ
867ἀνεβάλλετο ἡ ὑπουργικὴ μεταβολὴ μέχρι τοῦ χρόνου
868ἐκείνου, δυσκόλως ἤθελον ἀποσοβηθῆ τὰ δεινὰ, τὰ ὁποῖα
869εἶχον ἀρχίσει νὰ ἐπιφαίνωνται ἐπερχόμενα. Ἐνθυμοῦμαι,
870ὅτι ὀλίγας ἑβδομάδας πρὸ τῆς λήξεως τῆς τελευταίας
871Συνόδου τῆς κατὰ τὸ 1890 ἀνανεωθείσης Βουλῆς ὁρμαθοὶ
872νομοσχεδίων εἰσήγοντο καθ’ ἑκάστην εἰς αὐτὴν ὑπὸ τοῦ κ.
873Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ὅστις ἦτο καὶ τότε ὁ Πρωθυ-
874πουργὸς, ἡ δὲ Κυβέρνησις εἶχε μεταποιήσει τὸ βῆμα τοῦτο
875εἰς πίθον τῆς Πανδώρας, ἐξ οὗ ἤντλει καὶ διένεμεν εἰς τοὺς
876προσερχομένους ὅ,τι ἂν ἤθελον ζητήσει. Ἦσαν τότε αἱ
877παραμοναὶ βουλευτικῶν ἐκλογῶν, ἑπομένως καὶ ἑπτὰ σιδη-
878ροδρόμων τὴν κατασκευὴν ἐν Πελοποννήσῳ ἐπρότεινεν ἀντὶ
87912,500,000, καὶ εἰς τοὺς ἐπιμόρτους τῶν τσιφλικίων γεωρ-
880γοὺς δάνεια ἐπρομήθευεν, ἵνα ἀγοράσωσι τὰ τσιφλίκια, καὶ
881τὴν ἀπαγόρευσιν τῶν στρατιωτικῶν προβιβασμῶν, ἥτις
882εἶχε νομοθετηθῆ κατὰ τὸ 1887, ἠκύρου, καὶ τὸν ἀριθμὸν
883τῶν βαθμοφόρων τοῦ ναυτικοῦ ηὔξανε, καὶ τὸν φαρμακευ-
884τικὸν κλάδον τοῦ ναυτικοῦ περιέθαλπε, καὶ ὑπὲρ τῶν ἀρ-
885χιμουσικῶν αὐτοῦ ἐνομοθέτει, καὶ τὰ ὑδραυλικὰ ἐν Θεσσα-
886λίᾳ ἔργα ἐκανόνιζε, καὶ Γυμνάσια συνίστα ἐν Ἀγρινίῳ
887καὶ ἐν Παμίσῳ, καὶ τὰς κοίτας τῶν ποταμῶν ἀνέσκαπτε,
888καὶ τὰς ἀκτὰς τῆς θαλάσσης μετεποίει εἰς ὅρμους καὶ λι-
889μένας. Καὶ τί δὲν διένεμε; Θέσεις, βαθμοὺς, ἐλπίδας, ὑπο-
890σχέσεις, μέσα πλουτισμοῦ, καὶ ἄνθη ἀκόμη εἰς τοὺς νεα-
891ροὺς τῶν φίλων της. Τότε προσεπαθοῦμεν νὰ ἀναστείλω-
892μεν τὴν ὁρμὴν τῆς Βουλῆς, καὶ ἐλέγομεν πρὸς αὐτὴν καὶ
893πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τοῦ πέρατος
894τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν τῆς 3 Μαΐου μέχρι τῆς πτώ-
895σεως τοῦ Ὑπουργείου, δι’ οὗ διελύθη ἡ Βουλὴ, ἐνεθυμήθη
896ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ λέγῃ καὶ νὰ γράφῃ περὶ τοῦ κ.
897Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας, ὅστις τότε ἐτύγχανε Πρωθυ-
898πουργός. Ἐλέγομεν τότε πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὴν
899Κυβέρνησιν: «Τέσσαρα ἔτη ἐνήσκησας τὴν ἐξουσίαν σου,
900τὰ δικαιώματά σου, ἔφθασες δὲ νῦν εἰς τὰς παραμονὰς τοῦ
901θανάτου σου, διότι τετραετὴς κατὰ τὸ Σύνταγμα εἶναι ὁ
902βίος σου. Δὲν περιορίζεσαι κἂν τώρα, εἰς τὸ τέλος τοῦ βίου
903σου, νὰ ἀναμνησθῇς ποτά τινα ἐν τῷ βίῳ σου ἔπραξας, νὰ
904ἐξετάσῃς σὺ αὐτὴ τὰς πράξεις σου, καὶ ἂν ἡ τοιαύτη αὐτοε-
905ξέτασις σὲ πείσῃ, ὅτι ἔσφαλες, νὰ φροντίσῃς νὰ δικαιολο-
906γήσῃς σεαυτὴν πρὸ τῶν ἐκλογέων σου; Πῶς ἐξακολουθεῖς
907καὶ κατὰ τὰς ὑστάτας ταύτας ἡμέρας νὰ ψηφίζῃς νομο-
908σχέδια, δι’ ὧν θέλει ἐπιβαρυνθῆ τὸ Κράτος διὰ 30 καὶ 50
909ἑκατομμυρίων; Διατὶ τοσαύτην δεικνύεις ἀπληστίαν περὶ
910τὴν κάρπωσιν τῆς ἐξουσίας σου, δὲν ἀφίνεις δὲ εἰς ἐκείνους,
911οἱ ὁποῖοι κατὰ τὰς ἐκλογὰς θέλουσιν ἀναδειχθῆ Βουλευ-
912ταὶ, νὰ ἀποφασίσωσιν αὐτοὶ περὶ τούτων; Ἐκεῖνοι θέλου-
913σιν εἶσθαι περιβεβλημένοι δι’ ἐντολῆς νωπῆς καὶ προσφά-
914του, καὶ εὐλόγως θέλουσι κρίνεσθαι ὡς διερμηνεύοντες τὸ
915νωπὸν φρόνημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Διατὶ δὲν ἀφίνεις εἰς
916αὐτοὺς νὰ ψηφίσωσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ἀλλὰ σπεύδεις
917σὺ κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τοῦ βίου σου νὰ ἀναλά-
918βῃς καὶ τὸ ἔργον τοῦτο;» Ἡ πλειονοψηφία δὲν ἤκουε
919τότε ἡμῶν· ἀλλὰ δὲν ἤκουεν ἡμῶν τότε οὐδὲ ἡ Κυβέρνη-
920σις. Καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προχθὲς ἐδυσφόρουν, διότι παρέ-
921τεινεν ἐπὶ δύο ἑβδομάδας κρατῶν ἐν χερσὶν αὐτοῦ τὴν ἀρ-
922χὴν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε διο-
923ρισθῆ ὁριστικὸς Πρωθυπουργὸς, ἀλλ’ εἶχε ταχθῆ προσωρι-
924νὸς Πρόεδρος Ὑπουργείου, συστηθέντος ἐν στιγμῇ ἀνάγκης,
925αὐτοὶ οὗτοι τότε, καὶ κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας, καθ’
926ἃς ἐξηκολούθει ζῶσα κατὰ τύπους ἡ Βουλή, κατὰ τὰς
927ἡμέρας, καθ’ ἃς καὶ αὐτὴ ἡ πρὸς τὴν Βουλὴν ἐκείνην τυ-
928πικὴ ἐμπιστοσύνη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶχεν ἐξατμισθῆ,
929ἐπέμενον νὰ ζητῶσι τὴν ψῆφον αὐτῆς, διὰ νὰ διαθέσωσιν ἑκα-
930τομμύρια ἐπὶ ἑκατομμυρίων.
931Δὲν εἶναι δύσκολον νὰ κατανοηθῇ, ποῖον τότε εἴχομεν
932ἐπιτακτικὸν καθῆκον, νὰ ἀναστείλωμεν τὴν ἐπὶ τοιαύτης
933κατωφερείας ὀλίσθησιν καὶ τῶν Ὑπουργῶν καὶ τῶν Βου-
934λευτῶν. Μεταξὺ τῶν ἄλλων ἦτο τότε καὶ νομοσχέδιον, διὰ
935τοῦ ὁποίου ἐδίδετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ἄδεια νὰ συνομο-
936λογήσῃ σύμβασιν, ἵνα χορηγῇ ἐπὶ σειρὰν 50 ἐτῶν 650,000
937ἢ 850,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος εἰς Ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν, ἡ
938ὁποία ἔμελλε νὰ συστηθῇ. Ἐζήτησα νὰ μὴ προβῇ ἡ Βουλὴ
939εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ δὲν εἰσηκούσθην.
940Εἶχε τότε προταθῆ ὡσαύτως ἕτερον νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐζη-
941τεῖτο πίστωσις πέντε ἑκατομμυρίων καί τινων ἑκατοστύων
942χιλιάδων δραχμῶν, ὅπως δι’ αὐτῆς οἰκοδομηθῶσι στρατιω-
943τικὰ κτίρια. Πότε; Τὸν Μάρτιον τοῦ 1890! ἓξ μῆνας
944πρὸ τῆς κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1890 παραιτήσεώς των!
945Καὶ ἀνέλυσα χθὲς καὶ προχθὲς τὴν κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα
946οἰκονομικὴν διαχείρισιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ γνω-
947ρίζετε νῦν εἰς ποίαν ἀθλιότητα διέκειντο τὰ οἰκονομικὰ τοῦ
948Κράτους καὶ τότε, κατὰ Μάρτιον τοῦ 1890, ὅτε ἐζήτουν
949νὰ δαπανήσωσι πέντε καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια εἰς οἰκοδομάς.
950Σᾶς ἀφηγήθην προχθὲς καὶ τὸ ἔλλειμα τοῦ 1887, καὶ
951τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1888, καὶ τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1889, καὶ
952τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν παρέδωκαν ἡμῖν τὰ οἰκονομικὰ
953κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1890. Καὶ ἠτοιμάζετο τότε ὁ κ.
954Πρωθυπουργὸς νὰ δαπανήσῃ 5 ἑκατομμύρια εἰς στρατιω-
955τικὰ κτίρια! Προσεπάθουν νὰ ἀναστείλω αὐτοὺς, ἀλλὰ
956δὲν εἰσηκουόμην, ἦτο δ’ ἕτοιμος ἡ πλειονοψηφία νὰ ψηφίσῃ
957καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐπέμενεν ἀπαιτοῦσα τὴν ψήφισιν αὐτῶν.
958Ἠναγκάσθην τότε νὰ μετέλθω τὸ ἔσχατον τῶν μέσων, τὰ
959ὁποῖα αἱ συνταγματικαὶ παραδόσεις, ἤ, κάλλιον εἰπεῖν
960αἱ κοινοβουλευτικαὶ ἕξεις παρέχουσιν εἰς τὰς μειονοψηφίας.
961Καὶ ὡμίλησαν περὶ κωλυσιεργίας, καὶ ἐνόμιζον ὅτι ὕβρι-
962ζον ἡμᾶς ἐπὶ τούτῳ, ἀφοῦ αὐτοὶ μᾶς ἠνάγκαζον νὰ κωλυ-
963σιεργήσωμεν. Καὶ ποῖον ἄλλο μέσον εἴχομεν, ἵνα σώσωμεν
964τὸν τόπον, ὅταν πλειονοψηφία τυφλὴ διεσπάθιζε τὰ δη-
965μόσια χρήματα, ἀσεβοῦσα πρὸς τοὺς νόμους καὶ πρὸς τὰ
966συμφέροντα τοῦ Κράτους, καὶ ὅταν τὸ Στέμμα ἀνείχετο
967τὰς πράξεις αὐτῆς, διότι ἦτο πλειονοψηφία, οὐδὲ παρενέ-
968βαινεν, ἵνα σταματήσῃ αὐτήν; Ἓν ὑπελείπετο ἡμῖν μέσον,
969νὰ προσφύγωμεν εἰς τὰς ἰδίας ἡμῶν δυνάμεις, καὶ νὰ προσ-
970παθήσωμεν νὰ ἀποτρέψωμεν, ὅσον ἠδυνάμεθα, τὴν συζή-
971τησιν τοιούτων νομοσχεδίων, ἐν παραμοναῖς μάλιστα λή-
972ξεως τῆς βουλευτικῆς περιόδου, εἴτε παρατείνοντες τὰς
973συζητήσεις, εἴτε ἀφιστάμενοι ἢ ἀποχωροῦντες τῶν συνε-
974δριάσεων, ὅπως μὴ συντελῆται ἀπαρτία. Ἐνησκοῦμεν οὐχὶ
975δικαίωμα, ἀλλὰ καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἴχομεν, ἵνα σώσωμεν
976τὰ κοινὰ ἀπὸ τοῦ ὀλέθρου, τὸν ὁποῖον ἠπείλουν τοιαῦται
977πράξεις. Δὲν ὑβριζόμεθα λοιπὸν, ὅτε ἐνεκάλουν ἡμᾶς ἐπὶ
978κωλυσιεργίᾳ; Ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἐνησκήσαμεν τὴν κω-
979λυσιεργίαν, καὶ δι’ αὐτῆς ἀπηλλάξαμεν τὸν τόπον ἀπὸ τὰ
980βάρη, τὰ ὁποῖα διὰ τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων ἐπρόκειτο
981τότε νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς αὐτόν. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἔλεγον
982τότε εἰς τὸ Κοινοβούλιον (ἀναγινώσκει):
983«Ὁμιλοῦσι περὶ κωλυσιεργίας, καὶ φιλοτιμοῦνται οἱ
984»φίλοι τοῦ Ὑπουργείου, ὅσοι λαμβάνουσι τὸν λόγον, νὰ
985»ἐπαναλαμβάνωσι τὸ χυδαῖον τοῦτο ἐπιχείρημα, ὅπως αἰ-
986»τιῶνται τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Κατὰ τοὺς πρώτους χρό-
987»νους τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος
988»ἐφρόνουν ἐν Εὐρώπῃ, ὅτι αἱ μειονοψηφίαι δὲν ἔχουσι δι-
989»καίωμα νὰ παρακωλύσωσι τὰς πλειονοψηφίας ἀπὸ τοῦ νὰ
990»περιβάλλωσι τὴν θέλησιν αὐτῶν διὰ τοῦ κύρους τῆς νο-
991»μοθετικῆς ἰσχύος. Παρεδέχοντο τότε μίαν καὶ μόνην ἐξαί-
992»ρεσιν, ἐὰν τὰ συζητούμενα θέματα ἀντιβαίνωσιν εἰς τὰς
993»διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἢ ἂν ἀναιρῶσιν ἀμέσως ἢ ἐμ-
994»μέσως τοῦ πολιτεύματος τὰς βάσεις. Κατὰ τὰς δύο ταύ-
995»τας περιπτώσεις ἀπεδέχοντο τότε, ὅτι ἐπετρέπετο εἰς τὰς
996»μειονοψηφίας νὰ παρακωλύωσι τὰς πλειονοψηφίας ἀπὸ τοῦ
997»νὰ προβαίνωσιν εἰς ἀποφάσεις τοιοῦτον ἐχούσας χαρα-
998»κτῆρα. Ἀλλ’ ἀφ’ ἧς ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις παρεστάθησαν
999»πλειονοψηφίαι τυφλῶς τεταγμέναι εἰς τὸν κομματισμὸν,
1000»ἀφ’ ἧς παρεστάθησαν ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις πλειονοψηφίαι,
1001»αἵτινες, τυφλώττουσαι πρὸς τὸ φῶς, κωφεύουσαι πρὸς τὴν
1002»ἀλήθειαν, ἀρνούμεναι τὰ πράγματα, ἀπογυμνοῦσαι ἑαυ-
1003»τὰς ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἰδίαν ἑαυτῶν βούλησιν καὶ θέλησιν,
1004»παρεδίδοντο ὡς νευρόσπαστα εἰς τὰς χεῖρας τῶν ἡγουμέ-
1005»νων αὐτῶν, ἐπικυρόνουσαι πάσας τὰς πράξεις των, καὶ
1006»μετέβαλλον τὴν συνταγματικὴν Κυβέρνησιν εἰς Κυβέρ-
1007»νησιν τυραννικὴν, ἔκτοτε δὲν ὑπάρχει Κοινοβούλιον, οὐδὲ
1008»συγγραφεὺς, ὁ ὁποῖος δὲν ἀνομολογεῖ ὡς δικαίωμα τῶν
1009»μειονοψηφιῶν νὰ προσπαθῶσι νὰ σταματῶσι τὰς πλειονο-
1010»ψηφίας ἐν τῇ τοιαύτῃ κατωφερείᾳ, εἰς τὴν ὁποίαν ὠλίσθη-
1011»σαν. Ἐὰν μάλιστα ἡ Βασιλικὴ ἀρχὴ, ἑρμηνεύουσα κατά
1012»τινα περίεργον τρόπον τὸ πολίτευμα, ἀξιοῖ, ὅτι δὲν ἔχει
1013»δικαίωμα νὰ κρίνῃ ἐπὶ τῶν γινομένων, ἀλλ’ ὅτι ὀφείλει
1014»νὰ ὑποτάξῃ ἑαυτὴν εἰς τὰς θελήσεις τῆς πλειονοψηφίας
1015»τῆς Βουλῆς, ἀφ’ ἧς οὕτω καὶ ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς ἀνε-
1016»γνωρίσθη ὡς δικαίωμα τῆς πλειονοψηφίας, αἱ οὕτω πως
1017»καταρτισθεῖσαι καὶ οὕτω πως λειτουργοῦσαι πλειονο-
1018»ψηφίαι καθίστανται ἀπεχθέστεραι τοῦ χυδαιοτέρου τῶν
1019»τυράννων. Συγγραφεὺς πολιτειακοῦ δικαίου παραβάλλει
1020»τὰ πολυμελῆ πολιτικὰ σώματα, ἐὰν ἐν αὐτοῖς τοιαῦται
1021»καθιδρύωνται πλειονοψηφίαι, ἀπηλλαγμέναι τοῦ κινδύνου
1022»τῆς διαλύσεως, πρὸς τὰ ἄγρια θηρία, τὰ ὁποῖα καταβι-
1023»βρώσκουσι πᾶν τὸ προστυχόν.»
1024Τί ἄλλο ἐδήλουν διὰ τούτων ἢ ὅτι, κατὰ τὴν ἐμὴν
1025γνώμην, ὁ Ἡγεμὼν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παύῃ τοὺς
1026Ὑπουργοὺς, ἔχει τὸ δικαίωμα, ὅταν πρόκηται περὶ συστά-
1027σεως Ὑπουργείου, νὰ διορίζῃ τὸν προϊστάμενον αὐτοῦ, καὶ
1028μετ’ αὐτοῦ νὰ συσκέπτηται περὶ τοῦ διορισμοῦ τῶν μελῶν
1029τοῦ Ὑπουργείου; Ἀλλ’ ἡ ἐνάσκησις τοῦ δικαιώματος
1030τούτου λαμβάνει βεβαίως χώραν, ὁσάκις εὐλόγως προκα-
1031λῆται αὕτη ὑπὸ τῶν πραγμάτων, ὡς ὅταν ἡ Κυβέρνησις,
1032ἡ ὁποία ἡγεῖται τῆς πλειονοψηφίας, τοιαύτην ποιεῖται
1033χρῆσιν αὐτῆς, οἵαν περιέγραψα δι’ ὧν τότε ἔλεγον πρὸς
1034τὴν Βουλὴν, ἢ ὅταν οἱ κληθέντες ὑπὸ τοῦ Ἡγεμόνος ἔχω-
1035σιν ἐκδεδηλωμένας ὡρισμένας γνώμας περὶ Κυβερνήσεως, ἢ
1036συστήματα εἴτε διοικήσεως, εἴτε διαχειρίσεως τῶν οἰκονο-
1037μικῶν, τὰ ὁποῖα ὁ Ἡγεμὼν ἐγκρίνει καὶ προτιμᾷ τῶν ὑπὸ
1038τῆς ὑπαρχούσης Κυβερνήσεως τεθειμένων ἐν ἐνεργείᾳ. Διὰ
1039τοῦτο ἀνεφέρομεν πρὸς τὸ Στέμμα, ὅτι ἡμεῖς μὲν δὲν ἔχο-
1040μεν ἀφορμὴν νὰ παραιτηθῶμεν, ἀλλ’ ὅτι εἰς τὸν Βασι-
1041λέα ἀπόκειται νὰ παύσῃ ἡμᾶς, κατὰ τὸ δικαίωμα, τὸ
1042ὁποῖον τὸ Σύνταγμα ἀπένειμεν εἰς τὴν Μεγαλειότητά Του.
1043Δὲν πρέπει νὰ μνημονεύσω τῆς ἑρμηνείας τῆς ἀρνή-
1044σεως ἡμῶν νὰ ὑποβάλωμεν παραίτησιν, τῆς διαδοθείσης
1045ἐν τῇ πόλει ὑπὸ τοῦ κομματικοῦ ἀνταγωνισμοῦ. Ἄρνησις
1046πρὸς παραίτησιν ἡρμηνεύθη ὡς ἀντίστασις, ἡ τοιαύτη δ’
1047ἀντίστασις ἐκρίθη ὡς ἔναρξις στάσεως κατὰ τῆς ἐννόμου
1048τάξεως, κατὰ τῶν ἐν τῇ Πολιτείᾳ καθεστηκυιῶν ἐξουσιῶν.
1049Δὲν γνωρίζω τίνες οἱ τοιαύτας μεταδόντες εἰδήσεις, ἀλλὰ
1050καιρίαν ἤθελον αἰσθανθῆ θλῖψιν, ἐὰν αὐτοὶ ἀνῆκον εἰς τὰς
1051τάξεις τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, διότι ὄντως λυπηρὸν εἶναι
1052οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες εἰς τοσοῦτον φαυλότητος νὰ βυθισθῶ-
1053σιν, ὑπὸ μαινομένης φιλαρχίας ἐλαυνόμενοι. Ὄνειδος ἤθε-
1054λεν εἶσθαι εἰς ἐκείνους, οἵτινες διὰ τοιούτων μέσων ζητοῦσι
1055νὰ κρατήσωσιν ἐν τῷ πολιτικῷ ἀνταγωνισμῷ, τολμῶντες
1056ἐκ περιτροπῆς νὰ ψεύδωνται νῦν μὲν εἰς τὸ Κοινοβούλιον,
1057αὔριον δὲ πρὸς τὸ Στέμμα. Ἀνέγνων ὅμως ἐν ταῖς ἐφημε-
1058ρίσιν, ὅτι κατὰ Μάϊον ἢ Ἀπρίλιον μῆνα τοῦ ἔτους τούτου
1059συνεζητήθη καὶ διεξήχθη ἐν τῷ Στρατοδικείῳ δίκη κατ’
1060ἀξιωματικοῦ ἀνωτέρου, εὐμαθοῦς καὶ ἐντίμου, ἥτις θέλει
1061ἀποτελέσει ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων
1062τῆς χώρας ἀληθὲς σκάνδαλον, τὸ ὁποῖον δὲν κρατύνει ἐν
1063τῷ στρατῷ τὴν πειθαρχίαν καὶ τὴν πρὸς τοὺς στρατιωτι-
1064κοὺς κανονισμοὺς εὐλάβειαν, ἀλλὰ παραλύει αὐτὰς, δὲν
1065συνέχει οὐδὲ συντάσσει τὸν στρατὸν, ἀλλὰ θραύει τοὺς
1066δεσμοὺς, οἵτινες πρέπει νὰ συνέχωσι τὰ μέλη αὐτοῦ πρὸς
1067ἄλληλα καὶ πρὸς τοὺς ἀνωτέρους αὐτῶν, διδάσκει δὲ τὴν
1068ἀπείθειαν καὶ τὴν ῥαδιουργίαν.
1069Ἡμεῖς δὲν ὑπεκινήσαμεν ποτὲ στάσεις, ἀλλ’ ἠσχολή-
1070θημεν νὰ προλάβωμεν τοιαύτας, εἰς τὰς ὁποίας ἀκράτη-
1071τος φιλαρχία καὶ αὐθάδης φατριασμὸς ὤθει τὴν χώραν.
1072Καὶ ἀνεστέλλομεν τὰς ὁρμὰς, καὶ κατηνάζομεν τοὺς ἐρε-
1073θισμούς, εἰ καὶ ἄλλοι ἦσαν ἕτοιμοι νὰ συκοφαντήσωσιν
1074ἡμᾶς ἐπὶ τούτῳ, ὅπως κλονίσωσι τὴν πρὸς ἡμᾶς ἐμπιστο-
1075σύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐσμὲν φύλακες καὶ οὐχὶ ἀνα-
1076τροπεῖς τῶν θεσμῶν, οἵτινες πρώτην κατέστησαν ἀρχὴν
1077τὴν βασιλικήν. Δὲν ὑπονομεύομεν τοῦ θρόνου τὰ θεμέλια
1078ἢ τῆς δυναστείας τὰς ῥίζας, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνα προσεπαθή-
1079σαμεν ἄλλοτε νὰ τεθῶσι στερεὰ καὶ ἑδραῖα, καὶ δι’ αὐτὰς
1080προσηνέγκομεν χρησίμους ὑπηρεσίας, ὅπως βαθύνωσι καὶ
1081κρατυνθῶσι. Τῶν θρόνων τὰ θεμέλια ὑπονομεύουσιν ἐκεῖνοι,
1082οἵτινες δι’ ἀσυνειδήτου διοικήσεως καὶ διὰ τάσεων αὐτο-
1083κρατισμοῦ κατεργάζονται ἐπιβούλως τὴν κτηνώδη κατά-
1084θλιψιν τοῦ λαοῦ, καὶ τὴν ταπείνωσιν τοῦ φρονήματος
1085αὐτοῦ, καὶ τὸν ἐξευτελισμὸν τοῦ χαρακτῆρος αὐτοῦ, ἐγεί-
1086ροντες οὕτω φραγμοὺς καὶ ἀνασκάπτοντες τάφρους μεταξὺ
1087τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ θρόνου. Αὐτοὶ τότε ἔλεγον πρὸς τοὺς
1088Ἀθηναίους ἀπὸ τοῦ ἐξώστου τῶν οἰκιῶν των, ὅτι ἡ κατὰ
1089τὴν 18 Φεβρουαρίου γενομένη παῦσις τοῦ Ὑπουργείου ἀπε-
1090τέλει ὑψίστην κύρωσιν τῶν συνταγματικῶν δικαιωμάτων
1091τοῦ Ἡγεμόνος, ὡς ἂν τὰ δικαιώματα ταῦτα τοῦ Βασι-
1092λέως εἶχον ὑπό τινος ἀμφισβητηθῆ, ἢ ὡς ἂν ἡ ἀπορία, τὴν
1093ὁποίαν ἐνεποίησεν εἰς τοὺς πολίτας ἡ εἴδησις, ζητοῦντας
1094νὰ μάθωσι, ἀλλὰ μὴ μανθάνοντας, τίνες ὑπηγόρευσαν τὸ
1095μέτρον λόγοι, δισταγμὸν ἐδήλου περὶ τῶν δικαιωμάτων
1096τούτων τοῦ Βασιλέως, ἢ ἄρνησιν αὐτῶν. Αὐτοὶ καὶ πρὸς
1097τὴν Βουλὴν δὲν ἐδίστασαν νὰ εἴπωσι προχθὲς, ὅτι «ἔκρυθ-
1098»μον ἐν τῇ Πολιτείᾳ θὰ ἦτο, ἐὰν ἐπετρέπετο εἰς τοὺς
1099»κυβερνῶντας καὶ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐξακολουθήσωσιν ἐν
1100»τῇ πορείᾳ, ἥτις εἰς τὰ ὄμματα πάντων ἐξεδήλου, ὅτι τὸ
1101»Κράτος διέτρεχε τὸν μέγιστον τῶν κινδύνων, ὅτι ἔγκλη-
1102»μα θὰ ἦτο, ἐὰν εἶχέ τις τὸ δικαίωμα νὰ θέση τέρμα εἰς
1103»αὐτὴν διὰ τῆς παρεμβάσεως τοῦ λαοῦ, καὶ μὴ ἐποιεῖτο
1104»χρῆσιν τῆς ἐξουσίας τῆς ἐναποτεθειμένης αὐτῷ». Καὶ
1105ἔλεγον ταῦτα, ἵνα ἐμποιήσωσιν εἰς τὴν λαὸν τὴν γνώμην,
1106ὅτι ἡ πολιτεία ἡμῶν κατὰ τοὺς δεκαπέντε μῆνας, καθ’ οὓς
1107ἐκυβερνήσαμεν, αὐτὴ προεκάλεσεν εὐλόγως τὴν ἐνάσκησιν
1108τοῦ Ἡγεμονικοῦ δικαιώματος, ὅτι πράγματι ἡμεῖς ἐφέρομεν
1109εἰς ὄλεθρον τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἔλεγες ταῦτα
1110Σὺ, (ἀποτείνεται πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν) ὁ κατα-
1111στροφεὺς τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ὅστις κατὰ τὰ
1112τελευταῖα τέσσαρα ἔτη, 1887 ἕως 1890, ἀφῆκας ἔλλειμα
111388,713,233.55, ἂν καὶ ηὔξησας ἀπὸ τοῦ 1887 τοὺς φό-
1114ρους κατὰ 22 ἑκατομμύρια, ἂν καὶ ἕνεκα τούτου εἰσέπρα-
1115ξας ἐκ φόρων καὶ τακτικῶν ἐσόδων κατὰ τὰ τέσσαρα
1116ἐκεῖνα ἔτη δρ. 335,556,872, ἂν καὶ ἔλαβες προσέτι 350
1117ἑκατομμύρια φράγκων χρυσῶν διὰ δανείων! Καὶ ἔλεγες,
1118ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ἔκρυθμον, ἐὰν ἐπετρέπετο ἡμῖν νὰ ἐξα-
1119κολουθήσομεν κυβερνῶντες! τὸ ἔλεγες σὺ, ὅστις, ἀφοῦ κατὰ
1120τὸ 1882 παρέλαβες ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου
112115,508,953.66, ἀφοῦ, πλὴν τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους εἶχες
1122ἐπιβάλει κατὰ τὸ 1880, ἐκ τριῶν ἑκατομμυρίων, ἐπέβαλες
1123καὶ κατὰ τὸ 1882 νέους φόρους δραχ. 3,490,000, ἐπέ-
1124βαλες καὶ κατὰ τὸ 1883 νέους φόρους 13,871,655, καὶ
1125διὰ μετατροπῆς τοῦ νομίσματος εἰς νέας δραχμὰς ηὔξησας
1126τοὺς φόρους, οὓς εἰσέπραξας, κατὰ 12%, ἀφοῦ καὶ
1127κατὰ τὸ 1884 ἐπέβαλες τὸν φόρον ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων,
1128καὶ ἵδρυσας τέσσαρα μονοπώλια, οὕτω δ’ εἰσέπραξας κατὰ
1129τὰ ἔτη 1882, 1883 καὶ 1884 ἐκ φόρων καὶ τακτικῶν
1130ἐσόδων 178,033,417.51! Σὺ, ὅστις καὶ τὸν νόμον περὶ
1131δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων παρέβης, μετατρέψας ἐκ
1132τοῦ σκοποῦ, εἰς ὃν οὗτος προσδιώρισε, καὶ δαπανήσας εἰς
1133τακτικὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους καὶ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 170
1134ἑκατομμυρίων 19,250,280.43, καὶ μεθ’ ὅλα ταῦτα ἐδη-
1135μιούργησας ἐλλείμματα τριετίας 45,105,292.54, εἶχες
1136δὲ παρουσιάσει καὶ ἔλλειμα ἀναπόφευκτον τοῦ ἐπιόντος
1137ἔτους 1885 ἐξ 28 καὶ πλέον ἑκατομμυρίων! Σὺ λέγεις,
1138ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ἔγκλημα, ἂν ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔπαυεν
1139ἡμᾶς! Σὺ, ὁ καταστρέψας τὴν οἰκονομικὴν πίστιν τοῦ
1140Κράτους διὰ σπατάλης ἄφρονος τῶν δημοσίων χρημάτων,
1141δι’ ἐξαντλήσεως τῶν πόρων τῆς χώρας καὶ διὰ τῆς ἀθετή-
1142σεως καὶ αὐτῶν τῶν συμφωνιῶν, τὰς ὁποίας μετὰ τῶν
1143δανειστῶν εἶχες συνομολογήσει! Οὐδ’ αἱ προφορικαὶ ἐπαγ-
1144γελίαι, οὐδ’ αἱ ἐπίσημοι πρὸς τὴν Βουλὴν ἀνακοινώσεις,
1145οὐδ’ αἱ γραπταὶ συμφωνίαι μετὰ τρίτων, οὐδὲ τῶν νόμων αἱ
1146διατάξεις, τῶν νόμων, οἵτινες ὑπὸ σοῦ ἐπροτάθησαν καὶ τῇ
1147σῇ εἰσηγήσει ἐξεδόθησαν, ἠδυνήθησαν νὰ σὲ ἀναστείλωσι!
1148Πάντα παρέβης, καὶ πάντα ἠθέτησας, ψευδόμενος πρὸς τὴν
1149Βουλὴν, καὶ περικαλύπτων διὰ διαστροφῶν τῶν πραγμάτων
1150καὶ δι’ ἀλλοιώσεως τῶν ἀριθμῶν τὸ βάραθρον, ὅπερ ἀνέσκα-
1151ψας! Καὶ σὺ κατήγγειλας ἐμοῦ ὡς δημιουργοῦ τῶν οἰκονο-
1152μικῶν δυσχερειῶν, ἃς ἀπειργάσθης! Καὶ ἐχαρακτήρισας
1153τὴν πολιτείαν μου ὡς ἄβουλον, διότι δὲν ἐγνώριζον τὴν
1154τέχνην τοῦ ἀπατᾶν καὶ τοῦ ψεύδεσθαι, καὶ παρέστησας
1155τὴν διοίκησίν μου ὡς τύφλωσιν, διότι δὲν μὲ εἶδες πλαστο-
1156γραφοῦντα τὰ λογιστικὰ βιβλία καὶ τοὺς ἀριθμοὺς τῶν
1157πινάκων καὶ τῶν καταστάσεων!
1158Ὅταν τοῦ Ἡγεμονικοῦ δικαιώματος ἡ ἐνάσκησις μᾶς
1159ἀπέβαλε τῆς ἀρχῆς, εἴχομεν δικαίωμα νὰ ἀμυνθῶμεν κατ’
1160ἐκείνων, οἵτινες, κολακεύοντες διὰ νὰ κερδοσκοπήσωσι κατὰ
1161τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα, ἐδυσφήμουν ἡμᾶς ὡς ὑπαιτίους τῶν
1162ἐπιφανεισῶν δυσχερειῶν· παρεῖχε δ’ ἡμῖν τὸ δικαίωμα τοῦτο
1163καὶ τὸ πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς σέβας καὶ ἡ πρὸς τὴν συκοφαν-
1164τίαν καὶ τὴν εὐτέλειαν τῶν χαρακτήρων ἀποστροφή. Ἐνε-
1165ποίησεν ὅμως ἡμῖν καὶ εὔλογον, ἂν οὐχὶ περὶ τοῦ παρόν-
1166τος, βεβαίως περὶ τοῦ μέλλοντος, ἀνησυχίαν ἡ πληροφορία,
1167ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ ἐν αὐταῖς ταῖς αἰθούσαις τῶν Ὑπουργείων
1168περιύβριζον τὸ Σύνταγμα, καὶ κατεβίβαζον τὸν Θρόνον εἰς
1169τὴν ἐκλογικὴν παλαίστραν. Καὶ αὐτοὶ μὲν, ἥκιστα εὐλα-
1170βεῖς καὶ πρὸς αὐτὴν τὴν ἐπὶ τὰς ὑπουργικὰς ἕδρας ἀναβι-
1171βάσασαν αὐτοὺς βασιλικὴν ἀρχὴν, ἐζήτουν δι’ ἀσεβοῦς
1172χρήσεως τοῦ ὀνόματος τοῦ Βασιλέως νὰ πλανήσωσιν ἢ νὰ
1173πτοήσωσι τοὺς πολιτικοὺς φίλους μου, ὅπως οὗτοι χωρι-
1174σθῶσιν ἀπ’ ἐμοῦ καὶ συνταχθῶσι μετ’ αὐτῶν. Εἶχε μετα-
1175τρέψει τὰς φρένας αὐτῶν ἡ ἀνέλπιστος ἀνάβασίς των ἐπὶ
1176τῶν ὑπουργικῶν ἑδρῶν! Ἀλλ’ ἐγὼ ὤφειλον νὰ συμβουλεύσω
1177τοὺς ἐκλογεῖς νὰ προσέξωσιν εἰς τὴν παρεκτροπὴν, καὶ νὰ
1178μὴ ἀμελήσωσι νὰ προτιμήσωσι τοὺς ἐμοὺς φίλους, ὅπως
1179κατασταθῇ δυνατὴ ἡ ἐπὶ τὴν συνταγματικὴν τροχιὰν
1180ἐπαναγωγὴ τῆς κυβερνητικῆς λειτουργίας, ἣν μωρανθέντες
1181Ὑπουργοὶ ἐξετροχίαζον. Ἐπεκαλέσθην τὸ νομοταγὲς, καὶ
1182ἐπεθύμουν νὰ ἐγείρω τὸ ὑπὲρ τῆς τάξεως συμφέρον τῶν
1183πολιτῶν, ὅπως μὴ ὑπολειφθῶσιν ἐπὶ τοῦ ἐδάφους σπέρματα,
1184ἐκ τῶν ὁποίων ἔν τινι χρόνῳ, ἐγγυτέρῳ ἢ ἀπωτέρῳ, ἠδύ-
1185ναντο νὰ βλαστήσωσιν ἀνατροπαὶ ἢ ἐπαναστάσεις, ὡς καὶ
1186ἡ καθ’ ὅλου καὶ ἡ τῆς χώρας ταύτης ἱστορία διδάσκουσι.
1187Ταῦτα ὅμως φαύλη ἐκλογικὴ κερδοσκοπία παρέστησεν ὡς
1188ἀπειλητικὰ τῆς καθεστηκυίας τάξεως, καὶ μετεποίησε τὰ
1189πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς τιθέμενα ἐρωτήματα ὡς ἀφορῶντα οὐχὶ
1190τῆς Κυβερνήσεως ἢ τῆς διοικήσεως τὰ ἔργα, ἀλλὰ τὰς
1191καθεστηκυίας ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἐξουσίας. Περὶ τῆς
1192πρὸς τὰ ἐρωτήματα ταῦτα ἀποκρίσεως τῶν ἐκλογέων τῆς
1193Ἑλλάδος οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ ἀμφιβάλλῃ, διότι πάντες γνω-
1194ρίζομεν τὰ νομιμόφρονα ἤθη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· ἀλλ’ ἡ
1195πρὸς τὰ ἐρωτήματα ταῦτα ἀπόκρισις ἀποτελεῖ τὴν ἔννοιαν
1196τῶν ἐκλογῶν τῆς 3 Μαΐου, καὶ οὐχὶ ἡ ἐπιδοκιμασία τῆς
1197Κυβερνήσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ μάλιστα τῆς οἰ-
1198κονομικῆς πολιτικῆς αὐτοῦ.
1199Ἠκούσατε τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτε ἀνεκοίνου ὑμῖν
1200τὰς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892 μελέτας αὐτοῦ,
1201καταγγέλλοντος, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας εἶχον ἀνω-
1202μάλως, καὶ ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη ὠφείλετο εἰς τὴν κυ-
1203βερνητικὴν καὶ τὴν βουλευτικὴν ἀβουλίαν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρω-
1204θυπουργὸς δὲν εἶπε, τίς ἦτο ἡ ἀβουλία αὕτη, διότι δὲν
1205ἐτόλμα νὰ εἴπῃ ὅ,τι ἤθελε ν’ ἀφήσῃ νὰ ἐννοηθῇ. Ἤθελεν
1206ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ καταστήσασα τὰ οἰκονο-
1207μικὰ πράγματα ἀνώμαλα κυβερνητικὴ ἀβουλία ἦτο ἡ μὴ
1208συνομολόγησις ἐξωτερικοῦ δανείου. Ἤθελε ν’ ἀφήσῃ νὰ ἐν-
1209νοηθῇ, ὅτι δὲν συνωμολογήσαμεν ἡμεῖς δάνειον ἐν τῇ ἀλλο-
1210δαπῇ, διότι δὲν ἐνεπιστεύοντο ἡμᾶς τὰ κεφάλαια, ἂν δ’ αὐ-
1211τὸς ἀνθ’ ἡμῶν ἐκυβέρνα, ἤθελεν εὕρει καὶ συνομολογήσει
1212δάνειον, διότι τὰ κεφάλαια τρέχουσιν ὄπισθεν αὐτοῦ. Δὲν
1213ἀπέχεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἀπὸ τοιούτων χυδαίων
1214ἐπιχειρημάτων, ἵνα ἀποπλανήσῃ τοὺς μὴ ἐννοῦντας τί εἶναι
1215πίστις, τοὺς ἁπλοϊκοὺς τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν, νὰ ψηφίσω-
1216σιν ὑπὲρ τῶν φίλων τοῦ κόμματος. Εἰς αὐτοὺς παρίστα διὰ
1217τούτων, ὅτι τὰ κεφάλαια δυσπιστοῦσι πρὸς ἡμᾶς, εὐπι-
1218στοῦσι δὲ πρὸς αὐτὸν, καὶ ὅτι, εὐθὺς ὡς ἤθελεν ἀκουσθῆ
1219τὸ ὄνομα αὐτοῦ, οἱ θησαυροὶ τῶν τραπεζιτῶν ἤθελον ἀνοι-
1220χθῆ, καὶ αἱ Τράπεζαι ἤθελον χύσει τὸν χρυσὸν καὶ τὸν ἄρ-
1221γυρον εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ τὰς ἀγυιὰς τῶν Ἀθηνῶν. Καὶ
1222ὅμως, ὅτε ἀπεβλήθημεν τῆς ἀρχῆς, ἡμεῖς δὲν διετελοῦμεν
1223μόνον ἐν διαπραγματεύσει, εἴχομεν ὑπερβῆ τὸ στάδιον τῶν
1224διαπραγματεύσεων πρὸς εὕρεσιν δανείου 30 ἑκατομμυρίων.
1225Δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ μνημονεύσω ὀνομάτων, ἀλλ’ ἐν τῇ
1226πόλει τῶν Ἀθηνῶν ὑπάρχουσι πολῖται, οἱ ὁποῖοι δὲν συν-
1227δέονται μετ’ ἐμοῦ διὰ πολιτικοῦ δεσμοῦ, τῶν ὁποίων ἴσως
1228οὔτε τὴν προσωπικὴν συμπάθειαν ἀπολαμβάνω, καὶ οἱ
1229ὁποῖοι γνωρίζουσιν, ἂν ταῦτα, τὰ ὁποῖα λέγω, ἦναι ἀληθῆ
1230ἢ ὄχι. Οὗτοι κατέχουσιν ἐπιστολὰς, τὰς ὁποίας καὶ ἐγὼ
1231καὶ ὁ κ. Ζαΐμης ἀνέγνωμεν, ἐν αὐταῖς δὲ καταδηλοῦται,
1232ὅτι τὰ περὶ εὑρέσεως δανείου εἶχον καταλήξει, δὲν ὑπελεί-
1233πετο δὲ ἢ μόνη ἡ τυπικὴ διομολόγησις. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἀπε-
1234βλήθημεν, καὶ ἀνῆλθον αὐτοὶ ἐπὶ τὴν ἀρχήν. Ποῦ εὑρί-
1235σκονται τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα εἰσεκόμισεν εἰς τὴν χώραν τὸ
1236ὄνομα αὐτῶν, ἢ πρὸς αὐτὸ ἐμπιστοσύνη τῶν κεφαλαίων καὶ
1237τῶν τραπεζιτῶν; Ἐκόπτοντο, ἀντιλέγοντες, καὶ κατηγό-
1238ρου ἡμῶν, καταγγέλλοντες τὴν σύμβασιν, ἣν εἴχομεν συνο-
1239μολογήσει μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὡς ἐπιζήμιον,
1240καὶ ἐπειράθησαν οἱ διαδεχόμενοι ἡμᾶς νὰ εὕρωσι χρή-
1241ματα δι’ ἄλλης συμβάσεως. Ἀλλ’ ἂς ἀναγνώσωσι τὴν
1242σύμβασιν, τὴν ὁποίαν συνωμολόγησαν. Ἴσως, ὁσάκις ἥσυχοι
1243ἐν τοῖς γραφείοις αὐτῶν περισυλλέγωσιν ἑαυτούς, ἠρεύνησαν
1244ὁποία εἶναι ἡ σύμβασις, τὴν ὁποίαν συνωμολόγησαν, θὰ
1245ἔκυψαν δὲ τὴν κεφαλὴν πρὸς τὰ κάτω, ἂν δὲν ἐναρκώθη
1246ἡ συνείδησις αὐτῶν. Ἡ σύμβασις αὐτῶν ἦτο πιστοποιητι-
1247κὸν, τὸ ὁποῖον αὐτοὶ συνυπέγραψαν μετὰ τῶν τραπεζιτῶν,
1248μετὰ τῶν ὁποίων συνέπραξαν, βεβαιώσαντες, ὅτι τὸ Κρά-
1249τος εὑρίσκεται ἐν οἰκονομικῇ ἀμηχανίᾳ, διότι, μόνον ὅταν
1250περιέλθῃ τις εἰς τοιαύτην οἰκονομικὴν ἀμηχανίαν, δύναται
1251νὰ ὑπογράφῃ συμβάσεις τοιαύτας, συνιστώσας δάνεια ἄντι-
1252κρυς τοκογλυφικά. Ἂς εὕρωσι καὶ νῦν δάνεια τέλος πάν-
1253των αὐτοί, οἱ ὁποῖοι εἶχον ὄπισθεν αὐτῶν τὴν Εὐρώπην,
1254ἂς εὕρωσι τὰ προσφιλῆ των δάνεια, ἵνα ἀνακουφίσωσι τὸ
1255ἐμπόριον καὶ τὰς συναλλαγάς. Ἡμεῖς, —καὶ ὅταν λέγω
1256ἡμεῖς, ἐννοῶ ἐμαυτὸν καὶ τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας, μετὰ
1257τῶν ὁποίων συμπράττω καὶ συνεννοοῦμαι, —ἡμεῖς οὐδὲν
1258παρενεβάλομεν πρόσκομμα, οὐδὲ συζητήσαντες, οὐδ’ ἐλέγ-
1259ξαντες τὰ οἰκονομικὰ μέτρα αὐτῶν, οὐδ’ ἀποκαλύψαντες
1260τὴν ἀπερισκεψίαν καὶ τὴν ἀμάθειαν καὶ τὴν κακοπιστίαν,
1261αἵτινες ὑπάρχουσι διεσπαρμέναι ἐν αὐτοῖς, ἵνα μὴ κριθῶ-
1262μεν ὡς ζητοῦντες νὰ ἀποτρέψωμεν τοὺς δανειστὰς ἢ νὰ
1263μειώσωμεν τὸ κῦρος τῶν κυβερνώντων. Ἀφήκαμεν οὐ μόνον
1264αὐτοὺς νὰ προτείνωσιν ὅ,τι ἂν θέλωσιν, ἀλλὰ καὶ τοὺς
1265ὀφθαλμοὺς τῶν ψηφιζόντων νὰ μὴ ἀναγινώσκωσιν ἐν αὐτοῖς,
1266ὅσα ἔπρεπε νὰ ἀναγινώσκωσι. Καὶ ἐφωδιάσθη ἡ Κυβέρ-
1267νησις αὕτη διὰ πάντων τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἐξελέξατο.
1268Ἂς ἀποταθῇ λοιπὸν πρὸς τὰ κεφάλαια, καὶ ἂς ἑλκύσῃ
1269αὐτά.
1270Ἂν ἐγὼ μετέσχον τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχε-
1271δίου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, δὲν μετέσχον διὰ νὰ
1272παρακωλύσω τὰ οἰκονομικὰ μέτρα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ,
1273μετέσχον διὰ νὰ σώσω θεσμὸν, τὸν ὁποῖον θεωρῶ συν-
1274δεδεμένον, συνεχόμενον μετὰ τῶν βάσεων τῆς κοινωνίας
1275καὶ τῆς Πολιτείας. Ἂν μετέσχον τῆς συζητήσεως ἐπὶ
1276τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, μετέ-
1277σχον διὰ νὰ εἰδοποιήσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ποῖα ὀλέ-
1278θρια θέλει παραγάγει ἀποτελέσματα τὸ νομοθέτημα, τὸ
1279ὁποῖον εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἡ πλειονοψηφία,
1280ἡ φίλη αὐτῷ, ἐπεψήφισε. Καὶ ἐπὶ τοσοῦτον ἐξέτεινα τὴν
1281τακτικὴν ταύτην, ὥστε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὑπολαβὼν
1282ὅτι εἶναι ψυχολογική τις στιγμή, ἡμιλλήθη μετὰ τῶν συνα-
1283δέλφων του νὰ εἰσαγάγωσιν κατὰ τὴν ὥραν ταύτην τοῦ
1284ἐνιαυτοῦ, καθ’ ἣν οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἀνυπομόνως προσ-
1285δοκῶσι τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν θέλουσιν ἐπανέλθει
1286εἰς τὰς ἑστίας των, νὰ εἰσαγάγωσι νομοθετήματα, διὰ τῶν
1287ὁποίων ἐπεθύμησαν, κατ’ αὐτὴν τὴν ἐποχὴν τοιαύτης κρίσεως,
1288νὰ ὀργανώσωσι τοὺς κλάδους τῆς Διοικήσεως, ὡσανεὶ τὰ
1289οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος ἤθελον βελτιωθῆ, καὶ αἱ οἰκονομι-
1290καὶ εὐκολίαι, τῶν ὁποίων ὑπάρχει ἀνάγκη, ἐξηρτῶντο ἀπὸ
1291τὸ νομοσχέδιον περὶ καταστάσεως τῶν ὑπαλλήλων τοῦ
1292Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν τῷ ὁποίῳ περιελήφθη
1293διάταξις, παρέχουσα εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὸ δικαίωμα
1294νὰ παύῃ τὸν δικαστικὸν σύμβουλον καὶ πρὸ τῆς χρο-
1295νικῆς διαρκείας, ἣν ὁ νόμος προσδιώρισε. Καὶ εἴδετε νομο-
1296σχέδιον περὶ καταστάσεως τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουρ-
1297γείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς ἄν οἱ ὑπάλληλοι ἑκάστου τῶν
1298Ὑπουργείων ἀπετέλουν ἴδιόν τι σῶμα ὀργανικὸν, οἷον τὸ
1299σῶμα τῶν ἀξιωματικῶν, ἀπῃτεῖτο δὲ νόμος, ἵνα κανονίσῃ
1300ἑκάστην τῶν διαφόρων καταστάσεων, εἰς τὰς ὁποίας οἱ
1301ὑπάλληλοι τῶν Ὑπουργείων, ὡς οἱ ἀξιωματικοί, διατε-
1302λοῦσιν. Ἀλλὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταστάσεως τῶν
1303ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἠσχο-
1304λοῦντο νὰ νομοθετήσωσι διατάξεις καὶ προσόντα, παρέ-
1305χοντα εὐκολίαν νὰ τοποθετηθῶσιν οἱ φίλοι τοῦ κόμμα-
1306τος. Δὲν ἠκούσατε προχθὲς ἐντίμου συναδέλφου, ὁ ὁποῖος
1307ἠρώτα νὰ μάθῃ τὴν ἔννοιαν διατάξεώς τινος τοῦ νομο-
1308σχεδίου; Ἠρώτα ὁ κ. Βουλευτής, ἂν τοῦ νόμου ἡ διά-
1309ταξις περιλαμβάνῃ καὶ τοὺς διατελέσαντας ἀστυνόμους ἢ
1310ὑπαστυνόμους, οἵτινες, μὴ ἔχοντες πλέον θέσιν ἐν τῇ ἀστυνο-
1311μικῇ ὑπηρεσίᾳ, ἀδικοῦνται, ὄντες φίλοι, ἂν δὲν παρεσκευά-
1312ζετο καὶ δι’ αὐτοὺς εὐκολία νὰ διορισθῶσιν ἐν ἄλλῃ ὑπη-
1313ρεσίᾳ. Οὔτε κατ’ αὐτὰς τὰς ἡμέρας ἐγκαταλείπουσι τὸν
1314κ. Πρωθυπουργὸν αἱ περὶ τοποθετήσεως τῶν φίλων αὐτοῦ
1315μέριμναι.
1316Οὐδεμίαν ἔχω ἐπιθυμίαν νὰ πικράνω τὸν κ. Ὑπουργὸν
1317τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ ὁποίου διέκρινα πάντοτε τὴν νοημο-
1318σύνην, καὶ πρὸς τὸν ὁποῖον ἐξεδήλωσα ὅσην ὤφειλον προ-
1319σοχήν. Καὶ τὴν αὐστηρότητα καὶ τὴν ἱκανότητα τοῦ
1320ἀνδρὸς διέκρινα, ἀλλ’ ἕνεκα τούτου ἰδίως δὲν προσεδόκων
1321ποτὲ, ὅτι ὁ κ. Σιμόπουλος ἤθελεν ἀξιώσει τὴν ἰδιότητα
1322τοῦ νομοδιδασκάλου. Ἂν νομοδιδάσκαλος, καλούμενος εἰς
1323τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, συνέτασσεν ἐντὸς τοῦ χρό-
1324νου, ὁ ὁποῖος διέῤῥευσεν ἀπὸ τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ Ὑπουρ-
1325γείου μέχρι σήμερον, καὶ εἰσῆγεν εἰς τὴν Βουλὴν τόσα
1326νομοσχέδια, διαῤῥυθμίζοντα καὶ μεταβάλλοντα τὴν νομο-
1327θεσίαν, τήν τε κανονίζουσαν τὴν ἀπονομὴν τῆς πολιτικῆς
1328δικαιοσύνης καὶ αὐτὴν τὴν κανονίζουσαν τὴν ἀπονομὴν τῆς
1329ποινικῆς δικαιοσύνης, ὅσα ὁ κ. Σιμόπουλος συνέταξεν ἀπὸ
1330τῆς 20 Ἰουνίου καὶ εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὁ νομοδι-
1331δάσκαλος οὗτος ἤθελεν ἐκπέσει ἐν τῇ συνειδήσει μου, καὶ
1332δισταγμὸς ἤθελεν ἐγερθῆ περὶ τῆς ἀξίας τοῦ ἀνδρός· ἤθελε
1333φανῆ εἰς τοὺς ὀφθαλμούς μου μικρὸς ἐγωϊστής, μεγάλα
1334περὶ τῆς ἐπιστημονικῆς δεινότητος αὐτοῦ φρονῶν. Νομο-
1335θετήματα τοιαῦτα ὑποβάλλονται εἰς μακρὰν βάσανον, ἐξο-
1336νυχίζονται καὶ ἐρευνῶνται ὑπὸ ἐπιτροπῆς ἐξ εἰδικῶν ἀν-
1337θρώπων, καὶ δὲν ζητεῖται ἡ ἔγκρισις αὐτῶν, εἰμὴ ἀφοῦ μετα-
1338δοθῇ εἰς τὴν κοινωνίαν πᾶσα ἡ πίστις, ὅτι ταῦτα βελ-
1339τιοῦσι καὶ δὲν βλάπτουσιν, ἀνεγείρουσι καὶ δὲν κατεδαφί-
1340ζουσι τὸ οἰκοδόμημα τοῦ ναοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Διὰ τοῦτο
1341τοιούτων νομοσχεδίων κρίνω ἀπολύτως ἀναγκαίαν τὴν δη-
1342μοσίευσιν εἴτε δι’ εἰσαγωγῆς αὐτῶν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀνα-
1343βαλλομένης τῆς συζητήσεως αὐτῶν ἐπὶ ἄλλην ἑπομένην
1344Σύνοδον, ὅπως κατὰ τὸν μεσολαβοῦντα χρόνον γνωσθῶσιν
1345ὑπὸ τῶν πολιτῶν, ἐρευνηθῶσι δὲ καὶ μελετηθῶσιν ἐπαρ-
1346κῶς, εἴτε διὰ τῆς δημοσιεύσεως διὰ τῶν ἐφημερίδων χρό-
1347νον τινὰ πρὶν ἢ εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν.
1348Ἀλλὰ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀνακοινῶν εἰς τὴν Βουλὴν
1349τὰς μελέτας αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892,
1350κατήγγειλε καὶ εἰδικῶς τὰς αἰτίας, αἱ ὁποῖαι παρήγαγον
1351τὸ ἐπισκῆψαν μέγα κακὸν, τὴν ἀνατροπὴν τῆς ὁμαλῆς
1352καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ἢ τὴν οἰκονο-
1353μικὴν ἀμηχανίαν, ἥτις ἐπῆλθεν, ἢ τὸν οἰκονομικὸν ὄλεθρον.
1354Τρεῖς ἀπέδωκα εἰς τὴν ἐνεστῶσαν κατάστασιν χαρακτη-
1355ρισμοὺς, ἵνα οἱ συζητοῦντες ἐκλέξωσιν οἷον ἄν κρίνωσιν ἐξ
1356αὐτῶν προσήκοντα. Ποῖαι αἱ αἰτίαι, ἃς κατήγγειλεν ὁ
1357κ. Πρωθυπουργός; Ὡς πρώτην κατήγγειλεν αἰτίαν, ὅτι
1358οἱ διαδεχθέντες αὐτὸν ἀνεγράψαμεν ὡς ἀρχὴν, ἣν πιστῶς
1359ἐξετελοῦμεν, νὰ ἀνατρέπωμεν τὰς πράξεις αὐτοῦ· ἐφρόνει
1360δ’ αὐτὸς, ὅτι δὲν θέλει σωθῆ ὁ τόπος, εἰμὴ ἂν μία γένηται
1361ἀποδεκτὴ οἰκονομικὴ πολιτικὴ, ἥτις νὰ ἀναγνωρισθῇ ὡς
1362ἐθνικὴ πολιτικὴ, εἰς ταύτην δὲ ὑποταχθῶσι πάντες, καὶ
1363ταύτην πάντες ὑπηρετῶσιν, ἐργαζόμενοι πρὸς ἐφαρμο-
1364γὴν αὐτῆς. Δὲν γνωρίζω, ἂν διὰ τούτων ἐξεδήλου τὴν
1365ἀξίωσιν, ὅπως ἡ δι’ αὐτοῦ ἐφαρμοσθεῖσα οἰκονομικὴ πο-
1366λιτικὴ ἀναγνωρισθῇ ὡς ἐθνικὴ πολιτικὴ, καὶ ὑποχρεω-
1367θῶμεν ταύτην νὰ ἐξυπηρετῶμεν πάντες, καὶ ταύτης
1368τὴν ἐκτέλεσιν νὰ ἐπιζητῶμεν καὶ νὰ κατεργαζώμεθα. Ἂν
1369τοῦτο ἐγίνετο δεκτὸν, ἀγνοῶ ποσάκις ἤθελε πτωχεύσει ἡ
1370Ἑλλὰς, ἥτις δὲν ἐπτώχευσεν οὐδ’ ὅτε ἐσυστήθη τὸ
1371Ἑλληνικὸν βασίλειον, ὅτε οἱ πολῖται οὔτε στέγην νὰ
1372στεγασθῶσιν, οὔτε δένδρον νὰ σκιασθῶσιν, οὔτε κτῆμα, ἵνα
1373προσοδευθῶσιν, εἶχον, εἰμὴ ἀσκεπὲς ἔδαφος, ἀγροὺς, τοὺς
1374ὁποίους οἱ πολῖται ἐκαλλιέργουν διὰ τῶν βραχιόνων αὐτῶν,
1375ἂν καὶ ἡ χώρα, καίπερ εἰς τοιαύτην διακειμένη ἐρημίαν,
1376ὑπεβάλλετο πρώτην φορὰν εἰς τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ἐπάγε-
1377ται Βασιλεία ἄρτι ἱδρυομένη· ἥτις δὲν ἐπτώχευσεν, οὐδ’
1378ὅτε κατὰ πᾶν ἔτος ὁ πολιτικὸς ἀνταγωνισμὸς ἐξώκελλεν
1379εἰς ἐνόπλους στάσεις. Καὶ στάσις ἔνοπλος εἶναι ἀπόπειρα
1380πρὸς ἀνατροπὴν τῆς νομίμου τάξεως, παράλυσις πάσης
1381οἰκονομικῆς ἐνεργείας, αὔξησις ἐξόδων, καὶ στείρευσις τῶν
1382πηγῶν, ἐξ ὧν πενιχρὰ παρήγοντο τότε ἔσοδα· οὐδ’ ἐλησμο-
1383νήθη ἔτι, πόσαι ἐτολμήθησαν καὶ διεπράχθησαν ἀπὸ τοῦ
13841834 στάσεις ἐν Ἑλλάδι. Ἡ Ἑλλὰς δὲν ἐπτώχευσεν,
1385οὔτε ὅτε ὁ προϋπολογισμὸς αὐτῆς μόλις ἀνήρχετο εἰς
138615, 18, 20 ἢ 25 ἑκατομμύρια, οὐδ’ ὅτε ὁ Θρόνος, ὁ
1387πρὸ 30 ἐτῶν ἱδρυθεὶς, ἀνετράπη ἐν μέσαις Ἀθήναις,
1388δυναστεία δ’ ἐφυγαδεύθη ἐντεῦθεν, καὶ συνεκεντρώθησαν
1389ἐν ταῖς χερσὶ τετρακοσίων πολιτῶν πᾶσαι αἱ πολιτεια-
1390καὶ ἐξουσίαι, ἥ τε βασιλικὴ καὶ ἡ νομοθετικὴ, καὶ αὐτὴ ἡ
1391διοίκησις.
1392Δὲν ἀπαγγέλω ἐγὼ τὴν λέξιν, ἀπὸ τοῦ 1888 ὅμως
1393ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἔπαυσε καταγγέλλων τὸν ἐξ
1394Ἄρτης κ. Βουλευτὴν ὡς τοιαύτην εἰπόντα λέξιν, καὶ ἴσως
1395ἐπανελάμβανεν ἑκάστοτε τὴν καταγγελίαν, ὅπως συνειθίσῃ
1396τὸ κοινὸν πρὸς τὴν συμφοράν. Ἀλλ’ ἂν ἐσώθημεν κατὰ τοὺς
1397χρόνους ἐκείνους ἀπὸ τοιούτου κινδύνου, ἡ οἰκονομικὴ ὅμως
1398κατάστασις κατέστη τόσον κακὴ, εἰ καὶ νῦν εἰσπράττομεν
139985 καὶ πλέον κατ’ ἔτος ἑκατομμύρια ἐσόδων. Ἂς παγιωθῇ
1400λοιπὸν ὡς ἐθνικὴ πολιτικὴ ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ἐφαρ-
1401μόζει ὁ κ. Τρικούπης, διὰ νὰ ἐρημωθῇ τὸ ἔδαφος τοῦ βα-
1402σιλείου,— διότι ἐρήμωσις πλέον θέλει ἐπέλθει τότε, μετὰ
1403τὰ δεινὰ, τὰ ὁποῖα ἐπήνεγκεν οὐχὶ ἡ μόνιμος, ἀλλ’ ἡ περιο-
1404δικὴ ἐφαρμογὴ αὐτῆς. Καὶ ἔλεγε ταῦτα ὁ κ. Πρωθυπουρ-
1405γὸς, ἐνῷ πέρυσι, διευθύνων τὰς ἐργασίας τῆς Ἀντιπολιτεύ-
1406σεως, καὶ ἄλλων τινῶν συμφωνούντων κατὰ τοῦτο μετ’
1407αὐτοῦ, ἰσχυρίζετο, ὅτι ἡμεῖς ἐφαρμόζομεν τὴν πολιτικὴν
1408αὐτοῦ, διότι ἐτηρήσαμεν ἐν ἰσχύϊ, οὐδ’ ἀνετρέψαμεν τοὺς
1409νόμους, τοὺς ὑπ’ αὐτοῦ κατασταθέντας ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν
1410τῆς χώρας. Ἀνέφερεν ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἕνα νόμον,
1411τὸν ὁποῖον μετεβάλομεν, τὸν νόμον περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ
1412καπνοῦ, καὶ τὴν μεταβολὴν ταύτην κατήγγειλεν ὡς ἐπε-
1413νεγκοῦσαν ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων κατὰ ἑπτὰ ἑκατομμύρια
1414καὶ συντελέσασαν εἰς τὴν ἐπισκήψασαν οἰκονομικὴν ἀνω-
1415μαλίαν· ταύτην δὲ τὴν μεταβολὴν τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ κα-
1416πνοῦ, μοναδικὴν μεταβολὴν ἑνὸς μόνον νόμου, ταύτην ἐπέ-
1417δειξεν ὡς ἀπόδειξιν τῆς ἀρχῆς, ἣν ἐφαρμόζομεν ἡμεῖς, ἀνα-
1418τρέποντες πάσας τὰς πράξεις αὐτοῦ.
1419Ἀλλ’ ἡ ἀνατροπὴ τοῦ περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ
1420συστήματος, ὅπερ εἶχε νομοθετηθῆ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουρ-
1421γοῦ, καὶ ἡ τῇ προτάσει ἡμῶν ἐπιψηφισθεῖσα ὑπὸ τῆς
1422Βουλῆς ἀντικατάστασις αὐτοῦ διὰ τοῦ συστήματος, ὅπερ
1423ἡμεῖς ἐπροτείναμεν, εἶναι νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ἐπήνεγκε
1424ζημίας εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἢ εἰς τὴν διοίκησιν τῶν
1425οἰκονομικῶν τῆς χώρας; Παντάπασιν· ἐξ ἐναντίας, ἡμεῖς
1426πεποίθαμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐκριζωθῇ τὸ σύστημα τῆς φορο-
1427λογίας τοῦ καπνοῦ, τὸ ὁποῖον εἶχε νομοθετηθῆ ἀπὸ τοῦ
14281883, διὰ πολλοὺς λόγους. Καὶ πρῶτον, πολλὰ ἐπέφερεν
1429ἔξοδα τοῦ συστήματος τούτου ἡ λειτουργία, ἀνερχόμενα
1430εἰς τὸ τρίτον τοῦ ποσοῦ τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον οἱ πολῖται
1431ἐπλήρονον, δὲν εἶναι δὲ φόρος ἐκεῖνος, πρὸς βεβαίωσιν καὶ
1432εἴσπραξιν τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ δαπανῶνται 30%. Ἡ
1433ἀρετὴ τοῦ φόρου εἶναι, νὰ εἰσάγηται εἰς τὸ δημόσιον τα-
1434μεῖον ὅλον, εἰ δυνατόν, τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ὁ πολίτης εἰσ-
1435φέρει, κατὰ δὲ τὸ τῇ προτάσει τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ λει-
1436τουργοῦν σύστημα, ὁ μὲν πολίτης εἰσφέρει μίαν δραχμήν,
1437ἐνῷ ἑξήκοντα μόνον λεπτὰ εἰσάγονται εἰς τὸ δημόσιον τα-
1438μεῖον, τὰ 40 δὲ δαπανῶνται εἰς τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου.
1439Δὲν εἶναι δὲ προσέτι ἀρετὴ τοῦ φόρου νὰ παρέχῃ εἰς τὴν
1440διοίκησιν μέσα, ὅπως δι’ αὐτῶν ἐξυπηρετῶνται κομματικὰ
1441συμφέροντα· τῆς συστάσεως δὲ καὶ λειτουργίας τῶν κο-
1442πτηρίων πρὸς φορολογίαν τοῦ καπνοῦ τὸ σύστημα οὐ μό-
1443νον τοιαύτην εὐκολίαν παρεῖχεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ
1444καὶ διηνεκῆ ἐδημιούργει πρὸς τὴν χρηστότητα καὶ τὴν
1445ἐγκράτειαν αὐτῆς πειρασμόν, καὶ ἄφθονα ἐδαπανῶντο χρή-
1446ματα πρὸς συλλογὴν ἀνθρώπων, οἵτινες ἐτάσσοντο μὲν ἐν
1447τοῖς ἐργοστασίοις τοῦ καπνοῦ, ἵνα ἐργάζωνται, μέγα ὅμως
1448τοῦ χρόνου αὐτῶν μέρος κατηνάλισκον ἐν τοῖς ἀκροατη-
1449ρίοις τῆς Βουλῆς, ἢ ἐν τοῖς καφενείοις τῆς πόλεως φωνα-
1450σκοῦντες.
1451Ἀλλ’ εἶναι ἀληθές, ὅτι διὰ τοῦ συστήματος τῆς διὰ
1452τῶν κοπτηρίων φορολογίας τοῦ καπνοῦ τὸ δημόσιον ταμεῖον
1453εἰσέπραττεν ἑπτὰ ἑκατομμύρια μετὰ τῆς προσόδου τοῦ σι-
1454γαροχάρτου, καὶ ὅτι τὰ ἑπτὰ ταῦτα ἑκατομμύρια ἀπώ-
1455λεσε τὸ Δημόσιον κατὰ τὸ 1892 καὶ κατὰ τὸ ἐνεστὼς
1456ἔτος; Ὅτε κατὰ τὸ πρῶτον ἐνομοθετήθη τὸ σύστημα τῆς
1457φορολογίας τοῦ καπνοῦ διὰ τῶν κοπτηρίων, ἀνεγράφη ἐν
1458τῷ προϋπολογισμῷ ὡς ἔσοδον ἔκ τε τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ
1459καὶ ἐκ τῶν ἄλλων νομοθετηθέντων τότε δικαιωμάτων
1460καταναλώσεως ποσὸν 10,840,000, δὲν εἰσεπράχθησαν ὅμως
1461ἐκ πάντων τούτων, εἰμὴ 2,064,965.96· δὲν πρέπει ὅμως
1462νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο, διότι ἡ πρώτη
1463ἐφαρμογὴ συστήματός τινος ἀποκαλύπτει ἀτελείας, μόνον
1464δὲ μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ συστήματος πρέπει τὰ ἀπο-
1465τελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν.
1466Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος 1884 ἀνεγράφη ἐν τῷ
1467προϋπολογισμῷ ἔσοδον 10 ἑκατομμυρίων ἐκ μόνου τοῦ φό-
1468ρου τοῦ καπνοῦ, εἰσεπράχθησαν δ’ ἐν ὅλῳ, ἐκ μὲν τοῦ σιγα-
1469ροχάρτου, ἐκ τῶν προϋπολογισθέντων τριῶν ἑκατομμυρίων,
1470821,814.77, ἐκ δὲ τοῦ δικαιώματος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως
1471τοῦ οἴνου, ἐκ τῶν προϋπολογισθέντων 3,200,000, μόνον
1472787,209.18, καὶ ἐκ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν, ἐκ τῶν προϋπο-
1473λογισθέντων 2,140,000, εἰσεπράχθησαν 702,607.76, ὡς
1474εἰσεπράχθησαν καὶ ἐκ τῶν προϋπολογισθέντων ὡς εἰσπραχθη-
1475σομένων ἐκ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ 10 ἑκατομμυρίων μόνον
14763,023,588.63. Προϋπελογίσθησαν ἀληθῶς τότε ἐκ τῶν δι-
1477καιωμάτων τούτων ἔσοδα 18,040,000, ἵνα διαλαληθῇ ἡ
1478εὐπορία ἡμῶν ἀνὰ τὰς χώρας τῆς Εὐρώπης, καὶ κατα-
1479σταθῇ εὐχερὴς ἡ εὕρεσις δανείου, ἑλκυομένων τῶν δανει-
1480στῶν διὰ τῶν μεγάλων ἐπαγγελιῶν, εἰσεπράχθησαν ὅμως
1481μόνον 5,335,220.34, ἤτοι κατὰ 13,335,220.34, ὀλιγώ-
1482τερα τῶν προϋπολογισθέντων.
1483§15ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διότι ἐν τῇ ἀποτυχίᾳ ἔγκειται ἡ ἐπιτυ-
1484χία τῶν φόρων ἐκείνων.
1485§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλά, διὰ νὰ εἰσπραχθῶσιν
1486ἐκ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ τὰ 3,023,588.63, πόσα ἐδαπα-
1487νήθησαν; Ἐδαπανήθησαν 1,009,201.01, ἡ δὲ ἐκ τοῦ φό-
1488ρου τούτου καθαρὰ πρόσοδος περιωρίσθη εἰς 2,014,387.62·
1489ἐπειδὴ δὲ τὸ ποσὸν τοῦ φόρου εἶχε τότε προσδιορισθῆ εἰς
1490δραχμὰς 3,50 κατ’ ὀκᾶν, ἕπεται, ὅτι τὸ ὑποβληθὲν εἰς
1491φορολογίαν ποσὸν τοῦ καπνοῦ ἀνῆλθεν εἰς 863,800 ὀκάδας.
1492Καὶ πόσον μὲν ποσὸν καπνοῦ καταναλίσκεται ἐν τῷ Κρά-
1493τει, δὲν γνωρίζομεν ἀκριβῶς, ἀλλὰ βεβαίως εἰς δύο καὶ
1494πλέον ἑκατομμύρια ὀκάδων πρέπει νὰ λογισθῇ τὸ κατανα-
1495λισκόμενον, ὡς ἠδυνήθην νὰ εἰκάσω, ἀπὸ τοῦ 1879 ἀσχο-
1496ληθεὶς εἰς τὴν μελέτην τοῦ θέματος· ἑπομένως, ἂν ἀποδεχθῶ-
1497μεν, ὅτι δύο ἑκατομμύρια ὀκάδων καταναλίσκονται ἐτη-
1498σίως ἐν τῷ Κράτει, τὴν φορολογίαν διέφυγον 1,136,200
1499ὀκάδες. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τοῦ σιγαροχάρτου, ἵνα εἰσπραχθῶσι
1500κατὰ τὸ 1884 δραχμαὶ 821,814.77, ἐδαπανήθησαν δραχ.
1501316,990.75 πρὸς ἀγορὰν σιγαροχάρτου καὶ ἄλλας δαπάνας,
1502ὑπελείφθη δὲ καθαρὸν ἔσοδον δραχ. 504,824.02.
1503Οὕτω κατὰ τὸ 1884, τὸ δεύτερον ἔτος τῆς φορολογίας
1504τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ σιγαροχάρτου, εἰσεπράχθη ἐκ τοῦ φό-
1505ρου τοῦ καπνοῦ καθαρὸν ἔσοδον δραχ. 2,014,387.62, καὶ
1506ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου καθαρὸν ἔσοδον δραχ. 504,824.02,
1507τὸ ὅλον 2,519,211.64, καὶ οὐχὶ 7,000,000, ὅσα ἐβεβαίου
1508ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι εἰσέπραττεν ἐκ τῶν φόρων τούτων,
1509ἂν καὶ τὰ ἔξοδα διὰ μὲν τὴν φορολογίαν τοῦ καπνοῦ
1510ἀνῆλθον εἰς 33%, διὰ δὲ τὴν τοῦ σιγαροχάρτου εἰς
151138%.
1512Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1885 ἕτερον σύστημα τῆς φορολογίας
1513τοῦ καπνοῦ ἐνομοθετήθη, τῇ ἐμῇ προτάσει· διὰ τοῦτο πρέ-
1514πει νὰ ἐξετάσω τὰ ἀποτελέσματα τοῦ συστήματος τούτου
1515κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐνομοθετήθη τοῦτο καὶ
1516ἐφηρμόσθη.
1517Τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη τῇ ἐμῇ εἰσηγήσει,
1518διαφέρει τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας διὰ τῶν κοπτη-
1519ρίων κατά τε τὸν τρόπον καὶ κατὰ τὸν ὅρον τοῦ φόρου· καὶ
1520κατὰ μὲν τὸν ὅρον τοῦ φόρου, διότι, ἐνῷ κατὰ τὸ 1884 ὁ
1521φόρος διὰ τῶν κοπτηρίων προσδιωρίσθη εἰς δραχ. 3,50 τὴν
1522ὀκᾶν, διὰ τοῦ ἐμοῦ συστήματος προσδιωρίσθη κατὰ μὲν τὸ
15231885 εἰς 2 δρ. τὴν ὀκᾶν, κατὰ δὲ τὸ 1886 εἰς δραχ. 2,50·
1524κατὰ δὲ τὸν τρόπον τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου διαφέρει,
1525διότι κατὰ τὸ ἐμὸν σύστημα ἐνασκεῖται ἐπιτήρησις ἀστυ-
1526νομικὴ ἐπὶ τοῦ καπνοῦ ἀπὸ τῆς συγκομιδῆς του μέχρι
1527τῆς ὥρας, καθ’ ἣν δίδοται πρὸς κατανάλωσιν, καὶ καθ’ ἣν
1528βεβαιοῦται καὶ εἰσπράττεται ὁ φόρος. Ἀλλὰ καὶ τὸ σύ-
1529στημα τοῦτο ἔχει τὰς ἀτελείας του καὶ τοὺς πολεμίους
1530του, εἰσὶ δὲ πολέμιοι, συνήθεις καὶ φυσικοί, οἱ θέλοντες νὰ
1531ἀποφύγωσι τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου· ὅσῳ δὲ μεγαλείτε-
1532ρον τυγχάνει τοῦ φόρου τὸ ποσὸν, τόσον τῶν τοιούτων πο-
1533λεμίων αὐτοῦ ὁ ἀγὼν εἶναι μεγαλείτερος. Κατὰ τοὺς πρώ-
1534τους ὀκτὼ μῆνας τοῦ ἔτους 1885 ὁ φόρος συνίστατο ἐκ
1535δραχ. 3,50, ἀφ’ ἧς δ’ ἤρξατο ἡ λειτουργία τοῦ ἡμετέρου
1536συστήματος περιωρίσθη εἰς δραχ. 2, καὶ ἀπὸ τῆς πρώτης
1537Ἰανουαρίου 1886 εἰς δραχ. 2 καὶ 50 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν·
1538εἰσεπράχθη δὲ κατὰ μὲν τοὺς πρώτους μῆνας τοῦ ἔτους,
1539καθ’ οὓς ὁ φόρος συνίστατο ἐκ δραχ. 3,50, ποσὸν δραχ.
15401,930,870, καθ’ ὅλον δὲ τὸ ἔτος εἰσεπράχθησαν δραχ.
15412,821,841.88. Ὅθεν, ἀφαιροῦντες ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου
1542τὸ εἰσπραχθὲν ποσὸν κατὰ τοὺς πρώτους ὀκτὼ μῆνας ὑπὸ
1543τὸ σύστημα τῶν κοπτηρίων, εὑρίσκομεν τὸ ὑπόλοιπον ὡς
1544εἰσπραχθὲν κατὰ τοὺς ὑπολοίπους τέσσαρας μῆνας τοῦ
1545ἔτους ὑπὸ τὸ σύστημα τὸ ἐμὸν, τὸ ὑπόλοιπον δὲ τοῦτο συνί-
1546σταται εἰς 882,971.42. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τούτου πρέπει νὰ
1547ἀφαιρεθῇ τὸ ἓν τρίτον τοῦ ἐσόδου, τοῦ ἀναλογοῦντος εἰς τὸν
1548ἕνα ἐξ τῶν τεσσάρων μηνῶν, διότι τοῦ ἐμοῦ συστήματος
1549ἡ ἐφαρμογὴ δὲν ἤρξατο τὴν 1, ἀλλὰ τὴν 11 Σεπτεμβρίου
15501885, ἐπειδὴ δὲ τὸ τρίτον τοῦτο εἶναι 73,305.95, τὸ εἰσ-
1551πραχθὲν κατὰ τὸ ἐμὸν σύστημα ἀπὸ 11 Σεπτεμβρίου μέ-
1552χρι τέλους Δεκεμβρίου 1885 ἀνῆλθεν εἰς 809,665.47.
1553Ἀφοῦ δ’ ὁ φόρος συνίστατο ἐκ δραχμῶν 2 τὴν ὀκᾶν, ἕπε-
1554ται ὅτι ὑπήχθησαν εἰς φορολογίαν 404,832 ὀκάδες· ἂν δὲ
1555κατὰ τὸ μνημονευθὲν διάστημα τῶν 112 ἡμερῶν ἐφορολο-
1556γήθησαν 404,832 ὀκάδες καπνοῦ, κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν
1557365 ἡμερῶν τοῦ ἔτους ἤθελον φορολογηθῆ 1,300,000 ὀκά-
1558δων, ἐνῷ ὑπὸ τὸ σύστημα τῶν κοπτηρίων κατὰ τὸ 1884
1559δὲν εἶχον φορολογηθῆ, εἰμὴ ὀκάδες 863,800.
1560Ὁμολογῶ, ὅτι οἱ συλλογισμοὶ οὗτοι δὲν στηρίζονται
1561ἐπὶ πραγμάτων, ἀλλ’ ἐπὶ εἰκασιῶν, καὶ διὰ τοῦτό εἰσιν
1562ἀσθενεῖς, ἀλλ’ ἐποιησάμην αὐτοὺς, διότι δὲν ἐφηρμόσθη τὸ
1563σύστημα τοῦτο ἐπὶ ὅλον ἔτος, ὅτε τὰ πορίσματα ἤθελον
1564εἶσθαι πραγματικά. Κατὰ τὸ 1886 δὲ, καθ’ ὃ τὸ σύστημα
1565ἐφηρμόσθη ἐπὶ ὅλον ἔτος, καὶ ὁ φόρος συνίστατο εἰς δραχ.
15662,50 τὴν ὀκᾶν, εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν
1567δραχ. 1,992,906.94, ἑπομένως ὑπήχθησαν εἰς φορολογίαν
1568797,163 ὀκάδες, ἤτοι ὀλιγώτεραι τοῦ κατὰ τὸ 1884 φο-
1569ρολογηθέντος ποσοῦ κατὰ ὀκάδας 66,637. Ἀλλὰ κατὰ
1570μὲν τὸ 1886 τὰ ἔξοδα ἀνῆλθον εἰς δραχ. 70,073.27, ἤτοι
1571ἡ ἀναλογία αὐτῶν ἦτο οὐχὶ 38 ἢ 33%, ἀλλὰ
1572μόνον 3½%. Προσέτι, ἂν αἱ 797,163 ὀκάδες κα-
1573πνοῦ, αἱ φορολογηθεῖσαι κατὰ τὸ 1886, ἐφορολογοῦντο
1574πρὸς δραχ. 3½ τὴν ὀκᾶν, ὡς ἐφορολογεῖτο ὁ καπνὸς κατὰ
1575τὸ 1884 ὑπὸ τὸ σύστημα τῶν κοπτηρίων, ἤθελεν εἰσπράξει
1576τὸ Δημόσιον δραχ. 2,790,070.50, καὶ μετὰ τὴν ἀφαίρε-
1577σιν τῶν ἐξόδων, 2,719,996.73, ἐνῷ τὸ κατὰ τὸ 1884
1578παραχθὲν καθαρὸν ἔσοδον ἀνῆλθεν εἰς 2,014,387.62, ἤτοι
1579εἰς ποσὸν ὀλιγώτερον κατὰ 715.609.11, διότι καὶ τὴν
1580ἐπὶ πλέον διαφορὰν τοῦ ποσοῦ τοῦ φόρου καὶ τὴν ἐπὶ πλέον
1581διαφορὰν τοῦ ποσοῦ τῶν φορολογηθεισῶν ὀκάδων καπνοῦ
1582ἀπεῤῥόφησεν ἡ ὑπερβολὴ τῶν ὑπὸ τὸ σύστημα τῶν κοπτη-
1583ρίων γιγνομένων ἐξόδων. Καὶ τὸ ἔτος, εἰς τοῦ ὁποίου τὰ
1584ἀποτελέσματα ἀναγκαζόμεθα νὰ προσφύγωμεν, τὸ ἔτος
15851886, ἦτο ἔτος ἐξαιρετικὸν, διότι τὸ Κράτος εὑρίσκετο
1586κατ’ αὐτὸ ἐν ἐπιστρατείᾳ, χιλιάδες δὲ νέων ὀγδοήκοντα
1587καὶ πλέον, εἶχον ἐγκαταλείψει τὰς στέγας αὐτῶν καὶ ἔμε-
1588νον ἐν ταῖς θεσσαλικαῖς χώραις, διάγοντες βίον ἐντελῶς
1589στρατιωτικὸν ἐπὶ 5 περίπου μῆνας. Ἡ κατανάλωσις λοι-
1590πὸν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἦναι ζωηρὰ, οὐδὲ πρέπει νὰ κρί-
1591νωμεν περὶ τοῦ συστήματος ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ κατὰ
1592τοιοῦτον ἔτος.
1593Καὶ ἐκ δικαιώματος τῆς πωλήσεως τοῦ σιγαροχάρ-
1594του κατὰ τὸ 1885 εἰσεπράχθησαν δραχ. 705,512.60,
1595ἐπειδὴ δ’ ἐδαπανήθησαν δρ. 147,985.63, τὸ ἐκ σιγαροχάρ-
1596του καθαρὸν ἔσοδον τοῦ 1885 ἀνῆλθεν εἰς δρ. 557,526.97·
1597ἑπομένως τὸ ἐκ τοῦ καπνοῦ καὶ ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου κα-
1598θαρὸν ἔσοδον οὐδὲ κατὰ τὸ 1485 ἀνῆλθεν εἰς ἑπτὰ ἑκατομ-
1599μύρια, ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ μόνον εἰς
16002,797,710.60. Καὶ κατὰ τὸ 1886 δὲ, ἀντὶ τῶν ἑπτὰ ἑκατομ-
1601μυρίων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, μόνον δραχ. 2,393,874.96
1602εἰσεπράχθησαν ἐκ τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ σιγαροχάρτου. Ἀλλ’
1603ὡς εἶπον, τὰ ἀποτελέσματα τῆς φορολογίας τῶν εἰδῶν
1604τούτων κατὰ τὸ 1887 μέχρι τοῦ 1890, ταῦτα ἴσως ἐνε-
1605θάῤῥυνον τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ἀναβιβάσῃ εἰς τὸ ἰδανι-
1606κὸν ποσὸν τῶν ἑπτὰ ἑκατομμυρίων τὰ ἐκ τοῦ καπνοῦ καὶ
1607τοῦ σιγαροχάρτου εἰσπραχθέντα. Κατὰ τὸ 1887 ἐνομοθε-
1608τήθη αὖθις ἡ διὰ τῶν κοπτηρίων φορολογία τοῦ καπνοῦ,
1609ἤρξατο δ’ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῆς κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ
16101887, διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὰ ἑπόμενα αὐ-
1611τοῦ ἔτη. Ἐκ τοῦ καπνοῦ προϋπελογίσθη κατὰ τὸ 1888
1612ἔσοδον δραχ. 4,850,000, ἐπὶ φόρῳ δραχ. 4 τὴν ὀκᾶν καὶ
1613λεπτῶν 58 διὰ δικαιώματα κοπῆς καὶ χαρτοσήμου, εἰσε-
1614πράχθησαν δὲ 4,600,000, ἤτοι ὀλιγώτερα κατὰ 250,000.
1615Ἑπομένως ὑπεβλήθησαν εἰς φορολογίαν ὀκάδες 928,500,
1616ἤτοι ποσὸν καπνοῦ ὑπερβὰν πάντα τὰ κατὰ τὰ ἄλλα ἔτη
1617ὑποβληθέντα εἰς φορολογίαν. Ἐδαπανήθησαν δὲ κατὰ τὸ
16181888, εἰς προσωπικὸν δρ. 196,296.38, εἰς ἔξοδα ὑπηρεσίας
1619δρ. 66,236,89 καὶ εἰς ἔξοδα κοπῆς δραχ. 544,772,98, ἤτοι
1620807,306.25 τὸ ὅλον. Ἑπομένως τὸ μὲν ἐκ τοῦ καπνοῦ καθα-
1621ρὸν ἔσοδον συνίστατο εἰς δρ. 3,792,683.75, τῶν δ’ ἐξόδων ἡ
1622ἀναλογία πρὸς τὰ ἔσοδα συνίστατο εἰς 17 καὶ ½ τοῖς
1623100. Καὶ ἐκ τοῦ ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος τῆς πωλή-
1624σεως τοῦ σιγαροχάρτου προϋπελογίσθησαν 2,450,000, ἀλλ’
1625εἰσεπράχθησαν 2,148,472.11, ἤτοι ὀλιγώτερα τῶν προϋ-
1626πολογισθέντων κατὰ δραχ. 301,527.89· ἐπειδὴ δ’ ἐδαπα-
1627νήθησαν 445,964.25, ἡ καθαρὰ πρόσοδος ἀνῆλθεν εἰς
16281,702,507.86, τῶν ἐξόδων δ’ ἡ ἀναλογία πρὸς τὰ ἔσοδα
1629εἰς 20 καὶ ¾%. Οὕτω καὶ κατὰ τὸ 1888 ἡ καθαρὰ
1630πρόσοδος ἐκ τοῦ καπνοῦ καὶ ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου δὲν ἀνῆλ-
1631θεν εἰς ἑπτὰ ἑκατομμύρια, ὅσα ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς,
1632ἀλλ’ εἰς δραχ. 5,495,201.61.
1633Κατὰ τὸ 1889 τὸ ἐκ τοῦ καπνοῦ ἔσοδον προϋπελο-
1634γίσθη εἰς δραχμὰς 4,875,000, ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν μόνον
16354,556,233.12, ἤτοι ὀλιγώτερα κατὰ 318,766.88· ἐπειδὴ
1636δ’ ἐδαπανήθησαν 760,549.70, ἡ μὲν καθαρὰ πρόσοδος
1637περιωρίσθη εἰς 3,795,783.42, τῶν ἐξόδων δ’ ἡ ἀναλογία
1638πρὸς τὰ ἔσοδα εἰς 17 καὶ ¾%. Ὑπεβλήθησαν δὲ
1639εἰς φορολογίαν ὀκάδες καπνοῦ καὶ τουμπεκίου 927,667,
1640ἤτοι ὀλιγώτεραι τῶν κατὰ τὸ 1888 φορολογηθεισῶν κατὰ
1641833. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου ἔσοδον προϋπελογί-
1642σθη εἰς δρ. 2,410,000, ἐνῷ εἰσεπράχθησαν 2,132,333.31,
1643ἤτοι ὀλιγώτεραι κατὰ 277,666.69· ἀφοῦ δ’ ἐδαπανήθη-
1644σαν δραχ. 388,411.69, ἡ μὲν καθαρὰ πρόσοδος περιωρί-
1645σθη εἰς 1,743,921.62, ἡ δὲ ἀναλογία τῶν ἐξόδων πρὸς τὰ
1646ἔσοδα ὡς 18¼ πρὸς 100. Οὕτω καὶ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο
1647τὸ ἔσοδον ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου καὶ ἐκ τοῦ καπνοῦ ἀνῆλ-
1648θεν εἰς 5,539,605.04, οὐχὶ δὲ εἰς ἑπτὰ ἑκατομμύρια, ὅσα
1649ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργός.
1650Καὶ κατὰ τὸ 1890 ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προϋπελόγισεν
1651ἔσοδον ἐκ τοῦ καπνοῦ δρ. 5,630,000, ἤτοι 755 χιλιάδας
1652δραχμῶν περισσοτέρας τῶν κατὰ τὸ προηγηθὲν ἔτος προ-
1653ϋπολογισθεισῶν, διότι τῇ προτάσει αὐτοῦ ἐνομοθετήθη αὔ-
1654ξησις τοῦ ποσοῦ τοῦ φόρου ἀπὸ 4,58 εἰς 5,78 κατ’ ὀκᾶν·
1655ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν δρ. 4,395,685, ἤτοι ὀλιγώτερα τῶν
1656προϋπολογισθέντων κατὰ 1,234,315, ὀλιγώτερα δὲ κατὰ
1657δραχ. 160,548.12 τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ προηγηθὲν
1658ἔτος, καθ’ ὃ τὸ ποσὸν τοῦ φόρου ἦτο κατώτερον κατὰ
1659δραχ. 1 καὶ 20/00 κατ’ ὀκᾶν. Ὑπεβλήθησαν δ’ εἰς φορολο-
1660γίαν ὀκάδες 738,814, ἤτοι κατὰ 188,853 ὀλιγώτεραι
1661τῶν κατὰ τὸ 1888 ὑποβληθεισῶν εἰς φορολογίαν. Προϋπε-
1662λογίσθησαν δὲ ὡς ἔξοδα δρ. 850,132, περιοριζομένου τοῦ
1663ἐσόδου εἰς καθαρὰν πρόσοδον δραχ. 3,545,553, καὶ τῆς
1664ἀναλογίας τῶν ἐξόδων πρὸς τὰ ἔσοδα ἀνελθούσης εἰς 19⅓%.
1665Ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου δὲ προϋπελογίσθησαν
1666ἔσοδα 2,233,000, εἰσεπράχθησαν δὲ 1,648,018.79, ἤτοι
1667ὀλιγώτερα κατὰ 584,981.21. Ἔξοδα προϋπελογίσθη-
1668σαν 425,400, περιοριζομένης τῆς καθαρᾶς προσόδου εἰς
16691,222,618.79, τῆς δὲ ἀναλογίας τῶν ἐξόδων πρὸς τὰ
1670ἔσοδα ἀνελθούσης εἰς 26%.
1671Λοιπὸν κατὰ ποῖον ἔτος εἰσεπράχθησαν ἐκ τοῦ κα-
1672πνοῦ καὶ ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου 7,000,000 δραχμῶν, ὡς
1673δεκάκις μέχρι τοῦδε ἰσχυρίσθη ἐν τῇ Βουλῇ ὁ κ. Πρωθυ-
1674πουργός;
1675Κατὰ τὸ 1884 τὰ ἐκ τῶν φόρων τούτων εἰσπραχθέντα
1676ἀνῆλθον εἰς δραχμὰς 2,519,211.64, κατὰ τὸ 1888 εἰς
1677δρ. 5,495,201.61, κατὰ τὸ 1889 εἰς δρ. 5,539,605.04,
1678κατὰ τὸ 1880 εἰς δρ. 4,768,171.79. Πότε λοιπὸν εἰσε-
1679πράξατε τὰ ἑπτὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἀπωλέσθησαν
1680ἕνεκεν ἡμῶν;
1681Ἀφηγήθην τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τῆς φο-
1682ρολογίας τοῦ καπνοῦ διὰ τῶν κοπτηρίων, ὅπως ἀποδείξω,
1683ὅτι οὐδέποτε εἰσεπράχθησαν τὰ διαλαληθέντα ὑπὸ τοῦ κ.
1684Πρωθυπουργοῦ ἑπτὰ ἑκατομμύρια, καὶ διὰ νὰ ἀναγκάσω
1685αὐτὸν καὶ τοὺς περὶ αὐτὸν νὰ παύσωσι πλέον ἐπαναλαμ-
1686βάνοντες καὶ κομποῤῥημονοῦντες ἀριθμοὺς φανταστικούς.
1687Ἀλλὰ πῶς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐζημιώθη ἕνεκεν ἐμοῦ εἴτε
1688ἑπτὰ ἑκατομμύρια, εἴτε πέντε, εἴτε τρία ἑκατομμύρια,
1689εἴτε ἑκατὸν δραχμάς; Ἐγὼ ἐπρότεινα ἀληθῶς τὴν κατάρ-
1690γησιν τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ διὰ τῶν
1691κοπτηρίων, καὶ τὴν ἀντικατάστασιν αὐτοῦ διὰ τοῦ συστήμα-
1692τος, τὸ ὁποῖον τῇ ἐμῇ προτάσει εἶχε νομοθετηθῆ καὶ κατὰ
1693τὸ 1885, περὶ οὗ εἶπον ὑμῖν ἀνωτέρω· καὶ τὸ νομοσχέδιον, τὸ
1694ὁποῖον περὶ τούτου ἐπρότεινα εἰς τὴν Βουλήν, ἐψηφίσθη
1695ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ἐκυρώθη ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἀλλὰ δὲν
1696προέβην εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, ἀναγκασθεὶς ὑπὸ οἰ-
1697κονομικῶν περιστάσεων νὰ ἀναβάλω τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ,
1698καὶ νὰ προσφύγω εἰς τὴν ἵδρυσιν τοῦ μονοπωλίου τοῦ κα-
1699πνοῦ. Ἐγὼ ἐτύγχανον πεπεισμένος, ὅτι διὰ τοῦ ἐμοῦ συ-
1700στήματος ἤθελε περισταλῆ μεγάλως ἡ λαθρεμπορία, ἐξα-
1701σφαλισθῆ δὲ ἡ ἐλπὶς, ὅτι, καιροῦ προϊόντος, ἠθέλομεν κατορ-
1702θώσει νὰ αὐξηθῇ τὸ εἰς φορολογίαν ὑποβαλλόμενον ποσὸν
1703τοῦ καπνοῦ. Ἀλλ’ ὅ,τι καὶ ἂν ἐφρόνουν, τὸν ὑπὸ τῆς Βουλῆς
1704ψηφισθέντα καὶ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως κυρωθέντα νόμον δὲν
1705ἐξετελέσαμεν, ἀποφασίσαντες νὰ προτείνωμεν τὸ μονοπώ-
1706λιον τοῦ καπνοῦ, ἔκτοτε δὲ καὶ μέχρι τῆς σήμερον ἰσχύει
1707τὸ σύστημα τῶν κοπτηρίων, καὶ διὰ τούτου φορολογεῖται
1708ὁ καπνός. Πῶς λοιπὸν ἕνεκεν ἡμῶν ἐστερήθη τὸ Δημόσιον
1709ἐσόδου ἐξ ἑπτὰ ἑκατομμυρίων;
1710Δὲν προέβημεν ὄντως εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ εἰρημένου
1711νόμου, διότι τὰ ἐπελθόντα οἰκονομικὰ συμβάντα μᾶς ἠνάγ-
1712κασαν νὰ παραλίπωμεν τὰς γνώμας, ἃς εἴχομεν περὶ τῆς
1713φορολογίας τοῦ καπνοῦ, νὰ ὑποτάξωμεν δ’ αὐτὰς εἰς τὴν
1714ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν ἐπέβαλε τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων
1715ἡ κατάστασις, οὗ ἕνεκεν ἐπρότεινα τὴν σύστασιν μονοπω-
1716λίου. Ἀλλ’ ὑπὸ πολλῶν ἐγένετο τότε εὔλογος ἀντίῤῥησις,
1717ὅτι, πρὶν ἢ ἀρχίσωσιν αἱ διαπραγματεύσεις περὶ μισθώ-
1718σεως τοῦ μονοπωλίου καὶ γνωσθῶσιν οἱ πιθανοὶ ὅροι τῆς μι-
1719σθώσεως, δὲν πρέπει νὰ τεθῇ ὑπὸ συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ
1720καὶ ψηφισθῇ νομοσχέδιον περὶ μονοπωλίου, διότι ἄλλως ἦτο
1721ἐνδεχόμενον νὰ ματαιωθῇ ἡ σύστασις τοῦ μονοπωλίου. Ἐπει-
1722δὴ δὲ τὸ ἐπεῖγον τοῦ πράγματος δὲν ἐπέτρεπε νὰ ἀναβάλω
1723ὅ,τι ἔπρεπε νὰ πράξω, ἵνα μὴ ἕνεκα τούτου ἀναβληθῇ ἡ
1724ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ συστάσεως τοῦ μονοπωλίου τοῦ
1725καπνοῦ, διὰ τοῦτο συνεννοήθην μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης,
1726ὅπως αὕτη ἀναλάβῃ τὴν σύστασιν ὁμάδος, μεθ’ ἧς νὰ δια-
1727πραγματευθῶ τὴν μίσθωσιν τοῦ μονοπωλίου. Εἷς τῶν ὑπο-
1728διοικητῶν τῆς Τραπέζης ἀνέλαβε τὴν μελέτην τοῦ θέματος
1729ἐγὼ δὲ παρεκάλεσα δύο τῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων τοῦ
1730Ὑπουργείου, ἵνα ἐργασθῶσι μετὰ τοῦ ὑποδιοικητοῦ εἰς τὴν
1731σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου, εἰσφέροντες τὰ ἐκ τῆς διοική-
1732σεως φῶτα αὐτῶν. Τὰ πράγματα οὕτως ἔβαινον, ὅτε ἐπῆλ-
1733θεν ἡ ἀποβολὴ ἡμῶν, καὶ ἐματαιώθη τοῦ μονοπωλίου ἡ
1734σύστασις, ἀλλὰ δὲν μετεβλήθη ὁ νόμος τῆς φορολογίας τοῦ
1735καπνοῦ διὰ τῶν καπνοκοπτηρίων. Ἰσχυρίσθησαν ἀληθῶς
1736τινες, εἰθισμένοι νὰ πονηρεύωνται καὶ νὰ προσφεύγωσιν εἰς
1737τὸν δόλον, ὅτι ἡμεῖς ἐδολιεύθημεν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ συ-
1738στήματος τῆς διὰ τῶν κοπτηρίων φορολογίας τοῦ καπνοῦ,
1739ἀνεχόμενοι τὴν λαθρεμπορίαν τοῦ καπνοῦ, ἢ ἀδιαφοροῦντες
1740περὶ τούτου. Ἀλλ’ ἵνα καταδείξω τοὺς ταῦτα λέγοντας
1741καὶ κατὰ τοῦτο ψευδομένους καὶ συκοφαντοῦντας, μεταδί-
1742δωμι ὑμῖν τὰς ἑξῆς στατιστικὰς πληροφορίας. Κατὰ Ἰα-
1743νουάριον τοῦ 1888 ἐφορολογήθησαν ὀκάδες καπνοῦ καὶ
1744τουμπεκίου 72,849, ἀλλὰ κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1889 ἐφο-
1745ρολογήθησαν ὀκάδες 76,352, καὶ κατὰ Ἰανουάριον τοῦ
17461890 ὀκάδες 83,064. Ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου ὅμως τοῦ
17471890 τοῦ φορολογουμένου καπνοῦ τὰ ποσὰ δὲν προβαί-
1748νουσιν εἰς αὔξησιν, ἀλλ’ εἰς μείωσιν. Κατὰ Φεβρουάριον
1749τοῦ 1890 ἐφορολογήθησαν ὀκάδες καπνοῦ καὶ τουμπεκίου
1750μόνον 40,782, ἐνῷ κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1889 εἶχον φο-
1751ρολογηθῆ ὀκάδες 71,590, καὶ κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1888
1752ὀκάδες 72,127. Καὶ κατὰ Μάρτιον τοῦ 1890 ἐφορολο-
1753γήθησαν ὀκάδες 61,091, ἐνῷ κατὰ Μάρτιον τοῦ 1889 εἶχον
1754φορολογηθῆ ὀκάδες 85,353, καὶ κατὰ Μάρτιον τοῦ 1888 ὀκ.
175580,593. Καὶ κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ 1890 ἐφορολογήθησαν
1756ὀκάδες 56,326, ἐνῷ κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ 1889 εἶχον φορο-
1757λογηθῆ ὀκάδες 67,794, καὶ κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ 1888 ὀκά-
1758δες 75,983. Ὡσαύτως κατὰ Μάϊον τοῦ 1890 ἐφορολογή-
1759θησαν ὀκάδες 64,676, ἐνῷ κατὰ Μάϊον τοῦ 1889 εἶχον
1760φορολογηθῆ ὀκ. 83,744, καὶ κατὰ Μάϊον τοῦ 1888 ὀκάδες
176179,912. Καὶ κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1890 ἐφορολογήθησαν ὀκά-
1762δες 59,060, ἐνῷ κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1889 ἐφορολογήθησαν
176375,168, καὶ κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1888 ὀκάδες 75,139. Καὶ
1764κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1890 ἐφορολογήθησαν ὀκ. 62,075, ἐνῷ
1765κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1889 ἐφορολογήθησαν ὀκ. 76,659, καὶ
1766κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1888 ἐφορολογήθησαν ὀκ. 74,937. Ὡσαύ-
1767τως κατὰ Αὔγουστον τοῦ 1890 ἐφορολογήθησαν ὀκάδες
176865,288, ἐνῷ κατὰ Αὐγούστου τοῦ 1889 ἐφορολογήθησαν
176979,516, κατὰ Αὔγουστον δὲ τοῦ 1888 ὀκάδες 82,208.
1770Τέλος κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ 1890 ἐφορολογήθησαν ὀκά-
1771δες 63,015, ἐνῷ κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ 1889 εἶχον φορο-
1772λογηθῆ 78,318, κατὰ δὲ Σεπτέμβριον τοῦ 1888 ὀκάδες
177379,802. Κατὰ τὸ ἔτος 1890 ὁ ἐκ Μεσολογγίου κ. Βουλευ-
1774τὴς διετέλει Πρωθυπουργὸς μέχρι τῆς 25 Ὀκτωβρίου,
1775ἀλλὰ μετὰ τὸν μῆνα Ἰανουάριον δὲν ὑπῆρξε μὴν, κατὰ
1776τὸν ὁποῖον τὸ εἰς φορολογίαν ὑποβληθὲν ποσὸν τοῦ καπνοῦ
1777νὰ ἦναι ἴσον πρὸς τὸ ποσὸν, ὅπερ εἶχεν ὑποβληθῆ εἰς φορο-
1778λογίαν κατὰ τὸν ἀντιστοιχοῦντα μῆνα τοῦ 1889 καὶ
1779αὐτοῦ τοῦ 1888 ἔτους. Εἰς 30,808 ὀκάδας ἐμειώθη τὸ
1780ποσὸν τοῦ Φεβρουαρίου 1890, ἐν σχέσει πρὸς τὸ φορολο-
1781γηθὲν κατὰ τὸν αὐτὸν μῆνα τοῦ 1889· εἰς 24,262 ὀκάδας
1782τὸ κατὰ Μάρτιον τοῦ 1890 ἐμειώθη, ἐν παραβολῇ πρὸς
1783τὸν αὐτὸν μῆνα τοῦ 1889· εἰς 11,468 τὸ φορολογηθὲν
1784κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ 1890· εἰς 19,068 τὸ κατὰ Μάϊον
1785τοῦ 1890· εἰς 16,108 τὸ κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1890· εἰς
178614,584 τὸ κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1890, παραβαλλόμενον πρὸς
1787τὸ κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1889 φορολογηθέν· εἰς 14,228 τὸ
1788φορολογηθὲν κατὰ Αὔγουστον τοῦ 1890· εἰς 15,303 ὀκά-
1789δας ἐμειώθη ὡσαύτως τὸ κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ 1890
1790φορολογηθὲν, ἐν παραβολῇ πρὸς τὸ κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ
17911889. Ἀφοῦ, κυβερνῶντος τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογ-
1792γίου, ὀκτὼ κατὰ συνέχειαν μῆνας ἔβαινε μειούμενον τὸ
1793φορολογούμενον κατὰ μῆνα ποσὸν τοῦ καπνοῦ, πῶς αἰτιᾶ-
1794σθε ἐμοῦ, διότι ἔβη καὶ κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1890,
1795καθ’ ὃν ὑμεῖς ἐκυβερνήσατε τὰς 24 ἡμέρας αὐτοῦ, μειού-
1796μενον ὡσαύτως, καὶ κατὰ τὸν Νοέμβριον καὶ τὸν Δεκέμ-
1797βριον τοῦ 1890; 618,142 ὀκάδες καπνοῦ ἐφορολογήθησαν
1798ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου τοῦ 1889,
1799ἐνῷ κατὰ τοὺς αὐτοὺς μῆνας τοῦ 1890 ἐφορολογήθησαν
1800ὀκάδες 472,313, ἤτοι ὀλιγώτεραι κατὰ 145,829, ἤτοι
1801κατὰ μέσον ὅρον κατὰ μῆνα ὀλιγώτεραι κατὰ 18,229 ὀκά-
1802δας· καὶ αἰτιᾶσθε ἐμοῦ, διότι κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1890
1803ἐφορολογήθησαν 14,583 ὀκάδες ὀλιγώτερον, καὶ κατὰ Νοέμ-
1804βριον τοῦ 1890 ὀλιγώτεραι 17,790 ὀκάδες, καὶ κατὰ Δε-
1805κέμβριον 17,655 ὀκάδες ὀλιγώτερον!
1806§17Ι. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ ἔχω ἐνταῦθα πίνακας, ἐπισήμως
1807παριστῶντας ἀλλοῖα τὰ ἀποτελέσματα. (Παραδίδει τοὺς
1808πίνακας εἰς τὸν ῥήτορα).
1809§18Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ κατὰ τοὺς πίνακας τού-
1810τους, οὓς ἔχετε, κατὰ τὸ 1888 εἰσήχθησαν εἰς φορολο-
1811γίαν κατὰ μῆνα Φεβρουάριον ὀκάδες καπνοῦ καὶ τουμπε-
1812κίου 72,000, κατὰ τὸ 1889 ὀκάδες 71,590, ἀλλὰ κατὰ
1813τὸ 1890, τὸν Φεβρουάριον, καθ’ ὃν ἐκυβέρνα ὁ κ. Πρωθυ-
1814πουργὸς, ὀκάδες 40,382, ἑπομένως ὀλιγώτερον 31,208 ἀπὸ
1815τὸ 1889, καὶ 31,618 ἀπὸ τὸ 1888.
1816§19Ι. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὴν ἀναλογίαν τῶν μηνῶν τοῦ 1890
1817ἤθελον νὰ μάθω ἐν ἀναλογίᾳ πρὸς τοὺς αὐτοὺς μῆνας τῶν
1818ἄλλων ἐτῶν.
1819§20Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἐλάττωσις κατὰ τὸ 1890
1820ἔβαινε καθ’ ἕκαστον μῆνα, ἀλλ’ ἤρξατο κατὰ τὸν Φεβρουά-
1821ριον, καθ’ ὃν ἐκυβέρνα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου,
1822ἐξηκολούθησε δὲ καθ’ ὅλους τοὺς μετὰ ταῦτα μῆνας, καὶ
1823ἀφοῦ ἤλθομεν ἡμεῖς εἰς τὴν Κυβέρνησιν κατὰ μῆνα Ὀκτώ-
1824βριον, ὡς θέλω δυνηθῆ νὰ ἀποδείξω. Κατὰ Μάρτιον τοῦ
18251890, κατ’ αὐτοὺς τοὺς πίνακας, οὓς μοὶ ἔδωκεν ὁ κ. Βου-
1826λευτὴς, εἰσήχθησαν πρὸς φορολογίαν καπνοῦ καὶ τουμπεκίου
182761,900 ὀκάδες, ἐνῷ κατὰ τὸ 1889 εἰσήχθησαν ὀκάδες
182885,353, κατὰ δὲ τὸ 1888 ὀκάδες 80,662, καὶ κατὰ
1829Ἀπρίλιον τοῦ 1890 ὀκάδες 56,324, ἐνῷ κατὰ τὸ 1889
1830εἶχον ὑπαχθῆ εἰς φορολογίαν ὀκ. 67,974, καὶ κατὰ τὸ
18311888 ὀκάδες 75,979· καὶ κατὰ Μάϊον τοῦ 1890 ὀκάδες
183264,675, ἐνῷ κατὰ Μάϊον τοῦ 1889 εἶχον φορολογηθῆ
1833ὀκάδες 83,744, καὶ κατὰ Μάϊον τοῦ 1888 ὀκάδες 79,907·
1834καὶ κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1890 ἐφορολογήθησαν ὀκάδες 59,060,
1835ἐνῷ κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1889 εἶχον φορολογηθῆ 75,168
1836ὀκάδες, καὶ κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1888 ὀκάδες 75,133. Ὡσαύ-
1837τως καὶ κατὰ Ἰούλιον καὶ κατὰ Αὔγουστον καὶ κατὰ
1838Σεπτέμβριον. Τοῦτ’ αὐτὸ συνέβη καὶ κατὰ Ὀκτώβριον καὶ
1839κατὰ Νοέμβριον καὶ κατὰ Δεκέμβριον. Κατὰ δὲ τὸ 1891
1840προώδευσε περισσότερον ἡ ἐλάττωσις. Ἡ αἰτία ἔγκειται
1841εἰς τοῦτο, ὅτι, εἴτε ἡ αὔξησις τοῦ φόρου, εἴτε ἡ κακὴ ἕξις
1842τῶν καταναλωτῶν πρὸς ἀποφυγὴν τοῦ φόρου, ἐνέβαλεν
1843αὐτοῖς τὴν ἐπιθυμίαν τῆς ἀποφυγῆς τοῦ φόρου, ἀλλὰ, διὰ
1844νὰ κατορθώσωσι τοῦτο, ἐμελέτησαν τὰς λεπτομερείας τῆς
1845ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, εὗρον τὰ μέρη, καθ’ ἃ ἠδύναντο νὰ
1846ὑπεκφύγωσι τὰς διατάξεις αὐτοῦ, ὠργάνωσαν σύστημα,
1847καὶ ἐτελειοποίησαν αὐτὸ, οὕτω δὲ ἡ λαθρεμπορία ἔβαινε
1848προαγομένη, καὶ ἡ μείωσις τοῦ ἐσόδου προβαίνουσα ἀνα-
1849λόγως. Διὰ τοῦτο ἐσπεύσαμεν νὰ προτείνωμεν τὴν ἀντι-
1850κατάστασιν τοῦ συστήματος τῶν κοπτηρίων διὰ τοῦ ἡμε-
1851τέρου συστήματος, τὸ ὁποῖον καὶ τοῦτο ἐνδέχεται νὰ ἔχῃ
1852ἀτελείας, οὐδὲ παρέστησα αὐτὸ ἀλάθητον καὶ ἀναμάρτη-
1853τον, ἀλλὰ προσεδόκων ὅτι, δοκιμαζόμενον καὶ τελειοποιού-
1854μενον, ἤθελε παραγάγει ἄριστα ἀποτελέσματα. Τέλος ἠθέ-
1855λομεν πειραθῆ δι’ αὐτοῦ νὰ περιορίσωμεν τὸ λαθρεμπό-
1856ριον, καὶ ἐὰν μὲν κατωρθοῦμεν τοῦτο, ἠθέλομεν προσφέρει
1857ὑπηρεσίαν εἰς τὸ Κράτος, ἐὰν δὲ δὲν κατωρθοῦτο, ἤμεθα
1858πάντοτε ἐν καιρῷ νὰ ζητήσωμεν καὶ τούτου τὴν μετα-
1859βολήν.
1860Δὲν ἠλάττωσε λοιπὸν τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους κατὰ
1861ἑπτὰ ἑκατομμύρια τὸ Ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου προιστάμην,
1862ὡς ἐψεύδοντο οἱ ταῦτα λέγοντες· ἠλαττώθησαν ἀληθῶς τὰ
1863ἔσοδα ἐκ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ, ἀλλ’ ἠλάττωσεν αὐτὰ ἡ
1864λαθρεμπορία, ἥτις ἤκμαζε καὶ ὅτε ἐκυβέρνα ὁ νῦν Πρωθυ-
1865πουργὸς, ὁ πατὴρ τοῦ συστήματος τῶν κοπτηρίων, καὶ ὅτε
1866ἐκυβερνῶμεν ἡμεῖς· ἀνθ’ ἐπενοήθη τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον
1867ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἀπήγγειλε, διὰ νὰ ἀποσο-
1868βήσῃ ἀφ’ ἑαυτοῦ τὴν εὐθύνην διὰ τὴν οἰκονομικὴν κατά-
1869στασιν τοῦ Κράτους καὶ ἐπιῤῥίψῃ αὐτὴν εἰς ἡμᾶς, ἀξία θαυ-
1870μασμοῦ ἡ εὐσυνειδησία τοῦ ἀνδρός.
1871Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνεκάλεσεν ἡμᾶς καὶ δι’ ἄλλα
1872παραπτώματα, ἕνεκα τῶν ὁποίων ηὐξήθησαν ὑπερμέτρως
1873τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, ἢ ἠλαττώθησαν καταπληκτικῶς
1874τὰ ἔσοδα αὐτοῦ. Τῇ ἀληθείᾳ ἀπορῶ, πῶς ἐτόλμησε τοι-
1875αῦτα νὰ προβάλῃ, ἀνάξια ἑαυτοῦ, ὁ κ. Πρωθυπουργός. Καὶ
1876τίνα εἰσὶ ταῦτα; Ἀκούσατε. Ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐπαύσαμεν τὸ
1877εἰς τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν διδόμενον χορήγημα, ὑπο-
1878βαλόντες τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰς δαπάνην ματαίαν. Ἀλλὰ
1879τὸ χορήγημα τοῦτο δίδοται διὰ συμβάσεως πρὸς ἀποζη-
1880μίωσιν τῆς ἑταιρίας διὰ τοὺς ἀγόνους πλόας, οὓς ὑπε-
1881χρεώθη νὰ διεξάγῃ πρὸς εὐκολίαν τῆς συγκοινωνίας. Ἡ δὲ
1882μετὰ τῆς Κυβερνήσεως σύμβασις αὐτῆς δὲν ἔχει λήξει κατὰ τὸ
18831890, θέλει δὲ λήξει κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1892, ἑπομένως ἡμεῖς
1884εἴχομεν τὴν ὑποχρέωσιν κατὰ τὸ 1891 νὰ πληρώσωμεν τὴν
1885χορηγίαν εἰς τὴν ἑταιρίαν, ἐὰν δὲ δὲν ἐπληρόνομεν αὐτὴν,
1886ἠθέλομεν ὑποχρεωθῆ νὰ πληρώσωμεν διὰ τῶν δικαστηρίων
1887Ὥστε ἐρωτῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, τί ἔλεγε προχθὲς, τοι-
1888αύτην ἀπευθύνων καθ’ ἡμῶν αἰτίασιν, ἀφοῦ ἡμεῖς ἐπληρώ-
1889σαμεν κατὰ τὸ 1890 καὶ κατὰ τὸ 1891 ὅσα ὠφείλομεν
1890νὰ πληρώσωμεν, ἠθέλομεν δ’ ὑποληφθῆ κακῆς πίστεως, ἐὰν
1891δὲν ἐπληρόνομεν αὐτά; Ἀλλὰ πῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κα-
1892τηγορεῖ ἡμῶν ὡς ὑποβαλόντων τὸ Δημόσιον εἰς ματαίαν
1893δαπάνην, ἀφοῦ αὐτὸς κατὰ Μάρτιον τοῦ 1890, ἤτοι τέσ-
1894σαρας μῆνας πρὶν ἢ παραιτηθῇ καὶ πρὶν ἢ διαδεχθῶμεν
1895ἡμεῖς αὐτὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐπίεζεν ἡμᾶς, ἵνα ἐπιψη-
1896φίσωμεν νομοσχέδιον, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἤθελεν ὑποχρεωθῆ
1897τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ πληρόνῃ 650 μέχρι 850 χιλιά-
1898δων δραχμῶν κατ’ ἔτος χορήγημα εἰς ἄλλην ἀτμοπλοϊκὴν
1899ἑταιρίαν, καὶ οὐχὶ δι’ ἓν ἔτος, ἀλλὰ διὰ 50 ἔτη, καὶ ἐδυσ-
1900φόρει καὶ ἐμέμφετο ἡμῶν ἐπὶ κωλυσιεργίᾳ, διότι ἡμεῖς
1901παρεκωλύσαμεν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοθετήματος ἐκείνου
1902καὶ ἀπηλλάξαμεν τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀπὸ τοιαύτης ὑπο-
1903χρεώσεως;
1904Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτε ἠγόρευεν ἐπὶ τοῦ προϋπολο-
1905γισμοῦ τοῦ 1892, ἠτιάθη ἡμῶν ἐπίσης, ὅτι ηὐξήσαμεν τὰ
1906ἔσοδα, διότι ἐζητήσαμεν νὰ ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τὴν ἁρμο-
1907διότητα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν αἱ ἀτμοτελωνίδες
1908καὶ νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
1909Ἡ δαπάνη τῶν ἀτμοτελωνίδων ἀνέρχεται εἰς 119 ἢ 130
1910χιλιάδας δραχμῶν, δὲν ἠθέλομεν δὲ διστάσει νὰ προτείνω-
1911μεν τὴν προσθήκην τῆς δαπάνης ταύτης, διὰ νὰ διασώσω-
1912μεν τὸν μέγιστον τῶν πόρων τοῦ δημοσίου ταμείου, πρὸς
1913τὸν ὁποῖον μετὰ μείζονος πεποιθήσεως ἐν πάσῃ ἀνάγκῃ ἀπο-
1914τεινόμεθα πάντοτε, ἤτοι τὰ τελωνειακὰ τέλη. Ἐπειδὴ δὲ
1915ἕνεκα τῶν περιστάσεων τὰ τέλη ταῦτα ὑπερηυξήθησαν,
1916καὶ μάλιστα ἐν παραβολῇ πρὸς τὴν διὰ τῶν τελωνείων
1917ἐπιβαλλομένην ἐν τῷ ὁμόρῳ Κράτει φορολογίαν ἐπὶ τῶν
1918εἰσαγομένων, πολλαὶ τυγχάνουσιν ἀφορμαὶ, ὠθοῦσαι πρὸς
1919τὸ λαθρεμπόριον, καὶ εὐκολύνουσαι τοὺς μετερχομένους αὐτό.
1920Ὅθεν καὶ τὸ Κράτος ἔχει καθῆκον καὶ τὸ ἐμπόριον μέγα
1921συμφέρον νὰ περιστείλῃ καὶ καταστείλῃ τὸ κακόν. Τὸ λα-
1922θρεμπόριον διενεργεῖται κατὰ διαφόρους τρόπους, εἴτε μα-
1923κρὰν τῆς ἀκτῆς, διαφεῦγον τὸ ὄμμα τῆς ἀρχῆς, εἴτε ἐπὶ
1924τῆς ξηρᾶς, ἐφ’ ἧς ὑπάρχει ἀρχὴ, διαφεῦγον τὴν ἐπιτή-
1925ρησιν αὐτῆς, διαπράττεται δὲ λαθρεμπόριον καὶ συμ-
1926πράξει μεθ’ ὑπαλλήλων τελωνειακῶν. Νὰ περιστείλωμεν
1927τὸ λαθρεμπόριον τὸ ἐκτελούμενον τῇ συμπράξει τῶν τε-
1928λωνειακῶν ὑπαλλήλων, τοῦτο θέλει εἶσθαι τοσοῦτον πι-
1929θανὸν, ὅσον ἀγρυπνοτέρα εἶναι ἡ ἐπιτήρησις τῆς διοικήσεως
1930ἐπὶ τῶν τελωνειακῶν ὀργάνων· νὰ περιστείλωμεν τὸ λα-
1931θρεμπόριον τὸ ἐκτελούμενον ἐπὶ τῆς ξηρᾶς, εἴτε ἐν τῷ τόπῳ,
1932ἐν ᾧ ἑδρεύουσιν ἀρχαὶ, εἴτε ἐν ἄλλῳ τόπῳ, ἀπαιτεῖται μὲν
1933ἀστυνομικὴ ἐνέργεια καὶ ἐπιτήρησις, ἀλλ’ ἀπῃτεῖτο καὶ νο-
1934μοθεσία αὐστηρὰ, νόμον δὲ τοιοῦτον ἐπροτείναμεν εἰς τὴν
1935Βουλὴν, καὶ αὕτη ἐπεψήφισε, καὶ ὁ Βασιλεὺς ἐκύρωσε, καὶ
1936ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ τοῦ λαθρεμπορίου ἡ
1937καταδίωξις πρέπει νὰ γίγνηται καὶ κατὰ θάλασσαν, πρὸς
1938τοῦτο δ’ ἔπρεπε νὰ ὀργανώσωμεν στολίσκον, ὅστις νὰ τεθῇ
1939εἰς τὴν διάθεσιν τῆς τελωνειακῆς ὑπηρεσίας καὶ τοῦ Ὑπουρ-
1940γοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ πᾶσαν δὲ στιγμὴν νὰ ἦναι εἰς
1941κατάστασιν νὰ πλέῃ πρὸς σύλληψιν τῶν λαθρεμπόρων, παραγ-
1942γείλαντες μάλιστα καὶ ἀτμακάτους, ταχύτητος 15 καὶ
194316 μιλίων, διότι αἱ ἀτμοτελωνίδες ἔχουσι πολλῷ ἐλάσσονα
1944τὴν ταχύτητα. Αἱ ἀτμοτελωνίδες κατὰ τὸ 1879, συμ-
1945πράττοντος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὑπήχθησαν
1946εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν δυνάμει νόμου, καὶ
1947παρήχθησαν τότε ἀποτελέσματα πολλῷ κρείσσονα τῶν
1948ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα παρήχθησαν ὅτε ἐτέθησαν ὑπὸ
1949τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Ἀλλὰ πρό
1950τινων ἐτῶν ἐτέθησαν αὖθις ὑπὸ τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουρ-
1951γείου τῶν Ναυτικῶν τῇ προτάσει τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ,
1952οὗτος δὲ, ἐκ πατρότητος πρὸς τὸ μέτρον τοῦτο, ἀνθίστα-
1953ται κατὰ τῆς καταργήσεως αὐτοῦ, εἰ καὶ ἀπεδείχθη, ὅτι
1954ἐζημίωσε τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Τοῦτο ἐζητήσαμεν
1955ἡμεῖς νὰ καταργήσωμεν, προτείναντες νὰ ὑπαχθῶσιν ἐκ νέου
1956αἱ ἀτμοτελωνίδες εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
1957Ἀλλὰ τὸ παρ’ ἡμῶν προταθὲν νομοσχέδιον ἐψηφίσθη ὑπὸ
1958τῆς Βουλῆς, δὲν ὑπεβλήθη δ’ ὑπὸ τῶν διαδόχων ἡμῶν εἰς τὸν
1959Βασιλέα πρὸς κύρωσιν, ἑπομένως δὲν ἀφῃρέθησαν ἀπὸ τὴν
1960ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν αἱ ἀτμοτε-
1961λωνίδες, οὐδ’ ὑπήχθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονο-
1962μικῶν, οὐδ’ ἐδαπανήθη δραχμὴ κἂν ἕνεκα τούτου ἐκ τοῦ δη-
1963μοσίου ταμείου. Πῶς λοιπὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὗρεν, ὅτι
1964ἡ ἕνεκα τούτου ἐπελθοῦσα αὔξησις τῶν ἐξόδων συνετέλεσε
1965καὶ αὕτη εἰς τὴν ἐπισκήψασαν οἰκονομικὴν ἀμηχανίαν;
1966Διὰ ποίαν αὔξησιν δαπάνης ἐνεκάλει ἡμᾶς, ἀφοῦ οὐδεμία
1967τοιαύτη ἐγένετο; Καὶ δὲν νομίζει, ὅτι προσήκει νὰ μὴ ἀτε-
1968νίζῃ πρὸς ἡμᾶς, ἀφοῦ οὕτως ἐλέγχεται μὴ λέγων ἀκριβῆ;
1969Ἀλλ’ ἐγὼ ἐπικρίνω τοὺς μὴ ὑποβαλόντας εἰς τὴν κύρωσιν
1970τοῦ Βασιλέως τὸ νομοσχέδιον περὶ ὑπαγωγῆς τῶν ἀτμοτε-
1971λωνίδων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἂν οὐχὶ
1972100 ἀλλ’ 150 χιλιάδες δραχμῶν ἔμελλον νὰ προστεθῶσιν
1973εἰς τὰ ἔξοδα, διότι πολλῷ πλείονα ἤθελεν εἰσπράξει τὸ Δη-
1974μόσιον ἐκ τῆς ἐγκαίρου καὶ διηνεκοῦς καταδιώξεως τοῦ λα-
1975θρεμπορίου, διπλασίως δὲ καὶ τριπλασίως ἤθελε καλυφθῆ
1976ἡ δαπάνη.
1977Ἀλλ’ ἡ ἀναγραφομένη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δαπάνη
1978διὰ τὴν ὑπαγωγὴν τῶν ἀτμοτελωνίδων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον
1979τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶναι δαπάνη πραγματική. Μήπως
1980καὶ νῦν, ὅτε ὑπάγονται αἱ ἀτμοτελωνίδες εἰς τὸ Ὑπουρ-
1981γεῖον τῶν Ναυτικῶν, δὲν ὑπάρχωσιν ἐπ’ αὐτῶν κυβερνῆται,
1982δὲν ὑπηρετοῦσιν ἐν αὐταῖς ναῦται, καὶ δὲν ἀγοράζον-
1983ται ἔλαιον καὶ ἀλείμματα καὶ ἄλλα, ὅσα εἰσὶ ἀναγκαῖα
1984διὰ τὰς μηχανάς; δὲν ἀγοράζονται ἄνθρακες διὰ τὴν κίνη-
1985σιν αὐτῶν; δὲν καταβάλλονται δι’ αὐτὰ χρήματα ἀπὸ τὸ
1986δημόσιον ταμεῖον; Ἢ διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν,
1987ἢ διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ταῦτα καταβάλ-
1988λονται, τὸ Δημόσιον δὲν ἐπιβαρύνεται δι’ αὐτῶν; Καὶ
1989ἂν ἤθελεν ὑποτεθῆ, ὅτι ἤθελον περισσεύσει ἀξιωματικοὶ
1990τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, μετὰ τὴν ὑπαγωγὴν τῶν ἀτμο-
1991τελωνίδων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅσοι νῦν
1992ὑπηρετοῦσιν ἐπὶ τῶν ἀτμοτελωνίδων, μήπως ἕνεκα τούτου
1993προστίθενται ἔξοδα; Οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ ναυτικοῦ, ἐὰν δὲν
1994ἦναι χρήσιμοι νῦν, θέλουσιν εἶσθαι χρήσιμοι κατὰ τὸν
1995προσεχῆ μῆνα, εἰς οἵαν καὶ ἂν διατηρῶμεν τὰ θωρηκτὰ
1996κατάστασιν, εἴτε τῆς πλήρους ἐνεργείας, εἴτε τῆς ἡμιενερ-
1997γείας, εἴτε τῆς ἐφεδρείας. Καθ’ ὃν χρόνον ἐναυπηγοῦντο
1998τὰ τρία θωρηκτὰ, καὶ ἡ ναυπήγησις αὐτῶν ἔβαινε πρὸς
1999τὸ πέρας, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κ. Βουλευτὴς
2000ἐκ Κερκύρας, ὅστις τυγχάνει νῦν Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτε-
2001ρικῶν, ἐπρότεινεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ αὐξή-
2002σεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, ὁμολογῶ δὲ, ὅτι τὸ
2003πρῶτον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχε προτείνει εἰς τὴν Βου-
2004λὴν, εἶχε συνταχθῆ μετὰ φειδοῦς καὶ ἐγκρατείας, προϊόν-
2005τος ὅμως τοῦ χρόνου, ἐπρότεινεν ἄλλο νομοσχέδιον, καὶ
2006ηὔξησε τοὺς ἀριθμοὺς, ὁμολογῶ δὲ νῦν, ὅτι καὶ οἱ ἀριθμοὶ
2007ἐκεῖνοι δὲν ἐπαρκοῦσι. Δὲν λέγω ταῦτα, ἵνα μεμφθῶ τοῦ
2008τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἀλλ’ ἐπαινῶ αὐτόν· εἶπον
2009ὅμως ταῦτα, διότι, καὶ ἐὰν ἤθελον περισσεύσει οἱ ἀξιω-
2010ματικοὶ τῶν ἀτμοτελωνίδων, μετὰ τὴν ὑπαγωγὴν αὐτῶν
2011εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, οἱ
2012ἀξιωματικοὶ οὗτοι θέλουσι χρησιμεύσει εἰς τὴν ὀργανικὴν
2013δύναμιν τῶν τριῶν θωρηκτῶν. Ἀλλ’ ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι
2014ἤθελον περισσεύσει, θέλει ἐπέλθει δαπάνη 15 χιλιάδων
2015δραχμῶν, ἀνθ’ ὧν πόσα θέλουσι παρακωλυθῆ λαθρεμπόρια
2016διὰ τῆς ἀγρύπνου καταδιώξεως τῶν ἀτμοτελωνίδων; Κατὰ
2017τὸ 1891 εἶχε καταγγελθῆ, ὅτι λαθρεμπόριον ἐπρόκειτο
2018νὰ διαπραχθῇ περὶ τὴν Λευκάδα, ἀλλ’ ἕως ἂν εἰδοποίουν
2019τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν καὶ τοῦτο διαλύσῃ τοὺς
2020δισταγμοὺς, οἵτινες εἶχον καταλάβει τὸν κυβερνῶντα ἀτ-
2021μοτελωνίδα τινὰ ἀξιωματικὸν, ὅστις ὑπέλαβε προσβλητι-
2022κὴν τὴν περὶ τούτου αἴτησιν τοῦ τελώνου, τοσοῦτος παρῆλθε
2023χρόνος, ὥστε οὐχὶ πλοῖον λαθρεμπορικὸν, ἤτοι ταχύπλουν,
2024ἀλλὰ καὶ ἡμίονος, ἂν μετεκόμιζε τὸ λαθρεμπόριον, ἤθελεν
2025ἔχει καιρὸν νὰ ἀποφύγῃ τὴν καταδίωξιν.
2026§21ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ ἐξακολουθήσητε πολὺ ἀκόμη;
2027§22Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι. Ἐὰν παρατείνητε ὀλί-
2028γον τὴν ὑπομονήν σας, θέλω μετ’ οὐ πολὺ περάνει τὰς με-
2029λέτας μου ταύτας.
2030Ἀλλὰ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἄλλας κατήγγειλεν, ὅτι
2031διεπράξαμεν αὐξήσεις ἐξόδων, καὶ ἀνηκούστους σπατάλας.
2032Καὶ πρῶτον ἀνέφερεν, ὅτι ηὐξήσαμεν τὰς δαπάνας τοῦ
2033Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
2034ὅτι, ἐνῷ ὅτε ἐκεῖνος ἐκυβέρνα ἐδαπανῶντο 15,700,000, ἢ
2035τὸ πολὺ 16 ἑκατομμύρια δραχμῶν διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ
2036Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἡμεῖς ηὐξήσαμεν κατὰ
20372,000,000 τὰς δαπάνας αὐτοῦ. Ἀλλ’ οἱ ἀπολογισμοὶ οὐδὲ
2038τοὺς λόγους τούτους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κυροῦσι. Καὶ
2039ἀκούσατε. Κατὰ τὸ 1884 ἐκυβέρνα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ
2040Μεσολογγίου, ὅστις ἐδαπάνησεν οὐχὶ 15,700,000 ἢ 16
2041ἑκατομμύρια, ἀλλὰ δραχμὰς 22,503,028.88. Κατὰ τὸ
20421887 ἐδαπάνησεν ἀληθῶς 15,804,099.98, κατὰ τὸ 1888
2043ὅμως ἐδαπάνησε δραχμὰς 16,058,662.86, κατὰ τὸ 1889
2044ἐδαπάνησε δραχ. 16,259,157.82, καὶ κατὰ τὸ 1890 δραχ-
2045μὰς 17,993,877.72. Διότι κατὰ τὸ 1887 ἐδαπάνησε δραχ.
204615,804,059.98, ἐλησμόνησε καὶ τὰ κατὰ τὸ 1888 δα-
2047πανηθέντα, καὶ τὰ κατὰ τὸ 1889, καὶ τὰ κατὰ τὸ 1890,
2048καὶ αὐτὰ τὰ κατὰ τὸ 1884, καθ’ ἃ πάντα ἐδαπάνησεν
2049οὐχὶ μόνον πλείω τῶν 16 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ καὶ πλείω
2050τῶν 17 καὶ μέχρι 18 ἑκατομμυρίων, καὶ εἶπε πάλιν, μὴ
2051ἀκριβῶς, ὅτι ἡμεῖς ἐδαπανήσαμεν δύο ἑκατομμύρια πλείω
2052ἢ ὅσα αὐτὸς ἐδαπάνησεν. Ἀλλ’ ἀνέφερε τὰ κατὰ τὸ 1887
2053δαπανηθέντα, κατὰ ἔτος ἐξαιρετικὸν, καθ’ ὃ οὐδὲν εἶχε νὰ
2054ἀγοράσῃ διὰ τὸν στρατὸν, οὔτε πυρομαχητικὰ, οὔτε ἱμα-
2055τισμὸν, οὔτε κλινοστρωμνὰς, οὔτε μουσικὰ ὄργανα, οὔτε
2056ἐξάρτησιν, οὐδ’ ὅπλα καὶ ἐφόδια. Κατὰ τὸ 1887 ἦσαν
2057πλήρεις αἱ ἀποθῆκαι τοῦ στρατοῦ, διότι εἴχομεν πληρώσει
2058ἡμεῖς αὐτὰς κατὰ τὸ 1886 καὶ τὸ 1885, ὅτε ὁ στρατὸς
2059ἐτέθη ἐν ἐπιστρατεύσει. Καὶ ἡμεῖς ηὐξήσαμεν τὰς δαπά-
2060νας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς ἔλεγεν ὁ κ.
2061Πρωθυπουργός! Ἡμεῖς κατὰ τὸ 1891 προσδιωρίσαμεν διὰ
2062τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν πιστώσεων τὰς δαπάνας τοῦ
2063Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἰς 17,831,840.49, ἤτοι
2064εἰς ποσὸν ὀλιγώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἶχε δαπανηθῆ
2065ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατὰ τὸ 1890, κατὰ δραχμὰς
2066162,037.23, ἂν καὶ ἕνεκα τῆς μικρᾶς παραγωγῆς τοῦ
2067σίτου ἡ ἐμπορία τῶν σιτηρῶν εἶχεν ὑπερτιμήσει καὶ τὸν
2068σῖτον καὶ τὰ σιτηρὰ ἐν γένει, ἠγοράζομεν δὲ καὶ τὴν νο-
2069μὴν τῶν κτηνῶν καὶ τὴν τροφὴν τῶν ἀνδρῶν εἰς τιμὴν
2070πολὺ ἀνωτέραν τῶν συνήθων.
2071Ἀλλ’ ὁ μισθὸς τῶν Ἀρεοπαγιτῶν; Ὁμολογῶ τὴν σπα-
2072τάλην, καὶ κλίνω τὴν κεφαλὴν πρὸ τῶν 46,200 δραχμῶν,
2073τὰς ὁποίας ἀσυνειδήτως διεσπαθήσαμεν. Τὴν εὐθύνην ἐπὶ
2074τῇ σπατάλῃ ταύτῃ ἀναλαμβάνω προθύμως, οὐδεὶς δὲ λό-
2075γος ἠδύνατο νὰ δικαιολογήσῃ τὴν γενομένην κατάργησιν
2076τῆς αὐξήσεως ταύτης. Μόνη ἡ ἐμπάθεια ἠδύνατο νὰ
2077παρασύρῃ τινὰ εἰς τοιαύτην ἀναξίαν κυβερνώντων πρᾶξιν.
2078Φωνάζετε, ὅτι ἐξέπεσεν ἡ δικαιοσύνη, καὶ ὅτι ἠλαττώθη-
2079σαν αἱ πρὸς τὴν ἀμεροληψίαν τῶν δικαστηρίων πεποιθή-
2080σεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ἀπὸ τὸ ἀνώτατον δικα-
2081στήριον, τὸ ὁποῖον ἐνασκεῖ τὴν ἀκυρωτικὴν ἐξουσίαν καὶ
2082τὸ ὁποῖον δικάζει ἐπὶ τῆς οὐσίας, ἀφαιρεῖτε ἓν τεμάχιον
2083ἄρτου, τὸ ὁποῖον προσετέθη εἰς τὸ σιτηρέσιον τῶν μελῶν
2084αὐτοῦ! Καὶ προσετέθη, οὐχὶ διὰ νὰ παρασχεθῇ αὐτοῖς
2085εὐζωΐα, ἀλλὰ μόνον βίος ὀλίγον ἄνετος· καὶ ἐν χρόνῳ,
2086καθ’ ὃν οἱ ὑπάλληλοι τῶν ἑταιριῶν λαμβάνουσι μισθὸν
2087800 καὶ 1000 δραχμῶν κατὰ μῆνα, ἡμεῖς ἀμφισβητοῦμεν
2088100 δραχμῶν κατὰ μῆνα αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν Ἀρεο-
2089παγιτῶν! Καὶ μετὰ τῶν πρώτων ἐπροτάθη τὸ νομοθέτημα,
2090ἵνα μίαν ὥραν ἀρχήτερα σταματήσῃ τὸ κακὸν καὶ σωθῇ
2091τὸ χάριν τῶν Ἀρεοπαγιτῶν διασπαθώμενον χρῆμα τοῦ
2092Δημοσίου. Μόνον εἰς τοὺς Ἀργείους ἐφώνουν οἱ πρόγονοι
2093ἡμῶν νὰ ἐντρέπωνται; Ἀντὶ τούτου δὲ ψηφίζονται νομο-
2094σχέδια, τὰ ὁποῖα αὐξάνουσιν ἐπαισθητῶς τὰ ἔξοδα τοῦ
2095Κράτους ἄνευ καταφανοῦς ἀνάγκης, ἐν χρόνῳ, καθ’ ὃν ἡ
2096Βουλὴ ἐκλήθη νὰ μεριμνήσῃ ἀποκλειστικῶς περὶ βελτιώ-
2097σεως καὶ διασώσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους.
2098Τί δὲ νὰ εἴπω περὶ τῆς καταργήσεως τῶν Ἐπαρχείων;
2099Καὶ ἐπὶ ταύτῃ ἐνεκαλέσθημεν, ὅτι ἐσπαταλήσαμεν τὰ
2100δημόσια χρήματα, καὶ ὅτι ἀνυπολογίστως καὶ ἐπαισθητῶς
2101ηὐξήσαμεν τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους. Ὑπὸ τὸ σύστημα,
2102τὸ ὁποῖον καὶ αὖθις εἶχε νομοθετηθῆ τῇ εἰσηγήσει τοῦ
2103κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου κατὰ τὸ 1888, ἐδαπανῶντο:
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
2104Εἰς προσωπικὸν Νομαρχιῶν δραχ.386,400.—
2105» ἐνοίκια καὶ γραφικὰ αὐτῶν » 65,000.—
2106» δαπάνας Νομαρχιακῶν Συμ-
2107βουλίων » 207,200.—
2108Τὸ ὅλον δραχ.658,600.—
2109Μετὰ δὲ τὴν σύστασιν τῶν Ἐπαρχείων ἐδαπανῶντο:
2110Εἰς προσωπικὸν Νομαρχιῶν δραχ.242,880.—
2111» ἐνοίκια καὶ γραφικὰ » 58,640.—
2112» προσωπικὸν Ἐπαρχείων » 349,200.—
2113» ἐνοίκια καὶ γραφικὰ » 55,000.—
2114Τὸ ὅλον δραχ.705,720.—
2115Ὅθεν ηὐξήσαμεν διὰ τῆς συστάσεως τῶν Ἐπαρχείων τὰ
2116ἔξοδα κατὰ δραχμὰς 47,120.
2117Ἐνδεχόμενον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῇ Δικαιοσύνης νὰ
2118ζητήσῃ πρῶτος πιστώσεις πρὸς αὔξησιν τῶν ἐξόδων τοῦ
2119προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου αὑτοῦ ἕνεκα τῆς καταρ-
2120γήσεως τῶν Ἐπαρχείων, διότι καὶ τῶν φυγοδίκων καὶ
2121τῶν φυγοποίνων ὁ ἀριθμὸς θέλει αὐξήσει, καὶ ἄλλοι κλά-
2122δοι τῆς διοικήσεως θέλουσιν αἰσθανθῆ τὰς συνεπείας, ἕνεκα
2123τῆς ἀτελοῦς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων, καὶ ἰδίως κατὰ τὴν
2124βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων· ἡ δ’ ἔλ-
2125λειψις τῆς ἐπιτηρήσεως ἀπὸ τοῦ κέντρου τῆς ἐπαρχίας
2126θέλει βεβαίως ἐπιφέρει χρηματικὰς ζημίας οὐχὶ 47,120
2127δραχμῶν, ἀλλὰ πολλαπλασίου ποσοῦ.
2128Ἀφοῦ ἠκούσατε πάντα ταῦτα, ὅσα ἐξέθηκα ὑμῖν, ἐνθυ-
2129μήθητε, παρακαλῶ, τί ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρω-
2130θυπουργὸς, ἀγορεύων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892.
2131Ἔλεγε τότε, ὅτι οὐδέποτε εἶχε παρουσιασθῆ περίστασις,
2132τοσοῦτον ἐπιβάλλουσα τὴν ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος,
2133τὸ ὁποῖον τὸ Σύνταγμα ἀνέθηκεν εἰς τὸ Στέμμα. Λοιπὸν
2134ἡ παῦσις τοῦ Ὑπουργείου κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1892
2135συνετέλεσεν εἰς βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους.
2136Ἐπεθύμουν νὰ τὸ βεβαιωθῶ, ἂν καὶ νῦν ἔτι ὁ κ. Πρωθυ-
2137πουργὸς κρίνει ὡς βελτίωσιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως
2138τὴν ἐπάνοδόν του εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ἂν δὲν ἐπή-
2139νεγκε βελτίωσιν, ἐξ ἐναντίας, ἐὰν ἐπηρέασεν ἐπὶ τὰ χείρω,
2140διὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν οὐ φροντὶς, ὅσον καὶ ἂν εἰργάσθη
2141ῥᾳδιουργῶν, ἵνα παρασκευάσῃ αὐτήν· ἄλλως ὅμως ἔχει τὸ
2142πρᾶγμα διὰ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μαντινείας, ὅστις ἔσπευσε
2143νὰ δεχθῇ τὴν προεδρίαν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὴν
2144ἐξ οὐρανοῦ καταπεσοῦσαν, ἀντὶ νὰ καταβάλῃ πᾶσαν
2145προσπάθειαν, ἵνα πείσῃ τὸ Στέμμα, ὅτι διὰ τῆς μεταβολῆς
2146ἐκείνης δὲν ἤθελον βελτιωθῆ, ἀλλ’ ἤθελον χειροτερεύσει τὰ
2147οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Καὶ διὰ τὴν ἐνάσκησιν τῶν
2148Ἡγεμονικῶν δικαιωμάτων ὑπάρχει εὐθύνη, διότι δὲν ὑπάρ-
2149χει πρᾶξις κυβερνητικὴ, ἥτις δὲν συνεπάγεται εὐθύνην, καὶ
2150διὰ τοῦτο ὑπὸ τὴν βασιλικὴν ὑπογραφὴν ὑπάρχει πάντοτε
2151γεγραμμένη ὑπογραφὴ Ὑπουργοῦ τινος. Τὸ βασιλικὸν διά-
2152ταγμα τῆς παύσεως ἐμοῦ ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου καὶ τοῦ
2153διορισμοῦ τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου, ὅσον καὶ ἂν εἰργάσθη,
2154ὅσον καὶ ἂν παρεσκεύασεν αὐτὸ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν
2155φέρει τὴν προσυπογραφὴν αὐτοῦ, ὅστις νῦν μειδιᾷ, ἀλλὰ
2156φέρει τὴν προσυπογραφὴν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας,
2157διότι οὗτος ὑπέχει τὴν ἐπὶ τούτῳ εὐθύνην. Ἐγὼ ἀναγνω-
2158ρίζω, ὅτι δὲν ἁρμόζει νὰ εἴπω, ἂν ἡ κυβερνητικὴ μετα-
2159βολὴ τοῦ Φεβρουαρίου ἐβελτίωσεν, ἢ ἂν ἐχειροτέρευσε τὴν
2160οἰκονομικὴν κατάστασιν, θέλουσι δ’ ἀντ’ ἐμοῦ καταδείξει
2161τὰ πράγματα· ἀλλὰ δύναμαι, χωρὶς νὰ ἐπικριθῶ, νὰ ἀνα-
2162μνήσω, ὅτι ἡ κυβερνητικὴ μεταβολὴ τοῦ Φεβρουαρίου εἶχε
2163συνέπειαν ἀναπόφευκτον τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, καὶ
2164ὅτι τῆς Βουλῆς ἡ διάλυσις ἀναποφεύκτως ἔμελλε νὰ μετα-
2165στρέψῃ τὴν προσοχὴν καὶ τὴν μέριμναν καὶ τῶν κυβερ-
2166νώντων καὶ τῶν πολιτῶν ἀπὸ τῶν οἰκονομικῶν πραγμά-
2167των εἰς τὴν παρασκευὴν τῶν ἐκλογῶν. Πάντες, ἕνεκα τῶν
2168ἐκλογῶν, ἐλησμονήσαμεν τὰ οἰκονομικὰ, δραμόντες πρὸς
2169τοὺς ἐκλογεῖς ἡμῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, καὶ Ὑπουργοὶ ἔτι
2170παραδόξως αὐτὸ τοῦτο ἔπραξαν, καὶ αὐτὸς ὁ τότε κ.
2171Πρωθυπουργὸς, ὅστις κατώρθωσε νὰ ἐκλεχθῇ χωρὶς νὰ
2172μεταβῇ εἰς τὴν Μαντίνειαν, περὶ ἐκλογῶν ἐσκέπτετο, καὶ
2173περὶ ἐκλογῶν εἰργάζετο, καὶ περὶ ἐκλογῶν συνωμίλει ἐν
2174τοῖς γραφείοις τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ ὁποίου προΐστατο.
2175Καὶ τῶν ἐκλογῶν ἡ ἐνέργεια φυσικὸν ἦτο νὰ ἐλαττώσῃ
2176τὰς εἰσπράξεις τῶν ἐσόδων, καὶ νὰ αὐξήσῃ τὰ ἔξοδα κατὰ
2177τὸ εἰκοσαπλάσιον ἢ τὸ τριακονταπλάσιον τοῦ ποσοῦ, τὸ
2178ὁποῖον ᾠκονόμησε τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ὁ ἐργάτης,
2179ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, προτείνων τὴν κατάργησιν τῆς νομο-
2180θετηθείσης αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν. Τῶν
2181ἐσόδων δ’ ἡ ἐλάττωσις καὶ τῶν ἐξόδων ἡ αὔξησις βεβαίως
2182δὲν συντελεῖ εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἐν χρόνῳ,
2183καθ’ ὃν ταῦτα εὑρίσκονται εἰς ἣν εἶχον περιέλθει παρ’ ἡμῖν
2184κατάστασιν. Ἀλλ’ ἐνισχύετο καὶ ἐκρατύνετο ἡ πίστις τοῦ
2185Κράτους, ὅταν ἕκαστος τῶν συμπραξάντων, ἵνα πείσωσι
2186τὸν Βασιλέα νὰ παύσῃ ἡμᾶς, καὶ πρὸ τῆς παύσεως ἡμῶν
2187καὶ μετ’ αὐτὴν ἐφώναζον καὶ ἐκραύγαζον καὶ ὠλοφύροντο,
2188ὅτι τὰ οἰκονομικὰ κατεστράφησαν, καὶ ὅτι ὁ ὄλεθρος ἐπε-
2189φάνη, καὶ ἐζήτουν νὰ σπεύσῃ τὸ Στέμμα νὰ σώσῃ τὸ Κρά-
2190τος ἀπὸ αὐτοῦ, προβαῖνον εἰς τὴν παῦσιν ἡμῶν; Τίνα τότε
2191ἔγραφον αἱ ἐφημερίδες, καὶ ἐκεῖναι, αἵτινες περιέμενον νὰ
2192προκύψῃ ἐκ τῶν καλπῶν ὁ Σωτῆρας, καὶ ἐκεῖναι, αἵτι-
2193νες εἶχον εὕρει ἤδη τὸν σωτῆρα, καὶ ἔβλεπον αὐτὸν ἐν τῷ
2194Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν; Ποῖα ὡς λεχθέντα δῆθεν
2195ὑπὸ τοῦ Ἡγεμόνος μετέδιδεν εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ αὐτὴ ἡ
2196γαλλιστὶ γραφομένη; Καὶ οἱ τραπεζῖται καὶ τῶν κεφα-
2197λαίων οἱ κάτοχοι ἐν Εὐρώπῃ ἠγέρθησαν τὴν 18 Φεβρουα-
2198ρίου καὶ ἀνέγνωσαν, ὅτι ἀπεπέμφθη ὑπὸ τοῦ Ἡγεμόνος
2199τὸ Ὑπουργεῖον ἐν Ἑλλάδι, διὰ νὰ σωθῇ τὸ Κράτος ἀπὸ
2200τοῦ οἰκονομοκοῦ ὀλέθρου, καὶ ἐπληροφορήθησαν ἐπισήμως,
2201ὅτι ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἐπέκειτο
2202ὄλεθρος, καὶ ὅτι ἐν Ἀθήναις κατέφυγον εἰς τὰ ὕστατα
2203τῶν μέτρων, ἵνα σωθῶσιν ἀπὸ τοῦ ὀλέθρου. Καὶ ἤλπιζεν
2204ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, ὅτι, ἀσπασθεὶς μετὰ το-
2205σαύτης προθυμίας τὴν γνώμην, καὶ ἀναλαβὼν καὶ αὐτὸς
2206νὰ ἀναφανῇ σωτὴρ, εἰργάσθη πρὸς βελτίωσιν, ἢ συνετέλε-
2207σεν εἰς χειροτέρευσιν τῶν οἰκονομικῶν; Πάντες ὑποκείμεθα
2208εἰς τὸν δημόσιον ἔλεγχον, ὅσοι πράττομεν τὰ κοινὰ, ὁ
2209δ’ ἔλεγχος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ συντελεῖται. Οἱ ἐπισπεύ-
2210δοντες τότε τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς ἐξεδήλουν γνώμην
2211μᾶλλον σύμφωνον πρὸς τὸ πολίτευμα ἢ ἐκεῖνοι, οἵτινες
2212ἐπεθύμουν καὶ ἤλπιζον, δειλιῶντες νὰ τὸ εἴπωσι, νὰ παρα-
2213τείνωσι τὴν ὑπόθεσιν ὅσον ἠδύναντο. Περὶ ἐκείνων, οἵτινες
2214ἐκινοῦντο καὶ ἐῤῥαδιούργουν καὶ ἐξετρέποντο εἰς τὰς μωρο-
2215τέρας καὶ ἀντισυνταγματικωτέρας τῶν πράξεων, ἵνα δῆθεν
2216κατορθώσωσι νὰ σώσωσι τὴν Βουλὴν, οὐδὲν λέγω, διότι οἱ
2217ἄνθρωποι ἐγένοντο πλέον μονομανεῖς. Ὅταν αἱ μειονοψηφίαι
2218καλῶνται νὰ κυβερνήσωσιν, ἢ καὶ ὅταν καλῆται νὰ ἀνα-
2219λάβῃ τὴν Κυβέρνησιν ἄτομόν τι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι οὐδὲ
2220μειονοψηφία, ὑποτίθεται, ὅτι ἐκρίθησαν αἱ περὶ τῶν κοινῶν
2221πραγμάτων γνῶμαι αὐτοῦ, εἴτε ὁ καλούμενος τυγχάνει
2222τῆς μειονοψηφίας ὁ ἡγέτης, ἤτοι ἡ Ἀντιπολίτευσις, εἴτε
2223οὗτος εἶναι ἄτομον, καὶ κριθεῖσαι ἐπροτιμήθησαν ὑπὸ τοῦ
2224Ἡγεμόνος ὡς λυσιτελέστεραι ἀπὸ τὰς γνώμας τῶν ἐν τῇ
2225Κυβερνήσει· ἀλλ’ ἀμέσως πρέπει νὰ καλῶνται οἱ ἐκλογεῖς
2226τοῦ βασιλείου, ἵνα ἀποφαίνωνται καὶ αὐτοί, ἐὰν ὄντως
2227προτιμῶσι τὰς γνώμας τῶν κληθέντων ἐπὶ τὴν Κυβέρνη-
2228σιν, καὶ ἂν καὶ αὐτοὶ ἐγκρίνωσιν αὐτὰς ὡς ὀρθοτέρας ἢ
2229ὡς συμφερωτέρας. Ἐὰν διὰ τῶν ἐκλογῶν ἀποφανθῇ ὁ λαὸς
2230ὑπὲρ τῶν νέων τούτων γνωμῶν, αὗται ἐγκαθίστανται ὁρι-
2231στικῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν δὲ πλειονοψηφήσωσιν οἱ
2232φρονοῦντες τὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἀντικατεστάθη, τὸ
2233Στέμμα ἐπαναφέρει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοὺς ἀντιπροσω-
2234πεύοντας τὰς γνώμας ταύτας. Ἡ μεταβίβασις τῆς ἀρχῆς
2235ἀπὸ τῶν πλειονοψηφούντων εἰς ἄλλους, ἡ ὑπὸ τοῦ Στέμ-
2236ματος διαπραχθεῖσα, πρέπει νὰ συμπληρωθῇ ὅσον τάχιστα
2237διὰ τῆς ψήφου τῶν ἐκλογέων, διὰ πᾶσαν δὲ βραδύτητα
2238ὑπέχει τὴν εὐθύνην ἡ σχηματισθεῖσα Κυβέρνησις.
2239Ἀλλὰ πλὴν τῆς εὐθύνης ταύτης, καὶ ἄλλην ὑπέχουσι
2240βαρυτέραν οἱ Ὑπουργοὶ τῆς 18 Φεβρουαρίου, ὑπολαβόν-
2241τες ὅτι παρεσχέθη αὐτοῖς ἡ εὐκαιρία νὰ συντάξωσι διὰ τῆς
2242ὑπουργικῆς ἐξουσίας κόμμα πολιτικόν. Αὐτοὶ, πρὶν ἢ διο-
2243ρισθῶσιν Ὑπουργοί, δὲν εἶχον ἐκδηλώσει ποτέ, ὅτι εἶχον
2244ταυτότητα πολιτικῶν φρονημάτων, ἀλλ’ ἦσαν ἄτομα, τὰ
2245ὁποῖα δὲν ἦσαν μέλη οὐδὲ τοῦ αὐτοῦ κόμματος, οὐδὲ οὐ-
2246δενὸς κόμματος, ψῆφοι κεχωρισμέναι, ἐλεύθεραι παντὸς πρὸς
2247ἄλλον δεσμοῦ· οὐδ’ ἐσπουδαιολόγουν, ὅσοι ἔσπευδον νὰ παρα-
2248καθήσωσιν ἐν τῇ Βουλῇ πρὸς αὐτοὺς, ἵνα ὑποληφθῶσιν ὑπὸ
2249τῶν ὁρώντων, ὅτι ἔχουσιν αὐτοὺς ὀπαδούς. Ὁ πόθος τῶν
2250Ὑπουργῶν νὰ ἀναδειχθῶσιν ἐκ τῶν ἐκλογῶν Βουλευταί,
2251διατεθειμένοι νὰ ὑποστηρίξωσιν αὐτοὺς, ἦτο πόθος καὶ φυ-
2252σικὸς καὶ νόμιμος· ἀλλὰ μέχρι τοῦ διορισμοῦ αὐτῶν ὡς
2253Ὑπουργῶν οὐδεὶς ὑπῆρχεν ἐν τῷ Κράτει, ὅστις ἐφρόνει,
2254ὅτι αὐτοὶ ἔπρεπε νὰ κληθῶσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Λοιπὸν
2255ἐκεῖνοι, ὑπὲρ τῆς ἐκλογικῆς ἐπιτυχίας τῶν ὁποίων οἱ Ὑπουρ-
2256γοὶ ἔπρεπε νὰ εὔχωνται, ἵνα τύχωσι τῆς ὑποστηρίξεως αὐ-
2257τῶν, δὲν ἦσαν γνωστοὶ εἰς αὐτούς, ἀλλ’ ἔπρεπεν αὐτοὶ οἱ
2258Ὑπουργοὶ νὰ ἀνεύρωσιν αὐτοὺς καὶ νὰ τοὺς χειροτονήσωσι.
2259Τὸ πρόγραμμα δὲ τοῦ Ὑπουργείου ἦτο τὸ ὑπὸ τῆς ἐπι-
2260στήμης τοῦ Συνταγματικοῦ δικαίου ἐνδεδειγμένον ἐργα-
2261λεῖον, δι’ οὗ ἤθελον εὑρεθῆ μεταξὺ τῶν πολιτῶν οἱ ἄγνω-
2262στοι φίλοι τοῦ Ὑπουργείου. Ἀλλὰ τοῦ μὲν Ὑπουργείου
2263τὸ πρόγραμμα οὐδὲν ἔλεγε πρὸς τὸν λαὸν, οὐδὲν δ’ ἐξ αὐ-
2264τοῦ ἠδύνατο νὰ μάθῃ ὁ λαὸς, διότι ἔμαθέ τι, τὸ ὁποῖον
2265οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ μὴ λέγων, λέγουσι δὲ πάντες, εἴτε
2266Ὑπουργοί εἰσιν οὗτοι, εἴτε ἁπλῶς πολιτευόμενοι, εἴτε ὑπο-
2267ψήφιοι ἐκτεθειμένοι εἰς τὰς ἐκλογάς. Θέλομεν δικαιοσύνην,
2268θέλομεν ἀμεροληψίαν ἐν τῇ διοικήσει, εἶναι τὸ αὐτὸ ὡς ἂν
2269ἔλεγον, θέλομεν τὴν Μακεδονίαν ἢ τὴν Θράκην, ἢ καὶ τὸ
2270Βυζάντιον, ἢ τὸ Ἰκόνιον. Θέλομεν ἀρτίαν ἐκπαίδευσιν, θέ-
2271λομεν στρατὸν, θέλομεν ναυτικόν. Καὶ ποῖος δὲν θέλει
2272ταῦτα; Οὕτω πάντες ἐσμὲν ὀπαδοὶ τῶν Ὑπουργῶν τῆς 18
2273Φεβρουαρίου, οὐδεὶς δ’ ὑπάρχει ἔχων ἐναντίαν γνώμην.
2274Ὅσα οἱ Ὑπουργοὶ τῆς 18 Φεβρουαρίου ἀνέγραψαν ὡς πρό-
2275γραμμα πολιτικὸν αὐτῶν, εἰσὶ πόθοι τοὺς ὁποίους πάντες
2276ἔχομεν, οὐ μόνον οἱ Ἕλληνες, ἀλλὰ καὶ οἱ μεθ’ ἡμῶν συ-
2277ζῶντες ἀλλοδαποί· ἀλλὰ κατὰ τίνα τρόπον ἢ διὰ τίνων
2278μέσων ταῦτα θέλουσι διαπραχθῆ; τίνων ἡ μέχρι τοῦδε πο-
2279λιτεία παρέχει ἐνδείξεις εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι ὄν-
2280τως ταῦτα φρονοῦσι καὶ ἐπειράθησαν κατὰ τὸ παρελθὸν νὰ
2281πραγματοποιήσωσι, καὶ πιθανῶς καὶ νῦν θέλουσι προσπα-
2282θήσει νὰ ἐφαρμόσωσιν; Ἄν ἐγκαλῇ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαν-
2283τινείας ἐμὲ ὡς σπάταλον, ἢ ὡς δημιουργὸν τῆς κακῆς
2284καταστάσεως, εἰς ἣν περιήλθομεν, ἐγὼ ἔχω τὸ δικαίωμα
2285νὰ ἀρνηθῶ τοῦτο· λοιπὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τῆς 18 Φε-
2286βρουαρίου ὀφείλει νὰ τὸ ἀποδείξῃ. Ἂν αὐτὸς λέγῃ, ὅτι
2287εἶναι ἐγκρατὴς ἐν τῇ διοικήσει καὶ σώφρων ἐν τῇ διαχει-
2288ρίσει, τοῦτο δὲν ἀρκεῖ νὰ τὸ λέγῃ· πρέπει νὰ παράσχῃ
2289πρὸς ἀπόδειξιν τὸν προηγηθέντα δημόσιον βίον αὐτοῦ.
2290Δὲν ἠδύναντο λοιπὸν νὰ παρασταθῶσι κατὰ τὰς ἐκλογὰς,
2291καὶ νὰ ζητήσωσιν ὅ,τι τὰ πολιτικὰ κόμματα ζητοῦσι· διότι
2292ἐκεῖνα ἔχουσι προηγούμενον δημόσιον βίον, ἐνῷ οἱ Ὑπουρ-
2293γοὶ τῆς 18 Φεβρουαρίου δὲν εἶχον τοιοῦτον. Ἀλλὰ καὶ εἰς
2294τὰ πολιτικὰ κόμματα δὲν συγχωρεῖται νὰ προσπαθῶσι διὰ
2295μέσων τῆς ἀρχῆς, ἣν διαχειρίζονται, ἵνα προσεταιρισθῶσιν ὡς
2296ὁμόφρονας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν ὁμόφρονες αὐτῶν μέχρι
2297τῆς χθές. Ἐπείσθησαν οὗτοι, τοὺς ὁποίους οἱ κύριοι Ὑπουρ-
2298γοὶ προσεπάθουν νὰ προσεταιρισθῶσιν ἐντὸς μιᾶς ἢ δύο
2299ἡμερῶν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐγκαταλείψωσι τὰ πολιτικὰ φρο-
2300νήματα, τὰ ὁποῖα ἔλεγον ὅτι εἶχον ἕως τότε, καὶ ν’ ἀσπα-
2301σθῶσι τὰ πολιτικὰ φρονήματα τῶν Ὑπουργῶν; Ἢ διε-
2302πράττετο ἐν ταῖς αἰθούσαις τῶν Ὑπουργῶν συναλλαγή,
2303μὴ στερουμένη τοῦ χαρακτῆρος τῆς ἠθικῆς ἐκβιάσεως; Εὔ-
2304χομαι νὰ μὴ ἦσαν ἀληθῆ τὰ διαδοθέντα ὅτι ἐγένοντο κατὰ
2305τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν ἐν τοῖς Ὑπουργείοις, διότι
2306τιμῶ τινα τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου, καὶ τὸν
2307προϊστάμενον αὐτοῦ, ὅστις ἦτο φίλος μου ἀπὸ ὀκτὼ καὶ
2308πλέον ἐτῶν καὶ καθ’ ὅλην τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς κατὰ
2309τὰ μέσα τῆς δευτέρας Συνόδου διαλυθείσης Βουλῆς. Καὶ
2310ἀληθῶς ἤκουσα παρὰ πολλῶν, ὅτι ἐν ταῖς αἰθούσαις καὶ τοῖς
2311γραφείοις τοῖς Ὑπουργῶν κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν
2312προεβάλλετο ἡ συνδρομὴ τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἀντάλλαγμα
2313τῆς ὁμολογίας φιλίας. Ἀλλ’ ἐλέχθη καί τι σοβαρώτερον·
2314ἐλέχθη ὅτι ἐκεῖ ἐγίνετο χρῆσις τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἡγε-
2315μόνος, ὅτι ἐγίνοντο παραστάσεις καὶ ἐδίδοντο ἐξηγήσεις,
2316αἵτινες ἀποτελοῦσιν ἀληθῆ πρὸς τὸ Στέμμα ἀσέβειαν. Φί-
2317λος μού μοι εἶπεν, ὅτι Ὑπουργὸς εἶπε πρὸς αὐτὸν, ὅτι θέ-
2318λει τῷ παρασχεθῆ κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἡ συνδρομὴ τῆς Κυ-
2319βερνήσεως, ἂν χωρισθῇ ἀπ’ ἐμοῦ. Διατί; Δὲν τὸ λέγω· διότι
2320εἶναι ὑβριστικὸν, οὐχὶ πρὸς ἐμὲ, ἀλλ’ εἶναι ἀσεβὲς, ἀνευ-
2321λαβὲς πρὸς τὸν Ἡγεμόνα. Ὁ Ἡγεμὼν ἵσταται ἐπὶ τῆς
2322κορυφῆς τοῦ οἰκοδομήματος, δὲν ἀνταγωνίζεται, ἀνταγω-
2323νίζονται οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες· ὁ Ἡγεμὼν, ἐπιτηρεῖ τὴν κί-
2324νησιν τῆς Πολιτείας, καὶ τὴν λειτουργίαν τῶν θεσμῶν καὶ
2325τῶν νόμων, καὶ ἐνασκεῖ τὰ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀνατε-
2326θειμένα εἰς αὐτὸν δικαιώματα, μεταξὺ τῶν ὁποίων τυγχά-
2327νει καὶ ἡ μετριαστικὴ ἐξουσία, ἐφ’ ὅσον τὰ συμφέροντα τοῦ
2328Κράτους ἐνδεικνύουσιν ὡς ἀναγκαίαν ἢ ὡς λυσιτελῆ τὴν
2329ἐνάσκησιν αὐτῶν. Ὁ Ἡγεμὼν λοιπὸν δὲν ἠδύνατο νὰ εἴπῃ,
2330ὅτι φρονεῖ ὅσα οἱ Ὑπουργοὶ ἔλεγον ὅτι ἐφρόνει καὶ ἔλεγεν.
2331Ἐπεσκίαζον τὴν αἴγλην τοῦ Ἑλληνικοῦ θρόνου οἱ ταῦτα
2332λέγοντες, ἐνῷ γνωστὴ εἶναι τοῖς πᾶσιν ἡ εὐφυΐα τοῦ ἐπὶ
2333τοῦ θρόνου καθημένου, ἥτις ἀποκλείει πᾶσαν πιθανότητα,
2334ὅτι ἐλέχθη ὑπ’ αὐτοῦ, ἢ ὅτι ἐπετράπη ὑπ’ αὐτοῦ εἰς τοὺς
2335Ὑπουργοὺς νὰ εἴπωσι τοιαῦτά τινα.
2336Τὰ πολιτικὰ κόμματα δὲν συνέστησε κοινότης συμφε-
2337ρόντων, ἀλλ’ ἡ σύστασις αὐτῶν καὶ ἡ δημιουργία πρέπει
2338νὰ ἔχῃ λόγον γενικοῦ συμφέροντος. Ἐὰν ἐγὼ διΐσταμαι
2339πρός τι κόμμα, ἢ πρός τινα πολιτικὸν ἄνδρα, διΐσταμαι
2340οὐχὶ διότι καὶ ἐκεῖνος καὶ ἐγὼ ζητοῦμεν τὸ αὐτὸ ὄφελος ἐν
2341τῇ Πολιτείᾳ, οὐχὶ διότι ἡ φιλοδοξία ἐκείνου συγκρούεται
2342πρὸς τὴν ἐμὴν φιλοδοξίαν, ἀλλὰ διΐσταμαι, διότι δὲν παρα-
2343δέχομαι τὴν γνώμην αὐτοῦ ἐπὶ τῶν κοινῶν τῆς Πολιτείας.
2344Ὅταν λοιπὸν πολιτικοὶ ἄνδρες συνέλθωσιν ἐπὶ τὸ αὐτὸ,
2345καὶ ἀποτελέσωσι πολιτικὸν κόμμα, καὶ ἀφορμὴν καὶ σκο-
2346πὸν πρέπει νὰ ἔχωσι τὸ κοινὸν συμφέρον, τὴν Πολιτείαν.
2347Οὐδεὶς ἀξιοῖ παρὰ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν νὰ ὀλιγωρῶσι τῶν
2348ἰδίων αὑτῶν συμφερόντων, ἢ νὰ θυσιάζωσιν αὐτά, ἀλλὰ
2349τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν ἡ σύμπραξις δὲν εἶναι πολιτικὸν κόμ-
2350μα, ἐὰν ἀφορμὴν ἔχῃ μόνην τὴν ἐπιζήτησιν τοῦ συμφέρον-
2351τος τῶν μελῶν αὐτοῦ, σκοπὸν δὲ τὴν πραγματοποίησιν
2352αὐτοῦ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐναντίος τοῦ σχηματισμοῦ πολιτι-
2353κῶν κομμάτων, εὔχομαι μάλιστα νὰ σχηματίζωνται τοι-
2354αῦτα, διότι ὁ σχηματισμὸς κομμάτων ἀποδείκνυσιν, ὅτι
2355ὑπάρχουσιν ἄνδρες ὑπέροχοι, οἵτινες διὰ τῆς νοημοσύνης καὶ
2356ἱκανότητός των, διὰ τοῦ χαρακτῆρος καὶ τῶν ἠθῶν των
2357ἠδυνήθησαν νὰ ἐμπνεύσωσιν ἐμπιστοσύνην εἰς τοὺς συμπο-
2358λίτας ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐὰν βλέπω πολιτικοὺς ἄνδρας συναθροι-
2359ζομένους καὶ συμπράττοντας ἐπὶ τὸ αὐτό, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι
2360συνῆλθον καὶ ἀπετέλεσαν πολιτικὸν κόμμα, εἴτε διότι ἡ
2361φιλοδοξία αὐτῶν συγκρούεται πρὸς τὴν φιλοδοξίαν ἄλλων,
2362εἴτε διότι τὰ μέλη αὐτοῦ προσδοκῶσι νὰ θεραπεύσωσι τὰ
2363ἴδια αὑτῶν συμφέροντα πληρέστερον ἢ ἀσφαλέστερον, δὲν
2364θαυμάζω, ἀλλ’ οἰκτείρω τὸν τόπον, ἐν ᾧ δὲν συνιστῶνται
2365πολιτικὰ κόμματα, ἀλλὰ σχηματίζονται μεταβατικὰ ἀπο-
2366σπάσματα, οὐχὶ ἵνα καταδιώξωσι φυγοδίκους ἢ φυγοποί-
2367νους, ἀλλ’ ἵνα καταδιώξωσι χαρτοφυλάκια. Ἐὰν λοιπὸν
2368ὁμοφροσύνη πολιτικὴ συνέδεσε τοὺς Ὑπουργοὺς τῆς 18 Φε-
2369βρουαρίου, οὐδὲν ἔχω νὰ εἴπω· συμβουλεύω ὅμως αὐτοὺς
2370νὰ δυνηθῶσι νὰ ἀποδείξωσι κατὰ τὸν πολιτικὸν ἀνταγω-
2371νισμόν, ὅτι αἱ γνῶμαί των εἶναι ὀρθότεραι, ὅτι αἱ σκέψεις
2372των εἶναι συμφερώτεραι πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους,
2373καὶ νὰ πείσωσι τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ συνταχθῇ πρὸς
2374αὐτοὺς, διότι τότε θέλουσι δυνηθῆ ἡμέραν τινὰ νὰ ἀποκτή-
2375σωσιν ὑποστηρικτὰς τοὺς περισσοτέρους πολίτας τοῦ βασι-
2376λείου. Ἀλλ’ ὅτε διενοήθησαν κατὰ Μάρτιον καὶ Ἀπρί-
2377λιον νὰ συμπηχθῶσιν εἰς πολιτικὸν κόμμα, ἐξελέξαντο τρό-
2378πον, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο συνταγματικὸς, δὲν ἥρμοζεν εἰς ἄν-
2379δρας, οἵτινες ποθοῦσι νὰ διακρίνωνται ἐπὶ νομομαθείᾳ ἢ ἐπὶ
2380χρηστότητι.
2381Ἡ διάλυσις λοιπὸν τῆς Βουλῆς δὲν ἔπρεπε ποσῶς νὰ
2382ἀναβληθῇ, ἔπρεπε νὰ γένηται ἀμέσως. Ἀλλ’ ἡ διάλυσις
2383τῆς Βουλῆς εἶναι δικαίωμα τοῦ Βασιλέως, ὁ ὁποῖος ἐνα-
2384σκεῖ αὐτὸ ἄνευ τινὸς περιορισμοῦ, ὅταν ἤθελεν ἐγκρίνει,
2385ἐὰν ὑπάρχῃ τις προσυπογράφων τὸ Β. Διάταγμα καὶ ἀνα-
2386λαμβάνων τὴν ἐπὶ ταύτῃ εὐθύνην. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουρ-
2387γὸς, ὅτε κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1885 ἀπώλεσε τὴν πλειο-
2388νοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἠναγκάσθη νὰ ὑποβάλῃ τὴν
2389παραίτησίν του εἰς τὸ Στέμμα, τοῦτο δὲ μὲ ἐκάλεσεν, ἵνα
2390μοὶ ἀναθέσῃ τὴν ἐντολὴν σχηματισμοῦ Κυβερνήσεως, ἐπειδὴ
2391τότε ἐγὼ ἐπρότεινα εἰς τὸν Βασιλέα τὴν διάλυσιν τῆς
2392Βουλῆς, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, λέγω, συνεβούλευσε τὸ Στέμ-
2393μα νὰ μὴ ἐγκρίνῃ τὴν πρότασίν μου, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἡ
2394διάλυσις τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ δίδηται μόνον εἰς Κυβέρ-
2395νησιν πλειονοψηφοῦσαν, ἐγὼ δὲ δὲν ἤμην τότε Κυβέρνησις
2396πλειονοψηφοῦσα, ἀλλ’ Ἀντιπολίτευσις πλειονοψηφοῦσα,
2397ἔπρεπε δὲ, κατὰ τὴν ἐπιστήμην ταύτην τοῦ κ. Πρωθυπουρ-
2398γοῦ, νὰ σχηματίσω πρῶτον Κυβέρνησιν, νὰ μεταβῶ εἰς
2399τὴν Βουλὴν, νὰ ἀποδείξω, ὅτι ἔχω τὴν πλειονοψηφίαν
2400αὐτῆς, καὶ τότε νὰ ἀποδεχθῇ ὁ Βασιλεὺς τὴν περὶ διαλύ-
2401σεως τῆς Βουλῆς πρότασίν μου. Ἡ θεωρία αὕτη τοῦ κ.
2402Πρωθυπουργοῦ, τὴν ὁποίαν τότε παρεδέχθη τὸ Στέμμα,
2403καθιστᾷ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς τύραννον, ἀπογυ-
2404μνόνει δὲ τὴν Βασιλείαν πάσης δυνάμεως. Ἡ διάλυσις τῆς
2405Βουλῆς ἀνετέθη εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Βασιλέως, ἰδίως ἵνα
2406ποιῆται χρῆσιν αὐτῆς κατὰ τῆς πλειονοψηφίας. Ἀφοῦ δ’
2407ἔμαθον τότε, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς φρονεῖ, ὅτι ἡ διάλυσις
2408τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ δίδηται μόνον εἰς τὰς πλειονοψη-
2409φίας, ἐξεπλάγην, ὅτε ἤκουσα αὐτοῦ, εἰπόντος προχθὲς ἀπὸ
2410τοῦ ἐξώστου τῆς οἰκίας αὐτοῦ εἰς τοὺς ἐκεῖ συνηγμένους, ὅτι
2411ἡ παῦσις τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας ὑπο-
2412στηριζομένου, ἀπετέλει ὑπερτάτην κύρωσιν τοῦ Συντάγμα-
2413τος, διότι, ἐὰν τὸ δικαίωμα τῆς παύσεως Ὑπουργείου πλειο-
2414νοψηφοῦντος ἐν τῇ Βουλῇ καθίσταται νεκρὸν καὶ ἡ ἐνά-
2415σκησις αὐτοῦ ἀδύνατος, ὅταν τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως
2416τῆς Βουλῆς δὲν πρέπῃ νὰ ἐνασκῆται, εἰμὴ μόνον ὅταν προ-
2417τείνῃ τὴν ἐνάσκησιν αὐτοῦ Κυβέρνησις, ἔχουσα τὴν πλειο-
2418νοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ, τὸ βασιλικὸν δικαίωμα τοῦ παύειν
2419Ὑπουργοὺς ἀναιρεῖται, διότι εἶναι ἀναπόστατον ἀπὸ τὸ
2420δικαίωμα τοῦ διαλύειν τὴν Βουλήν.
2421Ἀλλὰ πῶς ἐπῆλθε τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν τῆς
24223 Μαΐου; Ἐὰν ἀληθῶς ἐκ τῶν αἰθουσῶν καὶ τῶν θαλά-
2423μων τῶν Ὑπουργείων διεδίδοντο ὅσα πρὸ μικροῦ ὑπηνιξά-
2424μην, ὁ ἐκλογικὸς ἀγὼν δὲν συνέστη μεταξὺ τῶν κομμάτων,
2425ἀλλὰ μεταξὺ ἑνὸς τῶν κομμάτων καὶ μιᾶς ἐξουσίας, ἥτις
2426οὐδέποτε παρίσταται κατὰ τὰς ἐκλογὰς, δὲν ἀνταγωνίζε-
2427ται, οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνταγωνισθῇ πρὸς αὐτήν, ἓν
2428κόμμα οἱονδήποτε. Τὸ ἀποτέλεσμα λοιπὸν τῶν ἐκλογῶν
2429τῆς 3 Μαΐου εἶναι ἀποτέλεσμα σύμφωνον μὲ τὸν χαρακτῆρα
2430τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι φίλος
2431τῆς τάξεως, φίλος τῆς ἡσυχίας καὶ τῶν νόμων, ἀποστρέ-
2432φεται δὲ τὰς ταραχὰς καὶ τὴν ἀνατροπὴν τῆς νομίμου
2433τάξεως ἢ τῶν καθεστηκυιῶν ἐξουσιῶν. Δὲν ἐπετρέπετο μά-
2434λιστα νὰ δώσῃ ἀλλοίαν ψῆφον, ἐὰν, ὡς ἔλεγον πρὸς αὐτὸν
2435τότε, ἤθελον ἐπέλθει μεγάλαι μεταβολαὶ διὰ τῆς ἐκλογῆς
2436τῶν φίλων ἑνὸς κόμματος, ὅπερ κόμμα τότε θὰ ἤρχετο εἰς
2437τὴν ἐξουσίαν. Δὲν ἐξετάζω, ἂν ἦσαν ἢ ἂν δὲν ἦσαν χρη-
2438σταὶ αἱ διαδόσεις ἐκεῖναι, οὐδὲ προβάλλω ὡς ἀξιομίμητον
2439τὴν εὐσυνειδησίαν ἢ τὴν ἠθικότητα τῶν διασπειράντων εἰς
2440τὸν λαὸν τὰς διαδόσεις ἐκείνας, ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι μετὰ
2441τὰ οὕτω γενόμενα εἶναι καταληπτὴ ἡ ἔννοια τῆς ἐκλο-
2442γῆς τῆς 3 Μαΐου’ ἔπρεπε δὲ νὰ ἔχῃ ὅσον ὄντως ἔχει θράσος
2443ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἵνα εἴπῃ πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ ἔν-
2444νοια τῶν ἐκλογῶν τῆς 3 Μαΐου ἦτο ἡ ἐκδήλωσις τῆς ἐμπι-
2445στοσύνης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πρὸς τὴν οἰκονομικὴν πο-
2446λιτικὴν αὐτοῦ· πρὸς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν αὐτοῦ, τὴν
2447ὁποίαν τρεῖς ἡμέρας σᾶς ἀναλύω, καὶ τῆς ὁποίας ἡ
2448μελέτη μόνον ἀποτροπίασιν καὶ κατάπληξιν, οὐχὶ δὲ
2449τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἠδύνατο νὰ προ-
2450καλέσῃ, ἂν δὲν εἶχε συμβῆ καθολικὴ τῶν φρενῶν διατά-
2451ραξις πάντων τῶν κατοικούντων ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τῆς χώ-
2452ρας ταύτης. Ἠπόρησα, πῶς ἐτόλμησε τοιαύτην νὰ δώσῃ
2453ἑρμηνείαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, μὴ ἀναλογιζόμενος, ὅτι μᾶς
2454προεκάλει εἰς ἀναιρέσεις, αἱ ὁποῖαι, ὅσον καὶ ἄν τις ἤθε-
2455λεν εἴπει αὐτὰς εὐφήμως, ὅσον καὶ ἂν προσεπάθει νὰ ἀναι-
2456ρέσῃ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν διὰ γλώσσης κοσμίας, εὐφή-
2457μου ἢ ἁβρᾶς, ἤθελον πάντως ἐμποιήσει αὐτῷ θλῖψιν. Ἐγὼ
2458ὁμολογῶ, ὅτι ἡ ψῆφος τῆς 3 Μαΐου ἦτο δυσμενεστάτη πρὸς
2459ἐμὲ καὶ τοὺς πολιτικοὺς φίλους μου ἔκφρασις τοῦ Ἑλληνι-
2460κοῦ λαοῦ· ἀλλὰ δὲν ὑβρίζω αὐτὸν, ὡς ὕβριζεν αὐτὸν ὁ
2461κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου κατὰ τὴν ἐπιοῦσαν τῆς 7
2462Ἀπριλίου καὶ τῆς 14 Ὀκτωβρίου. Εἰς ἐκεῖνον ἐπιτρέπε-
2463ται νὰ ὑβρίζῃ τὸν λαὸν, ὡς ἐκφέροντα τὴν περὶ τῶν πραγ-
2464μάτων τῆς πατρίδος ψῆφόν του ἐν μέθῃ καὶ ἐν παραφορᾷ,
2465καὶ παρακοπῇ διανοίας, ἀλλ’ εἰς ἐμὲ δὲν ἐπιτρέπεται,
2466διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι ὁ λαὸς, εἰς τὸν ὁποῖον καὶ
2467ἐγὼ ἀνήκω, ἑπομένως καὶ ἐγὼ ἔχω τὰ ἐλαττώματα, τὰ
2468ὁποῖα ἐκεῖνος ἔχει, καὶ τὰ προτερήματα, τὰ ὁποῖα ἐκεῖ-
2469νος ἔχει, ἐὰν δ’ ὕβριζον τὸν λαὸν, ἤθελον ὑβρίσει ἐμὲ αὐτόν.
2470Δὲν ὕβρισα αὐτὸν διὰ τὴν μεγάλην δυσμένειαν, ἣν ἐξεδή-
2471λου ἡ ψῆφος αὐτοῦ, ἂν καὶ ἦτο ψῆφος ἄδικος, καὶ εἰς τὰ
2472ἴδια αὐτοῦ συμφέροντα ἐπιβλαβὴς, ὡς τοῦ χρόνου προϊόν-
2473τος δὲν θέλει μείνει ἄνθρωπος, ὅστις δὲν θέλει τὸ ἀναγνω-
2474ρίσει καὶ τὸ ὁμολογήσει. Ἐὰν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐνέκρινε
2475νὰ δηλώσῃ, ὅτι δὲν κρίνει, τό γε νῦν ἔχον, χρήσιμον τὴν
2476ἐμὴν συνδρομὴν εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῶν συμφερόντων αὐτοῦ,
2477οὐδὲν ἔχω δικαίωμα νὰ παραπονεθῶ, διότι αὐτὸς εἶναι
2478κύριος τῶν συμφερόντων καὶ τῶν ὑποθέσεών του, οὐδὲ μὲ
2479δυσαρεστεῖ τοιαύτη γνώμη αὐτοῦ, διότι μὲ ἀπαλλάσσει
2480τῆς ἀγωνίας, εἰς ἣν μὲ εἶχε ῥίψει ἡ 14 Ὀκτωβρίου, καὶ τῆς
2481εὐθύνης. Ἀνέγνων ἔν τινι τῶν πολλῶν ἱστοριῶν τῆς Γαλ-
2482λικῆς ἐπαναστάσεως, ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες πρέπει νὰ
2483ζητῶσι παρὰ τοῦ λαοῦ νὰ θυσιάζηται, ἐὰν ἡ ἀνάγκη τῆς
2484πατρίδος τὸ ἀπαιτῇ, οὐδέποτε ὅμως νὰ δυσφορῶσιν, ἂν
2485κρίνωσι πρᾶξίν τινα αὐτοῦ δηλοῦσαν ἀχαριστίαν· τότε
2486πρέπει νὰ ἁμιλλῶνται ἐν τῇ περὶ διασώσεως τῶν συμφε-
2487ρόντων αὐτοῦ μερίμνῃ, λησμονοῦντες ἑαυτοὺς καὶ τὴν ἀδι-
2488κίαν τὴν διαπραχθεῖσαν κατ’ αὐτῶν. Δὲν συμβουλεύω τὸν
2489κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ἐπαίρηται δι’ ἀνύπαρκτον ἐπιδοκιμα-
2490σίαν τῆς πολιτικῆς αὐτοῦ, ἀλλὰ νὰ ἀρκῆται εἰς τὴν ἐμπι-
2491στοσύνην τοῦ Στέμματος, ὁσάκις ἐξεδηλώθη αὐτῷ, νὰ μὴ
2492ἐπιδεικνύῃ δὲ ἐμπιστοσύνην ἢ ἐπιδοκιμασίαν τοῦ Ἑλλη-
2493νικοῦ λαοῦ, διότι οὐδέποτε ἠξιώθη αὐτῆς.
2494Ἀλλὰ καὶ τῆς πολιτικῆς δυνάμεως, ἣν προσεπόρισεν
2495αὐτῷ ἡ 3 Μαΐου, μοὶ φαίνεται ὅτι ποιεῖται κατάχρησιν.
2496Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἔπρεπε νὰ περιορίσῃ τὰς νομο-
2497θετικὰς ἐργασίας μόνον πρὸς τὴν ἐπιμέλειαν καὶ τὴν πρόνοιαν
2498περὶ τῶν οἰκονομικῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους, οὐχὶ δὲ νὰ
2499ὑπολάβῃ τὴν περίπτωσιν ταύτην ὡς εὐκαιρίαν, ἵνα ἀνατρέψῃ
2500πάντας τοὺς νόμους, ὅπως ἀντικαταστήσῃ τὴν ὑπογραφὴν
2501αὐτοῦ ἐν παντὶ νομοθετήματι καὶ παντὶ διατάγματι ἐκτε-
2502λέσεως. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὴς φιλοδοξία, ἂν διὰ τῶν ἐπι-
2503ψηφιζομένων νομοθετημάτων, τοσαύτης μάλιστα πληθύος, δὲν
2504ἐξυπηρετῶνται τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Πάντα ταῦτα
2505τὰ νομοθετήματα δὲν ἦσαν προϊόν μελέτης, ὡς δὲν ἦσαν προ-
2506ϊὸν μελέτης οὐδ’ αὐτὰ τὰ οἰκονομικὰ νομοθετήματα, τὰ φο-
2507ρολογικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν,
2508οὐδὲ κἂν σπουδῆς ἢ ἐξετάσεως, ἀλλ’ ἦσαν ἀπερίσκεπτοι
2509ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας ἀνυπομονησία ἀκράτητος ὑπηγό-
2510ρευσεν. Ἡμεῖς δὲν ἀντετάχθημεν παντάπασι κατ’ αὐτῶν,
2511οὐδὲ παρενεβάλομεν πρόσκομμα, ὅπως μὴ ψηφισθῶσι, διότι
2512ἡ ζημία, ἥτις θέλει ἐπέλθει ἐκ τῆς τοιαύτης ἀπερισκέπτου
2513φορολογικῆς νομοθεσίας, θέλει εἶσθαι μικροτέρα ἀπὸ τὴν
2514ζημίαν, ἥτις ἤθελεν ἐπέλθει, ἐὰν ἀντετασσόμεθα εἰς τὴν
2515νομοθέτησιν τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν, ἐπήρχετο δὲ συμφορά
2516τις, ὅτε ἤθελον εὑρεθῆ ἄνδρες νὰ ἐπιῤῥίψωσι τὴν διὰ τοῦτο
2517εὐθύνην πρὸς ἡμᾶς. Δὲν ἔπραξεν οὕτω ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
2518πρό τινων ἡμερῶν, ὅτε ἔλεγεν, ὅτι ἔμελλε νὰ προτείνῃ
2519νὰ νομοθετηθῇ καὶ νέα προσθήκη ἑνὸς λεπτοῦ κατ’ ὀκᾶν
2520ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων σιτηρῶν, διότι δῆθεν καὶ ἐγὼ εἶχον
2521ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐσκόπουν νὰ προτείνω
2522τὴν προσθήκην ἑνὸς λεπτοῦ εἰς τὰ εἰσαγωγικὰ ταῦτα τέλη;
2523Ἐγὼ οὐδέποτε εἶχον ποιήσει πρὸς τὴν Βουλὴν τοιαύτην
2524ἀνακοίνωσιν, ἀλλ’ εἶχον εἴπει, ὅτι δὲν ἐσκόπουν νὰ εἰσα-
2525γάγω νομοσχέδιον περὶ ἐπιβολῆς δύο δεκατημορίων εἰς τὸν
2526φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, καὶ δύο δεκατημο-
2527ρίων εἰς τὸν φόρον τοῦ οἴνου, διότι σκεφθεὶς ἐπείσθην, ὅτι
2528αἱ προσθῆκαι αὗται ἤθελον ἀποβῆ ἐπαχθεῖς, ἀλλ’ ὅτι, ἀντὶ
2529τῆς προσθήκης τῶν δεκατημορίων τούτων, ἐξ ὧν ἤθελον
2530εἰσπραχθῆ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα δρ. 934,168, ἐσκό-
2531πουν νὰ προτείνω νὰ προστεθῇ εἰς τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη
2532τοῦ σίτου ἥμισυ ἀκόμη λεπτὸν, ἐκ τοῦ ὁποίου ἤθελον
2533εἰσπραχθῆ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα 561,558 δραχμαί.
2534Καὶ περιεμόρφονεν οὕτω τὰ παρ’ ἐμοῦ τότε λεχθέντα, ἵνα
2535δικαιολογήσῃ τὴν προσθήκην ἑνὸς λεπτοῦ κατ’ ὀκᾶν εἰς
2536τὰς εἰσαγωγικὰ τέλη τοῦ σίτου, καὶ οὐχὶ ἡμίσεως, καὶ
2537τοῦτο, οὐχὶ ἄνευ τῆς προσθήκης τῶν δύο δεκατημορίων,
2538ἀλλ’ ἀφοῦ εἶχε προτείνει καὶ τῶν δύο δεκατημορίων τὴν
2539προσθήκην. Καὶ εἶπον ταῦτα, οὐχὶ ἐπικρίνων κατ’ οὐσίαν
2540τὰ παρ’ αὐτοῦ πραχθέντα, ἐφ’ οἷς ἡ εὐθύνη ἀνήκει εἰς αὐ-
2541τὸν, ἀλλὰ καταγγέλλων τὴν γενομένην ὑπ’ αὐτοῦ οὐχὶ
2542διαστροφὴν, ἀλλ’ ἀλλοίωσιν τῶν ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντων.
2543Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κακὴν ἐποιήσατο χρῆσιν τῆς πο-
2544λιτικῆς δυνάμεως, ἣν προσεπόρισεν αὐτῷ ἡ 3 Μαΐου, ἐπι-
2545τρέψας εἰς ἑαυτὸν νὰ μετέλθῃ ὑβριστικὴν γλῶσσαν κατὰ
2546τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ ὁποίου προϊστάμην. Ὅτε ἐζήτει νὰ
2547παραστήσῃ, ὅτι ἡμεῖς συνετελέσαμεν εἰς τὴν χειροτέρευσιν
2548τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ἔλεγεν, ὅτι ἡμεῖς ἐδημιουρ-
2549γήσαμεν τὴν παροῦσαν ἀνώμαλον κατάστασιν αὐτῶν διὰ
2550τῆς ἀβουλίας ἡμῶν, διότι οἱ ὀφθαλμοὶ ἡμῶν ἦσαν τυφλοὶ
2551καὶ δὲν διέβλεπον ἐν τοῖς ἀριθμοῖς τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν
2552εἶχον, καὶ διότι ἡ διάνοια ἡμῶν ἦτο ἐσκοτισμένη καὶ δὲν
2553κατενόει τὴν ἔννοιαν ταύτην. Δὲν ἀναμιμνήσκω ὑμῖν τὰς
2554ὕβρεις ταύτας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι οὐδεμίαν μοὶ
2555ἐνεποίησαν ἐντύπωσιν δυσάρεστον· ἐγὼ μάλιστα κατὰ πᾶ-
2556σαν στιγμὴν, καθ’ ἣν θερμαίνουσι τὸ αἷμά μου τὰ ἀποτε-
2557λέσματα τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ,
2558προσπαθῶ νὰ κατέχω τὴν γλῶσσάν μου, καὶ νὰ μὴ ἀφίνω
2559νὰ ἐξέρχωνται ἐκ τοῦ ἕρκους τῶν ὀδόντων μου φράσεις ἢ
2560ἔννοιαι ὑβριστικαί. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰς ἐν τοῖς ἀριθμοῖς
2561κεκρυμμένας ἐννοίας σεμνύνομαι, διότι οἱ ὀφθαλμοί μού εἰσι
2562τυφλοὶ καὶ δὲν ἐννοοῦσιν ἐν τοῖς ἀριθμοῖς ἢ ὅσα οἱ ἀριθμοὶ
2563παριστῶσιν, οὐδέποτε δὲ ὅσα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσο-
2564λογγίου ἡ τέχνη περικαλύπτει δι’ αὐτῶν. Οὐδ’ ἠξίωσα νὰ
2565μὴ κατακριθῇ ἡ ἐμὴ ἀβουλία, διότι δὲν ἀποφασίζω ἢ δὲν
2566δύναμαι νὰ μετατρέπω ὁλόκληρα ἑκατομμύρια ἀπὸ τοῦ
2567σκοποῦ, διὰ τὸν ὁποῖον εἶχον ταῦτα ταχθῆ ὑπὸ τοῦ νόμου,
2568εἰς ἄλλας δαπάνας, ὅπως καλυφθῶσι δι’ αὐτῶν ἐλλείμ-
2569ματα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἢ νὰ μετέρχωμαι πᾶσαν μέθο-
2570δον, ὅπως παραστήσω τὰ πράγματα ἀλλοῖα ἢ ὡς ἔχουσι,
2571καὶ διαφύγω τὴν προσοχὴν καὶ τὸν ἔλεγχον τοῦ Κοινο-
2572βουλίου, ἢ νὰ ἀθετῶ τὰς συμβάσεις, ἀναγγέλλων εἰς τὴν
2573Βουλὴν περισσεύματα, ἐνῷ ἐγνώριζον, ὅτι οἱ προϋπολο-
2574γισμοὶ κατέληγον εἰς ἐλλείμματα. Στεροῦμαι ὄντως παρα-
2575πλησίας ἱκανότητος, καὶ εὔχομαι εἰς τοὺς ἐμοὺς φίλους καὶ
2576οὗτοι νὰ στερῶνται αὐτῆς· μόνον εἰς τοὺς μὴ φίλους μου
2577ἀφίνω νὰ ἔχωσι τὰς ἀρετὰς ταύτας.
2578Εἰς τοιαύτας ἀρετὰς, τὰς ὁποίας ἀπέδειξεν, ὅτι εἶχεν
2579ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὀφείλεται ἡ ὑποτίμησις τῶν Ἑλληνι-
2580κῶν ἀξιῶν καὶ ἡ ὑπερτίμησις τοῦ συναλλάγματος, περὶ
2581τῶν ὁποίων φωναὶ καὶ κραυγαὶ εἶχον ἀκουσθῆ κατὰ τὸν
2582παρελθόντα Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον, τῶν ὁποίων ὅμως
2583τὴν εὐθύνην ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπέδιδεν εἰς ἐμέ. Εἶχεν
2584εἴπει ἄλλοτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι αὐτὸς εἶχε κατορ-
2585θώσει νὰ μονιμοποιήσῃ τὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος εἰς
2586λεπτὰ 120, ἀλλ’ οὐδὲ τοῦτο τότε ἦτο ἀκριβὲς, διότι ἀπὸ
2587τοῦ μηνὸς Αὐγούστου τοῦ 1886 μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ
25881890, χρόνου, καθ’ ὃν αὐτὸς ἐκυβέρνα, οὐδέποτε ἡ τιμὴ
2589τοῦ συναλλάγματος κατῆλθεν εἰς τὰ 120 λεπτὰ, οὐδ’ ἐπὶ
2590μίαν ἡμέραν. Κατὰ τὸ τετραετὲς τοῦτο διάστημα ὑπῆρξαν
2591περίοδοι, καθ’ ἃς ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος ἀνῆλθε καὶ
2592εἰς 120, καὶ εἰς 128, καὶ εἰς 130 λεπτὰ, εἰς περιπτώσεις
2593δέ τινας ἀνεβιβάσθη καὶ εἰς 131 λεπτὰ καὶ εἰς 132, οὐδέ-
2594ποτε ὅμως κατεβιβάσθη εἰς τὰ 120 ἢ 121 λεπτά. Ἡ
2595ἀγοραία τιμὴ τοῦ χρυσοῦ καὶ ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος
2596κατέπιπτον πάντοτε, ὁσάκις ἐγίνοντο ἐξωτερικὰ δάνεια,
2597καὶ ἀνυψοῦντο, ὁσάκις τοιαῦτα δάνεια δὲν ἐγίνοντο. Κατὰ
2598τοὺς μῆνας Ἰανουάριον, Φεβρουάριον, Μάρτιον καὶ Ἀπρί-
2599λιον τοῦ 1887, ἤτοι κατὰ τοὺς μῆνας τοὺς προηγουμένους
2600τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων,
2601εἶχεν ἀνέλθει εἰς 129, 130 καὶ 131 λεπτὰ ἡ ἀγοραία
2602τιμὴ τοῦ φράγκου· κατὰ τὸν Μάϊον ἤρξαντο διαδόσεις περὶ
2603συνομολογήσεως δανείου, ἡ δὲ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος
2604ἐμειώθη εἰς 128 λεπτά· ὅτε ὅμως κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1887
2605συνωμολογήθη τὸ δάνειον, κατέπεσεν ἡ τιμὴ τοῦ φράγκου
2606εἰς 121, 123 καὶ 124, ἀλλ’ ἀνῆλθεν αὖθις εἰς 127, 128
2607καὶ 130 λεπτὰ κατὰ τοὺς τέσσαρας τελευταίους μῆνας
2608τοῦ 1887, εἰ καὶ οἱ τόκοι τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ
2609ἔτους ἐπληρώθησαν διὰ τοῦ δανείου τῶν 10,200,000
2610φράγκων, διότι τὸ δάνειον ἦτο προσωρινόν. Περὶ τὰ ποσὰ
2611ταῦτα ἐκυμαίνοντο αἱ τιμαὶ καθ’ ὅλον τὸ 1888, διότι τὰ
2612κατ’ αὐτὸ γενόμενα δάνεια, τὸ μὲν τῶν 15 ἑκατομμυρίων
2613ἦτο ἐσωτερικὸν, τοῦ δὲ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–
2614Καλαμῶν μόνον 10 ἑκατομμύρια φράγκων διετέθησαν πρὸς
2615πληρωμὴν τῶν τόκων.
2616Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου τοῦ 1889, καθ’ ὃ
2617συνωμολογήθησαν τὰ δάνεια τῶν 1,200,000 λιρῶν ἀγγλι-
2618κῶν καὶ τῶν 5,000,000 λιρῶν, ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγμα-
2619τος κατέπεσε κάτω τῶν 124 λεπτῶν καὶ ἐξηκολούθησε
2620περὶ τὰ 122 μέχρι τῶν 123 καὶ ¾ λεπ. κατὰ φράγκον.
2621Καὶ κατὰ τὸ 1890 ἡ ἀγοραία τιμὴ τοῦ φράγκου διετη-
2622ρήθη ἡ αὐτή, διότι εἰσήχθησαν 40 καὶ πλέον ἑκατομμύ-
2623ρια χρυσοῦ ἐκ τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης, δι’
2624ὧν διετηρήθη ἡ ἰσοῤῥοπία, ἂν καί, ὅτε κατὰ Δεκέμβριον
2625ἐγνώσθη ἡ ἀνάγκη ἀγορᾶς μικροῦ τινος ποσοῦ συναλλάγ-
2626ματος πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων, ἀνῆλθεν εἰς λεπτὰ 127.
2627Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1891 οὐδὲν ἐγένετο δάνειον ἐξωτερικὸν,
2628πλὴν τῶν ἐκποιηθεισῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τοῦ σιδη-
2629ροδρόμου Λαρίσσης, ἀξίας 12 ἑκατομμυρίων φράγκων, διὰ
2630τοῦ ἀντιτίμου τῶν ὁποίων ἐξωφλήθησαν τὰ ὑπὸ τοῦ νῦν
2631Πρωθυπουργοῦ ἐκδεδομένα, λήγοντα δὲ τότε ἔντοκα γραμ-
2632μάτια 480 χιλιάδων λιρῶν, ἤτοι 12 ἑκατομμυρίων φράγ-
2633κων, καὶ προσέτι προκαταβολῶν τινων συνομολογηθεισῶν.
2634Πῶς λοιπὸν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ὑπερτιμηθῇ ὁ χρυσὸς, καὶ
2635νὰ μὴ ζητηθῇ τὸ συνάλλαγμα; Καὶ ὅμως ἐπληρώθησαν
2636καὶ τῶν δύο ἑξαμηνιῶν οἱ τόκοι τῶν δανείων ἄνευ ἐξωτε-
2637ρικοῦ δανείου, δι’ ἀγορᾶς τοῦ χρυσοῦ, καὶ ἡ τιμή, ἐφ’ ᾗ
2638ἠγοράσθη οὗτος, πλὴν 500 χιλιάδων φράγκων, τὰ ὁποῖα
2639ἠγοράσθησαν εἰς 135 καὶ ¾ καὶ 136 καὶ ¼, τὰ ὑπό-
2640λοιπα ἠγοράσθησαν κάτω τῶν λεπτῶν 133· καὶ πλὴν 10
2641χιλιάδων λιρῶν, αἵτινες ἠγοράσθησαν ἄνω τῶν 33 δραχμῶν
2642τὴν λίραν, πάντα τὰ ἄλλα ποσὰ ἠγοράσθησαν μεταξὺ τῆς
2643τιμῆς τῶν δραχ. 32 καὶ 15/00 καὶ 33 καὶ 55/00.
2644Ἡ ὑπερτίμησις τοῦ χρυσοῦ, καὶ ἑπομένως τοῦ συναλ-
2645λάγματος, καταδηλοῖ τὴν ζήτησιν τοῦ χρυσοῦ, ἕνεκα τῆς
2646ὑπὲρ τὸ εἰσαγόμενον ποσὸν χρυσοῦ ἐξαγωγῆς αὐτοῦ καὶ
2647ἕνεκα τῆς ὑποτιμήσεως τῶν τραπεζικῶν γραμματίων· ἀλλ’
2648ἂν ἐξάγηται χρυσὸς περισσότερος ἢ ὅσος εἰσάγεται, δὲν
2649εἶναι αἰτία τούτου ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν ἐξωτερικῶν
2650δανείων, οὗ ἕνεκα ἐξάγονται μεγάλα ποσὰ εἰς τόκους καὶ
2651χρεωλύσια; Ἀλλὰ τὰ εἰς χρυσὸν δάνεια τίς ἄλλος ἐπολλα-
2652πλασίασεν ἢ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὅστις καὶ τὰ
2653ἐσωτερικὰ δάνεια καὶ αὐτὰ ἀσυνειδήτως μετέτρεψεν εἰς
2654ἐξωτερικά; Ἂν δ’ ἐπλεόνασε τὸ κυκλοφοροῦν ποσὸν τρα-
2655πεζικῶν γραμματίων, τίς ἄλλος εἶναι ὑπεύθυνος ἢ ὁ κ. Βου-
2656λευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὅστις, ἐνῷ ὤφειλε 30 καὶ πλέον
2657ἑκατομμύρια νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὰς Τραπέζας, ὅπως μειώσῃ
2658τὸ κυκλοφοροῦν ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ ποσὸν τρα-
2659πεζικῶν γραμματίων, ἐδαπάνησε τὰ 30 ταῦτα καὶ πλέον
2660ἑκατομμύρια εἰς ἄλλας ἀνάγκας; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
2661λοιπὸν ἦτο ὁ δημιουργὸς τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ
2662καὶ τοῦ συναλλάγματος, αὐτὸς δὲ ἐνεκάλει ἐμὲ καὶ ἀπέ-
2663διδεν εἰς ἐμὲ τὴν αἰτίαν. Διατί; Διότι, ἔλεγε, δὲν ἠκολού-
2664θησα τὸ σύστημα τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, ἐν ἄλλαις
2665λέξεσι τῶν δανείων. Ἀλλὰ διατὶ δὲν δανείζεται αὐτὸς νῦν,
2666ὅτε ἦλθεν ἀντ’ ἐμοῦ εἰς τὴν Κυβέρνησιν; Διότι ἐμειώθη ἢ
2667κατέπεσεν ἡ οἰκονομικὴ πίστις τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο
2668τίς ἄλλος εἶναι ὑπεύθυνος, εἰμὴ αὐτὸς, ὅστις ἠπάτα καὶ τὴν
2669Βουλὴν καὶ τοὺς δανειστὰς, λέγων ὅτι δανείζεται διὰ νὰ
2670μειώσῃ τὸ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέος τοῦ Δημο-
2671σίου, ἀποδιδοὺς εἰς τὰς Τραπέζας, τὸ ἰσότιμον τοῦ χρυ-
2672σοῦ, τὸ ὁποῖον ἐλάμβανεν ἐκ τῶν δανείων καὶ ἐπλήρονεν
2673εἰς τόκους καὶ χρεωλύσια τῶν δανείων, ἀλλὰ δαπανῶν
2674τὸ ἰσότιμον τοῦτο τοῦ χρυσοῦ εἰς ἐλλείμματα τοῦ προϋπο-
2675λογισμοῦ;
2676Ἡ ἀνύψωσις τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος, ἥτις κατὰ
2677Ἰανουάριον τοῦ 1892 εἶχεν ἀνέλθει μέχρι λεπτῶν 142¾,
2678κατὰ δὲ τὸν Φεβρουάριον, μέχρι τῆς 14 Φεβρουαρίου, ἐκυ-
2679μαίνετο μεταξὺ τῶν 138¼ καὶ 140¾, βεβαίως ἐπέφερε
2680δυσφορίαν εἰς τὰς συναλλαγὰς, καὶ ζημίας εἰς τὸ ἐμπό-
2681ριον, καὶ μολονότι δὲν ἤμην ἐγὼ τῆς καταστάσεως ταύ-
2682της ὁ ὑπαίτιος, ἐφώναζον οἱ περὶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν
2683καὶ περί τινας ἄλλους ἀντιπολιτευομένους, καὶ ἐζήτουν
2684ἀπὸ τὸ Στέμμα νὰ ἀποβάλῃ ἡμᾶς, ἵνα σώσῃ τὸν τόπον.
2685Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡμεῖς ἀπεβλήθημεν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν
2686ἐπιοῦσαν τῆς παύσεως ἡμῶν, ἡ τιμὴ τοῦ χρυσοῦ ἤρξατο
2687ἀνυψουμένη, ἀνῆλθε δὲ κατὰ τὴν 29 Φεβρουαρίου εἰς 145½
2688λεπτὰ, τὴν 5 Μαρτίου, καθ’ ἣν ἐδημοσιεύθη ἡ διαβόη-
2689τος σύμβασις, ἡ μετὰ τοῦ κ. Συγγροῦ συνομολογηθεῖσα,
2690περὶ χορηγίας προσωρινοῦ δανείου 3,200,000 φράγκων,
2691ἀνῆλθεν εἰς 148 λεπτὰ, καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἡ
2692Κυβέρνησις ἠσχολεῖτο νὰ διορίσῃ 12 ἐπάρχους, ἐξ ὧν οἱ
2693ἑπτὰ ἦσαν συμπολῖται ἢ φίλοι τῶν Ὑπουργῶν, ἡ τιμὴ
2694τοῦ συναλλάγματος ἀνῆλθεν εἰς 156 λεπτὰ τὸ φράγκον,
2695εἰς ποσὸν, εἰς τὸ ὁποῖον οὐδέποτε εἶχεν ἀναβιβασθῆ παρ’ ἡμῖν.
2696Εἰς 156 λεπτὰ διετηρήθη καὶ μέχρι τῆς 12 Μαρτίου, καθ’
2697ἣν ἐδημοσιεύθη τὸ περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς Β. Διά-
2698ταγμα. Τότε ὅμως οὐδεὶς ἀπηυθύνετο πρὸς τὸν Ἡγεμόνα,
2699ζητῶν σωτηρίαν, ἀλλ’ αἱ μὲν ἐφημερίδες τοῦ νῦν Πρωθυπουρ-
2700γοῦ ἔγραφον περὶ τῶν ἀρουραίων, ἡ δὲ ἡμιεπίσημος ἐφη-
2701μερὶς τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας καί τις ἄλλη, συμ-
2702παθὴς πρὸς τὸν ἄνδρα, ἐδημοσίευον τὰς δηλώσεις τῶν πο-
2703λιτικῶν ἀνδρῶν, ὅσοι προτροπάδην ἔτρεχον πρὸς τὰ Ὑπουρ-
2704γεῖα, ὁμολογοῦντες πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς πολιτικὴν φι-
2705λίαν. Καὶ μετὰ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ Φεβρουριανοῦ
2706Ὑπουργείου καὶ τὴν ἄνοδον εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Βου-
2707λευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, εἰς τὸ ὄνομα τοῦ ὁποίου ἀνεπή-
2708δων ἐκ τοῦ βάθους τῶν κιβωτίων, ὡς οἱ ἰχθεῖς ἐκ τῆς θα-
2709λάσσης, αἱ ἀγγλικαὶ λίραι, τὰ δὲ κεφάλαια ἐδυσφόρουν,
2710διότι δὲν ἦτο ἀρκούντως ταχεῖα τῶν σιδηροδρόμων ἡ κί-
2711νησις, ὅπως καταφθάσωσιν εἰς Ἀθήνας, ἡ τιμὴ τοῦ χρυ-
2712σοῦ κατέρχεται καὶ μέχρι τῶν 138 λεπτῶν, ἀλλ’ ἀνέρχε-
2713ται καὶ μέχρι τῶν 144.
2714Τῶν ἑλληνικῶν ἀξιῶν ἡ ὑποτίμησις εἶχεν ἀρχίσει πρὸ
2715τῆς κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1890 παραιτήσεως τοῦ κ. Πρω-
2716θυπουργοῦ, ἕνεκα τῶν ἐπελθόντων ἀτυχημάτων εἰς τρα-
2717πεζικοὺς οἴκους τοῦ Λονδίνου, τῆς ἀποκαλυφθείσης δὲ ἀθλιό-
2718τητος ἐν τοῖς οἰκονομικοῖς τῆς Ἀργεντινῆς Δημοκρατίας.
2719Τὰ 5% δάνεια τῆς Ἑλλάδος, ἀπὸ 467.50, ὅσον
2720ἐτιμῶντο κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1890, ὅτε ἀνήλθομεν εἰς
2721τὴν ἀρχὴν, εἶχον μειωθῆ εἰς 385, καὶ τὰ 4% ἀπὸ
2722380 εἶχον μειωθῆ εἰς 300· ἀλλὰ καὶ τῆς Banque
2723d'Escompte εἶχον μειωθῆ ἀπὸ 580 εἰς 405, καὶ τῆς Ban-
2724que de Paris ἀπὸ 870 εἰς 705, καὶ τοῦ Crédit Fon-
2725cier ἀπὸ 1285 εἰς 1190, καὶ τοῦ Comptoir National
2726d’ Éscompte ἀπὸ 630 εἰς 525, καὶ τοῦ Crédit Lyon-
2727nais ἀπὸ 805 εἰς 770, καὶ τοῦ Mobilier ἀπὸ 430 εἰς 235.
2728Ὅθεν ἡ μείωσις τῶν Ἑλληνικῶν ἀξιῶν δὲν προῆλθεν ἐξ
2729εἰδικῶν αἰτίων, ἐγκειμένων ἐν αὐταῖς, ἀλλ’ ἐκ γενικῶν
2730αἰτιῶν, αἵτινες ἐπηρέαζον πάντων τῶν Κρατῶν τὰς ἀξίας.
2731Ἀλλ’ ἡ ἀκρίβεια, μεθ’ ἧς ἐξετελέσαμεν τὰς ὑποχρεώσεις
2732ἡμῶν κατὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν τοῦ 1891, πληρώσαν-
2733τες τοὺς τόκους πρὸ τῆς τεταγμένης προθεσμίας, συνετέλεσεν
2734εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν τιμῶν τῶν Ἑλληνικῶν ἀξιῶν, ἥτις
2735ἐξηκολούθησε μέχρι τῆς 8 Ἰανουαρίου 1892, ὅτε ἐπῆλθε
2736ῥαγδαία ἡ ὑποτίμησις αὐτῶν. Ἡ ὑποτίμησις αὕτη δὲν ἦτο
2737γενικὴ τῶν ἀξιῶν πάντων τῶν Κρατῶν, ἀλλ’ εἰδικὴ τῶν
2738Ἑλληνικῶν ἀξιῶν.
2739Μεγάλη προσφορὰ ἑλληνικῶν χρεωγράφων ἐν Λονδίνῳ καὶ
2740ἐν Βερολίνῳ πρὸς πώλησιν, καὶ τὰ πλεῖστα τούτων ἐστέλλοντο
2741ἐξ Ἀθηνῶν, ἢ ἐτίθεντο εἰς πώλησιν κατ’ ἐντολὴν τραπεζιτῶν
2742τῶν Ἀθηνῶν. Ἔπιπτον δὲ τὰ ἑλληνικὰ χρεώγραφα, ἐνῷ ὑψοῦτο
2743ἡ τιμὴ τῶν χρεωγράφων τῶν ἄλλων Κρατῶν, καὶ αὐτὰ τὰ
2744Ἀργεντινὰ τοῦ 1886, τὰ ὁποῖα, ἐνῷ κατὰ τὴν 1 Φεβρουαρ.
27451892 ἐτιμῶντο 59¼, κατὰ τὴν 28 τοῦ αὐτοῦ μηνὸς εἶχον
2746ἀνατιμηθῆ εἰς 63¾ καὶ 64. Τὴν κατὰ Ἰανουάριον ὑπο-
2747τίμησιν τῶν Ἑλληνικῶν ἀξιῶν ἐπήνεγκον αἱ παραγγελίαι
2748πρὸς πώλησιν μεγάλων ποσῶν, ὅσαι δὲ τοιαῦται ἐδόθησαν
2749ἐξ Ἀθηνῶν δὲν μοὶ εἶναι ἄγνωστοι· ἀλλ’ ἡ προβᾶσα μετὰ
2750τὸν Φεβρουάριον, καθ’ ὃν ἡμεῖς ἀπηλλάγημεν τῆς ὑπηρε-
2751σίας, διατὶ προῆλθε; Διατὶ οἱ διαδεχθέντες ἡμᾶς, οἵτινες
2752διέλαμπον διὰ τὴν ἱκανότητά των, ὡς ἔλεγον καὶ αὐτοὶ
2753οὗτοι, δεχθέντες ἵνα ἀναπληρώσωσι τὴν ἀνεπάρκειαν ἡμῶν,
2754δὲν συνετέλεσαν εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν τιμῶν τῶν Ἑλληνι-
2755κῶν ἀξιῶν; Τέλος πάντων ἐπεφάνη καὶ κατέλαβε τοὺς οἴα-
2756κας τῆς Πολιτείας ἐκεῖνος, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα γαλβα-
2757νίζει τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος· διατὶ δὲν ἀπήστραψεν αὕτη;
2758Τοῦ ἑλληνικοῦ δανείου τῶν 5% τοῦ 1881 ἡ τιμὴ
2759μετὰ τὴν 1/13 Ἰουνίου εἶχεν ὑψωθῆ κατὰ τρεῖς μονάδας,
2760ἤτοι μέχρις 81¾, ἀλλὰ μετὰ τὸν σχηματισμὸν τοῦ Ἑλλη-
2761νικοῦ Ὑπουργείου ὑπετιμήθη εἰς 79½. Τοιαύτην ἐνήσκη-
2762σεν ἐπιῤῥοὴν ἡ εἴδησις τοῦ ἀποτελέσματος τῶν ἐκλογῶν τῆς
27633 Μαΐου, καθ’ ὃν χρόνον τὰ Ἀργεντινὰ (cedulas) ἀπὸ 18
2764ἀνῆλθον εἰς 28, καὶ τὰ Ἱσπανικὰ ἀπὸ 56½ εἰς 64!
2765Καὶ ἐν Ἑλλάδι, κατὰ τὰς ἡμέρας, κατὰ τὰς ὁποίας
2766ἐψηφίζοντο ἐν τῇ Βουλῇ οἱ φορολογικοὶ νόμοι, καὶ ηὔξανον
2767δι’ αὐτῶν τὰ ἔσοδα κατὰ ἑκατομμύρια, κατὰ τὰς ἡμέρας
2768ἐκείνας ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος ἐπέμενεν εἰς 140 καὶ
2769145 καὶ 144. Ὑποθέσατε εἰς ποίαν Βαβυλῶνα ἤθελε μετα-
2770βληθῆ ἡ δυστυχὴς αὕτη χώρα, ἂν καὶ ἡμεῖς ἐπράττομεν
2771ὅ,τι ἔπραττον κατὰ Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον αἱ ἐφη-
2772μερίδες, αἵτινες δὲν διέκειντο φιλικῶς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον,
2773ἂν καὶ ἡμεῖς ἐκραυγάζομεν πρὸς τὸν λαὸν καὶ ἱκετεύομεν
2774τὸ Στέμμα, παριστῶντες ὅτι ἡ κατάστασις ἦτο ἀφόρητος,
2775διότι τὸ συνάλλαγμα ἐτιμᾶτο τότε 140 καὶ 142 λεπτά!
2776Ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος εἶναι τὸ μέτρον τῆς ζη-
2777τήσεως καὶ τῆς προσφορᾶς τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ συναλλάγ-
2778ματος, ἡ δὲ τιμὴ τοῦ χρυσοῦ δὲν θέλει ὑποτιμηθῆ μόνον
2779διὰ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ κυκλοφοροῦντος ποσοῦ τῶν τραπε-
2780ζογραμματίων· διότι εἶναι μὲν εἷς τῶν παραγόντων τὴν
2781ἀνισοῤῥοπίαν μεταξὺ τῆς τιμῆς τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ τρα-
2782πεζικοῦ γραμματίου ἡ πληθώρα τοῦ κυκλοφοροῦντος ποσοῦ
2783αὐτῶν, πλὴν ὅμως τούτου καὶ ἄλλος εἶναι παράγων, ἡ
2784ὑπεροχὴ τοῦ ἐξαγομένου ποσοῦ τοῦ χρυσοῦ ἐν σχέσει πρὸς
2785τὸ εἰσαγόμενον. Ὅθεν ἡ ζήτησις τοῦ χρυσοῦ ἕνεκα τῆς με-
2786γαλειτέρας ἐξαγωγῆς αὐτοῦ, καὶ ἡ ὑποτίμησις τοῦ τραπε-
2787ζικοῦ γραμματίου ἕνεκα τοῦ ὑπερβάλλοντος ποσοῦ, ὅπερ
2788ἐτέθη ἐν κυκλοφορίᾳ, ἐπιφέρουσι τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ χρυ-
2789σοῦ. Ἂν δὲ δὲν δυνηθῶμεν νὰ ἄρωμεν τοιαύτην ἀνισοῤ-
2790ῥοπίαν διὰ τῆς διοικήσεως τῶν οἰκονομικῶν, θέλομεν ἔχει
2791πάντοτε τὴν νομισματικὴν ταύτην ἀνωμαλίαν. Ἂν δὲ προ-
2792νοήσωμεν μόνον περὶ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἐν κυκλοφορίᾳ
2793ποσοῦ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, θέλομεν μειώσει, ἀλλὰ
2794δὲν θέλομεν ἄρει τὴν ἀνωμαλίαν. Ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ δα-
2795νειζώμεθα κατ’ ἔτος, ἠθέλομεν μονιμοποιήσει τὴν τιμὴν
2796τοῦ χρυσοῦ· ἀλλὰ τοῦτο ἀποβαίνει δύσκολον, ἂν δὲν κατα-
2797δειχθῇ ὅτι εἶναι ἀδύνατον. Ἂν δὲ δὲν δανειζώμεθα καὶ δὲν
2798εἰσάγωμεν χρυσὸν, ἡ κατάστασις αὕτη θέλει εἶσθαι ἡ συνή-
2799θης κατάστασις τοῦ τόπου, ἐν ὅσῳ δὲν ἐνισχύσωμεν τὴν
2800παραγωγὴν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ μειώσωμεν τὰς ἀνάγκας
2801ἡμῶν, καὶ ἑπομένως τὸ ἐξαγόμενον ποσὸν χρυσοῦ διὰ τὴν
2802εἰσαγωγὴν ἐμπορευμάτων ἢ προϊόντων, ἐν ὅσῳ ὡσαύτως
2803δὲν ἐνισχύσωμεν τὴν βιομηχανίαν ἡμῶν, ὅπως μειώσωμεν
2804τὴν εἰσαγωγὴν ξένων βιομηχανημάτων.
2805Τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ἐντὸς βρα-
2806χέος χρόνου, ἀλλὰ μετὰ σειρὰν ἐτῶν, κατὰ τὴν σειρὰν δὲ
2807ταύτην τῶν ἐτῶν πρέπει νὰ μὴ διοικηθῶσι τὰ οἰκονομικὰ
2808ὅπως διῳκήθησαν μέχρι τοῦδε. Ἀλλ’ ὅταν ἀκούω τοῦ κ.
2809Πρωθυπουργοῦ, ζητοῦντος νὰ παραστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν,
2810ὅτι ἡ ἔννοια τῆς 3 Μαΐου δηλοῖ τὴν ὑπὸ τοῦ λαοῦ ἐπιδο-
2811κιμασίαν τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς αὐτοῦ, βεβαίως ἀμφι-
2812βάλλω, ἂν θέλῃ βελτιωθῇ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους ἡ
2813κυβέρνησις. Ὁ Mirabeau ἔλεγε: «Διὰ νὰ ἦναί τις κυβερ-
2814»νήτης, πρέπει νὰ ἦναι μέγας, νὰ γνωρίζῃ δὲ νὰ ἦναι δί-
2815»καιος· διὰ νὰ συμπράττῃ δὲ εἰς τὴν νομοθετικὴν λειτουρ-
2816»γίαν τῆς πατρίδος του, πρέπει νὰ ἦναι εὐλαβὴς πρὸς τὰ
2817»δικαιώματα τῶν πολιτῶν, νὰ σέβηται δὲ τὴν ἀλήθειαν.»
2818§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 3 καὶ
281910′ μ. μ.).
2820(Περὶ ὥραν 7 μ. μ. γενομένης ἀπαρτίας, ἐπανα-
2821λαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις).
2822§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κρά-
2823τους ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῶν ὑποβλη-
2824θεισῶν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δη-
2825λώσεων περὶ τῶν ἐπενεχθεισῶν μεταβολῶν εἰς τὸν προϋπο-
2826λογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως
2827τοῦ 1892. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρ-
2828τημα, ἀριθ. 330).
2829Διάφοροι κάτοικοι τοῦ δήμου Λετρίνων τῆς Ἠλείας
2830διὰ τηλεγραφήματός των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ μὴ
2831ἐπιψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπιβολῆς νέου δημοτικοῦ
2832φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος ὑπὲρ τοῦ δήμου Λετρίνων.
2833Διάφοροι κάτοικοι τοῦ χωρίου Ὠρεῶν τῆς ἐπαρχίας
2834Ξηροχωρίου παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν
2835νὰ τοὺς ἀπαλλάξῃ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου τῶν ἀροτριών-
2836των κτηνῶν, ἕνεκα τῆς καταστροφῆς, ἣν ἔπαθον οἱ δημη-
2837τριακοὶ καρποὶ ἐν τῷ χωρίῳ των.
2838§25ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ τὰς ὑποβληθείσας δηλώσεις,
2839παρατηρῶ, ὅτι μεταφέρεται εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου
2840ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν ἐσόδων τοῦ ταμείου τῆς δημοτι-
2841κῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀφ’ ἑτέρου ὅμως δὲν ἀναγράφονται καὶ
2842τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἐξετελοῦντο παρὰ τοῦ ταμείου τού-
2843του μέχρι σήμερον, διότι ἀναγράφεται ποσὸν 1,875,000.
2844Κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ἐπιψηφισθέντα καὶ ἰσχύοντα
2845σήμερον, αἱ δαπάναι τοῦ ταμείου τούτου ἀνέρχονται εἰς
2846δραχμὰς 3,547,000· ἀναγραφομένων λοιπὸν μόνον δαπα-
2847νῶν 1,875,000, μένουν 1,672,000, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐδαπανή-
2848θησαν. Θὰ πληρωθῶσιν αὗται καὶ πόθεν θὰ πληρωθῶσιν;
2849§26Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀνήγγειλα τοῦτο
2850καὶ τὴν πρωΐαν, ὅτε ὑπέβαλον τὴν δήλωσιν. Εἶπον, ὅτι
2851ἀναγράφονται κατ’ αὐτὴν ὁλόκληρα τὰ ἔσοδα τοῦ ταμείου
2852τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, διότι τοιαῦτα εἰσέτι δὲν εἰσε-
2853πράχθησαν, τὰ ἔξοδα ὅμως τὰ μέχρι τοῦδε κατεβλήθησαν
2854πάντα, τῶν μισθῶν πληρονομένων μηνιαίως. Οὐδεμίαν ση-
2855μασίαν ἔχει τὸ ἑτεροσκελὲς τῆς ἀναγραφῆς οὔτε κατ’ οὐσίαν,
2856οὔτε κατ’ ἐπίφασιν, διότι ὁ θέλων νὰ ἐπιδοθῇ εἰς μελέτας,
2857καὶ ν’ ἀποδυθῇ εἰς συζητήσεις, θὰ στηριχθῇ ἐπὶ τῶν ὑπολο-
2858γισμῶν, οὓς ἐγὼ μάλιστα ἀνήγγειλα, καὶ καθ’ οὓς, ἕνεκα
2859λόγων τυπικῶν, τὰ μὲν ἔξοδα ἀναγράφονται σχεδὸν πάντα,
2860τῶν δὲ ἐσόδων τὰ ἡμίση μόνον, καὶ τοῦτο διὰ τὸ ἔτος 1892,
2861τῆς ἀναγραφῆς γενησομένης πλήρους κατ’ ἀμφότερα ἐν τῷ
2862προϋπολογισμῷ τοῦ 1893. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις ταύτας,
2863νομίζω, ὅτι διηυκρινήθη ὁ χαρακτὴρ τοῦ ζητήματος, ὡς
2864ἀποκλειστικῶς λογιστικοῦ καὶ ἐστερημένου ἐνδιαφέροντος
2865κατ’ οὐσίαν.
2866§27ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὥστε συμφωνεῖτε, ὅτι...
2867§28Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ παρατήρησις ὑμῶν εἶναι ὀρθὴ
2868κατ’ οὐσίαν, λογιστικῶς ὅμως ἔπρεπε νὰ γένηται οὕτως
2869ἡ ἐγγραφή.
2870§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιψήφισις εἰς γʹ συζήτησιν τοῦ συνό-
2871λου τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς
2872γῆς καὶ τῶν ζώων.
2873§30ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 26, νομίζω, ἐλλεί-
2874πει ἓν ἄρθρον, «τὸ», διὰ νὰ καταστήσῃ τὴν ἔννοιαν τελειο-
2875τέραν.
2876§31Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι εἶναι
2877τελειότερον οὕτως, εἰς ἔνδειξιν ὅτι δὲν εἶναι τὸ μέρος καθω-
2878ρισμένον, ἀλλ’ εἶναι μέρος κατὰ τὰς συμφωνίας.
2879§32ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὥστε ἐννοεῖτε μέρος, ἐὰν ὑπάρχῃ
2880μέρος.
2881§33Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ναί· καὶ ἵνα ἐκφράζηται τοῦτο,
2882πρέπει νὰ μὴ προστεθῇ τὸ ἄρθρον.
2883§34ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ τεθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ,
2884διὰ νὰ λείψῃ πᾶσα ἀμφιβολία.
2885§35Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δύναται ν’ ἀναγραφῇ ἐν τοῖς πρα-
2886κτικοῖς, ἀφοῦ ἐγένετο ἡ ἐρώτησις καὶ ἐδόθη ἡ ἀπάντησις·
2887ἀλλὰ δὲν βλέπω κίνδυνον παρεξηγήσεως ἐνταῦθα, διότι
2888ἄνευ τοῦ ἄρθρου ἡ ἔννοια τῆς περιόδου εἶναι, ὅτι θὰ ἀποδοθῇ
2889μέρος κατὰ τὰς συμφωνίας, ἐὰν ὑπάρχωσι συμφωνίαι. Νο-
2890μίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι συμφωνότερον πρὸς τὴν παρατήρη-
2891σιν, ἣν χθὲς ὑπεβάλετε· διότι ἡ παρατήρησις ὑμῶν ἡ χθε-
2892σινὴ, ἥτις ἐγένετο δεκτὴ, ἀφεώρα εἰς τοῦτο, νὰ παρακολου-
2893θήσωμεν τὰς συμφωνίας καὶ νὰ μὴ καθορίσωμεν ἡμεῖς ἐκ
2894τῶν προτέρων τὰ ἐν ταῖς συμφωνίαις, διότι τὰ προηγούμενα
2895καὶ ὁ νόμος ὁ τέως καθώριζον ἐκ τῶν προτέρων τὰς συμφω-
2896νίας, ὡσανεὶ παρηκολούθουν τὰς ἀναλογίας τῆς διανομῆς
2897τῆς προσόδου, ἐνῷ ἤδη δὲν ἐπεμβαίνει ὁ νόμος εἰς ταῦτα,
2898ἀλλ’ ἀποδέχεται πᾶσαν ἀναλογίαν, ἣν αἱ συμφωνίαι ἤθε-
2899λον καθορίσει, ἢ ἔστω καὶ τὴν μὴ ἀπόδοσιν μέρους, ἐὰν μὴ
2900ὑπάρχωσι τοιαῦται συμφωνίαι.
2901§36ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἢ τὴν λῆψιν τοῦ ὅλου;
2902§37Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα.
2903(Γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου,
2904ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὰς δύο τελευταίας συζη-
2905τήσεις, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
2906§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
2907Γενικοῦ Λογιστηρίου.
2908§39ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο προτείνει τὴν
2909ἀκύρωσιν νόμου, ψηφισθέντος κατὰ τὸ 1891. Νομίζω, ὅτι
2910εἶναι καλὸν ἐν περιλήψει νὰ μάθῃ ἡ Βουλή, τί ἦτο ὁ νό-
2911μος ὁ ἀκυρούμενος, καὶ τί προτίθεται τὸ νομοσχέδιον, τὸ
2912ὁποῖον πρόκειται νὰ συζητήσωμεν, ἐν στιγμῇ μάλιστα
2913τοιαύτῃ, κατεπειγούσῃ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἄλλα ἔργα σπου-
2914δαιότερα ἑλκύουσι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς.
2915Κατὰ τὸν νόμον τὸν ἀκυρούμενον, ἐδίδετο ἄδεια εἰς
2916τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν θεωρήσῃ ἀναγκαῖον,
2917νὰ δώσῃ εἰς τὸν διευθυντὴν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου τὸν
2918τίτλον Γενικοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Λογιστικοῦ τοῦ Κράτους.
2919Ἔδιδεν ὠφελείας τινὰς εἰς τὸ πρόσωπον τοῦτο ἐν περιπτώ-
2920σει, καθ’ ἣν εἶχε τεσσαρακονταετῆ ὑπηρεσίαν ἐν τῷ οἰκο-
2921νομικῷ κλάδῳ. Σήμερον, ἀντὶ τούτου, ἐρχόμεθα νὰ πλά-
2922σωμεν τὸν τίτλον τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τοῦ δημοσίου
2923λογιστικοῦ ἄνευ λόγου τινὸς, μόνον ὅπως δώσωμεν ἕνα τί-
2924τλον τιμητικὸν εἰς τι πρόσωπον.
2925Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου τοῦ τυπικοῦ, ὑπάρχει οὐσιαστική
2926τις διάταξις, κατ’ ἐμὲ λίαν ἐπιβλαβὴς, καὶ ἡ οὐσιαστικὴ
2927αὕτη διάταξις εἶναι ἡ κατάργησις τοῦ τμήματος τῶν δη-
2928μοσίων χρεῶν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει πάντοτε τὴν ὄρεξιν
2929τῆς ἀντικαταστάσεως, εἰ δυνατὸν, πάσης τῆς νομοθεσίας
2930ἡμῶν. Ἐσέβετο ἐνίοτε τὰ ἴδιά του ἔργα, καὶ ὅτε ἀκόμη
2931δὲν ἦσαν καλά· σήμερον φαίνεται, ὅτι δὲν σέβεται πλέον
2932τὰ ἴδιά του ἔργα, καὶ ὅταν ὦσι καλά. Ἐκ τῶν καλῶν δὲ
2933αὐτοῦ ἔργων εἶναι καὶ ὁ σχηματισμὸς ἰδιαιτέρου τμήμα-
2934τος τοῦ δημοσίου χρέους, διότι διὰ τῆς λειτουργίας αὐτοῦ
2935θὰ ᾖ δυνατὸν νὰ φέρωμεν τάξιν τινὰ εἰς τὸν κλάδον τοῦ-
2936τον τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, ὅστις ἦτο σχεδὸν ἐν παρα-
2937λυσίᾳ. Ὁ κλάδος οὗτος τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, ἐκτὸς
2938τῶν ἐγγραφῶν, τῶν διαφόρων καὶ σπουδαίων, τὰς ὁποίας
2939ἔχει νὰ ἐνεργήσῃ, ἔχει συνάμα καὶ τὸν ἔλεγχον τῆς κινή-
2940σεως τῶν χρεωγράφων καὶ τοκομεριδίων. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι,
2941ὅτε εἰσῆλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, εὗρον
2942δεκάδας χιλιάδων ὁμολογιῶν ἐξοφληθεισῶν, κειμένας ἐν
2943σωρείᾳ, ἄνευ ἐξελέγξεως, ἄνευ καταμετρήσεως· ἠσχολήθην
2944κατὰ πρῶτον εἰς τὸ ἔργον τοῦτο, καὶ μετὰ πολλῶν μη-
2945νῶν ἐργασίαν ἐπῆλθε κἄποια τακτοποίησις, καὶ ἤρχισε τὸ
2946Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον νὰ παραλαμβάνῃ τὰς ὁμολογίας
2947ταύτας, αἵτινες εἶναι τίτλοι πληρωμῶν τοῦ Δημοσίου.
2948Δὲν εἶχε περατωθῆ τὸ ἔργον, ὅτε ἀφῆκα τὸ Ὑπουργεῖον,
2949καὶ δὲν γνωρίζω, ποῦ εὑρίσκεται σήμερον. Ἀλλ’ ὑπάρχει
2950καὶ ἄλλη ἐργασία, σπουδαιοτέρα ταύτης, ὁ ἔλεγχος ὁ θε-
2951τικὸς ἐπὶ τῶν τίτλων τῆς πληρωμῆς τῶν τοκομεριδίων,
2952τὴν ὁποίαν ἐνήργησαν διάφοροι Τράπεζαι. Ἀπὸ πολλῶν
2953ἐτῶν ἐπληρώσαμεν πλέον τῶν 200 ἑκατομμυρίων φράγ-
2954κων διὰ τόκους καὶ χρεωλύσια τοῦ δημοσίου χρέους, τὴν
2955πληρωμὴν δὲ ταύτην πρὸς τοὺς δικαιούχους τὴν ἐξετέλε-
2956σαν διάφοροι Τράπεζαι, αἵτινες δὲν παρέδωκαν εἰς τὸ Δη-
2957μόσιον τὰ τοκομερίδια καὶ τοὺς τίτλους, τοὺς ὁποίους ἐξώ-
2958φλησαν.
2959Εἶναι ἐνδεχόμενον, κατ’ ἐμὲ, εἶναι πιθανὸν, ὅτι πολλὰ
2960τοκομερίδια εἴτε διότι ἀπωλέσθησαν, εἴτε διότι δὲν ἐπα-
2961ρουσιάσθησαν, θὰ μείνωσιν ἀπλήρωτα. Αἱ Τράπεζαι βεβαίως
2962ἐκ τοῦ ὅλου τούτου τῆς δοσοληψίας θὰ ἔχωσιν ὑπόλειμμά
2963τι, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζομεν, ὑπόλειμμά τι, τὸ ὁποῖον ἀνή-
2964κει εἰς τὸ Δημόσιον, ἂν παρῆλθε πενταετία ἀπὸ τῆς προ-
2965θεσμίας, καθ’ ἣν ἕκαστον τοκομερίδιον, ἢ ἑκάστη κληρω-
2966θεῖσα ὁμολογία ἔπρεπε νὰ πληρωθῇ. Ὅτε ἐπλησίασα εἰς
2967τὸ τέλος τῆς ἐργασίας τῆς τακτοποιήσεως τῶν ὁμολογιῶν
2968τῶν ἐξοφληθέντων δανείων, εἶχον ἀρχίσει λαμβάνων καὶ
2969μέτρα πρὸς τακτοποίησιν τῶν τοκομεριδίων· εἶχον προσκα-
2970λέσει τὰς Τραπέζας νὰ μοὶ ὑποβάλωσι τοὺς σχετικοὺς λο-
2971γαριασμούς· ἀπήντησα δυσκολίας παρ’ αὐταῖς, δυσκολίας
2972ὅμως, αἱ ὁποῖαι, ἀντὶ νὰ μὲ κάμωσι νὰ σταματήσω εἰς
2973τὴν ἐνέργειάν μου ταύτην, ἀπ’ ἐναντίας μὲ ὤθησαν νὰ ἐπι-
2974μείνω. Δὲν γνωρίζω, τί ἀπέγεινε μετὰ ταῦτα, ἀλλὰ βε-
2975βαίως ἐπιβάλλεται καθῆκον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκο-
2976νομικῶν νὰ τακτοποιήσῃ τοὺς διαφόρους τούτους λογαρια-
2977σμοὺς, καὶ ὅπως ληφθῶσιν οἱ διάφοροι τίτλοι, ἐπὶ τῇ βάσει
2978τῶν ὁποίων ἐγένοντο αἱ πληρωμαὶ, καὶ ὅπως ἐπανέλθῃ
2979εἰς τὸ Δημόσιον πᾶν ποσὸν, μὴ πληρωθὲν παρὰ τῶν Τρα-
2980πεζῶν, ὅσον δήποτε καὶ ἂν ἦναι τὸ ποσὸν τοῦτο. Τὴν ἐργα-
2981σίαν ταύτην μόνον ἰδιαίτερον τμῆμα τοῦ δημοσίου χρέους,
2982ἐργαζόμενον ἀποκλειστικῶς εἰς τὰ ἀφορῶντα αὐτὸ καὶ
2983μετὰ πάσης τῆς δυνατῆς ἐπιβλέψεως, δύναται νὰ ἐκτελέσῃ.
2984Βεβαίως τὸ Λογιστήριον, τὸ ὁποῖον ἐν πλείστοις κλάδοις
2985αὐτοῦ εὑρίσκεται ἐν καθυστερήσει, πρὸ πάντων δὲ τὸ Λογι-
2986στήριον ὅπως διευθύνεται σήμερον, ὅτε, καθ’ ἃς ἔχω πλη-
2987ροφορίας, ἐσταμάτησεν ὁ ἔλεγχος τῶν διαφόρων ὑπολόγων
2988καὶ τῶν διαφόρων λογαριασμῶν, ὅπως εἶχε σταματήσει
2989καθ’ ὅλον τὸ 1890, πρὸ πάντων λέγω, τὸ Λογιστήριον
2990θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀδυναμίαν, ἐργαζόμενον ὅπως ἐργάζεται,
2991νὰ ἐκτελέσῃ τὴν οὐσιώδη ταύτην ἐργασίαν.
2992Οὐσιῶδες ὡσαύτως νομίζω καὶ τὴν ὕπαρξιν τῶν βιβλίων
2993τῶν λογιστικῶν, τῶν ἀφορώντων εἰς τὰς διαφόρους πρά-
2994ξεις, τὰς σχετιζομένας μὲ τὰ δάνεια. Καὶ ἡ διατήρησις
2995τῶν βιβλίων τούτων, κεχωρισμένη τοῦ Γενικοῦ Λογιστη-
2996ρίου, τὸ ὁποῖον δύναται πάντοτε νὰ ἀκολουθῇ τὴν πορείαν
2997τῶν δανείων, εἶναι ἔλεγχος ἀναγκαιότατος εἰς ἡμᾶς πρὸ
2998πάντων, ὅπου τὸ ζήτημα τῶν δανείων μας εἶναι ζήτημα
2999σπουδαιότατον καὶ λίαν πολύπλοκον, καθ’ ὃν τρόπον ταῦτα
3000συνομολογοῦνται καὶ διαχειρίζονται. Ὥστε τὸ οὐσιαστι-
3001κὸν μέρος τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι, κατ’ ἐμὲ, ἐπιβλα-
3002βὲς, τὸ τυπικὸν μέρος εἶναι μᾶλλον ἀστεῖον παρὰ σπουδαῖον.
3003Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο προτείνει ὡσαύτως καὶ ἓν ἄλλο
3004μέτρον. Προτεῖνον τὴν ἀκύρωσιν τοῦ νόμου τοῦ 1891,
3005καταργεῖ μίαν ἄλλην διάταξιν τοῦ νόμου ἐκείνου· ἡ διά-
3006ταξις αὕτη εἶναι ἡ ἐπιτρέπουσα τὴν πρόσληψιν εἰς τὴν
3007λογιστικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους λογιστῶν ὑπηρετησάν-
3008των ἐν ταῖς Τραπέζαις. Ἐπιτρέπεται, κατὰ τὸν ἰσχύοντα
3009νόμον, ἡ πρόσληψις λογιστοῦ, ὑπηρετήσαντος παρὰ Τραπέ-
3010ζῃ, πρὸς διεύθυνσιν τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων χρεῶν καὶ
3011εἰς τὴν θέσιν γραμματέως ἐν τῷ Γενικῷ Λογιστηρίῳ.
3012Δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ προσωπι-
3013κὸν, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει τὴν σπουδαιοτέραν ἔλλειψιν
3014ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Κράτους, εἶναι τὸ λογιστικὸν προσω-
3015πικόν. Ἔχομεν ἐλαχίστους καλοὺς λογιστάς· τὸ πλεῖστον
3016τῶν ὑπηρετούντων ἐν τῇ λογιστικῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Κράτους
3017εἶναι ἀσθενέστατον. Ἔχομεν ἀνάγκην, ἂν θέλωμεν νὰ ἔχω-
3018μεν τακτικὸν λογιστικὸν, νὰ ἐξέλθωμεν τῶν ὁρίων τῶν
3019προσόντων, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦμεν διὰ τοὺς ἄλλους ὑπαλλή-
3020λους τοῦ Κράτους, καὶ νὰ θεωρήσωμεν ὡς προσὸν τὴν ἐξά-
3021σκησιν ὑπηρεσίας λογιστικῆς παρά τινι Τραπέζῃ, ἂν θέλωμεν
3022νὰ εὕρωμεν προσωπικὸν, δυνάμενον νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ
3023λογιστικὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Καὶ ταύτην τὴν διάτα-
3024ξιν, νομίζω, ὅτι κακῶς ποιοῦν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τὴν
3025ἀκυροῖ, ἀκριβῶς διότι ἐπωφελεστάτη διὰ τὸ Δημόσιον θὰ
3026ἦτο ἡ πρόσληψις λογιστῶν, ἐργασθέντων παρά τινι ἀνεγνω-
3027ρισμένη Τραπέζῃ καὶ ἐχόντων τὴν ἱκανότητα νὰ ἐργασθῶσιν
3028εἰς τὸ Λογιστήριον.
3029Ἕνεκα τούτων ὅλων, καὶ ἕνεκα ἀκριβῶς τῆς στιγμῆς
3030ταύτης τῆς στενοχώρου, κατὰ τὴν ὁποίαν σπουδαιότερα
3031ἄλλα ζητήματα πρέπει νὰ ἐφελκύσωσι τὴν προσοχὴν τῆς
3032Βουλῆς, νομίζω ὅτι εἶναι καλὸν νὰ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέ-
3033διον τοῦτο, ὅπως μελετηθῶσιν ἀμφότερα τὰ ζητήματα,
3034τό τε ζήτημα τῆς τακτοποιήσεως τοῦ τμήματος τῶν δημο-
3035σίων χρεῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι σπουδαιότατον ζήτημα, καὶ τὸ
3036ζήτημα τῆς εὑρέσεως λογιστῶν, οἱ ὁποῖοι ἐλλείπουσι παρ’
3037ἡμῖν. Δὲν νομίζω καλὸν νὰ προβῶμεν βιαστικά, ὅπως πρό-
3038κειται σήμερον νὰ προβῶμεν, εἰς τὴν ἐπιψήφισιν ἑνὸς τοιού-
3039του νομοσχεδίου.
3040§40Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ σπουδαιότης τῆς
3041ἐργασίας περὶ τῶν δημοσίων χρεῶν, ὡς καὶ ἡ σπουδαιό-
3042της τῆς λογιστικῆς ὑπηρεσίας, ὑπαγορεύουσιν εἰς τὴν Βου-
3043λὴν οὐχὶ μέτρον, ὁποῖον προτείνει ὁ κ. Βουλευτὴς, ἀνα-
3044βολῆς τῆς τακτοποιήσεως τῶν περὶ τούτων, ἀλλὰ τὰ ὅλως
3045ἀντίθετα· διότι εἶναι τῷ ὄντι ἡ σπουδαιοτέρα ἴσως τῶν
3046ἐργασιῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἡ τῶν δημο-
3047σίων χρεῶν· ἡ δὲ διεύθυνσις τῶν δημοσίων χρεῶν εἶναι
3048σπουδαιοτέρα ἴσως καὶ δυσχερεστέρα τῆς διευθύνσεως τοῦ
3049Λογιστικοῦ τοῦ Κράτους κατὰ τὰ ἄλλα, εἶναι δυσχερε-
3050στέρα καὶ διότι παρ’ ἡμῖν ἐπ’ ἐσχάτων μόνον ἀνεπτύχθη
3051ἡ ὑπηρεσία αὕτη, καὶ δὲν εἶναι ἠσκημένον τὸ προσωπι-
3052κὸν εἰς τὰ τῆς διεξαγωγῆς αὐτῆς. Πρὸς ἐργασίαν οὕτω
3053σπουδαίαν δὲν ἐπαρκεῖ διεύθυνσις ἁπλοῦ τμηματάρχου· δὲν
3054παρέχει τὰς ἀπαιτουμένας ἐγγυήσεις. Ἐὰν εἶχεν ἡ παρ’
3055ἡμῖν ὑπηρεσία τὴν παρὰ μεγάλοις Κράτεσιν ἀνάπτυξιν,
3056θὰ διωρίζετο, ὅπως ἀλλαχοῦ, διευθυντὴς ἀντὶ τμηματάρ-
3057χου ἐπὶ τῶν δημοσίων χρεῶν, ὑπάλληλος τουτέστιν ἔχων
3058βαθμὸν ἴσον πρὸς τὸν τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογι-
3059στικοῦ, καὶ θὰ διεῤῥυθμίζοντο τὰ τῆς ὑπηρεσίας ἐπὶ τῶν
3060διαστάσεων τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου· ἀλλὰ τὰ παρ’ ἡμῖν
3061δὲν ἐπιτρέπουσι περὶ τὰ τοῦ δημοσίου χρέους δαπάνην διευ-
3062θύνσεως καὶ ὑπηρεσίας πολυτελοῦς. Ἐξ ἀνάγκης ἄρα, ἐὰν
3063ζητῶμεν ἐχέγγυα ὑπηρεσίας τελειοτέρας, — καὶ ὀφείλομεν
3064νὰ τὰ ζητῶμεν, — πρέπει τὸν προϊστάμενον τοῦ τμήμα-
3065τος τῶν δημοσίων χρεῶν νὰ ὑπαγάγωμεν, ὡς ὑποδιευθυν-
3066τὴν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ διευ-
3067θυντοῦ, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον, καὶ ἂν ἔτι, ἀψηφοῦν-
3068τες τὴν δαπάνην, ἠθέλομεν συστήσει διεύθυνσιν τοῦ δημο-
3069σίου χρέους, δὲν ἔχομεν τὸν δυνάμενον νὰ πληρώσῃ τὴν
3070θέσιν τοῦ διευθυντοῦ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης γινώσκει,
3071ὅτι τῶν δύο ἢ τριῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Λογιστικοῦ, τῶν ἐχου-
3072σῶν γενικώτερον χαρακτῆρα, δυσχερῶς συμπληροῦται τὸ
3073προσωπικὸν τῆς διευθύνσεως, καὶ ὅτι μόλις εὑρίσκομεν ἕνα
3074πρὸς διεύθυνσιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου...
3075§41ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οὔτε ἐκεῖ δὲν τὸν εὕρετε.
3076§42Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸν εὕρομεν ἄρι-
3077στον, ἀλλὰ μόλις ἕνα, ὅπως μόλις ἕνα εὑρίσκομεν διὰ τὴν
3078προεδρίαν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἢ καὶ διὰ τὴν θέσιν
3079τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου παρὰ τῷ Συνεδρίῳ. Καίτοι
3080ὀλίγαι αἱ ἀνώταται θέσεις, δὲν εὑρίσκομεν ἐπαρκὲς πρὸς
3081τὴν πλήρωσιν αὐτῶν προσωπικὸν, ἀφοῦ μάλιστα συνέβη
3082καὶ εἷς τῶν ἐπαρκεστέρων ἀπεχώρησεν ἐκ τῆς δημοσίας
3083ὑπηρεσίας, τραπεὶς πρὸς ἄλλας τύχας. Δὲν δυνάμεθα ἄρα
3084καὶ δι’ ἔλλειψιν προσωπικοῦ νὰ προαγάγωμεν τὸ τμῆμα
3085τῶν δημοσίων χρεῶν εἰς διεύθυνσιν. Καὶ ἂν διορίσωμεν προϊ-
3086στάμενον αὐτοῦ διευθυντὴν, θὰ ἔχῃ οὗτος τὰς γνώσεις, τὴν
3087πεῖραν, τὴν ἐπιβολὴν συνήθους τμηματάρχου, τοῦτο δὲ
3088ἀναντιῤῥήτως δὲν ἀρκεῖ ὡς ἐχέγγυον τοῦ Δημοσίου, καὶ
3089τοῦτο ὑπηγόρευσε τὴν εἰσήγησιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι
3090ἐθεωρήθη, ὅτι ὑπηρεσία τοσοῦτον σπουδαία, ὅσον παρε-
3091στήθη αὕτη ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, δέον ἵνα τελῇ
3092ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ ἀρίστου τῶν λειτουργῶν τοῦ Λογι-
3093στικοῦ, τοιοῦτος δὲ τυγχάνει βεβαίως ὁ Διευθυντὴς τοῦ
3094Γενικοῦ Λογιστηρίου. Παρουσιάζει δὲ ἡ συγκέντρωσις καὶ
3095ἄλλα πλεονεκτήματα, ἅτινα ὅμως θεωρῶ ὡς δευτερεύοντα,
3096ἀφορῶν κυρίως, ὡς συνηγοροῦντα ὑπὲρ αὐτῆς, εἰς τὸν λόγον
3097ὅτι, μὴ ὄντες ἐφωδιασμένοι εἰς ἐπαρκῆ καταρτισμὸν δύο
3098ὑπηρεσιῶν ὁμοταγῶν, ὀφείλομεν, ἀφοῦ τὸ Γενικὸν Λογι-
3099στήριον ἐκ διαφόρων λόγων εἶναι ἐπαρκέστερον κατηρτι-
3100σμένον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ, νὰ περιλάβωμεν καὶ τὴν
3101τῶν δημοσίων χρεῶν, ὅπως λειτουργῇ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ
3102Διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου.
3103Ἑτέρα γνώμη τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἀφορῶσα εἰς διάτα-
3104ξιν τοῦ καταργουμένου νόμου περὶ διορισμοῦ ὑπαλλήλων
3105τοῦ Λογιστηρίου, μὴ ἐχόντων τὰ προσόντα τοῦ γενικοῦ
3106νόμου, τὰ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἐχόντων
3107προσόντα ἐξ ἰδιωτικῆς ὑπηρεσίας παρὰ Τραπέζαις ἢ τρα-
3108πεζίταις, αὕτη νομίζω ὅτι ἀπεδείχθη καὶ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ
3109ἀλυσιτελής, εἶναι δὲ καὶ ἐπικίνδυνος, διότι τὸ προσὸν τῆς
3110ἰδιωτικῆς ὑπηρεσίας δὲν ἀποτελεῖ φραγμὸν ἀποκλείοντα
3111τοῦ διορισμοῦ τοὺς μὴ ἀποδεδειγμένως ἐντριβεῖς, ἀφοῦ ὁ
3112Ὑπουργὸς θὰ δύνηται διὰ τῆς θύρας τοῦ προσόντος τού-
3113του νὰ εἰσάξῃ εἰς τὸ προσωπικὸν τοῦ Λογιστικοῦ πάντα
3114παρουσιάζοντα ἀποδείξεις ὑπηρεσίας παρ’ ἰδιώταις καὶ
3115παρὰ Τραπέζαις, αἵτινες οὐδὲν δύνανται νὰ ἔχωσι τὸ κῦρος.
3116Κῦρος ἐπίσημον καὶ ἀναμφισβήτητον παρέχει ἡ δημοσία
3117ὑπηρεσία, ἢ ὁ συναγωνισμός, εἰς ἃ ἡ νομοθεσία περιορίζει
3118τὸ προσὸν παρ’ ἡμῖν. Ἀλλὰ ψηφισθείσης διατάξεως, ἐπι-
3119τρεπούσης τὸν ἐπὶ προσόντι ἰδιωτικῆς ὑπηρεσίας διορισμὸν,
3120ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ὑστέρων, ὅτι δὲν παρουσιάζονται σήμε-
3121ρον πρὸς εἰσαγωγὴν εἰς τὴν λογιστικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κρά-
3122τους οἱ ἔχοντες πεῖραν κεκτημένην παρὰ Τραπέζαις ἢ τρα-
3123πεζίταις, διότι οἱ ὑπάλληλοι Τραπεζῶν καὶ τραπεζιτῶν,
3124οἱ ἔχοντες ἀξίαν, δὲν ἀποφασίζουσι ν’ ἀνταλλάξωσι τὰς
3125ἀπολαυὰς καὶ τὴν προσδοκίαν προόδου ἐν τῇ μὴ ἐπισήμῳ
3126ὑπηρεσίᾳ ἀντὶ τῆς γλίσχρας ἀμοιβῆς τῆς δημοσίας ὑπη-
3127ρεσίας. Οὐδείς, νομίζω, διωρίσθη συνεπείᾳ τῆς διατάξεως
3128ἐκείνης, διότι οὐδεὶς ἐκ τῶν παρουσιασθέντων ἐθεωρήθη ἔχων
3129τὴν ἱκανότητα, ὅπως ἐργασθῇ χρησίμως, οὕτω προσλαμ-
3130βανόμενος, ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Λογιστηρίου. Κατηργήθη
3131ἄρα ἡ διάταξις, ἥτις ἠδύνατο νὰ βλάψῃ, ἡ ἀθετήσασα τὰς
3132ἐγγυήσεις τῶν προσόντων τοῦ γενικοῦ νόμου, δὲν ἔβλαψε
3133δὲ, ὅπως καὶ δὲν ὠφέλησεν, ὡς μὴ δυνηθεῖσα νὰ λειτουρ-
3134γήσῃ.
3135Τρίτην παρατήρησιν ὑπέβαλεν ὁ κ. Βουλευτής, τὴν ἀφο-
3136ρῶσαν εἰς τὸν κατὰ τὸ νομοσχέδιον τίτλον τοῦ διευθύνον-
3137τος τὸ Γενικὸν Λογιστήριον. Ὁ τίτλος εἶναι παρεμφερὴς
3138πρὸς τὸν τῇ πρωτοβουλίᾳ αὐτοῦ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ
3139Ἄρτης, ὡς Ὑπουργοῦ, ἀποδοθέντα εἰς πρόσωπον ἐκτάκτως
3140διοριζόμενον εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου,
3141εἶναι δὲ προσφυέστερος τοῦ σήμερον καθοριζομένου, ἤτοι
3142τοῦ τίτλου Διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Δὲν εἶναι
3143Γενικὸν τὸ Λογιστήριον, οὗτινος προΐσταται ὁ Διευ-
3144θυντής, ἀλλ’ εἶναι ὁ προϊστάμενος Γενικὸς Διευθυντὴς τοῦ
3145Λογιστικοῦ τοῦ Κράτους, καὶ τοῦτο ἁπλῶς ἐμφαίνει ὁ τί-
3146τλος, τὰς αὐτὰς περιέχων λέξεις τοῦ προηγουμένου, ἀλλ’
3147ἐν σειρᾷ καὶ προσαλλήλῳ σχέσει ἄλλῃ.
3148Σπουδαιοτέρα ὅμως εἶναι ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βου-
3149λευτοῦ, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν κατάργησιν τῆς διατάξεως τῆς
3150ψηφισθείσης τῇ εἰσηγήσει αὐτοῦ καὶ ἐπιτρεπούσης τὸν ἔκτα-
3151κτον διορισμὸν διευθυντοῦ ἀπολαύοντος προσωπικῶν προ-
3152νομίων. Ἐπέκρινεν ὁ κ. Βουλευτὴς τὴν κατάργησιν τῆς δια-
3153τάξεως, παραστήσας ταύτην ὡς μηδεμίαν ἐπαγομένην ἐπι-
3154βάρυνσιν εἰς τὸ Δημόσιον...
3155§43ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι, δὲν εἶπον τοῦτο· ἐπήγετο ἐπι-
3156βάρυνσιν ἐλαχίστην, καὶ ἔδιδε προνόμια ἄξια λόγου, ὅταν
3157ὁ διοριζόμενος εἶχε τεσσαρακονταετῆ ὑπηρεσίαν ἐν τῷ οἰκο-
3158νομικῷ κλάδῳ.
3159§44Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Παρέστησε λοιπὸν ὁ κ. Βουλευτὴς
3160τὴν διάταξιν ὡς ἐλάχιστα παρέχουσαν προνόμια, εἰμὴ μόνον
3161ἐὰν εἶχε τεσσαρακονταετῆ ὑπηρεσίαν ὁ διορισθησόμενος,
3162ὅτε τὰ προνόμια ἦσαν ἄξια λόγου. Ἀλλ’ ἀκριβῶς περὶ
3163τῆς περιπτώσεως ταύτης πρόκειται· διότι βεβαίως δὲν θὰ
3164διωρίζετο ἄλλος ἢ ὁ ἔχων τεσσαρακονταετῆ ὑπηρεσίαν, καὶ
3165εἰς τοῦτον παρεῖχε πλουσιοπάροχα τὰ δῶρα ἡ διάταξις·
3166καὶ δὲν παρεῖχε πρὸς μόνον αὐτὸν, ζῶντα καὶ ὑπηρε-
3167τοῦντα, τὰ δῶρα· ἰδίως μετὰ τὴν ἀποχώρησιν αὐτοῦ ἀπὸ
3168τῆς ἐκτάκτου ταύτης ὑπηρεσίας παρεῖχεν εἰς αὐτὸν ὠφε-
3169λείας εἰδικάς, σύνταξιν ἐπὶ μέτρῳ οὐχὶ τῷ συνήθει, ἀλλ’
3170ἐπὶ τῷ ἐκτάκτῳ μέτρῳ, τῷ κρατοῦντι παρὰ τοῖς ἰσοβίοις
3171δικασταῖς· θ’ ἀπελάμβανεν ἄρα οὗτος καὶ ἡ οἰκογένεια
3172αὐτοῦ, ἀντὶ τῆς τοῦ γενικοῦ νόμου συντάξεως, σύνταξιν
3173Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ τοῦτο εἰς ἀμοιβὴν διε-
3174τοῦς ὑπηρεσίας, ἴσως δὲ καὶ ἄνευ ὑπηρεσίας, ἐπὶ μόνῳ τῷ
3175διορισμῷ· διότι ἐκινδύνευεν ἀκριβῶς νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος
3176ἐπὶ τῷ τελευταίῳ τούτῳ ἀποτελέσματι, ἐὰν ἀληθῆ τὰ
3177θρυληθέντα. Κατ’ αὐτά, εἶχεν ἀποφασισθῆ ἡ προαγωγὴ
3178εἰς τὴν θέσιν ταύτην ἀνωτέρου ὑπαλλήλου, ἔχοντος τεσ-
3179σαρακονταετῆ ἔντιμον καὶ χρήσιμον ὑπηρεσίαν, προαγωγὴ
3180δεδικαιολογημένη ἄλλως καθ’ ὅλα, πλὴν μόνον, ὅτι θὰ
3181ἐπληροῦτο δι’ αὐτῆς θέσις πάντῃ περιττή. Ἄν ἐξετελεῖτο
3182ἡ ἀπόφασις, ἐπειδὴ τὴν θέσιν ταύτην ἡ νομοθετικὴ ἐξου-
3183σία, ὡς τὰ νῦν συμβαίνοντα μαρτυροῦσι, θὰ κατήργει εὐθὺς
3184ἔπειτα, συνέπεια τῆς καταργήσεως θὰ ἦτο, ὅτι πρὶν ἢ
3185προφθάσῃ νὰ ὑπηρετήσῃ ἐν αὐτῇ ὁ προαχθεὶς ὑπάλληλος,
3186θ’ ἀπεχώρει, ἀποκτῶν δι’ ἑαυτὸν καὶ διὰ τὴν οἰκογένειαν
3187αὑτοῦ δικαίωμα συντάξεως ἐπὶ αὐξήσει τοῦ ὅρου πολλα-
3188πλασίᾳ τῆς...
3189§45ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι πολλαπλασίᾳ.
3190§46Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ... πολλαπλασίᾳ τῆς παρεπομένης
3191εἰς κανονικὴν προαγωγήν. Αὗται ἦσαν αἱ ζημίαι, εἰς ἃς
3192θὰ ἐξετίθετο τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς διατηρήσεως ἐν ἰσχύϊ τοῦ
3193ψηφισθέντος τῇ εἰσηγήσει τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης
3194προσωπικοῦ θεσμοῦ. Ἐνομίσαμεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀφή-
3195σωμεν ἐκτεθειμένον τὸ Δημόσιον εἰς τὸν κίνδυνον τοιούτων
3196ζημιῶν. Ὑφ’ ἁπάσας ἄρα τὰς ἐπόψεις ταύτας, τὸ νομοσχέ-
3197διον οὐ μόνον λυσιτελὲς εἶναι πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ
3198Δημοσίου, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἐπεῖγον. Πλὴν δὲ τῶν διατά-
3199ξεων, ἐφ’ ὧν προεκάλεσαν τὴν προσοχὴν ὑμῶν αἱ παρα-
3200τηρήσεις τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, περιλαμβάνει
3201τὸ νομοσχέδιον καὶ ἄλλας, συντελεστικὰς πρὸς τακτοποίη-
3202σιν τῆς ὑπηρεσίας, καὶ τὰς παρεχούσας εἰς τὸν Διευθυντὴν
3203τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἢ Γενικὸν Διευθυντὴν τοῦ Λογι-
3204στικοῦ τοῦ Κράτους, πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν ὑπο-
3205λόγων, ἥτις ὑπόσχεται τὴν ἔγκαιρον καὶ ἀνελλιπῆ ὑποβο-
3206λὴν τῶν λογαριασμῶν τῶν ὑπολόγων. Τοιούτων ὄντων τῶν
3207σκοπῶν τοῦ νομοσχεδίου, οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ἵνα μα-
3208ταιώσωμεν αὐτοὺς, ἀποδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βου-
3209λευτοῦ περὶ ἀναβολῆς, ὑπάρχουσι δὲ λόγοι ἐπιτακτικοὶ,
3210ἵνα σπεύσωμεν εἰς τὴν πλήρωσιν αὐτῶν, ψηφίζοντες τὸ
3211νομοσχέδιον.
3212§47ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ τρόπος, μεθ’ οὗ ὁ κ. Πρωθυπουρ-
3213γὸς περιέγραψε τὰ ὀφέλη, τὰ ὁποῖα θὰ εἶχεν ὁ διορισθη-
3214σόμενος τυχὸν Γενικὸς Διευθυντὴς τοῦ Λογιστικοῦ τοῦ Κρά-
3215τους κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον, δύναται νὰ δώσῃ εἰς τὴν
3216Βουλὴν νὰ ὑποθέσῃ ὅτι οὗτος ἐπρόκειτο νὰ ὠφεληθῇ κολοσ-
3217σιαίαν ὠφέλειαν. Ὄχι· τὰ ὀφέλη, τὰ ὁποῖα θὰ εἶχεν, ἐν
3218ἐνεργείᾳ μὲν δὲν παρεῖχον εἰς αὐτὸν οὐδὲν τῶν ὅσων ἐλάμβανεν
3219ἐκ τῆς θέσεως, ἣν κατεῖχε, διότι τὸ πρόσωπον, περὶ τοῦ ὁποίου
3220ἐπρόκειτο, καὶ τὸ ὁποῖον γνωρίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἶ-
3221χεν ἀκριβῶς τὸν μισθὸν, τὸν ὁποῖον ἤθελε λάβει διοριζό-
3222μενον Γενικὸς Διευθυντὴς τοῦ Λογιστικοῦ τοῦ Κράτους.
3223Οὐδὲ μία δραχμὴ θὰ προσετίθετο εἰς τὸν μισθόν του. Ἑξα-
3224κοσίας δραχμὰς ἐλάμβανεν ἐκ τῆς θέσεως, ἣν κατεῖχεν, ἑξα-
3225κοσίας δραχμὰς ἤθελε λαμβάνει διοριζόμενος Γενικὸς Διευ-
3226θυντὴς τοῦ Λογιστικοῦ τοῦ Κράτους.
3227§48Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ τὸ Δημόσιον
3228θὰ τὰς ἐπλήρονε δίς.
3229§49ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀποσυρόμενος ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ὡς
3230σύνταξιν ἤθελε λάβει τὸ ὅλον τοῦ μισθοῦ του.
3231§50Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ προσώπου,
3232πρόκειται περὶ τοῦ Δημοσίου. Τὸ Δημόσιον θὰ ἐπλήρονε
3233μισθὸν, ὃν ἄνευ τοῦ νομοσχεδίου δὲν θὰ ἐπλήρονε, καὶ τοῦ-
3234τον τὸν μισθὸν θὰ ἐπλήρονεν ὁλόκληρον ὡς σύνταξιν εἰς
3235τὸν ἀποχωροῦντα.
3236§51ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μετὰ τεσσαρακονταετῆ ὑπηρεσίαν ὁ
3237ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος ἤθελε λάβει τὴν θέσιν, θὰ εἶχε καὶ
3238ἄνευ τοῦ νομοσχεδίου τὰ ¾ τοῦ μισθοῦ του σύνταξιν, του-
3239τέστι 450 δραχμὰς κατὰ μῆνα. Ἀντὶ τῶν 450 δραχμῶν,
3240κατὰ τὸ νομοσχέδιον θὰ ἐλάμβανεν 600. Τοῦτο εἶναι τὸ
3241μέγα κέρδος καὶ ὁ μέγας κίνδυνος, τὸν ὁποῖον ἐτρέχομεν.
3242Τὸ ζήτημα τῆς προσλήψεως λογιστῶν, ὑπηρετησάντων εἰς
3243Τραπέζας, δὲν εἶχεν ἀποτύχει καθ’ ὁλοκληρίαν, ὡς παρέ-
3244στησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀπ’ ἐναντίας εἶχον παρουσια-
3245σθῆ πρόσωπα, καὶ ἐγὼ αὐτὸς ἤμην εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς
3246ἱκανότητος αὐτῶν, καὶ μάλιστα ἓν τῶν προσώπων τούτων
3247ἦτο λίαν κατάλληλον, καὶ τὸ ὁποῖον ἤθελε διορισθῆ, ἐὰν
3248ἄλλα ἴδια αὐτοῦ συμφέροντα δὲν τὸ ἐμπόδιζον.
3249§52Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο εἶπον ἀκριβῶς.
3250§53ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἦσαν δύο ἢ τρία πρόσωπα τοιαῦτα.
3251Νομίζω δὲ, ὅτι τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων χρεῶν μόνον παρὰ
3252τοιούτων ὑπαλλήλων δύναται νὰ ὀργανωθῇ καὶ διευθυνθῇ
3253ἀποτελεσματικῶς· παρὰ τῶν ὑπαλλήλων τῶν ἀσχολουμέ-
3254νων εἰς τὴν κυρίως ταμιευτικὴν ὑπηρεσίαν ἡμῶν, τῶν ἐχόν-
3255των τὰ προσόντα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, δυσκόλως θὰ
3256διοργανωθῇ. Τὸ ζήτημα τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας τοῦ Διευ-
3257θυντοῦ τοῦ Λογιστηρίου ἐξασκεῖται σήμερον διὰ τοῦ Ὑπουρ-
3258γοῦ. Ὥστε οὐδὲν κατεπεῖγον παρουσιάζει. Τὸ μόνον, τὸ
3259ὁποῖον παρουσιάζει κατεπεῖγον, εἶναι ὁ τίτλος, εἶναι δὲ
3260αὐτὸς τίτλος ἁπλοῦς· διότι, ἐὰν ἦτο πραγματικὸς τίτλος,
3261καὶ εἶχε καὶ θετικὰ ἀποτελέσματα, ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς
3262τοῦ Λογιστικοῦ τοῦ Κράτους δὲν θὰ περιωρίζετο μόνον εἰς
3263τὸ Γενικὸν Λογιστήριον καὶ τὴν διεύθυνσιν αὐτοῦ, ἀλλὰ θὰ
3264εἶχε καὶ δικαιοδοσίαν ἐπὶ ὅλων τῶν Λογιστηρίων τοῦ Κρά-
3265τους, ἐπὶ ὅλων τῶν Λογιστηρίων τῶν Ὑπουργείων, τὴν
3266ὁποίαν δικαιοδοσίαν δὲν θὰ ἔχῃ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὸ
3267ζήτημα οὐδὲν παρουσιάζει τὸ κατεπεῖγον, ἐκτὸς μόνον τῆς
3268ἐπιθυμίας νὰ τιτλοφορήσωμεν πρόσωπόν τι· κατὰ τὰ ἄλλα
3269βεβαίως δὲν παρουσιάζει τίποτε τὸ κατεπεῖγον· βεβαίως δὲ
3270θὰ φέρῃ κακὰ ἀποτελέσματα διὰ τῆς μεταβιβάσεως τοῦ
3271τμήματος τῶν δημοσίων χρεῶν εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον,
3272τοῦ ὁποίου, ὡς εἶπον, καὶ οἱ ἄλλοι κλάδοι, οἱ τυπικώτεροι,
3273οἱ ἁπλούστεροι, σήμερον δὲν λειτουργοῦσιν, ὡς ἔδει νὰ λει-
3274τουργῶσι.
3275§54ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ κλάδος τῆς δημοσίας ὑπη-
3276ρεσίας χωλαίνων ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ, εἶναι βεβαίως ὁ κλάδος
3277τοῦ Λογιστικοῦ τοῦ Κράτους. Καὶ τρανὰ ἔχομεν περὶ τούτου
3278δείγματα· ἔχομεν τὸ δεῖγμα τῆς ἀνακαλύψεως ἐκ μέρους
3279τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τῆς καταχρήσεως τῶν 6 ἑκατομμυ-
3280ρίων, ἔχομεν τὴν κατάστασιν ἐν γένει τοῦ δημοσίου Λογι-
3281στηρίου, ὅπου οὐδὲ οἱ λογαριασμοὶ τῶν ὑπολόγων ἐξελέγ-
3282χονται, οὐδὲ εἶναι εἰς κατάστασιν τὸ Λογιστήριον νὰ πα-
3283ρέχῃ ὕλην εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ὥστε τὸ Ἐλεγ-
3284κτικὸν Συνέδριον νὰ δύναται νὰ φθάσῃ εἰς τὴν ἐκκαθάρι-
3285σιν τῶν λογαριασμῶν καὶ νὰ παρουσιάζῃ ἀπολογισμούς, καὶ
3286ἐν γένει νὰ προέρχηται εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς διαχειρίσεως
3287τῆς ἐθνικῆς περιουσίας. Διὰ τοῦ νόμου τούτου θεραπεύον-
3288ται αὐτά; Δὲν πιστεύω· ὅπως δὲν ἐθεραπεύθη οὐδεμία ἔλ-
3289λειψις τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας διὰ τῶν πολλῶν νομοθετη-
3290μάτων, τῶν ὁποίων τὸ ἓν διαδέχεται τὸ ἄλλο. Τοιουτοτρό-
3291πως νομίζω, ὅτι καὶ ὁ νόμος οὗτος μεταβάλλει ἓν σύστημα,
3292τὸ ὁποῖον ἐλειτούργει... πρὸ πόσου καιροῦ ἐλειτούργει τὸ
3293σύστημά σας, κύριε Καραπάνε, διὰ τὰ δάνεια;
3294§55ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἤρξατο λειτουργοῦν διὰ τοῦ τμήμα-
3295τος. Τώρα δὲν ἠξεύρω ποῦ εὑρίσκεται.
3296§56ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Λοιπὸν μεταβάλλεται καὶ τὸ σύ-
3297στημα τοῦτο τώρα, καὶ βεβαίως τὴν σύγχυσιν θὰ φέρωμεν
3298εἰς τὴν λογιστικὴν τοῦ Κράτους ὑπηρεσίαν, καὶ οὐδεμίαν
3299ὠφέλειαν θὰ ἔχωμεν. Πάσχει δὲ ὁ τόπος ἐκ τούτου, ἴσως
3300ἕνεκα τῆς συχνῆς μεταβολῆς τῶν ὑπαλλήλων, πάσχει ἀπὸ
3301ἔλλειψιν λογιστῶν. Καὶ ἡ σκέψις τοῦ κ. Καραπάνου, τοῦ
3302νὰ προστρέξωμεν εἰς τοὺς λογιστὰς τῶν Τραπεζῶν, μεταξὺ
3303τῶν ὁποίων ὑπάρχουσι διακεκριμένοι λογισταὶ — τοῦτο εἶ-
3304ναι πασίγνωστον — βεβαίως εἶναι ἓν μέτρον, ὅπερ ἠδύνατο
3305νὰ παράσχῃ εἰς ἡμᾶς λογιστὰς ἱκανούς, τῶν ὁποίων ἔχο-
3306μεν ἀπόλυτον ἀνάγκην, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ φέρωμεν μίαν
3307τάξιν εἰς τὸ Λογιστικὸν τοῦ Κράτους, διότι σήμερον εἶναι,
3308κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, σὰν τῆς τρελλῆς τὰ μαλλιά·
3309δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν κἀνεὶς, ἀφ’ ἧς μάλιστα ἀπεμα-
3310κρύνθη ὁ κύριος Λεβίδης ἀπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Λογιστη-
3311ρίου, δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν κἀνεὶς νὰ δώσῃ ἕνα λογα-
3312ριασμὸν, ὁ ὁποῖος νὰ ἦναι ἀκριβής. Δύναται νὰ βλέπῃ τις
3313ὁρμαθὸν λογαριασμῶν· ἀλλ’ ὅταν θελήσῃ νὰ κάμῃ τὴν ἐξέ-
3314λεγξιν, ἵνα φθάσῃ εἰς τὴν ἀλήθειαν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
3315εὕρῃ ὕλην, νὰ ἔχῃ στηρίγματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ φθάσῃ
3316εἰς ἕνα ἔλεγχον ἀκριβῆ. Διὰ τοῦτο καὶ βλέπομεν, ὅτι γί-
3317νονται συζητήσεις ἀδιακόπως ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμά-
3318των, καὶ ἂν πιάσῃ τις τοὺς ἀριθμοὺς τοῦ ἑνός, λέγει ἰδοὺ
3319ἡ ἀλήθεια! μετ’ ὀλίγον ἀκούει τοὺς ἀριθμοὺς τοῦ ἄλλου,
3320καὶ λέγει πάλιν ἰδοὺ ἡ ἀλήθεια! Καὶ ἐφθάσαμεν εἰς τὸ
3321σημεῖον, ὥστε ἡ ἐπιστήμη, ἡ ὁποία θεωρεῖται ἡ μᾶλλον
3322ἀνθρωπίνως ἀκριβής, ἡ λογιστική, νὰ ἦναι τὸ μεγαλείτερον
3323ψεῦδος. Διὰ τοῦτο ἀντιτάσσομαι, ὡς ἀντετάχθην καθ’ ὅλων
3324τῶν νομοθετικῶν μεταβολῶν, ἀντιτάσσομαι καὶ κατὰ τοῦ
3325νομοσχεδίου τούτου.
3326§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομο-
3327σχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πε-
3328ρισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
3329(Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς
3330ἔχει, τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου).
3331§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
3332§59ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν μᾶς εἶπέ τι
3333ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ἄλλου, τοῦ οὐσιαστικωτέρου, περὶ
3334τοῦ ἐλέγχου τῶν τοκομεριδίων· εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκε-
3335ται οὗτος;
3336§60Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθ.). Δὲν ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ
3337κάμω περὶ τούτου λόγον, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς διατελεῖ ὑπὸ
3338πλάνην, ὑποθέτων καθυστέρησιν ἐργασίας ἐν τούτῳ. Δὲν
3339ὑπάρχει καθυστέρησις ἐργασίας· ἀλλ’ ὑπάρχει ἀνάγκη ἐργα-
3340σίας ἀναγεννωμένη. Ἀφ’ ὅτου ἀπεχώρησεν ἀπὸ τοῦ Ὑπουρ-
3341γείου ὁ κ. Βουλευτής, ἀνεγεννήθη ἀνάγκη ἐργασίας πολὺ
3342μεγαλειτέρα τῆς ὑπαρχούσης ὅτε εἰσῆλθεν εἰς αὐτήν. Εἶ-
3343πεν, ὅτι δὲν γνωρίζει, τί ἐγένετο, ἀφ’ ὅτου ἐξεκαθάρισεν
3344αὐτὸς τὰ τῶν τοκομεριδίων. Ἡ ὑπηρεσία, ἀφ’ ὅτου ἀπε-
3345χώρησεν αὐτός, ἐξεκαθάρισε καὶ τρὶς καὶ τετράκις το-
3346κομερίδια, καὶ ἐφ’ ὅσον παρέρχονται οἱ μῆνες, γίνονται νέαι
3347ἐκκαθαρίσεις· διότι διηνεκῶς παραλαμβάνονται νέα τοκο-
3348μερίδια, δεόμενα ἐκκαθαρίσεως, καὶ πᾶς Ὑπουργός, παρα-
3349λαμβάνων τὴν ὑπηρεσίαν, θὰ εὕρῃ τοκομερίδια συγκεντρω-
3350θέντα πρὸς ἐκκαθάρισιν, ἅτινα ὅμως δὲν ἀποτελοῦσιν ὑπη-
3351ρεσίαν καθυστεροῦσαν, ἀλλὰ τὴν τρέχουσαν, ἥτις παρ’ ἡμῖν
3352εἶναι λίαν ἐργώδης, διότι πολλὰ καὶ ποικίλα τὰ χρέη ἡμῶν.
3353Ὅτε ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνέλαβε τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουρ-
3354γείου, εὗρε προσφάτως ἐξωφλημένον ὁλόκληρον δάνειον, εὗ-
3355ρεν ὅλα τὰ τοκομερίδια καὶ τοὺς τίτλους τοῦ δανείου ἐκεί-
3356νου δεομένους ἐκκαθαρίσεως· ἀλλὰ δὲν ἦτο αὕτη καθυστε-
3357ροῦσα ἐργασία, ἦτο ἐργασία τρέχουσα, ἧς ἡ ἀνάγκη ἐγεν-
3358νήθη ἀκριβῶς κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχήν. Ἔκτοτε ἐκ περι-
3359τροπῆς κατὰ πᾶσαν τριμηνίαν ὡς πρός τινα δάνεια, κατὰ
3360πᾶσαν ἑξαμηνίαν ὡς πρὸς ἄλλα δάνεια, ἐπαρουσιάσθη
3361ἀνάγκη ἐκκαθαρίσεως τοκομεριδίων. Ἐν τῷ μεταξὺ τῶν
3362κανονικῶς ἐκ περιτροπῆς παρουσιαζομένων τοκομεριδίων τῶν
3363κανονικῶν δανείων παρουσιάζονται πρὸς τακτοποίησιν καὶ
3364τίτλοι προσωρινῶν δανείων ἐξοφλουμένων ἢ ἀνανεουμένων,
3365πᾶσα ὅμως ἡ ἐργασία αὕτη διεξάγεται ὁμαλῶς, καὶ οὐ-
3366δεμία ὑπάρχει καθυστέρησις ἐν τῷ παρόντι.
3367§61ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς βεβαίως πλανᾶ-
3368ται. Ὅτε ἤμην ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, δὲν εὗρον μόνον τὰς
3369ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων...
3370§62Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐχὶ τῶν 60 ἑκατομμυρίων.
3371§63ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ... οὐδὲ τοῦ δανείου τῆς Ἀνεξαρτη-
3372σίας· εὗρον τὰς ὁμολογίας πάντων τῶν δανείων, τῶν ἐξο-
3373φληθέντων, ἐν ἀταξίᾳ. Ἐπιτροπὴ δὲ, συγκειμένη ἐξ ἑνὸς
3374μέλους τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ τῶν ἀναγκαίων λο-
3375γιστῶν, εἰργάσθη ἐπὶ ἓξ μῆνας καὶ πλέον, ἵνα τὰ τακτο-
3376ποιήσῃ. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν τακτοποίησιν τῶν τοκομερι-
3377δίων, ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἰς τὸ ἑξῆς.
3378Δὲν ὑπάρχουσι τακτοποιημένα τὰ τοκομερίδια ἀπὸ δεκαε-
3379τίας. Αἱ Τράπεζαι δὲν παρέδωκαν τὰ τοκομερίδια, τὰ
3380ὁποῖα ἐπλήρωσαν· αἱ Τράπεζαι δὲν παρέδωκαν τὸν λογα-
3381ριασμὸν μετὰ τῶν τοκομεριδίων, διὰ νὰ φανῇ, τί ποσὸν
3382ἀκριβῶς τοκομεριδίων μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν αὐτῶν ἐπλήρω-
3383σαν, καὶ τί ποσὸν δὲν ἐπληρώθη. Λέγω τοῦτο, οὐχὶ ἵνα
3384φέρω συζήτησιν ἐπὶ τοῦ τί ἐγένετο, ἀλλὰ διότι θεωρῶ ἀπο-
3385λύτως ἀναγκαῖον νὰ γείνῃ ὅ,τι δὲν ἐγένετο. Αἱ Τράπεζαι
3386τότε εἶχον δεχθῆ νὰ παραδώσωσι τὰ τοκομερίδια, ὁμο-
3387λογήσασαι τὴν ἔλλειψίν των ταύτην, ὑποδείξασαι τὰς
3388δυσκολίας, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκοντο, καὶ ὑποσχεθεῖσαι νὰ
3389τακτοποιήσωσι τὰς δυσκολίας ταύτας μεθ’ ὅλων τῶν ἀντα-
3390ποκριτῶν των ἐν Εὐρώπῃ· μετὰ τὴν τακτοποίησιν δὲ ταύτην
3391ὑπεσχέθησαν νὰ παραδώσωσι τὰ τοκομερίδια, τὰ ὁποῖα εὑ-
3392ρίσκοντο συνεσωρευμένα ἐν τοῖς ταμείοις αὐτῶν τῶν Τραπε-
3393ζῶν, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν παρεδόθησαν εἰς τὸ Δημόσιον. Ἐὰν
3394κατέλθῃ μόνος του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὸ τμῆμα τῶν
3395δημοσίων χρεῶν καὶ ζητήσῃ νὰ τῷ παρουσιάσωσι τὰ τοκο-
3396μερίδια, χωρὶς νὰ περιορισθῇ εἰς ἁπλᾶς πληροφορίας, θὰ
3397ἴδῃ, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν. Ἐὰν δὲ ἐρωτήσῃ τὰς Τραπέζας,
3398θὰ μάθῃ, ὅτι αὗται ἔχουσι σωρείαν τοκομεριδίων, μὴ παρα-
3399δοθέντων εἰς τὸ Δημόσιον. Τοῦτο εἶναι, νομίζω, ἀναγκαῖον
3400νὰ ἐπιδιωχθῇ.
3401§64Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ὑπηρεσία τῶν
3402τοκομεριδίων γίνεται ὅλη παρὰ ταῖς Τραπέζαις, δὲν γίνε-
3403ται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἔλεγεν, ὅτι εὗρεν
3404ἐν τῷ Ὑπουργείῳ σωρείαν τοκομεριδίων...
3405§65ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι τοκομεριδίων· ὁμολογιῶν.
3406§66Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ αὐτὸ εἶναι· τίτλων... Εὗρε
3407σωρείαν τίτλων ἀτακτοποίητον. Οἱ τίτλοι οἱ ἐν τῷ Ὑπουρ-
3408γείῳ εἶναι οἱ ἀποσταλέντες ὑπὸ τῶν Τραπεζῶν, ἀποδει-
3409κνύουσι δὲ, ὅτι ὡς πρὸς αὐτοὺς διεξήχθησαν τὰ δέοντα
3410πρὸς τακτοποίησιν. Ἐξέλαβεν ὁ κ. Βουλευτὴς ὡς σημεῖον
3411ἀταξίας, ὅτι οἱ τίτλοι εὑρίσκοντο ἐν τῷ Ὑπουργείῳ· ἀκρι-
3412βῶς τοῦτο εἶναι σημεῖον συντελέσεως τῆς ἐργασίας τοῦ
3413πρώτου σταδίου καὶ ἐνάρξεως τῆς ἐργασίας τοῦ δευτέρου
3414σταδίου. Περὶ δὲ τὴν ὑποχρέωσιν τῶν Τραπεζῶν, οὐδεμία
3415χωρεῖ ἀμφιβολία· καὶ ἐὰν αἱ Τράπεζαι ἀντέταξαν ὡς πρὸς
3416ταύτην ἀντιῤῥήσεις, ἠναγκάσθησαν νὰ παραιτήσωσιν αὐτάς.
3417Αἱ Τράπεζαι πληρόνονται ἥμισυ τοῖς ἑκατὸν διὰ τὴν ὑπη-
3418ρεσίαν τῶν δανείων, περιλαμβάνουσαν καὶ τὴν τακτοποίη-
3419σιν τῶν τοκομεριδίων καὶ τὴν ἀπόδοσιν αὐτῶν εἰς τὴν Κυ-
3420βέρνησιν. Ἡ ὑπηρεσία οὐδέποτε ἠμέλησε νὰ ἀπαιτήσῃ
3421παρὰ τῶν Τραπεζῶν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων αὐ-
3422τῶν· ἐὰν δὲ αἱ Τράπεζαι δυσχεραίνωσι περὶ τὴν ἐκτέ-
3423λεσιν τῶν ὑποχρεώσεών των, καὶ ἐκ τούτου ἐπέρχηται ἀνω-
3424μαλία, δὲν ἐμφαίνει αὕτη ἀταξίαν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Τὸ
3425Ὑπουργεῖον ὀφείλει μόνον νὰ ἐπιδιώκῃ τὴν ὑπὸ τῶν Τρα-
3426πεζῶν ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας, ἀνηκούσης εἰς αὐτὰς, διότι
3427αὐταὶ εἶναι πληρωμέναι πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ὑπηρεσίας.
3428Εὐθὺς δὲ, ὡς παρ’ αὐτῶν ἐκτελεσθῇ ἡ ὑποχρέωσις, ἡ ἐπι-
3429βεβλημένη ἐκ τῆς συμβάσεως, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἀνήκει
3430ἡ ἐργασία τῆς καταστροφῆς τῶν τίτλων τούτων μετὰ πρό-
3431χειρόν τινα ἐπιπρόσθετον ἔλεγχον.
3432§67ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ ἐργασία αὕτη,
3433ἀντὶ νὰ βελτιωθῇ, θὰ καταστραφῇ διὰ τῆς μεταφορᾶς τοῦ
3434τμήματος τῶν δημοσίων χρεῶν. Διαβεβαιῶ δὲ περὶ τούτου
3435τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ ἐὰν ζήσωμεν, θὰ τῷ ὑπενθυμίσω
3436τὴν βλάβην, τὴν ὁποίαν θὰ φέρῃ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τού-
3437του ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ δημοσίου χρέους.
3438§68ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τμῆμα ἰδιαίτερον πρέπει νὰ ὑπάρχῃ.
3439(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ
3440ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥή-
3441σεως τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νο-
3442μοσχεδίου, εἰς αʹ συζήτησιν).
3443§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
3444συμπληρώσεως καὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν παγίων φορολο-
3445γικῶν νόμων.
3446(Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ
3447ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνον-
3448ται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα 1–7).
3449§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8(ἀναγινώσκεται).
3450§71ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριε Πρωθυπουργὲ, ἀφοῦ εὑρισκό-
3451μεθα εἰς αὐτὰς τὰς οἰκονομικὰς ἀνάγκας, διατὶ νὰ μὴ
3452περιλάβωμεν καὶ τὰ εἰσοδήματα τῶν οἰκοδομῶν τὰ μέχρι
3453500 δραχμῶν;
3454§72Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Διότι οὕτως ἔχουσι
3455τὰ κείμενα. Ἐγὼ δὲν ἀσπάζομαι τὸ σύστημα τοῦτο τῆς
3456φορολογίας τῆς προοδευτικῆς.
3457§73ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὄχι προοδευτικῆς.
3458§74Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι προοδευτικὴ ἡ φορολογία, ἣν
3459ψηφίζομεν.
3460§75ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τὸ σύνολον μάλιστα, ἀλλὰ καθ’ ὅσον
3461ἀποβλέπει...
3462§76ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πανταχοῦ ἐξαιροῦνται αἱ μικραὶ οἰκο-
3463δομαί. Τὰς καλύβας θὰ φορολογήσωμεν;
3464§77ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν εἶναι καλύβη ἡ οἰκοδομὴ ἡ
3465ἔχουσα 500 δραχμῶν εἰσόδημα. Ἂς τεθῇ φόρος 50 λεπτῶν
3466ἢ μιᾶς δραχμῆς.
3467§78ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αἱ δαπάναι τῶν εἰσπράξεων δὲν θὰ
3468καλύπτωνται.
3469§79Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αἱ οἰκίαι αἱ ἀποδίδουσαι ἐλάχιστον
3470εἰσόδημα εἶναι κυρίως αἱ τῶν χωρικῶν, καὶ νομίζω, ὅτι αὗ-
3471ται πρέπει νὰ ὦσιν ἀσύδοτοι, ὡς συνδεόμεναι μάλιστα ἀμέ-
3472σως πρὸς τὴν γεωργίαν. Διὰ ταύτης τῆς διατάξεως ἀπαλ-
3473λάσσονται τὰ χωρία σχεδὸν ἐντελῶς ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς
3474τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν.
3475§80ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Καλαὶ εἶναι αἱ θεωρίαι αὗται, ἀλλὰ
3476πῶς θ’ ἀποφύγωμεν τὰ χρεωκοπικὰ δάνεια; Αὐτὰς τὰς
3477θεωρίας τὰς γνωρίζω καὶ ἐγώ.
3478(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ
3479ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤ-
3480ῥήσεως τὰ λοιπὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομο-
3481σχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν).
3482§81ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπιτρέπετε, κύριε Πρόεδρε, νὰ ζητήσω
3483μίαν πληροφορίαν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομι-
3484κῶν, ἐπειδὴ ἐπείγει ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ;
3485§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
3486§83ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὴν ὑποβάλλω ἐγγράφως.
3487§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
3488ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 23 τοῦ ΧΞϚʹ νόμου τῆς 31 Δεκεμ-
3489βρίου 1877.
3490(Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνο-
3491λον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
3492Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ
3493συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ
3494ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπιτηρήσεως καὶ
3495φυλάξεως τῶν δημοσίων καὶ ἐκκλησιαστικῶν κτη-
3496μάτων ἐν τοῖς δήμοις Ἀθηναίων καὶ Πειραιῶς.
3497Ὡσαύτως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ
3498εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον,
3499ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ νομοσχέδια:
3500Περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν προξενικῶν ὑπολόγων ἐκ
3501καταλογισμοῦ λόγῳ νομισματικῆς διαφορᾶς ἐπὶ
3502μισθῶν καὶ ἐξόδων εἰς μεταλλικὸν διὰ τῶν εἰσπρά-
3503ξεών των πληρωθέντων μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου
35041886.
3505Περὶ ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 7,
35068 καὶ 9 τοῦ νόμου ᾼΦΙΓʹ τῆς 28 Μαΐου 1887.
3507Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ᾼΦΟΗʹ νόμου τῆς 11
3508Δεκεμβρίου 1887 «περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν σημαιο-
3509φόρων τοῦ Β. Ναυτικοῦ» καὶ τοῦ ΑΡΝϚʹ νόμου
3510τῆς 27 Μαρτίου 1884 «περὶ συστάσεως Σχολῆς τῶν
3511ναυτικῶν δοκίμων»).
3512§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
3513ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 427 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας.
3514(Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ
3515ἀντιῤῥήσεως.)
3516§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
3517§87ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι προ-
3518τιμότερον ν’ ἀπαλειφθῶσιν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου ἐντελῶς
3519αἱ λέξεις «ὁ Πρόεδρος ἀναμιμνήσκει εἰς τοὺς ἐνόρκους
3520τὰ καθήκοντά των»· διότι, ἐὰν ἡ κατάργησις τοῦ θε-
3521σμοῦ τῆς ἀνακεφαλαιώσεως δικαιολογῆται κυρίως ἐκ τῆς
3522καταστρατηγήσεως αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν ἡ πεῖρα μᾶς ἐβε-
3523βαίωσε, φοβοῦμαι πολύ, ὅτι ἐκεῖνοι, οἵτινες μέχρι τοῦδε
3524τοιαύτην ἐποιοῦντο κατάχρησιν τῆς ἀνακεφαλαιώσεως,
3525ἤθελον εὑρίσκει πρόσφορον τὸ μέσον τῆς μετεμψυχώσεως,
3526οὕτως εἰπεῖν, αὐτῆς ἐν τῇ ὑπομνήσει τῶν καθηκόντων
3527τῶν ἐνόρκων. Θεωρῶ δὲ τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν περιλαμ-
3528βάνουσιν αἱ λέξεις αὗται, ὄχι μόνον ἐπισφαλῆ, ἀλλὰ καὶ
3529περιττὴν ὅλως, διότι τὸ ἄρθρον 435 τῆς Ποινικῆς Δικο-
3530νομίας ἐπιβάλλει εἰς τὸν προϊστάμενον τῶν ἐνόρκων, ὡς
3531ἀπαράβατον, τὸ καθῆκον τοῦ ὑπομιμνήσκειν εἰς τοὺς ἐνόρ-
3532κους τὰ καθήκοντά των ἐν τῷ δωματίῳ τῶν διασκέψεων
3533αὐτῶν. Δὲν ἐννοῶ δὲ, οὔτε εὑρίσκω λόγον τινά, δικαιολο-
3534γοῦντα τὴν διπλῆν ταύτην ὑπόμνησιν.
3535Ἐπίσης φρονῶ, ὅτι πρέπει ν’ ἀπαλειφθῶσι καὶ αἱ λέ-
3536ξεις «ἀναπτύσσει ὁ Πρόεδρος τὴν νομικὴν ἔννοιαν ἑκάστου
3537ζητήματος», διότι καὶ ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἐξ ἴσου ἐπι-
3538κίνδυνος, καὶ πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ, τόσῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον
3539ἐκ διαφόρων μὲν ἄλλων διατάξεων τῆς Ποινικῆς Δικονο-
3540μίαν συνάγεται τὸ καθῆκον τοῦ Προέδρου, ὅπως ἐξηγῇ
3541εἰς τοὺς ἐνόρκους τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν παντὸς ἀναφερομένου
3542τυχὸν ζητήματος, εἰς δὲ τὸ ἄρθρον 427, τὸ ὁποῖον πρό-
3543κειται νὰ καταργήσωμεν, δὲν περιλαμβάνεται τὸ παράπαν
3544τοιαύτη διάταξις· ἤδη τίθενται τὸ πρῶτον αἱ λέξεις αὗ-
3545ται. Αἱ παρατηρήσεις μου δὲ αὗται παρακαλῶ νὰ ληφθῶ-
3546σιν ὑπ’ ὄψιν καὶ γείνωσιν ἀποδεκταὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς,
3547καὶ ἰδίως ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως
3548ἐπιτευχθῇ καὶ ἐξασφαλισθῇ ὁ σκοπὸς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν
3549νομοσχεδίου, ὅστις ἄλλως θέλει καταστῆ προβληματικός,
3550κατ’ ἐμὲ τουλάχιστον.
3551§88ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ πρώτη
3552παρατήρησις ἀφορᾷ εἰς ἀπάλειψιν λέξεων, ὑπαρχουσῶν ἐν
3553τῷ κειμένῳ. Ἡ εἰδικὴ ἐπιτροπή, ἡ ἐπεξεργασθεῖσα τὸ νομο-
3554σχέδιον, ἐσημείωσε, ποῖαι λέξεις πρέπει νὰ διαγραφῶσιν,
3555ὅπως ἐγκαταλειφθῇ ἡ ἀνακεφαλαίωσις. Περὶ τῶν λέξεων,
3556ὧν τὴν ἀπάλειψιν προτείνει ὁ κ. Βουλευτής, εὗρεν ὅτι δὲν
3557ἦτο ἀναγκαῖον νὰ γείνῃ ἀπάλειψις· γενομένης δὲ συζητή-
3558σεως, εὑρέθη, ὅτι δὲν βλάπτουσι· διότι ἡ ὑπόμνησις εἰς τοὺς
3559ἐνόρκους τῶν καθηκόντων των εἶναι πρᾶγμα ἀβλαβές. Ἡ τε-
3560λευταία προσθήκη εἶναι νέα· διότι, ἀφοῦ ἔλειψεν ἡ ἀνακε-
3561φαλαίωσις, ἐθεωρήθη, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Πρόεδρος νὰ
3562ἀναπτύσσῃ εἰς αὐτοὺς τὰ νομικὰ ζητήματα, διότι πιθανὸν
3563νὰ μὴ ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ ἀντιληφθῶσι τούτων. Ἑπο-
3564μένως ἡ προσθήκη ἐθεωρήθη ἀπαραίτητος.
3565(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον, ὡς ἔχει, καὶ τὸ
3566σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν, ἄνευ
3567ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
3568§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
3569διοικήσεως τοῦ ἐν Ἀθήναις νοσοκομείου τῶν ὀφθαλμιώντων,
3570μετονομαζομένου Ὀφθαλμιατρείου.
3571§90ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσω-
3572τερικῶν εἶχεν εὐαρεστηθῆ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις μέχρι
3573προσαγωγῆς ἐγγράφων τινῶν, τὰ ὁποῖα εἶχε παρακληθῆ
3574νὰ προσαγάγῃ· ὁ δὲ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχε δη-
3575λώσει, ὅτι δὲν ἐνόει νὰ προβῶμεν εἰς συζήτησιν ἄλλων
3576νομοσχεδίων, πλὴν τῶν φορολογικῶν. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ
3577ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, μέχρις οὗ
3578προσαχθῶσι τὰ ἔγγραφα.
3579§91ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Κατα-
3580θέτω τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευ-
3581τοῦ ἐκ Μαντινείας. Νομίζω δὲ, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος, ὅπως
3582ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, τόσῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον τὰ ἔγ-
3583γραφα φέρουσι τὴν ὑπογραφὴν αὐτοῦ τοῦ κ. Βουλευτοῦ,
3584ἑπομένως διετέλει ἐν γνώσει, διότι, ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς,
3585ὑπέγραψε τὰ ἔγγραφα. Δυνάμεθα νὰ προβῶμεν ἤδη εἰς τὴν
3586πρώτην συζήτησιν, καὶ κατὰ τὴν δευτέραν δύναται ὁ κ.
3587Βουλευτὴς νὰ εἴπῃ ὅσα ἔχει νὰ εἴπῃ.
3588§92ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι καὶ ὁ χρόνος
3589ἤδη εἶναι ἀκατάλληλος διὰ τοιαῦτα νομοσχέδια.
3590§93ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐπείγει, μετὰ τὴν
3591πανηγυρικὴν μάλιστα δήλωσιν τοῦ σεβαστοῦ Προέδρου τῆς
3592Κυβερνήσεως, εἰπόντος ὅτι οὐδὲν νομοσχέδιον θὰ συζητηθῇ,
3593μὴ συνδεόμενον πρὸς τὰ φορολογικά. Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ
3594μελετήσωμεν τὰ ἔγγραφα, ἵνα προβῶμεν ἐν γνώσει εἰς τὴν
3595συζήτησιν, καθόσον μάλιστα ἔχομεν πληροφορίας, ὅτι ἡ
3596παραλαβοῦσα τὸ κατάστημα ἐπιτροπὴ εὗρεν αὐτὸ εἰς χει-
3597ρίστην κατάστασιν, καὶ εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ ἐκτύλιξις τῶν
3598ἐγγράφων δὲν θὰ ὠφελήσῃ τὰ πρόσωπα, διὰ τὰ ὁποῖα τὸ
3599νομοσχέδιον γίνεται.
3600§94ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν
3601ἔχω δυσκολίαν ν’ ἀπαντήσω ἀμέσως. Θεωρῶ ὅμως ἄτο-
3602πον, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς πρὸ τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἐγγρά-
3603φων ἐμέμφθη τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία διηύθυνε τὸ κατά-
3604στημα πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νῦν ἰσχύοντος νόμου. Εἶπον
3605μόνον, ὅτι δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν πρώτην συζή-
3606τησιν, κατὰ δὲ τὴν δευτέραν εἶναι ἐλεύθεροι οἱ κύριοι
3607Βουλευταὶ νὰ ἀναπτύξωσι τὰς ἰδέας των, εἰς ἃς θὰ ἀπαν-
3608τήσω.
3609§95ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐπιμένω νὰ ἀκολου-
3610θήσωμεν τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δηλώσαντος
3611ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἀσχολώμεθα εἰς τὴν μελέτην τῶν
3612ἄλλων νομοσχεδίων, ἀφοῦ αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς θὰ περιο-
3613ρισθῶσι μόνον εἰς τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια.
3614§96ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐγὼ ἀντιλέγω κατὰ τοῦ νομοσχε-
3615δίου, διότι περιέχει πνεῦμα κατακτητικὸν τῆς Κυβερνή-
3616σεως· πλάττει ἰσοβιότητα διὰ τὴν ἐπιτροπὴν, διὰ νὰ μὴ
3617ἔχῃ ἄλλη Κυβέρνησις τὸ δικαίωμα νὰ τὴν παύσῃ. Εἶναι
3618καὶ κατὰ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον ἐλαττωματικὸν, διότι ἀνα-
3619θέτει τὴν διεύθυνσιν τοῦ καταστήματος εἰς τὸν Μητροπο-
3620λίτην, καὶ τὸν πρύτανιν τοῦ Πανεπιστημίου, οἱ ὁποῖοι δὲν
3621ἔχουν τὸν καιρὸν νὰ ἀσχολῶνται εἰς τοιαῦτα ζητήματα,
3622βεβαρημένοι μὲ τόσα καθήκοντα· τοῦτο δὲ ἰσοδυναμεῖ μὲ
3623τὴν ἔλλειψιν πάσης ἐπιτηρήσεως ἀνωτέρας. Τοιοῦτο νομο-
3624σχέδιον εἶναι λυπηρὸν νὰ παρουσιάζηται ἐνώπιον τῆς
3625Βουλῆς. Δυστυχῶς ὅμως τινὲς νομίζουσιν, ὅτι ἡ Βουλὴ δύ-
3626ναται νὰ παραδέχηται καὶ τὰ πλέον παρατράγῳδα πράγ-
3627ματα.
3628§97ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐνό-
3629μιζον ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, συνεπὴς εἰς τὰς ἰδέας
3630του περὶ ἀποκεντρώσεως, ἤθελεν ὑποστηρίξει τὸ νομοσχέ-
3631διον, ἀφοῦ δι’ αὐτοῦ πρόκειται νὰ μεταῤῥυθμισθῇ σύστημα
3632συγκεντρωτικὸν, τὸ ὁποῖον ἀτόπως ἐφηρμόσθη ἐπὶ τοῦ
3633ἱδρύματος, περὶ οὗ πρόκειται.
3634(Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρ-
3635θρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας
3636ἀντιῤῥήσεως).
3637§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου
3638περὶ καταργήσεως τοῦ ἐδαφίου 3 τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ἀπὸ
363920 Ἰανουαρίου 1866 ΡΝʹ νόμου.
3640§99ΣΕΡΒΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἅπαντα τὰ νομοσχέδια
3641τὰ μέχρι τοῦδε συζητηθέντα, εἰσήχθησαν ἀπὸ τὴν Κυβέρ-
3642νησιν, εἶχον δὲ σχεδὸν ἅπαντα χαρακτῆρα φορολογικόν.
3643Τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, κατ’ ἐξαίρεσιν, ἔρχεται εἰσαγό-
3644μενον ὑπὸ Βουλευτῶν. Εἶναι ὡς ἐκ τούτου ἀπαραίτητον νὰ
3645ἔχωμεν πρὸ πάντων τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡ
3646Κυβέρνησις προὐκάλεσεν ἄλλοτε νόμον, ἰσχύοντα, δυνάμει
3647τοῦ ὁποίου ἐθεσπίσθη, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ Ἰονίου Κώδι-
3648κος περὶ ἐπανελεύσεως τῶν ἐμφυτευτικῶν καὶ ἀγροληπτι-
3649κῶν κτημάτων, ἄκρως ἄδικοι καὶ καταστρεπτικαί, ἔπρεπε
3650νὰ ἀναβληθῶσι μέχρι τῆς συντάξεως τοῦ Ἀστικοῦ Κώδι-
3651κος, καὶ διωρίσθη ἐπιτροπὴ πρὸς κωδικοποίησιν. Ἡ ἐπι-
3652τροπὴ αὕτη ἐνησχολήθη καὶ ἔφερεν ἓν πρῶτον σχέδιον νόμου,
3653τὸ ὁποῖον καὶ ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν, ὑπουργοῦντος τοῦ
3654μακαρίτου Νικολοπούλου, ἀλλὰ τότε δὲν ἐψηφίσθη· ἀκο-
3655λούθως διωρίσθη δευτέρα ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἔφερε νέον νο-
3656μοσχέδιον. Τρίτη ἐπιτροπὴ διωρίσθη, ἡ ὁποία ὁλονὲν ἐργά-
3657ζεται, ἀναθεωροῦσα τὸ δεύτερον σχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶναι
3658πλῆρες· καὶ ἐνῷ ἔχομεν τὴν ἐπιτροπὴν ἐνεργοῦσαν, καὶ περὶ
3659τὸ τέλος τῶν ἐργασιῶν της, ἔρχεται Βουλευτής, καὶ προ-
3660καλεῖ κατάργησιν τῶν νόμων τῶν ὑπαρχόντων, καὶ ζητεῖ
3661νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὴν κωδικοποιΐαν αὐτὸ τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον
3662κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ ὑπάρχοντος νόμου ἔπρεπε νὰ
3663περιληφθῇ εἰς τὸ καταρτιζόμενον τοῦ Κώδικος σχέδιον.
3664Παρακαλῶ τὸν ἔντιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ φρον-
3665τίσῃ περὶ τούτου καὶ νὰ σκεφθῇ, ἐὰν πρέπῃ ν’ ἀποσπάσῃ
3666τοῦτο τὸ μέρος ἀπὸ τὸν Κώδικα, καὶ ἀφοῦ εἶναι ἐφωδια-
3667σμένος μὲ τόσην πολυμάθειαν καθ’ ὅλους τοὺς κλάδους, ἡ
3668ὁποία τὸν τιμᾷ, ν’ ἀνακολουθήσῃ καὶ ἐπὶ τούτου τὴν ἀρχήν,
3669τὴν ὁποίαν διεκήρυξε, περὶ ἀρωγῆς τῶν ἀνδρῶν τῆς ἐπι-
3670στήμης.
3671Εἰς ὅλα τὰ Κράτη, ὅπου ἐγένετο κωδικοποίησις, αὕτη
3672δὲν ἐνεργεῖται ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ ὑπὸ ἐπιτροπῶν ἐκ πολ-
3673λῶν ἐπιστημόνων, συνενούντων τὰ φῶτα αὐτῶν, πρὸς ἐντέ-
3674λειαν τοῦ ἔργου, ὡς ἐγένετο εἰς τὸ χθεσινὸν θέμα, καίτοι
3675ἐπρόκειτο περὶ ἁπλῆς ἑρμηνείας νόμου. Τὸν παρακαλῶ
3676ἑπομένως, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον
3677ἔχει σπουδαῖα ἀποτελέσματα, νὰ προκαλέσῃ τὴν γνώμην
3678τῶν καταλλήλων, δηλ. πρὸ πάντων τῶν νομοδιδασκάλων,
3679οἱ ὁποῖοι προσεκλήθησαν νὰ ἐνεργήσωσι τὴν κωδικοποίησιν,
3680ἢ καὶ τῶν νομικῶν συμβούλων, ἢ καὶ ἄλλων νομομαθῶν,
3681ὅπως εἴπωσι, τίνα γνώμην ἔχουσιν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου.
3682Τοῦτο δὲ λέγων, φέρω ἔνστασιν ἀναβλητικήν.
3683Αἱ διατάξεις, τὰς ὁποίας ζητεῖτε νὰ καθιερώσωμεν,
3684ὑπῆρχον προηγουμένως, καὶ ἔδωκαν χώραν εἰς μυρία ὅσα
3685παράπονα. Συζητουμένου τοῦ νομοθετήματος περὶ ἀφομοιώ-
3686σεως τῶν δύο νομοθεσιῶν, τῆς Ἑπτανησιακῆς καὶ τῆς
3687τοῦ παλαιοῦ βασιλείου, ἠγέρθη τὸ μέγα ζήτημα, τὸ Ἑπτα-
3688νησιακὸν λεγόμενον, καὶ ἰδίως τὸ ἀγροτικὸν Κερκυραϊκόν.
3689§100ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Μὴ τὸ λέγετε Ἑπτανησιακόν· ἦτο τὸ
3690ἀγροτικὸν ζήτημα τῆς Κερκύρας.
3691§101ΣΕΡΒΟΣ. Μεγάλα παράπονα ἠγέρθησαν· ὅλοι ἐθεώρη-
3692σαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῇ πρόνοια, πάντες δ’ ἐζήτησαν
3693αὐτήν, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ὑπῆρξε νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐνέργεια
3694τῶν διατάξεων τῆς ἐπανελεύσεως, μέχρις οὗ ἐπέλθῃ ὁ Κῶ-
3695διξ τοῦ Ἔθνους. Ἀπέναντι τῆς προνοίας ταύτης πρέπει
3696σήμερον ν’ ἀφήσωμεν κατὰ μέρος τὰ καθεστῶτα, καὶ νὰ
3697φέρωμεν εἰς πλήρη ἐνέργειαν τὰς διατάξεις ἐκείνας, αἵτινες
3698ἐθεωρήθησαν ἄδικοι; Ἐκτὸς τῆς ἐνστάσεως περὶ ἀναβολῆς,
3699αἱ διατάξεις αἱ ἀνασταλεῖσαι εἶναι λίαν ἄδικοι, ἀπαίσιοι·
3700καὶ τοῦτο δύναμαι ν’ ἀποδείξω εὐκόλως. Αἱ διατάξεις
3701αὗται τοῦ Ἰονίου Κώδικος ἐλήφθησαν ἀπὸ τὸν Κώδικα τῆς
3702Νεαπόλεως εἰς ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκεῖ τὸ αἴσθημα
3703τὸ ἀριστοκρατικὸν ἐπεκράτει εἰς τὸν ἀνώτατον βαθμόν.
3704Οἱ καλλιεργηταὶ ἐθεωροῦντο ὑποχείριοι. Μεταξὺ τῶν ἄλλων
3705διατάξεων τοῦ Κώδικος ἐκείνου περιελαμβάνετο καὶ ἡ διά-
3706ταξις, καθ’ ἣν ὁ ἰδιοκτήτης, ὁ δώσας τὸν ἀγρόν, ἂν δὲν
3707ἔλαβε τὸν κανόνα, δηλ. τὴν μερίδα αὐτοῦ ἐκ τοῦ εἰσο-
3708δήματος διὰ τὸ διάστημα τριῶν ἐτῶν, ἐδικαιοῦτο ν’ ἀφαι-
3709ρέσῃ τὸ κτῆμα ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀποζημιώσεως τοῦ γεωργοῦ.
3710Δυνάμει τῶν κανόνων τῆς ἐμφυτεύσεως ὁ γεωργὸς γίνε-
3711ται κύριος τοῦ κτήματος, ἔχει τὴν ὠφέλιμον κυριότητα,
3712ὁ δὲ ἀγροδότης ἔχει τὴν ψιλὴν λεγομένην κυριότητα, δηλ.
3713τὸ δικαίωμα τῆς ἀπολαυῆς ἑνὸς μέρους τῶν προϊόντων εἰς
3714προϊόντα ἢ εἰς χρήματα. Καταλαμβάνετε τὰς συνεπείας
3715τοῦ τοιούτου. Εἷς γεωργὸς λαμβάνει τὸ κτῆμα χέρσον, ἐπὶ
3716τοῦ ὁποίου οὐδέποτε ἐγένετο καλλιέργεια, τὸ καθιστᾷ πολύ-
3717τιμον ἀμπελῶνα ἢ σταφιδῶνα, ἐλαιῶνα ἢ περιβόλιον· ἂν
3718δὲν πληρώσῃ ἐπὶ τρία ἔτη τὸν κανόνα, δύναται ὁ ἀγρο-
3719δότης νὰ λάβῃ τὸ κτῆμα, καὶ νὰ στερήσῃ τὸν γεωργὸν
3720τῶν βελτιώσεων, τὰς ὁποίας οὗτος ἐπήγαγεν εἰς τὸ κτῆμα·
3721σημειώσατε δὲ, ὅτι μεταξὺ τῶν βελτιώσεων καὶ τοῦ κτή-
3722ματος ὑπάρχει διαφορὰ ὡς ἓν πρὸς ἕξ, ἓν πρὸς δέκα· ἐὰν
3723τὸ κτῆμα εἶχεν ἑκατὸν δραχμὰς, κατόπιν ἔχει χιλίας.
3724Τοῦτο ἐφηρμόζετο εἰς τοὺς ἀγροὺς τῆς ἐξοχῆς, ἀλλ’ ἐφηρ-
3725μόζετο ἐπίσης καὶ εἰς τὰς οἰκίας τῶν πόλεων. Ἐλάμβανέ
3726τις γυμνὸν γήπεδον καὶ ἀνήγειρε πολύτιμον οἰκίαν, τὴν
3727ὁποίαν ἔχανεν, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀποζημιώσεως.
3728Εἶπον, ὅτι αὐταὶ αἱ διατάξεις ἐλήφθησαν ἐκ τοῦ Κώ-
3729δικος τῆς Νεαπόλεως· ἀλλ’ ὅτε ἀφωμοιώθη ἡ Ἰταλία, οἱ
3730νομοδιδάσκαλοι ὅλων τῶν μερῶν τῶν ἑνωθέντων συνέταξαν
3731κατὰ τὸ 1865 τὸν Κώδικα τῆς Ἰταλίας. Ἡ διάταξις
3732αὕτη διετηρήθη ἐν τῷ νέῳ Κώδικι τῆς Ἰταλίας; Ὄχι.
3733Ἀνεγράφη διάταξις, σύμφωνος πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς δικαιο-
3734σύνης, ἀνεγράφη ἡ ἀρχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν οὐδεὶς πλουτεῖ
3735ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ ἑτέρου, ἀλλ’ ἕκαστος λαμβάνει ὅ,τι εἰς αὐ-
3736τὸν ἀνήκει. Τί ἀνήκει εἰς τὸν γεωργόν; ἀνήκουν αἱ βελ-
3737τιώσεις· ὁ Κῶδιξ τῆς Ἰταλίας ἀποδίδει εἰς αὐτὸν τὰς βελ-
3738τιώσεις. Ἀναγινώσκω τὸ σχετικὸν ἄρθρον ἐν τῷ σχεδίῳ
3739τοῦ Ἑλληνικοῦ Κώδικος, ὁ ὁποῖος ἠρύσθη τὴν διάταξιν
3740ἀπὸ τὸν Κώδικα τῆς Ἰταλίας (ἀναγινώσκει) ... Ὅταν ὁ
3741ἐμφυτευτὴς τῷ ἀποδίδῃ λοιπὸν τὰς βελτιώσεις, τῷ λέγει
3742νὰ λάβῃ τὸ ὀλιγώτερον, ἀλλὰ πάντοτε θὰ λάβῃ τὸ εἰς
3743αὐτὸν ἀνῆκον. Τὴν σήμερον τί προτείνεται; νὰ μὴ λάβῃ
3744οὐδεμίαν ἀποζημίωσιν.
3745§102ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἀπατᾶσθε. Θὰ ὁμιλήσω, ὅπως μὴ μείνῃ
3746ἡ Βουλὴ μὲ τὰς ἐντυπώσεις ταύτας.
3747§103ΣΕΡΒΟΣ. Δευτέρα διάταξις. Δὲν δικαιοῦται ὁ γεωρ-
3748γὸς ν’ ἀπαλλοτριώσῃ τὸ κτῆμά του ἄνευ συναινέσεως τοῦ
3749ἀγροδότου· ἐὰν τὸ ἀπαλλοτριώσῃ, γίνεται ἔκπτωτος τοῦ
3750κτήματος, καὶ χάνει πάσας τὰς βελτιώσεις, τὰς ὁποίας
3751ἔφερεν εἰς αὐτό. Ὁ Κῶδιξ τῆς Ἰταλίας, μεταφρασθεὶς εἰς
3752τὸ σχέδιον τοῦ Ἑλλην. Κώδικος, ἐν ἄρθρῳ 840 φέρει ἐναντίαν
3753διάταξιν (ἀναγινώσκει): «Ὁ ἐμφυτευτὴς δύναται ν’ ἀπαλ-
3754λοτριώσῃ καὶ νὰ ὑποθηκεύσῃ τὸ ἴδιον δικαίωμα, ἢ νὰ ἐπι-
3755βάλῃ εἰς τὸ ἀκίνητον δουλείαν, συναποσβεννυμένην μετὰ
3756τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ.»
3757Αὐτὴν τὴν διάταξιν καλούμεθα νὰ παραλείψωμεν, καὶ
3758νὰ ἐπαναφέρωμεν τὴν προτέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐκχωρη-
3759θέντων τῶν δικαιωμάτων τοῦ γεωργοῦ, ἐπανέρχεται τὸ
3760κτῆμα εἰς τὸ ἀγροδότην.
3761Τρίτη διάταξις ἐπανελεύσεως. Ἂν φέρῃ τινὰ χει-
3762ροτέρευσιν εἰς τὸ κτῆμα, δίδει χώραν τοῦτο εἰς ἐπανέλευσιν
3763καὶ πάλιν ἄνευ δικαιώματος ἀποζημιώσεως. Ὁ Κῶδιξ τῆς
3764ἐπιτροπῆς, ἀντὶ τούτου, τῷ χορηγεῖ τὸ δικαίωμα νὰ ἐπα-
3765ναφέρῃ τὰ πράγματα εἰς ὡρισμένην προθεσμίαν, τὴν ὁποίαν
3766τῷ δίδει ὁ δικαστής, παρέχοντος αὐτοῦ καὶ ἀξιόχρεων ἐγ-
3767γύησιν. Ἡ διάταξις αὕτη ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
3768«Δύναται νὰ κηρυχθῇ ἔκπτωτος ὁ ἐμφυτευτὴς, ἐὰν χει-
3769ροτερεύσῃ σπουδαίως τὴν κατάστασιν τοῦ κτήματος. Ἀλλὰ
3770δύναται νὰ ἀποφύγῃ τὴν ἔκπτωσιν, ἀντικαθιστῶν τὰ πράγ-
3771ματα ἐντὸς συντόμου ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου τασσομένης προθε-
3772σμίας, καὶ παρέχων ἀποχρῶσαν διὰ τὸ μέλλον ἐγγύησιν.»
3773Αὐταὶ αἱ διατάξεις ἠρύσθησαν ἀπὸ τὸν Ἰταλικὸν Κώ-
3774δικα, μετεφέρθησαν δὲ εἰς τὸ σχέδιον, σχέδιον, τὸ ὁποῖον
3775ἐσχημάτισαν οἱ κύριοι Καλλιγᾶς, Οἰκονομίδης, Ράλλης,
3776Παπαῤῥηγόπουλος, Φρεαρίτης, Σκαλτσούνης, Κρασσᾶς.
3777Ἰδοὺ τί λέγει ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς. Διότι πρέπει νὰ
3778σημειώσητε, ὅτι ὁ Γαλλικὸς Κῶδιξ, ὁ ὁποῖος ἐχρησίμευ-
3779σεν ὡς βάσις τοῦ Ἰονίου Κώδικος, δὲν περιέχει τὸ συμ-
3780βόλαιον τῆς ἐμφυτεύσεως, οὔτε τὸ τῆς ἀγροληψίας. Τὸ
3781συμβόλαιον τῆς ἐμφυτεύσεως ἐμπεριέχεται εἰς τὸν Ἰταλι-
3782κὸν Κώδικα. Καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἔκθεσις τοῦ σχεδίου λέγει
3783(ἀναγινώσκει):
3784«Ὁ Γαλλικὸς Κῶδιξ παρέλειψε τὴν ἐμφύτευσιν, ἥτις
3785»ὡς ἐκ τούτου δὲν ἐξέλιπε. Τὴν ἔλλειψιν ταύτην ἀνε-
3786»πλήρωσεν ὁ Ἰταλικὸς Κῶδιξ (ἄρθρ. 1550–1557), ἐν ᾧ
3787»κατετάχθη ἡ ἐμφύτευσις μεταξὺ τῶν συμβάσεων, καίτοι
3788»παρέχουσα εἰς τὸν ἐμφυτευτὴν ἐμπράγματον δικαίωμα.
3789»Νομίζομεν, ὅτι ἡ ἡμετέρα κατάταξις εἶναι συνεπεστέρα,
3790»καθόσον τὸ δικαίωμα ἐμφυτεύσεως καὶ ἐπιφανείας ὑπο-
3791»βάλλεται εἰς τὴν μεταγραφήν. Ἐκ τοῦ ἐν χρήσει δι-
3792»καίου ἰδοὺ τί μετεβάλομεν:
3793«αʹ) Ὁ ἐμφυτευτὴς, γενόμενος ἔκπτωτος, ἕνεκα διετοῦς
3794καθυστερήσεως, δικαιοῦται εἰς ἀποζημίωσιν διὰ τῆς βελ-
3795τιώσεως τοῦ ἄρθρου 844.
3796«βʹ) Ὁ ἐμφυτευτὴς, ἕνεκα χειροτερεύσεων, δύναται νὰ
3797κηρυχθῇ ἔκπτωτος, ἀλλὰ δύναται νὰ ἀποφύγῃ τὴν ἔκπτω-
3798σιν, ἀποκαθιστῶν τὰ πράγματα καὶ παρέχων ἐγγύησιν διὰ
3799τὸ μέλλον (ἄρθρ. 848).
3800«γʹ) Ὅτι ἐπὶ ἐμφυτεύσεων μακροτέρων τῶν τριάκοντα
3801ἐτῶν ὁ ἐμφυτευτὴς δύναται νὰ ἐξαγοράσῃ τὴν κυριότητα
3802τοῦ κτήματος (ἄρθρ. 848).»
3803Ἅπασαι αὗται αἱ διατάξεις εἶναι ὑπὲρ τοῦ καλλιερ-
3804γητοῦ, ὡς καὶ ἡ τελευταία· διότι, ἐνῷ ὁ Ἰόνιος Κῶδιξ τῷ
3805χορηγεῖ τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαργυρώσεως τοῦ κανόνος ἐπὶ
3806συμβάσεσιν, αἱ ὁποῖαι ἦσαν διηνεκεῖς, τὸ σχέδιον τῆς ἐπι-
3807τροπῆς χορηγεῖ τὸ δικαίωμα καὶ εἰς συμβάσεις, αἱ ὁποῖαι
3808εἶναι τριακονταετεῖς ἢ ἐκτενεστέρας διαρκείας. Ἐνῷ ἡ πρό-
3809τασις ἀπαιτεῖ νὰ ἐπαναφέρωμεν τὰς σκληρὰς διατάξεις
3810τοῦ Ἰονίου Κώδικος, αἱ ἀρχαὶ τοῦ Δικαίου ἀντιστρατεύ-
3811ονται πρὸς τοιαύτην ἀξίωσιν. Τὸ σχέδιον τοῦ Κώδικος τῆς
3812Ἰταλίας ἐσχηματίσθη ἀπὸ νομοδιδασκάλους ὑψηλῆς περιω-
3813πῆς, καὶ ἐγένετο δεκτὸν ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον ἡμῶν, τὸ
3814ὁποῖον, μὰ τὴν ἀλήθειαν, κατηρτίσθη ἀπὸ νομομαθεῖς οὐ
3815τῆς τυχούσης φήμης. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ
3816ἀναβληθῇ πᾶσα συζήτησις, ὅπως γένηται ἡ δέουσα σκέψις,
3817καὶ πρὸ πάντων ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία εἶναι πρὸς
3818τοῦτο ὡρισμένη.
3819Μίαν τελευταίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω. Ἡ
3820Ἑπτάνησος,—ἢ, διὰ νὰ εἴπω κάλλιον ἡ Ἑξάνησος, διότι
3821ἡ Κέρκυρα ἐκανόνισε τὰ συμφέροντά της δι’ ἰδιαιτέ-
3822ρου νόμου, διότι εἶχε τιμαριωτικὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα
3823ἔφερον ἰδιαίτερα βάρη καὶ περισσοτέρας δυσκολίας,—ἔχει
3824ἀναντίῤῥητον δικαίωμα νὰ ἐπικαλεσθῇ τὰς ἀρχὰς τῆς δι-
3825καιοσύνης, ἃς ἀνεγνώρισε καὶ διετύπωσεν ἡ ἐπιτροπή. Ἡ
3826Ἑπτάνησος ἔχει παράγοντα κύριον τὴν γεωργίαν, ἢ, διὰ
3827νὰ εἴπω κάλλιον, μόνος παράγων τοῦ πλούτου ἐν αὐτῇ εἶναι
3828ἡ γεωργία. Τὴν γεωργίαν πρέπει νὰ ἐνθαῤῥύνωμεν, πρέπει
3829νὰ ἐνισχύσωμεν παντὶ σθένει, διότι ἐξ αὐτῆς παράγομεν τὰ
3830τῆς ζωαρκείας ἡμῶν. Ὁ μικρὸς ἰδιοκτήτης, ἔχων ἓν, δύο,
3831τρία κτήματα, μόλις ἀπολαμβάνει τὰ πρὸς τὸ ζῆν, καὶ
3832δὲν ἔχει τὰ μέσα τῆς γεωργίας τῶν κτημάτων του, λαμ-
3833βάνει ὅμως ἐπίκουρον τὸν γεωργὸν, ὅστις διὰ τῶν μόχθων
3834καὶ ἀγώνων του ὠφελεῖ ἑαυτὸν, ὠφελεῖ καὶ τὸν κύριον, ὁ
3835ὁποῖος θὰ ἄφινε τὸν ἀγρόν του ἀκαλλιέργητον. Ὄχι μό-
3836νον δὲν πρέπει νὰ καταπιέσωμεν τὸν καλλιεργητὴν τοῦ
3837κτήματος, ἀλλὰ πρέπει καὶ νὰ τὸν χειραγωγήσωμεν, νὰ
3838τῷ δώσωμεν πᾶσαν βοήθειαν, ὅπως αὐτὴ ἡ σχέσις προα-
3839γάγῃ τὰ κτήματα, ἐν τῷ συμφέροντι οὐ μόνον τοῦ ἀγρο-
3840δότου, ἀλλὰ καὶ τοῦ καλλιεργητοῦ.
3841Ἕνεκα τούτων ἐξαιτοῦμαι ἢ τὴν ἀναβολὴν ἢ τὴν
3842ἀπόῤῥιψιν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ τὴν παραδοχὴν τῶν τροπο-
3843λογιῶν, συμφώνως πρὸς τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς
3844συντάξεως τοῦ Κώδικος.
3845§104ΣΤΕΦΑΝΟΥ...
3846§105ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ζητεῖ τὴν ἀνα-
3847βολήν...
3848§106ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν ἐπιμένω εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ
3849νομοσχεδίου ἐγὼ, ὁ ὁποῖος εἰσήγαγον αὐτό· ἀλλὰ παρα-
3850καλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὲ ἀκούσῃ διὰ δέκα λεπτὰ, διότι,
3851ὅπως παριστῶνται τὰ πράγματα...
3852§107ΣΕΡΒΟΣ. Ἐγὼ ἐξαιτοῦμαι, συμφώνως πρὸς τὰς δια-
3853τάξεις αὐτὰς... (θόρυβος).
3854§108Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν βλέπω τὸ κατεπεῖγον, κύριε
3855Στεφάνου.
3856§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀναβληθῇ λοιπόν. (Θόρυβος καὶ
3857διάλογοι).
3858§110ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐγὼ ἐπεθύμουν νὰ ἀκουσθῶ.
3859§111ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
3860§112Κ. ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὄχι αὔριον, τώρα.
3861§113ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καλὸν εἶναι νὰ ἀκουσθῇ ὁ κ. Βου-
3862λευτής.
3863§114ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐπὶ δέκα λεπτὰ μόνον νὰ μὲ ἀκούσητε.
3864(Διαμαρτυρίαι).
3865§115Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ ἀκου-
3866σθῇ ὁ κύριος Βουλευτής· ἀλλὰ πρὸ τούτου, νομίζω, ὅτι
3867πρέπει καὶ νὰ κανονισθῶσι τὰ τῆς συνεδριάσεως τῆς αὔ-
3868ριον. Ὅλοι οἱ κύριοι Βουλευταὶ σπεύδουσιν, ὅπως ἀναχω-
3869ρήσωσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας αὑτῶν, αἱ ἐργασίαι ὅμως τῆς
3870Βουλῆς δὲν ἐτελείωσαν· ὥστε ὑποθέτω, ὅτι εἴμεθα ὅλοι
3871σύμφωνοι, ὅπως ἔχωμεν αὔριον συνεδρίασιν.
3872§116ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
3873§117ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνεδριάσωμεν
3874αὔριον περὶ τὴν ὀγδόην ὥραν τῆς ἑσπέρας, ἀφοῦ πρῶτον
3875γευματίσωμεν ὅλοι;
3876§118Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ θὰ ἔλεγον νὰ
3877συνεδριάσωμεν τὴν πρωΐαν, καὶ τὴν ἑσπέραν μετὰ τὰς 8.
3878Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ἔχωμεν συνεδρίασιν τὴν πρωΐαν, καὶ
3879τότε κανονίζομεν τὰ τῆς συνεδριάσεως τῆς ἑσπέρας. Νο-
3880μίζω, ὅτι τῆς πρωΐας ἡ συνεδρίασις εἶναι εὐχερεστέρα.
3881§119ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Μάλιστα.
3882§120ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αὔριον νὰ συνέλθωμεν μόνον μετὰ μεσημ-
3883βρίαν· οὔτε εἰς τὴν Ἀγγλίαν δὲν συμβαίνει, ποτὲ τὴν Κυ-
3884ριακὴν νὰ συνεδριάζωσι... Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε τῆς
3885Κυβερνήσεως, ἐζήσατε εἰς τὴν Ἀγγλίαν, καὶ σᾶς ἐρωτῶ,
3886ἂν ἔγεινεν αὐτὸ ποτέ.
3887§121ΛΑΜΠΡΟΣ. Τοσάκις ἔγεινε. (Διάλογοι).
3888§122Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ συνέλθωμεν τὴν
3889πρωΐαν, ὅπως ψηφίσωμεν τὰ πρὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ ψη-
3890φιστέα νομοσχέδια, καὶ ὅταν, προβαινούσης τῆς ἡμέρας,
3891θελήσωμεν ν’ ἀναβάλωμεν εἰς τὴν ἑσπέραν, κανονίζομεν τὰ
3892περαιτέρω.
3893§123ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποῖα νομοσχέδια θέλετε νὰ ψηφι-
3894σθῶσι;
3895§124Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅσα εἶναι ἐπεί-
3896γοντα, 2–3.
3897§125ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἂν πρόκηται περὶ νομοσχεδίων ψηφι-
3898σθέντων ἤδη εἰς πρώτην καὶ δευτέραν συζήτησιν, ἔρχεται
3899ὅστις ἐνδιαφέρεται νὰ λάβῃ μέρος.
3900§126Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὥστε ἂς ἔχωμεν
3901συνεδρίασιν τὴν πρωΐαν,—ἡμεῖς δὲν ἐννοοῦμεν νὰ πιέσωμέν
3902τινα,—καὶ ἂν οἱ θέλοντες νὰ ὁμιλήσωσιν, εὕρωσι τὸν καύσωνα
3903ὑπερβολικὸν κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην, καὶ ζητήσωσιν ἀνα-
3904βολὴν εἰς τὴν ἑσπέραν, ὅτε θὰ ἦναι δροσερώτερος ὁ καιρὸς
3905(ἱλαρότης), ἀποφασίζομεν. Πιστεύω, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ
3906ἀντίῤῥησις.
3907§127ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Μάλιστα,
3908νὰ ἔχωμεν συνεδρίασιν τὴν πρωΐαν. (Διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς
3909ἀριστερᾶς καὶ ψιθυρισμοί).
3910§128ΜΑΝΕΣΗΣ. Τέλος πάντων νὰ μᾶς εὐκολύνητε ὅλους,
3911κύριε Καραπᾶνε, νὰ φύγωμεν καὶ ἡμεῖς.
3912§129ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ....
3913§130Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἡμερησία διά-
3914ταξις εἶναι περιωρισμένη, καὶ τὰ τελευταῖα νομοσχέδια
3915δὲν προφθάνουσι νὰ ψηφισθῶσιν· ὡς π. χ. τὸ περὶ Διδα-
3916σκαλείου καὶ ἄλλα τινά.
3917§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ἔχωμεν συνεδρίασιν αὔριον τὸ
3918πρωΐ.
3919§132ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐν σχέσει πρὸς τὴν αὐρια-
3920νὴν συνεδρίασιν, δηλῶ ἀπὸ τοῦδε, ὅτι ἐπεθύμουν νὰ λάβω
3921τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ πρὸ μεσημβρίας
3922μοὶ εἶναι ἀδύνατον. Τοῦτο δὲ, ἐπαναλαμβάνω, δὲν τὸ
3923κάμνω ἕνεκα τοῦ καύσωνος, — διότι δροσερωτέρα, νομίζω,
3924εἶναι ἡ πρωΐα, — ἀλλὰ τὸ κάμνω δι’ ἄλλους λόγους.
3925§133Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἔλθωμεν τὴν
3926πρωΐαν, καὶ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς πρωΐας ἀποφασί-
3927ζομεν περὶ τῆς ὥρας, καθ’ ἣν θέλομεν συνέλθει πάλιν τὴν
3928ἑσπέραν.
3929§134ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ ἔλθωμεν μετὰ τὸ γεῦμα, εἰς τὰς
39308 ἢ 8½. (Διάλογοι).
3931§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στεφάνου ἔχει τὸν λόγον.
3932§136ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν θ’ ἀπασχολήσω, Κύριοι, τὴν Βου-
3933λὴν ἐπὶ πολὺ, εἰ καὶ πολλὰ εἶχον νὰ ἀντείπω εἰς ὅσα ὁ
3934ἀξιότιμος ἐκ Λευκάδος συνάδελφος ἐξέθηκεν ἐνώπιον ὑμῶν,
3935ἐκτραγῳδήσας καὶ παραστήσας τὸ ζήτημα οἱονεὶ ὡς ἀγρο-
3936τικόν. Ἀλλ’ αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ δικαιολογηθῶ
3937ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, διατὶ ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ, καὶ ἀπη-
3938σχολημένης τῆς Βουλῆς ἐξ ἄλλων σπουδαιοτέρων ἔργων,
3939εἰσήγαγον τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ἔπραξα τοῦτο,
3940διότι εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὐδεὶς θὰ ὑπῆρχεν ὁ ἀντι-
3941λέξων. Ἄλλως τε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, Κύριοι, δὲν χρο-
3942νολογεῖται ἀπὸ τῆς Συνόδου ταύτης, χρονολογεῖται ἀπὸ
3943τοῦ 1870. Ἐγὼ δὲ αὐτὸς εἶχον συντάξει τοῦτο, ὡς ἔχει
3944νῦν, κατὰ παράκλησιν ἄλλων τότε Βουλευτῶν ἐκ Ζακύν-
3945θου καὶ ἐκ Λευκάδος. Ὡς σᾶς παρέστησε τὰ πράγματα
3946ὁ κ. Βουλευτὴς, θὰ ἐνομίσατε βεβαίως, ὅτι πρόκειται σή-
3947μερον νὰ θυσιάσωμεν τὰ συμφέροντα τῶν καλλιεργητῶν
3948ὑπὲρ τῶν ἰδιοκτητῶν. Ἂν τοιαύτη, Κύριοι, ἦτο ἡ διάνοια
3949τοῦ νομοσχεδίου, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι οὐδέποτε θὰ ἠρχόμην
3950νὰ ὑποστηρίξω τοῦτο. Εὐτυχῶς ἢ δυστυχῶς, δὲν εἶμαι
3951ἰδιοκτήτης ἀγροτικῶν κτημάτων, καὶ διὰ τοῦτο δὲν δύνα-
3952ται καὶ νὰ μοὶ ἀποδοθῇ μομφὴ συμφέροντος ἰδιωτικοῦ·
3953ἀλλὰ καὶ ἐκ παραστάσεων πολλῶν συμπολιτῶν καὶ ἐκ
3954παραστάσεων καὶ τῆς λοιπῆς Ἑπτανήσου, πλὴν τῆς Κερ-
3955κύρας, προέβην εἰς τὸ νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ
3956προκείμενον νομοσχέδιον. Περὶ τίνος δὲ, Κύριοι, ἀκριβῶς
3957πρόκειται; Ἰδοὺ ἡ δικαιολογικὴ βάσις τοῦ νομοσχε-
3958δίου. Ὅτε κατὰ τὸ 1864 ἦλθον οἱ ἐξ Ἑπτανήσου πλη-
3959ρεξούσιοι εἰς Ἀθήνας, οἱ ἐκ Κερκύρας πληρεξούσιοι, οἵτι-
3960νες ἦσαν πάντες ἐκ τῶν χωρικῶν, ἔχοντες ἐντολὴν παρὰ
3961τῶν συγχωρίων αὐτῶν, ἐξηγέρθησαν κατὰ τῶν ἰδιοκτητῶν,
3962καὶ ἐζήτησαν τὴν ἀναστολὴν τῆς ἰσχύος τῶν ὑφισταμέ-
3963νων τότε νόμων περὶ διαλύσεως ἀγροληψιῶν καὶ ἐμφυτεύ-
3964σεων. Ἡ Ἐθνοσυνέλευσις δὲ, ὑποχωρήσασα εἰς τὰς παρα-
3965στάσεις τῶν πληρεξουσίων ἐκείνων, ἀπεδέχθη τὰ παρά-
3966πονα αὐτῶν, ἀλλὰ δὲν ἐπρόφθασε νὰ ψηφίσῃ τὸν ἀφομοιω-
3967τικὸν νόμον. Ὅτε δὲ κατόπιν ἡ Βουλὴ τῆς Αʹ Περιόδου
3968συνεζήτησε τὸν νόμον τοῦτον περὶ εἰσαγωγῆς τῆς Ἑλλη-
3969νικῆς νομοθεσίας εἰς τὰς Ἰονίους νήσους, παρεισήγαγε τὴν
3970διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνεστέλλετο ἡ ἰσχὺς τῶν διατά-
3971ξεων τοῦ Ἰονίου Κώδικος περὶ ἐπανελεύσεων, ὅπως ὀνομάζο-
3972μεν εἰς τὴν Ἑπτάνησον τὰς διαλύσεις τῶν ἀγροληψιῶν καὶ
3973ἐμφυτεύσεων, μέχρις ἐκδόσεως τοῦ Ἀστικοῦ Ἑλληνικοῦ
3974νόμου. Ἀλλὰ ἐν τῇ διατάξει ταύτῃ συμπεριελήφθη καὶ ἡ
3975λοιπὴ Ἑπτάνησος, ἡ ὁποία οὐδὲν παράπονον, οὐδὲν συμ-
3976φέρον εἶχεν εἰς τὴν ἀναστολὴν τῶν διατάξεων τούτων. Ἡ
3977Κέρκυρα εὐθὺς μετὰ δύο ἔτη ἐκανόνισε τὰς σχέσεις αὐτῆς
3978πρὸς τοὺς χωρικούς, διότι ἐψηφίσθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς
3979νόμοι εἰδικοὶ, ὁ ΣΜΔʹ καὶ ΣΞΗʹ τῶν ἐτῶν 1867 καὶ
39801868, οἱ ὁποῖοι ἐκανόνισαν τὰς σχέσεις ταύτας, καὶ ἑπο-
3981μένως ἡ ἀναστολὴ τῶν διατάξεων τοῦ Ἰονίου κώδικος ὡς
3982πρὸς τὴν Κέρκυραν ἔπαυσεν. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ ἀναστολὴ
3983ἔμεινεν ὡς πρὸς τὴν λοιπὴν Ἑπτάνησον ἄνευ λόγου καὶ
3984αἰτίας· διότι οὐδέποτε παράπονον ἐκ τῆς λοιπῆς Ἑπτα-
3985νήσου ἠγέρθη κατὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων ἐκεί-
3986νων. Καὶ μήπως ἆρά γε, Κύριοι, αἱ διατάξεις ἐκεῖναι, ὡς
3987σᾶς παρέστησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, εἶναι εἰδικαὶ μό-
3988νον εἰς τὴν Ἑπτάνησον, καὶ δὲν ἐλήφθησαν ἀπὸ τὸν Σικε-
3989λικὸν νόμον; Αἱ αὐταὶ διατάξεις εἶναι ἐν ἰσχύϊ ἐν τῷ
3990λοιπῷ βασιλείῳ, καὶ διὰ νὰ ἦναι ἐν ἰσχύϊ, σημαίνει, ὅτι
3991περιέχονται εἰς τὰς διατάξεις τῶν Βυζαντινῶν αὐτοκρα-
3992τόρων. Οἱ Πανδέκται, ὁ Κῶδιξ, αἱ Νεαραὶ, ὁ Ἁρμενόπου-
3993λος, ὁ χρησιμεύων ὡς ἀστικὸς ἡμῶν νόμος, περιέχει αὐτὰς
3994τὰς διατάξεις. Ποῖαι δὲ εἶναι αὐταὶ αἱ διατάξεις; Ὅτι ὁ
3995καλλιεργητὴς, ὁ λαβὼν παρὰ τοῦ ἰδιοκτήτου κτῆμα, ὅπως
3996τὸ καλλιεργήσῃ, εἴτε ἐπὶ ἐμφυτεύσει, εἴτε ἐπὶ ἀγροληψίᾳ,
3997εἴτε ἐπὶ ἐδαφονομῇ, ἂν μὴ πληρώσῃ ἐπὶ τριετίαν τὸν κα-
3998νόνα, ὑπόκειται εἰς τὴν διάλυσιν τοῦ συμβολαίου καὶ εἰς
3999ἀπόδοσιν τοῦ κτήματος εἰς τὸν ἰδιοκτήτην. Τίς δικαιοτέρα
4000ταύτης διάταξις; Καὶ ἐν τούτοις σήμερον, ἰσχυούσης τῆς
4001ἀναστολῆς εἰς τὴν Ἑπτάνησον, δὲν δύναται ὁ ἰδιοκτήτης
4002νὰ ἀναλάβῃ τὸ κτῆμά του, καὶ ὁ καλλιεργητὴς δύναται
4003νὰ τρώγῃ τοὺς καρποὺς, νὰ μὴ πληρόνῃ τὸν ἰδιοκτήτην
4004καὶ νὰ κρατῇ καὶ τὸ κτῆμα. Εἶναι δικαιοσύνη αὐτή;
4005Ὑπὲρ αὐτῆς τῆς καταστάσεως συνηγορεῖ ὁ ἀξιότιμος συνά-
4006δελφος ἐκ Λευκάδος! Τουτέστι θέλει, τὴν Ἑξάνησον αὐ-
4007τὴν, ἤτοι τὴν λοιπὴν Ἑπτάνησον, πλὴν τῆς Κερκύρας, νὰ
4008τὴν θέσῃ ἐκτὸς τοῦ νόμου! Διότι δὲν ὑπάρχει, Κύριοι,
4009Κράτος, ὄχι πεπολιτισμένον, ἀλλὰ καὶ τὸ μᾶλλον ἀπολί-
4010τιστον, τὸ ὁποῖον νὰ ἀνέχηται κατάστασιν τοιαύτην, νὰ
4011δίδῃ ὁ ἰδιοκτήτης τὸ κτῆμά του, ἵνα καλλιεργηθῇ, καὶ
4012νὰ εὑρίσκηται ἐν ἀδυναμίᾳ ἐντελεῖ, ἐντελεστάτῃ, νὰ ἀνα-
4013λάβῃ τὸ κτῆμά του, καὶ ἐὰν δὲν ἐκπληρῶνται ἀπὸ τὸν
4014καλλιεργητὴν αἱ ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας οὗτος ἀνέλαβε
4015διὰ τῆς συμβάσεως. Καὶ εἰς ποῖον μέρος τοῦ κόσμου ἆρά γε
4016ὑπάρχει τοιαύτη δικαιοσύνη, τοιαύτη κατάστασις, τὴν
4017ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λευκάδος ζητεῖ νὰ παρα-
4018τείνῃ μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος; Εἶναι
4019ἀληθὲς, ὅτι ἡ πρώτη Βουλή, ἡ μετὰ τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν
4020συνελθοῦσα, ἔθεσε τὸ ὅριον ἐκεῖνο τῆς ἀναστολῆς μέχρι τῆς
4021ἐκδόσεως τοῦ Ἀστικοῦ Ἑλληνικοῦ νόμου, διότι τότε τὸ
4022νομοσχέδιον τοῦ Ἀστικοῦ νόμου ἦτο ἐν παρασκευῇ, καὶ
4023ἐπιστεύετο, ὅτι μετὰ μικρὸν θὰ ἐψηφίζετο. Ἀλλὰ δὲν προέ-
4024βλεπε τότε ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ὅτι τὸ ἔργον τῆς συν-
4025τάξεως τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος ἤθελεν ἐπὶ τοσοῦτον παρα-
4026ταθῆ. Παρῆλθον, Κύριοι, 26 ὅλα ἔτη ἀπὸ τότε, καὶ νομο-
4027σχέδιον δὲν ἐψηφίσθη. Ἐγὼ δὲ κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ
4028νομοσχεδίου τούτου, ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς συν-
4029τάξεως τοῦ Κώδικος, ἀνέφερα πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν
4030ἐλπίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦ Κώδικος θὰ ὑποβληθῇ
4031προσεχῶς εἰς τὴν Βουλήν. Εἶναι λοιπὸν λόγος οὗτος, ὥστε
4032νὰ παρατείνηται, Κύριοι, ἡ ἔκθεσμος αὕτη, ἡ ἐντελῶς
4033ἔκθεσμος κατάστασις;
4034Ἀλλὰ ὁ κ. ἐκ Λευκάδος Βουλευτὴς σᾶς εἶπεν, ὅτι τὸ
4035νομοσχέδιον τοῦ Κώδικος περιέχει τοιαύτας διατάξεις εἰδι-
4036κὰς, αἱ ὁποῖαι προβλέπουσι περιπτώσεις ἀποζημιώσεως
4037τοῦ ἐμφυτευτοῦ, ὅταν ἐβελτίωσε τὸ κτῆμα. Καὶ μήπως αἱ
4038διατάξεις αὗται, τὰς ὁποίας τὸ νομοσχέδιον ἠρύσθη ἐξ
4039ἄλλων νομοθεσιῶν, δὲν ἐκανονίσθησαν διὰ τοῦ Ἰονίου Κώ-
4040δικος καὶ τῆς νομολογίας; Καὶ ποῖον δικαστήριον, Κύριοι,
4041θὰ εὑρεθῇ, τὸ ὁποῖον θὰ εἴπῃ εἰς τὸν καλλιεργητὴν, ἂν
4042ἐβελτίωσε τὸ κτῆμα, ὅτι δὲν θέλει ἀποζημιωθῆ διὰ τὰς
4043βελτιώσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν εἰς τὸ κτῆμα, ὅτι δὲν θέλει
4044ἀποζημιωθῆ διὰ τὴν προσθήκην τῆς ἀξίας, ἣν ἐπέφερεν εἰς
4045τὸ κτῆμα; Τὰς διατάξεις δὲ ταύτας, Κύριοι, ἔχω τὸ καύ-
4046χημα, ὅτι ἐγὼ εἰσήγαγον εἰς τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ὡς
4047μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἔτους 1873, ἠρύσθην δὲ οὐ μόνον
4048ἐκ τοῦ Ἰταλικοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ Ἰονίου κώδικος.
4049§137ΣΕΡΒΟΣ. Διατὶ τώρα τὸ ἐναντίον;
4050§138ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Διότι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τοῦ Ἀστικοῦ
4051Κώδικος τοῦ 1866 οὐδεμία διάταξις ὑπῆρχε περὶ ἀγρολη-
4052ψιῶν. Καὶ ἐγὼ αὐτὸς εἶμαι ὁ συντάκτης τοῦ μέρους ἐκεί-
4053νου τοῦ νομοσχεδίου. Αἱ διατάξεις δὲ αὗται διατυποῦνται
4054μὲν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ σήμερον ὡς νόμος, ἀλλὰ, καθὼς
4055προεῖπον ὑμῖν, εἶναι καθιερωμέναι σήμερον, καὶ διὰ τῶν
4056διατάξεων τοῦ Κώδικος καὶ δυνάμει τῆς νομολογίας καὶ
4057τῆς δικαιοσύνης.
4058§139ΣΕΡΒΟΣ. Εὕρετέ το εἰς τὸν Κώδικα τὸν Ἰόνιον.
4059§140ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν τὸν ἔχω πρόχειρον, ἀλλὰ ἐνθυμοῦμαι
4060βεβαίως, ὅτι τοιαῦται διατάξεις ὑπάρχουσιν.
4061Ἀλλὰ, Κύριοι, εἰς ἀντίκρουσιν τῶν ὅσων ὁ ἀξιότιμος
4062ἐκ Λευκάδος συνάδελφος ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν, δὲν ἔχω,
4063παρὰ νὰ ἀναγνώσω τὸ τελευταῖον ἄρθρον τοῦ ὑπὸ συζή-
4064τησιν νομοσχεδίου, τὸ 3ον, καθ’ ὅ, καὶ ἂν ἐπεγένετο ἀδι-
4065κία εἰς τὸν καλλιεργητὴν, εἶναι εἰς θέσιν ὁ καλλιεργητὴς
4066νὰ ματαιώσῃ πᾶσαν τοιαύτην. Διατί; Διότι ἐν τῷ ἄρθρῳ
40673 ἀκριβῶς ὑπὲρ τῶν καλλιεργητῶν τίθεται ἡ διάταξις
4068(ἀναγινώσκει): «Μέχρι τοῦ πέρατος τῆς ἐκτελέσεως δύ-
4069ναται ὁ ἐμφυτευτὴς, ἐδαφονομεὺς ἢ ἀγρολήπτης ν’ ἀπο-
4070τρέψῃ τὰς συνεπείας τῆς ἐκτελέσεως, καταβάλλων τῷ
4071κτηματοδότῃ, ἐδαφοδότῃ ἢ ἀγροδότῃ τοὺς καθυστεροῦντας
4072κανόνας, ἢ τὰ ἀγροληπτικὰ μερίδια, μετὰ τῶν ἐξόδων τῆς
4073περὶ τὴν ἐκτέλεσιν δίκης».
4074§141ΣΕΡΒΟΣ. Αὐταὶ εἶναι αἱ βελτιώσεις;
4075§142ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τί ἄλλο λοιπὸν θέλετε; Ἂν ἐβελτίω-
4076σεν ὁ καλλιεργητὴς καὶ νομίζῃ ἑαυτὸν ἠδικημένον, δύνα-
4077ται μέχρι τῆς ἐκτελέσεως νὰ καταθέσῃ καὶ νὰ πληρώσῃ
4078τὰ ὀφειλόμενα, καὶ νὰ ματαιώσῃ τὴν δίκην.
4079Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν θέλω ἐπὶ πλέον νὰ ἀπασχολήσω
4080τὴν Βουλήν. Ἐγὼ ἁπλῶς καὶ μόνον ἐξέθηκα ταῦτα, ἵνα
4081δικαιολογήσω, διατὶ ἔφερα τὴν πρότασιν ταύτην τοῦ νό-
4082μου· ὁ δὲ ἀξιότιμος συνάδελφος, φαίνεται, ὅτι δὲν ἀναγνω-
4083ρίζει τὸ δικαίωμα τῆς πρωτοβουλίας εἰς τὸν Βουλευτὴν,
4084ἂν καὶ ἦναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Συντάγματι, καὶ ἀπαι-
4085τεῖ, διὰ νὰ γένηται δεκτὴ πρότασις Βουλευτοῦ, νὰ γνω-
4086μοδοτῇ καὶ ἡ Κυβέρνησις. Ἡ Κυβέρνησις ὑποστηρίζει διὰ
4087τῆς σιωπῆς της...
4088§143ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τῆς ἀναγραφῆς εἰς τὴν
4089ἡμερησίαν διάταξιν.
4090§144ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἀκριβῶς διὰ τῆς ἀναγραφῆς εἰς τὴν
4091ἡμερησίαν διάταξιν... Ἀπαιτεῖ ὁ συνάδελφος, ἵνα τὸ νομο-
4092σχέδιον, τὸ ἀπὸ Βουλευτῶν προερχόμενον, ὑποβάλληται εἰς
4093τὴν βάσανον τῶν νομομαθῶν καὶ τῶν συμβούλων τοῦ
4094Στέμματος. Καὶ διατὶ τάχα; Ποῖος νόμος τὸ διατάσσει;
4095Δὲν εἶναι τάχα εἰς κατάστασιν ἡ Βουλὴ νὰ ἐξελέγξῃ τὰς
4096γνώμας καὶ τὰς διατάξεις τῶν ὑποβαλλομένων νομοσχε-
4097δίων εἰς αὐτήν; Ἂν ὁ κανὼν οὗτος ἦναι ἀληθὴς, τότε
4098ἔπρεπεν ὅλα τὰ νομοθετήματα, τὰ εἰσαγόμενα ἐνταῦθα,
4099νὰ ἔρχωνται συνοδευόμενα καὶ μὲ τὰς γνωμοδοτήσεις τῶν
4100νομομαθῶν ἢ τῶν νομικῶν συμβούλων.
4101Κύριοι, δὲν ἐπιμένω οὔτε νὰ κουράσω τὴν Βουλήν, οὔτε
4102εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπερίμεινεν ἡ Ἑξάνη-
4103σος, ὡς τὴν ὠνόμασεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ἐπὶ 26 ἔτη· ἂς
4104περιμένῃ ἀκόμη ἐπὶ ἓξ μῆνας. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι προέτεινα
4105νομοσχέδιον ὠφέλιμον καὶ ὀρθόν. Ἀλλ’ ἂς ἀναβληθῇ ἡ κρί-
4106σις περὶ τούτου κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον.
4107§145ΣΕΡΒΟΣ. Κύριε Πρόεδρε... (Θόρυβος καὶ δια-
4108μαρτυρίαι).
4109§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεβλήθη, κύριε Βουλευτά.
4110Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν ὑπαγομένων
4111εἰς τὰς κατηγορίας τῶν ἄρθρων 4 καὶ 6 τοῦ ᾼΚΒʹ νόμου
4112φαρμακοποιῶν.
4113(Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρ-
4114θρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
4115Ὡσαύτως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ,
4116κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως,
4117εἰς αʹ μὲν συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπιβολῆς
4118προσθέτου φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος ὑπὲρ τοῦ δήμου
4119Λετρίνων, εἰς βʹ δὲ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ
4120αὐξήσεως τῶν ἐπιβεβλημένων ἐν Καρύστῳ λιμενι-
4121κῶν φόρων).
4122§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
4123Ὥρα 9 μ. μ.