Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΒ · Session Β› Sitting 26

1892.02.01

1,291 rows · 9,502 words · 2 tables · 28 turns

Date
1892.02.01
Presidency
Ν. ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ
Period
ΙΒ
Session
Β
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1893)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 26

Τῆς 1 Φεβρουαρίου 1892.

(Σάββατον)

Ὥρα 4 καὶ 30′ μ. μ.

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσσης κ. Σχινᾶς κατέθηκε τὰς ἑπομένας ἐπερωτήσεις.

§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «1ον) Ὑπενθυμίζω ἐκ τρίτου τοῖς κ.κ. Ὑπουργοῖς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Ἐκπαιδεύσεως τὰς ἐπερωτήσεις μου τῆς 20 καὶ 21 Δεκεμβρίου 1890, τὰς ὁποίας τοῖς ὑπέμνησα κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 24 Μαρτίου 1891, καὶ παρακαλῶ αὐτοὺς νὰ εὐαρεστηθῶσι καὶ καταθέσωσι τάχιστα τὰς σχετικὰς πληροφορίας. «2ον) Ὑπενθυμίζω ὡσαύτως τῷ κ. Ὑπουργῷ τῶν Ἐσωτερικῶν τὰς ἐπερωτήσεις τῆς 9 Δεκεμβρίου 1891, τῆς 13 Δεκεμβρίου 1891, τῆς 16 Δεκεμβρίου 1891 καὶ τῆς 19 Δεκεμβρίου 1891, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ καταθέσῃ τὰς αἰτηθείσας πληροφορίας. «Παρακαλῶ δὲ ἰδίᾳ αὐτὸν, ἵνα, συμφώνως τῷ 99 ἄρθρῳ τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου, καταθέσῃ πίνακας τῶν ἐκτελεσθέντων κατὰ τὸ 1891 δημοσίων ἔργων, τῶν ἐκ τούτων ἀποπερατωθέντων καὶ τῶν μὴ συντελεσθέντων, ὡς ῥητῶς καὶ σαφῶς τὸ ἄρθρον 99 ἀναφέρει. «Παρακαλῶ πρὸς τούτοις αὐτὸν νὰ ὑποβάλῃ πίνακας τῶν ὑπαρχουσῶν ἁμαξιτῶν ἐν τῷ Κράτει κατὰ νομοὺς, ἐν οἷς νὰ δεικνύηται τὸ μῆκος, τὸ πλάτος καί, εἰ δυνατὸν, ἡ γενομένη δαπάνη, ὡς καὶ τῶν κατ’ ἐπαρχίας ἐπαρχιακῶν ὁδῶν. «Ἐν τέλει ἀναμένω τὴν πληροφορίαν, ἣν ὑπεσχέθη νὰ προσαγάγῃ περὶ τῶν ὁμολογιῶν τοῦ ἐθνικοῦ δανείου, ἃς κατεῖχε τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας καὶ αἵτινες νῦν οὐδαμοῦ παρουσιάζονται.»

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Λυμπερόπουλος κατέθηκεν ὡσαύτως ἐπερώτησιν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς.

§4ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς εὐαρεστούμενος νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Παμίσου ἐν Μεσσηνίᾳ, καθόσον ἕνεκα τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου τὰ ὕδατα τῶν ποταμῶν Ἁγίου Φλώρου, Μαυρολουμένης καὶ Θουρίας περιωρίσθησαν, καὶ ἕνεκα τούτου διεκόπη ἐπὶ 10 ἡμέρας, καὶ ἡ ἁμαξιτὴ ὁδὸς κατέστη ἄβατος, καὶ ζημίαι πολλαὶ ἕνεκα τούτου ἐπῆλθον εἴς τε τὰ κτήματα καὶ τὴν ὁδόν.»

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕτερος βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ὑποβάλων ἀναφορὰν διαφόρων κατοίκων Μαραθουπόλεως, παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζητήσῃ καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας περὶ τῶν ἐνεργειῶν τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς κατὰ τῶν διαταραξάντων τὴν τάξιν ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς γενικῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους κατὰ τὸ 1892.

§6Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁμολογῶ, ὅτι καὶ ἐπὶ τὰς τρεῖς παρελθούσας συνεδριάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἠγόρευεν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, ἠκροώμην αὐτοῦ μετά τινος ἀνυπομονησίας. Προσῆκεν ἀληθῶς εἰς τὸν εἰσηγητὴν τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ λάβῃ τὸν λόγον, καὶ διὰ τοῦτο οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἐζήτησε πρῶτος νὰ ἀγορεύσῃ κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην· προσεδόκων ὅμως, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι συντομώτερος, ὄχι μόνον διότι αἱ οἰκονομικαὶ περιστάσεις τῆς χώρας ὑπέστησαν ἀλλοίωσιν μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ συζήτησις ἐπρόκειτο, ἀλλὰ καὶ διότι προσεδόκων προσέτι, ὅτι δὲν ἤθελεν ἔχει τοσοῦτον θάῤῥος νὰ ἀπομακρυνθῇ τῆς ἀληθείας, ὅσον θάῤῥος κατέδειξεν, ὅπως ὑπεραπολογηθῇ ὑπὲρ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου. Εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Παρνασσίδος ἥρμοζε νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ νὰ συνηγορήσῃ ὑπὲρ τῆς πολιτικῆς ἐκείνης. Ἐπὶ τέσσαρα συναπτὰ ἔτη διετέλεσε πρόεδρος καὶ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ὄχι μόνον κατὰ τὰς συνεδριάσεις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ συνηγόρει καὶ μυρία ἐμηχανᾶτο ἐπιχειρήματα, διὰ ν’ ἀποκρούσῃ τοὺς ἰσχυρισμοὺς τῆς μειονοψηφίας, καὶ ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι συμφέρουσα ἦτο εἰς τὸ Κράτος ἡ οἰκονομικὴ πολιτική, τὴν ὁποίαν ἐφήρμοζεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ δὲν ἐφείσθη ἑαυτοῦ, καὶ μετὰ θάῤῥους ἐπεχείρει καθ’ ἕκαστον τῶν παρελθόντων τεσσάρων ἐτῶν, συζητῶν τὸν προϋπολογισμόν, νὰ συνηγορῇ ὑπὲρ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς ἐκείνης, πολλαχοῦ μὲν διαστρέφων τὰ πράγματα, ἐνιαχοῦ δὲ ἀλλοιῶν καὶ τοὺς ἀριθμούς. Προσεδόκων δ’ ἀληθῶς, ὅτι δὲν ἤθελε μοὶ δώσει ἀφορμὰς τοιαύτας, ἵνα ἐλέγξω αὐτὸν ἐπὶ τοιούτῳ θάῤῥει καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην. Μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἤρκει ἡ ἐτυμηγορία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὴν ὁποίαν ἀνευλαβῶς ἐξυβρίζουσιν, ὅτι ἤρκει ἡ ἐτυμηγορία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου, καὶ ὅτι δὲν ἤθελε τολμήσει πολίτης Ἕλλην ἐν Κοινοβουλίῳ νὰ ὑβρίσῃ ὡς ἀποπεπλανημένην τὴν ἐτυμηγορίαν ἐκείνην, δικαιολογῶν τοὺς ἰσχυρισμούς του δι’ ἀλλοιώσεως ἀριθμῶν καὶ διὰ διαστροφῆς πραγμάτων. Καὶ ὅμως ἠκούσατε τοῦ κ. Βουλευτοῦ ὄχι μόνον νὰ συνηγορῇ ὑπὲρ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου, ἀλλὰ καὶ ν’ ἀποδίδῃ εἰς ἡμᾶς τὴν ἐπελθοῦσαν μείωσιν τῆς οἰκονομικῆς πίστεως τοῦ Κράτους, καὶ νὰ κηρύσσῃ ἡμᾶς ὑπευθύνους ἐπὶ τῇ ἐνεστώσῃ οἰκονομικῇ δυσπραγίᾳ, νὰ χαρακτηρίζῃ δὲ ὡς εὐεργέτας καὶ σωτῆρας τῶν οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος τοὺς κυρίως ὑπευθύνους ἐπὶ τῇ καταστάσει ταύτῃ. Βεβαίως ἡ ἐντολή, ἥτις μοὶ ἀνετέθη μετὰ τὴν 14 Ὀκτωβρίου ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, δὲν μοὶ ἐπιτρέπει νὰ γένωμαι Εἰσαγγελεὺς τῶν προκατόχων μου, καὶ διὰ τοῦτο καὶ οἱ συνάδελφοί μου πάντες καὶ ἐγὼ ἐμείναμεν ἀπαθεῖς ἀκροαταὶ πάντων τῶν λεχθέντων, καὶ πάντων τῶν ἰσχυρισμῶν, οἵτινες ἐπροτάθησαν, συνεπείᾳ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλὴν συνάδελφοι Βουλευταί, περὶ συστάσεως ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς. Ἠμφισβητήθησαν αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν ἐμὸς προκάτοχος, καὶ διὰ στεντορείας φωνῆς χθὲς ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς ἀπεκάλει ψευδεῖς τὰς πληροφορίας ἐκείνας, καὶ ἡμεῖς ἐσιωπῶμεν, διότι τὸ καθῆκον ἡμῶν μᾶς ὑπεχρέου νὰ μείνωμεν ἀπαθεῖς θεαταί. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὅτι, ὅταν ζητῆται ποινικὴ εὐθύνη παρὰ Ὑπουργῶν, οἱ Ὑπουργοὶ κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου εἰσὶ μέλη κόμματος πολιτικοῦ, πρέπει δὲ νὰ ἐξάγωσι τὸ φάσγανον ἀπὸ τοῦ κόλπου αὐτῶν καὶ νὰ σφάζωσι τοὺς ἀντιπάλους των, καὶ ἐὰν ἦναι ἀθῶοι. Οἱ Ὑπουργοὶ εἶναι φύλακες τῶν νόμων, καὶ ὡς φύλακες τῶν νόμων δὲν ἀναμίγνυνται εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῆς κατὰ Ὑπουργῶν δικαστικῆς ἀνακρίσεως, ἀφίνοντες τὸ Κοινοβούλιον νὰ λειτουργῇ κατὰ τὰς ἰδίας αὐτοῦ πεποιθήσεις καὶ κατὰ τὰς ἰδίας αὐτοῦ γνώμας. Ἡ ποινικὴ καταδίωξις τῶν Ὑπουργῶν δὲν εἶναι συμβεβηκὸς σύνηθες. Δὲν ἀρκεῖ, ἵνα καταδιωχθῇ Ὑπουργός, νὰ παραβῇ τοὺς νόμους. Ἐνδέχεται νὰ παρέβησαν τοὺς νόμους, ἡ δὲ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα νὰ ἀρνηθῇ νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ποινικὴν καταδίωξιν αὐτῶν, ὅταν συμφέροντα τῆς Πολιτείας ἀπαιτῶσι νὰ ἀνεχθῇ ἡ Βουλὴ τὴν γενομένην παράβασιν τῶν νόμων. Τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν προνομίαν τῶν Ὑπουργῶν, τοῦτο ἀναστέλλει τὴν λειτουργίαν τῆς συνήθους δικαιοσύνης ἐπὶ ταῖς παραβάσεσι τῶν Ὑπουργῶν. Ἀλλὰ τὴν κρίσιν ταύτην ἀπέδωκεν ὁ νόμος εἰς τὴν Βουλήν, ἥτις θέλει κρίνει. Καὶ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ συμβεβηκότος μεγάλου, τὰ Κοινοβούλια λησμονοῦσι τὴν κομματικὴν ὕπαρξιν τῶν μελῶν αὑτῶν. Δὲν ἔχουσιν ὑπ’ ὄψει τὴν πολιτικὴν κατάταξιν αὐτῶν. Ἐξετάζουσι μόνον, ἐὰν τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἐπιτρέπωσι ποινικὴν καταδίωξιν, καὶ τότε μόνον ἐπιτρέπουσιν αὐτήν, ἐπὶ προτάσεων κατηγοριῶν κατὰ Ὑπουργῶν. Ἐὰν τὰ κόμματα ὡδηγοῦντο ὑπὸ μόνον τῶν ἰδίων πολιτικῶν συμφερόντων, δὲν ἤθελεν ὑπάρχει πολιτικὸς συναγωνισμός· ἡ πλειοψηφία ἤθελε παραπέμπει εἰς τὰ δικαστήρια τὴν μειοψηφίαν, καὶ ἀντιστρόφως ἤθελε συμβαίνει, ὅταν αἱ μειοψηφίαι ἤθελον μεταβάλλεσθαι εἰς πλειοψηφίας. Ἡμεῖς εἴμεθα πιστοὶ φύλακες τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος· ἀπέσχομεν νὰ ἐκφέρωμεν γνώμην, καὶ ὅταν πολλάκις ἐν τῇ συζητήσει ἐπὶ τῆς προτάσεως πρὸς σύστασιν ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς ἠδικήθημεν ὑπὸ τῶν μελῶν τῆς μειοψηφίας, ὑπὸ τῶν φίλων τοῦ παρελθόντος Ὑπουργείου. Οὐδὲ ἐκρίναμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ εἴπωμέν τι, καὶ ὅταν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὁ προϊστάμενος τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου, παρέστη εἰς τὴν Βουλήν, ζητῶν νὰ προσφύγῃ εἰς ἱερόν, ἵνα εὕρῃ ἄσυλον καταδιωκόμενος. Καὶ προσέφυγεν ὡς εἰς ἱερὸν εἰς τὸ Χρηματιστήριον τῶν Ἀθηνῶν, φωνάζων πρὸς τὴν Βουλήν: Σπεύσατε νὰ ἐκδώσητε ἀπόφασιν ἐπὶ τῆς καθ’ ἡμῶν κατηγορίας, διότι τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος καταστρέφονται, ἐν ὅσῳ μένῃ ἐκκρεμὴς ἡ καθ’ ἡμῶν κατηγορία καὶ πιστεύηται, ὅτι ὑμεῖς μετετρέψαμεν τὸ δάνειον τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης ἀπὸ τοῦ προορισμοῦ, τὸν ὁποῖον εἴχομεν δώσει εἰς αὐτό. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). Ὁ Ἀντίπατρος κατεδίωκε τὸν Δημοσθένην, καὶ ὁ δυστυχὴς Δημοσθένης προσέφυγεν εἰς Καλαυρίαν, ἐπιδραμόντος δὲ ἐκεῖσε τοῦ Ἀντιπάτρου, ἠναγκάσθη νὰ προσφύγῃ εἰς τὸν ναὸν τοῦ Ποσειδῶνος, ὡς εἰς ἄσυλον, ὅπου ἐδηλητηριάσθη, ἀποῤῥοφήσας τὸ δηλητήριον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐναποθέσει εἰς τὸ πτερὸν τοῦ κονδυλίου του. Ἐπέπρωτο εἰς τὴν Ἑλλάδα τοὺς ναοὺς τῶν ἀρχαίων ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸ Χρηματιστήριον τῶν Ἀθηνῶν! (Χειροκροτήματα καὶ ἐπευφημίαι ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). Ἀλλ’ ἐνῷ τοιαύτην μετηρχόμεθα πολιτείαν ἐπὶ τοῦ σημαντικοῦ ἐπεισοδίου τῆς κατηγορίας τῶν Ὑπουργῶν, τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν ἔν τισι τῶν συνεδριάσεων αὐτῆς, ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον, πρῶτον ἵνα διαφωτίσω διαστροφὰς γενομένας ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1889, δεύτερον δὲ, ἵνα ἀπολογηθῶ ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ ὁποίου τυγχάνω μέλος, κατὰ τῶν αἰτιάσεων, τὰς ὁποίας ἐξετόξευσε κατ’ αὐτοῦ ὁ κ. Σιμόπουλος, καὶ ν’ ἀποδείξω εἰς αὐτὸν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως ἀκουσθῇ ἡ φωνή μου ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι, ἐὰν περιήλθομεν εἰς οἰκονομικὴν δυσπραγίαν, ἐὰν ὑποφαίνηταί που κίνδυνός τις, ἐὰν ἐπαπειλῶνται τὰ συμφέροντα τῆς χώρας, δὲν φέρομεν ἡμεῖς εὐθύνην, ἀλλ’ ἄλλοι φέρουσι τὴν εὐθύνην, καὶ φέρουσιν αὐτὴν ἐκεῖνοι, οἵτινες καταγγέλλουσιν ἡμᾶς ὡς ὑπευθύνους. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).

§7ΣΑΚΚΗΣ. Τὸ γνωρίζει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πολὺ καλά.

§8ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1889 παρουσιάζει ὡς ἔσοδα τακτικὰ εἰσπραχθέντα 83,731,591.09. Ὡς εἰσπραχθέντα δὲ ἐκ δανείων 99,300,373. Λοιπὸν τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰσέπραξε κατὰ τὸ 1889 τὸ ὅλον δραχμὰς 183,031,964 καὶ 09, ἐπειδὴ δὲ ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τοῦ 1889 ἀνεγράφησαν ὡς ἔξοδα δρ. 168,739,262 καὶ 39, ἕπεται, ὅτι τὸ 1889 ἀφῆκε περίσσευμα ἐκ δραχμῶν 14,292,701 καὶ 70· ἀλλὰ τὸ περίσσευμα τοῦτο ἐπετεύχθη, ἀφοῦ εἰσήχθησαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον δραχμαὶ 99,300,373 ἐκ δανείων· ἐὰν λοιπὸν τὰ 99,300,373 δραχμῶν, τὰ ἐκ δανείων εἰσπραχθέντα, δὲν εἰσήγοντο εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, τὸ περίσσευμα τῶν δρ. 14,292,701 καὶ 70 ἤθελε μεταβληθῆ εἰς ἔλλειμμα 85,107,671 καὶ 30· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ὑπολογίζω ὡς ἔλλειμμα τοῦ 1889 τὰ 85,107,671.30· ἀναγνωρίζω, ὅτι τὰ γενόμενα δάνεια δὲν ἐπληρώθησαν ὅλα εἰς ἀνάγκας τακτικὰς τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἐπληρώθησαν καὶ εἰς ἔκτακτα ἔξοδα, καὶ ὅτι προσῆκε τὰ ἐκ δανείων προελθόντα χρήματα, ὡς ἔσοδα ἔκτακτα, νὰ διατεθῶσιν ἀποκλειστικῶς εἰς ἀνάγκας ἐκτάκτους καὶ οὐχὶ τὰς συνήθεις. Καὶ ἐδαπανήθησαν εἰς ἔκτακτα ἔξοδα πρὸς ἐξόφλησιν τῶν δανείων τῶν ἕξ ἑκατομμυρίων καὶ τῶν δέκα ἑκατομμυρίων δραχμαὶ 8,382,362.56, διετέθησαν εἰς ἀπόσβεσιν τοῦ δανείου τῶν 26 ἑκατομμυρίων καὶ τῶν 60 ἑκατομμυρίων δραχμαὶ 57,966,935.65, ἐδαπανήθησαν προσέτι εἰς τὸν κανονισμὸν προσωρινῶν δανείων 1,700,000· ἑπομένως ἐδαπανήθησαν εἰς ἔκτακτα ἔξοδα 68,049,298.21. Ὅθεν, ἐὰν ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὰ δαπανηθέντα 168,739,262.39 τὰ 68,049,298, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν εἰς ἔκτακτα ἔξοδα, ὑπολείπεται ποσὸν δραχμῶν 100,689,964.18, ὡς δαπανηθεισῶν κατὰ τὸ 1889 εἰς τακτικὰ ἔξοδα. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν ἄλλας δαπάνας, νὰ ἀφαιρέσωμεν τὴν δαπάνην τῆς γεφύρας τοῦ Ἰσθμοῦ Κορίνθου ἐκ δραχμῶν 99,806.40, τὰ δαπανηθέντα διὰ τὰ ὑπὸ τοῦ σιδηροδρόμου Μεσολογγίου–Ἀγρινίου καταληφθέντα κτήματα ἐκ δραχμῶν 24,101.92, τὰ δαπανηθέντα εἰς μελέτην καὶ παραλαβὴν σιδηροδρόμων ἐκ δραχμῶν 76,792, τὰ δαπανηθέντα εἰς ἀποζημίωσιν κτημάτων, καταληφθέντων ὑπὸ τῆς διώρυγος Κορίνθου, ἐκ δραχμῶν 25,684.56, τὰ δαπανηθέντα εἰς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων ἐκ δραχμῶν 534,963.73, τὰ δαπανηθέντα εἰς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων– Καλαμῶν ἐκ δραχμῶν 5,949,592.84, τὰ δαπανηθέντα εἰς ἀποζημίωσιν κτημάτων καταληφθέντων ὑπ’ αὐτοῦ ἐκ δραχμῶν 328,280.05, τὰ ἔξοδα ἐπιστασίας καὶ εἰς ἐργασίας ἐξαγορᾶς ἐκ δραχμῶν 49,741.59, τὰ πληρωθέντα εἰς μεσολαβοῦντας τόκους ἐκ δραχμῶν 509,949, εἰς ἀποζημιώσεις ἀναγνωρισθείσας δικαστικῶς ἐκ δραχμῶν 450, εἰς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μεσολογγίου–Ἀγρινίου δρ. 1,787,885, εἰς ἔξοδα γραφείου σιδηροδρόμου δρ. 1,949.05, εἰς μελέτας περὶ διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων Στυμφαλίας δραχμὰς 1,241.73, καὶ εἰς ἔξοδα ἐλέγχου τοῦ σιδηροδρόμου δραχ. 1,947.71. Τὸ ὅλον δραχμὰς 9,392,386.35. Ἐὰν πάσας τὰς δαπάνας ταύτας, τὰς ὁποίας μίαν πρὸς μίαν ἀνέφερα πρὸς ὑμᾶς, θεωρήσωμεν ὡς δαπάνας ἐκτάκτους, διότι συνδέονται μὲ τὴν κατασκευὴν δημοσίων ἔργων, καὶ ἀφαιρέσωμεν καὶ ταύτας ἀπὸ τὸ ποσὸν τῶν 100,689,964.18, ὑπολείπεται ὡς ποσὸν δαπανῶν τακτικῶν 91,297,577.80. Ἐὰν καὶ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου ἀφαιρέσωμεν δραχμὰς 3,136,838.53, ἐξοδευθείσας ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν διὰ ναυπήγησιν πλοίων, ὑπολείπονται ὡς τακτικὰ ἔξοδα δραχμαὶ 88,160,739.27. Ὅθεν τὰ τακτικὰ ἔξοδα, δηλαδὴ τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐγένοντο πρὸς ἀπόσβεσιν καὶ ἐξόφλησιν χρεῶν, δὲν ἐγένοντο πρὸς πληρωμὴν τόκων χρεῶν, δὲν ἐγένοντο πρὸς κατασκευὴν σιδηροδρόμων καὶ δημοσίων ἔργων, ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς 88,160,739.27· ἀλλ’ ὑμεῖς εἰσεπράξατε ἐκ τακτικῶν ἐσόδων δραχμὰς 83,731,591.09· λοιπὸν ὑπάρχει ἔλλειμμα τοῦ 1889 ἐκ δραχ. 4,429,148.18. Δὲν ἦτο λοιπὸν ἔλλειμμα 1,800,000 μόνον, ὡς ἰσχυρίζετο ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, ἀλλὰ τὸ ἔλλειμμα ἦτο ἐκ δραχμῶν 4,429,148 καὶ 48. Ἀλλ’ οὐδὲ τὸ ποσὸν τοῦτο ἦτο τὸ μόνον ἔλλειμμα, διότι 6,772,015, ἐνῷ ἀνήκουσιν εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1889, δὲν ἐνεγράφησαν εἰς αὐτήν, ἀλλ’ εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1888. Ἐὰν ἐνεγράφοντο εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1889, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνῆκον, τότε τὸ ἔλλειμμα τῶν 4,429,148.48 ἤθελεν ἀναβιβασθῇ εἰς δραχμὰς 11,201,163.48. Ἀλλὰ πῶς δὲν ἐνεγράφησαν εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1889; Ἐκ τῶν ἐκτάκτων ἐσόδων, ἐφ’ ὧν ἐξεδόθησαν τὰ ὑπ’ ἀριθ. 358, 689, 795, 1186 καὶ 1579 γραμμάτια τῆς χρήσεως τοῦ 1889, ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 15, ἄρθρου 2, διετέθησαν δυνάμει χρηματικῶν ἐνταλμάτων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως 1888 διαχειρίσεως 1889 διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν τριῶν θωρηκτῶν....

§9ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔκτακτος δαπάνη πάντοτε.

§10ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .... δυνάμει τῆς ὑπ’ ἀριθ. 96 ἀπὸ 23 Ἰανουαρίου 1889 διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τὸ τίμημα 4,019 ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, διατεθεισῶν εἰς χρυσὸν, διὰ τὰ τρία θωρηκτὰ.................................... 1,354,403 Διὰ τὸ τίμημα 4,019 ὁμολογιῶν τοῦ αὐτοῦ δανείου, πραγματοποιηθεισῶν διὰ

τὴν πληρωμὴν τῆς αʹ δόσεως τοῦ πλοίου C····· 1,354,403

Διὰ τὸ τίμημα 4,019 ὁμολογιῶν τοῦ αὐτοῦ δανείου, πραγματοποιηθεισῶν κατὰ τὴν σύμβασιν πρὸς πληρωμὴν τοῦ θωρη-

κτοῦ A······································ 1,354,403

Διὰ τὸ τίμημα 4,019 ὁμολογιῶν τοῦ αὐτοῦ δανείου, πραγματοποιηθεισῶν κατὰ τὴν σύμβασιν πρὸς πληρωμὴν τῆς τρίτης

δόσεως τοῦ θωρηκτοῦ C······················· 1,354,403

Διὰ τὸ προϊὸν 4,019 ὁμολογιῶν τοῦ αὐτοῦ δανείου, διατεθεισῶν διὰ τὴν τετάρτην

δόσιν τοῦ θωρηκτοῦ C························ 1,354,403

Τὸ ὅλον····································· 6,772,015

Ὡς γνωστόν, ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων μέρος εἶχε κατατεθῆ εἰς τὸ Comptoir d'Escompte διὰ νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς πληρωμὴν τῶν τριῶν θωρηκτῶν, ἡ δὲ πληρωμὴ ἐγένετο τὸ 1889. Ἐὰν ἐνεγράφετο ἡ πληρωμὴ εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ 1889, ἤθελον ἀναγραφῆ εἰς τὰ ἔξοδα προσέτι φράγκα 6,772,015. Ἀλλ’ ἀφῃρέθησαν ἀπὸ τοῦ λογαριασμοῦ τοῦ 1889 καὶ ἐστάλησαν εἰς τὸν λογαριασμὸν τοῦ 1888, οὕτω δὲ ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1889 ἀπηλλάγη τοῦ βάρους αὐτοῦ καὶ περιωρίσθη τὸ ἔλλειμμα αὐτοῦ μόνον εἰς 4,429,148.48, ἐνῷ ἤθελεν ἀναβιβασθῆ τὸ ἔλλειμμα εἰς 11,201,163.48. Ἀλλὰ καὶ ἄλλη ὑπάρχει ἀνωμαλία. Ἐκ τῶν ἐκτάκτων ἐσόδων, κατὰ τὸ γραμμάτιον 919, ἐπὶ τοῦ Κεφαλαίου ΙΓʹ ἀριθμὸς 3 τῆς χρήσεως 1889, ἐπληρώθησαν εἰς λογαριασμὸν προϊόντος τοῦ ἐκ λιρῶν 1,200,000 δανείου δι’ ἐντόκων γραμματίων τοῦ Δημοσίου εἰς ἐξόφλησιν τῶν

ὑπ’ ἀριθμὸν 23–27 ἐντόκων τοιούτων·········· 2,500,000.—

Ἐπίσης ἐκ τῶν ἐκτάκτων ἐσόδων κατὰ τὸ γραμμάτιον 1443 τῆς χρήσεως 1889, Κεφάλαιον ΙΓʹ, ἀριθμὸς 3, ἐπληρώθησαν εἰς λογαριασμὸν τοῦ δανείου τῶν 1,200,000 λιρῶν, καὶ πρὸς ἐξόφλησιν ἐντόκων γραμματίων ὑπ’ ἀριθμὸν 1–22 καὶ 28–34, ἐν ὅλῳ ἔντοκα γραμμάτια 29 τοῦ ἐκ λιρῶν

400,000 δανείου····························· 7,500,000.—

Καὶ τέλος ἐκ τῶν ἐκτάκτων ἐσόδων, κατὰ τὸ γραμμάτιον 311 τῆς χρήσεως τοῦ 1889, ἐπὶ τοῦ Κεφαλαίου ΙΓʹ ἀριθμὸς 1, ἐπληρώθησαν εἰς ἐξόφλησιν χρέους ἀπαιτητοῦ μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης λογαριασμοῦ ἐπὶ παραχωρήσει ὁμολογιῶν

φθαρτῶν κτημάτων···························· 662,679.56

Τὸ ὅλον····································· 10,662,679.56

Οὕτως, ἐὰν προσθέσητε καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὸ ἀνωτέρω ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889 ἐκ δραχμῶν 11,201,163 καὶ 48)00, θέλει ἀναβιβασθῆ τὸ ἔλλειμμα τοῦ ἔτους τούτου εἰς 21,863,842.56. Ἀλλὰ διὰ ποῖον λόγον περιέλαβον μεταξὺ τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων τὰ ἔξοδα τῆς συμμετοχῆς τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν ἐν Παρισίοις παγκόσμιον ἔκθεσιν, δραχμὰς 250,000; Διὰ ποῖον λόγον περιέλαβον τὰ δαπανηθέντα διὰ τὴν οἰκοδομὴν τοῦ Ἐθνικοῦ Μουσείου ἐκ δραχμῶν 688,201.65, ἢ τὰ δαπανηθέντα διὰ τὴν κατεδάφισιν τοῦ φρουρίου Βώλου ἐκ δραχμῶν 28,057.44, ἢ τὰ δαπανηθέντα δι’ ἀγορὰν ξυλείας ὑπὲρ τῶν παθόντων ἐκ τῶν σεισμῶν Αἰγίου ἐκ δραχμῶν 101,288.52; Διὰ ποῖον λόγον περιέλαβον τὰ δαπανηθέντα δι’ ἀνέγερσιν ἀποθήκης πετρελαίου ἐν Κανθάρῳ ἐκ δραχμῶν 34,919.16, ἢ τὰ δαπανηθέντα διὰ τὸ ὑδραγωγεῖον Τσακμάκου ἐκ δραχμῶν 30,858.74, ἢ τὰ δοθέντα εἰς τοὺς παθόντας ἐκ τοῦ σεισμοῦ ἐν Αἰτωλικῷ ἐκ δραχμῶν 12,875.33, ἢ διὰ τὴν ἐπισκευὴν τῆς στέγης τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου Σπάρτης ἐκ δραχμῶν 5,040; Πάντα ταῦτα συγκεφαλαιοῦνται εἰς 1,151,240.84, τὰ ὁποῖα κακῶς περιελήφθησαν εἰς τὰ ἔκτακτα ἔξοδα, ἐνῷ ἦσαν ἔξοδα τακτικά, καὶ ἐπληρώθησαν ἐκ δανείων! Ἐὰν προσθέσητε καὶ ταῦτα εἰς τὸ ἔλλειμμα, θέλει ἀναβιβασθῆ εἰς 23,015,083.40. Καὶ ὁ κ. Σιμόπουλος ἔλεγε χθές, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1889 συνίστατο μόνον εἰς 1,800,000!!! Ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας τοῦ προϋπολογισμοῦ μοὶ ἐφάνη, ὅτι εἶχε σκοπὸν νὰ ἀναμίξῃ δύο περιόδους, διακεκριμένας ἀπ’ ἀλλήλων, τὴν περίοδον τὴν χρονικήν, ἥτις δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς λήγουσα κατὰ τὸν χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον εἰσηγάγομεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1892 εἰς τὴν Βουλήν, καὶ τὴν χρονικὴν περίοδον, τὴν ἀρχομένην μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892 καὶ ἐξακολουθοῦσαν ἀκόμη μέχρι τῶν ἡμερῶν τούτων. Ἡ πρώτη περίοδος εἶναι περίοδος τακτικὴ καὶ ὁμαλή, ἡ δευτέρα περίοδος εἶναι περίοδος ἔκτακτος καὶ ἔκρυθμος. Εἶχε συμφέρον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος νὰ συγχύσῃ τὰς δύο ταύτας περιόδους, διότι ἐπεθύμει ν’ ἀποσοβήσῃ τὴν εὐθύνην, ἥτις βαρύνει τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν ἐπὶ τῇ ἐνεστώσῃ καταστάσει τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, καὶ νὰ ἐπιῤῥίψῃ τὴν εὐθύνην ταύτην εἰς ἡμᾶς. Δὲν ἠκούσατε αὐτοῦ, λέγοντος χθὲς ἔτι, ὅτι, ἐνῷ ἤνθει ἡ πίστις τῆς Ἑλλάδος, κυβερνώντων τῶν προκατόχων ἡμῶν, ἐνῷ αἱ τιμαὶ τῶν ἑλληνικῶν χρεωγράφων ἐτύγχανον ἐν ὑπερτιμήσει, ἐνῷ ἡ διαφορὰ τοῦ συναλλάγματος εἶχε κατασταθῆ σταθερὰ καὶ μόνιμος, ἐνῷ ὁ χρυσὸς δὲν ὑπερετιμᾶτο τοσοῦτον ἀποτόμως, ὡς ὑπερτιμᾶται κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας, ἐν παραβολῇ πρὸς τὴν τιμὴν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, ἐπῆλθον πάντα ταῦτα τὰ δεινὰ, ἕνεκα τῆς οἰκονομικῆς διοικήσεως ἡμῶν; Ἀλλὰ δὲν ἔχουσιν οὕτω τὰ πράγματα. Ὅταν ἡμεῖς εἰσηγάγομεν τὸν προϋπολογισμὸν, τὰ ἑλληνικὰ χρεώγραφα δὲν εἶχον φθάσει ἐπὶ τοσοῦτον, ὅσον ὑπετιμήθησαν κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας. Τὰ δάνεια τῶν 5% ἐτιμῶντο 387 καὶ 50/00, τὸ δὲ δάνειον τῶν 4% ἐτιμᾶτο εἰς 60, καὶ τὴν 5 Νοεμβρίου ἀκόμη τὸ δάνειον τῶν 5% ἐτιμᾶτο 386 δραχμὰς, καὶ τὸ δάνειον τῶν 4% ἐτιμᾶτο εἰς τὰ 60 καὶ ¼. Πόσον ἀπεῖχον τὰ χρεώγραφα κατὰ τὸν μῆνα Νοέμβριον ἀπὸ τῆς τιμῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἐτιμῶντο ἐν τοῖς χρηματιστηρίοις, πρὶν ἢ ἐπέλθωσιν αἱ ζημίαι, αἱ συμβᾶσαι εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς Ἀγγλίας; Ἐτιμῶντο τότε τὰ 5% εἰς 403.25, καὶ τὰ 4% εἰς 60¾. Ἑπομένως ὑπετιμήθησαν ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου μέχρι τῆς 5 Νοεμβρίου, τὰ μὲν δάνεια τῶν 5% κατὰ 15 καὶ 75, τὰ δὲ δάνεια τῶν 4% κατὰ ἡμίσειαν μόνον μονάδα. Κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν εἴχομεν οὐχὶ ἐλπίδα, ἀλλὰ πεποίθησιν, ὅτι ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τῆς Πατρίδος, καὶ νὰ κυβερνήσωμεν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, βαδίζοντες ὁδὸν ὁμαλὴν καὶ εὐθεῖαν, οὐδ’ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπολάβῃ τις, ὅτι ἤθελον ἐπέλθει πάντα τὰ συμβεβηκότα, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν εἰσηγάγομεν τὸν προϋπολογισμὸν, μέχρι τοῦδε ἐπῆλθον καὶ ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν ταῖς ἀγοραῖς τῆς Εὐρώπης. Ἡ ὑποτίμησις, ἥτις εἶχε τότε ἐπέλθει εἰς τὰς ἑλληνικὰς ἀξίας, δὲν ἦτο φαινόμενον ἐξαιρετικὸν, ἀλλ’ ὑπῆρχεν ἀποτέλεσμα οἰκονομικῆς δυσφορίας ἐν ταῖς ἀγοραῖς, τὴν ὁποίαν ἐπήνεγκον συμβεβηκότα ἀνεξάρτητα τῆς θελήσεως ἡμῶν. Ἡ πτῶσις τοῦ οἴκου Μπέριγκ, ἡ σχεδὸν στάσις τῶν πληρωμῶν τοῦ οἴκου Μουριέττη, αἱ ζημίαι, αἵτινες ἐπῆλθον εἰς τὴν ἀγορὰν τοῦ Λονδίνου ἐκ τῶν οἰκονομικῶν σχέσεων αὐτῆς μετὰ τῆς Δημοκρατίας τῆς Ἀργεντινῆς, αἱ ζημίαι, αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον ἐκ τῆς πτώσεως τῶν χρεωγράφων τῆς Βραζιλίας, ἑπόμενον ἦτο νὰ ἀσκήσωσι τοιαύτην ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς ἀγορᾶς τῆς πρωτευούσης τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, καὶ ἕνεκα τούτου καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων ἀγορῶν τῆς Εὐρώπης, καὶ νὰ ἐπιφέρωσι τὴν ὑποτίμησιν, τὴν ὁποίαν σᾶς προανέφερα. Καὶ ἡ ὑποτίμησις ἐπῆλθεν ἐκεῖ σχεδὸν γενικὴ, ἀλλ’ ἰδίως ἐπὶ τῶν χρεωγράφων τῶν δευτερευόντων Κρατῶν, δὲν ὑπῆρχε δὲ λόγος νὰ γένηται ἐξαίρεσις ἐπὶ τῶν χρεωγράφων τῆς Ἑλλάδος. Ἂν ὑπόνοιαι, αἵτινες ἐγεννήθησαν, καὶ ἡ δυσπιστία, τὴν ὁποίαν παρήγαγεν ἡ τοιαύτη κατάστασις τῆς ἀγορᾶς τοῦ Λονδίνου, ἐστρέφοντο κατὰ τῶν οἰκονομικῶν πάντων τῶν δευτερευόντων Κρατῶν, καὶ ἐγεννᾶτο ἡ ἀμφιβολία, ἂν θέλωσι δυνηθῆ νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῶν. Τάχα, ἔλεγον, δὲν θέλει εἶσθαι δυνατὸν νὰ συμβῇ καὶ εἰς ταῦτα ὅ,τι ἔπαθεν ἡ Ἀργεντινὴ Δημοκρατία; Καθῆκον λοιπὸν εἴχομεν ν’ ἀποδείξωμεν εἰς τὰς ξένας ἀγορὰς, ὅτι ἡμεῖς δὲν πρέπει νὰ ὑπαχθῶμεν εἰς τὴν κατηγορίαν, εἰς τὴν ὁποίαν κατατάσσονται ἄλλα δευτερεύοντα Κράτη, ὅτι ἡμεῖς δυνάμεθα διὰ τῶν ἰδίων ἡμῶν πόρων νὰ ἐκπληρώσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν, καὶ εἰς τὸ ἔργον τοῦτο ἐπεδόθημεν μετὰ φροντίδος καὶ προνοίας, καὶ ἠδυνήθημεν νὰ πορισθῶμεν τὸ ἀναγκαῖον συνάλλαγμα πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων, κατὰ δὲ τὸ διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐποριζόμεθα τοῦτο ἐκ τῆς ἀγορᾶς, κατωρθώθη νὰ μὴ ἐπέλθῃ ὑπερτίμησις τοῦ χρυσοῦ, εἰμὴ μόνον κατὰ 2 λεπτὰ καὶ ¼. Εἴχομεν λοιπὸν τὴν ἐλπίδα, ὅτι, ἐὰν κατὰ τὰ μέσα Δεκεμβρίου ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ πληρώσωμεν ἐκ τῶν ἰδίων πόρων τοῦ Κράτους τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια, τὰ ὁποῖα ὠφείλομεν νὰ πληρώσωμεν, αἱ ἀγοραὶ τῆς Εὐρώπης ἤθελον προσβλέψει πρὸς τὴν Ἑλλάδα μετὰ πλείονος ἐμπιστοσύνης, καί, παρερχομένων τῶν ἑορτῶν, ἤθελε κατασταθῆ ἡμῖν εὔκολον νὰ πορισθῶμεν χρήματα, ἵνα ἐξομαλύνωμεν τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ περὶ πορισμοῦ χρημάτων ὁ λόγος, καὶ ὁ πορισμὸς αὐτὸς γίνεται διὰ δανείων, δὲν πρέπει ν’ ἀφήσω ἄνευ ἀνασκευῆς, ὅσα περὶ δανείων καὶ οἰκονομικῶν συνδυασμῶν ἐλέχθησαν πρὸς τὴν Βουλὴν κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος κατηγόρει ἡμῶν, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐμιμήθημεν τὸ παράδειγμα καὶ τὴν πολιτικὴν τοῦ προκατόχου ἡμῶν, ἵνα τραπῶμεν τὴν ὁδὸν τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν. Δὲν γνωρίζω, ποίαν ἀποδίδει ἔννοιαν εἰς τὸν ὅρον τοῦτον τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος. Τὰ ἁπλᾶ δάνεια δὲν εἶναι οἰκονομικοὶ συνδυασμοί, ἀλλὰ τὸ δάνειον τοῦ 1887 τῶν 135 ἑκατομμυρίων, διὰ τὸ ὁποῖον ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ κ. Συγγρὸς, νὰ ἐκδηλώσωμεν τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ ἔθνους, διότι μᾶς τὸ ἔδωκε χάρισμα...

§11ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μὲ 18%.

§12ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ δάνεια, διὰ τῶν ὁποίων μετέτρεψαν τὸ δάνειον τὸ λεγόμενον τῆς Ἀνεξαρτησίας, τὰ δάνεια, διὰ τῶν ὁποίων μετέτρεψαν τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων, δὲν εἶναι δάνεια, εἶναι οἰκονομικοὶ συνδυασμοὶ, οἵτινες ἀπετελοῦντο ἀπὸ τὴν πληρωμὴν εἰς τὸ Κράτος χρημάτων, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν λεηλάτησιν τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου ταμείου. (Εὖγε! ἐκ δεξιῶν, χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). Δὲν ποιοῦμαι λόγον περὶ τῆς προμηθείας τῶν τριῶν θωρηκτῶν πλοίων, οὐδ’ ἰσχυρίζομαι, ὅτι τὰ πλοῖα, τὰ ὁποῖα ἀπεκτήσαμεν, δὲν ἔχουσι τὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ προσδοκῶμεν, ὅταν ἀπεφάσισεν ἡ Κυβέρνησις ἐκ τοῦ πτωχοῦ ταμείου μας νὰ διαθέσῃ μέρος τοῦ δανείου, διὰ νὰ ἀποκτήσωμεν πλοῖα. Δὲν ἁρμόζει δὲ εἰς ἐμὲ νὰ ὁμιλήσω περὶ αὐτῶν. Ἡ ἐντολὴ μάλιστα, τὴν ὁποίαν διαχειρίζομαι, μοὶ ὑπαγορεύει νὰ μὴ εἴπω ἢ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐφρόνει ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς τῆς παρελθούσης περιόδου, καὶ νὰ βεβαιώσω, ὅτι τὰ πλοῖά εἰσιν ἄριστα. Δὲν σκοπῶ νὰ ἀποδείξω, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχει ἀνάγκην θωρηκτῶν καὶ στόλου. Ἤθελεν ἐξεγερθῇ τὸ πλεῖστον τοῦ ἔθνους, οἱ δὲ λογιώτεροι ἤθελον μοὶ ἀναμνήσει τὴν ναυμαχίαν τῆς Σαλαμῖνος. Οὐδέποτε μοὶ ἐπῆλθε κατὰ νοῦν νὰ ἀμφισβητήσω, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ στόλον, ὅσον οἷόν τε ἰσχυρόν· ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐμποιεῖ ἀπορίαν, εἶναι, πῶς κατὰ τὸ 1887, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ τότε Πρωθυπουργός, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ καταγγείλῃ καὶ στιγματίσῃ ἡμᾶς τοὺς προκατόχους του, ἔλεγεν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εὕρῃ νὰ δανεισθῇ οὐδ’ 100 χιλιάδας δραχμῶν, πῶς, μόλις εὑρὼν νὰ δανεισθῇ, ἐτόλμησε ν’ ἀποφασίσῃ νὰ δαπανήσῃ 30 ἑκατομμύρια δραχμῶν διὰ νὰ ἀγοράσῃ τρία θωρηκτά! Δὲν ἀπήντησα εἰς τὸν βίον μου οἰκογενειάρχην, ὁ ὁποῖος, ἐνῷ δὲν ἔχει ἐν τῷ ταμείῳ του ὀλίγας δραχμὰς, ἵνα ἀγοράσῃ ἱμάτιον τῆς συζύγου του, δανείζεται, ἵνα οἰκοδομήσῃ οἰκίαν. Ἀλλ’ ἡ οἰκοδομὴ τῶν τριῶν θωρηκτῶν ἦτο ἀπαραίτητος διὰ νὰ γείνῃ τὸ δάνειον. Τὸ δάνειον μᾶς ἐδόθη δωρεάν, διότι μᾶς ἐδίδετο μὲ 4%, ἀλλ’ ἡ δωρεὰ συνεδέετο μὲ τὴν κατασκευὴν τριῶν θωρηκτῶν καὶ προσέτι μὲ τὰς ἐγγυήσεις τῶν ἐσόδων τῶν μονοπωλίων, τῶν ὁποίων ἡ διαχείρισις παρεδίδετο εἰς τοὺς δανειστάς. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἦτο ὁ ἐργασθεὶς πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ δανείου τούτου, καὶ ὁ διασκευάσας τοὺς ὅρους τῆς συνομολογήσεως αὐτοῦ· ἐὰν δ’ ἦτο αὐτὸς, ἐὰν εἰς τὰς μεγάλας πρὸς τὸ Κράτος ὑπηρεσίας του ἀξιοῖ νὰ περιλάβῃ καὶ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, ὡς ἔδωκε νὰ ἐννοήσωμεν, ὅταν μᾶς ἔλεγεν, ὅτι μᾶς τὸ ἔδωκαν οἱ δανεισταὶ δωρεάν, μεγάλως θέλω ψέξει τὸν ἄνδρα, οὐδέποτε δὲ θέλω ὁμολογήσει ἐπὶ τούτῳ εὐγνωμοσύνην πρὸς αὐτόν. Καὶ τὴν διαχείρισιν τῶν μονοπωλίων, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἔστερξα νὰ ἀποδεχθῶ, πιεζόμενος ὑπὸ τῶν ἀναγκῶν τῆς ἐπιστρατείας τοῦ 1886, προτεινομένην ὑπὸ τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ νὰ ἀποδεχθῶ ἐξ ἀνάγκης ἐθνικῆς, τὴν παραχώρησιν καὶ ταύτην ὡς ἐγγύησιν εἰς τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων!! Ὑπῆρχεν ἓν δάνειον, τὸ ὁποῖον ἐπὶ ἥμισυν αἰῶνα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐδίσταζε νὰ ἀναγνωρίσῃ. Ὁ ἀείμνηστος Βασιλεὺς Ὄθων, ὁσάκις ἔλεγον πρὸς αὐτὸν περὶ τοῦ δανείου τοῦ 1821 καὶ 1825, ἔλεγεν, ὅτι τοῦτο δὲν βαρύνει τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα μόνον, ἀλλὰ πάσας τὰς Ἑλληνικὰς ἐπαρχίας, αἵτινες ἔλαβον τὰ ὅπλα κατὰ τὸν ἀγῶνα καὶ εἰργάσθησαν ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῆς γωνίας ταύτης. Ὅταν καὶ ἐκεῖναι ἀπελευθερωθῶσιν, ἔλεγεν ὁ ἀείμνηστος Βασιλεύς, τότε τὸ δάνειον πρέπει νὰ ἐπιπέσῃ ἐπὶ τοῦ τραχήλου πάντων τῶν Ἑλλήνων. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἡ θεωρία ἦτο ὀρθὴ, μοὶ φαίνεται ὅμως, ὅτι ἦτο ἀπόλυτος. Διὰ τοῦτο ἐν ἐποχῇ, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶχε παύσει ὁ Ρωσσοτουρκικὸς πόλεμος, καθ’ ἣν ἀνεκινοῦντο τὰ ζητήματα τῶν ἐθνικοτήτων, καὶ παρίστατο ἐνώπιον τοῦ εὐρωπαϊκοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ἡ δύστηνος Ἑλλὰς, ὑπομιμνήσκουσα τὸ δικαίωμα αὐτῆς, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τυγχάνων Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπεδόθην εἰς τὴν μετατροπὴν τοῦ δανείου. Τὸ δάνειον μετετράπη καὶ ἀνεγνωρίσθη, καὶ ὠνομάσθη δάνειον τῆς Ἀνεξαρτησίας. Τὸ δάνειον τοῦτο δύο εἶχε πλεονεκτήματα· τὸ πρῶτον, ὅτι, ἐπειδὴ ὁμολογίαι πολλαὶ τούτου εἶχον καταστραφῆ κατὰ τὰ πεντήκοντα ἔτη, τὰ ὁποῖα εἶχον διέλθει, ἀφ’ ἧς εἶχε συνομολογηθῆ, τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἶχον προσδιορισθῆ πρὸς πληρωμὴν τόκου τῶν κεφαλαίων τῶν ὁμολογιῶν τούτων, προσετέθησαν εἰς τὸ χρεωλύσιον. Ἑπομένως τὸ δάνειον εἶχεν ὑπέρογκον χρεωλύσιον. Τὸ ἕτερον πλεονέκτημα ἦτο τοπικόν. Τὰ πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων τοῦ δανείου τούτου χρήματα εἰσεπράττοντο καὶ κατετίθεντο ἐν τῇ Ἰονικῇ Τραπέζῃ, ἥτις εἶναι ἵδρυμα γνωστὸν ἐν Ἀγγλίᾳ. Τὸ κεντρικὸν κατάστημα τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης ἑδρεύει ἐν Λονδίνῳ, ἑπομένως ἡ τοιαύτη διασκευὴ τοῦ δανείου ἐθεωρεῖτο παρέχουσα πᾶσαν ἐγγύησιν ἐν Ἀγγλίᾳ. Τὰς μετοχὰς τοῦ δανείου τούτου ἀπέκτησαν ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι εἶχον πλοῦτον καὶ δύναμιν οἰκονομικὴν, δὲν ἦσαν δὲ ἠναγκασμένοι εἰς τὸ πρῶτον οἰκονομικὸν νέφος, τὸ ὁποῖον ἐπεφαίνετο εἰς τὸν οἰκονομικὸν ὁρίζοντα, νὰ σπεύσωσι νὰ πωλήσωσι τὰς μετοχάς των εἰς τὸ Χρηματιστήριον τοῦ Λονδίνου. Διὰ τοῦτο αἱ τιμαὶ τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τούτου ἦσαν σταθεραὶ, περὶ τὰ 95 καὶ 94 τοῖς ἑκατόν. Ἀλλὰ προσῆλθον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, προτείνοντες εἰς αὐτὴν νέον δάνειον πρὸς ἐξαγορὰν τοῦ δανείου τῆς Ἀνεξαρτησίας καὶ ἀπαλλαγὴν τοῦ δημοσίου ταμείου ἀπὸ τὴν πληρωμὴν τοῦ χρεωλυσίου. Οὗτοι δὲ, γνωρίζοντες, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ μετατροπῆς τοῦ δανείου τούτου, ἔσπευσαν νὰ ἀγοράσωσιν ἐπὶ τῇ τιμῇ τῶν 93 τὰς ὁμολογίας αὐτοῦ, τὰς ὁποίας μετὰ πέντε ἡμέρας ἀπέδωκαν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν τιμὴν τῶν 100, καὶ ἀπέδωκαν αὐτὰς, ἀφοῦ ἐξησφάλισαν τόκον 5% ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τοῦ δανείου, ἀλλὰ προσέτι καὶ τόκον ἐπὶ τῶν ἐντόκων γραμματίων, τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν πρὸς ἀπόσβεσιν τοῦ δανείου τῆς Ἀνεξαρτησίας. Καὶ τὸ δάνειον τοῦτο, τὸ συνομολογηθὲν πρὸς μετατροπὴν τοῦ δανείου τῆς Ἀνεξαρτησίας, ἐπαρουσίασαν ὡς μαρτυροῦν τὴν οἰκονομικὴν πίστιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἰσχυριζόμενοι, ὅτι συνωμολογήθη ὑπὸ ὅρους συμφέροντας, ἀλλ’ οἱ δανεισταὶ αὐτοῦ, οἵτινες συνωμολόγησαν τὸ δάνειον, εἶχον λάβει τὴν πρόνοιαν, ἵνα ἀνεύρωσιν ἐπικουρίαν εἰς τοὺς τόκους τοῦ δανείου τὰ κέρδη, τὰ ὁποῖα συνεκόμισαν. Τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον συνωμολογήθη πρὸς μετατροπὴν τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, ἐγένετο ὑπὸ τὰς αὐτὰς συνθήκας. Κατωρθώθη, οἱ συνομολογήσαντες τὸ δάνειον τοῦτο νὰ γνωρίζωσιν, ὅτι πρόκειται δι’ αὐτοῦ νὰ μετατραπῇ τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον ἐτιμᾶτο τότε πρὸς 350 ἢ 356, ἑπομένως ἠγόρασαν πέντε ἡμέρας πρότερον τὰς ὁμολογίας αὐτοῦ πρὸς 356, καὶ τὸν ἄλλον μῆνα ἐπώλησαν εἰς τὸ Δημόσιον αὐτὰς ἐπὶ τιμῇ τῶν 500. Αὐτοὶ εἶναι οἱ οἰκονομικοὶ συνδυασμοὶ, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς δὲν ἀκολουθοῦμεν, καὶ διὰ τοὺς ὁποίους μᾶς ἐπετίμησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος, λέγων ὅτι ἡ πρόοδος ἐν τῇ Κυβερνήσει τοῦ Κράτους, αἱ βελτιώσεις, αἵτινες ἐπῆλθον ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν αὐτοῦ, δὲν δύνανται πλέον νὰ διεξαχθῶσιν ὑπὸ συνήθων κυβερνητῶν, ὁποῖοι ἦσαν οἱ κυβερνῆται πρὸ τοῦ 1882, ἀλλ’ ἀπαιτοῦνται ἔκτακτοι ἄνθρωποι, γνωρίζοντες τοὺς οἰκονομικοὺς συνδυασμοὺς, οὐδὲ δύνανται νὰ διοικηθῶσι κατὰ παραπλήσιον τρόπον τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ἀποκρούω τοιούτους οἰκονομικοὺς συνδυασμούς. Ὅτε εἷς φίλος μου, κατὰ μῆνα Δεκέμβριον, μοὶ ἐπρότεινε δάνειον, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ συνδυάσω αὐτὸ μὲ προνόμιον συστάσεως βιομηχανικοῦ καταστήματος ἐν Ἑλλάδι, ὅπερ νὰ παρέχῃ εἰς τὸν στρατὸν τὰ εἴδη τοῦ ἱματισμοῦ, ἀπέκρουσα τὴν πρότασιν, διότι ἔκρινα, ὅτι δὲν εἶμαι ἐπιτήδειος νὰ διεξάγω οἰκονομικοὺς συνδυασμούς. Ἐννοῶ τὴν ἀνάγκην, ἥτις ἐπιβάλλει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δανεισθῇ ὑπὸ ὅρους γνωστοῦ δανείου, δὲν στέργω ὅμως νὰ ἀναμίξω τὸ δάνειον μὲ ἐπιχειρήσεις ἄλλας, αἵτινες παρέχουσιν ἄλλα κέρδη εἰς τοὺς συνομολογοῦντας αὐτό. Ἀλλ’ ἀφοῦ μετετράπη τὸ δάνειον τῆς Ἀνεξαρτησίας, δὲν ὠφελήθημεν, ἀλλ’ ἐζημιώθημεν. Ἐκεῖνο ἵστατο ἐν τῷ μέσῳ τοῦ Λονδίνου ὡς πύργος, ὡς ἀκρόπολις, περὶ τὸν ὁποῖον προσέφευγον πάντα τὰ ἄλλα Ἑλληνικὰ δάνεια, καὶ ἡ πίστις καὶ ἡ ὑπόληψις, τὴν ὁποίαν ἀπελάμβανε τὸ δάνειον ἐκεῖνο, μετεδίδετο καὶ ἐκάλυπτε καὶ τὰ ἄλλα δάνεια, τὰ ὁποῖα δὲν ἐτύγχανον ὑπὸ τοὺς ὅρους καὶ τὰς συνθήκας αὐτοῦ. Ἔλεγον πρὸ μικροῦ πρὸς ὑμᾶς, Κύριοι, ὅτι, ὅταν εἰσήγαγον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1892, εἶχον οὐχὶ τὴν ἐλπίδα, ἀλλὰ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἤθελε κατασταθῆ εὔκολον νὰ πορισθῶμεν ἐν ξέναις ἀγοραῖς τὰ χρήματα, τῶν ὁποίων ἤθελε παρασταθῆ ἀνάγκη, καὶ εἶπον, ὅτι δὲν ἦτο μόνον ἐλπίς, ἀλλ’ ἦτο πεποίθησις. Τοῦτο πρέπει νὰ ἀποδείξω εἰς ὑμᾶς. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἀπό τινος χρόνου, καὶ ἰδίως ἀπὸ τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ ὑπάρχοντος Ὑπουργείου, ἡ δημοσιογραφία τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπεχείρησεν ἔργον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι σύνηθες. Ἠσχολεῖτο νὰ ἀνακαλύψῃ, τί ἔχει ἐν τῷ νῷ ἕκαστος τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν, καὶ κατὰ πᾶσαν πρωΐαν διέδιδον διαφόρους εἰδήσεις περὶ σχεδίων, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς εἴχομεν. Καὶ ἐφ’ ὅσον μὲν αἱ δημοσιεύσεις αὗται περιεστρέφοντο εἰς εἰδήσεις, ὅτι ἡμεῖς διαπληκτιζόμεθα, ὅτι παραιτεῖται ὁ δεῖνα Ὑπουργὸς, ἢ ἐπαναστατεῖ ὁ ἄλλος, ἢ ἀποκρούει τὴν Κυβέρνησιν ὁ τρίτος, ἦσαν συμβεβηκότα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ ἀξιῶνται τοῦ μειδιάματος ἡμῶν· ἀλλ’ αἱ εἰδήσεις, τὰς ὁποίας διέδιδον κατὰ πᾶσαν πρωΐαν, ἐξετείνοντο ἐπὶ μᾶλλον, μεταδίδουσαι εἰς τὸ κοινὸν τῆς Ἑλλάδος, πότε ὅτι ἡμεῖς κατεργαζόμεθα οἰκονομικὸν σχέδιον τοιοῦτο, πότε ὅτι ἡμεῖς θέλομεν προτείνει τοιαῦτα ἢ τοιαῦτα νομοθετήματα, καὶ τέλος πάντων, ὅτι ἡμεῖς διαπραγματευόμεθα δάνεια. Καὶ ἐφιλοτιμοῦντο ν’ ἀνακοινῶσιν εἰς τὸ κοινὸν καὶ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους διεπραγματευόμεθα τὰ δάνεια. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ οἰκονομῶ ὥρας, ἵνα ἀναγινώσκω τὰς ἐφημερίδας, ἔχω δὲ παρακαλέσει ἄλλον νὰ μοὶ ἀνακοινοῖ τὰ ὑπ’ αὐτῶν δημοσιευόμενα. Πρωΐαν τινὰ ἦλθεν ὁ φίλος μου ἐκεῖνος, ἐρωτῶν με: εἶναι ἀληθές, ὅτι διαπραγματεύεσθε δάνειον πρὸς 57%; Ἦτο ἀληθές, ὅτι διεπραγματευόμην δάνειον, ἀλλὰ δὲν διεπραγματευόμην ἕν, διεπραγματευόμην δύο δάνεια. Διεπραγματευόμην ἓν διὰ φίλων γνωστῶν τραπεζιτῶν, οἵτινες πολλάκις προσήνεγκον ὑπηρεσίας τοιαύτας εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου, ἐργαζόμενοι καὶ παρασκευάζοντες καὶ εὐκολύνοντες τὰ τῆς συνομολογήσεως δανείων· ἀλλ’ εἶχον καὶ ἄλλην συνεννόησιν, καὶ ἡ ἄλλη συνεννόησις ἡμῶν ἐγίγνετο ἀπ’ εὐθείας μετ’ Ἀγγλικοῦ οἴκου, ὁ ὁποῖος ἔχει θέσιν δευτέραν ἐν τῷ τραπεζιτικῷ κόσμῳ τῆς Ἀγγλίας μετὰ τὴν Τράπεζαν τῆς Ἀγγλίας. Ἐζητοῦμεν νὰ συνομολογήσωμεν δάνειον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐλέγομεν πρὸς τοὺς δανειστὰς, ὅτι ἐσκοποῦμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων ἐπὶ δύο ἢ ἐπὶ τρία ἔτη, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον τὰ διὰ ταύτην χρήματα νὰ μένωσιν ἄνευ τόκου, νὰ τὰ λαμβάνωμεν δὲ ἐντόκως κατὰ τὴν ἀρχὴν ἑκάστης τριμηνίας τοῦ ἔτους ἐκείνου, τοῦ ὁποίου τὰ τοκομερίδια ἐπρόκειτο νὰ πληρώσωμεν δι’ αὐτοῦ. Ἓν ἄλλο μέρος τοῦ δανείου προωρίζομεν διὰ νὰ πληρώσωμεν εἰς τὴν Τράπεζαν τὴν Ἐθνικὴν, τὴν Τράπεζαν τὴν Ἰονικὴν καὶ τὴν Τράπεζαν τῆς Ἠπειροθεσσαλίας τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἰς χρυσὸν ὠφείλαμεν εἰς αὐτὰς ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ. Τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο ἀνέρχεται εἰς 16 ἑκατομμύρια περίπου· διότι 14 ἑκατομμύρια καί τινας χιλιάδας ὀφείλομεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, τὸ ὑπόλοιπον δὲ ὀφείλομεν εἰς τὴν Ἰονικὴν καὶ τὴν Τράπεζαν τῆς Ἠπειροθεσσαλίας. Τὸ ἰσότιμον τοῦ ποσοῦ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὰς συμβάσεις περὶ δανείων εἰσὶ προωρισμένα, ἵνα χρησιμεύωσι πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ τῶν χρεωλυσίων τῶν δανείων, τὸ ἰσότιμον, λέγω, πρὸς τὸ ποσὸν τοῦ χρυσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐκ τοῦ δανείου ἠθέλομεν πορισθῆ καὶ πληρώσει τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια μετὰ τοῦ ποσοῦ τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος, ἠθέλομεν ἀποδίδει εἰς τὰς Τραπέζας ἀπέναντι τοῦ χρέους ἡμῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, ἠθέλομεν δὲ διὰ τοῦ ὑπολοίπου τοῦ δανείου ἐξακολουθεῖ τὴν κατασκευὴν τῶν δημοσίων ἔργων. Τοιουτοτρόπως ἐπετυγχάνομεν τρία τινά· ἐπετυγχάνομεν πρῶτον τὴν ἄνετον ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς δανειστὰς αὐτοῦ, διὰ τῆς πληρωμῆς τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων· ἐπετυγχάνομεν δεύτερον τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ κυκλοφοροῦντος ἐν τῷ Κράτει ποσοῦ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, τοῦ ὁποίου ποσοῦ ἡ κυκλοφορία, ὅταν ὑπερβαίνῃ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, συντελεῖ εἰς τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ συναλλάγματος καὶ εἰς τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ χρυσοῦ. Ἀλλ’ ἐπετυγχάνομεν καὶ τρίτον, ὅτι ἐπορίζομεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν 14 ἑκατομμύρια καί τινας χιλιάδας εἰς χρυσὸν, τὰ ὁποῖα ὀφείλομεν εἰς αὐτὴν ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, ἐπορίζομεν δὲ εἰς αὐτὴν καὶ ἑπτὰ περίπου ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ὀφείλομεν εἰς αὐτὴν ὡς δάνεια προσωρινά· καὶ οὕτως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἤθελε δυνηθῆ ν’ ἀποταμιεύσῃ εἰς τὰ ταμεῖά της 20 καὶ πλέον ἑκατομμύρια εἰς χρυσὸν, τὰ ὁποῖα ἤθελον χρησιμεύσει εἰς αὐτὴν, ὡς λέγουσιν οἱ τραπεζῖται, ὡς Stock, ἵνα ἀμυνθῇ κατὰ πάσης ἐπιδρομῆς, μελλούσης νὰ διαταράξῃ τὰς τιμὰς τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου καὶ τοῦ χρυσοῦ. Καὶ ταῦτα, τὰ ὁποῖα λέγω, τὰ λέγω δημοσίᾳ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ἵνα μὲ ἀκούσωσι πάντες οἱ μετ’ ἐμοῦ συνομιλήσαντες, καὶ ἑπομένως δώσω τὴν εὐκαιρίαν εἰς αὐτοὺς νὰ ἀρνηθῶσιν ὅσα εἶπον, ἐὰν δὲν λέγω τὴν ἀλήθειαν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). (Ἀναγινώσκει): «Κατὰ τὰς ὁδηγίας ὑμῶν, ἦλθον εἰς λίαν ἐμπιστευτικὰς διαπραγματεύσεις, διὰ μέσου Ἄγγλου φίλου μου, ὑψηλὴν κατέχοντος θέσιν ἐν τῷ Ἄστει, πρὸς τινα ἀγγλικὴν Τράπεζαν, ἥτις εἶναι δευτέρα τὴν θέσιν καὶ τὴν δύναμιν μόνης τῆς Τραπέζης τῆς Ἀγγλίας. Τὸ Συμβούλιον τῆς Τραπέζης ἐθεώρησε λίαν ἐπιτυχῆ τὸν προτεινόμενον συνδυασμὸν, καθ’ ὃν θὰ ἠσφαλίζετο ἡ πληρωμὴ τῶν τοκομεριδίων ἐπὶ τρία ἔτη, οἱ δὲ εἰς τοῦτο συνήθως χρησιμεύοντες δημόσιοι πόροι ἤθελον ἀφιερωθῆ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο εἰς βαθμιαίαν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, οὕτως ὥστε διὰ τοῦ τοιούτου δανείου δὲν θὰ ηὔξανε τὸ δημόσιοι χρέος τῆς χώρας, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας θὰ ἠλαττοῦτο καὶ τοῦτο καὶ ἡ ζημία, ἣν νῦν ὑφίσταται ἡ χώρα διὰ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ, διότι, ἅμα συνομολογουμένου τοῦ δανείου, θὰ ἔπιπτε τὸ συνάλλαγμα. Ταῦτα καὶ ἄλλα πλεονεκτήματα ἦσαν ἀμέσως κατάδηλα, καὶ δὲν εἶχον μεγάλην δυσκολίαν νὰ πείσω αὐτοὺς πρὸς τοῦτο. Ἀφοῦ ὅμως παρενέπεσαν αἱ ἑορταὶ τοῦ τέλους καὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἔτους, καθ’ ἃς, ὡς εἰκὸς, οὐδὲν εἶναι δυνατὸν γενέσθαι, ἀνεφάνησαν αἱ νέαι δυσκολίαι, αἵτινες ἀπεθάῤῥυναν τελείως τὸ Συμβούλιον τῆς Τραπέζης.» Ἀλλὰ πλὴν τῆς συνεννοήσεως ταύτης ἐτέλουν εἰς συνεννόησιν, ὡς εἶπον ὑμῖν, καὶ μετὰ φίλων γνωστῶν τραπεζιτῶν, οἵτινες πολλάκις προσήνεγκον τὰς ὑπηρεσίας αὐτῶν εἰς τὰς Κυβερνήσεις, ὁσάκις ἐφίστατο ἀνάγκη εὑρέσεως δανείου. Ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι καὶ αἱ συνεννοήσεις αὗται ἔβαινον οὕτως, ὥστε καθίστατο λίαν πιθανὸν, ὅτι ἤθελον καταλήξει εἰς ἀποτέλεσμα. Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα μέχρις ὡρισμένου χρόνου. Ἀναγκάζομαι ὅμως ν’ ἀναδράμω πάλιν ἐπὶ τὴν περίοδον ταύτην, διότι δὲν πρέπει ν’ ἀφήσω ἄνευ ἀναιρέσεως τὴν πολλάκις διαχυθεῖσαν ἐν ταῖς ὁδοῖς ψευδολογίαν, ὅτι ἡμεῖς συνετελέσαμεν εἰς τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ συναλλάγματος καὶ τοῦ χρυσοῦ. Ἔχω πίνακα, δηλοῦντα τὴν καθημερινὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος καὶ τοῦ χρυσοῦ καθ’ ὅλας τὰς ἡμέρας τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἔτους 1891. Ἔχω δὲ πίνακα τοιοῦτον καὶ δι’ ὅλας τὰς μέχρι τοῦδε διαῤῥευσάσας ἡμέρας τοῦ 1892. Ὁ χρυσὸς κατὰ τὸ 1891 δὲν εἶχε πολλὰς διακυμάνσεις. Κατ’ Αὔγουστον ἦτο μεταξὺ 128 καὶ 129 λεπτῶν, ἀλλ’ εἶχε καταβῆ καὶ εἰς 127 μόνον. Κατὰ Σεπτέμβριον ἤρχισεν ἀπὸ 128 καὶ ἔφθασε κατὰ τὴν 30 Σεπτεμβρίου εἰς 128¼ μέχρις 129¼. Ἐν τῷ μεταξὺ εἶχε διακυμάνσεις μεταξὺ τῶν 128 καὶ 127. Κατὰ Ὀκτώβριον ἤρχισεν ἀπὸ 129 ἕως 130, καὶ κατὰ τὴν 31 Ὀκτωβρίου εἶχεν ἀνέλθει εἰς 131½ ἕως 132½. Κατὰ Νοέμβριον, μέχρι μὲν τῆς 10 τοῦ μηνὸς ἐκυμαίνετο μεταξὺ 132½ ἕως 133, μέχρι τῆς 20 εἶχεν ἀνέλθει εἰς 133¼ ἕως 134, καὶ κατὰ τὸ τέλος εἶχε φθάσει τὰ 135 ἕως 135½. Κατὰ Δεκέμβριον ἀπὸ τῶν 135 μόλις κατὰ τὴν 27 τοῦ μηνὸς ἀνῆλθεν εἰς 136, καὶ κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου κατῆλθεν αὖθις εἰς τὰ 135½. Ἀλλὰ κατὰ Ἰανουάριον μέχρι τῆς 11 αὐτοῦ ἀνῆλθεν εἰς 139 ἕως 139½, κατὰ τὴν 15 τοῦ μηνὸς εἰς 140½, καὶ κατὰ τὴν 31 αὐτοῦ εἰς 141¼ ἕως 142¼. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἤρχισε νὰ προμηθεύηται συνάλλαγμα ἀπὸ τῆς 28 Αὐγούστου, ἐπρομηθεύετο δὲ ὡρισμένον ποσὸν καθ’ ἑκάστην ἡμέραν. Τὴν 28 Αὐγούστου τὸ συνάλλαγμα ἦτο μεταξὺ 127¾ καὶ 128¾· κατὰ τὴν 9 Ὀκτωβρίου ἐτελείωσαν αἱ ἀγοραὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τὸ συνάλλαγμα ἦτο 130¼ πρὸς 131¼, ἤτοι κατὰ τὸ διάστημα, καθ’ ὃ ἠγοράζετο τῇ ἐντολῇ ἡμῶν συνάλλαγμα, ἡ ὑπερτίμησις τοῦ χρυσοῦ ηὔξησε κατὰ 2½ λεπτά. Ἡ πληροφορία αὕτη δὲν ἀρκεῖ διὰ νὰ πείσῃ τοὺς ἀντιλέγοντας, ὅτι ἡ ἀγορὰ τῇ ἐντολῇ ἡμῶν συναλλάγματος δὲν συνετέλεσεν εἰς τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ χρυσοῦ;—διότι ἐγένετο ἀντίῤῥησις, ὅτι, ἐπειδὴ ἀφῃρέθη ἀπὸ τὴν ἀγορὰν συνάλλαγμα 10½ ἑκατομμυρίων, ὅσον ἠγοράσαμεν διὰ τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια, τὸ συνάλλαγμα τοῦτο ἦτο προωρισμένον διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἐμπορίου, τὸ δὲ ἐμπόριον, μὴ εὑρίσκον τὴν περίσσειαν τοῦ συναλλάγματος, ὑπεβλήθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πληρώσῃ τὴν ὑπερτίμησιν αὐτοῦ. Ἀλλὰ ἡ ἀντίῤῥησις αὕτη δὲν εἶναι βάσιμος. Ἐὰν ὑπολογισθῇ, ὅτι τὸ 1891 μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου ἐξήχθη σταφιδόκαρπος 52 ἑκατομμύρια περισσότερον ἢ ὅσον εἶχεν ἐξαχθῆ μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1890. Ἐὰν δὲ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐπὶ παντὸς τούτου τοῦ ἐξαχθέντος σταφιδοκάρπου οἱ πωληταὶ ἢ οἱ ἔμποροι εἶχον, ὡς συνειθίζουσι νὰ λέγωσιν ἐν τῷ ἐμπορίῳ, τραβήγματα ἐπὶ τοῦ ποσοῦ αὐτῶν. Ἐὰν ἐνθυμηθῶσιν, ὅτι ἡ μεγίστη εὐφορία τῶν σιτηρῶν ἐν Θεσσαλίᾳ δὲν ἠλάττωσε μόνον τὴν ἀνάγκην εἰσαγωγῆς σίτου, ἀλλ’ ἐπέφερε καὶ τὴν ἐκ Θεσσαλίας ἐξαγωγὴν σίτου, ἑπομένως εἰσαγωγὴν χρυσοῦ, θέλουσι πεισθῆ, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 10 ἑκατομμυρίων καὶ 500 περίπου χιλιάδων φράγκων, τὸ ὁποῖον ἠγοράσαμεν ἐκ τῆς ἀγορᾶς, δὲν ἀφῄρεσε ποσὸν τοσοῦτον συναλλάγματος, ὥστε νὰ μειωθῇ τὸ ποσόν, τοῦ ὁποίου εἶχεν ἀνάγκην τὸ ἐμπόριον, διότι δὲν κατεστάθη ὀλιγώτερον τοῦ κατὰ τὰ 1890 μέχρι τέλους Δεκεμβρίου ὑπάρχοντος ἐν τῇ ἀγορᾷ. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἡ ἀγορὰ συναλλάγματος συνετέλεσε κατά τι, τί ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν; Ἡ ἀγορὰ τοῦ συναλλάγματος ἦτο ἐπιβεβλημένη εἰς ἡμᾶς, ἦτο ὑποχρεωτική, πλὴν ἐὰν ἐμέλλομεν νὰ κηρύξωμεν εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, ὅτι δὲν μέλλομεν νὰ πληρώσωμεν τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια. Ἀφοῦ δάνειον δὲν προσῆκε νὰ συνομολογήσωμεν μέχρι τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου, κατὰ τίνα τρόπον ἠθέλομεν πορισθῆ τὸν χρυσὸν ἢ τὸ συνάλλαγμα, ἵνα ἐκπληρώσωμεν τὰς πρὸς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν ὑποχρεώσεις μας; Ἡ ὑπερτίμησις τοῦ χρυσοῦ ἐν τῇ ἀγορᾷ τῶν Ἀθηνῶν δὲν ἦτο συμβεβηκός, τὸ ὁποῖον ἐπήνεγκον αἱ ἀνάγκαι τῶν συναλλαγῶν, ἦτο συμβεβηκὸς ἀσύνηθες, ἰδίως δὲ ἐνεποίει ἔκπληξιν εἰς τὸν ἐξετάζοντα περὶ τούτου ἡ ῥαγδαία πτῶσις τῶν ἑλληνικῶν χρεωγράφων ἐν ταῖς ἀγοραῖς τῆς Δύσεως, ὑπὸ οὐδενὸς λόγου καὶ ὑπὸ οὐδεμιᾶς ἀφορμῆς δικαιολογουμένη, μηδόλως δὲ συνεχομένη μὲ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους. Ὅταν διεδέχθημεν τοὺς προκατόχους ἡμῶν, κατὰ μῆνα Ὀκτώβριον, κατὰ τὴν 24 Ὀκτωβρίου, τὸ δάνειον τῶν 5% εἶχε 392,50, τὸ δὲ δάνειον τῶν 4% ἐτιμᾶτο πρὸς 60½. Ἀπὸ τῆς 24 Ὀκτωβρίου ἐφάνη τάσις τις πρὸς ὑποτίμησιν, διότι τὴν 25 τὸ δάνειον τῶν 5% ὑπετιμήθη εἰς 390, τὴν 28 εἰς 390· καὶ ἀνεβιβάσθη μὲν τὴν 29 εἰς 392,50, ἀλλὰ τὴν 31 ὑπετιμήθη πάλιν εἰς 391. Προέβη δὲ ἡ ὑποτίμησις εἰς 387,50, εἰς 382, εἰς 383, εἰς 380, καὶ ἔφθασε μέχρι τῆς 18 Νοεμβρίου εἰς 355. Ἀλλὰ μετὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον, ὅταν ἐγνώσθη, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐπλήρωσε τὰ τοκομερίδια αὐτῆς, καὶ ὅτι μάλιστα ἐπλήρωσεν αὐτὰ ἕνα μῆνα πρὶν ἢ λήξῃ ἡ προθεσμία, τὰ ἑλληνικὰ χρεώγραφα ὑπερετιμήθησαν. Ἡ τιμὴ τῶν 355 τὴν 20 Νοεμβρίου ἀνῆλθεν εἰς 365, ἤτοι κατὰ δέκα μονάδας περισσότερον, τὴν 21 εἰς 375, τὴν 25 εἰς 380, τὴν 27 εἰς 382,50, τὴν 29 εἰς 381,50, τὴν 30 εἰς 383, τὴν 1 Δεκεμβρίου εἰς 390, τὴν 4 Δεκεμβρίου εἰς 392, τὴν 5 Δεκεμβρίου εἰς 395 καὶ προσήγγιζε νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὴν τιμήν, τὴν ὁποίαν εἶχον προτήτερα. Ἀλλὰ ἀπὸ τῆς 1ης Ἰανουαρίου ἐπῆλθε τροπὴ πρὸς τὰ ὀπίσω· τὴν 1ην Ἰανουαρίου εἰς 391, τὴν 3 εἰς 390, τὴν 10 εἰς 376,50, τὴν 17 εἰς 367,50 τὴν 31 εἰς 287. Ἀλλὰ 287 μέχρι 500 εἶναι διαφορὰ 213. Λοιπὸν εἴχομεν οὕτω ῥαγδαίαν ὑποτίμησιν τῶν ἑλληνικῶν ἀξιῶν ἐν ταῖς ἀγοραῖς τῆς Εὐρώπης, τοσαύτην ὑπερτίμησιν τοῦ συναλλάγματος καὶ τοῦ χρυσοῦ ἐν τῇ πόλει τῶν Ἀθηνῶν! Ἔπταιεν ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους; Ὅσα καὶ ἂν εἶπε χθὲς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος, ὅτι οὐδεὶς χρεωστεῖ ἡμῖν χάριν τινὰ, διότι εἰσεπράξαμεν περισσότερα τῶν κατὰ τὸ 1890 εἰσπραχθέντων, ἦσαν λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἤρεσκον αὐτῷ· ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἠξιώσαμεν νὰ ὁμολογῇ ἡμῖν χάριν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος· ἐβεβαιώσαμεν τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἦτο ἀληθὲς, ὅτι εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1891 περισσότερα τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ 1890. Ἔπρεπε νὰ τὸ ἀποσιωπήσωμεν; ἔπρεπε νὰ τὸ ἀποκρύψωμεν; Καὶ διότι εἴπομεν αὐτὸ, ἐνόμισεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος, ὅτι ἐζητοῦμεν νὰ μᾶς ἀπαγγείλῃ ἔπαινον, καὶ ἐπεχείρησε ν’ ἀμφισβητήσῃ, τί ἐπράξαμεν! «Εἰσεπράξατε, εἶπε, περισσότερα τελωνειακὰ τέλη, ἀλλ’ ἦσαν τὰ τελωνειακὰ τέλη, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἐπεβάλομεν. Εἰσεπράξατε περισσότερα διὰ τῶν ταμείων, ἀλλ’ ἦσαν οἱ φόροι τοὺς ὁποίους ἡμεῖς ἐπιβάλομεν.» Ἡμεῖς ἠλέγξαμεν καὶ ἐπεκρίναμεν ὑμᾶς, ὅταν ἀνεβιβάζετε τοὺς φόρους, διότι ὠφείλατε τότε νὰ περιορίσητε τὰς δαπάνας, καὶ ἑπομένως ἠδύνασθε νὰ μὴ ἐπιβάλητε τοὺς φόρους, ὅσους ἐπεβάλετε. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπεκρίναμεν ὑμᾶς, διότι ἐπεβάλετε φόρους, νομίζετε, ὅτι ἔπρεπε ἡμεῖς νὰ μὴ εἰσπράξωμεν τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους ἐπεβάλετε; Ἂν εἰσεπράξαμεν περισσότερα ἀφ’ ὅσα οἱ προκάτοχοι ἡμῶν εἶχον εἰσπράξει, ἐνδέχεται τοῦτο νὰ ἦναι ἀποτέλεσμα καιρικῶν περιστάσεων, ἐνδέχεται νὰ ἦναι ἀποτέλεσμα τῆς εὐφορίας, ἀλλὰ βεβαίως δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα κακοδιοικησίας, βεβαίως δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα φατριασμοῦ καὶ μεροληψίας. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). Τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους κατὰ τὸ 1890 εἰσέπραξαν δρ. 28,992,809, κατὰ δὲ τὸ 1891 εἰσέπραξαν 31,320,374, ἤτοι εἰσεπράξαμεν 2,327,565 ἐπὶ πλέον. Τὰ τελωνεῖα τοῦ Κράτους εἰσέπραξαν κατὰ τὸ 1890 δρ. 30,444,503, κατὰ δὲ τὸ 1891 δρ. 35,225,936, δηλαδὴ εἰσέπραξαν κατὰ τὸ 1891 4,781,433 περισσότερα τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ 1890. Τοιαύτην αὔξησιν ἐσόδων ἔχομεν καὶ ἐκ τῶν εἰδῶν τοῦ Μονοπωλίου, ἐκ τῶν ὁποίων εἰσεπράχθησαν 2,233,046 περισσότερα τῶν κατὰ τὸ 1890 εἰσπραχθέντων. Καὶ οὕτω τὰ ἔσοδα τοῦ 1891 ὑπερέβησαν τὰ κατὰ τὸ 1890 πραγματοποιηθέντα κατὰ 12,198,877. Ἀλλὰ μήπως ἡ ὑπερτίμησις τοῦ χρυσοῦ ἦναι ἀποτέλεσμα τῆς δυσαναλόγου καὶ ὑπερβαλλούσης πλειονότητος τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, τῶν τεθέντων ἐν κυκλοφορίᾳ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ; Εἶπον, ὅτι καὶ κατὰ τοῦτο ἡμάρτομεν, διότι ἐλάβομεν χρήματα ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, συμπληρώσαντες δι’ αὐτῶν τὰ πρὸς ἀγορὰν τοῦ ἀναγκαιοῦντος εἰς πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ τῶν χρεωλυσίων συναλλάγματος. Ἂς ἴδωμεν, πόσα χρήματα ἐλάβομεν. Κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1890, ὅτε διεδέχθημεν τοὺς προκατόχους ἡμῶν, ἡ Κυβέρνησις εἶχε θέσει ἐν κυκλοφορίᾳ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ ποσὸν 60,743,975 δραχμῶν, κατὰ δὲ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1891 τὸ ποσὸν, τὸ εἰς λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως τεθειμένον ἐν κυκλοφορίᾳ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, ἀνήρχετο εἰς δραχμὰς 68,633,850, ἤτοι ὑπερέβαινε τὸ κατὰ τὸν Ὀκτώβριον ποσὸν κατὰ δρ. 7,889,875....

§13ΜΑΝΕΤΑΣ. Ὅλων τῶν Τραπεζῶν;

§14ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τῆς Ἐθνικῆς· τῶν ἄλλων Τραπεζῶν εἶναι μικρὰ ποσά. Ἀλλὰ πῶς ἐγένετο δυνατὸν νὰ ἀναβιβασθῇ τὸ εἰς λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων μέχρις 68,633,850; Τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι τοιοῦτον, ἵνα γεννήσῃ ἔκπληξιν, ἂν ἀναμνησθῇ τις, ὅτι εἰσεπράξαμεν ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι 15 Νοεμβρίου 1891 δραχμὰς 53,879,992.93, ἐνῷ ἐδαπανήσαμεν δρ. 72,922,992.55. Ταῦτα τὰ 19,042,999.62, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήσαμεν πλέον ὅσων εἰσεπράξαμεν, δὲν μετεφέρομεν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐκ τῶν ἰδίων ἡμῶν οἰκιῶν, διότι, κατὰ δυστυχίαν, δὲν εἴχομεν πάντες ἡμεῖς οἱ Ὑπουργοὶ χρήματα, καὶ ἄν τινες ἐξ ἡμῶν ἔχωσι, δὲν ἔχουσιν ὅμως τοσαῦτα. Ἑπομένως δὲν ἐδωρήσαμεν ἡμεῖς ταῦτα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Τὰ ἐλάβομεν βεβαίως ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, τὰ ἐλάβομεν καὶ ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Εἰς ποίαν κατάστασιν ἦσαν τὰ χρηματικὰ τοῦ Κράτους, ὅτε διεδέχθημεν τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν; Εὕρομεν εἰς χρυσὸν ὑπόλοιπον τοῦ δανείου τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης 7,694,650, ἀλλ’ εὕρομεν καὶ χρέη νὰ πληρώσωμεν, καὶ τὰ χρέη ταῦτα συνίσταντο: αʹ) Εἰς τὴν δόσιν τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης ἐκ φράγκων χρυσῶν 1,148,700. βʹ) Τοὺς τόκους τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων ἐκ φράγκων 3,502,048. γʹ) Τοὺς τόκους τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων ἐκ φράγκων 3,117,535. δʹ) Τοὺς τόκους τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων ἐκ φράγκων 2,714,950.30. εʹ) Τὰ ὀφειλόμενα εἰς τὰς τρεῖς Μεγάλας Δυνάμεις ἐκ φράγκων 600,000. ϛʹ) Τὸ προσωρινὸν δάνειον δι’ ἐντόκων γραμματίων ἐκ λιρῶν 600,000, εἰς κεφάλαιον φράγ. 15,000,000, καὶ εἰς τόκους φράγ. 750,000, τὸ ὅλον 15,750,000. ζʹ) Τὰ ὀφειλόμενα ὑπόλοιπα πρὸς ἐξόφλησιν τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων ἐκ φράγκων 141,097. ηʹ) Τὰ ὀφειλόμενα ὑπόλοιπα πρὸς ἐξόφλησιν τῶν ὁμολογιῶν τῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825 ἐκ φράγκων 6,458. Ἠξεύρετε εἰς πόσον ποσὸν ἀνέρχονται ταῦτα; Εἰς 26,980,788 καὶ 30 εἰς χρυσόν. Καὶ προσέτι εὕρομεν ὑποχρεώσεις νὰ πληρώσωμεν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
χρέος πρὸς τὸν πρώην Βασιλέα δραχ. 100,125.—
εἰς παγιωθὲν ὑπόλοιπον τοῦ δανείου τῶν
26 ἑκατομυρίων 507,587.50
εἰς ὅμοιον τοῦ δανείου τῶν 10 ἑκατομ. 22,156.25
εἰς ὅμοιον τοῦ δανείου τῶν 9 ἑκατομ. 244,750.—
εἰς ὅμοιον τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας 47,311.90
εἰς ὀφειλόμενα πρὸς ἐξόφλησιν ὁμολογιῶν
τοῦ δανείου τῶν 25 ἑκατομμυρίων 57,808.—
εἰς ὀφειλόμενα ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν
4 ἑκατομμυρίων 18,612.—
εἰς ὅμοια τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων 58,895.—
εἰς ὅμοια τοῦ δανείου τῶν 10 ἑκατομμυρίων 140,058.—
εἰς κερματικὰ γραμμάτια, ἅπερ διετήρει
εἰς κυκλοφορίαν τὸ προκάτοχον Ὑπουρ-
γεῖον, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ καύσῃ 2,142,934.—
3,340,236.65

Ἐκ τίνων χρημάτων ἠθέλομεν πληρώσει 26,980,788.30 εἰς χρυσόν, καὶ 3,340,237 εἰς γραμμάτια, ἐνῷ δὲν εὕρομεν εἰμὴ 7,694,650 εἰς χρυσόν; Μήπως ἡ κλῆσις ἡμῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν μᾶς περιέβαλε μὲ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εὕρωμεν τὰ χρήματα ταῦτα ἄλλοθεν, καὶ οὐχὶ ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου; Λοιπὸν ἐλάβομεν ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας 7,889,874.41. Μήπως ἐλάβομεν περισσότερα τῶν ἀναγκαιούντων καὶ ἐσπαταλήσαμεν αὐτά; Ἢ μήπως πρώτην φορὰν ἀνεβιβάσθη τὸ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια χρέος τοῦ Δημοσίου εἰς 68,633,859.09; Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ σᾶς ἐπαναφέρω τὴν ἱστορίαν τῆς διαχειρίσεως τοῦ δανείου τούτου εἰς ἀνοικτὸν λογαριασμόν, διὰ νὰ ἴδητε, ὅτι δὲν ἦτο πρωτάκουστον καὶ πρωτοφανὲς νὰ ἀναβιβασθῇ μέχρι τοσούτου ποσοῦ τὸ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια χρέος τοῦ Δημοσίου, ὥστε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος νὰ νομίσῃ, ὅτι ἠδύνατο νὰ ψέξῃ καὶ μεμφθῇ ἡμᾶς ἐπὶ τούτῳ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος χθὲς εἶχεν εὑρεῖ μίαν μέθοδον, ἡ ὁποία εἶναι τῳόντι εὐφυεστάτη. Παρέβαλλε τὸ καθ’ ἕκαστον Δεκέμβριον ποσὸν τῶν ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ ὑπαρχόντων ἐν τῇ ἀγορᾷ γραμματίων, καὶ εὕρισκεν, ὅτι κατὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1886 ἀνήρχοντο εἰς 52,465,847.19, ἀλλὰ παρέλειπε νὰ μνημονεύσῃ, ὅτι κατὰ Ὀκτώβρ. τοῦ ἔτους ἐκείνου εἶχον ἀνέλθει εἰς 62,399,165.75. Ἔλεγεν, ὅτι κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1887 ἦσαν 55,798,449, ἀλλὰ δὲν ἐμνημόνευεν, ὅτι κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ ἔτους ἐκείνου ἦσαν 65,701,545.87. Ἀνέφερεν, ὅτι κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1888 ἦσαν 46,401,477.85, παρέλειπε δὲ νὰ ἀναφέρῃ, ὅτι κατὰ Νοέμβριον τοῦ ἔτους ἐκείνου ἦσαν 57,018,972. Μᾶς ἐπέκρινεν, ὅτι εἴχομεν ἀναβιβάσει εἰς 55,945,595 τὸ ποσὸν κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1890, ἐνῷ κατ’ Αὔγουστον οἱ προκάτοχοι ἡμῶν τὸ εἶχον ἀναβιβάσει εἰς 66,931,475. Πῶς ἀπὸ τὸν Νοέμβριον ἐντὸς ἑνὸς μηνός, ἤτοι κατὰ Δεκέμβριον, ἠλαττώθησαν; Διότι εἶχε συνομολογηθῆ δάνειον κατὰ τὰ τέλη Νοεμβρίου, καὶ ἐπληρώθησαν διὰ τοῦ δανείου οἱ τόκοι, ἔλαβον δὲ τὰς διὰ τοὺς τόκους ὑπεγγύους εἰσπράξεις, καὶ ἀπέδωκαν αὐτὰς εἰς τὸν λογαριασμὸν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Καὶ ἐπέκρινεν ἡμᾶς, ὅτι ἀνεβιβάσαμεν τὸ ποσὸν τῶν ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ γραμματίων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κατὰ τὸ 1891 εἰς 68,633,850, ἀναγκασθέντες νὰ τὸ πράξωμεν, ἀφοῦ δὲν συνωμολογήσαμεν δάνειον, ἀλλ’ ἠγοράσαμεν συνάλλαγμα διὰ τῶν ἰδίων ἡμῶν χρημάτων, ἐνῷ οἱ προκάτοχοι ἡμῶν κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1890 εἶχον ἀναβιβάσει τὸ δάνειον τοῦτο ὡσαύτως εἰς 68,378,388, ἂν καὶ κατ’ ἔτος συνωμολόγουν δάνεια, καὶ δι’ αὐτῶν ἐπλήροναν τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια τῶν δανείων. Καὶ κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1890 πῶς δὲν ὑπερετιμήθη ὁ χρυσὸς εἰς 142 λεπτά, εἰς ὅσα ὑπερετιμήθη ἐφέτος, ἐνῷ καὶ τότε τὸ δάνειον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἶχεν ἀνέλθει εἰς 68 ἑκατομμύρια, εἰς ὅσα ἀνῆλθε κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1891; Τότε δὲν ὑπῆρχεν ὑπερβολὴ τοῦ ἐν κυκλοφορίᾳ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ ὑπάρχοντος ἐν τῇ ἀγορᾷ τραπεζικοῦ γραμματίου; Ἡ αἰτία τῆς τοσαύτης ὑπερτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ δὲν ἦτο ἡ ἀνάγκη τοῦ ἐμπορίου. Συνετελέσθη πρωτοφανὲς γεγονός. Ἠρώτων οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἐν Ἀθήναις: διατὶ ὑπερετιμήθη ὁ χρυσός, καὶ διατὶ ὑπερτιμᾶται τὸ συνάλλαγμα; Διότι ὑπετιμήθησαν αἱ ἑλληνικαὶ ἀξίαι ἐν Λονδίνῳ καὶ ἐν Παρισίοις, ἀπήντων οἱ περὶ τοὺς χρηματιστάς. Καὶ ἠρώτων πάλιν, διατὶ ὑπετιμήθησαν αἱ ἑλληνικαὶ ἀξίαι ἐν Λονδίνῳ καὶ ἐν Παρισίοις; Διότι ὑπερετιμήθη ὁ χρυσὸς ἐν Ἀθήναις. Οὕτως ἐσχηματίσθη εἷς κύκλος διάλληλος, ὡς λέγουσιν. Ἐξετελέσθη εἷς ἀποκλεισμός. Καὶ ἐπέπρωτο μετὰ πέντε ἔτη νὰ ἴδωμεν πάλιν ἡμᾶς ἀποκλειομένους οὐχὶ ὑπὸ τῶν στόλων τῶν πέντε Μεγάλων Δυνάμεων, ἀλλ’ ὑπὸ τοῦ Χρηματιστηρίου ἐν Ἀθήναις! (Εὖγε! καὶ χειροκροτήματα ἐκ δεξιῶν καὶ ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). Ἤκουσα χθὲς ἀγαπητόν μοι συνάδελφον, ἐφελκύοντα τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ Χρηματιστηρίου τῶν Ἀθηνῶν. Ἀνομολογῶ, ὅτι τὸ ἵδρυμα τοῦτο εἶναι ἁμαρτωλὸν, καὶ βεβαίως καθῆκον εἶχεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν αὑτῆς ἐπὶ ἱδρύματος ἁμαρτωλοῦ. Ἀλλ’ οὐδέποτε ἠδύνατό τις νὰ φαντασθῇ, ὅτι ἡ τόλμη τῶν ἐκεῖ ἐργαζομένων ἤθελεν ἀνέλθει ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ βουκαλισθῶσιν ὑπὸ τῆς ἐλπίδος, ὅτι αὐτοὶ ἠδύναντο νὰ ἐπιβάλωσι τὸν νόμον εἰς τὴν Ἑλλάδα. (Εὖγε! ἐκ δεξιῶν, χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).

§15ΣΑΚΚΗΣ. Αὐτὸ ὅμως δὲν θὰ κατορθωθῇ ποτέ!

§16ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι θέλει λειτουργεῖ πλέον κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα; Νομίζετε, ὅτι ὁ καθήμενος ἐπὶ τοῦ θρόνου θέλει εἶσθαι πλέον ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ ἐνασκήσει τῶν δικαιωμάτων καὶ προνομίων, τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα ἀπένειμεν εἰς αὐτόν; Νομίζετε, ὅτι ὑπάρχει πλέον θεσμός τις ὄρθιος ἐν τῇ χώρᾳ; Δὲν ἀπαιτεῖται, εἰμὴ δέκα ἄνθρωποι, οἵτινες ἐπλήρωσαν τὰ ταμεῖά των καὶ τὰ θυλάκιά των διὰ χρυσοῦ, νὰ συνεννοηθῶσι πρὸς ἀλλήλους, διὰ νὰ ἐπιβάλωσι πᾶσαν ἀνατροπὴν ἐν τῇ πολιτειακῇ τάξει. Μωρὸς ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅστις σπεύδει περὶ τὰς κάλπας διὰ νὰ ἐκλέξῃ ἀντιπροσώπους καὶ νὰ πέμψῃ αὐτοὺς εἰς τὸ Κοινοβούλιον τῆς Ἑλλάδος· οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ οὐδὲν σημαίνουσιν ἀπέναντι τῶν μεσιτῶν τῆς ὁδοῦ Σοφοκλέους! (ῥαγδαῖα χειροκροτήματα). Εἶπον, ὅτι οὐδέποτε ὑπεθέτομεν ὅτι ἤθελεν ἀναβιβασθῆ εἰς τοσοῦτον ἡ τόλμη αὐτῶν, ἄλλως ἠθέλομεν ἐγκαίρως φροντίσει, καθ’ ὃ εἴχομεν καθῆκον, νὰ ὑποτάξωμεν αὐτοὺς εἰς τὰ κελεύσματα τῶν νόμων. Βεβαίως περιεσπώμεθα ὑπὸ πληθύος ὑποθέσεων, προσεβλέπομεν εἰς συμφέροντα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην ἐφαίνοντο ἡμῖν ὑπέρτερα, καὶ κατηναλώσαμεν τὸν χρόνον ἡμῶν εἰς τὴν διαῤῥύθμισιν τῶν μεγάλων ἐκείνων συμφερόντων. Τίς νὰ ὑποθέσῃ ὄπισθεν αὐτοῦ τοιαύτην ὑπόνομον ἀνασκαπτομένην, οὐχὶ καθ’ ἡμῶν,—τί εἴμεθα ἡμεῖς;—ἀλλὰ κατὰ τῶν θεσμῶν τῆς χώρας, ἀλλὰ κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ! Βεβαίως, ἐν ὅσῳ ζῶμεν, δὲν θέλομεν ἐπιτρέψει τοιαύτας ἀσεβεῖς ἐπιχειρήσεις. Ἐτάχθημεν ὑπὸ τοῦ νόμου καὶ τοῦ Συντάγματος φρουροὶ τῶν νόμων, φρουροὶ τῶν θεσμῶν, φρουροὶ τῶν συμφερόντων τῆς Πολιτείας. Καὶ ἐν ὅσῳ μὲν διαχειριζόμεθα τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν ὡς σύμβουλοι τοῦ Στέμματος, δὲν θέλομεν ἐγκαταλίπει τὰς θέσεις μας, ἀγωνιζόμενοι καὶ ἀμυνόμενοι ὑπὲρ τῶν νόμων καὶ τῶν θεσμῶν καὶ τῶν συμφερόντων τῆς Πολιτείας (εὖγε! εὖγε!). Ἀλλὰ καὶ ἂν αἱ ἐλπίδες, αἵτινες ἔθρεψαν τοὺς κενοὺς τούτους, ἀλλ’ ἀσεβεῖς βροτοὺς, καὶ ἂν αἱ ἐλπίδες αὐτῶν ἤθελον πραγματοποιηθῆ, ἠθέλομεν μὲν καταβῆ ἀπὸ τὰ ἐδώλια ἡμῶν, καὶ ἴσως ἠθέλομεν ἀποπεμφθῆ καὶ ἀπὸ τοῦ Βουλευτηρίου, ἀλλ’ ἔχω πεποίθησιν, ὅτι τῇ συνδρομῇ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἠθέλομεν πάλιν ἐπανέλθει, καὶ βεβαιῶ ὑμᾶς, ὅτι τῇ συνδρομῇ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἠθέλομεν διδάξει πάντας, οἱοιδήποτε καὶ ἂν ἦναι οὗτοι, ὅτι εἶναι τολμηρὸν νὰ ἀσεβῶσι πρὸς τοὺς θεσμοὺς τῆς χώρας, ἠθέλομεν δ’ ὑποτάξει πάντας εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους. (Εὖγε! εὖγε!). Ἐπέπρωτο, 9 ἔτη νὰ αἱματοκυλισθῇ ἡ Ἑλλὰς, ἐπέπρωτο, οἱ ἥρωες ἐκεῖνοι, οἱ μάρτυρες τῆς ἀπελευθερώσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, νὰ θυσιάσωσι τὰς ζωὰς τῶν μελῶν τῶν οἰκογενειῶν των, νὰ θυσιάσωσι τὰ πλούτη των καὶ νὰ ἀποθάνωσι πένητες, διὰ νὰ ἔλθωσι, δὲν ἠξεύρω ἐκ τίνων μερῶν, ἄνθρωποι ἄγνωστοι, οὐδὲν κοινὸν μετὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἔχοντες... (χειροκροτήματα), καὶ νὰ τολμήσωσι νὰ ἀνατρέψωσι καὶ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν γνώμην τοῦ Ἔθνους, διὰ νὰ ἐπικαθήσωσιν αὐτοὶ ἐπὶ τῶν κοινῶν τῆς πατρίδος!

§17ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Χαβιαροχανῖται!

§18ΑΣΗΜ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ἔγδυσαν μίαν αὐτοκρατορίαν, ἦλθον νὰ γδύσωσι καὶ τὴν Ἑλλάδα!

§19ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ ἔλεγον πρὸ 25 ἡμερῶν ἐν τῇ οἰκίᾳ μου συνηγμένοι φίλοι, ὅτι ἄνθρωποί τινες, βιοῦντες ἐν Ἀθήναις, ἀγνοῶ ὑπὸ τίνας ὅρους καὶ τίνας συνθήκας, περιήρχοντο τὰ ἐμπορικὰ καταστήματα τῆς ὁδοῦ Ἑρμοῦ καὶ ἔλεγον πρὸς τοὺς ἐργαζομένους ἐκεῖ βιομηχάνους καὶ ἐμπόρους: Τί περιμένετε; Πῶς ἀφίνετε αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν; Διατὶ δὲν συνιστᾶτε ἐπιτροπάς; Διατὶ δὲν συγκινεῖσθε; Διατὶ δὲν πηγαίνετε εἰς τὸν Βασιλέα; Εἶπον πρὸς τοὺς ταῦτα λέγοντας, ὅτι οἱ ἔμποροι τῆς ὁδοῦ Ἑρμοῦ καὶ οἱ βιομήχανοι, οἱ κατοικοῦντες ἐν τῇ πόλει, καὶ οἱ πάσης τάξεως ἄνθρωποι ἔχουσι συνταγματικὸν δικαίωμα νὰ συνέρχωνται, νὰ ἐκφράζωσι τὸ φρόνημά των, καὶ νὰ διαδηλῶσιν αὐτὸ εἰρηνικῶς. Πρὸ τοῦ συνταγματικοῦ τούτου δικαιώματος ἐγὼ ὀφείλω νὰ κλίνω τὴν κεφαλήν. Ἂν ὅμως ὑπάρχωσιν ἄνθρωποι, ὑποκινοῦντες τοιαῦτα, ἵνα διαταράξωσι τὴν τάξιν, ἡμεῖς ἐσμὲν μὲ τὸ ὅπλον ἐπὶ βραχίονος, ὡς στρατιῶται φρουροὶ εἰς τὴν θύραν του οἰκοδομήματος, τὸ ὁποῖον ὀνομάζεται ναὸς τῆς τάξεως καὶ τῶν νόμων. Ἀλλ’ ἂν τυχὸν δὲν ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ συντηρήσωμεν τὴν τάξιν, ἄν οἱ ἀναρχικοὶ οὗτοι κατώρθουν νὰ διαταράξωσι τὴν τάξιν, εἰπέτε εἰς αὐτοὺς, ὅτι θέλουσι περάσει κακὰ μὲ ἡμᾶς, καὶ ὅτι θέλουσιν ἀναγκασθῆ νὰ ἐγκαταλείψωσι τὸ ἔδαφος τῆς Ἑλλάδος. (Ραγδαῖα χειροκροτήματα). Ἀλλὰ, Κύριοι, ὁ ἀποκλεισμὸς συνετελέσθη. Καὶ ἐν Ἀθήναις μὲν ἡ παράλογος καὶ ἀδικαιολόγητος ὕψωσις τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ συναλλάγματος, ἐν ταῖς ἀγοραῖς δὲ τῆς Εὐρώπης ἡ ἐξ Ἀθηνῶν ἐνέργεια, ἐπέφερον ἀνάλογον καὶ ἀπότομον τὴν πτῶσιν τῶν ἑλληνικῶν ἀξιῶν. (Ἀναγινώσκει ἐπιστολὴν ἐξ Εὐρώπης): «Ἡ βιαία ἔκπτωσις τῶν ἡμετέρων χρεωγράφων ὑπῆρξεν ἀναμφισβητήτως ἀποτέλεσμα προμελετημένης ἐπιθέσεως, σκοπούσης τὴν ματαίωσιν τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν τῆς Κυβερνήσεως. Περὶ τούτου οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν. Πᾶσαι αἱ δημοσιευθεῖσαι ἀπαισιόδοξοι καὶ ἀπελπιστικαὶ ἀνταποκρίσεις ἐπήγαζον ἐξ Ἀθηνῶν, αἱ πλεῖσται δὲ τῶν πωλήσεων παρηγγέλθησαν ἐκεῖθεν. Τοιούτου θεάματος ἀλληλοσφαγῆς διαδραματιζομένου, τραπεζικὸς οἶκος ὑψίστης περιωπῆς, ἔχων ὑπόληψιν καὶ θέσιν νὰ διατηρήσῃ, δὲν ἠδύνατο νὰ ἀναμιχθῇ εἰς οἰκονομικὰ Κράτους, ὧν μέχρι τοῦδε εἶχε μείνει ἀμέτοχος.»

§20ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἀριστερόθεν). Ποῖος τὰ γράφει αὐτά;

§21Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ τὰ λέγω. Ταῦτά εἰσιν αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔχω. Ὁ ἀποκλεισμὸς λοιπὸν ἐτελέσθη. Πάντα τὰ διαδοθέντα καὶ πάντα τὰ γραφέντα σκοπὸν εἶχον νὰ πείσωσι τοὺς τραπεζικοὺς οἴκους καὶ τὰς ἀγορὰς τῆς Εὐρώπης, ὅτι δὲν εἶναι πλέον τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἄξιον πίστεώς τινος. Ἀλλ’ ὁ ἰσχυρισμὸς εἶναι ψευδὴς, διότι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εὐτυχῶς ἔχει καταφανῆ στοιχεῖα ζωτικότητος, ἔχει δὲ λαὸν εὐγενῆ, ὅστις οὐδέποτε θέλει ἐπιτρέψει εἴς τινα, ἀντιπροσωπεύοντα αὐτὸν ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν κοινῶν, ἵνα ἀθετήσῃ τὰς ἐπισήμους ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, τὴν τιμὴν αὐτοῦ. Τάσσει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὑπεράνω παντὸς ἀγαθοῦ καὶ παντὸς δικαιώματος τὴν τιμήν του, οὐδὲ λησμονεῖ, ὅτι ἐκ τῆς περὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου καλῆς φήμης ἐπηρεάζονται τὰ μεγάλα αὐτοῦ ἐθνικὰ συμφέροντα, καὶ ὅτι ἀθέτησις τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ἤθελε καταστρέψει τὰς ἐλπίδας, τὰς ὁποίας πάντες, ὅσοι ἔχομεν ἐν ταῖς φλεψὶν ἡμῶν ἑλληνικὸν αἷμα, συντηροῦμεν μυχίως ἐν τοῖς στέρνοις ἡμῶν μετὰ θλίψεως καὶ ὀδύνης. Οὐδὲ εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς, οἵτινες ἐτύχομεν νὰ κυβερνῶμεν, οὐχὶ νὰ γενώμεθα διερμηνεῖς καὶ ἐκτελεσταὶ τοιαύτης ἀπαισίας ἀποφάσεως, ἀλλ’ οὐδὲ νὰ ἀνεχθῶμεν κἂν νὰ λεχθῇ ἢ νὰ τεθῇ ὑπὸ συζήτησιν. Ἠθέλομεν προδώσει τὴν πατρίδα ἡμῶν, καὶ ἠθέλομεν βλασφημήσει εἰς τὴν μνήμην τῶν πατέρων ἡμῶν, ἐὰν τοιοῦτον ἀπειργαζόμεθα ἔργον. (Εὖγε! εὖγε!). Ἠλέγχομεν τοὺς προκατόχους ἡμῶν, καὶ ἐλέγομεν αὐτοῖς, ὅταν τὰ χρέη τοῦ Κράτους ἀνεβίβαζον ἀπὸ 412,718,204, ὅσα ὑπῆρχον κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1882, εἰς 760,841,757 κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1889. Ἐλέγομεν αὐτοῖς: «σταματήσατε! ἐξυπνήσατε! ἀναλογίσθητε τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν δὲν θέλετε δυνηθῆ νὰ εὕρητε δάνεια!» Καὶ ἔτυχε νὰ συμβῇ τοῦτο ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας. Ἀλλ’ ἔτυχεν οὐχὶ ἐξ ὑπαιτιότητος ἡμῶν, οὐχὶ ἐξ οἰκονομικῆς ἀσθενείας τῆς χώρας, ἔτυχεν ἐκ σκευωρίας καὶ μηχανοῤῥαφίας, ὑπὸ ταπεινοτάτων σκοπῶν καὶ ὑπὸ ἀσεβεστάτων σχεδίων ὑπαγορευθείσης. Ἐλέγομεν τότε, κατὰ τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1889 (ὅρα σελίδα 1369 ἐστενογραφημένων πρακτικῶν τῆς συνεδριάσεως τῆς 6 Φεβρουαρίου 1889): «Οἱ χρηματισταὶ τῶν Ἀθηνῶν προετίμησαν νὰ μεταβάλωσι μετὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ τὰς Ἀθήνας εἰς Χρηματιστήριον τῆς Ἀνατολῆς, καὶ ἐπειδὴ δὲν κατώρθωσαν τοῦτο, ἀσχολοῦνται νῦν νὰ μεταποιήσωσι τὸ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργεῖον εἰς μεσιτικὸν γραφεῖον, ἢ εἰς παράρτημα τοῦ Χρηματιστηρίου. Δὲν ἔχω ἐχθρότητά τινα πρὸς αὐτοὺς, ἐὰν δὲν ἐξελάμβανον τὰς Ἀθήνας ὡς Κωνσταντινούπολιν, καὶ ἐὰν δὲν συνηγωνίζοντο νὰ πράξωσιν ἐν Ἀθήναις ὅ,τι ἔπραξαν ἐν Κωνσταντινουπόλει.» Δὲν ἐπιτρέπεται λοιπὸν εἰς ἡμᾶς ν’ ἀφήσωμεν ἐξακολουθοῦσαν τοιαύτην κατάστασιν. Μᾶς παρέστησαν ἀφερεγγύους· ἂς ἀποδείξωμεν, ὅτι ἐσμὲν ἱκανοὶ νὰ θυσιασθῶμεν, ἵνα πείσωμεν τὸν κόσμον, ὅτι εἴμεθα ἄξιοι τιμῆς καὶ πίστεως. Μᾶς παρέστησαν, ὅτι ἡμεῖς συνεβουλεύομεν τὴν χρεωκοπίαν εἰς τοὺς προκατόχους ἡμῶν, καὶ μᾶς ἐσυκοφάντησαν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, ἦλθε δ’ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν αὐτοὶ ὠθοῦσι τὴν χώραν εἰς τὸ ἀπελπιστικὸν τοῦτο σημεῖον, ἡμεῖς δὲ προβαίνομεν νὰ ζητήσωμεν παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ προσέλθῃ μετ’ αὐταπαρνήσεως ἐπίκουρος, ἵνα μετ’ αὐτοῦ σώσωμεν τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος.

§22ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Μετὰ πάσης θυσίας θὰ σᾶς δώσῃ τὴν βοήθειάν του ὁ Ἑλληνικὸς λαός.

§23ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λυποῦμαι ἀληθῶς, διότι εἰς τοιαύτην μὲ περιήγαγον ἀνάγκην, ὥστε τοιαύτην παρακέλευσιν καὶ συμβουλὴν ν’ ἀπευθύνω εἰς τοὺς συμπολίτας μου. Γνωρίζουσιν ἐκεῖνοι, ὅτι οὐδέποτε ἠσπάσθην, οὐδ’ ἠνέχθην, πάντοτε δ’ ἀπετροπιάσθην τὴν οἰκονομικὴν πολιτικήν, ἥτις ἐφηρμόσθη κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Γνωρίζουσιν ὅτι οὐδέποτε ἔδωκα γνώμην ὑπὲρ αὐξήσεως φόρων καὶ ὑπὲρ ἀπαιτήσεως θυσιῶν. Ἀλλ’ ἡ τιμὴ τῆς Ἑλλάδος ἀπαιτεῖ τοῦτο παρ’ ἡμῶν κατὰ τὴν ὥραν ταύτην, καὶ διὰ τοῦτο μετὰ θάῤῥους προβαίνω, ἵνα ἐπικαλεσθῶ τὴν συνδρομήν, τοῦ Κοινοβουλίου ἢ τὴν συνδρομὴν τοὐλάχιστον ἐκείνων, οἵτινες ἐν αὐτῷ ἀντιπροσωπεύουσι τὸ κρατοῦν φρόνημα τοῦ ἔθνους.

§24ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Εἴμεθα πρόθυμοι.

§25ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μετὰ θάῤῥους προβαίνω, ἵνα ζητήσω παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νέας θυσίας, ὅπως ἀποδείξωμεν εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅτι ὅσα ἐλέχθησαν περὶ Ἑλλάδος ἦσαν συκοφαντήματα καὶ σκευωρίαι, καὶ ἂν προήρχοντο ἀπὸ Ἕλληνας, νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι ἔθνος, τὸ ὁποῖον ἐδείχθη τοσοῦτον εὐγενὲς καὶ καθ’ ὃν χρόνον ἦτο ἐν τῇ δουλείᾳ καὶ ἀφοῦ ἐδόθη αὐτῷ ἡ μικρὰ αὕτη καὶ περιωρισμένη ἀποκατάστασις, εἶναι πάντοτε ἕτοιμον νὰ δώσῃ καὶ τὸ ὑποκάμισόν του, διὰ νὰ σώσῃ τὴν τιμὴν αὐτοῦ.

§26ΜΙΑ ΦΩΝΗ. Νὰ φάγῃ λάχανα!

§27ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα, ἔχει τὴν δύναμιν νὰ φάγῃ λάχανα. Ἡμεῖς εἴδομεν τοὺς γονεῖς ἡμῶν τρώγοντας λάχανα. Ὅσοι δὲν εἶδον τοὺς πατέρας των εἰς τοιαύτας ὑποβαλλομένους θυσίας διέπραξαν αὐθάδειαν, διακόψαντές με διὰ τοιούτων φράσεων. Μετὰ τοιαύτης πεποιθήσεως λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ προτείνω διάφορα νομοσχέδια. Ἐν πρώτοις προτείνω νὰ ψηφισθῶσιν, ἵνα προστεθῶσιν ἐκ νέου τὰ κατὰ τὸ 1890 καταργηθέντα δύο δεκατημόρια ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Δεύτερον, νὰ ψηφισθῶσιν ἐκ νέου τὰ κατὰ τὸ 1890 καταργηθέντα δύο δεκατημόρια τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου. Τρίτον, νὰ προστεθῶσι τέσσαρες δραχμαὶ κατὰ κιβώτιον πετρελαίου εἰς τὴν προσδιωρισμένην τιμὴν αὐτοῦ. Τέταρτον, νὰ προστεθῶσι 15% εἰς τὰ νῦν εἰσπραττόμενα εἰσαγωγικὰ τέλη ἐπὶ τῶν διὰ τῶν τελωνείων εἰσαγομένων, ἐξαιρουμένων τοῦ σίτου, περὶ οὗ προτείνω ἴδιον νομοσχέδιον, τῆς ζακχάρεως, ὡς βεβαρυμένης διὰ τῶν νῦν εἰσπραττομένων τελῶν, τῶν ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα διατελοῦσιν ὑπὸ συμβατικὸν δασμολόγιον, καὶ τῶν βαμβακερῶν ὑφασμάτων, δριλλίων καὶ λοιπῶν, τὰ ὁποῖά εἰσιν ἐν χρήσει τοῦ λαοῦ. Πέμπτον, προτείνω νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐπιβάλλονται τελωνειακὰ τέλη ἐπὶ τῶν διὰ τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς εἰσαγομένων ἀντικειμένων. Ἕκτον, προτείνω νὰ προστεθῇ ἓν λεπτὸν κατ’ ὀκᾶν εἰς τὰ ἐπὶ τοῦ εἰσαγομένου σίτου εἰσπραττόμενα νῦν τελωνειακὰ τέλη. Ἐκ τούτων θέλομεν πορισθῆ τὰς ἑξῆς ποσά·

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
αʹ)Ἐκ τῶν δύο δεκατημορίων, τῶν προστιθεμένων εἰς
τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν δραχ. 460,168
βʹ)Ἐκ τῶν δύο δεκατημορίων τοῦ φόρου
ἐπὶ τοῦ οἴνου » 474,000
γʹ)Ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς τιμῆς τοῦ πε-
τρελαίου κατὰ 4 δραχμὰς κατὰ κιβώτιον » 720,000
δʹ)Ἐκ τῆς προσθήκης 15% εἰς
τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη » 2,177,040
εʹ)Ἐκ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς τῶν
15% εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο » 326,556
ϛʹ)Ἐκ τῶν ἐπιβαλλομένων τελωνεια-
κῶν τελῶν εἰς τὰ εἰσαγόμενα διὰ τῆς ὁρο-
θετικῆς γραμμῆς » 268,300
ζʹ)Ἐκ τοῦ προστιθεμένου ἑνὸς λεπτοῦ
κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τοῦ εἰσαγομένου σίτου » 1,123,116
ηʹ)Ἐκ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς τῶν
15% ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τούτου » 168,467
Τὸ ὅλον δρ. 5,717,647

Ἀλλὰ πλὴν τούτου, Κύριοι, ἠκούσατε κατὰ τὴν μακρὰν συζήτησιν, τὴν γενομένην ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ὅτι ἐκραύγαζεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτι δι’ αὐτοῦ δὲν θέλομεν εἰσπράξει τὰ 5 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα προϋπελογίσαμεν. Ἠκούσατε μάλιστα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος χθές, κατηγοροῦντος ἡμᾶς, ὅτι, μεταβαλόντες τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ, καὶ καταργήσαντες τὰ κοπτήρια, εἰσαγαγόντες δὲ τὸ σύστημα τῶν δηλώσεων, ἠλαττώσαμεν τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους κατὰ τρία ἑκατομμύρια. Αἱ αἰτιάσεις αὗται δὲν μένουσιν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, διαδίδονται καὶ ἐκεῖ, ὅπου δὲν ἐλλείπουσιν οἱ ἱκανοὶ νὰ χαλκεύωσιν ἀποκλεισμούς, καθίστανται δ’ ἐπιζήμιοι. Πρέπει καὶ κατὰ τοῦτο νὰ ἀφοπλίσωμεν αὐτούς. Διὰ τοῦτο διὰ νομοσχεδίου ζητοῦμεν παρὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τὴν ἄδειαν νὰ ἱδρύσωμεν καὶ παραχωρήσωμεν τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ. (Χειροκροτήματα). Ἀλλὰ πλὴν τούτων, εἶχον ἀναγγείλει εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ὀφείλω νὰ ἐκτελέσω τὴν ὑπόσχεσίν μου καὶ νὰ εἰσαγάγω καὶ ἄλλο νομοσχέδιον. Ἐὰν τοῦτο ἐπιψηφισθῇ καὶ κυρωθῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ ἐφαρμοσθῇ, θέλει συντελέσει τὰ μάλιστα εἰς τὴν καταστολὴν τοῦ λαθρεμπορίου, καὶ εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῆς εἰσπράξεως τῶν τελωνειακῶν τελῶν. Εἰσάγω λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, δι’ οὗ διαῤῥυθμίζεται ἡ καταδίωξις καὶ ἡ τιμωρία τῶν λαθρεμπορίων καὶ τῶν τελωνειακῶν παραβάσεων, κατὰ τρόπον, ὅστις θέλει ἀπαλλάξει τὸ ἐμπόριον ἀπὸ τοῦ λαθρεμπορίου. Ἐλπίζω, Κύριοι, ὅτι, ἐκβιάζοντες καὶ λύοντες οὕτω τὸν χρηματιστικὸν ἀποκλεισμὸν, τὸν ὁποῖον ἐχάλκευσαν κατὰ τῆς Ἑλλάδος, προσφέρομεν ὑπηρεσίαν εἰς τὴν πατρίδα ἡμῶν, καὶ ὅτι μετά τινα καιρόν, ὅταν ἰδιῶται θέλωμεν ἡσυχάζει ἐν ταῖς οἰκίαις ἡμῶν, θέλει ἀνομολογηθῆ, ὅτι ἐν κινδύνῳ οἰκονομικῷ τῆς πατρίδος, καὶ ἑπομένως ἐν κινδύνῳ πολιτικῷ, δὲν παρελίπομεν νὰ πράξωμεν ὅ,τι οὐδέποτε εἴχομεν διανοηθῆ νὰ πράξωμεν, ἤτοι νὰ προτείνωμεν νὰ αὐξηθῶσιν οἱ φόροι. (Ραγδαῖα καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα).

§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 132–137). Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 7 μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 26
2Τῆς 1 Φεβρουαρίου 1892.
3(Σάββατον)
4Ὥρα 4 καὶ 30′ μ. μ.
5(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦν-
6ται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσσης κ. Σχινᾶς κατέ-
8θηκε τὰς ἑπομένας ἐπερωτήσεις.
9§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
10«1ον) Ὑπενθυμίζω ἐκ τρίτου τοῖς κ.κ. Ὑπουργοῖς τῶν
11Ἐσωτερικῶν καὶ Ἐκπαιδεύσεως τὰς ἐπερωτήσεις μου τῆς
1220 καὶ 21 Δεκεμβρίου 1890, τὰς ὁποίας τοῖς ὑπέμνησα
13κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 24 Μαρτίου 1891, καὶ παρα-
14καλῶ αὐτοὺς νὰ εὐαρεστηθῶσι καὶ καταθέσωσι τάχιστα
15τὰς σχετικὰς πληροφορίας.
16«2ον) Ὑπενθυμίζω ὡσαύτως τῷ κ. Ὑπουργῷ τῶν Ἐσω-
17τερικῶν τὰς ἐπερωτήσεις τῆς 9 Δεκεμβρίου 1891, τῆς 13
18Δεκεμβρίου 1891, τῆς 16 Δεκεμβρίου 1891 καὶ τῆς 19
19Δεκεμβρίου 1891, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ καταθέσῃ τὰς
20αἰτηθείσας πληροφορίας.
21«Παρακαλῶ δὲ ἰδίᾳ αὐτὸν, ἵνα, συμφώνως τῷ 99 ἄρθρῳ
22τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου, καταθέσῃ πίνακας
23τῶν ἐκτελεσθέντων κατὰ τὸ 1891 δημοσίων ἔργων, τῶν
24ἐκ τούτων ἀποπερατωθέντων καὶ τῶν μὴ συντελεσθέντων,
25ὡς ῥητῶς καὶ σαφῶς τὸ ἄρθρον 99 ἀναφέρει.
26«Παρακαλῶ πρὸς τούτοις αὐτὸν νὰ ὑποβάλῃ πίνακας
27τῶν ὑπαρχουσῶν ἁμαξιτῶν ἐν τῷ Κράτει κατὰ νομοὺς, ἐν οἷς
28νὰ δεικνύηται τὸ μῆκος, τὸ πλάτος καί, εἰ δυνατὸν, ἡ γενο-
29μένη δαπάνη, ὡς καὶ τῶν κατ’ ἐπαρχίας ἐπαρχιακῶν ὁδῶν.
30«Ἐν τέλει ἀναμένω τὴν πληροφορίαν, ἣν ὑπεσχέθη νὰ
31προσαγάγῃ περὶ τῶν ὁμολογιῶν τοῦ ἐθνικοῦ δανείου, ἃς
32κατεῖχε τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας καὶ αἵτινες νῦν οὐδαμοῦ
33παρουσιάζονται.»
34§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Λυμπερό-
35πουλος κατέθηκεν ὡσαύτως ἐπερώτησιν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς.
36§4ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
37«Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς
38εὐαρεστούμενος νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑδραυλι-
39κῶν ἔργων ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Παμίσου ἐν Μεσσηνίᾳ, καθό-
40σον ἕνεκα τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου τὰ ὕδατα
41τῶν ποταμῶν Ἁγίου Φλώρου, Μαυρολουμένης καὶ Θουρίας
42περιωρίσθησαν, καὶ ἕνεκα τούτου διεκόπη ἐπὶ 10 ἡμέρας,
43καὶ ἡ ἁμαξιτὴ ὁδὸς κατέστη ἄβατος, καὶ ζημίαι πολλαὶ
44ἕνεκα τούτου ἐπῆλθον εἴς τε τὰ κτήματα καὶ τὴν ὁδόν.»
45§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕτερος βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, ὁ κ.
46Σωτηρόπουλος, ὑποβάλων ἀναφορὰν διαφόρων κατοίκων
47Μαραθουπόλεως, παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιο-
48σύνης νὰ ζητήσῃ καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληρο-
49φορίας περὶ τῶν ἐνεργειῶν τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς κατὰ τῶν
50διαταραξάντων τὴν τάξιν ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ.
51Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
52Ἐξακολούθησις τῆς γενικῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ προϋ-
53πολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους κατὰ
54τὸ 1892.
55§6Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁμολογῶ,
56ὅτι καὶ ἐπὶ τὰς τρεῖς παρελθούσας συνεδριάσεις, κατὰ τὰς
57ὁποίας ἠγόρευεν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν οἰκονο-
58μικῶν τῆς Ἑλλάδος ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φω-
59κίδος, ἠκροώμην αὐτοῦ μετά τινος ἀνυπομονησίας. Προσῆ-
60κεν ἀληθῶς εἰς τὸν εἰσηγητὴν τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπι-
61τροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ λάβῃ τὸν λόγον, καὶ διὰ
62τοῦτο οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἐζήτησε πρῶτος νὰ ἀγορεύσῃ κατὰ
63τὴν συζήτησιν ταύτην· προσεδόκων ὅμως, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι
64συντομώτερος, ὄχι μόνον διότι αἱ οἰκονομικαὶ περιστάσεις
65τῆς χώρας ὑπέστησαν ἀλλοίωσιν μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ
66προϋπολογισμοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ συζήτησις ἐπρόκειτο, ἀλλὰ
67καὶ διότι προσεδόκων προσέτι, ὅτι δὲν ἤθελεν ἔχει τοσοῦ-
68τον θάῤῥος νὰ ἀπομακρυνθῇ τῆς ἀληθείας, ὅσον θάῤῥος
69κατέδειξεν, ὅπως ὑπεραπολογηθῇ ὑπὲρ τῆς οἰκονομικῆς
70πολιτικῆς τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου.
71Εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Παρνασσίδος ἥρμοζε νὰ λάβῃ
72τὸν λόγον καὶ νὰ συνηγορήσῃ ὑπὲρ τῆς πολιτικῆς ἐκείνης.
73Ἐπὶ τέσσαρα συναπτὰ ἔτη διετέλεσε πρόεδρος καὶ εἰση-
74γητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ὄχι μόνον
75κατὰ τὰς συνεδριάσεις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ
76συνηγόρει καὶ μυρία ἐμηχανᾶτο ἐπιχειρήματα, διὰ ν’ ἀπο-
77κρούσῃ τοὺς ἰσχυρισμοὺς τῆς μειονοψηφίας, καὶ ν’ ἀπο-
78δείξῃ, ὅτι συμφέρουσα ἦτο εἰς τὸ Κράτος ἡ οἰκονομικὴ
79πολιτική, τὴν ὁποίαν ἐφήρμοζεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνη-
80σις, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ δὲν ἐφείσθη ἑαυτοῦ, καὶ μετὰ
81θάῤῥους ἐπεχείρει καθ’ ἕκαστον τῶν παρελθόντων τεσσάρων
82ἐτῶν, συζητῶν τὸν προϋπολογισμόν, νὰ συνηγορῇ ὑπὲρ τῆς
83οἰκονομικῆς πολιτικῆς ἐκείνης, πολλαχοῦ μὲν διαστρέφων
84τὰ πράγματα, ἐνιαχοῦ δὲ ἀλλοιῶν καὶ τοὺς ἀριθμούς.
85Προσεδόκων δ’ ἀληθῶς, ὅτι δὲν ἤθελε μοὶ δώσει ἀφορμὰς
86τοιαύτας, ἵνα ἐλέγξω αὐτὸν ἐπὶ τοιούτῳ θάῤῥει καὶ κατὰ
87τὴν συζήτησιν ταύτην. Μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἤρκει ἡ ἐτυμηγο-
88ρία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὴν ὁποίαν ἀνευλαβῶς ἐξυβρί-
89ζουσιν, ὅτι ἤρκει ἡ ἐτυμηγορία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπὶ
90τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου,
91καὶ ὅτι δὲν ἤθελε τολμήσει πολίτης Ἕλλην ἐν Κοινοβου-
92λίῳ νὰ ὑβρίσῃ ὡς ἀποπεπλανημένην τὴν ἐτυμηγορίαν
93ἐκείνην, δικαιολογῶν τοὺς ἰσχυρισμούς του δι’ ἀλλοιώσεως
94ἀριθμῶν καὶ διὰ διαστροφῆς πραγμάτων. Καὶ ὅμως ἠκού-
95σατε τοῦ κ. Βουλευτοῦ ὄχι μόνον νὰ συνηγορῇ ὑπὲρ τῆς
96οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου, ἀλλὰ
97καὶ ν’ ἀποδίδῃ εἰς ἡμᾶς τὴν ἐπελθοῦσαν μείωσιν τῆς οἰκο-
98νομικῆς πίστεως τοῦ Κράτους, καὶ νὰ κηρύσσῃ ἡμᾶς ὑπευ-
99θύνους ἐπὶ τῇ ἐνεστώσῃ οἰκονομικῇ δυσπραγίᾳ, νὰ χαρα-
100κτηρίζῃ δὲ ὡς εὐεργέτας καὶ σωτῆρας τῶν οἰκονομικῶν τῆς
101Ἑλλάδος τοὺς κυρίως ὑπευθύνους ἐπὶ τῇ καταστάσει ταύτῃ.
102Βεβαίως ἡ ἐντολή, ἥτις μοὶ ἀνετέθη μετὰ τὴν 14
103Ὀκτωβρίου ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, δὲν μοὶ ἐπιτρέπει νὰ γένω-
104μαι Εἰσαγγελεὺς τῶν προκατόχων μου, καὶ διὰ τοῦτο καὶ
105οἱ συνάδελφοί μου πάντες καὶ ἐγὼ ἐμείναμεν ἀπαθεῖς
106ἀκροαταὶ πάντων τῶν λεχθέντων, καὶ πάντων τῶν ἰσχυ-
107ρισμῶν, οἵτινες ἐπροτάθησαν, συνεπείᾳ τῆς προτάσεως,
108τὴν ὁποίαν εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλὴν συνάδελφοι Βουλευ-
109ταί, περὶ συστάσεως ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς. Ἠμφισβητή-
110θησαν αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀνακοινώσει εἰς
111τὴν Βουλὴν ὁ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν ἐμὸς
112προκάτοχος, καὶ διὰ στεντορείας φωνῆς χθὲς ὁ πρώην Πρω-
113θυπουργὸς ἀπεκάλει ψευδεῖς τὰς πληροφορίας ἐκείνας, καὶ
114ἡμεῖς ἐσιωπῶμεν, διότι τὸ καθῆκον ἡμῶν μᾶς ὑπεχρέου
115νὰ μείνωμεν ἀπαθεῖς θεαταί. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὴν γνώ-
116μην, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὅτι,
117ὅταν ζητῆται ποινικὴ εὐθύνη παρὰ Ὑπουργῶν, οἱ Ὑπουρ-
118γοὶ κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου εἰσὶ μέλη κόμ-
119ματος πολιτικοῦ, πρέπει δὲ νὰ ἐξάγωσι τὸ φάσγανον ἀπὸ
120τοῦ κόλπου αὐτῶν καὶ νὰ σφάζωσι τοὺς ἀντιπάλους
121των, καὶ ἐὰν ἦναι ἀθῶοι. Οἱ Ὑπουργοὶ εἶναι φύλακες τῶν
122νόμων, καὶ ὡς φύλακες τῶν νόμων δὲν ἀναμίγνυνται εἰς
123τὴν διεξαγωγὴν τῆς κατὰ Ὑπουργῶν δικαστικῆς ἀνα-
124κρίσεως, ἀφίνοντες τὸ Κοινοβούλιον νὰ λειτουργῇ κατὰ
125τὰς ἰδίας αὐτοῦ πεποιθήσεις καὶ κατὰ τὰς ἰδίας αὐτοῦ
126γνώμας. Ἡ ποινικὴ καταδίωξις τῶν Ὑπουργῶν δὲν εἶναι
127συμβεβηκὸς σύνηθες. Δὲν ἀρκεῖ, ἵνα καταδιωχθῇ Ὑπουρ-
128γός, νὰ παραβῇ τοὺς νόμους. Ἐνδέχεται νὰ παρέβησαν
129τοὺς νόμους, ἡ δὲ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα νὰ ἀρνηθῇ νὰ ἐπι-
130τρέψῃ τὴν ποινικὴν καταδίωξιν αὐτῶν, ὅταν συμφέροντα
131τῆς Πολιτείας ἀπαιτῶσι νὰ ἀνεχθῇ ἡ Βουλὴ τὴν γενο-
132μένην παράβασιν τῶν νόμων. Τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν προνο-
133μίαν τῶν Ὑπουργῶν, τοῦτο ἀναστέλλει τὴν λειτουργίαν
134τῆς συνήθους δικαιοσύνης ἐπὶ ταῖς παραβάσεσι τῶν Ὑπουρ-
135γῶν. Ἀλλὰ τὴν κρίσιν ταύτην ἀπέδωκεν ὁ νόμος εἰς τὴν
136Βουλήν, ἥτις θέλει κρίνει. Καὶ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ συμ-
137βεβηκότος μεγάλου, τὰ Κοινοβούλια λησμονοῦσι τὴν κομ-
138ματικὴν ὕπαρξιν τῶν μελῶν αὑτῶν. Δὲν ἔχουσιν ὑπ’ ὄψει
139τὴν πολιτικὴν κατάταξιν αὐτῶν. Ἐξετάζουσι μόνον, ἐὰν
140τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἐπιτρέπωσι ποινικὴν κατα-
141δίωξιν, καὶ τότε μόνον ἐπιτρέπουσιν αὐτήν, ἐπὶ προτάσεων
142κατηγοριῶν κατὰ Ὑπουργῶν. Ἐὰν τὰ κόμματα ὡδηγοῦντο
143ὑπὸ μόνον τῶν ἰδίων πολιτικῶν συμφερόντων, δὲν ἤθελεν
144ὑπάρχει πολιτικὸς συναγωνισμός· ἡ πλειοψηφία ἤθελε παρα-
145πέμπει εἰς τὰ δικαστήρια τὴν μειοψηφίαν, καὶ ἀντιστρό-
146φως ἤθελε συμβαίνει, ὅταν αἱ μειοψηφίαι ἤθελον μεταβάλ-
147λεσθαι εἰς πλειοψηφίας.
148Ἡμεῖς εἴμεθα πιστοὶ φύλακες τῶν νόμων καὶ τοῦ Συν-
149τάγματος· ἀπέσχομεν νὰ ἐκφέρωμεν γνώμην, καὶ ὅταν
150πολλάκις ἐν τῇ συζητήσει ἐπὶ τῆς προτάσεως πρὸς σύ-
151στασιν ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς ἠδικήθημεν ὑπὸ τῶν μελῶν
152τῆς μειοψηφίας, ὑπὸ τῶν φίλων τοῦ παρελθόντος Ὑπουρ-
153γείου. Οὐδὲ ἐκρίναμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ εἴπωμέν τι, καὶ ὅταν
154ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὁ προϊστάμενος τοῦ προ-
155κατόχου Ὑπουργείου, παρέστη εἰς τὴν Βουλήν, ζητῶν νὰ
156προσφύγῃ εἰς ἱερόν, ἵνα εὕρῃ ἄσυλον καταδιωκόμενος. Καὶ
157προσέφυγεν ὡς εἰς ἱερὸν εἰς τὸ Χρηματιστήριον τῶν Ἀθη-
158νῶν, φωνάζων πρὸς τὴν Βουλήν: Σπεύσατε νὰ ἐκδώσητε
159ἀπόφασιν ἐπὶ τῆς καθ’ ἡμῶν κατηγορίας, διότι τὰ οἰκο-
160νομικὰ τῆς Ἑλλάδος καταστρέφονται, ἐν ὅσῳ μένῃ ἐκ-
161κρεμὴς ἡ καθ’ ἡμῶν κατηγορία καὶ πιστεύηται, ὅτι ὑμεῖς
162μετετρέψαμεν τὸ δάνειον τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λα-
163ρίσσης ἀπὸ τοῦ προορισμοῦ, τὸν ὁποῖον εἴχομεν δώσει εἰς
164αὐτό. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
165Ὁ Ἀντίπατρος κατεδίωκε τὸν Δημοσθένην, καὶ ὁ δυσ-
166τυχὴς Δημοσθένης προσέφυγεν εἰς Καλαυρίαν, ἐπιδραμόν-
167τος δὲ ἐκεῖσε τοῦ Ἀντιπάτρου, ἠναγκάσθη νὰ προσφύγῃ
168εἰς τὸν ναὸν τοῦ Ποσειδῶνος, ὡς εἰς ἄσυλον, ὅπου ἐδηλη-
169τηριάσθη, ἀποῤῥοφήσας τὸ δηλητήριον, τὸ ὁποῖον εἶχεν
170ἐναποθέσει εἰς τὸ πτερὸν τοῦ κονδυλίου του. Ἐπέπρωτο
171εἰς τὴν Ἑλλάδα τοὺς ναοὺς τῶν ἀρχαίων ν’ ἀντικατα-
172στήσῃ τὸ Χρηματιστήριον τῶν Ἀθηνῶν! (Χειροκρο-
173τήματα καὶ ἐπευφημίαι ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
174Ἀλλ’ ἐνῷ τοιαύτην μετηρχόμεθα πολιτείαν ἐπὶ τοῦ
175σημαντικοῦ ἐπεισοδίου τῆς κατηγορίας τῶν Ὑπουργῶν, τὸ
176ὁποῖον ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν ἔν τισι τῶν συνεδριάσεων
177αὐτῆς, ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον, πρῶτον ἵνα δια-
178φωτίσω διαστροφὰς γενομένας ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Φθιώ-
179τιδος ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1889,
180δεύτερον δὲ, ἵνα ἀπολογηθῶ ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ
181ὁποίου τυγχάνω μέλος, κατὰ τῶν αἰτιάσεων, τὰς ὁποίας
182ἐξετόξευσε κατ’ αὐτοῦ ὁ κ. Σιμόπουλος, καὶ ν’ ἀποδείξω
183εἰς αὐτὸν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως ἀκουσθῇ ἡ φωνή μου
184ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι, ἐὰν περιήλθομεν εἰς οἰκο-
185νομικὴν δυσπραγίαν, ἐὰν ὑποφαίνηταί που κίνδυνός τις,
186ἐὰν ἐπαπειλῶνται τὰ συμφέροντα τῆς χώρας, δὲν φέρομεν
187ἡμεῖς εὐθύνην, ἀλλ’ ἄλλοι φέρουσι τὴν εὐθύνην, καὶ φέρου-
188σιν αὐτὴν ἐκεῖνοι, οἵτινες καταγγέλλουσιν ἡμᾶς ὡς ὑπευ-
189θύνους. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
190§7ΣΑΚΚΗΣ. Τὸ γνωρίζει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πολὺ καλά.
191§8ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀπολογισμὸς
192τοῦ 1889 παρουσιάζει ὡς ἔσοδα τακτικὰ εἰσπραχθέντα
19383,731,591.09. Ὡς εἰσπραχθέντα δὲ ἐκ δανείων 99,300,373.
194Λοιπὸν τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰσέπραξε κατὰ τὸ 1889 τὸ ὅλον
195δραχμὰς 183,031,964 καὶ 09, ἐπειδὴ δὲ ἐν τῷ ἀπολο-
196γισμῷ τοῦ 1889 ἀνεγράφησαν ὡς ἔξοδα δρ. 168,739,262
197καὶ 39, ἕπεται, ὅτι τὸ 1889 ἀφῆκε περίσσευμα ἐκ δραχ-
198μῶν 14,292,701 καὶ 70· ἀλλὰ τὸ περίσσευμα τοῦτο ἐπε-
199τεύχθη, ἀφοῦ εἰσήχθησαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον δραχ-
200μαὶ 99,300,373 ἐκ δανείων· ἐὰν λοιπὸν τὰ 99,300,373
201δραχμῶν, τὰ ἐκ δανείων εἰσπραχθέντα, δὲν εἰσήγοντο εἰς
202τὸ δημόσιον ταμεῖον, τὸ περίσσευμα τῶν δρ. 14,292,701
203καὶ 70 ἤθελε μεταβληθῆ εἰς ἔλλειμμα 85,107,671 καὶ
20430· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ὑπολογίζω ὡς ἔλλειμμα τοῦ 1889 τὰ
20585,107,671.30· ἀναγνωρίζω, ὅτι τὰ γενόμενα δάνεια δὲν
206ἐπληρώθησαν ὅλα εἰς ἀνάγκας τακτικὰς τοῦ Κράτους,
207ἀλλ’ ἐπληρώθησαν καὶ εἰς ἔκτακτα ἔξοδα, καὶ ὅτι προσῆκε
208τὰ ἐκ δανείων προελθόντα χρήματα, ὡς ἔσοδα ἔκτακτα, νὰ
209διατεθῶσιν ἀποκλειστικῶς εἰς ἀνάγκας ἐκτάκτους καὶ οὐχὶ
210τὰς συνήθεις. Καὶ ἐδαπανήθησαν εἰς ἔκτακτα ἔξοδα πρὸς
211ἐξόφλησιν τῶν δανείων τῶν ἕξ ἑκατομμυρίων καὶ τῶν δέκα
212ἑκατομμυρίων δραχμαὶ 8,382,362.56, διετέθησαν εἰς ἀπό-
213σβεσιν τοῦ δανείου τῶν 26 ἑκατομμυρίων καὶ τῶν 60 ἑκα-
214τομμυρίων δραχμαὶ 57,966,935.65, ἐδαπανήθησαν προ-
215σέτι εἰς τὸν κανονισμὸν προσωρινῶν δανείων 1,700,000·
216ἑπομένως ἐδαπανήθησαν εἰς ἔκτακτα ἔξοδα 68,049,298.21.
217Ὅθεν, ἐὰν ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὰ δαπανηθέντα 168,739,262.39
218τὰ 68,049,298, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν εἰς ἔκτακτα
219ἔξοδα, ὑπολείπεται ποσὸν δραχμῶν 100,689,964.18, ὡς
220δαπανηθεισῶν κατὰ τὸ 1889 εἰς τακτικὰ ἔξοδα. Ἀλλὰ
221καὶ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν ἄλλας
222δαπάνας, νὰ ἀφαιρέσωμεν τὴν δαπάνην τῆς γεφύρας τοῦ
223Ἰσθμοῦ Κορίνθου ἐκ δραχμῶν 99,806.40, τὰ δαπανηθέντα
224διὰ τὰ ὑπὸ τοῦ σιδηροδρόμου Μεσολογγίου–Ἀγρινίου κατα-
225ληφθέντα κτήματα ἐκ δραχμῶν 24,101.92, τὰ δαπανη-
226θέντα εἰς μελέτην καὶ παραλαβὴν σιδηροδρόμων ἐκ δραχ-
227μῶν 76,792, τὰ δαπανηθέντα εἰς ἀποζημίωσιν κτημάτων,
228καταληφθέντων ὑπὸ τῆς διώρυγος Κορίνθου, ἐκ δραχμῶν
22925,684.56, τὰ δαπανηθέντα εἰς κατασκευὴν τοῦ σιδηρο-
230δρόμου Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων ἐκ δραχμῶν 534,963.73,
231τὰ δαπανηθέντα εἰς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–
232Καλαμῶν ἐκ δραχμῶν 5,949,592.84, τὰ δαπανηθέντα εἰς
233ἀποζημίωσιν κτημάτων καταληφθέντων ὑπ’ αὐτοῦ ἐκ
234δραχμῶν 328,280.05, τὰ ἔξοδα ἐπιστασίας καὶ εἰς ἐργα-
235σίας ἐξαγορᾶς ἐκ δραχμῶν 49,741.59, τὰ πληρωθέντα εἰς
236μεσολαβοῦντας τόκους ἐκ δραχμῶν 509,949, εἰς ἀποζη-
237μιώσεις ἀναγνωρισθείσας δικαστικῶς ἐκ δραχμῶν 450, εἰς
238κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μεσολογγίου–Ἀγρινίου δρ.
2391,787,885, εἰς ἔξοδα γραφείου σιδηροδρόμου δρ. 1,949.05,
240εἰς μελέτας περὶ διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων Στυμφαλίας
241δραχμὰς 1,241.73, καὶ εἰς ἔξοδα ἐλέγχου τοῦ σιδηρο-
242δρόμου δραχ. 1,947.71. Τὸ ὅλον δραχμὰς 9,392,386.35.
243Ἐὰν πάσας τὰς δαπάνας ταύτας, τὰς ὁποίας μίαν πρὸς
244μίαν ἀνέφερα πρὸς ὑμᾶς, θεωρήσωμεν ὡς δαπάνας ἐκτά-
245κτους, διότι συνδέονται μὲ τὴν κατασκευὴν δημοσίων ἔρ-
246γων, καὶ ἀφαιρέσωμεν καὶ ταύτας ἀπὸ τὸ ποσὸν τῶν
247100,689,964.18, ὑπολείπεται ὡς ποσὸν δαπανῶν τακτι-
248κῶν 91,297,577.80. Ἐὰν καὶ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου ἀφαι-
249ρέσωμεν δραχμὰς 3,136,838.53, ἐξοδευθείσας ὑπὸ τοῦ
250Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν διὰ ναυπήγησιν πλοίων, ὑπο-
251λείπονται ὡς τακτικὰ ἔξοδα δραχμαὶ 88,160,739.27.
252Ὅθεν τὰ τακτικὰ ἔξοδα, δηλαδὴ τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα
253δὲν ἐγένοντο πρὸς ἀπόσβεσιν καὶ ἐξόφλησιν χρεῶν, δὲν
254ἐγένοντο πρὸς πληρωμὴν τόκων χρεῶν, δὲν ἐγένοντο πρὸς
255κατασκευὴν σιδηροδρόμων καὶ δημοσίων ἔργων, ἀνέρχονται
256εἰς δραχμὰς 88,160,739.27· ἀλλ’ ὑμεῖς εἰσεπράξατε ἐκ
257τακτικῶν ἐσόδων δραχμὰς 83,731,591.09· λοιπὸν ὑπάρ-
258χει ἔλλειμμα τοῦ 1889 ἐκ δραχ. 4,429,148.18. Δὲν ἦτο
259λοιπὸν ἔλλειμμα 1,800,000 μόνον, ὡς ἰσχυρίζετο ὁ κύριος
260Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, ἀλλὰ τὸ ἔλλειμμα
261ἦτο ἐκ δραχμῶν 4,429,148 καὶ 48.
262Ἀλλ’ οὐδὲ τὸ ποσὸν τοῦτο ἦτο τὸ μόνον ἔλλειμμα, διότι
2636,772,015, ἐνῷ ἀνήκουσιν εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1889, δὲν
264ἐνεγράφησαν εἰς αὐτήν, ἀλλ’ εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1888.
265Ἐὰν ἐνεγράφοντο εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1889, εἰς τὴν ὁποίαν
266ἀνῆκον, τότε τὸ ἔλλειμμα τῶν 4,429,148.48 ἤθελεν ἀνα-
267βιβασθῇ εἰς δραχμὰς 11,201,163.48.
268Ἀλλὰ πῶς δὲν ἐνεγράφησαν εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1889;
269Ἐκ τῶν ἐκτάκτων ἐσόδων, ἐφ’ ὧν ἐξεδόθησαν τὰ ὑπ’ ἀριθ.
270358, 689, 795, 1186 καὶ 1579 γραμμάτια τῆς χρήσεως
271τοῦ 1889, ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 15, ἄρθρου 2, διετέθησαν
272δυνάμει χρηματικῶν ἐνταλμάτων τοῦ Ὑπουργείου τῶν
273Ναυτικῶν τῆς χρήσεως 1888 διαχειρίσεως 1889 διὰ τὴν
274κατασκευὴν τῶν τριῶν θωρηκτῶν....
275§9ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔκτακτος δαπάνη πάντοτε.
276§10ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ..... δυνάμει τῆς ὑπ’ ἀριθ. 96 ἀπὸ 23
277Ἰανουαρίου 1889 διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονο-
278μικῶν, διὰ τὸ τίμημα 4,019 ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν
279135 ἑκατομμυρίων, διατεθεισῶν εἰς χρυσὸν, διὰ τὰ τρία
280θωρηκτὰ.................................... 1,354,403
281Διὰ τὸ τίμημα 4,019 ὁμολογιῶν τοῦ
282αὐτοῦ δανείου, πραγματοποιηθεισῶν διὰ
283τὴν πληρωμὴν τῆς αʹ δόσεως τοῦ πλοίου C····· 1,354,403
284Διὰ τὸ τίμημα 4,019 ὁμολογιῶν τοῦ
285αὐτοῦ δανείου, πραγματοποιηθεισῶν κατὰ
286τὴν σύμβασιν πρὸς πληρωμὴν τοῦ θωρη-
287κτοῦ A······································ 1,354,403
288Διὰ τὸ τίμημα 4,019 ὁμολογιῶν τοῦ
289αὐτοῦ δανείου, πραγματοποιηθεισῶν κατὰ
290τὴν σύμβασιν πρὸς πληρωμὴν τῆς τρίτης
291δόσεως τοῦ θωρηκτοῦ C······················· 1,354,403
292Διὰ τὸ προϊὸν 4,019 ὁμολογιῶν τοῦ
293αὐτοῦ δανείου, διατεθεισῶν διὰ τὴν τετάρτην
294δόσιν τοῦ θωρηκτοῦ C························ 1,354,403
295Τὸ ὅλον····································· 6,772,015
296Ὡς γνωστόν, ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων
297μέρος εἶχε κατατεθῆ εἰς τὸ Comptoir d'Escompte διὰ
298νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς πληρωμὴν τῶν τριῶν θωρηκτῶν, ἡ δὲ
299πληρωμὴ ἐγένετο τὸ 1889. Ἐὰν ἐνεγράφετο ἡ πληρωμὴ
300εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ 1889, ἤθελον ἀναγραφῆ εἰς τὰ ἔξοδα
301προσέτι φράγκα 6,772,015. Ἀλλ’ ἀφῃρέθησαν ἀπὸ τοῦ
302λογαριασμοῦ τοῦ 1889 καὶ ἐστάλησαν εἰς τὸν λογαρια-
303σμὸν τοῦ 1888, οὕτω δὲ ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1889 ἀπηλ-
304λάγη τοῦ βάρους αὐτοῦ καὶ περιωρίσθη τὸ ἔλλειμμα αὐτοῦ
305μόνον εἰς 4,429,148.48, ἐνῷ ἤθελεν ἀναβιβασθῆ τὸ ἔλ-
306λειμμα εἰς 11,201,163.48.
307Ἀλλὰ καὶ ἄλλη ὑπάρχει ἀνωμαλία. Ἐκ τῶν ἐκτά-
308κτων ἐσόδων, κατὰ τὸ γραμμάτιον 919, ἐπὶ τοῦ Κεφα-
309λαίου ΙΓʹ ἀριθμὸς 3 τῆς χρήσεως 1889, ἐπληρώθησαν εἰς
310λογαριασμὸν προϊόντος τοῦ ἐκ λιρῶν 1,200,000 δανείου
311δι’ ἐντόκων γραμματίων τοῦ Δημοσίου εἰς ἐξόφλησιν τῶν
312ὑπ’ ἀριθμὸν 23–27 ἐντόκων τοιούτων·········· 2,500,000.—
313Ἐπίσης ἐκ τῶν ἐκτάκτων ἐσόδων κατὰ
314τὸ γραμμάτιον 1443 τῆς χρήσεως 1889,
315Κεφάλαιον ΙΓʹ, ἀριθμὸς 3, ἐπληρώθησαν εἰς
316λογαριασμὸν τοῦ δανείου τῶν 1,200,000
317λιρῶν, καὶ πρὸς ἐξόφλησιν ἐντόκων γραμ-
318ματίων ὑπ’ ἀριθμὸν 1–22 καὶ 28–34, ἐν
319ὅλῳ ἔντοκα γραμμάτια 29 τοῦ ἐκ λιρῶν
320400,000 δανείου····························· 7,500,000.—
321Καὶ τέλος ἐκ τῶν ἐκτάκτων ἐσόδων,
322κατὰ τὸ γραμμάτιον 311 τῆς χρήσεως τοῦ
3231889, ἐπὶ τοῦ Κεφαλαίου ΙΓʹ ἀριθμὸς 1,
324ἐπληρώθησαν εἰς ἐξόφλησιν χρέους ἀπαι-
325τητοῦ μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης λο-
326γαριασμοῦ ἐπὶ παραχωρήσει ὁμολογιῶν
327φθαρτῶν κτημάτων···························· 662,679.56
328Τὸ ὅλον····································· 10,662,679.56
329Οὕτως, ἐὰν προσθέσητε καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὸ ἀνω-
330τέρω ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889 ἐκ δραχμῶν
33111,201,163 καὶ 48)00, θέλει ἀναβιβασθῆ τὸ ἔλλειμμα τοῦ
332ἔτους τούτου εἰς 21,863,842.56.
333Ἀλλὰ διὰ ποῖον λόγον περιέλαβον μεταξὺ τῶν ἐκτά-
334κτων ἐξόδων τὰ ἔξοδα τῆς συμμετοχῆς τῆς Ἑλλάδος εἰς
335τὴν ἐν Παρισίοις παγκόσμιον ἔκθεσιν, δραχμὰς 250,000;
336Διὰ ποῖον λόγον περιέλαβον τὰ δαπανηθέντα διὰ τὴν οἰ-
337κοδομὴν τοῦ Ἐθνικοῦ Μουσείου ἐκ δραχμῶν 688,201.65,
338ἢ τὰ δαπανηθέντα διὰ τὴν κατεδάφισιν τοῦ φρουρίου Βώ-
339λου ἐκ δραχμῶν 28,057.44, ἢ τὰ δαπανηθέντα δι’ ἀγο-
340ρὰν ξυλείας ὑπὲρ τῶν παθόντων ἐκ τῶν σεισμῶν Αἰγίου
341ἐκ δραχμῶν 101,288.52; Διὰ ποῖον λόγον περιέλαβον
342τὰ δαπανηθέντα δι’ ἀνέγερσιν ἀποθήκης πετρελαίου ἐν
343Κανθάρῳ ἐκ δραχμῶν 34,919.16, ἢ τὰ δαπανηθέντα διὰ
344τὸ ὑδραγωγεῖον Τσακμάκου ἐκ δραχμῶν 30,858.74, ἢ τὰ
345δοθέντα εἰς τοὺς παθόντας ἐκ τοῦ σεισμοῦ ἐν Αἰτωλικῷ
346ἐκ δραχμῶν 12,875.33, ἢ διὰ τὴν ἐπισκευὴν τῆς στέγης
347τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου Σπάρτης ἐκ δραχμῶν 5,040;
348Πάντα ταῦτα συγκεφαλαιοῦνται εἰς 1,151,240.84, τὰ
349ὁποῖα κακῶς περιελήφθησαν εἰς τὰ ἔκτακτα ἔξοδα, ἐνῷ
350ἦσαν ἔξοδα τακτικά, καὶ ἐπληρώθησαν ἐκ δανείων! Ἐὰν
351προσθέσητε καὶ ταῦτα εἰς τὸ ἔλλειμμα, θέλει ἀναβιβασθῆ
352εἰς 23,015,083.40. Καὶ ὁ κ. Σιμόπουλος ἔλεγε χθές,
353ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1889 συνίστατο μόνον εἰς 1,800,000!!!
354Ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας τοῦ προϋπολογισμοῦ
355μοὶ ἐφάνη, ὅτι εἶχε σκοπὸν νὰ ἀναμίξῃ δύο περιόδους, δια-
356κεκριμένας ἀπ’ ἀλλήλων, τὴν περίοδον τὴν χρονικήν, ἥτις
357δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς λήγουσα κατὰ τὸν χρόνον, κατὰ
358τὸν ὁποῖον εἰσηγάγομεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1892 εἰς
359τὴν Βουλήν, καὶ τὴν χρονικὴν περίοδον, τὴν ἀρχομένην
360μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892 καὶ
361ἐξακολουθοῦσαν ἀκόμη μέχρι τῶν ἡμερῶν τούτων. Ἡ
362πρώτη περίοδος εἶναι περίοδος τακτικὴ καὶ ὁμαλή, ἡ δευ-
363τέρα περίοδος εἶναι περίοδος ἔκτακτος καὶ ἔκρυθμος. Εἶχε
364συμφέρον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος νὰ συγχύσῃ τὰς
365δύο ταύτας περιόδους, διότι ἐπεθύμει ν’ ἀποσοβήσῃ τὴν
366εὐθύνην, ἥτις βαρύνει τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν ἐπὶ τῇ
367ἐνεστώσῃ καταστάσει τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, καὶ νὰ
368ἐπιῤῥίψῃ τὴν εὐθύνην ταύτην εἰς ἡμᾶς. Δὲν ἠκούσατε αὐ-
369τοῦ, λέγοντος χθὲς ἔτι, ὅτι, ἐνῷ ἤνθει ἡ πίστις τῆς Ἑλ-
370λάδος, κυβερνώντων τῶν προκατόχων ἡμῶν, ἐνῷ αἱ τιμαὶ
371τῶν ἑλληνικῶν χρεωγράφων ἐτύγχανον ἐν ὑπερτιμήσει,
372ἐνῷ ἡ διαφορὰ τοῦ συναλλάγματος εἶχε κατασταθῆ στα-
373θερὰ καὶ μόνιμος, ἐνῷ ὁ χρυσὸς δὲν ὑπερετιμᾶτο τοσοῦτον
374ἀποτόμως, ὡς ὑπερτιμᾶται κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας, ἐν
375παραβολῇ πρὸς τὴν τιμὴν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων,
376ἐπῆλθον πάντα ταῦτα τὰ δεινὰ, ἕνεκα τῆς οἰκονομικῆς
377διοικήσεως ἡμῶν; Ἀλλὰ δὲν ἔχουσιν οὕτω τὰ πράγματα.
378Ὅταν ἡμεῖς εἰσηγάγομεν τὸν προϋπολογισμὸν, τὰ ἑλλη-
379νικὰ χρεώγραφα δὲν εἶχον φθάσει ἐπὶ τοσοῦτον, ὅσον ὑπε-
380τιμήθησαν κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας. Τὰ δάνεια τῶν
3815% ἐτιμῶντο 387 καὶ 50/00, τὸ δὲ δάνειον τῶν 4%
382ἐτιμᾶτο εἰς 60, καὶ τὴν 5 Νοεμβρίου ἀκόμη τὸ δάνειον
383τῶν 5% ἐτιμᾶτο 386 δραχμὰς, καὶ τὸ δάνειον τῶν 4%
384ἐτιμᾶτο εἰς τὰ 60 καὶ ¼. Πόσον ἀπεῖχον τὰ χρεώγραφα
385κατὰ τὸν μῆνα Νοέμβριον ἀπὸ τῆς τιμῆς, εἰς τὴν ὁποίαν
386ἐτιμῶντο ἐν τοῖς χρηματιστηρίοις, πρὶν ἢ ἐπέλθωσιν αἱ
387ζημίαι, αἱ συμβᾶσαι εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς Ἀγγλίας; Ἐτι-
388μῶντο τότε τὰ 5% εἰς 403.25, καὶ τὰ 4%
389εἰς 60¾. Ἑπομένως ὑπετιμήθησαν ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου
390μέχρι τῆς 5 Νοεμβρίου, τὰ μὲν δάνεια τῶν 5% κατὰ
39115 καὶ 75, τὰ δὲ δάνεια τῶν 4% κατὰ ἡμίσειαν
392μόνον μονάδα.
393Κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν εἴχομεν οὐχὶ ἐλπίδα, ἀλλὰ
394πεποίθησιν, ὅτι ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὴν
395ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τῆς Πατρίδος, καὶ νὰ κυ-
396βερνήσωμεν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, βαδίζοντες ὁδὸν
397ὁμαλὴν καὶ εὐθεῖαν, οὐδ’ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπολάβῃ τις, ὅτι
398ἤθελον ἐπέλθει πάντα τὰ συμβεβηκότα, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τῆς
399ἡμέρας, καθ’ ἣν εἰσηγάγομεν τὸν προϋπολογισμὸν, μέχρι
400τοῦδε ἐπῆλθον καὶ ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν ταῖς ἀγοραῖς τῆς Εὐ-
401ρώπης. Ἡ ὑποτίμησις, ἥτις εἶχε τότε ἐπέλθει εἰς τὰς ἑλ-
402ληνικὰς ἀξίας, δὲν ἦτο φαινόμενον ἐξαιρετικὸν, ἀλλ’ ὑπῆρ-
403χεν ἀποτέλεσμα οἰκονομικῆς δυσφορίας ἐν ταῖς ἀγοραῖς,
404τὴν ὁποίαν ἐπήνεγκον συμβεβηκότα ἀνεξάρτητα τῆς θε-
405λήσεως ἡμῶν. Ἡ πτῶσις τοῦ οἴκου Μπέριγκ, ἡ σχεδὸν
406στάσις τῶν πληρωμῶν τοῦ οἴκου Μουριέττη, αἱ ζημίαι, αἵ-
407τινες ἐπῆλθον εἰς τὴν ἀγορὰν τοῦ Λονδίνου ἐκ τῶν οἰκο-
408νομικῶν σχέσεων αὐτῆς μετὰ τῆς Δημοκρατίας τῆς Ἀρ-
409γεντινῆς, αἱ ζημίαι, αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον ἐκ τῆς πτώσεως
410τῶν χρεωγράφων τῆς Βραζιλίας, ἑπόμενον ἦτο νὰ ἀσκή-
411σωσι τοιαύτην ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς ἀγορᾶς τῆς πρωτευούσης
412τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, καὶ ἕνεκα τούτου καὶ ἐπὶ τῶν
413ἄλλων ἀγορῶν τῆς Εὐρώπης, καὶ νὰ ἐπιφέρωσι τὴν ὑπο-
414τίμησιν, τὴν ὁποίαν σᾶς προανέφερα. Καὶ ἡ ὑποτίμησις
415ἐπῆλθεν ἐκεῖ σχεδὸν γενικὴ, ἀλλ’ ἰδίως ἐπὶ τῶν χρεωγρά-
416φων τῶν δευτερευόντων Κρατῶν, δὲν ὑπῆρχε δὲ λόγος νὰ
417γένηται ἐξαίρεσις ἐπὶ τῶν χρεωγράφων τῆς Ἑλλάδος. Ἂν
418ὑπόνοιαι, αἵτινες ἐγεννήθησαν, καὶ ἡ δυσπιστία, τὴν ὁποίαν
419παρήγαγεν ἡ τοιαύτη κατάστασις τῆς ἀγορᾶς τοῦ Λονδί-
420νου, ἐστρέφοντο κατὰ τῶν οἰκονομικῶν πάντων τῶν δευτε-
421ρευόντων Κρατῶν, καὶ ἐγεννᾶτο ἡ ἀμφιβολία, ἂν θέλωσι
422δυνηθῆ νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῶν. Τάχα,
423ἔλεγον, δὲν θέλει εἶσθαι δυνατὸν νὰ συμβῇ καὶ εἰς ταῦτα
424ὅ,τι ἔπαθεν ἡ Ἀργεντινὴ Δημοκρατία; Καθῆκον λοιπὸν
425εἴχομεν ν’ ἀποδείξωμεν εἰς τὰς ξένας ἀγορὰς, ὅτι ἡμεῖς
426δὲν πρέπει νὰ ὑπαχθῶμεν εἰς τὴν κατηγορίαν, εἰς τὴν
427ὁποίαν κατατάσσονται ἄλλα δευτερεύοντα Κράτη, ὅτι
428ἡμεῖς δυνάμεθα διὰ τῶν ἰδίων ἡμῶν πόρων νὰ ἐκπληρώ-
429σωμεν τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν, καὶ εἰς τὸ ἔργον τοῦτο ἐπε-
430δόθημεν μετὰ φροντίδος καὶ προνοίας, καὶ ἠδυνήθημεν νὰ
431πορισθῶμεν τὸ ἀναγκαῖον συνάλλαγμα πρὸς πληρωμὴν
432τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων, κατὰ δὲ τὸ διάστημα, κατὰ
433τὸ ὁποῖον ἐποριζόμεθα τοῦτο ἐκ τῆς ἀγορᾶς, κατωρθώθη
434νὰ μὴ ἐπέλθῃ ὑπερτίμησις τοῦ χρυσοῦ, εἰμὴ μόνον κατὰ
4352 λεπτὰ καὶ ¼. Εἴχομεν λοιπὸν τὴν ἐλπίδα, ὅτι, ἐὰν
436κατὰ τὰ μέσα Δεκεμβρίου ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ πληρώσω-
437μεν ἐκ τῶν ἰδίων πόρων τοῦ Κράτους τοὺς τόκους καὶ τὰ
438χρεωλύσια, τὰ ὁποῖα ὠφείλομεν νὰ πληρώσωμεν, αἱ ἀγο-
439ραὶ τῆς Εὐρώπης ἤθελον προσβλέψει πρὸς τὴν Ἑλλάδα
440μετὰ πλείονος ἐμπιστοσύνης, καί, παρερχομένων τῶν ἑορ-
441τῶν, ἤθελε κατασταθῆ ἡμῖν εὔκολον νὰ πορισθῶμεν χρή-
442ματα, ἵνα ἐξομαλύνωμεν τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας ἡμῶν.
443Ἀλλ’ ἐπειδὴ περὶ πορισμοῦ χρημάτων ὁ λόγος, καὶ ὁ πο-
444ρισμὸς αὐτὸς γίνεται διὰ δανείων, δὲν πρέπει ν’ ἀφήσω ἄνευ
445ἀνασκευῆς, ὅσα περὶ δανείων καὶ οἰκονομικῶν συνδυασμῶν
446ἐλέχθησαν πρὸς τὴν Βουλὴν κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας
447ἡμέρας. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος κατηγόρει ἡμῶν,
448ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐμιμήθημεν τὸ παράδειγμα καὶ τὴν πολιτι-
449κὴν τοῦ προκατόχου ἡμῶν, ἵνα τραπῶμεν τὴν ὁδὸν τῶν
450οἰκονομικῶν συνδυασμῶν. Δὲν γνωρίζω, ποίαν ἀποδίδει
451ἔννοιαν εἰς τὸν ὅρον τοῦτον τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν
452ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος. Τὰ ἁπλᾶ δάνεια δὲν
453εἶναι οἰκονομικοὶ συνδυασμοί, ἀλλὰ τὸ δάνειον τοῦ 1887
454τῶν 135 ἑκατομμυρίων, διὰ τὸ ὁποῖον ἐζήτησεν ὁ κ. Βου-
455λευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ κ. Συγγρὸς, νὰ ἐκδηλώσωμεν τὴν
456εὐγνωμοσύνην τοῦ ἔθνους, διότι μᾶς τὸ ἔδωκε χάρισμα...
457§11ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μὲ 18%.
458§12ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ δάνεια, διὰ τῶν
459ὁποίων μετέτρεψαν τὸ δάνειον τὸ λεγόμενον τῆς Ἀνεξαρ-
460τησίας, τὰ δάνεια, διὰ τῶν ὁποίων μετέτρεψαν τὸ δάνειον
461τῶν 60 ἑκατομμυρίων, δὲν εἶναι δάνεια, εἶναι οἰκονομικοὶ
462συνδυασμοὶ, οἵτινες ἀπετελοῦντο ἀπὸ τὴν πληρωμὴν εἰς
463τὸ Κράτος χρημάτων, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν λεηλάτησιν
464τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου ταμείου. (Εὖγε! ἐκ δε-
465ξιῶν, χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
466Δὲν ποιοῦμαι λόγον περὶ τῆς προμηθείας τῶν τριῶν
467θωρηκτῶν πλοίων, οὐδ’ ἰσχυρίζομαι, ὅτι τὰ πλοῖα, τὰ
468ὁποῖα ἀπεκτήσαμεν, δὲν ἔχουσι τὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν
469ἔπρεπε νὰ προσδοκῶμεν, ὅταν ἀπεφάσισεν ἡ Κυβέρνησις
470ἐκ τοῦ πτωχοῦ ταμείου μας νὰ διαθέσῃ μέρος τοῦ δανείου,
471διὰ νὰ ἀποκτήσωμεν πλοῖα. Δὲν ἁρμόζει δὲ εἰς ἐμὲ νὰ
472ὁμιλήσω περὶ αὐτῶν. Ἡ ἐντολὴ μάλιστα, τὴν ὁποίαν δια-
473χειρίζομαι, μοὶ ὑπαγορεύει νὰ μὴ εἴπω ἢ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα
474ἐφρόνει ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς τῆς παρελθούσης περιό-
475δου, καὶ νὰ βεβαιώσω, ὅτι τὰ πλοῖά εἰσιν ἄριστα. Δὲν
476σκοπῶ νὰ ἀποδείξω, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχει ἀνάγκην θω-
477ρηκτῶν καὶ στόλου. Ἤθελεν ἐξεγερθῇ τὸ πλεῖστον τοῦ
478ἔθνους, οἱ δὲ λογιώτεροι ἤθελον μοὶ ἀναμνήσει τὴν ναυ-
479μαχίαν τῆς Σαλαμῖνος. Οὐδέποτε μοὶ ἐπῆλθε κατὰ νοῦν
480νὰ ἀμφισβητήσω, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ στόλον,
481ὅσον οἷόν τε ἰσχυρόν· ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐμποιεῖ
482ἀπορίαν, εἶναι, πῶς κατὰ τὸ 1887, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ
483τότε Πρωθυπουργός, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ καταγγείλῃ καὶ
484στιγματίσῃ ἡμᾶς τοὺς προκατόχους του, ἔλεγεν, ὅτι δὲν
485ἦτο δυνατὸν νὰ εὕρῃ νὰ δανεισθῇ οὐδ’ 100 χιλιάδας δραχ-
486μῶν, πῶς, μόλις εὑρὼν νὰ δανεισθῇ, ἐτόλμησε ν’ ἀποφα-
487σίσῃ νὰ δαπανήσῃ 30 ἑκατομμύρια δραχμῶν διὰ νὰ ἀγο-
488ράσῃ τρία θωρηκτά!
489Δὲν ἀπήντησα εἰς τὸν βίον μου οἰκογενειάρχην, ὁ ὁποῖος,
490ἐνῷ δὲν ἔχει ἐν τῷ ταμείῳ του ὀλίγας δραχμὰς, ἵνα ἀγο-
491ράσῃ ἱμάτιον τῆς συζύγου του, δανείζεται, ἵνα οἰκοδομήσῃ
492οἰκίαν.
493Ἀλλ’ ἡ οἰκοδομὴ τῶν τριῶν θωρηκτῶν ἦτο ἀπαραίτη-
494τος διὰ νὰ γείνῃ τὸ δάνειον. Τὸ δάνειον μᾶς ἐδόθη δω-
495ρεάν, διότι μᾶς ἐδίδετο μὲ 4%, ἀλλ’ ἡ δωρεὰ συνεδέετο
496μὲ τὴν κατασκευὴν τριῶν θωρηκτῶν καὶ προσέτι μὲ τὰς
497ἐγγυήσεις τῶν ἐσόδων τῶν μονοπωλίων, τῶν ὁποίων ἡ
498διαχείρισις παρεδίδετο εἰς τοὺς δανειστάς. Δὲν γνωρίζω,
499ἂν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἦτο ὁ ἐργασθεὶς
500πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ δανείου τούτου, καὶ ὁ διασκευάσας τοὺς
501ὅρους τῆς συνομολογήσεως αὐτοῦ· ἐὰν δ’ ἦτο αὐτὸς, ἐὰν
502εἰς τὰς μεγάλας πρὸς τὸ Κράτος ὑπηρεσίας του ἀξιοῖ νὰ
503περιλάβῃ καὶ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, ὡς ἔδωκε νὰ ἐννοή-
504σωμεν, ὅταν μᾶς ἔλεγεν, ὅτι μᾶς τὸ ἔδωκαν οἱ δανεισταὶ
505δωρεάν, μεγάλως θέλω ψέξει τὸν ἄνδρα, οὐδέποτε δὲ θέλω
506ὁμολογήσει ἐπὶ τούτῳ εὐγνωμοσύνην πρὸς αὐτόν. Καὶ τὴν
507διαχείρισιν τῶν μονοπωλίων, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἔστερξα νὰ
508ἀποδεχθῶ, πιεζόμενος ὑπὸ τῶν ἀναγκῶν τῆς ἐπιστρα-
509τείας τοῦ 1886, προτεινομένην ὑπὸ τῆς τότε Ἀντιπολι-
510τεύσεως, ἀλλὰ νὰ ἀποδεχθῶ ἐξ ἀνάγκης ἐθνικῆς, τὴν πα-
511ραχώρησιν καὶ ταύτην ὡς ἐγγύησιν εἰς τὸ δάνειον τῶν 135
512ἑκατομμυρίων!!
513Ὑπῆρχεν ἓν δάνειον, τὸ ὁποῖον ἐπὶ ἥμισυν αἰῶνα ἡ Ἑλ-
514ληνικὴ Κυβέρνησις ἐδίσταζε νὰ ἀναγνωρίσῃ. Ὁ ἀείμνη-
515στος Βασιλεὺς Ὄθων, ὁσάκις ἔλεγον πρὸς αὐτὸν περὶ τοῦ
516δανείου τοῦ 1821 καὶ 1825, ἔλεγεν, ὅτι τοῦτο δὲν βαρύνει
517τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα μόνον, ἀλλὰ πάσας τὰς Ἑλληνι-
518κὰς ἐπαρχίας, αἵτινες ἔλαβον τὰ ὅπλα κατὰ τὸν ἀγῶνα
519καὶ εἰργάσθησαν ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῆς γωνίας ταύτης.
520Ὅταν καὶ ἐκεῖναι ἀπελευθερωθῶσιν, ἔλεγεν ὁ ἀείμνηστος
521Βασιλεύς, τότε τὸ δάνειον πρέπει νὰ ἐπιπέσῃ ἐπὶ τοῦ τρα-
522χήλου πάντων τῶν Ἑλλήνων. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἡ θεωρία
523ἦτο ὀρθὴ, μοὶ φαίνεται ὅμως, ὅτι ἦτο ἀπόλυτος. Διὰ τοῦτο
524ἐν ἐποχῇ, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶχε παύσει ὁ Ρωσσοτουρκι-
525κὸς πόλεμος, καθ’ ἣν ἀνεκινοῦντο τὰ ζητήματα τῶν ἐθνι-
526κοτήτων, καὶ παρίστατο ἐνώπιον τοῦ εὐρωπαϊκοῦ Ἀρείου
527Πάγου καὶ ἡ δύστηνος Ἑλλὰς, ὑπομιμνήσκουσα τὸ δικαίω-
528μα αὐτῆς, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τυγχάνων Ὑπουρ-
529γὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπεδόθην εἰς
530τὴν μετατροπὴν τοῦ δανείου. Τὸ δάνειον μετετράπη καὶ
531ἀνεγνωρίσθη, καὶ ὠνομάσθη δάνειον τῆς Ἀνεξαρτησίας.
532Τὸ δάνειον τοῦτο δύο εἶχε πλεονεκτήματα· τὸ πρῶτον,
533ὅτι, ἐπειδὴ ὁμολογίαι πολλαὶ τούτου εἶχον καταστραφῆ
534κατὰ τὰ πεντήκοντα ἔτη, τὰ ὁποῖα εἶχον διέλθει, ἀφ’ ἧς
535εἶχε συνομολογηθῆ, τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἶχον προσδιορι-
536σθῆ πρὸς πληρωμὴν τόκου τῶν κεφαλαίων τῶν ὁμολογιῶν
537τούτων, προσετέθησαν εἰς τὸ χρεωλύσιον. Ἑπομένως τὸ
538δάνειον εἶχεν ὑπέρογκον χρεωλύσιον. Τὸ ἕτερον πλεο-
539νέκτημα ἦτο τοπικόν. Τὰ πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ
540χρεωλυσίων τοῦ δανείου τούτου χρήματα εἰσεπράττοντο
541καὶ κατετίθεντο ἐν τῇ Ἰονικῇ Τραπέζῃ, ἥτις εἶναι ἵδρυμα
542γνωστὸν ἐν Ἀγγλίᾳ. Τὸ κεντρικὸν κατάστημα τῆς Ἰονι-
543κῆς Τραπέζης ἑδρεύει ἐν Λονδίνῳ, ἑπομένως ἡ τοιαύτη δια-
544σκευὴ τοῦ δανείου ἐθεωρεῖτο παρέχουσα πᾶσαν ἐγγύησιν
545ἐν Ἀγγλίᾳ. Τὰς μετοχὰς τοῦ δανείου τούτου ἀπέκτησαν
546ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι εἶχον πλοῦτον καὶ δύναμιν οἰκονομικὴν,
547δὲν ἦσαν δὲ ἠναγκασμένοι εἰς τὸ πρῶτον οἰκονομικὸν νέ-
548φος, τὸ ὁποῖον ἐπεφαίνετο εἰς τὸν οἰκονομικὸν ὁρίζοντα,
549νὰ σπεύσωσι νὰ πωλήσωσι τὰς μετοχάς των εἰς τὸ Χρη-
550ματιστήριον τοῦ Λονδίνου. Διὰ τοῦτο αἱ τιμαὶ τῶν ὁμο-
551λογιῶν τοῦ δανείου τούτου ἦσαν σταθεραὶ, περὶ τὰ 95 καὶ
55294 τοῖς ἑκατόν. Ἀλλὰ προσῆλθον εἰς τὴν Κυβέρνησιν,
553προτείνοντες εἰς αὐτὴν νέον δάνειον πρὸς ἐξαγορὰν τοῦ δα-
554νείου τῆς Ἀνεξαρτησίας καὶ ἀπαλλαγὴν τοῦ δημοσίου τα-
555μείου ἀπὸ τὴν πληρωμὴν τοῦ χρεωλυσίου. Οὗτοι δὲ, γνω-
556ρίζοντες, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ μετατροπῆς τοῦ δανείου τού-
557του, ἔσπευσαν νὰ ἀγοράσωσιν ἐπὶ τῇ τιμῇ τῶν 93 τὰς ὁμο-
558λογίας αὐτοῦ, τὰς ὁποίας μετὰ πέντε ἡμέρας ἀπέδωκαν εἰς
559τὸ ταμεῖον τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν τιμὴν τῶν 100, καὶ ἀπέ-
560δωκαν αὐτὰς, ἀφοῦ ἐξησφάλισαν τόκον 5% ἐπὶ τοῦ κεφα-
561λαίου τοῦ δανείου, ἀλλὰ προσέτι καὶ τόκον ἐπὶ τῶν ἐντό-
562κων γραμματίων, τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν πρὸς ἀπόσβεσιν τοῦ
563δανείου τῆς Ἀνεξαρτησίας. Καὶ τὸ δάνειον τοῦτο, τὸ συνο-
564μολογηθὲν πρὸς μετατροπὴν τοῦ δανείου τῆς Ἀνεξαρτη-
565σίας, ἐπαρουσίασαν ὡς μαρτυροῦν τὴν οἰκονομικὴν πίστιν
566τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἰσχυριζόμενοι, ὅτι συνωμολογήθη
567ὑπὸ ὅρους συμφέροντας, ἀλλ’ οἱ δανεισταὶ αὐτοῦ, οἵτινες
568συνωμολόγησαν τὸ δάνειον, εἶχον λάβει τὴν πρόνοιαν, ἵνα
569ἀνεύρωσιν ἐπικουρίαν εἰς τοὺς τόκους τοῦ δανείου τὰ κέρδη,
570τὰ ὁποῖα συνεκόμισαν.
571Τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον συνωμολογήθη πρὸς μετατροπὴν
572τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, ἐγένετο ὑπὸ τὰς αὐτὰς
573συνθήκας. Κατωρθώθη, οἱ συνομολογήσαντες τὸ δάνειον
574τοῦτο νὰ γνωρίζωσιν, ὅτι πρόκειται δι’ αὐτοῦ νὰ μετα-
575τραπῇ τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον ἐτι-
576μᾶτο τότε πρὸς 350 ἢ 356, ἑπομένως ἠγόρασαν πέντε
577ἡμέρας πρότερον τὰς ὁμολογίας αὐτοῦ πρὸς 356, καὶ τὸν
578ἄλλον μῆνα ἐπώλησαν εἰς τὸ Δημόσιον αὐτὰς ἐπὶ τιμῇ
579τῶν 500.
580Αὐτοὶ εἶναι οἱ οἰκονομικοὶ συνδυασμοὶ, τοὺς ὁποίους
581ἡμεῖς δὲν ἀκολουθοῦμεν, καὶ διὰ τοὺς ὁποίους μᾶς ἐπετί-
582μησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος, λέγων ὅτι ἡ πρόοδος
583ἐν τῇ Κυβερνήσει τοῦ Κράτους, αἱ βελτιώσεις, αἵτινες
584ἐπῆλθον ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν αὐτοῦ, δὲν δύνανται πλέον
585νὰ διεξαχθῶσιν ὑπὸ συνήθων κυβερνητῶν, ὁποῖοι ἦσαν οἱ
586κυβερνῆται πρὸ τοῦ 1882, ἀλλ’ ἀπαιτοῦνται ἔκτακτοι ἄν-
587θρωποι, γνωρίζοντες τοὺς οἰκονομικοὺς συνδυασμοὺς, οὐδὲ
588δύνανται νὰ διοικηθῶσι κατὰ παραπλήσιον τρόπον τὰ
589οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους.
590Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ἀποκρούω τοιούτους οἰκονομικοὺς
591συνδυασμούς. Ὅτε εἷς φίλος μου, κατὰ μῆνα Δεκέμβριον,
592μοὶ ἐπρότεινε δάνειον, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ συνδυάσω αὐτὸ μὲ
593προνόμιον συστάσεως βιομηχανικοῦ καταστήματος ἐν Ἑλ-
594λάδι, ὅπερ νὰ παρέχῃ εἰς τὸν στρατὸν τὰ εἴδη τοῦ ἱμα-
595τισμοῦ, ἀπέκρουσα τὴν πρότασιν, διότι ἔκρινα, ὅτι δὲν
596εἶμαι ἐπιτήδειος νὰ διεξάγω οἰκονομικοὺς συνδυασμούς.
597Ἐννοῶ τὴν ἀνάγκην, ἥτις ἐπιβάλλει εἰς τὴν Κυβέρνησιν
598νὰ δανεισθῇ ὑπὸ ὅρους γνωστοῦ δανείου, δὲν στέργω ὅμως
599νὰ ἀναμίξω τὸ δάνειον μὲ ἐπιχειρήσεις ἄλλας, αἵτινες πα-
600ρέχουσιν ἄλλα κέρδη εἰς τοὺς συνομολογοῦντας αὐτό.
601Ἀλλ’ ἀφοῦ μετετράπη τὸ δάνειον τῆς Ἀνεξαρτησίας,
602δὲν ὠφελήθημεν, ἀλλ’ ἐζημιώθημεν. Ἐκεῖνο ἵστατο ἐν τῷ μέσῳ
603τοῦ Λονδίνου ὡς πύργος, ὡς ἀκρόπολις, περὶ τὸν ὁποῖον
604προσέφευγον πάντα τὰ ἄλλα Ἑλληνικὰ δάνεια, καὶ ἡ πίστις
605καὶ ἡ ὑπόληψις, τὴν ὁποίαν ἀπελάμβανε τὸ δάνειον ἐκεῖνο,
606μετεδίδετο καὶ ἐκάλυπτε καὶ τὰ ἄλλα δάνεια, τὰ ὁποῖα
607δὲν ἐτύγχανον ὑπὸ τοὺς ὅρους καὶ τὰς συνθήκας αὐτοῦ.
608Ἔλεγον πρὸ μικροῦ πρὸς ὑμᾶς, Κύριοι, ὅτι, ὅταν εἰσή-
609γαγον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1892, εἶχον οὐχὶ τὴν ἐλ-
610πίδα, ἀλλὰ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἤθελε κατασταθῆ εὔκολον
611νὰ πορισθῶμεν ἐν ξέναις ἀγοραῖς τὰ χρήματα, τῶν ὁποίων
612ἤθελε παρασταθῆ ἀνάγκη, καὶ εἶπον, ὅτι δὲν ἦτο μόνον
613ἐλπίς, ἀλλ’ ἦτο πεποίθησις. Τοῦτο πρέπει νὰ ἀποδείξω εἰς
614ὑμᾶς. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἀπό τινος χρόνου, καὶ ἰδίως ἀπὸ
615τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ ὑπάρχοντος Ὑπουργείου, ἡ δημο-
616σιογραφία τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπεχείρησεν ἔργον, τὸ
617ὁποῖον δὲν εἶναι σύνηθες. Ἠσχολεῖτο νὰ ἀνακαλύψῃ, τί
618ἔχει ἐν τῷ νῷ ἕκαστος τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν,
619καὶ κατὰ πᾶσαν πρωΐαν διέδιδον διαφόρους εἰδήσεις περὶ
620σχεδίων, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς εἴχομεν. Καὶ ἐφ’ ὅσον μὲν αἱ δη-
621μοσιεύσεις αὗται περιεστρέφοντο εἰς εἰδήσεις, ὅτι ἡμεῖς δια-
622πληκτιζόμεθα, ὅτι παραιτεῖται ὁ δεῖνα Ὑπουργὸς, ἢ ἐπα-
623ναστατεῖ ὁ ἄλλος, ἢ ἀποκρούει τὴν Κυβέρνησιν ὁ τρίτος,
624ἦσαν συμβεβηκότα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ ἀξιῶνται τοῦ
625μειδιάματος ἡμῶν· ἀλλ’ αἱ εἰδήσεις, τὰς ὁποίας διέδιδον
626κατὰ πᾶσαν πρωΐαν, ἐξετείνοντο ἐπὶ μᾶλλον, μεταδίδου-
627σαι εἰς τὸ κοινὸν τῆς Ἑλλάδος, πότε ὅτι ἡμεῖς κατεργα-
628ζόμεθα οἰκονομικὸν σχέδιον τοιοῦτο, πότε ὅτι ἡμεῖς θέλο-
629μεν προτείνει τοιαῦτα ἢ τοιαῦτα νομοθετήματα, καὶ τέλος
630πάντων, ὅτι ἡμεῖς διαπραγματευόμεθα δάνεια. Καὶ ἐφιλο-
631τιμοῦντο ν’ ἀνακοινῶσιν εἰς τὸ κοινὸν καὶ τοὺς ὅρους, ὑπὸ
632τοὺς ὁποίους διεπραγματευόμεθα τὰ δάνεια. Ἐγὼ δὲν δύ-
633ναμαι νὰ οἰκονομῶ ὥρας, ἵνα ἀναγινώσκω τὰς ἐφημερίδας,
634ἔχω δὲ παρακαλέσει ἄλλον νὰ μοὶ ἀνακοινοῖ τὰ ὑπ’ αὐτῶν
635δημοσιευόμενα. Πρωΐαν τινὰ ἦλθεν ὁ φίλος μου ἐκεῖνος,
636ἐρωτῶν με: εἶναι ἀληθές, ὅτι διαπραγματεύεσθε δάνειον
637πρὸς 57%; Ἦτο ἀληθές, ὅτι διεπραγματευόμην δάνειον,
638ἀλλὰ δὲν διεπραγματευόμην ἕν, διεπραγματευόμην δύο δά-
639νεια. Διεπραγματευόμην ἓν διὰ φίλων γνωστῶν τραπεζι-
640τῶν, οἵτινες πολλάκις προσήνεγκον ὑπηρεσίας τοιαύτας εἰς
641τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου, ἐργαζόμενοι καὶ παρασκευάζον-
642τες καὶ εὐκολύνοντες τὰ τῆς συνομολογήσεως δανείων·
643ἀλλ’ εἶχον καὶ ἄλλην συνεννόησιν, καὶ ἡ ἄλλη συνεννόησις
644ἡμῶν ἐγίγνετο ἀπ’ εὐθείας μετ’ Ἀγγλικοῦ οἴκου, ὁ ὁποῖος
645ἔχει θέσιν δευτέραν ἐν τῷ τραπεζιτικῷ κόσμῳ τῆς Ἀγγλίας
646μετὰ τὴν Τράπεζαν τῆς Ἀγγλίας. Ἐζητοῦμεν νὰ συνο-
647μολογήσωμεν δάνειον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐλέγομεν πρὸς τοὺς
648δανειστὰς, ὅτι ἐσκοποῦμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν πληρω-
649μὴν τῶν τοκομεριδίων ἐπὶ δύο ἢ ἐπὶ τρία ἔτη, ἀλλ’ ὑπὸ
650τὸν ὅρον τὰ διὰ ταύτην χρήματα νὰ μένωσιν ἄνευ τόκου,
651νὰ τὰ λαμβάνωμεν δὲ ἐντόκως κατὰ τὴν ἀρχὴν ἑκάστης
652τριμηνίας τοῦ ἔτους ἐκείνου, τοῦ ὁποίου τὰ τοκομερίδια
653ἐπρόκειτο νὰ πληρώσωμεν δι’ αὐτοῦ. Ἓν ἄλλο μέρος τοῦ
654δανείου προωρίζομεν διὰ νὰ πληρώσωμεν εἰς τὴν Τράπε-
655ζαν τὴν Ἐθνικὴν, τὴν Τράπεζαν τὴν Ἰονικὴν καὶ τὴν
656Τράπεζαν τῆς Ἠπειροθεσσαλίας τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἰς
657χρυσὸν ὠφείλαμεν εἰς αὐτὰς ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ.
658Τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο ἀνέρχεται εἰς 16 ἑκατομμύρια περίπου·
659διότι 14 ἑκατομμύρια καί τινας χιλιάδας ὀφείλομεν εἰς
660τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, τὸ ὑπόλοιπον δὲ ὀφείλομεν εἰς τὴν
661Ἰονικὴν καὶ τὴν Τράπεζαν τῆς Ἠπειροθεσσαλίας. Τὸ ἰσό-
662τιμον τοῦ ποσοῦ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὰς συμ-
663βάσεις περὶ δανείων εἰσὶ προωρισμένα, ἵνα χρησιμεύωσι
664πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ τῶν χρεωλυσίων τῶν δα-
665νείων, τὸ ἰσότιμον, λέγω, πρὸς τὸ ποσὸν τοῦ χρυσοῦ, τὸ
666ὁποῖον ἐκ τοῦ δανείου ἠθέλομεν πορισθῆ καὶ πληρώσει τοὺς
667τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια μετὰ τοῦ ποσοῦ τῆς διαφορᾶς
668τοῦ συναλλάγματος, ἠθέλομεν ἀποδίδει εἰς τὰς Τραπέζας
669ἀπέναντι τοῦ χρέους ἡμῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐπ’
670ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, ἠθέλομεν δὲ διὰ τοῦ ὑπολοίπου
671τοῦ δανείου ἐξακολουθεῖ τὴν κατασκευὴν τῶν δημοσίων
672ἔργων. Τοιουτοτρόπως ἐπετυγχάνομεν τρία τινά· ἐπετυγ-
673χάνομεν πρῶτον τὴν ἄνετον ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων
674τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς δανειστὰς αὐτοῦ, διὰ τῆς πληρω-
675μῆς τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων· ἐπετυγχάνομεν δεύτερον
676τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ κυκλοφο-
677ροῦντος ἐν τῷ Κράτει ποσοῦ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων,
678τοῦ ὁποίου ποσοῦ ἡ κυκλοφορία, ὅταν ὑπερβαίνῃ τὰς ἀνάγ-
679κας τοῦ Κράτους, συντελεῖ εἰς τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ συναλ-
680λάγματος καὶ εἰς τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ χρυσοῦ. Ἀλλ’ ἐπε-
681τυγχάνομεν καὶ τρίτον, ὅτι ἐπορίζομεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν
682Τράπεζαν 14 ἑκατομμύρια καί τινας χιλιάδας εἰς χρυσὸν,
683τὰ ὁποῖα ὀφείλομεν εἰς αὐτὴν ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφο-
684ρίᾳ, ἐπορίζομεν δὲ εἰς αὐτὴν καὶ ἑπτὰ περίπου ἑκατομμύ-
685ρια, τὰ ὁποῖα ὀφείλομεν εἰς αὐτὴν ὡς δάνεια προσωρινά·
686καὶ οὕτως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἤθελε δυνηθῆ ν’ ἀποταμιεύσῃ
687εἰς τὰ ταμεῖά της 20 καὶ πλέον ἑκατομμύρια εἰς χρυσὸν,
688τὰ ὁποῖα ἤθελον χρησιμεύσει εἰς αὐτὴν, ὡς λέγουσιν οἱ
689τραπεζῖται, ὡς Stock, ἵνα ἀμυνθῇ κατὰ πάσης ἐπιδρο-
690μῆς, μελλούσης νὰ διαταράξῃ τὰς τιμὰς τοῦ τραπεζικοῦ
691γραμματίου καὶ τοῦ χρυσοῦ. Καὶ ταῦτα, τὰ ὁποῖα λέγω,
692τὰ λέγω δημοσίᾳ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ἵνα μὲ
693ἀκούσωσι πάντες οἱ μετ’ ἐμοῦ συνομιλήσαντες, καὶ ἑπομέ-
694νως δώσω τὴν εὐκαιρίαν εἰς αὐτοὺς νὰ ἀρνηθῶσιν ὅσα εἶπον,
695ἐὰν δὲν λέγω τὴν ἀλήθειαν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν
696ἀκροατηρίων).
697(Ἀναγινώσκει): «Κατὰ τὰς ὁδηγίας ὑμῶν, ἦλθον εἰς
698»λίαν ἐμπιστευτικὰς διαπραγματεύσεις, διὰ μέσου Ἄγγλου
699»φίλου μου, ὑψηλὴν κατέχοντος θέσιν ἐν τῷ Ἄστει, πρὸς
700»τινα ἀγγλικὴν Τράπεζαν, ἥτις εἶναι δευτέρα τὴν θέσιν
701»καὶ τὴν δύναμιν μόνης τῆς Τραπέζης τῆς Ἀγγλίας. Τὸ
702»Συμβούλιον τῆς Τραπέζης ἐθεώρησε λίαν ἐπιτυχῆ τὸν
703»προτεινόμενον συνδυασμὸν, καθ’ ὃν θὰ ἠσφαλίζετο ἡ πλη-
704»ρωμὴ τῶν τοκομεριδίων ἐπὶ τρία ἔτη, οἱ δὲ εἰς τοῦτο
705»συνήθως χρησιμεύοντες δημόσιοι πόροι ἤθελον ἀφιερωθῆ
706»κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο εἰς βαθμιαίαν ἄρσιν τῆς ἀναγ-
707»καστικῆς κυκλοφορίας, οὕτως ὥστε διὰ τοῦ τοιούτου δα-
708»νείου δὲν θὰ ηὔξανε τὸ δημόσιοι χρέος τῆς χώρας, ἀλλ’
709»ἀπ’ ἐναντίας θὰ ἠλαττοῦτο καὶ τοῦτο καὶ ἡ ζημία, ἣν
710»νῦν ὑφίσταται ἡ χώρα διὰ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ,
711»διότι, ἅμα συνομολογουμένου τοῦ δανείου, θὰ ἔπιπτε τὸ
712»συνάλλαγμα. Ταῦτα καὶ ἄλλα πλεονεκτήματα ἦσαν
713»ἀμέσως κατάδηλα, καὶ δὲν εἶχον μεγάλην δυσκολίαν νὰ
714»πείσω αὐτοὺς πρὸς τοῦτο. Ἀφοῦ ὅμως παρενέπεσαν αἱ
715»ἑορταὶ τοῦ τέλους καὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἔτους, καθ’ ἃς, ὡς
716»εἰκὸς, οὐδὲν εἶναι δυνατὸν γενέσθαι, ἀνεφάνησαν αἱ νέαι
717»δυσκολίαι, αἵτινες ἀπεθάῤῥυναν τελείως τὸ Συμβούλιον
718»τῆς Τραπέζης.»
719Ἀλλὰ πλὴν τῆς συνεννοήσεως ταύτης ἐτέλουν εἰς συνεν-
720νόησιν, ὡς εἶπον ὑμῖν, καὶ μετὰ φίλων γνωστῶν τραπεζι-
721τῶν, οἵτινες πολλάκις προσήνεγκον τὰς ὑπηρεσίας αὐτῶν
722εἰς τὰς Κυβερνήσεις, ὁσάκις ἐφίστατο ἀνάγκη εὑρέσεως δα-
723νείου. Ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι καὶ αἱ συνεννοήσεις
724αὗται ἔβαινον οὕτως, ὥστε καθίστατο λίαν πιθανὸν, ὅτι
725ἤθελον καταλήξει εἰς ἀποτέλεσμα.
726Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα μέχρις ὡρισμένου χρόνου.
727Ἀναγκάζομαι ὅμως ν’ ἀναδράμω πάλιν ἐπὶ τὴν περίοδον
728ταύτην, διότι δὲν πρέπει ν’ ἀφήσω ἄνευ ἀναιρέσεως τὴν
729πολλάκις διαχυθεῖσαν ἐν ταῖς ὁδοῖς ψευδολογίαν, ὅτι ἡμεῖς
730συνετελέσαμεν εἰς τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ συναλλάγματος καὶ
731τοῦ χρυσοῦ. Ἔχω πίνακα, δηλοῦντα τὴν καθημερινὴν τι-
732μὴν τοῦ συναλλάγματος καὶ τοῦ χρυσοῦ καθ’ ὅλας τὰς ἡμέ-
733ρας τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἔτους 1891. Ἔχω δὲ πίνακα
734τοιοῦτον καὶ δι’ ὅλας τὰς μέχρι τοῦδε διαῤῥευσάσας ἡμέ-
735ρας τοῦ 1892. Ὁ χρυσὸς κατὰ τὸ 1891 δὲν εἶχε πολ-
736λὰς διακυμάνσεις. Κατ’ Αὔγουστον ἦτο μεταξὺ 128 καὶ
737129 λεπτῶν, ἀλλ’ εἶχε καταβῆ καὶ εἰς 127 μόνον. Κατὰ
738Σεπτέμβριον ἤρχισεν ἀπὸ 128 καὶ ἔφθασε κατὰ τὴν 30
739Σεπτεμβρίου εἰς 128¼ μέχρις 129¼. Ἐν τῷ μεταξὺ
740εἶχε διακυμάνσεις μεταξὺ τῶν 128 καὶ 127. Κατὰ
741Ὀκτώβριον ἤρχισεν ἀπὸ 129 ἕως 130, καὶ κατὰ τὴν 31
742Ὀκτωβρίου εἶχεν ἀνέλθει εἰς 131½ ἕως 132½. Κατὰ
743Νοέμβριον, μέχρι μὲν τῆς 10 τοῦ μηνὸς ἐκυμαίνετο μεταξὺ
744132½ ἕως 133, μέχρι τῆς 20 εἶχεν ἀνέλθει εἰς 133¼
745ἕως 134, καὶ κατὰ τὸ τέλος εἶχε φθάσει τὰ 135 ἕως
746135½. Κατὰ Δεκέμβριον ἀπὸ τῶν 135 μόλις κατὰ
747τὴν 27 τοῦ μηνὸς ἀνῆλθεν εἰς 136, καὶ κατὰ τὴν 31 Δε-
748κεμβρίου κατῆλθεν αὖθις εἰς τὰ 135½. Ἀλλὰ κατὰ
749Ἰανουάριον μέχρι τῆς 11 αὐτοῦ ἀνῆλθεν εἰς 139 ἕως 139½,
750κατὰ τὴν 15 τοῦ μηνὸς εἰς 140½, καὶ κατὰ τὴν
75131 αὐτοῦ εἰς 141¼ ἕως 142¼.
752Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἤρχισε νὰ προμη-
753θεύηται συνάλλαγμα ἀπὸ τῆς 28 Αὐγούστου, ἐπρομηθεύετο
754δὲ ὡρισμένον ποσὸν καθ’ ἑκάστην ἡμέραν. Τὴν 28 Αὐγού-
755στου τὸ συνάλλαγμα ἦτο μεταξὺ 127¾ καὶ 128¾·
756κατὰ τὴν 9 Ὀκτωβρίου ἐτελείωσαν αἱ ἀγοραὶ τοῦ Ὑπουρ-
757γείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τὸ συνάλλαγμα ἦτο 130¼
758πρὸς 131¼, ἤτοι κατὰ τὸ διάστημα, καθ’ ὃ ἠγοράζετο
759τῇ ἐντολῇ ἡμῶν συνάλλαγμα, ἡ ὑπερτίμησις τοῦ χρυσοῦ
760ηὔξησε κατὰ 2½ λεπτά. Ἡ πληροφορία αὕτη δὲν ἀρκεῖ
761διὰ νὰ πείσῃ τοὺς ἀντιλέγοντας, ὅτι ἡ ἀγορὰ τῇ ἐντολῇ
762ἡμῶν συναλλάγματος δὲν συνετέλεσεν εἰς τὴν ὑπερτίμησιν
763τοῦ χρυσοῦ;—διότι ἐγένετο ἀντίῤῥησις, ὅτι, ἐπειδὴ ἀφῃρέθη
764ἀπὸ τὴν ἀγορὰν συνάλλαγμα 10½ ἑκατομμυρίων, ὅσον
765ἠγοράσαμεν διὰ τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια, τὸ συνάλ-
766λαγμα τοῦτο ἦτο προωρισμένον διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἐμ-
767πορίου, τὸ δὲ ἐμπόριον, μὴ εὑρίσκον τὴν περίσσειαν τοῦ
768συναλλάγματος, ὑπεβλήθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πληρώσῃ
769τὴν ὑπερτίμησιν αὐτοῦ. Ἀλλὰ ἡ ἀντίῤῥησις αὕτη δὲν εἶναι
770βάσιμος. Ἐὰν ὑπολογισθῇ, ὅτι τὸ 1891 μέχρι τῆς 31
771Δεκεμβρίου ἐξήχθη σταφιδόκαρπος 52 ἑκατομμύρια περισ-
772σότερον ἢ ὅσον εἶχεν ἐξαχθῆ μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου
7731890. Ἐὰν δὲ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐπὶ παντὸς τούτου τοῦ
774ἐξαχθέντος σταφιδοκάρπου οἱ πωληταὶ ἢ οἱ ἔμποροι εἶχον,
775ὡς συνειθίζουσι νὰ λέγωσιν ἐν τῷ ἐμπορίῳ, τραβήγματα
776ἐπὶ τοῦ ποσοῦ αὐτῶν. Ἐὰν ἐνθυμηθῶσιν, ὅτι ἡ μεγίστη
777εὐφορία τῶν σιτηρῶν ἐν Θεσσαλίᾳ δὲν ἠλάττωσε μόνον
778τὴν ἀνάγκην εἰσαγωγῆς σίτου, ἀλλ’ ἐπέφερε καὶ τὴν ἐκ
779Θεσσαλίας ἐξαγωγὴν σίτου, ἑπομένως εἰσαγωγὴν χρυσοῦ,
780θέλουσι πεισθῆ, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 10 ἑκατομμυρίων καὶ
781500 περίπου χιλιάδων φράγκων, τὸ ὁποῖον ἠγοράσαμεν ἐκ
782τῆς ἀγορᾶς, δὲν ἀφῄρεσε ποσὸν τοσοῦτον συναλλάγματος,
783ὥστε νὰ μειωθῇ τὸ ποσόν, τοῦ ὁποίου εἶχεν ἀνάγκην τὸ
784ἐμπόριον, διότι δὲν κατεστάθη ὀλιγώτερον τοῦ κατὰ τὰ
7851890 μέχρι τέλους Δεκεμβρίου ὑπάρχοντος ἐν τῇ ἀγορᾷ.
786Ἀλλὰ καὶ ἂν ἡ ἀγορὰ συναλλάγματος συνετέλεσε κατά
787τι, τί ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν; Ἡ ἀγορὰ τοῦ συναλλάγ-
788ματος ἦτο ἐπιβεβλημένη εἰς ἡμᾶς, ἦτο ὑποχρεωτική,
789πλὴν ἐὰν ἐμέλλομεν νὰ κηρύξωμεν εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν,
790ὅτι δὲν μέλλομεν νὰ πληρώσωμεν τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεω-
791λύσια. Ἀφοῦ δάνειον δὲν προσῆκε νὰ συνομολογήσωμεν
792μέχρι τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου, κατὰ τίνα τρόπον ἠθέλομεν
793πορισθῆ τὸν χρυσὸν ἢ τὸ συνάλλαγμα, ἵνα ἐκπληρώσωμεν
794τὰς πρὸς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν ὑποχρεώσεις μας; Ἡ ὑπερ-
795τίμησις τοῦ χρυσοῦ ἐν τῇ ἀγορᾷ τῶν Ἀθηνῶν δὲν ἦτο
796συμβεβηκός, τὸ ὁποῖον ἐπήνεγκον αἱ ἀνάγκαι τῶν συναλ-
797λαγῶν, ἦτο συμβεβηκὸς ἀσύνηθες, ἰδίως δὲ ἐνεποίει ἔκπλη-
798ξιν εἰς τὸν ἐξετάζοντα περὶ τούτου ἡ ῥαγδαία πτῶσις τῶν
799ἑλληνικῶν χρεωγράφων ἐν ταῖς ἀγοραῖς τῆς Δύσεως, ὑπὸ
800οὐδενὸς λόγου καὶ ὑπὸ οὐδεμιᾶς ἀφορμῆς δικαιολογουμένη,
801μηδόλως δὲ συνεχομένη μὲ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν
802τοῦ Κράτους.
803Ὅταν διεδέχθημεν τοὺς προκατόχους ἡμῶν, κατὰ μῆνα
804Ὀκτώβριον, κατὰ τὴν 24 Ὀκτωβρίου, τὸ δάνειον τῶν 5%
805εἶχε 392,50, τὸ δὲ δάνειον τῶν 4% ἐτι-
806μᾶτο πρὸς 60½. Ἀπὸ τῆς 24 Ὀκτωβρίου ἐφάνη τάσις
807τις πρὸς ὑποτίμησιν, διότι τὴν 25 τὸ δάνειον τῶν 5%
808ὑπετιμήθη εἰς 390, τὴν 28 εἰς 390· καὶ ἀνεβιβάσθη
809μὲν τὴν 29 εἰς 392,50, ἀλλὰ τὴν 31 ὑπετιμήθη πάλιν
810εἰς 391. Προέβη δὲ ἡ ὑποτίμησις εἰς 387,50, εἰς 382, εἰς
811383, εἰς 380, καὶ ἔφθασε μέχρι τῆς 18 Νοεμβρίου εἰς 355.
812Ἀλλὰ μετὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον, ὅταν ἐγνώσθη, ὅτι ἡ Ἑλ-
813λὰς ἐπλήρωσε τὰ τοκομερίδια αὐτῆς, καὶ ὅτι μάλιστα
814ἐπλήρωσεν αὐτὰ ἕνα μῆνα πρὶν ἢ λήξῃ ἡ προθεσμία, τὰ
815ἑλληνικὰ χρεώγραφα ὑπερετιμήθησαν. Ἡ τιμὴ τῶν 355
816τὴν 20 Νοεμβρίου ἀνῆλθεν εἰς 365, ἤτοι κατὰ δέκα μο-
817νάδας περισσότερον, τὴν 21 εἰς 375, τὴν 25 εἰς 380, τὴν
81827 εἰς 382,50, τὴν 29 εἰς 381,50, τὴν 30 εἰς 383, τὴν
8191 Δεκεμβρίου εἰς 390, τὴν 4 Δεκεμβρίου εἰς 392, τὴν 5
820Δεκεμβρίου εἰς 395 καὶ προσήγγιζε νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὴν τι-
821μήν, τὴν ὁποίαν εἶχον προτήτερα. Ἀλλὰ ἀπὸ τῆς 1ης
822Ἰανουαρίου ἐπῆλθε τροπὴ πρὸς τὰ ὀπίσω· τὴν 1ην Ἰα-
823νουαρίου εἰς 391, τὴν 3 εἰς 390, τὴν 10 εἰς 376,50, τὴν
82417 εἰς 367,50 τὴν 31 εἰς 287. Ἀλλὰ 287 μέχρι 500 εἶναι
825διαφορὰ 213. Λοιπὸν εἴχομεν οὕτω ῥαγδαίαν ὑποτίμησιν
826τῶν ἑλληνικῶν ἀξιῶν ἐν ταῖς ἀγοραῖς τῆς Εὐρώπης, τοσαύ-
827την ὑπερτίμησιν τοῦ συναλλάγματος καὶ τοῦ χρυσοῦ ἐν
828τῇ πόλει τῶν Ἀθηνῶν! Ἔπταιεν ἡ οἰκονομικὴ κατά-
829στασις τοῦ Κράτους; Ὅσα καὶ ἂν εἶπε χθὲς ὁ κ. Βουλευ-
830τὴς ἐκ Φθιώτιδος, ὅτι οὐδεὶς χρεωστεῖ ἡμῖν χάριν τινὰ,
831διότι εἰσεπράξαμεν περισσότερα τῶν κατὰ τὸ 1890 εἰσ-
832πραχθέντων, ἦσαν λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἤρεσκον αὐτῷ· ἀλλ’
833ἡμεῖς δὲν ἠξιώσαμεν νὰ ὁμολογῇ ἡμῖν χάριν ὁ κ. Βουλευ-
834τὴς ἐκ Φθιώτιδος· ἐβεβαιώσαμεν τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἦτο
835ἀληθὲς, ὅτι εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1891 περισσότερα τῶν
836εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ 1890. Ἔπρεπε νὰ τὸ ἀποσιω-
837πήσωμεν; ἔπρεπε νὰ τὸ ἀποκρύψωμεν; Καὶ διότι εἴπο-
838μεν αὐτὸ, ἐνόμισεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος, ὅτι ἐζη-
839τοῦμεν νὰ μᾶς ἀπαγγείλῃ ἔπαινον, καὶ ἐπεχείρησε ν’ ἀμ-
840φισβητήσῃ, τί ἐπράξαμεν! «Εἰσεπράξατε, εἶπε, περισσό-
841τερα τελωνειακὰ τέλη, ἀλλ’ ἦσαν τὰ τελωνειακὰ τέλη,
842τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἐπεβάλομεν. Εἰσεπράξατε περισσότερα διὰ
843τῶν ταμείων, ἀλλ’ ἦσαν οἱ φόροι τοὺς ὁποίους ἡμεῖς ἐπι-
844βάλομεν.» Ἡμεῖς ἠλέγξαμεν καὶ ἐπεκρίναμεν ὑμᾶς, ὅταν
845ἀνεβιβάζετε τοὺς φόρους, διότι ὠφείλατε τότε νὰ περιορί-
846σητε τὰς δαπάνας, καὶ ἑπομένως ἠδύνασθε νὰ μὴ ἐπιβά-
847λητε τοὺς φόρους, ὅσους ἐπεβάλετε. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπεκρίναμεν
848ὑμᾶς, διότι ἐπεβάλετε φόρους, νομίζετε, ὅτι ἔπρεπε ἡμεῖς
849νὰ μὴ εἰσπράξωμεν τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους ἐπεβάλετε;
850Ἂν εἰσεπράξαμεν περισσότερα ἀφ’ ὅσα οἱ προκάτοχοι ἡμῶν
851εἶχον εἰσπράξει, ἐνδέχεται τοῦτο νὰ ἦναι ἀποτέλεσμα
852καιρικῶν περιστάσεων, ἐνδέχεται νὰ ἦναι ἀποτέλεσμα τῆς
853εὐφορίας, ἀλλὰ βεβαίως δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα κακοδιοικη-
854σίας, βεβαίως δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα φατριασμοῦ καὶ μερο-
855ληψίας. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
856Τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους κατὰ τὸ 1890 εἰσέπραξαν
857δρ. 28,992,809, κατὰ δὲ τὸ 1891 εἰσέπραξαν 31,320,374,
858ἤτοι εἰσεπράξαμεν 2,327,565 ἐπὶ πλέον. Τὰ τελωνεῖα τοῦ
859Κράτους εἰσέπραξαν κατὰ τὸ 1890 δρ. 30,444,503, κατὰ
860δὲ τὸ 1891 δρ. 35,225,936, δηλαδὴ εἰσέπραξαν κατὰ
861τὸ 1891 4,781,433 περισσότερα τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ
862τὸ 1890.
863Τοιαύτην αὔξησιν ἐσόδων ἔχομεν καὶ ἐκ τῶν εἰδῶν τοῦ
864Μονοπωλίου, ἐκ τῶν ὁποίων εἰσεπράχθησαν 2,233,046
865περισσότερα τῶν κατὰ τὸ 1890 εἰσπραχθέντων. Καὶ οὕτω
866τὰ ἔσοδα τοῦ 1891 ὑπερέβησαν τὰ κατὰ τὸ 1890 πραγ-
867ματοποιηθέντα κατὰ 12,198,877.
868Ἀλλὰ μήπως ἡ ὑπερτίμησις τοῦ χρυσοῦ ἦναι ἀποτέ-
869λεσμα τῆς δυσαναλόγου καὶ ὑπερβαλλούσης πλειονότητος
870τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, τῶν τεθέντων ἐν κυκλοφορίᾳ
871ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ; Εἶπον, ὅτι καὶ κατὰ τοῦτο
872ἡμάρτομεν, διότι ἐλάβομεν χρήματα ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς
873κυκλοφορίας, συμπληρώσαντες δι’ αὐτῶν τὰ πρὸς ἀγορὰν
874τοῦ ἀναγκαιοῦντος εἰς πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ τῶν
875χρεωλυσίων συναλλάγματος. Ἂς ἴδωμεν, πόσα χρήματα
876ἐλάβομεν. Κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1890, ὅτε διεδέχθη-
877μεν τοὺς προκατόχους ἡμῶν, ἡ Κυβέρνησις εἶχε θέσει ἐν
878κυκλοφορίᾳ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ ποσὸν 60,743,975
879δραχμῶν, κατὰ δὲ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1891 τὸ ποσὸν,
880τὸ εἰς λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως τεθειμένον ἐν κυκλο-
881φορίᾳ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, ἀνήρχετο εἰς δραχμὰς
88268,633,850, ἤτοι ὑπερέβαινε τὸ κατὰ τὸν Ὀκτώβριον
883ποσὸν κατὰ δρ. 7,889,875....
884§13ΜΑΝΕΤΑΣ. Ὅλων τῶν Τραπεζῶν;
885§14ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τῆς Ἐθνικῆς· τῶν
886ἄλλων Τραπεζῶν εἶναι μικρὰ ποσά.
887Ἀλλὰ πῶς ἐγένετο δυνατὸν νὰ ἀναβιβασθῇ τὸ εἰς
888λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφο-
889ρίᾳ ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων μέχρις 68,633,850;
890Τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι τοιοῦτον, ἵνα γεννήσῃ ἔκπληξιν, ἂν
891ἀναμνησθῇ τις, ὅτι εἰσεπράξαμεν ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι
89215 Νοεμβρίου 1891 δραχμὰς 53,879,992.93, ἐνῷ ἐδα-
893πανήσαμεν δρ. 72,922,992.55. Ταῦτα τὰ 19,042,999.62,
894τὰ ὁποῖα ἐδαπανήσαμεν πλέον ὅσων εἰσεπράξαμεν, δὲν
895μετεφέρομεν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐκ τῶν ἰδίων ἡμῶν
896οἰκιῶν, διότι, κατὰ δυστυχίαν, δὲν εἴχομεν πάντες ἡμεῖς
897οἱ Ὑπουργοὶ χρήματα, καὶ ἄν τινες ἐξ ἡμῶν ἔχωσι, δὲν
898ἔχουσιν ὅμως τοσαῦτα. Ἑπομένως δὲν ἐδωρήσαμεν ἡμεῖς
899ταῦτα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Τὰ ἐλάβομεν βεβαίως ἐκ
900τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, τὰ ἐλάβομεν καὶ ἐκ
901τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Εἰς ποίαν κατάστασιν
902ἦσαν τὰ χρηματικὰ τοῦ Κράτους, ὅτε διεδέχθημεν τὴν
903προκάτοχον Κυβέρνησιν; Εὕρομεν εἰς χρυσὸν ὑπόλοιπον τοῦ
904δανείου τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης 7,694,650,
905ἀλλ’ εὕρομεν καὶ χρέη νὰ πληρώσωμεν, καὶ τὰ χρέη ταῦτα
906συνίσταντο: αʹ) Εἰς τὴν δόσιν τοῦ δανείου τοῦ σιδηρο-
907δρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης ἐκ φράγκων χρυσῶν 1,148,700.
908βʹ) Τοὺς τόκους τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων ἐκ
909φράγκων 3,502,048. γʹ) Τοὺς τόκους τοῦ δανείου τῶν
910170 ἑκατομμυρίων ἐκ φράγκων 3,117,535. δʹ) Τοὺς
911τόκους τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων ἐκ φράγκων
9122,714,950.30. εʹ) Τὰ ὀφειλόμενα εἰς τὰς τρεῖς Μεγά-
913λας Δυνάμεις ἐκ φράγκων 600,000. ϛʹ) Τὸ προσωρινὸν δά-
914νειον δι’ ἐντόκων γραμματίων ἐκ λιρῶν 600,000, εἰς κεφά-
915λαιον φράγ. 15,000,000, καὶ εἰς τόκους φράγ. 750,000,
916τὸ ὅλον 15,750,000. ζʹ) Τὰ ὀφειλόμενα ὑπόλοιπα πρὸς
917ἐξόφλησιν τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομ-
918μυρίων ἐκ φράγκων 141,097. ηʹ) Τὰ ὀφειλόμενα ὑπόλοιπα
919πρὸς ἐξόφλησιν τῶν ὁμολογιῶν τῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ
9201825 ἐκ φράγκων 6,458. Ἠξεύρετε εἰς πόσον ποσὸν ἀνέρ-
921χονται ταῦτα; Εἰς 26,980,788 καὶ 30 εἰς χρυσόν. Καὶ
922προσέτι εὕρομεν ὑποχρεώσεις νὰ πληρώσωμεν εἰς τραπεζικὰ
923γραμμάτια:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
924χρέος πρὸς τὸν πρώην Βασιλέα δραχ. 100,125.—
925εἰς παγιωθὲν ὑπόλοιπον τοῦ δανείου τῶν
92626 ἑκατομυρίων 507,587.50
927εἰς ὅμοιον τοῦ δανείου τῶν 10 ἑκατομ. 22,156.25
928εἰς ὅμοιον τοῦ δανείου τῶν 9 ἑκατομ. 244,750.—
929εἰς ὅμοιον τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας 47,311.90
930εἰς ὀφειλόμενα πρὸς ἐξόφλησιν ὁμολογιῶν
931τοῦ δανείου τῶν 25 ἑκατομμυρίων 57,808.—
932εἰς ὀφειλόμενα ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν
9334 ἑκατομμυρίων 18,612.—
934εἰς ὅμοια τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων 58,895.—
935εἰς ὅμοια τοῦ δανείου τῶν 10 ἑκατομμυρίων 140,058.—
936εἰς κερματικὰ γραμμάτια, ἅπερ διετήρει
937εἰς κυκλοφορίαν τὸ προκάτοχον Ὑπουρ-
938γεῖον, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ καύσῃ 2,142,934.—
939 3,340,236.65
940Ἐκ τίνων χρημάτων ἠθέλομεν πληρώσει 26,980,788.30
941εἰς χρυσόν, καὶ 3,340,237 εἰς γραμμάτια, ἐνῷ δὲν εὕρο-
942μεν εἰμὴ 7,694,650 εἰς χρυσόν; Μήπως ἡ κλῆσις ἡμῶν
943εἰς τὴν Κυβέρνησιν μᾶς περιέβαλε μὲ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ
944εὕρωμεν τὰ χρήματα ταῦτα ἄλλοθεν, καὶ οὐχὶ ἐκ τοῦ
945δημοσίου ταμείου; Λοιπὸν ἐλάβομεν ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς
946κυκλοφορίας 7,889,874.41. Μήπως ἐλάβομεν περισσότερα
947τῶν ἀναγκαιούντων καὶ ἐσπαταλήσαμεν αὐτά; Ἢ μήπως
948πρώτην φορὰν ἀνεβιβάσθη τὸ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφο-
949ρίᾳ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια χρέος τοῦ Δημοσίου εἰς
95068,633,859.09; Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ σᾶς ἐπανα-
951φέρω τὴν ἱστορίαν τῆς διαχειρίσεως τοῦ δανείου τούτου
952εἰς ἀνοικτὸν λογαριασμόν, διὰ νὰ ἴδητε, ὅτι δὲν ἦτο πρω-
953τάκουστον καὶ πρωτοφανὲς νὰ ἀναβιβασθῇ μέχρι τοσούτου
954ποσοῦ τὸ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ εἰς τραπεζικὰ
955γραμμάτια χρέος τοῦ Δημοσίου, ὥστε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ
956Φθιώτιδος νὰ νομίσῃ, ὅτι ἠδύνατο νὰ ψέξῃ καὶ μεμφθῇ
957ἡμᾶς ἐπὶ τούτῳ.
958Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος χθὲς εἶχεν εὑρεῖ μίαν
959μέθοδον, ἡ ὁποία εἶναι τῳόντι εὐφυεστάτη. Παρέβαλλε τὸ
960καθ’ ἕκαστον Δεκέμβριον ποσὸν τῶν ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυ-
961κλοφορίᾳ ὑπαρχόντων ἐν τῇ ἀγορᾷ γραμματίων, καὶ εὕρι-
962σκεν, ὅτι κατὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1886 ἀνήρχοντο εἰς
96352,465,847.19, ἀλλὰ παρέλειπε νὰ μνημονεύσῃ, ὅτι κατὰ
964Ὀκτώβρ. τοῦ ἔτους ἐκείνου εἶχον ἀνέλθει εἰς 62,399,165.75.
965Ἔλεγεν, ὅτι κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1887 ἦσαν 55,798,449,
966ἀλλὰ δὲν ἐμνημόνευεν, ὅτι κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ ἔτους
967ἐκείνου ἦσαν 65,701,545.87. Ἀνέφερεν, ὅτι κατὰ Δεκέμ-
968βριον τοῦ 1888 ἦσαν 46,401,477.85, παρέλειπε δὲ νὰ
969ἀναφέρῃ, ὅτι κατὰ Νοέμβριον τοῦ ἔτους ἐκείνου ἦσαν
97057,018,972. Μᾶς ἐπέκρινεν, ὅτι εἴχομεν ἀναβιβάσει εἰς
97155,945,595 τὸ ποσὸν κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1890, ἐνῷ
972κατ’ Αὔγουστον οἱ προκάτοχοι ἡμῶν τὸ εἶχον ἀναβιβάσει
973εἰς 66,931,475. Πῶς ἀπὸ τὸν Νοέμβριον ἐντὸς ἑνὸς
974μηνός, ἤτοι κατὰ Δεκέμβριον, ἠλαττώθησαν; Διότι εἶχε
975συνομολογηθῆ δάνειον κατὰ τὰ τέλη Νοεμβρίου, καὶ ἐπλη-
976ρώθησαν διὰ τοῦ δανείου οἱ τόκοι, ἔλαβον δὲ τὰς διὰ τοὺς
977τόκους ὑπεγγύους εἰσπράξεις, καὶ ἀπέδωκαν αὐτὰς εἰς τὸν
978λογαριασμὸν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Καὶ ἐπέκρι-
979νεν ἡμᾶς, ὅτι ἀνεβιβάσαμεν τὸ ποσὸν τῶν ἐπὶ ἀναγκα-
980στικῇ κυκλοφορίᾳ γραμματίων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης
981κατὰ τὸ 1891 εἰς 68,633,850, ἀναγκασθέντες νὰ τὸ
982πράξωμεν, ἀφοῦ δὲν συνωμολογήσαμεν δάνειον, ἀλλ’ ἠγο-
983ράσαμεν συνάλλαγμα διὰ τῶν ἰδίων ἡμῶν χρημάτων, ἐνῷ
984οἱ προκάτοχοι ἡμῶν κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1890 εἶχον ἀνα-
985βιβάσει τὸ δάνειον τοῦτο ὡσαύτως εἰς 68,378,388, ἂν καὶ
986κατ’ ἔτος συνωμολόγουν δάνεια, καὶ δι’ αὐτῶν ἐπλήροναν
987τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια τῶν δανείων. Καὶ κατὰ
988Ἰούνιον τοῦ 1890 πῶς δὲν ὑπερετιμήθη ὁ χρυσὸς εἰς 142
989λεπτά, εἰς ὅσα ὑπερετιμήθη ἐφέτος, ἐνῷ καὶ τότε τὸ δά-
990νειον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἶχεν ἀνέλθει εἰς 68
991ἑκατομμύρια, εἰς ὅσα ἀνῆλθε κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1891;
992Τότε δὲν ὑπῆρχεν ὑπερβολὴ τοῦ ἐν κυκλοφορίᾳ ἐπ’ ἀναγ-
993καστικῇ κυκλοφορίᾳ ὑπάρχοντος ἐν τῇ ἀγορᾷ τραπεζικοῦ
994γραμματίου;
995Ἡ αἰτία τῆς τοσαύτης ὑπερτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ δὲν
996ἦτο ἡ ἀνάγκη τοῦ ἐμπορίου. Συνετελέσθη πρωτοφανὲς γε-
997γονός. Ἠρώτων οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἐν Ἀθήναις: διατὶ ὑπε-
998ρετιμήθη ὁ χρυσός, καὶ διατὶ ὑπερτιμᾶται τὸ συνάλλαγμα;
999Διότι ὑπετιμήθησαν αἱ ἑλληνικαὶ ἀξίαι ἐν Λονδίνῳ καὶ
1000ἐν Παρισίοις, ἀπήντων οἱ περὶ τοὺς χρηματιστάς. Καὶ
1001ἠρώτων πάλιν, διατὶ ὑπετιμήθησαν αἱ ἑλληνικαὶ ἀξίαι
1002ἐν Λονδίνῳ καὶ ἐν Παρισίοις; Διότι ὑπερετιμήθη ὁ χρυσὸς
1003ἐν Ἀθήναις. Οὕτως ἐσχηματίσθη εἷς κύκλος διάλληλος, ὡς
1004λέγουσιν. Ἐξετελέσθη εἷς ἀποκλεισμός. Καὶ ἐπέπρωτο
1005μετὰ πέντε ἔτη νὰ ἴδωμεν πάλιν ἡμᾶς ἀποκλειομένους
1006οὐχὶ ὑπὸ τῶν στόλων τῶν πέντε Μεγάλων Δυνάμεων,
1007ἀλλ’ ὑπὸ τοῦ Χρηματιστηρίου ἐν Ἀθήναις! (Εὖγε! καὶ
1008χειροκροτήματα ἐκ δεξιῶν καὶ ἐκ τῶν ἀκροα-
1009τηρίων).
1010Ἤκουσα χθὲς ἀγαπητόν μοι συνάδελφον, ἐφελκύοντα
1011τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ Χρηματιστηρίου
1012τῶν Ἀθηνῶν. Ἀνομολογῶ, ὅτι τὸ ἵδρυμα τοῦτο εἶναι ἁμαρ-
1013τωλὸν, καὶ βεβαίως καθῆκον εἶχεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπι-
1014στήσῃ τὴν προσοχὴν αὑτῆς ἐπὶ ἱδρύματος ἁμαρτωλοῦ.
1015Ἀλλ’ οὐδέποτε ἠδύνατό τις νὰ φαντασθῇ, ὅτι ἡ τόλμη τῶν
1016ἐκεῖ ἐργαζομένων ἤθελεν ἀνέλθει ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ
1017βουκαλισθῶσιν ὑπὸ τῆς ἐλπίδος, ὅτι αὐτοὶ ἠδύναντο νὰ
1018ἐπιβάλωσι τὸν νόμον εἰς τὴν Ἑλλάδα. (Εὖγε! ἐκ δε-
1019ξιῶν, χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
1020§15ΣΑΚΚΗΣ. Αὐτὸ ὅμως δὲν θὰ κατορθωθῇ ποτέ!
1021§16ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ νομίζετε, Κύ-
1022ριοι, ὅτι θέλει λειτουργεῖ πλέον κοινοβουλευτικὸν πολί-
1023τευμα; Νομίζετε, ὅτι ὁ καθήμενος ἐπὶ τοῦ θρόνου θέλει
1024εἶσθαι πλέον ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ ἐνασκήσει τῶν δικαιωμάτων
1025καὶ προνομίων, τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα ἀπένειμεν εἰς αὐ-
1026τόν; Νομίζετε, ὅτι ὑπάρχει πλέον θεσμός τις ὄρθιος ἐν τῇ
1027χώρᾳ; Δὲν ἀπαιτεῖται, εἰμὴ δέκα ἄνθρωποι, οἵτινες ἐπλή-
1028ρωσαν τὰ ταμεῖά των καὶ τὰ θυλάκιά των διὰ χρυσοῦ, νὰ
1029συνεννοηθῶσι πρὸς ἀλλήλους, διὰ νὰ ἐπιβάλωσι πᾶσαν ἀνα-
1030τροπὴν ἐν τῇ πολιτειακῇ τάξει. Μωρὸς ὁ Ἑλληνικὸς λαός,
1031ὅστις σπεύδει περὶ τὰς κάλπας διὰ νὰ ἐκλέξῃ ἀντιπρο-
1032σώπους καὶ νὰ πέμψῃ αὐτοὺς εἰς τὸ Κοινοβούλιον τῆς Ἑλ-
1033λάδος· οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ οὐδὲν σημαίνουσιν ἀπέναντι
1034τῶν μεσιτῶν τῆς ὁδοῦ Σοφοκλέους! (ῥαγδαῖα χειροκρο-
1035τήματα). Εἶπον, ὅτι οὐδέποτε ὑπεθέτομεν ὅτι ἤθελεν ἀνα-
1036βιβασθῆ εἰς τοσοῦτον ἡ τόλμη αὐτῶν, ἄλλως ἠθέλομεν
1037ἐγκαίρως φροντίσει, καθ’ ὃ εἴχομεν καθῆκον, νὰ ὑποτάξω-
1038μεν αὐτοὺς εἰς τὰ κελεύσματα τῶν νόμων. Βεβαίως περιε-
1039σπώμεθα ὑπὸ πληθύος ὑποθέσεων, προσεβλέπομεν εἰς συμ-
1040φέροντα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην ἐφαίνοντο ἡμῖν
1041ὑπέρτερα, καὶ κατηναλώσαμεν τὸν χρόνον ἡμῶν εἰς τὴν
1042διαῤῥύθμισιν τῶν μεγάλων ἐκείνων συμφερόντων. Τίς νὰ
1043ὑποθέσῃ ὄπισθεν αὐτοῦ τοιαύτην ὑπόνομον ἀνασκαπτομέ-
1044νην, οὐχὶ καθ’ ἡμῶν,—τί εἴμεθα ἡμεῖς;—ἀλλὰ κατὰ τῶν
1045θεσμῶν τῆς χώρας, ἀλλὰ κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ! Βε-
1046βαίως, ἐν ὅσῳ ζῶμεν, δὲν θέλομεν ἐπιτρέψει τοιαύτας ἀσε-
1047βεῖς ἐπιχειρήσεις. Ἐτάχθημεν ὑπὸ τοῦ νόμου καὶ τοῦ Συν-
1048τάγματος φρουροὶ τῶν νόμων, φρουροὶ τῶν θεσμῶν, φρου-
1049ροὶ τῶν συμφερόντων τῆς Πολιτείας. Καὶ ἐν ὅσῳ μὲν δια-
1050χειριζόμεθα τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν ὡς σύμβουλοι
1051τοῦ Στέμματος, δὲν θέλομεν ἐγκαταλίπει τὰς θέσεις μας,
1052ἀγωνιζόμενοι καὶ ἀμυνόμενοι ὑπὲρ τῶν νόμων καὶ τῶν θε-
1053σμῶν καὶ τῶν συμφερόντων τῆς Πολιτείας (εὖγε! εὖγε!).
1054Ἀλλὰ καὶ ἂν αἱ ἐλπίδες, αἵτινες ἔθρεψαν τοὺς κενοὺς τού-
1055τους, ἀλλ’ ἀσεβεῖς βροτοὺς, καὶ ἂν αἱ ἐλπίδες αὐτῶν ἤθε-
1056λον πραγματοποιηθῆ, ἠθέλομεν μὲν καταβῆ ἀπὸ τὰ ἐδώ-
1057λια ἡμῶν, καὶ ἴσως ἠθέλομεν ἀποπεμφθῆ καὶ ἀπὸ τοῦ
1058Βουλευτηρίου, ἀλλ’ ἔχω πεποίθησιν, ὅτι τῇ συνδρομῇ τοῦ
1059Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἠθέλομεν πάλιν ἐπανέλθει, καὶ βεβαιῶ
1060ὑμᾶς, ὅτι τῇ συνδρομῇ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἠθέλομεν δι-
1061δάξει πάντας, οἱοιδήποτε καὶ ἂν ἦναι οὗτοι, ὅτι εἶναι
1062τολμηρὸν νὰ ἀσεβῶσι πρὸς τοὺς θεσμοὺς τῆς χώρας, ἠθέ-
1063λομεν δ’ ὑποτάξει πάντας εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νό-
1064μους. (Εὖγε! εὖγε!).
1065Ἐπέπρωτο, 9 ἔτη νὰ αἱματοκυλισθῇ ἡ Ἑλλὰς, ἐπέ-
1066πρωτο, οἱ ἥρωες ἐκεῖνοι, οἱ μάρτυρες τῆς ἀπελευθερώσεως
1067τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, νὰ θυσιάσωσι τὰς ζωὰς τῶν μελῶν
1068τῶν οἰκογενειῶν των, νὰ θυσιάσωσι τὰ πλούτη των καὶ νὰ
1069ἀποθάνωσι πένητες, διὰ νὰ ἔλθωσι, δὲν ἠξεύρω ἐκ τίνων
1070μερῶν, ἄνθρωποι ἄγνωστοι, οὐδὲν κοινὸν μετὰ τοῦ Ἑλλη-
1071νικοῦ λαοῦ ἔχοντες... (χειροκροτήματα), καὶ νὰ τολ-
1072μήσωσι νὰ ἀνατρέψωσι καὶ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βου-
1073λῆς καὶ τὴν γνώμην τοῦ Ἔθνους, διὰ νὰ ἐπικαθήσωσιν
1074αὐτοὶ ἐπὶ τῶν κοινῶν τῆς πατρίδος!
1075§17ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Χαβιαροχανῖται!
1076§18ΑΣΗΜ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ἔγδυσαν μίαν αὐ-
1077τοκρατορίαν, ἦλθον νὰ γδύσωσι καὶ τὴν Ἑλλάδα!
1078§19ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ ἔλεγον πρὸ 25
1079ἡμερῶν ἐν τῇ οἰκίᾳ μου συνηγμένοι φίλοι, ὅτι ἄνθρωποί
1080τινες, βιοῦντες ἐν Ἀθήναις, ἀγνοῶ ὑπὸ τίνας ὅρους καὶ
1081τίνας συνθήκας, περιήρχοντο τὰ ἐμπορικὰ καταστήματα
1082τῆς ὁδοῦ Ἑρμοῦ καὶ ἔλεγον πρὸς τοὺς ἐργαζομένους ἐκεῖ
1083βιομηχάνους καὶ ἐμπόρους: Τί περιμένετε; Πῶς ἀφί-
1084νετε αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν; Διατὶ δὲν συνιστᾶτε ἐπιτρο-
1085πάς; Διατὶ δὲν συγκινεῖσθε; Διατὶ δὲν πηγαίνετε εἰς τὸν
1086Βασιλέα; Εἶπον πρὸς τοὺς ταῦτα λέγοντας, ὅτι οἱ ἔμποροι τῆς
1087ὁδοῦ Ἑρμοῦ καὶ οἱ βιομήχανοι, οἱ κατοικοῦντες ἐν τῇ πόλει,
1088καὶ οἱ πάσης τάξεως ἄνθρωποι ἔχουσι συνταγματικὸν δι-
1089καίωμα νὰ συνέρχωνται, νὰ ἐκφράζωσι τὸ φρόνημά των, καὶ
1090νὰ διαδηλῶσιν αὐτὸ εἰρηνικῶς. Πρὸ τοῦ συνταγματικοῦ τού-
1091του δικαιώματος ἐγὼ ὀφείλω νὰ κλίνω τὴν κεφαλήν. Ἂν
1092ὅμως ὑπάρχωσιν ἄνθρωποι, ὑποκινοῦντες τοιαῦτα, ἵνα διατα-
1093ράξωσι τὴν τάξιν, ἡμεῖς ἐσμὲν μὲ τὸ ὅπλον ἐπὶ βραχίονος,
1094ὡς στρατιῶται φρουροὶ εἰς τὴν θύραν του οἰκοδομήματος,
1095τὸ ὁποῖον ὀνομάζεται ναὸς τῆς τάξεως καὶ τῶν νόμων.
1096Ἀλλ’ ἂν τυχὸν δὲν ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ συντηρήσωμεν
1097τὴν τάξιν, ἄν οἱ ἀναρχικοὶ οὗτοι κατώρθουν νὰ διαταρά-
1098ξωσι τὴν τάξιν, εἰπέτε εἰς αὐτοὺς, ὅτι θέλουσι περάσει
1099κακὰ μὲ ἡμᾶς, καὶ ὅτι θέλουσιν ἀναγκασθῆ νὰ ἐγκατα-
1100λείψωσι τὸ ἔδαφος τῆς Ἑλλάδος. (Ραγδαῖα χειροκρο-
1101τήματα).
1102Ἀλλὰ, Κύριοι, ὁ ἀποκλεισμὸς συνετελέσθη. Καὶ ἐν
1103Ἀθήναις μὲν ἡ παράλογος καὶ ἀδικαιολόγητος ὕψωσις τοῦ
1104χρυσοῦ καὶ τοῦ συναλλάγματος, ἐν ταῖς ἀγοραῖς δὲ τῆς
1105Εὐρώπης ἡ ἐξ Ἀθηνῶν ἐνέργεια, ἐπέφερον ἀνάλογον καὶ
1106ἀπότομον τὴν πτῶσιν τῶν ἑλληνικῶν ἀξιῶν. (Ἀναγινώ-
1107σκει ἐπιστολὴν ἐξ Εὐρώπης): «Ἡ βιαία ἔκπτωσις τῶν
1108»ἡμετέρων χρεωγράφων ὑπῆρξεν ἀναμφισβητήτως ἀποτέ-
1109»λεσμα προμελετημένης ἐπιθέσεως, σκοπούσης τὴν ματαίω-
1110»σιν τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν τῆς Κυβερνήσεως. Περὶ
1111»τούτου οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν. Πᾶσαι αἱ δημοσιευ-
1112»θεῖσαι ἀπαισιόδοξοι καὶ ἀπελπιστικαὶ ἀνταποκρίσεις ἐπή-
1113»γαζον ἐξ Ἀθηνῶν, αἱ πλεῖσται δὲ τῶν πωλήσεων παρηγ-
1114»γέλθησαν ἐκεῖθεν. Τοιούτου θεάματος ἀλληλοσφαγῆς δια-
1115»δραματιζομένου, τραπεζικὸς οἶκος ὑψίστης περιωπῆς, ἔχων
1116»ὑπόληψιν καὶ θέσιν νὰ διατηρήσῃ, δὲν ἠδύνατο νὰ ἀνα-
1117»μιχθῇ εἰς οἰκονομικὰ Κράτους, ὧν μέχρι τοῦδε εἶχε μεί-
1118»νει ἀμέτοχος.»
1119§20ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἀριστερόθεν). Ποῖος τὰ γρά-
1120φει αὐτά;
1121§21Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ τὰ λέγω. Ταῦτά εἰσιν αἱ
1122πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔχω.
1123Ὁ ἀποκλεισμὸς λοιπὸν ἐτελέσθη. Πάντα τὰ διαδο-
1124θέντα καὶ πάντα τὰ γραφέντα σκοπὸν εἶχον νὰ πείσωσι
1125τοὺς τραπεζικοὺς οἴκους καὶ τὰς ἀγορὰς τῆς Εὐρώπης,
1126ὅτι δὲν εἶναι πλέον τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἄξιον πίστεώς
1127τινος. Ἀλλ’ ὁ ἰσχυρισμὸς εἶναι ψευδὴς, διότι τὸ Ἑλληνι-
1128κὸν Κράτος εὐτυχῶς ἔχει καταφανῆ στοιχεῖα ζωτικότη-
1129τος, ἔχει δὲ λαὸν εὐγενῆ, ὅστις οὐδέποτε θέλει ἐπιτρέψει
1130εἴς τινα, ἀντιπροσωπεύοντα αὐτὸν ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν
1131κοινῶν, ἵνα ἀθετήσῃ τὰς ἐπισήμους ὑποχρεώσεις τοῦ Κρά-
1132τους, τὴν τιμὴν αὐτοῦ. Τάσσει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὑπεράνω
1133παντὸς ἀγαθοῦ καὶ παντὸς δικαιώματος τὴν τιμήν του, οὐδὲ
1134λησμονεῖ, ὅτι ἐκ τῆς περὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου καλῆς
1135φήμης ἐπηρεάζονται τὰ μεγάλα αὐτοῦ ἐθνικὰ συμφέροντα,
1136καὶ ὅτι ἀθέτησις τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βα-
1137σιλείου ἤθελε καταστρέψει τὰς ἐλπίδας, τὰς ὁποίας πάν-
1138τες, ὅσοι ἔχομεν ἐν ταῖς φλεψὶν ἡμῶν ἑλληνικὸν αἷμα,
1139συντηροῦμεν μυχίως ἐν τοῖς στέρνοις ἡμῶν μετὰ θλίψεως
1140καὶ ὀδύνης. Οὐδὲ εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς, οἵτινες ἐτύχομεν νὰ
1141κυβερνῶμεν, οὐχὶ νὰ γενώμεθα διερμηνεῖς καὶ ἐκτελεσταὶ
1142τοιαύτης ἀπαισίας ἀποφάσεως, ἀλλ’ οὐδὲ νὰ ἀνεχθῶμεν
1143κἂν νὰ λεχθῇ ἢ νὰ τεθῇ ὑπὸ συζήτησιν. Ἠθέλομεν προ-
1144δώσει τὴν πατρίδα ἡμῶν, καὶ ἠθέλομεν βλασφημήσει εἰς
1145τὴν μνήμην τῶν πατέρων ἡμῶν, ἐὰν τοιοῦτον ἀπειργαζό-
1146μεθα ἔργον. (Εὖγε! εὖγε!). Ἠλέγχομεν τοὺς προκατόχους
1147ἡμῶν, καὶ ἐλέγομεν αὐτοῖς, ὅταν τὰ χρέη τοῦ Κράτους ἀνε-
1148βίβαζον ἀπὸ 412,718,204, ὅσα ὑπῆρχον κατὰ Δεκέμ-
1149βριον τοῦ 1882, εἰς 760,841,757 κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ
11501889. Ἐλέγομεν αὐτοῖς: «σταματήσατε! ἐξυπνήσατε! ἀνα-
1151λογίσθητε τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν δὲν θέλετε δυνηθῆ νὰ εὕ-
1152ρητε δάνεια!» Καὶ ἔτυχε νὰ συμβῇ τοῦτο ἐπὶ τῶν ἡμερῶν
1153μας. Ἀλλ’ ἔτυχεν οὐχὶ ἐξ ὑπαιτιότητος ἡμῶν, οὐχὶ ἐξ
1154οἰκονομικῆς ἀσθενείας τῆς χώρας, ἔτυχεν ἐκ σκευωρίας καὶ
1155μηχανοῤῥαφίας, ὑπὸ ταπεινοτάτων σκοπῶν καὶ ὑπὸ ἀσε-
1156βεστάτων σχεδίων ὑπαγορευθείσης. Ἐλέγομεν τότε, κατὰ
1157τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1889 (ὅρα σελίδα 1369 ἐστενογραφη-
1158μένων πρακτικῶν τῆς συνεδριάσεως τῆς 6 Φεβρουαρίου 1889):
1159«Οἱ χρηματισταὶ τῶν Ἀθηνῶν προετίμησαν νὰ μεταβά-
1160»λωσι μετὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ τὰς Ἀθήνας εἰς Χρηματι-
1161»στήριον τῆς Ἀνατολῆς, καὶ ἐπειδὴ δὲν κατώρθωσαν τοῦτο,
1162»ἀσχολοῦνται νῦν νὰ μεταποιήσωσι τὸ ἐπὶ τῶν Οἰκονο-
1163»μικῶν Ὑπουργεῖον εἰς μεσιτικὸν γραφεῖον, ἢ εἰς παράρ-
1164»τημα τοῦ Χρηματιστηρίου. Δὲν ἔχω ἐχθρότητά τινα πρὸς
1165»αὐτοὺς, ἐὰν δὲν ἐξελάμβανον τὰς Ἀθήνας ὡς Κωνσταντι-
1166»νούπολιν, καὶ ἐὰν δὲν συνηγωνίζοντο νὰ πράξωσιν ἐν Ἀθή-
1167»ναις ὅ,τι ἔπραξαν ἐν Κωνσταντινουπόλει.»
1168Δὲν ἐπιτρέπεται λοιπὸν εἰς ἡμᾶς ν’ ἀφήσωμεν ἐξακο-
1169λουθοῦσαν τοιαύτην κατάστασιν. Μᾶς παρέστησαν ἀφε-
1170ρεγγύους· ἂς ἀποδείξωμεν, ὅτι ἐσμὲν ἱκανοὶ νὰ θυσιασθῶ-
1171μεν, ἵνα πείσωμεν τὸν κόσμον, ὅτι εἴμεθα ἄξιοι τιμῆς καὶ
1172πίστεως. Μᾶς παρέστησαν, ὅτι ἡμεῖς συνεβουλεύομεν τὴν
1173χρεωκοπίαν εἰς τοὺς προκατόχους ἡμῶν, καὶ μᾶς ἐσυκο-
1174φάντησαν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, ἦλθε δ’ ἡμέρα, κατὰ τὴν
1175ὁποίαν αὐτοὶ ὠθοῦσι τὴν χώραν εἰς τὸ ἀπελπιστικὸν τοῦτο
1176σημεῖον, ἡμεῖς δὲ προβαίνομεν νὰ ζητήσωμεν παρὰ τοῦ
1177Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ προσέλθῃ μετ’ αὐταπαρνήσεως ἐπί-
1178κουρος, ἵνα μετ’ αὐτοῦ σώσωμεν τὴν τιμὴν τῆς Ἑλ-
1179λάδος.
1180§22ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Μετὰ πάσης θυσίας θὰ σᾶς δώσῃ
1181τὴν βοήθειάν του ὁ Ἑλληνικὸς λαός.
1182§23ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λυποῦμαι ἀληθῶς, διότι εἰς τοιαύ-
1183την μὲ περιήγαγον ἀνάγκην, ὥστε τοιαύτην παρακέλευσιν
1184καὶ συμβουλὴν ν’ ἀπευθύνω εἰς τοὺς συμπολίτας μου. Γνω-
1185ρίζουσιν ἐκεῖνοι, ὅτι οὐδέποτε ἠσπάσθην, οὐδ’ ἠνέχθην,
1186πάντοτε δ’ ἀπετροπιάσθην τὴν οἰκονομικὴν πολιτικήν,
1187ἥτις ἐφηρμόσθη κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Γνωρίζουσιν ὅτι
1188οὐδέποτε ἔδωκα γνώμην ὑπὲρ αὐξήσεως φόρων καὶ ὑπὲρ
1189ἀπαιτήσεως θυσιῶν. Ἀλλ’ ἡ τιμὴ τῆς Ἑλλάδος ἀπαιτεῖ
1190τοῦτο παρ’ ἡμῶν κατὰ τὴν ὥραν ταύτην, καὶ διὰ τοῦτο
1191μετὰ θάῤῥους προβαίνω, ἵνα ἐπικαλεσθῶ τὴν συνδρομήν,
1192τοῦ Κοινοβουλίου ἢ τὴν συνδρομὴν τοὐλάχιστον ἐκείνων,
1193οἵτινες ἐν αὐτῷ ἀντιπροσωπεύουσι τὸ κρατοῦν φρόνημα
1194τοῦ ἔθνους.
1195§24ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Εἴμεθα πρόθυμοι.
1196§25ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μετὰ θάῤῥους προβαίνω, ἵνα ζητή-
1197σω παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νέας θυσίας, ὅπως ἀπο-
1198δείξωμεν εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅτι ὅσα ἐλέχθησαν περὶ Ἑλ-
1199λάδος ἦσαν συκοφαντήματα καὶ σκευωρίαι, καὶ ἂν προήρ-
1200χοντο ἀπὸ Ἕλληνας, νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι ἔθνος, τὸ ὁποῖον
1201ἐδείχθη τοσοῦτον εὐγενὲς καὶ καθ’ ὃν χρόνον ἦτο ἐν τῇ
1202δουλείᾳ καὶ ἀφοῦ ἐδόθη αὐτῷ ἡ μικρὰ αὕτη καὶ περιω-
1203ρισμένη ἀποκατάστασις, εἶναι πάντοτε ἕτοιμον νὰ δώσῃ
1204καὶ τὸ ὑποκάμισόν του, διὰ νὰ σώσῃ τὴν τιμὴν αὐτοῦ.
1205§26ΜΙΑ ΦΩΝΗ. Νὰ φάγῃ λάχανα!
1206§27ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα, ἔχει τὴν δύναμιν νὰ φάγῃ
1207λάχανα. Ἡμεῖς εἴδομεν τοὺς γονεῖς ἡμῶν τρώγοντας λά-
1208χανα. Ὅσοι δὲν εἶδον τοὺς πατέρας των εἰς τοιαύτας
1209ὑποβαλλομένους θυσίας διέπραξαν αὐθάδειαν, διακόψαντές
1210με διὰ τοιούτων φράσεων.
1211Μετὰ τοιαύτης πεποιθήσεως λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ
1212προτείνω διάφορα νομοσχέδια. Ἐν πρώτοις προτείνω νὰ
1213ψηφισθῶσιν, ἵνα προστεθῶσιν ἐκ νέου τὰ κατὰ τὸ 1890
1214καταργηθέντα δύο δεκατημόρια ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἀρο-
1215τριώντων κτηνῶν. Δεύτερον, νὰ ψηφισθῶσιν ἐκ νέου τὰ
1216κατὰ τὸ 1890 καταργηθέντα δύο δεκατημόρια τοῦ φόρου
1217ἐπὶ τοῦ οἴνου. Τρίτον, νὰ προστεθῶσι τέσσαρες δραχμαὶ
1218κατὰ κιβώτιον πετρελαίου εἰς τὴν προσδιωρισμένην τιμὴν
1219αὐτοῦ. Τέταρτον, νὰ προστεθῶσι 15% εἰς τὰ νῦν εἰσπρατ-
1220τόμενα εἰσαγωγικὰ τέλη ἐπὶ τῶν διὰ τῶν τελωνείων εἰσα-
1221γομένων, ἐξαιρουμένων τοῦ σίτου, περὶ οὗ προτείνω ἴδιον νο-
1222μοσχέδιον, τῆς ζακχάρεως, ὡς βεβαρυμένης διὰ τῶν νῦν
1223εἰσπραττομένων τελῶν, τῶν ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα διατε-
1224λοῦσιν ὑπὸ συμβατικὸν δασμολόγιον, καὶ τῶν βαμβακερῶν
1225ὑφασμάτων, δριλλίων καὶ λοιπῶν, τὰ ὁποῖά εἰσιν ἐν χρή-
1226σει τοῦ λαοῦ. Πέμπτον, προτείνω νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐπι-
1227βάλλονται τελωνειακὰ τέλη ἐπὶ τῶν διὰ τῆς ὁροθετικῆς
1228γραμμῆς εἰσαγομένων ἀντικειμένων. Ἕκτον, προτείνω νὰ
1229προστεθῇ ἓν λεπτὸν κατ’ ὀκᾶν εἰς τὰ ἐπὶ τοῦ εἰσαγομένου
1230σίτου εἰσπραττόμενα νῦν τελωνειακὰ τέλη.
1231Ἐκ τούτων θέλομεν πορισθῆ τὰς ἑξῆς ποσά·
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1232αʹ)Ἐκ τῶν δύο δεκατημορίων, τῶν προστιθεμένων εἰς
1233 τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν δραχ. 460,168
1234βʹ)Ἐκ τῶν δύο δεκατημορίων τοῦ φόρου
1235 ἐπὶ τοῦ οἴνου » 474,000
1236γʹ)Ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς τιμῆς τοῦ πε-
1237 τρελαίου κατὰ 4 δραχμὰς κατὰ κιβώτιον » 720,000
1238δʹ)Ἐκ τῆς προσθήκης 15% εἰς
1239 τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη » 2,177,040
1240εʹ)Ἐκ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς τῶν
1241 15% εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο » 326,556
1242ϛʹ)Ἐκ τῶν ἐπιβαλλομένων τελωνεια-
1243 κῶν τελῶν εἰς τὰ εἰσαγόμενα διὰ τῆς ὁρο-
1244 θετικῆς γραμμῆς » 268,300
1245ζʹ)Ἐκ τοῦ προστιθεμένου ἑνὸς λεπτοῦ
1246 κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τοῦ εἰσαγομένου σίτου » 1,123,116
1247ηʹ)Ἐκ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς τῶν
1248 15% ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τούτου » 168,467
1249 Τὸ ὅλον δρ. 5,717,647
1250Ἀλλὰ πλὴν τούτου, Κύριοι, ἠκούσατε κατὰ τὴν μα-
1251κρὰν συζήτησιν, τὴν γενομένην ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ
1252τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ὅτι ἐκραύγαζεν ἡ Ἀντιπολί-
1253τευσις, ὅτι δι’ αὐτοῦ δὲν θέλομεν εἰσπράξει τὰ 5 ἑκατομ-
1254μύρια, τὰ ὁποῖα προϋπελογίσαμεν. Ἠκούσατε μάλιστα τοῦ
1255κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος χθές, κατηγοροῦντος ἡμᾶς,
1256ὅτι, μεταβαλόντες τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ,
1257καὶ καταργήσαντες τὰ κοπτήρια, εἰσαγαγόντες δὲ τὸ σύ-
1258στημα τῶν δηλώσεων, ἠλαττώσαμεν τὰ ἔσοδα τοῦ Κρά-
1259τους κατὰ τρία ἑκατομμύρια. Αἱ αἰτιάσεις αὗται δὲν μέ-
1260νουσιν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, διαδίδονται καὶ ἐκεῖ, ὅπου δὲν
1261ἐλλείπουσιν οἱ ἱκανοὶ νὰ χαλκεύωσιν ἀποκλεισμούς, καθί-
1262στανται δ’ ἐπιζήμιοι. Πρέπει καὶ κατὰ τοῦτο νὰ ἀφοπλί-
1263σωμεν αὐτούς. Διὰ τοῦτο διὰ νομοσχεδίου ζητοῦμεν παρὰ
1264τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τὴν ἄδειαν νὰ ἱδρύσωμεν καὶ
1265παραχωρήσωμεν τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ. (Χειροκρο-
1266τήματα).
1267Ἀλλὰ πλὴν τούτων, εἶχον ἀναγγείλει εἰς τὴν Βουλήν,
1268καὶ ὀφείλω νὰ ἐκτελέσω τὴν ὑπόσχεσίν μου καὶ νὰ εἰσα-
1269γάγω καὶ ἄλλο νομοσχέδιον. Ἐὰν τοῦτο ἐπιψηφισθῇ καὶ
1270κυρωθῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ ἐφαρμοσθῇ, θέλει συντελέ-
1271σει τὰ μάλιστα εἰς τὴν καταστολὴν τοῦ λαθρεμπορίου, καὶ
1272εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῆς εἰσπράξεως τῶν τελωνειακῶν τε-
1273λῶν. Εἰσάγω λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, δι’ οὗ διαῤῥυθ-
1274μίζεται ἡ καταδίωξις καὶ ἡ τιμωρία τῶν λαθρεμπορίων
1275καὶ τῶν τελωνειακῶν παραβάσεων, κατὰ τρόπον, ὅστις
1276θέλει ἀπαλλάξει τὸ ἐμπόριον ἀπὸ τοῦ λαθρεμπορίου.
1277Ἐλπίζω, Κύριοι, ὅτι, ἐκβιάζοντες καὶ λύοντες οὕτω
1278τὸν χρηματιστικὸν ἀποκλεισμὸν, τὸν ὁποῖον ἐχάλκευσαν
1279κατὰ τῆς Ἑλλάδος, προσφέρομεν ὑπηρεσίαν εἰς τὴν πα-
1280τρίδα ἡμῶν, καὶ ὅτι μετά τινα καιρόν, ὅταν ἰδιῶται θέ-
1281λωμεν ἡσυχάζει ἐν ταῖς οἰκίαις ἡμῶν, θέλει ἀνομολογηθῆ,
1282ὅτι ἐν κινδύνῳ οἰκονομικῷ τῆς πατρίδος, καὶ ἑπομένως ἐν
1283κινδύνῳ πολιτικῷ, δὲν παρελίπομεν νὰ πράξωμεν ὅ,τι οὐ-
1284δέποτε εἴχομεν διανοηθῆ νὰ πράξωμεν, ἤτοι νὰ προτεί-
1285νωμεν νὰ αὐξηθῶσιν οἱ φόροι. (Ραγδαῖα καὶ παρατετα-
1286μένα χειροκροτήματα).
1287§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνή-
1288σεως ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανε-
1289μηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 132–137).
1290Λύεται ἡ συνεδρίασις.
1291Ὥρα 7 μ. μ.