Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος Θ · Σύνοδος Α› Συνεδρίαση 58

1882.04.28

2.520 στίχοι · 19.393 λέξεις · 1 πίνακας · 128 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1882.04.28
Προεδρεία
ΣΠ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ
Περίοδος
Θ
Σύνοδος
Α
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1882)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 58

τῆς 28 Ἀπριλίου 1882.

Ὥρᾳ 2 μ. μ.

(Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἐν Ἰωαννίνοις παρεπιδημοῦντες Ἕλληνες, διαψεύδοντες τὰ ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Τζάνε κατὰ τοῦ ἐκεῖσε ὑποπροξένου τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως Ν. Φουντούλη λεχθέντα, διακηρύττουσιν, ὅτι ταῦτα πάντα εἶναι συκοφαντία.

§2ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Σχετικῶς πρὸς τοῦτο, πρέπει νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν. Τὸ δικαίωμα τῶν ἐπερωτήσεων ἐν τῇ Βουλῇ εἶναι βεβαίως ἀπόλυτον· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἀπαιτεῖται πολλὴ προσοχὴ, ἵνα γίνηται περιεσκεμμένη χρῆσις τοῦ δικαιώματος τούτου, ὅταν προσβάλλωνται ὑπολήψεις ἀτόμων. Ἐγὼ αὐτὸς, ἀκούσας τὰ ἐν τῇ Βουλῇ λεχθέντα περὶ τῶν ἐν Ἰωαννίνοις συμβάντων, δι’ ὧν προσήπτοντο εἰς τὸν ἐκεῖ ὑποπρόξενον διάφορα ἐγκλήματα καὶ κακουργήματα σχεδὸν, δὲν ἤμην εἰς θέσιν ἐκ τοῦ προχείρου νὰ διαψεύσω αὐτὰ, διότι περὶ ἀρνητικῆς ἀληθείας δὲν εἶναί τις συνήθως, ἄνευ ἀφορμῆς, ἐφωδιασμένος διὰ πληροφοριῶν. Ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει ἐξήτασα ἐν τῷ ὑπουργείῳ περὶ τούτου, ἀλλ’ ἐβεβαιώθην, ὅτι καὶ τὸ ὑπουργεῖον οὐδὲν ἐγίνωσκε· πλὴν καὶ πάλιν δὲν ἠδυνάμην νὰ εἴπω ἀσφαλῶς, ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν ἦτον ἀληθές. Ἐν τούτοις ἔμαθον, ὅτι ἐχθρός τις τοῦ ὑποπροξένου ἐπενόησε τοῦτο καὶ τὸ μετέδωκεν εἰς ἄλλον, ὅστις εἶπεν αὐτὸ εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Καλαμῶν. Ἠναγκάσθην λοιπὸν νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, ὅπως, ποιουμένη χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπερωτήσεως, προσέχῃ πολὺ, ἵνα μὴ προσβάλλῃ τὰς ὑπολήψεις τῶν ἀτόμων, διότι ἐπὶ ὀκτὼ ἢ δέκα ἡμέρας ἔμεινεν ἄνευ ἀπαντήσεως ἡ ἐπερώτησις αὕτη, πρὸς μεγίστην βλάβην τῆς ἀγαθῆς φήμης προσώπου, ὅπερ ἀπολαμβάνει καὶ δικαιοῦται ν’ ἀπολαμβάνῃ πάσης τιμῆς, ὅπως γνωρίζῃ τοῦτο καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἥτις τὸ διετήρησεν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ τῷ ἀπέδιδε πᾶσαν ἐμπιστοσύνην.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πλάτων Τσαγκαρόπουλος ζητεῖ, ἵνα διὰ νόμου ἐπιτραπῇ εἰς πάντα ἰδιώτην νὰ καταγγέλλῃ παράβασιν τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου, ὅταν αὕτη ἐξάγηται ἐκ τῶν μυστικῶν ἐγγράφων τῆς ὑπηρεσίας, καὶ νὰ δικαιοῦται εἰς τὸ ἥμισυ τοῦ προστίμου, καθότι ἔχει νὰ καταγγείλῃ πλείστας ὅσας τοιαύτας παραβάσεις, ἀνερχομένας εἰς μεγάλα ποσά.

§4Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Γνωρίζετε, κύριοι, πάντες, ὅτι πρό τινων μηνῶν ἐντὸς τῆς λίμνης Μεσολογγίου καὶ μερικώτερον τοῦ Αἰτωλικοῦ παρουσιάσθη γαιωλογικόν τι φαινόμενον, τὸ ὁποῖον προεκάλεσε τὴν μελέτην καὶ ξένων ἐπιστημόνων. Ἐν τῇ λίμνῃ ὅμως τοῦ Αἰτωλικοῦ ὑπάρχει καὶ τὸ ἰχθυοτροφεῖον Πόρου. Τοῦτο κατεστράφη· καὶ δὲν κατεστράφη μόνον τὸ προϊὸν, ἀλλὰ καὶ τὸ ὑλικὸν, τὸ ὁποῖον οἱ πτωχοὶ ἐκεῖνοι ἄνθρωποι διὰ τῶν γλίσχρων μέσων των συνεκόμισαν πρὸς καλλιέργειαν τοῦ ἰχθυοτροφείου τούτου. Καὶ ἐπὶ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἐζήτησαν δι’ ἀναφορᾶς των τὴν ἀρωγὴν τῆς Κυβερνήσεως· ἡ δὲ Κυβέρνησις, μὴ θέλουσα νὰ ἀναλάβῃ αὐτὴ εὐθύνην, ἀλλὰ μὴ θέλουσα καὶ νὰ βλέπῃ ὅλως διόλου ἀδιαφόρως τὴν καταστροφὴν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι πολλὰ συνεισφέρουν εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον, ἐπεφόρτισεν εἰδικὰ πρόσωπα νὰ ἐξετάσωσι τὰς συνεπείας τοῦ ἐκτάκτου ἐκείνου φαινομένου. Ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν εὕρηται ἡ ἔκθεσις τῶν Ἀρχῶν καὶ τῶν ὑπαλλήλων, τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις διώρισεν, ἵνα γνωματεύσωσι περὶ τούτου. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ προσέρχονται σήμερον πρὸς τὴν Βουλὴν δι’ ἀναφορᾶς των, τὴν ὁποίαν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καθυποβάλω. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ τὴν ἀναφορὰν ταύτην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα αὕτη, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὰς ἐκθέσεις τῶν Ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι ἐβεβαίωσαν τὴν καταστροφὴν, ἔλθῃ εἰς ἀρωγὴν τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν. Καταθέτων τὴν ἀναφορὰν ταύτην εἰς τὸ Προεδρεῖον, πιστεύω, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀντίῤῥησις, ὥστε αὕτη νὰ συστηθῇ εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.

§5ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τῆς Συνθήκης περὶ ἀνασκαφῶν ἐν Ὀλυμπίᾳ, ἡ Ἑλλὰς οἱονεὶ ὑπεσχέθη, ὡς γινώσκετε, νὰ δώσῃ τὰ διπλᾶ ἢ τὰ ὅμοια εἰς τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ὁ προκάτοχός μου παρουσίασε νομοσχέδιον περὶ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν ἐψηφίσθη. Κατόπιν ὁ προκάτοχός μου διώρισεν Ἐπιτροπὴν, ἥτις ἀπῆλθεν εἰς τὴν Ὀλυμπίαν, ἐπεθεώρησε τὰ ἐκεῖ ἀνευρεθέντα, τὰ ἠρίθμησε, τὰ κατέταξε καὶ ἐγνωμάτευσε ποῖα καὶ πόσα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα, κατὰ τὴν γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς, δύνανται νὰ δοθῶσιν εἰς τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν. Συνέταξα κατάλογον λεπτομερῆ περὶ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, καὶ τὸν καθυποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ὑποβάλω δὲ καὶ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον.

§6ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῇ καὶ ὁ κατάλογος.

§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρό τινων ἡμερῶν ἐγένετο ἐπερώτησις περὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὸ σχέδιον τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος, καὶ ἠρωτήθη ἡ Κυβέρνησις, ἂν προετίθετο ν’ ἀνανεώσῃ τὴν σύμβασιν, ἥτις εἶχεν ὑπογραφῆ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν, περὶ μεταβολῆς τοῦ σχεδίου τοῦ Σωβὰζ, διὰ τοῦ που, ὥστε τὰ ὕδατα τῆς λίμνης νὰ ἀποταμιευθῶσιν ἐν ταῖς δύω παρακειμέναις μικραῖς λίμναις, χάριν τῆς ἀρδεύσεως τοῦ Βοιωτικοῦ πεδίου. Ἀπήντησα τότε, ὅτι ἡ Ἑταιρία, καθόσον γινώσκω, δὲν ἦτον ὑπόχρεως νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὴν σύμβασιν ταύτην, διότι ἡ ὑποχρέωσις αὐτῆς περιωρίζετο μέχρι τῆς λήξεως τῆς παρελθούσης Συνόδου, ἀλλ’ ὅτι ἤθελον ἐρωτήσει αὐτὴν ἐὰν συγκατετίθετο καὶ ἤδη νὰ πράξῃ ὅ,τι τότε συνήνεσε ν’ ἀποδεχθῇ. Ἡ Ἑταιρία ἐρωτηθεῖσα ἀπήντησεν, ὅτι θὰ ἐδέχετο περίπου τοὺς αὐτοὺς ὅρους, οὓς καὶ τότε ἐδέχθη, ἀλλ’ ἀπῄτει πρὸς τοῦτο νὰ παραταθῇ ἡ διορία τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου κατὰ ἓν τοὐλάχιστον ἔτος, διότι παρῆλθον ἔκτοτε 18 μῆνες, καὶ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ἡ Ἑταιρία εἰργάσθη πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἀρχικοῦ σχεδίου, ὥστε ἤδη πρέπει ὅλον τοῦτο τὸ χρονικὸν διάστημα νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀπολεσθὲν, ἐὰν μεταβληθῇ τὸ σχέδιον ἐκεῖνο χάριν ἄλλου. Κατόπιν τῶν διαπραγματεύσεων τούτων δὲν ἐθεώρησα καλὸν νὰ ὑπογράψω νέαν σύμβασιν, διότι διὰ τῆς ὑπογραφῆς συμβάσεως ἤθελεν εὑρεθῆ, τρόπον τινὰ, ἡ Βουλὴ δεσμευμένη εἰς τὴν ἀποδοχὴν ἢ τὴν ἀπόῤῥιψιν αὐτῆς, ἀλλ’ ἐθεώρησα καλλίτερον τὸ πόρισμα τῶν διαπραγματεύσεων τούτων νὰ περιλάβω ἐν νομοσχεδίῳ, ἐπιτρέποντι εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τοῖς ὅροις αὐτοῦ νὰ συνάψῃ σύμβασιν. Τοιουτοτρόπως ἡ Βουλὴ, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν νομοσχέδιον ἀντὶ συμβάσεως, θέλει ἀποφασίσει ὅ,τι ἐγκρίνει περὶ ἀδείας, δοθησομένης πρὸς σύναψιν νέας συμβάσεως εἰς τὴν Κυβέρνησιν, μηδεμίαν ἀναλαβοῦσαν πρὸς τὴν Ἑταιρίαν ὑποχρέωσιν, ἐνῷ ἡ Ἑταιρία ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑπογράψῃ σύμβασιν ὑπὸ τοὺς ὅρους τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ Ἑταιρία ὅμως ἐξήγησεν, ὅτι καὶ πάλιν ἐννοεῖ νὰ ἦναι δεσμευμένη μόνον κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς παρούσης Συνόδου, καὶ ἐὰν ἐντὸς τῆς παρούσης Συνόδου δὲν ἐπιψηφισθῇ ἡ τροποποίησις τοῦ σχεδίου, νὰ δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς ἐργασίας ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ παλαιοῦ σχεδίου, χωρὶς νὰ δύναται νὰ ἐπιῤῥιφθῇ εἰς αὐτὴν ἡ μομφὴ, ὅτι δὲν εἰσήκουσε τὴν περὶ ἀποταμιεύσεως τῶν ὑδάτων αἴτησιν τῆς Βουλῆς ἢ τῆς Κυβερνήσεως. Προέταξα δὲ τοῦ ὑποβαλλομένου σχεδίου εἰσαγωγικὴν ἔκθεσιν, περιέχουσαν τὸ ἱστορικὸν τῆς ὑποθέσεως. (Ὅρα Παράρτημα).

§8ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Αἱ συμβάσεις, κύριε Πρόεδρε, περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμων δὲν ἐτυπώθησαν;

§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔδωκα διαταγὴν καὶ ἡ ἐργασία ἐξακολουθεῖ.— Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ πολιτογραφήσεως τοῦ Κωνστ. Ζάππα.

§10ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον μόνον. Ὁ κ. Κωνσταντῖνος Ζάππας πολιτογραφεῖται Ἕλλην».

§11Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ συζητηθῇ ἤδη εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, πρόκειται ν’ ἀποδοθῇ ἡ ὑπάτη τῶν τιμῶν εἰς ἓν τῶν μεγατίμων μελῶν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, εἰς τὸν Κωνστ. Ζάππαν. Κατὰ τοὺς χρόνους τῆς δουλείας τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους δὲν ὑπῆρχε νόμιμος Ἀρχή, δυναμένη νὰ ἐκπροσωπήσῃ τὸ δοῦλον ἔθνος. Τότε ἡ ἱστορία μόνη ἐξεπλήρου τὸ ἔργον τοῦτο, μεταδιδοῦσα ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεὰν τὴν ἀφήγησιν τῶν ἐκτάκτων ὑπηρεσιῶν καὶ τῶν μεγάλων θυσιῶν, τὰς ὁποίας κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους τῆς δουλείας τὰ τέκνα τῆς Ἑλλάδος προσέφερον πρὸς ἀπελευθέρωσιν τῆς Πατρίδος των. Μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἡ ἐλευθερωθεῖσα Ἑλλὰς πολλάκις ἀπένειμε τὴν ὑπάτην αὐτὴν τιμὴν εἰς διαφόρους Ἕλληνας, τέκνα τῆς Πατρίδος. Ἡ Συνέλευσις τῆς 3 Σεπτεμβρίου ἀπένειμε τὴν τιμὴν ταύτην εἰς τοὺς ἀειμνήστους Ἰω. Κωλέττην, Πέτρον Μαυρομιχάλην, Ἀνδρέαν Μεταξᾶν, Ῥικάρδον Τσοὺρτς καὶ Ἀλέξ. Μαυροκορδάτον....

§12Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ εἰς τὸν Λόντον.

§13Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ εἰς τὸν Δημ. Καλλέργην. Εἰς μὲν τοὺς πρώτους διὰ τὰς κατὰ τὸν ἀγῶνα ἐξόχους ὑπηρεσίας αὐτῶν, εἰς δὲ τὸν τελευταῖον, ὡς συντελέσαντα εἰς τὴν Συνταγματικὴν Παλιγγενεσίαν τοῦ ἔθνους καὶ ἐκπληρώσαντα μετ’ ἀξιεπαίνου ζήλου τὰ τοῦ φρουράρχου τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης καθήκοντα. Κατόπιν, κατὰ τὸ 1858, ἡ Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος ἐπεψήφισε τρεῖς νόμους, διὰ τῶν ὁποίων ἀπενεμήθη ἡ μεγάλη αὕτη τιμὴ εἰς τοὺς ἀειμνήστους Δημήτριον Βερναδάκην, Ἀπόστολον Ἀρσάκην, Σίμωνα Σίναν. Ἐὰν πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων αἰώνων ἄνθρωποι, ἀφιερώσαντες τὸν βίον αὑτῶν εἰς τὴν λατρείαν τοῦ Ὑψίστου, ἠξιώθησαν ὑπὸ τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας νὰ ἀναγραφῶσι μετὰ τῶν ὁσίων, ὁ Κωνσταντῖνος Ζάππας ἀφιέρωσιν ὡσαύτως οὐ μόνον πᾶσαν τὴν περιουσίαν του, ἀλλὰ καὶ πάσας τὰς μερίμνας του καὶ πάσας τὰς ὥρας τοῦ βίου του εἰς τὴν πνευματικὴν καὶ ὑλικὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἔθνους, πᾶσαι δ’ αὐτοῦ αἱ ἐνέργειαι καὶ αἱ ἀσχολίαι εἰς τοῦτο μόνον συνεκεντρώθησαν. Διὰ ταῦτα κρίνω καὶ ἐγὼ εὔλογον, ἵνα ἡ πολιτικὴ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἀπονείμῃ αὐτῷ τὴν ὑπάτην ταύτην τιμήν, καὶ συνηγορῶ, ἵνα ἡ Βουλὴ ὁμοφώνως ἐπιψηφίσῃ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν.

§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ νομοσχέδιον τῆς πολιτογραφήσεως τοῦ Κωνσταντίνου Ζάππα, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πάντες). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη ὁμοφώνως τὸ νομοσχέδιον εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν. — Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσθήκης δευτέρου τμηματάρχου εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης.

§15ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον 1. Παρὰ τῷ ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης προστίθεται θέσις καὶ δευτέρου τμηματάρχου».

§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ νομοσχέδιον, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη — Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ ἀστικοῦ νόμου.

§17ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει). Ἄρθρον μόνον. Τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ἀστικοῦ νόμου ἀντικαθίσταται διὰ τοῦ ἑπομένου: «Ὁ νόμος ἔχει ὑποχρεωτικὴν ἰσχὺν καθ’ ὅλον τὸ Κράτος μετὰ παρέλευσιν δέκα ἡμερῶν ἀφ’ ἧς δημοσιευθῇ, πλὴν ἂν ὡρίσθη ἄλλως ἐν αὐτῷ. Ἡ δημοσίευσις λογίζεται γενομένη ἀπὸ τῆς χρονολογίας τοῦ περιέχοντος τὸν νόμον φύλλου τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως».

§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ νομοσχέδιον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.— Δευτέρα συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ παραχωρήσεως οἰκοπέδων ἐν συνοικισμοῖς. (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 1 καὶ γίνεται δεκτόν. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 2).

§19ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, ὁ εἰσαγαγὼν τὸ νομοσχέδιον νὰ μᾶς ἀναπτύξῃ τὴν πρότασίν του.

§20ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 2 νὰ προστεθῇ ἡ διάταξις αὕτη: «Ἐξαιροῦνται τῆς παραχωρήσεως δύω ἰδιόκτητα οἰκόπεδα, κατὰ τὸ ἄρθρον 9 τοῦ νόμου ΡΜΘʹ, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται δήλωσις δι’ αὐτά, ὡς ἀνήκοντα τῷ ἰδιοκτήτῃ». Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀφορᾷ εἰς τὸν τρόπον τῆς παραχωρήσεως τῶν οἰκοπέδων ἐν συνοικισμοῖς καὶ στηρίζεται εἰς τὸν νόμον ἀπὸ 5 Ἰανουαρίου 1866· ἀποβλέπει δὲ πάντας μὲν τοὺς συνοικισμούς, ἰδίως δὲ τῆς ἰδιαιτέρας μου πατρίδος Κυπαρισσίας τὸν συνοικισμόν, ὅστις εἶναι ἐγκεκριμένος ἀπὸ τὸ ἔτος 1866· Βασιλικὸν δὲ Διάταγμα κανονίζει τὸν τρόπον τῆς παραχωρήσεως τῶν οἰκοπέδων τοῦ συνοικισμοῦ ἐκείνου ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τούτου. Ἀλλὰ διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1866 καὶ τοῦ ἐκδοθέντος Β. Διατάγματος δὲν κατωρθώθη νὰ γείνῃ ἡ παραχώρησις τῶν οἰκοπέδων εἰς τοὺς κατοίκους, διότι τὸ Β. Διάταγμα κανονίζει τὸν τρόπον τῆς παραχωρήσεως διὰ κληρώσεως. Ἡ κλήρωσις, κατὰ τὸ Διάταγμα, ἐγένετο τὸ ἔτος 1872· ἀλλὰ μετ’ αὐτὴν δὲν ἐξεδόθησαν τὰ προσωρινὰ παραχωρητήρια ἐντὸς τῆς προθεσμίας, καὶ οὕτω δὲν κατωρθώθη ἡ παραχώρησις τῶν οἰκοπέδων. Καὶ διὰ τοῦ ὑπάρχοντος νόμου τοῦ 1866 καὶ διὰ τοῦ Β. Διατάγματος δὲν κατορθοῦται ὁ συνοικισμός, καθόσον ἡ κλήρωσις φέρει πλεῖστα ἐμπόδια εἰς αὐτὸν, διότι οἱ μὲν κληρωθέντες εἰς τὸ κέντρον τοῦ συνοικισμοῦ ἢ δὲν ἠδύναντο νὰ κτίσουν, ἢ δὲν ἤθελον νὰ κτίσουν· οἱ δὲ κληρωθέντες εἰς τὰ ἄκρα, καὶ ἂν ἤθελον νὰ κτίσουν, δὲν ἠδύνατο νὰ κατορθωθῇ ὁ συνοικισμός. Ὥστε τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον εἶναι λίαν ἀναγκαῖον καὶ συντελεστικὸν εἰς τὴν ταχεῖαν εὐόδωσιν τοῦ συνοικισμοῦ, καὶ δὲν παραβλάπτει οὔτε τὰ συμφέροντα τρίτων, οὔτε τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου.

§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ προσθήκη, κ. Πρόεδρε, νὰ τυπωθῇ.

§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 μετὰ τῆς προσθήκης καθὼς καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν).

§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γερμανίας προξενικῆς Συμβάσεως. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς βʹ συζήτησιν. Ἐπίσης ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς βʹ συζήτησιν 1) τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐγγραφῆς τῶν προφανῶς ἀνικάνων εἰς τὰ οἰκεῖα μητρῷα τῶν ἀῤῥένων, 2) τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν εἰς τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς ἐκτιθεμένων ἀξιωματικῶν τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ, 3) τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπικούρων κτηνιάτρων).

§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διορισμοῦ ἐπικούρων ἰατρῶν καὶ φαρμακοποιῶν ὡς ἀνθυπιάτρων καὶ ἀνθυποφαρμακοποιῶν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ ἄρθρον 1 εἰς δευτέραν συζήτησιν). (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 2).

§25ΨΥΛΛΑΣ. Διὰ τοῦ ἀναγνωσθέντος τούτου νομοσχεδίου, νομίζω, ὅτι προσγίνεται ἀδίκημα εἰς τοὺς ὑπάρχοντας δοκίμους ἰατροὺς, διότι, ἐάν τινες τούτων, δόντες τὰς πρακτικὰς αὑτῶν ἐξετάσεις καὶ λαβόντες τὴν ἄδειαν τοῦ μετέρχεσθαι τὸν ἰατρὸν πρὸ τῶν ἐπικούρων ἀνθυπιάτρων, περὶ ὧν πρόκειται, ὑπηρέτησαν καὶ ὑπηρετοῦσιν εἰσέτι ὡς δόκιμοι, ἤτοι μὲ κατώτερον βαθμὸν, δὲν θέλουσιν ἀδικηθῆ, κύριε Πρωθυπουργὲ, ὑπὸ τῶν ὑπηρετησάντων ἐπὶ ἓν ἔτος ὡς ἐπικούρων, ἐὰν τοιοῦτοι διορισθῶσι μὲ τὸν ἀνώτερον τοῦ ἀνθυπιάτρου βαθμόν; Τὴν παρατήρησιν ταύτην ὑποβάλλω σήμερον, ἵνα χρησιμεύσῃ ἐν ἀνάγκῃ πρὸς τροποποίησιν τοῦ νομοσχεδίου.

§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Οὐδεμία τῶν περιστάσεων, τὰς ὁποίας ἀνέφερον οἱ προαγορεύσαντες, δύναται νὰ παρουσιασθῇ, διότι δὲν πρόκειται οἱ ἐπίκουροι ἀνθυπίατροι καὶ ἀνθυποφαρμακοποιοὶ νὰ καταταχθῶσιν ἁπλῶς καὶ μόνον ἐκ τῆς ἀρχαιότητος αὐτῶν. Διὰ νὰ καταταχθῶσι, πρέπει νὰ ὑποστῶσι τὴν δοκιμασίαν τοῦ διαγωνισμοῦ. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῶν ἄλλων εἶναι ἡ ἑπομένη μόνον, ὅτι οἱ ὑπὲρ ὧν συνηγόρησαν οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντας δέον νὰ διαγωνισθῶσι καὶ κατόπιν νὰ ὑπηρετήσωσι τὸν χρόνον τὸν ἀπαιτούμενον πρὸς προβιβασμὸν, ἐνῷ οἱ εἰς οὓς ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον ὑπηρέτησαν ἤδη τὸν χρόνον τοῦτον, πρόκειται δὲ ἤδη νὰ διαγωνισθῶσι, καταλογίζοντες ὑπὲρ τοῦ προβιβασμοῦ αὑτῶν τὸν χρόνον τῆς πρὸ τοῦ διαγωνισμοῦ ὑπηρεσίας των, τασσόμενοι ὅμως πάντοτε κατόπιν τῶν ἄλλων. Ὥστε δὲν πρόκειται νὰ παραβλαφθῶσι τὰ δικαιώματα τῶν ἄλλων. Δὲν θὰ δοκιμασθῶσι δι’ ἰδίου συναγωνισμοῦ· αὐτοὶ θὰ δοκιμασθῶσιν ἐν τῷ γενικῷ διαγωνισμῷ, ἐπιτυγχάνοντες δ’ ἐν τῷ διαγωνισμῷ, κατατάσσονται ἐν τῷ στρατῷ οὐχὶ ὡς ἐπίκουροι, ἀλλ’ ἐπὶ ὑπηρεσίᾳ κανονικῇ, οὐχὶ ὡς δόκιμοι, ἀλλ’ εἰς τὸν ἀμέσως ἀνώτερον βαθμὸν, καθ’ ὃ ἀπέκτησαν δικαίωμα προβιβασμοῦ ὡς ἐκ τοῦ χρόνου τῆς ὑπηρεσίας των, ἐπιφυλαττομένων ὅμως τῶν δύω τρίτων τῶν θέσεων ὑπὲρ τῶν δοκίμων, οἵτινες ὑπηρέτησαν τὸ ἀπαιτούμενον πρὸς προβιβασμὸν ἔτος.

§27Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οἱ ἀνθυπίατροι καὶ φαρμακοποιοὶ εἶναι ἀνώτεροι τῶν δοκίμων, οἱ ὁποῖοι θὰ προαχθῶσι. Λοιπὸν δὲν νομίζετε, ὅτι δύνανται ν’ ἀδικηθῶσιν οὕτω οἱ δόκιμοι;

§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι, διότι θὰ προαχθῶσιν οἱ ἔχοντες τὸν χρόνον πρὸς προβιβασμὸν δόκιμοι, οἱ δὲ ἐπίκουροι θὰ ταχθῶσιν εἰς τὸ ἀριστερόν. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ ἄρθρον 2.— Ἐπίσης ψηφίζεται εἰς βʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν ὁπλιτῶν τῆς Χωροφυλακῆς. — Ὁμοίως εἰς βʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ διερμηνέων τοῦ τε διπλωματικοῦ καὶ προξενικοῦ Γραφείου τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας).

§29ΨΥΛΛΑΣ. Ζητῶ μίαν πληροφορίαν σχετικὴν πρὸς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ὑποθέτω, ὅτι ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβεία, καθὼς καὶ τὰ Γραφεῖα αὐτῆς, τό τε Ἐμπορικὸν καὶ τὸ Διερμηνευτικὸν, εἴτε ἐξ ἰδίας αὑτῶν πρωτοβουλίας, εἴτε κατὰ πρόσκλησιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, θὰ ἔχωσιν ὑποβάλει ἔκθεσιν περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς τροποποιήσεως τοῦ Διερμηνευτικοῦ Γραφείου, ὡς διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου προτείνεται. Ἄν τοιαύτη ὑπεβλήθη ἔκθεσις, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ προσαγάγῃ αὐτὴν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅπως λάβωμεν γνῶσιν τοῦ περιεχομένου αὐτῆς. Προσέτι θὰ ἀπευθύνω καὶ μίαν παρατήρησιν. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ μνημονευθῇ ἔν τινι ἄρθρῳ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, ὅτι διερμηνεῖς δύνανται νὰ διορισθῶσι καὶ μὴ ὑπήκοοι Ἕλληνες· τοῦτο δὲ, ἵνα μὴ παρεμποδίζηται ὁ διορισμὸς ἐν Τουρκίᾳ διερμηνέων, καὶ μὴ ὑπηκόων Ἑλλήνων, ἐκ τῆς γενικῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος περὶ διορισμοῦ ὑπαλλήλων.

§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐκθέσεις τῆς Πρεσβείας ὑπάρχουσι καὶ θέλω ὑποβάλει ὁλόκληρον τὸν φάκελλον, διὰ νὰ λάβωσι γνῶσιν οἱ κύριοι βουλευταί. Περὶ δὲ τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς, ὅπως δοθῇ ἡ ἄδεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διορίζῃ διερμηνεῖς καὶ μὴ ὑπηκόους Ἕλληνας, παρατηρῶ, ὅτι αὐτὸ θὰ ἦτο ἴσως ἀναγκαῖον πρό τινος χρόνου· ἀλλ’ ἀφ’ ὅτου ἐψηφίσθη ὁ νόμος, ὁ ἐπιτρέπων τὴν ἄνευ παρελεύσεως τῆς διετίας ἀπόκτησιν τῆς Ἑλληνικῆς ἰθαγενείας, δὲν εἶναι τόσον ἀναγκαία ἡ διάταξις, διότι τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον θὰ ἀποφασίσῃ νὰ ἐπιδοθῇ εἰς τὴν διερμηνευτικὴν ἐν τῇ Ἑλληνικῇ ὑπηρεσίᾳ, δύναται νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα καὶ νὰ ἀποκτήσῃ εὐθὺς διὰ Β. Διατάγματος τὴν Ἑλληνικὴν ὑπηκοότητα, ἡ ὁποία εἶναι πάντοτε προσὸν σπουδαιότατον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην.

§31ΨΥΛΛΑΣ. Ἐκ τῆς πολυετοῦς ὑπηρεσίας, ἣν διήνυσα παρὰ τῷ ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, γνωρίζω, ὅτι συνέβη τινὲς νὰ θελήσωσι νὰ λάβωσιν Ἑλληνικὴν ὑπηρεσίαν καὶ ὡς πρόξενοι ἐν Εὐρώπῃ καὶ ἐν Ἀμερικῇ, καὶ ὡς διερμηνεῖς ἐν Τουρκίᾳ, χωρὶς νὰ θελήσωσι ταὐτοχρόνως ἢ νὰ τοῖς ἐπιτραπῇ τοὐλάχιστον νὰ λάβωσι καὶ τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν. Ἐὰν ἑπομένως παρουσιασθῶσι καὶ εἰς τὸ μέλλον τοιοῦτοι, καλῶς κατηρτισμένοι, δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ διορισθῶσι, διότι θὰ δυσκολεύωνται νὰ ἔλθωσιν ἐνταῦθα, ἐπὶ τῷ λόγῳ μόνον ν’ ἀπολαύσωσι τῆς Ἑλληνικῆς ἰθαγενείας καὶ οὕτω διορισθῶσι διερμηνεῖς. Ὑπάρχει διάταξις, μοὶ φαίνεται, ἐν τῷ τελευταίῳ Προξενικῷ Νόμῳ, ἐπιτρέπουσα τὸν διορισμὸν ἀλλοεθνῶν ὡς προξένων Ἑλλήνων ἐν χώραις χριστιανικαῖς· ἀλλὰ δὲν ἐνθυμοῦμαι ἂν ὑπάρχῃ ἐν τῷ αὐτῷ νόμῳ τοιαύτη διάταξις, καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς διερμηνεῖς ἐν μὴ χριστιανικαῖς χώραις. Τούτου ἕνεκα ἔκαμα τὴν παρατήρησιν ταύτην, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν.

§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διὰ τοὺς προξένους ἡ διάταξις εἶναι ἀναγκαία, διότι ἡ θέσις ἡ προξενικὴ ἐν χώραις χριστιανικαῖς δίδεται τιμῆς χάριν· εἰς τοιαύτην δὲ θέσιν βεβαίως δὲν θὰ εὕρωμεν εὐκόλως τὸν διορισθησόμενον ἐπὶ τῷ ὅρῳ τῆς μεταβολῆς ἐθνικότητος. Ὅταν ὅμως πρόκηται νὰ δεχθῇ θέσιν, ἔχουσαν τόσον ἐπαρκῆ μισθὸν, παρέχουσαν τὴν μονιμότητα καὶ ἀποτελοῦσαν στάδιον, πιστεύω, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρχῃ δυσκολία διὰ νὰ ἀποφασίσῃ τὸ πρόσωπον νὰ δεχθῇ.

§33ΨΥΛΛΑΣ. Ἐν Βουλγαρίᾳ ἀμφιβάλλω ἐὰν θὰ εὕρητε Βούλγαρον ὑπήκοον, δεχόμενον θέσιν διερμηνέως Ἕλληνος μὲ ἀλλαγὴν τῆς ἐθνικότητός του. Μοὶ φαίνεται, ὅτι μέχρι σήμερον δὲν εὑρέθη τοιοῦτος.

§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων διὰ τὸ ἔτος 1882.

§35Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1880, τὸν ὁποῖον μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1882 εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς, κατὰ τὸ ἔτος 1880 εἰσεπράξαμεν ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων, ἀπὸ τῆς πρώτης Ἰανουαρίου 1880 μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου 1881, ἤτοι καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς χρήσεως, δραχμὰς 1,627,214· ἔμειναν δὲ κατὰ τὸ τέλος τῆς χρήσεως καθυστεροῦντα ἐκ δραχμῶν 270,963. Ἂν ἤθελεν ὑποτεθῇ, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν καθυστερούντων ἤθελεν εἰσπραχθῆ ὅλον, ὑπόθεσις, ἡ ὁποία δὲν ἐπαληθεύει πάντοτε, εἶναι δὲ κατὰ τὸ πλεῖστον ἀπίθανος, τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἰσέπραξε τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων κατὰ τὸ 1880, ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 1,898,204. Ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς, ὅταν προέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων, περιέλαβε συγχρόνως εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐνόμιζεν, ὅτι ἦτο πιθανὸν, ὅτι ἤθελεν εἰσπραχθῆ, ἂν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἤθελε ψηφισθῆ καὶ γίνει νόμος τοῦ Κράτους. Προϋπελόγισε δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς 800,000 μόνον δραχμῶν, καὶ ἐπληροφόρησεν ἑπομένως τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἂν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων, θέλουσιν εἰσπραχθῆ ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου 800,000 δραχμαὶ περισσότερον ἀπὸ ὅσαι εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ ἔτος 1880. Ὁ ὑπολογισμὸς οὗτος τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ δὲν εἶναι ἀκριβής. Ἐφαρμόζων τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου περὶ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων ἐπὶ τοῦ ὑπάρχοντος γνωστοῦ ἀριθμοῦ τῶν φορολογητέων ζώων, ἀνευρίσκω, ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ θέλει εἰσπράξει τὸ δημόσιον ταμεῖον κατὰ τὸ 1882, ἂν τὸ νομοσχέδιον ἤθελε ψηφισθῆ, δὲν συνίσταται μόνον εἰς 800,000 δραχμῶν, ἀλλὰ συνίσταται εἰς 1,348,000. Καὶ ὑπελόγισα ἐν πρώτοις τὸν φόρον ἐπὶ τῶν προβάτων πρὸς 30 λεπτὰ ἕκαστον ἐπὶ τοῦ κατὰ τὴν στατιστικὴν, τὴν ὁποίαν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅταν τὸ πρῶτον ἠγόρευσεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, βεβαιωμένου ἀριθμοῦ τῶν προβάτων. Κατὰ τὴν στατιστικὴν ταύτην τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ἐδηλώθησαν, κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος 1878, πρόβατα 2,614,311· ἀλλὰ συγχρόνως εἰσεπράχθη διὰ τῆς ἐκμισθώσεως φόρος ἐπὶ τῶν ἀδηλώτων ζώων ἐκ δραχμῶν 166,421, ὅπερ ἀπεδείκνυεν, ὅτι δὲν εἶχον δηλωθῆ 665,696 ἀκόμη πρόβατα. Ἑπομένως τὸ ποσὸν τῶν προβάτων, κατὰ τὴν στατιστικὴν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἶχεν ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλὴν, ἀνέρχεται εἰς 3,280,000. Ἐγὼ, στηριζόμενος εἰς τὴν στατιστικὴν, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εἶχον πορισθῆ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου κατὰ τὸ 1870, ὑπέθεσα τῶν προβάτων τὸν ἀριθμὸν 3,500,000· ἑπομένως ἡ διαφορὰ ἐπὶ τῶν προβάτων μεταξὺ τοῦ ἀριθμοῦ, τὸν ὁποῖον ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐκείνου, τὸν ὁποῖον αἱ στατιστικαὶ πληροφορίαι τοῦ 1870 μοὶ παρίστων, ὅτι ὑπάρχει, εἶναι πολὺ μακρά. Ἀλλ’ ἐπὶ τῶν αἰγῶν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἰσχυρίσθη, ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ὁ ἀριθμὸς εἶναι σχεδὸν ἴσος μὲ τὸν ἀριθμὸν τῶν προβάτων· ἐγὼ δὲ ὑπελόγισα αὐτὸν ἐλάσσονα κατὰ ἓν ἑκατομμύριον ἀπὸ τὸν ἀριθμὸν τῶν προβάτων, καὶ διὰ τοῦτο ἔλαβον ὡς βάσιν ἀριθμὸν μικρῶν ζώων ἐν ὅλῳ τὰ 6,000,000, ἐνῷ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν αἰγῶν μικρὸν διαφέρει τοῦ ἀριθμοῦ τῶν προβάτων, ἤθελε συναχθῆ ἀνώτερος τῶν 6,000,000 ὁ ἀριθμὸς τῶν μικρῶν ζώων. Ἐπὶ τῶν 6,000,000, ὑπολογίσας τὸν φόρον, ἀνεὗρον, ὅτι τὸ Κράτος ἤθελεν εἰσπράξει ἐπὶ μὲν τῶν 3,500,000 προβάτων, πρὸς 30 λεπτὰ, 1,500,000 δραχμῶν, ἐπὶ δὲ τῶν 2,500,000 αἰγῶν, πρὸς 50 λεπτὰ, 1,250,000 δραχμῶν. Ἐπειδὴ δὲ διὰ τῆς στατιστικῆς του ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἔδωκεν ἡμῖν πληροφορίαν τινὰ περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μεγάλων ζώων, ὑπελόγισα καὶ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν μεγάλων ζώων, τὸν ὁποῖον θέλομεν εἰσπράξει, ἐὰν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλήν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μεγάλων ζώων τῶν βεβαιωθέντων κατὰ τὸ 1870, ἂν καὶ κατὰ τὸ ἔκτοτε παρεληλυθὸς μέχρι τοῦδε διάστημα ὁ ἀριθμὸς τῶν μεγάλων ζώων ηὔξησεν ἐν Ἑλλάδι ἐπαισθητῶς. Ἀπεδέχθην, ὅτι τὰ μεγάλα ζῶα ἀνέρχονται εἰς 147,749, ὡς ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων κατὰ τὸ 1870 ἀνέδειξεν, ἂν καὶ μετὰ τὸ 1870 εἰσήχθησαν εἰς τὸ Κράτος ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἵπποι καὶ ἡμίονοι ὑπεράριθμοι, οἱ ὁποῖοι περιῆλθον ἔκτοτε εἰς τὴν κτῆσιν τῶν ἰδιωτῶν, καὶ οἱ ὁποῖοι ηὔξησαν τὸν ἀριθμὸν, τὸν ὁποῖον ἐβεβαίωσεν ὑπάρχοντα ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν ζώων κατὰ τὸ 1870. Ὑπολογίσας τὸν φόρον πρὸς δραχμὰς μίαν καὶ ἡμίσειαν ἐπὶ ἑκάστου μεγάλου ζώου, ὅσον προσδιώρισεν αὐτὸν τὸ νομοσχέδιον, ὑπελόγισα, ὅτι θέλουσιν εἰσπραχθῆ 221,623 δραχμαί. Ὑπολογίσας ὡσαύτως τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ὄνων πρὸς 70 λεπτὰ ἕκαστον ἐπὶ ἀριθμοῦ 62,572 ὄνων, ὅσον ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου κατὰ τὸ 1870 παρέστησεν ὑπάρχοντα, ὑπελόγισα ὡσαύτως, ὅτι θέλουσιν εἰσπραχθῆ καὶ ἐκ τοῦ φόρου τούτου δραχμαὶ 43,800. Ὑπολογίσας καὶ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν χοίρων πρὸς δραχμὰς 2, ὅσας τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν προσδιορίζει, καὶ στηριχθεὶς ἐπὶ τοῦ ἀριθμοῦ 47,702 χοίρων, ὅσους ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου κατὰ τὸ 1870 παρέστησεν ὑπάρχοντας, εὗρον ὅτι θέλουσιν εἰσπραχθῆ καὶ ἐκ τοῦ φόρου τοῦ εἴδους τούτου τῶν ζώων 95,404 δραχμαί. Οὕτως εὗρον, ὅτι, ἀντὶ 3,400,000, τὰς ὁποίας ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν περιέλαβεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἢ μᾶλλον ἀντὶ 2,700,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ὑπελόγισεν, ὅτι θέλομεν εἰσπράξει ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων ἐκ τῶν παλαιῶν ἐπαρχιῶν τοῦ Βασιλείου, διότι 700,000 δραχμὰς προϋπελόγισεν ὡς προελευσομένας ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις, ἀντὶ λοιπὸν τῶν 2,700,000 τὰς ὁποίας ὑπελόγισεν ὡς ἔσοδον τοῦ Δημοσίου ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων ἐν τῷ παλαιῷ Κράτει, εὗρον ὅτι θέλομεν εἰσπράξει 3,118,831 δραχμάς. Παρέβαλον τότε τὸ ποσὸν τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα τὸ Δημόσιον εἰσέπραξε κατὰ τὸ 1880 ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων, συνιστάμενον ἐκ δρ. 1,627,000, ἢ εἰς 1,898,000, ἂν ἤθελεν ὑποτεθῆ, ὅτι ἤθελον εἰσπραχθῆ καὶ τὰ καθυστεροῦντα ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων, πρὸς τὸ ποσὸν τῶν δρ. 3,118,831, ἅτινα μέλλουσι νὰ εἰσπραχθῶσι κατὰ τὸ 1882, ἂν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, καὶ εὗρον, ὅτι ἡ διαφορὰ τοῦ δημοσίου ἐσόδου ἀνέρχεται εἰς τὸ διπλάσιον. Εἶπον τότε εἰς τὴν Βουλήν: «Ὅταν εἰσεπράττετε 1,627,000 κατὰ τὸ 1880 ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων, τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἰσεπράττετε, τί παρίστα; Παρίστα ἀναγκαίως ποσοστόν τι ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου τῆς κτηνοτροφίας. Ὅταν δὲ ἐφέτος ζητῆτε νὰ εἰσπράξητε διπλάσιον ποσὸν φόρου, τί ἐννοεῖτε, ὅτι ἐκτελεῖτε; Ἐννοεῖτε, ὅτι τὸ ποσοστὸν, τὸ ὁποῖον εἰσεπράττετε κατὰ τὸ 1880, ἦτον ἀνεπαρκὲς καὶ μικρὸν, καὶ διὰ τοῦτο ἔρχεσθε νὰ τὸ διπλασιάσητε, ἢ ἐννοεῖτε, ὅτι ἡ πρόσοδος τῆς κτηνοτροφίας ἀνέβη εἰς τὸ διπλάσιον, καὶ διὰ τοῦτο προτείνετε νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον διπλάσια χρήματα ἀφ’ ὅσα εἰσήγοντο κατὰ τὸ 1880;» Καὶ κατὰ τὸ 1880 ἐφηρμόζαμεν νόμον περὶ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἐλαττώσει τὸν μέχρι τοῦ 1874 ἐπιβεβλημένον, καὶ τὴν ἐλάττωσιν ἐκείνην εἶχεν ἀποφασίσει ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία, συνεπείᾳ παραστάσεων, αἱ ὁποῖαι εἶχον γίνει καὶ ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ συνεπείᾳ φωνῶν, αἱ ὁποῖαι εἶχον ἀκουσθῆ ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία, ὅταν ἠλάττωσε κατὰ τὸ 1875 τὸν φόρον τῶν ζώων, εἶχε πεισθῆ, ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἰσεπράττετο, ἦτο ποσὸν ὑπέρογκον, ὅτι παρίστα ποσοστὸν ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου, τοῦ ὁποίου τὴν εἴσπραξιν δὲν ὑπῆρχε λόγος διὰ νὰ δικιολογήσῃ, καὶ διὰ τοῦτο ἐνέδωκεν εἰς τὰς παραστάσεις ἐκείνας, καὶ ἠλάττωσε τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἐξισώσῃ διὰ τῆς ἐλαττώσεως ταύτης τὸ ποσοστὸν, τὸ ὁποῖον ἐλάμβανε διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων ἐκ τῆς καθαρᾶς προσόδου τῆς κτηνοτροφίας, πρὸς τὸ ποσοστὸν, τὸ ὁποῖον ἐλάμβανε δι’ ἑκάστου τῶν ἄλλων φόρων, οἱ ὁποῖοι τυγχάνουσιν ἐπιβεβλημένοι ἐπὶ τῶν ἄλλων εἰδῶν τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς. Καὶ ἐπειδὴ, ὅταν ἐσυζητεῖτο ὁ νόμος περὶ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων κατὰ τὸ 1875, διὰ τοῦ ὁποίου ἠλαττοῦτο τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου, οἱ συνηγορήσαντες ὑπὲρ τῆς ἐλαττώσεως παρίστων, ὅτι τὸ ἠλαττωμένον ἐκεῖνο ποσὸν ἀντιπροσωπεύει ποσοστὸν ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου ἴσον μὲ 7%, ἀγορεύων πρὸ ἡμερῶν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἠρώτησα τὴν Βουλὴν: Οἱ προκάτοχοί σας, προσδιορίσαντες τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον εἰσεπράττομεν πέρυσιν, ἐνόουν, ὅτι λαμβάνομεν 7% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου; Ὑμεῖς, ἐπιψηφίζοντες σήμερον τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον σᾶς προβάλλει ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐννοεῖτε νὰ διαπλασιάσητε τὸ ποσοστὸν τοῦτο; Ἐννοεῖτε, ἀντὶ 7, νὰ λάβητε 14% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου τῆς κτηνοτροφίας;

§36ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Εἶναι καὶ αἱ νέαι ἐπαρχίαι.

§37ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰς ἀφῄρεσα.—Αἱ νέαι Ἐπαρχίαι ὑπελογίσθησαν, ὅτι θέλουσι δώσει 700 χιλ. δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἀφῄρεσα. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω ἐν συντόμῳ, 3,400,000 προϋπελόγισεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὡς ἔσοδον ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου αἱ 700,000 προϋπελογίσθησαν ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ, ὅτι θέλουσιν εἰσπραχθῆ ἐκ τῶν νέων ἐπαρχιῶν, τὰ 2,700,000 θέλουσιν ἑπομένως εἰσπραχθῆ ἐκ τῶν παλαιῶν ἐπαρχιῶν. Ἐστήριξα δὲ τοὺς ἀνωτέρω ὑπολογισμοὺς εἰς τὸ ποσὸν τῶν 2,700,000. Ἠρώτησα λοιπόν: νομίζετε, ὅτι ἡ πρόσοδος ἡ καθαρὰ ἐκ τῆς κτηνοτροφίας ἐπὶ τοσοῦτον ηὔξησεν, ὥστε διπλασιάζετε τὸ ἐκ τοῦ φόρου τούτου ἔσοδον; Αὐτὴ ἦτο κυρίως ἡ ἔννοια τῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅταν τὸ πρῶτον ἠγόρευσα ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων. Ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὅμως δὲν ἔκρινεν ἁρμόζον εἰς ἑαυτὸν ν’ ἀπαντήσῃ εἰς οὐδεμίαν τῶν ἐρωτήσεων τούτων, ὄχι μόνον δι’ ὅσων χθὲς τὸ ἑσπέρας, ἀγορεύων ἐπὶ μίαν καὶ ἡμίσειαν ὥραν, εἶπε πρὸς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ καὶ δι’ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶπε κατὰ τὸ τέλος τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ μηνιαίας πιστώσεως διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ Ἀπριλίου. Ὁ ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπραγματεύθη καὶ ἠρεύνησε πᾶν ἄλλο ζήτημα, πλὴν τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα αἱ ἐρωτήσεις μου προέβαλον εἰς αὐτόν. Ἐὰν δὲ λάβω ὑπ’ ὄψει τὰς δύω ταύτας ἀγορεύσεις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δύναμαι νὰ τὰς χαρακτηρίσω ὡς πρότυπα ὑπουργικῆς ῥητορείας. Τῷ ὄντι, κύριοι, ἡ ῥητορεία, τὴν ὁποίαν εἰσήγαγεν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι πρότυπος ἐν συνταγματικῷ Κράτει, Διότι ἀνατρέπει τὴν κοσμιότητα κατὰ τὰς συζητήσεις. Δὲν ἀφίνει τὴν Βουλὴν, δὲν ἀφίνει τὰ μέλη τῆς Βουλῆς νὰ ἀνακοινώσωσι ποίας ἰδέας ἕκαστον ἔχει περὶ τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα συζητοῦμεν. Δὲν ἀφίνει νὰ φωτίσωμεν ἀλλήλους, διὰ νὰ δυνηθῶμεν ἐν συνειδήσει νὰ δώσωμεν ψῆφον ἐπὶ νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου αὐξάνονται οἱ φόροι οἱ ἐπιβεβλημένοι ἐπὶ μιᾶς τάξεως ἐγχωρίου παραγωγῆς, ἀλλὰ μᾶς εἰσάγει εἰς ἀληθῆ δαίδαλον τῆς ἐρεύνης τῶν προσωπικῶν ἰδιοτήτων ἑκάστου, εἰς στάδιον προσωπικῶν αἰτιάσεων καὶ ἀντεγκλήσεων. Τὸ στάδιον τοῦτο ἐρεθίζει τὰ πάθη, διασπείρει τὰ μίση, χωρίζει τοὺς μὲν ἀπὸ τοὺς δὲ, καὶ ὠθεῖ τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, συζητοῦντα τὰς δημοσίας ὑποθέσεις, νὰ λησμονῶσι τὴν ἀξιοπρέπειαν, τὴν ὁποίαν πρὸς τὸ Σῶμα ὀφείλουσι νὰ τηρῶσιν. Ἀλλὰ δὲν ἀνατρέπει μόνον τὴν κοσμιότητα, ἀνατρέπει καὶ τὴν κοινοβουλευτικὴν τάξιν τῶν συζητήσεων. Ὅταν συζητῶμεν περὶ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων, εἰς οὐδένα εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ὁμιλῇ περὶ ὑποθέσεων ἀλλοτρίων τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων. Καὶ ἂν δὲν ἦναι τοῦτο ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀνήκομεν εἰς τὰς τάξεις τῶν φίλων τοῦ Ὑπουργείου, ἵνα μὴ ὑποληφθῶμεν, ὅτι θέλομεν νὰ καταναλώσωμεν τὸν χρόνον, τὸν ὁποῖον ἔχομεν. Ἵνα διεξαγάγωμεν τὰ ἔργα ἡμῶν, ἵνα μὴ ὑποληφθῶμεν, ὅτι θέλομεν νὰ παραλύσωμεν τὰς ἐργασίας τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἥκιστα ἐπιτετραμμένον εἰς μέλος τοῦ Ὑπουργείου νὰ ἔρχητε καὶ ἐν τῷ μέσῳ ἄλλης συζητήσεως νὰ εἰσάγῃ ἄλλας ὑποθέσεις, καὶ νὰ μᾶς ἀναγκάζῃ νὰ ἐκτρεπώμεθα τοῦ συζητουμένου ἀντικειμένου εἰς ὑποθέσεις ἀλλοτρίας. Ἤκουσα τὸν κ. πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου χθὲς λαλοῦντα ἀπὸ τοῦ βήματος πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ ζητοῦντα τὴν συνδρομὴν αὐτῆς, διὰ νὰ μὴν ἀφήσῃ νὰ παρέλθῃ ὁ βραχὺς ὑπολειπόμενος χρόνος, βραχὺς ἀπέναντι τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἔργων καὶ τῆς πληθύος τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν νὰ ἐκτελέσωμεν. Ἀλλ’ ἀντὶ νὰ ζητῇ τὴν συνδρομὴν τῆς Βουλῆς, ἔπρεπε νὰ ζητῇ τὴν συνδρομὴν τοῦ συναδέλφου του, ὁ ὁποῖος, ὁσάκις ἀναβαίνει τὸ βῆμα, μᾶς ἀναγκάζει νὰ ἐκτραπῶμεν τοῦ θέματος, καὶ ὁ ὁποῖος, ἐὰν ὑπολογισθῶσιν αἱ ὧραι, δι’ ὧν ἀπησχόλησε μέχρι τοῦδε τὴν Βουλὴν, κατηνάλωσεν ἡμέρας ὅλας, τῶν ὁποίων δὲν δύναμαι νὰ προσδιορίσω τὸν ἀριθμόν. Ἡμεῖς δὲν παρενεβάλομεν κανὲν πρόσκομμα· ἐβοηθήσαμεν τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ τίς ἐξ ἡμῶν προέβαλε κἂν ἐπερώτησιν; Οὐδὲ τὸ δικαίωμα κἂν τοῦ ἐλέγχου ἐξησκήσαμεν. Καὶ ἂν ἐγένοντο ἐπερωτήσεις ἀπὸ τοῦ βήματος, αἱ πλεῖσται ἐγένοντο ἀπὸ τοὺς βουλευτὰς τῶν τάξεων τῆς πλειοψηφίας.

§38ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Δὲν ἀνήκομεν εἰς κανένα· ἀνήκομεν εἰς τὸ ἔθνος.

§39ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἁγυιᾶς δὲν ἀπέκτησεν ἔτι τὰ ἤθη τοῦ Κοινοβουλίου. Ὁ Κανονισμὸς, ὁ ὁποῖος μᾶς διέπει, δὲν ἐπιτρέπει εἰς οὐδένα νὰ διακόπτῃ τοὺς ἀγορεύοντας· διατηρεῖ δὲ μόνον εἰς ἕκαστον τὸ δικαίωμα νὰ λέγῃ ἑκάστοτε ἐκ τοῦ βήματος τὴν γνώμην του.

§40ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Δὲν ἐννοοῦμεν νὰ μᾶς λέγετε καὶ κοπέλια τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου.

§41ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο. Δὲν ἐννοεῖτε τί ἐστι πλειοψηφία καὶ μειοψηφία ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ; Τὰ Κοινοβούλια διαιροῦνται ἀναγκαίως εἰς πλειοψηφίαν καὶ μειοψηφίαν, καὶ διὰ νὰ ἦναί τις μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, πρέπει νὰ ἀνήκῃ εἰς μίαν τῶν μερίδων τούτων. Ἀλλ’ ἡ ῥητορεία τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τοιαύτη, ὁποίαν τὴν ἠκούσατε χθὲς καὶ ὁποίαν ἠκούσατε τὴν ἑσπέραν, καθ’ ἣν συνεζητεῖτο εἰς τελευταίαν ἀνάγνωσιν τὸ περὶ πιστώσεως τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου νομοσχέδιον, ἀνατρέπει καὶ ἄλλο τι, ἀνατρέπει καὶ τὴν συνταγματικὴν τάξιν τῶν κοινοβουλευτικῶν συζητήσεων. Ἂν ἡμεῖς συζητῶμεν καὶ ἐπικρίνωμεν τὰ νομοσχέδια, ἅτινα τὸ Ὑπουργεῖον ἤ τις τῶν κυρίων βουλευτῶν προβάλλῃ, ἐνασκοῦμεν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἐκ τοῦ Συντάγματος· ἀπέναντι δὲ τοῦ δικαιώματος τούτου δὲν ὑφίσταται ἢ μόνον τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον τῶν προβαλλόντων τὰ νομοσχέδια νὰ ὑποστηρίξωσιν αὐτὰ, νὰ ἀποδείξωσιν, ὅτι αἱ προτάσεις των εἶναι λυσιτελεῖς εἰς τὸ Κράτος, ὅτι δὲν ζημιοῦσι τὸ δημόσιον ταμεῖον, ὅτι δὲν ἀντιβαίνουσιν εἰς τοὺς γενικοὺς κανόνας τῆς ἠθικῆς, ἢ εἰς τὰ γενικὰ συμφέροντα τῆς Ἐπικρατείας. Δὲν ἔχουσιν ὅμως κανὲν δικαίωμα νὰ ἐρευνῶσι τὰ πολιτικὰ φρονήματα ἡμῶν, διότι δὲν εἴμεθα ὑπόλογοι ἀπέναντι τῶν κ. κ. ὑπουργῶν. Ἡμεῖς δικαζόμεθα κατὰ τὴν ἡμέραν τῶν ἐκλογῶν ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων μας. Ἐν δὲ τῇ Βουλῇ δὲν ἐξετάζεται ἡ πολιτεία ἡμῶν, ἀλλὰ δικάζονται οἱ ὑπεύθυνοι ἐντολοδόχοι τῆς Νομοτελεστικῆς Ἐξουσίας.

§42ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐγὼ δὲν εἶδον κανὲν πρόγραμμά σας.

§43ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος διὰ πρώτην καὶ τελευταίαν φορὰν νὰ ἀπαντήσω εἰς διακοπὴν, τὴν ὁποίαν ἀκούω ἀπὸ τὴν τάξιν ἐκείνην, ἡ ὁποία πρώτη ὀφείλει νὰ μὴ διακόπτῃ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀμφιβάλλει ἂν ἔδωκα λόγον εἰς τοὺς ἐκλογεῖς μου, διότι δὲν εἶδεν ἐκδοθὲν παρ’ ἐμοῦ πρόγραμμα. Δὲν θέλω νὰ ἐρευνήσω τὸν δημόσιον βίον τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω ὑπὸ ποῖον πρόγραμμα εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ 1879, οὐδὲ τὰς σχέσεις αὐτοῦ μετὰ τοῦ τότε προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, βουλευτοῦ ἐκ Μεσσήνης. Ἔχω ὅμως δικαίωμα ν’ ἀπαντήσω εἰς αὐτὸν, ὅτι οἱ τὸ πρῶτον ἀναμιγνύμενοι εἰς τὰ δημόσια πράγματα πρέπει νὰ φωτίζωσι τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν περὶ τῶν φρονημάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν. Ἐκεῖνοι ὅμως, οἱ ὁποῖοι πρὸ εἰκοσαετίας πολιτεύονται, ἔχουσι πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἔχει τόσας σελίδας, ὅσα εἶναι τὰ ἔτη τοῦ δημοσίου αὐτῶν βίου.

§44ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Καμμίαν δὲν γνωρίζω.

§45ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι ἐφροντίζατε πῶς νὰ αὐξήσητε τὸν πλοῦτόν σας, καὶ ὄχι νὰ σπουδάζητε τὸν δημόσιον βίον τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς Ἑλλάδος. Μὲ ἀναγκάζετε νὰ ὁμιλῶ πρὸς σᾶς, ὅπως δὲν ἐπιθυμῶ, διότι οὔτε ἡ ἀνατροφή μου, οὔτε τὸ παρελθόν μου μοὶ προσεπόρισαν τοιαύτας ἕξεις. Ἐὰν συζητῶμεν καὶ ἐπικρίνωμεν τὰς ὑπουργικὰς πράξεις, ἐὰν ἀναλύωμεν καὶ ἐρευνῶμεν αὐτὰς, ἐξασκοῦμεν δικαίωμα, τὸν ὁποῖον ἐκ τοῦ Συντάγματος ἔχομεν· ἀπέναντι δὲ τοῦ δικαιώματος τούτου ἵσταται δι’ ὑμᾶς μόνον τὸ καθῆκον, ἢ τέλος πάντων καὶ τὸ δικαίωμα—ὀνομάσατέ το ὅπως θέλετε—νὰ δίδητε διασαφήσεις καὶ νὰ ἀποδεικνύητε, ὅτι αἱ πράξεις σας εἶναι σύμφωνοι μὲ τοὺς νόμους καὶ μὲ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Δὲν ἔχετε ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ ἐρευνᾶτε τὸν δημόσιον βίον ἡμῶν, νὰ ἀναμοχλεύητε τὰ πολιτικὰ φρονήματά μας, νὰ ζητῆτε νὰ μᾶς δυσφημίσητε, πολλῷ δὲ ἧσσον τὸ δικαίωμα νὰ διαστρέφητε τὰ πράγματα καὶ νὰ τὰ παριστάνητε ἀλλοῖα, ἀφ’ ὅ,τι συμβαίνουσιν ἐν τῇ Βουλῇ. Καὶ ἠκούσατε χθὲς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν λέγοντα, ὅτι ἡμεῖς ἐζητήσαμεν διὰ τῶν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀντιῤῥήσεών μας νὰ ἀποπλανήσωμεν τὸ δημόσιον φρόνημα, νὰ ἐρεθίσωμεν τὸν λαὸν, νὰ προκαλέσωμεν ἀνατροπὰς, νὰ φέρωμεν τὴν ἀναρχίαν. Ἐὰν τοιαύτη ῥητορεία ἐπεφαίνετο ἐν Κοινοβουλίῳ ἄλλου Κράτους, καὶ ἂν αἱ περὶ τῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ λεγομένων πληροφορίαι ἔφθανον μέχρι τοῦ Στέμματος, εἶμαι βέβαιος, ὅτι τὸ Στέμμα ἤθελεν ὑπομνήσει εἰς τὸν σύμβουλόν του, τὸν μεταβαίνοντα εἰς τὴν Βουλήν, τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα ἐπιβάλλει εἰς αὐτόν. Ἀλλὰ καὶ ἂν αἱ περὶ τούτων πληροφορίαι δὲν ἀνήρχοντο μέχρι τοῦ Στέμματος, ἐκεῖ ὁ πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἐν τῷ καθήκοντι τῆς διατηρήσεως τῆς συνταγματικῆς τάξεως, καὶ ἐν τῷ ἰδίῳ συμφέροντι, τὸ ὁποῖον ὡς πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει, ἤθελεν εἰπεῖ εἰς τὸν συνάδελφόν του: Παῦσε· μὴ γίνεσαι αἴτιος ἀπωλείας χρόνου, ἐνῷ ἔχομεν τόσον ὀλίγον χρόνον πρὸς ἐργασίαν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ὁ πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἶναι καὶ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς, ἥτις πρώτη ἔχει συμφέρον νὰ συντελῇ εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Σώματος καὶ εἰς τὴν ἔῤῥυθμον καὶ ὁμαλὴν λειτουργίαν αὐτοῦ, καὶ ἥτις ὀφείλει νὰ καταστέλλῃ τὰς παρεκτροπὰς τοῦ κ. ὑπουργοῦ. Καὶ ἠκούσατε προχθὲς τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὁμιλῇ ἀσεβῶς περὶ ἡμῶν. Λαμβάνων ὡς ἀφετηρίαν τὴν μικρὰν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἀριθμητικὴν δύναμιν ἡμῶν, μᾶς ἐχλεύαζεν ὡς μικροὺς καὶ ἀσθενεῖς, καὶ μᾶς παρέβαλε πρὸς σκώληκας, τοὺς ὁποίους ἡτοιμάζετο νὰ καταπατήσῃ αὐτὸς, ὁ γίγας τῆς Ἑλλάδος. Καὶ τὸν ἠκούσατε χθὲς τὸ ἑσπέρας ὁμιλοῦντα περὶ σαριδίων, τὰ ὁποῖα οἱ σαρωταὶ τῶν ὁδῶν συλλέγουσι, διὰ νὰ ῥίψωσιν ἐκτὸς τῆς πόλεως. Ἴσως τηρεῖ τὴν γλῶσσαν ταύτην, διότι ἐνθαῤῥύνεται ἀπὸ τὴν ἀριθμητικὴν ἀσθένειαν ἡμῶν. Δὲν ἐπήρθημεν ἐπὶ τῇ μεγάλῃ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἀριθμητικῇ δυνάμει ἡμῶν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἠθέλομεν ἐπὶ ταύτῃ ἐπαρθῆ, ἤθελον μᾶς διαψεύσει τὰ πράγματα, αὐτὴ ἡ περὶ τοὺς λόγους ἀκολασία τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ. Ἐὰν δὲν ἤμεθα ἀσθενεῖς κατὰ τὸν ἀριθμὸν, ἠθέλαμεν διδάξει τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν τῷ βήματι ἀκόμη ἑστῶσα, ποῖα καθήκοντα ἔχει πρὸς τοὺς βουλευτὰς καὶ πρὸς τὴν Βουλήν, ὅταν πρὸς ταύτην ἀγορεύῃ περὶ μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου Καὶ ἂν δὲν ἤθελε χρησιμεύσει ἡ διδασκαλία ἡμῶν αὕτη, ἴσως ἤθελεν ἀναγκασθῆ νὰ κλείσῃ τὸ στόμα του διὰ τοῦ φιμώτρου, τὸ ὁποῖον προχειρότερον ἤθελεν εὑρεῖ. Καὶ ἂν ἡμεῖς δὲν τὸ ἐπράττομεν, ἤθελεν εὑρεθῆ τις καθήμενος παρ’ αὐτὸν, ὅστις ἤθελεν ἐνθυμίσει εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἐλησμόνησαν ὅσοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ συνεδρίαζον πρὸ ἕξ ἐτῶν. Τί συνέβη, ὅταν βουλευτὴς ἄλλος ἐλησμόνησε τὴν περὶ τοὺς λόγους κοσμιότητα, τὴν ὁποίαν ἕκαστον μέλος τοῦ Κοινοβουλίου ὀφείλει νὰ τηρῇ; Ἡ Βουλὴ ἠγέρθη σύμπασα ἐξ ὅλων τῶν θρανίων καὶ ἐπετέθη κατ’ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐλησμόνησε τὴν κοσμιότητα ταύτην· ἐνῷ δ’ ἐκεῖνος ἠγωνίζετο μίαν ὥραν, ἵνα ἀξιωθῇ τῆς χάριτος διὰ νὰ ἀπολογηθῇ, ἀντὶ ἀπαντήσεως, δὲν ἐλάμβανεν ἐκ τῶν διαφόρων θρανίων τῆς Βουλῆς μόνον φωνὰς καὶ κραυγὰς, ἀλλὰ ἐλάμβανε μύδρους, καὶ μόνον ἐσώθη ὑπὸ τὸ θάῤῥος καὶ τὴν παῤῥησίαν τοῦ ἐκ Καλαβρύτων βουλευτοῦ, ὑπὸ τὴν ὑπόληψιν, τὴν ὁποίαν τὸ Κοινοβούλιον ἔχει πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Ἀθ. Πετιμεζᾶν. Ἡ ἀριθμητικὴ δὲ δύναμις δὲν παρέχει κανὲν δικαίωμα, οὐδὲ καθιστᾷ θεμιτὰ καὶ προσήκοντα ὅσα φύσει δὲν εἶναι θεμιτὰ καὶ προσήκοντα. Ἐν ἄλλοις Κοινοβουλίοις, ἐπὶ τῆς βασιλείας Λουδοβίκου Φιλίππου εἰς τὴν Γαλλίαν, ἤθελον καταγελάσει ἐπὶ μωρίᾳ τὸν Ὀδδιλιὼν Βαρὸ, ἐὰν ἤλεγχε τὸν κ. Γκιζῶτον, διότι ἦτο γενικὸς γραμματεὺς τοῦ ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως, καὶ διὰ τοῦ ἐπιχειρήματος τούτου ἐζήτει νὰ ταπεινώσῃ αὐτὸν πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου. Καὶ ἐπ’ αὐτῆς τῆς Αὐτοκρατορίας, ὅταν αὕτη προσέφυγε καὶ ἔλαβεν ἀπὸ τὸν Δικαστικὸν Σύλλογον βραχύσωμόν τινα δικαστικὸν, καὶ ὠνόμασεν αὐτὸν ὑπουργὸν, καὶ τὸν ἀπέστειλεν εἰς τὰ μέγαρα τοῦ Μποβὸ, οὐδὲ ὁ Ῥουὲρ, οὐδ’ ἄλλος τις διενοήθη νὰ χλευάσῃ τὸν Ἰούλιον Φάβρον, διότι ἦτο γενικὸς γραμματεὺς τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν· ὅταν δ’ ὁ βραχύσωμος ἐκεῖνος δικαστικὸς ἠθέλησε νὰ ἀφήσῃ τοιοῦτον ὑπαινιγμὸν, πρῶτος ὁ πρόεδρος τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος, ὁ κόμης Βαλέβσκης, ὑπέμνησεν εἰς ἐκεῖνον τὸ καθῆκόν του, μετ’ αὐτοῦ δὲ καὶ ὁ Ῥουὲρ καὶ ὅλη ἡ πλειοψηφία ἐπέβαλον σιγὴν εἰς αὐτὸν, ὁ δ’ αὐτοκράτωρ μετ’ ὀλίγον τὸν ἀπέστειλεν εἰς τὸν Δικαστικὸν Σύλλογον, ἀπὸ τὸν ὁποῖον τὸν εἶχε δανεισθῆ. Καὶ διατί ὁ ἐκδηλωθεὶς οὗτος ψυχικὸς θόρυβος τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν; Διότι ἠναγκάσθη νὰ ὑποχωρήσῃ κατὰ τὸ ἓν μέρος τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἠναγκάσθη νὰ ἀναγγείλῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ἐπιμένει, ἵνα διπλασιάσῃ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν αἰγῶν, ἀλλ’ ἀρκεῖται μόνον νὰ ψηφισθῇ ἡ ἁπλῆ αὔξησις τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν προβάτων καὶ νὰ ἐπεκταθῇ αὕτη καὶ ἐπὶ τῶν αἰγῶν. Ἀλλ’ εἰς τοῦτο πταίομεν ἡμεῖς; Ἡμεῖς τὸν ἠναγκάσαμεν; Ἡμεῖς εἴπομεν τὴν ἀλήθειαν μετὰ πάσης κοσμιότητος. Δὲν εἴμεθα ἡμεῖς φίλοι τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλ’ ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς, ἥτις πρώτη ἠνάγκασε τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποχωρήσῃ. Δὲν ἠναγκάσαμεν ἡμεῖς αὐτὸν, ἀλλ’ ἡ ἐπιβλητικὴ θέλησις τοῦ προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἰς τὴν ὁποίαν ἠναγκάσθη νὰ ὑποταχθῇ καὶ παραιτηθῇ ἀπὸ ἀξιώσεως, ἡ ὁποία δὲν ἐστηρίζετο ἐπ’ οὐδενὸς λόγου. Ἢ ἐνόμιζεν, ὅτι ἔπειθέ τινα ἐν Ἑλλάδι, ὅταν ἐκόμιζεν ὑπὸ μάλης ἐγκυκλοπαίδειάν τινα γεωργικὴν καὶ μᾶς ἀνέγνω ἐντεῦθεν τεμάχια αὐτῆς, καὶ δι’ αὐτῶν μᾶς ἐδίδαξε τὴν φωτεινὴν ἀλήθειαν, ὅτι αἱ αἶγες βλάπτουσι τὴν ναυτιλίαν; Πῶς ὁ βλάπτων τὰ δάση, βλάπτει ὅλας τὰς τάξεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἀνάγκην τῆς ξυλείας· ἑπομένως βλάπτεται καὶ ἡ ναυτιλία ἀπὸ τὰς αἶγας, ἀλλὰ βλάπτονται καὶ οἱ σιδηρόδρομοι, διότι δὲν εὑρίσκονται στρωτῆρες, ἐφ’ ὧν τίθενται αἱ σιδηραῖ ῥάβδοι, βλάπτονται καὶ οἱ οἰκοδόμοι, διότι δὲν εὑρίσκουσι ξυλείαν. Καὶ εἶναι μόναι αἱ αἶγες, αἱ ὁποῖαι βλάπτουσι τὰ δάση τῆς Ἑλλάδος; Καὶ ἂν καταστρέψητε τὰς αἶγας καὶ δὲν ἀφήσετε οὐδεμίαν, νομίζετε, ὅτι διεσώσατε τὰ δάση; Διεφυλάξατε αὐτὰ ἀπὸ τὴν ἀξίνην τοῦ γεωργοῦ, καὶ ἀπὸ τὸ πῦρ, τὸ ὁποῖον τὰ καταβιβρώσκει; Ἀνοίξατε τὸν τοπογραφικὸν χάρτην τοῦ δάσους τῆς Δύμης, τὸν ὁποῖον διέταξα νὰ καταρτισθῇ ὅταν ἤμην ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐκεῖ θέλετε ἰδεῖ φωλεὰς, ἐν αἷς ἐφύτευσαν σταφιδῶνας καὶ ἀμπελῶνας, καὶ ἐν αἷς ᾠκοδόμησαν κατοικίας. Αἱ αἶγες ἔκαμαν τὰς φωλεὰς ταύτας; Ἀνοίξατε τὸν χάρτην τοῦ δάσους τῆς Ὀλυμπίας, ἵνα ἰδῆτε ἐπίσης φωλεὰς τοιαύτας ἀπὸ ἀμπελῶνας καὶ κατοικίας τῶν κατοίκων τῶν μερῶν ἐκείνων, ὑπὲρ ὧν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ὀλυμπίας καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην προεδρεύων τῆς Βουλῆς κ. Χαράλ. Κανελλόπουλος ἐπρονόησεν. Τὰ δάση ἔχουσι δύω ἀνάγκας, τὴν ἀνάγκην τῆς φυλακῆς καὶ τὴν τῆς καλλιεργείας. Θέλετε φυλάξει τὰ δάση, ἐὰν κατορθώσητε νὰ συστήσητε σῶμα δασοφυλάκων, τὸ ὁποῖον νὰ ἦναι ἀνώτερον πάσης ἀδυναμίας, πάσης ἰδιοτελείας, παντὸς αἰσθήματος χαρισμοῦ. Θέλετε διαφυλάξει τὰ δάση, ἂν κατορθώσητε νὰ καταστήσητε σῶμα δασονομικὸν, γνωρίζον ἐπιστημονικῶς τὴν τέχνην τοῦ καλλιεργεῖν, τοῦ ἀνατρέφειν, τοῦ διασώζειν καὶ τοῦ ἐκμεταλλεύεσθαι τὰ δάση. Θέλετε νὰ ἐξοντώσητε τὰς αἶγας. Ἀλλὰ λησμονεῖ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τοῦτο πράττων θέλει καταστρέψει τὴν γεωργίαν τῶν ὀρεινῶν μερῶν, ἡ ὁποία συνυπάρχει καὶ συζῇ μὲ τὰς αἶγας· θέλει ἀφαιρέσει τὰ μέσα τῆς προχείρου καὶ ἀμέσου εἰς πᾶσαν οἰκογένειαν θεραπείας τῶν ἀναγκῶν τῶν πενεστέρων τάξεων τοῦ Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ. Ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν, ὅταν ἀνέρχωνται ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦσιν, ἐκ δίψης ἐπιδείξεως ζήλου πρὸς τὸ καλὸν, ἐξ ἀγνοίας δὲ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον τὰ καλὰ κατορθοῦνται, νὰ φανῶσιν ὅτι ἐπιζητοῦσι καλόν τι, καὶ μεταφέρουσιν ἐπὶ τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τὰ πρῶτα ἀναγνώσματα τὰ περιελθόντα εἰς χεῖράς των ἰδέας, τὰς ὁποίας διὰ νὰ ἐφαρμόσῃ τις πρέπει προηγουμένως νὰ σπουδάσῃ καὶ γνωρίσῃ καλῶς τὸν τόπον, ἵνα κρίνῃ ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῶσιν, ἀναγκαίως πρέπει νὰ περιμένητε τοιούτων μέτρων προτάσεις. Σᾶς ἀνέφερον ὡς παράδειγμα, κατὰ τὴν πρώτην ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἀγόρευσίν μου, τὴν εἰσαγωγὴν τῶν μερινῶν, καὶ διὰ τοῦ παραδείγματος τούτου ἔδωκα ἀφορμὴν εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀντὶ νὰ ἐννοήσῃ τὴν ἀξίαν τοῦ παραδείγματος, νὰ πραγματεύηται ἐπὶ εἴκοσι λεπτὰ τῆς ὥρας τὰ περὶ τούτου κατὰ τρόπον ἀναγκάζοντα τοὺς ἀκούοντας νὰ μειδιῶσι. Καὶ ἐκεῖνοι οἱ κυβερνῆται ἐξ ἀναγνώσεως ἐμάνθανον τὸν πλοῦτον, τὸν ὁποῖον ἡ διατήρησις τῶν ποιμνίων τῶν μερινῶν παράγει εἰς τοὺς κτηνοτρόφους, καὶ ἐνόμισαν, ὅτι ἠδύναντο νὰ καταστήσωσι πλουσίαν τὴν κτηνοτροφίαν τῆς Ἑλλάδος, ἂν εἰσῆγον μερινούς. Καὶ ὑπέλαβον, ὅτι, εὐθὺς ὡς ἤθελον εἰσαχθῆ εἰς τὴν Ἑλλάδα οἱ μερινοὶ, πάντες ἐν Ἑλλάδι ἤθελον ἀποδεχθῆ τὸ εἶδος αὐτὸ τῶν προβάτων καὶ ἤθελον ἀντικαταστήσει δι’ αὐτοῦ τὰ ἐγχώρια πρόβατα. Κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέγνω εἰς τὴν Ἐγκυκλοπαίδειαν τὴν γεωργικὴν, ὅτι αἱ αἶγες καταστρέφουσι τὴν ναυτιλίαν, καὶ ἐπειδὴ ἡ Ἑλλὰς περιβρέχεται ἀπὸ θαλάσσης, καὶ ἐπειδὴ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Αἰγίου καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Τροιζηνίας προβάλλουσι νὰ προσέλθωμεν ἐπίκουροι εἰς τὴν καταπεσοῦσαν ναυτιλίαν, ἐπῆλθε καὶ ὁ ὑπουργὸς διὰ τοῦ νόμου του νὰ καταστρέψῃ τὰς αἶγας, καὶ νὰ βοηθήσῃ τὴν ὑπ’ αὐτῶν καταστρεφομένην ναυτιλίαν. Ἡ διατήρησις τῶν ποιμνίων τῶν μερινῶν εἶναι ἐπικερδὴς, καὶ τὸ ἔριον τοῦ εἴδους τούτου τῶν προβάτων δίδει μεγαλείτερα κέρδη εἰς τοὺς κτηνοτρόφους, ἀπὸ ὅσα τὸ γάλα καὶ ὁ γόνος καὶ τὸ ἔριον τῶν ἡμετέρων προβάτων. Ἀλλὰ διὰ νὰ κατασταθῇ ἐπικερδὴς παρ’ ἡμῖν τῶν μερινῶν προβάτων ἡ διατήρησις, πρέπει νὰ ἔχητε βιομηχανίαν τοῦ ἐρίου τῶν μερινῶν, πρέπει νὰ γνωρίζετε πῶς θὰ ἀναθρέψητε τὰ ζῶα ταῦτα, πῶς τὸ ἔριον θέλει κατασταθῇ χρήσιμον εἰς τὴν βιομηχανίαν, πῶς θέλει προπαρασκευασθῆ πρὸς τοῦτο, καὶ διὰ τοῦ παραδείγματος θὰ πείσητε τὸν κτηνοτρόφον, ὅτι θέλει κερδήσει πλειότερα ἢ ὅσα κερδίζει σήμερον, ἂν ἀντικαταστήσῃ τὰ ἐγχώρια πρόβατα διὰ τῶν μερινῶν. Ὁ κ. ὑπουργὸς σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐζήτησε διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ μεταβάλῃ τὴν πλάνητα κτηνοτροφίαν τῆς Ἑλλάδος, ὅπως ἐνδιαιτᾶται εἰς τοὺς σταύλους, καὶ ἐνόμισεν, ὅτι, ἂν ἐπιβάλῃ τὸν φόρον τοῦτον, ἡ κτηνοτροφία θέλει μεταβληθῆ καὶ κατασταθῇ κτηνοτροφία Εὐρωπαϊκή. Καὶ δὲν ἐσκέφθη εἰς ποίαν κατάστασιν εἶναι ἡ γεωργία, καὶ δὲν ἐνθυμήθη, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἀκανόνιστον, καὶ ὅτι ἐν Ἑλλάδι οἱ γεωργοὶ πληρώνουσι τόκον 25 καὶ 30 τοῖς ἑκατὸν, καὶ ὅτι μὲ τοιοῦτον τόκον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπεκτείνωσι τὰς ἐπιχειρήσεις των, ἐξ ἐναντίας μαραίνονται ὁσημέραι καὶ τήκονται ὡς ὁ κηρός. Καὶ σήμερον ἔτι δὲν εἶναι βέβαιον ἂν ὁ νόμος περὶ διαθέσεως τῶν ἐθνικῶν γαιῶν ἠδύνατο νὰ λειτουργήσῃ μόνος ἄνευ Γεωργικῆς Τραπέζης, καὶ ὅτι οἱ δηλώσαντες ἐθνικὰς γαίας θέλουσι δύνασθε νὰ προσπορίζωνται τὰ ποσὰ, τῶν ὁποίων ἔχουσιν ἀνάγκην, διὰ νὰ πληρώσωσι τὰς ἐτησίας δόσεις ἐκ τοῦ περισσεύματος τοῦ προϊόντος τῆς ἐργασίας αὐτῶν. Προχθὲς ἀκόμη ἐπεκρίνετο ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ προκάτοχος, διότι ἐνέδωκεν εἰς ψηφίσματα Δημοτικῶν Συμβουλίων ἐπαρχιῶν τινων, δι’ ὧν παριστάνετο εἰς αὐτὸν, ὅτι οἱ γεωργοὶ τῶν περιφερειῶν ἐκείνων κατεστράφησαν, καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐμπρόθεσμον καταβολὴν τῶν ἐτησίων δόσεων, διότι δὲν εἶχον ἀποταμίευμα ἐκ τῆς ἐτησίας ἐργασίας των. Παρὰ τίνος δὲ τοκιστοῦ δύνανται νὰ δανεισθῶσι χρήματα, χωρὶς νὰ πληρώσωσιν ὑπερόγκους τόκους, καὶ οὕτω νὰ ἐπιβαρύνωσι καὶ τὸ ἐνεστὼς καὶ τὸ μέλλον τῆς βιομηχανίας των καὶ νὰ ἐκτεθῶσιν εἰς τὸν ἔσχατον κίνδυνον τῆς ἀπωλείας αὐτῆς; Δὲν ἐξετάζω τοὺς λόγους, δι’ οὓς ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνόμισε λυσιτελὲς εἰς τὸ Κράτος ἢ ἀναγκαῖον εἰς ἑαυτὸν νὰ μὴν ἐπιμείνῃ εἰς τὸν διπλασιασμὸν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν αἰγῶν. Δὲν θέλω νὰ ἐπικρίνω αὐτὸν διατὶ εἰσήγαγε, χωρὶς νὰ μελετήσῃ, τὴν πρότασιν ταύτην, καὶ διατὶ ἕνεκα τούτου εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀποσύρῃ αὐτήν. Ἔχω ὅμως καθῆκον νὰ παραστήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι οὐδὲ τὸ ὑπόλοιπον μέρος τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ εἶναι συμφέρον εἰς τὸν τόπον νὰ ἐπιψηφίσῃ ἡ Βουλή. Εἰς τί συνίσταται τὸ ὑπόλοιπον μέρος τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν; Σᾶς προέβαλε, μετὰ τὴν ὑποχώρησιν, ἣν ἀπεδέξατο, νὰ αὐξήσητε τὸν φόρον τῶν προβάτων καὶ τῶν αἰγῶν ἀπὸ 25 λεπτὰ εἰς 30, νὰ αὐξήσητε τὸν φόρον ἐπὶ τῶν μεγάλων ζώων ἀπὸ δραχμὴν 1 καὶ λεπτὰ 20, εἰς δραχμὴν 1 καὶ 50 λεπτὰ, νὰ αὐξήσητε τὸν φόρον τῶν χοίρων ἀπὸ δραχμῆς 1 καὶ 20 λεπτῶν εἰς δραχμὰς 2. Διατί σᾶς προέβαλε τὴν αὔξησιν ταύτην; διότι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἔχει ἔλλειμμα, καὶ εἶχε καθῆκον νὰ φροντίσῃ νὰ καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο, διότι ἡ διατήρησις τοῦ ἐλλείμματος τούτου ἤθελε φέρει οἰκονομικὴν κρίσιν, καὶ αὕτη ἤθελεν ἀπειλήσει καὶ τὴν τάξιν καὶ τὴν ἡσυχίαν καὶ τὸ μέλλον τοῦ Τόπου. Ἂς ἴδωμεν, κύριοι, ἐὰν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προέβαλε, σκοπῶσι τὴν πλήρωσιν τοῦ ἐλλείμματος τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐγὼ, εἰς οἱανδήποτε τάξιν καὶ ἂν ἀνήκω, ἐὰν τὰ μέτρα ταῦτα συντελῶσι πρὸς τοῦτο, θέλω συμβουλεύσει τὴν Βουλὴν νὰ τὰ ψηφίσῃ. Ποῖον ἔλλειμμα σᾶς παρέστησεν, ὅτι ἔχει ὁ προϋπολογισμὸς, ὅταν εἰσήγαγεν αὐτὸν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν; Σᾶς εἶπεν ὅτι τὸ ἔλλειμμα ἀναβαίνει εἰς 11,000,000, καθ’ ὃν χρόνον εἰσήγαγε τὸν προϋπολογισμὸν, ἤτοι κατὰ τὴν 17 Μαρτίου. Σᾶς εἶπε τότε, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τῶν 11,000,000 θέλει καλύψει διὰ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ὑπελείφθησαν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 120,000,000. Ἐζήτησε μάλιστα νὰ δικαιολογηθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διατὶ δὲν ἐφρόντισε νὰ πληρώσῃ δι’ ἄλλου τρόπου τὸ ἔλλειμμα τῶν 11,000,000 τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν εἶχε τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον καὶ ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς, ὃν εἰσῆγε, δὲν ἦτο προϊόν ὡρίμου μελέτης, ὅποια ἀπαιτεῖται διὰ νὰ συνταχθῇ προϋπολογισμός. Κατὰ τὴν 16 Ἀπριλίου, πρὶν ἢ συμπληρωθῇ ἔτι εἷς μὴν, ἐδήλωσεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι εἶναι 11,000,000 τὸ ἔλλειμμα, ἀλλ’ ὅτι θὰ ἀναβιβασθῇ εἰς 15 ἑκατομμύρια, καὶ εἶχε τότε τὴν παρηγορίαν, ὅτι τὸ ὑπόλοιπον τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων ἦτο περισσότερον ἀπὸ 11 ἑκατομμύρια καὶ ἤθελεν ἀρκέσει, ἵνα καλύψῃ τὰ 15 ἑκατομμύρια, ἑπομένως ὅτι ἔμελλε νὰ ζήσῃ ἀμερίμνως καὶ ἡσύχως κατὰ τὸ ἔτος 1882, διότι εἶχε τὰ μέσα νὰ καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα διὰ τοῦ ὑπολοίπου τοῦ δανείου. Δὲν συζητοῦμεν σήμερον, κύριοι, ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἑπομένως δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ἐρευνήσω τὰ περὶ τούτου. Ἀλλ’ ἐπειδὴ μὲ ἀναγκάζει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν ἐξέτασιν ταύτην τοῦ ἐλλείμματος, ἐπιφυλάσσομαι νὰ κρίνω ἐπὶ τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Δὲν θέλω δὲ παραλείψει τὴν εὐκαιρίαν ἐκείνην, ἵνα ἐξετάσω καὶ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Τόπου, καὶ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς περὶ ταύτης γνώμας μου. Ἀλλὰ τὸ ἔλλειμμα τῶν 11 ἑκατομμυρίων κατὰ τὸν ὑπουργὸν τῆς 17 Μαρτίου, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἔλλειμμα 15 ἑκατομμυρίων κατὰ τὸν ὑπουργὸν τῆς 10 Ἀπριλίου, πληροῦται διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων, ὃν χθὲς ἀκόμη ἀγορεύων ἐπέμενε νὰ ψηφίσητε; Ἂς ἴδωμεν πόσα ἔσοδα δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι δυνάμεθα νὰ εἰσπράξωμεν ἐξ αὐτοῦ. Εἰς 6,000,000 ἀνέρχονται τὰ μικρὰ ζῶα· θέλομεν δὲ εἰσπράξει, ἐπιψηφίζοντες τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου εἰς 30 λεπτὰ, δραχμὰς 1,800,000. Εἰς 147,749 ἀνέρχονται τὰ μεγάλα ζῶα· πρὸς 1,50 δραχμὰς θέλομεν εἰσπράξει 221,623 δραχμάς. Εἰς 47,702 ἀνέρχονται οἱ χοῖροι· πρὸς 2 δραχμὰς θέλομεν εἰσπράξει δραχμὰς 95,400. Οἱ ὄνοι ἀνέρχονται εἰς 62,572, καὶ πρὸς 70 λεπτὰ θέλομεν εἰσπράξει δραχμὰς 43,800. Ἑπομένως θέλομεν εἰσπράξει 2,160,829. Ἐὰν ὁ φόρος ἔμενεν ὅσος ἦτο πέρυσιν, ἠθέλομεν εἰσπράξει ἐκ τῶν 6,000,000 μικρῶν ζώων, πρὸς λεπτὰ 25, δραχμὰς 1,500,000. Ἐκ τῶν 147,749 μεγάλων ζώων, πρὸς δραχμὰς 1 καὶ 20 λεπτὰ, δραχμὰς 177,298. Ἐκ τῶν 47,702 χοίρων, πρὸς δραχμὰς 1 καὶ 20 λεπτὰ, δραχμὰς 57,240. Ἐκ τῶν ὄνων 62,572, πρὸς 70 λεπτὰ, δραχμὰς 43,800. Ὅθεν ἠθέλομεν εἰσπράξει 1,778,338. Ἑπομένως διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπιμένει ὁ κ. ὑπουργὸς, θέλομεν εἰσπράξει περισσότερον δραχμὰς 382,491. Λοιπὸν ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶχε καιρὸν, ὡς σᾶς εἶπε, νὰ ἐρευνήσῃ τὴν γενικὴν φορολογίαν, καὶ νὰ σκεφθῇ πῶς θέλει καλύψει τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ἐκ τοῦ προχείρου ἔλαβεν ἕνα φόρον ἐπὶ τῶν ζώων, καὶ σᾶς ζητεῖ νὰ συναινέσητε εἰς τὴν αὔξησιν αὐτοῦ, ἵνα εἰσπράξῃ περισσότερον, ἀπὸ ὅσα εἰσέπραξε πέρυσι, δραχμὰς 382,491. Ἡ μέθοδος τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν μοὶ φαίνεται λίαν ἐμπορική. Ἐγὼ δὲν ἐπέκρινα τὸν κ. ὑπουργὸν διατὶ δὲν ἔφερε προϋπολογισμὸν πλήρη, ἀφοῦ μᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν εἶχε καιρὸν, ἂν καὶ ἠδυνάμην νὰ ἀξιώσω, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ ὤφειλον νὰ ἔχωσι τὰς ἰδέας των πρὶν ἢ ἀναβῶσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν περὶ τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἦλθε καὶ ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν εἶχε τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν, καὶ ἡμεῖς ἐσιωπήσαμεν καὶ δὲν ἐφέραμεν καμμίαν ἀντίῤῥησιν, οὐδ’ ἠνοχλήσαμεν αὐτὸν τὸ παράπαν, ἔχομεν δικαίωμα νὰ τῷ εἴπωμεν νὰ ἀφήσῃ κἂν τὰ πράγματα ὡς εὗρεν αὐτά. Δὲν ἔλαβε τὸν καιρὸν νὰ ἐπιθεωρήσῃ ὅλην τὴν φορολογίαν τῆς Ἑλλάδος καὶ ἴδῃ τὰ ἐξαγόμενα τῶν φόρων, οἵτινες λειτουργοῦσι, νὰ συναγάγῃ ποῖον ποσοστὸν παριστᾷ ἕκαστος τῶν φόρων ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου τοῦ εἴδους, ὅπερ φορολογοῦσι, νὰ ἐρευνήσῃ ἂν δὲν ἦναι μεταξὺ αὐτῶν φόροι, οἱ ὁποῖοι παρουσιάζουσι πολὺ μικρὸν τὸ ποσοστὸν τοῦτο, ἵνα ἐξισώσῃ αὐτὸ πρὸς τὰ ποσοστὰ, τὰ ὁποῖα παριστᾷ ἡ φορολογία ἄλλων εἰδῶν, ἂν δὲν ἦναι ἄλλα εἴδη παραγωγῆς, τὰ ὁποῖα δὲν φορολογοῦνται παντάπασιν, ἵνα ἐπιβάλῃ καὶ ἐπ’ ἐκείνων ἴσον ποσὸν φόρου, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπιβάλωμεν φόρον ἴσον ἐπὶ παντὸς εἴδους τῆς παραγωγῆς, πρὸς πλήρωσιν τοῦ ἐλλείμματος τοῦ προϋπολογισμοῦ. Καὶ ἦλθε νὰ μᾶς ζητήσῃ τὴν ψῆφόν μας διὰ νὰ εἰσπράξῃ ἀπὸ τὴν κτηνοτροφίαν περισσότερον ἢ ὅσον εἰσέπραττε μέχρι τοῦδε, δραχ. 382,000, καὶ μᾶς προτείνει ὡς λόγον, ὅτι τὸ πράττει διὰ νὰ καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ! Μᾶς ἔλεγε χθὲς τὸ ἑσπέρας, ὅτι ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις τῆς Γαλλίας ἀπεδέχθη ὡς ποσοστὸν φορολογίας ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου τὸ 20%, καὶ ὅτι ἐν ἀνάγκῃ πρέπει νὰ ἀναβιβασθῇ τὸ ποσοστὸν τοῦτο εἰς 30%. Καὶ ἐπειδὴ ἡμεῖς δὲν συνηνέσαμεν νὰ φορολογηθῇ ἡ κτηνοτροφία διὰ τοῦ 20 ἢ 30%, χθὲς ἐδίδασκε τὸν λαὸν τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ἡμεῖς ζητοῦμεν καὶ παρασκευάζομεν ἀνατροπὰς, οὐδὲ θέλομεν νὰ πληρωθῇ τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἡμεῖς ὑπισχνούμεθα νὰ συναινέσωμεν ὑπὲρ πάσης φορολογίας, ἀλλὰ δικαίας καὶ ἀναλόγου, καὶ εἰσαγούσης τὴν ἰσότητα τῶν φόρων. Δὲν θέλομεν νὰ χαρισθῶμεν πρὸς οὐδεμίαν τῶν παραγωγικῶν τάξεων τῆς Ἑλλάδος· θέλομεν τὸ Κράτος νὰ ἦναι ἀμερόληπτον, ἀλλὰ θέλομεν φορολογίαν ἴσην καὶ ἀνάλογον πρὸς τὴν παραγωγὴν ἑκάστης τῶν τάξεων. Ἀλλὰ δὲν συναινοῦμεν νὰ αὐξήσητε τὸν φόρον μιᾶς μόνης τάξεως, τῆς πενεστέρας τάξεως τοῦ Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ, νὰ ἀφήσητε δὲ τὰς εὐπορωτέρας ἀφορολογήτους, ὡς μέχρι τοῦδε. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς ἔδωκε χθὲς τὴν ἐλπίδα, ὅτι πιθανῶς ὁ διάδοχός του θέλει μετ’ εὐσυνειδησίας ἐκπληρώσει τὸ καθῆκον τοῦτο. Ἡμεῖς δὲν ἠνοχλήσαμεν αὐτὸν, διατὶ δὲν τὸ ἐξεπλήρωσεν αὐτὸς μέχρι τοῦδε, ἀλλ’ εὐχόμεθα νὰ ἔλθῃ διάδοχος αὐτοῦ, ἵνα ἐκπληρώσῃ αὐτὸ, ἐὰν ὁ ὑπάρχων ἐξακολουθῇ νὰ ἐπιμένῃ εἰς τὸν ἐμπειρισμὸν, δι’ οὗ ἐζήτησε νὰ δικαιολογήσῃ τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων. Ἡμεῖς τὰ μέτρα ἐκεῖνα τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ ὁποῖα σκοποῦσι νὰ εἰσαγάγωσι τὴν ἰσότητα τοῦ φόρου, νὰ φορολογήσωσιν ἐξ ἴσου πᾶν εἶδος παραγωγῆς ἐν Ἑλλάδι, νὰ μὴ παραλείψωσι δὲ κανὲν εἶδος παραγωγῆς ἀφορολόγητον, θέλομεν ὑποστηρίξει πρῶτοι, ἂν καὶ προβάλλωνται ὑπὸ Ὑπουργείου, πρὸς τὸ ὁποῖον δὲν ἐξεδηλώσαμεν τὴν ἐμπιστοσύνην ἡμῶν. Ἡμεῖς δὲν ἐζητήσαμεν ποτὲ νὰ κολακεύσωμεν τὸν λαὸν τῆς Ἑλλάδος, οὐδὲ νὰ θωπεύσωμεν τὴν φιλοτιμίαν αὐτοῦ, οὐδὲ νὰ θεραπεύσωμεν τὰ πάθη αὐτοῦ. Ὁμιλοῦντες πρὸς αὐτὸν, εἴπομεν αὐτῷ τὴν ἀλήθειαν, καὶ ὅταν ἦτο δυσάρεστος, καὶ ἀντετάχθημεν κατὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα μετ’ εὐαρεσκείας ἔβλεπεν ἐκεῖνος πραγματοποιούμενα, διότι ἐθεωροῦμεν αὐτὰ ἐπιβλαβῆ ἢ μέλλοντα νὰ ταράξωσι τὴν οἰκονομίαν τοῦ Κράτους. Ἐὰν μᾶς λείπῃ ἡ ἀριθμητικὴ δύναμις ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἔχομεν συμφέρον καὶ καθῆκον νὰ ἀντλῶμεν δύναμιν ἐκ τῆς ἀληθείας καὶ τῆς δικαιοσύνης· ἀντλοῦμεν δ’ αὐτὴν συμβουλεύοντες τὰ λυσιτελῆ εἰς τὸ Κράτος. Πεποίθαμεν, ὅτι διὰ τῆς ἠθικῆς δυνάμεως θέλομεν περιορίσει τὰς παρεκτροπὰς, καὶ θέλομεν χειραγωγήσει εἰς τὴν πρόοδον καὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος τοὺς κατὰ καιροὺς διαχειριζομένους τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν. Ἐὰν ἠθέλαμεν ψηφίσει τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων, δὲν ἠξεύρω ποῖον λόγον ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ δώσωμεν εἰς τοὺς κτηνοτρόφους, ἐὰν αὐτοὶ μᾶς ἔλεγον «διατί μόνον εἰς τὴν φορολογίαν μόνων ἡμῶν προσφεύγετε, καὶ δὲν ἀποτείνετε τὰς μερίμνας σας καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων φορολογικῶν τάξεων, διὰ νὰ εἰσπράξητε ὅσα ἀπαιτοῦνται πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος, νὰ θεραπεύσητε τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας μᾶς παριστᾶτε, ὅτι ἔχει τὸ Κράτος;» Δὲν ἠξεύρω ποίαν ἀπάντησιν ἠδυνάμεθα νὰ δώσωμεν εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἤθελον μᾶς παρουσιάσει τοὺς πίνακας τῆς εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς, καὶ ἤθελον μᾶς δείξει, ὅτι κατ’ ἔτος εἰσάγομεν καὶ μικρὰ ζῶα καὶ μεγάλα, καὶ ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς εἰδικὸς λόγος, ὁ ὁποῖος νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι πρέπει νὰ λάβωμεν ἐξαιρετικῶς διὰ τὴν τάξιν ταύτην τῶν κτηνοτρόφων τὸ μέτρον τῆς αὐξήσεως τοῦ ποσοῦ τοῦ φόρου, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε συνεισήνεγκεν εἰς τὸ Κράτος. Δὲν γνωρίζω ποίαν θὰ ἔχῃ γνώμην ἡ Βουλή, ὅταν ἐπιληφθῇ τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, καὶ πληροφορηθῇ περὶ τῶν λεπτομερειῶν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Τόπου, καὶ περὶ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσι πρὸς θεραπείαν αὐτῆς κατὰ τὸ δυνατόν. Σήμερον ὅμως, ὅτε πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν εἰδικῶς τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ζώων, συνιστῶμεν εἰς αὐτὴν νὰ μὴ μεταβάλῃ τὴν φορολογίαν, ἥτις μέχρι τοῦδε ἴσχυεν ἐπὶ τοῦ εἴδους τούτου, διὰ νὰ μὴ πράξῃ ἀδίκημα, ὅπερ δὲν θέλει εἶσθαι μόνον ἀδίκημα πρὸς μίαν τάξιν παραγωγικὴν, ἀλλὰ θέλει εἶσθαι ἀδίκημα πρὸς τὴν πενεστέραν τῶν παραγωγικῶν τάξεων τοῦ Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ. Διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω τὴν τροπολογίαν, δι’ ἧς προβάλλω, ἡ Βουλὴ νὰ μὴ μεταβάλῃ τοὺς φορολογικοὺς ὅρους ἐπὶ τῶν ζώων, οἱ ὁποῖοι ἴσχυον καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος.

§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ, εἰς ἣν ἀνετέθη ἡ ἐξέτασις περὶ τοῦ κτήματος Ἀδάμαις, ἐπιθυμεῖ νὰ ὑποβάλῃ πρότασίν τινα εἰς τὴν Βουλὴν, ἀμέσως μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Δηλιγιάννη.

§47ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι παρὼν ὁ πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς.

§48ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς, εἰς ἣν ἀνετέθη ἡ ἐξέτασις τῆς ὑποθέσεως, εἶναι ἀπὼν, ἐκδηλῶν τὴν ἀπόφασιν τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, λέγω, ὅτι αἱ 10 ἡμέραι, ἤτοι ὁ χρόνος, ὃν ὥρισεν ἡ Βουλὴ πρὸς ἀποπεράτωσιν τῆς ἐργασίας, ἣν ἀνέθηκεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, δὲν ἀρκεῖ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, καὶ ζητεῖ παρὰ τῆς Βουλῆς προθεσμίαν, ὅπως ἀποπερατώσῃ τὴν ἀνατεθεῖσαν αὐτῇ ἐργασίαν.

§49Γ. ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ μειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐπὶ τῶν μέχρι τοῦδε ὑποβληθέντων στηριζομένη, ἔχει τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἐντολὴ τῆς Ἐπιτροπῆς ἔληξε, καὶ ὅτι πᾶσα περαιτέρω ἐξέτασις ὄχι μόνον εἶναι περιττή, ἀλλὰ καὶ ἀσυμβίβαστος πρὸς τὴν ἐντολὴν, ἣν ἔδωκεν ἡμῖν ἡ Βουλή. Ἑπομένως φρονεῖ ἡ μειονοψηφία, ὅτι, πρὶν ἢ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ ἂν πρέπῃ νὰ δώσῃ ἢ οὔ τὴν αἰτουμένην παράτασιν, ὀφείλει ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὸ Σῶμα τοὺς λόγους, δι’ οὓς τὰ μέλη αὐτῆς φρονοῦσι τοῦτο. Τὴν δήλωσιν ταύτην ὑποβάλλομεν μόνον ἤδη, ἵνα προσθέσωμεν, ὅτι, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ σκεφθῇ καὶ ἀποφασίσῃ σήμερον περὶ τῆς παρατάσεως, (εἰς ὃ οὐδαμῶς ἀντιλέγομεν), θὰ γείνῃ περὶ τούτου μακρὰ συζήτησις, διότι θέλομεν, καθ’ ὃ ἔχομεν καθῆκον καὶ δικαίωμα, ἐκθέσει τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἡ παράτασις δὲν πρέπει νὰ χορηγηθῇ, ἀλλ’ ὅτι πρέπει μάλιστα νὰ κηρυχθῇ κατ’ ἀνάγκην καὶ ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὴν ἀλήθειαν καὶ πρὸς τὰ ἱερώτατα δικαιώματα ἡ ἐντολὴ τῆς Ἐπιτροπῆς λήξασα.

§50Δ. ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἡ ἀπόφασις, διὰ τῆς ὁποίας ἡ Βουλὴ ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον τὸν σχηματισμὸν τῆς ἐν λόγῳ Ἐπιτροπῆς, ὥρισε προθεσμίαν δεκαήμερον, ἐντὸς τῆς ὁποίας ὤφειλε νὰ περατώσῃ τὰς ἐργασίας αὑτῆς καὶ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσιν. Ἡ δεκαήμερος προθεσμία, ὑπολογιζομένη ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐπεκυρώθησαν τὰ πρακτικά, λήγει σήμερον. Κατὰ τὸ δεκαήμερον αὐτὸ ἡ Ἐπιτροπὴ εἰργάσθη μετὰ τῆς δυνατῆς ἐπιμελείας, χωρὶς οὔτε τὴν ἑορτὴν τοῦ Ἁγίου Γεωργίου νὰ μὴν ἐργασθῇ, οὔτε κατὰ τὴν Κυριακήν. Ὁμολογῶ μάλιστα, ὅτι ὁ κ. Ζηνόπουλος, καί τοι Γεώργιος, ἦλθε καὶ αὐτὸς κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἑορτῆς του, διότι, πρὸς χάριν αὐτοῦ, δὲν εἰργάσθη ἡ Ἐπιτροπὴ τὴν προηγουμένην.

§51ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι μετέβημεν εἰς τὸν Ἰσθμόν.

§52ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Δὲν ἐπεράτωσεν ὅμως τὰς ἐργασίας αὑτῆς, κατὰ τὴν κρίσιν τῆς πλειονοψηφίας, διότι ἔχει ὑπ’ ὄψιν αὑτῆς ὑποβεβλημένας παρ’ ἁρμοδίων προτάσεις ἐξετάσεως μαρτύρων τινῶν ἀκόμη. Ἐκτὸς δὲ αὐτῶν, χθὲς ὑπεβλήθη καὶ τηλεγράφημα, διὰ τοῦ ὁποίου ὑποδεικνύεται ἡ χρησιμότης ἐγγράφων τινῶν, κατεχομένων παρά τινος ἐν Λαρίσσῃ καὶ ἀναγομένων εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Καὶ λόγῳ τῆς μήπω ἐξετάσεως μαρτύρων προταθέντων, καὶ λόγῳ τῆς ἐρεύνης περὶ τοῦ ὑποβληθέντος τηλεγραφήματος, καὶ διότι ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς φρονεῖ, ὅτι ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε παρ’ αὑτῆς συλλεγεισῶν πληροφοριῶν, ὑποδεικνύονται σημεῖά τινα, χρήζοντα περαιτέρω ἐρεύνης, ἀπεφάσισε νὰ ὑποβάλῃ δι’ ἐμοῦ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀνάγκην τῆς παρατάσεως τῆς προθεσμίας. Ὅταν ἡ Ἐπιτροπὴ ἔδιδε πρὸς ἐμὲ τὴν ἐντολὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν αἴτησιν ταύτην, ὑπεβλήθη αὐτῇ καὶ διὰ μακρῶν συνεζητήθη ἡ ἰδέα τοῦ νὰ προηγηθῇ τῆς αἰτήσεως ταύτης μία ἀφήγησις πρὸς τὴν Βουλὴν ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ἐργασιῶν ἡμῶν, καὶ μετὰ τοῦτο νὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ ἂν ἦναι ἀνάγκη νὰ δοθῇ ἡ δεκαήμερος προθεσμία, ἢ οὔ. Ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν ἐπέτρεψε νὰ προηγηθῇ ἡ ἀφήγησις. Ἐθεωρήθη δὲ τοῦτο περιττόν· τὸ μὲν, διότι ἡ πλειονοψηφία φρονεῖ, ὅτι τὸ ζήτημα ἀνάγεται εἰς τὸ τοῦ Κανονισμοῦ τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς· τὸ δὲ, διότι θεωρεῖ, ὅτι δὲν εἶναι ἴσως δικαίωμά της, οὔτε πρέπον, ἀτελοῦς ἀκόμη οὔσης τῆς ὑποθέσεως, ν’ ἀναπτυχθῇ ἡ οὐσία αὐτῆς, καὶ τρίτον, διότι τοιαύτη ἐπὶ τῆς οὐσίας πρὸς τὴν Βουλὴν γενομένη ἀφήγησις θέλει ἐπιφέρει συζήτησιν πολὺ ἐκτενῆ καὶ μακρὰν, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ ἀτελεστέρα εἶναι ἡ ὑπόθεσις. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς δὲν ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ προτάξῃ τῆς αἰτήσεως αὑτῆς τὴν ἀφήγησιν τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων, ἀλλὰ νὰ ὑποβάλῃ εἰς ὑμᾶς τὴν κρίσιν αὑτῆς περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἐπὶ δέκα ἔτι ἡμέρας παρατάσεως τῆς δοθείσης αὐτῇ προθεσμίας πρὸς ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεώς της.

§53ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν θέλετε νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, μάλιστα· εἰ δ’ ἄλλως, νὰ συζητήσωμεν τὸ περὶ παρατάσεως· ὥστε δὲν δύναται νὰ ἀναβληθῇ καὶ δι’ αὔριον.

§54ΚΑΛΛΙΓΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Νὰ τελειώσῃ προηγουμένως ἡ πρώτη ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἂς συζητηθῇ καὶ σήμερον.

§55ΤΙΝΕΣ. Μετὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν.

§56ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δύναται νὰ ἔλθῃ καὶ σήμερον, διότι δὲν πιστεύω ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν.

§57ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ἡ Βουλὴ θὰ τὸ ἀποφασίσῃ.

§58ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν ἀποφασίζει εἰς τὰ τυφλά· πρέπει νὰ φωτισθῇ πρὸς τοῦτο.

§59ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Κύριοι, μετὰ τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀρχηγὸς τῆς πλειονοψηφούσης μερίδος ἐξέθεσεν ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ διπλασιασμοῦ τοῦ φόρου τῶν αἰγῶν δὲν εἶναι φορολογικὸν ζήτημα, ἀλλ’ ἀποβλέπει εἰς ποινὴν διὰ τὰς καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἐκ τῶν αἰγῶν, καὶ ὅτι, ἀφοῦ ἀκόμη δὲν ὡρίμασεν εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅτι τὸ πρόστιμον τοῦτο πρέπει νὰ ὑποβληθῇ, εἶναι ἠναγκασμένη ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, πειθομένη εἰς τὰς δικαίας παραστάσεις τοῦ λαοῦ τῆς Ἑλλάδος, νομίζω, ὅτι πᾶσα συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὑποβληθὲν πρόστιμον, εἶναι συζήτησις περιττή· ἐκτὸς ἐὰν ὁ συζητῶν ἀποβλέπῃ εἰς τὸ νὰ δημοκοπήσῃ, κατὰ τὸ φαινόμενον, εἰς τὰς ὄψεις τοῦ λαοῦ, καὶ νὰ καταναλώσῃ χρόνον, τὸν ὁποῖον ἡ Βουλλή, κατὰ τὴν ἰδίαν του ὁμολογίαν, ἐθεώρησε καὶ θεωρεῖ πολυτιμότατον. Ἡ ἐπαρχία τῆς Γόρτυνος, κύριοι, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, μοὶ ἔδωκε τὴν ἐντολὴν καὶ μοὶ ὑπέβαλεν ἴδιον σύστημα φορολογικόν. Συνεπὴς πρὸς τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἐξέθεσα κατὰ τὴν τελευταίαν ἐνεργηθεῖσαν βουλευτικὴν ἐκλογήν, καὶ βεβαίως συμφώνως μὲ τὸ πρόγραμμά μου, ἤμην ὑπόχρεως νὰ ἐξηγήσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἔχω τὴν δεῖνα ἢ δεῖνα ἰδέαν καὶ διὰ τοὺς ὁποίους πρόκειται νὰ ψηφίσω οὕτως ἢ ἄλλως· διότι ἔδωσα ῥητὴν ὑπόσχεσιν εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ματαίως ἐζήτησε παρὰ τοῦ προαγορεύσαντος τὸ πρόγραμμα αὐτοῦ πρὸς τὴν ἐπαρχίαν του, διότι ὁ προαγορεύσας οὐδέποτε συνείθισε διὰ προγράμματος ν’ ἀποδύητε εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα, καθόσον οὐδέποτε ἐζήτησεν ἢ θὰ ζητήσῃ τὰς ψήφους τῆς ἐπαρχίας του, ἀλλὰ πάντοτε ἐπιβάλλεται εἰς αὐτὴν διὰ τῶν κυβερνητικῶν μέσων, οὐδέποτε δέ, καθ’ ὅλον τὸ διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον πολιτεύεται, ἦλθε δι’ ἐκλογῆς ἐξασκηθείσης νομίμως. Λοιπὸν τὸ φρόνημα τῆς ἐπαρχίας μου, ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, τὸ σύστημα τῆς ἐπαρχίας μου, ὅσον ἀφορᾷ τὸν φόρον τοῦτον, εἶναι τὸ ἑξῆς, εἶναι ἐκεῖνο, ὅπερ διὰ τοῦ προγράμματός μου ἐξέθηκα ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων τῆς Γορτυνίας καὶ τὸ ὁποῖον ἠναγκάσθην καὶ προγουμένως νὰ ὑποστηρίξω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Κατ’ ἀρχὴν εἶμαι κατὰ τῶν ἀμέσων φόρων· εἶμαι τῆς ἰδέας νὰ χαρισθῶσιν ἀπολύτως οἱ φόροι καὶ εἰς τὴν γεωργικὴν τάξιν, καὶ εἰς τὴν ποιμενικήν, καὶ εἰς τὰς ἄλλας, αἱ ὁποῖαι τελοῦσιν ἄμεσον φόρον. Ὁ δὲ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον εἶμαι κατὰ τῶν μέσων φόρων, προέρχεται ἀπὸ δύω σπουδαίας αἰτίας. Πρώτη αἰτία εἶναι, ὅτι οἱ ἄμεσοι φόροι, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλονται εἰς τὸν λαόν, ἀντὶ νὰ εἰσπράττωνται ὅπως ἀπαιτεῖται, εἰσπράττονται ἑκατονταπλασίως, καὶ συνάμα καταπιέζεται καὶ ἀποβάλλει τὴν ἐλευθερίαν του ὁ φορολογούμενος λαός. Οἱ εἰσπράκτορες, εἰς τοὺς ὁποίους χορηγοῦμεν τὸ δικαίωμα νὰ εἰσπράξωσι τὸν ἄμεσον φόρον, οἱ χωροφύλακες οἱ συνοδεύοντες τοὺς εἰσπράκτορας, ἀντὶ ἑνὸς λεπτοῦ ἢ μιᾶς δραχμῆς, ἢ 5 ἢ 10 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλει φόρον τὸ Κοινοβούλιον, εἰσπράττουσι διὰ τῶν καταχρήσεων καὶ πρὸς ἰδίαν ὠφέλειαν, ἂν πρόκηται περὶ δραχμῆς μιᾶς, 10 δραχμάς. Καὶ ἡ ἀπόδειξις εἶναι ἁπλουστάτη. Ἀντὶ νὰ καλῶνται οἱ φορολογούμενοι εἰς ὡρισμένην ἡμέραν καὶ ὡρισμένην ἐποχήν, καθ’ ἣν νὰ καταβάλλωσι τὸν φόρον, παραλαμβάνει ὁ εἰσπράκτωρ τὰ βιβλία του καὶ μετὰ σπείρας χωροφυλάκων μεταβαίνει ἐξ ἐφόδου εἰς τὰς οἰκίας τῶν φορολογουμένων, καὶ ἀντὶ τῆς δραχμῆς, λαμβάνει ὄρνιθας, καὶ σφάζει τὸν ἀμνὸν τοῦ φορολογουμένου, καὶ καταστρέφει τὴν ἄλλην περιουσίαν του, οὕτω, ἀντὶ μιᾶς δραχμῆς, καταντᾷ δυστυχῶς ὁ φορολογούμενος νὰ πληρώνῃ 10 καὶ ἔτι πλέον. Ὁ λόγος λοιπὸν τῶν καταχρήσεων καὶ τῶν καταπιέσεων τοῦ λαοῦ μὲ ἀναγκάζει νὰ ἦμαι κατὰ τῆς φορολογίας, καὶ λαὸς, ὁ ὁποῖος καταπιέζεται τοιουτοτρόπως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι ἀνεξάρτητος. Καὶ δι’ αὐτὸ βλέπετε, ὅτι τὸ σπουδαιότερον μέρος εἰς τὰς ἐκλογὰς ἐνασκεῖ ὁ εἰσπράκτωρ. Τί εἶναι οὗτοι, οἱ ὁποῖοι καυχῶνται, ὅτι ἔχουσι δύναμιν παρὰ τῷ λαῷ; Εἶναι αἱ μάστιγες ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι καταστρέφουσι τὴν περιουσίαν τοῦ πολίτου καὶ δι’ ἀπειλῶν καὶ βίας λέγουσιν εἰς τὸν πολίτην: ἐκεῖ πρέπει νὰ δώσῃς τὴν ψῆφόν σου· ἄλλως, ἡ περιουσία σου εἶναι κατεστραμμένη. Ἐννοεῖτε δὲ ποίαν ἔχουσιν ἐπιῤῥοὴν οἱ εἰσπράκτορες ἐπὶ τοῦ λαοῦ καὶ πόσον συντελεῖ εἰς τὴν ταπείνωσιν τοῦ λαοῦ τὸ σύστημα τῶν ἀμέσων φόρων. Ἰδοὺ ἡ αἰτία δι’ ἣν εἶμαι κατὰ τῶν ἀμέσων φόρων. Ὁ δεύτερος λόγος, τὸν ὁποῖον μοὶ ὑπηγόρευσε τὸ πνεῦμα τῆς ἐπαρχίας, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύω μόνος, εἶναι ὁ ἑξῆς. Ὁ λόγος οὗτος εἶναι ἐκ τοῦ σκοποῦ. Ὁ σκοπὸς διὰ τὸν ὁποῖον πληρώνει φόρους ὁ λαὸς, ποῖος εἶναι; Πρῶτος σκοπὸς, εἶναι ὁ τῆς συγκοινωνίας. Ὁ λαὸς πληρώνει φόρους διὰ νὰ ἔχῃ δρόμους, διὰ νὰ ἔχῃ γεφύρας, μέσα συγκοινωνίας, δι’ ὧν νὰ δύναται, πληρώνων φόρους, νὰ ἐργάζηται ἐλευθέρως εἰς ἐπιχειρήσεις καὶ εἰς τὰ κτήματά του καὶ νὰ λαμβάνῃ διὰ τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας πολὺ περισσότερα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα τελεῖ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Ἕτερος λόγος εἶναι ἡ ἀσφάλεια τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος πληρώνει φόρους, διὰ νὰ μὴν ὑφίσταται ζωοκλοπὴ, διὰ νὰ ἦναι ἀπηλλαγμένος ὅλως διόλου ἀπὸ τῆς ζωοκλοπῆς, ἀπὸ τῆς λῃστείας καὶ ὅλων τῶν ἄλλων κακῶν, τὰ ὁποῖα οἱ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις πάσχουσι, καὶ τὰ ὁποῖα γνωρίζετε ὅλοι, ὅσοι μεταβαίνετε εἰς τὰς ἐπαρχίας σας. Ἐκτὸς τούτων, διατί συνεισφέρονται οἱ φόροι; Συνεισφέρονται διὰ τὰ φῶτα, διὰ τὴν πρόοδον, διὰ τὸ ἐμπόριον τοῦ λαοῦ. Σᾶς παρακαλῶ, οἱ ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις ἀπολαμβάνουσιν ὅλων αὐτῶν τῶν ἀγαθῶν, διὰ τὰ ὁποῖα συνεισφέρουσι φόρους, ὅπως καὶ οἱ ἐν ταῖς μεγάλαις πόλεσιν εὑρισκόμενοι; Ἔχει ὁ λαὸς τῶν ἐπαρχιῶν ἀσφάλειαν κατὰ τῆς ζωοκλοπῆς; Ἔχει μέσα συγκοινωνίας; Ὁ ἔντιμος προαγορεύσας ἔκαμε καλὰ ν’ ἀπέλθῃ τοῦ Κοινοβουλίου, διότι ἐὰν ἦτο παρὼν κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν, δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ ἐρυθριάσῃ καὶ ἡ συνείδησίς του νὰ τὸν καταδικάσῃ, διότι οὐδέποτε ἐφρόντισε, καί περ ἐπανειλημμένως ἐλθὼν Ὑπουργὸς, νὰ κάμῃ καὶ τὸ ἐλάχιστον μέσον συγκοινωνίας ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ του. Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον κατανάλωσε ματαίως τὸν χρόνον, καὶ ὁ λόγος δι’ ὃν ἡ Βουλὴ δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐννοήσῃ τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἐπὶ τόσον χρόνον καὶ τόσας ἡμέρας ἐλάλησε περὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ἐν ὅσῳ λοιπὸν ὁ λαὸς δὲν ἔχει μέσα συγκοινωνίας, δὲν εἶναι ἐξησφαλισμένος ἐκ τῆς ζωοκλοπῆς, ἡ ὁποία ἔχει καταντήσει μάστιξ εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε κινδυνεύουσι τῶν ἰδιοκτητῶν τὰ ζῶά των νὰ κλέπτωνται ἀπὸ τῆς θύρας των, καὶ ὁ ζωοκλέπτης νὰ μένῃ ἀκαταδίωκτος, καὶ ἐν τούτοις κατὰ δυστυχίαν ἀκόμη δὲν ἐλήφθη μέτρον οὐδὲν κατὰ τῆς ζωοκλοπῆς, διὰ νὰ σωθῶσιν αἱ ἐπαρχίαι.

§60ΤΙΝΕΣ. Ὑπεβλήθη νομοσχέδιον περὶ τούτου.

§61ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Ἰδοὺ ὁ λόγος, δι’ ὃν δὲν πρέπει νὰ πληρώνηται φόρος διὰ τὰς αἶγας καὶ τὰ πρόβατα. Ἐὰν αἱ Ἐπαρχίαι δὲν ὑφίσταντο τοὺς κινδύνους τῆς ζωοκλοπῆς, καὶ τοὺς ἕνεκα ἐλλείψεως τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας, νομίζετε ὅτι δὲν ἤθελον τελεῖ, καὶ πολὺ μάλιστα εὐχαρίστως, ὄχι μόνον αὐτὸν τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον ζητεῖτε νὰ ἐπιβάλητε, ἀλλὰ καὶ ἔτι μεγαλείτερον; Ὅταν λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις, ἥτις εἰσήγαγε συμβάσεις περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμων, ἀποφασίσασα νὰ δώσῃ μέσα συγκοινωνίας, φροντίσῃ νὰ πραγματοποιηθῶσιν αἱ συμβάσεις αὗται καὶ κατασκευασθῶσι τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας, ἀποθανατίζουσα οὕτω τὸ ὄνομά της, τότε μὴ ἀμφιβάλητε, ὅτι ὅλος ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος θέλει τελεῖ τοὺς φόρους, πολὺ μάλιστα εὐχαρίστως, καὶ δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη οἱ εἰσπράκτορες νὰ τὸν καταναγκάζουν. Ἰδοὺ ὁ λόγος, δι’ ὃν αἱ ἐπαρχίαι δὲν ἐνόησαν ἀκόμη ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ δεχθῶσι τὸν φόρον ἐπὶ τῶν αἰγῶν, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι ἀξιέπαινος ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐφρόντισε πρότερον περὶ τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας· κατὰ δὲ τὸ ἑπόμενον ἔτος, ὅτε τὰ μέσα ταῦτα τῆς συγκοινωνίας θὰ πραγματοποιηθῶσι, μὴ ἀμφιβάλητε, ὅτι τὸν φόρον τοῦτον ἐκ τῶν πρώτων θέλει τὸν δεχθῆ.

§62Ι. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, ἀγορεύων προχθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐξετόξευσε καὶ βέλος τι ἐπικρίσεως καὶ ψόγου, οὐχὶ κατ’ ἐμοῦ, διότι, ἐὰν τὸ βέλος ἀπηυθύνετο κατ’ ἐμοῦ, ἤθελον τηρήσει σιγὴν ἐκ σεβασμοῦ πρὸς ἄνδρα ἀκαμάτως ἐργαζόμενον πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ τόπου, ἀλλὰ κατὰ τοῦ ἔργου τοῦ ἐθνικοῦ, ὅπερ εὐτυχῶς ἔλαβεν ἤδη ὑπὸ τὴν προστασίαν της ἡ Βουλή· καὶ διὰ τοῦτο δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται ἡ σιγή. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἐπιψηφίζομεν νομοσχέδια ἀφορῶντα τὴν ἐμψύχωσιν τῆς ἐμπορικῆς ἡμῶν ναυτιλίας, καὶ ὅμως ἀποκρούομεν τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους προτείνει. Ἐπιψηφίζομεν, λέγει, νομοσχέδια συνεπάγοντα αὔξησιν δαπανῶν, δὲν ἐπιψηφίζομεν δὲ τὰς προτεινομένας αὐξήσεις φόρων. Διαμαρτύρομαι, κύριοι, κατὰ τοῦ δευτέρου μέρους τῆς αἰτιάσεως ταύτης, ὡς μὴ συμφώνου πρὸς τὴν ἀλήθειαν. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ δὲν ἀποκρούω τοὺς νέους φόρους, ἀποδεχόμενος ὡς ὀρθὴν τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ δαπάνη, ἡ μᾶλλον παραγωγικὴ καὶ διὰ τὸν φορολογούμενον αὐτὸν, εἶναι οἱ καταβαλλόμενοι φόροι, ὅταν δαπανῶνται εἰς ἃ δεῖ, καὶ ἐπέρχεται ἡ ἀγαθὴ διοίκησις, ἡ προάγουσα τὰς κοινωνίας καὶ εἰς τὴν εὐημερίαν αὐτῶν συντελοῦσα. Δέν ἀποκρούω λοιπὸν τοὺς νέους φόρους· τοὐναντίον, λυποῦμαι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσαγομένου τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν εἶχε τὸν καιρὸν, ὅπως ὑποβάλῃ καὶ νέα οἰκονομικὰ μέτρα. Λυποῦμαι ἐπὶ τῇ ἀτελείᾳ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλήν. Ἵνα τί ὁ κύριος ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἔθεσε φόρον καὶ ἐπὶ ἄλλων ἀντικειμένων; Ἵνα τί δὲν ἐπρότεινε φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ἐπὶ τοῦ ἅλατος, ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων; Ἵνα τί δὲν ἐγένετο σκέψις, ὅπως μεταβάλωμεν καὶ αὐτὸ τὸ σύστημα τῆς φορολογίας ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, σύστημα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀτελὲς, σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀποστερεῖ τὸ ἔθνος μιᾶς προσόδου σπουδαίας; Κύριοι, ἐγένετο λόγος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πολλάκις περὶ τῆς Ἰταλίας. Πράγματι ἡ Ἰταλία ἐπετέλεσεν ἔργον κολοσσιαῖον, καὶ βεβαίως τὸ ἔργον τῆς μιᾶς καὶ ἡνωμένης Ἰταλίας ἦτον ἔργον κολοσσιαῖον. Δὲν ἐπετέλεσεν ὅμως αὐτὸ, δὲν ἤχθη εἰς ὃ εὑρίσκεται σημεῖον, δὲν κατέστη ἡ ἕκτη μεγάλη Δύναμις τῆς Εὐρώπης, χωρὶς νὰ ὑποβληθῇ εἰς θυσίας. Ὑπεβλήθη εἰς θυσίας, εἰς θυσίας, αἱ ὁποῖαι ἐθεωρήθησαν ὑπεράνθρωποι. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι, ἵνα ὦμεν ἐν γνώσει τῶν πραγμάτων, νὰ καταφύγω εἰς τὴν γλῶσσαν, τὴν λίαν εὔγλωττον καὶ λίαν πειστικὴν, τῶν ἀριθμῶν, ἵνα ἴδητε ποία εἶναι ἡ οἰκονομικὴ κλίμαξ, ἣν διέτρεξεν ἡ Ἰταλία, διὰ νὰ φθάσῃ εἰς ἃ σημεῖον ἔφθασεν. Ὅτε, κύριοι, ἐτελείωσεν ἡ Ἰταλία τὸ ἔργον τῆς ἀνακτήσεως τῆς ἀνεξαρτησίας της, τὸ 1866, ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Ἰταλίας ἦτο 617,000,000 ἔσοδα, δαπάναι δὲ 1,338,000, ἔλλειμμα 721,000,000. Τὸ 1867 εἰσπράξεις, 714,000,000, δαπάναι 928,000,000, ἔλλειμμα 224,000,000. Τὸ 1868, εἰσπράξεις 768,000,000, δαπάναι 1,014,000, ἔλλειμμα 245,000,000. Τὸ 1869 εἰσπράξεις 870,000,000, δαπάναι 1,019,000,000, ἔλλειμμα 148,000,000. Τὸ 1870 εἰσπράξεις 865,000,000, δαπάναι 1,080,000,000, ἔλλειμμα 214,000,000. Τοιαύτη ἡ κατάστασις, εἰς ἣν περιῆλθεν ἡ Ἰταλία μετὰ τὴν συντέλεσιν τοῦ ἐθνικοῦ ἔργου. Τί ἔπραξεν, ὅπως ἐξέλθῃ αὐτῆς; Ἀφ’ ἑνὸς μὲν περιώρισαν τὰς δαπάνας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ηὔξησαν ἐπὶ τοσοῦτον τοὺς φόρους, ὥστε ἡ Ἰταλία κατέστη μία ἐκ τῶν μᾶλλον φορολογουμένων χωρῶν. Ἔξοχος πολιτικὸς ἀνὴρ εἶπεν, ὅτι ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς τῆς Ἰταλίας ἐπέδειξε κατὰ τὴν διοίκησιν τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τὴν μεγίστην τοῦ οἰκονομολόγου ἀρετήν, τὴν θηριωδίαν. Ὁ αὐτὸς ὑπουργὸς διοικεῖ πρὸ χρόνων τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἰταλίας, καὶ ἐξακολουθεῖ διευθύνων αὐτὰ καὶ σήμερον ἀκόμη, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι. Ἐλέχθη ὅτι ὁ ὑπουργὸς οὗτος εἶχε τὴν ἀρετὴν τῆς θηριωδίας, διότι βεβαίως, ὅταν διοικῇ τις ἕν Κράτος καὶ εὑρίσκεται ἀπέναντι δεινῶν οἰκονομικῶν περιστάσεων, πρέπει νὰ ἔχῃ πολὺ θηριώδη τὴν καρδίαν, ἵνα προτιμᾷ τὸ συμφέρον τοῦ ἠθικοῦ προσώπου τῆς Πολιτείας, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει φωνήν, δὲν δύναται δάκρυα νὰ χύσῃ, τοῦ συμφέροντος ἐκείνου, ὅστις ἐπικαλεῖται τὸ ἔλεος τοῦ δυναμένου νὰ ἐλεήσῃ καὶ μετὰ κραυγῶν καὶ δακρύων ζητεῖ ἄρτον, λέγων «ἀποθνήσκω τῆς πείνης». Λοιπὸν ὁ ὑπουργὸς ἐκεῖνος ἔδειξε τὴν ἀρετὴν τῆς θηριωδίας, λαμβάνων μέτρα περιοριστικὰ τῶν δαπανῶν. Τί δὲ ἔπραξε καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν φορολογίαν; Δὲν ὑπῆρξεν ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπέβαλεν εἰς φορολογίαν. Παραπονούμεθα κατὰ τοῦ φόρου, ὃν πρόκειται νὰ ἐπιβάλωμεν ἐπὶ τῶν προβάτων καὶ ἐπὶ τῶν αἰγῶν. Ἡ Ἰταλία ἔθεσε φόρον καὶ ἐπὶ τοῦ ἀλέσματος. Ὅταν ὁ χωρικὸς μεταφέρῃ εἰς τὸν μύλον τὸν ὀλίγον σῖτον, τὸν ὁποῖον ἔχει πρὸς συντήρησιν τῆς οἰκογενείας του, παρουσιάζεται ὁ εἰσπράκτωρ καὶ τῷ λέγει «δός μοι τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ ὀλίγου ἀλέσματός σου». Καὶ εἰς μὲν τὴν βόρειον Ἰταλίαν ὑπῆρχε προηγουμένως ὁ φόρος οὗτος, εἰς τὴν μεσημβρινὴν ὅμως δὲν ὑπῆρχε, καὶ ἐκλονίσθη ἡ δημοσία τάξις τῆς Ἰταλίας. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀπέβλεπεν εἰς ἀνώτερον σκοπόν, ἡ Βουλὴ δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰς διαμαρτυρίας καὶ διετήρησε τὸν φόρον, καὶ δὲν ἐτόλμησεν οὔτε ἡ μία, οὔτε ἡ ἄλλη πτέρυξ νὰ δημοκοπήσωσι καὶ ἀφαιρέσωσιν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων ἠδύνατο νὰ πλάσσῃ τὴν Ἰταλίαν καὶ σώσῃ αὐτὴν, ἀλλὰ καὶ αἱ δύω μερίδες συνεφώνησαν εἰς τὰ μέτρα τὰ συνετὰ, καίτοι σκληρά. Ἐπέβαλεν ἡ Βουλὴ τῆς Ἰταλίας φόρον ἐπὶ τοῦ κρέατος, φόρον ἐπὶ τῶν ποτῶν, ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἐφ’ ὅλων τῶν εἰσαγομένων, καὶ αὐτῶν τῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης, ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Ἀπὸ τοῦ καπνοῦ ἔφθασε νὰ εἰσπράττῃ 98,000,000. Τὰ δὲ μέτρα ταῦτα τῶν οἰκονομιῶν ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῶν νέων φόρων ἀφ’ ἑτέρου ἐπήνεγκον τὰ ἑξῆς ἀποτελέσματα. Τὸ 1871 εἰσέπραξεν 966,000,000, ἐδαπάνησεν 1,040,000,000· ἐξακολουθοῦν αἱ δαπάναι, διότι ἤθελεν ἡ Ἰταλία νὰ κάμῃ σιδηροδρόμους, καίτοι ἦτο τοσοῦτον βεβαρυμένη καὶ ὑπῆρχον μέσα συγκοινωνίας· διότι ἐνόμισεν ἡ Ἰταλία, ὅτι ὤφειλε νὰ μεριμνήσῃ ὄχι μόνον διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ἐσωτερικῆς συγκοινωνίας, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἐξωτερικὴν ἄμυναν τῆς χώρας, καὶ διὰ τοῦτο ἐπελήφθη τῆς κατασκευῆς νέων σιδηροδρόμων, καὶ ἀνέλαβε τὴν κατασκευὴν αὐτῶν αὐτὴ ἡ Πολιτεία. Λοιπὸν τὸ 1871 αἱ εἰσπράξεις ἔφθασαν εἰς 966,000,000, αἱ δαπάναι εἰς 1,040,000,000, ἔλλειμμα 74,000,000. Τὸ 1872 εἰσπράξεις 1,014,000,000, δαπάνη 1,097,000,000, ἔλλειμμα 83,000,000. Τὸ 1873, εἰσπράξεις 1,047,000,000, δαπάνη 1,136,000,000, ἔλλειμμα 89,000,000. Τὸ 1874, εἰσπράξεις 1,077,000,000, δαπάνη 1,090,000,000, ἔλλειμμα 13,000,000. Τὸ 1875 ἐφθάσαμεν ὄχι μόνον εἰς τὸ ἰσοσκελὲς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ αὔξησιν· εἰσπράξεις 1,096,000,000, δαπάνας 1,082,000,000, περίσσευμα 13,000,000. Ἔφθασαν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, ἐλαττώσαντες τοὺς φόρους; Ὄχι. Συζήτησις σφοδρὰ ἠγέρθη εἰς τὸ Ἰταλικὸν Κοινοβούλιον, ἵνα ἐλαττωθῇ ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ ἀλεύρου, ὁ σκληρὸς αὐτὸς φόρος. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρουσιάζεται καὶ λέγει: δὲν συναινῶ, δὲν εἶμαι ἀκόμη εἰς κατάστασιν νὰ δεχθῶ τὴν ἐλάττωσιν αὐτοῦ τοῦ φόρου. Ἐπέμεινε τοὐναντίον νὰ τεθῇ καὶ νέος φόρος ἐπὶ πολλῶν ἀντικειμένων, ἅπερ δὲν ἐφορολογοῦντο παντάπασιν, ἢ δὲν ἐφορολογοῦντο ἀρκούντως, ἵνα δυνηθῇ οὕτω νὰ προφυλάξῃ τὴν Ἰταλίαν ἐκ τῶν λυπηρῶν συνεπειῶν ἑνὸς οἰκονομικοῦ ὀλέθρου. Ἡ Ἰταλία εἶχε καταφύγει καὶ εἰς τὸ χαρτονόμισμα. Εἶχεν ἐνεακόσια ἑκατομμύρια χαρτονομίσματος εἰς κυκλοφορίαν, ἡ δὲ πίστις αὐτῆς εἶχε φθάσει, ὥστε νὰ δανείζηται ἐπὶ 40 καὶ 36%.

§63ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ποτέ.

§64ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ναὶ, κύριε Καλλιγᾶ, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη.

§65ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς τὴν Αὐστρίαν συνέβη τοῦτο.

§66ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Εἰς τὴν ἀγορὰν τῶν Παρισίων ἐδίδοντο 35 ἕως 40%.

§67ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τιμὴ τῶν χρεωγράφων.

§68ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Αὐτὴν τὴν τιμὴν ἐννοῶ, αὐτὴ ἡ τιμὴ ἀντιπροσωπεύει τὴν πίστιν. — Ἡ ἀντιπολίτευσις ἐπέμεινεν εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου, καὶ ὁ Ὑπουργὸς ἀνθίσταται. Καὶ ἐκεῖ τάχα δὲν ἔχουν ἐκλογάς, δὲν ἔχουσι πολιτικὸν συμφέρον, ὅπως περιποιοῦνται τοὺς ἐκλογεῖς των οἱ βουλευταί; Βεβαίως. Καὶ ὅμως ὑπεστηρίχθη ὁ Ὑπουργός· ἠναγκάσθη μόνον νὰ παραιτηθῇ καὶ παρῃτήθη καὶ ἔμεινε μακρὰν τῆς Ἐξουσίας 8 μῆνας· ἠναγκάσθησαν ὅμως νὰ τὸν ἐπαναφέρωσι. Διετηρήθη λοιπὸν καὶ ἐκεῖνος ὁ φόρος, καὶ μόνον τὸ 1880 ἐδέχθησαν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν σιτηρῶν τῆς τελευταίας ποιότητος· ὅσον δ’ ἀποβλέπει τὸν τῆς πρώτης ποιότητος, τὸν διετήρησαν μέχρι τοῦ 1883. Ποῦ ἔφθασαν δὲ, χάρις εἰς τὰ τοιαῦτα μέτρα; τὸ 1876, εἰσπράξεις 1,122,000,000, δαπάναι 1,102,000,000, περίσσευμα 20,000,000. Τὸ 1877, περίσσευμα 20,000,000. Τὸ 1878, 1,180,000,000 εἰσπράξεις, 1,177,000,000 δαπάναι, 22,000,000 περίσσευμα. Τὸ 1879 1,228,000,000 εἰσπράξεις, 1,185,000,000 δαπάναι· ὥστε ἔχομεν περίσσευμα 42,000,000. Τὸ 1880 1,348,000,000 εἰσπράξεις, 1,324,000,000 δαπάναι, 23,000,000 περίσσευμα. Εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην κατὰ τὸ 1880 ἡ Ἰταλία νὰ λάβῃ μέτρα περὶ αὐξήσεως τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων. Ἀλλὰ βλέπετε, κύριοι, ὅτι ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον οὐχὶ τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ εἰς τὸ σημεῖον τοῦ περισσεύματος, καὶ ἔφθασε καὶ εἰς τί ἀκόμη; Κατήργησε τὴν κυκλοφορίαν τοῦ χαρτονομίσματος· ἠδυνήθη νὰ κάμῃ ἓν δάνειον ἐξωτερικὸν, καὶ τοιουτοτρόπως ἔπαυσεν ἡ βιαία κυκλοφορία τοῦ χαρτονομίσματος, καὶ ἐπῆλθεν οὕτως ἀνυπολόγιστος βελτίωσις εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ εἰς ὅλους ἐν γένει τοὺς κλάδους τῆς ἐθνικῆς βιομηχανίας. Τοιαύτη εἶναι, κύριοι, ἡ πορεία, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησαν τὰ ἔθνη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν περιορίζονται εἰς τὸ μεγαλοῤῥημονεῖν, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα θέλουσι τοὺς λόγους νὰ τοὺς παρακολουθοῦν καὶ τὰ πράγματα. Καὶ ἡμεῖς λοιπὸν, κύριοι, δὲν πρέπει νὰ ἀντιτασσώμεθα κατὰ τῶν νέων φόρων, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀπαιτήσωμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀγαθὴν διοίκησιν, διότι ἡ ἀγαθὴ διοίκησις εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία προάγει τὰ ἔθνη καὶ ἡ ὁποία ἀναπτύσσει καὶ ὁδηγεῖ αὐτὰ εἰς τὴν πρόοδον, εἰς τὴν εὐημερίαν καὶ τὸ μεγαλεῖον. Ἂν ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ὑποσχεθῇ ἡμῖν τὴν ἀγαθὴν διοίκησιν, καὶ ἂν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα λαμβάνει, τείνουν εἰς αὐτὸ, τότε οὐ μόνον δὲν πρέπει νὰ ἀρνηθῶμεν τοὺς ὅσους ζητεῖ παρ’ ἡμῶν φόρους, ἀλλὰ τοὐναντίον νὰ τὴν παρακαλέσωμεν νὰ φανῇ γενναιοτέρα, καὶ νὰ μὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν πολιτικὸν συμφέρον καὶ τὰ παράπονα τῶν φορολογουμένων, ἀλλὰ νὰ προβῇ καὶ νὰ φορολογήσῃ μετὰ θάῤῥους ὅλα τὰ ἀντικείμενα ἐκεῖνα, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ λάβῃ τὰ μέσα νὰ ἀνορθώσῃ τὰ κοινὰ καὶ ὁδηγήσῃ τὸ ἔθνος ἐκεῖ, ἔνθα ὁ προορισμός του καλεῖ αὐτό. Τὰ μισὰ μέτρα εἰσὶν ὀλέθρια· αὔξησις δὲ φόρων ἄνευ ἀγαθῆς διοικήσεως ὁδηγεῖ εἰς καταστροφὰς, τὰς δὲ καταστροφὰς δέον νὰ προλάβωμεν διὰ παντὸς μέσου, ὅσοι ἀνήκομεν τοὐλάχιστον εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν στεργόντων τὰ παρόντα καὶ ἐπιζητούντων τὰ βελτίω.

§69ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, συγχαίρω τὴν Κυβέρνησιν, διότι ὑπεχώρησε.

§70ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἀγαπᾶτε τὰς ὑποχωρήσεις.

§71Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀγαπῶ τὰς ὑποχωρήσεις. Βλέπω, ὅτι ἔχω μιμητὰς ἐνθέρμους, καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης θέλετε παύσει πλέον τὴν εἰρωνείαν, ἡ ὁποία στρέφεται καθ’ ὑμῶν. Καὶ βεβαίως, κύριοι, δὲν εἴμεθα ἐδῶ, ἵνα λαμβάνωμεν δικτατορικὰς διαταγὰς, δὲν εἶσθε ἐδῶ διὰ νὰ κύπτετε, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐκφέρητε τὴν γνώμην σας καὶ τὴν ἐπιβάλετε. Ἐν τῇ τολμηρᾷ ἀπειρίᾳ των ἄλλοτε ἠρνήθησαν τὴν ἀλήθειαν ταύτην, καὶ ἐμέμφθησαν ἐμὲ ὡς σεβόμενον τὰς ἀπαιτήσεις τῆς Βουλῆς, δὲν ἤργησαν ὅμως νὰ τιμωρηθῶσι σκληρῶς, καὶ ἰδοὺ, σήμερον εὐτυχῶς διωρθώθησαν· ἂς ὁμολογήσωσιν ὅτι ὅσα ἔλεγον τότε, ἦτον ἐγκαύχησις ἐξ ἀπειρίας καὶ λόγοι μόνον ἐλαφροί. Χαίρω ἀκόμη διότι βλέπω, ὅτι ἤρχισεν ἡ Κυβέρνησις νὰ σκέπτηται ὁποσοῦν ὡς Κυβέρνησις σοβαρῶς, καὶ εὔχομαι νὰ μὴ μείνῃ μόνον εἰς τοὺς λόγους, ἀλλὰ νὰ προχωρήσῃ καὶ εἰς τὰ πράγματα. Εἰς ὅλους, κύριοι, ὀδυνηρὰν πρέπει νὰ ἐπροξένησεν ἐντύπωσιν τὸ ὕφος αὐτοῦ, ἐν ᾗ στιγμῇ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, παρουσιασθεὶς ἐνώπιόν σας, σᾶς ἐξήγησε τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ διὰ πλείστης ἀδιαφορίας, καὶ εὐχαριστεῖτο, ὅτι εὑρέθη περίσσευμα ἐκ τῶν δανείων, καλύπτον τὸ ἔλλειμμα, καὶ οὔτε ἐδείκνυεν, ὅτι ἐσκέπτετο κἄν τινι τρόπῳ τὸ ἔλλειμμα αὐτὸ τὸ κολοσιαῖον ἤθελε πληρωθῇ. Εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν ἤρκει τότε, καὶ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, φαίνεται, ὅτι εὑρέθησαν χρήματα, ἵνα καλύψωσι τὰ ἐλλείμματά του. Καὶ διὰ τοῦτο συγχρόνως, ἀλλὰ καὶ πολὺ ἀστείως, παρουσίασεν ἐνώπιόν σας μέτρα σπουδαῖα, ἀφορῶντα εἰς τὸ μέλλον καὶ τὸ παρὸν, τῶν ὁποίων ὅμως ἡ πραγματοποίησις εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατος ἄνευ χρημάτων καὶ πίστεως βεβαίας καὶ σταθερᾶς· ἐζήτει νὰ φενακίσῃ ὑμᾶς, ὅταν σᾶς ὑπέβαλε τὰ μέτρα ταῦτα ἄνευ χρημάτων, ἐνῷ ἀποφεύκτως ἔχουν ἀνάγκην περισσεύματος μεγάλου, καὶ πλείστων χρημάτων, καὶ οὐχὶ ἐλλείμματος. Χαίρω λοιπὸν, λέγω, διότι τὴν κακὴν αὐτὴν ὁδὸν δεικνύουν, ὅτι παρῄτησαν, ἀλλὰ δὲν θέλομεν μείνει ἱκανοποιημένοι, ἂν τὴν νέαν αὐτὴν τροπὴν δὲν ἴδωμεν καὶ πραγματοποιουμένην. Μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης εἰς τὰ πράγματα τὰ ἐναντίον παρουσιάζεται, καὶ ὁμολογῶ τὸ δύσκολον τῆς θέσεως ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι συνείθισαν νὰ δημοκοπῶσι καὶ νὰ προσφέρωσιν εἰς τὸν βωμὸν τῆς δημοκοπίας τὰ συμφέροντα τοῦ Τόπου. Ὅταν, κύριοι, ἠλάττωσαν ἄλλοτε τοὺς φόρους, ὁ προϋπολογισμὸς ἐπιέζετο ἀπὸ ἔλλειμμα οὐσιῶδες. Τὸ μέτρον τῶν τοῦτο ἐπολέμησα διὰ τοῦτο τότε καὶ εἶπον πρὸς αὐτούς: ἡ ἐλάττωσις εἶναι καλὴ καὶ ὠφέλιμος, ἀλλ’ ἀληθὴς δὲν ὑπάρχει, εἰμὴ ὅταν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ὑπάρχῃ περίσσευμα· ἂν ἐλαττώνετε τοὺς φόρους ἐνῷ ἔχετε ἔλλειμμα, αὐξάνετε τὰς δυσκολίας καὶ ὑποβάλλετε τὸ ἔθνος ἐντὸς ὀλίγου εἰς τὰ μείζονα κακὰ, τὰ ἐκ τῆς ἐλλείψεως, καὶ εἰς τὰ κακὰ νέων καὶ ἀσυλλογίστων φορολογιῶν, νέων χρεῶν, καὶ αὐτὸ συνέβη. Τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν μετέβαλον τοὺς φορολογικοὺς νόμους καὶ εἰσήγαγον τὸ βωδολογικὸν σύστημα, τὴν ἡμέραν αὐτὴν ἐπέβαλον φόρον ἐπὶ τῆς σταφίδος, καὶ σήμερον ἐπὶ τοῦ ἰδίου των συστήματος φέρουσι μεταβολὰς, αὐξάνουσι τοὺς φόρους, προσθέτουσι νέους φόρους, καὶ σήμερον αὔξησιν φόρων ἐπὶ τῶν ζώων σᾶς ζητοῦν. Εἶναι ὅμως περίεργος ἡ ἰδέα, τὴν ὁποίαν ἔχουν οἱ ἄνθρωποι οὗτοι περὶ τῆς γῆς καὶ περὶ τῶν ἐπ’ αὐτῆς φόρων. Νομίζουσιν, ὅτι εἶναί τι διάφορον ἡ ποικίλη παραγωγὴ τῆς γῆς, καὶ ὅτι δὲν εἶναι προϊὸν τῆς γῆς ἡ σταφὶς, ἡ κτηνοτροφία, ὅτι ὁ φόρος καὶ ἡ ἐπιβάρυνσις ἐπὶ τῆς παραγωγῆς τῆς σταφίδος, ἐπὶ τῆς παραγωγῆς τῶν γεννημάτων, τῆς κτηνοτροφίας, δὲν ἔχουσι σχέσιν, καὶ νομίζουν, ὅτι ταῦτα εἶναι χωριστὰ καὶ ἀσύνθετα, δὲν ἐπιβαρύνουν, δὲν προσβάλλουν τὴν κτηματικὴν καὶ γεωργικὴν τάξιν, ὅτι τὸ ἕν εἶναι ἀδιάφορον τοῦ ἑτέρου. Ἀλλ’ ὁ γεωργὸς ἐν Ἑλλάδι εἶναι σταφιδοῦχος καὶ κτηνοτρόφος, καὶ διὰ τοῦτο ἔχουσι τὴν τόλμην νὰ λέγωσι πρὸς ἡμᾶς «εἶσθε ἄσπλαγχνοι πρὸς τοὺς γεωργοὺς καὶ κτηματίας, ποτὲ δὲν ἐφροντίσατε σεῖς δι’ αὐτοὺς ὡς ἡμεῖς». Ἀληθῶς ποτὲ ἡμεῖς δὲν ἐπεβάλομεν δημοκοπικῶς ἐλάττωσιν φόρων τῆς γῆς, ἵνα ἔλθωμεν τὴν ἐπιοῦσαν νὰ ἀναπληρώσωμεν τὰ ἐλλείμματα δι’ ἄλλου φόρου ἐπὶ τῆς γῆς ἐπίσης καὶ τῶν προϊόντων αὐτῆς καὶ διὰ δανείων. Ποῦ ποτε δὲν πράττουσι οὕτως. Ἀλλὰ δὲν ἀποδίδετε καὶ πρὸς ἡμᾶς τὴν ἰδίαν στοργὴν, τὴν ὁποίαν σεῖς ἐπιδείκνυσθε ὅτι ἔχετε πρὸς τοὺς γεωργούς; Καὶ ἐνθυμήθητε ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα γεωργοὶ, σεῖς δὲ ὡς πρὸς τοῦτο εἶσθε φιλέλληνες....

§72ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὄχι, ἐγὼ εἶμαι γεωργός.

§73Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐκτὸς τοῦ κ. Ῥούφου μόνου. Καὶ συμφέρον λοιπὸν ἔχομεν ἡμεῖς, ἐὰν δὲν πονῶμεν, νὰ ἀγαπῶμεν τοὺς γεωργοὺς, καὶ τοὺς ἀγαπῶμεν καλλίτερον ὑμῶν. Σεῖς οὐδὲν συμφέρον ἔχετε, καὶ διὰ τοῦτο ὀλίγον φροντίζετε περὶ αὐτῶν. Καὶ πρὸς μίαν ὕβριν, τήν ὁποίαν ἤκουσα ἐκφερομένην, θέλω ἀπαντήσει, διότι ἠξεύρω τὴν τακτικὴν τῶν ἀντιπάλων, θέλω ἀπαντήσει ὅσον ταπεινὴν καὶ ἂν ἔχει τὴν πηγὴν, ὅσον χαμηλὰ καὶ ἂν ἐκπορεύεται· θέλω ἀπαντήσει, διότι τὴν κοινωνίαν κατέκλυσε πρὸ πολλοῦ ἡ συκοφαντία καὶ ἡ διαβολὴ, τεχνιέντως διαδιδόμεναι, καὶ πρέπει ν’ ἀποκαλυφθῶσι. Ναί, κύριοι, ἔχω ἰδιοκτησίας, ἀλλ’ ἀπέλθετε εἰς τὰς Τραπέζας, εἰς τὰ Συμβολαιογραφεῖα, νὰ ἴδητε τί τρέχει. Δὲν αἰσχύνομαι κύριοι, νὰ ἀποκαλύψω καὶ τὴν ἰδιωτικήν μου θέσιν, καὶ εὔχομαι καὶ οἱ ἐναντίοι μου νὰ ἔχωσι τὴν τόλμην ἢ νὰ δύνανται νὰ πράξωσι τὸ ἴδιον. Οἱ δημόσιοι ἄνδρες ὀφείλομε, ν’ ἀποδεικνύωμεν οὐχὶ μόνον, ὅτι ὁ ἐπίσημος, ἀλλ’ ὅτι καὶ ὁ ἰδιωτικὸς βίος μας εἶναι ἁγνός Ἀπέλθετε εἰς τὰς Τραπέζας καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἡ οἰκία μου ἐν Ἀθήναις εἶναι ὑπέγγυος δι’ 65,000 δραχμῶν εἰς τὴν Τράπεζαν τὴν Ἰονικήν. Ἀπέλθετε εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καὶ θέλετε ἰδεῖ ὅτι τὸ κτῆμά μου, τὸ ἐν Πόρῳ καὶ τὰ ἐν Μεσσηνίᾳ, τὰ ὁποῖα εἶχον πρὶν ἢ εἰσέλθω εἰς τὸν πολιτικὸν βίον, εἶναι ὑπέγγυα διὰ μυριάδας χιλιάδων δραχμῶν εἰς τὴν Τράπεζαν τὴν Ἐθνικήν.

§74ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὄχι διὰ μυριάδας.

§75Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν ἦναι δι’ ὀλιγώτερον τῶν 100,000, ὑπόσχομαι νὰ εὐγνωμονήσω τὸν κύριον Καλλιγᾶ· ἀλλὰ φθάνουσι μέχρις 110. Ἀπέλθετε εἰς τὸ Συμβολαιογραφεῖον διὰ νὰ ἰδῆτε, ὅτι ἡ οἰκία μου ἐν Φαλήρῳ εἶναι ὑπέγγυος εἰς τὸν Δουρούτην, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἠγόρασα μέρος τῆς γῆς καὶ ἐδανείσθην τὰ χρήματα τῆς κατασκευῆς. Ἔχω ἰδιοκτησίας, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἔχω τίποτε πράγματι. Τὰ πάντα ἀνήκουσιν εἰς τοὺς δανειστὰς, οἵτινες εἶναι αἱ Τράπεζαι. Ἐρωτήσατε ἐπὶ τέλους καὶ τὴν Πιστωτικήν. Ἀπήντησα καὶ εἰς τὴν ὕβριν ταύτην, διότι θέλω νὰ φωτίσω τὴν κατακεκλυσμένην κοινωνίαν μας ἀπὸ συκοφαντίας καὶ διαβολάς. Μ’ ἐκούρασεν ἡ αἰσχρότης καὶ ἡ αὐθάδεια τῶν ἀντιπάλων. Ἀντιτάσσω ἀποδείξεις ἐπισήμους καὶ τὴν ἀλήθειαν. Καὶ ἠξεύρετε, κύριοι, ποῖον εἶναι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγον, τὸ βωδολογικόν, καὶ ἐκάλυψαν τὰς κάλπας των δι’ ἡνίων καὶ δημηγοριῶν; Μόλις, κύριοι, ἓν ἔτος παρῆλθεν ἀπὸ τῆς εἰσαγωγῆς τούτου καὶ ἰδοὺ προσθήκη ἐπὶ τοῦ φόρου. Ἐρωτῶ πρῶτον, ἐπὶ ποίας ἀρχῆς στηριχθέντες ἐκανονίσατε τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου; Καὶ ἐπὶ ποίας ἀρχῆς στηριχθέντες ἐπροσθέσατε νέον φόρον, ὁ ὁποῖος ἔχει αὐτὸ τὸ παράδοξον, ὅτι, ἐνῷ εὐλόγως ἴσως ζητεῖται οἱ φόροι ν’ αὐξάνωσι προοδευτικῶς, ν’ αὐξάνωσιν ἀναλόγως τῆς αὐξήσεως τῆς προόδου, σεῖς ἐπράξατε τὸ ἐναντίον; Εἰς τοὺς βόας, τοὺς παράγοντας 50 κοιλὰ σίτου, προσθέτετε 2 δραχμὰς, καὶ εἰς τοὺς βόας, τοὺς παράγοντας 100 κοιλὰ σίτου, προσθέτετε 2 δραχμὰς ἐπίσης, καὶ οὕτω τὴν μεγαλειτέραν παραγωγὴν τὴν εὐνοεῖτε παραδόξως περισσότερον ἀπὸ τὴν μικροτέραν, πιέζετε τοὺς πτωχούς. Καὶ ἀφοῦ τὸ σύστημά σας τὸ εὕρετε ἐσφαλμένον, τὸ εὕρετε ἀνεπαρκὲς, ἄδικον, ἐπροσθέσατε φόρον εἰς αὐτό· τὸ διωρθώσατε τὴν ἐπιούσαν τῆς εἰσαγωγῆς του καὶ τὸ ἐπιβαρύνετε ἤδη μὲ φόρους ἐπὶ τῶν ζώων, νέους ἐπίσης. Καὶ, κύριοι, φόρος ἐπὶ τῶν ζώων ἀληθῶς εἰς τὴν Ἀνατολὴν μόνον ὑπάρχει· δὲν ὑπάρχει εἰς οὐδὲν μέρος τῆς Εὐρώπης. Ὁ φόρος, ὁ πληρωνόμενος διὰ τὴν γῆν, αὐτὸς εἶναι καὶ φόρος πληρωνόμενος καὶ διὰ τὰ ζῶα. Τὰ ζῶα, τὰ ὁποῖα ἐνδιαιτῶνται ἐν τοῖς κτήμασι καὶ τοῖς ἀγροῖς, δὲν πληρώνουν φόρον· οἱ κύριοι ὑπουργοὶ ὅμως διπλοῦν ἐπιβάλλουν φόρον, καὶ εἰς τὴν γῆν καὶ εἰς τὰ ζῶα, καὶ ἔπειτα ὁμιλοῦν περὶ ἐπιστημονικῆς φορολογίας καὶ περὶ βελτιώσεως, τὴν ὁποίαν θέλουσι νὰ εἰσάξωσιν εἰς τὴν κτηνοτροφίαν. Ὅταν εἰσήγαγεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὸ φορολογικὸν αὐτὸ σύστημα, ἡ ἰδέα, ἡ ὁποία, καθὼς εἶπον, ὑπηγόρευσεν αὐτὸ, δὲν ἦτον ἰδέα φορολογικὴ, ἦτον ἰδέα καταστροφῆς τῶν αἰγῶν, διότι αἱ αἶγες εἶναι φθοροποιὰ ζῶα, καὶ διὰ τοῦτο ἠκούσατε τὴν ἐθνολογικὴν ἐκείνην ἱστορίαν περὶ μετακινήσεως τῶν λαῶν, ἡ ὁποία ἔφερε τοὺς τσοπάνους εἰς τὰ μέρη μας μετὰ τῶν ποιμνίων των καὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἐκληρονομήσαμεν τὸν τρόπον τῆς κτηνοτροφίας. Κύριοι, εἰς τὸ ζήτημα τὸ ἐθνολογικὸν δὲν θέλω ἐπιμείνει· ἀλλὰ μὴ λησμονῆτε, ὅτι τὰ τοιαῦτα τοῦ μεσαιῶνος ζητήματα δὲν εἶναι ἀσφαλῆ καὶ βέβαια. Ὁσημέραι ἔχετε περὶ τούτου ἀποδείξεις, καὶ διὰ τοῦτο ἐγὼ δὲν παρεξενεύθην, ὅταν εἷς ἐπίσης, καταγινόμενος εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα, μοὶ εἶπεν, ὅτι ὁ κύριος Καλλιγᾶς κενολογεῖ, οἱ βλαχοποιμένες δὲν εἶναι τὰ λείψανα τῆς καταστροφῆς τοῦ μεγάλου βασιλείου τῆς Σερβίας, ἀλλὰ τὰ λείψανα τῆς Μακεδονικῆς φάλαγγος, εἶναι Μακεδόνες. Ἄλλος δὲ μ’ εἶπεν, ὅτι εἰσὶ λείψανα τῶν Ῥωμαϊκῶν λεγεώνων. Εἰς ἐμὲ ὅμως σήμερον ἀδιάφορον εἶναι οἱασδήποτε λεγεῶνος λείψανα εἶναι, ἢ ἀπόγονοι. Εἶπον μόνον ταῦτα διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι θεωρίαι, αἱ ἀμφιβαλλόμεναι μάλιστα, δὲν μᾶς ὠφελοῦσι, καθὼς δὲν μᾶς ὠφελεῖ καὶ ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅτι ἡ ἐξακολούθησις τῆς καταστάσεως αὐτῆς τῆς κτηνοτροφίας ὀφείλεται εἰς κατὰ κληρονομίαν διαδοχήν. Ἡ κτηνοτροφία ὑπάρχει ὡς ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι καὶ θέλει ὑπάρχει ἀναντιῤῥήτως ἐνόσῳ ὑπάρχουσι γαῖαι μὴ καλλιεργούμεναι, περισσεύουσαι. Ἀπόδειξις αἱ ἐπαρχίαι, αἱ ὁποῖαι καλλιεργοῦσι τὰς γαίας καὶ φυτεύουσιν. Ἐκεῖ περιωρίσθη ἡ κτηνοτροφία, καὶ θέλουσι καταντήσει εἰς τὴν τῷ ὄντι καθεστηκυῖαν κτηνοτροφίαν ἅμα ἐκλείψωσιν αἱ πέριξ γαῖαι αἱ ἀκαλλιέργητοι καὶ πλεονάζουσαι, αἱ τρέφουσαι τὰ ζῶα καὶ χρησιμοποιούμεναι οὕτω. Μόνον εἰς αὐτὸ ὀφείλεται ἡ παροῦσα κατάστασις τῆς κτηνοτροφίας, καὶ δὲν διορθοῦται διὰ τῆς καταστροφῆς τῶν αἰγῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ πλέον παραδοξοτέρα ἰδέα, ἥτις ἠκούσθη ποτέ. Ἡ Πρωσσία τῷ ὄντι ηὐτύχησεν ἐκ τῆς κτηνοτροφίας της· διὰ τῆς καταστροφῆς ὅμως δὲν ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον ἔφθασεν! Ἡ Πρωσσία ἐφρόντισε νὰ αὐξήσῃ τὰς νομὰς καὶ νὰ αὐξήσῃ κατὰ συνέπειαν τὰ κτήνη· δὲν κατέστρεψε τὰ κτήνη ὡς ἐπιβλαβῆ, δὲν ἐφόνευσαν τὰς αἶγας, καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὴν Πρωσσίαν σήμερον ὑπάρχουν 1,500,000 αἶγες. Ἀλλ’ εἶναι μάταιον, ἀναντιῤῥήτως, νὰ ἐπασχολῶ ἐπὶ πλέον τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου· διότι ἔχασε πλέον τὴν ἀξίαν του, ἐγκατελείφθη, καί, κατὰ τὴν νέαν τακτικὴν, ἔχει μόνον θεωρητικὴν ἀξίαν. Ὥστε τοῦ λοιποῦ δὲν καλούμεθα ἐδῶ ἵνα λύωμεν πολιτικὰ ζητήματα, νὰ νομοθετῶμεν, ἀλλὰ νὰ διδάσκωμεν ἀκαδημαϊκῶς τὸν λαόν. Πρέπει νὰ διδάσκετε αὐτὸν τοῦ λοιποῦ, ἵνα ἑτοιμάζηται εἰς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα θέλουσι νὰ τῷ ἐπιβάλωσιν. Ἐπειδὴ δὲ ἐγὼ δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ἀναλάβω τὴν διδασκαλίαν, παραιτῶ τὴν ἰδέαν περὶ καταστροφῆς τῶν αἰγῶν, τὴν ἀφίνω, ὡς τὴν ἄφησε φρονίμως καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὴν μετέβαλεν εἰς ἰδέαν φορολογικήν. Ἀλλὰ, κύριοι, ποῖος ὁ λόγος ὁ δικαιολογῶν τὴν φορολογίαν, τὴν ὁποίαν ζητεῖτε νὰ ἐπιβάλωμεν; Δύω πρέπει νὰ ὑπάρχουν οἱ λόγοι νέας φορολογίας· ἢ ἀνισότης φόρων, τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ἐξισώσωμεν, διὰ νὰ ἀποδώσωμεν δικαιοσύνην, ἢ ἀνάγκη τοῦ προϋπολογισμοῦ. Θέλω, κύριοι, ἐν ὀλίγοις ἐξετάσει τὰ ζητήματα αὐτὰ, καὶ σπεύδω νὰ τελειώσω, διότι ἐννοῶ, ὅτι ἐκουράσθητε. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σᾶς εἶπε «τί φόρον θέλετε; Δὲν δέχεσθε τὴν ἀναλογίαν τοῦ φόρου, τὴν ὁποίαν παρεδέχθησαν ὡς ἐπιστημονικὴν ἐν Γαλλίᾳ; Εἰς τὴν Γαλλίαν, σᾶς εἶπεν, ἠξεύρετε ποῖος εἶναι ὁ φόρος ὁ ἐπιστημονικός, ἀναγνωρισθεὶς ὡς ὀρθὸς καὶ δίκαιος ὑπὸ τῆς καθαρᾶς προσόδου τῶν γαιῶν; 20%. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐκεῖ ἐπιστημονικὴ ἀναλογία. Ἐγὼ σᾶς παρουσιάζω φόρον ἐλάσσονα, ἀναλογίαν εὐνοϊκωτέραν. Λοιπὸν δύνασθε νὰ παραπονεθῆτε ἂν ὁ φόρος ὁ ἐπιβαλλόμενος ἦναι ἐλάσσων ἀληθῶς ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἀνεῦρον εἰς τὸ πλέον πολιτισμένον μέρος τοῦ κόσμου.» Καὶ εἰρωνεύθη τὸν φίλον μου κ. Ζηνόπουλον....

§76ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἄ! ἄ! ἄ!

§77ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὲ δικολαβικὴν τῷ ὄντι ἐπιτηδειότητα· καὶ εἶπε πρὸς αὐτὸν «ἦλθες νὰ μᾶς δώσῃς γνώμην, χωρὶς νὰ ἀναγνώσῃς τὸ βιβλίον, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθης ὁλόκληρον, καὶ ἂν τὸ ἀνέγνωσες, δὲν τὸ ἐνόησες».

§78ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἀπαντήσῃ ὁ Ζηνόπουλος.

§79ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, θαυμάζω τῳόντι τὴν εὐστροφίαν τοῦ κ. Καλλιγᾶ. Ἀλλ’ ὁ κ. Καλλιγᾶς, ὁ ὁποῖος καὶ ἀνέγνωσε καὶ ἐνόησε τὸ βιβλίον, τὸ παρεξήγησε. Εἰς τὴν Γαλλίαν, κύριοι, ἡ Constituante, καταργοῦσα τοὺς παρελθόντας πολλαπλοῦς φόρους, ἐδέχθη τωόντι ἕνα φόρον ἐπὶ τῶν γαιῶν, καὶ προσδιώρισεν εἰς 20% τὸν ὅρον. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης, καθ’ ἣν ὁ ὅρος καὶ τὸ ποσοστὸν ἐτέθη, ἀπὸ τῆς στιγμῆς αὐτῆς ἤρχισεν ἡ ἐλάττωσις τοῦ φόρου αὐτοῦ, καὶ ἐνῷ ὁ πρῶτος προσδιορισμὸς τοῦ φόρου ἀνέβαινεν εἰς 16% μέχρι τοῦ 1874, περιωρίσθη εἰς 4% μόνον. Τὸ Γαλλικὸν ἔθνος ἀνεγνώρισεν εὐθὺς, ὅτι ὁ ὅρος, τὸν ὁποῖον εἶχε παραδεχθῆ κατ’ ἀρχὰς, δὲν ἦτον οὔτε ἐπιστημονικὸς, οὔτε ἀκριβής, διὰ τοῦτο ἀλληλοδιαδόχως τὸν ἐτροποποίησε, καὶ σήμερον, κύριοι, καθ’ ἣν ἐποχὴν τὸ καθαρὸν εἰσόδημα τῆς Γαλλίας ὁρίζεται εἰς 4 δισεκατομμύρια, φόρος ἔγγειος πληρώνεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν μόνον 127 ἑκατομμύρια, ἤτοι 4 καὶ 24) τοῖς ἑκατόν· καὶ εἰς φόρον δὲν ὑποβάλλεται ἡ πρόσοδος τῶν ζώων, ἡ ὁποία, ἠξεύρετε, εἰς πόσας ἀναβαίνει; εἰς ἓν δισεκατομμύριον καὶ ἑξακόσια ἑκατομμύρια. Καὶ θέλοντες νὰ αὐξήσωσι τοὺς φόρους, μᾶς φέρουν τὴν ἀναλογίαν ταύτην ὡς παράδειγμα, καὶ λέγουν, ὅτι εἰς τὴν Γαλλίαν ὑπάρχει ὡρισμένη ἀναλογία. Ἀλλὰ προσδιορίζουσι ψευδῶς αὐτήν· νομίζουν διὰ τούτου τοῦ τρόπου, ὅτι δικαιολογοῦν τὴν αὔξησιν ἑνὸς φόρου, ὁ ὁποῖος ὑπερβαίνει σήμερον τὸ 10%. Ὁ κ. Καλλιγᾶς ἐνόησε καὶ ἐννοεῖ καλῶς τὸν συγγραφέα, ἀλλὰ παρεξηγεῖ αὐτόν. Καὶ ἀπόδειξις, κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, εἰσὶ τ’ ἀνωτέρω· ἄλλως, ὁ καταρχὰς ἐπιβληθεὶς εἰς Γαλλίαν φόρος ἀντικατέστησε πολλαπλοῦς ἄλλους, πολὺ βαρυτέρους, καὶ ἡ ἐκτίμησις τῆς φορολογηθείσης προσόδου ἐγένετο ἐπιεικῶς. Ἀλλὰ, κύριοι, τὰ κτήνη δὲν φορολογοῦνται ἰδίως ἐκεῖ, καὶ ἐνθυμηθῆτέ το καλῶς, διότι ὡς πρῶτος ὅρος τῆς βελτιώσεως τῆς κτηνοτροφίας ἐν Εὐρώπῃ ἐθεωρήθη τὸ ἀφορολόγητον αὐτῶν· καὶ εἶναι ἀναπόφευκτον τοῦτο καὶ ὀρθόν· διότι, ὅταν φορολογῶνται αἱ γαῖαι, εἴτε παράγουσιν, εἴτε δὲν παράγουσιν, ὁ φορολογούμενος εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀνθέξῃ καὶ εἰς τὴν πρόσθετον αὐτὴν φορολογίαν, ἐπιβαλλομένην εἰς ἕκαστον εἶδος παραγωγῆς τῆς αὐτῆς γῆς, καὶ νὰ πληρώσῃ δύω φόρους ὁμοῦ· τῆς γῆς καὶ τῆς κτηνοτροφίας, τὴν ὁποίαν τρέφει ἡ φορολογηθεῖσα γῆ, καὶ διὰ τοῦτο παρῄτησαν τὸν φόρον ἐπὶ τῶν κτηνῶν, καὶ περιωρίσθησαν εἰς τὸν φόρον ἐπὶ τῆς γῆς. Ἂς πράξωσιν ὅ,τι θέλουσιν οἱ κτηματίαι, ἂς καλλιεργήσωσιν ὅπως θέλουσιν· ὡρισμένον φόρον θὰ πληρώσωσιν, τόσον καλλίτερα, ἐὰν βελτιώσωσι τὴν καλλιέργειαν. Καὶ τῳόντι, βελτιώσαντες τὴν κτηνοτροφίαν, ὠφελοῦνται. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ πληρώσωσιν ἰδιαίτερον φόρον, δὲν ἤθελον ἀποσπάσει ἓν μέρος τῆς φορολογουμένης γῆς πρὸς τροφὴν κτηνῶν, τὰ ὁποῖα ὤφειλον νὰ πληρώνωσιν ἰδιαίτερον φόρον· πρῶτος λοιπὸν ὅρος τῆς βελτιώσεως τῆς κτηνοτροφίας ὑπάρχει τὸ ἀφορολόγητον. Πρέπει νὰ δοθῇ εὐκολία νὰ ζῶσιν ἀνεξόδως τὰ ζῶα, καὶ τότε θὰ πολλαπλασιασθῶσι καὶ θὰ βελτιωθῶσιν. Ἀλλὰ, κύριοι, μήπως ὑπάρχει δυσαναλογία τις τοὐλάχιστον ἐν τοῖς φόροις τῆς Πατρίδος μας, καὶ πρέπει νὰ τοὺς ἐξισώσωμεν διὰ τοῦ νέου τούτου φόρου; Μήπως τὰ ζῶα πληρώνουν ὀλιγώτερον ἀπὸ τὰς γαίας τὰς σπειρομένας, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἐξισωθῶσι; Λάβετε τὴν ἀναλογίαν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς παρεδέχθη· λογαριάσετε 30 κοιλὰ πρὸς 5 δραχμὰς κατὰ μέσον ὅρον, φέρουσι δραχμὰς 150· δι’ αὐτὰς θέλουσι πληρώσει 5 δραχμὰς φόρον δύω βόες, ἤτοι 3%. Λογαριάσατε τὴν παραγωγὴν τῆς αἰγὸς, ὅπως τὴν παρουσίασεν ὁ κύριος Καλλιγᾶς, εἰς ἑπτὰ δραχμὰς, καὶ θέλετε ἴδε, ὅτι ὁ φόρος 30 λεπτὰ δι’ ἑκάστην αἶγα εἶναι ἴσος πρὸς τὸν φόρον ἐπὶ τῶν γαιῶν, ἤτοι ἀνὰ 4% περίπου. Ὁ φόρος, τὸν ὁποῖον αἱ αἶγες πληρώνουσιν ἑπομένως, καὶ μετὰ τὴν ὑποχώρησιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ, δὲν εἶναι φόρος ἄνισος, φόρος μικρότερος. Ἐγὼ δέχομαι τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ ἀκαθαρίστου προσόδου, ὡς βλέπετε.

§80ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὡς ἀκριβεστέρους;

§81ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι, ἀλλ’ ἵνα μὴ ἀρχίσωμεν φιλονεικίας ματαίας. — Λοιπὸν δὲν ὑφίσταται λόγος φορολογικὸς οὐδείς, δικαιολογῶν τὴν προσθήκην αὐτὴν, ὅπως, κύριοι, δὲν ὑφίσταται καὶ οὐδεμία ἀναλογία μεταξὺ τοῦ φόρου τοῦ ἐν Ἑλλάδι καὶ τοῦ φόρου τοῦ ἐν Γαλλίᾳ. Καὶ μὴ νομίσητε, ὅτι μεταξὺ Γαλλίας καὶ Ἰταλίας ὑπάρχει μεγάλη διαφορά. Ἐν Ἰταλίᾳ ὁ φόρος ἐπὶ τῶν γαιῶν εἶναι 40% ἐπὶ πλέον τοῦ τῆς Γαλλίας. Ἀλλ’ ἀφοῦ λόγοι φορολογικοὶ δὲν δικαιολογοῦσι τὴν ἐπιβολὴν τοῦ φόρου τούτου, τὴν δικαιολογεῖ ἄρα ἡ ἀνάγκη τοῦ προϋπολογισμοῦ; Κύριοι, πρέπει νὰ ἐξέλθωμεν ἀναντιῤῥήτως ἀπὸ τὰς οἰκονομικὰς δυσκολίας, εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα· πρέπει τὸ ἔλλειμμα νὰ καλυφθῇ καὶ πρέπει νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς θυσίας, καὶ εἰς θυσίας οὐ μόνον φόρων, διότι δὲν θέλει εἶσθαι δυνατὸν ἴσως νὰ ἐπιβληθῶσι τόσοι φόροι, ἀλλὰ καὶ εἰς θυσίας οἰκονομιῶν, καὶ πρέπει σεῖς οἱ συμπολιτευόμενοι μᾶλλον νὰ σκεφθῆτε περὶ τούτου, διότι σεῖς καυχᾶσθε, ὅτι ἀντιπροσωπεύεται ἤδη πολιτικὴν ἐνεργὸν, καὶ μᾶς ὡμιλήσατε περὶ κινδύνων, περὶ προετοιμασιῶν, περὶ πολέμων ἀκόμη· σεῖς πρέπει πρὸ πάντων νὰ ὑποστηρίξητε τὴν ἰδέαν τῆς ἰσοῤῥοπίας τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ νὰ τὴν ὑποστηρίξητε σπουδαίως καὶ σοβαρῶς. Εἴμεθα εἰς τὸν δεύτερον μῆνα, καὶ ἔχομεν μόνον δύω νόμους φορολογικοὺς ὑποβεβλημένους· ὁ εἷς ἀφορᾷ εἰς τὴν ὁδοποιΐαν, καὶ θέλει ἐξετασθῇ χωριστὰ ἐὰν ἦναι καὶ εἰλικρινὴς, ὁ ἕτερος ἀφορᾷ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ὁ περὶ ζώων. Τὸ εἰσόδημα δὲ, τὸ ὁποῖον μᾶς ὑπόσχεται ὁ φόρος αὐτὸς, ἀναβαίνει εἰς 500,000 δραχμὰς, ὡς σᾶς εἶπον ἄλλοι. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι σπουδαῖον· δὲν δύνασθε νὰ ἰσχυρισθῆτε, ὅτι ἐργάζεσθε σπουδαίως, ἵνα καλύψητε ἔλλειμμα ἐξ 20 ἑκατομμυρίων. Εἶναι ἀστεῖον καὶ νὰ τὸ λέγετε. Καὶ ὅταν ὁ κ. Μεσσηνέζης σᾶς ὡμίλησε περὶ καλῆς διοικήσεως, ἐνόει βεβαίως, ὅτι ἡ πρώτη βάσις τῆς καλῆς διοικήσεως εἶναι ἡ καλὴ διανομὴ τῶν φόρων.

§82ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὁ ἔλεγχος.

§83ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅταν ὁμιλῆτε περὶ ἐλέγχου, ἀποτείνεσθε πρὸς τοὺς πλησίον ὑμῶν, πρὸς τοὺς φίλους σας, οἱ ὁποῖοι ἐδιοίκησαν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ πολὺ καὶ πρὸ πολλῶν ἐτῶν. Αὐτοὶ εἶναι ὑπεύθυνοι. Καὶ θέλω σᾶς ἀποδείξει ποῖον ἔλεγχον ἑτοιμάζετε, ἢ μᾶλλον ποίαν προετοιμασίαν νέων συκοφαντιῶν. (Θόρυβος). Δὲν ἐννοῶ, κύριοι, πῶς χάριν τοσούτου ἐλλείματος πρέπει νὰ δεχθῆτε τὸν φόρον αὐτόν. Εἶναι διακωμῴδησις μᾶλλον τοῦ ἐλλείμματος καὶ οὐχὶ θεραπεία. Ἀδικεῖτε μόνον τοὺς κτηνοτρόφους φορολογουμένους καὶ δύνανται νὰ σᾶς εἴπωσι, καὶ δικαίως, κύριοι: «Ἔχετε ἔλλειμμα τὰς συνεπείας τοῦ ὁποίου ὑποφέρουσιν ὅλοι καὶ ἡμεῖς, καὶ ὅμως ζητεῖτε νὰ φορολογήσητε ἡμᾶς μόνον! Διατί, πρὸς ποῖον σκοπὸν, πρὸς ποῖον λόγον ἐπιχειρῆτε νὰ ἐπιβαρύνετε ἡμᾶς; Ἐλπίζετε θεραπείαν; Οὐχί. Λάβετε μέτρα γενικὰ καὶ ῥιζικὰ, ἐφαρμοζόμενα εἰς ὅλους. Οὕτω θέλετε καλύψει τὸ ἔλλειμμα. Ἀλλὰ, κύριοι, ἔλλειμμα 20 ἑκατομμυρίων, καὶ φόρος 500,000 χιλ. δραχμῶν καὶ προσθήκη ἐξόδων εἶναι κωμικόν. Ἀδικεῖτε ἡμᾶς μόνον, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐμψυχώσητε τὴν διάθεσιν αὐτὴν τῶν ὑπουργῶν. Εἴπετε «δὲν δεχόμεθα νὰ παίζητε μὲ ἡμᾶς καὶ νὰ φέρετε πράγματα ἄνευ ἀξίας, ἄνευ χρησιμότητος καὶ σπουδαιότητος.» Ἰδοὺ διατί νομίζω, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος συνηγορῶν ὑπὲρ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον φέρετε. Κύριοι ὑπουργοὶ, θὰ εἶμαι καὶ ἐγὼ μεταξὺ τῶν πρώτων τῶν ψηφοφορησάντων ὅλα τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἕνα σκοπὸν σπουδαῖον, ἀποτελεσματικόν. Θὰ ψηφοφορήσω ὅλους τοὺς φόρους, ἀρκεῖ νὰ ἔχουν ἀποτέλεσμα, νὰ ὦσι δίκαιοι....

§84ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Καὶ τὰ οἰνοπνεύματα.

§85ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ θὰ πληρώσω καὶ τότε· σὺ ὅμως, ὅστις θὰ πίνῃς τὰ οἰνοπνεύματα, δὲν θὰ πληρώσῃς διὰ τὰ χρήματά σου. Θέλω ὑποστηρίξει πᾶν μέτρον, τὸ ὁποῖον φέρει ἡ Κυβέρνησις πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπόν· ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ παίξω οὔτε μὲ τὸν ἑαυτόν μου, οὔτε μὲ τὸ ἔθνος· δὲν θέλω τοιαῦτα ἀθύρματα παιδικὰ ν’ ἀπασχολοῦν οὔτε τὴν προσοχήν μας, οὔτε τὴν ἐνέργειάν μας. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ Βουλή, οὐχὶ ἀρνουμένη τοὺς φόρους, ἀλλὰ διότι σπουδάζει, πρέπει νὰ ἀποῤῥίψῃ τὸ νομοσχέδιον, ἵνα ἀναγκάσῃ οὕτω τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ μέτρα σοβαρὰ, δυνάμενα νὰ καλύψωσι τὸ ἔλλειμμα καὶ νὰ ἐξομαλύνωσι τὰς δυσκολίας, εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα. Κύριοι, ἐπανέλαβον μυριάκις περὶ προετοιμασιῶν, περὶ κινδύνων, καὶ ἐν τούτοις τὸ ἐρχόμενον ἔτος, ἐὰν εὑρισκώμεθα εἰς κατάστασιν, ἣν τὸ Ὑπουργεῖον προετοιμάζει, δὲν θὰ ἔχετε νὰ συντηρήσητε οὔτε τὸν ὀλίγον στρατὸν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν μας· διότι χρειάζεται πλέον τῶν 20 ἑκατομμυρίων δι’ αὐτὸν καὶ τὸ ναυτικὸν, δὲν ἠμπορεῖτε δὲ νὰ καθιερώσητε ὡς ἀρχὴν τὸ ζῆν διὰ δανείων, διότι καὶ δὲν δύνασθε νὰ ἐξακολουθήσητε τοῦτο ἐπὶ πολύ. Κύριοι, δικαιοῦνται ἴσως πολλοὶ νὰ παραπονῶνται καθ’ ἡμῶν, διότι μόνην τὴν Ἑλλάδα, ἄνευ συμμάχων, ἄνευ μέσων καὶ ἄνευ ἑτοιμασίας,—διότι οἱ προκάτοχοι ἡμῶν εἶχον συμφωνήσει, αἱ προμήθειαι καὶ τὰ πολεμεφόδια νὰ σταλῶσι μετὰ 6 μῆνας ἀπὸ τὸν παρελθόντα Μάρτιον,—καὶ μὲ προϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος καὶ ἐν ὁμαλῇ καταστάσει εἶναι βεβαρυμένος μὲ τοιοῦτον ἔλλειμμα, καὶ ἄνευ πόρων,— διότι γνωρίζετε τὰς δυσκολίας περὶ ἐπιβολῆς νέων φόρων,— δὲν τὴν ὠθήσαμεν εἰς πόλεμον· καὶ ὅσων μάλιστα τὸ ἀρειμάνιον αἷμα φλέγεται, τόσῳ τὸ φιλοπόλεμον αὐτῶν εἶναι ἀκατάσχετον. Καὶ ἔχουν δίκαιον νὰ παραπονῶνται, ἀφοῦ ἱκανοποιοῦνται μὲ τὴν πρόφασιν, ὅτι ἐκλείσαμεν τὸ στάδιον δι’ αὐτοὺς, διότι παρῃτήθημεν τῶν δικαιωμάτων μας ἐπὶ τῆς Ἠπείρου. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθὸν, οὐδ’ ἀληθές. Οὐδενὸς δικαιώματος παρητήθημεν, οὐδεὶς ἐζήτησε παραίτησιν, καὶ ἡμεῖς δὲν ἐκάμαμεν τοιαύτην. Τρέξατε λοιπὸν, ἐὰν ἔχετε τὸ θάῤῥος, εἰς τὸν πόλεμον· εἶσθε ἐλεύθεροι.

§86ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τώρα;

§87ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τώρα, ἐὰν ἔχετε τὸ θάῤῥος. Ἀλλὰ περιορίζεσθε εἰς ὕβρεις μόνον καὶ συκοφαντίας (θόρυβος)· καὶ τὴν στιγμὴν ταύτην τοῦτο εἶναι εὔκολον. Ἀλλ’ ἔχουσι δίκαιον· ἔχουσι τὴν εὐκολίαν νὰ λέγωσι μόνον καὶ οὐχὶ νὰ πράττωσιν. Ἀλλὰ δὲν ἔχουσι δίκαιον νὰ παραπονῶνται καὶ νὰ παρουσιάζωσι τὴν Ἑλλάδα ὡς βαίνουσαν πρὸς καταστροφὴν καὶ ὅτι οὐδὲν καλὸν ἐπράξαμεν. «Ἡ Ἑλλὰς ἀπωλέσθη (καὶ γράφομεν καὶ λέγομεν) εἰς τὰς χεῖρας τῶν κυβερνησάντων». Καὶ τὸ παράπονον τοῦτο εἶναι διαρκὲς, πανάρχαιον. Ἐπιθυμῶ ν’ ἀπαντήσω ἅπαξ διὰ παντός. Ὑπὸ πολλαπλᾶ συστήματα ἐκυβερνήθη ἡ Ἑλλὰς, πολλοὶ ἐκυβέρνησαν αὐτὴν, καὶ ἄνθρωποι τοῦ ἀγῶνος καὶ οἱ κατόπιν πολιτικοὶ, καὶ τὰ αὐτὰ παράπονα ὑφίστανται καὶ ἐπαναλαμβάνονται. Διατί δὲν ἐνθυμούμεθα ποία ἦτο ἡ Ἑλλὰς καὶ ποία ὑπάρχει σήμερον; Ἂς τὴν παραβάλωμεν πρὸς ἑαυτήν. Ἀνεγίνωσκον προχθὲς συγγραφέα Γάλλον, ἐπισκεφθέντα τὴν Ἑλλάδα τὸ 1829 καὶ μετὰ ταῦτα. «Θαυμάζω, λέγει, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἠδυνήθη νὰ ζήσῃ, καὶ ἐξ ἐρημίας μετεβλήθη εἰς περιβόλιον καὶ ἐξ ἐρειπίων εἰς περικαλλεῖς πόλεις». Εἶναι πρώτη ἐν τῇ Ἀνατολῇ κατὰ τὸν πολιτισμὸν, πρώτη κατὰ τὰ γράμματα, πρώτη σχετικῶς κατὰ τὸν πλοῦτον, πρώτη κατὰ τὴν ἐλευθερίαν, ὁσημέραι ἀναπτύσσεται, καὶ ἡ εὐημερία προοδεύει, καὶ εἶναι, τὸ λέγω μεθ’ ὑπερηφανείας, πρῶτον Βασίλειον εὐνομίας ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Ὑβρίζετε τὴν Πατρίδα σας σεῖς, οἱ ἀρνούμενοι ταῦτα, διότι αὐτὰ εἶναι ἡ ἀλήθεια.

§88ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Καὶ ἡ τάξις εἰς τὰς ἐπαρχίας λαμπρά.

§89ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνετε διὰ τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας, ἀλλὰ ξένοι καὶ ἔντιμοι ἄνθρωποι, καθ’ ἣν στιγμὴν σεῖς διαδίδετε συκοφαντίας, σᾶς διαψεύδουσι. Καὶ τοῦ ἀνδρὸς, ὅστις σᾶς διαψεύδει, οὔτε τὴν τιμὴν, οὔτε τὴν ἀξιοπιστίαν δύνασθε ν’ ἀμφισβητήσητε.

§90ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πόσοι εἶναι οἱ λῃσταὶ εἰς τὴν Θεσσαλίαν;

§91ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θ’ ἀποδειχθῇ ἐν καιρῷ ἂν αὐτοὶ, τοὺς ὁποίους συλλαμβάνετε, ἦναι λῃσταὶ, καὶ ἂν δὲν ἐνεργῆτε δι’ ἐπίδειξιν μόνον.

§92ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχομεν περὶ τοὺς 20.

§93ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ σεῖς ὁμιλεῖτε περὶ τῆς Θεσσαλίας πρὸς ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι παρελάβομεν αὐτὴν ἀπὸ τὴν Τουρκίαν, καὶ γνωρίζετε εἰς ποίαν εὑρίσκετο κατάστασιν, καὶ γνωρίζετε, ὅτι ἦτο ἡ ἑστία ὅλων τῶν κακοποιῶν στοιχείων. Καὶ ὅμως, ἄνευ Ἀρχῶν, μὴ γνωρίζοντες τὸν τόπον, καὶ τοὺς στρατιώτας ἔχοντες ἀῤῥωγοὺς μόνον, διετηρήσαμεν πλήρη τὴν τάξιν, ἠσφαλίσαμεν τὰ δικαιώματα καὶ ἀποκατεστήσαμεν τὴν εὐνομίαν. Καὶ ἔχετε τὴν τόλμην σεῖς νὰ ὁμιλῆτε καθ’ ἡμῶν! Νομίζω λοιπὸν, κύριοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑβρίζωμεν τὴν Πατρίδα μας, νὰ ὑβρίζωμεν τοὺς πολιτευομένους, διὰ νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, κακῶς διοικήσαντες δὲν ἐπροίκισαν τὴν Ἑλλάδα μὲ μεγάλους στρατοὺς, μὲ πολλὰ πλοῖα, μὲ μεγάλας δυνάμεις μεγαλειτέρας ἢ ὅσας ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἠδύνατο νὰ δώσῃ, ἢ ὅσας ὁ προϋπολογισμὸς νὰ ὑποστηρίξῃ καὶ νὰ θρέψῃ. Ὁ προϋπολογισμὸς ἡμῶν δὲν ἐξισοῦτο μὲ προϋπολογισμὸν βʹ τάξεως πόλεως εὐρωπαϊκῆς μέχρι τῆς χθές· ὁ προϋπολογισμός μας ἀνέβη ἐσχάτως εἰς 10 ἑκατομμύρια, καὶ ἔπρεπε δι’ αὐτοῦ νὰ συντηρηθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἡ διοίκησις καὶ ἡ δικαιοσύνη, ἡ παιδεία, αἱ ἐθνικαὶ δυνάμεις, καὶ νὰ θεραπευθῇ καὶ τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον. Ἂς ἤμεθα δίκαιοι καὶ πρὸς τὴν Πατρίδα. Μὲ πληθυσμὸν ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου καὶ προϋπολογισμὸν ἐκ 18 ἑκατομμυρίων τὸ 1860, καὶ 40 ἑκατομμυρίων πρὸ δύω μόλις ἐτῶν, τί γενναῖον ἠδύνατο νὰ πραχθῇ; Ἂς ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς κατώρθωσε μέχρι τοῦδε πλειότερα παρὰ πᾶν ἄλλο ἔθνος σχετικῶς. Αἱ πεπλανημέναι διαδόσεις μᾶς ἀτιμάζουσι καὶ μᾶς ἀποθαῤῥύνουσι. Κύριοι, τελειώνω, ἐπαναλαμβάνων, ὅτι διατεθειμένος εἶμαι νὰ δώσω πᾶσαν τὴν συνδρομήν μου εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρὸς τὸ ζήτημα τῶν φόρων, τῶν δικαίων καὶ σκοπίμων· δὲν ἠμπορῶ νὰ συμφωνήσω ὅμως ὡς πρὸς τὸ προκείμενον φορολογικὸν νομοσχέδιον, διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους εἶπον, διότι εἶναι ἄδικον καὶ ἀλυσιτελές.

§94ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.

§95Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀφήσατε νὰ περάσῃ ἡ πρώτη ἀνάγνωσις καὶ λαμβάνετε τὸν λόγον εἰς τὴν δευτέραν.

§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ν’ ἀρχίσῃ ἡ ψηφοφορία.

§97ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ὀνοματικῆς κλήσεως.

§98ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον, ἐὰν ἡ ψηφοφορία θὰ γείνῃ δι’ ἀναστάσεως, δύναμαι ν’ ἀναβάλω τὴν ὁμιλίαν μου εἰς αὔριον, ἀλλ’ ἀφοῦ ἐπιμένωσιν εἰς τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν, δικαιοῦμαι νὰ ὁμιλήσω, διότι δὲν ἐξηντλήθη ἡ συζήτησις, αἰτήσαντος, πλὴν ἐμοῦ, τὸν λόγον καὶ τοῦ κ. Ἀθ. Πετιμεζᾶ.

§99ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Αὔριον, αὔριον.

§100ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εἶπεν ἐπανειλημένως, ὅτι εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν θὰ ἐξαντληθῇ τὸ θέμα, καὶ ὅτι εἰς τὴν δευτέραν καὶ τὴν τρίτην δὲν θὰ γείνῃ συζήτησις. Ἑπομένως ἐπὶ τῆς πρώτης ἀναγνώσεως νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, καὶ ἐπ’ αὐτῆς θὰ ἔχωμεν ὀνομαστικὴν κλῆσιν.

§101Γ. ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλυπήθην, κύριοι, ὅταν ἤκουσα τὸν σεβαστὸν φίλον μου, τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, ν’ ἀναμνησθῇ τῆς εἰρωνείας δῆθεν, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ ἐκτοξεύσῃ κατ’ ἐμοῦ ὁ κ. Καλλιγᾶς, ὅστις παραδόξως, ὁσάκις πρόκειταί τις νὰ ἀπαντήσῃ εἰς αὐτὸν, τρέπεται εἰς φυγήν. Ἐλυπήθην διὰ τὴν ὑπόμνησιν ταύτην τοῦ κ. Κουμουνδούρου, καὶ ἐλυπήθην οὐχὶ διὰ τὸν εἰπόντα, οὐχὶ δι’ ἐμαυτὸν, ἀλλὰ διὰ τὸν κ. Καλλιγᾶν. Οὐδέποτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξετράπην εἰς προσωπικότητας, οὐδὲ τώρα θέλω ἀπαντήσει εἰς τὸν κ. Καλλιγᾶν προσωπικῶς, ἀλλὰ θέλω κατασυντρίψει τὰ ἐπιχειρήματα αὐτοῦ, καὶ κατασυντρίβων αὐτὰ, θέλω τὰ μεταβάλει εἰς σκουπίδια. Καὶ αὕτη ἔσται ἀρκετὴ ἱκανοποίησις δι’ ἐμὲ καὶ διὰ τὴν Βουλήν.

§102ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ κ. Καλλιγᾶς εἶπε περὶ τῶν ὕβρεων; Δὲν ἠκούσατε, φαίνεται, καλῶς. Εἶπεν, ὅτι αἱ ὕβρεις, αἱ ἀπευθυνόμεναι πρὸς αὐτὸν ἄλλοθεν, εἶναι ὡς τὰ σκουπίδια, τὰ ὁποῖα παρασύρει ὁ ἄνεμος. Μὴ ἐπαναλαμβάνετε λοιπὸν αὐτὰ, διότι δὲν εἶναι δίκαιον.

§103ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀρκοῦμαι εἰς τὴν ἐξήγησιν ταύτην τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ὁ κ. Καλλιγᾶς εἶπε καὶ ἄλλα διάφορα, τὰ ὁποῖα εἶχον τὴν πρόθεσιν τῆς εἰρωνείας, εἰρωνείας ὅμως ἀστόχου, καὶ μὴ δυναμένης νὰ φθάσῃ μήτε μέχρι τοῦ ἑνὸς ἐκ τῶν Γενικῶν Γραμματέων, μήτε μέχρι τοῦ ἑτέρου ἐξ αὐτῶν. Ἠθέλησε δῆθεν ν’ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Καλλιγᾶς, καὶ ἀναβὰς εἰς τὸ βῆμα προσεπάθησε πῶς νὰ ἐκφύγῃ μᾶλλον πᾶσαν ἀπάντησιν. Οὐδὲν μᾶς εἶπε περὶ τῆς παραγωγῆς, οὐδὲν περὶ τῶν ἐξόδων, ἵνα μᾶς πείσῃ, ὅτι ὁ φόρος εἶναι δίκαιος καὶ ὀρθὸς, ἀλλ’ ἠγωνίσθη ν’ ἀναιρέσῃ ἐπιστημονικὰς ἀληθείας, τὰς ὁποίας ἐγὼ καὶ ἄλλοι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξηνέγκαμεν καὶ τὰς ὁποίας δὲν λέγω, ὅτι ἀγνοεῖ αὐτὸς, ἀλλὰ δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν. Ἠθέλησε νὰ μὲ διαψεύσῃ, εἰπὼν, ὅτι ἐγὼ εὗρον εἰς μίαν γωνίαν, ὅτι ὁ κ. Καλλιγᾶς εἶπεν, ὅτι, ἐπειδὴ ηὔξησεν ἡ τιμὴ τοῦ κρέατος, διὰ τοῦτο ηὔξησε καὶ ἡ παραγωγή· ἠθέλησε δὲ νὰ μὲ διαψεύσῃ, διότι ᾐσθάνθη τὸν νυγμὸν τῆς καταδείξεως τοῦ τοιούτου παραλογισμοῦ. Ἀλλὰ μὲ διέψευσεν ἀληθῶς; Παντάπασιν. Ἡ ἔκθεσίς του, ἡ ὁποία φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἰδίου, τί λέγει δικαιολογοῦσα τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου; «Ἡ τοιαύτη τοῦ φόρου αὔξησις δικαιολογεῖται ὡς ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως τῆς ἀξίας τῶν ζώων τούτων καὶ τῆς ἐκ τούτων παραγωγῆς». Εἴπατέ μοι ἐν συνειδήσει ὅσοι ἠξεύρετε γράμματα, καὶ ἠξεύρετε πάντες, ἂν διὰ τούτων ὁ κ. Καλλιγᾶς δὲν ἐκφέρῃ ῥητῶς τὸν ἐξελεγχθέντα ὑπ’ ἐμοῦ οἰκονομολογικὸν παραλογισμὸν, ὅτι αὔξησις τῆς τιμῆς ἀποδεικνύει αὔξησιν τῆς παραγωγῆς. Διέψευσε λοιπὸν ἑαυτὸν ὁ κ. Καλλιγᾶς ἐν τῇ ὑπογραφῇ του, καὶ διὰ νὰ δικαιολογηθῇ μόνον κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, εἶπεν οὐχὶ τὴν ἀλήθειαν, διότι τηλικαύτην ἄγνοιαν δὲν δύναμαι νὰ τῷ καταλογίσω. Ἰδοὺ τὸ πρῶτον ἐπιχείρημα τοῦ κ. Καλλιγᾶ καταπίπτει εἰς συντρίμματα. Ἀλλὰ δὲν τὸν ἄφησαν ἥσυχον οἱ Γενικοὶ Γραμματεῖς. Οἱ Γενικοὶ Γραμματεῖς εἶναί τι μικρὸν διὰ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος, ὡς μοὶ ἐνθυμίζει φίλος συνάδελφος ἐνταῦθα, ἐχρημάτισεν ἀντεισαγγελεὺς, ἤτοι εἰς θέσιν κατωτέραν τῆς τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως. Καὶ ὅμως οὐδείς ποτε ὑπενθύμισεν εἰς τὸν κ. Καλλιγᾶν, ὅτι ἦτον ἀντεισαγγελεὺς, ὅτι ἦτο καθηγητὴς καὶ ἑπομένως περιωρισμένος εἰς τὴν καλλιέργειαν τῆς ἐπιστήμης, καὶ ὅτι, μὴ ἔχων καιρὸν ν’ ἀσχοληθῇ εἰς τὴν ἔρευναν τῶν περιστάσεων καὶ τῶν ἀναγκῶν τοῦ Τόπου, δὲν εἶναι ὁ ἁρμόδιος νὰ κρίνῃ περὶ αὐτῶν. Γνωρίζετε δὲ πάντες τί λέγεται γενικῶς ἐν τῇ κοινωνίᾳ, δὲν τῷ λέγω δὲ ἐγὼ ὅστις τιμῶ τοὺς λογίους, κατὰ τὴν ἀξίαν αὐτῶν. Ἐν τῇ κοινωνίᾳ λέγεται, ὁσάκις πρόκειται νὰ κατακριθῇ ἡ ἐνέργεια τινὸς ὡς ἄστοχος, «φέρεται σὰν δάσκαλος». Ἀλλ’ οὐδ’ αὐτὸ εἶπε κανεὶς ἐδῶ πρὸς τὸν κ. Καλλιγᾶν. Τί τῷ ἔπταισαν οἱ Γενικοὶ Γραμματεῖς; Καὶ ποίαν σχέσιν ἔχει ἡ θέσις, ἣν εἶχον πρὸ ἐτῶν δύω Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους πρὸς τὴν θέσιν αὐτῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ σήμερον; Ἀλλ’ ἀπέδειξε τάχα ὁ κ. Καλλιγᾶς, ὅτι, ὁμιλήσαντες περὶ τοῦ θέματος τούτου, δὲν εἶπον ἀληθείας ἐπιστημονικὰς, ἃς αὐτὸς παραγνωρίζει, ἢ δὲν γινώσκει, καὶ ὅτι δὲν εἶπον ἀκριβῶς ὅ,τι ἡ ἐπιστήμη παραγγέλλει; Μηδαμῶς. Ἠκούσατε τοῦ κ. Καλλιγᾶ λέγοντός τι τερατῶδες· ὅτι δηλαδὴ ὁ φόρος αὐτὸς εἶναι φόρος καταναλώσεως. Ὁ ἐπὶ τῶν ζώων φόρος εἶναι φόρος καταναλώσεως, ἑπομένως φόρος ἔμμεσος! Δὲν πιστεύω νὰ ὑπῆρξε ποτὲ παραφωνία μεγαλειτέρα κατὰ τὸν προσδιορισμὸν τῆς φύσεως τῶν φόρων. Καὶ διατί, νομίζετε ὅτι εἶπεν αὐτό; Τὸ ἐξήγησεν ἁπλοϊκώτατα. Μήπως, εἶπε, τὰ ζῶα ταῦτα δὲν σφάζονται καὶ δὲν τρώγονται; Ἰδοὺ, ὅτι εἶναι φόρος καταναλώσεως! Δικαιοῦμαι, πιστεύω, νὰ ἐρωτήσω ἐνταῦθα: τρώγει καὶ τοὺς ἵππους ὁ κ. Καλλιγᾶς, τρώγει καὶ τοὺς ὄνους; Ἀλλὰ διὰ νὰ εἴπω σπουδαίως τί διδάσκει ἡ ἐπιστήμη περὶ τῆς φύσεως τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων καὶ τί περὶ αὐτῶν παραδέχεται ἡ παράδοσις τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν τόσον περιφρονεῖ ὁ ἐπιστήμων κ. Καλλιγᾶς, θὰ σᾶς ἀναγνώσω τί λέγει περὶ τούτου ἡ νεωτάτη ἐπιστήμη δι’ αὐτοῦ τούτου τοῦ συγγραφέως, τοῦ Beaulieu, τὸν ὁποῖον πιστεύω, ὅτι ἀνέγνωσεν ἀπ’ ἀρχῆς ἕως τέλους ὁ κ. Καλλιγᾶς, ἀλλὰ τὸν ὁποῖον ἢ δὲν ἐννοεῖ, ἢ παρεξηγεῖ, ἢ ἐν γνώσει παραμορφώνει ἐδῶ. Ἰδοὺ τί λέγει: «Οἱ ἄμεσοι φόροι (λέγει ἡ διοικητικὴ ὑπηρεσία, ἡ ῥουτίνα, κατὰ τὸν κ. Καλλιγᾶν ἀφορῶσιν ἀμέσως εἰς τὰ πρόσωπα, ἐπὶ τῆς κατοχῆς ἢ τῆς χρήσεως τῆς ἰδιοκτησίας αὐτῶν, ἀπευθύνονται εἰς καταστάσεις κανονικὰς καὶ διαρκεῖς, ἀναγράφονται δὲ ἐν καταλόγοις ὀνομαστικοῖς. Οἱ ἔμμεσοι φόροι ἀπεναντίας, εἰσπράττονται ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ γεγονότος τινός, πράξεώς τινος, ἀνταλλαγῆς τινος. Δὲν ἀναγράφονται δὲ ὡς πρὸς τὸν φορολογούμενον εἰς ὀνομαστικοὺς καταλόγους, κανονικῶς καὶ κατὰ περιόδους συντασσομένους». Αὐτὰ λέγει ἡ διοικητικὴ ῥουτίνα. Ἂς ἴδωμεν τί ἐπιστημονικώτερον ὁ συγγραφεὺς γράφει, ὅπως χαρακτηρίσῃ ἀκριβέστερον τὴν φύσιν τῶν φόρων. «Διὰ τοῦ ἀμέσου φόρου, λέγει ὁ Beaulieu, ὁ Νομοθέτης σκοπεῖ νὰ ἐπιβαρύνῃ ἀμέσως, διαρκῶς καὶ ἀναλόγως τῆς περιουσίας ἢ τῶν εἰσοδημάτων του τὸν ἀληθῆ φορολογούμενον. Ἀποκλείει ἄρα πάντα μεσολαβοῦντα μεταξὺ τούτου καὶ τοῦ δημοσίου θησαυροῦ. Ὅπως π. χ. οἱ ἔμμεσοι φόροι ἔχουσι μεσολαβοῦντας τοὺς ἐμπόρους ἐν τοῖς τελωνείοις, τοὺς πωλητὰς τῶν οἰνοπνευμάτων, ἐὰν ἔχωμεν καὶ ἐπὶ τούτων φορολογίαν, τοὺς πωλητὰς τοῦ καπνοῦ κλπ. «Διὰ δὲ τοῦ ἐμμέσου φόρου (προσθέτει ὁ Beaulieu) ὁ Νομοθέτης δὲν ἀφορᾷ ἀμέσως εἰς τὸν ἀληθῆ φορολογούμενον, καὶ δὲν ζητεῖ νὰ τῷ ἐπιβάλῃ τὸ βάρος ἀκριβῶς ἀνάλογον πρὸς τὰ μέσα του. Προστίθεται νὰ φθάσῃ μέχρι τοῦ ἀληθοῦς φορολογουμένου δι’ ἀνακρούσεως (par ricochet), δι’ ἀποκρούσεως (par contre coup), ἐκ τοῦ πλαγίου (par répercussion), θέτει μεσολαβοῦντας μεταξὺ τούτου καὶ τοῦ δημοσίου θησαυροῦ, καὶ παραιτεῖται τῆς ἀκριβοῦς ἀναλογίας τοῦ φόρου ἐν τοῖς καθέκαστον, ἀρκούμενος εἰς ἀναλογίαν τινὰ ὡς ἔγγιστα καὶ γενικήν». Αὐτοὶ εἶναι οἱ ἔμμεσοι φόροι. Καὶ ἐν τούτοις τὸν ἀμεσώτατον φόρον ἐπὶ τῶν ζώων ὁ κ. Καλλιγᾶς τὸν ὀνομάζει ἔμμεσον! Κρίνατε ἂν καὶ τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ δὲν καταπίπτῃ εἰς συντρίμματα. Ἀλλὰ, εἶπεν ὑμῖν ἀκόμη, ἐπιτιθέμενος πάντοτε κατὰ τῶν Γενικῶν Γραμματέων, ὁ κ. Καλλιγᾶς: Ἠξεύρετε τί ἔκαμεν αὐτὸς ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς, ὁ βουλευτὴς Εὐρυτανίας; Αὐτὸς ὑπελόγισε καὶ τὸν τόκον τοῦ κεφαλαίου τῆς ἀξίας ἑκατὸν αἰγῶν. Ἀλλὰ δὲν ἐνεθυμήθη ὁ κ. Καλλιγᾶς, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἐξευρέσεως τῆς καθαρᾶς προσόδου, καὶ διὰ τοῦτο μοὶ ἔκαμε τὴν διὰ παραδείγματος ἀποστροφὴν ἐκείνην, καὶ μὲ ἠρώτησε θριαμβευτικῶς ἂν, ὅταν φορολογῶνται αἱ οἰκίαι, ἀφαιρῆται ὁ τόκος. Ἡ ἐρώτησις αὕτη δὲν ἦτον ἀξία νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τοῦ στόματος Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Βεβαίως, κ. Καλλιγᾶ· διότι ἄλλως θὰ ἐπράττετε μέγιστον ἀδίκημα, ἐὰν ἐπεβάλετε εἰς τὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα συνήθως ἔχουσιν οἱ πλουσιώτεροι, μόνον 5% φόρον ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος. Δὲν ἐννοεῖτε λοιπὸν ποία ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἀκαθαρίστου καὶ καθαρᾶς προσόδου; Δὲν ἐννοεῖτε τὴν μεγάλην καὶ θεμελιώδη οἰκονομικὴν ἀρχὴν, ὅτι οὐδέποτε φορολογοῦνται τὰ κεφάλαια, ἀλλ’ ἡ καθαρὰ πρόσοδος αὐτῶν;

§104ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ κεφάλαιον ὑπάρχει παντοῦ.

§105ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλήθεια; Ἀλλὰ δὲν ἐννοεῖτε σεῖς, κ. Ῥάλλη, τὰ οἰκονομικά· σεῖς εἶσθε δικονομικός.— Μᾶς εἶπε καὶ ἄλλα ὁ κ. Καλλιγᾶς. Καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου αὐτὸς ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη, λαμβάνει καὶ ἐδῶ ὕφος διδασκάλου, καὶ μᾶς διδάσκει πῶς νὰ ὁμιλῶμεν, πῶς νὰ σκεπτώμεθα, πῶς νὰ ἀναγινώσκωμεν τοὺς συγγραφεῖς, καὶ διὰ μαντείας εὗρεν, ὅτι οἱ Γενικοὶ Γραμματεῖς ἰδίως, ὁσάκις πρόκειται νὰ συμβουλευθοῦν συγγραφέα τινὰ, δὲν ἀναγινώσκουν αὐτὸν ὁλόκληρον, ὅπως πράττουν οἱ καθηγηταί, ἀλλὰ περιορίζονται εἰς ἐκεῖνο μόνον τὸ μέρος, περὶ οὗ πρόκειται. Τοῦτο εἶπε, προφητεύων, ὅτι ἔπραξα καὶ ἐγὼ, ὅταν εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ φόρος ὁ ἐπιστημονικὸς εἶναι 20% εἰς τὴν Γαλλίαν, ἀλλ’ εἶναι 8%. Ἀνέφερε δὲ πάλιν τὴν Constituante καὶ μᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ Constituante ἐπέβαλε ποσὸν ἐγγείου φόρου τοιοῦτον, ὥστε ἐπὶ τῶν 1.400.000,000, εἰς ὅσα ἀνήρχετο τότε ἡ πρόσοδος, ὁ ὅρος αὐτοῦ ἀνήρχετο εἰς 20%. Καὶ δὲν ἐδιαβάσατε, λέγει πάντοτε θριαμβευτικῶς, τὸ μέρος αὐτὸ, δὲν προέβητε παρακάτω, ἵνα ἴδητε, ὅτι, προχωρούσης τῆς προόδου, ἐπεκτεινομένης τῆς καλλιεργείας, καὶ μὴ αὐξανομένου τοῦ φόρου, ἐπῆλθεν αὐτὴ ἡ ἐλάττωσις εἰς 8%, τὴν ὁποίαν μᾶς ἀνεφέρατε. Καὶ ἰδοὺ κατέκρινε τὸν πρώην Γενικὸν Γραμματέα, ὅτι δὲν ἀνέγνωσε τὸ σύνολον τοῦ συγγράμματος, καὶ τὸν συνεβούλευσε μάλιστα πατρικῶς, ἄλλοτε νὰ τὸν ἀναγινώσκῃ ὁλόκληρον. Ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Καλλιγᾶς, ὁ ὁποῖος ἔδωκεν αὐτὴν τὴν συμβουλήν, τὸν ἀνέγνωσεν ὅλον, διότι ἄλλως δὲν θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ συμβουλεύῃ τοὺς ἄλλους ὅ,τι δὲν πράττει αὐτός. Ἀλλὰ τί γράφει ὁ συγγραφεὺς ἐν τῷ βιβλίῳ ἐκείνῳ; Ἐντελῶς τὸ ἀντίθετον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπεν ὁ κ. Καλλιγᾶς. Δὲν ὡρίσθη ποσῶς εἰς 20% ὁ φόρος, οὐδὲ ἐτέθη ποτὲ τοιαύτη ἀναλογία. Ἐφαίνετο, λέγει ὁ Beaulieu, ὅτι ἦτο 20%, ἀλλὰ πράγματι ἦτο πολὺ ἐλάσσων. Καὶ τοῦτο τὸ λέγει ἐν τῇ αὐτῇ σελίδι, τὴν ὁποίαν μᾶς ὑπέδειξεν ὁ κ. Καλλιγᾶς, καὶ εὐθὺς ἀμέσως κατόπιν ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Καλλιγᾶς μᾶς ἀνέγνωσε χθές. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ Beaulieu. «Ἐν πρώτοις εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ ἐκτίμησις τῶν 1440 ἑκατομμυρίων ὡς εἰσοδήματος τῶν ἀκινήτων ἦτον ἄγαν ἠλαττωμένη. Ὁ ὑπολογισμὸς οὗτος θὰ ἦτον ἴσως ἀκριβής, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τῶν εἰσοδημάτων μόνης τῆς γῆς, τουτέστι τῆς ἀγροτικῆς ἰδιοκτησίας. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἰς ταῦτα τὰ εἰσοδήματα προσετίθετο καὶ τὸ εἰσόδημα τῶν οἰκοδομῶν, εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν 1440 ἑκατομμυρίων ἦτο κατώτερος τοῦ πραγματικοῦ. Ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τὸ καθαρὸν εἰσόδημα τῶν οἰκοδομῶν ἦτον ἴσον πρὸς τὸ ⅓ τοὐλάχιστον τοῦ εἰσοδήματος τῶν γαιῶν. Ἀλλὰ πλὴν τούτου, προσθέτει ὁ Beaulieu, διὰ νὰ ἐκτιμήσῃ τις τὸ πραγματικὸν ποσὸν τοῦ φόρου, πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τοὺς πολλοὺς καὶ ποικίλους ἀρχαίους φόρους, οὓς ἡ Constituante κατήργει, καὶ τὰ τιμαριωτικὰ καὶ ἐκκλησιαστικὰ δικαιώματα, ἀπὸ τῶν ὁποίων ἡ γῆ ἀπηλλάσσετο τότε». Ὥστε κατὰ τὸ ⅓ τοὐλάχιστον πρέπει νὰ ἐλαττώσωμεν τὸν ὅρον τοῦ ἐπιστημονικοῦ φόρου τοῦ κ. Καλλιγᾶ, ὅτε, ἀντὶ τῶν 20, ἔχομεν 13 μόνον, καὶ τοῦτο χωρὶς νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν λίαν σπουδαίαν τελευταίαν παρατήρησιν τοῦ Beaulieu, ἤτοι, ὅτι ἡ ἰδιοκτησία ἐν Γαλλίᾳ ἠλευθεροῦτο τότε ἀπὸ τὴν τυραννικωτέραν δουλείαν. Ἐγὼ ὅμως δὲν φρονῶ, ἄπαγε, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέπεσεν εἰς τοιαῦτα σφάλματα ἐξ ἀγνοίας, ἀλλ’ εἶπε ταῦτα ὡς ἐπιχειρήματα πρόχειρα, τῆς στιγμῆς, προσιδιάζοντα τῷ κ. Καλλιγᾷ. Δὲν ἔχω τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, ὅτι μετεμελήθη καὶ ὁ ἴδιος, ὅτι τὰ ἐξέφερε.

§106ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Θὰ ὑπάγω εἰς μοναστῆρι.

§107ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ κάμετε πολὺ καλά.— Ἀλλ’ ὁ κ. Καλλιγᾶς ὡμίλησεν αὖθις γενικῶς ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ. Εἶπεν, ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ ληφθῶσι μέτρα πρὸς ἐξόντωσιν τῶν αἰγῶν, διότι αἱ αἶγες καταστρέφουσι τὰ δάση, διότι αἱ αἶγες καταστρέφουσι τὴν καλλιέργειαν, τὴν γεωργίαν, καὶ ἐνόμισεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιμείνῃ εἰς ἓν σφάλμα, κατὰ σύστημα πλέον ἀκαδημαϊκόν. Ἐνόμισεν, ὅτι πρέπει νὰ τὸ ὑποστηρίξῃ καὶ τὸ ὑπεστήριξε, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ, ὡς μᾶς εἶπεν, εἰς τὸ μέλλον ὡς συμβουλὴ καὶ νουθεσία. Πῶς νὰ μὴν εὐγνωμονήσῃ τις τῷ κ. Καλλιγᾷ διὰ τὴν τοιαύτην πατρικήν του πρόνοιαν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν ἐξόντωσιν τῶν αἰγῶν! Ἀλλ’ ὁποιαδήποτε μέτρα καὶ ἂν λάβητε, δὲν θέλετε ἐπιφέρει τὴν ἐξόντωσιν τῶν αἰγῶν, ἀλλὰ θὰ ἐπιφέρητε τὴν ἐξόντωσιν τῶν γεωργῶν, διότι κτηνοτρόφοι ἐν Ἑλλάδι εἶναι πάντες οἱ γεωργοί. Ἐδῶ αὖθις ὁ κ. Καλλιγᾶς, ὁ ὁποῖος καὶ εἰς τὸν ἕνα καὶ εἰς τὸν ἕτερον τῶν Γενικῶν Γραμματέων ὑπενθύμισεν, ὅτι εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ ὁποῖον, ὡς τοιοῦτοι, διηύθυνεν, γίνονται αἱ στατιστικαί, δὲν προσέτρεξεν ὅμως τοὐλάχιστον αὐτός, ὁ συμβουλεύων τὰς στατιστικὰς ἐκείνας, ὅπως ἴδῃ ποία εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ ἐδάφους ἐν Ἑλλάδι καὶ ποία ἡ πυκνότης τοῦ πληθυσμοῦ, καὶ ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ ἐκλείψωσιν ἐν τοιαύτῃ καταστάσει αἱ αἶγες χωρὶς νὰ συνεκλείψωσι καὶ οἱ ἄνθρωποι. Ὡμίλησε περὶ Γαλλίας, ὡμίλησε περὶ Πρωσσίας. Ἀλλὰ δὲν ἐνθυμεῖται, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ τὸ πλεῖστον μέρος τοῦ τόπου εἶναι πεδινὸν καὶ καλλιεργημένον; Ὅταν δὲ βλέπῃ τὰς ἀναλογίας, αἱ ὁποῖαι ἐπιπολαίως δημοσιεύονται εἴς τινα ἐφημερίδα, στηριζομένας ἐπὶ τοῦ ὅλου πληθυσμοῦ τῆς Γαλλίας, πῶς δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν, ὅτι αἱ αἶγες ἐν Γαλλίᾳ εὑρίσκονται εἰς ἐλάχιστά τινα καὶ περιωρισμένα σημεῖα, ὅπου καὶ μόνον τὸ ἔδαφος ἐπιτρέπει καὶ ἀπαιτεῖ τὴν ὕπαρξιν αὐτῶν; Γνωρίζει ἆρα ὁ κ. Καλλιγᾶς ποία εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ ἐδάφους ἐν Ἑλλάδι καὶ ποία ἡ πυκνότης τοῦ πληθυσμοῦ; Ἐκ τῶν στατιστικῶν, τὰς ὁποίας δύναται νὰ εὕρῃ ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ δὲν ἀνεζήτησεν, ἡ πυκνότης τοῦ πληθυσμοῦ ἀνέρχεται ἐν Βελγίῳ π. χάριν εἰς 170 ψυχὰς ἐπὶ ἑνὸς χιλιομέτρου, ἐν Ὁλλανδίᾳ εἰς 165, ἐν Ἀγγλίᾳ εἰς 100, ἐν Γαλλίᾳ εἰς 80, ἐν Ἑλλάδι δὲ μόνον εἰς 23. Ἀλλ’ ὁ ἀριθμὸς τῶν 23 εἶναι ὁ μέσος ὅρος. Ἡ δὲ πραγματικὴ ἀναλογία τῶν ἐπαρχιῶν ἡμῶν, τῶν αἰγοτρόφων, αἵτινες εἶναι αἱ πλεῖσται καὶ ἐκ τῶν ὁποίων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς γνωρίζει καλῶς τὰς τοῦ νομοῦ Ἀκαρνανίας καὶ Αἰτωλίας, εἶναι ἀπελπιστική. Αἱ ἐπαρχίαι αὗται ἔχουσιν ἀραιότατον πληθυσμόν. Ἡ Εὐρυτανία π.χ. ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ὡς πρὸς τὴν ἔκτασιν μικρὸν Βασίλειον, διότι ἡ ἀπόστασις ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου εἰς τὸ ἕτερον αὐτῆς σταυροειδῶς ὑπερβαίνει τὰς 25 ὥρας, ἡ Εὐρυτανία ἔχει μόνον 42 χιλιάδας ψυχῶν πληθυσμόν. Ἠξεύρετε εἰς ποῖον ἀριθμὸν κατέρχεται ἐκεῖ ἡ ἀναλογία; Οὔτε πέντε ψυχαὶ δὲν ἀναλογοῦσιν ἐπὶ ἑνὸς χιλιομέτρου. Τί θέλετε νὰ κάμωσιν ἐκεῖ, πῶς νὰ καλλιεργήσωσι; Ποῦ αἱ χεῖρες νὰ καλλιεργήσωσι τὰς γαίας; Ποῦ δὲ καὶ αἱ καλλιεργήσιμοι προσοδοφόροι γαῖαι εἰς τὰ ὀρεινὰ ἐκεῖνα καὶ ἀπρόσιτα μέρη; Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῶν χειρῶν εἶναι, κατ’ ἐμὲ, τὸ πρώτιστον, ἑπομένως ἡ πυκνότης τοῦ πληθυσμοῦ. Καὶ ἡ Γαλλία ἔχει ὄρη, ἀλλ’ ὁ πυκνὸς αὐτῆς πληθυσμὸς καλλιέργησε καὶ τὰ ὄρη καὶ μετέβαλε τοὺς ἀποῤῥῶγας βράχους εἰς λειμῶνας θαλερούς. Ἄν ἀφαιρέσητε ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς δυστυχεῖς ἀνθρώπους τὰς αἶγας, τοὺς κατεδικάσητε εἰς θάνατον.

§108ΡΑΛΛΗΣ. Ὅσῳ μεγαλειτέραν ἔκτασιν ἔχετε νὰ καλλιεργῆτε, τόσον εἰς θάνατον τοὺς καταδικάζετε.

§109ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδὲν ἐνοήσατε ἐξ ὧν εἶπον. Δὲν πταίω ἐγώ.

§110ΡΑΛΛΗΣ. Ἂς ἦσθε καλά.

§111ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς σᾶς δὲ εὔχομαι νὰ γίνητε καλλίτερα. — Θέλετε τοὺς καταδικάσει εἰς θάνατον, καὶ τοῦτο, ὄχι μόνον διότι δὲν θὰ ἔχωσι τὴν ἐκ τῆς ἀμέσου προσόδου, τῆς μικρᾶς, τῆς ἐλαχίστης, τῶν αἰγῶν, ἀνακούφισιν, ἀλλὰ θέλετε τοὺς καταστρέψει ἰδίως ὑπὸ ἔποψιν γεωργικήν. Σᾶς εἶπον καὶ προχθές, ὅτι αἱ αἶγες διατηροῦνται ὑπὸ τῶν γεωργῶν διὰ νὰ λιπαίνουν τὰς μικρὰς λωρίδας τῆς γῆς, τὰς ὁποίας οὗτοι ἔχουσι καὶ καλλιεργοῦσιν, ὅπως συντηρῶσι τὰς οἰκογενείας των· σᾶς ἐπανέλαβον δὲ τὸ ὑπὸ τῶν δυστυχῶν ἐκείνων λεγόμενον, ὅτι ἔχουσι τὰς αἶγας διὰ τὴν μπομπότα.

§112ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τί εἶναι ἡ μπομπότα;

§113ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὁ ἐξ ἀραβοσίτου ἄρτος. Βλέπετε πόσον ὀλίγον γνωρίζετε τὸν τόπον, κ. Καλλιγᾶ; Διὰ τοῦτο τὰς διατηροῦν.

§114ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Διὰ νὰ τὰς τρέφουν εἰς βάρος τοῦ γείτονος.

§115ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα ἀστυνομικὸν καὶ ὄχι φορολογικόν. Ἀλλ’ ἡ αἴξ, κατὰ τῆς ὁποίας ἐπετέθη τόσῳ σκληρῶς ὁ κ. Καλλιγᾶς, ὑπ’ αὐτοῦ τούτου μᾶς παρεστάθη ὡς τὸ εὐεργετικώτερον ζῶον τοῦ πτωχοῦ. Τί νομίζετε δὲ μᾶς εἶπεν ὁ κ. Καλλιγᾶς; Τῷ ἐξέφυγε καὶ μᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ αἴξ εἶναι ἡ δάμαλις τοῦ πτωχοῦ· γνωρίζετε δὲ τί θέλει νὰ εἴπῃ τοῦτο· εἶναι ἡ περιουσία του, ἡ ὕπαρξίς του, ἡ ὕπαρξις τοῦ πτωχοῦ, τοῦ ὀρεσιβίου, τοῦ εὑρισκομένου εἰς ἀραιὸν πληθυσμὸν, εἰς μέρη, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ καλλιεργηθῶσι. Καὶ πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἀγαθῆς περὶ αἰγῶν ἰδέας τοῦ κ. Καλλιγᾶ, τῷ ἀναγινώσκω τί γράφουσιν οἱ περὶ ταῦτα ἀσχολούμενοι. Τὸ εὗρον καὶ ἐγὼ εἰς μίαν ἐγκυκλοπαιδείαν ὡς ἐκείνην τοῦ κ. Καλλιγᾶ. «Ἡ γεωργία καταδιώκει τὰς αἶγας δι’ ἀσπόνδου μίσους...» — Γελᾶτε, κύριε Καλλιγᾶ, ἀλλὰ γελᾶτε, διότι δὲν μ’ ἐννοεῖτε. Τὸ μῖσος τῆς γεωργίας σημαίνει, ὅτι, ἐπεκτεινομένης τῆς γεωργίας, φεύγουσιν αἱ αἶγες. Καὶ τοιαύτην καταδίωξιν, τοιαύτην τοῦ μίσους πραγματοποίησιν εὔχομαι νὰ ἴδω καὶ ἐγὼ εἰς τὴν πατρίδα μου. — «Ἐν τούτοις, ἡ ἀνθρωπότης ἀπαιτεῖ τὴν ὕπαρξίν των παντοῦ, ὅπου ὑπάρχουσι δυστυχεῖς. Μόνον ἐν τῇ καλύβῃ τοῦ πτωχοῦ κατανοεῖ τις τὴν μεγάλην ἀξίαν τῆς αἰγός. Σύντροφος τῆς δυστυχίας ἡ αἴξ, ἀφοσιοῦται εἰς τὸν δυστυχῆ, τοῦ ὁποίου ἀνακουφίζει τὰς ἀνάγκας, ἀρκεῖται εἰς τροφὴν εὔκολον καὶ χονδροειδῆ, ὅπως ἀφίνῃ εἰς τὴν οἰκογένειαν, παρὰ τῇ ὁποίᾳ ζῇ, τὴν τροφὴν τὴν καλλιτέραν, καὶ λίαν συνήθως παρέχει τὸν μαστὸν αὐτῆς εἰς τὸ νήπιον. εἰς τὸ ὁποῖον τὸ στῆθος τῆς μητρός, ἐξησθενημένον ὑπὸ τῶν ἀναγκῶν καὶ στερήσεων, δὲν δύναται νὰ παράσχῃ μητρικὸν γάλα».

§116ΚΑΛΛΙΓΑΣ........................

§117ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Καλλιγᾶ, ἐὰν ἐγὼ ἦμαι, ὡς ἀτόπως λέγετε, εἰς τὴν ἡλικίαν, καθ’ ἣν βυζάνουν, σεῖς εὑρίσκεσθε εἰς τὴν ὅλως ἀντίθετον, ὅπου γνωρίζετε τί συμβαίνει εἰς τὸν δυστυχῆ ἄνθρωπον (ἱλαρότης). Ἐξακολουθῶ τὴν ἀνάγνωσιν. «Αἱ αἶγες παρέχουσιν εἰς τὸν ἄνθρωπον βοήθειαν πρόχειρον καὶ πολύτιμον. Εἰς τοὺς ἀγόνους τόπους, ὅπου ὁ ἀτυχὴς κάτοικος μόλις δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας του, εὑρίσκει εἰς τὸ γάλα τῆς αἰγός, εἰς τὸ ἔριον αὐτῆς, εἰς τὰ νεογνὰ αὐτῆς ἀνακούφισιν τῆς ἀθλίας τύχης του. Καὶ ὁ κ. Καλλιγᾶς ἐμελέτησε τὴν καταστροφὴν αὐτοῦ τοῦ ζώου. Καὶ ἐνῷ ἐμελέτησε τὴν καταστροφὴν αὐτοῦ καὶ ἐσχίζετο ἐνταῦθα διὰ νὰ τὸ κατορθώσῃ, μᾶς εἶπεν ὅτι εἶναι ὁ μόνος μεταξὺ ἡμῶν ὅστις ἀγαπᾷ τοὺς δυστυχεῖς γεωργοὺς καὶ κτηνοτρόφους.

§118ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὄχι ὁ μόνος.

§119ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔστω ὁ πλειότερον παντὸς ἄλλου. Οἵα ἀγάπη. Τῷ τὴν χαρίζομεν. «Ἀλλὰ, ἐπανέλαβεν αὖθις, δὲν θέλετε νὰ ψηφίσητε τὸν φόρον αὐτὸν, ἀρνεῖσθε τὰ μέσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἔχομεν ἔλλειμμα· πῶς θὰ τὸ καλύψωμεν, πῶς θὰ πληρώσωμεν τὸ κενόν;» Ἀλλ’ ἔχει ἆρά γε σχέσιν τινὰ πρὸς τὸ ἔλλειμμα τὸ ἔσοδον αὐτὸ ὅπως τὸ κατήντησαν; Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἔκαμε ὑπολογισμὸν καὶ σᾶς εἶπεν, ὅτι 450,000 δραχμαὶ θὰ ἀπομείνουν· ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εἶπε 500,000 ἐγὼ δὲ σᾶς λέγω, ὅτι ὁ κ. Καλλιγᾶς ὁμολογεῖ, ὅτι δὲν θὰ ἦναι εἰμὴ 300,000 δραχμαὶ μόνον. Ὁ κ. Καλλιγᾶς ἀνέγραψεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ 800,000 δραχμὰς τὴν ἐκ τοῦ συνόλου τοῦ προταθέντος φόρου αὔξησιν. Ἀφαιροῦνται ἤδη 20 λεπτὰ ἀπὸ τὰς αἶγας, αἵτινες ἀνέρχονται εἰς δύω καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια· ὥστε ἐκ τῶν 800,000 δὲν θὰ λάβωμεν τὰς 500,000 δραχμὰς, ἑπομένως μένουσι 300,000 δραχμαὶ μόνον. Εἴπατέ μοι, πρὸς Θεοῦ, ἀξίζει διὰ τοιοῦτον εὐτελὲς ποσὸν νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὴν πτωχοτέραν τάξιν τοῦ Τόπου; Εἶναι δὲ ἀξιοπρεπὲς διὰ μίαν Κυβέρνησιν, ἐλθοῦσαν ἐδῶ, ὅπως ἀνορθώσῃ τοὺς νόμους καὶ ὁδηγήσῃ τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν εὐτυχίαν καὶ εἰς τὸν πολιτισμὸν, νὰ ἐγείρῃ ζήτημα πολιτικὸν ἐπὶ τοῦ εὐτελοῦς ἐσόδου 300,000 δραχμῶν; Καὶ δὲν γνωρίζω διατὶ κατῆλθε μέχρι τοσούτου ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς ὁ κ. Καλλιγᾶς, μετὰ τοῦτο, δέχεται νὰ ἦναι ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Διατί ὑπεχώρησεν εἰς τὸν πρόσθετον φόρον; Δὲν ὑπεχώρησε διότι θεωρεῖ αὐτὸν ἄδικον, ἀφοῦ ἐπιμένῃ ὅτι εἶναι κατώτερος τοῦ ἰδικοῦ του ἐπιστημονικοῦ, οὔτε διότι θεωρεῖ αὐτὸν καταστρεπτικὸν, ἀφοῦ ἐπιμένῃ καὶ εἰς τὴν καταστροφὴν, ἀντιφάσκων οὕτω οἰκτρῶς πρὸς ἑαυτόν· διότι, ἐνῷ μᾶς ἐπρότεινε τὸν φόρον διὰ τὴν ἐξόντωσιν, ἐνησχολήθη νὰ μᾶς ἀποδείξῃ καὶ ἐπέμεινεν, ὅτι δὲν φορολογεῖ τὰς αἶγας ἢ 10%, ἤτοι κατὰ τὸ ἥμισυ τοῦ ἐπιστημονικοῦ του φόρου. Λοιπὸν δὲν ὑπεχώρησε, διότι μετέβαλε γνώμην, ἀλλὰ παρῃτήθη τοῦ προσθέτου αὐτοῦ φόρου, διότι ὁ Πρωθυπουργὸς εἶδε, καὶ ὄχι αὐτὸς, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θέλει νὰ ψηφίσῃ αὐτὸν, καὶ διότι ὁ Πρωθυπουργὸς ἀπεκήρυξεν ὡς ἀπαγορευτικὸν, ἤτοι ὡς καταστρεπτικὸν, τὸν φόρον αὐτὸν τὸν πρόσθετον, ἀπόντος μάλιστα τοῦ κ. Καλλιγᾶ. Ἀλλ’ εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον εὑρίσκεται καὶ σήμερον ἡ Κυβέρνησις ἀπέναντι τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ δὲν φαίνεται ἐπιθυμοῦσα καὶ τὴν προσθήκην τῶν 5 λεπτῶν, οὔτε εἰς τὰς αἶγας, οὔτε εἰς τὰ πρόβατα, οὔτε τὴν προσθήκην εἰς τὰ λοιπὰ μεγάλα ζῶα. Ἀφοῦ δὲ πρόκειται περὶ 300,000 δραχμῶν, διατί ἐπιμένει; Δὲν εἶναι καλλίτερον νὰ παραιτηθῇ ἤδη αὐτὸς καὶ τούτου, μιμούμενος τὸν Πρωθυπουργόν; Τότε θὰ ἦτο συνεπὴς, τότε δὲ θὰ ἀπεδείκνυε καὶ τὸν σεβασμὸν αὐτοῦ πρὸς τὸ Κοινοβούλιον, τότε θὰ ἐπεβεβαίου, ὅτι ἀληθῶς, ὅπως μᾶς εἶπε τελειώνων τὸν λόγον του, ὅτε ὑπέβαλε τὴν πρότασιν, ὅτι ἤγειρε τὴν συζήτησιν ταύτην, οὐχὶ διὰ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην του, ἀλλὰ διὰ νὰ φωτισθῇ, τότε θὰ ἔπραττεν ἀληθῶς πρᾶξιν ὑπουργοῦ, θέλοντος νὰ συζητήσῃ ἐλευθέρως, εὐσυνειδήτως καὶ ἀξιοπρεπῶς μετὰ τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλὰ τὸν φόρον αὐτὸν τῶν 5 λεπτῶν δὲν τὸν ἐγκατέλιπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ διὰ τοῦτο ὁ κ. Καλλιγᾶς ἔχει τὸ θάῤῥος νὰ ἐπιμένῃ. Ὅταν ὁ Πρωθυπουργὸς ἀπεκήρυξε τὸν ἄλλον φόρον, ὁ κ. Καλλιγᾶς ὑπετάχθη. Ὑπετάχθη λοιπὸν ὄχι εἰς τὴν Βουλὴν, ὄχι εἰς τὴν ἀλήθειαν, τὴν διὰ τῶν συζητήσεων προκύψασαν, ἀλλὰ ἐκ τοῦ φόβου μὴ δυσαρεστήσῃ τὸν προϊστάμενόν του....

§120ΤΙΝΕΣ. Διὰ νὰ μὴ χάσῃ τὸ Ὑπουργεῖον.

§121ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ λέγουν, ὅτι τὸ ἔκαμε διὰ νὰ μὴ χάσῃ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Αὐτὸ δὲ εἶπον καὶ ἐγὼ, ὅταν προηγουμένως ἐξήνεγκα τὴν ἀπορίαν μου, πῶς, μετὰ τὴν παντελῆ καταστροφὴν, τὴν ὁποίαν ὑπέστη τὸ νομοσχέδιόν του, —διότι δὲν ἔμεινον ἢ ῥάκη τινὰ τῶν ὅρων, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Καλλιγᾶς εἶχε θέσει—πῶς, λέγω, κατεδέχετο νὰ διατηρῇ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Εἶναι βεβαίως περιττὸν νὰ προχωρήσω. Ἀλλ’ εἰς τὴν περιττὴν ταύτην λογομαχίαν μᾶλλον ἢ συζήτησιν ἐξηνάγκασεν ἡμᾶς ὁ κ. Καλλιγᾶς. Ἀλλ’ ὑμεῖς πάντες εἶσθε πεπεισμένοι ἤδη, ὅτι ἡ προτεινομένη αὔξησις εἶναι ἄδικος, ὅτι ἐπιβαρύνει τὰς πενεστέρας τάξεις τῆς κοινωνίας, ἑπομένως, ὅτι εἶναι καταστρεπτικὴ, καὶ διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ἐγκριθῇ. Ὅσον δὲ διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, εἶναι, νομίζω, μὴ σοβαρὸν τὸ νὰ λέγωσιν οἱ κύριοι ὑπουργοὶ, ὅτι, ἐνῷ πρόκειται σήμερον μὲν περὶ ἐλλείμματος 15,000,000, αὔριον δὲ, ἤτοι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1883, ὅπερ ἐγγίζει, θὰ πρόκηται περὶ ἐλλείμματος 25,000,000, θὰ θεραπεύσωσι τὰς ἀνάγκας ταύτας, ἐὰν ψηφίσωμεν ἕνα ἄδικον φόρον 300,000 δραχμῶν!

§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν ζώων διὰ τὸ ἔτος 1882, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν ἀρχήν.

§123ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἤδη θὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ τροπολογία τοῦ κ. Δηλιγιάννη.

§124ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς ἀποκρούομεν τὴν αὔξησιν ἐπὶ ὅλων. Ἐὰν ὑπάρχῃ γνώμη τις διάφορος καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τινα ἐκ τῶν ζώων, τότε ὀφείλομεν, χάριν τῶν ἐχόντων τοιαύτην γνώμην, νὰ διαιρέσωμεν τὸ ζήτημα.

§125ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οὐδεὶς ζητεῖ τὴν διαίρεσιν.

§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Δηλιγιάννη θὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν. (Ἀναγινώσκεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Δηλιγιάννη).

§127ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Δηλιγιάννη ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ζώων διὰ τὸ ἔτος 1882 λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Πετσάλη καὶ Ἱερομνήμονος κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Ἰωάννης Μοσχοβάκης ΟΚωνστ. Ἀναγνωστόπουλος Ν
Νικόλαος Στεφανίδης ΟΝ. Παππαμιχαλόπουλος Ν
Ἰω. Μεσσηνέζης ΟΠαναγ. Ῥίτσος Ν
Κωνστ. Θεοδώρου ΝἸω. Καπιτσίνης
Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος ΟἈντ. Μήτσας Ο
Δημήτ. Οἰκονομίδης ΝΓεώρ. Μίλησης Ν
Λεωνίδας Καρυστινάκης ΟΔημ. Χατζόπουλος Ο
Μιχ. Καΐρης Ὀρφανός ΝΓεώρ. Ζηνόπουλος Ν
Κωνστ. Ἀργυρόπουλος ΝΝικ. Δ. Ζώτος Ν
Λεωνίδας Ζωγράφος ΝΔημ. Βουλπιώτης Ο
Σωτήρ. Δανόπουλος ΝΜιχ. Ἰατρίδης Ν
Γεώργιος Τσώκρης ΟΚωνστ. Λομβάρδος Ο
Κωνστ. Καραπάνος ΟΦρειδερίκος Καῤῥέρ Ο
Γεώργ. Παχύς ΝἈναστ. Λούντζης Ο
Δημ. Ν. Καλλιφρονᾶς ΟῬοβέρτος Ῥώμας Ν
Δημήτριος Ῥάλλης ΟἈλέξ. Καραμπίνης Ο
Παῦλος Καλλιγάς ΟΣτέφ. Στεφανόπουλος Ο
Ἀνδρέας Ψύλλας ΟἈνδρ. Αὐγερινὸς Ν
Δημ. Μουτσόπουλος ΟΘεμιστ. Δαραλέξης Ν
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Δημοσθ. Δόγκας Ο
Ἀντών. Ζυγομαλᾶς ΝἈναγν. Δαλιάνης Ο
Νικόλ. Λεβίδης ΟΣπυρ. Σιδέρης
Κωνϛ. Στράτος ΝΔιομ. Διαμάντης Ν
Ἀνδρ. Στράτος ΟἜπαμ. Α. Δημητρίου Ν
Ἰωάν. Καρτάλης Σπυρ. Κουκούλεζας Ο
Νικ. Γεωργιάδης ΟΝικ. Δ. Νομικός
Γεώρ. Φιλάρετος ΟἈριστ. Βαλέττας Ο
Ἱερώνυμος Κασαβέτης Δημοσθένης Στάϊκος Ν
Νικ. Κουκουσλῆς ΟΒαρβαῤῥῆγος Πήλικας Ο
Ἀπόστ. Φρόνιμος ΟΧρῆστος Σολιώτης Ο
Κωνστ. Γρίβας ΝΣωτ. Ν. Πετιμεζᾶς
Τατσέλος Μαυρομμάτης ΝἈλές. Φωτήλας Ο
Ἀντ. Βάλβης ΝἈθ. Γ. Πετιμεζᾶς Ν
Ἀπόστ. Ἀθανασιάδης ΝΔημ. Τσαχτσήρης
Ἀθαν. Βαλαβάνης ΝἈλκ. Μάνταλος
Θεόδ. Δηλιγιάννης ΝΠερικλῆς Πεῤῥωτής Ν
Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος ΝΚωνστ. Φλέσσας Ο
Ἠλ. Παλαμίδης ΟΔημ. Τζάννες Ν
Ἰω. Λαμπρινόπουλος ΝΔημ. Κάρτσωνας Ν
Πέτρος Πετροπουλάκης ΝΣπυρ. Καραϊσκάκης
Χαρίλ. Τζανετάκης ΝΔημ. Τερτίπης
Πολυμέρης Ζαρίμπας ΝἈπόστ. Βασαρδάνης Ο
Χριστ. Στεριάδης Λεων. Κοκορῖκος Ο
Νικόλ. Κατσικαπῆς ΟΓεώργ. Φραγκίδης Ο
Γεώργ. Λιδωρίκης ΟΤιμολ. Ἀδαμόπουλος
Ἀλέξ. Κοντόσταυλος Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος Ν
Γεώργ. Παπαγεωργίου ΝΣπήλ. Ἀντωνόπουλος
Ἀριστομ. Χατζηνικολής ΝΚωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος Ν
Νικόλ. Μπαλάφας ΟἈνδρ. Πρεζάνης Ο
Γεώργ. Κόρπας Ἀντ. Μάτσας
Ἀνδρ. Ἱερομνήμων ΝΜιλτιάδης Βαρότσης
Δημ. Κουρκουμέλης Ὄθων Μαῦρος
Ἀθ. Παραμυθιώτης Μιχ. Δαμιράλης
Δημ. Τουρνάκης ΟΔημ. Δεσποταῖος
Σπυρ. Α. Νοταρᾶς ΝΝικ. Γ. Καλαντζόπουλος Ο
Φώτ. Κανελλόπουλος ΟΝικ. Φαρμάκης
Δημ. Σταυρόπουλος ΟἩλ. Ποταμιάνος Ο
Παναγ. Ντετάκης ΟἈλέξ. Ἀντωνόπουλος Ν
Νικ. Βαλσαμάκης ΝΤηλέμαχος Ῥούκης
Ἀνδρ. Μεταξᾶς ΝἈλέξ. Πετσάλης Ο
Σπ. Μοντεσάντος Μπουλελάς Λεων. Καπετανάκος Μαυρομιχάλης
Ἀγαμ. Μεταξᾶς ΟΞανθὸς Πικουλάκης Ο
Σπυρ. Κοντολέων ΟἈντ. Μαυρομιχάλης Ν
Κοσμᾶς Πανάρετος ΝΛεων. Καπετανάκης Ν
Στυλ. Κασιμάτης Ἀσημ. Χρηστόπουλος Ο
Χαρ. Χριστόπουλος ΟΧαράλ. Κανελλόπουλος Ν
Κ. Χατζηπαναγιώτης ΟΖ. Ζαρειφόπουλος Ν
Σωκρ. Τζιβανόπουλος ΝἈναστ. Δ. Νικοκάβουρας Ο
Ἀντ. Καρδαρᾶς ΝΘεόδ. Ῥωμαῖος Ο
Κωνστ. Σαλταφέρος Δ. Μεταλληνὸς Ν
Δημ. Δημητρακάκης ΝΠαναγ. Ἰακωβᾶτος Ν
Μελέτιος Ῥουσόπουλος ΟΝικόλ. Μεταξᾶς Ο
Ἄριστ. Τζιβανόπουλος ΟΝικόλ. Κάγκας Ν
Περικλ. Παπαδόπουλος ΝὈδ. Πετρόπουλος
Νικήτας Βαρβιτσιώτης ΝἨλ. Παπαηλιόπουλος Ο
Ἀναστ. Ζαρμάνης ΟἈνδρ. Μαρλᾶς Ν
Κωνστ. Ἰσχόμαχος ΟΓεώργ. Παπαστάμος Ο
Χαλὴλ Δερβὶς Βέης ΟΓεώργ. Ῥοῦφος Ο
Σερίφ Βέης ΟἈγγελῆς Ῥοῦφος Ο
Ἰω. Γεωργαντᾶς ΟΠερικλ. Καλαμογδάρτης
Λάζ. Παπασταθόπουλος ΝἌριστ. Κοντογούρης
Γεώρ. Λάππας Νικ. Κουμανιώτης Ν
Η. Μπογδάνος ΝἈνδρ. Ῥηγόπουλος Ν
Σπυρ. Βαλαωρίτης Δημήτρ. Τριγγέτας
Ξενοφῶν Βαλαωρίτης ΝἈθαν. Μισυρλῆς
Κωνστ. Χαλκιόπουλος ΟΕὐάγγελος Ἀντύπας Ο
Ἀλκ. Παπαλουκᾶς Γεώργ. Φλωριᾶς Ν
Δημ. Παπαλουκᾶς Ἀναστ. Ζερβὸς Ν
Φίλ. Βάρβογλης ΝἸω. Ἀστεριάδης Ο
Ἰω. Στεφανόπουλος ΝΚωνστ. Βελισσάριος
Παναγ. Κ. Μανέτας ΝΔημ. Π. Γουδῆς Ν
Δημ. Ζέγγελης ΟΓεώργ. Δ. Λεωνίδας
Ἀναστ. Σεχιώτης Στέφανος Σκουλούδης Ο
Κωνστ. Κωνσταντόπουλος Ἰω. Γρυπάρης
Ἠλ. Κοσσονάκος ΟἈντ. Πετρίτσης Ο
Ἀθ. Κατριβάνος ΝΚωνστ. Κατσάκος Ν
Βασίλ. Βούτουνας Δημ. Παρασκευᾶς Ο
Στέφ. Δραγούμης ΟΚωνστ. Κοττίκας Ο
Ἀθ. Ζαμπάκης Στάμος Νάζος
Γεώρ. Σταμούλης Πέτρος Μωραϊτίνης Ο
Σπυρ. Ἀλαμάνος Ἰω. Ζαλλώνης Ν
Λεων. Δεληγεώργης ΟἈλέξ. Χατζηπέτρος
Χαρίλ. Τρικούπης ΟΝικ. Στουρνάρας Ο
Ἐπαμ. Μπέλιας Κωνστ. Ῥαδινός Ο
Περικλ. Μποῦτος ΟἈθ. Ι. Χατζηγάκης
Δημ. Ἀντωναρόπουλος ΟΘεόδ. Ν. Γκίκας Ν
Εὐστ. Κοκέβης ΟΠέτρος Σκουμπουρδῆς
Σωτ. Σωτηρόπουλος ΝΚομνᾶς Τράκας Ν
Δημ. Παπατσώρης ΟἈθ. Κέφαλος Ο
Νικ. Βλαχόπουλος Ἰω. Καλαμάρας Ν
Κωνστ. Διαλέτης ΟΔημ. Ζουλούμης Ο
Χριστόδ. Α. Δουζίνας ΟΘ. Φλογαΐτης Ο
Ἀντ. Α. Ἀντωνιάδης ΟΒ. Βουδούρης
Ἰω. Παπαδόπουλος ΟΔ. Κριεζώτης
Ἀθ. Ζαφειριάδης ΟἈλέξ. Οἰκονόμου Ο
Γεώρ. Δ. Βούλγαρης Κ. Παπανικλῆς Ο
Ἔπαμ. Α. Κριεζῆς ΝΘ. Κανάρης Ο

Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 179. Ἐκ τούτων 79 εἶπον Ναί, καὶ 100 εἶπον Ὄχι. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν τροπολογίαν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν καὶ σύνολον εἰς ά συζήτησιν). Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 8 45 μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 58
2τῆς 28 Ἀπριλίου 1882.
3Ὥρᾳ 2 μ. μ.
4(Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ
5πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
6§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἐν Ἰωαννίνοις παρεπιδημοῦντες Ἕλληνες,
7διαψεύδοντες τὰ ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Τζάνε κατὰ τοῦ ἐκεῖσε
8ὑποπροξένου τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως Ν. Φουντούλη
9λεχθέντα, διακηρύττουσιν, ὅτι ταῦτα πάντα εἶναι συκο-
10φαντία.
11§2ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Σχετικῶς πρὸς τοῦτο, πρέπει νὰ κάμω μίαν
12παρατήρησιν. Τὸ δικαίωμα τῶν ἐπερωτήσεων ἐν τῇ Βουλῇ
13εἶναι βεβαίως ἀπόλυτον· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἀπαιτεῖται πολ-
14λὴ προσοχὴ, ἵνα γίνηται περιεσκεμμένη χρῆσις τοῦ δι-
15καιώματος τούτου, ὅταν προσβάλλωνται ὑπολήψεις ἀτόμων.
16Ἐγὼ αὐτὸς, ἀκούσας τὰ ἐν τῇ Βουλῇ λεχθέντα περὶ τῶν ἐν
17Ἰωαννίνοις συμβάντων, δι’ ὧν προσήπτοντο εἰς τὸν ἐκεῖ ὑ-
18ποπρόξενον διάφορα ἐγκλήματα καὶ κακουργήματα σχεδὸν,
19δὲν ἤμην εἰς θέσιν ἐκ τοῦ προχείρου νὰ διαψεύσω αὐτὰ,
20διότι περὶ ἀρνητικῆς ἀληθείας δὲν εἶναί τις συνήθως, ἄνευ
21ἀφορμῆς, ἐφωδιασμένος διὰ πληροφοριῶν. Ἐπὶ τῇ ἐπερωτή-
22σει ἐξήτασα ἐν τῷ ὑπουργείῳ περὶ τούτου, ἀλλ’ ἐβεβαιώθην,
23ὅτι καὶ τὸ ὑπουργεῖον οὐδὲν ἐγίνωσκε· πλὴν καὶ πάλιν δὲν
24ἠδυνάμην νὰ εἴπω ἀσφαλῶς, ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν ἦτον ἀλη-
25θές. Ἐν τούτοις ἔμαθον, ὅτι ἐχθρός τις τοῦ ὑποπροξένου ἐ-
26πενόησε τοῦτο καὶ τὸ μετέδωκεν εἰς ἄλλον, ὅστις εἶπεν
27αὐτὸ εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Καλαμῶν. Ἠναγκάσθην
28λοιπὸν νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, ὅπως, ποιουμένη χρῆσιν
29τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπερωτήσεως, προσέχῃ πολὺ, ἵνα μὴ
30προσβάλλῃ τὰς ὑπολήψεις τῶν ἀτόμων, διότι ἐπὶ ὀκτὼ ἢ
31δέκα ἡμέρας ἔμεινεν ἄνευ ἀπαντήσεως ἡ ἐπερώτησις αὕτη,
32πρὸς μεγίστην βλάβην τῆς ἀγαθῆς φήμης προσώπου, ὅπερ
33ἀπολαμβάνει καὶ δικαιοῦται ν’ ἀπολαμβάνῃ πάσης τιμῆς,
34ὅπως γνωρίζῃ τοῦτο καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἥτις τὸ
35διετήρησεν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ τῷ ἀπέδιδε πᾶσαν ἐμπιστο-
36σύνην.
37§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πλάτων Τσαγκαρόπουλος ζητεῖ, ἵνα διὰ
38νόμου ἐπιτραπῇ εἰς πάντα ἰδιώτην νὰ καταγγέλλῃ παράβα-
39σιν τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου, ὅταν αὕτη ἐξάγηται ἐκ
40τῶν μυστικῶν ἐγγράφων τῆς ὑπηρεσίας, καὶ νὰ δικαιοῦται
41εἰς τὸ ἥμισυ τοῦ προστίμου, καθότι ἔχει νὰ καταγγείλῃ
42πλείστας ὅσας τοιαύτας παραβάσεις, ἀνερχομένας εἰς με-
43γάλα ποσά.
44§4Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Γνωρίζετε, κύριοι, πάντες, ὅτι πρό τινων
45μηνῶν ἐντὸς τῆς λίμνης Μεσολογγίου καὶ μερικώτερον τοῦ
46Αἰτωλικοῦ παρουσιάσθη γαιωλογικόν τι φαινόμενον, τὸ ὁ-
47ποῖον προεκάλεσε τὴν μελέτην καὶ ξένων ἐπιστημόνων. Ἐν
48τῇ λίμνῃ ὅμως τοῦ Αἰτωλικοῦ ὑπάρχει καὶ τὸ ἰχθυοτροφεῖον
49Πόρου. Τοῦτο κατεστράφη· καὶ δὲν κατεστράφη μόνον τὸ
50προϊὸν, ἀλλὰ καὶ τὸ ὑλικὸν, τὸ ὁποῖον οἱ πτωχοὶ ἐκεῖνοι ἄν-
51θρωποι διὰ τῶν γλίσχρων μέσων των συνεκόμισαν πρὸς καλ-
52λιέργειαν τοῦ ἰχθυοτροφείου τούτου. Καὶ ἐπὶ τῆς παρελθού-
53σης Κυβερνήσεως οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἐζήτησαν δι’ ἀναφορᾶς
54των τὴν ἀρωγὴν τῆς Κυβερνήσεως· ἡ δὲ Κυβέρνησις, μὴ θέ-
55λουσα νὰ ἀναλάβῃ αὐτὴ εὐθύνην, ἀλλὰ μὴ θέλουσα καὶ νὰ
56βλέπῃ ὅλως διόλου ἀδιαφόρως τὴν καταστροφὴν ἀνθρώπων,
57οἱ ὁποῖοι πολλὰ συνεισφέρουν εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον, ἐπε-
58φόρτισεν εἰδικὰ πρόσωπα νὰ ἐξετάσωσι τὰς συνεπείας τοῦ
59ἐκτάκτου ἐκείνου φαινομένου. Ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Οἰκο-
60νομικῶν εὕρηται ἡ ἔκθεσις τῶν Ἀρχῶν καὶ τῶν ὑπαλλήλων,
61τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις διώρισεν, ἵνα γνωματεύσωσι περὶ
62τούτου. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ προσέρχονται σήμερον πρὸς τὴν
63Βουλὴν δι’ ἀναφορᾶς των, τὴν ὁποίαν λαμβάνω τὴν τιμὴν
64νὰ καθυποβάλω. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ τὴν
65ἀναφορὰν ταύτην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα αὕτη, λαμβάνουσα
66ὑπ’ ὄψιν τὰς ἐκθέσεις τῶν Ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι ἐβεβαίωσαν
67τὴν καταστροφὴν, ἔλθῃ εἰς ἀρωγὴν τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν.
68Καταθέτων τὴν ἀναφορὰν ταύτην εἰς τὸ Προεδρεῖον, πι-
69στεύω, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀντίῤῥησις, ὥστε αὕτη νὰ συστη-
70θῇ εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.
71§5ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Κατὰ τὸ ἄρθρον
726 τῆς Συνθήκης περὶ ἀνασκαφῶν ἐν Ὀλυμπίᾳ, ἡ Ἑλλὰς
73οἱονεὶ ὑπεσχέθη, ὡς γινώσκετε, νὰ δώσῃ τὰ διπλᾶ ἢ τὰ
74ὅμοια εἰς τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν. Κατὰ τὴν παρελ-
75θοῦσαν Σύνοδον ὁ προκάτοχός μου παρουσίασε νομοσχέδιον
76περὶ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν ἐψηφίσθη.
77Κατόπιν ὁ προκάτοχός μου διώρισεν Ἐπιτροπὴν, ἥτις ἀ-
78πῆλθεν εἰς τὴν Ὀλυμπίαν, ἐπεθεώρησε τὰ ἐκεῖ ἀνευρεθέν-
79τα, τὰ ἠρίθμησε, τὰ κατέταξε καὶ ἐγνωμάτευσε ποῖα καὶ
80πόσα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα, κατὰ τὴν γνώμην τῆς Ἐπι-
81τροπῆς, δύνανται νὰ δοθῶσιν εἰς τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν.
82Συνέταξα κατάλογον λεπτομερῆ περὶ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμέ-
83νου, καὶ τὸν καθυποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως ἡ Βουλὴ
84ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ὑποβάλω δὲ καὶ
85τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον.
86§6ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῇ καὶ ὁ κατάλογος.
87§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρό τινων ἡμερῶν ἐγένε-
88το ἐπερώτησις περὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὸ σχέδιον τῆς ἀ-
89ποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος, καὶ ἠρωτήθη ἡ Κυβέρνησις, ἂν
90προετίθετο ν’ ἀνανεώσῃ τὴν σύμβασιν, ἥτις εἶχεν ὑπογραφῆ
91ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ ὑποβληθῆ εἰς τὴν
92Βουλὴν, περὶ μεταβολῆς τοῦ σχεδίου τοῦ Σωβὰζ, διὰ τοῦ
93που, ὥστε τὰ ὕδατα τῆς λίμνης νὰ ἀποταμιευθῶσιν ἐν ταῖς
94δύω παρακειμέναις μικραῖς λίμναις, χάριν τῆς ἀρδεύσεως
95τοῦ Βοιωτικοῦ πεδίου. Ἀπήντησα τότε, ὅτι ἡ Ἑταιρία,
96καθόσον γινώσκω, δὲν ἦτον ὑπόχρεως νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὴν
97σύμβασιν ταύτην, διότι ἡ ὑποχρέωσις αὐτῆς περιωρίζετο
98μέχρι τῆς λήξεως τῆς παρελθούσης Συνόδου, ἀλλ’ ὅτι ἤθε-
99λον ἐρωτήσει αὐτὴν ἐὰν συγκατετίθετο καὶ ἤδη νὰ πράξῃ
100ὅ,τι τότε συνήνεσε ν’ ἀποδεχθῇ. Ἡ Ἑταιρία ἐρωτηθεῖσα ἀ-
101πήντησεν, ὅτι θὰ ἐδέχετο περίπου τοὺς αὐτοὺς ὅρους, οὓς
102καὶ τότε ἐδέχθη, ἀλλ’ ἀπῄτει πρὸς τοῦτο νὰ παραταθῇ ἡ
103διορία τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου κατὰ ἓν τοὐλάχιστον ἔτος,
104διότι παρῆλθον ἔκτοτε 18 μῆνες, καὶ κατὰ τὸ διάστημα
105τοῦτο ἡ Ἑταιρία εἰργάσθη πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἀρχι-
106κοῦ σχεδίου, ὥστε ἤδη πρέπει ὅλον τοῦτο τὸ χρονικὸν διά-
107στημα νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀπολεσθὲν, ἐὰν μεταβληθῇ τὸ σχέ-
108διον ἐκεῖνο χάριν ἄλλου. Κατόπιν τῶν διαπραγματεύσεων
109τούτων δὲν ἐθεώρησα καλὸν νὰ ὑπογράψω νέαν σύμβασιν,
110διότι διὰ τῆς ὑπογραφῆς συμβάσεως ἤθελεν εὑρεθῆ, τρόπον
111τινὰ, ἡ Βουλὴ δεσμευμένη εἰς τὴν ἀποδοχὴν ἢ τὴν ἀπόῤῥι-
112ψιν αὐτῆς, ἀλλ’ ἐθεώρησα καλλίτερον τὸ πόρισμα τῶν δια-
113πραγματεύσεων τούτων νὰ περιλάβω ἐν νομοσχεδίῳ, ἐπι-
114τρέποντι εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τοῖς ὅροις αὐτοῦ νὰ συνάψῃ
115σύμβασιν. Τοιουτοτρόπως ἡ Βουλὴ, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν νομο-
116σχέδιον ἀντὶ συμβάσεως, θέλει ἀποφασίσει ὅ,τι ἐγκρίνει περὶ
117ἀδείας, δοθησομένης πρὸς σύναψιν νέας συμβάσεως εἰς τὴν
118Κυβέρνησιν, μηδεμίαν ἀναλαβοῦσαν πρὸς τὴν Ἑταιρίαν ὑπο-
119χρέωσιν, ἐνῷ ἡ Ἑταιρία ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑπογρά-
120ψῃ σύμβασιν ὑπὸ τοὺς ὅρους τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ Ἑταιρία
121ὅμως ἐξήγησεν, ὅτι καὶ πάλιν ἐννοεῖ νὰ ἦναι δεσμευμένη
122μόνον κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς παρούσης Συνόδου, καὶ ἐὰν
123ἐντὸς τῆς παρούσης Συνόδου δὲν ἐπιψηφισθῇ ἡ τροποποίησις
124τοῦ σχεδίου, νὰ δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς ἐργασίας ἐπὶ
125τῇ βάσει τοῦ παλαιοῦ σχεδίου, χωρὶς νὰ δύναται νὰ ἐπιῤῥιφθῇ
126εἰς αὐτὴν ἡ μομφὴ, ὅτι δὲν εἰσήκουσε τὴν περὶ ἀποταμιεύ-
127σεως τῶν ὑδάτων αἴτησιν τῆς Βουλῆς ἢ τῆς Κυβερνήσεως.
128Προέταξα δὲ τοῦ ὑποβαλλομένου σχεδίου εἰσαγωγικὴν ἔκθεσιν,
129περιέχουσαν τὸ ἱστορικὸν τῆς ὑποθέσεως. (Ὅρα Παράρτημα).
130§8ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Αἱ συμβάσεις, κύριε Πρόεδρε, περὶ κατα-
131σκευῆς σιδηροδρόμων δὲν ἐτυπώθησαν;
132§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔδωκα διαταγὴν καὶ ἡ ἐργασία ἐξακολου-
133θεῖ.— Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη
134συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ πολιτογραφήσεως τοῦ Κωνστ.
135Ζάππα.
136§10ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον μόνον. Ὁ κ. Κων-
137σταντῖνος Ζάππας πολιτογραφεῖται Ἕλλην».
138§11Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον πρό-
139κειται νὰ συζητηθῇ ἤδη εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, πρόκειται
140ν’ ἀποδοθῇ ἡ ὑπάτη τῶν τιμῶν εἰς ἓν τῶν μεγατίμων μελῶν
141τοῦ Ἑλληνισμοῦ, εἰς τὸν Κωνστ. Ζάππαν.
142Κατὰ τοὺς χρόνους τῆς δουλείας τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους
143δὲν ὑπῆρχε νόμιμος Ἀρχή, δυναμένη νὰ ἐκπροσωπήσῃ τὸ
144δοῦλον ἔθνος. Τότε ἡ ἱστορία μόνη ἐξεπλήρου τὸ ἔργον τοῦτο,
145μεταδιδοῦσα ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεὰν τὴν ἀφήγησιν τῶν ἐκ-
146τάκτων ὑπηρεσιῶν καὶ τῶν μεγάλων θυσιῶν, τὰς ὁποίας
147κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους τῆς δουλείας τὰ τέκνα τῆς Ἑλ-
148λάδος προσέφερον πρὸς ἀπελευθέρωσιν τῆς Πατρίδος των.
149Μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἡ
150ἐλευθερωθεῖσα Ἑλλὰς πολλάκις ἀπένειμε τὴν ὑπάτην αὐ-
151τὴν τιμὴν εἰς διαφόρους Ἕλληνας, τέκνα τῆς Πατρίδος. Ἡ
152Συνέλευσις τῆς 3 Σεπτεμβρίου ἀπένειμε τὴν τιμὴν ταύτην
153εἰς τοὺς ἀειμνήστους Ἰω. Κωλέττην, Πέτρον Μαυρομιχά-
154λην, Ἀνδρέαν Μεταξᾶν, Ῥικάρδον Τσοὺρτς καὶ Ἀλέξ. Μαυ-
155ροκορδάτον....
156§12Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ εἰς τὸν Λόντον.
157§13Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ εἰς τὸν Δημ. Καλλέργην. Εἰς
158μὲν τοὺς πρώτους διὰ τὰς κατὰ τὸν ἀγῶνα ἐξόχους ὑπη-
159ρεσίας αὐτῶν, εἰς δὲ τὸν τελευταῖον, ὡς συντελέσαντα εἰς
160τὴν Συνταγματικὴν Παλιγγενεσίαν τοῦ ἔθνους καὶ ἐκπλη-
161ρώσαντα μετ’ ἀξιεπαίνου ζήλου τὰ τοῦ φρουράρχου τῆς
162Συνελεύσεως ἐκείνης καθήκοντα. Κατόπιν, κατὰ τὸ 1858,
163ἡ Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος ἐπεψήφισε τρεῖς νόμους, διὰ τῶν
164ὁποίων ἀπενεμήθη ἡ μεγάλη αὕτη τιμὴ εἰς τοὺς ἀειμνή-
165στους Δημήτριον Βερναδάκην, Ἀπόστολον Ἀρσάκην, Σίμωνα
166Σίναν.
167Ἐὰν πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων αἰώνων ἄνθρωποι, ἀφιερώσαν-
168τες τὸν βίον αὑτῶν εἰς τὴν λατρείαν τοῦ Ὑψίστου, ἠξιώθη-
169σαν ὑπὸ τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας νὰ ἀναγραφῶσι μετὰ
170τῶν ὁσίων, ὁ Κωνσταντῖνος Ζάππας ἀφιέρωσιν ὡσαύτως οὐ
171μόνον πᾶσαν τὴν περιουσίαν του, ἀλλὰ καὶ πάσας τὰς με-
172ρίμνας του καὶ πάσας τὰς ὥρας τοῦ βίου του εἰς τὴν
173πνευματικὴν καὶ ὑλικὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἔθνους, πᾶσαι δ’
174αὐτοῦ αἱ ἐνέργειαι καὶ αἱ ἀσχολίαι εἰς τοῦτο μόνον συνε-
175κεντρώθησαν.
176Διὰ ταῦτα κρίνω καὶ ἐγὼ εὔλογον, ἵνα ἡ πολιτικὴ Ἐκ-
177κλησία τῆς Ἑλλάδος ἀπονείμῃ αὐτῷ τὴν ὑπάτην ταύτην
178τιμήν, καὶ συνηγορῶ, ἵνα ἡ Βουλὴ ὁμοφώνως ἐπιψηφίσῃ τὸ
179προκείμενον νομοσχέδιον εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν.
180§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ νομοσχέδιον τῆς πο-
181λιτογραφήσεως τοῦ Κωνσταντίνου Ζάππα, παρακαλοῦνται νὰ
182ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πάντες). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη ὁμο-
183φώνως τὸ νομοσχέδιον εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν. — Τρίτη
184συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσθήκης δευτέρου τμη-
185ματάρχου εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης.
186§15ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον 1. Παρὰ τῷ ὑ-
187πουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης προστίθεται θέσις καὶ δευτέρου
188τμηματάρχου».
189§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ νομοσχέδιον, παρακα-
190λοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βου-
191λὴ παρεδέχθη — Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
192ἀντικαταστάσεως τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ ἀστικοῦ νόμου.
193§17ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει). Ἄρθρον μόνον. Τὸ ἄρθρον
1941 τοῦ ἀστικοῦ νόμου ἀντικαθίσταται διὰ τοῦ ἑπομένου:
195«Ὁ νόμος ἔχει ὑποχρεωτικὴν ἰσχὺν καθ’ ὅλον τὸ Κράτος
196μετὰ παρέλευσιν δέκα ἡμερῶν ἀφ’ ἧς δημοσιευθῇ, πλὴν ἂν
197ὡρίσθη ἄλλως ἐν αὐτῷ.
198»Ἡ δημοσίευσις λογίζεται γενομένη ἀπὸ τῆς χρονολογίας
199τοῦ περιέχοντος τὸν νόμον φύλλου τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυ-
200βερνήσεως».
201§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ νομοσχέδιον παρακα-
202λοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βου-
203λὴ παρεδέχθη.— Δευτέρα συζήτησις τῆς προτάσεως νό-
204μου περὶ παραχωρήσεως οἰκοπέδων ἐν συνοικισμοῖς.
205(Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 1 καὶ γίνεται δεκτόν. Ἀνα-
206γινώσκεται τὸ ἄρθρον 2).
207§19ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, ὁ εἰσαγαγὼν τὸ
208νομοσχέδιον νὰ μᾶς ἀναπτύξῃ τὴν πρότασίν του.
209§20ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 2 νὰ προστεθῇ ἡ
210διάταξις αὕτη: «Ἐξαιροῦνται τῆς παραχωρήσεως δύω ἰδιό-
211κτητα οἰκόπεδα, κατὰ τὸ ἄρθρον 9 τοῦ νόμου ΡΜΘʹ, καὶ
212δὲν ἐπιτρέπεται δήλωσις δι’ αὐτά, ὡς ἀνήκοντα τῷ ἰδιο-
213κτήτῃ».
214Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀφορᾷ εἰς τὸν τρόπον τῆς παρα-
215χωρήσεως τῶν οἰκοπέδων ἐν συνοικισμοῖς καὶ στηρίζεται εἰς
216τὸν νόμον ἀπὸ 5 Ἰανουαρίου 1866· ἀποβλέπει δὲ πάντας
217μὲν τοὺς συνοικισμούς, ἰδίως δὲ τῆς ἰδιαιτέρας μου πατρί-
218δος Κυπαρισσίας τὸν συνοικισμόν, ὅστις εἶναι ἐγκεκριμένος
219ἀπὸ τὸ ἔτος 1866· Βασιλικὸν δὲ Διάταγμα κανονίζει τὸν
220τρόπον τῆς παραχωρήσεως τῶν οἰκοπέδων τοῦ συνοικισμοῦ
221ἐκείνου ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τούτου. Ἀλλὰ διὰ τοῦ νό-
222μου τοῦ 1866 καὶ τοῦ ἐκδοθέντος Β. Διατάγματος δὲν κα-
223τωρθώθη νὰ γείνῃ ἡ παραχώρησις τῶν οἰκοπέδων εἰς τοὺς
224κατοίκους, διότι τὸ Β. Διάταγμα κανονίζει τὸν τρόπον τῆς
225παραχωρήσεως διὰ κληρώσεως. Ἡ κλήρωσις, κατὰ τὸ Διά-
226ταγμα, ἐγένετο τὸ ἔτος 1872· ἀλλὰ μετ’ αὐτὴν δὲν ἐξεδό-
227θησαν τὰ προσωρινὰ παραχωρητήρια ἐντὸς τῆς προθεσμίας,
228καὶ οὕτω δὲν κατωρθώθη ἡ παραχώρησις τῶν οἰκοπέδων.
229Καὶ διὰ τοῦ ὑπάρχοντος νόμου τοῦ 1866 καὶ διὰ τοῦ Β.
230Διατάγματος δὲν κατορθοῦται ὁ συνοικισμός, καθόσον ἡ
231κλήρωσις φέρει πλεῖστα ἐμπόδια εἰς αὐτὸν, διότι οἱ μὲν
232κληρωθέντες εἰς τὸ κέντρον τοῦ συνοικισμοῦ ἢ δὲν ἠδύναντο
233νὰ κτίσουν, ἢ δὲν ἤθελον νὰ κτίσουν· οἱ δὲ κληρωθέντες εἰς
234τὰ ἄκρα, καὶ ἂν ἤθελον νὰ κτίσουν, δὲν ἠδύνατο νὰ κατορ-
235θωθῇ ὁ συνοικισμός. Ὥστε τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον
236εἶναι λίαν ἀναγκαῖον καὶ συντελεστικὸν εἰς τὴν ταχεῖαν
237εὐόδωσιν τοῦ συνοικισμοῦ, καὶ δὲν παραβλάπτει οὔτε τὰ
238συμφέροντα τρίτων, οὔτε τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου.
239§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ προσθήκη, κ. Πρόεδρε, νὰ τυπωθῇ.
240§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
241(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 μετὰ τῆς προσθήκης καθὼς
242καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν).
243§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
244κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γερμανίας προξενικῆς
245Συμβάσεως.
246(Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον καὶ γίνεται δε-
247κτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς βʹ συζήτησιν. Ἐπίσης ἀναγινώ-
248σκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς βʹ συζήτη-
249σιν 1) τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐγγραφῆς τῶν προφανῶς ἀνικά-
250νων εἰς τὰ οἰκεῖα μητρῷα τῶν ἀῤῥένων, 2) τὸ νομοσχέδιον
251περὶ τῶν εἰς τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς ἐκτιθεμένων ἀξιωμα-
252τικῶν τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ, 3) τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπι-
253κούρων κτηνιάτρων).
254§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου
255περὶ διορισμοῦ ἐπικούρων ἰατρῶν καὶ φαρμακοποιῶν ὡς ἀν-
256θυπιάτρων καὶ ἀνθυποφαρμακοποιῶν.
257(Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ
258ἄρθρον 1 εἰς δευτέραν συζήτησιν).
259(Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 2).
260§25ΨΥΛΛΑΣ. Διὰ τοῦ ἀναγνωσθέντος τούτου νομοσχεδίου,
261νομίζω, ὅτι προσγίνεται ἀδίκημα εἰς τοὺς ὑπάρχοντας δο-
262κίμους ἰατροὺς, διότι, ἐάν τινες τούτων, δόντες τὰς πρα-
263κτικὰς αὑτῶν ἐξετάσεις καὶ λαβόντες τὴν ἄδειαν τοῦ με-
264τέρχεσθαι τὸν ἰατρὸν πρὸ τῶν ἐπικούρων ἀνθυπιάτρων, περὶ
265ὧν πρόκειται, ὑπηρέτησαν καὶ ὑπηρετοῦσιν εἰσέτι ὡς δόκι-
266μοι, ἤτοι μὲ κατώτερον βαθμὸν, δὲν θέλουσιν ἀδικηθῆ, κύ-
267ριε Πρωθυπουργὲ, ὑπὸ τῶν ὑπηρετησάντων ἐπὶ ἓν ἔτος ὡς
268ἐπικούρων, ἐὰν τοιοῦτοι διορισθῶσι μὲ τὸν ἀνώτερον τοῦ ἀν-
269θυπιάτρου βαθμόν; Τὴν παρατήρησιν ταύτην ὑποβάλλω σή-
270μερον, ἵνα χρησιμεύσῃ ἐν ἀνάγκῃ πρὸς τροποποίησιν τοῦ
271νομοσχεδίου.
272§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Οὐδεμία
273τῶν περιστάσεων, τὰς ὁποίας ἀνέφερον οἱ προαγορεύσαντες,
274δύναται νὰ παρουσιασθῇ, διότι δὲν πρόκειται οἱ ἐπίκουροι
275ἀνθυπίατροι καὶ ἀνθυποφαρμακοποιοὶ νὰ καταταχθῶσιν ἁ-
276πλῶς καὶ μόνον ἐκ τῆς ἀρχαιότητος αὐτῶν. Διὰ νὰ κατα-
277ταχθῶσι, πρέπει νὰ ὑποστῶσι τὴν δοκιμασίαν τοῦ διαγω-
278νισμοῦ. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῶν ἄλλων εἶναι ἡ
279ἑπομένη μόνον, ὅτι οἱ ὑπὲρ ὧν συνηγόρησαν οἱ ἀξιότιμοι
280προαγορεύσαντας δέον νὰ διαγωνισθῶσι καὶ κατόπιν νὰ ὑ-
281πηρετήσωσι τὸν χρόνον τὸν ἀπαιτούμενον πρὸς προβιβα-
282σμὸν, ἐνῷ οἱ εἰς οὓς ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον ὑπηρέτησαν ἤδη
283τὸν χρόνον τοῦτον, πρόκειται δὲ ἤδη νὰ διαγωνισθῶσι, κα-
284ταλογίζοντες ὑπὲρ τοῦ προβιβασμοῦ αὑτῶν τὸν χρόνον τῆς
285πρὸ τοῦ διαγωνισμοῦ ὑπηρεσίας των, τασσόμενοι ὅμως πάν-
286τοτε κατόπιν τῶν ἄλλων. Ὥστε δὲν πρόκειται νὰ παρα-
287βλαφθῶσι τὰ δικαιώματα τῶν ἄλλων. Δὲν θὰ δοκιμασθῶσι
288δι’ ἰδίου συναγωνισμοῦ· αὐτοὶ θὰ δοκιμασθῶσιν ἐν τῷ γε-
289νικῷ διαγωνισμῷ, ἐπιτυγχάνοντες δ’ ἐν τῷ διαγωνισμῷ,
290κατατάσσονται ἐν τῷ στρατῷ οὐχὶ ὡς ἐπίκουροι, ἀλλ’ ἐπὶ
291ὑπηρεσίᾳ κανονικῇ, οὐχὶ ὡς δόκιμοι, ἀλλ’ εἰς τὸν ἀμέσως
292ἀνώτερον βαθμὸν, καθ’ ὃ ἀπέκτησαν δικαίωμα προβιβα-
293σμοῦ ὡς ἐκ τοῦ χρόνου τῆς ὑπηρεσίας των, ἐπιφυλαττομέ-
294νων ὅμως τῶν δύω τρίτων τῶν θέσεων ὑπὲρ τῶν δοκίμων,
295οἵτινες ὑπηρέτησαν τὸ ἀπαιτούμενον πρὸς προβιβασμὸν ἔτος.
296§27Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οἱ ἀνθυπίατροι καὶ φαρμακοποιοὶ
297εἶναι ἀνώτεροι τῶν δοκίμων, οἱ ὁποῖοι θὰ προαχθῶσι. Λοι-
298πὸν δὲν νομίζετε, ὅτι δύνανται ν’ ἀδικηθῶσιν οὕτω οἱ δό-
299κιμοι;
300§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι, διότι θὰ προαχθῶσιν οἱ ἔχοντες τὸν
301χρόνον πρὸς προβιβασμὸν δόκιμοι, οἱ δὲ ἐπίκουροι θὰ τα-
302χθῶσιν εἰς τὸ ἀριστερόν.
303(Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ ἄρθρον 2.— Ἐπίσης ψηφίζεται
304εἰς βʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ
305τῶν ὁπλιτῶν τῆς Χωροφυλακῆς. — Ὁμοίως εἰς βʹ συζήτη-
306σιν τὸ νομοσχέδιον περὶ διερμηνέων τοῦ τε διπλωματικοῦ
307καὶ προξενικοῦ Γραφείου τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρε-
308σβείας).
309§29ΨΥΛΛΑΣ. Ζητῶ μίαν πληροφορίαν σχετικὴν πρὸς τὸ
310προκείμενον νομοσχέδιον. Ὑποθέτω, ὅτι ἡ ἐν Κωνσταντινουπό-
311λει Πρεσβεία, καθὼς καὶ τὰ Γραφεῖα αὐτῆς, τό τε Ἐμπο-
312ρικὸν καὶ τὸ Διερμηνευτικὸν, εἴτε ἐξ ἰδίας αὑτῶν πρωτο-
313βουλίας, εἴτε κατὰ πρόσκλησιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξω-
314τερικῶν, θὰ ἔχωσιν ὑποβάλει ἔκθεσιν περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς
315τροποποιήσεως τοῦ Διερμηνευτικοῦ Γραφείου, ὡς διὰ τοῦ
316νομοσχεδίου τούτου προτείνεται. Ἄν τοιαύτη ὑπεβλήθη ἔκ-
317θεσις, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ
318προσαγάγῃ αὐτὴν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅπως λάβωμεν γνῶ-
319σιν τοῦ περιεχομένου αὐτῆς. Προσέτι θὰ ἀπευθύνω καὶ μίαν
320παρατήρησιν. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ μνημονευθῇ
321ἔν τινι ἄρθρῳ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, ὅτι διερμηνεῖς
322δύνανται νὰ διορισθῶσι καὶ μὴ ὑπήκοοι Ἕλληνες· τοῦτο δὲ,
323ἵνα μὴ παρεμποδίζηται ὁ διορισμὸς ἐν Τουρκίᾳ διερμηνέων,
324καὶ μὴ ὑπηκόων Ἑλλήνων, ἐκ τῆς γενικῆς διατάξεως τοῦ
325Συντάγματος περὶ διορισμοῦ ὑπαλλήλων.
326§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐκθέσεις τῆς
327Πρεσβείας ὑπάρχουσι καὶ θέλω ὑποβάλει ὁλόκληρον τὸν
328φάκελλον, διὰ νὰ λάβωσι γνῶσιν οἱ κύριοι βουλευταί. Περὶ
329δὲ τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς, ὅπως
330δοθῇ ἡ ἄδεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διορίζῃ διερμηνεῖς καὶ
331μὴ ὑπηκόους Ἕλληνας, παρατηρῶ, ὅτι αὐτὸ θὰ ἦτο ἴσως
332ἀναγκαῖον πρό τινος χρόνου· ἀλλ’ ἀφ’ ὅτου ἐψηφίσθη ὁ νό-
333μος, ὁ ἐπιτρέπων τὴν ἄνευ παρελεύσεως τῆς διετίας ἀπό-
334κτησιν τῆς Ἑλληνικῆς ἰθαγενείας, δὲν εἶναι τόσον ἀναγ-
335καία ἡ διάταξις, διότι τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον θὰ ἀποφα-
336σίσῃ νὰ ἐπιδοθῇ εἰς τὴν διερμηνευτικὴν ἐν τῇ Ἑλληνικῇ ὑ-
337πηρεσίᾳ, δύναται νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα καὶ νὰ ἀποκτήσῃ εὐθὺς
338διὰ Β. Διατάγματος τὴν Ἑλληνικὴν ὑπηκοότητα, ἡ ὁποία
339εἶναι πάντοτε προσὸν σπουδαιότατον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν
340ταύτην.
341§31ΨΥΛΛΑΣ. Ἐκ τῆς πολυετοῦς ὑπηρεσίας, ἣν διήνυσα
342παρὰ τῷ ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, γνωρίζω, ὅτι συνέβη
343τινὲς νὰ θελήσωσι νὰ λάβωσιν Ἑλληνικὴν ὑπηρεσίαν καὶ ὡς
344πρόξενοι ἐν Εὐρώπῃ καὶ ἐν Ἀμερικῇ, καὶ ὡς διερμηνεῖς ἐν
345Τουρκίᾳ, χωρὶς νὰ θελήσωσι ταὐτοχρόνως ἢ νὰ τοῖς ἐπι-
346τραπῇ τοὐλάχιστον νὰ λάβωσι καὶ τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγέ-
347νειαν. Ἐὰν ἑπομένως παρουσιασθῶσι καὶ εἰς τὸ μέλλον τοι-
348οῦτοι, καλῶς κατηρτισμένοι, δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ διορι-
349σθῶσι, διότι θὰ δυσκολεύωνται νὰ ἔλθωσιν ἐνταῦθα, ἐπὶ τῷ
350λόγῳ μόνον ν’ ἀπολαύσωσι τῆς Ἑλληνικῆς ἰθαγενείας καὶ
351οὕτω διορισθῶσι διερμηνεῖς. Ὑπάρχει διάταξις, μοὶ φαίνε-
352ται, ἐν τῷ τελευταίῳ Προξενικῷ Νόμῳ, ἐπιτρέπουσα τὸν
353διορισμὸν ἀλλοεθνῶν ὡς προξένων Ἑλλήνων ἐν χώραις χρι-
354στιανικαῖς· ἀλλὰ δὲν ἐνθυμοῦμαι ἂν ὑπάρχῃ ἐν τῷ αὐτῷ
355νόμῳ τοιαύτη διάταξις, καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς διερμη-
356νεῖς ἐν μὴ χριστιανικαῖς χώραις. Τούτου ἕνεκα ἔκαμα τὴν
357παρατήρησιν ταύτην, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην
358συζήτησιν.
359§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διὰ τοὺς προξένους ἡ διάταξις εἶναι ἀναγ-
360καία, διότι ἡ θέσις ἡ προξενικὴ ἐν χώραις χριστιανικαῖς δί-
361δεται τιμῆς χάριν· εἰς τοιαύτην δὲ θέσιν βεβαίως δὲν θὰ
362εὕρωμεν εὐκόλως τὸν διορισθησόμενον ἐπὶ τῷ ὅρῳ τῆς με-
363ταβολῆς ἐθνικότητος. Ὅταν ὅμως πρόκηται νὰ δεχθῇ θέσιν,
364ἔχουσαν τόσον ἐπαρκῆ μισθὸν, παρέχουσαν τὴν μονιμότητα
365καὶ ἀποτελοῦσαν στάδιον, πιστεύω, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρχῃ δυ-
366σκολία διὰ νὰ ἀποφασίσῃ τὸ πρόσωπον νὰ δεχθῇ.
367§33ΨΥΛΛΑΣ. Ἐν Βουλγαρίᾳ ἀμφιβάλλω ἐὰν θὰ εὕρητε Βούλ-
368γαρον ὑπήκοον, δεχόμενον θέσιν διερμηνέως Ἕλληνος μὲ ἀλ-
369λαγὴν τῆς ἐθνικότητός του. Μοὶ φαίνεται, ὅτι μέχρι σήμε-
370ρον δὲν εὑρέθη τοιοῦτος.
371§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
372τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων διὰ τὸ ἔτος 1882.
373§35Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν
374τοῦ 1880, τὸν ὁποῖον μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1882
375εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς,
376κατὰ τὸ ἔτος 1880 εἰσεπράξαμεν ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν
377ζώων, ἀπὸ τῆς πρώτης Ἰανουαρίου 1880 μέχρι τῆς 31
378Ὀκτωβρίου 1881, ἤτοι καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς χρήσεως,
379δραχμὰς 1,627,214· ἔμειναν δὲ κατὰ τὸ τέλος τῆς χρή-
380σεως καθυστεροῦντα ἐκ δραχμῶν 270,963. Ἂν ἤθελεν ὑπο-
381τεθῇ, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν καθυστερούντων ἤθελεν
382εἰσπραχθῆ ὅλον, ὑπόθεσις, ἡ ὁποία δὲν ἐπαληθεύει πάντοτε,
383εἶναι δὲ κατὰ τὸ πλεῖστον ἀπίθανος, τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον
384εἰσέπραξε τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων
385κατὰ τὸ 1880, ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 1,898,204. Ὁ ἐπὶ
386τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς, ὅταν προέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν
387τὸ νομοσχέδιον περὶ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων, περιέλαβε συγ-
388χρόνως εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐνόμι-
389ζεν, ὅτι ἦτο πιθανὸν, ὅτι ἤθελεν εἰσπραχθῆ, ἂν τὸ νομοσχέ-
390διον τοῦτο ἤθελε ψηφισθῆ καὶ γίνει νόμος τοῦ Κράτους.
391Προϋπελόγισε δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς 800,000 μόνον δραχμῶν,
392καὶ ἐπληροφόρησεν ἑπομένως τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἂν ψηφισθῇ
393τὸ νομοσχέδιον τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων, θέλουσιν εἰσπραχθῆ
394ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου 800,000 δραχμαὶ περισσότερον
395ἀπὸ ὅσαι εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ ἔτος 1880.
396Ὁ ὑπολογισμὸς οὗτος τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουρ-
397γοῦ δὲν εἶναι ἀκριβής. Ἐφαρμόζων τὰς διατάξεις τοῦ νο-
398μοσχεδίου περὶ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων ἐπὶ τοῦ ὑπάρχοντος
399γνωστοῦ ἀριθμοῦ τῶν φορολογητέων ζώων, ἀνευρίσκω, ὅτι
400τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ θέλει εἰσπρά-
401ξει τὸ δημόσιον ταμεῖον κατὰ τὸ 1882, ἂν τὸ νομοσχέδιον
402ἤθελε ψηφισθῆ, δὲν συνίσταται μόνον εἰς 800,000 δραχμῶν,
403ἀλλὰ συνίσταται εἰς 1,348,000. Καὶ ὑπελόγισα ἐν πρώτοις
404τὸν φόρον ἐπὶ τῶν προβάτων πρὸς 30 λεπτὰ ἕκαστον ἐπὶ τοῦ
405κατὰ τὴν στατιστικὴν, τὴν ὁποίαν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκο-
406νομικῶν ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅταν τὸ πρῶτον ἠγό-
407ρευσεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, βεβαιωμένου ἀριθμοῦ
408τῶν προβάτων. Κατὰ τὴν στατιστικὴν ταύτην τοῦ κ. ὑπουρ-
409γοῦ, ἐδηλώθησαν, κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος 1878, πρόβατα
4102,614,311· ἀλλὰ συγχρόνως εἰσεπράχθη διὰ τῆς ἐκμισθώ-
411σεως φόρος ἐπὶ τῶν ἀδηλώτων ζώων ἐκ δραχμῶν 166,421,
412ὅπερ ἀπεδείκνυεν, ὅτι δὲν εἶχον δηλωθῆ 665,696 ἀκόμη πρό-
413βατα. Ἑπομένως τὸ ποσὸν τῶν προβάτων, κατὰ τὴν στατι-
414στικὴν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἶχεν
415ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλὴν, ἀνέρχεται εἰς 3,280,000.
416Ἐγὼ, στηριζόμενος εἰς τὴν στατιστικὴν, τὴν ὁποίαν ἀπὸ
417τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εἶχον πο-
418ρισθῆ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου κατὰ τὸ 1870, ὑπέ-
419θεσα τῶν προβάτων τὸν ἀριθμὸν 3,500,000· ἑπομένως ἡ
420διαφορὰ ἐπὶ τῶν προβάτων μεταξὺ τοῦ ἀριθμοῦ, τὸν ὁποῖον
421ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν,
422καὶ ἐκείνου, τὸν ὁποῖον αἱ στατιστικαὶ πληροφορίαι τοῦ
4231870 μοὶ παρίστων, ὅτι ὑπάρχει, εἶναι πολὺ μακρά. Ἀλλ’
424ἐπὶ τῶν αἰγῶν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἰσχυρίσθη,
425ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ὁ ἀριθμὸς εἶναι σχεδὸν
426ἴσος μὲ τὸν ἀριθμὸν τῶν προβάτων· ἐγὼ δὲ ὑπελόγισα αὐ-
427τὸν ἐλάσσονα κατὰ ἓν ἑκατομμύριον ἀπὸ τὸν ἀριθμὸν τῶν
428προβάτων, καὶ διὰ τοῦτο ἔλαβον ὡς βάσιν ἀριθμὸν μικρῶν
429ζώων ἐν ὅλῳ τὰ 6,000,000, ἐνῷ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ
430κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν αἰγῶν
431μικρὸν διαφέρει τοῦ ἀριθμοῦ τῶν προβάτων, ἤθελε συναχθῆ
432ἀνώτερος τῶν 6,000,000 ὁ ἀριθμὸς τῶν μικρῶν ζώων.
433Ἐπὶ τῶν 6,000,000, ὑπολογίσας τὸν φόρον, ἀνεὗρον, ὅτι
434τὸ Κράτος ἤθελεν εἰσπράξει ἐπὶ μὲν τῶν 3,500,000 προ-
435βάτων, πρὸς 30 λεπτὰ, 1,500,000 δραχμῶν, ἐπὶ δὲ τῶν
4362,500,000 αἰγῶν, πρὸς 50 λεπτὰ, 1,250,000 δραχμῶν.
437Ἐπειδὴ δὲ διὰ τῆς στατιστικῆς του ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν
438Οἰκονομικῶν δὲν ἔδωκεν ἡμῖν πληροφορίαν τινὰ περὶ τοῦ
439ἀριθμοῦ τῶν μεγάλων ζώων, ὑπελόγισα καὶ τὸν φόρον ἐπὶ
440τῶν μεγάλων ζώων, τὸν ὁποῖον θέλομεν εἰσπράξει, ἐὰν ψη-
441φισθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλήν,
442ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μεγάλων ζώων τῶν βεβαιω-
443θέντων κατὰ τὸ 1870, ἂν καὶ κατὰ τὸ ἔκτοτε παρεληλυ-
444θὸς μέχρι τοῦδε διάστημα ὁ ἀριθμὸς τῶν μεγάλων ζώων
445ηὔξησεν ἐν Ἑλλάδι ἐπαισθητῶς. Ἀπεδέχθην, ὅτι τὰ με-
446γάλα ζῶα ἀνέρχονται εἰς 147,749, ὡς ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ
447νόμου περὶ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων κατὰ τὸ 1870 ἀνέδειξεν,
448ἂν καὶ μετὰ τὸ 1870 εἰσήχθησαν εἰς τὸ Κράτος ὑπὸ τῆς
449ὑπηρεσίας τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἵπποι καὶ
450ἡμίονοι ὑπεράριθμοι, οἱ ὁποῖοι περιῆλθον ἔκτοτε εἰς τὴν
451κτῆσιν τῶν ἰδιωτῶν, καὶ οἱ ὁποῖοι ηὔξησαν τὸν ἀριθμὸν,
452τὸν ὁποῖον ἐβεβαίωσεν ὑπάρχοντα ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου
453περὶ φορολογίας τῶν ζώων κατὰ τὸ 1870. Ὑπολογίσας τὸν
454φόρον πρὸς δραχμὰς μίαν καὶ ἡμίσειαν ἐπὶ ἑκάστου μεγά-
455λου ζώου, ὅσον προσδιώρισεν αὐτὸν τὸ νομοσχέδιον, ὑπε-
456λόγισα, ὅτι θέλουσιν εἰσπραχθῆ 221,623 δραχμαί. Ὑπο-
457λογίσας ὡσαύτως τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ὄνων πρὸς 70 λεπτὰ
458ἕκαστον ἐπὶ ἀριθμοῦ 62,572 ὄνων, ὅσον ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ
459νόμου κατὰ τὸ 1870 παρέστησεν ὑπάρχοντα, ὑπελόγισα
460ὡσαύτως, ὅτι θέλουσιν εἰσπραχθῆ καὶ ἐκ τοῦ φόρου τούτου
461δραχμαὶ 43,800. Ὑπολογίσας καὶ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν χοί-
462ρων πρὸς δραχμὰς 2, ὅσας τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. ὑπουργοῦ
463τῶν Οἰκονομικῶν προσδιορίζει, καὶ στηριχθεὶς ἐπὶ τοῦ ἀ-
464ριθμοῦ 47,702 χοίρων, ὅσους ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου κατὰ
465τὸ 1870 παρέστησεν ὑπάρχοντας, εὗρον ὅτι θέλουσιν εἰσπρα-
466χθῆ καὶ ἐκ τοῦ φόρου τοῦ εἴδους τούτου τῶν ζώων 95,404
467δραχμαί. Οὕτως εὗρον, ὅτι, ἀντὶ 3,400,000, τὰς ὁποίας ὁ
468ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν περιέλαβεν ἐν τῷ προϋπολογι-
469σμῷ, ἢ μᾶλλον ἀντὶ 2,700,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ὑπε-
470λόγισεν, ὅτι θέλομεν εἰσπράξει ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων
471ἐκ τῶν παλαιῶν ἐπαρχιῶν τοῦ Βασιλείου, διότι 700,000
472δραχμὰς προϋπελόγισεν ὡς προελευσομένας ἐκ τοῦ φόρου
473ἐπὶ τῶν ζώων ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις, ἀντὶ λοιπὸν τῶν
4742,700,000 τὰς ὁποίας ὑπελόγισεν ὡς ἔσοδον τοῦ Δημοσίου
475ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων ἐν τῷ παλαιῷ Κράτει, εὗρον ὅτι
476θέλομεν εἰσπράξει 3,118,831 δραχμάς.
477Παρέβαλον τότε τὸ ποσὸν τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα τὸ
478Δημόσιον εἰσέπραξε κατὰ τὸ 1880 ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν
479ζώων, συνιστάμενον ἐκ δρ. 1,627,000, ἢ εἰς 1,898,000,
480ἂν ἤθελεν ὑποτεθῆ, ὅτι ἤθελον εἰσπραχθῆ καὶ τὰ καθυ-
481στεροῦντα ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων, πρὸς τὸ ποσὸν τῶν
482δρ. 3,118,831, ἅτινα μέλλουσι νὰ εἰσπραχθῶσι κατὰ τὸ
4831882, ἂν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν,
484καὶ εὗρον, ὅτι ἡ διαφορὰ τοῦ δημοσίου ἐσόδου ἀνέρχεται
485εἰς τὸ διπλάσιον. Εἶπον τότε εἰς τὴν Βουλήν: «Ὅταν
486εἰσεπράττετε 1,627,000 κατὰ τὸ 1880 ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ
487τῶν ζώων, τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἰσεπράττετε, τί
488παρίστα; Παρίστα ἀναγκαίως ποσοστόν τι ἐπὶ τῆς καθα-
489ρᾶς προσόδου τῆς κτηνοτροφίας. Ὅταν δὲ ἐφέτος ζητῆτε
490νὰ εἰσπράξητε διπλάσιον ποσὸν φόρου, τί ἐννοεῖτε, ὅτι ἐκ-
491τελεῖτε; Ἐννοεῖτε, ὅτι τὸ ποσοστὸν, τὸ ὁποῖον εἰσεπράτ-
492τετε κατὰ τὸ 1880, ἦτον ἀνεπαρκὲς καὶ μικρὸν, καὶ διὰ
493τοῦτο ἔρχεσθε νὰ τὸ διπλασιάσητε, ἢ ἐννοεῖτε, ὅτι ἡ πρό-
494σοδος τῆς κτηνοτροφίας ἀνέβη εἰς τὸ διπλάσιον, καὶ διὰ
495τοῦτο προτείνετε νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον
496διπλάσια χρήματα ἀφ’ ὅσα εἰσήγοντο κατὰ τὸ 1880;»
497Καὶ κατὰ τὸ 1880 ἐφηρμόζαμεν νόμον περὶ φόρου ἐπὶ
498τῶν ζώων, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἐλαττώσει τὸν μέχρι τοῦ 1874
499ἐπιβεβλημένον, καὶ τὴν ἐλάττωσιν ἐκείνην εἶχεν ἀποφα-
500σίσει ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία, συνεπείᾳ παραστάσεων, αἱ
501ὁποῖαι εἶχον γίνει καὶ ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ συνε-
502πείᾳ φωνῶν, αἱ ὁποῖαι εἶχον ἀκουσθῆ ἐν τῇ κοινωνίᾳ.
503Ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία, ὅταν ἠλάττωσε κατὰ τὸ 1875
504τὸν φόρον τῶν ζώων, εἶχε πεισθῆ, ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον
505εἰσεπράττετο, ἦτο ποσὸν ὑπέρογκον, ὅτι παρίστα ποσοστὸν
506ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου, τοῦ ὁποίου τὴν εἴσπραξιν δὲν
507ὑπῆρχε λόγος διὰ νὰ δικιολογήσῃ, καὶ διὰ τοῦτο ἐνέδω-
508κεν εἰς τὰς παραστάσεις ἐκείνας, καὶ ἠλάττωσε τὸ ποσὸν
509τοῦ φόρου, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἐξισώσῃ διὰ τῆς ἐλαττώσεως
510ταύτης τὸ ποσοστὸν, τὸ ὁποῖον ἐλάμβανε διὰ τοῦ φόρου
511ἐπὶ τῶν ζώων ἐκ τῆς καθαρᾶς προσόδου τῆς κτηνοτροφίας,
512πρὸς τὸ ποσοστὸν, τὸ ὁποῖον ἐλάμβανε δι’ ἑκάστου τῶν
513ἄλλων φόρων, οἱ ὁποῖοι τυγχάνουσιν ἐπιβεβλημένοι ἐπὶ τῶν
514ἄλλων εἰδῶν τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς. Καὶ ἐπειδὴ, ὅταν
515ἐσυζητεῖτο ὁ νόμος περὶ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων κατὰ τὸ
5161875, διὰ τοῦ ὁποίου ἠλαττοῦτο τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου,
517οἱ συνηγορήσαντες ὑπὲρ τῆς ἐλαττώσεως παρίστων, ὅτι τὸ
518ἠλαττωμένον ἐκεῖνο ποσὸν ἀντιπροσωπεύει ποσοστὸν ἐπὶ
519τῆς καθαρᾶς προσόδου ἴσον μὲ 7%, ἀγορεύων πρὸ
520ἡμερῶν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἠρώτησα τὴν Βουλὴν:
521Οἱ προκάτοχοί σας, προσδιορίσαντες τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον
522εἰσεπράττομεν πέρυσιν, ἐνόουν, ὅτι λαμβάνομεν 7%
523ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου; Ὑμεῖς, ἐπιψηφίζοντες σήμερον
524τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον σᾶς προβάλλει ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰ-
525κονομικῶν, ἐννοεῖτε νὰ διαπλασιάσητε τὸ ποσοστὸν τοῦτο;
526Ἐννοεῖτε, ἀντὶ 7, νὰ λάβητε 14% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς
527προσόδου τῆς κτηνοτροφίας;
528§36ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Εἶναι καὶ αἱ νέαι ἐπαρχίαι.
529§37ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰς ἀφῄρεσα.—Αἱ νέαι Ἐπαρχίαι ὑπε-
530λογίσθησαν, ὅτι θέλουσι δώσει 700 χιλ. δραχμῶν, τὰς ὁ-
531ποίας ἀφῄρεσα. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω ἐν συντόμῳ, 3,400,
532000 προϋπελόγισεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τοῦ
533προϋπολογισμοῦ ὡς ἔσοδον ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων. Ἐκ
534τοῦ ποσοῦ τούτου αἱ 700,000 προϋπελογίσθησαν ὑπὸ τοῦ
535ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ, ὅτι θέλουσιν εἰσπραχθῆ ἐκ
536τῶν νέων ἐπαρχιῶν, τὰ 2,700,000 θέλουσιν ἑπομένως εἰ-
537σπραχθῆ ἐκ τῶν παλαιῶν ἐπαρχιῶν. Ἐστήριξα δὲ τοὺς ἀνω-
538τέρω ὑπολογισμοὺς εἰς τὸ ποσὸν τῶν 2,700,000. Ἠρώτησα
539λοιπόν: νομίζετε, ὅτι ἡ πρόσοδος ἡ καθαρὰ ἐκ τῆς κτηνο-
540τροφίας ἐπὶ τοσοῦτον ηὔξησεν, ὥστε διπλασιάζετε τὸ ἐκ
541τοῦ φόρου τούτου ἔσοδον;
542Αὐτὴ ἦτο κυρίως ἡ ἔννοια τῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας
543ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅταν τὸ
544πρῶτον ἠγόρευσα ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν
545ζώων. Ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὅμως δὲν ἔκρι-
546νεν ἁρμόζον εἰς ἑαυτὸν ν’ ἀπαντήσῃ εἰς οὐδεμίαν τῶν ἐρω-
547τήσεων τούτων, ὄχι μόνον δι’ ὅσων χθὲς τὸ ἑσπέρας, ἀγο-
548ρεύων ἐπὶ μίαν καὶ ἡμίσειαν ὥραν, εἶπε πρὸς τὴν Βουλὴν,
549ἀλλὰ καὶ δι’ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶπε κατὰ τὸ τέλος τῆς
550συζητήσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ μηνιαίας πιστώσεως
551διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ Ἀπριλίου. Ὁ ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν
552ἐπραγματεύθη καὶ ἠρεύνησε πᾶν ἄλλο ζήτημα, πλὴν τῶν
553ζητημάτων, τὰ ὁποῖα αἱ ἐρωτήσεις μου προέβαλον εἰς αὐ-
554τόν. Ἐὰν δὲ λάβω ὑπ’ ὄψει τὰς δύω ταύτας ἀγορεύσεις τοῦ
555ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δύναμαι νὰ τὰς χαρακτηρίσω ὡς
556πρότυπα ὑπουργικῆς ῥητορείας. Τῷ ὄντι, κύριοι, ἡ ῥητο-
557ρεία, τὴν ὁποίαν εἰσήγαγεν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ὁ ὑπουργὸς
558τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι πρότυπος ἐν συνταγματικῷ Κράτει,
559Διότι ἀνατρέπει τὴν κοσμιότητα κατὰ τὰς συζητήσεις. Δὲν
560ἀφίνει τὴν Βουλὴν, δὲν ἀφίνει τὰ μέλη τῆς Βουλῆς νὰ ἀνα-
561κοινώσωσι ποίας ἰδέας ἕκαστον ἔχει περὶ τῶν νομοθετημάτων,
562τὰ ὁποῖα συζητοῦμεν. Δὲν ἀφίνει νὰ φωτίσωμεν ἀλλήλους,
563διὰ νὰ δυνηθῶμεν ἐν συνειδήσει νὰ δώσωμεν ψῆφον ἐπὶ νο-
564μοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου αὐξάνονται οἱ φόροι οἱ ἐπιβε-
565βλημένοι ἐπὶ μιᾶς τάξεως ἐγχωρίου παραγωγῆς, ἀλλὰ μᾶς
566εἰσάγει εἰς ἀληθῆ δαίδαλον τῆς ἐρεύνης τῶν προσωπικῶν
567ἰδιοτήτων ἑκάστου, εἰς στάδιον προσωπικῶν αἰτιάσεων
568καὶ ἀντεγκλήσεων. Τὸ στάδιον τοῦτο ἐρεθίζει τὰ πάθη,
569διασπείρει τὰ μίση, χωρίζει τοὺς μὲν ἀπὸ τοὺς δὲ, καὶ
570ὠθεῖ τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, συζητοῦντα τὰς δημο-
571σίας ὑποθέσεις, νὰ λησμονῶσι τὴν ἀξιοπρέπειαν, τὴν ὁποί-
572αν πρὸς τὸ Σῶμα ὀφείλουσι νὰ τηρῶσιν. Ἀλλὰ δὲν ἀνατρέπει
573μόνον τὴν κοσμιότητα, ἀνατρέπει καὶ τὴν κοινοβουλευτι-
574κὴν τάξιν τῶν συζητήσεων. Ὅταν συζητῶμεν περὶ φόρου ἐπὶ
575τῶν ζώων, εἰς οὐδένα εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ὁμιλῇ περὶ
576ὑποθέσεων ἀλλοτρίων τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων. Καὶ ἂν δὲν
577ἦναι τοῦτο ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀνή-
578κομεν εἰς τὰς τάξεις τῶν φίλων τοῦ Ὑπουργείου, ἵνα μὴ
579ὑποληφθῶμεν, ὅτι θέλομεν νὰ καταναλώσωμεν τὸν χρόνον,
580τὸν ὁποῖον ἔχομεν. Ἵνα διεξαγάγωμεν τὰ ἔργα ἡμῶν, ἵνα
581μὴ ὑποληφθῶμεν, ὅτι θέλομεν νὰ παραλύσωμεν τὰς ἐργα-
582σίας τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἥκιστα ἐπιτετραμμένον εἰς μέλος
583τοῦ Ὑπουργείου νὰ ἔρχητε καὶ ἐν τῷ μέσῳ ἄλλης συζητή-
584σεως νὰ εἰσάγῃ ἄλλας ὑποθέσεις, καὶ νὰ μᾶς ἀναγκάζῃ νὰ
585ἐκτρεπώμεθα τοῦ συζητουμένου ἀντικειμένου εἰς ὑποθέσεις
586ἀλλοτρίας.
587Ἤκουσα τὸν κ. πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου
588χθὲς λαλοῦντα ἀπὸ τοῦ βήματος πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ
589ζητοῦντα τὴν συνδρομὴν αὐτῆς, διὰ νὰ μὴν ἀφήσῃ νὰ παρ-
590έλθῃ ὁ βραχὺς ὑπολειπόμενος χρόνος, βραχὺς ἀπέναντι τοῦ
591ἀριθμοῦ τῶν ἔργων καὶ τῆς πληθύος τῶν καθηκόντων, τὰ
592ὁποῖα ἔχομεν νὰ ἐκτελέσωμεν. Ἀλλ’ ἀντὶ νὰ ζητῇ τὴν συν-
593δρομὴν τῆς Βουλῆς, ἔπρεπε νὰ ζητῇ τὴν συνδρομὴν τοῦ
594συναδέλφου του, ὁ ὁποῖος, ὁσάκις ἀναβαίνει τὸ βῆμα, μᾶς
595ἀναγκάζει νὰ ἐκτραπῶμεν τοῦ θέματος, καὶ ὁ ὁποῖος, ἐὰν
596ὑπολογισθῶσιν αἱ ὧραι, δι’ ὧν ἀπησχόλησε μέχρι τοῦδε τὴν
597Βουλὴν, κατηνάλωσεν ἡμέρας ὅλας, τῶν ὁποίων δὲν δύναμαι
598νὰ προσδιορίσω τὸν ἀριθμόν. Ἡμεῖς δὲν παρενεβάλομεν κα-
599νὲν πρόσκομμα· ἐβοηθήσαμεν τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ τίς ἐξ
600ἡμῶν προέβαλε κἂν ἐπερώτησιν; Οὐδὲ τὸ δικαίωμα κἂν τοῦ
601ἐλέγχου ἐξησκήσαμεν. Καὶ ἂν ἐγένοντο ἐπερωτήσεις ἀπὸ τοῦ
602βήματος, αἱ πλεῖσται ἐγένοντο ἀπὸ τοὺς βουλευτὰς τῶν τά-
603ξεων τῆς πλειοψηφίας.
604§38ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Δὲν ἀνήκομεν εἰς κανένα· ἀνήκομεν εἰς
605τὸ ἔθνος.
606§39ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἁγυιᾶς δὲν
607ἀπέκτησεν ἔτι τὰ ἤθη τοῦ Κοινοβουλίου. Ὁ Κανονισμὸς, ὁ
608ὁποῖος μᾶς διέπει, δὲν ἐπιτρέπει εἰς οὐδένα νὰ διακόπτῃ
609τοὺς ἀγορεύοντας· διατηρεῖ δὲ μόνον εἰς ἕκαστον τὸ δι-
610καίωμα νὰ λέγῃ ἑκάστοτε ἐκ τοῦ βήματος τὴν γνώμην του.
611§40ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Δὲν ἐννοοῦμεν νὰ μᾶς λέγετε καὶ κο-
612πέλια τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου.
613§41ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο. Δὲν ἐννοεῖτε τί ἐστι
614πλειοψηφία καὶ μειοψηφία ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ; Τὰ Κοινο-
615βούλια διαιροῦνται ἀναγκαίως εἰς πλειοψηφίαν καὶ μειοψη-
616φίαν, καὶ διὰ νὰ ἦναί τις μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, πρέπει
617νὰ ἀνήκῃ εἰς μίαν τῶν μερίδων τούτων.
618Ἀλλ’ ἡ ῥητορεία τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν
619τοιαύτη, ὁποίαν τὴν ἠκούσατε χθὲς καὶ ὁποίαν ἠκούσατε
620τὴν ἑσπέραν, καθ’ ἣν συνεζητεῖτο εἰς τελευταίαν ἀνάγνωσιν
621τὸ περὶ πιστώσεως τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου νομοσχέδιον, ἀνα-
622τρέπει καὶ ἄλλο τι, ἀνατρέπει καὶ τὴν συνταγματικὴν τά-
623ξιν τῶν κοινοβουλευτικῶν συζητήσεων. Ἂν ἡμεῖς συζητῶ-
624μεν καὶ ἐπικρίνωμεν τὰ νομοσχέδια, ἅτινα τὸ Ὑπουργεῖον
625ἤ τις τῶν κυρίων βουλευτῶν προβάλλῃ, ἐνασκοῦμεν δι-
626καίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἐκ τοῦ Συντάγματος· ἀπέναντι
627δὲ τοῦ δικαιώματος τούτου δὲν ὑφίσταται ἢ μόνον τὸ δι-
628καίωμα καὶ τὸ καθῆκον τῶν προβαλλόντων τὰ νομοσχέδια
629νὰ ὑποστηρίξωσιν αὐτὰ, νὰ ἀποδείξωσιν, ὅτι αἱ προτάσεις
630των εἶναι λυσιτελεῖς εἰς τὸ Κράτος, ὅτι δὲν ζημιοῦσι τὸ
631δημόσιον ταμεῖον, ὅτι δὲν ἀντιβαίνουσιν εἰς τοὺς γενικοὺς
632κανόνας τῆς ἠθικῆς, ἢ εἰς τὰ γενικὰ συμφέροντα τῆς Ἐπι-
633κρατείας. Δὲν ἔχουσιν ὅμως κανὲν δικαίωμα νὰ ἐρευνῶσι
634τὰ πολιτικὰ φρονήματα ἡμῶν, διότι δὲν εἴμεθα ὑπόλογοι
635ἀπέναντι τῶν κ. κ. ὑπουργῶν. Ἡμεῖς δικαζόμεθα κατὰ τὴν
636ἡμέραν τῶν ἐκλογῶν ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων μας. Ἐν δὲ τῇ
637Βουλῇ δὲν ἐξετάζεται ἡ πολιτεία ἡμῶν, ἀλλὰ δικάζονται
638οἱ ὑπεύθυνοι ἐντολοδόχοι τῆς Νομοτελεστικῆς Ἐξουσίας.
639§42ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐγὼ δὲν εἶδον κανὲν πρόγραμμά σας.
640§43ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος διὰ πρώτην καὶ
641τελευταίαν φορὰν νὰ ἀπαντήσω εἰς διακοπὴν, τὴν ὁποίαν
642ἀκούω ἀπὸ τὴν τάξιν ἐκείνην, ἡ ὁποία πρώτη ὀφείλει νὰ
643μὴ διακόπτῃ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀμφιβάλ-
644λει ἂν ἔδωκα λόγον εἰς τοὺς ἐκλογεῖς μου, διότι δὲν εἶδεν
645ἐκδοθὲν παρ’ ἐμοῦ πρόγραμμα. Δὲν θέλω νὰ ἐρευνήσω τὸν
646δημόσιον βίον τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Δὲν θέλω νὰ
647ἐξετάσω ὑπὸ ποῖον πρόγραμμα εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ
6481879, οὐδὲ τὰς σχέσεις αὐτοῦ μετὰ τοῦ τότε προέδρου τοῦ
649Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, βουλευτοῦ ἐκ Μεσσήνης. Ἔχω ὅμως
650δικαίωμα ν’ ἀπαντήσω εἰς αὐτὸν, ὅτι οἱ τὸ πρῶτον ἀναμι-
651γνύμενοι εἰς τὰ δημόσια πράγματα πρέπει νὰ φωτίζωσι τὸν
652Ἑλληνικὸν λαὸν περὶ τῶν φρονημάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν.
653Ἐκεῖνοι ὅμως, οἱ ὁποῖοι πρὸ εἰκοσαετίας πολιτεύονται, ἔχου-
654σι πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἔχει τόσας σελίδας, ὅσα εἶναι τὰ
655ἔτη τοῦ δημοσίου αὐτῶν βίου.
656§44ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Καμμίαν δὲν γνωρίζω.
657§45ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι ἐφροντίζατε πῶς νὰ αὐξήσητε τὸν
658πλοῦτόν σας, καὶ ὄχι νὰ σπουδάζητε τὸν δημόσιον βίον τῶν
659πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς Ἑλλάδος. Μὲ ἀναγκάζετε νὰ ὁμιλῶ
660πρὸς σᾶς, ὅπως δὲν ἐπιθυμῶ, διότι οὔτε ἡ ἀνατροφή μου,
661οὔτε τὸ παρελθόν μου μοὶ προσεπόρισαν τοιαύτας ἕξεις.
662Ἐὰν συζητῶμεν καὶ ἐπικρίνωμεν τὰς ὑπουργικὰς πράξεις,
663ἐὰν ἀναλύωμεν καὶ ἐρευνῶμεν αὐτὰς, ἐξασκοῦμεν δικαίωμα,
664τὸν ὁποῖον ἐκ τοῦ Συντάγματος ἔχομεν· ἀπέναντι δὲ τοῦ
665δικαιώματος τούτου ἵσταται δι’ ὑμᾶς μόνον τὸ καθῆκον, ἢ
666τέλος πάντων καὶ τὸ δικαίωμα—ὀνομάσατέ το ὅπως θέ-
667λετε—νὰ δίδητε διασαφήσεις καὶ νὰ ἀποδεικνύητε, ὅτι αἱ
668πράξεις σας εἶναι σύμφωνοι μὲ τοὺς νόμους καὶ μὲ τὰ συμ-
669φέροντα τοῦ Κράτους. Δὲν ἔχετε ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ ἐρευ-
670νᾶτε τὸν δημόσιον βίον ἡμῶν, νὰ ἀναμοχλεύητε τὰ πολι-
671τικὰ φρονήματά μας, νὰ ζητῆτε νὰ μᾶς δυσφημίσητε, πολ-
672λῷ δὲ ἧσσον τὸ δικαίωμα νὰ διαστρέφητε τὰ πράγματα
673καὶ νὰ τὰ παριστάνητε ἀλλοῖα, ἀφ’ ὅ,τι συμβαίνουσιν ἐν τῇ
674Βουλῇ. Καὶ ἠκούσατε χθὲς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν
675λέγοντα, ὅτι ἡμεῖς ἐζητήσαμεν διὰ τῶν κατὰ τοῦ νομοσχε-
676δίου τούτου ἀντιῤῥήσεών μας νὰ ἀποπλανήσωμεν τὸ δημό-
677σιον φρόνημα, νὰ ἐρεθίσωμεν τὸν λαὸν, νὰ προκαλέσωμεν
678ἀνατροπὰς, νὰ φέρωμεν τὴν ἀναρχίαν.
679Ἐὰν τοιαύτη ῥητορεία ἐπεφαίνετο ἐν Κοινοβουλίῳ ἄλλου
680Κράτους, καὶ ἂν αἱ περὶ τῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ λεγομένων
681πληροφορίαι ἔφθανον μέχρι τοῦ Στέμματος, εἶμαι βέβαιος,
682ὅτι τὸ Στέμμα ἤθελεν ὑπομνήσει εἰς τὸν σύμβουλόν του, τὸν
683μεταβαίνοντα εἰς τὴν Βουλήν, τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα τὸ
684Σύνταγμα ἐπιβάλλει εἰς αὐτόν. Ἀλλὰ καὶ ἂν αἱ περὶ τού-
685των πληροφορίαι δὲν ἀνήρχοντο μέχρι τοῦ Στέμματος, ἐκεῖ
686ὁ πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἐν τῷ καθή-
687κοντι τῆς διατηρήσεως τῆς συνταγματικῆς τάξεως, καὶ ἐν
688τῷ ἰδίῳ συμφέροντι, τὸ ὁποῖον ὡς πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
689σεως ἔχει, ἤθελεν εἰπεῖ εἰς τὸν συνάδελφόν του: Παῦσε·
690μὴ γίνεσαι αἴτιος ἀπωλείας χρόνου, ἐνῷ ἔχομεν τόσον ὀλί-
691γον χρόνον πρὸς ἐργασίαν.
692Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ὁ πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμ-
693βουλίου, εἶναι καὶ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς, ἥτις πρώτη ἔχει
694συμφέρον νὰ συντελῇ εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Σώματος καὶ
695εἰς τὴν ἔῤῥυθμον καὶ ὁμαλὴν λειτουργίαν αὐτοῦ, καὶ ἥτις
696ὀφείλει νὰ καταστέλλῃ τὰς παρεκτροπὰς τοῦ κ. ὑπουργοῦ.
697Καὶ ἠκούσατε προχθὲς τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομι-
698κῶν νὰ ὁμιλῇ ἀσεβῶς περὶ ἡμῶν. Λαμβάνων ὡς ἀφετηρίαν
699τὴν μικρὰν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἀριθμητικὴν δύναμιν ἡμῶν,
700μᾶς ἐχλεύαζεν ὡς μικροὺς καὶ ἀσθενεῖς, καὶ μᾶς παρέβα-
701λε πρὸς σκώληκας, τοὺς ὁποίους ἡτοιμάζετο νὰ καταπατήσῃ
702αὐτὸς, ὁ γίγας τῆς Ἑλλάδος. Καὶ τὸν ἠκούσατε χθὲς τὸ
703ἑσπέρας ὁμιλοῦντα περὶ σαριδίων, τὰ ὁποῖα οἱ σαρω-
704ταὶ τῶν ὁδῶν συλλέγουσι, διὰ νὰ ῥίψωσιν ἐκτὸς τῆς πό-
705λεως. Ἴσως τηρεῖ τὴν γλῶσσαν ταύτην, διότι ἐνθαῤῥύνεται
706ἀπὸ τὴν ἀριθμητικὴν ἀσθένειαν ἡμῶν. Δὲν ἐπήρθημεν ἐπὶ
707τῇ μεγάλῃ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἀριθμητικῇ δυνάμει ἡμῶν.
708Ἀλλὰ καὶ ἂν ἠθέλομεν ἐπὶ ταύτῃ ἐπαρθῆ, ἤθελον μᾶς
709διαψεύσει τὰ πράγματα, αὐτὴ ἡ περὶ τοὺς λόγους ἀκολα-
710σία τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ. Ἐὰν δὲν ἤμεθα
711ἀσθενεῖς κατὰ τὸν ἀριθμὸν, ἠθέλαμεν διδάξει τὸν κ. ὑπουρ-
712γὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν τῷ βήματι ἀκόμη ἑστῶσα, ποῖα
713καθήκοντα ἔχει πρὸς τοὺς βουλευτὰς καὶ πρὸς τὴν Βουλήν,
714ὅταν πρὸς ταύτην ἀγορεύῃ περὶ μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου
715Καὶ ἂν δὲν ἤθελε χρησιμεύσει ἡ διδασκαλία ἡμῶν αὕτη,
716ἴσως ἤθελεν ἀναγκασθῆ νὰ κλείσῃ τὸ στόμα του διὰ τοῦ
717φιμώτρου, τὸ ὁποῖον προχειρότερον ἤθελεν εὑρεῖ. Καὶ ἂν
718ἡμεῖς δὲν τὸ ἐπράττομεν, ἤθελεν εὑρεθῆ τις καθήμενος παρ’
719αὐτὸν, ὅστις ἤθελεν ἐνθυμίσει εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰ-
720κονομικῶν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἐλησμόνησαν ὅσοι ἐν τῇ
721αἰθούσῃ ταύτῃ συνεδρίαζον πρὸ ἕξ ἐτῶν. Τί συνέβη, ὅταν
722βουλευτὴς ἄλλος ἐλησμόνησε τὴν περὶ τοὺς λόγους κοσμιό-
723τητα, τὴν ὁποίαν ἕκαστον μέλος τοῦ Κοινοβουλίου ὀφείλει
724νὰ τηρῇ; Ἡ Βουλὴ ἠγέρθη σύμπασα ἐξ ὅλων τῶν θρανίων
725καὶ ἐπετέθη κατ’ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐλησμόνησε τὴν κοσμιό-
726τητα ταύτην· ἐνῷ δ’ ἐκεῖνος ἠγωνίζετο μίαν ὥραν, ἵνα ἀ-
727ξιωθῇ τῆς χάριτος διὰ νὰ ἀπολογηθῇ, ἀντὶ ἀπαντήσεως,
728δὲν ἐλάμβανεν ἐκ τῶν διαφόρων θρανίων τῆς Βουλῆς μόνον
729φωνὰς καὶ κραυγὰς, ἀλλὰ ἐλάμβανε μύδρους, καὶ μόνον ἐ-
730σώθη ὑπὸ τὸ θάῤῥος καὶ τὴν παῤῥησίαν τοῦ ἐκ Καλαβρύ-
731των βουλευτοῦ, ὑπὸ τὴν ὑπόληψιν, τὴν ὁποίαν τὸ Κοινο-
732βούλιον ἔχει πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Ἀθ. Πετιμεζᾶν.
733Ἡ ἀριθμητικὴ δὲ δύναμις δὲν παρέχει κανὲν δικαίωμα,
734οὐδὲ καθιστᾷ θεμιτὰ καὶ προσήκοντα ὅσα φύσει δὲν εἶναι
735θεμιτὰ καὶ προσήκοντα. Ἐν ἄλλοις Κοινοβουλίοις, ἐπὶ τῆς
736βασιλείας Λουδοβίκου Φιλίππου εἰς τὴν Γαλλίαν, ἤθελον
737καταγελάσει ἐπὶ μωρίᾳ τὸν Ὀδδιλιὼν Βαρὸ, ἐὰν ἤλεγχε τὸν
738κ. Γκιζῶτον, διότι ἦτο γενικὸς γραμματεὺς τοῦ ὑπουργείου
739τῆς Ἐκπαιδεύσεως, καὶ διὰ τοῦ ἐπιχειρήματος τούτου ἐ-
740ζήτει νὰ ταπεινώσῃ αὐτὸν πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν τῶν μελῶν
741τοῦ Κοινοβουλίου. Καὶ ἐπ’ αὐτῆς τῆς Αὐτοκρατορίας, ὅταν
742αὕτη προσέφυγε καὶ ἔλαβεν ἀπὸ τὸν Δικαστικὸν Σύλλογον
743βραχύσωμόν τινα δικαστικὸν, καὶ ὠνόμασεν αὐτὸν ὑπουργὸν,
744καὶ τὸν ἀπέστειλεν εἰς τὰ μέγαρα τοῦ Μποβὸ, οὐδὲ ὁ Ῥουὲρ,
745οὐδ’ ἄλλος τις διενοήθη νὰ χλευάσῃ τὸν Ἰούλιον Φάβρον,
746διότι ἦτο γενικὸς γραμματεὺς τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτε-
747ρικῶν· ὅταν δ’ ὁ βραχύσωμος ἐκεῖνος δικαστικὸς ἠθέλησε νὰ
748ἀφήσῃ τοιοῦτον ὑπαινιγμὸν, πρῶτος ὁ πρόεδρος τοῦ Νομο-
749θετικοῦ Σώματος, ὁ κόμης Βαλέβσκης, ὑπέμνησεν εἰς ἐκεῖ-
750νον τὸ καθῆκόν του, μετ’ αὐτοῦ δὲ καὶ ὁ Ῥουὲρ καὶ ὅλη ἡ
751πλειοψηφία ἐπέβαλον σιγὴν εἰς αὐτὸν, ὁ δ’ αὐτοκράτωρ
752μετ’ ὀλίγον τὸν ἀπέστειλεν εἰς τὸν Δικαστικὸν Σύλλογον,
753ἀπὸ τὸν ὁποῖον τὸν εἶχε δανεισθῆ.
754Καὶ διατί ὁ ἐκδηλωθεὶς οὗτος ψυχικὸς θόρυβος τοῦ
755ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν; Διότι ἠναγκάσθη νὰ ὑποχω-
756ρήσῃ κατὰ τὸ ἓν μέρος τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἠναγκάσθη
757νὰ ἀναγγείλῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ἐπιμένει, ἵνα διπλα-
758σιάσῃ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν αἰγῶν, ἀλλ’ ἀρκεῖται μόνον νὰ
759ψηφισθῇ ἡ ἁπλῆ αὔξησις τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν προβάτων καὶ
760νὰ ἐπεκταθῇ αὕτη καὶ ἐπὶ τῶν αἰγῶν. Ἀλλ’ εἰς τοῦτο
761πταίομεν ἡμεῖς; Ἡμεῖς τὸν ἠναγκάσαμεν; Ἡμεῖς εἴπομεν
762τὴν ἀλήθειαν μετὰ πάσης κοσμιότητος. Δὲν εἴμεθα ἡμεῖς
763φίλοι τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλ’ ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς,
764ἥτις πρώτη ἠνάγκασε τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ
765ὑποχωρήσῃ. Δὲν ἠναγκάσαμεν ἡμεῖς αὐτὸν, ἀλλ’ ἡ ἐπιβλη-
766τικὴ θέλησις τοῦ προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἰς
767τὴν ὁποίαν ἠναγκάσθη νὰ ὑποταχθῇ καὶ παραιτηθῇ ἀπὸ
768ἀξιώσεως, ἡ ὁποία δὲν ἐστηρίζετο ἐπ’ οὐδενὸς λόγου. Ἢ
769ἐνόμιζεν, ὅτι ἔπειθέ τινα ἐν Ἑλλάδι, ὅταν ἐκόμιζεν ὑπὸ
770μάλης ἐγκυκλοπαίδειάν τινα γεωργικὴν καὶ μᾶς ἀνέγνω
771ἐντεῦθεν τεμάχια αὐτῆς, καὶ δι’ αὐτῶν μᾶς ἐδίδαξε τὴν
772φωτεινὴν ἀλήθειαν, ὅτι αἱ αἶγες βλάπτουσι τὴν ναυτιλίαν;
773Πῶς ὁ βλάπτων τὰ δάση, βλάπτει ὅλας τὰς τάξεις, αἱ
774ὁποῖαι ἔχουν ἀνάγκην τῆς ξυλείας· ἑπομένως βλάπτεται
775καὶ ἡ ναυτιλία ἀπὸ τὰς αἶγας, ἀλλὰ βλάπτονται καὶ οἱ
776σιδηρόδρομοι, διότι δὲν εὑρίσκονται στρωτῆρες, ἐφ’ ὧν τίθεν-
777ται αἱ σιδηραῖ ῥάβδοι, βλάπτονται καὶ οἱ οἰκοδόμοι, διότι
778δὲν εὑρίσκουσι ξυλείαν. Καὶ εἶναι μόναι αἱ αἶγες, αἱ ὁποῖαι
779βλάπτουσι τὰ δάση τῆς Ἑλλάδος; Καὶ ἂν καταστρέψητε
780τὰς αἶγας καὶ δὲν ἀφήσετε οὐδεμίαν, νομίζετε, ὅτι διεσώ-
781σατε τὰ δάση; Διεφυλάξατε αὐτὰ ἀπὸ τὴν ἀξίνην τοῦ
782γεωργοῦ, καὶ ἀπὸ τὸ πῦρ, τὸ ὁποῖον τὰ καταβιβρώσκει;
783Ἀνοίξατε τὸν τοπογραφικὸν χάρτην τοῦ δάσους τῆς Δύμης,
784τὸν ὁποῖον διέταξα νὰ καταρτισθῇ ὅταν ἤμην ὑπουργὸς
785τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐκεῖ θέλετε ἰδεῖ φωλεὰς, ἐν αἷς ἐφύ-
786τευσαν σταφιδῶνας καὶ ἀμπελῶνας, καὶ ἐν αἷς ᾠκοδόμησαν
787κατοικίας. Αἱ αἶγες ἔκαμαν τὰς φωλεὰς ταύτας; Ἀνοί-
788ξατε τὸν χάρτην τοῦ δάσους τῆς Ὀλυμπίας, ἵνα ἰδῆτε ἐπί-
789σης φωλεὰς τοιαύτας ἀπὸ ἀμπελῶνας καὶ κατοικίας τῶν
790κατοίκων τῶν μερῶν ἐκείνων, ὑπὲρ ὧν ὁ ἀξιότιμος βουλευ-
791τὴς Ὀλυμπίας καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην προεδρεύων
792τῆς Βουλῆς κ. Χαράλ. Κανελλόπουλος ἐπρονόησεν.
793Τὰ δάση ἔχουσι δύω ἀνάγκας, τὴν ἀνάγκην τῆς φυλακῆς
794καὶ τὴν τῆς καλλιεργείας. Θέλετε φυλάξει τὰ δάση, ἐὰν
795κατορθώσητε νὰ συστήσητε σῶμα δασοφυλάκων, τὸ ὁποῖον
796νὰ ἦναι ἀνώτερον πάσης ἀδυναμίας, πάσης ἰδιοτελείας,
797παντὸς αἰσθήματος χαρισμοῦ. Θέλετε διαφυλάξει τὰ δάση,
798ἂν κατορθώσητε νὰ καταστήσητε σῶμα δασονομικὸν, γνω-
799ρίζον ἐπιστημονικῶς τὴν τέχνην τοῦ καλλιεργεῖν, τοῦ ἀνα-
800τρέφειν, τοῦ διασώζειν καὶ τοῦ ἐκμεταλλεύεσθαι τὰ δάση.
801Θέλετε νὰ ἐξοντώσητε τὰς αἶγας. Ἀλλὰ λησμονεῖ ὁ ὑπουρ-
802γὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τοῦτο πράττων θέλει καταστρέ-
803ψει τὴν γεωργίαν τῶν ὀρεινῶν μερῶν, ἡ ὁποία συνυπάρχει
804καὶ συζῇ μὲ τὰς αἶγας· θέλει ἀφαιρέσει τὰ μέσα τῆς προ-
805χείρου καὶ ἀμέσου εἰς πᾶσαν οἰκογένειαν θεραπείας τῶν
806ἀναγκῶν τῶν πενεστέρων τάξεων τοῦ Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ.
807Ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν, ὅταν ἀνέρχωνται ἐπὶ τὴν Κυβέρνη-
808σιν ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦσιν, ἐκ δίψης ἐπιδείξεως ζή-
809λου πρὸς τὸ καλὸν, ἐξ ἀγνοίας δὲ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν
810ὁποῖον τὰ καλὰ κατορθοῦνται, νὰ φανῶσιν ὅτι ἐπιζητοῦσι
811καλόν τι, καὶ μεταφέρουσιν ἐπὶ τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τὰ πρῶτα
812ἀναγνώσματα τὰ περιελθόντα εἰς χεῖράς των ἰδέας, τὰς
813ὁποίας διὰ νὰ ἐφαρμόσῃ τις πρέπει προηγουμένως νὰ σπου-
814δάσῃ καὶ γνωρίσῃ καλῶς τὸν τόπον, ἵνα κρίνῃ ἂν ἦναι δυ-
815νατὸν νὰ ἐφαρμοσθῶσιν, ἀναγκαίως πρέπει νὰ περιμένητε
816τοιούτων μέτρων προτάσεις. Σᾶς ἀνέφερον ὡς παράδειγμα,
817κατὰ τὴν πρώτην ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἀγόρευσίν μου, τὴν
818εἰσαγωγὴν τῶν μερινῶν, καὶ διὰ τοῦ παραδείγματος
819τούτου ἔδωκα ἀφορμὴν εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν,
820ἀντὶ νὰ ἐννοήσῃ τὴν ἀξίαν τοῦ παραδείγματος, νὰ πραγμα-
821τεύηται ἐπὶ εἴκοσι λεπτὰ τῆς ὥρας τὰ περὶ τούτου κατὰ τρό-
822πον ἀναγκάζοντα τοὺς ἀκούοντας νὰ μειδιῶσι. Καὶ ἐκεῖνοι οἱ
823κυβερνῆται ἐξ ἀναγνώσεως ἐμάνθανον τὸν πλοῦτον, τὸν ὁποῖον
824ἡ διατήρησις τῶν ποιμνίων τῶν μερινῶν παράγει εἰς τοὺς
825κτηνοτρόφους, καὶ ἐνόμισαν, ὅτι ἠδύναντο νὰ καταστήσωσι
826πλουσίαν τὴν κτηνοτροφίαν τῆς Ἑλλάδος, ἂν εἰσῆγον μερι-
827νούς. Καὶ ὑπέλαβον, ὅτι, εὐθὺς ὡς ἤθελον εἰσαχθῆ εἰς τὴν
828Ἑλλάδα οἱ μερινοὶ, πάντες ἐν Ἑλλάδι ἤθελον ἀποδεχθῆ
829τὸ εἶδος αὐτὸ τῶν προβάτων καὶ ἤθελον ἀντικαταστήσει
830δι’ αὐτοῦ τὰ ἐγχώρια πρόβατα. Κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ὁ
831κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέγνω εἰς τὴν Ἐγκυκλοπαί-
832δειαν τὴν γεωργικὴν, ὅτι αἱ αἶγες καταστρέφουσι τὴν ναυ-
833τιλίαν, καὶ ἐπειδὴ ἡ Ἑλλὰς περιβρέχεται ἀπὸ θαλάσσης,
834καὶ ἐπειδὴ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Αἰγίου καὶ ὁ ἀξιότιμος
835βουλευτὴς Τροιζηνίας προβάλλουσι νὰ προσέλθωμεν ἐπί-
836κουροι εἰς τὴν καταπεσοῦσαν ναυτιλίαν, ἐπῆλθε καὶ ὁ ὑ-
837πουργὸς διὰ τοῦ νόμου του νὰ καταστρέψῃ τὰς αἶγας, καὶ
838νὰ βοηθήσῃ τὴν ὑπ’ αὐτῶν καταστρεφομένην ναυτιλίαν.
839Ἡ διατήρησις τῶν ποιμνίων τῶν μερινῶν εἶναι ἐπι-
840κερδὴς, καὶ τὸ ἔριον τοῦ εἴδους τούτου τῶν προβάτων δίδει
841μεγαλείτερα κέρδη εἰς τοὺς κτηνοτρόφους, ἀπὸ ὅσα τὸ γάλα
842καὶ ὁ γόνος καὶ τὸ ἔριον τῶν ἡμετέρων προβάτων. Ἀλλὰ
843διὰ νὰ κατασταθῇ ἐπικερδὴς παρ’ ἡμῖν τῶν μερινῶν προ-
844βάτων ἡ διατήρησις, πρέπει νὰ ἔχητε βιομηχανίαν τοῦ ἐρίου
845τῶν μερινῶν, πρέπει νὰ γνωρίζετε πῶς θὰ ἀναθρέψητε τὰ
846ζῶα ταῦτα, πῶς τὸ ἔριον θέλει κατασταθῇ χρήσιμον εἰς τὴν
847βιομηχανίαν, πῶς θέλει προπαρασκευασθῆ πρὸς τοῦτο, καὶ
848διὰ τοῦ παραδείγματος θὰ πείσητε τὸν κτηνοτρόφον, ὅτι
849θέλει κερδήσει πλειότερα ἢ ὅσα κερδίζει σήμερον, ἂν ἀντι-
850καταστήσῃ τὰ ἐγχώρια πρόβατα διὰ τῶν μερινῶν.
851Ὁ κ. ὑπουργὸς σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐζήτησε διὰ τοῦ νομοσχε-
852δίου νὰ μεταβάλῃ τὴν πλάνητα κτηνοτροφίαν τῆς Ἑλλά-
853δος, ὅπως ἐνδιαιτᾶται εἰς τοὺς σταύλους, καὶ ἐνόμισεν, ὅτι,
854ἂν ἐπιβάλῃ τὸν φόρον τοῦτον, ἡ κτηνοτροφία θέλει μετα-
855βληθῆ καὶ κατασταθῇ κτηνοτροφία Εὐρωπαϊκή. Καὶ δὲν ἐ-
856σκέφθη εἰς ποίαν κατάστασιν εἶναι ἡ γεωργία, καὶ δὲν ἐνθυ-
857μήθη, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας ἐν Ἑλλάδι εἶναι
858ἀκανόνιστον, καὶ ὅτι ἐν Ἑλλάδι οἱ γεωργοὶ πληρώνουσι
859τόκον 25 καὶ 30 τοῖς ἑκατὸν, καὶ ὅτι μὲ τοιοῦτον τόκον δὲν
860εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπεκτείνωσι τὰς ἐπιχειρήσεις των, ἐξ ἐναν-
861τίας μαραίνονται ὁσημέραι καὶ τήκονται ὡς ὁ κηρός.
862Καὶ σήμερον ἔτι δὲν εἶναι βέβαιον ἂν ὁ νόμος περὶ δια-
863θέσεως τῶν ἐθνικῶν γαιῶν ἠδύνατο νὰ λειτουργήσῃ μόνος
864ἄνευ Γεωργικῆς Τραπέζης, καὶ ὅτι οἱ δηλώσαντες ἐθνικὰς
865γαίας θέλουσι δύνασθε νὰ προσπορίζωνται τὰ ποσὰ, τῶν
866ὁποίων ἔχουσιν ἀνάγκην, διὰ νὰ πληρώσωσι τὰς ἐτησίας
867δόσεις ἐκ τοῦ περισσεύματος τοῦ προϊόντος τῆς ἐργασίας
868αὐτῶν. Προχθὲς ἀκόμη ἐπεκρίνετο ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονο-
869μικῶν, ὁ προκάτοχος, διότι ἐνέδωκεν εἰς ψηφίσματα Δημο-
870τικῶν Συμβουλίων ἐπαρχιῶν τινων, δι’ ὧν παριστάνετο εἰς
871αὐτὸν, ὅτι οἱ γεωργοὶ τῶν περιφερειῶν ἐκείνων κατεστρά-
872φησαν, καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐμπρόθεσμον
873καταβολὴν τῶν ἐτησίων δόσεων, διότι δὲν εἶχον ἀποταμίευ-
874μα ἐκ τῆς ἐτησίας ἐργασίας των. Παρὰ τίνος δὲ τοκιστοῦ
875δύνανται νὰ δανεισθῶσι χρήματα, χωρὶς νὰ πληρώσωσιν
876ὑπερόγκους τόκους, καὶ οὕτω νὰ ἐπιβαρύνωσι καὶ τὸ ἐνεστὼς
877καὶ τὸ μέλλον τῆς βιομηχανίας των καὶ νὰ ἐκτεθῶσιν εἰς
878τὸν ἔσχατον κίνδυνον τῆς ἀπωλείας αὐτῆς;
879Δὲν ἐξετάζω τοὺς λόγους, δι’ οὓς ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰ-
880κονομικῶν ἐνόμισε λυσιτελὲς εἰς τὸ Κράτος ἢ ἀναγκαῖον
881εἰς ἑαυτὸν νὰ μὴν ἐπιμείνῃ εἰς τὸν διπλασιασμὸν τοῦ φόρου
882ἐπὶ τῶν αἰγῶν. Δὲν θέλω νὰ ἐπικρίνω αὐτὸν διατὶ εἰσή-
883γαγε, χωρὶς νὰ μελετήσῃ, τὴν πρότασιν ταύτην, καὶ διατὶ
884ἕνεκα τούτου εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀποσύρῃ αὐτήν.
885Ἔχω ὅμως καθῆκον νὰ παραστήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι οὐδὲ
886τὸ ὑπόλοιπον μέρος τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ εἶναι συμφέρον
887εἰς τὸν τόπον νὰ ἐπιψηφίσῃ ἡ Βουλή. Εἰς τί συνίσταται τὸ
888ὑπόλοιπον μέρος τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκο-
889νομικῶν;
890Σᾶς προέβαλε, μετὰ τὴν ὑποχώρησιν, ἣν ἀπεδέξατο, νὰ
891αὐξήσητε τὸν φόρον τῶν προβάτων καὶ τῶν αἰγῶν ἀπὸ 25
892λεπτὰ εἰς 30, νὰ αὐξήσητε τὸν φόρον ἐπὶ τῶν μεγάλων
893ζώων ἀπὸ δραχμὴν 1 καὶ λεπτὰ 20, εἰς δραχμὴν 1 καὶ 50
894λεπτὰ, νὰ αὐξήσητε τὸν φόρον τῶν χοίρων ἀπὸ δραχμῆς 1
895καὶ 20 λεπτῶν εἰς δραχμὰς 2. Διατί σᾶς προέβαλε τὴν
896αὔξησιν ταύτην; διότι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἔχει
897ἔλλειμμα, καὶ εἶχε καθῆκον νὰ φροντίσῃ νὰ καλύψῃ τὸ ἔλ-
898λειμμα τοῦτο, διότι ἡ διατήρησις τοῦ ἐλλείμματος τούτου
899ἤθελε φέρει οἰκονομικὴν κρίσιν, καὶ αὕτη ἤθελεν ἀπειλήσει
900καὶ τὴν τάξιν καὶ τὴν ἡσυχίαν καὶ τὸ μέλλον τοῦ Τόπου.
901Ἂς ἴδωμεν, κύριοι, ἐὰν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. ὑπουρ-
902γὸς τῶν Οἰκονομικῶν προέβαλε, σκοπῶσι τὴν πλήρωσιν τοῦ
903ἐλλείμματος τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐγὼ, εἰς οἱανδήποτε
904τάξιν καὶ ἂν ἀνήκω, ἐὰν τὰ μέτρα ταῦτα συντελῶσι πρὸς
905τοῦτο, θέλω συμβουλεύσει τὴν Βουλὴν νὰ τὰ ψηφίσῃ.
906Ποῖον ἔλλειμμα σᾶς παρέστησεν, ὅτι ἔχει ὁ προϋπολογι-
907σμὸς, ὅταν εἰσήγαγεν αὐτὸν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομι-
908κῶν; Σᾶς εἶπεν ὅτι τὸ ἔλλειμμα ἀναβαίνει εἰς 11,000,000,
909καθ’ ὃν χρόνον εἰσήγαγε τὸν προϋπολογισμὸν, ἤτοι κατὰ
910τὴν 17 Μαρτίου. Σᾶς εἶπε τότε, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τῶν 11,
911000,000 θέλει καλύψει διὰ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ὑπε-
912λείφθησαν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 120,000,000. Ἐζήτησε μά-
913λιστα νὰ δικαιολογηθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διατὶ δὲν ἐφρόν-
914τισε νὰ πληρώσῃ δι’ ἄλλου τρόπου τὸ ἔλλειμμα τῶν 11,
915000,000 τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν,
916ὅτι δὲν εἶχε τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον καὶ ὅτι ὁ προϋπολο-
917γισμὸς, ὃν εἰσῆγε, δὲν ἦτο προϊόν ὡρίμου μελέτης, ὅποια
918ἀπαιτεῖται διὰ νὰ συνταχθῇ προϋπολογισμός.
919Κατὰ τὴν 16 Ἀπριλίου, πρὶν ἢ συμπληρωθῇ ἔτι εἷς μὴν,
920ἐδήλωσεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομι-
921κῶν, ὅτι εἶναι 11,000,000 τὸ ἔλλειμμα, ἀλλ’ ὅτι θὰ ἀνα-
922βιβασθῇ εἰς 15 ἑκατομμύρια, καὶ εἶχε τότε τὴν παρηγο-
923ρίαν, ὅτι τὸ ὑπόλοιπον τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων
924ἦτο περισσότερον ἀπὸ 11 ἑκατομμύρια καὶ ἤθελεν ἀρκέσει,
925ἵνα καλύψῃ τὰ 15 ἑκατομμύρια, ἑπομένως ὅτι ἔμελλε νὰ
926ζήσῃ ἀμερίμνως καὶ ἡσύχως κατὰ τὸ ἔτος 1882, διότι εἶχε
927τὰ μέσα νὰ καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα διὰ τοῦ ὑπολοίπου τοῦ δα-
928νείου.
929Δὲν συζητοῦμεν σήμερον, κύριοι, ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ,
930ἑπομένως δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ἐρευνήσω τὰ περὶ τούτου.
931Ἀλλ’ ἐπειδὴ μὲ ἀναγκάζει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
932εἰς τὴν ἐξέτασιν ταύτην τοῦ ἐλλείμματος, ἐπιφυλάσσομαι
933νὰ κρίνω ἐπὶ τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ
934προϋπολογισμοῦ. Δὲν θέλω δὲ παραλείψει τὴν εὐκαιρίαν ἐ-
935κείνην, ἵνα ἐξετάσω καὶ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ
936Τόπου, καὶ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς περὶ ταύτης
937γνώμας μου.
938Ἀλλὰ τὸ ἔλλειμμα τῶν 11 ἑκατομμυρίων κατὰ τὸν ὑ-
939πουργὸν τῆς 17 Μαρτίου, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἔλλειμμα 15
940ἑκατομμυρίων κατὰ τὸν ὑπουργὸν τῆς 10 Ἀπριλίου, πλη-
941ροῦται διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων, ὃν χθὲς
942ἀκόμη ἀγορεύων ἐπέμενε νὰ ψηφίσητε; Ἂς ἴδωμεν πόσα
943ἔσοδα δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι δυνάμεθα νὰ εἰσπράξω-
944μεν ἐξ αὐτοῦ.
945Εἰς 6,000,000 ἀνέρχονται τὰ μικρὰ ζῶα· θέλομεν δὲ
946εἰσπράξει, ἐπιψηφίζοντες τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου εἰς 30
947λεπτὰ, δραχμὰς 1,800,000. Εἰς 147,749 ἀνέρχονται τὰ
948μεγάλα ζῶα· πρὸς 1,50 δραχμὰς θέλομεν εἰσπράξει 221,623
949δραχμάς. Εἰς 47,702 ἀνέρχονται οἱ χοῖροι· πρὸς 2 δραχμὰς
950θέλομεν εἰσπράξει δραχμὰς 95,400. Οἱ ὄνοι ἀνέρχονται εἰς
95162,572, καὶ πρὸς 70 λεπτὰ θέλομεν εἰσπράξει δραχμὰς
95243,800. Ἑπομένως θέλομεν εἰσπράξει 2,160,829.
953Ἐὰν ὁ φόρος ἔμενεν ὅσος ἦτο πέρυσιν, ἠθέλομεν εἰσπράξει
954ἐκ τῶν 6,000,000 μικρῶν ζώων, πρὸς λεπτὰ 25, δραχμὰς
9551,500,000. Ἐκ τῶν 147,749 μεγάλων ζώων, πρὸς δραχμὰς
9561 καὶ 20 λεπτὰ, δραχμὰς 177,298. Ἐκ τῶν 47,702 χοί-
957ρων, πρὸς δραχμὰς 1 καὶ 20 λεπτὰ, δραχμὰς 57,240. Ἐκ
958τῶν ὄνων 62,572, πρὸς 70 λεπτὰ, δραχμὰς 43,800. Ὅθεν
959ἠθέλομεν εἰσπράξει 1,778,338. Ἑπομένως διὰ τῆς αὐξή-
960σεως τοῦ φόρου, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπιμένει ὁ κ. ὑπουργὸς, θέ-
961λομεν εἰσπράξει περισσότερον δραχμὰς 382,491.
962Λοιπὸν ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶχε και-
963ρὸν, ὡς σᾶς εἶπε, νὰ ἐρευνήσῃ τὴν γενικὴν φορολογίαν, καὶ
964νὰ σκεφθῇ πῶς θέλει καλύψει τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολο-
965γισμοῦ, ἀλλ’ ἐκ τοῦ προχείρου ἔλαβεν ἕνα φόρον ἐπὶ τῶν
966ζώων, καὶ σᾶς ζητεῖ νὰ συναινέσητε εἰς τὴν αὔξησιν αὐτοῦ,
967ἵνα εἰσπράξῃ περισσότερον, ἀπὸ ὅσα εἰσέπραξε πέρυσι, δραχμὰς
968382,491.
969Ἡ μέθοδος τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν μοὶ φαίνε-
970ται λίαν ἐμπορική. Ἐγὼ δὲν ἐπέκρινα τὸν κ. ὑπουργὸν διατὶ
971δὲν ἔφερε προϋπολογισμὸν πλήρη, ἀφοῦ μᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν
972εἶχε καιρὸν, ἂν καὶ ἠδυνάμην νὰ ἀξιώσω, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ
973ὤφειλον νὰ ἔχωσι τὰς ἰδέας των πρὶν ἢ ἀναβῶσιν εἰς τὴν
974Κυβέρνησιν περὶ τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’
975ἀφοῦ ἦλθε καὶ ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν εἶχε τὸν ἀπαιτούμενον
976καιρὸν, καὶ ἡμεῖς ἐσιωπήσαμεν καὶ δὲν ἐφέραμεν καμμίαν
977ἀντίῤῥησιν, οὐδ’ ἠνοχλήσαμεν αὐτὸν τὸ παράπαν, ἔχο-
978μεν δικαίωμα νὰ τῷ εἴπωμεν νὰ ἀφήσῃ κἂν τὰ πράγματα
979ὡς εὗρεν αὐτά. Δὲν ἔλαβε τὸν καιρὸν νὰ ἐπιθεωρήσῃ ὅλην
980τὴν φορολογίαν τῆς Ἑλλάδος καὶ ἴδῃ τὰ ἐξαγόμενα τῶν
981φόρων, οἵτινες λειτουργοῦσι, νὰ συναγάγῃ ποῖον ποσοστὸν
982παριστᾷ ἕκαστος τῶν φόρων ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου τοῦ
983εἴδους, ὅπερ φορολογοῦσι, νὰ ἐρευνήσῃ ἂν δὲν ἦναι μεταξὺ
984αὐτῶν φόροι, οἱ ὁποῖοι παρουσιάζουσι πολὺ μικρὸν τὸ ποσο-
985στὸν τοῦτο, ἵνα ἐξισώσῃ αὐτὸ πρὸς τὰ ποσοστὰ, τὰ ὁποῖα
986παριστᾷ ἡ φορολογία ἄλλων εἰδῶν, ἂν δὲν ἦναι ἄλλα εἴδη
987παραγωγῆς, τὰ ὁποῖα δὲν φορολογοῦνται παντάπασιν, ἵνα
988ἐπιβάλῃ καὶ ἐπ’ ἐκείνων ἴσον ποσὸν φόρου, διὰ νὰ δυνηθῶμεν
989νὰ ἐπιβάλωμεν φόρον ἴσον ἐπὶ παντὸς εἴδους τῆς παραγωγῆς,
990πρὸς πλήρωσιν τοῦ ἐλλείμματος τοῦ προϋπολογισμοῦ. Καὶ
991ἦλθε νὰ μᾶς ζητήσῃ τὴν ψῆφόν μας διὰ νὰ εἰσπράξῃ ἀπὸ
992τὴν κτηνοτροφίαν περισσότερον ἢ ὅσον εἰσέπραττε μέχρι
993τοῦδε, δραχ. 382,000, καὶ μᾶς προτείνει ὡς λόγον, ὅτι τὸ
994πράττει διὰ νὰ καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ!
995Μᾶς ἔλεγε χθὲς τὸ ἑσπέρας, ὅτι ἡ Συντακτικὴ Συνέλευ-
996σις τῆς Γαλλίας ἀπεδέχθη ὡς ποσοστὸν φορολογίας ἐπὶ τῆς
997καθαρᾶς προσόδου τὸ 20%, καὶ ὅτι ἐν ἀνάγκῃ πρέπει
998νὰ ἀναβιβασθῇ τὸ ποσοστὸν τοῦτο εἰς 30%. Καὶ ἐπειδὴ
999ἡμεῖς δὲν συνηνέσαμεν νὰ φορολογηθῇ ἡ κτηνοτροφία διὰ
1000τοῦ 20 ἢ 30%, χθὲς ἐδίδασκε τὸν λαὸν τῆς Ἑλλάδος,
1001ὅτι ἡμεῖς ζητοῦμεν καὶ παρασκευάζομεν ἀνατροπὰς, οὐδὲ
1002θέλομεν νὰ πληρωθῇ τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ.
1003Ἡμεῖς ὑπισχνούμεθα νὰ συναινέσωμεν ὑπὲρ πάσης φορο-
1004λογίας, ἀλλὰ δικαίας καὶ ἀναλόγου, καὶ εἰσαγούσης τὴν
1005ἰσότητα τῶν φόρων. Δὲν θέλομεν νὰ χαρισθῶμεν πρὸς οὐδε-
1006μίαν τῶν παραγωγικῶν τάξεων τῆς Ἑλλάδος· θέλομεν τὸ
1007Κράτος νὰ ἦναι ἀμερόληπτον, ἀλλὰ θέλομεν φορολογίαν
1008ἴσην καὶ ἀνάλογον πρὸς τὴν παραγωγὴν ἑκάστης τῶν τάξε-
1009ων. Ἀλλὰ δὲν συναινοῦμεν νὰ αὐξήσητε τὸν φόρον μιᾶς μό-
1010νης τάξεως, τῆς πενεστέρας τάξεως τοῦ Ἑλληνικοῦ πληθυ-
1011σμοῦ, νὰ ἀφήσητε δὲ τὰς εὐπορωτέρας ἀφορολογήτους, ὡς
1012μέχρι τοῦδε.
1013Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς ἔδωκε χθὲς τὴν ἐλ-
1014πίδα, ὅτι πιθανῶς ὁ διάδοχός του θέλει μετ’ εὐσυνειδησίας
1015ἐκπληρώσει τὸ καθῆκον τοῦτο. Ἡμεῖς δὲν ἠνοχλήσαμεν
1016αὐτὸν, διατὶ δὲν τὸ ἐξεπλήρωσεν αὐτὸς μέχρι τοῦδε, ἀλλ’
1017εὐχόμεθα νὰ ἔλθῃ διάδοχος αὐτοῦ, ἵνα ἐκπληρώσῃ αὐτὸ, ἐὰν
1018ὁ ὑπάρχων ἐξακολουθῇ νὰ ἐπιμένῃ εἰς τὸν ἐμπειρισμὸν, δι’
1019οὗ ἐζήτησε νὰ δικαιολογήσῃ τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν
1020ζώων.
1021Ἡμεῖς τὰ μέτρα ἐκεῖνα τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν,
1022τὰ ὁποῖα σκοποῦσι νὰ εἰσαγάγωσι τὴν ἰσότητα τοῦ φόρου,
1023νὰ φορολογήσωσιν ἐξ ἴσου πᾶν εἶδος παραγωγῆς ἐν Ἑλλάδι,
1024νὰ μὴ παραλείψωσι δὲ κανὲν εἶδος παραγωγῆς ἀφορολόγη-
1025τον, θέλομεν ὑποστηρίξει πρῶτοι, ἂν καὶ προβάλλωνται ὑπὸ
1026Ὑπουργείου, πρὸς τὸ ὁποῖον δὲν ἐξεδηλώσαμεν τὴν ἐμπι-
1027στοσύνην ἡμῶν.
1028Ἡμεῖς δὲν ἐζητήσαμεν ποτὲ νὰ κολακεύσωμεν τὸν λαὸν
1029τῆς Ἑλλάδος, οὐδὲ νὰ θωπεύσωμεν τὴν φιλοτιμίαν αὐτοῦ,
1030οὐδὲ νὰ θεραπεύσωμεν τὰ πάθη αὐτοῦ. Ὁμιλοῦντες πρὸς
1031αὐτὸν, εἴπομεν αὐτῷ τὴν ἀλήθειαν, καὶ ὅταν ἦτο δυσάρε-
1032στος, καὶ ἀντετάχθημεν κατὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα μετ’
1033εὐαρεσκείας ἔβλεπεν ἐκεῖνος πραγματοποιούμενα, διότι ἐθεω-
1034ροῦμεν αὐτὰ ἐπιβλαβῆ ἢ μέλλοντα νὰ ταράξωσι τὴν οἰκο-
1035νομίαν τοῦ Κράτους. Ἐὰν μᾶς λείπῃ ἡ ἀριθμητικὴ δύναμις
1036ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἔχομεν συμφέρον καὶ καθῆκον νὰ ἀν-
1037τλῶμεν δύναμιν ἐκ τῆς ἀληθείας καὶ τῆς δικαιοσύνης· ἀν-
1038τλοῦμεν δ’ αὐτὴν συμβουλεύοντες τὰ λυσιτελῆ εἰς τὸ Κρά-
1039τος. Πεποίθαμεν, ὅτι διὰ τῆς ἠθικῆς δυνάμεως θέλομεν πε-
1040ριορίσει τὰς παρεκτροπὰς, καὶ θέλομεν χειραγωγήσει εἰς
1041τὴν πρόοδον καὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος τοὺς κατὰ
1042καιροὺς διαχειριζομένους τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν.
1043Ἐὰν ἠθέλαμεν ψηφίσει τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν
1044ζώων, δὲν ἠξεύρω ποῖον λόγον ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ δώσω-
1045μεν εἰς τοὺς κτηνοτρόφους, ἐὰν αὐτοὶ μᾶς ἔλεγον «διατί
1046μόνον εἰς τὴν φορολογίαν μόνων ἡμῶν προσφεύγετε, καὶ δὲν
1047ἀποτείνετε τὰς μερίμνας σας καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων φορολο-
1048γικῶν τάξεων, διὰ νὰ εἰσπράξητε ὅσα ἀπαιτοῦνται πρὸς
1049κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος, νὰ θεραπεύσητε τὰς ἀνάγκας,
1050τὰς ὁποίας μᾶς παριστᾶτε, ὅτι ἔχει τὸ Κράτος;» Δὲν ἠ-
1051ξεύρω ποίαν ἀπάντησιν ἠδυνάμεθα νὰ δώσωμεν εἰς ἐκείνους,
1052οἵτινες ἤθελον μᾶς παρουσιάσει τοὺς πίνακας τῆς εἰσαγω-
1053γῆς καὶ ἐξαγωγῆς, καὶ ἤθελον μᾶς δείξει, ὅτι κατ’ ἔτος εἰ-
1054σάγομεν καὶ μικρὰ ζῶα καὶ μεγάλα, καὶ ὅτι δὲν ὑπάρχει
1055οὐδεὶς εἰδικὸς λόγος, ὁ ὁποῖος νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι πρέπει νὰ
1056λάβωμεν ἐξαιρετικῶς διὰ τὴν τάξιν ταύτην τῶν κτηνοτρό-
1057φων τὸ μέτρον τῆς αὐξήσεως τοῦ ποσοῦ τοῦ φόρου, τὸ ὁ-
1058ποῖον μέχρι τοῦδε συνεισήνεγκεν εἰς τὸ Κράτος.
1059Δὲν γνωρίζω ποίαν θὰ ἔχῃ γνώμην ἡ Βουλή, ὅταν ἐπι-
1060ληφθῇ τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
1061Κράτους, καὶ πληροφορηθῇ περὶ τῶν λεπτομερειῶν τῆς οἰκο-
1062νομικῆς καταστάσεως τοῦ Τόπου, καὶ περὶ τῶν μέσων, τὰ
1063ὁποῖα ὑπάρχουσι πρὸς θεραπείαν αὐτῆς κατὰ τὸ δυνατόν.
1064Σήμερον ὅμως, ὅτε πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν εἰδικῶς τὸν
1065φόρον ἐπὶ τῶν ζώων, συνιστῶμεν εἰς αὐτὴν νὰ μὴ μετα-
1066βάλῃ τὴν φορολογίαν, ἥτις μέχρι τοῦδε ἴσχυεν ἐπὶ τοῦ εἴ-
1067δους τούτου, διὰ νὰ μὴ πράξῃ ἀδίκημα, ὅπερ δὲν θέλει εἶ-
1068σθαι μόνον ἀδίκημα πρὸς μίαν τάξιν παραγωγικὴν, ἀλλὰ
1069θέλει εἶσθαι ἀδίκημα πρὸς τὴν πενεστέραν τῶν παραγωγικῶν
1070τάξεων τοῦ Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ.
1071Διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω τὴν τροπολογίαν, δι’ ἧς προβάλ-
1072λω, ἡ Βουλὴ νὰ μὴ μεταβάλῃ τοὺς φορολογικοὺς ὅρους
1073ἐπὶ τῶν ζώων, οἱ ὁποῖοι ἴσχυον καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν
1074ἔτος.
1075§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ, εἰς ἣν ἀνετέθη ἡ ἐξέτασις
1076περὶ τοῦ κτήματος Ἀδάμαις, ἐπιθυμεῖ νὰ ὑποβάλῃ πρότα-
1077σίν τινα εἰς τὴν Βουλὴν, ἀμέσως μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ
1078κ. Δηλιγιάννη.
1079§47ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι παρὼν ὁ πρόεδρος τῆς Ἐ-
1080πιτροπῆς.
1081§48ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς, εἰς
1082ἣν ἀνετέθη ἡ ἐξέτασις τῆς ὑποθέσεως, εἶναι ἀπὼν, ἐκδηλῶν
1083τὴν ἀπόφασιν τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, λέγω, ὅτι
1084αἱ 10 ἡμέραι, ἤτοι ὁ χρόνος, ὃν ὥρισεν ἡ Βουλὴ πρὸς ἀπο-
1085περάτωσιν τῆς ἐργασίας, ἣν ἀνέθηκεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν,
1086δὲν ἀρκεῖ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, καὶ ζητεῖ παρὰ τῆς Βουλῆς
1087προθεσμίαν, ὅπως ἀποπερατώσῃ τὴν ἀνατεθεῖσαν αὐτῇ ἐρ-
1088γασίαν.
1089§49Γ. ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι
1090ἡ μειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐπὶ τῶν μέχρι τοῦδε ὑπο-
1091βληθέντων στηριζομένη, ἔχει τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἐντολὴ
1092τῆς Ἐπιτροπῆς ἔληξε, καὶ ὅτι πᾶσα περαιτέρω ἐξέτασις ὄχι
1093μόνον εἶναι περιττή, ἀλλὰ καὶ ἀσυμβίβαστος πρὸς τὴν ἐν-
1094τολὴν, ἣν ἔδωκεν ἡμῖν ἡ Βουλή. Ἑπομένως φρονεῖ ἡ μειο-
1095νοψηφία, ὅτι, πρὶν ἢ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ ἂν πρέ-
1096πῃ νὰ δώσῃ ἢ οὔ τὴν αἰτουμένην παράτασιν, ὀφείλει ν’ ἀ-
1097νακοινώσῃ εἰς τὸ Σῶμα τοὺς λόγους, δι’ οὓς τὰ μέλη αὐτῆς
1098φρονοῦσι τοῦτο. Τὴν δήλωσιν ταύτην ὑποβάλλομεν μό-
1099νον ἤδη, ἵνα προσθέσωμεν, ὅτι, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἐ-
1100πιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ σκεφθῇ καὶ ἀποφασίσῃ σήμερον περὶ
1101τῆς παρατάσεως, (εἰς ὃ οὐδαμῶς ἀντιλέγομεν), θὰ γείνῃ περὶ
1102τούτου μακρὰ συζήτησις, διότι θέλομεν, καθ’ ὃ ἔχομεν κα-
1103θῆκον καὶ δικαίωμα, ἐκθέσει τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἡ παρά-
1104τασις δὲν πρέπει νὰ χορηγηθῇ, ἀλλ’ ὅτι πρέπει μάλιστα νὰ
1105κηρυχθῇ κατ’ ἀνάγκην καὶ ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὴν ἀλήθειαν
1106καὶ πρὸς τὰ ἱερώτατα δικαιώματα ἡ ἐντολὴ τῆς Ἐπιτρο-
1107πῆς λήξασα.
1108§50Δ. ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἡ ἀπόφασις, διὰ τῆς ὁποίας ἡ Βουλὴ
1109ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον τὸν σχηματισμὸν τῆς ἐν λόγῳ Ἐπι-
1110τροπῆς, ὥρισε προθεσμίαν δεκαήμερον, ἐντὸς τῆς ὁποίας ὤ-
1111φειλε νὰ περατώσῃ τὰς ἐργασίας αὑτῆς καὶ ὑποβάλῃ τὴν
1112ἔκθεσιν. Ἡ δεκαήμερος προθεσμία, ὑπολογιζομένη ἀπὸ τῆς
1113ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐπεκυρώθησαν τὰ πρακτικά, λήγει σήμερον.
1114Κατὰ τὸ δεκαήμερον αὐτὸ ἡ Ἐπιτροπὴ εἰργάσθη μετὰ τῆς
1115δυνατῆς ἐπιμελείας, χωρὶς οὔτε τὴν ἑορτὴν τοῦ Ἁγίου Γε-
1116ωργίου νὰ μὴν ἐργασθῇ, οὔτε κατὰ τὴν Κυριακήν. Ὁμολογῶ
1117μάλιστα, ὅτι ὁ κ. Ζηνόπουλος, καί τοι Γεώργιος, ἦλθε καὶ
1118αὐτὸς κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἑορτῆς του, διότι, πρὸς χάριν
1119αὐτοῦ, δὲν εἰργάσθη ἡ Ἐπιτροπὴ τὴν προηγουμένην.
1120§51ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι μετέβημεν εἰς τὸν Ἰσθμόν.
1121§52ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Δὲν ἐπεράτωσεν ὅμως τὰς ἐργασίας αὑ-
1122τῆς, κατὰ τὴν κρίσιν τῆς πλειονοψηφίας, διότι ἔχει ὑπ’ ὄ-
1123ψιν αὑτῆς ὑποβεβλημένας παρ’ ἁρμοδίων προτάσεις ἐξετά-
1124σεως μαρτύρων τινῶν ἀκόμη. Ἐκτὸς δὲ αὐτῶν, χθὲς ὑπε-
1125βλήθη καὶ τηλεγράφημα, διὰ τοῦ ὁποίου ὑποδεικνύεται ἡ
1126χρησιμότης ἐγγράφων τινῶν, κατεχομένων παρά τινος ἐν
1127Λαρίσσῃ καὶ ἀναγομένων εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Καὶ λόγῳ
1128τῆς μήπω ἐξετάσεως μαρτύρων προταθέντων, καὶ λόγῳ
1129τῆς ἐρεύνης περὶ τοῦ ὑποβληθέντος τηλεγραφήματος, καὶ
1130διότι ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς φρονεῖ, ὅτι ἐκ τῶν
1131μέχρι τοῦδε παρ’ αὑτῆς συλλεγεισῶν πληροφοριῶν, ὑποδει-
1132κνύονται σημεῖά τινα, χρήζοντα περαιτέρω ἐρεύνης, ἀπεφά-
1133σισε νὰ ὑποβάλῃ δι’ ἐμοῦ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀνάγκην τῆς
1134παρατάσεως τῆς προθεσμίας. Ὅταν ἡ Ἐπιτροπὴ ἔδιδε πρὸς
1135ἐμὲ τὴν ἐντολὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν αἴτησιν
1136ταύτην, ὑπεβλήθη αὐτῇ καὶ διὰ μακρῶν συνεζητήθη ἡ ἰδέα
1137τοῦ νὰ προηγηθῇ τῆς αἰτήσεως ταύτης μία ἀφήγησις πρὸς
1138τὴν Βουλὴν ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ἐργασιῶν ἡμῶν, καὶ μετὰ
1139τοῦτο νὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ ἂν ἦναι ἀνάγκη νὰ δοθῇ ἡ δεκαή-
1140μερος προθεσμία, ἢ οὔ.
1141Ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν ἐπέτρεψε νὰ προη-
1142γηθῇ ἡ ἀφήγησις. Ἐθεωρήθη δὲ τοῦτο περιττόν· τὸ μὲν, διότι
1143ἡ πλειονοψηφία φρονεῖ, ὅτι τὸ ζήτημα ἀνάγεται εἰς τὸ τοῦ
1144Κανονισμοῦ τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς· τὸ δὲ, διότι θεωρεῖ,
1145ὅτι δὲν εἶναι ἴσως δικαίωμά της, οὔτε πρέπον, ἀτελοῦς ἀκόμη
1146οὔσης τῆς ὑποθέσεως, ν’ ἀναπτυχθῇ ἡ οὐσία αὐτῆς, καὶ τρί-
1147τον, διότι τοιαύτη ἐπὶ τῆς οὐσίας πρὸς τὴν Βουλὴν γενομένη
1148ἀφήγησις θέλει ἐπιφέρει συζήτησιν πολὺ ἐκτενῆ καὶ μακρὰν,
1149καὶ τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ ἀτελεστέρα εἶναι ἡ ὑπόθεσις.
1150Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ πλειονοψηφία τῆς
1151Βουλῆς δὲν ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ προτάξῃ τῆς αἰτήσεως
1152αὑτῆς τὴν ἀφήγησιν τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων, ἀλλὰ νὰ
1153ὑποβάλῃ εἰς ὑμᾶς τὴν κρίσιν αὑτῆς περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς
1154ἐπὶ δέκα ἔτι ἡμέρας παρατάσεως τῆς δοθείσης αὐτῇ προ-
1155θεσμίας πρὸς ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεώς της.
1156§53ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν θέλετε νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν
1157συζήτησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, μάλιστα· εἰ δ’ ἄλλως, νὰ
1158συζητήσωμεν τὸ περὶ παρατάσεως· ὥστε δὲν δύναται νὰ
1159ἀναβληθῇ καὶ δι’ αὔριον.
1160§54ΚΑΛΛΙΓΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Νὰ τελειώσῃ
1161προηγουμένως ἡ πρώτη ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἂς
1162συζητηθῇ καὶ σήμερον.
1163§55ΤΙΝΕΣ. Μετὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν.
1164§56ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δύναται νὰ ἔλθῃ καὶ σή-
1165μερον, διότι δὲν πιστεύω ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ εἰσέλ-
1166θωμεν εἰς τὴν συζήτησιν.
1167§57ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ἡ Βουλὴ θὰ τὸ ἀποφασίσῃ.
1168§58ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν ἀποφασίζει εἰς τὰ τυφλά·
1169πρέπει νὰ φωτισθῇ πρὸς τοῦτο.
1170§59ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Κύριοι, μετὰ τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀ-
1171ξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀρχηγὸς τῆς πλειο-
1172νοψηφούσης μερίδος ἐξέθεσεν ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, ὅτι τὸ
1173ζήτημα τοῦ διπλασιασμοῦ τοῦ φόρου τῶν αἰγῶν δὲν εἶναι φο-
1174ρολογικὸν ζήτημα, ἀλλ’ ἀποβλέπει εἰς ποινὴν διὰ τὰς κατα-
1175χρήσεις, αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἐκ τῶν αἰγῶν, καὶ ὅτι, ἀφοῦ
1176ἀκόμη δὲν ὡρίμασεν εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅτι
1177τὸ πρόστιμον τοῦτο πρέπει νὰ ὑποβληθῇ, εἶναι ἠναγκασμένη
1178ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, πειθομένη εἰς
1179τὰς δικαίας παραστάσεις τοῦ λαοῦ τῆς Ἑλλάδος, νομίζω, ὅτι
1180πᾶσα συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ὅσον ἀφορᾷ τὸ
1181ὑποβληθὲν πρόστιμον, εἶναι συζήτησις περιττή· ἐκτὸς ἐὰν ὁ
1182συζητῶν ἀποβλέπῃ εἰς τὸ νὰ δημοκοπήσῃ, κατὰ τὸ φαινόμε-
1183νον, εἰς τὰς ὄψεις τοῦ λαοῦ, καὶ νὰ καταναλώσῃ χρόνον, τὸν
1184ὁποῖον ἡ Βουλλή, κατὰ τὴν ἰδίαν του ὁμολογίαν, ἐθεώρησε καὶ
1185θεωρεῖ πολυτιμότατον.
1186Ἡ ἐπαρχία τῆς Γόρτυνος, κύριοι, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν
1187νὰ ἀντιπροσωπεύω, μοὶ ἔδωκε τὴν ἐντολὴν καὶ μοὶ ὑπέβαλεν
1188ἴδιον σύστημα φορολογικόν. Συνεπὴς πρὸς τὸ πρόγραμμα, τὸ
1189ὁποῖον ἐξέθεσα κατὰ τὴν τελευταίαν ἐνεργηθεῖσαν βουλευτι-
1190κὴν ἐκλογήν, καὶ βεβαίως συμφώνως μὲ τὸ πρόγραμμά μου,
1191ἤμην ὑπόχρεως νὰ ἐξηγήσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τοὺς λό-
1192γους, διὰ τοὺς ὁποίους ἔχω τὴν δεῖνα ἢ δεῖνα ἰδέαν καὶ διὰ
1193τοὺς ὁποίους πρόκειται νὰ ψηφίσω οὕτως ἢ ἄλλως· διότι ἔδω-
1194σα ῥητὴν ὑπόσχεσιν εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουρ-
1195γὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ματαίως ἐζήτησε παρὰ τοῦ προαγο-
1196ρεύσαντος τὸ πρόγραμμα αὐτοῦ πρὸς τὴν ἐπαρχίαν του, διότι
1197ὁ προαγορεύσας οὐδέποτε συνείθισε διὰ προγράμματος ν’ ἀπο-
1198δύητε εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα, καθόσον οὐδέποτε ἐζήτησεν ἢ
1199θὰ ζητήσῃ τὰς ψήφους τῆς ἐπαρχίας του, ἀλλὰ πάντοτε ἐπι-
1200βάλλεται εἰς αὐτὴν διὰ τῶν κυβερνητικῶν μέσων, οὐδέποτε
1201δέ, καθ’ ὅλον τὸ διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον πολιτεύεται, ἦλθε
1202δι’ ἐκλογῆς ἐξασκηθείσης νομίμως.
1203Λοιπὸν τὸ φρόνημα τῆς ἐπαρχίας μου, ἐπὶ τοῦ προκειμέ-
1204νου ζητήματος, τὸ σύστημα τῆς ἐπαρχίας μου, ὅσον ἀφορᾷ
1205τὸν φόρον τοῦτον, εἶναι τὸ ἑξῆς, εἶναι ἐκεῖνο, ὅπερ διὰ τοῦ
1206προγράμματός μου ἐξέθηκα ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων τῆς Γορ-
1207τυνίας καὶ τὸ ὁποῖον ἠναγκάσθην καὶ προγουμένως νὰ ὑπο-
1208στηρίξω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Κατ’ ἀρχὴν εἶμαι κατὰ
1209τῶν ἀμέσων φόρων· εἶμαι τῆς ἰδέας νὰ χαρισθῶσιν ἀπολύ-
1210τως οἱ φόροι καὶ εἰς τὴν γεωργικὴν τάξιν, καὶ εἰς τὴν ποιμε-
1211νικήν, καὶ εἰς τὰς ἄλλας, αἱ ὁποῖαι τελοῦσιν ἄμεσον φόρον.
1212Ὁ δὲ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον εἶμαι κατὰ τῶν μέσων φόρων,
1213προέρχεται ἀπὸ δύω σπουδαίας αἰτίας. Πρώτη αἰτία εἶναι,
1214ὅτι οἱ ἄμεσοι φόροι, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλονται εἰς τὸν λαόν, ἀντὶ
1215νὰ εἰσπράττωνται ὅπως ἀπαιτεῖται, εἰσπράττονται ἑκατοντα-
1216πλασίως, καὶ συνάμα καταπιέζεται καὶ ἀποβάλλει τὴν ἐλευ-
1217θερίαν του ὁ φορολογούμενος λαός. Οἱ εἰσπράκτορες, εἰς τοὺς
1218ὁποίους χορηγοῦμεν τὸ δικαίωμα νὰ εἰσπράξωσι τὸν ἄμεσον
1219φόρον, οἱ χωροφύλακες οἱ συνοδεύοντες τοὺς εἰσπράκτορας,
1220ἀντὶ ἑνὸς λεπτοῦ ἢ μιᾶς δραχμῆς, ἢ 5 ἢ 10 δραχμῶν, τὰς
1221ὁποίας ἐπιβάλλει φόρον τὸ Κοινοβούλιον, εἰσπράττουσι διὰ
1222τῶν καταχρήσεων καὶ πρὸς ἰδίαν ὠφέλειαν, ἂν πρόκηται περὶ
1223δραχμῆς μιᾶς, 10 δραχμάς. Καὶ ἡ ἀπόδειξις εἶναι ἁπλου-
1224στάτη. Ἀντὶ νὰ καλῶνται οἱ φορολογούμενοι εἰς ὡρισμένην
1225ἡμέραν καὶ ὡρισμένην ἐποχήν, καθ’ ἣν νὰ καταβάλλωσι τὸν
1226φόρον, παραλαμβάνει ὁ εἰσπράκτωρ τὰ βιβλία του καὶ μετὰ
1227σπείρας χωροφυλάκων μεταβαίνει ἐξ ἐφόδου εἰς τὰς οἰκίας τῶν
1228φορολογουμένων, καὶ ἀντὶ τῆς δραχμῆς, λαμβάνει ὄρνιθας, καὶ
1229σφάζει τὸν ἀμνὸν τοῦ φορολογουμένου, καὶ καταστρέφει τὴν
1230ἄλλην περιουσίαν του, οὕτω, ἀντὶ μιᾶς δραχμῆς, καταντᾷ
1231δυστυχῶς ὁ φορολογούμενος νὰ πληρώνῃ 10 καὶ ἔτι πλέον.
1232Ὁ λόγος λοιπὸν τῶν καταχρήσεων καὶ τῶν καταπιέσεων τοῦ
1233λαοῦ μὲ ἀναγκάζει νὰ ἦμαι κατὰ τῆς φορολογίας, καὶ λαὸς,
1234ὁ ὁποῖος καταπιέζεται τοιουτοτρόπως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
1235ἦναι ἀνεξάρτητος. Καὶ δι’ αὐτὸ βλέπετε, ὅτι τὸ σπουδαιότε-
1236ρον μέρος εἰς τὰς ἐκλογὰς ἐνασκεῖ ὁ εἰσπράκτωρ. Τί εἶναι
1237οὗτοι, οἱ ὁποῖοι καυχῶνται, ὅτι ἔχουσι δύναμιν παρὰ τῷ
1238λαῷ; Εἶναι αἱ μάστιγες ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι καταστρέφουσι
1239τὴν περιουσίαν τοῦ πολίτου καὶ δι’ ἀπειλῶν καὶ βίας λέγουσιν
1240εἰς τὸν πολίτην: ἐκεῖ πρέπει νὰ δώσῃς τὴν ψῆφόν σου· ἄλλως,
1241ἡ περιουσία σου εἶναι κατεστραμμένη. Ἐννοεῖτε δὲ ποίαν ἔ-
1242χουσιν ἐπιῤῥοὴν οἱ εἰσπράκτορες ἐπὶ τοῦ λαοῦ καὶ πόσον συν-
1243τελεῖ εἰς τὴν ταπείνωσιν τοῦ λαοῦ τὸ σύστημα τῶν ἀμέσων
1244φόρων. Ἰδοὺ ἡ αἰτία δι’ ἣν εἶμαι κατὰ τῶν ἀμέσων φόρων.
1245Ὁ δεύτερος λόγος, τὸν ὁποῖον μοὶ ὑπηγόρευσε τὸ πνεῦμα
1246τῆς ἐπαρχίας, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύω μόνος, εἶναι ὁ ἑξῆς.
1247Ὁ λόγος οὗτος εἶναι ἐκ τοῦ σκοποῦ. Ὁ σκοπὸς διὰ τὸν ὁποῖον
1248πληρώνει φόρους ὁ λαὸς, ποῖος εἶναι; Πρῶτος σκοπὸς, εἶναι ὁ
1249τῆς συγκοινωνίας. Ὁ λαὸς πληρώνει φόρους διὰ νὰ ἔχῃ δρό-
1250μους, διὰ νὰ ἔχῃ γεφύρας, μέσα συγκοινωνίας, δι’ ὧν νὰ δύ-
1251ναται, πληρώνων φόρους, νὰ ἐργάζηται ἐλευθέρως εἰς ἐπιχει-
1252ρήσεις καὶ εἰς τὰ κτήματά του καὶ νὰ λαμβάνῃ διὰ τῶν μέ-
1253σων τῆς συγκοινωνίας πολὺ περισσότερα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα
1254τελεῖ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου.
1255Ἕτερος λόγος εἶναι ἡ ἀσφάλεια τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος πλη-
1256ρώνει φόρους, διὰ νὰ μὴν ὑφίσταται ζωοκλοπὴ, διὰ νὰ ἦναι
1257ἀπηλλαγμένος ὅλως διόλου ἀπὸ τῆς ζωοκλοπῆς, ἀπὸ τῆς
1258λῃστείας καὶ ὅλων τῶν ἄλλων κακῶν, τὰ ὁποῖα οἱ ἐν ταῖς
1259ἐπαρχίαις πάσχουσι, καὶ τὰ ὁποῖα γνωρίζετε ὅλοι, ὅσοι με-
1260ταβαίνετε εἰς τὰς ἐπαρχίας σας. Ἐκτὸς τούτων, διατί συν-
1261εισφέρονται οἱ φόροι; Συνεισφέρονται διὰ τὰ φῶτα, διὰ τὴν
1262πρόοδον, διὰ τὸ ἐμπόριον τοῦ λαοῦ. Σᾶς παρακαλῶ, οἱ ἐν ταῖς
1263Ἐπαρχίαις ἀπολαμβάνουσιν ὅλων αὐτῶν τῶν ἀγαθῶν, διὰ
1264τὰ ὁποῖα συνεισφέρουσι φόρους, ὅπως καὶ οἱ ἐν ταῖς μεγάλαις
1265πόλεσιν εὑρισκόμενοι; Ἔχει ὁ λαὸς τῶν ἐπαρχιῶν ἀσφάλειαν
1266κατὰ τῆς ζωοκλοπῆς; Ἔχει μέσα συγκοινωνίας; Ὁ ἔντιμος
1267προαγορεύσας ἔκαμε καλὰ ν’ ἀπέλθῃ τοῦ Κοινοβουλίου, διότι
1268ἐὰν ἦτο παρὼν κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν, δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ
1269νὰ ἐρυθριάσῃ καὶ ἡ συνείδησίς του νὰ τὸν καταδικάσῃ, διότι
1270οὐδέποτε ἐφρόντισε, καί περ ἐπανειλημμένως ἐλθὼν Ὑπουργὸς,
1271νὰ κάμῃ καὶ τὸ ἐλάχιστον μέσον συγκοινωνίας ἐν τῇ ἐπαρ-
1272χίᾳ του. Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον κατανάλωσε ματαίως
1273τὸν χρόνον, καὶ ὁ λόγος δι’ ὃν ἡ Βουλὴ δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐν-
1274νοήσῃ τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἐπὶ τόσον χρόνον καὶ τό-
1275σας ἡμέρας ἐλάλησε περὶ τοῦ νομοσχεδίου.
1276Ἐν ὅσῳ λοιπὸν ὁ λαὸς δὲν ἔχει μέσα συγκοινωνίας, δὲν
1277εἶναι ἐξησφαλισμένος ἐκ τῆς ζωοκλοπῆς, ἡ ὁποία ἔχει κα-
1278ταντήσει μάστιξ εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε κινδυνεύουσι τῶν
1279ἰδιοκτητῶν τὰ ζῶά των νὰ κλέπτωνται ἀπὸ τῆς θύρας των,
1280καὶ ὁ ζωοκλέπτης νὰ μένῃ ἀκαταδίωκτος, καὶ ἐν τούτοις
1281κατὰ δυστυχίαν ἀκόμη δὲν ἐλήφθη μέτρον οὐδὲν κατὰ τῆς
1282ζωοκλοπῆς, διὰ νὰ σωθῶσιν αἱ ἐπαρχίαι.
1283§60ΤΙΝΕΣ. Ὑπεβλήθη νομοσχέδιον περὶ τούτου.
1284§61ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Ἰδοὺ ὁ λόγος, δι’ ὃν δὲν πρέπει νὰ πλη-
1285ρώνηται φόρος διὰ τὰς αἶγας καὶ τὰ πρόβατα. Ἐὰν αἱ Ἐ-
1286παρχίαι δὲν ὑφίσταντο τοὺς κινδύνους τῆς ζωοκλοπῆς, καὶ
1287τοὺς ἕνεκα ἐλλείψεως τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας, νομίζετε
1288ὅτι δὲν ἤθελον τελεῖ, καὶ πολὺ μάλιστα εὐχαρίστως, ὄχι
1289μόνον αὐτὸν τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον ζητεῖτε νὰ ἐπιβάλητε,
1290ἀλλὰ καὶ ἔτι μεγαλείτερον;
1291Ὅταν λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις, ἥτις εἰσήγαγε συμβάσεις περὶ
1292κατασκευῆς σιδηροδρόμων, ἀποφασίσασα νὰ δώσῃ μέσα συγ-
1293κοινωνίας, φροντίσῃ νὰ πραγματοποιηθῶσιν αἱ συμβάσεις
1294αὗται καὶ κατασκευασθῶσι τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας, ἀπο-
1295θανατίζουσα οὕτω τὸ ὄνομά της, τότε μὴ ἀμφιβάλητε, ὅτι ὅ-
1296λος ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος θέλει τελεῖ τοὺς φόρους, πολὺ μά-
1297λιστα εὐχαρίστως, καὶ δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη οἱ εἰσπράκτορες
1298νὰ τὸν καταναγκάζουν. Ἰδοὺ ὁ λόγος, δι’ ὃν αἱ ἐπαρχίαι δὲν
1299ἐνόησαν ἀκόμη ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ δεχθῶσι τὸν φόρον ἐπὶ
1300τῶν αἰγῶν, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι ἀξιέπαινος ἡ Κυβέρνησις,
1301ὅτι ἐφρόντισε πρότερον περὶ τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας· κατὰ
1302δὲ τὸ ἑπόμενον ἔτος, ὅτε τὰ μέσα ταῦτα τῆς συγκοινωνίας
1303θὰ πραγματοποιηθῶσι, μὴ ἀμφιβάλητε, ὅτι τὸν φόρον τοῦτον
1304ἐκ τῶν πρώτων θέλει τὸν δεχθῆ.
1305§62Ι. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουρ-
1306γὸς, ἀγορεύων προχθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐξετόξευσε
1307καὶ βέλος τι ἐπικρίσεως καὶ ψόγου, οὐχὶ κατ’ ἐμοῦ, διότι, ἐὰν τὸ
1308βέλος ἀπηυθύνετο κατ’ ἐμοῦ, ἤθελον τηρήσει σιγὴν ἐκ σεβασμοῦ
1309πρὸς ἄνδρα ἀκαμάτως ἐργαζόμενον πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν Οἰκο-
1310νομικῶν τοῦ τόπου, ἀλλὰ κατὰ τοῦ ἔργου τοῦ ἐθνικοῦ, ὅ-
1311περ εὐτυχῶς ἔλαβεν ἤδη ὑπὸ τὴν προστασίαν της ἡ Βουλή·
1312καὶ διὰ τοῦτο δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται ἡ σιγή. Εἶπεν ὁ κ. Ὑ-
1313πουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἐπιψηφίζομεν νομοσχέδια
1314ἀφορῶντα τὴν ἐμψύχωσιν τῆς ἐμπορικῆς ἡμῶν ναυτιλίας,
1315καὶ ὅμως ἀποκρούομεν τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους προτείνει.
1316Ἐπιψηφίζομεν, λέγει, νομοσχέδια συνεπάγοντα αὔξησιν δα-
1317πανῶν, δὲν ἐπιψηφίζομεν δὲ τὰς προτεινομένας αὐξήσεις φό-
1318ρων. Διαμαρτύρομαι, κύριοι, κατὰ τοῦ δευτέρου μέρους τῆς αἰ-
1319τιάσεως ταύτης, ὡς μὴ συμφώνου πρὸς τὴν ἀλήθειαν. Τὸ ἐπ’
1320ἐμοὶ δὲν ἀποκρούω τοὺς νέους φόρους, ἀποδεχόμενος ὡς ὀρθὴν
1321τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι
1322ἡ δαπάνη, ἡ μᾶλλον παραγωγικὴ καὶ διὰ τὸν φορολογούμε-
1323νον αὐτὸν, εἶναι οἱ καταβαλλόμενοι φόροι, ὅταν δαπανῶν-
1324ται εἰς ἃ δεῖ, καὶ ἐπέρχεται ἡ ἀγαθὴ διοίκησις, ἡ προάγουσα
1325τὰς κοινωνίας καὶ εἰς τὴν εὐημερίαν αὐτῶν συντελοῦσα. Δέν
1326ἀποκρούω λοιπὸν τοὺς νέους φόρους· τοὐναντίον, λυποῦμαι,
1327ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσαγομένου
1328τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν
1329εἶχε τὸν καιρὸν, ὅπως ὑποβάλῃ καὶ νέα οἰκονομικὰ μέ-
1330τρα. Λυποῦμαι ἐπὶ τῇ ἀτελείᾳ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ὑπε-
1331βλήθησαν εἰς τὴν Βουλήν. Ἵνα τί ὁ κύριος ὑπουργὸς ἐπὶ
1332τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἔθεσε φόρον καὶ ἐπὶ ἄλλων ἀντικειμέ-
1333νων; Ἵνα τί δὲν ἐπρότεινε φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ἐπὶ τοῦ
1334ἅλατος, ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων; Ἵνα τί δὲν ἐγένετο σκέψις,
1335ὅπως μεταβάλωμεν καὶ αὐτὸ τὸ σύστημα τῆς φορολογίας ἐπὶ
1336τῶν δημητριακῶν καρπῶν, σύστημα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀτελὲς,
1337σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀποστερεῖ τὸ ἔθνος μιᾶς προσόδου σπου-
1338δαίας;
1339Κύριοι, ἐγένετο λόγος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πολλάκις
1340περὶ τῆς Ἰταλίας. Πράγματι ἡ Ἰταλία ἐπετέλεσεν ἔργον κο-
1341λοσσιαῖον, καὶ βεβαίως τὸ ἔργον τῆς μιᾶς καὶ ἡνωμένης Ἰτα-
1342λίας ἦτον ἔργον κολοσσιαῖον. Δὲν ἐπετέλεσεν ὅμως αὐτὸ, δὲν
1343ἤχθη εἰς ὃ εὑρίσκεται σημεῖον, δὲν κατέστη ἡ ἕκτη μεγάλη
1344Δύναμις τῆς Εὐρώπης, χωρὶς νὰ ὑποβληθῇ εἰς θυσίας. Ὑπε-
1345βλήθη εἰς θυσίας, εἰς θυσίας, αἱ ὁποῖαι ἐθεωρήθησαν ὑπεράνθρω-
1346ποι. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι, ἵνα ὦμεν ἐν γνώσει τῶν πραγμά-
1347των, νὰ καταφύγω εἰς τὴν γλῶσσαν, τὴν λίαν εὔγλωττον καὶ
1348λίαν πειστικὴν, τῶν ἀριθμῶν, ἵνα ἴδητε ποία εἶναι ἡ οἰκο-
1349νομικὴ κλίμαξ, ἣν διέτρεξεν ἡ Ἰταλία, διὰ νὰ φθάσῃ εἰς ἃ
1350σημεῖον ἔφθασεν.
1351Ὅτε, κύριοι, ἐτελείωσεν ἡ Ἰταλία τὸ ἔργον τῆς ἀνακτή-
1352σεως τῆς ἀνεξαρτησίας της, τὸ 1866, ὁ προϋπολογισμὸς τῆς
1353Ἰταλίας ἦτο 617,000,000 ἔσοδα, δαπάναι δὲ 1,338,000,
1354ἔλλειμμα 721,000,000. Τὸ 1867 εἰσπράξεις, 714,000,000,
1355δαπάναι 928,000,000, ἔλλειμμα 224,000,000. Τὸ 1868,
1356εἰσπράξεις 768,000,000, δαπάναι 1,014,000, ἔλλειμμα
1357245,000,000. Τὸ 1869 εἰσπράξεις 870,000,000, δαπάναι
13581,019,000,000, ἔλλειμμα 148,000,000. Τὸ 1870 εἰσπρά-
1359ξεις 865,000,000, δαπάναι 1,080,000,000, ἔλλειμμα 214,
1360000,000. Τοιαύτη ἡ κατάστασις, εἰς ἣν περιῆλθεν ἡ Ἰταλία μετὰ
1361τὴν συντέλεσιν τοῦ ἐθνικοῦ ἔργου. Τί ἔπραξεν, ὅπως ἐξέλθῃ
1362αὐτῆς; Ἀφ’ ἑνὸς μὲν περιώρισαν τὰς δαπάνας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ
1363ηὔξησαν ἐπὶ τοσοῦτον τοὺς φόρους, ὥστε ἡ Ἰταλία κατέστη
1364μία ἐκ τῶν μᾶλλον φορολογουμένων χωρῶν. Ἔξοχος πολιτικὸς
1365ἀνὴρ εἶπεν, ὅτι ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς τῆς Ἰταλίας
1366ἐπέδειξε κατὰ τὴν διοίκησιν τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τὴν
1367μεγίστην τοῦ οἰκονομολόγου ἀρετήν, τὴν θηριωδίαν. Ὁ αὐτὸς
1368ὑπουργὸς διοικεῖ πρὸ χρόνων τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἰταλίας,
1369καὶ ἐξακολουθεῖ διευθύνων αὐτὰ καὶ σήμερον ἀκόμη, ἐὰν δὲν
1370ἀπατῶμαι. Ἐλέχθη ὅτι ὁ ὑπουργὸς οὗτος εἶχε τὴν ἀρετὴν τῆς
1371θηριωδίας, διότι βεβαίως, ὅταν διοικῇ τις ἕν Κράτος καὶ εὑ-
1372ρίσκεται ἀπέναντι δεινῶν οἰκονομικῶν περιστάσεων, πρέπει νὰ
1373ἔχῃ πολὺ θηριώδη τὴν καρδίαν, ἵνα προτιμᾷ τὸ συμφέρον τοῦ
1374ἠθικοῦ προσώπου τῆς Πολιτείας, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει φωνήν,
1375δὲν δύναται δάκρυα νὰ χύσῃ, τοῦ συμφέροντος ἐκείνου, ὅστις
1376ἐπικαλεῖται τὸ ἔλεος τοῦ δυναμένου νὰ ἐλεήσῃ καὶ μετὰ κραυ-
1377γῶν καὶ δακρύων ζητεῖ ἄρτον, λέγων «ἀποθνήσκω τῆς πείνης».
1378Λοιπὸν ὁ ὑπουργὸς ἐκεῖνος ἔδειξε τὴν ἀρετὴν τῆς θηριωδίας,
1379λαμβάνων μέτρα περιοριστικὰ τῶν δαπανῶν. Τί δὲ ἔπραξε
1380καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν φορολογίαν; Δὲν ὑπῆρξεν ἀντικείμενον,
1381τὸ ὁποῖον δὲν ὑπέβαλεν εἰς φορολογίαν. Παραπονούμεθα κατὰ
1382τοῦ φόρου, ὃν πρόκειται νὰ ἐπιβάλωμεν ἐπὶ τῶν προβάτων
1383καὶ ἐπὶ τῶν αἰγῶν. Ἡ Ἰταλία ἔθεσε φόρον καὶ ἐπὶ τοῦ
1384ἀλέσματος. Ὅταν ὁ χωρικὸς μεταφέρῃ εἰς τὸν μύλον τὸν
1385ὀλίγον σῖτον, τὸν ὁποῖον ἔχει πρὸς συντήρησιν τῆς οἰκογενείας
1386του, παρουσιάζεται ὁ εἰσπράκτωρ καὶ τῷ λέγει «δός μοι
1387τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ ὀλίγου ἀλέσματός σου». Καὶ εἰς μὲν τὴν
1388βόρειον Ἰταλίαν ὑπῆρχε προηγουμένως ὁ φόρος οὗτος, εἰς τὴν
1389μεσημβρινὴν ὅμως δὲν ὑπῆρχε, καὶ ἐκλονίσθη ἡ δημοσία τά-
1390ξις τῆς Ἰταλίας. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀπέβλεπεν εἰς ἀνώτερον σκο-
1391πόν, ἡ Βουλὴ δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰς διαμαρτυρίας καὶ διε-
1392τήρησε τὸν φόρον, καὶ δὲν ἐτόλμησεν οὔτε ἡ μία, οὔτε ἡ
1393ἄλλη πτέρυξ νὰ δημοκοπήσωσι καὶ ἀφαιρέσωσιν ἀπὸ τὴν
1394Κυβέρνησιν τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων ἠδύνατο νὰ πλάσσῃ
1395τὴν Ἰταλίαν καὶ σώσῃ αὐτὴν, ἀλλὰ καὶ αἱ δύω μερίδες
1396συνεφώνησαν εἰς τὰ μέτρα τὰ συνετὰ, καίτοι σκληρά. Ἐπέ-
1397βαλεν ἡ Βουλὴ τῆς Ἰταλίας φόρον ἐπὶ τοῦ κρέατος, φόρον
1398ἐπὶ τῶν ποτῶν, ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἐφ’ ὅλων τῶν εἰσαγομένων,
1399καὶ αὐτῶν τῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης, ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Ἀπὸ
1400τοῦ καπνοῦ ἔφθασε νὰ εἰσπράττῃ 98,000,000. Τὰ δὲ μέτρα
1401ταῦτα τῶν οἰκονομιῶν ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῶν νέων φόρων ἀφ’ ἑτέρου
1402ἐπήνεγκον τὰ ἑξῆς ἀποτελέσματα. Τὸ 1871 εἰσέπραξεν
1403966,000,000, ἐδαπάνησεν 1,040,000,000· ἐξακολουθοῦν
1404αἱ δαπάναι, διότι ἤθελεν ἡ Ἰταλία νὰ κάμῃ σιδηροδρόμους,
1405καίτοι ἦτο τοσοῦτον βεβαρυμένη καὶ ὑπῆρχον μέσα συγκοινω-
1406νίας· διότι ἐνόμισεν ἡ Ἰταλία, ὅτι ὤφειλε νὰ μεριμνήσῃ ὄχι
1407μόνον διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ἐσωτερικῆς συγκοινωνίας, ἀλλὰ
1408καὶ διὰ τὴν ἐξωτερικὴν ἄμυναν τῆς χώρας, καὶ διὰ τοῦτο
1409ἐπελήφθη τῆς κατασκευῆς νέων σιδηροδρόμων, καὶ ἀνέλαβε
1410τὴν κατασκευὴν αὐτῶν αὐτὴ ἡ Πολιτεία. Λοιπὸν τὸ 1871
1411αἱ εἰσπράξεις ἔφθασαν εἰς 966,000,000, αἱ δαπάναι εἰς
14121,040,000,000, ἔλλειμμα 74,000,000. Τὸ 1872 εἰσπρά-
1413ξεις 1,014,000,000, δαπάνη 1,097,000,000, ἔλλειμμα
141483,000,000. Τὸ 1873, εἰσπράξεις 1,047,000,000, δαπάνη
14151,136,000,000, ἔλλειμμα 89,000,000. Τὸ 1874, εἰσπρά-
1416ξεις 1,077,000,000, δαπάνη 1,090,000,000, ἔλλειμμα
141713,000,000. Τὸ 1875 ἐφθάσαμεν ὄχι μόνον εἰς τὸ ἰσοσκελὲς
1418τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ αὔξησιν· εἰσπράξεις
14191,096,000,000, δαπάνας 1,082,000,000, περίσσευμα
142013,000,000. Ἔφθασαν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, ἐλαττώσαντες
1421τοὺς φόρους; Ὄχι. Συζήτησις σφοδρὰ ἠγέρθη εἰς τὸ Ἰταλικὸν
1422Κοινοβούλιον, ἵνα ἐλαττωθῇ ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ ἀλεύρου, ὁ σκλη-
1423ρὸς αὐτὸς φόρος. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρουσιάζε-
1424ται καὶ λέγει: δὲν συναινῶ, δὲν εἶμαι ἀκόμη εἰς κατάστασιν
1425νὰ δεχθῶ τὴν ἐλάττωσιν αὐτοῦ τοῦ φόρου. Ἐπέμεινε τοὐναν-
1426τίον νὰ τεθῇ καὶ νέος φόρος ἐπὶ πολλῶν ἀντικειμένων, ἅπερ δὲν
1427ἐφορολογοῦντο παντάπασιν, ἢ δὲν ἐφορολογοῦντο ἀρκούντως,
1428ἵνα δυνηθῇ οὕτω νὰ προφυλάξῃ τὴν Ἰταλίαν ἐκ τῶν λυπηρῶν
1429συνεπειῶν ἑνὸς οἰκονομικοῦ ὀλέθρου. Ἡ Ἰταλία εἶχε κατα-
1430φύγει καὶ εἰς τὸ χαρτονόμισμα. Εἶχεν ἐνεακόσια ἑκατομ-
1431μύρια χαρτονομίσματος εἰς κυκλοφορίαν, ἡ δὲ πίστις αὐτῆς
1432εἶχε φθάσει, ὥστε νὰ δανείζηται ἐπὶ 40 καὶ 36%.
1433§63ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ποτέ.
1434§64ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ναὶ, κύριε Καλλιγᾶ, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ
1435μνήμη.
1436§65ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς τὴν Αὐστρίαν συνέβη τοῦτο.
1437§66ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Εἰς τὴν ἀγορὰν τῶν Παρισίων ἐδίδοντο 35
1438ἕως 40%.
1439§67ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τιμὴ τῶν χρεωγράφων.
1440§68ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Αὐτὴν τὴν τιμὴν ἐννοῶ, αὐτὴ ἡ τιμὴ ἀν-
1441τιπροσωπεύει τὴν πίστιν. — Ἡ ἀντιπολίτευσις ἐπέμεινεν εἰς
1442τὴν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου, καὶ ὁ Ὑπουργὸς ἀνθίσταται. Καὶ
1443ἐκεῖ τάχα δὲν ἔχουν ἐκλογάς, δὲν ἔχουσι πολιτικὸν συμφέ-
1444ρον, ὅπως περιποιοῦνται τοὺς ἐκλογεῖς των οἱ βουλευταί;
1445Βεβαίως. Καὶ ὅμως ὑπεστηρίχθη ὁ Ὑπουργός· ἠναγκάσθη
1446μόνον νὰ παραιτηθῇ καὶ παρῃτήθη καὶ ἔμεινε μακρὰν τῆς
1447Ἐξουσίας 8 μῆνας· ἠναγκάσθησαν ὅμως νὰ τὸν ἐπαναφέρωσι.
1448Διετηρήθη λοιπὸν καὶ ἐκεῖνος ὁ φόρος, καὶ μόνον τὸ 1880
1449ἐδέχθησαν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν σιτηρῶν τῆς τελευ-
1450ταίας ποιότητος· ὅσον δ’ ἀποβλέπει τὸν τῆς πρώτης ποιότη-
1451τος, τὸν διετήρησαν μέχρι τοῦ 1883.
1452Ποῦ ἔφθασαν δὲ, χάρις εἰς τὰ τοιαῦτα μέτρα; τὸ 1876,
1453εἰσπράξεις 1,122,000,000, δαπάναι 1,102,000,000, περίσ-
1454σευμα 20,000,000. Τὸ 1877, περίσσευμα 20,000,000. Τὸ
14551878, 1,180,000,000 εἰσπράξεις, 1,177,000,000 δαπάναι,
145622,000,000 περίσσευμα. Τὸ 1879 1,228,000,000 εἰσπρά-
1457ξεις, 1,185,000,000 δαπάναι· ὥστε ἔχομεν περίσσευμα
145842,000,000. Τὸ 1880 1,348,000,000 εἰσπράξεις, 1,324,
1459000,000 δαπάναι, 23,000,000 περίσσευμα. Εὑρέθη εἰς τὴν
1460ἀνάγκην κατὰ τὸ 1880 ἡ Ἰταλία νὰ λάβῃ μέτρα περὶ αὐ-
1461ξήσεως τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων. Ἀλλὰ βλέπετε, κύριοι,
1462ὅτι ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον οὐχὶ τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολο-
1463γισμοῦ, ἀλλὰ εἰς τὸ σημεῖον τοῦ περισσεύματος, καὶ ἔφθασε
1464καὶ εἰς τί ἀκόμη; Κατήργησε τὴν κυκλοφορίαν τοῦ χαρτο-
1465νομίσματος· ἠδυνήθη νὰ κάμῃ ἓν δάνειον ἐξωτερικὸν, καὶ τοι-
1466ουτοτρόπως ἔπαυσεν ἡ βιαία κυκλοφορία τοῦ χαρτονομίσμα-
1467τος, καὶ ἐπῆλθεν οὕτως ἀνυπολόγιστος βελτίωσις εἰς τὸ ἐμ-
1468πόριον καὶ εἰς ὅλους ἐν γένει τοὺς κλάδους τῆς ἐθνικῆς βιο-
1469μηχανίας.
1470Τοιαύτη εἶναι, κύριοι, ἡ πορεία, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησαν
1471τὰ ἔθνη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν περιορίζονται εἰς τὸ μεγαλοῤ-
1472ῥημονεῖν, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα θέλουσι τοὺς λόγους νὰ τοὺς παρα-
1473κολουθοῦν καὶ τὰ πράγματα. Καὶ ἡμεῖς λοιπὸν, κύριοι, δὲν
1474πρέπει νὰ ἀντιτασσώμεθα κατὰ τῶν νέων φόρων, ἀλλὰ πρέπει
1475νὰ ἀπαιτήσωμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀγαθὴν διοίκησιν,
1476διότι ἡ ἀγαθὴ διοίκησις εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία προάγει τὰ
1477ἔθνη καὶ ἡ ὁποία ἀναπτύσσει καὶ ὁδηγεῖ αὐτὰ εἰς τὴν πρόο-
1478δον, εἰς τὴν εὐημερίαν καὶ τὸ μεγαλεῖον. Ἂν ἡ Κυβέρνησις
1479δύναται νὰ ὑποσχεθῇ ἡμῖν τὴν ἀγαθὴν διοίκησιν, καὶ ἂν τὰ
1480μέτρα, τὰ ὁποῖα λαμβάνει, τείνουν εἰς αὐτὸ, τότε οὐ μόνον
1481δὲν πρέπει νὰ ἀρνηθῶμεν τοὺς ὅσους ζητεῖ παρ’ ἡμῶν φόρους,
1482ἀλλὰ τοὐναντίον νὰ τὴν παρακαλέσωμεν νὰ φανῇ γενναιοτέρα,
1483καὶ νὰ μὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν πολιτικὸν συμφέρον καὶ τὰ παρά-
1484πονα τῶν φορολογουμένων, ἀλλὰ νὰ προβῇ καὶ νὰ φορολο-
1485γήσῃ μετὰ θάῤῥους ὅλα τὰ ἀντικείμενα ἐκεῖνα, ἐκ τῶν ὁποίων
1486θὰ λάβῃ τὰ μέσα νὰ ἀνορθώσῃ τὰ κοινὰ καὶ ὁδηγήσῃ τὸ
1487ἔθνος ἐκεῖ, ἔνθα ὁ προορισμός του καλεῖ αὐτό. Τὰ μισὰ μέτρα
1488εἰσὶν ὀλέθρια· αὔξησις δὲ φόρων ἄνευ ἀγαθῆς διοικήσεως ὁδη-
1489γεῖ εἰς καταστροφὰς, τὰς δὲ καταστροφὰς δέον νὰ προλά-
1490βωμεν διὰ παντὸς μέσου, ὅσοι ἀνήκομεν τοὐλάχιστον εἰς τὴν
1491κατηγορίαν τῶν στεργόντων τὰ παρόντα καὶ ἐπιζητούντων
1492τὰ βελτίω.
1493§69ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, συγχαίρω τὴν Κυβέρνησιν,
1494διότι ὑπεχώρησε.
1495§70ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἀγαπᾶτε τὰς ὑποχωρήσεις.
1496§71Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀγαπῶ τὰς ὑποχωρήσεις. Βλέπω,
1497ὅτι ἔχω μιμητὰς ἐνθέρμους, καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης θέ-
1498λετε παύσει πλέον τὴν εἰρωνείαν, ἡ ὁποία στρέφεται καθ’
1499ὑμῶν. Καὶ βεβαίως, κύριοι, δὲν εἴμεθα ἐδῶ, ἵνα λαμβάνωμεν
1500δικτατορικὰς διαταγὰς, δὲν εἶσθε ἐδῶ διὰ νὰ κύπτετε, ἀλλὰ
1501διὰ νὰ ἐκφέρητε τὴν γνώμην σας καὶ τὴν ἐπιβάλετε. Ἐν τῇ
1502τολμηρᾷ ἀπειρίᾳ των ἄλλοτε ἠρνήθησαν τὴν ἀλήθειαν ταύ-
1503την, καὶ ἐμέμφθησαν ἐμὲ ὡς σεβόμενον τὰς ἀπαιτήσεις τῆς
1504Βουλῆς, δὲν ἤργησαν ὅμως νὰ τιμωρηθῶσι σκληρῶς, καὶ ἰδοὺ,
1505σήμερον εὐτυχῶς διωρθώθησαν· ἂς ὁμολογήσωσιν ὅτι ὅσα ἔ-
1506λεγον τότε, ἦτον ἐγκαύχησις ἐξ ἀπειρίας καὶ λόγοι μόνον ἐ-
1507λαφροί. Χαίρω ἀκόμη διότι βλέπω, ὅτι ἤρχισεν ἡ Κυβέρνη-
1508σις νὰ σκέπτηται ὁποσοῦν ὡς Κυβέρνησις σοβαρῶς, καὶ εὔχο-
1509μαι νὰ μὴ μείνῃ μόνον εἰς τοὺς λόγους, ἀλλὰ νὰ προχωρήσῃ
1510καὶ εἰς τὰ πράγματα.
1511Εἰς ὅλους, κύριοι, ὀδυνηρὰν πρέπει νὰ ἐπροξένησεν ἐντύπω-
1512σιν τὸ ὕφος αὐτοῦ, ἐν ᾗ στιγμῇ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονο-
1513μικῶν, παρουσιασθεὶς ἐνώπιόν σας, σᾶς ἐξήγησε τὸν προϋπο-
1514λογισμὸν, καὶ διὰ πλείστης ἀδιαφορίας, καὶ εὐχαριστεῖτο, ὅτι
1515εὑρέθη περίσσευμα ἐκ τῶν δανείων, καλύπτον τὸ ἔλλειμμα, καὶ
1516οὔτε ἐδείκνυεν, ὅτι ἐσκέπτετο κἄν τινι τρόπῳ τὸ ἔλλειμμα
1517αὐτὸ τὸ κολοσιαῖον ἤθελε πληρωθῇ. Εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν ἤρ-
1518κει τότε, καὶ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, φαίνεται, ὅτι εὑ-
1519ρέθησαν χρήματα, ἵνα καλύψωσι τὰ ἐλλείμματά του. Καὶ
1520διὰ τοῦτο συγχρόνως, ἀλλὰ καὶ πολὺ ἀστείως, παρουσίασεν
1521ἐνώπιόν σας μέτρα σπουδαῖα, ἀφορῶντα εἰς τὸ μέλλον καὶ τὸ
1522παρὸν, τῶν ὁποίων ὅμως ἡ πραγματοποίησις εἶναι ἐντελῶς
1523ἀδύνατος ἄνευ χρημάτων καὶ πίστεως βεβαίας καὶ σταθερᾶς·
1524ἐζήτει νὰ φενακίσῃ ὑμᾶς, ὅταν σᾶς ὑπέβαλε τὰ μέτρα ταῦτα
1525ἄνευ χρημάτων, ἐνῷ ἀποφεύκτως ἔχουν ἀνάγκην περισσεύ-
1526ματος μεγάλου, καὶ πλείστων χρημάτων, καὶ οὐχὶ ἐλλείμ-
1527ματος.
1528Χαίρω λοιπὸν, λέγω, διότι τὴν κακὴν αὐτὴν ὁδὸν δει-
1529κνύουν, ὅτι παρῄτησαν, ἀλλὰ δὲν θέλομεν μείνει ἱκανοποιη-
1530μένοι, ἂν τὴν νέαν αὐτὴν τροπὴν δὲν ἴδωμεν καὶ πραγματο-
1531ποιουμένην. Μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης εἰς τὰ πράγματα τὰ
1532ἐναντίον παρουσιάζεται, καὶ ὁμολογῶ τὸ δύσκολον τῆς θέσεως
1533ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι συνείθισαν νὰ δημοκοπῶσι καὶ νὰ προ-
1534σφέρωσιν εἰς τὸν βωμὸν τῆς δημοκοπίας τὰ συμφέροντα τοῦ
1535Τόπου. Ὅταν, κύριοι, ἠλάττωσαν ἄλλοτε τοὺς φόρους, ὁ
1536προϋπολογισμὸς ἐπιέζετο ἀπὸ ἔλλειμμα οὐσιῶδες. Τὸ μέτρον
1537τῶν τοῦτο ἐπολέμησα διὰ τοῦτο τότε καὶ εἶπον πρὸς αὐτούς:
1538ἡ ἐλάττωσις εἶναι καλὴ καὶ ὠφέλιμος, ἀλλ’ ἀληθὴς δὲν
1539ὑπάρχει, εἰμὴ ὅταν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ὑπάρχῃ περίσσευ-
1540μα· ἂν ἐλαττώνετε τοὺς φόρους ἐνῷ ἔχετε ἔλλειμμα, αὐξά-
1541νετε τὰς δυσκολίας καὶ ὑποβάλλετε τὸ ἔθνος ἐντὸς ὀλίγου εἰς
1542τὰ μείζονα κακὰ, τὰ ἐκ τῆς ἐλλείψεως, καὶ εἰς τὰ κακὰ νέων
1543καὶ ἀσυλλογίστων φορολογιῶν, νέων χρεῶν, καὶ αὐτὸ συνέβη.
1544Τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν μετέβαλον τοὺς φορολογικοὺς νόμους καὶ
1545εἰσήγαγον τὸ βωδολογικὸν σύστημα, τὴν ἡμέραν αὐτὴν ἐπέ-
1546βαλον φόρον ἐπὶ τῆς σταφίδος, καὶ σήμερον ἐπὶ τοῦ ἰδίου των
1547συστήματος φέρουσι μεταβολὰς, αὐξάνουσι τοὺς φόρους, προσ-
1548θέτουσι νέους φόρους, καὶ σήμερον αὔξησιν φόρων ἐπὶ τῶν
1549ζώων σᾶς ζητοῦν. Εἶναι ὅμως περίεργος ἡ ἰδέα, τὴν ὁποίαν
1550ἔχουν οἱ ἄνθρωποι οὗτοι περὶ τῆς γῆς καὶ περὶ τῶν ἐπ’ αὐτῆς
1551φόρων. Νομίζουσιν, ὅτι εἶναί τι διάφορον ἡ ποικίλη παρα-
1552γωγὴ τῆς γῆς, καὶ ὅτι δὲν εἶναι προϊὸν τῆς γῆς ἡ σταφὶς, ἡ
1553κτηνοτροφία, ὅτι ὁ φόρος καὶ ἡ ἐπιβάρυνσις ἐπὶ τῆς παραγω-
1554γῆς τῆς σταφίδος, ἐπὶ τῆς παραγωγῆς τῶν γεννημάτων, τῆς
1555κτηνοτροφίας, δὲν ἔχουσι σχέσιν, καὶ νομίζουν, ὅτι ταῦτα
1556εἶναι χωριστὰ καὶ ἀσύνθετα, δὲν ἐπιβαρύνουν, δὲν προσβάλ-
1557λουν τὴν κτηματικὴν καὶ γεωργικὴν τάξιν, ὅτι τὸ ἕν εἶναι
1558ἀδιάφορον τοῦ ἑτέρου. Ἀλλ’ ὁ γεωργὸς ἐν Ἑλλάδι εἶναι στα-
1559φιδοῦχος καὶ κτηνοτρόφος, καὶ διὰ τοῦτο ἔχουσι τὴν τόλμην
1560νὰ λέγωσι πρὸς ἡμᾶς «εἶσθε ἄσπλαγχνοι πρὸς τοὺς γεωργοὺς
1561καὶ κτηματίας, ποτὲ δὲν ἐφροντίσατε σεῖς δι’ αὐτοὺς ὡς
1562ἡμεῖς». Ἀληθῶς ποτὲ ἡμεῖς δὲν ἐπεβάλομεν δημοκοπικῶς
1563ἐλάττωσιν φόρων τῆς γῆς, ἵνα ἔλθωμεν τὴν ἐπιοῦσαν νὰ ἀνα-
1564πληρώσωμεν τὰ ἐλλείμματα δι’ ἄλλου φόρου ἐπὶ τῆς γῆς ἐπί-
1565σης καὶ τῶν προϊόντων αὐτῆς καὶ διὰ δανείων. Ποῦ ποτε δὲν
1566πράττουσι οὕτως. Ἀλλὰ δὲν ἀποδίδετε καὶ πρὸς ἡμᾶς τὴν
1567ἰδίαν στοργὴν, τὴν ὁποίαν σεῖς ἐπιδείκνυσθε ὅτι ἔχετε πρὸς
1568τοὺς γεωργούς; Καὶ ἐνθυμήθητε ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα γεωργοὶ,
1569σεῖς δὲ ὡς πρὸς τοῦτο εἶσθε φιλέλληνες....
1570§72ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὄχι, ἐγὼ εἶμαι γεωργός.
1571§73Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐκτὸς τοῦ κ. Ῥούφου μόνου. Καὶ
1572συμφέρον λοιπὸν ἔχομεν ἡμεῖς, ἐὰν δὲν πονῶμεν, νὰ ἀγαπῶ-
1573μεν τοὺς γεωργοὺς, καὶ τοὺς ἀγαπῶμεν καλλίτερον ὑμῶν. Σεῖς
1574οὐδὲν συμφέρον ἔχετε, καὶ διὰ τοῦτο ὀλίγον φροντίζετε περὶ
1575αὐτῶν.
1576Καὶ πρὸς μίαν ὕβριν, τήν ὁποίαν ἤκουσα ἐκφερομένην, θέ-
1577λω ἀπαντήσει, διότι ἠξεύρω τὴν τακτικὴν τῶν ἀντιπάλων,
1578θέλω ἀπαντήσει ὅσον ταπεινὴν καὶ ἂν ἔχει τὴν πηγὴν, ὅσον
1579χαμηλὰ καὶ ἂν ἐκπορεύεται· θέλω ἀπαντήσει, διότι τὴν κοι-
1580νωνίαν κατέκλυσε πρὸ πολλοῦ ἡ συκοφαντία καὶ ἡ διαβολὴ,
1581τεχνιέντως διαδιδόμεναι, καὶ πρέπει ν’ ἀποκαλυφθῶσι. Ναί,
1582κύριοι, ἔχω ἰδιοκτησίας, ἀλλ’ ἀπέλθετε εἰς τὰς Τραπέζας, εἰς
1583τὰ Συμβολαιογραφεῖα, νὰ ἴδητε τί τρέχει. Δὲν αἰσχύνομαι
1584κύριοι, νὰ ἀποκαλύψω καὶ τὴν ἰδιωτικήν μου θέσιν, καὶ εὔ-
1585χομαι καὶ οἱ ἐναντίοι μου νὰ ἔχωσι τὴν τόλμην ἢ νὰ δύναν-
1586ται νὰ πράξωσι τὸ ἴδιον. Οἱ δημόσιοι ἄνδρες ὀφείλομε, ν’
1587ἀποδεικνύωμεν οὐχὶ μόνον, ὅτι ὁ ἐπίσημος, ἀλλ’ ὅτι καὶ ὁ
1588ἰδιωτικὸς βίος μας εἶναι ἁγνός Ἀπέλθετε εἰς τὰς Τραπέζας
1589καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἡ οἰκία μου ἐν Ἀθήναις εἶναι ὑπέγγυος δι’
159065,000 δραχμῶν εἰς τὴν Τράπεζαν τὴν Ἰονικήν. Ἀπέλθετε
1591εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καὶ θέλετε ἰδεῖ ὅτι τὸ κτῆμά μου,
1592τὸ ἐν Πόρῳ καὶ τὰ ἐν Μεσσηνίᾳ, τὰ ὁποῖα εἶχον πρὶν ἢ εἰσέλ-
1593θω εἰς τὸν πολιτικὸν βίον, εἶναι ὑπέγγυα διὰ μυριάδας χιλιά-
1594δων δραχμῶν εἰς τὴν Τράπεζαν τὴν Ἐθνικήν.
1595§74ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὄχι διὰ μυριάδας.
1596§75Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν ἦναι δι’ ὀλιγώτερον τῶν
1597100,000, ὑπόσχομαι νὰ εὐγνωμονήσω τὸν κύριον Καλλιγᾶ·
1598ἀλλὰ φθάνουσι μέχρις 110. Ἀπέλθετε εἰς τὸ Συμβολαιογρα-
1599φεῖον διὰ νὰ ἰδῆτε, ὅτι ἡ οἰκία μου ἐν Φαλήρῳ εἶναι ὑπέγ-
1600γυος εἰς τὸν Δουρούτην, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἠγόρασα μέρος τῆς
1601γῆς καὶ ἐδανείσθην τὰ χρήματα τῆς κατασκευῆς. Ἔχω ἰ-
1602διοκτησίας, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἔχω τίποτε πράγματι. Τὰ
1603πάντα ἀνήκουσιν εἰς τοὺς δανειστὰς, οἵτινες εἶναι αἱ Τράπε-
1604ζαι. Ἐρωτήσατε ἐπὶ τέλους καὶ τὴν Πιστωτικήν.
1605Ἀπήντησα καὶ εἰς τὴν ὕβριν ταύτην, διότι θέλω νὰ φω-
1606τίσω τὴν κατακεκλυσμένην κοινωνίαν μας ἀπὸ συκοφαντίας
1607καὶ διαβολάς. Μ’ ἐκούρασεν ἡ αἰσχρότης καὶ ἡ αὐθάδεια τῶν
1608ἀντιπάλων. Ἀντιτάσσω ἀποδείξεις ἐπισήμους καὶ τὴν ἀλή-
1609θειαν.
1610Καὶ ἠξεύρετε, κύριοι, ποῖον εἶναι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον
1611εἰσήγαγον, τὸ βωδολογικόν, καὶ ἐκάλυψαν τὰς κάλπας των
1612δι’ ἡνίων καὶ δημηγοριῶν; Μόλις, κύριοι, ἓν ἔτος παρῆλθεν
1613ἀπὸ τῆς εἰσαγωγῆς τούτου καὶ ἰδοὺ προσθήκη ἐπὶ τοῦ φόρου.
1614Ἐρωτῶ πρῶτον, ἐπὶ ποίας ἀρχῆς στηριχθέντες ἐκανονίσατε
1615τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου; Καὶ ἐπὶ ποίας ἀρχῆς στηριχθέντες
1616ἐπροσθέσατε νέον φόρον, ὁ ὁποῖος ἔχει αὐτὸ τὸ παράδοξον, ὅτι,
1617ἐνῷ εὐλόγως ἴσως ζητεῖται οἱ φόροι ν’ αὐξάνωσι προοδευτι-
1618κῶς, ν’ αὐξάνωσιν ἀναλόγως τῆς αὐξήσεως τῆς προόδου, σεῖς
1619ἐπράξατε τὸ ἐναντίον; Εἰς τοὺς βόας, τοὺς παράγοντας 50
1620κοιλὰ σίτου, προσθέτετε 2 δραχμὰς, καὶ εἰς τοὺς βόας, τοὺς
1621παράγοντας 100 κοιλὰ σίτου, προσθέτετε 2 δραχμὰς ἐπίσης,
1622καὶ οὕτω τὴν μεγαλειτέραν παραγωγὴν τὴν εὐνοεῖτε παρα-
1623δόξως περισσότερον ἀπὸ τὴν μικροτέραν, πιέζετε τοὺς πτω-
1624χούς. Καὶ ἀφοῦ τὸ σύστημά σας τὸ εὕρετε ἐσφαλμένον, τὸ
1625εὕρετε ἀνεπαρκὲς, ἄδικον, ἐπροσθέσατε φόρον εἰς αὐτό· τὸ
1626διωρθώσατε τὴν ἐπιούσαν τῆς εἰσαγωγῆς του καὶ τὸ ἐπιβα-
1627ρύνετε ἤδη μὲ φόρους ἐπὶ τῶν ζώων, νέους ἐπίσης. Καὶ, κύ-
1628ριοι, φόρος ἐπὶ τῶν ζώων ἀληθῶς εἰς τὴν Ἀνατολὴν μόνον
1629ὑπάρχει· δὲν ὑπάρχει εἰς οὐδὲν μέρος τῆς Εὐρώπης. Ὁ φό-
1630ρος, ὁ πληρωνόμενος διὰ τὴν γῆν, αὐτὸς εἶναι καὶ φόρος πλη-
1631ρωνόμενος καὶ διὰ τὰ ζῶα. Τὰ ζῶα, τὰ ὁποῖα ἐνδιαιτῶνται
1632ἐν τοῖς κτήμασι καὶ τοῖς ἀγροῖς, δὲν πληρώνουν φόρον· οἱ
1633κύριοι ὑπουργοὶ ὅμως διπλοῦν ἐπιβάλλουν φόρον, καὶ εἰς τὴν
1634γῆν καὶ εἰς τὰ ζῶα, καὶ ἔπειτα ὁμιλοῦν περὶ ἐπιστημονικῆς
1635φορολογίας καὶ περὶ βελτιώσεως, τὴν ὁποίαν θέλουσι νὰ εἰσά-
1636ξωσιν εἰς τὴν κτηνοτροφίαν.
1637Ὅταν εἰσήγαγεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὸ φορολο-
1638γικὸν αὐτὸ σύστημα, ἡ ἰδέα, ἡ ὁποία, καθὼς εἶπον, ὑπηγό-
1639ρευσεν αὐτὸ, δὲν ἦτον ἰδέα φορολογικὴ, ἦτον ἰδέα καταστρο-
1640φῆς τῶν αἰγῶν, διότι αἱ αἶγες εἶναι φθοροποιὰ ζῶα, καὶ διὰ
1641τοῦτο ἠκούσατε τὴν ἐθνολογικὴν ἐκείνην ἱστορίαν περὶ μετα-
1642κινήσεως τῶν λαῶν, ἡ ὁποία ἔφερε τοὺς τσοπάνους εἰς τὰ
1643μέρη μας μετὰ τῶν ποιμνίων των καὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἐκλη-
1644ρονομήσαμεν τὸν τρόπον τῆς κτηνοτροφίας. Κύριοι, εἰς τὸ ζή-
1645τημα τὸ ἐθνολογικὸν δὲν θέλω ἐπιμείνει· ἀλλὰ μὴ λησμο-
1646νῆτε, ὅτι τὰ τοιαῦτα τοῦ μεσαιῶνος ζητήματα δὲν εἶναι ἀ-
1647σφαλῆ καὶ βέβαια. Ὁσημέραι ἔχετε περὶ τούτου ἀποδείξεις,
1648καὶ διὰ τοῦτο ἐγὼ δὲν παρεξενεύθην, ὅταν εἷς ἐπίσης, κατα-
1649γινόμενος εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα, μοὶ εἶπεν, ὅτι ὁ κύ-
1650ριος Καλλιγᾶς κενολογεῖ, οἱ βλαχοποιμένες δὲν εἶναι
1651τὰ λείψανα τῆς καταστροφῆς τοῦ μεγάλου βασιλείου
1652τῆς Σερβίας, ἀλλὰ τὰ λείψανα τῆς Μακεδονικῆς φά-
1653λαγγος, εἶναι Μακεδόνες. Ἄλλος δὲ μ’ εἶπεν, ὅτι εἰσὶ λεί-
1654ψανα τῶν Ῥωμαϊκῶν λεγεώνων. Εἰς ἐμὲ ὅμως σήμερον ἀδιά-
1655φορον εἶναι οἱασδήποτε λεγεῶνος λείψανα εἶναι, ἢ ἀπόγονοι.
1656Εἶπον μόνον ταῦτα διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι θεωρίαι, αἱ ἀμφι-
1657βαλλόμεναι μάλιστα, δὲν μᾶς ὠφελοῦσι, καθὼς δὲν μᾶς ὠ-
1658φελεῖ καὶ ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅτι ἡ ἐξακολούθησις τῆς καταστά-
1659σεως αὐτῆς τῆς κτηνοτροφίας ὀφείλεται εἰς κατὰ κληρονομίαν
1660διαδοχήν. Ἡ κτηνοτροφία ὑπάρχει ὡς ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι
1661καὶ θέλει ὑπάρχει ἀναντιῤῥήτως ἐνόσῳ ὑπάρχουσι γαῖαι μὴ
1662καλλιεργούμεναι, περισσεύουσαι. Ἀπόδειξις αἱ ἐπαρχίαι, αἱ
1663ὁποῖαι καλλιεργοῦσι τὰς γαίας καὶ φυτεύουσιν. Ἐκεῖ περιωρί-
1664σθη ἡ κτηνοτροφία, καὶ θέλουσι καταντήσει εἰς τὴν τῷ ὄντι
1665καθεστηκυῖαν κτηνοτροφίαν ἅμα ἐκλείψωσιν αἱ πέριξ γαῖαι
1666αἱ ἀκαλλιέργητοι καὶ πλεονάζουσαι, αἱ τρέφουσαι τὰ ζῶα
1667καὶ χρησιμοποιούμεναι οὕτω. Μόνον εἰς αὐτὸ ὀφείλεται ἡ πα-
1668ροῦσα κατάστασις τῆς κτηνοτροφίας, καὶ δὲν διορθοῦται διὰ
1669τῆς καταστροφῆς τῶν αἰγῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ πλέον παραδοξο-
1670τέρα ἰδέα, ἥτις ἠκούσθη ποτέ. Ἡ Πρωσσία τῷ ὄντι ηὐτύχη-
1671σεν ἐκ τῆς κτηνοτροφίας της· διὰ τῆς καταστροφῆς ὅμως δὲν
1672ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον ἔφθασεν! Ἡ Πρωσσία ἐ-
1673φρόντισε νὰ αὐξήσῃ τὰς νομὰς καὶ νὰ αὐξήσῃ κατὰ συνέπειαν
1674τὰ κτήνη· δὲν κατέστρεψε τὰ κτήνη ὡς ἐπιβλαβῆ, δὲν ἐφόνευ-
1675σαν τὰς αἶγας, καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὴν Πρωσσίαν σήμερον ὑ-
1676πάρχουν 1,500,000 αἶγες.
1677Ἀλλ’ εἶναι μάταιον, ἀναντιῤῥήτως, νὰ ἐπασχολῶ ἐπὶ
1678πλέον τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου· διότι ἔχασε
1679πλέον τὴν ἀξίαν του, ἐγκατελείφθη, καί, κατὰ τὴν νέαν τα-
1680κτικὴν, ἔχει μόνον θεωρητικὴν ἀξίαν. Ὥστε τοῦ λοιποῦ δὲν
1681καλούμεθα ἐδῶ ἵνα λύωμεν πολιτικὰ ζητήματα, νὰ νομοθε-
1682τῶμεν, ἀλλὰ νὰ διδάσκωμεν ἀκαδημαϊκῶς τὸν λαόν. Πρέπει
1683νὰ διδάσκετε αὐτὸν τοῦ λοιποῦ, ἵνα ἑτοιμάζηται εἰς τὰ μέ-
1684τρα, τὰ ὁποῖα θέλουσι νὰ τῷ ἐπιβάλωσιν. Ἐπειδὴ δὲ ἐγὼ
1685δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ἀναλάβω τὴν διδασκαλίαν, παραιτῶ
1686τὴν ἰδέαν περὶ καταστροφῆς τῶν αἰγῶν, τὴν ἀφίνω, ὡς
1687τὴν ἄφησε φρονίμως καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὴν
1688μετέβαλεν εἰς ἰδέαν φορολογικήν.
1689Ἀλλὰ, κύριοι, ποῖος ὁ λόγος ὁ δικαιολογῶν τὴν φορολο-
1690γίαν, τὴν ὁποίαν ζητεῖτε νὰ ἐπιβάλωμεν; Δύω πρέπει νὰ ὑ-
1691πάρχουν οἱ λόγοι νέας φορολογίας· ἢ ἀνισότης φόρων, τοὺς
1692ὁποίους πρέπει νὰ ἐξισώσωμεν, διὰ νὰ ἀποδώσωμεν δικαιοσύ-
1693νην, ἢ ἀνάγκη τοῦ προϋπολογισμοῦ. Θέλω, κύριοι, ἐν ὀλίγοις
1694ἐξετάσει τὰ ζητήματα αὐτὰ, καὶ σπεύδω νὰ τελειώσω, διότι
1695ἐννοῶ, ὅτι ἐκουράσθητε. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σᾶς
1696εἶπε «τί φόρον θέλετε; Δὲν δέχεσθε τὴν ἀναλογίαν τοῦ
1697φόρου, τὴν ὁποίαν παρεδέχθησαν ὡς ἐπιστημονικὴν ἐν Γαλλίᾳ;
1698Εἰς τὴν Γαλλίαν, σᾶς εἶπεν, ἠξεύρετε ποῖος εἶναι ὁ φόρος ὁ
1699ἐπιστημονικός, ἀναγνωρισθεὶς ὡς ὀρθὸς καὶ δίκαιος ὑπὸ τῆς
1700καθαρᾶς προσόδου τῶν γαιῶν; 20%. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐκεῖ ἐ-
1701πιστημονικὴ ἀναλογία. Ἐγὼ σᾶς παρουσιάζω φόρον ἐλάσσονα,
1702ἀναλογίαν εὐνοϊκωτέραν. Λοιπὸν δύνασθε νὰ παραπονεθῆτε ἂν
1703ὁ φόρος ὁ ἐπιβαλλόμενος ἦναι ἐλάσσων ἀληθῶς ἐκείνου, τὸν
1704ὁποῖον ἀνεῦρον εἰς τὸ πλέον πολιτισμένον μέρος τοῦ κόσμου.»
1705Καὶ εἰρωνεύθη τὸν φίλον μου κ. Ζηνόπουλον....
1706§76ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἄ! ἄ! ἄ!
1707§77ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὲ δικολαβικὴν τῷ ὄντι ἐπιτηδειό-
1708τητα· καὶ εἶπε πρὸς αὐτὸν «ἦλθες νὰ μᾶς δώσῃς γνώμην,
1709χωρὶς νὰ ἀναγνώσῃς τὸ βιβλίον, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθης ὁλό-
1710κληρον, καὶ ἂν τὸ ἀνέγνωσες, δὲν τὸ ἐνόησες».
1711§78ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἀπαντήσῃ ὁ Ζηνόπουλος.
1712§79ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, θαυμάζω τῳόντι τὴν εὐστρο-
1713φίαν τοῦ κ. Καλλιγᾶ. Ἀλλ’ ὁ κ. Καλλιγᾶς, ὁ ὁποῖος καὶ
1714ἀνέγνωσε καὶ ἐνόησε τὸ βιβλίον, τὸ παρεξήγησε. Εἰς τὴν
1715Γαλλίαν, κύριοι, ἡ Constituante, καταργοῦσα τοὺς παρελ-
1716θόντας πολλαπλοῦς φόρους, ἐδέχθη τωόντι ἕνα φόρον ἐπὶ τῶν
1717γαιῶν, καὶ προσδιώρισεν εἰς 20% τὸν ὅρον. Ἀλλ’ ἀπὸ
1718τῆς στιγμῆς ἐκείνης, καθ’ ἣν ὁ ὅρος καὶ τὸ ποσοστὸν ἐτέθη,
1719ἀπὸ τῆς στιγμῆς αὐτῆς ἤρχισεν ἡ ἐλάττωσις τοῦ φόρου αὐ-
1720τοῦ, καὶ ἐνῷ ὁ πρῶτος προσδιορισμὸς τοῦ φόρου ἀνέβαινεν
1721εἰς 16% μέχρι τοῦ 1874, περιωρίσθη εἰς 4% μόνον.
1722Τὸ Γαλλικὸν ἔθνος ἀνεγνώρισεν εὐθὺς, ὅτι ὁ ὅρος, τὸν ὁποῖον
1723εἶχε παραδεχθῆ κατ’ ἀρχὰς, δὲν ἦτον οὔτε ἐπιστημονικὸς, οὔτε
1724ἀκριβής, διὰ τοῦτο ἀλληλοδιαδόχως τὸν ἐτροποποίησε, καὶ
1725σήμερον, κύριοι, καθ’ ἣν ἐποχὴν τὸ καθαρὸν εἰσόδημα τῆς
1726Γαλλίας ὁρίζεται εἰς 4 δισεκατομμύρια, φόρος ἔγγειος πλη-
1727ρώνεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν μόνον 127 ἑκατομμύρια, ἤτοι 4
1728καὶ 24) τοῖς ἑκατόν· καὶ εἰς φόρον δὲν ὑποβάλλεται ἡ
1729πρόσοδος τῶν ζώων, ἡ ὁποία, ἠξεύρετε, εἰς πόσας ἀναβαίνει;
1730εἰς ἓν δισεκατομμύριον καὶ ἑξακόσια ἑκατομμύρια. Καὶ θέλον-
1731τες νὰ αὐξήσωσι τοὺς φόρους, μᾶς φέρουν τὴν ἀναλογίαν ταύ-
1732την ὡς παράδειγμα, καὶ λέγουν, ὅτι εἰς τὴν Γαλλίαν ὑπάρ-
1733χει ὡρισμένη ἀναλογία. Ἀλλὰ προσδιορίζουσι ψευδῶς αὐτήν·
1734νομίζουν διὰ τούτου τοῦ τρόπου, ὅτι δικαιολογοῦν τὴν αὔ-
1735ξησιν ἑνὸς φόρου, ὁ ὁποῖος ὑπερβαίνει σήμερον τὸ 10%.
1736Ὁ κ. Καλλιγᾶς ἐνόησε καὶ ἐννοεῖ καλῶς τὸν συγγραφέα,
1737ἀλλὰ παρεξηγεῖ αὐτόν. Καὶ ἀπόδειξις, κύριοι, ἐπαναλαμβά-
1738νω, εἰσὶ τ’ ἀνωτέρω· ἄλλως, ὁ καταρχὰς ἐπιβληθεὶς εἰς Γαλ-
1739λίαν φόρος ἀντικατέστησε πολλαπλοῦς ἄλλους, πολὺ βαρυτέ-
1740ρους, καὶ ἡ ἐκτίμησις τῆς φορολογηθείσης προσόδου ἐγένετο
1741ἐπιεικῶς.
1742Ἀλλὰ, κύριοι, τὰ κτήνη δὲν φορολογοῦνται ἰδίως ἐκεῖ, καὶ
1743ἐνθυμηθῆτέ το καλῶς, διότι ὡς πρῶτος ὅρος τῆς βελτιώσεως
1744τῆς κτηνοτροφίας ἐν Εὐρώπῃ ἐθεωρήθη τὸ ἀφορολόγητον αὐ-
1745τῶν· καὶ εἶναι ἀναπόφευκτον τοῦτο καὶ ὀρθόν· διότι, ὅταν
1746φορολογῶνται αἱ γαῖαι, εἴτε παράγουσιν, εἴτε δὲν παράγουσιν,
1747ὁ φορολογούμενος εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀνθέξῃ καὶ εἰς τὴν πρόσθε-
1748τον αὐτὴν φορολογίαν, ἐπιβαλλομένην εἰς ἕκαστον εἶδος πα-
1749ραγωγῆς τῆς αὐτῆς γῆς, καὶ νὰ πληρώσῃ δύω φόρους ὁμοῦ·
1750τῆς γῆς καὶ τῆς κτηνοτροφίας, τὴν ὁποίαν τρέφει ἡ φορολο-
1751γηθεῖσα γῆ, καὶ διὰ τοῦτο παρῄτησαν τὸν φόρον ἐπὶ τῶν
1752κτηνῶν, καὶ περιωρίσθησαν εἰς τὸν φόρον ἐπὶ τῆς γῆς. Ἂς
1753πράξωσιν ὅ,τι θέλουσιν οἱ κτηματίαι, ἂς καλλιεργήσωσιν ὅπως
1754θέλουσιν· ὡρισμένον φόρον θὰ πληρώσωσιν, τόσον καλλίτερα,
1755ἐὰν βελτιώσωσι τὴν καλλιέργειαν. Καὶ τῳόντι, βελτιώσαντες
1756τὴν κτηνοτροφίαν, ὠφελοῦνται. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ πληρώσω-
1757σιν ἰδιαίτερον φόρον, δὲν ἤθελον ἀποσπάσει ἓν μέρος τῆς φορο-
1758λογουμένης γῆς πρὸς τροφὴν κτηνῶν, τὰ ὁποῖα ὤφειλον νὰ
1759πληρώνωσιν ἰδιαίτερον φόρον· πρῶτος λοιπὸν ὅρος τῆς βελτιώ-
1760σεως τῆς κτηνοτροφίας ὑπάρχει τὸ ἀφορολόγητον. Πρέπει νὰ
1761δοθῇ εὐκολία νὰ ζῶσιν ἀνεξόδως τὰ ζῶα, καὶ τότε θὰ πολ-
1762λαπλασιασθῶσι καὶ θὰ βελτιωθῶσιν. Ἀλλὰ, κύριοι, μήπως
1763ὑπάρχει δυσαναλογία τις τοὐλάχιστον ἐν τοῖς φόροις τῆς Πα-
1764τρίδος μας, καὶ πρέπει νὰ τοὺς ἐξισώσωμεν διὰ τοῦ νέου τού-
1765του φόρου; Μήπως τὰ ζῶα πληρώνουν ὀλιγώτερον ἀπὸ τὰς
1766γαίας τὰς σπειρομένας, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἐξισωθῶσι;
1767Λάβετε τὴν ἀναλογίαν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς παρεδέχθη·
1768λογαριάσετε 30 κοιλὰ πρὸς 5 δραχμὰς κατὰ μέσον ὅρον,
1769φέρουσι δραχμὰς 150· δι’ αὐτὰς θέλουσι πληρώσει 5 δραχμὰς
1770φόρον δύω βόες, ἤτοι 3%. Λογαριάσατε τὴν παραγωγὴν
1771τῆς αἰγὸς, ὅπως τὴν παρουσίασεν ὁ κύριος Καλλιγᾶς, εἰς
1772ἑπτὰ δραχμὰς, καὶ θέλετε ἴδε, ὅτι ὁ φόρος 30 λεπτὰ δι’
1773ἑκάστην αἶγα εἶναι ἴσος πρὸς τὸν φόρον ἐπὶ τῶν γαιῶν, ἤτοι
1774ἀνὰ 4% περίπου. Ὁ φόρος, τὸν ὁποῖον αἱ αἶγες πληρώνου-
1775σιν ἑπομένως, καὶ μετὰ τὴν ὑποχώρησιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ, δὲν
1776εἶναι φόρος ἄνισος, φόρος μικρότερος. Ἐγὼ δέχομαι τοὺς ὑπο-
1777λογισμοὺς τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ ἀκαθαρί-
1778στου προσόδου, ὡς βλέπετε.
1779§80ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὡς ἀκριβεστέρους;
1780§81ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι, ἀλλ’ ἵνα μὴ ἀρχίσωμεν φιλονει-
1781κίας ματαίας. — Λοιπὸν δὲν ὑφίσταται λόγος φορολογικὸς οὐ-
1782δείς, δικαιολογῶν τὴν προσθήκην αὐτὴν, ὅπως, κύριοι, δὲν ὑ-
1783φίσταται καὶ οὐδεμία ἀναλογία μεταξὺ τοῦ φόρου τοῦ ἐν
1784Ἑλλάδι καὶ τοῦ φόρου τοῦ ἐν Γαλλίᾳ. Καὶ μὴ νομίσητε, ὅτι
1785μεταξὺ Γαλλίας καὶ Ἰταλίας ὑπάρχει μεγάλη διαφορά. Ἐν
1786Ἰταλίᾳ ὁ φόρος ἐπὶ τῶν γαιῶν εἶναι 40% ἐπὶ πλέον τοῦ
1787τῆς Γαλλίας. Ἀλλ’ ἀφοῦ λόγοι φορολογικοὶ δὲν δικαιολο-
1788γοῦσι τὴν ἐπιβολὴν τοῦ φόρου τούτου, τὴν δικαιολογεῖ ἄρα
1789ἡ ἀνάγκη τοῦ προϋπολογισμοῦ; Κύριοι, πρέπει νὰ ἐξέλθω-
1790μεν ἀναντιῤῥήτως ἀπὸ τὰς οἰκονομικὰς δυσκολίας, εἰς τὰς ὁ-
1791ποίας εὑρισκόμεθα· πρέπει τὸ ἔλλειμμα νὰ καλυφθῇ καὶ πρέπει νὰ
1792ὑποβληθῶμεν εἰς θυσίας, καὶ εἰς θυσίας οὐ μόνον φόρων, διότι
1793δὲν θέλει εἶσθαι δυνατὸν ἴσως νὰ ἐπιβληθῶσι τόσοι φόροι,
1794ἀλλὰ καὶ εἰς θυσίας οἰκονομιῶν, καὶ πρέπει σεῖς οἱ συμπολι-
1795τευόμενοι μᾶλλον νὰ σκεφθῆτε περὶ τούτου, διότι σεῖς καυ-
1796χᾶσθε, ὅτι ἀντιπροσωπεύεται ἤδη πολιτικὴν ἐνεργὸν, καὶ μᾶς
1797ὡμιλήσατε περὶ κινδύνων, περὶ προετοιμασιῶν, περὶ πολέμων ἀ-
1798κόμη· σεῖς πρέπει πρὸ πάντων νὰ ὑποστηρίξητε τὴν ἰδέαν τῆς
1799ἰσοῤῥοπίας τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ νὰ τὴν ὑποστηρίξητε
1800σπουδαίως καὶ σοβαρῶς. Εἴμεθα εἰς τὸν δεύτερον μῆνα, καὶ
1801ἔχομεν μόνον δύω νόμους φορολογικοὺς ὑποβεβλημένους· ὁ εἷς
1802ἀφορᾷ εἰς τὴν ὁδοποιΐαν, καὶ θέλει ἐξετασθῇ χωριστὰ ἐὰν
1803ἦναι καὶ εἰλικρινὴς, ὁ ἕτερος ἀφορᾷ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν,
1804ὁ περὶ ζώων. Τὸ εἰσόδημα δὲ, τὸ ὁποῖον μᾶς ὑπόσχεται ὁ
1805φόρος αὐτὸς, ἀναβαίνει εἰς 500,000 δραχμὰς, ὡς σᾶς εἶπον ἄλ-
1806λοι. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι σπουδαῖον· δὲν δύνασθε νὰ ἰσχυ-
1807ρισθῆτε, ὅτι ἐργάζεσθε σπουδαίως, ἵνα καλύψητε ἔλλειμμα ἐξ
180820 ἑκατομμυρίων. Εἶναι ἀστεῖον καὶ νὰ τὸ λέγετε. Καὶ ὅταν
1809ὁ κ. Μεσσηνέζης σᾶς ὡμίλησε περὶ καλῆς διοικήσεως, ἐνόει
1810βεβαίως, ὅτι ἡ πρώτη βάσις τῆς καλῆς διοικήσεως εἶναι ἡ κα-
1811λὴ διανομὴ τῶν φόρων.
1812§82ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὁ ἔλεγχος.
1813§83ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅταν ὁμιλῆτε περὶ ἐλέγχου, ἀπο-
1814τείνεσθε πρὸς τοὺς πλησίον ὑμῶν, πρὸς τοὺς φίλους σας, οἱ ὁ-
1815ποῖοι ἐδιοίκησαν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ πολὺ
1816καὶ πρὸ πολλῶν ἐτῶν. Αὐτοὶ εἶναι ὑπεύθυνοι. Καὶ θέλω σᾶς
1817ἀποδείξει ποῖον ἔλεγχον ἑτοιμάζετε, ἢ μᾶλλον ποίαν προε-
1818τοιμασίαν νέων συκοφαντιῶν. (Θόρυβος).
1819Δὲν ἐννοῶ, κύριοι, πῶς χάριν τοσούτου ἐλλείματος πρέπει νὰ δε-
1820χθῆτε τὸν φόρον αὐτόν. Εἶναι διακωμῴδησις μᾶλλον τοῦ ἐλλείμ-
1821ματος καὶ οὐχὶ θεραπεία. Ἀδικεῖτε μόνον τοὺς κτηνοτρόφους φο-
1822ρολογουμένους καὶ δύνανται νὰ σᾶς εἴπωσι, καὶ δικαίως, κύριοι:
1823«Ἔχετε ἔλλειμμα τὰς συνεπείας τοῦ ὁποίου ὑποφέρουσιν ὅλοι
1824καὶ ἡμεῖς, καὶ ὅμως ζητεῖτε νὰ φορολογήσητε ἡμᾶς μόνον!
1825Διατί, πρὸς ποῖον σκοπὸν, πρὸς ποῖον λόγον ἐπιχειρῆτε νὰ
1826ἐπιβαρύνετε ἡμᾶς; Ἐλπίζετε θεραπείαν; Οὐχί. Λάβετε μέ-
1827τρα γενικὰ καὶ ῥιζικὰ, ἐφαρμοζόμενα εἰς ὅλους. Οὕτω θέλετε
1828καλύψει τὸ ἔλλειμμα. Ἀλλὰ, κύριοι, ἔλλειμμα 20 ἑκατομ-
1829μυρίων, καὶ φόρος 500,000 χιλ. δραχμῶν καὶ προσθήκη ἐ-
1830ξόδων εἶναι κωμικόν. Ἀδικεῖτε ἡμᾶς μόνον, καὶ δὲν πρέπει
1831νὰ ἐμψυχώσητε τὴν διάθεσιν αὐτὴν τῶν ὑπουργῶν. Εἴπετε
1832«δὲν δεχόμεθα νὰ παίζητε μὲ ἡμᾶς καὶ νὰ φέρετε πράγ-
1833ματα ἄνευ ἀξίας, ἄνευ χρησιμότητος καὶ σπουδαιότητος.»
1834Ἰδοὺ διατί νομίζω, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος συνηγορῶν
1835ὑπὲρ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον φέρετε. Κύριοι ὑπουργοὶ, θὰ εἶμαι
1836καὶ ἐγὼ μεταξὺ τῶν πρώτων τῶν ψηφοφορησάντων ὅλα τὰ
1837μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἕνα σκοπὸν σπουδαῖον,
1838ἀποτελεσματικόν. Θὰ ψηφοφορήσω ὅλους τοὺς φόρους, ἀρκεῖ
1839νὰ ἔχουν ἀποτέλεσμα, νὰ ὦσι δίκαιοι....
1840§84ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Καὶ τὰ οἰνοπνεύματα.
1841§85ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ θὰ πληρώσω καὶ τότε· σὺ ὅμως,
1842ὅστις θὰ πίνῃς τὰ οἰνοπνεύματα, δὲν θὰ πληρώσῃς διὰ τὰ
1843χρήματά σου.
1844Θέλω ὑποστηρίξει πᾶν μέτρον, τὸ ὁποῖον φέρει ἡ Κυβέρνησις
1845πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπόν· ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ παίξω οὔτε μὲ
1846τὸν ἑαυτόν μου, οὔτε μὲ τὸ ἔθνος· δὲν θέλω τοιαῦτα ἀθύρματα
1847παιδικὰ ν’ ἀπασχολοῦν οὔτε τὴν προσοχήν μας, οὔτε τὴν ἐνέρ-
1848γειάν μας. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ Βουλή, οὐχὶ ἀρνουμένη
1849τοὺς φόρους, ἀλλὰ διότι σπουδάζει, πρέπει νὰ ἀποῤῥίψῃ τὸ
1850νομοσχέδιον, ἵνα ἀναγκάσῃ οὕτω τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ
1851μέτρα σοβαρὰ, δυνάμενα νὰ καλύψωσι τὸ ἔλλειμμα καὶ νὰ
1852ἐξομαλύνωσι τὰς δυσκολίας, εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα.
1853Κύριοι, ἐπανέλαβον μυριάκις περὶ προετοιμασιῶν, περὶ κιν-
1854δύνων, καὶ ἐν τούτοις τὸ ἐρχόμενον ἔτος, ἐὰν εὑρισκώμεθα εἰς
1855κατάστασιν, ἣν τὸ Ὑπουργεῖον προετοιμάζει, δὲν θὰ ἔχετε νὰ
1856συντηρήσητε οὔτε τὸν ὀλίγον στρατὸν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν μας·
1857διότι χρειάζεται πλέον τῶν 20 ἑκατομμυρίων δι’ αὐτὸν καὶ
1858τὸ ναυτικὸν, δὲν ἠμπορεῖτε δὲ νὰ καθιερώσητε ὡς ἀρχὴν τὸ
1859ζῆν διὰ δανείων, διότι καὶ δὲν δύνασθε νὰ ἐξακολουθήσητε
1860τοῦτο ἐπὶ πολύ.
1861Κύριοι, δικαιοῦνται ἴσως πολλοὶ νὰ παραπονῶνται καθ’ ἡ-
1862μῶν, διότι μόνην τὴν Ἑλλάδα, ἄνευ συμμάχων, ἄνευ μέσων
1863καὶ ἄνευ ἑτοιμασίας,—διότι οἱ προκάτοχοι ἡμῶν εἶχον συμ-
1864φωνήσει, αἱ προμήθειαι καὶ τὰ πολεμεφόδια νὰ σταλῶσι μετὰ
18656 μῆνας ἀπὸ τὸν παρελθόντα Μάρτιον,—καὶ μὲ προϋπολογι-
1866σμὸν, ὁ ὁποῖος καὶ ἐν ὁμαλῇ καταστάσει εἶναι βεβαρυμένος μὲ
1867τοιοῦτον ἔλλειμμα, καὶ ἄνευ πόρων,— διότι γνωρίζετε τὰς
1868δυσκολίας περὶ ἐπιβολῆς νέων φόρων,— δὲν τὴν ὠθήσαμεν εἰς
1869πόλεμον· καὶ ὅσων μάλιστα τὸ ἀρειμάνιον αἷμα φλέγεται, τόσῳ
1870τὸ φιλοπόλεμον αὐτῶν εἶναι ἀκατάσχετον. Καὶ ἔχουν δί-
1871καιον νὰ παραπονῶνται, ἀφοῦ ἱκανοποιοῦνται μὲ τὴν πρόφα-
1872σιν, ὅτι ἐκλείσαμεν τὸ στάδιον δι’ αὐτοὺς, διότι παρῃτήθημεν
1873τῶν δικαιωμάτων μας ἐπὶ τῆς Ἠπείρου. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶ-
1874ναι ὀρθὸν, οὐδ’ ἀληθές. Οὐδενὸς δικαιώματος παρητήθημεν,
1875οὐδεὶς ἐζήτησε παραίτησιν, καὶ ἡμεῖς δὲν ἐκάμαμεν τοιαύτην.
1876Τρέξατε λοιπὸν, ἐὰν ἔχετε τὸ θάῤῥος, εἰς τὸν πόλεμον· εἶσθε
1877ἐλεύθεροι.
1878§86ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τώρα;
1879§87ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τώρα, ἐὰν ἔχετε τὸ θάῤῥος. Ἀλλὰ
1880περιορίζεσθε εἰς ὕβρεις μόνον καὶ συκοφαντίας (θόρυβος)· καὶ
1881τὴν στιγμὴν ταύτην τοῦτο εἶναι εὔκολον.
1882Ἀλλ’ ἔχουσι δίκαιον· ἔχουσι τὴν εὐκολίαν νὰ λέγωσι μόνον
1883καὶ οὐχὶ νὰ πράττωσιν. Ἀλλὰ δὲν ἔχουσι δίκαιον νὰ παραπο-
1884νῶνται καὶ νὰ παρουσιάζωσι τὴν Ἑλλάδα ὡς βαίνουσαν πρὸς
1885καταστροφὴν καὶ ὅτι οὐδὲν καλὸν ἐπράξαμεν. «Ἡ Ἑλλὰς
1886ἀπωλέσθη (καὶ γράφομεν καὶ λέγομεν) εἰς τὰς χεῖρας τῶν
1887κυβερνησάντων». Καὶ τὸ παράπονον τοῦτο εἶναι διαρκὲς, πα-
1888νάρχαιον. Ἐπιθυμῶ ν’ ἀπαντήσω ἅπαξ διὰ παντός. Ὑπὸ πολ-
1889λαπλᾶ συστήματα ἐκυβερνήθη ἡ Ἑλλὰς, πολλοὶ ἐκυβέρνησαν
1890αὐτὴν, καὶ ἄνθρωποι τοῦ ἀγῶνος καὶ οἱ κατόπιν πολιτικοὶ,
1891καὶ τὰ αὐτὰ παράπονα ὑφίστανται καὶ ἐπαναλαμβάνονται.
1892Διατί δὲν ἐνθυμούμεθα ποία ἦτο ἡ Ἑλλὰς καὶ ποία ὑπάρχει
1893σήμερον; Ἂς τὴν παραβάλωμεν πρὸς ἑαυτήν. Ἀνεγίνωσκον
1894προχθὲς συγγραφέα Γάλλον, ἐπισκεφθέντα τὴν Ἑλλάδα τὸ
18951829 καὶ μετὰ ταῦτα. «Θαυμάζω, λέγει, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἠδυ-
1896νήθη νὰ ζήσῃ, καὶ ἐξ ἐρημίας μετεβλήθη εἰς περιβόλιον καὶ
1897ἐξ ἐρειπίων εἰς περικαλλεῖς πόλεις». Εἶναι πρώτη ἐν τῇ Ἀνα-
1898τολῇ κατὰ τὸν πολιτισμὸν, πρώτη κατὰ τὰ γράμματα, πρώ-
1899τη σχετικῶς κατὰ τὸν πλοῦτον, πρώτη κατὰ τὴν ἐλευθερίαν,
1900ὁσημέραι ἀναπτύσσεται, καὶ ἡ εὐημερία προοδεύει, καὶ εἶναι,
1901τὸ λέγω μεθ’ ὑπερηφανείας, πρῶτον Βασίλειον εὐνομίας ἐν τῇ
1902Ἀνατολῇ. Ὑβρίζετε τὴν Πατρίδα σας σεῖς, οἱ ἀρνούμενοι ταῦ-
1903τα, διότι αὐτὰ εἶναι ἡ ἀλήθεια.
1904§88ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Καὶ ἡ τάξις εἰς τὰς ἐπαρχίας λαμπρά.
1905§89ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνετε διὰ τὰς ἐπαρχίας
1906ἐκείνας, ἀλλὰ ξένοι καὶ ἔντιμοι ἄνθρωποι, καθ’ ἣν στιγμὴν
1907σεῖς διαδίδετε συκοφαντίας, σᾶς διαψεύδουσι. Καὶ τοῦ ἀνδρὸς,
1908ὅστις σᾶς διαψεύδει, οὔτε τὴν τιμὴν, οὔτε τὴν ἀξιοπιστίαν
1909δύνασθε ν’ ἀμφισβητήσητε.
1910§90ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πόσοι εἶναι οἱ λῃσταὶ
1911εἰς τὴν Θεσσαλίαν;
1912§91ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θ’ ἀποδειχθῇ ἐν καιρῷ ἂν αὐτοὶ, τοὺς
1913ὁποίους συλλαμβάνετε, ἦναι λῃσταὶ, καὶ ἂν δὲν ἐνεργῆτε
1914δι’ ἐπίδειξιν μόνον.
1915§92ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχομεν περὶ τοὺς 20.
1916§93ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ σεῖς ὁμιλεῖτε περὶ τῆς Θεσσα-
1917λίας πρὸς ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι παρελάβομεν αὐτὴν ἀπὸ τὴν Τουρ-
1918κίαν, καὶ γνωρίζετε εἰς ποίαν εὑρίσκετο κατάστασιν, καὶ
1919γνωρίζετε, ὅτι ἦτο ἡ ἑστία ὅλων τῶν κακοποιῶν στοιχείων.
1920Καὶ ὅμως, ἄνευ Ἀρχῶν, μὴ γνωρίζοντες τὸν τόπον, καὶ τοὺς
1921στρατιώτας ἔχοντες ἀῤῥωγοὺς μόνον, διετηρήσαμεν πλήρη τὴν
1922τάξιν, ἠσφαλίσαμεν τὰ δικαιώματα καὶ ἀποκατεστήσαμεν
1923τὴν εὐνομίαν. Καὶ ἔχετε τὴν τόλμην σεῖς νὰ ὁμιλῆτε καθ’
1924ἡμῶν!
1925Νομίζω λοιπὸν, κύριοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑβρίζωμεν τὴν Πα-
1926τρίδα μας, νὰ ὑβρίζωμεν τοὺς πολιτευομένους, διὰ νὰ ἀποδεί-
1927ξωμεν, ὅτι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, κακῶς διοικήσαντες δὲν ἐπροίκισαν
1928τὴν Ἑλλάδα μὲ μεγάλους στρατοὺς, μὲ πολλὰ πλοῖα, μὲ μεγά-
1929λας δυνάμεις μεγαλειτέρας ἢ ὅσας ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἠδύνατο
1930νὰ δώσῃ, ἢ ὅσας ὁ προϋπολογισμὸς νὰ ὑποστηρίξῃ καὶ νὰ
1931θρέψῃ. Ὁ προϋπολογισμὸς ἡμῶν δὲν ἐξισοῦτο μὲ προϋπο-
1932λογισμὸν βʹ τάξεως πόλεως εὐρωπαϊκῆς μέχρι τῆς χθές· ὁ
1933προϋπολογισμός μας ἀνέβη ἐσχάτως εἰς 10 ἑκατομμύρια, καὶ
1934ἔπρεπε δι’ αὐτοῦ νὰ συντηρηθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἡ διοίκησις καὶ
1935ἡ δικαιοσύνη, ἡ παιδεία, αἱ ἐθνικαὶ δυνάμεις, καὶ νὰ θερα-
1936πευθῇ καὶ τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον. Ἂς ἤμεθα δίκαιοι καὶ
1937πρὸς τὴν Πατρίδα. Μὲ πληθυσμὸν ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομ-
1938μυρίου καὶ προϋπολογισμὸν ἐκ 18 ἑκατομμυρίων τὸ 1860,
1939καὶ 40 ἑκατομμυρίων πρὸ δύω μόλις ἐτῶν, τί γενναῖον ἠδύ-
1940νατο νὰ πραχθῇ; Ἂς ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς κατώρθωσε
1941μέχρι τοῦδε πλειότερα παρὰ πᾶν ἄλλο ἔθνος σχετικῶς. Αἱ
1942πεπλανημέναι διαδόσεις μᾶς ἀτιμάζουσι καὶ μᾶς ἀποθαῤῥύ-
1943νουσι. Κύριοι, τελειώνω, ἐπαναλαμβάνων, ὅτι διατεθειμένος
1944εἶμαι νὰ δώσω πᾶσαν τὴν συνδρομήν μου εἰς τὴν Κυβέρνησιν
1945πρὸς τὸ ζήτημα τῶν φόρων, τῶν δικαίων καὶ σκοπίμων· δὲν
1946ἠμπορῶ νὰ συμφωνήσω ὅμως ὡς πρὸς τὸ προκείμενον φορολο-
1947γικὸν νομοσχέδιον, διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους εἶπον, διότι
1948εἶναι ἄδικον καὶ ἀλυσιτελές.
1949§94ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
1950§95Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀφήσατε νὰ περάσῃ ἡ πρώτη ἀνάγνω-
1951σις καὶ λαμβάνετε τὸν λόγον εἰς τὴν δευτέραν.
1952§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ν’ ἀρχίσῃ ἡ ψηφοφορία.
1953§97ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ὀνοματικῆς κλήσεως.
1954§98ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον, ἐὰν ἡ ψηφοφορία θὰ γείνῃ δι’ ἀνα-
1955στάσεως, δύναμαι ν’ ἀναβάλω τὴν ὁμιλίαν μου εἰς αὔριον,
1956ἀλλ’ ἀφοῦ ἐπιμένωσιν εἰς τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν, δικαιοῦμαι
1957νὰ ὁμιλήσω, διότι δὲν ἐξηντλήθη ἡ συζήτησις, αἰτήσαντος,
1958πλὴν ἐμοῦ, τὸν λόγον καὶ τοῦ κ. Ἀθ. Πετιμεζᾶ.
1959§99ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Αὔριον, αὔριον.
1960§100ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εἶπεν
1961ἐπανειλημένως, ὅτι εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν θὰ ἐξαντληθῇ
1962τὸ θέμα, καὶ ὅτι εἰς τὴν δευτέραν καὶ τὴν τρίτην δὲν θὰ
1963γείνῃ συζήτησις. Ἑπομένως ἐπὶ τῆς πρώτης ἀναγνώσεως νὰ
1964ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, καὶ ἐπ’ αὐτῆς θὰ ἔχωμεν ὀνομα-
1965στικὴν κλῆσιν.
1966§101Γ. ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλυπήθην, κύριοι, ὅταν ἤκουσα τὸν σε-
1967βαστὸν φίλον μου, τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, ν’ ἀναμνησθῇ τῆς
1968εἰρωνείας δῆθεν, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ ἐκτοξεύσῃ κατ’ ἐμοῦ
1969ὁ κ. Καλλιγᾶς, ὅστις παραδόξως, ὁσάκις πρόκειταί τις νὰ ἀ-
1970παντήσῃ εἰς αὐτὸν, τρέπεται εἰς φυγήν. Ἐλυπήθην διὰ τὴν ὑ-
1971πόμνησιν ταύτην τοῦ κ. Κουμουνδούρου, καὶ ἐλυπήθην οὐχὶ
1972διὰ τὸν εἰπόντα, οὐχὶ δι’ ἐμαυτὸν, ἀλλὰ διὰ τὸν κ. Καλ-
1973λιγᾶν. Οὐδέποτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξετράπην εἰς
1974προσωπικότητας, οὐδὲ τώρα θέλω ἀπαντήσει εἰς τὸν κ. Καλ-
1975λιγᾶν προσωπικῶς, ἀλλὰ θέλω κατασυντρίψει τὰ ἐπιχειρή-
1976ματα αὐτοῦ, καὶ κατασυντρίβων αὐτὰ, θέλω τὰ μεταβάλει
1977εἰς σκουπίδια. Καὶ αὕτη ἔσται ἀρκετὴ ἱκανοποίησις δι’ ἐμὲ
1978καὶ διὰ τὴν Βουλήν.
1979§102ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ κ. Καλλιγᾶς εἶ-
1980πε περὶ τῶν ὕβρεων; Δὲν ἠκούσατε, φαίνεται, καλῶς. Εἶπεν,
1981ὅτι αἱ ὕβρεις, αἱ ἀπευθυνόμεναι πρὸς αὐτὸν ἄλλοθεν, εἶναι ὡς
1982τὰ σκουπίδια, τὰ ὁποῖα παρασύρει ὁ ἄνεμος. Μὴ ἐπαναλαμ-
1983βάνετε λοιπὸν αὐτὰ, διότι δὲν εἶναι δίκαιον.
1984§103ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀρκοῦμαι εἰς τὴν ἐξήγησιν ταύτην τοῦ
1985κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ὁ κ. Καλλιγᾶς εἶπε
1986καὶ ἄλλα διάφορα, τὰ ὁποῖα εἶχον τὴν πρόθεσιν τῆς εἰρωνείας,
1987εἰρωνείας ὅμως ἀστόχου, καὶ μὴ δυναμένης νὰ φθάσῃ μήτε
1988μέχρι τοῦ ἑνὸς ἐκ τῶν Γενικῶν Γραμματέων, μήτε μέχρι τοῦ
1989ἑτέρου ἐξ αὐτῶν.
1990Ἠθέλησε δῆθεν ν’ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Καλλιγᾶς, καὶ ἀναβὰς
1991εἰς τὸ βῆμα προσεπάθησε πῶς νὰ ἐκφύγῃ μᾶλλον πᾶσαν ἀ-
1992πάντησιν. Οὐδὲν μᾶς εἶπε περὶ τῆς παραγωγῆς, οὐδὲν περὶ
1993τῶν ἐξόδων, ἵνα μᾶς πείσῃ, ὅτι ὁ φόρος εἶναι δίκαιος καὶ ὀρ-
1994θὸς, ἀλλ’ ἠγωνίσθη ν’ ἀναιρέσῃ ἐπιστημονικὰς ἀληθείας, τὰς
1995ὁποίας ἐγὼ καὶ ἄλλοι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξηνέγκαμεν
1996καὶ τὰς ὁποίας δὲν λέγω, ὅτι ἀγνοεῖ αὐτὸς, ἀλλὰ δὲν ἔλαβεν
1997ὑπ’ ὄψιν. Ἠθέλησε νὰ μὲ διαψεύσῃ, εἰπὼν, ὅτι ἐγὼ εὗρον εἰς
1998μίαν γωνίαν, ὅτι ὁ κ. Καλλιγᾶς εἶπεν, ὅτι, ἐπειδὴ ηὔξη-
1999σεν ἡ τιμὴ τοῦ κρέατος, διὰ τοῦτο ηὔξησε καὶ ἡ πα-
2000ραγωγή· ἠθέλησε δὲ νὰ μὲ διαψεύσῃ, διότι ᾐσθάν-
2001θη τὸν νυγμὸν τῆς καταδείξεως τοῦ τοιούτου πα-
2002ραλογισμοῦ. Ἀλλὰ μὲ διέψευσεν ἀληθῶς; Παντά-
2003πασιν. Ἡ ἔκθεσίς του, ἡ ὁποία φέρει τὴν ὑπο-
2004γραφὴν τοῦ ἰδίου, τί λέγει δικαιολογοῦσα τὴν αὔξησιν τοῦ
2005φόρου;
2006«Ἡ τοιαύτη τοῦ φόρου αὔξησις δικαιολογεῖται ὡς ἐκ τῆς
2007» ὑπερτιμήσεως τῆς ἀξίας τῶν ζώων τούτων καὶ τῆς ἐκ τού-
2008» των παραγωγῆς».
2009Εἴπατέ μοι ἐν συνειδήσει ὅσοι ἠξεύρετε γράμματα, καὶ ἠ-
2010ξεύρετε πάντες, ἂν διὰ τούτων ὁ κ. Καλλιγᾶς δὲν ἐκφέρῃ
2011ῥητῶς τὸν ἐξελεγχθέντα ὑπ’ ἐμοῦ οἰκονομολογικὸν παραλογι-
2012σμὸν, ὅτι αὔξησις τῆς τιμῆς ἀποδεικνύει αὔξησιν τῆς παρα-
2013γωγῆς. Διέψευσε λοιπὸν ἑαυτὸν ὁ κ. Καλλιγᾶς ἐν τῇ ὑπο-
2014γραφῇ του, καὶ διὰ νὰ δικαιολογηθῇ μόνον κατὰ τὴν στιγμὴν
2015ἐκείνην, εἶπεν οὐχὶ τὴν ἀλήθειαν, διότι τηλικαύτην ἄγνοιαν
2016δὲν δύναμαι νὰ τῷ καταλογίσω. Ἰδοὺ τὸ πρῶτον ἐπιχείρημα
2017τοῦ κ. Καλλιγᾶ καταπίπτει εἰς συντρίμματα. Ἀλλὰ δὲν τὸν
2018ἄφησαν ἥσυχον οἱ Γενικοὶ Γραμματεῖς. Οἱ Γενικοὶ Γραμμα-
2019τεῖς εἶναί τι μικρὸν διὰ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν,
2020ὁ ὁποῖος, ὡς μοὶ ἐνθυμίζει φίλος συνάδελφος ἐνταῦθα, ἐχρημά-
2021τισεν ἀντεισαγγελεὺς, ἤτοι εἰς θέσιν κατωτέραν τῆς τοῦ Γενι-
2022κοῦ Γραμματέως.
2023Καὶ ὅμως οὐδείς ποτε ὑπενθύμισεν εἰς τὸν κ. Καλλιγᾶν,
2024ὅτι ἦτον ἀντεισαγγελεὺς, ὅτι ἦτο καθηγητὴς καὶ ἑπομένως
2025περιωρισμένος εἰς τὴν καλλιέργειαν τῆς ἐπιστήμης, καὶ ὅτι,
2026μὴ ἔχων καιρὸν ν’ ἀσχοληθῇ εἰς τὴν ἔρευναν τῶν περιστάσεων
2027καὶ τῶν ἀναγκῶν τοῦ Τόπου, δὲν εἶναι ὁ ἁρμόδιος νὰ κρίνῃ
2028περὶ αὐτῶν. Γνωρίζετε δὲ πάντες τί λέγεται γενικῶς ἐν τῇ
2029κοινωνίᾳ, δὲν τῷ λέγω δὲ ἐγὼ ὅστις τιμῶ τοὺς λογίους,
2030κατὰ τὴν ἀξίαν αὐτῶν. Ἐν τῇ κοινωνίᾳ λέγεται, ὁσάκις
2031πρόκειται νὰ κατακριθῇ ἡ ἐνέργεια τινὸς ὡς ἄστοχος, «φέρε-
2032ται σὰν δάσκαλος». Ἀλλ’ οὐδ’ αὐτὸ εἶπε κανεὶς ἐδῶ πρὸς τὸν
2033κ. Καλλιγᾶν. Τί τῷ ἔπταισαν οἱ Γενικοὶ Γραμματεῖς; Καὶ
2034ποίαν σχέσιν ἔχει ἡ θέσις, ἣν εἶχον πρὸ ἐτῶν δύω Ἀντιπρόσω-
2035ποι τοῦ Ἔθνους πρὸς τὴν θέσιν αὐτῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ σή-
2036μερον; Ἀλλ’ ἀπέδειξε τάχα ὁ κ. Καλλιγᾶς, ὅτι, ὁμιλήσαντες
2037περὶ τοῦ θέματος τούτου, δὲν εἶπον ἀληθείας ἐπιστημονικὰς,
2038ἃς αὐτὸς παραγνωρίζει, ἢ δὲν γινώσκει, καὶ ὅτι δὲν εἶπον ἀ-
2039κριβῶς ὅ,τι ἡ ἐπιστήμη παραγγέλλει; Μηδαμῶς. Ἠκούσατε
2040τοῦ κ. Καλλιγᾶ λέγοντός τι τερατῶδες· ὅτι δηλαδὴ ὁ φόρος
2041αὐτὸς εἶναι φόρος καταναλώσεως. Ὁ ἐπὶ τῶν ζώων φόρος εἶ-
2042ναι φόρος καταναλώσεως, ἑπομένως φόρος ἔμμεσος! Δὲν πι-
2043στεύω νὰ ὑπῆρξε ποτὲ παραφωνία μεγαλειτέρα κατὰ τὸν
2044προσδιορισμὸν τῆς φύσεως τῶν φόρων. Καὶ διατί, νομίζετε
2045ὅτι εἶπεν αὐτό; Τὸ ἐξήγησεν ἁπλοϊκώτατα. Μήπως, εἶπε,
2046τὰ ζῶα ταῦτα δὲν σφάζονται καὶ δὲν τρώγονται; Ἰδοὺ, ὅτι
2047εἶναι φόρος καταναλώσεως! Δικαιοῦμαι, πιστεύω, νὰ ἐρωτήσω
2048ἐνταῦθα: τρώγει καὶ τοὺς ἵππους ὁ κ. Καλλιγᾶς, τρώγει καὶ
2049τοὺς ὄνους;
2050Ἀλλὰ διὰ νὰ εἴπω σπουδαίως τί διδάσκει ἡ ἐπιστήμη
2051περὶ τῆς φύσεως τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων καὶ τί
2052περὶ αὐτῶν παραδέχεται ἡ παράδοσις τῆς δημοσίας ὑπηρε-
2053σίας, τὴν ὁποίαν τόσον περιφρονεῖ ὁ ἐπιστήμων κ. Καλλιγᾶς,
2054θὰ σᾶς ἀναγνώσω τί λέγει περὶ τούτου ἡ νεωτάτη ἐπιστήμη
2055δι’ αὐτοῦ τούτου τοῦ συγγραφέως, τοῦ Beaulieu, τὸν ὁποῖον
2056πιστεύω, ὅτι ἀνέγνωσεν ἀπ’ ἀρχῆς ἕως τέλους ὁ κ. Καλλι-
2057γᾶς, ἀλλὰ τὸν ὁποῖον ἢ δὲν ἐννοεῖ, ἢ παρεξηγεῖ, ἢ ἐν γνώσει
2058παραμορφώνει ἐδῶ. Ἰδοὺ τί λέγει: «Οἱ ἄμεσοι φόροι (λέγει ἡ
2059»διοικητικὴ ὑπηρεσία, ἡ ῥουτίνα, κατὰ τὸν κ. Καλλιγᾶν
2060»ἀφορῶσιν ἀμέσως εἰς τὰ πρόσωπα, ἐπὶ τῆς κατοχῆς ἢ τῆς
2061»χρήσεως τῆς ἰδιοκτησίας αὐτῶν, ἀπευθύνονται εἰς καταστά-
2062»σεις κανονικὰς καὶ διαρκεῖς, ἀναγράφονται δὲ ἐν καταλόγοις
2063»ὀνομαστικοῖς. Οἱ ἔμμεσοι φόροι ἀπεναντίας, εἰσπράττονται ἐπὶ
2064»τῇ εὐκαιρίᾳ γεγονότος τινός, πράξεώς τινος, ἀνταλλαγῆς
2065»τινος. Δὲν ἀναγράφονται δὲ ὡς πρὸς τὸν φορολογούμενον εἰς
2066»ὀνομαστικοὺς καταλόγους, κανονικῶς καὶ κατὰ περιόδους συν-
2067τασσομένους».
2068Αὐτὰ λέγει ἡ διοικητικὴ ῥουτίνα. Ἂς ἴδωμεν τί ἐπι-
2069στημονικώτερον ὁ συγγραφεὺς γράφει, ὅπως χαρακτηρίσῃ ἀ-
2070κριβέστερον τὴν φύσιν τῶν φόρων.
2071«Διὰ τοῦ ἀμέσου φόρου, λέγει ὁ Beaulieu, ὁ Νομοθέτης
2072σκοπεῖ νὰ ἐπιβαρύνῃ ἀμέσως, διαρκῶς καὶ ἀναλόγως τῆς πε-
2073ριουσίας ἢ τῶν εἰσοδημάτων του τὸν ἀληθῆ φορολογούμενον.
2074Ἀποκλείει ἄρα πάντα μεσολαβοῦντα μεταξὺ τούτου καὶ τοῦ
2075δημοσίου θησαυροῦ. Ὅπως π. χ. οἱ ἔμμεσοι φόροι ἔχουσι με-
2076σολαβοῦντας τοὺς ἐμπόρους ἐν τοῖς τελωνείοις, τοὺς πωλητὰς
2077τῶν οἰνοπνευμάτων, ἐὰν ἔχωμεν καὶ ἐπὶ τούτων φορολογίαν,
2078τοὺς πωλητὰς τοῦ καπνοῦ κλπ. «Διὰ δὲ τοῦ ἐμμέσου φόρου
2079»(προσθέτει ὁ Beaulieu) ὁ Νομοθέτης δὲν ἀφορᾷ ἀμέσως εἰς
2080»τὸν ἀληθῆ φορολογούμενον, καὶ δὲν ζητεῖ νὰ τῷ ἐπιβάλῃ
2081»τὸ βάρος ἀκριβῶς ἀνάλογον πρὸς τὰ μέσα του. Προστίθεται
2082»νὰ φθάσῃ μέχρι τοῦ ἀληθοῦς φορολογουμένου δι’ ἀνακρού-
2083»σεως (par ricochet), δι’ ἀποκρούσεως (par contre coup),
2084»ἐκ τοῦ πλαγίου (par répercussion), θέτει μεσολαβοῦντας
2085»μεταξὺ τούτου καὶ τοῦ δημοσίου θησαυροῦ, καὶ παραιτεῖται
2086»τῆς ἀκριβοῦς ἀναλογίας τοῦ φόρου ἐν τοῖς καθέκαστον, ἀρ-
2087»κούμενος εἰς ἀναλογίαν τινὰ ὡς ἔγγιστα καὶ γενικήν».
2088Αὐτοὶ εἶναι οἱ ἔμμεσοι φόροι. Καὶ ἐν τούτοις τὸν ἀμεσώ-
2089τατον φόρον ἐπὶ τῶν ζώων ὁ κ. Καλλιγᾶς τὸν ὀνομάζει ἔμ-
2090μεσον! Κρίνατε ἂν καὶ τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ δὲν καταπίπτῃ
2091εἰς συντρίμματα.
2092Ἀλλὰ, εἶπεν ὑμῖν ἀκόμη, ἐπιτιθέμενος πάντοτε κατὰ τῶν
2093Γενικῶν Γραμματέων, ὁ κ. Καλλιγᾶς: Ἠξεύρετε τί ἔκαμεν
2094αὐτὸς ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς, ὁ βουλευτὴς Εὐρυτανίας; Αὐτὸς
2095ὑπελόγισε καὶ τὸν τόκον τοῦ κεφαλαίου τῆς ἀξίας ἑκατὸν
2096αἰγῶν.
2097Ἀλλὰ δὲν ἐνεθυμήθη ὁ κ. Καλλιγᾶς, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ
2098ἐξευρέσεως τῆς καθαρᾶς προσόδου, καὶ διὰ τοῦτο μοὶ ἔκαμε
2099τὴν διὰ παραδείγματος ἀποστροφὴν ἐκείνην, καὶ μὲ ἠρώτησε
2100θριαμβευτικῶς ἂν, ὅταν φορολογῶνται αἱ οἰκίαι, ἀφαιρῆται
2101ὁ τόκος. Ἡ ἐρώτησις αὕτη δὲν ἦτον ἀξία νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τοῦ
2102στόματος Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Βεβαίως, κ. Καλλιγᾶ·
2103διότι ἄλλως θὰ ἐπράττετε μέγιστον ἀδίκημα, ἐὰν ἐπεβάλετε
2104εἰς τὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα συνήθως ἔχουσιν οἱ πλουσιώτεροι,
2105μόνον 5% φόρον ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος. Δὲν ἐν-
2106νοεῖτε λοιπὸν ποία ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἀκαθαρίστου καὶ καθαρᾶς
2107προσόδου; Δὲν ἐννοεῖτε τὴν μεγάλην καὶ θεμελιώδη οἰκονομι-
2108κὴν ἀρχὴν, ὅτι οὐδέποτε φορολογοῦνται τὰ κεφάλαια, ἀλλ’ ἡ
2109καθαρὰ πρόσοδος αὐτῶν;
2110§104ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ κεφάλαιον ὑπάρχει παντοῦ.
2111§105ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλήθεια; Ἀλλὰ δὲν ἐννοεῖτε σεῖς, κ.
2112Ῥάλλη, τὰ οἰκονομικά· σεῖς εἶσθε δικονομικός.— Μᾶς εἶπε καὶ
2113ἄλλα ὁ κ. Καλλιγᾶς. Καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου αὐτὸς
2114ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη, λαμβάνει καὶ ἐδῶ ὕφος διδασκάλου, καὶ
2115μᾶς διδάσκει πῶς νὰ ὁμιλῶμεν, πῶς νὰ σκεπτώμεθα, πῶς νὰ
2116ἀναγινώσκωμεν τοὺς συγγραφεῖς, καὶ διὰ μαντείας εὗρεν, ὅτι
2117οἱ Γενικοὶ Γραμματεῖς ἰδίως, ὁσάκις πρόκειται νὰ συμβουλευ-
2118θοῦν συγγραφέα τινὰ, δὲν ἀναγινώσκουν αὐτὸν ὁλόκληρον,
2119ὅπως πράττουν οἱ καθηγηταί, ἀλλὰ περιορίζονται εἰς ἐκεῖνο
2120μόνον τὸ μέρος, περὶ οὗ πρόκειται. Τοῦτο εἶπε, προφητεύων,
2121ὅτι ἔπραξα καὶ ἐγὼ, ὅταν εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ
2122φόρος ὁ ἐπιστημονικὸς εἶναι 20% εἰς τὴν Γαλλίαν,
2123ἀλλ’ εἶναι 8%. Ἀνέφερε δὲ πάλιν τὴν Constituante
2124καὶ μᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ Constituante ἐπέβαλε ποσὸν ἐγγείου
2125φόρου τοιοῦτον, ὥστε ἐπὶ τῶν 1.400.000,000, εἰς ὅσα ἀνήρ-
2126χετο τότε ἡ πρόσοδος, ὁ ὅρος αὐτοῦ ἀνήρχετο εἰς 20%.
2127Καὶ δὲν ἐδιαβάσατε, λέγει πάντοτε θριαμβευτικῶς, τὸ μέρος
2128αὐτὸ, δὲν προέβητε παρακάτω, ἵνα ἴδητε, ὅτι, προχωρούσης
2129τῆς προόδου, ἐπεκτεινομένης τῆς καλλιεργείας, καὶ μὴ αὐξα-
2130νομένου τοῦ φόρου, ἐπῆλθεν αὐτὴ ἡ ἐλάττωσις εἰς 8%,
2131τὴν ὁποίαν μᾶς ἀνεφέρατε. Καὶ ἰδοὺ κατέκρινε τὸν πρώην
2132Γενικὸν Γραμματέα, ὅτι δὲν ἀνέγνωσε τὸ σύνολον τοῦ συγ-
2133γράμματος, καὶ τὸν συνεβούλευσε μάλιστα πατρικῶς, ἄλλοτε
2134νὰ τὸν ἀναγινώσκῃ ὁλόκληρον. Ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Καλλιγᾶς,
2135ὁ ὁποῖος ἔδωκεν αὐτὴν τὴν συμβουλήν, τὸν ἀνέγνωσεν ὅλον,
2136διότι ἄλλως δὲν θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ συμβουλεύῃ τοὺς
2137ἄλλους ὅ,τι δὲν πράττει αὐτός. Ἀλλὰ τί γράφει ὁ συγγρα-
2138φεὺς ἐν τῷ βιβλίῳ ἐκείνῳ; Ἐντελῶς τὸ ἀντίθετον ἐκείνου,
2139τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπεν ὁ κ. Καλλιγᾶς. Δὲν ὡρίσθη ποσῶς εἰς 20%
2140ὁ φόρος, οὐδὲ ἐτέθη ποτὲ τοιαύτη ἀναλογία. Ἐφαί-
2141νετο, λέγει ὁ Beaulieu, ὅτι ἦτο 20%, ἀλλὰ πράγματι
2142ἦτο πολὺ ἐλάσσων. Καὶ τοῦτο τὸ λέγει ἐν τῇ αὐτῇ σελίδι,
2143τὴν ὁποίαν μᾶς ὑπέδειξεν ὁ κ. Καλλιγᾶς, καὶ εὐθὺς ἀμέσως
2144κατόπιν ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Καλλιγᾶς μᾶς ἀνέγνωσε χθές.
2145Ἰδοὺ τί λέγει ὁ Beaulieu.
2146«Ἐν πρώτοις εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ ἐκτίμησις τῶν 1440
2147ἑκατομμυρίων ὡς εἰσοδήματος τῶν ἀκινήτων ἦτον ἄγαν ἠλατ-
2148τωμένη. Ὁ ὑπολογισμὸς οὗτος θὰ ἦτον ἴσως ἀκριβής, ἐὰν ἐπρό-
2149κειτο περὶ τῶν εἰσοδημάτων μόνης τῆς γῆς, τουτέστι τῆς
2150ἀγροτικῆς ἰδιοκτησίας. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἰς ταῦτα τὰ εἰσοδή-
2151ματα προσετίθετο καὶ τὸ εἰσόδημα τῶν οἰκοδομῶν, εἶναι ἀναν-
2152τίῤῥητον, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν 1440 ἑκατομμυρίων ἦτο κατώ-
2153τερος τοῦ πραγματικοῦ. Ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὴν ἐπανάστασιν
2154τὸ καθαρὸν εἰσόδημα τῶν οἰκοδομῶν ἦτον ἴσον πρὸς τὸ ⅓
2155τοὐλάχιστον τοῦ εἰσοδήματος τῶν γαιῶν. Ἀλλὰ πλὴν τούτου,
2156προσθέτει ὁ Beaulieu, διὰ νὰ ἐκτιμήσῃ τις τὸ πραγματικὸν
2157ποσὸν τοῦ φόρου, πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τοὺς πολλοὺς καὶ
2158ποικίλους ἀρχαίους φόρους, οὓς ἡ Constituante κατήργει, καὶ
2159τὰ τιμαριωτικὰ καὶ ἐκκλησιαστικὰ δικαιώματα, ἀπὸ τῶν
2160ὁποίων ἡ γῆ ἀπηλλάσσετο τότε».
2161Ὥστε κατὰ τὸ ⅓ τοὐλάχιστον πρέπει νὰ ἐλαττώσωμεν
2162τὸν ὅρον τοῦ ἐπιστημονικοῦ φόρου τοῦ κ. Καλλιγᾶ, ὅτε, ἀντὶ
2163τῶν 20, ἔχομεν 13 μόνον, καὶ τοῦτο χωρὶς νὰ λάβωμεν ὑπ’
2164ὄψιν τὴν λίαν σπουδαίαν τελευταίαν παρατήρησιν τοῦ Beau-
2165lieu, ἤτοι, ὅτι ἡ ἰδιοκτησία ἐν Γαλλίᾳ ἠλευθεροῦτο τότε ἀπὸ
2166τὴν τυραννικωτέραν δουλείαν.
2167Ἐγὼ ὅμως δὲν φρονῶ, ἄπαγε, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
2168Οἰκονομικῶν ὑπέπεσεν εἰς τοιαῦτα σφάλματα ἐξ ἀγνοίας, ἀλλ’
2169εἶπε ταῦτα ὡς ἐπιχειρήματα πρόχειρα, τῆς στιγμῆς, προσιδιά-
2170ζοντα τῷ κ. Καλλιγᾷ. Δὲν ἔχω τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν,
2171ὅτι μετεμελήθη καὶ ὁ ἴδιος, ὅτι τὰ ἐξέφερε.
2172§106ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Θὰ ὑπάγω εἰς μοναστῆρι.
2173§107ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ κάμετε πολὺ καλά.— Ἀλλ’ ὁ κ. Καλ-
2174λιγᾶς ὡμίλησεν αὖθις γενικῶς ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον
2175μᾶς ἀπασχολεῖ. Εἶπεν, ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ λη-
2176φθῶσι μέτρα πρὸς ἐξόντωσιν τῶν αἰγῶν, διότι αἱ αἶγες κατα-
2177στρέφουσι τὰ δάση, διότι αἱ αἶγες καταστρέφουσι τὴν καλ-
2178λιέργειαν, τὴν γεωργίαν, καὶ ἐνόμισεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐπι-
2179μείνῃ εἰς ἓν σφάλμα, κατὰ σύστημα πλέον ἀκαδημαϊκόν.
2180Ἐνόμισεν, ὅτι πρέπει νὰ τὸ ὑποστηρίξῃ καὶ τὸ ὑπεστή-
2181ριξε, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ, ὡς μᾶς εἶπεν, εἰς τὸ μέλλον ὡς
2182συμβουλὴ καὶ νουθεσία. Πῶς νὰ μὴν εὐγνωμονήσῃ τις τῷ
2183κ. Καλλιγᾷ διὰ τὴν τοιαύτην πατρικήν του πρόνοιαν, τὴν
2184ἀφορῶσαν εἰς τὴν ἐξόντωσιν τῶν αἰγῶν! Ἀλλ’ ὁποιαδή-
2185ποτε μέτρα καὶ ἂν λάβητε, δὲν θέλετε ἐπιφέρει τὴν ἐξόν-
2186τωσιν τῶν αἰγῶν, ἀλλὰ θὰ ἐπιφέρητε τὴν ἐξόντωσιν τῶν
2187γεωργῶν, διότι κτηνοτρόφοι ἐν Ἑλλάδι εἶναι πάντες οἱ γε-
2188ωργοί. Ἐδῶ αὖθις ὁ κ. Καλλιγᾶς, ὁ ὁποῖος καὶ εἰς τὸν ἕνα
2189καὶ εἰς τὸν ἕτερον τῶν Γενικῶν Γραμματέων ὑπενθύμισεν, ὅτι
2190εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ ὁποῖον, ὡς τοιοῦτοι,
2191διηύθυνεν, γίνονται αἱ στατιστικαί, δὲν προσέτρεξεν ὅμως
2192τοὐλάχιστον αὐτός, ὁ συμβουλεύων τὰς στατιστικὰς ἐκείνας,
2193ὅπως ἴδῃ ποία εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ ἐδάφους ἐν Ἑλλάδι
2194καὶ ποία ἡ πυκνότης τοῦ πληθυσμοῦ, καὶ ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ
2195ἐκλείψωσιν ἐν τοιαύτῃ καταστάσει αἱ αἶγες χωρὶς νὰ συνεκ-
2196λείψωσι καὶ οἱ ἄνθρωποι. Ὡμίλησε περὶ Γαλλίας, ὡμίλησε
2197περὶ Πρωσσίας. Ἀλλὰ δὲν ἐνθυμεῖται, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ τὸ
2198πλεῖστον μέρος τοῦ τόπου εἶναι πεδινὸν καὶ καλλιεργημένον;
2199Ὅταν δὲ βλέπῃ τὰς ἀναλογίας, αἱ ὁποῖαι ἐπιπολαίως δημο-
2200σιεύονται εἴς τινα ἐφημερίδα, στηριζομένας ἐπὶ τοῦ ὅλου πλη-
2201θυσμοῦ τῆς Γαλλίας, πῶς δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν, ὅτι αἱ αἶγες
2202ἐν Γαλλίᾳ εὑρίσκονται εἰς ἐλάχιστά τινα καὶ περιωρισμένα
2203σημεῖα, ὅπου καὶ μόνον τὸ ἔδαφος ἐπιτρέπει καὶ ἀπαιτεῖ τὴν
2204ὕπαρξιν αὐτῶν; Γνωρίζει ἆρα ὁ κ. Καλλιγᾶς ποία εἶναι
2205ἡ κατάστασις τοῦ ἐδάφους ἐν Ἑλλάδι καὶ ποία ἡ πυκνότης
2206τοῦ πληθυσμοῦ; Ἐκ τῶν στατιστικῶν, τὰς ὁποίας δύνα-
2207ται νὰ εὕρῃ ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ δὲν
2208ἀνεζήτησεν, ἡ πυκνότης τοῦ πληθυσμοῦ ἀνέρχεται ἐν Βελγίῳ
2209π. χάριν εἰς 170 ψυχὰς ἐπὶ ἑνὸς χιλιομέτρου, ἐν Ὁλλανδίᾳ
2210εἰς 165, ἐν Ἀγγλίᾳ εἰς 100, ἐν Γαλλίᾳ εἰς 80, ἐν Ἑλλάδι
2211δὲ μόνον εἰς 23. Ἀλλ’ ὁ ἀριθμὸς τῶν 23 εἶναι ὁ μέσος
2212ὅρος. Ἡ δὲ πραγματικὴ ἀναλογία τῶν ἐπαρχιῶν ἡμῶν, τῶν
2213αἰγοτρόφων, αἵτινες εἶναι αἱ πλεῖσται καὶ ἐκ τῶν ὁποίων ὁ κ.
2214Πρωθυπουργὸς γνωρίζει καλῶς τὰς τοῦ νομοῦ Ἀκαρνανίας καὶ
2215Αἰτωλίας, εἶναι ἀπελπιστική. Αἱ ἐπαρχίαι αὗται ἔχουσιν ἀ-
2216ραιότατον πληθυσμόν. Ἡ Εὐρυτανία π.χ. ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ὡς
2217πρὸς τὴν ἔκτασιν μικρὸν Βασίλειον, διότι ἡ ἀπόστασις ἀπὸ
2218τοῦ ἑνὸς ἄκρου εἰς τὸ ἕτερον αὐτῆς σταυροειδῶς ὑπερβαίνει
2219τὰς 25 ὥρας, ἡ Εὐρυτανία ἔχει μόνον 42 χιλιάδας ψυχῶν
2220πληθυσμόν. Ἠξεύρετε εἰς ποῖον ἀριθμὸν κατέρχεται ἐκεῖ ἡ ἀ-
2221ναλογία; Οὔτε πέντε ψυχαὶ δὲν ἀναλογοῦσιν ἐπὶ ἑνὸς χιλιο-
2222μέτρου. Τί θέλετε νὰ κάμωσιν ἐκεῖ, πῶς νὰ καλλιεργήσωσι;
2223Ποῦ αἱ χεῖρες νὰ καλλιεργήσωσι τὰς γαίας; Ποῦ δὲ καὶ αἱ
2224καλλιεργήσιμοι προσοδοφόροι γαῖαι εἰς τὰ ὀρεινὰ ἐκεῖνα καὶ
2225ἀπρόσιτα μέρη; Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῶν χειρῶν εἶναι, κατ’ ἐμὲ,
2226τὸ πρώτιστον, ἑπομένως ἡ πυκνότης τοῦ πληθυσμοῦ. Καὶ ἡ
2227Γαλλία ἔχει ὄρη, ἀλλ’ ὁ πυκνὸς αὐτῆς πληθυσμὸς καλλιέρ-
2228γησε καὶ τὰ ὄρη καὶ μετέβαλε τοὺς ἀποῤῥῶγας βράχους εἰς
2229λειμῶνας θαλερούς. Ἄν ἀφαιρέσητε ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς δυστυ-
2230χεῖς ἀνθρώπους τὰς αἶγας, τοὺς κατεδικάσητε εἰς θάνατον.
2231§108ΡΑΛΛΗΣ. Ὅσῳ μεγαλειτέραν ἔκτασιν ἔχετε νὰ καλλιερ-
2232γῆτε, τόσον εἰς θάνατον τοὺς καταδικάζετε.
2233§109ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδὲν ἐνοήσατε ἐξ ὧν εἶπον. Δὲν πταίω
2234ἐγώ.
2235§110ΡΑΛΛΗΣ. Ἂς ἦσθε καλά.
2236§111ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς σᾶς δὲ εὔχομαι νὰ γίνητε καλλίτερα.
2237— Θέλετε τοὺς καταδικάσει εἰς θάνατον, καὶ τοῦτο, ὄχι μό-
2238νον διότι δὲν θὰ ἔχωσι τὴν ἐκ τῆς ἀμέσου προσόδου, τῆς μι-
2239κρᾶς, τῆς ἐλαχίστης, τῶν αἰγῶν, ἀνακούφισιν, ἀλλὰ θέλετε
2240τοὺς καταστρέψει ἰδίως ὑπὸ ἔποψιν γεωργικήν. Σᾶς εἶπον καὶ
2241προχθές, ὅτι αἱ αἶγες διατηροῦνται ὑπὸ τῶν γεωργῶν διὰ
2242νὰ λιπαίνουν τὰς μικρὰς λωρίδας τῆς γῆς, τὰς ὁποίας οὗτοι
2243ἔχουσι καὶ καλλιεργοῦσιν, ὅπως συντηρῶσι τὰς οἰκογενείας
2244των· σᾶς ἐπανέλαβον δὲ τὸ ὑπὸ τῶν δυστυχῶν ἐκείνων λε-
2245γόμενον, ὅτι ἔχουσι τὰς αἶγας διὰ τὴν μπομπότα.
2246§112ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τί εἶναι ἡ μπομπότα;
2247§113ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὁ ἐξ ἀραβοσίτου ἄρτος. Βλέπετε
2248πόσον ὀλίγον γνωρίζετε τὸν τόπον, κ. Καλλιγᾶ; Διὰ τοῦτο
2249τὰς διατηροῦν.
2250§114ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Διὰ νὰ τὰς τρέφουν εἰς βάρος τοῦ γείτονος.
2251§115ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα ἀστυνομικὸν καὶ ὄχι
2252φορολογικόν. Ἀλλ’ ἡ αἴξ, κατὰ τῆς ὁποίας ἐπετέθη τόσῳ
2253σκληρῶς ὁ κ. Καλλιγᾶς, ὑπ’ αὐτοῦ τούτου μᾶς παρεστάθη
2254ὡς τὸ εὐεργετικώτερον ζῶον τοῦ πτωχοῦ. Τί νομίζετε δὲ μᾶς
2255εἶπεν ὁ κ. Καλλιγᾶς; Τῷ ἐξέφυγε καὶ μᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ αἴξ
2256εἶναι ἡ δάμαλις τοῦ πτωχοῦ· γνωρίζετε δὲ τί θέλει νὰ εἴπῃ
2257τοῦτο· εἶναι ἡ περιουσία του, ἡ ὕπαρξίς του, ἡ ὕπαρξις τοῦ
2258πτωχοῦ, τοῦ ὀρεσιβίου, τοῦ εὑρισκομένου εἰς ἀραιὸν πληθυ-
2259σμὸν, εἰς μέρη, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ καλλιεργηθῶσι. Καὶ
2260πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἀγαθῆς περὶ αἰγῶν ἰδέας τοῦ κ. Καλ-
2261λιγᾶ, τῷ ἀναγινώσκω τί γράφουσιν οἱ περὶ ταῦτα ἀσχολού-
2262μενοι. Τὸ εὗρον καὶ ἐγὼ εἰς μίαν ἐγκυκλοπαιδείαν ὡς ἐκείνην
2263τοῦ κ. Καλλιγᾶ. «Ἡ γεωργία καταδιώκει τὰς αἶγας δι’
2264» ἀσπόνδου μίσους...» — Γελᾶτε, κύριε Καλλιγᾶ, ἀλλὰ γε-
2265λᾶτε, διότι δὲν μ’ ἐννοεῖτε. Τὸ μῖσος τῆς γεωργίας σημαίνει,
2266ὅτι, ἐπεκτεινομένης τῆς γεωργίας, φεύγουσιν αἱ αἶγες. Καὶ
2267τοιαύτην καταδίωξιν, τοιαύτην τοῦ μίσους πραγματοποίησιν
2268εὔχομαι νὰ ἴδω καὶ ἐγὼ εἰς τὴν πατρίδα μου. — «Ἐν τού-
2269» τοις, ἡ ἀνθρωπότης ἀπαιτεῖ τὴν ὕπαρξίν των παντοῦ, ὅπου
2270» ὑπάρχουσι δυστυχεῖς. Μόνον ἐν τῇ καλύβῃ τοῦ πτωχοῦ
2271» κατανοεῖ τις τὴν μεγάλην ἀξίαν τῆς αἰγός. Σύντροφος τῆς
2272» δυστυχίας ἡ αἴξ, ἀφοσιοῦται εἰς τὸν δυστυχῆ, τοῦ ὁποίου
2273» ἀνακουφίζει τὰς ἀνάγκας, ἀρκεῖται εἰς τροφὴν εὔκολον καὶ
2274» χονδροειδῆ, ὅπως ἀφίνῃ εἰς τὴν οἰκογένειαν, παρὰ τῇ
2275» ὁποίᾳ ζῇ, τὴν τροφὴν τὴν καλλιτέραν, καὶ λίαν συ-
2276» νήθως παρέχει τὸν μαστὸν αὐτῆς εἰς τὸ νήπιον.
2277» εἰς τὸ ὁποῖον τὸ στῆθος τῆς μητρός, ἐξησθενημένον ὑπὸ
2278» τῶν ἀναγκῶν καὶ στερήσεων, δὲν δύναται νὰ παράσχῃ μη-
2279» τρικὸν γάλα».
2280§116ΚΑΛΛΙΓΑΣ........................
2281§117ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Καλλιγᾶ, ἐὰν ἐγὼ ἦμαι, ὡς ἀτό-
2282πως λέγετε, εἰς τὴν ἡλικίαν, καθ’ ἣν βυζάνουν, σεῖς εὑρίσκεσθε
2283εἰς τὴν ὅλως ἀντίθετον, ὅπου γνωρίζετε τί συμβαίνει εἰς τὸν
2284δυστυχῆ ἄνθρωπον (ἱλαρότης).
2285Ἐξακολουθῶ τὴν ἀνάγνωσιν. «Αἱ αἶγες παρέχουσιν εἰς
2286» τὸν ἄνθρωπον βοήθειαν πρόχειρον καὶ πολύτιμον. Εἰς τοὺς
2287» ἀγόνους τόπους, ὅπου ὁ ἀτυχὴς κάτοικος μόλις δύναται νὰ
2288» ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας του, εὑρίσκει εἰς τὸ γάλα τῆς αἰ-
2289» γός, εἰς τὸ ἔριον αὐτῆς, εἰς τὰ νεογνὰ αὐτῆς ἀνακούφισιν
2290» τῆς ἀθλίας τύχης του.
2291Καὶ ὁ κ. Καλλιγᾶς ἐμελέτησε τὴν καταστροφὴν αὐτοῦ τοῦ
2292ζώου. Καὶ ἐνῷ ἐμελέτησε τὴν καταστροφὴν αὐτοῦ καὶ ἐσχί-
2293ζετο ἐνταῦθα διὰ νὰ τὸ κατορθώσῃ, μᾶς εἶπεν ὅτι εἶναι ὁ μό-
2294νος μεταξὺ ἡμῶν ὅστις ἀγαπᾷ τοὺς δυστυχεῖς γεωργοὺς καὶ
2295κτηνοτρόφους.
2296§118ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὄχι ὁ μόνος.
2297§119ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔστω ὁ πλειότερον παντὸς ἄλλου. Οἵα
2298ἀγάπη. Τῷ τὴν χαρίζομεν. «Ἀλλὰ, ἐπανέλαβεν αὖθις, δὲν
2299θέλετε νὰ ψηφίσητε τὸν φόρον αὐτὸν, ἀρνεῖσθε τὰ μέσα εἰς
2300τὴν Κυβέρνησιν. Ἔχομεν ἔλλειμμα· πῶς θὰ τὸ καλύψωμεν,
2301πῶς θὰ πληρώσωμεν τὸ κενόν;» Ἀλλ’ ἔχει ἆρά γε σχέσιν
2302τινὰ πρὸς τὸ ἔλλειμμα τὸ ἔσοδον αὐτὸ ὅπως τὸ κατήντησαν;
2303Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἔκαμε ὑπολογισμὸν καὶ σᾶς εἶ-
2304πεν, ὅτι 450,000 δραχμαὶ θὰ ἀπομείνουν· ὁ κ. Κουμουν-
2305δοῦρος εἶπε 500,000 ἐγὼ δὲ σᾶς λέγω, ὅτι ὁ κ. Καλλιγᾶς
2306ὁμολογεῖ, ὅτι δὲν θὰ ἦναι εἰμὴ 300,000 δραχμαὶ μόνον. Ὁ
2307κ. Καλλιγᾶς ἀνέγραψεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ 800,000
2308δραχμὰς τὴν ἐκ τοῦ συνόλου τοῦ προταθέντος φόρου αὔξησιν.
2309Ἀφαιροῦνται ἤδη 20 λεπτὰ ἀπὸ τὰς αἶγας, αἵτινες ἀνέρχον-
2310ται εἰς δύω καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια· ὥστε ἐκ τῶν 800,000
2311δὲν θὰ λάβωμεν τὰς 500,000 δραχμὰς, ἑπομένως μένουσι
2312300,000 δραχμαὶ μόνον.
2313Εἴπατέ μοι, πρὸς Θεοῦ, ἀξίζει διὰ τοιοῦτον εὐτελὲς ποσὸν
2314νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὴν πτωχοτέραν τάξιν τοῦ Τόπου; Εἶναι δὲ
2315ἀξιοπρεπὲς διὰ μίαν Κυβέρνησιν, ἐλθοῦσαν ἐδῶ, ὅπως ἀνορθώ-
2316σῃ τοὺς νόμους καὶ ὁδηγήσῃ τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν εὐ-
2317τυχίαν καὶ εἰς τὸν πολιτισμὸν, νὰ ἐγείρῃ ζήτημα πολιτικὸν
2318ἐπὶ τοῦ εὐτελοῦς ἐσόδου 300,000 δραχμῶν; Καὶ δὲν γνωρίζω
2319διατὶ κατῆλθε μέχρι τοσούτου ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ δὲν δύ-
2320ναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς ὁ κ. Καλλιγᾶς, μετὰ τοῦτο, δέχεται
2321νὰ ἦναι ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Διατί ὑπεχώρησεν εἰς τὸν
2322πρόσθετον φόρον; Δὲν ὑπεχώρησε διότι θεωρεῖ αὐτὸν ἄδικον,
2323ἀφοῦ ἐπιμένῃ ὅτι εἶναι κατώτερος τοῦ ἰδικοῦ του ἐπιστημο-
2324νικοῦ, οὔτε διότι θεωρεῖ αὐτὸν καταστρεπτικὸν, ἀφοῦ ἐπιμένῃ
2325καὶ εἰς τὴν καταστροφὴν, ἀντιφάσκων οὕτω οἰκτρῶς πρὸς ἑαυ-
2326τόν· διότι, ἐνῷ μᾶς ἐπρότεινε τὸν φόρον διὰ τὴν ἐξόντωσιν, ἐν-
2327ησχολήθη νὰ μᾶς ἀποδείξῃ καὶ ἐπέμεινεν, ὅτι δὲν φορολογεῖ
2328τὰς αἶγας ἢ 10%, ἤτοι κατὰ τὸ ἥμισυ τοῦ ἐπιστημονικοῦ
2329του φόρου.
2330Λοιπὸν δὲν ὑπεχώρησε, διότι μετέβαλε γνώμην, ἀλλὰ παρ-
2331ῃτήθη τοῦ προσθέτου αὐτοῦ φόρου, διότι ὁ Πρωθυπουργὸς εἶδε,
2332καὶ ὄχι αὐτὸς, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θέλει νὰ ψηφίσῃ αὐτὸν, καὶ
2333διότι ὁ Πρωθυπουργὸς ἀπεκήρυξεν ὡς ἀπαγορευτικὸν, ἤτοι ὡς
2334καταστρεπτικὸν, τὸν φόρον αὐτὸν τὸν πρόσθετον, ἀπόντος
2335μάλιστα τοῦ κ. Καλλιγᾶ. Ἀλλ’ εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον εὑρί-
2336σκεται καὶ σήμερον ἡ Κυβέρνησις ἀπέναντι τῆς Βουλῆς. Ἡ
2337Βουλὴ δὲν φαίνεται ἐπιθυμοῦσα καὶ τὴν προσθήκην τῶν 5
2338λεπτῶν, οὔτε εἰς τὰς αἶγας, οὔτε εἰς τὰ πρόβατα, οὔτε τὴν
2339προσθήκην εἰς τὰ λοιπὰ μεγάλα ζῶα. Ἀφοῦ δὲ πρόκειται
2340περὶ 300,000 δραχμῶν, διατί ἐπιμένει; Δὲν εἶναι καλλίτε-
2341ρον νὰ παραιτηθῇ ἤδη αὐτὸς καὶ τούτου, μιμούμενος τὸν
2342Πρωθυπουργόν; Τότε θὰ ἦτο συνεπὴς, τότε δὲ θὰ ἀπεδείκνυε
2343καὶ τὸν σεβασμὸν αὐτοῦ πρὸς τὸ Κοινοβούλιον, τότε θὰ ἐπεβε-
2344βαίου, ὅτι ἀληθῶς, ὅπως μᾶς εἶπε τελειώνων τὸν λόγον του,
2345ὅτε ὑπέβαλε τὴν πρότασιν, ὅτι ἤγειρε τὴν συζήτησιν ταύτην,
2346οὐχὶ διὰ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην του, ἀλλὰ διὰ νὰ φωτισθῇ,
2347τότε θὰ ἔπραττεν ἀληθῶς πρᾶξιν ὑπουργοῦ, θέλοντος νὰ συζη-
2348τήσῃ ἐλευθέρως, εὐσυνειδήτως καὶ ἀξιοπρεπῶς μετὰ τοῦ Κοι-
2349νοβουλίου.
2350Ἀλλὰ τὸν φόρον αὐτὸν τῶν 5 λεπτῶν δὲν τὸν ἐγκατέλι-
2351πεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ διὰ τοῦτο ὁ κ. Καλλιγᾶς ἔχει
2352τὸ θάῤῥος νὰ ἐπιμένῃ. Ὅταν ὁ Πρωθυπουργὸς ἀπεκήρυξε τὸν
2353ἄλλον φόρον, ὁ κ. Καλλιγᾶς ὑπετάχθη. Ὑπετάχθη λοιπὸν ὄχι
2354εἰς τὴν Βουλὴν, ὄχι εἰς τὴν ἀλήθειαν, τὴν διὰ τῶν συζητή-
2355σεων προκύψασαν, ἀλλὰ ἐκ τοῦ φόβου μὴ δυσαρεστήσῃ τὸν
2356προϊστάμενόν του....
2357§120ΤΙΝΕΣ. Διὰ νὰ μὴ χάσῃ τὸ Ὑπουργεῖον.
2358§121ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ λέγουν, ὅτι τὸ ἔκαμε διὰ νὰ μὴ χάσῃ
2359τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Αὐτὸ δὲ εἶπον καὶ ἐγὼ, ὅταν
2360προηγουμένως ἐξήνεγκα τὴν ἀπορίαν μου, πῶς, μετὰ τὴν
2361παντελῆ καταστροφὴν, τὴν ὁποίαν ὑπέστη τὸ νομοσχέδιόν του,
2362—διότι δὲν ἔμεινον ἢ ῥάκη τινὰ τῶν ὅρων, τοὺς ὁποίους ὁ κ.
2363Καλλιγᾶς εἶχε θέσει—πῶς, λέγω, κατεδέχετο νὰ διατηρῇ τὸ
2364ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
2365Εἶναι βεβαίως περιττὸν νὰ προχωρήσω. Ἀλλ’ εἰς τὴν πε-
2366ριττὴν ταύτην λογομαχίαν μᾶλλον ἢ συζήτησιν ἐξηνάγκα-
2367σεν ἡμᾶς ὁ κ. Καλλιγᾶς. Ἀλλ’ ὑμεῖς πάντες εἶσθε πεπει-
2368σμένοι ἤδη, ὅτι ἡ προτεινομένη αὔξησις εἶναι ἄδικος, ὅτι ἐπι-
2369βαρύνει τὰς πενεστέρας τάξεις τῆς κοινωνίας, ἑπομένως, ὅτι
2370εἶναι καταστρεπτικὴ, καὶ διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ἐγκριθῇ. Ὅσον
2371δὲ διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, εἶναι, νομίζω, μὴ σοβαρὸν
2372τὸ νὰ λέγωσιν οἱ κύριοι ὑπουργοὶ, ὅτι, ἐνῷ πρόκειται σήμερον
2373μὲν περὶ ἐλλείμματος 15,000,000, αὔριον δὲ, ἤτοι εἰς τὸν
2374προϋπολογισμὸν τοῦ 1883, ὅπερ ἐγγίζει, θὰ πρόκηται περὶ
2375ἐλλείμματος 25,000,000, θὰ θεραπεύσωσι τὰς ἀνάγκας ταύ-
2376τας, ἐὰν ψηφίσωμεν ἕνα ἄδικον φόρον 300,000 δραχμῶν!
2377§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη. Οἱ πα-
2378ραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν
2379ζώων διὰ τὸ ἔτος 1882, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγεί-
2380ρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν ἀρχήν.
2381§123ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἤδη θὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ τροπο-
2382λογία τοῦ κ. Δηλιγιάννη.
2383§124ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς ἀποκρούομεν τὴν αὔξησιν ἐπὶ ὅλων.
2384Ἐὰν ὑπάρχῃ γνώμη τις διάφορος καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τινα ἐκ
2385τῶν ζώων, τότε ὀφείλομεν, χάριν τῶν ἐχόντων τοιαύτην γνώ-
2386μην, νὰ διαιρέσωμεν τὸ ζήτημα.
2387§125ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οὐδεὶς ζητεῖ τὴν διαίρεσιν.
2388§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Δηλιγιάννη θὰ τεθῇ
2389εἰς ψηφοφορίαν.
2390(Ἀναγινώσκεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Δηλιγιάννη).
2391§127ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
2392§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ.
2393Δηλιγιάννη ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ζώων διὰ τὸ ἔτος 1882 λέ-
2394γουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
2395(Γίνεται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ὑπὸ τὴν ἐπι-
2396τήρησιν τῶν βουλευτῶν Πετσάλη καὶ Ἱερομνήμονος κατὰ
2397τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
2398Ἰωάννης Μοσχοβάκης ΟΚωνστ. Ἀναγνωστόπουλος Ν
2399Νικόλαος Στεφανίδης ΟΝ. Παππαμιχαλόπουλος Ν
2400Ἰω. Μεσσηνέζης ΟΠαναγ. Ῥίτσος Ν
2401Κωνστ. Θεοδώρου ΝἸω. Καπιτσίνης
2402Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος ΟἈντ. Μήτσας Ο
2403Δημήτ. Οἰκονομίδης ΝΓεώρ. Μίλησης Ν
2404Λεωνίδας Καρυστινάκης ΟΔημ. Χατζόπουλος Ο
2405Μιχ. Καΐρης Ὀρφανός ΝΓεώρ. Ζηνόπουλος Ν
2406Κωνστ. Ἀργυρόπουλος ΝΝικ. Δ. Ζώτος Ν
2407Λεωνίδας Ζωγράφος ΝΔημ. Βουλπιώτης Ο
2408Σωτήρ. Δανόπουλος ΝΜιχ. Ἰατρίδης Ν
2409Γεώργιος Τσώκρης ΟΚωνστ. Λομβάρδος Ο
2410Κωνστ. Καραπάνος ΟΦρειδερίκος Καῤῥέρ Ο
2411Γεώργ. Παχύς ΝἈναστ. Λούντζης Ο
2412Δημ. Ν. Καλλιφρονᾶς ΟῬοβέρτος Ῥώμας Ν
2413Δημήτριος Ῥάλλης ΟἈλέξ. Καραμπίνης Ο
2414Παῦλος Καλλιγάς ΟΣτέφ. Στεφανόπουλος Ο
2415Ἀνδρέας Ψύλλας ΟἈνδρ. Αὐγερινὸς Ν
2416Δημ. Μουτσόπουλος ΟΘεμιστ. Δαραλέξης Ν
2417Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Δημοσθ. Δόγκας Ο
2418Ἀντών. Ζυγομαλᾶς ΝἈναγν. Δαλιάνης Ο
2419Νικόλ. Λεβίδης ΟΣπυρ. Σιδέρης
2420Κωνϛ. Στράτος ΝΔιομ. Διαμάντης Ν
2421Ἀνδρ. Στράτος ΟἜπαμ. Α. Δημητρίου Ν
2422Ἰωάν. Καρτάλης Σπυρ. Κουκούλεζας Ο
2423Νικ. Γεωργιάδης ΟΝικ. Δ. Νομικός
2424Γεώρ. Φιλάρετος ΟἈριστ. Βαλέττας Ο
2425Ἱερώνυμος Κασαβέτης Δημοσθένης Στάϊκος Ν
2426Νικ. Κουκουσλῆς ΟΒαρβαῤῥῆγος Πήλικας Ο
2427Ἀπόστ. Φρόνιμος ΟΧρῆστος Σολιώτης Ο
2428Κωνστ. Γρίβας ΝΣωτ. Ν. Πετιμεζᾶς
2429Τατσέλος Μαυρομμάτης ΝἈλές. Φωτήλας Ο
2430Ἀντ. Βάλβης ΝἈθ. Γ. Πετιμεζᾶς Ν
2431Ἀπόστ. Ἀθανασιάδης ΝΔημ. Τσαχτσήρης
2432Ἀθαν. Βαλαβάνης ΝἈλκ. Μάνταλος
2433Θεόδ. Δηλιγιάννης ΝΠερικλῆς Πεῤῥωτής Ν
2434Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος ΝΚωνστ. Φλέσσας Ο
2435Ἠλ. Παλαμίδης ΟΔημ. Τζάννες Ν
2436Ἰω. Λαμπρινόπουλος ΝΔημ. Κάρτσωνας Ν
2437Πέτρος Πετροπουλάκης ΝΣπυρ. Καραϊσκάκης
2438Χαρίλ. Τζανετάκης ΝΔημ. Τερτίπης
2439Πολυμέρης Ζαρίμπας ΝἈπόστ. Βασαρδάνης Ο
2440Χριστ. Στεριάδης Λεων. Κοκορῖκος Ο
2441Νικόλ. Κατσικαπῆς ΟΓεώργ. Φραγκίδης Ο
2442Γεώργ. Λιδωρίκης ΟΤιμολ. Ἀδαμόπουλος
2443Ἀλέξ. Κοντόσταυλος Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος Ν
2444Γεώργ. Παπαγεωργίου ΝΣπήλ. Ἀντωνόπουλος
2445Ἀριστομ. Χατζηνικολής ΝΚωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος Ν
2446Νικόλ. Μπαλάφας ΟἈνδρ. Πρεζάνης Ο
2447Γεώργ. Κόρπας Ἀντ. Μάτσας
2448Ἀνδρ. Ἱερομνήμων ΝΜιλτιάδης Βαρότσης
2449Δημ. Κουρκουμέλης Ὄθων Μαῦρος
2450Ἀθ. Παραμυθιώτης Μιχ. Δαμιράλης
2451Δημ. Τουρνάκης ΟΔημ. Δεσποταῖος
2452Σπυρ. Α. Νοταρᾶς ΝΝικ. Γ. Καλαντζόπουλος Ο
2453Φώτ. Κανελλόπουλος ΟΝικ. Φαρμάκης
2454Δημ. Σταυρόπουλος ΟἩλ. Ποταμιάνος Ο
2455Παναγ. Ντετάκης ΟἈλέξ. Ἀντωνόπουλος Ν
2456Νικ. Βαλσαμάκης ΝΤηλέμαχος Ῥούκης
2457Ἀνδρ. Μεταξᾶς ΝἈλέξ. Πετσάλης Ο
2458Σπ. Μοντεσάντος Μπουλελάς Λεων. Καπετανάκος Μαυρομιχάλης
2459Ἀγαμ. Μεταξᾶς ΟΞανθὸς Πικουλάκης Ο
2460Σπυρ. Κοντολέων ΟἈντ. Μαυρομιχάλης Ν
2461Κοσμᾶς Πανάρετος ΝΛεων. Καπετανάκης Ν
2462Στυλ. Κασιμάτης Ἀσημ. Χρηστόπουλος Ο
2463Χαρ. Χριστόπουλος ΟΧαράλ. Κανελλόπουλος Ν
2464Κ. Χατζηπαναγιώτης ΟΖ. Ζαρειφόπουλος Ν
2465Σωκρ. Τζιβανόπουλος ΝἈναστ. Δ. Νικοκάβουρας Ο
2466Ἀντ. Καρδαρᾶς ΝΘεόδ. Ῥωμαῖος Ο
2467Κωνστ. Σαλταφέρος Δ. Μεταλληνὸς Ν
2468Δημ. Δημητρακάκης ΝΠαναγ. Ἰακωβᾶτος Ν
2469Μελέτιος Ῥουσόπουλος ΟΝικόλ. Μεταξᾶς Ο
2470Ἄριστ. Τζιβανόπουλος ΟΝικόλ. Κάγκας Ν
2471Περικλ. Παπαδόπουλος ΝὈδ. Πετρόπουλος
2472Νικήτας Βαρβιτσιώτης ΝἨλ. Παπαηλιόπουλος Ο
2473Ἀναστ. Ζαρμάνης ΟἈνδρ. Μαρλᾶς Ν
2474Κωνστ. Ἰσχόμαχος ΟΓεώργ. Παπαστάμος Ο
2475Χαλὴλ Δερβὶς Βέης ΟΓεώργ. Ῥοῦφος Ο
2476Σερίφ Βέης ΟἈγγελῆς Ῥοῦφος Ο
2477Ἰω. Γεωργαντᾶς ΟΠερικλ. Καλαμογδάρτης
2478Λάζ. Παπασταθόπουλος ΝἌριστ. Κοντογούρης
2479Γεώρ. Λάππας Νικ. Κουμανιώτης Ν
2480Η. Μπογδάνος ΝἈνδρ. Ῥηγόπουλος Ν
2481Σπυρ. Βαλαωρίτης Δημήτρ. Τριγγέτας
2482Ξενοφῶν Βαλαωρίτης ΝἈθαν. Μισυρλῆς
2483Κωνστ. Χαλκιόπουλος ΟΕὐάγγελος Ἀντύπας Ο
2484Ἀλκ. Παπαλουκᾶς Γεώργ. Φλωριᾶς Ν
2485Δημ. Παπαλουκᾶς Ἀναστ. Ζερβὸς Ν
2486Φίλ. Βάρβογλης ΝἸω. Ἀστεριάδης Ο
2487Ἰω. Στεφανόπουλος ΝΚωνστ. Βελισσάριος
2488Παναγ. Κ. Μανέτας ΝΔημ. Π. Γουδῆς Ν
2489Δημ. Ζέγγελης ΟΓεώργ. Δ. Λεωνίδας
2490Ἀναστ. Σεχιώτης Στέφανος Σκουλούδης Ο
2491Κωνστ. Κωνσταντόπουλος Ἰω. Γρυπάρης
2492Ἠλ. Κοσσονάκος ΟἈντ. Πετρίτσης Ο
2493Ἀθ. Κατριβάνος ΝΚωνστ. Κατσάκος Ν
2494Βασίλ. Βούτουνας Δημ. Παρασκευᾶς Ο
2495Στέφ. Δραγούμης ΟΚωνστ. Κοττίκας Ο
2496Ἀθ. Ζαμπάκης Στάμος Νάζος
2497Γεώρ. Σταμούλης Πέτρος Μωραϊτίνης Ο
2498Σπυρ. Ἀλαμάνος Ἰω. Ζαλλώνης Ν
2499Λεων. Δεληγεώργης ΟἈλέξ. Χατζηπέτρος
2500Χαρίλ. Τρικούπης ΟΝικ. Στουρνάρας Ο
2501Ἐπαμ. Μπέλιας Κωνστ. Ῥαδινός Ο
2502Περικλ. Μποῦτος ΟἈθ. Ι. Χατζηγάκης
2503Δημ. Ἀντωναρόπουλος ΟΘεόδ. Ν. Γκίκας Ν
2504Εὐστ. Κοκέβης ΟΠέτρος Σκουμπουρδῆς
2505Σωτ. Σωτηρόπουλος ΝΚομνᾶς Τράκας Ν
2506Δημ. Παπατσώρης ΟἈθ. Κέφαλος Ο
2507Νικ. Βλαχόπουλος Ἰω. Καλαμάρας Ν
2508Κωνστ. Διαλέτης ΟΔημ. Ζουλούμης Ο
2509Χριστόδ. Α. Δουζίνας ΟΘ. Φλογαΐτης Ο
2510Ἀντ. Α. Ἀντωνιάδης ΟΒ. Βουδούρης
2511Ἰω. Παπαδόπουλος ΟΔ. Κριεζώτης
2512Ἀθ. Ζαφειριάδης ΟἈλέξ. Οἰκονόμου Ο
2513Γεώρ. Δ. Βούλγαρης Κ. Παπανικλῆς Ο
2514Ἔπαμ. Α. Κριεζῆς ΝΘ. Κανάρης Ο
2515Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 179. Ἐκ τούτων 79 εἶπον Ναί,
2516καὶ 100 εἶπον Ὄχι. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν τρο-
2517πολογίαν.
2518(Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν καὶ σύνολον
2519εἰς ά συζήτησιν).
2520Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 8 45 μ. μ.