1892.02.03
2.952 στίχοι · 23.059 λέξεις · 59 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 27
τῆς 3 Φεβρουαρίου 1892.
(Δευτέρα)
Ὥρα 4 καὶ 30′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Γεώργιος Γαρέτσας, ἐκ Γκορτσόγλη τοῦ δήμου Ἄριος τῶν Καλαμῶν, διὰ τηλεγραφήματός του πρὸς τὴν Βουλὴν παραπονεῖται κατὰ τῶν στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων, ὡς πιεζόντων αὐτὸν, ἵνα παραδώσῃ τοὺς δύο υἱούς του, φυγοδικοῦντας ἐπὶ φόνῳ. Δι’ ἑτέρου τηλεγραφήματος διάφοροι πολῖται ἐξ Ἄστρους τῆς Κυνουρίας παραπονοῦνται κατὰ τοῦ ἀποσπασματάρχου ἀνθυπολοχαγοῦ Τσιγκάνου, ὡς καταπιέζοντος αὐτούς.
§2ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν λαβὼν τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου ἀνεγνώσθησαν, παρετήρησα, ὅτι μεταξὺ τῶν νομοσχεδίων, τῶν ἀναφερομένων, ὅτι ὑπεβλήθησαν χθὲς ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, δὲν ἀναφέρονται τὰ νομοσχέδια περὶ προσθήκης δύο δεκατημορίων εἰς τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ εἰς τὸν φόρον τοῦ οἴνου. Τοῦτο εἶναι παράλειψις.
§3ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι δι’ ἐπανειλημμένων προτάσεων τοῦ ἁρμοδίου Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν καὶ δι’ ὁμοίων προτάσεων τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν προὐτάθη ἡ ἀπόλυσις τοῦ Εἰρηνοδίκου Ἤλιδος, ἕνεκα πολλῶν καὶ διαφόρων παρεκτροπῶν αὐτοῦ, ἀντιβαινουσῶν πρὸς τὰ καθήκοντα τῆς ὑπηρεσίας του. Ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, διατὶ μέχρι τοῦδε δὲν ἐπραγματοποιήθη ἡ ἀπόλυσις τοῦ Εἰρηνοδίκου ἐκείνου, ἥτις εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν Ὑπουργὸν, ἀφοῦ προσηκόντως καὶ νομίμως προτείνεται;
§4ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω μικρὸν λογαριασμὸν μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅστις ἐν τῇ προχθεσινῇ ἀγορεύσει του, θέλων νὰ ἐπαναλάβῃ τοὺς ἀριθμοὺς, οὓς ἀνέφερον ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1889, παρετήρησεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ, οὓς παρέθηκα, δὲν ἦσαν ἀκριβεῖς. Ἐνῷ δὲ, καθ’ ἣν ἐγὼ κατέθηκα σημείωσιν, τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1889 ἀνήρχετο εἰς 1,700,000, κατὰ τοὺς ἀριθμοὺς τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ ἀνήρχετο εἰς 4 ἑκατομμύρια. Ἡ διαφορὰ εἶναι τοσαύτη, ὥστε μὲ ἀναγκάζει νὰ δώσω μικράν τινα διασάφησιν. Ὅτε ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἠγόρευε, παρεκάλεσα νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ βραχεῖαν διακοπὴν, ἀλλὰ δὲν τὴν ἐδέχθη· ἂν τὴν ἐδέχετο, ἤθελον ἀποφύγει τὴν παραπλάνησιν, εἰς ἣν εἰσῆλθε, παραθεὶς ἀριθμοὺς μὴ ἀκριβεῖς. Ἦτο ἴσως φυσικὸν εἰς λόγον πολιτικὸν, ἄλλον ἔχοντα σκοπὸν, νὰ μὴ δώσῃ πολλὴν προσοχὴν εἰς τοὺς ἀριθμούς. Ὁμιλῶν περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς χρήσεως τοῦ 1889, ἀνεγνώρισεν, ὅτι αἱ ἔκτακτοι τῆς χρήσεως ταύτης δαπάναι ἀνήρχοντο εἰς 80,588,000, καὶ κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1889 ἀνήρχετο εἰς πολλὰ ἑκατομμύρια. Ἐὰν εἰς τοῦτο περιωρίζετο, ἤθελεν ἀρκέσει ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν δίδω, ἐπαναλαμβάνων τοὺς ἀριθμοὺς, οὓς ἐν τῇ ἀγορεύσει μου εἶχον γνωρίσει εἰς τὴν Βουλὴν, τουτέστιν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ μὴ καταλεχθῇ μεταξὺ τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1889 τὸ δαπανηθὲν ποσὸν διὰ τὸ Ἀρχαιολογικὸν Μουσεῖον, τὸ ὁποῖον ἀνήρχετο εἰς 700,000, δαπανηθὲν δυνάμει νόμου ὑφισταμένου, ὁ ὁποῖος οὐ μόνον τὴν πίστωσιν ἐχαρακτήριζεν ἔκτακτον, ἀλλ’ ἐπέτρεπε νὰ συνομολογήσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰδικὸν δάνειον. Δὲν πιστεύω ν’ ἀμφισβητήσῃ τις, ὅτι μεταξὺ τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν τῆς χρήσεως ταύτης καταλέγεται ἡ δαπάνη τῶν στρατιωτικῶν κτιρίων, ἀνερχομένη εἰς 500,000· καὶ περὶ ταύτης ὑπάρχει εἰδικὸς νόμος καὶ ἄδεια πρὸς συνομολόγησιν δανείου. Δὲν πιστεύω ν’ ἀμφισβητήσῃ τις τὸ ἔκτακτον τῆς δαπάνης, ἥτις κατεβλήθη διὰ τὴν προίκισιν τῆς Βασιλόπαιδος Ἀλεξάνδρας. Ταῦτα πάντα ἐὰν προστεθῶσι, τὸ ἔλλειμμα τῶν 4 ἑκατομμυρίων, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήνεγκεν ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς, καταβιβάζεται εἰς 2 ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ καὶ πάλιν ἐὰν εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο περιωρίζετο τὸ ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1889, δὲν ἤθελον ζητήσει τὸν λόγον, ἵνα ἐπανορθώσω τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους ἀνέφερον· ἀλλὰ προέβη ἔτι περαιτέρω· παρετήρησεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι παρεισέφρησαν λάθη λογιστικὰ, ὧν ἕνεκα δὲν ἐπεβαρύνετο ἡ χρῆσις τοῦ 1889 μὲ 17 ἑκατομμύρια, ἅτινα ἐξ ἐσφαλμένης λογιστικῆς πράξεως κατελογίσθησαν εἰς χρέωσιν τῆς χρήσεως τοῦ 1888 καὶ ἅτινα ἐδαπανήθησαν διὰ τὰ Θωρηκτά, ἐνῷ ἡ δαπάνη αὕτη ἔδει νὰ ἐπιβαρύνῃ τὴν χρῆσιν τοῦ 1889. Παρετήρησα ἀπὸ τῆς θέσεώς μου, ὅτι, καὶ ἂν τοιοῦτο λάθος ἐγένετο, τὴν χρῆσιν τοῦ 1889 δὲν ἐπιβαρύνει τὸ ποσὸν τοῦτο, διότι ἡ δαπάνη εἶναι ἔκτακτος, καὶ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἀναγνωρισθεῖσα ὡς τοιαύτη, καὶ δὲν ἔχει ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1889. Ἀλλὰ προέβη περαιτέρω καὶ παρετήρησεν, ὅτι 10,662,000 ἐδαπανήθησαν ἐκ συνομολογηθέντος δανείου πρὸς πληρωμὴν ἐντόκων γραμματίων, καὶ αὐτὰ ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1888, καὶ ἀτόπως ἐπιβαρύνουσι τὴν χρῆσιν τοῦ 1889. Καὶ αἱ δαπάναι αὗταί εἰσι φύσεως ἐκτάκτου· τὸ ἔκτακτον τῶν δαπανῶν εἶναι ἀνεγνωρισμένον καὶ ὑπὸ τῶν δύο Κυβερνήσεων, ἑπομένως δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ λόγος περὶ τούτου. Ἐὰν λοιπὸν ἀφαιρεθῶσι τὰ 2 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα πρότερον ἀνέφερον, ἐὰν ἀφαιρεθῶσι καὶ τὰ 17 ἑκατομμύρια, περὶ τῶν ὁποίων ἔκαμα λόγον, βλέπετε, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1889 περιορίζεται εἰς τὸ ποσὸν τῶν 2 ἑκατομμυρίων καὶ εἰς ποσόν τι κατώτερον τούτου. Ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν εἰς λεπτομερείας, διότι δὲν νομίζω, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι σπουδαῖον. Ἠθέλησα μόνον νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, ὁσάκις ἀγορεύων ἀναφέρω ἀριθμοὺς, ἀρύομαι αὐτοὺς ἐκ τῶν δημοσίων βιβλίων, μετὰ μελέτην ἐπισταμένην καὶ οὐχὶ ἐπιπόλαιον.
§5Γ. Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἐπιτρέψατε ἀπὸ τῆς θέσεώς μου, κύριε Πρόεδρε, νὰ κάμω τὴν ἑξῆς δήλωσιν. Συνεπὴς πρὸς τὸ πρόγραμμα, ὅπερ μετὰ τῶν συναδέλφων μου ἐκ τοῦ νομοῦ Κυκλάδων ἀπετείναμεν πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς μας, δὲν δύναμαι νὰ ψηφίσω νέους φόρους ἄνευ ῥητῆς ἐντολῆς τῶν ἐκλογέων μου. Βλέπων τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, εἰς ἣν περιήλθομεν, θὰ ἠδυνάμην νὰ δικαιολογήσω ἐμαυτὸν ἐνώπιον τῶν ἐντολέων μου, ψηφίζων τινὰς λογικοὺς φόρους, ἐὰν πρῶτον οἰκονομίαι σπουδαῖα καὶ πραγματικαὶ, γενόμεναι, δὲν ἤθελον ἐπαρκέσει εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῆς δημοσίας ἡμῶν οἰκονομικῆς πίστεως, ἐὰν δὲν ἤθελον ἐπαρκέσει εἰς πλῆρες καὶ ἀληθὲς ἰσοζύγιον, καὶ τέλος πάντων ἐὰν διὰ τούτων δὲν ἠθέλομεν ἀπαλλαχθῆ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἥτις καταβιβρώσκει τὰ σπλάγχνα καὶ τὰς σάρκας πάντων ἡμῶν. Ἄνευ τούτων δὲν δύναμαι νὰ ψηφίσω νέους φόρους.
§6ΣΑΚΚΗΣ. Εἰς τὴν δήλωσιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Κυκλάδων ἔχω νὰ παρατηρήσω, ὅτι πάντες οἱ ἀντιπολιτευόμενοι τότε ἐξήλθομεν μὲ πρόγραμμα νὰ μὴ ἐπιβαρύνωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ἀλλὰ συγχρόνως νὰ σώσωμεν τῆς πατρίδα μας ἐκ τῆς χρεωκοπίας καὶ τῆς καταστροφῆς τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα ἀσύνετος πολιτικὴ ἐπὶ ὀκταετίαν ἔφερεν εἰς τοιαύτην κατάστασιν. Ἔσπευσεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος νὰ προδικάσῃ, μὴ ἀναγνωρίζων, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, συγχρόνως μὲ τὴν ἐπιβολὴν τῆς φορολογίας, σκέπτεται καὶ περὶ οἰκονομιῶν, καὶ τὸ παράδειγμα τοῦτο ὀφείλομεν νὰ δείξωμεν πρῶτοι ἡμεῖς, εἴτε ὡς ὑπάλληλοι, εἴτε ὡς συνταξιοῦχοι, ἀφίνοντες ἀνάλογον μερίδα ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους.
§7ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κἀμμίαν παρατήρησιν δὲν ἔχω νὰ κάμω εἰς τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυκλάδων· δὲν ἔχω, παρὰ νὰ συγχαρῶ αὐτὸν ἐπὶ ταύτῃ. Δὲν ἔχω ἐπίσης νὰ εἴπω τι ἐπὶ τῶν λόγων τοῦ ἑτέρου συναδέλφου. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, εἶναι, νὰ προσαγάγῃ κατάστασιν, ἐμφαίνουσαν τὰ ποσὰ τοῦ ἀγορασθέντος χρυσοῦ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τῆς ἐλεύσεώς της εἰς τὰ πράγματα, καὶ τὰ πρόσωπα, δι’ ὧν ἐγένετο ἡ ἀγορὰ, δηλαδὴ ἂν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν κατ’ εὐθεῖαν προέβη εἰς ἀγορὰν συναλλάγματος, ἢ διὰ μεσιτῶν, ἢ διὰ τραπεζιτικῶν καταστημάτων, καὶ διὰ τίνων καὶ εἰς ποίαν τιμήν. Ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην τῶν πληροφοριῶν τούτων, διότι κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην ἐγείρεται τὸ ζήτημα τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ περὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ παραγομένου ἐν Ἑλλάδι καπνοῦ ἐν ὅλῳ· διότι ἔχομεν ἀνάγκην τῆς πληροφορίας ταύτης διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀναμνησθῇ ἐπερωτήσεώς μου, ἣν εἶχον ὑποβάλει, περὶ τοῦ ζητήματος τῆς συμβάσεως τῆς Βιομηχανικῆς Τραπέζης καὶ τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, καὶ καταθέσῃ πάντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα.
§8Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἵνα ἐκπληρώσω τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ προσδιορίσῃ τὴν ἐπερώτησίν του περισσότερον. Ἡ Κυβέρνησις ἠγόρασε συνάλλαγμα διὰ διαφόρους ἀνάγκας, καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἠγόρασε πρὸς πληρωμὴν μικρῶν ὀφειλῶν εἰς καταστήματα βιομηχανικὰ τῆς Εὐρώπης καὶ εἰς ἄλλας προμηθείας ἢ ἀνάγκας τῆς διοικήσεως ἠγόρασε τῇ φροντίδι τοῦ Κεντρικοῦ ταμία. Τὰ συναλλάγματα δὲ, τὰ πρὸς πληρωμὴν τόκων καὶ χρεωλυσίων, ἠγόρασε κατὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν ἐκ τῶν Τραπεζῶν, κατὰ τὴν δευτέραν ὅμως ἑξαμηνίαν τοῦ 1891 τὸ πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων αὐτῆς συνάλλαγμα ἠγοράσθη διὰ τῆς Τραπέζης τῆς Κωνσταντινουπόλεως.
§9ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀκριβῶς τὴν πληροφορίαν αὐτὴν ἤθελον νὰ λάβω, διὰ νὰ ἔχω μίαν ἐπίσημον βεβαίωσιν τοῦ τρόπου τῆς προμηθείας τοῦ συναλλάγματος παρὰ τοῦ Δημοσίου, ἀδιάφορον, ἂν εἰς μεγάλα ἢ μικρὰ ποσά. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν, ὅτι, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἠγόρασε τὸ συνάλλαγμα, τοῦτο δὲν ἔλαβε μεταβολὴν, εἰμὴ 2 λεπτῶν ἢ 2 καὶ ἡμίσεως. Ἐγὼ ἐπεθύμουν νὰ βεβαιωθῇ ἐπισήμως ὁ τρόπος τοῦ πορισμοῦ τοῦ χρυσοῦ, διότι ἐκ τούτου θέλει ἀποδειχθῆ, ἂν ἡ διαφορὰ ἦτο πραγματικὴ ἢ μὴ, καὶ πόση.
§10ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐνόησα.
§11ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπιθυμεῖ νὰ ἐξηγηθῶ. Δὲν ἔχω δυσκολίαν. Ἡ διαφορὰ τοῦ συναλλάγματος κατὰ 2 λεπτὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι πραγματική· τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ἡ Τράπεζα τῆς Κωνσταντινουπόλεως παρέσχεν εἰς τὸ Δημόσιον τὸ συνάλλαγμα, ὅπερ εἶχε διαθέσιμον, αἱ τιμαὶ πιθανὸν νὰ μὴ ὑψώθησαν, ἀλλ’ ὅταν ἡ αὐτὴ Τράπεζα κατῆλθεν εἰς τὴν ἀγορὰν, διὰ νὰ ἀγοράσῃ συνάλλαγμα, ὅπως καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν, ὡς ἐκ τῆς παραδόσεως αὐτοῦ πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, τὸ συνάλλαγμα βεβαίως ὑψώθη. Δὲν ἀρκεῖ τὸ νὰ μὴ προκαλῇ τις ἐντέχνως κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἀγορᾶς τοῦ συναλλάγματος τὴν ὕψωσιν τῆς τιμῆς αὐτοῦ, κυρίως πρέπει νὰ φροντίζῃ νὰ μὴ ἐξαντλῇ τὸ ἐν τῷ τόπῳ διαθέσιμον συνάλλαγμα. Μὲ ἐννοεῖ κάλλιστα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλ’ ἴσως δὲν θέλει νὰ μὲ ἐννοήσῃ.
§12Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅ,τι γνωρίζω εἶναι, ὅτι καθ’ ἑκάστην ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπρόκειτο ἀγορὰ συναλλάγματος, οἱ διευθύνοντες τὸ κατάστημα τῆς Τραπέζης Κωνσταντινουπόλεως μοὶ ἔστελλον ἀπόδειξιν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐσημείουν τὸ ποσὸν τὸ ἀγορασθὲν καὶ τὴν τιμὴν, εἰς ἣν ἠγοράσθη. Αὐτὴν τὴν ἀπόδειξιν παρέβαλλον τὴν αὐτὴν ἡμέραν πρὸς τὸ δελτίον τοῦ Χρηματιστηρίου, καὶ εὕρισκον ἂν συμφωνῇ πρὸς αὐτὸ, ἢ ἂν διαφέρῃ. Ἐὰν τὸ Χρηματιστήριον ἐσημείου ἀριθμοὺς μὴ ἀληθεῖς, ἢ ἂν ἐγίνετο ἄλλο τι, οὐδεμίαν ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ὑπολάβω ὡς πιθανόν· διὰ τοῦτο ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὐδὲν τούτων συνέβη.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ τὸ ἔτος 1892.
§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδόλως ἐθαύμασα, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐν τῇ παρούσῃ συζητήσει ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπεδίωξεν ὅ,τι πάντοτε ἐπιζητεῖ ἐπὶ πολιτικῶν καὶ οἰκονομικῶν ζητημάτων, ν’ ἀπαλλαγῇ αὐτὸς πάσης εὐθύνης· διότι ἐν πάσῃ πολιτικῇ καὶ οἰκονομικῇ αὐτοῦ ἐνεργείᾳ τοῦτο διακρίνομεν, ὅτι δὲν ἐννοεῖ, ὅτι ὁ κυβερνῶν τὸ Κράτος καὶ ὁ διευθύνων τὰ οἰκονομικὰ ὑπέχει εὐθύνας, ἐφ’ οἷς πράττει. Πάντοτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν προσπαθεῖ νὰ παραστήσῃ, ὅτι αἱ δυσχέρειαι, ἐν αἷς εὑρίσκεται, καὶ τὰ ἀδιέξοδα, ἐν οἷς εἰσέρχεται, δὲν προέρχονται ἐξ ἰδίας αὐτοῦ ὑπαιτιότητος, ἀλλ’ εἶναι ἔργα ἄλλων, καὶ ἐκ τούτου συμβαίνει τὸ παράδοξον, ὅτι ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ Κυβέρνησις μὲν εἶναι οἱ καθήμενοι ἐπὶ τῶν ἑδωλίων ἐκείνων, ἀλλὰ συζήτησις γίνεται ὡς πρὸς Κυβέρνησιν πρὸς τοὺς καθημένους ἐπὶ τῶν ἑδωλίων τούτων. Ἀκόμη καὶ σήμερον, ὅ,τι συζητεῖται δὲν εἶναι αἱ πράξεις τῆς νῦν Κυβερνήσεως, αἱ σχετιζόμεναι πρὸς τὰ νῦν ἀποτελέσματα, ἀλλ’ εἶναι αἱ πράξεις τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὡς δῆθεν παραιτίου τῶν νῦν ἀποτελεσμάτων. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἔρχομαι νὰ συζητήσω περὶ τῶν εὐθυνῶν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ ἦναι ἀπηλλαγμένη εὐθύνης ἐν τοῖς ζητήμασι τούτοις, οὐδόλως θέλω κινήσει τὸ ζήτημα τῆς εὐθύνης, καὶ ἂν ὁμιλήσω περὶ τῶν ἐνεργειῶν τῶν προκατόχων τῆς νῦν Κυβερνήσεως, δὲν θέλω πράξει τοῦτο ἐν σχέσει πρὸς τὰ ζητήματα τῆς εὐθύνης. Ἐν σχέσει πρὸς τὰ ζητήματα τῆς εὐθύνης ἡμεῖς καλούμεθα νὰ ὁμιλήσωμεν ἐν οἰκείῳ χρόνῳ, καὶ θέλομεν ὁμιλήσει περὶ αὐτῶν τότε, διότι τότε ὀρθῶς ἡ Κυβέρνησις κινεῖ τοιαῦτα ζητήματα. Ἀλλὰ, καίτοι ἡμεῖς σήμερον δὲν θέλομεν ὁμιλήσει περὶ τῶν θεμάτων, τῶν ἀφορώντων εἰς τὸ παρελθὸν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς εὐθύνης, θέλομεν ὅμως ὁμιλήσει περὶ αὐτῶν, διότι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἀπὸ τοῦ 1886 ἕως τοῦ 1890, ὅπως καὶ ἀπὸ τοῦ 1882 ἕως τοῦ 1885, εἶχε κυριωδεστάτην ἐντολὴν τὴν ἀποκατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, ἅτινα καὶ κατὰ τὸ 1882 καὶ κατὰ τὸ 1886 ἀνωμάλως ἔχοντα, παρίσταντο δεόμενα σπουδαίας ἐπιμελείας, ἵνα καταστῶσι κανονικὰ καὶ ὁμαλά. Ἐν ἀμφοτέραις ταύταις ταῖς περιστάσεσιν οἱ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως εἰργάσθησαν, ὅπως ἀποκαταστήσωσι τὰ οἰκονομικὰ, καὶ ἔχομεν ἤδη τὰ τότε ἐνεργηθέντα ὁδηγὸν, ἵνα κρίνωμεν, ἂν τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας ἦναι δεκτικὰ ἀποκαταστάσεως, ἢ ἂν αἱ ἐνέργειαι, αἱ τότε γενόμεναι, ἀπέδειξαν, ὅτι τοιαῦται ὑπάρχουσιν ἐλλείψεις ἐν τοῖς στοιχείοις τῆς οἰκονομικῆς τῆς χώρας λειτουργίας, ὥστε ἀδύνατον εἶναι νὰ καταστῇ αὕτη ἀρτία· διότι, ἐὰν τῷ ὄντι ἡ ἐνέργεια τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως κατὰ τὰς δύο περιόδους τῆς λειτουργίας αὐτῆς δὲν ἀπέληξεν εἰς αἴσια ἀποτελέσματα, ὀλίγας δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐλπίδας περὶ ὁριστικῆς ἀποκαταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν, καὶ θὰ ὦμεν ἠναγκασμένοι ν’ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι ὑπάρχει τις ἀνεπάρκεια ἐν τῇ καταστάσει τῇ οἰκονομικῇ τῆς χώρας, μὴ ἐπιτρέπουσα τὴν ἀνόρθωσιν. Ἐπειδὴ ὅμως ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἤγαγε τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας εἰς πλήρη ἀνόρθωσιν, διὰ τοῦτο θέλω ὁμιλήσει, ἀρχόμενος τοῦ λόγου, περὶ τῆς ἐν τῷ παρελθόντι κυβερνητικῆς ἐνεργείας, καὶ παρήγορος βεβαίως ἔσται πρὸς πάντας ὑμᾶς, καὶ πρὸς τοὺς φίλους καὶ πρὸς τοὺς μὴ φίλους τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἡ πεποίθησις, ἣν ἐκ τῆς παραστάσεώς μου θέλετε ἀρυσθῆ, ὅτι δύνανται τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας ν’ ἀποκατασταθῶσι, καὶ ἡ ἀπόδειξις, ὅτι δύνανται ν’ ἀποκατασταθῶσιν ἐκ τῆς ἀνορθώσεως αὐτῶν, ἣν εἶχεν ἐπιτελέσει πλήρη ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ὅτε κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1890 ἀπεχώρησε τῆς ἀρχῆς. Κατὰ τὸ 1886 ἀνελάβομεν τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας ἐν καταστάσει λίαν ἀνωμάλῳ. Δὲν θὰ ὁμιλήσω ἐγὼ περὶ τῶν εὐθυνῶν ἐπὶ τῇ καταστάσει ἐκείνῃ, ἀλλ’ οὐδεὶς θέλει ἀρνηθῆ, ὅτι ἡ κατάστασις ἦτο ἀνώμαλος, οὐδεὶς θέλει ἀρνηθῆ, ὅτι, καθ’ ἣν ἡμέραν ἀνελαμβάνομεν τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ἐκαλούμεθα, ἵνα ἀποτίσωμεν ὀφειλὰς ἀπαιτητὰς, οὐ μόνον ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης, ἀλλ’ ἀπαιτητὰς ἀπὸ χρόνου ἤδη ἱκανοῦ, καὶ ὧν τότε ἐζητεῖτο ἡ ἐξόφλησις. Εἴχομεν ἄρα καθῆκον τότε νὰ προνοήσωμεν καὶ περὶ τοῦ ἀμέσου παρόντος, ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ μετ’ ὀλίγον μέλλοντος· εἴχομεν καθῆκον νὰ προνοήσωμεν καὶ περὶ τῆς ὁριστικῆς ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, καὶ ἐν τῇ ἐργασίᾳ ταύτῃ συνεπράξαμεν μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους. Ἐκαλέσαμεν τότε τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους, ἵνα συναινέσωσιν ἐν ὀνόματι τοῦ Ἔθνους εἰς θυσίας, ἐκαλέσαμεν αὐτοὺς, ἵνα δώσωσι τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῶν πλήρη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα δυνηθῇ αὕτη νὰ διεξαγάγῃ ἐνέργειαν, δι’ ἧς ἤθελεν ἐπιτευχθῆ καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἡ ἐν ἰσοζυγίῳ διαῤῥύθμισις, ἀλλὰ καὶ τῶν νομισματικῶν ἐν γένει τῆς χώρας ἡ διευθέτησις. Διότι πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι δύο τινά, παραλλήλως βαίνοντα, πρέπει νὰ διευθετῶνται συνάμα πρὸς τὴν ἀποκατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν, καὶ ὅτι δὲν ἀρκεῖ ἡ διευθέτησις τοῦ ἑνὸς ἄνευ τῆς διευθετήσεως τοῦ ἄλλου· πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἄνευ ἰσοζυγίου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ οὐδὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν πρὸς τὴν οἰκονομικὴν ἀνόρθωσιν τῆς χώρας, ἀλλὰ καὶ ὅτι τὸ ἰσοζύγιον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δὲν ἀρκεῖ, διότι ὁ προϋπολογισμὸς ἡμῶν δὲν εἶναι προϋπολογισμὸς μεταλλικοῦ νομίσματος, εἶναι προϋπολογισμὸς χαρτίνου νομίσματος, ἐπειδὴ δὲ τὸ Κράτος ἔχει δύο προϋπολογισμούς, ἔχει τὸν προϋπολογισμὸν τὸν χάρτινον, ἀλλὰ καὶ τὸν μεταλλικὸν ὡς πρὸς τὰς σχέσεις αὐτοῦ πρὸς τοὺς πιστωτὰς τοὺς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, πρέπει μὲν ἐν ἐκείνῳ τῷ προϋπολογισμῷ νὰ ἐπιτυγχάνωμεν τὸ ἰσοζύγιον, ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ ἰσοζύγιον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, τῷ ψηφιζομένῳ παρὰ τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι καὶ ἰσοζύγιον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῷ μεταλλικῷ, πρέπει καὶ τοῦ μεταλλικοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ ἐπιζητῶμεν τὴν διευθέτησιν. Καὶ πρὸς ταύτην ἐπίσης εἰργάσθημεν, καὶ ἔρχομαι ἤδη νὰ ἐξετάσω, ποῖα ὑπῆρξαν τὰ ἀποτελέσματα καὶ ἐν ταύτῃ καὶ ἐν ἐκείνῃ. Τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους παρελαμβάνομεν ἐν πλήρει ἀνισότητι δαπανῶν πρὸς τὰ ἔσοδα, παρελαμβάνομεν αὐτὸν ἐν ἐλλείμματι μεγαλειτέρῳ ἔτι τοῦ καταφαινομένου ἐν τοῖς ἀριθμοῖς τῶν δημοσιευομένων πινάκων. Ὅτε ἐδέησε νὰ καταρτίσωμεν ἐν σχεδίῳ τὸν προϋπολογισμόν, ἵνα ἐπὶ τοῦ σχεδίου τούτου πρὸς τὴν ὁριστικὴν αὐτοῦ ἐκπόνησιν διοικητικῶς ἐργασθῶμεν, εὕρομεν τὰς δαπάνας τοσοῦτον αὐξηθείσας, ὡς ἐκ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ παρελθόντος, ὥστε, ἐὰν μὴ ἐλαμβάνομεν μέτρα σπουδαῖα περικοπῆς τῶν ἐξόδων, πρὶν ἢ ὑποβάλωμεν τὸν προϋπολογισμὸν εἰς τὴν Βουλήν, δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ διαφορὰ τῶν ἐξόδων ὑπὲρ τὰ ἔσοδα, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κειμένης νομοθεσίας, νὰ ἐπέτρεπεν ἐλπίδα εἰς τὴν Βουλὴν περὶ ἀποκαταστάσεως τοῦ ἰσοζυγίου διὰ νέων νομοθετημάτων, ἔστω καὶ ἐκτάκτως ἐπαχθῶν. Ἐδέησεν ἄρα, πρὶν ἢ ὑποβάλωμεν τὸν προϋπολογισμὸν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν μέτρα, πρὶν ἢ ζητήσωμεν παρὰ τῆς Βουλῆς, ἵνα διὰ νέων νομοθετημάτων συντελέσῃ εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ἰσοῤῥοπίας ἐξόδων καὶ ἐσόδων, ἐδέησε καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων νὰ προσπαθήσωμεν νὰ φέρωμεν ἐν αὐτῷ, ὅσον ἐνῆν, πλείονας οἰκονομίας. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ὅτε κατ’ ἐντολὴν ἡμῶν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν παρεσκεύασε τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων αὐτοῦ, οὗτος ἀνήρχετο εἰς 24 ἑκατομμύρια καί τινας ἑκατοστύας χιλιάδων δραχμῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων. Οὐδὲν δὲ παράδοξον, ἀφοῦ οἱ κείμενοι νόμοι καὶ ὁ ἐτησίως ψηφιζόμενος παρὰ τῆς Βουλῆς νόμος ὁρίζουσι τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ εἰς 28 χιλιάδας καὶ πλέον ἄνδρας, ἀφοῦ πλὴν τῆς δυνάμεως ταύτης εἴχομεν καὶ τοὺς ἐπὶ τριμήνῳ ὑπηρετοῦντας διαθεσίμους, οὐδὲν παράδοξον, ἐὰν εἰς 24 ἑκατομμύρια ἐλογίζετο ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἡ δαπάνη ἡ ἀπαιτουμένη, καὶ ἐν ἄκρᾳ μάλιστα οἰκονομίᾳ, ὡς ἔλεγεν ἡ τότε ὑπηρεσία ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐπὶ δαπάνῃ 24 ἑκατομμυρίων ἐν τοῖς ἐξόδοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐλπίσωμεν ἀποκατάστασιν ἰσοζυγίου· ἑπομένως εἰργάσθημεν εἰς περικοπὴν τῶν δαπανῶν ἄνευ μεταβολῆς τῆς νομοθεσίας, ἡ δὲ περικοπὴ αὕτη τῶν δαπανῶν ἐπέτρεψεν εἰς ἡμᾶς νὰ ὑποβάλωμεν τὸν προϋπολογισμὸν, ἀναγράφοντα δαπάνην 18 ἀντὶ 24 ἑκατομμυρίων, ἡ δὲ ἐφαρμογὴ ἐπέτρεψεν εἰς ἡμᾶς, ἀντὶ τῶν 24, τὸ πρῶτον ἀναγραφομένων, ἀντὶ τῶν 18, εἰς ἃ περιωρίσθη ἡ ἀναγραφή, νὰ δαπανήσωμεν 15 ἑκατομμύρια μόνον καὶ 800 χιλ. δραχμῶν. Τοιαύτη οἰκονομία ἀπὸ 24 εἰς 16 ἑκατομμύρια, ἤτοι 8 ἑκατομμυρίων, ἐπηνέχθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς τότε εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, κατ’ ἀναλογίαν δὲ ἐπηνέχθησαν οἰκονομίαι καὶ ἐν τοῖς ἄλλοις Ὑπουργείοις, καὶ μόνον ἀφοῦ τοιαῦται ἐπηνέχθησαν οἰκονομίαι εἰς τὰ Ὑπουργεῖα, ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων καὶ συνάμα ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων μετὰ τῶν νομοθετημάτων, δι’ ὧν ἐπεβάλετο πρόσθετος φορολογία. Καὶ ἐπεβλήθη τότε πρόσθετος φορολογία, ὡς ἐκ τῆς ὁποίας αἱ πρόσοδοι τοῦ Κράτους, αἵτινες τέως ἀνήρχοντο εἰς 60 ἑκατομμύρια, ἀνεβιβάσθησαν, ὡς οἱ ἀπολογισμοὶ ἀποδεικνύουσιν, εἰς 83 ἕως 84 ἑκατομμύρια εἰσπραχθέντα. Τοιαῦται διαφοραὶ καὶ εἰς τὰ ἔξοδα καὶ εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ ἑπόμενον ἦτο ν’ ἀπολήξωσιν εἰς τ’ ἀποτελέσματα, ἅτινα ἠκούσατε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀπαγγελλόμενα ἐντεῦθεν ὑπὸ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς μειονοψηφίας ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας παρέστησεν εἰς τὴν Βουλήν, ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων προκῦπτον, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1887 κατέληξεν εἰς πλῆρες ἰσοζύγιον τακτικῶν ἐσόδων πρὸς τακτικὰ ἔξοδα, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1888 ἀφῆκεν ἀνάξιον λόγου ἔλλειμμα, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1889 ἀφῆκε τὸ ἐλάχιστον ἔλλειμμα, περὶ οὗ πρὸ ὀλίγου ἠκούσατε τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς μειονοψηφίας, λέγοντος, ὅτι δὲν ἦσαν ἀκριβῆ, ὅσα ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐν τῇ ἀγορεύσει αὐτοῦ προχθὲς ἐξέθηκε, καὶ ἐπικαλουμένου τὸν ἀπολογισμόν, τὸν εἰσαχθέντα ὑπ’ αὐτῆς τῆς νῦν Κυβερνήσεως, ἐπιμαρτυροῦντα, ὅτι καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1889 ἀπέληξεν εἰς τὸ σχετικῶς ἀσήμαντον ἔλλειμμα τοῦ 1 ἑκατομμυρίου καὶ 700 χιλιάδων δραχμῶν. Τοιαῦτα ὑπῆρξαν τ’ ἀποτελέσματα ὡς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ἡ οἰκονομικὴ ἐκείνη διαχείρισις, ἥτις παρέλαβε προϋπολογισμὸν ἐν διαφορᾷ ἐπὶ ἔλαττον ἐξόδων πρὸς τὰ ἔσοδα 40 καὶ πλέον ἑκατομμυρίων, ἠδυνήθη νὰ καταλήξῃ εἰς ἀπολογισμούς, ἐν πλήρει ἰσοζυγίῳ κανονιζομένους. Ἀλλ’ ἵνα ἐπιτύχῃ ταῦτα, δὲν περιωρίσθη εἰς μόνας ἐνεργείας ἀπ’ αὐτῆς ἐξαρτωμένας, ἀλλ’ ἐδέησε νὰ ἐργασθῇ καὶ διὰ τῆς δημοσίας πίστεως, ὅπως ἐλαττώσῃ τὸ βάρος τοῦ δημοσίου χρέους. Ἠλάττωσε τῷ ὄντι ἡ ἐργασία τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀπὸ τοῦ ἐν σχεδίῳ ποσοῦ τῶν 24 ἑκατομμυρίων εἰς τὸ ἐν τῷ ἀπολογισμῷ ποσόν, τὸ ὑποδεέστερον τῶν 16 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ προσέτι ἠλάττωσε καὶ τὰ τοῦ δημοσίου χρέους μέχρι ποσοῦ 6 ἑκατομ. καὶ 500 χιλ. δραχμῶν. Κατὰ 6,500,000 δραχ. ἀνεκουφίσθη οὐ μόνον ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ πλεῖστον ἡ ἐξαγωγὴ χρυσοῦ ἀπὸ τοῦ Κράτους πρὸς πληρωμὰς εἰς τοὺς πιστωτὰς αὐτοῦ. Περὶ τούτου ἠκούσαμεν κατὰ τὴν τελευταίαν ἡμῶν συνεδρίασιν τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, λέγοντος, ὅτι ἡ ἐνέργεια τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως κατέληξεν εἰς τὴν αὔξησιν τῶν χρεῶν τοῦ Κράτους. Ἐπειδὴ ἐγίνωσκεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι τὰ τοῦ δημοσίου χρέους ἀπὸ τοῦ 1886 μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1890 καὶ ἐν αὐτοῖς τοῖς ἀριθμοῖς, τοῖς κατὰ πρώτην ὄψιν ἐξεταζομένοις, παρουσιάζουσιν ἀποτελέσματα ἀντίθετα τῶν παρ’ αὐτοῦ παρισταμένων, ἀνέτρεξεν εἰς τὸ παρελθόν, καὶ ἐζήτησεν ἐπὶ ὁλοκλήρου τῆς περιόδου ἀπὸ τοῦ 1882 ἕως τοῦ 1890 νὰ παραστήσῃ, ὅτι ἡ ἐνέργεια τῶν προκατόχων ἐπήνεγκεν αὔξησιν τοῦ δημοσίου χρέους ἀπὸ 412 ἑκατομμυρίων εἰς 760 ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ ἡ ἐνέργεια τῶν προκατόχων τῆς νῦν Κυβερνήσεως, εἰς ἣν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπέδωκε τ’ ἀποτελέσματα ταῦτα, ἆρα ἡ ἐνέργεια αὐτῶν εἶναι ἡ ἐπενεγκοῦσα τὰ ἐλλείμματα τοῦ 1885 καὶ τοῦ 1886, τὰ ἀμέσως ἀπὸ τῆς ἐπιστρατεύσεως ἀποῤῥέοντα; Οἱ ἀπολογισμοὶ τοῦ Κράτους μαρτυροῦσιν ὅτι τὰ ἐκ τῆς καταστάσεως, ἣν ἐγέννησεν ἡ ἐπιστράτευσις, ἐλλείμματα τοῦ Κράτους τακτικὰ καὶ ἔκτακτα κατὰ τὰ ἔτη 1885 καὶ 1886 ἀνέρχονται εἰς 130 ἑκατομμύρια, ὧν ἡ ἐξόφλησις διὰ δανείου πρὸς 4% ἀπήτει κεφάλαιον 200 ἑκατομμυρίων. Ἐπὶ τοῦ ποσοῦ λοιπὸν, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρέστησεν ὡς ἀποτέλεσμα τῆς ἐνεργείας τῶν προκατόχων αὐτοῦ, ἔχομεν τὰ ⅔ ὡς ἀποτελέσματα τῆς ἰδίας αὐτοῦ ἐνεργείας, τὰ δὲ λοιπὰ τὸ πλεῖστον δὲν εἶναι χρέη πραγματικὰ, ἀλλ’ ἀναγραφὴ αὐξήσεως τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου, συνομολογηθείσης χάριν τῆς ἐλαττώσεως τῆς ἐτησίας πληρωμῆς. Ἡ ἐλάττωσις τῆς ἐτησίας πληρωμῆς, ὡς εἶπον πρὸ ὀλίγου, κατέληξεν εἰς 6,500,000 δραχμῶν. Πρὸς τοῦτο ἐδέησεν ὡς πρός τινα δάνεια ν’ αὐξήσῃ τὸ ὀνομαστικὸν κεφάλαιον, οὐχὶ κεφάλαιον πληρωτέον, οὐχὶ τὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου, διότι ταῦτα, ὡς εἶπον, ἠλαττώθησαν κατὰ 6,500,000 δραχμῶν, ἀλλὰ τὸ ὀνομαστικὸν κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπάγεται ἀπότισιν, εἰμὴ διὰ τῆς ὑπηρεσίας, ἥτις ἠλαττώθη, ἐκείνου μόνου αὐξηθέντος, ὡς ἀνεγράφη ἐν τοῖς βιβλίοις, κατὰ 77, νομίζω, ἑκατομμύρια. Ἐκ τῶν κεφαλαίων τοῦ ηὐξημένου ποσοῦ τῶν δανείων ἐγένετο δαπάνη διὰ τοὺς σιδηροδρόμους πραγματικὴ 43 ἑκατομμυρίων, ἐγένετο δαπάνη διὰ τὰ θωρηκτὰ πραγματικὴ 26,000,000, ἐγένετο δαπάνη διὰ τὴν ὁδοποιΐαν 22,600,000, ἐγένοντο καὶ ἄλλαι δαπάναι εἰς ἔργα ἀναγκαῖα καὶ διαρκῆ· πᾶσαι δὲ αὗται, ἀθροιζόμεναι καὶ ἀναγόμεναι ἀπὸ πραγματικοῦ εἰς ὀνομαστικὸν, φέρουσι ποσὸν πολλῷ ἀνώτερον τοῦ ἀνήκοντος εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἐν τῇ ἐπὶ πλέον διαφορᾷ τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου τῶν δανείων, ἣν παρίστα ὡς εὐθύνουσαν ἡμᾶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν ἀφαιρεθῇ ἐκ τῆς διαφορᾶς τὸ ποσὸν τὸ ἀναγόμενον εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως, ἧς ἐκεῖνος προΐστατο. Καὶ διατὶ ἔχομεν διαφορὰν ἐπὶ ἔλαττον ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τούτου; Διότι οὐ μόνον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν δανείων ἐν συνόλῳ ἔχομεν τὴν ὑπολογισθεῖσαν μείωσιν τῶν 6,500,000 δραχμῶν, ἀλλ’ ἔχομεν ἐλάττωσιν καὶ ἐν αὐτῷ τῷ κεφαλαίῳ, τῷ ἐκ τῆς ἀθροίσεως τῶν δαπανηθέντων προκύπτοντι, ὡς ἀποδεικνύουσιν αὐτοὶ οἱ ἐπίσημοι ἀριθμοί. Ἐκ τῆς ἀπορίας ταύτης ἔλαβεν ἀφορμὴν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἰρωνευθῇ, ὡς ἐνόμιζε, τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ἐφ’ οἷς οὗτος εἶπε περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων· τίνα ὅμως ἔθιγεν ἡ εἰρωνεία, περὶ τούτου δὲν εἴμεθα πάντες σύμφωνοι· διότι, ἐὰν τὰ παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως λεχθέντα δὲν ἦσαν ἀκριβῆ, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς θὰ ἠδύνατο δεδικαιολογημένως μειδιῶν νὰ ἀκροᾶται αὐτῶν. Ἐπιληφθεὶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ θέματος τῶν δανείων, τῶν συντελεσάντων εἰς τὰ αἴσια ὑπὲρ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἀποτελέσματα, ἤρξατο ἀπὸ τοῦ πρώτου κατὰ τὴν σειρὰν δανείου, τοῦ τῶν 135 ἑκατομμυρίων. Συνωμολογήθη πρὸ αὐτοῦ καὶ ἕτερον δάνειον 21 ἑκατομμυρίων, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπληρώθησαν αἱ καθυστεροῦσαι ὀφειλαὶ τοῦ Κράτους, ὅτε ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἀλλ’ ἐκεῖνο συνεχωνεύθη ἐν τῷ δανείῳ τῶν 135 ἑκατομμυρίων, θεωρηθὲν ὡς προκαταβολὴ ἐπὶ τοῦ δανείου τούτου. Τὸ δάνειον ἄρα τῶν 135 ἑκατομμυρίων, τὸ τότε συνομολογηθὲν, καὶ τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐν ἄλλοις καὶ τὸν σκοπὸν τῆς ἐξοφλήσεως τῆς προκαταβολῆς, ἧς ἄνευ δὲν ἠδυνάμεθα νὰ πληρώσωμεν τὰς ὀφειλὰς, τὰς ὁποίας, ἀναλαμβάνοντες τὴν ἀρχὴν, εὕρομεν ἀπαιτητὰς, καθυστερούσας, ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡσανεὶ ἐγένετο πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν τῆς ναυπηγήσεως τῶν τριῶν θωρηκτῶν, καὶ διὰ τῆς ναυπηγήσεως αὐτῶν τῆς ὠφελείας τῶν τραπεζιτῶν, τῶν συνομολογησάντων τὸ δάνειον· ἐκ δὲ τῆς ὠφελείας τῆς ἐκ τῆς ναυπηγήσεως τῶν θωρηκτῶν, ὠφελείας, ὡς θέλω ἀποδείξει, ἀνυπάρκτου, ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐξηγήσῃ τοὺς εὐνοϊκοὺς ὅρους τοῦ δανείου ἐκείνου. Ἄλλοτε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁμιλῶν περὶ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, εἶχεν εἴπει, ὅτι τὸ δάνειον εἶχε συνομολογηθῆ ἐπὶ ὅροις τοσοῦτον ἐπωφελέσιν, ὥστε τὰ πλοῖα εἶχον ἀποκτηθῆ δωρεὰν, καὶ πλὴν τῆς ἀποκτήσεως τῶν πλοίων εἶχεν ἀνακουφισθῆ ὁ προϋπολογισμὸς κατά τινα ἑκατομμύρια. Καὶ βεβαίως τοῦτο οὕτως εἶχε. Διὰ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων ἐξωφλήθησαν δάνεια, ἀποφέροντα τόκον πραγματικὸν 8 τοῖς ἑκατὸν, ἐνῷ τὸ νέον δάνειον συνωμολογεῖτο ἐπὶ τόκῳ πραγματικῷ 5,88, κατὰ ὑπολογισμὸν δὲ ἄλλων 5,93. Ἡ διαφορὰ εἶναι τοσοῦτον μικρὰ, ὥστε εἰς τοῦτο δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐνδιατρίψω· εἴτε 5,88, εἴτε 5,93 ἦτο ὁ τόκος ἐπὶ δανείου 135 ἑκατομμυρίων, ἀπενεγκόντος κεφάλαιον πραγματικὸν ἐννενήκοντα καὶ ἑνὸς ἑκατομμυρίων, διατεθὲν εἰς ἐξόφλησιν ἄλλων δανείων, ἀποφερόντων κατὰ τὸ τότε μέτρον 8 τοῖς ἑκατὸν, βλέπετε ἀμέσως τὴν εἰς ὄφελος τοῦ Δημοσίου διαφοράν. Ὑπολογίσατε αὐτὴν οὐχὶ ἐπὶ τόκῳ 5,88 ἢ 5,93, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τόκῳ 6%· πρὸς 8% ἔχετε ὠφέλειαν τοῦ Δημοσίου 2% ἐπὶ 90 ἑκατομμυρίων, ἤτοι 1,820,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος, ἀντιστοιχουσῶν ἐπὶ κεφαλαίῳ πρὸς ποσὸν ἴσον τοῦ τῆς ἀξίας τῶν πλοίων. Τοῦτο οἱοσδήποτε ἠσκημένος περὶ τὴν κεφαλαίωσιν τῶν ἐτησίων πληρωμῶν δύναται ἐκ τοῦ προχείρου νὰ βεβαιώσῃ. Ἀλλ’ ὅτε, πλὴν τούτου, διὰ τοῦ δανείου ἐπετεύχθη ἡ κατάργησις χρεωλυσίου ἑτέρων δι’ αὐτοῦ ἐξοφληθέντων δανείων ἐπὶ ποσῷ σχεδὸν ὁμοίῳ, προδήλως ἀνεκουφίσθη ὁ προϋπολογισμὸς καὶ ἐπὶ ἑτέρῳ κεφαλαίῳ, σχεδὸν ἴσῳ πρὸς τὸ τῆς ἀξίας τῶν πλοίων· εἶχε λοιπὸν δίκαιον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς λέγων, ὅτι τὰ πλοῖα ἀπεκτήσαμεν δωρεάν.
§15ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶπε καὶ τὸ δάνειον.
§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ τὸ δάνειον ἀπεκτήσαμεν δωρεὰν, διότι τὸ σύνολον τῆς διαχειρίσεως τῶν δανείων ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἀπήνεγκεν ἀνακούφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπολογιζομένην εἰς 6,500,000 δραχμῶν· 6,500,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος ἀντιστοιχοῦσι πρὸς κεφάλαιον ἀνώτερον τοῦ κεφαλαίου τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, καὶ πρὸς τόκον ἀνώτερον τοῦ ἐπιβαρύνοντος τὸ Κράτος ἐπὶ τῷ δανείῳ τῶν 135,000,000. Δικαίως ἄρα ἠδύνατο νὰ εἴπῃ, ἐὰν τὸ εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι ἐν τῷ συνόλῳ τῆς διαχειρίσεως τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων ἀπεκτήθη δωρεάν. Ἀλλ’ ἐὰν εἶπε τοῦτο, ἔχω ἐγὼ παράπονον κατ’ αὐτοῦ, ὅτι δὲν εἶπε προσέτι, ὅτι δὲν ἀπεκτήθη μόνον τὸ δάνειον τοῦτο δωρεὰν, ὅτι μέρος τῆς δωρεᾶς εἶναι καὶ τὸ δάνειον τοῦτο, διότι ἀπεκτήθησαν δωρεὰν ὡς ἐκ τοῦ συνόλου τῶν ὠφελειῶν τοῦ Δημοσίου τῶν ἐκ τῆς διαχειρίσεως τῶν δανείων ὑπὸ τῆς πρώην Κυβερνήσεως καὶ ἄλλα ἐπὶ πλέον κεφάλαια... (ψιθυρισμοὶ δεξιᾷ, θόρυβος ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις).
§17ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ Κανονισμὸς νὰ ἐφαρμοσθῇ αὐστηρά.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διέταξα τὴν ἐκκένωσιν τῶν θεωρείων. (Θόρυβος).
§19Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ ν’ ἀποκαταστήσητε τὴν τάξιν· ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς σᾶς δίδει πᾶσαν ἐξουσίαν, τὴν ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς κεκανονισμένην πρὸς τοῦτο.
§20ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μὰ τί λέγει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ αὐτὸς τὰ ἔκαμεν αὐτά! (Θόρυβος).
§21ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κενώσατε τὰ ἀκροατήρια.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διετάχθη ἡ ἐκκένωσις.
§23ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ 30 ἔτη πολιτεύομαι, καὶ οὐδέποτε ἐνθυμοῦμαι τὸ Κοινοβούλιον νὰ ἔφθασεν εἰς ἣν κατάστασιν σήμερον εἶναι. Ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς Βουλῆς ἀπαιτεῖ νὰ λάβητε μέτρα. (Θόρυβος). (Κενοῦνται τὰ κοινὰ ἀκροατήρια).
§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔλεγον περὶ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, ὅτι οἱ ὅροι, ὑφ’ οὓς διεπραγματεύθημεν αὐτὸ, σχετιζόμενοι πρὸς τὴν τιμὴν τοῦ τόκου, ὅστις ἐπληρώνετο ἐπὶ τῶν δημοσίων χρεῶν, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἀνελάβομεν τὴν ἐξουσίαν, καὶ πρὸς τὸν τόκον τῶν δανείων, τῶν διὰ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου ἐξοφληθέντων, ἀπήνεγκον κέρδος εἰς τὸ Δημόσιον περὶ τὰ 1,800,000 ἐτησίως, ὅπερ κατὰ κεφάλαιον ἐξισοῦται πρὸς τὸ τῆς κατασκευῆς τῶν θωρηκτῶν, ὅτι ἐπετεύχθη διὰ τοῦ δανείου ἐκείνου καὶ ἡ κατάργησις χρεωλυσίου ὁμοίου σχεδὸν ποσοῦ, ἀνακουφίσασα κατὰ τοσοῦτο τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ προσέτι, ὅτι ἡ ἐν τῷ συνόλῳ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ ἐν τῷ συνόλῳ τῶν δανείων τῶν τραπέντων ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως μείωσις τοῦ δημοσίου χρέους, ἐπετεύχθη ἐπὶ ποσῷ, ὅπερ, ὑπολογιζόμενον ἐν κεφαλαίῳ, εἶναι ἀνώτερον τοῦ κεφαλαίου τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, ἀφοῦ εἶναι καὶ κατὰ πολὺ ἀνώτερον τοῦ τόκου τοῦ δανείου τούτου. Καὶ ταῦτα περὶ τῶν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων. Περὶ δὲ τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, τοῦ ἐξοφληθέντος διὰ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τῶν 5 ἑκατομμυρίων λιρῶν, εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἄλλα παραδοξότερα ἔτι· εἶπε περὶ τοῦ δανείου ἐκείνου, ὅτι δὲν συνωμολογήθη, ἵνα προσπορίσῃ εἰς τὸ Δημόσιον τὰ ὀφέλη, ἅτινα ἐφαίνοντο προερχόμενα ἐκ δανείων ἄνευ ἐγγυήσεων, ἄνευ χρεωλυσίων, ἄνευ προμηθείας, ἄνευ ἐξόδων καὶ ἐπὶ τόκῳ 5½%, ἀλλ’ ὅτι συνωμολογήθη πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν, ὅπως ἐξοφληθῇ δι’ αὐτοῦ ἕτερον δάνειον, τὸ τῶν 60 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον 5 ἡμέρας πρὸ τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου τῶν 5 ἑκατομμυρίων λιρῶν εἶχε τιμὴν 356 δραχμῶν κατὰ μετοχὴν ἐν τῇ ἀγορᾷ, ἐξωφλήθη δὲ διὰ τοῦ προϊόντος τοῦ νεωτέρου δανείου ἀντὶ 500 δραχμῶν. Καὶ ἤδη ἐρωτῶ πάντα ἐν τῇ Βουλῇ, ἔχοντα καὶ τὴν ἐλαχίστην γνῶσιν τῶν οἰκονομικῶν, τίνα σχηματίζει γνώμην περὶ τούτων τῶν παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως λεχθέντων, λαμβάνων ὑπ’ ὄψει τὰς παρατηρήσεις, ἃς θέλω ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ δάνειον τῶν 5 ἑκατομμυρίων λιρῶν συνωμολογήθη κατὰ Μάϊον τοῦ 1889. Ἀλλὰ κατὰ Φεβρουάριον, τρεῖς μῆνας πρότερον, εἶχε συνομολογηθῇ ἕτερον δάνειον 1,200,000 λιρῶν, ἢ 30,000,000 φράγκων, τοῦτο, ὅπως ἐν τῇ διαχειρίσει ἡμῶν πᾶν προγενέστερον δάνειον, ἐπὶ τιμῇ ὀλιγώτερον ἐπωφελεῖ τοῦ μεταγενεστέρου δανείου. Ὁ ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου τόκος τοῦ μεταγενεστέρου, τοῦ τῶν 5 ἑκατομμυρίων λιρῶν, εἶναι 5½% ὁ τόκος τοῦ προγενεστέρου ἦτο 5,88%. Ἐπραγματοποιήθη λοιπὸν τὸν Φεβρουάριον δάνειον ἐπὶ τόκῳ 5,88, καὶ ὅμως ἠδυνήθη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πιστεύσῃ, ὅτι, ἐνῷ τὸ Δημόσιον ἐδανείζετο ἐπὶ τόκῳ 5,88%, ἐκυκλοφόρουν ἐν ταῖς ἀγοραῖς τοῦ ἐξωτερικοῦ ὁμολογίαι δανείου ἑλληνικοῦ, ἀποφέροντος τόκον 6% ἐπὶ ἐκπτώσει 144 τοῖς 500, τουτέστιν ὅτι, ἐνῷ ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ ἐλάμβανεν ἡ Κυβέρνησις χρῆμα ἀποφέρον τόκον 5,88%, ἠδύναντο νὰ κυκλοφορῶσιν ἐν ταῖς ἀγοραῖς τῆς Εὐρώπης αἱ ὁμολογίαι τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, ἀποφέροντος τόκον 6% οὐχὶ ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ, ἀλλ’ ἐπὶ τιμῇ 356 ἡ ὁμολογία τῶν 500. Ἠθέλησέ τις νὰ κολακεύσῃ τὴν ἀδυναμίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀναζητοῦντος ἐπιχειρήματα κατὰ τῶν προκατόχων του, καὶ τῷ μετέδωκε τοιαύτην εἴδησιν, διότι τὸ δάνειον τῶν 6,000,000, αἱ ὁμολογίαι τοῦ δανείου τούτου εἶναι αὐταπόδεικτον, ὅτι εἶχον φθάσει εἰς τὴν τιμὴν τοῦ ἀρτίου, εὐθὺς ὡς συνωμολογήθη καὶ ἐκυκλοφόρει ἐν ταῖς ἀγοραῖς τῆς Εὐρώπης ἕτερον δάνειον ἐπὶ τόκῳ πραγματικῷ, οὐχὶ τόκῳ ὀνομαστικῷ, 5,88%· δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συνομολογῆται δάνειον ἐπὶ τόκῳ πραγματικῷ 5,88%, καὶ ταὐτοχρόνως νὰ κυκλοφορῇ ἐν τῇ ἀγορᾷ ἐπὶ ὑποτιμήσει σπουδαίᾳ δάνειον πρὸς 6%, δάνειον παρέχον πρόσθετα πλεονεκτήματα, ὧν ἐστερεῖτο τὸ δάνειον τὸ ἀποφέρον τὸν κατώτερον τόκον· διότι τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων εἶχεν ἐγγυήσεις εἰδικάς, τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων εἶχε χρεωλύσιον, τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων διετέλει ἐν κυκλοφορίᾳ πρὸ χρόνων, ὅπερ ἀποτελεῖ πάντοτε πλεονέκτημα ὑπὲρ δανείου. Ἐνῷ λοιπὸν κατὰ Φεβρουάριον συνωμολογήθη δάνειον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἄνευ εἰδικῶν ἐγγυήσεων ἢ χρεωλυσίων, ἀποφέρον τόκον ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ 5,88%, ἐπίστευσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ὁμολογία δανείου ἀποφέροντος τόκον 6%, προσφερομένη ἐν τῇ ἀγορᾷ, δὲν ἠδύνατο νὰ διατεθῇ ἐπὶ τῇ ἀρτίᾳ αὐτῆς ἀξίᾳ. Ἐὰν δὲν διετίθετο ἄνω τοῦ ἀρτίου, τοῦτο ὠφείλετο εἰς τὸν φόβον τῶν κατόχων, ὅτι θὰ ἐγίνετο ἡ τροπὴ τοῦ δανείου· ἀφοῦ ἦτο κίνδυνος, ὅτι θὰ ἐκαλοῦντο αἱ ὁμολογίαι εἰς ἐξόφλησιν, οὐδεὶς ἐτόλμα νὰ προσφέρῃ εἰς ἀπόκτησιν αὐτῶν τιμὴν σπουδαίως ἀνωτέραν τῶν 500 δραχμῶν, ἤτοι τῆς ἀρτίας, ἔχων ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἐπὶ τῇ ἀναγκαστικῇ ἐξοφλήσει θὰ ἐζημιοῦντο τὰ καταβληθέντα ἐπὶ πλέον. Ἀλλ’ ἡ ἀρτία τιμὴ ἦτο πάντως ἐξησφαλισμένη, καὶ οὐδὲν ἐκ τούτου κέρδος ἠδύνατο νὰ προέλθῃ ὑπὲρ τῶν συνομολογησάντων τὸ δάνειον τῶν 5 ἑκατομμυρίων λιρῶν. Τοῦτο ὅμως τὸ ἰδανικὸν κέρδος ἠδυνήθη νὰ ἀνεύρῃ ὁ εἰσηγησάμενος παρὰ τῷ Ὑπουργῷ τῶν Οἰκονομικῶν τὰς πληροφορίας περὶ τοῦ δανείου τῶν 5 ἑκατομμυρίων λιρῶν. Διὰ τοιούτων ἐπινοήσεων ἠδυνήθη νὰ ἐξηγήσῃ τὸ ἀληθῶς παράδοξον διὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, τὸ ἐμφαῖνον πρόοδον μεγίστην ἐν τῇ δημοσίᾳ πίστει, ὅτι τὸ Δημόσιον, ὅπερ ἄλλοτε δὲν ἠδύνατο νὰ δανεισθῇ, ἂν μὴ συνεφώνει εἰδικὰς ἐγγυήσεις, ἂν μὴ ἔδιδε τόκον 8% τὸ πρῶτον, ἐνίοτε δὲ καὶ 9%, εἶτα δὲ 7%, εἶτα δὲ 6%, ἐπέτυχε νὰ δανείζηται ἄνευ εἰδικῶν ἐγγυήσεων, ἄνευ χρεωλυσίου, διὰ τοῦ τύπου τῶν παγίων δανείων, τουτέστιν ἐπὶ κεφαλαίῳ μὴ ἀποδοτέῳ, ἐπὶ τόκῳ 5½%. Τοῦτο ἦτο ἀνεξήγητον εἰς τοὺς μὴ θέλοντας νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψει τὴν ὅλην ἐργασίαν ὑπὲρ τῆς δημοσίας πίστεως, ἥτις εἶχεν ἐπιτελεσθῆ ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν τὸ δάνειον τοῦτο συνωμολογήθη. Ἀφ’ ἧς ἐκλήθη εἰς τὰ πράγματα ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, συνωμολογήθη τὸ πρῶτον μικρὸν δάνειον τῶν 21 ἑκατομμυρίων ὡς προσωρινὸν ἐπὶ ὅροις οὐχὶ εὐνοϊκοῖς. Οἱ ὅροι ὅμως, ἐφ’ οἷς συνωμολογήθη τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων, εἶναι, σχετικῶς μάλιστα πρὸς τὴν προϋφισταμένην κατάστασιν τῆς δημοσίας πίστεως, εὐνοϊκώτεροι. Ἀλλὰ μετὰ τοῦ δανείου τῶν 135,000,000 συνδέεται καὶ ἡ διαχείρισις τῶν μονοπωλίων· καὶ ταύτην τὴν παραχώρησιν τῆς διαχειρίσεως τῶν μονοπωλίων εἰς ἐγγύησιν δανείου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ ὡς εὐθύνουσαν τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν. Ὅ,τι εὐθύνει τὴν προκάτοχον καὶ πᾶσαν Κυβέρνησιν εἶναι ἡ συνομολόγησις δανείου ἐπὶ ὅροις ἐπαχθεστέροις τῶν ἐπιβαλλομένων ὑπὸ τῆς ὑφισταμένης καταστάσεως. Ἡ ὑφισταμένη κατάστασις τὰς παραμονὰς τῆς διαπραγματεύσεως τοῦ δανείου τῶν 135,000,000 ἦτο τοιαύτη, ὁποίαν εἶχον ἐγὼ παραστήσει, ὡς ὑπέμνησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπαναλαμβάνων λέξεις αὐτοῦ τούτου τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀφορώσας εἰς τὴν κατάστασιν τὴν ὑφισταμένην, ὅτε αὐτὸς διηύθυνε τὰ οἰκονομικὰ, καὶ εἰσήγαγε νόμον περὶ παραχωρήσεως τῆς διαχειρίσεως τῶν μονοπωλίων εἰς ἑταιρίαν χάριν εὑρέσεως δανείου 100,000,000, νομίζω. Τότε εἶπεν αὐτὸς, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ δανεισθῇ οὐδὲ 100,000 δραχμῶν τὸ Δημόσιον· καὶ πράγματι, καίτοι προσήνεγκε τὴν διαχείρισιν τῶν μονοπωλίων εἰς ἐγγύησιν, οὐδὲν ἠδυνήθη νὰ δανεισθῇ. Ὅτε ὅμως ἡμεῖς ἐκλήθημεν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, ἐν τοιαύτῃ καταστάσει τῆς δημοσίας πίστεως, ἠδυνήθημεν μετ’ ὀλίγον νὰ πραγματοποιήσωμεν ὅ,τι εἶχε ψηφισθῆ εἰσηγουμένου τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὅπως πάντοτε ἀνευθύνως καὶ ἐπιῤῥίπτοντος τὴν εὐθύνην εἰς τὴν τότε Ἀντιπολίτευσιν, διότι ἀνερυθριάστως εἶπε προχθὲς πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐψηφίσθη ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1885, ἧς αὐτὸς προΐστατο, ἀλλ’ ἐψηφίσθη εἰσηγουμένης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἥτις ὑπεῖχε τὴν εὐθύνην καὶ ταύτης τῆς πράξεως αὐτοῦ, ὅπως ὑπεῖχε καὶ τὴν εὐθύνην τῆς ἐπιστρατεύσεως, ὅπως ὑπεῖχε καὶ τὴν εὐθύνην τῶν συνεπειῶν τῆς ἐπιστρατεύσεως. Περὶ τούτων ὅμως εἶπον, ὅτι δὲν θὰ ὁμιλήσω, καίτοι ἐποιήσατο περὶ αὐτῶν λόγον ἐν τῇ ἀγορεύσει αὐτοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τὸ σύστημα τοῦτο τοῦ συνδυασμοῦ τῆς διαχειρίσεως τῶν μονοπωλίων πρὸς δάνειον, ὅπερ ἦτο κείμενος νόμος τοῦ Κράτους, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡμεῖς διεπραγματεύθημεν τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων, βεβαίως τὸ σύστημα τοῦτο δὲν ἦτο ἀσπαστὸν εἰς ἡμᾶς, ἐδέησεν ὅμως, ὡς ἐκ τῆς καταστάσεως τῆς δημοσίας πίστεως, νὰ διέλθωμεν διὰ τῆς βαθμίδος ταύτης ἐν τῇ διαπραγματεύσει τῶν δανείων· διήλθομεν δὲ δι’ αὐτῆς ἐπὶ ὅροις λίαν εὐμενέσι κατὰ τὰ ἄλλα πρὸς τὸ Δημόσιον, ἐν σχέσει πρὸς τὴν κατάστασιν τὴν τότε τῆς δημοσίας πίστεως, ἀφοῦ ἠδυνήθημεν νὰ πραγματοποιήσωμεν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ὁποῖα παρέστησα κέρδη ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ τόκου τοῦ νέου δανείου πρὸς τὸν τόκον τῶν προϋφισταμένων καὶ διὰ τῶν κεφαλαίων αὐτοῦ ἐξοφλουμένων. Ταὐτὸ ἐλέχθη παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ περὶ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, ὅτι καὶ ἐν τούτῳ εἶχον ἄλλην ὠφέλειαν οἱ δανείζοντες, τὴν ὠφέλειαν τὴν ἐκ τῆς παραγγελίας τῶν πλοίων. Τοῦτο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἤθελεν εἶπει, ἂν ἁπλῶς ἀνεγίνωσκε τὰ περὶ τῆς ἀδείας πρὸς παραγγελίαν τῶν πλοίων ἐν τοῖς «Πρακτικοῖς τῆς Βουλῆς» ἢ ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως»· διότι καὶ ἐν τοῖς «Πρακτικοῖς τῆς Βουλῆς» καὶ ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» ἤθελεν ἴδει, ὅτι ἡ διαπραγμάτευσις τοῦ δανείου διὰ τὰ πλοῖα ἦτο προγενεστέρα τοῦ δανείου τῶν 135,000,000, καὶ ὅτι τὸ δάνειον τῶν 135,000,000 ἐψηφίσθη καὶ διὰ τὴν ἐξόφλησιν τοῦ δανείου τῶν 21 ἑκατομμυρίων καὶ τῶν ἄλλων προκαταβολῶν μέχρι 52 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ καὶ εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ δανείου, τοῦ ἐπιτραπέντος διὰ προγενεστέρου νόμου, οὗ ἐπὶ τῇ βάσει εἶχε γείνει ἡ διαπραγμάτευσις διὰ τὰ πλοῖα. Ὅτε τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων συνωμολογήθη καὶ ὑπεγράφη, ὑπῆρχεν ἤδη συμπεφωνημένη μετὰ τῆς Ἑταιρίας Forges et Chantiers ἡ κατασκευὴ τῶν πλοίων διὰ δανείου, ὅπερ ἐκείνη ἀνελάμβανε νὰ προμηθεύσῃ εἰς τὸ Κράτος· ἀλλ’ ἐνῷ τὸ δάνειον, ὅπερ ἐκείνη ἀνελάμβανε νὰ προμηθεύσῃ εἰς τὸ Κράτος, θὰ συνωμολογεῖτο ἐπὶ ὅροις βαρυτέροις τῶν τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, καὶ ἐν τῇ τιμῇ τῶν πλοίων εἶχον περιλάβει οἱ κατασκευασταὶ αὔξησιν ἕνεκα τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν πρὸς ἐξεύρεσιν τοῦ δανείου, ὅτε συνωμολογήθη τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων, προσεκλήθησαν οὗτοι, ἵνα ἐπὶ τροπῇ τοῦ πρώτου δανείου εἰς τὸ δεύτερον ἀναγνωρίσωσιν, ὅτι πρέπει οὐ μόνον νὰ παρασχεθῇ εἰς τὸ Κράτος ἡ ὠφέλεια, ἣν τοιαύτη τροπὴ ἐξησφάλιζεν ὑπὲρ αὐτοῦ, ἀλλὰ πρέπει νὰ παρασχεθῇ εἰς αὐτὸ καὶ ὠφέλεια ἐκ τῆς ἐλαττώσεως ἐν τῇ τιμῇ τοῦ ποσοῦ, ὅπερ εἶχεν ἀναγραφῆ ἕνεκα τῆς ὑπηρεσίας, τῆς παρασχεθείσης ἐκ τῇ ἐξευρέσει τοῦ πρὸς κατασκευὴν τῶν πλοίων ἀρχικοῦ δανείου, τοῦ ματαιουμένου διὰ τοῦ τελευταίου. Τὸ δάνειον ἄρα τῶν 135 ἑκατομμυρίων, διὰ κεφαλαίων τοῦ ὁποίου κατεσκευάσθησαν τὰ πλοῖα, οὐ μόνον δὲν ὠφελεῖτο ἐκ τῆς κατασκευῆς τῶν πλοίων, ἀλλὰ τοὐναντίον αὐτὸ ἔφερεν ὠφελείας εἰς τὸ Κράτος διὰ τῆς κατασκευῆς τῶν πλοίων ἐκ τῶν κεφαλαίων αὐτοῦ ἐπὶ μειώσει τοῦ τόκου τοῦ προγενεστέρου δανείου, τοῦ ἐψηφισμένου παρὰ τῆς Βουλῆς, δι’ οὗ ἄλλως ἤθελον κατασκευασθῆ, καὶ ἐπὶ μειώσει τοῦ τιμήματος τῶν πλοίων. Πλὴν δὲ τῆς μειώσεως τῆς καταφανοῦς τῶν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου τοῦ προγενεστέρου τῶν 30 ἑκατομμυρίων, τοῦ διὰ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων καταργουμένου, παρεῖχεν ἡ ἀντικατάστασις καὶ ἄλλην ὠφέλειαν, ἀσυνήθη ὅλως ἐν τοιούτοις δανείοις, τὴν ὠφέλειαν, ὅτι ὁ τόκος τοῦ χρήματος ἐπὶ τῇ κατασκευῇ τῶν πλοίων ἐν τῷ δανείῳ τῶν 135 ἑκατομμυρίων δὲν ἔτρεχεν ἀπὸ τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου, ἀλλ’ ἔτρεχεν ἀπὸ τῆς καταβολῆς ἑκάστης δόσεως πρὸς τοὺς ναυπηγούς. Τὸ κέρδος τοῦτο εἶναι ἄξιον λόγου, καὶ σπανίως δύναται Κυβέρνησις νὰ ἐπιτύχῃ τοιαύτην ὠφέλειαν παρὰ τῶν συμβαλλομένων πρὸς αὐτὴν περὶ δανείου, σπανίως δύναται Κυβέρνησις νὰ ἐπιτύχῃ παρ’ αὐτῶν, ὅπως ἀναλάβωσιν ὑποχρεώσεις ἐπὶ τὸ μέλλον περὶ παροχῆς τῶν κεφαλαίων δανείου εἰς τὴν Κυβέρνησιν οὐχὶ ἐπὶ τῇ συνομολογήσει, ἀλλ’ ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ ἀνάγκην αὐτοῦ, καὶ ἐφ’ ὅσον μόνον ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ ἀνάγκην αὐτοῦ, καθισταμένων τῶν κεφαλαίων τοκοφόρων οὐχὶ ἐξ ὑπαρχῆς, οὐδ’ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς τριμηνίας, καθ’ ἣν θὰ κατεβάλλοντο αἱ δόσεις εἰς τοὺς κατασκευαστάς, οὐδ’ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ μηνός, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν θὰ ἐξωφλοῦντο αἱ ἀποδείξεις τῆς Ἑταιρίας. Τὸ κέρδος τοῦτο μόνον θὰ ἤρκει, ἐν ἰσότητι κατὰ τὰ ἄλλα τῶν δύο δανείων, ἵνα ἀποτελέσῃ ὠφέλειαν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, ἥτις δυσκόλως δύναται νὰ ὑπολογισθῇ ἐν ἀκριβείᾳ δι’ ἀριθμῶν, ὧν ἡ ἐξεύρεσις διὰ λογαριθμικῶν πράξεων βεβαίως δὲν εἶναι ἐκ τῶν ἔργων τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἧς ἡ σημασία δὲν διαφεύγει τὴν ἐκτίμησιν ὑμῶν. Τὰ τῶν πλοίων ἄρα, ἅτινα παριστῶνται ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὡς ἐπιβάρυνσις τοῦ δανείου, ἦσαν ἀπεναντίας εἷς τῶν λόγων, ὧν ἕνεκα τὸ δάνειον ἐκεῖνο ἔπρεπεν ἡμεῖς τὸ ταχύτερον νὰ συνομολογήσωμεν, ἵνα ἐξασφαλίσωμεν καὶ τὰς ἐλαττώσεις, αἵτινες δι’ αὐτοῦ ἐπετυγχάνοντο ἐν τῷ τόκῳ τῶν κεφαλαίων καὶ ἐν τῷ τιμήματι τῶν πλοίων, ἀλλ’ ἵνα ἐπιτύχωμεν ὡσαύτως καὶ τὴν ἐλάττωσιν, ἥτις ἐπετυγχάνετο διὰ τῆς μὴ ἐπιβαρύνσεως τοῦ Δημοσίου ἐκ τόκου ἀργοῦντος χρήματος. Ἐν τῷ δανείῳ τῶν 5,000,000 λιρῶν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ταὐτὰ ἤθελε νὰ παραστήσῃ περὶ ἀφανῶν ὠφελειῶν τῶν περὶ αὐτοῦ συμβληθέντων καὶ, μὴ εὑρίσκων πλοῖα, εὗρε τὸ δάνειον τῶν 60,000,000, πρὸς τροπὴν τοῦ ὁποίου διετέθη μέγα μέρος τοῦ δανείου, διότι ἐπὶ 91 ἑκατομμυρίων εἰσπραχθέντων 52 ἑκατομμύρια διετέθησαν εἰς τὴν ἐξόφλησιν τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων. Ἐπειδὴ δὲ ἡ πρᾶξις αὕτη ἀπέδιδε καθαρὸν κέρδος εἰς τὸ Δημόσιον, ἐδέησεν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, οὐχὶ νὰ ἐφεύρῃ αὐτὸς, ἀλλὰ νὰ παραλάβῃ προθύμως παρ’ ἐφευρόντος τὴν ἐπινόησιν, ὅτι τὸ δάνειον τῶν 60,000,000, ὅπερ ἐκυκλοφόρει ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ ἐν ταῖς ἀγοραῖς τῆς Εὐρώπης, ἐκυκλοφόρει οὐχὶ ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ, ἀλλ’ ἐπὶ ὑποτιμήσει 144 ἐπὶ τοῖς πεντακοσίοις, ἤτοι 28 ἢ 29%. Καὶ ταῦτα παρίστα εἰς τὴν Βουλὴν, ἥτις δικαίως ἐπίστευε, διότι ἐλέγοντο ἐπισήμως εἰς αὐτὴν ἀπὸ τοῦ βήματος παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἔλεγε, πρὸς τὴν πλειονότητα ἀποτεινόμενος, διότι εἶχε πεποίθησιν, ὅτι αὕτη ἤθελεν ἀνταποκριθῆ πρὸς τὸ αἴσθημα αὐτοῦ, ἔλεγεν, ἰδοὺ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν οἱ προκάτοχοι ἡμῶν ἐλεηλάτουν τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἠκούομεν ἐπὶ τούτοις χειροκροτήματα οὐχὶ μόνον παρὰ τῶν τοποθετηθέντων ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις, ἵνα ὑποβοηθῶσι τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ ἐν αὐτῷ τούτῳ τῷ περιβόλῳ. Καὶ δικαίως, Κύριοι, οὐχὶ δικαίως ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις, διότι κακῶς ἔπραττε τὸ Προεδρεῖον διευθύνον τοιαύτην ἐνέργειαν τῶν ἀκροατηρίων, ἀλλ’ οἱ ἐν τῇ Βουλῇ δικαίως ἐπεκρότουν, ἀκούοντες τοῦ Ὑπουργοῦ, καταγγέλλοντος τὰ τοιαῦτα ὡς ἀποτελοῦντα λεηλασίαν τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἠκούσατε εἰς τί συνίστατο ἡ λεηλασία αὕτη, λεηλασία μετατροπῆς δανείου κυκλοφοροῦντος ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ ἐν ταῖς ἀγοραῖς τῆς Εὐρώπης, καὶ κυκλοφοροῦντος ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ, οὐχὶ ἐπὶ 5 ἡμέρας, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐπὶ χρόνον πολὺν, οὗτινος χρόνου ἔχομεν μαρτυρίαν ἐν αὐτῷ τούτῳ τῷ προγενεστέρῳ δανείῳ, τῷ συνομολογηθέντι ἐπὶ κατωτέρῳ τόκῳ· λεηλασία ἐκ πράξεως, δι’ ἧς τὸ Δημόσιον ἐν τρισὶ κεφαλαίοις ὠφελεῖται, ἐν οὐδενὶ ζημιούμενον. Ἐν τίσιν ὠφελεῖται; Κερδίζει πρῶτον, ὅτι ἀντικαθιστᾷ δάνειον ἐπὶ τόκῳ 6% διὰ δανείου ἐπὶ τόκῳ 5½%· ἥμισυ τοῖς ἑκατὸν ἐτήσιον κέρδος ἐπὶ ποσοῦ 52 ἑκατομμυρίων· πλὴν τούτου ἀνακουφίζεται ὁ προϋπολογισμὸς διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ χρεωλυσίου τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, διότι τὸ δάνειον τῶν 5 ἑκατομμυρίων λιρῶν δὲν ἐπήγετο τὴν πληρωμὴν χρεωλυσίου. Καὶ ἀσήμαντόν τι ἦτο ἡ ἀπαλλαγὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἀπὸ τῆς ἐπιβαρύνσεως τοῦ χρεωλυσίου, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἓν τῶν ζωτικῶν ζητημάτων, τῶν προκειμένων εἰς ἐπίλυσιν, ἦτο ἡ εὕρεσις μεταλλικοῦ πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐτησίων ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους; Ἡ μείωσις τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους ἐκ τῆς τροπῆς τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων ἐν τῷ δανείῳ τῶν 5 ἑκατομμυρίων, ἡ μείωσις τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους κατά τε τὸν τόκον καὶ τὸ χρεωλύσιον ἦτο σχεδὸν 1 ἑκατομμύριον. Καὶ εἶναι μικρὸν τὸ ποσὸν τοῦ 1 ἑκατομμυρίου, ὅταν τὸ Κράτος διατελῇ ἐν τοιαύτῃ, οἵα ἡ παρ’ ἡμῖν, στενοχωρίᾳ περὶ τὴν εὕρεσιν χρυσοῦ νομίσματος, ὅταν ἡ χώρα τοσαύτην ἔχῃ ἀνάγκην περιφρουρήσεως τοῦ χρυσοῦ αὐτῆς νομίσματος; Ἡ τροπή τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα καὶ τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τῆς δουλείας τῆς ὑπεγγύου εἰς τὸ δάνειον προσόδου τοῦ χαρτοσήμου. Καὶ ταῦτα περὶ τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ καὶ τὸ δάνειον τῆς Ἀνεξαρτησίας, τὸ δάνειον τῶν 1824 καὶ 1825, ἡ τροπὴ τοῦ δανείου τούτου δὲν διέφυγε τὴν ἐπίκρισιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρέστησεν, ὅτι ἡ διατήρησις τοῦ δανείου ἐκείνου ἦτο ἐνδεδειγμένη, διότι διὰ τῆς κυκλοφορίας αὐτοῦ ἐδίδετο ἐν τῇ ἀγορᾷ εἰς τὰ ἄλλα δάνεια ὑποστήριξις ὡς ἐκ τῆς ὑψηλοτέρας αὐτοῦ ἀγοραίας τιμῆς. Ἀλλ’ ὅτε τὸ δάνειον τοῦτο ἐξωφλήθη, ἡ τιμὴ τῶν ἑλληνικῶν χρεωγράφων ἐν γένει ἀντεστοίχει ἐγγύτατα πρὸς τόκον 5 τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου, 6 δὲ τοῖς ἑκατὸν ἦτο ὁ τόκος τοῦ δανείου ἐκείνου, ἀλλὰ πρὸς τῷ τόκῳ εἶχε τὸ δάνειον καὶ τὸ μέγα χρεώλυτρον, ὅπερ ἀπετέλει μέγιστον αὐτοῦ πλεονέκτημα, διότι πλεονέκτημα ἐν τοῖς δανείοις θεωρεῖται τὸ βραχυπρόθεσμον τῆς ἀποδόσεως, τὰ δὲ βραχυπρόθεσμα δάνεια ἔχουσι πάντοτε ἀνωτέραν ἀξίαν τῶν μακροπροθέσμων. Προκειμένου ἄρα περὶ δανείου βραχυπροθέσμου, ὡς ἐκ τοῦ μεγάλου αὐτοῦ χρεωλύτρου, καὶ ἀποφέροντος τόκον 5 τοῖς ἑκατὸν, τὸ ἄρτιον τῆς τιμῆς αὐτοῦ οὐδόλως ἠδύνατο νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς ἀγοραίας τιμῆς ἄλλων δανείων. Τοιαύτη βελτίωσις εἶχεν ἐπιτευχθῇ καὶ διετηρεῖτο διὰ τῶν κανονικῶν μέσων, διὰ τῆς ἐπιδείξεως τελεσφόρου κυβερνητικῆς ἐνεργείας πρὸς ἀποκατάστασιν ἑδραίαν τῆς δημοσίας πίστεως τῆς χώρας. Διὰ τῆς ἐπιδείξεως τοιαύτης ἐνεργείας ἠδυνήθημεν ἀπὸ τοῦ δανείου τῶν 21,000,000 ἐπὶ τόκῳ 8% νὰ προβῶμεν εἰς τὸ ἐπὶ τόκῳ πραγματικῷ 5 καὶ 88% δάνειον τῶν 135,000,000, τὸ μὴ περιλαμβάνον χρεωλύσιον, ἀλλὰ συνδεδεμένον μετὰ τῆς διαχειρίσεως τῶν μονοπωλίων, καὶ ἀπὸ τοῦ δανείου τούτου εἰς ἄλλο δάνειον ἐπὶ τῷ αὐτῷ τόκῳ, ἀλλ’ ἄνευ διαχειρίσεως μονοπωλίων, ἄνευ εἰδικῶν ἐγγυήσεων, ἄνευ χρεωλυσίου, καὶ ἀπὸ τοῦ δανείου τούτου εἰς ἄλλο δάνειον ἄνευ διαχειρίσεως μονοπωλίου, ἄνευ εἰδικῆς ἐγγυήσεως, ἄνευ χρεωλυσίου, ἐπὶ τόκῳ οὐχὶ πλέον 5 καὶ 88%, ἀλλὰ 5½ τοῖς ἑκατόν. Καὶ οὕτως ἀπὸ οἰκονομικῆς πράξεως εἰς οἰκονομικὴν πρᾶξιν ἐβαίνομεν πάντοτε πρὸς τὰ ἄνω, ὅπως, ἀφ’ ἧς διέπει τὰ τῆς Πολιτείας ἡ νέα Κυβέρνησις, βαίνουσι τὰ οἰκονομικὰ πάντοτε πρὸς τὰ κάτω....
§25ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Ὤ! ὤ! ὤ!
§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδὲν λέγω τὸ προσωπικὸν, διότι ὁμιλῶ ἀποκλειστικῶς περὶ οἰκονομικῶν, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἀπὸ τῆς ἐλεύσεως τῆς Κυβερνήσεως βαίνομεν πρὸς τὰ κάτω· ἐν τῇ συνομολογήσει τῶν οἰκονομικῶν πράξεων. Βαίνομεν πρὸς τὰ κάτω, διότι εἴχομεν συνομολογήσει τὸ δάνειον τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης ἀντὶ τιμῆς 89....
§27ΜΙΑ ΦΩΝΗ. Δὲν ἐπέτυχεν ὅμως.
§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. ... οὗτινος διετέθη τὸ ἥμισυ· ἦλθεν ἡ μεθ’ ἡμᾶς Κυβέρνησις καὶ διέθηκε μέρος τοῦ ἑτέρου ἡμίσεως ἐπὶ τιμῇ 86. Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως χθὲς ἀπηρίθμει τὰς διαφόρους βαθμίδας τῆς κλίμακος, δι’ ὧν διῆλθον τὰ δάνεια, ἵνα φθάσωσι τὰ ἐπὶ τόκῳ 5% εἰς τὴν τιμὴν τῶν 60, ἐν ᾗ σήμερον διατελοῦσι· τὸ ἐναντίον συνέβαινε πρότερον· αἱ βαθμίδες αἱ διαδεχόμεναι ἀλλήλας ἐν τῇ πραγματοποιήσει τῶν δανείων ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἦσαν βαθμίδες κλίμακος ἀνιούσης, καὶ δὲν εἴχομεν ἀνάγκην ἡμεῖς δανείων, ὧν ἡ ἐπίδειξις νὰ συντελῇ εἰς τῶν ἄλλων τὴν ὕψωσιν. Ἡ ύψωσις τῆς τιμῆς τῶν δανείων ἐν ταῖς ἀγοραῖς εἶχεν ἐπιτευχθῆ, καὶ ὑπῆρχε σχεδὸν ὁμοτιμία ἁπάντων πρὸς τὸ δάνειον τῆς Ἀνεξαρτησίας, ὅτε τοῦτο ἐξωφλήθη. Ἐκ δὲ τῆς ἐξοφλήσεως ἐκέρδησε τὸ Δημόσιον ἀνακούφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ 1,100,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος. Ταῦτα ἐπεδιώκομεν ἡμεῖς τότε διὰ τῶν μέτρων τούτων, καὶ ταῦτα ἐπετυγχάνομεν ἀλληλοδιαδόχως διὰ πασῶν τῶν πράξεων, ἃς ἐπέκρινε χθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργός, παραστήσας αὐτὰς ὡς λεηλασίαν τοῦ δημοσίου ταμείου, πράξεις, δι’ ὧν ἀπηλλάξαμεν τὸ Δημόσιον ἀπὸ πληρωμῆς ἐτησίας 6,500,000 δραχμῶν. Καὶ ποῦ ἤθελεν εὕρει σήμερον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ταῦτα τὰ 6,500,000, τὰ ὁποῖα ἐπὶ ἔλαττον σήμερον βαρύνουσι τὸν προϋπολογισμόν; Ἀντὶ νὰ ἀπονείμῃ εὐχαριστίας εἰς τὴν πολιτικὴν, ἥτις ἀπήλλαξεν αὐτὸν ἀπὸ τῆς ἀνάγκης, ἵνα προνοῇ περὶ τῆς εὑρέσεως αὐτῶν, ἔρχεται ἀποκαλῶν τοῦτο, τὴν ἀπόδοσιν δηλαδὴ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον 6,500,000 ἐτησίως, λεηλασίαν τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου ταμείου. Διὰ τῶν πράξεων τούτων ἐπετεύχθη ἐλάττωσις ἐν τῷ κεφαλαίῳ τοῦ δημοσίου χρέους τοῦ προϋπολογισμοῦ σπουδαιοτάτη, ἥτις μετὰ τῶν ἄλλων ἐλαττώσεων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων, συνδυαζομένων πρὸς τὰς αὐξήσεις τῶν προσόδων ἐκ τῆς προστεθείσης τότε φορολογίας, ἀποκατέστησεν ἐντελῶς ἐν ἰσοζυγίῳ τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ τοσοῦτον ἐντελῶς, ὥστε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις πρὸς τούτῳ ἰδίως ὡμίλησεν, ὅπως ψέξῃ τοὺς προκατόχους αὐτοῦ, παρέλιπε νὰ εἴπῃ τι περὶ τῶν ἀπολογισμῶν τοῦ 1888 καὶ 1887, ὧν δὲν ἠδύνατο ν’ ἀμφισβητήσῃ τὸ ἰσοσκελές, ὡμίλησε δὲ μόνον περὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1889, ἵνα κατατάξῃ ὡς τακτικὰς δαπάνας τὰς δαπάνας πρὸς κατασκευὴν τῶν πλοίων, τὰς δαπάνας τῶν τροπῶν τῶν δανείων, τὰς δαπάνας τῶν στρατιωτικῶν κτιρίων καὶ τὰς ἄλλας, ὧν πρὸ ὀλίγου ἐμνήσθη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος, ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὅτι ἐπετεύχθη τὸ ἰσοζύγιον διὰ τῶν μέτρων ἐκείνων, ἔχομεν βεβαιωμένον ἐξ αὐτῶν τῶν ἀπολογισμῶν, ὧν τὸν τελευταῖον ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις· ἀλλὰ δὲν ἤρκει ἡ ἐπίτευξις τοῦ ἰσοζυγίου, ἔπρεπε νὰ κανονισθῶσι καὶ τὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διότι τὸ ἰσοζύγιον κατὰ τοσοῦτο μόνον ἠδύνατο νὰ ὠφελήσῃ εἰς τὴν δημοσίαν πίστιν, ἐφ’ ὅσον ἐκ παραλλήλου ἔβαινε πρὸς τὴν διαῤῥύθμισιν καὶ τῆς νομισματικῆς κυκλοφορίας. Ὅτι δὲ ἡ νομισματικὴ κυκλοφορία ἐδεῖτο σπουδαίας προνοίας, πείθεται ἕκαστος, ὅταν ἀναλογισθῇ τοῦτο καὶ μόνον, ὅτι ἐκυκλοφόρουν καὶ τότε, ὅπως κυκλοφοροῦσι καὶ ἤδη, ἐπὶ πλέον ἤδη ἐπὶ μικρῷ ποσῷ, ἐπέκεινα τῆς ἀνάγκης τῶν συναλλαγῶν τῆς χώρας, τραπεζικὰ γραμμάτια ἀξίας 80 ἢ 88 ἑκατομμυρίων. (ὀγδοήκοντα ἢ ὀγδοήκοντα καὶ ὀκτὼ ἑκατομμύρια, ἐπιπροστιθέμενα εἰς τὴν κυκλοφορίαν, ἣν προκαλοῦσιν αἱ συναλλαγαὶ τῆς χώρας, δὲν δύνανται νὰ μὴ γένωνται ἐπαισθητὰ ἐπὶ ζημίᾳ τῶν συναλλαττομένων καὶ ἐπὶ ἐπηρεασμῷ τῆς τιμῆς αὐτοῦ τούτου τοῦ πλεονάζοντος νομίσματος. Θὰ ἠδύνατό τις νὰ ἐρωτήσῃ: καὶ πόθεν γιγνώσκομεν, ὅτι 80,000,000 ἢ 88,000,000 ἐκυκλοφόρουν ἐπὶ πλέον τῆς ἀνάγκης ἐν τῇ χώρᾳ. Τοῦτο ἐνδείκνυται ἐξ αὐτοῦ τοῦ θεσμοῦ, τοῦ καθορίσαντος ὡς ἀνώτατον ὅρον κυκλοφορίας τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου εἰς λογαριασμὸν τῶν Τραπεζῶν 75,000,000 περίπου, διότι ἐν τῷ προσδιορισμῷ τούτῳ ὁ νομοθέτης ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τοὺς ἀνωτάτους ὅρους τῆς κανονικῆς κυκλοφορίας, ἤτοι τοὺς πρὸ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ὑφισταμένους, καὶ ἐπέτρεψεν εἰς τὰς Τραπέζας ἐπὶ τοῖς ὅροις τούτοις νὰ θέτωσιν εἰς κυκλοφορίαν εἰς ἴδιον λογαριασμὸν γραμμάτια, τουτέστιν ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἀνωτάτην κυκλοφορίαν 60 ἑκατομμυρίων, διότι τοῦ ποσοῦ τούτου ἡ κυκλοφορία ἐθεωρεῖτο ὡς ἀποδειχθεῖσα ἐπαρκὴς ἐπὶ τῷ ἀνωτάτῳ ὅρῳ, ἐν ᾗ ἐποχῇ ἡ κυκλοφορία δὲν ἦτο ἀναγκαστική· ὡσαύτως εἰς τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν ἐπέτρεψε κυκλοφορίαν ἐπὶ τῷ αὐτῷ μέτρῳ 8 ἑκατομμυρίων, οὕτω δ’ ἐκανόνισε καὶ τὰ τῆς Ἠπειροθεσσαλικῆς Τραπέζης. Τὰ ἐπὶ πλέον τοῦ ὅρου τούτου, δεκτικοῦ ἄλλως αὐξήσεως, ἂν ἐνδείκνυται ὑπὸ τῶν περιστάσεων, ἀποτελοῦσι πλεονασμὸν, ὅστις δὲν δύναται νὰ μὴ γένηται ἐπαισθητὸς καὶ ἐν τῇ σχέσει τοῦ χρυσοῦ πρὸς τὸ νόμισμα τὸ πιστωτικὸν ἐν τῇ κυκλοφορίᾳ. Δὲν εἶναι δυνατὸν, ἐὰν τὸ πιστωτικὸν νόμισμα κυκλοφορῇ ἐπὶ ποσῷ ἀνωτέρῳ τῆς δεούσης ἀναλογίας πρὸς τὸν χρυσὸν, νὰ μὴ ἐπέλθῃ ὑπερτίμησις μὲν τούτου, ὑποτίμησις δὲ ἐκείνου. Δὲν ὁμιλῶ περὶ μικρῶν διαφορῶν· διότι, ἐὰν ἐπιπροστεθῇ εἰς τὴν κυκλοφορίαν τὴν κανονικὴν, ἥτις ἄλλως δὲν δύναται καὶ νὰ κανονισθῇ ἐν πλήρει ἀκριβείᾳ, διότι δὲν ὑπάρχουσι τὰ πρὸς τοῦτο δεδομένα, ἐὰν ἐπιπροστεθῇ ποσὸν τραπεζικῶν γραμματίων 5 ἢ 10 ἑκατομμυρίων, ἴσως ἡ δυσαναλογία δὲν ἀποβῇ ἐπαισθητὴ, ἀλλ’ ὅταν φθάσῃ ἡ προσθήκη εἰς ποσὸν μετρούμενον κατὰ δεκάδας ἑκατομμυρίων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐπέλθῃ ὑποτίμησις τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου. Οὕτως ἀπὸ τοῦ 1877, ὅτε τὸ πρῶτον ἐπεβλήθη ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, εἴδομεν ἐν ἀρχῇ τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον μὴ ὑφιστάμενον μεγάλην παραλλαγὴν τιμῆς ὡς ἐκ τῆς προσθήκης ποσοῦ τινος ἐν τῇ κυκλοφορίᾳ ἐπέκεινα τοῦ ἀνωτάτου ὅρου, διετηρεῖτο μάλιστα καὶ ἐν ἰσοτιμίᾳ ἐπὶ χρόνον τινά· εὐθὺς ὅμως, ὡς τὸ κυκλοφοροῦν ποσὸν ἤρξατο ἐπαισθητῶς αὐξανόμενον, εἴδομεν τὴν ὑποτίμησιν προϊοῦσαν, ἕως οὗ τὸ 1884 ἡ ἐκ ταύτης δυσπραγία τῆς κοινωνίας κατέστησεν ἀπαραίτητον τὸ μέτρον τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς ἰσοῤῥοπίας· καὶ περὶ τούτου θέλω ἴσως ὁμιλήσει ἐπὶ ἄλλῃ εὐκαιρίᾳ, ἤδη δὲ ἀφορῶ εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, τὴν ἀνανεωθεῖσαν κατὰ τὸ 1885. Καὶ ἐν ταύτῃ εἴδομεν τὸ αὐτὸ φαινόμενον ἐπαναλαμβανόμενον· εἴδομεν τὴν ὑποτίμησιν τοῦ πιστωτικοῦ νομίσματος αὐξάνουσαν, ἐφ’ ὅσον ηὔξανε καὶ ἡ δυσαναλογία μεταξὺ τοῦ πιστωτικοῦ νομίσματος καὶ τοῦ χρυσοῦ. Δὲν πρέπει δὲ νὰ ζητῶμεν τὴν δυσαναλογίαν ἐν μόνῃ τῇ αὐξήσει τοῦ πιστωτικοῦ νομίσματος· πρέπει νὰ ζητῶμεν αὐτὴν ἐν τῇ σχέσει πρὸς τὸ ποσὸν τοῦ χρυσοῦ· διότι, ἐὰν συνάμα μετὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ πιστωτικοῦ νομίσματος διὰ προνοίας οἱασδήποτε αὐξάνῃ καὶ τὸ ποσὸν τοῦ χρυσοῦ, ματαιοῦται τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ πιστωτικοῦ νομίσματος, καὶ εἰς τοῦτο ἰδίως ἀπέβλεψεν ἡ Κυβέρνησις ἡ προκάτοχος. Ἡ Κυβέρνησις ἡ προκάτοχος ἐγκαίρως ἐνόησεν, ὅτι δὲν ἀρκεῖ ἡ ἀποκατάστασις τοῦ ἰσοζυγίου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὡς ἀφορῶντος μόνον εἰς τὸ πιστωτικὸν νόμισμα, ἀλλ’ ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀσχοληθῇ καὶ εἰς τὰ τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς ἰσοῤῥοπίας ἐν τῇ σχέσει τοῦ χρυσοῦ νομίσματος πρὸς τὸ τραπεζικὸν νόμισμα, καὶ ὅτι δὲν ἀρκεῖ ἐν τῇ σχέσει ταύτῃ ἡ πρόνοια περὶ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ πιστωτικοῦ νομίσματος, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται καὶ πρόνοια περὶ αὐξήσεως, ἢ τοὐλάχιστον περὶ μὴ ἐλαττώσεως τοῦ χρυσοῦ νομίσματος, εἰς ταύτας δὲ τὰς σκέψεις ὀφείλονται οἱ οἰκονομικοὶ συνδυασμοὶ, περὶ ὧν τοσοῦτος ἐγένετο καὶ γίνεται λόγος. Ἠκούσαμεν προχθὲς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὁμιλοῦντος καὶ πάλιν περὶ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν ἐν τῇ αὐτῇ ἀντιφάσει, ἣν παρατηροῦμεν ἐν πάσαις ταῖς περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἀποφάνσεσιν αὐτοῦ. Ἔλεγεν, ὅτι αὐτὸς δὲν ἀποδέχεται τοὺς οἰκονομικοὺς συνδυασμοὺς, καὶ εὐθὺς κατόπιν ἀνεγίνωσκεν ἐπιστολὴν ἐξ Ἀγγλίας, ἐν ᾗ ἀνηγγέλλετο ἡ διάθεσις τραπεζικοῦ τινος οἴκου σπουδαίου, ὅπως προβῇ εἰς οἰκονομικὸν συνδυασμόν· ἐν τῇ ἐπιστολῇ μάλιστα οὕτω καὶ ἀποκαλεῖται ἡ πρᾶξις, καὶ ταύτην τὴν πρότασιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ πρὸ μικροῦ καταφερόμενος λάβρως κατὰ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, ἐχαρακτήριζεν ὡς πρότασιν σωτηρίαν· ἀνεγίνωσκε μάλιστα καὶ παραγράφους τῆς ἐπιστολῆς, ἥτις ἔλεγεν, ὅτι εἰς τὴν ἀλληλοσφαγὴν τῶν ἐν Ἑλλάδι χρηματιζομένων ὀφείλεται, ὅτι δὲν ἠδυνήθη ὁ γράφων νὰ ἐπιτύχῃ ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως τὴν πραγματοποίησιν τοῦ οἰκονομικοῦ τούτου συνδυασμοῦ. Ἀλλ’ εἰς οὐδὲν ὠφελεῖ, Κύριοι, ἂν ἀποδείξω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁμιλῶν περὶ οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, ἐπαγγέλλεται μὲν, ὅτι εἶναι ἐναντίος εἰς αὐτοὺς, ἀποδέχεται ὅμως αὐτοὺς κατ’ οὐσίαν καὶ τοὺς ἐπιδιώκει, καταφέρεται δὲ μόνον κατ’ αὐτῶν, ὁσάκις δὲν δύναται νὰ τοὺς πραγματοποιήσῃ, δίδει δὲ εἰς τὰς λέξεις «οἰκονομικὸς συνδυασμὸς» ἔννοιαν ἄλλοτε ἄλλην, πάντως δὲ τὴν μὴ ἀνήκουσαν εἰς αὐτάς. Εἰς οὐδὲν ἐπίσης ὠφελεῖ ἡ περίστασις, ὅτι ὅμοιον τούτων εἴδομεν πράττοντα καὶ τὸν προκάτοχον τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν· εἶχε καὶ οὗτος βροντήσει κατὰ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, ὅτε ἦτο μέλος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐλθὼν δὲ εἰς τὰ πράγματα, ἠθέλησε νὰ ἐφαρμόσῃ ὅσα τότε περὶ αὐτῶν ἐπηγγέλλετο. Τότε ἐπηγγέλλετο, ὅτι εὐχερεστάτη ἦτο ἡ ἄνευ οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, ἢ τοὐλάχιστον ἡ ἄνευ προνοίας περὶ αὐξήσεως τοῦ χρυσοῦ, ἢ περὶ μὴ ἐλαττώσεως τοῦ χρυσοῦ, ὅπως διατηρῆται ὁμαλὴ ἡ σχέσις αὐτοῦ πρὸς τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον, πληρωμὴ τῶν τοκομεριδίων, ἡ εἰς χρυσὸν ὀφειλομένη, προέβη δὲ ὡς Ὑπουργὸς θαῤῥαλέως ἐπὶ τὸ ἔργον, ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον ἦλθεν εἰς τὴν Βουλήν, ὁμολογῶν ἐνώπιον αὐτῆς, ὅτι μετὰ τὴν ἀγορὰν 2 ἑκατομμυρίων χρυσοῦ ἠναγκάσθη νὰ παραιτήσῃ τὸ ἔργον καὶ νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν πολιτικὴν τῶν προκατόχων αὐτοῦ, ἀναγνωρίσας τὴν ὀρθότητα τῶν σκέψεων τῶν προκατόχων αὐτοῦ ἐκ τῆς ὁμολογίας τῶν πραγμάτων, ἥτις εἶναι σπουδαιοτέρα τῆς ἐκ τῶν λόγων. Ἡ ἐξέτασις τῶν ἀντιφάσεων ἔν τε τοῖς λόγοις καὶ ἐν τοῖς ἔργοις τῶν δύο τούτων Ὑπουργῶν εἰς οὐδὲν ὠφελεῖ· οὐδὲ συνάγω ἐκ τῶν ἀποτυχιῶν αὐτῶν τὸ πόρισμα, ὅτι ἡ ἀγορὰ ἡ ἡμετέρα δὲν δύναται νὰ εἰσφέρῃ δύο ἑκατομμύρια πρὸς πληρωμὴν τῶν εἰς χρυσὸν ὀφειλῶν τοῦ Δημοσίου καθ’ ἓν ἔτος, ἢ καὶ ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν, ἢ καὶ μέχρι ἐξοφλήσεως τῶν δανείων, ἢ καὶ ὅτι δὲν δύναται νὰ εἰσφέρῃ αὐτὰ τὰ ποσὰ τοῦ χρυσοῦ, ἅτινα περιωρισμένα χθὲς ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς παρ’ αὐτοῦ ἀποκτηθέντα. Παρέστησεν αὐτὰ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡς ἀνερχόμενα εἰς 10 ἑκατομμύρια, ἐνῷ ἀνέρχονται εἰς πλείονα, διότι ἄλλα ἐμμέσως ἀπεκτήθησαν ἐκ τῆς ἀγορᾶς, τὰ τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης ἐν παραδείγματι, τὰ ὁποῖα ὠφείλοντο εἰς χρυσὸν, ἐπληρώνοντο ὅμως εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἅτινα ὁ λαμβάνων ἔσπευδεν εὐθὺς νὰ τρέψῃ εἰς συνάλλαγμα, ἵνα ἀποτίσῃ τὰς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὀφειλάς του. Ἀλλ’ εἴτε εἰς 10 ἑκατομμύρια ὑπολογίσωμεν αὐτὰ, εἴτε εἰς πλείονα, ἀναγνωρίζω, ὅτι δύναται ἡ χώρα καὶ τὰ 2 καὶ τὰ 10 ἢ 15, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ 25 ἢ 30 ἑκατομμύρια ν’ ἀποστέλλῃ ἐτησίως εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, πρὸς ἀπότισιν τῶν εἰς χρυσὸν ὀφειλῶν τοῦ Δημοσίου· ἀλλ’ ὅ,τι δὲν ἀποδέχομαι εἶναι, ὅτι δύναται τοῦτο νὰ γείνῃ ἄνευ τῆς δεούσης παρασκευῆς τῆς χώρας, ἡ δὲ παρασκευὴ δὲν εἶναί τι, τὸ ὁποῖον δύναται ἡ Κυβέρνησις διὰ νόμων ἢ διὰ διαταγμάτων νὰ κανονίσῃ, εἶναί τι κανονιζόμενον ὑπὸ τῶν νόμων τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης. Ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις ἡ προκάτοχος νὰ πράξῃ περὶ τούτου ὅ,τι ἔπραξε, νὰ μελετήσῃ δηλαδὴ τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκεν ἡ ἀποστολὴ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν χρυσοῦ πρὸς ἀπότισιν τῶν τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων 25 ἢ 26 ἑκατομ. τότε, 29 ἢ 30 ἑκατομ. τώρα, καὶ 33 ἢ 34 ἑκατομμυρίων μετ’ ὀλίγον, εἴτε ἐν ὅλῳ, εἴτε ἐν μέρει, ἐπηρεάζει τὰ τῆς χώρας, καὶ νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἄρσιν τῶν αἰτίων, διότι, ἐφ’ ὅσον δὲν ἤροντο τὰ αἴτια τῆς ἐκ τῆς ἀποστολῆς χρυσοῦ ἐπερχομένης δυσπραγίας, δὲν ἐπετρέπετο ἡ ἀποστολὴ χρυσοῦ, ἐὰν ἠδύνατο ἄλλως ν’ ἀναπληρωθῇ ἡ ἀνάγκη· ἐὰν δὲ δὲν ἠδύνατο ἄλλως ν’ ἀναπληρωθῇ, εἰμὴ διὰ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, ἔπρεπεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ν’ ἀποδεχθῇ τὸ σύστημα τοῦτο, ὅπερ ἐπενόησε καὶ κατήρτισε προσηκόντως, ἔπρεπε καὶ ἡ νῦν Κυβέρνησις ν’ ἀποδεχθῇ αὐτὸ καὶ νὰ ἐργασθῇ εὐστόχως πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ. Ἡ νῦν Κυβέρνησις ἀπεκήρυξε τὸ σύστημα, ἀλλὰ συνάμα ἀπεδείχθη μὴ δυνηθεῖσα νὰ πραγματοποιήσῃ αὐτὸ, διότι, κατὰ τὰ ἐν τῇ ἐπιστολῇ, ἣν ἀνέγνω ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως πιστεύων εἰς αὐτὰ, ἡ ἀλληλοσφαγὴ τῶν κερδοσκόπων παρέστησε τὰ τῆς Ἑλλάδος διὰ τρόπου ἐπενεγκόντος τὸ ναυάγιον τοῦ οἰκονομικοῦ συνδυασμοῦ. Οἱ οἰκονομικοὶ συνδυασμοὶ συντελοῦσιν, ὡς εἶπον, εἰς τὴν διατήρησιν ἰσοῤῥοπίας μεταξὺ τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ ἀναγκαστικῶς κυκλοφοροῦντος τραπεζικοῦ γραμματίου, ἀλλὰ δὲν δύνανται νὰ ἐπαναλαμβάνωνται ἐπ’ ἄπειρον οἱ οἰκονομικοὶ συνδυασμοί. Εἶναι οὗτοι μέτρα προσωρινά, λαμβανόμενα, ὅπως παράσχωσιν εἰς τὴν χώραν τὴν εὐκαιρίαν, ἵνα παρασκευασθῇ πρὸς τὴν ἀφαίρεσιν ἀπ’ αὐτῆς ἐτησίως ποσοῦ χρυσοῦ, ὅσος ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ἀπότισιν τῶν ὀφειλῶν τοῦ Δημοσίου. Ἀλλὰ ποῖος εἶναι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν θέλει παρασκευασθῇ ἡ χώρα πρὸς τοῦτο, καὶ ποῖος εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν ἡ χώρα εἶναι ἀπαράσκευος; Πῶς συμβαίνει, ὥστε νὰ μὴ δύνηται νὰ ἐπαρκῇ εἰς τὰς ἐκ τῶν ὀφειλῶν τούτων πληρωμὰς χώρα ἔχουσα πρόσοδον εἰς χρυσὸν 110 ἑκατομμυρίων κατ’ ἔτος ἐκ μόνης τῆς φαινομένης ἐξαγωγῆς τῆς παραγωγῆς αὐτῆς, ἀλλὰ βεβαίως καὶ ἀφανῆ πρόσοδον χρυσοῦ λίαν σπουδαίαν; Ὅτε διεξήγοντο αἱ περὶ τῶν εἰς χρυσὸν ὀφειλῶν τοῦ Δημοσίου συζητήσεις ἐν τῇ παρελθούσῃ βουλευτικῇ περιόδῳ, ὅ,τι ἰδίως μὲ ἐλύπει παρὰ τοῖς ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει ἦτο, ὅτι δὲν ἐπελαμβάνοντο οὗτοι τῶν ζητημάτων τούτων πρὸς ἐξεύρεσιν τῶν ἀληθῶν ὅρων τῆς λύσεως αὐτῶν, δὲν ἐπελαμβάνοντο τῶν ζητημάτων τούτων, ἐξετάζοντες κατὰ πόσον καὶ τίνα ἡ κατάστασις ἀπῄτει πρόνοιαν περὶ τῆς θεραπείας, πρόνοιαν, ἣν οἱαδήποτε Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ λάβῃ, καὶ κατὰ πόσον ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ἀνηκούσης αὐτῇ ἐνεργείας ἡ Κυβέρνησις ἐπιτυχῶς προενόησε, διότι ὑπάρχουσιν ἐν τῇ καταστάσει τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν κυβερνητικὴν ἐνέργειαν, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ τὰ ἄσχετα πρὸς τὴν κυβερνητικὴν ἐνέργειαν, καὶ ταῦτα ὅμως καὶ ἐκεῖνα ἡ τότε Ἀντιπολίτευσις ἐξήταζεν ὡς ἀπόῤῥοιαν τῆς κυβερνητικῆς ἐνεργείας, καθιστῶσα οὕτω πᾶσαν τὴν ἐνέργειαν αὐτῆς, ὡς ἐλεγκτοῦ τῆς Κυβερνήσεως, ματαίαν. Τὸ ζήτημα, ἐὰν ἡ χώρα δύνηται ἢ δὲν δύνηται νὰ ἐξαγάγῃ τὸν ἐπαρκῆ πρὸς τὴν ἀπότισιν τῶν ὀφειλῶν τοῦ Δημοσίου χρυσὸν, δὲν σχετίζεται πρὸς τὴν εὐθύνην ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς Κυβερνήσεως. Ἐφ’ ὅσον ἦναι ζήτημα κυβερνητικὸν, εὐθύνει τὸ σύνολον τῶν Κυβερνήσεων τῆς Ἑλλάδος, αἵτινες τοσοῦτον κατέστησαν τὸ χρέος τοῦ Δημοσίου· ἐὰν δὲ εἰδικώτερον πρὸς ἡμᾶς ἤθελον νὰ πραγματευθῶσι τὸ θέμα οἱ ἐπικρίνοντες τὰς ἐνεργείας ἡμῶν, δὲν ἠδύναντο ἢ ν’ ἀναγνωρίσωσιν ἐκ τῶν πινάκων, οἵτινες καὶ ἀνεκοινώθησαν πολλάκις εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡμεῖς δὲν ηὐξήσαμεν τὸ ποσὸν τοῦ ἐτησίου χρέους τοῦ Κράτους εἰς χρυσόν, ὥστε ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῆς αὐξήσεως νὰ χωρῇ ἔγκλησις καθ’ ἡμῶν. Ἡμεῖς διὰ πινάκων, οὓς δύναμαι καὶ ἤδη νὰ παρουσιάσω εἰς τὴν Βουλήν, παρουσιασθέντων ὅμως καὶ ἄλλοτε, ἀπεδείξαμεν, ὅτι, ὡς ἐκ τῶν τροπῶν τῶν δανείων καὶ τῶν ἄλλων ἐπωφελῶν τῷ Δημοσίῳ οἰκονομικῶν πράξεων, ἐπετύχομεν, ὅπως τὸ ποσὸν τοῦ ἐξαγομένου χρυσοῦ ἐκ τοῦ Κράτους μὴ αὐξήσῃ. Τὸ ποσὸν ἄρα τοῦτο τοῦ ἐξαγομένου χρυσοῦ πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων, τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν εἶχε δημιουργηθῆ παρ’ ἡμῶν, δὲν παρεῖχεν ἄρα εἰς τοὺς τότε ἀντιπολιτευομένους εὔλογον ἀφορμήν, ὅπως ἀντὶ τῆς μελέτης τῆς δυσχερείας ἀναζητῶσιν ἐν αὐτῇ εὐκαιρίαν πρὸς ἐπίκρισιν ἡμῶν, ὡς αἰτίων αὐτῆς. Ἡ δυσχέρεια ὑφίστατο, ὁθενδήποτε προερχομένη, καὶ πᾶσα Κυβέρνησις, ἀλλὰ καὶ πᾶσα Ἀντιπολίτευσις ἔδει ν’ ἀναγνωρίσῃ τὴν σπουδαιότητα αὐτῆς καὶ ἐργαζομένη ἀπὸ τῆς οἰκείας θέσεως νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐξεύρεσιν τῶν τρόπων, δι’ ὧν ἤθελε καταστῆ ἐφικτή, ἄν οὐχὶ ἀμέσως, ἀλλὰ μετὰ πάροδον χρόνου τινὸς, ἡ ἄρσις τῆς δυσχερείας, τουτέστιν ἡ ἀπότισις τῆς ὀφειλῆς ἄνευ τῆς προσφυγῆς εἰς τὴν δημοσίαν πίστιν, διότι, μόνον ὅταν τοῦτο ἐπιτευχθῇ, δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν ὡς ἀποκαταστάντα ὁριστικῶς τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας. Δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δὲν ἀποκατεστήσαμεν ὁριστικῶς τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ· διότι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καίτοι ἀποκατεστήσαμεν αὐτὰ μόνον ὡς πρὸς τὰ τακτικὰ ἔσοδα καὶ τὰ τακτικὰ ἔξοδα, καίτοι δὲν ἠδυνήθημεν νὰ περιλάβωμεν ἐν τοῖς καλυπτομένοις ὑπὸ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τὰ ἔκτακτα ἔξοδα, ἐπετελέσαμεν ὅμως τὰ ἐπαρκῆ πρὸς τοὺς καιρούς. Ὅταν Κράτος ἀρτιπαγὲς, τὸ ὁποῖον ἤδη καταρτίζει τὸ σιδηροδρομικὸν αὐτοῦ σύμπλεγμα, ἤδη καταρτίζει τὸ ὑλικὸν τοῦ κατὰ θάλασσαν καὶ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ, ἤδη καταρτίζει πᾶσαν τὴν πολιτειακὴν αὐτοῦ ἀποσκευήν, ὅταν Κράτος τοιοῦτον προβαίνῃ ἐν τῷ σταδίῳ τοῦ τοιούτου καταρτισμοῦ, ὅστις ἐξυπηρετεῖ οὐχὶ ἑνὸς ἔτους ἀνάγκας, ἀλλ’ ἀνάγκας πολλῶν ἐτῶν, δὲν δύναται ἢ νὰ διανέμῃ ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ἐπὶ πολλοὺς προϋπολογισμοὺς τακτικῶν ἐσόδων τὰς δαπάνας ταύτας, ἐπὶ τόσα ἔτη, ἐφ’ ὅσον αὗται θέλουσι χρησιμεύσει. Καὶ τὰ ξένη Κράτη, ὅταν εὑρέθησαν ἐν τοιαύτῃ ἀνάγκῃ, τὸ αὐτὸ ἔπραξαν. Τὸ αὐτὸ ἔπραξε καὶ ἡ Γαλλία μετὰ τὸν τελευταῖον δυστυχῆ αὐτῆς πόλεμον· τὸ αὐτὸ ἔπραξε καὶ ἡ Ἰταλία μετὰ τὰς ἐνεργείας αὐτῆς πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς ἐθνικῆς ἑνώσεως. Ἔπρεπε τότε καὶ Γαλλία καὶ Ἰταλία νὰ δράσωσι σπουδαίως πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς χώρας, καὶ διένειμαν ἐπὶ πολλὰ ἔτη τὰ κεφάλαια, τ’ ἀπαιτούμενα πρὸς τὴν τοιαύτην ἀποκατάστασιν. Ἀλλὰ καὶ ἡ Γαλλία κατώρθωσε βαθμηδὸν νὰ περιλάβῃ ἐν τῷ τακτικῷ προϋπολογισμῷ πάντα τὰ ἔκτακτα ἔξοδα, καὶ ἡ Ἰταλία κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἠδυνήθη νὰ περιλάβῃ ἐν τῷ τακτικῷ προϋπολογισμῷ πάντα τὰ ἔκτακτα αὐτῆς ἔξοδα. Ἐπὶ σειρὰν ὅμως ἐτῶν δὲν ἠδυνήθησαν νὰ πράξωσι τοῦτο, ἀλλὰ δὲν ἐθεωροῦντο διὰ τοῦτο ὡς μὴ ἔχουσαι ἰσοζύγιον ὁριστικὸν, ἐφ’ ὅσον τὰ τακτικὰ ἔσοδα ἐξισοῦντο πρὸς τὰ τακτικὰ ἔξοδα. Καὶ ἡμεῖς ἐφθάσαμεν ν’ ἀποκτήσωμεν τὸ ἰσοζύγιον τῶν τακτικῶν ἐξόδων πρὸς τὰ τακτικὰ ἔσοδα, ἀλλὰ πέραν τούτου δὲν ἠδυνήθημεν ν’ ἀποκτήσωμέν τι, οὐδὲ θὰ δυνηθῶμεν ἐπὶ χρόνον τινά, ἤτοι ἐφ’ ὅσον ἡ Ἑλλὰς δὲν ἀποκτήσῃ πλῆρες τὸ σύστημα, ὅπερ εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον πρὸς τὴν ἀνάπτυξιν αὐτῆς. Ἤδη, δι’ ὅσων ἐγένοντο καὶ δι’ ὅσων συνεφωνήθησαν, τὰ τοῦ σιδηροδρομικοῦ συμπλέγματος δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἐπὶ ἱκανὸν προοδεύσαντα, ἵνα δυνώμεθα ν’ ἀνακόψωμεν πᾶσαν ἐν τούτῳ νέαν ἐνέργειαν ἡμῶν. Ἤδη, ὡς ἐκ τῆς σπουδαίας ἐργασίας, τῆς γενομένης καὶ γινομένης ἐν τοῖς σιδηροδρομικοῖς, δυνάμεθα ν’ ἀνακόψωμεν καὶ τὰς περαιτέρω ἐνεργείας τὰς ἐν τῇ κοινῇ ὁδοποιίᾳ. Ἀλλ’ ὁσονδήποτε καὶ ἂν προβῶμεν ἐν τῷ ἔργῳ τῆς ἀνακοπῆς, νομίζω δὲ, ὅτι πρέπει νὰ γένηται ἀνακοπὴ ἐν τῷ παρόντι παντὸς νέου ἔργου, πάσης νέας προμηθείας, ἐπαγομένων ἔκτακτον δαπάνην, αὐταὶ αἱ ἀποῤῥέουσαι ἐκ τῶν προηγουμένων συμφωνιῶν ἐργασίαι ἐπιβάλλουσιν ἔτι τὴν διατήρησιν, ἐν στενωτάτῳ ὅμως μέτρῳ, ἐκτάκτου προϋπολογισμοῦ ἐπί τινα χρόνον. Ὁ ἔκτακτος προϋπολογισμὸς ἐπεβάλλετο ἀφεύκτως εἰς τὸ Κράτος, ἐφ’ ὅσον ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶχεν εἰμὴ μόνον τὸν σιδηρόδρομον Ἀθηνῶν–Πειραιῶς καὶ τὸν σιδηρόδρομον Πύργου–Κατακώλου. Δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ ἀρκῆται εἰς μόνην ταύτην τὴν σιδηροδρομικὴν συγκοινωνίαν, ὅταν οὐ μόνον ἡ ἄλλη Εὐρώπη, ἀλλὰ καὶ τὰ πέριξ ἡμῶν μικρὰ Κράτη, ἡ Βουλγαρία καὶ ἡ Σερβία, ἵνα μὴ μνημονεύσω τῆς Ῥουμανίας, ἀπέκτησαν ἢ ἀποκτῶσι πλῆρες σχεδὸν τὸ σιδηροδρομικὸν αὐτῶν σύμπλεγμα. Δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ Ἑλλὰς νὰ μὴ ἀναλάβῃ ἐκτάκτους δαπάνας πρὸς καταρτισμὸν τῶν τοῦ ναυτικοῦ αὐτῆς. Καὶ εἰς τοῦτο ἰδίᾳ θέλω φέρει τὸν λόγον, ὅταν μετ’ ὀλίγον πραγματευθῶ τὰ τοῦ οἰκονομικοῦ κανονισμοῦ τοῦ μέλλοντος ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν. Ἀλλὰ πάντως τὴν δαπάνην ταύτην πιστεύω οὐδεὶς θεωρεῖ ὡς δυναμένην νὰ καλυφθῇ ἐν Κράτει μικρῷ, οἷα ἡ Ἑλλάς, ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐπετύχομεν, ὅπως τὸν τακτικὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων ἀντισταθμίζωμεν διὰ τῶν τακτικῶν ἐσόδων, ταὐτοχρόνως δὲ, ὅπως καὶ τὰς ἐκτάκτους δαπάνας ἀντισταθμίζωμεν διὰ δανείων διαπραγματευομένων ἐπὶ ὅροις ἐπωφελέσι, καὶ ὧν τ’ ἀποτελέσματα ἐξέθηκα ὑμῖν πρὸ ὀλίγου. Ἀλλ’ ὡς εἶπον, δὲν ἀρκεῖ ἡ ἀποκατάστασις τῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι ἡ ἀποκατάστασις τῶν τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ καταλήγει ἁπλῶς εἰς τὴν ἐπάρκειαν τοῦ δημοσίου ταμείου ἐν τραπεζικοῖς γραμματίοις, ἐνῷ τὸ ταμεῖον ἔχει ὑποχρεώσεις ἐν μεταλλικῷ, καὶ εἰς τὴν ἀπόκτησιν τοῦ ἐτησίως ἀπαιτουμένου μεταλλικοῦ πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων ἔπρεπε πάντως νὰ λάβωμεν πρόνοιαν, ἀφοῦ, ἐὰν τὸ μεταλλικὸν ἐλαμβάνετο ἐκ τῆς χώρας, ἀπαρασκεύου πρὸς ἀποστολὴν αὐτοῦ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἤθελον ἐπέλθει ἀνωμαλίαι ἐν αὐτῇ καὶ καταστροφαί. Εἶπον, ὅτι ἔπρεπε τότε, ὅπως πρέπει καὶ σήμερον, νὰ μελετηθῇ τὸ ζήτημα περὶ τῶν τρόπων, δι’ ὧν θὰ ἐπιτευχθῇ ἐν μέλλοντι, οὐχὶ πολὺ ἀπέχοντι ἀφ’ ἡμῶν, ὅπως ἡ χώρα δύνηται νὰ ἐξάγῃ τὸ ποσὸν τοῦτο τοῦ μεταλλικοῦ, χωρὶς νὰ προσφεύγῃ εἰς τὴν δημοσίαν πίστιν. Καὶ ἵνα διακρίνωμεν πῶς δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ τοῦτο, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, τίνος ἕνεκεν ὑπάρχει δυσχέρεια πρὸς τὴν τοιαύτην τοῦ χρυσοῦ ἐξαγωγὴν ἐν Κράτει εἰσάγοντι χρυσὸν ἐκ τῆς παραγωγῆς αὐτοῦ τῆς ἐτησίας ἑκατὸν δέκα ἑκατομμυρίων, πολλῶν δ’ ἔτι ἑκατομμυρίων ἐξ ἄλλων πολλῶν πόρων, καὶ μάλιστα ἐκ τῆς ναυτιλίας καὶ ἐκ τῶν προσόδων, ἃς ἀρύονται ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ πολλοὶ τῶν ἐν αὐτῷ κατοικούντων, καὶ ἐκ τῶν δαπανῶν τῶν δι’ αὐτῆς διερχομένων. Κύριοι, τοῦτο εἶναι ζήτημα ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων, τὸ ὁποῖον πρέπει ἡ Βουλὴ πάντως νὰ μελετήσῃ, διότι τοῦτο εἶναι τὸ λανθάνον ὑπὸ ἁπάσας τὰς δυσχερείας ἡμῶν τὰς οἰκονομικὰς, καὶ εἰς τοῦ ζητήματος τούτου τὴν μελέτην δὲν ἐπιτρέπεται νὰ προβῶμεν κομματικῶς, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐξετάζωμεν αὐτὸ ὡς ἐλέγχοντες ἡμεῖς τὴν Κυβέρνησιν, ἢ ὡς ἐλεγχόμενοι ἡμεῖς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῇ προηγουμένῃ ἡμῶν διαχειρίσει. Τὰ τοῦ ἐλέγχου τούτου, ὡς εἶπον, ἔχουσιν ἴδιον στάδιον διεξαγωγῆς, ὡς ἔχουσι καὶ τὰ τῶν εὐθυνῶν. Ἐνταῦθα πρέπει νὰ μελετήσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο ἀπολύτως, ἀσχέτως πρὸς τὰς Κυβερνήσεις, αἵτινες διεχειρίζοντο τὰ οἰκονομικὰ, καὶ νὰ ἐξακριβώσωμεν, πόθεν προέρχεται, ὅτι Κράτος οὕτω πλούσιον, ὡς ἡ Ἑλλὰς, διότι ἡ Ἑλλὰς εἶναι Κράτος πλούσιον, δὲν δύναται νὰ ἐξαγάγῃ 25 ἢ 30 ἑκατομμύρια χρυσοῦ κατ’ ἔτος ἄνευ ἀνωμαλιῶν καὶ καταστροφῶν. Λέγω, ναὶ, ἡ Ἑλλὰς εἶναι Κράτος πλούσιον, καὶ ἐσχάτως περιοδεύσας κατὰ τὰ περὶ ἡμᾶς Κράτη, ἀντελήφθην τῆς διαφορᾶς, ἥτις ὑπάρχει μεταξὺ ἡμῶν καὶ αὐτῶν ἐπὶ πλούτῳ· ὑπάρχει διαφορὰ παμμεγίστη. Τὰ Κράτη ἐκεῖνα δὲν ἔχουσι περισσεῦον κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον παρ’ ἡμῖν προδήλως ἀφθονεῖ. Ἀλλ’ ἐνῷ παρ’ ἡμῖν ἀφθονεῖ τὸ κεφάλαιον, ἐνῷ, κατ’ ἐμὲ, ὑπάρχει κεφάλαιον ἱκανὸν, ἵνα πληρόνωμεν ἐξ αὐτοῦ τὰ 25 ἢ 30 ἑκατομμύρια τοῦ εἰς χρυσὸν δημοσίου χρέους, δὲν δυνάμεθα σήμερον οὐδὲ δύο ἑκατομμύρια νὰ πληρώσωμεν, ἐὰν μὴ παρασκευάσωμεν τὸ ἔδαφος. Δὲν δυνάμεθα νὰ πληρώσωμεν αὐτὰ, διότι ἡ χώρα, ἡ εἰσπράττουσα 110 ἑκατομμύρια, καταγραφόμενα ἐν τῷ πίνακι τῆς στατιστικῆς, καὶ πολλὰ ἄλλα ἑκατομμύρια ἐξ ἄλλων πόρων, μὴ ἀναγραφομένων ἐν πίναξιν, δαπανᾷ πάντα ταῦτα καὶ πλείονα ἔτι ὅσων εἰσπράττει, δαπανᾷ ἐπὶ πλέον πᾶν τὸ ποσὸν, εἰς οὗ τὴν ἀνάλωσιν παρασύρεται ἐκ τῆς ψευδοῦς παραστάσεως τοῦ πλούτου, ἣν παρέχουσιν εἰς αὐτὴν 88 ἑκατομμύρια, προστιθέμενα εἰς τὸ κανονικῶς κυκλοφοροῦν ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν κυκλοφοροῦσιν 88 ἑκατομμύρια πιστωτικοῦ νομίσματος, ἅτινα εἰς οὐδὲν κανονικὸν ἀνταποκρίνονται. Ἡ ὑποτίμησις ἐλαττόνει τὴν ἀξίαν τῶν προσθέτων τούτων γραμματίων, ὡς καὶ τῶν ἄλλων, μεθ’ ὧν κυκλοφοροῦσι, περιορίζεται δὲ οὕτω τὸ ποσὸν τῆς προσθήκης, ἀλλὰ δὲν ἐξαφανίζεται· λέγων ἄρα 88 ἑκατομμύρια, δὲν ἐννοῶ αὐτὰ κυκλοφοροῦντα ἄρτια, προτάττω δὲ τὴν παρατήρησιν, ἵνα ἐννοηθῇ, ὅτι ὅσα λέγω περὶ τῶν προσθέτων 88 ἑκατομμυρίων ἐφαρμόζονται εἰς ποσὰ ἠλαττωμένα ἐκ τῆς ἀγοραίας ὑποτιμήσεως τοῦ πιστωτικοῦ νομίσματος· ταῦτα λοιπὸν τὰ 88 ἑκατομμύρια, ἡ ἀξία αὐτῶν ἐν τῇ κυκλοφορίᾳ, οἵα ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως καθορίζεται, ἐπάγονται τὴν συνέπειαν, ὅτι ἕκαστος ἐξ ἡμῶν, ὁ δυνάμενος εἴτε διὰ πιστώσεως, εἴτε διὰ πωλήσεων, εἴτε ἄλλως νὰ γένηται κάτοχος πιστωτικοῦ νομίσματος, ὅπερ, ἂν ταῦτα μὴ ἐκυκλοφόρουν, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ πορισθῇ, θεωρεῖ ἑαυτὸν κατὰ τοσοῦτον πλουσιώτερον, ἐφ’ ὅσον ἐν τῇ συναλλαγῇ συνετέλεσε τὸ πρόσθετον νόμισμα, ἵνα πορισθῇ πλείονα. Ὅλοι ἔχετε ἐνώπιον ὑμῶν παραδείγματα τούτου ἐδῶ, πέριξ τῶν Ἀθηνῶν. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τοῦ 1887 κατὰ τὰ τελευταῖα αὐτῆς στάδια εἴδετε ἕως τῶν κορυφῶν τῶν λόφων, ἐφ’ ὧν κατεσπάρησαν σήματα ἰδιοκτησίας, διότι εἶχον ἀποκτήσει ἀξίαν ὡς οἰκόπεδα τὰ γήπεδα, ἔστω καὶ ἐν μεγάλῃ ἀποστάσει ἀπὸ τῶν Ἀθηνῶν. Ἐκυκλοφόρει τὸ εἰκονικὸν τοῦτο χρῆμα, τὸ εἰς οὐδὲν ἁπτὸν ἀνταποκρινόμενον, τὸ ἐν τῇ πληθωρικῇ αὐτοῦ κινήσει δίδον ἀξίαν ψευδῆ εἰς πάντα τὰ δεκτικὰ συναλλαγῆς, καὶ τοῦτο ἐν ταῖς συναλλαγαῖς μετέτρεπε τὰ γήπεδα εἰς οἰκόπεδα· εὐθὺς ὅμως, ὡς ἐξέλιπε τὸ πλεονάζον πιστωτικὸν νόμισμα διὰ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὁ νομίζων ὅτι ἔχει οἰκόπεδον καὶ ἐπὶ τῇ ἀξίᾳ αὐτοῦ, ὡς οἰκοπέδου, κανονίζων τέως τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ, ἔβλεπεν ἐν τῇ συναλλαγῇ τὸ οἰκόπεδον μετατρεπόμενον πάλιν εἰς γήπεδον, μόνην ἔχον ἀξίαν, τὴν ἐκ τῆς καλλιεργείας. Τὸ ποσὸν τοῦτο τοῦ πιστωτικοῦ νομίσματος, τὸ πλεονάζον ἐν τῇ κυκλοφορίᾳ, ἠπάτα τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν περὶ τοῦ πλούτου αὑτοῦ, καὶ παρεκίνει αὐτὸν εἰς δαπάνας ἀνωτέρας τῶν ἀναλογουσῶν πρὸς τὸν ἀληθῆ αὐτοῦ πλοῦτον, πρὸς τὰς πραγματικὰς καὶ διαρκεῖς αὐτοῦ προσόδους. Ἀποτέλεσμα δὲ τούτου, ὅτι, ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπ’ αὐτοῦ τὸ ποσὸν τῶν 25 ἢ 30 ἑκατομμυρίων κατ’ ἔτος πρὸς ἐξαγωγὴν χρυσοῦ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἡ χώρα δὲν ἔχει τὸ ποσὸν τοῦτο, οὐχὶ διότι δὲν εἰσπράττει ἐκ τῆς παραγωγῆς καὶ ἐκ τῶν ἄλλων αὐτῆς πόρων ἱκανὰ πρὸς τοῦτο, ἀλλὰ διότι τὸ εἰσπραχθὲν ἐδαπάνησεν εἰς τὰς ἀπολαύσεις αὐτοῦ. Ἐν ἄλλοις Κράτεσιν ἡ τοιαύτη δαπάνη δύναται νὰ γένηται ἄνευ ἐξαντλήσεως τῆς χώρας, πολλάκις καὶ ἄνευ ἐλαττώσεως τοῦ μεταλλικοῦ πλούτου τῆς χώρας. Ἐν Ἀμερικῇ,—λαμβάνω δὲ ὑπ’ ὄψει τὴν χώραν τὴν ἔχουσαν τὴν μεγαλειτέραν ἔκτασιν, συνάμα δὲ καὶ ἄκραν γεωργικὴν καὶ βιομηχανικὴν ἀνάπτυξιν,—ἡ δαπάνη οὐδεμίαν ἐπιφέρει ἐλάττωσιν τοῦ πλούτου τοῦ μεταλλικοῦ τῆς χώρας, διότι αἱ δαπάναι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δὲν καταλήγουσιν εἰς ἐξαγωγὴν χρήματος ἐκ τῆς χώρας, τὸ δὲ ἐξαγόμενον χρῆμα φέρει οὐχὶ καθ’ ὁλοκληρίαν, ἀλλ’ ἐν πολλοῖς, ἀντάλλαγμα συντελοῦν εἰς τὴν παραγωγὴν τῆς χώρας. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν ὁ αἰσθανόμενος ἑαυτὸν εὐπορώτερον εἰς τί θὰ δαπανήσῃ τὸ πρόσθετον χρῆμα; Θὰ τὸ δαπανήσῃ εἰς κατανάλωσιν πολυτελείας, εἰς κατανάλωσιν ἀπολαύσεως· τὰ καταναλισκόμενα δὲ πρὸς πολυτέλειαν καὶ πρὸς ἀπόλαυσιν σχεδὸν πάντα εἰσάγονται ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, σχεδὸν πᾶν τὸ πρὸς τοιούτους σκοποὺς ἀποκτώμενον ἐπάγεται τὴν ἀποστολὴν χρυσοῦ χρήματος εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἕκαστος ἐξ ὑμῶν ἂς ἐξετάσῃ τὰς ἰδίας ἀπολαύσεις εἴτε πολυτελείας, εἴτε ἁπλῆς ἀνέσεως, καὶ θέλει ἑτοίμως διακρίνει τὴν ἀναλογίαν ἐν ταῖς ἀπολαύσεσι ταύταις τῶν προϊόντων ἢ τῶν ὑπηρεσιῶν, τῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ἡ χώρα λοιπὸν δαπανᾷ σήμερον ἐπὶ τῇ βάσει προσόδου μεγαλειτέρας τῆς πραγματικῆς, καὶ ἐν ὅσῳ διαμένει ἐν τῇ πλάνῃ, ἐν ᾗ διατελεῖ, περὶ τοῦ χρήματος, τοῦ εἰς αὑτὴν ἀνήκοντος, θεωροῦσα ὅτι τὰ 88,000,000 τοῦ πιστωτικοῦ νομίσματος ἐπὶ τῇ οἱᾳδήποτε αὐτῶν ἀξίᾳ, ὡς ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως ἐν τῇ κυκλοφορίᾳ, ἀνταποκρίνονται εἰς πλοῦτον αὐτῆς, καὶ κανονίζει ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πλούτου τούτου τὰς δαπάνας αὐτῆς, μὴ περιμένετε, ὅτι θέλετε δυνηθῆ, ἄνευ ἀνωμαλιῶν καὶ καταστροφῶν νὰ ἀντλήσητε ἐν τῇ χώρᾳ, οὐχὶ τὰ τριάκοντα ἑκατομμύρια, οὐχὶ τὰ εἴκοσιν, ἀλλ’ οὐδὲ τὰ δέκα ἑκατομμύρια, οὐδὲ τὰ δύο ἑκατομμύρια τοῦ κ. Καραπάνου. Πῶς δὲ θέλει ἐπιτευχθῆ τοῦτο, ὥστε ἡ χώρα νὰ περιστείλῃ τὰς δαπάνας αὐτῆς ἐντὸς τοῦ ὅρου τῶν ἀληθῶν αὐτῆς προσόδων; Πάντες ἀκούομεν τὴν γενικὴν φωνὴν, ἧς μετέχομεν καὶ ἡμεῖς, ὅτι ἰδίᾳ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους πρέπει νὰ ἐπιζητηθῇ ἡ διόρθωσις διὰ τῆς μειώσεως δαπανῶν· καὶ βεβαίως τοῦτο πρέπει νὰ πράξωμεν, καὶ περὶ τούτου θέλω ὁμιλήσει, ὅταν προβῶ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν προχθεσινῶν προτάσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλ’ εἰς θεραπείαν τῆς δυσπραγίας, ἣν ἡ χώρα αἰσθάνεται σήμερον, δὲν ἀρκεῖ ἡ περιστολὴ τῶν δαπανῶν τοῦ Δημοσίου, πρέπει νὰ περισταλῶσιν αἱ δαπάναι τῆς χώρας, καὶ δὲν δύνανται νὰ περισταλῶσιν αἱ δαπάναι τῆς χώρας, ἐν ὅσῳ ἡ χώρα ὡς ἐκ τοῦ κυκλοφοροῦντος πλεονάζοντος πιστωτικοῦ γραμματίου φρονεῖ, ὅτι ἔχει περιουσίαν ἀνωτέραν τῆς πραγματικῆς. Τὸ χρῆμα, μεταλλικὸν ἢ πιστωτικόν, δὲν δύναται νὰ μένῃ ἀκίνητον ἐκ τῆς φύσεως αὐτοῦ, παύει ὂν χρῆμα, εὐθὺς ὡς παύσῃ κινούμενον. Ὁ κινούμενος χρυσὸς καταλήγει πάντως ἐν μέρει εἰς τὴν ἐξαγωγὴν ἀπὸ τῆς χώρας, τὸ δὲ πιστωτικὸν νόμισμα, πλεονάζον μετὰ τὴν ὑποτίμησιν καὶ μὴ δυνάμενον νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τῆς χώρας, ὡς ἀπαράδεκτον ἐκτὸς αὐτῆς, κινεῖται διαρκῶς ἐντὸς αὐτῆς, οὐχὶ ἅπαξ μόνον ἐμφανιζόμενον, ἀλλὰ προκαλοῦν καὶ δημιουργοῦν ἀλληλοδιαδόχως ἐπιχειρήσεις καὶ συναλλαγὰς, αἵτινες δέονται αὐτοῦ, ἵνα διεξαχθῶσι καὶ συντηρηθῶσιν, ἀφοῦ ἄνευ αὐτοῦ δὲν θὰ ὑπῆρχον. Μόνον ὅταν τὸ πλεονάζον πιστωτικὸν νόμισμα ἀποσυρθῇ ἀπὸ τῆς κυκλοφορίας, μόνον τότε αἱ ἐπιχειρήσεις καὶ αἱ συναλλαγαὶ θὰ περισταλῶσιν ἐντὸς τῶν ὁρίων, τῶν διαγραφομένων ὑπὸ τοῦ μέτρου τῆς πραγματικῆς περιουσίας τῆς χώρας, καὶ μόνον μετὰ τὸν τοιοῦτον περιορισμὸν τῶν ἐπιχειρήσεων καὶ τῶν συναλλαγῶν θὰ καταστῇ διαθέσιμον ἐπὶ τῶν προσόδων τῆς χώρας τὸ ἀναγκαῖον πρὸς ἀπότισιν χρεῶν τοῦ Δημοσίου χρῆμα. Ἡ περιστολὴ ὅμως αὕτη πῶς θέλει ἐπιτευχθῆ; Ὁμιλῶν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, εἶχον εἴπει, ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία διὰ τῆς ἐν αὐτῇ ἐπερχομένης ὑποτιμήσεως τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, ὁσάκις ὁ εἰς τὴν χώραν ἀνήκων χρυσὸς ἦτο ἀνεπαρκὴς, ἦτο τὸ σήμαντρον, δι’ οὗ εἰδοποιεῖτο τὸ Δημόσιον, ὅτι ὑπερτιμᾷ τὰς δυνάμεις τῆς χώρας, ἀποστέλλον χρυσὸν, ἐν αὐτῇ ἀντλούμενον, εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἐὰν μὴ διετελοῦμεν ὑπὸ ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, θὰ εἰσέπραττε τὸ Δημόσιον πάσας τὰς προσόδους αὐτοῦ εἰς χρυσόν· ἐπειδὴ δὲ ἐν ἰσοζυγίῳ προϋπολογισμοῦ θὰ περιελαμβάνοντο ἐν τοῖς ἐξόδοις καὶ τὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ δημοσίου χρέους ἐπὶ ποσῷ 28,900,000 ἤδη, θὰ ἀπεστέλλετο τὸ ποσὸν τοῦτο ἐκ τῶν αὐτουσίων εἰσπράξεων, καὶ θὰ ἐνομίζομεν, ὅτι διευθετήθησαν οὕτω τὰ περὶ τούτου· ἀλλ’ ἀφοῦ τοιουτοτρόπως θ’ ἀφῃροῦμεν ἀπὸ τῆς χώρας ἐτῶν τινων πρόσοδον 29 ἢ 30 ἑκατομμυρίων, θὰ κατελήγομεν εἰς τὴν ἐξάντλησιν τῆς χώρας, ἂν μὴ αὕτη εἶχεν αἰσθανθῆ πρότερον τὴν ἀνάγκην τοῦ περιορισμοῦ τῶν δαπανῶν αὐτῆς. Ὑφισταμένης ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἡ πρὸς τὴν ἐξάντλησιν πορεία σημαίνεται διὰ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ πιστωτικοῦ γραμματίου. Αὕτη πληροφορεῖ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν τῇ ἐπιτρέπεται νὰ ἀποστέλλῃ χρῆμα τῆς χώρας εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ὑφ’ οὓς ὅρους διατελοῦσι τὰ τῆς κυκλοφορίας ἐν αὐτῇ, καὶ τῇ ὑπαγορεύει πρόνοιαν περὶ οἰκονομικῶν συνδυασμῶν εἰς πρόληψιν ἀνωμαλιῶν καὶ καταστροφῶν, ἐνόσῳ ἡ χώρα διὰ περιστολῆς τῶν ἀπολαύσεων καὶ δι’ ἀναπτύξεως τῆς παραγωγῆς ἐργάζεται, ὅπως καταστῇ ἐπαρκὴς πρὸς τὴν ἀνάγκην. Ὁ πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο ν’ ἀποστείλῃ τὸ χρῆμα τῆς χώρας, ἀρυόμενος αὐτὸ ἐκ τῆς ἀγορᾶς, ἀλλὰ τὸ σήμαντρον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τουτέστιν ἡ ὑποτίμησις τοῦ νομίσματος, τὸν εἰδοποίησεν ὅτι ἐν τῇ ὁδῷ ταύτῃ προχωρῶν ἤθελεν ὁδηγήσει τὴν χώραν εἰς τὴν καταστροφὴν, καὶ ὅτι ὑφίσταται ἀνάγκη, ὅπως καὶ ἡ νῦν Κυβέρνησις, κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τῆς προκατόχου αὐτῆς, καταρτίσῃ ἄρτιον σύστημα ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, κρηπῖδα ἔχον τὴν παρασκευὴν αὐτῆς πρὸς τὴν στέρησιν ἐτησίως τοῦ ἀναγκαιοῦντος πρὸς τὴν ἀπότισιν τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους μεταλλικοῦ. Ὅτι ἡ χώρα δύναται νὰ ἀνθέξῃ εἰς τὴν στέρησιν ταύτην, ὅταν κανονίσῃ τὰς δαπάνας αὐτῆς ἀναλόγως πρὸς τὰς πραγματικὰς αὐτῆς προσόδους, περὶ τούτου οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία παρὰ τῷ ἀφορῶντι εἰς τὰς χρηματικὰς δυνάμεις τῆς χώρας· διατὶ ὅμως σήμερον ἀνισοῤῥοπεῖ; ἀναντιῤῥήτως διότι ἡ χώρα, ἐπὶ τῇ πεπλανημένῃ ἰδέᾳ, ὅτι ἔχει εὐπορίαν μεγαλειτέραν τῆς πραγματικῆς, ἐξάγει τὸ χρῆμα αὐτῆς, καταναλίσκουσα αὐτὸ εἰς ἀπολαύσεις, θέλει δὲ παύσει ἔχουσα τὴν ἰδέαν ταύτην, ὅταν διὰ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ πιστωτικοῦ νομίσματος περιορισθῇ ἕκαστος εἰς ὅ,τι τῷ ἀνήκει. Ἡ μετάβασις ἀπὸ τεχνητῆς εὐπορίας εἰς κατάστασιν ἄλλην, μᾶλλον περιωρισμένην, ἐὰν ἐπέλθῃ ἀποτόμως, δύναται νὰ φέρῃ μεγάλας ζημίας, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει μεθοδικῶς καὶ μετὰ προσοχῆς νὰ διενεργῆται ἡ ἀπὸ τῆς κυκλοφορίας ἀφαίρεσις τοῦ πλεονάζοντος γραμματίου καὶ διὰ τοῦτο παρατηρεῖται ἐν τῷ κανονισμῷ τῆς ἐργασίας, ἣν ἐπήγετο ἡ ἐφαρμογὴ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, ὁποία κατεβάλλετο φροντίς, ὅπως οὕτω διαῤῥυθμίζωνται τὰ τῶν τροπῶν τῶν δανείων, ὥστε τὸ ἐκ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας γραμμάτιον νὰ κανονίζηται ὡς πρὸς τὸ ποσὸν διὰ τρόπου προλαμβάνοντος, ὅσον ἐνῆν, τὴν διατάραξιν τῆς τιμῆς ἐν τῇ ἀνιούσῃ αὐτῆς πορείᾳ. Μὴ νομίσητε, ὅτι ἡ ἐπιτευχθεῖσα σταθερὰ σχεδὸν τιμὴ τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου ἦτο αὐτόματος, ὅτι ἀφίεντο τὰ πράγματα εἰς τὴν φορὰν αὐτῶν. Ἡ ὑποτίμησις, ἥτις ἔβαινεν ἀπὸ τῶν 22 πρὸς τὰ 20%, ὅπως ἀπὸ τῶν 30 εἶχε καταβῆ εἰς τὰ 22%, καὶ θὰ κατήρχετο οὕτω βαθμηδὸν καὶ ὁμαλῶς, παρηκολουθεῖτο ἐπιμελῶς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, προλαμβανούσης διὰ τοῦ κανονισμοῦ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν τὰς ἀποτόμους διακυμάνσεις, καὶ διαγραψάσης σύστημα, καθ’ ὃ ἤθελε περιορισθῆ βαθμηδὸν ἡ διακύμανσις τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος εἰς τὸ μέτρον τὸ ἀνεγνωρισμένον ἐν τοῖς Κράτεσιν, ἔνθα ἡ κυκλοφορία εἶναι κανονική. Εἴχομεν τὸ πρῶτον τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ τελικὸν σημεῖον ταχύτατα· ἐνομίζομεν ὅτι περίοδος 4 ἢ 5 ἐτῶν θὰ ἤρκει, ἵνα δοθῇ εἰς τὴν χώραν ἡ εὐκαιρία πρὸς παρασκευὴν διὰ περιστολῆς τῶν δαπανῶν αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἐπείσθη, ὅτι ἔπρεπε νὰ δοθῇ μακρότερος χρόνος πρὸς τοῦτο, καί, ἂν μὴ ἀνεκόπτετο ἡ πολιτικὴ ἡμῶν, οὐδεμία ὑπάρχει ἔνδειξις, ὅτι θ’ ἀνεφύετο ἐξ ἐσωτερικῆς τοῦ συστήματος ἐλλείψεως κώλυμά τι εἰς τὴν κανονικὴν αὐτοῦ διεξαγωγήν. Σήμερον εἶναι δυνατὸν οὕτω νὰ ἐργασθῶμεν; Περὶ τούτου θέλω ὁμιλήσει βραδύτερον· ἤδη ὁμιλῶ μόνον περὶ τῶν ἐνεργειῶν ἡμῶν, ὅτε διετελοῦμεν ἐν τῇ Κυβερνήσει, καὶ λέγω, ὅτι τὸ τότε ἐπιδιωκόμενον, ἡ διὰ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν ὑποτίμησις τοῦ χρυσοῦ, βαθμιαίως καὶ ἀσφαλῶς ἔβαινε κανονικῶς ἐπὶ τὰ πρόσω, καὶ ὅτι εὐδιάκριτος εἶχε καταστῆ ἐν τῷ μέλλοντι ὁ χρόνος, καθ’ ὃν ἠθέλομεν προσεγγίσει εἰς τὴν κανονικὴν ἀναλογίαν χρυσοῦ καὶ γραμματίου. Τοῦ συστήματος ἡμῶν βάσις ἦτο ἡ τροπὴ τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, τοῦ ἀποτελοῦντος τὰ δάνεια τὰ ἐσωτερικὰ τῆς χώρας, εἰς μεταλλικὰς ὀφειλάς, καὶ ἡ συμπερίληψις ἐν τοῖς ἐξοφλουμένοις ἐσωτερικοῖς δανείοις τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐν μέτρῳ ὅμως κανονιζομένῳ ὑπὸ τῆς ἀνάγκης τῆς διατηρήσεως, ὅσον ἐνῆν, σταθερωτέρας τιμῆς τοῦ χρυσοῦ ἐν βαθμιαίᾳ ὑποτιμήσει. Οὕτως ἠδυνάμεθα νὰ ἐκπληρῶμεν τὰς εἰς χρυσὸν ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἄνευ ἐπιβαρύνσεως τῆς ἡμετέρας ἀγορᾶς, καὶ παρεσκευάζετο συγχρόνως ἡ χώρα, ὅπως βραδύτερον ἐπαρκῇ ἐξ ἰδίων πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις ταύτας. Ἀλλ’ ἐν ὅσῳ ὁ τόπος δὲν ἦτο παρεσκευασμένος πρὸς τὴν ἐπιτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων τούτων, δὲν διενοήθημεν νὰ διαταράξωμεν τὰς ὑφισταμένας ἐν αὐτῷ ἀναλογίας μεταξὺ χρυσοῦ καὶ τραπεζικοῦ γραμματίου, ἀντλοῦντες ἐν τῇ ἀγορᾷ τῆς χώρας τὸν εἰς ἐξαγωγὴν προωρισμένον χρυσόν. Ἠρυόμεθα τὸν χρυσὸν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ δι’ οἰκονομικοῦ συνδυασμοῦ, ὅστις θὰ εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα, ὅτι ἐπὶ τῇ ἄρσει τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας οὐδὲν διὰ τὸν οὕτως ἀποκτηθέντα χρυσὸν θὰ ἐπλήρονε τὸ Δημόσιον λόγῳ ὑπερτιμήσεως, ἀφοῦ χρυσὸς καὶ πιστωτικὸν γραμμάτιον θὰ ἦσαν τότε ἰσότιμα. Ἐὰν μὴ ἀνεκόπτετο, ἐκ λόγων ἀσχέτων πρὸς τὰ στοιχεῖα τῆς λειτουργίας αὐτοῦ, ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συστήματος, ἡ ἀγορὰ ἡμῶν θὰ διετήρει τὸν χρυσὸν αὑτῆς, ἐν ὅσῳ δὲν εἶχεν αὐτὸν πλεονάζοντα, θὰ ἠδύνατο δὲ ἕκαστος νὰ κανονίζῃ τὰς συναλλαγὰς αὑτοῦ ἐν τῇ χώρᾳ ἐπὶ τῇ βεβαιότητι, ὅτι δὲν θὰ ἐπήρχοντο διακυμάνσεις ἐν τῇ τιμῇ τοῦ νομίσματος, ἀπειλοῦσαι, ὅπως ἀφαιρέσωσιν ἀπ’ αὐτοῦ πᾶν κέρδος, ἐφ’ ᾧ εὐλόγως ὑπελόγιζεν, ἢ νὰ τῷ ἐπενέγκωσι καὶ ζημίαν, εἰς ἣν δὲν ἦτο ἐκτεθειμένος ἐξ ἄλλων λόγων. Αὗται ὑπῆρξαν αἱ ἐνέργειαι τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἐν τῷ ζητήματι τῆς νομισματικῆς κυκλοφορίας, ἧς ἡ διαῤῥύθμισις ἐκ παραλλήλου ἔβαινε μετὰ τοῦ ζητήματος τῆς ἰσοῤῥοπίας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ· καὶ ὅτι τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἐνεργειῶν τούτων ὑπῆρξαν ἄρτια, μαρτυρεῖται ἐκ τῆς κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα παγίας λειτουργίας τῆς χρηματικῆς ἀγορᾶς καὶ ἐκ τῶν ἀπολογισμῶν τοῦ Κράτους. Ἐν τοιαύτῃ δὲ καταστάσει παρεδώσαμεν τὸ Κράτος εἰς τοὺς διαδόχους ἡμῶν ἐν τῇ ἀρχῇ. Ταύτην τὴν κατάστασιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως χθὲς παρέστησεν ὡς καλύπτουσαν τὴν εὐθύνην, ἣν αὐτὸς ὑπέχει ἐπὶ τῇ σημερινῇ καταστάσει. Θὰ ἐκάλυπτον τὰ τότε τὴν εὐθύνην αὑτοῦ ἐπὶ τοῖς σήμερον, ἐὰν τότε παρετηρεῖτο ἐν οἱῳδήποτε κεφαλαίῳ οἱαδήποτε ἀνωμαλία κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἐφηρμόζομεν, ἐὰν ἐδικαιολογεῖτο ἐν τῇ ἐφαρμογῇ οἱαδήποτε ἀμφιβολία περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτοῦ, οἷα ἡμεῖς προεπηγγελλόμεθα ταῦτα. Παρεδώσαμεν προϋπολογισμὸν καὶ ἀπολογισμοὺς ἐν ἰσοζυγίῳ· παρεδώσαμεν τὸ συνάλλαγμα ἐν σταθερᾷ τιμῇ, καὶ οὐδὲν ὑπῆρχε τὸ κατ’ ἐλάχιστον ἀπειλοῦν διατάραξιν τῶν οὕτω καλῶς κεκανονισμένων. Τοιαύτη δὲ ὑπῆρχεν ἡ ἐκ τῆς καταστάσεως ταύτης μεταδιδομένη εἰς πάντας πεποίθησις καὶ εἰς αὐτὴν τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ὥστε αὕτη ἡ πεποίθησις ὑπῆρξε κατὰ πολὺ παραίτιος τῆς πολιτικῆς ἀβουλίας, ἥτις ἐπήνεγκε τ’ ἀποτελέσματα, πρὸ τῶν ὁποίων συζητοῦμεν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις πρὸς ἐπίκρισιν τῶν προκατόχων λέγει, ὅτι παρέλαβε κατάστασιν ἐξηγοῦσαν τὰς νῦν ἀνωμαλίας, ὧν τὴν σπουδαιότητα ἀνομολογεῖ, τί αὐτὸς ἔλεγε χθὲς περὶ τῆς καταστάσεως ἐκείνης; Ἔλεγεν, ὅτι ἡ κατάστασις ἐκείνη μέχρι Νοεμβρίου 1891 —καίτοι αὐτὸς ἐν τῷ μεταξὺ πολὺ εἶχε παραβλάψει τὴν αἰσίαν αὐτῆς παράστασιν,—ἀλλὰ μέχρι Νοεμβρίου, μέχρι τῆς 5ης μάλιστα Νοεμβρίου 1891, ἡ κατάστασις ἦτο τοσοῦτον ὁμαλή, τοσοῦτον ὑγιής, ὥστε αὐτὸς οὐδένα εἶχε λόγον, ἵνα νομίζῃ, ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβῃ τινὰ πρόνοιαν. Ἐπὶ τοσοῦτον εἶχεν ἀποκοιμίσει αὐτὸν ἡ κατάστασις ἐκείνη, ἡ καθ’ ὅλα εὐτυχής, ὥστε ἐνόμισεν, ὅτε συνέταττε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1891, ὅτι ἦτο περιττὸν νὰ λάβῃ οἱανδήποτε πρόνοιαν, ὅτι ἠδύνατο ἁπλῶς ἐπαγγελίαν τινὰ, ἣν ὡς ἀντιπολιτευόμενος εἶχεν ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλήν, τὴν ἐπαγγελίαν, ὅτι δὲν θὰ ἀκολουθήσῃ τοὺς οἰκονομικοὺς συνδυασμούς, ν’ ἀναγράψῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων διὰ πιστώσεως, ἐπιφυλαττόμενος ὅμως νὰ μὴ ἐκτελέσῃ τ’ ἀναγραφόμενα, ὅπως ἐμαρτύρησε κατόπιν ὁ συνάδελφος αὐτοῦ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἐπὶ τῇ βάσει τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν εἰργάσθη. Ἀλλὰ πλὴν τούτου οὐδὲν ἄλλο ἐθεώρησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀναγκαῖον, ἵνα πράξῃ, δικαιολογούμενος, ὅτι δὲν ὑπῆρχε χρόνος πρὸς μελέτην τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις, ἣν παρελάμβανεν, ἦτο τῷ ὄντι ἐπισφαλὴς, ἐπετρέπετο εἰς Κυβέρνησιν νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν, φέρουσα τὸν προϋπολογισμὸν τῶν προκατόχων, ὡς αὐτὴ ἐπηγγέλλετο καὶ ἐνόμιζεν, οὐχὶ ὅμως καὶ πράγματι τὸν αὐτὸν, ὡς θὰ εἴπω μετ’ ὀλίγον, ἐπαναλαμβάνων ὅσα καὶ ἄλλοτε ἐλέχθησαν παρὰ τῆς νῦν Ἀντιπολιτεύσεως, ἐπετρέπετο εἰς Κυβέρνησιν νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν, λέγουσα, ὅτι δὲν εἶχε καιρὸν, ἵνα μελετήσῃ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, καὶ διὰ τοῦτο ὑποβάλλει πρϋπολογισμὸν, οἷον εὑρίσκει αὐτόν; Ταῦτα ἐπιτρέπονται μόνον ἐν λίαν ὁμαλῇ καταστάσει, καὶ πρέπει βεβαίως νὰ εἶχε τὴν πεποίθησιν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι τὰ πράγματα εἶχον παραδοθῆ εἰς αὐτὴν κατὰ πάντα αἴσια, ἵνα νομίζῃ, ὅτι τῇ ἐπιτρέπετο νὰ μεταφέρῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ παρελθόντος ἔτους εἰς τὸ ἐπιὸν, χωρὶς νὰ ἐπενέγκῃ κἂν εἰς αὐτὸν τὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις, ἥτις τὸν εἶχε συντάξει, θὰ ἐθεώρει ὡς ἐνδεδειγμένας πρὸς ἐφαρμογὴν αὐτοῦ ἐν ἄλλῳ ἔτει. Τοσοῦτον εὔρωστον εὕρηκεν ἡ Κυβέρνησις τὸ Δημόσιον καὶ τὴν κοινωνίαν, ὡς ἐκ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, τὴν ὁποίαν εἶχε δημιουργήσει τετραετὴς διαχείρισις τῶν προκατόχων, ὥστε ἠδύνατο αὕτη πλέον νὰ κοιμᾶται, ἀναπαυομένη ἐπὶ τὸ τελεσφόρον τῶν ἔργων τῶν προκατόχων. Παρεστήσαμεν ἡμεῖς τότε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἠπατᾶτο, φρονοῦσα, ὅτι τὸ τεῦχος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890, μεταφερόμενον εἰς τὸ 1891, ἀπετέλει τὸν προϋπολογισμὸν τῶν προκατόχων· ἐνεδείξαμεν εἰς αὐτὴν τὰς διαφορὰς, τὰς ἀποῤῥεούσας ἐκ τῆς προόδου τοῦ χρόνου, ἐνεδείξαμεν εἰς αὐτὴν ὅσα ἐμελέτα νὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις ἡ προκάτοχος, καὶ ὧν ἄνευ δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρχῃ ἰσοζύγιον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ· ἐνεδείξαμεν, ὅτι ἡμεῖς εἴχομεν προτάσεις εἰς τὴν Βουλὴν, ὧν ἡ ἐνέργεια τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως ἡ ἔκθεσμος—διότι βεβαίως ἔκθεσμον εἶναι τὸ κωλυσιεργεῖν—εἶχε κωλύσει τὴν ψήφισιν. Εἴχομεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου περὶ ἀποδόσεως εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐκ τῶν προσόδων τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας 2,000,000, νομοσχέδιον, ὅπερ δὲν ἐψηφίσθη, ὑπηγορεύθη δὲ ὑπὸ τῆς ἰδέας, ἣν πρὸ ὀλίγου ἀνέπτυξα πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἔφθασε πλέον ἡ ὥρα, καθ’ ἣν πρέπει ν’ ἀνακόψῃ τὸ Κράτος τὰς ἐκτάκτους αὐτοῦ δαπάνας. Τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ψήφισιν, ἕνεκα τῆς κωλυσιεργούσης τότε Ἀντιπολιτεύσεως· ἀλλ’ ἦτο τὸ μέτρον ἀπαραίτητον, ἵνα ἀνακουφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, κατὰ 2,000,000. Ἡμεῖς εἴχομεν ἕτοιμον συμφωνίαν περὶ τροπῆς τῶν δανείων τῶν 120,000,000 καὶ τῶν 170,000,000, ἥτις ἤθελεν ἐλαττώσει τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς ἐκ τοῦ καταργουμένου χρεωλυσίου, κατὰ 3,000,000. Καὶ ἰδοὺ ἀμέσως 5,000,000 διαφορά. Καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Βουλῇ εἴχομεν τότε διὰ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀπαριθμήσει πάντα, ὅσα θὰ ὑπῆρχον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἡμῶν, καὶ δὲν ὑπῆρχον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῷ ὑποβληθέντι ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἀποτελοῦντα διαφορὰν ὑπὲρ τοῦ ἐνεργητικοῦ 17,000,000. Καὶ ὅμως ἡ Κυβέρνησις τοσοῦτον ἀσφαλῆ ἐθεώρει τὰ πράγματα, ὥστε ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἀρκεσθῇ εἰς ὃν αὕτη ἀπεκάλει προϋπολογισμὸν τῶν προκατόχων, καὶ ὅστις ἄνευ τῶν μεταβολῶν ἐν τοῖς περὶ τῆς πιστώσεως διὰ διαφορὰν συναλλάγματος εἶχεν ἀποδειχθῆ ἐπαρκὴς διὰ τὸ προηγούμενον ἔτος. Δὲν ἐλάμβανε κἂν ὑπ’ ὄψει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι, ἐὰν κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη ἡ Κυβέρνησις, ἡ κατ’ αὐτὰ διέπουσα τὰ τοῦ Κράτους καὶ κανονίζουσα τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἠρκεῖτο ἑκάστοτε εἰς τὴν ἀντιγραφὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ προηγουμένου ἔτους, δὲν θὰ ἠδύνατο ἐν τοῖς ἀπολογισμοῖς νὰ ἐπιδεικνύῃ τὰ ἐν ἰσοζυγίῳ ἀποτελέσματα, τὰ ἐν αὐτοῖς ἀναγραφόμενα. Εἰς ἰσοζύγιον κατέληξεν ἡ ἐφαρμογὴ τῶν προϋπολογισμῶν καὶ τοῦ 1888 καὶ τοῦ 1887· ἀλλὰ δὲν θὰ κατέληγεν εἰς τοιοῦτον ἀποτέλεσμα ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888, ἐὰν ἐπανελάμβανε μόνον ὅσα περιελάμβανεν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1887. Αἱ νέαι ἑκάστου ἔτους περιστάσεις ἀπαιτοῦσι νέας μελέτας· ἀλλὰ τοιαύτην εἶχε πεποίθησιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ συνειδήσει, οὐχὶ ἐν τοῖς λόγοις, πρὸς τὰ ἔργα τῶν προκατόχων, ὥστε ἐθεώρει, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ προϋπολογισμὸς, ὁ πεπαλαιωμένος, ὁ ἄχρηστος, τοῦ προηγουμένου ἔτους, ἔχων ὅμως τὴν σφραγῖδα τῶν προκατόχων, θὰ εἶχε καὶ τὴν ἀρετὴν νὰ τῷ παράσχῃ τὸ ἰσοζύγιον, ὅπερ θαυμάζων ἔβλεπεν ἀλληλοδιαδόχως ἐπιτευχθὲν ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς ἐκείνων. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἐπλανᾶτο ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ καταρτισμῷ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἐκ τούτου ἀπέληγεν εἰς ἀπολογισμὸν, ὃν εἰσέτι δὲν γινώσκομεν, ὅπως ὅστις βεβαίως θὰ παρουσιάσῃ μέγα ἔλλειμμα, τὸ κακὸν δὲν εἶναι ἀνεπανόρθωτον· διότι ἔλλειμμα ἑνὸς ἔτους, ὅσον καὶ ἂν ἦναι μέγα, δὲν δύναται νὰ ὑπερβαίνῃ τὸ μέτρον τῆς πρὸς ἀναπλήρωσιν ἐνεργείας Κράτους τινός. Δὲν θὰ ἦναι δὲ καὶ ὅσον μέγα θὰ παρουσιάζετο ἐν κανονικαῖς περιστάσεσι· διότι κατὰ τὸ 1891 εἴχομεν τὴν ἔκτακτον εὐφορίαν, καὶ ταύτην ἐπεκαλέσθη χθὲς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κομποῤῥημονῶν ἐπὶ τοῖς ἀποτελέσμασι, καὶ λέγων ὅτι 12,000,000 εἰσεπράχθησαν ἐπὶ πλέον τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1891 ἢ ὅσα ἐν τῷ αὐτῷ χρονικῷ διαστήματι εἶχον εἰσπραχθῇ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890. Καὶ ἐφ’ ὅσον ταῦτα κατ’ ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως δημοσιεύονται ἐν ξέναις ἐφημερίσι, δὲν ἀντιλέγομεν· διότι δύνανται νὰ βοηθῶσι τὸ Δημόσιον εἰς τὴν διέξοδον ἀπὸ τῶν δυσχερειῶν αὐτοῦ. Εἶχον ἀναγνώσει αὐτὰ ταῦτα ἐν τῇ μεγαλειτέρᾳ ἐφημερίδι τοῦ Λονδίνου, ἐν τοῖς «Καιροῖς», ὡς κατὰ παράκλησιν δημοσιευόμενα· ἀλλ’ ἡμεῖς ἐνταῦθα δυνάμεθα νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ αὐτῶν ἀνεπιφυλάκτως, καὶ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὰ 12,000,000 περιλαμβάνουσι 4,000,000 σχεδὸν ἐξ ὑπερτιμήσεως συναλλάγματος ἐκ δανείου. Ποίαν σχέσιν ἔχουσι ταῦτα πρὸς τὰς προσόδους τοῦ Κράτους κατὰ τὸ 1891; Τοιαύτη ὑπερτίμησις δὲν ἀνεγράφετο κατὰ τὸ ἐπικρατοῦν σύστημα ἐν ἔτει 1890, ἀναγράφεται κατὰ τὸ 1891. Καὶ ἰδοὺ ἐξατμιζόμενα, κατὰ τὴν ἔκφρασιν, εἰς ἣν ἀρέσκονται οἱ καθ’ ἡμῶν γράφοντες, ἰδοὺ ἐξατμιζόμενα 4,000,000. Ἀλλὰ ταῦτα ἐξατμίζονται ἐνοχοποιοῦντα μόνον τὴν ὀρθὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις περιέλαβεν ἐν παραβολῇ τακτικῶν ἐσόδων ἔσοδον λογιστικὸν, οὐχὶ πραγματικὸν, ὡς ἀναγραφόμενον ἐπίσης λογιστικῶς καὶ ἐν τοῖς ἐξόδοις καὶ προδήλως μηδεμίαν σχέσιν ἔχον πρὸς αὐτά. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἄλλο ἐν τοῖς 12 ἑκατομμυρίοις, τοῖς οὕτω περιορισθεῖσιν εἰς ὀκτὼ, εἰς ὃ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, διότι τοιαῦται ἀνακρίβειαι ἐν ἐπισήμοις ἀνακοινώσεσι δὲν εἶναι ἀνεκταί. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπανέλαβε χθὲς, ὅτι ἐξ ἐσόδων μονοπωλίων ἔχομεν ἔσοδον κατὰ τὸ 1891 ἀνώτερον ἢ κατὰ τὸ 1890 δραχμῶν 2,233,000. Τοῦτο ἐπανέλαβε καὶ χθὲς, καὶ εὑρίσκεται ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ ἀγορεύσει αὐτοῦ, τῇ δημοσιευθείσῃ ἐξ ἐπισήμων κειμένων. Τοιαῦται ἀνακρίβειαι, ὁποίας θὰ ἀποδείξω ταύτας ἐξ ἐπισήμων πινάκων, δὲν ἐπιτρέπεται ν’ ἀνακοινῶνται πρὸς τὴν Βουλήν· διότι περὶ μονοπωλίων ἄλλως θὰ ἐσκεπτόμεθα, ἐὰν ἡ ἐξ αὐτῶν πρόσοδος ηὔξανεν ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος ἐπὶ ποσοῦ μικροῦ διὰ τοιούτων ἁλμάτων. Τὰ μονοπώλια ἐν συνόλῳ ἀποδίδουσι πρόσοδον 8 ἑκατομμυρίων περίπου, ἐπὶ τοιούτου δὲ ποσοῦ προσαύξησις 2,233,000 δραχμῶν ἐν ἑνὶ μόνῳ ἔτει θὰ ἦτο λίαν ἐνθαῤῥυντικὴ διὰ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, καὶ θὰ καθίστα ταῦτα παράγοντα ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν ἐσόδων αὐτοῦ, οὗτινος δὲν θὰ ἐπετρέπετο ἡ ἐν δευτέρᾳ μοίρᾳ τάξις. Ἀλλὰ λαμβάνω ἀνὰ χεῖρας τὸν ἐπίσημον πίνακα, τὸν κατακεχωρισμένον ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως», ἵνα ἴδω, πόση εἶναι ἡ πραγματικὴ διαφορά, καὶ πόση ἡ ἐπὶ 2,233,000 δραχμῶν, ὅσαι ἀπὸ τοῦ βήματος ἀνεκοινώθησαν ἀνακριβῶς· ἄρα εἶναι αὕτη 10%, ἢ 20%, ἢ 30%, ἢ 50%, ἢ 100%; Ἰδοὺ, Κύριοι, ἡ ἀληθὴς διαφορὰ ὑπὲρ τοῦ ἔτους 1891 (ἀναγινώσκει): «Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως. Κατάστασις ἐμφαίνουσα τὰ κατὰ τὸ 1891 καταναλωθέντα εἴδη μονοπωλίου ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ τοῦ 1890, ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Δεκεμβρίου. Κατὰ τὸ 1891 διαφορὰ ἐπὶ πλέον 556,000 δραχμῶν.» Αἱ 556,000 δραχμαί, ἀνακοινούμεναι πρὸς τὴν Βουλὴν, ἔγειναν 2,233,000 δραχμῶν! Καὶ διὰ τοιούτων ὑπολογισμῶν φθάνει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς 12 ἑκατομμυρίων διαφορὰν ἐσόδων κατὰ τὸ 1891 ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ ἔσοδα τοῦ 1890. Οὐδόλως ἐγὼ ἰσχυρίζομαι, ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ ἔτους 1891 δὲν παρουσιάζουσι διαφορὰν ἐπὶ πλέον. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ παρουσιάσωσι διαφορὰν ἐπὶ πλέον, ὅτε ἔχομεν τὴν πρόσοδον τῆς Θεσσαλίας τοσοῦτον διαφέρουσαν τῆς προσόδου τῶν προηγουμένων ἐτῶν, ὅτε ἔχομεν τὴν πρόσοδον τοῦ ἐλαίου ἐν Ἑπτανήσῳ τοσοῦτον διαφέρουσαν τῆς προσόδου τῶν προηγουμένων ἐτῶν, ὅτε ἔχομεν τὴν πρόσοδον καὶ τὰς τιμὰς τῆς σταφίδος, ὅπως καὶ τὰς τιμὰς τοῦ ἐλαίου καὶ τὰς τιμὰς τοῦ σίτου, τοσοῦτον διαφερούσας ἀπὸ τῶν τοῦ μέσου ὅρου τῶν προηγουμένων ἐτῶν; Καὶ τοῦ οἴνου ἔχομεν τὰς τιμὰς λίαν εὐνοϊκὰς κατὰ τὸ 1891. Ὅτε τοιαῦτα ἀποτελέσματα παραγωγῆς παρουσιάζονται κατὰ τὸ ἔτος 1891 ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ προηγούμενα, βεβαίως ἀπεξεδεχόμεθα, ὅπως ἐν τῇ εἰσαγωγῇ ἴδωμεν ποσὰ ἀνώτερα τῶν ἀναγραφομένων. Ἐγὼ λυποῦμαι, ὅταν βλέπω ποσὰ ἀνώτερα οὐχὶ ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως, ὡς δύνανταί τινες ἴσως νὰ ὑπολάβωσι, καὶ ἐκ τῆς ἐπιθυμίας νὰ μὴ βλέπω τὰς προσόδους τοῦ Κράτους αὐξανομένας. Δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι ἡ ἄκρα ἡμῶν πάντοτε ἐπιθυμία εἶναι, αἱ πρόσοδοι τοῦ Κράτους νὰ αὐξάνωσιν, ἂν θέλητε ἔστω καὶ ἐκ λόγων προσωπικῶν, διότι διατρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ διαχειρισθῶμεν καὶ ἡμεῖς αὐτὰς, καὶ ἐφ’ ὅσον τὰς βλέπομεν αὐξανομένας, εὐχαριστούμεθα ἐπὶ τῇ μελλούσῃ ἡμῶν εὐκολίᾳ. Ἀλλ’ αἰσθάνομαι δυσαρέσκειαν ἐν τῇ αὐξήσει τῶν ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς ἐσόδων, διότι ἐπιθυμῶ νὰ ἴδω τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν περιορίζοντα τὰς δαπάνας του. Ἂν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἦτο βιομηχανικός, θὰ ἔβλεπον εὐχαρίστως εἰσαγομένας ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ πρώτας ὕλας, τὰς ὁποίας ἐδῶ ἐν μεγάλοις βιομηχανικοῖς ἐργοστασίοις νὰ κατεργαζώμεθα. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν ἡ εἰσαγωγὴ δὲν ἔχει τοιοῦτον χαρακτῆρα. Τὰ τέλη τῆς εἰσαγωγῆς εἰσπράττονται ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, ὡς εἶπον καὶ πρότερον, ἐπὶ εἰδῶν πολυτελείας καὶ ἀπολαύσεως, καὶ ἐφ’ ὅσον δαπανῶμεν ὀλιγώτερα εἰς τέλη εἰσαγωγῆς, κατὰ τοσοῦτον ἀποδεικνύεται, ὅτι καὶ ἡ χώρα, ἑπομένη εἰς τὴν ἀνάγκην, ἣν πρέπει νὰ αἰσθανθῇ οὐ μόνον τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ καὶ αὕτη, περιστέλλει τὰς δαπάνας αὐτῆς, καθιστῶσα οὕτω καὶ τοῦ ζητήματος τοῦ συναλλάγματος τὴν λύσιν ὀλιγώτερον δυσχερῆ. Ἔχων ἄρα τοιαύτας αὐξήσεις προσόδων τῆς χώρας κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἐνώπιόν μου, περιέμενον, ὁμολογῶ, μεγαλειτέραν τῆς παρουσιαζομένης αὔξησιν προσόδων ἐκ τῶν τελωνείων ὡς πρὸς τὴν εἰσαγωγὴν, διότι τοῦτο κυρίως εἶναι τὸ τελωνειακὸν, τὰ ἄλλα εἶναι τελωνειακὰ μόνον ὡς εἰσπραττόμενα διὰ τῆς τελωνειακῆς ὑπηρεσίας· ἀλλὰ περὶ τῶν τελῶν τῆς εἰσαγωγῆς ἐγὼ εἶχον τὴν προσδοκίαν πολὺ μεγαλειτέρας αὐξήσεως, διότι ἡ ἀναλογία κατὰ μέσον ὅρον τοῦ φόρου εἶναι 18 τοῖς ἑκατόν· ἑπομένως, ἐὰν εἴχομεν εἰσαγωγὴν 20 ἑκατομμυρίων ἐπὶ πλέον, ἔπρεπε ν’ ἀναμένωμεν ἐκ τελῶν εἰσαγωγῆς περὶ τὰ 4,000,000 ἐπὶ πλέον, ἡ δὲ πρόσοδος τῆς χώρας ὑπῆρξε σχετικῶς πρὸς τὸν μέσον ὅρον ἀνωτέρα τῶν 20,000,000· καὶ ὅμως ἐν τοῖς τελωνείοις εἴχομεν αὔξησιν 1,900,000 μέχρι Νοεμβρίου, ἠκούσαμεν δὲ, ὅτι ὁ Δεκέμβριος δὲν ἀπέδωκε πλεόνασμα· δὲν δύναμαι περὶ τούτου αὐθεντικῶς νὰ ὁμιλήσω, διότι ἐπίσημα κείμενα δὲν μᾶς ἀνεκοινώθησαν, ἀλλ’ ἐκ τῶν περὶ αὐτοῦ γενικῶς λεγομένων τοῦτο γινώσκομεν· γινώσκομεν δὲ, ὅτι ἐν τῷ τελωνείῳ Πειραιῶς κατὰ Δεκέμβριον δὲν παρουσιάσθη αὔξησις, τοὐναντίον ἐλάττωσις. Ἀλλὰ μὴ λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψει τὸν Δεκέμβριον, ἀφοῦ φαίνεται, ὅτι δὲν παρουσιάζει αὔξησιν, καὶ ἡ τυχὸν ἐλάττωσις δὲν θὰ ἦναι σπουδαία, δυνάμεθα νὰ ὑπολογίσωμεν τὴν αὔξησιν ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν κατὰ τὸ ὅλον ἔτος εἰς 1,900,000. Εἰς ταῦτα προσθετέον βέβαια τὰς 556,000 δραχμῶν, τὰς ἐκ μονοπωλίων, κατὰ τὰ ἀποτελέσματα, ἅπερ πρὸ μικροῦ ἀνέγνων· προσθετέαι προσέτι καὶ ἄλλαι τινὲς αὐξήσεις ἐκ χαρτοσήμου καὶ ἄλλων ἐσόδων· ἀλλ’ εἰς 12,000,000 πῶς θέλετε φθάσει, ἀφοῦ ἐλλείπουσιν ἐκ τοῦ ποσοῦ, ὡς εἶπον, 4,000,000 διὰ τὴν διαφορὰν τοῦ συναλλάγματος καὶ 1,700,000 ἐκ τῶν πεπλανημένως περιληφθέντων ὡς ἐσόδων ἐκ μονοπωλίων; Μεθ’ ὅλα ὅμως ταῦτα, καίτοι θέλει ὑπάρξει πρόσοδος ἀνωτέρα κατὰ τὸ 1891, πάλιν τὸ ἔλλειμμα θέλει εἶσθαι μέγιστον, καὶ τοῦτο, ὡς ἐκ τῆς ἀπρονοησίας τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις οὔτε αὐτὴ ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας διεσκεύασε τὸν προϋπολογισμὸν διὰ τρόπου ἐξασφαλίζοντος τὸ ἰσοζύγιον, οὔτε ὅτε προεκλήθη παρ’ ἡμῶν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ διὰ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἠθέλησε νὰ δώσῃ ἀκρόασιν εἰς τὰς συστάσεις αὐτοῦ περὶ ἀναπληρώσεως τοῦ ἐλλείμματος. Δὲν εἶναι ὅμως ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων ἐν ταῖς νῦν δυσχερείαις ἡ ἐκ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1891, διότι ἐπιπροστιθεμένη αὕτη εἰς τὰς ἄλλας δυσχερείας, δὲν αὐξάνει αὐτὰς ἐπὶ ὅρῳ δυσαναλόγῳ, ἀλλὰ τὸ σπουδαῖον εἶναι αὐτὸ τὸ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ κατοπτριζόμενον, ἡ πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως, εἰλικρινὴς ἢ μὴ, ὅπως τὸν χρυσὸν ἀποκτήσῃ ἐκ τῆς χώρας καὶ οὐχὶ διὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἀπεκτᾶτο ὁ χρυσὸς ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ἡ προσπάθεια πρὸς ἀπόκτησιν τοῦ χρυσοῦ ἐν τῇ χώρᾳ ἐπὶ τοῦ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ ἐν τῇ παρούσῃ Κυβερνήσει, ἡ προσπάθεια ἐκείνη ἔφερε κλονισμὸν ἐν τῇ ἀγορᾷ, ἀλλ’ ἡ ἐπιτελεσθεῖσα ὑπὸ τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν πληρωμὴ τοῦ χρυσοῦ ἐκ τῶν προσόδων τῆς χώρας, κατὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν τοῦ 1891, αὕτη ἔβλαψε σπουδαίως, καὶ τοσοῦτον διετάραξε τὰ τῆς νομισματικῆς κυκλοφορίας, ὥστε τὰ μέτρα, ἅτινα πρότερον θὰ ἦσαν ἐπαρκῆ, σήμερον πλέον δὲν εἶναι ἐπαρκῆ. Ὡς εἶπον, ἀναπτύσσων τὰ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἐφρόνει αὕτη καὶ φρονοῦσιν οἱ ἀσπαζόμενοι τὰ τῆς πολιτικῆς αὐτῆς, οἱ σήμερον ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, ὅτι ἡ ἀφαίρεσις ἀπὸ τῆς κυκλοφορίας τοῦ πλεονάζοντος τραπεζικοῦ γραμματίου ἔπρεπε νὰ γένηται βαθμηδὸν, ὅπως μὴ ἐπέλθῃ στενοχωρία, καὶ μὴ ἡ ἀποστέρησις τοσούτου νομίσματος διαταράξῃ τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τῶν συναλλαγῶν τῆς χώρας. Ἀλλὰ σήμερον τοιαύτη βαθμιαία ἀφαίρεσις ἀπὸ τῆς κυκλοφορίας τοῦ περισσεύματος τοῦ νομίσματος δὲν εἶναι πλέον ἐπαρκὴς, διότι τὸ κακὸν, ὅπερ ἐπήνεγκεν ἡ δυσαναλογία, ἡ ἐπελθοῦσα ἐκ τῆς ἀφαιρέσεως ἀπὸ τῆς ἀγορᾶς, τῆς ἀποτόμου, τῆς ἄνευ προπαρασκευῆς, τοῦ χρυσοῦ τοῦ ἀποσταλέντος εἰς τὸ ἐξωτερικὸν κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας τοῦ 1891, συμπεσοῦσα μάλιστα μετ’ αὐξήσεως τοῦ ποσοῦ τῶν κυκλοφορούντων γραμματίων, δὲν δύναται νὰ ἐπανορθωθῇ διὰ μέτρου βαθμηδὸν ἐφαρμοζομένου, ἀλλὰ ὑπαγορεύει μέτρον, οὗτινος τὰ ἀποτελέσματα νὰ καταστῶσιν εὐθὺς καταφανῆ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀνακοινῶν τὰ τοῦ οἰκονομικοῦ συνδυασμοῦ, τοῦ προταθέντος εἰς αὐτὸν ἐξ Ἀγγλίας, καὶ ὃν ἀπεδέχετο καὶ ἐπεδίωκε, καίτοι καταδικάζει ἐν γένει τοὺς συνδυασμοὺς, παρέστησεν, ὅτι ἓν τῶν κυριωτέρων στοιχείων τοῦ μέτρου ἦτο ἡ ἐξασφάλισις τῆς ἀφαιρέσεως ἀπὸ τῆς ἀγορᾶς ἡμῶν τοῦ πλεονάζοντος τραπεζικοῦ γραμματίου. Ὁ τρόπος, καθ’ ὃν θὰ ἀφῃρεῖτο τὸ πλεονάζον γραμμάτιον, ἀμφιβάλλω ἂν θὰ συνετέλει, ὅπως παραστήσῃ τὸ Κράτος εἰς τὸ ἐξωτερικὸν διὰ τρόπου συντελοῦντος εἰς τὰ τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως· ἀλλ’ εἰς τοῦτο δὲν φέρω ἤδη τὸν λόγον, ἤδη φέρω τὸν λόγον εἰς τὸ μέτρον αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ, τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὸς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξῆρε προχθὲς, παραστήσας, ὅτι διὰ τοῦ μέτρου τούτου ἤθελεν ἐπιτευχθῆ βαθμηδὸν ἡ ἀφαίρεσις ἀπὸ τῆς κυκλοφορίας τοῦ πλεονάζοντος νομίσματος. Καὶ ἐφ’ ὅσον μὲν διὰ τῆς συμφωνίας, ἐὰν ἐπετυγχάνετο,—ἐβεβαιώθη δὲ ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ,—θὰ ἐπετελεῖτο ἡ ἐπαγγελία αὕτη, ἀντιτάσσω μόνον, ὅτι θὰ ἦτο ἡ ἐπιτέλεσις λίαν βραδεῖα, καὶ τούτου ἕνεκα τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς ἀνεπαρκές. Ἀλλὰ τὸ χρῆμα δὲν προετίθετο νὰ διαθέσῃ ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν ἐπραγματοποιεῖτο, μόνον πρὸς τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ πλεονάζοντος πιστωτικοῦ νομίσματος, προετίθετο νὰ διαθέσῃ μέρος αὐτοῦ εἰς ἀπόδοσιν εἰς τὰς Τραπέζας τοῦ μεταλλικοῦ αὐτῶν νομίσματος, τοῦ παρ’ αὐτῶν δανεισθέντος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐπὶ τόκῳ 1%, ἐφ’ ὅσον διαρκεῖ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Ἡ ἀπόδοσις θὰ ἐπέῤῥιπτεν ἐπὶ τὸ Δημόσιον βάρος ἱκανὸν, τὸ βάρος τῆς διαφορᾶς τοῦ κανονικοῦ τόκου πρὸς τὸν τόκον τοῦ 1% ἐπὶ 16,000,000. Ἀλλὰ τὸ βάρος τοῦτο ἀσκόπως καὶ οὐχὶ δικαίως ἐπεβάλλετο εἰς τὸ Δημόσιον. Τὸ Δημόσιον ὀφείλει μόνον νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς ἀφαιρέσεως ἐκ τῆς κυκλοφορίας τοῦ εἰς λογαριασμὸν αὐτῆς κυκλοφοροῦντος πιστωτικοῦ νομίσματος, ὡς πρὸς δὲ τὸ μεταλλικὸν, ἡ διαρκούσης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας παροχὴ εἰς τὸ Δημόσιον ὑπὸ τῶν Τραπεζῶν δανείου 16 ἑκατομμυρίων ἐν συνόλῳ πρὸς 1%, καὶ μάλιστα μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν ἀπὸ τῆς κυκλοφορίας τῶν εἰς λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου κυκλοφορούντων τραπεζικῶν γραμματίων, εἶναι λίαν δεδικαιολογημένη. Αἱ Τράπεζαι, μετὰ τὴν τοιαύτην τῶν τοῦ πιστωτικοῦ νομίσματος διαῤῥύθμισιν, εὐχερῶς θὰ δυνηθῶσιν αὐταὶ νὰ πορισθῶσι τὸ μεταλλικὸν, ὅπερ εἶναι ἀναγκαῖον νὰ τηρῶσιν ἐν τοῖς ταμείοις αὐτῶν. Πρέπει μάλιστα, ὅταν ληφθῶσι τὰ μέτρα ταῦτα, νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὰς Τραπέζας νὰ ἔχωσι μεταλλικόν. Ἀλλὰ τὸ μεταλλικὸν τοῦτο δὲν πρέπει νὰ παράσχῃ εἰς αὐτὰς τὸ Δημόσιον, ἀποδίδον τὰ τοῦ μεταλλικοῦ δανείου ἐπὶ τόκῳ 1%, διότι ἐφ’ ὅσον ὑφίσταται ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ μετέχῃ τῆς ἀπὸ ταύτης ἀποῤῥεούσης ὠφελείας τῶν Τραπεζῶν καὶ τὸ Δημόσιον, μετοχὴ δὲ τοῦ Δημοσίου διὰ μεμειωμένου τόκου 1 τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ 16 ἑκατομμυρίων βεβαίως δὲν εἶναί τι δυσανάλογον, ἀπέναντι τῆς ὠφελείας, ἣν παρέχει ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία εἰς τὰς Τραπέζας. Ἀλλ’ οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖ ἡ περὶ τούτου γνώμη τῆς Βουλῆς, δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι ὁ οἰκονομικὸς συνδυασμὸς, ὃν καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι δὲν ἀποδέχεται, ἀπεδείχθη δὲ ἐγκρίνων, καὶ ὃν αὐτὸς ἐπεζήτησε, καίτοι καταδικάζει αὐτὸν, ὁ οἰκονομικὸς οὗτος συνδυασμὸς, ἐπαγόμενος τὴν ἀφαίρεσιν ἀπὸ τῆς κυκλοφορίας τοῦ πλεονάζοντος πιστωτικοῦ νομίσματος, εἶναι μέτρον ἐπιβαλλόμενον εἰς τὴν χώραν. Καὶ πρέπει εἰς τοῦτο ἰδίως νὰ δώσωμεν μεγίστην προσοχὴν, ὡς στενῶς συνδεόμενον πρὸς τὰ χρηματιστικὰ φαινόμενα τῶν τελευταίων τούτων ἡμερῶν· ἐκ τοῦ ὀρθοῦ δὲ τῆς γνώμης, ἣν θέλομεν σχηματίσει περὶ αὐτοῦ, ἐξαρτᾶται καὶ τὸ τελεσφόρον τῶν μέτρων, δι’ ὧν θέλομεν ἐπιδιώξει τὴν ἀνόρθωσιν τῆς κυκλοφορίας ἐν τῇ ἀγορᾷ τῇ ἑλληνικῇ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι κατ’ οὐδὲν ἐπηρέασεν ἡ ἀφαίρεσις 10,000,000 χρυσοῦ ἀπὸ τῆς ἀγορᾶς χάριν τῆς ἀποτίσεως τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, καὶ εἰς ἀπόδειξιν ἰσχυρίσθη, ὅτι ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἤρξατο τῆς προμηθείας τοῦ συναλλάγματος μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐτελείωσεν ἡ τοιαύτη ἐργασία, ἡ ἐπελθοῦσα ὑπερτίμησις ἦτο 2½%. Δὲν ἐξετάζω τοῦτο, ἂν ἦτο ἀνωτέρα ἢ κατωτέρα, διότι, καὶ ἂν οὐδεμία ἐπήρχετο ὑπερτίμησις τότε, ἀφεύκτως θὰ ἐξεδηλοῦτο βραδύτερον· τότε καὶ ἡ ὑπερτίμησις τῶν 2½% ἠδύνατο νὰ μὴ ἐπέλθῃ. Ἀφοῦ ἡ ἐφετεινὴ παραγωγὴ τῆς χώρας ἦτο ὑπερτέρα τῶν παρελθουσῶν, ἴσως καὶ κατὰ 25,000,000, ἦτο εὔκολος ἡ κατὰ τὴν ὥραν τῆς συγκομιδῆς προμήθεια 10 καὶ 12 καὶ 14 ἑκατομμυρίων ἄνευ λίαν ἐπαισθητοῦ ἀποτελέσματος. Ἀλλὰ βραδύτερον, ὅτε θὰ ἐγίνετο ἔναρξις τῆς διαπραγματεύσεως τοῦ συναλλάγματος χάριν τῶν κανονικῶν ἀναγκῶν τῆς ἀγορᾶς, ἡ ἔλλειψις τοῦ ἀφαιρεθέντος χρυσοῦ ἦτο ἀδύνατον νὰ μὴ φέρῃ διατάραξιν ἰσοῤῥοπίας. Αἱ πρῶται ἀγοραπωλησίαι, αἱ κατὰ τὴν ὥραν τῆς συγκομιδῆς, εἶναι κερδοσκοπικαὶ, ἀφορῶσαι εἰς συγκέντρωσιν τοῦ συναλλάγματος ἐν χερσὶ τῶν προτιθεμένων νὰ προμηθεύωσιν αὐτὸ βραδύτερον λιανικῶς εἰς τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην αὐτοῦ, χάριν τῶν κανονικῶν αὐτῶν συναλλαγῶν πρὸς τὸ ἐξωτερικόν· ἀλλ’ ὅτε ἤρξατο τὸ ἐμπόριον ζητοῦν τὸ συνάλλαγμα χάριν τῶν κανονικῶν αὐτοῦ ἀναγκῶν, δὲν εὑρίσκετο τοῦτο ἐν χερσὶ τῶν συνήθως διαχειριζομένων αὐτὸ, διότι εἶχεν ἀποσταλῆ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Αἱ ἀνάγκαι τῆς χώρας, αἱ προκαλοῦσαι τὴν ἀγορὰν συναλλάγματος, εἶχον αὐξήσει κατὰ λόγον εὐθὺν πρὸς τὴν ηὐξημένην πρόσοδον τῆς χώρας ἐκ τῆς κρείσσονος παραγωγῆς, ἀλλὰ τὸν ἐπὶ πλέον χρυσὸν κατηνάλωσε τὸ Δημόσιον. Ἔχουσα πρὶν ἡ χώρα παραγωγὴν ἀσθενῆ, ἐδαπάνα ὀλιγώτερα· κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος ἔχουσα παραγωγὴν ἀφθονωτέραν, ἐδαπάνησε περισσότερα, ἡ δὲ ἐπὶ πλέον δαπάνη κατέληξεν εἰς ἐξαγωγὴν χρυσοῦ· οὕτω δ’ ἐξαχθέντος ἅπαντος τοῦ ἐπὶ πλέον μεταλλικοῦ, ἀπεκαλύφθη τὸ κενὸν, τὸ ἐκ τῶν ἀφανῶς ἐξαχθέντων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου 10 ἑκατομμυρίων, ἢ ἀκριβέστερον ἴσως 14 ἑκατομμυρίων. Ἐκ τούτου τὰ φαινόμενα καὶ τὰ παράδοξα, ἅτινα ἀπὸ τῆς 5 Νοεμβρίου ἤρχισαν ἐκπλήττοντα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ προκαλοῦντα τὴν παρ’ αὐτοῦ ἀναζήτησιν τῶν μηχανοῤῥαφιῶν καὶ τῶν σκευωριῶν, εἴτε ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ, εἴτε ἐν τῇ πολιτικῇ, εἴτε ἐν τῷ συνδυασμῷ τῆς πολιτικῆς μετὰ τῶν χρηματιστῶν. Διαθέσεις πρὸς κερδοσκοπίας καὶ σκευωρίας θέλουσι πάντοτε ὑπάρχει ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ, ἴσως δὲ καὶ ἐν τῇ πολιτικῇ, ἀλλ’ ἡ κερδοσκοπία καὶ ἡ σκευωρία χρήζουσιν ἐδάφους, ἵνα ἀναπτυχθῶσι· καὶ εἰς μὲν τὰς μηχανοῤῥαφίας τὰς πολιτικὰς, δὲν νομίζω, ὅτι παρέχει ἔδαφος ἡ Πολιτεία, ἐῤῥυθμισμένη ἐπὶ τῇ βάσει θεσμῶν ἐλευθέρων καὶ ἀπὸ καιροῦ ἤδη παγιωμένων· ἡ προσδοκία ὅμως τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ θὰ παύσῃ ἡ ὑφισταμένη κερδοσκοπία, καὶ ὅτι θὰ ἐργάζωνται ἐκεῖ πάντες καὶ πάντοτε ὑπὲρ τοῦ κοινοῦ καλοῦ, μεταβαίνοντες εἰς αὐτὸ, ὡς εἰς ναὸν, ἵνα προσφέρωσι θυσίαν ἀφιλοκερδείας, καὶ ἡ ἐπὶ τῇ διαψεύσει τοιούτων προσδοκιῶν στήριξις προτάσεων, οἷαι αἱ χθὲς ὑποβληθεῖσαι, μαρτυρεῖ ἔλλειψιν σπουδαιότητος ἐν ταῖς σκέψεσι τῶν ἐπιτετραμμένων, ἵνα προνοῶσι περὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας. Ἐφ’ ὅσον εἰς τοὺς κερδοσκοποῦντας παρέχει τὸ Κράτος πρόσφορον τὸ ἔδαφος, οὗτοι θὰ ἐργάζωνται πρὸς τὴν ὑπερτίμησιν ἢ πρὸς τὴν ἔκπτωσιν ἀδιαφόρως, ἕνα ἔχοντες σκοπὸν, τὴν ἐκ τῆς ἐργασίας ταύτης αὔξησιν τοῦ ἐνεργητικοῦ αὐτῶν. Ἀφαιρέσατε ἀπ’ αὐτῶν τὸ ἔδαφος, ἐὰν τοῖς παρέχητε αὐτό· πλὴν δὲ τούτου, ἐὰν παραβιάζωσι τοὺς νόμους τῆς Πολιτείας, καταδιώξατε αὐτοὺς ἀστυνομικῶς· ἐὰν δὲ οἱ νόμοι τῆς Πολιτείας ἦναι ἀνεπαρκεῖς πρὸς τὴν καταστολὴν τῶν παρεκτροπῶν, ζητήσατε παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ψήφισιν διατάξεων ἐπαρκεστέρων· ἀλλὰ μὴ ἀναμιγνύετε μετὰ ζητημάτων ὑψίστης οἰκονομικῆς πολιτικῆς ζητήματα ταπεινὰ περὶ παρεκτροπῶν ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ ὀλίγων ἢ πλειόνων, ἀφορώντων εἰς κέρδη, ἐπιδιωκόμενα διὰ τῶν μέσων, ἅτινα ἡ κερδοσκοπία, ἡ σκευωρία καὶ ἡ μηχανοῤῥαφία κατεργάζονται. Ὅταν βλέπῃ τις Κυβέρνησιν ἐρχομένην ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου καὶ παριστῶσαν εἰς αὐτὸ, ὅτι ὀῤῥωδεῖ ἐνώπιον ἐχθροῦ δυσπροσμαχήτου, ὃν δὲν ἀνέμενε ν’ ἀπαντήσῃ, διότι ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν ἡ κερδοσκοπία ἦτο, φαίνεται, μέχρι τῆς 5 Νοεμβρίου ἄγνωστόν τι, καὶ ἀπέναντι τοῦ δυσκαταγωνίστου τούτου ἐχθροῦ ἀναγκάζεται νὰ προσφύγῃ εἰς μέτρα ἔκτακτα, χειροκροτούσης δὲ τῆς Βουλῆς προτείνει, ὅπως καταπολεμηθῶσιν οἱ κακοήθεις οὗτοι, ἐπιβαλλομένου εἰς τὸν λαὸν φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, φόρου ἐπὶ τοῦ σίτου, διότι μόνον διὰ τοιούτων μέτρων δύνανται οἱ μηχανοῤῥάφοι νὰ κατατροπωθῶσι, τῷ ὄντι, Κύριοι, ἀποθαυμάζω περὶ τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν περιέστη ἡ Κυβέρνησις. Καὶ οὕτω μεταβαίνομεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1892. Ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν οὐχὶ ἀμελέτητος, ὡς ὁ προηγούμενος, ἀλλὰ μεμελετημένος· καὶ πάλιν ὅμως κατὰ τὴν ὑποβολὴν αὐτοῦ ἐθεώρει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, — ἀναγινώσκω αὐτολεξεὶ τὰ παρ’ αὐτοῦ προχθὲς λεχθέντα, — ὅτι «ἐβάδιζεν ὁδὸν ὁμαλὴν καὶ εὐθεῖαν, καὶ ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπολάβῃ τις, ὅτι ἤθελον ἐπέλθει πάντα τὰ συμβεβηκότα, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν εἰσήγαγε τὸν προϋπολογισμὸν μέχρι τοῦδε ἐπῆλθον»· ἐνόμιζεν, ὅτε εἰσῆγε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1892, ἓν ἔτος μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1891, ὅτι τοσοῦτον ἀσφαλὴς ἦτο ἡ ὁδὸς, τὴν ὁποίαν εἶχε τάμει ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, καὶ ἐντὸς τῆς ὁποίας ἐνόμιζεν, ὅτι ἐβάδιζεν, ὥστε εἰσήγαγε πάλιν τὸν αὐτὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1890, συνδέσας μόνον πρὸς αὐτὸν τὴν σχεδὸν μέχρι καταργήσεως περιστολὴν τῆς προσόδου τοῦ καπνοῦ, διότι τοσαῦτα ἦσαν τὰ περισσεύματα τὰ προσδοκώμενα, ὥστε ἠδύνατο νὰ ἔχῃ τὴν ἀπόλαυσιν νὰ ἴδῃ τὸ προσφιλὲς αὐτοῦ ἐπινόημα, τὸν νόμον περὶ καπνοῦ, τὸν τόσον ἐπιτυχόντα κατὰ τὸ 1885, ἐφαρμοζόμενον καὶ ὑπὸ εὐνοϊκωτέρους ἔτι οἰωνούς. Οὗτος ἦτο ὁ προϋπολογισμός, ὁ μετὰ μελέτην βαθεῖαν ὑποβληθεὶς εἰς τὴν Βουλήν, προϋπολογισμὸς κατ’ οὐδὲν παραλλάσσων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890, μηδὲν ὅμως περιλαμβάνων ἐξ ὅσων εἶχον ὑποδειχθῆ κατὰ τὸ 1891 ὡς ἀναγκαῖα πρὸς τὸ ἰσοζύγιον, καὶ ὡς ἀποτελοῦντα τὸ πόρισμα τῆς πολιτικῆς τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, μηδὲν περιλαμβάνων ἐξ ὅσων ἡ πολιτικὴ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἐνεδείκνυεν ὡς ἀναγκαῖα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1892. Ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀπηρίθμησε μίαν πρὸς μίαν τὰς προσόδους, τὰς ὁποίας ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις θὰ εἶχεν ἀναγεγραμμένας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1892, ἂν οὗτος συνετάσσετο συμφώνως πρὸς τὰς ἀρχάς, τὰς ὁποίας ἐκείνη ἀνέκαθεν εἶχεν ἐκδηλώσει, ἐπίσης δὲ καὶ τὰς διαφορὰς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων, πόρισμα δὲ τῶν μεταῤῥυθμίσεων ἦτο, ὅτι τὰ 26 ἑκατομμύρια, τὰ κατὰ τὴν γνώμην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐλλείποντα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1892, οἷος ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς νῦν Κυβερνήσεως, θὰ ἀνεπληροῦντο ἐντελῶς διὰ τῶν μεταβολῶν ἐκείνων. Ἀνέπτυξε διὰ μακρῶν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος, ὡς εἰσηγητής, τὴν γνώμην τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τὴν γνώμην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἀνεμένομεν, ὅτι εἰς τὴν εἰσήγησιν ταύτην ἤθελεν ἀπαντήσει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, συζητῶν περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἀλλ’ ἔσπευσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν σκιαμαχίαν, αὕτη δὲ μᾶς ἐστέρησε πάσης πληροφορίας παρὰ τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ καταδειχθέντος ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1892 δι’ ἀναμφηρίστων ἀριθμῶν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος, καὶ περὶ τῆς ἀναπληρώσεως τοῦ ἐλλείμματος διὰ μέτρων ἐνδεικνυομένων ὑπὸ τῶν ἀρχῶν, αἵτινες διεῖπον τὴν πολιτικὴν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ διέπουσι τὴν τῆς νῦν Ἀντιπολιτεύσεως. Δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἀξιῶμεν, ὅτι θ’ ἀπεδέχετο ἡ Κυβέρνησις τὰ μέτρα ταῦτα, τοὐλάχιστον ἄνευ μεταβολῆς, ἀλλ’ ἠδυνάμεθα νὰ ἀξιῶμεν, ὅπως ἀκούσωμεν παρ’ αὐτῆς, ἂν ἀνεγνώριζε τὸ καταδειχθὲν ἔλλειμμα τῶν 26 ἑκατομμυρίων, ἢ πῶς ἐφρόνει, ὅτι ἀνῃρεῖτο τοῦτο, ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει, καὶ πῶς προετίθετο ν’ ἀναπληρώσῃ τὸ ἔλλειμμα, ἐφ’ ὅσον ἀνεγνώριζε τὴν ὕπαρξιν αὐτοῦ, καὶ ἂν μὴ κατὰ τοὺς τρόπους, τοὺς ὑπὸ τῶν ἀρχῶν ἡμῶν ὑποδεικνυομένους, κατὰ τίνας τρόπους αὐτοσχεδίους,—διότι καὶ οἱ φίλοι αὐτῆς δὲν ἀξιοῦσιν, ὅτι τὴν ἐργασίαν αὐτῆς διέπουσιν ἀρχαί. Περὶ τούτων οὐδὲν ἠκούσαμεν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, γινώσκομεν μόνον παρ’ αὐτῆς, ὅτι ὑπάρχει ἔλλειμμα· τοῦτο δὲν εἶπεν, ἀλλ’ ἀφοῦ εἰσάγει προτάσεις περὶ φορολογίας, βεβαίως ἀναγνωρίζει, ὅτι ὑπάρχει ἔλλειμμα, διότι ἄλλως πρὸς τί αἱ ἐπιβαρύνσεις; Τῷ ὄντι δὲ δεικνύει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ ἰδίως πρὸς τὴν πλειονότητα τῆς Βουλῆς, ἥτις ὑποστηρίζει αὐτὸν, μεγάλην ἔλλειψιν ἀνασκοπῆς, ὅταν, ἐπιμένων ἀκόμη εἰς ὅσα εἶπεν, ὅτε ὑπέβαλε τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ εἰς ὅσα ἡ πλειονότης τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπανέλαβε διὰ μακρῶν ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτῆς, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς παρέχει πλῆρες καὶ ἀναμφήριστον ἰσοζύγιον, ἔρχεται προτείνων ὑμῖν νὰ φορολογήσητε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν πέραν τοῦ ὅρου τοῦ ἰσοζυγίου,—διότι ἄλλην ἔννοιαν δὲν ἔχει ἡ προτεινομένη φορολογία, ἀφοῦ ὁ προϋπολογισμὸς ἐξακολουθεῖ παριστάμενος παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἐν ἰσοζυγίῳ διατελῶν. Εἰς ἡμᾶς οὐδὲν εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐνδεικνῦον, ὅτι κατὰ νεωτέραν αὐτοῦ γνώμην ὑπάρχει ἔλλειμμα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καὶ πόθεν τὸ ἔλλειμμα τοῦτο· διότι μόνον ἐὰν γινώσκωμεν πόθεν τὸ ἔλλειμμα, δυνάμεθα καὶ καταλλήλως ν’ ἀποφανθῶμεν περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν δύναται τὸ ἔλλειμμα νὰ ἐκλείψῃ ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐθεώρησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περιττὸν νὰ εἴπῃ τι, διότι πράγματι ἡ ὁμιλία αὐτοῦ ἡ προχθεσινὴ ἦτο μὲν ἐξ ἀφορμῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ δὲν δύναται καὶ νὰ ὀνομασθῇ συζήτησις περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐν αὐτῇ δύο τινὰ διέγνων· τὸ πρῶτον, τὸ στερεότυπον, ἐπίθεσιν κατὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, θέμα συνδεόμενον ὑπὸ τῶν νῦν κυβερνώντων πρὸς πᾶν ἄλλο καὶ στερηθὲν πρὸ πολλοῦ πάσης σημασίας· τὸ δεύτερον, νέον ὅλως καὶ σημαῖνον ἐπίθεσιν κατὰ τῶν χρηματιστῶν, οὐχὶ ὅμως καθ’ ὅλων, διότι καὶ οἱ χρηματισταὶ διαιροῦνται εἰς τοὺς ἐργαζομένους πρὸς τὴν ὑπερτίμησιν καὶ εἰς τοὺς ἐργαζομένους πρὸς τὴν ἔκπτωσιν τῶν τιμῶν. Ἐπειδὴ δὲ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ὁ κερδοσκοπῶν ἐπὶ τῇ ὑπερτιμήσει, ἂν μὴ ὑπάρχῃ καὶ ὁ κερδοσκοπῶν ἐπὶ τῇ ἐκπτώσει, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁμιλῶν περὶ χρηματιστῶν, καὶ ἐπιτιθέμενος κατὰ τῶν ἐργαζομένων πρὸς τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ χρυσοῦ, ἦλθεν ἀναλαμβάνων τὸν ἀγῶνα τῶν ἐργαζομένων πρὸς τὴν ἔκπτωσιν τοῦ χρυσοῦ, καὶ οὕτως ὁ ἀγὼν ὁ χρηματιστικὸς θὰ ἐκινδύνευε νὰ μετενεχθῇ καὶ εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἵνα ἐξετασθῇ, ἐὰν ἡ ἐν Χρηματιστηρίῳ ἐνέργεια τούτων ἢ ἐκείνων ὑπηγορεύετο ἐκ συμφερόντων χρηματιστικῶν, ἢ ἐὰν κατὰ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἦτο ἐνέργεια ὑπαγορευομένη οὐχὶ ἐκ τῶν συμφερόντων αὐτῶν, ἀλλ’ ἐκ σκέψεων ἄλλων, καὶ ἂν μὴ ἐπεβάλλετο εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀναλάβῃ τὴν κηδεμονίαν αὐτῶν, ἵνα μὴ κατασπαταλῶσι τὴν περιουσίαν αὐτῶν, ἐργαζόμενοι πρὸς ζημίαν τοῦ ἰδίου αὐτῶν βαλαντίου. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τοὺς χρηματιστὰς δυνάμεθα νὰ ἀφήσωμεν νὰ προνοῶσι περὶ τοῦ βαλαντίου αὐτῶν, ἀφοῦ ἔχουσιν οὗτοι ἡλικίαν καὶ πεῖραν τοῦ ἔργου αὐτῶν, ἡμεῖς δὲ ἂς ἀσχολώμεθα ἐνταῦθα εἰς τὰ ἴδια ἡμῶν ἔργα, εἰς τὸν κανονισμὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους διὰ τρόπου, ἐξασφαλίζοντος τὸ ἰσοζύγιον τῶν εἰς πιστωτικὰ γραμμάτια ἐσόδων πρὸς τὰ εἰς πιστωτικὰ γραμμάτια ἔξοδα, καὶ εἰς τὰ τῆς κυκλοφορίας τοῦ νομίσματος διὰ τρόπου, ἐξασφαλίζοντος τὴν ἐν αὐτῷ ἀναλογίαν τοῦ χρυσοῦ πρὸς τὸ πιστωτικὸν γραμμάτιον, ὅπως προλαμβάνωνται αἱ κυμάνσεις, αἱ παρέχουσαι ἔδαφος εἰς τὴν κερδοσκοπίαν, τήν τε ἐργαζομένην πρὸς τὴν ὑπερτίμησιν καὶ τὴν ἐργαζομένην πρὸς τὴν ὑποτίμησιν· διότι, κατ’ ἐμὲ, ἐὰν μὲν συναλλάσσωνται νομίμως, ἐπίσης ἀνεκτοὶ εἶναι ἀμφότεροι οἱ συναλλασσόμενοι, ἐὰν δὲ συναλλάσσωνται παρανόμως, δὲν ἔχομεν τὸ καθῆκον νὰ ἐξετάζωμεν ἡμεῖς, ἐὰν ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως ἢ ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως ἀρύωνται τὸ κέρδος, ἔχομεν τὸ καθῆκον νὰ τοὺς πατάξωμεν καὶ νὰ τοὺς περιστείλωμεν ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ πρέποντος καὶ τοῦ συμφέροντος τῇ Πολιτείᾳ. Ἡ εἰς τὴν Βουλὴν ἀνήκουσα ἐργασία περὶ τὰ συμβαίνοντα ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ, ἐὰν συμβαίνῃ τι ἐν αὐτῷ ἔκτροπον, δὲν ἔχει τὸν χαρακτῆρα, ὃν ὁ κ. Πρόεδρος Κυβερνήσεως προχθὲς ἠθέλησε νὰ δώσῃ εἰς αὐτὴν, ἔχει χαρακτῆρα ὅλως ἄλλον, ἔχει χαρακτῆρα ὅλως σύμφωνον πρὸς τὰ νομοθετικὰ καθήκοντα τῆς Βουλῆς, πρὸς τὸ καθῆκον αὐτῆς, ὅπως μὴ ἐπιτρέπῃ ἔδαφος εἰς τοὺς θέλοντας νὰ καταχρασθῶσι τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου· διότι, ἐὰν τὰ τῆς κυκλοφορίας κανονισθῶσι διὰ τρόπου ἀσφαλοῦς, ὅπως εἶχεν αὐτὰ κεκανονισμένα ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, οἱαιδήποτε καὶ ἂν ἦναι αἱ διαθέσεις τῆς κερδοσκοπίας, ἀσήμαντα ἀποτελέσματα θὰ ἠδύνατο αὕτη νὰ ἐπενέγκῃ. Ὅταν ἡ ἀναλογία τοῦ τραπεζικοῦ νομίσματος καὶ τοῦ χρυσοῦ κανονίζηται διὰ τρόπου ὑπαγορευομένου ὑπὸ ἐμβριθοῦς μελέτης τῶν πραγμάτων, ὁ κερδοσκόπος, ὅστις ἤθελεν ἐπιχειρήσει νὰ διαταράξῃ τὴν κατάστασιν, τὴν ἀποῤῥέουσαν ἐκ τῆς τοιαύτης διαῤῥυθμίσεως τῆς ἀναλογίας τοῦ χρυσοῦ πρὸς τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον, ὁ κερδοσκόπος ἐκεῖνος δὲν θὰ ἐβράδυνε νὰ πληρώσῃ ἀκριβὰ τὴν τοιαύτην αὐτοῦ ἀπόπειραν· ἐὰν δὲ οὐδὲν παθαίνῃ ὁ κερδοσκόπος ἐπὶ τῇ ἀποπείρᾳ, τοῦτο εἶναι ἀπόδειξις, ὅτι τὸ ἔδαφος εἶναι εὐνοϊκὸν πρὸς αὐτὸν, καὶ ἐκεῖνος πρέπει νὰ θεωρηθῇ συντελῶν ὑπὲρ τῆς κερδοσκοπίας, ἐκεῖνος πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς συναίτιος τῆς κερδοσκοπίας, ὅστις νομοθετικῶς ἢ κυβερνητικῶς παρέχει εἰς τὴν κερδοσκοπίαν τοιοῦτον ἔδαφος, ὅστις, ἀντιλαμβανόμενος ὅτι τοιαύτη ὑφίσταται κατάστασις, δὲν ἔρχεται σπεύδων εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τοῦ κερδοσκόπου τὸ ἔδαφος τοῦτο, κανονίζων τὴν σχέσιν τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου διὰ τρόπου, μὴ ἐπιτρέποντος εἰς τὴν κερδοσκοπίαν νὰ ὠφελῆται ἐκ διακυμάνσεων, προλαμβάνων τὰς διακυμάνσεις, καὶ οὕτω παγιῶν τὴν τιμὴν τοῦ πιστωτικοῦ νομίσματος, ὥστε, ἐὰν κερδοσκόπος τις ἀποπειραθῇ νὰ προκαλέσῃ τεχνητὴν διακύμανσιν, ὁ κερδοσκόπος οὗτος νὰ καταποντίζηται ὑπὸ τὸ κῦμα. Ἀνέμενον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἰς τοῦτο ἤθελεν ἐπικαλεσθῆ τὴν συνδρομὴν ἡμῶν πάντων, καὶ ἐκείνων ἔτι, ὧν ἡ ψῆφος δὲν τῇ εἶναι ἀναγκαία, διότι ἐθεώρουν, ὅτι ἤθελεν ἐκτιμήσει τὸ ζήτημα ὡς ἱκανῶς σπουδαῖον, ὥστε ἡ μετοχὴ καὶ τῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐν τῷ καταρτισμῷ τοῦ συστήματος, δι’ οὗ ἠθέλομεν ἀντεπεξέλθει κατὰ τῆς καταστάσεως τῆς ὑφισταμένης, διὰ τῆς γνώμης αὐτῶν νὰ ἦναι ἐπιδιωκτέα παρ’ αὐτῆς· ἀλλ’ ἡ συζήτησις, ἣν προεκάλεσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἦτό τι ὅλως παράδοξον. Ἐνῷ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναζητοῦμεν τὰ δύο, περὶ ὧν ὡμίλησα, τὸ ἰσοζύγιον, τὸ ἐν τραπεζικοῖς γραμματίοις, καὶ τὰ συντελοῦντα εἰς τὸν κανονισμὸν τῆς κυκλοφορίας τοῦ τραπεζικοῦ καὶ τοῦ χρυσοῦ νομίσματος, ἠκούσαμεν συζήτησιν καθαρῶς προσωπικὴν, ἠκούσαμεν συζήτησιν περὶ ὁμάδος τινὸς, ἥτις ἐπέδραμεν, ὡς φαίνεται, ἔξωθεν, καὶ καθ’ ἧς ἔπρεπε νὰ ληφθῶσι μέτρα, ὁποῖα ἐν Κύπρῳ λαμβάνονται κατὰ τῆς ἀκρίδος (ἱλαρότης). Ἀλλὰ καὶ τοιαῦτα μέτρα ἐὰν θέλῃ νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἐὰν αἰσθάνηται, ὅτι εἶναι τοῦτο ἀναγκαῖον, καὶ προκαλέσῃ συζήτησιν καὶ ἀποδειχθῇ ἐκ τῆς συζητήσεως, ὅτι εἶναι τοῦτο ἀναγκαῖον, ἆρα θὰ ἔχῃ ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τούτου σχέσιν τινὰ πρὸς τὸν προϋπολογισμόν; Πῶς ἐν τῇ συζητήσει τοῦ προϋπολογισμοῦ ἠδυνήθησαν ταῦτα νὰ θεωρηθῶσι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ὡς δυνάμενα νὰ δικαιολογήσωσι μέτρα φορολογικά; Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν εἶμαι ἐκ τῶν ἀποκρουόντων κατ’ ἀρχὴν εἴτε φορολογικὰ μέτρα, εἴτε περικοπὰς ἀναγκαιοτάτων δαπανῶν, εἴτε μεταῤῥυθμίσεις οἱασδήποτε ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐκ τῶν ὑπαγορευομένων εἰς τὸν μελετῶντα τὰ τῆς Πολιτείας ὑπὸ τοῦ συμφέροντος αὐτῆς· διότι, καίτοι φρονῶ, ὅτι ὁ στρατὸς, εἰς ὃν δαπανῶμεν ἐτησίως 16 ἑκατομμύρια, ὡς οἱ ἀπολογισμοὶ ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἐδαπάνα ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἐνῷ δύναμις στρατοῦ κατὰ τὸν νόμον, ὃν ἐτησίως ψηφίζομεν, 28 χιλιάδων ἀνδρῶν, εἰς οὓς προσθετέον καὶ τοὺς ἐπὶ τρίμηνον ἀσκουμένους διαθεσίμους, δὲν δύναται νὰ ἐκγυμνασθῇ τελείως ἄνευ δαπάνης τοὐλάχιστον 30 ἑκατομμυρίων, καίτοι ἄρα φρονῶ, ὅτι ἦτο ἀναγκαῖον νὰ δαπανῶμεν 14 ἐπὶ πλέον ἑκατομμύρια εἰς τὸν στρατὸν, καίτοι φρονῶ, ὅτι δίκαιον ἦτο νὰ αὐξηθῇ ὁ μισθὸς τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, ὅπως τῇ προτάσει τῆς Κυβερνήσεως ηὐξήθη κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος καὶ πλέον ἔτι, καὶ νὰ αὐξηθῇ ὁ μισθὸς τῶν Ἐφετῶν, ὅπως ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προτείνεται, ἵνα αὐξηθῇ κατὰ τὸ παρὸν ἔτος, καίτοι φρονῶ ἐν γένει, ὅτι οἱ μισθοὶ τῶν ὑπαλλήλων δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ κανονίζωνται ἐπὶ μέτρῳ ἐλευθεριωτέρῳ, πᾶσαι αἱ σκέψεις αὗται ὑποχωροῦσιν ἀπέναντι τῆς ἀνάγκης, καὶ ἐὰν οἱ προϋπολογισμοὶ τοῦ Κράτους κατοπτρίζωσι τὴν ἀνάγκην ταύτην, ἥτις τὰ τοῦ στρατοῦ ἀπὸ 30 ἑκατομμυρίων περιώρισεν εἰς 16 ἑκατομμύρια, ἥτις εἰς τοὺς Ἀρεοπαγίτας καὶ εἰς τοὺς Ἐφέτας ὑπηγόρευσε νὰ ἀρκῶνται εἰς μισθοὺς, οἵτινες εἶναι πολλῷ κατώτεροι τῶν ἀπολαυῶν ὁμοταγῶν δικηγόρων, καὶ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους ἐν γένει νὰ ἀποζῶσιν ἐκ μισθῶν γλίσχρων, προκαλοῦντες τὸν θαυμασμὸν ἐπὶ τῇ τοσαύτῃ τιμιότητι τῶν διαχειριζομένων μάλιστα μεγάλα ποσὰ δημοσίου χρήματος ὑπὸ τοιούτους βιωτικοὺς ὅρους, ἀνεγνωρίσαμεν ὅμως, ὅτι εἰς τοιούτους προϋπολογισμοὺς ἐπεβάλλετο ἵνα περιορισθῶμεν, καὶ δὲν ἀρνούμεθα, ἐὰν ἐνδείκνυται ἡ ἀνάγκη, ν’ ἀποδεχθῶμεν ἔτι λιτότερον προϋπολογισμὸν διὰ τὸ ἔτος τοῦτο, ἀλλὰ πρέπει πρῶτον νὰ πληροφορηθῶμεν ἐπισήμως, τίς καὶ ὁπόση εἶναι ἡ ἀνάγκη· πρέπει πρῶτον νὰ ἔλθῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ νὰ δηλώσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἥμαρτεν, ὅτι ὑπέβαλε πρὸς αὐτὴν προϋπολογισμὸν μὴ ἀληθῆ, οὐχὶ ἐκ κακῆς προθέσεως, ἀλλὰ διότι, ἐνῷ κατεφέρετο κατὰ τῶν προκατόχων, ἐνόμισεν ὅτι τοῦτο ἤρκει, καὶ δὲν ἐμελέτησεν ἀρκούντως τὴν πολιτικὴν τῶν προκατόχων, ἵνα ἐμπνευσθῇ ἐκ τοῦ πνεύματος, τοῦ ἐμφοροῦντος τὸ ἔργον ἐκείνων καὶ τοῦ ἐμφυσῶντος ζωὴν εἰς αὐτό· πρέπει νὰ ἔλθῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἴπῃ πρὸς αὐτὴν, ὅτι πείθεται ἤδη, ἂν οὐχὶ ἐξ ἄλλου, ἀφοῦ οὐδὲν ἄλλο ἠδυνήθη νὰ τὴν διαφωτίσῃ, οὔτε αἱ ἀγορεύσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, ὡς εἰσηγητοῦ τῆς μειονοψηφίας ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ, οὔτε τὰ λεγόμενα καὶ γραφόμενα ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐν γένει, ἀφοῦ ταῦτα δὲν ἤρκεσαν, ἵνα τὴν διαφωτίσωσιν, ὅπως δήποτε ὅμως παρουσιάσθη ἡ ὁμὰς αὕτη τῶν κερδοσκόπων καὶ μηχανοῤῥάφων, οἵτινες τὴν διεφώτισαν διὰ τῶν σατανικῶν αὐτῶν ἔργων, ὑπὸ τὸ κράτος τῆς διαφωτίσεως ταύτης πρέπει νὰ ἔλθῃ ἡ Κυβέρνησις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἵνα δηλώσῃ, τίνα πεποίθησιν ἐσχημάτισε περὶ τῆς πλάνης αὐτῆς ἐν τῷ εἰσαχθέντι προϋπολογισμῷ, καὶ ἵνα παραστήσῃ, τίς εἶναι ἡ ἀνάγκη, ἡ ἐκ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως ἀποῤῥέουσα, μετὰ τοῦτο δὲ νὰ ὑποβάλῃ τὰς ἐκ τῆς ἀνάγκης προκαλουμένας προτάσεις, ἵνα δυνηθῇ ἡ Βουλὴ ἐν γνώσει νὰ ἀποφασίσῃ, ἐὰν οὗτος ὁ τρόπος τῆς ἐνεργείας, ὃν ἡ Κυβέρνησις προτείνει, ἦναι ὁ καταλληλότερος πρὸς τὰς περιστάσεις. Διότι, καίτοι ἡμεῖς ἔχομεν ἐσχηματισμένην γνώμην περὶ τῆς ἀνάγκης καὶ θεωροῦμεν ἀποδεδειγμένα πάντα τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος παραστηθέντα ὡς ἐλλείποντα ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἤτοι 26 ἑκατομμύρια, εἰς ἃ δέον νὰ προστεθῶσι καὶ ὅσα ἑκατομμύρια ἐπάγονται τὰ πρὸς κανονισμὸν τῆς κυκλοφορίας μέτρα, ὧν τὸ βάρος δὲν εἶναι μικροῦ λόγου, καὶ προσέτι ὅσα ἑκατομμύρια ἀπαιτοῦνται πρὸς ἀναπλήρωσιν τῆς μειώσεως τῶν ἐσόδων, ἥτις θέλει ἐπέλθει ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοιούτων μέτρων, καίτοι ἡμεῖς, οὕτως ἐκτιμῶντες τὰ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, οὐδεμίαν ἔχομεν ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ παρουσιαζομένου, καὶ περὶ τοῦ προσθέτου ἐλλείμματος, τοῦ μὴ ἀποῤῥέοντος ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ προκύπτοντος ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀφαιρέσεως ἀπὸ τῆς κυκλοφορίας τοῦ πλεονάζοντος τραπεζικοῦ γραμματίου, ἥτις καὶ καθ’ ἑαυτὴν δαπανηρὰ λίαν εἶναι, καὶ τὰς προσόδους τοῦ Κράτους ἐν πολλοῖς θέλει μειώσει, ὀφείλομεν ὅμως νὰ παραστήσωμεν, ὅτι ἄνευ συζητήσεως περὶ τοῦ θέματος τούτου καὶ μορφώσεως πεποιθήσεως περὶ αὐτοῦ, πᾶσα σκέψις περὶ τῶν ληπτέων μέτρων πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς οἰκονομικῆς καχεξίας στερεῖται ὑποστάσεως. Καὶ, ὡς εἶπον, δὲν εἶμαι ἐκ τῶν ἀναλαβόντων ὑποχρεώσεις ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων, ὡς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων ἀνέλαβεν ὑποχρεώσεις, καὶ λίαν εὐπαῤῥησιάστως εἶπεν, ὅτι ἐννοεῖ νὰ ἐκπληρώσῃ αὐτάς. Ἐγὼ κατὰ τὴν 14 Ὀκτωβρίου δὲν ἐτασσόμην μετὰ τῶν ἀναλαβόντων τοιαύτας ὑποχρεώσεις· εἶμαι ἄρα ἐλεύθερος νὰ ἐξετάσω τὰ προτεινόμενα ἄνευ οὐδενὸς περιορισμοῦ ἀπέναντι τοῦ λαοῦ τῆς Ἑλλάδος καὶ μόνον ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ συμφέροντος εἰς τὸν λαὸν τῆς Ἑλλάδος. Λέγω δὲ, ὅτι τὸ συμφέρον τοῦ λαοῦ τῆς Ἑλλάδος ὑπαγορεύει, ἵνα ἐπιζητήσωμεν τὴν ἀναπλήρωσιν τοῦ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ κενοῦ, ἀφοῦ ἀπὸ τοῦ κενοῦ τούτου ἀφαιρέσωμεν τὰ 12,000,000, τὰ ἐκ τῆς μὴ ἐφαρμογῆς τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, διότι ἡ ἐφαρμογὴ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, καὶ ἂν μὴ ἀναγνωρισθῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1892, θέλει πάντως ἀναγνωρισθῆ ἐν τῷ ἀπολογισμῷ, τοῦ ὑπολειπομένου, λέγω, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν ταύτην κενοῦ τὴν ἀναπλήρωσιν ὀφείλομεν νὰ ἐπιζητήσωμεν ἐν περικοπῇ πασῶν, οὐχὶ τῶν χρησίμων, διότι ἁπλῶς χρήσιμοι δαπάναι σχεδὸν δὲν ἔμειναν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἀλλὰ πασῶν τῶν χαρακτηριζομένων καὶ ὡς ἀπαραιτήτων, ἐφ’ ὅσον μετὰ τῆς δαπάνης δὲν περικόπτεται ἐν τοῖς καιρίοις καὶ ἡ λειτουργία τοῦ θεσμοῦ, εἰς ὃν ἡ δαπάνη ἀνάγεται. Δὲν ἐννοῶ τὴν κατ’ ἐπιφάνειαν περικοπὴν, τὴν ἐν ἄρθροις πιστώσεων, αἵτινες, περικοπτόμεναι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἐπανέρχονται ἀναγκαίως ἐν τῷ ἀπολογισμῷ. Εἶπον, τίνα ἔχω γνώμην περὶ τῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ὅτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ αὐτοῦ ἐπηνέχθη ἐλάττωσις ἀπὸ 24 ἑκατομμυρίων εἰς 16 ἑκατομμύρια, ἀπὸ 30 μάλιστα ἑκατομμυρίων, ἐὰν ὁρμηθῶμεν ἐκ τῶν δαπανῶν τοῦ στρατοῦ τῶν ἀποῤῥεουσῶν ἐκ τοῦ ὀργανισμοῦ αὐτοῦ· ἀλλὰ καὶ ἐν ταῖς δαπάναις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀνεγνώρισα ὅ,τι ἠναγκάσθησαν νὰ ἀναγνωρίσωσι περὶ στρατοῦ καὶ αὐτὰ τὰ περὶ ἡμᾶς Κράτη, τὰ στρατιωτικώτερον ἡμῶν ὠργανωμένα, καὶ αὐτὴ ἡ Βουλγαρία καὶ ἡ Σερβία. Καὶ τὰ Κράτη ταῦτα, ἀναλόγως πρὸς τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ αὐτῶν, δὲν δαπανῶσι τὸ ἀναγκαῖον χρῆμα, καὶ δὲν τὸ δαπανῶσι, διότι δὲν τὸ ἔχουσιν. Ἡ Βουλγαρία εἰς δύναμιν ἐν εἰρήνῃ 35 χιλιάδων ἀνδρῶν, συμπληρουμένην καθ’ ὅλον τὸ ἔτος διὰ κλήσεως ἐφεδρειῶν πρὸς ἀσκήσεις, δαπανᾷ 20 μόνον ἑκατομμύρια. Ἡ Σερβία ἐπὶ στρατοῦ, ὅστις ἐν εἰρήνῃ δὲν εἶναι καθωρισμένος, ἀλλὰ συνδέεται μετὰ τοῦ στρατοῦ ἐπιστρατεύσεως, συναποτελοῦντος δύναμιν 70 χιλιάδων ἀνδρῶν ἐν περιοδικῇ κατ’ ἔτος ἐκγυμνάσει, ἡ Σερβία ἐν τῷ προϋπολογισμῷ αὑτῆς ἀναγράφει μόνον 10 ἑκατομμύρια. Καὶ ὅμως κατορθοῦσι τὰ Κράτη ταῦτα νὰ ἔχωσι στρατὸν, οὐχὶ βεβαίως τέλειον, ἀλλ’ εὐπαῤῥησίαστον. Καὶ ἡμεῖς, ἐὰν ἦναι ἀνάγκη, πρέπει νὰ προέλθωμεν εἰς περικοπὰς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, προνοοῦντες ὅμως, ὅπως αἱ περικοπαὶ μὴ θίγωσι τὰ στελέχη, οὐδ’ αὐτὰ τὰ κατώτερα, ἀλλ’ ἀφορῶσι μόνον εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνδρῶν, καὶ οὕτω συνδυάζωνται πρὸς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, ὥστε ἡ ἔλλειψις στρατιωτῶν νὰ μὴ καθιστᾷ ἀδρανῆ τὰ στελέχη ἢ ἀνεπαρκῆ πρὸς ἐκπαίδευσιν. Τὸ μόνον Ὑπουργεῖον, ἐν ᾧ δὲν παραδέχομαι, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ οἰκονομία, οὐδὲ εἶναι πρέπον, οὐδὲ εἶναι σκόπιμον νὰ ἐπιζητηθῇ, εἶναι τὸ Ὑπουργεῖον τὸ Ναυτικῶν. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἀπαιτεῖ περιωρισμένην δαπάνην. Πρὸ ὀλίγου ἐδαπάνα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν 4 ἑκατομμύρια, ἤδη δαπανᾷ 6 ἑκατομμύρια, καὶ πιθανὸν νὰ προβῇ ἡ δαπάνη καὶ εἰς τὰ 7 ἑκατομμύρια. Δαπάνη 7 ἑκατομμυρίων ὑπὲρ τοῦ ἑτέρου τῶν κλάδων τῆς στρατιωτικῆς ἡμῶν δυνάμεως, ὅστις εἶναι καὶ ὁ τελεσφορώτερος καὶ οὗ ἄνευ ἡ Ἑλλὰς δύναται νὰ λογισθῇ ὡς, τοῦτ’ αὐτὸ, στερουμένη ἐθνικῆς ὑπάρξεως, δαπάνη τοιαύτη πρὸς συντήρησιν δυνάμεως, ἣν πρέπει νὰ περιφρουρῇ ἡ Βουλὴ διὰ πάσης θυσίας, δὲν εἶναι δεκτικὴ περικοπῆς. Ἐὰν εἴχομεν ναυτικόν, ὁποῖον ἔχομεν ἤδη ἢ θὰ ἔχωμεν ἐντὸς ὀλίγου, διότι τὰ κύρια στοιχεῖα ἤδη ἀπεκτήθησαν, δὲν θὰ ἐλάμβανον τὰ τῆς Κρήτης τὰς τύχας, τὰς ὁποίας ἔλαβον, δὲν θὰ ἐλάμβανον τὰ τῆς Μακεδονίας τὰς τύχας, τὰς ὁποίας ἔλαβον. Ναί, Κύριοι, δὲν θὰ ἐλάμβανον τὰς τύχας ταύτας, διότι ἡ Ἑλλὰς, ἔχουσα ναυτικόν, εἶναι ὅλως διάφορον Κράτος τῆς Ἑλλάδος ἄνευ ναυτικοῦ· ἡ Ἑλλὰς ἄνευ ναυτικοῦ δὲν εἶναι μονὰς ἐν ταῖς ἐπικρατείαις τῆς Εὐρώπης, οὐδόλως λαμβάνεται ὑπ’ ὄψει οὔτε παρ’ ἐκείνων, πρὸς οὓς ἀμέσως ἔχει διαφοράς, οὐδὲ παρὰ τῶν ἄλλων, οἵτινες παρίστανται θεαταὶ τῶν διαφορῶν, ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς ναυτικῶς συντεταγμένη, ἐὰν καλῶς γινώσκῃ νὰ πολιτευθῇ, δύναται νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν τιμὴν αὑτῆς καὶ θέσιν ἐν τῷ κόσμῳ. Ἀλλὰ πλὴν τοῦ ναυτικοῦ, ἐν παντὶ ἄλλῳ κλάδῳ, καὶ ἐν αὐτῷ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, θεωρῶ ὅτι δικαιολογοῦνται ἐκ τῶν οἰκονομικῶν περιστάσεων ἐλαττώσεις σπουδαῖαι. Δικαιολογοῦνται ἐλαττώσεις ἐν αὐτῷ τῷ ὀργανισμῷ τοῦ στρατοῦ, ἐφ’ ὅσον θίγουσιν αὗται εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνδρῶν οὐχὶ ἀπολύτως, ἀλλ’ ἐν τῇ ἀναλογίᾳ τῶν ἐκγυμναζομένων ἐπὶ μακρὸν χρόνον καὶ τῶν ἐκγυμναζομένων ἐπὶ χρόνον βραχύν. Ἐν τοῖς ἄλλοις κλάδοις ἐνδείκνυνται περικοπαί, ἐπιζήμιοι μὲν, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ καταστρεπτικαί, διότι τοῦτο ἰδίως ἐν ταῖς οἰκονομίαις, ἃς ἐπιβάλλουσιν αἱ περιστάσεις, πρέπει νὰ ἦναι τὸ μέλημα ἡμῶν, νὰ δύνηται νὰ λειτουργήσῃ ἡ ὑπηρεσία μετὰ τὰς περικοπὰς, ἔστω καὶ κατά τι ἀτονώτερον. Πρὸ τούτου ὅμως πάσας τὰς προσθήκας δαπανῶν, τὰς γενομένας παρὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως καὶ τὰς ὁποίας ἀπηρίθμησεν ἐν τῇ ἐξετάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892, ἀθροίσας αὐτὰς, ἀσχέτως πρὸς τὸν προηγούμενον, ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς ἓν ἑκατομμύριον, πάσας ταύτας τὰς προσθήκας δαπανῶν πρέπει νὰ καταργήσωμεν. Πρέπει νὰ καταργήσωμεν καὶ ἄλλας δαπάνας, διότι ἑνὸς ἑκατομμυρίου οἰκονομίαι πρὸς τὸ ἐπιδιωκόμενον τέλος εἶναι ὡσεὶ μηδέν. Τὰς ἐκτάκτους δὲ δαπάνας πρέπει νὰ ἀνακόψωμεν πάσας, πλὴν τῶν εἰς ἐκπλήρωσιν ἀνειλημμένων ὑποχρεώσεων. Ἂν δὲ μετὰ τὴν τοιαύτην τῶν δαπανῶν περιστολὴν μένῃ πάλιν κενὸν χαῖνον, μόνον τότε ὀφείλομεν νὰ ἐπιληφθῶμεν τῶν τῆς φορολογίας, ἀλλὰ καὶ τότε τὰ τῆς φορολογίας πρέπει νὰ ἐξετασθῶσιν ἐν συνόλῳ, ἵνα γνῶμεν, ἐὰν ἐν ὅλῳ ἢ κατὰ μέρος ἦναι εὔστοχος ἡ πρὸς τὴν περαιτέρω φορολογίαν γενομένη ἐπιλογή. Ἐκ τῆς ἀφορμῆς δὲ ταύτης νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ποιήσωμαι λόγον περὶ ἑνὸς τῶν προτεινομένων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως μέτρων· περὶ τῶν ἄλλων οὐδένα θὰ ποιήσωμαι ἤδη λόγον, διότι ἐπ’ αὐτὰ δυνάμεθα νὰ φέρωμεν τὸν λόγον μόνον ὅταν πεισθῶμεν, ὅτι καὶ μετὰ τὰς οἰκονομίας ὑπάρχει ἀνάγκη περαιτέρω φορολογίας, καὶ διαφωτισθῶμεν περὶ τοῦ μέτρου αὐτῆς. Ἀλλὰ πρέπει πρὸ τούτου νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ, διότι περὶ αὐτοῦ ἐσχηματίσθη ἐν τῇ κοινωνίᾳ γνώμη πεπλανημένη, ἥτις θὰ ἔχῃ ἀποτελέσματα ὀλέθρια περὶ τὴν διαῤῥύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας. Κινδυνεύει ἡ πλάνη αὕτη νὰ συντελέσῃ, ὅπως μὴ ληφθῶσιν ἐπαρκῆ τὰ ἐπιβαλλόμενα ἐκ τῆς καταστάσεως μέτρα, καὶ ὅπως μὴ ἐπενεχθῶσιν αἱ ἀναγκαῖαι οἰκονομίαι, ἐπὶ τῇ προσδοκίᾳ, ὅτι ἐκ τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ θέλουσιν ἀναπληρωθῆ κενὰ μέγιστα. Τὰ τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ οὐδέποτε ἐνταῦθα συνεζητήθησαν ἐν λεπτομερείᾳ, ἀλλὰ μόνον περὶ τῆς γενικῆς καὶ ἀναμφηρίστου ἀρχῆς ἐγένετο λόγος, ὅτι τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπωφελῶς ἐν Κράτει παράγοντι καπνὸν πρόσφορον εἰς ἐξαγωγήν, ἐν Κράτει μάλιστα δεομένῳ μεταλλικοῦ καὶ εἰσάγοντι ἐκ τοῦ καπνοῦ σπουδαῖον ποσὸν ξενικοῦ χρήματος, ὅπερ θέλει παύσει εἰσαγόμενον ἢ θέλει εἰσάγεσθαι λίαν ἠλατωμένον ὡς ἐκ τῶν περιορισμῶν, οὓς ἐπιβάλλει εἰς τὴν παραγωγὴν τὸ μονοπώλιον. Ἐνῷ μέχρι τοῦδε μόνον ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν ἐξητάσθη τὸ ζήτημα τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ, ἐπιβάλλεται ἤδη ἡ ἀνάγκη, ἵνα, ἀσχέτως πρὸς τὴν ἔποψιν ταύτην, ἥτις ἐν τῇ παρούσῃ μάλιστα οἰκονομικῇ καταστάσει τῆς χώρας ὡς πρὸς τὰ τοῦ χρυσοῦ εἶναι ἐπαρκὴς ἀπαγόρευσις τῆς ἀποδοχῆς τοιούτου μέτρου, κατόπιν ὅμως τῆς νέας φάσεως τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετάσωμεν τοῦτο καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν ἀποτελεσμάτων, ἅτινα ἤδη ἐπιζητοῦμεν· διότι, ἔστω καὶ παραβλέποντες τὴν καταστροφὴν τῶν καπνοπαραγωγῶν, ἔστω καὶ παραβλέποντες τὴν κατὰ μεγάλα ποσὰ παρακώλυσιν τοῦ χρυσοῦ, τοῦ εἰσαγομένου εἰς τὴν χώραν, ὡς ἀνταλλάγματος τοῦ καπνοῦ τοῦ ἐξαγομένου, τὰ τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ ἀναπτυχθῶσιν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν ὠφελειῶν, ἃς ἐκ τοῦ θεσμοῦ ἀπεκδέχονται ὑπὲρ τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας οἱ θιασῶται αὐτοῦ. Οἱ προτείνοντες τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ, οἱ προτείνοντες αὐτὸ καλῇ τῇ πίστει,—καὶ τοιοῦτοι εἶναι οἱ πλεῖστοι,—δὲν ἠξεύρω ὅμως ἂν δύνανται νὰ λογισθῶσι μεταξὺ αὐτῶν καὶ ὅσοι ὡς Ὑπουργοὶ προτείνουσι τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ, καθ’ ἣν ὥραν παρασκευάζονται πρὸς ἀποχώρησιν ἐκ τῆς ἀρχῆς, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης προέτεινε τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ, τὸ ὁποῖον εἶχε πολεμήσει κατὰ προηγουμένην σύνοδον...
§29ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποτέ!
§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ὁποῖον εἶχε πολεμήσει....
§31ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐξέφρασα ἀμφιβολίαν.
§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀμφιβολίαν! Τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης οὐδέποτε ἐγνώρισα ἔχοντα ἀμφιβολίαν περὶ τῆς ὀρθότητος τῆς ἰδίας αὑτοῦ γνώμης. (Ἱλαρότης).
§33ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἔλαβον ποτὲ ἀφορμὴν νὰ γνωρίσω ὑμᾶς ἔχοντα ἀμφιβολίαν περὶ τῆς ὀρθότητος τῶν γνωμῶν ἐκείνων, τὰς ὁποίας καταδικάζετε ἐν τῇ ἰδίᾳ ὑμῶν ἀγορεύσει.
§34ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης διηύθυνε τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας, μηδόλως σκεπτόμενος περὶ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ καὶ ἐμμένων εἰς τὰς ἀμφιβολίας, τὰς ἀρνητικὰς ὅμως, τὰς ὁποίας πρότερον εἶχεν ἐκφράσει πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ αὐτοῦ, ὅτε αἴφνης, ἕνεκα περιστάσεων ἐσωτερικῶν τῆς Κυβερνήσεως, εἰς ἃς ἡ Ἀντιπολίτευσις οὐδὲν δικαίωμα ἔχει, ἵνα παρεμβῇ, ἐθεώρησεν, ὅτι ἐσήμανεν ἡ ὥρα τῆς ἀποχωρήσεως· ἀπεχώρησεν ἄρα προτείνων τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ. Δὲν προέκειτο νὰ τὸ ἐφαρμόσῃ. Προέκειτο μόνον νὰ ῥιφθῇ ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ὡς εὔσχημον κάλυμμα τῶν λόγων τῆς ἀποχωρήσεως θεσμὸς ἀπολαμβάνων εὐρείας ἐπιδοκιμασίας ἐν τῇ χώρᾳ, διότι ἡ χώρα ἔχει κατὰ πολὺ παρασυρθῆ ὑπὸ τῶν συστηματικῶν ἀπὸ χρόνου πολλοῦ δημοσιεύσεων περὶ τῶν φαντασιωδῶν οἰκονομικῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ· ἐπειδὴ δὲ τῶν ἐπαγγελιῶν τούτων δὲν ἐγένετο ἀνασκευὴ, ὡς μήπω προταθέντος μέτρου περὶ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ, ἐπεκράτησεν ἡ γνώμη, ὅτι μόνον χάριν τῶν παραγωγῶν τοῦ καπνοῦ, ἢ καὶ τῶν ἐμπορευομένων αὐτὸν, ἔστω δὲ καὶ χάριν τῆς εἰσαγωγῆς εἰς τὴν χώραν χρυσοῦ, ὡς ἀνταλλάγματος τοῦ ἐξαγομένου καπνοῦ, προέκειτο ὁ ἀγών. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ εἶναι θεσμὸς, ὅστις θὰ προσπορίσῃ εἰς τὸ Δημόσιον πλείονα βεβαίως τῶν νῦν ἐκ τοῦ καπνοῦ εἰσπραττομένων, ἀλλὰ βεβαίως δὲν θὰ προσπορίσῃ εἰς αὐτὸ πλείονα τῶν διὰ τῶν κοπτηρίων κανονικῶς εἰσπραττομένων.
§35ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὡραῖα!
§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω περὶ τούτου, καὶ μὴ ζητεῖτε εὐθὺς ἐξ ὑπαρχῆς νὰ καταστήσητε τὸ ζήτημα κομματικόν· δὲν θέλω συζητήσει ἐγὼ κομματικῶς· ἐγὼ θὰ ἀναπτύξω τὴν γνώμην μου, καὶ ἐλπίζω, ὅτι θὰ ἀκούσω αὐτὴν ἔπειτα ἀναιρουμένην ἐπιστημονικώτερον.
§37ΡΑΛΛΗΣ. Δόσατέ μας ὅμως πέντε λεπτῶν ἀναψυχήν.
§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν θὰ διαρκέσῃ πολὺ ἡ ἀγόρευσίς μου.
§39ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως πρέπει νὰ διακόψωμεν.
§40ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἀφοῦ ὁ ἀγορεύων δὲν κουράζεται, διατὶ ἡμεῖς....
§41ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅσοι ἐκουράσθησαν, δύνανται νὰ ἀπέλθουν.
§42ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀφοῦ ὁ ἀγορεύων δὲν θέλει, δὲν ἐπιτρέπεται διακοπή.
§43ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν περὶ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ ἐσκέφθη ὡς περὶ μέτρου σωτηρίου, καθ’ ἣν ὥραν πλέον δὲν ἦτο ὁ καλούμενος, ἵνα ἐφαρμόσῃ τὰς νεοτεύκτους περὶ τούτου ἰδέας του. Ἀλλὰ καὶ ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἠξεύρω, ἂν ἐν πολὺ διαφερούσαις περιστάσεσι τῶν τοῦ προκατόχου αὐτοῦ σκέπτηται περὶ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ. (Ἱλαρότης).
§44ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποθέτετε, ὅτι σκοποῦμεν ν’ ἀποχωρήσωμεν;
§45ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑμεῖς ὁμιλεῖτε περὶ τούτου. Ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἐγὼ πείθομαι, εἶναι, ὅτι ἡ πρότασις περὶ τοῦ μονοπωλίου δὲν ὑποβάλλεται σπουδαίως, καὶ θὰ εἴπω τοὺς λόγους, δι’ οὓς πείθομαι, ὅτι δὲν ὑποβάλλεται σπουδαίως, δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι πολλοὶ ἐξ ὑμῶν θέλετε παραδεχθῆ, ἀφοῦ ἀκούσητε τὴν ἀνάπτυξιν περὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὸ μονοπώλιον, ὅτι δικαίως ἐσχημάτισα τοιαύτην γνώμην. Τὸ νομοσχέδιον περὶ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ δὲν διενεμήθη ἔτι εἰς τὴν Βουλήν· ἀλλὰ μία ἐκ τῶν ἐφημερίδων, τῶν ὑπουργικῶν νομίζω, κατεχώρησε χθὲς τὰ κυριωδέστερα αὐτοῦ ἄρθρα. Ἐκ τῆς δημοσιεύσεως ταύτης ἔγνων, ὅτι ἡ Κυβέρνησις λαμβάνει διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀπόλυτον ἄδειαν παραχωρήσεως τοῦ μονοπωλίου εἰς ἑταιρίαν ἢ εἰς ἄτομα ἐπὶ τῇ ὑποχρεώσει αὐτῶν, ὅπως κατὰ τὰ πρῶτα 3 ἔτη χορηγῶσι τοὐλάχιστον 6,000,000 εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, κατὰ τὴν δευτέραν τριετίαν 6½ ἑκατομμύρια, καὶ κατόπιν μέχρι συμπληρώσεως εἰκοσαετίας τὸ ποσὸν ὀκτὼ ἑκατομμυρίων....
§46ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τοὐλάχιστον 8,000,000.
§47ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοὐλάχιστον. Φαίνεται, ὅτι εἶναι ἀκριβῆ ταῦτα.... Ὅτι προσέτι ὀφείλει ὁ ἀναλαμβάνων τὸ μονοπώλιον ν’ ἀγοράζῃ παρὰ τοῦ Δημοσίου σιγαρόχαρτον κατὰ λόγον χιλίων φυλλαρίων ἐπὶ ἑκάστης ὀκᾶς καὶ ἐπὶ τῇ σημερινῇ τιμῇ τῶν δύο δραχμῶν· ἐπὶ καταναλώσεως ἄρα 1,000,000 ὀκάδων, ἀποφέρει ἡ ὑποχρέωσις αὕτη 2,000,000 ἐπὶ πλέον. Ὥστε ἔχομεν 8,000,000. Ὑποχρεοῦται προσέτι ἡ ἑταιρία ν’ ἀγοράζῃ καπνὸν παραγόμενον ἐν τῇ χώρᾳ τοὐλάχιστον 3,000,000 ὀκάδων ἐπὶ τιμῇ προσδιοριζομένῃ ὑπὸ ἐπιτροπῆς, καὶ ἐν ἀσυμφωνίᾳ τῆς ἐπιτροπῆς ὑπὸ τοῦ Προέδρου τοῦ οἰκείου Πρωτοδικείου. Οὐδὲν εἶδον περιεχόμενον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ περὶ περιορισμοῦ τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ κανονισμῷ τῆς τιμῆς, εἰς ἣν θὰ πωλῆται ὁ καπνὸς, καὶ ἥτις περιλαμβάνει τὴν φορολογίαν τοῦ καπνοῦ, φρονῶ δὲ, ὅτι δὲν εἶναι ἀνεκτὸν ἐν συνταγματικῶς πολιτευομένῳ Κράτει νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ νόμον φορολογικὸν, μὴ περιλαμβάνοντα καθορισμὸν τοῦ φόρου. Δὲν εἶναι ἀνεκτὸν νὰ δώσῃ ἡ Βουλὴ ἐντολὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα κανονίσῃ αὐτὴ μετὰ ἐργολάβου τὰ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ, διότι οὕτως ἔχουσι τὰ τοῦ νομοσχεδίου, οὐδὲν περὶ τούτου περιλαμβάνοντος, παρέχοντος δὲ ἄδειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐπὶ μόνοις τοῖς περιλαμβανομένοις ὅροις συμβληθῇ πρὸς ἐργολάβους. Δὲν εἶναι ὅμως τοῦτο μόνον, ὅπερ μὲ πείθει, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, γραφὲν ἐπὶ γόνατος, καθ’ ἣν στιγμὴν εὑρίσκετο ἡ Κυβέρνησις ἐνώπιον τοῦ φάσματος τῆς ὁμάδος τῶν ἐπιδραμόντων κερδοσκόπων, δὲν εἶναι τοῦτο μόνον, τὸ ἀποδεικνῦον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἐγράφη πρὸς σκοπὸν ἐφαρμογῆς. Ἂν ποτὲ τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ ψηφισθῇ, θὰ κανονισθῇ βεβαίως διὰ τρόπου πολὺ εὐπρεπεστέρου πρὸς τὴν Βουλὴν, τουτέστι διὰ κανονισμοῦ ἐν τῷ νόμῳ ἁπάντων τῶν ἀφορώντων εἰς τὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῇ καταναλώσει τοῦ καπνοῦ καὶ εἰς τὰ τῆς ἀποκλειστικῆς ὑπὸ τῶν διευθυνόντων τὸ μονοπώλιον διαχειρίσεως τῆς προμηθείας τοῦ καπνοῦ δι’ ἐργολάβων. Ἀλλ’ ὡς θέλω ἤδη ἀποδείξει πρὸς ὑμᾶς, οἱ ὅροι, οἱ ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου εἰς τοὺς ἐργολάβους ἐπιβαλλόμενοι, καὶ οἵτινες ἴσως εἰς ὑμᾶς ἐφάνησαν, ὅτε πρῶτον τοὺς ἀνεγνώσατε, ἢ φαίνονται ἤδη, ὅτε τοὺς ἀκούετε παρ’ ἐμοῦ ἐπαναλαμβανομένους, ὡς λίαν εὐτελεῖς, οἱ ὅροι οὗτοι, οἱ εὐτελεῖς, βεβαιωθῆτε, ὅτι οὐδαμῶς θέλουσι πραγματοποιηθῆ. Οὐδεμία θὰ εὑρεθῇ φερέγγυος ἑταιρία, ἀναλαμβάνουσα ὑπὸ τοιούτους ὅρους τὸ μονοπώλιον, ὡς θέλετε πεισθῆ, παραβάλλοντες τὰς συνθήκας, ὑφ’ ἃς τὸ μονοπώλιον τοῦτο θὰ λειτουργῇ παρ’ ἡμῖν, καὶ τὰ ἀποτελέσματα ἁπανταχοῦ, ὅπου τὸ μονοπώλιον ἐφαρμόζεται. Ὅ,τι ἠπάτησε πολλοὺς ἐκ τῶν καλῇ τῇ πίστει περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου συζητούντων εἶναι, ὅτι ἡμεῖς συνήθως μελετῶμεν τὰ τοιαῦτα ζητήματα ἐν μόνοις τοῖς γαλλικοῖς συγγράμμασι καὶ ἐν σχέσει πρὸς τὰ ἐν Γαλλίᾳ συμβαίνοντα, ἐκεῖ δὲ τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ λειτουργεῖ τῷ ὄντι λίαν ἐπιτυχῶς. Παραλείπομεν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τὴν ἐξέτασιν τῶν συμβαινόντων ἀλλαχοῦ. Ἀλλ’ ἐγὼ θὰ εἴπω ἐν ὀλίγοις, ποῖα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ θεσμοῦ ἐν τοῖς ἄλλοις Κράτεσι, καὶ ἐν ἀναλογίᾳ πρὸς τὸν πληθυσμὸν ποῖα θὰ ἦναι τὰ ἀποτελέσματα, ἐὰν ὁμοίως λειτουργήσῃ ὁ θεσμὸς παρ’ ἡμῖν. Μεταξὺ τῶν Κρατῶν, τὰ ὁποῖα θεωροῦνται ἀσκοῦντα τὴν μονοπωλίαν τοῦ καπνοῦ ἐπιτυχέστερον, εἶναι καὶ ἡ Ρουμανία, ἥτις καὶ μεγαλειτέραν ἔχει συγγένειαν πρὸς ἡμᾶς, καίτοι ἐκεῖ αἱ εὐπορώτεραι τάξεις εἶναι πολυτελέστεραι τῶν παρ’ ἡμῖν, καταναλίσκουσι δὲ καπνὸν ἐπὶ τιμῇ πολὺ ἀνωτέρᾳ τῆς συνήθους ἐνταῦθα καὶ ἐν αὐτῇ τῇ καταναλώσει τῶν εὐπορωτάτων· διότι τιμὴ 50 καὶ 70 δραχμῶν τὴν ὀκᾶν ἐκεῖ θεωρεῖται ὡς κανονικὴ τιμὴ, ἐνῷ παρ’ ἡμῖν 18 ἢ 20 δραχμαὶ εἶναι ὁ ἀνώτατος ὅρος. Ἀλλὰ καὶ μεθ’ ὅλα ταῦτα παρουσιάζεται φαινόμενον καὶ ἐν Ρουμανίᾳ, ἀλλὰ καὶ ἁπανταχοῦ, ὅπου ἐφηρμόσθη τὸ σύστημα, ὅτι οὐδαμοῦ ἐπέτυχε, λειτουργῆσαν ἀποκλειστικῶς δι’ ἑταιριῶν, ἢ ἐπὶ συνεταιρισμῷ τῶν ἑταιριῶν καὶ τοῦ Κράτους. Ἀπανταχοῦ ἀπέτυχεν, οὕτω λειτουργῆσαν, καὶ ἀντικατεστάθη ἡ λειτουργία δι’ ἑταιριῶν ἁπανταχοῦ ὑπὸ τῆς ἀμέσου διαχειρίσεως τοῦ Κράτους. Τοῦτο ἐν Ρουμανίᾳ, τοῦτο ἐν Σερβίᾳ, ὅπου καὶ ἐπληρώθησαν πολλὰ εἰς ἀποζημιώσεις τῶν ἑταιριῶν, τοῦτο καὶ ἐν Ἰταλίᾳ, ὅπου ὑπῆρχεν ὁ συνεταιρισμὸς ἑταιρίας καὶ Κράτους. Ἐπέτυχε δὲ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ καὶ ἐν Ρουμανίᾳ καὶ ἐν Σερβίᾳ, ὅπως ἐπιτυγχάνει καὶ ἐν Οὑγγαρίᾳ καὶ ἐν Αὐστρίᾳ, τὸ μονοπώλιον διαχειριζόμενον ὑπὸ τοῦ Κράτους. Προβάλλω, Κύριοι, ζήτημα προκαταρκτικόν. Νομίζετε, ὅτι ἐν Ἑλλάδι δύναται τὸ Κράτος νὰ διαχειρισθῇ ἀμέσως μονοπώλιον καπνοῦ; Ἐγὼ ἔχω ὅλως ἐναντίαν ἰδέαν, καὶ θεωρῶ, ὅτι οὐδὲ ἀμφιβολίας εἶναι δεκτικόν, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, ὅτι, ὅπως ἔχουσι τὰ παρ’ ἡμῖν διοικητικὰ, δὲν εἶναι δυνατὸν ἄμεσος διαχείρισις μονοπωλίου ὑπὸ τοῦ Κράτους νὰ εὐδοκιμήσῃ παρ’ ἡμῖν, διὰ λόγους, εἰς οὓς περιττὸν νὰ ἐνδιατρίψω. Ἐξ ἀνάγκης ἄρα θ’ ἀποδεχθῶμεν τὸ σύστημα, τὸ ἁπανταχοῦ ἀποτυχόν. Ἀλλ’ ἂς προβῶμεν εἰς συγκρίσεις, καὶ χάριν αὐτῶν ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι ἐν τῷ ἀποτυχόντι τούτῳ συστήματι ἀλλαχοῦ, θὰ παρουσιασθῶσιν, ἐφαρμοζομένῳ παρ’ ἡμῖν, τὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα παρουσιάζονται ἀλλαχοῦ ἐν τῷ ἐπιτυχόντι συστήματι, ὅπερ παρ’ ἡμῖν δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ἐν Ρουμανίᾳ λοιπὸν ἔχομεν ἐπὶ πληθυσμοῦ 5,000,000 ἔσοδον τοῦ Κράτους 20,000,000.
§48ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ....
§49ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀκριβῶς 20,000,000 εἶναι τὸ καθαρὸν ἔσοδον ἤδη. Ὅτε τὸ μονοπώλιον διεχειρίζετο ἑταιρία, ἦτο τὸ κέρδος ἐλάχιστον, ἀλλ’ ἀφ’ ὅτου ἀνέλαβε τὴν διαχείρισιν τὸ Κράτος, εἰσέπραξε καθαρὸν κέρδος μέχρι 19 ἑκατομμυρίων, καὶ κατὰ τὸν τελευταῖον ἀπολογισμὸν μέχρις 20,000,000.
§50ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πανταχοῦ αὐξάνει.
§51ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αὐξάνει ἐκτάκτως, διότι εἶναι πρόσφατος ἡ ἀποβολὴ τῆς ἑταιρίας.
§52ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ ἱστορία ὅμως ὅλων τῶν μονοπωλίων διδάσκει, ὅτι πανταχοῦ αὐξάνει κατ’ ἔτος.
§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑμεῖς, ἠξεύρω, ὅτι γενικώτερον μελετᾶτε τὰ ζητήματα, καὶ δὲν περιορίζεσθε εἰς τὰ τῆς Γαλλίας· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐν τούτῳ ἐπηρεάζεσθε ὑπὸ τοῦ φαινομένου τοῦ γαλλικοῦ. Ὁπωσδήποτε ἐδῶ ἔχομεν 20 ἑκατομμυρίων καθαρὰν πρόσοδον, εἴκοσι δὲ ἑκατομμύρια ἐπὶ 5 ἑκατομμυρίων πληθυσμοῦ εἶναι 8 ἑκατομμύρια ἐπὶ πληθυσμοῦ, ὅσος ὁ τῆς Ἑλλάδος, τουτέστι δύο ἑκατομμυρίων. Ἐννοεῖται, ὅτι ἐν τῷ ἀπολογισμῷ ὑποτίθεται καταργουμένη ἢ συγχωνευομένη ἡ πρόσοδος ἡ ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου, κατὰ δὲ τὸ νομοσχέδιον, συνυπολογιζομένου τοῦ σιγαροχάρτου, ἡ ἑταιρία ὑποχρεοῦται εἰς ἐτησίαν καταβολὴν 8 ἑκατομμυρίων κατὰ τὴν πρώτην τετραετίαν καὶ πλείονα βραδύτερον. Ἐὰν ἄρα ἀνελάμβανεν ἑταιρία τις τὴν ἐπιχείρησιν ἐπὶ τοῖς ὅροις τοῦ νομοσχεδίου, καὶ εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης τριετίας ἐτύγχανε τῶν ἀποτελεσμάτων, ἅτινα παρουσιάσθησαν ἐν Ρουμανίᾳ, μετὰ παρέλευσιν χρόνου τινὸς ἀπὸ τῆς ἀποτυχίας τῆς ἐργολαβίας καὶ τῆς διαχειρίσεως ἀμέσως ὑπὸ τοῦ Κράτους, τί θ’ ἀπομείνῃ ὡς κέρδος εἰς τὴν ἑταιρίαν; Πόθεν θ’ ἀποζημιωθῇ διὰ τὰ ἔξοδα, διὰ τοὺς τόκους τῶν καταβληθησομένων κεφαλαίων, καὶ πόθεν θὰ ἀρυσθῇ πρόσοδον ἀπέναντι ὧν θέλει διατρέξει τὸ κεφάλαιον κινδύνων καὶ τῶν ἐνοχλήσεων τοιαύτης ἐπιχειρήσεως; Μεταβαίνω εἰς τὴν Σερβίαν, ὅπου ἐπεσκέφθην τὸ κατάστημα τοῦ Μονοπωλίου, καὶ ἐθαύμασα τὴν ἐπιτυχῆ λειτουργίαν αὐτοῦ· ἀλλ’ ὅμως καὶ ἐν τῇ ἐπιτυχεστάτῃ λειτουργίᾳ τοῦ θεσμοῦ ἐν Σερβίᾳ, καίτοι διευθύνεται ἡ διαχείρισις ὑπὸ ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους ἱκανωτάτων καὶ εἰδικωτάτων, καίτοι οὐδόλως ἐπηρεάζονται οὗτοι ἐν τῇ ἐνασκήσει τῆς ὑπηρεσίας αὑτῶν ὑπὸ πιέσεων οἵων δήποτε, ὅπερ ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς προσλήψεως ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ Ἑλλήνων, ἕνεκα τῆς εἰδικότητος αὐτῶν, τίνα τὰ παρουσιαζόμενα ἀποτελέσματα; Τρία ἥμισυ ἑκατομμύρια.
§54ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Μὲ συγχωρεῖτε, ἑπτὰ ἑκατομμύρια.
§55Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὸ ἑνὸς μηνὸς ἡ Διεύθυνσις τῶν μονοπωλίων ἐν Σερβίᾳ ἔδωκε τὰ ἀποτελέσματα εἰς τὸ ἡμέτερον Πολιτικὸν Πρακτορεῖον.
§56ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ καθαρὸν ἔσοδον τῆς Σερβικῆς Κυβερνήσεως, ὡς προκύπτει ἐξ αὐθεντικῆς ἐκθέσεως, εἶναι τρία ἥμισυ ἑκατομμύρια, εἰς ἃ προσθετέον αὔξησιν κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος, τὸ δὲ ἀκαθάριστον εἶναι 7 ἑκατομμύρια κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος, διότι σχεδὸν 50% εἶναι τὰ ἔξοδα.
§57ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἐκάματε διάκρισιν· εἴπατε τρία ἥμισυ ἑκατομμύρια.
§58ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶπον, ὅτι εἰσπράττει καθαρὸν ἔσοδον ἡ Ῥουμανία 20,000,000· τὸ ἀκαθάριστον εἶναι 32,000,000, διότι ἐκεῖ τὰ ἔξοδα εἶναι ὀλιγώτερα ἢ ἐν Σερβίᾳ. Ἐν Ἰταλίᾳ ἐπίσης προέβην εἰς ὑπολογισμούς, ἐπὶ τόπου εὑρισκόμενος, ἀλλὰ παραλείπω τὰς λεπτομερείας, ἀνακοινῶ δὲ μόνον τὰ ἀποτελέσματα, ἀναλογιζόμενα ἐπὶ τὸν πληθυσμὸν τῆς Ἑλλάδος. Ἐὰν ἐφαρμοζόμενον παρ’ ἡμῖν τὸ μονοπώλιον ἀπέδιδε τὰ ἀποτελέσματα τὰ ἐν Ἰταλίᾳ παρουσιαζόμενα, θὰ εἴχομεν ἔσοδον κατὰ λόγον τοῦ πληθυσμοῦ 5,800,000, ἐξ ἀφετηρίας τῶν ἀποδιδομένων πρὸς τὸ ἰταλικὸν Δημόσιον ὑπὸ τῆς συνεταιρικῆς διαχειρίσεως, ἐξ ἀφετηρίας δὲ τοῦ ἔτους τοῦ ἀμέσως ἑπομένου εἰς τὴν κατάργησιν τῆς ἑταιρίας, ἤτοι τῶν 1884 καὶ 1885, 8,413,000, ἐξ ἀφετηρίας δὲ μεταγενεστέρας περισσότερα. Ἰδοὺ ἐν σημειώματι καὶ τὰ τοῦ ὑπολογισμοῦ ἐπὶ τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Ἑλλάδος, ἤτοι 2 ἑκατομμυρίων, τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν μονοπωλίων τῶν ἄλλων Κρατῶν. Τὰ τῆς Αὐστρίας θ’ ἀπέδιδον 8,980,000, τὰ τῆς Οὐγγαρίας 6,400,000, τὰ τῆς Ῥουμανίας 8,000,000, τὰ τῆς Σερβίας 4,024,00, τὰ τῆς Τουρκίας 1,929,000, καὶ οὕτω καταλήγομεν εἰς τὰ τῆς Γαλλίας, ἅτινα, κατ’ ἐμὲ, εἶναι τὰ παραπλανήσαντα παρ’ ἡμῖν τὴν κοινωνίαν. Τὸ παραπλανῆσαν παρ’ ἡμῖν τὴν κοινωνίαν εἶναι, ὅτι τὸ σύγγραμα, τὸ ὁποῖον ἐνταῦθα κυκλοφορεῖ, καὶ τὸ ὁποῖον βεβαίως περὶ δημοσιονομίας εἶναι τὸ ἄριστον τῶν γαλλικῶν, ἴσως καὶ ἀπολύτως τὸ ἄριστον τῶν περὶ τοῦ θέματος συγγραμμάτων, περιέχει ἀριθμοὺς, οἱ ὁποῖοι φαίνονται λίαν ἐνθαῤῥυντικοί· διότι ἀναγράφει ὁ Leroy Beaullieu, ὅτι τὸ τοῦ 1887 ἀποτέλεσμα τοῦ Γαλλικοῦ μονοπωλίου εἶναι ἔσοδον ἀκαθάριστον 400,000,000, ἀφαιρέσει δὲ 100,000,000 ἐξόδων, ἀπομένει ἔσοδον καθαρὸν 300,000,000, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ ἡ ἀναλογία ἐπὶ τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Ἑλλάδος θὰ ἦτο 15,000,000. Καὶ τῳόντι θὰ ἦτο λίαν συντελεστικὸν εἰς ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας τὸ μονοπώλιον, ἐὰν ἀπέφερε τοιαῦτα ἀποτελέσματα· ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν, πῶς ἔχουσι τὰ περὶ τούτου, ἐξεταζόμενα λεπτομερέστερον. Κατὰ τὸν Leroy Beaulieu, ἐπὶ 32,000,000 χιλιογράμμων, καταναλωθέντων κατὰ τὸ 1887, 7,000,000 κατηναλώθησαν ὡς ταμβάκος, ἕτερα 7 ἑκατομμύρια κατηναλώθησαν σχεδὸν ἄνευ ὠφελείας, ἢ ἐπὶ μικρᾷ ὠφελείᾳ τοῦ μονοπωλίου, ἐν ταῖς παραμεθορίοις ζώναις, ἔνθα πωλεῖται ὁ καπνὸς εὐθηνά, τουτέστιν ἐπὶ τῇ τιμῇ τοῦ λαθρεμπορίου. Ἡ Ἑλλάς, ὡς παράγουσα ἄριστον καπνὸν, παρουσιάζει τοὺς ἐν Γαλλίᾳ ἐκ τοῦ λαθρεμπορίου κατὰ τὰς παραμεθορίους ζώνας κινδύνους ἁπανταχοῦ τοῦ Κράτους, ἐφαρμόζομεν ὅμως καὶ τὰ περὶ τούτου κατὰ τὰς ἐν Γαλλίᾳ ἀναλογίας. Ἐκεῖ ἦσαν ἄλλοτε πέντε ζῶναι, ἐν αἷς ἡ τιμὴ παρήλλασσεν ἀπὸ 2.50 φράγκα τὸ χιλιόγραμμον ἕως πέντε φράγκων, ἐνῷ ἡ κατωτάτη κανονικὴ τιμὴ τοῦ καπνοῦ τῆς διαχειρίσεως τοῦ μονοπωλίου εἶναι 12½ φράγκα· ἤδη τρεῖς μόνον ὑπάρχουσι ζῶναι, καὶ ἡ τιμὴ τοῦ καπνοῦ παραλλάσσει μεταξὺ 3 φράγκων καὶ 5 φράγκων τὸ χιλιόγραμμον, ὥστε ἐλάχιστον εἶναι τὸ κέρδος, ὅπερ δύναται νὰ καταλογισθῇ ἐν τοῖς ἐσόδοις τοῦ μονοπωλίου ἐκ τῶν 7 ἑκατομμυρίων χιλιογράμμων τῶν ἐν ταῖς ζώναις καταναλισκομένων. Ἀφαιρουμένων ἄρα ἀπὸ τῶν 32 ἑκατομμυρίων χιλιογράμμων τῶν 14 ἑκατομμυρίων, μένουσι φορολογούμενα ἐπὶ καταναλώσει καπνοῦ ἐν Γαλλίᾳ 38,000,000 χιλιογράμμων, ἅτινα, ἀναλογιζόμενα ἐπὶ 2,000,000, φέρουσιν 950,000 χιλιογράμμων, ἤτοι 750,000 ὀκάδων. Τοῦτο εἶναι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον κατὰ τὰς ἀναλογίας τὰς ἑλληνικὰς θέλομεν δυνηθῆ νὰ φορολογήσωμεν ἐνταῦθα ἐπὶ ταῖς ἀναλογίαις τῆς ἀποδόσεως τοῦ γαλλικοῦ μονοπωλίου. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς ἀναλογίας τῶν τιμῶν, καίτοι ἐνταῦθα αἱ τιμαὶ τῆς καταναλώσεως θὰ ὦσι πολὺ κατώτεραι ἢ ἐν Γαλλίᾳ, ὅπου ἐπὶ ποσοῦ 18 ἑκατομμυρίων χιλιογράμμων, ὅπως ἔλεγον πρότερον, τὰ 5 ἑκατομμύρια εἶναι καπνὸς πολυτελείας, ἄγνωστος σχεδὸν παρ’ ἡμῖν, καὶ εἰς οὗ τὰς τιμὰς οὐδὲ πόῤῥωθεν προσεγγίζουσιν αἱ παρ’ ἡμῖν τιμαί. Παρ’ ἡμῖν θέλει καταναλωθῆ μόνον καπνὸς, οὗτινος ἡ ἐν Γαλλίᾳ κατανάλωσις δὲν εἶναι ἀνωτέρα τῶν 13 ἑκατομμυρίων χιλιογράμμων, τουτέστιν ὁ καπνὸς ὁ πωλούμενος ἐκεῖ ἀντὶ 12½ φράγκων τὸ χιλιόγραμμον ὑπὸ τοῦ μονοπωλίου. Ὅταν οὕτως ὑπολογίσωμεν, ἔχομεν κατὰ τὰ γαλλικὰ ἀποτελέσματα ἀναλογίας ἐλάσσονας καὶ αὐτῶν τῶν ἐνδεικνυμένων ὑπὸ τῶν ἀποτελεσμάτων ἄλλων Κρατῶν. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι ἡ πανάκεια αὕτη, ἡ παρουσιαζομένη ὡς θεσμὸς, δι’ οὗ δύναται ἡ χώρα νὰ διεξέλθῃ τῶν οἰκονομικῶν αὐτῆς δυσχερειῶν, ὅστις ἠλπίζετο, ὅτι ἤθελε καταστήσει περιττὰς καὶ τὰς οἰκονομίας καὶ τὰς φορολογίας, ὑφ’ ὧν πιέζεται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ἰδοὺ, ὅτι ἡ πανάκεια αὕτη ἀποδεικνύεται ἀτελεσφόρητος. Ἐπιβάλλεται ἄρα σπουδαία σκέψις σκέψις περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν δυνάμεθα νὰ πληρώσωμεν τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Ἐν ταῖς σκέψεσι ταύταις τὰ περὶ καπνοῦ σπουδαίως πρέπει νὰ μελετηθῶσι, διότι ἡ ἐκ τοῦ καπνοῦ πρόσοδος καὶ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς χώρας εἶναι πολλοῦ λόγου ἀξία, μετὰ τοιαύτην δὲ μελέτην βεβαίως θέλετε ἀναγνωρίσει ὡς ἐνδεικνύμενον τὸν κανονισμὸν τῶν τοῦ καπνοῦ ἐπὶ ἄλλων βάσεων, ἐπίσης δὲ καὶ τὴν ἀνάγκην, ὅπως ἐπὶ τῶν βάσεων τούτων ὑποβάλῃ ἡ Κυβέρνησις νέον νομοσχέδιον, διότι περὶ τῶν προτάσεων, οἷαι ὑπεβλήθησαν, φρονῶ, ὅτι δὲν δύναται νὰ γένηται περαιτέρω λόγος, προκειμένου περὶ ἀναπληρώσεως κενοῦ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ὑποθέτω, ὅτι προκειμένου περὶ προϋπολογισμοῦ, ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς ἀποφάσεις καταμεμερισμένας· πρέπει νὰ γινώσκῃ, ποῖον εἶναι τὸ ὅλον σχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, ποία εἶναι ἡ ὅλη κατάστασις, πρὸς ἣν ἡ Κυβέρνησις ἀφορᾷ, προτείνουσα τὰ νομοσχέδια, ποία εἶναι ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ἐξυπηρετήσῃ, ὁ προϋπολογισμὸς ὡς πρὸς τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας, τί σκέπτεται νὰ πράξῃ περὶ τὰ τῆς διαῤῥυθμίσεως τῆς κυκλοφορίας τοῦ νομίσματος ὡς πρὸς τὰ τῆς σχέσεως τοῦ χρυσοῦ πρὸς τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια, τί προτίθεται νὰ πράξῃ ὡς πρὸς τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ ἰσοζυγίου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὅπερ ἀπεδείχθη μὴ ὑπάρχον ἐν αὐτῷ. Ταῦτα πάντα πρέπει ν’ ἀνακοινώσῃ ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὴν Βουλήν, καὶ πρέπει νὰ τὰ ἀνακοινώσῃ κατὰ τὸν συνήθη τρόπον. Ἀφοῦ ὑπέβαλε προϋπολογισμὸν ἐπὶ πεπλανημέναις ἰδέαις, ἀφοῦ ὑπέβαλε προϋπολογισμὸν ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ, ὅτι διατελεῖ ἐν ὁδῷ ὁμαλῇ καὶ εὐθείᾳ, ὡς εἶπεν ὁ Πρόεδρος αὐτῆς, ἀποδεικνύεται δὲ, ὅτι ἡ ὁδὸς οὔτε ὁμαλὴ οὔτε εὐθεῖα εἶναι, ἀλλ’ εἶναι τοσοῦτον ἀνάντης, ὥστε ἀντὶ νὰ βαίνῃ ἡ χώρα πρὸς τὰ ἄνω, ὀλισθαίνει πάντοτε χαμηλότερα, ἡ δὲ περὶ τούτου πεποίθησις εἶναι ἐσχηματισμένη καὶ ἐν αὐτῇ ἔτι τῇ Βουλῇ καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἁπάσῃ, ἐπιβάλλεται εἰς αὐτὴν ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰς σκέψεις αὐτῆς ἐπὶ τῆς καταστάσεως, καὶ τὰ δεδομένα, ἐφ’ ὧν ἐστήριξεν αὐτάς, καὶ τὰ μέτρα, ἅτινα λαμβάνουσα, δύναται ν’ ἀντεπεξέλθῃ κατὰ τῶν δυσχερειῶν, τὰς ὁποίας τοιαύτη κατάστασις παρουσιάζει. Ταῦτα πρέπει νὰ εἰσαχθῶσιν ὡς προϋπολογισμὸς νέος εἰς τὴν Βουλήν, τὰ δὲ προταθέντα μέτρα δὲν δύνανται νὰ ᾖναι προϋπολογισμὸς νέος· διότι, καὶ ἂν προέκειτο περὶ τῶν 5,700,000, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύεται ἡ Κυβέρνησις θεωροῦσα ὡς ἱκανὰ, ἵνα ἀναπληρώσωσι τὸ κενὸν τοῦ εἰσαχθέντος προϋπολογισμοῦ, πάλιν ἡ Βουλὴ βεβαίως δὲν θὰ ἐδέχετο νὰ ἀναπληρωθῇ τοῦτο ἐκ τῆς φορολογίας, θὰ ἀπῄτει, ὅπως τὸ κενὸν ἀναπληρωθῇ ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, ἤτοι δι’ ἐλαττώσεων τῶν ἐν αὐτῷ πιστώσεων. Καὶ βεβαίως δύναται νὰ παράσχῃ ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τὸ ποσὸν τοῦτο καὶ ποσὸν ἀνώτερον αὐτοῦ. Δὲν πρόκειται ὅμως περὶ τοιούτου εὐτελοῦς ποσοῦ, ἀλλὰ περὶ ποσοῦ πολὺ μεγαλειτέρου. Τὸ ποσὸν τοῦτο ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἐλλείψει ἀνακοινώσεων τῆς Κυβερνήσεως, παρέστησεν αὐτὴ πρὸς τὴν Βουλήν. Παρέστησε πρὸς τὴν Βουλὴν ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτι, ὡς ἔχει ὁ προϋπολογισμός, καὶ ἄνευ μέτρων περὶ τῶν τῆς διαῤῥυθμίσεως τῆς κυκλοφορίας, παρουσιάζει ἔλλειμμα 26,000,000, ὅπερ μετὰ τὰ ἐπιβαλλόμενα μέτρα πρὸς διαῤῥύθμισιν τῆς κυκλοφορίας θὰ ὑπερβῇ τὰ 30,000,000. Ἐκ τούτων ἀφαιρετέα τὰ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος, τὰ 12 ἑκατομμύρια, διότι βεβαίως ἡ Κυβέρνησις θέλει ἀσπασθῆ τὸ σύστημα τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν· ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν ταύτην ἔχομεν 18 ἑκατομμυρίων ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται ν’ ἀναπληρωθῇ διὰ τῶν 5,700,000, ἅτινα προτείνει ἡ Κυβέρνησις. Δὲν δύναται νὰ ἀναπληρωθῇ τὸ πραγματικὸν κενὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἰμὴ ἐὰν ἀναθεωρηθῇ ὁλόκληρος ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων, καὶ ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου κεφαλαίου αὐτοῦ ἐπενεχθῶσιν αἱ μειώσεις, ὧν εἶναι τὸ κεφάλαιον δεκτικὸν ἄνευ παραλύσεως τῆς ὑπηρεσίας. Ὁ προϋπολογισμὸς πρέπει νὰ μετασκευασθῇ σπουδαίως, ἀγνοοῦμεν δ’ ἡμεῖς, ἂν αἱ ἐπενεχθησόμεναι οἰκονομίαι θέλωσιν ἀφήσει ἔτι κενὸν πρὸς ἀναπλήρωσιν διὰ περαιτέρω φορολογίας. Ἂν ἀφίνωσι κενὸν, ἡμεῖς βεβαίως θέλομεν εἶσθαι σύμφωνοι, ἵνα καὶ τοῦτο διὰ φορολογίας ἀναπληρωθῇ, ἀλλὰ πρέπει νὰ γινώσκωμεν τὸ ποσὸν τῆς ἐπιδιωκομένης προσόδου, καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ φωνὴν ἡ Βουλὴ περὶ τὴν ἐπιλογὴν τῶν φόρων, δι’ ὧν θέλει ἀναπληρωθῆ τὸ κενόν. Πρὸ πάντων ὅμως πρέπει νὰ γινώσκῃ ἡ Βουλὴ, ποῖον εἶναι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον πρόκειται ν’ ἀκολουθήσῃ ἡ Κυβέρνησις περὶ τὸν κανονισμὸν τῆς κυκλοφορίας, διότι διὰ τοῦ κανονισμοῦ τούτου θὰ ἀφαιρεθῇ τὸ ἔδαφος ἀπὸ ἐκείνων, οἵτινες τυχὸν συντελοῦσιν εἰς τὴν δείνωσιν τῆς καταστάσεως, καὶ αὐτὴ αὕτη ἡ πλημμελὴς κατάστασις θέλει μετατραπῆ εἰς κατάστασιν ὑγιᾶ, ὁποία ἦτο, ὅτε παρεδόθη εἰς τοὺς σήμερον Ὑπουργοὺς ἡ διοίκησις τοῦ Κράτους. Ταῦτα ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὡς στοιχεῖον πλήρους συστήματος. Ὅ,τι δὲν ἐνόησεν ἡ Κυβέρνησις ἐξ ὑπαρχῆς ἐν τῷ θέματι τούτῳ εἶναι, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ διεξέλθωμεν ἐκ τῶν δυσχερειῶν δι’ ἐμπειρικῶν μέτρων, ὅτι ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ εἰς μεθοδικὴν ἐξέτασιν τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὰ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς χώρας ἐν γένει, καὶ νὰ καταρτίσῃ σύστημα, ἀφορῶν εἰς τὴν παγίωσιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, ἐν σχέσει δὲ πρὸς ταῦτα κανονίζον καὶ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Δημοσίου. Οὕτω δὲ ἐκ παραλλήλου βαίνοντα ταῦτα, καὶ στηριζόμενα τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, θὰ παράσχωσι κρηπῖδα εἰς τὴν δημοσίαν ἡμῶν πίστιν. Ναί, Κύριοι, εἶναι εὐγενὲς νὰ λέγωσιν οἱ κυβερνῶντες, ὅτι οὐδέποτε θέλουσιν ἀφήσει τὴν πίστιν τῆς χώρας νὰ καταπέσῃ, καὶ ὅτι οὐδέποτε ἐν ταῖς χερσὶν αὐτῶν τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας θέλουσι παρασταθῆ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ διὰ τρόπου μειοῦντος τὸ γόητρον αὐτῆς. Ταῦτα λεγόμενα, καλῶς ἠχοῦσιν, ἀλλὰ πρέπει καὶ ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως νὰ συνάδῃ πρὸς τὰ λεγόμενα. Δὲν συνάδει δὲ πρὸς τὰ λεγόμενα ἡ οἰκονομικὴ πολιτική, ὅταν ἐν συζητήσει περὶ προϋπολογισμοῦ, ἄνευ ἐξακριβώσεως τῆς ἐκτάσεως τῆς ἀνάγκης, ἔρχηται προτείνουσα ἡ Κυβέρνησις φόρους τινάς, καὶ λέγουσα πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι προτείνει αὐτούς, οὐχὶ διότι ὑφίσταται πραγματικὴ ἡ ἀνάγκη, ἀλλὰ διότι ὁμὰς κερδοσκόπων προκαλεῖ τὴν ἀνάγκην τῆς ὑποβολῆς τοιούτων προτάσεων. Ἀλλὰ, ἂν ἡ ὁμὰς αὕτη ἐπεβλήθη ἐπὶ τοσοῦτον εἰς τὴν χώραν, ὥστε αὐτὴ νὰ διαῤῥυθμίζῃ τὰ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χώρας, πρὸς τί συνεδριάζομεν ἐνταῦθα καὶ πρὸς τί συζητοῦμεν περὶ προϋπολογισμοῦ; Ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν σύστημα, καταρτίζουσα αὐτὸ ἀσχέτως πρὸς ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν ὁμάδα, ἀσχέτως πρὸς πρόσωπα, ἀφορῶντα εἰς μόνα τὰ πράγματα, ἵνα δυνηθῇ διὰ πολιτικῆς ἀρτίας νὰ κρατήσῃ ὑψηλὰ τὴν σημαίαν τῆς πίστεως τοῦ ἔθνους. Δὲν ἀρκεῖ ἤδη, ὅτε τὰ πράγματα ἔφθασαν εἰς τὸ ἀδιέξοδον, νὰ λέγῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν ὑπογράφει τὴν ἀτιμίαν τῆς Ἑλλάδος. Ὀφείλει νὰ μὴ φέρῃ τὰ πράγματα εἰς ἀκμήν, ἐκβιάζουσαν τὴν ὑπογραφὴν τῆς ἀτιμίας τῆς Ἑλλάδος. Ἂν τὰ πράγματα τῆς Ἑλλάδος ἔχωσι τοσοῦτον νοσηρῶς, ὥστε νὰ μὴ δύνανται νὰ διορθωθῶσιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῶν μέσων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καθῆκον αὐτῆς ἦτο νὰ δείξῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν νόσον, καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν συνδρομὴν αὐτῆς πρὸς τὴν θεραπείαν. Εὐτυχῶς ἡ νόσος δὲν εἶναι ἀνίατος. Εὐτυχῶς ἐπιμελὴς τῶν δυνάμεων τῆς χώρας ἐξέτασις ἀποδεικνύει, ὅτι δυνάμεθα νὰ διεξέλθωμεν ἐκ τῶν δυσχερειῶν διὰ θυσιῶν μὲν, ἀλλ’ ἐν πλήρει τῇ πανοπλίᾳ ἡμῶν, ὡς Κράτους ἀρτίως συντεταγμένου καὶ γινώσκοντος νὰ ἐκπληροῖ τὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ. Ἄλλοτε, ὅτε εἰς ἡμᾶς ἐπεβάλλετο τὸ καθῆκον νὰ ἐργασθῶμεν πρὸς τοῦτο, ὅτε, κατόπιν τῆς ἐπιστρατεύσεως ἐλθόντες ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, εὑρέθημεν ἀπέναντι δυσχερειῶν, αἵτινες δὲν ἦσαν κατώτεραι τῶν σημερινῶν, δὲν ἐδιστάσαμεν ἡμεῖς νὰ προβῶμεν εἰς τὴν μελέτην ταύτην. Καὶ τότε ὑπῆρχον πολλοὶ καὶ μεταξὺ τῶν φίλων ἡμῶν, οἵτινες ἔλεγον πρὸς ἡμᾶς, ὅτι δυστυχῶς αἱ δυνάμεις τοῦ τόπου δὲν εἶναι ἀποχρῶσαι, ἵνα διεξέλθωμεν ἐκ τῆς δυσχερείας ἄνευ μειώσεως τοῦ παραστήματος τοῦ Κράτους, ἡμεῖς ὅμως ἐσχηματίσαμεν τὴν γνώμην, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ διεξέλθωμεν. Σχόντες περὶ τούτου πλήρη τὴν πεποίθησιν, ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν ἄρτιον σύστημα. Ἡ τότε Ἀντιπολίτευσις ἀντέταξεν, ὅτι δὲν ἔχει δυνάμεις ἡ χώρα, ἵνα φέρῃ τοσαῦτα βάρη, ὅτι θέλει καταπονηθῇ ὑπὸ τὰ βάρη ταῦτα. Ἀλλὰ αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔλεγον ταῦτα τότε, σήμερον καυχῶνται ἐπὶ τοῖς ἀποτελέσμασιν, ἅτινα τὰ μέτρα ἡμῶν ἐπήνεγκον. Τὰ ἀποτελέσματα δὲ ταῦτα ἐπῆλθον, κυβερνώντων ἐκείνων, οἵτινες δὲν περιεφρούρησαν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν μέτρων ἐπαρκῶς, καὶ ὅμως ἀποφέρουσι ταῦτα ἀποτελέσματα ἀνώτερα καὶ τῶν προσδοκιῶν ἡμῶν. Ὅπως ταῦτα ἀπεδείχθησαν οὕτως ἔχοντα ἐν τῷ παρελθόντι, οὕτω καὶ ἤδη ἡ μελέτη τῶν πραγμάτων τῆς Πολιτείας πείθει ἡμᾶς, ὅτι πρὸς τὴν διέξοδον ἀπαιτεῖται μόνον εἰλικρινὴς ἐργασία, ἀπαιτεῖται νὰ μὴ συνδέωμεν τὸ ζήτημα τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας πρὸς ζητήματα πολιτικά. Πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὴν κατάστασιν ἐν πλήρει ἀπαθείᾳ, καὶ νὰ διαγνώσωμεν τὴν νόσον τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, καὶ νὰ ἐπενέγκωμεν τὴν πρὸς τὴν πάθησιν πρόσφορον θεραπείαν. Ἂν τοῦτο πράξῃ ἡ Κυβέρνησις, καίτοι καυχᾶται πολλάκις, λέγουσα, ὅτι δὲν ἔχει τὴν ἀνάγκην τῆς συνδρομῆς τῆς μειονοψηφίας, ἡμεῖς ὅμως θέλομεν δώσει τὴν συνδρομὴν ἡμῶν ἀκεραίαν, ἔστω καὶ ἂν ἦναι περιττὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἂν τοῦτο πράξῃ ἡ Κυβέρνησις, δύναται νὰ διεξέλθῃ τῶν δυσχερειῶν. Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι ἐν τοῖς τοιούτοις ζητήμασι δὲν προσήκει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κανονίζῃ αὐτὰ ἐπὶ τῇ βάσει ἀντιθέσεως γνωμῶν ἐξ ὑπαρχῆς ἐσχηματισμένων, ἐκ γενικωτέρων ἰδεῶν διεπουσῶν τὰ τῶν κομμάτων. Ἐνταῦθα δὲν πρόκειται περὶ ἰδεῶν τῆς γενικωτέρας πολιτικῆς, ἐνταῦθα πρόκειται περὶ πραγματικῆς καταστάσεως, ὑπαγορευούσης μέτρα ἐπὶ εἰδικοῦ πεδίου, καθαρῶς οἰκονομικοῦ. Ἡ πραγματικὴ κατάστασις παρέχει ἐπαρκῆ τὰ μέσα πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, ἀφοῦ δὲ ὑπάρχουσι τὰ μέσα, ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν, ὅπως εἰσαγάγῃ ἡ Κυβέρνησις μέτρα ἐπαρκῆ πρὸς τὴν ἀνάγκην. Τότε καὶ ἡμεῖς, ἑπόμενοι εἰς τὴν εἰσήγησιν αὐτῆς, θέλομεν μετάσχει τῆς συζητήσεως, καὶ διὰ τῆς ψήφου ἡμῶν θέλομεν ἀναλάβει πᾶσαν εὐθύνην, καὶ θέλομεν συντελέσει, ὅπως δι’ ἀληθῶς ἀρτίου συστήματος ἐξέλθωμεν ἀπὸ τοῦ ἀδιεξόδου, εἰς ὃ περιήγαγεν ἡμᾶς ἄβουλος Κυβέρνησις. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος).
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 9 μ. μ.