1892.07.24
5.042 στίχοι · 38.202 λέξεις · 299 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 49
τῆς 24 Ἰουλίου 1892.
(Παρασκευή).
Ὥρα 11 π. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΣΑΚΚΗΣ. Ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» τῆς χθὲς κατεχωρήθη Β. Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπολύονται τῆς ὑπηρεσίας 10 πρωτοδίκαι. Πρὶν ἢ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα, ἐὰν ἡ ἀπόλυσις ἐγένετο νομίμως ἢ ὄχι, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ δώσῃ τὰς δεούσας διασαφήσεις ἐπὶ τούτου, συγχρόνως δὲ νὰ καταθέσῃ πίνακα, ἐμφαίνοντα τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαστῶν, τῶν διορισθέντων ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου τοῦ 1887, νὰ καταθέσῃ δὲ καὶ τὰς προτάσεις, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων διωρίσθησαν οἱ πρωτοδίκαι οὗτοι.
§2ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Χθὲς, ὅτε ἐψηφίζετο τὸ νομοσχέδιον περὶ κωδικοποιήσεως τῶν νόμων περὶ φορολογίας τῶν ζώων κλπ., ὁ ἐκ Λοκρίδος συνάδελφός μου προέτεινε μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ νὰ ἐλαττωθῇ ὁ φόρος τῶν ζώων, καὶ νὰ περιορισθῇ εἰς λεπτὰ 40 κατὰ κεφαλήν· ἐνόουν δὲ διὰ τῆς προτάσεώς των ταύτης, ὅτι ἐν τῷ φόρῳ τούτῳ περιλαμβάνεται καὶ ὁ ὁδικὸς καὶ ὁ δημοτικὸς κλπ. κατὰ τὴν γενομένην ἐξήγησιν, οὕτω δὲ ἐπεζήτουν, ὥστε ὁ φόρος, ἐν συνόλῳ ἀνερχόμενος εἰς 42 λεπτὰ, νὰ περιορισθῇ εἰς 40 λεπτὰ κατὰ κεφαλήν. Τὴν πρότασιν ταύτην τῶν κυρίων συναδέλφων ὑπεστήριξα καὶ ἐγώ, δικαιολογήσας αὐτήν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διὰ τῆς παρατηρήσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμε, κατέδειξεν, ὅτι ὁ φόρος εἶναι 36 λεπτὰ, καὶ κατὰ συνέπειαν εἶναι ὀλιγώτερος τοῦ ζητουμένου παρ’ ἡμῶν, ἀλλὰ παρελείφθη νὰ περιληφθῇ καὶ ὁ ὁδικὸς καὶ ὁ δημοτικός. Ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀκριβὲς, τότε ἡ πρότασις τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων καὶ ἡ ἐμὴ εἶναι λογικὴ, καθόσον ἐζητήσαμεν τὴν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου. Δυστυχῶς εἰς τὰ πρακτικὰ, τὰ ὁποῖα δημοσιεύονται ἐν τῇ «Ἐφημερίδι» τοῦ Κορομηλᾶ, παρετήρησα ἀνακρίβειάν τινα...
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ, τὰ ὁποῖα δημοσιεύονται εἰς τὰς ἐφημερίδας, οὐδεμίαν ἐπισημότητα ἔχουσι.
§4ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω τὸν λόγον μου. Ἡ ἐφημερὶς αὕτη στέλλεται εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου κατὰ ἑκατοντάδας· θέλω λοιπὸν νὰ καταδείξω, ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον σημειοῦται ἐν τοῖς πρακτικοῖς αὐτῆς, ὅτι δηλαδὴ ὁ κ. Καραπάνος καὶ ὁ συνάδελφός μου προέτειναν τὴν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου, χωρὶς νὰ ὁρίσωσι μέχρι τίνος ποσοῦ, ἐγὼ δὲ, ὅτι τέλος πάντων προέτεινα τὴν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου εἰς 40 λεπτὰ, θέλω, λέγω, νὰ καταδείξω, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀκριβὲς, καὶ ἔχω καθῆκον νὰ διορθώσω τὰ ἐσφαλμένα, ἐπικαλούμενος τὴν μαρτυρίαν καὶ τῶν προτεινάντων τὴν πρότασιν ταύτην συναδέλφων μου καὶ ἁπάσης τῆς Βουλῆς, ἐὰν ῥητῶς δὲν εἶπον οὗτοι, ὅτι ἐπιθυμοῦσι καὶ προτείνουσι νὰ περιορισθῇ ὁ φόρος οὗτος εἰς 40 λεπτὰ κατὰ κεφαλὴν, καὶ ὅτι τὴν πρότασίν των ταύτην ὑπεστήριξα καὶ ἐγὼ, ζητήσας τὴν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου καὶ κάτω τῶν 40 λεπτῶν κατὰ κεφαλήν.
§5Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναμφιβόλως τὰ περὶ τούτου ἔχουσιν ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής· ἀλλ’ ἐὰν ἐπελαμβανόμεθα καθ’ ἑκάστην τῆς ἐπανορθώσεως ὅσων αἱ ἐφημερίδες ἐκ πλάνης ἢ ἐκ κακοβουλίας ἀνυποστάτως ἀναγράφουσι περὶ τῶν λεγομένων ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν ἢ ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν, ἡ Βουλὴ ταύτην θὰ εἶχεν ἀποκλειστικὴν ἀπασχόλησιν. Αἱ ἐφημερίδες ἔχουσι τὴν ἀξίαν, ἣν ἀποκτῶσιν ἐκ τῆς φιλαληθείας, ἐκ τῆς ἀκριβείας, μεθ’ ἧς ἀναγράφουσι τὰ συμβαίνοντα, καὶ ἐκ τῆς εἰλικρινείας περὶ τὴν ἐκτίμησιν αὐτῶν, ἡ δὲ ἀποδιδομένη εἰς τὰ ἐν αὐταῖς σημασία εἶναι σχετικὴ πρὸς τὴν ὑπόληψιν αὐτῶν. Εἰς ἡμᾶς δὲν ἀνήκει ὁ ἔλεγχος τῶν περὶ τούτου ἐνταῦθα.
§6ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Οὔτε σημειοῦνται τὰ παρὰ τῶν ἀντιθέτων λεγόμενα.
§7Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅταν δὲν σημειῶνται, δὲν ὑπάρχει τὸ ἄτοπον, καὶ ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ ἐξασφαλίσωμεν, ὅτι δὲν θὰ σημειῶνται, θὰ ἦτο τοῦτο ἐγγύησις· ἀλλ’ ὡς συμβαίνουσι τὰ πράγματα, αἱ παρῳδίαι τῶν ἀγορεύσεων, αἱ ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, εἶναί τι ἀνάξιον ἀνασκευῆς ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, καὶ νομίζω, ὅτι ἀδίκως ὁ κ. Βουλευτὴς ἀπέδωκε σημασίαν εἰς τὰ γραφόμενα ὑπὸ ἐφημερίδος, καὶ τοιαύτης μάλιστα ἐφημερίδος. Τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ ἔχομεν ὑπ’ ὄψει. Καὶ ἄλλοτε ἐγένετο λόγος, ὅτι θὰ ἦτο καλὸν νὰ ἐκανονίζοντο τὰ τῆς δημοσιεύσεως τῶν πρακτικῶν ἐν ταῖς ἐφημερίσι, διότι βεβαίως εἶναι ἄτοπον τὸ συμβαῖνον, τῆς ἀναγραφῆς ὡς ἀπὸ στόματος τῶν Βουλευτῶν τῶν μὴ ῥηθέντων παρ’ αὐτῶν. Αὕτη εἶναι συστηματικὴ ἐργασία ἐν τῇ κομματικῇ ἐφημεριδογραφίᾳ. Ὁ τρόπος οὗτος τοῦ ἀνταγωνισμοῦ εἶναι ἄτοπος, ἀλλὰ κανονικὸς παρ’ ἡμῖν, καὶ τὰ λεγόμενα παρὰ τῶν ἀντιθέτων πρὸς τὸ φρόνημα ἑκάστης ἐφημερίδος εἶναι πάντοτε μωρὰ, πάντα δὲ τὰ λεγόμενα ὑπὸ τῶν φίλων αὐτῆς εἶναι ἀλάθητα. Κατὰ τὸ 1891 εἶχε ψηφισθῆ νόμος περὶ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, κανονίζων τὰ τῆς θέσεως ἰδίως τοῦ διευθύνοντος διὰ παροχῆς θητείας καὶ δι’ ἄλλων τινῶν πλεονεκτημάτων. Τὸν νόμον τοῦτον αὐτὴ ἡ Βουλή, ἥτις εἶχε ψηφίσει αὐτὸν, κατήργησεν· ἀλλὰ τὸ περὶ τῆς καταργήσεως νομοσχέδιον ψηφισθὲν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐν τρισὶν ἀναγνώσεσι, δὲν ἐκυρώθη ἑπομένως ὁ νόμος, ὁ ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ 1891, διατηρεῖ τὸ κῦρος, καίτοι δὲν πραγματοποιεῖται ἡ διάταξις, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν θητείαν τοῦ διευθύνοντος. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ καταργηθῇ ὁ νόμος ἐκεῖνος, καὶ ἀφοῦ σήμερον δὲν δύναται πλέον νὰ κυρωθῇ ὁ ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς παρελθούσης Βουλῆς νόμος, ὁ ἀκυρῶν τὸν ἔτι καὶ νῦν κείμενον, ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου τούτου.
§8ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ δὲν πρόκειται περὶ διευθύνοντος τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, πρόκειται περὶ γενικοῦ διευθυντοῦ τοῦ Λογιστικοῦ τοῦ Κράτους.
§9Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μὴ ἐφαρμοσθέντος τοῦ νόμου, δὲν διωρίσθη γενικὸς διευθυντής, οὐδ’ ὑπάρχει ἐν τῷ παρόντι κίνδυνος διορισμοῦ, ἐπαγομένου τὴν παροχὴν τῶν παρεπομένων πλεονεκτημάτων· ἀλλ’ εἶναι ἐπιθυμητὸν νὰ παύσῃ ἰσχύων ὁ νόμος, διότι δύναται ἄλλη Κυβέρνησις, ἄλλως σκεπτομένη, νὰ τὸν ἐφαρμόσῃ, καίτοι ἡ Βουλή, ἡ ψηφίσασα αὐτὸν, τὸν κατεδίκασε μετ’ ὀλίγον. Ἐὰν εἶχε κυρωθῇ ὁ νόμος, ὁ ἐκφράζων τὴν μεταγενεστέραν ταύτην θέλησιν τῆς Βουλῆς ἐκείνης, δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἀφορμὴ, ἵνα προβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν περὶ τούτου· ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἐκυρώθη ὁ νόμος ἐκεῖνος, ὑποβάλλω τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ μήπω ἐφαρμοσθέντος νόμου, κανονίζον συνάμα τὰ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νῦν κειμένων καὶ εἰδικώτερον ἐν σχέσει πρὸς τὴν κατάργησιν τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, καὶ καταργοῦν τὸ ταμεῖον τῶν δημοσίων χρεῶν, οὗτινος ἡ ὑπηρεσία συγχωνεύεται ἐν τῇ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 326). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς γʹ συζήτησιν τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταστάσεως τοῦ προσωπικοῦ τῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπαγομένων ὑπηρεσιῶν, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὰς δύο τελευταίας συζητήσεις).
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους.
§12Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὰς ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τοῦ Κράτους μελέτας, τὰς ὁποίας ἀνεκοίνωσα χθὲς πρὸς τὴν Βουλὴν, τὰ ἐλλείμματα τῶν τελευταίων τεσσάρων ἐτῶν, ἤτοι τοῦ 1887, τοῦ 1888, τοῦ 1889 καὶ τοῦ 1890 ἀνέρχονται εἰς 88,713,233.55, ἤτοι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1887 εἰς 15,781,569.29, τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1888 εἰς 23,931,894.94, τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1889 εἰς 30,686,647.62, καὶ τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1890 εἰς 18,313,121.70, μὴ περιλαμβανομένων εἰς τὰ ἐλλείμματα τοῦ 1890 τῶν μὴ ἀποδοθέντων εἰς τὰς Τραπέζας εἰς λογαριασμὸν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας 9,015,476.17. Σημειωτέον, ὅτι κατὰ τὸ 1887 ἐνομοθετήθη αὔξησις φόρων καὶ προσθήκη νέων φόρων, ηὔξησαν δ’ ἕνεκα τούτου τὰ κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο εἰσπραχθέντα ἔσοδα κατὰ δραχμὰς 20,717,184.33. Ἀλλὰ καὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ἣν εἶχεν ἐφαρμόσει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ κατὰ τὴν προηγηθεῖσαν τριετίαν, ἤτοι κατὰ τὰ ἔτη 1882, 1883 καὶ 1884, παραπλήσια ἐξεικόνισε τὰ ἀποτελέσματα ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους 1885, τὸν ὁποῖον εἶχε συντάξει αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις καὶ τότε ἐκυβέρνα, καὶ τὸν ὁποῖον εἶχεν εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1884, ὁ ὁποῖος ὅμως δὲν ἐψηφίσθη τότε ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διότι εἶχεν ἐπέλθει ἡ διάλυσις αὐτῆς. Ὁ προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος τοῦ 1885 εἶχε συνταχθῆ κατὰ τρόπον, ὅστις παρίστα περίσσευμα 388,613.12, ἐνῷ ἡ κατὰ τὴν προηγηθεῖσαν τοῦ 1885 τριετίαν οἰκονομικὴ διοίκησις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶχε παρασκευάσει ὀγκῶδες ἔλλειμμα καὶ ἐκ τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1885. Ἀλλὰ πῶς κατώρθωσε καὶ τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ παραστήσῃ ἐν τῷ ὑπ’ αὐτοῦ συνταχθέντι προϋπολογισμῷ τοῦ 1885 περίσσευμα, ἐνῷ ἀναγκαίως κατέληγεν ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος εἰς ἔλλειμμα; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μετῆλθε τὰς ἑξῆς πράξεις: Αʹ) Παρέλειψε νὰ περιλάβῃ ἐν αὐτῷ ἔξοδα ἀνεγνωρισμένα ὑπ’ αὐτῆς τῆς ἰδίας αὐτοῦ διοικήσεως, καὶ τὰ παραλειφθέντα ταῦτα ἔξοδα ἀνήρχοντο εἰς 5,844,037. Βʹ) Ἀντὶ νὰ πληρώσῃ ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ ἑπομένως νὰ ἀναγράψῃ μετὰ τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοὺς τόκους τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας, ὡς ὤφειλε κατὰ τὸν νόμον νὰ πράξῃ, παρέλιπε νὰ περιλάβῃ μετὰ τῶν ἄλλων ἐξόδων τὴν διὰ τοῦτο ἀναγκαίαν πίστωσιν, καὶ ἀφῆκεν αὐτοὺς εἰς βάρος τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας· ἀνήρχετο δὲ τὸ ποσὸν τῶν τόκων τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις εἶχε λάβει ἐκ τοῦ παρὰ τῇ Ἐθν. Τραπέζῃ δανείου τῆς ὁδοποιΐας κατὰ τὰ ἔτη 1882, 1883 καὶ 1884, εἰς δραχμὰς 2,032,056.22. Γʹ) Δὲν ἀνέγραψεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων, ὅπως ἀποδώσῃ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, ὅσα εἶχεν εἰσπράξει καὶ εἰσαγάγει εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ποσά, ἀνήκοντα εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας· ἀνήρχοντο δὲ καὶ ταῦτα εἰς 4,410,329. Δʹ) Ἔλαβεν ἀπὸ τὰ λιμενικὰ ταμεῖα ὡς προσωρινὸν δάνειον, ἄνευ νόμου ὅμως, καὶ ἐδαπάνησεν εἰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους δραχ. 703,915. Εʹ) Ὡσαύτως εἶχε λάβει ἐκ δικαστικῶν παρακαταθηκῶν ὡς προσωρινὸν δάνειον, ἄνευ νομοθετικῆς ἀδείας, καὶ δαπανήσει εἰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους δραχμὰς 359,897. ΣΤʹ) Εἶχεν ἀναγράψει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1885 ἐλαττώσεις, τὰς ὁποίας ὅλως δὲν ἐπραγματοποίησεν οὐδὲ κατὰ τὸν Ἰανουάριον, οὐδὲ κατὰ τὸν Φεβρουάριον, οὐδὲ κατὰ Μάρτιον, οὐδὲ κατ’ αὐτὰς τὰς πρώτας 17 ἡμέρας τοῦ Ἀπριλίου, καθ’ ἃς ἦτο ἐν τῇ ἀρχῇ· αὐταὶ δὲ αἱ ἐλαττώσεις ἀνήρχοντο εἰς 1,279,980. Ζʹ) Ἀνέγραψεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων διὰ πληρωμὴν τόκων καὶ χρεωλυσίων τῶν δανείων ποσὰ ὀλιγώτερα τῶν πράγματι ἀπαιτουμένων κατὰ δραχμὰς 2,178,769. Ἀλλὰ πλὴν τούτων, τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς 16,808,983.22, εἶχε προϋπολογίσει καὶ τὰ ἔσοδα ἀνώτερα τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἠδύνατο νὰ εἰσπραχθῇ, κατὰ δραχμὰς 11,634,961. Καὶ πᾶσαι αὗται αἱ πράξεις διεπράχθησαν, ἤτοι ἀνεγράφησαν ἔξοδα ὀλιγώτερα τῶν πράγματι ἀναγκαιούντων, καὶ ἔσοδα ἀνώτερα τῶν πιθανῶν, ἵνα τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1885, τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ συγκεφαλαιωθῇ εἰς 28,443,944.22, παρασταθῇ ὡς περίσσευμα δρ. 388,613.12. Καὶ τὸ 1885 ἦτο τὸ ἀμέσως ἑπόμενον ἔτος τῆς τριετοῦς διοικήσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἥτις ἤρξατο τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1882. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην παρέδωκε τὴν ἀρχὴν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὁ Κουμουνδοῦρος, καὶ μετὰ τῆς ἀρχῆς κατέλιπεν εἰς τὸν διάδοχον αὑτοῦ κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου 15,508,953.66· ἤτοι: ὑπόλοιπον τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων 10,218,688.66, ἐκ νομισματοποιΐας δραχ. 2,200,080, ἐξ ἐκποιήσεως ἀχρήστου ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς δραχ. 3,090,185. Ὁ δὲ ἀνελθὼν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, τρίτην τότε φοράν, ἐνῷ παρέλαβε παρὰ τοῦ προκατόχου του δραχμὰς 15,508,953.66, ἐπρότεινεν ὅμως καὶ αὐξήσεις φόρων ὑπαρχόντων, καὶ νέους φόρους, ἐνομοθετήθησαν δὲ ταῦτα, καὶ ηὔξησαν δι’ αὐτῶν τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους κατὰ 3,490,000· ἤτοι 800,000 ἐκ τῆς μεταβολῆς τῆς κλίμακος τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, 1,300,000 ἐκ τῆς νομοθετικῆς τότε αὐξήσεως τοῦ φόρου τῶν ζώων, 1,300,000 ὡσαύτως ἐκ τῆς προσθήκης ἑνὸς δεκατημορίου εἰς τὰ τελωνειακὰ τέλη, καὶ 90,000 ἐκ τῆς μεταβολῆς τῆς διατιμήσεως τῶν προξενικῶν τελῶν. Καὶ εἶχον αὐξήσει τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους πρὸ δύο ἐτῶν, ἤτοι κατὰ τὸ 1880, ὑπ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατὰ 3,000,000, διότι καὶ κατὰ τὸ 1880 εἶχεν αὐξήσει τὸν φόρον τῆς σταφίδος, προϋπολογίσας ἐκ τούτου 340,000, εἶχε αὐξήσει τὸν φόρον τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν, προϋπολογίσας ἐκ τούτου 75,000, εἶχεν αὐξήσει τὰ τελωνειακὰ τέλη διὰ νόμου, καθ’ ὃν ταῦτα ἤθελον πλέον εἰσπράττεσθαι εἰς νέας καὶ οὐχὶ εἰς παλαιὰς δραχμάς, προϋπολογίσας καὶ ἐκ τούτου αὔξησιν 1,610,400, εἶχεν αὐξήσει τὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου, προϋπολογίσας καὶ ἐκ τούτου 400,000, εἶχε προσθέσει τὰ τέλη ἐπὶ τῶν κληρονομιῶν, προϋπολογίσας καὶ ἐκ τούτου 325,000, εἶχε προσθέσει τὰ τέλη τῶν μεταγραφῶν, προϋπολογίσας καὶ ἐκ τούτου 100,000, ὡς εἶχεν αὐξήσει καὶ τὰ ἐπὶ τῶν παιγνιοχάρτων, ἐκ τῶν ὁποίων προϋπελόγιζεν ὡσαύτως 150,000. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ δεύτερον ἔτος τῆς Κυβερνήσεως αὐτοῦ εἶχε προσθέσει νέους φόρους, ἐξ ὧν προϋπελόγισεν ἔσοδον 13,871,655, εἶχε δὲ ἱδρύσει καὶ τὰ μονοπώλια τῶν παιγνιοχάρτων, τοῦ πετρελαίου, τῶν πυρείων καὶ τοῦ σιγαροχάρτου. Καὶ κατὰ τὸ 1884 δ’ ἐπορίσθη δραχμὰς 19,250,280.11, καὶ ἐδαπάνησεν εἰς τὰς τακτικὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ὅπως καλύψῃ ἐλλείμματα προϋπολογισμῶν, λαβὼν ταύτας ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, καὶ μετατρέψας τὸν διὰ τοῦ νόμου περὶ τοῦ δανείου τούτου ὁρισθέντα σκοπὸν αὐτοῦ. Καὶ ὄντως, ἐνῷ τὸ δάνειον τοῦτο, κατὰ τὸν περὶ αὐτοῦ νόμον, εἶχε συνομολογηθῆ, ἵνα πληρωθῶσι δι’ αὐτοῦ τὰ πρὸς τὰς Τραπέζας χρέη τοῦ Δημοσίου ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, καὶ διαταχθῆ ἡ ἄρσις αὐτῆς, μέρος δὲ τοῦ δανείου τούτου ἐκ 40 ἑκατομμυρίων προωρίζετο εἰς κατασκευὴν σιδηροδρόμων καὶ δημοσίων ἔργων, καὶ εἰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευάς, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μέρος αὐτοῦ, ἤτοι 19,250,280.11 μετέτρεψεν ἐκ τοῦ σκοποῦ, δι’ ὃν εἶχε προορισθῆ, καὶ ἐπλήρωσεν εἰς ἐλλείμματα τῶν τακτικῶν προϋπολογισμῶν. Ἕνεκα τούτου μάλιστα, καὶ μετὰ τὴν ἀποτυχίαν τῆς γενομένης τότε ἐκδόσεως τοῦ δανείου τούτου εἰς δημοσίαν ἐγγραφήν, δὲν ἐπήρκεσαν πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τὰ εἰσπραχθέντα ποσὰ ἐκ τῆς ἐκποιήσεως 110 χιλιάδων ὁμολογιῶν, τὰς ὁποίας εἶχον ἀγοράσει οἱ ἐκδόται τοῦ δανείου, καὶ ἐκ τῆς προκαταβολῆς 35 ἑκατομμυρίων, ἣν αὐτοὶ οὗτοι οἱ ἐκδόται εἶχον χορηγήσει εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἐπὶ ἐνεχυριάσει 140 χιλιάδων ὁμολογιῶν τοῦ δανείου, ἠναγκάσθη δ’ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς νὰ δανεισθῇ καὶ ἄλλα 11,500,000 διὰ προκαταβολῶν, ἐπὶ ἐνεχυριάσει ὁμολογιῶν τοῦ αὐτοῦ δανείου, καὶ νὰ λάβῃ ἄλλα 9 ἑκατομμύρια παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὡς δάνειον. Μεθ’ ὅλα ταῦτα τὰ χρηματικὰ βοηθήματα, τὰ ὁποῖα ἔλαβε τότε ὁ κ. Πρωθυπουργός, διὰ τοσαύτης αὐξήσεως τῶν ἐσόδων, τὰ ἐλλείμματα τῆς τριετίας, ἤτοι τῶν ἐτῶν 1882, 1883 καὶ 1884, συνεκεφαλαιώθησαν κατὰ τοὺς ἀπολογισμοὺς εἰς 45,105,292.54, ἤτοι εἰς ἔλλειμμα τοῦ 1882 δραχμὰς 5,244,833, εἰς ἔλλειμμα τοῦ 1883 δραχ. 9,258,312.81, καὶ εἰς ἔλλειμμα τοῦ 1884 δραχ. 30,602,146.73· διέφερε δὲ τοῦ ἀληθοῦς καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1885, ὁ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰσαχθεὶς εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1884, κατὰ δραχμὰς 28,443,944.22. Ἦσαν δὲ φυσικὰ τὰ τοιαῦτα ἀποτελέσματα τῆς ἐπὶ τὰ ἔτη ἐκεῖνα διοικήσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἐλησμονήσατε τὴν σπατάλην τῶν δημοσίων χρημάτων, ἥτις ἐκράτει τότε ἐν τῇ διοικήσει; Τὴν ὀργανωτικὴν ἐκείνην— ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ λέξις—μανίαν, ἥτις εἶχε καταλάβει τὸν ἄνδρα; Δὲν ἔμεινε κλάδος τῆς διοικήσεως, διὰ τὴν ὀργάνωσιν τοῦ ὁποίου δὲν ἔλαβεν εἰδικὴν πρόνοιαν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ὀργανώσεις πανταχοῦ. Ὀργάνωσιν τῶν ταχυδρομείων, ὀργάνωσιν τῶν τηλεγραφείων, ὀργάνωσιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ὀργάνωσιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὀργάνωσιν τῆς Στατιστικῆς, ὀργάνωσιν τῶν ἀτμοτελωνίδων διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν πληρωμάτων αὐτῶν, ὀργάνωσιν τοῦ ναυτικοῦ, ὀργάνωσιν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, ὀργάνωσιν τῶν ἀστυνομιῶν ἐν Θεσσαλίᾳ. Δι’ αὐτὰς τὰς ἐν Θεσσαλίᾳ τοπικὰς ἀστυνομίας, ἐνῷ τὸ πρῶτον, διὰ τοῦ ἀπὸ 26 Μαρτίου 1882 Β. Διατάγματος, προσδιώρισε τὸ προσωπικὸν αὐτῶν εἰς 335, ἤτοι εἰς 11 ἀστυνόμους, 25 ὑπαστυνόμους, 17 βοηθοὺς, 32 κλητῆρας αʹ τάξεως καὶ 250 κλητῆρας βʹ τάξεως, τὴν δι’ αὐτοὺς δὲ πάντας ἐτησίαν δαπάνην εἰς 326,380 δραχμὰς, διὰ νέων διαταγμάτων ἐνομοθέτει ἑκάστοτε νέας θέσεις, καὶ ἀνεβίβασε τὸ μὲν προσωπικὸν εἰς 531, ἤτοι εἰς 16 ἀστυνόμους, 45 ὑπαστυνόμους, 72 βοηθοὺς, 63 κλητῆρας αʹ τάξεως καὶ 340 κλητῆρας βʹ τάξεως, τὴν δὲ δι’ αὐτοὺς δαπάνην ἀπὸ 326,380 εἰς 562,240 δραχμάς. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ περιελήφθησαν δι’ ὀργανωτὰς ἀλλοδαποὺς τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν, περὶ ὀργανώσεως τῶν ὁποίων ἔλαβον πρόνοιαν, διάφοροι πιστώσεις, τῶν ὁποίων τὸ ὅλον συνεκεφαλαιοῦτο εἰς 533,792 δραχμάς. Καὶ ἐκλήθησαν ἐκ τῆς Εὐρώπης καὶ ὀργανωτὴς τῶν φυλακῶν, καὶ ὀργανωτὴς τοῦ Δενδροκομείου, καὶ ὀργανωτὴς τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας, καὶ ὀργανωτὴς τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας, καὶ πολιτικοὶ μηχανικοὶ, καὶ τεχνῖται πρὸς συντήρησιν πυροβόλων, καὶ ὀργανωτὴς τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, καὶ ἐπίκουροι κτηνίατροι, καὶ μηχανικὸς ἐν τῇ Ἐφορίᾳ τοῦ Ναυστάθμου, καὶ ἐφαρμοσταὶ ἐν τοῖς ἐργοστασίοις τοῦ Ναυστάθμου, καὶ ὀργανωταὶ τοῦ ναυτικοῦ, καὶ ὀργανωτὴς τῆς Σχολῆς τῶν ναυκλάστρων. Δὲν ἐδαπανήθησαν ὅμως μόνον 533 χιλιάδες δραχμῶν, ἀλλὰ ποσὰ πολλῷ μεγαλείτερα. Διὰ μίαν τῶν Γαλλικῶν ἀποστολῶν, τὴν τῶν δημοσίων ἔργων, εἶχον δαπανηθῆ μέχρι τοῦ Μαΐου τοῦ 1885 φράγκα 1,704,100. Ὅτε, διαλυθείσης τῆς Βουλῆς, αἱ ἐκλογαὶ τῆς 7 Ἀπριλίου 1885 ἐξεδήλωσαν τὴν δυσπιστίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τὴν Κυβέρνησιν αὐτοῦ, ἡ οἰκονομικὴ πίστις τῆς Ἑλλάδος διετέλει εἰς οἰκτρὰν κατάστασιν καὶ δὲν εἶχε καταπέσει μόνον διότι εἶχεν ἤδη γνωσθῆ εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους τραπεζίτας, μεθ’ ὧν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε διαπραγματευθῆ καὶ συνομολογήσει τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ὅτι δὲν εἶχον τηρηθῆ οἱ ὅροι, ὑφ’ οὓς εἶχε συνομολογηθῆ τὸ δάνειον τοῦτο, ἀφοῦ ἓν μέρος σημαντικὸν τοῦ δανείου τούτου εἶχε μετατραπῆ ἀπὸ τῶν σκοπῶν, δι’ οὓς εἶχε προορισθῆ ὑπὸ τοῦ νόμου, εἰς ἄλλους σκοποὺς, δὲν εἶχε κλονισθῆ ἡ πίστις τοῦ Κράτους μόνον ἕνεκα τῆς παραβάσεως ταύτης τῶν ὅρων τούτων, ἀλλ’ εἶχεν ἰδίως κλονισθῆ ἐκ τῆς πληθύος τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου, αἵτινες ἐνεχυριασθεῖσαι διὰ τὰς προκαταβολὰς, ἃς εἶχε λάβει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἶχον τεθῆ εἰς κυκλοφορίαν καὶ κατακλύσει τὰς ἀγορὰς τῆς Εὐρώπης. Ταῦτα δὲ, τὰ ὁποῖα λέγω ὑμῖν περὶ τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν κατὰ τὸ 1885 εἶχε περιαχθῆ ἡ οἰκονομικὴ πίστις τοῦ Κράτους, πρὶν ἢ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καταλίπῃ τὴν ἀρχὴν, δὲν εἶναι πληροφορίαι, εἰς τὰς ὁποίας ἐγὼ αὐθαιρέτως δίδω πίστιν, διότι ἐπορίσθην αὐτὰς εἴτε ἐξ ἐκθέσεων ἀντιπροσώπων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, εἴτε ἐκ γνωμῶν τραπεζιτῶν, εἴτε ἐξ ἐκθέσεων αὐτοῦ ἐκείνου, ὅστις διηύθυνε τότε τὴν ἐν Ἀθήναις πρεσβείαν τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, πρὸς τὴν Κυβέρνησιν αὐτοῦ. Ὁ «Economiste» τοῦ Λονδίνου ποιεῖται μνείαν ἐκθέσεως τοῦ ἐν Ἀθήναις ἀντιπροσώπου τῆς Ἀγγλίας κ. Νίκολσον, περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς Ἑλλάδος (ἀναγινώσκει): «Ἡ κατάστασις τοῦ προϋπολογισμοῦ», γράφει ὁ κ. Νίκολσον, «δύναται νὰ συγκεφαλαιωθῇ ὡς ἀκολούθως: Αἱ δαπάναι ἐδιπλασιάσθησαν κατὰ τὰ τελευταῖα τέσσαρα ἔτη, ἡ δὲ φορολογία ηὔξησε κατὰ τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν. Τῷ 1883 τὰ ἔσοδα ἀνήρχοντο εἰς λίρας 2,341,500, ἐνῷ τῷ 1884 προϋπελογίσθησαν εἰς λίρας 3,433,700, ἄδηλον δὲ, ἐὰν οἱ ἐπιβληθέντες φόροι θὰ ἐπαρκέσωσι πράγματι, ὅπως ἐπενέγκωσι τὴν κατὰ 50% αὔξησιν τῶν ἐσόδων. Μᾶλλον ὑπάρχουσι πιθανότητες κατὰ τοσοῦτον εὐρείας αὐξήσεως, φόβος δὲ, μήπως, μετὰ τὸ πέρας τῶν ἐτησίων καταστάσεων, τὸ λῆξαν ἔτος, ὡς καὶ τὰ προηγηθέντα αὐτοῦ, δείξωσι σπουδαῖον ἔλλειμμα ἐν τῇ ἀριστερᾷ στήλῃ τοῦ λογαριασμοῦ. Προσήκει δὲ νὰ ἀναφέρω, ὅτι τὸ παρελθὸν ἔτος ἐξεδόθη δάνειον ἐκ λιρῶν 6,800,000 ὀνομαστικῶν, ἐξ ὧν ἐλέγετο, ὅτι αἱ 2,880,000 ἔμελλον νὰ χρησιμεύσωσι πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἤδη ὅμως φαίνεται, ὅτι αἱ οἰκονομικαὶ ἀνάγκαι τῆς Κυβερνήσεως παρενέβησαν ἐν τῇ προσηκούσῃ ἐκτελέσει τῆς διαῤῥυθμίσεως ταύτης. Ἡ Κυβέρνησις», ἐξακολουθεῖ ὁ κ. Νίκολσον, «εὗρεν, ὅτι ὤφειλεν ἕνεκεν ἐλλειμμάτων καὶ ἀτάκτων δαπανῶν κατὰ τὰ ἔτη 1881–1884 καθαρὸν ποσὸν ἐκ λιρῶν 790,000, τὰς ὑποχρεώσεις δὲ ταύτας ἀπεφάσισε ν’ ἀποτίσῃ, ὅπερ καὶ ἐξετέλεσεν, ἐκ τοῦ ἄνω ποσοῦ τῶν λιρῶν 2,880,000. Ἀλλ’ ὅπως δυνηθῇ νὰ συμπληρώσῃ τὸ διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἀπαιτούμενον κεφάλαιον, προέβη εἰς τὴν συνομολόγησιν προσωρινῶν δανείων.» Ὁ δὲ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐν Λονδίνῳ ἔγραφε πρός με κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον τὰ τῆς συνεντεύξεως, ἣν κατ’ ἐντολήν μου εἶχε λάβει μετὰ τοῦ κ. Hambro, τοῦ γνωστοῦ τραπεζίτου (ἀναγινώσκει): «Ὁ κ. Hambro ἀμέσως ἀπ’ ἀρχῆς ἐζήτησε νὰ μοὶ εἴπῃ τὴν ἀλήθειαν ἀτόρνευτον, βεβαιῶν με, ὅτι ἦτο ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ εὕρῃ ἡ Ἑλλὰς δάνειον ἐν Ἀγγλίᾳ, κατὰ τὴν περίστασιν ἰδίως ταύτην. Θὰ ἦτο πάντοτε δύσκολον, εἰς δὲ τὰς παραμονὰς ἐπαπειλουμένου πολέμου ἀδύνατον. Αἰτία κυρία τούτου εἶναι, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐδανείσθη κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ὑπεράνω τῶν κανονικῶν αὑτῆς δυνάμεων. Τὸ τελευταῖον ἰδίως δάνειον ἔβλαψε τὰ μέγιστα τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος, οὐχὶ τόσον διὰ τὸ ποσὸν ἢ τοὺς ὅρους, ὅσον διὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐξεδόθη καὶ ἐτέθη εἰς τὴν ἀγοράν.... Τὸ τελευταῖον δάνειον ὑπῆρξε τοιοῦτον ναυάγιον, ὥστε νῦν τὸ πλεῖστον αὐτοῦ μέρος εὑρίσκετο ὑποθηκευμένον ἐπὶ πληρωμῇ νέας προμηθείας καὶ ἀνωτέρου τόκου εἰς βραχείας προθεσμίας, ἀπειλούσας ἑκάστοτε νέας ζημίας τοῦ Δημοσίου.... Οὐδὲν κατάστημα ἤθελε δανείσει ἡμῖν οὐδὲ μίαν λίραν...» Καὶ δὲν ἦσαν μόναι αἱ πληροφορίαι αὗται, τὰς ὁποίας μετέδιδον εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν αἱ ἐκθέσεις τοῦ κ. Νίκολσον, ἢ εἰς ἐμὲ αἱ πληροφορίαι τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ περὶ τῶν γνωμῶν, τὰς ὁποίας ἐν συνεντεύξεσιν ἀνεκοίνουν αὐτοῖς γνωστοὶ τραπεζῖται· αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἥψατο ἀποδείξεων, καταδηλωσασῶν αὐτῷ τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εἶχε περιαχθῆ ἡ πίστις τῆς Ἑλλάδος. Αὐτὸς οὗτος εἶχεν ἀναγκασθῆ νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Ἀγγλοαιγυπτιακὴν Τράπεζαν διὰ τοῦ ἐν Αἰγύπτῳ πολιτικοῦ πράκτορος τῆς Ἑλλάδος, ὅπως ζητήσῃ καὶ λάβῃ προσωρινὸν δάνειον 150 χιλιάδων λιρῶν, ἐκ τῶν πληροφοριῶν δὲ, τὰς ὁποίας μετέδιδεν αὐτῷ τότε ὁ ἡμέτερος πολιτικὸς πράκτωρ, κατενόησε τὴν ἄρνησιν τῆς εἰρημένης Τραπέζης. Ὁ εἰρημένος πολιτικὸς πράκτωρ καὶ εἰς ἐμὲ, ὅτε ἀνῆλθον εἰς τὴν ἀρχὴν τότε, ἀνεκοίνωσε τὰς πληροφορίας ἐκείνας, αἵτινες θὰ εἶχον πείσει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς πίστεως τῆς Ἑλλάδος δὲν παρεῖχε τὰς πιθανότητας τῆς ἀνευρέσεως τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ἐζήτει νὰ συνομολογήσῃ. Ὅτε λοιπὸν παρελάβομεν τὴν ἀρχὴν κατὰ τὸ 1885, εὕρομεν σκελετὸν προϋπολογισμοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ ἐξέτασις ἔπειθεν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ ἔτους ἔμελλε νὰ ἀναβιβασθῇ εἰς 28,443,944, καίτοι εἶχε συνταχθῆ, ἵνα παραστήσῃ περίσσευμα 388,613.12· εὕρομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προσθέσωμεν εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους 7,292,109 δραχμὰς διὰ τόκους τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον εἶχε συνομολογηθῆ κατὰ τὰ τέλη τοῦ ἔτους 1884· εὕρομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πληρώσωμεν 13,064,111 δρ. δι’ ὑποχρεώσεις ἀπαιτητὰς, ἤτοι 2,011,063 δρ. δι’ ἀποζημιώσεις τῶν κατασκευαστῶν τοῦ μέχρι Κορίνθου σιδηροδρόμου, 600 χιλιάδας διὰ τὸ ἀπὸ Κορίνθου εἰς Ναύπλιον τμῆμα, 1,806,148 δι’ ἀποζημίωσιν τῆς κατασκευῆς τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ σιδηροδρόμων, καὶ 8,646,900 διὰ τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια τῶν δανείων κατὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν· εὕρομεν ἐκκρεμῆ ἐντάλματα τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργείου ἐκ δραχμῶν 244,989.82· εὕρομεν ὀφειλόμενα εἰς τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον ἐκ δραχμῶν 82,506.56. Ἀντ’ αὐτῶν δὲ παρελάβομεν τὰς διὰ τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια τῶν δανείων διὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν ὑπεγγύους εἰσπράξεις, οὐχὶ ὅλας, διότι εἶχε λάβει καὶ δαπανήσει εἰς τὰς τακτικὰς ἀνάγκας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ μόνον 1,760,087.40, καὶ μετρητὰ ἐν τοῖς ταμείοις 1,133,291.82, ἐν δὲ τῷ Κεντρικῷ ταμείῳ μόνον 21 δραχμὰς καὶ 38 λεπτά! Κατὰ τὸ 1885 εἶχον μὲν προσφάτως αὐξηθῆ τὰ χρέη τοῦ Κράτους διὰ τοῦ ἀντιτίμου τῶν 110 χιλιάδων ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, αἵτινες εἶχον πωληθῆ εἰς τοὺς ἐκδότας τοῦ δανείου, καὶ διὰ τοῦ ποσοῦ τῆς προκαταβολῆς τῶν 35 ἑκατομμυρίων, τὴν ὁποίαν εἶχον χορηγήσει αὐτοὶ οἱ ἐκδόται τοῦ δανείου ἐπὶ ἐνεχυριάσει ὁμολογιῶν τοῦ δανείου ἐκείνου, ὡς καὶ δι’ 11,500,000, τὰ ὁποῖα εἶχε δανεισθῆ διὰ προκαταβολῶν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπὶ ἐνεχυριάσει ὡσαύτως τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου ἐκείνου, προσέτι δὲ διὰ τοῦ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν δανείου τῶν 9 ἑκατομμυρίων, ἤτοι ἐν ὅλῳ διὰ δραχμῶν 110,500,000, διὰ τὰς ὁποίας ἔμελλε νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ 1885 δι’ 7,292,109 πρὸς πληρωμὴν τόκων καὶ χρεωλυσίων· εἶχον ἀληθῶς ἐπιβληθῆ κατὰ τὴν τριετίαν οἱ φόροι, τῶν ὁποίων πρὸ μικροῦ ἐμνημόνευσα, ὁμιλῶν περὶ τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τῶν ἐτῶν 1882–1885, καὶ τὴν οἰκονομικὴν πίστιν τοῦ Κράτους εἶχεν, ὡς εἶπον, κλονίσει ἡ μετατροπὴ τοῦ προορισμοῦ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, τοῦ ὁποίου 19,250,280.11 εἶχον διατεθῆ πρὸς ἄλλους σκοποὺς καὶ οὐχὶ ἐκείνους, πρὸς τοὺς ὁποίους εἶχον διὰ τοῦ νόμου προορισθῆ· ἀλλ’ ὑπῆρχον διαθέσιμα τὰ ἔσοδα τῶν Μονοπωλίων, τὰ ὁποῖα εἶχον ὑπὸ τοῦ προκατόχου μου ἱδρυθῆ, ὑπῆρχε προσέτι διαθέσιμον τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἐκχωρήσῃ ἐν συνομολογήσει δανείου τὸ δικαίωμα τῆς ἐκχωρήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς πωλήσεως τῶν εἰδῶν τοῦ Μονοπωλίου, καὶ τῆς ἀμέσου ὑπὸ τῶν πωλητῶν εἰσπράξεως τῶν ἀντιτίμων αὐτῶν. Ὑπῆρχεν ἀκόμη πόρος τις, τὸν ὁποῖον ἤθελε βεβαίως ζητήσει νὰ χρησιμοποιήσῃ τὸ Κράτος πρὸς ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων αὐτοῦ, ὁ πόρος τῆς μετατροπῆς τῶν δανείων, δὲν εἶχε δ’ ἔτι ἐξαντληθῆ ἡ ἄνεσις τῆς παραγωγῆς, καὶ ἠδύνατο αὕτη νὰ ὑπόσχῃ καὶ νέους φόρους. Καὶ εἴδετε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ διαδεχθεῖσα ἡμᾶς κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1886, ἠδυνήθη καὶ τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων νὰ συνομολογήσῃ, καὶ φόρους 22 ἑκατομμυρίων νὰ ἐπιβάλῃ κατὰ τὸ 1887, ἐκ τῶν ὁποίων εἰσέπραξεν 20,717,184.33, καὶ λόγῳ μετατροπῆς δανείων νὰ συνομολογήσῃ τὰ δάνεια τῶν 15 ἑκατομμυρίων καὶ τῶν 30 ἑκατομμυρίων καὶ τῶν 125 ἑκατομμυρίων, καὶ τὸ δάνειον τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης, βεβαιοῦσα ὅτι δι’ αὐτῶν ἐμείονε τὰ βάρη τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀπαλλάττουσα αὐτὸν τῆς πληρωμῆς χρεωλύτρων, καὶ προσέτι τῆς ἀναγραφῆς δαπανῶν διὰ διαφορὰν τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος ἢ τοῦ χρυσοῦ, ὑπισχνουμένη δ’ ὅτι, ἐὰν ἐπλήρονεν ἐκ τοῦ προϊόντος τῶν δανείων εἰς χρυσὸν τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια, τὸ ἰσότιμον τοῦ χρυσοῦ ἤθελεν ἀποδίδει εἰς τὰς Τραπέζας πρὸς μείωσιν τοῦ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέους, καὶ ἑπομένως πρὸς μείωσιν τοῦ ἐν κυκλοφορίᾳ ποσοῦ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Οὕτω ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μετέδιδε τὴν ἐλπίδα, ὅτι μετ’ ὀλίγον αἱ συναλλαγαὶ ἤθελον ἀπαλλαχθῆ τοῦ βάρους τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὸ ὁποῖον ἐπίεζεν αὐτάς. Καὶ συνωμολόγησεν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν τετραετίαν τὰ δάνεια, ὧν ἐμνημόνευσα, τὰ ὁποῖα, πλὴν τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, συγκεφαλαιοῦνται εἰς 170 ἑκατομμύρια, τῇ προσθήκῃ δὲ τοῦ διατεθέντος ποσοῦ τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης, ἀξίας ὀνομαστικῆς 45 ἑκατομμυρίων, ἀνέρχονται εἰς 215 ἑκατομμύρια, καὶ ἠδυνήθη, μετατρέπουσα πάλιν τοὺς προορισμοὺς τοῦ προϊόντος τῶν διαφόρων τούτων δανείων, νὰ ἐπουλώσῃ τὰς πληγὰς τῆς τρεχούσης διαχειρίσεως, ἤτοι νὰ πληρώσῃ ἐλλείμματα τῶν τακτικῶν προϋπολογισμῶν, ἀντὶ νὰ ἀποδίδῃ εἰς τὰς Τραπέζας, πρὸς μείωσιν τῶν ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρεῶν τοῦ Δημοσίου, τὸ ἰσότιμον τοῦ χρυσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐλάμβανεν, ὅπως κατεργασθῇ, καθ’ ἃ ἔλεγε, τὴν βαθμιαίαν ἐλάττωσιν τοῦ ποσοῦ τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζογραμματίων, καὶ ἑπομένως τὴν μείωσιν τῆς διαφορᾶς τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος. Ἀλλ’ ἠκολούθησε καὶ μετὰ τὸ 1886, καθ’ ὃ ἐπανῆλθεν εἰς τὴν ἀρχὴν, τὴν αὐτὴν τακτικὴν ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν οἰκονομικῶν, ἣν εἶχεν ἀκολουθήσει κατὰ τὴν τριετίαν τοῦ 1882–1885, ἤτοι τὴν τακτικὴν τῆς σπατάλης ἐν τῇ διοικήσει. Δύναμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω, ποίαν ἠσθάνθην ποτὲ ἔκπληξιν, ὅτε, διεξερχόμενος τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, εὗρον, ὅτι μέχρις Ἀπριλίου 1887 εἶχε προκαλέσει καὶ ἐκδόσει 11 νόμους, δι’ ἑκάστου τῶν ὁποίων ὠργάνου ἑκάστοτε τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κεντρικοῦ ταμείου καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἀλλὰ διὰ τῶν ὁποίων ἐνομοθέτει ἑκάστοτε νέας θέσεις ὑπαλλήλων καὶ νέας αὐξήσεις μισθῶν. Τὸ οἰκονομικὸν ἀποτέλεσμα τῆς ἐκτελέσεως μόνων τῶν νόμων τούτων παρήγαγεν αὔξησιν ἐξόδων κατὰ 257,840 δραχμὰς κατ’ ἔτος. Καὶ χθὲς ἐπισκοπῶν τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν τῶν ἐτῶν 1887, 1888, 1889 καὶ 1890, καὶ σήμερον ἀναδραμὼν εἰς τὰ ἀποτελέσματα τῆς πρὸ τοῦ 1885 τριετοῦς διαχειρίσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐποιησάμην μνείαν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἥτις ἐπεβλήθη οὐχὶ τὸ πρῶτον, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ 1885 καὶ 1886 διὰ νόμων ψηφισθέντων ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ἐκδοθέντων τῇ ἐμῇ εἰσηγήσει. Ὅτε προέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς νόμους περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ περὶ προσδιορισμοῦ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον προσδιωρίζετο ὡς ἀνώτατος ὅρος τῶν χρεῶν, τὰ ὁποῖα ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ συνομογήσῃ μετὰ τῶν τριῶν προνομιούχων Τραπεζῶν, προέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν ὡς λόγον τὴν τότε διαταχθεῖσαν ἐπιστράτευσιν. Ὁ λόγος οὗτος προσέπιπτεν εἰς τὰς αἰσθήσεις πάντων, ἀπεστόμονε πᾶσαν ἀντίῤῥησιν, καὶ εἶχε τὴν δύναμιν νὰ παραστήσῃ εὐλογοφανὲς καὶ ἀναπόφευκτον τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινα εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ πλὴν τῆς ἀνάγκης, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργει ἡ ἐπιστράτευσις, ὑπῆρχον μεγάλαι ἄλλαι ἀνάγκαι, αἵτινες καὶ αὗται καθίστων τὸ μέτρον ἀναπόφευκτον, πρωτίστη δὲ ἦτο ἡ ἀνάγκη τῆς διασώσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὡς ἱδρύματος ἐθνικοῦ, τὸ ὁποῖον ἐκινδύνευεν ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν, ἤθελε δὲ τὰ μάλιστα ζημιωθῆ, ἂν ἀνεβάλλετο ἔτι ἡ ἐπιβολὴ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλ’ ὅτε κατέλιπον τὴν ἀρχὴν, κατὰ τὸ τέλος τοῦ Ἀπριλίου 1886, τὸ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια χρέος τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἀφήκαμεν, ἀνήρχετο εἰς δρ. 45,875,265.75. Ἴσως δὲν εἶναι ἐντελῶς περιττὸν νὰ ἀναφέρω, ὅτι ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου εἴχομεν πληρώσει 10,088,023 δι’ ὑποχρεώσεις τῆς τριετοῦς διοικήσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· διότι ἔνταλμα, ἐκδεδομένον ὑπ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ μὴ ἐξοφληθὲν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν αὐτοῦ, πρὸς πληρωμὴν 2,011,063 δρ. εἰς τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν διὰ τὸν σιδηρόδρομον Πελοποννήσου, ἠναγκάσθημεν νὰ ἐξοφλήσωμεν ἡμεῖς διὰ τῶν χρημάτων τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· ποσὸν 1,806,148 δραχ. ἐπληρώσαμεν ὡσαύτως διὰ τὴν χιλιομετρικὴν ἀποζημίωσιν τῶν σιδηροδρόμων Θεσσαλίας, τῶν ὁποίων ἡ κατασκευὴ εἶχεν ἐγκριθῆ καὶ τελειώσει ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως αὐτοῦ· ὑπ’ αὐτοῦ ὠφείλοντο εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας τὰ 4,607,000, τὰ ὁποῖα ἐπληρώσαμεν ἐκ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· ὑπ’ αὐτοῦ εἶχον δαπανηθῆ εἰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους αἱ ἐκ δικαστικῶν παρακαταθηκῶν ληφθεῖσαι 359,897 δραχμαὶ, τὰς ὁποίας καὶ ταύτας ἀπεδώκαμεν ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὡς καὶ αἱ 703,915, ἃς εἶχε λάβει ἐκ τῶν λιμενικῶν ταμείων καὶ δαπανήσει εἰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, τὰς ὁποίας δ’ ὡσαύτως ἐπληρώσαμεν ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Καὶ αἱ 600 χιλιάδες δραχμῶν, ἃς ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἀπεδώκαμεν διὰ τὸ τμῆμα τοῦ σιδηροδρόμου μέχρι Ναυπλίου, τὴν αὐτὴν εἶχον καταγωγήν. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, καθ’ ἣν ὁ διαδεχθείς με κατὰ τὴν 30 Ἀπριλίου 1886 Πρωθυπουργὸς κ. Βάλβης ἔδιδεν ἐνώπιον τοῦ Ἡγεμόνος τὸν ὅρκον, καὶ κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν ἐλάβομεν ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ ἀπεστείλαμεν εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ Βώλου, τῆς Λαρίσσης, τῶν Τρικκάλων καὶ τῆς Ἄρτης 7 ἑκατομμύρια περίπου, ὅπως ὑπάρχωσιν ἐν αὐτοῖς πρόχειρα τὰ μέσα πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τοῦ στρατοῦ, ὁ ὁποῖος εἶχε συγκεντρωθῆ καὶ παραταχθῆ παρὰ τὰ σύνορα. Ἐὰν λοιπὸν ἀφαιρεθῶσι τὰ ποσὰ ταῦτα, τὰ ὁποῖα διεθήκαμεν πρὸς θεραπείαν ἀναγκῶν, αἵτινες ἤθελον προκύψει μετὰ τὴν ἀποχώρησιν ἡμῶν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, εἴτε δι’ ἀνάγκας τῆς ὑπὸ τοὺς προκατόχους ἡμῶν διοικήσεως, ὑπολείπεται ποσὸν δραχ. 28,787,242.75, ληφθὲν παρ’ ἡμῶν ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ δαπανηθὲν παρ’ ἡμῶν εἰς ἀνάγκας τῆς περιόδου, καθ’ ἣν ἐτυγχάνομεν ἐν τῇ Κυβερνήσει. Ἀλλ’ ἐνῷ τὴν 30 Ἀπριλίου 1886 τὸ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια χρέος τοῦ Δημοσίου πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἀνήρχετο εἰς 45,875,265.75, κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1887, ἤτοι ἐντὸς τῶν διαῤῥευσάντων 18 μηνῶν, τὸ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέος τοῦ Δημοσίου πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἀνῆλθεν εἰς 65,701,545.87, διότι εἶχον ληφθῆ ὑπὸ τῶν διαδόχων ἡμῶν 19,823,280.12, δαπανηθέντα παρ’ αὐτῶν εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς διοικήσεως. Ἐν τούτοις ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διὰ διαφόρων συμβάσεων, τὰς ὁποίας εἶχε συνομολογήσει κατὰ τὰ 1887, 1888 καὶ 1889, εἶχεν ἀναλάβει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀποδίδῃ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, πρὸς μείωσιν τοῦ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέους τοῦ Κράτους ποσὰ, ἴσα πρὸς τὴν τιμὴν τοῦ χρυσοῦ, τὸν ὁποῖον ἐκ τῶν δανείων ἐλάμβανεν, ἵνα δι’ αὐτῶν πληρόνῃ τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια τῶν διαφόρων δανείων. Ἀλλὰ ποῖον ποσὸν χρέους πρέπει νὰ λάβωμεν ὡς ὅριον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἔμελλον νὰ ὑπολογισθῶσιν αἱ διὰ τῶν κατὰ τὰς εἰρημένας συμβάσεις ἀποδόσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐπιτευχθησόμεναι ἐλαττώσεις τοῦ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέους; Βεβαίως τὸ ποσὸν τοῦ χρέους, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε κατὰ τὸν χρόνον τῆς συμβάσεως, ἥτις πρώτη εἶχε πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον συνομολογηθῆ. Τὸ ποσὸν αὐτὸ πρέπει νὰ λαμβάνωμεν ὡς βάσιν, ἵνα ἐξετάζωμεν καὶ ἀνευρίσκωμεν, ἂν ἐπληρόνοντο πάντα τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὰ ταμεῖα τῆς Τραπέζης. Κατὰ σημείωσιν ἐν σελ. λγʹ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889, κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1888 τὸ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν χρέος τοῦ Δημοσίου ἀνήρχετο εἰς 57,018,972.10. Ἑπομένως, ἐπειδὴ ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πληρώσῃ 13,515,000 δραχμὰς, ὡς ἰσότιμον τοῦ χρυσοῦ 10,200,000 καὶ τῶν τόκων τοῦ ποσοῦ τούτου, τὸ ὁποῖον ἐδανείσθη προσωρινῶς, ὅπως πληρώσῃ τοὺς τόκους τῆς Βʹ ἑξαμηνίας τοῦ 1887, ἵνα ἀποσυρθῇ ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τόσον ποσὸν γραμματίων, ὅπως «κανονίσωμεν», ὡς εἶπε πρὸς τὴν Βουλὴν, (ὅρα σελ. 25 τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν τῆς Συνόδου τοῦ 1887) «τὰ τῆς βαθμιαίας ἐξοφλήσεως τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ τοῦτο διὰ τρόπου παρέχοντος εἰς τὸ Δημόσιον τὸ μεταλλικὸν, τὸ ἀναγκαῖον πρὸς πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων εἰς χρυσόν». Ἐπειδὴ ὡσαύτως ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πληρώσῃ ἀπέναντι τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας 10,900,000, ἰσότιμον τοῦ ποσοῦ τῶν 400 χιλιάδων λιρῶν καὶ τοῦ τόκου αὐτῶν, τὸ ὁποῖον εἶχε λάβει ὡς προσωρινὸν δάνειον παρὰ τοῦ κ. Gibbs, καὶ τὸ ὁποῖον ἐξώφλησε, πληρώσας εἰς τὸν κ. Gibbs ἐκ τοῦ δανείου τῶν 1,200,000 λιρῶν. Ἐπειδὴ προσέτι ὤφειλε νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὰς Τραπέζας, πρὸς μείωσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, 3,584,166, κατὰ τὰ ἐν τῇ σελ. λʹ τῆς ἐκθέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890 ἀνακοινωθέντα εἰς τὴν Βουλὴν, ὡς ἰσότιμον 128,092 λιρῶν, ἃς ἔλαβεν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 30 ἑκατομμυρίων, καὶ ἐπλήρωσε τοὺς τόκους τῆς πρώτης ἑξαμηνίας τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων καὶ τῶν 60 ἑκατομμυρίων. Διὰ τοῦτο τὸ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέος εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια τοῦ Δημοσίου πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὅπερ συνίστατο κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1888 εἰς 57,018,972.10, ἔπρεπε νὰ μειωθῇ κατὰ 27,996,166, εἰς ὅσα ἀνήρχοντο τὰ ἀνωτέρω μνημονευθέντα ποσὰ, καὶ ἑπομένως νὰ περιορισθῇ εἰς 29,019,806.10. Ἀλλὰ κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1888 ἀνήρχετο εἰς δραχ. 46,401,477.85, ἐξ οὗ συνάγεται, ὅτι δὲν εἶχεν ἀποδώσει, ἀλλὰ κρατήσει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ διαθέσει εἰς ἄλλας ἀνάγκας 17,381,671.75. Ἀπὸ τοῦ Δεκεμβρίου μάλιστα τοῦ 1888 μέχρι τοῦ Μαΐου τοῦ 1889, ἤτοι ἐντὸς 5 μηνῶν, εἶχε ζητήσει καὶ λάβει ἀπὸ τὴν Τράπεζαν ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ 10,217,494.90, διότι κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1889 εἶχεν αὖθις ἀνέλθει τὸ χρέος πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἰς 56,618,972.75, μετὰ δὲ τὸν Μάϊον τοῦ 1889 μέχρι τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1890 ἀνῆλθεν εἰς 68,378,388.17, ἐξ οὗ γίνεται κατάδηλον, ὅτι ἔλαβεν ἐν τῷ μεταξὺ τούτῳ καὶ ἕτερα 11,759,415.42, ἤτοι ὅτι δὲν ἀπέδωκεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καθ’ ἃ ὤφειλεν, ἀλλὰ διέθηκεν εἰς ἀνάγκας τῆς διοικήσεως 39,358,582.07. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1890 εἶχε μειωθῆ τὸ χρέος τοῦτο εἰς 60,743,675.68, τὰ μὴ ἀποδοθέντα, ἀλλὰ ληφθέντα ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ διατεθέντα εἰς συνήθεις ἀνάγκας τοῦ ταμείου, ἀνήρχοντο εἰς 31,724,169.58. Καὶ ὅσα εἶπον περὶ τῶν λογαριασμῶν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κρατοῦσιν ὡσαύτως καὶ ἐν τοῖς λογαριασμοῖς μετὰ τῆς Τραπέζης τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, καὶ ἐν τοῖς λογαριασμοῖς μετὰ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης. Καὶ ἐνῷ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἀπέδωκεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, πρὸς μείωσιν τοῦ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια χρέους ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, ἀλλ’ ἐκράτησε καὶ διέθηκεν εἰς τὰς συνήθεις ἀνάγκας τῆς διοικήσεως, δραχμὰς 31,724,169.58, ἐνῷ δὲν ἀπέδωκεν εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, πρὸς μείωσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀλλ’ ἐκράτησε καὶ ἐδαπάνησεν εἰς τὰς συνήθεις ἀνάγκας τῆς διοικήσεως δραχ. 1,747,901, λαβὼν παρὰ τῆς Τραπέζης ταύτης καὶ 552,103.52, καὶ αὐξήσας κατὰ 2,300,004.52 τὸ τοιοῦτον πρὸς αὐτὴν χρέος· ἐνῷ δὲν ἀπέδωκε πρὸς τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν, καθ’ ἃ ὤφειλεν, ἀλλ’ ἐκράτησε καὶ ἐδαπάνησεν εἰς τὰς τακτικὰς ἀνάγκας τῆς διοικήσεως δρ. 1,463,645, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι εἶχεν ἀποδώσει· ἐνῷ οὕτω καὶ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀνακοινώσεις του διέψευσε, τὰς γενομένας διὰ τῶν ἐκθέσεων, δι’ ὧν συνώδευσε τοὺς προϋπολογισμούς του τῶν ἐτῶν 1888, 1889 καὶ 1890, καὶ τὰς πρὸς τοὺς μεθ’ ὧν συνηλλάγη συμφωνίας του ἀνήρεσε, προχθὲς, ὅτε ἀνεκοίνου εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892 μελέτας του, ἐπανέλαβε τὸ αὐτὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοῦ 1887 εἶχεν ἀπαγγείλει πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτε διεβεβαίου αὐτὴν, ὅτι ἐντὸς τριῶν ἢ τεσσάρων ἐτῶν ἤθελε φθάσει διὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ προγράμματος τούτου εἰς τὴν διὰ βαθμιαίας μειώσεως ἐξαφάνισιν τοῦ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια χρέους τοῦ Δημοσίου πρὸς τὰς Τραπέζας, καὶ προχθὲς τὸ αὐτὸ σχέδιον μᾶς ἐπέδειξε καὶ τὰς αὐτὰς ἐπειράθη νὰ μᾶς δώσῃ ἐλπίδας. Ἀλλ’ ὅταν αἱ συμφωνίαι ἐκτελῶνται καθ’ ὃν τρόπον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξετέλεσε τὰς συμφωνίας, ἃς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τετραετίαν εἶχε συνομολογήσει μετὰ τῶν δανεισάντων αὐτὸν, τότε ἐπέρχονται τὰ ἀποτελέσματα, περὶ τῶν ὁποίων πρό τινων ἡμερῶν ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ, ἐμοῦ ἀπόντος τῆς συνεδριάσεως ἐκείνης, καὶ τὰ ὁποῖα ἀνέγνων ἐν ταῖς ἐφημερίσιν. Ἠρωτήθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς ἔγραφον αἱ ἐφημερίδες, ὑπὸ τοῦ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ποίαν ἔχει ἔννοιαν φράσις ἢ ῥῆσίς τις τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἶχεν εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐζήτει τὴν ἄδειαν νὰ προβῇ εἰς συνομολόγησιν δανείου, ἂν ἡ ἔννοια τῶν φράσεων ἢ τῶν ῥήσεων τοῦ κειμένου τοῦ νομοσχεδίου περιεῖχεν ἀναδοχὴν ὑπὸ τοῦ Κράτους τῆς ὑποχρεώσεως νὰ πληρόνῃ ποινικὴν ῥήτραν, ἐὰν δὲν ἤθελεν ἐκτελέσει τὰς συμφωνίας περὶ μειώσεως τοῦ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέους διὰ τοῦ αὐτοῦ συστήματος, τὰς ὁποίας διὰ τῆς συμβάσεως μετὰ τῶν δανειστῶν ἔμελλε νὰ συνομολογήσῃ. Δὲν ἤμην παρών, ἵνα ἀκούσω ποίαν ἔδωκεν ἀπάντησιν ὁ κ. Πρωθυπουργός· ἀλλ’ οἱανδήποτε καὶ ἂν ἔδωκεν ἀπάντησιν, μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι κατάδηλος ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων. Ἐάν τις ἅπαξ καὶ δὶς δὲν ἐξετέλεσε τὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ, ἐάν τις ἅπαξ καὶ δὶς παρέβη τὰς συμφωνίας, ἃς συνέθετο μετὰ τρίτων, ἡ πίστις πρὸς αὐτὸν μειοῦται· Ἀποτέλεσμα τῆς μειώσεως τῆς πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν πίστεως τῶν δανειστῶν εἶναι ἡ ἀξίωσις αὐτῶν νὰ περιλάβωσιν ἐν τῇ συμβάσει τὴν ἀναδοχὴν ὑποχρεώσεως τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως πληρώσῃ ποινικὴν ῥήτραν, ἐὰν καὶ πάλιν δὲν ἤθελεν ἐκτελέσει τὰς ὑποσχέσεις καὶ συμφωνίας περὶ μειώσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὰς ὁποίας ἤθελε συνομολογήσει μετὰ τῶν δανειστῶν. Καὶ ἂν μὲν ἐπρόκειτο περὶ ὑποχρεώσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀτομικῶν, βεβαίως λυπηρὸν γεννᾶται αἴσθημα εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἤθελε περιαχθῆ εἰς τοιαύτην ἀνάγκην. Ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ τοῦ Κράτους, νομίζω ὅτι ἕκαστος τῶν πολιτῶν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παραπονεθῇ, διότι τοιαύτη ἀξίωσις ἀποτελεῖ ἀληθῆ ὕβριν κατὰ τοῦ Κράτους, ἐνῷ τοῦτο δὲν εἶναι ἄξιον τοιαύτης ὕβρεως. Ἀλλὰ κατὰ τί διέφερον τὰ οἰκονομικὰ πράγματα τοῦ Κράτους κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1890, ὅτε ἐκλήθημεν εἰς τὴν ἀρχήν; Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι πρὸ τῆς ὥρας, καθ’ ἣν ηὐδόκησεν ὁ Ἡγεμὼν νὰ μὲ καλέσῃ, ἵνα μοὶ μεταδώσῃ τὴν ἐντολὴν τοῦ σχηματισμοῦ τῆς Κυβερνήσεως, ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐφρόνουν, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους εὑρίσκοντο εἰς κακὴν κατάστασιν, καὶ διὰ τοῦτο, ὅτε ὁ Ἡγεμὼν μοὶ ἐδήλωσε τὴν ἐπιθυμίαν νὰ σπεύσω εἰς τὸν σχηματισμὸν τοῦ Ὑπουργείου καὶ εἰς τὴν ἐγκατάστασιν τῆς νέας Κυβερνήσεως, ἱκέτευσα αὐτὸν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ μικρὰν ἀναβολὴν, νὰ μὲ ἀφήσῃ ἡμέρας τινὰς, ἵνα δυνηθῶ νὰ φωτισθῶ καλλίτερον περὶ τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων, καὶ κρίνω, ἂν πρέπῃ ἢ δὲν πρέπῃ νὰ ἀναλάβω τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἀπένειμε τὴν τιμὴν, ἵνα μοὶ ἀναθέσῃ. Ἔλεγον τότε πρὸς τὸν Ἡγεμόνα: Γνωρίζω ἀμυδρῶς, ὅτι κατ’ αὐτὰς λήγει προθεσμία τις πρὸς ἐξόφλησιν ἐντόκων γραμματίων 600,000 λιρῶν, ἤτοι φράγκων 15 ἑκατομμυρίων, καὶ ὅτι ἤθελε μοὶ ἀποβῆ ἀλγεινὸν, ἂν, ἀφοῦ δώσω ἐνώπιον τῆς Μεγαλειότητός Του τὸν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος νενομισμένον ὅρκον, κατερχόμενος τὴν κλίμακα τῶν Ἀνακτόρων, συναντηθῶ ἐν τῷ προδόμῳ μετά τινος, ὅστις, δανειστὴς τοῦ Κράτους, ἤθελε μοὶ ἀνακοινώσει, ὅτι ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν πρέπει νὰ ἔχω ἕτοιμον χρῆμα πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ λήγοντος χρέους. Καὶ ἐν πρώτοις, τὴν πίστιν τοῦ Κράτους εὕρομεν κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1890, οὐχὶ ἐν ἀκμαίᾳ ἢ ἀνθηρᾷ καταστάσει, ὡς μικροῦ δεῖν ἰσχυρίσθη προχθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλ’ ἐν κακῇ, ἐν κακίστῃ καταστάσει, καὶ τὴν κακὴν ἢ τὴν κακίστην κατάστασιν τῆς πίστεως εἶχεν ἤδη καταδηλώσει, πρὶν ἢ ἡμεῖς κληθῶμεν εἰς τὴν ἀρχὴν, καθ’ ὃν χρόνον ἐκυβέρνα ἔτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἡ ἀποτυχία τοῦ δανείου τοῦ Σιδηροδρόμου Λαρίσσης, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐκδοθῆ ἐν Εὐρώπῃ. Ἀλλ’ ἡ ἀθέτησις τῶν ὑπεσχημένων, καὶ ἡ πρὸς ἄλλους σκοποὺς μετατροπὴ τοῦ προϊόντος τῶν δι’ ἄλλους σκοποὺς συνομολογημένων δανείων, εἶχον ἐγείρει τὴν προσοχὴν ἐφ’ ἡμᾶς καὶ τῶν κεφαλαίων καὶ τῶν τραπεζιτῶν· ὅτε δὲ τὰ κεφάλαια κατελήφθησαν ὑπὸ δυσπιστίας, ἕνεκα τῆς οἰκονομικῆς καταστροφῆς τῆς Ἀργεντινῆς Δημοκρατίας, ἕνεκα τῶν κλονισμῶν, εἰς οὓς εἶχον ἤδη περιπέσει τὰ οἰκονομικὰ τῆς Πορτογαλίας, ἕνεκα τῆς ἀνησυχίας, ἣν ἐνεποίουν τὰ οἰκονομικὰ τῆς Βρασιλίας, ἕνεκα τῶν ὑποψιῶν, τὰς ὁποίας ἤγειρον τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἱσπανίας καὶ τῆς Ἰταλίας, τότε καὶ ἡ οἰκονομικὴ θέσις ἡμῶν, τὴν ὁποίαν εἶχε καταδηλώσει ἡ ἀποτυχία τοῦ δανείου τοῦ Σιδηροδρόμου Λαρίσσης, ἐκρίθη ὡς ἀξία, ἵνα ἀφαιρέσῃ πᾶσαν πιθανότητα εὑρέσεως δανείου ὑπὸ ὅρους ἀνεκτούς. Ἀλλὰ καὶ ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, ὅτε παρελάβομεν τὴν ἀρχὴν, ἀσθενέστατον ἐνεποίει εἰς ἡμᾶς θάῤῥος. Ἤκουσα νὰ γίνηται ἐπανειλημμένως λόγος, ὅτι εὕρομεν ἐν τοῖς ταμείοις τοῦ Κράτος 50 ἢ 54 ἢ 57 ἑκατομμύρια εἰς χρυσόν. Ἐὰν οἱ ταῦτα εἰπόντες, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ φωνὴ, ἔχουσα κῦρος, ὡς φωνὴ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἂν οἱ ταῦτα εἰπόντες ἐνόουν τὰς ὁμολογίας τοῦ δανείου τοῦ Σιδηροδρόμου Λαρίσσης, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐκδοθῆ ἐν Λονδίνῳ καὶ Βερολίνῳ, καὶ τοῦ ὁποίου ἡ ἔκδοσις εἶχεν ἀποτύχει, βεβαίως εὕρομεν τὰς ὁμολογίας τοῦ δανείου τούτου, ὅσαι δὲν εἶχον πωληθῆ· ἀλλ’ ἐὰν ἐνόουν τίτλους ἀξιῶν ἐμπορευσίμους ἐν τοῖς χρηματιστηρίοις, ἐὰν ἐνόουν χρήματα, οἱ ἰσχυρισμοὶ αὐτῶν δὲν εἶναι ἀκριβεῖς, διότι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, ὅστις ἀνέλαβε τότε τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, εὗρεν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τὴν ἑξῆς κατάστασιν ἐν τοῖς οἰκονομικοῖς. Εὗρε τὰς ὑπεγγύους εἰσπράξεις, τὰς προωρισμένας διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ τῶν χρεωλυσίων τῶν δανείων, ἀνερχομένας εἰς δρ. 13,033,630.32 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, κατατεθειμένας ἐν ταῖς Τραπέζαις· ἤτοι ἐν τῇ τῆς Κωνσταντινουπόλεως 6,846,569.76, ἐν τῇ Τραπέζῃ Ἠπειροθεσσαλίας 821,519.50, ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ διὰ τὸ δάνειον τῶν τριῶν Δυνάμεων 2,281,339.20, καὶ ἐν τῇ Ἑταιρίᾳ τῶν Μονοπωλίων 3,084,201.86. Τὰ ποσὰ ταῦτα ἦσαν ἔσοδα τοῦ Κράτους, εἰσπραχθέντα ὑπὸ τῶν νομίμων ἀρχῶν, παραδοθέντα ὅμως εἰς τὰς Τραπέζας καὶ φυλασσόμενα ἐν τοῖς ταμείοις αὐτῶν ὡς ὑπέγγυα, διότι ἦσαν, ὡς εἶπον, προωρισμένα πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ τῶν χρεωλυσίων, τοὺς ὁποίους ὠφείλομεν νὰ πληρώσωμεν. Εὕρομεν ὡσαύτως εἰς χρυσὸν ἐκ τοῦ πραγματοποιηθέντος μέρους τοῦ δανείου τοῦ Σιδηροδρόμου Λαρίσσης τῶν 45 ἑκατομμυρίων φράγκων ὑπόλοιπον φράγκων 7,694,650. Δὲν γνωρίζω πόσον ἦτο τὸ ὑπόλοιπον τῶν μετρητῶν, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἐν τοῖς ταμείοις τοῦ Κράτους, οἱ λογαριασμοὶ ὅμως τοῦ Δημοσίου μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καθ’ οὓς κατὰ τὸ τέλος τοῦ πρώτου δεκαημέρου τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου τὸ Δημόσιον εἶχε δανεισθῆ ἐκ τῆς πιστώσεως ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἓν ἑκατομμύριον, μὲ πείθουσιν, ὅτι δὲν ὑπῆρχον ἐν τοῖς ταμείοις χρήματα· διότι, διὰ νὰ εὑρεθῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δανεισθῇ ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς παραιτήσεώς της ἓν ἑκατομμύριον, ἀποδεικνύει, ὅτι κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς πτώσεώς της δὲν εἶχε διαθέσιμον κεφάλαιον ἄξιον λόγου. Ἑπομένως ἀπέναντι τῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ὑπεγγύων εἰσπράξεων ἐκ δρ. 13,033,630.32 εὕρομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πληρώσωμεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν 1,187,303.65 διὰ τόκους δανείων· ἤτοι τῶν δανείων τῶν 26 ἑκατομμυρίων, τῶν 10 ἑκατομμυρίων καὶ τῶν 9 ἑκατομμυρίων 774,493.75, τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας δρ. 47,311.90, τοῦ πρὸς τὸν ἀείμνηστον Βασιλέα Ὄθωνα χρέους δραχ. 100,125, καὶ πρὸς ἐξόφλησιν τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 25 ἑκατομμυρίων 57,808, τοῦ δανείου τῶν 4 ἑκατομμυρίων 18,612, τοῦ δανείου τῶν 6 ἑκατομμυρίων 58,895, καὶ τοῦ δανείου τῶν 10 ἑκατομμυρίων 140,058, τὸ ὅλον 1,187,303.65. Ἀλλ’ εὕρομεν προσέτι ὑποχρέωσιν ἄλλην, νὰ πληρώσωμεν 5,586,845 δρ. εἰς κέρματα τῆς 1 καὶ τῶν 2 δραχμῶν, τὰ ὁποῖα ὠφείλομεν νὰ καταστρέψωμεν διὰ τοῦ πυρὸς, διότι ὁ προκάτοχος ἡμῶν εἶχε μετατρέψει καὶ τὴν διὰ τοῦ πυρὸς καταστροφὴν τῶν ἐφθαρμένων γραμματίων εἰς δάνειον, οὐχὶ ἐκ τῶν ὁρωμένων, ἀλλ’ ἐκ τῶν μὴ ὁρωμένων, λαβὼν μὲν παρὰ τῶν Τραπεζῶν κέρματα μιᾶς καὶ δύο δραχμῶν ἀξίας δραχ. 6,686,651, ἵνα δι’ αὐτῶν ἀντικαταστήσῃ τὰ ἐφθαρμένα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ καταστρέψῃ διὰ τοῦ πυρὸς, ἀλλὰ μὴ καταστρέψας, εἰμὴ 1,099,806 μόνον, ἀφεὶς δὲ εἰς κυκλοφορίαν τὰ ἄλλα 5,586,845. Τὸ χρέος τοῦτο τῆς Κυβερνήσεως, ἐξοφλούμενον διὰ τῆς καταστροφῆς κερμάτων ἀξίας τόσου ποσοῦ, ὠφείλομεν νὰ ἐκπληρώσωμεν, ἵνα ἐκτελέσωμεν τὰς συμφωνίας ἡμῶν πρὸς ἐκείνους, μεθ’ ὧν εἴχομεν συναλλαγῆ διὰ τὴν κυκλοφορίαν τῶν κερμάτων. Ἡ καλὴ πίστις ἡμῶν πρὸς τὴν κοινωνίαν μᾶς ἐπέβαλλε τὸ καθῆκον, ἵνα μεταξὺ τῶν πρώτων καταστρέψωμεν τὰ κερμάτια ταῦτα, ἐξοφλοῦντες τὸ δάνειον αὐτό. Ἑπομένως, ἐὰν ἀφαιρέσωμεν καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐκ τῶν εἰς τὴν διάθεσιν ἡμῶν περιελθόντων τραπεζικῶν γραμματίων ἐκ δραχμῶν 13,033,630.32, ὑπελείποντο ἡμῖν ἐκ τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος ὑπεγγύων πρὸς πληρωμὴν τόκων καὶ χρεωλυσίων εἰσπράξεων μόνον 6,259,481. 67. Ἀλλ’ ἀπέναντι τοῦ ὑπολοίπου εἰς χρυσὸν τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης, τὸ ὁποῖον, καθ’ ἃ εἶπον πρὸ μικροῦ, ἀνήρχετο εἰς 7,694,650, εὕρομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πληρώσωμεν εἰς χρυσὸν 26,980,788.30, καὶ μάλιστα ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν μετὰ τὴν ἄνοδον ἡμῶν εἰς τὴν ἀρχήν. Ἐλπίζω νὰ μὴ πειραθῇ τις ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἀκρίβειαν τῶν ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους ἀπήγγειλα· ἀλλ’ ἐπειδὴ τοῦτο δὲν εἶναι ἀσύνηθες εἴς τινας τῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἐκόμισα μετ’ ἐμοῦ τὰς καταστάσεις, τὰς ὁποίας τὰ γραφεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν μοὶ εἶχον δώσει, καθ’ ὃν χρόνον διηύθυνα αὐτό, καὶ εἶχον δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσω καὶ λάβω αὐτάς· διὰ νὰ βοηθήσω δὲ τὴν μνήμην τῶν ἀμφιβαλλόντων, ἀναγινώσκω, ποῦ ὠφείλοντο τὰ 26,980,788.30 εἰς χρυσὸν, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα. Ὠφείλοντο λοιπόν: διὰ τὴν δόσιν τοῦ δανείου τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης, 1,148,700, διὰ τόκους τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων 3,502,048, διὰ τόκους τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων 3,117,535, διὰ τόκους τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων 2,714,950.30, διὰ τὴν δόσιν τοῦ δανείου τῶν τριῶν Μεγάλων Δυνάμεων 600,000, δι’ ἐξόφλησιν τοῦ προσωρινοῦ δανείου τῶν ἐντόκων γραμματίων, διὰ τοῦ ὁποίου κατὰ παράδοξον συλλογισμὸν ἡ Κυβέρνησις ἐξώφλησε τὸ μόνιμον χρέος τῶν 1824 καὶ 1825, τὸ ποσὸν 15,000,000 φράγκων, καὶ διὰ τόκους αὐτῶν 750,000, δι’ ἐξόφλησιν τῶν ὑπολοίπων ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων 141,097, καὶ δι’ ἐξόφλησιν τῶν ὑπολοίπων ὁμολογιῶν τοῦ μετατραπέντος δανείου τῶν 1824 καὶ 1825 φράγκα 6,458. Κατὰ ταῦτα, ἐνῷ ἔμενον εἰς τὴν διάθεσιν ἡμῶν ὑπόλοιπον εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια 6,259,481.67, μᾶς ἔλειπον εἰς χρυσὸν 19,286,138.30, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ πορισθῶμεν, ἵνα ἐκπληρώσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, αἵτινες ἔληγον μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, καὶ προσέτι ἓν καὶ πλέον ἑκατομμύριον, τὸ ὁποῖον ἐπληρώσαμεν κατὰ τοὺς μῆνας Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον διὰ τὰ ἔργα τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης. Ἀλλὰ χθὲς ἐμνημόνευσα καὶ σήμερον ἠναγκάσθην νὰ ἀναμνησθῶ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας καὶ τῶν σχέσεων τοῦ δημοσίου ταμείου πρὸς αὐτό, εἶχον δὲ ὑποσχεθῆ εἰς τὴν Βουλήν, κατὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν συνεζητεῖτο εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν τὸ περὶ καταργήσεως τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας νομοσχέδιον, νὰ ἀνακοινώσω εἰς αὐτὴν μελέτην τινὰ περὶ τούτου. Κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἦλθον εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα μετάσχω τῆς συζητήσεως, ἀλλ’ ἐπειδὴ προέκειντο ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει πολλὰ ἄλλα νομοσχέδια, καὶ ἐπειδὴ, ἐὰν προέβαινον νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν εἰρημένην μελέτην μου, ἤθελε καταναλωθῆ χρόνος, καὶ παρακωλυθῆ ἡ πρόοδος τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς πληθύος τῶν νομοσχεδίων, ἦτο δ’ ἐνδεχόμενον νὰ παρεξηγηθῶ, ἀνέβαλον νὰ ἀνακοινώσω τὰ περὶ τούτου, ὑποσχεθεὶς εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἤθελον ἀνακοινώσει ταῦτα κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ· Πρώτην φορὰν κατὰ τὸ ἔτος 1852 ἐξεδόθη νόμος περὶ ὁδοποιΐας, κανονίζων τὴν κατάταξιν τῶν ὁδῶν εἰς διαφόρους κατηγορίας, προσδιορίζων τὰς ὑποχρεώσεις πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν, αἵτινες ἐπεβάλλοντο ἀναλόγως τοῦ χαρακτηρισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἑκάστη αὐτῶν εἶχεν· ἀλλὰ διὰ τοῦ νόμου τούτου τοῦ 1852 δὲν εἶχεν ἐξευρεθῆ πόρος ἴδιος διὰ τὰ πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν ἔξοδα, ταῦτα δ’ ἐδαπάνα τὸ Δημόσιον· ἐπειδὴ δὲ οἱ ἐτήσιοι προϋπολογισμοὶ τοῦ Κράτους δὲν εἶχον τὴν εὐτυχίαν νὰ ἀναγράφωσιν ἔσοδα 60 καὶ 80 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ 15, 18, 20 καὶ 25 ἑκατομμυρίων, ἦτο ἥκιστα πιθανὸν ἐκ τῶν ποσῶν τούτων νὰ ἀποσπασθῇ μέρος ἄξιον λόγου, ἵνα διατεθῇ διὰ τὴν κατασκευὴν ὁδῶν. Ἑπομένως ἐλάχιστα τὰ μέσα πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν, μόλις δὲ τὰ ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου διατιθέμενα χρήματα ἐπήρκουν πρὸς συντήρησιν τῶν ἐθνικῶν καὶ ἐπαρχιακῶν ὁδῶν. Συνέβαινε δ’ ἐνίοτε νὰ γίνεται ἔναρξις κατασκευῆς ὁδοῦ, ἀλλὰ νὰ διαρκῇ πολλὰ ἔτη, ἕως ἂν τελειώσῃ, διότι τὰ κατ’ ἔτος ἀποσπώμενα ἐκ τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους πρὸς τοῦτο χρήματα ἦσαν ἐλάχιστα. Ἐνῷ δὲ τοῦτο ἐχρησίμευσεν ὡς στάδιον δημοκοπίας εἰς μικρὰς φιλοδοξίας, αἵτινες μετὰ τὸ 1882 ἐπειράθησαν νὰ διαβάλωσι τοὺς κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα κυβερνήσαντας, ὡς μὴ μεριμνήσαντας πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν, πρέπει νὰ ἀναφέρω στατιστικὴν πληροφορίαν, πρὸς τιμὴν τῶν κυβερνητῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, διότι, κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν 15 ἐτῶν, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1852 μέχρι τοῦ 1867, κατωρθώθη ἄνευ εἰδικῶν πόρων, καὶ ἐκ μόνον τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, νὰ δαπανηθῶσιν 11,421,000 πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν, καὶ νὰ κατασκευασθῶσι 13 πλήρεις ὁδοὶ, νὰ εὑρεθῶσι δὲ κατὰ τὴν σύστασιν τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας ὑπὸ κατασκευὴν ἓξ ὁδοί. Κατὰ τὸ 1866 ὁ πρῶτος, ὅστις ἐπρότεινε διὰ νομοσχεδίου τὸν προσδιορισμὸν εἰδικῶν πόρων διὰ τὰ πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν ἔξοδα, ἦτο ὁ Κουμουνδοῦρος. Μνημονεύω δὲ τοῦ ἀνδρὸς μετὰ συγκινήσεως, διότι, ὅσον ἀφιστάμεθα ἀπὸ τῶν χρόνων ἐκείνων, καὶ ἀπαλλασσόμεθα εἴτε τῆς ἀναμνήσεως τῶν ἀντιθέσεων, εἴτε τῆς ἕνεκα τούτων ζημίας τῶν συμφερόντων ἡμῶν, τοσοῦτον δυνάμεθα νὰ παραβάλλωμεν ἐλευθέρως τοὺς χρόνους ἐκείνους πρὸς τοὺς μετέπειτα, καὶ νὰ κρίνωμεν, ὅτι εὐσυνείδητος ἦτο ἡ κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους διοίκησις, ἐφ’ ὅσον ἐπιτρέπει τοῦτο ἡ φυσικὴ ἀτέλεια τοῦ ἀνθρώπου, ἧς ἕνεκα ἀναποφεύκτως ἐπιδρῶσιν αὐτοῦ καὶ τῶν συμφερόντων καὶ τῶν αἰσθημάτων αἱ ἀντιθέσεις. Ὁ Κουμουνδοῦρος προέτεινε νομοσχέδιον κατὰ τὸ 1866, διὰ τοῦ ὁποίου συνιστᾶτο ταμεῖον ὁδοποιΐας, καὶ προσδιωρίζοντο οἱ πόροι αὐτοῦ, διῃροῦντο δὲ αἱ ὁδοὶ εἰς τρεῖς κατηγορίας, εἰς ὁδοὺς ἐθνικὰς, ἐπαρχιακὰς καὶ δημοτικάς. Ἀλλ’ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔκρινεν αὐτὸ ἄδικον, ἀξιώσασα, ὅτι, καθ’ ὃν τρόπον διῄρει τὰς ὁδοὺς εἰς τρεῖς κατηγορίας, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον τρία ταμεῖα καὶ οὐχὶ ἓν ταμεῖον ἐθνικῆς ὁδοποιΐας ἔπρεπε νὰ προσδιορίσῃ Ἔκρινεν ἡ Ἀντιπολίτευσις τότε, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον, οὐδὲ σύμφωνον πρὸς τοὺς συνταγματικοὺς θεσμοὺς, οὐδ’ ἐπιτετραμμένον ὑπὸ τῶν ἀναγκῶν τῆς κοινωνίας, νὰ γίγνηται μέριμνα περὶ κατασκευῆς ἐθνικῶν ὁδῶν κατὰ προτίμησιν, ἀλλὰ πρέπει ἐξ ἴσου νὰ μεριμνῶμεν καὶ περὶ τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας. Ἡγουμένων δὲ τότε τῶν Βούλγαρη καὶ Δεληγεώργη, ἡ Ἀντιπολίτευσις συνεκέντρωσε πλειονοψηφίαν. Δὲν γνωρίζω εἰς ποῖον πολιτικὸν κόμμα ἀνῆκε τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, νομίζω ὅμως, ὅτι εὗρον αὐτὸν ψηφοφορήσαντα μετὰ τῆς πλειονοψηφίας, ἤτοι κατὰ τοῦ Κουμουνδούρου. Κατὰ τοῦ Κουμουνδούρου ἐδόθησαν ὡσαύτως καὶ αἱ ψῆφοι φίλων ἐμοῦ τινων, ὑπαρχόντων τότε ἐν τῇ Βουλῇ, διότι ἐγὼ διετέλουν Σύμβουλος τῆς Ἐπικρατείας. Ὁ Κουμουνδοῦρος μετὰ τὴν ψηφοφορίαν, εὑρεθεὶς ἐν μειονοψηφίᾳ, παρῃτήθη· ἀλλ’ ἐγένετο αὖθις Πρωθυπουργὸς κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1866, καὶ κατὰ τὸ 1867 ἐπρότεινε νομοσχέδιον περὶ ὁδοποιΐας, συντεταγμένον κατὰ τὰς ἀξιώσεις, τὰς ὁποίας ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶχε προβάλει κατὰ τὸ 1866 ἐν τῇ Βουλῇ. Ἑπομένως τὰ ἔσοδα τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας διῃροῦντο εἰς τρεῖς κατηγορίας, καὶ ὑπῆρχον ἐν τῷ ταμείῳ τῆς ὁδοποιΐας τρία ταμεῖα, τὸ τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, τὸ τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ τὸ τῆς δημοτικῆς. Ἐπειδὴ ὅμως οἱ ἐπιβληθέντες τότε φόροι ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας ἐπεβλήθησαν μετὰ τῆς φειδοῦς καὶ τῆς προσοχῆς, μεθ’ ἧς κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους ἐπεβάλλοντο οἱ φόροι, τὰ ἐκ τῶν φόρων τούτων παραγόμενα ὑπὲρ τῆς ὁδοποιΐας ἔσοδα ἦσαν ὀλίγα, κατανεμόμενα δὲ εἰς τρία ταμεῖα, δὲν ἤρκουν εἰς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν οὐδὲ τῆς ἐθνικῆς, οὐδὲ τῆς ἐπαρχιακῆς, οὐδὲ τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας· ἠναγκάζοντο δὲ οἱ κυβερνῶντες νὰ ἀφίνωσι νὰ παρέρχωνται ἔτη τινὰ, ἵνα ἀποτελεσθῇ ποσόν τι, δυνάμενον νὰ ἐπαρκέσῃ πρὸς κατασκευὴν ὁδοῦ. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι κατὰ τὸ 1868 ὁ Βούλγαρης, κυβερνῶν, διέταξε τὴν σύγχρονον κατασκευὴν ἐθνικῶν ὁδῶν, διὰ τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ δαπανηθῶσι ποσὰ, ὑπερβαίνοντα τὰ μέσα τοῦ ταμείου τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, καὶ ὅτι, διαδεχθεὶς αὐτὸν κατὰ τὸ 1869 ὁ Ζαΐμης, ὡς Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ ὁποίου καὶ ἐγὼ ἐγενόμην τότε μέλος, τὸ πρῶτον ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶτα δ’ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πληρώσῃ ἔργα ἐθνικῆς ὁδοποιΐας ἐκ τῶν μὴ διατιθεμένων κεφαλαίων τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας. Καὶ ἔπραξε μὲν τότε ὁ Ζαΐμης πρᾶξιν εὔλογον καὶ ἀναγκαίαν, διότι ὤφειλε νὰ ἀποτίσῃ τὰ διὰ τὰς κατασκευασθείσας τῇ διαταγῇ τοῦ προκατόχου του Βούλγαρη ἐθνικὰς ὁδοὺς ὀφειλόμενα, ἀλλὰ βαρὺν διὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην, τὴν ὑπὸ καλῆς ὄντως πίστεως ὑπαγορευθεῖσαν, ὑπέστη τὸν ἔλεγχον, διότι ὁ Δεληγεώργης ἐπετέθη κατ’ αὐτοῦ δι’ αὐστηρᾶς γλώσσης, καὶ ἀπήγγειλεν ἐπιτιμήσεις, ἀδίκους ὄντως, ἀλλ’ αἵτινες, ὑπὸ τοὺς ὅρους τοῦ πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ τῶν χρόνων ἐκείνων, συνετέλουν πρὸς μείωσιν τῆς πρὸς τὸν Ζαΐμην ἐμπιστοσύνης τοῦ Κοινοβουλίου. Διὰ τοῦτο κατὰ τὸ 1878 ἐπεβλήθησαν νέοι φόροι ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, τὸ δὲ παραγόμενον ποσὸν τῶν ἐσόδων ἐκ τῶν φόρων τοῦ 1867, προστιθέμενον εἰς τὰ κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1878 παραγόμενα ἐκ τῶν προστεθέντων φόρων, παρήγαγεν εὐχάριστα ἀποτελέσματα. Κατὰ τὸ 1879 εἰς μὲν τὸ ταμεῖον τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας εἰσήχθησαν δραχ. 2,603,347.13, εἰς τὸ τῆς ἐπαρχιακῆς 356,052.37, καὶ εἰς τὸ τῆς δημοτικῆς 356,052.11. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ 1880 ηὐξήθησαν τὰ ἔσοδα τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, ἀνελθόντα κατὰ τὸ 1881 ἐν ὅλῳ, ἤτοι καὶ εἰς τὰ τρία ταμεῖα, εἰς 3,521,443.47. Διὰ τοῦ νόμου ὅμως τοῦ 1878, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεβλήθησαν οἱ νέοι φόροι, ἐπετράπη εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συνομολογήσῃ δάνειον εἰς βάρος τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, καὶ προσέτι νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν ἐθνικῶν ὁδῶν ἄνευ νόμου, μόνον διὰ Β. Διατάγματος. Ἀλλ’ αἱ δύο αὗται διατάξεις ἐγένοντο αἱ αἰτίαι τῆς καταστροφῆς τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, ἕνεκα τῶν μετέπειτα ἀτοπημάτων τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα αἱ εἰρημέναι διατάξεις κατέστησαν δυνατά. Καὶ οὕτω τὸ 1882 συνωμολογήθη δάνειον μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης 20 ἑκατομμυρίων παλαιῶν δραχμῶν, ἢ 17,857,145 νέων, ἐνομοθετήθη δὲ πρόσθετον δέκατον εἰς τὰ τελωνειακὰ τέλη, ἵνα ἐκ τοῦ ἐσόδου τούτου, ὅπερ ἔμελλε νὰ εἰσάγηται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, πληρόνῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον τοὺς τόκους τοῦ δανείου τῶν 20 ἑκατομμυρίων, τὸ δὲ ὑπόλοιπον χρησιμεύῃ εἰς τὰς συνήθεις ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Καὶ τὸ μὲν ἔσοδον, τὸ ὁποῖον εἰσέπραττε τὸ Κράτος ἐκ τοῦ προστεθέντος δεκάτου τῶν τελωνειακῶν τελῶν, ἀνήρχετο κατὰ τὸ 1883 εἰς 2,076,092, οἱ δὲ τόκοι, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ πληρωθῶσι πρὸς τὴν Τράπεζαν διὰ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἕως τότε εἶχε ληφθῆ ἐκ τοῦ δανείου, ἀνήρχοντο εἰς 255,000, ἀλλὰ καὶ τούτους δὲν ἐπλήρωσαν ἐκ τῆς προσόδου ταύτης, τὴν ὁποίαν ἐξώδευσαν εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, τὸ βάρος δὲ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας ἐκ τῶν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἀποδοτέων τόκων ἐξηκολούθησε καὶ ἐπὶ τὰ ἑπόμενα ἔτη. Καὶ διὰ τοῦτο ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶχε νὰ λαμβάνῃ διὰ τόκους τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας, διὰ τὸ ποσὸν τῶν 3,000,000, τὸ ὁποῖον εἶχε ληφθῆ κατὰ τὸ 1883, δρ. 255,000, διὰ τὸ ποσὸν τῶν 11,200,000, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχον ἀναβιβασθῆ κατὰ τὸ 1884 τὰ ἐκ τοῦ δανείου ληφθέντα χρήματα, δραχ. 756,000, καὶ διὰ τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 15,134,187, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχον ἀναβιβασθῆ κατὰ τὸ 1885 τὰ ἐκ τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας ληφθέντα ἕως τότε, δραχμὰς 1,021,556.22, ἤτοι τὸ ὅλον ἐχρεώθη τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας δραχμὰς 2,032,056.22, αἵτινες ἐπληρώθησαν ἐκ τῶν κεφαλαίων τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας, διότι δὲν ἐπλήρωσεν αὐτὰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καθ’ ἣν εἶχεν ἐκ τοῦ νόμου ὑποχρέωσιν, ἀλλ’ ἐδαπάνησεν εἰς συνήθεις ἀνάγκας τῆς διοικήσεως. Ἐκ τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας, τὸ ὁποῖον συνίστατο ἐκ 17,857,145 νέων δραχμῶν, εἶχον ληφθῆ μέχρι τοῦ 1885 καὶ δαπανηθῆ δραχ. 15,134,187, ἐξ αὐτῶν ὅμως δὲν εἶχον δαπανηθῆ εἰς τὴν ὁδοποιΐαν, εἰμὴ μόνον δραχ. 12,246,120, διότι 953,880 εἶχον δαπανηθῆ διὰ τοὺς σιδηροδρόμους Θεσσαλίας, ὅπως ἀπαλλαγῇ τὸ Δημόσιον τῆς ἀνάγκης νὰ πληρώσῃ τὸ ὀφειλόμενον ποσὸν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου διὰ τοὺς εἰρημένους σιδηροδρόμους, ποσὸν δὲ 1,934,187 κατεβλήθη διὰ νὰ συμπληρωθῇ τὸ πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἀποδοτέον κατὰ τὰ τέλη τοῦ 1884 ποσόν. Ὅτε δ’ ἀνελάβομεν τὴν Κυβέρνησιν, κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1885, εὕρομεν ἐκ τοῦ κεφαλαίου τοῦ δανείου σωζόμενον ὑπόλοιπον δραχ. 690,902, ὅπερ ὑπελείπετο μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν πληρωτέων τόκων. Ἀλλ’ εὕρομεν, ὅτι τὸ δημόσιον ταμεῖον ὤφειλεν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας δρ. 1,934,187, τὰς ὁποίας εἶχε δανεισθῆ τὸ Κράτος ἄνευ νόμου, διὰ νὰ συμπληρώσῃ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ὤφειλε νὰ πληρώσῃ εἰς τὰς Τραπέζας πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, προσέτι 953,880, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, διότι εἶχε δανεισθῆ ἄνευ νόμου ἀπὸ αὐτὸ, διὰ νὰ συμπληρώσῃ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ὤφειλε νὰ πληρώσῃ διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων Θεσσαλίας, προσέτι 3,307,747, εἰσπραχθέντα ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου ὡς ἔσοδα τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας κατὰ τὸ 1884, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχε πληρώσει, καὶ τέλος 1,102,582, τὰ ὁποῖα ἔπρεπεν ὡσαύτως νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ὡς ἔσοδα αὐτοῦ, εἰσπραχθέντα κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας τοῦ 1885· ἐν ὅλῳ τὸ δημόσιον ταμεῖον ὤφειλε κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ 1885 εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας 7,298,396. Τελευταῖον, ὅτε ἐτελείωσαν αἱ ἐκλογαὶ τῆς 3 Μαΐου, καὶ ἐγνώσθη τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν, καὶ δὲν ὑπῆρχεν οὐδαμοῦ ἀμφιβολία, ὅτι ἐκ τῶν ἐκλογῶν ἀνεδείχθησαν πλεῖστοι, πάμπολλοι Βουλευταὶ, διατεθειμένοι νὰ καταδηλώσωσι τὴν ἐμπιστοσύνην των πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας ἐξηκολούθει μένων ἐν τῇ Κυβερνήσει. Τὸ πρᾶγμα φαίνεται, ὅτι ἐκρίθη ἄξιον προσοχῆς, καὶ τὸ κόμμα, τὸ ὁποῖον αἱ βουλευτικαὶ ἐκλογαὶ εἶχον ἐνδείξει ὡς μέλλον νὰ κληθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐδυσφόρει, διετέλει ἐν ἀνησυχίᾳ, καὶ ἠρώτα: πότε τέλος πάντων θέλει παραιτηθῆ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας; Ἐλέχθη μάλιστα, ὅτι ἐν ταῖς συσκέψεσι τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὰς ὁποίας διηύθυνεν ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, ἐγένετο λόγος καὶ περὶ μέτρων ἐνδεικνύντων ἀπόφασιν πρὸς παράτασιν τῆς διαμονῆς τῶν Ὑπουργῶν ἐν τῇ ἀρχῇ· ἐλέχθη, ὅτι ἐμερίμνων περὶ βελτιώσεως τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, καὶ ἑπομένως περὶ διορισμῶν εἰς ἰσοβίους θέσεις, ἢ ὅτι ἐμερίμνων περὶ μεταβολῶν εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, ἢ περὶ ἄλλων πράξεων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐξεδήλουν τὴν πρόθεσιν τῶν κυρίων Ὑπουργῶν νὰ σπεύσωσι νὰ καταθέσωσι τὴν ἀρχὴν ἐνώπιον τοῦ Ἡγεμόνος. Ἕνεκα δὲ τούτου ἤρχισε νὰ γίγνηται θόρυβος καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ, αἱ δὲ ἐφημερίδες νὰ συζητῶσι, καί τινες μὲν νὰ καταγγέλλωσι τὴν πρᾶξιν ὡς ἀντισυνταγματικὴν, ἄλλαι δὲ νὰ παριστῶσιν, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ, ἐν ὅσῳ εἰσὶν ἐν τῇ ἀρχῇ, ἔχουσι πάντα τὰ δικαιώματα τῆς ἀρχῆς, καὶ ἑπομένως δύνανται νὰ ἐνασκῶσι ταῦτα ἐν πλήρει αὐτῶν τῇ εὐρύτητι. Ταῦτα ἀνεμνήσθην, διότι κατὰ τὸ 1885, ὅτε μετὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 7 Ἀπριλίου ἀνελάβομεν τὴν ἀρχὴν, ἐνῷ δὲν εὕρομεν ὑπόλοιπον τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας, εἰμὴ τὸ ἐλάχιστον ποσὸν, ὅπερ πρὸ μικροῦ ἀνέφερα, ἐνῷ εὕρομεν χρέωσιν τοῦ δημοσίου ταμείου δρ. 7,298,396, τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ πορισθῶμεν, ἵνα ἀποδώσωμεν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, εὕρομεν προσέτι καὶ ἐγκεκριμένας ὑπὸ τῶν προκατόχων δημοπρασίας πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν δι’ 11,513,000, μὴ περιλαμβανομένων εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν ἀποζημιώσεων, αἵτινες ἤθελον πληρωθῆ διὰ τὰ καταληφθησόμενα ὑπὸ τῶν ὁδῶν γήπεδα. Πλὴν δὲ τούτων τῶν ὑποχρεώσεων, αἵτινες εἶχον κανονισθῆ διὰ δημοπρασιῶν, εὕρομεν καὶ ἄλλας ὑποχρεώσεις ἐκ δραχ. 3,170,000, τὰς ὁποίας εἶχον συνομολογήσει οἱ προκάτοχοι ἡμῶν κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τοῦ 1884 οὐχὶ διὰ δημοπρασίας, ἀλλὰ δι’ ἰδιαιτέρας συμφωνίας· εἶχον δὲ χαρακτηρισθῆ αἱ ὁδοὶ αὗται ὡς στρατηγικαὶ, οἱ δὲ προκάτοχοι ἡμῶν, φοβούμενοι μήπως ἡ ἐνέργεια δημοπρασιῶν καὶ ἡ ἄλλη πρὸς διεξαγωγὴν καὶ ἔγκρισιν αὐτῶν διαδικασία ἤθελον ἀπαιτήσει χρόνον, βραδύνῃ δ’ ἕνεκα τούτου τῶν ὁδῶν τούτων ἡ κατασκευὴ, καὶ ζημιωθῶσι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἔσπευσαν νὰ ἐγκρίνωσιν, ἵνα ἀναλάβῃ τὴν κατασκευὴν αὐτῶν ἐργολάβος ἄνευ δημοπρασίας, ἀλλὰ δι’ ἰδίας συμφωνίας, ἐπὶ ταῖς τιμαῖς, τὰς ὁποίας εἶχον ὁρίσει τὰ μέλη τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, ἤτοι τὴν ὁδὸν ἀπὸ Λαρίσσης εἰς Ἁγυιὰν ἀντὶ 1,140,000, τὴν διακλάδωσιν ἀπὸ τοῦ σταθμοῦ Τσουλάρια εἰς γέφυραν Ἀσμάκι ἀντὶ 260,000, τὴν ὁδὸν ἀπὸ Λαρίσσης εἰς Τύρναβον ἀντὶ 410,000, καὶ τὴν ὁδὸν ἀπὸ Λαρίσσης εἰς Τρίκκαλα ἀντὶ 1,360,000. Οὕτως οἱ προκάτοχοι ἡμῶν εἶχον κλείσει συμφωνίας διὰ δημοπρασιῶν καὶ δι’ ἰδιαιτέρων συμφωνιῶν δι’ ἔργα ἀξίας δρ. 14,683,000, ἐπεβάλλετο δ’ ἡμῖν τὸ καθῆκον νὰ φροντίσωμεν νὰ ἀνεύρωμεν τὰ χρήματα, ἀφοῦ τὸ δάνειον τῆς ὁδοποιΐας εἶχεν ἐξαντληθῆ, ἵνα μὴ οἱ ἐργολάβοι τῶν ἔργων ζητῶσιν ἀπὸ τὸ Δημόσιον ἀποζημιώσεις. «Ἡ κατάστασις τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας», μοὶ ἔγραφεν ἡμιεπισήμως τὴν 28 Σεπτεμβρίου 1885 ὁ τότε ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς Ν. Παπαμιχαλόπουλος, «κατέστη ἀφόρητος, καθ’ ἃ καὶ ἐπισήμως ἀνέφερεν ἐπανειλημμένως τὸ τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὸ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐγὼ ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς παραστήσω προφορικῶς καὶ ἄλλοτε καὶ χθὲς τὸ ἑσπέρας. Τὰ ὀφειλόμενα μέχρι τοῦδε δι’ ἐργασίας ἐκτελεσθείσας καὶ πιστοποιηθείσας εἰς διαφόρους ἐργολάβους ὑπερβαίνουσι τὰς δραχ. 1,500,000, καθ’ ἃ μὲ διαβεβαιοῖ αὐτὴν τὴν ὥραν ὁ Διευθυντὴς τῶν δημοσίων ἔργων, ὀφείλονται δὲ καὶ τριῶν μηνῶν μισθοὶ εἰς ἀλλοδαποὺς μηχανικούς, ἐργοδηγούς, ἐπιστάτας δημοσίων ἔργων καὶ ὁδοστάτας, πληρονομένους πάντας ἐκ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας. Πολλοὶ ἐργολάβοι ἦλθον ἐνταῦθα ἐξ Ἀκαρνανίας, Φθιώτιδος, Εὐβοίας καὶ ἐξ ἄλλων μερῶν, διὰ νὰ μοὶ παραστήσωσι τὴν οἰκτρὰν καὶ ἀπελπιστικὴν θέσιν των, ἀπειλουμένων παρὰ τῶν ἐργατῶν, εἰς οὓς ὀφείλουσι πολλά, καὶ προσέτι ὡς ἐκ τῆς διακοπῆς τῶν ἔργων μὲ κίνδυνον τῆς καταστροφῆς τῶν ἡμιτελῶν τοιούτων.» Ἡ ἀνάγκη δὲ τῆς ἐλαττώσεως καὶ τῶν ἄλλων ἐξόδων τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας ἀπέβαινεν ἀναπόφευκτος, διότι ἀνυπόφορος πλέον καθίστατο ἡ κρατοῦσα σπατάλη. «Σᾶς ἐπιστρέφω τὸ ὑπόμνημα τοῦ κ. Ρονδὲλ», μοὶ ἔγραφεν ἡμιεπισήμως τὴν 22 Σεπτεμβρίου 1885 ὁ τότε ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς Ν. Παπαμιχαλόπουλος, «ὅμοιον τοῦ ὁποίου ἔδωκε καὶ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ σᾶς ἀποστέλλω ἀντίγραφον τοῦ πρὸς αὐτὸν ὑπ’ ἀριθ. 11175 τῆς 17 Σεπτεμβρίου ἐγγράφου μου, περὶ περιορισμοῦ τοῦ προσωπικοῦ τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς εἰς 21, διὰ τοὺς ὁποίους θὰ δαπανῶνται ἐτησίως δραχ. 224,470, ἐκτὸς τῶν ὁδοιπορικῶν, γραφικῶν καὶ ἐνοικίων, τὰ ὁποῖα ὅλα ὁμοῦ ἀνέρχονται εἰς τὸ αὐτὸ περίπου ποσόν. Ἔχομεν περιπλέον καὶ τοὺς ἀλλοδαποὺς μηχανικοὺς (Συλλογὴ Βλάσση), οἵτινες ἀπὸ 32 περιωρίσθησαν εἰς 27, καὶ ἐξ αὐτῶν παρῃτήθησαν 4, καὶ μένουν ἑπομένως 23, διὰ τοὺς ὁποίους πληρόνομεν 110,000 περίπου ἐτησίως, ἐκτὸς τῶν ὁδοιπορικῶν.... Ἡ Γαλλικὴ ἀποστολὴ περιλαμβάνει ἐκ τῶν 75, ἐξ ὧν ἀποτελεῖται), πλείστους ὅσους ἀδαεῖς, ὀκνηροὺς καὶ ἀνικάνους ἐργοδηγούς. Εἴχομεν εἴπει κατ’ ἀρχὰς νὰ περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν εἰς 15· ὁ κ. Ρονδὲλ ἐπιμένει νὰ διατηρῶμεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν μας ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους θεωροῦμεν περιττούς...» Ἐν τούτοις ἡ Βουλὴ εἶχε διαλυθῇ τὴν 11 Φεβρουαρίου 1885, καὶ αἱ ἐκλογαὶ ἔμελλον νὰ γένωνται τὴν 7 Ἀπριλίου. Κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο, τὸ ἀπὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς μέχρι τῆς 4 Ἀπριλίου, κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ἐνεκρίθησαν πρακτικὰ δημοπρασιῶν πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν ἀξίας δρ. 6,568,759.82, διότι οὕτω συνέφερεν εἰς τοὺς φίλους τῶν κυβερνώντων, οἵτινες δὲν ἐδίστασαν νὰ διαθέσωσι κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν ἓξ καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, ἀφοῦ τοῦτο ἐκρίνετο ἀναγκαῖον, διὰ νὰ ἐνισχυθῶσι κατὰ τὰς ἐκλογὰς οἱ φίλοι αὐτῶν. Ἀλλὰ καὶ ἀφοῦ ἐγένοντο αἱ ἐκλογαί, καὶ ἐγνώσθη ἡ κατ’ αὐτὰς ἧττα τοῦ Ὑπουργείου, καὶ εἵπετο ἡ παραίτησις αὐτοῦ, ἀκόμη δὲν ἔπαυον οἱ κυβερνῶντες νὰ ἐγκρίνωσι πρακτικὰ δημοπρασιῶν, καὶ ἐνέκριναν τοιαῦτα κατὰ τὴν 10 Ἀπριλίου καὶ τὴν 17 Ἀπριλίου, καὶ αὐτὴν τὴν 18 Ἀπριλίου, ἤτοι αὐτὴν ἐκείνην τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἔδιδον τὸν ὅρκον ἐνώπιον τοῦ Ἡγεμόνος, ὡς Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν ἡμέραν ἐνέκριναν πρακτικὰ δημοπρασίας δι’ ἔργα τοῦ νομοῦ Ἀκαρνανίας καὶ Αἰτωλίας ἀντὶ δραχμῶν 493,000, καὶ τὰ ἐγκριθέντα πρακτικὰ δημοπρασίας φαίνεται, ὅτι δὲν εἶχον παραληφθῆ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τὴν προτεραίαν τῆς 18 Ἀπριλίου, ἀλλ’ εἶχον ληφθῆ αὐτὴν ἐκείνην τὴν ἡμέραν τῆς 18 Ἀπριλίου, καὶ αὐτὴν ἐκείνην τὴν ἡμέραν ἐνεκρίθησαν, μίαν ἢ δύο ὥρας πρὸ τῆς ὁρκοδοσίας τοῦ νέου Ὑπουργείου, ἢ καὶ κατ’ αὐτὴν ἴσως τὴν ὥραν, καθ’ ἣν τὸ νέον Ὑπουργεῖον ὡρκίζετο ἐν τοῖς Ἀνακτόροις. Πρέπει νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τὸ θέμα τοῦ λόγου μου, ἀπὸ τῆς ἐκδρομῆς, εἰς ἣν μὲ παρέσυραν αἱ ὑπὸ τῶν οὕτω διαχειρισθέντων τὴν ἀνατεθειμένην αὐτοῖς ἐξουσίαν κυβερνητῶν τοῦ 1884 καὶ τῶν πρώτων μηνῶν τοῦ 1885 γενόμεναι κατὰ Μάϊον καὶ Ἰούνιον τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους ἐπιτιμήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας καὶ Πρωθυπουγοῦ τῆς 18 Φεβρουαρίου. Ἀλλ’ ἐὰν, πρὶν ἢ ἐπανέλθω ἐπὶ τὸ θέμα, ἐκαλούμην νὰ δώσω γνώμην, ἂν καλῶς ἢ ἀδίκως ἐπετιμᾶτο πρό τινων ἑβδομάδων ὑπὸ τοῦ κόμματος τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς 18 Φεβρουαρίου, δὲν ἤθελον διστάσει νὰ ἀποφήνωμαι, ὅτι τὴν εὐρύτητα ἢ τὴν στενότητα τῆς ἐξουσίας τῶν προσωρινῶν Ὑπουργῶν, ἢ τῶν μὴ προσωρινῶν, ἀλλὰ καλουμένων νὰ παραιτήσωσι τὴν ἀρχὴν, πρὸς τὸ διατάσσειν καὶ ἀποφασίζειν δὲν προσδιορίζουσιν αὐτοὶ κατὰ βούλησιν, ἀλλ’ ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν διαχειρίζονται. Ἂν ἀνετέθη εἰς αὐτοὺς ἡ ἀρχὴ προσωρινῶς, ἂν διαχειρίζωνται τὴν ἐξουσίαν ἐπί τινα βραχεῖαν χρόνου διάρκειαν, ἐκλήθησαν, οὐχὶ ἵνα ὀργανώσωσι τὴν χώραν, ἀλλ’ ἵνα συντηρήσωσι τὴν τάξιν καὶ τὴν κίνησιν τῆς διοικήσεως, πράττουσι δ’ ἀνάρμοστα, μεταποιοῦντες ἑαυτοὺς εἰς κυβερνήτας, κληθέντας νὰ μεριμνήσωσι περὶ ὀργανισμῶν, καὶ νὰ ἀσχοληθῶσιν εἰς βελτιώσεις καὶ καινοτομίας, ἢ προβαίνοντες εἰς μεταβολὰς, τὰς ὁποίας δὲν ὑπαγορεύει ἀναπόφευκτος ἢ ἀνυπέρβλητος ἀνάγκη. Ἤθελον ὑποληφθῆ, πράττοντες οὕτως, ὅτι ἐφώρμησαν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, ἵνα καρπωθῶσιν αὐτὴν ἐκ πολιτικῆς ἰδιοτελείας ἢ ἐκ νεπωτισμοῦ, κατὰ τὰς ὀλίγας ἡμέρας, καθ’ ἃς δὲν ἐκλήθησαν νὰ κυβερνήσωσιν, ἀλλ’ ἔτυχον νὰ διαβαίνωσιν διὰ τῶν κυβερνητικῶν γραφείων. Εἰς ἐμὲ δὲν συνέβη νὰ γράψω τὴν ὑπογραφήν μου κατά τινα τῶν πολλῶν περιόδων, καθ’ ἃς ἐκλήθην νὰ μετάσχω ἢ νὰ διαχειρισθῶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως κανονίσω ὁριστικῶς ὑποθέσεις μετὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν, οὐχὶ παρητήθην τῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ μοὶ ἐγένετο γνωστὸν, ὅτι ὤφειλον νὰ παραιτηθῶ τῆς ἀρχῆς. Ἑπομένως ἀπὸ τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν γίγνεται γνωστὸν εἰς τοὺς κυβερνῶντας, ὅτι ἐκλονίσθη ἡ ἐμπιατοσύνη εἴτε τῆς Βουλῆς εἴτε τῶν ἐκλογέων, ὀφείλουσι νὰ περιορίσωσι τὴν εὐρύτητα τῆς ἐξουσίας αὑτῶν ἐπὶ μόνην τὴν μέριμναν τῆς συντηρήσεως τοῦ καθεστῶτος, καὶ ἂν δὲν ἦσαν προσωρινοὶ κυβερνῆται, ἢ, ὡς εἶπον, διαβάται διὰ τῶν ὑπουργικῶν γραφείων, ἀλλὰ κυβερνῆται, ὧν ἡ ἐντολὴ περιεῖχε τὴν μονιμότητα. Ταῦτα εἶπον, οὐχὶ μετὰ τοῦ σκοποῦ νὰ ἐπικρίνω, ἀφοῦ οὐδὲ περὶ πολιτικῆς εὐθύνης πλέον πρόκειται, οὐδὲ περὶ ποινικῆς, ἀλλὰ διὰ νὰ δηλώσω ποίαν ᾐσθανόμην ἔκπληξιν, ἀναγινώσκων, ὅτι ἀπέδιδον μομφὰς εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μαντινείας ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ ἀξιῶσιν ἐπαίνους διὰ τὴν ἐγκράτειάν των. Μεταβαίνω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς διατάξεως τῶν οἰκονομικῶν κατὰ τὸ ἔτος 1891, εἰς τὸ ὁποῖον εἴχομεν εἰσέλθει, ἀφοῦ πρὸ δύο μηνῶν εἴχομεν κληθῆ ἐπὶ τὴν ἀρχήν...
§13ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Θὰ παραταθῇ ἀκόμη ἡ ὁμιλία σας;
§14Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πολύ.
§15ΑΣΗΜ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε καλὸν εἶναι νὰ διακόψωμεν.
§16ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 1 καὶ 10′ μ. μ.) (Περὶ ὥραν 7 μ. μ. γενομένης ἀπαρτίας, ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Π. Βαλαωρίτου).
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 23 τοῦ ΧΞϚʹ νόμου τῆς 31 Δεκεμβρίου 1877.
§19ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὑποβαλὼν εἰς τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ πρόκειται, ὑπεσχέθην νὰ παράσχω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἀναγκαίας ἐξηγήσεις πρὸς δικαιολογίαν τοῦ προβληθέντος ἑρμηνευτικοῦ νόμου. Ὁ σκοπός, εἰς τὸν ὁποῖον ἀφορᾷ τὸ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχέδιον, εἶναι πρόδηλος παντὶ τῷ ἀναγνώσαντι τὸ μόνον αὐτοῦ ἄρθρον. Πρόκειται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ περιφρουρηθῇ τὸ κῦρος τῶν πράξεων καὶ ἀποφάσεων, ἃς ἐξέδωκεν ἢ εἰς ἃς μετέσχε δικαστὴς, διορισθεὶς ἐναντίον τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ προσόντων. Καὶ τὸ μὲν νομοθέτημα τοῦτο εἶναι γενικὸν, ὡς ἑρμηνευτικὸν τοῦ ἄρθρου 23 τοῦ νόμου περὶ προσόντων, ἀλλ’ ἐπειδὴ περίστασίς τις ὅλως πρόσφατος ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὑπολαμβάνω ἐπιβαλλόμενον εἰς ἐμὲ τὸ καθῆκον νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην. Ἐκ τοῦ δημοσιευθέντος ἤδη διὰ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» βασιλικοῦ διατάγματος γινώσκετε, ὅτι προεκάλεσα τὴν ἀπόλυσιν δέκα πρωτοδικῶν, ὡς διορισθέντων ἀκύρως. Ὑποχρεωμένος νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ὤφειλον νὰ μελετήσω πάσας τὰς κρατούσας διατάξεις περὶ τῶν προσόντων τῶν δικαστῶν καὶ τῶν ἄλλων δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ἐν τῇ μελέτῃ τῶν διατάξεων τούτων ἀσχολούμενος, ἀπηύθυνα εἰς ἁρμοδίους ὑπαλλήλους τὸ ἐρώτημα, ἐὰν πᾶσαι αἱ κείμεναι διατάξεις τηρῶνται κατὰ τοὺς διορισμοὺς τῶν δικαστῶν καὶ ἄλλων δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ἐκ τῆς ὁποίας δ’ ἔλαβον διφορουμένης ἀπαντήσεως, ὑπωπτεύθην, ὅτι παρωράθησαν αἱ διατάξεις περὶ προσόντων ὡς πρὸς τοὺς διορισμούς τινων ἐκ τῶν δικαστῶν· διέταξα κατ’ ἀκολουθίαν νὰ γένηται ἔρευνα ἐν τῷ ἀρχείῳ καὶ ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ τῶν εἰσερχομένων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης περὶ τῶν γενομένων διορισμῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου τῆς 30 Ἰουνίου 1887. Ὡς γνωστὸν, ὁ νόμος περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ὁ τὸ πρῶτον ἐκδοθεὶς, εἶναι ὁ τοῦ 1877, ὁ νόμος δὲ οὗτος ἐψηφίσθη κατ’ ἐπιταγὴν τοῦ Συντάγματος καὶ πρὸς συμπλήρωσιν αὐτοῦ, διότι τὸ Σύνταγμα ἀνέγραψε μὲν τὴν ἰσοβιότητα τῶν δικαστῶν, ἐνετείλατο ὅμως, ὅπως ἐντὸς τριετίας ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία κανονίσῃ διὰ νόμου τὰ προσόντα τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του ὁ νομοθέτης τοῦ Συντάγματος, εἶναι πρόδηλος· δὲν ἤθελε νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς δικαιοσύνης, εἰμὴ ἐκεῖνοι, ὅσοι ἔφερον πάντα τὰ ἐφόδια, ὅσα εἶναι ἀπαραίτητα πρὸς τὴν ἀκριβῆ τῆς δικαιοσύνης ἀπονομὴν. Ὁ νόμος οὗτος δὲν ἐξεδόθη ἐντὸς τῆς τριετίας, ἀλλ’ ἐξεδόθη κατὰ τὸ 1877· ἀναγκαίως ἄρα ἐγένοντο καὶ πρὸ τοῦ νόμου τούτου διορισμοὶ εἰς θέσεις ἰσοβίους, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ αἰτήσωμεν ὡρισμένα προσόντα, διότι ταῦτα δὲν ὑπῆρχον καθιερωμένα. Πάντες ὅμως οἱ μετὰ τὸν νόμον περὶ προσόντων τοῦ 1877 γενόμενοι διορισμοὶ εἰς θέσιν δικαστικὴν ἔπρεπε καὶ πρέπει νὰ στηρίζωνται εἰς τὸν νόμον περὶ προσόντων. Μετὰ τὸν νόμον τοῦ 1877 ἦλθε κατὰ τὸ 1887 ἕτερος νόμος, συμπληρώσας τὰς διατάξεις ἐκείνου, τρίτος δὲ νόμος εἶναι ὁ ψηφισθεὶς κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1890. Ὥστε ἔχομεν ἐν ἐνεργείᾳ τρεῖς νόμους περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Κατὰ τὸ ἄρθρον 9 τοῦ νόμου τῆς 31 Δεκεμβρίου 1877, ἀπαιτεῖται νὰ ὑποβληθῇ ὁ διορισθησόμενος εἰς θέσιν ἰσόβιον εἰς ἐξετάσεις ἐνώπιον ἐπιτροπῆς, καθοριζομένης διὰ τοῦ νόμου τούτου, καὶ νὰ ἔχῃ προηγουμένην ὑπηρεσίαν διετῆ δικηγόρου κλπ. Τὸ ἄρθρον 9 τοῦ νόμου τοῦ 1877 συνεπληρώθη διὰ τοῦ ΑΦΝΓʹ τῆς 30 Ἰουνίου 1887, διότι ῥητῶς ἐν αὐτῷ γίνεται μνεία, ὅτι ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου 9 προστίθενται τὰ ἑξῆς: «Προκαλεῖται δὲ πρὸ τοῦ διορισμοῦ ἡ γνώμη τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Πρωτοδικείου, παρ’ ᾧ διατελεῖ ἢ διετέλεσε τελευταῖον δικηγόρος κλπ.» Ὁ νόμος τῆς 31 Δεκεμβρίου 1890 περὶ τροποποιήσεως τῶν κρατούντων νόμων περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἐτροποποίησε μόνον τὰ ἄρθρα, 10, 11, 12, 13, 15, 16 καὶ 20 τοῦ νόμου ΑΦΝΓʹ τῆς 30 Ἰουνίου 1887· κατ’ ἀκολουθίαν τὸ ἄρθρον 9 τοῦ νόμου τῆς 30 Ἰουνίου 1887 μένει ἀκέραιον. Οὕτω ἐπὶ τῆς προκειμένης περιστάσεως οἱ δύο νόμοι, ὁ νόμος ΧΞϚʹ τῆς 31 Δεκεμβρίου 1877 καὶ ὁ νόμος ΑΦΝΓʹ τῆς 30 Ἰουνίου 1887, καθορίζουσι τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχῃ τις, ἵνα διορισθῇ πρωτοδίκης. Κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 23 τοῦ αὐτοῦ νόμου ΧΞϚʹ τῆς 31 Δεκεμβρίου 1877, ὅπερ, ὡς προεῖπον, μένει ἀκέραιον καὶ μετὰ τὸν νόμον τῆς 31 Δεκεμβρίου 1890, «πᾶς δικαστικὸς διορισμὸς, γενόμενος ἐναντίον τῶν διατάξεων τοῦ παρόντος νόμου, δὲν παρέχει δικαίωμα εἰς τὸν διοριζόμενον ἐπὶ τοῦ βαθμοῦ καὶ τῶν ἀποδοχῶν». Μετὰ τὸν νόμον τοῦ 1887 διωρίσθησαν ἐν ὅλῳ πρωτοδίκαι 45· ἐξ αὐτῶν 4 δὲν ὑπάρχουν σήμερον εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν, διότι εἷς τούτων ἀπεβίωσεν, ἕτερος παρῃτήθη, δύο δὲ ἕτεροι διωρίσθησαν εἰς προξενικὰς θέσεις· ἄρα ἐκ τῶν σήμερον ἐν ἐνεργείᾳ δικαστῶν εἰσι διωρισμένοι ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου τῆς 30 Ἰουνίου 1887 41 πρωτοδίκαι. Τῇ προτάσει τοῦ προκατόχου Ὑπουργοῦ κ. Βουλπιώτου διωρίσθησαν ἐκ τῶν 45 τούτων 18, τῇ προτάσει τοῦ προκατόχου ἐπίσης κ. Ζαΐμη διωρίσθησαν 23, τῇ προτάσει δὲ τοῦ κ. Γ. Φιλαρέτου διωρίσθησαν 4, τὸ ὅλον 45. Ἡ γενομένη, ὡς προεῖπον, ἔρευνα ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι 10 πρωτοδίκαι διωρίσθησαν ἐναντίον τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ προσόντων. Παρήγγειλα εἰς τὸν ἁρμόδιον ἐπὶ τοῦ πρωτοκόλλου καὶ τοῦ ἀρχείου ὑπάλληλον νὰ μοὶ ὑποβάλῃ ἐν τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς πιστοποιητικὸν ἢ ἀναφορὰν, βεβαιοῦσαν τὸ γεγονὸς τοῦτο· ἔχω δὲ ἤδη ἀνὰ χεῖρας τὴν ἀναφορὰν ταύτην, βεβαιοῦσαν, ὅτι ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ὑπεβλήθησαν εἰς ἐξετάσεις οἱ 10 οὗτοι πρωτοδίκαι, μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν διωρίσθησαν, δὲν εἰσήχθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης γνωμοδότησις τοῦ ἁρμοδίου Εἰσαγγελέως καὶ Προέδρου. Ἀφοῦ ἔλαβον τὴν ἐπίσημον ταύτην πληροφορίαν, ὑπέλαβον, ὅτι μοὶ ἦτο ἐπιβεβλημένον νὰ αἰτήσωμαι γνώμην παρὰ τῶν ἁρμοδίων προσώπων, ἅτινα εἶναι κεκλημμένα νὰ παρέχωσι τὰς γνώμας αὐτῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀπηύθυνα κατ’ ἀκολουθίαν ἔγγραφον, θεὶς τὰ ζητήματα ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐκαλοῦντο νὰ δώσωσι γνώμην, πρὸς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν. Τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἔθηκα πρὸς αὐτοὺς, εἶναι τὰ ἑξῆς: 1) Ἰσχύει τὸ ἄρθρον 9 τοῦ νόμου τοῦ 1887, ὡς πρὸς τὴν προσθήκην ἐν τῷ ἄρθρῳ 9 τοῦ νόμου τοῦ 1877, ἤτοι ὡς πρὸς τὴν ἀπαίτησιν προηγουμένης γνωμοδοτήσεως τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν; 2) Ὁποία ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου 23 τοῦ νόμου τοῦ 1887; 3) Δύνανται οἱ διορισθέντες ἄνευ προηγουμένης γνωμοδοτήσεως τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως παρὰ Πρωτοδίκαις νὰ ἐπικαλεσθῶσι κατὰ τῆς ἀνακλήσεως τοῦ διορισμοῦ των δυνάμει τοῦ ἄρθρου 23 τὴν ἰσοβιότητα αὐτῶν ἐν τῇ ἐκπληρώσει τῶν καθηκόντων των; 4) Ὁποία ἡ τύχη τῶν ὑπ’ αὐτῶν ἐκδοθεισῶν ἀποφάσεων, ἢ ἄλλων δικαστικῶν πράξεων, ἀπὸ τοῦ διορισμοῦ των μέχρι τῆς ἀνακλήσεως τοῦ διορισμοῦ των, καὶ ὁποία ἡ ἀποδεδεγμένη νομολογία τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου; 5) Εἶναι ἀνάγκη ἐκδόσεως εἰδικοῦ νόμου, ὅπως δοθῇ κῦρος εἰς τὰς ἀποφάσεις ταύτας, ἢ ἡ δικαστικὴ ἑρμηνεία εἶναι ἀρκοῦσα πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν ἰδιωτικῶν καὶ κοινωνικῶν συμφερόντων; καὶ 6) Ἐὰν, μὴ ἐκδιδομένου νόμου καὶ ἀνακαλουμένων τῶν παρανόμως γενομένων διορισμῶν, προκύπτωσι ζημίαι ἐκ τῆς ἀκυρώσεως τῶν ἀποφάσεων, εἶναι ὑπεύθυνον τὸ Δημόσιον πρὸς ἀποζημίωσιν, ἢ προστατεύεται ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ περὶ προσόντων νόμου; Ἐπὶ τῶν 6 αὐτῶν θεμάτων ἔλαβον τὰς ἀπαιτουμένας ἀπαντήσεις καὶ παρὰ τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ὁλοκλήρου καὶ παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐνταῦθα Ἐφετῶν. Πάντες εἶναι σύμφωνοι εἰς τοῦτο, ὅτι διορισμὸς, γενόμενος ἐναντίον τῶν διατάξεων τοῦ περὶ προσόντων νόμου, ἤτοι ἐλλειπούσης τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ τοῦ Προέδρου τοῦ ἁρμοδίου Πρωτοδικείου, εἶναι ἄκυρος· πάντες εἶναι σύμφωνοι, ὅτι οὗτοι, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 23, οὐδὲν ἔχουσι δικαίωμα ἐπὶ τοῦ βαθμοῦ, ἤτοι ἐπὶ τῶν πλεονεκτημάτων τῆς ἰσοβιότητος, καὶ ἐπὶ τῶν ἀποδοχῶν αὐτοῦ· πάντες εἶναι σύμφωνοι, ὅτι δὲν εἶναι ἀπαραίτητος ἡ πρόκλησις νόμου, διότι κατὰ τὴν κειμένην σταθερὰν νομολογίαν καὶ κατὰ τὰ κρατοῦντα ἐν τῷ Ρωμαϊκῷ δικαίῳ, τὸ ὁποῖον κρατεῖ παρ’ ἡμῖν, αἱ πράξεις καὶ αἱ ἀποφάσεις, αἱ ἐκδοθεῖσαι παρὰ τῶν τοιούτων δικαστῶν, διατηροῦσι τὸ κῦρός των, διότι προέρχονται ἐκ πλάνης, τὴν ὁποίαν ἡ κοινωνία δὲν εἶναι ὑποχρεωμένη ἐκ τῶν προτέρων νὰ γινώσκῃ, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν αἱ πράξεις αὐτῶν ἵστανται ἔγκυροι. Μόνος ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, καίπερ ἀνομολογῶν, ὅτι ἡ περὶ τούτου νομολογία εἶναι σταθερὰ, οὐχ ἧττον προσέθηκεν ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ, ὅτι, ἐπειδὴ ὑπάρχει ἓν προηγούμενον, τὸ προηγούμενον, ὅτι κατὰ τὸ 1882, κατὰ τὴν προσάρτησιν τῆς Θεσσαλίας, εἶχον ἀκυρωθῆ διὰ Β. Διαταγμάτων διορισμοὶ εἰς θέσιν δικαστικὴν, εἰσὶν ἄκυροι· ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία κατὰ τὸ 1882 ὑπέλαβεν, ὅτι ἦτο εἰς αὐτὴν ἐπιβεβλημένον διὰ νόμου νὰ περιφρουρήσῃ τὸ κῦρος τῶν ἀποφάσεων, τῶν ἐκδοθεισῶν ὑπὸ δικαστῶν διορισθέντων ἀκύρως, ὅπως ἀπηγγέλθησαν· ἐπειδὴ λοιπὸν ὑπάρχει ὡς λέγει ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὸ προηγούμενον τοῦτο, καὶ ἐπειδὴ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ εὑρεθῇ δικαστήριόν τι ἐν τῇ ἀμφιβολίᾳ, μὴ τυχὸν ἐκ κακῆς συγκροτήσεως τοῦ δικαστηρίου ἡ ἀπόφασις ἡ ἐκδοθεῖσα κριθῇ ὡς μὴ ἔχουσα τὸ ἀπαιτούμενον δικαστικὸν κῦρος, εἶναι ἀνάγκη νὰ προηγηθῇ νόμος περὶ τούτου. Ἐγὼ δὲ, ἔχων ὑπ’ ὄψει τὸν ἐνδοιασμὸν τοῦτον, ὑπέλαβον, ὅτι ἦτο προτιμότερον, ἵνα μὴ ἐπέλθῃ οἱαδήποτε βλάβη εἰς κοινωνικὰ συμφέροντα, συνδεόμενα πρὸς τὰς ἐκδοθείσας ὑπὸ τῶν πρωτοδικῶν τούτων ἀποφάσεις, νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ ἀποφασίσῃ νῦν αὕτη. Δὲν νομίζω ἄσκοπον νὰ ἀναγνώσω εἰς τὴν Βουλὴν περικοπάς τινας τῶν γνωμοδοτήσεων τούτων, πρὸς πρόληψιν ἐνδεχομένων ἐρωτημάτων ἢ ἀποριῶν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου (ἀναγινώσκει): «Ὁ νομοθέτης διὰ τοῦ ἄρθρου 23 αἴρει πᾶσαν ἀμφιβολίαν περὶ τῆς τύχης τῶν παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου διορισθέντων εἰς δικαστικὴν ὑπηρεσίαν. Οὕτω κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο ὁ γενόμενος διορισμὸς παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου θεωρεῖται ὡς μὴ γενόμενος, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν διορισθέντα δικαστικὸν ὑπάλληλον, καὶ ἑπομένως ὁ διορισθεὶς δὲν ἀπολαμβάνει τῶν ἐκ τῆς θέσεως, εἰς ἣν διωρίσθη, δικαιωμάτων καὶ πλεονεκτημάτων. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου τούτου...
§20ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τὸ ἄρθρον 23 περιλαμβάνει διάταξιν περὶ ὑποβολῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως;
§21ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 23, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσα, αὐτολεξεὶ ὁρίζει οὕτω: «Πᾶς διορισμὸς, γενόμενος παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ προσόντων, οὐδὲν παρέχει δικαίωμα εἰς τὸν διορισθέντα ἐπὶ τοῦ βαθμοῦ καὶ τῶν ἀποδοχῶν αὐτοῦ». Ὡς προεῖπον, πρὶν ἢ προβῶ εἰς τὴν πρότασιν περὶ ἀπολύσεως τῶν πρωτοδικῶν τούτων, ὑπέλαβον ὡς καθῆκόν μου νὰ συμβουλευθῶ καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, ὡς ἐκ τῶν νομικῶν των γνώσεων, καλοῦνται, ἵνα δώσωσι γνώμην εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐξακολουθῶ ἀναγινώσκων περικοπάς. «Ἡ διάταξις λοιπὸν τοῦ ἄρθρου τούτου εἶναι γενικὴ καὶ ἐπεκτείνεται ἐφ’ ἁπάντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἤτοι καὶ ἐπὶ τῶν ἀρεοπαγιτῶν, ἐφετῶν καὶ πρωτοδικῶν, οἵτινες ἕνεκα τούτου, ἐὰν διορισθῶσι χωρὶς νὰ τηρηθῶσιν αἱ περὶ διορισμοῦ των διατάξεις τοῦ νόμου, δὲν ἀπολαμβάνουσι τῶν ἐκ τοῦ βαθμοῦ τούτου δικαιωμάτων, καὶ δὴ καὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἰσοβιότητος, ἧς συνέπειά ἐστι τὸ μὴ παύεσθαι ἄνευ δικαστικῆς ἀποφάσεως κατὰ τὸ ἄρθρον 88 τοῦ Συντάγματος. «Ἡ ἐπέκτασις τῶν συνεπειῶν τοῦ ἄρθρου καὶ ἐπὶ τῶν ἰσοβίων δικαστῶν, τῶν διορισθέντων παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰ ἄρθρα 88 καὶ 89 τοῦ Συντάγματος. Ἀφοῦ διὰ τοῦ ἄρθρου 88 ὡρίσθη, ὅτι οἱ δικασταὶ εἶναι ἰσόβιοι, ἀμέσως διὰ τοῦ ἑπομένου ἄρθρου 89 διατάσσεται, ὅπως ἐντὸς τριετίας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Συντάγματος ὁρισθῶσι δι’ εἰδικοῦ νόμου τὰ προσόντα τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων καὶ τῶν ψῆφον ἐχόντων μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἤτοι ἁπάντων τῶν δημοσίων λειτουργῶν, τῶν κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον καθισταμένων ἰσοβίων. Διὰ τῆς διατάξεως ταύτης ὁ νομοθέτης προνοεῖ, ὅπως πρὶν ἢ κατὰ τὸ ἄρθρον 88 καταστῶσιν οἱ δικασταὶ κλπ. ἰσόβιοι, ὁρισθῶσι τὰ προσόντα τούτων, ἵνα μὴ καταλαμβάνωσιν οἱ τυχόντες τὰς θέσεις. Ἐκ τῆς ἀλληλουχίας τῶν διατάξεων τούτων συνάγεται ἀδιστάκτως, ὅτι ὁ νομοθέτης συνέδεσε τὴν ἰσοβιότητα μὲ τὸν νόμον περὶ προσόντων, καὶ ὅτι ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἐξετελέσθη ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος καὶ ὡρίσθησαν τὰ προσόντα τῶν ἰσοβίων δικαστῶν, οἱ ἀρεοπαγῖται, ἐφέται καὶ πρωτοδίκαι περιβάλλονται δι’ ἰσοβιότητος μόνον ἐφ’ ὅσον ἔχουσι τὰ ὑπὸ τοῦ εἰδικοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα, ὅπως διορισθῶσιν εἰς ἰσόβιον θέσιν».
§22ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τίνος εἶναι ἡ ἔκθεσις αὕτη;
§23ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐνταῦθα Ἐφετῶν. Ἀλλὰ καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου εἶναι ὁμοία. Ἀνέγνωσα μόνον μίαν περικοπὴν, ἀλλὰ καὶ αἱ ἄλλαι ἐκθέσεις συμφωνοῦσιν ὡς πρὸς τοῦτο. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, καὶ πρὶν ἢ αἰτήσωμαι τὰς γνώμας τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ γράμμα τῶν νόμων εἶναι σαφὲς, καὶ ὅτι πᾶς διορισμὸς, γενόμενος ἐναντίον τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ προσόντων, εἶναι αὐτοδικαίως ἄκυρος· ἀλλ’ ἀφοῦ καὶ πάντες οὗτοι, τοὺς ὁποίους συνεβουλεύθην, εἶχον τὴν αὐτὴν γνώμην, εἶχον πλέον καθῆκον, ἐπιβεβλημένον εἰς ἐμὲ, νὰ μὴ ἀφήσω τὴν κατάστασιν ταύτην νὰ παρατείνηται ἐπὶ πλέον, διότι, εὐθὺς ὡς ἀνεκαλύφθη ἀκυρότης εἰς γενομένους διορισμοὺς εἰς ἰσοβίους θέσεις, πᾶσα παράτασις τῆς καταστάσεως ταύτης συνεπήγετο εὐθύνην ἐπὶ τοῦ Ὑπουργοῦ. Ὡς ἐκ τούτου ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ὑπογραφὴν τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον κατεχωρήθη ἐν τῷ φύλλῳ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως». Οἴκοθεν ἐννοεῖτε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι βαθὺ αἴσθημα λύπης μὲ κατέλαβεν, ὅτε ἐπρόκειτο διὰ τῆς προτάσεώς μου ταύτης ν’ ἀπομακρυνθῶσι τῆς ἰσοβιότητος 10 νέοι πρωτοδίκαι, τῶν ὁποίων πολλοὶ ἴσως εἶναι ἐκ τῶν χρησιμωτάτων δικαστῶν, κοσμούμενοι διὰ πλεονεκτημάτων διανοητικῆς μορφώσεως καὶ ἠθικῆς· μόνον μίαν ἔλλειψιν καταλογίζω εἰς αὐτοὺς, ὅτι οὗτοι, ἀσχολούμενοι περὶ τὸ Δίκαιον, ὤφειλον νὰ γινώσκωσιν, ὅτι εἶναι ἀπαιτούμενον νὰ ἔχωσι καὶ τὸ προσὸν τῆς προτάσεως καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν, παραβλέψαντες δὲ τὴν ἐκ τοῦ νόμου ἐπιβαλλομένην ὑποχρέωσιν, ὅπως καὶ τοῦτο τὸ προσὸν ἑνώσωσιν, ὑπέπεσαν εἰς σφάλμα. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε δὲν μοὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ ἀνεχθῶ τὴν περαιτέρω ἐν τῇ δικαστικῇ ὑπηρεσίᾳ διαμονὴν δικαστῶν, μὴ ἐχόντων τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα. Οὐδένα ἔχω λόγον νὰ μεμφθῶ τῶν ἐμῶν προκατόχων διὰ τὴν παράλειψιν ταύτην· ἄγομαι μᾶλλον νὰ πιστεύσω, ὅτι παρέτρεξαν, δὲν ἐμελέτησαν τοὺς νόμους, οἵτινες ὑπεχρέουν αὐτοὺς, πρὶν ἢ προβάλωσιν εἰς τὸν Βασιλέα τὸν διορισμὸν πρωτοδίκου, νὰ ζητήσωσι τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ τοῦ Προέδρου τοῦ ἁρμοδίου Πρωτοδικείου. Ἀλλὰ σήμερον εἶναι γεγονὸς, ὅτι οἱ δικασταὶ οὗτοι διωρίσθησαν κατὰ παράβασιν τῶν νόμων περὶ προσόντων, ἑπομένως, διορισθέντες παρὰ τοὺς νόμους τούτους, δὲν ἀπέκτησαν τὰ πλεονεκτήματα τῆς ἰσοβιότητος, τοῦ διορισμοῦ των ὄντος ἀκύρου. Καταλήγω εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου, περὶ οὗ πρόκειται, καίπερ θεωρουμένη ὑπό τινων τῶν προκληθέντων νὰ δώσωσι γνώμην ὡς μὴ ἀπαραίτητος, εἶναι ὅμως κατ’ ἐμὲ χρήσιμος ὄχι μόνον διὰ τὴν εἰδικὴν ταύτην περίστασιν, ἀλλ’ ἵνα ἅπαξ διὰ παντὸς ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία λύσῃ καὶ τὸ θέμα τοῦτο, δηλονότι διὰ νόμου ἑρμηνευτικοῦ νὰ ὁρισθῇ, ὅτι οὐδεμίαν ἡ ἀνάκλησις τοῦ πρὸς διορισμὸν δικαστοῦ ἐκδοθέντος διατάγματος, ὡς ἀκύρου, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 23 τοῦ νόμου περὶ προσόντων, οὐδεμίαν ἐπάγεται ἀκυρότητα εἰς τὰς δικαστικὸν φερούσας χαρακτῆρα πράξεις, ἃς ὁ δικαστὴς οὗτος διέπραξεν, ἢ εἰς ἃς μετέσχεν, αἱ δὲ ἐκδοθεῖσαι παρὰ τούτου ἀποφάσεις ἢ ἄλλαι πράξεις διατηροῦσι τὸ κῦρος αὐτῶν, ὅπως ἀπηγγέλθησαν.
§24ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Νομίζω, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἐξέφερον ἀνώτεροι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι, εἰς τοὺς ὁποίους ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, καλῶς ποιῶν, τὸ προκείμενον σπουδαιότατον ζήτημα, δὲν ἐμελέτησαν καλῶς οὔτε τὰ ῥήματα, οὔτε τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, οὔτε ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὴν σπουδαιότητα τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ζητήματος, τὸ ὁποῖον συνδέεται μὲ αὐτὴν τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Λέγω κατὰ πρῶτον, ὅτι δὲν ἐμελέτησαν καλῶς τὸν νόμον. Ὁ νόμος ἐν ἄρθρῳ 9 ἀναφέρεται εἰς σπουδαίαν διατύπωσιν, τῆς ὁποίας ἡ παραμέλησις βεβαίως ἔπρεπε νὰ καθιστᾷ ἄκυρον τὸ διορισμὸν, εἰς τὴν διατύπωσιν τῆς ὑποβολῆς τῶν αἰτούντων νὰ διορισθῶσι δικασταὶ εἰς ἐπιτροπὴν συγκροτουμένην ἐξ ὡρισμένων προσώπων. Ἡ παράλειψις τῆς τοιαύτης διατάξεως βεβαίως ἐπάγεται τὴν ἀκύρωσιν τοῦ διορισμοῦ. Ὁ μεταγενέστερος νόμος ἀπῄτησε νὰ ζητῆται καὶ ἡ γνωμοδότησις τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως, καὶ ἐρωτηθέντες ἀνώτεροι ὑπάλληλοι ἐξέφεραν τὴν γνώμην, ὅτι καὶ αὐτῆς τῆς διατάξεως ἡ παράλειψις συνεπάγεται τὴν ἀκύρωσιν. Ἀλλὰ δὲν παρετήρησαν, ὅτι τὸ ἄρθρον 16 τοῦ αὐτοῦ νόμου περιέχει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐκτίμησις τῶν γνωμοδοτήσεων τούτων, ἁπλῶς συμβουλευτικῶν, ἀνήκει εἰς τὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν, οὗτινος δὲν περιορίζεται ἐξ αὐτῶν τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς». Ἡ διάταξις αὕτη ἀφαιρεῖ πᾶσαν σπουδαιότητα τῆς διατυπώσεως περὶ ὑποβολῆς προτάσεως παρὰ Εἰσαγγελέων καὶ Προέδρων, καὶ ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ νόμῳ διάταξις, χαρακτηρίζουσα ὡς ἐπιβλητικὴν τὴν γνωμάτευσιν, νομίζω ὅτι δὲν δύνασθε νὰ δικαιολογήσητε τὴν τολμηθεῖσαν παῦσιν ἰσοβίων δικαστῶν. Ἐὰν ὁ νόμος ἔλεγεν, ὅτι παρὰ τὴν γνωμάτευσιν τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως ἐπιτρέπεται νὰ διορισθῇ ὁ δικαστής, τότε βεβαίως θὰ ἐφρόνουν καὶ ἐγὼ, ὅτι ἡ παράλειψις συνεπάγεται τὴν ἀκύρωσιν· ἀλλὰ τὸ ἄρθρον λέγει, ὅτι ἡ γνωμοδότησις εἶναι ἁπλῶς συμβουλευτική. Νομίζω, ὅτι παρεξήγησαν οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου, παραδεχθέντες, ὅτι ἡ παράλειψις συνεπάγεται τὴν ἀκύρωσιν, καὶ παρεδέχθησαν, ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 23 εἶναι ἄκυρος ὁ παρὰ τὰ προσόντα γενόμενος διορισμός. Ἄλλο εἶναι, λέγω, τὸ ζήτημα ποία ἡ ἁρμοδία ἐξουσία νὰ κηρύττῃ τὴν ἀκύρωσιν. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ πράξεων ἁπλῶς διοικητικῶν, βεβαίως εἶναι δικαίωμα τῆς διοικητικῆς ἐξουσίας· ἀλλὰ προκειμένου περὶ διορισμοῦ δικαστοῦ, περὶ ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος συνεπείᾳ τοῦ διορισμοῦ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λέγεται ὅτι εἶναι ἰσόβιος, καὶ ὅτι ἀνήκει εἰς μίαν ἐξουσίαν ἀνεξάρτητον, νομίζω, ὅτι κακῶς ἐδέχθησαν οἱ κύριοι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον δύναται νὰ ἀνακαλέσῃ διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη καὶ ἐξετελέσθη. Εἶναι καταστροφὴ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἐὰν θέλητε νὰ καθιερώσητε τοιαύτην ἐξουσίαν εἰς τὴν διοίκησιν· διότι τότε ἠμπορεῖτε νὰ εἴπητε, ὅτι ὅλοι οἱ δικασταὶ διωρίσθησαν παρατύπως, καὶ νὰ τοὺς παύσητε ὅλους δι’ ἑνὸς διατάγματος. Φαίνεται, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι οἱ ἁρμόδιοι δὲν ἀπέδωκαν εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα τὴν ἀπαιτουμένην σπουδαιότητα, καὶ προέβησαν εἰς γνωμοδότησιν, ἡ ὁποία σᾶς ἤγαγεν εἰς πρᾶξιν ἀντιπολιτειακὴν καὶ ἐναντίαν εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν. Εἶναι σκάνδαλον, δέκα δικασταὶ νὰ παύωνται διὰ μιᾶς, καὶ δὲν νομίζω, ὅτι ἡ πρᾶξις εἶναι σύμφωνος μὲ τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας, μὲ τὸν σεβασμὸν, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχῃ ἡ μία ἐξουσία πρὸς τὴν ἄλλην. Διὰ τοὺς λόγους τούτους, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ ἐμμείνῃ εἰς τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως, ἀλλὰ νὰ ὑποβάλῃ τὸ ζήτημα καὶ εἰς ἄλλους νομικούς, καί, εἰ δυνατὸν, νὰ ἐρωτηθῶσι καὶ ἄνδρες τῆς Εὐρώπης, διότι, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι σπουδαιότατον τὸ ζήτημα. Δὲν ὑπάρχει πλέον ἰσοβιότης, δὲν ὑπάρχει ἀσφάλεια διὰ τὸν δικαστὴν, ὅταν καθιερώσωμεν τοιαύτην ἀρχήν. Δὲν εἶχον τὸν καιρὸν νὰ μελετήσω περισσότερον τὸ ζήτημα, διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ ὑποστηρίξω μὲ λόγους πλέον σπουδαίους καὶ σοβαροὺς τὸ ζήτημα. Ἐκ πρώτης ὅμως ὄψεως ἐνόμισα πρέπον νὰ ὑποβάλω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω, σχηματισθεῖσαν ἐκ τῶν γνώσεων, τὰς ὁποίας ἔχω καὶ ἐγὼ περὶ τῶν νόμων.
§25ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἐμέμφθη τῶν πρωτοδικῶν, οὓς εὐηρεστήθη νὰ ἀπολύσῃ τῆς ὑπηρεσίας, ἐπὶ ἀγνοίᾳ τοῦ σχετικοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ὤφειλον, κατὰ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν, πρὶν ἢ δεχθῶσι τὸν διορισμόν των ὡς πρωτοδικῶν, οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι νὰ μελετήσωσι πρότερον τοὺς σχετικοὺς νόμους, ἵνα ἀνεύρωσιν, ὅτι ὁ πρὸς αὐτοὺς διδόμενος διορισμὸς δὲν ἦτο σύμφωνος πρὸς τὰς διατάξεις τῶν νόμων ἐκείνων. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ μομφὴ αὕτη δύναται νὰ ἀπευθυνθῇ μᾶλλον κατὰ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης καὶ κατὰ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, οἵτινες, ἔργον ἔχοντες ἀποκλειστικὸν νὰ ἐφαρμόζωσι τοὺς νόμους τούτους, ὤφειλον αὐτοὶ πρὸ παντὸς ἄλλου νὰ ἐξετάσωσι, πρὶν ἢ προβῶσιν εἰς τοὺς γενομένους διορισμοὺς, ἂν ἐγένοντο συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους. Οἱ λαβόντες ὅμως τοὺς διορισμοὺς τούτους εὐλόγως ἠδύναντο νὰ ὑποθέσωσιν, ὅτι οὐδεμία ἔλλειψις ὑπῆρχεν ἐν αὐτοῖς, ἀφοῦ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἐνόμισε πρέπον νὰ προβῇ εἰς αὐτούς. Ἐγὼ ὅμως, Κύριοι, νομίζω, ὅτι ἡ μομφὴ, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἐπέῤῥιψε κατὰ τῶν πρωτοδικῶν, καὶ τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἐπιῤῥίπτω κατ’ αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἴσως πρέπει νὰ ἐπιῤῥιφθῇ καὶ κατὰ τῆς νομοθετικῆς ἀκόμη ἐξουσίας, ἡ ὁποία πρὸ τινος χρόνου εἰς οὐδὲν ἄλλο καταγίνεται, εἰμὴ εἰς τὴν ἀδιάκοπον μεταβολὴν τῶν νόμων. Αὐτὴ ἡ ἀδιάκοπος μεταβολὴ τῶν νόμων ἐπήνεγκεν ὡς ἀποτέλεσμα, νὰ ἀγνοῇ αὐτὴ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, τίνες εἶναι οἱ νόμοι, οὓς ὤφειλε νὰ τηρήσῃ κατὰ τοὺς διορισμοὺς τῶν πρωτοδικῶν. Ἐν τούτοις ἡ Βουλὴ εἶναι ἤδη ἐν γνώσει, πῶς ἔχουσιν οἱ νόμοι οὗτοι. Ὁ πρῶτος νόμος ἐξεδόθη εἰς τὰ 1877, καὶ ἐν τῷ ἄρθρῳ 9 καθιερώνει μίαν προηγουμένην ἐξέτασιν ὑπὸ ἀνωτάτης ἐπιτροπῆς, ἵνα δυνηθῇ νὰ διορισθῇ τις εἰς ἰσόβιον δικαστικὴν θέσιν. Ὁ νόμος ἐκεῖνος, ἀναγράφων καὶ τὰ προσόντα πρὸς διορισμὸν εἰς τὰς λοιπὰς δικαστικὰς θέσεις, διέταξεν ἐν ἄρθρῳ 23, ὅπερ ἀνέγνωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι «πᾶς δικαστικὸς διορισμὸς, γενόμενος ἐναντίον τῶν διατάξεων τοῦ παρόντος νόμου, δὲν παρέχει δικαίωμα εἰς τὸν διοριζόμενον ἐπὶ τοῦ βαθμοῦ καὶ τῶν ἀποδοχῶν». Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὅστις ἤθελε διορισθῆ πρωτοδίκης ἐναντίον τῶν διατάξεων τοῦ νόμου τοῦ 1877, δὲν εἶχε δικαίωμα ἐπὶ τοῦ βαθμοῦ καὶ ἐπὶ τῶν ἀποδοχῶν. Ἀλλ’ αὐτὸς ὁ νόμος μετὰ παρέλευσιν δεκαετίας ἐτροποποιήθη, καὶ ὡς πρὸς τὸν διορισμὸν τῶν πρωτοδικῶν δὲν ἐθεωρήθη πλέον ἐπαρκὴς ἡ ἐξέτασις ὑπὸ ἀνωτάτης δικαστικῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ προσετέθη ἀκόμη καὶ ἡ ἀνάγκη γνωμοδοτήσεως τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν, ἔνθα ὁ διορισθησόμενος ὑπηρέτει. Ρητῶς ὁ νόμος τοῦ 1887 τροποποιεῖ τὸ ἄρθρον 9 τοῦ νόμου τοῦ 1877, διατάσσων νὰ προστεθῇ εἰς τοῦτο ἡ περὶ γνωμοδοτήσεως διάταξις. Ἤδη ἐρωτᾶται: ἂν, μετὰ τὴν τοιαύτην προσθήκην, τὴν γενομένην δέκα ὁλόκληρα ἔτη, ἀφ’ οὗ ἐξεδόθη ὁ νόμος τοῦ 1877, ἤθελε διορισθῆ τις πρωτοδίκης ἄνευ τῆς γνωμοδοτήσεως, τὴν ὁποίαν προσέθεσεν ὁ νόμος τοῦ 1887, ὁ διορισμὸς οὗτος ἔπρεπε καὶ τότε ἀκόμη νὰ θεωρηθῇ μὴ δίδων δικαίωμα εἰς τὸν βαθμὸν καὶ εἰς τὰς ἀποδοχάς; Ἐὰν οὕτω ἐτίθετο τὸ ζήτημα, καὶ πάλιν ἠδύνατο νὰ γεννηθῇ ἀμφιβολία περὶ τῆς ὀρθῆς λύσεως. Ἠδύνατό τις νὰ σκεφθῇ, ὅτι ὁ νομοθέτης τοῦ 1877, παραλαβὼν τὴν αὐστηρὰν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 23, καθ’ ἣν καὶ ὁ διορισμὸς εἰς ἰσοβίαν θέσιν δὲν δίδει δικαίωμα, γενόμενος ἐναντίον τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, εἶχεν ὑπ’ ὄψει διορισμὸν γενόμενον ἐναντίον τοῦ ἄρθρου 9, ἤτοι ἄνευ ἐξετάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ὅθεν ἀμφίβολον εἶναι, ἂν ἤθελεν ἐπεκτείνει τὴν αὐστηρὰν ἐκείνην διάταξιν καὶ μέχρις ἐλλείψεως τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ Προέδρου καὶ Εἰσαγγελέως, ἤτοι διατυπώσεως ἐπουσιώδους, ἥτις οὐδέποτε δύναται νὰ λείψῃ εἰς ὑπάλληλον ζητοῦντα νὰ διορισθῇ, ἂν καὶ αὐτὴν τὴν ἔλλειψιν ἤθελε τὴν θεωρήσει ὡς λόγον ἀκυροῦντα τὸν διορισμόν. Ἐγὼ, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι δὲν ἤθελε προβῆ μέχρι τοιαύτης αὐστηρότητος ὁ νομοθέτης τοῦ 1877. Ἀλλὰ καὶ ὅταν ὁ νομοθέτης τοῦ 1887 προσέθετεν εἰς τὰς ἐξετάσεις τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τὴν ἀνάγκην τῆς γνωμοδοτήσεως ἐσκόπει ἆρά γε νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔλλειψιν τῆς διατυπώσεως ταύτης εἰς τὴν αὐστηρὰν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 23 τοῦ νόμου τοῦ 1877, καθ’ ἣν ὁ διορισμὸς ὁ γενόμενος παρὰ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου δὲν δίδει δικαίωμα εἰς τὸν βαθμὸν καὶ τὰς ἀποδοχάς; Φρονῶ, ὅτι τὸ ἐναντίον ἠδύνατό τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι δηλ. ἄνευ ῥητῆς ἐπεκτάσεως τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 23 καὶ εἰς τὴν ἔλλειψιν τῆς γνωμοδοτήσεως, δὲν ἔπρεπε νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ ἔλλειψις αὕτη καθιστᾷ ἄκυρον τὸν διορισμόν· ἀλλὰ ἡ γνώμη αὕτη, ἥτις καὶ ἐκ μόνης τῆς μὴ ῥητῆς παραπομπῆς τοῦ νόμου τοῦ 1887 εἰς τὸ ἄρθρον 23 τοῦ νόμου τοῦ 1877 ἠδύνατο ἰσχυρῶς νὰ ὑποστηριχθῇ, λαμβάνει ὑποστήριξιν ἀκαταμάχητον ὡς ἐκ τῶν λοιπῶν διατάξεων τοῦ νόμου τοῦ 1887, διότι ὁ νόμος οὗτος, ὁ εἰσάγων τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Προέδρου καὶ Εἰσαγγελέως, τροποποιεῖ καὶ ἕτερον ἄρθρον τοῦ νόμου τοῦ 1877, τὸ ἄρθρον 16, τὸ ὁποῖον πραγματεύεται ἐπίσης περὶ γνωμοδοτήσεως Εἰσαγγελέων καὶ Προέδρων, καὶ τί λέγει; Σᾶς τὸ ἀνέγνωσε πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτής. Ἰδοὺ τί λέγει: «Ἡ ἐκτίμησις τῶν γνωμοδοτήσεων τούτων, ἁπλῶς συμβουλευτικῶν, ἀνήκει εἰς τὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν, οὗτινος δὲν περιορίζεται ἐξ αὐτῶν τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς.» Βλέπετε, ὅτι ὁ νομοθέτης τοῦ 1887 δὲν ἔδιδε μεγάλην σημασίαν ἐπ’ αὐτῶν τῶν γνωμοδοτήσεων, καὶ κατήργησε τὸ ὑποχρεωτικὸν αὐτῶν, καὶ ἐπαφῆκεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης τὴν ἐκτίμησιν αὐτῶν, καὶ ἐχαρακτήρισεν ὡς ἁπλῆν συμβουλήν. Μετὰ τοιαύτην ὅμως ῥητὴν ἐκτίμησιν τῶν γνωμοδοτήσεων τοῦ ἄρθρου 16, δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι πλείονα ἔδιδεν ὁ νόμος σημασίαν εἰς τὴν περὶ διορισμοῦ πρωτοδικῶν γνωμοδότησιν, ἣν αὐτὸς εἰσήγαγε, καὶ νομίζω ὅτι εἶναι τολμηρὸν νὰ ὑποστηρίξωμεν, ὅτι ἡ ἔλλειψις αὐτῆς τῆς γνωμοδοτήσεως δύναται νὰ καταστήσῃ ἄκυρον τὸν διορισμὸν δέκα πρωτοδικῶν τοῦ Κράτους. Τώρα, Κύριοι, ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν περιωρίσθη εἰς τὴν ὑποστήριξιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν, ἀλλὰ προέβη καὶ εἰς λογοδοσίαν πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ τῶν ὑπ’ αὐτοῦ πραχθέντων, ἐγὼ παραδέχομαι πρὸς στιγμὴν, ὅτι ὑπῆρξε πράγματι ἔλλειψις, δυναμένη νὰ καταστήσῃ ἀκύρους τοὺς διορισμοὺς, καὶ ἐρωτῶ: αὐτὸς ἦτο ὁ τρόπος, τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἵνα θεραπεύσῃ τὸ ἄτοπον ἐκεῖνο; Εὑρίσκετε, κύριε Ὑπουργὲ, ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ διωρισμένους ἀνθρώπους, ὁ διορισμὸς τῶν ὁποίων καθ’ ὑμᾶς ἔχει μίαν ἔλλειψιν. Δὲν ὑπῆρχεν ἕτερος τρόπος θεραπείας τῆς ἐλλείψεως ταύτης, ἀλλ’ ἐνομίσατε πρέπον νὰ προβῆτε εἰς τὴν ἀπόλυσιν αὐτῶν; Καὶ ἀντὶ νὰ εἰσαγάγητε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο περὶ ἑρμηνείας, δὲν εἰσηγάγετε ἕτερον, ἀναγνωρίζον τοὺς διρισμοὺς ἐκείνους ὡς ἐγκύρους; Τίς ἀνάγκη σᾶς ὤθησεν εἰς τὸ αὐστηρὸν τοῦτο μέτρον, τὸ τῆς ἀπολύσεως; Ὁμολογεῖτε, ὅτι λυπεῖσθε αὐτοὺς τοὺς νέους, καὶ οὐδὲν λέγετε περὶ τῆς ἀξίας αὐτῶν. Μεταξὺ αὐτῶν ἐνθυμοῦμαι τὸν ἐσχάτως διορισθέντα Ἰωάννην Κυριακὸν, τὸν μεταφραστὴν τοῦ συγγράμματος τοῦ Ρωμαϊκοῦ δικαίου τοῦ Arndts, νέον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἠδύνατο νὰ στηρίξῃ πολλὰς ἐλπίδας ἡ δικαστικὴ ὑπηρεσία. Καὶ ὅμως ρίπτετε ὅλους αὐτοὺς εἰς τοὺς δρόμους, διότι κατωρθώσατε νὰ ἀνεύρητε ἔλλειψίν τινα εἰς τὸν διορισμὸν αὐτῶν! Ὑπὸ οὐδεμίαν ἔποψιν δύναμαι νὰ δικαιολογήσω τὴν διαγωγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ· πᾶν ἄλλο μέτρον ἔπρεπε νὰ θέσῃ εἰς ἐνέργειαν, ἵνα διορθώσῃ τὸ ἄτοπον, ἀλλ’ οὐχὶ ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον προέβη. Ἐν τούτοις ὁ κ. Ὑπουργὸς οὕτως ἔκρινε, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι οἱ ἀπολυθέντες θέλουσι προσφύγει εἰς τὴν δικαιοσύνην, καὶ ἔτι μᾶλλον δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι πλήρη θέλουσιν εὕρει ἐκεῖ ἱκανοποίησιν, πρὸς βλάβην τῆς ὑπηρεσίας καὶ τοῦ Δημοσίου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς περὶ ἑνὸς ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ μεριμνήσῃ, περὶ τῆς τύχης τῶν δικαστικῶν πράξεων, τὰς ὁποίας τυχὸν εἶχον ἐνεργήσει οἱ ἀκύρως διορισθέντες. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἦτο περιττὸν νὰ λάβῃ αὐτὴν τὴν πρόνοιαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Αὐτὴ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 23 ἀκυροῖ τὸν διορισμὸν ὡς πρὸς τὸν βαθμὸν καὶ τὰς ἀποδοχὰς, καὶ ἐπίτηδες συνετάχθη οὕτως, ἵνα μὴ ἐπέλθωσιν ἀκυρότητες ἐπὶ τῶν πράξεων, τὰς ὁποίας τυχὸν ἤθελεν ἐνεργήσει ὁ ἀκύρως διορισθείς. Ἀλλὰ καὶ ἐν γένει ὁ διορισμὸς ὑπαλλήλου μὴ ἔχοντος τὰ προσόντα οὐδέποτε δύναται νὰ παραβλάψῃ τὸ κῦρος τῶν πράξεων, τὰς ὁποίας αὐτὸς ἐνήργησε, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν ἡμετέραν νομολογίαν. Συμπεραίνων φρονῶ, καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ εἰς τὸ νομοσχέδιον, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλὴ περὶ αὐτοῦ. Ἐάν τις τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ προλάβῃ πᾶσαν ἐνδεχομένην ἀντίθεσιν ἑρμηνείας, ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ πρόνοια αὕτη εἶναι λίαν ὑπερβολικὴ καὶ μὴ ἀναγκαία. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἐνέργειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι ὀρθότερον ἦτο νὰ σπεύσῃ νὰ ἀνακαλέσῃ τὸ διάταγμα τῆς ἀπολύσεως τῶν πρωτοδικῶν, καὶ νὰ εἰσαγάγῃ, ἐὰν ἐμμένῃ εἰς τὴν ἰδέαν του, νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ θεωρηθῶσι κῦρος ἔχοντες οἱ οὕτω γενόμενοι διορισμοί. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπιτηρήσεως καὶ φυλάξεως τῶν δημοσίων καὶ ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων ἐν τοῖς δήμοις Ἀθηναίων καὶ Πειραιῶς. Ὡσαύτως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν προξενικῶν ὑπολόγων ἐκ καταλογισμοῦ λόγῳ νομισματικῆς διαφορᾶς ἐπὶ μισθῶν καὶ ἐξόδων εἰς μεταλλικὸν διὰ τῶν εἰσπράξεων τῶν πληρωθέντων μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου 1886).
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 7, 8 καὶ 9 τοῦ νόμου ΑΦΙΓʹ τῆς 28 Μαΐου 1887.
§27ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, περὶ τοῦ ζητήματος, εἰς τὸ ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον ἀφορᾷ, ἐγένοντο ἄλλοτε παραστάσεις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι αἱ ἐγγυήσεις, εἰς τὰς ὁποίας ἐπεβλήθησαν τὰ ἐμπορεύματα, προκειμένου περὶ ἐξαγωγῆς αὐτῶν ἐκ τῆς διαμετακομίσεως εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, δὲν συνετέλεσαν εἰς τὴν αὔξησιν τῶν εἰσοδημάτων τοῦ Δημοσίου, διότι καὶ μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν τὰ ἐν Σύρῳ εἰσαγόμενα ἐμπορεύματα δὲν ηὔξησαν. Συνεπῶς ἐγένετο τότε ἐξέτασις, καὶ ἐζητήθη ἡ γνώμη τῶν ἁρμοδίων πρὸς τοῦτο ὑπαλλήλων, κατὰ δὲ τὰς παραστάσεις αὐτῶν, ἀνάγκη ἀπόλυτος ἦτο νὰ διατηρηθῇ ἐν ἰσχύϊ τὸ σύστημα αὐτὸ τῶν ἐγγυήσεων, ὅπερ εἶχεν εἰσαχθῆ ὑπὸ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς προλαμβάνον τὰ λαθρεμπόρια. Τὸ ἐπιχείρημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίζοντο οἱ ὑποβαλόντες τὴν πρότασιν, ὅτι τὸ λαθρεμπόριον ἐξακολουθεῖ νὰ τελῆται ἐξ ἄλλων μερῶν τοῦ Κράτους, δὲν ἐθεωρήθη ἐπαρκὲς πρὸς κατάργησιν τῶν ἐγγυήσεων, διότι ἄνευ αὐτῶν ἤθελε πολὺ εὐκολώτερον τελεῖσθαι τὸ λαθρεμπόριον. Καὶ συνεπείᾳ αὐτῶν τῶν παραστάσεων ἡ πρώην Κυβέρνησις δὲν ἠθέλησε νὰ προβῇ εἰς τὴν μεταβολὴν αὐτοῦ τοῦ συστήματος. Τώρα δὲν γνωρίζω, ποῦ ἐστηρίχθη ἡ νῦν Κυβέρνησις, καὶ διενοήθη νὰ μεταβάλῃ τὴν νῦν ὑπάρχουσαν κατάστασιν πραγμάτων. Περὶ τούτου παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ παράσχῃ πληροφορίας.
§28Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ νόμος ὁ μεταῤῥυθμιζόμενος δὲν ἀποτελεῖ ἐν τούτῳ διαρκὲς καθεστὼς, τοὐναντίον εἶναι νόμος χάριν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, ἐξαιρετικῶς εἰσαχθεὶς καὶ μετά τινος δειλίας, περιλαμβάνων καὶ ἄδειαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐξαιρῇ ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ εἴδη ὡρισμένα, καὶ τοῦτο, διότι ὁ νομοθέτης ἐφοβεῖτο, μὴ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου παραβλάψῃ τὸ διαμετακομιστικὸν ἐμπόριον. Τὸ διαμετακομιστικὸν ἐμπόριον παρ’ ἡμῖν ἔχει μεγίστην σημασίαν· εἶναι ἴσως τὸ μόνον ἐμπόριον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἀσκηθῇ ἐν Ἑλλάδι ἐπὶ εὐρειῶν διαστάσεων, καὶ πρέπει πολὺ νὰ κηδώμεθα αὐτοῦ, εἰσάγοντες δὲ νομοθεσίαν χάριν τοῦ Δημοσίου, ἥτις δύναται νὰ περιορίσῃ τὸ διαμετακομιστικὸν ἐμπόριον, πρέπει νὰ προβαίνωμεν μετὰ πολλῆς περισκέψεως. Τούτου ἕνεκα, μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου, τοῦ περιέχοντος τὴν διάταξιν, τὴν περιορίζουσαν τὰ τῆς διαμετακομίσεως, ἡ Κυβέρνησις, λαβοῦσα πληροφορίας παρὰ διαφόρων, δὲν προέβη εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς διατάξεως ταύτης, καὶ ἡ ἀναβολὴ τῆς ἐκτελέσεως παρετάθη ἕως πρὸ ὀλίγου, ὅτε ἐγένετο ἐφαρμογὴ γενικὴ, πλήν τινων ἐξαιρέσεων. Ἡ ἐφαρμογὴ αὕτη ἐπήνεγκεν ἀμέσως ἀποτελέσματα λίαν ἐπιβλαβῆ εἰς τὸ διαμετακομιστικὸν ἐμπόριον, διαμαρτυρίαι δὲ ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἦτο φυσικὸν ἡ ὑπηρεσία νὰ μὴ σπεύδῃ εἰς τὴν ἀποδοχὴν τοιούτων παραστάσεων, διότι ἡ ὑπηρεσία ἔχει τὴν φυσικὴν προδιάθεσιν νὰ προστατεύῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου· ἀλλὰ πλὴν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, ἅτινα ἐπισπῶσι κυρίως τὴν μέριμναν τῆς ὑπηρεσίας, ὑπάρχουσι καὶ συμφέροντα τῆς κοινωνίας καὶ τῆς ἐμπορίας ἐν γένει, ἀντίθετα ἐνίοτε πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἔχοντα ὅμως, ὅσον καὶ ταῦτα, δικαίωμα ἐπικλήσεως τῆς κυβερνητικῆς προνοίας. Ταῦτα ἔχων ὑπ’ ὄψει, ἐθεώρουν, ὅτι δὲν ἔπρεπε πολὺ νὰ σπεύδωμεν περὶ τὴν ἐφαρμογὴν διατάξεως, ἥτις ἐπὶ τοσοῦτον εἶχεν ἀναβληθῆ, καὶ εἶχον ἐνδοιασμοὺς, μὴ παραβλάψῃ αὕτη συμφέροντα σπουδαῖα, καθιστῶσα ἀναγκαίαν τὴν ἀνανέωσιν τῆς ἀναβολῆς· διότι χαλάρωσις τοῦ διαμετακομιστικοῦ ἐμπορίου ὄχι μόνον ἐπὶ τῶν ἀμέσως ἐνδιαφερομένων θὰ εἶχε σπουδαῖα ἀποτελέσματα, ἀλλὰ θὰ ἐπεδείνου σπουδαίως καὶ τὸ ἔκρυθμον τῆς ὑφισταμένης καταστάσεως, ἐπαγομένη ἐμπορικὰς ἀνωμαλίας ὅπου τὸ διαμετακομιστικὸν ἐμπόριον λειτουργεῖ ἐπὶ εὐρυτέρων διαστάσεων. Ἐὰν ἀπεδεικνύετο, ὅτι τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς ἐπὶ χρόνον τινὰ ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως, περὶ ἧς πρόκειται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὠφελήθη, ἠδυνάμεθα τῷ ὄντι νὰ διστάσωμεν πρὸ τῆς ἐκ νέου ἀναβολῆς τῆς ἐφαρμογῆς, ἢ τῆς διακοπῆς τῆς ἀρξαμένης ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως τοῦ νόμου. Ἀλλ’ αἱ πληροφορίαι, ἃς συνέλεξε τὸ Ὑπουργεῖον, οὐδόλως ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης ὠφελήθη τὸ Δημόσιον. Ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου εὑρίσκετε τὰς πληροφορίας, ἃς ἔλαβεν ἡ ὑπηρεσία κατόπιν εἰδικῆς αἰτήσεως, σχετιζομένης πρὸς τὸ θέμα τοῦτο. Ἐζητήσαμεν νὰ μάθωμεν, ἐὰν τὰ κυριώτερα εἴδη, ὧν περιωρίσθη ἡ ἐκ τῆς διαμετακομίσεως εἰσαγωγή, εἰσήχθησαν ἐπὶ ὅρῳ ἀνωτέρῳ εἰς τὸ Κράτος κατόπιν τοῦ τοιούτου περιορισμοῦ, καὶ συμβαίνει τὰ εἴδη ταῦτα νὰ εἰσήχθησαν ἐπὶ ὅρῳ κατωτέρῳ. Τίς ἡ ἐξήγησις τοῦ φαινομένου τούτου; Βεβαίως δὲν ἐπῆλθεν ἡ ἐλάττωσις τῆς εἰσαγωγῆς ἐκ τῶν περιορισμῶν ἐν τῇ διαμετακομίσει, ἀλλ’ ἡ μὴ αὔξησις τῆς εἰσαγωγῆς ἀποδεικνύει, ὅτι οἱ περιορισμοὶ ἐν τῇ διαμετακομίσει δὲν ἴσχυσαν, ἵνα προστατεύσωσι τὸ Δημόσιον κατὰ τῶν καταδολιευομένων τὰ δικαιώματα αὐτοῦ. Ποῖος δὲ ὁ λόγος; Ὁ λόγος εἶναι, ὅτι αἱ ἐκποιήσεις ἐκ τῆς διαμετακομίσεως ἐγίνοντο κυρίως πρὸς λαθρεμπορίαν, διότι ἐν τῇ διαμετακομίσει εὕρισκον οἱ λαθρεμπορευόμενοι πρόχειρον τὸ ὑλικόν. Ἐνόσῳ δὲν ὑπῆρχεν ὠργανωμένη ἡ ἀποθήκευσις ἐμπορευμάτων ἐπὶ εἰσαγωγῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐπὶ ξένου ἐδάφους, παρὰ τὰ ἑλληνικὰ σύνορα, ἡ διαμετακόμισις ἦτο ἡ κυριωτέρα πηγὴ τοῦ λαθρεμπορίου, καὶ ἡ ὑπηρεσία ἐκεῖ ἔστρεψε τὴν προσοχήν, καὶ ἐπεζήτησε καὶ διὰ νομοθετικῶν μέτρων, ἔστω καὶ ἐπὶ βλάβῃ τοῦ διαμετακομιστικοῦ ἐμπορίου, τὸν περιορισμὸν τῆς ὁρμωμένης ἐκ τῶν καταστημάτων τῆς διαμετακομίσεως λαθρεμπορίας· ἀφ’ ἧς ὅμως συνεστήθησαν ἐξωτερικαὶ παρὰ τὰ σύνορα ἀποθῆκαι, ἀφορῶσαι ἰδίως πρὸς λαθρεμπορικὴν τῶν ἐμπορευμάτων εἰσαγωγὴν εἰς Ἑλλάδα, ἡ ἐκ τῆς διαμετακομίσεως προμήθεια τοῦ ὑλικοῦ τῆς λαθρεμπορίας ἀπώλεσε τὴν προτέραν σημασίαν. Εἰς τοῦτο ἀποδοτέον, ὅτι καὶ μετὰ τοὺς τεθέντας περιορισμοὺς εἰς τὴν ἐκ τῆς διαμετακομίσεως ἐξαγωγὴν τὰ κυριωδέστερα ἐμπορεύματα, ἐφ’ ὧν τὴν ἐπὶ δασμολογήσει εἰσαγωγὴν ἐνομίζομεν ὅτι ἤθελον ἐπιδράσει τὰ ληφθέντα μέτρα, οὐδόλως ἐξ αὐτῶν ἐπηρεάσθησαν. Τὰ εἴδη ταῦτα εἶναι ἡ ζάκχαρις, ὁ καφὲς, τὸ τουμπεκίον. Ἡ εἰσαγωγὴ τῆς ζακχάρεως κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1890 ἦτο 4,355,000 ὀκάδων, κατὰ δὲ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1891 3,216,000 ὀκάδων· προδήλως ἄρα δὲν ἐπέδρασεν ὑπὲρ τῆς καταστολῆς τῆς λαθρεμπορίας ἡ ἐν τῷ μεταξὺ ἐφαρμοσθεῖσα περιοριστικὴ τῆς διαμετακομίσεως διάταξις. Ὡς πρὸς τὸν καφὲν, ἐνῷ τὸν Μάϊον τοῦ 1890 εἴχομεν εἰσαγωγὴν 770,000 ὀκάδων, τὸν Δεκέμβριον εἴχομεν μικράν τινα αὔξησιν, τουτέστιν 837,000 ὀκάδων. Ὡς πρὸς τὸ τουμπεκίον, ἐνῷ κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1890 εἴχομεν εἰσαγωγὴν 18,747 ὀκάδων, τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1891 εἴχομεν μόνον 14,188 ὀκάδων. Ὅταν οὕτως ἀποδεικνύηται, ὅτι ἀνεπαίσθητος ἢ οὐδεμία ὑπῆρξεν ἡ ἐπίδρασις τῶν περιορισμῶν τῆς διαμετακομίσεως πρὸς τὴν ἐλάττωσιν τῆς λαθρεμπορίας, νομίζω, ὅτι καθῆκον ἡμῶν εἶναι νὰ μὴ ἀνακόπτωμεν τὴν κίνησιν τῆς διαμετακομίσεως, χάριν ἀποτελεσμάτων, ἅτινα προσεδοκῶντο μὲν, ἀποδεικνύονται ὅμως μὴ ἐπερχόμενα.
§29ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναμαι, Κύριοι, νὰ παραδεχθῶ, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸ ὀλίγου ἀνέπτυξε, πρέπει ν’ ἀποδοθῶσιν εἰς τὸ ἀνωφελὲς τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν. Πλεῖστοι ἄλλοι λόγοι ἠδύναντο νὰ ἦναι ἡ αἰτία τούτου, τὰ δὲ ἀποτελέσματα ἠδύναντο νὰ ἦναι πολὺ χείρονα, ἐὰν συγχρόνως ᾔροντο καὶ αὐτὰ τὰ μέτρα τῆς ἐγγυήσεως. Ἀφοῦ δὲ ὁ ἰσχύων νόμος ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξαιρῇ οἱαδήποτε ἂν ἐγκρίνῃ ἐμπορεύματα, νομίζω, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς καθ’ ὁλοκληρίαν ἀπαλλαγῆς πάντων αὐτῶν ἀπὸ τῆς ἐγγυήσεως δὲν εἶναι ὀρθόν.
§30ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἕνα ἔχει σκοπὸν, νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὅπως καὶ ἐκ τῶν εἰδῶν ἐκείνων, διὰ τὰ ὁποῖα σήμερον ὑπάρχει ἡ ὑποχρέωσις τῆς ἐγγυήσεως, δύνηται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξαιρῇ.
§31ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἔχει καὶ σήμερον αὐτὸ τὸ δικαίωμα.
§32ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν ἔχῃ αὐτὸ τὸ δικαίωμα, τότε ὁ νόμος εἶναι ὅλως περιττός. Βεβαίως οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν ἠδύναντο νὰ φωτίσωσι τὸ ζήτημα, περὶ οὗ πρόκειται, ἀπ’ ἐναντίας τὸ ληφθὲν μέτρον ἔφερεν ἀποτέλεσμα ἄμεσον, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ τελωνεῖα ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐγίνετο τὸ εἶδος τοῦτο τοῦ λαθρεμπορίου, π. χ. τὸ τελωνεῖον Σύρου καὶ τὸ τελωνεῖον Κερκύρας· ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἐπελθοῦσαν ἐλάττωσιν τῆς εἰσαγωγῆς τῶν εἰδῶν, τοῦτο βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποδώσωμεν εἰς τὴν λῆψιν ἢ μὴ λῆψιν τοῦ μέτρου τούτου, ἀλλ’ εἰς τὰς στενοχωρίας τοῦ τόπου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ ᾼΦΟΗʹ νόμου τῆς 11 Δεκεμβρίου 1887 «περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν σημαιοφόρων τοῦ Β. Ναυτικοῦ» καὶ τοῦ ᾼΡΝϚʹ νόμου τῆς 27 Μαρτίου 1884 «περὶ συστάσεως Σχολῆς τῶν ναυτικῶν δοκίμων»).
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως κειμένων νόμων περὶ δανείων.
§34ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μεθ’ ὅσα, Κύριοι, ἐλέχθησαν κατὰ τὰς δύο προηγουμένας ἀναγνώσεις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐγὼ θεωρῶ ἀληθῶς ἐξηντλημένην πᾶσαν περαιτέρω περὶ αὐτοῦ συζήτησιν· δι’ ὃ θέλω περιορισθῆ, ἵνα ἀνακεφαλαιώσω τὰ λεχθέντα, καὶ δικαιολογήσω οὕτω τὴν ψῆφόν μου ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ πίστις τοῦ Κράτους, ὅπως καὶ ἡ τῶν ἰδιωτῶν, εἶναι ἀντικείμενον λίαν εὐαίσθητον, διότι στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν κεφαλαίων των καὶ τῆς οἰκονομικῆς εὐρωστίας τοῦ Κράτους. Ἕνεκα τούτου ἐπιβάλλεται εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ καθῆκον νὰ μεριμνᾷ ἐπιμελῶς περὶ ἐνισχύσεως τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς, καὶ νὰ ἀποφεύγῃ πᾶν μέτρον, δυνάμενον νὰ διαταράξῃ ἢ διασαλεύσῃ αὐτήν. Τὸ καθῆκον τοῦτο καθίσταται μεῖζον, ὅταν ἐδόθησαν ἀφορμαὶ νὰ μὴ ἦναι ἐντελῶς στερεὰ αὐτὴ ἡ πρὸς τὴν οἰκονομικὴν δύναμιν τοῦ Κράτους ἐμπιστοσύνη τῶν κεφαλαίων. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, καὶ μικρά τις νέα ἀφορμὴ δύναται νὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν πλήρη ἐξαφάνισιν τῆς πίστεως τοῦ Κράτους. Καὶ ὡς τοιαύτην ἀφορμὴν θεωρῶ τὴν ἄδειαν πρὸς σύναψιν δανείου ὑπὸ τοὺς ὅρους τοὺς περιεχομένους ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ. Φρονῶ ὅτι πολλοὶ τῶν ὅρων τούτων, ὡς ὁ περὶ τοῦ τόκου καὶ ἡ ὑπὸ τῶν δανειστῶν διαχείρισις τῶν εἰς αὐτοὺς παραχωρουμένων ἐγγυήσεων, εἶναι τόσον βαρεῖς, ὥστε οἱ ἀποδεχόμενοι αὐτοὺς δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς εἰς δεινὰς περιελθόντες οἰκονομικὰς δυσχερείας. Ὁ ἕτερος ὅμως, ὁ περὶ ἀναδοχῆς ποινικῆς ρήτρας ὅρος, ἀποδεικνύει προσέτι καὶ ἐξυβριστικήν τινα δυσπιστίαν τῶν δανειστῶν πρὸς τὸν δανειζόμενον. Ἡ παροχὴ λοιπὸν ἀδείας πρὸς δανεισμὸν ὑπὸ τοιούτους ὅρους δὲν δύναται ἢ νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐπίσημος ἀναγνώρισις, ὡς ἐπίσημος ὁμολογία τοῦ Κράτους περὶ τῆς ἰδίας του ἀφερεγγυότητος, καὶ ἀκόμη περὶ τῆς ἰδίας του κακοπιστίας. Φρονῶ, ὅτι τοιαύτη παροχὴ ἀδείας εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐνισχύσῃ τὴν πεποίθησιν τῶν κεφαλαίων εἰς τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τῆς χώρας, τοὐναντίον δύναται νὰ ἐξαφανίσῃ πᾶσαν τοιαύτην πεποίθησιν. Ἰδοὺ διατὶ νομίζω, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ οὐδὲ τὴν προβληθεῖσαν ἀνάγκην πρὸς παροχὴν τῆς ἀδείας ἕνεκα τῆς προσεχοῦς παύσεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς εὑρίσκω τοσοῦτον ἐπιτακτικὴν, ὥστε νὰ δικαιολογήσῃ τὴν παραδοχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Βεβαίως μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἡ Βουλὴ θὰ παύσῃ τὰς ἐργασίας της, ἀλλ’ οὐδὲν τὸ κωλῦον νὰ ἐπαναλάβῃ αὐτὰς μετὰ δύο μῆνας, ἐντὸς δὲ τοῦ χρόνου τούτου δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ συνάψῃ ὁριστικὴν σύμβασιν περὶ δανείου, καὶ νὰ ὑποβάλῃ ταύτην εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Δύναται δὲ ὁ χρόνος οὗτος νὰ συντελέσῃ καὶ εἰς ὡριμωτέρας σκέψεις καὶ ἀποφάσεις περὶ διαῤῥυθμίσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι ὀφείλω ἰδίως νὰ ἀποκρούσω, εἶναι αὐτὴ ἡ πρᾶξις ἡ χρηματιστική, πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ὁποίας ζητεῖται ἡ συνομολόγησις τῆς ποινικῆς ρήτρας. Ὁποία τις εἶναι ἡ πρᾶξις αὕτη; Ζητεῖται νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἵνα διὰ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου ἀποσύρῃ ἐκ τῆς κυκλοφορίας μέρος τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, τῶν κυκλοφορούντων ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τοιαύτη πρᾶξις οὐ μόνον δὲν εἶναι ὠφέλιμος, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἐπιβλαβὴς καὶ πρὸς τὰ δημόσια συμφέροντα καὶ πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς κοινωνίας, ἑπομένως καὶ διὰ τοῦτον τὸν λόγον δὲν πρέπει νὰ δώσωμεν ἄδειαν πρὸς συνομολόγησιν ποινικῆς ρήτρας πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτῆς. Ἤκουσα τὴν περὶ τούτου θεωρίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μετὰ πάσης προσοχῆς· φρονεῖ, ὅτι τὰ κυκλοφοροῦντα παρ’ ἡμῖν γραμμάτια ἀνῆλθον εἰς ποσὸν ὑπέρογκον, εἰς ποσὸν ἀνώτερον τῶν ἀναγκῶν τῆς κοινωνίας, καὶ εἰς τοῦτον τὸν λόγον ἀποδίδει τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ συναλλάγματος· ἑπομένως, φρονεῖ, ἐὰν ἐλαττώσωμεν τὰ κυκλοφοροῦντα τραπεζικὰ γραμμάτια, θὰ ἔχωμεν ἀμέσως τὸ εὐχάριστον ἀποτέλεσμα νὰ ἴδωμεν ὑποτιμώμενον τὸν χρυσὸν, ὑποτιμωμένην τὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐκ τίνων λόγων ἐσχημάτισεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν κυκλοφορούντων γραμματίων εἶναι ἀνώτερον τῶν ἀναγκῶν τῆς κοινωνίας; Τίνα κοινωνικὰ φαινόμενα συνετέλεσαν νὰ πείσωσιν αὐτὸν νὰ μορφώσῃ τοιαύτην πεποίθησιν; Βλέπομεν ἀληθῶς μίαν τινὰ αὔξησιν τῶν κυκλοφορούντων γραμματίων, ἀλλ’ ἡ αὔξησις αὕτη δύναται νὰ ἐξηγηθῇ ἐκ τῆς ἐντελοῦς ἐλλείψεως τοῦ μεταλλικοῦ, ἐνδέχεται νὰ ἐπῆλθεν ἐκ τῆς μειώσεως τῆς ἀνταλλακτικῆς ἀξίας τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἀναγκαιοῖ μεῖζον ποσὸν γραμματίων πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ἀναγκῶν τῆς κοινωνίας, τέλος δυνατὸν νὰ προῆλθε καὶ ἐκ τῆς ἀναπτύξεως τῶν παραγωγικῶν ἐργασιῶν ἐν τῷ τόπῳ. Διατὶ τὴν αὔξησιν ταύτην τοῦ κυκλοφοροῦντος γραμματίου χαρακτηρίζομεν ὡς ὑπερβαίνουσαν τὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας; Ἐὰν τὸ ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων ἤθελεν εἶσθαι ἀνώτερον τῶν κοινωνικῶν ἀναγκῶν, ποῖα κοινωνικὰ φαινόμενα ἔπρεπε νὰ ἀναφανῶσιν; Ἔπρεπε νὰ ἀναφανῇ τὸ φαινόμενον τῆς εὐκόλου προμηθείας τραπεζικῶν γραμματίων παρ’ ἐκείνων, οἵτινες ἔχουσιν ἀνάγκην. Ἔπρεπε νὰ ἀναφανῇ τὸ φαινόμενον τῆς ἐλαττώσεως τῶν τόκων εἰς τὰ διάφορα μέρη τοῦ Κράτους. Καὶ ὅμως αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐγὼ τοὐλάχιστον ἔχω, εἶναι, ὅτι εἰς πλείστας ἐπαρχίας ἀχρηματία ἐπικρατεῖ, πανταχοῦ δὲ ὑπέρμετροι εἶναι οἱ τόκοι. Δὲν φρονῶ λοιπὸν, ὅτι τὰ κυκλοφοροῦντα γραμμάτια εἶναι ἀνώτερα τῶν ἀναγκῶν τῆς κοινωνίας· ἑπομένως δὲν ἀποδίδω εἰς τὴν πληθώραν αὐτῶν τὸ φαινόμενον τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος. Τοιοῦτόν τι ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ, ἂν οἱ κάτοχοι τραπεζικῶν γραμματίων δὲν ἠδύναντο νὰ διαδώσωσιν αὐτὰ εὐχερῶς, καὶ νὰ ἀπαλλαχθῶσιν αὐτῶν· ἀλλὰ τοιοῦτόν τι δὲν ὑπάρχει, διότι δύνανται νὰ τὰ διαθέσωσιν οὐ μόνον δανείζοντες καὶ τοποθετοῦντες παραγωγικῶς αὐτὰ, ἀλλὰ καὶ πληρόνοντες δι’ αὐτῶν τὴν ὀφειλήν των πρὸς τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ καὶ ἐπιστρέφοντες αὐτὰ εἰς τὴν Τράπεζαν, ἅμα τῇ λήξει τῶν ὑποχρεώσεών των. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀφορμὴ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος ἡ πληθώρα τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, ἀλλ’ ἡ ἔλλειψις χρυσοῦ ἐν τῷ τόπῳ· διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι, ἂν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἑκουσίως ἤθελεν ἀποσύρει 30 ἑκατομμύρια τραπεζικῶν γραμματίων ἐκ τῆς κυκλοφορίας, οὐδόλως ἤθελε μεταβληθῆ, ἢ ἀσημάντως ἤθελε μεταβληθῆ, ἡ τιμὴ τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ συναλλάγματος. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι, καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐκτελέσῃ τὴν πρᾶξιν, ἣν ζητεῖ ἄδειαν νὰ ἀναδεχθῇ ἐπὶ ποινικῇ ῥήτρᾳ, ἂν δώσῃ δηλαδὴ τὸ ποσὸν τοῦ δανείου πρὸς ἐλάττωσιν τῶν ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ κυκλοφορούντων γραμματίων, δὲν θὰ ὑποτιμηθῇ ἐντεῦθεν ἡ ἀξία τοῦ χρυσοῦ. Θὰ ἔχῃ ὅμως ἡ ἐλάττωσις τοῦ ποσοῦ τῶν κυκλοφορούντων γραμματίων ἀποτελέσματα ἐπιβλαβῆ καὶ εἰς τὸ Δημόσιον, ὅπερ ἕνεκεν αὐτῆς θὰ ἐπιβαρυνθῇ μὲ ὑπέρογκον τόκον, καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν, διότι θὰ καταστήσῃ ἔτι δυσκολωτέραν τὴν προμήθειαν τοῦ χρήματος, ἥτις καὶ ἤδη δὲν εἶναι πολὺ εὐχερής. Θὰ ἀναγκάσῃ τὴν Τράπεζαν νὰ ἐλαττώσῃ τὰς πιστώσεις, τὰς ὁποίας ἔχει πρὸς τὸ ἐμπόριον, πρὸς τὴν γεωργίαν, πρὸς τὴν βιομηχανίαν, καὶ ἕνεκα τούτου θὰ αὐξήσῃ μόνον ἡ οἰκονομικὴ δυσφορία τῆς χώρας. Εἰς ὑποτίμησιν τοῦ χρυσοῦ θὰ συντελέσῃ βεβαίως ἡ εἰς τὴν ἀγορὰν εἰσαγωγὴ τοῦ χρυσοῦ, τὸν ὁποῖον θὰ δανεισθῇ τὸ Δημόσιον. Ἡ εἰς τὴν ἀγορὰν διαπραγμάτευσις 20 ἑκατομμυρίων χρυσοῦ προδήλως θὰ ἔχῃ ἀποτέλεσμα τὴν ἔκπτωσιν τῆς ἀξίας αὐτοῦ, κατὰ τὸν γενικὸν νόμον τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως· ἀλλὰ τὰ ἀποτελέσματα αὐτὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωσι διάρκειαν. Μήπως μέχρις ἐσχάτων δὲν κατώρθου τὸ Κράτος νὰ πληρόνῃ τὰ τοκομερίδιά του μὲ χρυσὸν, τὸν ὁποῖον ἐπρομηθεύετο ἔξωθεν, χωρὶς νὰ ἐπιβαρύνῃ τὴν ἀγοράν; Ποῖα ἦσαν τὰ ἀποτελέσματα; Ὁ χρυσὸς ὑπερετιμᾶτο πάντοτε, ἕνεκα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἄνω τῶν 130 τὸ φράγκον. Ὅθεν βραχεῖα θὰ ἦναι ἡ ὑποτίμησις τοῦ συναλλάγματος ἕνεκα τῆς ἀφθόνου ταύτης εἰσροῆς τοῦ χρυσοῦ, μετ’ ὀλίγον ὅμως αὐτὸ τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον θ’ ἀναγκασθῇ νὰ προμηθευθῇ τὸ χρῆμα διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ὑποχρεώσεών του, αὐτὸ τὸ Κράτος θὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς νέαν ὑπερτίμησιν τοῦ χρυσοῦ, καὶ θὰ ἀγοράσῃ εἰς μεγάλην τιμὴν ὅ,τι εἰς μικρὰν παρεχώρησε. Ἰδοὺ διατὶ φρονῶ, ὅτι ἡ πρᾶξις, τὴν ὁποίαν διανοοῦνται νὰ ἐνεργήσωσιν, ὄχι μόνον ὠφέλιμος δὲν θὰ ἦναι, ἀλλὰ θὰ ἦναι καὶ ἐπιβλαβὴς εἴς τε τὸ Κράτος καὶ τὴν κοινωνίαν· κατὰ συνέπειαν ἄτοπον θὰ ἦναι νὰ χορηγήσωμεν ἄδειαν πρὸς συνομολόγησιν τοῦ ὅρου τούτου τῆς ποινικῆς ῥήτρας, ὅστις, ἐπαναλαμβάνω, ἐνδεικνύει καὶ ἐξυβριστικὴν πρὸς τὸ Κράτος δυσπιστίαν τῶν κεφαλαιούχων, μὴ προωρισμένην βεβαίως νὰ ἐνισχύσῃ τὴν πίστιν τοῦ πρώτου. Διὰ τοὺς λόγους τούτους ἐγὼ θὰ καταψηφίσω τὸ νομοσχέδιον.
§35ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Εἶναι πολὺ σπουδαῖον τὸ ζήτημα, Κύριοι, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιτρέπεταί μοι νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ ὀλίγα τινά. Οἱ ὅροι, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ζητεῖται ἡ συνομολόγησις τοῦ σημερινοῦ δανείου, εἶναι ὅροι, οἱ ὁποῖοι κηρύττουσι τὴν Ἑλλάδα εἰς κατάστασιν χρεωκοπίας. Ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν χρεωκοπίας. Οἱ χρηματισταὶ, οἵτινες νομίζουσιν, ὅτι δύνανται νὰ ἐκμεταλλευθῶσι τὸν τόπον αὐτὸν μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ τὸν ἀπογυμνώσωσι καθ’ ὁλοκληρίαν, συνετάραξαν πρὸ καιροῦ καὶ ἐξακολουθοῦσι συνταράσσοντες τὴν κοινωνίαν, καὶ ἔφερον τὰς δυσχερείας αὐτὰς, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελεῖ τὴν σήμερον ἡ Πολιτεία, προκειμένου νὰ συνομολογήσῃ ἓν δάνειον. Πρέπει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸν χαρακτῆρα ἀνένδοτον, νὰ δείξῃ τὸν αὐτὸν χαρακτῆρα καὶ εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν, νὰ ἀποκρούσῃ μετὰ περιφρονήσεως τὰς τοιαύτας προτάσεις, καὶ ἂς ἦναι βέβαιος, ὅτι αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν σήμερον μεγάλα συμφέροντα συνδεδεμένα μεθ’ ἡμῶν, καὶ οἱ ὁποῖοι βεβαίως δὲν θέλουσι νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀπροχώρητον, θὰ ὑποχωρήσωσιν εἰς τὸ δίκαιον. Εἶναι στιγμαὶ, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ ἄνθρωπος δὲν πρέπει νὰ δειλιᾷ· πρέπει νὰ ἐννοῇ, ποῖαι εἶναι αἱ διαθέσεις ἐκείνου, μετὰ τοῦ ὁποίου ἔρχεται εἰς διαπραγματεύσεις, καὶ ὅταν βλέπῃ, ὅτι αἱ διαθέσεις αὐτοῦ εἶναι διαθέσεις ἁρπακτικαὶ, εἶναι διαθέσεις, εἰς τὰς ὁποίας, ἐὰν ὑποχωρήσῃ, δὲν σώζεται, ὀφείλει νὰ μὴ ὑποχωρήσῃ· διότι, ἐὰν πεισθῶμεν σήμερον καὶ παραχωρήσωμεν τοιούτους ὅρους, προκειμένου λόγου περὶ τοῦ δανείου, αὔριον εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν θὰ εὑρεθῶμεν· διότι, ἐνόσῳ δὲν παύσωμεν συνταρασσόμενοι, ὡς συνταρασσόμεθα, ἐνόσῳ δὲν παύσωσιν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἀπὸ τοῦ νὰ νομίζωσιν, ὅτι θὰ μᾶς χρεωκοπήσωσιν, εἶναι ἀδύνατον νὰ βελτιωθῇ ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν κατάστασις. Πρέπει λοιπὸν νὰ τολμῶμεν νὰ εἴπωμεν πρὸς αὐτοὺς, ὅτι εἰς τοιούτους ὅρους δὲν ὑπείκομεν, διότι δὲν εἴμεθα εἰς κατάστασιν χρεωκοπίας. Ἐπεβάλετε φόρους; Ἐπιβάλετε περισσοτέρους. Θέλετε οἰκονομίας; Οἰκονομίας. Ἂς ἀρχίσωμεν ὅλοι, ἀπὸ τοῦ μικροτέρου ἕως τοῦ μεγαλειτέρου, νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς οἰκονομίας, ἵνα συγκροτήσωμεν μίαν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοιαύτην, ὥστε νὰ μὴ ὑπείκωμεν εἰς ἀτιμωτικοὺς ὅρους· διότι εἶναι ἀτιμωτικοὶ οἱ ὅροι οὗτοι. Τίνα ἀνεξαρτησίαν πλέον δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν, ὅταν ζητῶσι νὰ μᾶς ἀφαιρέσωσι τὴν διαχείρισιν τῶν προσόδων; ὅταν θέλωσι νὰ μᾶς θέσωσι ποινικὰς ῥήτρας; Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι φρονήσεως ἔργον, ἴδιον συνετῆς πολιτικῆς, τὸ νὰ προτρέχωμεν. Καὶ προτρέχει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι εἰς τὴν ἀνάγκην σήμερον, διὰ νὰ προβῇ εἰς τοιοῦτον δάνειον, νὰ θέλῃ τὸν νόμον. Διατί; Τὴν σήμερον ἔχομεν καθιερωμένον, ὅτι διὰ Β. Διαταγμάτων δυνάμεθα, ὅταν ὑπάρχῃ ἀνάγκη, ὅταν ἀπουσιάζῃ ἡ Βουλὴ, νὰ προβαίνωμεν εἰς συνομολόγησιν οἱωνδήποτε ὑποχρεώσεων. Ἔχετε τὴν πλειοψηφίαν, ἡ ὁποία σᾶς ἀκολουθεῖ, κύριε Πρωθυπουργέ· μένει πιστὴ εἰς ὑμᾶς. Διατὶ λοιπὸν ὑμεῖς οἱ ἴδιοι νὰ κτυπήσητε τὴν καμπάναν καὶ νὰ εἴπητε, ὅτι εἴμεθα εἰς κατάστασιν χρεωκοπίας; Ἀπέναντι τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν νὰ μείνητε εἰς τὴν θέσιν σας τὴν ὑπερήφανον, νὰ μὴ ὑποκύψητε εἰς αὐτὰς τὰς ἀξιώσεις, καὶ ἐπὶ τέλους, ὅταν εὑρεθῆτε εἰς τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην, κάμετε μερικὰς παραχωρήσεις. Δὲν σᾶς βιάζει τίποτε, κύριε Πρωθυπουργέ· εἶναι μία ἀναβολὴ, ἀναβολὴ ὀλίγων μηνῶν, διότι καὶ οἱ νόμοι σας ἐκεῖνοι διὰ νὰ σᾶς δώσωσι καρποὺς, πρέπει νὰ παρέλθῃ καιρός. Ὅταν δὲ δὲν σᾶς παραχωροῦν, ἀφοῦ βλέπουν, ὅτι ὅλα τὰ μέσα, τὰ πλέον αὐστηρὰ, μεταχειρίζεσθε, καὶ, κατὰ τὴν κοινὴν παροιμίαν, ζητεῖτε καὶ ἀπὸ τὴν μυῖγαν νὰ βγάλετε ξύγκι, ἔπρεπε νὰ ἦναι πλέον εὐσυνείδητοι, ἔπρεπε νὰ σέβωνται τὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος καὶ νὰ μὴ προβαίνωσιν εἰς τοιαύτας προτάσεις. Ὅταν λοιπὸν, ἐνῷ σεῖς μετέρχεσθε ὅλα αὐτὰ τὰ μέσα, αὐτοὶ προβαίνωσι εἰς τοιαύτας προτάσεις, μὴ ἐλπίζετε, ὅτι θὰ σωθῆτε διὰ τοιούτων παραχωρήσεων. Νὰ ἐπιβάλητε καὶ ἄλλους φόρους, καὶ ἂν οἱ φόροι δὲν ἐπαρκῶσι, νὰ ἐπιβάλητε οἰκονομίας, οἰκονομίας σκληρὰς, ὅπως σήμερον μὴ ἀτιμάσωμεν τὴν Ἑλλάδα, ὅπως μὴ τὴν καταστήσωμεν ὑποχείριον εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσιν οὐδὲν ἱερὸν καὶ οὐδὲν ὅσιον. Ἡ κοινωνία εἶναι συντεταραγμένη, κύριε Πρωθυπουργέ. Σήμερον ἔκαμα ἕνα περίπατον εἰς τὴν ἀγορὰν, καὶ εὗρον ὁλόκληρον τὴν κοινωνίαν τεταραγμένην. Ἐταράχθη ὁ κόσμος, ἀφοῦ ἡ Πολιτεία εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συνομολογήσῃ δάνειον ἐπὶ 8% καὶ ὑπὸ τοιούτους ὅρους. Νομίζω, κύριε Πρωθυπουργὲ, ὅτι πρέπει νὰ δείξητε περισσότερον θάῤῥος, — καὶ ἔχετε θάῤῥος. Εἶναι ἡ στιγμὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ τὸ δείξητε. Λυποῦμαι, διότι δὲν ἔχω τὸν λόγον τόσον ἰσχυρὸν καὶ πειστικὸν, ὥστε νὰ σᾶς προφυλάξω ἀπὸ ἓν διάβημα, τὸ ὁποῖον φοβοῦμαι, ὅτι πολὺ θὰ βλάψῃ τὸν τόπον καὶ ὑμᾶς αὐτούς.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 1–4 τοῦ νομοσχεδίου).
§37Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ προτείνω 5ον ἄρθρον, ἀναγράφον τὴν ἰδέαν, περὶ ἧς ἐγένετο λόγος, ὅτι μετὰ τὴν λῆξιν τῆς διορίας θὰ ἐξακολουθήσωσιν ἰσχύοντες οἱ τροποποιούμενοι νόμοι. Τὸ ἄρθρον ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Αἱ κατὰ τὸν παρόντα νόμον μεταῤῥυθμίσεις καὶ συμπληρώσεις κειμένων νόμων περὶ δανείων παύουσιν ἰσχύουσαι μετὰ παρέλευσιν ἔτους ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτῶν, τηρουμένης ἄλλως ἀπαραμειώτου τῆς ἰσχύος τῶν νόμων ᾼΨʹ, ᾼΨΠΑʹ καὶ ᾼϠΜΔʹ». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς γʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀτελείας πρώτης ὕλης πρὸς παραγωγὴν στιλβώματος ὑποδημάτων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀδείας πρὸς ἐκποίησιν ἀργυρούχων ὀρυκτῶν τῆς Μήλου).
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ ᾼϠΙΕʹ νόμου περὶ ὑποχρεωτικῆς συμμετοχῆς τῶν δημοσίων λειτουργῶν εἰς τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει, τὸ ἄρθρον 1).
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§41Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου εἶναι ὑπάλληλοι δημόσιοι, καὶ ὡς τοιοῦτοι ἔχουσι δικαίωμα συντάξεως.
§42Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι.
§43Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχουσι χαρακτῆρα δημοσίων ὑπαλλήλων, διότι ὑπηρετοῦσι συμφέροντα δημοσίων ὑπαλλήλων. Εἶναι μὲν ἵδρυμα ἴδιον τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον, ἀλλ’ ἔχει χαρακτῆρα δημόσιον.
§44Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδαμῶς.
§45Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὅμοιοι μὲ τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ ταμείου.
§46Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι οἱ διοριζόμενοι ὑπὸ Συμβουλίου ἱδρύματος ἰδιωτικοῦ. Τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον εἶναι ἑταιρία, ἀφορῶσα εἰς τὰ χρηματικὰ συμφέροντα τῶν μετόχων καὶ διαχειριζομένη αὐτὰ ἀνεξαρτήτως, ὡς καὶ πᾶσα ἄλλη ἀνώνυμος ἑταιρία. Αὕτη ἡ ἑταιρία διὰ τοῦ Συμβουλίου αὐτῆς διορίζει ὑπαλλήλους. Οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι οὐδὲν ἔχουσι τῶν χαρακτηριστικῶν δημοσίου ὑπαλλήλου.
§47Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν ὑπάγονται οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Πανεπιστημίου. Εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν ὑπάγονται καὶ οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Ἀπομαχικοῦ ταμείου.
§48ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὑπάρχουσι νόμοι περὶ τούτων.
§49Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουσι νόμοι περὶ αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι βάσιν τὸ δίκαιον. Λοιπὸν πιθανὸν οὗτοι νὰ μὴ θέλωσι νὰ λάβωσι τὰ χρήματά των.
§50Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως οὗτοι δὲν θέλουσι ν’ ἀναλάβωσι τὰ παρ’ αὐτῶν καταβληθέντα, βεβαίως οὗτοι προτιμῶσι νὰ ἐπιτραπῇ αὐτοῖς, ὅπως ἐξακολουθήσωσι καταθέτοντες εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἵνα ἀποκτήσωσι δικαίωμα συντάξεως ἀφοῦ πρὸς τὴν ἀπόκτησιν τοῦ δικαιώματος τούτου ὑπολογίζεται καὶ ἡ παρελθοῦσα αὐτῶν ὑπηρείσα, ἐφ’ ᾗ ἐν καιρῷ οὐδὲν κατέβαλον, ἐπὶ τῷ ὅρῳ τῆς ἀντὶ τῶν μὴ καταβληθέντων ἀποδόσεως ἐτησίου ποσοστοῦ. Οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ ἀρνηθησόμενος τὴν ἀποδοχὴν τοιούτου πλεονεκτήματος, προσφερομένου· ἀλλ’ ἡ προσφορὰ εἶναι ἀδικαιολόγητος· εἶναι ἀδικαιολόγητος ἡ ἐπιβάρυνσις τοῦ ταμείου πρὸς συνταξιοδότησιν ἐπὶ παρελθούσαις ὑπηρεσίαις προσώπων, μὴ ὄντων οὐδὲ διατελεσάντων δημοσίων ὑπαλλήλων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταῤῥυθμίσεως διατάξεων τοῦ νόμου ᾼϠϞΕʹ περὶ ἐπιβολῆς εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ εἰδῶν τινων παραγομένων ἐν τοῖς παρὰ τῇ μεθορίῳ γραμμῇ διαμερίσμασι καὶ διὰ ξηρᾶς εἰσαγομένων).
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν νόμων περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§53ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ μία παρατήρησις. Πόσοι θὰ ἦναι οἱ διοριζόμενοι ἔμμισθοι πάρεδροι; Ὁ ὀργανισμὸς τῶν δικαστηρίων ὁρίζει τοὺς ἀμίσθους εἰς τέσσαρας. Ἐδῶ προσθέτομεν καὶ ἄλλους ἐμμίσθους. Πόσοι θὰ ἦναι οὗτοι;
§54ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ ἐκδοθῇ βασιλικὸν διάταγμα.
§55ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ βασιλικὸν διάταγμα νὰ καθορίζῃ τὸν καταρτισμὸν τοῦ δικαστηρίου. Πρέπει νὰ ᾖναι αἱ θέσεις νενομοθετημέναι· δὲν δύνανται δὲ νὰ νομοθετηθῶσι θέσεις διὰ βασιλικῶν διαταγμάτων. Πρέπει νὰ ὁρίσητε, πόσοι θὰ διορισθῶσιν εἰς ἕκαστον δικαστήριον.
§56ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Οἱ πάρεδροι οἱ ἔμμισθοι δὲν ἔρχονται νὰ ἀναπληρώσωσι τοὺς δικαστάς· διότι εἶναι ἀντισυνταγματικόν. Οὗτοι ἔρχονται μόνον, ὅπως συγκροτήσωσι δικαστήριον, ὅταν ὑπάρχῃ κενὸν, προτιμώμενοι τῶν ἀμίσθων παρέδρων. Σήμερον, κατὰ τὸν νόμον, διὰ βασιλικοῦ διατάγματος ὁρίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν πρωτοδικῶν παρ’ ἑκάστῳ Πρωτοδικείῳ. Προκειμένου δὲ περὶ ἐμμίσθων παρέδρων, οἱ ὁποῖοι δὲν δύναται νὰ ἔρχωνται ἢ πρὸς συμπλήρωσιν τῆς συγκροτήσεως τοῦ δικαστηρίου, ἐννοεῖται, ὅτι οὗτοι δὲν δύνανται νὰ συγκεντρωθῶσιν εἰς ἓν καὶ μόνον δικαστήριον· θὰ διανεμηθῶσιν εἰς τὰ διάφορα δικαστήρια, οὕτως ὥστε νὰ ὑπάρχῃ εἰς ἕκαστον δικαστήριον ἀριθμὸς παρέδρων, δυνάμενος νὰ χρησιμοποιηθῇ εἰς τὴν συγκρότησιν τοῦ δικαστηρίου. Εἰς ἓν Πρωτοδικεῖον π. χ. κενοῦται μία θέσις δικαστοῦ· θὰ ἀναπληρωθῇ δι’ ἐμμίσθου παρέδρου. Οὕτω θὰ γίνηται πάντοτε, ὥστε νὰ πληρῶται τὸ κενὸν αὐτό.
§57ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁρίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν πρωτοδικῶν. Ὁ πάρεδρος ἔρχεται εἰς ἀντικατάστασιν ἑνὸς πρωτοδίκου· δὲν πρόκειται νὰ προστεθῶσι πάρεδροι, ἐὰν ὑπάρχῃ ἔλλειψις πρωτοδίκου. Ἐνδέχεται ἑπομένως εἰς ἓν δικαστήριον νὰ ὑπάρχωσι δύο πρωτοδίκαι καὶ δύο πάρεδροι.
§58ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τοῦτο εἶναι ζήτημα ἐκτελέσεως.
§59ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν δύνανται νὰ διορισθῶσι πάρεδροι παρὰ εἰς τὰ Πρωτοδικεῖα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀριθμὸν δικαστῶν ἀνώτερον τῶν ἑπτά.
§60ΡΙΚΑΚΗΣ. Πόσοι θὰ διορισθῶσι; Δύνανται νὰ διορισθῶσιν ἄλλοι ἑπτά. Ὁ ὀργανισμὸς τῶν δικαστηρίων λέγει τέσσαρας ἀμίσθους· καὶ τοὺς ἀμίσθους ἀκόμη ὁρίζει.
§61ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 1 ἐπιτρέπεται ὁ σχηματισμὸς δικαστηρίου, παρουσιάζοντος μειοψηφίαν ἐκ παρέδρων.
§62ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ συγκρότησις τοῦ δικαστηρίου δὲν τροποποιεῖται.
§63ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐδῶ πρόκειται περὶ δικαστηρίων, ἐχόντων ἑπτὰ δικαστάς. Λοιπὸν θὰ ἔχῃ τὸ δικαστήριον τοὺς ἑπτὰ δικαστάς του καὶ ἐπὶ πλέον καὶ παρέδρους.
§64ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὁ νόμιμος ἀριθμὸς τῆς συγκροτήσεως τοῦ δικαστηρίου εἶναι, ὅσον ἀφορᾷ τὸ πολιτικὸν δικαστήριον, τρεῖς, ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ ποινικὸν, τὸ Πλημμελειοδικεῖον, πέντε. Λοιπὸν τώρα, ἐὰν ὁ ἀριθμὸς τῶν δικαστῶν δὲν ᾖναι ἀρκετὸς πρὸς συγκρότησιν νόμιμον τοῦ δικαστηρίου, δηλ. ἐὰν δὲν ἔχωμεν τρεῖς ἀπολύτως δικαστὰς, ἐκεῖ βεβαίως δὲν δύνανται νὰ διορισθῶσιν ἔμμισθοι πάρεδροι. Ὅταν ᾖναι μόνον δύο δικασταὶ, δὲν συγκροτεῖται νομίμως τὸ δικαστήριον· ἐκεῖ βεβαίως θὰ μετατεθῇ εἷς πρωτοδίκης ἀπὸ ἄλλο Πρωτοδικεῖον, ἵνα συγκροτηθῇ τὸ δικαστήριον.
§65ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὅλα αὐτὰ καλά· ἀλλὰ δύναται νὰ διορισθῇ τις εἰς μὴ νενομοθετημένην θέσιν; Θὰ δύνασθε νὰ διορίσητε αὔριον δέκα παρέδρους εἰς δικαστήριον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἑπτὰ δικαστάς;
§66ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν δύναται νὰ γείνῃ τοῦτο.
§67ΡΙΚΑΚΗΣ. Δύνανται νὰ γείνωσι τόσα τμήματα, καὶ νὰ προσλαμβάνῃ ἕκαστον ἕνα πάρεδρον. Ποῖος σᾶς ἐμποδίζει;
§68ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ σήμερον οὕτω γίνεται.
§69ΡΙΚΑΚΗΣ. Σήμερον δὲν δύνασθε· ὁ νόμος σᾶς λέγει τέσσαρας μόνον.
§70ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως σήμερον δύνανται νὰ παραλάβωσιν ἀμίσθους παρέδρους, θὰ παραλαμβάνωσιν ἤδη ἐμμίσθους.
§71ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ συγκροτήσεως τοῦ δικαστηρίου, κύριε Ὑπουργέ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει).
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§73ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Μίαν διευκρίνησιν θὰ παρακαλέσω νὰ δώσῃ ὁ κ. Ὑπουργός. «Ὁ ἀριθμὸς τῶν παρὰ Πρωτοδίκαις ἀντεισαγγελέων καὶ πρωτοδικῶν, λέγει τὸ ἄρθρον, ἐλαττοῦται ἐφ’ ὅσον κτλ.» Ἐλαττοῦται δηλαδὴ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ νόμῳ καὶ τῷ προϋπολογισμῷ.
§74ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§75ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὅσαι θέσεις καὶ ἂν κενωθῶσι; «Καθόσον δὲ ἐλαττοῦται ὁ ἀριθμὸς τούτου, διορίζονται ἔμμισθοι πάρεδροι». Ἐὰν ὅμως δὲν ὑπάρχωσιν ἔμμισθοι πάρεδροι ἕως τότε; Τώρα π. χ. εἶναι κεναὶ θέσεις δέκα πρωτοδικῶν, καὶ δὲν ἔχομεν ἐμμίσθους παρέδρους. Λοιπὸν ἐλαττοῦται ὁ ἀριθμός.
§76ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως οὗτοι ἀναπληροῦνται πρὸς ὥραν ἀπὸ τοὺς ἀμίσθους παρέδρους, μέχρις ὅτου διορισθῶσιν ἔμμισθοι πάρεδροι· διότι οἱ ἔμμισθοι πάρεδροι θὰ διορισθῶσι διὰ διαγωνισμοῦ, καὶ ἑπομένως θὰ παρέλθῃ χρόνος τις.
§77ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦ συζητουμένου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου φρονῶ, ὅτι προσγίνεται βαρεῖα ἀδικία εἰς τάξιν τινὰ ἀνθρώπων ἐκ τῶν ἀσχολουμένων εἰς τὴν δικαιοσύνην, καὶ ἡ ἀδικία αὕτη εἶναι τοσούτῳ μᾶλλον βαρεῖα, καθ’ ὅσον πρόκειται νὰ γείνῃ ὑπὸ τῆς Πολιτείας αὐτῆς διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Κατ’ ἀρχὴν βεβαίως τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἄξιον πάσης ὑποστηρίξεως, διότι εἶναι ἀνωμολογημένον ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει, ὅτι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ δικάσῃ, ἐκεῖνος, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ ἀνατεθῇ ἡ τιμιωτέρα τῶν ὑπηρεσιῶν, βεβαίως πρέπει νὰ ᾖναι κεκοσμημένος διὰ προσόντων ἀντιστοίχων πρὸς τὴν σπουδαιότητα τῆς θέσεως· ἐπίσης εἶναι ἀνωμολογημένον ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει, ὅτι ἐπέστη ὁ χρόνος, ἵνα τεθῇ σταθμὸς δοκιμασίας δι’ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος εἰσέρχεται εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον, πρὶν ἢ ἐγκαθιδρυθῇ ἐν αὐτῷ ὁριστικῶς καὶ ἰσοβίως· ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης γνωστόν, ὅτι τινὲς ἐθεωροῦντο μέχρι τοῦδε ὡς κεκτημένοι τὰ προσόντα πρὸς διορισμὸν εἰς τὴν θέσιν τοῦ πρωτοδίκου, καὶ ἐθεωροῦντο διότι ὑπεβλήθησαν εἰς ὅλας ἐκείνας τὰς συνθήκας τῶν νόμων, διὰ τῶν ὁποίων ἀπεκτῶντο τὰ προσόντα ταῦτα, τουτέστιν ἐξητάσθησαν ἐνώπιον τῆς ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς καὶ ἐνεκρίθησαν, ἡ δὲ ἔγκρισις αὕτη ἀποτελεῖ τὸ δικαίωμα αὐτῶν, ἕνεκα τοῦ ὁποίου δὲν δύνανται μὲν νὰ ἀξιώσωσι παρὰ τῆς Πολιτείας, ἵνα διορισθῶσι, δύνανται ὅμως νὰ ἀξιώσωσι παρὰ τῆς Πολιτείας, ὅπως θεωρηθῶσιν ὡς ἔχοντες τὰ προσόντα ὡς διοριστέοι. Λοιπὸν τὸ δικαίωμα τοῦτο τὸ καταστρέφομεν διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου. Φρονῶ, ὅτι τοῦτο εἶναι ἄδικον· διότι, ἐὰν ψηφίσωμεν τὸ ἄρθρον τοῦτο ὅπως ἔχει, εὑρισκόμεθα ἀπέναντι κεκτημένων δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἡ Πολιτεία, ἂν δὲν θέλῃ νὰ θεωρηθῇ κακῆς πίστεως, πρέπει νὰ σεβασθῇ, καὶ διότι τὰ δικαιώματα ταῦτα ἀπεκτήθησαν κατὰ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους, ὥρισεν ἡ Πολιτεία πρὸς ἀπόκτησιν αὐτῶν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον, δὲν ἀδικοῦμεν μόνον νομοθετοῦντες ὅπως ὁρίζει τὸ ἄρθρον 2. Κατὰ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 7, οἱ διατελοῦντες εἰς τὴν θέσιν τοῦ παρὰ Πρωτοδίκαις ἀντεισαγγελέως λογίζονται ὡς ἔχοντες τὰ προσόντα τῆς θέσεως ταύτης· οὗτοι εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μαζὴ μὲ τοὺς ἐγκριθέντας πρωτοδίκας διηγωνίσθησαν, καὶ μάλιστα ἐμειονέκτησαν αὐτῶν, ἀλλ’ οἵτινες διωρίσθησαν ἀντεισαγγελεῖς· ἐν τούτοις οἱ ἀντεισαγγελεῖς ἐκεῖνοι, οἵτινες, ἕνεκεν εὐμενῶν τινων περιστάσεων πρὸς αὐτούς, ἔτυχε νὰ διορισθῶσιν, ἔχουν τὰ προσόντα, δυνάμει τοῦ νόμου τούτου, ὅπως διορισθῶσιν εἰς τὴν θέσιν τοῦ πρωτοδίκου, ἐκεῖνοι δέ, οἱ ὁποῖοι ἐνεκρίθησαν ὡς πρωτοδίκαι, ἀλλὰ δὲν ἔτυχε νὰ διορισθῶσιν εἰς ἰσόβιον θέσιν, ἐκεῖνοι στεροῦνται ὄχι μόνον τοῦ δικαιώματος νὰ διορισθῶσιν εἰς θέσιν πρωτοδίκου, ἀλλὰ καὶ εἰς θέσιν ἐμμίσθου παρέδρου. Φρονῶ, ὅτι εἶναι μία ἀνακολουθία, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἡ Βουλὴ θέλουν συναινέσει, ὅπως γείνῃ τροπολογία καὶ ἐπιτραπῇ διὰ τοὺς ἐγκεκριμένους ἤδη νὰ δύναται νὰ διορίζῃ αὐτοὺς ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν θέσιν τοῦ πρωτοδίκου· ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει, ἐὰν δὲν δικαιωθῇ ἡ πρότασίς μου αὕτη, φρονῶ ὅτι εἶναι πλέον ἢ δίκαιον, ἀφοῦ στεροῦμεν τοὺς ἐγκεκριμένους πρωτοδίκας τοῦ προσόντος, ὅπως διορισθῶσιν εἰς θέσιν ἰσόβιον, νὰ ἀναγνωρισθῇ εἰς αὐτοὺς τοὐλάχιστον τὸ προσόν, ὥστε νὰ διορίζωνται εἰς θέσιν ἐμμίσθου παρέδρου.
§78ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Καὶ χθὲς ἐγένετο ἐν τῇ δευτέρᾳ συζητήσει τοῦ νομοσχεδίου ὁμοία παρατήρησις, καὶ εἶχον λάβει τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἀκριβῶς ὁ θεσμὸς τῶν ἐμμίσθων παρέδρων ἦλθεν εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ μέχρι τοῦδε κρατοῦντος θεσμοῦ, κατὰ τὸν ὁποῖον οἱ ἐξεταζόμενοι ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς ἠδύναντο νὰ διορισθῶσιν· αἱ ἐγγυήσεις, αἵτινες διὰ τῶν ἐξετάσεων ἐκείνων παρείχοντο, δὲν ἐθεωρήθησαν ἐπαρκεῖς, καὶ δι’ αὐτὸ ἔρχεται ὁ θεσμὸς τῶν ἐμμίσθων παρέδρων. Οἱ ἐξεταζόμενοι ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, ἐκεῖνοι ἐξητάζοντο πρῶτον θεωρητικῶς, ἐνῷ ἤδη πρόκειται νὰ ὁρισθῶσι πρακτικώτεραι ἐξετάσεις. Πλὴν δὲ τούτου, διὰ τοῦ νομοσχεδίου, καθὼς παρετηρήθη, ὁ Ὑπουργὸς δὲν κρατεῖ ἐν ἑαυτῷ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιλογῆς μεταξὺ τῶν διορισίμων, ἀλλὰ δημιουργεῖ διαγωνισμόν, καὶ εἶναι ὑπόχρεως τοὺς ἐκ τοῦ διαγωνισμοῦ προκύψαντας νὰ διορίσῃ εἰς τὴν θέσιν τοῦ παρέδρου. Ἐπειδὴ δὲ ἐκ τοῦ διαγωνισμοῦ ἓν προσὸν ἔχουσι κεκτημένον, τὸ προσὸν τῆς ἱκανότητος, ὑπολείπεται ἔτι τὸ προσὸν τῶν ἠθικῶν πλεονεκτημάτων, τὰ ὁποῖα ὀφείλει νὰ ἑνόνῃ πρὸς τῇ ἱκανότητι, καὶ πρὸς τοῦτο ὑφίσταται μίαν δοκιμασίαν διετῆ, καὶ ἀπαιτεῖται μία γνώμη τοῦ Ἐφετείου, εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ ὁποίου ὑπηρετεῖ, ὥστε, ὅταν οὗτος διορισθῇ, νὰ ἑνόνῃ καὶ τὸ προσὸν τοῦ δικαστικοῦ χαρακτῆρος καὶ τὸ φιλόπονον καὶ ἄλλα τινά, ἀπαραίτητα εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν δικαστικῶν καθηκόντων. Ἐὰν οἱ λαβόντες δίπλωμα διορισίμου παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς κριθῶσιν ὡς διορίσιμοι εἰς τὰς θέσεις τῶν ἐμμίσθων παρέδρων, ὁ θεσμὸς οὗτος εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιτύχῃ· διότι ἐκ τοῦ διαγωνισμοῦ προσδοκῶμεν ἀποτελέσματα πρακτικώτερα. Ἑπομένως δὲν δύναμαι νὰ ἀποδεχθῶ τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν παρατήρησιν αὐτοῦ, ὅτι συμβαίνει ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ νὰ προστατεύωνται οἱ ἔχοντες ὑπηρεσίαν ἀντεισαγγελέως παρὰ Πρωτοδίκαις, νομίζω, ὅτι αὕτη ἀνάγεται εἰς ἄλλο θέμα. Βεβαίως οἱ ἔχοντες μίαν ὑπηρεσίαν πενταετῆ, ὅταν περὶ αὐτῶν γνωμοδοτῇ τὸ Ἐφετεῖον, εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ ὁποίου ὑπηρετοῦσι, βεβαίως παρέχουσιν ἐγγύησιν, ὅτι θέλουν ἐκπληρώσει τὰ καθήκοντα τοῦ πρωτοδίκου καλλίτερον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἰσῆλθον εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν· ὅπως ὅμως οἱ ἀντεισαγγελεῖς διορισθῶσιν εἰς τὴν θέσιν πρωτοδίκου, ἀπαιτεῖται ἡ γνωμοδότησις τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἡ παρατήρησις δὲ, ἡ ἀφορῶσα εἰς τοὺς μέχρι τοῦδε ἐξετασθέντας, ὅτι αὐτοὶ ἔχουσι κεκτημένα τινὰ δικαιώματα, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι σπουδαία, διότι βεβαίως οὐδὲν δικαίωμα ἐκ τῶν ἐξετάσεων ἐκείνων προέκυψεν, οὔτε ἠθικὸν οὔτε νομικόν.
§79ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι προέκυψε δικαίωμα· ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι ἔχει δικαίωμα ὁ ἐγκεκριμένος ἀπέναντι τῆς Πολιτείας, ὅπως ἀξιώσῃ τὸν διορισμὸν αὐτοῦ, ἀλλ’ ὅτι ἀπέκτησε τὸ δικαίωμα νὰ θεωρῆται, ὅτι δύναται νὰ διορισθῇ εἰς τὴν θέσιν τοῦ πρωτοδίκου. Ἡ ἄλλη ὅμως ἀνακολουθία, τὴν ὁποίαν κατέδειξα, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀντεισαγγελεῖς, τοὺς δυναμένους νὰ προαχθῶσιν εἰς τὴν θέσιν τοῦ πρωτοδίκου, αὐτὴ ἡ ἀνακολουθία μένει ἀκεραία, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι οἱ ἀντεισαγγελεῖς, διοριζόμενοι, δὲν ἀσχολοῦνται παντάπασιν εἰς τὴν πολιτικὴν δικαιοσύνην· ὥστε οὐδὲν προσὸν ἀποκτῶσιν, οὔτε νέας δυνάμεις ἐπιστημονικὰς, ἵνα θεωρηθῇ δικαία καὶ εὔλογος ἡ προαγωγὴ αὐτῶν εἰς τὴν θέσιν τοῦ πρωτοδίκου.
§80ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Μέχρις οὗ συμπληρωθῇ ὁ χρόνος, κατὰ τὸν ὁποῖον δύνασθε νὰ καταφύγητε εἰς τοὺς ἐμμίσθους παρέδρους, διὰ νὰ συμπληρώσητε τὰς κενὰς θέσεις ἐν τῷ δικαστηρίῳ, ἐὰν ἐπέλθῃ ἔλλειψις δικαστῶν εἰς τὰ δικαστήρια, πῶς θὰ ἀναπληρώσητε αὐτὴν τὴν ἔλλειψιν; Δὲν εἶναι δίκαιον, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, νὰ καταφύγητε εἰς τοὺς ἐξετασθέντας καὶ ἐγκεκριμένους; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ διατηρηθῇ ἰσχύων ὁ νόμος, ὅπως ἐκ τῶν ἐξετασθέντων συμπληρῶνται αἱ κεναὶ θέσεις, μέχρι τῆς παρελεύσεως τῆς δοκιμαστικῆς διετίας τῶν ἐμμίσθων παρέδρων.
§81ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ὑπάρχει κίνδυνος νὰ ἀνέλθῃ ὁ ἀριθμὸς τῶν κενουμένων θέσεων εἰς τοσοῦτον, ὥστε νὰ ἐπέλθῃ βλάβη εἰς τὰ δικαστήρια. Κατὰ τὴν στατιστικὴν, εἰς διάστημα δύο ἐτῶν κενοῦνται τὸ πολὺ 15 ἢ 16 θέσεις δικαστῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 3).
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§83ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν τελευταίαν φράσιν τοῦ ἄρθρου 4, καθ’ ἣν «ὁ προκηρυχθεὶς διαγωνισμὸς δὲν ἰσχύει, εἰμὴ δι’ ἃς προεκηρύχθη θέσεις», θέλω νὰ ἀπευθύνω τὴν ἑξῆς ἐρώτησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν. Δὲν φρονεῖ, ὅτι θὰ ἦτο καλλίτερον νὰ συνετάσσετο κατὰ τὰς ἑκάστοτε ἐξετάσεις πίναξ κατατάξεως κατὰ τὰ πρωτεῖα καὶ τὴν ἱκανότητα, τὴν ὁποίαν ἤθελον ἐπιδείξει οἱ διαγωνιζόμενοι, ἐκ τοῦ ὁποίου πίνακος νὰ ἠντλεῖτο ὁ ἀριθμὸς τῶν διορισθησομένων ἐμμίσθων παρέδρων;
§84ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ διαγωνισμὸς γίνεται διὰ δύο θέσεις· οἱ ἀριστεύσαντες λοιπὸν εἰς τὸν διαγωνισμὸν δύο πρῶτοι θὰ καταλάβωσι τὴν θέσιν τοῦ ἐμμίσθου παρέδρου. Μετὰ παρέλευσιν χρόνου τινὸς, ὅτε θὰ προκηρυχθῇ νέος διαγωνισμὸς, εἶναι δυνατὸν νὰ παρουσιασθῶσιν εἰς τὸν νέον αὐτὸν διαγωνισμὸν νέοι, ἔχοντες περισσότερα προσόντα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διηγωνίσθησαν εἰς τὸν πρῶτον διαγωνισμὸν καὶ δὲν ἦλθον πρῶτοι. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 5 καὶ 6).
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται).
§86ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου ἐδήλωσα, ὅτι εἶμαι ἐναντίος τῆς μυστικῆς ψηφορίας. Ἔχω καθῆκον νὰ ἐπαναλάβω τὴν γνώμην μου, καὶ νὰ δικαιολογήσω αὐτὴν αὖθις δι’ ὀλίγων. Ἡ ἀνάμιξις τοῦ δικαστικοῦ συμβουλίου ὡς τοιούτου, ὡς σώματος δηλαδὴ δικαστικοῦ, εἰς καθαρῶς διοικητικὴν περὶ προσώπου ὑπόθεσιν, ἀντιβαίνει πρὸς τὴν φύσιν καὶ τὴν ἀποστολὴν τῶν δικαστικῶν συμβουλίων, καὶ τίθησι τὸ δικαστήριον εἰς δυσχερῆ θέσιν. Ὁ δικαστὴς εἶναι ἐκτεθειμένος εἰς τὰ παράπονα πάντοτε τοῦ ἡμίσεως τῶν δικαζομένων, εἶναι δὲ ὑποχρεωμένος ἐκ τοῦ νόμου νὰ σιγᾷ ἀπέναντι πάντων, μίαν δὲ μόνην δικαιολογίαν καὶ μίαν μόνην ὑπεράσπισιν νὰ ἔχῃ, τὴν ἀπόφασίν του, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐκτίθησι τοὺς λόγους, οἵτινες ἔπεισαν αὐτὸν, καὶ οἵτινες χρησιμεύουσιν εἰς ἀπόκρουσιν τῶν κατ’ αὐτοῦ παραπόνων. Ὁ δικαστὴς ἔχει ὑποχρέωσιν, τὴν γνώμην αὐτοῦ, κατὰ τὴν δικονομίαν ἡμῶν, νὰ τὴν λέγῃ φανερὰ, νὰ τὴν συζητῇ μετὰ τῶν συναδέλφων του...
§87ΡΑΛΛΗΣ. Μυστικὴν, ἐξ ἐναντίας.
§88ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε... νὰ τὴν λέγῃ φανερὰ ἐν τῷ συμβουλίῳ, καὶ μάλιστα (ὅπερ ἐλησμονήσατε, φαίνεται,) νὰ γράφηται καὶ ἐν πρακτικῷ ἡ ψῆφός του. Λοιπὸν ὁ δικαστὴς φέρει γνώμην φανερὰ ἐν συμβουλίῳ καὶ δεδικαιολογημένην ἐν τῇ ἀποφάσει. Εἰς ὅλα δὲ τὰ ἔργα του ὁ δικαστὴς ἔχει ταύτην τὴν ἀρχὴν, ὅτι πρέπει νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του ἐλευθέρως, νὰ δικαιολογήσῃ αὐτὴν, νὰ συζητήσῃ αὐτὴν μετὰ τῶν ἄλλων, ἐκ τῆς κοινῆς δ’ ἐν συμβουλίῳ συζητήσεως καὶ ἐκ τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν γνωμῶν νὰ πείσωσιν ἀλλήλους, καὶ νὰ μορφώσωσι γνώμην πεφωτισμένην. Ὅθεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου, διαστρέφοντες τὴν τοιαύτην τοῦ δικαστοῦ ἐνέργειαν, καὶ ἀποσπῶντες αὐτὸν ἀπὸ τῆς καθαρῶς δικαστικῆς αὐτοῦ ἀποστολῆς, καλοῦμεν τὰ δικαστικὰ συμβούλια νὰ μεταβληθῶσιν εἰς ἐκλογικὰ πολιτικὰ σωματεῖα, διότι μόνον εἰς αὐτὰ ἐθεωρήθη ἀναγκαία ἡ μυστικὴ ψηφοφορία. Οὕτως ἐκθέτομεν τὸν δικαστὴν εἰς ἀλλότρια τῆς ἀποστολῆς του. Εἶπον, ὅτι οἱ δικασταὶ, καὶ ἠτιολογημένως ἐπὶ τῶν δικῶν ἀποφαινόμενοι, εἰσὶν ἐκτεθειμένοι εἰς τῶν διαδίκων τὰ παράπονα, (τώρα δὲ προστίθεμεν εἰς αὐτὰ καὶ τὰ τῶν ὑποψηφίων)· διότι, ὁποιανδήποτε καὶ ἂν ἐκφέρωσι γνώμην, θὰ κατακριθῶσι καὶ θὰ παρεξηγηθῶσιν. Εἰς τὰς κατακρίσεις ταύτας δὲν δύνανται ν’ ἀπολογηθῶσι, διότι τὴν γνώμην, τὴν ὁποία ἐξέφεραν, δὲν τὴν ἔχουν δικαιολογήσει, οὔτε εἶναι ἐπιτετραμμένον τοῖς δικασταῖς ν’ ἀπαντήσωσι δημοσίως εἰς τὰς ἐπικρίσεις καὶ τὰ παράπονα. Ὅσοι δὲ γνωρίζουσι πῶς λειτουργοῦσι τὰ Συμβούλια ἐν ταῖς ἀποφάσεσιν αὐτῶν, εἴτε περὶ πραγμάτων πρόκειται, εἴτε περὶ προσώπων, θέλουσιν ἐννοήσει, ὁπόσον σοφὴ εἶναι ἡ πρόνοια τοῦ νομοθέτου, τοῦ ν’ ἀποφαίνωνται ἠτιολογημένως. Μὴ εἰς τὰς ἐξετάσεις τῶν ζητούντων δικαστικὴν θέσιν, ἢ εἰς τὸν διὰ τοῦ νομοσχεδίου καθιερούμενον διαγωνισμὸν, δὲν θέλει γίνεσθαι ψηφοφορία φανερὰ, καὶ βαθμολογία φανερὰ; Τί καλοῦνται ἤδη τὰ Συμβούλια νὰ εἴπωσιν; Ἂν οἱ ἐγκριθέντες, οἱ ἐπιστημονικῶς κριθέντες ἱκανοὶ διὰ τὴν θέσιν τοῦ δικαστοῦ, ηὐδοκίμησαν καὶ ἐν τῇ πρακτικῇ δοκιμασίᾳ, ἣν ὡς πάρεδροι ὑπέστησαν; ἂν οἱ ὡς δικασταὶ ὑπηρετήσαντες ηὐδοκίμησαν οὕτως, ὥστε νὰ ἦναι προαγωγῆς ἄξιοι; ἢ ἂν πρέπῃ οἱ ἐφέται καὶ οἱ ἀρεοπαγῖται ἐν τῇ τοιαύτῃ ἀποφάσει των νὰ ἀνταλλάξωσι τὰς γνώμας των, νὰ φωτίσωσιν ἀλλήλους, νὰ φιλοτιμηθῶσιν, ἵνα ὑποστηρίξωσι καὶ φανερῶς τὴν γνώμην των; Διατὶ ἀφαιρεῖτε τοιαύτην ἐγγύησιν, καὶ δίδετε τὴν μυστικότητα, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἴσως ὁ ἀσθενοῦς χαρακτῆρος δικαστὴς θὰ καταψηφίσῃ τὸν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου ἐνδεικνυόμενον ἀνίκανον, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῆς ὁποίας θὰ ψηφισθῇ, προσωπικῆς γνωριμίας χάριν, καὶ ἀνήθικος ἢ ἀνίκανος; Πῶς! δὲν φοβεῖσθε, μήπως ὑπὸ τὴν μυστικότητα ταύτην γίνωνται ψηφοφορίαι ὄχι κυρίως εὐσυνειδησίας, ἀλλὰ καὶ πολιτικῶν καὶ προσωπικῶν συμπαθειῶν; Δὲν φοβεῖσθε, ὅτι, εἰς στάδιον τοιοῦτο φέροντες τὰ δικαστικὰ συμβούλια, θέλετε ἔτι μᾶλλον βλάψει τὴν ἠθικὴν τῶν δικαστῶν ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ λαοῦ θέσιν, ἧς ἔχουσιν ἀνάγκην, ἵνα αἱ ἀποφάσεις των ὦσι σεβασταί; Δὲν φοβεῖσθε, ὅτι κλονίζετε τῆς δικαιοσύνης τὴν δύναμιν, εἰσάγοντες αὐτὴν εἰς πολιτικῆς ἀντικείμενα φλέγοντα, ὁποῖα εἶναι τὰ προσωπικὰ ζητήματα; Σᾶς εἶπον χθές, ὅτι ἀδικεῖτε καὶ τοὺς ὑποψηφίους, οἵτινες δύνανται νὰ ἦναι καὶ ἄγνωστοι τοῖς δικασταῖς, οἵτινες ὅμως διὰ τοῦτο (διότι ἀγνοοῦσιν αὐτοὺς) θὰ καταψηφίσωσιν. Ἡ καταψήφισις ὅμως εἶναι καταδίκη, δηλοῦσα ἢ ὅτι εἶναι ἀνίκανος ὁ καταψηφισθεὶς, ἢ ὅτι εἶναι ἀνήθικος. Ἔχει δὲ καὶ συνέπειαν ἡ καταδίκη αὕτη, διότι ἐπάγεται διετῆ ἀνικανότητα πρὸς νέαν ψηφοφορίαν καὶ πρὸς κτῆσιν δικαστικῆς θέσεως. Λοιπὸν τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι καὶ ἄδικον διὰ τοὺς ὑποψηφίους, ἐνῷ εἶναι ἐπιβλαβὲς διὰ τοὺς ψηφίζοντας, καθ’ ὧν θέλει δημιουργήσει ἐχθροὺς καὶ ἐξέγερσιν, ἥτις, πρὸς τὴν νῦν ὑπάρχουσαν φυσικῶς κατὰ τῶν δικαστῶν ὑπὸ τῶν φρονούντων ἑαυτοὺς ἀδικηθέντας ἐν δικαστικῇ τινι διαφορᾷ, θέλει ἔχει πολλὰ κακὰ ὡς ἀποτέλεσμα. Ἀφ’ ὅτου ἀνέμιξαν οἱ νόμοι τοὺς δικαστὰς εἰς τὴν πολιτικὴν, ἀναθέντες αὐτοῖς τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων καὶ τῶν ἐκλογῶν, τῶν δικαστηρίων ἡ ὑπόληψις ἐβλάβη καὶ ἠλαττώθη. Ἤδη δημιουργοῦμεν νέαν πολιτικὴν αὐτῶν ἀνάμιξιν, καὶ νέαν αἰτίαν μειώσεως καὶ βλάβης τῆς ὑπολήψεώς των. Δὲν ἔπρεπε νὰ τοῖς ἀναθέσωμεν τοιοῦτον ἔργον, ἀλλ’ ἀφοῦ ἐπιμένετε νὰ τὸ κάμητε, ἐλαττώσατε τοὐλάχιστον τὰς κακὰς αὐτοῦ συνεπείας. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω καὶ σήμερον τὰς ψηφοφορίας τῶν τοῦ Πανεπιστημίου καθηγητῶν κατὰ τὴν πρότασιν προσώπων πρὸς πλήρωσιν σχολαζουσῶν ἑδρῶν. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἀναλογισθῆτε τὰ προϊόντα τῶν ψηφοφοριῶν αὐτῶν. Δὲν πιστεύω νὰ εὕρω οὔτε ἕνα μεταξὺ ὑμῶν, θέλοντα νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι εἶναι ἀξιοσημείωτα κακὰ τὰ προϊόντα τῶν ψηφοφοριῶν ἐκείνων, καὶ πολλῷ χείρονα τὰ μεταξὺ τῶν καθηγητῶν γινόμενα, ἕνεκα τῶν ψηφοφοριῶν αὐτῶν, αἱ ῥᾳδιουργίαι, αἱ συναλλαγαὶ, αἱ κομματικαὶ ἐμπάθειαι, αἱ τοσοῦτον κακὸν παράδειγμα δίδουσαι, ὥστε νὰ ἀπορῇ τις, ὅτι ἀκόμη δὲν ἀφῄρεσεν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἀπὸ τῶν καθηγητῶν τὸ δικαίωμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον τόσον κακῶς μετεχειρίσθησαν καὶ τόσων κακῶν γίνεται πρόξενον. Καὶ ἀφοῦ εἰς τοῦτο εἴμεθα σύμφωνοι, σᾶς ἐρωτῶ, τὸ παράδειγμα τοῦτο δὲν ἤρκει ν’ ἀποτρέψῃ ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ νὰ εἰσαγάγητε εἰς τοιαύτην ἀτμόσφαιραν, πνιγηρὰν καὶ βράζουσαν, τὴν καθαρὰν καὶ ἤρεμον, ὁποία πρέπει τοὐλάχιστον νὰ ἦναι, δικαιοσύνη; Λέγουν οἱ ὑπερασπισταὶ τῆς μυστικότητος: φοβοῦμαι μήπως ἡ πολιτικὴ ἐπηρεάσῃ αὐτούς, καὶ ψηφίσωσι παρὰ συνείδησιν, ἂν ἡ ψῆφός των θὰ ἦναι γνωστή. Ἀντὶ τούτου ὅμως δύναταί τις νὰ εἴπῃ πρὸς τοὺς δικαστάς: φοβοῦμαι μήπως σᾶς ἐπηρεάζωσι τὰ προσωπικά σας συμφέροντα καὶ πάθη, φοβοῦμαι μήπως γείνωσιν ἀπρεπεῖς συνδυασμοὶ ἐν τῇ τοιαύτῃ μυστικότητι μεταξὺ ὑμῶν, φοβοῦμαι μήπως ἀναπτυχθῶσι δολοπλοκίαι, κηλιδοῦσαι τὰ προϊόντα τῆς συνειδήσεώς σας, καὶ θέλω νὰ ἴδω, ἂν τολμᾶτε φανερῶς νὰ ὑποδείξητε κακόηθες ἢ ἀνίκανον πρόσωπον διὰ θέσιν δικαστικὴν, ἂν θὰ φανῆτε οὕτω δειλοὶ, ὥστε διὰ τὸν φόβον μιᾶς μεταθέσεως νὰ δώσητε εἰς τὸ δικαστικὸν σῶμα ἓν ἀνήθικον ἢ ἐπιβλαβὲς μέλος. Σοὶ δίδω δικαίωμα διοικητικὸν μέγα, ἀλλὰ σοὶ ἀφίνω καὶ τὴν εὐθύνην τοιούτου δικαιώματος. Ἐρωτῶ, ποῖον εἶναι προτιμότερον; Ἀποξενοῦτε τὸν ὑπεύθυνον Ὑπουργὸν, καὶ ἀντικαθιστᾶτε αὐτὸν δι’ ἀνευθύνου ἀγνώστου ἠθικοῦ προσώπου. Ποῖον παρέχει μείζονας ἐγγυήσεις; ποῖον εἶναι συμφωνότερον μὲ τὸ πολίτευμα; Δύναται ἐν φιλελευθέρῳ Κράτει νὰ ἦναι δημιουργὸς τοιούτων θέσεων ἄγνωστος καὶ ἀνεύθυνος; Εἰς τοιαύτην ἐσφαλμένην βάσιν στηριζόμενος θεσμὸς, εἶναι καταδεδικασμένος πρὸ τῆς συλλήψεώς του ἀκόμη εἰς ἀποτυχίαν, ἢ εἰς τελείαν κατάργησιν. Ἂν ὑποθέσητε, ὅτι ὁ δικαστὴς θέλει κρίνει κατὰ συνείδησιν καὶ θέλει ἀποφανθῆ ὡς ἀληθὴς εὐσυνείδητος δικαστὴς, διατὶ τὴν γνώμην του αὐτὴν νὰ μὴ τὴν λέγῃ σαφῶς; Περὶ τίνος δὲ πρόκειται νὰ φέρῃ γνώμην; Περὶ δύο ἢ τριῶν προσώπων, διὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἀποφανθῶσι δεδικαιολογημένως, ἐὰν ἔδειξαν πολλὴν ἢ ὀλίγην ἐπιμέλειαν, ἂν ἀπέδειξαν ἐν τῇ πράξει προσόντα δοκίμου δικαστοῦ, ἂν πρακτικῶς ἦναι ὅσον καὶ θεωρητικῶς ἱκανοί· καὶ μάλιστα δύνανται ταῦτα νὰ δικαιολογήσωσι καὶ διὰ γεγονότων, δι’ ἀποφάσεων, ἃς οἱ ψηφιζόμενοι συνέταξαν, διὰ περιστάσεων, ἐξ ἐγγράφων ἢ ἀγράφων πληροφοριῶν συναγομένων. Διατὶ νὰ μὴ γείνῃ τοῦτο; διατὶ ἀπαλλάσσετε τοὺς ψηφίσοντας τῆς ὑποχρεώσεως νὰ ἐγκύψωσι, χορηγοῦντες αὐτοῖς τὸ εὔκολον μέσον τῆς μυστικῆς ψηφοφορίας; Πῶς ἐγίνοντο δὲ μέχρι τοῦδε αἱ γνωμοδοτήσεις τῶν Προέδρων καὶ Εἰσαγγελέων; Λέγουν ὅτι οὗτοι ἐπιέσθησαν πολλάκις καὶ ἐγνωμοδότησαν παρὰ τὴν συνείδησίν των. Ἐγὼ λέγω, ὅτι, ἂν αἱ γνωμοδοτήσεις των ἐδημοσιεύοντο, ἂν ὑπεχρεοῦντο νὰ δικαιολογῶσιν αὐτὰς πλειότερον καὶ πρακτικώτερον, οὔτε πιεζόμενοι δὲν θὰ ἐτόλμων νὰ γνωμοδοτήσωσιν ὑπὲρ ἀνικάνου ἢ κατὰ ἱκανοῦ. Ὅσῳ μείζων φῶς, τόσῳ μείζων ἔλεγχος, τόσῳ βαρυτέρα εὐθύνη. Ἡ μυστικότης εἶναι σκότος, τὸ σκότος εἶναι σφάλμα καὶ ψεῦδος. Κρίνατε, ποῦ ἔγκειται τὸ ὀρθότερον, καὶ παρὰ τίνι τῶν γνωμῶν ἔγκειται ἡ ἀλήθεια. Ἄλλο τοῦ νομοσχεδίου ἀτόπημα εἶναι ἡ ἀνισότης τῆς δυνάμεως τῶν ἀποφάσεων· ἐν Ἀθήναις εἴκοσιν ἐφέται, ἐν Λαρίσσῃ πέντε· ἐδῶ δέκα ἐφετῶν γνώμη καθιστᾷ τὸν ὑποψήφιον ἀνίκανον, ἐν Λαρίσσῃ τριῶν μόνον καθιστᾷ αὐτὸν ἱκανόν· ἐδῶ δέκα εἶναι ἀπόῤῥιψις, ἐκεῖ πέντε εἶναι παμψηφία. Ἀλλὰ τουλάχιστον δὲν ἐλάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, καὶ ὅταν εἰς δικαστικὰς ὑποθέσεις ἀποφαίνωνται τὰ Συμβούλια, εἶναι ἰσάριθμα πανταχοῦ, καὶ παρ’ ἅπασι τοῖς Συμβουλίοις ἡ πλειονοψηφία εἶναι ἰσοδύναμος ἀριθμητικῶς; Φρονεῖτε, ὅτι μὲ τοιαύτας βάσεις καὶ μὲ τοιοῦτον ὀργανισμὸν νόμος δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τῆς δικαιοσύνης τὸν καταρτισμὸν, δύναται νὰ ἔχῃ πρὸ τῆς λογικῆς δύναμιν, δύναται νὰ ἀντιστῇ εἰς τὴν πρώτην δοκιμασίαν μιᾶς μόνον ἐφαρμογῆς; Ἂν τὸ φρονῆτε, εἶσθε πολὺ αἰσιόδοξοι· τοιαύτην δ’ αἰσιοδοξίαν δὲν ἐμπνέει συνήθως ἡ ἀκριβὴς τῶν πραγμάτων μελέτη. Θὰ ἴδωμεν, τίνα θὰ δικαιώσῃ ἡ τοῦ νόμου ἐφαρμογή.
§89ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ διαφωνῶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, καὶ ἂς μοὶ ἐπιτραπῆ νὰ ἐκθέσω ἐν συντόμῳ τὴν γνώμην μου. Ἐὰν ἐπρόκειτο οἱ ἐφέται νὰ ἐκπληρώσωσι καθῆκον δικαστικὸν, ἐὰν ἐπρόκειτο ν’ ἀποφασίσωσιν ἐπὶ γεγονότων ἢ ἐπὶ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλονται εἰς τὴν δικαστικὴν ἐκτίμησίν των, τότε βεβαίως καὶ συζητήσεις μεταξὺ αὐτῶν εἶναι συγκεχωρημέναι, καὶ ἀποφάσεις ἠτιολογημένας πρέπει νὰ ἐκδώσωσιν· ἀλλ’ ἐνταῦθα πρόκειται περὶ προσωπικῆς ἐκτιμήσεως. Ὁ νομοθέτης σήμερον ἐπιθυμεῖ, ὅπως περὶ τοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ἡ ὑπηρεσία ἠδυνήθη νὰ συλλέξῃ οἱασδήποτε ἐξωδίκους πληροφορίας, ἐπιθυμεῖ ὡς ἐγγύησις νὰ προηγῆται ἡ γνώμη ἑνὸς σωματείου δικαστικοῦ, ἀποτελουμένου ἐκ προσώπων, τὰ ὁποῖα, ὡς ἐκ τῆς θέσεώς των, τῆς μακρᾶς ὑπηρεσίας των ἐν τῷ δικαστικῷ κλάδῳ, κατέχοντα ἀνωτέραν θέσιν, δὲν εὑρίσκονται εἰς ἀντίθεσιν πρὸς ἐκεῖνον, περὶ τοῦ ὁποίου γνωμοδοτοῦσιν, εἰς πρόσωπα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα δὲν δυνάμεθα ἢ νὰ ἀναμένωμεν εὐσυνείδητον γνωμοδότησιν. Ἀπαιτεῖ λοιπὸν τὴν προσωπικὴν γνωμοδότησιν τῶν ἐφετῶν· ἀλλ’ ἵνα ἐξασφαλίσῃ ὅσον οἷόν τε τὴν γνησίαν προσωπικὴν γνώμην τοῦ ἀτόμου, τὴν ὁποίαν ζητεῖ, τὸ περιφρουρεῖ καὶ μὲ τὴν μυστικότητα, καὶ οὕτω τὸ ὑποχρεοῖ νὰ δώσῃ τὴν γνώμην του περὶ προσωπικοῦ ζητήματος, ὅπερ δὲν εἶναι εὐχάριστον, ἀλλ’ οὐδένα κίνδυνον διατρέχει νὰ ἀποκτήσῃ ἐχθροὺς, οὔτε νὰ ἐκτεθῇ ὁπωσδήποτε ἀπέναντι τοῦ ὑποψηφίου. Αὐτὴ ἡ πρόβλεψις νομίζω ὅτι εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐξασφαλίζει τὸν σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον ζητεῖται ἡ γνωμοδότησις τοῦ Ἐφετείου. Ἄλλως, ἐὰν πρόκηται αἱ γνωμοδοτήσεις αὗται νὰ ἦναι ὅπως εἶναι αἱ μέχρι τοῦδε τῶν Εἰσαγγελέων καὶ τῶν Προέδρων, αἱ ὁποῖαι δι’ οὐδένα λέγουσιν ὄχι, — καὶ ἐὰν ἀνατρέξητε εἰς τὸ ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, θέλετε ἴδει, ὅτι δι’ ὅλους τοὺς δικαστὰς ὑπάρχουν γνωμοδοτήσεις περὶ προβιβασμοῦ,— τότε εἶναι περιττὸν νὰ τὸ ἀναγράψωμεν εἰς τὸν νόμον, καὶ καλλίτερον εἶναι νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ ἐκλέγῃ τὰ πρόσωπα, διότι θέλουσι συμβῆ ὅσα εἶπον. Γνωρίζω πολὺ καλὰ, ὅτι πᾶς δικαστὴς, ἅμα συνεπλήρονε τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας, ἐφρόντιζε νὰ ὑποβληθῇ καὶ ὑπεβάλλετο ἡ περὶ προβιβασμοῦ γνωμοδότησις τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως. Τοιαύτας γνωμοδοτήσεις τί τὰς θέλετε; Ἐὰν θέλητε λοιπὸν τὸν θεσμὸν αὐτὸν, πρέπει νὰ τὸν περιφρουρήσητε διὰ τῆς μυστικότητος, καὶ διὰ ταύτης θὰ ἔχητε εὐσυνείδητον καὶ ἐλευθέραν παντὸς ἐπηρεασμοῦ γνώμην. Γνωμοδότησις ἐδῶ ἠτιολογημένη δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Διὰ ποῖον λόγον; Διότι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἱκανότητα, ὑπάρχει διαγωνισμὸς, ἢ προηγουμένη ὑπηρεσία· δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἔκθεσις τῶν ἁρμοδίων Εἰσαγγελέων καὶ Προέδρων, κατὰ πόσον ὁ ὑπάλληλος ἢ δικηγόρος ηὐδοκίμησεν ἢ ὄχι, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἄλλα προσόντα, ἀπαραίτητα διὰ τὸν δικαστὴν, καὶ ταῦτα εἶναι τὰ λεπτότερα· περὶ αὐτῶν θέλει ὁ νομοθέτης νὰ ζητηθῇ ἡ γνώμη τοῦ ἀνωτέρου δικαστηρίου. Ἀλλὰ τοιαύτη γνωμοδότησις δὲν δύναται νὰ ἦναι ἠτιολογημένη, προκειμένου, ὡς εἶπον, περὶ προσωπικῆς ἐκτιμήσεως. Ὥστε ἢ πρέπει νὰ μείνῃ ἡ διάταξις, ὡς ἔχει, ἢ, ἐὰν νομίζητε, ὅτι ἡ μυστικότης δὲν πρέπει νὰ μείνῃ, ἐγὼ προτείνω νὰ διαγραφῇ ἐντελῶς· ἀλλ’ ἐπιμένω, ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ ἡ διάταξις ὅπως ἔχει. Μίαν γνώμην μόνον ἔχω· νομίζω ὅτι ἡ διάταξις τοῦ νὰ ψηφοφορῇ καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς μετὰ τῶν δικαστῶν, δὲν εἶναι ὀρθή. Καὶ ἰδοὺ διατί. Ὁ Εἰσαγγελεὺς εἶναι τὸ ὄργανον τῆς ἐξουσίας, εἶναι ὁ ἐπόπτης τῶν δικαστηρίων· ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐκ τοῦ καθήκοντός του ἔχει αὐτὴν τὴν ἀποστολὴν, νὰ ἐκφράζῃ τὴν γνώμην του εἰς τὴν προϊσταμένην ἀρχὴν περὶ παντὸς δικαστικοῦ ὑπαλλήλου κατωτέρου, διατελοῦντος ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ δικαστηρίου, παρ’ ᾧ εἰσαγγελεύει. Ἀφοῦ λοιπὸν αὐτὸς ὀφείλει καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ γνωμοδοτῇ φανερὰ περὶ τῶν ἐφετῶν, καὶ τοῦ Προέδρου τοῦ δικαστηρίου, παρὰ τῷ ὁποίῳ διατελεῖ, περὶ τῶν ὑποδεεστέρων δικαστῶν καὶ δικαστικῶν ὑπαλλήλων τῆς περιφερείας, δὲν βλέπω διατὶ διὰ τὸν πάρεδρον νὰ ψηφοφορῇ μυστικὰ καὶ νὰ μὴ ἦναι γνωστὴ ἡ γνώμη του· δηλ. μὲ ἄλλας λέξεις ὁ προϊστάμενός του ὁ Ὑπουργὸς νὰ μὴ γνωρίζῃ, τί φρονεῖ ὁ ἐκ τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων ἁρμόδιος νὰ γνωμοδοτῇ. Ὁ Εἰσαγγελεὺς ὀφείλει νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του, καὶ νὰ τὴν εἴπῃ ἠτιολογημένην· ἑπομένως ἀντίκειται εἰς τὰ καθήκοντα τοῦ Εἰσαγγελέως νὰ γνωμοδοτῇ διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας. Κατὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἐσφαλμένον, καὶ ἤθελον δώσει τὴν γνώμην νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις αὕτη.
§90ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὅσον περισσότερον θέλουν νὰ δικαιολογήσουν τὴν μυστικὴν ψηφοφορίαν, τόσον περισσότερον ἀποδεικνύουσιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δώσωμεν ψῆφον ὑπὲρ αὐτῆς. Οἱ δικασταὶ δὲν πρέπει νὰ ἀποκρύπτωσιν ἀπὸ τῶν συναδέλφων αὐτῶν τὰς γνώμας των, καὶ πρέπει νὰ ἀνταλλάσσωσι τὰς κρίσεις των, καὶ νὰ συζητῶσι περὶ αὐτῶν, καὶ νὰ διαφωτίζωνται, καὶ δὲν πρέπει νὰ εἴπωμεν, ὅτι θέλουσι φοβεῖσθαι ἀλλήλους, ὅτι θὰ προδώσωσι τὸ μυστικὸν τῶν κρίσεων ἀλλήλων. Φοβοῦνται, λέγουσι, τινὲς συνάδελφοι, μὴ οἱ δικασταὶ ἐπηρεάζωνται. Ἂν τοιαύτην περὶ αὐτῶν ἔχητε γνώμην, μὴ δίδετε εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἀλλὰ, κατ’ ἐμὲ, περὶ ἰσοβίων δικαστῶν τοιαύτη ὑπόνοια δὲν δικαιολογεῖται. Ἐπεκαλέσθησαν ὡς προηγούμενον δυσάρεστον τὰς γνωμοδοτήσεις τῶν Προέδρων καὶ τῶν Εἰσαγγελέων· ἀλλ’ αὗται ἢ ἦσαν δίκαιαι, ἢ ἦσαν χαριστικαὶ εἰς πρόσωπα, ὅπερ καὶ νῦν δὲν θ’ ἀποφύγητε, μὲ μόνην τὴν πρόσθετον ἐγγύησιν, ὅτι χαρισμὸς εἰς πρόσωπον ὑπὸ πολλῶν ἐφετῶν ἢ ἀρεοπαγιτῶν ἔσται δυσχερέστερος. Ἀλλὰ μὴ ἤδη δὲν δίδετε καὶ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα ψῆφον; Αἱ γνωμοδοτήσεις τῶν Προέδρων ἐμαρτύρουν ποίαν γνώμην εἶχον· ἀλλ’ ἐν συμβουλίῳ, ἢ αὕτη θὰ μείνῃ μειονοψηφία, ἢ δύναται νὰ μεταβληθῇ. Ἀλλὰ διατὶ, ἀντὶ τούτων, δὲν ἐσκέφθησαν ἄλλο τι, ὅπερ εὔκολον εἶναι παντὶ νὰ προΐδῃ; διατὶ δὲν λέγουσιν, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν δὲν εἶναι ἁρμόδιον νὰ κρίνῃ περὶ τῆς χρηστότητος καὶ τῆς εὐθύτητος δικαστοῦ ἀρτίως εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ γνωμοδοτοῦντος Ἐφετείου μετατεθέντος καὶ ὑπηρετήσαντος ἐν Πρωτοδικείῳ ἐκτὸς τῆς περιφερείας τοῦ Ἐφετείου; Διατὶ δὲν λέγουν, ὅτι ἐφέται, ἀρτίως ἔν τινι Ἐφετείῳ μετατεθέντες, δὲν δύνανται νὰ γνωμοδοτήσωσι περὶ δικηγόρων καὶ δικαστῶν, οὓς δὲν γνωρίζουσι; Περὶ τίνος δὲ θὰ ἀποφανθῇ τὸ Ἐφετεῖον; Περὶ τῆς ἀξίας τῶν ἀποφάσεων τοῦ ὑποψηφίου· ἀλλὰ τὸ περὶ τούτου ἀνάγεται εἰς τὸ κεφάλαιον τῆς ἱκανότητος. Περὶ δὲ τῆς χρηστότητος τοῦ δικαστοῦ πῶς θ’ ἀποφανθῇ; Ἀλλὰ διατὶ δὲν ὁμολογοῦμεν, ὅτι παρὰ πᾶσι, καὶ παρ’ αὐτοῖς τοῖς δικασταῖς, ἡ προσωπικὴ γνωριμία εἶναι ὑπερτέρα τῆς εὐσυνειδήτου κρίσεως; Ἐὰν πρόκηται περὶ χαρτοπαίκτου δικαστοῦ, ἐν μυστικῇ ψηφοφορίᾳ ὁ γνώριμος καὶ φίλος δὲν θὰ διστάσῃ νὰ τὸν ὑπερψηφίσῃ, κρυπτόμενος καὶ κηρύσσων αὐτὸν χρηστότατον. Ὅταν θέλητε νὰ καταφύγωμεν εἰς σκέψεις περὶ τῶν κριτῶν, δὲν ἀναλογίζεσθε, ὅτι καὶ αὐταὶ αἱ φιλολογικαὶ καὶ ἐπιστημονικαὶ κρίσεις, αἱ διὰ μακρῶν ἐκθέσεων δικαιολογούμεναι, ἀπεδείχθησαν ὅτι ἐπηρεάζονται ἀπὸ τὴν αὐστηρὰν χροιὰν τῆς προσωπικῆς φιλίας; Διατὶ λησμονεῖτε, τί γίνεται εἰς τὰς ψηφοφορίας τῶν σχολῶν τοῦ Πανεπιστημίου, περὶ καθηγητῶν, ἐν αἷς ψηφίζουσι τοὺς φίλους, καὶ ἀνικανωτάτους ὄντας, καταψηφίζουσι δὲ τοὺς ἱκανωτάτους, ἂν μὴ ὦσι φίλοι καὶ μὴ συνδέωνται διὰ συμφερόντων ἢ συγγενειῶν; Ἀναμνήσθητε ὅλων τῶν τοιούτων παρ’ ἡμῖν γενομένων δοκιμῶν, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα λήγουσιν ἐναντίον ἐκείνων, ὅσοι ζητοῦσι νὰ συγκαλύψωσι διὰ τῆς μυστικότητος τὸν δικαστὴν, τὸν ἀποφηνάμενον περὶ διορισμοῦ ἢ προαγωγῆς δικαστικοῦ προσώπου. Καθιερώθη ἡ καθολικὴ μυστικὴ ψηφοφορία διὰ τὸν φόβον τῆς ἐξουσίας, καθιερώθη ἐν τῇ Βουλῇ ἐπὶ τῶν προσωπικῶν ζητημάτων, διότι πολλάκις πολιτικὰ ἐλατήρια διαθέτουσι τὴν ψῆφον καὶ οὐχὶ ἡ ἐκτίμησις τῶν γεγονότων. Ἐδῶ πρόκειται περὶ ἐκτιμήσεως ὡρισμένων ἰδιοτήτων, τὰς ὁποίας ζητεῖτε ἀπὸ πρόσωπα ἀξιόπιστα, καὶ εἰς τὴν ἐκτίμησιν αὐτῶν πρόκειται νὰ ὑποτάξητε τὴν Πολιτείαν, ἀλλὰ τοὐλάχιστον διατὶ δὲν ὑποχρεοῦτε αὐτὰ νὰ διαφωτίζωσι τὸν Ὑπουργὸν, ἀλλὰ θέλετε τοῦτον ὄργανον τυπικὸν τῶν αὐθαιρέτων ἐκείνων ψηφοφοριῶν; Ποῦ μένει πλέον ἡ εὐθύνη καὶ τίνα θὰ κατακρίνητε διὰ τὴν πρότασιν ἀνικάνου προσώπου; Τοὐλάχιστον, ἂν δὲν θέλητε ἠτιολογημένην γνώμην, καθιερώσατε τὴν φανερὰν ψηφοφορίαν.
§91ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καλὸν, νομίζω, εἶναι νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν, διὰ νὰ γευματίσωμεν.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 9 καὶ 30′ μ. μ.) (Περὶ ὥραν 10 καὶ 15′ μ.μ. γενομένης ἀπαρτίας, ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις).
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν νόμων περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§94Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἠγέρθη, περὶ τῆς φανερᾶς ἢ μυστικῆς ψηφοφορίας τοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον θὰ γνωματεύσῃ περὶ τῆς προαγωγῆς τῶν δικαστικῶν προσώπων, ἔχει σημασίαν σπουδαίαν. Ἐκεῖνοι, οἵτινες ὑποστηρίζουσι τὴν μυστικὴν ψηφοφορίαν, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι πρόκειται περὶ προσωπικοῦ ζητήματος, φρονῶ ὅτι δὲν ἔχουσι δίκαιον· διότι ὅλα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ὑπάγονται ὑπὸ τὴν ἀπόφασιν τῶν δικαστῶν, εἶναι προσωπικὰ, καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὑπάγονται εἰς τὴν πολιτικὴν δικαιοσύνην, καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὑπάγονται εἰς τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην. Οἱ δικασταὶ δὲν ἀποφασίζουν, εἰμὴ μόνον περὶ προσωπικῶν ζητημάτων. Ὅταν ἀποφασίζωσιν οἱ δικασταὶ περὶ τῆς περιουσίας ἑνὸς προσώπου, ἢ περὶ τῆς ἐνοχῆς ἢ ἀθωότητος αὐτοῦ, ἢ περὶ τῆς ποινῆς, ἡ ὁποία πρέπει νὰ τῷ ἐπιβληθῇ, τάχα τότε δὲν ἀποφασίζουσι περὶ προσωπικοῦ ζητήματος; Ἔπειτα, Κύριοι, ἡ ἀπόφασις τῶν δικαστῶν εἶναι πάντοτε μυστικὴ, ὑπὸ τὴν ἔποψιν ὅτι δὲν γίνεται ἐνώπιον τοῦ Δημοσίου, ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ μέλη, τὰ ἀποτελοῦντα τὸ Δικαστήριον ἢ τὸ Συμβούλιον, εἶναι φανερὰ μεταξύ των. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς ἠμπορεῖ νὰ νοηθῇ ἀπόφασις Συμβουλίου ἢ ἀπόφασις οἱασδήποτε ἐπιτροπῆς, εἴτε δικαστικῆς εἴτε οἱασδήποτε ἄλλης, ἄνευ συζητήσεως καὶ συσκέψεως. Τί θὰ εἰπῇ Συμβούλιον; Θὰ εἰπῇ, ὅτι τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἀπαρτίζουσιν αὐτὸ, συνέρχονται, συμβουλεύονται καὶ συναποφασίζουσι. Διὰ νὰ συνέλθωσι δὲ, συμβουλευθῶσι καὶ συναποφασίσωσιν, ἕκαστον τῶν προσώπων αὐτῶν ἐκφέρει τὴν γνώμην του, τὴν ἐκφέρει δὲ φανερὰ, διὰ νὰ πείσῃ καὶ τοὺς ἄλλους περὶ τῆς ὀρθότητος αὐτῆς. Βεβαίως πρέπει νὰ ἦναι ἠτιολογημένη ἡ γνώμη ἐκείνη τοῦ μέλους τοῦ Συμβουλίου, διότι, διὰ νὰ πείσῃ τοὺς ἄλλους, πρέπει νὰ τὴν δικαιολογήσῃ, πρέπει νὰ φέρῃ τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουσι τὴν ὀρθότητα αὐτῆς. Πῶς λοιπὸν δύναται νὰ νοηθῇ Συμβούλιον δικαστικὸν, ἀποφασίζον χωρὶς νὰ ἔρχωνται τὰ μέλη αὐτοῦ εἰς συνεννόησιν μεταξύ των; Ἔχει, Κύριοι, σημασίαν τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι πρόκειται περὶ τῆς ἐγγυήσεως, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ἐνέργειαν, ἥτις ἀνατίθεται εἰς τὸ Συμβούλιον. Σήμερον, κύριοι Βουλευταί, διὰ τὸν διορισμὸν τῶν δικαστῶν, ὡς καὶ διὰ πᾶσαν πρᾶξιν οἱασδήποτε ἀρχῆς, ἔχομεν τὴν ἐγγύησιν, ἡ ὁποία συνίσταται εἰς τὴν εὐθύνην τῶν δρώντων προσώπων· σήμερον διὰ τὸν διορισμὸν οἱουδήποτε δικαστοῦ ἔχομεν τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ. Σήμερον ὁ Βασιλεύς, εἰς τὸν ὁποῖον εἶναι ἀνατεθειμένος ὁ διορισμὸς ἢ ὁ προβιβασμὸς τῶν δικαστῶν, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κρίνῃ καὶ ἐκτιμήσῃ τὰ προσόντα τοῦ δικαστοῦ, νὰ κρίνῃ καὶ περὶ τῆς ἱκανότητος καὶ περὶ τοῦ ποιοῦ αὐτοῦ. Ἀλλὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, αὐτὸ τὸ δικαίωμα, αὐτὴν τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν, τὴν ἀφαιρεῖτε, καὶ τὴν ἀνατίθετε εἰς μίαν ἄλλην ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν καθιεροῖ τὸ νομοσχέδιον, εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν ἢ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον. Ἂν καθιερωθῇ ἡ μυστικὴ ψηφοφορία, τὰ μέλη, τὰ ὁποῖα ἀποφασίζουσι περὶ τῆς ἱκανότητος ἢ τῆς χρηστότητος τοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ διορισθῇ εἴτε εἰς τὴν ἔμμισθον θέσιν τοῦ παρέδρου, εἴτε νὰ προαχθῇ εἰς ἄλλην ἀνωτέραν θέσιν δικαστικὴν, δὲν ἔχουσι κἀμμίαν εὐθύνην, διότι δὲν θὰ ἦναι γνωστὴ ἡ γνώμη αὐτῶν, ὁ δὲ Ὑπουργὸς θὰ σᾶς εἴπῃ πολὺ δικαίως: «Τί πταίω ἐγὼ, ἂν παρεισέδυσεν εἰς τὴν δικαιοσύνην πρόσωπον εἴτε ἀνήθικον εἴτε ἀνίκανον; Δὲν ἐξήρτητο ἐκ τῆς κρίσεως καὶ τῆς ἐκτιμήσεως τῆς ἰδικῆς μου ν’ ἀποφασίσω· ὁ νόμος ἀνέθηκεν εἰς ἄλλην ἀρχὴν, εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν, νὰ κρίνῃ καὶ ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς ἱκανότητος καὶ περὶ τῆς ἠθικότητος τοῦ προσώπου. Ἐγὼ ἔλαβον τὰς ἐκθέσεις τῶν δικαστικῶν συμβουλίων, ὀφείλων δὲ νὰ περιορισθῶ εἰς αὐτὰς, ἐξέλεξα ἓν πρόσωπον ἐξ αὐτῶν, καὶ διώρισα εἰς τὴν κενὴν θέσιν. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ ζητήσητε εὐθύνην ἀπὸ ἐμέ». Καὶ ἡ εὐθύνη, Κύριοι, τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι σοβαρὰ, διότι εἶναι εὐθύνη καὶ ἠθικὴ καὶ πολιτικὴ, ἐνῷ ἡ εὐθύνη, τὴν ὁποίαν διὰ τῆς φανερᾶς ψηφοφορίας ζητοῦμεν ἡμεῖς ἀπὸ τὴν νέαν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν καθιεροῖ τὸ νομοσχέδιον, εἶναι ὅλως ἠθική. Δὲν ἀφίνομεν τοὐλάχιστον νὰ ἔχωμεν ἔστω καὶ αὐτὴν τὴν ἠθικὴν εὐθύνην; νὰ εἴπωμεν κἀμμιὰ φορὰ εἰς αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι ἐγνωμάτευσαν περὶ τοῦ προαχθησομένου προσώπου, νὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ τοῖς εἴπωμεν: «τί εἶναι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐκάμετε, καὶ εἰσηγάγετε εἰς τὸν περίβολον τῆς Δικαιοσύνης ἓν τοιοῦτον πρόσωπον, ἀνίκανον ἢ ἀνήθικον;» Βλέπετε, Κύριοι, πόσην ἔχει σπουδαιότητα τὸ ζήτημα, καὶ κάμνω μικρὸν λόγον περὶ αὐτοῦ, διότι γνωρίζω τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος τὸ ζήτημα αὐτὸ τὸ ἀφῆκεν ἐντελῶς ἐλεύθερον, ἐξαρτώμενον ἐκ τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς, ἣν διαβλέπω σύμφωνον πρὸς τὴν ἐμήν. Ἄλλως τε, κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ αὐτὴ ἡ μυστικὴ ψηφοφορία ἐν τῷ συμβουλίῳ τῷ δικαστικῷ. Βεβαίως θὰ γίνεται ἐν κάλπῃ. Θὰ εἰσαγάγωμεν δηλαδὴ καὶ εἰς τὰ συμβούλια τὰ δικαστικὰ τὸ σύστημα τὸ ἐκλογικὸν, τὸ διὰ τὰς πολιτικὰς θέσεις. Ἀλλ’ ἔστω. Πῶς θὰ γείνῃ ὅμως ἡ ψηφοφορία; Διὰ σφαιριδίων, ἢ διὰ ψηφοδελτίων; Πάντως διὰ ψηφοδελτίων θὰ γείνῃ· διότι δὲν πιστεύω νὰ νομίζωσιν οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν ἐναντίαν γνώμην, ὅτι θὰ γείνῃ διὰ σφαιριδίων ἡ ψηφοφορία τοῦ δικαστικοῦ συμβουλίου. Ἂν ὅμως γείνῃ διὰ ψηφοδελτίων, ποῦ ἡ μυστικότης; Οἱ δικασταὶ, Κύριοι, ὑποτίθεται ὅτι μεταξύ των γνωρίζουσι τοὐλάχιστον τὸν χαρακτῆρα τοῦ γραψίματός των. Ὅταν δὲ θὰ γείνῃ ἡ διαλογὴ τῶν ψήφων, — διὰ νὰ ἴδητε εἰς ποῖα ἄτοπα καταντῶσιν οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν ἐναντίαν γνώμην,—ὅταν θὰ γείνῃ ἡ διαλογὴ τῶν ψήφων, διὰ νὰ φανῇ, τίς ἐκ τῶν ὑποψηφίων ἔλαβε τὰς πλείονας ψήφους, θὰ φανῇ καὶ ποίαν ψῆφον ἔδωκεν ἕκαστος. Διότι βεβαίως ὁ Πρόεδρος θὰ ἐνεργήσῃ τὴν διαλογὴν ἐνώπιον τῶν λοιπῶν δικαστῶν, ὧν ἕκαστος, δίδων τὸ ψηφοδέλτιόν του, θὰ δίδῃ συνάμα καὶ τὸν χαρακτῆρα τοῦ γραψίματός του. Ποῦ λοιπὸν ἡ μυστικότης;
§95ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Ἂς γείνῃ διὰ σφαιριδίων τότε.
§96ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἂν γείνῃ διὰ σφαιριδίων, θὰ ἦναι πολὺ νόστιμον.
§97ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Διατί;
§98ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι λίαν ἄτοπον νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὰ δικαστικὰ συμβούλια τὰς κάλπας καὶ τὰ σφαιρίδια (Διάλογοι). Διὰ τοῦτο ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει ἐντελῶς νὰ λείψῃ ἡ διάταξις, νὰ μὴ γίνεται δηλ. λόγος οὔτε περὶ μυστικῆς οὔτε περὶ φανερᾶς ψηφοφορίας, διότι βεβαίως τὰ Συμβούλια μυστικῶς ἀποφασίζουσιν, ἀλλὰ μυστικῶς ἀναφορικῶς πρὸς τὸ κοινὸν, ὄχι μυστικῶς ἀναφορικῶς πρὸς ἑαυτά. Ἐδῶ πρόκειται ν’ ἀποφασίσωσι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι ἀνώτεροι. Διατὶ ὑποστηρίζουσι τὴν μυστικὴν ψηφοφορίαν; Διότι ὑποθέτουσιν, ὅτι οἱ δικασταὶ δυνατὸν νὰ ἐπηρεασθῶσιν; Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐμπιστευόμεθα εἰς τοὺς δικαστὰς τὴν περιουσίαν μας, τὴν τιμήν μας, τὴν ἐλευθερίαν μας, καὶ ἀποφασίζουσι περὶ αὐτῶν ἄνευ τῆς ἐπιζητουμένης διὰ τοῦ νομοσχεδίου πρωτοφανοῦς μυστικότητος, διατὶ, προκειμένου νὰ γνωματεύσωσι μόνον ἂν πρέπῃ νὰ γείνῃ τις ἔμμισθος πάρεδρος ἢ νὰ προαχθῇ, θέλομεν νὰ τοὺς περιφρουρήσωμεν διὰ μυστικότητος, ἀπέναντι αὐτῶν τῶν συναδέλφων των; Ἂν οἱ τοιοῦτοι δικασταὶ δὲν ἔχωσι τὸ θάῤῥος νὰ δώσωσι γνώμην περὶ τοιούτου ὑπηρεσιακοῦ ἀντικειμένου, τότε δὲν εἶναι ἄξιοι νὰ τοῖς ἀναθέσωμεν τοσοῦτον σοβαρὸν καθῆκον, οἷον εἶναι τὸ ζήτημα τῆς διοικήσεως τῆς δικαιοσύνης, ἀφαιροῦντες αὐτὴν ἀπὸ τὴν ἀρχὴν, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ πολίτευμα τὴν ἀνέθηκεν. Αὐτοὶ εἶναι, Κύριοι, οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους πιστεύω, ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς φρονεῖ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μείνῃ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἡ περὶ μυστικῆς ψηφοφορίας διάταξις. Νομίζω ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἡ Βουλὴ θέλει παραδεχθῆ τὴν γνώμην μου, περὶ ἀπαλείψεως ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τῆς διατάξεως ταύτης, ἣν θεωρῶ λίαν ἄτοπον.
§99ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ....
§100ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφωτίσθημεν, κύριε Πρόεδρε.
§101ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ ζητήματος τῆς μυστικότητος, ἢ μὴ, τῆς ψηφοφορίας, ἀλλὰ μίαν παρατήρησιν θὰ ὑποβάλω, ὅσον ἀφορᾷ τὸ τρίτον ἐδάφιον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὁμιλῶν πρὸ ὀλίγου, ἐδήλωσεν, ὅτι ὁ σκοπὸς τῆς καθιερώσεως τοῦ θεσμοῦ τῶν ἐμμίσθων παρέδρων εἶναι ἡ ἐξασφάλισις πρακτικῶν ἐπιστημονικῶν γνώσεων παρ’ ἐκείνοις τοῖς προσώποις, τὰ ὁποῖα ἤθελον καθέξει θέσιν ἰσόβιον πρωτοδίκου. Ἀλλὰ φρονεῖ ἆρά γε ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι μόνον παρὰ τοῖς ἐμμίσθοις παρέδροις δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν τὰς πρακτικὰς ταύτας ἐπιστημονικὰς γνώσεις καὶ τὴν τελείαν κατάρτισιν τὴν ἐπιστημονικὴν ἐν τῇ θεωρίᾳ καὶ τῇ πράξει; Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι καὶ εἰς ἄλλην τάξιν ἐπιστημόνων δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν, ἂν ὄχι κρείττονας πρακτικὰς γνώσεις, ἀλλ’ οὐχ ἧττον τὸ αὐτὸ ποσὸν πρακτικῶν γνώσεων καὶ ἐπιστημονικὴν κατάρτισιν τελείαν. Κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τῶν δικαστηρίων, ὁ ὑπηρετήσας δύο ἔτη ὡς δικηγόρος παρά τινι δικαστηρίῳ δύναται νὰ διορισθῇ ἄμισθος πάρεδρος. Οὕτως ἔχομεν ἀμίσθους παρέδρους, οἱ ὁποῖοι ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ὁ ὀργανισμὸς ἐπιβάλλει εἰς τοὺς ἀμίσθους παρέδρους, ἀναμφισβητήτως ἀπέκτησαν τὰς πρακτικὰς γνώσεις, τὰς ὁποίας ἀπῄτησε καὶ ὁ Ὑπουργὸς καὶ τὸ νομοσχέδιον καὶ ὁ θεσμὸς ὁ καθιερούμενος διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Λοιπὸν τοὺς ἐπιστήμονας ἐκείνους, τοὺς ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν καθηκόντων ἀμίσθου παρέδρου ἀποκτήσαντας τὰς πρακτικὰς γνώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπολύτως ἀπαιτοῦνται, ὅπως εἰσέλθῃ τις εἰς τὴν ἰσοβιότητα, διατὶ νὰ ἀποκλείσωμεν ἀπὸ τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ διορισθῶσι πρωτοδίκαι; Ἂν μάλιστα συμπέσῃ, ὥστε οἱ πάρεδροι οὗτοι, οἱ ὑπηρετήσαντες ἐπὶ διετίαν ἐν τῇ θέσει τοῦ ἀμίσθου παρέδρου, οἱ ὁποῖοι ὑποτίθεται προηγουμένως, ὅτι ὑπηρέτησαν ὡς δικηγόροι καὶ ἔχουσιν οὕτω τετραετῆ ὑπηρεσίαν, ἂν συμπέσῃ, λέγω, οἱ ἄμισθοι οὗτοι πάρεδροι νὰ ἔχωσιν ἐγκριθῆ παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία κατὰ τὰ πρὶν κρατοῦντα ἐξήτασεν αὐτοὺς διὰ τὴν θέσιν τοῦ πρωτοδίκου, διατὶ νὰ ἀποκλείσωμεν αὐτούς, ἀφοῦ ἐνδέχεται παρὰ τοῖς ὑποψηφίοις ἐκείνοις νὰ ὑπάρχωσι τοιαῦτα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα νὰ ὑπηρέτησαν ἤδη ἐπὶ διετίαν μὲν ὡς δικηγόροι, ἐπὶ ἑτέραν δὲ διετίαν ὡς ἄμισθοι πάρεδροι, καὶ νὰ ἔχωσι παρὰ τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς ἐγκριθῆ κατὰ τὰ νῦν κρατοῦντα; Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκομεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὴν ἐξασφάλισιν τουτέστι τῶν πρακτικῶν γνώσεων παρὰ τοῖς ἐμμίσθοις παρέδροις, δυνάμεθα νὰ τὴν εὕρωμεν καὶ παρὰ τοῖς ἀμίσθοις, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν εἶναι λογικὸν ν’ ἀποκλείσωμεν τοὺς ἀμίσθους παρέδρους ἀπὸ τὸν διορισμὸν εἰς τὴν θέσιν τοῦ πρωτοδίκου.
§102ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὑποθέτω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς σπουδαίως δὲν προέτεινε νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν χορείαν τῶν ἐμμίσθων παρέδρων οἱ μέχρι τοῦδε ὡς ἄμισθοι διατελοῦντες· διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι οἱ ἄμισθοι πάρεδροι σήμερον παρέργως ἐξεπλήρουν τὰ καθήκοντα τοῦ παρέδρου. Ἴσως εἶναι ἐξαιρέσεις, ἴσως ὁ κ. Βουλευτὴς ἔχει ὑπ’ ὄψιν τού τινα, ὅστις ἀποτελεῖ ἐξαίρεσιν...
§103ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§104ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. .. Εἶναι ὅμως γενικῶς παραδεδεγμένον, ὅτι οἱ ἄμισθοι πάρεδροι κατὰ τὸ πλεῖστον δὲν διεκρίθησαν ἐπὶ εὐσυνειδήτῳ ἐκπληρώσει τῶν δικαστικῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἀνετίθεντο εἰς αὐτοὺς, ὁσάκις ἐκαλοῦντο πρὸς ἀναπλήρωσιν δικαστῶν.
§105ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Προσθέτω διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι ἡ πνευματικὴ μόρφωσις καὶ ἡ ἐπιστημονικὴ κατάρτισις τοῦ προσώπου κρίνονται ἐκ τοῦ διαγωνισμοῦ, τὸν ὁποῖον θὰ ὑποστῇ. Ἐν τῇ γνωμοδοτήσει τῶν Συμβουλίων θὰ ζητήσητε τὴν περὶ τῆς χρηστότητος τοῦ ἤθους καὶ τῆς πρακτικῆς ἀξίας τοῦ προσώπου πληροφορίαν. Ὥστε δὲν πρόκειται νὰ ἀναζητήσωμεν πλέον μεταξὺ τῶν ἀμίσθων παρέδρων τὴν ἱκανότητα, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἐκ τοῦ διαγωνισμοῦ δεδομένην.
§106ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὅτε ὑπέβαλον, Κύριοι, τὴν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ νομοσχεδίου, εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι μετὰ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐξήνεγκον ἐπὶ τοῦ θέματος, ὅπερ πραγματεύεται τὸ ἄρθρον 7 τοῦ νομοσχεδίου, ἤθελεν ἀναγνωρίσει τὴν ὀρθότητα τῆς παρατηρήσεως τῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπῆς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἤθελεν ἀποδεχθῆ ταύτην, ὅπως μὴ προκληθῇ ἡ μακρὰ καὶ ἀνιαρὰ αὕτη συζήτησις. Ἀλλὰ δυστυχῶς, ἀπέναντι τῆς γνώμης τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπεδείξατο παραδόξως ἐμμονὴν εἰς τὴν γνώμην του, καίτοι αὕτη ὑπ’ οὐδενὸς πρακτικοῦ οὔτε θεωρητικοῦ λόγου δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ. Ἴσως, Κύριοι, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν ἐγένετο καὶ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ἴσως ἐπεζητήθη διὰ τῆς ἐλλείψεως ἐκθέσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου νὰ μὴ προκληθῇ συζήτησις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἵνα παρέλθῃ ἀπαρατήρητος καὶ ὁ θεσμὸς, τὸν ὁποῖον ἀναγράφει τὸ ἄρθρον 7 τοῦ νομοσχεδίου, θεσμὸς, τὸν ὁποῖον ἐν πεποιθήσει φρονῶ, ὅτι λίαν ταχέως θέλει εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ νὰ καταδικάσῃ. Ὅτε ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς προεκλήθη ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς διατάξεως ταύτης, ἐξετέθησαν ἐν μυστικῇ μὲν συνεδριάσει, ἀλλ’ ἐν ἀναφορᾷ μεταξὺ τῶν συναδέλφων μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ὅλοι οἱ λόγοι, οἵτινες δὲν δύνανται νὰ ἐκτεθῶσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ ἕνεκα τῶν ὁποίων ἀποκλείεται πᾶσα σκέψις περὶ ἀποδοχῆς τῆς μυστικῆς ψηφοφορίας ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος. Θέλετε νὰ μὲ προκαλέσητε νὰ ἐκθέσω τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἐξετέθησαν ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς;
§107Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὄχι, ὄχι.
§108ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν θὰ τὸ πράξω ἐγὼ, χάριν τῆς δικαιοσύνης τῆς πατρίδος μας. Ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι, ἂν ἠκούετε τοὺς λόγους τῆς ἐπιτροπῆς, δὲν ἠθέλετε ἐγείρει κἀμμίαν φωνὴν ὑπὲρ τῆς μυστικῆς ψηφοφορίας· διότι πᾶς, ὅστις ἤθελε φρονεῖ ὑπὲρ αὐτῆς, ἤθελε πεισθῆ, ὅτι διὰ τῆς μυστικῆς ψηφοφορίας θέλει καταντήσει ἡ δικαιοσύνη ἡ ἑλληνικὴ ὁ περίγελως, δύναμαι νὰ εἴπω, τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας. Ἐγὼ κατὰ τὴν ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς συζήτησιν ἐξέφρασα γνώμην κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, διότι θεωρῶ, ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι οὐχὶ ὁ θεσμὸς τῶν ἐμμίσθων παρέδρων, ὡς ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, παριστάμενος κατὰ τὰς διασκέψεις τῆς ἐπιτροπῆς, ἠθέλησαν νὰ παραστήσωσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἵνα ἀποφύγωσι τὸν ἐκ τῆς ἀληθοῦς ἀρχῆς παρουσιαζόμενον σκόπελον κατὰ τὴν ψηφοφορίαν τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἰς τοῦτο κυρίως συνίσταται, εἰς τὸ ὅτι παραδίδει τὴν διοίκησιν τῆς δικαιοσύνης εἰς τὰ δικαστήρια. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε: καὶ τί ὡραιότερον τῆς ἀρχῆς ταύτης; καὶ τί τιμιώτερον τῆς ἰδέας ταύτης, τῆς πλήρους ἀποκεντρώσεως τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας; Ἂν πρόκηται, Κύριοι, νὰ συζητήσωμεν τὰς ἰδέας τῆς ἀποκεντρώσεως κατὰ θεωρίαν, δὲν ὑπάρχει κἀνεὶς, ὁ μὴ φρονῶν, ὅτι τὸ ἰδανικὸν τῆς διοικήσεως ἐν τούτῳ ἔγκειται, ἐν τῇ ἰδέᾳ τῆς ἀποκεντρώσεως τῆς διοικήσεως. Ἀλλὰ καὶ αἱ ὡραιότεραι ἰδέαι γνωρίζομεν ὅτι, ὡς ἐκ τῶν εἰδικῶν ἐνίοτε περιστάσεων, αἱ ὁποῖαι συνοδεύουσι τὰ Κράτη, εἶναι αἱ χείρισται τῶν ἰδεῶν, ἐφαρμοζόμεναι εἰς τὰ Κράτη ταῦτα· καὶ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην θεωρῶ, ὅτι εὑρίσκεται τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀσχολούμενος κατὰ τὸν παρελθόντα αὐτοῦ βίον, εὐτυχῶς δι’ αὐτὸν, εἰς ἄλλα θέματα, δὲν εἶχε τὸν καιρὸν νὰ γνωρίσῃ ἐκ τοῦ πλησίον τὰ πρόσωπα, εἰς τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ μεταδώσῃ τὴν ὑψίστην τῶν ἐξουσιῶν. Ἂν ἐγνώριζε ταῦτα, εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν ἤθελεν ἀποτολμήσει νὰ εἰσαγάγῃ ἐνώπιον τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς τοιοῦτον νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον, μετὰ πεποιθήσεως φρονῶ, πολὺ ταχέως θὰ προκαλέσῃ τὰς οἰμωγὰς καὶ τὰ δάκρυα τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας. Ἔχομεν ἀναθέσει εἰς αὐτοὺς, δυνάμει τῶν κειμένων νόμων, τὸ δικαίωμα τῆς ἀπολύσεως τῶν ἰσοβίων δικαστῶν· καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν πάντων ὑμῶν, ἵνα βεβαιώσητε, πῶς, καὶ ἅπαξ μόνον κληθέντες νὰ ἐνασκήσωσι τὸ δικαίωμα τοῦτο, κατὰ τίνα τρόπον ἐνήσκησαν αὐτό. Προέβησαν εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ ἐντιμοτέρου καὶ τοῦ μᾶλλον φιλέργου τῶν δικαστῶν, ἐνῷ πληθὺς δικαστῶν, ἀμαθῶν ἀφ’ ἑνὸς, φυγοπόνων ἀφ’ ἑτέρου, καταμαστίζουσι τὴν κοινωνίαν ἡμῶν, καὶ οὐδεμία ἐλήφθη περὶ αὐτῶν πρόνοια, ὅπως ἀπαλλαχθῇ τὸ Κράτος ἐκ τῆς ἰσοβίου δράσεως αὐτῶν...
§109ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ποῖον δικαστὴν ὑπαινίττεσθε, κύριε συνάδελφε;
§110ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὸν δικαστὴν, τὸν ὁποῖον πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, τῇ ἀποφάσει τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀπέλυσεν ὁ κ. Φιλάρετος, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἢ ὁ κύριος Σιμόπουλος, τὸν δικαστὴν κ. Βοβολίνην. Ἅπαξ λοιπὸν ἐκλήθησαν νὰ ἐκπληρώσωσι καθῆκον, καὶ νὰ ἐξασκήσωσι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον χορηγεῖ εἰς αὐτοὺς ὁ νόμος, καὶ ἴδετε κατὰ τίνα τρόπον τὸ ἐξήσκησαν. Διότι δὲν μετέβη ὁ δικαστὴς ἐγκαίρως εἰς τὴν θέσιν του ἅπαξ ἢ δὶς, ἐνῷ περιφέρονται ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους οἱ δικασταὶ τοῦ Κράτους ἀνὰ τὰς Ἀθήνας, προέβη εἰς τὴν γνωμοδότησιν, ὅπως ἀπολυθῇ, ἐπαναλαμβάνω, ὁ μᾶλλον φίλεργος ὁ μᾶλλον ἱκανὸς καὶ ὁ ἐντιμότατος τῶν δικαστῶν τοῦ Κράτους. Ἰδοὺ μία πρᾶξις αὐτοδιοικήσεως. Ποῖον ὑπῆρξε τὸ ἀποτέλεσμα; Ὅτι ἡ ἰδία ἡ ἐξουσία ἡ δικαστικὴ ἐστερήθη ἐπὶ βλάβῃ τῆς δικαιοσύνης δικαστοῦ, ὃν ἀμφιβάλλω, ἂν θὰ δυνηθῇ ν’ ἀντικαταστήσῃ. Δώσατε εἰς αὐτοὺς τὰ δικαιώματα, ἵνα ἀποφασίσωσι περὶ τῆς τύχης τῶν συναδέλφων αὐτῶν ἐν γένει, εἴτε περὶ τῆς προαγωγῆς αὐτῶν, εἴτε περὶ τῆς μεταθέσεως αὐτῶν, εἴτε περὶ τοῦ διορισμοῦ αὐτῶν, καὶ βεβαιώθητε, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου θέλετε μεταβάλει τὰ δικαστήρια εἰς πολιτικὴν παλαίστραν, ἐντὸς τῆς ὁποίας θέλουσι διαχύνεσθαι τὰ ἀγριώτερα πάθη, καὶ θέλετε ἴδει διῃρημένα τὰ δικαστήρια εἰς δύο στρατόπεδα· περιμένετε δὲ μετὰ τοιαύτην κατάστασιν δικαιοσύνην παρ’ αὐτῶν! Καὶ ἂν μέχρι τοῦ σημείου τούτου ἰσχύσῃ ἡ πολιτικὴ εἰς τὰ δικαστήρια, ἂν δὲν ὑπάρχῃ ὁ φόβος, ὅστις συγκρατεῖ τούτους σήμερον, τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων, ἐν μέλλοντι χρόνῳ ποῖον θὰ ἦναι τὸ ἀποτέλεσμα; σᾶς ἐρωτῶ. Πάντες ὑμεῖς, οἱ φρονοῦντες τὰ ἀντίθετα ἐκείνων, θέλετε τεθῆ ἐκτὸς τῶν νόμων, καὶ θέλετε ἴδει τὴν περιουσίαν ὑμῶν ἀφανιζομένην, τὴν προσωπικὴν ὑμῶν ἐλευθερίαν περιοριζομένην, τὴν τιμὴν ὑμῶν ἐῤῥιμμένην εἰς τὰς ὁδούς. Ναί! Ἂν εἴχομεν ἀφορμὰς νὰ πιστεύωμεν, ὅτι καθ’ ὅλου τὸ ποιὸν τῶν ἡμετέρων δικαστῶν εἶναι ὁποῖον πιθανὸν ἐν προσεχεῖ μέλλοντι νὰ γείνῃ, ἂν δὲν ἐγνωρίζομεν, ὅτι μέχρι κορυφῆς εἰσὶ βεβυθισμένοι πάντες οἱ Ἕλληνες, εἴτε διοικητικοὶ, εἴτε δικαστικοὶ ὑπάλληλοι εἶναι, εἴτε ἰδιῶται, ἐντὸς τοῦ βορβόρου τῶν πολιτικῶν παθῶν, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι ἠδύναντο τὴν ἐξουσίαν ταύτην νὰ τὴν διαχειρισθῶσι πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ὅταν περὶ τοῦ ἐναντίου πάντες ἤμεθα πεπεισμένοι, πῶς εἶναι δυνατὸν, Κύριοι, νὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς αὐτοὺς ἐξουσίαν, ἥτις θέλει μεταβάλει αὐτοὺς ἀπὸ δικαστῶν εἰς διοικητικοὺς φατριαστὰς ὑπαλλήλους, καὶ θέλει ἐπιβάλλει ἑκάστοτε εἰς αὐτοὺς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἰδίων αὐτῶν συμφερόντων ἢ τῶν συμφερόντων τῶν συγγενῶν καὶ τῶν φίλων αὐτῶν; Τίνας ἐλπίδας δύνασθε νὰ ἔχητε σήμερον παρὰ ἐφετῶν, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ γνωμοδοτήσωσι περὶ τῶν συναδέλφων αὐτῶν πρωτοδικῶν, μετὰ τῶν ὁποίων τυχὸν συνεξετάσθησαν καὶ τῶν ὁποίων ἴσως ὑπολείπονται κατὰ τὴν ἐπιστημονικὴν ἀξίαν; Ποίαν ἐλπίδα ἔχετε, ὅτι, καλούμενοι νὰ γνωμοδοτήσωσι περὶ τῆς ἱκανότητος ἐκείνων, ἐν μυστικῇ μάλιστα συνεδριάσει, θέλουσι γνωμοδοτήσει ὑπὲρ τοῦ ἱκανοῦ, ἵνα θέσωσι παρὰ τὸ πλευρὸν αὐτῶν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος μέλλει νὰ τοὺς ἐπισκιάσῃ; Πάντα, τὸν ὁποῖον ἤθελον θεωρήσει ἱκανὸν, θέλουσι καταψηφίσει, ἵνα μὴ, ἐρχόμενος παρὰ τὸ πλευρόν των, ἐπισκιάσῃ αὐτοὺς ἢ τὴν μέλλουσαν παραγωγὴν αὐτῶν, καὶ θέλετε βλέπει νὰ λαμβάνῃ ψήφους λευκὰς ὁ ἀνίκανος πρωτοδίκης, ὁ διακεκριμένος δὲ ἰσοβίως μέλλει νὰ ἦναι καταδεδικασμένος, ἵνα παραμένῃ εἰς τὴν θέσιν τοῦ πρωτοδίκου. Τοῦτ’ αὐτὸ μέλλει νὰ συμβῇ καὶ ὡς πρὸς τοὺς ἀρεοπαγίτας, ὅταν καλῶνται οὗτοι ν’ ἀποφασίσωσι περὶ τῶν ἐφετῶν. Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων, Κύριοι, ἀντετάχθην ἐν τῇ ἐπιτροπῇ κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου· ἀλλ’ ὅτε εἶδον, ὅτι ἡ γνώμη μου δὲν δύναται νὰ κατισχύσῃ, δὲν ἐθεώρησα καλὸν οὔτε ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς νὰ τὴν ὑποστηρίξω. Ἐθεώρησα ὅμως ἀναπόφευκτον, ἵνα ἐμμείνω εἰς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν διετύπωσα, περὶ τῆς μεταβολῆς τῆς διατάξεως ταύτης, τῆς ἀφορώσης εἰς τὴν διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας γνωμοδότησιν, διότι τοῦτο τὸ σημεῖον, Κύριοι, θεωρῶ ὡς τὸ δυνάμενον νὰ συνεπιφέρῃ τὰ μεγαλείτερα τῶν κακῶν εἰς τὴν Δικαιοσύνην. Καὶ τίνες νομίζετε, ὅτι ὑπῆρξαν οἱ λόγοι καὶ τὰ ἐπιχειρήματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουσι τὴν αὐτοδιοίκησιν ταύτην ἐν τῇ Δικαιοσύνῃ; Ἔλεγον ἆρά γε πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ἐν Ἑλλάδι εἶναι συμφέρον νὰ παραδώσωμεν τὴν διοίκησιν τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὰ δικαστήρια, διότι οὕτω θέλει ἀνυψωθῆ τὸ φρόνημα τῶν δικαστῶν; Οὐχί. Ἀλλὰ τί ἔλεγον, ἀντιτασσόμενοι πρὸς τὴν γνώμην ἡμῶν; Ἔλεγον, ὅτι πάντα τὰ παραπτώματα αὐτῶν οἱ κύριοι δικασταὶ, ὅταν καλῶνται νὰ δικαιολογηθῶσιν, ἀποδίδουσιν εἰς τὴν ἐπίδρασιν τῆς πολιτικῆς, ἡ ὁποία δὲν ἐπιτρέπει εἰς αὐτοὺς νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκον αὑτῶν. Πρέπει, ἔλεγον οἱ συνάδελφοι, διὰ νὰ καταδείξωμεν τὸ ἀνυπόστατον καὶ ἀνύπαρκτον τοῦ ἐπιχειρήματος τούτου, καὶ ν’ ἀπαλλάξωμεν τὴν πολιτικὴν τῆς μομφῆς ταύτης, νὰ δώσωμεν εἰς αὐτοὺς τοὺς ἰδίους τὸ δικαίωμα νὰ διαχειρίζωνται τὰ τῆς Δικαιοσύνης μόνοι των, ἵνα καταδειχθῇ, ὅτι εἰσὶν ἀνίκανοι, καὶ ἵνα πεισθῇ ἡ κοινωνία, ὅτι ἡ πολιτικὴ δὲν ἔπταισέ ποτε, ἀλλ’ ὅτι τὸ νόσημα ὑπάρχει μεταξὺ αὐτῶν τῶν κυρίων. Ἀλλὰ πρὸς Θεοῦ! εἶναι τοῦτο λόγος, ἵνα ἡμεῖς νομοθετοῦντες ὁδηγώμεθα ἐκ τοιαύτης—ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις— μοχθηρίας πρὸς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, τὴν ἀποδίδουσαν εἰς ἄλλους τὰ ἴδια αὐτῆς ἐλαττώματα; Εἶναι τοῦτο λόγος, ἵνα προβῶμεν εἰς νομοθέτησιν τοιούτων διατάξεων, ἁπλῶς καὶ μόνον, ἵνα ἱκανοποιήσωμεν τὴν μοχθηρίαν ἡμῶν κατ’ ἐκείνων; Ποτὲ δὲν ἐπιτρέπεται ὁ νομοθετῶν νὰ ὁδηγῆται εἰς τὰς ἀποφάσεις του ἐκ τοιούτων σκέψεων. Ἐὰν τοιαύτη ἦναι ἡ πεποίθησις ἡμῶν, πρέπει διὰ παντὸς ἄλλου τρόπου νὰ προσπαθήσωμεν νὰ θεραπεύσωμεν τὸ κακὸν, ἀλλὰ δὲν ἁρμόζει εἰς ἡμᾶς νὰ ἐπιτρέψωμεν, ἵνα τὸ κακὸν εἰσχωρήσῃ ἐκεῖ, ἀφ’ ὅπου δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν πλέον νὰ ἐξέλθῃ, μόνον διὰ νὰ καταδειχθῇ, ὅτι δὲν ἐπταίσαμεν ἡμεῖς διὰ τὴν κατάστασιν ταύτην τῆς Δικαιοσύνης. Μετὰ τοιαῦτα ἐπιχειρήματα, δι’ ὧν ἐπεζήτησαν νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν ἀρχὴν, ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἐὰν ἦναι δυνατὸν, νὰ ἀποδεχθῇ τις τὴν ἀρχὴν, τὴν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγραφομένην. Εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφισβητήσεως, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς Δικαιοσύνης ἐπιβάλλει εἰς πᾶσαν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, νὰ λάβωσι μέτρα σύντονα περὶ τῆς θεραπείας τοῦ κακοῦ, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς οὐδένα, ὑπὸ κακῶς ἐννοουμένου ἐγωϊσμοῦ ἐλαυνόμενον, νὰ παράσχῃ εἰς τὰ μέλη τοῦ δικαστικοῦ σώματος τοιαῦτα δικαιώματα, ὧν κρίνονται καὶ ὑπ’ ἐκείνων, οἵτινες θέλουσι νὰ παραδώσωσιν εἰς αὐτοὺς τὰ δικαιώματα ταῦτα, ἀνάξιοι, νὰ καταῤῥίψωσι δ’ οὕτω τὸ γόητρον τῆς Δικαιοσύνης μέχρι τοῦ σημείου, ἀπὸ τοῦ ὁποίου μόνον πλήρης ἀναδιοργάνωσις ἐξ ἀρχῆς δύναται νὰ μᾶς ἀπομακρύνῃ. Καὶ ταῦτα μὲν ὅσον ἀφορᾷ τὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἥτις ἀρχή, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ κεφαλαίου περὶ τοῦ τρόπου τῆς μεταθέσεως τῶν δικαστῶν, περιωρίσθη μόνον εἰς τὸ ζήτημα τοῦ διορισμοῦ καὶ τὸ τῆς προαγωγῆς. Καὶ μολονότι τὸ κακὸν περιωρίσθη ἕως ἐδῶ, εἶμαι βέβαιος, ὅτι καὶ πάλιν ταχέως θὰ μετανοήσῃ καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλή, ἀλλὰ τέλος πάντων τὸ κακὸν δὲν θέλει εἶσθαι μέγα· ἐὰν ὅμως ἐπιμείνῃ ἡ Βουλὴ ἐν τῇ διατάξει τοῦ ἄρθρου 7, τῆς διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας γνωμοδοτήσεως πρὸς προβιβασμὸν ἢ πρὸς διορισμὸν ἰσοβίου δικαστοῦ, τὸ κακὸν θὰ ἦναι ἀθεράπευτον. Καὶ τίς εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν τὸ νομοσχέδιον ἀξιοῖ τὴν μυστικὴν ψηφοφορίαν; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἠθέλησε νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ τὸν λόγον· εἶπε μόνον, ὅτι, ὅταν πρόκηται νὰ κρίνῃ ὁ δικαστὴς περὶ προσωπικοῦ ζητήματος, πρέπει διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τούτου· διότι, ἐὰν καλέσητε αὐτὸν, ὅπως ἀποφανθῇ ἐν φανερᾷ ψηφοφορίᾳ, θὰ γνωμοδοτῇ ὑπὲρ πάντων, περὶ ὧν θέλει ἐρωτᾶσθαι. Ἐν τῷ ἐπιχειρήματι τούτῳ ὁ κ. Ὑπουργὸς καταῤῥίπτει ῥιζικῶς τὴν ὀρθότητα τῆς ἰδέας αὐτοῦ περὶ αὐτοδιοικήσεως τῶν δικαστηρίων· διότι ἀνθρώπους, οὓς ἀναγνωρίζει ὡς στερουμένους τοῦ σθένους, ἵνα ὑποστηρίξωσι τὴν γνώμην αὑτῶν ἐν τῷ φανερῷ, ὀφείλει ἀναγκαίως νὰ θεωρῇ ἀναξίους, ὅπως παρασχεθῶσιν αὐτοῖς δικαιώματα, ὁποῖα παρέχει εἰς αὐτοὺς τὸ νομοσχέδιον. Ἐὰν νομίζητε αὐτοὺς ἀνικάνους ν’ ἀντισταθῶσιν εἰς τὰς πιέσεις τῶν συγγενῶν καὶ τῶν φίλων αὐτῶν, ἵνα δηλώσωσιν ἐν τῷ φανερῷ τὴν γνώμην αὑτῶν, πῶς χορηγεῖτε εἰς αὐτοὺς δικαιώματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχῃ μόνον ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δύναται μετὰ τοῦ σθένους, τὸ ὁποῖον ἐμπρέπει εἰς ἐλεύθερον πολίτην, νὰ ἐνασκῇ, ἐκφράζων ἐλευθέρως καὶ ἄνευ ἐνδοιασμοῦ δημοσίᾳ τὴν γνώμην αὐτοῦ; Ἀλλὰ τέλος πάντων ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὁποίου εἴδους δημοσιότητα ἐννοοῦμεν ἡμεῖς, οἱ καταπολεμοῦντες τὴν μυστικότητα; Ἐννοοῦμεν ἆρά γε, ὅτι ἡ γνώμη τῶν κυρίων δικαστῶν δέον νὰ συζητῆται ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει; Οὐχί. Ἡμεῖς δὲν ἐννοοῦμεν τοιαύτην δημοσιότητα. Δὲν πρόκειται περὶ τοιαύτης δημοσιότητος, ὡς ὀρθῶς ἀνέπτυξεν ὁ ἐκ Ναυπλίας ἀξιότιμος συνάδελφος. Ἡμεῖς ἐννοοῦμεν, ὅπως ἡ δημοσιότης τῆς γνώμης περιορίζηται ἐντὸς τοῦ στενοῦ κύκλου τοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ κατὰ τρόπον, ὥστε ἑκάστου ἡ γνώμη, γνωστὴ πρὸς τὰ ἄλλα μέλη γιγνομένη, νὰ ἦναι τὸ πόρισμα τῆς συσκέψεως μεταξὺ τῶν συναδέλφων αὐτοῦ. Καὶ τὸ νομοσχέδιον σᾶς λέγει, ὅτι ὁ ἄνθρωπος, εἰς τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐμπιστευθῶσι τὴν τύχην τῆς δικαιοσύνης, δὲν ἔχει τὸ θάῤῥος, οὔτε συζητῶν μετὰ τῶν συναδέλφων του, νὰ λέγῃ τὰ σῦκα σῦκα καὶ τὴν σκάφην σκάφην· καὶ ἐνῷ τοιοῦτον παριστᾷ τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν, χορηγεῖ εἰς αὐτὸν τὰ δικαιώματα ν’ ἀποφασίζῃ περὶ τῆς τύχης καὶ τοῦ μέλλοντος ἐκείνου, ὁ ὁποῖος καλεῖται νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν δικαιοσύνην τῆς πατρίδος μας! Καὶ δὲν ἀναλογίζεσθε, ὅτι τοὐλάχιστον μεταξὺ τῶν συναδέλφων του ὁ μέλλων νὰ ψηφοφορήσῃ δὲν θὰ ἔχῃ ποτὲ τὸ θάῤῥος ἢ τὴν ἀναισχυντίαν νὰ ὑποστηρίξῃ τὸν ἀνίκανον ὡς ἱκανὸν, καὶ νὰ ζητήσῃ ὑπὲρ αὐτοῦ τὴν ψῆφον τῶν συναδέλφων του, διότι θὰ ἀκούσῃ μιᾷ φωνῇ πάντας λέγοντας: «Ἡμεῖς δὲν ἐξερχόμεθα τῆς αἰθούσης ταύτης μετὰ τοιαύτην ψηφοφορίαν, ἡ ὁποία θὰ στιγματίσῃ ἡμᾶς ἐνώπιον τῆς κοινωνίας»! Καὶ δὲν ἀναλογίζεσθε τὸ κακὸν, ὅταν πρόκηται νὰ ῥίψῃ τὸ σφαιρίδιον εἰς τὴν κάλπην μυστικῶς, ὅτι, ἐλαυνόμενος ὑπὸ οἱωνδήποτε συμφερόντων, δύναται νὰ ψηφοφορήσῃ ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς, ἀνικάνου ὄντος, νὰ καταψηφίσῃ δὲ τὸν ἕτερον, ἱκανόν! Οὕτω δὲ ἐντὸς ὀλίγου χρόνου θέλετε ἴδει εἰσερχόμενα εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν ὡρισμένων συγγενειῶν πρόσωπα, καθιστῶντες τὴν δικαιοσύνην θεραπαινίδα κληρονομικῶν δικαιωμάτων, ἀποδιώκουσαν πᾶν εὐγενὲς μέλος τῆς κοινωνίας ἡμῶν χάριν ὡρισμένου κύκλου ἀνθρώπων. Τίς εἶναι ἡ πεποίθησις, ὅτι πρόσωπον ὁμολογουμένως ἱκανὸν, μὴ συνδεόμενον διὰ δεσμῶν συγγενικῶν, ἢ διὰ φιλίας, πρὸς τοὺς μέλλοντας νὰ κρίνωσι περὶ αὐτοῦ, προσερχόμενον καὶ ζητοῦν τὴν ψῆφον αὐτῶν, ὅτι θὰ κριθῇ εὐσυνειδήτως, ἐὰν μάλιστα συμβῇ μετ’ αὐτοῦ νὰ ἦναι συνυποψήφιον πρόσωπον, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἐξεγείρεται ἐκ διαφόρων ἐλατηρίων τὸ ἐνδιαφέρον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ψηφοφορήσωσι; Καὶ εἰς ποίαν συνταγματικὴν Πολιτείαν εὑρίσκετε, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ διοίκησις οἱουδήποτε κλάδου ἄνευ διακεκριμένης εὐθύνης; Πάντες, ὑπὸ τὸν πέπλον τῆς μυστικότητος, θὰ ἰσχυρίζωνται, ὅτι αὐτοὶ εἰσὶν ἀνεύθυνοι, καὶ θὰ ἐπιῤῥίπτωσι τὴν εὐθύνην ὁ εἷς εἰς τὸν ἄλλον, ἡ Πολιτεία δὲ, ἢ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἢ οἱαδήποτε ἁρμοδία ἐξουσία, δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐξεύρῃ τὸν ὑπεύθυνον, ἵνα ζητήσῃ λόγον τῆς ἀδικίας, ἡ ὁποία ἐγένετο πρὸς ὡρισμένον πρόσωπον ἐπὶ βλάβῃ τῶν συμφερόντων τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς Πολιτείας.
§111ΡΑΛΛΗΣ. Πῶς θὰ ἐξεύρητε τὸν ὑπεύθυνον, ὅταν ἀποφασίζωσιν ἐν συμβουλίῳ;
§112ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θὰ ἔχω τὴν αἰτιολογίαν· ὅταν δὲ ἔχω τὴν αἰτιολογίαν, ἔχω τὸν ὑπεύθυνον, ἔχω πάντας ἐκείνους ὑπευθύνους, οἱ ὁποῖοι δι’ ὡρισμένης αἰτιολογίας ἀπέῤῥιψαν τὸν ἱκανὸν ἢ ἐδέχθησαν τὸν ἀνίκανον. Ἠκούσατε τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Πατρῶν· ἐπὶ προσωπικῶν ζητημάτων, σᾶς ἔλεγε, πρόκειται νὰ κριθῇ ἡ εὐθύτης τοῦ προσώπου, ἡ κοσμιότης αὐτοῦ· πρόκειται νὰ κριθῶσι προσόντα, τὰ ὁποῖα ἀνάγονται μόνον εἰς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ κρίνοντος, ἡ ἐκτίμησις δὲ αὕτη πρέπει νὰ ἦναι ἀπεριόριστος, καὶ πρέπει, ἐναντίον ὅλων τῶν πολιτειακῶν ἀρχῶν, νὰ ἐκδηλωθῇ ἡ ἐκτίμησις αὕτη διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας. Ἀλλὰ μυστικὴν ψηφοφορίαν ἡ Πολιτεία ἡμῶν καθιέρωσε διὰ τοὺς ἐκλογικοὺς συλλόγους· καὶ ὁ λόγος εἶναι εὐνόητος: ἵνα ἀποφύγῃ τὰς πιέσεις τῆς ἐξουσίας, τὰς πιέσεις αὐτῶν τούτων τῶν ἐνδιαφερομένων· διότι πρόκειται περὶ ἐκλογέων, οἱ ὁποῖοι ἐκ διαφόρων ἐλατηρίων δύνανται νὰ καταπιεσθῶσι. Δὲν καθιέρωσε τὴν μυστικὴν ψηφοφορίαν ὁ νομοθέτης, οὐδ’ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐνόρκων, διότι ἐπεδίωξεν, ἵνα διὰ τῆς φανερᾶς ψηφοφορίας καταστήσῃ τὴν ψῆφον αὐτῶν ψῆφον εἰλικρινῆ, ψῆφον, ἡ ὁποία δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτραπῇ εἰς ἄνθρωπον εὐσυνείδητον, ὅπως δοθῇ παρὰ συνείδησιν, ἄνευ τοῦ ἐρυθήματος, τὸ ὁποῖον προκαλεῖ ἡ αἰδώς. Ἀλλ’ ἡ ψῆφος ἡ μυστικὴ, ὡς εἶπον καὶ προχθὲς, παραλαβὼν παρ’ ἀξιοτίμου συναδέλφου τὴν φράσιν, εἶναι ψῆφος ἄνευ αἰδοῦς, καὶ ἡ ἄνευ αἰδοῦς ψῆφος εἶναι ψῆφος μὴ εἰλικρινὴς, εἶναι ψῆφος ἄδικος. Δὲν νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιμείνω ἐπὶ μακρὸν ἀγωνιζόμενος ὑπὲρ τῆς ἰδέας ταύτης. Ἐγὼ χθὲς ἀπέσυρα τὴν τροπολογίαν μου, ἠναγκάσθην δὲ σήμερον νὰ ὁμιλήσω, διότι ἕτερος ἀξιότιμος συνάδελφος ὑπέβαλεν ὁμοίαν τροπολογίαν. Γνωρίζω τὴν τύχην καὶ ταύτης, ὡς ἐγνώρισα τὴν τύχην καὶ τῆς ἰδικῆς μου. Ἀλλ’ ἀφοῦ προκαλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ ψηφοφορήσῃ, εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ ἐκθέσω τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων μετὰ τόσης θέρμης ὑπεστήριξα, ὅτι πρέπει νὰ ἀντικατασταθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἡ φράσις «διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας» διὰ τῆς φράσεως «δι’ ἠτιολογημένης ἐκθέσεως». Ἤδη ἐναπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ.
§113ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἠκολούθησα μετὰ πολλῆς προσοχῆς τὰς ἀγορεύσεις τῶν δύο ἀξιοτίμων συναδέλφων ἐκ Ναυπλίας καὶ ἐκ Λεβαδείας, ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι δὲν μὲ ἔπεισαν, μεθ’ ὅλην τὴν εὔγλωττον δημηγορίαν των ὑπὲρ τῆς φανερᾶς ψηφοφορίας, δὲν μὲ ἔπεισαν δὲ, διότι μετεχειρίσθησαν τοιαύτας ὑπερβολὰς, ὥστε, καὶ τὸ ἑκατοστὸν ἐὰν ἦτο ἀληθὲς, ἔπρεπεν ἡ κοινωνία αὕτη νὰ μὴ ὑπάρχῃ. Ὀφείλω ὅμως νὰ κάμω μίαν ἐπιφύλαξιν ὡς πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν Ναυπλίας. Ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς Ναυπλίας δὲν συμμερίζεται τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λεβαδείας ὡς πρὸς τὴν κατάστασιν τῶν δικαστηρίων ἡμῶν· τοὐλάχιστον αἱ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν ἀγορεύσεις του ἀπέδειξαν τὴν πλήρη πεποίθησιν αὐτοῦ ἐπὶ τὰ δικαστήρια ἡμῶν. Ἐγὼ δὲν ἔχω τοιαύτην πεποίθησιν, ἐν τούτοις δὲν δύναμαι νὰ παρίδω τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐκλονίσθη παρ’ ἡμῖν ἡ πεποίθησις ἐπὶ τὰ δικαστήρια. Παρεστήθησαν πρὸ ὀλίγου διὰ τῶν ἀποσιωπητικῶν καὶ δι’ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν, οἱ δικασταὶ ἡμῶν ὡς ἀληθεῖς λωποδύται. Ἀλλὰ τὴν εὐθύνην τοιαύτης καταστάσεως τίς φέρει; Βεβαίως ἡ πολιτικὴ, ἡ ὁποία προσεπάθησε διὰ παντὸς τρόπου νὰ καταστήσῃ ὑποχείρια τὰ δικαστήρια. Τί δὲ ζητεῖται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου; Ζητεῖται ἀκριβῶς ἡ χειραφέτησις τῆς δικαιοσύνης ἀπὸ τῆς πολιτικῆς. Δυστυχῶς — καὶ δὲν γνωρίζω διατὶ — ὑπεχώρησεν ἐν μέρει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, παραιτηθεὶς δύο διατάξεων, τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὴν μετάθεσιν τῶν δικαστῶν, ἐκ τοῦ ὑποβληθέντος παρ’ αὐτοῦ νομοσχεδίου, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι, μεθ’ ὅλας τὰς προσπαθείας, τὰς ὁποίας καταβάλλει, πάλιν κολοβὴ θὰ ὑπάρξῃ ἡ δικαιοσύνη. Ἐὰν εἴχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι οἱ δικασταὶ ἡμῶν εἶναι οἷοι περιεγράφησαν ἀπὸ τοῦ βήματος, ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι καὶ ἡ κοινωνία ἡμῶν εἶναι ὁμοία αὐτῶν, κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν. Δὲν γνωρίζω διατὶ ἡμεῖς ἀντιποιούμεθα ἐνταῦθα τὸ βραβεῖον τῆς ἀρετῆς, καταδικάζοντες ἐλαφρᾷ τῇ συνειδήσει πάντας ἐκείνους, εἰς χεῖρας τῶν ὁποίων εἶναι ἐμπεπιστευμένα τὰ πολυτιμότερα τοῦ πολίτου συμφέροντα παρὰ τῆς Πολιτείας. Ἐὰν ἀληθὴς ἦναι ἡ εἰκὼν, οἷα ἐζωγραφήθη πρὸ ὀλίγου, περὶ τῶν δικαστῶν ἡμῶν, τί τὴν θέλετε τὴν φανερὰν ψηφοφορίαν, καὶ τίς ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς φανερᾶς καὶ τῆς μυστικῆς; Θὰ πρόκηται πάντοτε περὶ συμμορίας, ἡ ὁποία θὰ ἔρχηται εἰς συνεννόησιν, ὅταν πρόκηται νὰ διανείμῃ τὰ λάφυρα τῆς ἐξουσίας ὑπὲρ φίλων καὶ συγγενῶν, εἴτε φανερὰ εἶναι ἡ ψηφοφορία, εἴτε μυστική. Ἐγὼ ὅμως, καίτοι κατακρίνω τὴν κατάστασιν τῆς δικαιοσύνης ἡμῶν, καίτοι κατακρίνω αὐτὴν κατὰ τὸ παρελθὸν, ὅπως καὶ νῦν, δὲν νομίζω, ὅτι ἡ κατάστασις εἶναι τοιαύτη. Μέμφομαι δὲ τῆς δικαιοσύνης, διότι κατέστη ὄργανον τῆς πολιτικῆς, καὶ καθ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν χειραφετήσω ἀπὸ τῆς πολιτικῆς, θέλω τὸ πράξει ἐκθύμως. Διὰ τῆς διατάξεως, διὰ τῆς ὁποίας μετατίθεται τὸ δικαίωμα τῆς προαγωγῆς τῶν δικαστῶν ἀπὸ τῶν χειρῶν τῆς Διοικήσεως εἰς τὰς χεῖρας τῶν Συμβουλίων, ἐπέρχεται ἡ χειραφέτησις αὕτη; Ἐδῶ κεῖται τὸ ζήτημα. Ἀναμφισβητήτως, Κύριοι, εἶναι μία πρόοδος, εἶναι ἓν βῆμα πρὸς τὰ πρόσω, μόνον δὲ ἐν κοινωνίᾳ, οἷα ἡ ἰδική μας, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἰσοβιότης κολοβὴ, ὁποία εἶναι παρ’ ἡμῖν, ὅτι δύναται ὁ συνταγματικὸς χάρτης νὰ ἀναγράφῃ τὴν ἰσοβιότητα, καὶ ἐν τούτοις ἡμεῖς νὰ τὴν καταργῶμεν διὰ μεταθέσεων ἀσυστόλων καὶ ἀσυνειδήτων, καὶ διὰ προβιβασμῶν μᾶλλον ἀσυστόλων καὶ μᾶλλον ἀσυνειδήτων. Ἡ ἰσοβιότης καὶ τὸ ἀμετάθετον εἶναι δύο ἀδιάσπαστα, οὔτε διοικεῖται ὁ κλάδος ὁ δικαστικὸς διὰ τῶν μεταθέσεων καὶ διὰ τῶν προβιβασμῶν· διοικεῖται διὰ τῆς ἐνασκήσεως τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας, καὶ ἐκεῖνος, ὅστις θέλει ἀληθῶς νὰ θέσῃ τὸν ἀκρογωνιαῖον λίθον δικαιοσύνης πραγματικῆς, δικαιοσύνης ἀμερολήπτου, πρὸς τὴν ὁποίαν νὰ δύναται μετὰ πεποιθήσεως ν’ ἀποβλέπῃ ἡ χώρα, πρέπει πρὸ παντὸς νὰ καταστήσῃ ἐπὶ τὰ δικαστήρια πειθαρχικὴν ἐξουσίαν δρῶσαν, ἀμείλικτον, ἀλλὰ καὶ ἀμερόληπτον. Καὶ ἂν ἤμεθα πεπεισμένοι, ὅτι πάντα, ὅσα λέγομεν περὶ τῆς δικαιοσύνης, ὀφείλονται εἰς τὴν παρέμβασιν τῆς πολιτικῆς, ἀφοῦ δεχόμεθα κατ’ ἀρχὴν, τὸ δικαίωμα τῆς μεταθέσεως, τοῦ διορισμοῦ καὶ τῆς προαγωγῆς ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τῶν χειρῶν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, δὲν ὀφείλομεν, τὸ δικαίωμα αὐτὸ, παραδίδοντες εἰς τὰ Συμβούλια, νὰ προσπαθήσωμεν, ὅπως ἐνασκηθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν ἀμεροληπτότερον; Τὴν κοινωνίαν ἡμῶν τὴν γνωρίζομεν. Διὰ τῆς ἀπειλῆς τῆς μεταθέσεως τί θὰ γείνῃ; Αἱ ἐπιδράσεις, αἱ ὁποῖαι περιεστοίχουν τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἐπέβαλλον εἰς αὐτὸν τὴν ἐπὶ τούτου γνώμην, θέλουσιν ἀναγκαίως μεταδοθῆ εἰς τὸ Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον θέλει γνωμοδοτήσει. Διὰ νὰ ἦναι δὲ δυνατὸν αἱ ἐπιδράσεις αὗται νὰ μὴ τελεσφορῶσι, πρέπει νὰ ὁπλίσωμεν κατ’ αὐτῶν τὸν δικαστήν· τὸν ὁπλίζομεν δὲ, ὅταν τῷ χορηγῶμεν τὸ δικαίωμα ν’ ἀποφαίνηται περὶ τῆς ἀξίας καὶ περὶ τοῦ διορισμοῦ καὶ τῆς προαγωγῆς τοῦ δεῖνα ἢ δεῖνα ὑποψηφίου. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος, ἐξ οὗ ὡρμήθη ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου. Τὴν δυνητικότητα ἐπὶ τοιούτων προτάσεων ἠθέλησεν ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου νὰ καταστήσῃ ἐντελῶς χειράφετον ἀπὸ πάσης ἐπιδράσεως ἐξωτερικῆς. Δὲν θεωρῶ δὲ τοὺς δικαστὰς ἡμῶν τοσοῦτον εὐτελεῖς, ὥστε νὰ φοβῶνται, μὴ ὁ ἱκανὸς, ὁ παρ’ αὐτῶν ψηφιζόμενος, καταστῇ μετ’ ὀλίγον ἐπίφοβος ἀνταγωνιστής· διότι, ἐὰν δὲν ἔχωσι προσόντα νὰ συναγωνισθῶσι πρὸς αὐτὸν, ἔχουσιν ὅμως ἓν προσὸν, τὸ προσὸν τῆς ἀρχαιότητος ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Ἀληθῶς εὔγλωττος τοὐλάχιστον καὶ ὡραία ἡ θεωρία τῶν ἀντιλεγόντων· ἀλλ’ ὄπισθεν ὅλων αὐτῶν τῶν θεωριῶν ἓν καὶ μόνον κρύπτεται, ἡ ἐπιθυμία ἡμῶν, ὅπως πάντοτε ἔχωμεν τὴν χεῖρα ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης.
§114ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐγὼ μὲν πάντοτε εἶχον ὑπόληψιν εἰς τὴν δικαιοσύνην τῆς πατρίδος μου, καὶ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο ζητῶ ν’ ἀναβιβάσω αὐτὴν εἰς τὴν περιωπὴν, ἐν ᾗ προσήκει νὰ ἵσταται, ἐν τῇ θέσει τοῦ μετὰ λόγου ἀποφαινομένου καὶ μετὰ παῤῥησίας λέγοντος. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ὅστις σήμερον προβάλλει δῆθεν ὑπερασπιστὴς τῆς Δικαιοσύνης, ἐνῷ μέχρι τῆς χθὲς ἐκραύγαζε καὶ ἐβόα κατ’ αὐτῆς καὶ κατὰ τῶν μελῶν αὐτῆς, ἔπρεπεν ἀντὶ τούτου νὰ μᾶς εἴπῃ, ποῖα ἔχει κατ’ αὐτῆς ὡρισμένα διδόμενα. Ποτὲ ὅμως δὲν ἐτόλμησε τοῦτο, διὰ λόγους εὐνοήτους.
§115ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ εἶπον, ὅτι τὴν Δικαιοσύνην τὴν διεφθείρατε σεῖς, καὶ τὸ λέγω καὶ σήμερον.
§116ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Σοὶ ἀπαντῶ· τὴν περὶ τῆς Δικαιοσύνης εὐθύνην δύνανται νὰ ἔχωσι κατ’ ἀναλογίαν ὅσοι διῴκησαν τὰ κατ’ αὐτὴν, εὐτυχῶς δὲ, ἢ δυστυχῶς, δὲν τὴν διῴκησα μέχρι τοῦδε, ἐνῷ σεῖς ἐπὶ διετίαν καὶ πλέον διῳκήσατε αὐτὴν, καὶ ἐπὶ τῆς διοικήσεώς σας ἐκείνης ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἔρευνα, ὁποίαν περὶ προσώπων ἐκάματε ἐκτίμησιν καὶ ποίαν περὶ δικαστηρίων ἐνέργειαν.
§117ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ καυχῶμαι, ὅτι τὴν ἐδιοίκησα, καὶ ἐσταμάτησα τὴν διαφθοράν.
§118ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὅσον εἶναι ἀόριστοι αἱ κατακρίσεις σας κατὰ τῆς Δικαιοσύνης, τόσον εἶναι καὶ αἱ καυχήσεις σας περὶ τοῦ ὅτι ἐσταματήσατε τὴν διαφθοράν, ὅπερ καθιστᾷ αὐτὰς ἀνεπιδέκτους ἐκτιμήσεως. Ἀρκεῖ ὑμῖν, νομίζω, τοῦτο. Ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν, παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἀντὶ τῶν ἀορίστων ἀποστροφῶν, ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν δεδικαιολογημένα ἐπιχειρήματα. Ἐγώ, ὡς εἶπον, εὖ φρονῶν περὶ τῆς Δικαιοσύνης, φρονῶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἴπωμεν διὰ τοῦ νόμου, ὅτι δὲν ἔχομεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν χαρακτῆρα τῶν δικαστῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος, ὅστις φρονεῖ, ὅτι ἡ Δικαιοσύνη ἔχει κακῶς καὶ κακῶς συγκροτεῖται, διατὶ δὲν ἔλαβεν αὐτὴν τὴν θέσιν ἐν τῷ ζητήματι, θέλων μὲν, ἵνα οἱ κακοὶ κατ’ αὐτὸν δικασταὶ ἀποῤῥίπτωνται καὶ ἀναιτιολογήτως, δικαιολογῶν δὲ τὴν ἀντίφασιν διὰ τοῦ ὅτι αἱ ὑπερβολαὶ τῶν λαλησάντων τὸν ἔπεισαν περὶ τούτου; Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, προσεπάθησα νὰ εἴπω ὅ,τι ἔδει, κατ’ ἐμὴν γνώμην, χωρὶς νὰ θίξω τι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ ὑποτεθῶσιν ὡς περιέχοντα καὶ ποῤῥωτάτην ἔστω ἰδέαν δυσπιστίας πρὸς τὴν Δικαιοσύνην. Ὁ κ. συνάδελφος χθὲς (λαμβάνων εἰς πᾶν ζήτημα τὸν λόγον, ὡς ἐθίζει,) ἔλεγε: «Μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ἀχρεία, οἱ δικασταὶ εἶναι διεφθαρμένοι!» Τῷ ἀπαντῶ σήμερον καὶ πάλιν, λέγων αὐτῷ: Ἐὰν τοιαύτη ἦναι, πῶς θέλει αὐτὴν καὶ αὐτοὺς αὐθαιρέτους καὶ ἀνευθύνους διοριστὰς δικαστῶν; Πῶς λησμονεῖ, ὅτι εἰς πίθον ὄξους καὶ τὸν ἄριστον οἶνον ἂν ἐγχύσῃ τις, θὰ γείνῃ καὶ οὗτος ὄξος; Πιστεύω νὰ παρετήρησαν οἱ συνάδελφοι, ὅτι δὲν ὡμίλησα διὰ ζωηρῶν χρωμάτων τὰς ἰδέας μου περιβάλλων. Εἶπον τὴν ἀλήθειαν, ὅτι δηλονότι οἱ δικασταὶ παύουσι νὰ ἦναι δικασταὶ, ἅμα μυστικῶς ψηφοφορῶσι περὶ προσωπικῶν ζητημάτων καθαρᾶς διοικήσεως, καὶ καθίστανται σῶμα πολιτικὸν καὶ διοικητικόν. Θέλω αὐτοὺς νὰ ἦναι δικασταὶ, ἔχοντες τὴν ὑπεράσπισιν αὐτῶν ἐν αὐτῇ τῇ ἀποφάσει των. Δὲν θέλετε νὰ δίδηται δημοσίᾳ ἡ ψῆφός των. Ἀλλὰ διατὶ δὲν θέλετε τοὐλάχιστον νὰ ἦναι ᾐτιολογημένη; Ἠξεύρει καὶ ὁ κ. συνάδελφος καὶ πάντες, ὅτι τῆς ἀποφάσεως τῆς δικαστικῆς ἡ δύναμις εἶναι ἡ αἰτιολογία, καὶ ἐν τῇ αἰτιολογίᾳ ταύτῃ κεῖται καὶ τοῦ δικαστοῦ ἡ ἀπολογία καὶ τῆς ἀποφάσεως ἡ δύναμις, ἡ τὸν πρὸς αὐτὴν σεβασμὸν προκαλοῦσα. Ἀφοῦ θέλετε νὰ τοῖς δώσωμεν τοιοῦτον δικαίωμα, ἔστω, ἂς τὸ ἔχωσι,—δὲν θὰ ἦναι πρὸς ἑδραίωσιν τῆς πεποιθήσεως τοῦ τόπου πρὸς τὴν δικαιοσύνην,—ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ δώσωμεν, ἂς ἀξιώσωμεν τοὐλάχιστον νὰ ἀσκῶσιν αὐτὸ δικαστικῶς καὶ οὐχὶ αὐθαιρέτως καὶ ἀνευθύνως.
§119ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν γνωρίζω, διατὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εὗρεν ἀντίφασιν μεταξὺ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὑπεστήριζον καὶ ὑποστηρίζω ὡς πρὸς τὴν κατάστασιν τῆς δικαιοσύνης, καὶ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασα ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἀκριβῶς, διότι θεωρῶ, ὅτι ὁ πρῶτος λόγος, εἰς τὸν ὁποῖον ὀφείλεται ἡ κακὴ κατάστασις τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι ἡ πολιτική, διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἀκριβῶς, ὁσάκις ὡμίλησα περὶ τῆς δικαιοσύνης τῆς πατρίδος μου, αὐτὴν τὴν γνώμην ἐξέφρασα, ὅτι πρέπει νὰ χειραφετηθῇ ἡ δικαιοσύνη ἀπὸ τὴν πολιτικήν. Ὑπάρχει τι ἀντιφατικὸν εἰς ταῦτα; Ἀλλ’ εὑρίσκουσι τὸ ἀντιφατικὸν, διότι νομίζουσιν, ὅτι πρόκειται περὶ ἐκδόσεως ἀποφάσεως. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προσυπογράφει τὸν διορισμὸν ἑνὸς ἐμμίσθου παρέδρου, δὲν ἐκδίδει βεβαίως ἀπόφασιν διὰ τούτου. Περὶ τούτου λοιπὸν πρόκειται· πρόκειται περὶ μεταθέσεως ἑνὸς δικαιώματος κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον διοικητικοῦ ἀπὸ τῶν χειρῶν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὸ Συμβούλιον. Καὶ τίνα δικαιολογίαν δύναται νὰ περιλάβῃ τοιοῦτον βούλευμα; Τὸν θέλω ἢ δὲν τὸν θέλω. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι δύναται νὰ εὑρεθῇ εἷς κύκλος αἰτιολογιῶν διὰ τὴν τοιαύτην ἀπόφασιν, δὲν καταλαμβάνετε εἰς ποίαν θέσιν θέτετε τὸν δικαστὴν, ζητοῦντες παρ’ αὐτοῦ τοιαύτας αἰτιολογίας; Ἐὰν δὲ θέλητε νὰ σᾶς εἴπω καθαρῶς τὴν γνώμην μου, βεβαίως πρόκειται περὶ ὄνου σκιᾶς ἐνταῦθα, ἐκεῖνοι δὲ, οἱ ὁποῖοι προὐκάλεσαν τὴν συζήτησιν, δὲν ἀπέβλεπον βεβαίως εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην· διότι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ μυστικότης μεταξὺ πέντε ἢ τριῶν συναδέλφων; ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς δὲν θὰ γνωσθῇ ἡ γνώμη ἑκάστου αὐτῶν; Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι πρόκειται περὶ ὄνου σκιᾶς, ὄπισθεν δὲ τῆς σκιᾶς ταύτης ἄλλο τι ὑποκρύπτεται.
§120ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ναὶ, Κύριοι, ἡ δικαιοσύνη πρέπει νὰ χειραφετηθῇ, καὶ τὴν χειραφέτησιν τῆς δικαιοσύνης τὴν ἀνέλαβε ἀπ’ ἀρχῆς μόνον ἐκεῖνος (δεικνύει τὸν κ. Πρωθυπουργόν)...
§121ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι δά!
§122ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τὴν ἀνέλαβεν, ὅτε σεῖς ἦσθε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπὸ τὴν προεδρίαν αὐτοῦ, καὶ τὴν ἀνέλαβεν, ὅτε ἦλθε κατὰ τὸ 1887 καὶ ἔφερε τὸν νόμον περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, τὴν ἀνέλαβε καὶ σήμερον, ἐπικροτούντων καὶ ὑμῶν, διότι ἀκριβῶς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο αὐτὸ σκοπεῖ. Ἐκεῖνοι δὲ, οἱ ὁποῖοι ἀντιλέγουσι κατὰ τῶν διατάξεων τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ἃς μοὶ ἐπιτρέψωσι νὰ τοῖς εἴπω, θέλουσι τὴν δικαιοσύνην θεραπαινίδα τῆς πολιτικῆς. Ἀφήσατε ἐλευθέραν ἐκ τῆς πολιτικῆς τὴν δικαιοσύνην. Τί θέλετε σεῖς διὰ τῆς φανερᾶς ψηφοφορίας ἐν τοῖς δικαστηρίοις, ὅταν θὰ γνωμοδοτῶσι διὰ τοὺς δικαστάς; Θέλετε νὰ ἔχῃ εἰς χεῖράς του μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ὁ Ὑπουργὸς τὸ πρακτικὸν τῆς ψηφοφορίας, διὰ νὰ μανθάνῃ τὴν ψῆφον ἑκάστου· θὰ καταντήσῃ τότε καὶ ἡ γνωμοδότησις αὐτή νὰ ἔχῃ τὴν αὐτὴν σημασίαν, ἣν ἔχει σήμερον ἡ γνωμοδότησις τῶν Εἰσαγγελέων. Δὲν ὑπῆρξε δικαστὴς, ὅσον φυγόπονος καὶ ἂν ἦτο, ὅσον ἐπιλήσμων τῶν καθηκόντων του, ὅστις νὰ μὴ ἔτυχε παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως προτάσεως προβιβασμοῦ. Διατί; Διότι ἡ πρότασις ἐκείνη εἶναι φανερὰ, καὶ οὐδεὶς σχεδὸν ὑπῆρξεν Εἰσαγγελεὺς, ὅστις νὰ ἀντέστη εἰς παραγγελίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ζητοῦντος πρότασιν περὶ διορισμοῦ ἢ προβιβασμοῦ δικαστοῦ. Αὐτὸ ζητεῖτε καὶ σήμερον· θέλετε νὰ ἔχητε τὴν σκιὰν τῶν Ὑπουργῶν τῆς Δικαιοσύνης ὑπὲρ τῶν ἀξιώσεών σας, θέλετε νὰ ἐπιβάλλησθε εἰς τὰ δικαστικὰ συμβούλια. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις λέγει: ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἀναμιγνύωμαι· ἀφίνω ἐλευθέραν τὴν ψῆφον τῶν δικαστῶν· ἂς ψηφίζωσιν ὡς θέλουσιν. Ἤκουσα νὰ λέγωσιν, ὅτι πρόκειται περὶ ἀνταλλαγῆς ἰδεῶν, καὶ βασάνου, ἐκ τῆς ὁποίας θέλει προκύψει ἡ ἀλήθεια, ὡς λέγουσι. Καὶ μήπως πρόκηται περὶ ἑρμηνείας δικαστικοῦ τινος κανόνος; Περὶ τίνος πρόκειται νὰ γνωμοδοτήσωσιν οἱ ἐφέται; Περὶ τῆς ἠθικότητος ἢ ἱκανότητος τοῦ δικηγόρου ἢ ἐμμίσθου παρέδρου. Καὶ ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἀνταλάξωσι περὶ τούτου τὰς γνώμας των οἱ ἐφέται, ὅταν ἔχωσι τὸν ὑποψήφιον ὑπ’ ὄψιν των ἐπὶ δύο ἔτη ὁλόκληρα, καὶ τὴν ἠθικότητα αὐτοῦ καὶ τὴν ἱκανότητα ἔλαβον ἀφορμὰς νὰ ἐκτιμήσωσι;
§123ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐμποδίζεται ἡ ἀνταλλαγὴ ἰδεῶν.
§124ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Καὶ ἄλλως μήπως τοῦτο ἐμποδίζηται; Καὶ τί καλὸν θὰ ἔχητε ἐκ τῆς ἀνταλλαγῆς αὐτῆς τῶν ἰδεῶν; Πρόκειται κυρίως νὰ γνωμοδοτήσωσι περὶ τῆς ἱκανότητος καὶ χρηστότητος τοῦ διοριστέου, καὶ θέλετε νὰ ἀνταλλαχθῶσιν ἰδέαι περὶ αὐτοῦ; Σᾶς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος, ὅτι δύναταί τις νὰ θεωρῆται χαρτοπαίκτης καὶ νὰ μὴ ψηφισθῇ ὑπὸ τῶν ἐχόντων αὐτὴν τὴν ἰδέαν, ἡ ὁποία διὰ τῆς συζητήσεως ἠδύνατο νὰ ἀποδεχθῇ ἐσφαλμένη· καὶ θέλετε τοῦτο λοιπὸν νὰ γείνῃ ἀντικείμενον ἀνταλλαγῆς ἰδεῶν τοῦ Συμβουλίου! Ἡ ἠθικότης τοῦ ὑποψηφίου νὰ συζητῆται! Καὶ τί εἶναι ὁ δικηγόρος, περὶ τοῦ ὁποίου θέλουσι γνωμοδοτήσει τὰ Συμβούλια; Εἶναι συνάδελφος αὐτῶν, θὰ συνυπηρετήσῃ μετ’ αὐτῶν, καὶ ἀπαιτεῖται διὰ φανερᾶς ψηφοφορίας καὶ ἠτιολογημένως, λέγετε, ν’ ἀποφανθῶσι διὰ τὴν ἠθικότητα αὐτοῦ, καὶ νὰ καταστήσητε ῥῆγμα τοσοῦτον βαθὺ μεταξὺ αὐτοῦ καὶ ἐκείνων! Ἐὰν θέλητε νὰ τηρήσητε τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπιθυμεῖτε, ὡς λέγετε, νὰ ἵσταται, ἐὰν θέλητε νὰ χειραφετήσητε ἀληθῶς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν ἀπὸ τῆς πολιτικῆς, νομίζω, ὅτι ἀφεύκτως πρέπει νὰ δεχθῶμεν τὴν μυστικὴν ψηφοφορίαν ἐν τοῖς δικαστικοῖς συμβουλίοις ἐπὶ τῆς συστάσεως τῶν προβιβασμῶν καὶ διορισμῶν τῶν δικαστῶν, τὴν ὁποίαν ἐπιθυμεῖ καὶ προτείνει ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἔχετε πεποίθησιν εἰς τοὺς δικαστὰς τῆς πατρίδος σας, ἀφήσατε τὴν δικαιοσύνην ἐλευθέραν, χειραφετήσατέ την ἐντελῶς τῆς πολιτικῆς, διορίσατε δικαστὰς, καὶ προστατεύσατε ἐκείνους, τοὺς ὁποίους τὸ ἀνώτερον δικαστήριον θὰ σᾶς ὑποδείξῃ, ἐξασκήσατε δὲ μόνον διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τὸν ἔλεγχον, ὃν ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο νὰ ἐξασκήσῃ ἐπὶ τῶν δικαστηρίων, καὶ δὲν θὰ μετανοήσητε.
§125ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Μυστικὴν ἢ ἀπωτέραν ἰδέαν δὲν ἔχει, ὅστις ὑποστηρίζει τὸ φανερὸν καὶ ἠτιολογημένον, ἀλλ’ ὁ τὴν ἐναντίαν γνώμην ἔχων, αὐτὸς δύναται νὰ ὁρμᾶται ἐξ ἀπωτέρων ἢ ἀφώνων ἐλατηρίων· ἐὰν δὲ ὁ κ. συνάδελφος δὲν ἔχῃ ἀπωτέραν τινὰ αἰτίαν, δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν τὴν γνώμην ταύτην θεωρητικῶς καὶ ἐφηρμοσμένως μετὰ πάντων καὶ κατὰ πάντα. Εἰς τὸν ἕτερον συνάδελφον πρέπει νὰ παρατηρήσω, ὅτι οὐδόλως συνέτεινεν εἰς ἐπίῤῥωσιν τῆς γνώμης του διὰ τῶν ἀποστροφῶν του ἐκείνων: «Θέλετε νὰ ἔχητε τὴν δικαιοσύνην ὑποχείριον! Δὲν βλέπετε ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου χειραφετῆται!» Τῷ ἀπαντῶ: ἡμεῖς θέλομεν τὴν δικαιοσύνην ὑποχείριον, ὅταν ζητῶμεν παρ’ αὐτῆς γνώμην ἠτιολογημένην, ἢ αὐτοὶ θέλουσι νὰ παρατρέψωσι τὴν δικαιοσύνην τῆς φυσικῆς της ἐργασίας, καὶ νὰ διαφθείρωσι τοὺς δικαστικοὺς χαρακτῆρας, ὑποθάλποντες τὴν μυστικότητα, τὴν κρύπτουσαν τὸν δόλον καὶ μὴ φωτίζουσαν; Φρονοῦσιν, ὅτι ἐφέται ἢ ἀρεοπαγῖται δύνανται νὰ πιεσθῶσιν, ἵνα εἴπωσι τὸν ἀχρεῖον χρηστὸν δι’ ἐκθέσεως, ἢ ὅταν καλῶνται νὰ ψηφίσωσι χωρὶς νὰ φαίνωνται; Εἰς τοιαύτην δικαστικῆς γνώμης ἔλλογον ἀπόφανσιν, σᾶς λέγω, δύνασθε διὰ τῶν μέσων νὰ ἔχητε μίαν ψῆφον ἢ δύο, ἀλλὰ πλειονοψηφίαν ἐν ὁλομελείᾳ, καὶ δικαιολογοῦσαν ταύτην διὰ διαστροφῆς τῶν ἀληθειῶν, δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε· ὅσοι δὲ νομίζουσιν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἠμπορεῖ νὰ ἐπιδράσῃ μᾶλλον διὰ τῆς ἠτιολογημένης γνώμης ἢ διὰ τῆς μυστικῆς ψήφου, αὐτοὶ καὶ ἀπατῶνται καὶ ὑβρίζουσι τὴν δικαιοσύνην. Ἐγὼ πέποιθα, ὅτι οἱ δικασταὶ ἔχουσι τοιοῦτον πρὸς ἑαυτοὺς σεβασμὸν, ὥστε νὰ ἀρνηθῶσι νὰ εἴπωσι τὸν μέθυσον, τὸν χαρτοπαίκτην, τὸν αἰσχροκερδῆ, χρηστὸν, νηφάλιον, ἄμωμον καὶ κατάλληλον δι’ ἐφέτην ἢ πρόεδρον. Τί πράττουσιν οἱ δικασταὶ, ἀποφαινόμενοι περὶ πάντων, καὶ αὐτῶν τῶν Ὑπουργῶν, καὶ περὶ ἐγκλήματος ἔτι; Ἀποφαίνονται διὰ δικαιολογιῶν, ἀλλὰ μετὰ θάῤῥους. Ἐμπιστευόμεθα αὐτοὺς περὶ τόσων ὑψηλῶν θεμάτων, καὶ θέλετε νὰ φοβώμεθα ἀδυναμίαν διὰ τὴν ἔκφρασιν γνώμης ἐπὶ τοιούτου θέματος; Καὶ ὅταν πρόκηται περὶ κακοῦ, καὶ ὅταν πρόκηται περὶ καλοῦ, πάντοτε πρέπει νὰ δικαιολογήσωσι τὴν ψῆφόν των, ἵνα πείσωσιν. Ἄλλως τοὺς παραδίδετε εἰς τὴν εὔλογον κατάκρισιν, καὶ ἀφίνετε ὄχι πρόσωπα δικαστῶν πλέον, ἀλλ’ ὁλόκληρα σώματα δικαστικά. Μεταξὺ ὑμῶν καὶ ἐμοῦ ἡ διαφορὰ εἶναι, ὅτι ἡμεῖς μὲν θέλομεν ἄνδρας καὶ δικαστὰς, σεῖς δὲ θέλετε διέξοδον ἀντισυνταγματικὴν, ἐπιζήμιον, καὶ τοὺς δικαστὰς ἀνθρώπους μὴ ἔχοντας δύναμιν νὰ διαχειρισθῶσι τοιοῦτον ζήτημα ὡς δικασταί. Αἱ ἀποστροφαὶ περὶ δικαιοσύνης καὶ χειραφετήσεως αὐτῆς καὶ ἀναμίξεως τῆς πολιτικῆς εἶναι ἄνευ οὐσίας, εἶναι ἀδυναμία πραγματικῶν λόγων, εἶναι καπνὸς ἄνευ θερμότητος, καπνὸς προδίδων καταγωγὴν ἐκ χόρτου, καὶ τούτου βεβρεγμένου καὶ ἥκιστα θερμαίνοντος.
§126ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ὅσοι ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων ἐκ πείρας δύνανται νὰ συγκρίνωσι τὴν σημερινὴν κατάστασιν τῆς δικαιοσύνης πρὸς ἐκείνην, ἥτις πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ὑφίστατο, θὰ ὁμολογήσωσιν, ὅτι τὰ προσόντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ καὶ ἅτινα μέχρι σήμερον ἴσχυον, εἶναι τὰ συντελέσαντα ἀκριβῶς εἰς τὴν τοιαύτην κατάστασιν τῆς παρ’ ἡμῖν δικαιοσύνης. Διότι, ἐφ’ ὅσον ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἦτο ἐλεύθερος, ἄνευ προηγουμένης ἐξελέγξεως ὑπὸ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς τῶν προσόντων καὶ τῆς ἱκανότητος τῶν διοριζομένων, ἀλλ’ ὑπὸ ἰδίαν αὑτοῦ ἐκτίμησιν νὰ διορίζῃ τοὺς δικαστὰς, ἀναλογιζόμενος τὴν συνεπαγομένην ὡς ἐκ τῆς ἰδίας μόνον αὐτοῦ ἐκτιμήσεως εὐθύνην, ἐμερίμνα καὶ κατώρθου νὰ διορίζῃ πρόσωπα ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἀσυγκρίτως πολὺ ἱκανώτερα τῶν δυνάμει τῶν προσόντων διοριζομένων, ἐνῷ μετὰ τὸν περὶ προσόντων νόμον ὁ Ὑπουργὸς εἶναι ὑπόχρεως νὰ ἀκολουθῇ τὴν γνώμην τῆς λεγομένης ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις συνήθως ἐγκρίνει ἐκείνους, οἵτινες, ἐκ τῆς πείρας ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν ἦσαν οἱ ἱκανώτεροι. Καὶ ὁμολογουμένως οἱ δικασταὶ οἱ διορισθέντες πρὸ 15 ἐτῶν ἦσαν καὶ εἶναι πολλῷ κρείσσονες τῶν διοριζομένων ἔκτοτε. Μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν προσόντων καὶ ἐντεῦθεν πάντες οἱ γινώσκοντες καὶ ἐκτιμῶντες τὴν σύγχρονον ἱστορίαν τῶν δικαστηρίων μας ὀφείλουσι νὰ ὁμολογήσωσι τὴν ἀλήθειαν ταύτην. Ἡ ἀλήθεια δὲ αὕτη μοὶ ἐπιβάλλει νὰ φρονῶ, ὅτι ματαιοπονοῦμεν, συζητοῦντες περὶ μυστικῆς ἢ φανερᾶς ψηφοφορίας καὶ περὶ τῆς ἱκανότητος ἢ μὴ τῶν ἐχόντων τὰ προσόντα νὰ διορισθῶσιν εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἐμμίσθου παρέδρου ἢ τοῦ πρωτοδίκου ἢ τοῦ εἰσαγγελέως, ἀφοῦ ὁ ἀπὸ τοῦ 1877 ἰσχύων περὶ προσόντων νόμος ἀπέδειξε καὶ μᾶς ἐδίδαξεν, ὅτι δυστυχῶς ἐγκρίνονται καὶ διορίζονται πρωτοδίκαι καὶ εἰσαγγελεῖς οὐκ ὀλίγοι ἐκ τῶν μὴ δυναμένων νὰ διεκδικήσωσι τὴν μετριότητα τοὐλάχιστον μεταξὺ τῶν συναδέλφων των, καὶ ἀνίκανοι νὰ ἐνασκήσωσιν οἱονδήποτε ἐπάγγελμα ἐν τῷ δικαστικῷ ἐπαγγέλματι. Τὸ αὐτὸ δὲ ἀποτέλεσμα, ὁ αὐτὸς σκοπὸς, ὁ ὁποῖος ἐπεδιώκετο διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1877, ἐπιδιώκεται ἀδικαιολογήτως καὶ διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου. Πρόκειται δηλονότι νὰ ἀποφανθῶσι περὶ τῆς ἱκανότητος τοῦ διορισθησομένου τίνες; Οἱ ἐφέται. Περὶ τίνος; Περὶ τοῦ ἐπὶ δύο ἔτη ὑπηρετήσαντος ὡς ἐμμίσθου παρέδρου ἐν τῷ Δικαστηρίῳ τῶν Πρωτοδικῶν. Ἀλλ’ οἱ ἐφέται οἱ μὴ συνυπηρετήσαντες μετ’ αὐτοῦ, οἱ μὴ δυνάμενοι νὰ ἀντιληφθῶσι μιᾶς ἑκάστης τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτοῦ, ἆρά γε θὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσωσι τὴν ἱκανότητα αὐτοῦ; Οἱ ἐφέται, οἱ ὁποῖοι εἰς οὐδεμίαν σχέσιν, εἰς οὐδεμίαν συνάφειαν θὰ ἔρχωνται μετὰ τῶν ἐμμίσθων παρέδρων, ἐπὶ τίνος βάσεως καὶ ἐπὶ τίνος ὡρισμένης ὑπηρεσίας ἢ ἐργασίας τῶν ἐμμίσθων παρέδρων θὰ στηριχθῶσιν, ὅπως ἀποφανθῶσιν ἐν ἐπιγνώσει περὶ τῆς ἱκανότητος ἢ μὴ αὐτῶν;
§127ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ γνωρίζωσιν αὐτοὺς ἐκ τῶν ἀποφάσεων.
§128ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἐκ τῶν ἀποφάσεων, λέγει τις τῶν κυρίων συναδέλφων· ἀλλὰ γνωρίζετε ὅλοι οἱ περὶ τὰ δικαστικὰ ἀσχολούμενοι, πῶς ἐκδίδονται αἱ ἀποφάσεις, καὶ ὅτι οἱ ἀνίκανοι ἐκ τῶν δικαστῶν ἀναθέτουσι τὴν ἔκδοσιν τῶν ἀποφάσεων εἰς ἄλλους ἱκανωτέρους δικαστὰς καὶ δικηγόρους.
§129ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ γνωρίζω αὐτὸ, καίτοι ὑπῆρξα δικαστής.
§130ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Τὸ γνωρίζομεν ἡμεῖς, οἱ ἔχοντες πεῖραν τῶν δικαστηρίων ἀπὸ 22 ἐτῶν. Ὑμεῖς τὸ ἐλησμονήσατε.
§131ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐὰν ἤδη μετεβλήθησαν τὰ δικαστήρια, δὲν γνωρίζω· ἀλλ’ ὅτε ἐγὼ ἤμην δικαστὴς, δὲν συνέβαινεν αὐτό.
§132ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰς Ἀθήνας βεβαίως οὔτε σήμερον συμβαίνει.
§133ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Καὶ εἰς τὰς Ἀθήνας δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θὰ συμβαίνῃ. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι μάταιος εἶναι ἐντελῶς ὁ ἀγὼν περὶ τοῦ ἂν πρέπῃ διὰ φανερᾶς ἢ διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας νὰ διορίζωνται οἱ ἔμμισθοι πάρεδροι καὶ οἱ πρωτοδίκαι. Ἀλλὰ τί σημαίνει ἆρά γε, ἐὰν προτείνωνται διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας; Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσητε, ὅτι, προκειμένου περὶ γνωμοδοτήσεως ἐν συμβουλίῳ τῶν δικαστικῶν, θὰ γίνηται μυστικὴ ψηφοφορία διὰ σφαιριδίων ἢ ψηφοδελτίων, ἢ μήπως τάχα θὰ ἐφαρμόζηται ἁπλῶς τὸ καὶ σήμερον ἰσχῦον ἄρθρον 303 τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων, κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ δικαστικὸν συμβούλιον δὲν συνεδριάζει δημοσίᾳ; Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, τί ἐννοεῖ, ὅτι θὰ γίνηται διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας; Μήπως ἁπλῶς ἐννοῇ ἐν μυστικῇ συνεδριάσει.
§134ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ ὁρίζει τὸ ἄρθρον.
§135ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ ἐννοῶ, ἀλλ’ οὔτε εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ τὸ ἐννοήσω, ἐφ’ ὅσον μάλιστα δὲν ὁρίζει καὶ τὸν τρόπον τῆς ψηφοφορίας, ἤτοι ἂν αὕτη θὰ γίνηται διὰ ψηφοδελτίων ἢ διὰ σφαιριδίων.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ....
§137ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§138ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κύριοι, δὲν θὰ ἀπασχολήσω ἐπὶ πολὺ τὴν Βουλὴν, κεκμηκυῖαν ἤδη οὖσαν ἐκ τῆς συζητήσεως· ἀλλ’ ὡς ἀποτελῶν μέρος τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἐν τῇ μειονοψηφίᾳ αὐτῆς ταχθεὶς, ὀφείλω νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου.
§139Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν μετεβλήθη;
§140ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὁ ἐρωτῶν με, ἂν μετέβαλον γνώμην, θὰ ἀκούσῃ ἂν μετέβαλον, ἢ ὄχι, καὶ πῶς τὴν δικαιολογῶ. Ἐτάχθην λοιπὸν ἐν τῇ μειονοψηφίᾳ σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς φανερᾶς ἢ μυστικῆς ψηφοφορίας, τὸ καὶ νῦν συζητούμενον. Ἀλλὰ πρὶν ἢ καταλήξω, Κύριοι, εἰς τὸ συμπέρασμα τῆς μυστικῆς ψηφοφορίας, ἐξέθεσα ἐν τῇ ἐπιτροπῇ προηγουμένως τὴν γνώμην μου, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀρχὴν, ὡς τὴν ἀπεκάλεσαν, τοῦ νομοσχεδίου, τουτέστιν, ἂν ὀφείλωμεν νὰ ἀναθέσωμεν εἰς τὸ Ἐφετεῖον καὶ τὰ νέα ταῦτα διοικητικὰ καθήκοντα. Θὰ ἐπεθύμουν, Κύριοι, νὰ μὴ ἀνετίθεντο τοιαῦτα καθήκοντα εἰς τὸ Ἐφετεῖον...
§141Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ καλλίτερον ἀπὸ ὅλα θὰ ἦτο αὐτό.
§142ΣΤΕΦΑΝΟΥ. .. Διότι πεποιθότως φρονῶ, ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἤρχισε διαφθειρομένη, ἀφ’ ἧς ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, μὴ ἔχουσα ποῦ ἀλλοῦ νὰ καταφύγῃ, προσέφυγεν εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, καὶ μετέβαλεν αὐτὴν εἰς διοικητικὸν σῶμα· ἀφ’ ἧς, λέγω, ἀνετέθησαν εἰς τὰ δικαστήρια ἡ ἐκδίκασις τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, αἱ ἀναθεωρήσεις τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων κτλ., ἔκτοτε ἐξ ἀνάγκης τὰ δικαστήρια ἦλθον εἰς ἐπαφὴν πρὸς τὴν πολιτικήν...
§143ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Εὖγε!
§144ΣΤΕΦΑΝΟΥ. .. Καὶ ἐνῷ ὁ διάδικος μετὰ δέους προσέρχεται εἰς τὸν δικαστήν, ἵνα ὁμιλήσῃ περὶ τῆς ὑποθέσεως, ἥτις κεῖται ἐκκρεμὴς εἰς τὰς χεῖράς του, τοὐναντίον ὁ πολιτευόμενος, προκειμένου περὶ ὑποθέσεων μὴ ἀναγομένων εἰς τὰ δικαστικὰ καθήκοντα, μετὰ θάῤῥους προσέρχεται πρὸς τὸν δικαστήν, ὅπως πρὸς τὸν νομάρχην, ὅπως πρὸς τὸν ἔπαρχον, ὅπως πρὸς τὸν ἔφορον ἢ τὸν ταμίαν. Καὶ ἔκτοτε, Κύριοι, χρονολογεῖται ἡ ἀρξαμένη κατάπτωσις τοῦ γοήτρου τῆς Δικαιοσύνης, ἀφ’ ἧς ἡ Πολιτεία, παραγνωρίζουσα τὴν ἀποστολὴν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἠθέλησε νὰ ἀναμίξῃ αὐτὴν εἰς τὰ διοικητικά. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον, Κύριοι, ἐπεθύμουν νὰ μὴ προστεθῇ καὶ ἕτερον διοικητικὸν καθῆκον εἰς τὰ Ἐφετεῖα· διότι τί ἄλλο εἶναι ἡ ἐντολή, τὴν ὁποίαν τοῖς δίδομεν σήμερον διὰ τοῦ νομοσχεδίου; Καὶ τοῖς δίδομεν ἐντολὴν κινδυνωδεστάτην· νὰ γνωμοδοτῶσι περὶ προσώπων. Οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν φανερὰν ψηφοφορίαν καὶ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν συγχέουσι τὸ καθῆκον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀναθέτομεν εἰς τὰ Ἐφετεῖα, πρὸς τὸ ἄλλο καθῆκον, τὸ δικαστικόν, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται εἰς αὐτά, νὰ αἰτιολογῶσι τὰς ἀποφάσεις των. Ἀναθέτομεν λοιπὸν εἰς αὐτὰ καθῆκον διοικητικὸν καὶ καθῆκον, ὡς προεῖπον, κινδυνωδέστατον, τὸ ν’ ἀποφαίνωνται περὶ τοῦ ποιοῦ τῶν προσώπων· διότι τὰ Ἐφετεῖα δὲν ὀφείλουσι μόνον νὰ κρίνωσι περὶ τῆς ἱκανότητος τοῦ προτεινομένου ὑποψηφίου, εἴτε πρὸς διορισμὸν, εἴτε πρὸς προαγωγὴν αὐτοῦ, ἀλλ’ ὀφείλουσι νὰ κρίνωσι καὶ περὶ τῆς ἠθικότητος ἀκόμη αὐτοῦ. Καὶ πῶς, Κύριοι, πῶς θὰ τολμήσωμεν νὰ ἀναγκάσωμεν τοὺς ἐφέτας, τοὺς μέλλοντας ν’ ἀποφανθῶσι περὶ προσώπων, νὰ ἄρξωνται καὶ διεξαγάγωσι συζήτησιν περὶ τοῦ ποιοῦ τοῦ προτεινομένου προσώπου; Δὲν ὑπάρχει βεβαίως ἀμφιβολία, ὅτι τὰ ἐν τῷ Συμβουλίῳ λεχθησόμενα, μετὰ πέντε λεπτὰ θὰ ἦναι γνωστὰ εἰς τὴν ἀγοράν. Καὶ τίς θὰ ἔχῃ, Κύριοι, τὸ σθένος αὐτό, τὸ ὑποτιθέμενον, τίς θὰ ἔχῃ τὴν τόλμην, οἵαν ἔχει ἐσωτερικὴν πεποίθησιν νὰ τὴν ἐκδηλώσῃ φανερὰ, ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου;...
§145ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἴχετε σεῖς, ὡς δικαστής, τὸ σθένος;
§146ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Πρὸς ἐμὲ μὴ ἀπευθύνετε, κύριε συνάδελφε, τοιαύτην ἐρώτησιν· διότι δὲν δύναμαι ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ ἐκθέσω ὅ,τι ἐν διασκέψει μυστικῇ λέγεται. Εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, ὅπου ὑπηρέτησα ἐπὶ δεκαετίαν, πολλὰ προσωπικὰ ζητήματα ἐπὶ ἀποχωρήσεως δικαστῶν ἐπαρουσιάσθησαν καὶ συνεζητήθησαν· ἑπομένως ἐν ἐπιγνώσει ὁμιλῶ περὶ τῶν πραγμάτων. Προτείνεται ἡμῖν ν’ ἀπαιτήσωμεν, Κύριοι, ἀπὸ τοὺς δικαστὰς τὸ σθένος τοῦ νὰ ἐκφράζωσιν ἀνεπιφυλάκτως τὴν γνώμην καὶ τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν ἐσωτερικῶς ἔχουσι περὶ προσώπων. Καὶ μήπως δὲν γνωρίζωμεν, ὅτι αἱ κοινωνίαι ἡμῶν εἶναι μικραὶ, ὅτι μεταξὺ ἡμῶν πάντες γνωριζόμεθα, καὶ ὅτι τὸν δικαστὴν, τὸν μέλλοντα νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του, θὰ τὸν ἀναστείλῃ ἡ ἰδέα, ὅτι μετ’ ὀλίγον ἡ γνώμη του αὕτη θὰ ἦναι γνωστὴ εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους, ἀνακοινουμένη παρ’ αὐτῶν τῶν συναδέλφων του, καὶ ὅτι θὰ δώσῃ ἀφορμὴν ἐκ τούτου εἰς ἔχθρας καὶ καταδιώξεις; Προκειμένου λοιπὸν περὶ προσωπικῶν ζητημάτων, ἐξ ἀνάγκης κρατεῖ ὁ κανὼν τῆς μυστικῆς ψηφοφορίας. Διὰ τοῦτο καὶ ἐν αὐτῷ τῷ ἡμετέρῳ Κανονισμῷ καὶ ἐν πᾶσι τοῖς ἐσωτερικοῖς κανονισμοῖς τῶν βουλευομένων σωμάτων, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι, προκειμένου περὶ προσώπων, κρατεῖ ὁ κανὼν τῆς μυστικῆς ψηφοφορίας. Διατί; Διότι ὁ Κανονισμὸς θέλει τοὐλάχιστον νὰ περιχαρακώσῃ διὰ τοῦ τρόπου τούτου τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ ψηφίζοντος. Βεβαίως αἱ θεωρίαι, τὰς ὁποίας οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἀνέπτυξαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, περὶ ἀνεξαρτησίας χαρακτῆρος, περὶ σθένους ἠθικοῦ, περὶ τῆς τόλμης καὶ τοῦ θάῤῥους, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχῃ τις, ἵνα ὑποστηρίξῃ τὴν γνώμην του, εἶναι ὀρθόταται· καὶ τίς τὰς ἀμφισβητεῖ; Ἀλλὰ δὲν γνωρίζομεν, Κύριοι, ὅτι τὰ προσωπικὰ ζητήματα εἶναι τὰ ζητήματα τὰ φλέγοντα, εἶναι τὰ ζητήματα τὰ προκαλοῦντα ἰδιαίτερον ἐνδιαφέρον οὐ μόνον τῶν ἐνδιαφερομένων, ἀλλὰ καὶ αὐτῶν τῶν μὴ ἐνδιαφερομένων; Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἔδωκα ψῆφον ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ὑπὲρ τῆς μυστικῆς ψηφοφορίας. Διότι πεποιθότως φρονῶ, ὅτι, ἂν τὸ νομοσχέδιον εὐδοκιμήσῃ, μόνον ἐν τούτῳ καὶ διὰ τοῦ τρόπου τούτου θὰ εὐδοκιμήσῃ. Ἄλλως, Κύριοι, ἐὰν ἔχωμεν φανερὰν ψηφοφορίαν καὶ ἠτιολογημένην γνωμοδότησιν, ἔχω πλήρη πεποίθησιν, ὅτι οὐδέποτε θὰ ὑπάρξῃ γνωμοδότησις Ἐφετείου κατὰ προσώπου. Διὰ τοῦτο εἶμαι ἐναντίος καὶ εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς διατάξεως. Ταῦτα, Κύριοι, εἶχον νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν, ἁπλῶς καὶ μόνον, ἵνα δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Θόρυβος). Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται).
§148ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τί παρεδέχθη ἡ Βουλή;
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 7, ὅπως ἔχει.
§150ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησα ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφίσθη.
§152ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς ἐψηφίσθη; Εἰκονικὰ πράγματα θὰ κάμνωμεν ἐδῶ;
§153ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅταν ἐγείρηται ἀμφιβολία περὶ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ψηφοφορίας, δικαιοῦται πᾶς τις νὰ ζητήσῃ τὴν ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§154ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐπικαλοῦμαι τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. (Θόρυβος).
§155ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶσθε 15.
§156ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἴμεθα.
§157ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ πρότασις, ἡ ὁποία γίνεται, εἶναι ἐναντίον τοῦ Προεδρείου· διότι βεβαίως ἔχει ἕκαστος τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν, ὑποστηριζομένην ὑπὸ 15 Βουλευτῶν, ἀλλὰ πρὶν ἢ τὸ Προεδρεῖον προβῇ περαιτέρω· ἐνταῦθα ὅμως τὸ Προεδρεῖον προέβη, καὶ ἀνεγνώσθη καὶ τὸ ἑπόμενον ἄρθρον. Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰ ἅπαξ ἀποφασισθέντα;
§158ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἐκ Ζακύνθου Βουλευτοῦ, ἐγὼ ἐζήτησα τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν.
§159ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἡ τροπολογία δὲν ἐτέθη εἰς ψηφοφορίαν. Ἂς ψηφισθῇ ἡ τροπολογία.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 7 ἐψηφίσθη, καὶ εἰσήλθομεν εἰς τὸ 8, τὸ ὁποῖον καὶ ἀνεγνώσθη. Δὲν δύνασθε νὰ ἐπανέλθητε εἰς ἄρθρον ψηφισθέν.
§161ΡΑΛΛΗΣ. Ἐψηφίσθη ἀληθῶς τὸ ἄρθρον 7· ἀλλ’ ὅπως σπεύδει ὁ Γραμματεύς, δὲν ἦτο δυνατὸν ἀμέσως νὰ διατυπωθῇ ἡ αἴτησις, ἡ ὁποία διετυπώθη παρὰ συναδέλφων. Ἐὰν ἦναι 15 οἱ ζητοῦντες τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν, ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωσιν, ὅπως ἐπαναληφθῇ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἡ ψηφοφορία.
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος προσεκάλεσε τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7, καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη, ἀνεγνώσθη δὲ καὶ ὁλόκληρον τὸ ἑπόμενον ἄρθρον. Δὲν δυνάμεθα λοιπὸν νὰ ἐπανέλθωμεν. Ἂν θέλητε ὀνομαστικὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 8, ζητήσατέ την. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 9–12 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 13 (ἀναγινώσκεται).
§164ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς τετάρτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 13 θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἂν δὲν ἀπατῶμαι ὁμιλῶν περὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἀνεγνώρισε τὴν αὐτοτέλειαν τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, καὶ ὡμολόγησεν, ὅτι, ἵνα εἰσέλθῃ τις εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον, πρέπει νὰ κοσμῆται δι’ ἰδιαιτέρων προσόντων, ἀναλόγων πρὸς τὴν σπουδαιότητα τῆς ἐντολῆς, ἡ ὁποία ἤθελεν ἀνατεθῆ εἰς τὸν δικαστήν. Ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι βεβαίως ἡ χειραφέτησις τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἀπὸ τῆς πολιτικῆς, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἡ γνωμοδότησις περὶ τοῦ διορισμοῦ τῶν ἐμμίσθων παρέδρων ὡς πρωτοδικῶν ἀνετέθη εἰς τὰ Ἐφετεῖα. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ παράγραφος τετάρτη τοῦ ἄρθρου 13 ἀντίκειται εἰς αὐτὴν τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, τῆς χειραφεσίας δηλαδὴ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἀπὸ τῆς πολιτικῆς, διότι ἡ τετάρτη παράγραφος ὁρίζει, ὅτι «οἱ ἔμμισθοι πάρεδροι, πλὴν τῆς περιπτώσεως τοῦ ἄρθρου 7, παύονται ὁριστικῶς τῆς ὑπηρεσίας καὶ εἰς τὰς περιπτώσεις τοῦ ἄρθρου τούτου». Αἱ περιπτώσεις τοῦ ἄρθρου τούτου εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖναι, κατὰ τὰς ὁποίας δύνανται νὰ ἀπολυθῶσιν οἱ εἰσαγγελεῖς. Ἐὰν τοὺς ἐμμίσθους παρέδρους, οἱ ὁποῖοι μόνον κατ’ ὄνομα διαφέρουσι τῶν ἰσοβίων πρωτοδικῶν καὶ οἱ ὁποῖοι, ὡς καὶ οἱ ἔμμισθοι πάρεδροι, ἔχουσι τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ἐξουσίαν τοῦ δικάζειν, καταστήσωμεν δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ὑποχειρίους εἰς τὴν πολιτικήν, εἰς τὴν κυβερνητικὴν ἐξουσίαν, δὲν ἔχομεν τὰς ἐγγυήσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας θέλει νὰ καθιερώσῃ τὸ νομοσχέδιον ὑπὲρ τῶν ἐμμίσθων παρέδρων· διότι αὐτὸ τοῦτο λέγεται ἐν τῷ ἄρθρῳ, ὅτι οἱ ἔμμισθοι πάρεδροι δύνανται νὰ ἀπολυθῶσι, πλὴν τῶν περιπτώσεων τοῦ ἄρθρου 7, καὶ εἰς τὰς περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας δύνανται νὰ ἀπολυθῶσιν οἱ εἰσαγγελεῖς. Γνωρίζομεν δὲ κατὰ ποῖον τρόπον διορίζονται καὶ παύονται οἱ εἰσαγγελεῖς, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὄργανα τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τοῦτο θεωρῶ ἀπαλειπτέαν τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου.
§165ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριε Βουλευτὰ, νομίζω ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο δὲν εἴχετε ὅλον ὑπ’ ὄψιν, ὅταν προεβάλετε τὴν παρατήρησιν ταύτην· διότι, προκειμένου περὶ τῶν ἐμμίσθων παρέδρων, καθ’ ὃν χρόνον εἶναι ἔμμισθοι πάρεδροι ὑπὸ δοκιμασίαν, λαμβάνονται πᾶσαι αἱ ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι λαμβάνονται ὑπὲρ τῶν εἰσαγγελέων. Εἶναι δὲ ἐπαρκεῖς αἱ ἐγγυήσεις αὗται. Πρόκειται περὶ μιᾶς εἰδικῆς περιπτώσεως, ὅτε καὶ παύονται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 7. Πλὴν ἐκείνης τῆς περιπτώσεως, δύνανται νὰ παυθῶσι καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου, δηλαδὴ ὅταν κατὰ τὰ ἄρθρα 21, 22 καὶ 36 τοῦ ποινικοῦ νόμου...
§166ΡΑΛΛΗΣ. Τὰ ἐδάφια δʹ καὶ εʹ μόνον· ἀφήσατε τὰ ἄλλα.
§167ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, αὐτοὶ εἶναι ὑπὸ δοκιμασίαν· θέλετε νὰ ἔχωσι περισσότερα δικαιώματα ἀπὸ τοὺς εἰσαγγελεῖς;
§168ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§169ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὅταν λέγωμεν «ἐν ταῖς περιπτώσεσι τοῦ ἄρθρου τούτου», ἐννοοῦμεν πάσας τὰς περιπτώσεις.
§170ΡΑΛΛΗΣ. Τοῦτο νὰ ἐξηγηθῇ.
§171ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οὕτως ἐγὼ τουλάχιστον ἐνόουν· διότι πρῶτον, ὡς πρὸς τοὺς ἐμμίσθους παρέδρους, μὴ λησμονεῖτε, ὅτι παρέσχομεν μίαν ἐγγύησιν, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχουσιν οἱ εἰσαγγελεῖς, τὸ ἀμετάθετον. Πλὴν τούτου, ὑπάγονται εἰς τὰς αὐτὰς περιπτώσεις, εἰς τὰς ὁποίας ὑπάγονται καὶ οἱ εἰσαγγελεῖς.
§172ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§173ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐὰν νομίζητε, ὅτι μία λέξις δύναται νὰ λύσῃ τὴν ἀπορίαν σας, εὐχαρίστως θέλω τὴν ἀποδεχθῆ. Νομίζω δὲ, ὅτι, ἐὰν τεθῇ, ὅτι «οἱ ἔμμισθοι πάρεδροι, πλὴν τῆς περιπτώσεως τοῦ ἄρθρου 7 παύονται ὁριστικῶς τῆς ὑπηρεσίας εἰς τὰς περιπτώσεις καὶ ὑπὸ τὰς ἐγγυήσεις τοῦ ἄρθρου τούτου», εἶναι ἀρκετόν. Τοῦτο δὲ καὶ ἐνόουν.
§174ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως.
§175ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν τετάρτην παράγραφον, «Οἱ ἔμμισθοι πάρεδροι κτλ.», μετὰ τὰς λέξεις «παύονται ὁριστικῶς τῆς ὑπηρεσίας» νὰ τεθῇ: «εἰς τὰς περιπτώσεις καὶ ὑπὸ τὰς ἐγγυήσεις τοῦ ἄρθρου τούτου».
§176ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 13, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ λοιπὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη, εἰς γʹ συζήτησιν).
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκτελέσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν).
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς καὶ τῶν ζώων. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα 1–7)
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8... Ἐνταῦθα, ἐν ἐδαφίῳ τρίτῳ, στίχ. βʹ, ἡ λέξις «ἀπογραφῆς» διωρθώθη εἰς «μεταγραφῆς». Ἐν δὲ τῷ τελευταίῳ ἐδαφίῳ, μετὰ τὰς λέξεις «ἀποστέλλονται ὑπ’ αὐτοῦ», προσετέθησαν αἱ λέξεις «διὰ τοῦ Δημάρχου». (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἐτροποποιήθη, καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἔχει).
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10.... Ἐνταῦθα ἐγένοντο αἱ ἑξῆς τροποποιήσεις. Διεγράφησαν ἐκ τοῦ πρώτου ἐδαφίου αἱ λέξεις: «ἢ, ἐν ἀνεπαρκείᾳ ταύτης, ὑπὸ δύο ὁπλοφόρων, διοριζομένων ὑπὸ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου». Ὡσαύτως διεγράφη ὁλόκληρον τὸ δεύτερον ἐδάφιον, ἀπὸ τῶν λέξεων «Οἱ ὁπλοφόροι» μέχρι τέλους. (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἐτροποποιήθη, καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτά, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα 11–14).
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκ τοῦ ἄρθρου 15 διεγράφησαν αἱ ἐν τέλει τοῦ πρώτου ἐδαφίου λέξεις «καὶ οἱ ὁπλοφόροι ἐκ δραχμῶν 2». (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 15, ὡς ἐτροποποιήθη, καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτά, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα 16–23).
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 24, ἡ ἐν τέλει αὐτοῦ λέξις «Αὐγούστου» ἀντικατεστάθη διὰ τῆς λέξεως «Σεπτεμβρίου». (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 24, ὡς ἐτροποποιήθη, καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει, τὸ ἄρθρον 25).
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 26 (ἀναγινώσκεται).
§185ΠΑΠΑΛΕΞΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 26 ἔχω νὰ κάμω παρατηρήσεις τινάς. Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, οἱ ἰδιοκτῆται ἀγροτικῶν κτημάτων (τσιφλικίων) ὀφείλουσι νὰ ἐκπληρώσωσι πάσας τὰς ὑποχρεώσεις τῶν ἐν αὐτοῖς ἐγκατεστημένων καλλιεργητῶν, ὡς πρὸς τὰς δηλώσεις τῶν ἀροτριώντων αὐτῶν κτηνῶν κτλ. Τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ ἄρθρου τούτου, Κύριοι, ὡς ἔχει, εὑρίσκω λίαν ἄδικον καὶ δημεύουσαν τὰς περιουσίας πολλῶν ἰδιοκτητῶν, ὅπερ βεβαίως δὲν ἐσκόπει ὁ συντάξας τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἀπέβλεπε μόνον εἰς τὴν ἀκριβῆ βεβαίωσιν τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τὴν ὅσον τὸ δυνατὸν ἀσφαλεστέραν εἴσπραξιν αὐτοῦ· ἀφοῦ δὲ σᾶς ἐξηγήσω τὰ περὶ τούτου, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δεχθῇ τροπολογίαν τινὰ, πρὸς ἀποσόβησιν τῆς τοιαύτης ἀδικίας ὡς πρὸς τοὺς ὀλίγους ἰδιοκτήτας κυρίως τῆς Πελοποννήσου, οἵτινες καὶ μόνοι βλάπτονται, ἂν μείνῃ τὸ ἄρθρον τοῦτο ὡς ἔχει καὶ ἄνευ τροπολογίας ἢ ἑρμηνείας τινός. Ἐν Πελοποννήσῳ, Κύριοι, ὑπῆρχον ἀπὸ τουρκοκρατίας ὀλίγα τσιφλίκια, ἐκ τῶν ὁποίων διατηροῦνται ὀλίγιστα, μὴ ὑπερβαίνοντα ἴσως τὸν ἀριθμὸν τῶν δέκα ἢ δεκαπέντε, καὶ τὰ ὁποῖα μέχρι τινὸς χρόνου διετέλουν ὑπὸ τὰς συνθήκας, ὑφ’ ἃς σήμερον διατελοῦσι τὰ ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ἐν μέρει ἐν Στερεᾷ Ἑλλάδι τοιαῦτα, ὡς καλλιεργούμενα διὰ σπορᾶς μόνον δημητριακῶν καρπῶν, ἀλλὰ προϊόντος τοῦ χρόνου καὶ ἀναπτυχθείσης σπουδαίως τῆς καλλιεργείας καὶ ἐμφυτεύσεως ἐν Πελοποννήσῳ, εἰσὶν ὅλως διάφορα, τὸ μὲν διότι δι’ ἐκποιήσεως πρὸς αὐτοὺς τοὺς ἰδίους καλλιεργητὰς ἢ ἄλλους ἐξεποιήθη μέρος ἢ μέγα ποσὸν ἐκ τῶν γαιῶν τῶν τσιφλικίων τούτων, τὸ δὲ διότι δι’ ἰσοβίων καὶ αἰωνίων μισθώσεων τῶν ἐν αὐτοῖς γαιῶν ἢ μέρους αὐτῶν τμηματικῶς πρὸς τοὺς καλλιεργητὰς, ἢ τρίτους, μὴ ἐγκατεστημένους ἐντὸς τῶν τσιφλικίων, οἱ ἰδιοκτῆται ἐτήρησαν ὑπὲρ ἑαυτῶν τὴν ψιλὴν κυριότητα, οἱ δὲ καλλιεργηταὶ διὰ τῶν συμβάσεων καὶ τῶν συμφωνιῶν ὑπεχρεώθησαν ἔκτοτε, ὡς καρπούμενοι τοῦ κτήματος, νὰ πληρόνωσιν αὐτοὶ πάντας τοὺς δημοσίους καὶ δημοτικοὺς φόρους. Κυρίως δὲ διὰ τῆς προόδου τῆς ἐμφυτεύσεως τῶν σταφιδαμπέλων καὶ ἄλλων φυτειῶν αἱ πλεῖσται γαῖαι, καὶ ἐν πολλοῖς τὸ ὅλον σχεδὸν ἐξεχωρήθησαν διὰ συμβάσεως παρὰ τῶν ἰδιοκτητῶν εἰς τοὺς καλλιεργητὰς πρὸς ἐμφύτευσιν, καὶ ἐνεφυτεύθησαν, ἀλλ’ ἐντὸς τῆς περιοχῆς τῶν τσιφλικίων τούτων καὶ παρὰ ταῖς φυτείαις ταύταις συμπίπτει νὰ ὑπάρχωσι σποραδικῶς καὶ ἐλάχιστα τεμάχια ἀγρῶν, οἵτινες, μὴ ὄντες ἐπιδεκτικοὶ ἐμφυτεύσεως, ποῦ μὲν δύο, ποῦ πέντε καὶ ποῦ περισσοτέρων στρεμμάτων, καλλιεργοῦνται παρ’ αὐτῶν τῶν ἐμφυτευτῶν ἤ τινων ἐξ αὐτῶν, ὡς παρακείμενοι ταῖς φυτείαις αὐτῶν, διὰ σπορᾶς ἐλαχίστων δημητριακῶν καρπῶν, πρὸς παραγωγὴν εἴτε τροφῆς τῶν ἵππων αὐτῶν, ἢ ἐλαχίστου καὶ ἀσημάντου ποσοῦ κριθῆς ἢ ἀραβοσίτου, συνεπῶς δὲ ἐπὶ τῶν τοιούτων τσιφλικίων ἡ κυρία καλλιέργεια αὐτῶν εἶναι αἱ φυτεῖαι, καὶ τὸ εἰσόδημα τὸ κύριον τῶν ἰδιοκτητῶν, ὡς καὶ τῶν καλλιεργητῶν, εἶναι τὸ ἐξ αὐτῶν προερχόμενον· καὶ βεβαίως ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὰ τσιφλίκια ταῦτα δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν ὡς τὰ ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ, οὔτε ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον, πιστεύω, εἶχε κατὰ νοῦν, ἵνα τοὺς ἰδιοκτήτας τοιούτων τσιφλικίων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ κυρία καλλιέργεια δὲν εἶναι ἡ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ἐξαναγκάσῃ καὶ ὑποχρεώσῃ νὰ συμμορφωθῶσι μὲ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου τούτου ὡς πρὸς τὰ ἀροτριῶντα κτήνη τῶν ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας ἐμφυτευτῶν ἢ μισθωτῶν αὐτῶν, οἵτινες δύνανται μόνοι νὰ ἐκπληρώσωσι τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῶν, καὶ διὰ τῶν συμβάσεων τῶν μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῶν ἐκχωρησάντων ἢ μισθωσάντων εἰς αὐτοὺς τὰς γαίας τῶν ἰδιοκτητῶν ἀνέλαβον τὴν ῥητὴν ὑποχρέωσιν νὰ πληρόνωσιν οὗτοι πάντας τοὺς δημοσίους καὶ δημοτικοὺς φόρους. Ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, συμπίπτει ἐν Πελοποννήσῳ εἴς τινα τσιφλίκια, τῶν ὁποίων αἱ ἀστικαὶ περιφέρειαι κατέστησαν ἀληθῶς κωμοπόλεις, ἕνεκα τοῦ αὐξηθέντος πληθυσμοῦ τῶν κατοικούντων καὶ ἐγκατεστημένων ἐν αὐτοῖς καλλιεργητῶν ἢ ἐμφυτευτῶν καὶ τοῦ κινητοῦ πληθυσμοῦ τῶν συῤῥεόντων ἐργατῶν κατὰ τὰς ἐποχὰς τῆς καλλιεργείας, τῆς συλλογῆς καὶ τῆς μεταφορᾶς τοῦ προϊόντος τοῦ σταφιδοκάρπου, συμπίπτει, λέγω, οἱ κατοικοῦντες καὶ ἐγκατεστημένοι κάτοικοι ἐν αὐτοῖς, εἴτε οἱ προσωρινῶς διαμένοντες, εἴτε τινὲς ἐκ τούτων, ἐνῷ κατοικοῦσι καὶ διαμένουσιν ἐντὸς τῆς περιφερείας τῶν τσιφλικίων καὶ ἔχουσιν ἐκεῖ καὶ διατηροῦσι τοὺς ἵππους των, χρησιμεύοντας εἰς τὰς ἄλλας ἀνάγκας αὐτῶν, νὰ χρησιμοποιῶσιν αὐτοὺς καὶ ὡς ἀροτριῶντα κτήνη, καὶ δι’ αὐτῶν θὰ καλλιεργῶσι γαίας πρὸς σπορὰν δημητριακῶν καρπῶν, κειμένας εἰς ἄλλας περιφερείας ἐθνικῶν χωρίων, ἢ εἰς ἄλλας ἰδιοκτησίας αὐτῶν, καίπερ κατοικοῦντες καὶ διαμένοντες μετὰ τῶν κτηνῶν αὐτῶν ἐντὸς τοῦ τσιφλικίου τοῦ ἰδιοκτήτου, ἄλλοι δὲ ἐμφυτευταὶ, ὡς προεῖπον, ἐκ τῶν κατοίκων τοῦ τσιφλικίου, ἐνῷ καλλιεργοῦσι μόνον δύο στρέμματα ἀγροῦ, κειμένου πλησίον τῆς φυτείας των ἐντὸς τοῦ τσιφλικίου, χρησιμοποιοῦσι τοὺς ἀροτῆρας ἵππους των κυρίως εἰς τὴν καλλιέργειαν ἀγρῶν πρὸς σπορὰν δημητριακῶν καρπῶν, κειμένων εἰς ἐθνικὰς περιφερείας, ἢ εἰς ἄλλας ἰδιοκτησίας των. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει, Κύριοι, νομίζω, ὅτι ἡ δικαιοσύνη ὑπαγορεύει, ὅπως οἱ τοιοῦτοι ἰδιοκτῆται τοιούτων τσιφλικίων μὴ ὑποχρεωθῶσι νὰ πληρόνωσι τοὺς φόρους τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἢ ἀναλάβωσι τὰς ὑποχρεώσεις τῶν καλλιεργητῶν αὐτῶν, οἵτινες, ὡς προεῖπον, ἢ δὲν καλλιεργοῦσιν ὁλοτελῶς γαίας πρὸς σπορὰν δημητριακῶν καρπῶν, κειμένας ἐντὸς τῆς περιφερείας τοῦ τσιφλικίου, ἢ ὡς ἐμφυτευταὶ καλλιεργοῦντες τὰς φυτείας των καλλιεργοῦσι τινὲς ἐξ αὐτῶν καὶ ἓν ἢ δύο στρέμματα ἀγροῦ, παρακειμένου τῇ φυτείᾳ των, χρησιμοποιοῦσι δὲ πραγματικῶς καὶ ἀποκλειστικῶς τὰ κτήνη των εἰς τὴν καλλιέργειαν ἐθνικῶν ἢ ἄλλων γαιῶν, καίπερ κατοικοῦντες ἐντὸς τοῦ τσιφλικίου. Ἐχαρακτήρισα δὲ ὡς δημευτικὴν τὴν διάταξιν ταύτην, διότι βεβαίως, ἂν οἱ τοιοῦτοι ἰδιοκτῆται τσιφλικίων ὑποχρεωθῶσι νὰ δηλώσωσι τὰ ἀροτριῶντα κτήνη, καὶ νὰ πληρώσωσι τοὺς φόρους τῶν τοιούτων ἐντὸς τῆς ἀστικῆς περιφερείας τῶν τσιφλικίων κατοικούντων καὶ διαμενόντων καλλιεργητῶν, δὲν ἐξαρκεῖ ὁλόκληρος ἡ περιουσία αὐτῶν, ἐνῷ δὲν ἀπολαμβάνουσι. Προτείνω λοιπὸν νὰ ἐξαιρεθῶσι τῆς διατάξεως ταύτης τὰ ἐν Πελοποννήσῳ τσιφλίκια· ἄλλως, ἂν τοῦτο δὲν γείνῃ δεκτὸν, μετὰ τὰς λέξεις «ὀφείλουσι νὰ ἐκπληρῶσι πάσας τὰς ὑποχρεώσεις» νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις: «ὡς πρὸς τὰ ἀροτριῶντα κτήνη, ἐκεῖνα, ἅτινα χρησιμοποιοῦνται πραγματικῶς καὶ ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν καλλιέργειαν τοῦ κτήματος (τσιφλικίου) αὐτῶν, ἐν ᾧ διαμένουσι πρὸς τοῦτο»· πρὸς δὲ, νὰ ἐξηγηθῇ, ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης δὲν εἶναι ὑπόχρεως, ὅταν ἔχῃ ἐκχωρήσει, ὡς ἀνωτέρω εἶπον, τὰς γαίας του εἰς καρπωτὰς ἢ μισθωτὰς καὶ ἐμφυτευτὰς κατόχους.
§186Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἔννοια, ἣν ζητεῖ ὁ κ. Βουλευτής, ὅπως ἐκφράσωμεν ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι ἐκπεφρασμένη ἐν αὐτῷ· αὐτὴ δὲ καὶ μόνον ἡ φράσις «διὰ τὰ ἐν τοῖς κτήμασιν αὐτῶν ἐργαζόμενα κτήνη τῶν καλλιεργητῶν, τῶν ἐν τοῖς κτήμασι τούτοις ἐγκατεστημένων», ἀποδεικνύει, ὅτι τὰ κτήνη, ἅτινα δὲν ἐργάζονται ἐν τῷ κτήματι, δὲν περιλαμβάνονται ἐν τοῖς ἐπαγομένοις τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ νόμου· καὶ ἡ ἐξήγησις, ἣν δίδω, περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου, ἀναγραφομένη ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς, ἀρκεῖ, ἐὰν μὴ ἤρκει τὸ κείμενον, ὅπερ, κατ’ ἐμὲ, εἶναι εὐκρινές. Προδήλως πρόκειται περὶ τούτου, ὅτι δὲν ἀρκεῖ τὰ κτήνη νὰ ἦναι ἐγκατεστημένα ἐν τῷ κτήματι, ἵνα ὑποχρεῶται ὁ ἰδιοκτήτης, ὅπως δηλοῖ αὐτὰ κατὰ τὰ ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ· εὐθὺς ὡς ἡ διάκρισις αὕτη γίνηται ἐν τῷ ἄρθρῳ, εὐθὺς ὡς ἀποδεχθῶμεν, ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου, ὁ κ. Βουλευτὴς εὑρίσκει ἐκπεφρασμένην ἐν τῷ νόμῳ τὴν ἔννοιαν, ἣν ζητεῖ νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς αὐτόν.
§187ΠΑΠΑΛΕΞΗΣ...
§188Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ καλλιεργείας ἀσημάντου. Καλλιέργειαν, νοεῖ ὁ νόμος πραγματικήν· ἡ ἐν τῇ αὐλῇ τῆς οἰκίας δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει πρὸς χαρακτηρισμόν.
§189Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον διὰ τῆς διατάξεως ταύτης ἐν γένει σκοπεῖ νὰ ἐξασφαλίσῃ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου· ὑποθέτει δὲ, ὅτι οἱ καλλιεργηταὶ εἶναι ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἐξάρτησιν τῶν κυρίων τῶν κτημάτων, καὶ συνεπῶς οὗτοι πρέπει νὰ φροντίζωσι, ἵνα δηλώνωσιν ἀκριβῶς οἱ καλλιεργηταὶ τὰ ζῷά των καὶ πληρόνωσι τὸν φόρον· ἐπὶ τῇ παραλείψει δὲ τῶν καλλιεργητῶν, ὑποχρεοῖ τοὺς κυρίους τῶν κτημάτων. Τοῦτο δύναται νὰ συμβαίνῃ ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἀλλ’ ἐν Πελοποννήσῳ ὑπάρχουσι μὲν ἐγκατεστημένοι καλλιεργηταὶ εἰς ἰδιόκτητα κτήματα, καλλιεργοῦντες τὸ κτῆμα, ἀλλὰ δὲν ἔχουσιν αὐτὴν μόνον τὴν ἐργασίαν, καλλιεργοῦσι καὶ ἄλλα κτήματα, ἀμπέλους, σταφιδαμπέλους κλπ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ὁ κύριος τῶν κτημάτων ἐν Πελοποννήσῳ δὲν ἔχει ὑπὸ τὴν ἐξάρτησίν του τὸν καλλιεργητήν. Ἀφοῦ λοιπὸν οὕτως ἔχει, πῶς θὰ ἦναι ὑπόχρεως ὁ κύριος τοῦ κτήματος νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸν φόρον τοῦ Δημοσίου; Νομίζω, ὅτι εἶναι ἄδικον, τὸ Δημόσιον νὰ καταστήσῃ ὑπευθύνους τοὺς ἰδιοκτήτας διὰ παράλειψιν πράξεων ξένων, καὶ μάλιστα μὲ ποινάς· εἶναι ὅλως ἄδικον. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ προστεθῇ ἐν τῷ ἄρθρῳ, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἰσχύει διὰ τὰ ἐν Πελοποννήσῳ κτήματα.
§190Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν νομίζω, ὅτι ἡ ἐξάρτησις τῶν καλλιεργητῶν εἶναι στοιχεῖον τοῦ θεσμοῦ τούτου, τουτέστι τῆς ἐπιβολῆς τῆς ὑποχρεώσεως εἰς τὸν ἰδιοκτήτην· τὴν ὑποχρέωσιν ἐπιβάλλει τὸ νομοσχέδιον εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, διότι εἰς τὸν ἰδιοκτήτην ἀνήκει κατὰ τὰς γενικὰς ἀρχὰς, εἰς ἃς γίνεται ἐξαίρεσις ἐν τοῖς περὶ ἀροτριώντων κτηνῶν διατεταγμένοις. Τὴν ἐξαίρεσιν τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐπεκτείνει καὶ ἐπὶ τὸν ἰδιοκτήτην τσιφλικίων, διότι ἡ ἐφαρμογὴ ἐπ’ αὐτὸν τοῦ γενικοῦ κανόνος ἐπάγεται τὴν ἀνελλιπῆ βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τοῦ φόρου. Ὁ ἰδιοκτήτης δὲν δύναται νὰ παραπονεθῇ, ἐὰν μετὰ τὴν καταβολὴν ὁλοκλήρου τοῦ φόρου ἀπαντᾷ δυσκολίας περὶ τὴν ἀπόδοσιν τῶν εἰς αὐτὸν λόγῳ τῆς καταβολῆς ὀφειλομένων τυχὸν ὑπὸ τῶν καλλιεργητῶν, διότι τὸ ζήτημα τῆς ἐξαρτήσεως τῶν καλλιεργητῶν ἀπ’ αὐτοῦ εἶναι ὅλως ἄσχετον πρὸς τὸ προκείμενον. Ὁ ἰδιοκτήτης ὑποβάλλεται εἰς ὑποχρέωσιν, ἥτις κατὰ τοὺς κρατοῦντας γενικοὺς κανόνας ἀνήκει εἰς αὐτὸν, ἀποκτᾷ δ’ ἐκ τῆς ἐκπληρώσεως τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης, ἤτοι ἐκ τῆς καταβολῆς τοῦ φόρου, τὰ δικαιώματα, ἅτινα ἀποῤῥέουσιν ἐκ τῶν πρὸς τοὺς καλλιεργητὰς συμφωνιῶν αὐτοῦ περὶ τοῦ φόρου.
§191Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον δὲν ἔχει αὐτὴν τὴν βάσιν, τὴν ἐξάρτησιν τοῦ ἰδιοκτήτου, τότε ὁ ἰδιοκτήτης εὐθύνεται καθ’ ὅσον ἀπολαμβάνει, καθ’ ὅσον ὠφελεῖται. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἔχῃ τὴν εὐθύνην κατὰ τὸ ἥμισυ τοὐλάχιστον. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ προσέξωμεν εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ, νὰ μὴ ὑποχρεώσωμεν τοὺς ἰδιοκτήτας διὰ ξένας ὑποχρεώσεις, ἀλλὰ νὰ ἦναι ὑπόχρεως ὁ ἰδιοκτήτης μόνον διὰ τὰ ἴδια αὐτοῦ βάρη, καὶ ὄχι καὶ διὰ τὰ ξένα. Ἐὰν λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον ἔχῃ αὐτὴν τὴν βάσιν, τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀπολαμβάνειν, ὥστε ὁ ἰδιοκτήτης νὰ ἦναι ὑπόχρεως δι’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπολαμβάνει, ἢ ἐὰν ἡ σύμβασις μετὰ τοῦ καλλιεργητοῦ ἦναι νὰ πληρώσῃ διπλάσιον ἢ τριπλάσιον, νὰ πληρόνῃ ὁ ἰδιοκτήτης μόνον καθ’ ὅσον εὐθύνεται.
§192Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ σύμβασις τοῦ ἰδιοκτήτου πρὸς τὸν καλλιεργητὴν δὲν ἀφορᾷ εἰς τὸ Δημόσιον· αὕτη εἶναι ἰδιαιτέρα ὑπόθεσις τοῦ ἰδιοκτήτου, ὅστις δύναται τὸ κτῆμά του νὰ καλλιεργήσῃ καθ’ ὃ σύστημα αὐτὸς θέλει. Πρὸς τὸ Δημόσιον ὑπόχρεως εἶναι μόνος ὁ ἰδιοκτήτης, διότι τὴν ἰδιοκτησίαν βαρύνει ἡ φορολογία· δὲν ἔχει ἰδιοκτησίαν ὁ καλλιεργητὴς τσιφλικίου. Ἐὰν ἦτο συνιδιοκτήτης, θὰ ἐνόουν τὰς παρατηρήσεις τὰς ἀφορώσας εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ κυρίως ἰδιοκτήτου ἀπὸ τοῦ μέρους τῆς ὀφειλῆς, τοῦ ἀνήκοντος εἰς τὸν συμμετέχοντα τῆς ἰδιοκτησίας· ἀλλ’ ἐδῶ τὸ Δημόσιον δὲν ἀπαντᾷ συνιδιοκτήτας, μόνον ἰδιοκτήτην ἀπαντᾷ, ὀφείλοντα τὸν φόρον, ἂν δ’ οὗτος ἔχῃ συνημμένας συμφωνίας πρὸς τὸν καλλιεργητὴν περὶ τοῦ φόρου, αὗται ἀφορῶσιν εἰς τὰς σχέσεις αὐτοῦ πρὸς τὸν καλλιεργητὴν, οὐδαμῶς δὲ εἰς τὰς τοῦ καλλιεργητοῦ πρὸς τὸ Δημόσιον.
§193Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν πρόκηται περὶ φορολογίας τῶν κτημάτων καὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν.
§194Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περὶ τῶν κτημάτων πρόκειται. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν δὲν εἶναι φόρος ἐπὶ τῶν ζώων, εἶναι φόρος ἐπὶ τοῦ κτήματος.
§195Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀναγκαῖος μὲν φόρος, ἀλλ’ εἶναι φορολογία ἀτελής· ὁ ἰδιοκτήτης δὲν δύναται νὰ γνωρίζῃ ποτὲ, τί ἔχει ἢ τί δὲν ἔχει ὁ καλλιεργητής· ὁ καλλιεργητὴς εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ, καὶ αὐτὸς πρέπει νὰ δηλώσῃ. Νομίζω ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι ὅλως ἄδικος. (Διάλογοι).
§196ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 26 ἀναφέρεται: «Οἱ ἰδιοκτῆται, καρπωταὶ ἢ διαχειρισταί». Νομίζω ὅτι ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη κλάσις, οἱ ἐνοικιασταί, οἱ ὁποῖοι συνηθέστερον εἶναι οἱ διαχειριζόμενοι τὰ κτήματα ταῦτα, ὄχι ὡς διαχειρισταί, μήτε ὡς καρπωταί, ἀλλ’ ὡς ἐνοικιασταί.
§197Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ λέξις «καρπωταὶ» ἐγράφη ἐν τῷ νόμῳ ὡς γενικωτέρα. Ἡ λέξις «καρπωταὶ» δὲν δηλοῖ τοὺς ἐπικαρπωτὰς τῶν γαιῶν, τοὺς ἔχοντας τὴν κατὰ τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ νόμου ἐπικαρπίαν, ἀλλ’ εἶναι περιεκτικὴ καὶ τοῦ ἐπικαρπωτοῦ καὶ τοῦ ἐκμισθωτοῦ καὶ τοῦ κατόχου ἐπὶ οἱῳδήποτε τίτλῳ, ἤτοι παντὸς τοῦ καρπουμένου. Ἐὰν εἴπωμεν τὸν ἐκμισθωτὴν, δὲν περιλαμβάνομεν πάντα τὸν καρπούμενον, ἐνῷ λέγοντες καρπωτὴν, νοοῦμεν καὶ τὸν μισθωτὴν ὡς καρπούμενον.
§198ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπειδὴ ἐνδέχεται νὰ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία, νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο καλὸν νὰ τεθῇ «καὶ οἱ ἐνοικιασταί».
§199Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ προσθήκη θὰ ἐγέννα τὰς ἀμφιβολίας, περιορίζουσα τὴν ἔννοιαν τῆς λέξεως «καρπωτὴς», ἐνῷ ἡ ἔννοια τοῦ νόμου εἶναι, ὅτι ἐν τῇ λέξει «καρπωταὶ» περιλαμβάνονται πάντες οἱ ὁπωσδήποτε καρπούμενοι. Νὰ ἀναγραφῇ ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς, ὅτι διὰ τῆς λέξεως «καρπωταὶ» νοοῦμεν πάντα τὸν ὁπωσδήποτε καρπούμενον, ἑπομένως τὸν μισθωτὴν, τὸν ἐπικαρπωτὴν, τὸν κάτοχον ἐπὶ οἱῳδήποτε τίτλῳ.
§200ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πλὴν τούτου ὑπάρχουσι κτήματα, εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι συμφωνίαι συνωμολογημέναι, κατὰ τὰς ὁποίας ἀλλαχοῦ μὲν ἀναδέχεται τὸ ὅλον τοῦ φόρου ὁ ἰδιοκτήτης, καὶ τότε αὐξάνει τὸ ποσοστὸν, τὸ ὁποῖον λαμβάνει, ἀλλαχοῦ δὲ ἀναδέχεται τὸ ὅλον τοῦ φόρου ὁ καλλιεργητής, καὶ τότε ἐλαττοῦται τὸ ποσοστὸν τοῦ ἰδιοκτήτου. Γνωρίζω κτήματα, εἰς τὰ ὁποῖα, ἀντὶ νὰ λαμβάνῃ ὁ ἰδιοκτήτης τὸ ⅓, λαμβάνει μόνον 20%, ἀπαλλαττόμενος παντὸς φόρου καὶ βάρους. Ἐνταῦθα διὰ τοῦ νόμου τούτου δὲν πρόκειται νὰ καταργήσωμεν τὰς μεταξὺ τῶν καλλιεργητῶν καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν συμφωνίας. Θὰ ἦτο δὲ καλλίτερον, εἰς τὴν προτελευταίαν γραμμὴν νὰ τεθῇ «κατὰ τὰς μεταξὺ των συμφωνίας». (Διάλογοι).
§201ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὁ νόμος θέλει νὰ φορολογήσῃ τὸν ἰδιοκτήτην, καὶ ἐκεῖνος ἂς κάμῃ οἱανδήποτε συμφωνίαν μὲ τὸν καλλιεργητήν. Αὐταὶ εἶναι αἱ ὑγιεῖς ἀρχαὶ τῆς φορολογίας.
§202ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ἀρχὴ εἶναι ἡ αὐτὴ, ἀλλὰ νὰ μὴ θελήσωμεν νὰ παραβιάσωμεν συμφωνίας ὑπαρχούσας, ἢ νὰ ἐμποδίσωμεν τοιαύτας ἐπωφελεῖς καὶ διὰ τοὺς καλλιεργητὰς καὶ διὰ τοὺς ἰδιοκτήτας.
§203Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀναγραφῇ, οὐχὶ «καθ’ ἣν ἀναλογίαν συνεφωνήθη ἡ μεταξὺ αὐτῶν διανομὴ τῶν προϊόντων», ἀλλὰ «κατὰ τὰ μεταξὺ αὐτῶν συμπεφωνημένα».
§204ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ «ὑποκείμενοι προσωπικῶς εἰς τὰς ἐπὶ παραλείψει τούτων ποινὰς» εἶναι εἰς ἀντίφασιν ἀκριβῶς πρὸς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν. Αἱ ποιναὶ αὗται ἐπιβάλλονται κυρίως διὰ τοῦ ἄρθρου 16· τὸ ἄρθρον 16 καὶ τὰ μετ’ αὐτοῦ συσχετιζόμενα ἀφορῶσι διαδικασίαν ἀνακαλύψεως ἀποκρυπτομένων κτηνῶν, ἥτις διαδικασία ἀναφέρεται ὁλόκληρος εἰς τὸν κτηνοτρόφον, ἢ εἰς τὸν κάτοχον καὶ τὸν ἀποκρύψαντα τὸ κτῆνος· αὐτὸς ἀνακρίνεται, αὐτὸς παρευρίσκεται, αὐτὸς ὑπογράφει πρωτόκολλα, αὐτὸς κάμνει ὅλας τὰς πράξεις διὰ τὴν διαδικασίαν καὶ τὴν τιμωρίαν· ταῦτα νομίζω, ὅτι εἶναι ἄδικον νὰ εὐθύνωσι τὸν ἰδιοκτήτην. Ἐὰν διὰ τῆς ἀπαριθμήσεως εὑρεθῇ ἐνοχή τις τοῦ ἰδιοκτήτου, μάλιστα· ἀλλ’ ἡ διαδικασία ὅλη, ἡ ἐπιβάλλουσα τὴν εὐθύνην ἕνεκα παραπτώματος, ἕνεκα παραβάσεώς τινος, ἐκτελουμένης παρὰ τοῦ καλλιεργητοῦ, καὶ ὄχι παρὰ τοῦ ἰδιοκτήτου, νομίζω, ὅτι εἶναι κἄπως κακὴ, εἶναι μία ποινικὴ εὐθύνη τοῦ ἰδιοκτήτου, ἀνεξάρτητος τῆς ἐγγυήσεως πρὸς πληρωμήν. Κάμετε καὶ τοῦτον ὑπεύθυνον διὰ τὴν πληρωμὴν τῆς ποινῆς ταύτης, ἀλλὰ μὴ τὸν θεωρεῖτε ὡς εὐθυνόμενον διὰ τὰς παραλείψεις τοῦ καλλιεργητοῦ.
§205Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἤδη εὐθυνόμενος· ἐδῶ δὲ πρόκειται περὶ τῆς πληρωμῆς, λόγῳ προστίμου, τοῦ φόρου διπλασίου. Ἐὰν οὗτος μὴ ἐπιμεληθῇ τὴν δήλωσιν, ὅπως ᾖ αὕτη ἀκριβής, θὰ πληρώσῃ τὸν φόρον διπλοῦν. Δίκαιον εἶναι τοῦτο, διότι δὲν τῷ εἶναι δύσκολον διὰ τῆς συνήθους ἐπιμελείας νὰ πληροφορηθῇ περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κτηνῶν. Ἐὰν ἀποδειχθῇ, ὅτι ἡ δήλωσις ὑπῆρξεν ἀτελής, τὸ πρόστιμον τιμωρεῖ τὴν ἔλλειψιν ἐπιμελείας. Δὲν ὑπάρχει λόγος διακρίσεως ἐν τούτῳ τοῦ ἰδιοκτήτου ἀπὸ τοῦ καλλιεργητοῦ. Ὁ ἰδιοκτήτης γινώσκει πάντως τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐν τῷ κτήματι αὐτοῦ κτηνῶν, τὸ δὲ ἀπειλούμενον πρόστιμον ἐξασφαλίζει τὸ ἀνελλιπὲς τῆς δηλώσεως.
§206ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι δύο περιπτώσεις· ἡ περίπτωσις, καθ’ ἣν διὰ τῆς ἀπαριθμήσεως ἤθελεν ἀνακαλυφθῇ ἀποκρυβὲν κτῆνος, καὶ ἡ περίπτωσις ἡ μετὰ τὴν ἀπαρίθμησιν. Ἐγὼ καὶ κατὰ τὰς δύο περιπτώσεις θεωρῶ ἄδικον τὴν εὐθύνην τοῦ ἰδιοκτήτου, ἀλλὰ τοὐλάχιστον νὰ καθορίσωμεν τὴν εὐθύνην τοῦ ἰδιοκτήτου, ὅταν διὰ τῆς ἀπαριθμήσεως ἀνακαλυφθῇ, ἐνῷ, ὅταν διὰ τῆς καταγγελίας καὶ διαδικασίας ἀνακαλυφθῇ κτῆνος ἀποκρυβὲν, ἡ εὐθύνη τοῦ ἰδιοκτήτου εἶναι ὅλως διόλου ἀβάσιμος. Διότι πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ ἰδιοκτήτης, ἓξ μῆνας μετὰ τὴν φροντίδα, τὴν ὁποίαν θὰ λάβῃ διὰ νὰ περισυλλέξῃ ὅλας τὰς πληροφορίας περὶ τῶν ἐν τοῖς τσιφλικίοις ὑπαρχόντων κτηνῶν, νὰ γνωρίζῃ μετὰ ἓξ μῆνας, ὅτι εἷς καλλιεργὴς δὲν ἠγόρασεν ἓν κτῆνος διὰ νὰ τὸ μεταχειρίζηται εἰς ἀροτρίασιν;
§207Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν βλέπω λόγον διακρίσεως. Ὅ,τι προκαλεῖ τὸ πρόστιμον, εἶναι ἡ ἀτελὴς δήλωσις· ἡ ἀπόδειξις ὅμως τοῦ ἀτελοῦς τῆς δηλώσεως δι’ ἀπαριθμήσεως, ἢ κατόπιν ἐπὶ καταγγελίᾳ, παρουσιάζει διαφορὰν, οὐχὶ ὅμως καὶ λόγον διακρίσεως, περὶ τοῦ προστίμου.
§208Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν συμβῇ, ὁ αὐτὸς καλλιεργητὴς νὰ καλλιεργῇ ἐν τῷ αὐτῷ τμήματι δύο κτήματα διακεκριμένα, τίς τῶν δύο θέλει ὑποστῆ τὴν ὑποχρέωσιν αὐτήν; Καὶ οἱ δύο ἰδιοκτῆται;
§209Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοιαῦτα ζητήματα, ἀναφυόμενα ἐν τῇ ἐκτελέσει, λύονται ἑκάστοτε ὑπὸ τοῦ κατὰ νόμον διέποντος τὰ τῆς ἐφαρμογῆς. Ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἑκάτερος τῶν ἰδιοκτητῶν θέλει δηλώσει τὰ καλλιεργήσαντα κτήνη ἐπὶ τῷ ἡμίσει, τὰ δὲ δύο ἡμίση θ’ ἀποτελέσωσι τὸ ὅλον.
§210ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ἰδέα, ὅτι μετὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ βεβαιωτέου φόρου δύνανται οἱ ἰδιοκτῆται νὰ ἀπαιτήσωσι τοῦτον παρὰ τοῦ καλλιεργητοῦ, σημαίνει, ὅτι τὸ Δημόσιον ἐθεώρησε τοὺς ἰδιοκτήτας ἀρκετὰ φερεγγύους πρὸς πληρωμὴν τοῦ φόρου. Καλὸν ἤθελεν εἶσθαι νὰ μὴ περιορισθῇ τὸ δικαίωμα τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου μετὰ τὴν πληρωμήν. Τοῦτο ἔχει πρακτικὴν ἔννοιαν, διότι ὁ φόρος πληρώνεται μετὰ τὸν Αὔγουστον, ὁ δὲ ἰδιοκτήτης θὰ εἰσπράξῃ εἰς εἶδος, ἀλλὰ θὰ εἰσπράξῃ πρὸ τῆς προθεσμίας.
§211Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὸ τοῦ Αὐγούστου δὲν γίνεται ἡ συγκομιδή, οὐδὲ νομίζω πρέπουσαν τὴν παροχὴν δικαιώματος προκαταβολικῆς εἰσπράξεως· ὑπάρχει δὲ καὶ ἑτέρα δυσκολία, ἐκ τοῦ δημοτικοῦ φόρου, καθοριζομένου μετὰ τὴν βεβαίωσιν.
§212ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ προθεσμία τῆς πρώτης Αὐγούστου δὲν εἶναι προθεσμία, ἥτις ὑποχρεοῖ διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου, ἀλλ’ ἡ εἰκοστὴ πρώτη Ἰανουαρίου τοῦ ἑπομένου ἔτους. Δὲν ἔχομεν κύρωσιν διὰ τὴν 1 Αὐγούστου.
§213Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔχομεν, ὅτι ὁ εἰσπράκτωρ θὰ ζητήσῃ τὴν πληρωμήν.
§214Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὸ Δημόσιον διὰ τὴν πληρωμὴν, ἀλλὰ νὰ μὴ ἀπογυμνώσωμεν τὸν ἰδιοκτήτην. Ἐὰν γείνῃ βεβαίωσις τοῦ φόρου, δὲν ἔχει νὰ φοβηθῇ τὸ Δημόσιον· διότι ὑποτίθεται, ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης εἶναι φερέγγυος.
§215Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι δυνατὸν ἐξ ἐντολῆς τοῦ νόμου νὰ γένηται εἴσπραξις ὑπὸ τοῦ ἰδιοκτήτου, ὅταν δὲν ἐπιτρέπηται εἴσπραξις ὑπὸ τοῦ Δημοσίου.
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ ἄρθρον 26 ἐτροποποιήθη ὡς ἑξῆς. Ἐκ τοῦ τέλους τῆς πρώτης παραγράφου διεγράφησαν αἱ λέξεις «καθ’ ἣν ἀναλογίαν συνεφωνήθη ἡ μεταξὺ αὐτῶν διανομὴ τῶν προϊόντων», ἀντικατασταθεῖσαι διὰ τῶν λέξεων «κατὰ τὰ μεταξὺ αὐτῶν συμπεφωνημένα, καὶ ὑποκαθιστάμενοι ὡς πρὸς τὴν ἀπαίτησίν των ταύτην εἰς ὅλα τὰ δικαιώματα καὶ προνόμια τοῦ Δημοσίου». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 26, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 27 (ἀναγινώσκεται). Τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐτροποποιήθη ὡς ἑξῆς. Μετὰ τὴν ἐν τέλει τοῦ πρώτου στίχου λέξιν «ὑποβάλλεται» προσετέθησαν αἱ λέξεις «διὰ ταῦτα, ἐὰν ἀνακαλυφθῶσι δι’ ἀπαριθμήσεως». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 27, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα 28 καὶ 29).
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 30 (ἀναγινώσκεται). Ἐκ τοῦ ἄρθρου τούτου διεγράφησαν αἱ τελευταῖαι λέξεις «καὶ τὰς τοῦ ᾼΩΟΔʹ νόμου τῆς 31 Δεκεμβρίου 1890». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 30, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται τὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει, τὸ ἄρθρον 31).
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 32 (ἀναγινώσκεται).
§219ΚΑΪΡΗΣ. Διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου πρώτην ἤδη φορὰν ἐπιβάλλεται ἔγγειος κατὰ στρέμμα φόρος ἐπὶ τῶν περιβολίων ἐξ ἑσπεριδοειδῶν δένδρων, ἤτοι λεμονεῶν κλπ., ἀναλόγως τῆς κατὰ μέσον ὅρον ἐτησίας κατὰ στρέμμα προσόδου αὐτῶν, ὁριζομένης ταύτης κατὰ τὸ ἄρθρον 32 εἰς δραχμὰς 4, ὅταν ἡ ἐτησία πρόσοδος ἦναι μικροτέρα τῶν δραχμῶν 45, εἰς δραχμὰς 8, ὅταν ἦναι μεγαλειτέρα τῶν 45 καὶ μικροτέρα τῶν 75, εἰς δραχμὰς 12, ὅταν ἦναι ἐλάσσων τῶν 104, καὶ εἰς δραχμὰς 16, ὅταν ἦναι ἀνωτέρα τῶν δραχμῶν 105. Ἀλλὰ κατὰ τὸ μέχρι σήμερον κρατοῦν φορολογικὸν σύστημα, τὰ ἐξ ἑσπεριδοειδῶν περιβόλια ἐπλήροναν τὸν φόρον μόνον κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν ἢ μεταφορὰν ἐκ τοῦ τόπου τῆς παραγωγῆς, ὁ φόρος δ’ οὗτος εἶχε καταργηθῆ κατὰ τὸ 1878, ἕνεκα τῆς ἐπελθούσης καταστρεπτικῆς νόσου, ἥτις σχεδὸν εἶχε καταστρέψει τὰ περιβόλια. Κατὰ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου, ἡ Κυβέρνησις, καθ’ ἃς ἔχει ἐκ τῆς ὑπηρεσίας πληροφορίας, νομίζει, ὅτι ἡ καταστρεπτικὴ αὕτη νόσος ἐξέλιπε, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐξέλιπε καὶ ὁ λόγος τῆς ἐπὶ πλέον ἀτελείας τῆς φορολογίας τῶν τοιούτων προϊόντων· ἐπιβάλλει δὲ τὴν ἄμεσον κατὰ στρέμμα φορολογίαν, καθ’ ἣν προεῖπον φορολογικὴν τάξιν, ὡς συμφερωτέραν δῆθεν διὰ τοὺς ἰδιοκτήτας καὶ καλλιεργητάς. Ἡ τοιαύτη ὅμως μεταβολὴ ἀπὸ ἐμμέσου φορολογίας εἰς ἄμεσον δὲν εἶναι συμφέρουσα εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας ἢ καλλιεργητὰς, διότι ἡ ἔμμεσος κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν βαρύνει τοὺς καταναλωτὰς, ἐνῷ ἡ κατὰ στρέμμα βαρύνει αὐτοὺς τοὺς ἰδιοκτήτας ἢ καλλιεργητάς. Σημειώσατε, Κύριοι, ὅτι ὅλα τὰ περιβόλια θὰ ὑπαχθοῦν εἰς τὴν ἀνωτάτην φορολογικὴν βαθμίδα τῶν δραχμῶν 16 κατὰ στρέμμα, καθόσον οὐδὲν τοιοῦτον ἔχει ἀκαθάριστον πρόσοδον μικροτέραν τῶν 105 δραχμῶν· λ. χ. ἓν βασιλικὸν στρέμμα, καθ’ ἃς ἔχω ἀσφαλεῖς πληροφορίας, περιλαμβάνει πεντήκοντα δένδρα· κατὰ μέσον ὅρον ἡ παραγωγὴ ἑνὸς τοιούτου, ὡς ἔχουν ἐκ τῆς κατεχούσης ταῦτα καὶ σήμερον ἀσθενείας, δὲν εἶναι ἀνωτέρα τῶν τριακοσίων λεμονίων· ὥστε ἡ παραγωγὴ θὰ ἦναι 15,000 λεμόνια· πρὸς δραχμὰς δὲ δέκα ἡ χιλιὰς, ἐτησία παραγωγὴ δραχμαὶ 150, ἀλλὰ παραγωγὴ, ἤτοι πρόσοδος ἀκαθάριστος· ἐὰν δὲ ἀφαιρέσωμεν διὰ τὴν καλλιέργειαν ἑκάστης λεμονέας, κατ’ ἐλάχιστον ὅρον, δραχ. 1,50, ἀφαιροῦμεν τὸ ἥμισυ τῆς προσόδου, καὶ οὕτω φορολογεῖται τὸ προϊὸν διὰ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας μὲ δραχμὰς 16, ἤτοι μὲ φόρον 20% ἡ καθαρὰ πρόσοδος. Ἡ φορολογία αὕτη εἶναι μεγίστη, καὶ ὑπερβαίνει πᾶν ὅριον, διότι οὐδεμία ἄλλη πρόσοδος, ὑπαγομένη εἰς τὴν ἄμεσον φορολογίαν, κατὰ τὸ κρατοῦν σύστημα, ὡς λ. χ. ἡ τοῦ ἐλαίου, ἡ τῶν οἰκοδομῶν κλπ., εἶναι ἀνωτέρα τῶν 9%. Διὰ νὰ ἴδητε πόσον δὲν συμφέρει εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας ἡ τοιαύτη στρεμματικὴ φορολογία, σᾶς κάμνω καὶ ἄλλην ὑπόθεσιν. Σήμερον ἡ Ἄνδρος παράγει ἐτησίως ἀπὸ 25,000,000 ἕως 30,000,000 λεμόνια· τοιαύτη δὲ παραγωγὴ ἀπαιτεῖ ἔκτασιν γαιῶν τοὐλάχιστον δύο χιλιάδων στρεμμάτων, χωρὶς ἐν τῷ αὐτῷ χώρῳ νὰ ὑπάρχωσιν ἄλλα δένδρα· δύο δὲ χιλιάδες στρέμματα θὰ πληρώσουν διὰ στρεμματικὸν φόρον δραχμὰς 32,000· ἀλλὰ ποσὸν τοιοῦτον δὲν θὰ πληρωθῇ ὡς φόρος κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν, καθόσον ἓν μέρος τῆς παραγωγῆς καταναλίσκει ὁ τόπος, ἓν ἕτερον μέρος διαφεύγει τὴν φορολογίαν, διότι δὲν δύναται νὰ μετρηθῇ ὅλον τὸ προϊὸν ἐν τοῖς τελωνείοις κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν ἢ μεταφορὰν, ἀλλ’ ὑπολογίζεται ἡ ποσότης ὡς ἔγγιστα κατὰ τὴν χωρητικότητα τοῦ κιβωτίου, ὅπου τίθενται ταῦτα· ὥστε ἐκ τῆς ὅλης παραγωγῆς θὰ φορολογηθῶσι τὰ ⅔ αὐτοῦ· ὑπολογιζομένου δὲ τοῦ φόρου, ὡς ἦτο πρὸ τῆς καταργήσεως, εἰς λεπτὰ πεντήκοντα τὴν χιλιάδα, ὁ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εἰσπραττόμενος μετὰ τοῦ ποσοστοῦ τῆς ὁδοποιΐας εἶναι δραχμαὶ 10,000, ὥστε διαφορὰ ἐπὶ πλέον δραχ. 22,000· ἀλλὰ καὶ μία δραχμὴ ἂν ἦναι ὁ φόρος κατὰ χιλιάδα, ὡς πρὸ τοῦ μετριασμοῦ ἦτο, πάλιν ὁ στρεμματικὸς φόρος εἶναι ἀνώτερος κατὰ πολύ. Ἀλλὰ μήπως εἰς 2000 στρέμματα ἐκτείνηται ἡ φυτεία τῶν ἑσπεριδοειδῶν δένδρων, ὧν ἡ παραγωγὴ ἡ ἐτησία ἀνέρχεται εἰς ποσὸν 30,000,000; Οὐχί! εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα, εἶναι ἴσως διπλασία· διότι, ὅπου ὑπάρχουν πεφυτευμέναι λεμονέαι, εἶναι καὶ ἄλλα δένδρα ἐν τῷ μεταξύ, ἤτοι πορτοκαλέαι, ἀμυγδαλέαι κλπ. εἶναι καὶ ἄλλα ὀπωροφόρα δένδρα· ὅλος δὲ ὁ χῶρος, ὅπου τὰ δένδρα ταῦτα μετὰ τῶν ἑσπεριδοειδῶν, θεωρεῖται περιβόλια καὶ ὑπάγεται εἰς τὸν φόρον τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου· ἄρα ὁ στρεμματικὸς φόρος εἶναι κατὰ πολὺ ἀνώτερος. Δὲν εἶναι ὅθεν ἀληθὴς ὁ λόγος τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ἡ στρεμματικὴ φορολογία εἶναι συμφερωτέρα εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας ἢ ὁ ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς καὶ μεταφορᾶς φόρος, ὅστις, ἐπαναλέγω, οὐδεμίαν αἴσθησιν κάμνει εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, καὶ ἂν ἐκπεσθῇ ποσοστόν τι ἐκ τῆς τιμῆς τῆς πωλήσεως τοῦ προϊόντος των λόγῳ τοῦ φόρου, ὅσην αἴσθησιν κάμνει τὸ νὰ πληρώσουν ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὸν εἰσπράκτορα τὸν στρεμματικὸν φόρον, ὅστις πρώτην ἤδη φορὰν ἐπιβάλλεται· ἄλλως καὶ αἱ καθιερούμεναι διὰ τοῦ νομοσχεδίου διατυπώσεις τῶν δηλώσεων, τῆς καταμετρήσεως, τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς κατὰ μέσον ὅρον ἐτησίας προσόδου καὶ λοιπαὶ, εἶναι καὶ ὀχληραὶ διὰ τοὺς ἰδιοκτήτας καὶ δαπανηραί. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ἐγκρίνῃ τὴν ὑπάρχουσαν φορολογίαν κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν καὶ μεταφορὰν, καὶ ὁρίσῃ τὸ ποσὸν τοῦ φόρου ὡς ἦτο πρὶν, καὶ ὅπερ φορολογικὸν σύστημα ἀποδέχονται εὐχαρίστως οἱ ἰδιοκτῆται, προκειμένου νὰ συνεισφέρωσι καὶ διὰ τῆς φορολογίας ταύτης τὸ πρέπον ποσὸν πρὸς βελτίωσιν τῆς δυσχεροῦς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους. Ἐλπίζω ὅτι ἡ πρότασίς μου αὕτη θὰ γένηται δεκτὴ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ὡς μὴ ζημιοῦσα τὰ οἰκονομικὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἐνισχύουσα δὲ τὴν παραγωγὴν ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ τοῦ Κράτους.
§220Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ κατανάλωσις δὲν ἐπιβαρύνει μόνον τὸ ἐξωτερικὸν, διότι ἐννοεῖται, ὅτι ἡ φορολογία θὰ ἐπιβληθῇ καὶ εἰς τὴν διὰ θαλάσσης μεταφοράν, ἐπὶ ἐπιβαρύνσει μεγάλου μέρους τοῦ προϊόντος· πολὺ δὲ ἀμφιβάλλω, ὅτι θὰ προτιμήσωσιν οἱ ἰδιοκτῆται τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς συνιστᾷ. Εἶναι, κατ’ ἐμὲ, ὀρθότερον νὰ μείνῃ ἤδη ἡ διάταξις ὡς ἔχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὑποβάλλουσα τὰ ἑσπεριδοειδῆ εἰς φόρον περιβολίων, καὶ ἂν πληροφορηθῶμεν, ὅτι οἱ ἰδιοκτῆται προτιμῶσι νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸ παλαιὸν σύστημα τῆς φορολογίας κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν, οὐδεμίαν δυσκολίαν θὰ ἔχωσι Κυβέρνησις καὶ Βουλὴ νὰ προστρέξωσιν εἰς τὸ σύστημα τοῦτο, τὸ εἰς τὸ Δημόσιον συμφερώτερον. Ὁ φόρος τῶν περιβολίων ἐλάχιστα ἀποδίδει, καὶ πολλάκις ἐγένετο σκέψις περὶ καταργήσεως τῆς φορολογίας ταύτης καὶ ἴσως τοῦτο γείνῃ. Ὥστε εἶναι προτιμότερον διὰ τοὺς ἰδιοκτήτας νὰ μένωσι τὰ πράγματα ὡς ἔχουσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, μέχρι δευτέρας φροντίδος.
§221ΚΑΪΡΗΣ. Οἱ ἰδιοκτῆται ἐν Ἄνδρῳ, ὡς γινώσκω, προτιμῶσι τὸν φόρον τῆς ἐξαγωγῆς ἀπὸ τὸν στρεμματικόν. Τὴν δήλωσιν ταύτην ἔκαμον καὶ οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ Νάξου, οἱ ὁποῖοι μοὶ εἶπον, ὅτι διὰ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας θὰ φορολογηθῶσι περὶ τὰς 8,000 στρέμματα φυτειῶν, τὰ ὁποῖα θὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸν ἀνώτατον ὅρον, ὅστις ἀνέρχεται εἰς 125,000 δραχμὰς, ἐνῷ διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς δὲν θὰ ἐπληρόνετο οὔτε τὸ ἥμισυ.
§222Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ταὐτοχρόνως οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ δόντες τὴν πληροφορίαν ταύτην, λέγουσιν, ὅτι τὰ δένδρα εἰσέτι δὲν ἀνέλαβον· ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἀνέλαβον, ἡ φορολογία δὲν θὰ ἐπιβληθῇ ἐπὶ τῷ ἀνωτάτῳ ὅρῳ, ἀλλὰ ἐπὶ τῷ κατωτάτῳ, ἡ δὲ φορολογία ἐπὶ τῷ κατωτάτῳ ὅρῳ εἶναι ἥκιστα ἐπιβαρυντική. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 32, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα 33–47).
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 48 (ἀναγινώσκεται).
§224ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἐνταῦθα πρέπει ὁ ἰδιοκτήτης νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα, ὅπως ἀπαιτήσῃ παρὰ τοῦ ἀποδημήσαντος ἢ τοῦ μὴ φερεγγύου καλλιεργητοῦ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἤθελε δηλώσει.
§225Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο ἐννοεῖται ἀφ’ ἑαυτοῦ· ὁ ἰδιοκτήτης ὑποκαθίσταται ὑπὸ τοῦ νόμου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 48, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 49 καὶ 50).
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 51 (ἀναγινώσκεται).
§227ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐνταῦθα ὑπάρχει μεταβολή τις, ἢ εἶναι ὅπως σήμερον ἰσχύει;
§228Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεμία ὑπάρχει μεταβολή. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 51, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 52–63).
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 64... Ἐνταῦθα, μετὰ τὰς ἐν τῷ τρίτῳ στίχῳ λέξεις «Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου», προσετέθησαν αἱ λέξεις «κοινοποιούμεναι αὐτῷ». (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 64, ὡς ἐτροποποιήθη, καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα 65–72).
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 73... Ἐνταῦθα, ἐν στίχῳ τρίτῳ, μετὰ τὰς λέξεις «καθ’ ὅσον δὲν ἀντιβαίνει», προσετέθη ἡ λέξις «οὗτος»· μετὰ δὲ τὴν ἐν τῷ τετάρτῳ στίχῳ πρόθεσιν «καὶ» ἐτέθη ὁ σύνδεσμος «κατὰ», διὰ τὸ εὐκρινέστερον· ἤτοι «καὶ κατὰ τὸ ἐκδοθησόμενον» κλπ. (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 73, ὡς ἐτροποποιήθη, καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα 74–80).
§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 81 (ἀναγινώσκεται).
§232ΚΑΡΑΒΙΤΗΣ. Ἐδῶ λέγει, ὅτι ὁ μὲν εἷς φόρος εἶναι δραχ. 16 καὶ 50/00 ἐπὶ ὡρισμένων ἐπαρχιῶν, ὁ δὲ ἕτερος εἶναι δραχ. 19. Εἰς τὰς τελευταίας δὲ ἐπαρχίας, τὰς ὑπαγομένας εἰς τὸν φόρον τῶν 19 δραχμῶν, περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἰδική μου. Ἡ διάταξις αὕτη τῶν διαφορῶν προῆλθε, φαίνεται, ἐκ τῆς διαφορᾶς τῆς ποιότητος. Ἀλλ’ ἡ Τριφυλία δὲν παράγει ποιότητα ὁμοίαν μὲ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν παράγουσι τὸ Αἴγιον καὶ αἱ Πάτραι, ἀλλὰ παράγει ποιότητα, ὁμοίαν πρὸς τὴν παραγομένην ἐν ταῖς ἐπαρχίαις Καλαμῶν, Μεσσήνης καὶ Ἠλείας, καὶ ἡ ποιότης αὕτη τῆς Τριφυλίας πωλεῖται μάλιστα εἰς τὴν αὐτὴν τιμὴν μὲ τὴν ποιότητα τῶν Καλαμῶν, τῆς Μεσσήνης καὶ τῆς Ἠλείας...
§233ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Παράγει ὅμως καὶ ποσότητα περισσοτέραν.
§234ΚΑΡΑΒΙΤΗΣ. .. Καὶ ὄχι μόνον δὲν πωλεῖται ἡ σταφὶς τῆς Τριφυλίας εἰς τὰς μεγαλειτέρας τιμὰς, ἀλλὰ καὶ, ἕνεκα τῆς πτωχείας τῆς γῆς, παράγει κατὰ μέσον ὅρον τὸ στρέμμα 400–500 λίτρας, ἐνῷ τοὐναντίον αἱ ἐπαρχίαι Καλαμῶν, Μεσσήνης καὶ Ἠλείας παράγουσι κατὰ μέσον ὅρον 500–1000 λίτρας τὸ στρέμμα, καὶ ὅμως πληρόνουσιν ὀλιγώτερον.
§235ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅσαι παράγουσι περισσότερον πληρόνουσι περισσότερον.
§236ΚΑΡΑΒΙΤΗΣ. Ὄχι.
§237ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Δὲν πληρόνουσι κατὰ στρέμμα.
§238ΚΑΡΑΒΙΤΗΣ. Ὄχι, κατὰ στρέμμα. Ἀφοῦ ἐγένετο ἡ διάκρισις...
§239Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν νεωτερίζει τὸ νομοσχέδιον.
§240ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἀφοῦ, ὡς λέγει, ὁ κ. Πρωθυπουργός, δὲν νεωτερίζει τὸ νομοσχέδιον, δὲν δυνάμεθα τώρα νὰ ἐλαττώσωμεν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 81, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 82).
§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 83 (ἀναγινώσκεται). Ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου τούτου προσετέθη ἡ ἑξῆς παράγραφος (ἀναγινώσκει): «Αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου τούτου ἐφαρμόζονται καὶ κατὰ τὴν μεταφορὰν σταφιδοκάρπου εἰς Ἑπτάνησον ἐξ οἱουδήποτε ἄλλου μέρους τοῦ Κράτους». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 83 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 84–88).
§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 89 (ἀναγινώσκεται). Ἐν τῇ πρώτῃ παραγράφῳ, μετὰ τὰς λέξεις «Ἐπὶ δὲ τῆς ἀσβέστου» προσετέθησαν αἱ λέξεις «τῆς διὰ δασικῆς ὕλης ἐκκαμινευομένης».
§243ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διατὶ προσετέθη αὐτό; Ὑπάρχει καὶ ἄσβεστος ἐκκαμινευομένη δι’ ἀνθράκων.
§244Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγένετο λόγος χθὲς περὶ τούτου ἐπὶ τῇ ὑποβολῇ τῆς τροπολογίας, εἶπον δέ, ὅτι κατ’ ἐξήγησιν δοθεῖσαν ἐν τῇ Γερουσίᾳ κατὰ τὸ 1861, ὅτε καὶ ἐψηφίσθη ὁ φόρος τῶν προϊόντων τούτων, ἡ ἄσβεστος ἡ ἐκκαμινευομένη διὰ γαιανθράκων δὲν ὑπεβάλλετο εἰς φορολογίαν, διότι ἡ φορολογία δὲν ἀφορᾷ εἰς τὴν ἄσβεστον, ἀφορᾷ εἰς τὴν δασικὴν ὕλην, τὴν καταναλισκομένην πρὸς παραγωγὴν τῆς ἀσβέστου. Εἶναι δασικὴ φορολογία αὕτη, καὶ οὐχὶ φορολογία τῆς ἀσβέστου. Ἡ ἑρμηνεία, ἡ δοθεῖσα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐν τῇ Γερουσίᾳ κατὰ τὸ 1861, ἐφηρμόσθη ἀδιαλείπτως ἔκτοτε, ὑποβαλλομένης εἰς φορολογίαν μόνης τῆς καμινείας ἀσβέστου διὰ δασικῆς ὕλης. Ἡ διὰ γαιανθράκων ἐκκαμινευομένη ἄσβεστος εἶναι ἀτελής.
§245ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀκριβῶς αὐτὴν τὴν παρατήρησιν ἔφερα, ὅτι δὲν ἐννοῶ, διατὶ ἡ ἀσυδοσία αὕτη τῆς ἀσβέστου. Ἐννοῶ ὅ,τι ἐγένετο, ἀλλὰ ὑπάρχει ἄλλος νόμος, ὁ ὁποῖος ἀφῆκεν ἄλλα προϊόντα ἀσύδοτα, π. χ. τὰ περιβόλια ἐξ ἑσπεριδοειδῶν δένδρων, καὶ ταῦτα δὲν ἐπλήρονον φόρον ἐπὶ πολλὰ ἔτη.
§246Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἕνεκα τῆς ἀσθενείας.
§247ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁπωσδήποτε ὑπάρχει εἷς λόγος. Σήμερον τὰ ὑποβάλλομεν τὰ περιβόλια ἐκεῖνα εἰς τὴν κατηγορίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑποβάλλονται καὶ τὰ ἄλλα περιβόλια. Ἐνταῦθα ἔχομεν ἄσβεστον παραγομένην διὰ δασικῶν προϊόντων, καὶ ἄσβεστον παραγομένην διὰ γαιανθράκων. Νομίζω, ὅτι λόγοι περισσότεροι ὑπάρχουσι, νὰ φορολογήσωμεν τὴν ἄσβεστον τὴν παραγομένην διὰ δασικῶν προϊόντων, παρὰ τὴν ἄσβεστον τὴν παραγομένην διὰ γαιανθράκων· καὶ νὰ σᾶς εἴπω διατί· διότι συμφέρον ἔχομεν νὰ ἐλαττώσωμεν, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατόν, τὴν παραγωγὴν ἀσβέστου διὰ δασικῶν προϊόντων...
§248Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως.
§249ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. .. διότι εἶναι ἓν μέσον καταστροφῆς.
§250Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως· καὶ πρὸς τοῦτο ἀφίνομεν ἐλευθέραν τὴν διὰ γαιανθράκων καμινείαν, ὅπως γίνηται ὀλιγωτέρα διὰ δασικῶν προϊόντων.
§251ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχουσιν ὅμως μέρη πολλά, εἰς τὰ ὁποῖα παράγεται ἄσβεστος, διότι δὲν ὑπάρχουσι δασικὰ προϊόντα, παράγεται ἄσβεστος ἐξ ἀνθράκων· διατὶ ἡ ἄσβεστος αὕτη πρέπει νὰ μένῃ ἀφορολόγητος;
§252Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν σκοποῦμεν νὰ φορολογήσωμεν τοὺς γαιάνθρακας διὰ τῆς ἐκκαμινευομένης ἀσβέστου, ἀφοῦ παρ’ ἡμῖν οἱ γαιάνθρακες δὲν φορολογοῦνται. Ἐδῶ πρόκειται νὰ φορολογήσωμεν τὰ δασικὰ προϊόντα, ὧν ἐγένετο χρῆσις πρὸς καμινείαν ἀσβέστου· εὕρηται δὲ ἡ διάταξις ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῆς φορολογίας τῶν δασικῶν προϊόντων. Ἂν τοὺς γαιάνθρακας ἠθέλομεν νὰ φορολογήσωμεν, δὲν θ’ ἀνεζητοῦμεν αὐτοὺς πρὸς ἐπιβολὴν τοῦ φόρου ἐν τῇ ἐκκαμινευθείσῃ ἀσβέστῳ, ἀλλ’ ὡς εἰσαγομένους πάντας ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, θὰ τοὺς ἐφορολογοῦμεν διὰ τοῦ δασμολογίου.
§253ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι τοὺς ἄνθρακας, ἀλλὰ τὴν ἄσβεστον, ὅπως φορολογοῦμεν καὶ τὰ ὀρυχεῖα.
§254Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂν ἠθέλομεν νὰ φορολογήσωμεν τὴν ἄσβεστον, δὲν θὰ ἐκανονίζομεν τὰ τῆς φορολογίας αὐτῆς ἐνταῦθα, ἤτοι ἐν τοῖς περὶ τῆς φορολογίας δασικῶν προϊόντων. Τὴν ἄσβεστον θέλομεν ἀφορολόγητον, ἀλλὰ τὴν καταναλωθεῖσαν πρὸς παραγωγὴν αὐτῆς δασικὴν ὕλην φορολογοῦμεν ἐπὶ τῷ μέτρῳ τῆς παραχθείσης ἀσβέστου.
§255ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Νομίζω, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι πρέπει νὰ φορολογήσωμεν, καὶ διὰ φόρου βαρυτάτου, τοὺς ξυλάνθρακας, ὅπως μὴ ἐξάγωνται.
§256Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Φορολογεῖται ἡ ξυλεία.
§257ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὄχι τὴν ξυλείαν, τοὺς ξυλάνθρακας.
§258Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ πρὸς ἀνθράκευσιν ὑλοτομία φορολογεῖται βαρέως.
§259ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἡ μεγάλη καταστροφὴ τῶν δασῶν προέρχεται ἐκ τῶν ξυλανθράκων.
§260Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὗτοι φορολογοῦνται ἐπὶ τῇ ὑλοτομίᾳ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 89, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 90 καὶ 91).
§261ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 92 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ἐγένετο ἡ ἑξῆς τροποποίησις. Διεγράφη ἡ λέξις «δευτερευόντων», καὶ προσετέθησαν ἐν τέλει, μετὰ τὴν λέξιν «προϊόντων», αἱ λέξεις «τῶν μὴ κατονομαζομένων ἐν τοῖς ἄρθροις 87 καὶ 89». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 92, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα 93–108).
§262ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 109 (Ἀναγινώσκεται, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν). Ἐν τῇ πέμπτῃ παραγράφῳ, μετὰ τὴν λέξιν «ἴσον», προσετέθη ἡ λέξις «τούτῳ». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 109, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 110–115).
§263ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 116... Ἐνταῦθα, μετὰ τὴν ἐν τῷ δεκάτῳ τρίτῳ στίχῳ λέξιν «ἀπαρίθμησις», προσετέθησαν αἱ λέξεις «κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 10–15 τοῦ παρόντος νόμου». (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 116, ὡς ἐτροποποιήθη, καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§264ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 117... Καὶ ἐνταῦθα ἐγένετο τροποποίησις. Μετὰ τὰς ἐν τέλει τῆς δευτέρας παραγράφου λέξεις «τῶν ζώων τούτων» προσετέθησαν αἱ λέξεις «κατὰ τὰ ἄρθρα 10–15 τοῦ νόμου τούτου». (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 117, ὡς ἐτροποποιήθη, καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα 118–120).
§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 121... Ἐνταῦθα ἀπηλείφθησαν αἱ ἐν τέλει τῆς πρώτης παραγράφου λέξεις «ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ ἄρθρον 20 τοῦ ᾼΩΟΔʹ νόμου τῆς 31 Δεκεμβρίου 1890». (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 121, ὡς ἐτροποποιήθη, καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§266ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 122... Ἐνταῦθα ἐγένετο ἡ ἑξῆς τροποποίησις. Προσετέθη ἐν ἀρχῇ, μετὰ τὰς λέξεις «τιμωρεῖται ὁ Δήμαρχος», ἐδάφιον αʹ ὡς ἑξῆς: «αʹ) ἐὰν παραλείψῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν διὰ τῶν ἄρθρων 104, 107 καὶ 109 ἐπιβαλλομένων αὐτῷ καθηκόντων»· τὸ δὲ ἐδάφιον αʹ τοῦ νομοσχεδίου ἔγεινεν ἐδάφιον βʹ...
§267ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ διαγραφῇ τὸ ἐδάφιον γʹ, διότι δὲν ἀνήκει πλέον εἰς τὸν Δήμαρχον νὰ εἰσάγῃ εἰς δίκην.
§268Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ἄς τεθῇ ἀντ’ αὐτοῦ: «ἐὰν ἀναβάλῃ νὰ προκαλέσῃ ἐμπροθέσμως τὴν εἰς δίκην εἰσαγωγήν».
§269ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ θέσητε τοῦτο, διότι αὐτὴ ἡ διάταξις ἀποβλέπει εἰς τὸν Δήμαρχον, καθ’ ὅσον ἐνεργεῖ καθήκοντα ἀστυνομικά· ἀλλ’ ἤδη δὲν ἔχει καθήκοντα ἀστυνομικά.
§270Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐνεργεῖ, ἀλλὰ προκαλεῖ εἰς ἐνέργειαν.
§271ΡΑΛΛΗΣ. Πῶς θὰ προκαλέσῃ; ἐν τίνι ἁρμοδιότητι; Ὑποβάλετε εἰς τὴν ὑποχρέωσιν αὐτὴν τὸν ἀστυνόμον· ὁ Δήμαρχος εἶναι πλέον ξένος.
§272ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Βεβαίως πρέπει νὰ ἀφαιρεθῇ τὸ ἐδάφιον αὐτό.
§273Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔστω, ἂς λείψῃ.
§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ ἐδάφιον γʹ διαγράφεται. (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 122, ὡς ἐτροποποιήθη, καὶ γίνεται δεκτόν. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 123–127).
§275ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 128... Ἐνταῦθα, ἐν τέλει τῆς πρώτης παραγράφου, μετὰ τὰς λέξεις «τῶν τελωνειακῶν νόμων», προσετέθησαν αἱ λέξεις «καὶ τὰς τοῦ ἄρθρου 86 τοῦ παρόντος νόμου». (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 128, ὡς ἐτροποποιήθη, καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα 129 καὶ 130).
§276ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 131... Καὶ ἐνταῦθα ἐγένετο τροποποίησις. Μετὰ τὰς λέξεις «τοῦ 1878» προσετέθησαν αἱ λέξεις «τὰ ἑπόμενα ἄρθρα 133–136». Ἀντὶ δὲ τῶν λέξεων «κατὰ τὸ ἀκροτελεύτιον τοῦ νόμου τούτου ἄρθρον» ἐτέθησαν αἱ λέξεις «κατὰ τὸ 138 τοῦ νόμου τούτου ἄρθρον». (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 131, ὡς ἐτροποποιήθη, καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα 132 καὶ 133).
§277ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 134... Ἐνταῦθα, μετὰ τὰς ἐν τέλει τοῦ ἐδαφίου λέξεις «κατὰ τῶν ἐνοικιαστῶν», προσετέθησαν αἱ λέξεις: «Ἐν περιπτώσει δὲ βεβαιώσεως τοῦ φόρου διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου, κοινοποιοῦνται καὶ ἀπευθύνονται αὗται κατὰ τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου». (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 134 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης, καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα 135–137).
§278ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 138... Ἐνταῦθα προσετέθη ἐν ἀρχῇ ἡ ἑξῆς παράγραφος (ἀναγινώσκει): «Τὸ Δημόσιον ἔχει διὰ τοῦ παρόντος νόμου τὸ δικαίωμα πρὸς ἐγγραφὴν ὑποθήκης ἐφ’ ὅλων τῶν ἀκινήτων τῶν ἐνοικιαστῶν αὐτοῦ. Ὅσοι ἐνοικιασταὶ ἢ ἐγγυηταὶ ἐκποιήσωσιν ἢ ὑποθηκεύσωσι πρὸς τρίτους πρὸ τῆς κατακυρώσεως, ἢ μετ’ αὐτὴν, τὰ πρὸς ἀσφάλειαν τοῦ Δημοσίου προσενεχθέντα κατὰ τὴν δημοπρασίαν κτήματα, καταδιώκονται καὶ τιμωροῦνται ἐπὶ παραβάσει τοῦ ἄρθρου 396 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου».
§279ΡΑΛΛΗΣ. Διατὶ αὐτό; Ἀφοῦ ἔχει ἤδη τὸ Δημόσιον ὑποθήκην, κατὰ τί ζημιοῦται ἐκ μιᾶς δευτέρας ὑποθήκης, τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἐκχωρήσει ὁ ἐνοικιαστής, ἢ ἐκ μιᾶς ἀπαλλοτριώσεως;
§280Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ζημιοῦται, ἂν ὁ ἐνοικιαστὴς ἐκποιήσῃ ἢ ὑποθηκεύσῃ τὸ κτῆμα πρὸ τῆς κατακυρώσεως, ἢ καὶ πρὸ τῆς συντελέσεως τῆς ἐνοικιάσεως.
§281ΡΑΛΛΗΣ. Τί σημαίνει;
§282Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Σημαίνει, ὅτι δὲν θὰ εἴχομεν ἐγγύησιν ἐπὶ τῇ κατακυρώσει.
§283ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐλλείπει ἡ ἐγγύησις, καὶ θὰ ἀκυρωθῇ ἡ κατακύρωσις.
§284Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχει τὴν ὑποθήκην τὸ Δημόσιον, ἂν τὸ κτῆμα μὴ ἐκποιηθῇ ἢ ὑποθηκευθῇ πρὸ τῆς ἐνασκήσεως τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο δικαιώματος ἐγγραφῆς ὑποθήκης. Προνοεῖ ἄρα τὸ ἄρθρον περὶ τῆς περιπτώσεως, καθ’ ἣν πρὸ τῆς ἐγγραφῆς τῆς ὑποθήκης δολιευόμενος ἐκποιήσῃ ἢ ὑποθηκεύσῃ τὸ κτῆμα ὁ ἐνοικιαστής.
§285ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Σημαίνει, ὅτι κατὰ τὴν κατακύρωσιν δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἡ ἐγγύησις.
§286ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἀπὸ τῆς κατακυρώσεως μέχρι τῆς κοινοποιήσεως τῆς ἐγκρίσεως,
§287ΡΑΛΛΗΣ. Ἂς μείνῃ αὐτὴ ἡ διάταξις διὰ τὴν αὔριον, διὰ νὰ τὴν ἐξετάσωμεν καλλίτερον.
§288Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὕτη ἡ διάταξις ὑφίσταται ἐπὶ τοῦ φόρου τοῦ ἐλαίου καὶ τοῦ οἴνου, ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἤδη καὶ ἐπὶ τῶν λοιπῶν.
§289ΡΑΛΛΗΣ. Ἐδῶ ὅμως ἀναγνωρίζεται δικαίωμα γενικῆς ὑποθήκης· δὲν θὰ εὕρητε πλέον ἐνοικιαστὰς μὲ αὐτὸ τὸ σύστημα, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ ἐνοικιαστὴς διὰ μίαν ἐνοικίασιν νὰ σᾶς χορηγήσῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐγγράψητε ὑποθήκην ἐπὶ ὅλων τῶν κτημάτων του, διότι θὰ καταστήσητε οὕτως ἀναπαλλοτρίωτον ὁλόκληρον τὴν περιουσίαν τῶν ἐνοικιαστῶν. Ἐννοῶ νὰ ζητήσῃ πᾶσαν ἐγγύησιν τὸ Δημόσιον, ἀλλ’ ἐφ’ ὅλης τῆς περιουσίας καὶ ἄνευ προσδιορισμοῦ ἀξίας, δὲν τὸ ἐννοῶ.
§290Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ διάταξις αὕτη εὕρηται ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 τοῦ νόμου ΣΟΖʹ διὰ τὸ ἔλαιον, εὕρηται προσέτι καὶ ἐν ταῖς διακηρύξεσιν ἁπάσαις, ταῖς ἀφορώσαις εἰς τὸν οἶνον· ἠδυνάμεθα νὰ τὴν περιλάβωμεν ἐν τῷ διατάγματι, περὶ οὗ προνοεῖ τὸ ἄρθρον 138, ἀλλ’ ἐθεωρήθη, ὅτι, ἀφοῦ κατὰ τὰ κείμενα ὑφίσταται ἡ διάταξις αὕτη, ἔπρεπε νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ νόμῳ.
§291ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι ὑπερβολική.
§292Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑφίσταται κατὰ τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου ΣΟΖʹ. Ἰδοὺ (ἀναγινώσκει): «Τὸ Δημόσιον ἔχει διὰ τοῦ παρόντος νόμου δικαίωμα πρὸς ἐγγραφὴν ὑποθήκης ἐφ’ ὅλων τῶν ἀκινήτων κτημάτων τοῦ ἐνοικιαστοῦ καὶ ἐγγυητοῦ αὐτοῦ».
§293ΡΑΛΛΗΣ. Παρακάτω.
§294Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἡ ὑποθήκη αὕτη, ἐγγραφομένη ἐπιμελείᾳ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου, περιορίζεται εἰς κτήματα, τῶν ὁποίων ἡ πραγματικὴ ἀξία εἶναι ἴση μὲ τὴν καθ’ ὑπολογισμὸν ἀξίαν τῆς ἐνοικιαζομένης προσόδου».
§295ΡΑΛΛΗΣ. Ἰδοὺ ἡ διαφορά· ὅτι ἐνταῦθα δὲν ὑπάρχει ὁ περιορισμὸς, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσατε διὰ τὴν περίπτωσιν τοῦ ἐλαίου. (Διάλογοι).
§296Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ προστεθῶσι λοιπὸν καὶ τὰ ἑξῆς: «Ἡ ὑποθήκη αὕτη, ἐγγραφομένη ἐπιμελείᾳ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου, περιορίζεται εἰς κτήματα, ὧν ἡ πραγματικὴ ἀξία εἶναι ἴση μὲ τὴν καθ’ ὑπολογισμὸν ἀξίαν τῆς ἐνοικιαζομένης προσόδου». (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 138 μετὰ τῶν ἀνωτέρων προσθηκῶν, καὶ γίνεται δεκτὸν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὸ ἄρθρον 139, ὡς ἔχει, καὶ τὸ ἄρθρον 140, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν).
§297Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς ἀναβληθῇ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν αὔριον, ἵνα συναρμολογηθῇ, ἀνατυπωθῇ, ὡς ἐτροποποιήθη, καὶ διανεμηθῇ τὸ πρωΐ.
§298ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ ἐπιψήφισις τοῦ συνόλου ἀναβάλλεται. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ νομοσχέδια: 1) Περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 427 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, καὶ 2) Περὶ τῶν ὑπαγομένων εἰς τὰς κατηγορίας τῶν ἄρθρων 4 καὶ 6 τοῦ ᾼΚΒʹ νόμου φαρμακοποιῶν).
§299ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 2 καὶ 25′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον.