1874.10.28
2.890 στίχοι · 22.844 λέξεις · 53 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 12
Τῆς 28 Ὀκτωβρίου 1874.
(Δευτέρα).
Ὥρα 3¼ μ. μ.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς ἐξελέγξεως ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Ἀττικῆς. Ἔμεινε δὲ ἐκκρεμὴς ἡ πρότασις ἡ παρεμπίπτουσα τοῦ κυρίου Μεσσηνέζη διὰ νὰ ψηφοφορηθῇ σήμερον.— Ὁ κύριος Ζαΐμης ἔχει τὸν λόγον.
§2ΖΩΧΙΟΣ. Ἔπειτα ἀπὸ τὸν κύριον Μεσσηνέζην εἶμαι ἐγώ.
§3Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Κατὰ τὸ τέλος τῆς παρελθούσης συνεδριάσεως ἐπεθυμῶν νὰ δώσω διεξαγωγὴν εἰς πολυτάραχον ζήτημα, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασίν τινα, ἥτις δυστυχῶς ἀπεῤῥίφθη. Ἡ ἀπόῤῥιψις τῆς προτάσεώς μου ἐκείνης, κύριοι, δὲν μὲ ἀπεθάῤῥυνεν εἰς ὑποβολὴν νέας προτάσεως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι πρὸ παντὸς ἄλλου ἐπιθυμῶ — καὶ νομίζω, ὅτι ὅλοι ἐπιθυμοῦν — νὰ ἐκλείψῃ ἡ ἔρις ἥτις ἐξηγέρθη ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἥτις δύναται νὰ ἔχῃ σπουδαίας συνεπείας διὰ τὴν πολιτείαν. Ὅπως, κύριοι, καὶ ἂν ἔχῃ, τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐῤῥίφθη ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης καὶ τὸ ὁποῖον ἀληθῶς ἤναψε φλόγας, τὸ ζήτημα τοῦτο εἴτε κατὰ πολύ, εἴτε κατ’ ἐλάχιστον θίγει τὸ Σύνταγμα. Ζητήματα τοιαῦτα, κύριοι, φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ τὰ ἀποφεύγωμεν, καὶ ὅσην φρόνησιν ἀποδίδω εἰς τὴν μειονοψηφίαν τοσαύτην ἀποδίδω καὶ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν· διότι φρονῶ, ὅτι ἀμφοτέρων τῶν μερίδων τὸ συμφέρον εἶναι, ὅταν γεννῶνται ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου τοιαῦτα ζητήματα, ὅτι τὰ ζητήματα ταῦτα πρέπει νὰ συζητῶνται μὲ διάνοιαν ἤρεμον καὶ μὲ αἷμα ψυχρόν. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν, κύριοι, συνεδρίασιν ἐν τῇ ἐξάψει, ἥτις ἠγέρθη καὶ ἥτις κατέλαβε δυστυχῶς οὐ μόνον βουλευτὰς σφριγῶντας ὑπὸ νεότητος, ἀλλὰ καὶ ὑπερεξηκοντούτεις καὶ ὑπερεβδομηκοντούτεις, ἐν τοιαύτῃ ἐξάψει ζητήματα τοιαῦτα, νομίζω, ὅτι δὲν δύνανται νὰ συζητηθῶσι. Διατηρῶν ἀκεραίαν τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ ζήτημα ἐκεῖνο θίγει τὸ Σύνταγμα, τὸ καθεστὼς, φρονῶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ σοβαρωτέρα ἐξέτασις τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ νομίζω, ὅτι τοῦτο καὶ ἡ πλειονοψηφία δὲν θέλει τὸ ἀποκρούσει. Διὰ τοῦτο προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Αἰγιαλείας βουλευτοῦ κυρίου Μεσσηνέζη κατὰ τὴν τελευταίαν αὐτῆς ἔκφρασιν, ὡς κατετέθη ἐνώπιον τοῦ Προέδρου ἔγγραφος, νὰ τυπωθῇ νὰ διανεμηθῇ εἰς τοὺς κυρίους βουλευτάς, καὶ μετὰ τὸν καταρτισμὸν τῆς Βουλῆς ἤτοι μετὰ τὴν περαίωσιν τῶν ἐξελέγξεων καὶ μετὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ γραφείου τῆς Βουλῆς, νὰ τεθῇ ὑπὸ συζήτησιν. Τότε βεβαίως τὰ πνεύματα ἡμῶν θὰ ᾖναι πλέον ἤρεμα καὶ τὸ αἷμα ἡμῶν πλέον ψυχρόν. Καὶ δυνατὸν ἡ πλειονοψηφία νὰ πεισθῇ, ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν δίκαιον ἢ νὰ πεισθῶμεν καὶ ἡμεῖς, ὅτι δὲν ἔχομεν δίκαιον. Τούτου παραδεχομένου, δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν περὶ ἐξελέγξεως τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς. Ἐλπίζω, ὅτι αἱ συζητήσεις δὲν θὰ παραταθῶσι πολύ, καὶ παρακαλῶ μάλιστα τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Ἀττικῆς κ. Ῥάλλην, ὅσον τὸ δυνατόν, νὰ συντομεύσῃ τὸν λόγον ἄνευ βλάβης, ἐννοεῖται, τῆς ὑποθέσεως, ὥστε νὰ δώσῃ καιρὸν καὶ εἰς ἡμᾶς τοὺς ἄλλους νὰ ὁμιλήσωμεν. Σκοπεύω, κύριοι, νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Ἀττικῆς, ἀλλὰ βεβαίως δὲν θὰ ἐξαντλήσω τὴν ὑπομονήν σας· ἐλπίζω ἐντὸς εἴκοσι λεπτῶν, κατὰ τὴν εὐχὴν τοῦ κυρίου Δουζίνα, νὰ τελειώσω. Οὕτω λοιπὸν δυνάμεθα σήμερον νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως, καὶ ἄνευ παρεμπιπτόντων δυνάμεθα αὔριον νὰ τελειώσωμεν τὴν συζήτησιν. Διὰ τοῦτο προτείνω ἵνα ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Μεσσηνέζη τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ εἰ τοὺς κυρίους βουλευτάς, καὶ μετὰ τὸν καταρτισμὸν τῆς Βουλῆς ὡς σᾶς ἐξήγησα πρὸ μικροῦ, νὰ συζητήσωμεν αὐτήν.
§4ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἡ ἐμὴ πρότασις, κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἁπλῶς κανονιστικὴ τοῦ τρόπου τῆς διεξαγωγῆς τῶν συζητήσεων ἐν τῷ Σώματι τούτῳ, καὶ οὐδὲν ἔχει, κατὰ τὴν ἐμὴν πεποίθησιν, τὸ ἀντιβαῖνον εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἐπειδὴ δὲ τὰ λεχθέντα ἦσαν, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἱκανὰ ὅπως φωτίσωσι τὸ προεδρεῖον περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου δεκαπέντε, καὶ ἐπειδὴ τὰ τοιαῦτα ζητήματα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ, λύονται ah hoc, τουτέστι παρουσιαζομένης περιπτώσεώς τινος, καὶ δύναμαι νὰ ἐπαναφέρω τὴν πρότασίν μου κατὰ τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ἐκ νέου ἤθελεν ἐπαναληφθῇ ἡ περὶ ἧς πρόκειται πρότασις περὶ ἀπαρτίας καὶ νὰ ζητήσω τὴν ἐπὶ ταύτης ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, διὰ ταῦτα, κύριε Πρόεδρε, οὐ μόνον παραδέχομαι τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαβρύτων βουλευτοῦ, ἀλλ’ ἀποσύρω καὶ τὴν πρότασίν μου τὴν ἐπονομασθεῖσαν πέτραν σκανδάλου. Λυποῦμαι διότι ἡ πρότασίς μου αὕτη ἤγειρε προσωπικὸν ζήτημα καὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς προσωπικοὺς διαπληκτισμοὺς μεταξὺ ἐμοῦ καὶ προσώπου ἀνήκοντος εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν τὰ πρῶτα φερόντων ἐν τῇ πολιτείᾳ, ἀλλὰ λέγω πρὸς δικαιολόγησίν μου τοῦτο καὶ μόνον, ὅτι πρῶτος ἐγὼ δὲν ὑπῆρξα ὁ αἴτιος τοῦ κακοῦ.
§5ΖΩΧΙΟΣ. (Ἀναβαίνων τὸ βῆμα) θόρυβος καὶ φωναὶ «κάτω, κάτω.») Τοῦ κυρίου Ζαΐμη ἡ πρότασις εἶναι σοφή, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν συναινῶ, διότι τὸ Σύνταγμα εἶναι ἐναντίον (θόρυβος).
§6ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐτέθη εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἐπανέλθετε· τί θέλεις νὰ φέρῃς πάλιν σκάνδαλα!
§7ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Ζωχιὲ, παρακαλῶ νὰ μὴ ἐξακολουθήσετε, διότι νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ζήτημα· ὁ κύριος Μεσσηνέζης τὴν ἀπέσυρε.
§8ΖΩΧΙΟΣ. Ἀφοῦ ἀνεκλήθη ἡ πρότασις, τότε μάλιστα· διότι ἄλλο αἴρεται καὶ ἄλλο ἀναβάλλεται.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κύριος Ῥάλλης ἔχει τὸν λόγον.
§10ΡΑΛΛΗΣ. Ἄνευ προεισαγωγῆς καὶ συνοψίσεως, εὐχαρίστως δ’ ἐνδίδω εἰς τὴν προτροπὴν τοῦ σεβασμοῦ φίλου μου κ. Ζαΐμη. Ἐκουράσθην. Καὶ δὲν μ’ ἐπτόησαν αἱ ἐν ταῖς τριόδοις ὑλακαὶ λυσσώντων κυνῶν. Οὐδεὶς θέλει μὲ παρακωλύσει νὰ διανύσω μέχρι τέλους τὴν λεωφόρον τοῦ δικαίου ἀγῶνος, ὃν σήμερον διατρέχω, καὶ εἰς ὃν θὰ ἐμμείνω· ἐπεθύμουν μάλιστα νὰ μὴ ἤμην περιβεβλημένος τὸν δημόσιον χαρακτῆρα, ὃν φέρω, ἐπεθύμουν ἡ θέσις μου νὰ μὴ μοὶ ἐπέβαλε καθήκοντα, ὅπως ἀφοῦ ἡ εἰσαγγελία ὑπνώττει, τοὺς ὑλακτοῦντας ἐκείνους κύνας τιμωρήσω ἐγώ. Ἀλλ’ ἀπέκαμα. Τὸν φοβερὸν ἀγῶνα τοῦ δικαίου πρὸς τὴν ἀδικίαν, τῆς νομιμότητος πρὸς τὴν ἀνομίαν, τοῦ ἀτόμου πρὸς τὴν ἐξουσίαν, τέσσαρας ἤδη ἀγωνίζομαι μῆνας. Ἀπέκαμα καὶ σπεύδω νὰ εἰσέλθω εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον. Ἐπαναλαμβάνω τὴν ἀπόδειξιν, ἧς ἐπελήφθην κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν, ἐκεῖ ὅπου τὴν ἀφῆκα. Πρόκειται περὶ τῶν εἰκονικῶν ὀνομάτων, πρόκειται περὶ τῶν ἑτεροδημοτῶν. Ὁ τελευταῖος, περὶ οὗ ἀνέφερον προχθὲς, εἶναι ὁ Ἀθαν. Καρατζᾶς, ἐγγεγραμμένος ὑπ’ ἀριθ. 118 τοῦ καταλόγου τοῦ γʹ τμήματος τῶν εἰκονικῶν καὶ ὑπ’ ἀριθ. 271 τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου. Προσήγαγον πιστοποιητικὸν τοῦ δημάρχου Ἀθηναίων τῆς 26 Ἀπριλίου 1874, ἐξ οὗ προκύπτει ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ὑπάρχει καὶ εἶναι ἐγγεγραμμένος δημότης. Προσέθηκα ὅτι εἶναι καπνοπώλης παρὰ τῇ ὁδῷ Σταδίου. — Πρὶν ὅμως προχωρήσω εἰς τὰς λοιπὰς ἀποδείξεις, εὐχαρίστως ἐπανέρχομαι εἰς τὴν ἐρώτησιν, ἣν κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν εὐηρεστήθη ὁ ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴς κ. Στάϊκος νὰ μοὶ ἀποτείνῃ. Ἀνέφερα τότε δύω ὀνόματα, τὸν Ἀναστ. Μαλαβάζον καὶ τὸν Νικ. Χ. Μαλαβάζον, ἐγγεγραμμένους ὑπ’ ἀριθ. 61 καὶ 88 τοῦ καταλόγου τῶν εἰκονικῶν τοῦ γʹ τμήματος, καὶ χαρακτηριζομένους ὡς ἀλλοδαπούς. Ἐπεκαλέσθην τότε τὰ διπλότυπα τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος, τὸ ὄνομά των καὶ τὸ ὄνομα τοῦ πατρός των, καλουμένου Χρήστου, πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ἰθαγενείας των· ἀλλ’ ὁ κ. Δημοσθ. Στάϊκος μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι φόρον ἐπιτηδεύματος πληρόνει καὶ ὁ ἀλλοδαπὸς ἐν Ἑλλάδι, ὅτι ἑπομένως ἡ ἀπόδειξις δὲν εἶναι ἀρκοῦσα. Ἔχω ἑτέραν σήμερον εὐτυχῶς, καὶ νομίζω ὅτι θὰ δυνηθῶ νὰ εὐχαριστήσω τὴν περιέργειαν τοῦ κ. Σταΐκου. «Ἀριθ. 5512.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Ὁ Δήμαρχος Ἀθηναίων Κατ’ ἔγγραφον αἴτησιν τοῦ Δ. Νεραντζῆ, πιστοποιοῦμεν ὅτι εἰς τὸ δημοτολόγιον τοῦ δήμου μας ὑπάρχουν ἐγγεγραμμένοι οἱ ἑξῆς, ὡς ἀκολούθως· αʹ αὔξ. ἀριθ. 1093, 15 Μαΐου 1873, Μαλαβάζος Χ. Ἀναστάσιος, ἐκ Καρύτζας τῆς Λακεδαίμονος, ἐτῶν 40, ἐπαγγέλματος ἁμαξηλάτης, καὶ βʹ αὔξ. ἀριθ. 1094 15 Μαΐου 1873, Μαλαβάζος Χρ. Νικόλαος, πατρὶς ἐκ Καρύτζας τῆς Λακεδαίμονος, ἐτῶν 38, ἐπαγγέλματος ἁμαξηλάτης. Ἀθῆναι, 25 8βρίου 1874.
Ὁ Δήμαρχος
(Τ. Σ.) Π. Σ. ΚΥΡΙΑΚΟΣ.»
Δὲν εἶναι, ὡς βλέπετε, ὁ πρόξενος τοῦ Πάππα.
§11ΣΤΑΪΚΟΣ. Δὲν ἠμφισβήτησα, ἠρώτησα μόνον.
§12ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἠρωτήσατε, ἐδείκνυεν ὅτι προτίθεσθε νὰ μὲ ἀποδείξητε ψευδόμενον, ἢ τοὐλάχιστον στηριζόμενον ἐπὶ ἀποδείξων ἀσθενῶν. Ἀγαπῶ τὴν καθαρὰν πάντοτε ἔκφρασιν τῆς ἀληθείας. Ὑπ’ ἀριθ. 37 τοῦ καταλόγου τῶν εἰκονικῶν τοῦ γʹ τμήματος εὕρηται ὁ Ἰωάννης Κουτοῦζος, ἐγγεγραμμένος ὑπ’ ἀριθ. 1267 τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου. Πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ὑπάρξεώς του φέρω ἔγγραφον τοῦ νομάρχου τῆς 4 Μαΐου 1873, ὑπ’ ἀριθ. 2533, δι’ οὗ τῷ ἐπιτρέπεται νὰ ἐκδώσῃ ἐφημερίδα ὑπὸ τὸν τίτλον Οἱ Ἐργάται. Ἔχω καὶ διπλότυπα φόρων ἐπιτηδεύματος τοῦ 1872 καὶ 1874, πρὸς δὲ καὶ τὴν ἀπὸ 2 Ἰουνίου 1870 εἰδοποίησιν τῆς κατὰ τὸ ἄρθρ. 16 τοῦ περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νόμου ἐπιτροπῆς, δι’ ἧς τῷ ἀναγγέλλεται ἡ ἐγγραφή του ἐν τῷ ἐκλογικῷ καταλόγῳ. — Ὑπ’ ἀριθ. 40 τοῦ καταλόγου τῶν εἰκονικῶν τοῦ ά. τμήματος ἀναφέρεται ὁ Δημήτριος Λυσικάτος, χαρακτηριζόμενος ὡς ἀνύπαρκτος. Εὕρηται ἐν τῷ ἐκλογικῷ καταλόγῳ ὑπ’ ἀριθ. 812. Οὗτος ἦν μὲν ἄλλοτε ὑπηρέτης, νῦν δὲ οἰνοπώλης ἐν ὁδῷ Ἀγάθωνος, ὄπισθεν τῆς οἰκίας Κυπριάδου. Ἰδοὺ αἱ ἄδειαι ἐπιτηδεύματος μετὰ τῶν διπλοτύπων τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου διὰ τὸ ἔτος 1873 καὶ 1874. — Ὑπ’ ἀριθ. 66 τοῦ εἰκονικοῦ καταλόγου τοῦ ά τμήματος εὕρηται ὁ Εὐστάθιος Ἀναγνωστόπουλος, χαρακτηριζόμενος ὡς ἀποθανὼν πρὸ 10 ἐτῶν, ἐγγεγραμμένος οὐχ ἧττον ὑπ’ ἀριθ. 980 τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου. Ἀλλ’ ὁ Εὐστάθιος Ἀναγνωστόπουλος, οἰνοπώλης, ζῇ καὶ ἔχει τὸ οἰνοπωλεῖόν του ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Καλογριόνη, παρὰ τῇ ἀγορᾷ. Ἀπέθανε δὲ ὁ ἀδελφός του Γεώργιος πρὸ ὀκτὼ ἐτῶν. Ἰδοὺ αἱ ἄδειαι ἐπιτηδεύματος καὶ τὰ διπλότυπα πληρωμῆς φόρου τῆς 26 Ἀπριλίου τοῦ 1870 καὶ 1874 τοῦ πρὸ δέκα ἐτῶν ἀποβιώσαντος τούτου. — Ὑπ’ ἀριθ. 45 τοῦ καταλόγου τῶν εἰκονικῶν τοῦ ά τμήματος ἀναφέρεται ὁ Π. Δαβούλας, ἀνύπαρκτος καὶ ἐγγεγραμμένος ὑπ’ ἀριθ. 1028 τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου. Ἀλλ’ ἐν τῷ ἐκλογικῷ καταλόγῳ ὑπὸ τὸν ἀριθμὸν τοῦτον θὰ εὕρητε τὸν Θεόδωρον Δαβούλαν. Ὁ ἀνύπαρκτος δ’ οὗτος εἶναι ἀνθρακοπώλης, ἀπέναντι τῆς οἰκίας Καλλιφρονᾶ. Σᾶς φέρω πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ὑπάρξεώς του ἄδειαν ἐπιτηδεύματος καὶ διπλότυπα πληρωμῆς φόρου τῆς 21 Σεπτεμβρίου 1873. — Ὑπ’ ἀριθ. 136 τοῦ εἰκονονικοῦ καταλόγου τοῦ γʹ τμήματος εὕρηται ὁ Πέτρος Ἀλεξανδρόπουλος, χαρακτηριζόμενος δ’ ὡς ἀνύπαρκτος καὶ ἐν τούτοις ἐγγεγραμμένος ἐν τῷ ἐκλογικῷ καταλόγῳ ὑπ’ ἀριθ. 2045. Ἀλλ’ ὁ εἰκονικὸς οὗτος μοὶ γράφει τὴν ἑξῆς ἐπιστολήν· «Ἀξιότιμε κύριε Ῥάλλη. Μαθὼν μὲ ἀπορίαν μου ὅτι εἶμαι ἐγγεγραμμένος εἰς τὸν κατάλογον τῶν πλαστῶν καὶ ἀνυπάρκτων προσώπων, σᾶς στέλλω ἐπίσημά τινα ἔγγραφα, ἀποδεικνύοντα ὅτι ὑπάρχω. Ἐπὶ τεσσαράκοντα ὅλα ἔτη μένω διαρκῶς εἰς Ἀθήνας. Ἐπὶ εἰκοσαετίαν διεύθυνα τὸ καφφενεῖον τῆς «Ὡραίας Ἑλλάδος», πρὸ ἑπτὰ δὲ ἐτῶν ἔχω πιλεμπορικὸν κατάστημα εἰς τὸ κεντρικώτερον μέρος τῆς πόλεως, ἀπέναντι τῆς Πρωτοφυλακῆς, καὶ μὲ γνωρίζουσι πάντες καὶ ὁ κ. Καμπᾶς. Εἶμαι ἐγγεγραμμένος εἰς τὸ δημοτολόγιον Ἀθηνῶν πρὸ πολλῶν ἐτῶν. Ἀθῆναι, 24 8βρίου 1874.
Π. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ.»
Μοὶ στέλλει δὲ ἀπόφασιν τοῦ εἰρηνοδικείου Ἀθηνῶν ὑπ’ ἀριθ. 1131 τοῦ 1870, πρακτικὸν τῆς συνεδριάσεως τῆς 22 Νοεμβρίου 1872 ἀφορῶν συμβιβασμὸν, καὶ διπλότυπον πληρωμῆς πρὸς τὴν ἐν Ἀθήναις ἐλεήμονα ἑταιρίαν δραχ. 12, τῆς 20 Ὀκτωβρίου 1873. — Ὑπ’ ἀριθ. 111 τοῦ καταλόγου τῶν εἰκονικῶν τῶν γʹ τμήματος εὕρηται ὁ Δημήτριος Μεγαρέας, χαρακτηριζόμενος ὡς ἀνύπαρκτος, καὶ ἐν τούτοις ἐγγεγραμμένος ὑπ’ ἀριθ. 855 τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου. Ἀλλ’ ὁ Δημ. Μεγαρέας εἶναι ῥάπτης, ἔχει τὸ κατάστημά του ἐπὶ τοῦ ὁδοῦ Αἰόλου καὶ παρὰ τὸ χρυσοχοΐον τοῦ Ι. Ἀλαγιάννη, μοὶ ἔστειλε δὲ τὴν ἄδειαν ἐπιτηδεύματος καὶ τὸ διπλότυπον φόρου, ὃν ἐπλήρωσε τὴν 28 Σεπτεμβρίου 1874. — Ὑπ’ ἀριθ. 21 τοῦ καταλόγου τῶν εἰκονικῶν τοῦ γʹ τμήματος, ἀναφέρεται ὁ Γεώρ. Εὐσταθίου, χαρακτηριζόμενος ὡς εἰκονικὸς, καὶ ἐγγεγραμμένος ὑπ’ ἀριθ. 656 τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου. Ἀλλ’ οὗτος εἶναι ἤδη ὑπάλληλος εἰς τὴν ἁλαταποθήκην Πειραιῶς, μοὶ ἔστειλε δὲ τὸ ἑξῆς πιστοποιητικόν· «Ἀριθ. Πρωτ. 2140
Διεκπ. 1083
ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Ὁ Δήμαρχος Ἀθηναίων Πιστοποιεῖ Ὅτι ὁ κ. Γεώργιος Εὐσταθίου, ἄγαμος, ἐτῶν 25, τὸ ἐπάγγελμα κτηματίας, κάτοικος τοῦ δήμου τοῦ ὁποίου προϊστάμεθα καὶ ἐγγεγραμμένος εἰς τὸ δημοτολόγιον ἀπὸ τῆς 12 Ἰουλίου ε. ε. ὑπὸ ἀριθ. 117, εἶναι Ἕλλην, ἀπολαύων τοῦ δικαιώματος τῆς Ἑλληνικῆς ἰθαγενείας, διότι εἶναι αὐτόχθων, γεννηθεὶς ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ὑπὸ γονέων ὄντων πολιτῶν Ἑλλήνων κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς γεννήσεώς του. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 19 Ἰουλίου 1866.
Ὁ Δήμαρχος Ἀθηναίων
(Τ. Σ.) Γ. ΣΚΟΥΦΟΣ.»
Ὑπ’ ἀριθ. 153 τοῦ καταλόγου τῶν εἰκονικῶν τοῦ γʹ τμήματος, ἀναφέρεται ὁ Φίλιππος Νικολάου, χαρακτηριζόμενος ὡς ἀνύπαρκτος καὶ ἐν τούτοις ἐγγεγραμμένος ὑπ’ ἀριθ. 2101 τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου. Ἀλλ’ οὗτος εἶναι ὑποδηματοποιὸς, ἔχει τὸ κατάστημά του ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Ἑρμοῦ ἀπέναντι τῆς νεοδμήτου οἰκίας Πάλλη, μοὶ ἔστειλε δὲ τὴν ἄδειαν τοῦ ἐπιτηδεύματός του καὶ διπλότυπον πληρωμῆς φόρου τῆς 24 Σεπτεμβρίου τοῦ 1874. Ὑπ’ ἀριθ. 86 τοῦ καταλόγου τῶν εἰκονικῶν τοῦ αὐτοῦ τμήματος ἀναφέρεται ὁ Γεώργιος Καρατσούλας, ἐγγεγραμμένος ὑπ’ ἀριθ. 637 τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου, χαρακτηριζόμενος δ’ ὡς ἑτεροδημότης. Ἀλλ’ ὁ Καρατσούλας μετέφερε τὰ δημοτικά του δικαιώματα ἐξ Ἀταλάντης εἰς Ἀθήνας τὸ 1873, εὕρηται δ’ ὑπ’ αὔξ. ἀριθ. 625 μητρῴου τοῦ δήμου Ἀθηνῶν. Μοὶ ἔστειλε καὶ οὗτος τὴν ἄδειαν τοῦ ἐπιτηδεύματός του καὶ διπλότυπον τῆς πληρωμῆς φόρου τοῦ 1871. Ὑπ’ ἀριθ. 9 τοῦ καταλόγου τῶν εἰκονικῶν τοῦ γʹ τμήματος, ἀναφέρεται ὁ Λεονάρδος Ξανθάκης, χαρακτηριζόμενος ὡς ἀνύπαρκτος, καὶ ἐγγεγραμμένος ἐν τούτοις ἐν τῷ ἐκλογικῷ καταλόγῳ ὑπ’ ἀριθ. 1580. Ἀλλ’ ὁ Λ. Ξανθάκης εἶναι χρωματοπώλης, μοὶ ἔστειλε δὲ ἐκτὸς ἄλλων διπλοτύπων καὶ ἓν τῆς 23 Ὀκτωβρίου 1874 τοῦ ἐπιστάτου τοῦ τελωνείου Πειραιῶς. Ὑπ’ ἀριθ. 42 τοῦ καταλόγου τῶν εἰκονικῶν τοῦ γʹ τμήματος, ἀναφέρεται ὁ Ματθαῖος Παύλοβιτς, χαρακτηριζόμενος ὡς ἑτεροδημότης. Μετ’ ὀλίγον θὰ σᾶς ἐπιδείξω πιστοποιητικὸν τοῦ δημάρχου, ἐξ οὗ προκύπτει ὅτι ἐνεγράφη δημότης τὴν 16 Φεβρουαρίου 1873. Ἰδοὺ καὶ διπλότυπον πληρωμῆς φόρου ἐπιτηδεύματος τῆς 13 Σεπτεμβρίου 1874. Ὑπ’ ἀριθ. 57 τοῦ ά τμήματος τῶν καταλόγων τῶν εἰκονικῶν, ἀναφέρεται ὁ Δημήτριος Περσάκης, ἐγγεγραμμένος ὑπ’ ἀριθ. 742 τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου, χαρακτηριζόμενος δ’ ὡς ἀπών, καὶ ψηφοφορήσας οὐχ ἧττον ὑπ’ ἀριθ. 1144 τοῦ καταλόγου τῆς ψηφοφορίας. Τίποτε καλλίτερον δὲν εὗρεν ὁ Δ. Περσάκης νὰ μοὶ στείλῃ ἢ τὸ διαβατήριόν του, φέρον ἀριθ. 476 καὶ ἐκδοθὲν τὴν 15 Ἀπριλίου 1866. Ἐξ αὐτοῦ προκύπτει ὅτι εἶναι δημότης Ἀθηναῖος, ἐκ δὲ τῶν ἐπ’ αὐτοῦ θεωρήσεων, ὅτι ἀνεχώρησε τὸ 1866 καὶ ἐπανελθὼν δὲν ἔκαμε πλέον χρῆσιν τοῦ διαβατηρίου του. Προσέθηκε δὲ εἰς τὸ διαβατήριον διπλότυπα πληρωμῆς φόρων ἀμπέλων τοῦ 1873 καὶ 1874. Ὑπ’ ἀριθ. 140 τοῦ γʹ τμήματος, ἀναφέρεται ὁ Ἰωάννης Σκένδερ, χαρακτηριζόμενος ὡς ἀπὼν ἀξιωματικὸς, ἐγγεγραμμένος ὑπὸ τὸν ἀριθ. 1302 καὶ ψηφοφορήσας ὑπὸ τὸν ἀριθ. 478 τοῦ βιβλίου τῆς ψηφοφορίας. Ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ἀριθ. 1302 ἐν τῷ ἐκλογικῷ καταλόγῳ εὑρίσκω τὸ Ἰωάννην Σκένδερ, φοιτητὴν καὶ ὄχι ἀξιωματικόν. Ἰδοὺ δὲ καὶ τὸ εἰσιτήριον τοῦ Πανεπιστημίου φέρον ἀριθ. μητρώου 1202 καὶ ἐκδεδομένον τὴν 30 Σεπτεμβρίου 1870. Ἐσχάτως εἶχεν ἀναχωρήσει ἕνεκα οἰκογενειακῶν ὑποθέσεων εἰς Σμύρνην, ἔλαβε λοιπὸν τὴν 24 Ἰουλίου 1874, ἕνα μῆνα μετὰ τὰς ἐκλογὰς, τὸ ὑπ’ ἀριθ. 853 διαβατήριον ἀπὸ τὴν Νομαρχίαν, ἐπέστρεψε δ’ ἐκ Σμύρνης πρό τινων ἡμερῶν. — Ὑπ’ ἀριθ. 51 τοῦ γʹ τμήματος τοῦ καταλόγου τῶν εἰκονικῶν, εὕρηται ὁ Κωνσταντῖνος Μαγκουνίδας, χαρακτηριζόμενος ὡς ἑτεροδημότης, ψηφοφορήσας ὑπ’ ἀριθ. 185 τοῦ βιβλίου τῆς ψηφοφορίας καὶ ἐγγεγραμμένος ὑπ’ ἀριθ. 1504 τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου. Ἀλλὰ......... αʹ Ἀριθ. 5469.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Ὁ Δήμαρχος Ἀθηναίων Πιστοποιεῖ ὅτι, Ὁ κ. Κωνστ. Μαγκουνίδας, ἐπαγγέλματος διανομεὺς ἐφημερίδων, κάτοικος ἐνταῦθα, εἶναι ἐγγεγραμμένος εἰς τὸ δημοτολόγιον ἀπὸ τῆς 20 8βρίου 1871 ὑπ’ αὔξ. ἀριθ. 1038 τοῦ στοιχ. Μ. Εἶναι Ἕλλην, ἀπολαύων τοῦ δικαιώματος τῆς Ἑλληνικῆς ἰθαγενείας, διότι εἶναι αὐτόχθων, γεννηθεὶς ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ὑπὸ γονέων ὄντων πολιτῶν Ἑλλήνων κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς γεννήσεώς του. Ἀθῆναι, 23 8βρίου 1874.
Ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων
(Τ Σ) Π. Σ. ΚΥΡΙΑΚΟΣ.»
— Ὑπ’ ἀριθ. 13 τοῦ αὐτοῦ τμήματος ὁ Γεώργιος Μαγκουνίδας, υἱὸς τοῦ Κωνσταντίνου, ἐγγεγραμμένος ὑπ’ ἀριθ’ 638 τοῦ ἐκλογ. καταλόγου καὶ 52 τῶν ψηφοφορησάντων, χαρακτηρίζεται καὶ οὗτος ὡς ἑτεροδημότης. Ἀλλὰ.... «Ἀριθ. πρωτ. 5468.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων Πιστοποιεῖ ὅτι, Ὁ κ. Γεώργιος Κ. Μαγκουνίδας, ἐπαγγέλματος ὑπάλληλος, κάτοικος ἐνταῦθα, εἶναι ἐγγεγραμμένος εἰς τὸ δημοτολόγιον ἀπὸ τῆς 12 Μαΐου 1873 ὑπ’ αὔξ. ἀριθ. 1107 τοῦ στοιχ. Μ. Εἶναι Ἕλλην ἀπολαύων τοῦ δικαιώματος τῆς Ἑλλην. ἰθαγενείας, διότι εἶναι αὐτόχθων, γεννηθεὶς ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ὑπὸ γονέων ὄντων πολιτῶν Ἑλλήνων κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς γεννήσεώς του. Ἀθῆναι, τῇ 22 8βρίου 1874.
Ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων
(Τ Σ) Π. Σ. ΚΥΡΙΑΚΟΣ.»
«Ἀριθ. πρωτ. 5055. Διεκπ. 2966. Πρὸς τὸν κ. Γεώργιον Κ. Μαγκουνίδαν. Παρὰ πόδας τῆς παρούσης σᾶς κοινοποιοῦμεν ἀπόσπασμα τῆς ὑπ’ ἀριθ. 5055 καὶ ὑπὸ σημερινὴν ἡμερομηνίαν ἀποφάσεώς μας ἐπὶ τῆς παρ’ ὑμῶν δοθείσης ἐνστάσεως περὶ διαγραφῆς ἐκ τοῦ ἐφετεινοῦ στρατολογικοῦ πίνακος πρὸς γνῶσίν σας. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 11 Αὐγούστου 1873.
Ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων
(Τ Σ) Π. Σ. ΚΥΡΙΑΚΟΣ.»
Ἀλλά, κύριοι, τὸ χαρτόσημον κοστίζει. Ἠναγκάσθην λοιπὸν διὰ πλέον τοῦ ἑνὸς ὀνόματα νὰ ζητήσω ἐν τῷ αὐτῷ πιστοποιητικῷ τὴν ἀπόδειξιν τῆς ἐν τῷ δημοτολογίῳ ἐγγραφῆς των καὶ τῆς ὑπάρξεώς των. Ἐντεῦθεν τὸ πιστοποιητικὸν ὑπ’ ἀριθ. 5545 καί τινα ἄλλα.—Εἰς τὸ βʹ. τμῆμα ὑπ’ ἀριθ. 104 τοῦ καταλόγου τῶν εἰκονικῶν ἀναφέρεται ὁ Σπυρίδων Πέῤῥος, ὡς ψηφοφορήσας ὑπ’ ἀριθ. 1130, ἐγγεγραμμένος δῆθεν ὑπ’ ἀριθ. 2130 τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου, πράγματι δὲ ὑπ’ ἀριθ. 2484, καὶ χαρακτηρίζεται ὡς φυλακισμένος. Μετ’ ὀλίγον θὰ σᾶς ἀναγνώσω μίαν ἐπιστολὴν τοῦ ἰδίου. Δὲν εἶχον εἰσέτι τὸ πιστοποιητικόν, τὸ ὁποῖον ἔλαβον. — Ὑπ’ ἀριθ. 196 τῶν εἰκονικῶν τοῦ ἰδίου τμήματος, εὕρηται ὁ Σταμάτιος Ὑδραῖος, χαρακτηριζόμενος ὡς ἑτεροδημότης, καὶ ἐγγεγραμμένος ὑπ’ ἀριθ. 2491, ψηφοφορήσας δὲ ὑπ’ ἀριθ. 1208. — Καὶ τέλος, ὑπ’ ἀριθ. 64 τοῦ αὐτοῦ καταλόγου τῶν εἰκονικῶν ἀναφέρεται ὁ Νικόλαος Λουντόρφος, χαρακτηριζόμενος ὡς ἀνύπαρκτος, καὶ ἐγγεγραμμένος οὐχ ἧττον ὑπ’ ἀριθ. 2078 τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου, ψηφοφορήσας ὑπ’ ἀριθ. 635. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ πιστοποιητικὸν τοῦ δημάρχου περὶ τῶν τριῶν τούτων. «Ἀριθ. 5545.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων Κατ’ ἔγγραφον αἴτησιν τοῦ κ. Κωνστ. Ἀργυροπούλου, πιστοποιεῖ ὅτι εἰς τὸ δημοτολόγιον τοῦ δήμου ὑπάρχουσιν ἐγγεγραμμένοι οἱ ἑξῆς, ὡς ἀκολούθως· ά. αὔξ. ἀριθ. 4, 23 Μαΐου 1870, Ὑδραῖος Σταμάτιος, ἐξ Ἄνδρου, ἐτῶν 33, ἐπαγγέλματος τέκτων· βʹ. αὔξ. ἀριθ. 750, 22 Ἰουλίου 1870, Πέῤῥος Σπυρίδων, ἐκ Κορθίου τῆς Ἄνδρου, ἐτῶν 28, ἐπαγγέλματος ῥάπτης, καὶ γʹ. αὔξ. ἀριθ. 334, 21 Σεπτεμβρίου 1873, Λοντόρφος Μ. Νικόλαος, ἐκ Κορθίου τῆς Ἄνδρου, ἐτῶν 30, ἐπαγγέλματος κτίστης. Ἀθῆναι, τῇ 25 8βρίου 1874.
Ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων
(Τ Σ) Π. Σ. ΚΥΡΙΑΚΟΣ.»
— Ὑπ’ ἀριθ. 117 τοῦ καταλόγου τῶν εἰκονικῶν τοῦ βʹ. τμήματος καὶ ὑπ’ ἀριθ. 2453 τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου, ἀναφέρεται ὡς τεθνεὼς ὁ Σπ. Μπούκρας, ψηφοφορήσας οὐχ ἧττον ὑπ’ ἀριθ. 1350 τῶν ψηφοφορησάντων. — Ὑπ’ ἀριθ. 173 τῶν εἰκονικῶν τοῦ βʹ. τμήματος καὶ ὑπ’ ἀριθ. 1281 τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου, ἀναφέρεται ὡς ἑτεροδημότης ὁ Μ. Μιχαηλίδης. — Ὑπ’ ἀριθ. 37 τοῦ γʹ. τμήματος τῶν εἰκονικῶν, ἐγγεγραμμένος ὑπ’ ἀριθ’ 1267 τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου, ἀναφέρεται ὡς ἑτεροδημότης ὁ Ἰωάννης Κουτούζης. — Ὑπ’ ἀριθ. 34 τῶν εἰκονικῶν τοῦ βʹ. τμήματος καὶ ὑπ’ ἀριθ. 2155 τοῦ ἐκλογικοῦ καταταλόγου, ἀναφέρεται ὡς ἑτεροδημότης ὁ Παῦλος Μανέγας. — Ὑπ’ ἀριθ. 39 τοῦ ά. τμήματος τῶν εἰκονικῶν καὶ 1786 τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου, ἀναφέρεται ὡς ἀνύπαρκτος ὁ Θόδου Νικόλαος. — Ὑπ’ ἀριθ. 133 τοῦ καταλόγου τῶν εἰκονικῶν τοῦ ά. τμήματος καὶ 286 τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου, ἀναφέρεται ὁ Ἀναγνωστόπουλος Χαράλαμπος, χαρακτηρίζεται δ’ ὡς ἑτεροδημότης· εἶναι κλητὴρ τῆς Βουλῆς. Τὸν γνωρίζετε, κύριε πρόεδρε, τὸν Χαράλαμπον μὲ τὰ βρακιά; Ὑπ’ ἀριθ. 152 τοῦ βʹ. τῶν εἰκονικῶν καὶ 835 τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου, ἀναφέρεται ὁ Ἀποστολάκης Δημήτριος, χαρακτηριζόμενος ὡς ἑτεροδημότης.— Ὑπ’ ἀριθ. 86 τῶν εἰκονικῶν τοῦ γʹ. τμήματος καὶ ὑπ’ ἀριθ. 637 τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου, ὁ Καρατσούλας Γεώργιος, χαρακτηριζόμενος ὡς ἑτεροδημότης.—Ὑπ’ ἀριθ. 187 τῶν εἰκονικῶν τοῦ βʹ. τμήματος καὶ 57 τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου, ὁ Κολοσούκας Ἀδαμάντιος, χαρακτηριζόμενος ἐπίσης ὡς ἑτεροδημότης.—Ὑπ’ ἀριθ. 136 τῶν εἰκονικῶν καὶ 2045 τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου τοῦ γʹ. τμήματος, ἀναφέρεται ὁ Ἀλεξανδρόπουλος Πέτρος, χαρακτηριζόμενος ἀνύπαρκτος. Εἶναι πιλοπώλης ἀντικρὺ τῆς πρωτοφυλακῆς.—Ὑπ’ ἀριθ. 203 τοῦ καταλόγου τῶν εἰκονικῶν τοῦ βʹ. τμήματος καὶ 2075 τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου, ὁ Ἀπέργης Νικόλαος χαρακτηριζόμενος ἀνύπαρκτος.— Ὑπ’ ἀριθ. 21 τῶν εἰκονικῶν τοῦ γʹ. τμήματος καὶ 656 τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου, ὁ Εὐσταθίου Γεώργιος, χαρακτηριζόμενος ὡς ἀνύπαρκτος. Ἴδομεν τώρα τί λέγει τὸ πιστοποιητικὸν τοῦ δημάρχου καὶ περὶ τῶν δώδεκα τούτων. «Ἀριθ. 5556.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ.
Ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων Κατ’ ἔγγραφον αἴτησιν τοῦ κ. Γεωργίου Μαγκουνίδα, πιστοποιεῖ ὅτι ἐν τοῖς δημοτολογίοις τοῦ δήμου μας ὑπάρχουσιν ἐγγεγραμμένοι οἱ ἑξῆς, ὡς ἀκολούθως· ά. αὔξ. ἀριθ. 910, 18 8βρίου 1868, Μπούκουρας Σπῦρος, ἐξ Ἀθηνῶν, ἐτῶν 24, ἐπαγγέλματος ὑπηρέτης· βʹ. αὔξ. ἀριθ. 921, 7 Ἀπριλίου 1868, Μιχαηλίδης Μιχαὴλ, ἐκ Κύπρου, ἐτῶν 24, ἐπαγγέλματος ἐργάτης· γʹ. αὔξ. ἀριθ. 1344, 17 Ἰουνίου 1870, Κουτούζης Ἰωάννης, ἐκ Σπάρτης, ἐτῶν 30, ἐπαγγέλματος κουρεύς· δʹ. αὔξ. ἀριθ. 667, 20 Δεκεμβρίου 1862, Μανέγας Παῦλος, ἐκ Σμύρνης, ἐτῶν 35, ἐπαγγέλματος δικαστικὸς ὑπάλληλος. έ. αὔξ. ἀριθ. 141, 4 Δβρίου 1872, Θόδου Νικόλαος, ἐκ Κέας, ἐτῶν 36, ἐπαγγέλματος ἐργάτης· ϛʹ. αὔξ. ἀριθ. 70, 20 Ἀπριλίου 1844, Ἀναγνωστόπουλος Χαράλαμπος, ἐξ Ἄργους, ἐτῶν 31, ἐπαγγέλματος τυπογράφος· ζʹ. αὔξ. ἀριθ. 691, 26 Ἰουλίου 1870, Ἀποστολάκης Δημήτριος, ἐκ Κρήτης, ἐτῶν 30, ἐπαγγέλματος ὑποδηματοποιὸς ἡ. αὔξ. ἀριθ. 1484, 15 Μαΐου 1873, Καρατζούλας Γεώργιος, ἐκ Ξηροχωρίου, ἐτῶν 25, ἐπαγγέλματος ῥάπτης· θʹ. αὔξ. ἀριθ. 1027, 28 Ἰανουαρίου 1865, Κολοσούκας Ἀδαμάντιος, ἐκ Κυνουρίας, ἐτῶν 38, ἐπαγγέλματος ὑποδηματοποιός· ιʹ. αὔξ. ἀριθ. 660, 30 Ἀπριλίου 1869, Ἀλεξανδρόπουλος Πέτρος, ἐκ Τριπόλεως, ἐτῶν 48, ἐπαγγέλματος καφεπώλης· ιά. αὔξ. ἀριθ. 678, 2 Δβρίου 1869, Ἀπέργης Νικόλαος, ἐτῶν 25, ἐπαγγέλματος ἐπιπλοποιὸς, καὶ ιβʹ. αὔξ. ἀριθ. 117, 22 Ἰουλίου 1866, Εὐσταθίου Γεώργιος, ἐτῶν 25, ἐξ Ἀθηνῶν, ἐπαγγέλματος κτηματίας. Ἀθῆναι, 28 8βρίου 1874.
Ὁ δήμαρχος
(Τ Σ) Π. Σ. ΚΥΡΙΑΚΟΣ.»
Ἠξεύρετε τίς ὁ ἐν τῷ πιστοποιητικῷ ἀναφερόμενος Μανέγας; Ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ κ. Κωστῆ εἰς τὸ ά. τμῆμα. Κατὰ τὴν τριήμερον ἐν αὐτῷ διαμονήν μου, διαρκούσης τῆς ψηφοφορίας, ἔλαβον πολλάκις ἀφορμὴν νὰ κάμω παρατηρήσεις εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦτον τοῦ κ. Κωστῆ, καὶ παρατηρήσεις πικράς· διότι προσεπάθει δι’ ὅλων τῶν δυνατῶν μέσων νὰ ἐπηρεάσῃ ἐντὸς τοῦ τόπου τῆς ψηφοφορίας τοὺς ἐκλογεῖς. Εἶχεν ἑπομένως ἀφορμὰς ψυχρότητος ἐναντίον μου· οὐχ ἧττον μοὶ ἀπηύθυνε χθὲς μίαν ἐπιστολὴν, ἣν θὰ σᾶς ἀναγνώσω μετ’ ὀλίγον.
§13Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν παρατήρησιν;
§14ΡΑΛΛΗΣ. Εὐχαρίστως.
§15Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ὅλοι αὐτοὶ προσβάλλονται ὡς ἀνύπαρκτοι;
§16ΡΑΛΛΗΣ. Οἱ μὲν ὡς ἀνύπαρκτοι, οἱ δὲ ὡς ἑτεροδημόται.
§17Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Μήπως προσβάλλωνται ὡς ψηφοφορήσαντες πολλάκις εἰς διάφορα τμήματα;
§18ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι. Ἰδοὺ δὲ τίς ἡ ἐπιγραφὴ τῶν καταλόγων· «Κατάλογος τῶν εἰκονικῶν ὀνομάτων τῶν ψηφοφορησάντων εἰς τὸ Αʹ. τμῆμα». «Κατάλογος τῶν εἰκονικῶν ὀνομάτων τῶν ψηφοφορησάντων εἰς τὸ Βʹ. τμῆμα». «Κατάλογος τῶν εἰκονικῶν ὀνομάτων τῶν ψηφοφορησάντων εἰς τὸ Γʹ. τμῆμα». Περιέχονται δ’ ἐν ὅλῳ εἰς τοὺς τρεῖς καταλόγους 470 ὀνόματα, ἐκ τῶν ὁποίων τὰ 272 χαρακτηρίζονται ὡς εἰκονικά, ὀκτὼ ὡς τεθνεώτων, δύω ὡς φυλακισμένων, πέντε ὡς ἀπόντων, δύω ὡς ἀλλοδαπῶν, δέκα ὡς δὶς ἐγγεγραμμένων, καὶ 171 ὡς ἑτεροδημοτῶν. Τοιοῦτοι εἶναι οἱ κατάλογοι, οἵτινες φέρουν τὴν χρυσῆν ὑπογραφὴν τοῦ ἐνισταμένου.
§19ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ........
§20ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ δὲ Προεδρεῖον ἔφαγε τὰ νύχια του, διὰ νὰ ἐκβάλῃ ἐκ τῶν χειρῶν μου τοὺς καταλόγους τούτους. Δὲν μοὶ τοὺς ἄφινε, μοὶ τοὺς ἀφῄρει. Δὲν εἶναι ἀληθὲς κ. Πρόεδρε, ὅτι κατ’ οὐδένα τρόπον δὲν ἠθέλατε νὰ μοὶ τοὺς δώσητε;
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοὺς ἔχετε.
§22ΡΑΛΛΗΣ. Τοὺς ἔχω τοὺς καταλόγους σήμερον, ἀλλ’ αὐθαιρέτως· δὲν ἠθελήσατε νὰ μοὶ τοὺς δώσητε, καὶ τοὺς ἔλαβον διὰ τῆς βίας.—Ὑπ’ ἀριθ. 27 τῶν εἰκονικῶν τοῦ γʹ τμήματος, ἀναφέρεται ὡς ἑτεροδημότης ὁ Ἰωάννης Διαμάντης, ἐγγεγραμμένος ἐν τῷ ἐκλογικῷ καταλόγῳ ὑπὸ τὸν ἀριθ. 1342.— Ὑπ’ ἀριθ. 28 τῶν εἰκονικῶν τοῦ αὐτοῦ τμήματος, ὁ Ἰωάννης Παπαδόπουλος, δῆθεν ἑτεροδημότης, ἐγγεγραμμένος ἐν τῷ ἐκλογικῷ καταλόγῳ ὑπὸ τὸν ἀριθ. 1343.—Ὑπ’ ἀριθ. 42 τῶν εἰκονικῶν τοῦ αὐτοῦ τμήματος, ἀναφέρεται ὁ Ματθαῖος Παύλοβιτς ὡς ἑτεροδημότης, ἐγγεγραμμένος ἐν τῷ ἐκλογικῷ καταλόγῳ ὑπ’ τὸν ἀριθ. 1688.—Ὑπ’ ἀριθ. 62 τοῦ αὐτοῦ καταλόγου, ὁ Βασίλειος Ζέρβας, χαρακτηριζόμενος ὡς ἑτεροδημότης, ἐγγεγραμμένος ὑπὸ τὸν ἀριθ. 377 τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου.— Ὑπ’ ἀριθ. τέλος 119 τῶν εἰκονικῶν τοῦ βʹ τμήματος, ἀναφέρεται ὁ Κωνσταντῖνος Λαζάρου, χαρακτηριζόμενος ὡς ἀνύπαρκτος καὶ ἐγγεγραμμένος ὑπ’ ἀριθ. 1470 τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου. Ἀλλὰ......
«Ἀριθ. 5520
ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Ὁ Δήμαρχος Ἀθηναίων Κατ’ ἔγγραφον αἴτησιν τοῦ κ. Γεωργίου Μαγκουνίδα πιστοποιεῖ, ὅτι εἰς τὸ δημοτολόγιον τοῦ δήμου μας ὑπάρχουσιν ἐγγεγραμμένοι οἱ ἑξῆς, ὡς ἀκολούθως· ά. αὔξ. ἀριθ. 428, 16 Μαρτίου 1865, Διαμάντης Ἰωάννης ἐκ Κύπρου, ἐτῶν 30, ἐπαγγέλματος δεκανεὺς τοῦ λόχου τῶν πυροσβεστῶν· βʹ. αὔξ. ἀριθ. 783, 23 Μαΐου 1874, Παπαδόπουλος Ἰωάννης ἐκ Βώλου, ἐτῶν 65, ἐπαγγέλματος ὁδοτηρητής· γʹ. αὔξ. ἀριθ. 745,16 Φεβρουαρίου 1873, Παύλοβιτς Ματθαῖος, ἐκ Κέας, ἐτῶν 36, ἐπαγγέλματος ζαχαροπλάστης· δʹ. αὔξ. ἀριθ. 229, 23 Μαΐου 1872, Ζέρβας Σ. Βασίλειος, ἐξ Ἄργους, ἐτῶν 40, ἐπαγγέλματος ξενοδόχος, καὶ έ. αὔξ. ἀριθ. 233, 31 Μαΐου 1865, Λαζάρου Ἀναστ. Κωνσταντῖνος, ἐξ Ἀθηνῶν, ἐτῶν 23, ἐπαγγέλματος κρεοπώλης. Ἀθῆναι, τῇ 24 Ὀκτωβρίου 1874.
Ὁ Δήμαρχος Ἀθηναίων
(Τ. Σ.) Π. Σ. ΚΥΡΙΑΚΟΣ.»
Ἐὰν ἦτο παρὼν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, θὰ τὸν ἠρώτων περὶ τοῦ Ἰω. Διαμάντη, καθόσον ἐσχάτως, πρὸ τοῦ κατακλυσμοῦ, τὸν παρεκάλεσα, ὅπως τῷ ἀποδοθῇ ἡ σύνταξίς του, διότι ἔπαθον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ οἱ ὀφθαλμοί του. Διὰ τοὺς πέντε τούτους ἐδαπάνησα μίαν δραχμὴν περισσοτέραν, ἓν χαρτόσημον περισσότερον, διότι κατὰ λάθος ἔλαβον διπλοῦν πιστοποιητικόν. —Ὑπ’ ἀριθ. 72 τῶν εἰκονικῶν τοῦ γʹ τμήματος, ἀναφέρεται ὡς ἑτεροδημότης ὁ Λέριος Νικόλαος, ἐγγεγραμμένος ὑπ’ ἀριθ. 1816 τοῦ ἐκλογ. καταλόγου.—Ὑπ’ ἀριθ. 93 τῶν εἰκονικῶν τοῦ αὐτοῦ τμήματος, ἐγγεγραμμένος ὑπὸ τὸν ἀριθ. 266 τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου, ἀναφέρεται ὁ Καραπατέας Ἀναγνώστης, χαρακτηριζόμενος ὡς ἑτεροδημότης. — Ἐπίσης δὲ, ὑπ’ ἀριθ. 6 τοῦ αὐτοῦ καταλόγου τῶν εἰκονικῶν καὶ ὑπ’ ἀριθ. 771 τοῦ ἐκλογ. καταλόγου, ὁ Τσαπόπουλος Δημήτριος, χαρακτηριζόμενος καὶ αὐτὸς ὡς ἑτεροδημότης. Τὸν γνωρίζετε, κ. Στάϊκε, τὸν τελευταῖον, εἶναι σχετικὸς τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Τί περὶ αὐτῶν λέγει τὸ πιστοποιητικὸν τοῦ Δημάρχου; «Ἀριθ. 5546.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Ὁ Δήμαρχος Ἀθηναίων Κατ’ ἔγγραφον αἴτησιν τοῦ κ. Γεωργίου Μαγκουνίδα πιστοποιεῖ, ὅτι ἐν τοῖς δημοτολογίοις τοῦ δήμου μας ὑπάρχουσιν ἐγγεγραμμένοι οἱ ἑξῆς, ὡς ἀκολούθως· ά. αὔξ. ἀριθ. 185, 7 Δεκεμβρίου 1861, Λέριος Δ. Νικόλαος, ἐξ Ἀθηνῶν, ἐτῶν 39, ἐπαγγέλματος τελωνοφύλαξ· βʹ. αὔξ. ἀριθ. 1061, 19 Ἀπριλίου 1865, Καραμπατέας Ἀναγνώστης, ἐξ Ἀβίας τοῦ Οἰτύλου, ἐτῶν 48, ἐπαγγέλματος τελωνοφύλαξ, καὶ γʹ. αὔξ. ἀριθ. 275, 14 Ἰουλίου 1861, Τσαπόπουλος Δημήτριος, ἐκ Μετσόβου τῆς Ἠπείρου, ἐτῶν 51, στρατιωτικὸς καὶ κτηματίας. Ἀθῆναι, 25 8βρίου 1874.
Ὁ Δήμαρχος
(Τ. Σ.) Π. Σ. ΚΥΡΙΑΚΟΣ.»
Ὁ Λέριος, ὅστις δὲν ἐγνώριζεν ὅτι ἐφρόντισα νὰ λάβω πιστοποιητικὸν καὶ περὶ αὐτοῦ, μοὶ ἔστειλε καὶ τὸν διορισμόν του ὡς τελωνοφύλακος, φέροντα χρονολογίαν τῆς 1 9βρίου 1861. —Ὑπ’ ἀριθ. 81 τοῦ βʹ τμήματος τῶν εἰκονικῶν, ἀναφέρεται ὡς δὶς ἐγγεγραμμένος ὁ Δημήτριος Ζίζηλας. Ἕνα μόνον παραθέτουν ἀριθμὸν τοῦ ἐκλογ. καταλόγου, τὸν 887, καὶ ἕνα τῆς ψηφοφορίας, τὸν 842. Ἠρεύνησα εἰς ὁλόκληρον τὸν κατάλογον, προσεπάθησα νὰ εὕρω τὴν δευτέραν ἐγγραφὴν τοῦ Δημητρίου Ζίζηλα, δὲν τὸ κατώρθωσα. Ὁ Δημήτριος Ζίζηλας εἶναι ὁ βοηθὸς τοῦ Μηχανικοῦ ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως. «Ἀριθ. 5172.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Ὁ Δήμαρχος Ἀθηναίων Πιστοποιεῖ ὅτι, Ὁ κ. Δημήτριος Ζίζηλας εἶναι βοηθὸς τοῦ Μηχανικοῦ ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, ὑπάρχει ἐν τῇ ζωῇ καὶ διαμένει ἐνταῦθα. Ἀθῆναι, τῇ 22 8βρίου 1874.
Ὁ Δήμαρχος
(Τ. Σ.) Π. Σ. ΚΥΡΙΑΚΟΣ.»
—Ὑπ’ ἀριθ. 80 τοῦ γʹ τμήματος καὶ 1658 τοῦ ἐκλ. καταλόγου, ἀναφέρεται ὡς ἑτεροδημότης ὁ Μιλτιάδης Ἀγγελόπουλος. Πράγματι οὗτος δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένος ἐν τῷ δημοτολογίῳ, ἀλλ’ ἐγεννήθη ἐν Ἀθήναις ὑπὸ πατρὸς ἐγγεγραμμένου δημότου ἀπὸ τοῦ 1837. Ἐπλήρωσε δὲ φόρους τὸ 1873, 1872 καὶ 1871. — Ὑπ’ ἀριθ. 12 καὶ 13 τοῦ ά τμήματος τῶν εἰκονικῶν, ἀναφέρονται ὁ Δ. Θεοδωράκης καὶ Α. Θεοδωράκης, ὡς δημόται Ὕδρας, ἐγγεγραμμένοι ὑπὸ τοὺς ἀριθ. 382 καὶ 336 τοῦ ἐκλογ. καταλόγου, καὶ ψηφοφορήσαντες ὑπ’ ἀριθ. 375 καὶ 374 τοῦ βιβλίου τῶν ψηφοφορησάντων. Ἀλλ’ ἐν τῷ ἐκλογ. καταλόγῳ καὶ ἐν τῷ βιβλίῳ τῆς ψηφοφορίας ὑπὸ τοὺς ἀριθμοὺς τούτους εὕρηνται οἱ Δ. Θεοδωρακάκης καὶ Α. Θεοδωρακάκης. Δύω ἀδελφοὶ ἐπῆγαν ὁμοῦ καὶ ἐψηφοφόρησαν. Μοὶ ἔστειλαν διπλότυπα πληρωμῆς φόρων. Ἀλλὰ Θεοδωρακάκης καὶ Θεοδωράκης δὲν εἶναι τὸ ἴδιον; Ἐκεῖνος ὑπηρέτησε παρὰ τῷ κ. Ζαΐμῃ ἐπὶ δεκαετίαν, οὗτος δ’ εἶναι ὁ πρῴην σύντροφος τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, ἐξ Ὕδρας· οὗτος δ’ ἔσυρε καὶ τὸν Δημήτριον Θεοδωρακάκην, νῦν ἔμπορον παρὰ τὸ ἀναβρυτήριον, ὡς καὶ τὸν Ἀναστάσιον Θεοδωρακάκην, χρωματέμπορον ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Ἀθηνᾶς, εἰς τὴν πατρίδα τοῦ κ. Βούλγαρη. — Ὑπ’ ἀριθ. 128 τῶν εἰκονικῶν τοῦ βʹ τμήματος, ἐγγεγραμμένος ὑπ’ ἀριθ. 2006 τοῦ ἐκλ. καταλόγου, ἀναφέρεται ὁ Νικόλαος Χαλτούπης, ὡς ἑτεροδημότης. Μοὶ ἔστειλε τὴν ἄφεσίν του, φέρουσαν χρονολογίαν τῆς 7 8βρίου 1873, καὶ ἐξ ἧς προκύπτει ὅτι εἶναι δημότης Ἀθηνῶν. Ὑπῆρξε στρατιώτης τοῦ 4 πεζικοῦ τάγματος, νῦν δὲ μετέρχεται τὸν μαρμαροκόπον. — Ὑπ’ ἀριθ. 12 τοῦ ά τμήματος, καὶ ὑπ’ ἀριθ. 933 τοῦ ἐκλ. καταλόγου ἀναφέρεται ὁ Δημήτριος Νικολάου ὡς ἀνύπαρκτος. Οὗτος ἔτυχε νὰ ᾖναι πελάτης μου, πρὸς ἀπόδειξιν δὲ τῆς ὑπάρξεώς του οὐδὲν ἕτερον σᾶς φέρω ἢ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 261 ἀπόφασιν τοῦ προέδρου τῶν ἐν Ἀθήναις Πρωτοδικῶν περὶ ἐξώσεως, ἥτις ἐξεδόθη τὴν 1 Μαρτίου 1874. Ἔχει μάλιστα ὑπογεγραμμένην συναλλαγματικὴν ὑπὲρ ἄλλου πελάτου μου. Εὕρηται ἐν τῷ φακέλλῳ. Ἰδοὺ αὕτη· «Συναλλαγματικὴ 1100 δραχ.» — Ὑπ’ ἀριθ. 47 τοῦ βʹ τμήματος τῶν εἰκονικῶν καὶ ὑπ’ ἀριθ. 1127 τοῦ ἐκλ. καταλόγου, ἀναφέρεται ὁ Θεμιστ. Φαρσάτης ὡς ἀνύπαρκτος. Εἶναι ἀνεψιὸς τοῦ κ. Μυκωνίου, τοῦ ὑπασπιστοῦ τοῦ φρουραρχείου. Τὴν 1 Μαρτίου 1868, ὡς προκύπτει ἐκ τοῦ εἰς χεῖράς μου διορισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, φέροντος ἀριθ. πρωτ. 8581, διωρίσθη φύλαξ τῆς ἁλαταποθήκης Πειραιῶς. Ὁ δὲ Δήμαρχος Ἀθηναίων, διὰ τοῦ παρόντος ὑπ’ ἀριθ. 294 τῆς 18 Ἰουνίου 1867 ἐγγράφου του, τῷ ἀνακοινοῖ ὅτι ἐξελέχθη δεκανεὺς τοῦ 4 οὐλαμοῦ τοῦ 4 λόχου τοῦ 5 τάγματος τῆς ἐθνοφυλακῆς Ἀθηνῶν. — Ὑπ’ ἀριθ. 191 τοῦ καταλόγου τῶν εἰκονικῶν τοῦ βʹ τμήματος μνημονεύεται ὁ Ἀντώνιος Παπαδάκης ὡς ἑτεροδημότης, ἐγγεγραμμένος ἐν τῷ ἐκλ. καταλόγῳ ὑπὸ τὸν ἀριθ. 1168. Ὁ κ. Παπαδάκης εἶναι ἐκ τῶν πρώτων ἰδιοκτητῶν τῶν Ἀθηνῶν, τὸν γνωρίζει ὁ κ. Κυριακίδης, τοῦ ὁποίου εἶναι πελάτης. Ἐγὼ δ’ ἀντίδικος αὐτοῦ φέρω τὴν ὑπ’ ἀριθ. 2047 τοῦ 1873 ἀπόφασιν τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν.
§23ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ. Ὡς ἑτεροδημότης εἶναι ἐγγεγραμμένος ἢ ἀπών;
§24ΡΑΛΛΗΣ. Ἑτεροδημότης. — Ὑπ’ ἀριθ. 18 τοῦ ά τμήματος τῶν εἰκονικῶν, ἀναφέρεται ὁ Νικόλαος Χατζῆ Ἀθανασίου. Ὁ κύριος Δανόπουλος γνωρίζει τὴν οἰκογένειάν του. Εἶναι Ἀργεῖοι ξυλουργοὶ, ἔχοντες τὸ κατάστημά των πλησίον τοῦ παντοπωλείου τοῦ Χρ. Συκομανδροπούλου. Μοὶ ἔστειλε δ’ οὗτος μίαν αἴτησιν τῆς 4 Μαΐου 1874 πρὸς τὸν πρόεδρον τῶν ἐν Ἀθήναις Πρωτοδικῶν περὶ ἐξώσεως. — Ὑπ’ ἀριθ. 137 τοῦ γʹ τμήματος ἀναφέρεται ὁ Δημήτριος Κλύγκος, ἀνύπαρκτος, καὶ ἐγγεγραμμένος ὑπ’ ἀριθ. 802 τοῦ ἐκλ. καταλόγου. Καὶ οὗτος ἔτυχε πελάτης μου. Εἴς τινα δίκην εἰς τὸ κακουργιοδικεῖον εἶχε προσκληθῆ ὡς μάρτυς, ἕνεκα δὲ τῆς ἁπλότητός του κατέστη ὕποπτος ψευδομαρτυρίας καὶ παρεπέμφθη παρὰ τοῦ προέδρου τῶν συνέδρων εἰς τὸν Εἰσαγγελέα διὰ ψευδορκίαν. Ἐξεδόθη τὸ ὑπ’ ἀριθ. 903 π. ε. βούλευμα τοῦ συμβουλίου τῶν ἐν Ἀθήναις πλημμελειοδικῶν, δι’ οὗ ἀπηλλάγη τῆς κατηγορίας. — Ὑπ’ ἀριθ. 206 τοῦ βʹ τμήματος τῶν εἰκονικῶν ἀναφέρεται ὡς ἑτεροδημότης ὁ Δημήτριος Μπουρατῖνος, ἐγγεγραμμένος ὑπ’ ἀριθ. 742 τοῦ ἐκλ. καταλόγου. Εἶναι οὗτος ὁ πρῴην ὑποθηκοφύλαξ, καὶ πρῴην καὶ νῦν συμβολαιογράφος. Διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 6583, τῆς 20 Δεκεμβρίου 1872, ἐγγράφου τοῦ Δημάρχου Ἀθηναίων εἰδοποιεῖται ὁ ἑτεροδημότης οὗτος ὅτι ἐκληρώθη μέλος ἀναπληρωτικὸν τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ βʹ τμήματος Ἀθηνῶν. — Ὑπ’ ἀριθ. 70 τοῦ βʹ. τμήματος τοῦ καταλόγου τῶν εἰκονικῶν, εὕρηται ὁ Δημήτριος Κούγκουλης, χαρακτηριζόμενος ἑτεροδημότης καὶ ἐγγεγραμμένος ὑπ’ ἀριθ. 849 τοῦ ἐκλ. καταλόγου. Ἰδοὺ τίνα ἀπόδειξιν τῆς δημοτικότητος αὐτοῦ φέρω· «Ὁ Δημ. Θ. Κούγκουλης, τελωνοφύλαξ, Ἀθηναῖος, ὑπηρετεῖ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ὡς κλητήρ. Ἀθῆναι, τῇ 23 Ὀκτωβρίου 1874. Ὁ ἐπὶ τῆς διεκπεραιώσεως τοῦ ὑπουργείου
τῶν Οἰκονομικῶν γραμματεὺς
Θ. ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΣ.»
—Ὑπ’ ἀριθ. 77 τοῦ γʹ. τμήμ. τοῦ καταλ. τῶν εἰκονικῶν, ἀναφέρεται ὁ Μάρκος Σέτερης ὡς ἑτεροδημότης· εἶναι ἐγγεγραμμένος ὑπ’ ἀριθ. 1611 τοῦ ἐκλογ. καταλόγου. Δὲν ἔσχον καιρὸν νὰ λάβω περὶ αὐτοῦ πιστοποιητικὸν τοῦ δημάρχου. Ἀλλ’ ἰδοὺ ἕτερον. «Φίλε μοι κ. Ῥάλλη. Ὁ παρὰ τῷ τηλεγραφείῳ Ἀθηνῶν διατελῶν κλητὴρ ὀνομάζεται Μάρκος Σέτερης, ὅστις ὑπηρετεῖ περιοδικῶς πρὸ ἐτῶν, καὶ εἶναι ἡλικίας ἄνω τῶν 50 ἐτῶν. Ἀθῆναι, 25 Ὀκτωβρίου 1874.
Ὅλως ὑμέτερος
Π. ΚΡΗΤΗΣ.»
Ὁ διευθυντὴς τοῦ τηλεγραφείου, διὰ τοῦτο καὶ ἡ ἐπιστολὴ εἶναι ἐντὸς φακέλλου τηλεγραφικοῦ.
§25ΡΟΥΚΗΣ. Θὰ τὸν παύσουν αὐτὸν τὸν ὑπάλληλον. Τί τὸν ἀνέφερες;
§26ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπ’ ἀριθ. 88 τοῦ ά. τμήμ. τοῦ καταλόγου τῶν εἰκονικῶν, ἀναφέρεται ὡς ἀνύπαρκτος ὁ Γεώρ. Οἰκονομόπουλος, ἐγγεγραμμένος οὐχ ἧττον ὑπ’ ἀριθ. 536 τοῦ ἐκλογ. καταλόγου. Ἰδοὺ ἡ ἀπόδειξις τῆς ὑπάρξεώς του· «Ἀξιότιμε κ. Ῥάλλη. Κατ’ αἴτησίν σας πληροφορῶ ὑμᾶς, ὅτι ὁ ἐν τῷ ἐκλογικῷ καταλόγῳ τοῦ ά. τμήματος ἐγγεγραμμένος Γεώργιος Οἰκονομόπουλος, δικαστικὸς κλητὴρ, εἶναι ὁ παρὰ τῷ γραφείῳ τῆς εἰσαγγελίας τοῦ Ἀρείου Πάγου ὑπηρετῶν κλητὴρ, τὸν ὁποῖον γνωρίζετε. Ἀθῆναι, τῇ 25 8βρίου 1874.
Ὁ πρόθυμος
ΚΩΝΣΤ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ.»
—Ὑπ’ ἀριθ. 62 τοῦ βʹ. τμήμ. τοῦ καταλόγου τῶν εἰκονικῶν, ἀναφέρεται ὡς δὶς ἐγγεγραμμένος ὑπὸ τοὺς ἀριθ. 302 καὶ 152 τοῦ ἐκλογ. καταλόγου ὁ Ἀναστάσιος Βυζάντιος... Ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ἀριθ. 302 εὕρηται ὁ Ἀναστ. Χρήστου Βυζάντιος, ὑπάλληλος, ὑπὸ δὲ τὸν ἀριθ. 152 ὁ Ἀναστάσιος Σκ. Βυζάντιος, ἐφημεριδογράφος. Δὲν ἐγνώριζον ἀκριβῶς τὸ ὄνομα τοῦ υἱοῦ τοῦ φαλαγγάρχου, λοιπὸν ἔγραψα πρὸς τὸν σεβαστὸν γέροντα τὴν ἑξῆς ἐπιστολήν· «Σεβαστὲ φίλε, Θέλετε μὲ ὑποχρεώσει γράφων μοι ἐὰν ἔχετε υἱὸν ὀνόματι Ἀναστάσιον, ποίας ἡλικίας καὶ τίνος ἐπαγγέλματος. Σᾶς δίδω τὴν ἐνόχλησιν ταύτην, διότι ἀμφισβητοῦν ἐν τῇ Βουλῇ τὴν ὕπαρξιν τοῦ υἱοῦ ὑμῶν. Ἀθῆναι, 23 Ὀκτωβρίου 1874.
Πρόθυμος εἰς τὰς διαταγάς Σας
Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ.»
Ὁ δὲ κ. Βυζάντιος μοὶ ἀπήντησε μὲ τὴν ἑξῆς ἐπιστολήν· «Κύριε Ῥάλλη, Ἔχω υἱὸν ἡλικίας εἴκοσι καὶ ἓξ ἐτῶν, ὀνόματι Ἀναστάσιος Βυζάντιος, ὑπάλληλος εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν πρὸ πολλῶν ἐτῶν. Ἀθῆναι, τῇ 23 Ὀκτωβρίου 1874.
Ὁ φίλος σας
Χ. ΒΥΖΑΝΤΙΟΣ.»
Ὁ δ’ ἕτερος, ὁ κ. Ἀναστάσιος Σ. Βυζάντιος, τὴν στιγμὴν ταύτην εἶναι ἐντὸς τοῦ θεωρείου τῶν δημοσιογράφων.—Ὑπ’ ἀριθ. 54 τοῦ βʹ. τμήμ. τῶν εἰκονικῶν καὶ ὑπ’ ἀριθ. 2669 τοῦ ἐκλογ. καταλόγου, ἀναφέρεται ὡς ἀνύπαρκτος ὁ Χαράλ. Δημητρίου, βασιλικὸς θεράπων.—Ὑπ’ ἀριθ. 55 τοῦ βʹ. τμήματος τῶν εἰκονικῶν καὶ 964 τοῦ ἐκλογ. καταλόγου, ὁ υἱὸς αὑτοῦ Δημήτριος, ἐπίσης ἀνύπαρκτος. Ἔγραψα πρὸς τὸν ἄνθρωπον τοῦτον νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ ἂν ὑπάρχῃ, καὶ μοὶ ἀπήντησε· «Κύριε Ῥάλλη, Διατελῶ ἀπὸ τοῦ 1837 αὐλικὸς θεράπων· ἔχω 7 τέκνα καὶ υἱὸν Δημήτριον, ἐπαγγέλματος σιδηρουργόν. Ἀθῆναι, 23 8βρίου 1874.
ΧΑΡ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ.»
Τὸ αὐλαρχεῖον ἔσχε τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ μηνύσῃ πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἂν θέλω νὰ ζητήσω ἐπισήμως πιστοποιητικὸν περὶ τούτου, δύναται νὰ μοὶ δώσῃ. Τὸ ἔκρινα περιττόν. — Ὑπ’ ἀριθ. 9 τοῦ καταλόγου τῶν εἰκονικῶν τοῦ γʹ. τμήμ. μνημονεύεται ὁ Κωνστ. Βέλκιζας, ἐγγεγραμμένος ὑπ’ ἀριθ. 397 τοῦ ἐκλογ. καταλόγου. Δὲν ἐφρόντισα νὰ λάβω πιστοποιητικὸν παρὰ τοῦ δημάρχου καὶ περὶ τούτου. Ἔγραψα οὐχ ἧττον πρὸς τὸν γραμματέα τῆς Βιομηχανικῆς Τραπέζης, ἐχούσης τὴν διεύθυνσιν τοῦ σιδηροδρόμου, καὶ ἰδοὺ ἡ ἀπάντησίς του· «Φίλτατε Δημήτρη, Ὁ Κωνσταντῖνος Βέλκιζας διωρίσθη ὑπὸ τοῦ συμβουλίου τὴν 8 Ἀπριλίου 1874 ὡς ἐκδότης εἰσιτηρίων εἰς τὸν σταθμὸν Πειραιῶς, ὑπηρετεῖ δ’ ἔκτοτε εἰς Πειραιᾶ. Ἀθῆναι, 24 8βρίου 1874.
Ὁ σὸς
(Τ. Σ.) Δ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΗΣ.»
—Ὑπ’ ἀριθ. 37 τοῦ βʹ. τμήμ. τοῦ καταλόγου τῶν εἰκονικῶν, ἀναφέρεται ὡς ἀνύπαρκτος ὁ Ἠλίας Παναγιωτάκης, ἐγγεγραμμένος οὐχ ἧττον ὑπ’ ἀριθ. 1104 τοῦ ἐκλ. καταλόγου. Ἐγνώριζον ὅτι ἦν ὑπάλληλος παρὰ τῷ κ. Βούρῳ, τῷ τραπεζίτῃ· ἔγραψα λοιπὸν αὐτῷ τὴν ἑξῆς ἐπιστολήν· «Φίλε κ. Βοῦρε, Θέλετε μὲ ὑποχρεώσει γράφων μοι ἐὰν ἐργάζεται παρ’ ὑμῖν ὁ κ. Ἠλίας Παναγιωτάκης. Συγγνώμην διὰ τὴν ἐνόχλησιν.
Πρόθυμος φίλος
Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ».
Καὶ μοὶ ἀπήντησεν· «Ἦτον ἄλλοτε ὑπάλληλός μου, καὶ ὀνομάζεται πραγματικῶς Ἠλίας Παναγιωτάκης, ἐτῶν 24 ἕως 25.
Κ. ΒΟΥΡΟΣ.»
— Ἰδοὺ καὶ ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Σπυρίδωνος Πέῤῥου, τοῦ ῥάπτου, τὸν ὁποῖον χαρακτηρίζουν ὡς φυλακισμένον ὑπ’ ἀριθ. 104 τῶν εἰκονικῶν τοῦ βʹ. τμήματος. Μοὶ γράφει· «Ἀξιότιμε κ. Ῥάλλη, Ἔμαθον μὲ ἀπορίαν μου ὅτι εἶμαι ἐγγεγραμμένος μεταξὺ τῶν πλαστῶν καὶ ἀνυπάρκτων προσώπων. Σᾶς διαβεβαιῶ δὲ πρὸ εἴκοσιν ἐτῶν μένω διαρκῶς εἰς Ἀθήνας, πρὸ ἓξ περίπου ἐτῶν μετέφερα ἐνταῦθα τὰ δημοτικά μου δικαιώματα ἐκ Κορθίου τῆς Ἄνδρου, εἶμαι ἐμποροῤῥάπτης καὶ ἔχω τὸ κατάστημά μου κάτωθεν τοῦ Τηλεγραφείου, ἔχω καὶ ἄλλους ἀδελφοὺς δημότας Ἀθηνῶν, καὶ μὲ γνωρίζουν πάντες ἐν τῇ ἀγορᾷ. Ἀθῆναι, τῇ 25 8βρίου 1874.
Ὁ πρόθυμος
ΣΠΥΡΟΣ ΠΕΡΡΟΣ.»
— Ὑπ’ ἀριθ. 71 τῶν εἰκονικῶν τοῦ γʹ. τμήμ. μνημονεύεται ὡς ἑτεροδημότης ὁ Νικόλαος Πρωτόπουλος, ἐγγεγραμμένος ὑπ’ ἀριθ. 1821 τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου. Ἔστειλα καὶ τὸν ἐζήτησα ἐκ τοῦ ἐθνικοῦ τυπογραφείου, ὅπου ἐργάζεται. Ἔχων ἐργασίαν, μοὶ ἔγραψε· «Νικόλαος Πρωτόπουλος. Ἐγεννήθην ἐν Ἀθήναις τὸ 1845. Εἰσῆλθον εἰς τὸ ἐθνικὸν τυπογραφεῖον τὸ 1860, καὶ εἰσέτι ὑπηρετῶ ἐν αὐτῷ. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 24 Ὀκτωβρίου 1874.
Ν. ΠΡΩΤΟΠΟΥΛΟΣ.»
— Ὑπ’ ἀριθ. 131 τῶν εἰκονικῶν τοῦ γʹ τμήματος, ἀναφέρεται ὁ Νικόλαος Καβαδίας ὡς ἀνύπαρκτος. Περὶ τῆς ὑπάρξεώς του φέρω τὸ ἑξῆς πιστοποιητικόν· «Πιστοποιοῦμεν οἱ ὑποφαινόμενοι, ὅτι ὁ κ. Νικόλ. Καβαδίας, ὢν ἄλλοτε γραφεὺς παρὰ τῷ μακαρίτῃ Στυλιανῷ Παπαχρήστῳ, ἐργάζεται ἀπὸ ἑνὸς ἤδη ἔτους καὶ ἐπέκεινα ὡς βοηθὸς ἐν τῷ δικηγορικῷ ἡμῶν γραφείῳ. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 23 Ὀκτωβρίου 1874.
Π. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ.
ΞΕΝΟΦΩΝ Ι. ΨΑΡΡΑΣ.»
— Ὑπ’ ἀριθ. 34 τοῦ βʹ τμήμ. τοῦ καταλόγου τῶν εἰκονικῶν, σᾶς εἶπον πρὸ ὀλίγου, ἀναφέρεται ὡς ἑτεροδημότης ὁ Παῦλος Μανέγας, ἐγγεγραμμένος ὑπ’ ἀριθ. 2155 τοῦ ἐκλογ. καταλόγου. Μοὶ γράφει ὁ ἀντιπρόσωπος οὗτος τοῦ κ. Κωστῆ εἰς τὸ ά τμῆμα· «Φίλε κ. Ῥάλλη, Μὲ ἀπορίαν μου ἤκουσα ὅτι ἀναφέρομαι καὶ ἐγὼ εἰς τὸν κατάλογον τῶν ἑτεροδημοτῶν, ἐνῷ εἰμὶ δημότης Ἀθηναίων ὑπὸ αὔξοντα ἀριθ. 667 τοῦ 1863, ἐγγραφεὶς εἰς τὸ δημοτολόγιον τοῦ δήμου Ἀθηναίων δυνάμει τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1764 τῆς 19 Δεκεμβρίου 1862 διαταγῆς τῆς νομαρχίας Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας. Ἀθῆναι, τῇ 21 Ὀκτωβρίου 1874.
Ὁ φίλος σας
Π. Κ. ΜΑΝΕΓΑΣ.»
«Υ. Γ. Οὐδεὶς δ’ ἕτερος μὲ τὸ ὀνοματεπώνυμον τοῦτο ὑπάρχει ἐν Ἀθήναις ἢ ἐν Πειραιεῖ.» — Ὑπ’ ἀριθ. 123 τοῦ γʹ τμήματος τῶν εἰκονικῶν, ἀναφέρεται ὡς ἀνύπαρκτος ὁ Ἐμμ. Δελένδας, ἐγγεγραμμένος ὑπ’ ἀριθ. 970 τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου. Ἰδοὺ καὶ περὶ αὐτοῦ τί μοὶ γράφουν· «Ὁ ὑποφαινόμενος καταστηματάρχης ἀλευροπωλείου ἐνταῦθα, πιστοποιῶ ὅτι ὁ Ἐμμανουὴλ Δελένδας εἰργάσθη πρὸ πολλοῦ παρὰ τῷ καταστήματί μου, καὶ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἰσέτι. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 23 Ὀκτωβρίου 1874.
Ὁ καταστηματάρχης
Ι. Κ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ.»
— Ὑπ’ ἀριθ. 155 τῶν εἰκονικῶν τοῦ γʹ τμήματος καὶ 2035 τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου, ἀναφέρεται ὡς ἀνύπαρκτος ὁ Παναγιώτης Νικολάου, λοχίας τοῦ ἱππικοῦ, ψηφοφορήσας ὑπ’ ἀριθ. 513 τοῦ βιβλίου τῆς ψηφοφορίας. — Ὑπ’ ἀριθ. 156 τῶν εἰκονικῶν τοῦ γʹ τμήματος καὶ 240 τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου, ἀναφέρεται ὡς ἀνύπαρκτος ὁ Φώτιος Μαργαριτόπουλος, μουσικὸς τοῦ ἱππικοῦ. — Ὑπ’ ἀριθ. 157 τῶν εἰκονικῶν τοῦ γʹ. τμήμ. ἐπίσης ὡς ἀνύπαρκτος ἀναφέρεται ὁ Λάζαρος Στελόπουλος, στρατιωτ. μουσικὸς, ἐγγεγραμμένος ὑπ’ ἀριθ. 1561 τοῦ ἐκλογ. καταλόγου — Ὑπ’ ἀριθμ. 75 τῶν εἰκονικῶν τοῦ αὐτοῦ τμήμ. ἀναφέρεται ὡς ἑτεροδημότης ὁ Ἠλίας Κανελόπουλος, στρατ. μουσικὸς, ἀφεθεὶς ἐσχάτως, ἐγγεγραμμένος ὑπ’ ἀριθ. 1040 τοῦ ἐκλογ. καταλόγου. Ἐνόμισα περιττὸν νὰ λάβω πιστοποιητικὰ περὶ πάντων τούτων. Τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δύναται νὰ πιστοποιήσῃ ἐὰν ὑπάρχωσιν. Ἐὰν δὲν ὑπάρχωσι, δὲν ἐψηφοφόρησαν βεβαίως μὲ ψευδῆ στρατιωτικὴν στολὴν ὑπὲρ ἡμῶν. Ἔχω εἰσέτι ἀποδείξεις τινὰς διὰ τοὺς κυρίους ὑπουργούς. — Ὑπ’ ἀριθ. 158 τοῦ καταλόγου τῶν εἰκονικῶν τοῦ βʹ τμήματος καὶ 1250 τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου, ἀναφέρεται ὡς ἑτεροδημότης, τίς νομίζεται; Ὁ Ἡρακλῆς Μητσόπουλος, ὁ πρὸ τριάκοντα ἐτῶν καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου. Ἀφοῦ δὲν εἶναι παρὼν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐπικαλεσθῶ τὸ πρόγραμμα τοῦ Πανεπιστημίου. «Μητσόπουλος (Ἡρ.), τακτικὸς καθηγητὴς, 1) Ζωολογίαν, δευτέραν, τρίτην καὶ τετάρτην, 2) Ὀρυκτολογίαν, πέμπτην, παρασκευὴν καὶ σάββατον, ἀπὸ τῆς 2–3 μ. μ.» Ὁ σεβαστὸς καθηγητὴς ἀφ’ ὅτου ἐκτίθεμαι εἰς τὰς ἐκλογὰς, θεωρῶν με ἱκανὸν νὰ τὸν ἀντιπροσωπεύσω, μοὶ δίδει κατ’ ἔτος λευκὴν ψῆφον, ἀπαντῶν με δὲ μοὶ τὸ ἀναγγέλλει· ἐφέτος προσέθηκε, σιδεροκέφαλος. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν εἶναι ἐδῶ, ἀλλ’ εἶναι ὁ κ. ὑποφρούραρχος, εἶναι δὲ εἰς θέσιν νὰ μᾶς δώσῃ μίαν πληροφορίαν.— Ὑπ’ ἀριθ. 211 τῶν καταλόγων τῶν εἰκονικῶν τοῦ βʹ τμήματος, ἀναφέρεται ὡς ἀπὼν ὁ ἐγγεγραμμένος ὑπ’ ἀριθ. 2057 τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου Νικόλαος Σμολένσκης. Ὁ ὑποστράτηγος Σμολένσκης ἔχει δύω υἱοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ πυροβολικοῦ· ὁ εἷς, ὁ ἀπὼν, ὀνομάζεται Κωνσταντῖνος, ὁ δὲ Νικόλαος, ὅστις ἐφέτος ἐνεγράφη ἐν τῷ ἐκλογ. καταλόγῳ, ἦν κατὰ τὴν ψηφοφορίαν καὶ εἶναι εἰσέτι ἐνταῦθα, καὶ ἐψηφοφόρησεν. Ἐπίσης ἤθελα νὰ ἐρωτήσω τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν περὶ τοῦ Διον. Ζάνου, ἀναφερομένου ὑπ’ ἀριθ. 71 τοῦ καταλόγου τῶν εἰκονικῶν τοῦ ά τμήματος ὡς εἰκονικοῦ καὶ ἐγγεγραμμένου ὑπ’ ἀριθ. 907 τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου. Εἶναι ὑπάλληλος πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνεχώρησεν; — Ὑπ’ ἀριθ. 69 τῶν εἰκονικῶν τοῦ ά τμήματος, ἀναφέρεται ὡς ἀνύπαρκτος καὶ ἐγγεγραμμένος ὑπ’ ἀριθ. 1164 τοῦ ἐκλογ. καταλόγου ὁ Ἰωάννης Νικήτας, ὁ γείτων τοῦ κ. προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. — Ὑπ’ ἀριθμ. 67 τῶν εἰκονικῶν τοῦ γʹ τμήματος, ἀναφέρεται ὡς ἑτεροδημότης ὁ Θεόφραστος Τυπάλδος, ἐγγεγραμμένος ὑπ’ ἀριθ. 1098 τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου, καὶ φοιτητὴς τῆς νομικῆς. Ἀλλ’ οὗτος εἶναι υἱὸς τοῦ Ἰωάννου Τυπάλδου, ἐγγεγραμμένου ἐν τῷ δημοτολογίῳ ὑπ’ ἀριθ. 268 ἀπὸ τοῦ ἔτους 1841. Ὁ Θεόφραστος Τυπάλδος ἐνεγράφη τὴν 4 Ὀκτωβρίου 1869 εἰς τὴν νομικὴν σχολὴν ὑπ’ ἀριθ. μητρώου 995. Τὸ παρὸν εἰσιτήριόν του φέρει ἀριθ. 159, εἶναι δὲ ἐτῶν 25, ἐγεννήθη ἑπομένως ὑπὸ πατρὸς δημότου. Τώρα ἔχω νὰ σᾶς ἀναφέρω περιέργους τινὰς ἐγγραφάς. —Ὑπ’ ἀριθ. 42 τοῦ βʹ τμήματος, ὁ Δημήτριος Κουτσογιαννόπουλος τιτλοφορεῖται ὡς πρῴην δήμαρχος Μαραθῶνος, ἐγγεγραμμένος οὐχ ἧττον ὑπ’ ἀριθ. 847 τοῦ ἐκλογ. καταλόγου. Ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ἀριθ. τοῦτον εὑρίσκω, «Δημήτριος Κουτσογιαννόπουλος, ἐτῶν 68, ἀξιωματικός.» Ἐὰν ἦτον ἐδῶ ὁ κ. Καλλιφρονᾶς, θὰ σᾶς ἔλεγεν, ὅτι ὁ πρῴην δήμαρχος Μαραθῶνος μόλις ἄγει τὸ 30 τῆς ἡλικίας του, οὐδέποτε δ’ ὑπῆρξε στρατιωτικός. —Ὡς δὶς ἐγγεγραμμένος καὶ ψηφοφορήσας δὶς εἰς τὸ ά τμῆμα, ὑπ’ ἀριθ. 47 καὶ 70 τοῦ καταλόγου τῶν εἰκονικῶν, ἀναφέρεται ὁ Δημ. Βασιλείου, ὅστις εἶναι ἐγγεγραμμένος ὑπὸ τὸν ἀριθμ. 817 τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου καὶ ἐψηφοφόρησεν ὑπ’ ἀριθμ. 824 τοῦ βιβλίου τῆς ψηφοφορίας. Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὸν ἀριθμ. 47 καὶ ὑπὸ τὸν ἀριθμ. 70 τοῦ καταλόγου τῶν εἰκονικῶν ἀναφέρεται ὁ Δημήτριος Βασιλείου ὡς ἐγγεγραμμένος ὑπὸ μόνον τὸν ἀρ. 817 τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου, καὶ ψηφοφορήσας ὑπὸ μόνον τὸν ἀριθμ. 824 τοῦ βιβλίου τῆς ψηφοφορίας. Οὐδεὶς δ’ ἠδύνατο νὰ ἐμποδίσῃ τοὺς συντάκτας τῶν καταλόγων τῶν εἰκονικῶν δεκάκις νὰ ἐπαναλάβωσιν ἕνα καὶ τὸν αὑτὸν ἐκλογέα, ὡς ἐγγεγραμμένον δεκάκις ἐν τῷ ἐκλογικῷ καταλόγῳ, ἂν καὶ εἰς ἕνα καὶ μόνον ἀριθμὸν παραπέμπουσιν. —Ἐπίσης ὑπ’ ἀριθμ. 42 καὶ 76 τοῦ καταλόγου τῶν εἰκονικῶν τοῦ ά τμήματος, ἀναφέρεται ὁ Γεώργιος Θεοδώρου ὡς ἐγγεγραμμένος δὶς εἰς τὸν ἐκλογ. κατάλογον καὶ δὶς ψηφοφορήσας· ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὸν αὔξ. ἀριθμ. 42 τῶν εἰκονικῶν, καὶ ὑπὸ τὸν αὔξ. ἀριθ. 76, εἷς καὶ μόνος παρατίθεται ἀριθμὸς ἐγγραφῆς ἐν τῷ ἐκλογ. καταλόγῳ, ὁ 598, εἷς καὶ μόνος ἐν τῷ βιβλίῳ τῆς ψηφοφορίας, ὁ 723. Παραπέμπουν εἰς τοὺς αὐτοὺς ἀριθμ. καὶ ἐν τούτοις λέγουν ὅτι δὶς εἶναι ἐγγεγραμμένος ὁ ψηφοφόρος καὶ δὶς ἐψήφισεν.—Ὑπ’ ἀριθ. 78 τοῦ ά τμήμ. τῶν εἰκονικῶν, ἀναφέρεται ὡς ἐγγεγραμμένος ὑπὸ τὸν ἀριθ. 1557 τοῦ ἐκλογ. καταλόγου ὁ Π. Ἐμμανουήλ, ἀνύπαρκτος· καὶ ἐν τούτοις ὑπὸ τὸν ἀριθ. 1557 θέλετε εὕρει τὸν Μιχ. Κουμπαροῦτσον, φεσσοποιόν.—Ὑπ’ ἀριθ. 32 τοῦ βʹ τμήματος τῶν εἰκονικῶν, ἀναφέρεται ὁ Βασ. Δημητρίου, ἀνύπαρκτος, ὡς ἐγγεγραμμένος ὑπ’ ἀριθ. 365 τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου· καὶ ἐν τούτοις ὑπὸ τὸν ἀριθμὸν τοῦτον θὰ εὕρητε τὸν Βασίλειον Κ. Στρατηγόπουλον. —Ὑπ’ ἀριθ. 122 καὶ 123 τοῦ βʹ. τμήματος τῶν εἰκονικῶν καὶ ἐγγεγραμμένοι δῆθεν ὑπ’ ἀριθμ. 340 καὶ 341 τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου, ἀναφέρονται ὡς ἑτεροδημόται οἱ Νικόλαος καὶ Γεώργιος Τζίγκος, ἀλλ’ ὑπὸ τοὺς ἀριθμοὺς τούτους θὰ εὕρητε τοὺς Ἀλέξανδρον καὶ Ἀνδρέαν Ἀγγελόπουλον. —Ὑπὸ τὸν ἀριθμ. 134 τοῦ βʹ τμήματος τῶν εἰκονικῶν, ἀναφέρεται ὁ Εὐάγγελος Βαρβερόπουλος, χαρακτηριζόμενος ἑτεροδημότης καὶ ἐγγεγραμμένος δῆθεν ὑπ’ ἀριθμ. 1647 τοῦ ἐκλογ. καταλόγου. Ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ἀριθμὸν τοῦτον θέλετε εὕρει τὸν Κωνσταντῖνον Σμολένσκην, τὸν ἕτερον τὸν υἱῶν τοῦ ὑποστρατήγου.—Ὑπὸ τὸν ἀριθμὸν 83 τοῦ καταλόγου τῶν εἰκονικῶν τοῦ βʹ τμήματος, ἀναφέρεται ὁ Γεώργιος Ἀντωνιάδης ὡς δὶς ἐγγεγραμένος. Ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ἀριθμὸν 689 τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου, εἰς ὃν μόνον παραπέμπουν, εὕρηται ὁ Γεώργιος Ἀντωνιάδης, βιβλιοπώλης, ὁ δὲ ἕτερος Γεώργιος Ἀντωνιάδης, δημότης καὶ αὐτὸς Ἀθηνῶν, διωρίσθη μετὰ τὰς τὰς ἐκλογὰς πρόξενος εἰς Δάνταν.—Ὑπὸ τὸν ἀριθμὸν 86 τῶν εἰκονικῶν τοῦ βʹ τμήματος, ὁ Σπυρ. Μπούκουρας ἀναφέρεται ὡς δὶς ἐγγεγραμμένος ὑπὸ τοὺς ἀριθμοὺς 2315 καὶ 2453 τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου. Ἀλλ’ ὁ πρῶτος Σπυρ. Μπούκουρας ἔχει ἐν τῷ καταλόγῳ ἡλικίαν ἐτῶν 50 καὶ ἐπάγγελμα ὑπάλληλος, ὁ δὲ δεύτερος εἶναι ἐτῶν 25 καὶ ἐργάτης. Περὶ τούτου σᾶς ἔφερον πιστοποιητικὸν τοῦ δημάρχου, διότι ὄχι μόνον ὡς δὶς ἐγγεγραμμένος ἀναφέρεται ἐν τῷ καταλόγῳ τῶν εἰκονικῶν, ἀλλὰ καὶ ὡς ἀποβιώσας. Εἰς τὸ ά τμῆμα ἀναφέρεται ὑπ’ ἀριθμὸν 74 τοῦ καταλόγου τῶν εἰκονικῶν ὁ Α. Ἐμμανουήλ, εἰκονικὸς, ἐγγεγραμμένος ὑπὸ τὸν ἀριθμὸν 208, ἔχων ἐπάγγελμα στρατιώτης, ψηφοφορηθεὶς παρ’ ἡμῶν, κατὰ τὰ τεκμήρια τοῦ κ. Ζέζα! — Ὑπ’ ἀριθμὸν 79 τοῦ καταλόγου τῶν εἰκονικῶν τοῦ ά τμήματος ἀναφέρεται ὁ Μιχαὴλ Σπυρίδωνος ὡς δημότης Φυλῆς. Ὑπάρχει εἰς τὸν δῆμον Φυλῆς οἰκογένεια Σπυρίδου καλουμένη, εὔκολον δ’ ἐντεῦθεν καὶ τὸν Σπυρίδωνα νὰ κάμουν δημότην Φυλῆς. Ἀλλ’ οὗτος εἶναι ῥάπτης καὶ κάτοικος Ἀθηνῶν. — Ὑπ’ ἀριθμὸν 58 τοῦ βʹ τμήματος, ἀναφέρεται ὁ Νικόλαος Λιόσσης, ὡς δημότης Μενιδίου καὶ ἐγγεγραμμένος ὑπ’ ἀριθμὸν 342 τοῦ έ τμήματος. Ἀλλ’ ὁ Νικόλαος Λιόσσης εἶναι κάτοικος Νέων Λιοσίων, τὰ δὲ Νέα Λιόσια ψηφοφοροῦν ὄχι εἰς τὸν δῆμον Ἀχαρνῶν, ἀλλὰ εἰς τὸ βʹ τμῆμα τῶν Ἀθηνῶν, καὶ ὑπάγονται εἰς τὸ έ τμῆμα αὐτῶν. Ἐντεῦθεν ὁ Νικόλαος Λιόσσης εἶναι δημότης Ἀθηνῶν, ἐγγεγραμμένος ὑπὸ τὸν ἀριθμὸν 342 τοῦ έ τμήματος ὑπὸ τὴν ἐπιγραφὴν «Χωρίον Νέα Λιόσια». Εἰς τὸ ά τμῆμα τῶν εἰκονικῶν, ὑπ’ αὔξ. ἀριθμὸν 20 ἀναφέρεται ὡς ἀνύπαρκτος ὁ Γ. Γεωργιάδης, ἐγγεγραμμένος οὐχ ἧττον ὑπ’ ἀριθμὸν 46 τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου. Ἀλλ’ ὁ Γ. Γεωργιάδης εἶναι ὁ κωφὸς ἀδελφὸς τοῦ πρωτοκολιστοῦ τῆς δημαρχίας ἡμῶν. — Ὑπ’ ἀριθμὸν 58 καὶ 59 τοῦ καταλόγου τῶν ἀνυπάρκτων τοῦ ά τμήματος, ἐγγεγραμμένοι δὲ ὑπὸ τοὺς ἀριθμοὺς 1349 καὶ 649 τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου, ἀναφέρονται ὡς ἀνύπαρκτοι οἱ Κ. Ἀντωνίου καὶ Σ. Ἀντωνίου, ἀδελφοὶ ἀμφότεροι τοῦ ἐπ’ ἀδελφῇ γαμβροῦ τοῦ .... ὑπογράψαντος τοὺς τρεῖς πλαστοὺς καταλόγους ἐνισταμένου. — Ὑπ’ ἀριθ. 65 τοῦ βʹ. τμήματος τῶν εἰκονικῶν, ἀναφέρεται ὡς ἀνύπαρκτος ὁ Ἰωάννης Βασιλείου, ἐγγεγραμμένος οὐχ ἧττον ὑπ’ ἀριθ. 1285 τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου. Ἀλλ’ οὗτος εἶναι δικαστικὸς κλητήρ. — Ὑπ’ ἀριθ. 106 τοῦ βʹ. τμήματος ἀναφέρεται ὁ Περικλῆς Κονωφάος ὡς εἰκονικὸς καὶ ἐγγεγραμμένος ὑπὸ τὸν ἀριθμὸν 1980 τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου. Οὗτος εἶναι ἀστυνομικὸς κλητὴρ, μάλιστα ἀρχιφύλαξ τοῦ σταθμοῦ τοῦ Γερανίου, ὑπῆρξε δὲ καὶ ἀγροφύλαξ πρὸ εἰκοσαετίας.— Ὑπ’ ἀριθμὸν 36 τοῦ γʹ. τμήματος τῶν εἰκονικῶν, ἀναφέρεται ὁ Ἰωάννης Λύδης, ἀνύπαρκτος καὶ ἐγγεγραμμένος ὑπ’ ἀριθμὸν 1324 τοῦ ἐκλ. καταλόγου. Εἶναι ὁ κλητὴρ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐσχάτως ὁ κ. ὑπουργὸς τῷ ἔδωκε βοήθημα. — Ὑπ’ ἀριθμὸν 162 τοῦ βʹ. τμήματος τῶν εἰκονικῶν, ἀναφέρεται ὁ Δημήτριος Φίλιος, ἑτεροδημότης, ἐγγεγραμμένος ὑπ’ ἀριθ. 836 τοῦ ἐκλ. καταλόγου. Εἶναι υἱὸς τοῦ Ἀθανασίου Φίλιου, δημότου Ἀθηνῶν, ἀποστράτου καὶ ἱππότου τοῦ Σταυροῦ τοῦ Σωτῆρος.— Ὑπ’ ἀριθ. 68 τοῦ γʹ. τμήματος ἀναφέρεται ὡς ἑτεροδημότης ὁ Ἐπαμινώνδας Ι. Ἀγγελόπουλος, ἐγγεγραμμένος ὑπ’ ἀριθμὸν 1018 τοῦ ἐκλ. καταλόγου. Εἶναι ὁ υἱὸς τοῦ ἐκδότου τῆς «Παλιγγενεσίας» Ἰωάννου Ἀγγελοπούλου, ὅστις ἐξετέθη ὡς δημοτικὸς σύμβουλος καὶ ἀπέτυχε κατὰ τὴν τελευταίαν δημοτικὴν ἐκλογήν.— Ὑπ’ ἀριθμὸν 139 τοῦ γʹ. τμήματος τῶν εἰκονικῶν, ἀναφέρεται ὡς ἀνύπαρκτος ὁ Ἀπόστολος Ντιβέριος, ἐγγεγραμμένος ὑπ’ ἀριθ. 106 τοῦ ἐκλ. καταλόγου. Εἶναι ὁ κυνοκτόνος. Ἰδοὺ καὶ συμβόλαιον αὐτοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν 6351 τοῦ συμβολαιογράφου Ἰωάννου Ἀνδρουλάκη. — Ὑπάρχουν καὶ ἕτεραί τινες ἀποδείξεις τῶν Γεωργίου Μπεκροδημήτρη, Ἀθανασίου Δημοπούλου, Χρήστου Νικολάου, Ἀντωνίου Καλογεροπούλου, Λεωνίδα Διαμαντοπούλου καὶ ἄλλων, ἃς δὲν ἔσχον τὸν καιρὸν νὰ κατατάξω.
§27ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Μᾶς πιστεύουν, κ. Ῥάλλη, ἀλλ’ ἡ πολιτικὴ ἀνάγκη δὲν τοὺς ἀφίνει.
§28ΡΑΛΛΗΣ. Συγχωρήσατε, ἐπαναλαμβάνω, κύριοι, τὸ ὀλίγον τῶν ἀποδείξεων. Ἠδυνάμην ἐπὶ τῶν 470, οἵτινες ἀναφέρονται εἰς τοὺς τρεῖς τούτους καταλόγους ὡς πλαστοί, εἰκονικοὶ καὶ ἑτεροδημόται, νὰ σᾶς φέρω πιστοποιητικὰ διὰ τοὺς 460· δὲν ἠθέλησα ὅμως. Δὲν ἠθέλησα, διότι τὸ μέσον νὰ καταδείξω τὸν δόλον καὶ τὸ ψεῦδος κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν καταλόγων τούτων τῶν εἰκονικῶν ὀνομάτων ἔχω πρόχειρον. Ὁ ὑποβολεὺς αὐτῶν δὲν ἠδυνήθη νὰ κρυβῇ μέχρι τέλους. Ἠναγκάσθη ν’ ἀποκαλυφθῇ. Ἡ πρώτη ἐρώτησις, ἣν ἠθέλομεν κάμει πρὸς τὸν κ. εἰσηγητήν, ὅταν θὰ μᾶς ἔφερε τοὺς καταλόγους τούτους, βεβαίως θὰ ἦτον ἐὰν ἐψηφοφόρησαν τὰ εἰκονικὰ ταῦτα ὀνόματα. Φέρτε μας τὴν ἀπόδειξιν, θὰ τῷ ἐλέγομεν. Ὁ ὑποβολεὺς ἐφρόντισεν, ὥστε εἰς χεῖρας τοῦ κ. εἰσηγητοῦ ἡ ἀπόδειξις νὰ ᾖ πρόχειρος. Τί δ’ ἔπραξε πρὸς τοῦτο; Ὑπάρχει εἰς ἕκαστον τῶν τριῶν καταλόγων εἷς αὔξων ἀριθμός· ἐν τῷ μέσῳ τοῦ καταλόγου εὕρηται τὸ ὄνομα τοῦ δῆθεν ἀνυπάρκτου, εἰκονικοῦ ἢ ἑτεροδημότου ἐκλογέως, καὶ πρὸς τὰ δεξιὰ τοῦ ὀνόματος ὁ ἀριθμὸς, ὑφ’ ὃν εἶναι ἐγγεγραμμένος ἐν τῷ ἐκλογικῷ καταλόγῳ. Οὕτω δ’ ἦσαν ἀρχικῶς συντεταγμένοι οἱ τρεῖς κατάλογοι. Ἀλλὰ πρὸς τὴν εὐκολίαν τῆς ἀποδείξεως, ὅτι πράγματι ἐψηφοφόρησαν οἱ ἐν λόγῳ εἰκονικοὶ ἐκλογεῖς, χθὲς διὰ μολυβδοκονδύλου ἐρυθροῦ ἐτέθη καὶ ὁ αὔξων ἀριθμὸς, ὑφ’ ὃν εἰς ἕκαστον τμῆμα ἕκαστος δῆθεν εἰκονικὸς ἐψηφοφόρησε. Πῶς δὲ συνετάχθησαν οἱ κατάλογοι οὗτοι; Τὸ μέσον ἦτο πρόχειρον ἐν τῇ νομαρχίᾳ. Οὐδεὶς ὑπέθετεν, ὅτι ἤθελον κατατρίψει 4 ὅλα ἡμερονύκτια, ὅπως ἀποδείξω τὸ ψεῦδος καὶ καὶ τὸν δόλον τῶν ἐν λόγῳ καταλόγων. Ἔλαβον λοιπὸν τοὺς καταλόγους τῶν ψηφοφορησάντων, οὓς εἶχον ἐν ταῖς χερσὶν αὑτῶν, καὶ ἀντέγραψαν ὀνόματά τινα τυχαίως. Καὶ θέλετε τὴν ἀπόδειξιν; Ἅπαντες οἱ ἀναφερόμενοι ὡς ἀνύπαρκτοι, ἑτεροδημόται καὶ εἰκονικοὶ εἶναι ἀντιγεγραμμένοι κατὰ σειρὰν ἀπὸ τοὺς καταλόγους τῶν ψηφοφορησάντων. Πρὸς σύνταξιν τῶν καταλόγων των τοὺς ψηφοφορήσαντας ἐδεκάτισαν, ὅπως δεκατίζει τοὺς ἀντάρτας στρατιώτας ὁ στρατηγός. Τοὺς ἔλαβον κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ψηφοφορίας, καὶ ἀνὰ δύο, πέντε, ὀκτὼ, δέκα ἀφήρουν ἕνα, καὶ τὸν κατέτασσον μεταξὺ τῶν ἀνυπάρκτων, τῶν ἀφάντων, τῶν εἰκονικῶν, τῶν ἑτεροδημοτῶν, ποικίλοντες διὰ τῆς ἰδιότητος. Καὶ ἰδοὺ οἱ ἀριθμοί. Εἰς τὸ αʹ. τμῆμα ὡς πρῶτος εἰκονικὸς ἀναφέρεται ὁ Ἰωάννης Φασσαρὸς, ψηφοφορήσας ὑπ’ αὔξ. ἀριθμὸν 238 τοῦ καταλόγου τῆς ψηφοφορίας. Δεύτερος εἰκονικὸς ὁ Ἀναστάσιος Πάνος, ψηφοφορήσας ὑπ’ αὔξ. ἀριθμὸν 239. Καὶ μετὰ τοῦτον ἔρχονται οἱ ψηφοφορήσαντες ὑπὸ τοὺς αὔξ. ἀριθμοὺς 276, 282, 285, 313, 319, 320, 330, καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἤρχισαν ἀπὸ τὸν αὔξ. ἀριθμὸν 238 τῶν ψηφοφορησάντων, καὶ ἔφθασαν εἰς τὸν ἀριθμὸν 1211· οὕτω δὲ συνετάχθη ὁ κατάλογος τοῦ αʹ. τμήματος τῶν πλαστῶν, τῶν εἰκονικῶν καὶ τῶν ἑτεροδημοτῶν. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ βʹ. τμῆμα. Ἐνταῦθα ἤρχισαν ἀπὸ τὸν ἀριθ. 11 καὶ ἐτελείωσαν εἰς τὸν ἀριθμὸν 1290, δεκατίζοντες πάντοτε ἀνὰ δύο, τρεῖς, πέντε, δέκα ἐκ τῶν ψηφοφορησάντων. Ὁ κατάλογος τοῦ γʹ. τμήματος ἀρχίζει ἀπὸ τὸν ἀριθμὸν 15, κατέρχεται τοὺς ἀριθμοὺς 16, 17, 27, 28, 29, 31, 33 κλπ., καὶ τελειώνει εἰς τὸν ἀριθμὸν 537. Τοιοῦτο τὸ ἔργον τῆς ἀπάτης καὶ τοῦ δόλου, ἐφ’ οὗ ἠθέλησαν νὰ στηρίξωσι τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς Ἀθηνῶν. Τοιαῦται αἱ ἀποδείξεις, ἃς ἔφερον τῆς εἰκονικότητος τῆς ἐν Ἀθήναις ψηφοφορίας. Ἂς ἔλθῃ τώρα ὁ κ. Ζέζας, ἂς ἔλθῃ ἡ πλειοψηφία τοῦ τμήματος νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι εἰκονικὴ ἐγένετο ἡ ψηφοφορία ἐν Ἀθήναις, καὶ ἂς πιστεύσωσι τὸν ἐνιστάμενόν των, ὑπὲρ οὗ τόσα ἐδημιούργησαν παράδοξα τεκμήρια, ἀπέναντι τοῦ Καλλιφρονᾶ, τοῦ Δέκα, τοῦ Κολιάτσου, τοῦ Πετράκη, καὶ ἀπέναντι ἐμοῦ τοῦ εὐτελοῦς. Ἦσαν βεβαίως κύριοι, νὰ σχηματίσωσι ὁποιανδήποτε ἤθελον πεποίθησιν, ἀλλ’ ὅπως τὴν πεποίθησίν των ταύτην μεταδώσωσιν εἰς τὸ Σῶμα, δὲν ὤφειλον τοὐλάχιστον κατ’ ἐπιφάνειαν νὰ ἐξετάσωσι τίνες οἱ κατάλογοι τῶν εἰκονικῶν ὀνομάτων, ποῦ, καὶ πῶς, καὶ παρὰ τίνος συνετάχθησαν; Καὶ δὲν δικαιοῦμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἂν ὁ κ. Ζέζας δὲν κατώρθωσε νὰ σᾶς πείσῃ, δὲν ὀφείλει νὰ αἰτιᾶται τὴν ἀδυναμίαν του; Ἀλλ’ ἔστω ὅτι ἐψηφοφόρησαν ψευδεῖς, ἔστω ὅτι ἐψηφοφόρησαν ἑτεροδημόται, τίς πταίει; Τὴν φοβερὰν ταύτην ἐρώτησιν τολμῶ ν’ ἀντιμετωπίσω, διότι καὶ οἱ συνάδελφοί μου καὶ ἐγὼ θέλομεν ἐξέλθει ἀλώβητοι ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης. Χειρότερα δι’ ἐκείνους οἵτινες τὴν προεκάλεσαν. Μᾶς ἀντέταξαν τὸ τεκμήριον, ὅτι ἡμεῖς οἵτινες πλειοψηφοῦμεν ἐπωφελήθημεν τῶν εἰκονικῶν, τῶν ἑτεροδημοτῶν. Θὰ ἐρωτήσω καὶ ἐγώ, ἐὰν ἐψηφοφόρησαν τοιοῦτοι, τίς τοὺς ἔστειλε καὶ ὑπὲρ τίνος ἐψηφοφόρησαν. Εἶπον ἤδη καὶ ἐπαναλαμβάνω, ἡ καλὴ πίστις δὲν τεκμαίρεται πλέον ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου, ὁ δόλος καὶ ἡ ἀπάτη εἶναι τὸ τρέχον νόμισμα. Καὶ ὅταν τὸ ἔγκλημα, λέγει ἡ πλειοψηφία τοῦ τμήματος, ὅτι μᾶς ἔφερεν ἐνταῦτα, δυνάμεθα νὰ χαρακτηρισθῶμεν ὡς αὐθαδῶς φερόμενοι προσάγοντες τὰς ἀποδείξεις, ὅτι δὲν ἐξετελέσαμεν ἡμεῖς τὸ ἔγκλημα, ἂν τοιοῦτον ἔλαβε χώραν, ὅτι ἄλλοι εἶναι ἐκεῖνοι οἵτινες ἐτόλμησαν νὰ νοθεύσωσι τὴν ψῆφον τῶν συμπολιτῶν μας; Τὰς ἀποδείξεις τὰς ἔχομεν προχείρους. Καὶ ἰδοὺ ἓν πρῶτον ἔγγραφον ἀποδεικτικόν. «Πρὸς τὸ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργεῖον. Ἐν Ἀθήναις, 26 Ἰουνίου 1874. Ὥρα 8 τῆς πρωΐας. «Ἄν καὶ οὐδεμίαν ἀναμένω διόρθωσιν, ἀφοῦ εἰμὶ πεπεισμένος, ὅτι ἡ καλπονόθευσις καὶ ἡ βία ἐπισήμως ἀποφασίζονται καὶ διὰ τῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως ἐκτελοῦνται, νομίζω οὐχ ἧττον ὅτι ὀφείλω νὰ ἐκθέσω πρὸς ὑμᾶς ἐν ὀλίγοις, χάριν τῆς ὑπερασπίσεως τῶν δικαιωμάτων, οὐχὶ τῶν ἰδίων μου, ἀλλὰ τῶν τῆς ἐπαρχίας μου, ὅσα καθ’ ὅλους τοὺς δήμους αὐτῆς συμβαίνουσιν. «Ἀφίνω κατὰ μέρος τὰς εἰς τοὺς ἰδίους των δήμους μεταθέσεις ὅλων τῶν ἐντοπίων στρατιωτῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν, ὅσους ποτὲ ἡ Ἀττικὴ ἔδωκε, τὰς δοθείσας ἀδείας, τὰ ἀποσπάσματα, τὰ διασχίζοντα ὅλην τὴν ἔκτασιν τῆς ἐπαρχίας, καὶ ἀπὸ χωρίου εἰς χωρίον τρέχοντα ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ ὑποψηφίου τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τὰς πρὸ τῶν ἐκλογῶν ἀπειλάς, τοὺς δαρμούς, τὰς ἐκβιάσεις. Ἀλλ’ ὅταν οἱ ἐνωμοτάρχαι, οἵτινες καθηρέθησαν διὰ προδοσίαν πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν, ἀποκαθίστανται εἰς τὸν βαθμόν των τὴν παραμονὴν τῶν ἐκλογῶν, καὶ διὰ τῆς θρασύτητός των κατὰ τοῦ νόμου προσπαθοῦσι νὰ ἐξαγοράσωσι τὰ ἁμαρτήματά των καὶ ν’ ἀνακτήσωσι τὴν εὐμένειαν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅταν οὗτοι εἰς τὸ πεῖσμα τοῦ νόμου, τῶν ἐνστάσεών μου ἐξακολουθοῦσι νὰ διαμένωσιν ἐντὸς τοῦ τόπου τῆς ψηφοφορίας, ἀναιδέστατα ψηφοθηροῦντες, ὅταν ὁλόκληρος ἡ ἀστυνομία κατήντησε χαλκεῖον νοθείας καὶ ἐκβιάσεων, ὅταν ἅπαντες οἱ καταστηματάρχαι προσεκλήθησαν εἰς τὰ ἀστυνομικὰ τμήματα καὶ ἠπειλήθησαν, διὰ δὲ κακοήθων ξένων, οὓς στρατολογοῦσιν οἱ κύριοι ὑπουργικοὶ ὑποψήφιοι, τῇ παραγγελίᾳ τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας, ἡ θέλησις τῶν συμπολιτῶν μου νοθεύεται, ὅταν ὁ λοχίας Ἀθανασιάδης ὀργιάζει ἐν Μενιδίῳ, ἀπειλῶν, δέρων καὶ ἀποκλείων, ὅταν ὁ Μαργαζᾶς πράττει τὰ αὐτὰ ἐν τῷ δήμῳ Κρωπίας, ἀνακηρύττων τοὺς τῆς ἀντιπολιτεύσεως ὑποψηφίους δημοκράτας, ὅταν, ὅταν, ὅταν...... νομίζω ὅτι δικαιοῦμαι νὰ ὑψώσω τὴν φωνήν μου, διὰ νὰ ἔχω εἰς χεῖράς μου μίαν κἂν ἀπόδειξιν, ὅτι διεμαρτηρήθην κατὰ τῶν τοιούτων ὀργίων τῆς ἐξουσίας. Ταῦτα ἀνακοινῶν ὑμῖν, κύριε ὑπουργὲ, δὲν ἀναμένω διόρθωσίν τινα, ὡς καὶ ἀνωτέρω εἶπον· καθιστῶ ὅμως ὑμᾶς καὶ τοὺς συναδέλφους ὑμῶν ὑπευθύνους δι’ ὅ,τι δύναται νὰ συμβῇ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου, συγχρόνως δὲ σᾶς εἰδοποιῶ, ὅτι δὲν θέλω ἀνεχθῆ ἐν σιγῇ τὴν τοιαύτην τῶν δικαιωμάτων τῶν συμπολιτῶν μου καὶ τῶν ἰδίων μου παραβίασιν. Ὁ ὑποψήφιος βουλευτὴς Ἀττικῆς....» «Ἀλκιβιάδης Καμπᾶς», θὰ εἴπῃ ὁ κ. Ζέζας. Ἔ! Ὄχι. «Δημήτριος Ῥάλλης», ἐγὼ αὐτὸς, ὅστις ἔχω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς λαλῶ, τὸ ἔκβρασμα τοῦτο τῆς νοθείας καὶ τῶν ἐπεμβάσεων, ὁ σύντροφος τοῦ Κολιάτσου, ὁ συμπράττων πρὸς τὸν Λέκαν, πρὸς τὸν Πετράκην, ὁ τὸν Φιλήμονα βοηθῶν, ὁ πρὸς τὸν Καλλιφρονᾶν φιλικῶς πλέον διακείμενος. Οὗτος διαμαρτύρεται τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῆς ψηφοφορίας, οὗτος κηρύττει τὸν πόλεμον καθ’ ὅλης τῆς διοικήσεως, οὗτος ῥίπτει κατὰ προσώπου τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας, ὅτι εἶναι χαλκεῖον νοθείας! Καὶ ἔρχεσθε μὲ τεκμήρια, ἅτινα ἀρύεσθε ἐκ τῆς στραβῆς σας λογικῆς, νὰ μᾶς εἴπητε ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα τὸ πόρισμα τοῦ ἐγκλήματος; Ἀλλὰ θὰ ὠχριάσῃ καὶ ἡ ἀπόδειξις αὕτη ἀπέναντι τῶν τεκμηρίων τοῦ κ. Ζέζα. Ἔχω εὐτυχῶς ἑτέραν, πειστικωτέραν. Ἐνώπιον τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ βʹ τμήματος παρουσιάσθη εἷς δεκανεὺς ὁδηγῶν 14 στρατιώτας, φέρων δ’ ἐπίσημον πιστοποιητικὸν τοῦ φρουραρχείου εἰς χεῖρας περὶ τῆς ταυτότητος τῶν δῆθεν ψηφοφόρων· ἀλλ’ ὁ διάβολος τὸ ἔφερε καὶ ὁ πρῶτος ἐγγεγραμμένος ἐν τῷ ἐπισήμῳ πιστοποιητικῷ τοῦ φρουραρχείου ἦν ὁ Ἀλέξανδρος Γ. Βούλγαρης, ἀδελφὸς τοῦ Μιλτ. Βούλγαρη, ἀντιπροσώπου τοῦ.... Ἀλκιβιάδου Καμπᾶ, θὰ εἴπῃ πάλιν ὁ κ. Ζέζας· ὄχι, ἀντιπροσώπου τοῦ Φιλήμονος, τοῦ Πετράκη. Ὅταν δ’ οὗτος ἤκουσε τὸ ὄνομα τοῦ ἀδελφοῦ του ἐκφωνούμενον, καὶ εἶδε ὑπὸ τὸ ὄνομα τοῦτο νὰ πλησιάζῃ ὁ στρατιώτης τὴν χεῖρα εἰς τὴν κάλπην ὅπως ψηφοφορήσῃ, «Σταμάτα, τῷ λέγει, ὁ Ἀλέξανδρος Βούλγαρης εἶναι ἀδελφός μου, δὲν εἶναι ἐν Ἀθήναις,» ὁ δὲ δεκανεὺς μετὰ τῶν στρατιωτῶν καὶ μὲ τὸ πιστοποιητικὸν τοῦ φρουραρχείου κατησχυμένος ἀποβάλλεται τοῦ βʹ τμήματος. Ἰδοὺ τὸ πιστοποιητικὸν, φέρει τὴν μονογραφὴν ὁλοκλήρου τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τὴν σφραγῖδα τοῦ φρουραρχείου.
§29ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπάρχει ἔνστασις ἐν τοῖς πρακτικοῖς περὶ τούτου;
§30ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ Ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπὴ, συγκειμένη ἀπὸ τὸν στρατηγὸν Σκαρλάτον Σοῦτσον, ἀπὸ τὸν Γεώργιον Ῥάλλην καὶ ἄλλους ἐντίμους ἀνθρώπους, κατέχοντας οὐχὶ τυχαίαν ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἡμῶν θέσιν, δὲν ἠθέλησε νὰ ῥίψῃ κατὰ προσώπου τῶν ἀρχῶν, ὅτι ψευδεῖς ἐξέδωκαν πιστοποιήσεις. Θ’ ἀκολουθήσω τὸ παράδειγμά των, δὲν θ’ ἀναγνώσω τὄνομα τοῦ πιστοποιοῦντος.
§31Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὁ Σκαρλάτος Σοῦτσος ἐφείδετο τῆς ὑπολήψεως τοῦ στρατοῦ, καὶ ἠθέλησε νὰ καλύψῃ τὴν ἀσχημίαν ταύτην.
§32ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἀπόδειξις, νομίζω, εἶναι πλήρης· τὰ τεκμήρια τοῦ κ. Ζέζα θὰ ὠχριάσουν τέλος. Τὰ σχόλια εἶναι ὅλως περιττά· οὐδὲν ἕτερον ἀποτέλεσμα ἤθελον ἔχει ἢ νὰ ὀξύνωσι τὴν συζήτησιν. Δὲν εἶμαι ἐκεῖνος, ὅστις θὰ θελήσω νὰ τὴν καταστήσω ὀξυτέραν. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡμεῖς δὲν ἐπέμψαμεν τοὺς ψευδεῖς, τοὺς εἰκονικοὺς, τοὺς πλαστοὺς, ἠδυνάμεθα τοὐλάχιστον νὰ τοὺς μεταχειρισθῶμεν; Τὸ ά τμῆμα εἶναι ἐκεῖνο, ὅπερ προσβάλλεται διὰ νοθείαν καὶ εἰκονικὴν ψηφοφορίαν, εἰς δὲ τὸ ά τμῆμα ἀντιπρόσωπος τοῦ ἐνισταμένου σας ἦτον ὁ Μιχαὴλ Παρίσης. Τριήμερον διέμεινα ἐν τῷ τμήματι ἐκείνῳ, ὅπως ἐμποδίσω τὴν καλπονόθευσιν, ἣν παρεσκεύαζον. Γραμματεὺς τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἦτον ὁ Δημήτρ. Παρίσης, υἱὸς τοῦ πρώτου. Σφαιριδιοδότης ὁ ἕτερος υἱὸς τοῦ Παρίση, ἀπεβλήθη δ’ οὗτος, ὡς καὶ ἐκ τῶν πρακτικῶν προκύπτει, διὰ τὴν μεροληπτικὴν διαγωγήν του, καὶ διότι εἴς τινας κάλπας διπλᾶ ἔδιδε νὰ ῥίπτωσι σφαιρίδια. Καὶ ἐν τούτοις ἡμεῖς ἐκαλπονοθεύσαμεν εἰς τὸ ά τμῆμα, ἡμεῖς εἴχομεν τὸ μέσον νὰ ψηφίσωμεν τοὺς ψευδεῖς. Ὁ κατάλογος γνωρίζετε ἤδη πότε ἐξετυπώθη. Σᾶς ἀνέγνωσαν ἔγγραφον τοῦ δημάρχου περὶ τούτου, προκύπτει δ’ ἐξ αὐτοῦ, ὅτι τὴν 22 Ἰουνίου, παραμονὴν τῆς ἐνάρξεως τῆς ψηφοφορίας, δὲν εἴχομεν εἰσέτι λάβει ἀντίτυπα τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου. Ἐζητήσαμεν τοιαῦτα, ὁ δὲ δήμαρχος ἔγραφεν, «Ὑποψήφιοι καὶ ἐκλογεῖς ζητοῦσι καταλόγους πέμψατέ μας.» Οἱ ἐκλογικοὶ κατάλογοι τῶν Ἀθηνῶν περιλαμβάνουσι 10 χιλιάδας περίπου ψηφοφόρων, τοὺς ἐξετύπωσε δὲ ἡ διοικητικὴ ἀρχή. Θαυμάζω τὴν πρόνοιάν της, θαυμάζω ὅμως καὶ τὴν ἁπλότητα τοῦ κ. Ζέζα, ὅστις δὲν κατώρθωσεν ἐν τῷ ἄρθρῳ 22 τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου νὰ εὕρῃ καὶ ἕτερον λόγον ἀκυρότητος τῆς ἐκλογῆς ἡμῶν. Τὸ ἄρθρον 22 λέγει, «ὁ ὁριστικὸς κατάλογος τυποῦται ἐπιμελείᾳ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς.» Ἐν τούτοις εἶναι ἀποδεδειγμένον, καὶ οὐδὲ ὁ κ. Ζέζας θὰ τὸ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ προέβη εἰς τὴν ἐκτύπωσιν τοῦ καταλόγου. Τὴν διόρθωσιν αὐτοῦ τίς ἔκαμεν; Ὁ Μιχαὴλ Παρίσης, ἀντὶ δραχ. 200, ἃς δὲν ἠθέλησε νὰ πληρώσῃ ὁ δήμαρχος. Ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ ἐφρόντισε λοιπὸν περὶ τῆς ἐκτυπώσεως τοῦ καταλόγου, ὁ Παρίσης, ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ ἐνισταμένου, ἔκαμε τὴν διόρθωσιν αὐτοῦ, τὰ ἀντίτυπα μᾶς παραδίδονται τῆς πρωΐαν τῆς εἰκοστῆς τρίτης, ἡμέρας τῆς ἐνάρξεως τῆς ψηφοφορίας· ἐν τούτοις ἡμεῖς, μελετήσαντες, ἔσχομεν τὸν καιρὸν νὰ εὕρωμεν τοὺς ψευδεῖς καὶ νὰ τοὺς πέμψωμεν νὰ ψηφοφορήσωσι. Γνωρίζετε, κύριοι, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν συναδέλφων, ὅτι τὴν παραμονὴν ἀνεβοκατεβαίναμεν εἰς τὸ δημαρχεῖον ζητοῦντες ἀντίτυπα τοῦ καταλόγου, τί μᾶς ἔλεγον οἱ φίλοι ἡμῶν; «Οἱ ὑπουργικοὶ ὑποψήφιοι ἔχουν καταλόγους πρὸ 10 ἡμερῶν, σεῖς τὴν 22 Ἰουνίου δὲν ἔχετε ἀκόμη τοιούτους!» Ἀλλ’ ἔστω ὅτι ἔμενε καιρὸς νὰ τοὺς μελετήσωμεν τὴν πρωΐαν τῆς 22, ἃς ἴδωμεν τί ἐπράξαμεν. Ἐγὼ μὲν ἠναγκάσθην ἐπὶ τρεῖς ὅλας ἡμέρας νὰ διαμείνω ἐν τῷ ά τμήματι, ὅπως παρεμποδίσω τὴν παρασκευαζομένην, ὡς θέλετε ἰδεῖ μετ’ ὀλίγον, καλπονόθευσιν, τὸ αὐτὸ δ’ ἔπραττον οἱ συνάδελφοί μου εἰς τὰ λοιπὰ τμήματα ἢ περιέτρεχον αὐτά. Ἀλλ’ ἀφοῦ μήτε τὰ μέσα, μήτε τὸν τρόπον νὰ διαπράξωμεν τὴν νοθείαν εἴχομεν, εἴχομεν τοὐλάχιστον ἀνάγκην αὐτῆς; Ὁ Δημ. Καλλιφρονᾶς πρὸ 30 καὶ πλέον ἐτῶν ἀγωνίζεται ὑπὲρ τῆς ἐπαρχιακῆς του ἐπιῤῥοῆς, τὸ σπῆτί του εἶναι μισοκρημνισμένον. Ὁ Λέκας καὶ ὁ Κολιάτσος 15 ἤδη ἔτη ὑστεροῦσι τὰς οἰκογενείας των ὑπὲρ τῆς ἐπαρχίας. Ὁ Πετράκης θυσιάζει ὑπὲρ αὐτῆς. Ὁ Φιλήμων ἀγωνίζεται καὶ αὐτὸς ἀπὸ τοῦ 1854 τὸν πολιτικὸν ἀγῶνα. Ἐγὼ δ’ ὁ εὐτελὴς, ὁ εὐτελέστερος μεταξὺ τῶν συναδέλφων μου, πρὸ τεσσάρων ἐτῶν ἀπομιμοῦμαι τὸ ἀεικίνητον τὴν τράπεζαν, τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου κατέστησα πανδοχεῖον, ἡ δὲ πρόσοδος τῆς ἐξωτερικῆς μου πελατείας μόλις ἐξαρκεῖ ν’ ἀπαντήσῃ τὴν δαπάνην τῆς ἐπαρχιακῆς. Καὶ τίνας εἴχομεν ἀπέναντι ἡμῶν; Τὸν Κωστῆν; ὁ Κωστῆς ἀπέτυχε τὸ 69, ἀπέτυχε τὸ 72, ἀπέτυχε καὶ τώρα, καὶ πάντοτε ὡς ὑπουργικὸς ὑποψήφιος. Τὸν Καμπᾶν; ὁ Καμπᾶς ἀπέτυχε τὸ 72, ἀπέτυχε τὸ 73, ἀπέτυχε τὸ 74, πάντοτε δ’ ἔσχε τὴν τελευταίαν μεταξὺ τῶν συναγωνιζομένων τάξιν. Τὸν ἕτερον ὑπουργικὸν ὑποψήφιον δὲν ἀναφέρω· θὰ εἶχεν ἀνάγκην οὗτος συνηγόρου, οὐδ’ ἔχομεν τὸ δικαίωμα ἐνταῦθα ἐξ ἐπαγγέλματος νὰ τῷ ὀνομάσωμεν τοιοῦτον. Οἱ ἄνθρωποι οὗτοι ἐζήλευσαν τὸν πλοῦτον ἡμῶν, ἀλλὰ γνωρίζουν τί κωστίζει; γνωρίζουν πῶς ἀποκτᾶται; Τέσσαρα ὅλα ἔτη δὲν κατεκλίθην πρὸ τῆς τρίτης τῆς πρωΐας, οὐδ’ ἠγέρθην μετὰ τὴν ἑβδόμην, ὅταν δ’ ἡ ὥρα τῆς ἀναπαύσεως φθάνει, ἡ ὀσφύς μου πονεῖ ἐκ τοῦ καμάτου. Ἀλλ’ ἴσως μᾶς εἴπωσιν, αἱ ἰδέαι ἐθαυματούργησαν καὶ ἐνταῦθα ὡς καὶ ἐν Ζακύνθῳ. Σεῖς, ἐρυθροὶ, καὶ μοὶ ἐπέδωκαν τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦτον, σεῖς δημοκρατικοὶ, πῶς τολμᾶτε νὰ ἀτενίσητε τοὺς ὑποψηφίους τῆς Κυβερνήσεως; Ἀλλὰ θὰ ἦτο δύσκολον νὰ πιστεύσωσιν οἱ συμπολῖται ἡμῶν τοιαῦτα λέγοντας, ἐκείνους οἵτινες τὴν παραμονὴν τῆς ἐλεύσεώς των εἰς τὴν ἐξουσίαν ἀπεστήθιζον, εἰς τοὺς ἔχοντας τὴν ὑπομονὴν νὰ τοὺς ἀκούωσι, τὴν ἱστορίαν τοῦ Καρόλου τοῦ Αʹ. τῆς Ἀγγλίας. Ἀλλ’ ἔστω ὅτι δὲν τοὺς ἐπίστευσαν, ἡ Ἀττικὴ δὲν εἶχε λόγους νὰ τοὺς εὐγνωμονῇ; Τί ἡ Κυβέρνησις ἔπραξε ὑπὲρ τῆς ἐπαρχίας; Τὰ κτήματα ἡμῶν παρεδόθησαν εἰς τὸν Λαλαούνην, ἡ ἄμπελος καὶ τὸ ἐλαιόφυτον ἀφέθη βορὰ τῶν ποιμνίων, ὁ δὲ δυστυχὴς γεωργὸς, καὶ ὑπάρχουν 4000 περίπου τοιοῦτοι ἐν Ἀθήναις, ὅταν τὴν πρωΐαν ἐπισκέπτεται τὸ κτῆμά του, εὑρίσκει τὰ ἴχνη τῆς καταστροφῆς τῶν συνεταίρων τοῦ ἀγροτικοῦ ὑπαστυνόμου. Θὰ ἐννοήσητε τώρα, κύριοι, διατί, ὅταν διὰ τοῦ κ. Λέκα μᾶς ἐπρότειναν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸν ὑπουργικὸν συνδυασμὸν, ὡς πρῶτον ὅρον ἐθέσαμεν τὴν παῦσιν τοῦ ἀγροτικοῦ ὑπαστυνόμου. Ἀλλὰ τὴν δικαιοσύνην ἀνήγειραν καὶ ἀνύψωσαν, ἀλλὰ μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν, τόσων ἐντίμων ἀξιωματικῶν, κατώρθωσαν νὰ εὕρουν τὴν ἐξαίρεσιν, τὸν μόνον ἴσως μαργαρίτην, ὅπως ἐμπιστευθῶσιν αὐτῷ τὴν φύλαξιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ πολίτου. Καὶ τάχα ὅλα ταῦτα δὲν εἶναι ἀρκετὰ, ὅπως καταστρέψωσιν ἐπιῤῥοὰς μετὰ κόπου καὶ μόχθου κτηθείσας, καὶ τοῦτο διὰ μόνης τῆς ἰδέας τῆς ὑποψηφιότητος τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Βούλγαρη; Ἀπορῶ πῶς δὲν μᾶς ἀντέταξε καὶ ταῦτα ὁ κ. Ζέζας. Ἂς ἔλθῃ τώρα μὲ τοὺς δύω σφαιριδιοδότας του, ἂς ἔλθῃ μὲ τὴν παρατήρησιν τοῦ δημάρχου, τοῦ δημάρχου τοῦ ἐπισκόπου τοῦ κρεμαμένου, καὶ ἂς μᾶς εἴπῃ, «ἡ ἐκλογή σας εἶναι πόρισμα νοθείας.» Καὶ ἐὰν ἐφατρίαζεν ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ ά τμήματος, εἶχεν ἀνάγκην νὰ δικαιολογηθῇ; Δὲν ἠδύνατο ν’ ἀποπέμψῃ τὸν δήμαρχον, τὸν ἐντολοδόχον, ὡς εἴδετε, τῆς νομαρχίας, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 55; Δὲν ἠδύνατο νὰ τῷ εἴπῃ, τί ζητεῖς ἐδῶ; Δὲν ἠδύνατο ν’ ἀπαντήσῃ, ὄχι δύω σφαιριοδότας, ὄχι πέντε, θέλω ἀποπέμψει πάντας καὶ νέους ἀποκαταστήσει, ἀφοῦ παρὰ τῆς νομαρχίας μεροληπτικῶς ἐξελέγησαν; Δὲν ἠδύνατο νὰ χαρακτηρίσῃ ὅλας τὰς παρατηρήσεις τοῦ δημάρχου ψευδεῖς καὶ ἀνυποστάτους μὲ μίαν μόνην φίρμαν; Ἀλλ’ ἡ ἔνστασις τοῦ Παρίση, μᾶς λέγει ὁ κ. Ζέζας; Προκύπτει ἐκ τοῦ πρακτικοῦ τῆς ψηφοφορίας, ὅτι ἐπεδόθη πράγματι τοιαύτη· ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ζέζας, χωρὶς νὰ μυρίσω τὸν χάρτην, νὰ τῷ εἴπω ὅτι δὲν εἶναι ἡ τότε δοθεῖσα ἔνστασις, διότι ἡ πρᾶξις, ἐν ᾗ κατεχωρίσθη ἐκείνη, εἶναι γεγραμμένη διὰ χειρὸς τοῦ υἱοῦ τοῦ Παρίση, Δημητρίου, καὶ δὲν ἤθελεν οὗτος παραλείψει κεφάλαιόν τι ἐκ τῆς ἐνστάσεως τοῦ πατρός του. Ἀλλ’ ὅταν ἡ ἔνστασις ἐκείνη, ἡ ἀρχικὴ, ἀπεσύρθη, διότι ἄλλως δὲν ἐξηγεῖται πῶς δὲν ὑπεγράφη τὸ πρακτικὸν παρὰ τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς, οὐδὲ κἂν παρὰ τοῦ ἐνισταμένου, ὅταν ἡ ἔνστασις ἐκείνη εὑρέθη μετὰ τὴν ἐκλογὴν μὴ πρόσφορος διὰ τὴν ἀκύρωσιν, ἣν ἐπεζήτουν, τότε ἑτέρα διετυπώθη, καὶ τὴν οὕτω διατυπωθεῖσαν ἔθηκαν πρὸ ὀφθαλμῶν ὑμῶν. Καὶ ἀφοῦ ἡ Ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐφατρίαζεν ὑπὲρ ἡμῶν, ἀφοῦ εἴχομεν ὄχι πέντε, ἀλλ’ ἓξ μέλη, ὡς λέγει ὁ εἰσηγητής, δὲν ἠδύνατο νὰ γράψῃ ὅ,τι ἤθελε εἰς τὸ πρακτικόν, δὲν ἠδύνατο ν’ ἀπαντήσῃ καὶ εἰς τὸν Παρίσην, ὅτι ὅλαι αἱ ἐνστάσεις του ἦσαν ἀνυπόστατοι καὶ ψευδεῖς; Ἀλλὰ διὰ τῆς αὐτῆς ἐνστάσεως προβάλλεται ὡς κακῶς συντεθειμένη ἡ Ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπὴ τοῦ ά τμήματος. Σᾶς εἶπον ὅτι προσελήφθη ὁ Σπ. Μουρίκης, ὅστις ἦτο—καὶ ὁ κ. Ζέζας τὸ ἐτόνισεν—ἕβδομον μέλος αὐτῆς, καὶ οὐδὲ κἂν συνετάχθη πρᾶξις περὶ τῆς προσλήψεώς του. Ἀλλ’ ἴδωμεν τίνα τὰ μέλη τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ πῶς προσελήφθη ὁ Μουρίκης. Μᾶς φέρουν τὴν κατόπιν ἑορτῆς ἐπισημειωτικὴν εἰς τὴν ἔνστασιν τοῦ Καμπᾶ διαμαρτύρησιν τοῦ Ντούση, μᾶς φέρουν τὸν Μπέσαν, καὶ ἀφοῦ χαρακτηρίζουν ὡς ἕβδομον τὸν Μουρίκην, δὲν μᾶς λέγουν τίνες ἦσαν οἱ προηγούμενοι; Ἔχω ἐνταῦθα τὰ πρωτότυπα τῶν πρακτικῶν τοῦ πρωτοδικείου, τ’ ἀφορῶντα τὴν κλήρωσιν τῶν ἐπιτροπῶν, δὲν ἐπρόφθασα νὰ λάβω ἀντίγραφα. «Τῇ 29 Ἀπριλίου 1874». Τονίζω τὴν χρονολογίαν, διότι νέαν ἔνστασιν θὰ ἔχωμεν ἐπ’ αὐτῆς· θὰ τὴν ἀντικρούσω μετ’ ὀλίγον. «Δικασταί, κ. Ὀθωναῖος, προεδρεύων, κωλυομένου τοῦ προέδρου; Α. Παπαπάνος καὶ Ἰω. Εὐταξίας. — Α. Μεταξᾶς, ἀντεισαγγελεύς. — Σ. Γιαννακόπουλος, γραμματεύς. Ἀντικείμενον· κλήρωσις τῶν κατὰ τ’ ἄρθρα 11, 16 καὶ 37 τοῦ περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νόμου ἐπιτροπῶν». Ἡ συνεδρίασις ἐγένετο δημοσίᾳ κλπ.......Ἀντιγράψας δι’ ἕκαστον αὐτῶν εἰς ψηφοδέλτια, ἔθεσεν ἅπαντα εἰς τὴν κληρωτίδα, ἀφοῦ δὲ τ’ ἀνέμιξε προσηκόντως, ἐξῆγεν ἀνὰ ἓν καὶ τὸ ἐξεφώνει γεγωνυίᾳ τῇ φωνῇ καὶ δημοσίᾳ, ὡς ἑξῆς· Διὰ τὴν ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 37 προβλεπομένην Ἐπιτροπήν· Διὰ τὸ πρῶτον τμῆμα τῆς πόλεως Ἀθηνῶν· Τακτικὰ μέλη 1) Ἀνδρέας Κοπίδης, Πρόεδρος 2) Γεώργιος Μπέσας 3) Μιχαὴλ Καλλιφρονᾶς 4) Παναγῆς Κολοσοῦκας 5) Ἐμμανουὴλ Ἀφθονίδης Ἀναπληρωτικά 6) Βασίλειος Δούσης 7) Σπυρίδων Μουρίκης κλπ. Ἔλλειψεν ὁ Δημ. Καλλιφρονᾶς, τίς ἤρχετο ἀντ’ αὐτοῦ; Ὁ Βασίλειος Ντούσης. Ἀλλ’ ἔλλειψε καὶ ὁ Μπέσας, τίς ἤρχετο; Ὁ Σ. Μουρίκης, ὁ ἕβδομος ἀναπληρωτικός, ὅπως τὸν ἐτόνισεν ὁ κ. Ζέζας. Καὶ ὑπάρχει πρᾶξις διὰ τὸν ἕκτον ἀναπληρωτικόν, ὥστε νὰ ὑπάρξῃ καὶ διὰ τὸν Μουρίκην; Μήτε διὰ τὸν ἕνα συνετάχθη τοιαύτη, μήτε διὰ τὸν ἄλλον. Ἴδετε καὶ ἐνταῦτα, κύριοι, τὴν καλὴν πίστιν τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἠδύνατο νὰ γράψῃ ὅ,τι ἤθελε, καὶ δὲν ἔγραψεν ὅ,τι ὤφειλεν ἀπὸ ἁπλότητα. Τοιοῦτο παράπτωμα θέλετε εὕρει καὶ εἰς τὸ ἑ. τμῆμα, τὸ τοῦ Ἀμαρουσίου, τοῦ ὁποίου μέλος ἀναπληρωτικὸν ἦτο τίς; ὁ κ. Παπαῤῥηγόπουλος. Οὐδ’ εἰς τὰ πρακτικὰ αὐτοῦ ἐν τούτοις ἀναφέρεται ὁ λόγος, δι’ ὃν ἔλαβε μέρος εἰς τὴν Ἐφορευτικὴν Ἐπιτροπὴν τὸ ἀναπληρωτικὸν τοῦτο μέλος. Τὴν πρώτην ἡμέραν δὲν ἐνεφανίσθη ὁ Μπέσας, καὶ ὁ Μ. Καλλιφρονᾶς ἦτο γνωστόν, ὅτι δὲν ἤρχετο. Πρὸς τὸν καταρτισμὸν τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ά. τμήματος ἔλαβε μέρος πρῶτος ὁ Ντούσης καὶ δεύτερος ὁ Μουρίκης. Καὶ αὕτη ἡ κακὴ σύνθεσις τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Περὶ δὲ τοῦ Μπέσα τί νὰ εἴπω; Πάντες γνωρίζετε, εἶναι δ’ ἄλλως εὔκολον νὰ μάθητε πῶς ἐξελέχθη οὗτος πρῶτος δημαρχικὸς πάρεδρος Ἀθηνῶν· μνημονεύω δὲ τ’ ὄνομά του μόνον διὰ νὰ ἐλέγξω τοὺς συμπολίτας μου. Οὐδέποτε τοὺς ἐκολάκευσα, διὰ τοῦ πλέον ἀποτόμου τρόπου τοῖς εἶπον πάντοτε τὴν ἀλήθειαν. Πολλοὶ ἐξῆλθον τῆς οἰκίας μου ψυχραμένοι, ἀλλ’ ἐπανῆλθον μετ’ ὀλίγον, ὅταν διέγνωσαν τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μου, θερμότεροι φίλοι, θερμότεροι ὑπερασπισταί. Τὴν ἀλήθειαν ταύτην θὰ τοῖς εἴπω καὶ σήμερον. Ἐὰν ὁ κ. Ζέζας σᾶς ῥίπτει σήμερον κατὰ πρόσωπον τὴν ἐκλογὴν τοῦ Γεωργίου Μπέσα ὡς πρώτου δημαρχικοῦ σας παρέδρου, ἐὰν παραβάλλων αὐτὸν πρὸς τοὺς ἐπιφανεστέρους τῶν συμπολιτῶν σας, πρὸς τὸν Σκαρλάτον Σοῦτσον, εὑρίσκει ἐκεῖνον πιστευτότερον, τὸ ἄδικον εἶναι ἰδικόν σας· ἂς αἰτιᾶσθε ἑαυτούς, ἀφοῦ χάριν ἀστεϊσμοῦ τοὺς μαργαρίτας ῥίπτετε τοῖς κυσί. Πανθ’ ὅσα εἶπον, πανθ’ ὅσα ἐξέθηκα σχέσιν ἔχουσι πρὸς τὴν ψηφοφορίαν τῶν εἰκονικῶν. Σᾶς ἀπέδειξα, νομίζω, ὅτι εἰκονικοὶ ἂν ἐψηφοφόρησαν, δὲν ἐψηφοφόρησαν ὑπὲρ ἡμῶν, ὅτι τὸ μέσον δὲν εἴχομεν νὰ διαπράξωμεν τὴν νοθείαν, καὶ ὅτι οὐδ’ ἀνάγκην τῆς νοθείας εἴχομεν. Πρὸς συμπλήρωσιν ὅμως τῶν πληροφοριῶν, ἂς δίδω πρὸς τὸ Σῶμα, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω πῶς ἐγνώσθη ἡ ἱστορία τῶν ψευδῶν, καὶ πῶς ἠναγκάσθην νὰ μεταβῶ καὶ διαμείνω ἐπὶ τρεῖς ὁλοκλήρους ἡμέρας εἰς τὸ ά. τμῆμα, ἀφίνων ἔρημα τὰ λοιπά. Οἱ ὑπουργικοὶ ὑποψήφιοι ἐγνώριζον τοὺς ἐκλογεῖς Ἀθηνῶν, ὅσον ἐγὼ τοὺς ἐκλογεῖς τοῦ Πεκίνου. Ὅταν ἡ διοικητικὴ ἀστυνομία τοὺς εἰδοποίησε, καὶ τὸ εἴδατε εἰς τὴν διαμαρτύρησίν μου, ὅταν τοὺς εἰδοποίησεν ὅτι χρειάζονται μερικὰ παιδιὰ διὰ τοὺς εἰκονικούς, ἐξῆλθεν ὁ κ. Κωνστ. Ν. Κωστῆς εἰς τὸ σαλῶνί του, καὶ τὸν πρῶτον ὃν εὗρεν ἥρπασεν καὶ τῷ ἀνεκοίνωσε τὸ μυστικόν. Ὁ πρῶτος οὗτος ἦτον ὁ Κωνστ. Ἀναστασιάδης, ἀνεψιὸς τοῦ Γρηγ. Ἀντωνιάδου, διδασκάλου τῶν ἱερῶν εἰς τὸ Βαρβάκειον. Ἡ οἰκογένειά του μοῦ εἶναι ἀφωσιωμένη ὅλη. Τὴν ἱστορίαν δὲ ταύτην γνωρίζουσιν οἱ συνάδελφοι ἡμῶν Γ. Στάϊκος καὶ Ἀθ. Ἴσκος, ἐκ στόματος αὑτοῦ τοῦ Κωνστ. Ἀναστασιάδου. Ἔρχεται τρέχων ὁ Κωνστ. Ἀναστασιάδης, καὶ μοὶ λέγει· «Προσπαθοῦν νὰ σᾶς νοθεύσουν, ἀλλὰ πρόφθασε.» Τοῦτο δὲ μὲ ἠνάγκασε νὰ μεταβῶ καὶ διαμείνω εἰς τὸ ά τμῆμα. Ἐκεῖ ἦσαν πρόχειρα τὰ μέσα τῆς νοθείας. Ἡ Ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπὴ χαλαρὰ καὶ ἀδυνάτου χαρακτῆρος. Παρίσης, ἀντιπρόσωπος τοῦ ἐνισταμένου, Παρίσης γραματεύς, Παρίσης σφαιριδιοδότης! Ὅταν δὲ τὴν τετάρτην ἡμέραν τῆς ψηφοφορίας περὶ τὴν μεσημβρίαν ἠναγκάσθην ν’ ἀποχωρήσω τοῦ ά τμήματος, ὅπως μεταβῶ εἰς Κρωπίαν, ὑποκατέστησα εἰς τὴν θέσιν μου τὸν συνάδελφόν μου κ. Κολιάτσον. Ταῦτα περὶ τῶν νόθων. Ἔρχομαι εἰς τοὺς ἑτεροδημότας· διότι λέγουν, ἐὰν ἡ ἐκλογή σας δὲν εἶναι πόρισμα νόθου ψηφοφορίας, εἶναι ὅμως ἄκυρος, διότι ἑτεροδημόται ἐναντίον τῶν διατάξεων τοῦ περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νόμου περιελήφθησαν εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους, πρὶν ἢ ἐγγραφῶσιν ἐν τῷ δημοτολογίῳ. Δὲν μᾶς ἔφεραν ἀποδείξεις τῆς ἐγγραφῆς ἑτεροδημοτῶν. Σᾶς ἔφερον ἐγὼ τὰς ἐναντίας. Ἀλλ’ εἶμαι εἰλικρινής, κύριοι. Μεταξὺ τῶν 171 τῶν ἐν τοῖς τρισὶ καταλόγοις χαρακτηριζομένων ὡς ἑτεροδημοτῶν, εὗρον ὀκτὼ τοιούτους, εὗρον ὀκτὼ ὀνόματα μὴ ἐγγεγραμμένα ἐν τῷ δημοτολογίῳ. Οἱ ἄνθρωποι οὗτοι ἐνεγράφησαν εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους πρὶν ἢ φροντίσωσι νὰ ἐγγραφῶσιν εἰς τὸ δημοτολόγιον. Κακίσατέ μας διὰ τὴν φιλοξενίαν μας. Ὅταν ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν σας ἔρχονται ἐνταῦθα, ὅπως ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου των ζήσωσι, μὲ ἀνοικτὰς ἀγκάλας οἱ Ἀθηναῖοι τοὺς δεχόμεθα. Κακίσατέ μας διὰ τοῦτο, ἀλλ’ ἄφετε νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ πόσον δύνασθε νὰ στηρίξητε ἀκυρότητα τῆς ἐκλογῆς ἡμῶν ἐπὶ τῶν ὀλιγίστων ἑτεροδημοτῶν, ἐν τῷ ἐκλογ. καταλόγῳ εἰσχωρησάντων, ὧν τὴν ὕπαρξιν δὲν ἠρνήθημεν ἐξ εἰλικρινείας. Μὴ ἀνατριχιάσῃ ὁ κ. Ζέζας· δὲν θ’ ἀναφέρω ξένους συγγραφεῖς· εἶμαι καὶ ἐγὼ θιασώτης τοῦ jus cerveloticum. Σᾶς εἶπε καὶ ἐκήρυξεν ὡς ἀρχὴν καὶ ἀξίωμα, ὅτι ἡ ὁριστικότης τῶν καταλόγων, ἀνακηρυσσομένη ὑπὸ τοῦ νόμου, ἔχει σημασίαν ὡς πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς καὶ τὰς ἐφορευτικὰς ἐπιτροπὰς, δὲν δύναται ὅμως νὰ ἔχῃ οὐδεμίαν τοιαύτην ὡς πρὸς τὴν Βουλήν. Παραδέχεται δ’ οὕτως ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι κυρίαρχος, ἄνευ ὁρίου καὶ φραγμοῦ, καὶ ὅτι νόμον οὐδεμίαν ποιοῦντα διάκρισιν, πρὸς τὸν καταρτισμὸν τοῦ ὁποίου ὑπῆρξεν ἀναγκαία ἡ συνδρομὴ οὐχὶ τῆς ἡμισείας νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ ὁλοκλήρου, τῆς ψηφίσεως τοῦ Σώματος καὶ τῆς κυρώσεως τοῦ Βασιλέως, δύναται σήμερον, τὸν νόμον τοῦτον ἑρμηνεύουσα δῆθεν ἡ Βουλὴ, νὰ ξεσχίσῃ, νὰ τσαλαπατήσῃ; διότι πρόκειται ν’ ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ τοῦ δήμου Ἀθηνῶν. Καὶ ποία Βουλή; Βουλὴ τοὐλάχιστον κατηρτισμένη νομίμως; Βουλὴ ἔχουσα ἰδιότητα πολιτικὴν, σημασίαν νομοθετικὴν; Ὄχι· Βουλὴ, ἥτις δὲν ὑπάρχει ἀκόμη ἐν τῇ πολιτείᾳ, ἥτις πρόκειται μόνον ἀμοιβαίως νὰ ἐξελέγξῃ τὰς ἐκλογάς. Ἀλλ’ ἰδοὺ τὰ ἄτοπα, εἰς ἃ φθάνει διὰ τῆς γνώμης του ταύτης, διὰ τοῦ ἀξιώματος, ὅπερ ἀνεκήρυξεν ἐκ τοῦ βήματος ὁ κ. Ζέζας. Σᾶς εἶπεν, ἡ ὁριστικότης τῶν καταλόγων ὑποχρεοῖ τὰς Ἐφορευτικὰς Ἐπιτροπὰς καὶ τοὺς ἐκλογεῖς, ἀλλ’ οὐδεμίαν σημασίαν ἔχει ὡς πρὸς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ οἱ ἐκλογικοὶ κατάλογοι εἶναι ἑνιαῖοι, οἱ αὐτοὶ χρησιμεύουν διά τε τὰς δημοτικὰς καὶ διὰ τὰς βουλευτικὰς ἐκλογάς. Ἐὰν ἀναγνωρίσητε εἰς τὴν Βουλὴν, τὴν μήπω καταρτισθεῖσαν, τὸ δικαίωμα, εἰσερχομένη ἐντὸς τοῦ ὁριστικοῦ καταλόγου, νὰ ἐξελέγξῃ τίς κακῶς ἐνεγράφη καὶ τίς καλῶς, ὀφείλετε τὸ αὐτὸ δικαίωμα κατὰ μείζονα λόγον ν’ ἀναγνωρίσητε εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, τὰς καθεστηκυίας ταύτας ἀρχὰς, ὅταν ἀποφαίνονται περὶ τοῦ κύρους τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν. Καὶ τότε τί γίνονται αἱ ἐγγυήσεις, ἃς ὁ νομοθέτης εἰς τὴν μακρὰν καὶ πολύπλοκον διαδικασίαν τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ ὁριστικοῦ καταλόγου ἐπεζήτησεν; Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἀφοῦ ὁ ὁριστικὸς κατάλογος κατέστη ὁπωσδήποτε τοιοῦτος, ἀφοῦ καὶ κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ζέζα εἶναι ὁριστικὸς καὶ ὑποχρεωτικὸς διὰ τοὺς ἐκλογεῖς καὶ τὰς Ἐφορευτικὰς Ἐπιτροπὰς, ποῖον μέσον ἔχομεν ν’ ἀμυνθῶμεν κατὰ τῆς ἀκυρότητος ταύτης τῆς ἐκλογῆς ἡμῶν; Ἀκυρουμένης τῆς ἐκλογῆς Ἀθηνῶν, βεβαίως θὰ διαταχθῇ ἡ ἐπανάληψις αὐτῆς· δὲν πιστεύω ὅτι θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν συντέλειαν τοῦ κόσμου, ἢ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος τοὐλάχιστον. Ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τίνος καταλόγου ἡ ἐπανάληψις τῆς ἐκλογῆς θὰ γείνῃ; Ἐπὶ τοῦ ἰδίου; Καὶ τότε νέα ἀκύρωσις δὲν ἐπικρέμαται ἐπὶ τῆς κεφαλῆς ἡμῶν, ὡς σπάθη Δαμοκλέους; Καὶ δὲν δύνασθε ἀπὸ σήμερον ν’ ἀποφανθῆτε, ὅτι ἡ μέλλουσα ἐκλογὴ εἶναι ἄκυρος; Θὰ διατάξητε τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ καταλόγου; Ἀλλὰ πόθεν ἀντλῆτε τὸ δικαίωμα τοῦτο; ἐν τῇ ἰδιότητι ὑμῶν ὡς βουλευτῶν; Σεῖς δὲν δύνασθε εὐτελεστάτην πολιτικὴν πρότασιν νὰ δεχθῆτε, καὶ θὰ κηρύξητε τὸ ἄκυρον τοῦ ὁριστικοῦ καὶ διαρκοῦς καταλόγου, πρὸς τὸν καταρτισμὸν τοῦ ὁποίου τοσαῦται ἀρχαὶ συνέτρεξαν, τοιαύτη διαδικασία ἐγένετο, καὶ θὰ διατάξητε, ἐναντίον τοῦ νόμου, νέα ἀναθεώρησις νὰ γείνῃ; Καὶ πότε θὰ γείνῃ ἡ ἀναθεώρησις αὕτη; Καὶ ὅταν ὑπάρχῃ ῥητὴ διάταξις ἐν τῷ νόμῳ, ἥτις ὁρίζει ὅτι ἀπὸ τῆς 1 Ἀπριλίου ἄρχεται ἡ ἀναθεώρησις τοῦ καταλόγου, πῶς θὰ δυνηθῆτε νὰ τὴν καταστρέψητε; Καὶ ἂν τὴν καταστρέψητε, πῶς θὰ δυνηθῆτε τὴν αὐθαίρετον θέλησίν σας νὰ τὴν συμβιβάσητε μὲ τὸ ἄρθρον 68 τοῦ ἐκλογ. νόμου, ὅστις ὁρίζει ὅτι, ἀκυρουμένης ἐκλογῆς τινος, ἡ ἐπανάληψις διατάττεται ἐντὸς 20 ἡμερῶν; Ἀλλ’ ἐξέλθωμεν τοῦ λαβυρίνθου τούτου τῶν φοβερῶν ἀντιφάσεων καὶ ἀντινομιῶν, φοβοῦμαι μὴ ἀπαντήσωμεν τὸν Μινώταυρον, ὅστις πρόκειται νὰ κατασπαράξῃ τὴν ἀντιπροσωπείαν τῶν Ἀθηνῶν, οὐδ’ ἔχω Θησέως τόλμην. Ἀλλὰ τίνες ἐνέγραψαν καὶ τοὺς ἑτεροδημότας; Ἂς ἴδωμεν καὶ ἐδῶ τίς πταίει; Ὁ ἐνιστάμενος τοῦ 1872 ὑπῆρξε μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐκληρώθη παρὰ τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου πρὸς διαγραφὴν τῶν ἀνικάνων καὶ πρὸς ἐγγραφὴν τῶν ἱκανῶν· πῶς τότε δὲν διέγραψεν ἕνα κἂν τοιοῦτον; Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ 1874 παρουσιάζεται ὁ Μιχ. Παρίσης, ὁ ἀντιπρόσωπος αὐτοῦ, καὶ δίδει τέσσαρας ἐνστάσεις περὶ ἐγγραφῆς 40 καὶ πλέον ἐκλογέων, ὧν οἱ ἡμίσεις εἶναι ἑτεροδημόται. Ἔχω ἐνταῦθα ἀντίγραφα ἐπίσημα τῶν τεσσάρων ἐνστάσεων. Τίς πταίει λοιπὸν διὰ τὴν ἐγγραφὴν τῶν ἑτεροδημοτῶν; ἡμεῖς τοὺς ἐνεγράψαμεν; Μεταβαίνω εἰς ἑτέραν σειρὰν ἰδεῶν. Ὁ Γιαννούλας, φωνάζει ὁ ἐνιστάμενος· ὁ Γιαννούλας, ἐπαναλαμβάνει ἐν χορῷ ἡ πλειοψηφία τοῦ τμήματος, παρίστατο εἰς τὸ ά. τμῆμα μόλις ἐξελθὼν τοῦ Μενδρεσὲ μὲ τὴν στολὴν τοῦ ἐθνοφύλακος. Καὶ ἐφρίξατε βεβαίως, κύριοι, νομίζοντες ὅτι οἱ κατάδικοι οἱ ἐξελθόντες τῶν φυλακῶν Ζακύνθου, οἱ φυγόδικοι, οἱ εἰς ἄλλας ἐκλογὰς προεδρεύσαντες, ὑπῆρξαν οἱ διευθύνοντες καὶ τὴν ἰδικήν μας; Ὄχι· ὁ Γιαννούλας δὲν εἶναι κακοῦργος, εἶναι υἱὸς ἐντίμου οἰκογενείας κατοικούσης εἰς τὴν συνοικίαν Πλάκας. Ὁ πατήρ του ἔχει τρεῖς ἔτι υἱοὺς, μοὶ ἀνήκει δ’ ἀποκλειστικῶς ἡ οἰκογένεια αὕτη, ὄχι εἰς τὸν Φιλήμονα. Τὸν φοβερὸν δὲ λῃστὴν, τὸν μόλις ἐξελθόντα τῶν φυλακῶν, ἐγὼ παρεκάλεσα νὰ φρουρήσῃ κατὰ τὸ τετραήμερον τῆς ἐκλογῆς ἐν τῷ ά. τμήματι. Τὴν ἱστορίαν τῶν κτημάτων τῶν Ἀθηνῶν γνωρίζετε ἤδη, κύριοι· ὅσοι πέρυσιν εἶσθε ἐνταῦθα, τὴν γνωρίζετε ἔτι καλλίτερον. Τέσσαρας περὶ τοῦ ζητήματος τούτου κατέθηκα ἀναφορὰς εἰς τὸ προεδρεῖον τῆς Βουλῆς. Περιλαμβάνουσι δ’ αἱ ἀναφοραὶ αὗται πλέον τῶν 4,000 ὑπογραφῶν. Πολλάκις καὶ ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους ἀπησχόλησα τὸ Σῶμα μὲ τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα, αὐτὸ δὲ τοῦτο ἔφερεν εἰς τῆς φυλακὰς τὸν Χρῆστον Γιαννούλαν. Ὁ Γιαννούλας εἶναι μέλος οἰκογενείας ἐχούσης πλεῖστα ὅσα κτήματα, ἀφοῦ δ’ ὁ ἀγροτικὸς ὑπαστυνόμος συνεταιρίσθη μετὰ τῶν ποιμένων, ἀναγκαίως οἱ ἰδιοκτῆται μόνοι ὀφείλουν νὰ τηρήσουν τὴν τάξιν καὶ φυλάξουν τὰ καταστρεφόμενα κτήματά των. Ὁ Γιαννούλας τὴν 20 Μαΐου ε. ε., τριάκοντα τρεῖς δηλ. ἡμέρας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ψηφοφορίας, ἀπεστάλη παρὰ τοῦ πατρός του εἰς τὸ ἐν Μοσχάτῳ κτῆμά των, ὅπως φυλάξῃ τὴν νύκτα. Ἐκεῖ προσῆλθον οἱ ποιμένες μὲ τὰ ποίμνιά των, αὐθαδῶς δ’ ἐπετέθησαν κατὰ τοῦ Γιαννούλα καὶ τινος Μουρίκη, οὐχὶ τοῦ μέλους τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς, οἵτινες ἐφύλαττον τὰ κτήματά των, καὶ ἐκτύπησαν τὸν Γιαννούλα κατὰ κεφαλῆς· ἀμυνόμενος δ’ ὁ Γιαννούλας ἐξήγαγε μαχαίριον καὶ ἐπλήγωσε τὸν ποιμένα τοῦ Κορλύμπα κατὰ τὸν μηρόν. Ἔνταλμα φυλακίσεως ἀμέσως· ὁ Γιαννούλας ἀνήκει εἰς τὸν Ῥάλλην. Ἄλλως, τὰ ἐντάλματα πίπτουσιν ἐκ τῶν χειρῶν τινων ἀνακριτῶν ὡς τὰ φθινοπωρινὰ φύλλα. Καὶ ὁ δυστυχὴς Γιαννούλας 27 ὁλοκλήρους ἡμέρας μένει φυλακισμένος ἐν Καριμπαλᾷ, ὄχι ἐν Μενδρεσὲ, ὡς λέγει ἡ ἔκθεσις. Τέλος τὴν 17 Ἰουλίου 1874 ἐκδίδεται τὸ ὑπ’ ἀριθ. 541 βούλευμα τῶν ἐν Ἀθήναις πλημμελειοδικῶν, τοῦ ὁποίου τὸ ἱστορικὸν ἔχει ὡς ἑξῆς· «Συνεπείᾳ τῆς καταγγελίας ταύτης διετάχθη καὶ ἐνηργήθη τακτικὴ ἀνάκρισις, κατὰ τὴν δίοδον τῆς ὁποίας ἐξεδόθησαν τὰ ὑπ’ ἀριθ. 61 καὶ 65 ἐντάλματα φυλακίσεως ὑπὸ τοῦ ἐνταῦθα ἀνακριτοῦ Βαρνακιώτου· ὡς δὲ ταύτης περαιωθείσης, ἀποστείλας πρὸς τὸ συμβούλιον τοῦτο ὁ παρ’ αὐτῷ εἰσαγγελεὺς τὴν σχηματισθεῖσαν δικογραφίαν, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 11,599 ἐγγράφου προτάσεώς του ἐξέθηκεν, ὅτι κατὰ τὴν εἰκοστὴν Μαΐου οἱ Δημήτριος Α. Μπεκιάρης καὶ Γεώργιος Τουλοῦμος, ποιμένες τοῦ Κ. Κορλύμπα ἔβοσκον τὸ ποίμνιον τούτου ἐν θέσει Μοσχάτου τῶν Ἀθηνῶν. Ἐπειδὴ δὲ φαίνεται τὸ ποίμνιον εἰσῆλθεν εἰς ἀπηγορευμένον πρὸς βοσκὴν μέρος, προσῆλθεν ἐκεῖ ὁ ἀμπελοφύλαξ Χ. Π. Γιαννούλας καὶ ὁ Σπυρ. Σιδ. Μουρίκης καὶ ἐπέπληξαν τοὺς ποιμένας, συνάμα δὲ ἐδίωξαν ἐκεῖθεν καὶ τὰ πρόβατα· ἡ περίστασις αὕτη ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ ἔλθουν εἰς ἔριδας οἱ ποιμένες μετὰ τοῦ ἀγροφύλακος, διότι ὁ Μπεκιάρης δὲν ἀνεγνώριζεν ὡς ἀγροφύλακα τὸν Γιαννούλαν, συνάμα δὲ ἐκεῖνος διὰ τῆς ῥάβδου του κατέφερε κτύπημα κατὰ τῆς κεφαλῆς τοῦ ἀγροφύλακος, ὡς κατέθεσεν ὁ μάρτυς Ἀναστάσιος Βούλγαρης, ὁ δὲ ἀγροφύλαξ ὀργισθεὶς ἐξήγαγε τὴν μάχαιράν του καὶ ἐτραυμάτισεν εἰς τὸν μηρὸν τὸν Δημ. Μπεκιάρην, ὅστις ἐκ τούτου θέλει ἀσθενήσει κατὰ τὴν ἰατρικὴν ἔκθεσιν πλέον τοῦ μηνὸς, ἐν τῷ μεταξὺ τούτῳ ἔδραμε καὶ ὁ Σπ. Σ. Μουρίκης, ὅστις διὰ τῆς ῥάβδου κατήνεγκε τραῦμα κατὰ τῆς κεφαλῆς τοῦ ἰδίου Μπεκιάρη, ἐκ δὲ τοῦ τραύματος τούτου θέλει ἀσθενήσει πλέον τῶν τριῶν καὶ ἔλαττον τῶν τριάκοντα ἡμερῶν.» Τί δ’ ἀπεφάσισε τὸ συμβούλιον τῶν πλημμελειοδικῶν; «Παραπέμπει εἰς τὸ πλημμελειοδικεῖον 1) τοὺς Χρ. Π. Γιαννούλαν, γεννηθέντα καὶ κατοικοῦντα ἐνταῦθα, ἐτῶν 23, ἀμπελοφύλακα καὶ χριστιανὸν ὀρθόδοξον, καὶ 2) Σπ. Σ. Μουρίκην, γεννηθέντα καὶ κατοικοῦντα ἐνταῦθα, ἐτῶν 24, γεωργὸν καὶ χριστιανὸν ὀρθόδοξον, ἵνα δικασθῶσιν ὡς ὑπαίτιοι, ὅτι κατὰ τὴν 20 Μαΐου ε. ε. ἐν θέσει Μοσχάτῳ τῆς περιφερείας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἀπρομελετήτως εἰς βρασμὸν ψυχικῆς ὁρμῆς ὁ μὲν πρῶτος ἐτραυμάτισε τὸν Δημ. Μπεκιάρην εἰς τὸν γλουτὸν, ὅστις ἐκ τοῦ τραύματος ἠσθένησε πλέον τοῦ μηνὸς, ὁ δὲ δεύτερος διὰ ξύλου ἐτραυμάτισε κατὰ τὸν αὐτὸν τόπον καὶ χρόνον τὸν ἴδιον ἐπὶ τῆς κεφαλῆς, ἐκ δὲ τοῦ τραύματος τούτου ἠσθένησε πλέον τῶν τριῶν καὶ ἔλαττον τῶν τριάκοντα ἡμερῶν.» Οὗτος λοιπὸν εἶναι ὁ φοβερὸς κακοῦργος, περὶ οὗ φρικιῶσα ἡ πλειοψηφία τοῦ τμήματος ἀναφέρει ἐν τῇ ἐκθέσει της. Καὶ ὁ τρομερὸς οὗτος κακοῦργος εἶχεν εἰς τὸ ά. τμῆμα μίαν ἀποστολὴν, μίαν ἐντολὴν, οὐχὶ παρὰ τοῦ Φιλήμονος, ἀλλὰ παρ’ ἐμοῦ· οὐδένα ν’ ἀφήσῃ νὰ πλησιάσῃ εἰς τὰς κάλπας ἡμῶν κατὰ τὸ τετραήμερον. Ἵστατο καὶ ἐφρούρει, ἔστη καὶ ἐφρούρησε τέσσαρας ὅλας ἡμέρας καὶ ἐμπόδισε τὰς παρασκευαζομένας καλπονοθεύσεις. Ταῦτα περὶ τοῦ ά. τμήματος. Περὶ τοῦ βʹ δὲν κάμνουσι μνείαν, ἀναφέρουσι μόνον ἐν τῇ ἐνστάσει καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς πλειοψηφίας τοῦ τμήματος ὅτι ὁ Σκαρλάτος Σοῦτσος ἐφατρίαζεν ὡς μέλος τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς ὑπὲρ τοῦ Φιλήμονος καὶ ἐμοῦ. Ἀλλὰ σεῖς οἵτινες ὑπεγράψατε τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειοψηφίας, γνωρίζετε τίς ὁ Σκαρλάτος Σοῦτσος; Γνωρίζετε ἐὰν ἀπὸ τοῦ 1865 καὶ ἐντεῦθεν ἔλειψε μίαν μόνην φορὰν ἐκ τῶν ἑδωλίων, εἰς ἃ τυχαίως τινὲς ἐξ ὑμῶν σήμερον κάθηνται; Γνωρίζετε ὅτι ἐναντίον τῶν παρακλήσεων τῶν συμπολιτῶν του σήμερον ἀπεσύρθη; Γνωρίζετε ὅτι ὁ ἐνιστάμενός σας, ὁ Μπέσας καὶ ὁ Ντούσης θὰ ἦσαν εὐτυχεῖς, ἐὰν ὁ στρατηγὸς Σοῦτσος τοὺς προσελάμβανεν ὡς ὑπηρέτας του; Καὶ τολμᾶτε νὰ ὑβρίσητε ἄνθρωπον, ὅστις ἐγήρασεν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς πατρίδος, ὅστις διὰ τῆς τιμιότητός του ἀπέκτησεν ἐπιῤῥοὴν ἀκλόνητον, ὅστις διὰ τῆς τιμιότητος, τῆς ἱκανότητος καὶ τῶν ὑπηρεσιῶν πρὸς τὸ ἔθνος ἀπέκτησεν ἀριστεῖα καὶ τὸν πρῶτον ἐν τῷ στρατῷ βαθμὸν, κατέχει δὲ καὶ τὴν πρώτην ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἡμῶν θέσιν; Καὶ τὸν παραβάλλετε πρὸς τὸν Μπέσαν, πρὸς τὸν Ντούσην; Δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ φατριάσῃ ὡς Ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὅπως μὲ βοηθήσῃ. Ὁ σεβαστὸς φίλος μ’ ἐβοήθησεν, εἰς αὐτὸν δὲ καὶ τοὺς φίλους του ὀφείλω, ἐὰν σήμερον μεταξὺ τοσούτων παλαιῶν συναδέλφων κατέχω τὴν πρώτην ἐν τῇ Ἀττικῇ θέσιν· ἀλλὰ δὲν εἶχεν ἀνάγκην πρὸς τοῦτο νὰ φατριάσῃ ἐντὸς τοῦ βʹ. τμήματος, ἤρκει μίαν νὰ εἴπῃ λέξιν εἰς τοὺς λατρείαν τρέφοντας διὰ τὸ ὄνομά του. Ἐκεῖ ὑπῆγε φρουρὸς τοῦ νόμου, ἐξετέλεσε δὲ τὸ καθῆκόν του, ὅπως πρὸ πεντήκοντα ἐτῶν συνείθισε νὰ τὸ ἐκτελῇ. Μεταβαίνω εἰς τὸ γʹ τμῆμα. Ἐκεῖ εὑρίσκουσιν ἕτερον λόγον ἀκυρότητος, στηρίζουσι δ’ αὐτὸν εἰς τὸ ἄρθρ. 57 τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Εἰς τὸν λόγον δὲ τοῦτον τοῦ ἄρθρ. 57 προσθέτουσι καὶ τὴν δῆθεν ἀταξίαν τῶν πρακτικῶν· λέγουσιν, Ἴδετε τὸν κατάλογον τῶν ψηφοφορησάντων, ἴδετε τὰ πρακτικά, καὶ θέλετε παρατηρήσει ὅτι διαφορὰ γραφῆς ὑπάρχει.» Ναὶ, διαφορὰ γραφῆς ὑπάρχει, ἀλλὰ διατὶ δὲν βλέπετε καὶ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 18 πρᾶξιν, τὴν πρᾶξιν δι’ ἧς ἡ Ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπὴ διώρισε βοηθὸν τοῦ γραμματέως της; Διότι δὲν ἠδύνατο εἷς μόνος ἄνθρωπος νὰ καθίσῃ τέσσαρας ὅλας ἡμέρας ἀπὸ πρωΐας μέχρι νυκτὸς γράφων· ἐντεῦθεν δ’ ἡ διαφορὰ τῆς γραφῆς εἰς τὰ πρακτικὰ καὶ εἰς τὸν κατάλογον τῶν ψηφοφορησάντων. «Ἀλλὰ τὸ ἄρθρ. 57; μᾶς λέγουσιν· ὁρίζει τοῦτο, ὅτι πρέπει νὰ πιστοποιῆται διὰ χωριστοῦ πρωτοκόλλου ἡ διαλογὴ ἑκάστης κάλπης, δὲν ἐτηρήθη δ’ ἡ διάταξις αὕτη.» Καὶ τὸν λόγον τοῦτον τῆς ἀκυρότητος ἀνεκάλυψεν ἡ πλειοψηφία τοῦ τμήματος, διότι οὐδεμία ἔνστασις ἐγένετο περὶ τούτου μήτε κατὰ τὴν διαλογὴν μήτε μετ’ αὐτὴν, μήτε εἰς τὰς ἐνστάσεις τὰς ἐπιδοθείσας πρὸς τὸν Νομάρχην περιλαμβάνεται ὁ λόγος οὗτος τῆς ἀκυρότητος. Τὸν ἀνεκάλυψε τὸ τμῆμα. Ἀλλὰ τοὐλάχιστον δὲν ἀνεγίνωσκε τὸν νόμον; Οὐδὲ τὸ ἄρθρ. 57 ἠθέλησε ν’ ἀναγνώσῃ προχθὲς ὁ κ. Ζέζας· θὰ τ’ ἀναγνώσω ἐγώ. Ἄρθρον 57. «ά Αἱ κάλπαι θέλουν ἀνοίγεσθαι καθ’ ἣν εἰσι τεταγμέναι σειράν· ἑκάστης δὲ κάλπης θέλει καταμετρεῖται πρῶτον τὸ ναὶ, καὶ μετὰ τοῦτο τὸ ὄχι.» «βʹ) Ὁ ἀριθμὸς τῶν ψήφων θέλει καταγράφεσθαι μὲ ἀριθμοὺς καὶ ὁλογράφως ἐν ἐπὶ τούτῳ πρωτοκόλλῳ ἰδιαιτέρως δι’ ἕκαστον ὑποψήφιον. Τὸ πρωτόκολλον τοῦτο ὑπεγράφεται μετὰ τὴν καταχώρισιν τοῦ ἀποτελέσματος τῆς διαλογῆς ὅλων τῶν καλπῶν ὑπό τε τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τῶν ὑποψηφίων ἢ τῶν ἀντιπροσώπων ἢ τῶν ἀναπληρωτῶν αὐτῶν.» Ἄς ἴδωμεν ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς διαλογῆς ἐὰν ὑπάρχῃ χωριστὸν πρωτόκολλον δι’ ἕκαστον ὑποψήφιον, ἐὰν ὑπάρχῃ χωριστὰ ἡ διαλογὴ ἑκάστης κάλπης. «Μετὰ ταῦτα ἡ Ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ παρουσίᾳ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ὑποψηφίων καὶ τοῦ παρὰ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς διορισθέντος ἀντιπροσώπου αὐτῆς διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 5531 ἐγγράφου, τοῦ κ. Κωνστ. Πολέμη, πρωτοδίκου, προέβη εἰς τὴν ἀπαρίθμησιν τῶν ἐν ταῖς κάλπαις ψήφων ὡς ἑξῆς· α) Προσήχθη καὶ ἠνεῴχθη ἡ κάλπη τοῦ ὑποψηφίου βουλευτοῦ Βυθινοῦ Δ. Ἰωάννου· καταμετρηθέντων δὲ διὰ τοῦ ἄβακος πρῶτον τῶν ἐν τῷ σακκιδίῳ τοῦ ναὶ σφαιριδίων, εὑρέθησαν σφαιρίδια ἑκατὸν ἐννενήκοντα ἓν (191), δεύτερον τῶν ἐν τῷ σακκιδίῳ τοῦ ὄχι, εὑρέθησαν σφαιρίδια εἰς πρώτην καταμέτρησιν διὰ τοῦ ἄβακος πεντακόσια (500), εἰς δευτέραν ἐπίσης πεντακόσια (500), καὶ εἰς τρίτην διακόσια τεσσαράκοντα ἑπτὰ· τὸ ὅλον σφαιρίδια εὑρέθησαν εἰς τὸ ὄχι (1247), χίλια, διακόσια τεσσαράκοντα ἑπτὰ, ἤτοι δώδεκα σφαιρίδια πλέον τῶν ψηφοφορησάντων, τὰ ὁποῖα ἀφαιρούμενα ἐκ τῶν σφαιριδίων τοῦ ναὶ, μένουσιν ἑκατὸν ἑβδομήκοντα ἐννέα εἰς τὸ ναὶ (179). Τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο ἐξεφωνήθη μεγαλοφώνως πρὸς γνῶσιν τοῦ κοινοῦ.» «β) Προσήχθη καὶ ἠνεώχθη ἡ κάλπη τοῦ ὑποψηφίου βουλευτοῦ κ. Καλλιφρονᾶ Δημητρίου· καταμετρηθέντων δὲ διὰ τοῦ ἄβακος πρῶτον τῶν ἐν τῷ σακκιδίῳ τοῦ ναὶ σφαιριδίων, εὑρέθησαν σφαιρίδια ἑξακόσια ἑξήκοντα ἓν (ἀριθ. 661), δεύτερον τῶν ἐν τῷ σακκιδίῳ τοῦ ὄχι, εὑρέθησαν σφαιρίδια ἑπτακόσια ὀγδοήκοντα (ἀριθ. 780), ἤτοι δέκα πέντε (15) σφαιρίδια πλέον τῶν ψηφοφορησάντων, τὰ ὁποῖα ἀφαιροῦνται ἐκ τῶν σφαιριδίων τοῦ ναὶ, καὶ μένουσιν ἑξακόσια τεσσαράκοντα ἓξ (ἀριθ. 646) εἰς τὸ ναί. Τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο ἐξεφωνήθη μεγαλοφώνως πρὸς γνῶσιν τοῦ κοινοῦ. «γ) Προσήχθη καὶ ἠνεώχθη ἡ κάλπη τοῦ ὑποψηφίου βουλευτοῦ κ. Καμπᾶ Ἀλκιβιάδου· καταμετρηθέντων δὲ διὰ τοῦ ἄβακος πρῶτον τῶν ἐν τῷ σακκιδίῳ τοῦ ναὶ σφαιριδίων, εὑρέθησαν σφαιρίδια τετρακόσια ἐννενήκοντα πέντε (ἀριθ. 495), δεύτερον τῶν ἐν τῷ σακκιδίῳ τοῦ ὄχι, εὑρέθησαν σφαιρίδια ἐννεακόσια τεσσαράκοντα τέσσαρα (ἀριθ. 944), ἤτοι δεκατρία (13) σφαιρίδια πλέον τῶν ψηφοφορησάντων, τὰ ὁποῖα ἀφαιροῦνται ἐκ τῶν σφαιριδίων τοῦ ναὶ, καὶ μένουσι τετρακόσια ὀγδοήκοντα δύω (482) εἰς τὸ ναί. Τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο ἐξεφωνήθη μεγαλοφώνως πρὸς γνῶσιν τοῦ κοινοῦ. Καὶ οὕτω καθεξῆς, μέχρι τέλους. Τὸ πρωτόκολλον τοῦτο δὲν τὸ εὑρίσκει ὁ κ. Ζέζας, διότι ἑκάστη ἀρίθμησις, ἕκαστον πρωτόκολλον δὲν φέρει τὴν ὑπογραφὴν τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τῶν ἀντιπροσώπων. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρ. 57 ἐν ἐδ. βʹ λέγει, μόνον μετὰ τὴν καταχώρισιν τοῦ ἀποτελέσματος ὅλων τῶν καλπῶν ὑπογράφεται. Ὁ κ. Ζέζας ἐξέλαβε ἐγκύκλιόν τινα τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸ ὑπόδειγμα ὡς νόμον. Τώρα πῶς συνέβη τοῦτο, πῶς δὲν ἐτηρήθη ὁ τύπος τῆς ἐγκυκλίου; Ἀντιπρόσωπος τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς ἀπεστάλη πρὸς τὴν ἐνέργειαν τῆς διαλογῆς εἰς τὸ γʹ τμῆμα ὁ Κωνσταντῖνος Πολέμης, δικαστικὸς ὑπάλληλος ἀπὸ τοῦ 1848. Στριφνὸς καὶ ξηρὸς, ὡς πάντες οἱ ἀρχαῖοι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι, δὲν ἠθέλησε νὰ ἐνδώσῃ εἰς τὴν ἐγκύκλιον τοῦ ὑπουργοῦ, ἠθέλησε νὰ ἐκτελέσῃ κατὰ γράμμα τὸ ἄρθρ. 57. Ἐξηκολούθησε τὴν διαλογὴν ἑκάστης κάλπης, συνέταξε δι’ ἑκάστην ἰδιαίτερον πρωτόκολλον, καὶ εἰς τὸ τέλος τῆς διαλογῆς ὑπέγραψαν πάντες ἄνευ ἀντιῤῥήσεώς τινος ἢ ἐνστάσεως. Ἀλλὰ τίς ὁ ἐνιστάμενος εἰς τὸ γʹ τμῆμα κατὰ τὴν ἐκλογήν; Ὑπάρχει ἔνστασις, σᾶς τὴν ἀνέγνωσαν προχθές. Ἐνιστάμενος εἶναι ὁ Ἀλκιβιάδης Καμπᾶς, ἴσως εἴπῃ πάλιν ὁ κ. Ζέζας. Ὄχι, ὁ Δημήτριος Ῥάλλης ἐνίσταται κατὰ τοῦ Ἀγγέλου Κομιτοπούλου, ἐνωμοτάρχου, μόλις ἀνακτήσαντος τὸν βαθμόν του, ὅστις διέμενεν ἐν τῷ τόπῳ τῆς ψηφοφορίας, ψηφοθηρῶν ἐναντίον τῶν διατάξεων τοῦ νόμου. Ἡ δ’ Ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπή, ἡ μεροληπτοῦσα ὑπὲρ ἐμοῦ, τί πράττει; Στέλλει νὰ μάθῃ ἐὰν ἐδόθη ἄδεια εἰς τὸν ἐνωμοτάρχην τοῦτον, ὅστις παρεβίαζε τὸν νόμον, ὅστις κατὰ πρόσωπον μᾶς ὠνείδιζεν, ἀντὶ ἀμέσως νὰ τὸν ἀποπέμψῃ ἐκ τοῦ τόπου τῆς ψηφοφορίας. Μεταβαίνω εἰς τὸ έ τμῆμα. Ἔνστασις, σᾶς λέγουν, μήνυσις ὑπάρχει κατὰ δύω μελῶν τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς, φατριασάσης ὑπὲρ τοῦ Φιλήμονος. Πάντοτε καὶ πανταχοῦ τὸ φάσμα τοῦ Φιλήμονος τοὺς παρακολουθεῖ. Γνωρίζετε δὲ τίνα τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς; ὁ Γεώργιος Ματζαβῖνος, ἂν δὲ δὲν τὸν γνωρίζῃ ὁ κ. Ζέζας, θὰ τῶ εἴπω ὅτι εἶναι οὗτος ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ κ. Συγγροῦ, ἐκεῖνος τοῦ ὁποίου νυχθημερὸν τὴν θύραν κρούει ὁ Καμπᾶς, ὅταν λείπει ὁ κ. Συγγρός· ὁ Πέτρος Παπαῤῥηγόπουλος, καθηγητὴς τοῦ ἐθνικοῦ πανεπιστημίου πρὸ τριακονταετίας, ὁ λίαν γνωστὸς φαρμακοποιὸς Γεώργιος Λεώνης κλπ. Ἀλλὰ ποῖον τὸ ἔγκλημα τῆς Ἐπιτροπῆς, δι’ οὗ ἐφαντάσθη αὕτη ὅτι ἤθελε κατορθώσει νὰ στερήσῃ τῆς ἀληθοῦς ἀντιπροσωπείας της τὴν Ἀττικήν; Προσεκαλέσαμεν τὸν κ. Ζέζαν ν’ ἀναγνώσῃ καὶ τὴν μήνυσιν, καὶ δὲν ἠθέλησε. Τὴν ἀναγινώσκω ἐγώ. «Μήνυσις Π. Οἰκονομίδου, ἐκλογέως τοῦ δήμου Ἀθηνῶν, κατὰ Π. Παπαῤῥηγοπούλου καὶ Γ. Ματζαβίνου, κατοίκων Ἀθηνῶν, καὶ τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ έ τμήματος. Πρὸς τὸν κ. εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ἀθήναις πλημμελειοδικῶν. Καταμηνύομεν ἐνώπιόν σας, κ. εἰσαγγελεῦ, τοὺς ἀντικρὺ σημειουμένους διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των, διότι φατριάζοντες ἅπαντες ὑπὲρ τοῦ Φιλήμονος, τὸν μὲν ἀντιπρόσωπον τούτου ἀφίνουσι νὰ ἵσταται ἐπὶ τῆς ἔμπροσθεν ὄψεως τῆς κάλπης αὐτοῦ καὶ νὰ καθοδηγῇ αὐτολεξεὶ παντοιοτρόπως καὶ ἐνώπιον πάντων τοὺς ψηφοφόρους ὑπὲρ τοῦ ὑποψηφίου Φιλήμονος, τοὺς δὲ ἀντιπροσώπους τῶν ἄλλων ὑποψηφίων ἔχουσι τοποθετήσει εἰς ἀπώτατον μέρος, μὴ ἐπιτρέποντες αὐτοῖς νὰ κινηθῶσιν. Οἱ δὲ σφαιριδιοδόται ἀναφανδὸν προτρέπουσι καὶ ὑποβάλλουσιν εἰς τοὺς ψηφοφόρους νὰ ψηφοφορήσωσι τὸν Φιλήμονα καὶ νὰ καταψηφίσωσιν ἄλλους. Μάρτυρας τῆς ἀνωτέρω πράξεως προτείνω τοὺς Σ. Μοῦλον, Κῶτσον Κουτζόν, τὸν μὲν κάτοικον Καλογρέζας, τὸν δὲ Κηφησίας, καὶ τὸν Α. Χατζῆ κάτοικον Ἀμαρουσίου, καὶ παρακαλοῦμεν νὰ ληφθῶσι τὰ πρὸς καταδίωξιν μέτρα.
Εὐπειθέστατος
Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ.»
«Παράβασις ἐκλογικοῦ νόμου. Πρὸς τὸν ἀνακριτὴν κ. Α. Παπαπάνον, καλούμενον νὰ μεταβῇ ἀμέσως ἐπιτοπίως καὶ ἐνεργήσῃ τὴν δέουσαν ἀνάκρισιν, πρὸς βεβαίωσιν τῶν καταγγελλομένων ἀξιοποίνων πράξεων, αἵτινες πρέπει παραχρῆμα νὰ βεβαιώνωνται. Ἀθῆναι, 23 Ἰουνίου 1874.
Ὁ Εἰσαγγελεὺς
Γ. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ.»
Θὰ σᾶς εἴπω μετ’ ὀλίγον διατί ἐτόνισα τὴν χρονολογίαν. Λοιπὸν τὸ φοβερὸν ἔγκλημα, ὅπερ διέπραξεν ἡ Ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπή, ἦτον ὅτι ἀφῆκε τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ Φιλήμονος νὰ κάθηται ἐπὶ τῆς ἔμπροσθεν ὄψεως τῆς κάλπης. Ἀλλ’ ἠξεύρετε τί ἐβεβαιώθη ἐκ τῆς ἀνακρίσεως; διότι πάραυτα μετέβη ὁ ἀνακριτὴς εἰς Ἀμαρούσιον. Δὲν θὰ τὸ εἴπω ἐγώ· ἐπιτρέψατέ μοι νὰ μεροληπτήσω ὑπὲρ τοῦ μηνυτοῦ, εἶναι φίλος μου, καὶ φίλος στενός. Εὑρισκόμενος εἰς ἤρεμον κατάστασιν, ὄχι τὰ δικαιώματα τῶν συμπολιτῶν του δὲν θέλει ποτὲ θίξῃ, ἀλλ’ οὔτε μυῖαν εἶναι ἱκανὸς νὰ βλάψῃ. Ἀλλ’ ἡ Ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπή, εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐχαρίσθη κἂν εἰς τὸν Φιλήμονα; Ὁ ἐν Ἀμαρουσίῳ ἀντιπρόσωπος τοῦ Φιλήμονος, γενομένης ἐνστάσεως ἐκ μέρους τοῦ ἀντιπροσώπου μου κ. Κωνσταντίνου Κασσαβέτη, ἐναντίον τῆς θελήσεώς μου βεβαίως, ἀποπέμπεται παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἑ. τμήματος, καθὸ δημόσιος ὑπάλληλος παρὰ τῷ ὑπουργείῳ τῆς Παιδείας, ἐνῷ, σᾶς εἶπον ἤδη, ἐν τῷ γʹ. τμήματι ἐπετράπη εἰς τὸν ἐνωμοτάρχην Κομιτόπουλον ὄχι μόνον νὰ ψηφοθηρῇ ἐν τῷ τόπῳ τῆς ψηφοφορίας, ἀλλὰ καὶ νὰ μὲ ὀνειδίζῃ καὶ νὰ μὲ ἀπειλῇ. Ἀλλ’ ἡ Ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπὴ τοῦ ἑ. τμήματος παρηνόμησε πράγματι. Τέσσαρας ἐκλογεῖς, καίτοι ἐγγεγραμμένους ἐν τῷ καταλόγῳ, δὲν ἀφῆκε νὰ ψηφοφορήσωσι, καὶ τοῦτο διότι ἐπείσθη, ὅτι προώρως ἐνεγράφησαν, αὐτοὶ δ’ οὗτοι ὡμολόγησαν ὅτι διέτρεχον μόλις τὸ 17 καὶ 18 ἔτος τῆς ἡλικίας των. Ἐντεῦθεν δ’ ἡ Ἐπιτροπὴ μᾶς ἐστέρησε τεσσάρων ἔτι ψήφων. Οὕτως ἐφατρίασεν ἡ Ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπὴ τοῦ ἑ. τμήματος. Ἀφοῦ ὅμως δὲν ἠθέλησα νὰ σᾶς εἴπω τί ἡ ἀνάκρισις ἀπέδειξεν, ὀφείλω νὰ ἐκθέσω ὅ,τι ἐκ τῶν πρακτικῶν τῆς ψηφοφορίας προκύπτει. Προσῆλθον οἱ ἀντιπρόσωποι πάντες καὶ ἐκήρυξαν τὰ ἐν τῇ μηνύσει παράπονα φαντασιώδη, εἰς δὲ τὸ πρακτικόν, ὅπερ ἐπὶ τούτῳ συνετάχθη, εὕρηται καὶ ἡ ὑπογραφὴ τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ ἐνισταμένου. Ἂν ἀμφιβάλλετε εἰσέτι ὡς πρὸς τὸ ἀβάσιμον τῆς μηνύσεως, θὰ προσθέσω ὅτι τὴν 23 Ἰουνίου, τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς ψηφοφορίας, ὅτε ἡ Ἐπιτροπὴ ἐτέλει τὰ ὄργιά της, ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ ἕνδεκα ψηφοφόροι! Περὶ τοῦ δʹ. τμήματος δὲν ἔγεινε λόγος. Δὲν μνημονεύει αὐτὸ οὔτε ὁ ἐνιστάμενος ἐν ταῖς ἐνστάσεσί του, οὔτε ἡ πλειοψηφία τοῦ τμήματος ἐν τῇ ἐκθέσει της· ἀλλὰ καὶ τὸ δʹ. τμῆμα πηγαίνει μαζῆ μὲ τὰ ἄλλα, κατὰ τὸ λόγιον, «μὲ τὰ ξηρὰ καίονται καὶ τὰ χλωρά.» Πρὶν ἢ ἐγκαταλείψω τὸν δῆμον Ἀθηναίων, ὀφείλω νὰ ἐξετάσω ἕνα ἔτι λόγον ἀκυρότητος, ἂν καὶ ὁ εἰσηγητὴς δὲν ἔκαμε μνείαν αὐτοῦ, ἴσως διότι τὸν φυλάττει pour la bonne bouche. Καὶ τίς ὁ λόγος οὗτος; Εἶναι γενικός, περιλαμβάνει καὶ τὰ πέντε τμήματα. Λέγουν, ἡ ἀναθεώρησις ὤφειλε, κατὰ τὸν περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νόμον, ν’ ἀρχίσῃ ἀπὸ τῆς 1 Ἀπριλίου· καὶ ἐν τούτοις ἡ κλήρωσις τῶν διαφόρων ἐπιτροπῶν πρὸς τὴν ἀναθεώρησιν ἐγένετο τὴν 29 Ἀπριλίου, εἰκοσιεννέα ὅλας ἡμέρας μετὰ τὴν ἐποχήν, ἀφ’ ἧς ὁ νόμος ὁρίζει ὅτι πρέπει ν’ ἀρχίσῃ αὐτὴ ἡ ἀναθεώρησις. Ἀλλὰ τίς πταίει; Κατὰ τί εἰς τοῦτο πταίομεν ἡμεῖς; Τίς ἐστερήθη τοῦ δικαιώματός του; Αὗται εἶναι αἱ ἐρωτήσεις, ἃς ὀφείλομεν ἐπὶ τῆς ἐνστάσεως ταύτης νὰ κάμωμεν. Γνωρίζετε ὅτι τὸ ἄρθρ. 28 τοῦ περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νόμου διαγράφει ὡς πρώτην πρᾶξιν πρὸς τὴν ἀναθεώρησιν, τὴν σύνταξιν τῶν καταλόγων ἐκείνων, ἐξ ὧν θέλουσι κληρωθῆ παρὰ τοῦ προέδρου τῶν πρωτοδικῶν οἱ ἀποτελέσοντες τὰς ἐπιτροπὰς τῶν ἄρθρ. 11, 16 καὶ 37. Ἡ πρᾶξις αὕτη ἐνηργήθη ἐγκαίρως ἐκ μέρους τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς; Συνετάχθη ὁ κατάλογος, ἐπέμφθη πρὸς τὴν διοικητικὴν ἀρχήν; Μάλιστα, λέγω, καὶ σᾶς ἀναγινώσκω πρὸς ἀπόδειξιν τὸ ἑξῆς πιστοποιητικόν· «Ἀριθ. πρωτ. 5557. Διεκ. 3439.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Ὁ Δήμαρχος Ἀθηναίων Πιστοποιεῖ ὅτι Ἡ Β. Νομαρχία διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 659 τῆς 21 Ἰανουαρίου ε. ε. ἐγκυκλίου διαταγῆς της διέταξε τὴν σύνταξιν τοῦ διὰ τοῦ ἄρθρ. 38 τοῦ περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νόμου ὁριζομένου καταλόγου. Ὅτι συνταχθέντος παρ’ ἡμῶν τοῦ καταλόγου τούτου, ἐξετέθη διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 651 τῆς 26 Φεβρουαρίου ε. ε. διακηρύξεώς μας ἐπὶ πέντε συνεχεῖς ἡμέρας ἀπὸ τῆς 28 Φεβρουαρίου, μετὰ τὴν ἔκθεσιν δὲ ταύτην ἀπεστείλαμεν αὐτὸν μετὰ τοῦ προγράμματός μας καὶ τῶν ἀποδείξεων τῆς δημοσιεύσεως εἰς τὴν νομαρχίαν διὰ τῆς ἀπὸ 5 Μαρτίου τ. ε. καὶ ὑπ’ ἀριθ. 657 ἀναφορᾶς μας. Ταῦτα βεβαιοῦμεν συνεπείᾳ ἐγγράφου αἰτήσεως τοῦ Γ. Μαγκουνίδα. Ἐν Ἀθήναις, 28 Ὀκτωβρίου 1874. Ὁ Δήμαρχος (Τ Σ) Π. Σ. Κυριακός.» Τὴν 21 Ἰανουαρίου ε. ε. διετάχθη παρὰ τῆς νομαρχίας ἡ σύνταξις τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρ. 38 καταλόγου. Πότε δ’ ἀπεστάλη πρὸς αὐτήν; Τὴν 5 Μαρτίου 1874. Εἶχε πλέον ἐκπληρώσει ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ τὸ καθῆκόν της. Ὁ νόμος ὁρίζει, τὰ περαιτέρω ἀνήκουν εἰς τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν, ἥτις ὀφείλει νὰ διορθώσῃ τὸν κατάλογον καὶ παραπέμψῃ αὐτὸν εἰς τὸν πρόεδρον τῶν πρωτοδικῶν. Ἐν τούτοις ἡ κλήρωσις ἐνηργήθη μόλις τὴν 29 Ἀπριλίου 1874, μετὰ δύω σχεδὸν μῆνας ἀπὸ τῆς παραπομπῆς τοῦ καταλόγου εἰς τὴν διοικητικὴν ἀρχήν· ἡ νομαρχία εἶχε τότε ἄλλας ἀσχολίας. Οὕτως ἐγένετο ἡ κλήρωσις μόνον τὴν 29 Ἀπριλίου. Ἐνταῦθα δ’ ἔχω ὄχι μόνον τὰ πρακτικὰ τῆς κληρώσεως τῶν διαφόρων ἐπιτροπῶν διὰ τὴν ἐπαρχίαν Ἀττικῆς, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς ἐπαρχίας Θηβῶν, Λεβαδείας καὶ Μεγαρίδος. Ὅ,τι δὲ εἴπωμεν περὶ τῆς Ἀττικῆς καὶ τοῦ δήμου Ἀθηνῶν, ἐφαρμόζεται ἐπίσης εἰς ὁλόκληρον τὴν ἐπαρχίαν Μεγαρίδος, εἰς τὴν ἐπαρχίαν Θηβῶν, καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Λεβαδείας, ὡς πρὸς τὰς ὁποίας ἐπίσης ἀργὰ ἔλαβε χώραν ἡ κλήρωσις, χάρις εἰς τὴν αὐτὴν διοικητικὴν ἀρχήν. Ἀλλὰ πρὶν ἢ προβῇ τις εἰς τὴν ἀκύρωσιν μιᾶς ἐκλογῆς, ὄχι διὰ τὴν παράλειψιν προθεσμίας, ἀλλὰ διότι ὀλιγώτερον ὕστερον ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἣν ὥρισεν ὁ νόμος ἤρξατο ἡ ἀναθεώρησις, ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ τίς ἐκ τούτου ἐστερήθη τοῦ δικαιώματός του. Ὁ ἐνιστάμενος θὰ εἴπῃ· «Πῶς νὰ γνωρίζω ἐγὼ, ὅτι τὴν 29 Ἀπριλίου ἤθελεν ἀρχίσει ἡ ἀναθεώρησις; Πῶς ἠδυνάμην νὰ φέρω τὰς ἐνστάσεις μου; Πῶς ἠδυνάμην νὰ ζητήσω τὴν ἐγγραφὴν νέων καὶ τὴν διαγραφὴν ἀνικάνων;» Ἀλλ’ ὁ ἐνιστάμενος ἦτο καὶ εἶναι μέλος τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου, παρέστη κατὰ τὴν κλήρωσιν τῶν μελῶν ἐκείνων τοῦ συμβουλίου, ἅτινα ὤφειλον νὰ ἐνεργήσωσι τὴν προκαταρκτικὴν ἀναθεώρησιν τοῦ καταλόγου. Ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ ἐνισταμένου κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τέσσαρας προσήγαγε καταλόγους πρὸς ἐγγραφὴν, δὲν μᾶς ἐφέρατε δὲ οὐδὲ ἕνα, ὅστις νὰ παραπονεθῇ ὅτι, ἕνεκα τῆς ἀργοπορίας κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν, ἐστερήθη τοῦ δικαιώματός του. Σᾶς εἶπον ἤδη, ὅτι κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ὅλως ἐκτάκτως 178 διεγράφησαν καὶ 415 ἐνεγράφησαν νέοι. Ταῦτα περὶ τοῦ δήμου Ἀθηναίων. Πρὶν ὅμως ἐγκαταλείψω αὐτὸν, ὀφείλω νὰ ἐκφράσω ἓν παράπονόν του. Σᾶς εὐγνωμονεῖ διὰ τὰς στρατηγοῦ τιμὰς, ἃς ἀποδίδετε εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν του. Οἱ ἐξ ὅλων τῶν περιχώρων περισυναχθέντες ἀγροφύλακες, πρὸς πλήρωσιν τῶν ἀκροατηρίων, προσέρχονται κατὰ πρωΐαν καὶ εὐλαβῶς ἀσπάζονται τὸν ψυχοῤῥαγοῦντα. Διπλαῖ δὲ καὶ τριπλαῖ φυλακαὶ εἶναι ἕτοιμοι νὰ συνοδεύσωσι τὸν νεκρὸν τοῦ δολοφονουμένου. Σᾶς εὐχαριστοῦμεν διὰ τὰς τιμὰς, ἃς μᾶς ἀποδίδετε· ἓν μόνον, εἶπον, παράπονον ἔχομεν· τὸν ἐπικήδειον τῶν Ἀθηνῶν ἐπεθυμοῦμεν ὀλιγώτερον ἀνορθόγραφον, ὀλιγώτερον ἀσύντακτον καὶ μᾶλλον λογικόν. Ἀλλ’ ὅταν, κύριοι, τοιοῦτος ὁ ἐπικήδειος, ὃν μᾶς συνέταξεν ἡ πλειοψηφία τοῦ τμήματος, ἐπιτρέψατε ἀλλαχοῦ νὰ λάβω τὸν ἐπιτάφιον. Θὰ τὸν λάβω ἀπὸ τὸ ἐπίσημον δελτίον τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ νομάρχου.
«ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ.
Πληροφορῶ τὸ ὑπουργεῖον, ὅτι τὴν 10 καὶ ½ ὥραν τῆς σήμερον ἤρξατο ἐν τάξει καὶ ἡσυχίᾳ ἡ ψηφοφορία πρὸς ἐκλογὴν βουλευτῶν εἰς ἅπαντα τὰ τμήματα. Ἀθῆναι, τῇ 23 Ἰουνίου 1874. Ὁ διευθυντὴς καὶ α. α. ὁ γραμματεὺς
Κ. ΘΩΜΟΠΟΥΛΟΣ.
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ.
Ἐψηφοφόρησαν εἰς τὸ ά. τμῆμα 248—Εἰς τὸ βʹ. 274.— Εἰς τὸ γʹ. 258 καὶ εἰς τὸ δʹ. 72.—Τάξις πληρεστάτη. Ἀθῆναι, τῇ 23 Ἰουνίου 1874, ὥρᾳ 6½ μ. μ.
Ὁ διευθυντὴς τῆς διοικ. ἀστυνομίας
ΜΕΓΑΠΑΝΟΣ.
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ.
Καὶ σήμερον ἐν τάξει ἤρξατο τὴν 8 ὥραν ἡ ψηφοφορία εἰς ἅπαντα τὰ τμήματα. Ἀθῆναι, τῇ 24 Ἰουνίου 1874. Ὁ διευθυντὴς καὶ α. α. ὁ γραμματεὺς
Κ. ΘΩΜΟΠΟΥΛΟΣ.
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ.
Τὰς ἑξῆς ἔσχον μέχρι τῆς ὥρας ταύτης πληροφορίας περὶ τῆς ψηφοφορίας πρὸς ἐκλογὴν βουλευτῶν. Ἐν ἅπασι τοῖς τμήμασι τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας δήμου Ἀθηναίων ἤρξατο ἐγκαίρως ἡ ψηφοφορία καὶ ἐξηκολούθει μέχρι τῆς ὡρισμένης ὥρας, ψηφοφορησάντων ἐν ὅλῳ 832. Ἀθῆναι, 23 Ἰουνίου, ὥρᾳ 8 μ. μ.
Ὁ νομάρχης
ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ.
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ.
Κατὰ τὰς μέχρι τῆς ὥρας ταύτης περιελθούσας εἰς γνῶσίν μου ἐπισήμους πληροφορίας, ἐν τῷ δήμῳ Ἀθηναίων ἐξηκολούθησε σήμερον ἡ ψηφοφορία ἐν ἡσυχίᾳ, ψηφοφορησάντων 1236, ἐν ὅλῳ δὲ 2068 μετὰ τῶν χθὲς ψηφοφορησάντων. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 24 Ἰουνίου 1874.
Ὁ νομάρχης
ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ.
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ.
Ἐν τάξει καὶ ἡσυχίᾳ ἐψηφοφόρησαν σήμερον εἰς τὰ τμήματα ὡς ἑξῆς· Εἰς τὸ ά. τμῆμα, 310.—Εἰς τὸ βʹ. 390.—Εἰς τὸ γʹ. 377.—Εἰς τὸ δʹ. 150. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 24 Ἰουνίου 1874. Ὁ Διευθυντὴς καὶ α. α. ὁ γραμματεὺς
Κ. ΘΩΜΟΠΟΥΛΟΣ.
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ.
Ψηφοφορία ἐνηργήθη καὶ σήμερον ἐν τάξει· εἰς ἅπαντα τὰ τμήματα ἐψηφοφόρησαν. Εἰς τὸ ά 372.—Εἰς τὸ βʹ 367. —Εἰς τὸ γʹ 343.—Εἰς τὸ δʹ 215. Ἤτοι ἐν ὅλῳ ἐψηφοφόρησαν 1296. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 25 Ἰουνίου 1874. Ὁ διευθυντὴς καὶ α. α. ὁ γραμματεὺς
Κ. ΘΩΜΟΠΟΥΛΟΣ.
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ
Ψηφοφορία ἤρξατο καὶ προβαίνει ἐν τάξει εἰς ἅπαντα τὰ τμήματα. Ὁ διευθυντὴς καὶ α. α. ὁ γραμματεὺς
Κ. ΘΩΜΟΠΟΥΛΟΣ.
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ.
Εἰς τὸ ά. τμῆμα ἐψηφοφόρησαν 358. — Εἰς τὸ βʹ 403.— Εἰς γʹ 499.— Εἰς τὸ δʹ 357. Τάξις πλήρης. Διαλογὴ εἰσέτι δὲν ἤρξατο. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 26 Ἰουνίου 1874, ὥρᾳ 7 μ. μ.
Ὁ Διευθυντὴς διοικητικῆς ἀστυνομίας
ΜΕΓΑΠΑΝΟΣ.
ΕΚΘΕΣΙΣ
Τοῦ νομάρχου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἀφορῶσα τὴν ἐκλογὴν τῶν τῆς Ἀττικῆς βουλευτῶν. Πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. ... Ἐν τῇ τετραημέρῳ διαρκείᾳ τῆς ψηφοφορίας δὲν ἔλαβον χώραν ἄξια λόγου ἀτακτήματα οὐδαμοῦ τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας, ὡς ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ γνωστοποιήσω τότε πρὸς τὸ ὑπουργεῖον...
Ὁ νομάρχης Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας
Γ. ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ
Ὁ γραμματεὺς Θ. Κ. Κορομάντζος.» Ταῦτα ὡς πρὸς τὸν δῆμον Ἀθηναίων· θὰ προσθέσω δὲ μόνον ὅτι διαρκῶς εἰς τὰ πρακτικὰ αἱ ἐφορευτικαὶ ἐπιτροπαὶ καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν διαφόρων ὑποψηφίων, πρῶτοι οἱ τοῦ ἐνισταμένου, διαμαρτύρονται περὶ τῆς ἡσυχίας καὶ τῆς νομιμότητος, δι’ ἧς ἐνηργήθη ἡ ἐκλογή. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε δὲ ἤδη, πρὶν ἢ εἰσέλθω εἰς τοὺς ἄλλους δήμους, ν’ ἀναπαυθῶ ἐπί τινα λεπτά. (Ἐνταῦθα γίνεται διακοπὴ τῆς συζητήσεως ἐπ’ ὀλίγην ὥραν πρὸς ἀνάπαυσιν). Μεταβαίνω ἤδη εἰς τοὺς ἐξωτερικοὺς δήμους. Κατὰ τῆς ἐκλογῆς αὐτῶν ἐπεδόθησαν ἐντὸς τῆς πενθημέρου προθεσμίας δύω ἐνστάσεις. Ὑπάρχει καὶ τρίτη τις κατὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Κρωπίας ἐν τοῖς πρακτικοῖς αὐτοῦ ὑπογεγραμμένη παρ’ ἐμοῦ. Τὰς ἐνστάσεις ταύτας εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ σᾶς ἀναγνώσω.
«ΕΝΣΤΑΣΙΣ
κατὰ τῆς ἄρτι ἐνεργηθείσης βουλ. ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς. Πρὸς τὸν Νομάρχην Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κλπ. Ὑποβάλλω ἔνστασιν ἀκυρώσεως τῆς βουλευτικῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς πανταχοῦ, ἀλλ’ ἰδίως εἰς τοὺς δήμους Κρωπίας, Μαραθῶνος, Φυλῆς καὶ Ἀχαρνῶν. Ἡ πρὸς τήρησιν τῆς τάξεως στρατιωτικὴ δύναμις καθὼς καὶ αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ ἀνεμίχθησαν σκανδαλωδῶς εἰς τὴν ἐκλογήν· ἐν τῷ τόπῳ τῆς ψηφοφορίας παριστάμενοι ἔδερον τοὺς ἀντιπροσώπους καὶ τοὺς ἐκλογεῖς, ἐπίεζον αὐτοὺς νὰ ψηφοφορήσωσιν, ἀπέκλεισαν τοῦ νὰ προσέλθωσιν εἰς τὰς κάλπας, εἰς μὲν τὸν δῆμον Κρωπίας περὶ τοὺς 400, εἰς τὸν δῆμον Μαραθῶνος περὶ τοὺς 250, εἰς εἰς τὸν δῆμον Ἀχαρνῶν περὶ τοὺς 200, εἰς τὸν δῆμον Φυλῆς περὶ τοὺς 150. Πρὸς δὲ καὶ εἰς τοὺς τέσσαρας τούτους δήμους ἐνηργήθη καλπονόθευσις εἴς τινας τῶν καλπῶν. Διὰ τοὺς λόγους τούτους, καὶ ὅσους ἐπιφυλάττομαι νὰ ἐκθέσω δι’ ὑπομνήματός μου πρὸς τὴν Βουλὴν, ἐξαιτοῦμαι τὴν ἀκύρωσιν ὁλοκλήρου τῆς ἐκλογῆς Ἀττικῆς, ἄλλως τὴν ἀκύρωσιν τῶν ἀνωτέρω τεσσάρων δήμων καὶ τὴν ἐπανάληψιν αὐτῆς. Παρακαλῶ δὲ, κ. νομάρχα, ὅπως ἐνεργήσητε τὰ κατὰ νόμον. Παραγγέλλεται κλητήρ τις δικαστικὸς νὰ ἐπιδώσῃ τὴν παροῦσαν πρὸς τὸν Νομάρχην Ἀττικῆς κλπ., ἀντιγράφων αὐτὴν ἐν τῷ ἐπιδοτηρίῳ. Ἀθῆναι, 5 Ἰουλίου 1874. Εὐπειθέστατος
Ὁ ἐνιστάμενος ἐκλογεὺς τοῦ δήμου Ἀθηνῶν
ΣΠΥΡ. Δ. ΠΟΛΥΧΡΟΝΗΣ.»
«Πρὸς τὴν σεβαστὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων. Ἔνστασις κατὰ τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς. Οἱ ὑπογεγραμμένοι ἐκλογεῖς τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς ἐνιστάμεθα κατὰ τοῦ ἐγκύρου τῆς ἐκλογῆς τῶν δήμων Ἀχαρνῶν, Φυλῆς, Κρωπίας, Μαραθῶνος καὶ Ὠρωπίων· 1) Διότι ἐν τῷ δήμῳ Ἀχαρνῶν δὲν ἐγένετο διαλογὴ ἐπὶ τῆς κάλπης τοῦ ὑποψηφίου Τιμολέοντος Φιλήμονος· 2) Διότι τὰ πρακτικὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Φυλῆς ἐπλαστογραφήθησαν πρὸς βλάβην τοῦ αὐτοῦ ὑποψηφίου, καὶ 3) Διότι καὶ ἐν τοῖς λοιποῖς δήμοις Κρωπίας, Μαραθῶνος καὶ Ὠρωπίων ἡ ἐκλογὴ διεξήχθη ὑπὸ τὸ κράτος τῆς στρατιωτικῆς βίας, γενομένης καὶ καλπονοθεύσεως ἐν τῇ κάλπῃ τοῦ αὐτοῦ ὑποψηφίου εἰς τὸν δῆμον Κρωπίας. Τὰς ἀποδείξεις τῶν ἐνστάσεών μας ἐπιφυλασσόμεθα νὰ προσαγάγωμεν καὶ ὑποστηρίξωμεν ἐνώπιον τοῦ δικάσοντος τὴν ἐκλογὴν τμήματος τῆς Βουλῆς. Ὁ ἁρμόδιος δικαστικὸς κλητὴρ ἐπιδότω τὴν παροῦσαν πρὸς τὸν κ. νομάρχην Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας. Ἀθῆναι, τῇ 6 Ἰουλίου 1874. Οἱ ἐκλογεῖς Π. Ε. Λέκας, Ι. Βρατσάνος, Ἰωάννης Ματθαίου, Λέων Β. Ξανθάκης, Ἀντ. Παναγουλόπουλος, Ἰ. Δάλας, Κ. Δ. Κατζίκης, Δ. Κορτζούλης, Κ. Βεκούρης, Ι. Γιακουμῆς.» Πάντες οἱ ἐνιστάμενοι εἶναι φίλοι τοῦ Τιμολ. Φιλήμονος. Περὶ τοῦ δήμου Μαραθῶνος, καὶ τοῦ δήμου Ὠρωπίων δὲν θέλω κάμει λόγον· ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἀπεσιώπησεν αὐτούς. Ἐὰν κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν δήμων τούτων ἔλαβε χώραν ἀδίκημά τι, ἐὰν ἐπηνέχθη βία στρατιωτικὴ, δὲν ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν σήμερον. Δὲν πρόκειται νὰ δικάσωμεν τώρα τοὺς ἐγκληματήσαντας κατὰ τῆς κυριαρχίας τοῦ λαοῦ. Ἂν ὁ θεὸς μᾶς δώσῃ ζωὴν, θὰ ζητήσωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου λόγον διὰ τὰ διαπραχθέντα. Ἡμεῖς συμφέρον ἔχομεν νὰ διασώσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρους δήμους. Δὲν γνωρίζομεν τί τέξεται ἡ ἐπιοῦσα· ἐπιζητοῦντες δὲ τὴν ἀνόρθωσιν τῆς γενομένης ἡμῖν ἀδικίας, μεγαλειτέραν φοβούμεθα μὴ ἐπισύρωμεν κατὰ τῆς κεφαλῆς ἡμῶν. Ὁ δῆμος Φυλῆς προσβάλλεται διὰ πλαστογραφίαν τῶν πρακτικῶν. Αὕτη ὅμως κατ’ ἐπιφάνειαν μόνον φαίνεται ὡς διαπραχθεῖσα, καθόσον ἀφορᾷ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς κάλπης τοῦ Τιμολέοντος Φιλήμονος. Ἂν δὲ μετ’ ἀκριβείας ἐξετάσῃ τις τὰ πρακτικὰ τῆς ἐκλογῆς, θὰ πεισθῇ ὅτι πλαστογραφία δὲν ὑπάρχει. Παρατηρεῖται εἰς τὸ πρωτόκολλον τῆς διαλογῆς τοῦ Φιλήμονος παρεγγραφὴ, καθ’ ἣν ἔλαβεν ἐν ὅλῳ εἰς μὲν τὸ ναὶ ψήφους 95, εἰς δὲ τὸ ὄχι ψήφους 292· ἀλλὰ τοιοῦτον ἦν πράγματι τὸ κατὰ νόμον ἐκ τῆς ἐν λόγῳ κάλπης ἐξαχθὲν ἀποτέλεσμα, βεβαιωθὲν παρὰ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ὑποψηφίων, καθόσον μετὰ τὴν καταμέτρησιν τῶν σφαιριδίων εὑρέθησαν πλεονάζοντα ὑπὲρ τὰ 96, ἅτινα ἀφῃρέθησαν ἐκ τοῦ ναί. Τίς τὴν νοθείαν ταύτην διέπραξε δὲν θὰ ἐξετάσω· βεβαίως ὅμως ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Τιμολέοντος Φιλήμονος, ὅπως ἀποδείξῃ τὸν ἐντολέα του ἀδικούμενον, δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ προβῇ εἰς αὐτήν. Ἀλλ’ ἡ παρεγγραφὴ δὲν ἐσκόπει τὴν πλαστογράφησιν· δι’ αὐτῆς μίαν ἔλλειψιν τοῦ πρωτοκόλλου τῆς διαλογῆς τῆς κάλπης τοῦ Φιλήμονος ἠθέλησαν νὰ συμπληρώσωσιν. Εἶχον ἤδη, ὡς εἶπον, ἀφαιρέσει τὰ πλεονάζοντα σφαιρίδια, τὸ ὑπολειφθὲν ὅμως ἀποτέλεσμα, μετὰ τὴν γενομένην ταύτην ἀφαίρεσιν, εἶχον λησμονήσει νὰ θέσωσιν ἐντὸς τοῦ πρωτοκόλλου· ἐντεῦθεν δὲ ἠναγκάσθησαν εἰς τὸ τέλος τοῦ πρωτοκόλλου νὰ κάμωσι τὴν ἐν λόγῳ παρεγγραφήν. Ἀλλὰ καὶ ὁ δῆμος οὗτος δὲν προσβάλλεται μήτε παρὰ τῆς πλειοψηφίας τοῦ τμήματος, μήτε παρὰ τῆς μειοψηφίας. Εἴμεθα δ’ εὐτυχεῖς ὅτι καὶ τὸν δῆμον τοῦτον θέλομεν διασώσει. Μεταβαίνω εἰς τὸν δῆμον Ἀχαρνῶν. Ἐκεῖ ἡ ἐκλογὴ διεξήχθη κατὰ τὸ τετραήμερον μεθ’ ὅλης τῆς νομιμότητος. Ἐκεῖ ἡ Ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἀνῆκε καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς τὸν κ. Κολιάτσον καὶ ἐμέ. Ἀνήκουσι δ’ εἰς ἡμᾶς, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, καὶ πάντες σχεδὸν οἱ ψηφοφόροι τοῦ δήμου τούτου, διότι γνωρίζομεν πάντας αὐτοὺς κατ’ ὄνομα. Τοῦ λοχίου Ἀθανασιάδου ἡ ἐπὶ δύω ὅλους μῆνας κατὰ τῆς ἐπιῤῥοῆς μου ἐκστρατεία ἔσχεν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ μὲ κάμῃ νὰ ὑστερήσω κατὰ δώδεκα μόνον ψήφους τοῦ πρώτου. Εἰς τὰς Ἀχαρνὰς εἶχον μεταβῆ μετὰ τοῦ κ. Κολιάτσου τὴν παραμονὴν τῆς ἐνάρξεως τῆς ψηφοφορίας. Εὕρομεν τὰ μέλη τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τοῖς ἐδώκαμεν τὰς ἀναγκαίας ὁδηγίας διὰ τὴν διάρκειαν τῆς ψηφοφορίας. Ἡ Ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπὴ τὴν πρωΐαν τῆς 23 Ἰουνίου προσεκάλεσε τὸν λοχίαν Ἀθανασιάδην, τὸν μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης κυρίαρχον τοῦ δήμου, νὰ κλεισθῇ ἐντὸς τοῦ στρατῶνος. Τὴν πρωΐαν τῆς 23 ὁ Ἀθανασιάδης ἐδεσμεύθη, οὐδὲ κἂν ἐτόλμησε νὰ παρακούσῃ εἰς τὴν διαταγὴν τῆς Ἐπιτροπῆς. Πολιτοφύλακες δὲ προσεκλήθησαν παρὰ τοῦ δήμου, ὅπως φρουρήσωσι κατὰ τὸ τετραήμερον τὰ δικαιώματα τῶν συμπολιτῶν των. Ἀλλ’ οἱ δυστυχεῖς ἐφροντίσαμεν νὰ δώσωμεν ὁδηγίας διὰ τὸ τετραήμερον τῆς ψηφοφορίας, ἐλησμονήσαμεν ὅμως τὴν διαλογήν. Ἔληξε λοιπὸν ἡ ψηφοφορία ἐν πλήρει νομιμότητι καὶ τάξει, οὐδεμία δ’ ἐγένετο ἐπέμβασις. Προηγουμένως εἶχον ἀποστείλει εἰς τὴν εἰσαγγελίαν δέσμιον τὸν δημοδιδάσκαλον Θεοφιλάκην, ὃν παρουσίασα μετὰ τὴν αὐθωρεὶ γενομένην ἀπόλυσίν του εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Παιδείας. Κατηγορεῖτο ὅτι ἐξύβρισε τὸν Βασιλέα, καθόσον εἰς τὸν λοχίαν Ἀθανασιάδην, ὅστις οὐδὲ τοῦ ὀνόματος τοῦ ἡγεμόνος ἐφείσθη, ἀντεῖπεν ὅτι ὁ Βασιλεὺς εἶναι πολὺ ὑψηλά, οὐδὲ πρέπει ν’ ἀναμιγνύωσι τὄνομά του εἰς τὰ ἐκλογικά. Ὁ Θεοφιλάκης, ὁ δημοδιδάσκαλος, ὁ ὑβριστὴς τοῦ ἀνευθύνου, εἶναι εἰσέτι σήμερον δημοδιδάσκαλος· ναὶ ἢ ὄχι, κ. ὑπουργέ;
§33Ι. ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Αὐτὸ εἶναι πρὸς τιμὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἐφατρίασε κατὰ τὰς ἐκλογὰς, παύουσα ὑπαλλήλους, συνεπεία ψευδῶν κατ’ αὐτῶν αἰτιάσεων· τί θέλετε ἐξ αὐτοῦ νὰ ἐξαγάγητε; Περὶ τῆς γενομένης κατ’ αὐτοῦ κατηγορίας δὲν ἔχω εἴδησιν...
§34ΡΑΛΛΗΣ. Ὅτι ἡ κατ’ αὐτοῦ κατηγορία ἦν ἀνυπόστατος. Ἀλλ’ ἐπῆλθεν ἡ ὥρα τῆς διαλογῆς, καὶ παρουσιάσθη ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, ὅπως ἐνεργήσῃ αὐτήν. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ νομάρχου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας· «Κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς διαλογῆς τῶν ψήφων ἐν τῷ δήμῳ Ἀχαρνῶν, ὅπου ἐπέτρεψα νὰ μὲ ἀντιπροσωπεύσῃ ὁ παρὰ τῷ ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης γραμματεὺς ά τάξεως Ἰωάννης Νικολαΐδης, ἀφ’ οὗ ἀλληλοδιαδόχως ἀπεποιήθησαν ἐπὶ διαφόροις αἰτιολογίαις νὰ μεταβῶσιν ἀνώτεροι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι, ἔλαβε χώραν καταστροφὴ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ψηφοφορίας ἐν τῇ κάλπῃ τοῦ ὑποψηφίου κ. Τιμολέοντος Φιλήμονος, διότι, κατὰ τὸ πρακτικὸν τῆς διαλογῆς, ἐν ᾧ ἐνηργεῖτο ἡ καταμέτρησις τῶν ἐν τῷ σακκιδίῳ τοῦ ναὶ ὑπαρχόντων σφαιριδίων, ἐπῆλθε δι’ ἀγνώστου χειρὸς ὤθησις τοῦ ἄβακος, καὶ οὕτω διεσκορπίσθησαν ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τοῦ ναοῦ τὰ σφαιρίδια, ὡς ἐκ τούτου δ’ ἐπῆλθε τάραχος καὶ διασκόρπισις πάντων ἀφ’ ἑαυτῶν, χωρὶς ἐν τοσούτῳ νὰ ἐνεργηθῇ ἡ καταμέτρησις τῶν ἐν τῷ σακκιδίῳ τοῦ ὄχι εὑρισκομένων σφαιριδίων, ὅταν κοπάσαντος τοῦ ἐγερθέντος θορύβου καὶ ἐπανελθόντων τῶν ἁρμοδίων ἐπὶ τῆς διαλογῆς προσώπων κλπ., συνετάχθη ἡ περὶ τοῦ συμβάντος ἔκθεσις.» Λέγει ὁ Νομάρχης ἐκθέτων τὰ τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἐπέτρεψε, σημειώσατε τὴν φράσιν, ἐπέτρεψε νὰ τὸν ἀντιπροσωπεύσῃ πρὸς τὴν ἐνέργειαν τῆς διαλογῆς ἐν τῷ δήμῳ Ἀχαρνῶν ὁ Ἰωάννης Νικολαΐδης μετὰ τὴν ἐπὶ διαφόροις αἰτιολογίαις ἀποποίησιν τῶν ἀνωτέρων δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀληθές. Ἀνώτεροι δικαστικοὶ διωρίσθησαν κατ’ ἀρχάς, ὅπως μεταβῶσιν εἰς τὰ διάφορα ἐκλογικὰ τμήματα καὶ ἐνεργήσωσι τὴν διαλογήν, ἀλλ’ ὑπάλληλος τῆς νομαρχίας σταλεὶς ἐζήτησε τοὺς ἤδη ἐπιδοθέντας διορισμούς. Δύναμαι ν’ ἀναφέρω καὶ ὀνόματα. Ὁ ἐφέτης Ἀλκιβιάδης Κρασσᾶς διωρίσθη ἀντιπρόσωπος τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς πρὸς τὴν ἐνέργειαν τῆς διαλογῆς εἰς ἓν τῶν ἐκλογικῶν τμημάτων· ἀλλ’ ἐν τῇ ἀπουσίᾳ του προσῆλθεν ὁ ὑπάλληλος τῆς νομαρχίας καὶ ἐζήτησε παρὰ τῆς συζύγου του τὸν διορισμὸν ἐκεῖνον, αὕτη δὲ μὴ γνωρίζουσα τί συνέβαινε τὸν ἀπέδωκεν, ἄλλος δ’ ἐνήργησε τὴν διαλογὴν τοῦ τμήματος, εἰς ὃ διωρίσθη ἀρχικῶς ὁ κ. Κρασσᾶς. Ὁ Ἐμμανουὴλ Ἀντωνιάδης, σήμερον εὑρισκόμενος ἐν Ναυπλίῳ, διωρίσθη καὶ αὐτὸς ἀντιπρόσωπος τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς εἰς τὸ γʹ τμῆμα, ἀμέσως δὲ μετὰ τὴν ἐπίδοσιν τοῦ διορισμοῦ του ἐστάλη ὁ ὑπάλληλος τῆς νομαρχίας ὅπως ἀναλάβῃ αὐτὸν, ἀλλ’ ὁ Ἐμμανουὴλ Ἀντωνιάδης δὲν τὸν ἐπέστρεψε. Δὲν ἀπεποιήθησαν λοιπὸν οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι, ἀλλὰ πρόθυμοι ἐδείχθησαν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων των. Ὁπωσδήποτε μετέβη ὁ Ἰωάννης Νικολαΐδης εἰς τὸν δῆμον Ἀχαρνῶν. Τίς ἦτον ἡ πρώτη αἴτησις, ἣν ἀπηύθυνε πρὸς τὴν Ἐφορευτικὴν Ἐπιτροπήν; Ἐγνώριζεν ὅτι ὁ λοχίας ἦτο κεκλεισμένος τέσσαρας ὅλας ἡμέρας ἐντὸς τοῦ στρατῶνος, ὅτι πολιτοφύλακες ἐφρούρησαν κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο, ὅτι οὐδενὸς μύτη ἤνοιξε, καὶ τάξις καὶ νομιμότης πλήρης ἐτηρήθησαν. Οὐχ ἧττον πρὸς τὴν ἐνέργειαν τῆς διαλογῆς ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς δὲν ἐνόμισεν ἑαυτὸν ἀσφαλῆ, ἐζήτησε δὲ τὴν προσέλευσιν τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως. Εἴχομεν λησμονήσει, σᾶς εἶπον, νὰ δώσωμεν ὁδηγίας καὶ διὰ τὴν διαλογήν· συνεπεία δὲ τῆς ἐκ μέρους τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς ἀπειλῆς, ὅτι ἤθελεν ἀποχωρήσῃ, ἐὰν δὲν προσεκαλεῖτο ἡ στρατιωτικὴ δύναμις, ἔκλινε τὸν αὐχένα ἡ ἀτίθασσος Ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπὴ τοῦ δήμου Ἀχαρνῶν, καὶ προσῆλθεν ὁ λοχίας Ἀθανασιάδης μετὰ τῆς δυνάμεως. Ἤρξατο ἡ διαλογὴ καὶ προέβη ἐν τάξει μέχρι τοῦ στοιχ. Φ. Ἀλλ’ ἐκεῖ ἐσταμάτησεν, ἐκεῖ χεὶρ ἄγνωστος, ὅπως περιγράφουν τὰ πρακτικά, ὅπως περιγράφει ἡ ἔκθεσις τοῦ νομάρχου, ἐκ τῶν ὄπισθεν ἔστρεψε τὸν ἄβακα καὶ κατέῤῥιψε τὰ ἐκ τοῦ ναὶ σφαιρίδια τῆς κάλπης τοῦ Φιλήμονος. Εἶναι τάχα τὰ μέλη τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἅτινα διέπραξαν τὴν ἐγκληματικὴν ταύτην πρᾶξιν; Εἶναι τάχα ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Φιλήμονος, ὅστις εἶχε συμφέρον ν’ ἀποκρύψῃ τὸ ἀληθὲς ἀποτέλεσμα τῆς κάλπης; Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ τὸ ἐξετάσω. Δὲν πρόκειται, σᾶς εἶπον, περὶ προσώπων σήμερον, πρόκειται περὶ τοῦ ἐγκύρου ἢ ἀκύρου τῆς ἐκλογῆς. Ἓν μόνον δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι τὰ μέλη τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ὑποψηφίων ἵσταντο πρὸ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, καὶ οὐχὶ ὄπισθεν αὐτοῦ. Ἄλλος ἵστατο ὄπισθεν. Ὁπωσδήποτε ἐπῆλθεν ἡ καταστροφὴ τοῦ ἀποτελέσματος τοῦ ναὶ· δὲν ὤφειλεν ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς νὰ ζητήσῃ νὰ μετρηθῶσι τὰ σφαιρίδια τοῦ ὄχι; Ἡ Ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπὴ τὸ ἐζήτησεν, οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ὑποψηφίων τὸ ἐζήτησαν, ἀλλ’ ἐκεῖνος ἠρνήθη. Εἶπεν ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα δὲν εἶναι πλῆρες, δὲν δύναται νὰ προβῇ καὶ δὲν προέβη εἰς τὴν ἀρίθμησιν τῶν σφαιριδίων τοῦ ὄχι. Ἐσφράγισαν τὰ πρακτικὰ καὶ ἀπεχώρησαν. Εἰς τὸ πρακτικὸν τῆς διαλογῆς τῆς κάλπης τοῦ Φιλήμονος μηδέν. Τὴν ἐπιοῦσαν συνῆλθον ἐκ τοῦ φόβου καὶ τοῦ τρόμου τὰ μέλη τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς, φόβου καὶ τρόμου, διότι ἅμα ὡς κατέπεσεν ὁ ἄβαξ, οἱ στρατιῶται μὲ τὰς λόγχας ἐπέπεσαν κατ’ αὐτῶν καὶ τῶν λοιπῶν παρισταμένων, καὶ ἄλλοι μὲν εὑρέθησαν ἐν τῷ ἱερῷ τοῦ ναοῦ καὶ ἄλλοι ἐκτὸς τοῦ ναοῦ.
§35Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Πόσοι στρατιῶται ἦσαν;
§36ΡΑΛΛΗΣ. Δεκατέσσαρες. Συνῆλθον, εἶπον, τὴν ἐπιοῦσαν ἐκ τοῦ τρόμου, καὶ παρουσίᾳ τοῦ προέδρου τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου καὶ δύω μελῶν τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐγένετο ἡ ἀρίθμησις τῶν τοῦ ὄχι τῆς κάλπης τοῦ Φιλήμονος σφαιριδίων, ἀπεδείχθη δ’ ἐκ τῆς ἀριθμήσεως ταύτης, ὅτι εἶχε λάβει ψήφους 294 εἰς τὸ ναί. Τοῦτο τὸ ἱστορικὸν τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Ἀχαρνῶν. Σᾶς εἶπον ὅτι οὐδόλως ἐνδιαφέρει ἡμᾶς σήμερον τίς τὴν ἐγκληματικὴν πρᾶξιν ἐνήργησε. Ταχέως θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα, καθ’ ἣν θὰ ζητήσωμεν καὶ δι’ αὐτὴν λόγον. Ἀλλὰ κατὰ πόσον ἔχει σημασίαν ἡ ἐπελθοῦσα καταστροφὴ ὡς πρὸς τὸ ἔγκυρον ἢ ἄκυρον τῆς ὅλης ἐκλογῆς τοῦ δήμου Ἀχαρνῶν, κατὰ πόσον δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ αὐτήν; Ἡ ἐκλογὴ ἐνηργήθη ἐν τάξει καὶ νομιμότητι, οὐδεὶς τὸ ἀμφισβητεῖ· ἡ διαλογὴ μέχρι τοῦ στοιχείου Φ ὑπῆρξε πλήρης, ἕκαστος δ’ ἡμῶν ἔλαβεν ὅσας ψήφους τῷ ἔδωκαν οἱ συμπολῖταί του. Ἑνὸς τὸ ἀποτέλεσμα λείπει, τοῦ Τιμολ. Φιλήμονος· ὁποιονδήποτε ὅμως καὶ ἂν ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἐπιῤῥοὴν, εἰμὴ ὡς πρὸς τὸν Τιμολέοντα Φιλήμονα καὶ τὸν τελευταῖον ἐκ τῶν πλειονοψηφούντων. Ὑπολογιζομένου τοῦ ἀποτελέσματος τοῦ δήμου Ἀχαρνῶν εἰς τὸν Κωνστ. Ν. Κωστῆν, καὶ μὴ ὑπολογιζομένου εἰς τὸν Τιμολέοντα Φιλήμονα, ὑπάρχει διαφορὰ ὑπὲρ τοῦ Κωνστ. Ν. Κωστῆ ψήφων 57. Ἂν ὁ Τιμολέων Φιλήμων εἶχε λάβει μέχρι 57 ψήφων, πρῶτος ἐπιλαχὼν ἤθελεν εἶσθαι αὐτὸς οὗτος· ἐὰν δ’ ἐλάμβανεν ὑπὲρ τὰς 57, ἤθελε μὲν ἀναβῆ εἴτε πέμπτος εἴτε τέταρτος εἴτε τρίτος, ἀλλ’ οὐχ ἧττον πρῶτος ἐπιλαχὼν θὰ ἔμενε πάντοτε ὁ Κωνστ. Ν. Κωστῆς. Καὶ ὅταν ὁ λογικὸς οὗτος ὑπολογισμὸς μᾶς φέρει εἰς τοιοῦτο συμπέρασμα, πῶς δύνασθε, νομίμως ἐνεργηθείσης τῆς ἐκλογῆς ὡς πρὸς πάντας, νὰ ζητήσητε τὴν ἀκύρωσιν ὁλοκλήρου αὐτῆς καὶ δι’ ἐκείνους, οὓς τὸ καταστραφὲν ἀποτέλεσμα μιᾶς κάλπης οὐδόλως ἤθελεν ἐπηρεάσει, ἀφοῦ μάλιστα ἡμεῖς οὐδόλως ἐπταίσαμεν, ἀφοῦ οὐδεμία ἀλληλεγγύη μᾶς συνδέει πρὸς τοὺς διαπράξαντας τὴν ἐγκληματικὴν περὶ ἧς πρόκειται πρᾶξιν, ἀφοῦ πᾶν τὸ ἐφικτὸν ἐνηργήσαμεν ὅπως ἀσφαλίσωμεν τὴν ψῆφον τῶν συμπολιτῶν μας; Ὀφείλετε ν’ ἀκυρώσητε τὸν δῆμον Ἀχαρνῶν, ἀλλ’ ὡς πρὸς ἐκείνους μόνους, ὧν τὴν τύχην τὸ ἐλλεῖπον ἀποτέλεσμα ἤθελεν ἐπηρεάσει, ὡς πρὸς τὸν Κωστῆν καὶ ὡς πρὸς τὸν Φιλήμονα. Οἱ λοιποὶ ἠδύναντο νὰ κατέλθωσι διὰ τοῦ ἀποτελέσματος τούτου μίαν βαθμίδα, ἀλλὰ πάντοτε θὰ ἦσαν ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου. Ταῦτα περὶ τοῦ δήμου Ἀχαρνῶν. Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὸν δῆμον Κρωπίας. Ἡ θέσις μου ἐνταῦθα εἶναι δυσχερεστάτη, διότι ἐν αὐτῷ ἐγὼ αὐτὸς παίζω τὸ πρῶτον πρόσωπον, θὰ παρακαλέσω δ’ ὑμᾶς νὰ μὲ ἀκροασθῆτε μετὰ τῆς αὐτῆς εὐμενείας, μεθ’ ἧς μέχρι τοῦδε. Δὲν θέλω δὲ ἄνευ λόγου ἀναφέρει τὄνομα οὐδενὸς, διότι δὲν πρόκειται νὰ κρίνητε σήμερον περὶ τῶν προσώπων, πρόκειται ν’ ἀποφανθῆτε περὶ τοῦ ἐγκύρου ἢ ἀκύρου ἑνὸς ἐκλογικοῦ τμήματος. Κατὰ τὸ τετραήμερον τῆς ψηφοφορίας εἴχομεν ὀργανίσει, καθ’ ὅλα τὰ ἐκλογικὰ τμήματα τῶν ἔξω δήμων, τακτικὸν ταχυδρομεῖον, καθ’ ἑσπέραν δ’ ἐλαμβάνομεν λεπτομερεῖς πληροφορίας περὶ τοῦ πῶς διεξήγετο ἡ ἐκλογὴ, ἐμανθάναμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ψηφοφορησάντων, καὶ τὰς ἐντυπώσεις τῶν ἀντιπροσώπων ἡμῶν. Τὴν δευτέραν ἡμέραν τῆς ψηφοφορίας εἴχομεν ἐπιστολὰς ἐκ τοῦ δήμου Κρωπίας, δι’ ὧν ἀνηγγέλλετο ἡμῖν ὅτι ἡ ψηφοφορία ἐνηργεῖτο τακτικῶς, ὅτι τάξις ἐπεκράτει. Τὴν διεύθυνσιν τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως εἶχεν ὁ ἀνθυπασπιστὴς Μαργαζᾶς· ἔγραφον δ’ ἡμῖν ὅτι τὴν ά τάξιν μεταξὺ τῶν συναγωνιζομένων εἶχεν ὁ κ. Κολιάτσος καὶ ἐγὼ, καὶ ὅτι μεθ’ ἡμᾶς ἤρχετο ὁ Τιμολέων Φιλήμων. Ἀλλ’ αἱ ἐπιστολαὶ τῆς τρίτης ἡμέρας προέβλεπον ἤδη τὸν κίνδυνον, ὅστις μᾶς ἠπείλει· θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω μίαν ἐξ αὐτῶν, φέρουσαν χρονολογίαν τῆς 25 Ἰουνίου, ἣν ἔλαβον τὴν 26 λίαν πρωΐ. Μᾶς ἔγραφεν ὁ τότε ἰατρὸς τοῦ δήμου Θεμιστοκλῆς Μικρός. «Ἀξιότιμοι φίλοι, Ταύτην τὴν στιγμὴν ἦλθεν ἄνθρωπος ἐμπιστευτικὸς καὶ μᾶς ἀνήγγειλεν ὅτι θὰ συλλάβουν τὸν Ἀλέξιον. Ἡ σύλληψις θὰ γείνῃ ἢ πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἐκφοβίσεως τῶν ἐκλογέων, ἢ, τὸ βεβαιότατον, πρὸς καλπονόθευσιν ἐν καιρῷ τῆς διαλογῆς, ὁπότε θὰ κλεισθοῦν αἱ θύραι τῆς ἐκκλησίας. Γνωρίζετε ὅτι οἱ χωρικοὶ εἶναι δειλοὶ καὶ οὐδεὶς θὰ συντρέξῃ τὸν Ἀλέξιον ἐν καιρῷ τῆς καλπονοθεύσεως. Ὅθεν πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν ψήφων, ἃς ἔχετε λάβει καὶ θὰ λάβητε αὔριον, διότι εἶσθε οἱ πρῶτοι, πρέπει νὰ ἔλθῃ ὁ κ. Ῥάλλης κατὰ τὴν διαλογὴν, ἄλλως δὲν ἐγγυόμεθα, διότι οὐδένα χωρικὸν ἔχομεν πρόθυμον ν’ ἀντισταθῇ. Εἰς τὴν καλπονόθευσιν φαίνεται πρόθυμος ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, συγκειμένη ἀπὸ τὸν Γεώργιον Δάβαρην, Ἀναγ. Κόλια Γκίκαν καὶ ἀπὸ τὸν δημοδιδάσκαλον Σπάτα. Μόνοι οἱ Ἀναστάσιος Νικολὸς καὶ Σωτήριος Χατζῆ δὲν εἶναι σύμφωνοι. Ἡ παρουσία τοῦ Ῥάλλη θὰ φοβίσῃ τὴν πλειοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς, ὥστε θὰ ἀδυνατήσουν νὰ κάμουν καλπονόθευσιν. Ταῦτα ἀνακοινώσατε πρὸς τὸν Φιλήμονα. Ἡ ἐνταῦθα στρατιωτικὴ δύναμις, ἐκτὸς τοῦ Ἀξελοῦ καὶ τριῶν στρατιωτῶν, οὓς ἔφερε, δὲν φαίνεται πρόθυμος εἰς τὸ κακουργεῖν, καθόσον καθ’ ὅλον τὸ διάστημα ἐδείκνυεν ἀποστροφὴν πρὸς τὴν διαγωγὴν τοῦ Μαργαζᾶ.» Ὁ Ἀλέξιος, ὅστις μνημονεύεται ἐν τῇ ἐπιστολῇ, ἦν ὁ ἐν Κρωπίᾳ ἀντιπρόσωπος τοῦ Φιλήμονος· ἐπειδὴ δ’ ἐσχάτως ἐγένετο λόγος περὶ βοηθείας δῆθεν τοῦ Τιμολέοντος Φιλήμονος παρά τινος τῶν κυρίων ὑπουργῶν, ὀφείλω νὰ δώσω τὴν ἑξῆς ἐξήγησιν. Ὁ Ἀλέξιος Ἰωάννου πρὸ τοῦ κατακλυσμοῦ, πρὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, εἶχε διορισθῆ, τῇ συστάσει τοῦ Τιμολ. Φιλήμονος, διευθυντὴς τῆς ἁλυκῆς τῆς ἐν Ἀναβύσσῳ. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος ἦν ὁ διορίας αὐτὸν ὑπουργός. Ἐπῆλθεν ὅμως ὁ κατακλυσμός, ἐπῆλθεν ἡ διάλυσις, καὶ προεβλέπετο δεινὸς ὁ πόλεμος κατά τινων ἐκ τῶν ἐκτιθεμένων. Ὁ Ἀλέξιος Ἰωάννου, καί τοι πολυμελῆ ἔχων οἰκογένειαν, καί τοι ἐκ τοῦ μισθοῦ τῆς θέσεως ταύτης ἀποζῶν αὐτὴν, παρουσιάσθη οὐχ ἧττον τὰς παραμονὰς τῆς ψηφοφορίας εἰς τὸν τότε ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῷ ἐνεχείρισε τὴν παραίτησίν του. Τῷ εἶπεν· «Εἶμαι ἀντιπρόσωπος τοῦ Φιλήμονος εἰς τὸν δῆμον Κρωπίας, δὲν δύναμαι νὰ ὑπηρετήσω πλέον τὸ δημόσιον, παρακαλῶ νὰ δεχθῆτε τὴν παραίτησίν μου.» Ὁ ἔντιμος ἐκεῖνος ὑπουργὸς τὸν συνεχάρη διὰ τὴν διαγωγήν του. Καὶ δὲν ὤφειλεν; Ἀλλ’ ἐσχάτως, ὅπως συκοφαντήσωσι καὶ τὸν μὲν καὶ τὸν δὲ, διέδωκαν καὶ ἔγραψαν ὅτι ὁ ποτὲ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν συνέτρεχε τὸν Τιμολέοντα Φιλήμονα, συγχαιρόμενος τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους, οἵτινες ἔλεγον αὐτῷ κατὰ πρόσωπον ὅτι ἤθελον τὸν βοηθήσει. Ἐπανέρχομαι εἰς τὴν ἐπιστολήν. Τὴν ἐπιστολὴν ταύτην, γεγραμμένην, ὡς προεῖπον, τὴν 25 Ἰουνίου ὥραν 11 μ. μ., μίαν δηλαδὴ ὥραν πρὸ τοῦ μεσονυκτίου, ἔλαβον τὴν 26 λίαν πρωΐ. Ὁ κίνδυνος ἦν προφανής· ἐγνώριζον ὅτι ὁ Νικόλαος Ἀξελὸς ἀπεσπασμένος παρὰ τῷ φαλαγγάρχῃ κατὰ τὰς τρεῖς πρώτας ἡμέρας τῆς ἐκλογῆς, αἴφνης τὴν τρίτην μ. μ. μετέβη εἰς τὸν δῆμον Κρωπίας· δὲν ἔλαβε δὲ κἂν τὸν κόπον νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὸν διοικητὴν τοῦ μεταβατικοῦ, τὸν ἑδρεύοντα ἐν Κηφισίᾳ, ἀλλ’ ἀπ’ εὐθείας διηυθύνθη εἰς Κρωπίαν. Ἡ Κρωπία ὑπάγεται ἐν τούτοις εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ μεταβατικοῦ Ἀττικῆς, οὐδ’ ἀποτελεῖ μέρος τῆς δικαιοδοσίας τοῦ φρουραρχείου Ἀθηνῶν. Τότε παρέδωκα τὸ ά. τμῆμα, εἰς ὃ ἤμην κεκλεισμένος ἐπὶ τρεῖς ὅλας ἡμέρας, εἰς τὸν σύντροφόν μου Στυλιανὸν Κολιάτσον, ἀποφασίσας ν’ ἀναχωρήσω διὰ τὸν δῆμον Κρωπίας. Κατ’ ἀρχὰς ἐσκόπουν ν’ ἀναχωρήσω τὴν 3 ὥραν μ. μ., ὅπως φθάσω κατὰ τὴν ὥραν τῆς διαλογῆς· νεωτέρα σκέψις μ’ ἔφερε ν’ ἀναχωρήσω ἀκριβῶς τὴν μεσημβρίαν. Ἐν τῷ σταθμῷ τοῦ Σταυροῦ εὗρον τὸν Ἀλέξιον, τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ Φιλήμονος, δέσμιον. Ἀπὸ πρωΐας, τὰ χαράγματα, εἶχε συλληφθῆ καὶ μεταφερθῆ εἰς τὸν σταθμόν. Ὁ Ἀλέξιος τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἐκλογῆς προσήχθη παρὰ τῆς χωροφυλακῆς, παρὰ τῆς μοιραρχίας εἰς τὸν εἰσαγγελέα μ’ ἔγγραφον τοῦ ἀξιωματικοῦ Ν. Ἀξελοῦ, ἐν ᾧ ἔλεγεν οὗτος ὅτι τὸν συνέλαβε καὶ τὸν πέμπει εἰς τὸν εἰσαγγελέα, διότι ἐξήγειρε τοὺς χωρικοὺς εἰς τὰ ὅπλα. Ὁ εἰσαγγελεὺς ἀπέλυσεν αὐθωρεὶ τὸν ἀντάρτην τοῦτον, τὸν ἐπαναστάτην Ἀλέξιον. Ἀλλ’ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν ὁδοιπορίαν μου πρὸς τὸν δῆμον Κρωπίας. Ὀλίγον μετέπειτα βλέπω ἱππέα ἐρχόμενον δρομαίως, τὸν σταματῶ, καὶ μοὶ ἐγχειρίζει δύω ἐπιστολάς. Ὄχι, πολὺ πρὸ τοῦ σταθμοῦ τοῦ Σταυροῦ ἀπήντησα τὸν ἱππέα, μοὶ ἐνεχείρισε τὰς δύω ἐπιστολὰς κατὰ τοὺς Ἀμπελοκήπους. Ἐν τῇ μιᾷ δ’ αὐτῶν ἡ σύζυγος τοῦ Ἀλεξίου μοὶ ἀνήγγελλε τὴν σύλληψιν τοῦ συζύγου της καὶ ἐπεκαλεῖτο τὴν συνδρομήν μου, ἐν τῇ ἑτέρᾳ μοὶ ἔγραφεν ὁ γραμματεὺς τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς· «τρέξε, ἐλθὲ νὰ πιάσῃς χειροπιαστὴν τὴν καλπονόθευσιν.» Καὶ ἔτρεξα, καὶ ἱδρῶτι περιῤῥεόμενοι οἱ ἵπποι ἔφθασαν ἐν Μαρκοπούλῳ. Ἔτρεξα, οὐδ’ ἔμεινα εἰς τὰ καταστήματα τοῦ χωρίου, ὅπου οἱ χωρικοὶ μ’ ἐκάλουν, ἀλλ’ ἀπευθείας ἡ ἅμαξά μου διευθύνθη εἰς τὸν τόπον τῆς ψηφοφορίας. Καὶ κατῆλθον αὐτόθι οὐδένα ἔχων συνοδὸν, ἤμην μόνος μετὰ τοῦ ἁμαξηλάτου. Εὗρον δὲ τρία μέλη τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς πελιδνὰ ἐκ τοῦ τρόμου, τὸν δὲ Νικόλαον Ἀξελὸν παρακαθήμενον εἰς τὴν κάλπην τοῦ Τιμολ. Φιλήμονος μὲ βούρδουλα εἰς χεῖρας. Δέκα ἕως δώδεκα στρατιῶται περικύκλουν τὴν θύραν τοῦ ναοῦ· ἴσως ἐκπλαγέντες ἐκ τῆς τόλμης μοὶ ἀφῆκαν ἐλευθέραν τὴν εἴσοδον. Εἰσελθὼν ἐν τῷ ναῷ, ἀπηύθυνα τὸν λόγον πρὸς τὸν Ἀξελόν. Τῷ εἶπον, «τί ζητεῖς ἐδῶ, πῶς παρακάθησαι εἰς τὰς κάλπας;» Ἔρις δεινὴ δ’ ἠγέρθη τότε μεταξὺ ἐμοῦ καὶ αὐτοῦ, καὶ ἐγὼ μὲν ἰδὼν χωρικὸν προσδραμόντα τῷ εἶπον νὰ λάβουν τὰ ὅπλα των, ὁ δὲ ἀξιωματικὸς διέταξεν ἀμέσως τὴν σύλληψίν μου, ἐν ὀνόματι τοῦ βασιλέως καὶ τοῦ νόμου. Στρατιῶται ἔνοπλοι μὲ περικύκλωσαν αὐθωρεὶ, δεκανεὺς δέ τις ἐμουντζούρωσεν ἓν χαρτὶ, συντάσσων τὴν ἔκθεσιν τῆς συλλήψεώς μου. Εἶπον τότε τῷ Ἀξελῷ· «δὲν ἔχεις ἀνάγκην τοσαύτης στρατιωτικῆς παρατάξεως ὅπως μὲ συλλάβῃς, θέλω νὰ σέβωμαι τοὺς νόμους· ἠδυνάμην νὰ σοὶ ἀντιτάξω τὴν βίαν, δὲν θέλω.» Ἐζήτησα δὲ νὰ καταχωρίσω ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς ἐκλογῆς ἔνστασιν, καὶ πρὸς τοῦτο προσεκλήθη παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς ὁ ἐκδιωχθεὶς γραμματεὺς αὐτῆς. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰς ἐνστάσεις μου, εἶναι ἡ ἱστορία τῶν λαβόντων χώραν μεταξὺ Ἀξελοῦ καὶ ἐμοῦ. Σημειώσατε δὲ, παρακαλῶ, τὴν ὥραν καθ’ ἣν ἔφθασα ἐν τῷ τόπῳ τῆς ψηφοφορίας. «Ἀριθ. 19. Ὥραν τρίτην παρὰ τέταρτον μ. μ. ἐνεφανίσθη ὁ Δημήτριος Ῥάλλης, ὑποψήφιος βουλευτὴς, καὶ ἐζήτησε τὴν σύνταξιν τῆς παρούσης ἐνστάσεως καὶ διαμαρτυρήσεως, ἐκθεὶς ὅτι εἰσελθὼν εἰς τὸν τόπον τῆς ψηφοφορίας εὗρεν ἐντὸς μὲν αὐτοῦ καὶ παρὰ τὴν κάλπην τοῦ Τιμολέοντος Φιλήμονος τὸν ἀνθυπολοχαγὸν Ἀξελὸν μὲ μάστιγα εἰς τὴν χεῖρα, ἔξωθεν δὲ τῆς θύρας τῆς ἐκκλησίας ἕνδεκα στρατιώτας καὶ ὑπαξιωματικούς· ὅτι ὁ ἀντιπρόσωπός του Νικόλαος Βλάχος τῷ ἐξέθεσεν ὅτι καί τοι ἐγχειρισθείσης αὐτῷ μιᾶς ἐκ τῶν κλειδῶν τῶν κιβωτίων τῶν καλπῶν, ἐπανελθὼν εὗρε τὰ κιβώτια ἠνεῳγμέναι, τὴν κλεῖδα ἔχων μολοντοῦτο εἰς χεῖράς του· ὅτι ὁ γραμματεὺς τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς Παπαβασιλείου ἐξεδιώχθη ἀπὸ πρωΐας, ἄγνωστον δὲ τί τὰ ἐκφοβισθέντα μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκ συνεννοήσεως μετὰ τοῦ ἀξιωματικοῦ Ἀξελοῦ διέπραξαν· ὅτι αἱ κλεῖδες ἅπασαι, ἐκτὸς μιᾶς, τῶν κιβωτίων τῶν καλπῶν εἶχον παραδοθῆ εἰς χεῖρας τοῦ αὐτοῦ ἀξιωματικοῦ Ἀξελοῦ, ἐνίσταται δὲ κατὰ τοῦ ἀκύρου τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Κρωπίας, ὡς ἀποτελέσματος βίας καὶ νοθείας, ἐξαιτεῖται τὴν τιμωρίαν τοῦ αὐτουργοῦ Ἀξελοῦ καὶ τῶν συνεργῶν μελῶν τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς, προσθέτει δ’ ὅτι, ἐκφοβισμένους βλέπων τοὺς χωρικοὺς καὶ ἐπτοημένους διὰ τὴν συνάθροισιν τοσαύτης στρατιωτικῆς δυνάμεως, εἶπε πρός τινα χωρικὸν νὰ λάβωσι τὰ ὅπλα των πρὸς ὑπεράσπισιν ἐν ἀνάγκῃ τῶν καταπατουμένων ὑπὸ τοῦ ῥηθέντος ἀξιωματικοῦ δικαιωμάτων των, εἰς ἀπάντησιν δ’ ἔσχε τὴν πρόσκλησιν τοῦ αὐτοῦ ἀξιωματικοῦ πρὸς τοὺς στρατιώτας, ἐν ὀνόματι τοῦ βασιλέως καὶ τοῦ καταπατουμένου νόμου, νὰ τὸν συλλάβωσιν, ὅπερ καὶ ἐγένετο. Εἰς τὴν σύλληψιν δὲ ταύτην προσετέθη καὶ νέα ἡ τοῦ ἀντιπροσώπου του Κολιοῦ Βλάχου, ὅστις τῷ ἐνεχείρισε τὴν κλεῖδα τῶν κιβωτίων τῶν καλπῶν». Ὁ πρόεδρος .......... Τὰ μέλη ....... Ὁ ἐνιστάμενος Δ. Γ. Ῥάλλης.» Οὐδεὶς ὑπέγραψε, μήτε τὰ μέλη τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς μήτε ὁ πρόεδρος. Καὶ ἐτόλμων οἱ δυστυχεῖς νὰ ὑπογράψουν;
§37ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Μοὶ συγχωρεῖτε μίαν παρατήρησιν;
§38ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα.
§39ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐντὸς τοῦ ναοῦ ἐκείνου, μόνον οἱ στρατιῶται μετὰ τοῦ ἀξιωματικοῦ ἦσαν;
§40ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἦσαν ἄλλοι.
§41ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Μήτε ὁ γραμματεὺς τῆς ἐπιτροπῆς;
§42ΡΑΛΛΗΣ. Εἶχεν ἐκδιωχθῆ, προσῆλθε δ’ ὅτε ἐζήτησα νὰ καταχωρίσω τὴν ἔνστασίν μου.
§43ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ὑποψηφίων;
§44ΡΑΛΛΗΣ. Οὐδείς, ἐκτὸς βεβαίως ἐκείνων, οἵτινες συνέπραττον. Ἐκτὸς δὲ τούτου σᾶς παρατηρῶ τὸ ἑξῆς· οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ὑποψηφίων ἴσως εἶχον προσέλθει καθ’ ἣν στιγμὴν συνελήφθην, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς. Ἀλλ’ ἡ νοθεία, ἣν μοὶ προανήγγειλαν, καὶ ἣν ἀπέδιδεν ὁλόκληρος ὁ δῆμος Κρωπίας εἰς τὸν Ἀξελόν, ἐγένετο ἀπὸ τῆς 11 ὥρας μέχρι τὴν 1 μ. μ. κατὰ τὴν γενομένην διακοπὴν τῆς ψηφοφορίας. Ἀπάντησις εἰς τὴν ἔνστασίν μου, ἣν δὲν τολμᾷ ὁ πρόεδρος τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς οὐδὲ τὰ μέλη νὰ ὑπογράψωσιν. Ὄχι, ἐγὼ αὐτὸς ἐξακολουθῶ. «Ἀριθ. 20. Ὅτι ὁ αὐτὸς αὐθωρεὶ παρετήρησεν, ὅτι τὸ σύρμα, διὰ τοῦ ὁποίου αἱ κάλπαι συνέχονται ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον, εἶχε μετατοπισθῆ καὶ εἰς τὰ δύω ἄκρα, αἱ σφραγῖδες εἶχον ἐντελῶς ἀλλοιωθῆ· ἐζήτησε δέ, ἐπειδὴ οὐδεμία ὑφίσταται ἀνάγκη στρατιωτικῆς δυνάμεως, ἥτις σκοπὸν μόνον ἔχει ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ τὴν ἐκφόβισιν τῶν ψηφοφόρων, νὰ διαταχθῇ ἡ ἀπομάκρυνσίς της, μενόντων μόνον δύω στρατιωτῶν πρὸς φρούρησιν τῆς θύρας, καθόσον τὸ χωρίον ἐν ἄκρᾳ ἡσυχίᾳ διατελεῖ. Ὁ ἐνιστάμενος Δ. Ῥάλλης.» «Ἀριθ. 21. Ἐλθὼν ὁ κ. Ῥάλλης ἐξ Ἀθηνῶν καὶ ζητήσας τὸν λαὸν νὰ λάβῃ τὰ ὅπλα, ἠναγκάσθημεν νὰ ζητήσωμεν τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν πρὸς φρούρησιν τῶν καλπῶν. Ὁ ἐνιστάμενος Γ. Δάβαρης.» αʹ Ἀριθ. 22. Ὁ Δ. Ῥάλλης παρετήρησεν, ὅτι ἡ ἔνστασις αὕτη ὑπηγορεύθη ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀξιωματικοῦ Ἀξελοῦ, ὅστις προσεκάλεσε τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ Καμπᾶ νὰ ὑπογράψῃ προσθέτων τὴν παραγγελίαν πρὸς τὴν Ἐφορευτικὴν Ἐπιτροπὴν, ν’ ἀποφανθῇ ὅτι εἶναι ἀνάγκη στρατιωτικῆς δυνάμεως. Ὅτι ψεύδη δὲ τὰ τῆς ἀπαντήσεως, προκύπτει ἐκ τοῦ ὅτι ὁ Δημήτριος Ῥάλλης κατῆλθεν ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸν τόπον τῆς ψηφοφορίας χωρὶς νὰ σταθῇ εἰς οὐδὲν μέρος τοῦ χωρίου, παριστάμενος δὲ λαὸς ἦσαν οἱ στρατιῶται καὶ ὁ κ. ἀξιωματικὸς, τινὲς τῶν ἀντιπροσώπων, ὅσοι δὲν εἶχον δαρεῖ καὶ ἐκδιωχθῆ μετὰ τοῦ γραμματέως Γεωργίου Παπαβασιλείου καὶ τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ Τιμολέοντος Φιλήμονος, Ἀλεξίου Ἰωάννου, ὅστις συλληφθεὶς ἀπήχθη δέσμιος εἰς τὸν σταθμὸν τοῦ Σταυροῦ. Ὁ ἐνιστάμενος Δ. Ῥάλλης.» Ἀριθ. 23. Ἡ Ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς ἀνωτέρω γενομένης ἐνστάσεως γνωματεύει, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ δύναμις εἶναι ἀνάγκη νὰ μείνῃ εἰς τὸν τόπον τῆς ψηφοφορίας μέχρι τέλους τῆς ψηφοφορίας, καὶ ὅτι αἱ κλεῖδες τῶν κιβωτίων τῶν καλπῶν εὑρίσκοντο οὐχὶ εἰς χεῖρας τοῦ ἀξιωματικοῦ Ἀξελοῦ, ἀλλ’ εἰς τὰς χεῖρας τοῦ προέδρου, καὶ αἱ σφραγίδες τοῦ σύρματος τοῦ διερχομένου διὰ τῶν ἄκρων τῶν κιβωτίων ἦσαν ἀλύμαντοι. Τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς
Ὁ πρόεδρος
Γ. Σ. ΝΤΑΒΑΡΗΣ.
Τὰ μέλη Ἀναγ. Κόλια Γκίκας, Σπ. Γεωργάκης, Ἀναστ. Νικολός.» Καὶ τελειώνει ἐνταῦθα ἡ τραγικὴ σκηνὴ, ἡ λαβοῦσα χώραν ἐν τῷ δήμῳ Κρωπίας καὶ τῷ ναῷ τοῦ Μαρκοπούλου, ἅμα τῇ ἀφίξει μου. Λοιπὸν εἰσῆλθον ἐν τῷ τόπῳ τῆς ψηφοφορίας χωρὶς νὰ σταματήσω εἰς τὸ χωρίον, ἂν καὶ οἱ χωρικοὶ, οἵτινες εἶχον ἀπομακρυνθῆ τοῦ τόπου τῆς ψηφοφορίας, μὲ ἐκάλουν. Ἀπ’ εὐθείας κατῆλθον εἰς τὸν ναὸν, διότι εἶχον ἐν τῇ διανοίᾳ μου τὴν ἑτέραν τῶν δύω ἐκείνων ἐπιστολῶν, ἃς ἔλαβον παρὰ τοὺς Ἀμπελοκήπους, ἐν ᾗ μοὶ ἔλεγεν ὁ Γ. Παπαβασιλείου, ὁ ἐκδιωχθεὶς γραμματεὺς τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς· «σπεῦσον, θὰ πιάσῃς χειροπιαστὴν τὴν καλπονόθευσιν.» Καὶ ἤλπιζον ὅτι ἤθελον καταφθάσει. Δυστυχῶς τὰ πάντα ἦσαν τετελεσμένα ὅτε ἔφθασα, ὡς πρὸς μίαν τοὐλάχιστον κάλπην. Γνωρίζετε ἤδη ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἐνστάσεών μου τί συνέβη κατὰ τὴν ἄφιξίν μου, γνωρίζετε τὴν σύλληψίν μου καὶ τὴν τοῦ ἀντιπροσώπου μου Κολιοῦ Βλάχου, ἀλλ’ ἅμα ὡς διετυπώθησαν αἱ ἐνστάσεις μου αὗται, παραδόξως ὁ ἀξιωματικός, ὅστις διέταξε τὴν σύλληψίν μου, ὅστις διέταξε τὴν περὶ ταύτης σύνταξιν ἐκθέσεως, συνεπεία τῆς διαταγῆς τοῦ ὁποίου περικυκλώθην ὑπὸ στρατιωτῶν, ἐξέσχισε τὴν ἔκθεσίν του ἐκείνην καὶ μ’ ἀφῆκεν ἐλεύθερον· οὐχὶ δὲ μόνον ἐμὲ, ἀλλὰ καὶ τὸν ἀντιπρόσωπόν μου Κολιὸν Βλάχον, συλληφθέντα μετ’ ἐμὲ, διότι μοὶ ἐνεχείρισεν ἐνώπιον τοῦ ἀξιωματικοῦ καὶ πάντων τῶν ἐν τῷ ναῷ τὴν κλεῖδα τοῦ βʹ. κιβωτίου τῶν καλπῶν, ἣν ἔλαβε κατὰ τὴν γενομένην περὶ τὴν 11 ὥραν π. μ. διακοπὴν, καὶ ἄνευ τῆς ὁποίας, ὡς εὑρισκομένης ἐν τῷ θυλακίῳ τοῦ ἀντιπροσώπου μου τούτου, εὑρέθησαν ὡς ἐκ θαύματος τὰ κιβώτια μετὰ μεσημβρίαν ἠνεῳγμένα. Ἔμεινα τότε πλέον κύριος τοῦ πεδίου, αἱ λόγχαι ἔκυπτον ἐνώπιόν μου, περιποιήσεις δ’ ἀπείρους μοὶ προσέφερον. Ἐξηκολούθησεν ἡ ψηφοφορία, ἀπὸ δὲ τῆς 3 μέχρι τῆς 5 καὶ ½ ὥρας 120 καὶ πλέον ἐκλογεῖς ἐνώπιόν μου ἐψήφισαν. Ἐστάθην πρὸ τῆς κάλπης τοῦ Τιμολ. Φιλήμονος καὶ ἔλεγον πρὸς τοὺς ψηφοφόρους νὰ τὸν ψηφίσωσιν. Οὕτως ὁ Τιμολ. Φιλήμων ἔλαβεν 125 λευκὰς ψήφους, ἐξ ὧν ἀφηρέθησαν ἔτι 28, διότι εὑρέθησαν τοσαῦτα πλεονάζοντα ἐν τῇ κάλπῃ του σφαιρίδια.
§45Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μόνον εἰς τὴν κάλπην τοῦ Φιλήμονος εὑρέθησαν πλεονάζοντα σφαιρίδια;
§46ΡΑΛΛΗΣ. Μόνον εἰς αὐτήν.
§47Α. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἄλλοι πόσας ψήφους ἔλαβον;
§48ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ 620, ὁ Βυθινὸς, προτελευταῖος, 147· τελευταῖος ὁ Φιλήμων 97· ὁ Κολιάτσος 594, καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς. Ἡ τάξις τῶν ὑποψηφίων ἐν τῷ δήμῳ τούτῳ εἶναι αὕτη· πρῶτος ἐγὼ, δεύτερος ὁ Κολιάτσος, τρίτος ὁ Λέκας, τέταρτος ὁ Καλλιφρονᾶς, μετέπειτα οἱ λοιποὶ μὲ διαφορὰν ἀπὸ τοῦ πρώτου μέχρι τοῦ ἕκτου 180 ψήφων, νομίζω.
§49ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσοι ψηφοφόροι εἶναι;
§50ΡΑΛΛΗΣ. 789 ἐψήφισαν, 1400 καὶ πλέον εἶναι οἱ ὅλοι ἐκλογεῖς τοῦ δήμου Κρωπίας.
§51ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι εἰς τὰς κάλπας τῶν ἄλλων δὲν ἔγεινε τίποτε...
§52ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ψηφοφορία ἐξηκολούθει πλέον τακτικῶς. Παρὰ νὰ κάθημαι δ’ εἰς τὴν κάλπην τοῦ Φιλήμονος, ἐνόμισα ὅτι ἀποτελεσματικωτέρα ἤθελεν εἶναι ἡ ἐνέργειά μου, ἐὰν ἐξηρχόμην τοῦ ναοῦ, διότι ἐπτοημένοι οἱ χωρικοὶ δὲν προσήρχοντο πλέον. Ἐξῆλθον λοιπὸν καὶ παρώτρυνα πάντας τοὺς κατοίκους τοῦ Μαρκοπούλου νὰ προσέλθωσι καὶ ψηφίσωσιν· οἱ χωρικοὶ τῆς Κορωπῆς εἶχον ἀπέλθει πλέον, χωρὶς νὰ πλησιάσουν εἰς τὸν τόπον τῆς ψηφοφορίας. Ἅμα δ’ ὡς ἐξῆλθον τοῦ ναοῦ, χωρικός τις μὲ πλησιάζει καὶ μοὶ λέγει· «Ὁ ἀνθυπασπιστὴς Μαργαζᾶς σὲ ζητεῖ.» Μετέβην εἰς τὸ ὑποδειχθέν μοι οἰνοπωλεῖον τοῦ Ἰωάννου Μήτρου Ἠλία, καὶ εἰς παρακείμενον δωμάτιον εὗρον τὸν Μαργαζᾶν. «Μὴ φοβῆσαι, μοὶ εἶπεν, ἡ κάλπη σου δὲν ἐγγίχθη.» Τὸ γεγονὸς τοῦτο διέψευσεν ἐν τῇ ἀνακρίσει του ὁ Μαργαζᾶς. Ὀλίγον μετέπειτα, μόλις εἶχον τελειώσει τὴν ὁμιλίαν μου μὲ τὸν Μαργαζᾶν, καὶ ἕτερος χωρικὸς μὲ πλησιάζει καὶ μοὶ λέγει ὅτι μὲ ζητοῦν. Προσέρχομαι εἰς τὸ ὑποδειχθὲν μοι οἴκημα τοῦ Μήτρου Ἠλία, καὶ ἐντὸς ἀχυρῶνος εὗρον κεκρυμμένον τὸν Κωνσταντῖνον Ῥαζῆν δεκανέα, ὅστις μοὶ λέγει· «Ἐνῷ ἐγὼ ἤμην ἐδῶ, τί ἐφοβεῖσο; Ἡ κάλπη σου δὲν ἐγγίχθη, μόνη τοῦ Φιλήμονος.» Τὰ γεγονότα ταῦτα ὁ δεκανεὺς Ῥαζῆς κατέθηκεν ἐνώπιον τῆς ἀνακριτικῆς ἀρχῆς, ἥτις ἐπελήφθη τῆς ἐξετάσεως τῆς ὅλης ὑποθέσεως τοῦ δήμου Κρωπίας, καὶ τὰ κατέθηκεν ἐνόρκως. Ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον θὰ μάθητε τί συνέβη. Ἐπῆλθεν ἡ ὥρα τῆς διαλογῆς, οἱ ψηφοφόροι τοῦ Μαρκοπούλου εἶχον ἐξαντληθῆ, παρουσιάσθη δὲ ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς ὁ γραμματεὺς τῆς ἀστυνομίας Θωμόπουλος. Τί μοὶ εἶπε, τί τῷ ἀπήντησα, δὲν θὰ ἐκθέσω πρὸς τὸ Σῶμα. Ὡς πρὸς τὸ ἔγκυρον ἢ ἄκυρον τῆς ἐκλογῆς πάντα τὰ μεταξὺ ἐμοῦ καὶ ἐκείνου διατρέξαντα εἶναι ὅλως ἀσήμαντα. Ἐκηρύχθη ἡ λῆξις τῆς ψηφοφορίας, ἀμέσως δ’ ἐζήτησα νὰ καταχωρίσω ἐν τοῖς πρακτικοῖς καὶ κατεχώρισα τὴν ὑπ’ ἀριθ. 25 ἔνστασιν, ἔχουσαν οὕτως· «Ἀριθ. 25. Ὁ ὑποψήφιος Δημήτριος Ῥάλλης, περαιωθείσης τῆς ψηφοφορίας περὶ ὥραν ἕκτην καὶ ἡμίσειαν, ἐδήλωσεν ὅτι ἐνίσταται κατὰ τοῦ ἐγκύρου τῆς ἐκλογῆς, ὡς ἀποτελέσματος νοθείας καὶ βίας.
Ὁ ἐνιστάμενος
Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ.
Οἱ ἀντιπρόσωποι
Κ. Α. ΠΑΠΑΣΙΔΕΡΗΣ.
Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΗΣ.»
Μετὰ δὲ τὴν διατύπωσιν τῆς ἐνστάσεώς μου ταύτης ἐνηργήθη ἡ διαλογὴ κατὰ τάξιν καὶ ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει, εἰς ἑκάστην δὲ πρᾶξιν συνυπέγραφον μετὰ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, τῶν μελῶν τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἄλλων τινῶν ἀντιπροσώπων τῶν λοιπῶν ὑποψηφίων. Ὅτε δὲ μετὰ τὴν διαλογὴν ἁπασῶν τῶν καλπῶν, ἀποτέλεσμα ἀπεδείχθη εἰς μὲν τὴν κάλπην ἐμοῦ 620 λευκαὶ ψῆφοι, εἰς δὲ τὴν τοῦ Τιμολ. Φιλήμονος 96 ἐν ὅλῳ, ὑπηγόρευσα εἰς τὸν γραμματέα τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἐπαναλαβόντα τὰ ἔργα του ἀπὸ τῆς ἀφίξεώς μου, τὴν ἑξῆς δήλωσιν· «Ἐνταῦθα ὁ ὑποψήφιος βουλευτὴς Δ. Γ. Ῥάλλης ἐδήλωσεν ὅτι καθόσον ἀφορᾷ αὐτὸν οὐδὲν κατὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ παρόντος δήμου ἔχει παράπονον, ἀνακαλεῖ δ’ ἐντεῦθεν τὰς ἐνστάσεις του. Συνετάχθη ἡ παροῦσα καὶ ὑπεγράφη.
Ὁ ὑποψήφιος
Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ.»
Ἔχω ἀνάγκην νὰ σᾶς εἴπω τί συνέβαινεν ἐν ἐμοὶ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ὅτε τετρακοσίων χωρικῶν ἀνευφημίαι ἔπληττον τὰ ὦτά μου, ἐπεκρότουν δ’ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τῶν 620 λευκῶν ψήφων, ὅτε ὁ ἀξιωματικός, ὁ θρασὺς ἐκεῖνος, ὅστις διέταξε τὴν σύλληψίν μου, ὅτε ἡ λόγχη τοῦ στρατιώτου ἔκυπτον ἐνώπιόν μου; Ὅτε ὁ γραμματεὺς τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας κύπτων ἐψιθύριζε, «πρῶτος βουλευτὴς Ἀττικῆς;» Ὅτε εἶχον ἐν ἐμοὶ τὴν συνείδησιν τοῦ μεγαλείου τῆς κυριαρχίας τοῦ λαοῦ, ὅστις μοὶ μετέδωκεν ἐξ αὐτῆς διὰ τῆς ψήφου του; Ναί, ὑπερέβην τότε τὸ ὅριον τῆς δικαιοδοσίας μου, καὶ ἐλησμόνησα πρὸς στιγμὴν τὸ καθῆκόν μου. Εὐσπλαγχνίσθην τὸν ἄθλιον ἐκεῖνον, ὅστις διέπραξε τὴν νοθείαν. Ἐλέγξατέ με, ἐπιτιμήσατέ με, ἡ καρδία μου θὰ ὑπάρξῃ πάντοτε πλήρης ἐλέους. Ὑπὸ τοιούτου ὅμως κατεχόμενος αἰσθήματος ἔγραψα τὴν ἀνάκλησιν ἐκείνην, διότι ἐνόμιζον, ἐν ἀγνοίᾳ εὑρισκόμενος τῶν ἐν τῷ δήμῳ Ἀχαρνῶν, ὅτι τὰ διαπραχθέντα ἐν τῷ δήμῳ Κρωπίας δὲν ἤθελον ποσῶς ἐπηρεάσει τὸ γενικὸν ἀποτέλεσμα τοῦ Φιλήμονος. Ἐγνώριζον ὅτι κατὰ χιλιάδας ἤθελεν ὑπερβῆ τοὺς ἄλλους διαγωνιζομένους ἐν Ἀθήναις. Ἐμὲ τὸν δεύτερον ὑπερβαίνει κατὰ 500 ψήφους. Ναί, εὐσπλαγχνίσθην τὸν ἀξιωματικὸν ἐκεῖνον· εἶδον ἐν τῷ προσώπῳ του τὴν μεταμέλειαν, ἐνόμισα δ’ ὅτι ὑπῆρχεν ἐν αὐτῷ καλὴ καρδία. Ἴσως ἐν στιγμῇ παραφορᾶς καὶ φατριασμοῦ παρεσύρθη, εἶπον, καὶ ἐξετέλεσε τὴν ἱεροσυλίαν, ἥτις ἔλαβε χώραν εἰς τὴν κάλπην τοῦ Φιλήμονος. Καὶ ἠθέλησα νὰ τὸν σώσω, ἀνακαλῶν τὰς ἐνστάσεις μου ὡς πρὸς μόνον ἐμέ· ἀλλὰ τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ψηφοφορίας, ὅτε τὰ πάντα ἐγνώσθησαν, ὅτε συνεπεία τῆς ἑτέρας καταστροφῆς, τῆς ἐν τῷ δήμῳ Ἀχαρνῶν, κατωρθώθη ν’ ἀποκλεισθῇ ὁ Τιμολ. Φιλήμων τοῦ βουλευτηρίου, ὅτε ἐδόθη καταγγελία εἰς τὴν εἰσαγγελικὴν ἀρχὴν παρὰ τοῦ Πλάτωνος Παπαδιαμαντοπούλου, ὅτε προσεκλήθην ἐνώπιον τῆς ἀρχῆς ταύτης ὡς κύριος μάρτυς τῆς ὑποθέσεως, ὅπως καταθέσω πᾶν ὅ,τι διὰ τῶν ἰδίων μου αἰσθήσεων ἀντελήφθην, πᾶν ὅ,τι διὰ τῶν ἰδίων μου ὀφθαλμῶν εἶδον, νὰ τὸ καταθέσω ἐνόρκως, κατέθηκα ἀκριβῶς τὴν ἀλήθειαν, καί τοι γνωρίζων ὅτι ἤθελον μοὶ ἀντιτάξει τὴν ἀνάκλησιν τῶν ἐνστάσεών μου, παρερμηνεύοντες αὐτὴν, καθόσον αὕτη ἀπέβλεπε καθαρῶς τὸ ἄτομόν μου. Κατέθηκα δὲ παρὰ τῷ ἀνακριτῇ τὰς ἐπιστολὰς ἁπάσας, αἵτινες προεκάλεσαν τὴν εἰς τὸν δῆμον Κρωπίας μετάβασίν μου, κατέθηκα εἰς τὰς χεῖρας αὐτοῦ τὴν κλεῖδα, δι’ ἧς εἶχε κλεισθῆ κατὰ τὴν διακοπὴν τὸ δεύτερον κιβώτιον τῶν καλπῶν, ὅπερ οὐχ ἧττον ἄνευ αὐτῆς εὑρέθη ἠνεῳγμένον μετὰ μεσημβρίαν. Κατέθηκα τὸν ἱσπανικὸν κηρὸν, δι’ οὗ ἐτέθη πάλιν εἰς τὸ ἄκρον τοῦ σύρματος ἡ σφραγίς· κατέθηκα τὸ κηρίον, ὅπερ ἤναψαν διὰ νὰ ἐπιθέσουν τὴν νέαν σφραγῖδα, καὶ τὸ ὁποῖον εὑρέθη μετὰ τοῦ ἰσπανικοῦ κηροῦ ἐπὶ τῆς τραπέζης τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐξέθηκα τῷ ἀνακριτῇ τὴν μεταξὺ τοῦ Μαργαζᾶ καὶ ἐμοῦ, τὴν μεταξὺ τοῦ Ῥαζῆ καὶ ἐμοῦ συνομιλίαν, ἐπεκαλέσθην μάρτυρας τοὺς χωρικοὺς, οἵτινες μοὶ ἀνήγγειλαν ὅτι μὲ ἐζήτουν ὁ ἀνθυπασπιστὴς καὶ ὁ δεκανεὺς, ἐπεκαλέσθην τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἀντιπροσώπου μου Κολιοῦ Βλάχου, ὅστις μοὶ ἔδωκε τὴν κλεῖδα ἐνώπιον τοῦ Ἀξελοῦ καὶ πάντων τῶν ἐν τῷ ναῷ, καὶ ὅστις συνεπείᾳ τούτου συνελήφθη, ἐπεκαλέσθην μάρτυρας πλείστους χωρικοὺς, ὧν τινες μὲν μὲ εἶδον συνομιλοῦντα μετὰ τοῦ Μαργαζᾶ καὶ τοῦ Ῥαζῆ, ἄλλοι δ’ ἐγνώριζον λεπτομερῶς τὰ τῆς νοθείας. Ἡ ἀνάκρισις ἐξηκολούθησε· πολλοὶ ἐξητάσθησαν μάρτυρες, ἐξεδόθη τέλος ἓν βούλευμα τοῦ συμβουλίου τῶν ἐν Ἀθήναις πλημμελειοδικῶν, ἀπολῦον τὸν Νικόλαον Ἀξελὸν τῆς κατ’ αὐτοῦ κατηγορίας διὰ νοθείαν, ἐπέμβασιν, αἰκίας ἐπενεχθείσας κατὰ τὴν ψηφοφορίαν. Ἐνταῦθα ὤφειλον, κύριοι, νὰ καταστρέψω τὸν λόγον· τὰ αἴσχη τὰ διαπραχθέντα ἐν τῇ προανακρίσει, καὶ ὧν πόρισμα τὸ βούλευμα τοῦτο, δὲν ἔπρεπεν ἐγὼ νὰ ἐκτυλίξω ἐνώπιον ὑμῶν. Ἡ θέσις μου καὶ τὸ ἐπάγγελμά μου μοὶ ἐπιβάλλουσιν ὡς καθῆκον τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν ν’ ἀνεγείρω καὶ καταστήσω τὸ ἐπ’ ἐμοὶ σεβαστήν. Ὅπου τὰ ἡμέτερα κεῖνται, καὶ πάντες ἔχετε τὴν συνείδησιν τούτου, ὅπου τὰ ἡμέτερα κεῖνται, μόνον καταφύγιον ἐναπομένει ἡ δικαστικὴ ἐξουσία· τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι ἀπεδείχθη πρὸ πολλοῦ γράμμα ἄσημον καὶ νεκρόν. Ἐὰν καὶ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία καταπέσῃ, τετέλεσται διὰ τὸ ἤδη σεσηπὼς σκάφος τῆς πολιτείας ἡμῶν. Ἀντὶ νὰ ἐκτυλίξω λοιπὸν ἐνώπιον ὑμῶν ὤφειλον νὰ προσπαθήσω νὰ κρύψω τὰ ἐν τοῖς κόλποις τῆς δικαιοσύνης λαβόντα χώραν αἴσχη. Ἀλλ’ ἐὰν στρατιωτικὸς ἢ πολιτικὸς ἐγκληματήσῃ, ἐνέχεται τάχα διὰ τὸ ἔγκλημά του ὁλόκληρος ἡ τάξις, εἰς ἣν ἀνήκει; Ἐὰν δὲ ὄχι, πῶς θὰ κρίνωμεν ἄλλως περὶ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας; Εἰσεχώρησαν βεβαίως καὶ ἐν αὐτῇ ἀνδράρια ἀνάξια καὶ τοῦ προορισμοῦ των, καὶ τῆς ἀποστολῆς των, καὶ τῆς ὑψηλῆς θέσεως ἣν κατέχουσιν, ἀλλὰ ταῦτα ἀποτελοῦσι τὴν ἐξαίρεσιν. Τὰ ἄτομα ταῦτα θέλουσιν ἐκλείψει, ἡ δὲ δικαστικὴ ἐξουσία ἀλώβητος, ἀνεξάρτητος, ἀξιοπρεπὴς καὶ ἀφατρίαστος θὰ καταστῇ μετ’ ὀλίγον ἡ ἀληθὴς ἄγκυρα τῆς κλυδωνιζομένης πατρίδος. Τὰ ἐν τῇ προανακρίσει λαβόντα χώραν ὄργια, ὡς καὶ τὰ ἐν γένει κατὰ τὴν ἐκλογὴν, ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω πάντα ἐνώπιον τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος. Εἶμαι δὲ εὐτυχὴς σήμερον, ἀπολογούμενος ὑπὲρ τῆς ἐπαρχίας μου ὅτι ἐπιτελῶ ἐντολὴν, ἣν θεωρῶ ἱεράν. Ἐνετείλατό μοι ὁ βασιλεὺς νὰ ἐκθέσω ἐν τῇ Βουλῇ πανθ’ ὅσα ἐξέθηκα Αὐτῷ. Προβαίνων δ’ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς δι’ ἐμὲ ἱερᾶς ταύτης ἐντολῆς σπεύδω νὰ συμπληρώσω τὰς εἰδήσεις, ἃς πρὸς τὸ Σῶμα ἔδωκα. Τὴν ἔγκλησιν τοῦ δικηγόρου Π. Παπαδιαμαντοπούλου, δι’ ἧς κατήγγειλεν οὗτος τὸν ἀνθυπολοχαγὸν Ν. Ἀξελὸν ὡς καὶ δύω ἐκ τῶν μελῶν τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ δήμου Κρωπίας, ὁ εἰσαγγελεὺς ἀπέστειλεν, ὅπως ἐνεργήσῃ τὴν ἐπ’ αὐτῆς προανάκρισιν, εἰς τὸν ἀνακριτὴν Ἀναστάσιον Παπαπάνον. Ἀλλ’ οὗτος τὴν ἐπιοῦσαν ἔλαβε ἄδειαν ἀπουσίας, ἀνετέθη δ’ ἡ ἀνάκρισις κατ’ ἀρχὰς μὲν εἰς τὸν ἀνακριτὴν Δ. Βαρνακιώτην, ἔπειτα δ’ εἰς τὸν Ἀραβαντινόν· καὶ παρὰ τούτου ἀνεκρίθην καὶ ἐγὼ ὡς καὶ ὁ δεκανεὺς Ῥαζῆς. Μετά τινας ὅμως ἡμέρας ἡ ἀνάκρισις ἀφῃρέθη ἀπὸ τὸν Ἀραβαντινὸν καὶ ἀνετέθη τῷ ἀνακριτῇ Βαρνακιώτῃ. Μετέβην παρὰ τῷ εἰσαγγελεῖ καὶ παρεπονέθην διὰ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἀνακριτοῦ. Ὅσοι διήλθατε τὰς ἡμέρας ἐκείνας ἐκ τῆς ἀνακρίσεως, θέλετε μὲ δικαιώσει· ἡ ἀνάκρισις καὶ τὸ γραφεῖον τοῦ ἀνακριτοῦ εἶχον καταντήσει στρατιωτικὸς σταθμός. Ὁ εἰσαγγελεὺς, εἰς ἀπάντησιν τοῦ παραπόνου μου, μοὶ ἐπέδειξεν ἔγγραφον τοῦ Ἀραβαντινοῦ, δι’ οὗ ἔλεγεν, ὅτι ἀσθενῶν δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀνάκρισιν. Ἐσιώπησα πρὸ τοῦ τοιούτου ἐπιχειρήματος· τὴν αὐτὴν ὅμως ἑσπέραν ἀπήντησα εἰς τὸν περίπατον τὸ Ἀραβαντινὸν, ὑγιᾶ, τὸν ἤλεγξα δὲ διὰ τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς θέσεώς του. Μοὶ ἀπήντησεν — ἐναύλους ἔχω εἰς τὰς ἀκοάς μου τὰς λέξεις, ἃς ἐπρόφερεν· ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως ἐπεκαλέσθην τὴν μαρτυρίαν του, τὴν ἐπικαλοῦμαι καὶ σήμερον ἐνώπιον ὑμῶν — μοὶ ἀπήντησε· «Δὲν δύναμαι νὰ ἐξακολουθήσω ἀνάκρισιν, ὅταν βλέπω τὸν ἐπιφορτισμένον τὴν καταδίωξιν τοῦ ἐγκλήματος νὰ προσπαθῇ νὰ τὸ καλύψῃ.» Ἐσιώπησα. Ἡ ἀνάκρισις ὅμως ἐξηκολούθει· ὅταν δὲ τοιαῦτα ἐλάμβανον χώραν ἐν αὐτῇ, τελευταῖον μέσον σωτηρίας ἀπέμενε νὰ παραστῇ τις ὡς ἰδιώτης κατήγορος. Ἀφοῦ δ’ οἱ ἔχοντες ἄμεσον συμφέρον δὲν ἠθέλησαν νὰ τὸ πράξωσι, δι’ ἐγκλήσεως πρὸς τὸν κ. Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ἀθήναις πλημμελειοδικῶν κατήγγειλα τὸν Νικόλαον Ἀξελὸν καὶ δύω μέλη τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς διὰ καλπονόθευσιν, διαπραχθεῖσαν ἐν τῇ κάλπῃ τοῦ Τιμολ. Φιλήμονος, συγχρόνως δ’ ἐδήλωσα, ὅτι προτίθεμαι νὰ παραστῶ ὡς ἰδιώτης κατήγορος. Ἡ δήλωσίς μου αὕτη ὑπεβλήθη εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν ἐν Ἀθήναις πλημμελειοδικῶν, συνώδευσε δ’ αὐτὴν ὁ εἰσαγγελεὺς μὲ πρότασιν, δι’ ἧς ᾐτήσατο ν’ ἀποῤῥιφθῇ ὡς ἀπαράδεκτος, καθόσον δὲν εἶχον προλάβει νὰ ζητήσω νὰ παρασταθῶ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ ἰδιώτου κατηγόρου ἅμα τῇ ἐνάρξει τῆς ἀνακρίσεως. Τὴν δήλωσίν μου ταύτην ἀπέῤῥιψε τὸ συμβούλιον τῶν πλημμελειοδικῶν, ὄχι πλέον διὰ τὸν ἐν τῇ προτάσει τοῦ εἰσαγγελέως λόγον, ἀλλὰ διότι ἔκρινεν ὅτι δὲν εἶχον ἔννομον συμφέρον, ἀφοῦ διὰ τῆς ἐγκλήσεώς μου ἰσχυριζόμην ὅτι ἡ νοθεία διεπράχθη μόνον εἰς τὴν κάλπην τοῦ Τιμολ. Φιλήμονος. Εὐκόλως ἐννοεῖ τις, κύριοι, τὸ βούλευμα τοῦ Συμβουλίου, ὅταν γνωρίζει ὅτι ἡ ἰδιωτικὴ κατηγορία βάσιν ἔχει τὸ εἰς ἀγωγὴν περὶ ἀποζημιώσεως δικαίωμα, οὐδὲ δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἄνευ ἐννόμου ἰδιωτικοῦ συμφέροντος. Δὲν ἔλαβεν ὅμως ὑπ’ ὄψιν τὸ Συμβούλιον, ὅτι διὰ τῆς νοθείας ἐβλάβησαν τὰ δικαιώματά μου ὡς ἐκλογέως, ἀπεφήνατο δ’ ἑπομένως τὴν παράστασίν μου ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ ἰδιώτου κατηγόρου ἀπαράδεκτον. Ἀπέῤῥιψε δὲ συγχρόνως ὁλόκληρον τὴν ἔγκλησίν μου διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθμ. 581 βουλεύματός του, οὗ τὸ διατακτικὸν ἔχει πράγματι ὡς ἑξῆς· «Διὰ ταῦτα ἀποῤῥίπτει τὴν ἀνωτέρω ἔγκλησιν ἢ αἴτησιν τοῦ Δ. Ῥάλλη.» Ὅταν δ’ εἶδον ἀποῤῥιπτομένην τὴν ἔγκλησίν μου, ἐνόμισα ὅτι ἠδυνάμην νὰ στηρίξω κατὰ τοῦ βουλεύματος τῶν πλημμελειοδικῶν, ὡς ὁριστικοῦ, ἀνακοπὴν, νὰ θέσω δ’ οὕτω τὸ Συμβούλιον τῶν ἐφετῶν εἰς θέσιν νὰ κρίνῃ ἐὰν ἡ βλάβη τῶν δικαιωμάτων μου ὡς ἐκλογέως δὲν μοὶ ἔδιδε δικαίωμα νὰ παραστῶ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ ἰδιώτου κατηγόρου. Ἀνέκοψα λοιπὸν τὸ βούλευμα τῶν πλημμελειοδικῶν ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Ἀθήναις ἐφετῶν. Ἀλλὰ τὸ Συμβούλιον αὐτῶν ἀπεφήνατο τὸ βούλευμα τῶν πλημμελειοδικῶν ἁπλῶς προπαρασκευαστικόν· οὐδ’ ἐπελήφθη τῆς ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος, ἐὰν εἶχον δικαίωμα εἰς παράστασιν ὡς ἰδιώτης κατήγορος, καὶ ἀπέῤῥιψε διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 221 βουλεύματός του τὴν ἀνακοπήν μου ὡς ἀπαράδεκτον. Τότε ἐσιώπησα πλέον, ἀφῆκα τὰ πράγματα νὰ τρέξωσι τὸν ῥοῦν των, ἀναμένων τὴν ἔκδοσιν τοῦ ὁριστικοῦ βουλεύματος. Ἡ στρατιωτικὴ πολιορκία ἐξηκολούθησεν ἐν τῷ γραφείῳ τῆς ἀνακρίσεως, ἔντιμοι δ’ ἐφέται καὶ δικασταὶ, ὧν τὰ ὀνόματα δὲν μνημονεύω, διότι φοβοῦμαι μὴ τοὺς βλάψω, μοὶ ἐμήνυσαν τὰ αὐτόθι λαβόντα χώραν. Αἱ κλήσεις πρὸς τοὺς μάρτυρας δὲν ἐστέλλοντο διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος· τὰς ἐλάμβανεν ὁ ἀνθυπασπιστὴς Μαργαζᾶς, τὰς ἐπέδιδεν ὁ ἴδιος πρὸς τοὺς μάρτυρας, οὓς συνώδευε καὶ ὡδήγει μέχρι τῆς θύρας τῆς ἀνακρίσεως. Ἐκεῖ τοὺς μάρτυρας παρελάμβανεν ὁ Ἀξελὸς καὶ μετ’ αὐτὸν ὁ ἀνακριτὴς Δ. Βαρνακιώτης. Ἕν μόνον παράδειγμα, τὸ τοῦ δεκανέως Κωνσταντίνου Ῥαζῆ, θέλει σᾶς πείσει περὶ τῶν συμβάντων. Ὁ Κωνστ. Ῥαζῆς προσῆλθε μετ’ ἐμὲ ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ Ἀραβαντινοῦ καὶ κατέθηκε συμφώνως πρὸς ὅσα καὶ ἐγὼ εἶχον ἐκθέσει ἐπικαλεσθεὶς ἐν τῇ καταθέσει μου τὴν μαρτυρίαν του. Ἀλλὰ τὴν ἐπιοῦσαν ἢ μετεπιοῦσαν προσέρχεται ἐκ νέου καὶ αὐτόκλητος ὁ Κωνσταντῖνος Ῥαζῆς ἐνώπιον τοῦ αὐτοῦ ἀνακριτοῦ Ἀραβαντινοῦ, καὶ ζητεῖ νὰ προσθέσῃ δύω τινὰ ἐν τῇ καταθέσει του· ά) ὅτι δὲν μοὶ εἶπε κατ’ ἰδίαν, νὰ μείνω ἥσυχος διότι ἡ κάλπη μου δὲν ἐγγίχθη, ἀλλὰ μόνον τοῦ Φιλήμονος, καὶ βʹ) ὅτι ὅσα κατέθηκε, τὰ κατέθηκε διότι τέσσαρες πολιτικοὶ τὸν ἠπείλησαν. Ἐν τῇ ταραχῇ του τὴν λέξιν πολιτικοὶ ἀντικατέστησε διὰ τῆς λέξεως χωρικοί. Οἱ δυστυχεῖς, ἀπειλοῦν τώρα καὶ τοὺς δεκανεῖς! Πῶς δὲ γνωρίζω ταῦτα πάντα; Ὁ Κωνσταντῖνος Ῥαζῆς ἐξῆλθε τῆς ἀνακρίσεως τὴν ἑνδεκάτην ὥραν π. μ., καὶ τὴν μεσημβρίαν εὑρίσκετο παρ’ ἐμοί. Ὁ ἀγαθὸς ἐκεῖνος στρατιώτης ἐδειλίασε πρὸ τῆς ἀπειλῆς τῆς καταστροφῆς τῆς ἰδίας του οἰκογενείας, διότι εἶχε πατέρα ὑπάλληλον, ἀποζῶντα ἐκ τοῦ μισθοῦ του πολυμελῆ οἰκογένειαν. Ἀλλ’ ὡς ἀπηλλάγη τοῦ Ἐφιάλτου ὅστις τὸν ἐπίεζεν, ἀνέλαβε τὸ θάῤῥος του, προσελθὼν δὲ παρ’ ἐμοί, μοὶ διηγήθη ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους τὰ διατρέξαντα, πρὸς δὲ μοὶ ἐνεχείρισεν ἔγγραφον ὑπόμνημα, ἐν ᾧ ἐξετίθεντο ταῦτα εἰλικρινῶς καὶ λεπτομερῶς, καὶ ἀπῆλθεν. Ἐν τῷ ὑπομνήματί του ὁ Ῥαζῆς ἐξέθετεν, ὅτι προσκληθεὶς παρὰ τοῦ ἀνακριτοῦ Ἀραβαντινοῦ κατέθηκεν ὅσα ἐγνώριζε περὶ τῆς νοθείας τοῦ δήμου Κρωπίας· ἀλλ’ ὅτι μόλις τὴν ἐπιοῦσαν εἶχε φθάσει εἰς Κηφισίαν, ὅπως ἐκεῖθεν ἀναχωρήσῃ διὰ τὸν σταθμόν του, διότι ἀνήκει εἰς τὸ μεταβατικὸν Ἀττικῆς, καὶ περὶ τὸ μεσονύκτιον ἀφίχθη ἐφ’ ἁμάξης ὁ Ἀξελὸς, ὅστις λαβὼν αὐτὸν κατὰ μέρος τὸν ἠπείλησεν, ὅτι αὐτὸς μὲν θὰ μετατεθῇ εἰς τὰ εὐζωνικὰ τάγματα ὡς ἁπλοῦς στρατιώτης, ὁ δὲ πατήρ του θ’ ἀπολυθῇ τῆς ὑπηρεσίας. Τῷ προσέθηκεν ὅτι, πρὸς ἀποσόβησιν τῆς καταστροφῆς, ὀφείλει νὰ προσέλθῃ ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ καὶ ν’ ἀναιρέσῃ ἐκ τῆς πρώτης καταθέσεώς του ὅσα πρὸ ὀλίγου ἐξέθηκα ὑμῖν. Ὅτι πτοηθεὶς ἐκ τῆς ἀπειλούσης τὴν οἰκογένειάν του καταστροφῆς συγκατετέθη, καὶ τὴν ἐπιοῦσαν λίαν πρωῒ κατῆλθεν εἰς Ἀθήνας, συνοδευθεὶς παρὰ τοῦ Ἀξελοῦ μέχρι τῆς θύρας τῆς ἀνακρίσεως, ὅπου εἰσελθὼν ἔκαμε τὴν ἐπιβληθεῖσαν αὐτῷ ἀνάκλησιν. Τὸ ὑπόμνημα τοῦτο λαβὼν εἰς χεῖρας μετέβην αὐθωρεὶ παρὰ τῷ εἰσαγγελεῖ τῶν πλημμελειοδικῶν, εἰς ὃν ἀνέγνωσα αὐτὸ ὁλόκληρον. Ἀφοῦ δὲ τῷ διηγήθην ὅσα περὶ τῆς ἀνακρίσεως ἐγνώριζον ὡς συμβαίνοντα, τῷ προσέθηκα· «εἶσαι ἐν γνώσει τῶν διατρεχόντων, σὲ καθιστῶ ὑπεύθυνον διὰ πᾶν ὅ,τι ἤθελε συμβῇ.» Ἤδη ἀποτίει τὴν εὐθύνην, δι’ ἧς τὸν ἠπείλησα. Δὲν ἐνεπιστεύθην δ’ αὐτῷ τὸ ὑπόμνημα. Ἀλλ’ ἀμέσως μετὰ ταῦτα μετέβην παρὰ τῷ εἰσαγγελεῖ τῶν ἐφετῶν κ. Λουριώτῃ, ἀναγνώσας δ’ ἐπίσης αὐτῷ τὸ ὑπόμνημα τοῦ Κ. Ῥαζῆ, τῷ τὸ ἐνεχείρησα, διότι πλήρη πεποίθησιν ἔχω εἰς τὸν χαρακτῆρα τοῦ δικαστικοῦ τούτου ὑπαλλήλου. Ἤδη εὑρίσκεται ἐντὸς τῆς δικογραφίας τῆς ὑπὸ διάσκεψιν ἐν τῷ συμβουλίῳ τῶν ἐφετῶν, λυποῦμαι δὲ μόνον ὅτι δὲν ἐτήρησα ἀντίγραφον τοῦ ὑπομνήματος τούτου, ὅπως τὸ ἀναγνώσω ὑμῖν ὁλόκληρον. Ὅταν τοιαῦτα διεπράττοντο ἐν τῇ ἀνακρίσει, τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς ἦν πρόδηλον, καὶ πόρισμα τὸ ὑπ’ ἀριθ. 712 βούλευμα τοῦ συμβουλίου τῶν ἐν Ἀθήναις πλημμελειοδικῶν. Ἐπιτρέψατέ μοι ν’ ἀναγνώσω τὸ σκεπτικὸν αὐτοῦ. Μήτε ἓν κἂν λεπτὸν τῆς ὥρας θέλω δαπανήσει πρὸς τοῦτο. «Ἐπειδὴ οἱ ἐν τῇ τοῦ εἰσαγγελέως προεκτεθείσει προτάσει ἀναφερόμενοι λόγοι εἰσὶν ὀρθοὶ, νόμιμοι καὶ σύμφωνοι μὲ τὰ ἐκ τῆς ἐνεργηθείσης ἀνακρίσεως προκύψαντα περιστατικὰ, ὡς τοιοῦτοι δὲ παραδεκτοὶ καθίστανται καὶ παρὰ τοῦ συμβουλίου τούτου.» «Διὰ ταῦτα, «Ἰδὸν καὶ τὸ ἄρθρον 251 § 1 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. «Ἀποφαίνεται ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ πρὸς κατηγορίαν κατὰ τοῦ Ν. Ἀξελοῦ, ἀνθυπολοχαγοῦ τοῦ πεζικοῦ τάγματος, κατηγορουμένου ἐπὶ παραβάσει τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, διαπραχθείσῃ ἐν Μαρκοπούλῳ κατὰ τὴν 26 Ἰουνίου ε. ε., ἤτοι κατὰ τὴν ἐνεργουμένην τότε ἐν τῷ δήμῳ Κρωπίας βουλευτικὴν ἐκλογὴν, ὡς καὶ κατὰ τῶν Σ. Γεωργάκη, Ἀναγνώστου Κόλια Γκίκα, μελῶν τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς.» Ἐγένετο καὶ ἐξεδόθη ἐν Ἀθήναις, τὴν 19 Σεπτεμβρίου 1874. Οἱ δικασταὶ ......... Δὲν ἀνέγνωσα τὰ ὀνόματα αὐτῶν, διότι δύω ἐκ τῶν τριῶν εἶναι ἔντιμοι ἄνθρωποι. Ὠλιγώρησαν ὅμως, ἂς μοὶ ἐπιτρέψωσι νὰ τοῖς τὸ εἴπω, περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός των, ἢ .... δὲν προσθέτω τι πλέον. Ὅταν τὸ βούλευμα τοῦτο ἐξεδόθη, ἤμην βέβαιος ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι ὁ εἰσαγγελεὺς δὲν ἤθελε τὸ ἀνακόψει, ἂν καὶ εἶχε γνῶσιν τοῦ ὑπομνήματος τοῦ Ῥαζῆ, ὅπερ εἰς οὐδὲν ἕτερον ἐχρησίμευσεν, ἢ νὰ καταστήσῃ αὐτὸν ὕποπτον καὶ ἀναξιόπιστον εἰς τὰ ὄμματα τῆς δικαιοσύνης, καίτοι οὐδεμία κατ’ αὐτοῦ διετάχθη καταδίωξις διὰ παράβασιν τῆς διὰ χειραψίας ὑποσχέσεως. Πρὸς κρείττονα δ’ ἐκτίμησιν τοῦ βουλεύματος, ἀναφέρω ὑμῖν ὅτι οἱ σπουδαιότεροι μάρτυρες οὐδὲ κἂν μνημονεύονται ἐν αὐτῷ, ὡς ὁ ἀντιπρόσωπός μου Κολιὸς Βλάχος, ὅστις εἶχε τὴν κλεῖδα τοῦ δευτέρου κιβωτίου, ἀφ’ ἑτέρου δ’ ὅτι πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ἀθωότητος τοῦ Ν. Ἀξελοῦ, ὁ εἰσαγγελεὺς ἐπικαλεῖται ἐν τῇ προτάσει του τὰς καταθέσεις τῶν συγκατηγορουμένων Ἀναγνώστου Κόλια Γκίκα καὶ Σπυρίδωνος Γεωργάκη! Λοιπὸν δὲν ἀνέμενον ν’ ἀνακόψῃ ἡ εἰσαγγελία τὸ βούλευμα· τὸ ἀνέκοψα ὅθεν ἐγὼ, δηλώσας ὅτι ἐννοῶ νὰ παραστῶ ὡς ἰδιώτης κατήγορος, καὶ προσφερθεὶς εἰς τὴν πληρωμὴν πάσης δαπάνης τοῦ δημοσίου καὶ πάσης ζημίας τοῦ κατηγορουμένου. Ἐσχάτως προσεκλήθην ὅπως ὑποστηρίξω ἐνώπιον τοῦ συμβουλίου τῶν ἐφετῶν τὴν ἀνακοπήν μου ταύτην· τὸ βούλευμα δὲν ἐξεδόθη εἰσέτι, εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις ὑπὸ διάσκεψιν. Ποῖον ἔσεται τὸ ἀποτέλεσμα δὲν γνωρίζω, καθόσον ἐκτὸς ἄλλων ἀπαραδέκτων ἀντιταχθέντων κατὰ τῆς ἀνακοπῆς μου, παρεμπίπτει καὶ τὸ ζήτημα, ἐὰν προκειμένου περὶ δικαιωμάτων πολιτικῶν, ἅτινα χαρακτηρίζονται ὡς ἀδιατίμητα, ἔχῃ τις τὸ δικαίωμα νὰ παραστῇ ὡς ἰδιώτης κατήγορος. Πάσας τὰς λεπτομερείας ταύτας, ἐκτὸς τῶν ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ βουλεύματος, ἐξέθηκα, ὡς προεῖπον, τῷ ἀνωτάτῳ ἄρχοντι. Ἐὰν ἡ διόρθωσις δὲν ἐπῆλθεν εἰσέτι, ἐγὼ πταίω, διότι δὲν κατώρθωσα νὰ καταστῶ πιστευτὸς, ἢ ὁ Βασιλεὺς θέλει νὰ γνωρίσῃ τὸ μέτρον τῆς ἀφοσιώσεως τοῦ λαοῦ του. Καὶ δυνάμεθα νὰ καυχώμεθα δι’ αὐτὴν, κύριοι· ἡ ἀφοσίωσις τοῦ λαοῦ διὰ τὸν συνταγματικὸν θρόνον τοῦ Βασιλέως Γεωργίου εἶναι ἄπειρος· διότι οὐδεὶς λαὸς ἤθελεν ὑπομείνει τὰ μαρτύρια, ἅτινα ὑφίσταται σήμερον ὁ Ἑλληνικός. Ἐπικυρώσατε τώρα, ἐὰν θέλετε, τοὺς δήμους Ἀχαρνῶν καὶ Κρωπίας, ἀκυρώσατε τὸν δῆμον Ἀθηναίων. Εἴπατε εἰς τὸν λαὸν τῶν Ἀθηνῶν· «Βάρβαρε λαὲ, τὴν ἰδιοκτησίαν σου ἠσφαλίσαμεν, τὴν τιμήν σου καὶ τὴν περιουσίαν σου δὲν παρεδώκαμεν εἰς χεῖρας ἀνικάνων καὶ ἀνηθίκων δικαστῶν, πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν τιμαλφεστέρων δικαιωμάτων σου, εὕρομεν τὸ μοναδικὸν ἴσως καύχημα τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Σὺ δὲ πῶς ἀπέδωκας ἡμῖν πάσας τὰς χάριτας ταύτας; Σὺ τοὺς εὐνοουμένους ἡμῶν δὲν ἠθέλησας νὰ ἐκλέξῃς, προετίμησας ἐκείνους, οἵτινες νυχθημερὸν ἐργάζονται ὑπὲρ σοῦ, ὑπὲρ τῆς ἐπαρχίας. Ἀχάριστε! θὰ τιμωρηθῇς. Σὺ ἀνήγειρας τὸ βῆμα τοῦτο τὸ 43, σὺ ἀνεστήλωσας αὐτὸ τὸ 62, οἱ ἀντιπρόσωποί σου ὅμως δὲν θέλουν παρακαθήσει ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ.» Ναὶ, φίλε κύριε Λέκα, τὸ ποτήριον εἶναι πικρὸν διὰ λαὸν εὐγενῆ καὶ εὐάγωγον, οἷος ὁ τῶν Ἀθηνῶν. Θὰ τὸ πίῃ καρτερικῶς, ἀνδρικῶς. Ἐργαζόμενος σήμερον ἀποτίει τοὺς φόρους. Ὅταν ὅμως ἐπέλθῃ πάλιν ἡ ὥρα τῆς ἐνασκήσεως τοῦ δικαιώματός του, νέον τότε θὰ καταφέρῃ ῥάπισμα κατὰ προσώπου τῶν σφετεριστῶν τῶν ἰδίων του δικαίων. Τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα δύω κυρίως ἔχει βάσεις, τὴν καλὴν πίστιν τῶν καθεστηκυιῶν ἐξουσιῶν καὶ τὸ ἐλεύθερον φρόνημα τῶν πολιτευομένων· ἐὰν ἡ μία τῶν βάσεων τούτων ἐκλείψῃ, ἐν συνταγματικῇ πολιτείᾳ θέλετε ἔχει τὸ χάος πλῆρες. Καὶ ἐὰν μὲν ἡ πρώτη, ἐὰν ἡ καλὴ πίστις τῶν καθεστηκυιῶν ἐξουσιῶν, ἐκεῖ ὅπου ὁ νομοθέτης ἐπεζήτησε τὴν ἁρμονίαν, τὴν ἐγγύησιν τῆς τάξεως, τὸν ἤπιον συναγωνισμόν, πρὸς ὃν πάντες οἱ ἐλεύθεροι λαοὶ ὡς πρὸς ἄγκυραν ἀσφαλείας προσβλέπουσι, θέλετε ἔχει φοβερὰν πάλην, εἰς τὴν ἀποῤῥόφησιν τῆς μιᾶς ἐξουσίας ὑπὸ τῆς ἑτέρας τείνουσαν. Ἐὰν δὲ ἡ δευτέρα βάσις ἐκλείψῃ, ἐὰν τὸ ἐλεύθερον φρόνημα καταπέσῃ, ὁ ἐλεύθερος καθίσταται δοῦλος, εἰς τὴν σύνεσιν τῶν πλειόνων μία ὑποκαθίσταται θέλησις, ἡ τῆς αὐθαιρεσίας, καὶ αὕτη ἄνευ εὐθύνης· διότι ἡ εὐθύνη αὐτῆς θὰ μερίζηται μεταξὺ τῶν πλειόνων, θὰ κρύπτεται ὄπισθεν τῆς εὐθύνης ἐκείνων, οἵτινες ἐγκλημάτησαν ἀνεχόμενοι τὴν αὐθαίρετον ἐκείνην θέλησιν, οὐδὲ προσεπάθησαν νὰ τὴν ἀναχαιτίσωσιν. Ἀλλ’ ὁποία τις ἡ πολιτεία, ἐν ᾗ εἰς τὴν καλὴν πίστιν ὑπεκατέστη ὁ δόλος καὶ τὸ ἔγκλημα, εἰς τὸ ἐλεύθερον φρόνημα ἡ εὐτέλεια, τὸ δέος, τὸ συμφέρον τὸ ἀτομικόν, ἡ αἰσχροκέρδεια; Καὶ ὅμως τοιαύτη ἡ πολιτεία ἡμῶν σήμερον λέγεται. Λέγουσιν ὅτι περιδεεῖς καὶ πεφοβισμένοι προσβλέπομεν πρὸς τὴν αὐθαίρετον ἐκείνην θέλησιν, ἥτις, μὲ τὰς ὑπουργικὰς ἐγκυκλίους εἰς χεῖρας, ζητεῖ νὰ καταστρέψῃ τὰ τιμαλφέστερα δικαιώματα τοῦ λαοῦ, ἥτις διὰ τῶν συνταγματικῶν δῆθεν τύπων τῶν ἰδίων της κακοπραγιῶν ἐπὶ τοὺς πολλοὺς προσπαθεῖ νὰ ἐπιῤῥίψῃ τὴν εὐθύνην. Ἡ πολιτεία ἡμῶν πρὸ χρόνου πολλοῦ ἐχαρακτηρίσθη παρὰ τῶν ἐλευθέρων λαῶν παρῳδία συνταγματικὴ, σήμερον πρόκειται νὰ τεθῇ τὸ ἐπιστέγασμα. Ὁ δόλος καὶ τὸ ἔγκλημα συνετέλεσαν ἤδη τὸ ἔργον των, ἴδωμεν ἐὰν ἡ εὐτέλεια, τὸ δέος, ἡ χαμέρπεια, ἡ αἰσχροκέρδεια θὰ ἔλθωσι νὰ τὸ συμπληρώσωσιν, ἐὰν θὰ κατισχύσωσι τοῦ δικαίου ἀγῶνος (εὖγε, εὖγε).
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ παρῆλθεν ἡ ὥρα, λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 7 καὶ 5/60).