1874.10.24
2.076 στίχοι · 16.746 λέξεις · 273 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 10
Τῆς 24 Ὀκτωβρίου 1874.
(Πέμπτη).
Ὥρα 2 μ. μ.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεψηφίσθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ὁρκίζεται ὁ βουλευτὴς Παπαδαῖος.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Ἀττικῆς. Ὁ κ. Ζωχιὸς ἐζήτησε τὸν λόγον ἐπὶ ζητήματος παρεμπίπτοντος.
§2ΖΩΧΙΟΣ. Πρὸ ὀλίγου ὡρκίσθη εἷς συνάδελφός μας καὶ μεταξὺ πολλῶν ἄλλων εἶπεν, ὅτι ὁρκίζεται εὐσυνειδήτως νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του (θόρυβος).
§3ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί εἶναι αὐτά;
§4ΖΩΧΙΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι ὑπάρχει εἷς μόνον Πρόεδρος ἐν τῇ Βουλῇ, ἂν δὲ ᾖναι καὶ ἄλλοι ἐπιστάται ἢ πρωτόσχολοι, νὰ μᾶς τοὺς ὁρίσητε, διὰ νὰ ἠξεύρωμεν πόσοι εἶναι, καὶ πρὸς ποίους ν’ ἀποτεινώμεθα.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ τηρῆται σιωπή, ὅταν ἀγορεύῃ τις.
§6ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Ὅλοι οἱ εἰσηγηταὶ εἶναι πρωτόσχολοι.
§7ΖΩΧΙΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκόν μου εὐσυνειδήτως, καὶ παρακαλῶ νὰ μὲ πιστεύσητε. Ἀνέγνωσα ὅμως τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειοψηφίας τοῦ Τμήματος, ἥτις καταδικάζει τὴν ἐκλογὴν Ἀττικῆς, ἰδίως δὲ τὴν τοῦ δήμου Ἀθηναίων, διότι οἱ κατάλογοι τοῦ δήμου αὐτοῦ δὲν εἶναι ἀκριβεῖς, ἀλλ’ οὐδὲν ἐνόησα· ἐζήτησα δὲ ἀπὸ τοῦ κειμένου τῆς καταδίκης αὐτῆς νὰ σχηματίσω τὴν συνείδησίν μου, διὰ ν’ ἀποφασίσω εὐσυνειδήτως, ἀλλὰ δὲν τὸ κατώρθωσα, διότι ἀπὸ τοῦ κειμένου τῆς καταδίκης αὐτῆς δὲν ἐξάγεται ἐὰν ᾖναι γένους ἀρσενικοῦ ἢ θηλυκοῦ. Ἤκουσα δὲ χθὲς τὸν συνάδελφόν μας κ. Ζέζαν, ὁ ὁποῖος ὁμιλῶν ὁμαλῶς καὶ ἡσύχως, ὡς ποταμὸς σιγαλὸς ἔτρεχε καὶ παρ’ ὀλίγον νὰ μὲ παρασύρῃ, ἀλλὰ κἄπου ἐπιάσθην καὶ ἐσώθην. Ἐπιάσθην δὲ ἀπὸ τὸν ὀρθὸν λόγον καὶ ἀπὸ τὸν νόμον, καὶ δὲν μὲ παρέσυρεν ἡ ἀπατηλὴ τοῦ λόγου ῥύμη.
§8ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Δὲν ἔχει πρῶτος τὸν λόγον ὁ κ. Πετράκης;
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεχώρησα εἰς τὸν κ. Ζωχιὸν διὰ ζήτημα παρεμπίμπτον.
§10ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὡμιλεῖ ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§11ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν εἶσαι σὺ κριτὴς τῶν λόγων μου.
§12Α. ΡΟΥΚΗΣ. Τί θέλει ὁ ὑπαστυνόμος ἐδῶ μέσα ἀκουμβισμένος ἐκεῖ εἰς τὴν θερμάστραν; ἐκεῖνος ὁ ἀσεβής. Πήγενε ἔξω (πρὸς τὸν ὑπαστυνόμον) στὸ λέγω ἐγώ, ἀφοῦ δὲν σοῦ τὸ λέγει ὁ πρόεδρος. Δὲν ὑπάρχουν φαυλόβιοι ἐδῶ μέσα.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ῥούκη, ἡσυχάσατε· τὰ τῆς εὐταξίας τῆς Βουλῆς διαχειρίζεται ὁ πρόεδρος.
§14ΡΟΥΚΗΣ. Σεῖς παραβλέπετε τὸ καθῆκόν σας· δὲν ἔχει θέσιν ἡ ἀστυνομία ἐδῶ μέσα, οἱ ὑπαστυνόμοι ἂς ὑπάγουν εἰς τὰς ταβέρνας.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι μὴ βουλευταὶ ὑπάρχουσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ παρακαλοῦνται νὰ ἐξέλθωσι.
§16ΣΑΡΑΒΑΣ. Αὐτὸ τὸ μέτρον ὅμως νὰ τηρῆται τακτικῶς.
§17ΖΩΧΙΟΣ. Ἐξ ὅσων συμπεραίνω, κύριοι, ὁ ὀρθὸς λόγος δὲν θὰ μοὶ χρησιμεύσῃ, οὔτε ὁ νόμος. Ἐπειδὴ δὲ ἐνδέχεται οἱ κατάλογοι τοῦ δήμου Ἀθηναίων νὰ κατακριθῶσιν, ἐγὼ δὲ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς τὸ Τμῆμα κατώρθωσε νὰ διακρίνῃ μεταξὺ οὐσίας καὶ τύπων, πῶς δηλαδὴ διέκρινε ποῦ τελειόνει τὸ φῶς καὶ ποῦ ἀρχίζει ἡ σκιὰ, παρακαλῶ τὸν κ. πρόεδρον νὰ διατάξῃ νὰ συναθροίσωσι τοὺς καταλόγους ὅλων τῶν δήμων, διότι πρέπει νὰ μεταχειρισθῶμεν ὡς μονάδα τοὺς καταλόγους Ἀθηναίων, καὶ ἂν αὐτοὶ κατακριθῶσι, πρέπει ὅλοι οἱ ἐκλογικοὶ κατάλογοι νὰ κατακριθῶσι, παραβαλλόμενοι πρὸς τοὺς κατακριθέντας καταλόγους τῶν Ἀθηναίων.
§18Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τί σχέσιν ἔχουν αὐτά;
§19ΖΩΧΙΟΣ. Κύριε Βαλασόπουλε, ἐζήτησα τὸν λόγον, διὰ νὰ ὁμιλήσω· ἐπειδὴ δὲ εἶσθε πρωτόσχολος καὶ σεῖς.....
§20Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι βουλευτής.
§21ΖΩΧΙΟΣ. Ἐὰν κατηράσθην ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μὲ ἀπέστειλαν, τοὺς κατηράσθην, διότι ἔχω σᾶς ἀπ’ ἐπάνω μου.
§22Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζεις, ὅτι αἱ φωναί σου καὶ αἱ παρεκτροπαί σου θὰ μᾶς πτοήσουν;
§23ΖΩΧΙΟΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι ὅταν εἰσῆλθον ἐφέτος εἰς τὴν Βουλὴν εἶχον δᾷδα τὸν νοῦν μου, ἀλλ’ ὁ νοῦς μου δὲν μοὶ χρησιμεύει, εἶχον δᾷδα τὸν νόμον, ἀλλ’ ὁ νόμος δὲν μοὶ χρησιμεύει. Τὰ ἔχασα, καὶ διὰ τοῦτο θὰ γείνω ὑπουργικός, καὶ ἰδοὺ γίνομαι. Θὰ δεχθῶ λοιπὸν τοὺς καταλόγους τοῦ δήμου Ἀθηναίων ὡς ἀξιοκατακρίτους, ἀλλὰ θὰ λάβω αὐτοὺς ὡς ὅρον συγκρίσεως, καὶ θὰ παραβάλω τοὺς ἄλλους πρὸς αὐτοὺς, καὶ ἂν ὁμοιάζουν, θὰ σᾶς ἐκβάλωμεν ὅλους ἔξω, μόνοι δὲ οἱ Ἑπτανήσιοι θὰ μείνωμεν. Ὁ λόγος δὲν ἀρκεῖ, ὁ νόμος δὲν ἀρκεῖ, δώσατέ μας μίαν βακτηρίαν, ἓν μέτρον. Παρακαλῶ λοιπὸν πάλιν τὸν κ. πρόεδρον νὰ διατάξῃ, ἐπειδὴ εἶναι ἔργον χρόνου, νὰ κατατεθῶσιν ἐνταῦθα οἱ κατάλογοι ὅλων τῶν δήμων, διὰ νὰ τοὺς λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν.
§24ΡΑΛΛΗΣ. Τρεῖς ἡμέρας ζητῶ τὸν κατάλογον τῆς Ὕδρας, καὶ δὲν μοῦ τὸν δίδουν.
§25ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν θὰ τὸν λάβῃς ποτέ.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠκούσατε τὴν πρότασιν· ὑποστηρίζεται ἀπὸ κἀνένα ἄλλον;
§27ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ κατάλογοι εἶναι ἐδῶ, καὶ τὰ πρακτικὰ ἑκάστης ἐκλογῆς.
§28ΖΩΧΙΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Θέλω νὰ τοὺς ἴδω ὅλους, νὰ μοῦ τοὺς φέρετε ὅλους διὰ νὰ τοὺς ἐξετάσω.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πηγαίνετε εἰς τὴν ἀποθήκην, ὅπου εἶναι τὰ πρακτικὰ, διὰ νὰ τοὺς ἴδητε.
§30ΖΩΧΙΟΣ. Ἅμα τὸ διατάξητε, μάλιστα.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετράκης ἔχει τὸν λόγον.
§32ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Ἀνέρχομαι τὸ βῆμα συγκεκινημένος βεβαίως· πρόκειται ν’ ἀποδοθῇ ὄνειδος οὐ μόνον εἰς ἐμὲ, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς συναδέλφους μου· πρόκειται ν’ ἀποδοθῇ ὄνειδος εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου· πρόκειται ν’ ἀποφασισθῇ ὅτι ἐτολμήσαμεν νὰ εἰσέλθωμεν ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου τούτου διὰ καλπονοθεύσεως. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἐνδιαφέρει οὐ μόνον ἡμᾶς, οἵτινες ἐρχόμεθα ὡς ἀντιπρόσωποι τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς, ἀλλ’ εἶναι γενικώτερον, νομίζω· ἐνδιαφέρει πάντας, διότι πρόκειται ν’ ἀποφασισθῇ οὐχὶ περὶ ἁπλῆς ἐξελέγξεως μιᾶς ἐπαρχίας, ἀλλ’ ἂν μία ἐπαρχία δύναται νὰ ἐκλέγῃ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους θέλει, ὅταν ἡ θέλησίς της δὲν εἶναι σύμφωνος πρὸς ἑτέραν θέλησιν. Πρόκειται ν’ ἀποφασισθῇ, κύριοι, ἂν μία ἐπαρχία, ἐκλέγουσα βουλευτὰς δυνάμει τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον τῇ ἔδωκεν ἓν καθεστὼς πολίτευμα, πρέπει νὰ τιμωρηθῇ διότι δὲν ἤκουσεν ἀνωτέραν θέλησιν. Τοιαύτη ἀπόφασις θὰ ἔχῃ μεγίστην τὴν ἐπιῤῥοὴν, θὰ ἀποφασισθῇ ἂν ἐλεύθερος πολίτης δύναται ἐλευθέρως νὰ δίδῃ τὴν ψῆφόν του. Δὲν πρόκειται περὶ ἑνὸς συνδυασμοῦ κατὰ ἑτέρου συνδυασμοῦ, ἀλλὰ περὶ τοῦ ἂν τὰ ἔκνομα μέσα μιᾶς ἐξουσίας θὰ σχηματίζωσι τὴν Βουλήν. Ἐγὼ, κύριοι, τοὐλάχιστον θεωρῶ ὅτι βάσις τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος εἶναι ἡ ἐλευθέρα ἐκλογὴ τῶν ἀντιπροσώπων· ἅμα ταύτην καταστρέψετε, καταστρέφετε τὸ πᾶν. Δὲν πρόκειται λέγω περὶ ἁπλῆς ἐξελέγξεως, ἀλλὰ περὶ σπουδαίου ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐὰν λύσητε ἐναντίον μας θὰ ἔχῃ τὰ χείριστα ἀποτελέσματα. Εἶπέ τις τῶν χθὲς ἀγορευσάντων ὅτι πρέπει νὰ προσέξωμεν εἰς τὴν καλὴν ἢ κακὴν ἐξέλεγξιν τῆς ἐκλογῆς τῆς πρωτευούσης, διότι ἐὰν παραδεχθῶμεν ἐνταῦθα καλπονόθευσιν τότε τί θὰ εἴπωμεν διὰ τὰς ἐπαρχίας; Ἐγὼ τολμῶ νὰ τῷ εἴπω ὅτι ἂν μέλαινα ᾖναι ἡ ψῆφός σας, δὲν θὰ ἔχῃ τὴν ἐπιῤῥοὴν μόνον ἐπὶ τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς, θέλει ἔχει τὴν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς πρωτευούσης τοῦ Κράτους τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὡς ἀνέφερεν ὁ εἰσηγητής· θὰ ἔχῃ τὴν ἐπιῤῥοὴν νὰ ἀποδείξῃ ὅτι, ἐὰν τολμήσῃ τις νὰ ἐκδηλώσῃ θέλησιν μὴ σύμφωνον πρὸς θέλησιν ἄλλων, θὰ τιμωρηθῇ· ἐννοεῖτε ποῖον ἀποτέλεσμα θὰ ἔχῃ τοιαύτη ψῆφος ἐπὶ τῶν ἐπαρχιῶν. Λυποῦμαι ἀληθῶς, κύριοι, διότι ἐρχόμεθα εἰς τοιαύτην συζήτησιν, ὡς ἐγὼ τοὐλάχιστον τὴν ἔθεσα, μετὰ γλυκέα ὄνειρα ὀλίγων ἐτῶν καὶ μετὰ μίαν μεταβολήν. Σκοπὸς τῆς μεταβολῆς ἐκείνης ἦτο, κατ’ ἐμὲ, εἷς καὶ μόνος, ἡ ἐλευθέρα ἐξάσκησις τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος. Ἦλθεν ἡ Συνέλευσις, ἐψηφίσθη ὁ ἐκλογικὸς νόμος· ἂν ὁ ἐκλογικὸς νόμος ἐπέτυχε τοῦ σκοποῦ του θὰ τὸ δείξῃ τὸ παρὸν, θὰ τὸ δείξῃ τὸ μέλλον. Ὀφείλω ὅμως νὰ εἴπω πρὸς ἔπαινον τῆς Συνελεύσεως ὅτι προσεπάθησε νὰ θέσῃ φραγμὸν κατὰ τῆς βίας, κατὰ τῆς παρανομίας, τῆς ἐρχομένης ν’ ἀντικρούσῃ ἔννομον συνταγματικοῦ πολίτου θέλησιν. Εἷς ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων φραγμῶν ἦτον ὅτι ἠθέλησεν, ὥστε ὁ ἐκλογικὸς νόμος, ὁ παρὰ τῆς ἐθνικῆς ἐκείνης Συνελεύσεως ψηφισθεὶς, ν’ ἀποκλείῃ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ λαμβάνῃ μέρος διὰ τῶν ὀργάνων της εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν καὶ νὰ ἔχῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον μέρος εἰς τὴν ἀνακήρυξιν τῶν ἐπιτυχόντων· διὰ τοῦτο ῥητῶς ὁ ἐκλογικὸς νόμος λέγει ὅτι ἀνακηρύσσονται βουλευταὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὸ μεγαλήτερον ἄθροισμα τῶν ψήφων, ὅταν καὶ καθόσον, ἐννοεῖται, ὑπάρχει πλῆρες τὸ ἀποτέλεσμα, καὶ ἔδωκε τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἀνακηρύξεως οὐχὶ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν σύλλογον τῶν προέδρων καὶ διέταξε τὰς διοικητικὰς ἀρχὰς ν’ ἀναγγέλλωσιν ἁπλῶς τὴν παρὰ τοῦ Συλλόγου τῶν προέδρων γενομένην ἀπαρίθμησιν. Ἐλυπήθην προχθὲς ὅταν ἠθελήσατε ν’ ἀφαιρέσητε ἀπὸ τοῦ Κοινοβουλίου τούτου τὸ μεγαλήτερον ἐχέγγυον τῆς νομίμου ἐξελέγξεως, τὸ τῆς ἐξετάσεως τῶν εἰσιτηρίων, τὰ ὁποῖα ἔδωκε παρανόμως ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς· ἀφῃρέσατε οὕτω μίαν τῶν μεγαλητέρων ἐγγυήσεων, ἃς ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἐλευθέρα ἐκλογὴ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος. Ὑποθέσατε ὅτι μία ἐκτελεστικὴ ἐξουσία — καὶ δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς παρούσης — ἥτις ἐκτὸς τοῦ νόμου φερομένη δίδει εἰσιτήρια εἰς δέκα εἴκοσιν ἢ τριάκοντα βουλευτὰς μὴ ἔχοντας τὸν ἀπαιτούμενον ἀριθμὸν τῶν ψήφων καὶ ὅτι ἔρχονται καὶ συγκάθηνται οὗτοι μεθ’ ἡμῶν, ἢ ὅτι εἰς ἄλλους ἀρνεῖται. Ὑποθέσατε δὲ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ τὴν προδικαστικὴν ἐξέλεγξιν, ἂν τὰ εἰσιτήρια ἐκεῖνα ἐδόθησαν νομίμως, ναὶ ἢ ὄχι. Δὲν σκέπτεσθε εἰς ποῖον ὀλέθριον ἀποτέλεσμα θέλετε ἔλθει, ὅταν ἀρνῆσθε εἰς ἑαυτοὺς τὸ δικαίωμα νὰ κάμητε προδικαστικὴν ἐξέλεγξιν ἐπὶ τῶν εἰσιτηρίων; Τότε δίδετε τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἐκτὸς νὰ ἐξελέγχουν τοὺς ἐντός.
§33Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εἰσαγάγῃ 150 βουλευτὰς, ποῖος θὰ ᾖναι ὁ ἔλεγχος; ποῖος θὰ ἐξελέγξῃ; ποίαν ἐγγύησιν ἔχετε;
§34ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Δὲν ὑποθέτω ποτὲ ὅτι μία ἐκτελεστικὴ ἐξουσία θὰ ἔχῃ ποτὲ τὴν τόλμην νὰ δώσῃ τόσα εἰσιτήρια, ὥστε ὅλος ὁ ἀριθμὸς νὰ ᾖναι παράνομος, διότι ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ἡ ὁποία θὰ τολμήσῃ τοῦτο, δὲν θὰ στέκῃ καλά. Ὑποθέσατε ὅμως τὸ παράδειγμά μου λαμβάνει χώραν. Κατὰ τὴν προχθεσινὴν ἀπόφασιν δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ εἴπητε εἰς ἐκείνους, πῶς εἰσέρχεσθε εἰς τὸ βουλευτήριον. Ἐστερήθητε μιᾶς τῶν μεγαλειτέρων ἐγγυήσεων. Τὴν ἀπόφασιν δὲ ἐκείνην ἐκάματε διὰ μιᾶς ἀναστάσεως· εὔχομαι ὅμως ἀπὸ καρδίας νὰ μὴ εὑρεθῇ ποτε Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ, ὡς ὑμεῖς ἀπεφασίσατε προχθές. Κύριοι, ἐδώκαμεν τὸν μεγαλείτερον κτύπον εἰς τὴν ἀσφάλειαν, τὴν ὁποίαν μία ἐπαναστατικὴ Συνέλευσις ἠθέλησε νὰ δώσῃ εἰς τὰς ἐλευθερίας μας, καὶ τὸ κακὸν αὐτὸ θὰ φέρῃ τὸ ἕτερον, εἴθε νὰ μὴ τὸ φέρῃ, θὰ φέρῃ τὸ κακόν, ὅτι μία μέλαινα ψῆφος εἰς δεδομένην περίπτωσιν, θὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν καὶ ἐκείνους οἵτινες εἰσῆλθον νομίμως νὰ τοῖς εἴπουν, ἐξέλθετε. Καὶ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις, εἶναι ὀλίγον δυνατή, νὰ ἐρωτήσω τί ἐκερδήσατε μετὰ τόσους κόπους, μετὰ τόσας θυσίας, μετὰ τόσα παθήματα καὶ τόσας δαπάνας; Καὶ λυποῦμαι διότι τὸ λέγω, διότι μόλις χθὲς ἐξήλθομεν ἐκ τῶν βασάνων τῆς μεταβολῆς. Συγχωρήσατέ μοι ἐὰν λέγω ταῦτα, διότι εἶμαι πολὺ συγκεκινημένος· πρόκειται νὰ ὑπερασπισθῶ οὐ μόνον τὴν ἰδίαν ὑπόληψιν, διότι λέγομαι καλπονοθευτής, ἀλλὰ πρόκειται νὰ ὑπερασπισθῶ τὴν τιμὴν τῆς ἐπαρχίας μου καὶ σπουδαιότερον ἔτι ζήτημα, τὸ ζήτημα τῶν ἐλευθεριῶν μας. Πεισθεῖτε ὅτι θὰ μὲ ἐνθυμηθῆτε, ἡ μέλαινα ψῆφός σας θὰ ἔχῃ τὴν χειρίστην ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν ἐλευθεριῶν μας. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι καὶ ἐὰν δὲν ἦτο τὸ ζήτημα τοῦτο τοσοῦτον ὑψηλὸν καὶ μὲ τοσαύτας τρομερὰς συνεπείας, δὲν ἤθελον ἀναβῇ τὸ βῆμα, καὶ μάρτυρες εἶναι οἱ συμπολῖταί μου ὅτι οὐδέποτε ἀποτυχὼν παρεπονέθην, διότι γνωρίζω ὅτι ἐν συνταγματικῷ πολιτεύματι ἡ εἰρηνικὴ λύσις τῶν ἐθνικῶν δυσχερειῶν γίνεται διὰ τῆς μεταβολῆς τῶν προσώπων καὶ τῶν περιστάσεων, καὶ τοῦτο γνωρίζω καλῶς. Εἶχον τὴν γενναιότητα ἀποτυχὼν εἰς τὰ ἑξήκοντα ὀκτώ, πρωθυπουργοῦντος ἐκείνου ὅστις καὶ ἤδη προκάθηται τοῦ ὑπουργείου, νὰ εἴπω ὅπου ἔπρεπε ὅτι εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου οὐδεμία παρανομία ἐγένετο, καὶ πεπεισμένος περὶ τούτου οὐδεμίαν ἔνστασιν ἔκαμα· δὲν μᾶς ἤθελον οἱ συμπολῖταί μου, ὡς καὶ τοὺς ἐντίμους συναδέλφους μου Καλλιφρονᾶν, Κολιάτσον καὶ τὸν δήμαρχον Κυριακόν, καὶ Μακρυγιάννην. Τοιαῦται εἶναι αἱ πολιτικαὶ περιστάσεις· τὰ ἔθνη ἀπατῶνται ἐνίοτε καὶ μετὰ ταῦτα γνωρίζουν τὴν ἀπάτην των· ἐδῶ δὲ εἶναι ἡ εἰρηνικὴ λύσις ἐν συνταγματικῷ πολιτεύματι καὶ πρέπει νὰ δώσητε ἐλευθέραν τὴν δίοδον τῆς ἐκδηλώσεως τῆς θελήσεως· ἂν τὴν ἀποκλείσετε, ποῦ στεκόμεθα; Ἂν εἰς ἓν ἔθνος εἴπητε, δὲν δύνασαι νὰ ἐκλέξῃς ἀντιπροσώπους ἐκείνους τοὺς ὁποίους θέλεις, ἀλλ’ ἐκείνους τοὺς ὁποίους θέλω ἐγώ, κλείετε μίαν ὁδόν, τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα τοῦ ἔδωκε. Διὰ τοῦτο σᾶς παρακαλῶ θερμῶς, οὐχὶ διὰ τὴν ἐκλογὴν τῆς Ἀττικῆς οὐχὶ δι’ ἐμέ, οὐχὶ διὰ τοὺς ἐντίμους συναδέλφους μας, ἀλλὰ διὰ τὰς ἐλευθερίας τοῦ ἔθνους, προσέξατε εἰς τὴν μέλαιναν ψῆφον, τὴν ὁποίαν θὰ δώσητε, προσέξατε, διότι θὰ ἔχῃ τὰς χειροτέρας τῶν συνεπειῶν. Διὰ τοῦτο ἐπαναλέγω, σᾶς παρακαλῶ νὰ προσέξητε εἰς τοὺς λόγους μου, νὰ προσέξητε εἰς τὴν συνείδησίν σας, διότι λυπηρὰ ἀνάγκη μὲ ἀναγκάζει εἰς τοῦτο. Δὲν ἤλπιζόν ποτε ὅτι ἤθελον εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς νὰ ὑπερασπίσω τὴν ἐκλογήν της, καὶ ἐν συνειδήσει σᾶς λέγω, ὅτι ἔχω τὸν ἐγωϊσμὸν ὅτι θὰ σᾶς πείσω, ὅτι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λέγουν εἶναι μαύρη, μαύρη συκοφαντία! Θὰ σᾶς πείσω, κύριοι, ὅτι δὲν ἔρχεσθε ν’ ἀποφασίσητε ἐὰν ἔγειναν παρανομίαι ἐν Ἀττικῇ, ἀλλ’ ἔρχεσθε ν’ ἀποφασίσητε ἓν σπουδαιότερον ζήτημα, καὶ εἰς σᾶς ἀφίνω τὴν εὐθύνην.
§35ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον παρακαλῶ.
§36ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Τετράκις, κύριοι, ἐξελέχθην ἀπὸ τοῦ 1865 πολιτευόμενος· δὶς δὲ ἀπέτυχα, τὸ 1868 καὶ τὸ 1872. Κατὰ καλὴν τύχην, κατὰ συγκυρίαν ἦτον ὁ αὐτὸς πρωθυπουργὸς, ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας. Σᾶς λέγω ὅμως καὶ σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ὅτι οὔτε ἐγὼ οὔτε οἱ ἄλλοι τῶν συναδέλφων μου, ἤδη μέχρι τῆς στιγμῆς παρακάθηνται ἕτεροι τρεῖς, ἐκτὸς εἶναι ὁ Κύριος Μακρυγιάννης ὁ συγγενὴς καὶ φίλος μου, ἐκτὸς εἶναι ὁ κύριος Κυριακός. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἔλαβέ ποτε τὴν ἰδέαν νὰ προσβάλῃ τὴν ἐκλογὴν Ἀττικῆς, οὐδεὶς ποτε ἔλαβε τὴν ἰδέαν νὰ εἴπῃ, ὅτι οἱ ἐκλογεῖς τῆς Πρωτευούσης ἠθέλησαν νὰ καλπονοθεύσουν. Ἀποδίδω τὴν ἑξῆς δικαιοσύνην εἰς ἕνα ἀποτυχόντα καὶ νῦν ἐνιστάμενον, τῷ δίδω πρῶτον τὴν ἑξῆς συμβουλήν· τῷ ἀναμιμνήσκω, ὅτι πέρυσιν ἔλαβε περισσοτέρας ψήφους ἢ ἤδη, ὅτι ἐὰν εἶχε ὑπομονὴν καὶ φρόνησιν ἤθελεν ἔλθει ἡμέρα νὰ λάβῃ περισσοτέρας· τῷ ἀποδίδω τὴν δικαιοσύνην, ὅτι αὐτὸς, ἐὰν ἦτο μόνος, δὲν ἤθελέ ποτε τολμήσει νὰ φέρῃ ἐνστάσεις, ἀλλὰ πιέζεται, κύριοι, καθὼς θέλουν νὰ πιέσουν καὶ τὴν θέλησιν τῆς ἐπαρχίας, καθὼς θέλουν νὰ πιέσουν, ἴσως τὴν ψῆφον ὑμῶν (εὖγε). Κύριοι, βεβαίως θὰ ἦτο τολμηρὸν ἐκ μέρους μου νὰ θελήσω νὰ ὑποδείξω τὰ σπουδαῖα καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχετε ὑμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν. Βεβαίως τόλμη θὰ ᾖναι νὰ εἴπω εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ τμήματος, τὴν προεδρευομένην ἀπὸ τὸν ἔντιμον ἤδη προσωρινὸν Πρόεδρόν μας· ἀλλὰ σιδηρᾶ, λυπηρὰ ἀνάγκη μὲ κάμνει νὰ ὑπομνήσω αὐτῇ ὀλίγα· λυπηρὰ ἀνάγκη μὲ κάμνει νὰ εἴπω εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ τμήματος, ὅτι ἐλησμόνησεν ὅτι δὲν ἦτον ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους, ὅταν εἰς τὸ τμῆμα εἰργάζετο καὶ ὅταν ἐμελέτα τὴν ἐκλογήν· ὅτι ἦτο δικαστήριον, καί ὅταν λέγω δικαστὴς, ἐννοῶ ὅλας τὰς ὑποχρεώσεις καὶ ὅλα τὰ ἠθικὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχει εἷς δικαστὴς ἀμερόληπτος. Ἠξεύρετε, κύριοι, ὅτι ἡ μεγαλειτέρα ἀρχὴ τοῦ φιλοσοφικοῦ δικαίου εἶναι, ὅτι δὲν δύνασαι, δὲν δικαιοῦσαι ν’ ἀποδώσῃς εἰς ἕνα ἄλλον μίαν ἀξιόποινον, μίαν μαύρην, μίαν ἄτιμον πρᾶξιν, παρ’ ὅταν πείσῃς τὴν συνείδησίν σου μετὰ μίαν ἀκριβῆ μελέτην, ὅτι πράγματι ἐκεῖνος ὁ Α. ὁ Β. ἔκαμε τὴν πρᾶξιν ἐκείνην. Ἄς μὲ συγχωρήσουν νὰ τοῖς εἴπω, δὲν ἐξεπλήρωσαν τὰ καθήκοντα ἑνὸς δικαστοῦ, ὡς ἐννοῶ ἐγὼ δικαστὴν, ὁ ὁποῖος ἐσπούδασα, ὁ ὁποῖος ἐμελέτησα, ὁ ὁποῖος αἰσθάνομαι τὸ σέβας, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχῃ πρὸς τὸν νόμον. Ἐλησμόνησαν οἱ κύριοι οὗτοι τὴν κοινοτέραν ἀρχὴν τῆς ἀποδείξεως, ἐλησμόνησαν ὅτι αὐτοὶ πρέπει ν’ ἀποδείξουν, οἱ ἐνιστάμενοι πρέπει ν’ ἀποδείξουν καὶ νὰ πείσουν, ὄχι ἡμεῖς νὰ φέρωμεν ἐναντίας ἀποδείξεις. Αἴ, κύριοι, σκεφθῆτε, ὅτι εἶναι πολὺ τολμηρὸν, ἵνα μὴ εἴπω τι ἄλλο, πολὺ τολμηρὸν εἶναι εἰς ἕνα, μόνον διότι εἶναι ἀντιπρόσωπος, εἶναι βουλευτὴς, μόνον διότι εὐτύχησε διὰ κλήρου νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα, νὰ εἴπῃ· ἄ! ἐγὼ ἄνευ ἀποδείξεων πείθομαι. Δὲν συλλογίζεται ἐκεῖνος ὅμως, ὅτι παραβιάζει τὸ ἠθικώτερον καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ ἄνθρωπος ἐν τῇ κοινωνίᾳ, τὸ καθῆκον τῆς συνειδήσεως! Κύριοι, ἐλπίζω νὰ ἦσθε ἀρκετὰ εὐμενεῖς· ὑπερασπίζω τὴν ἰδίαν τιμὴν καὶ ἐάν ποτε ἐξέλθω, ζητῶ ἐκ τῶν προτέρων συγγνώμην καὶ δὲν θέλω ποτὲ νὰ προσβάλω κᾀνένα. Σᾶς βεβαιῶ, κύριοι, ὅτε κατ’ οἶκον μοὶ ἀπεστάλη τὸ βιβλίον τῶν ἐκθέσεων τῶν τμημάτων, ὅταν ἀνέγνωσα τὴν αἰτιολογίαν τῆς πλειοψηφίας τοῦ τμήματος, σᾶς βεβαιῶ, ἔφριξα· ἔφριξα πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθοῦν ἄνθρωποι νὰ φέρουν ἐπὶ τοιούτων αἰτιολογιῶν μίαν μέλαιναν, μίαν ἀτιμωτικὴν ψῆφον.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ νὰ τὸ ἀναιρέσητε.
§38ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ὑπερασπίζω τὴν τιμήν μου.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀτιμωτικὴν ψῆφον δὲν λέγουν.
§40ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Κατ’ ἐμοῦ. Δὲν μὲ ἐνοήσατε. Τὴν ψῆφόν σας, ἂν ἐδώκατε, τὴν ἐδώκατε ἀτιμωτικὴν κατ’ ἐμοῦ καὶ τῶν λοιπῶν συναδέλφων μου.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ σέβεσθε τὸν πρόεδρον.
§42ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Σέβομαι τὴν θέσιν σας, σέβομαι τὸν πρόεδρον, ἀλλ’ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐξελέγξω.
§43ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ μᾶς ἐξηγήσητε, διότι δὲν ἀντελήφθημεν τί εἴπατε...
§44ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι καὶ εἰς τὴν μεγαλειτέραν ἔξαψίν μου εἶμαι εὐγενής· ἀλλὰ λυποῦμαι διότι οἱ ἄλλοι δὲν εἶναι ἐπίσης πρὸς ἐμέ. Μείνατε ἥσυχος, κ. Πετμεζᾶ· ἐὰν ἔχωμεν τὴν τύχην νὰ μείνωμεν μεταξὺ σας, δὲν θὰ εὕρητε μίαν περίστασιν καθ’ ἣν θὰ μὲ εὕρητε ἐξερχόμενον τῶν ὁρίων καλῆς ἐκφράσεως.
§45ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ ἐξ ἀρχῆς δὲν σᾶς ἀντελήφθην· βλέπω ὅμως ὅτι ἐννοούσατε ἄλλο, παρὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑποπτεύθημεν.
§46ΠΟΛΛΟΙ. Ἐνοήσαμεν.
§47ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Πιστεύω, κύριοι, ὅτι ἐλάβατε τὸν κόπον ν’ ἀναγνώσητε τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειοψηφίας· δὲν θέλω νὰ σᾶς ἐρωτήσω ποίαν πεποίθησιν περὶ αὐτῆς ἐσχηματίσατε, ἀλλ’ εἶμαι πεπεισμένος ὅτι, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἡ ψῆφός σας, ἐνδομύχως θὰ συμμερίζεσθε τὴν γνώμην μου. Ζητῶ συγγνώμην διὰ τὸ προοίμιον, τὸ ὁποῖον ἠναγκάσθην νὰ σᾶς κάμω. Ἔρχομαι ἤδη, καὶ θὰ ἦμαι πολὺ σύντομος, ἔρχομαι νὰ ἐξελέγξω τὰς αἰτιολογίας τῆς ἐκθέσεως· ἔρχομαι ν’ ἀντικρούσω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἕτερος ἀξιότιμος βουλευτής, ὑπερασπιζόμενος αὐτὴν, ἐξέθεσεν ἐνώπιόν σας. Κύριοι, ἢ δὲν τὸν ἠννόησα, ἢ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι ἦτον ἀσυνεπὴς εἰς τὰς σκέψεις του. Βεβαίως θὰ ἀνέγνωσε, διότι εἶδον ὅτι ἔχει ἀρκετὴν καὶ πολλὴν τὴν νοημοσύνην, βεβαίως, λέγω, θὰ ἀνέγνωσέ που τὸν ὁρισμὸν περὶ ὁριστικότητος τοῦ καταλόγου καὶ ποῖα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ὁριστικότητος, ὅταν ὑπάρξῃ αὕτη. Ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ, χθὲς ἐκ τοῦ λόγου του δὲν ἐνόησα, παραδέχεται ὁριστικότητα, παραδέχεται τ’ ἀποτελέσματα τοιαύτης ὁριστικότητος, ναὶ ἢ ὄχι; Δὲν ἐνόησα, ἂν καὶ προσεκτικῶς τὸν παρηκολούθησα κατὰ λέξιν. Κύριε εἰσηγητὰ, καὶ λαμβάνω αὐτὴν τὴν ἔκφρασιν, διότι τὴν μετεχειρίσθη, εἶναι ὁριστικὸς ὁ κατάλογος τοῦ Δήμου Ἀθηνῶν, ναὶ ἢ ὄχι;
§48ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Ὄχι.
§49ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Ἀπαντῶ εἰς τὸν κύριον Ζέζαν· εἰς ὑμᾶς θὰ ἔλθω κατόπιν.
§50ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε, πρόεδρε.
§51ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Εἶναι ὁριστικὸς, κύριε συνάδελφε, ὅστις χθὲς ἐλάλησας, ναὶ ἢ ὄχι; Ἀλλ’ ἐὰν ἦναι ὁριστικὸς, ποῖα τ’ ἀποτελέσματα τῆς ὁριστικότητος; Δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν ἐξέλεγξιν αὐτοῦ τοῦ καταλόγου, ναὶ ἢ ὄχι; οὐδεμία ἀπάντησις· πάντοτε ὑπεκφυγὴ, πάντοτε ἀμφιβολία. Ἂς μοῦ ἐπιτρέψῃ, μοὶ ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ ἔλθω καὶ ἐγὼ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἡ ἡμετέρα Ἐθνικὴ Συνέλευσις ἔλαβε τὰς δύω τάξεις περὶ ὁριστικότητος, ὡς πολὺ ὀρθῶς σᾶς εἶπε καὶ ὁ ἔντιμος προλαλήσας συνάδελφος κ. Κολιάτσος, ἐκ τοῦ Γαλλικοῦ τελευταίου νόμου.
§52ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἀντέγραψε.
§53ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Τὰς ἔλαβεν ἐκ τοῦ νόμου τοῦ 1831, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι. Πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου τούτου, κύριοι, πολλάκις ἦλθε τὸ ζήτημα εἰς τὰς Γαλλικὰς Βουλάς· πολλάκις ἐπρόκειτο περὶ ἐξελέγξεως ἐκλογῆς, ἡ ὁποία μόνον μὲ 5 ψήφους ἐκερδίζετο· ἐφέροντο ἀποδείξεις ἐνώπιον τοῦ τμήματος ὅτι οἱ 5 ἐκεῖνοι ἐκλογεῖς δὲν εἶχον τὰ προσόντα· καὶ μολοταῦτα ἐπανειλημμένως αἱ Γαλλικαὶ Βουλαὶ εἶπον ὅτι δὲν δύνανται, δὲν εἶναι ἁρμοδία ἡ Βουλὴ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἐξέτασιν ταύτην. Ὁ εἰσηγητὴς K. Thiérs, ὁ πρόεδρος τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας, δι’ ἠτιολογημένης ἐκτεταμένης ἐκθέσεώς του εἶπεν, ὅτι δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ γείνῃ δικαστήριον τῶν καταλόγων, διότι ἡ ἐκδίκασις τῶν καταλόγων, ἡ ἔφεσις κατ’ αὐτῶν ἀνετέθη εἰς ἄλλην ἀρχὴν, καὶ δὲν δύναται ἡ Βουλὴ, ὅσην δύναμιν καὶ ἂν ἔχῃ, νὰ ἀναμιχθῇ εἰς ἀλλότρια καθήκοντα. Καὶ ὅμως ἦλθε χθὲς ὁ κ. Ζέζας νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται πάντοτε καὶ ἐπὶ ὁριστικοῦ καταλόγου νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἐξέτασιν ἐκείνην. Ἐπανῆλθε πάλιν τὸ ζήτημα εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ δεύτερον, τὸ αὐτὸ ἀπεφάνθη, ἐπανῆλθε καὶ τρίτον, ἐπανῆλθε καὶ μετὰ τὸν νόμον τοῦ 1841. Ἀλλὰ πάντοτε αἱ Γαλλικαὶ Βουλαὶ τὸ αὐτὸ ἀπεφάνθησαν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει δικαίωμα ν’ ἀναμιχθῇ εἰς ἀλλότρια καθήκοντα, ὅτι διὰ νόμου τὸ δικαίωμα τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν καταλόγων, τοῦ σχηματισμοῦ, ἐδόθη εἰς ἄλλας ἀρχάς. Δὲν πιστεύω ὁ κ. Ζέζας νὰ φρονῇ ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι παντοδύναμος· πιστεύω νὰ ἔχῃ τὰς αὐτὰς συνταγματικὰς θεωρίας, τὰς ὁποίας ἔχομεν ὅλοι, ὅτι διὰ νὰ κινῆται καλῶς ἡ μηχανὴ συνταγματικοῦ Κράτους, ἑκάστη ἐξουσία πρέπει νὰ μένῃ ἐντὸς τοῦ κύκλου της· ὅταν ἐξέλθῃ μία τούτων ἐκτὸς τοῦ κύκλου της, σύγχυσις καὶ ἀταξία. Τοιαύτην παντοδυναμίαν βεβαίως, δὲν δύναμαι νὰ ἀδικήσω τὸν κύριον Ζέζαν, ὅτι ἀποδίδει εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ, κύριοι, εἰς τὴν Βουλὴν ἦλθε τόσῳ καθαρῶς τὸ ζήτημα· μία μόνον ψῆφος ἔφερε τὸ ἀποτέλεσμα καὶ διὰ αὐτὴν τὴν ψῆφον ἐφέρθησαν ἀποδείξεις, ὅτι δὲν ἦτο κἂν Γάλλος· καὶ ἠξεύρετε πῶς φέρουν τὰς ἀποδείξεις εἰς τὰ ξένα Κράτη, ὅπου ἔχουν ὅλα τὰ μέσα, καὶ μολαταῦτα ἡ Βουλὴ εἶπεν, ἀδιάφορον, ὁ κατάλογος εἶναι ὁριστικός. Ἐνόμιζον, κύριοι, ὅτι οὔτε ζήτημα δύναται νὰ ἐγερθῇ μεταξὺ ἡμῶν, ὅτι δὲν εἴμεθα ἁρμόδιοι νὰ ἐξετάσωμεν κατ’ οὐσίαν τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους· ὅστις ἤθελεν ἰσχυρισθῆ τοῦτο δὲν ἐννοεῖ τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, παραβιάζει ῥητὰς διατάξεις τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Καὶ τοῦτο ὁ Γαλλικὸς νόμος διὰ τοῦ ῥητοῦ ἄρθρου καθιέρωσεν, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, τοῦ 40. Ἀφοῦ δὲ ἐπανῆλθεν, ἀπεφάσισε καὶ τὸ καθιέρωσε ῥητῶς. Εἰς τὴν Γαλλίαν εἶπον, ὅτι ὄχι μόνον ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἐπέμβῃ, ἀλλ’ οὔτε αὐταὶ αἱ ἐφορευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ δύνανται νὰ ἀρνηθοῦν τὴν ψῆφον εἰς ἕνα, ἔστω καὶ ἀνίκανον, ἔστω καὶ παῖδα, ἔστω καὶ ἀλλοδαπὸν, ἀρκεῖ νὰ ἐμπεριλαμβάνηται εἰς ὁριστικὸν κατάλογον. Μᾶς εἶπε χθὲς ὁ λαλήσας, ὅτι οἱ κατάλογοι δὲν εἶναι ὁριστικοί· ἂς μοὶ συγχωρήσῃ νὰ εἴπω εἰς τὴν πλειοψηφίαν τοῦ Τμήματος, ὅτι δὲν ἦτον ἐμὸν καθῆκον ν’ ἀποδείξω τὴν ὁριστικότητα τῶν καταλόγων· ὅτι ἦτο καθῆκον τῆς πλειοψηφίας νὰ μελετήσῃ ἐπισταμένως τὰ ἔγγραφα, καὶ ν’ ἀποδείξῃ εἰς τὴν ἔκθεσίν της, ὅτι οἱ κατάλογοι ἐκεῖνοι δὲν εἶναι ὁριστικοί. Ὄχι βεβαίως νὰ ἔρχηται μὲ τεκμήρια ἀφ’ ἑνὸς, μὲ τεκμήρια ἀφ’ ἑτέρου καὶ νὰ λέγῃ, σὲ καταδικάζω. Ἦτο καθῆκόν της ἠθικὸν νὰ ζητήσῃ ὅλα τὰ ἔγγραφα τῆς διαδικασίας περὶ ὁριστικότητος τῶν καταλόγων καὶ λεπτομερῶς νὰ τὰ φέρῃ καὶ νὰ καταδείξῃ ποῦ καὶ ὡρισμένως ὑπάρχει ἡ ἔλλειψις. Αὐτὸ ἠννόουν ἐγὼ καθῆκον δικαστοῦ. Εἰς τὴν ἔκθεσιν ὅμως ἡ πλειοψηφία οὐδὲ λέξιν κἂν ἀναφέρει. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε μίαν μόνην παράγραφον νὰ σᾶς ἀναγνώσω. «Ἐπειδὴ καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει....» Ἔρχεται εἰς τὴν ἑτέραν σκέψιν. Οὐδεμίαν, κύριοι, ὡρισμένην ἔλλειψιν τοῦ καταλόγου ἀναφέρει· τοὐναντίον, ἐξ ὅσων λίαν ἀνεπτυγμένως καὶ διὰ δημοσίων ἐγγράφων, διὰ πιστοποιητικῶν τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν, τοῦ δημάρχου Ἀθηναίων, τῆς ἀλληλογραφίας τοῦ νομάρχου καὶ τοῦ δημάρχου σᾶς ἀπέδειξεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας συνάδελφός μου κ. Κολιάτσος, ὅτι ὅλαι καὶ αἱ ἐλάχιστοι διατυπώσεις ἐτηρήθησαν· καὶ χθὲς μετὰ λύπης εἶδον, ὅτι ἤρχετο ὁ κ. Ζέζας ν’ ἀντικρούσῃ τὸν κ. Κολιάτσον, καὶ δὲν τοῦ εἶπεν ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς τοῦτο, δὲν ἀποδεικνύεται ἐκεῖνο. Ἀναφέρουν, κύριοι, δύω ἔγγραφα, εἰς τὰ ὁποῖα στηρίζονται, τὰ ἔφερε καὶ χθὲς ἐνώπιόν σας· εἶχεν ὅμως τὴν καλωσύνην νὰ μὴ τὰ ἀναγνώσῃ ὁλόκληρα. Τί σᾶς ἔλεγεν ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων; Σᾶς ἔλεγεν, ὅτι δὲν ἐξεπλήρωσε τὰς διατυπώσεις καὶ ὅτι οἱ κατάλογοι δὲν εἶναι ὁριστικοί; Σᾶς λέγει ὅτι μοὶ φαίνεται δύσκολον νὰ κατορθωθῇ νὰ γείνουν ὁριστικοὶ οἱ κατάλογοι· ἀλλ’ εἰς ἕτερον ἔγγραφον βεβαιοῖ, ὅτι οἱ κατάλογοι ἐγένοντο ὁριστικοί, ὅτι ἐτηρήθησαν ὅλαι αἱ νόμιμοι διατυπώσεις, ὅλαι αἱ προθεσμίαι καὶ ἐνώπιον τῆς πρώτης ἐπιτροπῆς καὶ ἐνώπιον τῆς πρωτοδίκου ἐπιτροπῆς καὶ κατ’ ἔφεσιν ἐνώπιον τοῦ πρωτοδικείου. Σᾶς ἐφέραμεν ἀπόφασιν τοῦ πρωτοδικείου, διὰ τῆς ὁποίας ἄλλοι διεγράφοντο, ὡς μὴ ἔχοντες τὰ προσόντα τοῦ ἐκλέγειν, καὶ ἄλλοι ἐνεγράφοντο. Γνωρίζετε δὲ τὴν διάταξιν τὴν ῥητὴν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, ὅτι μετὰ τὴν διόρθωσιν τὴν γενομένην διὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ πρωτοδικείου, ὡς Ἐφετείου, ὁ κατάλογος γίνεται ὁριστικός. Ποίαν ἐναντίαν ἀπόδειξιν ἔχουν; Διατί ἔρχονται μὲ γενικὰ πράγματα, μὲ γενικοὺς λόγους νὰ θελήσουν νὰ μᾶς προσάψουν μίαν κατηγορίαν; Διατί δὲν φέρουν αὐτὰς τὰς ἀποδείξεις ἀπέναντι τῶν σαφῶν, τῶν ῥητῶν ἀποδείξεων, αἱ ὁποῖαι ἐξάγονται ἐκ τῶν δημοσίων ἐγγράφων; Εἶναι λοιπὸν δίκαιον εἰς ἕνα δικαστὴν νὰ λέγῃ, σὲ καταδικάζω ἄνευ ἀποδείξεων; Ἀλλὰ σᾶς λέγει, καὶ νομίζω περιττὸν νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὑπῆρχεν ἀρκετὸς καιρὸς διὰ νὰ τελειώσουν ὅλαι αἱ προθεσμίαι, διότι, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, δὲν ἀπαιτοῦνται παρὰ μόνον 21 ἡμέραι διὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν καταλόγων.
§54ΡΑΛΛΗΣ. 23.
§55ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Μάλιστα, 23. Ἀπεδείχθη, κύριοι, τρανῶς ἐνώπιον ὑμῶν, δὲν ἐπιδέχεται κᾀμμίαν ἀντιλογίαν, ὅτι πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐκλογῶν ὁ κατάλογος ἦτον ὁριστικός. Ἀλλ’ ἔρχεται ὁ κ. Ζέζας καὶ σᾶς λέγει, δὲν ἐγένετο ἡ τύπωσις, ἐγένετο κακῶς, ὁ κατάλογος δὲν εἶναι ὁριστικός. Νομίζετε, κύριοι, ὅτι χρῄζει ἀντικρούσεως τοῦτο; Εἰς ποίαν διάταξιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου εὑρίσκεται, ὅτι ἀπαιτεῖται καὶ ἡ τύπωσις ὡς προσὸν τῆς ὁριστικότητος τῶν καταλόγων; Σᾶς τὸ λέγει ὁ ἐκλογικὸς νόμος; Μετὰ τὴν ὁριστικότητα, σᾶς λέγει, οἱ κηρυχθέντες ὁριστικοὶ κατάλογοι τυποῦνται. Εἶναι χάριν εὐκολίας, δὲν εἶναι διάταξις ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος τοῦ καταλόγου. Ἀλλὰ σᾶς λέγουν, ἡ τύπωσις περιεῖχε σπουδαῖα λάθη. Ποῖα τὰ λάθη, κύριε εἰσηγητά; Ποῖα τὰ λάθη, πλειοψηφία τοῦ τμήματος; Διὰ νὰ εἴπῃς ὅτι ὑπάρχουν λάθη, ὤφειλες εἰς τὴν ἔκθεσίν σου ν’ ἀναφέρῃς ἕν, δύο, τρία τοὐλάχιστον, διὰ νὰ πείσῃς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ μᾶς καταδικάσουν. Σᾶς εἶπον οἱ συνάδελφοί μας, οἱ προλαλήσαντες, ποῖα εἶναι τὰ λάθη· παράλειψις τοῦ τυπογράφου εἰς τὸν πρῶτον ἀριθμὸν φέρει ὥστε τὸ ἐπάγγελμα νὰ ἔρχεται ἄνωθεν, καὶ ἡ παράλειψις αὕτη ἀμέσως διωρθώθη.
§56ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Κύριε Πετράκη, μὲ συγχωρεῖτε· ὑπάρχει, νομίζω, ἔγγραφον μεταξὺ τῆς ἀλληλογραφίας τοῦ Νομάρχου καὶ τοῦ Δημάρχου, τὸ τελευταῖον ἔγγραφον, εἰς τὸ ὁποῖον λέγει ὁ Δήμαρχος, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ διορθωθοῦν τὰ παρεισφρήσαντα τυπογραφικὰ λάθη, καὶ ἑπομένως ἀδύνατον νὰ θεωρηθῇ ὡς ὁριστικὸς ὁ κατάλογος αὐτός.
§57ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπεν ὁ Δήμαρχος ὅτι ἦτον ἀδύνατον· ἀφοῦ ὅμως ἐστάθη δυνατὸν, τί ἔχει νὰ κάμῃ;
§58ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ὁ κύριος Πετράκης εἶπεν, ὅτι τὰ σφάλματα διωρθώθησαν.
§59ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ εἶμαι εἰς τὸ τμῆμα καὶ ἀνήκω εἰς τὴν μειοψηφίαν, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πετράκης νὰ ἀπαντήσω. Ὁ Δήμαρχος λέγει ὅτι εἶναι ἀδύνατον, κατὰ τὴν κρίσιν του, νὰ διορθωθοῦν τὰ λάθη· ὁ δὲ Νομάρχης, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀνωτέρα ἀρχὴ, ἔκρινεν ὅτι δὲν εἶναι ἀδύνατον, καὶ διέταξε νὰ διορθωθοῦν καὶ νὰ προχωρήσῃ ἡ ἐκλογὴ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ καταλόγου· αὐτὸ δὲ καὶ ἔγεινε. Καὶ διὰ νὰ ἦσθε ἐν δικαιώματι νὰ λέγητε, ὅτι ἡ ἐκλογὴ ἔγεινεν ἐπὶ τῇ βάσει ἐσφαλμένων καταλόγων, πρέπει νὰ ἀποδείξητε ποῖα τὰ ἄτομα, τὰ ὁποῖα ἕνεκα τῶν σφαλμάτων τῆς τυπώσεως ἀπεκλείσθησαν ἀπὸ τοῦ νὰ ψηφοφορήσωσι· καὶ δεύτερον, ποῖα πρόσωπα, χωρὶς νὰ ἔχουν δικαίωμα, ἐψηφοφόρησαν.
§60ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου· ἐγὼ ἔκαμον ἐρώτησιν εἰς τὸν κύριον Πετράκην ἂν διωρθώθη. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ὅταν ἕνας κατάλογος δὲν φέρῃ ἀπὸ κάτω τὸ ἴσον καὶ ἀπαράλλακτον τῷ πρωτοτύπῳ καὶ τὴν ὑπογραφὴν καὶ σφραγῖδα τοῦ Δημάρχου δὲν εἶναι ὁριστικός.
§61ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σας παρακαλῶ νὰ ἐξηγηθῶμεν περὶ τούτου. Καὶ ἐὰν καμμία διόρθωσις δὲν ἐγίνετο, πάλιν ἠμποροῦσε κανεὶς νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ἡ ψηφοφορία ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει διωρθωμένου καταλόγου, διότι καὶ αἱ ἐπιτροπαὶ ἠμποροῦσαν νὰ ἔχουν ὑπ’ ὄψιν τὸν περσινὸν κατάλογον, τὰς μεταβολὰς, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐφέτος, διὰ νὰ κάμουν μόναι των τὰς διορθώσεις. Σᾶς εἶπον χθὲς ὅτι εἰς τὴν Σύρον δὲν μετατυπώνουν τὸν κατάλογον διωρθωμένον, ἀλλὰ ἀφοῦ κάμουν τὸν κατάλογον μίαν φορὰν ἀνατυπώνουν τὰς διορθώσεις ἐν παραρτήματι.
§62ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Ἐκτὸς τῶν ὅσα ὁ συνάδελφός μου κ. Σωτηρόπουλος εἶπε, λέγω εἰς τὸν κ. Κριεμάδην, ὅτι ἔχει μίαν ἐσφαλμένην ἰδέαν περὶ τῆς ὁριστικότητος τοῦ καταλόγου, διότι δίδει τις δικαίωμα εἰς μίαν ἀρχὴν, ἡ ὁποία δὲν τὸ ἔχει. Ἐγὼ, κύριοι, δὲν ἀναγνωρίζω εἰς τὸν κ. δήμαρχον τῶν Ἀθηναίων νὰ εἴπῃ ὅτι ὁ κατάλογος εἶναι ἢ δὲν εἶναι ὁριστικός.
§63ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Τὸ εἶπα, διότι εἴπατε ὅτι.... (θόρυβος).
§64ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Δὲν δίδω τὸ δικαίωμα οὔτε εἰς τὸν δήμαρχον, οὔτε τὸν Νομάρχην ἢ τὸν ὑπουργὸν, νὰ ἀποφανθῇ περὶ τῆς ὁριστικότητος τοῦ καταλόγου, ἀλλὰ τὸ κρίνω ἐγὼ μόνος μου, ὅταν ἔχω ὑπὲρ τὸν νόμον, καὶ τοῦτο παρατηρεῖται ἀπὸ ἐπίσημα ἔγγραφα. Ἐὰν ὁ δήμαρχος ἔχῃ ἐσφαλμένην ἰδέαν, τῷ ἀπαντῶ ὅτι δὲν ἀνέγνωσε τὸν ἐκλογικὸν νόμον. Ἐγὼ λαμβάνω τὸ ἔγγραφον τοῦτο τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν ὑπογραφήν του καὶ τὸ ὁποῖον λέγει· «Μετὰ τὴν οὕτω γενομένην διόρθωσιν, ὁ κατάλογος οὗτος καθίσταται ὁριστικὸς ἀπὸ τοῦ 1874 μέχρι τῆς ἀναθεωρήσεώς του·» καὶ τοῦτο μοὶ ἀρκεῖ, καὶ αἱ ἐφορευ. ἐπιτροπαὶ ὤφειλον νὰ δεχθοῦν τὸν κατάλογον εἰς τὴν ψηφοφορίαν, καὶ δὲν ἔχω ἀνάγκην οὔτε τοῦ Νομάρχου, οὔτε τοῦ δημάρχου, οὔτε τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§65ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Παρακαλῶ, αὐτός ὁ κατάλογος, τὸν ὁποῖον ἔχετε εἰς χεῖράς σας, εἶναι ἀντίγραφον τοῦ πρωτοτύπου; Ὅλα τ’ ἀντίγραφα, νομίζω, πρέπει νὰ ᾖναι ἐπικυρωμένα διὰ νὰ ἔχουν κῦρος, καὶ νὰ φέρουν καὶ τὴν σφραγῖδα.
§66ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Μπᾶ, μπᾶ!
§67ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Λυποῦμαι διότι δὲν μὲ ἐνοήσατε, διότι ἐγὼ σᾶς λέγω, καὶ ἂν παρέλειψε τὸ καθῆκόν του ὁ δήμαρχος ἢ ὁ Νομάρχης νὰ θέσῃ τὴν σφραγῖδα, δὲν μ’ ἐνδιαφέρει, ἐγὼ ἐξετάζω ἐὰν ἐτηρήθησαν αἱ διατυπώσεις.
§68ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ὑπάρχει ἡ σφραγίς.
§69ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Ἄλλως τε, ὡς λέγει καὶ ὁ κ. Κολιάτσος, ἰδοὺ ὑπάρχει καὶ ἡ σφραγὶς, τὴν ὁποίαν ὅμως ἐγὼ θεωρῶ περιττήν.
§70Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἶμαι περίεργος νὰ ἴδω ἐὰν εἰς ἄλλας ἐπαρχίας ἔκαμαν αὐτὴν τὴν λεπτομερῆ ἐξέλεγξιν.
§71ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Λυποῦμαι διότι ἡ πλειονοψηφία τοῦ τμήματος λέγει, ὅτι ὁ κατάλογός μας εἶναι λανθασμένος. Ἐὰν ἐλάμβανε τὸν κόπον νὰ ῥίψῃ ἓν βλέμμα εἰς αὐτὸν, ἤθελεν ἴδῃ ὅτι σχετικῶς ὁ ἡμέτερος κατάλογος εἶναι ὁ πληρέστερος, ἤθελεν ἰδεῖ ὅτι τὰ ἀναφερόμενα καὶ τὰ πολύκροτα τυπογραφικὰ λάθη δὲν εἶναι παρὰ εἰς μίαν ἢ εἰς δύω σελίδας καὶ εἰς αὐτὰς μόνον μία μικρὰ παράλειψις ὑπάρχει, ἤθελεν ἰδεῖ ὅτι ἡ παράλειψις τῶν δύω φύλλων τούτων δὲν ἤθελε φέρει κἀμμίαν δυσκολίαν εἰς τὰς ἐφορευτικὰς ἐπιτροπάς. Ἀλλὰ μόνον ὅτι τὴν ἀναφέρει ἡ ἔνστασις, μία φράσις ἑνὸς δημάρχου τοῦ Κράτους, καὶ ἰδοὺ τὸ παραδέχεται ἡ πλειοψηφία καὶ φέρει τοιαύτην τὴν ψῆφον. Ὁ κατάλογός σας, λέγει ἡ πλειοψηφία, φέρει ἀπειρίαν ἐκλογικῶν ὀνομάτων, ὁ κατάλογός σας εἶναι ἀτελὴς, δὲν ἔχει τὰ ἐπαγγέλματα, δὲν ἔχει τὰς πατρωνυμίας. Ἀλλὰ ὡς σᾶς παρετήρησαν καὶ ἄλλοι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδώσωμεν ἐπώνυμον εἰς ἐκείνους ὅπου δὲν ἔχουν; Δὲν συμβαίνει αὐτὸ εἰς τοὺς καταλόγους μόνον τοῦ δήμου Ἀθηναίων, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν τοῦ κ. Πετρίτση, εἰς τὸν δῆμον Ἑρμουπόλεως· γνωρίζετε καλλίτερά μου ὅτι καὶ αὐτοῦ τὸ πλεῖστον δὲν ἔχουν πατρωνύμια. Πῶς σὺ ὁ κρίνων τόσον καλῶς τοὺς σοὺς καταλόγους, κρίνεις τόσον κακῶς περὶ τῶν ἐμῶν;
§72ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρὰ τῆς Ἑρμουπόλεως, θὰ ἦμαι συνεπέστατος πρὸς ὅσα λέγω τώρα.
§73ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι, κ. Πετρίτση, ἀλλ’ ἐξετέθητε καὶ ἄλλοτε ὡς βουλευτὴς καὶ ἀπετύχατε καὶ δὲν ἐκάματε λόγον περὶ ἀκυρότητος τῶν καταλόγων, καὶ τώρα μοὶ λέγετε ὅτι θὰ τὸ εἴπητε· οὐδέποτε ἄλλοτε ἐγένετο ἔνστασις, φέρετε τὰ πρακτικά· ἀλλὰ τώρα τὸ λέγετε, διότι δὲν φοβεῖσθε πλέον τίποτε. Καὶ δὲν εἶναι ἡ ἔλλειψις αὕτη εἰς τοὺς καταλόγους τοῦ κυρίου βουλευτοῦ Πετρίτση, ἀλλὰ καὶ εἰς πολλοὺς ἄλλους· δὲν θέλω ν’ ἀναφέρω, δὲν τὸ φέρω οὔτε ὡς κατηγορίαν· εἰς πολλοὺς καταλόγους δὲν ὑπάρχουν πατρωνύμια, διότι δὲν ὑπάρχουν ἐπώνυμα· σεῖς, κ. Πετρίτση, καὶ ἐγὼ ἔχομεν, ἀλλ’ ἄλλος δὲν ἔχει. Τί θέλετε λοιπὸν νὰ κάμνουν οἱ δήμαρχοι; νὰ δώσουν αὐτοὶ ἐπώνυμα;
§74Α. ΡΟΥΚΗΣ. Εἰς τὸν κατάλογον τῶν Πατρῶν δὲν ἔχουν ἐπώνυμον, ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. προέδρου.
§75ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Μάλιστα, καὶ εἰς πολλοὺς ἄλλους καταλόγους.
§76ΚΡΙΕΖΗΣ. Τὰ ἐπαγγέλματα ὅμως καὶ ἡ ἡλικία ὑπάρχουν.
§77ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Τοιαῦτα λοιπὸν τεκμήρια δὲν πρέπει νὰ ἔρχωνται εἰς ἀκύρωσιν. Φέρετε ὅλους τοὺς καταλόγους τῶν ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους καὶ παντοῦ θέλετε ἰδεῖ τοιαῦτα· δὲν θέλω νὰ προσβάλω τὸν κατάλογον μιᾶς ἐπαρχίας ἢ ἄλλης, ἀλλὰ λέγω ὅτι δὲν ἐδικαιοῦτο ἡ πλειονοψηφία νὰ στηρίξῃ οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην σκέψιν της ἐπὶ τοιούτου τεκμηρίου. — Ἔρχομαι εἰς μίαν τῶν σκέψεων τῆς πλειονοψηφίας, ἐκείνην ἡ ὁποία ἀπετέλεσε τὸν μεγαλείτερον κριτὴν, τὴν μεγαλειτέραν βαρύτητα εἰς τὸν σχηματισμὸν τῆς πεποιθήσεώς της. Ὤ! περιέχονται ἀπειρίαι εἰκονικῶν ὀνομάτων! Ἀλλ’ ὅταν ἡ πλειονοψηφία ἔρχεται καὶ λέγει, πείθομαι ὅτι εἰς τὸν κατάλογον τοῦτον ὑπάρχουν ἄπειρα εἰκονικὰ ὀνόματα, ποῖον ἦτο τὸ καθῆκον της; βεβαίως νὰ ζητήσῃ ἀποδείξεις. Κύριοι, ἐρωτῶ ὑμᾶς ἐὰν εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειοψηφίας καὶ εἰς ὅσα ἀνέφερεν ὁ κ. Ζέζας εὑρίσκετε τὴν ἐλαχίστην ἀπόδειξιν ὅτι εἶναι ἔστω καὶ ἓν εἰκονικὸν ὄνομα. Μᾶς λέγουν καὶ μᾶς ἀπειλοῦν ὅτι πάντοτε θὰ μᾶς φέρουν τὰς ἀποδείξεις· καὶ τὸ λέγει ποῖος; μέλος τοῦ τμήματος. Καὶ δὲν δικαιοῦμαι νὰ τοῦ εἴπω ὅτι σὺ προτοῦ σχηματίσῃς τὴν πεποίθησίν σου καὶ ἔλθῃς νὰ μὲ κατηγορήσῃς, ὤφειλες νὰ ἐξετάσῃς πρῶτον τὸν ἑαυτόν σου; (εὖγε! εὖγε! χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι, εἰς τὸ ἀκροατήριον.
§79ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Τολμοῦν νὰ λέγουν ὅτι θὰ σᾶς φέρωμεν ἀποδείξεις εἰς τὴν τελευταίαν στιγμὴν, ὅταν πρόκειται νὰ σᾶς δώσωμεν τὴν πληγὴν, νὰ σᾶς δολοφονήσωμεν! Καὶ ποῖον δικαστήριον, καὶ ποῖον εὐνοούμενον κράτος ἤθελε παρουσιάσει τοιοῦτον παράδειγμα; ποῖος ἤθελε τολμήσει νὰ εἴπῃ ὅτι σὲ καταδικάζω ἄνευ ἀποδείξεων, διότι ἐγὼ τὸ θέλω; Σᾶς ἐπροκαλέσαμεν καὶ σᾶς προκαλοῦμεν καὶ σήμερον νὰ φέρητε τὰς ἀποδείξεις, ἐὰν ἔχετε. Σᾶς εἴπομεν ὅτι εἴχετε καθῆκον νὰ εἴπητε εἰς τὸν ἀποτυχόντα ἐκεῖνον ἐνιστάμενον ὅτι δὲν πρέπει νὰ κατηγορῇ τοὺς ἐπιτυχόντας· σὺ ὁ ἀποτυχὼν φέρε τὰς ἀποδείξεις σου, ἄλλως ὕπαγε. Ἔρχεται εἷς ἐνιστάμενος καὶ λέγει ὅτι ὀνόματα τοῦ καταλόγου τούτου εἶναι εἰκονικὰ, καὶ ἐγὼ ὁ δικαστὴς ὅστις ὀφείλω νὰ δώσω εἰλικρινῶς τὴν ψῆφόν μου, πρέπει νὰ τῷ εἴπω ἀμέσως, μάλιστα σᾶς πιστεύω ἄνευ ἀποδείξεων ἀντὶ νὰ τῷ εἴπω ὕπαγε, ἀφοῦ ἀποδείξεις δὲν ἔχεις; Καὶ τολμᾶτε νὰ λέγετε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ νὰ ὑποστηρίζητε ὅ,τι εἴπετε; Ναὶ, ἐπαναλαμβάνω, δὲν θέλω νὰ προσβάλω κανένα, εἶναι πρωτοφανὲς τοῦτο. Εἰκονικὰ ὀνόματα ἐμπεριέχουσι, καὶ ὅμως ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ σᾶς φέρωμεν ἀρνητικὴν ἀπόδειξιν. Θὰ ἦτο πρωτοφανὲς ν’ ἀλλάξωμεν τοὺς κανόνας τῆς ἀποδείξεως· νὰ ὑποχρεώσωμεν τὸν κατηγορούμενον νὰ φέρῃ ἀποδείξεις ὅτι δὲν ἔπραξεν ἔγκλημα. Καὶ μολαταῦτα διὰ τῆς τακτικῆς σας μᾶς φέρετε εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην. Ἐπειδὴ ἔχομεν πεποίθησιν εἰς τὸ δίκαιόν μας, σᾶς φέρομεν ἀποδείξεις ὅτι περὶ τοῦ καταλόγου πολλὰ, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ ἀποτυχὼν, ἦσαν ψεύδη, ὅτι διὰ τὴν τόλμην αὐτήν.......
§80ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ τοὺς δύω ἀδελφούς του.
§81ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Ἀπ’ αὐτὸ καὶ μόνον δύνασθε νὰ κρίνητε περὶ τῆς ἀξιοπιστίας του. Ἀλλὰ, κύριοι, αὐτὸς ὁ ἀποτυχὼν ἐνιστάμενος, ἐὰν εἰλικρινῶς καὶ ἐν πεποιθήσει εἶχε τοιαύτην ἰδέαν, αὐτὸς ἠκολούθει τὴν ἐκλογὴν ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας, διατί αὐτὸς ἢ ὁ ἀντιπρόσωπος ὁ ἀδελφός του δὲν ἔφερε καμμίαν ἔνστασιν; Παρευρέθην ἐν τῷ κοινοβουλίῳ τούτῳ εἰς ἀπείρους ἐξελέγξεις, μὅλα ταῦτα βάσις τῆς σκέψεως ἀποῤῥίψεως τοιούτων ἐνστάσεων ἦτον ὅτι δὲν ἔφερε καμμίαν ἔνστασιν κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐκλογῆς ὁ ἐνιστάμενος. Δὲν ἠδύνατο ὁ ἀποτυχὼν ἐνιστάμενος εἰς τὰς τέσσαρας ἡμέρας νὰ φέρῃ μίαν τοιαύτην ἔνστασιν; Ἠξεύρετε πῶς ἐνεργεῖται ἡ ἐκλογὴ ἰδίως ἐν Ἀθήναις; πανηγυρικῶς ὀφείλω νὰ τὸ εἴπω πρὸς τιμὴν τῆς ἐπαρχίας· ἄπειρος κόσμος συῤῥέει νὰ ἴδῃ· εἰσέρχονται οἱ ψηφοφόροι, ἵστανται ὅλοι οἱ ἀντιπρόσωποι, ἡ ἐπιτροπὴ εὑρίσκει τὸν ἀριθμόν των· μετὰ ταῦτα ἔρχεται ἐνώπιον ὅλων τῶν ἀντιπροσώπων καὶ ὅταν εἰποῦν ὅτι αὐτὸς εἶναι, τότε ψηφοφορεῖ. Ἐὰν λοιπὸν ὁ ἀδελφὸς αὐτὸς τοῦ ἐνισταμένου εἶχεν τοιαύτην ὑπόνοιαν, διατί δὲν ἔκαμεν ἔνστασιν; Ἀλλὰ τοὐναντίον, τὸν γνωρίζω τὸν νέον, ἦτο χθὲς εἰς τὴν οἰκίαν μου, εἶναι ἔντιμος νέος καὶ ὡμολόγησεν καὶ εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς τὸ τοιοῦτον. Τὸ αὐτὸ ἀναφέρω καὶ διὰ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἐνισταμένου εἰς ἄλλα τμήματα. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ τόσους ἀδελφοὺς ὁ ἐνιστάμενος ὥστε νὰ τοὺς διαθέσῃ παντοῦ, κ. Στάϊκε.
§82ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδίως πρόκειται περὶ τοῦ Αʹ. τμήματος.
§83ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Μάλιστα, διότι εἰς αὐτὸ εἶναι ὅλον τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον ἔγεινεν εἰς τὴν πρωτεύουσαν. Δὲν ἔφερε λοιπὸν ὁ ἀποτυχὼν ἐνιστάμενος ἢ ὁ ἀντιπρόσωπος ἀδελφός του εἰς τὸ Αʹ. τμῆμα, ἢ ἄλλος ἀντιπρόσωπός του εἰς τὰ ἄλλα τμήματα οὐδεμίαν ἔνστασιν. Ἔρχεται ὅμως μετὰ τὴν ἐκλογὴν, διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἔνστασιν καὶ φέρει ἕνα κατάλογον καὶ σᾶς λέγει, ὅτι ἀπέτυχεν ἐξ αὐτοῦ, ἀλλὰ καμμίαν ἔνστασιν δὲν ἔχομεν. Σᾶς λέγω ὅτι ὁ νέος ἀπέτυχεν καὶ ἄλλοτε, ἀλλὰ καμμίαν ἔνστασιν δὲν ἔκαμε· τὴν κάμνει εἰς τὴν παροῦσαν ἐκλογὴν, τὸ λέγω πρὸς τιμήν του, οὐχὶ ἐξ ἰδίας θελήσεως, μ’ ἐννοεῖτε.
§84ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Δὲν σᾶς ἐννοῶ.
§85ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Ἀφήσατε νὰ σᾶς εἴπω νὰ τὸ ἐννοήσητε, σᾶς λέγω πρὸς τιμὴν τοῦ νέου τούτου, ἀπέτυχεν καὶ εἰς ἄλλας ἐκλογάς, δὲν ἔκαμεν ὅμως ἔνστασιν· ἀλλὰ εἰς τὴν παροῦσαν ἐκλογὴν κάμνει, ὄχι διότι τὸ θέλει, ἀλλὰ διότι τὸ ζητοῦν.
§86ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Νὰ σᾶς ἀπαντήσω, κ. Πετράκη.
§87ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Τί ν’ ἀπαντήσῃς; δὲν εἶναι ἀνάγκη ἀπαντήσεως (θόρυβος).
§88ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε, κύριε Πετρίτση, εἶναι δικαίωμά μου.
§89ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Τότε, μάλιστα.
§90ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου, δὲν ἀνέφερα κἀνὲν ὄνομα. Σᾶς λέγουν ὅτι ὁ κατάλογος περιέχει ἀπειρίαν εἰκονικῶν ὀνομάτων· ἀλλ’ ὤφειλον τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας, ἐὰν εἶχον τὴν καλωσύνην νὰ σκεφθοῦν ὅτι ὁ δῆμος τῶν Ἀθηνῶν ἔχει πλέον 60,000 ψυχῶν...· μόλα ταῦτα ψηφοφόρους πόσους νομίζετε; 5,500–6,000· ναὶ ἢ ὄχι;
§91ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. 5,300.
§92ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Καὶ λοιπὸν διὰ τὸν δῆμον τῶν Ἀθηναίων λέγετε ὅτι περιέχει ψευδῆ ὀνόματα; Ὢ! Πόσον ἄδικοι εἶσθε! ἀφοῦ ἀπέναντι 60,000 ψυχῶν ὑπάρχουν μόνον 5.000 ψηφοφόροι, τὸ 1|12.
§93ΤΙΝΕΣ. Πόσοι εἶναι ἐγγεγραμμένοι;
§94ΠΕΤΡΑΚΗΣ. 10,000, τὸ ἓν ἕκτον. Δὲν θέλω ν’ ἀναφέρω τὸ ὄνομα μιᾶς ἐπαρχίας ἐκ 14,000 ψυχῶν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάρχουσι 12,000 ψηφοφόροι.
§95ΤΙΝΕΣ. Ποία ἐπαρχία;
§96ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Τοῦ εἰσηγητοῦ.
§97ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Μάλιστα, εἶναι ἡ Σῦρος, ἡ ὁποία ἔχει 14,000 ψυχάς· ἀλλ’ ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τῆς ἐκλογῆς, θὰ ἴδητε πόσον συνεπὴς εἶμαι εἰς τὰς σκέψεις καὶ ἀποφάσεις μου (θόρυβος). Ἐὰν δὲν συμφέρῃ εἰς τὸ κόμμα, ἀλλάσσει τὸ πρᾶγμα.
§98ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Κύριοι, συνεκινήθη ἡ πλειονοψηφία ὅτι εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους συμβαίνουσι τὰ τοιαῦτα. Ὅλοι οἱ κύριοι ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς ἐκ τῆς δούλης Ἑλλάδος βεβαίως ἀποκαθίστανται οἱ πλεῖστοι ἐν Ἀθήναις καὶ ἐγγράφονται εἰς τὸν δῆμον Ἀθηναίων. Εἴμεθα γενναῖοι, διότι γνωρίζομεν τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχει ἡ ἐπαρχία μας ὡς πρωτεύουσα τῆς Ἑλλάδος, κέντρον τοῦ Ἑλληνισμοῦ· ἡμεῖς εἴμεθα γενναιότεροι· ἀλλὰ θέλετε νὰ μᾶς κάμετε πλέον φειδωλούς. Λέγομεν ὅτι ὅλοι ἐκ τῆς δούλης Ἑλλάδος ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ γραφοῦν· σεῖς μᾶς κατηγορεῖτε ὅτι εἴμεθα φειδωλοὶ καὶ λέγετε ὅτι σεῖς εἶσθε γενναῖοι· ἀλλὰ σᾶς ἀποδεικνύομεν ὅτι ἐσεῖς εἶσθε φειδωλοί, ἡμεῖς δὲ γενναιότεροι, διότι αἰσθανόμεθα τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχομεν· Ποίαν ἀπόδειξιν, κύριοι, τῆς πλειονοψηφίας τοῦ τμήματος μᾶς ἔφερον περὶ τῆς εἰκονικότητος; Πῶς ἦτο δύσκολον, κύριοι, εἰς τὸν ἐνιστάμενον, ὅταν εἶχε τέσσαρας μῆνας καιρὸν, νὰ φέρῃ ὀλίγας τοὐλάχιστον ἀποδείξεις τοῦ καταλόγου, τὸν ὁποῖον σᾶς ὑπέβαλεν; Ἀλλὰ, κύριοι, ἐκάματε τὴν παράλειψιν αὐτὴν ὡς δικασταὶ, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ τῷ εἴπητε, πήγαινε νὰ φέρῃς ἀποδείξεις, δὲν λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν τὸν κατάλογον αὐτόν. Μὴ σᾶς φαίνεται παράδοξον, ἕκαστος κατηγορούμενος ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ὑπερασπίσεως, νὰ σᾶς εἴπῃ ποῖοι οἱ λόγοι τῆς πεποιθήσεώς σας....
§99ΡΟΥΚΗΣ. Ἕκαστος συκοφαντούμενος.
§100ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Δὲν θέλω νὰ μεταχειρισθῶ αὐτὴν τὴν ἔκφρασιν.
§101ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ κατηγορῶ, δὲν κατηγοροῦμαι.
§102ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Κύριοι, ποῖον ἐπιχείρημα εὗρεν ἡ πλειοψηφία ὅτι ἡ συγκρότησις τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς εἶναι πλημμελής; διότι ἀντὶ νὰ συγκροτῆται ἀπὸ πέντε μέλη, παρουσιάσθη καὶ ὑπέγραψε καὶ ὁ κ. Μπέσας, ἄλλοτε πάρεδρος· καὶ σᾶς λέγουν πάρεδρος τοῦ δήμου Ἀθηναίων! Ἔ! κύριοι! σᾶς εἶπα ὅτι πολλάκις οἱ λαοὶ κάμουν σφάλματα, ἀφήσετε αὐτοὺς ὅμως ἐλευθέρους νὰ διορθωθοῦν μόνοι των.
§103Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ποσάκις ἔκαμον λάθος οἱ Ἀθηναῖοι νὰ ἐκλέξουν τοιούτους;
§104ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Ἅπαξ.
§105Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε λάθος.
§106ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Ἔστω καὶ δὶς πρὸς χάριν σας.
§107ΡΟΥΚΗΣ. Ὅπως καὶ σεῖς οἱ Σπαρτιᾶται... (θόρυβος). σὺ εἶσαι δικολάβος, ἐγὼ δὲν εἶμαι (θόρυβος), σᾶς περιφρονῶ.
§108ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ῥούκη, ν’ ἀναιρέσῃς τὴν φράσιν (θόρυβος).
§109Α. ΑΧΟΛΟΣ. Τί θέλουν, κ. πρόεδρε; καυγάδες (θόρυβος).
§110ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι συζήτησις αὐτὴ, κ. πρόεδρε, οὔτε πρέπον εἶναι ἓν μέλος τοῦ Κοινοβουλίου νὰ προσβάλλετε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον (θόρυβος).
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἀνακαλῶ εἰς τὴν τάξιν, κ. Ῥούκη (θόρυβος).
§112ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ λέγω, κ. πρόεδρε, ὅτι ἡ προσβολὴ κατὰ τοῦ κ. Βαλασοπούλου εἶναι προσβολὴ τοῦ Σώματος καὶ φέρω πρότασιν ἀποδοκιμασίας κατὰ τοῦ κ. Ῥούκη.
§113ΡΟΥΚΗΣ. Ἐγὼ τὸν εἶπα καλπονοθευτὴν, ὅπου τὸν εἶπεν ἡ πλειονοψηφία τοῦ τμήματος καὶ ἐξακολουθῶ νὰ τὸν λέγω καλπονοθευτήν (θόρυβος).
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι· σᾶς ἀνακαλῶ εἰς τὴν τάξιν, κ. Ῥούκη.
§115ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιμένω εἰς τὴν πρότασίν μου, κ. πρόεδρε (θόρυβος).
§116ΡΟΥΚΗΣ. Ἐπιμένεις, διότι εἶσαι ὁμοιοπαθής (θόρυβος).
§117ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου θέλετε νὰ ἐξευτελίσητε τὸν θεσμὸν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος (θόρυβος).
§118ΡΟΥΚΗΣ. Σεῖς.
§119ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦτο, κ. πρόεδρε, φέρω πρότασιν ν’ ἀποδοκιμασθῇ ὁ κ. Ῥούκης.
§120Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἄνθρωπος καθὼς σεῖς...
§121ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ἄνθρωπος, ὅστις παρελθὸν δὲν ἔχω (θόρυβος).
§122Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μὲ πολὺ καλὴν ἱστορίαν ἤρχισες καὶ οὕτω θὰ τελειώσῃς (θόρυβος).
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἀναγινώσκω καὶ τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ, κατὰ τὸ ὁποῖον εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Ἐγὼ ἀνακάλεσα εἰς τὴν τάξιν τὸν κ. Ῥούκην.
§124ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Διατί; Τί ἔκαμε;
§125ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἀποσύρῃ αὐτὰς τὰς λέξεις, τότε ἀποσύρω καὶ ἐγὼ τὴν πρότασίν μου.
§126ΡΟΥΚΗΣ. Ἀποσύρω τὰς λέξεις ὅπου τὸν ὠνόμασα.... (θόρυβος) καὶ τὸν ἀποκαλῶ καλπονοθευτήν· διότι ἡ πλειονοψηφία τοῦ τμήματος οὕτω τὸν ὀνομάζει.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ Κανονισμός· «ἐὰν ὑπάρχῃ τις ταράττων τὴν τάξιν.... Σᾶς ἀνεκάλεσα ὀνομαστί. Ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ ἐπιμένει (θόρυβος). «ἐγγράφεται ἡ ἀνάκλησις εἰς τὰ πρακτικά.» Λοιπὸν λέγω, ὅτι ἡ ἀνάκλησις νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ (θόρυβος).
§128Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν θέλετε νὰ ἦσθε εἰλικρινεῖς, δὲν ἔχετε κἀνὲν δικαίωμα τοιοῦτον, κ. πρόεδρε.
§129ΡΟΥΚΗΣ. Σᾶς πονεῖ τὸ δεξὶ μάτι, φαίνεται, κ. πρόεδρε (θόρυβος).
§130ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν ὁ κ. Ῥούκης δὲν ἀνακαλέσῃ τὰς λέξεις του αὐτὰς, καὶ δὲν ὑποβάλητε τὴν πρότασιν τῆς ἀποδοκιμασίας, κύριε πρόεδρε, ἐγὼ καὶ ἄλλοι συνάδελφοι ἀποσυρόμεθα (θόρυβος).
§131Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ ἀκροατήριον καὶ ἡ Βουλὴ εἶναι ἱκανοὶ μάρτυρες τῆς ἀρχῆς τοῦ ὅτι ἠθελήσατε νὰ ἐκτραπῆτε εἰς προσωπικότητας (θόρυβος)· ὁ πρῶτος εἶναι ὁ κ. Ῥάλλης.
§132Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Νὰ τὸ συζητήσωμεν ποῖος ἔκαμε τὴν ἀρχήν.
§133Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ συζητηθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. Πονηροπούλου· νὰ ἀποδοκιμασθοῦν οἱ φέροντες ὕβρεις κατὰ τῶν ἀντιπροσώπων.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ πέντε λεπτὰ (ὥρα 4 παρὰ ¼ μετὰ μεσημβρίαν). (Ὁ πρόεδρος ἀναλαμβάνει τὴν ἕδραν του περὶ ὥραν 4 καὶ 5/60).
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, παρακαλεῖσθε νὰ ἔλθητε νὰ λάβητε τὰς θέσεις σας, διὰ νὰ ἐπαναλάβωμεν τὴν συζήτησιν. Κηρύττεται ἡ ἐπανάληψις τῆς συζητήσεως. Ἀλλὰ πρὸ τούτου ὁ κ. Ῥούκης, ὁ ὁποῖος ἤκουσεν ἀναγινωσκομένην ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ, ἐπειδὴ ὅπως δήποτε ἐπρόφερε λόγους προσβλητικοὺς κατὰ συναδέλφου, καλὸν εἶναι αὐτὰς τὰς λέξεις νὰ τὰς ἀναιρέσῃ διὰ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸ ἔργον μας.
§136ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὰς ἀνεκάλεσε.
§137Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦτον ἀμοιβαία ἔξαψις μεταξὺ τῶν κυρίων βουλευτῶν.
§138ΡΟΥΚΗΣ. Ὁ κύριος Βαλασόπουλος εἶναι πολὺ ζωηρὸς καὶ ἐγὼ ἔτι περισσότερον· ἠθέλησε νὰ μὲ πειράξῃ, τὸν ἐπείραξα καὶ ἐγώ· ἐπιμένω λοιπὸν εἰς ὅσα εἶπον.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐπειδὴ ἐπιμένει ὁ κ. Ῥούκης...
§140Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ οἱ δύω εἶπον ἐρεθιστικὰς λέξεις· θὰ παρακαλέσω λοιπὸν καὶ τοὺς δύω νὰ ἀναιρέσωσιν αὐτάς.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ῥούκης λέγει ὅτι ἐπιμένει εἰς ὅσα εἶπε.
§142ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Θέλουν μὲ αὐτὰ νὰ ἐπηρεάσουν τὴν Βουλήν.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ εἶπον νὰ γείνῃ ἡ ἐγγραφὴ εἰς τὰ πρακτικὰ καὶ νὰ ἐγγραφῇ ἡ ἀνάκλησίς του εἰς τὴν τάξιν. Αὐτὸ εἶναι ἀποφασισμένον, ἐτελείωσεν (θόρυβος). Δὲν δίδω τὸν λόγον εἰς κανένα.
§144ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). Αὔριον τὰ λέγομεν κατὰ τὴν ἐπικύρωσιν τῶν πρακτικῶν.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ διέταξα νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§146ΠΗΛΗΚΑΣ. Τὴν λέξιν ἀνεδέστατος, τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ κ. Βαλασόπουλος....
§147ΡΟΥΚΗΣ. Εἶναι πολὺ μικρὸς νὰ μὲ ὑβρίσῃ ἐμένα, νήπιος εἶναι· καὶ ἐπὶ τέλους θέλει καὶ τὴν τιμήν του!!
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θὰ τελειώσωμέν ποτε (θόρυβος).
§149ΡΟΥΚΗΣ. Δὲν μὲ μέλει· ὅ,τι θέλετε γράψετε εἰς τὰ δευτέρια.
§150ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω τὴν ἐξακολούθησιν τοῦ λόγου μου. Ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, διεκόπημεν εἰς τὴν κακὴν συγκρότησιν τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Αʹ. τμήματος, τὴν ὁποίαν ἡ πλειονοψηφία τοῦ τμήματος θεωρεῖ ὡς μεγίστην ἔλλειψιν, ὡς ἔγκλημα καθοσιώσεως. Καὶ πῶς ἀπέδειξεν αὐτήν; ἔφερεν ἔνστασιν, ἐν ᾗ φαίνονται ὑπογεγραμμένα δύω μέλη ὡς δῆθεν μέλη τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς, τὸν κ. Γεώργιον Μπέσαν καὶ τὸν κ. Βασίλειον Δούσην δημοδιδάσκαλον. Ἐγένετο ἡ παρατήρησις, καὶ χθὲς πολὺ ἐστενοχωρήθη ὁ κύριος Ζέζας ὅπως μοὶ δώσῃ ἀκρόασιν· ἀφοῦ ὑπῆρξεν ἅπαξ καὶ δὶς δημοτικὸς πάρεδρος, δὲν θέλω κατ’ ἐμὴν ἀρχὴν νὰ κατηγορήσω οὔτε τὸν ἕνα οὔτε τὸν ἄλλον, ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐπιτρέψουν καὶ οἱ δύω οὗτοι νὰ εἴπω ὅτι δὲν δύνανται νὰ παράσχωσι τὰ ἐχέγγυα τοιαύτης ἀξιοπιστίας καὶ εἰς τὰ ἔντιμα μέλη τῆς πλειοψηφίας τοῦ τμήματος· διότι ἠξεύρετε, κύριοι, ποῖα εἶναι τὰ καθήκοντα ἑνὸς παρέδρου; αἱ κύριαι δημοτικαὶ ἐργασίαι ἐνεργοῦνται, τοὐλάχιστον ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ἀττικῆς, παρὰ τοῦ δημάρχου, αἱ ἄλλαι αἱ βοηθητικαί, αἱ ἀπαριθμήσεις τῶν ζώων, αἱ ἐγγραφαὶ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν, αἱ κατασχέσεις ἀνατίθενται εἰς τοὺς παρέδρους καὶ ὀλίγοι, κύριοι, ἔχουν ὄρεξιν νὰ λαμβάνουν τοιαῦτα καθήκοντα. Νομίζω, ὅτι τοῦτο ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἀποδείξῃ καὶ νὰ σᾶς πείσῃ περὶ τῆς ἐκλογῆς αὐτοῦ ὡς δημαρχικοῦ παρέδρου. Ἀλλὰ, κύριοι, αὐτὸς ὁ δημαρχιακὸς πάρεδρος, αὐτὸς ὁ δημοδιδάσκαλος διὰ τί κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ψηφοφορίας ἐπὶ τέσσαρας ἡμέρας νὰ μὴ ἔχουν τὴν τόλμην νὰ φέρουν μίαν τοιαύτην ἔνστασιν; Ἀλλ’ ἔρχονται, κύριοι, οἱ δύω οὗτοι, ἀφοῦ ἔγεινε μία ἔνστασις, ἔρχονται καὶ λέγουν, ἔγεινε μία ἔνστασις παρ’ ἀνθρώπων ἐκπληρούντων τὸ καθῆκόν των· καὶ ἐὰν μὲ συγχωρήσητε, θὰ σᾶς παρατηρήσω ὅτι τὸ ἔγγραφον αὐτὸ πάλιν εἶναι γεγραμμένον διὰ τῆς χειρὸς τοῦ κ. Παρίσση. Λοιπὸν σεῖς δικαιοῦσθε, κύριοι, νὰ δώσητε πίστιν εἰς αὐτὸ τὸ ἔγγραφον, εἰς αὐτὴν τὴν ἐξώδικον βεβαίωσιν; Δὲν θέλω νὰ ἐλέγξω τὰ μέλη τοῦ τμήματος, ἀλλὰ τοὺς βεβαιῶ, ὅτι ἐὰν ἤμην ἐγὼ καὶ μοῦ ἐφέρατε τοιοῦτον ἔγγραφον, ἤθελον τὸ πετάξει· ἡ κοινὴ γνώμη ἡ ὁποία μᾶς ἀκούει δύναται νὰ βεβαιώσῃ, διότι γνωρίζει καὶ τὰ λοιπὰ μέλη τοῦ τμήματος, ἐὰν εἰς τοὺς 2 ἢ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν πρέπει νὰ δώσωμεν πίστιν μᾶλλον. Καὶ, κύριοι, ποῖον δικαίωμα ἔχουν τὰ 2 δῆθεν μέλη νὰ ἔλθουν νὰ βεβαιώσουν; Εἰς ποίαν διάταξιν τοῦ νόμου στηρίζεται τὸ δικαίωμα τοῦτο; Ἔλαβον μέρος κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς ἐκλογῆς νὰ θεωρῶνται ὡς μέλη τοῦ τμήματος; Ὄχι, κύριοι· ἡ ἐφορευτικὴ ἐπιτροπὴ συνεκροτήθη καθὼς πάντοτε, καὶ οἱ δύω οὗτοι οὐδέποτε ἔλαβον μέρος. Φέρετε μίαν διάταξιν τοῦ νόμου, ἥτις σᾶς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνητε τὰς ὑπογραφὰς τῶν μὲν καὶ τῶν δὲ καὶ νὰ τὰς φέρετε ἐδῶ ὡς ἀπόδειξιν. Αὐτοὶ, κύριοι, ἂν ᾐσθάνοντο τὶ ὑπέγραφον, δὲν θὰ ἐτόλμουν νὰ ὑπογράψωσιν αὐτὴν τὴν ἔνστασιν· εἶναι ἡ ἔνστασις τοῦ ἀποτυχόντος, ἡ ἀκολούθως ἐπιδοθεῖσα εἰς τὴν Νομαρχίαν. Δὲν πιστεύομεν, λέγει ἡ πλειονοψηφία τοῦ τμήματος, τὸν ἐνιστάμενον, πιστεύομεν τὸν δήμαρχον, καὶ τὴν ἐπιτροπήν· ἀλλ’ ἂς μοὶ συγχωρήσῃ νὰ τῆς παρατηρήσω, ποῦ εὗρε τοιαύτην βεβαίωσιν; Ποῦ εὗρε τὸ δικαίωμα τοῦ δημάρχου νὰ θεωρήσῃ ὅτι ...... τὰ μέλη τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς; Ὑποθέσατε, κύριοι, ἕνα δήμαρχον ἐναντίον· ἐὰν τοῦ δώσητε αὐτὸ τὸ δικαίωμα, δὲν θὰ ἔχητε κανὲν ἔγκλημα βεβαιωμένον. Ἄλλως τε, κύριοι, οὐδεμία βεβαίωσις ὑπάρχει τοιαύτη ἐκ μέρους τοῦ δημάρχου Ἀθηναίων. Ἐῤῥέθη ὅτι εἰσήρχοντο εἰς τὸν τόπον τῆς ψηφοφορίας πλέον τῶν πέντε ψηφοφόρων· καὶ νομίζετε ὅτι τοῦτο εἶναι ὑπὲρ ἡμῶν; Αὐτὸ γίνεται πρὸς εὐκολίαν, καὶ ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς θελήσεως καὶ τῆς ἱκανότητος τοῦ προέδρου. Ποῦ εὗρεν ἡ πλειονοψηφία τοῦ τμήματος ὅτι ἡ ἐφορευτικὴ ἐπιτροπὴ ἐβεβαίωσεν ταῦτα; Σᾶς ἀνέπτυξα, κύριοι, καὶ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐπαναλάβω ὅτι αὐτὴ ἡ βεβαίωσις εἶναι γεγραμμένη διὰ τῆς χειρὸς τοῦ Παρίση· ὅτι αὐτὴ ἔγεινε μετὰ τὴν ἐκλογήν. Δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω ὅτι πανηγυρικῶς εἰς Ἀθήνας γίνεται ἡ ψηφοφορία, ὅτι ὅλοι ἐν μεγίστῃ τάξει ἐψηφοφόρησαν. Πῶς δύνασθε νὰ παραδεχθῆτε ἀπέναντι τοσούτων ἄλλων μελῶν τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀναφέρουν ὅτι ἐν πλήρει τάξει καὶ ἡσυχίᾳ ἐνεργήθη ἡ ἐκλογὴ, ἀπέναντι τούτων νὰ παραδεχθῆτε τὴν ἐξώδικον βεβαίωσιν; Ἐὰν, κύριοι, ἐπρόκειτο περὶ μιᾶς ἐκλογῆς ἐνεργηθείσης εἰς μεμακρυσμένον μέρος, τὴν ὁποίαν δὲν εἶδον οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν, ἴσως ἤθελον συγχωρήσει τὸ λάθος των· ἀλλὰ, κύριοι, ἡ ἐκλογὴ ἐγένετο ἐνώπιόν μας, τὴν δικάζετε ὄντες ἐν τῇ πρωτευούσῃ καὶ δύνασθε νὰ βεβαιωθῆτε ἂν ἔλαβε χώραν ἡ παραμικρὰ ἀταξία. Σᾶς λέγω καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι μᾶς φέρουν ἡμᾶς τοὺς κατηγορουμένους εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀποδείξωμεν τοὺς πλαστοὺς ψηφοφόρους, διότι ὑμεῖς δὲν μᾶς φέρετε οὐδεμίαν ἀπόδειξιν. Τί δὲ νὰ εἴπω περὶ τοῦ μεγάλου τεκμηρίου—διότι μὲ τεκμήρια ἐξακολουθοῦν—ὅτι δύω σφαιριδιοδόται προσελήφθησαν περιπλέον; μέγιστον τεκμήριον, οἱ σφαιριδιοδόται ἐπιρέαζον. Ἠξεύρετε, κύριοι, εἰς ὅλην τὴν ἐκλογὴν ἦτον ἑκατὸν σφαιριδιοδόται· ὡς τίμιος ἄνθρωπος σᾶς λέγω ἴσως δὲν γνωρίζω κἀνένα· δὲν μὲ ἐνδιέφερεν οὔτε τοὺς συναδέλφους μου ποῖος θὰ ᾖναι ὁ σφαιριδιοδότης. Ἀλλοίμονον, ἐὰν τὴν ἐπιτυχίαν ἐγὼ καὶ οἱ συνάδελφοί μου τὴν ὠφείλαμεν εἰς μίαν ἐπήρειαν ὅπως τὴν παρέστησαν ὅτι εἶναι ἡ τελευταία συγκινητικὴ ἀπόφασις τοῦ ἐκλογέως· ἐὰν ἄλλοι δίδουν αὐτὴν τὴν τιμὴν εἰς τὸν σφαιριδιοδότην, ἐγὼ δὲν τὴν δίδω. Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν μᾶς φέρουν ἀπόδειξιν ὅτι δὲν εἶναι δικαίωμα τῆς ἐπιτροπῆς νὰ προσλαμβάνῃ σφαιριδιοδότας· τοὐναντίον, ἐγὼ ἔχω πεποίθησιν ὅτι ὁ διορισμὸς τῶν σφαιριδιοδοτῶν εἶναι καθῆκον τῆς ἐπιτροπῆς· τὴν εὐκολίαν δὲ δίδῃ ὁ νόμος, ὅταν γράφῃ νὰ δίδουν ἐκ τῶν δημοσίων γραφείων σφαιριδιοδότας εἰς τὰς ἐπιτροπὰς. Σᾶς ἀνέπτυξεν εἷς τῶν συναδέλφων μου περὶ τῆς ἐνστάσεως τοῦ ἀποτυχόντος· φαίνεται ἢ δὲν τὸν ἐνόησαν ἢ δὲν ἠθέλησαν τὸν ἐννοήσωσιν. Ὀφείλετε, κύριοι, νὰ ἐξετάσητε τὸ περιεχόμενον τῆς ἐνστάσεως, καὶ ἂν ἐγράφη ἐντὸς τοῦ τόπου τῆς ψηφοφορίας. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι ὁ νόμος διὰ τὴν καλὴν συγκρότησιν τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς ἀπαιτεῖ τὴν παρουσίαν τριῶν τοὐλάχιστον μελῶν· δὲν θὰ εὕρητε εἰς ὅλας τὰς πράξεις τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης τοιαύτην πρᾶξιν· ὁ κ. Μπέσας καὶ ὁ κ. Δούσης δὲν ἐπῆγαν νὰ ἐκπληρώσωσι τὰ καθήκοντά των, τὸ λέγω ἐγὼ ὅστις τοὺς εἶδα ἐκεῖ ἀπ’ ἔξω· τοὐναντίον μάλιστα τοὺς προσεκάλεσα νὰ ὑπάγουν καὶ δὲν ἐπῆγαν· ἀλλὰ ἔρχονται μετὰ ὀκτὼ ἡμέρας, ἀφοῦ ἐπεραιώθη ἡ ἐκλογὴ, δὲν ἠξεύρω πῶς τὸ κατώρθωσαν καὶ τοὺς ὑποχρέωσαν νὰ ὑπογράψουν μίαν ἔνστασιν. Ἕτερον τεκμήριον μᾶς παρουσίασεν ἡ πλειονοψηφία τοῦ τμήματος, τεκμήριον σπουδαῖον τὸ ὁποῖον βεβαίως θὰ κλονίσῃ τὴν πεποίθησίν σας· τὸ γράψιμον τῶν πρακτικῶν. Ἰδοὺ ἕτερον σπουδαῖον τεκμήριον ὡς ὅλα βεβαίως τὰ προηγούμενα. Σᾶς λέγουν, ὅπως ἀνέπτυξε χθὲς ὁ κ. Ζέζας, ἐὰν δὲν ᾖναι ἀπαρτία; Ἀλλὰ, κύριοι δὲν ἀνεγνώσατε τὸν ἐκλογικὸν νόμον ὅπως χθὲς ἀνεγνώσθη, δὲν θὰ εὕρετε πουθενὰ νὰ λέγῃ τοῦτο· μόνον αἱ ὁδηγίαι τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν περιέχουν περὶ αὐτοῦ, ἀλλ’ αὗται δὲν ἔχουν σκοπὸν νὰ ἐπιφέρουν τὸ ἄκυρον, ἀλλὰ ἔρχονται εἰς βοήθειαν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Κύριοι, ἐξ ὅσων εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω, νομίζω ὅτι οὐδεμία ὑπολείπεται ἀμφιβολία ὅτι ἐν Ἀθήναις ἐνεργήθη ἡ ἐκλογὴ ἐν ὅλῃ τῇ νομιμότητι, ὅτι οἱ κατάλογοι ἦσαν ὁριστικοὶ, ὅτι οἱ κατάλογοι δὲν περιεῖχον κἀνὲν λάθος, ὅτι δὲν ὑπῆρχον ἀνύπαρκτοι, οὔτε ἐψηφοφόρησαν ἀνύπαρκτοι. Σᾶς ἀνέφερε πολλὰ ὁ προλαλήσας συνάδελφος ὀνόματα, διότι δυστυχῶς ἀναγκαζόμεθα νὰ φέρωμεν ἀποδείξεις, ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου κύριος Κολιάτσος· πιστεύω ὅτι ὁ συνάδελφός μου κύριος Ῥάλλης θέλει ἐνασχοληθῆ εἰδικῶς περισσότερον. Ἐξ αὐτῶν θὰ ἰδῆτε τὴν καλὴν πίστιν τοῦ ἀποτυχόντος ἐνισταμένου.
§151ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πόσοι εἶναι;
§152ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Εἶναι πολλοὶ ἐδῶ εἰς τὸν κατάλογον, ὁ κύριος Ῥάλλης ἔχει 200.
§153ΖΑΪΜΗΣ. Αὐτοὶ ὅσοι λέγουν ὅτι ἐψηφοφόρησαν 5,000 ἀνύπαρκτοι, αὐτοὶ ἂς φέρουν τὰς ἀποδείξεις.
§154ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Ἐγὼ εἶπον καὶ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐπαναλάβω πολλάκις, ὅτι θέλουν νὰ μεταβάλωσι τοὺς κανόνας τῆς ἀποδείξεως καὶ νὰ ἐφαρμόσωσιν ἄλλας νέας ἀρχάς. Σεῖς ὠφείλατε, κύριοι, νὰ φέρητε τὰς ἀποδείξεις, δὲν ὠφείλαμεν ἡμεῖς. Σᾶς εἶπον ὅτι οἱ ἀποτυχόντες στηρίζονται εἰς μίαν μόνον ἔνστασιν χωρὶς νὰ φέρωσιν οὐδεμίαν ἀπόδειξιν. Σᾶς εἶπον ὅτι ἀπέτυχεν ὁ ἐνιστάμενος καὶ εἰς δύω ἑτέρας ἐκλογὰς καὶ δὲν ἔκαμεν ἔνστασιν. Ἠξεύρετε, κύριοι, ὅτι οἱ κατάλογοι εἶναι διαρκεῖς, καὶ ἐστὲ βέβαιοι, σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν ἤθελε κάμει ἔνστασιν καὶ ἐφέτος, ἐὰν δὲν ἐπιέζετο.
§155ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἀστυνομία φροντίζει νὰ φέρῃ τὰς ἀποδείξεις, ἀλλὰ ἔχομεν καὶ ἡμεῖς τὴν ἀστυνομίαν μας.
§156ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι οὐδεμία πρέπει νὰ μένῃ ἀμφιβολία περὶ τῆς νομίμου διεξαγωγῆς τῆς ἐκλογῆς ἐν τῷ δήμῳ Ἀθηναίων· πιστεύω ὅτι ἐν τῇ συνειδήσει σας τὸ δέχεσθε. Σᾶς εἶπον ὅτι ἀπέτυχον ὡς καὶ οἱ λοιποὶ συνάδελφοι δίς, καὶ δὲν εἶπον ὅτι ἡ ἐκλογή, ἡ τότε ἐνεργηθεῖσα, ἦτον ἄκυρος· εἶπον ὅτι ἀπέτυχα, διότι δὲν μὲ ἤθελον· θὰ ἔλθῃ καιρὸς καὶ θὰ μὲ ἐκλέξωσι πάλιν. Οὐδέποτε μοὶ ἦλθεν ἰδέα νὰ προσβάλω ἐκλογήν, διότι ἀπέτυχον. Ἔρχομαι, κύριοι, εἰς τὸν Δῆμον Κρωπίας. Καὶ ἐδῶ, κύριοι, ἀτυχῶς τὸ αὐτὸ σύστημα τῆς ἀποδείξεως· καὶ ἐδῶ ἡ αὐτὴ τακτικὴ εἰς τοὺς συλλογισμοὺς καὶ τὰς σκέψεις τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας. Τί σᾶς λέγει, κύριοι, ἡ πλειονοψηφία; Ἐγὼ ὁ κατηγορούμενος πρέπει νὰ φέρω τὰς ἀποδείξεις. «Ἐπειδὴ καὶ εἰς τὸν δῆμον αὐτὸν ἐκ τῶν ἐν τοῖς πρακτικοῖς καταχωρισθεισῶν, διαρκούσης τῆς ἐκλογῆς, ἐνστάσεων τοῦ ὑποψηφίου κυρίου Ῥάλλη περὶ ἀκυρώσεως ἐπείσθη ἡ πλειονοψηφία τοῦ τμήματος ὅτι ἡ ἐκλογὴ δὲν ἐνηργήθη νομίμως». Αὐτὴ εἶναι ἡ αἰτιολογία. Βλέπετε ὅτι ὁ συνάδελφος κύριος Ῥάλλης εἶναι ὁ αἴτιος, κατὰ τὴν πλειονοψηφίαν, τῆς ἀκυρώσεως τοῦ δήμου τούτου· ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν τί λέγει ἡ ἔνστασις τοῦ κυρίου Ῥάλλη. Ὁ κ. Ῥάλλης παρασταθεὶς ἐνώπιον τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ δήμου Κρωπίας τί εἶπεν; εἶπεν ὅτι πρόκειται νὰ ἐνεργηθῇ καλπονόθευσις παρὰ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως καὶ ἰδίως παρὰ τοῦ ἀποσπασματάρχου κυρίου Ἀξελοῦ· λοιπόν, σεῖς πλειονοψηφία τοῦ τμήματος, δέχεσθε τοῦτο ὡς ἀληθές; δέχεσθε ὅτι ὁ κύριος Ἀξελὸς ἔκαμε καλπονόθευσιν;
§157ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὄχι.
§158ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Τὸ λέγετε ἐδῶ· ἐγὼ ὅμως ἀναγκάζομαι νὰ ὑπερασπισθῶ τὸν κ. Ἀξελόν, διότι βεβαίως δὲν δικαιοῦμαι νὰ ἀποδώσω εἰς αὐτὸν μίαν κατηγορίαν, παρὰ μόνον ὅταν ὑπάρχῃ ἀπόφασις· τώρα δὲν ἠμπορῶ, διότι βλέπω ἓν βούλευμα τοῦ συμβουλίου τῶν Πρωτοδικῶν. Καὶ ἠξεύρετε τί μὲ λέγει τὸ βούλευμα τοῦτο; τὸ βούλευμα, κύριοι, παραδέχεται τὴν πρότασιν τοῦ Εἰσαγγελέως. «Διὰ ταῦτα ἀποφαίνεται,»
§159ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Βεβαιοῖ ὅτι ἔλαβε χώραν ἡ πρᾶξις.
§160ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ προσωπικοῦ ζητήματος, ἀφήσατε εἰς ἐμὲ τὸ μέρος τοῦτο.
§161ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Εὐχαρίστως, ἀλλὰ θὰ εἴπω δύω λέξεις (ἀναγινώσκει). «Οὕτως ἀποβάλλεται πᾶσα περὶ τελεσθείσης καλπονοθεύσεως ὑπόνοια.» Λοιπὸν ἔχω ἓν βούλευμα, καθ’ ὃ ὁ κύριος Ἀξελὸς ἀπαλλάσσεται πάσης κατηγορίας ἐπὶ καλπονοθεύσει, ἔχω καὶ τὴν ἔνστασιν τοῦ κ. Ῥάλλη, ἡ ὁποία λέγει ὅτι κατηγορῶ τὸν κύριον Ἀξελὸν καὶ τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν ὅτι θέλει νὰ διαπράξῃ καλπονόθευσιν εἰς τὴν κάλπην τοῦ κ. Τιμολέοντος Φιλήμονος, ἔχω τὸ βούλευμα τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι οὐδὲν ἔπραξεν ὁ κ. Ἀξελός, πῶς δύναται ἡ πλειοψηφία νὰ στηρίξῃ ἀπόδειξιν ἐπὶ τοιούτων ἐνστάσεων, τὰς ὁποίας ἄλλως ὁ κ. Ῥάλλης ἀνεκάλεσε;
§162ΡΑΛΛΗΣ. Ὡς πρὸς ἐμέ.
§163ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Οὐδεμία δὲ ἄλλη ἀπόδειξις ὑπάρχει ὅτι ἐν γένει ἐνηργήθη καλπονόθευσις, οὐδεμία ἄλλη ἀπόδειξις, ἔρχεσθε μὲ δύω ἢ τρεῖς λέξεις καὶ λέγετε ὅτι ἐνηργήθη καλπονόθευσις· ἀλλὰ ποῦ ἐνηργήθη, πῶς ἐνηργήθη, διατί δὲν τὸ λέγετε; Ἔρχομαι εἰς τὸν δῆμον Ἀχαρνῶν. Ἠξεύρετε τὴν ἀτυχῆ ἀνατροπήν, αὐτὴ ἔφερε τὸ κακόν, ὅτι εἰς τὴν κάλπην τοῦ κ. Φιλήμονος δὲν ἐγένετο ἀπαρίθμησις. Πῶς ὅμως λέγετε ὅτι ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἄκυρος καὶ διὰ τοὺς ἄλλους; Διὰ τοὺς ἄλλους ἐνηργήθη νομίμως ἡ ἐκλογή, μιᾶς κάλπης ἡ ἀνατροπὴ ἐγένετο. Καὶ νομίζετε ὅτι εἶναι δικαία ἡ ἀκύρωσις διὰ τοὺς ἄλλους; Ἔπρεπε νὰ διαταχθῇ, ὡς εἶπα ἐγὼ καὶ ὁ κ. Κολιάτσος, ἡ ἐπανάληψις τῆς ἐκλογῆς ὡς πρὸς τὸν Φιλήμονα καὶ τὸν κύριον Κωστῆν, διότι οἱαδήποτε ἐπιτυχία τοῦ κ. Φιλήμονος ἐπηρεάζει ἕνα μόνον, τὸν τελευταῖον· τοὐλάχιστον ἐπὶ τούτου κᾀμμίαν αἰτιολογίαν δὲν μᾶς δίδει ἡ ἔκθεσις, ἐστηρίχθη εἰς τὸ ἀδιαίρετον τῆς ἐκλογῆς. Ἂν ἰσχύῃ αὐτὴ ἡ ἀρχὴ, διὰ ποῖον λόγον ἀκυρώσατε τὸν δῆμον Ἀχαρνῶν δι’ ὅλους; Νομίζω, κύριοι, ἐκ τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους σᾶς εἶπον, οὐδεμία μένει ἀμφιβολία περὶ τῆς νομίμου ἐνεργείας τῆς βουλευτικῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας μας, ὅτι ἂν ἐπῆλθε μικρὰ ἀνωμαλία, τὴν ὁποίαν ἀποβλέπει μία ἔνστασις, τὴν ὁποίαν ἀναφέρει ἡ πλειοψηφία τοῦ τμήματος, δὲν ἐπῆλθεν ἐξ ἡμῶν. Εἴμεθα συνειθισμένοι πάντοτε νὰ ἐνεργῶμεν νομίμως τὰς ἐκλογάς μας. Ὡς σᾶς εἶπον, ἠθέλησεν ἡ ἐξουσία νὰ ἐπέμβῃ, ἐστάλησαν ὑπάλληλοι δῆθεν πρὸς ἡσυχίαν, ἦτο δὲ συνειθισμέναι αἱ ἐφορευτικαὶ ἡμῶν ἐπιτροπαὶ ἐν μεγίστῃ ἡσυχίᾳ, ἄνευ τοῦ ἐλαχίστου ῥαπίσματος νὰ ἐνεργῶσι τὰς ἐκλογάς· πρῶτον δὲ ἤδη εἰς τὴν παροῦσαν ἐκλογὴν ἀνεμίχθη ἄλλη θέλησις, ἡ ἐξουσία ἠθέλησε νὰ παραβιάσῃ τὴν θέλησιν τῶν ἐκλογέων, ἐκ τούτου δὲ καὶ μόνον ὅλα τὰ κακά. Ἠθέλομεν εἶσθε εὐτυχεῖς εἰς τὴν παροῦσαν ἢ εἰς τὰς μελλούσας ἐκλογὰς, ἂν ἐμέναμεν ἀνενόχλητοι· οὐδέποτε ἤθελεν ἐγερθῆ τὸ ἐλάχιστον παράπονον. Ἀτυχῶς ἡ θέλησις τῶν ἐκλογέων δὲν συνεφώνησε μὲ τὴν θέλησιν ἄλλων, ἡ δὲ ἐπαρχία Ἀττικῆς ἤθελε νὰ δείξῃ, ὅτι πρέπει τὸ δικαίωμα τοῦτο νὰ μείνῃ ἐλεύθερον, ἀλλὰ δὲν ἤθελον νὰ τὴν ἀφήσουν· ἤθελον νὰ τῆς ἐπιβάλλουν, ἐκείνη δὲ θαῤῥαλέως εἶπε, δὲν ὑπακούω, τὰ ἀποτελέσματα τὸ ἔδειξαν, καὶ πρέπει διὰ τὰ ἀποτελέσματα, ὅσοι ἀγαπᾶτε τὰς ἐλευθερίας τοῦ τόπου σας, νὰ χαίρεσθε· διότι σᾶς εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι κατὰ τὴν ἐμὴν πεποίθησιν βάσις τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος εἶναι ἡ ἐλευθερία τοῦ ἐκλογέως· ἂν τοῦ ἀφαιρέσητε αὐτὴν, δὲν ἠξεύρω τί τοῦ ἀφίνετε. Ἐν συνταγματικῷ βίῳ διὰ τῆς ἐκλογῆς γίνονται ὅλαι αἱ εἰρηνικαὶ μεταβολαί· πολλάκις αἱ ἐπαρχίαι ἀπατῶνται εἰς τὰς ἐκλογάς των, ἃς αἰτιῶνται τὴν κακὴν ἐκλογὴν τῶν ἀντιπροσώπων των· ὁσάκις ὅμως τὰ ἔθνη ἀπατῶνται, τὸ Σύνταγμα τοὺς ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ διορθώσωσι τὰ λάθη των διὰ μιᾶς νέας ἐκλογῆς· ἀφήσατε ὅμως ἐλευθέραν τὴν διεξαγωγήν. Κύριοι, καταλήγων τὸν λόγον, λυποῦμαι διότι εὑρέθην εἰς τὴν δυσάρεστον αὐτὴν θέσιν νὰ ὑποστηρίξω τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς μου· ἤμην ἀσυνείθιστος, ἡ ἐπαρχία μου πάντοτε νομίμους ἐνήργησεν ἐκλογὰς, οὐδέποτε προσεβλήθησαν, εἴτε ἐμοῦ ἐπιτυχόντος ἢ ἀποτυχόντος, παρ’ οὐδενός. Δὲν θὰ λυπηθῶ ἐὰν αἱ ψῆφοι ἐπέλθουν μέλαιναι, λυποῦμαι μόνον διότι θὰ φέρετε κτύπον πολὺ μεγάλον εἰς τὰς ἐλευθερίας μας. Θὰ καθιερώσητε ἀρχὴν κακὴν ἐν μέσῳ τῆς Πρωτευούσης, καὶ ἠξεύρετε ποίαν ἐπιῤῥοὴν ἔχει ἐφ’ ὅλου τοῦ Ἔθνους, τοῦ νὰ μὴ τολμᾷ εἷς ἐκλογεὺς νὰ δώσῃ ἐλευθέρως τὸ σφαιρίδιόν των. Θὰ δώσητε τὴν ἰδέαν, ὅτι ματαίως εἰργάσθημεν, καὶ ὅτι ὅλα ὅσα ἐπάθαμεν, ὅσα ἐθυσιάσαμεν ἦσαν μάταια. Ἀφήσατε πρὸς τὸν καλὸν τοῦ Ἔθνους, ἀφήσατε ἐλευθέραν τὴν ἐκλογὴν, ἀφήσατε τὸ πολίτευμα ἐλεύθερον, καὶ βεβαιωθῆτε ὅτι διὰ τοῦ τρόπου τούτου τὸ Ἔθνος θὰ προοδεύσῃ, καὶ αἱ ἐλευθερίαι θὰ ἐμπεδωθῶσιν (εὖγε εὖγε).
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὸν κ. Πετράκην ἔρχεται ὁ κ. Ῥάλλης.
§165ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ὁ ἀντιλέγων;
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄλλοι ἐγγεγραμένοι εἶναι, ὁ κ. Παραμυθιώτης, Πονηρόπουλος, Βαλασόπουλος.
§167ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς λέγει ῥητῶς ὅτι, ἂν δὲν ὑπάρχει ὁ ἀντιλέγων, ἔρχεται ὁ συμφωνῶν μετὰ τοῦ ῥήτορος. Ἐδῶ ὑπάρχει ὁ ἀντιλέγων ὁ κ. Βαλασόπουλος, ὁ κ. Πονηρόπουλος.
§168ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θέλομεν νὰ ὁμιλήσωμεν.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥάλλης ἔχει τὸν λόγον. Παρακαλῶ δὲ, κύριοι, νὰ μὴ διακόπτητε.
§170ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ, ὅστις θέλει νὰ μὲ διακόπτῃ, νὰ τὸ πράττῃ ἐλευθέρως.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὸ ἐπιτρέπω ἐγώ.
§172ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι ἰδικόν μου δικαίωμα. Δύω πρὸς ἕνα! καὶ δικαίως· τοσαύτην ἐπεδείξατο χθὲς τέχνην ὁ ἐκ Τριφυλίας ἔντιμος βουλευτὴς κ. Ζέζας. Καὶ μολοντοῦτο διστάζω ἂν ὀφείλω σήμερον ἀντιλέγων αὐτῷ, ἂν ὀφείλω νὰ τὸν συγχαρῶ ἢ νὰ τὸν συλλυπηθῶ. Θὰ προετίμων ἐγὼ δριμυτέραν τὴν φράσιν, στενωτέραν τὴν λογικήν. Δὲν σέβεται ποσῶς τὸ Σῶμα, ὅστις κολακευτικοὺς καὶ ῥοδοχρόους ἐκφέρει λόγους· τὸ σέβεται, ὅστις γυμνὴν τὴν ἀλήθειαν ἐνώπιόν του παριστᾷ. Ἀκαδημαϊκὴν δὲν ἔχομεν ἐνταῦθα συζήτησιν. Μᾶς εἶπε χθὲς ὁ κ. Ζέζας, ἐναύλους ἔχω εἰς τὰς ἀκοάς μου τὰς λέξεις του, μήτε ἡ πλειοψηφία, μήτε ἡ μειοψηφία ἐν τῷ τμήματι ἠμφισβήτησαν τὴν ὁριστικότητα τῶν καταλόγων· μήτε ἡ πλειοψηφία, μήτε ἡ μειοψηφία δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ἡ διαδικασία τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν καταλόγων ἐγένετο, ὅπως ὁ νόμος κελεύει. Ἀλλὰ τότε πρὸς τί ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἐπιχειρήματα, ἅτινα ἀντέταξεν εἰς ὅσα ὁ ἀνεξάντλητος συνάδελφός μου κ. Κολιάτσος εἶπεν; Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν θέλω μεταβάλει εἰς ἀκαδημαϊκὸν τὸ πρακτικὸν τοῦτο βῆμα· καὶ τὸ ὀνομάζω πρακτικὸν, διότι μετ’ ὀλίγον ἡ συζήτησις αὕτη θὰ ἔχῃ ἓν ἀποτέλεσμα. Δὲν θ’ ἀκολουθήσω λοιπὸν τὸν κ. Ζέζαν εἰς τὴν ἀντίκρουσιν τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ κ. Κολιάτσου. Θὰ τὸν ἀφήσω νὰ σκέπτητε μὲ τὴν λογικήν του, θὰ τὸν ἐνθαῤῥύνω μάλιστα νὰ μὴ συμβουλευθῇ ποτε ξένους συγγραφεῖς. Οἱ συγγραφεῖς τοῦ 27 ἐπάλιωσαν· ἔκτοτε τόσαι ἀνακαλύψεις ἔλαβον χώραν εἰς τὴν ἐπιστήμην τῆς ἑρμηνείας τῶν νόμων. Ἔπειτα τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα δὲν ἐδημιουργήθη ἐν Ἀθήναις, ἐν Ἑλλάδι; Τί γυρεύουν παρ’ ἡμῖν οἱ ξένοι; Τὸν ἀφίνω λοιπὸν μὲ τὴν λογικήν του ν’ ἀντικρούῃ τὰ ἀντιταχθέντα αὐτῷ ἐπιχειρήματα, καὶ τὸν ἐνθαῤῥύνω, ἐπαναλαμβάνω, νὰ μὴ πιάσῃ ποτὲ εἰς χεῖράς του ξένον συγγραφέα. Τὴν διαδικασίαν ἐκείνην, ἣν ὁ νόμος διαγράφει πρὸς τὸν καταρτισμὸν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, ὁλόκληρον ἀνέγνωμεν ἐνώπιον ὑμῶν προχθές· τὴν διαδικασίαν ἐκείνην τὴν ἔχω εἰς χεῖράς μου, τὴν καταθέτω εἰς τὸν προεδρεῖον· ὅστις θέλει ἂς λάβῃ γνῶσιν αὐτῆς. Ἐμπαιγμὸν ἤθελον θεωρήσει πρὸς τὸ Σῶμα, ἐμπαιγμὸν πρὸς τὴν μίαν ἀλήθειαν, ἐὰν ἐξηκολούθουν νὰ συζητῶ ἐπὶ ἐπισήμων ἐγγράφων. Ἀλλὰ μᾶς εἶπον, δὲν εἶναι πλήρης ἡ διαδικασία, ἣν ἐπεκαλέσθητε· μᾶς εἶπον, δὲν εἶναι πλήρη τὰ ἔγγραφα, ἅτινα ἐφέρατε· ἀπεκρύψατε ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δὲν σᾶς συνέφερον. Καὶ ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Ζέζας δύω ἔγγραφα, τὸ ὑπ’ ἀριθ. 1863 καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 1939. Τὸν προεκάλεσα χθὲς νὰ τ’ ἀναγνώσῃ· ἐπιτρέψατέ μοι, ἀφοῦ ἐκεῖνος δὲν ἠθέλησε, νὰ τ’ ἀναγνώσω ἐγώ. «Ἀριθ. Πρωτ. 1863. Διεκ. 1290. Πρὸς τὴν Β. Νομαρχίαν Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας. Συνεπείᾳ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1785 τῆς 30 λήξαντος ἤδη μηνὸς ἀναφορᾶς μου, παρατηρῶ εἰς τὴν Β. Νομαρχίαν, ὅτι διὰ τὴν ἀναθεώρησιν τῶν ἐκλογικῶν βουλευτικῶν καταλόγων τρ. ἔτους, καὶ τὴν ὁριστικότητα αὐτῶν ἀπαιτοῦνται (60) ἑξήκοντα ἡμέραι ἀπὸ σήμερον, εἰς ταύτας δὲ δὲν συμπεριλαμβάνεται καὶ ὁ χρόνος τῆς ἐκτυπώσεως αὐτῶν, ὥστε καθ’ ὅλας τὰς πιθανότητας ἡ διαταχθεῖσα βουλευτικὴ ἐκλογὴ θέλει ἐνεργηθῆ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁριστικῶν βουλευτικῶν καταλόγων τοῦ π. ε. Οὐχ ἧττον, κύριε Νομάρχα, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ θέλω προσπαθήσει καθ’ ὅσον ἐξαρτᾶται, ὅπως ἡ ἀναθεώρησις καὶ ὁριστικότης τοῦ καταλόγου τοῦ τρ. ἔτους ἐνεργηθῇ ὅσον οἷόν τε ταχύτερον, καὶ καθόσον αἱ νόμιμοι διατυπώσεις τὸ ἐπιτρέπουσιν. Ἀθῆναι, 2 Μαΐου 1874.
Ὁ Δήμαρχος
(Τ. Σ.) Π. Σ. ΚΥΡΙΑΚΟΣ.»
Ἡ τελευταία αὕτη παράγραφος ἐμπόδισε τὸν κ. Ζέζαν ν’ ἀναγνώσῃ τὸ ἔγγραφον τοῦτο. Πρωτ. 1939. «Ἀριθ. Διεκ. 1366. Πρὸς τὴν Β. Νομαρχίαν Ἀττικοβοιωτίας. Περὶ τοῦ ἐφετινοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου. Καὶ αὖθις ἐπαναλαμβάνω νὰ διαβεβαιώσω τὴν Β. Νομαρχίαν, ὅτι θέλω καταβάλει πᾶσαν τὴν ἐντὸς τοῦ νόμου προσπάθειαν, ὅπως συντάμω τὰς προθεσμίας πρὸς ἀναθεώρησιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, ἀλλὰ θεωρῶ ἀδύνατον νὰ πραγματοποιηθῇ τοῦτο πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν διαταχθεισῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 6 Μαΐου 1874. Εὐπειθέστατος
Ὁ Δήμαρχος
(Τ. Σ.) Π. Σ. ΚΥΡΙΑΚΟΣ.»
Ταῦτα εἶναι τὰ δύω ἔγγραφα, ἅτινα ἐπεκαλέσθησαν ὅπως καταστρέψωσι τὰ ἐπιχειρήματα, ἃ ἐξηγάγομεν ἐξ αὐθεντικῶν, ἐξ ἐπισήμων ἄλλων ἐγγράφων, ἀποδεικνυόντων πλήρη τὴν διαδικασίαν καὶ ἓν πρὸς ἓν τὰ στάδια αὐτῆς· τὰ ἄχροα δὲ ταῦτα καὶ γενικὰ ἔγγραφα, δι’ ὧν ὁ Δήμαρχος, ὁ κουτσοδήμαρχος, ὅπως οἱ νόμοι μας τὸν ἐδημιούργησαν, ἀπαντᾷ ὑποσχόμενος πρὸς τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν, πρὸς τὸν Νομάρχην, τὴν συμφώνως μὲ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου σύντμησιν τῶν προθεσμιῶν, τὰ ἔγγραφα ταῦτα, τὰ πρὸ τῆς διαδικασίας συνταχθέντα, θέλουν χρησιμεύσει ὅπως καταστρέψωσιν ὅ,τι ἐπίσημα ἄλλα ἔγγραφα, τὰ κατὰ τὴν διαδικασίαν τῆς ἀναθεωρήσεως, μαρτυροῦσι. Ναὶ, τὰ ἄχροα ἐκεῖνα καὶ γενικὰ ἔγγραφα, οὐδεμίαν σημασίαν ἔχοντα ἀπέναντι τῆς διαδικασίας τῆς χειροπιαστῆς, ἣν ὁλόκληρον ἔχομεν ἐνταῦθα, ἣν ἡμεῖς ἐφέραμεν, καὶ πρὸς πληρεστέραν ἀπόδειξιν τῆς ἀκριβείας τῆς ὁποίας παρεκαλέσαμεν τὸ προεδρεῖον νὰ διατάξῃ νὰ φέρουν τὸ βιβλίον ὁλόκληρον τῶν ἐνστάσεων, θὰ κατισχύσωσι, κατὰ τὴν λογικὴν τοῦ κ. Ζέζα, αὐτῆς τῆς διαδικασίας. Μία μόνη τώρα πλέον, ἀφοῦ αἱ ἀκαδημαϊκαὶ συζητήσεις κατέπαυσαν, ἀφοῦ ἡ διαδικασία ἀπεδείχθη ἀκεραία, μία μόνη μομφὴ, εἷς καὶ μόνος ψόγος ἀπομένει, τὰ τυπογραφικὰ λάθη. Ἀλλὰ τὰ γνωρίζετε, κύριοι; γνωρίζετε πόθεν προῆλθον, ποῖον ὑπῆρξε τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῶν; Δὲν μᾶς τὸ εἶπον τοὐλάχιστον. Ἀλλὰ πρῶτον καὶ πρὶν ἢ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς σπουδαιότητος τῶν τυπογραφικῶν λαθῶν, καὶ πρὶν ἢ ἐξετάσωμεν ἐὰν τὸ δικαίωμα ἑνὸς κἂν ἐκλογέως τῶν Ἀθηνῶν περιωρίσθη ἐξ αὐτῶν, ὀφείλομεν νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα, διότι ζήτημα τῳόντι τὸ ἔκαμον χθὲς, ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν ἂν ὁ κατάλογος καθίσταται ὁριστικὸς μόνον μετὰ τὴν τύπωσιν, ἐὰν καὶ μετ’ αὐτὴν δὲν ᾖναι ὁριστικὸς, διότι παρεισέφρησαν τυχὸν κατ’ αὐτὴν τυπογραφικὰ λάθη. Εἶναι τῳόντι ἀπελπιστικὸν, κύριοι, ὅτι διατάξεις ῥηταὶ τοῦ περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νόμου λύουσι τὸ δῆθεν ζήτημα τοῦτο, καὶ ὅτι ἐντὸς τοῦ περιβόλου, ὅπου ὁ νόμος οὗτος ἐνομοθετήθη, ἔχουσι τὴν τόλμην νὰ θέλωσι νὰ τὰς παρερμηνεύσωσι. Δὲν ἔχω ἀπαιτήσεις ῥητορικῆς δεινότητος· ἐπιθυμῶ ἐξ ἐναντίας, ὅταν πρόκειται περὶ ὑποθέσεως ἀτομικῆς, ξηρὸς, ξηρότατος νὰ ᾖμαι· ἐπιθυμῶ ἡ ἀλήθεια γυμνὴ νὰ προκύπτῃ ἐκ τῶν πραγμάτων, ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν κειμένων. Ἡ εὐγλωττία, ἂν ἤμην εὐτυχὴς κάτοχος αὐτῆς, θὰ ἀπέκρυπτε τὴν ἀλήθειαν. Ἐξακολουθῶ λοιπὸν τὸ ἔργον τοῦ ξηροῦ ἀναγνώστου. Ἄρθρον 21 τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. «Ὁ δήμαρχος, εὐθὺς ὡς λάβῃ τὰς ἀποφάσεις τοῦ πρωτοδικείου, διορθοῖ κατ’ αὐτὰς τὸν κατάλογον, γινόμενον οὕτως ὁριστικόν.» Ἑρμηνεύσατε τώρα καὶ σεῖς τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἂν δύνασθε· εἴπατέ μοι ὅτι καὶ ἕτερόν τι ἀπαιτεῖται, ὅπως ὁ κατάλογος κατασταθῇ ὁριστικός· ὅτι δὲν ἀρκεῖ ἡ ὅλη διαδικασία τῆς ἀναθεωρήσεως, δὲν ἀρκεῖ νὰ ἐκδικασθῶσιν αἱ ἐφέσεις καὶ ν’ ἀποσταλῶσιν αἱ ἀποφάσεις εἰς τὸν δήμαρχον, ὅστις διορθοῖ κατ’ αὐτὰς τὸν κατάλογον, ὅτι ἀπαιτεῖταί τι πλέον, ἀπαιτεῖται ἡ τύπωσις. Ἂν τὴν ἑρμηνείαν ταύτην ἐκ τοῦ ἄρθρου 21 δύνασθε νὰ ἐξαγάγητε καὶ σεῖς, δὲν γνωρίζω· ἐγὼ ὅμως καίτοι ἀναγνωρίζων τῷ κ. Ζέζᾳ πολλὰ τὰ προτερήματα, πολλὴν τὴν λογικὴν δύναμιν, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι ἀδυνατῶ νὰ τὸν ἀκολουθήσω. Ἄρθρον 22. «Ὁ ὁριστικὸς κατάλογος τυποῦται ἐπιμελείᾳ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, ἐντὸς εἴκοσιν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ὁριστικότητός του.» Ἐνταῦθα λέγουσιν, αἱ προθεσμίαι τῆς ἀναθεωρήσεως ἐτηρήθησαν πράγματι, ἀλλ’ ἡ προθεσμία τῆς τυπώσεως ὄχι. Ἀλλὰ τὸ ἐντὸς 20 ἡμερῶν, θὰ εἰπῇ ὅτι πρέπει νὰ παρέλθουν αἱ 20 ἡμέραι; Καὶ δύνασθέ ποτε νὰ φαντασθῆτε, ἑρμηνεύοντες τὰ ἄρθρα 21 καὶ 22 τοῦ περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νόμου, ὅπως σεῖς αὐθαιρέτως θέλετε, ὄχι ὅτι θὰ καταστῆτε πιστευτοὶ, ἀλλ’ ὅτι δὲν θ’ ἀποβῆτε καταγέλαστοι; Καὶ ἀφοῦ, ὁπωσδήποτε ἐξετυπώθη ὁ κατάλογος, μένει τι ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων σας; Ἀλλὰ μοὶ ἔρχεται κατὰ νοῦν ἡ ἐρώτησις τοῦ ἐντίμου ἐκ Κερκύρας βουλευτοῦ κ. Παραμυθιώτου. Ὁ κατάλογος ὁ κατ’ ἔτος ἀναθεωρούμενος, εἶπε τῷ κ. Ζέζᾳ, εἶναι καθ’ ὑμᾶς διαρκὴς ἢ ὄχι; Καὶ ὄχι ἀπήντησεν ὁ κ. Ζέζας, διότι δύναται νὰ καταστραφῇ ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους διὰ τῆς ἀναθεωρήσεως· πῶς νὰ θεωρηθῇ διαρκής; Ἑρμηνεία λογικωτάτη! Ἀλλ’ ἡ λογικὴ αὕτη ἑρμηνεία τοῦ κ. Ζέζα κατὰ πόσον στηρίζεται εἰς τὰ κείμενά μας; Ἀναγινώσκω τὸ ἄρθρον 23, διότι θὰ μᾶς χρησιμεύσῃ μετ’ οὐ πολύ. «Ὁ κατὰ τὰς ἀνωτέρω διατάξεις κατασταθεὶς ὁριστικὸς κατάλογος θεωρεῖται διαρκὴς, διαρκὴς, διαρκής.» Ἀλλ’ ὁ κ. Ζέζας μὲ τὴν λογικὴν τὴν ἰδικήν του, ὄχι τῶν συγγραφέων, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ ἰδίαν ἑρμηνείαν, ὅταν μάλιστα δὲν λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ κείμενα, οὔτε θέλει νὰ τὰ λάβῃ, καὶ ὅταν ὑποχρεούμενος νὰ τ’ ἀναγνώσῃ τὰ διαστρέφῃ. Εἶσθε μάρτυρες τούτου, καὶ διὰ τοῦτο ἐξέφερον τὴν λέξιν ταύτην ἐνώπιόν σας. Ἀλλὰ τί σημαίνουν τὰ κείμενά σας ἀπέναντι τῶν τεκμηρίων μας, ἀπέναντι τῆς λογικῆς μας τῆς τόσον στενῆς, ἀπέναντι τοῦ ἐγγράφου τοῦ δημάρχου, ὅστις σᾶς λέγει ὅτι δὲν εἶναι ὁριστικὸς ὁ κατάλογος, ὅστις δὲν ἐξετυπώθη; Ἡ ἐπίκλησις τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ μοὶ ἐνθυμίζει τι παραπλήσιον συμβὰν ἐσχάτως ἐνώπιον τῶν ἐν Ἀθήναις πλημμελειοδικῶν. Ἐπρόκειτο νὰ ὑπερασπισθῶ δύω Μαραθωνίτας, δύω ἐκ τῶν χωρικῶν ἐκείνων, οἵτινες, οἱ δυστυχεῖς, μ’ ἐψηφοφόρησαν, καὶ ὁ Θεὸς γνωρίζει πῶς! Κατηγοροῦντο οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ὄχι διὰ μέγα ἔγκλημα, κατηγοροῦντο διὰ παράνομον ὑλοτομίαν. Ὁ νόμος περὶ ὑλοτομίας ὁρίζει ποῖα εἶναι τὰ εἴδη τῶν ξύλων, ἅτινα φορολογοῦνται. Τὰ καυσόξυλα ἐξαιροῦνται. Ἔρχονται οἱ δασοφύλακες τῆς Κυβερνήσεως, οἱ μάρτυρες τῆς κατηγορίας, καὶ καταθέτουν κατὰ τῶν δυστυχῶν αὐτῶν δύω χωρικῶν, ὅτι δὲν ἀπέκοψαν δοκοὺς, δὲν ἀπέκοψαν πεῦκα, ἀπέκοψαν καυσόξυλα. Ὅταν δ’ αἱ καταθέσεις τῶν μαρτύρων τῆς κατηγορίας τοιαῦται ἦσαν, δὲν εἶχον ἀνάγκην μαρτύρων ὑπερασπίσεως. Παρῃτήθην αὐτῶν, ἀντέταξα δ’ εἰς τὴν πάντοτε πρόχειρον ἐτυμηγορίαν τοῦ κυρίου εἰσαγγελέως περὶ τῆς ἐνοχῆς τῶν κατηγορουμένων ὅτι ὁ νόμος δὲν φορολογεῖ τὰ καυσόξυλα. Γνωρίζετε τί μοῦ ἀπήντησεν οὗτος; Νὰ ἐρωτήσωμεν τοὺς δασοφύλακας ἐὰν εὕρηται πράγματι ἐν τῷ νόμῳ αὐτὸ τὸ ὁποῖον προέβαλον. Οἱ δασοφύλακες ἐπρόκειτο νὰ διδάξουν τὸ δικαστήριον, τὸν κύριον ἀντεισαγγελέα (δὲν εἶναι πλέον τοιοῦτος), καὶ ἐμὲ ἐὰν ἐν τῷ νόμῳ τὰ καυσόξυλα ἐξαιροῦνται τῆς φορολογίας! (ἱλαρότης). Τὸ αὐτὸ μας συμβαίνει τώρα. Ἐδῶ εἶναι τὸ ἐργαστήριον τῶν νόμων, ἡ φάμπρικα. Ἔχομεν ἓν ἔγγραφον τοῦ δημάρχου, ἀνακράζουσιν. Ὁ δήμαρχος μᾶς λέγει, ὅτι δὲν εἶναι ὁριστικὸς ὁ κατάλογος, ὅστις δὲν ἐξετυπώθη. Πῶς τολμᾶται σεῖς μὲ τὰ κείμενα, μὲ τοὺς νόμους νὰ εἴπητε, ὅτι εἶναι ὁριστικὸς, ἀπέναντι τοῦ ἐγγράφου τούτου τοῦ δημάρχου; Ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων εἶναι ἄνθρωπος εὐφυὴς, ἠδίκησε δ’ ἑαυτόν, πρὶν ἢ ἐκδώσῃ τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, νὰ μὴ μελετήσῃ τὸν νόμον. Ἴσως τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο ἐξέδωκε κινούμενος ἀπὸ αἴσθημα φιλαυτίας, ἴσως, ἀφοῦ ἀπ’ ἀρχῆς ἀντέστη εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐκλογῶν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀναθεωρηθέντος καταλόγου, ἴσως εἶπεν, ὀφείλω καὶ αὐτὸ τὸ ἐμπόδιον νὰ παραστήσω εἰς τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν πρὸς δικαιολόγησίν μου. Ἀλλὰ πρὸς Θεοῦ, σπουδαίως δύνανται νὰ ἐπικαλεσθῶσιν ἐνώπιόν σας ἔγγραφα δημάρχου τοιαῦτα; Καὶ τὰ ἔγγραφα ταῦτα δύνανται νὰ καταστρέψουν κείμενον, μὴ ἐπιδεχόμενον ἑρμηνείαν; Δὲν ἀρκεῖ ὅμως τὸ ἐπιχείρημα τὸ ἐκ τοῦ ἐγγράφου τοῦ δημάρχου. Ἔχομεν καὶ ἕτερον τοιοῦτον. Ὁ νόμος θεωρεῖ οὐσιώδη τὴν διάταξιν τῆς τυπώσεως, ἐπαναλαμβάνω τὰς λέξεις τοῦ κ. Ζέζα, καὶ ὅτι θεωρεῖ οὐσιώδη τὴν διάταξιν ταύτην, εὔκολον νὰ τὸ ἐννοήσητε. Δὲν ἔχετε παρὰ νὰ ἰδῆτε, ὅτι τὸ ἄρθρον τὸ περὶ τυπώσεως τῶν καταλόγων εἶναι ἐξακολούθησις τῶν ἄρθρων ἐκείνων, ἅτινα ὁρίζουν περὶ τῆς ἀναθεωρήσεως αὐτῶν. Οὐσιώδη ταῦτα, οὐσιῶδες καὶ ἐκεῖνο. Φοβερὰ καὶ ἡ λογικὴ αὕτη, καταπληκτική! ἀλλὰ τὰ κείμενα, τὰ ἀναθεματισμένα, πάλιν ἔρχονται νὰ τὴν πολεμήσουν. Ἄρθρ. 22 § 2. «Ἕκαστος ἐκλογεὺς δικαιοῦται νὰ λάβῃ ἀντίτυπον τοῦ καταλόγου πληρόνων δραχμὴν μίαν πρὸς ὄφελος τοῦ δημοτ. ταμείου.» Καὶ θὰ εἴπω τῷ κ. Ζέζα, ὅτι ἀνακαλύπτω ἐνταῦθα ἕτερον λόγον ἀκυρότητος τῆς ἐκλογῆς μου. Ὁ δήμαρχος τὴν 23 Ἰουνίου, τὴν πρωΐαν, μοὶ ἔπεμψε 10 ἀντίτυπα δωρεάν. Λόγος ἀκυρότητος! Ἄρθρ. 26. Ἕπεται καὶ αὐτὸ, περιλαμβάνει ἑπομένως οὐσιώδεις διατάξεις, οὐσιώδη προσόντα τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου. «Εἰς ἕκαστον τῶν μελῶν τῶν κατὰ τὰ ἄρθρα 11 καὶ 16 ἐπιτροπῶν δίδοται ἀποζημίωσις ἐκ τοῦ δημοτικοῦ ταμείου δύω δραχμῶν κατὰ πᾶσαν ἡμέραν τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν.» Ὁ ἀνεψιὸς τοῦ κ. Καλλιφρονᾶ καὶ ὁ ἐξάδελφός μου, ὁ Δ. Καλλιφρονᾶς καὶ ὁ Μιλτιάδης Ῥάλλης ὑπῆρξαν τὰ μέλη τῆς μιᾶς ἐκ τῶν ἐπιτροπῶν αὐτῶν, ἀλλὰ δὲν ἔλαβον τὰς δύω δραχμάς. Δὲν γνωρίζω ὁ ἐνιστάμενος κατὰ τὸ 1872, ὅταν ἐκληρώθη μέλος τῆς αὐτῆς ἐπιτροπῆς, ἐὰν τὰς ἔλαβε. Λόγος ἀκυρότητος λοιπόν, δὲν ἔλαβον τὰς δύω δραχμάς. Καὶ αὐτὸ τὸ ἄρθρον ἕπεται εἰς τὰς οὐσιώδεις διατάξεις. Αὐτὴ εἶναι ἡ λογικὴ τοῦ κ. Ζέζα, καὶ δὲν φρυάττετε, καὶ δὲν χάνετε τὴν ὑπομονήν; Ἐξηντλήθη ἐλπίζω τὸ ζήτημα, διότι ζήτημα τὸ ἐκάματε, τὸ περὶ τῆς ὁριστικότητος τῶν καταλόγων, καὶ βεβαίως ἡ μία πτέρυξ ἐπείσθη, ἡ ἄλλη δὲν ἐπείσθη. Θὰ ἤμην δ’ εὐτυχὴς ἂν ἠδυνάμην νὰ εἴπω ὅτι ἕνα κἂν ἐκ ταύτης ἔπεισα. Τὸ ἀποδίδω εἰς τὴν ἀδυναμίαν τοῦ λόγου μου καὶ τῶν ἐπιχειρημάτων μου, ὄχι εἰς τὴν κακὴν θέλησιν. Ἀλλὰ τὰ λάθη τὰ τυπογραφικὰ πόθεν προέκυψαν; Τίς ἡ παραγωγὸς αἰτία; Τίνος δικαίωμα κατέστρεψαν; Ἡμεῖς πλειοψηφοῦμεν τοῦ ἐνισταμένου ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν περίπου κατὰ 2,000 ψήφων. Τῷ ἀφηρέσαμεν διὰ τῶν σφαλμάτων αὐτῶν τὰς 2,000 ψήφων; Γνωρίζετε ἤδη, κύριοι, τίς ὑπὸ τῆς Νομαρχίας διωρίσθη πρὸς τὴν διόρθωσιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων· ὁ Μιχ. Παρίσης.
§173ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι γνωστός.
§174ΡΑΛΛΗΣ. Γνωστὸς καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην Βουλήν, ἥτις δὲν ὑπάρχει, τὴν καεῖσαν ἐννοῶ, ὄχι τὴν διαλυθεῖσαν. Ὁ Μιχαὴλ Παρίσης λοιπὸν ἀνέλαβε τὴν διόρθωσιν τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου, καὶ πρὸ ὀλίγου μοὶ εἶπον, τί συνέβη ἐν τῷ τυπογραφείῳ τοῦ Πέτρου Μωραϊτίνη, ὅταν ἐξετυποῦτο μία σελὶς αὐτοῦ. Δὲν ἦτο δύσκολον, μὲ τὸν δάκτυλον ἔσπροξε κάτωθεν τὴν σελίδα, καὶ τὰ ἐπαγγέλματα ἔφυγον τῆς σειρᾶς των. Θὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι εἶχε συμφέρον εἰς τοῦτο. Εἰς μίαν σελίδα συνέβη τοῦτο. Καὶ τί ἄλλο λάθος ὑπάρχει ἐν τῷ καταλόγῳ; Φωνάζετε λάθη! ἐπικαλεῖσθε τὰ ἔγγραφα τοῦ δημάρχου, χαλνᾶτε τὸν κόσμον, ἀλλὰ διατί δὲν βάλλετε τὴν μύτην σας ἐντὸς τοῦ καταλόγου νὰ ἴδητε ποῖα εἶναι αὐτὰ τὰ λάθη τὰ φοβερά, καὶ κατὰ πόσον ἠλλοίωσαν τὸν κατάλογον; Ἐγὼ τὴν ἔβαλα ὅμως· ἐπὶ τρεῖς κατὰ συνέχειαν ἡμέρας προσεπάθησα ν’ ἀνακαλύψω τὰ λάθη, καὶ τ’ ἀνεκάλυψα. Ὑπάρχει ἐν τῇ σελ. 16 τοῦ τμήματος ὑπ’ ἀριθ. 1224 Ι. Τζακίρης, δὲν ἀναγινώσκω τὴν ἡλικίαν καὶ τὰ ἐπαγγέλματα, ἅτινα εἶναι κατὰ σειράν· ὑπ’ ἀριθ. 1225 Ι. Πλιάτσικας. Ἔπειτα 1266 Ι. Τσιάκος, 1267 Ι. Λάριγκας, 1268 Ι. Τζίκνας, 1269 Ι. Μιχαλόπουλος, 1270 Ι. Ῥοῦσσος κτλ. Παρελείφθησαν βεβαίως ὅλοι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους χωρίζει ὁ ἀριθμὸς 1225 ἀπὸ τὸν ἀριθ. 1266· αὐτὸ θὰ ὑποθέσητε. Καὶ κατεστράφη θὰ εἴπητε τὸ δικαίωμά των. Ἀλλ’ εἰς τὴν ἄλλην σελίδα εὑρίσκω, 1228 Ἰω. Ἀναστασίου Σκαβάντζος, 1229 Ι. Κ. Ἡλίας, 1230, 1231, 1232, 1233, κτλ. Αὐτὰ δὲ εἶναι τὰ φοβερὰ λάθη, ἅτινα μᾶς ῥίπτουν κατὰ πρόσωπον, ἅτινα μᾶς λέγουν ὅτι θὰ ἐπιφέρουν τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς Ἀθηνῶν.
§175ΖΩΧΙΟΣ. Κ. Ῥάλλη, ἐπεθύμουν νὰ μοὶ ἀποκριθῇς.
§176ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ἤθελεν ὁ κ. Ζέζας νὰ μὴ φωνάζω, νὰ μὴ φωνάζω, ὅταν ἀδικοῦμαι! Καὶ τίς θὰ φωνάξῃ; Ὁ ἔνοχος, ὁ ἐγκληματίας; κύπτει ἐκεῖνος τὴν κεφαλήν. Διατάξατε, κ. Ζωχιέ.
§177ΖΩΧΙΟΣ. Ἀνεγνώσατε πολλὰ βιβλία, εὑρήκατε τυπογραφικὰ λάθη εἰς τὰ βιβλία αὐτά;
§178ΡΑΛΛΗΣ. Μετ’ ὀλίγον θὰ σᾶς τὸ εἴπω. Αὐτὰ εἶναι τὰ τυπογραφικὰ λάθη. Γνωρίζετε καὶ τὴν παραγωγὸν αἰτίαν. Τὴν ἀπόδειξιν δὲν τὴν φέρω τώρα ἀμέσως. Δὲν θὰ τὴν φέρω ὅμως οὔτε αὔριον, οὔτε μεθαύριον, ὡς θὰ φέρουν οἱ ἄλλοι τὰς ἀποδείξεις των. Θὰ τὴν φέρω μετ’ ὀλίγον, καὶ τοῦτο τὸ κάμνω χάριν ὑμῶν, ὄχι χάριν ἐμοῦ. Εὐτυχῶς μοὶ ἔδωκεν ἡ φύσις πνεύμονας ἀρκετὰ ἰσχυρούς, ἀλλὰ δὲν ἀγαπῶ τὰς ἐπαναλήψεις. Καὶ ὅταν τοιαῦτα ἦσαν τὰ ἐν τῷ ἐκλογικῷ καταλόγῳ λάθη, δὲν ὑπῆρχε μέσον τι, ὅπως κατορθωθῇ νὰ μὴ περιπέσωσιν ἕνεκα αὐτῶν αἱ ἐφορευτικαὶ ἐπιτροπαὶ εἰς τὸ ἄτοπον τῆς ἀποστερήσεως ἑνὸς κἂν ἐκλογέως τοῦ δικαιώματός του; Τὸ μέσον τὸ εὗρεν ἡ νομαρχία, ἐκείνη ἥτις σήμερον μᾶς τὸ ῥίπτει ὡς ἔνστασιν ἀκυρότητος. Τὸ μέσον τὸ παρήγγειλεν εἰς τὸν δήμαρχον· καὶ ὄχι ἕν, παρήγγειλε δύω. Ἔγραψεν εἰς τὸν δήμαρχον, καὶ τὸ ἔγγραφον αὐτὸ, φοβερὰ ἁπλότης! τὸ ἐπικαλοῦνται ἐναντίον ἡμῶν. Εἶπεν εἰς τὸν δήμαρχον· «ἔχεις τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους· ἔστω ὅτι παρεισέφρησαν μικρά τινα τυπογραφικὰ λάθη· ταῦτα δύνασαι προχείρως νὰ τὰ διορθώσῃς ἰδιοχείρως.» Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ διανεμηθοῦν κατάλογοι εἰς μόνον τὰς 5 ἐφορευτικὰς ἐπιτροπὰς, βεβαίως τὸ ἔργον δὲν ἤθελεν εἶναι δυσχερές. Ὁ δήμαρχός μας ἔχει πέντε ὑπαλλήλους, ἀλλ’ ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν ὑπάρχουν 9000 καὶ πλέον ἐκλογεῖς, ἐγὼ μόνον ἐξήντλησα 300 ἀντίτυπα καταλόγων, καὶ ἤμην ἠναγκασμένος νὰ λάβω τόσα, διότι οἱ κατάλογοι μᾶς ἐδόθησαν τὴν πρωΐαν τῆς 23 Ἰουνίου, καὶ τὸ βεβαιοῖ ἔγγραφον τοῦ δημάρχου, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι τὴν ἑσπέραν τῆς 22, «ὑποψήφιοι καὶ ἐκλογεῖς ζητοῦν καταλόγους καὶ δὲν ἔχω.» Ἐπῆρα λοιπὸν καταλόγους ὅπως στείλω εἰς ὅλους τοὺς φίλους μου, ὅπως στείλω εἰς τὰ διάφορα καταστήματα, καὶ εὑρίσκουν οὕτω προχείρως τὰ ὀνόματά των οἱ ἐκλογεῖς, καὶ τοῦτο πρὸς εὐκολίαν τῶν ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν κατὰ τὴν ἐξακρίβωσιν τῆς ταὐτότητος τῶν ἐκλογέων. Οἱ συνάδελφοί μου βεβαίως ἔπραξαν τὸ αὐτό. Λοιπὸν τὸ πρῶτον μέσον δὲν ἦτον ἐφικτόν. Δὲν ἠδύνατο ὁ δήμαρχος μὲ τοὺς ὑπαλλήλους του νὰ διορθώσῃ ἰδιοχείρως ἀπὸ τῆς ἑσπέρας τῆς 22 μέχρι τῆς πρωΐας τῆς 23 ὅλα τὰ ἀντίτυπα ἐκεῖνα, ἅτινα ἦσαν ἀναγκαῖα διὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν Ἀθηνῶν. Ἀλλὰ δεύτερον μέσον πρόχειρον ἔῤῥιψε πρὸ ὀφθαλμῶν του ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ, ἡ νομαρχία. Καὶ ποῖον ἦτο τὸ μέσον τοῦτο; «Λάβε, τῷ εἶπε, τοὺς καταλόγους τοῦ 1873.» Ὁ κατάλογος αὐτὸς, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ζέζα, δὲν εἶναι τίποτε, ἅμα ἀναθεωρηθῇ ὁ ἄλλος, ἀλλὰ κατὰ τὴν γνώμην αὐτοῦ τοῦ διαβολονομοθέτου εἶναι πάγιος, διαρκής· ἐννοεῖτε δὲ τώρα διατί πρὸ ὀλίγου σᾶς ἀνέγνωσα τὸ ἄρθ. 23. «Λάβε λοιπὸν, τῷ εἶπε, τὸν κατάλογον τοῦ 1873, πέμψον ἀντίτυπα αὐτοῦ εἰς τὰς ἐφορευτικὰς ἐπιτροπὰς, καὶ τὰ ἐλάχιστα λάθη, τὰ τυπογραφικὰ, ἅτινα παρεισέφρησαν κατὰ τὴν τελευταίαν ἐκτύπωσιν, θέλουν εὐκόλως εὕρει αἱ ἐφορευτικαὶ ἐπιτροπαὶ, παραβάλλουσαι ὅπου ἡ ταὐτότης ἀμφισβητεῖται, τοὺς καταλόγους τοῦ 1874 πρὸς τοὺς καταλόγους τοῦ 1873. Θὰ εὕρουν, ἐὰν ὁ παρουσιαζόμενος ἐνώπιόν των, ὅπως ψηφοφορήσῃ, ᾖναι πράγματι ἐκεῖνος, ὅστις εἶναι ἐγγεγραμμένος ἐν τῷ καταλόγῳ.» Ἄλλο ἔγκλημα καὶ αὐτὸ, κατὰ τὴν πλειοψηφίαν τοῦ τμήματος. Καὶ τολμᾶτε καὶ λέγετε ὅτι ἔχει κῦρος ἡ ἐκλογή σας, σεῖς, οἵτινες ἐπὶ δύω καταλόγων ἐνεργήσατε αὐτήν; Φοβερὸν τῳόντι, κύριοι! Δὲν θέλω νὰ προφέρω τὴν ὕβριν κατὰ τῆς πλειοψηφίας τοῦ τμήματος, ὅτι πράγματι ἐπίστευε τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀντιτάττει· διότι ὕβρις ἀληθὴς ἤθελεν εἶναι ἡ τοιαύτη ὑπόθεσις, ἤθελε τοῦτο ἀποδεικνύει τὴν ἐσχάτην βλακείαν, ἐπιτρέψατέ μοι τὴν ἔκφρασιν. Τὸν κατάλογον τοῦ 1873 δὲν ἔστειλεν ὁ δήμαρχος εἰς τὰς ἐφορευτικὰς ἐπιτροπὰς, κατὰ διαταγὴν τῆς νομαρχίας, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ, ὑπάρχοντος ἄλλου, ἀναθεωρηθέντος κατὰ τὸ 1874, ἐνεργηθῇ ἡ ἐκλογή· τὸν ἔστειλε δι’ ἄλλον σκοπόν· τὸν ἔστειλεν ὄχι διὰ νὰ καταστήσῃ δυσχερεστέραν τὴν ἀνακάλυψιν τῆς ἀληθείας, ἀλλὰ διὰ νὰ καταστήσῃ εὐκολωτέραν τὴν βεβαίωσιν τῆς ταὐτότητος τῶν προσερχομένων ἐκλογέων. Λογικὴ καὶ ἡ τοῦ κ. Ζέζα, λογικὴ καὶ ἡ ἰδική μου. Ἐκλέξατε, κύριοι. Ἀλλὰ τοὐλάχιστον, ἀφοῦ τὰ φοβερὰ ταῦτα λάθη παρεισέφρησαν ἐντὸς τῶν καταλόγων, ἀφοῦ ἐτολμήσαμεν ἡμεῖς οἱ ἄθλιοι νὰ ἐνεργήσωμεν τὴν ἐκλογὴν ἐπὶ τῇ βάσει καταλόγων δύω ἐτῶν, εἰπέτε μας, ἠκούσατε κἂν ἕνα νὰ παραπονεθῇ ὅτι ἐκ τῶν σφαλμάτων αὐτῶν τὸ δικαίωμά του κατεπατήθη, κατεστράφη; Φέρατέ τον. Πέμψατε τὰ ὄργανα τῆς Ἀστυνομίας δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ, προσκαλέσατε τοὺς καταστηματάρχας ἐντὸς τῆς Διευθύνσεως. Δὲν θὰ κατορθώσητε ν’ ἀποδείξητε ἓν κἂν παράπονον βάσιμον, διότι μήτε εἷς ἐστερήθη τοῦ δικαιώματός του. Καὶ τολμᾶτε νὰ στηρίξητε ἀκυρότητα τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Ἀθηναίων ἐπὶ τοιούτων λαθῶν; Καὶ ἐπαναλαμβάνω, θέλετε νὰ μὴ φωνάξω; θὰ φωνάξω καὶ θὰ σχίσω τὰ ῥοῦχά μου.
§179ΛΕΚΚΑΣ. Δίκαιον ἔχεις.
§180ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ φαίνεται ὅτι μοῦ ἐβγῆκε τὸ ὄνομα. Ὅταν πρὸ ὀλίγου ὁ κ. πρόεδρος ἠναγκάσθη νὰ διακόψῃ τὴν συνεδρίασιν, ἐγὼ καθήμην ὁ ταλαίπωρος ἐκεῖ καὶ ἔγραφον· ἐγέλων δὲ διὰ τὰ διαδραματιζόμενα, ὄχι ἐκ περιφρονήσεως, ἀλλὰ διότι δὲν ἔβλεπον τὴν ἀφορμήν. Ἠγέρθη τις ἐκ τῆς ἕδρας του καὶ εἶπε κατ’ ἐμοῦ, καὶ εἶπε, καὶ εἶπε. Τέλος διεκόπη ἡ συνεδρίασις· ἐπεθύμησα δὲ νὰ μάθω, τί ἐναντίον μου εἶχεν ὁ κύριος ἐκεῖνος. Ἀπετάθην πρὸς τὸν κ. Σωτηρόπουλον, ὅστις μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μὲ πλησιάσῃ πρῶτος, οὗτος δὲ μοὶ ἀπήντησε μὲ ἓν παραμύθι· τὸ γνωρίζετε. Ἡ μάνα τοῦ διαβόλου τὸν ἐψείριζε. Κτίστης σκοντάψας κατέπεσε, καὶ καταπίπτων ἀνεθεμάτισε τὸν διάβολον. Ὁ διάβολος παραξενευθεὶς λέγει τῇ μητρί, τί ἔχει μ’ ἐμένα, τί ἔκαμα ἐγώ; Ἡ ἀπάντησις τῆς μητρός του Σᾶς εἶναι γνωστή. Αὐτὸ τὸ παραμύθι μοῦ ἐφήρμοσεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος. Κακὸν δὲν θέλω τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, ὅστις τόσα ἐναντίον μου ἐξέφερεν· ἀπ’ ἐναντίας τὸν συγχωρῶ. Τὸ εὐτράπελον δὲ αὐτὸ ἀνέφερα, νομίζων ὅτι δύναται νὰ καταστήσῃ εὐαρεστωτέραν τὴν συζήτησιν. Ἀλλὰ τάχα ἡμεῖς, οἱ κατηγορούμενοι, τὸ εἶπον ἤδη, εἶμαι κατήγορος, καὶ μετ’ ὀλίγον θὰ τὸ ἰδῆτε, ἡμεῖς οἱ κατηγορούμενοι δὲν δυνάμεθα νὰ κατηγορήσωμεν ἄλλους; ἔχω πρόχειρον τὸν κατάλογον τῆς Ἑρμουπόλεως. Δὲν θὰ ἐπαναλάβω ὅσα οἱ συνάδελφοί μου Σᾶς εἶπον. Δὲν θὰ Σᾶς ἀναμνήσω καὶ ἐγὼ τὰ ἐλλείποντα καὶ ἐν αὐτῷ καὶ πλείστοις ἄλλοις ὀνόματα τοῦ πατρός, ἀλλ’ ἔχω μίαν διάταξιν εἰς τὰς χεῖράς μου, ἥτις, ἐὰν θέλω νὰ τὴν ἑρμηνεύσω ἰουδαϊκῶς, μοὶ φαίνεται πολὺ σπουδαιοτέρα καὶ ἀπὸ τὰ τυπογραφικὰ λάθη, καὶ ἀπὸ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 9, ἣν ἐπεκαλέσθη χθὲς ὁ κ. Ζέζας, καὶ εἶναι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 25 § 2. «Μετὰ δὲ τὴν κατὰ τὸ ἄρθ. 21 ὁριστικὴν διόρθωσιν αὐτοῦ γίνεται, κατὰ τὸ ἄρθρ. 22, ἀνατύπωσις ὁλοκλήρου τοῦ καταλόγου, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐπενεχθεισῶν μεταβολῶν.» Καὶ ἐὰν τὰ τυπογραφικὰ σφάλματα δύνανται ν’ ἀκυρώσουν μίαν ἐκλογήν, ἔστω καὶ τῆς περιφρονημένης αὐτῆς ἐπαρχίας τῆς Ἀττικῆς, δὲν ἠξεύρω διατί τὸ ἄρθρον 25, ὅταν τόσον ἐκφραστικὸν καὶ ἀνεπίδεκτον ἑρμηνείας εἶναι, δὲν θ’ ἀκυρώσῃ τὴν ἐκλογὴν τῆς Σύρου, δὲν θ’ ἀκυρώσῃ τὴν ἐκλογὴν τῆς Ὕδρας. Ἀλλ’ ἄπαγε τῆς βλασφημίας! ἴσως δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐπωφεληθῶ τῶν μελετῶν, τὰς ὁποίας μέχρι τοῦδε ἔκαμα, ἀλλ’ ἔκαμα ἀρκετάς. Γνωρίζω δέ, χάρις τῷ Θεῷ, νὰ διακρίνω τὰς οὐσιώδεις διατάξεις ἑνὸς νόμου ἀπὸ τὰς διατάξεις ἐκείνας, αἵτινες περιττεύουν ἐν αὐτῷ, καὶ τὰς ὁποίας, ἐὰν παρέλειπεν ὁ νομοθέτης, βεβαίως ἔγκλημα δὲν ἤθελε πράξει, βεβαίως τὰ δικαιώματα δὲν ἤθελεν ἀφήσει ἀφρούρητα, ἀλλ’ ἤθελε φανῆ ἐλλειπής. Ὄχι, αἱ διατάξεις περὶ τυπώσεως, αἱ διατάξεις περὶ ἀνατυπώσεως τοῦ καταλόγου κατ’ ἔτος δὲν εἶναι οὐσιώδεις. Αἱ διατάξεις αὗται δὲν δύνανται νὰ φέρουν οὔτε τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Ἀθηναίων, οὔτε τὴν ἀκύρωσιν τῶν ἐκλογῶν Σύρου καὶ Ὕδρας. Ἀρκετὰ ταῦτα ὡς πρὸς τὰ τυπογραφικὰ λάθη καὶ τὴν ὁριστικότητα τοῦ καταλόγου. Πᾶσα περαιτέρω συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἤθελεν εἶσθαι περιφρόνησις πρὸς τὴν λογικήν, περιφρόνησις πρὸς τὸ Σῶμα. Ἀλλὰ λέγει ὁ κ. Ζέζας, καὶ ἐπικαλεῖται τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρ. 9 τοῦ περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νόμου· φέρε τὸν κατάλογόν σου· ποῦ εἶναι τὸ ὄνομα τοῦ πατρός; Ποῦ εἶναι, εἶπε, τὸ ἐπάγγελμα; Καὶ ἐπιστεύσατε ὅτι ἔλειπον πραγματικῶς ἐπαγγέλματα, διότι οὐδεὶς μετὰ τοσούτου θράσους δύναται νὰ προβάλῃ ἰσχυρισμοὺς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅλως ψευδεῖς. Διεξέλθετε τὰς 128 σελίδας, τὰς ὁποίας περιλαμβάνει τὸ τεῦχος τοῦτο, καὶ ἂν εὕρητε ἓν μόνον ἐπάγγελμα ἐλλεῖπον, ἐὰν εὕρητε μίαν μόνην ἡλικίαν μὴ ὑπάρχουσαν, σᾶς δίδω τὸ δικαίωμα νὰ μὲ ἀποκαλέσητε μὲ τὸ ὄνομα τοῦ βεβαιοῦντος ψευδῆ γεγονότα. Γνωρίζω τὴν βαρύτητα τῶν λόγων, οἵτινες διέρχονται τὸ ἕρκος τῶν ὀδόντων, καὶ βεβαίως δὲν προβάλλω καὶ ἐγὼ τοσοῦτον ψευδεῖς ἰσχυρισμούς. Ἄλλως, πρόχειρον ἔχετε τὸ μέσον τῆς παραβολῆς, κατάλογοι ἄπειροι· ἔχω 20 κατ’ οἶκον, οὓς θέτω εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ἀμφισβητούντων ὅτι ἐλλείπει ἓν μόνον ἐπάγγελμα, μία μόνη ἡλικία. Ἀλλὰ τὸ ὄνομα τοῦ πατρὸς λείπει, εἶπον, ἀπὸ πολλοὺς ἐκλογεῖς. Ἄλλοι ἐπεκαλέσθησαν ἤδη τοὺς καταλόγους ἁπασῶν τῶν ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους, ἐν οἷς ἡ αὐτὴ παράλειψις παρατηρεῖται· προσέθηκαν ὅτι ὑπάρχουσιν ἐκλογεῖς, οἵτινες δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ὄνομα πατρὸς, ὃν δὲν ἐγνώρισαν, ἕτεροι δ’ ὅτι δὲν ἔχουσιν ἄλλο ἐπίθετον ἀπὸ τὸ ὄνομα τοῦ πατρός των. Ἐγὼ μίαν σκέψιν θέλω προσθέσει ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Βεβαίως ὁ τύπος ἕνα καὶ μόνον λόγον ὑπάρξεως ἔχει, ἕνα καὶ μόνον σκοπὸν, τὴν διάσωσιν τῆς οὐσίας. Καὶ ἂν ὁ λόγος οὗτος δὲν ὑπάρχῃ, ὁ τύπος εἶναι ὅλως περιττός. Τὰς πολιτικὰς καὶ τὰς ποινικὰς δικονομίας ὀφείλομεν τότε νὰ ῥίψωμεν εἰς τὸ πῦρ. Ποτὲ ὅμως ὁ τύπος δὲν ἔχει σκοπὸν καὶ λόγον ὑπάρξεως τὴν καταστροφὴν τῆς οὐσίας. Τὸ τοιοῦτον, ἂν ὄχι βλασφημία, ἤθελεν εἶσθαι παραλογισμός. Καὶ ἐν τούτοις τοῦτο μᾶς λέγουσι σήμερον, τὸ εἶπον τοὐλάχιστον χθὲς ἐνώπιόν σας· «Ἵνα μὴ μείνωσι τὰ δικαιώματα ξέφραγα—ἐνθυμεῖσθε τὴν λέξιν—πρέπει ὑπὲρ τοῦ τύπου νὰ καταστραφῇ ἡ οὐσία.» Ἀλλ’ ὅταν οὐδὲ εἷς ἀποδεικνύεται ἐκ μέρους τῶν ἐνισταμένων ὡς στερηθεὶς τοῦ δικαιώματός του ἐκ τῆς μερικῆς, ἴσως καὶ ἀναγκαστικῆς παραλείψεως τοῦ ὀνόματος τοῦ πατρὸς, πρέπει, χάριν τοῦ τύπου τοῦ ἄρθρ. 9, οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἀττικῆς κατῃσχυμένοι νὰ ἐξέλθωσι τοῦ περιβόλου τούτου, ὃν ἀνήγειρεν ἐκείνη, τὸ 43, ἀνεστήλωσε τὸ 62; (Εὖγε! Εὖγε! Χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι ἀκροαταί.
§182ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ λέγουσι, τί ἄλλων μαρτύρων χρείαν ἔχομεν; Ἔχομεν ἕτερον ἔγγραφον τοῦ δημάρχου. Καὶ ὁ δυστυχὴς ὁ δήμαρχος, καὶ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, δὲν παίζει αὐτὸς τὸ πρόσωπον τοῦ ἀντισαγγελέως τῶν πλημελειοδικῶν. Ὁ πρόεδρος τοῦ Τμήματος τοῦ ἐξελέγξαντος τὴν ἐκλογὴν Ἀττικῆς ζητεῖ πληροφορίας ἀπὸ τὸν δήμαρχον. Τίνας; Ἐὰν πάντες, οἱ ἐν τῷ ἐκλογικῷ καταλόγῳ περιλαμβανόμενοι, εὕρηνται ἐν τῷ δημοτολογίῳ! Ἀλλὰ πρὸς Θεοῦ, εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τοῦτο; νὰ βεβαιωθῇ τοῦτο; Ὁ νόμος τοὐλάχιστον σᾶς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ τὸ ἐξετάσητε; Ἔχω πρόχειρον τὸν δημοτικὸν νόμον· ἐκεῖ θὰ εὕρωμεν τίνες εἶναι δημόται καὶ τίνες ὄχι· τίνες δύνανται ἑπομένως κατὰ τὸν περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νόμον νὰ ἐγγραφῶσιν εἰς τὸν ἐκλογικὸν κατάλογον. Ἄρθρον 9 τοῦ νόμου τῆς 27 Δεκεμβρίου 1833, περὶ συστάσεως τῶν δήμων. Ἴσως κατὰ τὸν κ. Ζέζαν καὶ ὁ νόμος οὗτος ἐπάλιωσεν, οὐδ’ ἔχει πλέον κῦρος. Περὶ τῶν δημοτῶν. «Ἡ ἰδιότης καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ δημότου ἀποκτῶνται· α) διὰ τῆς γεννήσεως.
§183ΖΩΧΙΟΣ. Διάβασέ το καλά.
§184ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν τὸ ἠκούσατε; «διὰ τῆς γεννήσεως. Δι’ αὑτῆς ὑπάγονται τὰ μὲν γνήσια τέκνα εἰς τὸν δῆμον τοῦ πατρὸς, τὰ δὲ νόθα εἰς τὸν τῆς μητρός.» Ἀπαιτεῖταί τι πλέον ὅπως ᾖ τις δημότης; Καὶ διότι δὲν ἐνεγράφημεν εἰς τὸ δημοτολόγιον, καί τοι γεννηθέντες ἐνταῦθα, δὲν εἴμεθα δημόται; Πρῶτος ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐγγεγραμμένος ἐν τῷ δημοτολογίῳ, διότι ἐκ τῆς γεννήσεώς μου εἶμαι δημότης. Τοῦτο ὁρίζει ἡ § 1 τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ νόμου τοῦ 1833 περὶ συστάσεως τῶν δήμων.
§185ΣΤΑΪΚΟΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν;
§186ΡΑΛΛΗΣ. Εὐχαρίστως.
§187Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Διὰ τοὺς κατὰ πρώτην φορὰν ἐγγραφομένους εἰς ἕνα δῆμον τοῦ Κράτους. Ὑποθέσατε ὅτι εἶσθε ἐξ Ἀθηνῶν καὶ ἐξασκεῖται τὰ δικαιώματά σας εἰς Σύρον.
§188ΡΑΛΛΗΣ. Λαλεῖτε περὶ μεταφορᾶς δικαιωμάτων.
§189Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Σᾶς λέγω, ἐὰν πάροικος ζητήσῃ τὴν ἐγγραφὴν εἰς ἕνα δῆμον, ποῦ θὰ ἐγγραφῇ προηγουμένως, εἰς τὸν κατάλογον ἢ τὸ δημοτολόγιον;
§190ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς τὸ δημοτολόγιον. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου, καθόσον περὶ τῆς κατατάξεως ὁρίζει τὸ ἐδάφιον βʹ τοῦ ἄρθρου 9.
§191Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Πολὺ καλά.
§192ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπανέρχομαι εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἐδαφίου 1 τοῦ ἄρθρου 9, ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο τοῦ δημάρχου, ὅπερ προεκάλεσε τὸ προεδρεῖον τοῦ Τμήματος τοῦ ἐξελέγξαντος τὴν ἐκλογὴν, καὶ τὸ ὁποῖον μᾶς ῥίπτουσι σήμερον κατὰ πρόσωπον, ἀλλὰ μὲ τὸ αὐτὸ τῶν προηγουμένων ἀποτέλεσμα. Ναί, μᾶς λέγει ὁ κ. Ζέζας, ὁ ἀληθὴς συντάκτης τῆς ἐκθέσεως, ἰδοὺ τὸ ἔγγραφον τοῦ δημάρχου· ἠδύνατο νὰ προσθέσῃ καί τι πλέον, τοῦ δημάρχου τοῦ φίλου τοῦ Ῥάλλη, ὅστις ὀλίγον ἔλλειψε νὰ παυθῇ χάριν τοῦ Ῥάλλη. Καὶ δὲν εἶναι λόγοι κενοί. Ἔχω ἐν τῷ φακέλλῳ, τὸ communiqué τῆς νομαρχίας, ὅπερ διὰ νὰ ἡσυχάσῃ τὰ πνεύματα ἐδημοσίευσε τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἐκλογῆς, καὶ δι’ οὗ ἔλεγεν εἰς τὸ κοινὸν, δὲν εἶναι ἀληθὴς ἡ φήμη, ὅτι πρόκειται νὰ διαιρεθῇ ὁ δῆμος, ὅτι πρόκειται νὰ παυθῇ ὁ δήμαρχος. Τὸ ἔγγραφον λοιπὸν αὐτὸ τοῦ δημάρχου μᾶς ῥίπτουν κατὰ πρόσωπον, καὶ τί μᾶς λέγουν; «Ἰδοὺ ἡ ὁμολογία ἡ σιωπηρὰ τοῦ δημάρχου, τοῦ φίλου σας· τὸν προεκαλέσαμεν ἀπὸ τῆς παραμονῆς μέχρι τῆς ἐπιούσης νὰ μᾶς βεβαιώσῃ ἐὰν οἱ 9800 καὶ πλέον ἐκλογεῖς, οἱ ἐν τῷ ἐκλογικῷ καταλόγῳ τοῦ δήμου Ἀθηναίων, ᾖναι ἐγγεγραμμένοι καὶ εἰς τὸ δημοτολόγιον, ἐκεῖνος δὲ μᾶς ἀπαντᾷ ὅτι τὸ ἔργον δὲν εἶναι δυνατὸν, ἐκτὸς δὲ τούτου ὅτι ἐκ τῶν αὐτοχθόνων πολλοὶ δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένοι ἐν τῷ δημοτολογίῳ.» Καὶ πρῶτος ἐγὼ, σᾶς εἶπον. Ἀκυρώσατε τὴν ἐκλογὴν ὡς πρὸς ἐμὲ, διότι δὲν εἶμαι ἐγγεγραμμένος ἐν τῷ δημοτολογίῳ, καὶ θὰ γλυτώσουν οἱ ἄλλοι συνάδελφοί μου. Τἀγκάθια ὅλα θὰ λείψουν τότε. Ἀλλ’ ὅταν ἓν Τμῆμα πρόκειται νὰ ἐξελέγξῃ μίαν ἐκλογὴν, πρόκειται νὰ ῥίψῃ κατὰ πρόσωπον ἀνθρώπων, οἵτινες ἴσως πολὺ δικαιότερον ἀπὸ τοὺς ἐλέγχοντας παρακάθηνται ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, λόγους ἀκυρότητος τῆς ἐκλογῆς των, δὲν ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ τοὺς στοιχειώδεις ἐκείνους νόμους, ἐφ’ ὧν στηρίζεται ἡ ὅλη κοινωνία ἡμῶν; Καὶ οὕτως ἀπερισκέπτως δύναται νὰ πετᾷ μωρὰ ἔγγραφα δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ, καὶ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, τὰς ἀπαντήσεις εἰς αὐτὰ νὰ ἔρχεται νὰ μᾶς τὰς ῥίπτῃ κατὰ πρόσωπον, λέγον, ἰδοὺ τὸ ἔγγραφον τοῦ δημάρχου, σᾶς κηρύττει ἐνόχους; Καὶ ἀδιάφορον ἐὰν ἀνακηρύττεται δι’ αὐτοῦ ἡ μωρὰ ἀπερισκεψία τῶν προκαλεσάντων αὐτό; Ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ δὲν τεκμαίρεται πλέον ἡ καλὴ πίστις· μόνον τὸ ἔγκλημα καὶ ὁ δόλος. Οἱ σύντροφοί μου καὶ ἐγὼ μὲ ἓξ χιλιάδας ψήφων εἴμεθα νόθοι, εἴμεθα ἐγκληματίαι, διότι ἦλθέ τις καὶ ἔῤῥιψεν εἰκονικῶν δῆθεν ὀνομάτων τρεῖς καταλόγους· τὸ δῆθεν θὰ τὸ δικαιολογήσω μετ’ ὀλίγον· «Φέρτε τώρα, μᾶς λέγουσι, τὰς ἀποδείξεις τῆς ἀθωότητός σας· ἡμεῖς σᾶς κατηγοροῦμεν, ἀλλ’ οὐδεμίαν δυνάμεθα εἰς βάρος σας ν’ ἀποδείξωμεν κατηγορίαν.» Ἀλλ’ ἀνετράπησαν ἐντὸς τοῦ ἐργοστασίου τούτου τῶν νόμων οἱ κανόνες τῆς ἐπιστήμης; Καὶ ὅταν οὐδὲν ἀποδεικτικὸν μέσον ἔχετε, οὐδεμίαν ἀπόδειξιν φέρετε τῆς νοθείας ἡμῶν, πῶς τολμᾶτε νὰ μᾶς κατηγορήσητε ὡς νόθους; Δὲν δικαιοῦμαι νά χαρακτηρίσω τοῦτο τόλμην; «Ἔχομεν, λέγουν, τεκμήρια, καὶ τὰ τεκμήρια ταῦτα μᾶς ἀρκοῦν. Σεῖς ἐγκληματίαι, κύψατε.» Ὄχι, δὲν θὰ κύψωμεν. Ἡμεῖς τὴν κεφαλὴν συνειθίσαμεν νὰ κρατῶμεν ὑψηλά. Θὰ κύψωσιν οἱ κατήγοροι ἡμῶν. Εἰς τὰ τεκμήριά σας θ’ ἀντιτάξωμεν ἀποδείξεις. Τὰ ἔγγραφα δὲν μᾶς λείπουν. Οἱ κατάλογοι τῶν πλαστῶν ὀνομάτων, δι’ ὧν ἠθέλησαν νὰ μᾶς καταπλήξουν, εἶναι ἐδῶ, ἰδοὺ δὲ καὶ τὰ ἐν αὐτοῖς εἰκονικὰ ὀνόματα. Συγχωρήσατε διὰ τὸ ὀλίγον τῶν ἀποδείξεων (δεικνύει τὸν ἐπὶ τοῦ βήματος ὀγκώδη φάκελλον). Ἐννοεῖτε ὅτι εἰς πόλιν 60 χιλιάδων κατοίκων, τὸ ἔργον δὲν ἦτο λίαν εὔκολον· ὅταν μάλιστα μετὰ κόπου καὶ μόχθου κατώρθωσα μόλις ἐπὶ δύω ἑσπέρας νὰ λάβω τοὺς καταλόγους τούτους, διότι χθὲς ὄχι μόνον μοὶ τοῖς ἠρνήθη πάλιν ὁ κ. πρόεδρος, ἀλλὰ καὶ νὰ παραμείνω ἐνταῦθα μετὰ τὴν συνεδρίασιν καὶ λάβω ἀντίγραφον αὐτῶν δὲν μοὶ ἐπέτρεψεν. Οὐχ ἧττον τὰς ὀλίγας ταύτας ἀποδείξεις θ’ ἀναλύσωμεν μίαν πρὸς μίαν.
§193ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§194ΡΑΛΛΗΣ. Ἐάν τις ἐκ τῶν ἀντιλεγόντων θέλῃ νὰ μὲ βοηθήσῃ, θὰ μὲ ὑποχρεώσῃ. Λαμβάνω τὰς ἀποδείξεις ὅπως ἔτυχον. «Τμῆμα γʹ. ὑπ’ αὔξ. ἀριθ. 62 τοῦ καταλόγου τῶν εἰκονικῶν ὑπάρχει ὡς ψηφοφορήσας ὑπ’ ἀριθ. 221 τοῦ βιβλίου τῆς ψηφοφορίας καὶ ἐγγεγραμμένος ὑπ’ ἀριθ. 377 τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου ὁ Βασίλειος Ζέῤῥας, χαρακτηρίζεται δὲ ὡς ἑτεροδημότης. Ἀλλ’ ὁ Βασίλειος Ζέῤῥας εἶναι ἐγγεγραμμένος ὑπ’ ἀριθ. 229 τοῦ δημοτολογίου ἀπὸ τῆς 23 Μαΐου 1872, ἐπλήρωσε δ’ εἰς τὴν ἐν Ἀθήναις ἐλεήμονα ἑταιρίαν δραχ. 12, ὡς προκύπτει ἐκ τῆς παρούσης ὑπ’ ἀριθ. 235 ἀποδείξεως.
§195ΖΩΧΙΟΣ. Ἠμπορεῖ νἆναι κἀνεὶς ἄλλος.
§196ΡΑΛΛΗΣ. Ἠμπορεῖ· ἀλλ’ ἰδού. «Ἄδεια ἐπιτηδεύματος» Λυποῦμαι διότι δὲν βλέπω τὸν προσωρινὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐνταῦθα, ἤθελεν ἀναγνωρίσει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ εἰσπράκτορός του. «Ὁ Βασίλειος Ζέῤῥας, οἰνοπώλης, ἐπλήρωσε φόρον ἐπιτηδεύματος τὸ 1868.» «Ἄδεια ἐπιτηδεύματος. Ὁ Βασίλ. Ζέρας, οἰνοπώλης, ἐπλήρωσε φόρον ἐπιτηδεύματος τὴν 3 Σεπτεμβρίου 1874». — Ἕτερος· τμῆμα γʹ, ὑπ’ αὔξ. ἀριθ. 25 τοῦ καταλόγου τῶν εἰκονικῶν, ὁ Ἰω. Καραϊτιανός, ἐγγεγραμμένος ὑπ’ ἀριθ. ἐκλογικοῦ καταλόγου 1136, χαρακτηρίζεται ὡς ἑτεροδημότης. Ὁ ὑπουργὸς τῆς Παιδείας τὸν γνωρίζει, προχθὲς ἀκόμη ἔκαμεν αἴτησιν νὰ τῷ δοθῇ εἰς ἀποκοπὴν ἡ κλῖμαξ τοῦ ναοῦ τοῦ ἁγίου Κωνσταντίνου. Εἶναι ὁ ἐργολάβος ὁ ἀνεγείρας τὴν γέφυραν τοῦ Παναθηναϊκοῦ σταδίου· σήμερον μετὰ δακρύων μοὶ ἔφερε τὸ διαβατήριόν του. Ἰδοὺ τοῦτο· καὶ ἐν αὐτῷ βλέπω ὅτι εἶναι δημότης Ἀθηνῶν. Ἀλλὰ μόνον τὸ διαβατηριόν του μοὶ ἔφερεν; «Ἄδεια ἐπιτηδεύματος. Διπλότυπον εἰσπράξεως 24 Ἰουνίου 1872, ἄδεια ἐπιτηδεύματος 4 Νοεμβρίου 1871.»
§197ΤΙΝΕΣ. Ἀρκεῖ, ἀρκεῖ.
§198ΡΑΛΛΗΣ. Ἄ! μπᾶ! ὅλα ταῦτα θὰ τὰ καταπιῆτε. «Ἰωάν. Καραϊτιανός, 1 Αὐγούστου 1870, Ἰωάν. Καραϊτιανὸς 27 Μαρτίου 1869, Ἰωάν. Καραϊτιανὸς 29 Μαρτίου 1869, Ἰωάν. Καραϊτιανὸς 15 Ἰουνίου 1868. Γραμμάτιον παραλαβῆς δι’ ἐξόφλησιν τῆς πρώτης δόσεως ἐνοικίου τῶν ἐν Πειραιεῖ ἐθνικῶν λατομίων τῆς 1 Μαΐου 1868. Ἄδεια ἐπιτηδεύματος, διπλότυπον εἰσπράξεως, φόροι ἀμπέλων». Ὁ ἄνθρωπος οὗτος δὲν ἔχει δικαίωμα ψήφου. Ἀλλὰ νομίζετε ὅτι ἠρκέσθησαν εἰς αὐτόν; Μετὰ τὸν Ἰωάννην Καραϊτιανὸν ἔχουν καὶ τὸν ἀδελφόν του. Παρακαλῶ τοὺς στενογράφους νὰ γράφωσι τοὺς ἀριθμούς, διὰ νὰ δυνηθῶσι νὰ μὲ ἐξελέγξωσιν οἱ θέλοντες. Αὔξων ἀριθ. 26 εἰκονικῶν ὀνομάτων, Γεώργιος Καρατϊανός, ἐγγεγραμμένος ὑπ’ ἀριθ. ἐκλογικοῦ καταλόγου 542. Τὰ ἔγγραφα, ἅτινα πρὸ ὀλίγου ἀνέγνωσα, συνώδευσεν ὁ Ἰω. Καραϊτιανός, μὲ τὴν ἑξῆς ἐπιστολήν· «Φίλε κ. Ῥάλλη. Λάβετε τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα μοῦ ἐζητήσατε. Ὁ ἀδελφός μου Γεώργιος, ἀποκατεστημένος καὶ δημότης Ἀθηνῶν, ἀνεχώρησε τὴν παρελθοῦσαν Πέμπτην διὰ Σκάρπαθον. Σὲ ἀσπάζομαι. Ἀθῆναι, 23 Ὀκτωβρίου 1874.
Ὁ φίλος σου
ΙΩ. ΚΑΡΑΪΤΙΑΝΟΣ.»
Εὔκολον εἶναι νὰ βεβαιωθῶμεν περὶ τῆς γνησιότητος τῆς ὑπογραφῆς, ὅταν ἔχωμεν ἐδῶ τὸ διαβατήριον, ἐν ᾧ αὕτη ὑπάρχει. Ἰδού, παραβάλλατε. Ἐτελειώσαμεν καὶ μὲ τοὺς δύω τούτους ἑτεροδημότας.
§199ΤΙΝΕΣ. Ἔχομεν καὶ ἄλλα ἀκόμη;
§200ΡΑΛΛΗΣ. Τμῆμα γʹ. ἀριθ. 112 ὀνομάτων πλαστῶν, Γεώρ. Περπινιάς. Εἶναι ὑποδηματοποιός, ἐγγεγραμμένος ὑπ’ ἀριθ. 1844 τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου. Χαρακτηρίζεται ὡς ἀνύπαρκτος. Ὁ δυστυχὴς δὲν εἶχε ἄλλο μέσον ἀποδεικτικὸν τῆς ὑπάρξεώς του νὰ μοῦ στείλῃ. «Ἄδεια ἐπιτηδεύματος 19 Ἀπριλίου 1873.» Καὶ ἑτέρα ἄδεια ἐπιτηδεύματος. Ἀρκεσθεῖτε εἰς τὰ ὀλίγα τοῦ πτωχοῦ. Ἐπίκλησιν γενικὴν ἔκαμα πρὸς ὅσους ἠδυνήθην νὰ εὕρω. Ἀστυνομία δι’ ἐμὲ ἦσαν οἱ φορολογούμενοι αὐτοί. Ἴσως εἶναι ὀλίγα τὰ ἀποδεικτικά, ἅτινα σᾶς φέρω.
§201Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Ἦσαν ὅλως περιττά.
§202ΡΑΛΛΗΣ. Τὰ τεκμήρια τί τὰ κάμνετε, κ. Ζαΐμη;
§203Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Πρέπει νὰ ὑπάγητε εἰς τὴν Ἀβυσσινίαν νὰ τὰ εὕρητε.
§204ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Ζέζας ζῇ ἐν Ἑλλάδι.
§205Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν ζῇ ἐν Ἑλλάδι.
§206ΡΑΛΛΗΣ. Ἀριθ. 126, Δ. Ψιακής. Μὲ συγχωρεῖτε, λάθος ἔκαμα, ἴσως εἰς τὸ τμῆμα. Σᾶς ζητῶ συγγνώμην διὰ τὴν ἀργοπορίαν· συνεβουλευόμην τὸ βʹ. τμῆμα ἀντὶ τοῦ γʹ. Τὸ λάθος ἔγεινε τώρα· ἀριθ. 126 γʹ. τμήματος, Δημήτριος Ψιακὴς, ἐγγεγραμμένος ἐν τῷ ἐκλογικῷ καταλόγῳ ὑπ’ ἀριθ. 931, χαρτοπώλης, ἀνύπαρκτος. Ἐὰν θέλετε νὰ τὸν εὕρετε, τὸ κατάστημά του εἶναι ἀπέναντι τοῦ παντοπωλείου τοῦ Καρπετοπούλου, εἰς τὸ τέλος τῆς ὁδοῦ Σταδίου, καὶ ὁ δυστυχὴς δὲν εἶχεν ἄλλο μέσον νὰ μοῦ ἀποδείξῃ τὴν ὕπαρξίν του. «Ἄδεια ἐπιτηδεύματος τῆς 7 Ἰουνίου 1874.» Δὲν ἔχει δικαίωμα καὶ αὐτὸς ψήφου. Βʹ τμῆμα ἀριθ. 40, Μῆτρος Σοφὸς, ἐγγεγραμμένος ὑπ’ ἀριθ. 1872 τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου, εἰκονικός. Τί μοῦ ἔφερεν αὐτός; «Ἄδεια ἐπιτηδεύματος. Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος» ἀλλοίμονόν του, «5 Ἰουλίου 1873· ἄδεια ἐπιτηδεύματος 1872, ἄδεια ἐπιτηδεύματος 1871, ἄδεια ἐπιτηδεύματος 1870, ἄδεια ἐπιτηδεύματος 1859.» Ὀλίγα ὁ πτωχὸς ἔχει πληρώσει, καὶ ψῆφον καὶ αὐτὸς δὲν ἔχει. Εἶχον οἱ κλέπται!—Τμῆμα βʹ. αὔξ. ἀριθ. 195, Παν. Κορδατσὴς, ἀριθ. ἐκλ. καταλόγου 2258».
§207ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ. Τί ἐπάγγελμα ἔχει αὐτός;
§208ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ τὸ ἴδετε. Ὅλα ταῦτα ἀποδεικνύουν τὸ ἐπάγγελμά του (δεικνύει τὰ σχετικὰ ἔγγραφα). Ἀρκοῦν; ἂς ἀναγνώσωμεν ὀλίγον. «Ἄδεια ἐπιτηδεύματος, ὁ Π. Κορδατσὴς ἐδωδιμοπώλης, ἐπλήρωσε κατὰ τὰ ἔτη 1867, 1868, 1869, 1865, 1866 ἄλλο 1866, 1865, 1864, 1860, 1859, 1858, 1857, 1858, 1856». Σᾶς ἀρκοῦν;
§209ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἐπάλιωσαν αὐτά.
§210ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπάλιωσε καὶ φόρους οἰκοδομῶν· ἰδοὺ τὰ διπλότυπα. Καὶ αὐτὸς δὲν ἔχει δικαίωμα ψήφου. — Τμῆμα βʹ. αὔξ. ἀριθ. 178 καταλόγου τῶν πλαστῶν, Γεώργ. Χαλκιόπουλος, ἐγγεγραμμένος ὑπ’ ἀριθ. 661 τοῦ ἐκλ. καταλόγου. Γνωρίζετε τίς εἶναι οὗτος; Ὁ ἀντιπρόσωπός μου εἰς τὸ βʹ. τμῆμα. Πόσαις μετάνοιαις ἔκαμαν ἐνώπιόν του, μὲ πόσας ὑποσχέσεις δὲν προσεπάθησαν νὰ τὸν ἀποσπάσουν πρὸ τῶν ἐκλογῶν! Αὐτὸς δὲν ἔχει σήμερον ψῆφον· ἄδεια ἐπιτηδεύματος τοῦ 1867, ἐπίσης τοῦ 1868, 1869, 70, 71, 72, 73. Καὶ τὸ διπλότυπον τὸ ὁποῖον ἔπεσε κάτω.
§211Α. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ πρακτικὰ εἶναι αὐτός;
§212ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα. (Καταβὰς τοῦ βήματος). Παρατηρήσατε, κ. ὑπουργὲ τῆς Παιδείας. Κατὰ τεκμήριον ὁ κ. ὑπουργὸς γνωρίζει καλλίτερα ἀπὸ κάθε ἄλλον γράμματα, διὰ τοῦτο ἐπιδεικνύω αὐτῷ τὰ πρακτικά.
§213Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ τελευταῖον ὄνομα, τὸ διπλότυπον ποίας ἐποχῆς εἶναι;
§214ΡΑΛΛΗΣ. 1867, 1868, 1872, 1873. — Τμῆμα ά. αὔξ. ἀριθ. καταλόγου τῶν εἰκονικῶν 96, Ἀθαν. Τσεράχης, ἐγγεγραμμένος ὑπ’ ἀριθ. 308 τοῦ ἐκλογ. καταλόγου, εἰκονικός. «Ἄδεια ἐπιτηδεύματος τῆς 2 Ὀκτωβρίου 1874.» Ἐπλήρωσε καὶ τὸ τρέχον ἔτος· — βʹ. τμῆμα, αὔξ. ἀριθ. 144 τῶν εἰκονικῶν, Νικόλαος Τσοῦχλος (ἱλαρότης ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ). Ὅλοι οὗτοι βεβαίως, οἵτινες γελοῦν, τρώγουν εἰς τὸ ξενοδοχεῖόν του.
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι ἀκροαταί.
§216ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι νὰ μὴ γελάσῃ τις;
§217ΖΩΧΙΟΣ. Νὰ κρεμασθῇ.
§218ΡΑΛΛΗΣ. Τὸν χαλκᾶ, περὶ τοῦ ὁποίου εἴπατε πέρυσι, τὸν ἔβγαλαν. Ν. Τσοῦχλος, ἀριθ. ἐκλογ. καταλόγου 1899. Ἄδεια ἐπιτηδεύματος 1872, ἑτέρα 1873, 1874. Τὸν γνωρίζετε; Εἶναι ὁ ξενοδόχος, ὅστις ἔχει τὸ ξενοδοχεῖόν του εἰς τὴν πάροδον τὴν ἄγουσαν ἀπὸ τῆς Καπνικαρέας εἰς τό ἀναβρυτήριον. Πολὺ καλὸ φαγὶ κάμνει. Αὔξ. ἀριθ. 174 τῶν εἰκονικῶν ὀνομάτων, εὕρηται ὑπὸ τὸν ἀριθ. 1250 τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου τοῦ βʹ. τμήματος ὁ Ἰωάννης Τσοῦχλος, ἀδελφὸς τοῦ Νικολάου (γέλως εἰς τὸ ἀκροατήριον). Γελοῦν, διότι ὅλοι αὐτοὶ τρώγουν εἰς τὸ ξενοδοχεῖόν των. Ἐπλήρωσε φόρον ἐπιτηδεύματος τὴν 21 Ἀπριλ. 1874. Ὑπ’ ἀριθ. 116 τοῦ βʹ. τμήματος τῶν πλαστῶν καταλόγων, ἀναφέρεται τίς; ὁ Ἰωάννης Στεφάνου, ὁ χρυσοχόος, ἀνύπαρκτος, ἀριθ. τοῦ ἐκλ. καταλόγου 1026. Ἐπλήρωσε δὲ τὴν 13 Ἰουλίου ε. ε. δρ. 300 διὰ φόρον ἐπιτηδεύματος τοῦ 1874.
§219ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸς ἔχει καὶ παράσημον.
§220ΡΑΛΛΗΣ. Γʹ. τμῆμα, ἀριθ. 130 τοῦ καταλόγου τῶν πλαστῶν ὀνομάτων, Ἀθανάσιος Γιάγκου, ἐγγεγραμμένος ὑπ’ αὔξ. ἀριθ. τοῦ ἐκλογ. καταλόγου 344, ἀνύπαρκτος· φόρον ἐπιτηδεύματος ἐπλήρωσε τὴν 28 Σεπτεμβρίου 1874. — Δυστυχῶς δὲν βλέπω ἐνταῦθα οὔτε τὸν νῦν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, οὔτε τὸν πρώην.
§221ΤΙΝΕΣ. Ὁ πρώην εἶναι ἐδῶ.
§222ΡΑΛΛΗΣ. Μίαν πληροφορίαν ἐπιθυμῶ νὰ λάβω. Βλέπω ὑπ’ αὔξ. ἀριθ. 52 τῶν πλαστῶν ὀνομάτων τοῦ γʹ. τμήματος, ἐγγεγραμμένον ἐν τῷ ἐκλογ. καταλόγῳ ὑπ’ ἀριθ. 2394, τὸν Φώτειον Χειμάῤῥαν. Τὸν γνωρίζετε, παρακαλῶ;
§223ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§224ΡΑΛΛΗΣ. Τί ἦτο.
§225ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δέκαρχος.
§226ΡΑΛΛΗΣ. (Ἀναγινώσκει ἔγγραφον τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐξ οὗ προκύπτει ἡ ὕπαρξις καὶ ἡ δημοτικότης τοῦ Φ. Χειμάῤῥα). Ἔχω καὶ ἄλλα διάφορα ἔγγραφα τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ ἐνταῦθα ὀφείλομεν νὰ διορθώσωμεν τὸν κατάλογον τῶν εἰκονικῶν ὀνομάτων. Ἀναφέρεται ἐν αὐτῷ ὅτι ὑπὸ τὸν αὔξ. ἀριθ. 2394 τοῦ καταλόγου εὕρηται ὁ Γεώργιος Χειμάῤῥας, ἐν δὲ τῷ ἐκλογ. καταλόγῳ εἶναι ἐγγεγραμμένος ὑπὸ τὸν ἄνω ἀριθ. ὁ Φώτειος Χειμάῤῥας. Ἰδοὺ ὁ ἐκλογ. κατάλογος.
§227ΤΙΝΕΣ. Ἀρκεῖ.
§228ΡΑΛΛΗΣ. Εἶχον τὴν ὑπομονὴν ἓν πρὸς ἓν νὰ ἐξετάσω τὰ ὀνόματα.—Αὔξ. ἀριθ. 161 πλαστῶν ὀνομάτων τοῦ βʹ. τμήματος, Δημήτριος Ἀθανασόπουλος. Οὗτος ὅμως ἀνήκει εἰς τὸ ἑ. τμῆμα, ἐγγεγραμμένος ὑπ’ ἀριθ. 92 τοῦ ἐκλογ. καταλόγου, καὶ πρέπει νὰ γνωρίζητε ὅτι οἱ τοῦ ἑ. τμήμ. ψηφοφοροῦν εἰς τὸ βʹ. Ὁ Δημήτριος Ἀθανασόπουλος ἐψηφοφόρησεν εἰς τὸ βʹ. τμῆμα ὑπὸ τὸν ἀριθ. 850. Πῶς χαρακτηρίζεται ἐν τῷ καταλόγῳ τῶν πλαστῶν ὀνομάτων; ἑτεροδημότης. Ἔχω πιστοποιητικὸν τοῦ δημάρχου ἀποδεικνῦον ὅτι εἶναι δημότης. Πρωτ. 5467. αʹ Ἀριθ. Διεκ. 3375.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ.
Ὁ Δήμαρχος Ἀθηναίων. Πιστοποιεῖ ὅτι· Ὁ κύριος Δημήτριος Ἀθανασόπουλος ἐπαγγέλματος βιβλιοπώλης, κάτοικος Ἀθηνῶν καὶ ἐγγεγραμμένος εἰς τὸ δημοτολόγιον ἀπὸ τῆς 8 Ἀπριλίου 1861 ὑπ’ ἀριθ. 449 τοῦ στοιχ. Α. εἶναι Ἕλλην, ἀπολαύει τοῦ δικαιώματος τῆς Ἑλληνικῆς ἰθαγενείας, διότι ἐξεπλήρωσε πάσας τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ ἀστικοῦ Ἑλληνικοῦ νόμου. Διὸ ἐκδίδομεν τὸ παρὸν πιστοποιητικὸν κατ’ αἴτησίν του, πρὸς ἀπόδειξιν τῆς δημοτικότητός του. Ἀθῆναι, τῇ 22 8βρίου 1874.
Ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων
(Τ. Σ.) Π. Σ. ΚΥΡΙΑΚΟΣ.»
Εἶναι βιβλιοπώλης· ἔχει τὸ βιβλιοπωλεῖόν του ἀντικρὺ τοῦ Καρδαμίτση, παρὰ τὴν ἐκκλησίαν τῆς Χρυσοσπηλαιωτίσσης. Ἐπλήρωσε καὶ μίαν δραχμὴν προχθὲς διὰ νὰ λάβῃ τὸ πιστοποιητικὸν τοῦτο, οὕτω δ’ ὠφελήθη καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον, χάρις εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ τμήματος καὶ εἰς τὸν κ. Ζέζαν. Συγχωρήσατε δὲ διὰ τὸ ὀλίγον τῶν φόρων ἐπιτηδεύματος, οὓς ἐπλήρωσε. Διπλότυπα 1846, 1847, 1854, 1858, 1860, 1861, 1863, 1865, 1866, 1868, 1868, 1868· διατὶ τρία διπλότυπα τοῦ αὐτοῦ ἔτους δὲν γνωρίζω.
§229ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐπλήρωσεν ἄλλων ἐτῶν.
§230ΡΑΛΛΗΣ. 1869, 1870, 1871· αὐτὰ μοὶ ἔφερε· τ’ ἄλλα δὲν μοὶ τὰ παρέδωκε, φοβηθεὶς μὴ ὁ εἰσπράκτωρ καὶ πάλιν τοῦ ζητήσῃ τοὺς φόρους· ἐπλήρωσε δὲ τὴν 16 Ἰουλίου τοῦ 1874 φόρον οἰκοδομῶν. Ὁ δὲ Ἀθανασόπουλος καὶ αὐτὸς δὲν ἔχει δικαίωμα ψήφου. Θαυμάζετε· μετ’ ὀλίγον ὅμως θὰ σᾶς ἐξηγήσω πῶς συνετάχθησαν οἱ κατάλογοι τῶν εἰκονικῶν ὀνομάτων. —Αὔξ. ἀριθ. 85 τῶν εἰκονικῶν τοῦ βʹ. τμήμ. Δημήτριος Χόρβαλης, ἐγγεγραμμένος δῆθεν ὑπ’ ἀριθ. 2582, ἐνῷ ἐν τῷ ἐκλογ. καταλόγῳ εὕρηται ὑπὸ τὸν ἀριθ. τοῦτον Χρῆστος Χόρβαλης. «Διπλότυπον εἰσπράξεως, τὴν 6 Σεπτεμβρίου 1874 ἐπλήρωσεν οὗτος φόρον οἰκοδομῶν». Χαρακτηρίζεται ὡς ἀνύπαρκτος! Τμῆμα ά. ὑπ’ αὔξ. ἀριθ. 11 τοῦ καταλόγου τῶν πλαστῶν ὀνομάτων, Α. Κρασσόπουλος, ἐγγεγραμμένος ὑπ’ ἀριθ. 191 τοῦ ἐκλογ. καταλόγου, ἀνύπαρκτος. Ἐπλήρωσεν ἐν τούτοις φόρον ἐπιτηδεύματος τὴν 3 Ὀκτωβρίου 1874. — Ὑπ’ αὔξ. ἀριθ. 6, Δημήτριος Κρασσόπουλος, ἐγγεγραμμένος ἐν τῷ ἐκλογικῷ καταλόγῳ ὑπ’ ἀριθ. 920, χαρακτηρίζεται ὡς ἀνύπαρκτος, ἀδελφὸς ἐν τούτοις τοῦ προηγουμένου καὶ καφεπώλης — Τμῆμα ά. αὔξ. ἀριθ. εἰκονικῶν ὀνομάτων 19, ἐκλογικοῦ καταλόγου 1194, Ἰωάννης Χρήστου, χαρακτηρίζεται ὡς ἀνύπαρκτος. Εἰξεύρετε δὲ τίς εἶναι οὗτος; Ὁ φούρναρης τοῦ κ. Καμπᾶ. Ὁ κ. Ζέζας, ἀφοῦ ἀποδείξω τὴν ὕπαρξίν του, θὰ τὸν στερήσῃ τοῦ δικαιώματος τῆς ψήφου, διότι λέγεται Ἰωάννης Χρήστου καὶ ὄχι Χρηστόπουλος. Ἐπλήρωσεν ἐν τούτοις καὶ αὐτὸς φόρον ἐπιτηδεύματος τὴν 21 Σεπτεμβρίου 1874. Ὅταν προχθὲς ὁ συνάδελφός μου κ. Κολιάτσος ἀνέφερε τὸ παράδειγμα ἐκεῖνο τῆς ἐκλογῆς, τῆς ἐν Γαλλίᾳ λαβούσης χώραν, ἥτις διὰ μιᾶς μόνης ψήφου ἐκερδήθη, καὶ αὐτῆς ἀλλοδαποῦ, ἐμειδίασα, διότι ἀναφέρονται ἐν τοῖς κατολόγοις τῶν εἰκονικῶν ὀνομάτων, καὶ δύω δῆθεν Ἰταλοί. Οἱ δύω δ’ οὗτοι δῆθεν Ἀλλοδαποὶ δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς δικαιολόγησις τῆς ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς μας, καθ’ ἣν πλειοψηφοῦμεν κατὰ 2000 ψήφων. Ἀλλ’ ἴδωμεν ἂν πράγματι ᾖναι τοιοῦτοι. Ὑπ’ αὔξ. ἀριθ. 61 καὶ 88 τοῦ καταλόγου τῶν εἰκονικῶν ὀνομάτων τοῦ γʹ. τμήματος ἀναφέρονται οἱ Ἀναστ. Μαλαβάκης καὶ Νικ. Μαλαβάκης, τιτλοφορούμενοι Ἰταλοί. Καὶ δικαίως, διότι Μαλαβάκης εἶναι ὁ ποτὲ πρόξενος τοῦ Πάππα. Ἀλλὰ παρατηρήσας ἐν τῷ ἐκλογικῷ καταλόγῳ ὑπ’ ἀριθ. 273, εὗρον τὸν Ἀναστάσιον Μαλαβάζον, καὶ ὑπ’ ἀριθ. 88 τὸν Νικόλαον Μαλαβάζον, ἁμαξηλάτας, Χρῆστον Μαλαβάζον τὸν πατέρα· Ἀναστάσιος ὁ υἱός, Νικόλαος ὁ ἀδελφός. Ἐπλήρωσαν δὲ εἰς τὸν εἰσπράκτορα, ὁ μὲν εἷς τὴν 5 Ἰουλίου, ὁ δὲ ἕτερος τὴν 1 Αὐγούστου 1873 καὶ 12 Σεπτεμβρίου 1874 τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματός των.
§231ΣΤΑΪΚΟΣ. Δὲν μὲ λέγετε, δὲν πληρώνει φόρον ἐπιτηδεύματος ὁ ἀλλοδαπός;
§232ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα· ἀλλὰ δὲν ἀναφέρω τοῦτο ὅπως ἀποδείξω ὅτι δὲν εἶναι ἀλλοδαποί. Θὰ σᾶς παρακαλέσω ὅμως νὰ μοὶ εἰπῆτε ἂν ὑπάρχῃ εἰς ὅλην τὴν Ἰταλίαν ἓν ὄνομα Χρῆστος, Ἀναστάσιος ἢ Νικόλαος. Ὑπ’ αὔξ. ἀριθ. 116 τοῦ καταλόγου τῶν εἰκονικῶν τοῦ γʹ. τμήματος, εὕρηται ὁ Σταμ. Γκιονάκης, χαρακτηριζόμενος ὡς ἀνύπαρκτος· ἀλλ, οὗτος εἶναι κηπουρὸς εἰς Σεπόλια, ἐπλήρωσε κατὰ τὰ παρόντα διπλότυπα φόρους οἰκοδομῶν τὸ 1869, 1870, διὰ φόρον δὲ ἐπὶ περιβολίων δραχ. 205 65/00 τὴν 19 Μαρτίου 1874 εἰς τὸν δημόσιον εἰσπράκτορα Ἀνδρέου.
§233ΤΙΝΕΣ. Ἀφήσατε ὀλίγον νὰ ξεκουρασθῶμεν.
§234ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα (καταβαίνει τοῦ βήματος).
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἐπ’ ὀλίγον ἡ συνεδρίασις (Ὥρᾳ 6 25|60. Ἀναλαμβάνει τὴν ἕδραν του ὁ πρόεδρος περὶ ὥραν 7 παρὰ 25|60).
§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λάβετε, κύριοι, τὰς ἕδρας σας.
§237ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Κ. Ῥάλλη, σᾶς παρακαλοῦμεν νὰ μᾶς εἰπῆτε ἐὰν θὰ ἐξακολουθήσητε ἐπὶ πολλὴν ὥραν, διότι εἴμεθα κουρασμένοι, καὶ τότε πρέπει νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις.
§238ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα· ἀλλ’ ἐὰν πρόκειται νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις, παρακαλῶ νὰ διακοπῇ ἀμέσως, διότι ἀφοῦ τελειώσω μὲ τὰ δῆθεν εἰκονικὰ ὀνόματα, ἔχω ἀνάγκην νὰ φέρω καὶ τινας παρατηρήσεις. Ἐν ὅλῳ ἔχω ἀνάγκην τοὐλάχιστον τεσσάρων ὡρῶν εἰσέτι.
§239ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). Τότε αὔριον, κ. πρόεδρε, δὲν ἀντέχομεν.
§240ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ, κύριοι, σᾶς παρακαλῶ νὰ μείνετε, διότι προτιμῶ νὰ ἐξακολουθήσω τώρα.
§241ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐὰν σεῖς ἀντέχετε, ἡμεῖς δὲν ἀντέχομεν.
§242ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). Κύριε πρόεδρε, αὔριον.
§243ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν ἠμποροῦμεν ν’ ἀνθέξωμεν, σᾶς παρακαλοῦμεν νὰ λύσητε τὴν συνεδρίασιν· ἀλλ’ ἂν δὲν θέλετε, σᾶς ἀφίνομεν τὴν ὑγείαν.
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§245ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν θὰ ἔχετε ἀπαρτίαν πλέον· τὸ θέλετε αὐτό;
§246ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Κύριε πρόεδρε, νομίζω ὅτι ὅλοι ἐκουράσθημεν, καὶ δὲν ἠμποροῦμεν ν’ ἀνθέξωμεν ἐπὶ τέσσαρας ἔτι ὥρας.
§247Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησαν πολλοὶ τὸν λόγον, ὥστε πιστεύω ὅτι ὁ κ. Ῥάλλης θὰ ᾖναι σύντομος.
§248ΡΑΛΛΗΣ. Οὔτε κατὰ μίαν λέξιν θὰ συντομεύσω. Ὅταν ἐπικαλεῖσθε τεκμήρια, θὰ σᾶς φέρω ἀποδείξεις· οὔτε μίαν λέξιν θὰ ἀφήσω χωρὶς ν’ ἀντικρούσω.
§249ΜΠΟΥΤΟΣ. Καὶ ἐγὼ, κ. πρόεδρε, φεύγω (ἀπέρχεται).
§250ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Φεύγομεν, κύριε πρόεδρε· ἐκουράσθημεν.
§251ΡΑΛΛΗΣ. Μὴ φεύγετε, κύριοι, διότι μένει τὸ ὡραιότερον μέρος τῆς ἀποδεικτικῆς ταύτης διαδικασίας.
§252ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ (ἀπερχόμενος). Θὰ σᾶς παρακαλέσωμεν αὔριον νὰ τὰ ἐπαναλάβητε διὰ νὰ τ’ ἀκούσωμεν καὶ ἡμεῖς. Φεύγομεν ἐν τούτοις.
§253ΜΠΟΥΤΟΣ (ἀπερχόμενος). Τ’ ἀναγινώσκομεν εἰς τὰ στενογραφημένα πρακτικά· (ἀναχωροῦν τινες βουλευταὶ ἐκ τῆς δεξιᾶς πτέρυγος).
§254ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι θέλετε ν’ ἀκούσητε τὸν ἀγορεύοντα, κύριοι, καθήσατε· καταλάβατε τὰς θέσεις σας, ἐὰν θέλετε νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις.
§255ΡΑΛΛΗΣ. Τμῆμα ά, ὑπὸ τὸν αὔξοντα ἀριθ. 11 τοῦ καταλόγου τῶν εἰκονικῶν εὕρηται ὁ Πέτρος Γεωργίου, ἐγγεγραμμένος ὑπ’ ἀριθ. 1923 τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου, χαρακτηριζόμενος δ’ ὡς εἰκονικός. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2639 συμβολαίου τῆς 15 Μαΐου 1874 τοῦ συμβολαιογράφου Ἀθηνῶν Πέρδικα, δι’ οὗ ἐνοικιάζει πρὸς τὸν Δημ. Γλίνην τὴν κατὰ τὴν ὁδὸν Ἀδριανοῦ μάνδραν του, ἀποδεικνύεται ἡ ὕπαρξίς του. Ἰδοὺ δὲ καὶ διπλότυπα τοῦ 1874, 1873, 1872, 1871, 1869, 1868, 1867, 1869, 1867, 1867. Καὶ οὗτος εἰκονικός.— Ὑπ’ ἀριθ. 118 τοῦ καταλόγου τῶν εἰκονικῶν τοῦ γʹ. τμήματος εὕρηται ὁ Ἀθανάσιος Καρατζᾶς, ἐγγεγραμμένος ὑπ’ ἀριθ. 271 τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου. Οὗτος ὅμως δὲν εἶναι εἰκονικός, χαρακτηρίζεται ὡς ἑτεροδημότης. Τὸν ἔχω πελάτην· προχθὲς δ’ ὅταν εἶδον τὸ ὄνομά του εἰς τὸν κατάλογον μοὶ ἐφάνη παράδοξον, διότι ὁ ἀντίδικός του εἶχε κάμει ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου ἀνάλογον κατ’ αὐτοῦ ἔνστασιν, ἰσχυρίσθη ὅτι Ἀθαν. Καρατζᾶς, καπνοπώλης, ἔχων τὸ καπνοπωλεῖόν του ἀντικρὺ τῆς οἰκίας Καρνάλη, δὲν εἶναι ὑπήκοος Ἕλλην, καὶ ἡ 1358 ἀπόφασις τοῦ πρωτοδικείου διέταξε τὴν ἀπόδειξιν τῆς ἰθαγενείας του· τότε δ’ ἠναγκάσθη καὶ ἔλαβε πιστοποιητικὸν τῆς 26 Ἀπριλίου 1874 ἀπὸ τὸν δήμαρχον Ἀθηναίων, ἔχον ὡς ἑξῆς· «Ἀριθ. Πρωτ. 1735. Διεκπ. 1225.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Ὁ Δήμαρχος Ἀθηναίων Πιστοποιεῖ ὅτι· Ὁ κύριος Ἀθανάσιος Παναγιώτου ἐξ Ἠπείρου, ἐπαγγέλματος ὑπηρέτης Β. σταύλου, κάτοικος Ἀθηνῶν, ὅστις διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 28,272 τοῦ ἔτους 1864 ἀποφάσεως τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργείου μετωνομάσθη Ἀθανάσιος Παναγιώτου Καρατζᾶς καὶ τυγχάνει ἐγγεγραμμένος εἰς τὸ δημοτολόγιον τοῦ δήμου ἀπὸ τῆς 15 Ἰανουαρίου 1859 ὑπ’ ἀριθ. 503 τοῦ στοιχ. Π, ἐδήλωσεν ἐνώπιον τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς τὴν περὶ προσκτήσεως τῆς Ἑλληνικῆς ἰθαγενείας πρόθεσίν του τὴν 14 Αὐγούστου 1851, ἀπὸ δὲ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης διέμεινεν ἐπὶ τρία ἔτη ἀδιακόπως ἀποκατεστημένος εἰς Ἀθήνας, καὶ ὤμοσε τὸν ὅρκον τῶν πολιτογραφημένων Ἑλλήνων ἐνώπιον τοῦ κ. νομάρχου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 26 Ἀπριλίου 1874.
Ὁ Δήμαρχος
(Τ. Σ.) Π. Σ. ΚΥΡΙΑΚΟΣ.»
Εἶναι ὁ πρώην ἁμαξηλάτης τοῦ ποτὲ διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης Γεωργίου Σταύρου. Θὰ τὸν γνωρίζετε πάντες.
§256ΠΕΡ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κάμνω ἔνστασιν ὅτι δὲν εἶναι εἰς ἀπαρτίαν τὸ Σῶμα.
§257ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ παύσω· εἶπον ὅτι θὰ ἐξακολουθήσω.
§258ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Τὸ Σῶμα δὲν εἶναι εἰς ἀπαρτίαν, καὶ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ προχωρήσητε. (Ὁ κ. Ῥάλλης καταβαίνει τοῦ βήματος).
§259ΣΤΑΪΚΟΣ. Κατὰ τὸν κανονισμὸν, κύριε πρόεδρε, καὶ οἱ ἐντὸς τῶν δωματίων θεωροῦνται παρόντες.
§260ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν ἀντιλέγω, κύριοι, εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν, διαρκούσης μιᾶς ἀγορεύσεως νὰ γίνεται ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας. Τὸ ζήτημα τῆς ἀπαρτίας ἐξετάζεται εἰς δύω περιστάσεις· ὅταν πρόκειται νὰ γείνῃ ἔναρξις τῆς συνεδριάσεως, καὶ ὅταν πρόκειται νὰ προβῇ τὸ Σῶμα εἰς μίαν ἀπόφασιν. Ἐὰν θελήσωμεν νὰ καθιερώσωμεν τὸ σύστημα κατὰ πᾶσαν στάσιν τῆς συζητήσεως, νὰ γίνεται ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας, τότε καὶ εἷς μόνος καὶ δύω μόνοι θὰ δύνανται νὰ χαλαρώνωσιν πᾶσαν ἐργασίαν τῆς Βουλῆς. Δὲν εἶναι δύσκολον εἰς ἐμὲ καὶ μόνον νὰ λέγω ἑκάστοτε, δὲν εἴμεθα εἰς ἀπαρτίαν, τὸν κατάλογον, κύριε πρόεδρε. Ἑπομένως πρέπει νὰ παύσῃ αὐτὸ τὸ ἀτόπημα τοῦ νὰ διακόπτωμεν τὸν ἀγορεύοντα ἐν τῷ μέσῳ· διότι ὅταν κάμνω τὴν πρότασιν περὶ ἀπαρτίας καὶ εὑρεθῇ ἡ Βουλὴ εἰς ἀπαρτίαν, εὐθὺς μετὰ πέντε λεπτὰ λέγω, δὲν εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ. Τότε μὲ συγχωρεῖτε νὰ εἴπω ὅτι δὲν ἔχομεν ὕπαρξιν, δὲν σεβόμεθα τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος, καὶ τότε ἀλλοίμονον εἰς τὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖον περιμένει ἀπὸ ἡμᾶς. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ διακόπτητε τὸν ἀγορεύοντα, δὲν δύνασθε κατὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ παρουσιάζετε τὴν ἔνστασιν, ὅτι δὲν εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ. Μετὰ τὸ πέρας τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ῥάλλη, ἂν θέλουν οἱ παρευρισκόμενοι νὰ προκαλέσουν μίαν ἀπόφασιν, τότε μάλιστα ἔχετε τὸ δικαίωμα, καὶ ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ, ἂν, ἀφοῦ ἀπεσύρθησαν τόσοι διακεκριμένοι ἄνδρες, ἤμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ. Ἀλλὰ ταύτην τὴν στιγμὴν, ἀγορεύοντος τοῦ ῥήτορος, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ προβάλητε τοιαύτην ἔνστασιν. Ὁ ῥήτωρ, ὡς βλέπετε, ἀπέκαμε, μὴ τὸν διακόπτετε.
§261Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Καὶ ὁ ῥήτωρ ἀπέκαμε καὶ ἡμεῖς. Ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§262ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν ὑπηρετῶ πάθη πολιτικὰ, ὑπηρετῶ τὸν νόμον καὶ τίποτε ἄλλο. Μὴ μὲ διακόπτετε.
§263Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἶσαι πολέμιος τοῦ νόμου.
§264ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν εἶσθε εἰς θέσιν νὰ μὲ κρίνητε. Σεῖς ὑπηρετεῖτε πάθη πολιτικὰ, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε ὑπηρέτησα (θόρυβος). Μὴ μὲ διακόπτετε, διότι πολλάκις, ὡς ἐκ τῶν διακοπῶν, δὲν γνωρίζω ἐμαυτὸν εἰς τὰ στενογραφήματα. Δὲν ἀντιλέγω ταύτην τὴν στιγμὴν εἰς τὸ ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§265Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε, κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ν’ ἀντιλέξητε· οὐδὲ ἔπρεπε νὰ λάβητε τὸν λόγον, ἀφοῦ ἔκαμα τὴν ἔνστασιν τῆς μὴ ἀπαρτίας.
§266ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἀλλ’ αὔριον παρακαλῶ τὸ Σῶμα νὰ προβῇ εἰς ἀπόφασιν, ἂν διαρκούσης μιᾶς ἀγορεύσεως, δύναται νὰ προταθῇ ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§267ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκεται ὁ κατάλογος.
§268ΣΑΡΑΒΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε πρόεδρε.
§269ΡΑΛΛΗΣ. Ἀφοῦ ἔγεινεν ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας, δὲν ἠδύνατο νὰ ὁμιλήσῃ οὔτε ὁ κύριος Μεσσηνέζης, οὔτε ὁ κ. Σαράβας.
§270Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὅταν ἔκαμα τὴν ἔνστασιν, κ. πρόεδρε, ἔπρεπεν αὐθωρεὶ νὰ διατάξητε τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου· ἄλλως, εἶσθε καὶ σεῖς ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ.
§271ΣΑΡΑΒΑΣ. Αὐτὰς τὰς λέξεις ἀρκοῦμαι νὰ εἴπω ἤδη, ὅτι ὁ κ. Μεσσηνέζης, μὲ τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξεν, ἀνῄρεσεν αὐτὸς ἑαυτόν.
§272ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσέξατε, κύριοι, ἀναγινώσκεται ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ κατάλογος ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν Π. Μαυρομιχάλη καὶ Δ. Σταΐκου).
§273ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Εἴμεθα 94. (Διαλύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 7 καὶ 25|60).