Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΣΤ · Session Α› Sitting 11

1874.10.25

2,662 rows · 20,910 words · 1 table · 321 turns

Date
1874.10.25
Presidency
ΙΩΑΝΝΟΥ ΖΑΡΚΟΥ
Period
ΣΤ
Session
Α
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1875)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 11

τῆς 25 Ὀκτωβρίου 1874.

(Παρασκευή).

Ὥρᾳ 2 μ. μ.

Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν.

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μεσσηνέζης ἔχει τὸν λόγον.

§2ΣΑΡΑΒΑΣ. Καὶ ἐγὼ ζητῶ τὸν λόγον.

§3ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριοι, κατὰ δύω συνεδριάσεις τοῦ Σώματος τούτου καὶ ἐν τῷ μέσῳ σπουδαίων ἀγορεύσεων ἐζητήθη ἡ ἀνάγνωσις τοῦ βουλευτικοῦ καταλόγου ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δὲν ὑπῆρχε κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἀπαρτία· τὸ δὲ προεδρεῖον, θεωρῆσαν τὴν πρότασιν ταύτην ὡς νόμιμον, ὡς σύμφωνον τῷ Κανονισμῷ, διέταξε τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου· τοῦ Σώματος δὲ μὴ εὑρεθέντος ἐν ἀπαρτίᾳ, ἔλυσε τὴν συνεδρίασιν. Κατὰ τῆς τοιαύτης ἀποφάσεως, κατὰ τῆς τοιαύτης νομολογίας τοῦ προεδρείου διαμαρτύρομαι, ἐνίσταμαι.

§4ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ ἐντρέπεσαι.

§5ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Τὸν λόγον, κ. πρόεδρε.

§6ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Πρέπει νὰ ἐντρέπεται ὁ ἀδολεσχῶν, οὐχὶ δ’ ὁ λαλῶν κατὰ πεποίθησιν.

§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, δὲν εἶναι τρόπος συζητήσεως αὐτός.

§8ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν πειράζει. Μοὶ εἰδοποιήθη ἡ τακτικὴ, δὲν θὰ δώσω πλέον εἰς κἀμμίαν διακοπὴν προσοχήν· θὰ ἐξακολουθήσω τὴν ἀγόρευσίν μου ὑπείκων εἰς τὴν λογικὴν καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Σώματος, καὶ τὸ συμφέρον τῆς πολιτείας ἀποβλέπων. Λοιπὸν κύριοι, διαμαρτύρομαι, ἐνίσταμαι κατὰ τῆς τοιαύτης ἀποφάσεως, κατὰ τῆς τοιαύτης ἑρμηνείας τοῦ Κανονισμοῦ, τῆς δοθείσης ἀπὸ τὸ προεδρεῖον, ἰσχυριζόμενος ὅτι ἡ ἑρμηνεία αὕτη ἀντίκειται εἰς τὰς σχετικὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ὅτι ἄγει ἡμᾶς εἰς ἀποτελέσματα, ἀντιστρατευόμενα εἰς τὰ περὶ τακτικοῦ, ὁμαλοῦ καὶ τῇ πατρίδι τὰ βέλτιστα ὑποσχομένου κοινοβουλευτικοῦ βίου αἰσθήματα παντὸς Ἕλληνος πολιτευομένου, τοὐλάχιστον ἑνόσῳ εἶναι ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας· καὶ παρακαλῶ, κύριοι, τὸ Σῶμα νὰ δώσῃ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου διὰ μιᾶς ἑρμηνευτικῆς ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ ἀποφάσεώς του.

§9ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι συγκεκροτημένον ἀκόμη τὸ Σῶμα.

§10ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμόν, κατὰ τὸ Σύνταγμα, εἰς δύο περιστάσεις ἐξετάζεται τὸ ζήτημα τῆς ἀπαρτίας· ὅταν τὸ Σῶμα πρόκειται νὰ ποιήσῃ ἔναρξιν τῶν συνεδριάσεών του, ὅταν πρόκειται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ πρῶτον στάδιον τῆς ἐνεργείας του, τὸ στάδιον τῶν συζητήσεων, καὶ δεύτερον ὅταν πρόκειται νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ δευτέρου σταδίου, τοῦ σπουδαιοτέρου τῆς ἐνεργείας τῶν καθηκόντων του, τοῦ σταδίου τῶν ἀποφάσεων. Ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ τε Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ προκύπτει, κύριοι, ἐκ τῆς ῥητῆς διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ, προκύπτει ἐκ τῆς λογικῆς ἑρμηνείας τῆς τε διατάξεως τοῦ Συντάγματος καὶ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ Κανονισμοῦ. Τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος, τὸ ἄρθρον 15 τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι παρὰ ἀντιγραφὴ τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος, λέγει· «ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ καὶ ἀποφασίσῃ τι ἄνευ τῆς παρουσίας τοὐλάχιστον τοῦ ἡμίσεως καὶ ἑνὸς τῶν μελῶν αὑτῆς καὶ ἄνευ ἀπολύτου πλειοψηφίας τῶν παρόντων μελῶν.» Τὸ ἄρθρον δὲν λέγει ὅτι τὸ Σῶμα δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ συζητοῦν· λέγει ὅτι δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ, δὲν δύναται νὰ ἐπιληφθῇ τῶν συζητήσεων, δὲν δύναται νὰ ποιήσῃ ἔναρξιν τοῦ πρώτου σταδίου τῶν ἐργασιῶν του, δὲν δύναται νὰ κηρυχθῇ ἔναρξις τῶν συνεδριάσεων, ἐὰν τὸ Σῶμα δὲν εὑρεθῇ ἐν ἀπαρτίᾳ. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἔννοια, κύριοι, τῆς διατάξεως ταύτης. Καὶ ἂν προβῆτε περαιτέρω καὶ λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας τὰς ἄλλας διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, θέλετε φθάσει καὶ πάλιν εἰς τὸ συμπέρασμα, ἐὰν ἐπιζητῆτε τὴν ἀλήθειαν, ἐὰν ἐπιζητῆτε τὴν ἐξακρίβωσιν τοῦ ἀληθοῦς πνεύματος τῆς ἀνωτέρω διατάξεως τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ Κανονισμοῦ, ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου τούτου. Τὸ ἄρθρον 18 τοῦ Κανονισμοῦ λέγει, ὅτι ὁ κατάλογος ὅλων τῶν βουλευτῶν ἀναγινώσκεται κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως, ἵνα βεβαιωθῇ ἐὰν ὑπάρχῃ νόμιμος ἀπαρτία· καὶ ὅταν ὑπάρχῃ νόμιμος ἀπαρτία, τότε γίνεται ἔναρξις τῆς συνεδριάσεως· οὐδαμοῦ ὅμως ἀναφέρεται, ὅτι ὁ κατάλογος ἀναγινώσκεται κατὰ πᾶσαν στιγμὴν τῆς συζητήσεως, ὅτι κατὰ πᾶσαν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁποιοσδήποτε ἐκ τῶν βουλευτῶν ὁρμώμενος καὶ ἐκ τῆς ἐπιθυμίας νὰ φέρῃ πρόσκομμα εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς ἢ θέλων νὰ σταματήσῃ τὸν ῥήτορα εἰς τὸν ῥοῦν τῆς ὁμιλίας του, ὅπως ματαιώσῃ τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς, δύναται νὰ ἐγερθῇ, καὶ πλήρους ἴσως ὑπαρχούσης ἀπαρτίας, νὰ εἴπῃ· σταμάτησε, κύριε πρόεδρε, τὸν ἀγορεύοντα, δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, καὶ ὅτι καὶ τῆς Βουλῆς ἰσχυριζομένης ὅτι ὑπάρχει ἀπαρτία πρέπει νὰ διαταχθῇ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου. Οὐδαμοῦ τοιοῦτόν τι ὑπάρχει εἰς τὸν Κανονισμόν, οὐδαμοῦ εὕρηται τοιαύτη παράλογος διάταξις. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Κανονισμοῦ ὁρίζει, ὅτι πᾶς βουλευτής, ἐὰν μὲν δὲν προσέρχηται εἰς τὴν συνεδρίασιν, ὀφείλει νὰ δηλώσῃ τὸ κώλυμα, προσερχόμενος δὲ ὀφείλει νὰ μένῃ, καὶ ἂν θέλῃ ν’ ἀποσυρθῇ, ὀφείλει νὰ γνωστοποιήσῃ τοῦτο εἰς τὸ προεδρεῖον· λαμβάνων δὲ τὴν ἄδειαν ἀποσύρεται. Κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ ἄρθρου τούτου, τὸ προεδρεῖον ὀφείλει νὰ θεωρῇ τοὺς βουλευτάς, μέχρις οὗ προκαλουμένης ψηφοφορίας ἐπὶ προτάσεώς τινος ἤθελεν ἀποδειχθῇ τὸ ἐναντίον, ὡς παρόντας... (Θόρυβος δεξιά). Τοιοῦτος εἶναι ὁ Κανονισμὸς δι’ ἐκείνους οἵτινες θέλουν νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκόν των, δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θέλουν, καὶ ὅταν ᾖναι ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας, νὰ ἐμμένωσι εἰς τὸ κατὰ Σύνταγμα πολιτεύεσθαι· τοιοῦτον εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ Κανονισμοῦ, ὅτι οἱ βουλευταί, οἱ δηλώσαντες κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως ὅτι εἶναι παρόντες καὶ μὴ γνωστοποιήσαντες εἰς τὸ προεδρεῖον ὅτι ἀποσύρονται ἕνεκα κωλύματος, θεωροῦνται, διαρκοῦντος τοῦ πρώτου σταδίου τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, δηλαδὴ τῆς συζητήσεως, ὡς παρόντες. Παραδέχεσθε, κύριοι, ὅτι δύναται ἕκαστος νὰ διακόπτῃ καὶ αὐτὴν τὴν ἀγόρευσιν ἀκόμη, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς εἴπω, εἶναι καὶ ἐναντίον τοῦ πρέποντος; Τὸ νὰ παρεμποδίζητε τὸν ἀγορεύοντα ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ἀναπτύσσοντα τὰς ἰδέας μου, διακόπτοντες τὴν σειρὰν τοῦ λόγου του μὲ μίαν ξηρὰν πρότασιν, ὅτι δὲν εἶναι ἀπαρτία, καὶ ὄχι μόνον νὰ δίδετε προσοχὴν εἰς τὴν διακοπὴν ταύτην, ἀλλὰ καὶ τὸ προεδρεῖον, ὑποστηρίζον τὸ ἀντιβαῖνον εἰς τὸν Κανονισμόν, ν’ ἀφαιρῇ τὸν λόγον ἀπὸ τὸν ἀγορεύοντα καὶ νὰ διατάσσῃ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου, ἔχει τι τὸ τερατῶδες. Ἐὰν παραδεχθῆτε τοιαύτην ἀρχήν, δὲν ἠμπορῆτε νὰ κάμητε βῆμα εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων σας. Ὁ Κανονισμὸς σᾶς λέγει, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ διακοπή, καὶ ὄχι μόνον δὲν ἐπιτρέπεται, ἀλλὰ καὶ τιμωρεῖται ὁ διακόπτων· καὶ σεῖς μολαταῦτα θέλετε ὥστε ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει τὴν ἐλαχίστην δικαιολογίαν, ὁ ὁποῖος ὁρμᾶται ἴσως ἐκ μιᾶς ἰδιοτροπίας ἀξιοκατακρίτου, λέγων πρὸς τὸν ἀγορεύοντα παῦσον, ὅλα ὅσα λέγεις εἶναι περιττά, μίαν μόνην ἐργασίαν ἔχει τὸ Σῶμα, νὰ ἐξετάζῃ κατὰ πᾶσαν στιγμὴν ἐὰν ᾖναι ἢ ὄχι ἀπαρτία, νὰ εἰσακούηται. Τὸ τοιοῦτον, κύριοι, ἀντίκειται, ἐπαναλαμβάνω, εἰς τὸν ὀρθὸν λόγον, εἰς τὴν ῥητὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ ὁποία ἀπαγορεύει τὰς διακοπάς, ἀγορεύοντος οἱουδήποτε ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἐὰν λοιπὸν ἡ σειρὰ τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ, τὰς ὁποίας σᾶς ἀνέφερον, συνᾴδῃ μὲ τὴν ἑρμηνείαν τὴν λογικήν, τὴν ὁποίαν δίδω εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος καὶ εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ Κανονισμοῦ, ἀποδεικνύεται τρανώτατα, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἀπαρτίας, ὡς εἶπον, ἐξετάζεται, προκειμένου λόγου περὶ τοῦ σταδίου τῶν συζητήσεων, μόνον κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως. Ὅτι δὲ τοιαύτη πρέπει νὰ δοθῇ ἑρμηνεία καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ εἰς τὸν Κανονισμὸν ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ἀτοπημάτων, εἰς τὰ ὁποῖα οὐδεμία ἀμφιβολία ὅτι θὰ περιέλθῃ τὸ Σῶμα, ἐὰν παραδεχθῇ τὴν ἀντίθετον ἑρμηνείαν. Βεβαίως, κύριοι, ἐὰν τίθεσθε εἰς τὴν θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν πολλοὶ ἐξ ὑμῶν οἵτινες ἀντιστρατεύεσθε κατὰ τῆς ἰδέας μου σήμερον εὑρέθητε, ἐὰν τίθεσθε εἰς τὴν θέσιν τῶν διοικούντων τὸν τόπον, τῶν εὑρισκομένων ἀπέναντι τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἐν τούτοις βλεπόντων, ὅτι ματαιοῦνται ὅλαι αἱ προσπάθειαι αὐτῶν διὰ νὰ διοικήσουν κοινοβουλευτικῶς τὸ Σῶμα διὰ τῶν ἀντιῤῥήσεων ὀλίγων τινῶν, βεβαίως θὰ θεωρήσητε ὅτι δὲν συνηγορῶ ὑπὲρ προτάσεως, ἡ ὁποία ἀντιστρατεύεται πρὸς τοὺς σκοποὺς ὅλων ἡμῶν, τὸ νὰ δυνηθῶμεν νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν εἰλικρινῆ, εἰς τὴν πραγματικὴν ἐφαρμογὴν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, εἰς ἕνα βίον ὄντως κοινοβουλευτικὸν καὶ ὑποσχόμενον βελτίωσιν τῶν κακῶς κειμένων, ἀπομακρυνόμενοι βίου, καθ’ ὃν καταναλίσκομεν χρόνον πολύτιμον εἰς ματαίας συζητήσεις, εἰς ἐπιδεικτικὰς συζητήσεις καὶ οὐδὲν ἀποφερούσας ὑπὲρ τοῦ τόπου, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ὅλοι παραδέχομαι, ὅτι εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ θυσιάσωμεν τὰ πάντα, χύνοντες ἐν ἀνάγκῃ καὶ τὴν τελευταίαν ῥανίδα τοῦ αἵματός μας. Ποσάκις, κύριοι, δὲν σᾶς εἶδον, ἐν ἐσχάτῃ διατελοῦντας ἀμηχανίᾳ, καταφεύγοντας ἐπὶ τέλους εἰς μέσα οὐχὶ ὅλως σύμφωνα πρὸς τὸν νόμον, ὅπως δυνηθῆτε νὰ λάβητε ἀπόφασίν τινα ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου, ὅταν εἴτε πολιτικὰ πάθη, εἴτε κακὴ σκέψις παρουσιάζουσι προσκόμματα εἰς τὰς καλὰς, ὑποθέτω, προαιρέσεις ὑμῶν! Καὶ δὲν ὑπῆρξεν ἐποχὴ, καθ’ ἣν συνῆλθε τὸ Σῶμα, εἰς ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἦτον ἐπιτετραμμένον νὰ γείνῃ συζήτησις, καὶ συνελθὸν προέβη εἰς τὴν ἐξέλεγξιν πολλῶν ἐκλογῶν; Δὲν κατακρίνω, δὲν κατηγορῶ τοὺς πρωτεύοντας τῶν πολιτευομένων τῆς πατρίδος μου, αἰσθάνομαι, γνωρίζω τὰς δυσχερείας, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν εἰς διοίκησιν τόπου, διελθόντος διὰ μυρίων ὅσων περιπετειῶν, τόπου, ὅστις πρὸ καιροῦ βαδίζει ἀπὸ ἀνωμαλίας εἰς ἀνωμαλίαν, τόπου ὁ ὁποῖος ἐξῆλθεν ἀπὸ μυρίας ἐπαναστάσεις. Δὲν κατακρίνω τὰ γενόμενα, ἀλλὰ βεβαιῶ αὐτὰ, βεβαιῶ ὅτι εὑρέθητε ἅπαντες εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καταφύγητε εἰς πράγματα, τὰ ὁποῖα κατεκρίνατε παρ’ ἄλλων πραττόμενα, νὰ καταφύγητε εἰς αὐτὸ ἐκεῖνο τὸ μέσον, διὰ νὰ φθάσητε εἰς ἓν ἀποτέλεσμα. Δὲν ὑπῆρξεν ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἵνα λάβητε ἕνα προϋπολογισμόν....

§11ΖΩΧΙΟΣ. Ναὶ, μὰ εἴμεθα 96.

§12Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ (Γραμματεύς). Παρανόμως συνεδριάσατε καὶ εἰς ἐξηρημένην ἡμέραν, τὴν τοῦ ἁγίου Δημητρίου.

§13ΤΙΝΕΣ. Εἴμεθα 96.

§14ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τὸ παραδέχομαι καὶ ἐγὼ αὐτό· καὶ ἵνα ἠμπορέσωμεν νὰ ἐξέλθωμεν ἀπὸ μίαν κατάστασιν, μὴ ἀπέχουσαν τῆς ἐντελοῦς ἀναρχίας, εὔχομαι πᾶσα ἐξουσία νὰ ἔχῃ 96.

§15ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν τοὺς ἔχει αὐτή.

§16ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ τῇ δώσω τοὺς 96, ἐὰν δὲν τοὺς ἔχῃ.

§17ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Περὶ τίνος περιστάσεως ὁμιλεῖτε;

§18ΖΩΧΙΟΣ. Ἐγὼ θὰ τὰ εἰπῶ τοῦ ὑπουργοῦ, διότι ἤμουν πρόεδρος τότε.

§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σεῖς εἶσθε ἐχθρὸς τῶν διακοπῶν, κ. Ζωχιέ.

§20ΖΩΧΙΟΣ. Εἶμαι ἐχθρὸς, ἀλλὰ, ἀλλὰ, ἀλλά.

§21ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Περὶ τίνος περιστάσεως ὁμιλεῖτε;

§22ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν ἀναφέρω ἄλλα ὡρισμένα περιστατικὰ, ἵνα μὴ θεωρήσωσιν ἑαυτὰ προσβαλλόμενα πολιτικὰ πρόσωπα. Κύριοι, δὲν κατακρίνω πρόσωπα σήμερον, ἀλλὰ λέγω μόνον ὅτι ἡ διοίκησις τοῦ τόπου, ἕνεκα περιστάσεων, τὰς ὁποίας δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, κατέστη τόσον δύσκολος, ὥστε πολλάκις οἱ κυβερνῶντες εὑρίσκονται εἰς τὴν θέσιν νὰ καταφύγωσιν εἰς πιέσεις, εἰς ἔκτακτα μέτρα, ἄνευ τῶν ὁποίων ἤθελεν εἶναι ἀδύνατον νὰ κάμουν ἓν βῆμα. Ἀγαθὴ, κακὴ εἶναι ἡ διοίκησις, δὲν τὸ ἐξετάζω, ἀλλὰ βεβαιῶ τὸ γεγονὸς, ὅτι ἕνεκα αὐτῆς τῆς καταστάσεως εὑρισκόμεθα εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν. Κύριοι, θέλομεν τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, θέλομεν τὴν κατὰ Σύνταγμα διοίκησιν; Πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν ἀρχὰς πρακτικὰς, ἀρχὰς δυναμένας νὰ συντελέσωσιν εἰς τὸ νὰ ἐξέλθωμεν ἀπ’ αὐτὴν τὴν ἀναρχικὴν κατάστασιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν διατελοῦμεν· καὶ ἐν τῷ Σώματι δὲ τούτῳ ἀναρχικὴ εἶναι κατάστασις, ὅταν ἡ μειοψηφία δὲν ὑπείκῃ εἰς τὴν πλειοψηφίαν.

§23ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Δὲν ὑπείκει...

§24ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Εἶναι ἀναρχικὴ κατάστασις αὕτη, κύριοι, καὶ σκεφθῆτε καλῶς ἐπ’ αὐτῆς. Δύω πράγματα δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, ἡ πλειοψηφία νὰ μὴν ὑπείκῃ εἰς τὴν λογικὴν, νὰ ἀντιστρατεύηται κατὰ τῶν νόμων, καὶ ἡ μειοψηφία νὰ μὴ θέλῃ νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν πλειοψηφίαν. Ἐὰν δὲν παραδεχθῶμεν τὸν κανόνα, ὅτι ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ δικαίου, ἐντὸς τῶν ὅρων τῆς λογικῆς, ἐντὸς τῶν δικαιωμάτων τῆς πεφωτισμένης πλειοψηφίας ἡ μειοψηφία ὀφείλει νὰ ὑπείκῃ εἰς τὴν πλειοψηφίαν, συνταγματικὸν πολίτευμα δὲν ὑπάρχει. Τότε ἂς κηρύξωμεν κάλλιον τὴν ἀνικανότητά μας, ἂς παύσωμεν, κύριοι, κηρύττοντες καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ τὰς ἀγαθὰς ἡμῶν προαιρέσεις ὑπὲρ τοῦ κατὰ Σύνταγμα διοικεῖσθαι. Ἂς παύσωμεν ἐπιῤῥίπτοντες εἰς τὸν ἕνα ἢ εἰς τὸν ἄλλον τὴν εὐθύνην, ὅτι τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα τρέχει τὸν ἔσχατον κίνδυνον. Ἡμεῖς τότε, κύριοι, εἴμεθα παραίτιοι τῆς παραλυσίας, τῆς ἀποτυχίας τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Συνταγματικὸν πολίτευμα εἶναι τὸ ὑπερισχύειν τὴν θέλησιν τῆς πλειοψηφίας, τὸ ὑπείκειν τὴν μειοψηφίαν εἰς τὴν πλειοψηφίαν. Κύριοι, τὸ Σύνταγμα ἀναπτύσσεται, οἱ νόμοι ἀναπτύσσονται, ὄχι μόνον διὰ τῶν συνεχῶν αὐτῶν μεταβολῶν, ὄχι μόνον διὰ νέων Συνταγμάτων ἢ νέων νόμων, ἀλλὰ ἀναπτύσσονται διὰ τῆς ἑρμηνείας, διὰ τῆς ἐπὶ τὸ πρακτικώτερον, διὰ τῆς κατὰ τοὺς κανόνας τῆς λογικῆς, κατὰ τὰς ὑπαγορεύσεις τῶν ἀληθῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, ἐφαρμογῆς αὐτῶν. Ἐὰν προστρέξωμεν εἰς τὴν κοιτίδα τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, θέλομεν ἴδει ὅτι χάρτης γεγραμμένος δὲν ὑπάρχει, καὶ μολοντοῦτο ὑπάρχει Σύνταγμα σεβαστὸν, καὶ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἔφερε τὸ Ἀγγλικὸν ἔθνος εἰς τὸν κολοφῶνα τῆς δόξης, εἰς τὸν κολοφῶνα ἐκεῖνον εἰς τὸν ὁποῖον ἴσως κἀνὲν ἄλλο ἔθνος δὲν ἔφθασεν εἰσέτι, εἰς τὸν ὕπατον βαθμὸν τῆς εὐημερίας. Καὶ πῶς ἐμορφώθη τὸ Σύνταγμα ἐκεῖνο; Ἐμορφώθη διὰ τῶν συνεχῶν συνταγμάτων; Ἐμορφώθη διὰ τῶν συνεχῶν νόμων; Ὄχι, κύριοι· ἐμορφώθη διὰ τῶν ἠθῶν, ἐμορφώθη διὰ τῆς ἔμφρονος πολιτικῆς, ἐμορφώθη διὰ τῆς ὑπακοῆς εἰς τὸ Σύνταγμα, ἐμορφώθη διὰ τῆς εἰλικρινείας, ἐμορφώθη διὰ τοῦ πατριωτισμοῦ (θόρυβος). Μὴ ταράττεσθε, Κύριε Ζωχιὲ, θὰ ἀναβῆτε εἰς τὸ βῆμα καὶ θὰ μὲ ἀντικρούσητε.

§25ΖΩΧΙΟΣ. Λέγω, ὅτι αἱ λέξεις αὗται ἔχασαν τὴν σημασίαν των διὰ τὴν Ἑλλάδα.

§26ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἠμπορεῖ νὰ τὴν ἔχασαν διὰ πολλοὺς, ἀλλὰ δι’ ἐμὲ δὲν τὴν ἔχασαν.

§27ΖΩΧΙΟΣ. Τώρα θὰ τὸ ἰδοῦμεν.

§28ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Θὰ τὸ ἰδῆτε, γνωριζόμεθα ὅλοι.—Λοιπὸν, κύριοι, ἐπανέρχομαι εἰς τὰ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος τῆς Ἀγγλίας. Ναὶ, διὰ τῶν ἠθῶν της, διὰ τοῦ πρακτικοῦ βίου, διὰ τῆς ἐξετάσεως τῶν ἀναγκῶν, διὰ τῆς ἐκτιμήσεως τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἀνθρωπίνως δύναται νὰ λειτουργῇ τὸ πολίτευμα, ἐκανονίσθησαν αἱ διατάξεις τοῦ τρόπου, μὲ τὸν ὁποῖον ἐργάζεται τὸ Κοινοβούλιον τῆς Ἀγγλίας. Καὶ ἠξεύρετε τὸ πρακτικὸν αὐτὸ ἔθνος ποῦ ἔφθασε, καθόσον ἀποβλέπει τὸ προκείμενον ζήτημα; εἰς τὸ νὰ παραδεχθῇ, ὅτι τρεῖς μόνον Λόρδοι ἀποτελοῦν ἀπαρτίαν, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ περὶ τούτου διάταξις, καὶ ὅτι 40 μόνον βουλευταὶ ἀποτελοῦν Βουλήν.

§29ΖΩΧΙΟΣ. Ἀλλ’ εἶναι νόμος (θόρυβος).

§30ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἀφήσατε τοιαύτας διακοπὰς, ἀναγομένας εἰς ζητήματα νομικά· τὰς δέχομαι, διότι συντελοῦν εἰς τὴν ἐξακρίβωσιν τῆς ἀληθείας.

§31ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Εἰς τὸ βιβλίον, τὸ ὁποῖον ἔχετε, θὰ ἰδῆτε τὸν νόμον εἰς τὴν παραπομπήν.

§32ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. «Ἡ Βουλὴ τῶν λόρδων δύναται νὰ προβῇ...»

§33ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε μίαν ἐρώτησιν, κύριε Μεσσηνέζη;

§34ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Μάλιστα.

§35ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ψηφοφοροῦν καὶ δι’ ἀντιπροσώπου αὐτοί;

§36ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ψηφοφοροῦν, ἀλλ’ οὐχ ἧττον τρεῖς Λόρδοι ἀποτελοῦν ἀπαρτίαν.

§37ΣΑΡΑΒΑΣ. Εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Κοινοτήτων;

§38ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. 40.

§39ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἀλλὰ δυνάμει τοῦ Κανονισμοῦ.

§40ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Θὰ ἐξηγηθῶ· ἡσυχάσατε. Ἐγὼ δὲν ἀντιτάσσομαι εἰς τὴν ἐν τῇ Βουλῇ τακτικὴν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅπως ὑποστηρίξω τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν ἀγορεύω πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, ἀγορεύω ὑπὲρ ἰδέας πρακτικῆς, ἡ ὁποία, κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, ἠμπορεῖ νὰ ὠφελήσῃ ὑμᾶς πρώτους, ἐὰν αὔριον φθάσητε εἰς τὴν ἐξουσίαν. Ἐπανέρχομαι εἰς τὰ ἐν τῷ κοινοβουλίῳ τῆς Ἀγγλίας ἰσχύοντα. Κατὰ τὸν Erskin May, τὸν διασημότερον καὶ νεώτερον τῶν δημοσιογράφων τῆς Ἀγγλίας, 40 μόνον βουλευταὶ ἀποτελοῦν ἀπαρτίαν, τὸ δὲ ζήτημα τοῦτο ἐξετάζεται κατὰ πᾶσαν στιγμὴν, κατ’ ἔθιμον κοινοβουλευτικόν.

§41ΖΩΧΙΟΣ. Αὐτὸ λέγομεν.

§42ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι νόμος.

§43ΖΩΧΙΟΣ. Κανονισμὸς, ὅ,τι θέλετε....

§44ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐγὼ θέλω διὰ τῆς ἑρμηνείας τοῦ Κανονισμοῦ νὰ παραδεχθῆτε ἀρχὴν πρακτικήν. Σᾶς λέγω, ἔλθετε διὰ τῆς ἑρμηνείας τοῦ Κανονισμοῦ νὰ φθάσητε εἰς συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα νὰ ἄγωσιν ἡμᾶς εἰς πρακτικὰ ἀποτελέσματα.

§45ΖΩΧΙΟΣ. Ἑρμηνείαν τὸ Σύνταγμα δὲν ἐπιδέχεται.

§46ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐπιδέχεται. Πᾶς νόμος ἐπιδέχεται ἑρμηνείαν. Τί ζητεῖτε σήμερον; Ζητεῖτε, διότι εἶσθε ἀντιπολιτευόμενοι, νὰ ἔχετε τὸ δικαίωμα πᾶσαν στιγμὴν νὰ ματαιοῦτε τὴν συνεδρίασιν.

§47ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Εἶναι δικαίωμα.

§48ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Εἶναι κατάχρησις δικαιώματος.

§49ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Εἶναι δικαίωμα.

§50ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Πᾶν ὅ,τι εἶναι κατάχρησις, δὲν λέγεται δικαίωμα. Τὸ δικαίωμά σας εἶναι νὰ μένετε ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου, ν’ ἀντικρούετε τὴν πλειονοψηφίαν, νὰ τὴν πείσητε, εἰ δυνατόν. Ἅμα φεύγητε ἀπὸ αὐτὸ, καταφεύγετε εἰς κατάχρησιν, καταφεύγετε εἰς πίεσιν, ἡ ὁποία ἀντιβαίνει εἰς τὸ καθῆκόν σας. Λοιπὸν ἐγὼ δὲν σᾶς ζητῶ νὰ τροποποιήσητε τὸ Σύνταγμα· ἀλλὰ σᾶς λέγω, ὅτι ὅταν τὸ Σύνταγμα σᾶς λέγει, «τὸ Σῶμα δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ», δύνασθαι νὰ ἑρμηνεύσητε τὴν φράσιν αὐτὴν οὕτω πως, ὅτι κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως πρέπει νὰ ᾖναι ἀπαρτία· καὶ τότε ἠμπορῶ ἐγὼ νὰ ἐξακολουθῶ ἀγορεύων ἐπὶ τρεῖς ὥρας, καὶ σεῖς, ἐὰν δὲν θέλετε νὰ μὲ ἀκροασθῆτε, διότι παραλογίζομαι, διότι δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ πραγματευθῶ τὸ ζήτημα, ἀποσύρεσθε, ἐγὼ δὲ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ λαλῶ πρὸς τὰς ἕδρας σας. Ἔτυχε, κύριοι, νὰ ἐπισκεφθῶ πολλάκις τὸ βουλευτήριον τῆς Γαλλίας. Πιστεύσατε, ὅτι ὑπῆρχον συνεδριάσεις, καθ’ ἃς παρῆσαν 20 ἢ 30 μόνον βουλευταί· μολοντοῦτο, ἐπειδὴ ὑπῆρχε διάθεσις νὰ γίνηται ἐργασία, νὰ διεκπεραιῶνται αἱ ὑποθέσεις, αἱ συζητήσεις ἐξηκολούθουν. Ἀνέβαινον οἱ βουλευταὶ εἰς τὸ βῆμα καὶ ἐλάλουν, διότι πολλάκις καὶ προκειμένου περὶ ζητημάτων σπουδαίων λαλεῖ τις καὶ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ διὰ τοὺς ἐκλογεῖς του, καὶ διὰ τὴν κοινωνίαν, ἴσως δὲ πολλοὶ τῶν βουλευτῶν, γνωρίζοντες τὰ ζητήματα ταῦτα, δὲν θέλουν νὰ ἀκούσουν τὸν ἀγορεύοντα. — Ἑρμηνεύοντες λοιπὸν τὸ Σύνταγμα, δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν πρακτικὴν ταύτην νομολογίαν νὰ ἐξακολουθῇ ἡ ἀρξαμένη ἐν ἀπαρτίᾳ συζήτησις, χωρὶς ἐκ τούτου νὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ζημία τις, ὅταν δὲν δύναται ἡ πλειοψηφία νὰ προβῇ εἰς κᾀμμίαν ἀπόφασιν, ἀπαρτίας μὴ ὑπαρχούσης. Παραδεχόμενοι δὲ τὴν ἀντίθετον ἀρχὴν, δίδετε εἰς τὴν μειονοψηφίαν τὸ μέσον τοῦ νὰ καθιστᾷ ἀδύνατον πᾶσαν τῆς πλειοψηφίας ἐργασίαν καὶ παρέχετε εἰς αὐτὴν ἓν μέσον διὰ τοῦ ὁποίου δύναται, τολμῶ εἰπεῖν, νὰ τυραννῇ τὴν πλειονοψηφίαν. Ἐπαναλαμβάνω, πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν πρακτικὰς ἰδέας, ἐὰν θέλωμεν τὸ Σύνταγμα.

§51ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Εἶναι πρώτη φορὰ αὐτή...

§52ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Καὶ ἐπὶ Ἐθνοσυνελεύσεως, κύριοι, πολλάκις ἐπαρουσιάσθη τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ἐλύθη κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον. Μὴ λησμονήσωμεν δὲ τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθημεν ἄλλοτε, καὶ ὅτι σήμερον εἴμεθα εἰς ἄλλην θέσιν. Κᾀμμία δὲν θὰ ἐπέρχεται ζημία, ἐὰν παραδεχῶμεν τὴν ἑπομένην πρότασιν· «ὅταν πρόκειται νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὸ δεύτερον στάδιον τῆς ἐνεργείας της, τῆς ψηφοφορίας, ὅταν πρόκειται νὰ προβῇ εἰς μίαν ἀπόφασιν, τότε ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ᾖναι ἐν ἀπαρτίᾳ· ἂν δὲν ᾖναι, λύεται ἡ συνεδρίασις, δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς καμμίαν ἀπόφασιν, ἡ πρᾶξις αὕτη εἶναι ἄκυρος. Περαίνων τὸν λόγον, διὰ νὰ μὴ μακρηγορῶ, παρατηρῶ ὅτι, ὑποβάλλων τὴν πρότασίν μου ταύτην, δὲν θέλω ν’ ἀπασχολήσω σήμερον τὴν Βουλὴν εἰς ζητήματα, ἅτινα δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας, ἠθέλησα ὅμως νὰ διευκολύνω τὴν Βουλὴν εἰς τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ σπουδαίου ἔργου τῶν ἐξελέγξεων.

§53ΣΑΡΑΒΑΣ. Πρότασιν δὲν ὑποβάλλετε;

§54ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Θὰ τὴν ὑποβάλω· νομίζω ἔπειτα ὅτι ἡ πρότασις ἐξάγεται ἐκ τῆς συζητήσεως. Δὲν ἐννοῶ, ἐπαναλαμβάνω, διὰ τῆς προτάσεώς μου νὰ σᾶς ἀπομακρύνω ἀπὸ τὰ κύρια ἔργα σας. Φρονῶ, ὅτι κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ ἀπαρτία ἐξετάζεται κατὰ δύω στάδια, κατὰ τὴν ἔναρξιν τῶν συζητήσεων, καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν πρόκειται τὸ Σῶμα νὰ προβῇ εἰς μίαν ἀπόφασιν. Ζητῶ δὲ νὰ παραδεχθῶμεν ἑρμηνείαν, καθ’ ἣν τὸ ζήτημα τῆς ἀναγνώσεως τοῦ καταλόγου νὰ ἐγείρηται μόνον καὶ μόνον ἀρξαμένης ἅπαξ τῆς συνεδριάσεως, καὶ προκειμένου νὰ προβῇ τὸ Σῶμα εἰς μίαν ἀπόφασιν.

§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Σαράβας ἔχει τὸν λόγον.

§56Β. ΠΗΛΗΚΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ἡ πρότασις ὑποστηρίζεται ἀπὸ ἄλλους;

§57ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Μάλιστα, μάλιστα.

§58Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ, κύριε πρόεδρε, προτείνω τὸ ἀπροχώρητον τῆς προτάσεως.

§59Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Πρέπει νὰ γείνῃ ἔγγραφος ἡ πρότασις καὶ νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ, διότι πρόκειται περὶ τοῦ Συντάγματος.

§60ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὅταν, κύριοι, περὶ τὸ τέλος τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγιαλείας βουλευτὴς, ὁ ἄρτι καταβὰς τοῦ βήματος, ὑπέβαλεν αὐτὴν ἐκείνην τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν καὶ σήμερον διὰ μακρῶν ἀνέπτυξεν, ἐζήτησα τὸν λόγον, ἵνα ἐπιφέρω τὰς παρατηρήσεις μου· διότι σᾶς ὁμολογῶ, ἡ πρότασις αὕτη μοῦ ἔκαμε φοβερὰν ἐντύπωσιν καὶ ἔτι φοβερωτέραν, διότι προήρχετο ἀπὸ πρόσωπον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον πᾶν ἄλλο ἐπερίμενα παρὰ νὰ ἀκούσω μίαν τοιαύτην πρότασιν· κατόπιν ὅμως ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς συνεπέρανεν ἐναντίον τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν, εἰπὼν ὅτι δύναται ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος, καὶ ὅτι ἐπεφυλάττετο κατὰ τὴν αὐριανὴν συζήτησιν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸ Σῶμα τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἐνόμισα τότε, ὅτι τοῦτο ἦτο μία στιγμιαία δικαιολογία τῆς ἀνακολουθίας, ἡ ὁποία παρετηρεῖτο μεταξὺ τοῦ συμπεράσματος καὶ τῆς ἀγορεύσεώς του. Ἐσυμπέραινεν ὑπὲρ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ βουλευτὴς κύριος Μαυρομιχάλης «ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος, διότι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία», ἐνῷ εἶχε κατ’ αὐτῆς λαλήσει. Ἐπίστευσα λοιπὸν, ἐπαναλαμβάνω, ὅτε τὸν ἤκουσα ἐπιφυλαττόμενον νὰ ὑποβάλῃ τὴν πρότασιν ταύτην κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν, ὅτι ἦτο μία δικαιολογία τῆς ἀνακολουθίας ταύτης, καὶ διὰ τοῦτο, σᾶς ὁμολογῶ, διόλου δὲν ἤμην παρεσκευασμένος, ἵνα τὸν ἀντικρούσω ἐπὶ τῆς σημερινῆς ἀγορεύσεώς του.

§61ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἔχω τὸ ἰδίωμα νὰ ᾖμαι πάντοτε ἀνακόλουθος.

§62ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἐγὼ, ὅσον ἀφορᾷ τὴν περὶ ὑμῶν ἰδίαν, σᾶς λέγω, ὅτι σᾶς τιμῶ, σᾶς ὑπολήπτομαι καὶ μεγάλως ἐκτιμῶ τὰ αἰσθήματά σας, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι βλέπω ἐνίοτε μερικὰς ἀνακολουθίας, τὰς ὁποίας δὲν δύναμαι νὰ ἐξηγήσω. Εἶμαι, τὸ βλέπετε, ἀρκετὰ εἰλικρινὴς, ὥστε νὰ εἴπω μετὰ παῤῥησίας τὴν περὶ ὑμῶν γνώμην μου. Δὲν δύναμαι νὰ παρακολουθήσω λοιπὸν, διότι εἶμαι ὅλως ἀνέτοιμος, τὸν ἀξιότιμον προαγορεύσαντα εἰς τὰς ἐκδρομὰς, τὰς ὁποίας ἔκαμε περὶ τοῦ κατὰ σύνταγμα πολιτεύεσθαι, περὶ τοῦ κατὰ σύνταγμα διοικεῖσθαι καὶ τὰ τοιαῦτα· θέλω περιορισθῆ ἁπλῶς εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἦλθεν ἐν τῷ μέσῳ, θέλω περιορισθῆ νὰ ἐξετάσω ἐὰν ἡ διάκρισις, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγιαλείας βουλευτὴς ἠθέλησε νὰ κάμῃ, ὑποστηρίζεται τῷ ὄντι ἀπὸ τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος ἢ τοῦ Κανονισμοῦ, τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθη. Κύριοι! Αἱ συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπό τινος ἐξακολουθοῦν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ, αἱ γνῶμαι, αἱ ὁποῖαι ὑποστηρίζονται καὶ ἡ τόλμη μὲ τὴν ὁποίαν τὰ φανερώτερα πράγματα παραμορφοῦνται μέχρι καὶ αὐτῆς τῆς προφανεστάτης ἐννοίας τῶν νόμων, μ’ ἔκαμαν, σᾶς βεβαιῶ, νὰ ἀπορῶ καὶ νὰ σκέπτωμαι ἐὰν ἐν τῇ καθ’ ἡμᾶς ἐποχῇ δὲν ὑπάρχωσιν πλέον οἱ ἀπαράβατοι κανόνες τῆς λογικῆς, καὶ τοῦ ὀρθῶς σκέπτεσθαι, ἐὰν δὲν ὑπάρχωσι κανόνες περὶ τοῦ ἀληθῶς ἀντιλαμβάνεσθαι τῆς ἐννοίας τῶν νόμων. Ἐζήλωσεν, φαίνεται, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγιαλείας βουλευτὴς τὴν δόξαν ἑνὸς ἄλλου, ὅστις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπροσπάθησε νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου εἶναι ὅλως διόλου διάφορος, ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν τὸ ῥητὸν καὶ σαφὲς αὐτοῦ γράμμα παρουσιάζει. Εὑρίσκονται σήμερον ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν τόλμην νὰ μᾶς εἴπουν, ὅτι εἶναι νύξ, ἡλίου μεσουρανοῦντος· τῇ ἀληθείᾳ πρέπει νὰ οἰκτείρῃ κἀνεὶς τὴν κοινωνίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀμφισβητοῦνται τὰ πλέον πασιφανῆ πράγματα. Δὲν ἤλπιζα καὶ εἰλικρινῶς ἐκφράζω τὴν λύπην μου, ποτὲ δὲν ἤλπιζα ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Αἰγιαλείας βουλευτοῦ, τοῦ ὁποίου ἐκτιμῶ, ὡς προεῖπον, τὰ αἰσθήματα καὶ τὸν πατριωτισμὸν, ν’ ἀκούσω ὅτι τὸ Σύνταγμα ἔχει ἀναγράψει τὴν ἀπαρτίαν τῆς Βουλῆς ὡς θεμελιώδη ὅρον τῶν ἐργασιῶν της, μόνον διὰ τὴν ἔναρξιν τῶν συζητήσεων καὶ οὐχὶ διὰ τὴν ἐξακολούθησιν αὐτῶν, ὡσεὶ αἱ συζητήσεις τῆς Βουλῆς, αἵτινες εἰσιν ἡ οὐσία τῶν ἐργασιῶν της, νὰ ἦσαν τύπος τις μηδεμιᾶς προσοχῆς ἄξιος. Δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω, ὅτι σπουδαίως ὑποστηρίζονται τοιαῦται ἰδέαι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Οὐδεμία ἀμφιβολία, κύριοι, ὅτι τὸ ἄρθρον 66 τοῦ Συντάγματος, ἀπαιτῆσαν νὰ ὑπάρχῃ ἀπαρτία καθ’ ὃν χρόνον γίνεται συζήτησις καὶ ἀπόφασις, ἐνόησεν ὅλον τὸ διάστημα, καθ’ ὃ γίνεται συζήτησις, καὶ οὐχὶ μόνον τὴν ἔναρξιν καὶ τὸ τέλος. Τί ἀντέταξαν ἀπέναντι τῆς ῥητῆς, τῆς ἀναμφισβητήτου ἐκφράσεως ῥητοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος; Τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ἐκ τῆς καταχρήσεως ἠμπορεῖ νὰ προέλθῃ, ὡς ἐὰν ἡ κατάχρησις ἑνὸς δικαιώματος ἠδύνατο νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀπάλειψίν του. Διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ γείνῃ κατάχρησις ἑνὸς δικαιώματος, πρέπει ἄρα αὐτὸ τὸ δικαίωμα νὰ παύσῃ ὑφιστάμενον; Καὶ τέλος πάντων αὐτὴ ἡ κατάχρησις, τὴν ὁποίαν μᾶς παρουσιάζουν ὡς φόβητρον ἵνα δώσωμεν εἰς ῥητὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν τὸ ῥητὸν αὐτοῦ γράμμα καὶ ἡ λογικὴ αὐτοῦ ἑρμηνεία ἐξίσου ἀποκρούουσι, καὶ αὐτὸς ὁ προβαλλόμενος κίνδυνος δικαιολογεῖται ἢ εἶναι εἰς τὴν φαντασίαν τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος; Ὁ Κανονισμὸς καὶ τὸ Σύνταγμα εἶναι ἤδη εἰς ἐνέργειαν καὶ ἐφαρμογὴν σχεδὸν 10 ἔτη· ἐρωτῶ ὑμᾶς ὅλους, οἱ ὁποῖοι ἐλάβατε μέρος εἰς τὰς Βουλὰς ἀπὸ τοῦ 1865 μέχρι σήμερον, ἐρωτῶ ὑμᾶς ἐὰν ποτε ἔλαβε χώραν ἡ κατάχρησις, τὴν ὁποίαν φαντάζεται καὶ τὴν ὁποίαν ὡς φόβητρον σᾶς παρουσιάζει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγιαλείας βουλευτής. Διὰ τὶ δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὰ γενόμενα ἐν τῷ παρελθόντι διὰ νὰ ἴδῃ ἐὰν ᾖναι ἐνδεχομένη ἡ κατάχρησις, τὴν ὁποίαν φοβεῖται; Ἀλλ’ ἔστω, ὅτι δύναται νὰ λάβῃ χώραν ἡ κατάχρησις, τὴν ὁποίαν ὡς φόβητρον μᾶς ἐπισείετε. Θέλετε νὰ δικαιολογήσητε μὲ τὴν ἐνδεχομένην ταύτην κατάχρησιν τὴν κατάργησιν ἑνὸς ἄρθρου τοῦ Συντάγματος; Ἡ κατάχρησις, ἢ κάλλιον εἰπεῖν ἡ ἐν οὐ δέοντι χρῆσις ἑνὸς δικαιώματος ἐν Συνταγματικῇ πολιτείᾳ δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὴν παντελῆ κατάργησίν του; Καὶ ἀφοῦ θέλετε νὰ ἑρμηνεύητε τὸ Σύνταγμα, ὄχι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κανόνων τῆς ἑρμηνευτικῆς, ὄχι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς σαφοῦς ἐκφράσεώς του, ἀλλὰ λαμβάνοντες ἔξωθεν ἐπιχειρήματα τοὺς χιμαιρικοὺς φόβους ἐνδεχομένης καταχρήσεως, δὲν φοβεῖσθε μὴ περιπέσητε εἰς ἄλλας φοβερωτέρας καταχρήσεις; Ἔπειτα ἡ κατάχρησις, τὴν ὁποίαν ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ ἡ μειοψηφία ἐπικαλουμένη ἐν οὐ δέοντι τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, διὰ νὰ βεβαιωθῇ ἂν Βουλὴ ᾖναι ἐν ἀπαρτίᾳ, ἡ κατάχρησις αὕτη χαλινολογεῖται ἀπὸ χαλινὸν πολὺ δυνατώτερον τοῦ περιορισμοῦ, τὸν ὁποῖον θέλετε καὶ ἐπιβάλητε, τὸν χαλινὸν τῆς κοινῆς γνώμης. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας, ὅστις εἶναι ἐντριβὴς περὶ τὴν μελέτην τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν, δὲν ἀγνοεῖ βεβαίως ὅτι, ἂν ἡ κοινὴ γνώμη δὲν ᾖναι ἡ ἐφορεύουσα ἐπὶ τῶν λεγομένων καὶ πραττομένων ἐν συνταγματικῇ πολιτείᾳ, οἱ νομοθετικοὶ καταναγκασμοί, οἱοιδήποτε καὶ ἂν ὦσιν, εἰς οὐδὲν ὠφελοῦσιν, οὔτε ἰσχύουσι νὰ προλάβωσι τὰς ἐνδεχομένας καταχρήσεις τῶν δικαιωμάτων. Ὑπάρχει λοιπὸν ὑπεράνω τῶν ἐξουσιῶν, ὑπεράνω τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ποιήσωσιν ἐν οὐ δέοντι χρῆσιν τοῦ δικαιώματός των, ὑπάρχει ἄλλη τις δύναμις, ἡ ὁποία τοὺς ἀναχαιτίζει καὶ τοὺς χαλινολογεῖ· ἐὰν ὑποθέσετε ὅτι ἡ δύναμις αὕτη δὲν ὑπάρχει, οἱονδήποτε περιορισμὸν ἂν θέσετε εἶναι ἀνωφελὴς καὶ μάταιος. Ἂν συμβουλευθῶμεν τὴν μέχρι τοῦδε συνταγματικήν μας ἱστορίαν, ἔχομεν τὴν περὶ τούτου ἀπόδειξιν· διότι ὁσάκις ἡ κοινὴ γνώμη, ἡ ἀποτελοῦσα τὴν δύναμιν ταύτην, ἐφάνη ἀδιάφορος, ἄνθρωποι, οὐδὲν ἄλλο λογιζόμενοι καὶ πρὸς οὐδὲν ἄλλο ἀποβλέποντες ἢ νὰ κορέσωσι τὴν ἑαυτῶν φιλαρχίαν, ἀτιμωρητεὶ περιεφρόνησαν καὶ τοὺς νόμους καὶ τοὺς θεσμούς. Δὲν ἔχετε λοιπόν, ἀξιότιμε βουλευτὰ ἐξ Αἰγιαλείας, οὐδεμίαν ἐγγύησιν εἰς τὸν περιορισμόν, τὸν ὁποῖον θέλετε νὰ θέσητε· τὴν ἐγγύησιν πρέπει ἀλλοῦ νὰ τὴν ζητήσητε. Ἐλάλησεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Αἰγιαλείας περὶ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος καὶ περὶ τῆς ὑποχρεώσεως τῆς μειοψηφίας νὰ ὑπείκῃ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν. Δὲν εἶμαι ἐγὼ ὅστις θὰ τὸ ἀμφισβητήσω· μάρτυς εἶναι ὁ κ. πρόεδρος, εἶναι ὅλος ὁ πολιτικός μου βίος, ὅτι οὐδέποτε ἐθεώρησα ὡς συνταγματικὸν μέσον πολιτικῆς οἱασδήποτε τὴν ἀποχώρησιν.

§63ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Διὰ σᾶς, τὸ ὁμολογῶ.

§64ΣΑΡΑΒΑΣ. Εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πρεσβεύουν, ὅτι τοῦ συνταγμ. πολιτεύματος ἀπαραίτητος ὅρος εἶναι ἡ μειοψηφία νὰ ὑπείκῃ εἰς τὴν πλειοψηφίαν· ἀλλ’ ἂς μάθῃ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγιαλείας βουλευτής, ὅτι ἡ ἀρχὴ αὕτη δὲν ἀρκεῖ νὰ ἐφαρμόζεται μόνον ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ· ἡ ἀρχὴ αὕτη εἶναι πολὺ γενικωτέρα παρ’ ὅσον εἴς τινας φαίνεται. Ἐὰν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν τὰ ἀποτελέσματα τῆς ὡραίας αὐτῆς ἀρχῆς, τῆς κρηπῖδος ταύτης τῶν ἐλευθέρων πολιτευμάτων, πρέπει νὰ ἀρχήσωμεν ἀπὸ ἀλλοῦ· πρέπει πρὸ παντὸς ἄλλου νὰ ἀφήσωμεν τὴν πλειοψηφίαν τῶν ἐκλογικῶν συλλόγων νὰ στείλῃ ἐνταῦθα τοὺς ἀντιπροσώπους της (εὖγε, εὖγε)· πρέπει ἡ μειοψηφία τῶν ἐκλογικῶν συλλόγων νὰ ἐννοήσῃ ὅτι ὀφείλει νὰ ὑπείκῃ εἰς τὴν πλειοψηφίαν καὶ νὰ μὴ ἐπιχειρῇ διὰ μέσων ἐκνόμων, διὰ μέσων ἀποκρουομένων ὑπὸ τῆς ἠθικῆς, διὰ μέσων ἀναιρούντων τὸν ἐλεύθερον διαγωνισμὸν καὶ μετατρεπόντων αὐτὸν εἰς πάλην ὑλικῆς βίας καὶ δολιότητος, νὰ ὑφαρπάζῃ τὰ δικαιώματα τῶν ἐκλογέων καὶ νὰ ἀντικαθιστᾷ ἑαυτὴν εἰς τὴν θέσιν τῆς πλειοψηφίας, διότι οὕτω νοθεύεται εἰς αὐτὴν τὴν πηγήν της τῆς θελήσεως τοῦ Ἔθνους ἡ ἔκφρασις. Διὰ νὰ ἔχῃ τὰ ἀποτελέσματά της ἡ ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν ἔθηκεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγιαλείας βουλευτής, ὀφείλομεν πάντες, κυβερνῶντες καὶ κυβερνώμενοι, ἅμα ἡ πλειοψηφία τῶν ἐκλογικῶν συλλόγων ἀποφασίσῃ περὶ τῶν ἀντιπροσώπων, οἵτινες ἐν τῷ ἐθνικῷ συνεδρίῳ θὰ ἀντιπροσωπεύσουν τὰς ἰδέας καὶ τὸ φρόνημα αὐτῶν, τὴν ἀπόφασιν αὐτῶν νὰ σεβασθῶμεν καὶ νὰ μὴ προσπαθῶμεν δι’ ὅλων τῶν εἰς τὴν διάθεσίν μας μέσων νὰ τὴν ἐξουδετερώσωμεν, ἀντικαθιστῶντες οὕτω τὴν ἰδικήν μας θέλησιν εἰς τὴν θέλησιν τῶν ἐκλογέων. Δὲν φθάνει λοιπὸν νὰ μᾶς ἐπαναλαμβάνετε καθ’ ἑκάστην, ὅτι ἡ μειοψηφία τῶν ἐν τῷ συνεδρίῳ τούτῳ παρισταμένων ἀντιπροσώπων πρέπει νὰ ὑπείκῃ εἰς τὴν πλειοψηφίαν· ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσωμεν τὴν ἀρχὴν αὐτὴν νὰ τὴν ἀναγνωρίσητε σεῖς πρῶτοι ἐκεῖ ὅπου τὸ πρῶτον ἐμφανίζεται, ἐν τῇ ἐκλογικῇ πάλῃ, ἐν ταῖς τῶν ἐκλογῶν ἐξελέγξεσιν. Ἀλλὰ τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα μαρτυροῦσι τὸ ἐναντίον. Καὶ ὅταν λαλῆτε περὶ πλειοψηφίας, περὶ τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς καὶ περὶ τῶν ὑποχρεώσεων τῆς μειοψηφίας, λησμονεῖτε ὅτι αὐτὴ ἡ λεγομένη πλειοψηφία ἐσχηματίσθη διὰ μέσων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι σύμφωνα μὲ τὴν τήρησιν τῶν κειμένων νόμων (ὡραῖα, ὡραῖα).

§65Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ λάθος ἔχετε.

§66ΣΑΡΑΒΑΣ. Σᾶς τὸ ἀποδεικνύω· τὸ ζήτημα εἶναι περὶ τῆς παρούσης πλειοψηφίας τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀπέχω νὰ συζητήσω ταύτην τὴν στιγμὴν ἐὰν νομίμως, ἢ μὴ ἐξεφράσθη ἡ πλειοψηφία ὡρισμένου ἐκλογικοῦ συλλόγου· ὅταν εἶπον, ὅτι ἡ λεγομένη πλειοψηφία ἐσχηματίσθη μὴ νομίμως, τὸ εἶπον, διότι ἐξακολουθῶ νὰ φρονῶ, ὅτι μὴ ὀρθῶς ἐλύθη τὸ περὶ εἰσιτηρίων ζήτημα, ὅτι ἐὰν τὸ ζήτημα τοῦτο ἐξητάζετο ἐν καιρῷ, ὡς ἐγένετο πάντοτε μέχρι τοῦδε, ἐὰν δὲν ἐματαιοῦτο παραπεμπόμενον εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, ἀλλ’ ἐλύετο κατὰ τὸ δίκαιον καὶ οὐχὶ κατὰ τὸ πολιτικὸν συμφέρον, ἡ λεγομένη πλειοψηφία θὰ ἦτον ἤδη μειοψηφία. Καὶ ἔπειτα ζητεῖ τυφλὴν ὑπακοὴν πλειοψηφία οὕτω σχηματισθεῖσα. Ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγιαλείας βουλευτὴς τὰ ἐν τῷ Ἀγγλικῷ Κοινοβουλίῳ νόμιμα καὶ ἔθιμα· ἐλησμόνησεν ὅμως ὅτι εἰς τὰς ἐργασίας τοῦ Ἀγγλικοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἰδίως τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων, δύνανται νὰ γίνωνταί τινα τὰ ὁποῖα εἶναι ἐναντίον τοῦ κανονισμοῦ. Ἅμα ὅμως ἀντιλέξῃ τις, ἐφαρμόζεται πάραυτα ὁ κανονισμός. Τὸ ἑξῆς παράδειγμα ἀρκοῦμαι νὰ μνημονεύσω. Κατὰ κανονισμόν τινα τοῦ Ἀγγλικοῦ Κοινοβουλίου ἀρχαιοτέρας ἐποχῆς, ἡ δημοσία συζήτησις δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη, ἀπαγορεύεται· ἐν τοσούτῳ εἰς τὰς συνεδριάσεις ἐπικρατεῖ ἡ μεγαλειτέρα δημοσιότης. Ἐὰν ὅμως ἓν μόνον μέλος ἀντείπῃ, ὁ πρόεδρος εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ διατάξῃ τὴν κένωσιν τῶν ἀκροατηρίων. Φοβεῖται ὁ κ. Μεσσηνέζης τὴν κατάχρησιν, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ κάμῃ ἡ μειονοψηφία, ποιοῦσα ἐν οὐ δέοντι χρῆσιν δικαιώματός της ἀναμφισβητήτου· καὶ δὲν φοβεῖται τὴν κατάχρησιν, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ κάμῃ ἡ πλειοψηφία; διότι τέλος πάντων ἡ τοσοῦτον φοβίζουσα κατάχρησις τῆς μειοψηφίας δὲν θὰ ἔχῃ ἄλλο ἐπιζήμιον ἀποτέλεσμα ἢ νὰ ματαιωθῇ μία συνεδρίασις, ν’ ἀπολεσθῇ χρόνος. Ἀλλὰ δὲν ἐσυλλογίσθητε, ἡ ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν θέτετε, εἰς ποῖα ἀτοπήματα δύναται νὰ φέρῃ; Δὲν ἐφοβήθητε, ὅτι οὕτω θὰ δύναται ἡ πλειοψηφία νὰ ἐξουδετεροῖ τὰς συζητήσεις; Χθὲς ἀκόμη, ἐὰν ἠθέλομεν συμμερισθῇ τὴν γνώμην σας, ἤθελε τελειώσει ἡ συζήτησις. Ὁ κ. πρόεδρος θὰ ἠρώτα ἐὰν ἔχῃ κἀνεὶς τὸν λόγον· καὶ ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχε κανεὶς ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἤθελον νὰ ὁμιλήσουν, ἡ συζήτησις θὰ ἐκηρύσσετο περαιωμένη· ὅταν δὲ ἤθελε προκαλέσει τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, θὰ παρετήρει, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἀπαρτία· καὶ ἂν ὁ κ. Ῥάλλης σήμερον ἤθελε νὰ ἐξακολουθήσῃ, θὰ τῷ ἐλέγετε, ὅτι ἔκλεισεν ἡ συζήτησις. Ἰδοὺ ἡ κατάχρησις, ἡ ὁποία δύναται νὰ προέλθῃ ἐκ μέρους τῆς πλειοψηφίας, κατάχρησις πολὺ φοβερωτέρα ἀπὸ τὴν κατάχρησιν, τὴν ὁποίαν, ἀξιότιμε κ. Μεσσηνέζη, τόσον πολὺ φοβεῖσθε, ὥστε νὰ ὑποβάλητε πρότασιν, προφανέστατα ἀντικειμένην εἰς ῥητὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Ἐγώ, κύριοι, φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου, ἐὰν ᾖναι ἐλευθερία, δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ κηδεμονίαν· κηδεμονία καὶ ἐλευθερία εἶναι δύω πράγματα ἀσυμβίβαστα· δύναται νὰ παρεκτραπῇ ἡ ἐλευθερία, ἀλλὰ τὰ σφάλματά της διορθοῦνται διὰ τῶν ἰδίων της παρεκτροπῶν· ἡ κηδεμονία ποτὲ δὲν διορθώνει. Μὴ ἐπιμένετε λοιπὸν νὰ κηδεμονεύετε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, μηδὲ τὴν συζήτησιν, διότι οὐδὲν ἄλλο πράττετε ἢ νὰ καταστρέψητε τὴν ἐλευθερίαν, χωρὶς διόλου νὰ ὠφελήσητε τὴν τάξιν.

§67Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἀναγνωρίζω, κύριοι, τὴν τόλμην μου· τολμηρός, καὶ τολμηρῶς λίαν φέρομαι, ἀναβαίνων ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου τοῦ ἐπισήμου. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι, πρὶν προχωρήσω εἰς τὴν ἀπάντησίν μου πρὸς τὸν ἔντιμον προλαλήσαντα, ἢ νὰ δηλώσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν χαρὰν καὶ εὐχαρίστησίν μου διὰ μίαν μόνην ἰδιαιτέραν σκέψιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Οἰτύλου βουλευτοῦ. Ἀπευθύνομαι πρὸς αὐτὸν, ὡς πρόεδρον τοῦ Βʹ. τμήματος ἐπὶ τῶν ἐξελέγξεων τῶν ἐκλογῶν. —μὲ ἐννοεῖ πολὺ καλὰ— πῶς ἐναντίον τοῦ Κανονισμοῦ ἐπέτρεψε κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἐκλογῆς Μεσολογγίου ἐν τῷ τμήματι νὰ λάβουν μέρος ἄτομα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιτρέπονται!

§68ΣΑΡΑΒΑΣ. Θὰ τὸ συζητήσωμεν αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον εἰς τὴν ἐκλογὴν Μεσολογγίου.

§69Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἐν τούτοις καίτοι προκειμένου περὶ ζητήματος ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων, χωρὶς νὰ μελετήσω τοὺς Ἄγγλους συγγραφεῖς καὶ νὰ ἔλθω μεμελετημένος, ἔχων τὴν συναίσθησιν ὅτι εἶμαι ὑπὲρ τοῦ δικαίου καὶ τῆς ἀληθείας, δὲν διστάζω νὰ φέρω τὸν λόγον. Ὡμίλησεν ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Αἰγιαλείας βουλευτὴν ὁ ἐπίσης ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου κ. Σαράβας καὶ πολλὰς ἀνέφερε θεωρίας περὶ μειονοψηφίας καὶ πλειονοψηφίας. Νομίζω ὅτι κατ’ ἀρχὴν πάντες εἶναι βεβαίως σύμφωνοι, ὅτι ἡ μειοψηφία ἐν τοῖς κοινοβουλίοις πρέπει νὰ ὑπείκῃ εἰς τὴν πλειοψηφίαν· ὅταν ἡ μειοψηφία μένει ἐντὸς τῶν καθηκόντων της τότε εἶναι σεβαστή, ἀλλ’ ὅταν παρεκτρέπεται, τότε μὰ τὴν ἀλήθειαν παύει ἡ μειοψηφία νὰ ᾖναι σεβαστή· διότι σκεφθεῖτε, κύριοι, ποῖον θὰ ᾖναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης διαγωγῆς. Διατελῶ, κύριοι, εἰσέτι ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ψυχικῶν συγκινήσεων, ὑφ’ ἃς χθὲς κατέλειπα τὸ βουλευτήριον, καὶ ὡς πολίτης καὶ ὡς βουλευτὴς δὲν δύναμαι νὰ μὴ αἰσθανθῶ ὅ,τι ᾐσθάνθην.

§70ΠΗΛΗΚΑΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς κάμω μίαν ἐρώτησιν συμφώνως πρὸς αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε; Θὰ σᾶς ἐρωτήσω ἐὰν ἦσθε σύμφωνος περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ δημοσίου φρονήματος, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ. Σαράβας, τῆς κοινῆς γνώμης.

§71Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ὑπάρχει διαφορὰ περὶ τὸ σκέπτεσθαι· δὲν σᾶς ἐνόησα τί θέλετε νὰ εἴπητε.—Κινδυνεύει τὸ πολίτευμα, ἀπειλοῦνται αἱ ἐλευθερίαι, ἡ πλειοψηφία μᾶς πιέζει, ἡ Κυβέρνησις παρανομεῖ· αὐτὰ εἶναι φοβερὰ καὶ ἀπελπιστικὰ, τὰ ὁποῖα λέγονται ἐκ τοῦ βήματος τούτου. Ἀλλὰ, κύριοι, τῆς μειοψηφίας εἶναι δυνατὸν ποτε νὰ κινδυνεύσωσιν ἐν Ἑλλάδι αἱ συνταγματικαὶ ἐλευθερίαι; Δι’ αὐτὰς πάντες ἐθυσιάσαμεν· καὶ δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ ἀξίωσίς τινων νὰ παρουσιάζωνται, ὅπως σήμερον, προστάται τῶν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν. Ἐὰν ᾖναι δυνατὸν νὰ προέλθῃ κίνδυνός τις, ὁ κίνδυνος αὐτὸς προέρχεται ἐκ τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ἡ μειοψηφία θέλει νὰ καθιερώσῃ, ἐπιδιώκουσα διὰ παντὸς τρόπου, νὰ ἐμποδίζῃ τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν, ὅπερ κατέστη ἡλίου φαεινότερον· διότι μόλις, κύριοι, σημαίνει ἡ 6 καὶ ½, πυρετὸς καταλαμβάνει τὴν δεξιὰν πτέρυγα καὶ ὅλοι τρέχουσι πρὸς κόρεσιν τῆς κοιλίας των.

§72ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι δικαίωμά μας.

§73Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Εἶναι δικαίωμά μας, ἐφώναξεν εἷς ἐκ τῶν ἐντίμων βουλευτῶν. Ναὶ, κύριοι, εἶναι δικαίωμά σας, ἀλλὰ μὴ λησμονήσητε ὅτι τὰ δικαιώματα συνεπάγονται καὶ ὑποχρεώσεις καὶ διὰ νὰ σεβασθοῦν οἱ ἄλλοι τὰ δικαιώματά σας, πρέπει νὰ τηρήσητε καὶ τὰς ὑποχρεώσεις σας. Ὅταν κάμετε κατάχρησιν τοῦ δικαιώματός σας, τότε τὸ τοιοῦτον δικαίωμα, μὰ τὴν ἀλήθειαν, παύει νὰ ᾖναι σεβαστόν. Λοιπὸν θέλετε νὰ κάμητε τοιαύτην κατάχρησιν τῶν δικαιωμάτων σας; κάμετε· ἀλλὰ παύσετε νὰ ἀπαιτῆτε σεβασμόν. Τὶ ἄλλο πράτετε, κύριοι, δι’ αὐτῆς σας τῆς πράξεως παρὰ διὰ τοῦ παραδείγματός σας αὐτοῦ νὰ παρασύρητε τοὺς νεωτέρους; Ἀλλὰ τὸ παράδειγμά σας δὲν εἶναι ἄξιον ἀπομιμήσεως. Προβῆτε, κύριοι, ἀκολουθήσατε καί σήμερον καὶ αὔριον· ἡ κοινὴ γνώμη, τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπέστειλεν ἐνταῦθα δὲν ἀπαιτεῖ 50 καὶ 100 κόμματα, ἀλλὰ τάξιν πραγμάτων· τὸ συμφέρον του εἶναι ἡ Κυβέρνησις πάντοτε νὰ λειτουργῇ ἐννόμως καὶ τακτικῶς. Ἄς συλλογισθῶμεν πολὺ καλά, ὅτι ὁ ἐξ Αἰγιαλείας βουλευτὴς εἶχε δίκαιον· διότι εἰς ποίαν θέσιν ἤθελεν εὑρεθῆ ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ τόπος, ἐὰν μειοψηφία, λησμονοῦσα τὸ καθῆκόν της καὶ τὴν ἀποστολήν της, παρενέβαλε προσκόμματα; Καταβαίνω, κύριοι, τοῦ βήματος καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ὄχι πλέον τὴν πλειοψηφίαν οὔτε τὴν μειονοψηφίαν, ἰδιαιτέρως, ἵνα ἀφίνουσα κατὰ μέρος τὸν φατριασμὸν καὶ τὴν ἐμπάθειαν, ἥτις ἤρχισεν νὰ ἀναπτύσσεται, ἐξ ὁμοφωνίας νὰ προβῶμεν σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολήν μας εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων μας.

§74ΤΙΝΕΣ. Τὸ συμπέρασμά σας;

§75Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Μεσσηνέζη.

§76ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). Τότε δὲν εἶπες τίποτε.

§77ΖΩΧΙΟΣ. Εἷς ἐκ τῶν παλαιῶν ἐπαναστατῶν, ὄχι κατὰ τῶν Τούρκων, ἀλλὰ ὑπὲρ τοῦ Συντάγματος, ὁ μακαρίτης Σκαραμαγκᾶς, ἦτο σύντροφος μὲ τὸν κύριον Πρωθυπουργόν· ἀφοῦ περιέπλεξε τὰ πράγματα, ἐπὶ τέλους εἶπεν, «ἔκαμε στάσιν ὁ νοῦς μου». Σᾶς τὸ εἶπον ἐγὼ προχθὲς· ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου, οὔτε ὁ λόγος ἰσχύει, οὔτε ὁ νόμος. Σήμερον ἔρχεται ἄλλως τὸ ζήτημα. Σᾶς λέγουσι τί; Ἀνατρέψατε τὸ Σύνταγμα, ἢ τοὐλάχιστον ἑρμηνεύσατέ το. Ὁ Χριστὸς δὲν ἐπέτρεψεν ἑρμηνείαν, οἱ Ἰησουΐται ἐπέτρεψαν ἑρμηνείαν, καὶ τὸ Εὐαγγέλιον ἔγεινε τοῦ διαβόλου βιβλίον (ἱλαρότης). Κύριοι, τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρόκειται σήμερον, τὸ ἔλυσεν ὁ μακαρίτης Ὄθων, τοῦ ὁποίου τὸν θρόνον ἀνατρέψαμεν. Σᾶς ἀναφέρω ἓν γεγονὸς, τὸ ὁποῖον γνωρίζω θετικώτατα.

§78ΒΟΪΔΗΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἔχομεν Βασιλέα, ὅστις εἶναι ἀσυγκρίτως καλλίτερος· ἔκαμε καλὰ εἰς τὸ Ἔθνος.

§79ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Θὰ τὸ κρίνῃ ἡ ἱστορία.

§80ΖΩΧΙΟΣ. Σᾶς ἐρωτῶ, ἀνέφερα τίποτε ἐγὼ διὰ τὸν Βασιλέα; Μὰ πάρτε τον, πάρτε τον· δὲν ἠμπορεῖτε ὅμως νὰ τὸν ὑποστηρίξετε· διὰ αὐτὸ πταίομεν ἡμεῖς;

§81ΑΧΟΛΟΣ. Νὰ τὸν ὑποστηρίξῃς ἐσὺ, ὅπου εἶσαι ναύαρχος, ὅπου δὲν εἶδες θάλασσαν, ἐσὺ θὰ ὑποπτηρίξῃς τὸν Βασιλέα;

§82ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). Ἀποροῦμεν, κύριε πρόεδρε, πῶς τὸ ἐπιτρέπεις αὐτὸ (θόρυβος).

§83ΑΧΟΛΟΣ. Σᾶς τὸ εἶπα ἀπὸ προχθὲς, ποῦ σᾶς πονεῖ τὸ δόντι σας.

§84ΖΩΧΙΟΣ. Ἐπικαλοῦμαι ὡς μάρτυρα (θόρυβος), ἐπικαλοῦμαι μάρτυρα τὸν κύριον Πρωθυπουργόν. Εἶμαι τσηράκι τίνος νομίζετε; τοῦ Κανάρη, τοῦ Μιαούλη τοῦ.......

§85ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, ὄχι.

§86ΖΩΧΙΟΣ. Ἂν θέλετε, σᾶς φέρω τὰ γράμματα. Λοιπὸν ἐπὶ τοῦ μακαρίτου Ὄθωνος....(θόρυβος).

§87Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πολλοὶ καλλίτεροι ἀπὸ ἐσᾶς.

§88ΖΩΧΙΟΣ. Μὲ τὴν διαφοράν, ἐμένα μὲ ἔστειλαν, ἐσένα δὲ ἔφεραν (ἱλαρότης). Λοιπὸν ἐπὶ τοῦ μακαρίτου τοῦ Ὄθωνος εἷς ἐκ τῶν προέδρων τῆς Βουλῆς προσεκλήθη ποτὲ καὶ τοῦ λέγει ὁ Βασιλεὺς, σήμερον πλέον πρέπει νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου. Τί τοῦ ἀπαντᾷ; συγκαλῶ τὴν Βουλὴν καὶ μὲ 13 βουλευτὰς κάμνω συνεδρίασιν. Ὁ μακαρίτης ὁ Βασιλεὺς εἶπεν, δὲν μᾶς συμφέρει ὁ τοιοῦτος τρόπος, διότι ὅ,τι γείνεται τώρα ὑπὲρ ἡμῶν ἠμπορεῖ ἄλλοτε νὰ γείνῃ ἐναντίον μας (θόρυβος).

§89Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ............

§90ΖΩΧΙΟΣ. Σοῦ εἶπα, ὅτι ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ σὲ ἔκαμε νὰ ᾖσαι ἀδελφὸς τοῦ ὑπουργοῦ (ἱλαρότης). Ὅταν μία Κυβέρνησις δὲν ἔχει τὸ ἥμισυ τῶν βουλευτῶν καὶ ἕνα περιπλέον, ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ πέσῃ;

§91ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, ὄχι.

§92ΖΩΧΙΟΣ. Ἀποκριθῆτε. Ἔχετε τὴν πλειονοψηφίαν; τίνος δὲ πλειονοψηφίαν ἔχετε; Τοῦ Ἔθνους; πρέπει νὰ ἔχετε 96 τουλάχιστον.

§93ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπουργικὸν ζήτημα θέτετε;

§94ΖΩΧΙΟΣ. Ἐγὼ εἶπον ὅτι δὲν ὁμιλῶ διὰ τὴν παροῦσαν Βουλήν, διὰ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Λέγετε ὅτι ἔχετε τὴν πλειονοψηφίαν καὶ λέγετε εἰς τὴν μειονοψηφίαν νὰ ὑποκύψῃ. Ἐὰν τῳόντι ἔχετε τὴν πλειονοψηφίαν, τῆς μειονοψηφίας δὲν ἔχετε ἀνάγκην. Λέγουν, θὰ καθήσωμεν νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα, νὰ ῥίψωμεν τὴν ἐκλογὴν τῆς Βασιλευούσης....

§95ΒΟΛΤΕΡΡΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον (ἱλαρότης).

§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ προκείμενον, κύριε Ζωχιέ.

§97ΖΩΧΙΟΣ. Εἰς τὸ προκείμενον εἶμαι, δὲν σᾶς ἀνέφερα τὴν Ἀγγλίαν ἐγώ (θόρυβος).

§98ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ ἐπιτρέπετε διακοπάς, κύριε πρόεδρε.

§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παύσατε, κύριοι, τὰς ἐρωτήσεις.

§100ΖΩΧΙΟΣ. Κατὰ τὸ γνωστὸν ἐκεῖνο ἑσπέρας μολονότι εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ, δὲν προέβημεν, οὔτε ἐσπεύδομεν· ἀλλὰ τί ἠθελήσαμεν; νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τοῦ βουλευτηρίου μὲ τὴν τιμήν μας, καὶ ἐξήλθομεν. Ὁ κύριος πρόεδρος, πρὸς τὸν ὁποῖον ὁ κ. Σαράβας εἶπεν, φανῆτε δίκαιοι ἀπέναντι ἡμῶν καὶ ἀπαρτίας μὴ οὔσης κηρύξατε τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως, προχθὲς ἔσπευδεν· εἶναι γεγονός. Σᾶς λέγουν ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ Κανονισμοῦ, ὄχι περὶ τοῦ Συντάγματος. Τὸ ἄρθρον 15 τοῦ Κανονισμοῦ δὲν εἶναι παρὰ πιστὴ ἀντιγραφὴ τοῦ Συντάγματος, οὔτε μίαν περισσοτέραν λέξιν ἔχει, οὔτε μίαν ὀλιγωτέραν. Τί σᾶς λέγουν; Πρὶν καταρτισθῆτε νὰ ἀνατρέψητε τὸ Σύνταγμα.

§101ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Δὲν εἶναι αὐτό.

§102ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). Κύριε πρόεδρε, τί εἶναι αὐτό! κάθε στιγμὴν διακόπτουν τὸ ῥήτορα.

§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, κύριοι, μὴ διακόπτετε τὸν ῥήτορα.

§104ΖΩΧΙΟΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἀντεγράφη εἰς τὸν Κανονισμόν, ναὶ ἢ ὄχι; Λοιπὸν ὁ Κανονισμὸς ἀντέγραψε τὸ Σύνταγμα κατὰ λέξιν· (ἀναγινώσκει τὸ 15 ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ παραβάλλων αὐτὸ πρὸς τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος). Λοιπὸν ὁ Κανονισμὸς δὲν εἶναι παρὰ ἀντιγραφὴ τοῦ Συντάγματος, διότι δὲν ἠμποροῦσε νὰ προσθέσῃ ἢ νὰ ἀφαιρέσῃ. Δὲν συζητοῦμεν λοιπὸν τὸν Κανονισμόν, ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα. Τί σᾶς εἶπεν ὁ προλαλήσας; δὲν θέλομεν νὰ ἀλλάξωμεν τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ νὰ τὸ ἑρμηνεύσωμεν ἐπὶ τὸ πρακτικώτερον.

§105ΔΟΥΖΙΝΑΣ..........

§106ΖΩΧΙΟΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν θὰ βάλετε γνῶσιν αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου!

§107ΡΟΥΚΗΣ. Κύριε πρόεδρε, πές του νὰ καθήσῃ ὁ κ. Δουζίνας. μάλιστα ποῦ εἶναι καὶ ῥήτωρ (θόρυβος), δύναται κατόπιν νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ νὰ τὸν ἀντικρούσῃ.

§108ΖΩΧΙΟΣ. Λοιπὸν μὴ πείθεσθε ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλὰ περὶ τοῦ Συντάγματος. Καὶ περὶ τοῦ Κανονισμοῦ ὅμως ἐὰν ἐπρόκειτο, ἀκόμη σεῖς δὲν δύνασθε ν’ ἀποφανθῆτε. Ἀλλὰ καὶ ἄρθρ. τοῦ Κανονισμοῦ ὑπάρχει, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζει τὴν γνώμην μας. — «Αἱ συνεδριάσεις καὶ ἀποφάσεις τοῦ Σώματος ἔχουσι κῦρος, ὅταν ὑπάρχῃ τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τοὐλάχιστον.» Καὶ εἰς τὰ τμήματα τῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα ἀποφαίνονται περὶ μιᾶς ἐκλογῆς, καὶ ἐκεῖ δὲν δύναται νὰ καταρτισθῇ ἀπόφασις, ἂν δὲν ᾖναι ἀπαρτία. Ἐν τίνι δικαιώματι θέλετε, ἐνῷ δὲν εἶσθε 96, ἐνῷ δὲν εἶσθε πλειονοψηφία τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, νὰ ἔχητε τὸ θάῤῥος αὐτὸ, καθὼς σᾶς εἶπεν ὁ κ. Σαράβας, νὰ λέγητε ὅτι εἶσθε πλειονοψηφία; Ἐὰν ἦσθε πλειονοψηφία, μὴ φοβεῖσθε. Δὲν ἤθελον νὰ λαλήσω σήμερον, οὔτε ἐσκεπτόμην νὰ λαλήσω περὶ τῆς ἐκλογῆς Ἀττικῆς· δὲν λαλῶ τώρα περὶ αὐτῆς, θὰ λαλήσω ὅμως κατόπιν. Δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω ἓν πρόσωπον, ἐκτὸς ἂν μοῦ δίδῃ τὸ δικαίωμα ὁ κ. πρωθυπουργός.

§109ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Σοῦ τὸ δίδει.

§110ΖΩΧΙΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἀπόβαλε τὴν ἐξουσίαν σου.

§111ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Κύριε πρόεδρε, δὲν διορθώνετε αὐτόν!

§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἤκουσα νὰ ὑβρίζῃ (θόρυβος).

§113ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ (ἐκ τοῦ προεδρείου). Ὅταν ἐλάλησε ὁ κ. Σαράβας, οὐδεὶς τὸν διέκοψε.

§114ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). Κάτω ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον.

§115ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Δὲν ἐγνώριζον, μὲ συγχωρεῖτε· ὁ κ. Ζωχιὸς, ὅστις συνειθίζει συχνὰ νὰ διακόπτῃ, τώρα δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν νὰ μὴ τὸν διακόπτωσι.

§116ΖΩΧΙΟΣ. Πρόσωπον σεβαστὸν, σᾶς εἶπον, δὲν λέγω τὸ ὄνομά του, ἂν δὲν μοῦ δώσῃ τὴν ἄδειαν ὁ πρωθυπουργὸς, εἶπεν ὅτι δὲν ὑπάρχει γωνία τῆς γῆς τυραννουμένη ὅπως τυραννεῖται ἡ Ἑλλάς· ὁ δὲ κ. πρωθυπουργὸς ἀναβὰς τὴν ἕδραν τοῦ πρωθυπουργοῦ, εἶπεν ὅτι πᾶς λαὸς εἶναι ἄξιος τῆς τύχης του. Ἂν δέχεσθε λοιπὸν τὴν τυραννίαν τῆς πλειοψηφίας — δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς παρούσης Βουλῆς, ἡ ὁποία δὲν ἐδημιουργήθη ἐντὸς τῶν καλπῶν, ἀλλὰ διὰ τῶν συνδυασμῶν ἐντὸς τῆς πρωτευούσης — εἶσθε ἐλεύθεροι νὰ τὴν δεχθῆτε. Ἐγὼ ἔχω ἀποστολὴν νὰ τὴν πολεμήσω μέχρις ἐσχάτων.

§117ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν ἔντιμον ἐξ Οἰτύλου βουλευτὴν διὰ τὰς περιποιητικὰς πρός με ἐκφράσεις του. Λυποῦμαι ὅμως διότι αἱ παρατηρήσεις του, καθόσον ἀποβλέπει τὴν διαγωγήν μου, ἦσαν εἰς πλήρη ἀντίφασιν μὲ τὰ ἐγκώμιά του. Μὲ ἐκάκισεν ὡς ἀνακόλουθον· δὲν γνωρίζω ὁποῖαι εἶναι αἱ πράξεις μου, αἱ ὁποῖαι τὸν ἤγαγον εἰς αὐτὸ τὸ συμπέρασμα· ἴσως ἔφθασεν εἰς αὐτὸ, κρίνων ἐκ τῶν ἰδίων τὰ ἀλλότρια. Πάντοτε ὑπῆρξα τῆς ἰδέας, ὅτι ἡ μειονοψηφία πρέπει νὰ ὑπείκῃ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν. Ἔσχον τὴν τιμὴν ἐπὶ πολλοὺς μῆνας νὰ προεδρεύσω τῆς Συνελεύσεως· εἰργάσθην ὅλαις δυνάμεσιν ἵνα δυνηθῶ τὴν ἀρχὴν ταύτην σεβαστὴν νὰ καταστήσω ἐν τῷ πολυμελεῖ ἐκείνῳ σώματι, καὶ ἂν δὲν ἐπέμενα εἰς τὴν ἰδέαν αὐτὴν, ἂν δὲν ἐδείκνυον τὴν σιδηρᾶν ἐκείνην θέλησιν, ἣν μοὶ ἐνέπνεον αἱ πεποιθήσεις ἐκεῖναι αἵτινες δὲν ὀπισθοδρομοῦν ἀπέναντι ὁποιωνδήποτε προσκομμάτων, ὁ τόπος θὰ ἔμενεν ἄνευ πολιτεύματος. Μὲ κακίζουν διὰ τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω· ἐγείρεται πάλη, ἥτις ὑψώνει τὸ ζήτημα εἰς ζήτημα παραβιάσεως τοῦ Συντάγματος. Ἐκπλήττομαι βλέπων, ὅτι ἁπλῆ ἑρμηνεία τοῦ Κανονισμοῦ ἐχαρακτηρίσθη ὡς τοιαύτη. Ἰσχυρίσθητε, ὅτι ἡ μειονοψηφία ἐξασκεῖ τὸ δικαίωμά της ἀποσυρομένη, καὶ ὅτι ἡ μειοψηφία δύναται νὰ μεταχειρισθῇ, κατὰ τὸν κύριον Ζωχιὸν, πᾶν μέσον ἵνα ἀνατρέψῃ τὴν πλειονοψηφίαν. Κύριοι, ἓν καὶ μόνον δικαίωμα ἔχομεν ὡς ἀντιπρόσωποι, τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἐκπληρῶμεν εὐσυνειδήτως τὸ καθῆκόν μας· καὶ ἵνα εὐόρκως καὶ εὐσυνειδήτως ἐκπληρῶμεν αὐτὸ πρέπει νὰ μείνωμεν εἰς τὴν θέσιν μας. Ἐὰν ἡ πλειονοψηφία ἀντιστρατεύηται κατὰ τῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους, τί σᾶς ἐμποδίζει νὰ ἐγείρετε τὴν φωνήν σας, νὰ τὴν κεραυνοβολήσητε καὶ οὕτω λαμβάνοντες ἀρωγὸν τὴν κοινὴν γνώμην νὰ φθάσητε εἰς ἀποτέλεσμα; Εἰς τοῦτο σᾶς καλεῖ τὸ καθῆκόν σας καὶ ὁ ὅρκος σας, καὶ οὐχὶ εἰς τὸ νὰ ἀποσύρεσθε ὅπως διὰ τοῦ μέσου τούτου ἀνατρέψητε μίαν ἐξουσίαν, ἀφίνοντες τὸν τόπον ἄνευ τοιαύτης. Αὐτὸς ὁ τόπος πρέπει νὰ ἔχῃ μίαν Κυβέρνησιν, πρέπει δὲ νὰ πολεμῆτε ταύτην ἐντὸς τοῦ νόμου· ἄλλως, ἐπέρχεται τὸ χάος καὶ ἡ ἀναρχία. Καὶ ἐγὼ θὰ πολεμήσω τὴν Κυβέρνησιν, καὶ σεῖς οἱ ὁποῖοι σήμερον ἐπιτίθεσθε κατ’ ἐμοῦ, αὔριον εἰς πολλὰ ζητήματα θὰ μὲ ἔχητε σύντροφον· ἀλλὰ θὰ πολεμήσω ἐντὸς τοῦ νόμου, διατηρουμένης μιᾶς τάξεως, καὶ διὰ κοινοβουλευτικῶν ὅπλων. Κρίνετε ἐξ ὑποκειμένου τὰ πράγματα· διὰ τί δὲν τὰ κρίνετε ἐξ ἀντικειμένου, διὰ τῶν ἀρχῶν μόνον; Λάβετε ὑπ’ ὄψιν ποία ἡ πρακτικὴ συνέπεια τῆς τοιαύτης ἀρχῆς. Δὲν ἠμπορεῖτε, μόνον καὶ μόνον διότι ἔχετε παράπονα, νὰ στιγματίζητε μίαν Κυβέρνησιν καὶ ν’ ἀποφεύγητε κατὰ πᾶσαν στιγμὴν τὴν λογικὴν πάλην, τὴν κοινοβουλευτικὴν, τὴν ἔννομον. Ὁ ἔντιμος ἐξ Οἰτύλου βουλευτὴς ἐξέφρασε καθαρὰ τὴν ἰδέαν του· χαίρω διὰ τὴν εἰλικρίνειάν του, ἀλλὰ δὲν συγχαίρω αὐτὸν καὶ διὰ τὴν πρόθεσιν καὶ τὰς πολιτικὰς ἀρχάς του, ἃς ἐξέθηκεν εἰπὼν «πάσσαλος πασσάλῳ ἐκκρούεται.»

§118ΣΑΡΑΒΑΣ. Δὲν τὸ εἶπον αὐτό.

§119ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ (πρὸς τὸν Σαράβαν). Εἴπατε, ὅτι διὰ τῶν καταχρήσεων θὰ πολεμήσητε τὴν κατάχρησιν.

§120ΣΑΡΑΒΑΣ. Οὔτε αὐτὸ εἶπον.

§121ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Οὕτω σᾶς ἐνόησα· ἐκράτησα σημειώσεις, ὅταν ὁμιλούσατε· τοιαύτη ἦτον ἡ ἔννοια τῶν λόγων σας.

§122ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ τὸ εἶπον. Πρὸ τῆς συνεδριάσεως εἴχατε τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ ζητήσητε τὴν γνώμην μου, παρόντος καὶ τοῦ κυρίου Σαράβα, καὶ ἐγὼ τότε εἶπον, τὸ πάσσαλος πασσάλῳ ἐκκρούεται.

§123ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριε Σαράβα, μὲ συγχωρεῖτε, δὲν ἔκαμα λάθος, οὕτως ἀντελήφθην τὸ πρᾶγμα. Μοὶ εἴπατε ὅτι μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία σφαγιάζει τοὺς νόμους, ἡ ὁποία θέλει νὰ νοθεύσῃ τὴν ἀντιπροσωπείαν, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς κοινοβουλευτική· ὅταν δ’ ἔχω ἀπέναντί μου πλειονοψηφίαν μὴ οὖσαν προϊὸν τῆς ἐλευθέρας θελήσεως τῶν πολιτῶν, δὲν δύναμαι νὰ κατακριθῶ ἂν δὲν ὑπακούσω εἰς αὐτήν.

§124ΣΑΡΑΒΑΣ. Τίς εἶπε τοιαῦτα πράγματα!

§125ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δηλαδή, παρηνόμησε μία Κυβέρνησις, ἠθέτησε τὰς ὑποσχέσεις της, τὸν ὅρκον της, ταύτην τὴν Κυβέρνησιν δύναμαι νὰ πολεμήσω ἐγὼ ὁ ἀντιπρόσωπος, ὁ κρατῶν τὸ λάβαρον τῆς νομιμότητος — καὶ τὸ λάβαρον τοῦτο πρέπει νὰ εἴπω, ὅτι τὸ κρατοῦμεν ὅλοι, ὅταν ἤμεθα ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας — δύναμαι νὰ πολεμήσω δι’ ὅλων τῶν μέσων, θεμιτῶν καὶ ἀθεμίτων.

§126ΣΑΡΑΒΑΣ. Σκιαμαχεῖτε. Ἡ καλὴ πίστις ἀπαιτεῖ νὰ μὴ βάζητε εἰς τὸ στόμα μου λόγους, τοὺς ὁποίους δὲν εἶπον. Σκιαμαχεῖτε, ἐπαναλαμβάνω.

§127ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἡ ἀλήθεια εἶναι πικρά, βεβαιότατα· ἐσυνείθισα νὰ λέγω ὅμως πάντοτε τὴν ἀλήθειαν. Ἂν εἴμεθα ἀντιπρόσωποι καὶ θέλωμεν ν’ ἀγωνιζώμεθα ὑπὲρ τοῦ νόμου, πρέπει ἡμεῖς τοὐλάχιστον, καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις ᾖναι ἐκτὸς τοῦ νόμου, νὰ μὴ παρανομῶμεν, νὰ μένωμεν ἐντὸς τοῦ νόμου πρὸς τὸ συμφέρον τῆς πολιτείας διὰ τὴν πραγματοποίησιν τῶν πόθων ὅλων ὑπὲρ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ συστήματος, καὶ ὅπως φθάσωμεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα λαμβάνοντες ἀρωγὸν καὶ τὴν κοινὴν γνώμην. Εἶναι ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Σαράβας, καὶ ἡ διαγωγή του δὲν ἀντιστρατεύεται πρὸς τοὺς λόγους του, διότι ἐμμένει πιστὸς εἰς τὰς ἀρχάς του καὶ ποτὲ δὲν ἀποσύρεται, καὶ χθὲς ἀκόμη, ὅτε ἡ πτέρυξ αὕτη ἀπεσύρθη, ὁ κ. Σαράβας ἔμεινεν εἰς τὴν θέσιν του. Δὲν κακίζω λοιπὸν τὴν διαγωγὴν τοῦ κ. Σαράβα, τὸν τιμῶ, καθ’ ὃν τρόπον μὲ τιμᾷ, ἀναιρῶ μόνον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὅτι εἶμαι ἀνακόλουθος καὶ ἡ διαγωγή μου εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὰς ἰδέας μου. Ὁ κ. Ζωχιός, ὁ ὁποῖος εἶναι ἴσως εἷς τῶν ἡγουμένων τῆς ἀντιπολιτεύσεως, μᾶς εἶπεν ὅτι θὰ μεταχειρισθῇ ὅλα τὰ μέσα, ἵνα ἀνατρέψῃ Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία δὲν ἔχει ἱερὸν καὶ ὅσιον. Ἀλλ’ ἡ τακτικὴ αὕτη εἶναι κακή, ὀλεθρία καὶ ἀξία πάσης κατακρίσεως. Ἐνθυμεῖται βεβαίως ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὅτι μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Συνελεύσεως εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κυβερνήσῃ τὸν τόπον ἄνευ προϋπολογισμοῦ καὶ νὰ λύσῃ τὰ ζητήματα τῆς ἀφομοιώσεως διὰ τῶν λεγομένων νομοθετικῶν διαταγμάτων. Ἡ αὐτὴ τακτικὴ πολλάκις ἐπαναληφθεῖσα μᾶς ἔφερεν εἰς τὸ ἐπικρατοῦν σύστημα τοῦ κυβερνᾷν τὸν τόπον, κατὰ τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς λεγομένης πολιτικῆς ἀνάγκης. Τὴν τακτικὴν δὲ ταύτην τίποτε δὲν δικαιολογεῖ, καὶ ὑπὲρ αὐτῆς δὲν πρέπει ν’ ἀγωνίζωνται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐκυβέρνησαν χθὲς καὶ προχθὲς τὸν τόπον καὶ οἱ ὁποῖοι ἠμποροῦν νὰ κυβερνήσουν καὶ αὔριον. Ἐγὼ δὲν ὑπηρετῶ, ἐπαναλαμβάνω, συμφέροντα κυβερνητικά, ἀλλ’ ἁπλῶς ἐκφράζω τὴν γνώμην μου καὶ τὴν πεποίθησίν μου. Ἐνθυμοῦμαι τὴν ἀγωνίαν, εἰς τὴν ὁποίαν διετελοῦμεν ἄλλοτε, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν συμπλήρωσιν μιᾶς ἀπαρτίας· ἐνθυμοῦμαι ὅτι μοὶ ἐζητήθη ν’ ἀφαρπάσω ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως, ἵνα 80 μόνον πληρεξούσιοι ἀποτελῶσιν ἀπαρτίαν. Ἀλλὰ μοὶ λέγουν, ζητεῖς διὰ τῆς προτάσεώς σου τροποποίησιν τοῦ Συντάγματος, θέλεις νὰ ῥίψῃς τὸ ἔθνος εἰς τὸ χάος. Πῶς; διότι λέγω ὅτι ἵνα ἀρχίσῃ μία συνεδρίασις πρέπει νὰ ᾖναι ἀπαρτία, καὶ διαρκούσης δὲ τῆς συνεδριάσεως δὲν πρέπει νὰ διακόπτεται ὁ ἀγορεύων διὰ τῆς ἐνστάσεως ὅτι δὲν εἶναι ἀπαρτία, μοὶ λέγουν ὅτι τροποποιῶ τὸ Σύνταγμα, καὶ προτίθεμαι νὰ καταστρέψω τὰς ἐλευθερίας τοῦ λόγου! Ὅταν διὰ βασιλικῶν διατάξεων λύωμεν τὰ σπουδαιότερα ζητήματα, ὅταν διοικῶμεν τὸν τόπον ἄνευ προϋπολογισμοῦ καὶ φορολογικῶν νόμων, τότε παραβιάζομεν τὸ Σύνταγμα, τότε φέρομεν τὸν μεγαλείτερον κτύπον κατ’ αὐτοῦ. Ἀλλὰ μοὶ λέγουν, παραβιάζεις τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου. Πῶς; ἂν θέλητε νὰ ἐκπληρώσητε τὸ καθῆκόν σας, πρέπει νὰ καθήσητε νὰ ἐργασθῆτε, καὶ οὐχὶ μόνον νὰ ἐργάζεσθε, ὅταν ἔχητε τὰ λάφυρα τῆς ἐξουσίας καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ παύειν καὶ διορίζειν. Ἂν κάθηται ἡ πλειοψηφία διότι δῆθεν ἔχει τὰ λάφυρα τῆς ἐξουσίας, πρέπει νὰ καθήσητε καὶ σεῖς. Θέλετε νὰ τὴν ἀντιπολιτευθῆτε, πρέπει νὰ τὸ πράξητε ἐντὸς τῶν νόμων. Ἐγὼ εἶμαι πλασμένος δι’ ἀντιπολίτευσιν, τὸ ὕφος μου μὲ τὸ ὁποῖον ὁμιλῶ σᾶς πείθει περὶ τούτου (θόρυβος). Ἂν δὲν μὲ ἐγνωρίσατε θὰ μὲ γνωρίσητε. Ἀπεκλείσθην πάντοτε ἀπὸ τὸ Βουλευτήριον, διότι οὐδέποτε ἠθέλησα νὰ προσπέσω εἰς τὰς κατὰ καιροὺς κυβερνήσεις, καὶ διότι ἔχω τὴν τόλμην νὰ λέγω πάντοτε τὴν ἀλήθειαν. Δὲν βλέπετε, εἶμαι βεβαρυμένος ἀπὸ τὰ λάφυρα τῆς ἐξουσίας· ἀγωνίζομαι ἵνα περιποιήσω εἰς ἐμαυτὸν συμφέροντα· ἔχω μυρίους συγγενεῖς ὑπαλλήλους, τὰ ὑπουργεῖα μὲ βλέπουν ν’ ἀναβαίνω καὶ καταβαίνω τὰ κλίμακάς των (θόρυβος). Ἠμπορεῖτε νὰ φωνάζητε ὅσον θέλετε· ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι, ἂν θέλωμεν τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα, πρέπει νὰ αἰσθανθῶμεν ὅτι αὐτὸ μᾶς ἐπιβάλλει ὑποχρεώσεις. Μὲ ἐκάκισαν διότι ἀνέφερον τὸ πολίτευμα τῆς Ἀγγλίας, καὶ μοὶ εἶπον, «ἀληθὲς εἶναι ὅτι ἐκεῖ διὰ τῶν ἐθίμων, διὰ τῆς λογικῆς, διὰ τῆς πρακτικῆς ἔφθασαν εἰς ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἂν καὶ δὲν ᾖναι καθιερωμένα διὰ νόμων εἶναι ὅμως σεβαστὰ καὶ συντελοῦσι μεγάλως εἰς τὸ νὰ κυβερνᾶται ὁ τόπος ἐπιτυχῶς ὅπως οὐδεὶς ἄλλος, ἀλλ’ ἐπρόσθεσαν» ὅτι ἀγνοῶ τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα καὶ συνηγορῶ ὑπὲρ προτάσεως καταστρεφούσης τὸ Σύνταγμα καὶ τὰς ἐλευθερίας, καὶ ὅτι ναὶ μὲν τὸ Κοινοβούλιον τῆς Ἀγγλίας δύναται νὰ ἐργασθῇ ἐπὶ παρουσίᾳ 40 βουλευτῶν μόνον, ἀλλ’ ἂν εἷς καὶ μόνον κάμῃ τὴν ἔνστασιν ὅτι δὲν εἶναι ἀπαρτία, ἀμέσως ἡ ἔνστασις γίνεται παραδεκτή· ὑπάρχει νόμος ἐκεῖ, κατὰ τὸν ὁποῖον αἱ συνεδριάσεις εἶναι μυστικαί, μολοντοῦτο εἶναι δημόσιαι, καὶ ἂν εἷς καὶ μόνος κάμῃ τὴν ἔνστασιν, ἀμέσως παύει ἡ δημοσιότης. Ὅλα ταῦτα τί σημαίνουν; ὅτι ἐκεῖ τοὺς νόμους δὲν τοὺς μεταχειρίζονται ἵνα καταργοῦν τὰ δικαιώματα, ὅτι τὰ δικαιώματα δὲν τὰ μεταχειρίζονται ἵνα φέρουν τὴν πατρίδα των εἰς τὴν ἀναρχίαν. Ἔχουσι δικαιώματα, τῶν ὁποίων εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις μόνον κάμνουν χρῆσιν. Ἐνταῦθα ὅμως τί γίνεται; εἰς δύω συνεχεῖς συνεδριάσεις, ἐνῷ πάντες μένουσιν ἥσυχοι, ἀποσύρεται ἡ μία πτέρυξ, ἵνα μὴ ὑπάρξῃ ἀπαρτία. Ἐγὼ δὲ, ὁ ὁποῖος ζητῶ τοὐλάχιστον τὴν παραδοχὴν τῆς ἀρχῆς ὅτι δὲν πρέπει νὰ διακόπτεται ὁ ῥήτωρ, κηρύσσομαι ὁ ἐχθρὸς τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ τόπου καὶ τοῦ Συντάγματος. Δύνασθε ὅσον θέλετε νὰ καυχᾶσθε ἐπὶ νομιμότητι· τὸ βέβαιον ὅμως εἶναι ὅτι, διὰ τοιούτων μέσων ἐὰν καταλάβητε τὴν ἐξουσίαν, ἀδύνατον εἶναι νὰ πραγματοποιήσητε τὰς ἀγαθὰς ὑπὲρ τῆς πατρίδος προθέσεις σας (θόρυβος). Ἀλλὰ, κύριοι, συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι καὶ ἐγὼ καὶ ἡ κοινὴ γνώμη καὶ ἡ Ἑλλὰς ἅπασα ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δυσπιστῇ πολὺ πρὸς τὰς προθέσεις αὐτὰς τὰς δῆθεν ἀγαθὰς, ὅταν πολιτεύεσθε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Πρέπει νὰ πολεμήσωμεν ἐντὸς τοῦ νόμου, καὶ οὐχὶ διὰ συνωμοσιῶν, οὐχὶ διὰ μέσων ἐκνόμων. Εἰς ταῦτα δὲν εἶμαι σύντροφός σας.

§128ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν σᾶς θέλομεν.

§129ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι ὑπερασπίζομαι τὸν νόμον παρὰ πάντα ἄλλον, περισσότερον ἐκείνου, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι δὲν μὲ θέλει διὰ σύντροφον (θόρυβος). Ὡρκίσθημεν νὰ φυλάξωμεν πίστιν εἰς τὴν πατρίδα, εἰς τὸν συνταγματικὸν Βασιλέα, καὶ πρέπει νὰ τὴν φυλάξωμεν· ὡρκίσθημεν ὑπακοὴν εἰς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους καὶ πρέπει νὰ τοὺς σεβασθῶμεν· ὡρκίσθημεν νὰ ἐκπληρώσωμεν εὐσυνειδήτως τὸ καθῆκόν μας, καὶ τότε τὸ ἐκπληροῦμεν ὅταν μένωμεν εἰς τὴν θέσιν μας, ὅταν ὑποβαλλώμεθα εἰς πᾶσαν ἀπόφασιν τοῦ Σώματος (θόρυβος). Ἴσως ὕψωσα τὴν φωνήν μου ὑπὲρ τὸ δέον καὶ ἔδωκα διαστάσεις εἰς τὴν συζήτησιν, τὰς ὁποίας δὲν ὤφειλον νὰ δώσω, διότι δὲν ἦτον ἡ κατάλληλος στιγμὴ· ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ πολεμήσω μίαν ἀρχὴν, ἥτις ἔμελλε νὰ ἔχῃ δυσάρεστα ἐπακόλουθα. Μὲ εἴδετε καθήμενον εἰς τὴν θέσιν μου, καθήμενον καὶ ἀκροαζόμενον μετὰ μεγάλης ὑπομονῆς, ὅταν σεῖς ἀπεχωρήσατε αἴφνης. Σᾶς ἐξέφρασα τὴν λύπην μου, εἶπον ὅτι δὲν εἶναι τακτικόν· ἔκαμα δὲ τὴν παρατήρησιν, οὐχὶ πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ παραβλάψω τὰ δικαιώματα τῆς μειοψηφίας, ἀλλ’ ὅπως παραδεχθῶμεν πρακτικὴν ἀρχὴν, ἡ ὁποία νὰ φέρῃ αἰσιώτερα ἀποτελέσματα. Δὲν ἔχω τὸν σκοπὸν νὰ προκαλέσω πολιτικὰς συζητήσεις, ἔχομεν καιρόν· χαίρω μόνον διότι ἐπανέρχομαι εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον πολλάκις μὲ ἀπεκλείσατε (γέλως ἐκ δεξιῶν). Οἱ καγχασμοί σας δὲν θὰ καταβάλουν τὸ φρόνημά μου. Φρονῶ δὲ ὅτι, ἂν ἡ πρότασίς μου περιορισθῇ εἰς τοῦτο, ὅτι ἀγορεύοντός τινος δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου, αἴρεται πᾶσα ὑπόνοια ὅτι πρόκειται περὶ παραβιάσεως τοῦ Συντάγματος. Ἐγὼ προχθὲς ἐλυπήθην διότι δὲν ἠμπόρεσα ν’ ἀκούσω τὸν κ. Ῥάλλην μέχρι τέλους, διακοπείσης τῆς ἀγορεύσεώς του. Ὁ κ. Σαράβας, ὅταν ὑποστηρίζῃ γνώμην τινά, ὑποστηρίζει αὐτὴν μὲ τρόπον προδίδοντα, ὅτι θεωρεῖ τὸν ἀντιλέγοντα ὡς παραλογιζόμενον. Ὁ τρόπος οὗτος, ὃν ἐφήρμοσεν ἀποκρούων τὴν πρότασίν μου, μὲ ἠνάγκασε νὰ κάμω πολλὰς ἐκδρομάς. Ἐπαναλαμβάνω δὲ ὅτι, ἐὰν περιορισθῇ ἡ πρότασις, ὡς προεξέθεσα, οὐδὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὸ ἐπιβλαβές. Φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι δικαίωμα ἔννομον τὸ νὰ διακόπτεται ὁ ἀγορεύων καὶ νὰ ζητῆται ἡ ἀναβολή. Ὁ λόγος, ὅτι ἀποκάμνουν καὶ οἱ βουλευταί, ἀποκάμνει τὸ κοινόν, ἀπόλλυσιν αἱ συζητήσεις τὴν σπουδαιότητα καὶ τὴν σοβαρότητα, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχωσι, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ χώραν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅταν δηλαδὴ πρόκηται περὶ μὴ διακοπῆς ἀρξαμένης ἀγορεύσεως. Διὰ τῶν διακοπῶν τοὐναντίον, χάνει ἡ συζήτησις τὴν ἀξίαν της καὶ δὲν φέρει εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον πείθομαι ὅτι ἐπιδιώκομεν ὅλοι, τὸ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἐξακρίβωσιν τῆς ἀληθείας καὶ νὰ ἐκπληρώσωμεν εὐσυνειδήτως τὰ καθήκοντά μας.

§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βολτέρας.

§131ΒΟΛΤΕΡΡΑΣ. Κύριοι, εὐτυχισμένον θεωρῶ τὸν ἑαυτόν μου, ὅτι μ’ ἔφερεν ἡ θεία Πρόνοια νὰ ἔλθω νὰ ἀναβῶ εἰς τὸ βῆμα τὸ Ἑλληνικόν, ὅπου διὰ 52 ἔτη ἔζησα ἀπὸ κάτω ἀπὸ μητρυιάν, σήμερον δὲ εἶμαι ἀπὸ κάτω ἀπὸ μητέρα. Ὁ κ. βουλευτὴς Μεσολογγίου Στάϊκος ἀναβὰς εἰς τὸ βῆμα, εἶπεν ὅτι εἶναι τολμηρὸν ν’ ἀναβῇ τὸ βῆμα· τί θὰ εἰπῶ ἐγώ, ὁποῦ λείπει ὁ λόγος καὶ τὰ ἄλλα προσόντα; Ὄχι, κύριοι, διότι ἀνέβην εἰς τὸ βῆμα, δὲν εἶναι τόλμη· τὸ νὰ ἀναβῶ εἰς τὸ βῆμα εἶναι ἐκπλήρωσις ὅρκου. Δὲν ὡρκίσθηκα, κύριοι, νὰ ἠξεύρω τὴν γραμματικήν, δὲν ὡρκίσθηκα, κύριοι, νὰ ἦμαι ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἠμποροῦν ν’ ἀναιβοῦν εἰς τὸ βῆμα μ’ εὐγλωττίαν, δὲν ὡρκίσθηκα ν’ ἀποφέρω ῥαδιουργίας, ἢ ἄλλο τι, ὡρκίσθηκα μόνον καὶ μόνον νὰ διατηρῶ αὐτὴν τὴν συνείδησιν. Μὲ αὐτὴν ἀνέβηκα εἰς τὸ βῆμα, μὲ αὐτὴν αὐτὸς ὁ Ὕψιστος θὰ μὲ κατεβάσῃ. Δύω, κύριοι, εἶναι τὰ συντάγματα, δύω εἶναι οἱ κανονισμοί. Οὐδεὶς ἀπὸ ἡμᾶς αὐτὸ βέβαια τὸ ἀμφισβητεῖ· διὰ τοῦτο μόνον καὶ μόνον ἀνέβηκα εἰς τοῦτο τὸ βῆμα. Τὸ πρῶτον Σύνταγμα εἶναι τὸ πρακτικόν, τὸ αὐτὸ ἔχει ὁ κανονισμός. Ἀλλά, κύριοι, εἶναι ἄλλο Σύνταγμα, ἴσως ἴσως ἀποπάνω ἀπ’ αὐτὸ τὸ πρακτικό· εἶναι ἡ κοινὴ γνώμη, εἶναι ὁ λαὸς, ὁ ὁποῖος μᾶς ἔστειλεν ἐδῶ ἀντιπροσώπους. Εἴμεθα εἰς χρῆσιν, κύριοι, ὅταν ἀποφεύγωμεν ἀπὸ πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι βουλευτικά. Ναὶ μὲν τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι ἀπαρτία, πολὺ σωστά· ἀλλὰ καὶ δὲν ἠδύνατό ποτε ὁ νομοθέτης νὰ στοχασθῇ, ὅτι θ’ ἀποφεύγωμεν πότε ὁ μὲν, πότε ὁ δὲ,—ὁμιλῶ μ’ ἀνεξαρτησίαν, κύριοι, — ν’ ἀποφεύγωμεν καὶ νὰ ἀφίνωμεν ἕνα λαὸν νὰ πάθουν τὰ συμφέροντά του, τὰ συμφέροντα ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα μᾶς ἔστειλεν νὰ τὸν ἀντιπροσωπεύσωμεν μέσα σὲ τοῦτο τὸ Βουλευτήριον· αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου. Αὐτὰ τὰ ὀλίγα λόγια λέγω καὶ ἐγὼ καὶ ἀφίνω εἰς τὴν κοινὴν γνώμην νὰ τὰ κρίνῃ.

§132ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Τοσαύτη εἶναι ἡ προθυμία τοῦ ἐξ Αἰγιαλείας ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ὅπως φέρῃ προτάσεις πρὸς μεταῤῥύθμισιν τοῦ ἡμετέρου Συνταγματικοῦ χάρτου, ὥστε ἔῤῥιψεν ἤδη μίαν ἐντὸς τῆς Βουλῆς πρὶν ἢ τὸ Σῶμα καταρτισθῇ, δι’ ἧς προτείνει τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος. Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται, κατὰ τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα, νὰ συζητήσῃ ἄνευ ἀπαρτίας, τὴν δὲ ἀπαρτίαν ἀποτελεῖ ἀριθμὸς ἴσος πρὸς τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου. Καὶ ἐνῷ τὸ Σύνταγμα δὲν ἐπιδέχεται ἑρμηνείαν, ἔρχονται σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ μᾶς λέγουσι νὰ ἑρμηνεύσωμεν αὐτὸ, καὶ νὰ εἴπωμεν, «ἐπειδὴ τὸ Σύνταγμα λέγει μὲν ὅτι συζήτησις δὲν δύναται νὰ λάβῃ χώραν ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου ἄνευ ἀπαρτίας, ἀλλ’ οὐχ ἧττον δὲν προσέθηκεν ὁ νομοθέτης, ἡ ἐθνικὴ Συνέλευσις ἥτις ἐψήφισεν αὐτὸ, ὅτι διακόπτεται ὁ ῥήτωρ κατὰ τὴν συζήτησιν, ἄρα ἡ συζήτησις πρέπει νὰ ἀκολουθήσῃ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τί ἄλλο σημαίνει συζήτησις παρὰ ἀγόρευσις, ἀγόρευσις τῶν δύω μερίδων, ἀγόρευσις τῶν ἐχόντων διαφόρους γνώμας. Καὶ μ’ ὅλον τοῦτο μᾶς λέγουσιν, ὡς εἶπον, ναὶ μὲν ὑπάρχει ἐν τῷ Συντάγματι διάταξις ἀπαιτοῦσα ἀπαρτίαν πρὸς συζήτησιν, πλὴν ἐπειδὴ δὲν λέγει τὸ Σύνταγμα ὅτι ὁ ῥήτωρ διακόπτεται ὅταν δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, ἄρα δύναται νὰ συζητῇ ἄνευ ἀπαρτίας. Τὸ Σύνταγμα λέγει ὅτι οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου, ἐπειδὴ δὲν λέγει ὅτι εἶναι καὶ ἴσοι ἐνώπιον τοῦ δικαστοῦ, ἄρα ἐνώπιον τοῦ δικαστοῦ δὲν εἶναι ἴσοι. Τοιαύτη εἶναι, κύριοι, ἡ λογικὴ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν ἀξίωσιν νὰ συμβουλεύωσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Συνεπείᾳ τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ Συντάγματος καθιερώθη ἐν τῇ πρακτικῇ ὅτι, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἀπαρτία, γίνεται περὶ τούτου ἔνστασις καὶ ἡ συζήτησις παύει, ἀφοῦ ἀποδειχθῇ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ὅτι ἀπαρτία δὲν ὑπάρχει. Ἡ πρακτικὴ αὕτη, τὴν ὁποίαν καθιέρωσε τὸ ἡμέτερον Κοινοβούλιον, εἶναι αὐτὴ ἐκείνη ἡ πρακτικὴ, ἥτις πολὺ πρὸ ἡμῶν καθιερώθη ἐν τῷ Ἀγγλικῷ Κοινοβουλίῳ, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἐξ Αἰγιαλείας βουλευτὴς, ὅταν ἔῤῥιψεν εἰς τὸ Σῶμα τοῦτο τὴν πρότασιν περὶ τῆς ὁποίας σᾶς εἶπον καὶ περὶ ἧς συζητοῦμεν. Ἐν τῷ Ἀγγλικῷ Κοινοβουλίῳ, σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας, γίνεται ἀπαρτία ὅταν ὑπάρχωσι παρόντα 40 ἐκ τῶν μελῶν αὐτοῦ. Ἄρα ἐν τῷ Κανονισμῷ τοῦ Κοινοβουλίου ἐκείνου ὑπάρχει διάταξις, οἵα ὑπάρχει καὶ ἐν τῷ Κανονισμῷ τοῦ ἡμετέρου Κοινοβουλίου, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι ἡ διάταξις ἐκείνη ἀπαιτεῖ τὴν παρουσίαν τεσσαράκοντα μελῶν, ἐνῷ ἡ διάταξις ἡ ἐν τῷ ἡμετέρῳ Κανονισμῷ, ὅπως ᾖ σύμφωνος πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος τὴν ὁποίαν σᾶς προανέφερα, ἀπαιτεῖ τὴν παρουσίαν 96. Ἐρωτῶ τὸν πρακτικὸν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀπέτεινε συμβουλὰς, τί γίνεται εἰς τὸ Ἀγγλικὸν Κοινοβούλιον, ἐὰν παρόντες δὲν ᾖναι τεσσαράκοντα ἀλλὰ 39 μόνον βουλευταὶ, καὶ ἂν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐγερθῇ ἓν ἐκ τῶν μελῶν καὶ εἴπῃ, ἀπαρτία δὲν ὑπάρχει; γίνεται ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγένετο κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, κατὰ τὰς παρελθούσας συνεδριάσεις, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καθιέρωσεν ἡ πρακτικὴ τοῦ Κοινοβουλίου, γίνεται ἀπαρίθμησις καὶ διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Φέρετέ μας, ἀξιότιμε βουλευτὰ ἐξ Αἰγιαλείας, φέρετέ μας μίαν μαρτυρίαν οἱουδήποτε συγγράψαντος περὶ τοῦ Κοινοβουλίου ἐκείνου, φέρετέ μας οἱανδήποτε διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ τοῦ Κοινοβουλίου ἐκείνου καὶ ἀποδείξατέ μας εἴτε διὰ τῆς μαρτυρίας ἐκείνου, εἴτε διὰ τῆς διατάξεως ἐκείνης, ὅτι ὅταν τὰ 39 μέλη ᾖναι παρόντα ἐξακολουθῇ ἡ συζήτησις καὶ δὲν διακόπτεται. Ἐπιτρέψατέ μοι καὶ ἑτέραν ἐρώτησιν· εἰς ποῖον μέρος τοῦ μεγάλου χάρτου τῆς Ἀγγλίας περιλαμβάνεται ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος; ὁποία ὁμοιότης ὑπάρχει μεταξὺ τῶν σχετικῶν διατάξεων τῶν εἰς τὸν χάρτην ἐκεῖνον, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπάρχουν, καὶ τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 59 τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος; Ἡ πρακτικὴ, σᾶς εἶπον, κύριοι, τοῦ ἡμετέρου Κοινοβουλίου καθιέρωσεν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν παρατηρεῖ τις καὶ εἰς τὰ λοιπὰ Κοινοβούλια, μὴ ἐξαιρουμένου καὶ τοῦ Κοινοβουλίου ἐκείνου περὶ τοῦ ὁποίου ἠθέλησε νὰ ὁμιλήσῃ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγιαλείας βουλευτής. Ἂς ἀνεύρωμεν ὅμως ἀναδιφίζοντες τὰ πρακτικὰ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως καὶ τῆς Βουλῆς, ἂς ἀνεύρωμεν ὁποῖαι αἱ γνῶμαι περὶ τοῦ ζητήματος διαφόρων μελῶν τῆς Συνελεύσεως καὶ τῆς Βουλῆς· καὶ ἵνα μὴ ἀπασχολήσω ἐπὶ μακρὸν τὸν πολύτιμον χρόνον τοῦ Κοινοβουλίου, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγιαλείας βουλευτὴς νὰ ἀναφέρω μόνον τὴν γνώμην αὐτοῦ, ὅτε προήδρευε τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως. (Ἀναγινώσκει πρακτικὸν συνεδριάσεως τῆς ἐθνικῆς Συνελεύσεως). Αὕτη εἶναι ἡ γνώμη, κύριοι, τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Αἰγιαλείας βουλευτοῦ ὅταν ἦτο πρόεδρος τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, εἰς ἐποχὴν, κύριοι, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶχεν εἰσέτι ψηφισθῆ τὸ Σύνταγμα, εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπῆρχεν ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ ἡμετέρου συνταγματικοῦ χάρτου· καὶ ἐνῷ τοιαύτη εἶναι ἡ γνώμη αὐτοῦ, γνώμη σύμφωνος πρὸς τὴν πρακτικήν, τὴν ὁποίαν αὐτὴ ἡ Συνέλευσις καθιέρωσεν, ἑπομένη πρὸς τὴν πρακτικὴν ὅλων τῶν κοινοβουλίων, σήμερον ἀπέναντι ῥητῆς τοῦ Συντάγματος διατάξεως ἔρχεται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ μᾶς λέγει, ἡ συζήτησις πρέπει νὰ ἀκολουθῇ καί τοι τῆς Βουλῆς μὴ οὔσης ἐν ἀπαρτίᾳ! Τοιαύτη πρότασις, κύριοι, δὲν δύναται νὰ τεθῇ οὔτε κἂν εἰς ψηφοφορίαν, δὲν εἶναι ἁπλῶς ἀπαράδεκτος, τοιαύτη πρότασις δὲν ψηφίζεται, καὶ νομίζω ὅτι ὁ κ. πρόεδρος δὲν θέλει ἐπιτρέψει νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν πρότασις ἀντιβαίνουσα εἰς ῥητὴν τοῦ Συντάγματος διάταξιν. Καὶ ἐνῷ μᾶς φέρουσι τοιαύτην πρότασιν, ἐνῷ μᾶς φέρουσι πρότασιν ἐναντίαν εἰς τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος, βαίνουσιν εἰς συμβουλὰς καὶ ἐπιτιμήσεις, ἐπιῤῥίπτουσι μομφὰς κατὰ τῆς μειονοψηφίας, διότι ἡ μειονοψηφία ἀγαπῶσα τὴν συζήτησιν ἀπεφάσισε πλέον ἢ ἅπαξ ν’ ἀποχωρήσῃ ὅταν δὲν ἠδύνατο πλέον ν’ ἀνθέξῃ συζητοῦσα, καὶ τὴν πρᾶξιν ταύτην, κύριοι, τῆς μειονοψηφίας, τὴν ἀποχώρησιν εἰς ὥραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ φύσις δὲν ἐπιτρέπει πλέον τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως, τὴν ἀποκαλοῦσι ἐπαναστάτιν, τὴν ἀποκαλοῦσιν λειποταξίαν, τὴν ἀποκαλοῦσι συνωμοσίαν, τὴν ἀποκαλοῦσι βίαν τῆς μειοψηφίας. Θέλομεν τὴν συζήτησιν, καὶ ἐπειδὴ θέλομεν τὴν συζήτησιν δὲν δυνάμεθα νὰ σιωπήσωμεν, θέλομεν τὴν συζήτησιν καὶ τὸ ἀπεδείξαμεν, τὸ ἀπέδειξαν αἱ ἀγορεύσεις τῶν ῥητόρων τῆς μερίδος ταύτης εἰς σπουδαιότατον ζήτημα, ὁποῖον εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀνεφύη περὶ τοῦ ἐγκύρου ἢ ἀκύρου τῆς ἐκλογῆς τῆς Ἀττικῆς. Ἐνεγράφημεν ὅπως συζητήσωμεν, ἠρχίσαμεν νὰ συζητῶμεν, καὶ ἐφάνη, κύριοι, εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ παράδοξον τῷ ὄντι φαινόμενον, ὅτι μετὰ σπουδαίας ἀγορεύσεις, μετὰ ἀγορεύσεις ἀναλυτικωτάτας καὶ πειστικωτάτας δὲν ὑπάρχουν οἱ ἀντιλέγοντες, ἀλλ’ ἀναγκάζεται ὁ εἷς κατόπιν τοῦ ἄλλου ν’ ἀγορεύῃ, καί τοι ἔχων τὴν αὐτὴν γνώμην μετὰ τὴν ἀναλυτικωτάτην ἀγόρευσιν χθὲς τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ Πετράκη. Μετὰ τὴν ἀναλυτικωτάτην καὶ πειστικωτάτην καὶ εὐγλωττοτάτην ταύτην ἀγόρευσιν, δίδεται ὁ λόγος εἰς τοὺς ἐγγραφέντας ἐκ τῆς ἐναντίας μερίδος καὶ οὗτοι ἀποποιοῦνται νὰ ἀγορεύσωσι, καὶ ἀναγκάζεται ἕτερος βουλευτὴς, τὴν αὐτὴν φέρων γνώμην μετὰ τοῦ κυρίου Πετράκη, νὰ ἀνέλθῃ ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ νὰ ἀγορεύσῃ. Ζητεῖται νὰ παύσῃ ἡ συζήτησις καὶ ζητεῖται νὰ παύσῃ διὰ τῆς σιωπῆς ἀφ’ ἑνὸς ἐκ τῆς μερίδος ταύτης καὶ διὰ τῆς καταναγκάσεως ἀφ’ ἑτέρου τῆς ἑτέρας μερίδος, ὅταν αἱ δυνάμεις μας εἶναι πλέον ἐξηντλημέναι, νὰ ἐξακολουθῶμεν τὴν συζήτησιν· καὶ ἐπειδὴ ἡ φύσις μᾶς ἀναγκάζει καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἀναχωρήσωμεν, διότι δὲν ἐννοοῦμεν νὰ ὑποχωρήσωμεν εἰς τὴν πραγματικὴν ταύτην βίαν, μᾶς ἀποκαλοῦσι μὲ τὰ ἐπίθετα, τὰ ὁποῖα ἠκούσατε, καὶ μᾶς λέγουσιν ὅτι δὲν ὑπείκομεν κατὰ καθῆκον εἰς τὴν πλειονοψηφίαν. Γινώσκομεν τοῦτο κάλλιστα, γινώσκομεν ὅτι ἡ μειονοψηφία ὀφείλει νὰ ὑπείκῃ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, ἀλλ’ ὅταν ἡ πλειονοψηφία εὑρίσκεται ἐντὸς τοῦ νόμου, ὅταν ἡ Βουλὴ σέβεται τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους· ἀλλ’ ὅταν καταδεικνύῃ τρανώτατα ὀλίγον σεβασμὸν πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ Συντάγματος, τότε βεβαίως δικαιολογοῦνται ὁποιαδήποτε μέτρα ἐκ τῆς μερίδος ταύτης. Ἡ βάσις τοῦ πολιτεύματος, καθὼς πολὺ ὀρθῶς παρετήρησεν χθὲς εἷς ἐκ τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν τῆς μερίδος ταύτης, εἶναι ἡ ἐλευθέρα συζήτησις, ἡ διὰ τῆς συζητήσεως διαφώτισις τῆς κοινῆς γνώμης, ἡ συζήτησις ἐκ τῆς ὁποίας ἀναλάμπει ἡ ἀλήθεια· καὶ τὴν συζήτησιν ταύτην ὅστις προσπαθεῖ δι’ ὁποιουδήποτε μέσου ν’ ἀποφύγῃ, ἀποδεικνύει ὅτι τὸ Σύνταγμα δὲν σέβεται, καὶ σαλεύει τὴν σπουδαιοτάτην ταύτην ἐκ τῶν βάσεών του.... Σᾶς εἶπον κύριε Βαλασσόπουλε, καὶ δὲν μὲ ἠκούσατε, ὅτι τὴν συζήτησιν προσπαθεῖτε νὰ ἐμποδίσητε ἀφ’ ἑνὸς διὰ τῆς σιωπῆς ἐκ μέρους τῆς μερίδος ταύτης, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διὰ τῆς ἀποφάσεώς σας ὅπως μᾶς καταναγκάσετε νὰ μένωμεν ἐνταῦθα καὶ νὰ συζητῶμεν, καὶ ὅταν ἐξαντλῶνται αἱ φυσικαί μας δυνάμεις. Κατεφύγαμεν, κύριοι, εἰς τὸ μέσον τῆς ἀποχωρήσεως, ὄχι ὅπως ἐπαναστατήσωμεν, ἀλλὰ διότι καθῆκον εἴχομεν δι’ αὐτοῦ τοῦ μέσου νὰ περιφρουρήσωμεν τὴν συζήτησιν· ὅταν εἴδατε πλέον ὅτι διὰ τοῦ μέσου ἐκείνου δὲν ἐπιτυγχάνεται ὁ σκοπὸς, ἤλθατε σήμερον μὲ μίαν πρότασιν, ἡ ὁποία ἀντίκειται εἰς ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, καὶ προσπαθεῖτε σήμερον διὰ τοῦ πραξικοπήματος τούτου νὰ φθάσητε εἰς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον εἴχατε, τουτέστι νὰ ἐμποδίσητε τὴν συζήτησιν. Νομίζω, κύριοι βουλευταὶ, ὅτι οὐδεὶς ἕτερος μεταξὺ ἡμῶν θέλει ὑπάρξει ὁ ὁποῖος νὰ ὑποστηρίξῃ πρότασιν ἀντικειμένην εἰς τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος. Ὁπωσδήποτε ἐπαναλαμβάνω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προανέφερον, ὅτι ἔχω πεποίθησιν, καὶ ποσῶς δὲν δύναμαι ν’ ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος οὐδέποτε θέλει θέσει εἰς ψηφοφορίαν πρότασιν, ἡ ὁποία τείνει νὰ μεταῤῥυθμίσῃ ῥητὴν τοῦ Συντάγματος διάταξιν.

§133ΖΑΪΜΗΣ. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, κύριε πρόεδρε, νὰ τελειώνωμεν· τοιαῦται προτάσεις οὔτε τίθενται ἐδῶ. Ὁ κύριος Ῥάλλης νὰ λάβῃ τὸν λόγον.

§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δρόσος θέλει τὸν λόγον.

§135ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὁ κ. Δρόσος εἶναι σύμφωνος. Νὰ παύσῃ ἡ περαιτέρω συζήτησις.

§136ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§137Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἡ Βουλὴ θέλει νὰ ἐκφράσῃ μίαν εὐχὴν νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ τὸ δὶς γενόμενον....

§138ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, Σᾶς ὡμίλησα πρὶν περὶ τοῦ ἀπροχωρήτου. Τὸ ἀπροχώρητον ἐξαρτᾶται μόνον ἀπὸ τὴν διάθεσιν τὴν ἰδικήν σας. Σεῖς ὀφείλετε, ἅμα τὸ Σῶμα δὲν εἶναι νομίμως κατηρτισμένον, νὰ μὴ ἐπιτρέπητε τὴν περαιτέρω συζήτησιν.

§139Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, δύο λέξεις.

§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.

§141Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶμαι τῆς ἰδέας ὅτι ὁ Κανονισμὸς παρεξηγεῖται.

§142ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἰδοὺ, κύριοι, ἡ πρότασίς μου. «Προτείνω νὰ ἀποφασίσῃ τὸ Σῶμα τῆς Βουλῆς....

§143ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ παραδεχθῶμεν μίαν τοιαύτην βλασφημίαν (θόρυβος).

§144ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ παραδεχθῶμεν μίαν πρότασιν ἀντικειμένην εἰς τὸ Σύνταγμα (θόρυβος).

§145ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ψηφοφορήσωμεν τοιαύτην πρότασιν.

§146ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Φύγετε.

§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι, σᾶς παρακαλῶ.

§148Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦτον ἀναγκαία ἡ σημερινὴ συζήτησις, διότι ἂν τὰ συμβάντα τὰ κατ’ αὐτὴν τὴν ἑβδομάδα δὲν ἔπεισάν τινα, ὅτι ἡ τάσις τῆς μιᾶς μερίδος, τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος, ἦτο νὰ ματαιώσῃ τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἀποσύνθεσιν καὶ διάλυσιν τοῦ Κοινοβουλίου, ἡ σημερινὴ συζήτησις ἀπέδειξε τοῦτο. Δὲν ὑποτασσόμεθα, λέγει ἡ ἀντιπολίτευσις, εἰς τὴν πλειοψηφίαν, ἐν ὅσῳ σεῖς εἶσθε διατεθειμένοι νὰ ἀποφασίσητε οὕτως ἢ ἄλλως ἐπὶ μιᾶς ἐκλογῆς· ἡμεῖς θέλομεν διὰ παντὸς τρόπου νὰ ματαιώσωμεν τὰς συνεδριάσεις σας. Σήμερον ἐδηλώθη ὁ σκοπὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως τόσον φανερὰ, ὥστε ἀνάγκη ἡ Βουλὴ, ἀνάγκη τὰ μέλη καὶ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης μερίδος, καὶ τῆς δεξιᾶς καὶ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος, νὰ σκεφθῶσιν ἂν ᾖναι διατεθειμένα νὰ παρακολουθήσωσι τοὺς ἡγέτας τῆς τοιαύτης ἰδέας εἰς τὸν σκοπόν των, ἂν προτίθενται νὰ ἐνισχύσωσι τὸν σκοπὸν τῆς ἀποσυνθέσεως καὶ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Εἷς τῶν ἀρχηγῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, ἀπὸ τῆς πρώτης συνεδριάσεως ἠπείλησεν ὅτι τὴν τύχην τῆς παρελθούσης Βουλῆς θέλει ἔχει καὶ ἡ παροῦσα. Καὶ βεβαίως, κύριοι, ἓν ἐκ τῶν δύω θέλει συμβῇ, ἂν ἐξακολουθήσῃ ὅ,τι ἀπὸ μιᾶς ἑβδομάδος γίγνεται, ὅ,τι οὐδέποτε μέχρι τοῦδε συνέβη καθ’ ὅλας τὰς συνόδους καὶ περιόδους τοῦ Κοινοβουλίου· ἂν ἐξακολουθήσῃ τὸ σύστημα τοῦτο, βεβαίως ἡ ἀποσύνθεσις ἐπέρχεται.

§149ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Δὲν εἶναι πρώτη φορά, καθ’ ἣν ἐξακολουθεῖ νὰ γείνεται συζήτησις ἐπὶ μίαν ἑβδομάδα.

§150ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πρώτη φορὰ εἶναι.

§151ΤΙΝΕΣ. Μὴ ἀπαντᾶτε.

§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι.

§153ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κατηναλώσαμεν μίαν ὁλόκληρον ἡμέραν, κύριοι, εἰς ἓν παρεμπῖπτον ζήτημα, καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ἐπ’ αὐτοῦ (θόρυβος).

§154ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν ὑπάρχει, κύριοι, καμμία σχέσις μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τῆς συμπολιτεύσεως.

§155ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κατηναλώσαμεν δύω ὁλοκλήρους ἡμέρας, ἀφ’ ἧς συνῆλθε τὸ Κοινοβούλιον, καὶ προέβημεν εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν· καὶ μολονότι ἠρχίσαμεν τὰς ἐξελέγξεις ἀπὸ τῆς 4 ὥρας τῆς δευτέρας ἡμέρας, δὲν κατορθώσαμεν καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦτο μέχρι τῆς χθὲς εἰμὴ ν’ ἀκούσωμεν ἕνα μόνον ῥήτορα ὑπὲρ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς, δύω δὲ κατὰ, διότι δὲν θέλετε μοὶ ἀρνηθῆ, ὅτι αἱ ἀγορεύσεις τῶν βουλευτῶν Ἀττικῆς, τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ ἐξελεγχθῇ ἡ ἐκλογὴ, ἦτο μία καὶ ἡ αὐτὴ ὡς ἐὰν ἦτον ἑνὸς μόνου ῥήτορος ἀγόρευσις. Ναί, κύριοι, σκοπίμως, καὶ τὸ γνωρίζω, καὶ τὸ γνωρίζετε ὅλοι, ὑπηγορεύθη εἰς τὸν πρῶτον λαλήσαντα ἐκ τῶν βουλευτῶν τούτων νὰ καταναλώσῃ ὅλην τὴν ἡμέραν ἐκείνην, νὰ μὴ ἀποπερατώσῃ τὴν ἀγόρευσίν του εἰμὴ τὴν ἐπιοῦσαν· διὰ νὰ καταναλώσουν δὲ καὶ τὴν δευτέραν ἡμέραν, ἐπανῆλθε καὶ ἐπανέλαβε τὰ αὐτὰ οἷα καὶ κατὰ τὴν προτεραίαν εἶπε, καὶ μόλις περὶ τὸ τέλος τῆς ἡμέρας ἐκείνης κατέστρεψε τὸν λόγον.

§156ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Εἶσθε βέβαιος;

§157ΤΙΝΕΣ. Μὴ διακόπτετε.

§158ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πλέον, ἢ βέβαιος, κύριε.

§159ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἀφήσατε, μὴ διακόπτετε· χάνομεν τὸν καιρόν μας.

§160Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Φείδεσθε τοῦ χρόνου;

§161ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μάλιστα.

§162Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Παντάπασι.

§163ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κάμνετε καλὰ νὰ μὴν τὰ ἔχετε μαζῆ μου, διότι θὰ εὕρητε τὸν μπελά σας· ἕως τώρα δὲν ἔδωκα εἰς κανένα ἀφορμήν.

§164Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὸν κ. Κολιάτσον ἔλαβε τὸν λόγον ἓν μέλος τῆς πλειονοψηφίας τοῦ τμήματος, ἡ ὁποία προτείνει τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς Ἀττικῆς. Ἐλάλησε, καὶ μολονότι τὸ ζήτημα ἦτο σπουδαῖον, ὀλίγας ὥρας κατηνάλωσε. Τὸν κ. Ζέζαν διεδέχθη ἕτερος τῶν βουλευτῶν Ἀττικῆς, ὅστις κατηνάλωσεν ἐπίσης τὴν τελευταίαν ἡμέραν· μετὰ ταῦτα δὲ ὁ κ. Ῥάλλης, ὅστις, μολονότι ἠγόρευσεν ἐπὶ τρεῖς καὶ τέσσαρας ὥρας, δὲν ἠθέλησε νὰ καταστρέψῃ τὸν λόγον του, οὐδὲ νὰ ἔλθῃ εἰς πέρας, ἀλλ’ ἐπεφυλάχθη νὰ συμπληρώσῃ τὴν ἀγόρευσίν του καὶ σήμερον. Ἡ συμπολίτευσις, κύριοι, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω, ἐπεδίωξε τὴν ταχύτητα τῶν συνεδριάσεων, διότι κατηναλώθη ἐπὶ ματαίῳ ἱκανὸς χρόνος· οὐδέποτε ἐπεδίωξε τὴν χαλάρωσιν τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς, οὐδέποτε ἐπεδίωξε τὴν ἐσπευσμένην ἐπικύρωσιν ἢ ἀκύρωσιν τῶν ἐκλογῶν, καὶ ὅμως ἡ ἀντιπολίτευσις οὐχὶ χάριν τῆς ἀνακαλύψεως τῆς ἀληθείας, ἀλλ’ ἐπὶ ἄλλοις σκοποῖς παρατείνει τὰς συζητήσεις ἄνευ λόγου, θέλουσα νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῆς παρελεύσεως τοῦ χρόνου.

§165ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἐπειδὴ εἴμεθα παράνομοι, καὶ δύο ἡμερῶν ζωὴ, καλὴ εἶναι.

§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι.

§167Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἐπεδίωξαν, κύριοι, καὶ κατὰ τὴν πρώτην καὶ κατὰ τὴν δευτέραν καὶ κατὰ τὴν τρίτην ἡμέραν; Σεῖς εἶσθε εἰς γνῶσιν καὶ δύνασθαι νὰ τὸ κρίνηται· ἐπεδίωξαν τὴν παράτασιν τῶν συνεδριάσεων καὶ τὴν ματαίωσιν αὐτῶν, τὴν ματαίωσιν τῶν προσπαθειῶν τῆς καλῆς θελήσεως τῆς πλειονοψηφίας. Τοῦτο βεβαίως ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς ἓν μέλος τοῦ Σώματος, εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐξ Αἰγιαλείας καὶ χθὲς νὰ διαμαρτυρηθῇ καὶ σήμερον νὰ φέρῃ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας, οὐδὲν ἄλλο ἐπεδίωξεν εἰμὴ τὴν διατήρησιν τῆς ὑπολήψεως τοῦ Σώματος, ἐπεδίωξε τὴν ματαίωσιν τῶν σχεδίων τῆς ἀντιπολιτεύσεως....

§168ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Τὸν εὐχαριστοῦμεν, ἀλλ’ εἴμεθα ἀρκετοὶ μόνοι μας· περὶ ἡμῶν μὴ μεριμνᾶτε.

§169Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔφερε, κύριοι, πρότασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν δύναταί τις, κατὰ τὸν χρόνον τῆς συζητήσεως ἢ διαρκούσης τῆς ἀγορεύσεως ῥήτορος, νὰ προτείνῃ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ· καὶ τὴν πρότασιν αὐτὴν τὴν ἐπολέμησαν ὅλοι οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα, τὴν ἐπολέμησαν ὡς ἀντισυνταγματικὴν, ὡς ἀντιβαίνουσαν εἰς τὸν Κανονισμὸν, ὡς παράνομον· ἀλλ’ ἂς μ’ ἐπιτρέψουν πάντες οἱ ἀγορεύσαντες νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Μεσσηνέζη εἶναι σύμφωνος μὲ τὸ Σύνταγμα, εἶναι σύμφωνος μὲ τὸν Νόμον, μὲ τὸν Κανονισμὸν, τὸν ὁποῖον παραγνωρίζουν, ὅσοι δὲν θέλουν τὴν πρότασιν. Ἐπεκαλέσθησαν, κύριοι, τὸ Σύνταγμα, τὸ ἄρθρον 56, καὶ δὲν ἔδωκαν τὴν ἀπαιτουμένην προσοχὴν, νὰ ἴδωσιν ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Μεσσηνέζη εἶναι ὀρθοτάτη καὶ σύμφωνος μὲ αὐτό. Βεβαίως δὲν δύναται νὰ συνεδριάσῃ ἡ Βουλὴ, οὐδὲ νὰ συνέλθῃ, ἐὰν δὲν εὑρίσκεται ἐν ἀπαρτίᾳ· βεβαίως ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς ἀπόφασιν, ἐὰν δὲν εὑρίσκεται ἐν ἀπαρτίᾳ· ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως διαστήματι, τῷ ἀπὸ τῆς πρώτης πράξεως τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως μέχρι τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς κατὰ τὰς ἀγορεύσεις, οὐδέν ἐστὶ τὸ ἐπιβάλλον ἢ ἀπαιτοῦν πλήρη ἀπαρτίαν. Ἰδοὺ, κύριοι, τὸ ἄρθρον 56, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθησαν τοῦ Συντάγματος· «Ἡ Βουλὴ δὲν δύνατα νὰ συζητήσῃ καὶ ἀποφασίσῃ τι ἄνευ τῆς παρουσίας....» Δὲν δύναται νὰ πράξῃ συγχρόνως καὶ τὰ δύω, κύριοι, νὰ συζητήσῃ καὶ ἀποφασίσῃ ἄνευ τῆς παρουσίας.....

§170ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Ἴσα ἴσα αὐτὸ εἶναι.

§171Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε ὑπομονὴν, κύριοι, διότι πιστεύω, ὅτι θὰ πεισθῆτε, ἐὰν θέλετε.

§172Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κ. πρόεδρε, διὰ νὰ τῷ ἀποδείξω, ὅτι ὅπερ προτείνει οὐδὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα ἔχει, καὶ θαυμάζω πῶς κάθηνται καὶ συζητοῦν αὐτό.

§173Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα ἔχει, κ. Σωτηρόπουλε, νὰ μὴ διαλύετε τὰς συνεδριάσεις ἐν τῷ μεταξύ.

§174Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἰδῆτε ὅτι σκιαμαχεῖτε.

§175Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἀκολουθήσωμεν τὰς σκέψεις σας, βεβαίως ἠμπορεῖτε νὰ ματαιώσητε τὰς συνεδριάσεις. «Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἀποφασίσῃ καὶ συζητήσῃ....» Ἐὰν, κύριοι, εἶχε τὴν ἰδέαν ὁ νομοθέτης, τὴν ὁποίαν ἔχουν σήμερον οἱ ἀντιλέγοντες, ἰδοὺ πῶς ἠδύνατο νὰ ἐκφρασθῇ ὁ νόμος, ὅπως μὴ ὑπάρχῃ οὔτε ζήτημα, οὔτε ἀμφιβολία· «Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ, οὐδὲ νὰ ἀποφασίσῃ τι ἄνευ τῆς παρουσίας. ...» Καταλαμβάνετε; Καὶ ὅτι τοῦτο ἐφρόνει ὁ νομοθέτης, ὅτι ἡ ἀπόφασις δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, μὴ οὔσης ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς τελευταίας περικοπῆς τοῦ ἄρθρου 55, «ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας, ἡ πρότασις ἀποῤῥίπτεται.» Πρόκειται λοιπὸν περὶ τῶν ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς. Τῳόντι, κύριοι, καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Κανονισμὸς ἔπρεπε νὰ προΐδωσιν αὐτὴν τὴν περίπτωσιν, ἔπρεπε νὰ μὴ ἀφεθῇ εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν τῆς μειοψηφίας ν’ ἀποφαίνεται ἐπὶ τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἔρχονται εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Ἀλλ’ ἐὰν μετὰ μίαν πολύωρον μακρὰν συνεδρίασιν ἀπουσιάζουν ἐν τῷ μεταξὺ εἷς ἢ δύω τῶν ἀντιπροσώπων, ἓν ἢ δύω μέλη τοῦ Κοινοβουλίου καὶ εἰς περίστασιν καθ’ ἣν προλαμβάνει ὁ ἀγορεύων νὰ δηλώσῃ, ὅτι θέλει διαρκέσει ὁ λόγος του ἐπὶ τρεῖς τέσσαρας ὥρας, ἐὰν, λέγω, ἐν τῷ μεταξὺ αὐτῷ ἐπὶ μίαν, δύω στιγμὰς ἤθελον ἀποσυρθῆ δύω μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἡ Βουλὴ σχεδὸν εὑρίσκεται ἐν ἀπαρτίᾳ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ εὑρίσκωνται 95 πρόσωπα, ἠννόει ὁ νομοθέτης νὰ ματαιώσῃ τὴν συνεδρίασιν διὰ μόνον τὸν λόγον, ὅτι ἀπουσίασεν ἓν μόνον πρόσωπον καὶ τὸ ὁποῖον ἀπουσίασε πρὸς στιγμὴν ὅπως ἐπανέλθῃ; Καὶ τὰ ζητήματα, κύριοι, θέλουν νὰ ἐξευτελίσουν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ ταπεινώσουν, ὅσοι προσπαθοῦν διὰ τῶν διακοπῶν καὶ τῶν θορύβων νὰ ματαιώνουν τὰς ἀγορεύσεις (θόρυβος). Ὁ νόμος, κύριοι, εἶναι τοιοῦτος (θόρυβος).

§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι.

§177ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Βεβαίως ἡμεῖς ἔχομεν τὸν νόμον ὑπὲρ ἡμῶν.

§178Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κατόπιν λαμβάνετε τὸν λόγον, εἶσθε δικηγόρος, μὴ διακόπτετε.

§179ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἀλλ’ ἦλθε τώρα ἡ ὥρα νὰ φύγουν καὶ διὰ τοῦτο τὰ λέγουν αὐτά.

§180Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἑρμηνεία αὕτη εἶναι ἡ λογικὴ, ἡ προκύπτουσα ἐκ τῶν πραγμάτων. Συνεπείᾳ λοιπὸν αὐτῆς τῆς ἑρμηνείας αὐτοῦ τοῦ γράμματος, τί παράδοξον εἶχεν ἡ πρότασις τοῦ κ. Μεσσηνέζη, ἡ ὁποία περιωρίσθη εἰς τοῦτο τοὐλάχιστον, νὰ μὴ διακόπτεται ὁ ῥήτωρ ἐν τῷ μεταξύ; Παραλογίζεται, λέγουν, ὁ κ. Μεσσηνέζης φέρων τοιαύτην πρότασιν· καὶ τὸ λέγουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πρωτοφανῆ πρότασιν πρὸ ὀλίγου ἔφεραν, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔφεραν τὴν πρότασιν νὰ προσδιορισθῇ ἡ ὥρα τῆς λύσεως τῶν συνεδριάσεων, πρωτοφανῆ πρότασιν, ἡ ὁποία οὐδέποτε εἰς κἀνὲν Κοινοβούλιον καὶ εἰς κἀνένα κανονισμὸν ἀνεγράφη. Σεῖς λοιπὸν θέλετε νὰ προσδιορίσητε καὶ τὴν ὥραν τῆς λύσεως τῶν συνεδριάσεων! καὶ σεῖς λέγετε, ὅτι εἶναι παράλογος ἡ πρότασις τοῦ κ. Μεσσηνέζη, νὰ μὴ διακόπτεται τοὐλάχιστον ὁ ἀγορεύων μεταξὺ τῆς ἀγορεύσεώς του; Κύριοι, τοὺς πάντας πρέπει νὰ διέπῃ ἡ εὐθύτης καὶ εἰλικρίνεια.

§181ΖΩΧΙΟΣ. Μάλιστα.

§182Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀνειλικρίνεια εἶναι ἀναξία πολιτευομένων, ὁ δόλος καὶ τὰ παρόμοια μέσα εἶναι ἀνάξια πολιτευομένων. Προχωρήσατε, κύριοι, ὑποστηρίξατε τὰ δικαιώματά σας, τὰς πεποιθήσεις σας, θὰ ὑπαχθῆτε, ὀφείλετε ἐπὶ τέλους νὰ ὑπαχθῆτε εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς πλειονοψηφίας. Ἡ πλειονοψηφία ἔχει ἐπίσης τὰς πεποιθήσεις της, δὲν σᾶς χαρίζει οὔτε πλειοτέραν συνείδησιν καὶ ἀγάπην πρὸς τὴν Πατρίδα, οὔτε πατριωτισμὸν μεγαλείτερον. Ἐπιδιώκομεν, κύριοι, ὅλοι τὴν ἀληθῆ, τὴν γνησίαν ἀντιπροσωπείαν καὶ τὸ δίκαιον. Σεῖς ἀρνεῖσθε εἰς ἡμᾶς τὴν καλὴν θέλησιν, τὴν εὐθύτητα· δίδετε καὶ εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ ἀμφισβητήσωμεν ταῦτα καὶ πρὸς ὑμᾶς (θόρυβος). Τέλος πάντων, κύριοι, δὲν δικαιοῦται κἀνεὶς νὰ παρακωλύῃ τὰς συζητήσεις καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐξελέγξεων (θόρυβος).

§183Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, γίνεται τόση ταραχή, ὥστε ἐγώ, ὅστις εἶμαι πλησίον, δὲν ἀκούω· πολὺ δὲ περισσότερον ὅσοι κάθηνται μακράν.

§184Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔστωσαν βέβαιοι, μὲ ὅσα καὶ ἂν καταβάλλωσι μέσα, οἱ ἐπιδιώκοντες ἐκ τῆς μειονοψηφίας νὰ ἐπιβάλωσιν εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τὴν θέλησίν των ὅτι δὲν θὰ τὸ κατορθώσωσι καὶ θὰ ἐκτεθῶσιν εἰς τὴν κοινωνίαν, ὡς θέλοντες νὰ παραλύσωσι τὰς συνεδριάσεις τοῦ Κοινοβουλίου· οὐδὲν δ’ ἄλλο θὰ πράξωσι. Καταβαίνων, κύριοι, τοῦ βήματος, προτείνω τὴν ἐπιψήφισιν τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Μεσσηνέζης.

§185ΔΡΟΣΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ φίλου μου κ. Μεσσηνέζη ἔλαβε διαστάσεις, τὰς ὁποίας δὲν ἔπρεπε, τοὐλάχιστον ἐπὶ τοῦ παρόντος, νὰ λάβῃ· διὰ τοῦτο περιορίζομαι εἰς τὴν πρότασιν αὐτὴν μόνην. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Μεσσηνέζη ἀντιβαίνει εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ συζήτησις καὶ ἀπόφασις, ἂν δὲν ᾖναι ἀπαρτία, τουτέστι τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τῶν βουλευτῶν· δὲν κάμνει διάκρισιν τοιαύτην, ὁποίαν μᾶς ἀνέφερεν ὁ κ. Μεσσηνέζης, καὶ δὲν χωρίζει τὴν συζήτησιν ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν. Τί προτείνεται σήμερον; προτείνεται ἑρμηνεία τοῦ Συντάγματος. Ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν ἑρμηνείαν τοῦ Συντάγματος; Καὶ εἶναι τώρα ὥρα νὰ ἐνασχοληθῶμεν εἰς τοιοῦτον ζήτημα; Εἰς ὅλας τὰς Βουλὰς ἐφηρμόσθη αὐτὴ ἡ διάταξις ὡς καὶ ἤδη· πάντοτε ὁσάκις εἷς ἔλεγε δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, διεκόπτετο ἡ συζήτησις καὶ ἐβεβαιοῦτο ἐὰν ὑπάρχῃ ἀπαρτία. Ἀνέφερον τὴν Ἀγγλίαν· ἐκεῖ ὑπάρχει νόμος, ὅστις θεωρεῖ ἀπαρτίαν, ὁσάκις ᾖναι παρόντες τεσσαράκοντα μόνον βουλευταί. Ἀλλ’ ὅταν εἶναι 38 ἢ 39 καὶ ἕνας βουλευτὴς παρατηρήσῃ ὅτι δὲν εἶναι ἀπαρτία, διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, κ. Πρόεδρε, προτείνω τὸ ἀπροχώρητον τῆς προτάσεως, ὡς ἀντιβαινούσης εἰς τὸ Σύνταγμα.

§186ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, δὲν κατατάσσομαι μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν τόλμην νὰ οἰκειοποιῶνται ὅλας τὰς ἀρετὰς, νὰ ἀρνῶνται δὲ τὸ πᾶν εἰς τοὺς ἄλλους, καὶ ἵνα ὑψωθῶσι περισσότερον ἐξακολουθοῦν νὰ συκοφαντῶσι. Δὲν σκοπῶ νὰ ἀπαγγείλω ἐπικήδειον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· οἱ ἐπικήδειοι, κύριοι, εἶναι συνήθως σειρὰ ἐπαίνων τοσούτῳ μᾶλλον καθόσον ὁ ἐπαινούμενος εἶναι μηδαμινώτερος.

§187ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε πρόεδρε.

§188ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂς ἀνασκάπτωσιν ὅσον θέλουν τὸ παρελθόν μου· τὸ παρελθὸν συνεζητήθη ἁρμοδίως, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ καὶ τὸ Κοινοβούλιον καὶ ἡ κοινὴ γνώμη ἀπεφάνθη· ἂς τὸ ἀνασκάψουν ὅσον θέλουσιν· εἶμαι ἕτοιμος νὰ συζητήσω ὅλον μου τὸ παρελθὸν οὐχὶ μετ’ ἐκείνων, οἵτινες δὲν ἔχουν παρελθὸν, οὔτε θέλουν κατορθώσει νὰ ἀποκτήσωσι μέλλον, ἀλλὰ μετ’ ἐκείνων οἵτινες ἔχουσι παρελθὸν, καὶ ἔντιμον καὶ λαμπρόν.

§189ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τὸ παρελθόν σου δὲν εἶναι ἐπίζηλον.

§190ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ καυχώμενος ἄναυδος ἐπὶ ἠθικότητι ὅτι δὲν ἐξύβρισε, διότι δὲν ἐξέφερεν ὑβριστικὰς λέξεις, κακῶς καυχᾶται. Πιστεύω, κύριοι, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Μεσσηνέζη σκοπὸν ἔχει νὰ σᾶς ἐξυβρίσῃ, καὶ πρὸς τοῦτο εἴδετε ὅτι ἐστηρίχθη ἐπ’ ἐλεεινῶν παραμορφώσεων· ἤκουσε καὶ δὲν ἤκουσε τὸν κ. Σαράβαν· ἔπλασεν ὑποθέσεις, ἐπανέλαβε λόγους, οἵτινες οὔτε ἐῤῥέθησαν, οὔτε εἰς τὸν νοῦν οὐδενὸς ἦλθον. Ἄλλως, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς ὁ κ. Μεσσηνέζης, ὅστις ἀπὸ χθὲς ἐμελέτησε τὴν πρότασιν, ἐντὸς ἡμισείας ὥρας, ἀφοῦ δαψιλῶς μᾶς ἐξύβρισεν, αὐτὸς οὗτος ἀνέτρεψεν αὐτήν· διότι ἡ τροποποίησις, τὴν ὁποίαν παρουσιάζει, εἶναι ἀνατροπή. Λοιπὸν, ἢ σκοπὸν εἶχε νὰ μᾶς ὑβρίσῃ, τὴν πρότασιν αὐτὴν φέρων, ἢ πρέπει νὰ δεχθῇ ὅτι προσηνέχθη μὲ ἐλαφρότητα, ὁμοίαν τῆς ὁποίας δὲν ἀπηντήσαμεν εἰς τὴν Βουλήν· διότι δὲν γνωρίζω, πῶς ἄνθρωπος, ὅστις μετὰ τόσου ζήλου ὑπεστήριξε τὴν πρότασιν αὐτὴν, αὐτὸς οὗτος ἐντὸς ἡμισείας ὥρας παραιτεῖται αὐτῆς. Ἐπαναλαμβάνω, ἢ νὰ μᾶς ὑβρίσῃ σκοπὸν εἶχε, ἢ, καίτοι ἀντιποιούμενος τὸν μέγαν ἄνδρα, δεικνύει ἐλαφρότητα τὴν πλέον ἀσύγγνωστον. Κύριοι, κατ’ ἐμὲ, ἡ ἀξία τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος συνίσταται εἰς τὴν ἐλευθέραν καὶ ἐκτεταμένην συζήτησιν· διότι ἐν τῷ συνταγματικῷ πολιτεύματι δὲν σκοπεῖται ἄλλο τι εἰμὴ ἡ ὑπερίσχυσις τοῦ ὀρθοῦ καὶ τῆς γνώμης τῆς πεφωτισμένης, καὶ γνώμην πεφωτισμένην δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἢ ὅπου ἡ συζήτησις εἶναι εὐρεῖα καὶ ἐλευθέρα. Διὰ τοῦτο, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ παρακάθημαι εἰς τὴν ἕδραν ἐκείνην (δεικνύει τὴν ὑπουργικὴν), οὐδέποτε ἠθέλησα νὰ ἐμποδίσω τὰς συζητήσεις, καίτοι εἶχον πάντοτε ἰσχυρὰν ὑπὲρ ἐμοῦ πλειονοψηφίαν. Ἐνθυμοῦμαι, τὸ 1867 εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν τότε ἦτο καὶ ὁ νῦν πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου· μία πίστωσις συνεζητήθη ἐπὶ δεκαπέντε ἡμέρας. Οὐδέποτε προέτεινα τὴν διακοπὴν τῆς συζητήσεως, διότι ἐνόμιζον, ὅτι τὸ δίκαιόν μου διὰ τῆς συζητήσεως ἤθελον τὸ ἀποδείξει, καὶ ἤθελον καταστήσει σεβαστὴν τὴν ἀλήθειαν καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Πότε μὲ ἠκούσατε νὰ σᾶς εἴπω, σπεύσατε, διότι ὁ καιρὸς εἶναι πολύτιμος! Αὐτὸ εἶναι ἡ ἀνάγκη τοῦ αὐθαιρέτου· τὸ αὐθαίρετον δὲν ἀγαπᾷ τὴν συζήτησιν, τὸ φῶς. Ὁ καιρὸς, κύριοι, δὲν εἶναι τὸ μόνον ἀπολύτως ἀναγκαῖον ὅσον ἡ ἀλήθεια, ἡ ὁποία ἐν τῇ σιωπῇ καὶ τῇ ταχύτητι συνήθως δὲν ἐπιτυγχάνεται, ἀμαυροῦται, καλύπτεται· τὴν σιωπὴν πάντοτε ἀπέκρουσα καὶ θέλω αἰωνίως τὴν ἀποκρούει. Τί ἠθέλατε νὰ πράξωμεν ἡμεῖς τοιαύτην ἔχοντες πεποίθησιν; ἠθέλετε νὰ ἀποδεχθῶμεν, νὰ ὑποκύψωμεν εἰς ἀπόφασιν — συγχωρήσατέ μοι τὴν ἔκφρασιν — κτηνώδη, ὁποῖαι εἶναι αἱ ἄνευ ἐρεύνης ἀποφάσεις, ἢ νὰ συζητήσωμεν καὶ νὰ φωτίσωμεν τὴν κοινὴν γνώμην καὶ ἡμᾶς αὐτούς; Καὶ περὶ τίνος πρόκειται; Λυποῦμαι ὅτι δὲν ἔλαβον ἔτι τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Ἀττικῆς· θέλω τὸν λάβει καὶ θέλω σᾶς ἐξηγήσει ὅτι σήμερον πρόκειται περὶ τοῦ ὅλου διεφθαρμένου ἐκλογικοῦ συστήματος, καὶ ἰδοὺ ποῦ θέλει περιστραφῇ ἡ συζήτησις. Τότε θέλω παρακαλέσει ὑμᾶς νὰ μᾶς δώσητε πλειοτέραν προσοχὴν καὶ καιρὸν, ἵνα λύσωμεν ζήτημα, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἐξαρτᾶται ἡ ὕπαρξις τοῦ πολιτεύματος. Ἔχοντες λοιπὸν τοιοῦτον σκοπὸν καὶ τοιαύτην πρόθεσιν καὶ μὴ ἀγωνιζόμενοι περὶ μόνης τῆς ἐκλογῆς, ἀλλ’ ἵνα λύσωμεν τὸ μέγα ἐκλογικὸν ζήτημα, νομίζετε ὅτι κακῶς ἐπράξαμεν θέλοντες νὰ τύχωμεν καιροῦ, ἵνα συζητήσωμεν καὶ φθάσωμεν εἰς τὸν σκοπὸν αὐτόν; Καὶ δικαιοῦσθε, κύριοι, ὑμεῖς νὰ εἴπητε ὅτι ἐκ συστήματος θέλομεν νὰ παραλύσωμεν τὰς ἐνεργείας τῆς πλειονοψηφίας; Ὄχι· τὸ σύστημα αὐτὸ μετῆλθον ἄλλοι ἄλλοτε ἐπὶ μεμελετημένῳ σκοπῷ. Κύριοι, ἐγὼ σᾶς εἶπον πολλάκις, δὲν ἀντέχομεν μετὰ ἑπτάωρον ἐργασίαν νὰ μένωμεν ἐπὶ πλέον· ἐὰν ἐπιμένετε νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν, ἠναγκασμένοι εἴμεθα νὰ ἀναχωρήσωμεν. Σᾶς ἐρωτῶ, εἰς ποῖον ἄλλο Κοινοβούλιον περισσοτέρα ἐργασία γίνεται ἢ ὅση εἰς τὸ ἡμέτερον; Καὶ ἔχετε τὴν τόλμην νὰ λέγητε ὅτι ἐκ κακῆς προθέσεως ἀναχωροῦμεν; Συνείδησις, γυμνὴ ἀρετῆς, ἠμπορεῖ νὰ προφέρῃ συκοφαντίας τοιαύτας κατὰ τῆς μειονοψηφίας, ἥτις ἐκπληροῖ πληρέστατα καὶ νομιμώτατα τὸ χρέος της, καὶ ἥτις ἐπιθυμίαν καὶ ἀπόφασιν ἔχει νὰ συζητήσῃ ἐνώπιόν σας τὸ σπουδαῖον αὐτὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔσεται μεστὸν συνεπειῶν. Πρόκειται περὶ τῆς ἰσχύος μεταξὺ τοῦ συστήματος τῆς διαφθορᾶς τῶν ἐκλογῶν καὶ τοῦ συστήματος τῆς εἰλικρινείας αὐτῶν, τὰ ἐπαναλαμβάνω. Κύριοι, οὐδὲν εἶναι ἀπόλυτον εἰς τὴν πολιτικήν, ἀπορῶ δὲ πῶς οἱ ὁμιλήσαντες μὲ τόσην τόλμην ὡμίλησαν περὶ τῶν δικαιωμάτων τῆς πλειονοψηφίας, καὶ δὲν ἐπαναλαμβάνω ὅ,τι ὁ ἔντιμος κ. Σαράβας εἶπεν ἐν γένει· θέλω ὁμιλήσει δὲ περὶ τῆς πλειονοψηφίας ἐν τῷ κοινοβουλίῳ τούτῳ, ἀλλὰ καθαρώτερον. Νομίζετε, κύριοι, ὅτι ὁ κανών, τὸν ὁποῖον παραδέχομαι καὶ τοῦ ὁποίου εἶμαι ὀπαδός, ὁ κανὼν τοῦ νὰ ὑπείκῃ ἡ μειονοψηφία εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, εἶναι κανὼν γενικὸς καὶ ἀπόλυτος, ὅτι δὲν δύναταί ποτε νὰ τροποποιηθῇ; Καὶ ἐὰν σεῖς σήμερον μᾶς φέρετε νὰ ψηφοφορήσωμέν τι ἐναντίον τοῦ Συντάγματος, εἴμεθα ἡμεῖς ὑποχρεωμένοι νὰ συντελέσωμεν, ὥστε νὰ πραχθῇ τὸ ἔγκλημα τοῦτο; Ἐγὼ ἐν πληρεστάτῃ συνειδήσει ἤθελον ἀποκρούσει τοιοῦτόν τι, ἐὰν ἐπροτείνετο· εἶναι ἀπόλυτος ὁ κανών; Ἡ ἱστορία μᾶς διδάσκει ὅτι εἰς παρελθόντας καιροὺς ἄνδρες, ἁγνῶν αἰσθημάτων καὶ ὑπηρετοῦντες μεγάλας ἰδέας, ὑπέκυψαν εἰς ἐγκληματικὰς παρεκτροπάς, καὶ τὰς παρεκτροπὰς αὐτάς, διὰ νὰ κατορθώσωσιν, ἀνάγκην εἶχον τὰ κοινοβούλια νὰ μετασχηματίσωσι βιαίως καὶ παρανόμως. Γνωρίζομεν ἀπὸ τὴν ἱστορίαν τῶν κοινοβουλίων, ὅτι διὰ τῆς βίας καὶ ἐκνόμως ἀπεπέμφθησαν Βουλευταὶ νόμιμοι καὶ οὕτω τὰ κοινοβούλια αὐτὰ ἐκκαθαρισθέντα κατὰ τὴν συνήθη ἔκφρασιν, ἐγκλημάτισαν, ἐνῷ ἐνόμιζον ὅτι ὑπηρετοῦσιν ἰδέας καὶ σκοποὺς ὑψηλοτέρους καὶ πατριωτικούς. Ἐὰν ἡ ἀντιπολίτευσις, σᾶς ἐρωτῶ, ἐν τῇ μειονοψηφίᾳ οὖσα ὅταν τὸ ἔγκλημα αὐτὸ ἐτελεῖτο, ἀπεχώρει καὶ οὕτω ἐμπόδιζε νὰ διαπραχθῶσι τὰ ἐγκλήματα ταῦτα, ἤθελεν εἶσθαι ἔνοχος καὶ κατακριτέα; Ἀλλὰ καὶ τὸ Κοινοβούλιόν μας αὐτὸ δὲν ἐκαθάρισεν ἡ αὐθαιρεσία ἐδῶ μὲν ἑνὸς Νομάρχου, ἐκεῖ δὲ ἡ δολιότης τοῦ ἐπάρχου, ἢ ἡ ἀτολμία τοῦ ἐκλογικοῦ Συλλόγου; Καὶ νομίζετε ὅτι ἠμπορεῖτε νὰ ὁμιλῆτε, ὅπως ὁμιλεῖτε, περὶ τῆς οὕτω καταρτισθείσης πλειονοψηφίας; Καὶ ὅταν ὁ Νομάρχης ἢ ὁ σύλλογος ὁ ἐκλογικὸς αὐθαιρέτως καταρτίζει τὸ Κοινοβούλιον παρὰ τὴν θέλησιν τοῦ ἔθνους, ἀπαιτεῖται πολλὴ τόλμη ὥστε νὰ ὁμιλῆτε μὲ τόσον θάῤῥος περὶ πλειονοψηφίας, διότι ἡ πλειονοψηφία δὲν ἀρκεῖ νὰ ἔχῃ τὸν ἀριθμὸν τὸν πλείονα διὰ νὰ ᾖναι καὶ σεβαστὴ, ἀλλὰ πρέπει νὰ ᾖναι ἀληθὴς τοῦ ἔθνους πλειονοψηφία, κατὰ τοὺς νόμους κατηρτισμένη· καὶ ὅμως καὶ μὲ τὴν τοιαύτην συγκρότησιν πλειονοψηφίας, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἐνώπιόν μας, δὲν ἠθελήσαμεν ὡς σύστημα νὰ καθιερώσωμεν τὴν ἀποχώρησιν. Ἐζητήσαμεν καὶ ζητοῦμεν νὰ μᾶς ἐπιτρέψητε νὰ ἐργαζώμεθα ὅσον αἱ φυσικαὶ δυνάμεις μᾶς ἐπιτρέπουσι, καὶ νὰ μᾶς δώσητε καιρὸν νὰ συζητήσωμεν ἐνώπιόν σας ζήτημα, τὸ ὁποῖον θεωρεῖται ὡς τὸ μέγιστον τῶν ζητημάτων, καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου σεῖς θὰ ἀποφασίσητε. Ἀλλ’ ὅταν μὲ λέγετε, ἀφοῦ ἦλθον τὴν 1ην ὥραν καὶ ἔμεινα μέχρι τῆς 7ης, ὅτι πρέπει νὰ μείνω ἀκόμη, ἐνῷ ἡ φύσις δὲν μοὶ τὸ ἐπιτρέπει, εἶναι δικαίωμά μου νὰ μὴ ὑπακούσω, ὡς μὴ δυνάμενος νὰ ἀνθέξω· δικαίωμά μου εἶναι προσέτι νὰ ὑπερασπίσω τὴν ἐλευθερίαν τοῦ Σώματος τούτου, τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Βουλῆς· καὶ ἡ ἀνεξαρτησία τῆς Βουλῆς βεβαίως πάσχει, ὅταν ἡ τοιούτου εἴδους βία καταστενοχωρεῖ τοὺς βουλευτὰς, ὥστε ἐξαντλεῖ τὰς φυσικὰς καὶ διανοητικὰς αὐτῶν δυνάμεις· εἶναι δικαίωμά μου, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἀντιτάσσωμαι καὶ μὲ ὁποιονδήποτε ἠθικὸν τρόπον διὰ νὰ ἐπαναφέρω τὴν πλειονοψηφίαν εἰς τὸν ὀρθὸν λόγον καὶ τὸ δίκαιον. Εἶναι, κύριοι, ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Μεσσηνέζη συζητητέα; εἶναι λογική; εἶναι ἀποτελεσματικὴ τοὐλάχιστον; Ἰδοὺ τί θὰ συζητήσω ἐν ὀλίγοις. 1ον οὕτω πῶς εἰσαγομένην, οὕτω πῶς συντεταγμένην ἠμπορεῖτε σεῖς σήμερον νὰ τὴν συζητήσητε; ὄχι. Δὲν δύνασθε νὰ συζητήσητε τροποποίησιν Κανονισμοῦ, διότι ἡ Βουλὴ δὲν συνεκροτήθη ἔτι· οὐδέποτε δύνασθε νὰ συζητήσητε τοῦ Συντάγματος τροποποίησιν. Τὸ Σύνταγμα κανονίζει τίνι τρόπῳ ἠμπορεῖ νὰ τροποποιηθῇ. Εἰς τὴν Βουλὴν δὲν ἐπιτρέπεται, εἶναι λίαν ἐπικίνδυνον νὰ δεχθῇ αὐτὸ, ὅπερ σεῖς ζητεῖτε, διότι ὅταν ὑμεῖς τὴν παραβίασιν αὐτὴν πράξητε, δὲν ἠμπορεῖ οὐδεὶς νὰ ἐπιφέρῃ θεραπείαν. Ὅταν οἱ ὑπουργοὶ πταίσωσιν, ὅταν ἐγκληματήσῃ ἡ ἐξουσία, τὸ κακὸν αὐτὸ θεραπεύεται, καὶ οἱ πταίσαντες εἶναι ὑπεύθυνοι ἐνώπιον τοῦ βασιλέως καὶ ἡμῶν· ἀλλ’ ὅταν πταίσητε ὑμεῖς, ποῖος θὰ θεραπεύσῃ τὸ κακόν; Ὅταν σεῖς τὸ Σύνταγμα ἀντικαταστήσητε δι’ ἑνὸς νόμου, ὅταν τὸ Σύνταγμα ἑρμηνεύσητε διὰ νόμου, τὸ κακὸν εἶναι μέγιστον, εἶναι ἀθεράπευτον. Ἐνώπιον τίνος θὰ δώσητε εὐθύνην διὰ τὸ κακὸν αὐτὸ, ὅταν μάλιστα ἐκ συμφέροντος καὶ τῆς ἐξουσίας προέρχεται; Λοιπὸν μὴ βάλετε χεῖρα ἐγκληματικὴν, ἱερόσυλον ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Ἐὰν τὸ ἐγγίξητε ἁπλῶς, τίς θὰ ἀρνηθῇ κατόπιν τὸ δικαίωμα εἰς τὸν θέλοντα νὰ ζητήσῃ ἔπειτα περισσοτέρας ἑρμηνείας καὶ τροποποιήσεις; Ἐὰν ἐπιτρέψητε σήμερον ὡς μικρὰν τὴν ἑρμηνείαν αὐτὴν τοῦ Συντάγματος, διατί θὰ ἐμποδίσητε μετὰ ταῦτα νὰ ἐπαναληφθῶσιν ἑρμηνεῖαι καὶ σπουδαιότεραι καὶ περισσότεραι; Βλέπετε τὸν κίνδυνον, εἰς τὸν ὁποῖον σᾶς ὠθοῦσιν; Ἐὰν θέσητε χεῖρα, ὅσον καὶ ἂν ᾖναι δυνατὸν ἐλαφρὰν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, δὲν δύνασθε νὰ ἐμποδίσητε τοὺς κατόπιν νὰ θέσωσι χεῖρα βαρυτέραν· ἡ παραβίασις ἐγένετο. Εἶναι λογικὴ ἡ πρότασις; καὶ ἐδύνατο λογικῶς ὁ νομοθέτης νὰ τὴν δεχθῇ; Ἰδοὺ τί ἡ πρότασις λέγει: ἐπιτρέπεται νὰ συζητῇ ἡ Βουλὴ καὶ μὲ πέντε Βουλευτὰς — μὴ ὑποθέσητε τοῦτο ὡς ἁπλοῦν ἐπιχείρημα· ὅλας τὰς συνεπείας μιᾶς ἀρχῆς θέλω σύρει, διὰ νὰ πεισθῶ, ἐὰν ᾖναι λογικαὶ αὗται·— καὶ ὅμως δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀποφασίζωσι εἰμὴ ἑκατὸν βουλευταί, δηλαδὴ ἡ ἀπαρτία. Καὶ ποίαν ἀξίαν ἔχει ἀπόφασις ἀγνοούντων ἀνθρώπων; ποίαν ἀξίαν ἔχει ἡ ψῆφος ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἤκουσαν τὴν συζήτησιν, ἐνῷ ἡ ἀπόφασις εἶναι τὸ πόρισμα τῆς συζητήσεως; Ἤθελε λοιπὸν εἶσθαι λογικὴ ἡ παραδοχὴ τοιαύτης διατάξεως; Ὁ νομοθέτης ἤθελε παραδεχθῆ ὅτι δύναταί τις νὰ ἀποφασίσῃ καὶ ἐπὶ σπουδαίων καὶ κυρίων ζητημάτων, χωρὶς νὰ ἀκούσῃ, νὰ μελετήσῃ καὶ νὰ συζητήσῃ; Ἐὰν καθιερώσητε τοῦτο, τουτέστι νὰ συγκροτῆται Βουλὴ καὶ μὲ ὀλίγους, καὶ μόνον κατὰ τὴν ψηφοφορίαν οἱ βουλευταὶ νὰ λαμβάνουν μέρος, θέλουσι συμβῆ ἄτοπα. Τέλος πάντων καὶ ἂν ἐδύνασθε, δὲν πρέπει νὰ τὸ ἐπιτρέψητε, διότι εἶναι ἐπικίνδυνον, ὅταν μάλιστα πρόκειται περὶ μιᾶς Βουλῆς. Ὅπου οἱ νόμοι προετοιμάζονται ἀπὸ Συμβούλιον, ὅπου καὶ ἕτερον Σῶμα συζητεῖ, ἡ Γερουσία, ὅπου τέλος πάντων ὑπάρχουν πολλαὶ ἐγγυήσεις, ὅτι ἡ ἀλήθεια καὶ τὸ ὀρθὸν θέλει εὑρεθῆ ἐκ τῆς πολλαπλῆς συζητήσεως, εἴτε κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ νόμου, εἴτε κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, τότε ἴσως δὲν ἤθελον προκύπτει ἄτοπα, καὶ ἂν ὀλιγωτέρα κατεβάλλετο προσοχή· ὅταν ὅμως ἔχετε μίαν Βουλὴν, ὅταν αἱ πολλαπλαῖ ἐγγυήσεις ὡρίμου συζητήσεως δὲν ὑπάρχουν, δὲν πρέπει νὰ συγχωρήσητε νὰ λαμβάνηται ἀπόφασις, ἐνῷ ἡ συζήτησις δὲν ἐγένετο, δὲν ἐξηντλήθη ἐνώπιον ὅλων τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἀποφασίσωσιν. Ἀλλ’ εἶναι ἀποτελεσματική; παντάπασι. Θέλει ἡ πρότασις νὰ ἐμποδίσῃ κατὰ τὴν συζήτησιν ἢ ἐνόσῳ ἀγορεύῃ τις, νὰ ζητῆται ὁ ἔλεγχος ἂν ὑπάρχῃ ἀπαρτία, διότι οὕτω πως, λέγουσι, ματαιοῦνται αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ νὰ ζητῆται αὕτη, ὅταν πρόκηται νὰ γείνῃ ἀπόφασις. Ἀλλὰ μένει ἀκέραιον τὸ δικαίωμα νὰ ζητῆται ἀναβολή; Βεβαίως ναί· ἢ θὰ ἀπαγορεύσητε καὶ τοῦτο; Ἂν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσω ἀναβολὴν, ἡ αἴτησις αὕτη θὰ προκαλέσῃ ἀπόφασιν, δι’ ἣν ἀπαιτεῖται ἀπαρτία. Τί ἐκερδήσατε λοιπόν; Δὲν ζητῶ νὰ ἐρευνηθῇ ἐὰν ὑπάρχῃ ἀπαρτία, ζητῶ ἀναβολὴν, τὴν ὁποίαν ἀποφασίζει ἡ ἀπαρτία. Ὅθεν ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ ψηφίσητε, εἰς οὐδὲν σᾶς ὠφελεῖ.

§191ΤΙΝΕΣ. Πρέπει νὰ τὴν ζητήσουν δέκα.

§192ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ νομίζετε τοῦτο δύσκολον; τὴν ζητοῦν δέκα καὶ μετὰ ταῦτα ἀναχωροῦν οἱ ἐννέα. Κύριοι, ὁμιλοῦμεν βεβαίως περὶ ἐνεργείας καλῇ τῇ πίστει, διότι, ὅταν οἱ βουλευταὶ ἐργάζονται καλῇ τῇ πίστει, δὲν ἀναχωροῦν ἵνα παραλύσωσι τὰς ἐνεργείας τῆς πλειονοψηφίας· ἀλλ’ ὅταν ἐνεργοῦσι κακῇ τῇ πίστει, τότε λαμβάνει χώραν καὶ ἡ περίπτωσις, ἣν σᾶς ἀνέφερον, ζητοῦν δέκα τὴν ἀναβολὴν, καὶ κατόπιν, καθ’ ἣν στιγμὴν γίνεται ἡ ψηφοφορία, ἀναχωροῦν οἱ ἐννέα, καὶ ἰδοὺ πάλιν πῶς ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ἀπαρτίας. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν σᾶς προτείνουν, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ συζητηθῇ δυνάμει τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων· ὅτι εἶναι παράλογος καὶ μὴ ἀποτελεσματικὴ· καὶ ἑπομένως δὲν θέλετε τὴν λάβει ὑπ’ ὄψιν οὔτε ὅπως τροποποιηθεῖσα φέρεται, δὲν θέλετε συγχωρήσει νὰ ψηφισθῇ πρότασις ἀντιφάσκουσα πρὸς τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος· διότι ἅμα δεχθῆτε τοῦτο τὸ ὀλίγον, τί σᾶς ἐμποδίζει νὰ δεχθῆτε καὶ τὸ πολύ. Καὶ δὲν πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Μεσσηνέζης ἐπίτηδες ἔφερε καὶ τὴν πρότασιν καὶ τὴν τροποποίησιν πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ μᾶς παρασύρῃ· νομίζω ἀπ’ ἐναντίας, ὅτι τὸ λάθος του ἐννοήσας ἔσπευσε νὰ διορθώσῃ ἀνακαλῶν τὴν ἀρχικὴν πρότασιν, διότι ἄλλως ἤθελον ἀπὸ καρδίας λυπηθῆ. Πιστεύω ὅτι ὁ κ. Μεσσηνέζης καλῇ τῇ πίστει ἐνήργησε. Πρὶν τελειώσω, κύριοι, συμβουλεύω, οὐχὶ συμβουλεύω, διότι δὲν μοι ἐπιτρέπεται νὰ συμβουλεύσω, ἀλλὰ παρακαλῶ τοὺς νέους πρὸ πάντων βουλευτὰς, ὅσοι δίδουσιν ἐλπίδας ὅτι θὰ τρέξωσιν ἐπιτυχῶς στάδιον πολιτικὸν, νὰ ᾖναι, ὅταν ὁμιλοῦν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, προσεκτικώτεροι εἰς τὰς συμβουλάς των. Δὲν συμβουλεύουν ἐντὸς τῆς Βουλῆς εἰμὴ ἐκεῖνοι, οἵτινες εἶναι κάτοχοι καὶ τῶν νόμων καὶ τῆς ἱστορίας τῆς πολιτικῆς τοῦ τόπου των καὶ τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ· ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε δὲν ἠμπορεῖ, οὔτε πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν τόλμην εἷς νέος νὰ ἐπιπλήττῃ ὁλόκληρον ὁμάδα πολιτευομένων, ὁλόκληρον μερίδα, ἡ ὁποία τὴν δύναμίν της καὶ τὴν ὕπαρξίν της ἐπιζητεῖ καὶ στηρίζει εἰς τὴν ἀλήθειαν καὶ τὸν νόμον· ἂν ἀπὸ τούτων ἀπομακρυνθῇ καὶ τὴν δύναμίν της αὐτὴν δὲν ἀρύεται ἐντεῦθεν, ἐκμηδενίζεται ἐνώπιον τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ ἰδικοῦ σας. Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς νεωτέρους ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε νὰ ἀπευθύνουν παρατηρήσεις καὶ μομφὰς πρὸς ἀνθρώπους γηράσαντας ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς πατρίδος των, καὶ ἔχοντας τὴν ἀξίωσιν καὶ τὴν ὑπερηφάνειαν ὅτι τὴν ὑπερέτησαν ἐντίμως, εἰλικρινῶς, ὅτι ἐξετέλεσαν τέλος πάντων τὸ καθῆκόν των, καὶ ὅτι θέλουσιν ἐξακολουθεῖ μέχρι τέλους νὰ τὸ ἐκτελῶσι (χειροκροτήματα).

§193Ι. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τὸ ζήτημα, κύριοι, κατέστη προσωπικόν· μὲ ἀπεκάλεσαν συκοφάντην, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν ὅλων ὑμῶν ἂν ἦμαι τοιοῦτος. Ὄχι, κύριοι, δὲν ἐσυκοφάντησα κανένα, σᾶς εἶπον μόνον τὴν πικρὰν ἀλήθειαν. Δὲν ἔκαμα τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ βεβαιώσω γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐπαναλαμβάνονται πολλάκις ἐν τῇ ταλαίνῃ Ἑλλάδι, καὶ γεγονὸς τὸ ὁποῖον προετοιμάζεται· ὅτι ἡ μειοψηφία, ἥτις συγκροτεῖται συνήθως ἀπὸ μυρίας ὅσας ἀποχρώσεις πολιτικὰς, συνασπίζεται ἀείποτε, ὅπως ρίπτῃ πᾶσαν Κυβέρνησιν, καὶ ὅταν δὲν δύναται διὰ τῆς πειθοῦς, διὰ τῶν ἐκνόμων μέσων, ὅταν δὲν δύναται νὰ προσελκύσῃ τὴν πλειονοψηφίαν, ὅταν δὲν ἔχῃ ὑπὲρ ἑαυτῆς τὴν κοινὴν γνώμην, καταφεύγει εἰς μέσα ἔκνομα, καταφεύγει εἰς μέσα, συγχωρήσατέ μοι νὰ τὸ εἴπω, ἀνάξια πολιτευομένων, καταφεύγει καὶ εἰς τὴν φυγομαχίαν. Οὐδένα ἐσυκοφάντησα· συκοφαντοῦν καὶ ὑβρίζουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀνέχονται τὴν ἀλήθειαν, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν λυσσωδῶς τὴν ἐξουσίαν, τὴν ζητοῦν δι’ ὅλων τῶν θεμιτῶν καὶ ἀθεμίτων μέσων. Τὴν ζητεῖτε δὲ, ἔστω καὶ διὰ νὰ βασιλεύσητε ἐπὶ τῶν ἐρειπίων τῆς Ἑλλάδος. Διότι ὑψοῦται μία φωνὴ καὶ ἔχει τὴν τόλμην νὰ σᾶς εἴπῃ τὴν πικρὰν ἀλήθειαν, καὶ νὰ σᾶς παραδώσῃ εἰς τὴν περιφρόνησιν τοῦ κοινοῦ, λέγετε ὅτι συκοφαντῶ (θόρυβος). Συκοφαντεῖτε σεῖς (θόρυβος). Αἱ ἐκφράσεις μου αὗται ἀπευθύνονται εἰς τὸν κύριον Κουμουνδοῦρον, τὸν ἐπίσημον ἄνδρα, ὁ ὁποῖος ἦλθε νὰ μὲ καταβάλῃ, νὰ μὲ ῥίψῃ εἰς τὰ Τάρταρα, ὡς ἄσημον, διότι.....

§194ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Σὲ ἔβαλεν ἐκεῖ ὅπου εἶσαι.

§195ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Εἶμαι πάντοτε εἰς τὴν θέσιν μου, καὶ εἶμαι εὐχαριστημένος ἐδῶ ὅπου εἶμαι. Μὲ ἐσυκοφάντησαν, μοὶ ἀπηύθυνον ὕβρεις βαναύσους, διότι ἐκ στόματος ἀνθρώπων λαβόντων τοιαύτην ἀνατροφὴν δὲν δύνανται νὰ ἐξέλθωσι παρὰ ὕβρεις. Δὲν εἶμαι πράγματι ἐπίσημος ἀνὴρ, διότι δὲν ἤρχισα τὸ στάδιόν μου διὰ ἐμπρησμῶν, δὲν εἶμαι ἐπίσημος ἀνὴρ, διότι δὲν ἤρχισα τὸ στάδιον μου ταπεινούμενος ἐνώπιον τῶν αὐλοκολάκων τοῦ Ὄθωνος· δὲν ἐπροσκύνησα ἐγὼ τὸν Γαρδικιώτην (θόρυβος).

§196ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Μᾶς ὑβρίζετε (θόρυβος μέγας εἰς τὴν δεξιὰν πτέρυγα).

§197ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ἀφήσατέ τον, ἀφήσατέ τον.

§198ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν εἶμαι ἐπίσημος ἀνὴρ, διότι δὲν ὑπεστήριξα τὸ σύστημα τῆς συγκεντρώσεως καὶ δὲν ἤγαγον τὸν ἀγαθὸν ἐκεῖνον ἡγεμόνα εἰς τὸν ὄλεθρον, οὔτε τὸν ἐγκατέλιπον κινδυνεύοντα, διότι δὲν κατέφυγον εἰς συνωμοσίας, ἵνα γείνω ὑπουργός· δὲν εἶμαι ἐπίσημος, διότι διαρκούσης τῆς μεσοβασιλείας δὲν κατέφυγον εἰς ἐμφυλίους πολέμους, ἵνα κρατήσω ἐλεεινὴν ἐξουσίαν· δὲν φέρω τὰ στίγματα τοῦ ἐμφυλίου πολέμου, ὡς τὰ φέρετε σεῖς. Δὲν εἶμαι ἐπίσημος ἀνὴρ πράματι, διότι δὲν ἔλαβον ἀνὰ χεῖρας τὸ λάβαρον τῆς μεγάλης ἰδέας ἐν οὐ δέοντι, χάριν ἐλεεινῆς ἐξουσίας, ἵνα ὁδηγήσω τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν Συνθήκην του Χόβαρτ· δὲν εἶμαι ἐπίσημος, διότι δὲν συνωμοτῶ σήμερον μὲ τὸν ἕνα καὶ αὔριον μὲ τὸν ἄλλον, ἵνα ῥίπτω πᾶσαν Κυβέρνησιν καὶ ἵνα φέρω τὴν ἀναρχίαν εἰς τὸν τόπον· δὲν εἶμαι ἐπίσημος ἀνὴρ, διότι δὲν κηρύττω ἄλλα ἐντὸς καὶ ἄλλα ἐκτὸς τῆς Κυβερνήσεως. Κύριοι, τοιαύτην σημασίαν οὐδέποτε ἐζήλωσα. Πιστεύσατε, ὅτι θέλω προτιμήσει τὴν μηδαμινότητά μου, τὴν ἀσημότητά μου, παρὰ τοιαύτην σημαντικότητα, σημαντικότητα, ἡ ὁποία ἀφίνει γεγραμμένην εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος τὴν προδοσίαν, τὴν κατάπτωσιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τὴν ἀναρχίαν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ μᾶς ὠθήσετε σεῖς μὲ τὰ ψευδῆ σας προγράμματα. Μὲ προκαλεῖτε, ἄνερ ἐπίσημε, νομίζοντες, ὅτι θὰ μὲ ταπεινώσητε, διότι οὔτε προδίδων, οὔτε συνωμοτῶν, οὔτε ταπεινούμενος ἀπέναντι τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου, οὔτε αὐλοκολακῶν δὲν ἔγεινα ὑπουργὸς. Σᾶς ἔδειξα, ὅτι ἡ χείρ μου δύναται νὰ κρατήσῃ τὴν ἐξουσίαν (θόρυβος). Ἐξεχάσατε ὅτι σᾶς ἔφερα ὡς πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως, διὰ τὴν κακὴν μοῖραν τῆς Ἑλλάδος, εἰς τὴν πρωθυπουργίαν. Τότε ἤμην καλὸς, ἡ χείρ μου ἦτο σιδηρᾶ τότε, διακεκριμένη. Καὶ ἐπὶ Ὄθωνος, ἐπειδὴ ζητεῖτε νὰ μὲ ὀνομάσητε ἄσημον, νέος ὢν ἀπέκρουσα τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἐθεώρησα ὅτι ἐβάδιζεν ὁ ἀγαθὸς ἐκεῖνος Βασιλεὺς πορείαν πολιτικὴν, ἡ ὁποία ἤθελε τὸν ὁδηγήσῃ εἰς τὴν καταστροφήν του. Ἤμην δὲ βέβαιος τότε ὅτι ἐκεῖνοι οἵτινες τὸν ὑπηρέτουν, οἱ ὁποῖοι ἀπελάμβανον ὅλα τὰ ἀγαθὰ τῆς Κυβερνήσεώς του, ἤθελον στρέψει προδοσίας ὅπλα ἐν ὥρᾳ κινδύνου αὐτοῦ. Τότε ἐγὼ νέος ὢν, ὅτε αὐτὸς ὁ ἐμπρηστὴς δὲν εἶχεν ἀναφανῆ εἰς τὸ στάδιον, ἀπέκρουσα προσφερθεῖσάν μοι ἐξουσίαν. (θόρυβος) Ναὶ, κύριε Κουμουνδοῦρε, μάθε το σὺ ὅστις ὁμιλεῖς μὲ αὐτὴν τὴν θρασύτητα· λέγω δὲ τὴν ἀλήθειαν (θόρυβος). Μὴ θορυβεῖσθε. Ὅταν ἔχῃ τις τὴν τόλμην νὰ μοὶ λέγῃ ὅτι εἶμαι μηδαμινὸς, ἄσημος, θὰ τοῦ δείξω ὁποῖος εἶναι αὐτός (θόρυβος).

§199ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἤσουν δοῦλος τοῦ Ὄθωνος.

§200ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ψεῦδος, οὔτε ἐγὼ, οὔτε οἱ ἐμοὶ ὑπήρξαμέν ποτε δοῦλοι τοῦ Ὄθωνος· τὸν Ὄθωνα τὸν ἀντεπολιτεύθην μέχρι τελευταίας στιγμῆς, τὸν ἀντεπολιτεύθην κἀγὼ, ἀλλ’ οὐχὶ ὡς συνωμότης. Ἐνθυμεῖται τὸ κοινὸν τῆς Ἑλλάδος, μ’ ὅλην τὴν ἀσημότητά μου, τὴν ἀνδρικὴν παρουσίαν μεθ’ ἧς εἶπον τὴν ἀλήθειαν δι’ ἑνὸς πολυκρότου λόγου μου. Ναὶ, ἄνερ ἐπίσημε, ἠθέλησες νὰ μὲ ταπεινώσῃς, παριστάνων με ὡς ἄσημον. Ἦλθον ἐν τούτοις εἰς τὴν προεδρείαν τῆς Συνελεύσεως ὄχι κολακεύων σὲ ἢ τὸν ἔντιμον κ. πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι μάρτυς τούτου ὁ κ. Πρόεδρος· ἔφθασα εἰς τὴν προεδρείαν, διότι ἐπείσθη τὸ ἐθνικὸν ἐκεῖνο Σῶμα, ὅτι εἶχον δύναμιν θελήσεως καὶ ἱκανότητα ἀρκοῦσαν, ὅπως διευθύνω ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Ἑλλάδος τὰς συνεδριάσεις αὐτοῦ, ἀντιστρατευόμενος κατὰ πάσης ἀντιθέτου θελήσεως· εἶχε πεισθῆ ἡ Συνέλευσις περὶ τούτου. Καὶ δὲν ἠξεύρω, ἄνερ ἐπίσημε, τί ἔκαμες σύ. Συγχώρησόν μοι ὅμως τὴν περιφιλαυτίαν νὰ εἴπω, ὅτι ὡς πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως προσέφερα κἀγὼ μικράς τινας ὑπηρεσίας εἰς τὴν Πατρίδα. Δὲν εἶχε λοιπὸν τὸ δικαίωμα νὰ μοὶ εἴπῃ, ὅτι εἶμαι μηδαμινός. Δὲν μετεχειρίσθην συκοφαντίας, διὰ νὰ φθάσω εἰς τὴν ἐξουσίαν, διότι δὲν ἐκολάκευσα τοὺς ἰσχυροὺς οὔτε ἕρπων ἢ προδίδων ἢ ἀντιστρατευόμενος πρὸς τὰ ἀληθῆ συμφέροντα τοῦ τόπου, ἐζήτησά ποτε τὴν ἐξουσίαν. Μοὶ εἶπον ὅτι κολακεύων ἔφθασα εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ 1867· δὲν λέγουν τὴν ἀλήθειαν, διὰ νὰ μὴν εἴπω δεινοτέραν λέξιν. Ὅταν ἀπεχώρησα ἐπὶ Ἐθνοσυνελεύσεως, ὑβρίσθην ἀπ’ αὐτὸν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος μοὶ λέγει σήμερον, ὅτι εἶμαι ἄσημος· μ’ ἔφερε τότε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διακόψω τὰς σχέσεις μου μετὰ τῆς Αὐλῆς, δίδων εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ἀγωνισθέντα ὑπερανθρώπως ὅπως δοθῇ ἓν Σύνταγμα εἰς τὸν τόπον του, χωροφύλακος παράσημον, καὶ ἐπιτάττων μοι νὰ τὸ φορέσω κατὰ τὴν ἐπισημοτέραν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Βασιλεὺς ἔμελλε νὰ δώσῃ τὸν ὅρκον. Ὅταν μοὶ ἔφερον τὴν πρότασιν περὶ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ εἶπον πρὸς τὸν ἐπίσημον ἄνδρα, διατί ὑποβάλλετε τὴν πρότασιν ταύτην ὡς ἡγεμονικὸν ζήτημα, ἐνῷ δὲν εἶναι εἰμὴ ὁ πέμπτος τροχὸς τῆς ἁμάξης; διατί συνειθίζετε κακῶς τὸν νεαρὸν Βασιλέα ὑποχωροῦντες ἐν οὐ δέοντι; Εἰς ἀπάντησιν ὕψωσε τοὺς ὤμους του, ὁ ὑπέρμαχος τῶν ἐλευθεριῶν μετ’ ὀλίγον, ὁ ἄνθρωπος τῶν προγραμμάτων. Αὔριον, ἐπρόσθεσα, ἂν ζητήσῃ ὁ Γεώργιος νὰ κάμῃ τὸν Μάρκον, τὸν ἀράπην τῆς πρώην Βασιλίσσης Ἀμαλίας, Πρωθυπουργὸν, τί θὰ κάμετε; Καὶ ὕψωσε πάλιν τοὺς ὤμους του. Ταῦτα ἐλέχθησαν ἐντὸς τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Κολοκοτρώνη. Τοιοῦτον παρελθὸν δὲν ἔχω βεβαίως ἐγὼ ὁ ἄσημος ἄνθρωπος. Ναὶ, εἰς τὰ 1867 δὲν ἦλθον εἰς τὴν ἐξουσίαν ἕρπων καὶ κολακεύων. Εἶχον ἀποσυρθῆ, ὅτε προσεκλήθην, εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον, διότι εἶχον ψυχρανθῆ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἥτις μὲ περιεφρόνησε διὰ τῆς διαγωγῆς της, ἐν ᾧ δὲν εἶχον κάμει τι ἄξιον περιφρονήσεως. Ἤμην μικρὸς ἰδιώτης εὐχαριστούμενος νὰ ᾖμαι ἔντιμος ἰδιώτης καὶ δὲν ἐπεζήτουν πολιτικὴν ἐπισημότητα, ὁποίαν ἔχουν ἄλλοι, οἱ καυχόμενοι ἐπὶ τούτῳ, οἵτινες ὅμως δὲν ἠξεύρω ἂν καὶ εἰς τὴν ἱστορίαν θὰ ἔχωσι μίαν σελίδα, διὰ τὴν ὁποίαν νὰ καυχῶνται ἐπίσης. Ἤμην ἰδιώτης, ὅταν ἦλθον καὶ μὲ παρεκάλεσαν νὰ δεχθῶ νὰ λάβω μέρος εἰς τὸ ὑπουργεῖον Μωραϊτίνη· ἔλαβον δὲ μέρος ὑπὸ ὅρους, καὶ μετὰ παρέλευσιν παλλῶν ἡμερῶν, ὅταν ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τὸ ζήτημα περὶ τοῦ τρόπου τῆς διεξαγωγῆς τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν ἐν περιπτώσει διαλύσεως τῆς Βουλῆς τοῦ τοῦ 1865, παρῃτήθην, διότι μοὶ ἐζητήθησαν ἐγγυήσεις περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἐκλογῶν, εἰπὼν ὅτι δὲν δύναμαι νὰ δώσω ἐγγυήσεις περὶ προσώπων· δίδω μόνον ἐγγυήσεις νὰ διατηρηθῇ ἡ τάξις καὶ ἡ ἡσυχία καὶ νὰ διεξαχθῶσιν αἱ ἐκλογαὶ ἐν πληρεστάτῃ νομιμότητι. Εἶχον τὴν τόλμην νὰ ἀναλάβω τὰς ἡνίας τοῦ Κράτους, καὶ γνωρίζεις, ἄνερ ἐπίσημε, πῶς τὰς ἐκράτησα. Παραιτηθεὶς, δὲν κατέφυγον οὔτε εἰς ταπεινώσεις, οὔτε εἰς συνωμοσίας, οὔτε εἰς ἐπιβουλὰς κατὰ τῶν νόμων καὶ κατὰ τῆς τάξεως, κατὰ τῆς ἡσυχίας, κατὰ τοῦ παρόντος ἢ τοῦ μέλλοντος τῆς Ἑλλάδος, ὅπως ἀνακτήσω ἓν ἐλεεινὸν χαρτοφυλάκιον. Τὴν δόξαν ταύτην ἄφησα εἰς τὸν ἐπίσημον ἄνδρα. Εἶμαι ἄσημος, ἄνερ ἐπίσημε, ἀλλ’ ἄσημος, διότι δὲν ἐπεχείρησα πράξεις, αἵτινες διακινδυνεύουσι τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον τῆς πατρίδος. Ἡ Ἑλλὰς ἵνα ὑπάρξῃ πρέπει νὰ ἔχῃ ὡς ἡγήτορας ἄνδρας σεβομένους ἑαυτοὺς καὶ τοὺς ἄλλους, σεβομένους τοὺς νόμους, τὴν ἠθικὴν, τὴν ἀλήθειαν, ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι νὰ θυσιάσωσι τὰ πάντα εἰς τὸν βωμὸν τῆς πατρίδος, καὶ οἱ ὁποῖοι νὰ θέλουν τὴν προαγωγὴν των διὰ τῆς ἠθικῆς, οὐχὶ διὰ τῶν συνωμοσιῶν, οὐχὶ διὰ τῶν ἐμπρησμῶν, οὐχὶ διὰ τῶν ἀθεμίτων μέσων. Ἀρκοῦσι ταῦτα, κύριοι, εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἐπισήμου ἀνδρὸς, ὁ ὁποῖος μὲ ἐχαντάκωσε, διότι μὲ ἀπεκάλεσε μηδαμινόν. Ἔρχομαι εἰς τὸ δεινὸν μέρος τῆς ἀγορεύσεώς του, τὸ ἀποδεικνύον, ὅτι ὁ ἀνὴρ δὲν σκέπτεται εἰμὴ περὶ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ τόπου. Βλέπων ἀνοιγόμενον βάραθρον, εἰς τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ταφῶσιν αἱ ἐλευθερίαι τοῦ τόπου, συνεκινήθη ἡ εὐγενὴς ψυχή του καὶ παρεδόθη εἰς ἀγανάκτησιν, ἥτις συνεκίνησε τὴν καρδίαν του καὶ ἔδωκεν εἰς τὴν φωνήν του δόνησιν οὐχὶ τὴν τυχοῦσαν, ἥτις ὅμως, ὡς προερχομένη ἐκ μόνου τοῦ πόθου τῆς ἐξουσίας, δὲν ἠδυνήθη νὰ μεταδώσῃ εἰς τὸ κοινὸν τὴν συγκίνησιν τοῦ ῥήτορος· ἐξέλειπεν ὁ καιρὸς τῆς δημοκοπίας, ἔπαυσεν αὕτη συγκινοῦσα τὸ κοινόν. Ἐκάκισαν τὴν πρότασίν μου, ὡς ἀντισυνταγματικὴν, ὡς παράλογον, ὡς ἀπαράδεκτον καὶ ὡς ἀποδεικνύουσάν με ἄνθρωπον, ὅστις δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ ἐννοήσω, καὶ ὁ ὁποῖος προβαίνω ἀπερισκέπτως εἰς προτάσεις σπουδαίας. Εἶπον, ὅτι διὰ τῆς προτάσεώς μου δὲν ζητῶ παρὰ τὴν τροποποίησιν τοῦ Συντάγματος. Κύριοι, εἶναι γελοῖον νὰ ἰσχυρίζωνται ὅτι διὰ προτάσεως, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ κανονίσῃ τὰς συζητήσεις, ζητεῖται ἡ κατάργησις τοῦ Συντάγματος, καὶ νὰ διατείνωνται ὅτι ζητῶ παρὰ τῆς Βουλῆς ὅ,τι αὐτοὶ παρ’ ἐμοῦ ὡς προέδρου τῆς Συνελεύσεως ἄλλοτε ἐζήτησαν, τοὐτέστιν τὴν παραδοχὴν προτάσεως ἀντιβαινούσης εἰς τὸ δίκαιον, εἰς τὸν Κανονισμὸν, εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἐζήτησαν τότε παρ’ ἐμοῦ οἱ φρουροὶ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ τόπου νὰ ὑφαρπάσω ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως κηρύττουσαν τὸ Σῶμα εἰς ἀπαρτίαν, καὶ ὅταν ὑπῆρχον παρόντες 80 μόνον πληρεξούσιοι. Ἐὰν εἶχον ὑποβάλει τοιαύτην πρότασιν, ἔπρεπε ν’ ἀποῤῥίψετε αὐτὴν μετ’ ἀγανακτήσεως καὶ νὰ μὲ στηλιτεύσητε ὡς ἄνθρωπον ἀντιστρατευόμενον κατὰ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ τόπου. Ἐγὼ ὅμως δὲν σᾶς ἐζήτησα τίποτε ἄλλο εἰμὴ νὰ δείξητε ἐμπράκτως ὅτι σέβεσθε αὐτὴν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, ὑπὲρ τῆς ὁποίας δῆθεν συνηγορεῖτε. Σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν πρέπει ὅταν ἀγορεύῃ ὁ ῥήτωρ νὰ διακόπτεται καὶ νὰ ζητῆται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου, διότι ἀντιβαίνει τοῦτο εἰς ῥητὰς τοῦ Κανονισμοῦ διατάξεις. Δὲν πρόκειται περὶ παραβιάσεως τοῦ Συντάγματος· ἂν σᾶς ἔλεγον, ὅτι πρέπει νὰ τροποποιήσητε τὴν ἀπαρτίαν καθόσον ἀποβλέπει τὴν ἔναρξιν τῆς συζητήσεως, ἂν σᾶς ἔλεγον ἄνευ ἀπαρτίας νὰ προβῆτε εἰς ἀπόφασίν τινα, ἠδύνασθε νὰ μὲ στιγματίσητε ὡς ἄνθρωπον θέλοντα νὰ καταστρέψῃ τὰς ἐλευθερίας τοῦ τόπου. Ἀλλὰ πρὸς Θεοῦ, ποῖος ἐζήτησε νὰ παραβιάσῃ τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ; Ἐγὼ αὐτὸς εἶπον ὅτι προκειμένου λόγου νὰ προβῇ τὸ Σῶμα εἰς ἀπόφασιν, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀπαρτία. Ἀλλὰ λέγουν, πῶς δύναται νὰ συζητῇ τὸ Σῶμα ἐπὶ παρουσίᾳ τριῶν μόνον; Σοφὴ ἀνακάλυψις! Ἐκπλήττομαι ἀπέναντι τοῦ βάθους τῆς σοφίας σας! Ἵνα προβῇ τὸ Σῶμα μὲ τρεῖς μόνον, πρέπει ἡ Ἑλλὰς νὰ μὴ θέλῃ νὰ κυβερνᾶται κατὰ Σύνταγμα. Ἐνόσῳ ὅμως ἡ Ἑλλὰς μάχεται ὑπὲρ τοῦ Συντάγματος, τοιαύτη ὑπόθεσις εἶναι γελοία· τοιοῦτον γεγονὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ χώραν. Ὅταν οἱ βουλευταὶ θέλουσι ν’ ἀναχωρήσωσιν, ἔστω καὶ σκοπίμως, ἀφίνουσιν ἀντιπρόσωπόν των, ὅστις ὅταν πρόκηται νὰ γείνῃ ἀπόφασις προτείνει τὴν ἔνστασιν τοῦ Κανονισμοῦ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, ὁ ὁποῖος ἀναβὰς τὸ βῆμα μὲ στόμφον οὐχὶ μικρὸν, ἠθέλησε νὰ μὲ καταδείξῃ ἀντιφάσκοντα, καὶ ἐνόμισεν, ὅτι εὗρεν ἐπιχείρημα, ὅπερ ἤθελε καταπλήξει· ἀνέφερε ἐνέργειάν μού τινα, ὡς Προέδρου τῆς Συνελεύσεως. Κάμνω τὴν παρατήρησιν εἰς τὸν ἔντιμον βουλευτὴν, ὁ ὁποῖος εἶναι πολὺ νέος ἵνα μὲ ἀποδείξῃ ἀντιφάσκοντα, καί τοι μὴ ἔχοντα τὴν ἐπισημότητα ἄλλων, ὅτι τότε ἐπρόκειτο περὶ ἀποφάσεως τοῦ Σώματος, περὶ ψηφοφορίας καὶ οὐχὶ περὶ συζητήσεως ἁπλῆς. Ἐὰν παρεδεχόμην ὡς πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας θέλουν νὰ καθιερώσωσι σήμερον ἵνα σώσωσι δῆθεν τὰς ἐλευθερίας τοῦ τόπου, οὔτε Σύνταγμα θὰ ὑπῆρχεν, οὔτε τίποτε ἄλλο. Ἐφήρμοσα τὸν Κανονισμὸν, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου μάχομαι καὶ σήμερον, καὶ διὰ τοῦ μέσου τούτου ἔφερον εἰς πέρας τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος ἐκείνου. Δὲν εἶναι δ’ ἀληθὲς τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας, ὅτι τὸ Σύνταγμα καθιέρωσε τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος διατάξεις. Αἱ διατάξεις αὗται ὑπῆρχον καὶ εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Δὲν πρόκειται ὅθεν περὶ νέων διατάξεων. Δὲν εὑρίσκομαι λοιπὸν εἰς ἀντίφασιν. Εἶναι ἀπαράδεκτος, λέγουσιν, ἡ πρότασις, διότι τὸ Σῶμα δὲν δύναται νὰ τροποποιήσῃ τὸν Κανονισμόν του, μὴ συγκροτηθὲν νομίμως εἰσέτι. Ἡ ἔνστασις αὕτη δὲν εἶναι βάσιμος, διότι δὲν πρόκειται περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ· πρόκειται, καθ’ ὃν τρόπον πολλάκις γίνεται, ὅταν ὑπάρχῃ μία ἀμφισβήτησις ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν ῥητῆς διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ ἐκφράσῃ ἡ Βουλὴ μίαν γνώμην, ἡ ὁποία νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὁδηγὸς πρὸς διεξαγωγὴν τῶν συζητήσεων. Ἔχομεν δὲ σπουδαίας συζητήσεις, εἰς τὰς ὁποίας βλέπω εὐχαρίστως ὅτι θέλουσί τινες νὰ δώσωσι διαστάσεις μεγάλας, ὅπως σώσωσι δῆθεν τὰς ἐλευθερίας τοῦ τόπου. Χαίρω διὰ τοῦτο· ἂς μὴ φοβῶνται δὲ τὰς συνεπείας τῆς προτάσεώς μου ὡς πρὸς τὸ τῶν πόθων των ἀντικείμενον. Ἐγὼ, κύριοι, δὲν ἐζήτησα τίποτε ἄλλο παρὰ ν’ ἀποφασίσῃ τὸ Σῶμα ἂν πρέπει νὰ διακόπτηται ὁ ῥήτωρ, ὅταν ἀγορεύῃ, καὶ νὰ ζητῆται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου. Δὲν πρόκειται ὅθεν, εἰμὴ περὶ ἑρμηνείας, καὶ ἑρμηνεῖαι δίδονται κατὰ πᾶσαν στιγμήν. Μὲ ἐκάκισαν ὅτι περιέπεσα εἰς ἀντίφασιν, διότι τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον κατὰ πρῶτον πρότασιν ἐτροποποίησα κατόπιν. Εἶναι ἀληθές· τὸ ἔκαμα δὲ, διότι δὲν ὑπηρετῶ σκοποὺς ἀντιστρατευομένους εἰς τὸν νόμον καὶ εἰς τὸ συμφέρον καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς. — Εἰλικρινῶς, ὡς πάντοτε, φερόμενος ἐτροποποίησα τὴν πρότασίν μου, ἵνα μὴ σᾶς δώσω τὸ δικαίωμα νὰ φωνάζητε ὅτι ἐπιβουλὴ κατὰ τοῦ Συντάγματος τεκταίνεται, καὶ ἵνα καταστήσω εὔκολον τὴν παραδοχήν της. Ζητῶ νὰ διευκολύνω μόνον τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος καὶ οὐδὲν περισσότερον· δὲν ἀποβλέπω δ’ εἰς σκοποὺς, ὁποῖοι οἱ παρ’ ὑμῶν ἐπιδιωκόμενοι, καὶ διὰ τοὺς ὁποίους καυχᾶσθε πάντοτε, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω κατὰ πόσον ἁρμόζει νὰ καυχᾶσθε.

§201ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Μεσσηνέζη, ὅταν ὁ ἴδιος ὁ ῥήτωρ θέλῃ νὰ κάμῃ τὴν ἔνστασιν; διότι μεταξύ μας δὲν πιστεύω νὰ ᾖναι βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος νὰ θέλῃ νὰ ὁμιλήσῃ εἰς Βουλὴν μὴ ὑπάρχουσαν ἐν ἀπαρτίᾳ ....

§202ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Εἰς γελοίας ὑποθέσεις ἐγὼ δὲν φθάνω· (εὖγε, εὖγε ἀριστερὰ, χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).

§203ΖΩΧΙΟΣ. Κύριοι, ἀναβαίνω τὸ βῆμα, διότι ὁ κ. Μεσσηνέζης εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μὲ ὀνομάσῃ ἀρχηγὸν τῆς ἀντιπολιτεύσεως (ἱλαρότης).

§204ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Διαίρει καὶ βασίλευε!

§205ΖΩΧΙΟΣ. Σταθῆτε, κ. Μεσσηνέζη, θὰ ἰδῆτε ὅτι εἶμαι πολὺ μαλακός· ἀλλὰ μὴ μὲ πειράζετε. Πρὸς τίνα σκοπὸν νομίζετε μὲ ὠνόμασεν ἀρχηγὸν τῆς ἀντιπολιτεύσεως; Τὸ πιστεύω; Βεβαίως ὄχι· διότι ἔπρεπε νὰ ἦμαι ὁλωσδιόλου ἠλίθιος, διὰ νὰ συλλάβω αὐτὴν τὴν ἰδέαν. Μὲ ὠνόμασεν ἀρχηγὸν, διὰ νὰ εἴπῃ, σεῖς εἶσθε ἐμπρησταὶ, διὰ νὰ μᾶς ἀποδώσῃ καὶ ἄλλα τοιαῦτα ἐπίθετα. Μᾶς κατέκριναν, ὅτι θέλομεν νὰ ἐμποδίζωμεν τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς, ἡμεῖς οἱ ὀλίγοι τοὺς πολλούς. Ὁ κ. Μεσσηνέζης γνωρίζει τὴν ἱστορίαν. Εἰς τὴν ἱστορίαν ἀναφέρεται ἕνας κἄποιος Κάτων, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτον ἐμπρηστὴς βεβαίως. Αὐτὸς, διὰ νὰ ἐμποδίσῃ τὴν πλειοψηφίαν τῆς Ῥώμης νὰ παρανομήσῃ, ὅπως αὐτὸς ἐνόμιζεν, ὁλόκληρον μίαν ἡμέραν ἐλάλησε, διὰ νὰ μὴ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ τὸν νόμον ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἤθελε νὰ ψηφίσῃ. Ἐὰν ἤμην Κάτων, θὰ ἔμενα νύκτα καὶ ἡμέραν ἐδῶ. Δὲν εἶμαι ὅμως Κάτων. Ἄλλοτε δὲ συνεμάχησα μὲ τὸν ἔντιμον πρωθυπουργὸν, καὶ τί ἐκάμαμεν; Ἐπολεμήσαμεν τὸν Δεληγεώργην 15, 20 ἡμέρας κατὰ συνέχειαν διὰ τὰς Τραπέζας. Ἐξηντλήθη ἡ δύναμίς μας· ὁ Λομβάρδος ἐλάλει καὶ εἶχεν ἐξαντληθῆ· τὸν λέγω καταίβα ν’ ἀναβῶ ἐγώ· ἐκάθητο ἐκεῖ ὁ κ. Δεληγεώργης· ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἐξαντληθῆ· λέγω, κ. Δεληγεώργη, δὲν φεύγεις; Τί μένεις ἐδῶ καὶ συντρίβεται ἡ ἐξουσία εἰς χεῖράς σου; Εὐκολώτερον νὰ φύγῃς παρὰ νὰ ψηφίσωμεν τὰς Τραπέζας. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν δὲν ὑπεχώρει, καὶ τώρα τῆς δίδω δίκαιον. Ἀνεχωρήσαμεν ἡμεῖς, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη νὰ φύγῃ· ἐμποδίσθησαν δὲ αἱ συμβάσεις, αἱ ὁποῖαι καθ’ ἡμᾶς ἦσαν ἄδικοι. Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ κύριον ζήτημα, καὶ ἂς ἀφήσωμεν τὰ παραδείγματα. Σᾶς ἐρωτῶ, κ. Μεσσηνέζη, ἐὰν κατὰ τὸ 1875, 26 Ἰανουαρίου θὰ κατορθώσητε νὰ ἔλθητε ἐδῶ μέσα νὰ ὁμιλήσητε; Ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ ἐξουσία νὰ σᾶς διώξῃ, ἢ ὄχι; Εἰς τὰς 25 Ἰουλίου συνήλθομεν· λοιπὸν Ἰούλιος, Αὔγουστος, Σεπτέμβριος, Ὀκτώβριος, Νοέμβριος, Δεκέμβριος, Ἰανουαρίου 25, καὶ τετέλεσται. Εἶσθε Βουλὴ ἢ ὄχι; Σᾶς ἐρωτῶ, ἐὰν ἦσθε 95, εἶσθε Βουλὴ; Ἐν τίνι δικαιώματι θὰ συνεδριάζετε; Ἔχει δίκαιον ὁ πρωθυπουργὸς νὰ σᾶς διώξῃ ἢ ὄχι; Πολλὰ ἐπιτρέπει ὁ νόμος εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ διὰ νὰ ἦσθε Βουλὴ, πρέπει νὰ ἦσθε ἀκεραία, ὄχι εὐνοῦχος. Τί δὲ σᾶς λέγω; Ἐὰν τῆς λείπῃ τὸ ’μάτι, ἐὰν ᾖναι στραβὴ, κουτσὴ, εἶναι Βουλή; Ἔρχομαι εἰς τὸν κ. Μεσσηνέζην. Προχθὲς σᾶς ἔκαμεν μίαν πρότασιν, ὅτι τὴν δεῖνα ὥραν νὰ σπεύδωμεν εἰς τὸ Βουλευτήριον καὶ ἐὰν ἀγορεύῃ τις, νὰ τὸν ἀφίνωμεν νὰ τελειώσῃ. Ἐγὼ σᾶς ὑπενθύμισα τὸν Ἀριστοτέλην καὶ εἶπον, ὅτι ἅμα ἰδῆτε ἄνθρωπον νὰ χασμουριέται, ἐτελείωσε, δὲν ἀκούει τίποτε. Ὁ κ. Μεσσηνέζης ἐχασμουρεῖτο, καὶ ὁ Κολιάτσος εἶχεν ἐξαντληθῆ· ὁ Ῥάλλης ἐπίσης εἶχεν ἐξαντληθῆ.

§206ΣΤΑΪΚΟΣ. Ὄχι αὐτὸ, ἤθελε νὰ ὁμιλήσῃ.

§207ΖΩΧΙΟΣ. Ἠξεύρετε, παρακαλῶ ἀπὸ παρακαλῶ διαφέρει. Καὶ ἡ νύμφη κάμνει, ὅτι δὲν θέλει νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸν γάμον, καὶ τὴν σπρώχνουν τάχα.

§208ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἠμποροῦσα νὰ διακόψω, παρὰ ἐκεῖ, ὅπου πράγματι διέκοψα· ἐὰν ἐξηκολούθουν, ἔπρεπε νὰ ὁμιλήσω ἀκόμη 4 ὥρας, ὅπως καὶ τὸ εἶπον.

§209ΖΩΧΙΟΣ. Ἠξεύρετε, πηγαίνουν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, εἰς τὸν ὄρθρον καὶ ἵστανται ὄρθιοι, καὶ δῆθεν προσεύχονται· ἀλλὰ δύνανται νὰ προσεύχωνται τρεῖς ὥρας; Πηγαίνουν, διὰ νὰ περάσουν τὸν καιρόν των· οἱ δὲ φρόνιμοι ἱερεῖς λέγουν τὸν ὄρθρον εἰς τὸ σπῆτί των. Ἔτσι θέλει ὁ κ. Μεσσηνέζης· νὰ κάμνουν τὸν ὄρθρον 5 ἢ 6 βουλευταὶ, ὅταν δὲ θὰ ψηφοφορήσουν, τότε νὰ στέλλουν νὰ μᾶς εὕρουν. Πῶς δὲ νὰ μᾶς συνάξουν; Μὲ τὰ τύμπανα· καθὼς καὶ εἰς τὴν Συνέλευσιν τοῦ Ἄργους μὲ τὰ τύμπανα τοὺς ἐσύναζον, ἀλλ’ ὄχι ὅταν ἤρχετο ἡ ὥρα τῆς ψηφοφορίας. Τώρα ἀκόμη οὐδὲν εἴμεθα, διότι ἠξεύρομεν πόσοι ἐπὶ τέλους θὰ μείνωμεν; Ἔχομεν κἀμμίαν ἐξουσίαν; Μόνον ὁ κύριος Μεσσηνέζης εἶναι βουλευτὴς καὶ τοῦ Ἄργους οἱ τρεῖς. Οἱ ἄλλοι τί εἴμεθα; Εἴμεθα μηδέν. Νὰ ἔλθωμεν, λέγει, νὰ συζητήσωμεν καὶ νὰ παραβιάσωμεν τὸ Σύνταγμα. Ἀλλὰ δὲν θὰ τὸ παραβιάζωμεν πολὺ, θὰ τὸ παραβιάζωμεν ὀλίγον. Τί σημαίνει; Ὁ Ἀριστοτέλης εἶπε· μίαν κεραίαν ἐὰν ἀφαιρέσῃς ἀπὸ ἑνὸς νόμου, τετέλεσται. Δὲν ἐνθυμοῦμαι εἰς ποίαν πόλιν ἀρχαίαν εἶχον τίμημα εἰς τὴν ψηφοφορίαν μικρόν· τὸ κατήργησαν· ἤλλαξεν ὁλωσδιόλου τὸ πολίτευμα. Πῶς δὲ θέλεις νὰ ψηφίσῃς, ἀφοῦ δὲν ἔχεις ἐξουσίαν; Καὶ τί νὰ ψηφίσῃς; νὰ μεταβάλῃς τὸ Σύνταγμα. Διὰ τί; διὰ νὰ σπεύσωμεν. Ἐὰν πιστεύῃς, ὅτι ἡ ἐκλογὴ τῆς πρωτευούσης, ἡ ἐκλογὴ τῆς βασιλευούσης εἶναι νόμιμος, καὶ ἐὰν πιστεύῃς, ὅτι ἡ πτέρυξ ἡ δεξιὰ ἐκ πεποιθήσεως, δὲν λέγω ἀπὸ ἄλλον λόγον, θέλει νὰ σπεύσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον πρὸς τὸν καταρτισμόν της, ὅταν δὲ καθ’ ἑκάστην ἀνακαλύπτωνται νέαι ἀποδείξεις, καθὼς χθὲς, ἀνεκαλύφθησαν τὰ δευτεροχάρτια τοῦ κ. Ῥάλλη, πρέπει νὰ σπεύδετε; Ἀλλὰ, λέγει ὁ κ. Μεσσηνέζης, ὁ καιρὸς ὁ πολύτιμος! Εἶχε δίκαιον ὁ κ. Κουμουνδοῦρος νὰ εἴπῃ· τώρα ὁ καιρὸς εἶναι πολύτιμος; Δὲν δύνασθε ν’ ἀφαιρέσητε ἀπὸ τοὺς ἀντιπροσώπους τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς πολεμήσουν μὲ ὅλα τὰ μέσα, ὅταν αὐτοὶ πιστεύουν, ὅτι πράττουν ἐντὸς τοῦ καθήκοντος. Μοὶ λέγετε, διώκουν συμφέροντα ἰδιαίτερα, προσπαθοῦν νὰ πάρουν τὴν ἐξουσίαν. Ποίαν ἐξουσίαν νὰ πάρουν; Ποῖος τὴν θέλει; Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν τὴν θέλω· τὸ εἶπον καὶ ἄλλοτε· καὶ ἄλλοτε, ὅταν συνέπραττον μὲ τὸν πρωθυπουργὸν, εἶπον, μὲ συγχωρεῖτε δὲ, δὲν ὁμιλῶ διὰ τοὺς παρόντας ὑπουργοὺς, ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι κἀνεὶς ἢ τρελλὸς ἢ πονηρὸς διὰ νὰ πάρῃ τὴν ἐξουσίαν, διότι, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ χρῆμα εἰς τὸ ταμεῖον, καὶ σοῦ ζητεῖ ὅλος ὁ κόσμος χρήματα, χρήματα, καὶ πάλιν χρήματα, καὶ σοῦ ζητεῖ θέσεις, βαθμοὺς, παράσημα, τί θὰ κάμῃς; Καὶ διατί; Ὅλαι αἱ ἐφημερίδες σὲ βάλλουν ἐμπρός· τρέμει ἡ καρδιά σου, ἐὰν αὔριον θὰ ἔχῃς τὴν πλειονοψηφίαν, καὶ ἂν δὲν θὰ λειποτακτήσῃ τις, καὶ ἐὰν λειποτακτήσῃ τις, παρακαλέσατέ τον, δώσατέ του, ὅ,τι θέλει. Καὶ αὐτὸ εἶναι τόσον ζηλωτόν; Δὲν θέλω, ἐγὼ τοὐλάχιστον, τὴν ἐξουσίαν· θέλω ὅμως νὰ πολεμήσω τὴν Κυβέρνησιν μὲ πάντα τρόπον, τὸν ὁποῖον μοὶ δίδει τὸ Σύνταγμα. Ἔχετε τὴν πλειοψηφίαν; ποῖος σᾶς ἐμποδίζει; Ποίαν ὅμως πλειοψηφίαν; Τοῦ ἔθνους τὴν πλειοψηφίαν. Ὅταν ἔχετε τοῦ ἔθνους τὴν πλειοψηφίαν, ποῖος ἠμπορεῖ νὰ σᾶς ἐμποδίσῃ; ὁ Ζωχιός; ὁ Κουμουνδοῦρος; Κἀνεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς ἐμποδίσῃ. Μοὶ, λέγουν, ὁ πολύτιμος καιρός! Δεχθῆτε αὐτὴν τὴν συνταγὴν, ποῦ σᾶς δίδομεν, καὶ θὰ σωθῶμεν ἀπὸ τὸ χάος. Κύριοι, ἐν ὀλίγοις, μέχρι τῆς ὥρας ταύτης εἴμεθα μηδὲν, ὄχι νὰ νομοθετήσωμεν δὲν δυνάμεθα, παραβιάζοντες τὸ Σύνταγμα, ἀλλ’ οὔτε νὰ τὸ φαντασθῶμεν. Νὰ ἐπισπεύσωμεν τὰς συζητήσεις ἐπὶ τῶν ἐξελέγξεων, καὶ τίς δὲν τὸ θέλει; Ἀλλὰ, κ. Μεσσηνέζη, ὅταν ἔρχεται ἄνθρωπος εἰς τὴν μίαν ὥραν καὶ κάθηται ἕως τὰς ἑπτὰ, τί ζητεῖς περισσότερον; Ὁ νοῦς του σκοτίζεται καὶ δὲν καταλαμβάνει τίποτε. Ἓν παράδειγμα, καὶ θὰ τελειώσω. Ὁ μακαρίτης ὁ Ὄθων συνεζήτει μὲ ἕνα ὑπουργόν. τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐσυζήτει δὲ μίαν διακοίνωσιν. Τὸν ἐκράτησε τὸν ταλαίπωρον ἀπὸ τὸ πρωῒ ἕως τὰς 4 ὥρας τὸ ἀπόγευμα. Ἐπὶ τέλους τοῦ λέγει· καταλαμβάνεις τί σοῦ λέγω; Τί νὰ καταλάβω, μεγαλειότατε, ποῦ μὲ ἐσταύρωσες ἀπὸ τὰς 8 ἕως τὰς 4; Δὲν καταλαμβάνω. Δὲν ὀνομάζω τὸν ὑπουργόν, φθίνει καὶ ἡ ἀνθρωπίνη φύσις, ἐπὶ τέλους παύουν αἱ αἰσθήσεις, δὲν ἀντιλαμβάνονται. Ὄχι· νὰ κάθεσαι ἐδῶ, νὰ πληροῦται ὁ ἀριθμός. Ἐὰν φύγῃς, εἶσαι προδότης. Κ. Μεσσηνέζη, νομίζετε ὅλους τοὺς ἄλλους προδότας, ἐκτὸς ἀπὸ σᾶς. Καὶ σεῖς ἀγαπᾶτε τὴν πατρίδα σας, ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι, Ἀλλ’ ἀφοῦ πρόκειται νὰ ἐνταφιάσωμεν τὴν πρωτεύουσαν, ἀφήσατέ μας τουλάχιστον νὰ τὴν παραπέμψωμεν ἐν δόξῃ καὶ τιμῇ.

§210ΣΤΑΪΚΟΣ. Περιδεὴς καὶ συνεσταλμένος ἀνέρχομαι καὶ ἐκ δευτέρου τὸ βῆμα, φοβούμενος μήπως ἡ δευτέρα αὕτη ἐπὶ τὸ βῆμα παρέλευσίς μου ἐξαντλήσῃ κατ’ ἐμοῦ ὁλόκληρον τὴν κλίμακα τῶν ἐπανορθωτικῶν ὀνομαζομένων δεινῶν. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσήνης βουλευτής, καταστρέφων τὸν λόγον, ἀπετάθη καὶ πρὸς ἡμᾶς ἢ μᾶλλον πρὸς ἐμέ. Εἶπεν, ὅτι παρακαλεῖ τὴν Βουλήν, καὶ μετὰ τὴν παράκλησιν κατέληξεν εἰς τὴν ἀπαγόρευσιν· δὲν σᾶς ἐπιτρέπεται, εἶπεν, εἰς τοὺς νεωτέρους νὰ φέρητε κατηγορίας, ὅταν......

§211ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ δὲν εἶπον· νὰ μᾶς μέμφωνται εἶπον.

§212ΣΤΑΪΚΟΣ. Ζητῶ συγγνώμην παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσσήνης βουλευτοῦ· ἀλλὰ νομίζω, ἢ μὲ παρενόησεν, ἢ ἄλλως πως ἔδωκεν διάφορον σημασίαν εἰς ὅσα πρὸ ὀλίγου ἐνώπιόν σας ἐξέθηκα. Οὐδένα ἤλεγξα, οὐδένα ἐμέμφθην· δὲν αἰσθάνομαι ἐν ἐμοὶ τὴν ἱκανότητα, οὔτε νὰ ἐλέγξω τινά, οὔτε νὰ μεμφθῶ τινος. Ἤλεγξα καὶ κατέκρινα, καὶ ἐλέγχω καὶ κατακρίνω καὶ καταδικάζω γεγονός, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν κρίσιν μου ἐγένετο ἐκ συνεννοήσεως. Τὴν στιγμὴν αὐτὴν παύει πλέον δι’ ἐμὲ ἡ ὑποχρέωσις τοῦ νὰ διατελῶ ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ὑποθέσεων. Οἱ ἀξιότιμοι τῆς ἀριστερᾶς προαγορεύσαντες ἀπροκαλύπτως σᾶς εἶπον, ναὶ σκοπίμως, ἐπίτηδες ἀπεχωρήσαμεν, διότι μᾶς πιέζετε, διότι μᾶς ἀφαιρεῖτε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, διότι κινδυνεύει τὸ Σύνταγμα. Τοῦτο εἶναι πάντοτε τὸ τέλος· ἤκουσα τοσάκις ἐπαναλαμβανομένην τὴν φράσιν, κινδυνεύει τὸ Σύνταγμα, παραβιάζεται τὸ Σύνταγμα, ὥστε ἔχων κατ’ ἐμοῦ καὶ τὴν ἀπειρίαν, ἐκινδύνευσα νὰ τὸ πιστεύσω. Παραβιάζεται τὸ Σύνταγμα, πιέζεται ἡ μειονοψηφία, διότι ἡ πλειονοψηφία ζητεῖ νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὸ ἔργον, διὰ τὸ ὁποῖον ἐκλήθημεν καὶ ἤλθομεν ἐνταῦθα, νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὰς συζητήσεις! Περιορίζεται ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου ἀπὸ τὴν πλειονοψηφίαν, διότι ἡ πλειοψηφία ἐπιμένει ζητοῦσα νὰ μὴ διακόπτωνται οἱ ἐπὶ τοῦ βήματος ἤδη εὑρισκόμενοι ῥήτορες· διότι δὲν πιστεύω νὰ ἐλησμόνησε κἀνείς, ὅτι καὶ ἡ πρώτη, καὶ ἡ δευτέρα διακοπὴ ἐγένετο καθ’ ἣν στιγμὴν εὑρίσκοντο ἔτι ἐπὶ τοῦ βήματος ῥήτορες, οἱ ἀξιότιμοι κύριοι Κολιάτσος τὴν πρώτην, καὶ Ῥάλλης τὴν δευτέραν φοράν. Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι ἡ παραβίασις τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, διότι ἡ πλειοψηφία ἐπιμένει νὰ μὴ διακοποῦν οἱ ῥήτορες. Πρωτότυπος λογική! Τῳόντι ἡ ἀπειρία μου δὲν τὴν ἐννοεῖ. Παραβιάζεται τὸ Σύνταγμα· κινδυνεύει τὸ Σύνταγμα· ἔρχεται ἡ πρότασις τοῦ κ. Μεσσηνέζη, καὶ πρόκειται περὶ καταστροφῆς τοῦ πολιτικοῦ μας οἰκοδομήματος. Αἴ, κύριοι, πρὸς Θεοῦ, ποῦ εἶναι ἡ παραβίασις τοῦ Συντάγματος! Ὁ κύριος Μεσσηνέζης, βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας, ὑπέβαλεν ἐν τῷ δικαιώματί του ὡς βουλευτὴς πρότασιν περὶ τροπολογίας τοῦ Κανονισμοῦ. Εἶναι ἔγκλημα αὐτό;

§213ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι Βουλή.

§214ΣΤΑΪΚΟΣ. Θὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι εἶναι. Ἔχω πρόχειρον, ὄχι ἐδῶ, ἀλλ’ ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Βουλῆς, ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, τῆς μετὰ τὴν πολιτικὴν μεταβολὴν Ἑλληνικῆς Βουλῆς, ὄχι ἐποχῆς παρῳχημένης, τοῦ 1868. Εὐχαριστῶ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν, τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζω, ὁ ὁποῖος μοὶ τὸ ὑπενθύμισεν. Ἡ Βουλὴ τοῦ 1868, πρὸ τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν, μετέβαλε τὸν κανονισμόν της καὶ ἐτροποποίησεν σπουδαίαν, σπουδαιοτάτην διάταξιν αὐτοῦ. Ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς διατάσσει ῥητῶς, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐνεργεῖ τὰς ἐξελέγξεις τῶν ἐκλογῶν διὰ τμημάτων· ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ, κύριοι, εἶπεν ὄχι, τροποποιῶ τὸν Κανονισμὸν καὶ ἀντὶ τμημάτων παραδέχομαι ἐπιτροπήν. Ἡ νομολογία, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἐκείνη.....

§215ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα.

§216ΣΤΑΪΚΟΣ. Δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα; δὲν σᾶς ἀρέσει ἡ Βουλὴ τοῦ 1868; Ἐννοεῖται. Σεῖς ὅλοι εἶσθε ἔνοχοι παραβιάσεως τοῦ Κανονισμοῦ. Κύριε πρόεδρε, δόσατε παρακαλῶ, εἰς τὸν γραμματέα νὰ ἀναγνώσῃ τὸ ἄρθρον 17· τί διατάττει περὶ τῆς ὥρας τῆς ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων;

§217ΡΑΛΛΗΣ. Μὰ δὲν εἶναι σπουδαῖον αὐτό.

§218ΣΤΑΪΚΟΣ. Τότε ἐπιτρέψατέ μοι νὰ μὴν ἐννοῶ τὴν διάκρισιν, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ καθιερώσητε. Αἱ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι ἅπασαι σπουδαῖαι, καὶ δὲν ἠμπορεῖ τις νὰ τὰς παραβιάσῃ. Σεῖς ἴσως ἔχετε δίκαιον νὰ λέγετε αὐτὸ, διότι ἀποτελεῖτε μέρος τῆς πλειοψηφίας τοῦ δευτέρου τμήματος καὶ πρέπει νὰ κάμετε τὴν διάκρισιν σπουδαίων καὶ μὴ διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ.

§219ΡΑΛΛΗΣ. Διατί τὸ ἀνεφέρατε αὐτό;

§220ΣΤΑΪΚΟΣ. Σεῖς, ὡς τμῆμα, παρεβιάσατε διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ.

§221ΡΑΛΛΗΣ. Ποίαν;

§222ΣΤΑΪΚΟΣ. Κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, ὁ Κανονισμὸς διατάσσει, ὥστε οἱ ἐπιλαχόντες νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ παρίστανται ἐνώπιον τῶν τμημάτων καὶ ὑποστηρίζωσι τὰς ἐνστάσεις των.

§223ΣΑΡΑΒΑΣ. Κύριε Στάϊκε, δὲν ἀφίνετε τὸ ζήτημα αὐτὸ νὰ συζητηθῇ ἐν καιρῷ.

§224ΣΤΑΪΚΟΣ. Δὲν τὸ ἔφερον ἐγὼ τὸ ζήτημα· προεκλήθην· τὸ ἀφίνω.

§225ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπειδὴ τὸ ἀνεφέρατε, τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Κανονισμοῦ λέγει· οἱ ἐνιστάμενοι ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ παρασταθοῦν ἐνώπιον τοῦ τμήματος.

§226ΣΤΑΪΚΟΣ. Δὲν λέγει οἱ ἐνιστάμενοι, ἀλλὰ οἱ ἐπιλαχόντες.

§227ΡΑΛΛΗΣ. Πολὺ καλά· οἱ ἐπιλαχόντες ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ παρασταθοῦν ἐνώπιον τοῦ τμήματος. Δικαίωμα, καὶ ἑπομένως ἀντιστοιχοῦσα ὑποχρέωσις τοῦ τμήματος νὰ τὰ δεχθῇ. Ἀλλὰ δὲν διαγράφει τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον θὰ πεισθῇ τὸ τμῆμα. Λοιπὸν ἀφοῦ δὲν διαγράφει, δύναται τὸ τμῆμα νὰ ζητήσῃ καὶ ἀπὸ ἄλλους, ἐκτὸς τῶν ἐπιλαχόντων, ὅλας τὰς πληροφορίας τὰς δυναμένας νὰ διαφωτίσωσι τὴν πεποίθησίν του.

§228ΣΤΑΪΚΟΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου μὲ παρεκάλεσε νὰ ἀναβάλω τὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου συζήτησιν.

§229ΡΑΛΛΗΣ. Μόνον αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν ἔκαμον, διὰ νὰ μὴ μείνῃ ἡ ἐντύπωσις.

§230ΣΤΑΪΚΟΣ. Τέλος πάντων, ἐπειδὴ καὶ ἡ ὥρα τοῦ διαλείποντος πυρετοῦ, ὁ ὁποῖος ἐντὸς ὀλίγου πρόκειται νὰ καταλάβῃ μεγάλην μερίδα τῆς Βουλῆς, πλησιάζει, καὶ δὲν ἐννοῶ νὰ παρεμποδίσω τὴν προμήθειαν τῶν ἀναγκαίων φαρμάκων, ἐπαναλαμβάνω νὰ παρατηρήσω ὅτι δὲν εἶναι παραβίασις τοῦ Συντάγματος, δὲν εἶναι κίνδυνος περὶ δολιεύσεως τοῦ θεμελιώδους νόμου ἡ ἀποδοχὴ τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Αἰγιαλείας βουλευτοῦ, κυρίου Μεσσηνέζη. Πρόκειται, κύριοι, σήμερον, ἄνευ προσβολῶν καὶ φατριασμοῦ, ἄνευ διαπληκτισμοῦ, νὰ εἴπωμεν μόνον, ὑποστηρίζοντες καὶ ἀποδεχόμενοι τὴν τροποποίησιν τοῦ κυρίου Μεσσηνέζη, ὅτι δὲν εἶναι λογικὸν, δὲν εἶναι δίκαιον, δὲν εἶναι ὀρθὸν, ἀγορεύοντος τοῦ ῥήτορος, ἡ Βουλὴ νὰ ἀποχωρῇ, ἡ πλειοψηφία ἢ ἡ μειοψηφία. Δι’ αὐτὸ, ἀφοῦ ἡ πρότασις τοῦ κ. Μεσσηνέζη δὲν ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα, καὶ ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι εἶναι τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ, διότι τὸν Κανονισμὸν τὸν ἐτροποποίησεν ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ....

§231ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος δὲν εἶναι ἀντιγραφή;

§232ΣΤΑΪΚΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ Συντάγματος, πρόκειται περὶ κανονισμοῦ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἐκ τοῦ Συντάγματος ἀποῤῥέουν ὅλαι αἱ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐγὼ αὐτὰ τὰ ὀλίγα εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπω εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι βλέπουν τὴν καταστροφὴν τοῦ ἔθνους εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Μεσσηνέζη. Ἐὰν, κύριοι, ᾖναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ κίνδυνος τοῦ Συντάγματος διὰ τὴν Ἑλλάδα, ὁ κίνδυνος προέρχεται, σᾶς εἶπον πόθεν, ἐκ τῆς λειποταξίας τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐτάχθησαν νὰ ᾖναι φρουροὶ τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων τῆς πατρίδος.

§233Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Ἐδίσταζον, κύριοι, νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι δυστυχῶς σήμερον, ἐνῷ ἐνόμιζον, ὅτι εἶμαι ἐντὸς Κοινοβουλίου, βλέπω ὅτι τὸ βῆμα τοῦτο, ἀπὸ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ λέγηται ἡ ἀλήθεια, ὅτι τὸ βῆμα τοῦτο, ἀπὸ τοῦ ὁποίου δὲν πρέπει νὰ ἀντηχοῦν προσωπικότητες καὶ ὕβρεις, ὁλωσδιόλου ἤλλαξε φύσιν. Ἐγὼ δὲ εἰς τὸν βραχὺν κοινοβουλευτικόν μου βίον ἐσυνείθισα νὰ μὴ ἀποπλανῶμαι οὔτε εἰς ὕβρεις, οὔτε εἰς προσβολάς. Ἐσυνείθισα νὰ σέβωμαι τοὺς ἀντιπάλους μου, καὶ ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω ὅτι εὗρον καὶ εἰς ὅλους αὐτοὺς τὸν ἀμοιβαῖον αὐτὸν σεβασμόν. Ἀναγκάζομαι ὅμως νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, διὰ νὰ καθησυχάσω τὴν ἐξαφθεῖσαν συνείδησιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Αἰγιαλείας κ. Μεσσηνέζη, ὅστις ἐνόμισεν ὅτι ὑπάρχει πρόθεσις, συνωμοσία διὰ νὰ ἔλθῃ ἡ Ἑλλὰς εἰς τὸ χάος· ἔπλασεν ἕνεκα τῆς ἐξημμένης φαντασίας του συνωμοσίας πρὸς ἀνατροπὴν τῆς Κυβερνήσεως, συνωμοσίας πρὸς κατάληψιν τῆς ἐξουσίας· δὲν γνωρίζω καὶ ἐγὼ τῇ ἀληθείᾳ τί ἄλλο ἔπλασεν. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι, καὶ ἀποτείνομαι πρὸς τὴν ἀγαθὴν πίστιν τῆς ὑπουργικῆς πλευρᾶς, ἐρωτῶ· ἐπρόκειτο χθὲς ἢ προχθὲς ἢ σήμερον περί τινος ὑπουργικοῦ ζητήματος; ἠδύνατο ἐνώπιον Βουλῆς, ἥτις δὲν εἶναι εἰσέτι οὔτε νομοθετικὸν, οὔτε πολιτικὸν Σῶμα, ἀλλ’ ἁπλῶς δικαστικὸν, νὰ ἔλθουν τοιαῦτα ζητήματα; Τί συνέβη; συνέβη ὄχι ἀποχώρησις, ἀλλὰ ἀναχώρησίς τινων βουλευτῶν ἢ ὅλων τῶν βουλευτῶν μιᾶς μερίδος. Καὶ ἐγὼ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διαδηλῶ μετὰ θάῤῥους, ὅτι ἀνεχώρησα καὶ ὅτι θὰ ἀναχωρῶ, ὅταν αἱ δυνάμεις μου δὲν δύνανται πλέον νὰ ἀνθέξωσι καὶ νὰ μὲ βοηθοῦν εἰς τὴν ἀντίληψιν τῶν λόγων. Νομίζετε, ὅτι εἶναι ἀποχώρησις; καὶ τὸ πιστεύετε ὅτι εἶναι ἀληθὴς ἀποχώρησις, ὅταν ἡ Βουλὴ μετὰ ἑπτάωρον συζήτησιν διαμένῃ ἐντὸς αὐτῆς τῆς αἰθούσης; Νομίζετε, ὅτι ὅταν εἰς οὐδὲν ἄλλο Κοινοβούλιον ἡ ἐργασία παρατείνεται πέραν ὀλίγων ὡρῶν εἰμὴ εἰς ἐκτάκτους πεοιστάσεις, νομίζετε ὅτι ἑπτάωρος διαμονὴ ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ δὲν εἶναι ἐκπλήρωσις τοῦ καθήκοντος;

§234ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Τρεῖς ὥρας μένομεν.

§235ΕΤΕΡΟΙ (δεξιόθεν). Μὴ διακόπτετε.

§236Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Εἶμαι ἐδῶ ἀπὸ τῆς 1 ἕως τὰς 7· ἐγὼ ἔρχομαι ἀπὸ τῆς 1 καὶ χαιρετῶ τὸν κ. Πρόεδρον καθ’ ἑκάστην.

§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀληθές.

§238ΖΩΧΙΟΣ. Καὶ ἐγώ.

§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀληθές.

§240Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Λοιπὸν, κύριοι, ποῦ εὑρίσκετε αὐτὴν τὴν ἄρνησιν τοῦ καθήκοντος; ἢ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Αἰγιαλείας ἠθέλησε μόνον νὰ ἐπιτεθῇ ἐναντίον μιᾶς μερίδος;

§241ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Διὰ τοὺς λόγους τῶν φίλων σας, τῶν συμμάχων σας.

§242Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν ἔχω κἀνένα σύμμαχον. — Ἐὰν, λέγω, ἀνατρέξῃ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Αἰγιαλείας εἰς τὰ πρακτικὰ τοῦ Ἀγγλικοῦ Κοινοβουλίου, δὲν θὰ εὕρῃ ἐργασίαν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ὡρῶν· καὶ ἔπειτα σᾶς λέγουν, ὅτι ὑπάρχει ἀποχώρησις ἢ ὑποχώρησις ἢ ἀναχώρησις, σκοπὸν ἔχουσα νὰ ὁδηγήσῃ τὸ Ἑλληνικὸν κράτος, τὴν Ἑλληνικὴν πολιτείαν εἰς τὸ χάος! Ἡμεῖς, κύριοι, προχθὲς ἐπροτείναμεν ἀντὶ τῆς 2ας ὥρας νὰ ἄρχωνται αἱ συνεδριάσεις τὴν 1ην, διότι εἴδαμεν ὅτι ἦτο δύσκολον μετὰ τὴν 6, 6 καὶ ½ εἴτε καὶ 7ην νὰ διαμένωμεν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ τούτῳ. Ναὶ, κύριοι, μετὰ 25 ἐτῶν κοινοβουλευτικὸν βίον ἀνεχώρησα, καὶ ἀνεχώρησα, διότι ἡ ὑγεία μου δὲν μοῦ τὸ ἐπιτρέπει νὰ διαμένω πλέον νῆστις, κεκμηκὼς μέχρι τῆς 11 ἢ 12· καὶ δὲν ἔχετε δικαίωμα, κύριοι, νὰ ζητήσητε νὰ διαμένωμεν ὅσον θέλετε, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἠδύναντο νὰ ᾖναι συνεχεῖς αἱ ἐργασίαι τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ συνεχίσητε ἐπὶ 40, 50 ὥρας τὰς ἐργασίας του, τότε ἠδύνασθε νὰ τελειώσητε εὐκολώτερα. Διέμεινα, κύριοι, ἄλλοτε, καὶ πρωθυπούργει ὁ κ. Βούλγαρης, εἰς τὰ 1868, καὶ ἔμεινα μέχρι τῆς 11 καὶ 12 ὥρας· ἀλλ’ ἤμην, κύριοι, νεώτερος, ἠδυνάμην ν’ ἀνθέξω περισσότερον.

§243Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Παραλαμβάνετε καὶ τοὺς φίλους σας σήμερον.

§244Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ παραπονῆσθε, μοῦ εἶναι ἀδιάφορον. — Λοιπὸν ὑπῆρξεν, οὐχὶ κακὴ πίστις ἐκ μέρους τοῦ κ. Μεσσηνέζη, ἀλλὰ μία πλάνη, ὅταν ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἀναχωρήσεως μιᾶς μερίδος, ὡς ζήτημα πολιτικὸν, ἀπειλοῦν νὰ ῥίψῃ τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν εἰς τὸ βάραθρον. Ἐγὼ λοιπὸν σπεύδω νὰ τὸν διαβεβαιώσω, διὰ νὰ καθησυχάσῃ, ὅτι οὐδεὶς σκοπὸς, οὐδεμία πρόθεσις τοιαύτη ὑπάρχει· οὔτε συμμαχίαι, οὔτε ἐπιμαχίαι ὑπάρχουσι σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν, ἐντὸς Σώματος, ὡς εἶπον, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει σήμερον παρ’ ἁπλοῦν χαρακτῆρα δικαστικόν. Τὰ ζητήματα ταῦτα, κύριοι, ὅταν ὑπάρχῃ καλὴ πίστις, δὲν λύονται διὰ προτάσεων· λύονται διὰ συνεννοήσεως τῶν δύω μερίδων· καὶ ἐπειδὴ εἶμαι βέβαιος, ὅτι καὶ εἰς τὴν μίαν μερίδα καὶ εἰς τὴν ἄλλην ὑπάρχει καλὴ πίστις, τὰ ζητήματα ταῦτα ἠδύναντο νὰ λυθῶσιν οὕτω, καὶ νὰ μὴ καταναλωθῇ ὁλόκληρος ἡμέρα εἰς συζήτησιν ἐντελῶς ἄγονον, γόνιμον ὅμως εἰς σκάνδαλα. Δὲν ἦτον ἀνάγκη, κύριοι, νὰ ἔλθῃ πρότασις περὶ ἑρμηνείας τοῦ 56 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Οἱανδήποτε καὶ ἂν θέλετε νὰ δώσητε ψῆφον, ἡ πρότασις τοῦ κ. Μεσσηνέζη εἶναι διαῤῥήδην ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος, καὶ ἑρμηνείαν τοιαύτην δὲν δύνασθε οὔτε σήμερον, ὅτε εἶσθε ἁπλοῦν δικαστικὸν Σῶμα, οὔτε μετ’ ὀλίγον, ὅτε πρόκειται νὰ μεταβληθῆτε εἰς πολιτικὸν καὶ νομοθετικὸν Σῶμα, οὔτε τότε δύνασθε νὰ κάμητε ἑρμηνείαν τοῦ Συντάγματος. Αἱ ἑρμηνεῖαι τοῦ Συντάγματος, γενόμεναι ὑπὸ τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων, εἶναι ἐγχειρήσεις κατὰ τοῦ Συντάγματος· ἡμεῖς δὲ ἐδῶ δὲν ἀπεστάλημεν διὰ νὰ κάμωμεν μικρὰς ἢ μεγάλας ἐγχειρήσεις· ἀπεστάλημεν μόνον διὰ νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ πολίτευμα, εἰς τὸ ὁποῖον ὡρκίσθημεν πίστιν. — Τί σᾶς λέγει, κύριοι, ὁ κ. Μεσσηνέζης; Σᾶς λέγει, ἑρμηνεύσατε ὅτι τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ ἢ ἀποφασίσῃ εἰμὴ ὅταν εἶναι παρόντα τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τῶν μελῶν του, ἑρμηνεύσατε ὅτι τὸ «συζήτησιν» σημαίνει κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συζητήσεως. Καὶ ποῖος σᾶς ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ δώσητε τοιαύτην ἑρμηνείαν εἰς τὸ Σύνταγμα; Πιστεύει πεποιθότως ὁ κ. Μεσσηνέζης, ἢ ἐπλανήθη ὅτι ἡ πρότασίς του δὲν ἑρμηνεύει τὸ Σύνταγμα; Τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, κύριοι, εἶναι τόσῳ καθαρὸν, ὥστε οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν, οὐδένα δισταγμὸν δύναται νὰ γεννήσῃ περὶ τῆς ἐννοίας του. Ἐπὶ 12 ἔτη τὸ Σύνταγμα αὐτὸ λειτουργεῖ, καὶ λειτουργεῖ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Ποία λοιπὸν ἡ ἀνάγκη, ποῖος ὁ λόγος, ὅστις ὑπηγόρευσεν εἰς τὸν κ. Μεσσηνέζην νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ἡ πρότασίς του δὲν εἶναι ἀληθὴς ἑρμηνεία τοῦ Συντάγματος; Εὐχαριστήθην, κύριοι, καὶ τὸ λέγω εἰλικρινῶς, ὅτι ἐκ τῆς δεξιᾶς πλευρᾶς οὐδεὶς σπουδαίως ἠθέλησε νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Μεσσηνέζη (παρακαλῶ, κ. πρόεδρε, ἔχετε ἐδῶ τὴν πρότασιν;) Ἰδοὺ τί λέγει· «Προτείνω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται, ἐφ’ ὅσον ἀγορεύει βουλευτίς τις, νὰ διακοπῇ, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν διατελεῖ ἐν ἀπαρτίᾳ.» Ἡ ἀρχικὴ λοιπὸν πρότασις τοῦ κ. Μεσσηνέζη ἦτο καθαρὰ ἑρμηνεία τοῦ Συντάγματος, κατέληξε δὲ δυστυχῶς εἰς πρότασιν ἔχουσαν τὸν αὐτὸν σκοπόν. Ἐὰν δ’ εἷς προσεπάθησε λεληθότως νὰ παραβιάσῃ τοῦ Συντάγματος τὴν καθαρὰν ἔννοιαν—διότι τί ἄλλο εἶναι τοῦτο, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἐφ’ ὅσον ἀγορεύει βουλευτής τις νὰ διακοπῇ ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι Βουλὴ δὲν διατελεῖ ἐν ἀπαρτίᾳ—δὲν εἶναι ἡ πρότασις αὕτη ἀληθὴς ἀναίρεσις τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος; Τοῦτο, κύριοι, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Μεσσηνέζης προτείνει, δὲν δύναται ν’ ἀποφασισθῇ, καθὼς, σᾶς εἶπον, ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διότι δὲν ἔχετε τοιαύτην δύναμιν· ὅ,τι ὅμως προτείνει ὁ κ. Μεσσηνέζης δύναται νὰ γείνῃ διὰ συνεννοήσεως, καὶ ἡ συνεννόησις αὕτη δὲν εἶναι ἀδύνατος, ὅταν ἐμφιλοχωρῇ ἡ καλὴ πίστις καὶ εἰς τὴν μίαν καὶ εἰς τὴν ἄλλην μερίδα. Ὑπεσχέθην, κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω ὀλίγα λόγια καὶ τελειόνω. Σᾶς ἱκετεύω, μὴ προβῆτε εἰς ἑρμηνείας, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἐγχειρήσεις κατὰ τοῦ πολιτεύματος, διότι τοιοῦτον δικαίωμα δὲν ἔχετε. Ἀποφασίσατε ἁπλῶς νὰ μεταβῆτε εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, χωρὶς νὰ ἐπιψηφίσητε οὐδεμίαν πρότασιν· ἐλπίζω δὲ ὅτι, ὑπαρχούσης καλῆς πίστεως, δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς αἴσιον ἀποτέλεσμα διὰ συνεννοήσεως τῶν δύω μερίδων καὶ οὐχὶ δι’ ἑρμηνειῶν, τὰς ὁποίας δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ κάμωμεν.

§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐγγεγραμμένοι οἱ κύριοι Σωτηρόπουλος, Μπούμπουλης καὶ Δανόπουλος.

§246ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος Μεσσηνέζης μοῦ ἀναγγέλλει ὅτι μὲ παρενόησεν, ἑπομένως δὲν ἔχω τίποτε νὰ εἴπω.

§247ΠΕΤΣΑΛΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κυρίου Ζαΐμη, ψηφοφορία, κ. πρόεδρε.

§248ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐπειδὴ συνήθως τοῦ ἐκφεύγουν τραχεῖς φράσεις, τοῦ ἐξέφυγε καὶ αὐτή.

§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος; ὁ κ. Μπούμπουλης;

§250ΤΙΝΕΣ. Παραιτοῦνται.

§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἔχει τις ἄλλος τὸν λόγον;

§252ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.

§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις λοιπὸν ἐπὶ τοῦ ζητήματος εἶναι περαιωμένη. Ἐρχόμεθα τώρα νὰ ἐρωτήσωμεν τὴν Βουλὴν· εἶναι ἡ πρότασις τοῦ κ. Μεσσηνέζη, τὴν ὁποίαν ἠκούσατε καὶ εἶναι αὕτη....

§254ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Προηγεῖται ἡ τοῦ κ. Ζαΐμη, σεῖς ξεύρετε καλλίτερα, κ. Πρόεδρε.

§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, διότι τὴν παρέλειψα· εἶναι αὕτη· «Ἡ Βουλὴ, ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Τὴν πρότασιν τοῦ κ. Μεσσηνέζη τὴν ἠκούσατε, εἶναι αὕτη... Ἐπομένως ἀπωτέρω εἶναι ἡ τοῦ Ζαΐμη, καὶ συνεπῶς αὐτὴν πρόκειται νὰ ψηφίσητε. Νὰ καθήσουν οἱ κύριοι βουλευταὶ εἰς τὰς θέσεις των. Θέλετε δι’ ἀναστάσεως;

§256ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ζαΐμη, τὴν ἑξῆς· «Ἡ Βουλὴ, ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα, μεταβαίνει πρὸς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πολλοί).

§258ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Παρακαλῶ, κ. πρόεδρε, νὰ ἐρωτήσητε τὸν κ. Μεσσηνέζην, ἂν ἐπιμένῃ.

§259ΤΙΝΕΣ. Ἐπιμένει.

§260ΕΤΕΡΟΙ. Ἐρωτήσατε πάλιν, κ. πρόεδρε, τὴν Βουλήν.

§261ΣΑΡΑΒΑΣ. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κ. Ζαΐμης καὶ τὰς ὁποίας συμμερίζονται ὅλοι οἱ καθήμενοι εἰς αὐτὴν τὴν πλευρὰν, ὁ κ. Μεσσηνέζης δὲν ἐπιμένει, πιστεύω, νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ πρότασίς του.

§262Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς εἴπατε, καὶ πρέπει νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι τὴν δέχεσθε.

§263ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐὰν ἡ μερὶς αὕτη (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα) ἐπιμένῃ εἰς τὴν ἰδέαν της, δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐμέ.

§264ΚΑΤΣΙΚΟΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ἐπιμένομεν ἡμεῖς καὶ τὴν ἀναλαμβάνομεν.

§265Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἐπιμένομεν τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον τινὲς τῶν ἀγορευσάντων ἐκ τῆς ἀριστερᾶς εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι σκοπεύουν ν’ ἀποχωρήσουν.

§266ΠΟΛΛΟΙ. Ψηφοφορία λοιπὸν, κ. πρόεδρε.

§267ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ. Μετὰ τὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ζαΐμη, κατὰ τὴν κρίσιν μας, προβαίνομεν εἰς πλήρη τροποποίησιν τοῦ Συντάγματος. Κύριοι, μᾶς εἶναι ἀδύνατον νὰ ψηφοφορήσωμεν τοιαύτην τροποποίησιν, καὶ μᾶς εἶναι ἀδύνατον ὅπως μᾶς ἦτο πάντοτε. Ἐννοεῖται, ὅτι δὲν ἔχω σκοπὸν ν’ ἀπαντήσω εἰς συκοφαντίας τώρα ἐγὼ, ὅστις προτείνω τῆς διαγωγῆς μου μάρτυρας αὐτοὺς, μετὰ τῶν ὁποίων ὑπηρετῶ, καὶ τὸν Βασιλέα, ὅστις διευθύνει τὰς τύχας τοῦ Κράτους. Αὐτὸν ἐπικαλοῦμαι μάρτυρα ἂν ἡ διαγωγή μου δὲν ὑπῆρξε φιλελευθέρα. Ἐπομένως δὲν καταδέχομαι νὰ ἀπαντήσω εἰς αὐτά (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).

§268ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Αὐτός, κύριοι, τὰ ἐπροκάλεσε.

§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι, καὶ εἰς τὰ ἀκροατήρια. Ἐπὶ τοῦ θέματος, κύριε Κουμουνδοῦρε.

§270ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λέγω λοιπὸν ὅτι ἡ πρότασις εἶναι ἐναντία τοῦ Συντάγματος καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ψηφοφορήσωμεν τοιαύτην πρότασιν· ἐπομένως σᾶς τὸ ἀναγγέλλομεν, διὰ νὰ μὴ παραξηγηθῇ κατόπιν ἡ διαγωγή μας, ὅτι θὰ ἀποφασίσωμεν, ἐγὼ τοὐλάχιστον, νὰ ἀποφύγωμεν τὴν ἐπιψήφισιν τῆς προτάσεως αὐτῆς, καὶ φοβοῦμαι ὅτι αὐθωρεὶ θὰ ἀκολουθήσουν καὶ ἄλλοι, ἐν ὅσῳ τοιαύτη πρότασις παρουσιάζεται, διότι ὄχι μόνον οὐδεὶς μᾶς ὑποχρεοῖ νὰ ψηφοφορήσωμεν τοιαύτην πρότασιν, ἀλλὰ θέλομεν παραβιάσει ἱερώτατον καθῆκον. Ἐάν, κατὰ τὴν πεποίθησίν μας, οἱ κύριοι ἔχουν πεποίθησιν ἐναντίαν, θέλομεν παραβιάσει καθῆκον ἱερὸν ἂν ὑποκύψωμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοιούτων προτάσεων καὶ νὰ φέρωμεν ψῆφον, ἥτις, κατὰ τὴν πεποίθησίν μας, προσβάλλει ἀμέσως καὶ καιρίως τὸ Σύνταγμα.

§271Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Καὶ κατὰ συνέπειαν θὰ γίνωμεν ἐπίορκοι.

§272ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Ἐπίορκοι δὲν γινόμεθα.

§273ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν καθήσατε, κύριοι, νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. Ζαΐμη.

§274ΚΑΤΣΙΚΟΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἀποῤῥιφθῇ ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Ζαΐμη, ἕπεται ἡ ἄλλη.

§275ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.

§276ΚΑΤΣΙΚΟΓΙΑΝΝΗΣ. Δηλαδὴ ἔρχεται ἡ ἄλλη εἰς ψηφοφορίαν.

§277ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Ζαΐμη, τὴν ὁποίαν ἠκούσατε, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πολλοί).

§278ΤΙΝΕΣ. Παρεδέχθη.

§279ΕΤΕΡΟΣ. Δὲν παραδέχθη.

§280Α. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τεθῇ τὸ ἀντίθετον, οἱ μὴ παραδεχόμενοι.....

§281ΤΙΝΕΣ. Τί λέγει τὸ προεδρεῖον;

§282ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ προεδρεῖον δὲν διακρίνει τὴν πλειονοψηφίαν.

§283Α. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν τὸ ἀντίθετον, κ. Πρόεδρε, νὰ ἐρωτήσητε, μήπως διακριθῇ καὶ ἀποφύγωμεν, εἰ δυνατὸν, τὴν χρονοτριβήν.

§284ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, κύριοι, θὰ ἐρωτήσω τὸ ἀντίθετον, καθήσατε.

§285Α. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσοι δὲν εἶναι βουλευταὶ ν’ ἀπομακρυνθοῦν, καθὼς καὶ οἱ ἐφημεριδογράφοι, διὰ νὰ διακρίνετε εὐκόλως, κ. Πρόεδρε.

§286ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ζαΐμη νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη τὸ ἀντίθετον.

§287ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Ὄχι, ὄχι· δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κ. Πρόεδρε.

§288ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεῤῥίφθη λοιπὸν ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Ζαΐμη.

§289ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, ὄχι.

§290ΜΠΟΥΤΟΣ. Τί ἀντελήφθη τὸ προεδρεῖον;

§291ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Ζαΐμη.

§292ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Ποῖος τὸ λέγει; Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κ. Πρόεδρε (ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς δεκαπέντε).

§293ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύω ψηφολέκται, κύριοι, νὰ προσέλθετε. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Ζαΐμη λέγουσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. Γίνεται ψηφοφορία κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον. Πρωτόκολλον ψηφοφορίας τῶν κυρίων βουλευτῶν Ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος· Ἡ Βουλὴ, ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ναὶ ἢ ὄχι;

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Ἰωάν. Μεσσηνέζης ΟΧρ. Κατσικογιάννης Ο
Ἰωάν. Μπόγδανος ΟΒ. Κ. Νικολόπουλος Ο
Σπυρ. Λογιωτατίδης ΟἸωάν. Ἀναγ. ΔεληγιάννηςΟ
Νικόλ. Μαυροκορδάτος ΝΔημ. Νικολόπουλος Ο
Μ. Καΐρης Ὀρφανός ΝΚ. Πλαπούτας
Κ. Λ. Ἐμπειρῖκος Ἰωάν. Β. Ῥοϊλός Ο
Ἀνδρ. Δανόπουλος ΝἈνάστος Χ. Βαχλιώτης Ο
Λεων. Ζωγράφος Κ. Κοσσονάκος Ν
Δημ. Ῥάλλης ΝἨλ. Βοϊδῆς ΜαυρομιχάληςΟ
Ἰωάν. Λέκας ΝἸωάν. Γ. Ἀνδρίτσου Ο
Στυλ. Κολιάτσος ΝἸωάν. Γ. Κότταρης Ο
Δημ. Καλλιφρονᾶς Ἰωάν. Σαφάκας Ν
Περικλῆς Πετράκης ΝΝ. Παπαμιχαλόπουλος Ν
Κωνστ. Ν. Κωστῆς Ἰωάν. Καπιτσίνης Ν
Ἀθ. Ἴσκος Ἀντών. Μήτσας Ν
Ἰω. Καραγιαννόπουλος Γ. Μίλησης
Δημ. Γρίβας ΟΔ. Βουλπιώτης Ν
Γ. Γεροθανάσης ΟΚ. Γιολδάσης Ν
Γ. Ζηνόπουλος ΝἈλέξ. Πετρινός Ο
Δημ. Τσιτσάρας ΟἈριστ. Σακελλαρόπουλος
Ἰωάν. Βοῦλτσος ΟΓ. Ν. Ῥεβελιώτης
Δημ. Βολτέρας ΟἨλ. Φλέσσας Ο
Στυλ. Βισβάρδης ΟΒασ. Σινανιώτης Ο
Παναγ. Δραγώνας ΟΚωνστ. Κριεμάδης Ο
Δημοσθ. Πονηρόπουλος ΟΚωνστ. Μπράβος Ο
Γ. Λ. Κρεστενίτης ΟΓεράσ. Ζωχιός Ν
Στέφ. Στεφανόπουλος Σπυρ. Ζερβός Ο
Ἐπαμ. Κρεστενίτης Νικ. Παγκράτης Ν
Λυγερινὸς Πετραλιᾶς ΝΔημοσθ. Στάϊκος Ο
Ἀλέξ. Ἄχολος ΟΝικόλ. Σωτηρόπουλος Ν
Γ. Πετούσης ΟἈλέξ. Κουμουνδοῦρος Ν
Λουκ. Κατσίνας ΝΣπ. Ἀντωνόπουλος Ν
Ἀναγν. Δημητρίου ΝΠ. Μποῦτος Ν
Σπυρ. Μαλασπίνας ΟἸωάν. Ταταράκης Ν
Ἰωάν. Ἀνεξάρτητος ΟἈνάργ. Πρεζάνης Ν
Βαρβαρῆγος Πήληκας ΝἘμ. Β. Ναυπλιώτης Ο
Κωνστ. Δ. Πεταλλᾶς ΟΚ. Κρίσπης Ν
Θρ. Α. Ζαΐμης ΝΝ. Γκίλης
Ἀργ. Διαμαντόπουλος ΝἈθαν. Ῥοντήρης
Γεώργιος Β. Πετιμεζᾶς ΟΝ. Καλαντζόπουλος Ο
Ἰωάννης Ζαΐμης ΝΓ. Σισμάνης Ο
Γεώρ. Κ. Παπαδαῖος Μιχ. Ἀντωνόπουλος
Περ. Μαυρομιχάλης ΝΓρηγ. Δημητριάδης Ν
Γεώργιος Πεῤῥωτὴς ΝἈλ. Πετσάλης Ν
Ἰωάννης Ζάρκος ΟΚωνστ. Σινέλης Ο
Γεώρ. Παπαγεωργίου ΝΔημήτριος Σαράβας Ν
Ἀλέξ. Κοντόσταυλος ΝΞανθὸς Πικουλάκης Ο
Κωνστ. Χ. Κωνσταντῆς ΟΛεων. Καπετανάκης Ν
Ἀλέξ. Ἀντωνιάδης ΟἈντών. Μαυρομιχάλης Ν
Ἰωάννης Ν. Ψύλλας ΟΧ. Κανελλόπουλος Ν
Ἰωάννης Κυριακίδης Π. Παπαλέξης Ο
Ἀθαν. Παραμυθιώτης ΝΜιλ. Κανελλόπουλος Ο
Ν. Βασιλάκης ΝΣπυρ. Μαρτσοῦκος Ν
Ἰάκ. Πολυλᾶς ΝἈναστ. Νικοκάβουρας Ο
Γ. Βαλσαμάκης ΝἈναστ. Τρύφωνας Ν
Χ. Βανδῶρος ΟΓεώργ. Ἰακωβάτος
Ἀλ. Κατσαΐτης Χ. Ἰακωβάτος
Γ. Ν. Κοντομίχαλος ΝΜαρ. Χαριτάτος
Στέλ. Κασιμάτης Γ. Κάγκας
Κοσμ. Πανάρετος Ἀνάργ. Σιμόπουλος
Δημ. Ῥαπτάκης Η. Τζαμάλας Ν
Γ. Βακαλόπουλος ΝΛ. Καραλίβανος
Θεόδ. Θερμογιάννης ΝΘ. Κανακάρης
Ἀντών. Καρδαρᾶς ΟΔημήτριος Πατρινός Ο
Κ. Κατσικόπουλος Ἰωάννης Κωνστάκης Ν
Λεων. Μαυρομιχάλης Γεώργιος Τσερτίδης Ο
Μελέτ. Ῥουσσόπουλος ΝἸωάννης Δ. ἈντωνόπουλοςΟ
Ἀναστ. Κορφιωτάκης ΝΔημ. Τριγγέτας Ο
Ἰωάν. Βαλασόπουλος ΟΝ. Τσικλητήρας Ο
Ἀναστ. Βαλασσόπουλος ΟἈθ. Μισυρλῆς Ν
Ἀναστ. Κουτσοπέταλλος ΟΝ. Ι. Νικολαΐδης Ο
Νικόλαος Μπουφίδης ΟΝ. Γεωργιάδης Ο
Γεώργ. Μ. Στεφανίτσης ΟΔ. Ι. Κουνουπιώτης Ο
Γεράσ. Σέρβος ΝἸωάν. Ν. Μπότασης Ο
Εὐάγγ. Ἀντ. Ζαβερδινός ΟΓ. Μπούμπουλης Ν
Δημήτρ. Τσαμόπουλος ΟΝ. Σοῦτσος Ν
Ἀριστ. Ῥούκης ΝἈντών. Πετρίτσης Ο
Ἰωάν. ΠαπαζαφειρόπουλοςΝΠερ. Σεβαστόπουλος
Ἰωάν. Ταμπακόπουλος Ἰωάν. Ζαλλώνης
Ἰάκωβ. Παξιμάδης ΝἈνδρέας Κουτουριώτης
Δημ. Δρόσος ΝΛεων. Τράκας Ο
Σωτ. Σωτηρόπουλος ΝΘεμ. Παπακώστας Ν
Γρηγ. Ν. Ζέζας. ΟΔημ. Τσιριμῶκος
Θ. Ἀναστασόπουλος ΝΠέτρ. Σκουμπουρδῆς Ο
Γ. Στάϊκος Α. Οἰκονόμου Ο
Κωνστ. Διαλέτης ΟΑ. Ἀβέρωφ Ο
Στ. Κορυζῆς ΝὈδυσσεὺς Ἀγγελινίδης Ο
Χρῆστος Δουζίνας ΟἈθαν. Βασιλείου Ο
Δ. Γ. Βούλγαρης ΟΝ. Ἀποστόλης Ο
Ἐπαμ. Α. Κριεζῆς ΟΔ. Βαλαβάνης Ο

§294ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 144· ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ζαΐμη ἐψηφοφόρησαν 66, κατὰ δὲ 78, ὥστε ἡ πρότασις ἀπεῤῥίφθη διὰ ψήφων 78 ἐναντίον 66.— Ἐπαναλαμβάνεται ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τῆς προτάσεως.

§295ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Κύριε πρόεδρε!

§296ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Ἀπὸ τοῦ βήματος ἐξέφρασα τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν θέλετε θέσει εἰς ψηφοφορίαν τῆς Βουλῆς πρότασιν ἀντιβαίνουσαν εἰς τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος, εἰς τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος. Ἐπειδὴ βλέπω κατὰ δυστυχίαν, ὅτι ὑμεῖς ἔχετε ἄλλην γνώμην.....

§297ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἰδική μου ἡ γνώμη, εἶναι τῆς Βουλῆς· ἐγὼ οἴκοθεν δὲν δύναμαι νὰ θέσω πρότασιν.

§298ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Τούτου ἕνεκα τώρα ἐγείρεται νέον ζήτημα, ἐὰν πρότασις, ἀντιβαίνουσα εἰς τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος, δύναται νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν. Ἕκαστος ἐξ ἡμῶν δικαιοῦται νὰ λάβῃ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νέου ζητήματος.

§299ΤΙΝΕΣ. Ὁ κύριος Μεσσηνέζης παραιτεῖται.

§300ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐγὼ παραιτοῦμαι, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω τί θὰ κάμουν οἱ ἄλλοι.

§301ΕΤΕΡΟΙ. Τὴν ἀναλαμβάνομεν ἡμεῖς.

§302ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Ἄλλως τε, ἐὰν οἱ ἀναδεχθέντες τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Αἰγιαλείας βουλευτοῦ νομίζωσιν, ὅτι ἡ πρότασίς των εἶναι καθαρὰ τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ, τότε πρέπει ἡ πρότασις αὕτη νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ. Ἄρθρον 34 τοῦ Κανονισμοῦ (τὸ ἀναγινώσκει).

§303ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Ἐξηντλήθη ἡ συζήτησις, κ. πρόεδρε, εἰς τὴν ψηφοφορίαν.

§304ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπεραιώθη ἡ συζήτησις.

§305ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπροτείναμεν τὸ ἀπροχώρητον.

§306ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ὁμιλήσητε (θόρυβος).

§307ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ (ἀπερχόμενος). Δὲν θέλομεν νὰ παρασταθῶμεν μάρτυρες καὶ συνήγοροι ἐγκλημάτων (θόρυβος μέγας καὶ λογομαχίαι μεταξὺ βουλευτῶν τινων τῆς δεξιᾶς καὶ ἀριστερᾶς πτέρυγος). Δὲν θὰ γείνωμεν θύματα τῶν ἐγκληματικῶν σκοπῶν τῆς μεταῤῥυθμίσεως τοῦ Συντάγματος (ἐξακολουθεῖ ὁ θόρυβος καὶ ἡ ταραχή).

§308ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω, κύριε πρόεδρε.

§309ΜΠΟΥΤΟΣ. ..... (θόρυβος).

§310ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς πτέρυγος ἀπερχόμενοι). Σκαπανεῖς τοῦ Συντάγματος!!

§311ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Κύριε πρόεδρε!

§312ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Καὶ τὸ τέχνασμά σας τῆς μὴ ἀπαρτίας διελύθη (θόρυβος).

§313ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν εἶσθε ἐν ἀπαρτίᾳ.

§314ΕΤΕΡΟΙ (ἀριστερόθεν). Ἐμπρὸς, κ. πρόεδρε, εἰς τὴν ψηφοφορίαν· δι’ ἀναστάσεως.

§315ΡΑΛΛΗΣ, ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ προχωρήσητε, δὲν εἶσθε ἐν ἀπαρτίᾳ (θόρυβος).

§316ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐὰν θελήσητε νὰ προβῆτε δι’ ἀναστάσεως, θὰ ἦσθε ἡ ἀφορμὴ ὅλων τῶν συνεπειῶν (θόρυβος)· δὲν σᾶς ἀφίνομεν νὰ καταστρέψητε τὸ Σύνταγμα (θόρυβος).

§317ΠΕΤΡΑΚΗΣ, ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν εἶσθε ἐν ἀπαρτίᾳ.

§318ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Ἐμπρός, κύριε πρόεδρε, (ἐξακολουθεῖ ὁ θόρυβος καὶ αἱ λογομαχίαι).

§319ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις (ἐγείρεται ἵνα ἀπέλθῃ).

§320ΤΙΝΕΣ. Τί ἐκάματε, κ. πρόεδρε, ποῦ πηγαίνετε.

§321ΠΡΟΕΔΡΟΣ (ἐπανερχόμενος καὶ κρούσας ἐκ νέου τὸν κώδωνα). Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 παρὰ 15/60.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 11
2τῆς 25 Ὀκτωβρίου 1874.
3(Παρασκευή).
4Ὥρᾳ 2 μ. μ.
5Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθεί-
6σης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς
7προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν.
8§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μεσσηνέζης ἔχει τὸν λόγον.
9§2ΣΑΡΑΒΑΣ. Καὶ ἐγὼ ζητῶ τὸν λόγον.
10§3ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριοι, κατὰ δύω συνεδριάσεις τοῦ Σώματος
11τούτου καὶ ἐν τῷ μέσῳ σπουδαίων ἀγορεύσεων ἐζητήθη ἡ ἀ-
12νάγνωσις τοῦ βουλευτικοῦ καταλόγου ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δὲν
13ὑπῆρχε κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἀπαρτία· τὸ δὲ προεδρεῖον,
14θεωρῆσαν τὴν πρότασιν ταύτην ὡς νόμιμον, ὡς σύμφωνον τῷ
15Κανονισμῷ, διέταξε τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου· τοῦ Σώμα-
16τος δὲ μὴ εὑρεθέντος ἐν ἀπαρτίᾳ, ἔλυσε τὴν συνεδρίασιν. Κατὰ
17τῆς τοιαύτης ἀποφάσεως, κατὰ τῆς τοιαύτης νομολογίας τοῦ
18προεδρείου διαμαρτύρομαι, ἐνίσταμαι.
19§4ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ ἐντρέπεσαι.
20§5ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Τὸν λόγον, κ. πρόεδρε.
21§6ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Πρέπει νὰ ἐντρέπεται ὁ ἀδολεσχῶν, οὐχὶ δ’
22ὁ λαλῶν κατὰ πεποίθησιν.
23§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, δὲν εἶναι τρόπος συζητήσεως αὐτός.
24§8ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν πειράζει. Μοὶ εἰδοποιήθη ἡ τακτικὴ, δὲν
25θὰ δώσω πλέον εἰς κἀμμίαν διακοπὴν προσοχήν· θὰ ἐξακολου-
26θήσω τὴν ἀγόρευσίν μου ὑπείκων εἰς τὴν λογικὴν καὶ τὴν ἀ-
27ξιοπρέπειαν τοῦ Σώματος, καὶ τὸ συμφέρον τῆς πολιτείας ἀπο-
28βλέπων. Λοιπὸν κύριοι, διαμαρτύρομαι, ἐνίσταμαι κατὰ τῆς
29τοιαύτης ἀποφάσεως, κατὰ τῆς τοιαύτης ἑρμηνείας τοῦ Κανονι-
30σμοῦ, τῆς δοθείσης ἀπὸ τὸ προεδρεῖον, ἰσχυριζόμενος ὅτι ἡ
31ἑρμηνεία αὕτη ἀντίκειται εἰς τὰς σχετικὰς διατάξεις τοῦ Συν-
32τάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ὅτι ἄγει ἡμᾶς εἰς ἀποτελέ-
33σματα, ἀντιστρατευόμενα εἰς τὰ περὶ τακτικοῦ, ὁμαλοῦ καὶ
34τῇ πατρίδι τὰ βέλτιστα ὑποσχομένου κοινοβουλευτικοῦ βίου
35αἰσθήματα παντὸς Ἕλληνος πολιτευομένου, τοὐλάχιστον ἑνό-
36σῳ εἶναι ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας· καὶ παρακαλῶ, κύριοι, τὸ Σῶμα
37νὰ δώσῃ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου διὰ μιᾶς ἑρμηνευ-
38τικῆς ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ ἀποφάσεώς του.
39§9ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι συγκεκροτημένον ἀκόμη τὸ Σῶμα.
40§10ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμόν, κατὰ τὸ Σύνταγμα,
41εἰς δύο περιστάσεις ἐξετάζεται τὸ ζήτημα τῆς ἀπαρτίας· ὅταν
42τὸ Σῶμα πρόκειται νὰ ποιήσῃ ἔναρξιν τῶν συνεδριάσεών του,
43ὅταν πρόκειται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ πρῶτον στάδιον τῆς ἐνεργείας
44του, τὸ στάδιον τῶν συζητήσεων, καὶ δεύτερον ὅταν πρόκειται
45νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ δευτέρου σταδίου, τοῦ σπουδαιοτέρου τῆς ἐ-
46νεργείας τῶν καθηκόντων του, τοῦ σταδίου τῶν ἀποφάσεων.
47Ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ τε Συντάγματος καὶ τοῦ
48Κανονισμοῦ προκύπτει, κύριοι, ἐκ τῆς ῥητῆς διατάξεως τοῦ Κα-
49νονισμοῦ, προκύπτει ἐκ τῆς λογικῆς ἑρμηνείας τῆς τε διατά-
50ξεως τοῦ Συντάγματος καὶ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ
51Κανονισμοῦ. Τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος, τὸ ἄρθρον 15 τοῦ
52Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι παρὰ ἀντιγραφὴ τοῦ ἄρθρου 56
53τοῦ Συντάγματος, λέγει· «ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ
54καὶ ἀποφασίσῃ τι ἄνευ τῆς παρουσίας τοὐλάχιστον τοῦ ἡμίσεως
55καὶ ἑνὸς τῶν μελῶν αὑτῆς καὶ ἄνευ ἀπολύτου πλειοψηφίας τῶν
56παρόντων μελῶν.» Τὸ ἄρθρον δὲν λέγει ὅτι τὸ Σῶμα δὲν δύνα-
57ται νὰ ἐξακολουθήσῃ συζητοῦν· λέγει ὅτι δὲν δύναται νὰ συ-
58ζητήσῃ, δὲν δύναται νὰ ἐπιληφθῇ τῶν συζητήσεων, δὲν δύνα-
59ται νὰ ποιήσῃ ἔναρξιν τοῦ πρώτου σταδίου τῶν ἐργασιῶν του,
60δὲν δύναται νὰ κηρυχθῇ ἔναρξις τῶν συνεδριάσεων, ἐὰν τὸ Σῶ-
61μα δὲν εὑρεθῇ ἐν ἀπαρτίᾳ.
62Τοιαύτη εἶναι ἡ ἔννοια, κύριοι, τῆς διατάξεως ταύτης. Καὶ
63ἂν προβῆτε περαιτέρω καὶ λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας τὰς ἄλλας δια-
64τάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, θέλετε φθάσει καὶ πάλιν εἰς τὸ συμ-
65πέρασμα, ἐὰν ἐπιζητῆτε τὴν ἀλήθειαν, ἐὰν ἐπιζητῆτε τὴν
66ἐξακρίβωσιν τοῦ ἀληθοῦς πνεύματος τῆς ἀνωτέρω διατάξεως
67τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ Κανονισμοῦ, ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ
68ἄρθρου τούτου. Τὸ ἄρθρον 18 τοῦ Κανονισμοῦ λέγει, ὅτι ὁ
69κατάλογος ὅλων τῶν βουλευτῶν ἀναγινώσκεται κατὰ τὴν
70ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως, ἵνα βεβαιωθῇ ἐὰν ὑπάρχῃ νόμι-
71μος ἀπαρτία· καὶ ὅταν ὑπάρχῃ νόμιμος ἀπαρτία, τότε γί-
72νεται ἔναρξις τῆς συνεδριάσεως· οὐδαμοῦ ὅμως ἀναφέρεται,
73ὅτι ὁ κατάλογος ἀναγινώσκεται κατὰ πᾶσαν στιγμὴν τῆς
74συζητήσεως, ὅτι κατὰ πᾶσαν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ-
75ποιοσδήποτε ἐκ τῶν βουλευτῶν ὁρμώμενος καὶ ἐκ τῆς ἐπιθυ-
76μίας νὰ φέρῃ πρόσκομμα εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς ἢ θέλων
77νὰ σταματήσῃ τὸν ῥήτορα εἰς τὸν ῥοῦν τῆς ὁμιλίας του, ὅπως
78ματαιώσῃ τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς, δύναται νὰ ἐγερθῇ, καὶ πλή-
79ρους ἴσως ὑπαρχούσης ἀπαρτίας, νὰ εἴπῃ· σταμάτησε, κύριε πρό-
80εδρε, τὸν ἀγορεύοντα, δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, καὶ ὅτι καὶ τῆς
81Βουλῆς ἰσχυριζομένης ὅτι ὑπάρχει ἀπαρτία πρέπει νὰ διαταχθῇ
82ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου. Οὐδαμοῦ τοιοῦτόν τι ὑπάρχει εἰς
83τὸν Κανονισμόν, οὐδαμοῦ εὕρηται τοιαύτη παράλογος διάταξις.
84Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Κανονισμοῦ ὁρίζει, ὅτι πᾶς βου-
85λευτής, ἐὰν μὲν δὲν προσέρχηται εἰς τὴν συνεδρίασιν, ὀφείλει
86νὰ δηλώσῃ τὸ κώλυμα, προσερχόμενος δὲ ὀφείλει νὰ μένῃ, καὶ
87ἂν θέλῃ ν’ ἀποσυρθῇ, ὀφείλει νὰ γνωστοποιήσῃ τοῦτο εἰς τὸ
88προεδρεῖον· λαμβάνων δὲ τὴν ἄδειαν ἀποσύρεται. Κατὰ τὸ
89πνεῦμα τοῦ ἄρθρου τούτου, τὸ προεδρεῖον ὀφείλει νὰ θεωρῇ τοὺς
90βουλευτάς, μέχρις οὗ προκαλουμένης ψηφοφορίας ἐπὶ προτά-
91σεώς τινος ἤθελεν ἀποδειχθῇ τὸ ἐναντίον, ὡς παρόντας... (Θόρυβος
92δεξιά). Τοιοῦτος εἶναι ὁ Κανονισμὸς δι’ ἐκείνους οἵτινες θέλουν νὰ
93ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκόν των, δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θέλουν,
94καὶ ὅταν ᾖναι ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας, νὰ ἐμμένωσι εἰς τὸ κατὰ
95Σύνταγμα πολιτεύεσθαι· τοιοῦτον εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ Κανο-
96νισμοῦ, ὅτι οἱ βουλευταί, οἱ δηλώσαντες κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς
97συνεδριάσεως ὅτι εἶναι παρόντες καὶ μὴ γνωστοποιήσαντες εἰς
98τὸ προεδρεῖον ὅτι ἀποσύρονται ἕνεκα κωλύματος, θεωροῦνται,
99διαρκοῦντος τοῦ πρώτου σταδίου τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, δη-
100λαδὴ τῆς συζητήσεως, ὡς παρόντες. Παραδέχεσθε, κύριοι, ὅτι
101δύναται ἕκαστος νὰ διακόπτῃ καὶ αὐτὴν τὴν ἀγόρευσιν ἀκόμη,
102πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς εἴπω, εἶναι καὶ ἐναν-
103τίον τοῦ πρέποντος; Τὸ νὰ παρεμποδίζητε τὸν ἀγορεύοντα ἀνὰ
104πᾶσαν στιγμὴν ἀναπτύσσοντα τὰς ἰδέας μου, διακόπτοντες τὴν
105σειρὰν τοῦ λόγου του μὲ μίαν ξηρὰν πρότασιν, ὅτι δὲν εἶναι
106ἀπαρτία, καὶ ὄχι μόνον νὰ δίδετε προσοχὴν εἰς τὴν διακο-
107πὴν ταύτην, ἀλλὰ καὶ τὸ προεδρεῖον, ὑποστηρίζον τὸ ἀντιβαῖ-
108νον εἰς τὸν Κανονισμόν, ν’ ἀφαιρῇ τὸν λόγον ἀπὸ τὸν ἀγορεύον-
109τα καὶ νὰ διατάσσῃ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου, ἔχει τι τὸ
110τερατῶδες. Ἐὰν παραδεχθῆτε τοιαύτην ἀρχήν, δὲν ἠμπορῆτε
111νὰ κάμητε βῆμα εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων σας. Ὁ
112Κανονισμὸς σᾶς λέγει, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ διακοπή, καὶ ὄχι
113μόνον δὲν ἐπιτρέπεται, ἀλλὰ καὶ τιμωρεῖται ὁ διακόπτων· καὶ
114σεῖς μολαταῦτα θέλετε ὥστε ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν
115ἔχει τὴν ἐλαχίστην δικαιολογίαν, ὁ ὁποῖος ὁρμᾶται ἴσως ἐκ
116μιᾶς ἰδιοτροπίας ἀξιοκατακρίτου, λέγων πρὸς τὸν ἀγορεύοντα
117παῦσον, ὅλα ὅσα λέγεις εἶναι περιττά, μίαν μόνην ἐργασίαν ἔχει
118τὸ Σῶμα, νὰ ἐξετάζῃ κατὰ πᾶσαν στιγμὴν ἐὰν ᾖναι ἢ ὄχι ἀ-
119παρτία, νὰ εἰσακούηται. Τὸ τοιοῦτον, κύριοι, ἀντίκειται, ἐπανα-
120λαμβάνω, εἰς τὸν ὀρθὸν λόγον, εἰς τὴν ῥητὴν διάταξιν τοῦ Κα-
121νονισμοῦ, ἡ ὁποία ἀπαγορεύει τὰς διακοπάς, ἀγορεύοντος οἱου-
122δήποτε ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἐὰν λοιπὸν ἡ σειρὰ τῶν διατάξεων
123τοῦ Κανονισμοῦ, τὰς ὁποίας σᾶς ἀνέφερον, συνᾴδῃ μὲ τὴν ἑρμη-
124νείαν τὴν λογικήν, τὴν ὁποίαν δίδω εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρ-
125θρου 56 τοῦ Συντάγματος καὶ εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 15
126τοῦ Κανονισμοῦ, ἀποδεικνύεται τρανώτατα, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς
127ἀπαρτίας, ὡς εἶπον, ἐξετάζεται, προκειμένου λόγου περὶ τοῦ
128σταδίου τῶν συζητήσεων, μόνον κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδρι-
129άσεως. Ὅτι δὲ τοιαύτη πρέπει νὰ δοθῇ ἑρμηνεία καὶ εἰς τὸ
130Σύνταγμα καὶ εἰς τὸν Κανονισμὸν ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ἀτοπη-
131μάτων, εἰς τὰ ὁποῖα οὐδεμία ἀμφιβολία ὅτι θὰ περιέλθῃ τὸ Σῶ-
132μα, ἐὰν παραδεχθῇ τὴν ἀντίθετον ἑρμηνείαν. Βεβαίως, κύριοι,
133ἐὰν τίθεσθε εἰς τὴν θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν πολλοὶ ἐξ ὑμῶν οἵτι-
134νες ἀντιστρατεύεσθε κατὰ τῆς ἰδέας μου σήμερον εὑρέθητε, ἐὰν
135τίθεσθε εἰς τὴν θέσιν τῶν διοικούντων τὸν τόπον, τῶν εὑρισκο-
136μένων ἀπέναντι τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἐν τούτοις βλεπόντων,
137ὅτι ματαιοῦνται ὅλαι αἱ προσπάθειαι αὐτῶν διὰ νὰ διοι-
138κήσουν κοινοβουλευτικῶς τὸ Σῶμα διὰ τῶν ἀντιῤῥήσεων ὀλί-
139γων τινῶν, βεβαίως θὰ θεωρήσητε ὅτι δὲν συνηγορῶ ὑπὲρ
140προτάσεως, ἡ ὁποία ἀντιστρατεύεται πρὸς τοὺς σκοποὺς
141ὅλων ἡμῶν, τὸ νὰ δυνηθῶμεν νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν εἰλικρινῆ, εἰς
142τὴν πραγματικὴν ἐφαρμογὴν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος,
143εἰς ἕνα βίον ὄντως κοινοβουλευτικὸν καὶ ὑποσχόμενον βελτίω-
144σιν τῶν κακῶς κειμένων, ἀπομακρυνόμενοι βίου, καθ’ ὃν κατανα-
145λίσκομεν χρόνον πολύτιμον εἰς ματαίας συζητήσεις, εἰς ἐπιδει-
146κτικὰς συζητήσεις καὶ οὐδὲν ἀποφερούσας ὑπὲρ τοῦ τόπου, ὑπὲρ
147τοῦ ὁποίου ὅλοι παραδέχομαι, ὅτι εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ θυσιάσω-
148μεν τὰ πάντα, χύνοντες ἐν ἀνάγκῃ καὶ τὴν τελευταίαν ῥανίδα
149τοῦ αἵματός μας. Ποσάκις, κύριοι, δὲν σᾶς εἶδον, ἐν ἐσχάτῃ
150διατελοῦντας ἀμηχανίᾳ, καταφεύγοντας ἐπὶ τέλους εἰς μέσα
151οὐχὶ ὅλως σύμφωνα πρὸς τὸν νόμον, ὅπως δυνηθῆτε νὰ λάβητε
152ἀπόφασίν τινα ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου, ὅταν εἴτε πολιτικὰ πάθη,
153εἴτε κακὴ σκέψις παρουσιάζουσι προσκόμματα εἰς τὰς καλὰς,
154ὑποθέτω, προαιρέσεις ὑμῶν! Καὶ δὲν ὑπῆρξεν ἐποχὴ, καθ’ ἣν
155συνῆλθε τὸ Σῶμα, εἰς ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἦτον ἐπιτε-
156τραμμένον νὰ γείνῃ συζήτησις, καὶ συνελθὸν προέβη εἰς τὴν ἐ-
157ξέλεγξιν πολλῶν ἐκλογῶν; Δὲν κατακρίνω, δὲν κατηγορῶ
158τοὺς πρωτεύοντας τῶν πολιτευομένων τῆς πατρίδος μου, αἰσθά-
159νομαι, γνωρίζω τὰς δυσχερείας, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν εἰς διοί-
160κησιν τόπου, διελθόντος διὰ μυρίων ὅσων περιπετειῶν, τόπου,
161ὅστις πρὸ καιροῦ βαδίζει ἀπὸ ἀνωμαλίας εἰς ἀνωμαλίαν, τό-
162που ὁ ὁποῖος ἐξῆλθεν ἀπὸ μυρίας ἐπαναστάσεις. Δὲν κατακρίνω
163τὰ γενόμενα, ἀλλὰ βεβαιῶ αὐτὰ, βεβαιῶ ὅτι εὑρέθητε ἅπαν-
164τες εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καταφύγητε εἰς πράγματα, τὰ ὁποῖα
165κατεκρίνατε παρ’ ἄλλων πραττόμενα, νὰ καταφύγητε εἰς αὐ-
166τὸ ἐκεῖνο τὸ μέσον, διὰ νὰ φθάσητε εἰς ἓν ἀποτέλεσμα. Δὲν ὑ-
167πῆρξεν ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἵνα λάβητε ἕνα προϋπολογι-
168σμόν....
169§11ΖΩΧΙΟΣ. Ναὶ, μὰ εἴμεθα 96.
170§12Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ (Γραμματεύς). Παρανόμως συνεδριάσατε καὶ
171εἰς ἐξηρημένην ἡμέραν, τὴν τοῦ ἁγίου Δημητρίου.
172§13ΤΙΝΕΣ. Εἴμεθα 96.
173§14ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τὸ παραδέχομαι καὶ ἐγὼ αὐτό· καὶ ἵνα
174ἠμπορέσωμεν νὰ ἐξέλθωμεν ἀπὸ μίαν κατάστασιν, μὴ ἀπέχου-
175σαν τῆς ἐντελοῦς ἀναρχίας, εὔχομαι πᾶσα ἐξουσία νὰ ἔχῃ 96.
176§15ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν τοὺς ἔχει αὐτή.
177§16ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ τῇ δώσω τοὺς 96, ἐὰν
178δὲν τοὺς ἔχῃ.
179§17ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Περὶ τίνος περιστάσεως ὁμιλεῖτε;
180§18ΖΩΧΙΟΣ. Ἐγὼ θὰ τὰ εἰπῶ τοῦ ὑπουργοῦ, διότι ἤμουν πρό-
181εδρος τότε.
182§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σεῖς εἶσθε ἐχθρὸς τῶν διακοπῶν, κ. Ζωχιέ.
183§20ΖΩΧΙΟΣ. Εἶμαι ἐχθρὸς, ἀλλὰ, ἀλλὰ, ἀλλά.
184§21ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Περὶ τίνος περιστάσεως ὁμιλεῖτε;
185§22ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν ἀναφέρω ἄλλα ὡρισμένα περιστατικὰ,
186ἵνα μὴ θεωρήσωσιν ἑαυτὰ προσβαλλόμενα πολιτικὰ πρόσωπα.
187Κύριοι, δὲν κατακρίνω πρόσωπα σήμερον, ἀλλὰ λέγω μόνον ὅτι
188ἡ διοίκησις τοῦ τόπου, ἕνεκα περιστάσεων, τὰς ὁποίας δὲν θέ-
189λω νὰ ἐξετάσω, κατέστη τόσον δύσκολος, ὥστε πολλάκις οἱ
190κυβερνῶντες εὑρίσκονται εἰς τὴν θέσιν νὰ καταφύγωσιν εἰς πιέ-
191σεις, εἰς ἔκτακτα μέτρα, ἄνευ τῶν ὁποίων ἤθελεν εἶναι ἀδύνα-
192τον νὰ κάμουν ἓν βῆμα. Ἀγαθὴ, κακὴ εἶναι ἡ διοίκησις, δὲν τὸ
193ἐξετάζω, ἀλλὰ βεβαιῶ τὸ γεγονὸς, ὅτι ἕνεκα αὐτῆς τῆς κα-
194ταστάσεως εὑρισκόμεθα εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν.
195Κύριοι, θέλομεν τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, θέλομεν τὴν
196κατὰ Σύνταγμα διοίκησιν; Πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν ἀρχὰς
197πρακτικὰς, ἀρχὰς δυναμένας νὰ συντελέσωσιν εἰς τὸ νὰ ἐξέλ-
198θωμεν ἀπ’ αὐτὴν τὴν ἀναρχικὴν κατάστασιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν δια-
199τελοῦμεν· καὶ ἐν τῷ Σώματι δὲ τούτῳ ἀναρχικὴ εἶναι κατά-
200στασις, ὅταν ἡ μειοψηφία δὲν ὑπείκῃ εἰς τὴν πλειοψηφίαν.
201§23ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Δὲν ὑπείκει...
202§24ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Εἶναι ἀναρχικὴ κατάστασις αὕτη, κύριοι, καὶ
203σκεφθῆτε καλῶς ἐπ’ αὐτῆς. Δύω πράγματα δὲν δύναμαι νὰ
204ἐννοήσω, ἡ πλειοψηφία νὰ μὴν ὑπείκῃ εἰς τὴν λογικὴν, νὰ ἀν-
205τιστρατεύηται κατὰ τῶν νόμων, καὶ ἡ μειοψηφία νὰ μὴ θέλῃ
206νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν πλειοψηφίαν. Ἐὰν δὲν παραδεχθῶμεν τὸν
207κανόνα, ὅτι ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ δικαίου, ἐντὸς τῶν ὅρων τῆς
208λογικῆς, ἐντὸς τῶν δικαιωμάτων τῆς πεφωτισμένης πλειοψη-
209φίας ἡ μειοψηφία ὀφείλει νὰ ὑπείκῃ εἰς τὴν πλειοψηφίαν, συν-
210ταγματικὸν πολίτευμα δὲν ὑπάρχει. Τότε ἂς κηρύξωμεν κάλ-
211λιον τὴν ἀνικανότητά μας, ἂς παύσωμεν, κύριοι, κηρύττοντες
212καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ τὰς ἀγαθὰς ἡμῶν προαιρέσεις ὑπὲρ τοῦ
213κατὰ Σύνταγμα διοικεῖσθαι. Ἂς παύσωμεν ἐπιῤῥίπτοντες εἰς
214τὸν ἕνα ἢ εἰς τὸν ἄλλον τὴν εὐθύνην, ὅτι τὸ συνταγματικὸν πο-
215λίτευμα τρέχει τὸν ἔσχατον κίνδυνον. Ἡμεῖς τότε, κύριοι, εἴ-
216μεθα παραίτιοι τῆς παραλυσίας, τῆς ἀποτυχίας τοῦ συνταγμα-
217τικοῦ πολιτεύματος. Συνταγματικὸν πολίτευμα εἶναι τὸ ὑπερ-
218ισχύειν τὴν θέλησιν τῆς πλειοψηφίας, τὸ ὑπείκειν τὴν μειοψη-
219φίαν εἰς τὴν πλειοψηφίαν.
220Κύριοι, τὸ Σύνταγμα ἀναπτύσσεται, οἱ νόμοι ἀναπτύσσον-
221ται, ὄχι μόνον διὰ τῶν συνεχῶν αὐτῶν μεταβολῶν, ὄχι μόνον
222διὰ νέων Συνταγμάτων ἢ νέων νόμων, ἀλλὰ ἀναπτύσσονται διὰ
223τῆς ἑρμηνείας, διὰ τῆς ἐπὶ τὸ πρακτικώτερον, διὰ τῆς κατὰ
224τοὺς κανόνας τῆς λογικῆς, κατὰ τὰς ὑπαγορεύσεις τῶν ἀλη-
225θῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, ἐφαρμογῆς αὐτῶν.
226Ἐὰν προστρέξωμεν εἰς τὴν κοιτίδα τοῦ συνταγματικοῦ πολι-
227τεύματος, θέλομεν ἴδει ὅτι χάρτης γεγραμμένος δὲν ὑπάρχει,
228καὶ μολοντοῦτο ὑπάρχει Σύνταγμα σεβαστὸν, καὶ Σύνταγμα,
229τὸ ὁποῖον ἔφερε τὸ Ἀγγλικὸν ἔθνος εἰς τὸν κολοφῶνα τῆς
230δόξης, εἰς τὸν κολοφῶνα ἐκεῖνον εἰς τὸν ὁποῖον ἴσως κἀνὲν
231ἄλλο ἔθνος δὲν ἔφθασεν εἰσέτι, εἰς τὸν ὕπατον βαθμὸν τῆς
232εὐημερίας. Καὶ πῶς ἐμορφώθη τὸ Σύνταγμα ἐκεῖνο; Ἐμορφώθη
233διὰ τῶν συνεχῶν συνταγμάτων; Ἐμορφώθη διὰ τῶν συνεχῶν
234νόμων; Ὄχι, κύριοι· ἐμορφώθη διὰ τῶν ἠθῶν, ἐμορφώθη διὰ τῆς
235ἔμφρονος πολιτικῆς, ἐμορφώθη διὰ τῆς ὑπακοῆς εἰς τὸ Σύνταγμα,
236ἐμορφώθη διὰ τῆς εἰλικρινείας, ἐμορφώθη διὰ τοῦ πατριωτισμοῦ
237(θόρυβος). Μὴ ταράττεσθε, Κύριε Ζωχιὲ, θὰ ἀναβῆτε εἰς τὸ
238βῆμα καὶ θὰ μὲ ἀντικρούσητε.
239§25ΖΩΧΙΟΣ. Λέγω, ὅτι αἱ λέξεις αὗται ἔχασαν τὴν σημασίαν
240των διὰ τὴν Ἑλλάδα.
241§26ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἠμπορεῖ νὰ τὴν ἔχασαν διὰ πολλοὺς, ἀλλὰ
242δι’ ἐμὲ δὲν τὴν ἔχασαν.
243§27ΖΩΧΙΟΣ. Τώρα θὰ τὸ ἰδοῦμεν.
244§28ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Θὰ τὸ ἰδῆτε, γνωριζόμεθα ὅλοι.—Λοιπὸν,
245κύριοι, ἐπανέρχομαι εἰς τὰ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος
246τῆς Ἀγγλίας. Ναὶ, διὰ τῶν ἠθῶν της, διὰ τοῦ πρακτικοῦ βίου,
247διὰ τῆς ἐξετάσεως τῶν ἀναγκῶν, διὰ τῆς ἐκτιμήσεως τοῦ τρό-
248που, καθ’ ὃν ἀνθρωπίνως δύναται νὰ λειτουργῇ τὸ πολίτευμα,
249ἐκανονίσθησαν αἱ διατάξεις τοῦ τρόπου, μὲ τὸν ὁποῖον ἐργάζε-
250ται τὸ Κοινοβούλιον τῆς Ἀγγλίας. Καὶ ἠξεύρετε τὸ πρακτι-
251κὸν αὐτὸ ἔθνος ποῦ ἔφθασε, καθόσον ἀποβλέπει τὸ προκείμενον
252ζήτημα; εἰς τὸ νὰ παραδεχθῇ, ὅτι τρεῖς μόνον Λόρδοι ἀποτε-
253λοῦν ἀπαρτίαν, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ περὶ τούτου διάταξις, καὶ ὅτι
25440 μόνον βουλευταὶ ἀποτελοῦν Βουλήν.
255§29ΖΩΧΙΟΣ. Ἀλλ’ εἶναι νόμος (θόρυβος).
256§30ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἀφήσατε τοιαύτας διακοπὰς, ἀναγομένας
257εἰς ζητήματα νομικά· τὰς δέχομαι, διότι συντελοῦν εἰς τὴν
258ἐξακρίβωσιν τῆς ἀληθείας.
259§31ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Εἰς τὸ βιβλίον, τὸ ὁποῖον ἔχετε, θὰ ἰδῆτε τὸν
260νόμον εἰς τὴν παραπομπήν.
261§32ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. «Ἡ Βουλὴ τῶν λόρδων δύναται νὰ προβῇ...»
262§33ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε μίαν ἐρώτησιν, κύριε
263Μεσσηνέζη;
264§34ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Μάλιστα.
265§35ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ψηφοφοροῦν καὶ δι’ ἀντιπροσώπου
266αὐτοί;
267§36ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ψηφοφοροῦν, ἀλλ’ οὐχ ἧττον τρεῖς Λόρδοι
268ἀποτελοῦν ἀπαρτίαν.
269§37ΣΑΡΑΒΑΣ. Εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Κοινοτήτων;
270§38ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. 40.
271§39ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἀλλὰ δυνάμει τοῦ Κανονισμοῦ.
272§40ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Θὰ ἐξηγηθῶ· ἡσυχάσατε. Ἐγὼ δὲν ἀντι-
273τάσσομαι εἰς τὴν ἐν τῇ Βουλῇ τακτικὴν τῆς ἀντιπολιτεύσεως,
274ὅπως ὑποστηρίξω τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν ἀγορεύω πρὸς τὸν σκοπὸν
275τοῦτον, ἀγορεύω ὑπὲρ ἰδέας πρακτικῆς, ἡ ὁποία, κατὰ τὴν
276πεποίθησίν μου, ἠμπορεῖ νὰ ὠφελήσῃ ὑμᾶς πρώτους, ἐὰν αὔ-
277ριον φθάσητε εἰς τὴν ἐξουσίαν. Ἐπανέρχομαι εἰς τὰ ἐν τῷ κοι-
278νοβουλίῳ τῆς Ἀγγλίας ἰσχύοντα. Κατὰ τὸν Erskin May, τὸν
279διασημότερον καὶ νεώτερον τῶν δημοσιογράφων τῆς Ἀγγλίας,
28040 μόνον βουλευταὶ ἀποτελοῦν ἀπαρτίαν, τὸ δὲ ζήτημα τοῦτο
281ἐξετάζεται κατὰ πᾶσαν στιγμὴν, κατ’ ἔθιμον κοινοβουλευτικόν.
282§41ΖΩΧΙΟΣ. Αὐτὸ λέγομεν.
283§42ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι νόμος.
284§43ΖΩΧΙΟΣ. Κανονισμὸς, ὅ,τι θέλετε....
285§44ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐγὼ θέλω διὰ τῆς ἑρμηνείας τοῦ Κανονισμοῦ
286νὰ παραδεχθῆτε ἀρχὴν πρακτικήν. Σᾶς λέγω, ἔλθετε διὰ τῆς
287ἑρμηνείας τοῦ Κανονισμοῦ νὰ φθάσητε εἰς συμπεράσματα, τὰ
288ὁποῖα νὰ ἄγωσιν ἡμᾶς εἰς πρακτικὰ ἀποτελέσματα.
289§45ΖΩΧΙΟΣ. Ἑρμηνείαν τὸ Σύνταγμα δὲν ἐπιδέχεται.
290§46ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐπιδέχεται. Πᾶς νόμος ἐπιδέχεται ἑρμη-
291νείαν. Τί ζητεῖτε σήμερον; Ζητεῖτε, διότι εἶσθε ἀντιπολιτευό-
292μενοι, νὰ ἔχετε τὸ δικαίωμα πᾶσαν στιγμὴν νὰ ματαιοῦτε τὴν
293συνεδρίασιν.
294§47ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Εἶναι δικαίωμα.
295§48ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Εἶναι κατάχρησις δικαιώματος.
296§49ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Εἶναι δικαίωμα.
297§50ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Πᾶν ὅ,τι εἶναι κατάχρησις, δὲν λέγεται δι-
298καίωμα. Τὸ δικαίωμά σας εἶναι νὰ μένετε ἐντὸς τοῦ βουλευ-
299τηρίου, ν’ ἀντικρούετε τὴν πλειονοψηφίαν, νὰ τὴν πείσητε, εἰ
300δυνατόν. Ἅμα φεύγητε ἀπὸ αὐτὸ, καταφεύγετε εἰς κατάχρη-
301σιν, καταφεύγετε εἰς πίεσιν, ἡ ὁποία ἀντιβαίνει εἰς τὸ καθῆ-
302κόν σας. Λοιπὸν ἐγὼ δὲν σᾶς ζητῶ νὰ τροποποιήσητε τὸ Σύν-
303ταγμα· ἀλλὰ σᾶς λέγω, ὅτι ὅταν τὸ Σύνταγμα σᾶς λέγει,
304«τὸ Σῶμα δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ», δύνασθαι νὰ ἑρμηνεύ-
305σητε τὴν φράσιν αὐτὴν οὕτω πως, ὅτι κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς
306συνεδριάσεως πρέπει νὰ ᾖναι ἀπαρτία· καὶ τότε ἠμπορῶ ἐγὼ
307νὰ ἐξακολουθῶ ἀγορεύων ἐπὶ τρεῖς ὥρας, καὶ σεῖς, ἐὰν δὲν θέ-
308λετε νὰ μὲ ἀκροασθῆτε, διότι παραλογίζομαι, διότι δὲν εἶμαι
309εἰς κατάστασιν νὰ πραγματευθῶ τὸ ζήτημα, ἀποσύρεσθε, ἐγὼ
310δὲ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ λαλῶ πρὸς τὰς ἕδρας σας. Ἔτυχε, κύριοι,
311νὰ ἐπισκεφθῶ πολλάκις τὸ βουλευτήριον τῆς Γαλλίας.
312Πιστεύσατε, ὅτι ὑπῆρχον συνεδριάσεις, καθ’ ἃς παρῆσαν 20
313ἢ 30 μόνον βουλευταί· μολοντοῦτο, ἐπειδὴ ὑπῆρχε διάθεσις νὰ
314γίνηται ἐργασία, νὰ διεκπεραιῶνται αἱ ὑποθέσεις, αἱ συζητή-
315σεις ἐξηκολούθουν. Ἀνέβαινον οἱ βουλευταὶ εἰς τὸ βῆμα καὶ ἐ-
316λάλουν, διότι πολλάκις καὶ προκειμένου περὶ ζητημάτων σπου-
317δαίων λαλεῖ τις καὶ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ διὰ τοὺς ἐκλογεῖς
318του, καὶ διὰ τὴν κοινωνίαν, ἴσως δὲ πολλοὶ τῶν βουλευτῶν,
319γνωρίζοντες τὰ ζητήματα ταῦτα, δὲν θέλουν νὰ ἀκούσουν τὸν
320ἀγορεύοντα. — Ἑρμηνεύοντες λοιπὸν τὸ Σύνταγμα, δυνάμεθα νὰ
321φθάσωμεν εἰς τὴν πρακτικὴν ταύτην νομολογίαν νὰ ἐξακολου-
322θῇ ἡ ἀρξαμένη ἐν ἀπαρτίᾳ συζήτησις, χωρὶς ἐκ τούτου νὰ ᾖναι
323δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ζημία τις, ὅταν δὲν δύναται ἡ πλειοψηφία
324νὰ προβῇ εἰς κᾀμμίαν ἀπόφασιν, ἀπαρτίας μὴ ὑπαρχούσης. Παρα-
325δεχόμενοι δὲ τὴν ἀντίθετον ἀρχὴν, δίδετε εἰς τὴν μειονοψηφίαν
326τὸ μέσον τοῦ νὰ καθιστᾷ ἀδύνατον πᾶσαν τῆς πλειοψηφίας
327ἐργασίαν καὶ παρέχετε εἰς αὐτὴν ἓν μέσον διὰ τοῦ ὁποίου δύ-
328ναται, τολμῶ εἰπεῖν, νὰ τυραννῇ τὴν πλειονοψηφίαν. Ἐπανα-
329λαμβάνω, πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν πρακτικὰς ἰδέας, ἐὰν θέλω-
330μεν τὸ Σύνταγμα.
331§51ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Εἶναι πρώτη φορὰ αὐτή...
332§52ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Καὶ ἐπὶ Ἐθνοσυνελεύσεως, κύριοι, πολλάκις
333ἐπαρουσιάσθη τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ἐλύθη κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον.
334Μὴ λησμονήσωμεν δὲ τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθημεν ἄλλοτε,
335καὶ ὅτι σήμερον εἴμεθα εἰς ἄλλην θέσιν. Κᾀμμία δὲν θὰ ἐπέρ-
336χεται ζημία, ἐὰν παραδεχῶμεν τὴν ἑπομένην πρότασιν· «ὅταν
337πρόκειται νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὸ δεύτερον στάδιον τῆς ἐνερ-
338γείας της, τῆς ψηφοφορίας, ὅταν πρόκειται νὰ προβῇ εἰς μίαν
339ἀπόφασιν, τότε ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ᾖναι ἐν ἀπαρτίᾳ· ἂν δὲν ᾖ-
340ναι, λύεται ἡ συνεδρίασις, δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς καμμίαν
341ἀπόφασιν, ἡ πρᾶξις αὕτη εἶναι ἄκυρος.
342Περαίνων τὸν λόγον, διὰ νὰ μὴ μακρηγορῶ, παρατηρῶ ὅτι,
343ὑποβάλλων τὴν πρότασίν μου ταύτην, δὲν θέλω ν’ ἀπασχολή-
344σω σήμερον τὴν Βουλὴν εἰς ζητήματα, ἅτινα δὲν εἶναι τῆς πα-
345ρούσης ὥρας, ἠθέλησα ὅμως νὰ διευκολύνω τὴν Βουλὴν εἰς τὴν
346ἀποπεράτωσιν τοῦ σπουδαίου ἔργου τῶν ἐξελέγξεων.
347§53ΣΑΡΑΒΑΣ. Πρότασιν δὲν ὑποβάλλετε;
348§54ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Θὰ τὴν ὑποβάλω· νομίζω ἔπειτα ὅτι ἡ
349πρότασις ἐξάγεται ἐκ τῆς συζητήσεως. Δὲν ἐννοῶ, ἐπαναλαμ-
350βάνω, διὰ τῆς προτάσεώς μου νὰ σᾶς ἀπομακρύνω ἀπὸ τὰ κύ-
351ρια ἔργα σας. Φρονῶ, ὅτι κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγμα-
352τος, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ ἀπαρτία ἐξετάζεται
353κατὰ δύω στάδια, κατὰ τὴν ἔναρξιν τῶν συζητήσεων, καὶ κατὰ
354τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν πρόκειται τὸ Σῶμα νὰ προβῇ εἰς μίαν ἀ-
355πόφασιν. Ζητῶ δὲ νὰ παραδεχθῶμεν ἑρμηνείαν, καθ’ ἣν τὸ ζή-
356τημα τῆς ἀναγνώσεως τοῦ καταλόγου νὰ ἐγείρηται μόνον καὶ
357μόνον ἀρξαμένης ἅπαξ τῆς συνεδριάσεως, καὶ προκειμένου νὰ
358προβῇ τὸ Σῶμα εἰς μίαν ἀπόφασιν.
359§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Σαράβας ἔχει τὸν λόγον.
360§56Β. ΠΗΛΗΚΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ἡ πρότασις ὑποστηρίζεται ἀπὸ
361ἄλλους;
362§57ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Μάλιστα, μάλιστα.
363§58Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ, κύριε πρόεδρε, προτείνω τὸ ἀπρο-
364χώρητον τῆς προτάσεως.
365§59Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Πρέπει νὰ γείνῃ ἔγγραφος ἡ πρότασις καὶ νὰ
366τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ, διότι πρόκειται περὶ τοῦ Συντάγματος.
367§60ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὅταν, κύριοι, περὶ τὸ τέλος τῆς χθεσινῆς συ-
368νεδριάσεως ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγιαλείας βουλευτὴς, ὁ ἄρτι κατα-
369βὰς τοῦ βήματος, ὑπέβαλεν αὐτὴν ἐκείνην τὴν πρότασιν, τὴν
370ὁποίαν καὶ σήμερον διὰ μακρῶν ἀνέπτυξεν, ἐζήτησα τὸν λόγον,
371ἵνα ἐπιφέρω τὰς παρατηρήσεις μου· διότι σᾶς ὁμολογῶ, ἡ πρό-
372τασις αὕτη μοῦ ἔκαμε φοβερὰν ἐντύπωσιν καὶ ἔτι φοβερωτέραν,
373διότι προήρχετο ἀπὸ πρόσωπον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον πᾶν ἄλλο ἐπε-
374ρίμενα παρὰ νὰ ἀκούσω μίαν τοιαύτην πρότασιν· κατόπιν ὅμως
375ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς συνεπέρανεν ἐναντίον τῆς προτάσεως,
376τὴν ὁποίαν ἔκαμεν, εἰπὼν ὅτι δύναται ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατά-
377λογος, καὶ ὅτι ἐπεφυλάττετο κατὰ τὴν αὐριανὴν συζήτησιν
378νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸ Σῶμα τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἐνόμισα τότε,
379ὅτι τοῦτο ἦτο μία στιγμιαία δικαιολογία τῆς ἀνακολουθίας,
380ἡ ὁποία παρετηρεῖτο μεταξὺ τοῦ συμπεράσματος καὶ τῆς ἀγο-
381ρεύσεώς του. Ἐσυμπέραινεν ὑπὲρ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν
382ἔκαμεν ὁ βουλευτὴς κύριος Μαυρομιχάλης «ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ
383κατάλογος, διότι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία», ἐνῷ εἶχε κατ’ αὐτῆς
384λαλήσει. Ἐπίστευσα λοιπὸν, ἐπαναλαμβάνω, ὅτε τὸν ἤκουσα
385ἐπιφυλαττόμενον νὰ ὑποβάλῃ τὴν πρότασιν ταύτην κατὰ τὴν
386σημερινὴν συνεδρίασιν, ὅτι ἦτο μία δικαιολογία τῆς ἀνακολου-
387θίας ταύτης, καὶ διὰ τοῦτο, σᾶς ὁμολογῶ, διόλου δὲν ἤμην
388παρεσκευασμένος, ἵνα τὸν ἀντικρούσω ἐπὶ τῆς σημερινῆς
389ἀγορεύσεώς του.
390§61ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἔχω τὸ ἰδίωμα νὰ ᾖμαι πάντοτε ἀνα-
391κόλουθος.
392§62ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἐγὼ, ὅσον ἀφορᾷ τὴν περὶ ὑμῶν ἰδίαν, σᾶς
393λέγω, ὅτι σᾶς τιμῶ, σᾶς ὑπολήπτομαι καὶ μεγάλως ἐκτιμῶ
394τὰ αἰσθήματά σας, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι βλέπω
395ἐνίοτε μερικὰς ἀνακολουθίας, τὰς ὁποίας δὲν δύναμαι νὰ ἐξη-
396γήσω. Εἶμαι, τὸ βλέπετε, ἀρκετὰ εἰλικρινὴς, ὥστε νὰ εἴπω
397μετὰ παῤῥησίας τὴν περὶ ὑμῶν γνώμην μου.
398Δὲν δύναμαι νὰ παρακολουθήσω λοιπὸν, διότι εἶμαι ὅλως
399ἀνέτοιμος, τὸν ἀξιότιμον προαγορεύσαντα εἰς τὰς ἐκδρομὰς,
400τὰς ὁποίας ἔκαμε περὶ τοῦ κατὰ σύνταγμα πολιτεύεσθαι,
401περὶ τοῦ κατὰ σύνταγμα διοικεῖσθαι καὶ τὰ τοιαῦτα· θέλω
402περιορισθῆ ἁπλῶς εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἦλθεν ἐν τῷ μέσῳ,
403θέλω περιορισθῆ νὰ ἐξετάσω ἐὰν ἡ διάκρισις, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιό-
404τιμος ἐξ Αἰγιαλείας βουλευτὴς ἠθέλησε νὰ κάμῃ, ὑποστηρίζεται
405τῷ ὄντι ἀπὸ τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος ἢ τοῦ Κανονισμοῦ, τὰ
406ὁποῖα ἐπεκαλέσθη.
407Κύριοι! Αἱ συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπό τινος ἐξακολουθοῦν ἐν
408τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ, αἱ γνῶμαι, αἱ ὁποῖαι ὑποστηρίζονται
409καὶ ἡ τόλμη μὲ τὴν ὁποίαν τὰ φανερώτερα πράγματα παρα-
410μορφοῦνται μέχρι καὶ αὐτῆς τῆς προφανεστάτης ἐννοίας τῶν
411νόμων, μ’ ἔκαμαν, σᾶς βεβαιῶ, νὰ ἀπορῶ καὶ νὰ σκέπτωμαι
412ἐὰν ἐν τῇ καθ’ ἡμᾶς ἐποχῇ δὲν ὑπάρχωσιν πλέον οἱ ἀπαράβα-
413τοι κανόνες τῆς λογικῆς, καὶ τοῦ ὀρθῶς σκέπτεσθαι, ἐὰν δὲν
414ὑπάρχωσι κανόνες περὶ τοῦ ἀληθῶς ἀντιλαμβάνεσθαι τῆς ἐν-
415νοίας τῶν νόμων. Ἐζήλωσεν, φαίνεται, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγια-
416λείας βουλευτὴς τὴν δόξαν ἑνὸς ἄλλου, ὅστις ἀπὸ τοῦ βήματος
417τούτου ἐπροσπάθησε νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ ἐκλογικοῦ
418νόμου εἶναι ὅλως διόλου διάφορος, ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν τὸ
419ῥητὸν καὶ σαφὲς αὐτοῦ γράμμα παρουσιάζει. Εὑρίσκονται σή-
420μερον ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν τόλμην νὰ μᾶς εἴπουν,
421ὅτι εἶναι νύξ, ἡλίου μεσουρανοῦντος· τῇ ἀληθείᾳ πρέπει νὰ
422οἰκτείρῃ κἀνεὶς τὴν κοινωνίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀμφισβητοῦνται
423τὰ πλέον πασιφανῆ πράγματα. Δὲν ἤλπιζα καὶ εἰλικρινῶς
424ἐκφράζω τὴν λύπην μου, ποτὲ δὲν ἤλπιζα ἀπὸ τοῦ στόματος
425τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Αἰγιαλείας βουλευτοῦ, τοῦ ὁποίου ἐκτιμῶ,
426ὡς προεῖπον, τὰ αἰσθήματα καὶ τὸν πατριωτισμὸν, ν’ ἀκούσω
427ὅτι τὸ Σύνταγμα ἔχει ἀναγράψει τὴν ἀπαρτίαν τῆς Βουλῆς
428ὡς θεμελιώδη ὅρον τῶν ἐργασιῶν της, μόνον διὰ τὴν ἔναρξιν
429τῶν συζητήσεων καὶ οὐχὶ διὰ τὴν ἐξακολούθησιν αὐτῶν, ὡσεὶ
430αἱ συζητήσεις τῆς Βουλῆς, αἵτινες εἰσιν ἡ οὐσία τῶν ἐργασιῶν
431της, νὰ ἦσαν τύπος τις μηδεμιᾶς προσοχῆς ἄξιος. Δὲν δύναμαι
432νὰ πιστεύσω, ὅτι σπουδαίως ὑποστηρίζονται τοιαῦται ἰδέαι
433ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου.
434Οὐδεμία ἀμφιβολία, κύριοι, ὅτι τὸ ἄρθρον 66 τοῦ Συντάγματος,
435ἀπαιτῆσαν νὰ ὑπάρχῃ ἀπαρτία καθ’ ὃν χρόνον γίνεται συζήτησις
436καὶ ἀπόφασις, ἐνόησεν ὅλον τὸ διάστημα, καθ’ ὃ γίνεται συζή-
437τησις, καὶ οὐχὶ μόνον τὴν ἔναρξιν καὶ τὸ τέλος. Τί ἀντέταξαν
438ἀπέναντι τῆς ῥητῆς, τῆς ἀναμφισβητήτου ἐκφράσεως ῥητοῦ ἄρθρου
439τοῦ Συντάγματος; Τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ἐκ τῆς καταχρήσεως ἠμ-
440πορεῖ νὰ προέλθῃ, ὡς ἐὰν ἡ κατάχρησις ἑνὸς δικαιώματος ἠδύ-
441νατο νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀπάλειψίν του. Διότι εἶναι ἐνδεχόμε-
442νον νὰ γείνῃ κατάχρησις ἑνὸς δικαιώματος, πρέπει ἄρα αὐτὸ τὸ
443δικαίωμα νὰ παύσῃ ὑφιστάμενον; Καὶ τέλος πάντων αὐτὴ ἡ
444κατάχρησις, τὴν ὁποίαν μᾶς παρουσιάζουν ὡς φόβητρον ἵνα δώ-
445σωμεν εἰς ῥητὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν
446τὸ ῥητὸν αὐτοῦ γράμμα καὶ ἡ λογικὴ αὐτοῦ ἑρμηνεία ἐξίσου
447ἀποκρούουσι, καὶ αὐτὸς ὁ προβαλλόμενος κίνδυνος δικαιολογεῖ-
448ται ἢ εἶναι εἰς τὴν φαντασίαν τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος;
449Ὁ Κανονισμὸς καὶ τὸ Σύνταγμα εἶναι ἤδη εἰς ἐνέργειαν καὶ
450ἐφαρμογὴν σχεδὸν 10 ἔτη· ἐρωτῶ ὑμᾶς ὅλους, οἱ ὁποῖοι ἐλά-
451βατε μέρος εἰς τὰς Βουλὰς ἀπὸ τοῦ 1865 μέχρι σήμερον, ἐρω-
452τῶ ὑμᾶς ἐὰν ποτε ἔλαβε χώραν ἡ κατάχρησις, τὴν ὁποίαν φαν-
453τάζεται καὶ τὴν ὁποίαν ὡς φόβητρον σᾶς παρουσιάζει ὁ ἀξιό-
454τιμος ἐξ Αἰγιαλείας βουλευτής. Διὰ τὶ δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν
455τὰ γενόμενα ἐν τῷ παρελθόντι διὰ νὰ ἴδῃ ἐὰν ᾖναι ἐνδεχομένη
456ἡ κατάχρησις, τὴν ὁποίαν φοβεῖται; Ἀλλ’ ἔστω, ὅτι δύναται
457νὰ λάβῃ χώραν ἡ κατάχρησις, τὴν ὁποίαν ὡς φόβητρον μᾶς
458ἐπισείετε. Θέλετε νὰ δικαιολογήσητε μὲ τὴν ἐνδεχομένην
459ταύτην κατάχρησιν τὴν κατάργησιν ἑνὸς ἄρθρου τοῦ Συντάγ-
460ματος; Ἡ κατάχρησις, ἢ κάλλιον εἰπεῖν ἡ ἐν οὐ δέοντι χρῆσις
461ἑνὸς δικαιώματος ἐν Συνταγματικῇ πολιτείᾳ δύναται νὰ δικαιο-
462λογήσῃ τὴν παντελῆ κατάργησίν του; Καὶ ἀφοῦ θέλετε νὰ ἑρ-
463μηνεύητε τὸ Σύνταγμα, ὄχι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κανόνων τῆς ἑρ-
464μηνευτικῆς, ὄχι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς σαφοῦς ἐκφράσεώς του, ἀλλὰ
465λαμβάνοντες ἔξωθεν ἐπιχειρήματα τοὺς χιμαιρικοὺς φόβους ἐνδε-
466χομένης καταχρήσεως, δὲν φοβεῖσθε μὴ περιπέσητε εἰς ἄλλας
467φοβερωτέρας καταχρήσεις; Ἔπειτα ἡ κατάχρησις, τὴν ὁποίαν
468ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ ἡ μειοψηφία ἐπικαλουμένη ἐν οὐ δέοντι τὴν
469ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, διὰ νὰ βεβαιωθῇ ἂν
470Βουλὴ ᾖναι ἐν ἀπαρτίᾳ, ἡ κατάχρησις αὕτη χαλινολογεῖται
471ἀπὸ χαλινὸν πολὺ δυνατώτερον τοῦ περιορισμοῦ, τὸν ὁποῖον
472θέλετε καὶ ἐπιβάλητε, τὸν χαλινὸν τῆς κοινῆς γνώμης. Ὁ
473ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας, ὅστις εἶναι ἐντριβὴς περὶ
474τὴν μελέτην τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν, δὲν ἀγνοεῖ βεβαίως
475ὅτι, ἂν ἡ κοινὴ γνώμη δὲν ᾖναι ἡ ἐφορεύουσα ἐπὶ τῶν λεγο-
476μένων καὶ πραττομένων ἐν συνταγματικῇ πολιτείᾳ, οἱ νομο-
477θετικοὶ καταναγκασμοί, οἱοιδήποτε καὶ ἂν ὦσιν, εἰς οὐδὲν
478ὠφελοῦσιν, οὔτε ἰσχύουσι νὰ προλάβωσι τὰς ἐνδεχομένας κατα-
479χρήσεις τῶν δικαιωμάτων. Ὑπάρχει λοιπὸν ὑπεράνω τῶν
480ἐξουσιῶν, ὑπεράνω τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐνδεχόμενον
481νὰ ποιήσωσιν ἐν οὐ δέοντι χρῆσιν τοῦ δικαιώματός των, ὑπάρ-
482χει ἄλλη τις δύναμις, ἡ ὁποία τοὺς ἀναχαιτίζει καὶ τοὺς χα-
483λινολογεῖ· ἐὰν ὑποθέσετε ὅτι ἡ δύναμις αὕτη δὲν ὑπάρχει,
484οἱονδήποτε περιορισμὸν ἂν θέσετε εἶναι ἀνωφελὴς καὶ μάταιος.
485Ἂν συμβουλευθῶμεν τὴν μέχρι τοῦδε συνταγματικήν μας
486ἱστορίαν, ἔχομεν τὴν περὶ τούτου ἀπόδειξιν· διότι ὁσάκις ἡ
487κοινὴ γνώμη, ἡ ἀποτελοῦσα τὴν δύναμιν ταύτην, ἐφάνη ἀδιά-
488φορος, ἄνθρωποι, οὐδὲν ἄλλο λογιζόμενοι καὶ πρὸς οὐδὲν ἄλλο
489ἀποβλέποντες ἢ νὰ κορέσωσι τὴν ἑαυτῶν φιλαρχίαν, ἀτιμωρη-
490τεὶ περιεφρόνησαν καὶ τοὺς νόμους καὶ τοὺς θεσμούς. Δὲν ἔχετε
491λοιπόν, ἀξιότιμε βουλευτὰ ἐξ Αἰγιαλείας, οὐδεμίαν ἐγγύησιν
492εἰς τὸν περιορισμόν, τὸν ὁποῖον θέλετε νὰ θέσητε· τὴν ἐγγύησιν
493πρέπει ἀλλοῦ νὰ τὴν ζητήσητε.
494Ἐλάλησεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Αἰγιαλείας περὶ κοινοβου-
495λευτικοῦ πολιτεύματος καὶ περὶ τῆς ὑποχρεώσεως τῆς μειο-
496ψηφίας νὰ ὑπείκῃ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν. Δὲν εἶμαι ἐγὼ
497ὅστις θὰ τὸ ἀμφισβητήσω· μάρτυς εἶναι ὁ κ. πρόεδρος, εἶναι
498ὅλος ὁ πολιτικός μου βίος, ὅτι οὐδέποτε ἐθεώρησα ὡς συνταγ-
499ματικὸν μέσον πολιτικῆς οἱασδήποτε τὴν ἀποχώρησιν.
500§63ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Διὰ σᾶς, τὸ ὁμολογῶ.
501§64ΣΑΡΑΒΑΣ. Εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πρεσβεύουν, ὅτι τοῦ
502συνταγμ. πολιτεύματος ἀπαραίτητος ὅρος εἶναι ἡ μειοψηφία νὰ
503ὑπείκῃ εἰς τὴν πλειοψηφίαν· ἀλλ’ ἂς μάθῃ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγια-
504λείας βουλευτής, ὅτι ἡ ἀρχὴ αὕτη δὲν ἀρκεῖ νὰ ἐφαρμόζεται
505μόνον ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ· ἡ ἀρχὴ αὕτη εἶναι πολὺ γενικωτέρα
506παρ’ ὅσον εἴς τινας φαίνεται. Ἐὰν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν τὰ ἀπο-
507τελέσματα τῆς ὡραίας αὐτῆς ἀρχῆς, τῆς κρηπῖδος ταύτης τῶν
508ἐλευθέρων πολιτευμάτων, πρέπει νὰ ἀρχήσωμεν ἀπὸ ἀλλοῦ· πρέ-
509πει πρὸ παντὸς ἄλλου νὰ ἀφήσωμεν τὴν πλειοψηφίαν τῶν ἐκλο-
510γικῶν συλλόγων νὰ στείλῃ ἐνταῦθα τοὺς ἀντιπροσώπους της
511(εὖγε, εὖγε)· πρέπει ἡ μειοψηφία τῶν ἐκλογικῶν συλλόγων νὰ
512ἐννοήσῃ ὅτι ὀφείλει νὰ ὑπείκῃ εἰς τὴν πλειοψηφίαν καὶ νὰ μὴ
513ἐπιχειρῇ διὰ μέσων ἐκνόμων, διὰ μέσων ἀποκρουομένων ὑπὸ τῆς
514ἠθικῆς, διὰ μέσων ἀναιρούντων τὸν ἐλεύθερον διαγωνισμὸν καὶ
515μετατρεπόντων αὐτὸν εἰς πάλην ὑλικῆς βίας καὶ δολιότητος, νὰ
516ὑφαρπάζῃ τὰ δικαιώματα τῶν ἐκλογέων καὶ νὰ ἀντικαθιστᾷ
517ἑαυτὴν εἰς τὴν θέσιν τῆς πλειοψηφίας, διότι οὕτω νοθεύεται εἰς
518αὐτὴν τὴν πηγήν της τῆς θελήσεως τοῦ Ἔθνους ἡ ἔκφρασις. Διὰ
519νὰ ἔχῃ τὰ ἀποτελέσματά της ἡ ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν ἔθηκεν ὁ ἀξιό-
520τιμος ἐξ Αἰγιαλείας βουλευτής, ὀφείλομεν πάντες, κυβερνῶντες
521καὶ κυβερνώμενοι, ἅμα ἡ πλειοψηφία τῶν ἐκλογικῶν συλλό-
522γων ἀποφασίσῃ περὶ τῶν ἀντιπροσώπων, οἵτινες ἐν τῷ ἐθνικῷ
523συνεδρίῳ θὰ ἀντιπροσωπεύσουν τὰς ἰδέας καὶ τὸ φρόνημα αὐ-
524τῶν, τὴν ἀπόφασιν αὐτῶν νὰ σεβασθῶμεν καὶ νὰ μὴ προσπαθῶμεν
525δι’ ὅλων τῶν εἰς τὴν διάθεσίν μας μέσων νὰ τὴν ἐξουδετερώσω-
526μεν, ἀντικαθιστῶντες οὕτω τὴν ἰδικήν μας θέλησιν εἰς τὴν θέ-
527λησιν τῶν ἐκλογέων. Δὲν φθάνει λοιπὸν νὰ μᾶς ἐπαναλαμβά-
528νετε καθ’ ἑκάστην, ὅτι ἡ μειοψηφία τῶν ἐν τῷ συνεδρίῳ τού-
529τῳ παρισταμένων ἀντιπροσώπων πρέπει νὰ ὑπείκῃ εἰς τὴν πλει-
530οψηφίαν· ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσωμεν τὴν ἀρχὴν αὐτὴν
531νὰ τὴν ἀναγνωρίσητε σεῖς πρῶτοι ἐκεῖ ὅπου τὸ πρῶτον ἐμφανί-
532ζεται, ἐν τῇ ἐκλογικῇ πάλῃ, ἐν ταῖς τῶν ἐκλογῶν ἐξελέγξεσιν.
533Ἀλλὰ τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα μαρτυροῦσι τὸ ἐναντίον. Καὶ
534ὅταν λαλῆτε περὶ πλειοψηφίας, περὶ τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς
535καὶ περὶ τῶν ὑποχρεώσεων τῆς μειοψηφίας, λησμονεῖτε ὅτι αὐ-
536τὴ ἡ λεγομένη πλειοψηφία ἐσχηματίσθη διὰ μέσων, τὰ ὁποῖα
537δὲν εἶναι σύμφωνα μὲ τὴν τήρησιν τῶν κειμένων νόμων (ὡραῖα,
538ὡραῖα).
539§65Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ λάθος ἔχετε.
540§66ΣΑΡΑΒΑΣ. Σᾶς τὸ ἀποδεικνύω· τὸ ζήτημα εἶναι περὶ τῆς
541παρούσης πλειοψηφίας τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀπέχω νὰ συζητήσω
542ταύτην τὴν στιγμὴν ἐὰν νομίμως, ἢ μὴ ἐξεφράσθη ἡ πλειοψηφία
543ὡρισμένου ἐκλογικοῦ συλλόγου· ὅταν εἶπον, ὅτι ἡ λεγομένη
544πλειοψηφία ἐσχηματίσθη μὴ νομίμως, τὸ εἶπον, διότι ἐξακο-
545λουθῶ νὰ φρονῶ, ὅτι μὴ ὀρθῶς ἐλύθη τὸ περὶ εἰσιτηρίων ζήτημα,
546ὅτι ἐὰν τὸ ζήτημα τοῦτο ἐξητάζετο ἐν καιρῷ, ὡς ἐγένετο πάν-
547τοτε μέχρι τοῦδε, ἐὰν δὲν ἐματαιοῦτο παραπεμπόμενον εἰς τὴν
548κατ’ οὐσίαν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, ἀλλ’ ἐλύετο κατὰ τὸ δί-
549καιον καὶ οὐχὶ κατὰ τὸ πολιτικὸν συμφέρον, ἡ λεγομένη πλειο-
550ψηφία θὰ ἦτον ἤδη μειοψηφία. Καὶ ἔπειτα ζητεῖ τυφλὴν ὑπα-
551κοὴν πλειοψηφία οὕτω σχηματισθεῖσα.
552Ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγιαλείας βουλευτὴς τὰ ἐν
553τῷ Ἀγγλικῷ Κοινοβουλίῳ νόμιμα καὶ ἔθιμα· ἐλησμόνησεν ὅμως
554ὅτι εἰς τὰς ἐργασίας τοῦ Ἀγγλικοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἰδίως
555τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων, δύνανται νὰ γίνωνταί τινα τὰ ὁ-
556ποῖα εἶναι ἐναντίον τοῦ κανονισμοῦ. Ἅμα ὅμως ἀντιλέξῃ τις,
557ἐφαρμόζεται πάραυτα ὁ κανονισμός. Τὸ ἑξῆς παράδειγμα ἀρ-
558κοῦμαι νὰ μνημονεύσω. Κατὰ κανονισμόν τινα τοῦ Ἀγγλικοῦ
559Κοινοβουλίου ἀρχαιοτέρας ἐποχῆς, ἡ δημοσία συζήτησις δὲν εἶ-
560ναι ἐπιτετραμμένη, ἀπαγορεύεται· ἐν τοσούτῳ εἰς τὰς συνεδριά-
561σεις ἐπικρατεῖ ἡ μεγαλειτέρα δημοσιότης. Ἐὰν ὅμως ἓν μόνον
562μέλος ἀντείπῃ, ὁ πρόεδρος εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ διατάξῃ τὴν
563κένωσιν τῶν ἀκροατηρίων. Φοβεῖται ὁ κ. Μεσσηνέζης τὴν κατά-
564χρησιν, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ κάμῃ ἡ μειονοψηφία, ποιοῦσα
565ἐν οὐ δέοντι χρῆσιν δικαιώματός της ἀναμφισβητήτου· καὶ δὲν
566φοβεῖται τὴν κατάχρησιν, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ κάμῃ ἡ
567πλειοψηφία; διότι τέλος πάντων ἡ τοσοῦτον φοβίζουσα κατά-
568χρησις τῆς μειοψηφίας δὲν θὰ ἔχῃ ἄλλο ἐπιζήμιον ἀποτέλεσμα
569ἢ νὰ ματαιωθῇ μία συνεδρίασις, ν’ ἀπολεσθῇ χρόνος. Ἀλλὰ δὲν
570ἐσυλλογίσθητε, ἡ ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν θέτετε, εἰς ποῖα ἀτοπήματα
571δύναται νὰ φέρῃ; Δὲν ἐφοβήθητε, ὅτι οὕτω θὰ δύναται ἡ πλει-
572οψηφία νὰ ἐξουδετεροῖ τὰς συζητήσεις; Χθὲς ἀκόμη, ἐὰν ἠθέ-
573λομεν συμμερισθῇ τὴν γνώμην σας, ἤθελε τελειώσει ἡ συζήτη-
574σις. Ὁ κ. πρόεδρος θὰ ἠρώτα ἐὰν ἔχῃ κἀνεὶς τὸν λόγον· καὶ
575ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχε κανεὶς ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἤθελον νὰ ὁμι-
576λήσουν, ἡ συζήτησις θὰ ἐκηρύσσετο περαιωμένη· ὅταν δὲ ἤθελε
577προκαλέσει τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, θὰ παρετήρει, ὅτι δὲν
578ὑπῆρχεν ἀπαρτία· καὶ ἂν ὁ κ. Ῥάλλης σήμερον ἤθελε νὰ ἐ-
579ξακολουθήσῃ, θὰ τῷ ἐλέγετε, ὅτι ἔκλεισεν ἡ συζήτησις. Ἰδοὺ ἡ
580κατάχρησις, ἡ ὁποία δύναται νὰ προέλθῃ ἐκ μέρους τῆς πλειο-
581ψηφίας, κατάχρησις πολὺ φοβερωτέρα ἀπὸ τὴν κατάχρησιν,
582τὴν ὁποίαν, ἀξιότιμε κ. Μεσσηνέζη, τόσον πολὺ φοβεῖσθε, ὥστε
583νὰ ὑποβάλητε πρότασιν, προφανέστατα ἀντικειμένην εἰς ῥη-
584τὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος.
585Ἐγώ, κύριοι, φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου,
586ἐὰν ᾖναι ἐλευθερία, δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ κηδεμονίαν· κηδεμονία
587καὶ ἐλευθερία εἶναι δύω πράγματα ἀσυμβίβαστα· δύναται νὰ
588παρεκτραπῇ ἡ ἐλευθερία, ἀλλὰ τὰ σφάλματά της διορθοῦνται
589διὰ τῶν ἰδίων της παρεκτροπῶν· ἡ κηδεμονία ποτὲ δὲν διορθώ-
590νει. Μὴ ἐπιμένετε λοιπὸν νὰ κηδεμονεύετε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ
591λόγου, μηδὲ τὴν συζήτησιν, διότι οὐδὲν ἄλλο πράττετε ἢ νὰ
592καταστρέψητε τὴν ἐλευθερίαν, χωρὶς διόλου νὰ ὠφελήσητε τὴν
593τάξιν.
594§67Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἀναγνωρίζω, κύριοι, τὴν τόλμην μου· τολ-
595μηρός, καὶ τολμηρῶς λίαν φέρομαι, ἀναβαίνων ἐπὶ τοῦ βήμα-
596τος τούτου τοῦ ἐπισήμου. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι, πρὶν προχω-
597ρήσω εἰς τὴν ἀπάντησίν μου πρὸς τὸν ἔντιμον προλαλήσαντα,
598ἢ νὰ δηλώσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν χαρὰν καὶ εὐχαρί-
599στησίν μου διὰ μίαν μόνην ἰδιαιτέραν σκέψιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ
600Οἰτύλου βουλευτοῦ. Ἀπευθύνομαι πρὸς αὐτὸν, ὡς πρόε-
601δρον τοῦ Βʹ. τμήματος ἐπὶ τῶν ἐξελέγξεων τῶν ἐκλογῶν.
602—μὲ ἐννοεῖ πολὺ καλὰ— πῶς ἐναντίον τοῦ Κανονισμοῦ ἐ-
603πέτρεψε κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἐκλογῆς Μεσολογγίου ἐν τῷ
604τμήματι νὰ λάβουν μέρος ἄτομα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιτρέπονται!
605§68ΣΑΡΑΒΑΣ. Θὰ τὸ συζητήσωμεν αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον εἰς τὴν
606ἐκλογὴν Μεσολογγίου.
607§69Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἐν τούτοις καίτοι προκειμένου περὶ ζητήματος
608ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων, χωρὶς νὰ μελετήσω τοὺς Ἄγγλους συγ-
609γραφεῖς καὶ νὰ ἔλθω μεμελετημένος, ἔχων τὴν συναίσθησιν ὅτι
610εἶμαι ὑπὲρ τοῦ δικαίου καὶ τῆς ἀληθείας, δὲν διστάζω νὰ φέρω τὸν
611λόγον. Ὡμίλησεν ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Αἰγιαλείας βου-
612λευτὴν ὁ ἐπίσης ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου κ. Σαράβας καὶ
613πολλὰς ἀνέφερε θεωρίας περὶ μειονοψηφίας καὶ πλειονοψηφίας.
614Νομίζω ὅτι κατ’ ἀρχὴν πάντες εἶναι βεβαίως σύμφωνοι, ὅτι ἡ μει-
615οψηφία ἐν τοῖς κοινοβουλίοις πρέπει νὰ ὑπείκῃ εἰς τὴν πλειοψηφί-
616αν· ὅταν ἡ μειοψηφία μένει ἐντὸς τῶν καθηκόντων της τότε εἶναι
617σεβαστή, ἀλλ’ ὅταν παρεκτρέπεται, τότε μὰ τὴν ἀλήθειαν παύει
618ἡ μειοψηφία νὰ ᾖναι σεβαστή· διότι σκεφθεῖτε, κύριοι, ποῖον θὰ
619ᾖναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης διαγωγῆς. Διατελῶ, κύ-
620ριοι, εἰσέτι ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ψυχικῶν συγκινήσεων, ὑφ’ ἃς
621χθὲς κατέλειπα τὸ βουλευτήριον, καὶ ὡς πολίτης καὶ ὡς βου-
622λευτὴς δὲν δύναμαι νὰ μὴ αἰσθανθῶ ὅ,τι ᾐσθάνθην.
623§70ΠΗΛΗΚΑΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς κάμω μίαν ἐρώτησιν
624συμφώνως πρὸς αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε; Θὰ σᾶς ἐρωτήσω ἐὰν
625ἦσθε σύμφωνος περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ δημοσίου φρονήματος, περὶ
626τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ. Σαράβας, τῆς κοινῆς γνώμης.
627§71Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ὑπάρχει διαφορὰ περὶ τὸ σκέπτεσθαι· δὲν
628σᾶς ἐνόησα τί θέλετε νὰ εἴπητε.—Κινδυνεύει τὸ πολίτευμα, ἀ-
629πειλοῦνται αἱ ἐλευθερίαι, ἡ πλειοψηφία μᾶς πιέζει, ἡ Κυβέρ-
630νησις παρανομεῖ· αὐτὰ εἶναι φοβερὰ καὶ ἀπελπιστικὰ, τὰ ὁποῖα
631λέγονται ἐκ τοῦ βήματος τούτου. Ἀλλὰ, κύριοι, τῆς μειοψη-
632φίας εἶναι δυνατὸν ποτε νὰ κινδυνεύσωσιν ἐν Ἑλλάδι αἱ συνταγ-
633ματικαὶ ἐλευθερίαι; Δι’ αὐτὰς πάντες ἐθυσιάσαμεν· καὶ δὲν εἶναι
634ὀρθὴ ἡ ἀξίωσίς τινων νὰ παρουσιάζωνται, ὅπως σήμερον, προστά-
635ται τῶν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν. Ἐὰν ᾖναι δυνατὸν νὰ προ-
636έλθῃ κίνδυνός τις, ὁ κίνδυνος αὐτὸς προέρχεται ἐκ τῆς ἀρχῆς,
637τὴν ὁποίαν ἡ μειοψηφία θέλει νὰ καθιερώσῃ, ἐπιδιώκουσα διὰ
638παντὸς τρόπου, νὰ ἐμποδίζῃ τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν, ὅπερ
639κατέστη ἡλίου φαεινότερον· διότι μόλις, κύριοι, σημαίνει ἡ 6 καὶ
640½, πυρετὸς καταλαμβάνει τὴν δεξιὰν πτέρυγα καὶ ὅλοι τρέ-
641χουσι πρὸς κόρεσιν τῆς κοιλίας των.
642§72ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι δικαίωμά μας.
643§73Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Εἶναι δικαίωμά μας, ἐφώναξεν εἷς ἐκ τῶν ἐν-
644τίμων βουλευτῶν. Ναὶ, κύριοι, εἶναι δικαίωμά σας, ἀλλὰ μὴ
645λησμονήσητε ὅτι τὰ δικαιώματα συνεπάγονται καὶ ὑποχρεώσεις
646καὶ διὰ νὰ σεβασθοῦν οἱ ἄλλοι τὰ δικαιώματά σας, πρέπει νὰ
647τηρήσητε καὶ τὰς ὑποχρεώσεις σας. Ὅταν κάμετε κατάχρησιν
648τοῦ δικαιώματός σας, τότε τὸ τοιοῦτον δικαίωμα, μὰ τὴν ἀλή-
649θειαν, παύει νὰ ᾖναι σεβαστόν. Λοιπὸν θέλετε νὰ κάμητε τοιαύ-
650την κατάχρησιν τῶν δικαιωμάτων σας; κάμετε· ἀλλὰ παύσετε
651νὰ ἀπαιτῆτε σεβασμόν. Τὶ ἄλλο πράτετε, κύριοι, δι’ αὐτῆς σας τῆς
652πράξεως παρὰ διὰ τοῦ παραδείγματός σας αὐτοῦ νὰ παρασύρητε
653τοὺς νεωτέρους; Ἀλλὰ τὸ παράδειγμά σας δὲν εἶναι ἄξιον ἀπομι-
654μήσεως. Προβῆτε, κύριοι, ἀκολουθήσατε καί σήμερον καὶ αὔ-
655ριον· ἡ κοινὴ γνώμη, τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπέ-
656στειλεν ἐνταῦθα δὲν ἀπαιτεῖ 50 καὶ 100 κόμματα, ἀλλὰ
657τάξιν πραγμάτων· τὸ συμφέρον του εἶναι ἡ Κυβέρνησις πάν-
658τοτε νὰ λειτουργῇ ἐννόμως καὶ τακτικῶς. Ἄς συλλογισθῶμεν
659πολὺ καλά, ὅτι ὁ ἐξ Αἰγιαλείας βουλευτὴς εἶχε δίκαιον·
660διότι εἰς ποίαν θέσιν ἤθελεν εὑρεθῆ ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ τόπος,
661ἐὰν μειοψηφία, λησμονοῦσα τὸ καθῆκόν της καὶ τὴν ἀποστολήν
662της, παρενέβαλε προσκόμματα; Καταβαίνω, κύριοι, τοῦ βή-
663ματος καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ὄχι πλέον τὴν πλειοψηφίαν
664οὔτε τὴν μειονοψηφίαν, ἰδιαιτέρως, ἵνα ἀφίνουσα κατὰ μέρος
665τὸν φατριασμὸν καὶ τὴν ἐμπάθειαν, ἥτις ἤρχισεν νὰ ἀναπτύσ-
666σεται, ἐξ ὁμοφωνίας νὰ προβῶμεν σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολήν μας
667εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων μας.
668§74ΤΙΝΕΣ. Τὸ συμπέρασμά σας;
669§75Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Μεσ-
670σηνέζη.
671§76ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). Τότε δὲν εἶπες τίποτε.
672§77ΖΩΧΙΟΣ. Εἷς ἐκ τῶν παλαιῶν ἐπαναστατῶν, ὄχι κατὰ τῶν
673Τούρκων, ἀλλὰ ὑπὲρ τοῦ Συντάγματος, ὁ μακαρίτης Σκαρα-
674μαγκᾶς, ἦτο σύντροφος μὲ τὸν κύριον Πρωθυπουργόν· ἀφοῦ
675περιέπλεξε τὰ πράγματα, ἐπὶ τέλους εἶπεν, «ἔκαμε στάσιν ὁ
676νοῦς μου». Σᾶς τὸ εἶπον ἐγὼ προχθὲς· ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου,
677οὔτε ὁ λόγος ἰσχύει, οὔτε ὁ νόμος. Σήμερον ἔρχεται ἄλλως τὸ
678ζήτημα. Σᾶς λέγουσι τί; Ἀνατρέψατε τὸ Σύνταγμα, ἢ τοὐλά-
679χιστον ἑρμηνεύσατέ το. Ὁ Χριστὸς δὲν ἐπέτρεψεν ἑρμηνείαν,
680οἱ Ἰησουΐται ἐπέτρεψαν ἑρμηνείαν, καὶ τὸ Εὐαγγέλιον ἔγεινε
681τοῦ διαβόλου βιβλίον (ἱλαρότης). Κύριοι, τὸ ζήτημα, τὸ
682ὁποῖον πρόκειται σήμερον, τὸ ἔλυσεν ὁ μακαρίτης Ὄθων, τοῦ
683ὁποίου τὸν θρόνον ἀνατρέψαμεν. Σᾶς ἀναφέρω ἓν γεγονὸς, τὸ
684ὁποῖον γνωρίζω θετικώτατα.
685§78ΒΟΪΔΗΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἔχομεν Βασιλέα, ὅστις εἶναι
686ἀσυγκρίτως καλλίτερος· ἔκαμε καλὰ εἰς τὸ Ἔθνος.
687§79ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Θὰ τὸ κρίνῃ ἡ ἱστορία.
688§80ΖΩΧΙΟΣ. Σᾶς ἐρωτῶ, ἀνέφερα τίποτε ἐγὼ διὰ τὸν Βασιλέα;
689Μὰ πάρτε τον, πάρτε τον· δὲν ἠμπορεῖτε ὅμως νὰ τὸν ὑποστηρί-
690ξετε· διὰ αὐτὸ πταίομεν ἡμεῖς;
691§81ΑΧΟΛΟΣ. Νὰ τὸν ὑποστηρίξῃς ἐσὺ, ὅπου εἶσαι ναύαρχος,
692ὅπου δὲν εἶδες θάλασσαν, ἐσὺ θὰ ὑποπτηρίξῃς τὸν Βασι-
693λέα;
694§82ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). Ἀποροῦμεν, κύριε πρόεδρε, πῶς τὸ ἐπι-
695τρέπεις αὐτὸ (θόρυβος).
696§83ΑΧΟΛΟΣ. Σᾶς τὸ εἶπα ἀπὸ προχθὲς, ποῦ σᾶς πονεῖ τὸ
697δόντι σας.
698§84ΖΩΧΙΟΣ. Ἐπικαλοῦμαι ὡς μάρτυρα (θόρυβος), ἐπικαλοῦμαι
699μάρτυρα τὸν κύριον Πρωθυπουργόν. Εἶμαι τσηράκι τίνος νομί-
700ζετε; τοῦ Κανάρη, τοῦ Μιαούλη τοῦ.......
701§85ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, ὄχι.
702§86ΖΩΧΙΟΣ. Ἂν θέλετε, σᾶς φέρω τὰ γράμματα. Λοιπὸν ἐπὶ
703τοῦ μακαρίτου Ὄθωνος....(θόρυβος).
704§87Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πολλοὶ καλλίτεροι ἀπὸ ἐσᾶς.
705§88ΖΩΧΙΟΣ. Μὲ τὴν διαφοράν, ἐμένα μὲ ἔστειλαν, ἐσένα δὲ
706ἔφεραν (ἱλαρότης). Λοιπὸν ἐπὶ τοῦ μακαρίτου τοῦ Ὄθωνος εἷς
707ἐκ τῶν προέδρων τῆς Βουλῆς προσεκλήθη ποτὲ καὶ τοῦ
708λέγει ὁ Βασιλεὺς, σήμερον πλέον πρέπει νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις
709αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου. Τί τοῦ ἀπαντᾷ; συγκαλῶ τὴν Βουλὴν
710καὶ μὲ 13 βουλευτὰς κάμνω συνεδρίασιν. Ὁ μακαρίτης ὁ Βασιλεὺς
711εἶπεν, δὲν μᾶς συμφέρει ὁ τοιοῦτος τρόπος, διότι ὅ,τι γείνεται τώ-
712ρα ὑπὲρ ἡμῶν ἠμπορεῖ ἄλλοτε νὰ γείνῃ ἐναντίον μας (θόρυβος).
713§89Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ............
714§90ΖΩΧΙΟΣ. Σοῦ εἶπα, ὅτι ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ σὲ ἔκαμε νὰ ᾖσαι
715ἀδελφὸς τοῦ ὑπουργοῦ (ἱλαρότης). Ὅταν μία Κυβέρνησις
716δὲν ἔχει τὸ ἥμισυ τῶν βουλευτῶν καὶ ἕνα περιπλέον, ἡ Κυ-
717βέρνησις πρέπει νὰ πέσῃ;
718§91ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, ὄχι.
719§92ΖΩΧΙΟΣ. Ἀποκριθῆτε. Ἔχετε τὴν πλειονοψηφίαν; τίνος
720δὲ πλειονοψηφίαν ἔχετε; Τοῦ Ἔθνους; πρέπει νὰ ἔχετε 96
721τουλάχιστον.
722§93ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπουργικὸν ζήτημα θέτετε;
723§94ΖΩΧΙΟΣ. Ἐγὼ εἶπον ὅτι δὲν ὁμιλῶ διὰ τὴν παροῦσαν
724Βουλήν, διὰ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Λέγετε ὅτι ἔχετε τὴν
725πλειονοψηφίαν καὶ λέγετε εἰς τὴν μειονοψηφίαν νὰ ὑποκύψῃ.
726Ἐὰν τῳόντι ἔχετε τὴν πλειονοψηφίαν, τῆς μειονοψηφίας δὲν
727ἔχετε ἀνάγκην. Λέγουν, θὰ καθήσωμεν νὰ λύσωμεν τὸ ζή-
728τημα, νὰ ῥίψωμεν τὴν ἐκλογὴν τῆς Βασιλευούσης....
729§95ΒΟΛΤΕΡΡΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον (ἱλαρότης).
730§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ προκείμενον, κύριε Ζωχιέ.
731§97ΖΩΧΙΟΣ. Εἰς τὸ προκείμενον εἶμαι, δὲν σᾶς ἀνέφερα τὴν
732Ἀγγλίαν ἐγώ (θόρυβος).
733§98ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ ἐπιτρέπετε διακοπάς, κύριε πρόεδρε.
734§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παύσατε, κύριοι, τὰς ἐρωτήσεις.
735§100ΖΩΧΙΟΣ. Κατὰ τὸ γνωστὸν ἐκεῖνο ἑσπέρας μολονότι
736εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ, δὲν προέβημεν, οὔτε ἐσπεύδομεν· ἀλλὰ
737τί ἠθελήσαμεν; νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τοῦ βουλευτηρίου μὲ τὴν τι-
738μήν μας, καὶ ἐξήλθομεν. Ὁ κύριος πρόεδρος, πρὸς τὸν ὁποῖον ὁ
739κ. Σαράβας εἶπεν, φανῆτε δίκαιοι ἀπέναντι ἡμῶν καὶ ἀπαρτίας
740μὴ οὔσης κηρύξατε τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως, προχθὲς
741ἔσπευδεν· εἶναι γεγονός. Σᾶς λέγουν ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ Κα-
742νονισμοῦ, ὄχι περὶ τοῦ Συντάγματος. Τὸ ἄρθρον 15 τοῦ Κανονι-
743σμοῦ δὲν εἶναι παρὰ πιστὴ ἀντιγραφὴ τοῦ Συντάγματος, οὔτε
744μίαν περισσοτέραν λέξιν ἔχει, οὔτε μίαν ὀλιγωτέραν. Τί σᾶς λέ-
745γουν; Πρὶν καταρτισθῆτε νὰ ἀνατρέψητε τὸ Σύνταγμα.
746§101ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Δὲν εἶναι αὐτό.
747§102ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). Κύριε πρόεδρε, τί εἶναι αὐτό! κάθε
748στιγμὴν διακόπτουν τὸ ῥήτορα.
749§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, κύριοι, μὴ διακόπτετε τὸν
750ῥήτορα.
751§104ΖΩΧΙΟΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἀντε-
752γράφη εἰς τὸν Κανονισμόν, ναὶ ἢ ὄχι; Λοιπὸν ὁ Κανο-
753νισμὸς ἀντέγραψε τὸ Σύνταγμα κατὰ λέξιν· (ἀναγινώσκει τὸ
75415 ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ παραβάλλων αὐτὸ πρὸς τὸ ἄρθρον
755τοῦ Συντάγματος). Λοιπὸν ὁ Κανονισμὸς δὲν εἶναι παρὰ ἀντι-
756γραφὴ τοῦ Συντάγματος, διότι δὲν ἠμποροῦσε νὰ προσθέσῃ ἢ
757νὰ ἀφαιρέσῃ. Δὲν συζητοῦμεν λοιπὸν τὸν Κανονισμόν, ἀλλὰ τὸ
758Σύνταγμα. Τί σᾶς εἶπεν ὁ προλαλήσας; δὲν θέλομεν νὰ ἀλ-
759λάξωμεν τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ νὰ τὸ ἑρμηνεύσωμεν ἐπὶ τὸ πρα-
760κτικώτερον.
761§105ΔΟΥΖΙΝΑΣ..........
762§106ΖΩΧΙΟΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν θὰ βάλετε γνῶσιν αὐτοῦ τοῦ
763ἀνθρώπου!
764§107ΡΟΥΚΗΣ. Κύριε πρόεδρε, πές του νὰ καθήσῃ ὁ κ. Δουζίνας.
765μάλιστα ποῦ εἶναι καὶ ῥήτωρ (θόρυβος), δύναται κατόπιν νὰ
766λάβῃ τὸν λόγον καὶ νὰ τὸν ἀντικρούσῃ.
767§108ΖΩΧΙΟΣ. Λοιπὸν μὴ πείθεσθε ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ Κανο-
768νισμοῦ, ἀλλὰ περὶ τοῦ Συντάγματος. Καὶ περὶ τοῦ Κανονισμοῦ
769ὅμως ἐὰν ἐπρόκειτο, ἀκόμη σεῖς δὲν δύνασθε ν’ ἀποφανθῆτε.
770Ἀλλὰ καὶ ἄρθρ. τοῦ Κανονισμοῦ ὑπάρχει, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζει
771τὴν γνώμην μας. — «Αἱ συνεδριάσεις καὶ ἀποφάσεις τοῦ Σώματος
772ἔχουσι κῦρος, ὅταν ὑπάρχῃ τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τοὐλάχιστον.»
773Καὶ εἰς τὰ τμήματα τῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα ἀποφαίνονται περὶ
774μιᾶς ἐκλογῆς, καὶ ἐκεῖ δὲν δύναται νὰ καταρτισθῇ ἀπόφασις, ἂν
775δὲν ᾖναι ἀπαρτία. Ἐν τίνι δικαιώματι θέλετε, ἐνῷ δὲν εἶσθε
77696, ἐνῷ δὲν εἶσθε πλειονοψηφία τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, νὰ ἔχη-
777τε τὸ θάῤῥος αὐτὸ, καθὼς σᾶς εἶπεν ὁ κ. Σαράβας, νὰ λέγητε ὅτι
778εἶσθε πλειονοψηφία; Ἐὰν ἦσθε πλειονοψηφία, μὴ φοβεῖσθε. Δὲν
779ἤθελον νὰ λαλήσω σήμερον, οὔτε ἐσκεπτόμην νὰ λαλήσω περὶ
780τῆς ἐκλογῆς Ἀττικῆς· δὲν λαλῶ τώρα περὶ αὐτῆς, θὰ λαλήσω
781ὅμως κατόπιν. Δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω ἓν πρόσωπον, ἐκτὸς ἂν
782μοῦ δίδῃ τὸ δικαίωμα ὁ κ. πρωθυπουργός.
783§109ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Σοῦ τὸ δίδει.
784§110ΖΩΧΙΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἀπόβαλε τὴν ἐξουσίαν σου.
785§111ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Κύριε πρόεδρε, δὲν διορθώνετε αὐτόν!
786§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἤκουσα νὰ ὑβρίζῃ (θόρυβος).
787§113ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ (ἐκ τοῦ προεδρείου). Ὅταν ἐλάλησε ὁ κ. Σα-
788ράβας, οὐδεὶς τὸν διέκοψε.
789§114ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). Κάτω ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον.
790§115ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Δὲν ἐγνώριζον, μὲ συγχωρεῖτε· ὁ κ. Ζωχιὸς,
791ὅστις συνειθίζει συχνὰ νὰ διακόπτῃ, τώρα δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ
792τὴν ἀξίωσιν νὰ μὴ τὸν διακόπτωσι.
793§116ΖΩΧΙΟΣ. Πρόσωπον σεβαστὸν, σᾶς εἶπον, δὲν λέγω τὸ ὄνο-
794μά του, ἂν δὲν μοῦ δώσῃ τὴν ἄδειαν ὁ πρωθυπουργὸς, εἶπεν ὅτι
795δὲν ὑπάρχει γωνία τῆς γῆς τυραννουμένη ὅπως τυραννεῖται ἡ
796Ἑλλάς· ὁ δὲ κ. πρωθυπουργὸς ἀναβὰς τὴν ἕδραν τοῦ πρωθυ-
797πουργοῦ, εἶπεν ὅτι πᾶς λαὸς εἶναι ἄξιος τῆς τύχης του. Ἂν δέ-
798χεσθε λοιπὸν τὴν τυραννίαν τῆς πλειοψηφίας — δὲν ὁμιλῶ περὶ
799τῆς παρούσης Βουλῆς, ἡ ὁποία δὲν ἐδημιουργήθη ἐντὸς τῶν
800καλπῶν, ἀλλὰ διὰ τῶν συνδυασμῶν ἐντὸς τῆς πρωτευούσης —
801εἶσθε ἐλεύθεροι νὰ τὴν δεχθῆτε. Ἐγὼ ἔχω ἀποστολὴν νὰ τὴν
802πολεμήσω μέχρις ἐσχάτων.
803§117ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν ἔντιμον ἐξ Οἰτύλου βουλευ-
804τὴν διὰ τὰς περιποιητικὰς πρός με ἐκφράσεις του. Λυποῦμαι
805ὅμως διότι αἱ παρατηρήσεις του, καθόσον ἀποβλέπει τὴν δια-
806γωγήν μου, ἦσαν εἰς πλήρη ἀντίφασιν μὲ τὰ ἐγκώμιά του. Μὲ
807ἐκάκισεν ὡς ἀνακόλουθον· δὲν γνωρίζω ὁποῖαι εἶναι αἱ πράξεις
808μου, αἱ ὁποῖαι τὸν ἤγαγον εἰς αὐτὸ τὸ συμπέρασμα· ἴσως ἔ-
809φθασεν εἰς αὐτὸ, κρίνων ἐκ τῶν ἰδίων τὰ ἀλλότρια.
810Πάντοτε ὑπῆρξα τῆς ἰδέας, ὅτι ἡ μειονοψηφία πρέπει νὰ
811ὑπείκῃ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν. Ἔσχον τὴν τιμὴν ἐπὶ πολλοὺς
812μῆνας νὰ προεδρεύσω τῆς Συνελεύσεως· εἰργάσθην ὅλαις δυνάμεσιν
813ἵνα δυνηθῶ τὴν ἀρχὴν ταύτην σεβαστὴν νὰ καταστήσω ἐν τῷ
814πολυμελεῖ ἐκείνῳ σώματι, καὶ ἂν δὲν ἐπέμενα εἰς τὴν ἰδέαν
815αὐτὴν, ἂν δὲν ἐδείκνυον τὴν σιδηρᾶν ἐκείνην θέλησιν, ἣν μοὶ
816ἐνέπνεον αἱ πεποιθήσεις ἐκεῖναι αἵτινες δὲν ὀπισθοδρομοῦν ἀπέ-
817ναντι ὁποιωνδήποτε προσκομμάτων, ὁ τόπος θὰ ἔμενεν ἄνευ πο-
818λιτεύματος. Μὲ κακίζουν διὰ τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ὑποστη-
819ρίζω· ἐγείρεται πάλη, ἥτις ὑψώνει τὸ ζήτημα εἰς ζήτημα πα-
820ραβιάσεως τοῦ Συντάγματος. Ἐκπλήττομαι βλέπων, ὅτι ἁπλῆ
821ἑρμηνεία τοῦ Κανονισμοῦ ἐχαρακτηρίσθη ὡς τοιαύτη. Ἰσχυρί-
822σθητε, ὅτι ἡ μειονοψηφία ἐξασκεῖ τὸ δικαίωμά της ἀποσυρομένη,
823καὶ ὅτι ἡ μειοψηφία δύναται νὰ μεταχειρισθῇ, κατὰ τὸν κύριον
824Ζωχιὸν, πᾶν μέσον ἵνα ἀνατρέψῃ τὴν πλειονοψηφίαν.
825Κύριοι, ἓν καὶ μόνον δικαίωμα ἔχομεν ὡς ἀντιπρόσωποι, τὸ
826δικαίωμα τοῦ νὰ ἐκπληρῶμεν εὐσυνειδήτως τὸ καθῆκόν μας·
827καὶ ἵνα εὐόρκως καὶ εὐσυνειδήτως ἐκπληρῶμεν αὐτὸ πρέπει νὰ
828μείνωμεν εἰς τὴν θέσιν μας. Ἐὰν ἡ πλειονοψηφία ἀντιστρα-
829τεύηται κατὰ τῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους, τί σᾶς ἐμποδίζει
830νὰ ἐγείρετε τὴν φωνήν σας, νὰ τὴν κεραυνοβολήσητε καὶ
831οὕτω λαμβάνοντες ἀρωγὸν τὴν κοινὴν γνώμην νὰ φθάσητε εἰς
832ἀποτέλεσμα; Εἰς τοῦτο σᾶς καλεῖ τὸ καθῆκόν σας καὶ ὁ ὅρκος
833σας, καὶ οὐχὶ εἰς τὸ νὰ ἀποσύρεσθε ὅπως διὰ τοῦ μέσου τούτου
834ἀνατρέψητε μίαν ἐξουσίαν, ἀφίνοντες τὸν τόπον ἄνευ τοι-
835αύτης. Αὐτὸς ὁ τόπος πρέπει νὰ ἔχῃ μίαν Κυβέρνησιν, πρέπει
836δὲ νὰ πολεμῆτε ταύτην ἐντὸς τοῦ νόμου· ἄλλως, ἐπέρχεται
837τὸ χάος καὶ ἡ ἀναρχία. Καὶ ἐγὼ θὰ πολεμήσω τὴν Κυβέρνησιν,
838καὶ σεῖς οἱ ὁποῖοι σήμερον ἐπιτίθεσθε κατ’ ἐμοῦ, αὔριον εἰς
839πολλὰ ζητήματα θὰ μὲ ἔχητε σύντροφον· ἀλλὰ θὰ πολεμήσω
840ἐντὸς τοῦ νόμου, διατηρουμένης μιᾶς τάξεως, καὶ διὰ κοινο-
841βουλευτικῶν ὅπλων. Κρίνετε ἐξ ὑποκειμένου τὰ πράγματα· διὰ
842τί δὲν τὰ κρίνετε ἐξ ἀντικειμένου, διὰ τῶν ἀρχῶν μόνον; Λά-
843βετε ὑπ’ ὄψιν ποία ἡ πρακτικὴ συνέπεια τῆς τοιαύτης ἀρχῆς.
844Δὲν ἠμπορεῖτε, μόνον καὶ μόνον διότι ἔχετε παράπονα, νὰ στιγ-
845ματίζητε μίαν Κυβέρνησιν καὶ ν’ ἀποφεύγητε κατὰ πᾶσαν
846στιγμὴν τὴν λογικὴν πάλην, τὴν κοινοβουλευτικὴν, τὴν ἔννο-
847μον. Ὁ ἔντιμος ἐξ Οἰτύλου βουλευτὴς ἐξέφρασε καθαρὰ τὴν
848ἰδέαν του· χαίρω διὰ τὴν εἰλικρίνειάν του, ἀλλὰ δὲν συγχαίρω
849αὐτὸν καὶ διὰ τὴν πρόθεσιν καὶ τὰς πολιτικὰς ἀρχάς του, ἃς
850ἐξέθηκεν εἰπὼν «πάσσαλος πασσάλῳ ἐκκρούεται.»
851§118ΣΑΡΑΒΑΣ. Δὲν τὸ εἶπον αὐτό.
852§119ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ (πρὸς τὸν Σαράβαν). Εἴπατε, ὅτι διὰ τῶν
853καταχρήσεων θὰ πολεμήσητε τὴν κατάχρησιν.
854§120ΣΑΡΑΒΑΣ. Οὔτε αὐτὸ εἶπον.
855§121ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Οὕτω σᾶς ἐνόησα· ἐκράτησα σημειώσεις, ὅταν
856ὁμιλούσατε· τοιαύτη ἦτον ἡ ἔννοια τῶν λόγων σας.
857§122ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ τὸ εἶπον. Πρὸ τῆς συνεδριάσεως εἴχατε τὴν
858καλωσύνην νὰ μοὶ ζητήσητε τὴν γνώμην μου, παρόντος καὶ
859τοῦ κυρίου Σαράβα, καὶ ἐγὼ τότε εἶπον, τὸ πάσσαλος πασσάλῳ
860ἐκκρούεται.
861§123ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριε Σαράβα, μὲ συγχωρεῖτε, δὲν ἔκαμα
862λάθος, οὕτως ἀντελήφθην τὸ πρᾶγμα. Μοὶ εἴπατε ὅτι μία
863Κυβέρνησις, ἡ ὁποία σφαγιάζει τοὺς νόμους, ἡ ὁποία θέλει νὰ
864νοθεύσῃ τὴν ἀντιπροσωπείαν, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς κοι-
865νοβουλευτική· ὅταν δ’ ἔχω ἀπέναντί μου πλειονοψηφίαν μὴ
866οὖσαν προϊὸν τῆς ἐλευθέρας θελήσεως τῶν πολιτῶν, δὲν δύνα-
867μαι νὰ κατακριθῶ ἂν δὲν ὑπακούσω εἰς αὐτήν.
868§124ΣΑΡΑΒΑΣ. Τίς εἶπε τοιαῦτα πράγματα!
869§125ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δηλαδή, παρηνόμησε μία Κυβέρνησις, ἠθέ-
870τησε τὰς ὑποσχέσεις της, τὸν ὅρκον της, ταύτην τὴν Κυβέρνησιν
871δύναμαι νὰ πολεμήσω ἐγὼ ὁ ἀντιπρόσωπος, ὁ κρατῶν τὸ λάβαρον
872τῆς νομιμότητος — καὶ τὸ λάβαρον τοῦτο πρέπει νὰ εἴπω, ὅτι
873τὸ κρατοῦμεν ὅλοι, ὅταν ἤμεθα ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας — δύναμαι
874νὰ πολεμήσω δι’ ὅλων τῶν μέσων, θεμιτῶν καὶ ἀθεμίτων.
875§126ΣΑΡΑΒΑΣ. Σκιαμαχεῖτε. Ἡ καλὴ πίστις ἀπαιτεῖ νὰ μὴ
876βάζητε εἰς τὸ στόμα μου λόγους, τοὺς ὁποίους δὲν εἶπον.
877Σκιαμαχεῖτε, ἐπαναλαμβάνω.
878§127ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἡ ἀλήθεια εἶναι πικρά, βεβαιότατα·
879ἐσυνείθισα νὰ λέγω ὅμως πάντοτε τὴν ἀλήθειαν. Ἂν εἴμε-
880θα ἀντιπρόσωποι καὶ θέλωμεν ν’ ἀγωνιζώμεθα ὑπὲρ τοῦ
881νόμου, πρέπει ἡμεῖς τοὐλάχιστον, καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις
882ᾖναι ἐκτὸς τοῦ νόμου, νὰ μὴ παρανομῶμεν, νὰ μένωμεν
883ἐντὸς τοῦ νόμου πρὸς τὸ συμφέρον τῆς πολιτείας διὰ
884τὴν πραγματοποίησιν τῶν πόθων ὅλων ὑπὲρ τοῦ κοινοβου-
885λευτικοῦ συστήματος, καὶ ὅπως φθάσωμεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα
886λαμβάνοντες ἀρωγὸν καὶ τὴν κοινὴν γνώμην. Εἶναι ἀληθὲς ἐ-
887κεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Σαράβας, καὶ ἡ διαγωγή του δὲν
888ἀντιστρατεύεται πρὸς τοὺς λόγους του, διότι ἐμμένει πιστὸς εἰς
889τὰς ἀρχάς του καὶ ποτὲ δὲν ἀποσύρεται, καὶ χθὲς ἀκόμη, ὅτε
890ἡ πτέρυξ αὕτη ἀπεσύρθη, ὁ κ. Σαράβας ἔμεινεν εἰς τὴν θέσιν του.
891Δὲν κακίζω λοιπὸν τὴν διαγωγὴν τοῦ κ. Σαράβα, τὸν τιμῶ,
892καθ’ ὃν τρόπον μὲ τιμᾷ, ἀναιρῶ μόνον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν
893ὅτι εἶμαι ἀνακόλουθος καὶ ἡ διαγωγή μου εἶναι ἀντίθετος πρὸς
894τὰς ἰδέας μου. Ὁ κ. Ζωχιός, ὁ ὁποῖος εἶναι ἴσως εἷς τῶν ἡγου-
895μένων τῆς ἀντιπολιτεύσεως, μᾶς εἶπεν ὅτι θὰ μεταχειρισθῇ ὅλα
896τὰ μέσα, ἵνα ἀνατρέψῃ Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία δὲν ἔχει ἱερὸν καὶ
897ὅσιον. Ἀλλ’ ἡ τακτικὴ αὕτη εἶναι κακή, ὀλεθρία καὶ ἀξία πά-
898σης κατακρίσεως. Ἐνθυμεῖται βεβαίως ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὅτι
899μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Συνελεύσεως εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ
900κυβερνήσῃ τὸν τόπον ἄνευ προϋπολογισμοῦ καὶ νὰ λύσῃ τὰ ζη-
901τήματα τῆς ἀφομοιώσεως διὰ τῶν λεγομένων νομοθετικῶν δια-
902ταγμάτων. Ἡ αὐτὴ τακτικὴ πολλάκις ἐπαναληφθεῖσα μᾶς ἔ-
903φερεν εἰς τὸ ἐπικρατοῦν σύστημα τοῦ κυβερνᾷν τὸν τόπον, κατὰ
904τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς λεγομένης πολιτικῆς ἀνάγκης. Τὴν τακτι-
905κὴν δὲ ταύτην τίποτε δὲν δικαιολογεῖ, καὶ ὑπὲρ αὐτῆς δὲν πρέπει
906ν’ ἀγωνίζωνται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐκυβέρνησαν χθὲς καὶ προχθὲς
907τὸν τόπον καὶ οἱ ὁποῖοι ἠμποροῦν νὰ κυβερνήσουν καὶ αὔριον.
908Ἐγὼ δὲν ὑπηρετῶ, ἐπαναλαμβάνω, συμφέροντα κυβερνητικά, ἀλ-
909λ’ ἁπλῶς ἐκφράζω τὴν γνώμην μου καὶ τὴν πεποίθησίν μου.
910Ἐνθυμοῦμαι τὴν ἀγωνίαν, εἰς τὴν ὁποίαν διετελοῦμεν ἄλλοτε,
911ὅτε ἐπρόκειτο νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν συμπλήρωσιν μιᾶς ἀπαρτίας·
912ἐνθυμοῦμαι ὅτι μοὶ ἐζητήθη ν’ ἀφαρπάσω ἀπόφασιν τῆς Συνε-
913λεύσεως, ἵνα 80 μόνον πληρεξούσιοι ἀποτελῶσιν ἀπαρτίαν.
914Ἀλλὰ μοὶ λέγουν, ζητεῖς διὰ τῆς προτάσεώς σου τροποποίησιν
915τοῦ Συντάγματος, θέλεις νὰ ῥίψῃς τὸ ἔθνος εἰς τὸ χάος. Πῶς;
916διότι λέγω ὅτι ἵνα ἀρχίσῃ μία συνεδρίασις πρέπει νὰ ᾖναι ἀ-
917παρτία, καὶ διαρκούσης δὲ τῆς συνεδριάσεως δὲν πρέπει νὰ δια-
918κόπτεται ὁ ἀγορεύων διὰ τῆς ἐνστάσεως ὅτι δὲν εἶναι ἀπαρτία,
919μοὶ λέγουν ὅτι τροποποιῶ τὸ Σύνταγμα, καὶ προτίθεμαι νὰ κα-
920ταστρέψω τὰς ἐλευθερίας τοῦ λόγου! Ὅταν διὰ βασιλικῶν δια-
921τάξεων λύωμεν τὰ σπουδαιότερα ζητήματα, ὅταν διοικῶμεν τὸν
922τόπον ἄνευ προϋπολογισμοῦ καὶ φορολογικῶν νόμων, τότε παρα-
923βιάζομεν τὸ Σύνταγμα, τότε φέρομεν τὸν μεγαλείτερον κτύπον κατ’
924αὐτοῦ. Ἀλλὰ μοὶ λέγουν, παραβιάζεις τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου.
925Πῶς; ἂν θέλητε νὰ ἐκπληρώσητε τὸ καθῆκόν σας, πρέπει νὰ κα-
926θήσητε νὰ ἐργασθῆτε, καὶ οὐχὶ μόνον νὰ ἐργάζεσθε, ὅταν ἔχητε
927τὰ λάφυρα τῆς ἐξουσίας καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ παύειν καὶ διο-
928ρίζειν. Ἂν κάθηται ἡ πλειοψηφία διότι δῆθεν ἔχει τὰ λάφυρα
929τῆς ἐξουσίας, πρέπει νὰ καθήσητε καὶ σεῖς. Θέλετε νὰ τὴν ἀν-
930τιπολιτευθῆτε, πρέπει νὰ τὸ πράξητε ἐντὸς τῶν νόμων. Ἐγὼ
931εἶμαι πλασμένος δι’ ἀντιπολίτευσιν, τὸ ὕφος μου μὲ τὸ ὁποῖον
932ὁμιλῶ σᾶς πείθει περὶ τούτου (θόρυβος). Ἂν δὲν μὲ ἐγνωρίσατε
933θὰ μὲ γνωρίσητε. Ἀπεκλείσθην πάντοτε ἀπὸ τὸ Βουλευτήριον,
934διότι οὐδέποτε ἠθέλησα νὰ προσπέσω εἰς τὰς κατὰ καιροὺς κυ-
935βερνήσεις, καὶ διότι ἔχω τὴν τόλμην νὰ λέγω πάντοτε τὴν ἀ-
936λήθειαν. Δὲν βλέπετε, εἶμαι βεβαρυμένος ἀπὸ τὰ λάφυρα τῆς
937ἐξουσίας· ἀγωνίζομαι ἵνα περιποιήσω εἰς ἐμαυτὸν συμφέροντα·
938ἔχω μυρίους συγγενεῖς ὑπαλλήλους, τὰ ὑπουργεῖα μὲ βλέπουν
939ν’ ἀναβαίνω καὶ καταβαίνω τὰ κλίμακάς των (θόρυβος). Ἠμπο-
940ρεῖτε νὰ φωνάζητε ὅσον θέλετε· ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι, ἂν θέλω-
941μεν τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα, πρέπει νὰ αἰσθανθῶμεν ὅτι
942αὐτὸ μᾶς ἐπιβάλλει ὑποχρεώσεις. Μὲ ἐκάκισαν διότι ἀνέφερον
943τὸ πολίτευμα τῆς Ἀγγλίας, καὶ μοὶ εἶπον, «ἀληθὲς εἶναι ὅτι ἐκεῖ
944διὰ τῶν ἐθίμων, διὰ τῆς λογικῆς, διὰ τῆς πρακτικῆς ἔφθασαν εἰς
945ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἂν καὶ δὲν ᾖναι καθιερωμένα διὰ νό-
946μων εἶναι ὅμως σεβαστὰ καὶ συντελοῦσι μεγάλως εἰς τὸ νὰ κυβερ-
947νᾶται ὁ τόπος ἐπιτυχῶς ὅπως οὐδεὶς ἄλλος, ἀλλ’ ἐπρόσθεσαν»
948ὅτι ἀγνοῶ τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα καὶ συνηγορῶ ὑπὲρ
949προτάσεως καταστρεφούσης τὸ Σύνταγμα καὶ τὰς ἐλευθερίας, καὶ
950ὅτι ναὶ μὲν τὸ Κοινοβούλιον τῆς Ἀγγλίας δύναται νὰ ἐργασθῇ
951ἐπὶ παρουσίᾳ 40 βουλευτῶν μόνον, ἀλλ’ ἂν εἷς καὶ μόνον κάμῃ
952τὴν ἔνστασιν ὅτι δὲν εἶναι ἀπαρτία, ἀμέσως ἡ ἔνστασις γίνεται
953παραδεκτή· ὑπάρχει νόμος ἐκεῖ, κατὰ τὸν ὁποῖον αἱ συνεδριά-
954σεις εἶναι μυστικαί, μολοντοῦτο εἶναι δημόσιαι, καὶ ἂν εἷς καὶ
955μόνος κάμῃ τὴν ἔνστασιν, ἀμέσως παύει ἡ δημοσιότης. Ὅλα
956ταῦτα τί σημαίνουν; ὅτι ἐκεῖ τοὺς νόμους δὲν τοὺς μεταχει-
957ρίζονται ἵνα καταργοῦν τὰ δικαιώματα, ὅτι τὰ δικαιώματα
958δὲν τὰ μεταχειρίζονται ἵνα φέρουν τὴν πατρίδα των εἰς τὴν ἀ-
959ναρχίαν. Ἔχουσι δικαιώματα, τῶν ὁποίων εἰς ἐκτάκτους περι-
960στάσεις μόνον κάμνουν χρῆσιν. Ἐνταῦθα ὅμως τί γίνεται; εἰς
961δύω συνεχεῖς συνεδριάσεις, ἐνῷ πάντες μένουσιν ἥσυχοι, ἀποσύ-
962ρεται ἡ μία πτέρυξ, ἵνα μὴ ὑπάρξῃ ἀπαρτία. Ἐγὼ δὲ, ὁ ὁποῖος
963ζητῶ τοὐλάχιστον τὴν παραδοχὴν τῆς ἀρχῆς ὅτι δὲν πρέπει
964νὰ διακόπτεται ὁ ῥήτωρ, κηρύσσομαι ὁ ἐχθρὸς τῶν ἐλευθεριῶν
965τοῦ τόπου καὶ τοῦ Συντάγματος. Δύνασθε ὅσον θέλετε νὰ καυ-
966χᾶσθε ἐπὶ νομιμότητι· τὸ βέβαιον ὅμως εἶναι ὅτι, διὰ τοιούτων
967μέσων ἐὰν καταλάβητε τὴν ἐξουσίαν, ἀδύνατον εἶναι νὰ πραγ-
968ματοποιήσητε τὰς ἀγαθὰς ὑπὲρ τῆς πατρίδος προθέσεις σας
969(θόρυβος). Ἀλλὰ, κύριοι, συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι
970καὶ ἐγὼ καὶ ἡ κοινὴ γνώμη καὶ ἡ Ἑλλὰς ἅπασα ἔχει τὸ δι-
971καίωμα νὰ δυσπιστῇ πολὺ πρὸς τὰς προθέσεις αὐτὰς τὰς δῆθεν
972ἀγαθὰς, ὅταν πολιτεύεσθε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Πρέπει νὰ
973πολεμήσωμεν ἐντὸς τοῦ νόμου, καὶ οὐχὶ διὰ συνωμοσιῶν, οὐχὶ
974διὰ μέσων ἐκνόμων. Εἰς ταῦτα δὲν εἶμαι σύντροφός σας.
975§128ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν σᾶς θέλομεν.
976§129ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι ὑπερασπίζομαι τὸν
977νόμον παρὰ πάντα ἄλλον, περισσότερον ἐκείνου, ὁ ὁποῖος λέγει
978ὅτι δὲν μὲ θέλει διὰ σύντροφον (θόρυβος). Ὡρκίσθημεν νὰ φυλά-
979ξωμεν πίστιν εἰς τὴν πατρίδα, εἰς τὸν συνταγματικὸν Βασιλέα,
980καὶ πρέπει νὰ τὴν φυλάξωμεν· ὡρκίσθημεν ὑπακοὴν εἰς τοὺς
981νόμους τοῦ Κράτους καὶ πρέπει νὰ τοὺς σεβασθῶμεν· ὡρκίσθη-
982μεν νὰ ἐκπληρώσωμεν εὐσυνειδήτως τὸ καθῆκόν μας, καὶ τότε
983τὸ ἐκπληροῦμεν ὅταν μένωμεν εἰς τὴν θέσιν μας, ὅταν ὑποβαλ-
984λώμεθα εἰς πᾶσαν ἀπόφασιν τοῦ Σώματος (θόρυβος). Ἴσως ὕ-
985ψωσα τὴν φωνήν μου ὑπὲρ τὸ δέον καὶ ἔδωκα διαστάσεις εἰς
986τὴν συζήτησιν, τὰς ὁποίας δὲν ὤφειλον νὰ δώσω, διότι
987δὲν ἦτον ἡ κατάλληλος στιγμὴ· ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ πολεμή-
988σω μίαν ἀρχὴν, ἥτις ἔμελλε νὰ ἔχῃ δυσάρεστα ἐπακόλουθα. Μὲ
989εἴδετε καθήμενον εἰς τὴν θέσιν μου, καθήμενον καὶ ἀκροαζόμενον
990μετὰ μεγάλης ὑπομονῆς, ὅταν σεῖς ἀπεχωρήσατε αἴφνης. Σᾶς
991ἐξέφρασα τὴν λύπην μου, εἶπον ὅτι δὲν εἶναι τακτικόν· ἔκαμα
992δὲ τὴν παρατήρησιν, οὐχὶ πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ παραβλάψω τὰ
993δικαιώματα τῆς μειοψηφίας, ἀλλ’ ὅπως παραδεχθῶμεν πρακτι-
994κὴν ἀρχὴν, ἡ ὁποία νὰ φέρῃ αἰσιώτερα ἀποτελέσματα. Δὲν ἔχω
995τὸν σκοπὸν νὰ προκαλέσω πολιτικὰς συζητήσεις, ἔχομεν καιρόν·
996χαίρω μόνον διότι ἐπανέρχομαι εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἀπὸ τὸ ὁ-
997ποῖον πολλάκις μὲ ἀπεκλείσατε (γέλως ἐκ δεξιῶν). Οἱ καγχα-
998σμοί σας δὲν θὰ καταβάλουν τὸ φρόνημά μου.
999Φρονῶ δὲ ὅτι, ἂν ἡ πρότασίς μου περιορισθῇ εἰς τοῦτο, ὅτι
1000ἀγορεύοντός τινος δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου,
1001αἴρεται πᾶσα ὑπόνοια ὅτι πρόκειται περὶ παραβιάσεως τοῦ Συν-
1002τάγματος. Ἐγὼ προχθὲς ἐλυπήθην διότι δὲν ἠμπόρεσα ν’ ἀκού-
1003σω τὸν κ. Ῥάλλην μέχρι τέλους, διακοπείσης τῆς ἀγορεύσεώς του.
1004Ὁ κ. Σαράβας, ὅταν ὑποστηρίζῃ γνώμην τινά, ὑποστηρίζει
1005αὐτὴν μὲ τρόπον προδίδοντα, ὅτι θεωρεῖ τὸν ἀντιλέγοντα ὡς
1006παραλογιζόμενον. Ὁ τρόπος οὗτος, ὃν ἐφήρμοσεν ἀποκρούων τὴν
1007πρότασίν μου, μὲ ἠνάγκασε νὰ κάμω πολλὰς ἐκδρομάς.
1008Ἐπαναλαμβάνω δὲ ὅτι, ἐὰν περιορισθῇ ἡ πρότασις, ὡς προε-
1009ξέθεσα, οὐδὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὸ ἐπιβλαβές. Φρονῶ, ὅτι δὲν εἶ-
1010ναι δικαίωμα ἔννομον τὸ νὰ διακόπτεται ὁ ἀγορεύων καὶ νὰ
1011ζητῆται ἡ ἀναβολή. Ὁ λόγος, ὅτι ἀποκάμνουν καὶ οἱ βουλευ-
1012ταί, ἀποκάμνει τὸ κοινόν, ἀπόλλυσιν αἱ συζητήσεις τὴν σπου-
1013δαιότητα καὶ τὴν σοβαρότητα, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχωσι, δὲν
1014δύναται νὰ ἔχῃ χώραν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅταν δηλαδὴ πρό-
1015κηται περὶ μὴ διακοπῆς ἀρξαμένης ἀγορεύσεως. Διὰ τῶν διακο-
1016πῶν τοὐναντίον, χάνει ἡ συζήτησις τὴν ἀξίαν της καὶ δὲν φέ-
1017ρει εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον πείθομαι ὅτι ἐπιδιώκομεν ὅ-
1018λοι, τὸ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἐξακρίβωσιν τῆς ἀληθείας καὶ νὰ
1019ἐκπληρώσωμεν εὐσυνειδήτως τὰ καθήκοντά μας.
1020§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βολτέρας.
1021§131ΒΟΛΤΕΡΡΑΣ. Κύριοι, εὐτυχισμένον θεωρῶ τὸν ἑαυτόν μου,
1022ὅτι μ’ ἔφερεν ἡ θεία Πρόνοια νὰ ἔλθω νὰ ἀναβῶ εἰς τὸ βῆμα
1023τὸ Ἑλληνικόν, ὅπου διὰ 52 ἔτη ἔζησα ἀπὸ κάτω ἀπὸ
1024μητρυιάν, σήμερον δὲ εἶμαι ἀπὸ κάτω ἀπὸ μητέρα. Ὁ κ. βου-
1025λευτὴς Μεσολογγίου Στάϊκος ἀναβὰς εἰς τὸ βῆμα, εἶπεν ὅτι
1026εἶναι τολμηρὸν ν’ ἀναβῇ τὸ βῆμα· τί θὰ εἰπῶ ἐγώ, ὁποῦ λείπει
1027ὁ λόγος καὶ τὰ ἄλλα προσόντα; Ὄχι, κύριοι, διότι ἀνέβην εἰς
1028τὸ βῆμα, δὲν εἶναι τόλμη· τὸ νὰ ἀναβῶ εἰς τὸ βῆμα εἶναι ἐκπλή-
1029ρωσις ὅρκου. Δὲν ὡρκίσθηκα, κύριοι, νὰ ἠξεύρω τὴν γραμματι-
1030κήν, δὲν ὡρκίσθηκα, κύριοι, νὰ ἦμαι ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους,
1031οἱ ὁποῖοι ἠμποροῦν ν’ ἀναιβοῦν εἰς τὸ βῆμα μ’ εὐγλωττίαν,
1032δὲν ὡρκίσθηκα ν’ ἀποφέρω ῥαδιουργίας, ἢ ἄλλο τι, ὡρκίσθη-
1033κα μόνον καὶ μόνον νὰ διατηρῶ αὐτὴν τὴν συνείδησιν. Μὲ αὐ-
1034τὴν ἀνέβηκα εἰς τὸ βῆμα, μὲ αὐτὴν αὐτὸς ὁ Ὕψιστος θὰ μὲ
1035κατεβάσῃ. Δύω, κύριοι, εἶναι τὰ συντάγματα, δύω εἶναι οἱ κα-
1036νονισμοί. Οὐδεὶς ἀπὸ ἡμᾶς αὐτὸ βέβαια τὸ ἀμφισβητεῖ·
1037διὰ τοῦτο μόνον καὶ μόνον ἀνέβηκα εἰς τοῦτο τὸ βῆμα. Τὸ
1038πρῶτον Σύνταγμα εἶναι τὸ πρακτικόν, τὸ αὐτὸ ἔχει ὁ κανο-
1039νισμός. Ἀλλά, κύριοι, εἶναι ἄλλο Σύνταγμα, ἴσως ἴσως ἀπο-
1040πάνω ἀπ’ αὐτὸ τὸ πρακτικό· εἶναι ἡ κοινὴ γνώμη, εἶναι ὁ
1041λαὸς, ὁ ὁποῖος μᾶς ἔστειλεν ἐδῶ ἀντιπροσώπους. Εἴμεθα εἰς
1042χρῆσιν, κύριοι, ὅταν ἀποφεύγωμεν ἀπὸ πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν
1043εἶναι βουλευτικά. Ναὶ μὲν τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι πρέπει νὰ
1044ᾖναι ἀπαρτία, πολὺ σωστά· ἀλλὰ καὶ δὲν ἠδύνατό ποτε ὁ
1045νομοθέτης νὰ στοχασθῇ, ὅτι θ’ ἀποφεύγωμεν πότε ὁ μὲν, πότε
1046ὁ δὲ,—ὁμιλῶ μ’ ἀνεξαρτησίαν, κύριοι, — ν’ ἀποφεύγωμεν καὶ
1047νὰ ἀφίνωμεν ἕνα λαὸν νὰ πάθουν τὰ συμφέροντά του, τὰ συμ-
1048φέροντα ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα μᾶς ἔστειλεν νὰ τὸν ἀντιπρο-
1049σωπεύσωμεν μέσα σὲ τοῦτο τὸ Βουλευτήριον· αὐτὴ εἶναι ἡ
1050γνώμη μου. Αὐτὰ τὰ ὀλίγα λόγια λέγω καὶ ἐγὼ καὶ ἀφίνω εἰς
1051τὴν κοινὴν γνώμην νὰ τὰ κρίνῃ.
1052§132ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Τοσαύτη εἶναι ἡ προθυμία τοῦ ἐξ Αἰ-
1053γιαλείας ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ὅπως φέρῃ προτάσεις πρὸς με-
1054ταῤῥύθμισιν τοῦ ἡμετέρου Συνταγματικοῦ χάρτου, ὥστε ἔῤῥιψεν
1055ἤδη μίαν ἐντὸς τῆς Βουλῆς πρὶν ἢ τὸ Σῶμα καταρτισθῇ, δι’ ἧς
1056προτείνει τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος.
1057Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται, κατὰ τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα, νὰ συζη-
1058τήσῃ ἄνευ ἀπαρτίας, τὴν δὲ ἀπαρτίαν ἀποτελεῖ ἀριθμὸς ἴσος
1059πρὸς τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου. Καὶ
1060ἐνῷ τὸ Σύνταγμα δὲν ἐπιδέχεται ἑρμηνείαν, ἔρχονται σήμερον
1061ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ μᾶς λέγουσι νὰ ἑρμηνεύσωμεν αὐτὸ, καὶ
1062νὰ εἴπωμεν, «ἐπειδὴ τὸ Σύνταγμα λέγει μὲν ὅτι συζήτησις δὲν
1063δύναται νὰ λάβῃ χώραν ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου ἄνευ ἀπαρ-
1064τίας, ἀλλ’ οὐχ ἧττον δὲν προσέθηκεν ὁ νομοθέτης, ἡ ἐθνικὴ Συ-
1065νέλευσις ἥτις ἐψήφισεν αὐτὸ, ὅτι διακόπτεται ὁ ῥήτωρ κατὰ τὴν
1066συζήτησιν, ἄρα ἡ συζήτησις πρέπει νὰ ἀκολουθήσῃ. Δὲν δύνα-
1067μαι νὰ ἐννοήσω τί ἄλλο σημαίνει συζήτησις παρὰ ἀγόρευσις, ἀ-
1068γόρευσις τῶν δύω μερίδων, ἀγόρευσις τῶν ἐχόντων διαφόρους
1069γνώμας. Καὶ μ’ ὅλον τοῦτο μᾶς λέγουσιν, ὡς εἶπον, ναὶ μὲν
1070ὑπάρχει ἐν τῷ Συντάγματι διάταξις ἀπαιτοῦσα ἀπαρτίαν πρὸς
1071συζήτησιν, πλὴν ἐπειδὴ δὲν λέγει τὸ Σύνταγμα ὅτι ὁ ῥήτωρ
1072διακόπτεται ὅταν δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, ἄρα δύναται νὰ συζη-
1073τῇ ἄνευ ἀπαρτίας. Τὸ Σύνταγμα λέγει ὅτι οἱ Ἕλληνες εἶναι
1074ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου, ἐπειδὴ δὲν λέγει ὅτι εἶναι καὶ ἴσοι ἐ-
1075νώπιον τοῦ δικαστοῦ, ἄρα ἐνώπιον τοῦ δικαστοῦ δὲν εἶναι ἴσοι.
1076Τοιαύτη εἶναι, κύριοι, ἡ λογικὴ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων οἱ ὁ-
1077ποῖοι ἔχουσι τὴν ἀξίωσιν νὰ συμβουλεύωσιν ἀπὸ τοῦ βήματος
1078τούτου. Συνεπείᾳ τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ Συντάγματος κα-
1079θιερώθη ἐν τῇ πρακτικῇ ὅτι, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἀπαρτία, γίνεται
1080περὶ τούτου ἔνστασις καὶ ἡ συζήτησις παύει, ἀφοῦ ἀποδειχθῇ
1081δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ὅτι ἀπαρτία δὲν ὑπάρχει. Ἡ πρα-
1082κτικὴ αὕτη, τὴν ὁποίαν καθιέρωσε τὸ ἡμέτερον Κοινοβούλιον,
1083εἶναι αὐτὴ ἐκείνη ἡ πρακτικὴ, ἥτις πολὺ πρὸ ἡμῶν καθιερώθη
1084ἐν τῷ Ἀγγλικῷ Κοινοβουλίῳ, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἐξ Αἰγια-
1085λείας βουλευτὴς, ὅταν ἔῤῥιψεν εἰς τὸ Σῶμα τοῦτο τὴν πρότασιν
1086περὶ τῆς ὁποίας σᾶς εἶπον καὶ περὶ ἧς συζητοῦμεν. Ἐν τῷ Ἀγ-
1087γλικῷ Κοινοβουλίῳ, σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Αἰγια-
1088λείας, γίνεται ἀπαρτία ὅταν ὑπάρχωσι παρόντα 40 ἐκ τῶν
1089μελῶν αὐτοῦ. Ἄρα ἐν τῷ Κανονισμῷ τοῦ Κοινοβουλίου ἐκείνου
1090ὑπάρχει διάταξις, οἵα ὑπάρχει καὶ ἐν τῷ Κανονισμῷ τοῦ ἡμε-
1091τέρου Κοινοβουλίου, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι ἡ διάταξις ἐκείνη ἀ-
1092παιτεῖ τὴν παρουσίαν τεσσαράκοντα μελῶν, ἐνῷ ἡ διάταξις ἡ
1093ἐν τῷ ἡμετέρῳ Κανονισμῷ, ὅπως ᾖ σύμφωνος πρὸς τὴν διάταξιν
1094τοῦ Συντάγματος τὴν ὁποίαν σᾶς προανέφερα, ἀπαιτεῖ τὴν πα-
1095ρουσίαν 96. Ἐρωτῶ τὸν πρακτικὸν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τοῦ
1096βήματος τούτου ἀπέτεινε συμβουλὰς, τί γίνεται εἰς τὸ Ἀγγλι-
1097κὸν Κοινοβούλιον, ἐὰν παρόντες δὲν ᾖναι τεσσαράκοντα ἀλλὰ
109839 μόνον βουλευταὶ, καὶ ἂν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐγερθῇ ἓν
1099ἐκ τῶν μελῶν καὶ εἴπῃ, ἀπαρτία δὲν ὑπάρχει; γίνεται ἐκεῖνο τὸ
1100ὁποῖον ἐγένετο κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, κατὰ τὰς πα-
1101ρελθούσας συνεδριάσεις, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καθιέρωσεν ἡ πρακτικὴ
1102τοῦ Κοινοβουλίου, γίνεται ἀπαρίθμησις καὶ διαλύεται ἡ συνεδρίασις.
1103Φέρετέ μας, ἀξιότιμε βουλευτὰ ἐξ Αἰγιαλείας, φέρετέ μας
1104μίαν μαρτυρίαν οἱουδήποτε συγγράψαντος περὶ τοῦ Κοινοβου-
1105λίου ἐκείνου, φέρετέ μας οἱανδήποτε διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ
1106τοῦ Κοινοβουλίου ἐκείνου καὶ ἀποδείξατέ μας εἴτε διὰ τῆς μαρ-
1107τυρίας ἐκείνου, εἴτε διὰ τῆς διατάξεως ἐκείνης, ὅτι ὅταν τὰ 39
1108μέλη ᾖναι παρόντα ἐξακολουθῇ ἡ συζήτησις καὶ δὲν διακόπτε-
1109ται. Ἐπιτρέψατέ μοι καὶ ἑτέραν ἐρώτησιν· εἰς ποῖον μέρος τοῦ
1110μεγάλου χάρτου τῆς Ἀγγλίας περιλαμβάνεται ἡ διάταξις τοῦ
1111ἄρθρου 56 τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος; ὁποία ὁμοιότης ὑπάρχει
1112μεταξὺ τῶν σχετικῶν διατάξεων τῶν εἰς τὸν χάρτην ἐκεῖνον,
1113αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπάρχουν, καὶ τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 59 τοῦ
1114ἡμετέρου Συντάγματος; Ἡ πρακτικὴ, σᾶς εἶπον, κύριοι, τοῦ
1115ἡμετέρου Κοινοβουλίου καθιέρωσεν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν παρατηρεῖ
1116τις καὶ εἰς τὰ λοιπὰ Κοινοβούλια, μὴ ἐξαιρουμένου καὶ τοῦ
1117Κοινοβουλίου ἐκείνου περὶ τοῦ ὁποίου ἠθέλησε νὰ ὁμιλήσῃ ὁ ἀ-
1118ξιότιμος ἐξ Αἰγιαλείας βουλευτής.
1119Ἂς ἀνεύρωμεν ὅμως ἀναδιφίζοντες τὰ πρακτικὰ τῆς Ἐθνο-
1120συνελεύσεως καὶ τῆς Βουλῆς, ἂς ἀνεύρωμεν ὁποῖαι αἱ γνῶμαι
1121περὶ τοῦ ζητήματος διαφόρων μελῶν τῆς Συνελεύσεως καὶ τῆς
1122Βουλῆς· καὶ ἵνα μὴ ἀπασχολήσω ἐπὶ μακρὸν τὸν πολύτιμον
1123χρόνον τοῦ Κοινοβουλίου, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰ-
1124γιαλείας βουλευτὴς νὰ ἀναφέρω μόνον τὴν γνώμην αὐτοῦ, ὅτε
1125προήδρευε τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως. (Ἀναγινώσκει πρακτικὸν
1126συνεδριάσεως τῆς ἐθνικῆς Συνελεύσεως).
1127Αὕτη εἶναι ἡ γνώμη, κύριοι, τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Αἰγιαλείας
1128βουλευτοῦ ὅταν ἦτο πρόεδρος τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, εἰς ἐ-
1129ποχὴν, κύριοι, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶχεν εἰσέτι ψηφισθῆ τὸ Σύν-
1130ταγμα, εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπῆρχεν ἡ διάταξις
1131τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ ἡμετέρου συνταγματικοῦ χάρτου· καὶ ἐνῷ
1132τοιαύτη εἶναι ἡ γνώμη αὐτοῦ, γνώμη σύμφωνος πρὸς τὴν πρα-
1133κτικήν, τὴν ὁποίαν αὐτὴ ἡ Συνέλευσις καθιέρωσεν, ἑπομένη πρὸς
1134τὴν πρακτικὴν ὅλων τῶν κοινοβουλίων, σήμερον ἀπέναντι ῥητῆς
1135τοῦ Συντάγματος διατάξεως ἔρχεται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου
1136καὶ μᾶς λέγει, ἡ συζήτησις πρέπει νὰ ἀκολουθῇ καί τοι τῆς
1137Βουλῆς μὴ οὔσης ἐν ἀπαρτίᾳ! Τοιαύτη πρότασις, κύριοι, δὲν δύ-
1138ναται νὰ τεθῇ οὔτε κἂν εἰς ψηφοφορίαν, δὲν εἶναι ἁπλῶς ἀπα-
1139ράδεκτος, τοιαύτη πρότασις δὲν ψηφίζεται, καὶ νομίζω ὅτι ὁ
1140κ. πρόεδρος δὲν θέλει ἐπιτρέψει νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν πρότα-
1141σις ἀντιβαίνουσα εἰς ῥητὴν τοῦ Συντάγματος διάταξιν. Καὶ ἐνῷ
1142μᾶς φέρουσι τοιαύτην πρότασιν, ἐνῷ μᾶς φέρουσι πρότασιν ἐναν-
1143τίαν εἰς τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος, βαίνουσιν εἰς συμβουλὰς
1144καὶ ἐπιτιμήσεις, ἐπιῤῥίπτουσι μομφὰς κατὰ τῆς μειονοψηφίας,
1145διότι ἡ μειονοψηφία ἀγαπῶσα τὴν συζήτησιν ἀπεφάσισε πλέον
1146ἢ ἅπαξ ν’ ἀποχωρήσῃ ὅταν δὲν ἠδύνατο πλέον ν’ ἀνθέξῃ συζη-
1147τοῦσα, καὶ τὴν πρᾶξιν ταύτην, κύριοι, τῆς μειονοψηφίας, τὴν
1148ἀποχώρησιν εἰς ὥραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ φύσις δὲν ἐπιτρέπει
1149πλέον τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως, τὴν ἀποκαλοῦσι
1150ἐπαναστάτιν, τὴν ἀποκαλοῦσιν λειποταξίαν, τὴν ἀποκαλοῦσι
1151συνωμοσίαν, τὴν ἀποκαλοῦσι βίαν τῆς μειοψηφίας. Θέλομεν
1152τὴν συζήτησιν, καὶ ἐπειδὴ θέλομεν τὴν συζήτησιν δὲν δυνά-
1153μεθα νὰ σιωπήσωμεν, θέλομεν τὴν συζήτησιν καὶ τὸ ἀπεδεί-
1154ξαμεν, τὸ ἀπέδειξαν αἱ ἀγορεύσεις τῶν ῥητόρων τῆς μερίδος
1155ταύτης εἰς σπουδαιότατον ζήτημα, ὁποῖον εἶναι τὸ ζήτημα,
1156τὸ ὁποῖον ἀνεφύη περὶ τοῦ ἐγκύρου ἢ ἀκύρου τῆς ἐκλογῆς τῆς
1157Ἀττικῆς. Ἐνεγράφημεν ὅπως συζητήσωμεν, ἠρχίσαμεν νὰ συ-
1158ζητῶμεν, καὶ ἐφάνη, κύριοι, εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ παράδο-
1159ξον τῷ ὄντι φαινόμενον, ὅτι μετὰ σπουδαίας ἀγορεύσεις, μετὰ
1160ἀγορεύσεις ἀναλυτικωτάτας καὶ πειστικωτάτας δὲν ὑπάρχουν
1161οἱ ἀντιλέγοντες, ἀλλ’ ἀναγκάζεται ὁ εἷς κατόπιν τοῦ ἄλλου
1162ν’ ἀγορεύῃ, καί τοι ἔχων τὴν αὐτὴν γνώμην μετὰ τὴν ἀναλυ-
1163τικωτάτην ἀγόρευσιν χθὲς τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς βουλευ-
1164τοῦ Πετράκη. Μετὰ τὴν ἀναλυτικωτάτην καὶ πειστικωτάτην
1165καὶ εὐγλωττοτάτην ταύτην ἀγόρευσιν, δίδεται ὁ λόγος εἰς
1166τοὺς ἐγγραφέντας ἐκ τῆς ἐναντίας μερίδος καὶ οὗτοι ἀποποι-
1167οῦνται νὰ ἀγορεύσωσι, καὶ ἀναγκάζεται ἕτερος βουλευτὴς, τὴν
1168αὐτὴν φέρων γνώμην μετὰ τοῦ κυρίου Πετράκη, νὰ ἀνέλθῃ ἐπὶ
1169τὸ βῆμα καὶ νὰ ἀγορεύσῃ.
1170Ζητεῖται νὰ παύσῃ ἡ συζήτησις καὶ ζητεῖται νὰ παύσῃ διὰ
1171τῆς σιωπῆς ἀφ’ ἑνὸς ἐκ τῆς μερίδος ταύτης καὶ διὰ τῆς κατα-
1172ναγκάσεως ἀφ’ ἑτέρου τῆς ἑτέρας μερίδος, ὅταν αἱ δυνάμεις μας
1173εἶναι πλέον ἐξηντλημέναι, νὰ ἐξακολουθῶμεν τὴν συζήτησιν·
1174καὶ ἐπειδὴ ἡ φύσις μᾶς ἀναγκάζει καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἀναχω-
1175ρήσωμεν, διότι δὲν ἐννοοῦμεν νὰ ὑποχωρήσωμεν εἰς τὴν πραγ-
1176ματικὴν ταύτην βίαν, μᾶς ἀποκαλοῦσι μὲ τὰ ἐπίθετα, τὰ ὁποῖα
1177ἠκούσατε, καὶ μᾶς λέγουσιν ὅτι δὲν ὑπείκομεν κατὰ καθῆκον
1178εἰς τὴν πλειονοψηφίαν. Γινώσκομεν τοῦτο κάλλιστα, γινώσκομεν
1179ὅτι ἡ μειονοψηφία ὀφείλει νὰ ὑπείκῃ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν,
1180ἀλλ’ ὅταν ἡ πλειονοψηφία εὑρίσκεται ἐντὸς τοῦ νόμου, ὅταν ἡ
1181Βουλὴ σέβεται τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους· ἀλλ’ ὅταν κα-
1182ταδεικνύῃ τρανώτατα ὀλίγον σεβασμὸν πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ
1183Συντάγματος, τότε βεβαίως δικαιολογοῦνται ὁποιαδήποτε μέ-
1184τρα ἐκ τῆς μερίδος ταύτης. Ἡ βάσις τοῦ πολιτεύματος, κα-
1185θὼς πολὺ ὀρθῶς παρετήρησεν χθὲς εἷς ἐκ τῶν ἀξιοτίμων βου-
1186λευτῶν τῆς μερίδος ταύτης, εἶναι ἡ ἐλευθέρα συζήτησις, ἡ διὰ
1187τῆς συζητήσεως διαφώτισις τῆς κοινῆς γνώμης, ἡ συζήτησις
1188ἐκ τῆς ὁποίας ἀναλάμπει ἡ ἀλήθεια· καὶ τὴν συζήτησιν ταύ-
1189την ὅστις προσπαθεῖ δι’ ὁποιουδήποτε μέσου ν’ ἀποφύγῃ,
1190ἀποδεικνύει ὅτι τὸ Σύνταγμα δὲν σέβεται, καὶ σαλεύει
1191τὴν σπουδαιοτάτην ταύτην ἐκ τῶν βάσεών του.... Σᾶς εἶπον
1192κύριε Βαλασσόπουλε, καὶ δὲν μὲ ἠκούσατε, ὅτι τὴν συζήτησιν
1193προσπαθεῖτε νὰ ἐμποδίσητε ἀφ’ ἑνὸς διὰ τῆς σιωπῆς ἐκ μέρους
1194τῆς μερίδος ταύτης, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διὰ τῆς ἀποφάσεώς σας ὅπως
1195μᾶς καταναγκάσετε νὰ μένωμεν ἐνταῦθα καὶ νὰ συζητῶμεν,
1196καὶ ὅταν ἐξαντλῶνται αἱ φυσικαί μας δυνάμεις. Κατεφύγα-
1197μεν, κύριοι, εἰς τὸ μέσον τῆς ἀποχωρήσεως, ὄχι ὅπως ἐπανα-
1198στατήσωμεν, ἀλλὰ διότι καθῆκον εἴχομεν δι’ αὐτοῦ τοῦ μέ-
1199σου νὰ περιφρουρήσωμεν τὴν συζήτησιν· ὅταν εἴδατε πλέον ὅτι
1200διὰ τοῦ μέσου ἐκείνου δὲν ἐπιτυγχάνεται ὁ σκοπὸς, ἤλθατε
1201σήμερον μὲ μίαν πρότασιν, ἡ ὁποία ἀντίκειται εἰς ῥητὴν διάτα-
1202ξιν τοῦ Συντάγματος, καὶ προσπαθεῖτε σήμερον διὰ τοῦ πρα-
1203ξικοπήματος τούτου νὰ φθάσητε εἰς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον
1204εἴχατε, τουτέστι νὰ ἐμποδίσητε τὴν συζήτησιν.
1205Νομίζω, κύριοι βουλευταὶ, ὅτι οὐδεὶς ἕτερος μεταξὺ ἡμῶν
1206θέλει ὑπάρξει ὁ ὁποῖος νὰ ὑποστηρίξῃ πρότασιν ἀντικειμένην
1207εἰς τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος.
1208Ὁπωσδήποτε ἐπαναλαμβάνω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προανέφερον,
1209ὅτι ἔχω πεποίθησιν, καὶ ποσῶς δὲν δύναμαι ν’ ἀμφιβάλλω, ὅτι
1210ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος οὐδέποτε θέλει θέσει εἰς ψηφοφορίαν πρό-
1211τασιν, ἡ ὁποία τείνει νὰ μεταῤῥυθμίσῃ ῥητὴν τοῦ Συντάγματος
1212διάταξιν.
1213§133ΖΑΪΜΗΣ. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, κύριε πρόεδρε, νὰ
1214τελειώνωμεν· τοιαῦται προτάσεις οὔτε τίθενται ἐδῶ. Ὁ κύριος
1215Ῥάλλης νὰ λάβῃ τὸν λόγον.
1216§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δρόσος θέλει τὸν λόγον.
1217§135ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὁ κ. Δρόσος εἶναι σύμφωνος. Νὰ παύσῃ ἡ πε-
1218ραιτέρω συζήτησις.
1219§136ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
1220§137Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἡ Βουλὴ θέλει νὰ ἐκφράσῃ μίαν εὐχὴν νὰ
1221μὴ ἐπαναληφθῇ τὸ δὶς γενόμενον....
1222§138ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, Σᾶς ὡμίλησα πρὶν περὶ τοῦ
1223ἀπροχωρήτου. Τὸ ἀπροχώρητον ἐξαρτᾶται μόνον ἀπὸ τὴν διά-
1224θεσιν τὴν ἰδικήν σας. Σεῖς ὀφείλετε, ἅμα τὸ Σῶμα δὲν εἶναι
1225νομίμως κατηρτισμένον, νὰ μὴ ἐπιτρέπητε τὴν περαιτέρω συ-
1226ζήτησιν.
1227§139Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, δύο λέξεις.
1228§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
1229§141Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶμαι τῆς ἰδέας ὅτι ὁ Κανονι-
1230σμὸς παρεξηγεῖται.
1231§142ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἰδοὺ, κύριοι, ἡ πρότασίς μου. «Προτείνω
1232νὰ ἀποφασίσῃ τὸ Σῶμα τῆς Βουλῆς....
1233§143ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ παραδεχθῶμεν μίαν
1234τοιαύτην βλασφημίαν (θόρυβος).
1235§144ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ παραδεχθῶμεν μίαν
1236πρότασιν ἀντικειμένην εἰς τὸ Σύνταγμα (θόρυβος).
1237§145ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ψηφοφορήσωμεν τοι-
1238αύτην πρότασιν.
1239§146ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Φύγετε.
1240§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι, σᾶς παρακαλῶ.
1241§148Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦτον ἀναγκαία ἡ σημερινὴ συζήτη-
1242σις, διότι ἂν τὰ συμβάντα τὰ κατ’ αὐτὴν τὴν ἑβδομάδα δὲν
1243ἔπεισάν τινα, ὅτι ἡ τάσις τῆς μιᾶς μερίδος, τῆς ἀριστερᾶς πτέ-
1244ρυγος, ἦτο νὰ ματαιώσῃ τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, νὰ ἐπι-
1245διώξῃ τὴν ἀποσύνθεσιν καὶ διάλυσιν τοῦ Κοινοβουλίου, ἡ σημε-
1246ρινὴ συζήτησις ἀπέδειξε τοῦτο. Δὲν ὑποτασσόμεθα, λέγει ἡ ἀν-
1247τιπολίτευσις, εἰς τὴν πλειοψηφίαν, ἐν ὅσῳ σεῖς εἶσθε διατεθει-
1248μένοι νὰ ἀποφασίσητε οὕτως ἢ ἄλλως ἐπὶ μιᾶς ἐκλογῆς· ἡμεῖς
1249θέλομεν διὰ παντὸς τρόπου νὰ ματαιώσωμεν τὰς συνεδριάσεις
1250σας. Σήμερον ἐδηλώθη ὁ σκοπὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως τόσον φα-
1251νερὰ, ὥστε ἀνάγκη ἡ Βουλὴ, ἀνάγκη τὰ μέλη καὶ τῆς μιᾶς καὶ
1252τῆς ἄλλης μερίδος, καὶ τῆς δεξιᾶς καὶ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυ-
1253γος, νὰ σκεφθῶσιν ἂν ᾖναι διατεθειμένα νὰ παρακολουθήσωσι
1254τοὺς ἡγέτας τῆς τοιαύτης ἰδέας εἰς τὸν σκοπόν των, ἂν προτί-
1255θενται νὰ ἐνισχύσωσι τὸν σκοπὸν τῆς ἀποσυνθέσεως καὶ τῆς
1256διαλύσεως τῆς Βουλῆς.
1257Εἷς τῶν ἀρχηγῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἀπὸ τῆς πρώτης ἡ-
1258μέρας, ἀπὸ τῆς πρώτης συνεδριάσεως ἠπείλησεν ὅτι τὴν τύχην
1259τῆς παρελθούσης Βουλῆς θέλει ἔχει καὶ ἡ παροῦσα. Καὶ βεβαί-
1260ως, κύριοι, ἓν ἐκ τῶν δύω θέλει συμβῇ, ἂν ἐξακολουθήσῃ ὅ,τι
1261ἀπὸ μιᾶς ἑβδομάδος γίγνεται, ὅ,τι οὐδέποτε μέχρι τοῦδε συνέ-
1262βη καθ’ ὅλας τὰς συνόδους καὶ περιόδους τοῦ Κοινοβουλίου· ἂν
1263ἐξακολουθήσῃ τὸ σύστημα τοῦτο, βεβαίως ἡ ἀποσύνθεσις ἐπέρ-
1264χεται.
1265§149ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Δὲν εἶναι πρώτη φορά, καθ’ ἣν ἐξακο-
1266λουθεῖ νὰ γείνεται συζήτησις ἐπὶ μίαν ἑβδομάδα.
1267§150ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πρώτη φορὰ εἶναι.
1268§151ΤΙΝΕΣ. Μὴ ἀπαντᾶτε.
1269§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι.
1270§153ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κατηναλώσαμεν μίαν ὁλόκληρον ἡμέραν,
1271κύριοι, εἰς ἓν παρεμπῖπτον ζήτημα, καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ἐπ’
1272αὐτοῦ (θόρυβος).
1273§154ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν ὑπάρχει, κύριοι, καμμία σχέσις μετα-
1274ξὺ ἐμοῦ καὶ τῆς συμπολιτεύσεως.
1275§155ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κατηναλώσαμεν δύω ὁλοκλήρους ἡμέ-
1276ρας, ἀφ’ ἧς συνῆλθε τὸ Κοινοβούλιον, καὶ προέβημεν εἰς τὴν
1277ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν· καὶ μολονότι ἠρχίσαμεν τὰς ἐξελέγ-
1278ξεις ἀπὸ τῆς 4 ὥρας τῆς δευτέρας ἡμέρας, δὲν κατορθώσαμεν
1279καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦτο μέχρι τῆς χθὲς εἰμὴ ν’ ἀκούσωμεν
1280ἕνα μόνον ῥήτορα ὑπὲρ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς, δύω δὲ κατὰ, διότι
1281δὲν θέλετε μοὶ ἀρνηθῆ, ὅτι αἱ ἀγορεύσεις τῶν βουλευτῶν Ἀτ-
1282τικῆς, τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ ἐξελεγχθῇ ἡ ἐκλογὴ, ἦτο μία
1283καὶ ἡ αὐτὴ ὡς ἐὰν ἦτον ἑνὸς μόνου ῥήτορος ἀγόρευσις. Ναί, κύ-
1284ριοι, σκοπίμως, καὶ τὸ γνωρίζω, καὶ τὸ γνωρίζετε ὅλοι, ὑπη-
1285γορεύθη εἰς τὸν πρῶτον λαλήσαντα ἐκ τῶν βουλευτῶν τούτων
1286νὰ καταναλώσῃ ὅλην τὴν ἡμέραν ἐκείνην, νὰ μὴ ἀποπερατώσῃ
1287τὴν ἀγόρευσίν του εἰμὴ τὴν ἐπιοῦσαν· διὰ νὰ καταναλώσουν
1288δὲ καὶ τὴν δευτέραν ἡμέραν, ἐπανῆλθε καὶ ἐπανέλαβε τὰ αὐ-
1289τὰ οἷα καὶ κατὰ τὴν προτεραίαν εἶπε, καὶ μόλις περὶ τὸ τέ-
1290λος τῆς ἡμέρας ἐκείνης κατέστρεψε τὸν λόγον.
1291§156ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Εἶσθε βέβαιος;
1292§157ΤΙΝΕΣ. Μὴ διακόπτετε.
1293§158ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πλέον, ἢ βέβαιος, κύριε.
1294§159ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἀφήσατε, μὴ διακόπτετε· χάνομεν τὸν και-
1295ρόν μας.
1296§160Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Φείδεσθε τοῦ χρόνου;
1297§161ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μάλιστα.
1298§162Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Παντάπασι.
1299§163ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κάμνετε καλὰ νὰ μὴν τὰ ἔχετε μαζῆ μου,
1300διότι θὰ εὕρητε τὸν μπελά σας· ἕως τώρα δὲν ἔδωκα εἰς κα-
1301νένα ἀφορμήν.
1302§164Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὸν κ. Κολιάτσον ἔλαβε τὸν
1303λόγον ἓν μέλος τῆς πλειονοψηφίας τοῦ τμήματος, ἡ ὁποία προ-
1304τείνει τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς Ἀττικῆς. Ἐλάλησε, καὶ μο-
1305λονότι τὸ ζήτημα ἦτο σπουδαῖον, ὀλίγας ὥρας κατηνάλωσε.
1306Τὸν κ. Ζέζαν διεδέχθη ἕτερος τῶν βουλευτῶν Ἀττικῆς, ὅστις
1307κατηνάλωσεν ἐπίσης τὴν τελευταίαν ἡμέραν· μετὰ ταῦτα δὲ
1308ὁ κ. Ῥάλλης, ὅστις, μολονότι ἠγόρευσεν ἐπὶ τρεῖς καὶ τέσσαρας
1309ὥρας, δὲν ἠθέλησε νὰ καταστρέψῃ τὸν λόγον του, οὐδὲ νὰ ἔλθῃ
1310εἰς πέρας, ἀλλ’ ἐπεφυλάχθη νὰ συμπληρώσῃ τὴν ἀγόρευσίν
1311του καὶ σήμερον.
1312Ἡ συμπολίτευσις, κύριοι, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω, ἐπεδίωξε
1313τὴν ταχύτητα τῶν συνεδριάσεων, διότι κατηναλώθη ἐπὶ μα-
1314ταίῳ ἱκανὸς χρόνος· οὐδέποτε ἐπεδίωξε τὴν χαλάρωσιν τῶν
1315συζητήσεων τῆς Βουλῆς, οὐδέποτε ἐπεδίωξε τὴν ἐσπευσμένην
1316ἐπικύρωσιν ἢ ἀκύρωσιν τῶν ἐκλογῶν, καὶ ὅμως ἡ ἀντιπολί-
1317τευσις οὐχὶ χάριν τῆς ἀνακαλύψεως τῆς ἀληθείας, ἀλλ’ ἐπὶ
1318ἄλλοις σκοποῖς παρατείνει τὰς συζητήσεις ἄνευ λόγου, θέ-
1319λουσα νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῆς παρελεύσεως τοῦ χρόνου.
1320§165ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἐπειδὴ εἴμεθα παράνομοι, καὶ δύο ἡμερῶν
1321ζωὴ, καλὴ εἶναι.
1322§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι.
1323§167Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἐπεδίωξαν, κύριοι, καὶ κατὰ τὴν
1324πρώτην καὶ κατὰ τὴν δευτέραν καὶ κατὰ τὴν τρίτην ἡμέραν;
1325Σεῖς εἶσθε εἰς γνῶσιν καὶ δύνασθαι νὰ τὸ κρίνηται· ἐπε-
1326δίωξαν τὴν παράτασιν τῶν συνεδριάσεων καὶ τὴν ματαίωσιν
1327αὐτῶν, τὴν ματαίωσιν τῶν προσπαθειῶν τῆς καλῆς θελήσεως
1328τῆς πλειονοψηφίας. Τοῦτο βεβαίως ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς ἓν μέ-
1329λος τοῦ Σώματος, εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐξ Αἰγιαλείας
1330καὶ χθὲς νὰ διαμαρτυρηθῇ καὶ σήμερον νὰ φέρῃ τὸν λόγον ἐπὶ
1331τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας,
1332οὐδὲν ἄλλο ἐπεδίωξεν εἰμὴ τὴν διατήρησιν τῆς ὑπολήψεως τοῦ
1333Σώματος, ἐπεδίωξε τὴν ματαίωσιν τῶν σχεδίων τῆς ἀντιπο-
1334λιτεύσεως....
1335§168ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Τὸν εὐχαριστοῦμεν, ἀλλ’ εἴμεθα ἀρκετοὶ
1336μόνοι μας· περὶ ἡμῶν μὴ μεριμνᾶτε.
1337§169Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔφερε, κύριοι, πρότασιν, κατὰ τὴν
1338ὁποίαν δὲν δύναταί τις, κατὰ τὸν χρόνον τῆς συζητήσεως ἢ
1339διαρκούσης τῆς ἀγορεύσεως ῥήτορος, νὰ προτείνῃ ὅτι ἡ Βουλὴ
1340δὲν εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ· καὶ τὴν πρότασιν αὐτὴν τὴν ἐπολέμη-
1341σαν ὅλοι οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα, τὴν ἐπολέ-
1342μησαν ὡς ἀντισυνταγματικὴν, ὡς ἀντιβαίνουσαν εἰς τὸν Κανο-
1343νισμὸν, ὡς παράνομον· ἀλλ’ ἂς μ’ ἐπιτρέψουν πάντες οἱ ἀγορεύσαν-
1344τες νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Μεσσηνέζη εἶναι σύμ-
1345φωνος μὲ τὸ Σύνταγμα, εἶναι σύμφωνος μὲ τὸν Νόμον, μὲ τὸν
1346Κανονισμὸν, τὸν ὁποῖον παραγνωρίζουν, ὅσοι δὲν θέλουν τὴν πρό-
1347τασιν. Ἐπεκαλέσθησαν, κύριοι, τὸ Σύνταγμα, τὸ ἄρθρον 56,
1348καὶ δὲν ἔδωκαν τὴν ἀπαιτουμένην προσοχὴν, νὰ ἴδωσιν ὅτι ἡ
1349πρότασις τοῦ κ. Μεσσηνέζη εἶναι ὀρθοτάτη καὶ σύμφωνος μὲ
1350αὐτό. Βεβαίως δὲν δύναται νὰ συνεδριάσῃ ἡ Βουλὴ, οὐδὲ νὰ
1351συνέλθῃ, ἐὰν δὲν εὑρίσκεται ἐν ἀπαρτίᾳ· βεβαίως ἡ Βουλὴ δὲν
1352δύναται νὰ προβῇ εἰς ἀπόφασιν, ἐὰν δὲν εὑρίσκεται ἐν ἀπαρ-
1353τίᾳ· ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως διαστήματι, τῷ ἀπὸ τῆς πρώτης
1354πράξεως τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως μέχρι τῆς ἀποφάσεως
1355τῆς Βουλῆς κατὰ τὰς ἀγορεύσεις, οὐδέν ἐστὶ τὸ ἐπιβάλλον ἢ
1356ἀπαιτοῦν πλήρη ἀπαρτίαν. Ἰδοὺ, κύριοι, τὸ ἄρθρον 56, τὸ
1357ὁποῖον ἐπεκαλέσθησαν τοῦ Συντάγματος· «Ἡ Βουλὴ δὲν δύ-
1358νατα νὰ συζητήσῃ καὶ ἀποφασίσῃ τι ἄνευ τῆς παρουσίας....»
1359Δὲν δύναται νὰ πράξῃ συγχρόνως καὶ τὰ δύω, κύριοι, νὰ συζη-
1360τήσῃ καὶ ἀποφασίσῃ ἄνευ τῆς παρουσίας.....
1361§170ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Ἴσα ἴσα αὐτὸ εἶναι.
1362§171Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε ὑπομονὴν, κύριοι, διότι πι-
1363στεύω, ὅτι θὰ πεισθῆτε, ἐὰν θέλετε.
1364§172Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κ. πρόεδρε, διὰ νὰ τῷ ἀ-
1365ποδείξω, ὅτι ὅπερ προτείνει οὐδὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα ἔ-
1366χει, καὶ θαυμάζω πῶς κάθηνται καὶ συζητοῦν αὐτό.
1367§173Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα ἔχει, κ.
1368Σωτηρόπουλε, νὰ μὴ διαλύετε τὰς συνεδριάσεις ἐν τῷ μεταξύ.
1369§174Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἰδῆτε ὅτι σκιαμαχεῖτε.
1370§175Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἀκολουθήσωμεν τὰς σκέψεις
1371σας, βεβαίως ἠμπορεῖτε νὰ ματαιώσητε τὰς συνεδριάσεις. «Ἡ
1372Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἀποφασίσῃ καὶ συζητήσῃ....» Ἐὰν,
1373κύριοι, εἶχε τὴν ἰδέαν ὁ νομοθέτης, τὴν ὁποίαν ἔχουν σήμερον
1374οἱ ἀντιλέγοντες, ἰδοὺ πῶς ἠδύνατο νὰ ἐκφρασθῇ ὁ νόμος, ὅπως
1375μὴ ὑπάρχῃ οὔτε ζήτημα, οὔτε ἀμφιβολία· «Ἡ Βουλὴ δὲν δύ-
1376ναται νὰ συζητήσῃ, οὐδὲ νὰ ἀποφασίσῃ τι ἄνευ τῆς παρουσίας.
1377...» Καταλαμβάνετε; Καὶ ὅτι τοῦτο ἐφρόνει ὁ νομοθέτης,
1378ὅτι ἡ ἀπόφασις δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, μὴ
1379οὔσης ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς τελευταίας περικο-
1380πῆς τοῦ ἄρθρου 55, «ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας, ἡ πρότασις ἀ-
1381ποῤῥίπτεται.» Πρόκειται λοιπὸν περὶ τῶν ἀποφάσεων τῆς
1382Βουλῆς. Τῳόντι, κύριοι, καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Κανονισμὸς
1383ἔπρεπε νὰ προΐδωσιν αὐτὴν τὴν περίπτωσιν, ἔπρεπε νὰ μὴ
1384ἀφεθῇ εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν τῆς μειοψηφίας ν’ ἀποφαίνεται ἐπὶ
1385τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἔρχονται εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Ἀλλ’
1386ἐὰν μετὰ μίαν πολύωρον μακρὰν συνεδρίασιν ἀπουσιάζουν ἐν
1387τῷ μεταξὺ εἷς ἢ δύω τῶν ἀντιπροσώπων, ἓν ἢ δύω μέλη τοῦ
1388Κοινοβουλίου καὶ εἰς περίστασιν καθ’ ἣν προλαμβάνει ὁ ἀγορεύων
1389νὰ δηλώσῃ, ὅτι θέλει διαρκέσει ὁ λόγος του ἐπὶ τρεῖς τέσ-
1390σαρας ὥρας, ἐὰν, λέγω, ἐν τῷ μεταξὺ αὐτῷ ἐπὶ μίαν, δύω στι-
1391γμὰς ἤθελον ἀποσυρθῆ δύω μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἡ
1392Βουλὴ σχεδὸν εὑρίσκεται ἐν ἀπαρτίᾳ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ εὑρίσ-
1393κωνται 95 πρόσωπα, ἠννόει ὁ νομοθέτης νὰ ματαιώσῃ τὴν συ-
1394νεδρίασιν διὰ μόνον τὸν λόγον, ὅτι ἀπουσίασεν ἓν μόνον πρό-
1395σωπον καὶ τὸ ὁποῖον ἀπουσίασε πρὸς στιγμὴν ὅπως ἐπανέλθῃ;
1396Καὶ τὰ ζητήματα, κύριοι, θέλουν νὰ ἐξευτελίσουν καὶ τὴν Βουλὴν
1397νὰ ταπεινώσουν, ὅσοι προσπαθοῦν διὰ τῶν διακοπῶν καὶ τῶν θο-
1398ρύβων νὰ ματαιώνουν τὰς ἀγορεύσεις (θόρυβος). Ὁ νόμος, κύριοι,
1399εἶναι τοιοῦτος (θόρυβος).
1400§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι.
1401§177ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Βεβαίως ἡμεῖς ἔχομεν τὸν νόμον ὑπὲρ
1402ἡμῶν.
1403§178Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κατόπιν λαμβάνετε τὸν λόγον, εἶσθε
1404δικηγόρος, μὴ διακόπτετε.
1405§179ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἀλλ’ ἦλθε τώρα ἡ ὥρα νὰ φύγουν καὶ διὰ
1406τοῦτο τὰ λέγουν αὐτά.
1407§180Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἑρμηνεία αὕτη εἶναι ἡ λογικὴ, ἡ
1408προκύπτουσα ἐκ τῶν πραγμάτων. Συνεπείᾳ λοιπὸν αὐτῆς τῆς
1409ἑρμηνείας αὐτοῦ τοῦ γράμματος, τί παράδοξον εἶχεν ἡ πρότα-
1410σις τοῦ κ. Μεσσηνέζη, ἡ ὁποία περιωρίσθη εἰς τοῦτο τοὐλά-
1411χιστον, νὰ μὴ διακόπτεται ὁ ῥήτωρ ἐν τῷ μεταξύ; Παραλογί-
1412ζεται, λέγουν, ὁ κ. Μεσσηνέζης φέρων τοιαύτην πρότασιν· καὶ
1413τὸ λέγουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πρωτοφανῆ πρότασιν πρὸ ὀλίγου
1414ἔφεραν, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔφεραν τὴν πρότασιν νὰ προσδιορισθῇ
1415ἡ ὥρα τῆς λύσεως τῶν συνεδριάσεων, πρωτοφανῆ πρότασιν,
1416ἡ ὁποία οὐδέποτε εἰς κἀνὲν Κοινοβούλιον καὶ εἰς κἀνένα κα-
1417νονισμὸν ἀνεγράφη. Σεῖς λοιπὸν θέλετε νὰ προσδιορίσητε καὶ
1418τὴν ὥραν τῆς λύσεως τῶν συνεδριάσεων! καὶ σεῖς λέγετε, ὅτι
1419εἶναι παράλογος ἡ πρότασις τοῦ κ. Μεσσηνέζη, νὰ μὴ διακόπτε-
1420ται τοὐλάχιστον ὁ ἀγορεύων μεταξὺ τῆς ἀγορεύσεώς του; Κύ-
1421ριοι, τοὺς πάντας πρέπει νὰ διέπῃ ἡ εὐθύτης καὶ εἰλικρίνεια.
1422§181ΖΩΧΙΟΣ. Μάλιστα.
1423§182Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀνειλικρίνεια εἶναι ἀναξία πολι-
1424τευομένων, ὁ δόλος καὶ τὰ παρόμοια μέσα εἶναι ἀνάξια πολι-
1425τευομένων. Προχωρήσατε, κύριοι, ὑποστηρίξατε τὰ δικαιώμα-
1426τά σας, τὰς πεποιθήσεις σας, θὰ ὑπαχθῆτε, ὀφείλετε ἐπὶ τέ-
1427λους νὰ ὑπαχθῆτε εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς πλειονοψηφίας. Ἡ
1428πλειονοψηφία ἔχει ἐπίσης τὰς πεποιθήσεις της, δὲν σᾶς χαρί-
1429ζει οὔτε πλειοτέραν συνείδησιν καὶ ἀγάπην πρὸς τὴν Πατρίδα,
1430οὔτε πατριωτισμὸν μεγαλείτερον. Ἐπιδιώκομεν, κύριοι, ὅλοι
1431τὴν ἀληθῆ, τὴν γνησίαν ἀντιπροσωπείαν καὶ τὸ δίκαιον. Σεῖς
1432ἀρνεῖσθε εἰς ἡμᾶς τὴν καλὴν θέλησιν, τὴν εὐθύτητα· δίδετε
1433καὶ εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ ἀμφισβητήσωμεν ταῦτα καὶ πρὸς
1434ὑμᾶς (θόρυβος). Τέλος πάντων, κύριοι, δὲν δικαιοῦται κἀνεὶς
1435νὰ παρακωλύῃ τὰς συζητήσεις καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐξε-
1436λέγξεων (θόρυβος).
1437§183Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, γίνεται τόση ταραχή, ὥ-
1438στε ἐγώ, ὅστις εἶμαι πλησίον, δὲν ἀκούω· πολὺ δὲ περισσότε-
1439ρον ὅσοι κάθηνται μακράν.
1440§184Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔστωσαν βέβαιοι, μὲ ὅσα καὶ ἂν κα-
1441ταβάλλωσι μέσα, οἱ ἐπιδιώκοντες ἐκ τῆς μειονοψηφίας νὰ ἐπι-
1442βάλωσιν εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τὴν θέλησίν των ὅτι δὲν θὰ τὸ
1443κατορθώσωσι καὶ θὰ ἐκτεθῶσιν εἰς τὴν κοινωνίαν, ὡς θέλοντες
1444νὰ παραλύσωσι τὰς συνεδριάσεις τοῦ Κοινοβουλίου· οὐδὲν δ’
1445ἄλλο θὰ πράξωσι. Καταβαίνων, κύριοι, τοῦ βήματος, προτείνω
1446τὴν ἐπιψήφισιν τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Μεσ-
1447σηνέζης.
1448§185ΔΡΟΣΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ φίλου μου
1449κ. Μεσσηνέζη ἔλαβε διαστάσεις, τὰς ὁποίας δὲν ἔπρεπε, τοὐλά-
1450χιστον ἐπὶ τοῦ παρόντος, νὰ λάβῃ· διὰ τοῦτο περιορίζομαι εἰς
1451τὴν πρότασιν αὐτὴν μόνην. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Μεσσηνέζη ἀν-
1452τιβαίνει εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Τὸ Σύνταγμα λέ-
1453γει, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ συζήτησις καὶ ἀπόφασις, ἂν δὲν
1454ᾖναι ἀπαρτία, τουτέστι τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τῶν βουλευτῶν·
1455δὲν κάμνει διάκρισιν τοιαύτην, ὁποίαν μᾶς ἀνέφερεν ὁ κ. Μεσ-
1456σηνέζης, καὶ δὲν χωρίζει τὴν συζήτησιν ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν.
1457Τί προτείνεται σήμερον; προτείνεται ἑρμηνεία τοῦ Συντάγμα-
1458τος. Ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν ἑρμηνείαν τοῦ Συντάγματος;
1459Καὶ εἶναι τώρα ὥρα νὰ ἐνασχοληθῶμεν εἰς τοιοῦτον ζήτημα;
1460Εἰς ὅλας τὰς Βουλὰς ἐφηρμόσθη αὐτὴ ἡ διάταξις ὡς καὶ ἤδη·
1461πάντοτε ὁσάκις εἷς ἔλεγε δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, διεκόπτετο ἡ
1462συζήτησις καὶ ἐβεβαιοῦτο ἐὰν ὑπάρχῃ ἀπαρτία. Ἀνέφερον τὴν
1463Ἀγγλίαν· ἐκεῖ ὑπάρχει νόμος, ὅστις θεωρεῖ ἀπαρτίαν, ὁσάκις
1464ᾖναι παρόντες τεσσαράκοντα μόνον βουλευταί. Ἀλλ’ ὅταν εἶ-
1465ναι 38 ἢ 39 καὶ ἕνας βουλευτὴς παρατηρήσῃ ὅτι δὲν εἶναι ἀ-
1466παρτία, διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, κ.
1467Πρόεδρε, προτείνω τὸ ἀπροχώρητον τῆς προτάσεως, ὡς ἀντιβαι-
1468νούσης εἰς τὸ Σύνταγμα.
1469§186ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, δὲν κατατάσσομαι μεταξὺ τῶν
1470ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν τόλμην νὰ οἰκειοποι-
1471ῶνται ὅλας τὰς ἀρετὰς, νὰ ἀρνῶνται δὲ τὸ πᾶν εἰς τοὺς ἄλ-
1472λους, καὶ ἵνα ὑψωθῶσι περισσότερον ἐξακολουθοῦν νὰ συκοφαν-
1473τῶσι. Δὲν σκοπῶ νὰ ἀπαγγείλω ἐπικήδειον ἀπὸ τοῦ βήματος
1474τούτου· οἱ ἐπικήδειοι, κύριοι, εἶναι συνήθως σειρὰ ἐπαίνων το-
1475σούτῳ μᾶλλον καθόσον ὁ ἐπαινούμενος εἶναι μηδαμινώτερος.
1476§187ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε πρόεδρε.
1477§188ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂς ἀνασκάπτωσιν ὅσον θέλουν τὸ πα-
1478ρελθόν μου· τὸ παρελθὸν συνεζητήθη ἁρμοδίως, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ
1479καὶ τὸ Κοινοβούλιον καὶ ἡ κοινὴ γνώμη ἀπεφάνθη· ἂς τὸ ἀνα-
1480σκάψουν ὅσον θέλουσιν· εἶμαι ἕτοιμος νὰ συζητήσω ὅλον μου
1481τὸ παρελθὸν οὐχὶ μετ’ ἐκείνων, οἵτινες δὲν ἔχουν παρελθὸν,
1482οὔτε θέλουν κατορθώσει νὰ ἀποκτήσωσι μέλλον, ἀλλὰ μετ’ ἐ-
1483κείνων οἵτινες ἔχουσι παρελθὸν, καὶ ἔντιμον καὶ λαμπρόν.
1484§189ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τὸ παρελθόν σου δὲν εἶναι ἐπίζηλον.
1485§190ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ καυχώμενος ἄναυδος ἐπὶ ἠθικότητι
1486ὅτι δὲν ἐξύβρισε, διότι δὲν ἐξέφερεν ὑβριστικὰς λέξεις, κακῶς
1487καυχᾶται. Πιστεύω, κύριοι, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Μεσση-
1488νέζη σκοπὸν ἔχει νὰ σᾶς ἐξυβρίσῃ, καὶ πρὸς τοῦτο εἴδετε ὅτι
1489ἐστηρίχθη ἐπ’ ἐλεεινῶν παραμορφώσεων· ἤκουσε καὶ δὲν ἤκουσε
1490τὸν κ. Σαράβαν· ἔπλασεν ὑποθέσεις, ἐπανέλαβε λόγους, οἵτινες
1491οὔτε ἐῤῥέθησαν, οὔτε εἰς τὸν νοῦν οὐδενὸς ἦλθον. Ἄλλως, δὲν
1492δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς ὁ κ. Μεσσηνέζης, ὅστις ἀπὸ χθὲς ἐμε-
1493λέτησε τὴν πρότασιν, ἐντὸς ἡμισείας ὥρας, ἀφοῦ δαψιλῶς μᾶς
1494ἐξύβρισεν, αὐτὸς οὗτος ἀνέτρεψεν αὐτήν· διότι ἡ τροποποίησις,
1495τὴν ὁποίαν παρουσιάζει, εἶναι ἀνατροπή. Λοιπὸν, ἢ σκοπὸν εἶ-
1496χε νὰ μᾶς ὑβρίσῃ, τὴν πρότασιν αὐτὴν φέρων, ἢ πρέπει νὰ δε-
1497χθῇ ὅτι προσηνέχθη μὲ ἐλαφρότητα, ὁμοίαν τῆς ὁποίας δὲν ἀ-
1498πηντήσαμεν εἰς τὴν Βουλήν· διότι δὲν γνωρίζω, πῶς ἄνθρωπος,
1499ὅστις μετὰ τόσου ζήλου ὑπεστήριξε τὴν πρότασιν αὐτὴν, αὐτὸς
1500οὗτος ἐντὸς ἡμισείας ὥρας παραιτεῖται αὐτῆς. Ἐπαναλαμβάνω,
1501ἢ νὰ μᾶς ὑβρίσῃ σκοπὸν εἶχε, ἢ, καίτοι ἀντιποιούμενος τὸν
1502μέγαν ἄνδρα, δεικνύει ἐλαφρότητα τὴν πλέον ἀσύγγνωστον.
1503Κύριοι, κατ’ ἐμὲ, ἡ ἀξία τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος
1504συνίσταται εἰς τὴν ἐλευθέραν καὶ ἐκτεταμένην συζήτησιν· διότι
1505ἐν τῷ συνταγματικῷ πολιτεύματι δὲν σκοπεῖται ἄλλο τι εἰμὴ
1506ἡ ὑπερίσχυσις τοῦ ὀρθοῦ καὶ τῆς γνώμης τῆς πεφωτισμένης,
1507καὶ γνώμην πεφωτισμένην δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἢ ὅπου ἡ
1508συζήτησις εἶναι εὐρεῖα καὶ ἐλευθέρα. Διὰ τοῦτο, ὅτε εἶχον τὴν
1509τιμὴν νὰ παρακάθημαι εἰς τὴν ἕδραν ἐκείνην (δεικνύει τὴν ὑ-
1510πουργικὴν), οὐδέποτε ἠθέλησα νὰ ἐμποδίσω τὰς συζητήσεις,
1511καίτοι εἶχον πάντοτε ἰσχυρὰν ὑπὲρ ἐμοῦ πλειονοψηφίαν. Ἐνθυ-
1512μοῦμαι, τὸ 1867 εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν τότε ἦτο καὶ ὁ νῦν
1513πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου· μία πίστωσις συνεζητήθη ἐπὶ δεκα-
1514πέντε ἡμέρας. Οὐδέποτε προέτεινα τὴν διακοπὴν τῆς συζητή-
1515σεως, διότι ἐνόμιζον, ὅτι τὸ δίκαιόν μου διὰ τῆς συζητήσεως
1516ἤθελον τὸ ἀποδείξει, καὶ ἤθελον καταστήσει σεβαστὴν
1517τὴν ἀλήθειαν καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ.
1518Πότε μὲ ἠκούσατε νὰ σᾶς εἴπω, σπεύσατε, διότι ὁ και-
1519ρὸς εἶναι πολύτιμος! Αὐτὸ εἶναι ἡ ἀνάγκη τοῦ αὐθαι-
1520ρέτου· τὸ αὐθαίρετον δὲν ἀγαπᾷ τὴν συζήτησιν, τὸ φῶς. Ὁ
1521καιρὸς, κύριοι, δὲν εἶναι τὸ μόνον ἀπολύτως ἀναγκαῖον ὅσον ἡ
1522ἀλήθεια, ἡ ὁποία ἐν τῇ σιωπῇ καὶ τῇ ταχύτητι συνήθως δὲν
1523ἐπιτυγχάνεται, ἀμαυροῦται, καλύπτεται· τὴν σιωπὴν πάντοτε
1524ἀπέκρουσα καὶ θέλω αἰωνίως τὴν ἀποκρούει. Τί ἠθέλατε νὰ
1525πράξωμεν ἡμεῖς τοιαύτην ἔχοντες πεποίθησιν; ἠθέλετε νὰ ἀπο-
1526δεχθῶμεν, νὰ ὑποκύψωμεν εἰς ἀπόφασιν — συγχωρήσατέ μοι
1527τὴν ἔκφρασιν — κτηνώδη, ὁποῖαι εἶναι αἱ ἄνευ ἐρεύνης ἀποφά-
1528σεις, ἢ νὰ συζητήσωμεν καὶ νὰ φωτίσωμεν τὴν κοινὴν γνώμην
1529καὶ ἡμᾶς αὐτούς; Καὶ περὶ τίνος πρόκειται; Λυποῦμαι ὅτι δὲν
1530ἔλαβον ἔτι τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Ἀττικῆς· θέλω τὸν λά-
1531βει καὶ θέλω σᾶς ἐξηγήσει ὅτι σήμερον πρόκειται περὶ τοῦ ὅλου
1532διεφθαρμένου ἐκλογικοῦ συστήματος, καὶ ἰδοὺ ποῦ θέλει περι-
1533στραφῇ ἡ συζήτησις. Τότε θέλω παρακαλέσει ὑμᾶς νὰ μᾶς
1534δώσητε πλειοτέραν προσοχὴν καὶ καιρὸν, ἵνα λύσωμεν ζήτημα,
1535ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἐξαρτᾶται ἡ ὕπαρξις τοῦ πολιτεύματος.
1536Ἔχοντες λοιπὸν τοιοῦτον σκοπὸν καὶ τοιαύτην πρόθεσιν καὶ
1537μὴ ἀγωνιζόμενοι περὶ μόνης τῆς ἐκλογῆς, ἀλλ’ ἵνα λύσωμεν τὸ
1538μέγα ἐκλογικὸν ζήτημα, νομίζετε ὅτι κακῶς ἐπράξαμεν θέλον-
1539τες νὰ τύχωμεν καιροῦ, ἵνα συζητήσωμεν καὶ φθάσωμεν εἰς τὸν
1540σκοπὸν αὐτόν; Καὶ δικαιοῦσθε, κύριοι, ὑμεῖς νὰ εἴπητε ὅτι
1541ἐκ συστήματος θέλομεν νὰ παραλύσωμεν τὰς ἐνεργείας τῆς
1542πλειονοψηφίας; Ὄχι· τὸ σύστημα αὐτὸ μετῆλθον ἄλλοι ἄλ-
1543λοτε ἐπὶ μεμελετημένῳ σκοπῷ. Κύριοι, ἐγὼ σᾶς εἶπον πολλά-
1544κις, δὲν ἀντέχομεν μετὰ ἑπτάωρον ἐργασίαν νὰ μένωμεν ἐπὶ
1545πλέον· ἐὰν ἐπιμένετε νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν, ἠ-
1546ναγκασμένοι εἴμεθα νὰ ἀναχωρήσωμεν. Σᾶς ἐρωτῶ, εἰς ποῖον
1547ἄλλο Κοινοβούλιον περισσοτέρα ἐργασία γίνεται ἢ ὅση εἰς τὸ
1548ἡμέτερον; Καὶ ἔχετε τὴν τόλμην νὰ λέγητε ὅτι ἐκ κακῆς προ-
1549θέσεως ἀναχωροῦμεν; Συνείδησις, γυμνὴ ἀρετῆς, ἠμπορεῖ νὰ προ-
1550φέρῃ συκοφαντίας τοιαύτας κατὰ τῆς μειονοψηφίας, ἥτις ἐκ-
1551πληροῖ πληρέστατα καὶ νομιμώτατα τὸ χρέος της, καὶ ἥτις
1552ἐπιθυμίαν καὶ ἀπόφασιν ἔχει νὰ συζητήσῃ ἐνώπιόν σας τὸ σπου-
1553δαῖον αὐτὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔσεται μεστὸν συνεπειῶν. Πρό-
1554κειται περὶ τῆς ἰσχύος μεταξὺ τοῦ συστήματος τῆς διαφθορᾶς
1555τῶν ἐκλογῶν καὶ τοῦ συστήματος τῆς εἰλικρινείας αὐτῶν, τὰ
1556ἐπαναλαμβάνω.
1557Κύριοι, οὐδὲν εἶναι ἀπόλυτον εἰς τὴν πολιτικήν, ἀπορῶ δὲ
1558πῶς οἱ ὁμιλήσαντες μὲ τόσην τόλμην ὡμίλησαν περὶ τῶν δι-
1559καιωμάτων τῆς πλειονοψηφίας, καὶ δὲν ἐπαναλαμβάνω ὅ,τι ὁ
1560ἔντιμος κ. Σαράβας εἶπεν ἐν γένει· θέλω ὁμιλήσει δὲ περὶ τῆς
1561πλειονοψηφίας ἐν τῷ κοινοβουλίῳ τούτῳ, ἀλλὰ καθαρώτερον.
1562Νομίζετε, κύριοι, ὅτι ὁ κανών, τὸν ὁποῖον παραδέχομαι καὶ τοῦ
1563ὁποίου εἶμαι ὀπαδός, ὁ κανὼν τοῦ νὰ ὑπείκῃ ἡ μειονοψηφία εἰς
1564τὴν πλειονοψηφίαν, εἶναι κανὼν γενικὸς καὶ ἀπόλυτος, ὅτι δὲν
1565δύναταί ποτε νὰ τροποποιηθῇ; Καὶ ἐὰν σεῖς σήμερον μᾶς φέ-
1566ρετε νὰ ψηφοφορήσωμέν τι ἐναντίον τοῦ Συντάγματος, εἴμεθα
1567ἡμεῖς ὑποχρεωμένοι νὰ συντελέσωμεν, ὥστε νὰ πραχθῇ τὸ ἔγ-
1568κλημα τοῦτο; Ἐγὼ ἐν πληρεστάτῃ συνειδήσει ἤθελον ἀποκρού-
1569σει τοιοῦτόν τι, ἐὰν ἐπροτείνετο· εἶναι ἀπόλυτος ὁ κανών; Ἡ
1570ἱστορία μᾶς διδάσκει ὅτι εἰς παρελθόντας καιροὺς ἄνδρες, ἁγνῶν
1571αἰσθημάτων καὶ ὑπηρετοῦντες μεγάλας ἰδέας, ὑπέκυψαν εἰς ἐγ-
1572κληματικὰς παρεκτροπάς, καὶ τὰς παρεκτροπὰς αὐτάς, διὰ νὰ
1573κατορθώσωσιν, ἀνάγκην εἶχον τὰ κοινοβούλια νὰ μετασχημα-
1574τίσωσι βιαίως καὶ παρανόμως. Γνωρίζομεν ἀπὸ τὴν ἱστορίαν
1575τῶν κοινοβουλίων, ὅτι διὰ τῆς βίας καὶ ἐκνόμως ἀπεπέμφθησαν
1576Βουλευταὶ νόμιμοι καὶ οὕτω τὰ κοινοβούλια αὐτὰ ἐκκαθαρισθέντα
1577κατὰ τὴν συνήθη ἔκφρασιν, ἐγκλημάτισαν, ἐνῷ ἐνόμιζον ὅτι ὑπη-
1578ρετοῦσιν ἰδέας καὶ σκοποὺς ὑψηλοτέρους καὶ πατριωτικούς. Ἐὰν
1579ἡ ἀντιπολίτευσις, σᾶς ἐρωτῶ, ἐν τῇ μειονοψηφίᾳ οὖσα ὅταν τὸ
1580ἔγκλημα αὐτὸ ἐτελεῖτο, ἀπεχώρει καὶ οὕτω ἐμπόδιζε νὰ δια-
1581πραχθῶσι τὰ ἐγκλήματα ταῦτα, ἤθελεν εἶσθαι ἔνοχος καὶ κα-
1582τακριτέα; Ἀλλὰ καὶ τὸ Κοινοβούλιόν μας αὐτὸ δὲν ἐκαθάρισεν
1583ἡ αὐθαιρεσία ἐδῶ μὲν ἑνὸς Νομάρχου, ἐκεῖ δὲ ἡ δολιότης τοῦ
1584ἐπάρχου, ἢ ἡ ἀτολμία τοῦ ἐκλογικοῦ Συλλόγου; Καὶ νομίζετε
1585ὅτι ἠμπορεῖτε νὰ ὁμιλῆτε, ὅπως ὁμιλεῖτε, περὶ τῆς οὕτω κα-
1586ταρτισθείσης πλειονοψηφίας; Καὶ ὅταν ὁ Νομάρχης ἢ ὁ σύλλο-
1587γος ὁ ἐκλογικὸς αὐθαιρέτως καταρτίζει τὸ Κοινοβούλιον παρὰ
1588τὴν θέλησιν τοῦ ἔθνους, ἀπαιτεῖται πολλὴ τόλμη ὥστε νὰ ὁμι-
1589λῆτε μὲ τόσον θάῤῥος περὶ πλειονοψηφίας, διότι ἡ πλειονοψηφία
1590δὲν ἀρκεῖ νὰ ἔχῃ τὸν ἀριθμὸν τὸν πλείονα διὰ νὰ ᾖναι καὶ σε-
1591βαστὴ, ἀλλὰ πρέπει νὰ ᾖναι ἀληθὴς τοῦ ἔθνους πλειονοψηφία,
1592κατὰ τοὺς νόμους κατηρτισμένη· καὶ ὅμως καὶ μὲ τὴν τοιαύ-
1593την συγκρότησιν πλειονοψηφίας, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἐνώπιόν μας,
1594δὲν ἠθελήσαμεν ὡς σύστημα νὰ καθιερώσωμεν τὴν ἀποχώρησιν.
1595Ἐζητήσαμεν καὶ ζητοῦμεν νὰ μᾶς ἐπιτρέψητε νὰ ἐργαζώμεθα
1596ὅσον αἱ φυσικαὶ δυνάμεις μᾶς ἐπιτρέπουσι, καὶ νὰ μᾶς δώσητε
1597καιρὸν νὰ συζητήσωμεν ἐνώπιόν σας ζήτημα, τὸ ὁποῖον θεωρεῖ-
1598ται ὡς τὸ μέγιστον τῶν ζητημάτων, καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου σεῖς
1599θὰ ἀποφασίσητε. Ἀλλ’ ὅταν μὲ λέγετε, ἀφοῦ ἦλθον τὴν 1ην ὥ-
1600ραν καὶ ἔμεινα μέχρι τῆς 7ης, ὅτι πρέπει νὰ μείνω ἀκόμη, ἐνῷ
1601ἡ φύσις δὲν μοὶ τὸ ἐπιτρέπει, εἶναι δικαίωμά μου νὰ μὴ ὑπα-
1602κούσω, ὡς μὴ δυνάμενος νὰ ἀνθέξω· δικαίωμά μου εἶναι προ-
1603σέτι νὰ ὑπερασπίσω τὴν ἐλευθερίαν τοῦ Σώματος τούτου, τὴν
1604ἀνεξαρτησίαν τῆς Βουλῆς· καὶ ἡ ἀνεξαρτησία τῆς Βουλῆς βε-
1605βαίως πάσχει, ὅταν ἡ τοιούτου εἴδους βία καταστενοχωρεῖ τοὺς
1606βουλευτὰς, ὥστε ἐξαντλεῖ τὰς φυσικὰς καὶ διανοητικὰς αὐτῶν
1607δυνάμεις· εἶναι δικαίωμά μου, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἀντιτάσσωμαι
1608καὶ μὲ ὁποιονδήποτε ἠθικὸν τρόπον διὰ νὰ ἐπαναφέρω τὴν
1609πλειονοψηφίαν εἰς τὸν ὀρθὸν λόγον καὶ τὸ δίκαιον.
1610Εἶναι, κύριοι, ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Μεσσηνέζη συζητητέα;
1611εἶναι λογική; εἶναι ἀποτελεσματικὴ τοὐλάχιστον; Ἰδοὺ τί θὰ
1612συζητήσω ἐν ὀλίγοις. 1ον οὕτω πῶς εἰσαγομένην, οὕτω πῶς
1613συντεταγμένην ἠμπορεῖτε σεῖς σήμερον νὰ τὴν συζητήσητε;
1614ὄχι. Δὲν δύνασθε νὰ συζητήσητε τροποποίησιν Κανονισμοῦ, δι-
1615ότι ἡ Βουλὴ δὲν συνεκροτήθη ἔτι· οὐδέποτε δύνασθε νὰ συζη-
1616τήσητε τοῦ Συντάγματος τροποποίησιν. Τὸ Σύνταγμα κανονίζει
1617τίνι τρόπῳ ἠμπορεῖ νὰ τροποποιηθῇ. Εἰς τὴν Βουλὴν δὲν ἐπι-
1618τρέπεται, εἶναι λίαν ἐπικίνδυνον νὰ δεχθῇ αὐτὸ, ὅπερ σεῖς ζητεῖ-
1619τε, διότι ὅταν ὑμεῖς τὴν παραβίασιν αὐτὴν πράξητε, δὲν ἠμπορεῖ
1620οὐδεὶς νὰ ἐπιφέρῃ θεραπείαν. Ὅταν οἱ ὑπουργοὶ πταίσωσιν, ὅταν
1621ἐγκληματήσῃ ἡ ἐξουσία, τὸ κακὸν αὐτὸ θεραπεύεται, καὶ οἱ
1622πταίσαντες εἶναι ὑπεύθυνοι ἐνώπιον τοῦ βασιλέως καὶ ἡμῶν·
1623ἀλλ’ ὅταν πταίσητε ὑμεῖς, ποῖος θὰ θεραπεύσῃ τὸ κακόν; Ὅταν
1624σεῖς τὸ Σύνταγμα ἀντικαταστήσητε δι’ ἑνὸς νόμου, ὅταν τὸ
1625Σύνταγμα ἑρμηνεύσητε διὰ νόμου, τὸ κακὸν εἶναι μέγιστον,
1626εἶναι ἀθεράπευτον. Ἐνώπιον τίνος θὰ δώσητε εὐθύνην διὰ τὸ
1627κακὸν αὐτὸ, ὅταν μάλιστα ἐκ συμφέροντος καὶ τῆς ἐξουσίας
1628προέρχεται; Λοιπὸν μὴ βάλετε χεῖρα ἐγκληματικὴν, ἱερόσυλον
1629ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Ἐὰν τὸ ἐγγίξητε ἁπλῶς, τίς θὰ ἀρνηθῇ
1630κατόπιν τὸ δικαίωμα εἰς τὸν θέλοντα νὰ ζητήσῃ ἔπειτα περισ-
1631σοτέρας ἑρμηνείας καὶ τροποποιήσεις; Ἐὰν ἐπιτρέψητε σήμερον
1632ὡς μικρὰν τὴν ἑρμηνείαν αὐτὴν τοῦ Συντάγματος, διατί θὰ ἐμ-
1633ποδίσητε μετὰ ταῦτα νὰ ἐπαναληφθῶσιν ἑρμηνεῖαι καὶ σπου-
1634δαιότεραι καὶ περισσότεραι; Βλέπετε τὸν κίνδυνον, εἰς τὸν ὁποῖον
1635σᾶς ὠθοῦσιν; Ἐὰν θέσητε χεῖρα, ὅσον καὶ ἂν ᾖναι δυνατὸν ἐλα-
1636φρὰν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, δὲν δύνασθε νὰ ἐμποδίσητε τοὺς
1637κατόπιν νὰ θέσωσι χεῖρα βαρυτέραν· ἡ παραβίασις ἐγένετο.
1638Εἶναι λογικὴ ἡ πρότασις; καὶ ἐδύνατο λογικῶς ὁ νομοθέτης
1639νὰ τὴν δεχθῇ; Ἰδοὺ τί ἡ πρότασις λέγει: ἐπιτρέπεται νὰ συζητῇ
1640ἡ Βουλὴ καὶ μὲ πέντε Βουλευτὰς — μὴ ὑποθέσητε τοῦτο ὡς ἁ-
1641πλοῦν ἐπιχείρημα· ὅλας τὰς συνεπείας μιᾶς ἀρχῆς θέλω σύρει, διὰ
1642νὰ πεισθῶ, ἐὰν ᾖναι λογικαὶ αὗται·— καὶ ὅμως δὲν ἐπιτρέπεται νὰ
1643ἀποφασίζωσι εἰμὴ ἑκατὸν βουλευταί, δηλαδὴ ἡ ἀπαρτία. Καὶ
1644ποίαν ἀξίαν ἔχει ἀπόφασις ἀγνοούντων ἀνθρώπων; ποίαν ἀξίαν
1645ἔχει ἡ ψῆφος ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἤκουσαν τὴν συζήτησιν,
1646ἐνῷ ἡ ἀπόφασις εἶναι τὸ πόρισμα τῆς συζητήσεως; Ἤθελε
1647λοιπὸν εἶσθαι λογικὴ ἡ παραδοχὴ τοιαύτης διατάξεως; Ὁ νο-
1648μοθέτης ἤθελε παραδεχθῆ ὅτι δύναταί τις νὰ ἀποφασίσῃ καὶ
1649ἐπὶ σπουδαίων καὶ κυρίων ζητημάτων, χωρὶς νὰ ἀκούσῃ, νὰ με-
1650λετήσῃ καὶ νὰ συζητήσῃ; Ἐὰν καθιερώσητε τοῦτο, τουτέστι νὰ
1651συγκροτῆται Βουλὴ καὶ μὲ ὀλίγους, καὶ μόνον κατὰ τὴν ψηφο-
1652φορίαν οἱ βουλευταὶ νὰ λαμβάνουν μέρος, θέλουσι συμβῆ ἄτο-
1653πα. Τέλος πάντων καὶ ἂν ἐδύνασθε, δὲν πρέπει νὰ τὸ ἐπιτρέ-
1654ψητε, διότι εἶναι ἐπικίνδυνον, ὅταν μάλιστα πρόκειται περὶ μιᾶς
1655Βουλῆς. Ὅπου οἱ νόμοι προετοιμάζονται ἀπὸ Συμβούλιον, ὅπου
1656καὶ ἕτερον Σῶμα συζητεῖ, ἡ Γερουσία, ὅπου τέλος πάντων ὑπάρ-
1657χουν πολλαὶ ἐγγυήσεις, ὅτι ἡ ἀλήθεια καὶ τὸ ὀρθὸν θέλει εὑρε-
1658θῆ ἐκ τῆς πολλαπλῆς συζητήσεως, εἴτε κατὰ τὴν σύνταξιν
1659τοῦ νόμου, εἴτε κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, τότε ἴσως δὲν ἤ-
1660θελον προκύπτει ἄτοπα, καὶ ἂν ὀλιγωτέρα κατεβάλλετο προ-
1661σοχή· ὅταν ὅμως ἔχετε μίαν Βουλὴν, ὅταν αἱ πολλαπλαῖ ἐγ-
1662γυήσεις ὡρίμου συζητήσεως δὲν ὑπάρχουν, δὲν πρέπει νὰ συγ-
1663χωρήσητε νὰ λαμβάνηται ἀπόφασις, ἐνῷ ἡ συζήτησις δὲν ἐγέ-
1664νετο, δὲν ἐξηντλήθη ἐνώπιον ὅλων τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα
1665πρόκειται νὰ ἀποφασίσωσιν.
1666Ἀλλ’ εἶναι ἀποτελεσματική; παντάπασι. Θέλει ἡ πρότασις
1667νὰ ἐμποδίσῃ κατὰ τὴν συζήτησιν ἢ ἐνόσῳ ἀγορεύῃ τις, νὰ ζη-
1668τῆται ὁ ἔλεγχος ἂν ὑπάρχῃ ἀπαρτία, διότι οὕτω πως, λέγουσι,
1669ματαιοῦνται αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ νὰ ζητῆται αὕτη,
1670ὅταν πρόκηται νὰ γείνῃ ἀπόφασις. Ἀλλὰ μένει ἀκέραιον τὸ δι-
1671καίωμα νὰ ζητῆται ἀναβολή; Βεβαίως ναί· ἢ θὰ ἀπαγορεύση-
1672τε καὶ τοῦτο; Ἂν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσω ἀναβολὴν, ἡ
1673αἴτησις αὕτη θὰ προκαλέσῃ ἀπόφασιν, δι’ ἣν ἀπαιτεῖται ἀ-
1674παρτία. Τί ἐκερδήσατε λοιπόν; Δὲν ζητῶ νὰ ἐρευνηθῇ ἐὰν
1675ὑπάρχῃ ἀπαρτία, ζητῶ ἀναβολὴν, τὴν ὁποίαν ἀποφασίζει ἡ ἀ-
1676παρτία. Ὅθεν ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ ψηφίσητε, εἰς
1677οὐδὲν σᾶς ὠφελεῖ.
1678§191ΤΙΝΕΣ. Πρέπει νὰ τὴν ζητήσουν δέκα.
1679§192ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ νομίζετε τοῦτο δύσκολον; τὴν
1680ζητοῦν δέκα καὶ μετὰ ταῦτα ἀναχωροῦν οἱ ἐννέα.
1681Κύριοι, ὁμιλοῦμεν βεβαίως περὶ ἐνεργείας καλῇ τῇ πίστει,
1682διότι, ὅταν οἱ βουλευταὶ ἐργάζονται καλῇ τῇ πίστει, δὲν ἀνα-
1683χωροῦν ἵνα παραλύσωσι τὰς ἐνεργείας τῆς πλειονοψηφίας· ἀλλ’
1684ὅταν ἐνεργοῦσι κακῇ τῇ πίστει, τότε λαμβάνει χώραν καὶ ἡ
1685περίπτωσις, ἣν σᾶς ἀνέφερον, ζητοῦν δέκα τὴν ἀναβολὴν, καὶ
1686κατόπιν, καθ’ ἣν στιγμὴν γίνεται ἡ ψηφοφορία, ἀναχωροῦν οἱ
1687ἐννέα, καὶ ἰδοὺ πάλιν πῶς ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν ἰδέαν τῆς
1688ἀπαρτίας.
1689Βλέπετε, κύριοι, ὅτι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν σᾶς προτείνουν,
1690δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ συζητηθῇ δυνάμει τοῦ Συντάγμα-
1691τος καὶ τῶν νόμων· ὅτι εἶναι παράλογος καὶ μὴ ἀποτελεσμα-
1692τικὴ· καὶ ἑπομένως δὲν θέλετε τὴν λάβει ὑπ’ ὄψιν οὔτε ὅπως
1693τροποποιηθεῖσα φέρεται, δὲν θέλετε συγχωρήσει νὰ ψηφισθῇ πρό-
1694τασις ἀντιφάσκουσα πρὸς τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ Συν-
1695τάγματος· διότι ἅμα δεχθῆτε τοῦτο τὸ ὀλίγον, τί σᾶς ἐμποδί-
1696ζει νὰ δεχθῆτε καὶ τὸ πολύ. Καὶ δὲν πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Μεσση-
1697νέζης ἐπίτηδες ἔφερε καὶ τὴν πρότασιν καὶ τὴν τροποποίησιν
1698πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ μᾶς παρασύρῃ· νομίζω ἀπ’ ἐναντίας, ὅτι τὸ
1699λάθος του ἐννοήσας ἔσπευσε νὰ διορθώσῃ ἀνακαλῶν τὴν ἀρχικὴν
1700πρότασιν, διότι ἄλλως ἤθελον ἀπὸ καρδίας λυπηθῆ. Πιστεύω
1701ὅτι ὁ κ. Μεσσηνέζης καλῇ τῇ πίστει ἐνήργησε.
1702Πρὶν τελειώσω, κύριοι, συμβουλεύω, οὐχὶ συμβουλεύω, διότι
1703δὲν μοι ἐπιτρέπεται νὰ συμβουλεύσω, ἀλλὰ παρακαλῶ τοὺς
1704νέους πρὸ πάντων βουλευτὰς, ὅσοι δίδουσιν ἐλπίδας ὅτι θὰ τρέ-
1705ξωσιν ἐπιτυχῶς στάδιον πολιτικὸν, νὰ ᾖναι, ὅταν ὁμιλοῦν ἀπὸ
1706τοῦ βήματος τούτου, προσεκτικώτεροι εἰς τὰς συμβουλάς των.
1707Δὲν συμβουλεύουν ἐντὸς τῆς Βουλῆς εἰμὴ ἐκεῖνοι, οἵτινες εἶναι
1708κάτοχοι καὶ τῶν νόμων καὶ τῆς ἱστορίας τῆς πολιτικῆς τοῦ τό-
1709που των καὶ τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ· ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε δὲν
1710ἠμπορεῖ, οὔτε πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν τόλμην εἷς νέος νὰ ἐπιπλήτ-
1711τῃ ὁλόκληρον ὁμάδα πολιτευομένων, ὁλόκληρον μερίδα, ἡ ὁποία
1712τὴν δύναμίν της καὶ τὴν ὕπαρξίν της ἐπιζητεῖ καὶ στηρίζει εἰς
1713τὴν ἀλήθειαν καὶ τὸν νόμον· ἂν ἀπὸ τούτων ἀπομακρυνθῇ καὶ
1714τὴν δύναμίν της αὐτὴν δὲν ἀρύεται ἐντεῦθεν, ἐκμηδενίζεται ἐνώ-
1715πιον τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ ἰδικοῦ σας. Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς νεω-
1716τέρους ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε νὰ ἀπευθύνουν παρατηρήσεις καὶ
1717μομφὰς πρὸς ἀνθρώπους γηράσαντας ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς πατρί-
1718δος των, καὶ ἔχοντας τὴν ἀξίωσιν καὶ τὴν ὑπερηφάνειαν ὅτι
1719τὴν ὑπερέτησαν ἐντίμως, εἰλικρινῶς, ὅτι ἐξετέλεσαν τέλος πάν-
1720των τὸ καθῆκόν των, καὶ ὅτι θέλουσιν ἐξακολουθεῖ μέχρι τέ-
1721λους νὰ τὸ ἐκτελῶσι (χειροκροτήματα).
1722§193Ι. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τὸ ζήτημα, κύριοι, κατέστη προσωπι-
1723κόν· μὲ ἀπεκάλεσαν συκοφάντην, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυ-
1724ρίαν ὅλων ὑμῶν ἂν ἦμαι τοιοῦτος. Ὄχι, κύριοι, δὲν ἐσυκοφάν-
1725τησα κανένα, σᾶς εἶπον μόνον τὴν πικρὰν ἀλήθειαν. Δὲν ἔκαμα
1726τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ βεβαιώσω γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐπανα-
1727λαμβάνονται πολλάκις ἐν τῇ ταλαίνῃ Ἑλλάδι, καὶ γεγονὸς τὸ
1728ὁποῖον προετοιμάζεται· ὅτι ἡ μειοψηφία, ἥτις συγκροτεῖται
1729συνήθως ἀπὸ μυρίας ὅσας ἀποχρώσεις πολιτικὰς, συνασπίζεται
1730ἀείποτε, ὅπως ρίπτῃ πᾶσαν Κυβέρνησιν, καὶ ὅταν δὲν δύναται
1731διὰ τῆς πειθοῦς, διὰ τῶν ἐκνόμων μέσων, ὅταν δὲν δύναται νὰ
1732προσελκύσῃ τὴν πλειονοψηφίαν, ὅταν δὲν ἔχῃ ὑπὲρ ἑαυτῆς τὴν
1733κοινὴν γνώμην, καταφεύγει εἰς μέσα ἔκνομα, καταφεύγει
1734εἰς μέσα, συγχωρήσατέ μοι νὰ τὸ εἴπω, ἀνάξια πολι-
1735τευομένων, καταφεύγει καὶ εἰς τὴν φυγομαχίαν. Οὐδένα
1736ἐσυκοφάντησα· συκοφαντοῦν καὶ ὑβρίζουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι
1737δὲν ἀνέχονται τὴν ἀλήθειαν, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν λυσσωδῶς
1738τὴν ἐξουσίαν, τὴν ζητοῦν δι’ ὅλων τῶν θεμιτῶν καὶ ἀ-
1739θεμίτων μέσων. Τὴν ζητεῖτε δὲ, ἔστω καὶ διὰ νὰ βασιλεύσητε
1740ἐπὶ τῶν ἐρειπίων τῆς Ἑλλάδος. Διότι ὑψοῦται μία φωνὴ καὶ
1741ἔχει τὴν τόλμην νὰ σᾶς εἴπῃ τὴν πικρὰν ἀλήθειαν, καὶ νὰ σᾶς
1742παραδώσῃ εἰς τὴν περιφρόνησιν τοῦ κοινοῦ, λέγετε ὅτι συκο-
1743φαντῶ (θόρυβος). Συκοφαντεῖτε σεῖς (θόρυβος). Αἱ ἐκφράσεις
1744μου αὗται ἀπευθύνονται εἰς τὸν κύριον Κουμουνδοῦρον, τὸν ἐ-
1745πίσημον ἄνδρα, ὁ ὁποῖος ἦλθε νὰ μὲ καταβάλῃ, νὰ μὲ ῥίψῃ εἰς
1746τὰ Τάρταρα, ὡς ἄσημον, διότι.....
1747§194ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Σὲ ἔβαλεν ἐκεῖ ὅπου εἶσαι.
1748§195ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Εἶμαι πάντοτε εἰς τὴν θέσιν μου, καὶ εἶμαι
1749εὐχαριστημένος ἐδῶ ὅπου εἶμαι. Μὲ ἐσυκοφάντησαν, μοὶ ἀπηύ-
1750θυνον ὕβρεις βαναύσους, διότι ἐκ στόματος ἀνθρώπων λαβόντων
1751τοιαύτην ἀνατροφὴν δὲν δύνανται νὰ ἐξέλθωσι παρὰ ὕβρεις.
1752Δὲν εἶμαι πράγματι ἐπίσημος ἀνὴρ, διότι δὲν ἤρχισα τὸ στά-
1753διόν μου διὰ ἐμπρησμῶν, δὲν εἶμαι ἐπίσημος ἀνὴρ, διότι δὲν
1754ἤρχισα τὸ στάδιον μου ταπεινούμενος ἐνώπιον τῶν αὐλοκολά-
1755κων τοῦ Ὄθωνος· δὲν ἐπροσκύνησα ἐγὼ τὸν Γαρδικιώτην (θό-
1756ρυβος).
1757§196ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Μᾶς ὑβρίζετε (θόρυβος μέγας εἰς τὴν δεξιὰν
1758πτέρυγα).
1759§197ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ἀφήσατέ τον, ἀφή-
1760σατέ τον.
1761§198ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν εἶμαι ἐπίσημος ἀνὴρ, διότι δὲν ὑπεστή-
1762ριξα τὸ σύστημα τῆς συγκεντρώσεως καὶ δὲν ἤγαγον τὸν ἀ-
1763γαθὸν ἐκεῖνον ἡγεμόνα εἰς τὸν ὄλεθρον, οὔτε τὸν ἐγκατέλιπον
1764κινδυνεύοντα, διότι δὲν κατέφυγον εἰς συνωμοσίας, ἵνα γείνω
1765ὑπουργός· δὲν εἶμαι ἐπίσημος, διότι διαρκούσης τῆς μεσοβασι-
1766λείας δὲν κατέφυγον εἰς ἐμφυλίους πολέμους, ἵνα κρατήσω
1767ἐλεεινὴν ἐξουσίαν· δὲν φέρω τὰ στίγματα τοῦ ἐμφυλίου πολέ-
1768μου, ὡς τὰ φέρετε σεῖς. Δὲν εἶμαι ἐπίσημος ἀνὴρ πράματι, διότι
1769δὲν ἔλαβον ἀνὰ χεῖρας τὸ λάβαρον τῆς μεγάλης ἰδέας ἐν οὐ
1770δέοντι, χάριν ἐλεεινῆς ἐξουσίας, ἵνα ὁδηγήσω τὴν Ἑλλάδα εἰς
1771τὴν Συνθήκην του Χόβαρτ· δὲν εἶμαι ἐπίσημος, διότι δὲν συ-
1772νωμοτῶ σήμερον μὲ τὸν ἕνα καὶ αὔριον μὲ τὸν ἄλλον, ἵνα ῥί-
1773πτω πᾶσαν Κυβέρνησιν καὶ ἵνα φέρω τὴν ἀναρχίαν εἰς τὸν τό-
1774πον· δὲν εἶμαι ἐπίσημος ἀνὴρ, διότι δὲν κηρύττω ἄλλα ἐντὸς
1775καὶ ἄλλα ἐκτὸς τῆς Κυβερνήσεως.
1776Κύριοι, τοιαύτην σημασίαν οὐδέποτε ἐζήλωσα. Πιστεύσατε,
1777ὅτι θέλω προτιμήσει τὴν μηδαμινότητά μου, τὴν ἀσημότητά
1778μου, παρὰ τοιαύτην σημαντικότητα, σημαντικότητα, ἡ ὁποία
1779ἀφίνει γεγραμμένην εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος τὴν προδο-
1780σίαν, τὴν κατάπτωσιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τὴν ἀναρχίαν, ὑπὸ
1781τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ μᾶς ὠθήσετε σεῖς μὲ τὰ ψευδῆ σας
1782προγράμματα. Μὲ προκαλεῖτε, ἄνερ ἐπίσημε, νομίζοντες, ὅτι
1783θὰ μὲ ταπεινώσητε, διότι οὔτε προδίδων, οὔτε συνωμοτῶν,
1784οὔτε ταπεινούμενος ἀπέναντι τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου, οὔτε
1785αὐλοκολακῶν δὲν ἔγεινα ὑπουργὸς. Σᾶς ἔδειξα, ὅτι ἡ χείρ μου
1786δύναται νὰ κρατήσῃ τὴν ἐξουσίαν (θόρυβος). Ἐξεχάσατε ὅτι
1787σᾶς ἔφερα ὡς πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως, διὰ τὴν κακὴν μοῖραν
1788τῆς Ἑλλάδος, εἰς τὴν πρωθυπουργίαν. Τότε ἤμην καλὸς, ἡ
1789χείρ μου ἦτο σιδηρᾶ τότε, διακεκριμένη. Καὶ ἐπὶ Ὄθωνος,
1790ἐπειδὴ ζητεῖτε νὰ μὲ ὀνομάσητε ἄσημον, νέος ὢν ἀπέκρουσα
1791τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἐθεώρησα ὅτι ἐβάδιζεν ὁ ἀγαθὸς ἐκεῖνος
1792Βασιλεὺς πορείαν πολιτικὴν, ἡ ὁποία ἤθελε τὸν ὁδηγήσῃ εἰς
1793τὴν καταστροφήν του. Ἤμην δὲ βέβαιος τότε ὅτι ἐκεῖνοι
1794οἵτινες τὸν ὑπηρέτουν, οἱ ὁποῖοι ἀπελάμβανον ὅλα τὰ ἀγαθὰ
1795τῆς Κυβερνήσεώς του, ἤθελον στρέψει προδοσίας ὅπλα ἐν ὥρᾳ
1796κινδύνου αὐτοῦ. Τότε ἐγὼ νέος ὢν, ὅτε αὐτὸς ὁ ἐμπρηστὴς
1797δὲν εἶχεν ἀναφανῆ εἰς τὸ στάδιον, ἀπέκρουσα προσφερθεῖσάν μοι
1798ἐξουσίαν. (θόρυβος) Ναὶ, κύριε Κουμουνδοῦρε, μάθε το σὺ ὅστις
1799ὁμιλεῖς μὲ αὐτὴν τὴν θρασύτητα· λέγω δὲ τὴν ἀλήθειαν
1800(θόρυβος). Μὴ θορυβεῖσθε. Ὅταν ἔχῃ τις τὴν τόλμην νὰ μοὶ
1801λέγῃ ὅτι εἶμαι μηδαμινὸς, ἄσημος, θὰ τοῦ δείξω ὁποῖος εἶναι
1802αὐτός (θόρυβος).
1803§199ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἤσουν δοῦλος τοῦ Ὄθωνος.
1804§200ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ψεῦδος, οὔτε ἐγὼ, οὔτε οἱ ἐμοὶ ὑπήρξαμέν
1805ποτε δοῦλοι τοῦ Ὄθωνος· τὸν Ὄθωνα τὸν ἀντεπολιτεύθην
1806μέχρι τελευταίας στιγμῆς, τὸν ἀντεπολιτεύθην κἀγὼ, ἀλλ’
1807οὐχὶ ὡς συνωμότης. Ἐνθυμεῖται τὸ κοινὸν τῆς Ἑλλάδος,
1808μ’ ὅλην τὴν ἀσημότητά μου, τὴν ἀνδρικὴν παρουσίαν μεθ’
1809ἧς εἶπον τὴν ἀλήθειαν δι’ ἑνὸς πολυκρότου λόγου μου. Ναὶ,
1810ἄνερ ἐπίσημε, ἠθέλησες νὰ μὲ ταπεινώσῃς, παριστάνων με
1811ὡς ἄσημον. Ἦλθον ἐν τούτοις εἰς τὴν προεδρείαν τῆς Συνε-
1812λεύσεως ὄχι κολακεύων σὲ ἢ τὸν ἔντιμον κ. πρόεδρον τῆς Κυ-
1813βερνήσεως, εἶναι μάρτυς τούτου ὁ κ. Πρόεδρος· ἔφθασα εἰς τὴν
1814προεδρείαν, διότι ἐπείσθη τὸ ἐθνικὸν ἐκεῖνο Σῶμα, ὅτι εἶχον
1815δύναμιν θελήσεως καὶ ἱκανότητα ἀρκοῦσαν, ὅπως διευθύνω
1816ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Ἑλλάδος τὰς συνεδριάσεις αὐτοῦ, ἀντιστρα-
1817τευόμενος κατὰ πάσης ἀντιθέτου θελήσεως· εἶχε πεισθῆ ἡ Συ-
1818νέλευσις περὶ τούτου. Καὶ δὲν ἠξεύρω, ἄνερ ἐπίσημε, τί ἔκαμες
1819σύ. Συγχώρησόν μοι ὅμως τὴν περιφιλαυτίαν νὰ εἴπω, ὅτι ὡς
1820πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως προσέφερα κἀγὼ μικράς τινας ὑπη-
1821ρεσίας εἰς τὴν Πατρίδα. Δὲν εἶχε λοιπὸν τὸ δικαίωμα νὰ μοὶ
1822εἴπῃ, ὅτι εἶμαι μηδαμινός. Δὲν μετεχειρίσθην συκοφαντίας, διὰ
1823νὰ φθάσω εἰς τὴν ἐξουσίαν, διότι δὲν ἐκολάκευσα τοὺς ἰσχυροὺς
1824οὔτε ἕρπων ἢ προδίδων ἢ ἀντιστρατευόμενος πρὸς τὰ ἀληθῆ
1825συμφέροντα τοῦ τόπου, ἐζήτησά ποτε τὴν ἐξουσίαν. Μοὶ εἶπον
1826ὅτι κολακεύων ἔφθασα εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ 1867· δὲν λέγουν
1827τὴν ἀλήθειαν, διὰ νὰ μὴν εἴπω δεινοτέραν λέξιν. Ὅταν ἀπε-
1828χώρησα ἐπὶ Ἐθνοσυνελεύσεως, ὑβρίσθην ἀπ’ αὐτὸν ἐκεῖνον, ὁ
1829ὁποῖος μοὶ λέγει σήμερον, ὅτι εἶμαι ἄσημος· μ’ ἔφερε τότε εἰς
1830τὴν ἀνάγκην νὰ διακόψω τὰς σχέσεις μου μετὰ τῆς Αὐλῆς,
1831δίδων εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ἀγωνισθέντα
1832ὑπερανθρώπως ὅπως δοθῇ ἓν Σύνταγμα εἰς τὸν τόπον του,
1833χωροφύλακος παράσημον, καὶ ἐπιτάττων μοι νὰ τὸ φορέσω
1834κατὰ τὴν ἐπισημοτέραν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Βασιλεὺς
1835ἔμελλε νὰ δώσῃ τὸν ὅρκον. Ὅταν μοὶ ἔφερον τὴν πρότασιν
1836περὶ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ εἶπον πρὸς τὸν ἐπί-
1837σημον ἄνδρα, διατί ὑποβάλλετε τὴν πρότασιν ταύτην ὡς ἡγε-
1838μονικὸν ζήτημα, ἐνῷ δὲν εἶναι εἰμὴ ὁ πέμπτος τροχὸς τῆς
1839ἁμάξης; διατί συνειθίζετε κακῶς τὸν νεαρὸν Βασιλέα ὑποχω-
1840ροῦντες ἐν οὐ δέοντι; Εἰς ἀπάντησιν ὕψωσε τοὺς ὤμους του,
1841ὁ ὑπέρμαχος τῶν ἐλευθεριῶν μετ’ ὀλίγον, ὁ ἄνθρωπος τῶν
1842προγραμμάτων. Αὔριον, ἐπρόσθεσα, ἂν ζητήσῃ ὁ Γεώργιος νὰ
1843κάμῃ τὸν Μάρκον, τὸν ἀράπην τῆς πρώην Βασιλίσσης Ἀμαλίας,
1844Πρωθυπουργὸν, τί θὰ κάμετε; Καὶ ὕψωσε πάλιν τοὺς ὤμους
1845του. Ταῦτα ἐλέχθησαν ἐντὸς τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν
1846εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Κολοκοτρώνη. Τοιοῦτον παρελθὸν δὲν ἔχω
1847βεβαίως ἐγὼ ὁ ἄσημος ἄνθρωπος.
1848Ναὶ, εἰς τὰ 1867 δὲν ἦλθον εἰς τὴν ἐξουσίαν ἕρπων καὶ κο-
1849λακεύων. Εἶχον ἀποσυρθῆ, ὅτε προσεκλήθην, εἰς τὸν ἰδιωτικὸν
1850βίον, διότι εἶχον ψυχρανθῆ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἥ-
1851τις μὲ περιεφρόνησε διὰ τῆς διαγωγῆς της, ἐν ᾧ δὲν εἶχον κά-
1852μει τι ἄξιον περιφρονήσεως. Ἤμην μικρὸς ἰδιώτης εὐχαριστού-
1853μενος νὰ ᾖμαι ἔντιμος ἰδιώτης καὶ δὲν ἐπεζήτουν πολιτικὴν
1854ἐπισημότητα, ὁποίαν ἔχουν ἄλλοι, οἱ καυχόμενοι ἐπὶ τούτῳ,
1855οἵτινες ὅμως δὲν ἠξεύρω ἂν καὶ εἰς τὴν ἱστορίαν θὰ ἔχωσι μίαν
1856σελίδα, διὰ τὴν ὁποίαν νὰ καυχῶνται ἐπίσης. Ἤμην ἰδιώτης,
1857ὅταν ἦλθον καὶ μὲ παρεκάλεσαν νὰ δεχθῶ νὰ λάβω μέρος εἰς
1858τὸ ὑπουργεῖον Μωραϊτίνη· ἔλαβον δὲ μέρος ὑπὸ ὅρους, καὶ μετὰ
1859παρέλευσιν παλλῶν ἡμερῶν, ὅταν ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργικὸν
1860Συμβούλιον τὸ ζήτημα περὶ τοῦ τρόπου τῆς διεξαγωγῆς τῶν βου-
1861λευτικῶν ἐκλογῶν ἐν περιπτώσει διαλύσεως τῆς Βουλῆς τοῦ
1862τοῦ 1865, παρῃτήθην, διότι μοὶ ἐζητήθησαν ἐγγυήσεις περὶ τῶν
1863ἀποτελεσμάτων τῶν ἐκλογῶν, εἰπὼν ὅτι δὲν δύναμαι νὰ δώσω
1864ἐγγυήσεις περὶ προσώπων· δίδω μόνον ἐγγυήσεις νὰ διατηρηθῇ ἡ
1865τάξις καὶ ἡ ἡσυχία καὶ νὰ διεξαχθῶσιν αἱ ἐκλογαὶ ἐν πληρεστάτῃ
1866νομιμότητι. Εἶχον τὴν τόλμην νὰ ἀναλάβω τὰς ἡνίας τοῦ Κρά-
1867τους, καὶ γνωρίζεις, ἄνερ ἐπίσημε, πῶς τὰς ἐκράτησα. Παραιτηθεὶς,
1868δὲν κατέφυγον οὔτε εἰς ταπεινώσεις, οὔτε εἰς συνωμοσίας, οὔτε
1869εἰς ἐπιβουλὰς κατὰ τῶν νόμων καὶ κατὰ τῆς τάξεως, κατὰ τῆς
1870ἡσυχίας, κατὰ τοῦ παρόντος ἢ τοῦ μέλλοντος τῆς Ἑλλάδος,
1871ὅπως ἀνακτήσω ἓν ἐλεεινὸν χαρτοφυλάκιον. Τὴν δόξαν ταύτην
1872ἄφησα εἰς τὸν ἐπίσημον ἄνδρα. Εἶμαι ἄσημος, ἄνερ ἐπίσημε,
1873ἀλλ’ ἄσημος, διότι δὲν ἐπεχείρησα πράξεις, αἵτινες διακινδυνεύ-
1874ουσι τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον τῆς πατρίδος. Ἡ Ἑλλὰς ἵνα ὑ-
1875πάρξῃ πρέπει νὰ ἔχῃ ὡς ἡγήτορας ἄνδρας σεβομένους ἑαυτοὺς
1876καὶ τοὺς ἄλλους, σεβομένους τοὺς νόμους, τὴν ἠθικὴν, τὴν ἀ-
1877λήθειαν, ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι νὰ θυσιάσωσι τὰ πάντα εἰς τὸν βω-
1878μὸν τῆς πατρίδος, καὶ οἱ ὁποῖοι νὰ θέλουν τὴν προαγωγὴν των
1879διὰ τῆς ἠθικῆς, οὐχὶ διὰ τῶν συνωμοσιῶν, οὐχὶ διὰ τῶν ἐμ-
1880πρησμῶν, οὐχὶ διὰ τῶν ἀθεμίτων μέσων.
1881Ἀρκοῦσι ταῦτα, κύριοι, εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἐπισήμου ἀνδρὸς,
1882ὁ ὁποῖος μὲ ἐχαντάκωσε, διότι μὲ ἀπεκάλεσε μηδαμινόν. Ἔρχο-
1883μαι εἰς τὸ δεινὸν μέρος τῆς ἀγορεύσεώς του, τὸ ἀποδεικνύον,
1884ὅτι ὁ ἀνὴρ δὲν σκέπτεται εἰμὴ περὶ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ τόπου.
1885Βλέπων ἀνοιγόμενον βάραθρον, εἰς τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ τα-
1886φῶσιν αἱ ἐλευθερίαι τοῦ τόπου, συνεκινήθη ἡ εὐγενὴς ψυχή του
1887καὶ παρεδόθη εἰς ἀγανάκτησιν, ἥτις συνεκίνησε τὴν καρδίαν του
1888καὶ ἔδωκεν εἰς τὴν φωνήν του δόνησιν οὐχὶ τὴν τυχοῦσαν, ἥτις
1889ὅμως, ὡς προερχομένη ἐκ μόνου τοῦ πόθου τῆς ἐξουσίας, δὲν ἠ-
1890δυνήθη νὰ μεταδώσῃ εἰς τὸ κοινὸν τὴν συγκίνησιν τοῦ ῥήτορος·
1891ἐξέλειπεν ὁ καιρὸς τῆς δημοκοπίας, ἔπαυσεν αὕτη συγκινοῦσα
1892τὸ κοινόν. Ἐκάκισαν τὴν πρότασίν μου, ὡς ἀντισυνταγματι-
1893κὴν, ὡς παράλογον, ὡς ἀπαράδεκτον καὶ ὡς ἀποδεικνύουσάν
1894με ἄνθρωπον, ὅστις δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ ἐννοήσω, καὶ
1895ὁ ὁποῖος προβαίνω ἀπερισκέπτως εἰς προτάσεις σπουδαίας. Εἶ-
1896πον, ὅτι διὰ τῆς προτάσεώς μου δὲν ζητῶ παρὰ τὴν τροποποί-
1897ησιν τοῦ Συντάγματος.
1898Κύριοι, εἶναι γελοῖον νὰ ἰσχυρίζωνται ὅτι διὰ προτάσεως, ἡ
1899ὁποία πρόκειται νὰ κανονίσῃ τὰς συζητήσεις, ζητεῖται ἡ κα-
1900τάργησις τοῦ Συντάγματος, καὶ νὰ διατείνωνται ὅτι ζητῶ
1901παρὰ τῆς Βουλῆς ὅ,τι αὐτοὶ παρ’ ἐμοῦ ὡς προέδρου τῆς Συνε-
1902λεύσεως ἄλλοτε ἐζήτησαν, τοὐτέστιν τὴν παραδοχὴν προτά-
1903σεως ἀντιβαινούσης εἰς τὸ δίκαιον, εἰς τὸν Κανονισμὸν, εἰς τὸ
1904Σύνταγμα. Ἐζήτησαν τότε παρ’ ἐμοῦ οἱ φρουροὶ τῶν ἐλευθε-
1905ριῶν τοῦ τόπου νὰ ὑφαρπάσω ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως κηρύτ-
1906τουσαν τὸ Σῶμα εἰς ἀπαρτίαν, καὶ ὅταν ὑπῆρχον παρόντες 80
1907μόνον πληρεξούσιοι. Ἐὰν εἶχον ὑποβάλει τοιαύτην πρότασιν,
1908ἔπρεπε ν’ ἀποῤῥίψετε αὐτὴν μετ’ ἀγανακτήσεως καὶ νὰ μὲ στη-
1909λιτεύσητε ὡς ἄνθρωπον ἀντιστρατευόμενον κατὰ τῶν ἐλευθεριῶν
1910τοῦ τόπου.
1911Ἐγὼ ὅμως δὲν σᾶς ἐζήτησα τίποτε ἄλλο εἰμὴ νὰ δείξητε
1912ἐμπράκτως ὅτι σέβεσθε αὐτὴν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, ὑπὲρ
1913τῆς ὁποίας δῆθεν συνηγορεῖτε. Σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν πρέπει ὅταν
1914ἀγορεύῃ ὁ ῥήτωρ νὰ διακόπτεται καὶ νὰ ζητῆται ἡ ἀνάγνωσις
1915τοῦ καταλόγου, διότι ἀντιβαίνει τοῦτο εἰς ῥητὰς τοῦ Κανονι-
1916σμοῦ διατάξεις. Δὲν πρόκειται περὶ παραβιάσεως τοῦ Συντάγ-
1917ματος· ἂν σᾶς ἔλεγον, ὅτι πρέπει νὰ τροποποιήσητε τὴν ἀπαρ-
1918τίαν καθόσον ἀποβλέπει τὴν ἔναρξιν τῆς συζητήσεως, ἂν σᾶς ἔλε-
1919γον ἄνευ ἀπαρτίας νὰ προβῆτε εἰς ἀπόφασίν τινα, ἠδύνασθε νὰ
1920μὲ στιγματίσητε ὡς ἄνθρωπον θέλοντα νὰ καταστρέψῃ τὰς ἐ-
1921λευθερίας τοῦ τόπου. Ἀλλὰ πρὸς Θεοῦ, ποῖος ἐζήτησε νὰ πα-
1922ραβιάσῃ τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ; Ἐγὼ αὐτὸς εἶπον ὅτι
1923προκειμένου λόγου νὰ προβῇ τὸ Σῶμα εἰς ἀπόφασιν, πρέπει νὰ
1924ὑπάρχῃ ἀπαρτία. Ἀλλὰ λέγουν, πῶς δύναται νὰ συζητῇ τὸ Σῶ-
1925μα ἐπὶ παρουσίᾳ τριῶν μόνον; Σοφὴ ἀνακάλυψις! Ἐκπλήττο-
1926μαι ἀπέναντι τοῦ βάθους τῆς σοφίας σας! Ἵνα προβῇ τὸ Σῶ-
1927μα μὲ τρεῖς μόνον, πρέπει ἡ Ἑλλὰς νὰ μὴ θέλῃ νὰ κυβερνᾶ-
1928ται κατὰ Σύνταγμα. Ἐνόσῳ ὅμως ἡ Ἑλλὰς μάχεται ὑπὲρ τοῦ
1929Συντάγματος, τοιαύτη ὑπόθεσις εἶναι γελοία· τοιοῦτον γεγονὸς
1930δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ χώραν. Ὅταν οἱ βουλευταὶ θέλουσι
1931ν’ ἀναχωρήσωσιν, ἔστω καὶ σκοπίμως, ἀφίνουσιν ἀντιπρόσωπόν
1932των, ὅστις ὅταν πρόκηται νὰ γείνῃ ἀπόφασις προτείνει τὴν
1933ἔνστασιν τοῦ Κανονισμοῦ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
1934Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, ὁ ὁποῖος ἀναβὰς τὸ βῆμα
1935μὲ στόμφον οὐχὶ μικρὸν, ἠθέλησε νὰ μὲ καταδείξῃ ἀντιφά-
1936σκοντα, καὶ ἐνόμισεν, ὅτι εὗρεν ἐπιχείρημα, ὅπερ ἤθελε κατα-
1937πλήξει· ἀνέφερε ἐνέργειάν μού τινα, ὡς Προέδρου τῆς Συνε-
1938λεύσεως. Κάμνω τὴν παρατήρησιν εἰς τὸν ἔντιμον βουλευτὴν,
1939ὁ ὁποῖος εἶναι πολὺ νέος ἵνα μὲ ἀποδείξῃ ἀντιφάσκοντα, καί
1940τοι μὴ ἔχοντα τὴν ἐπισημότητα ἄλλων, ὅτι τότε ἐπρόκειτο
1941περὶ ἀποφάσεως τοῦ Σώματος, περὶ ψηφοφορίας καὶ οὐχὶ περὶ
1942συζητήσεως ἁπλῆς. Ἐὰν παρεδεχόμην ὡς πρόεδρος τῆς Συν-
1943ελεύσεως τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας θέλουν νὰ καθιερώσωσι σήμε-
1944ρον ἵνα σώσωσι δῆθεν τὰς ἐλευθερίας τοῦ τόπου, οὔτε Σύνταγ-
1945μα θὰ ὑπῆρχεν, οὔτε τίποτε ἄλλο. Ἐφήρμοσα τὸν Κανονισμὸν,
1946ὑπὲρ τοῦ ὁποίου μάχομαι καὶ σήμερον, καὶ διὰ τοῦ μέσου τού-
1947του ἔφερον εἰς πέρας τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος ἐκείνου. Δὲν
1948εἶναι δ’ ἀληθὲς τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας,
1949ὅτι τὸ Σύνταγμα καθιέρωσε τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος διατάξεις. Αἱ
1950διατάξεις αὗται ὑπῆρχον καὶ εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Ἐθνο-
1951συνελεύσεως. Δὲν πρόκειται ὅθεν περὶ νέων διατάξεων. Δὲν εὑ-
1952ρίσκομαι λοιπὸν εἰς ἀντίφασιν.
1953Εἶναι ἀπαράδεκτος, λέγουσιν, ἡ πρότασις, διότι τὸ Σῶμα δὲν
1954δύναται νὰ τροποποιήσῃ τὸν Κανονισμόν του, μὴ συγκροτηθὲν
1955νομίμως εἰσέτι. Ἡ ἔνστασις αὕτη δὲν εἶναι βάσιμος, διότι δὲν
1956πρόκειται περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ· πρόκειται, καθ’
1957ὃν τρόπον πολλάκις γίνεται, ὅταν ὑπάρχῃ μία ἀμφισβήτησις
1958ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν ῥητῆς διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ ἐκ-
1959φράσῃ ἡ Βουλὴ μίαν γνώμην, ἡ ὁποία νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὁδη-
1960γὸς πρὸς διεξαγωγὴν τῶν συζητήσεων. Ἔχομεν δὲ σπουδαίας
1961συζητήσεις, εἰς τὰς ὁποίας βλέπω εὐχαρίστως ὅτι θέλουσί τινες
1962νὰ δώσωσι διαστάσεις μεγάλας, ὅπως σώσωσι δῆθεν τὰς ἐλευ-
1963θερίας τοῦ τόπου. Χαίρω διὰ τοῦτο· ἂς μὴ φοβῶνται δὲ τὰς
1964συνεπείας τῆς προτάσεώς μου ὡς πρὸς τὸ τῶν πόθων των ἀντι-
1965κείμενον.
1966Ἐγὼ, κύριοι, δὲν ἐζήτησα τίποτε ἄλλο παρὰ ν’ ἀποφασίσῃ τὸ
1967Σῶμα ἂν πρέπει νὰ διακόπτηται ὁ ῥήτωρ, ὅταν ἀγορεύῃ, καὶ νὰ
1968ζητῆται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου. Δὲν πρόκειται ὅθεν, εἰμὴ
1969περὶ ἑρμηνείας, καὶ ἑρμηνεῖαι δίδονται κατὰ πᾶσαν στιγμήν.
1970Μὲ ἐκάκισαν ὅτι περιέπεσα εἰς ἀντίφασιν, διότι τὴν ὁποίαν
1971ὑπέβαλον κατὰ πρῶτον πρότασιν ἐτροποποίησα κατόπιν. Εἶναι
1972ἀληθές· τὸ ἔκαμα δὲ, διότι δὲν ὑπηρετῶ σκοποὺς ἀντιστρατευομέ-
1973νους εἰς τὸν νόμον καὶ εἰς τὸ συμφέρον καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς
1974Βουλῆς. — Εἰλικρινῶς, ὡς πάντοτε, φερόμενος ἐτροποποίησα τὴν
1975πρότασίν μου, ἵνα μὴ σᾶς δώσω τὸ δικαίωμα νὰ φωνάζητε
1976ὅτι ἐπιβουλὴ κατὰ τοῦ Συντάγματος τεκταίνεται, καὶ ἵνα κα-
1977ταστήσω εὔκολον τὴν παραδοχήν της. Ζητῶ νὰ διευκολύνω
1978μόνον τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος καὶ οὐδὲν περισσότερον· δὲν
1979ἀποβλέπω δ’ εἰς σκοποὺς, ὁποῖοι οἱ παρ’ ὑμῶν ἐπιδιωκόμενοι,
1980καὶ διὰ τοὺς ὁποίους καυχᾶσθε πάντοτε, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω
1981κατὰ πόσον ἁρμόζει νὰ καυχᾶσθε.
1982§201ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Μεσσηνέζη, ὅταν ὁ ἴδιος ὁ ῥήτωρ θέλῃ
1983νὰ κάμῃ τὴν ἔνστασιν; διότι μεταξύ μας δὲν πιστεύω νὰ ᾖναι
1984βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος νὰ θέλῃ νὰ ὁμιλήσῃ εἰς Βουλὴν μὴ ὑπάρ-
1985χουσαν ἐν ἀπαρτίᾳ ....
1986§202ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Εἰς γελοίας ὑποθέσεις ἐγὼ δὲν φθάνω·
1987(εὖγε, εὖγε ἀριστερὰ, χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
1988§203ΖΩΧΙΟΣ. Κύριοι, ἀναβαίνω τὸ βῆμα, διότι ὁ κ. Μεσσηνέ-
1989ζης εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μὲ ὀνομάσῃ ἀρχηγὸν τῆς ἀντιπο-
1990λιτεύσεως (ἱλαρότης).
1991§204ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Διαίρει καὶ βασίλευε!
1992§205ΖΩΧΙΟΣ. Σταθῆτε, κ. Μεσσηνέζη, θὰ ἰδῆτε ὅτι εἶμαι πολὺ
1993μαλακός· ἀλλὰ μὴ μὲ πειράζετε. Πρὸς τίνα σκοπὸν νομίζετε
1994μὲ ὠνόμασεν ἀρχηγὸν τῆς ἀντιπολιτεύσεως; Τὸ πιστεύω; Βε-
1995βαίως ὄχι· διότι ἔπρεπε νὰ ἦμαι ὁλωσδιόλου ἠλίθιος, διὰ νὰ
1996συλλάβω αὐτὴν τὴν ἰδέαν. Μὲ ὠνόμασεν ἀρχηγὸν, διὰ νὰ εἴπῃ,
1997σεῖς εἶσθε ἐμπρησταὶ, διὰ νὰ μᾶς ἀποδώσῃ καὶ ἄλλα τοιαῦτα
1998ἐπίθετα.
1999Μᾶς κατέκριναν, ὅτι θέλομεν νὰ ἐμποδίζωμεν τὰς συζη-
2000τήσεις τῆς Βουλῆς, ἡμεῖς οἱ ὀλίγοι τοὺς πολλούς. Ὁ κ. Μεσ-
2001σηνέζης γνωρίζει τὴν ἱστορίαν. Εἰς τὴν ἱστορίαν ἀναφέρεται
2002ἕνας κἄποιος Κάτων, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτον ἐμπρηστὴς βεβαίως.
2003Αὐτὸς, διὰ νὰ ἐμποδίσῃ τὴν πλειοψηφίαν τῆς Ῥώμης νὰ πα-
2004ρανομήσῃ, ὅπως αὐτὸς ἐνόμιζεν, ὁλόκληρον μίαν ἡμέραν ἐλά-
2005λησε, διὰ νὰ μὴ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ τὸν νόμον ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον
2006ἤθελε νὰ ψηφίσῃ. Ἐὰν ἤμην Κάτων, θὰ ἔμενα νύκτα καὶ ἡμέραν
2007ἐδῶ. Δὲν εἶμαι ὅμως Κάτων. Ἄλλοτε δὲ συνεμάχησα μὲ τὸν ἔν-
2008τιμον πρωθυπουργὸν, καὶ τί ἐκάμαμεν; Ἐπολεμήσαμεν τὸν Δελη-
2009γεώργην 15, 20 ἡμέρας κατὰ συνέχειαν διὰ τὰς Τραπέζας. Ἐξην-
2010τλήθη ἡ δύναμίς μας· ὁ Λομβάρδος ἐλάλει καὶ εἶχεν ἐξαντληθῆ·
2011τὸν λέγω καταίβα ν’ ἀναβῶ ἐγώ· ἐκάθητο ἐκεῖ ὁ κ. Δεληγε-
2012ώργης· ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἐξαντληθῆ· λέγω, κ. Δεληγεώργη,
2013δὲν φεύγεις; Τί μένεις ἐδῶ καὶ συντρίβεται ἡ ἐξουσία εἰς χεῖ-
2014ράς σου; Εὐκολώτερον νὰ φύγῃς παρὰ νὰ ψηφίσωμεν τὰς Τρα-
2015πέζας. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν δὲν ὑπεχώρει, καὶ τώρα τῆς
2016δίδω δίκαιον. Ἀνεχωρήσαμεν ἡμεῖς, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἠναγ-
2017κάσθη νὰ φύγῃ· ἐμποδίσθησαν δὲ αἱ συμβάσεις, αἱ ὁποῖαι καθ’
2018ἡμᾶς ἦσαν ἄδικοι.
2019Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ κύριον ζήτημα, καὶ ἂς ἀφήσωμεν τὰ
2020παραδείγματα. Σᾶς ἐρωτῶ, κ. Μεσσηνέζη, ἐὰν κατὰ τὸ 1875,
202126 Ἰανουαρίου θὰ κατορθώσητε νὰ ἔλθητε ἐδῶ μέσα νὰ ὁμι-
2022λήσητε; Ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ ἐξουσία νὰ σᾶς διώξῃ, ἢ ὄχι; Εἰς
2023τὰς 25 Ἰουλίου συνήλθομεν· λοιπὸν Ἰούλιος, Αὔγουστος, Σε-
2024πτέμβριος, Ὀκτώβριος, Νοέμβριος, Δεκέμβριος, Ἰανουαρίου 25,
2025καὶ τετέλεσται. Εἶσθε Βουλὴ ἢ ὄχι; Σᾶς ἐρωτῶ, ἐὰν ἦσθε 95,
2026εἶσθε Βουλὴ; Ἐν τίνι δικαιώματι θὰ συνεδριάζετε; Ἔχει δίκαιον
2027ὁ πρωθυπουργὸς νὰ σᾶς διώξῃ ἢ ὄχι; Πολλὰ ἐπιτρέπει
2028ὁ νόμος εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ διὰ νὰ ἦσθε Βουλὴ, πρέπει νὰ
2029ἦσθε ἀκεραία, ὄχι εὐνοῦχος. Τί δὲ σᾶς λέγω; Ἐὰν τῆς λείπῃ
2030τὸ ’μάτι, ἐὰν ᾖναι στραβὴ, κουτσὴ, εἶναι Βουλή; Ἔρχομαι εἰς
2031τὸν κ. Μεσσηνέζην. Προχθὲς σᾶς ἔκαμεν μίαν πρότασιν, ὅτι τὴν
2032δεῖνα ὥραν νὰ σπεύδωμεν εἰς τὸ Βουλευτήριον καὶ ἐὰν ἀγορεύῃ
2033τις, νὰ τὸν ἀφίνωμεν νὰ τελειώσῃ. Ἐγὼ σᾶς ὑπενθύμισα τὸν Ἀρι-
2034στοτέλην καὶ εἶπον, ὅτι ἅμα ἰδῆτε ἄνθρωπον νὰ χασμουριέται,
2035ἐτελείωσε, δὲν ἀκούει τίποτε. Ὁ κ. Μεσσηνέζης ἐχασμουρεῖτο,
2036καὶ ὁ Κολιάτσος εἶχεν ἐξαντληθῆ· ὁ Ῥάλλης ἐπίσης εἶχεν
2037ἐξαντληθῆ.
2038§206ΣΤΑΪΚΟΣ. Ὄχι αὐτὸ, ἤθελε νὰ ὁμιλήσῃ.
2039§207ΖΩΧΙΟΣ. Ἠξεύρετε, παρακαλῶ ἀπὸ παρακαλῶ διαφέρει.
2040Καὶ ἡ νύμφη κάμνει, ὅτι δὲν θέλει νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸν γάμον,
2041καὶ τὴν σπρώχνουν τάχα.
2042§208ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἠμποροῦσα νὰ διακόψω, παρὰ ἐκεῖ, ὅπου
2043πράγματι διέκοψα· ἐὰν ἐξηκολούθουν, ἔπρεπε νὰ ὁμιλήσω ἀκόμη
20444 ὥρας, ὅπως καὶ τὸ εἶπον.
2045§209ΖΩΧΙΟΣ. Ἠξεύρετε, πηγαίνουν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, εἰς τὸν
2046ὄρθρον καὶ ἵστανται ὄρθιοι, καὶ δῆθεν προσεύχονται· ἀλλὰ δύ-
2047νανται νὰ προσεύχωνται τρεῖς ὥρας; Πηγαίνουν, διὰ νὰ περάσουν
2048τὸν καιρόν των· οἱ δὲ φρόνιμοι ἱερεῖς λέγουν τὸν ὄρθρον εἰς τὸ
2049σπῆτί των. Ἔτσι θέλει ὁ κ. Μεσσηνέζης· νὰ κάμνουν τὸν ὄρθρον
20505 ἢ 6 βουλευταὶ, ὅταν δὲ θὰ ψηφοφορήσουν, τότε νὰ στέλλουν
2051νὰ μᾶς εὕρουν. Πῶς δὲ νὰ μᾶς συνάξουν; Μὲ τὰ τύμπανα· καθὼς
2052καὶ εἰς τὴν Συνέλευσιν τοῦ Ἄργους μὲ τὰ τύμπανα τοὺς ἐσύ-
2053ναζον, ἀλλ’ ὄχι ὅταν ἤρχετο ἡ ὥρα τῆς ψηφοφορίας.
2054Τώρα ἀκόμη οὐδὲν εἴμεθα, διότι ἠξεύρομεν πόσοι ἐπὶ τέλους
2055θὰ μείνωμεν; Ἔχομεν κἀμμίαν ἐξουσίαν; Μόνον ὁ κύριος Μεσ-
2056σηνέζης εἶναι βουλευτὴς καὶ τοῦ Ἄργους οἱ τρεῖς. Οἱ ἄλλοι
2057τί εἴμεθα; Εἴμεθα μηδέν. Νὰ ἔλθωμεν, λέγει, νὰ συζητήσωμεν
2058καὶ νὰ παραβιάσωμεν τὸ Σύνταγμα. Ἀλλὰ δὲν θὰ τὸ παραβιά-
2059ζωμεν πολὺ, θὰ τὸ παραβιάζωμεν ὀλίγον. Τί σημαίνει; Ὁ Ἀρι-
2060στοτέλης εἶπε· μίαν κεραίαν ἐὰν ἀφαιρέσῃς ἀπὸ ἑνὸς νόμου, τε-
2061τέλεσται. Δὲν ἐνθυμοῦμαι εἰς ποίαν πόλιν ἀρχαίαν εἶχον τίμημα
2062εἰς τὴν ψηφοφορίαν μικρόν· τὸ κατήργησαν· ἤλλαξεν ὁλωσδιόλου
2063τὸ πολίτευμα. Πῶς δὲ θέλεις νὰ ψηφίσῃς, ἀφοῦ δὲν ἔχεις ἐξουσίαν;
2064Καὶ τί νὰ ψηφίσῃς; νὰ μεταβάλῃς τὸ Σύνταγμα. Διὰ τί; διὰ νὰ
2065σπεύσωμεν. Ἐὰν πιστεύῃς, ὅτι ἡ ἐκλογὴ τῆς πρωτευούσης, ἡ
2066ἐκλογὴ τῆς βασιλευούσης εἶναι νόμιμος, καὶ ἐὰν πιστεύῃς, ὅτι
2067ἡ πτέρυξ ἡ δεξιὰ ἐκ πεποιθήσεως, δὲν λέγω ἀπὸ ἄλλον λόγον,
2068θέλει νὰ σπεύσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον πρὸς τὸν καταρτισ-
2069μόν της, ὅταν δὲ καθ’ ἑκάστην ἀνακαλύπτωνται νέαι ἀποδείξεις,
2070καθὼς χθὲς, ἀνεκαλύφθησαν τὰ δευτεροχάρτια τοῦ κ. Ῥάλλη,
2071πρέπει νὰ σπεύδετε;
2072Ἀλλὰ, λέγει ὁ κ. Μεσσηνέζης, ὁ καιρὸς ὁ πολύτιμος! Εἶχε
2073δίκαιον ὁ κ. Κουμουνδοῦρος νὰ εἴπῃ· τώρα ὁ καιρὸς εἶναι πολύ-
2074τιμος; Δὲν δύνασθε ν’ ἀφαιρέσητε ἀπὸ τοὺς ἀντιπροσώπους τὸ
2075δικαίωμα νὰ σᾶς πολεμήσουν μὲ ὅλα τὰ μέσα, ὅταν αὐτοὶ πι-
2076στεύουν, ὅτι πράττουν ἐντὸς τοῦ καθήκοντος. Μοὶ λέγετε, δι-
2077ώκουν συμφέροντα ἰδιαίτερα, προσπαθοῦν νὰ πάρουν τὴν ἐξου-
2078σίαν. Ποίαν ἐξουσίαν νὰ πάρουν; Ποῖος τὴν θέλει; Ἐγὼ τοὐ-
2079λάχιστον δὲν τὴν θέλω· τὸ εἶπον καὶ ἄλλοτε· καὶ ἄλλοτε,
2080ὅταν συνέπραττον μὲ τὸν πρωθυπουργὸν, εἶπον, μὲ συγχωρεῖτε δὲ,
2081δὲν ὁμιλῶ διὰ τοὺς παρόντας ὑπουργοὺς, ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι
2082κἀνεὶς ἢ τρελλὸς ἢ πονηρὸς διὰ νὰ πάρῃ τὴν ἐξουσίαν, διότι,
2083ὅταν δὲν ὑπάρχῃ χρῆμα εἰς τὸ ταμεῖον, καὶ σοῦ ζητεῖ ὅλος ὁ
2084κόσμος χρήματα, χρήματα, καὶ πάλιν χρήματα, καὶ σοῦ ζητεῖ
2085θέσεις, βαθμοὺς, παράσημα, τί θὰ κάμῃς; Καὶ διατί; Ὅλαι αἱ
2086ἐφημερίδες σὲ βάλλουν ἐμπρός· τρέμει ἡ καρδιά σου, ἐὰν αὔριον
2087θὰ ἔχῃς τὴν πλειονοψηφίαν, καὶ ἂν δὲν θὰ λειποτακτήσῃ τις,
2088καὶ ἐὰν λειποτακτήσῃ τις, παρακαλέσατέ τον, δώσατέ του, ὅ,τι
2089θέλει. Καὶ αὐτὸ εἶναι τόσον ζηλωτόν; Δὲν θέλω, ἐγὼ τοὐλά-
2090χιστον, τὴν ἐξουσίαν· θέλω ὅμως νὰ πολεμήσω τὴν Κυβέρνησιν
2091μὲ πάντα τρόπον, τὸν ὁποῖον μοὶ δίδει τὸ Σύνταγμα. Ἔχετε
2092τὴν πλειοψηφίαν; ποῖος σᾶς ἐμποδίζει; Ποίαν ὅμως πλειοψηφίαν;
2093Τοῦ ἔθνους τὴν πλειοψηφίαν. Ὅταν ἔχετε τοῦ ἔθνους τὴν πλειο-
2094ψηφίαν, ποῖος ἠμπορεῖ νὰ σᾶς ἐμποδίσῃ; ὁ Ζωχιός; ὁ Κουμουν-
2095δοῦρος; Κἀνεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς ἐμποδίσῃ. Μοὶ, λέγουν, ὁ
2096πολύτιμος καιρός! Δεχθῆτε αὐτὴν τὴν συνταγὴν, ποῦ σᾶς δί-
2097δομεν, καὶ θὰ σωθῶμεν ἀπὸ τὸ χάος.
2098Κύριοι, ἐν ὀλίγοις, μέχρι τῆς ὥρας ταύτης εἴμεθα μηδὲν,
2099ὄχι νὰ νομοθετήσωμεν δὲν δυνάμεθα, παραβιάζοντες τὸ Σύν-
2100ταγμα, ἀλλ’ οὔτε νὰ τὸ φαντασθῶμεν. Νὰ ἐπισπεύσωμεν τὰς
2101συζητήσεις ἐπὶ τῶν ἐξελέγξεων, καὶ τίς δὲν τὸ θέλει; Ἀλλὰ,
2102κ. Μεσσηνέζη, ὅταν ἔρχεται ἄνθρωπος εἰς τὴν μίαν ὥραν καὶ
2103κάθηται ἕως τὰς ἑπτὰ, τί ζητεῖς περισσότερον; Ὁ νοῦς του σκο-
2104τίζεται καὶ δὲν καταλαμβάνει τίποτε. Ἓν παράδειγμα, καὶ
2105θὰ τελειώσω. Ὁ μακαρίτης ὁ Ὄθων συνεζήτει μὲ ἕνα ὑπουργόν.
2106τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐσυζήτει δὲ μίαν διακοίνωσιν. Τὸν ἐκράτησε τὸν
2107ταλαίπωρον ἀπὸ τὸ πρωῒ ἕως τὰς 4 ὥρας τὸ ἀπόγευμα.
2108Ἐπὶ τέλους τοῦ λέγει· καταλαμβάνεις τί σοῦ λέγω; Τί νὰ κα-
2109ταλάβω, μεγαλειότατε, ποῦ μὲ ἐσταύρωσες ἀπὸ τὰς 8 ἕως τὰς
21104; Δὲν καταλαμβάνω.
2111Δὲν ὀνομάζω τὸν ὑπουργόν, φθίνει καὶ ἡ ἀνθρωπίνη φύσις, ἐπὶ
2112τέλους παύουν αἱ αἰσθήσεις, δὲν ἀντιλαμβάνονται. Ὄχι· νὰ
2113κάθεσαι ἐδῶ, νὰ πληροῦται ὁ ἀριθμός. Ἐὰν φύγῃς, εἶσαι προ-
2114δότης. Κ. Μεσσηνέζη, νομίζετε ὅλους τοὺς ἄλλους προδότας, ἐκτὸς
2115ἀπὸ σᾶς. Καὶ σεῖς ἀγαπᾶτε τὴν πατρίδα σας, ὅπως καὶ οἱ ἄλ-
2116λοι, Ἀλλ’ ἀφοῦ πρόκειται νὰ ἐνταφιάσωμεν τὴν πρωτεύουσαν,
2117ἀφήσατέ μας τουλάχιστον νὰ τὴν παραπέμψωμεν ἐν δόξῃ καὶ
2118τιμῇ.
2119§210ΣΤΑΪΚΟΣ. Περιδεὴς καὶ συνεσταλμένος ἀνέρχομαι καὶ ἐκ
2120δευτέρου τὸ βῆμα, φοβούμενος μήπως ἡ δευτέρα αὕτη ἐπὶ τὸ
2121βῆμα παρέλευσίς μου ἐξαντλήσῃ κατ’ ἐμοῦ ὁλόκληρον τὴν κλί-
2122μακα τῶν ἐπανορθωτικῶν ὀνομαζομένων δεινῶν. Ὁ ἀξιότιμος
2123ἐκ Μεσσήνης βουλευτής, καταστρέφων τὸν λόγον, ἀπετάθη καὶ
2124πρὸς ἡμᾶς ἢ μᾶλλον πρὸς ἐμέ. Εἶπεν, ὅτι παρακαλεῖ τὴν Βου-
2125λήν, καὶ μετὰ τὴν παράκλησιν κατέληξεν εἰς τὴν ἀπαγόρευσιν·
2126δὲν σᾶς ἐπιτρέπεται, εἶπεν, εἰς τοὺς νεωτέρους νὰ φέρητε κα-
2127τηγορίας, ὅταν......
2128§211ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ δὲν εἶπον· νὰ μᾶς μέμφωνται
2129εἶπον.
2130§212ΣΤΑΪΚΟΣ. Ζητῶ συγγνώμην παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσ-
2131σήνης βουλευτοῦ· ἀλλὰ νομίζω, ἢ μὲ παρενόησεν, ἢ ἄλλως
2132πως ἔδωκεν διάφορον σημασίαν εἰς ὅσα πρὸ ὀλίγου ἐνώπιόν σας
2133ἐξέθηκα. Οὐδένα ἤλεγξα, οὐδένα ἐμέμφθην· δὲν αἰσθάνο-
2134μαι ἐν ἐμοὶ τὴν ἱκανότητα, οὔτε νὰ ἐλέγξω τινά, οὔτε νὰ
2135μεμφθῶ τινος. Ἤλεγξα καὶ κατέκρινα, καὶ ἐλέγχω καὶ κα-
2136τακρίνω καὶ καταδικάζω γεγονός, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν κρίσιν
2137μου ἐγένετο ἐκ συνεννοήσεως. Τὴν στιγμὴν αὐτὴν παύει πλέον
2138δι’ ἐμὲ ἡ ὑποχρέωσις τοῦ νὰ διατελῶ ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ὑ-
2139ποθέσεων. Οἱ ἀξιότιμοι τῆς ἀριστερᾶς προαγορεύσαντες ἀπρο-
2140καλύπτως σᾶς εἶπον, ναὶ σκοπίμως, ἐπίτηδες ἀπεχωρήσαμεν,
2141διότι μᾶς πιέζετε, διότι μᾶς ἀφαιρεῖτε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λό-
2142γου, διότι κινδυνεύει τὸ Σύνταγμα. Τοῦτο εἶναι πάντοτε τὸ
2143τέλος· ἤκουσα τοσάκις ἐπαναλαμβανομένην τὴν φράσιν, κινδυ-
2144νεύει τὸ Σύνταγμα, παραβιάζεται τὸ Σύνταγμα, ὥστε ἔχων
2145κατ’ ἐμοῦ καὶ τὴν ἀπειρίαν, ἐκινδύνευσα νὰ τὸ πιστεύσω. Πα-
2146ραβιάζεται τὸ Σύνταγμα, πιέζεται ἡ μειονοψηφία, διότι ἡ
2147πλειονοψηφία ζητεῖ νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὸ ἔργον, διὰ τὸ
2148ὁποῖον ἐκλήθημεν καὶ ἤλθομεν ἐνταῦθα, νὰ ἐξακολουθήσωμεν
2149τὰς συζητήσεις! Περιορίζεται ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου ἀπὸ τὴν
2150πλειονοψηφίαν, διότι ἡ πλειοψηφία ἐπιμένει ζητοῦσα νὰ μὴ
2151διακόπτωνται οἱ ἐπὶ τοῦ βήματος ἤδη εὑρισκόμενοι ῥήτορες·
2152διότι δὲν πιστεύω νὰ ἐλησμόνησε κἀνείς, ὅτι καὶ ἡ πρώτη,
2153καὶ ἡ δευτέρα διακοπὴ ἐγένετο καθ’ ἣν στιγμὴν εὑρίσκοντο
2154ἔτι ἐπὶ τοῦ βήματος ῥήτορες, οἱ ἀξιότιμοι κύριοι Κολιάτσος
2155τὴν πρώτην, καὶ Ῥάλλης τὴν δευτέραν φοράν. Αὐτὴ λοιπὸν
2156εἶναι ἡ παραβίασις τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, διότι ἡ πλειοψη-
2157φία ἐπιμένει νὰ μὴ διακοποῦν οἱ ῥήτορες. Πρωτότυπος λογική!
2158Τῳόντι ἡ ἀπειρία μου δὲν τὴν ἐννοεῖ. Παραβιάζεται τὸ Σύνταγμα·
2159κινδυνεύει τὸ Σύνταγμα· ἔρχεται ἡ πρότασις τοῦ κ. Μεσσηνέζη,
2160καὶ πρόκειται περὶ καταστροφῆς τοῦ πολιτικοῦ μας οἰκοδομή-
2161ματος. Αἴ, κύριοι, πρὸς Θεοῦ, ποῦ εἶναι ἡ παραβίασις τοῦ Συν-
2162τάγματος! Ὁ κύριος Μεσσηνέζης, βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας,
2163ὑπέβαλεν ἐν τῷ δικαιώματί του ὡς βουλευτὴς πρότασιν περὶ
2164τροπολογίας τοῦ Κανονισμοῦ. Εἶναι ἔγκλημα αὐτό;
2165§213ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι Βουλή.
2166§214ΣΤΑΪΚΟΣ. Θὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι εἶναι. Ἔχω πρόχειρον,
2167ὄχι ἐδῶ, ἀλλ’ ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Βουλῆς, ἀπόφασιν τῆς Βου-
2168λῆς, τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, τῆς μετὰ τὴν πολιτικὴν μετα-
2169βολὴν Ἑλληνικῆς Βουλῆς, ὄχι ἐποχῆς παρῳχημένης, τοῦ
21701868. Εὐχαριστῶ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν, τὸν ὁποῖον δὲν
2171γνωρίζω, ὁ ὁποῖος μοὶ τὸ ὑπενθύμισεν. Ἡ Βουλὴ τοῦ 1868,
2172πρὸ τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν, μετέβαλε τὸν κανονισμόν της
2173καὶ ἐτροποποίησεν σπουδαίαν, σπουδαιοτάτην διάταξιν αὐτοῦ.
2174Ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς διατάσσει ῥητῶς, ὅτι ἡ Βουλὴ
2175ἐνεργεῖ τὰς ἐξελέγξεις τῶν ἐκλογῶν διὰ τμημάτων· ἡ
2176Ἑλληνικὴ Βουλὴ, κύριοι, εἶπεν ὄχι, τροποποιῶ τὸν Κανονισμὸν
2177καὶ ἀντὶ τμημάτων παραδέχομαι ἐπιτροπήν. Ἡ νομολογία,
2178τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἐκείνη.....
2179§215ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα.
2180§216ΣΤΑΪΚΟΣ. Δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα; δὲν σᾶς ἀρέσει ἡ Βουλὴ
2181τοῦ 1868; Ἐννοεῖται. Σεῖς ὅλοι εἶσθε ἔνοχοι παραβιάσεως τοῦ
2182Κανονισμοῦ. Κύριε πρόεδρε, δόσατε παρακαλῶ, εἰς τὸν γραμ-
2183ματέα νὰ ἀναγνώσῃ τὸ ἄρθρον 17· τί διατάττει περὶ τῆς ὥρας
2184τῆς ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων;
2185§217ΡΑΛΛΗΣ. Μὰ δὲν εἶναι σπουδαῖον αὐτό.
2186§218ΣΤΑΪΚΟΣ. Τότε ἐπιτρέψατέ μοι νὰ μὴν ἐννοῶ τὴν διάκρι-
2187σιν, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ καθιερώσητε. Αἱ διατάξεις τοῦ Κανο-
2188νισμοῦ εἶναι ἅπασαι σπουδαῖαι, καὶ δὲν ἠμπορεῖ τις νὰ τὰς παρα-
2189βιάσῃ. Σεῖς ἴσως ἔχετε δίκαιον νὰ λέγετε αὐτὸ, διότι ἀποτε-
2190λεῖτε μέρος τῆς πλειοψηφίας τοῦ δευτέρου τμήματος καὶ πρέ-
2191πει νὰ κάμετε τὴν διάκρισιν σπουδαίων καὶ μὴ διατάξεων
2192τοῦ Κανονισμοῦ.
2193§219ΡΑΛΛΗΣ. Διατί τὸ ἀνεφέρατε αὐτό;
2194§220ΣΤΑΪΚΟΣ. Σεῖς, ὡς τμῆμα, παρεβιάσατε διάταξιν τοῦ Κα-
2195νονισμοῦ.
2196§221ΡΑΛΛΗΣ. Ποίαν;
2197§222ΣΤΑΪΚΟΣ. Κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, ὁ Κανονι-
2198σμὸς διατάσσει, ὥστε οἱ ἐπιλαχόντες νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ
2199παρίστανται ἐνώπιον τῶν τμημάτων καὶ ὑποστηρίζωσι τὰς
2200ἐνστάσεις των.
2201§223ΣΑΡΑΒΑΣ. Κύριε Στάϊκε, δὲν ἀφίνετε τὸ ζήτημα αὐτὸ νὰ
2202συζητηθῇ ἐν καιρῷ.
2203§224ΣΤΑΪΚΟΣ. Δὲν τὸ ἔφερον ἐγὼ τὸ ζήτημα· προεκλήθην· τὸ
2204ἀφίνω.
2205§225ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπειδὴ τὸ ἀνεφέρατε, τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Κανονι-
2206σμοῦ λέγει· οἱ ἐνιστάμενοι ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ παρασταθοῦν
2207ἐνώπιον τοῦ τμήματος.
2208§226ΣΤΑΪΚΟΣ. Δὲν λέγει οἱ ἐνιστάμενοι, ἀλλὰ οἱ ἐπιλαχόντες.
2209§227ΡΑΛΛΗΣ. Πολὺ καλά· οἱ ἐπιλαχόντες ἔχουν τὸ δικαίωμα
2210νὰ παρασταθοῦν ἐνώπιον τοῦ τμήματος. Δικαίωμα, καὶ ἑπο-
2211μένως ἀντιστοιχοῦσα ὑποχρέωσις τοῦ τμήματος νὰ τὰ δεχθῇ.
2212Ἀλλὰ δὲν διαγράφει τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο τὸν τρόπον, μὲ τὸν
2213ὁποῖον θὰ πεισθῇ τὸ τμῆμα. Λοιπὸν ἀφοῦ δὲν διαγράφει, δύ-
2214ναται τὸ τμῆμα νὰ ζητήσῃ καὶ ἀπὸ ἄλλους, ἐκτὸς τῶν ἐπιλα-
2215χόντων, ὅλας τὰς πληροφορίας τὰς δυναμένας νὰ διαφωτίσωσι
2216τὴν πεποίθησίν του.
2217§228ΣΤΑΪΚΟΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου μὲ παρεκάλεσε νὰ
2218ἀναβάλω τὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου συζήτησιν.
2219§229ΡΑΛΛΗΣ. Μόνον αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν ἔκαμον, διὰ νὰ μὴ
2220μείνῃ ἡ ἐντύπωσις.
2221§230ΣΤΑΪΚΟΣ. Τέλος πάντων, ἐπειδὴ καὶ ἡ ὥρα τοῦ διαλεί-
2222ποντος πυρετοῦ, ὁ ὁποῖος ἐντὸς ὀλίγου πρόκειται νὰ κατα-
2223λάβῃ μεγάλην μερίδα τῆς Βουλῆς, πλησιάζει, καὶ δὲν ἐν-
2224νοῶ νὰ παρεμποδίσω τὴν προμήθειαν τῶν ἀναγκαίων φαρ-
2225μάκων, ἐπαναλαμβάνω νὰ παρατηρήσω ὅτι δὲν εἶναι
2226παραβίασις τοῦ Συντάγματος, δὲν εἶναι κίνδυνος περὶ
2227δολιεύσεως τοῦ θεμελιώδους νόμου ἡ ἀποδοχὴ τῆς προ-
2228τάσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Αἰγιαλείας βουλευτοῦ, κυρίου
2229Μεσσηνέζη. Πρόκειται, κύριοι, σήμερον, ἄνευ προσβολῶν
2230καὶ φατριασμοῦ, ἄνευ διαπληκτισμοῦ, νὰ εἴπωμεν μό-
2231νον, ὑποστηρίζοντες καὶ ἀποδεχόμενοι τὴν τροποποίησιν τοῦ
2232κυρίου Μεσσηνέζη, ὅτι δὲν εἶναι λογικὸν, δὲν εἶναι δίκαιον,
2233δὲν εἶναι ὀρθὸν, ἀγορεύοντος τοῦ ῥήτορος, ἡ Βουλὴ νὰ ἀποχωρῇ,
2234ἡ πλειοψηφία ἢ ἡ μειοψηφία. Δι’ αὐτὸ, ἀφοῦ ἡ πρότασις τοῦ
2235κ. Μεσσηνέζη δὲν ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα, καὶ ἐὰν ὑποτεθῇ
2236ὅτι εἶναι τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ, διότι τὸν Κανονισμὸν
2237τὸν ἐτροποποίησεν ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ....
2238§231ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος δὲν εἶ-
2239ναι ἀντιγραφή;
2240§232ΣΤΑΪΚΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ Συντάγματος, πρόκειται περὶ
2241κανονισμοῦ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἐκ τοῦ Συντάγματος
2242ἀποῤῥέουν ὅλαι αἱ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐγὼ αὐτὰ τὰ ὀ-
2243λίγα εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπω εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι
2244βλέπουν τὴν καταστροφὴν τοῦ ἔθνους εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ.
2245Μεσσηνέζη. Ἐὰν, κύριοι, ᾖναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ κίνδυνος τοῦ
2246Συντάγματος διὰ τὴν Ἑλλάδα, ὁ κίνδυνος προέρχεται, σᾶς
2247εἶπον πόθεν, ἐκ τῆς λειποταξίας τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ
2248ὁποῖοι ἐτάχθησαν νὰ ᾖναι φρουροὶ τῶν διατάξεων τοῦ Συν-
2249τάγματος καὶ τῶν νόμων τῆς πατρίδος.
2250§233Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Ἐδίσταζον, κύριοι, νὰ λάβω τὸν λόγον,
2251διότι δυστυχῶς σήμερον, ἐνῷ ἐνόμιζον, ὅτι εἶμαι ἐντὸς Κοινο-
2252βουλίου, βλέπω ὅτι τὸ βῆμα τοῦτο, ἀπὸ τοῦ ὁποίου πρέπει
2253νὰ λέγηται ἡ ἀλήθεια, ὅτι τὸ βῆμα τοῦτο, ἀπὸ τοῦ ὁποίου
2254δὲν πρέπει νὰ ἀντηχοῦν προσωπικότητες καὶ ὕβρεις, ὁλωσδιό-
2255λου ἤλλαξε φύσιν. Ἐγὼ δὲ εἰς τὸν βραχὺν κοινοβουλευτικόν
2256μου βίον ἐσυνείθισα νὰ μὴ ἀποπλανῶμαι οὔτε εἰς ὕβρεις, οὔτε
2257εἰς προσβολάς.
2258Ἐσυνείθισα νὰ σέβωμαι τοὺς ἀντιπάλους μου, καὶ ὀφείλω νὰ
2259τὸ ὁμολογήσω ὅτι εὗρον καὶ εἰς ὅλους αὐτοὺς τὸν ἀμοιβαῖον
2260αὐτὸν σεβασμόν. Ἀναγκάζομαι ὅμως νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις,
2261διὰ νὰ καθησυχάσω τὴν ἐξαφθεῖσαν συνείδησιν τοῦ ἀξιοτίμου
2262βουλευτοῦ ἐξ Αἰγιαλείας κ. Μεσσηνέζη, ὅστις ἐνόμισεν ὅτι ὑπάρχει
2263πρόθεσις, συνωμοσία διὰ νὰ ἔλθῃ ἡ Ἑλλὰς εἰς τὸ χάος· ἔπλασεν
2264ἕνεκα τῆς ἐξημμένης φαντασίας του συνωμοσίας πρὸς ἀνατροπὴν
2265τῆς Κυβερνήσεως, συνωμοσίας πρὸς κατάληψιν τῆς ἐξουσίας· δὲν
2266γνωρίζω καὶ ἐγὼ τῇ ἀληθείᾳ τί ἄλλο ἔπλασεν. Ἀλλὰ σᾶς
2267ἐρωτῶ, κύριοι, καὶ ἀποτείνομαι πρὸς τὴν ἀγαθὴν πίστιν τῆς
2268ὑπουργικῆς πλευρᾶς, ἐρωτῶ· ἐπρόκειτο χθὲς ἢ προχθὲς ἢ σήμερον
2269περί τινος ὑπουργικοῦ ζητήματος; ἠδύνατο ἐνώπιον Βουλῆς,
2270ἥτις δὲν εἶναι εἰσέτι οὔτε νομοθετικὸν, οὔτε πολιτικὸν Σῶμα,
2271ἀλλ’ ἁπλῶς δικαστικὸν, νὰ ἔλθουν τοιαῦτα ζητήματα; Τί συ-
2272νέβη; συνέβη ὄχι ἀποχώρησις, ἀλλὰ ἀναχώρησίς τινων βουλευ-
2273τῶν ἢ ὅλων τῶν βουλευτῶν μιᾶς μερίδος. Καὶ ἐγὼ ἀπὸ τοῦ βή-
2274ματος τούτου διαδηλῶ μετὰ θάῤῥους, ὅτι ἀνεχώρησα καὶ ὅτι
2275θὰ ἀναχωρῶ, ὅταν αἱ δυνάμεις μου δὲν δύνανται πλέον νὰ
2276ἀνθέξωσι καὶ νὰ μὲ βοηθοῦν εἰς τὴν ἀντίληψιν τῶν λόγων. Νο-
2277μίζετε, ὅτι εἶναι ἀποχώρησις; καὶ τὸ πιστεύετε ὅτι εἶναι ἀλη-
2278θὴς ἀποχώρησις, ὅταν ἡ Βουλὴ μετὰ ἑπτάωρον συζήτησιν διαμένῃ
2279ἐντὸς αὐτῆς τῆς αἰθούσης; Νομίζετε, ὅτι ὅταν εἰς οὐδὲν ἄλλο
2280Κοινοβούλιον ἡ ἐργασία παρατείνεται πέραν ὀλίγων ὡρῶν εἰμὴ
2281εἰς ἐκτάκτους πεοιστάσεις, νομίζετε ὅτι ἑπτάωρος διαμονὴ ἐν
2282τῷ Βουλευτηρίῳ δὲν εἶναι ἐκπλήρωσις τοῦ καθήκοντος;
2283§234ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Τρεῖς ὥρας μένομεν.
2284§235ΕΤΕΡΟΙ (δεξιόθεν). Μὴ διακόπτετε.
2285§236Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Εἶμαι ἐδῶ ἀπὸ τῆς 1 ἕως τὰς 7· ἐγὼ ἔρχο-
2286μαι ἀπὸ τῆς 1 καὶ χαιρετῶ τὸν κ. Πρόεδρον καθ’ ἑκάστην.
2287§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀληθές.
2288§238ΖΩΧΙΟΣ. Καὶ ἐγώ.
2289§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀληθές.
2290§240Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Λοιπὸν, κύριοι, ποῦ εὑρίσκετε αὐτὴν τὴν ἄρνη-
2291σιν τοῦ καθήκοντος; ἢ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Αἰγιαλείας ἠθέλησε
2292μόνον νὰ ἐπιτεθῇ ἐναντίον μιᾶς μερίδος;
2293§241ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Διὰ τοὺς λόγους τῶν φίλων σας, τῶν συμ-
2294μάχων σας.
2295§242Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν ἔχω κἀνένα σύμμαχον. — Ἐὰν, λέγω, ἀ-
2296νατρέξῃ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Αἰγιαλείας εἰς τὰ πρακτικὰ τοῦ
2297Ἀγγλικοῦ Κοινοβουλίου, δὲν θὰ εὕρῃ ἐργασίαν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ
2298ὡρῶν· καὶ ἔπειτα σᾶς λέγουν, ὅτι ὑπάρχει ἀποχώρησις ἢ ὑπο-
2299χώρησις ἢ ἀναχώρησις, σκοπὸν ἔχουσα νὰ ὁδηγήσῃ τὸ Ἑλλη-
2300νικὸν κράτος, τὴν Ἑλληνικὴν πολιτείαν εἰς τὸ χάος!
2301Ἡμεῖς, κύριοι, προχθὲς ἐπροτείναμεν ἀντὶ τῆς 2ας ὥρας
2302νὰ ἄρχωνται αἱ συνεδριάσεις τὴν 1ην, διότι εἴδαμεν ὅτι
2303ἦτο δύσκολον μετὰ τὴν 6, 6 καὶ ½ εἴτε καὶ 7ην νὰ
2304διαμένωμεν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ τούτῳ. Ναὶ, κύριοι, μετὰ
230525 ἐτῶν κοινοβουλευτικὸν βίον ἀνεχώρησα, καὶ ἀνεχώρη-
2306σα, διότι ἡ ὑγεία μου δὲν μοῦ τὸ ἐπιτρέπει νὰ διαμένω πλέον
2307νῆστις, κεκμηκὼς μέχρι τῆς 11 ἢ 12· καὶ δὲν ἔχετε δικαίω-
2308μα, κύριοι, νὰ ζητήσητε νὰ διαμένωμεν ὅσον θέλετε, διότι κατ’
2309αὐτὸν τὸν τρόπον ἠδύναντο νὰ ᾖναι συνεχεῖς αἱ ἐργασίαι
2310τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ συνεχίσητε ἐπὶ 40,
231150 ὥρας τὰς ἐργασίας του, τότε ἠδύνασθε νὰ τελειώσητε εὐ-
2312κολώτερα. Διέμεινα, κύριοι, ἄλλοτε, καὶ πρωθυπούργει ὁ κ. Βούλ-
2313γαρης, εἰς τὰ 1868, καὶ ἔμεινα μέχρι τῆς 11 καὶ 12 ὥρας·
2314ἀλλ’ ἤμην, κύριοι, νεώτερος, ἠδυνάμην ν’ ἀνθέξω περισσότερον.
2315§243Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Παραλαμβάνετε καὶ τοὺς φίλους σας
2316σήμερον.
2317§244Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ παραπονῆσθε, μοῦ εἶναι ἀδιά-
2318φορον. — Λοιπὸν ὑπῆρξεν, οὐχὶ κακὴ πίστις ἐκ μέρους τοῦ κ.
2319Μεσσηνέζη, ἀλλὰ μία πλάνη, ὅταν ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ τὸ
2320ζήτημα τῆς ἀναχωρήσεως μιᾶς μερίδος, ὡς ζήτημα πολιτι-
2321κὸν, ἀπειλοῦν νὰ ῥίψῃ τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν εἰς τὸ βάρα-
2322θρον. Ἐγὼ λοιπὸν σπεύδω νὰ τὸν διαβεβαιώσω, διὰ νὰ καθη-
2323συχάσῃ, ὅτι οὐδεὶς σκοπὸς, οὐδεμία πρόθεσις τοιαύτη ὑπάρχει·
2324οὔτε συμμαχίαι, οὔτε ἐπιμαχίαι ὑπάρχουσι σήμερον εἰς τὴν
2325Βουλὴν, ἐντὸς Σώματος, ὡς εἶπον, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει σήμερον
2326παρ’ ἁπλοῦν χαρακτῆρα δικαστικόν.
2327Τὰ ζητήματα ταῦτα, κύριοι, ὅταν ὑπάρχῃ καλὴ πίστις, δὲν
2328λύονται διὰ προτάσεων· λύονται διὰ συνεννοήσεως τῶν δύω
2329μερίδων· καὶ ἐπειδὴ εἶμαι βέβαιος, ὅτι καὶ εἰς τὴν μίαν
2330μερίδα καὶ εἰς τὴν ἄλλην ὑπάρχει καλὴ πίστις, τὰ ζητήματα
2331ταῦτα ἠδύναντο νὰ λυθῶσιν οὕτω, καὶ νὰ μὴ καταναλωθῇ ὁλό-
2332κληρος ἡμέρα εἰς συζήτησιν ἐντελῶς ἄγονον, γόνιμον ὅμως εἰς
2333σκάνδαλα. Δὲν ἦτον ἀνάγκη, κύριοι, νὰ ἔλθῃ πρότασις περὶ ἑρ-
2334μηνείας τοῦ 56 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Οἱανδήποτε καὶ ἂν θέ-
2335λετε νὰ δώσητε ψῆφον, ἡ πρότασις τοῦ κ. Μεσσηνέζη εἶναι διαῤῥή-
2336δην ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος, καὶ ἑρμηνείαν τοι-
2337αύτην δὲν δύνασθε οὔτε σήμερον, ὅτε εἶσθε ἁπλοῦν δικαστικὸν
2338Σῶμα, οὔτε μετ’ ὀλίγον, ὅτε πρόκειται νὰ μεταβληθῆτε εἰς
2339πολιτικὸν καὶ νομοθετικὸν Σῶμα, οὔτε τότε δύνασθε νὰ κάμη-
2340τε ἑρμηνείαν τοῦ Συντάγματος. Αἱ ἑρμηνεῖαι τοῦ Συντάγμα-
2341τος, γενόμεναι ὑπὸ τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων, εἶναι ἐγχειρή-
2342σεις κατὰ τοῦ Συντάγματος· ἡμεῖς δὲ ἐδῶ δὲν ἀπεστάλημεν διὰ
2343νὰ κάμωμεν μικρὰς ἢ μεγάλας ἐγχειρήσεις· ἀπεστάλημεν μό-
2344νον διὰ νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ πολίτευμα, εἰς τὸ ὁποῖον ὡρκίσθη-
2345μεν πίστιν. — Τί σᾶς λέγει, κύριοι, ὁ κ. Μεσσηνέζης; Σᾶς λέ-
2346γει, ἑρμηνεύσατε ὅτι τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον
2347λέγει ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ ἢ ἀποφασίσῃ εἰμὴ
2348ὅταν εἶναι παρόντα τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τῶν μελῶν του,
2349ἑρμηνεύσατε ὅτι τὸ «συζήτησιν» σημαίνει κατὰ τὴν ἔναρ-
2350ξιν τῆς συζητήσεως. Καὶ ποῖος σᾶς ἔδωκε τὸ δικαίωμα
2351νὰ δώσητε τοιαύτην ἑρμηνείαν εἰς τὸ Σύνταγμα; Πιστεύει πε-
2352ποιθότως ὁ κ. Μεσσηνέζης, ἢ ἐπλανήθη ὅτι ἡ πρότασίς του
2353δὲν ἑρμηνεύει τὸ Σύνταγμα; Τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, κύ-
2354ριοι, εἶναι τόσῳ καθαρὸν, ὥστε οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν, οὐδένα δι-
2355σταγμὸν δύναται νὰ γεννήσῃ περὶ τῆς ἐννοίας του. Ἐπὶ 12 ἔ-
2356τη τὸ Σύνταγμα αὐτὸ λειτουργεῖ, καὶ λειτουργεῖ κατ’ αὐτὸν
2357τὸν τρόπον. Ποία λοιπὸν ἡ ἀνάγκη, ποῖος ὁ λόγος, ὅστις ὑπη-
2358γόρευσεν εἰς τὸν κ. Μεσσηνέζην νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ἡ πρότασίς
2359του δὲν εἶναι ἀληθὴς ἑρμηνεία τοῦ Συντάγματος; Εὐχαριστή-
2360θην, κύριοι, καὶ τὸ λέγω εἰλικρινῶς, ὅτι ἐκ τῆς δεξιᾶς πλευρᾶς
2361οὐδεὶς σπουδαίως ἠθέλησε νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν πρότασιν τοῦ κ.
2362Μεσσηνέζη (παρακαλῶ, κ. πρόεδρε, ἔχετε ἐδῶ τὴν πρότασιν;)
2363Ἰδοὺ τί λέγει· «Προτείνω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται, ἐφ’ ὅσον ἀγο-
2364ρεύει βουλευτίς τις, νὰ διακοπῇ, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἡ Βουλὴ
2365δὲν διατελεῖ ἐν ἀπαρτίᾳ.»
2366Ἡ ἀρχικὴ λοιπὸν πρότασις τοῦ κ. Μεσσηνέζη ἦτο καθαρὰ
2367ἑρμηνεία τοῦ Συντάγματος, κατέληξε δὲ δυστυχῶς εἰς πρότα-
2368σιν ἔχουσαν τὸν αὐτὸν σκοπόν. Ἐὰν δ’ εἷς προσεπάθησε λεληθό-
2369τως νὰ παραβιάσῃ τοῦ Συντάγματος τὴν καθαρὰν ἔννοιαν—διότι
2370τί ἄλλο εἶναι τοῦτο, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἐφ’ ὅσον ἀγορεύει
2371βουλευτής τις νὰ διακοπῇ ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι Βουλὴ δὲν δια-
2372τελεῖ ἐν ἀπαρτίᾳ—δὲν εἶναι ἡ πρότασις αὕτη ἀληθὴς ἀναίρε-
2373σις τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος; Τοῦτο, κύριοι, τὸ ὁποῖον
2374ὁ κ. Μεσσηνέζης προτείνει, δὲν δύναται ν’ ἀποφασισθῇ, καθὼς,
2375σᾶς εἶπον, ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διότι δὲν ἔχετε τοιαύτην δύναμιν·
2376ὅ,τι ὅμως προτείνει ὁ κ. Μεσσηνέζης δύναται νὰ γείνῃ διὰ συν-
2377εννοήσεως, καὶ ἡ συνεννόησις αὕτη δὲν εἶναι ἀδύνατος, ὅταν
2378ἐμφιλοχωρῇ ἡ καλὴ πίστις καὶ εἰς τὴν μίαν καὶ εἰς τὴν ἄλ-
2379λην μερίδα.
2380Ὑπεσχέθην, κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω ὀλίγα λόγια καὶ τελειό-
2381νω. Σᾶς ἱκετεύω, μὴ προβῆτε εἰς ἑρμηνείας, αἱ ὁποῖαι δύναν-
2382ται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἐγχειρήσεις κατὰ τοῦ πολιτεύματος, διότι
2383τοιοῦτον δικαίωμα δὲν ἔχετε. Ἀποφασίσατε ἁπλῶς νὰ μετα-
2384βῆτε εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, χωρὶς νὰ ἐπιψηφίσητε οὐδε-
2385μίαν πρότασιν· ἐλπίζω δὲ ὅτι, ὑπαρχούσης καλῆς πίστεως,
2386δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς αἴσιον ἀποτέλεσμα διὰ συνεννοή-
2387σεως τῶν δύω μερίδων καὶ οὐχὶ δι’ ἑρμηνειῶν, τὰς ὁποίας δὲν
2388ἔχομεν δικαίωμα νὰ κάμωμεν.
2389§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐγγεγραμμένοι οἱ κύριοι Σωτηρόπουλος,
2390Μπούμπουλης καὶ Δανόπουλος.
2391§246ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος Μεσσηνέζης μοῦ ἀναγγέλλει ὅτι
2392μὲ παρενόησεν, ἑπομένως δὲν ἔχω τίποτε νὰ εἴπω.
2393§247ΠΕΤΣΑΛΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κυρίου
2394Ζαΐμη, ψηφοφορία, κ. πρόεδρε.
2395§248ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐπειδὴ συνήθως τοῦ ἐκφεύγουν τρα-
2396χεῖς φράσεις, τοῦ ἐξέφυγε καὶ αὐτή.
2397§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος; ὁ κ. Μπούμπουλης;
2398§250ΤΙΝΕΣ. Παραιτοῦνται.
2399§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἔχει τις ἄλλος τὸν λόγον;
2400§252ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
2401§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις λοιπὸν ἐπὶ τοῦ ζητήματος εἶναι
2402περαιωμένη. Ἐρχόμεθα τώρα νὰ ἐρωτήσωμεν τὴν Βουλὴν· εἶναι
2403ἡ πρότασις τοῦ κ. Μεσσηνέζη, τὴν ὁποίαν ἠκούσατε καὶ
2404εἶναι αὕτη....
2405§254ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Προηγεῖται ἡ τοῦ κ. Ζαΐμη, σεῖς ξεύρετε καλ-
2406λίτερα, κ. Πρόεδρε.
2407§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, διότι τὴν παρέλειψα· εἶναι
2408αὕτη· «Ἡ Βουλὴ, ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα, μεταβαίνει εἰς
2409»τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Τὴν πρότασιν τοῦ κ. Μεσσηνέζη
2410τὴν ἠκούσατε, εἶναι αὕτη...
2411Ἐπομένως ἀπωτέρω εἶναι ἡ τοῦ Ζαΐμη, καὶ συνεπῶς αὐτὴν
2412πρόκειται νὰ ψηφίσητε. Νὰ καθήσουν οἱ κύριοι βουλευταὶ εἰς
2413τὰς θέσεις των. Θέλετε δι’ ἀναστάσεως;
2414§256ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
2415§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ζαΐμη,
2416τὴν ἑξῆς· «Ἡ Βουλὴ, ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα, μεταβαίνει
2417πρὸς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν νὰ
2418ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πολλοί).
2419§258ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Παρακαλῶ, κ. πρόεδρε, νὰ ἐρωτήσητε
2420τὸν κ. Μεσσηνέζην, ἂν ἐπιμένῃ.
2421§259ΤΙΝΕΣ. Ἐπιμένει.
2422§260ΕΤΕΡΟΙ. Ἐρωτήσατε πάλιν, κ. πρόεδρε, τὴν Βουλήν.
2423§261ΣΑΡΑΒΑΣ. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κ.
2424Ζαΐμης καὶ τὰς ὁποίας συμμερίζονται ὅλοι οἱ καθήμενοι εἰς
2425αὐτὴν τὴν πλευρὰν, ὁ κ. Μεσσηνέζης δὲν ἐπιμένει, πιστεύω,
2426νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ πρότασίς του.
2427§262Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς εἴπατε, καὶ πρέπει νὰ σημει-
2428ωθῇ εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι τὴν δέχεσθε.
2429§263ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐὰν ἡ μερὶς αὕτη (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν
2430πτέρυγα) ἐπιμένῃ εἰς τὴν ἰδέαν της, δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐμέ.
2431§264ΚΑΤΣΙΚΟΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ἐπιμένομεν ἡμεῖς καὶ
2432τὴν ἀναλαμβάνομεν.
2433§265Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἐπιμένομεν τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον τινὲς
2434τῶν ἀγορευσάντων ἐκ τῆς ἀριστερᾶς εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος,
2435ὅτι σκοπεύουν ν’ ἀποχωρήσουν.
2436§266ΠΟΛΛΟΙ. Ψηφοφορία λοιπὸν, κ. πρόεδρε.
2437§267ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ. Μετὰ τὴν ψη-
2438φοφορίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ζαΐμη, κατὰ τὴν κρίσιν μας,
2439προβαίνομεν εἰς πλήρη τροποποίησιν τοῦ Συντάγματος. Κύριοι,
2440μᾶς εἶναι ἀδύνατον νὰ ψηφοφορήσωμεν τοιαύτην τροποποίησιν,
2441καὶ μᾶς εἶναι ἀδύνατον ὅπως μᾶς ἦτο πάντοτε. Ἐννοεῖται,
2442ὅτι δὲν ἔχω σκοπὸν ν’ ἀπαντήσω εἰς συκοφαντίας τώρα ἐγὼ,
2443ὅστις προτείνω τῆς διαγωγῆς μου μάρτυρας αὐτοὺς, μετὰ τῶν
2444ὁποίων ὑπηρετῶ, καὶ τὸν Βασιλέα, ὅστις διευθύνει τὰς τύχας
2445τοῦ Κράτους. Αὐτὸν ἐπικαλοῦμαι μάρτυρα ἂν ἡ διαγωγή μου
2446δὲν ὑπῆρξε φιλελευθέρα. Ἐπομένως δὲν καταδέχομαι νὰ ἀπαν-
2447τήσω εἰς αὐτά (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
2448§268ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Αὐτός, κύριοι, τὰ ἐπροκάλεσε.
2449§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι, καὶ εἰς τὰ ἀκροατήρια. Ἐπὶ
2450τοῦ θέματος, κύριε Κουμουνδοῦρε.
2451§270ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λέγω λοιπὸν ὅτι ἡ πρότασις εἶναι
2452ἐναντία τοῦ Συντάγματος καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ψηφοφορήσωμεν
2453τοιαύτην πρότασιν· ἐπομένως σᾶς τὸ ἀναγγέλλομεν, διὰ νὰ μὴ
2454παραξηγηθῇ κατόπιν ἡ διαγωγή μας, ὅτι θὰ ἀποφασίσωμεν, ἐγὼ
2455τοὐλάχιστον, νὰ ἀποφύγωμεν τὴν ἐπιψήφισιν τῆς προτάσεως
2456αὐτῆς, καὶ φοβοῦμαι ὅτι αὐθωρεὶ θὰ ἀκολουθήσουν καὶ ἄλλοι, ἐν
2457ὅσῳ τοιαύτη πρότασις παρουσιάζεται, διότι ὄχι μόνον οὐδεὶς μᾶς
2458ὑποχρεοῖ νὰ ψηφοφορήσωμεν τοιαύτην πρότασιν, ἀλλὰ θέλομεν
2459παραβιάσει ἱερώτατον καθῆκον. Ἐάν, κατὰ τὴν πεποίθησίν
2460μας, οἱ κύριοι ἔχουν πεποίθησιν ἐναντίαν, θέλομεν παραβιάσει
2461καθῆκον ἱερὸν ἂν ὑποκύψωμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοιούτων
2462προτάσεων καὶ νὰ φέρωμεν ψῆφον, ἥτις, κατὰ τὴν πεποίθησίν
2463μας, προσβάλλει ἀμέσως καὶ καιρίως τὸ Σύνταγμα.
2464§271Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Καὶ κατὰ συνέπειαν θὰ γίνωμεν
2465ἐπίορκοι.
2466§272ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Ἐπίορκοι δὲν γινόμεθα.
2467§273ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν καθήσατε, κύριοι, νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ
2468πρότασις τοῦ κ. Ζαΐμη.
2469§274ΚΑΤΣΙΚΟΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἀποῤῥιφθῇ
2470ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Ζαΐμη, ἕπεται ἡ ἄλλη.
2471§275ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
2472§276ΚΑΤΣΙΚΟΓΙΑΝΝΗΣ. Δηλαδὴ ἔρχεται ἡ ἄλλη εἰς ψη-
2473φοφορίαν.
2474§277ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὴν πρότασιν τοῦ
2475κυρίου Ζαΐμη, τὴν ὁποίαν ἠκούσατε, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερ-
2476θῶσιν (ἐγείρονται πολλοί).
2477§278ΤΙΝΕΣ. Παρεδέχθη.
2478§279ΕΤΕΡΟΣ. Δὲν παραδέχθη.
2479§280Α. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τεθῇ τὸ ἀντίθετον, οἱ μὴ
2480παραδεχόμενοι.....
2481§281ΤΙΝΕΣ. Τί λέγει τὸ προεδρεῖον;
2482§282ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ προεδρεῖον δὲν διακρίνει τὴν πλειονοψηφίαν.
2483§283Α. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν τὸ ἀντίθετον, κ. Πρόεδρε,
2484νὰ ἐρωτήσητε, μήπως διακριθῇ καὶ ἀποφύγωμεν, εἰ δυνατὸν,
2485τὴν χρονοτριβήν.
2486§284ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, κύριοι, θὰ ἐρωτήσω τὸ ἀντίθετον,
2487καθήσατε.
2488§285Α. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσοι δὲν εἶναι βουλευταὶ ν’ ἀπο-
2489μακρυνθοῦν, καθὼς καὶ οἱ ἐφημεριδογράφοι, διὰ νὰ διακρί-
2490νετε εὐκόλως, κ. Πρόεδρε.
2491§286ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ.
2492Ζαΐμη νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη
2493τὸ ἀντίθετον.
2494§287ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Ὄχι, ὄχι· δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως,
2495κ. Πρόεδρε.
2496§288ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεῤῥίφθη λοιπὸν ἡ πρότασις τοῦ κυρίου
2497Ζαΐμη.
2498§289ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, ὄχι.
2499§290ΜΠΟΥΤΟΣ. Τί ἀντελήφθη τὸ προεδρεῖον;
2500§291ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν τοῦ
2501κυρίου Ζαΐμη.
2502§292ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Ποῖος τὸ λέγει; Δι’ ὀνομαστικῆς κλή-
2503σεως, κ. Πρόεδρε (ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς δεκαπέντε).
2504§293ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύω ψηφολέκται, κύριοι, νὰ προσέλθετε. Οἱ
2505παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Ζαΐμη λέγουσι ναὶ,
2506οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι.
2507Γίνεται ψηφοφορία κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν κατὰ τὸ
2508ἑπόμενον πρωτόκολλον.
2509Πρωτόκολλον ψηφοφορίας τῶν κυρίων βουλευτῶν
2510Ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος·
2511Ἡ Βουλὴ, ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα, μεταβαίνει εἰς τὴν
2512ἡμερησίαν διάταξιν, ναὶ ἢ ὄχι;
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
2513Ἰωάν. Μεσσηνέζης ΟΧρ. Κατσικογιάννης Ο
2514Ἰωάν. Μπόγδανος ΟΒ. Κ. Νικολόπουλος Ο
2515Σπυρ. Λογιωτατίδης ΟἸωάν. Ἀναγ. ΔεληγιάννηςΟ
2516Νικόλ. Μαυροκορδάτος ΝΔημ. Νικολόπουλος Ο
2517Μ. Καΐρης Ὀρφανός ΝΚ. Πλαπούτας
2518Κ. Λ. Ἐμπειρῖκος Ἰωάν. Β. Ῥοϊλός Ο
2519Ἀνδρ. Δανόπουλος ΝἈνάστος Χ. Βαχλιώτης Ο
2520Λεων. Ζωγράφος Κ. Κοσσονάκος Ν
2521Δημ. Ῥάλλης ΝἨλ. Βοϊδῆς ΜαυρομιχάληςΟ
2522Ἰωάν. Λέκας ΝἸωάν. Γ. Ἀνδρίτσου Ο
2523Στυλ. Κολιάτσος ΝἸωάν. Γ. Κότταρης Ο
2524Δημ. Καλλιφρονᾶς Ἰωάν. Σαφάκας Ν
2525Περικλῆς Πετράκης ΝΝ. Παπαμιχαλόπουλος Ν
2526Κωνστ. Ν. Κωστῆς Ἰωάν. Καπιτσίνης Ν
2527Ἀθ. Ἴσκος Ἀντών. Μήτσας Ν
2528Ἰω. Καραγιαννόπουλος Γ. Μίλησης
2529Δημ. Γρίβας ΟΔ. Βουλπιώτης Ν
2530Γ. Γεροθανάσης ΟΚ. Γιολδάσης Ν
2531Γ. Ζηνόπουλος ΝἈλέξ. Πετρινός Ο
2532Δημ. Τσιτσάρας ΟἈριστ. Σακελλαρόπουλος
2533Ἰωάν. Βοῦλτσος ΟΓ. Ν. Ῥεβελιώτης
2534Δημ. Βολτέρας ΟἨλ. Φλέσσας Ο
2535Στυλ. Βισβάρδης ΟΒασ. Σινανιώτης Ο
2536Παναγ. Δραγώνας ΟΚωνστ. Κριεμάδης Ο
2537Δημοσθ. Πονηρόπουλος ΟΚωνστ. Μπράβος Ο
2538Γ. Λ. Κρεστενίτης ΟΓεράσ. Ζωχιός Ν
2539Στέφ. Στεφανόπουλος Σπυρ. Ζερβός Ο
2540Ἐπαμ. Κρεστενίτης Νικ. Παγκράτης Ν
2541Λυγερινὸς Πετραλιᾶς ΝΔημοσθ. Στάϊκος Ο
2542Ἀλέξ. Ἄχολος ΟΝικόλ. Σωτηρόπουλος Ν
2543Γ. Πετούσης ΟἈλέξ. Κουμουνδοῦρος Ν
2544Λουκ. Κατσίνας ΝΣπ. Ἀντωνόπουλος Ν
2545Ἀναγν. Δημητρίου ΝΠ. Μποῦτος Ν
2546Σπυρ. Μαλασπίνας ΟἸωάν. Ταταράκης Ν
2547Ἰωάν. Ἀνεξάρτητος ΟἈνάργ. Πρεζάνης Ν
2548Βαρβαρῆγος Πήληκας ΝἘμ. Β. Ναυπλιώτης Ο
2549Κωνστ. Δ. Πεταλλᾶς ΟΚ. Κρίσπης Ν
2550Θρ. Α. Ζαΐμης ΝΝ. Γκίλης
2551Ἀργ. Διαμαντόπουλος ΝἈθαν. Ῥοντήρης
2552Γεώργιος Β. Πετιμεζᾶς ΟΝ. Καλαντζόπουλος Ο
2553Ἰωάννης Ζαΐμης ΝΓ. Σισμάνης Ο
2554Γεώρ. Κ. Παπαδαῖος Μιχ. Ἀντωνόπουλος
2555Περ. Μαυρομιχάλης ΝΓρηγ. Δημητριάδης Ν
2556Γεώργιος Πεῤῥωτὴς ΝἈλ. Πετσάλης Ν
2557Ἰωάννης Ζάρκος ΟΚωνστ. Σινέλης Ο
2558Γεώρ. Παπαγεωργίου ΝΔημήτριος Σαράβας Ν
2559Ἀλέξ. Κοντόσταυλος ΝΞανθὸς Πικουλάκης Ο
2560Κωνστ. Χ. Κωνσταντῆς ΟΛεων. Καπετανάκης Ν
2561Ἀλέξ. Ἀντωνιάδης ΟἈντών. Μαυρομιχάλης Ν
2562Ἰωάννης Ν. Ψύλλας ΟΧ. Κανελλόπουλος Ν
2563Ἰωάννης Κυριακίδης Π. Παπαλέξης Ο
2564Ἀθαν. Παραμυθιώτης ΝΜιλ. Κανελλόπουλος Ο
2565Ν. Βασιλάκης ΝΣπυρ. Μαρτσοῦκος Ν
2566Ἰάκ. Πολυλᾶς ΝἈναστ. Νικοκάβουρας Ο
2567Γ. Βαλσαμάκης ΝἈναστ. Τρύφωνας Ν
2568Χ. Βανδῶρος ΟΓεώργ. Ἰακωβάτος
2569Ἀλ. Κατσαΐτης Χ. Ἰακωβάτος
2570Γ. Ν. Κοντομίχαλος ΝΜαρ. Χαριτάτος
2571Στέλ. Κασιμάτης Γ. Κάγκας
2572Κοσμ. Πανάρετος Ἀνάργ. Σιμόπουλος
2573Δημ. Ῥαπτάκης Η. Τζαμάλας Ν
2574Γ. Βακαλόπουλος ΝΛ. Καραλίβανος
2575Θεόδ. Θερμογιάννης ΝΘ. Κανακάρης
2576Ἀντών. Καρδαρᾶς ΟΔημήτριος Πατρινός Ο
2577Κ. Κατσικόπουλος Ἰωάννης Κωνστάκης Ν
2578Λεων. Μαυρομιχάλης Γεώργιος Τσερτίδης Ο
2579Μελέτ. Ῥουσσόπουλος ΝἸωάννης Δ. ἈντωνόπουλοςΟ
2580Ἀναστ. Κορφιωτάκης ΝΔημ. Τριγγέτας Ο
2581Ἰωάν. Βαλασόπουλος ΟΝ. Τσικλητήρας Ο
2582Ἀναστ. Βαλασσόπουλος ΟἈθ. Μισυρλῆς Ν
2583Ἀναστ. Κουτσοπέταλλος ΟΝ. Ι. Νικολαΐδης Ο
2584Νικόλαος Μπουφίδης ΟΝ. Γεωργιάδης Ο
2585Γεώργ. Μ. Στεφανίτσης ΟΔ. Ι. Κουνουπιώτης Ο
2586Γεράσ. Σέρβος ΝἸωάν. Ν. Μπότασης Ο
2587Εὐάγγ. Ἀντ. Ζαβερδινός ΟΓ. Μπούμπουλης Ν
2588Δημήτρ. Τσαμόπουλος ΟΝ. Σοῦτσος Ν
2589Ἀριστ. Ῥούκης ΝἈντών. Πετρίτσης Ο
2590Ἰωάν. ΠαπαζαφειρόπουλοςΝΠερ. Σεβαστόπουλος
2591Ἰωάν. Ταμπακόπουλος Ἰωάν. Ζαλλώνης
2592Ἰάκωβ. Παξιμάδης ΝἈνδρέας Κουτουριώτης
2593Δημ. Δρόσος ΝΛεων. Τράκας Ο
2594Σωτ. Σωτηρόπουλος ΝΘεμ. Παπακώστας Ν
2595Γρηγ. Ν. Ζέζας. ΟΔημ. Τσιριμῶκος
2596Θ. Ἀναστασόπουλος ΝΠέτρ. Σκουμπουρδῆς Ο
2597Γ. Στάϊκος Α. Οἰκονόμου Ο
2598Κωνστ. Διαλέτης ΟΑ. Ἀβέρωφ Ο
2599Στ. Κορυζῆς ΝὈδυσσεὺς Ἀγγελινίδης Ο
2600Χρῆστος Δουζίνας ΟἈθαν. Βασιλείου Ο
2601Δ. Γ. Βούλγαρης ΟΝ. Ἀποστόλης Ο
2602Ἐπαμ. Α. Κριεζῆς ΟΔ. Βαλαβάνης Ο
2603§294ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 144· ὑπὲρ τῆς προτά-
2604σεως τοῦ κ. Ζαΐμη ἐψηφοφόρησαν 66, κατὰ δὲ 78, ὥστε ἡ
2605πρότασις ἀπεῤῥίφθη διὰ ψήφων 78 ἐναντίον 66.— Ἐπαναλαμ-
2606βάνεται ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τῆς προτάσεως.
2607§295ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Κύριε πρόεδρε!
2608§296ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Ἀπὸ τοῦ βήματος ἐξέφρασα τὴν πεποί-
2609θησιν, ὅτι δὲν θέλετε θέσει εἰς ψηφοφορίαν τῆς Βουλῆς πρότα-
2610σιν ἀντιβαίνουσαν εἰς τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος, εἰς τὸ ἄρ-
2611θρον 56 τοῦ Συντάγματος. Ἐπειδὴ βλέπω κατὰ δυστυχίαν,
2612ὅτι ὑμεῖς ἔχετε ἄλλην γνώμην.....
2613§297ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἰδική μου ἡ γνώμη, εἶναι τῆς Βου-
2614λῆς· ἐγὼ οἴκοθεν δὲν δύναμαι νὰ θέσω πρότασιν.
2615§298ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Τούτου ἕνεκα τώρα ἐγείρεται νέον ζή-
2616τημα, ἐὰν πρότασις, ἀντιβαίνουσα εἰς τὸ γράμμα τοῦ Συντάγμα-
2617τος, δύναται νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν. Ἕκαστος ἐξ ἡμῶν δικαι-
2618οῦται νὰ λάβῃ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νέου ζητήματος.
2619§299ΤΙΝΕΣ. Ὁ κύριος Μεσσηνέζης παραιτεῖται.
2620§300ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐγὼ παραιτοῦμαι, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω τί θὰ
2621κάμουν οἱ ἄλλοι.
2622§301ΕΤΕΡΟΙ. Τὴν ἀναλαμβάνομεν ἡμεῖς.
2623§302ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Ἄλλως τε, ἐὰν οἱ ἀναδεχθέντες τὴν
2624πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Αἰγιαλείας βουλευτοῦ νομίζωσιν,
2625ὅτι ἡ πρότασίς των εἶναι καθαρὰ τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ,
2626τότε πρέπει ἡ πρότασις αὕτη νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ.
2627Ἄρθρον 34 τοῦ Κανονισμοῦ (τὸ ἀναγινώσκει).
2628§303ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Ἐξηντλήθη ἡ συζήτησις, κ. πρόεδρε,
2629εἰς τὴν ψηφοφορίαν.
2630§304ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπεραιώθη ἡ συζήτησις.
2631§305ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπροτείναμεν τὸ ἀπροχώρητον.
2632§306ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ὁμιλήσητε (θόρυβος).
2633§307ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ (ἀπερχόμενος). Δὲν θέλομεν νὰ παραστα-
2634θῶμεν μάρτυρες καὶ συνήγοροι ἐγκλημάτων (θόρυβος μέγας καὶ
2635λογομαχίαι μεταξὺ βουλευτῶν τινων τῆς δεξιᾶς καὶ ἀριστε-
2636ρᾶς πτέρυγος). Δὲν θὰ γείνωμεν θύματα τῶν ἐγκληματικῶν σκο-
2637πῶν τῆς μεταῤῥυθμίσεως τοῦ Συντάγματος (ἐξακολουθεῖ ὁ θό-
2638ρυβος καὶ ἡ ταραχή).
2639§308ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω, κύριε πρόεδρε.
2640§309ΜΠΟΥΤΟΣ...... (θόρυβος).
2641§310ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς πτέρυγος ἀπερχόμε-
2642νοι). Σκαπανεῖς τοῦ Συντάγματος!!
2643§311ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Κύριε πρόεδρε!
2644§312ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Καὶ τὸ τέχνασμά σας τῆς μὴ ἀπαρτίας διελύ-
2645θη (θόρυβος).
2646§313ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν εἶσθε ἐν ἀπαρτίᾳ.
2647§314ΕΤΕΡΟΙ (ἀριστερόθεν). Ἐμπρὸς, κ. πρόεδρε, εἰς τὴν ψηφοφο-
2648ρίαν· δι’ ἀναστάσεως.
2649§315ΡΑΛΛΗΣ, ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ
2650προχωρήσητε, δὲν εἶσθε ἐν ἀπαρτίᾳ (θόρυβος).
2651§316ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐὰν θελήσητε νὰ προβῆτε δι’ ἀναστά-
2652σεως, θὰ ἦσθε ἡ ἀφορμὴ ὅλων τῶν συνεπειῶν (θόρυβος)· δὲν
2653σᾶς ἀφίνομεν νὰ καταστρέψητε τὸ Σύνταγμα (θόρυβος).
2654§317ΠΕΤΡΑΚΗΣ, ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν εἶσθε ἐν ἀ-
2655παρτίᾳ.
2656§318ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Ἐμπρός, κύριε πρόεδρε, (ἐξακολουθεῖ
2657ὁ θόρυβος καὶ αἱ λογομαχίαι).
2658§319ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις (ἐγείρεται ἵνα ἀπέλθῃ).
2659§320ΤΙΝΕΣ. Τί ἐκάματε, κ. πρόεδρε, ποῦ πηγαίνετε.
2660§321ΠΡΟΕΔΡΟΣ (ἐπανερχόμενος καὶ κρούσας ἐκ νέου τὸν κώδωνα).
2661Διαλύεται ἡ συνεδρίασις.
2662Ὥρᾳ 8 παρὰ 15/60.