Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος Α · Σύνοδος Β› Συνεδρίαση 64

1867.03.13

1.792 στίχοι · 14.193 λέξεις · 3 πίνακες · 132 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1867.03.13
Προεδρεία
ΛΥΚΟΥΡΓΟΥ ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΟΥ
Περίοδος
Α
Σύνοδος
Β
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, ΤΟΜΟΣ Β (1867)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 64

τῆς 13 Μαρτίου 1867.

(Δευτέρα).

Ὥρα 12. τῆς Μ. Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις. Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν;

§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ πιστώσεως 12,000 διὰ τοὺς ὑπὸ σεισμοῦ παθόντας Μιτυληναίους.

§4ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι τὸ παρελθὸν ἔτος, συζητουμένου τοῦ προϋπολογισμοῦ, κατὰ πρότασιν ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Θεοχάρη ἐγένετο δεκτὴ μία πίστωσις ἐκ 18,000 δραχμῶν διὰ νὰ συστηθῶσι μερικοὶ ναυτοδιδάσκαλοι εἴς τινας πόλεις ναυτικάς. Ἂν καὶ ἡ Βουλὴ ἔδειξεν ὅλην τὴν προθυμίαν της εἰς τοῦτο, δὲν ἠξεύρω ποῖοι λόγοι ὑπηγόρευσαν τὰς Κυβερνήσεις τοῦ παρελθόντος ἔτους καὶ δὲν τὸ ἐφήρμοσαν. Παρετήρησα καὶ πάλιν ἐφέτος τὸν προϋπολογισμὸν καὶ εἶδον μὲ λύπην μου, ὅτι τὸ κονδύλιον αὐτὸ δὲν ἐμπεριλαμβάνεται. Διὰ τοῦτο ἔρχομαι καὶ προτείνω πρότασιν, διὰ τῆς ὁποίας ζητῶ ἵνα εἰς πᾶσαν μεγάλην ναυτικὴν πόλιν τῆς Ἑλλάδος προστεθῇ ἀνὰ εἷς ναυτοδιδάσκαλος εἰς τὸ Γυμνάσιον ἢ Σχολαρχεῖον διὰ νὰ διδάσκηται ἡ ναυτική, καθόσον οἱ πλοίαρχοί μας εἶναι ὑπόχρεοι νὰ δίδωσιν ἐξετάσεις καὶ ἑπομένως ἐννοεῖτε καλά, ὅτι ἔχουν ἀνάγκην καὶ νὰ διδάσκωνται. Παρακαλῶ τὴν Σ. Βουλὴν νὰ παραδεχθῇ τὴν πρότασιν ταύτην συγχρόνως μὲ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῆς Παιδείας, ὅπως ἔμβῃ εἰς ἐνέργειαν καὶ ἡ διδασκαλία αὕτη.

§5ΤΙΝΕΣ. Νὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὸν προϋπολογισμόν.

§6ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Ἐπειδὴ ἠμποροῦν νὰ θέλουν νὰ νομιμοποιηθῇ ἡ θέσις αὕτη, διὰ τοῦτο ἔφερα καὶ τὴν πρότασιν ταύτην.

§7ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐκεῖνος ὁ κατάλογος τῶν ὀνομάτων τῶν διαρπασάντων τὰς δημοσίας ἀποθήκας, πότε θὰ διαμοιρασθῇ;

§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα ὑπάρχουν πλῆθος ἄλλων ὑποθέσεων εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Ποῦ ἀγαπᾶτε νὰ προχωρήσωμεν;

§9ΠΟΛΛΟΙ. Εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων.

§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλ’ ἔχομεν πρῶτον τὴν ψήφισιν τῆς πιστώσεως διὰ τοὺς ὑπὸ σεισμοῦ παθόντας Μιτυληναίους. Εἶναι τρίτη συζήτησις. Ἰδοὺ τὸ νομοσχέδιον. «Ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ κλπ». Τὸ παραδέχεται ἡ Βουλή;

§11ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι καὶ τὸ σύνολον νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται σχεδὸν ὅλοι)· παρεδέχθη. Ἀρχόμεθα λοιπὸν τῆς συζητήσεως τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων· εἶναι τρίτη συζήτησις. Ὁ κ. Λαμπρυνίδης ἔχει τὸν λόγον.

§13ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ ἔκθεσις, κύριε πρόεδρε, τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐδόθη ἀπὸ προχθές, ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη· ὥστε δυνάμεθα νὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν αὐτοῦ.

§14ΚΕΧΑΓΙΑΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν εἶναι τοσοῦτον κατεπείγουσα, ὅσον τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, διότι, καθὼς γνωρίζετε, ἡ βεβαίωσις αὐτοῦ τοῦ φόρου γίνεται ἐντὸς τοῦ Μαρτίου καὶ μάλιστα ἔπρεπε νὰ ᾖναι προτήτερα· διὰ τοῦτο ἔχων ὑπ’ ὄψιν τοῦτο, ἔκαμα ἐγκύκλιον εἰς τοὺς ἐφόρους νὰ κάμουν τὴν βεβαίωσιν, ἀλλὰ νὰ μὴ τὴν πέμψουν εἰς τοὺς ταμίας. Ἡ ἐργασία λοιπὸν αὕτη πρέπει νὰ προβῇ, διότι εἶναι σπουδαιοτέρα.

§15ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, συνομολογῶ καὶ ἀναγνωρίζω τὴν ἀνάγκην, τὴν ὑπαγορεύσασαν ἐκ μέρους τοῦ ἔθνους μεγαλειτέρας θυσίας διὰ τὸ παρὸν ἔτος, θυσίας τὰς ὁποίας πάντοτε τὸ ἔθνος γενναίως προσέφερεν ὁσάκις αἱ περιστάσεις τὸ ἀπήτησαν, ἀλλὰ φρονῶ, τὸ ἔθνος δικαιοῦται ἐπίσης νὰ ζητήσῃ ἰσότητα καὶ δικαίαν διανομὴν αὐτῶν τῶν θυσιῶν, δικαιοῦται ἐπίσης νὰ ἀπαιτήσῃ τάξιν, ἀσφάλειαν καὶ αὐστηρὰν οἰκονομίαν, νόμιμον δὲ τρόπον εἰσπράξεως τῶν φόρων καὶ οὐχὶ καταστρεπτικὸν καὶ βάρβαρον ὡς μέχρι τοῦδε ἐνεργοῦσιν αὐτὴν τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας, διότι ὁ λαὸς ὑποφέρει πολλά. Εἶπον τάξιν καὶ ἀσφάλειαν, διότι ἐκ πείρας καὶ ἐγὼ καὶ ὑμεῖς γνωρίζετε, ὅτι ὄχι μόνον τοὺς φόρους ὁ πολίτης δὲν δύναται ν’ ἀποδώσῃ, ἀλλ’ ὑποφέρει διὰ τὴν εἴσπραξιν αὐτῶν πολλὰς ζημίας καὶ βασάνους. Ὁ μὲν μεγαλοκτηματίας δὲν εἶναι εἰς θέσιν διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους γνωρίζομεν νὰ ἐπιτηρῇ καὶ ἐπιβλέπῃ ὁ ἴδιος τὰς προσόδους του, ὁ δὲ μικρὸς φορολογούμενος πάσχει πολυειδῶς ἐκ τῶν μεταβατικῶν καὶ ἕνεκα τῆς εἰσπράξεως. Οἱ εἰσπράκτορες καὶ ἡ φρουρὰ ἡ συνοδεύουσα αὐτοὺς συνήθως μετέρχονται πολλὰς βασάνους καὶ ζημίας ἐπιφέρουσιν ἀπιστεύτους κατὰ τῶν φορολογουμένων. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν μας, κύριοι, ἔχω παραδείγματα ν’ ἀποδείξω, ὅτι οἱ εἰσπράκτορες δὲν εἶναι μέσον τὸ ὁποῖον δὲν μετεχειρίσθησαν ὄχι νὰ εἰσπράξουν τὸν φόρον, ἀλλὰ νὰ ἐξοντώσουν τοὺς δυστυχεῖς φορολογουμένους· μεταβαίνουν εἰς τὰ χωρία διὰ νὰ εἰσπράξουν φόρον ἀπὸ ἄλλον μὲν δύω δραχμῶν καὶ ἀπὸ ἄλλον τριῶν ἢ πέντε, πλὴν δὲν περιορίζονται εἰς τοῦτο, ἀλλὰ ἡ πρώτη φροντίς των εἶναι νὰ προμηθευθοῦν τροφὰς (ζαερὲν), ἀφαιροῦντες τὰς ὄρνιθας καὶ τὰ μανάρια τῶν πτωχῶν, καὶ διὰ τοῦτο εἷς εἰσπράκτωρ εἰς τὴν ἐπαρχίαν μας ὠνομάσθη Ζαερές. Εἰς ἓν χωρίον, τὸ Γυμνὸν, ὅπου εἷς φορολογούμενος ἐχρεώστει δύω δραχμὰς, τοῦ ἐφόνευσαν πέντε ὄρνιθας. Ἐσχάτως μετέβη ὁ εἰσπράκτωρ μὲ τὴν κουστωδίαν του εἴς τι χωρίον Δάλουκα· δὲν ἀπευθύνθη εἰς τὸν Πάρεδρον νὰ προσκαλέσῃ τοὺς φορολογουμένους ὅπως πληρώσουν τὸ χρέος των, ἀλλὰ κατὰ πρῶτον ἤρχισαν νὰ ζητοῦν τροφὰς (ζαερὲν), καὶ νὰ τουφεκίζουν τὰς ὄρνιθας φονεύσαντες καὶ μίαν φοράδα ἑνὸς πτωχοῦ· πολλὰ δὲ ἄλλα κακὰ διαπράξαντες, ἠνάγκασαν τοὺς κατοίκους ἅπαντας νὰ συνασπισθῶσιν ἀπὸ τὰς βιαιοπραγίας τῶν ὀργάνων τοῦ δημοσίου. Λοιπὸν ἐκ τούτων κατανοεῖτε, κύριοι, ὅτι πολλαπλάσιον γίνεται τὸ βάρος τοῦ φόρου, ἡ δὲ ἀγανάκτησις τοῦ λαοῦ κορυφοῦται, καὶ πρὸς ἀποφυγὴν λυπηρῶν σκηνῶν ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ πρόνοιαν· εἶναι ἀνάγκη ἐκ μέρους τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ νὰ δοθῇ ἀμέσως αὐστηρὰ διαταγὴ εἰς ὅλους τοὺς ταμίας καὶ οἰκονομικοὺς ὑπαλλήλους νὰ ἀπέχωσιν ἀπὸ τοιαύτας καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι καὶ τὴν Κυβέρνησιν βλάπτουν καὶ τὸ καθεστὼς προσβάλουν, δίδουσι χώραν καὶ λαβὴν εἰς τοὺς ῥᾳδιούργους καὶ δημοκόπους νὰ παριστάνουν εἰς τὸν ἀθῶον λαὸν, ὅτι ἄνωθεν προέρχεται τὸ κακὸν, καὶ ὅμως καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ καθεστὼς δὲν πταίει, ἀλλ’ αὐτὰ τὰ ἄθλια καὶ ἀποτρόπαια ὄντα. Ἰδοὺ διὰ τί, κύριοι, ἐζήτησα τάξιν καὶ ἀσφάλειαν· δὲν γογγύζει ὁ φορολογούμενος ν’ ἀποδώσῃ τὸν φόρον του, ἀπαιτεῖ ὅμως δικαίαν καὶ νόμιμον ἐνέργειαν ἐκ μέρους τοῦ δημοσίου. Κύριοι, οὐδὲν δικαίωμα τὸ δημόσιον ἔχει ἄλλο παρὰ ἢ νὰ προσωποκρατήσῃ τὸν φορολογούμενον ἢ νὰ κατάσχῃ τὴν περιουσίαν του· δὲν ἔχει κἀμμίαν ἄλλην ἐξουσίαν κατὰ τὸν νόμον, καὶ ὅμως δὲν γίνεται οὕτω. Πιστεύω, ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς θέλει ἐκλείψει τὸ κακὸν τοῦτο, ἡ δὲ Κυβέρνησις θὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της, διότι τὸ ἔθνος, προσφέρον ὅλα τὰ μέσα, ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσῃ ἀπὸ τοὺς κυβερνῶντας τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός των καὶ νὰ ἐξασφαλισθῇ ἀπὸ πάντα φόβον λῃστείας ἢ ἄλλης ἀταξίας. Ὑποβάλλεται, κύριοι, εἰς τὴν ἐπιψήφισίν μας τὸ παρὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον αὐξάνει κατὰ πολὺ τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων· εἶναι ἀληθὲς, ὅτι αἱ περιστάσεις καὶ αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους ὑπαγορεύουσι νὰ συνεισφέρῃ τὸ ἔθνος πρὸς θεραπείαν αὐτῶν, ἂν καὶ δὲν ἦναι παραίτιον μάλιστα, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐφεύρωμεν τὸν τρόπον ἐκεῖνον, διὰ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν ἀκριβὲς καὶ ὀρθὸν διδόμενον ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τοῦ ζητουμένου φόρου. Δύω παράγοντας παραδέχεται τὸ νομοσχέδιον διὰ νὰ ἐξαγάγῃ τὸ ἐπιβλητέον ποσὸν φόρου εἰς ἕκαστον πολίτην, τὸν πληθυσμὸν καὶ τὸ ἐνοίκιον. Ἀλλ’ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ παραστήσω, ὅτι ὁ πρῶτος παράγων, ἤτοι ὁ πληθυσμὸς, δὲν εἶναι ὁ ἀλάνθαστος γνώμων ὅστις ἠμπορεῖ νὰ μᾶς δώσῃ ἓν ἀποτέλεσμα ἀκριβὲς καὶ δίκαιον, διότι ὑπάρχουσι πληθυσμοὶ, οἵτινες δὲν εὐποροῦσι συνιστάμενοι ἀπὸ μέγαν ἀριθμὸν, καὶ ὅμως παρέχουσιν εἰς τοὺς ἐπαγγελματίας καὶ ἐπιτηδευματίας πολὺ μικροτέρας ὠφελείας ἀπὸ μικροτέρους κατὰ τὸ ἥμισυ πληθυσμούς. Παράδειγμα ἔχω τὴν πόλιν τοῦ Ἄργους, ἥτις κατοικεῖται ἀπὸ ἕνα πληθυσμὸν ἀρκετὰ σημαντικὸν, καὶ ὅμως ὁ πληθυσμὸς αὐτὸς ἀπαρτίζεται ἀπὸ ἀνθρώπους ὅλως διόλου πένητας καὶ ἀπόρους, διότι οὔτε ἔμποροι εἶναι, οὔτε μεγαλοκτήμονες, ἀλλ’ ἐπὶ τὸ πολὺ ἐργατικοὶ ἄνθρωποι, μικροκτηματίαι, δύω στρέμματα ἢ τρία γῆς ἔχοντες· ἔχω ἕτερον παράδειγμα τὴν Ὕδραν, ἔχουσαν πληθυσμὸν ἐπέκεινα τῶν δέκα χιλιάδων ψυχῶν, καὶ ὅμως γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, ὅτι ὁ λαὸς οὗτος εἶναι πενέστατος ἐκτὸς ὀλίγων ἐξαιρέσεων. Ἀντίθετον δὲ παράδειγμα ἔχομεν τὸ Ναύπλιον, τὸν Πειραιᾶ καὶ πολλὰς ἄλλας πόλεις, ἐχούσας πληθυσμὸν μικρότερον τοῦ ἡμίσεως, καὶ ὅμως οἱ κάτοικοι ὡς εὔποροι καὶ ἐξασκοῦντες ἐμπόριον ἐκτεταμένον παρέχουσιν ἀπολαβὰς μεγάλας εἰς τοὺς ἐπαγγελματίας καὶ ἐπιτηδευματίας· φερ’ εἰπεῖν, εἰς τὸ Ἄργος καὶ εἰς πᾶσαν ἄλλην πόλιν ὁμοίαν αὐτοῦ, τὸν ἰατρὸν ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ θὰ προσκαλέσουν ἐν ἀνάγκῃ, ὅταν θὰ ψυχοῤῥαγῇ ὁ ἀσθενής, ἢ καὶ πρότερον ἂν τὸν καλέσουν, δὲν θὰ λάβῃ εἰς ἀποζημίωσιν εἰμὴ δύω ἢ πέντε σφάντζικας, καὶ ἐνίοτε συμβαίνει ὄχι μόνον νὰ μὴ λαμβάνουν ἀποζημίωσιν ἀπὸ τοὺς ἀσθενεῖς ὡς πένητας καὶ ἀπόρους, ἀλλὰ καὶ νὰ τοῖς χορηγῶσι τὰ φάρμακα, ὀφείλοντες οἱ ἰατροὶ νὰ πράττωσι τοῦτο κατὰ τὸν ὅρκον των. Τὸν φαρμακοποιὸν ἐπίσης σπανίως τὸν ἐπισκέπτονται, ἀφοῦ, ὡς εἶπον, καὶ ὁ ἰατρὸς σπανίως ζητεῖται· προσθέσατε δὲ ἀκόμη, ὅτι εἰς τὰς ἐπαρχίας ὅλοι οἱ ἐμπορίσκοι πωλοῦσι τὰ φάρμακα τοῦ λαοῦ ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως καὶ ὀλιγωρίας τῶν διοικητικῶν καὶ δημοτικῶν ἀρχῶν. Ὁ παντοπώλης διὰ τὸν αὐτὸν λόγον ὀλιγώτερα ἐξοδεύει ἐδώδιμα μίαν ἑβδομάδα ἀφ’ ὅσα ἐξοδεύει μίαν ἡμέραν εἰς πόλεις μικροτέρου μὲν πληθυσμοῦ, εὐπορούσας δὲ καὶ μᾶλλον ἀνεπτυγμένου πολιτισμοῦ· τὸν δὲ ἔμπορον ἐπίσης σπανίως ἐπισκέπτονται, ἰδίως δὲ μόνον τὸ νέον ἔτος καὶ τὸ Πάσχα, διὰ νὰ ἀγοράσωσι τσίτι διὰ τὰ Ἁγιοβασιλιάτικα καὶ Λαμπριάτικα φορέματα· οἱ δὲ ὀλίγοι εὔποροι τῶν ἐπαρχιῶν προμηθεύονται τὰ τοῦ ἱματισμοῦ των, ἄλλοι μὲν ἐξ Ἀθηνῶν, ἄλλοι δὲ ἐκ Σύρου, ὡς πράττετε καὶ ὑμεῖς οἱ ἴδιοι, κύριοι Βουλευταί. Ἄρα ὁ πληθυσμὸς δὲν εἶναι τὸ ἀλάνθαστον σημεῖον τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τὴν εὕρεσιν τοῦ ἀληθοῦς φόρου, διότι, ὅταν λαμβάνωμεν τὸν πληθυσμὸν, τότε θὰ ἐπιβληθῇ μεγαλείτερος φόρος καὶ ἄνισος εἰς πάντα ἐπιτηδευματίαν, π.χ. τὸν ἰατρὸν, τὸν φαρμακοποιὸν, τὸν μπακάλην, τὸν ἔμπορον καὶ βιομήχανον, καὶ θὰ ἐπιβαρύνωμεν αὐτοὺς μὲ διπλάσιον φόρον κατὰ λόγον τοῦ πληθυσμοῦ· ἀλλ’ ὁ πληθυσμὸς π. χ. τοῦ Ἄργους δὲν εἶναι, ὡς εἶπον, εὔπορος, δὲν εἶναι ζωῆς τοιαύτης καὶ ἀναπτύξεως, ὥστε νὰ κάμῃ χρῆσιν ὅσον κάμνει ἕνας εὔπορος, καλοανατεθραμμένος καὶ ἀνεπτυγμένος λαὸς, ὡς αἱ Ἀθῆναι, ὁ Πειραιεὺς, τὸ Ναύπλιον καὶ πᾶσα ἄλλη πόλις, ἥτις περιέχει κατοίκους εὐπόρους, ἀνεπτυγμένους καὶ καλῆς ζωῆς. Ἀλλ’ ἴσως ὁ Κύριος ὑπουργὸς μὲ εἴπει, πολὺ καλὰ, νὰ μοῦ φέρετε τὸν ἐδικόν σας τρόπον καὶ τὸν παραδέχομαι. Ἠμποροῦσα νὰ τοῦ συστήσω τὸν τρόπον τῆς ἐξευρέσεως δι’ ἐπιτροπῶν, ἀλλὰ προβλέπω, ὅτι καὶ τοῦτο τὸ μέτρον θὰ ἀποκρούσῃ ὡς ἀποτυχὸν ἄλλοτε, διότι ἐγεννήθησαν καὶ ἐπὶ τοῦ παρελθόντος, καθὼς γνωρίζομεν, πολλὰ παράπονα· ἀλλὰ τοῦτο προῆλθε, διότι ἐγένετο κακὴ ἐφαρμογὴ, καὶ διότι δὲν ἐπροσέξαμεν εἰς τὴν ποιότητα τοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ φορολογήσωμεν. Ἴσον ἐφορολογούσαμεν τὸν ἐμπορευόμενον εἰς τὴν Σῦρον, τὸ Ναύπλιον, Πάτρας καὶ τὰς Ἀθήνας μὲ τὸν ἐμπορευόμενον εἰς τὴν Ὕδραν, τὸ Ἄργος καὶ ἀλλαχοῦ, ὅπου ὁ πληθυσμὸς εἶναι μέγας, ἀλλὰ πτωχὸς καὶ δὲν δίδει τροφὴν εἰς τοὺς ἐπιτηδευματίας. Ἀλλ’ ἂς ᾖναι, ἂς παρδεχθῶμεν τὸ μέτρον τῆς παραγωγῆς τοῦ φόρου κατὰ τὸν Κύριον ὑπουργόν· ἀλλὰ καὶ κατ’ αὐτὸ ἀκόμη λέγω, ὅτι ὁ καταλογισμὸς τὸν ὁποῖον κάμνει τὸ τιμολόγιον εἶναι ἄδικος καὶ ἀκούσατε, Κύριοι βουλευταὶ· θὰ ἔχετε βεβαίως τὴν καλωσύνην καὶ τὴν ὑπομονὴν νὰ σᾶς ἀναπτύξω ἓν πρὸς ἓν τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκω ἐγὼ καὶ εἰς τὸν Νόμον καὶ εἰς τὸ τιμολόγιον, καὶ τὰς τροποποιήσεις τὰς ὁποίας ὑποβάλλω εἰς τὴν κρίσιν σας πρὸς θεραπείαν αὐτῶν. Πρῶτον, Κύριοι, τὸ δικαστήριον τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐκδικάσῃ τὰ παράπονα κατὰ τοῦ καταλόγου θέλει σύγκειται κατὰ τὸ Νομοσχέδιον ἀπὸ τὸν εἰρηνοδίκην, τὸν ἔπαρχον καὶ τὸν Πρόεδρον τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ νομίζω ὅτι τὸ προσωπικὸν αὐτό......

§16ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὰ καθέκαστα κάμετε λόγον.

§17ΠΟΛΛΟΙ. Ἂς προχωρήσωμεν κατ’ ἄρθρον καὶ ἐκεῖ φέρετε ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου τὰς τροπολογίας σας.

§18ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Πολὺ καλά· ἔχω κατ’ ὄνομα πλεῖστα ἐπιτηδεύματα καὶ ἐν γένει εἰς τὰς ἐπαρχίας, τὰ ὁποῖα θέλω σᾶς ἀποδείξει, ὅτι εἶναι βεβαρυμένα ὑπερόγκως, καὶ πιστεύω ὅτι καὶ ὁ Κύριος ὑπουργὸς θέλει παραδεχθῆ καὶ συμφωνήσει, διότι τῷ ἔκαμα τινὰς παρατηρήσεις καὶ εἶδον, ὅτι πείθεται ὅτι ἔχομεν δίκαιον εἰς τὰς τροποποιήσεις καὶ ἐλαττώσεις· ὡς πρὸς τὸν τρόπον δὲ τῆς εἰσπράξεως κατὰ τριμηνίαν ἢ ἑξαμηνίαν, ἐγὼ φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν καὶ δίκαιον τὸ καθ’ ἑξαμηνίαν, ἀλλ’ ἐπειδὴ θέλετε κατ’ ἄρθρον, τότε ἐπιφυλάττομαι νὰ ὁμιλήσω κατόπιν εἰς τὰ καθέκαστα καὶ νὰ ὑποστηρίξω τὰς ἐν γένει καὶ ἐν μέρει ἐλαττώσεις τοῦ φόρου, κατ’ ἐμὲ, δικαίας καὶ ἀναγκαίας...

§19ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, ναί.

§20ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Ἀλλὰ, Κύριοι, πρὶν καταβῶ τοῦ βήματος ὀφείλω καὶ πάλιν νὰ συστήσω εἰς τοὺς Κυρίους ὑπουργοὺς αὐστηρὰν οἰκονομίαν, ἄνευ τῆς ὁποίας ἀνεπαρκῆ εἶναι ὅλα τὰ πλούτη τοῦ κόσμου. Δόσατε εἰς ἕνα σπάταλον τοὺς θησαυροὺς τοῦ Κροίσου, οὐχ ἧττον θέλει εὑρεθῆ πάντοτε εἰς ἀνάγκας· καὶ ἡμεῖς, Κύριοι, ὅσους καὶ ἂν ἐπιβάλλωμεν φόρους, ἄνευ οἰκονομίας θέλουσιν εἶσθαι ἀνεπαρκεῖς καὶ πάντοτε θέλει πιεζόμεθα ὑπὸ ἀναγκῶν.

§21ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν οἱ φόροι ηὔξανον κατὰ μικρὸν καὶ καθ’ ἓν εἶδος, ἤθελέ τις εἰπῆ, ὅτι καὶ διὰ μόνην ἄρσιν φορολογικῆς ἀνισότητος, ἥτις πολλὰ φέρει παράπονα εἰς τὸν λαὸν, ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ προτείνῃ αὔξησιν φόρου τινὸς, πολλῷ δὲ μᾶλλον, ὅταν κατατρύχεται ὑπὸ μεγάλων ἀναγκῶν· ἀλλ’ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐναντίον τῆς ἱστορίας, ἥτις μᾶς διδάσκει, ὅτι καὶ ἐν μεγάλαις ἀνάγκαις οὐδέποτε ἐπεβλήθησαν φόροι ἀθρόοι, ἀλλὰ μικρὸν κατὰ μικρὸν τὸν ἕνα μετὰ τὸν ἄλλον ἐπέβαλον αἱ συνεταὶ Κυβερνήσεις φόρον, ἡ παροῦσα Κυβέρνησις (ἐπαναλαμβάνω) φέρει σήμερον εἰς ἐπιψήφισιν μέγα ἄθροισμα φορολογικῶν νόμων, αὐξανόντων τοὺς φόρους οὐχὶ κατ’ ὀλίγον, ἀλλὰ ποῦ κατὰ 40%, ὡς εἰς τὸν ἐπὶ τῶν ζώων φόρον, ποῦ δὲ κατὰ 60%, ὡς εἰς τὸν ἔγγειον φόρον, ποῦ δὲ κατὰ 300 καὶ 900%, ὡς εἰς τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων. Ἀκούσατε τὸν φορολογικὸν κατάλογον. 1. Αὔξησις τοῦ τελωνιακοῦ φόρου. 2. Αὔξησις τοῦ ἐπὶ τῶν ζώων φόρου. 3. Αὔξησις τοῦ ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων φόρου. 4. Αὔξησις τοῦ ἐγγείου φόρου. 5. Αὔξησις τοῦ ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου φόρου. 6. Αὔξησις τοῦ φόρου τοῦ αἵματος. 7. Νέος φόρος, ὁ ὁπλισμὸς τῆς ἐθνοφυλακῆς, τὸ ὅλον 50,000,000· ἤτοι 32,000,000 τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, 15,000,000 τὰ τοῦ ὁπλισμοῦ τῆς ἐθνοφυλακῆς, 3,000,000 ἡ ἀντικατάστασις τῶν προστεθέντων 2000 στρατιωτῶν. Τοῦτο τὸ καταπληκτικὸν σύστημα τῆς αὐξήσεως τῆς φορολογίας μὲ ἀναγκάζει νὰ μὴ θεωρήσω ἱκανὰ τὰ ἔν τινι προλαβούσῃ συνεδριάσει λεχθέντα κατὰ τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων, ἂν καὶ ἀπηγγέλθησαν ὑπὸ τοῦ ἀγορεύσαντος εὐγλώττου ῥήτορος πολὺ πειστικοὶ λόγοι, ἀλλὰ νὰ λάβω τὸν λόγον διὰ νὰ θαυμάσω τὴν τόλμην Κυβερνήσεως, ἐπιβαλλούσης τοσούτους ὁμοῦ δυσβαστάκτους φόρους. Καίτοι δὲ ἐλαττοῦμαι ἐν πολλοῖς τῶν προαγορευσάντων, καίτοι γνωρίζω, ὅτι ἡ πειθὼ εἶναι ἀσθενὴς μόνη οὖσα, δὲν δύναμαι νὰ μὴ ὑποστηρίξω τὴν κατὰ τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων ἀρχήν. Τὸ θέμα τοῦτο δὲν εἶναι νέον εἰς τὰ ἔθνη, εἶναι μάλιστα πανάρχαιον, ἰσόχρονον μὲ τὴν ὕπαρξιν αὐτῶν· διὰ τοῦτο καὶ αἱ ἰδέαι, αἵτινες ἀναφέρονται εἰς τοῦτο, εἶναι πανάρχαιαι καὶ πολλάκις ἐπανελήφθησαν ἐν τοῖς νομοθετικοῖς σώμασι τῶν ἐθνῶν καὶ τῆς πατρίδος μας. Φυσικῶς λοιπὸν ἐλαττοῦμαι, διότι εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐπαναλάβω πολλὰ ἐκ τῶν γνωστῶν· ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο ᾖναι ἀληθὲς, αἰσθάνομαι ἀνάγκην ἀκαταμάχητον νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκον τοῦ νὰ μὴ παύσω καὶ διὰ τῆς ψήφου καὶ διὰ τοῦ λόγου στηρίζων ἐπαναληπτικῶς τὰς κατὰ τῆς παρούσης αὐξήσεως τῶν φόρων ἰδέας, ὡς συμφερούσας εἰς τὸ ἔθνος. Χαίρω, ὅτι δύω συστήματα ὅλως ἀντίθετα ἀλλήλων διακρίνουν τὴν ἀντιπολίτευσιν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν· ἡ μὲν ἀντιπολίτευσις πρεσβεύει, ὅτι διὰ τῶν οἰκονομιῶν καὶ μόνον δύναται τὸ ἔθνος νὰ προοδεύσῃ, καὶ ἐπαγγέλλεται νὰ διοικήσῃ τὸ κράτος ἄνευ νέων φόρων καὶ δανείων· ἡ δὲ Κυβέρνησις, κακῶς ἐννοοῦσα τὸ προταθὲν σύστημα τῶν οἰκονομιῶν, διϊσχυρίζεται, ὅτι μὲ μόνας τὰς οἰκονομίας δὲν δύναται νὰ διοικηθῇ τὸ κράτος, καὶ ὅτι αὐτὴ δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ πράξῃ τοῦτο. Θέλουσα δὲ νὰ ἀποδείξῃ τοὺς ἰσχυρισμούς της, περιέπεσεν εἰς τὸ λάθος τοῦ νὰ λάβῃ τὴν ἐπιφάνειαν τοῦ συστήματος ὡς βάσιν, καὶ ἐποικοδόμησεν αἰτιάσεις ἐπὶ αἰτιάσεων, δι’ ὧν ἐπίστευσεν ὅτι καὶ αὐτὴ ἐπείσθη καὶ τοὺς ἄλλους ἔπεισεν, ὅτι τὸ σύστημα τῶν οἰκονομιῶν δὲν εἶναι ὠφέλιμον, ἀλλὰ καὶ ἐπιβλαβὲς, διότι αἱ γενόμεναι οἰκονομίαι παρέλυσαν τὴν ὑπηρεσίαν, διότι ἐκ τούτων ἡ δημόσιος ἀσφάλεια ἐξησθένει καὶ διότι ἐπήνεγκον ἐλαττώσεις εἰς πολλοὺς πόρους τοῦ Κράτους, ἰδίως δὲ τὴν κατὰ 1,300,000 δραχ. ἐλάττωσιν τῶν τελωνιακῶν τελῶν, τὴν κατὰ 700,000 δραχ. ἐλάττωσιν τοῦ χαρτοσήμου, τὴν κατὰ 120,000 δραχ. ἐλάττωσιν τοῦ ἅλατος καὶ τὴν κατὰ 1,00,000 δραχ. ἐλάττωσιν τοῦ ποιμνιακοῦ φόρου. Ἀλλ’ αἱ αἰτιάσεις αὗται κατὰ τοῦ συστήματος τῶν οἰκονομιῶν δὲν στηρίζονται εἰς τὴν ἀλήθειαν· δὲν ἀρκεῖ τὸ νὰ λέγῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, παρέλυσεν ἡ ὑπηρεσία· ὤφειλε νὰ μᾶς φέρῃ μίαν ἀπόδειξιν, καὶ τοιαύτην δὲν ἔφερε· τοὐναντίον ὁ κ. Πετιμεζᾶς ὑπεστήριξεν, ὅτι ἡ ὑπηρεσία ἐγένετο δραστηριώτερον καὶ ἐν αὐτῷ τῷ ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν· ἄλλως τε ὁ κ. Κεχαγιᾶς εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ γνωρίζῃ ὅλους τοὺς ὀργανικοὺς νόμους, τούς τε διοικητικοὺς καὶ οἰκονομικοὺς, διὰ νὰ ἐννοήσῃ τὴν παραλυσίαν τῆς ὑπηρεσίας; ἀμφιβάλω. Ἂν ὅμως παραλύσῃ ἡ ὑπηρεσία, καὶ εἶναι πολὺ πιθανὸν, θέλει παραλύσει ἐκ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ ὑπουργοῦ ἐκείνου, ὅστις εἶπε δημοσίᾳ καὶ ἄνευ τινὸς συστολῆς, ὅτι εἶναι ὑπουργὸς τοῦ κόμματος, θέλει παραλύσει ἐκ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ ὑπουργοῦ ἐκείνου, ὅστις ἐδῶ ἀπὸ τοῦ βήματος ὑποστηρίζει τὸ παρ’ αὐτοῦ εἰσαχθὲν νομοσχέδιον καὶ κατὰ τὴν ψηφοφορίαν ἀρνεῖται ψῆφον, πρότυπον παράδειγμα εἰς τὰ συνταγματικὰ ἔθιμα! Ἡ ἀσφάλεια καὶ διὰ τῆς ἀραιώσεως τοῦ στρατοῦ, τὴν ὁποίαν ἐμέμφθησαν, διετηρήθη ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καλλίτερον ἢ σήμερον· 600 περίπου φυγόδικοι συνελήφθησαν, καὶ πολλοὶ λησταὶ ἐφονεύθησαν· οὐδ’ ἤθελεν ἀναγκασθῆ ἐκ φόβου ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη νὰ φέρῃ τὸν προστατευτικὸν τοῖς φυγοδίκοις νόμον, δι’ οὗ κατηργήθη χάριν τῶν φυγοδίκων ἡ σωτήριος καὶ σοφὴ τῶν προφυλακίσεων διάταξις τοῦ ποινικοῦ νόμου. Αἱ δ’ ἐλαττώσεις τῶν εἰσοδημάτων τοῦ Κράτους δὲν προῆλθον ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλ’ ἐκ τῶν καιρικῶν περιστάσεων καὶ ἐκ τῆς γενικῆς ἀχρηματίας, διότι οὐδεὶς τελώνης κατηργήθη· μόνον τρεῖς ἀποθηκάριοι καὶ τρεῖς γραφεῖς κατηργήθησαν ἐκ τῶν τριῶν τελωνείων Κερκύρας, Σύρου καὶ Πατρῶν· οὐδὲ πιστεύω, ὅτι ὁ φίλος μου Κ. Σωτηρόπουλος σπουδαίως ὑποστηρίζει ὅτι αἱ μεταθέσεις τινῶν τελωνοφυλάκων ἢ δύο ταμιῶν καὶ δύο ἐφόρων ἠδύναντο νὰ φέρωσι τοιαύτην ἐλάττωσιν τῶν εἰσοδημάτων τοῦ Κράτους, διότι τὰ τοιαῦτα πάντοτε συνέβαινον καὶ ἐπὶ τῆς διοικήσεως τοῦ Κ. Σωτηροπούλου καὶ τοῦ Κ. Κεχαγιᾶ· διότι εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ χαρτοσήμου τίποτε δὲν μετεβλήθη, οὔτε εἰς τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τοῦ ἐπὶ τῶν ζώων φόρου. Ἀλλ’ οἱ κύριοι ὑπουργοὶ ἀποβλέποντες εἰς μόνην τὴν οἰκονομίαν τῶν προσώπων, ἀπεδοκίμασαν τὸ σύστημα ὡς σύστημα ἀποκοπῆς, ὡς σύστημα ἄθλιον. Καὶ τῷ ὄντι ἄθλιον ἤθελεν εἶσθαι, ἐὰν εἰς τοῦτο μόνον περιωρίζετο, καὶ ἀθλία καὶ ἀνόητος ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἤθελεν οἰκοδομήσει σύστημα, τὸ ὁποῖον ἡ διάδοχος διὰ μιᾶς μονοκονδυλιᾶς ἄρδην ἤθελεν ἀνατρέψει, ὡς καὶ ἀνέτρεψε, συμπληρώσασα διὰ μιᾶς ὑπογραφῆς τὰς πλείστας τῶν θέσεων, ὅσας ἐκένωσεν ἡ προκάτοχος. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἰδοῦσα, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ ἔθνους δὲν ἐπιτρέπει ἄλλο μέτρον ἢ τὰς οἰκονομίας, μετεχειρίσθη ὡς πρόχειρον μέσον ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς τὴν ἐλάττωσιν τῶν θέσεων, προπαρεσκεύασε δὲ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν ψήφισιν τῆς Βουλῆς, ὡς ἐν τῇ πρὸς τὸν Βασιλέα ἐκθέσει της ῥητῶς ἀναφέρει, ἔργα δεόμενα τῆς κυρώσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας πρὸς τακτοποίησιν τῶν οἰκονομικῶν, εἰς τρόπον ὥστε τὰ ἔξοδα νὰ μὴ ἀποῤῥοφήσωσιν ὅλα τὰ εἰσοδήματα τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ αἱ ἀνάγκαι τῆς διοικήσεως νὰ ἱκανοποιηθῶσι καὶ περίσσευμά τι νὰ μείνῃ, χρησιμεῦον εἰς παρασκευήν. Ἰδοὺ δύω συστήματα πολὺ ἀλλήλων διαφέροντα, σύστημα οἰκονομιῶν καὶ σύστημα αὐξήσεως φόρων καὶ δανείων. Ἐγὼ πρεσβεύω τὸ σύστημα τῶν οἰκονομιῶν, διότι ἡ ἱστορία διδάσκει, ὅτι τὰ ἔθνη προήχθησαν διὰ τῶν οἰκονομιῶν εἰς τὸ μεγαλεῖον καὶ τὴν δόξαν, καὶ ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἰς τὴν γέννησίν των ἤρχισαν νὰ δαπανῶσιν ἀσυλλογίστως καὶ νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς μεγάλους φόρους, κατέστρεψαν τὴν παραγωγὴν καὶ περιῆλθον εἰς δυστυχίαν, ἥτις ἔφερε τὸν μαρασμὸν καὶ τὴν ἀπώλειαν τῆς αὐτονομίας των. Δύο λόγους ἤκουσα ὑπὲρ τοῦ συστήματος τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων, τὰ ἐλλείμματα τῶν προϋπολογισμῶν καὶ τὰς ἐξωτερικὰς περιστάσεις, ἐπιδεικτικῶς δ’ ἐλέχθη, ὅτι οἱ Ἕλληνες ὡς πρὸς ἄλλους εὐνομουμένους λαοὺς πληρόνουν πολὺ ὀλίγους φόρους. Ἂς ἐξετάσωμεν ἕκαστον τῶν λόγων τούτων. Τὰ ἐλλείμματα, Κύριοι, ἔχουν ὡς αἴτια, πρῶτον ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰ εἰσοδήματα τοῦ Κράτους, δεύτερον, χειρότερον τοῦ πρώτου, γίνονται μεγάλαι ὑπερβάσεις καὶ αὐτῶν τῶν προϋπολογισθέντων ἐξόδων, τρίτον, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων δὲν στηρίζεται εἰς βάσεις σταθεράς· τοὐναντίον προϋπολογίζονται περισσότερα τῶν ἀληθῶν, περισσότερα τῶν ἀληθῶν βεβαιοῦνται καὶ ὀλιγώτερα πάντοτε τῶν βεβαιωθέντων εἰσπράττονται. Ἡ δὲ τοιαύτη οἰκονομικὴ κατάστασις ἀπαιτεῖ νὰ λάβωμεν πρόνοιαν οὐχὶ πῶς ν’ αὐξήσωμεν τοὺς φόρους, διότι εἰς τὸ αὐτὸ πάλιν θὰ φθάσωμεν ἀκολουθοῦντες τὴν ἰδίαν ὁδὸν τῆς σπατάλης, ἀλλὰ πῶς αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους νὰ ὦσιν ἐλάσσονες τῶν εἰσπράξεων καὶ νὰ καθιερωθῇ ἐπὶ τοῦ παρόντος ἡ ἀρχὴ, ὅτι τὰ ἔξοδα νὰ ὑπολογίζωνται ἀναλόγως τῶν ἐσόδων· ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς δὲ ταύτης καὶ ὁ Κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως συνηγόρησεν ἔν τινι τῶν προλαβουσῶν ἀγορεύσεών του. Διότι ἡ ἐλάττωσις τῶν εἰσπράξεων τί ἄλλο ἀποδεικνύει, ἢ ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ μέχρι τοῦδε ἐπιβαλλόμενοι φόροι εἶναι ἀνώτεροι τῶν ὅσων δύνανται νὰ πληρώσωσιν οἱ κάτοικοι χωρὶς νὰ στερηθῶσι τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων; Ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι οἱ ἀπ’ εὐθείας εἰσπραττόμενοι φόροι, ἤτοι οἱ ἄμεσοι φόροι, παρουσιάζουν καθυστερήματα καὶ ὅτι ταῦτα ἀναβαίνουν εἰς 10%· ἀπατᾶται ὁ Κ. ὑπουργός· ἐκ τοῦ πίνακος τούτου βλέπετε, ὅτι ὁ φόρος τῶν ἀμπέλων καὶ τῶν βοσκῶν ἀναβαίνει εἰς 50%, ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν εἰς 30%, ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων, τῶν περιβολίων καὶ μποστανίων εἰς 25% καὶ καθεξῆς. Ἰδοὺ ὁ πίναξ.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
βεβαιωθέντες εἰσπραχθέντεςκαθυστερήματα
Δημητριακοὶ καρποὶ 950000κοιλὰ πρὸς 4,65 4400000 528000ἤτοι 12%
Ἄμπελοι 700000δραχ. 350000 50%
Περιβόλια καὶ μποστάνια 280000» 70000 25%
Ἔλαιον 600000» 420000 70%
Μελίσσια 50000» 5000 10%
Βοσκαὶ 40000» 20000 50%
Ζώων φόρος 1300000» 78000 6%
Ἐπιτηδευμάτων φόρος 420000» 105000 25%
Οἰκοδομῶν φόρος 600000» 180000 30%

Τί ἄλλο ἀποδεικνύει ὁ πίναξ οὗτος ἢ ἐπικυροῖ ὅ,τι ἀνωτέρω εἶπον, δηλαδὴ ὅτι ὁ λαὸς δὲν δύναται νὰ πληρώσῃ πλέον τῶν 72% ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ἐπιβαλλομένων φόρων, διότι 28% εἶναι ὁ μέσος ὅρος τῶν καθυστερούντων; καὶ ἂν οἱ ἐπιτηδευματίαι δὲν δύνανται νὰ πληρώσωσιν ἐκ τῶν 420000 δραχμῶν εἰμὴ 315000, θέλουν δυνηθῆ νὰ πληρώσωσιν ὡς προϋπολογίζονται σήμερον 1200000; ὅταν ὁ λαὸς δὲν δύναται νὰ πληρώσῃ τοὺς σημερινοὺς φόρους, θέλετε νὰ πληρώσῃ 23 ἑκατομμύρια ἐπὶ πλέον; Ὅταν ἡ αὔξησις τῶν φόρων δὲν ᾖναι ἐφικτὴ, ἕπεται ἀναπόφευκτος ἡ ἐλάττωσις τῶν ἐξόδων καὶ ἐλάττωσις μεγάλη διὰ νὰ σώσῃ τὴν πατρίδα. Ἔστω, λέγουν οἱ ἐναντίοι, καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἐσωτερικὴν διοίκησιν, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰς ἐξωτερικὰς περιστάσεις τί λέγεις; Συμφωνῶ μετὰ τοῦ Κ. προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπεν, «ὅτι δὲν ἐλπίζει νὰ ᾖναι ἐγγὺς κίνδυνός τις, ἢ τοὐλάχιστον εἶναι ἀμφίβολος, ἀλλὰ καὶ τούτου δοθέντος, προσέθηκε, τὰ λαμβανόμενα μέτρα εἶναι ἀνεπαρκῆ, καὶ ὅτι ἄλλα ὅλως ἔκτακτα δύνανται τότε νὰ ὁδηγήσωσι τὸ ἔθνος εἰς τὴν ὁδὸν τῆς τιμῆς καὶ τῆς δόξης». Ὁ δὲ λόγος, ὅτι ἄλλα ἔθνη εὐνομούμενα πληρόνουν διπλοῦς καὶ τριπλοῦς φόρους ἢ ἡμεῖς, ὡς ἡ Ἀγγλία, δὲν εἶναι ἀποχρῶν οὐδὲ σπουδαῖος, δίδει ὅμως ἀφορμὴν σκέψεως εἰς τοὺς φοβουμένους, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο θέλει κατασταθῆ ἐπικίνδυνον ὅπλον εἰς χεῖρας τῶν ἐπιθυμούντων νὰ τὸ μεταχειρισθῶσι κατὰ τῶν εὐπίστων καὶ κατὰ τῶν ἀρεσκομένων νὰ εὕρωσι λόγον τινὰ, ἔστω καὶ μικρᾶς πιθανότητος, διὰ ν’ ἀναπαύσωσι τὴν συνείδησίν των. Ἡ Ἀγγλία ἐπὶ Καρόλου τοῦ Βʹ. Ἰακώβου τοῦ Βʹ. ἤτοι περὶ τὰ τέλη τοῦ 17ου αἰῶνος, ἐνῷ ἠρίθμει 18,000,000 περίπου κατοίκων, ἐπλήρωσε φόρους μόνον 1,400,000 λιρῶν στερλινῶν ἤτοι 390,348,000 δραχ. ὅ ἐστὶ δύω δραχμὰς καὶ 22 περίπου ἑκατοστὰ ἕκαστον ἄτομον. Ἡ δὲ Ἀγγλία τότε ἦτον ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ εἰς πολὺ καλλιτέραν κατάστασιν ἢ ἡ Ἑλλὰς σήμερον. Διετήρει στόλον τοιοῦτον, ὅστις εἶχε ταπεινώσει τὴν ὀφρῦν τῆς ὑπερηφάνου Ἱσπανίας καὶ τῆς πλουσίας Ὁλλανδίας, τῶν δύω μεγάλων τότε κατὰ θάλασσαν δυνάμεων. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τῆς δημοσίου οἰκονομίας· ἐὰν δ’ ἐξετάσῃ τις τὴν ἰδιωτικὴν οἰκονομίαν, θέλει μάθει, ὅτι τὰ ἔπιπλα μιᾶς αἰθούσης ξενοδοχείου δὲν ὑπερέβαινον τὴν ἀξίαν τῶν 300 δραχμῶν, διότι ψάθινα ἦσαν τὰ καθίσματα καὶ ἐριοῦχα ἢ βαμβακερὰ τὰ ὑφάσματα· οὔτε τάπητας τῆς ἀνατολῆς εἶχον, οὔτε στόφας μεταξωτὰς, οὔτε σκίμποδας καὶ ἀνάκλιντρα ἐλαστικὰ, ἐνῷ σήμερον αἱ αἴθουσαι τῶν πτωχαλαζόνων ξενοδόχων τῆς Ἑλλάδος ἀξίζουν, ὡς μὴ ὤφειλε, χιλιάδας δραχμῶν. Ἀπὸ τοιούτων δὲ οἰκονομιῶν ἀρξαμένη ἡ Ἀγγλία κατήντησε σήμερον τὸ ὀλβιώτερον καὶ ἰσχυρώτερον ἔθνος· καὶ σήμερον ἔτι πληρόνει ὁ Ἄγγλος πραγματικῶς ὀλιγώτερον φόρον ἢ ὁ Ἕλλην. Μολονότι εἶναι γελοῖον νὰ συγκρίνωμεν τὴν Ἑλλάδα μὲ τὴν Ἀγγλίαν, ἥτις ἀριθμεῖ 160,000,000 ὑπηκόους καὶ φορολογεῖ ὅλην τὴν ὑφήλιον διὰ τῶν βιομηχανικῶν προϊόντων της, λάβετε ὅμως τὸν κόπον νὰ παραβάλλητε τοὺς ἀμέσους πρὸς τοὺς ἐμμέσους φόρους της, καὶ θέλετε ἰδῆ, ὅτι οἱ πρῶτοι πρὸς τοὺς δευτέρους ἔχουν, ὃν λόγον ἔχει τὸ 1:20, ἐνῷ ἐν τῇ Ἑλλάδι ἔχουν ὡς 3:5. Τοιουτοτρόπως ἡ φορολογία δὲν ἐπιβαρύνει ἢ κατὰ μικρὸν τοὺς Ἄγγλους· τοὐναντίον ἐπιβαρύνει τὸν κόσμον ὅλον, διότι ὁ κόσμος ὅλος καὶ αὐτοὶ οἱ Ἕλληνες εἶναι οἱ καταναλωταὶ τῶν προϊόντων τῆς Ἀγγλίας, κατὰ δὲ τὸ ἀξίωμα τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας, τὸν καταναλωτὴν ἐπιβαρύνουν οἱ ἔμμεσοι φόροι. Ἐπιμένω δὲ, ὅτι ὁ φόρος τῶν 25 δραχμῶν δι’ ἕκαστον Ἕλληνα εἶναι ὀνομαστικὸς, ὁ δὲ πραγματικὸς ἀναβαίνει εἰς τὸ πολλαπλάσιον τούτου, διότι πολλάκις πολλαπλασιάζεται διὰ τῆς ἀδίκου βεβαιώσεως τῶν ἐπὶ ἐκτιμήσει προϊόντων, διὰ τῆς ἀδίκου καταμετρήσεως τῶν στρεμματικῶς φορολογουμένων, διὰ τῆς ἀδίκου ἀπαριθμήσεως τῶν ζώων, διὰ τῆς δαπάνης, τὴν ὁποίαν ἀναγκάζεται νὰ κάμῃ ὁ φορολογούμενος ἕνεκα τῆς βιαίας καὶ ἐλαττωματικῆς εἰσπράξεως, διὰ τοῦ ὑπερόγκου τόκου, τριακοντάκις μεγαλειτέρου τοῦ τῆς Ἀγγλίας, τὸν ὁποῖον ἀναγκάζεται νὰ πληρώσῃ ὁ φορολογούμενος εἰς τὸν δανείσαντα τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, διότι τέλος, ὡς ὀρθῶς εἶπον ἄλλοι, ἐν Ἑλλάδι αἱ γυναῖκες ἐξαιρέσει ὀλίγων δὲν ἐργάζονται, καὶ αὗται ἀποτελοῦν τὸ ½ τοῦ πληθυσμοῦ, διότι οἱ παῖδες ἀπὸ 7–12 ἐτῶν καὶ οἱ γέροντες, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν ἐπίσης τὸ ⅓ τοῦ πληθυσμοῦ μένουν ἀργοί, ἐνῷ εἰς τὴν Ἀγγλίαν πᾶσα ἡλικία καὶ πᾶν φῦλον ἔχει τὴν κατάλληλον ἐργασίαν πρὸς πορισμὸν τῶν ἐπιτηδείων πρὸς τὴν ζωήν, ὥστε, ὅταν τὸ ⅙ τοῦ πληθυσμοῦ παράγει καὶ τοῦτο φορολογεῖται, τότε μὰ τὸν Θεὸν δεκαπλασιάζονται οἱ φόροι καὶ οὐδὲν εὐνομούμενον ἔθνος εἶναι ἄξιον νὰ συγκριθῇ μὲ τοὺς Ἕλληνας ὡς πρὸς τὰ βάρη τῆς φορολογίας. Ἀπορῶ πῶς ὁ Κ. Κεχαγιᾶς καὶ ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος λησμονοῦν τόσον εὐκόλως τὰς ἰδέας τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας, ὅσας ἄλλοτε ἐπρέσβευον, ἤγουν τὴν κατάργησιν καὶ τὴν ἐλάττωσιν τῶν τελωνιακῶν φόρων, ἤτοι τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐμπορίου. Πρὸ ὀκτὼ ἐτῶν οἱ κύριοι οὗτοι προσεπάθουν νὰ πείσουν τὸν κόσμον, ὅτι ἡ ἀφαίρεσις καὶ ἡ μεγάλη ἐλάττωσις τῶν τελωνιακῶν φόρων καθιστᾷ πραγματικὴν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐμπορίου, ἥτις ἀναπτύσσει τὸν συναγωνισμόν, τελειοποιεῖ τὰ προϊόντα καὶ παρέχει τὴν εὐδαιμονίαν τῶν ἐθνῶν. Ἴδετε, ἔλεγον, τὰ μεγάλα ἔθνη καὶ πρὸ πάντων τὴν Ἀγγλίαν, ὅτι δυνάμει τῆς ἀρχῆς ταύτης ἐμεγαλύνθη· καταργήσατε, ἔλεγον, ὡς ὁ Πὴλ, τὴν κλίμακα τῶν σιτηρῶν καὶ θέλετε ἰδῆ τὴν εὐθηνίαν τοῦ ἄρτου. Δὲν εἶναι δίκαιον, ἔλεγον, νὰ τρώγῃ ὁ ἐργάτης πρὸς ὄφελος τοῦ ὑπουργοῦ ἀκριβὸν τὸν ἄρτον, τὸ πρῶτον τοῦτο στήριγμα τῆς ζωῆς. Ἐλαττώσατε τοὺς τελωνιακοὺς φόρους καὶ θέλετε ἰδῆ, ἐπανελάμβανον, τὰ προοδευτικὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἐμπορίου. Εἰς μάτην ἀντέταττον οἱ ἀντιφρονοῦντες, ὅτι, ἐὰν ἐνέκυπτον οἱ νεωτερισταὶ οὗτοι εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν ἐθνῶν καὶ πρὸ πάντων αὐτοῦ τοῦ μεγάλου ἔθνους, τὸ ὁποῖον ἐπικαλοῦνται ὡς παράδειγμα, ἤθελον μάθει, ὅτι ἐμεγαλύνθησαν διὰ τῆς προστασίας τοῦ ἐμπορίου, τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς γεωργίας, ὅτι ὁ Πὴλ μόλις πρὸ 20 ἐτῶν, ἤτοι τὸ 1846, ἠδυνήθη μετὰ πολλοὺς κόπους νὰ καταργήσῃ τὴν προστατευτικὴν κλίμακα, ὅτι ἔτι καὶ σήμερον ἔχει πολλοὺς ταμιευτικοὺς νόμους αὐτὴ ἡ ἐπαγγελλομένη τὴν ἀπόλυτον ἐλευθερίαν τοῦ ἐμπορίου Ἀγγλία, ἤτοι τοὺς μεγάλους δασμοὺς ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων προϊόντων, τῶν ὁποίων θέλει νὰ ἐμποδίσῃ ἢ νὰ μετριάσῃ τὴν κατανάλωσιν, οἷον τῆς σταφίδος, τῶν οἰνοπνευμάτων καὶ ἄλλων, τοὺς προστατευτικοὺς νόμους ἐγχωρίου ναυτιλίας· ὅτι ἐν Γαλλίᾳ ἡ κλίμαξ ἐπέζη καὶ μετὰ τὴν ἐν Ἑλλάδι κηδείαν της καὶ ὑπῆρχον νόμοι τῶν προνομίων, προστατευτικοὶ τῆς βιομηχανίας, βραβευομένων τῶν προϊόντων των κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν, ὑπῆρχε καὶ ὑπάρχει νόμος τοῦ Dranlak, διατάττων τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν μαλλίνων ὑφασμάτων καὶ τῆς ζακχάρεως, τῶν κλωστῶν, ἀχυροκαπέλλων καὶ ἄλλων, ὁ νόμος ὁ καλούμενος Les panchises temporaices, ἀτυδοσίαι πρόσκαιροι, ὅστις κηρύττει ἀσύδοτα 26 εἴδη, τὰ ὁποῖα εἰσάγονται εἰς τῆς Γαλλίαν διὰ νὰ τελειοποιηθῶσιν ἐν τοῖς γαλλικοῖς βιομηχανικοῖς καταστήμασιν· ὅτι ἡ Ἰταλία διὰ πέντε ἀλλεπαλλήλων προστατευτικῶν νόμων προήγαγεν εἰς τὴν σημερινὴν ἐπίζηλον θέσιν τὴν κουκουλοτροφίαν καὶ μεταξοκλωστικήν της. Καὶ ὁ Σμὶθ, τὸν ὁποῖον ἐπικαλοῦνται, ἐὰν ἔγραφε περὶ τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας τῆς Ἑλλάδος, ἤθελεν ἀπαγορεύσει ῥητῶς νὰ μιμηθῇ ἡ Ἑλλὰς τὴν ἀκμάζουσαν Ἀγγλίαν, ἤθελεν ὑποστηρίξει τὸ σύστημα τῶν προστασιῶν καὶ οἰκονομιῶν, ἤθελε λυπεῖσθαι, ὅτι ἐν ὀνόματί του γίνονται ὑπὸ τῶν μὴ ἐννοούντων αὐτὸν τόσαι βλάβαι. Οἱ αἱρεσιάρχαι οὐδόλως ἐκάμφθησαν, ἤθελον νὰ νικήσῃ ἡ ἰδέα των διὰ ν’ ἀπολαύσωσι τῆς δόξης τοῦ νὰ ὦσιν ἀρχηγοὶ νεωτερισμοῦ· καὶ τῷ ὄντι ὁ νεωτερισμὸς εἰσήχθη διὰ τῆς καταργήσεως τῆς κλίμακος καὶ τῆς εἰσαγωγῆς δασμολογίου στηριζομένου εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν τελωνιακῶν δασμῶν, ἀλλ’ αἱ ὑποσχέσεις του ὑπῆρξαν φροῦδοι καὶ τὰ ἀποτελέσματα λυπηρά. Διότι ἐν μὲν ταῖς εὐφορίαις, εἰσαγομένων ξένων σιτηρῶν, οἱ γεωργοὶ δὲν ἀνταμείβονται, ὥστε νὰ ἔχωσι περίσσευμά τι διὰ τὰς ἀφορίας, ἐν δὲ ταύταις, ἐπιδεόμενοι ξένων σιτηρῶν, καταναλίσκουσι καὶ τὰ κεφάλαιά των· τὸ βέβαιον δὲ εἶναι, ὅτι ἔκτοτε ἐπικρατεῖ ἡ ἀκρίβεια τοῦ ἄρτου, ἡ γεωργία τήκεται καὶ τὸ ἐμπόριον πάσχει. Ἐνῷ δὲ ὀφείλομεν νὰ προστατεύσωμεν τὴν γεωργίαν, ὥστε οὐ μόνον νὰ παράγῃ τὸ ἀναγκαῖον διὰ τὴν κατανάλωσιν τοῦ τόπου ποσὸν τῶν σιτηρῶν, ἀλλὰ καὶ περίσσευμα νὰ ὑπάρχῃ εἰς ἐξαγωγὴν, καὶ τοῦτο εἶναι δυνατὸν, διότι καὶ ἱκανὴν χέρσον γῆν ἔχει ἡ Ἑλλὰς καὶ εἰς οὐδεμίαν ἄλλην βιομηχανίαν οἱ κάτοικοι ἀσχολοῦνται, ἐπιβάλλομεν εἰς αὐτὴν τὴν ἀθλίαν γεωργίαν τὰ ⅗ τῆς ὅλης φορολογίας καὶ ἐξ ἀθλίας ἀθλιεστέραν κατεστήσαμεν, ἀποζῶσαν ἐκ τῶν στερήσεων καὶ κινδυνεύουσαν νὰ πάθῃ τὸ τοῦ ἵππου τοῦ σχολαστικοῦ. Ἐκ δὲ τῆς ἀθλίας ταύτης καταστάσεως τῆς γεωργίας τὸ ἐμπόριον ἤρχισε νὰ ὀπισθοδρομῇ τρομερῶς καὶ ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν μας τὴν λυπηρὰν αὐτοῦ νέκρωσιν. Καὶ εἰς μὲν τὴν ἀναβίωσιν τῆς κλίμακος δὲν ἐπανῆλθον οἱ νεωτερισταὶ, τοὐναντίον ηὔξησαν μάλιστα τὸν ἔγγειον φόρον, ὅστις πρὸ μικροῦ εἶχεν ἐλαττωθῆ πρὸς ἀναψυχὴν τῆς γεωργίας, μετέβαλον δὲ πολὺ τὰς ἰδέας των ὀπισθοδρομοῦντες διὰ τῆς εἰσαγωγῆς δασμολογίου, στηριζομένου εἰς τὴν αὔξησιν τῶν δασμῶν, καὶ ταῦτα, ὅταν τὸ ἐμπόριον εὑρίσκεται εἰς ἥκιστα εὐχάριστον κατάστασιν· πλέουν δὲ πάντοτε ἄνω ποταμῶν. Εἰς τὴν Συνέλευσιν οἱ κύριοι Κεχαγιᾶς καὶ Κουμουνδοῦρος, χαριζόμενοι τῷ λαῷ διεῤῥήγνυοντο ὑπὲρ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἐγγείου φόρου καὶ ἐφρόνουν τότε, ὅτι πρέπει τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους ν’ ἀκολουθῶσι τὰ ἔσοδα· σήμερον λέγουν, δὲν δυνάμεθα νὰ ζήσωμεν μὲ τοὺς ὑπάρχοντας φόρους, δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ ἔθνος νὰ ὑποβάλῃ τὰ ἔξοδά του εἰς τὰ ἔσοδα, ὀφείλομεν νὰ αὐξήσωμεν τοὺς φόρους καὶ δάνεια νὰ προσθέσωμεν. Καὶ ἰδοὺ τὸ καταπληκτικὸν σύστημα τῆς ἀθρόας φορολογικῆς αὐξήσεως ἐπὶ πᾶσι τοῖς εἰσοδήμασι. Πέρυσιν ἔφερον τὴν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου, λέγοντες, ὅτι ἡ ἐλάττωσις τῶν τελῶν θέλει αὐξήσει τὰ εἰσοδήματα τοῦ χαρτοσήμου· σήμερον ὁμολογοῦν ἐν κατανύξει, ὅτι οἱ ὑπολογισμοί των ὑπῆρξαν ἐσφαλμένοι καὶ τὰ εἰσοδήματα τοῦ χαρτοσήμου ἠλαττώθησαν τρομερῶς. Καὶ περιμένοντες δὲ πλειοτέραν βάσανον τῆς λειτουργίας τῶν νόμων, ἐπαναφέρουν τὴν αὔξησιν τοῦ ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου φόρου. Ἰδοὺ οἰκονομικὴ σύνεσις· ὁποία οἰκονομολογικὴ ἐπιστήμη! Ἡ τοιαύτη ἀστασία ἀποδεικνύει, ὅτι αἱ ἐνέργειαι τῶν ἀνδρῶν τούτων εἶναι προϊὸν οὐχὶ πεποιθήσεων ἀλλὰ στιγμιαίων ὁρμῶν, Σήμερον θέλουν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐν Ἑλλάδι τὸ γινόμενον εἰς μέγα ἔθνος, αὔριον ἄλλο καὶ τούτων μεθαύριον ζητοῦν τὴν ἀνατροπὴν, ὡς ἐπιβλαβῶν ἀποβάντων ἢ ὡς μὴ δυναμένων νὰ ἐφαρμοσθῶσι· καὶ διατί ταῦτα; διότι θέτουσι τὰ πράγματα παρακαίρως, δὲν ἐννοοῦν, ὅτι οἱ ὅροι τῆς οἰκονομολογίας, οἵτινες εὐδοκιμοῦν σήμερον ἐν Ἀγγλίᾳ, δὲν ἠδύναντο νὰ εὐδοκιμήσουν, ἐὰν ἐφηρμόζοντο πρὸ τριακοσίων ἐτῶν, ἐπειδὴ ἡ κοινωνία τότε δὲν ἦτον ἐπιδεκτικὴ τοιούτων μεταβολῶν. Δὲν ἐννοοῦν, ὅτι τὸ ἀβασάνιστον τῶν προτεινομένων νόμων ἔφερεν αὐτὴν τὴν γενικὴν σύγχυσιν. Αὐτοὶ ὁμοιάζουν τοὺς ἐμπειρικοὺς ἐκείνους ἰατρούς, οἵτινες μὴ γνωρίζοντες ν’ ἀνατρέξωσιν εἰς τὰ αἴτια τῆς παθογενέσεως, ἐνεργοῦν κατὰ τῶν συμπτωμάτων τῆς νόσου. Ἐὰν ἀνατρέξητε εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας τῶν ἐθνῶν, θέλετε μάθει, ὅτι κατ’ ἀρχὰς τὰ ἔθνη ἠσπάσθησαν τὴν ἀπόλυτον ἐλευθερίαν, ἔπειτα τὴν ἀπόλυτον προστασίαν καὶ μικρὸν κατὰ μικρὸν ἀπὸ ταύτας μετέβησαν εἰς τὴν ἐλευθερίαν οὐχὶ τὴν πολιτικὴν ἀλλὰ τὴν οἰκονομικὴν, βαδίζουσαν παραλλήλως πρὸς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ πολιτισμοῦ, τῆς γεωργίας καὶ τῆς βιομηχανίας. Ὁ Ἄγγλος σήμερον, ὅτε δὲν φοβεῖται τὸν συναγωνισμὸν εἰς τὴν βιομηχανίαν, διότι ἔχει εὐθηνότερα καὶ ἀφθονώτερα κεφάλαια, διότι ἔχει σίδηρον ἄφθονον, γαιάνθρακας καὶ πλῆθος τεχνιτῶν, ἐπιδιώκει τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐμπορίου διὰ νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῆς ἀτελείας τῶν πρώτων ὑλῶν, ὧν ἔχει ἀνάγκην, καὶ τὰς ὁποίας παράγουν ἄλλοι λαοί· τοῦτο ὅμως δὲν ἔπραττον πρότερον. Καὶ σήμερον ἔτι, ὡς εἴπομεν, ἔχει μεγάλους δασμοὺς εἴς τινα εἰσαγόμενα, τῶν ὁποίων δὲν ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην, ἢ θεωρεῖ ἐπιβλαβῆ τὴν εἰσαγωγήν. Ἐπὶ δὲ τοῦ προκειμένου ὁ δεινὸς Θιὲρς δίδει τὴν σοφὴν γνώμην, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἐλευθερία εἶναι τὸ στήριγμα τῶν ἀσθενῶν, ἡ δ’ ἐλευθερία τοῦ ἐμπορίου ὁ θρίαμβος τοῦ ἰσχυροῦ, καὶ ὅτι ὅσα κράτη ἐφαρμόζουν ἀδιακρίτως τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐμπορίου γίνονται δοῦλα τῶν μεγάλων βιομηχανικῶν κρατῶν. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, τὸ σύστημα τῶν οἰκονομιῶν δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ βραδέως μὲν ἀλλ’ ἀσφαλῶς τοὺς πόθους τοῦ ἔθνους. Ἀπαιτοῦνται δὲ τοσαῦται οἰκονομίαι, ὥστε νὰ μένῃ καὶ περίσσευμά τι, χρησιμεῦον εἰς παρασκευήν. Αἱ οἰκονομίαι θέλουν ἀφήσει εἰς τὸν λαὸν τὰς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ζητουμένας μυριάδας ἑκατομμυρίων δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι θέλουν αὐξήσει τὴν παραγωγὴν, ταύτης δὲ αὐξανομένης, αἱ ἐθνικαὶ δυνάμεις πολλαπλασιάζονται, τούτων δὲ πολλαπλασιαζομένων, τὸ ἔθνος θέλει δυνηθῆ νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀποστολήν του. Ἐὰν ὅμως κλύδων καταλάβῃ ἡμᾶς, τότε ἡ φορολογία μικρὸν κατὰ μικρὸν γιγνομένη καὶ πλέον ἢ 12 μῆνας ἀπαιτοῦσα, δὲν ἐπαρκεῖ. Τότε, κύριοι, ἔρχονται τὰ ἐξωτερικὰ δάνεια, ἢ τούτων μὴ κατορθουμένων, τὰ ἐσωτερικὰ ἑκούσια καὶ καταναγκαστικὰ, ἡ περιουσία ὁλόκληρος τοῦ ἔθνους καὶ τοῦ πολίτου, ἡ ζωὴ καὶ τὸ σῶμα παντὸς Ἕλληνος, ὡς ἐγένετο ἐν τοῖς κινδύνοις τῆς πατρίδος. Καὶ ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ δανείων, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ Κ. Κεχαγιᾶς νὰ μὴ συμφωνήσω μὲ τὴν ἰδέαν του, ὅτι πάντοτε τὰ δάνεια γίνονται εἰς τὰ ἔθνη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζουν περίσσευμα εἰς τὸν προϋπολογισμόν των ἢ τοὐλάχιστον ἰσοῤῥοπίαν, διότι, ἐὰν τοῦτο ἦτον ἀληθὲς, τὸ δάνειον τοῦ 1824 καὶ 1825 δὲν ἐγίνετο, ὡς μὴ ὑπάρχοντος τότε προϋπολογισμοῦ· διότι ἔθνος κραταιὸν καὶ φερέγγυον ὡς ἡ Ῥωσσία δὲν ἠδυνήθη διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ εὕρῃ δάνεια καὶ μόνον ἐσχάτως εὗρεν, ὅταν αἱ σχέσεις της μετὰ τῆς Ἀγγλίας ἐβελτιώθησαν, διότι ἡ Τουρκία, ἐνῷ δὲν ἔχει ἰσοῤῥοπίαν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, καθ’ ἑκάστην εὑρίσκει δάνεια· τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡ ἰσοῤῥοπία εἶναι μία ἐκ τῶν βάσεων τῶν δανείων, ἀλλ’ ἡ κυριωτέρα εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς χρήσεως· καὶ ἐὰν μὲν ὁ σκοπὸς ᾖναι συμφέρων εἰς τὴν πολιτικὴν τοῦ ἔθνους, ἀφοῦ ζητεῖται τὸ δάνειον, γίνεται, ἄλλως ναυαγεῖ. Ἴδετε ἐσχάτως, ὅτι ἡ Αἴγυπτος ἔλαβεν 8,000,000 λιρῶν στερλινῶν δάνειον ἐκ τῆς Ἀγγλίας, διότι ὁ ἀντιβασιλεὺς ἀγγλίζει, δοὺς τὴν ἄδειαν νὰ διαιτῶνται ἐν Αἰγύπτῳ 10,000 Ἀγγλικοῦ στρατοῦ, λόγῳ μὲν ἐγκληματισμοῦ, πράγματι δὲ διὰ ν’ ἀποκρουσθῶσι φιλόδοξοι σκοποὶ ἄλλης μεγάλης δυνάμεως. Μετὰ τὸ μικρὸν τοῦτο ἐπεισόδιον ἐπανερχόμενος εἰς τὸ σημεῖον, ὅθεν ἐποίησα τὴν παρέκβασιν, λέγω, ὅτι ὅταν τὸ ἔθνος ἔχῃ τὰς δυνάμεις του ἀνεπτυγμένας, ἀποκρούει τοὺς κινδύνους εὐκολώτερον, ὅταν ὅμως τοὐναντίον ἐξαντληθῶσιν αὗται δι’ ὑπερόγκων καὶ δυσβαστάκτων φόρων, διὰ παρακαίρων, δυσαναλόγων καὶ ἀλυσιτελῶν δαπανῶν, καθίσταται μαραμένον καὶ νωθρὸν, ἀνίκανον οὐ μόνον νὰ ἐπιχειρήσῃ τι πρὸς δόξαν, ἀλλὰ καὶ τὴν τιμὴν καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν του νὰ ὑπερασπισθῇ. Ἡ Ἀγγλία ἀπεσόβησε τὸν κίνδυνον τοῦ νὰ κατακτηθῇ ὑπὸ τοῦ μεγάλου Ναπολέοντος, διότι, ἔχουσα κεφάλαια ἄφθονα ἐν τῷ λαῷ, ἔλαβεν αὐτὰ καὶ τὰ μετεχειρίσθη πρὸς μίσθωσιν ὅλης τῆς Εὐρώπης κατὰ τοῦ Ναπολέοντος, διότι ὅταν οὗτος ἐγύμναζε τὰς 150,000 Γάλλων ἐν Βολωνίᾳ ὅπως ἀποβῇ εἰς τὴν Ἀγγλίαν, αἱ Βρεταναὶ ὕψωσαν πολύτιμον καὶ κολοσσαῖον βωμὸν τῆς πατρίδος ἐκ τῶν τιμαλφῶν κοσμημάτων. Διατὶ ἠλαττώθησαν τὰ τελωνιακὰ τοῦ κράτους εἰσοδήματα κατὰ 1,300,000; διατί, ἐνῷ ὑπελογίζετο αὔξησις τῶν εἰσοδημάτων τοῦ χαρτοσήμου, ἐπῆλθε σημαντικὴ μείωσις ἐκ δραχ. 700,000; οὐχὶ, ὡς λέγει ὁ Κ. Κεχαγιᾶς, ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῶν ὑπαλλήλων, διότι εἴς τινα τελωνεῖα κατὰ τὸ διάστημα τῆς διοικήσεως τῆς προκατόχου κυβερνήσεως ηὔξησαν τὰ εἰσοδήματα, διότι οὐδεμία ἐλάττωσις τοῦ προσωπικοῦ τῶν τελωνείων ἐγένετο, οὔτε ἡ ὑπηρεσία τοῦ χαρτοσήμου μετεβλήθη, διότι ἡ ἐλάττωσις ἤρχισεν ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἔτους, καὶ ἰδοὺ ὁ πίναξ. Τέλη τελωνιακὰ τοῦ 1865–1866.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Ἰανουάριος 425,183:38730,925
Φεβρουάριος741,126:25589,633:87
Μάρτιος 874,860:74612,129:67
Ἀπρίλιος 731,280:19662,416:79
Μαΐος 686,790:92527,117:10
Ἰούνιος 657,128:30470,405:50

Ἡ ἐλάττωσις ἐπῆλθε, διότι, προηγηθέντων δύο ἐτῶν σιτοδείας, ἐστείρευσαν αἱ πηγαὶ τῆς καταναλώσεως, τὸ δὲ ἐμπόριον ὑπέστη τρομερὰς χρεωκοπίας καὶ ὁσημέραι ἐκπίπτει ἕνεκα τῆς ἐπικρατούσης ἀχρηματίας. Ἡ ἀχρηματία, κύριοι, εἶναι τοσοῦτον γενικὴ σήμερον, ὥστε ἐπανήλθομεν εἰς τὰς μυθώδεις τῶν προτέρων χρόνων τοκογλυφίας, τὰς ὁποίας ἡ τράπεζα ἀδυνατεῖ νὰ περιστείλῃ, διότι δανείζουσα καθ’ ἑκάστην τὸ δημόσιον, οὐ μόνον εἰς τὸν ζητοῦντα δάνειον ἀπαντᾷ, δὲν ἔχω, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ ἐμπόριον καὶ ἀπὸ τοὺς κτηματίας ἀποσύρει τὰ κεφάλαιά της καὶ ἐπιφέρει σημαντικὰς μὲν ζημίας εἰς ὅλας τὰς τάξεις τῆς κοινωνίας, εἰς δὲ τὸ ἐμπόριον τὴν ἀπελπισίαν. Εἰς τοῦτο ὅμως τὸ ἀντικείμενον θὰ ἐπανέλθωμεν εἰδικώτερον. Συλλογισθῆτε, κύριοι, ὅτι ὁ λαὸς πεινᾷ, ἀγοράζει 50 λεπτὰ τοῖς μετρητοῖς τὴν ὀκᾶν τὸν ἀραβόσιτον καὶ 80 ἐπὶ πιστώσει· ποῦ ἠκούσθη, ὅτι τιμᾶται τὸν Φεβρουάριον 50 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν ὁ ἀραβόσιτος; Οὐδεὶς τῶν γερόντων τοῦτο ἐνθυμεῖται· τὸν Μάϊον θέλει ἀναβῆ εἰς μίαν δραχμὴν τὴν ὀκᾶν· ποῦ ἠκούσθη 60% δι’ ἓξ μῆνας τόκος; καὶ ὅμως τοῦτο εἶναι γεγονός. Ἐνῷ δὲ ὁ ἔμπορος ἐκ τῆς ἀπραξίας σταματᾷ τὰς πληρωμάς του, ἐνῷ ὁ γεωργὸς, ὁ ἁμαξηλάτης, ὁ κτίστης, ὁ λεπτουργὸς καὶ τόσοι ἄλλοι μικροεπιτηδευματίαι δὲν ἐπαρκοῦν νὰ δώσουν ἄρτον εἰς τὰ τέκνα των, ἔχουν τοὐναντίον ἀνάγκην περιθάλψεως, ἐνῷ πλῆθος τεχνιτῶν καὶ ἐργατῶν μένει ἀργὸν, μὴ εὑρίσκον ἐργασίαν, καὶ οἱ εὑρίσκοντες λαμβάνουν ἡμερομίσθιον λίαν ὑποτετιμημένον· παράδοξον ἐν Ἑλλάδι φαινόμενον, διότι πανταχοῦ τῆς Εὐρώπης τὸ ἡμερομίσθιον αὐξάνει κατ’ εὐθὺν λόγον τῆς ἀξίας τοῦ ἄρτου· ἀλλὰ τὸ παράδοξον τοῦτο ἐξηγεῖ, ὅτι ἐν Ἑλλάδι μὴ ὑπαρχόντων ἀφθόνων κεφαλαίων, τότε γίνονται ἔργα, ὅταν περισσεύουν χρήματα ἀπὸ τὴν ἀφθονωτέραν παραγωγήν· ἐνῷ ἐν ἑνὶ λόγῳ οἱ τὴν μικρὰν καὶ μόλις ἐν τοῖς σπαργάνοις οὖσαν βιομηχανίαν ἀπαρτίζοντες ἐπιτηδευματίαι ἔχουν ἀνάγκην ἀῤῥωγῆς καὶ προστασίας, ἔρχεσθε ὑμεῖς νὰ ἐπιβάλητε αὐτοῖς φόρον τριπλάσιον καὶ δεκαπλάσιον τοῦ ὑπάρχοντος; Πατρικὴ τῷ ὄντι πρόνοια! Ἡ γεωργία ἄνευ βιομηχανίας εἶναι μηδέν· τὰ ἔθνη ἐμεγαλύνθησαν διὰ τῶν βαναύσων καὶ ὡραίων τεχνῶν, τὰ δὲ καθαρῶς γεωργικὰ ἔθνη, μείναντα πολὺν χρόνον εἰς αὐτὴν τὴν πρώτην των κατάστασιν, ἐγένοντο δοῦλα τῶν πολιτισμένων γειτόνων των. Οἱ καλλιτέχναι τῶν Ἀθηνῶν δὲν ἐφορολόγουν ὅλον τὸν ἀρχαῖον κόσμον, καὶ δὲν ἐτέλουν φόρον εἰς αὐτοὺς αὐτοὶ οἱ κατακτηταί των; Μήπως τὴν δύναμίν των αἱ μικραὶ πόλεις Ἀθῆναι, Βενετία, Γένουα, Φλωρεντία καὶ Πίζα δὲν ἤντλουν ἐκ τῶν τεχνῶν, τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς ναυτιλίας καὶ δὲν κατεστάθησαν διὰ τοῦτο ἰσχυραὶ ἀπέναντι μεγάλων Κρατῶν; Μόνοι οἱ Τοῦρκοι, ἀγρία καὶ πολεμικὴ φυλὴ, ἔμεινε μέχρι σήμερον κρατοῦσα εἰς χεῖρας τὸ ξίφος, ἀλλ’ αἱ χεῖρές της τρέμουν ἐκ τῆς ἀτροφίας καὶ τὸ ξίφος κλίνει, διότι κατέστρεψαν ἐπὶ 4 αἰῶνας τὴν παραγωγὴν τῶν κατακτηθεισῶν χωρῶν. Ἡ Γεωργία ἄνευ βιομηχανίας, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι μηδέν· ἐὰν δὲν ὑπάρχωσι πόλεις βιομηχανικαὶ, ἔνθα νὰ κατεργασθῶσιν αἱ πρῶται ὕλαι, οὐδὲν ἢ ἐλάχιστον τὸ ὄφελος τῆς γεωργίας· ὁ γεωπόνος ἐκ τῶν πόλεων θέλει λάβει τὰς μηχανὰς, ἐκεῖ θέλει ἀγοράσει ἢ ἐπισκευάσει τὰ ἐργαλεῖά του, ἐκεῖθεν θ’ ἀρυσθῇ τὴν διδασκαλίαν, ἐκεῖ θὰ προστρέξῃ διὰ νὰ εὕρῃ τὴν προστασίαν τῶν ἀρχῶν, τὸν ὑπερασπιστὴν τῶν δικαιωμάτων του· ἄνευ πόλεων ἀδύνατον νὰ προοδεύσῃ ἔθνος· ἀλλ’ αἱ πόλεις ἄνευ τεχνῶν δὲν προοδεύουν, δὲν ζῶσιν. Ἐνῷ ἐν ἡμῖν μόλις γεννῶνται αἱ τέχναι καὶ ἡ βιομηχανία, ἐπιβάλλομεν βαρεῖς φόρους ὅπως τοὺς πνίξωμεν ἐν τῷ λίκνῳ. Ἐὰν εἶχον ἐξουσίαν, ἤθελον ἐλαττώσει ἀντὶ ν’ αὐξήσω τοὺς φόρους τῶν ἐπιτηδευμάτων, οἵτινες ἐπὶ τέλους δὲν εἶναι εἰμὴ 300,000 δραχμαί· διότι, ὡς σᾶς εἶπον, ἀπὸ 420,000 μόλις εἰσπράττονται αἱ 300,000, καθυστεροῦν δὲ οἱ ἐπιτηδευματίαι 25%, διότι δὲν ἀντέχουν, ἀδυνατοῦν νὰ πληρώσουν αὐτὸν τὸν φόρον ὁλόκληρον· τοῦτο εἶναι ἀναντίῤῥητος ἀπόδειξις, διότι οὗτοι ζῶσιν ἐνώπιον τῶν καταδιωκουσῶν ἀρχῶν. Ἡ ἔλλειψις πάσης προστασίας τῆς βιομηχανίας καὶ ἡ φορολογία κατέστρεψε καὶ τὰ ὀλίγα βιομηχανικὰ καταστήματα, τὰ ὁποῖα ἱδρύθησαν διὰ πολλῶν θυσιῶν καὶ ἀτρύτων κόπων. Ὑπῆρχον ἓξ μεταξουργεῖα τὰ ὁποῖα ἀπησχόλουν ἑκατοντάδας γυναικῶν, ἀλλὰ σήμερον μένουν ἀργὰ τὰ πλεῖστα, καὶ ὅσα ἐργάζονται περιώρισαν εἰς μικρὸν τὴν ἐργασίαν των. Τὸ σιδηρουργεῖον καὶ καθεκλοποιεῖον τοῦ Κ. Βασιλειάδη ἀπὸ 300 κορασίων, τὰ ὁποῖα ἀπησχόλει, μόλις σήμερον διατηρεῖ 30. Ἀλλ’ ἴσως μᾶς εἴπει ὁ Κ. ὑπουργὸς, ὅτι καὶ ἂν ἐπειθόμην ἕνεκα προστατευτικοῦ λόγου τῶν τεχνῶν καὶ τῆς βιομηχανίας νὰ ἐλαττώσω τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, ὁ λόγος τῆς ἰσότητος τῆς φορολογίας ἤθελε μὲ ἐμποδίσει νὰ πράξω τοῦτο· ἀλλ’ ὁ βιομήχανος καὶ ὁ τεχνίτης δὲν πληρόνουν φόρον ἐπὶ τῶν ὑλῶν τῆς τέχνης των, ἐπὶ τῶν προϊόντων τῆς βιομηχανίας των; δὲν πληρόνουν φόρον, καταναλίσκοντες ἄρτον, ἔλαιον, οἶνον κλπ; καὶ ἄνευ αὐτῶν τῶν καταναλωτῶν βιομηχάνων ἠδύνατο ὁ γεωργός νὰ ἐξοδεύσῃ τὰ προϊόντα του; ἄνευ τῆς βιομηχανικῆς τάξεως δύναται νὰ ζήσῃ ἡ γεωργία; ἢ ἐξ ἄλλου μέρους, ὅταν ἡ βιομηχανία ἐνισχυθῇ, δὲν θὰ ἔχῃ ἡ γεωργία τὰ βιομηχανικὰ προϊόντα ἐφθηνότερα ἢ ὅσον τ’ ἀγοράζει σήμερον, μακρόθεν ἐρχόμενα καὶ ἐπιβαρυνόμενα μὲ δαπάνας μεταφορᾶς, προμηθείας, δασμῶν καὶ τόκων; Ἂν δὲν ἦτο τοῦτο ἀληθὲς, ἐπροστάτευον τὰ ἔθνη τὰς τέχνας καὶ βιομηχανίας καὶ ἡ ἱστορία ἤθελεν ἀναφέρει πάντοτε μετ’ ἐπαίνου καὶ θαυμασμοῦ τοὺς προστάτας τῶν τεχνῶν Βασιλεῖς ἢ κυβερνήτας, τῶν λαῶν, τοὺς Πεισιστράτους, τοὺς Περικλεῖς, τοὺς Μεδίκας, τοὺς Ναπολέοντας, τοὺς Γουλιέλμους, τὸν μέγαν Πέτρον καὶ τόσους ἄλλους; Ὑμεῖς γνωρίζετε καλῶς εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκονται ἡ βιομηχανία, αἱ τέχναι καὶ τὸ ἐμπόριον, καὶ θέλετε ἐπιμείνει νὰ αὐξήσητε τοὺς φόρους; Ἓν ἔτι ὡς ἐκ περισσοῦ, γνωστὸν τοῖς πᾶσι, παράδειγμα θέλω φέρει καὶ θέλω παύσει. Ὑπάγετε εἰς τὸ πλησιέστερον χωρίον τῆς Ἀττικῆς, εἰς τὸ Χαλάνδρι φέρ’ εἰπεῖν, καὶ θέλετε ἰδῆ τὸν πρῶτον ἐργαστηριάρχην ὄντα συνάμα παντοπώλην καὶ ἔμπορον, καπνοπώλην καὶ ῥάπτην, κουρέα καὶ καφεπώλην· καὶ διατὶ ὅλα ταῦτα; διότι ὁ καταμερισμὸς τῆς ἐργασίας, τὸν ὁποῖον συμβουλεύει ὁ Σμίθ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ τοῦ παρόντος, ἐπειδὴ εἰς τὴν νηπιώδη ταύτην κατάστασιν τῆς κοινωνίας δὲν δύνανται νὰ ζήσωσιν 6 ἐργαστηριάρχαι εἰς ἓν χωρίον. Ἡ ἐπιψήφισις ὅλων αὐτῶν τῶν φόρων οὐδεμία παρέχει δυσκολίαν· ἓν ναὶ τῶν ἀντιπροσώπων καὶ οἱ φόροι ἐψηφίσθησαν, ἀλλ’ ἡ εἴσπραξις τῶν ψηφιζομένων δυσβαστάκτων φόρων δύναται νὰ φέρῃ θλιβερὰς συνεπείας, καὶ δύναται νὰ ἐπιφέρῃ εἰς τὸ ἔθνος περισπασμοὺς ἐπικινδύνους καὶ δαπανηρούς. Εὔχομαι ὅμως ἀπὸ καρδίας καὶ ἐλπίζω νὰ μὴ γίνω μάντις κακῶν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πιστεύω ἐκ μεγάλης πεποιθήσεως καὶ τὸ ὁποῖον θεωρῶ ὡς ὀλιγώτερον κακὸν, εἶναι τὸ νὰ μὴ λάβητε ἀπὸ τοῦ μὴ ἔχοντος, καὶ ἂν λάβητε ἐπὶ ἓν ἔτος, νὰ στερηθῆτε τοῦτο καὶ ἔτι πλείονα τὸ ἑπόμενον, διότι θεωρῶ ἀδύνατον νὰ τελέσωσιν οἱ Ἕλληνες ἐφέτος 50,000,000 δραχ. φόρους. Ἀπεύχομαι νὰ συμβῇ ὅ,τι καὶ εἰς Συρακούσας, ὅταν ἐξωρχήσαντο οἱ Συρακούσιοι τοὺς δυσβαστάκτους φόρους τοῦ Διονυσίου. Ζητῶ συγγνώμην, διότι ἐμακρηγόρησα, ἀλλ’ ἡ σπουδαιότης τοῦ θέματος ἀπῄτει νὰ προσαχθῶσιν ὅλοι οἱ ἀπαιτούμενοι λόγοι. Σᾶς εὐγνωμονῶ, διότι μετὰ προσοχῆς καὶ ὑπομονῆς ἀξίας τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ τῆς πατρίδος σώματος μὲ ἠκούσατε. Καταπαύων δὲ τοῦ λόγου προτείνω τὴν ἀπόῤῥιψιν τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ νὰ παραδεχθῆτε, ἐὰν δὲν θέλετε νὰ ταπεινωθῇ καὶ ἐξαντληθῇ ἡ πατρὶς ὑπὸ τῶν ὑπερόγκων φόρων. Ἀσπασθῆτε τὸ σύστημα τῶν οἰκονομιῶν, ἐὰν θέλετε νὰ ἐνισχύσητε τὰς δυνάμεις τοῦ ἔθνους, ἐὰν θέλητε νὰ βαδίσῃ, Θεοῦ εὐδοκοῦντος, εἰς τὸ μεγαλεῖον καὶ εἰς τὴν δόξαν, ἥτις οὐ μακρὰν κειμένη τὸ περιμένει.

§22ΚΕΧΑΓΙΑΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κύριε πρόεδρε, ὀλίγα τινὰ θὰ εἴπω, καθότι τὸ ζήτημα περὶ αὐξήσεως τῶν φόρων ἡ Βουλὴ τὸ ἔλυσε· ἐτέθη εἰς ψηφοφορίαν καὶ παρεδέχθη, ἑπομένως εἶναι πάντη περιττὸν νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ ζήτημα ὁ Κ. Βαλασόπουλος· ἴσως τότε δὲν ἦτο ἑτοιμασμένος, νομίζω ὅμως, ὅτι τὸ ζήτημα ἐτέθη ἀπὸ τὸν Κ. Πετιμεζᾶν καὶ ἀπεῤῥίφθη. Ἑπομένως περιττὴ ἡ ἐπάνοδος.

§23ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς κάθε νόμον θὰ ἔρχεται τὸ ζήτημα αὐτὸ χωριστά.

§24ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἡ Βουλὴ ἔλυσε τὸ ζήτημα, διότι εἶπεν, ὅτι πεῖρα 5 ἐτῶν μᾶς ἀπέδειξεν, ὅτι εἰς τὸ τέλος ἑκάστου ἔτους ἔχομεν μέγα ἔλλειμμα, καὶ ἀκόμη τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ παρελθόντος ἔτους, ὅτε φαίνεται ἔλλειμμα 1,000,000· καὶ προχθὲς ἐσυζητήσατε τὰς ὑπερβάσεις, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν.

§25ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Καὶ τὰς ὑπεστηρίξατε.

§26ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ναὶ, διότι ἀνυπέρβλητος ἀνάγκη ὑπηγόρευσε τὴν ὑπέρβασιν. Λοιπὸν εἴμεθα συνεπεῖς, βλέπω. Ὅταν κατὰ τὸ παρελθὸν εἴδετε, ὅτι αἱ εἰσπράξεις τῶν τελωνείων ἠλαττώθησαν κατὰ 1,200,000 χωρὶς νὰ εἴπω ἀπὸ τὴν καλὴν ἢ κακὴν διοίκησιν, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, ἡ κατάστασις αὐτὴ εἰς τὸ 1867 θὰ ᾖναι καλλιτέρα; Ποῦ λοιπὸν βασιζόμενοι, δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀφήσωμεν τὴν αὐτὴν νομισματικὴν μονάδα; διότι θὰ ἔλθουν ἐμπορεύματα ἐπὶ τῶν ὁποίων τὸ δημόσιον θὰ λάβῃ φόρους περισσοτέρους, ἀφοῦ ἠλαττώθη τοῦ χαρτοσήμου ἡ πρόσοδος, τοὐτέστιν ἀφοῦ θὰ ἐπέλθῃ ἐλάττωσις 2,200,000; Ἔπειτα ἀπὸ τοιοῦτον ἀποτέλεσμα ὅπερ εἶναι νωπὸν ἀκόμη, νομίζω, ὅτι εἶναι πάντη περιττὸν νὰ ἐπαναλάβωμεν τὰς οἰκονομίας, ἃς καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ θέλομεν ν’ ἀκολουθήσωμεν· ἀλλὰ ποῦ θὰ φθάσωμεν; Ἀλλὰ λέγουν, ὅτι ἡ προσθήκη τῶν φόρων παραβιάζει τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ καὶ ὁ νῦν πρωθυπουργὸς ἄλλοτε ὑπεστηρίξαμεν, τὴν ἀρχὴν τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἐμπορίου. Νομίζω δὲν ἐμελέτησεν ὁ Κ. Βαλασόπουλος τί θὰ εἰπῇ ἐλευθερία ἐμπορίου· δὲν θὰ εἰπῇ κατάργησις ἢ ἐλάττωσις φόρου, ἀλλὰ φόρων μὴ ἐχόντων σκοπὸν βιομηχανικὸν, ἀλλὰ προστατευτικόν. Ἔχομεν εἰς τὴν πατρίδα μας κατάστημα διὰ τὰ ἔπιπλα· λέγομεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβάλωμεν μέγαν φόρον εἰς τὰ ἔξωθεν ἐρχόμενα διὰ ν’ αὐξήσῃ ἡ βιομηχανία μας· αὐτὸ θὰ εἰπῇ βιομηχανία. Εἶπον ἄλλοτε, ὅτι κἀνεὶς φόρος δὲν πρέπει νὰ ὑπαγορεύεται ἀπὸ τὴν ἰδέαν προστασίας. Ὁ ἐλεύθερος συναγωνισμὸς δύναται ν’ ἀναπτύξῃ καὶ τὴν ἐμπορίαν καὶ τὴν βιομηχανίαν. Ἡ κλίμαξ τοιοῦτον σκοπὸν εἶχεν, ἀλλὰ παντοῦ ἀπεδείχθη καὶ ἐν Γαλλίᾳ ἀπεῤῥίφθη ἡ ἰδέα τῆς προστασίας καὶ παρεδέχθη ἡ ἀρχὴ τῆς οἰκονομίας. Ἠξεύρετε τὴν σύμβασιν μεταξὺ Ἀγγλίας καὶ Γαλλίας· καὶ κατ’ αὐτὴν παρεδέχθη ὁ ἐλεύθερος συναγωνισμὸς καὶ ἠλαττώθησαν σημαντικώτατα τὰ τέλη, ἅτινα εἶχον σκοπὸν προστατευτικόν. Λοιπὸν καὶ τότε καὶ τώρα εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον ἐμείναμεν· ἀλλ’ ἐλεύθερος συναγωνισμὸς δὲν θὰ εἴπῃ κατάργησις φόρων, ἐλάττωσις φόρων. Προστασία ἐμπορίου ἢ βιομηχανίας λέγεται ἐκείνη, ὅταν ἕνας δασμὸς ὑπογορεύεται πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ δοθῇ προστασία καὶ ἐμποδίσῃ τὸν ἐλεύθερον συναγωνισμόν· οὐδὲ τὸ κατάστημα τοῦ Βασιλειάδου νὰ μὴ συναγωνίζεται μὲ τὰ ἐρχόμενα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ὁ ἴδιος δὲν εἶπεν, ὅτι ἡ Ἀγγλία ἔχει βαρυτάτους φόρους εἰς τὴν σταφίδα διὰ νὰ προστατεύῃ τὴν παραγωγὴν αὐτὴν ἐντὸς τῆς Ἀγγλίας; τοὺς ἔχει; ἤθελον ὑποθέσει, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι μωρὰ ἡ Ἀγγλία ἂν εἶχε τούτους. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν ὁ δασμὸς ἐκεῖνος παρὰ διὰ τὸν λόγον τοῦ νὰ εἰσπράξῃ χρήματα τὸ δημόσιον καὶ οὐχὶ ἰδέα προστασίας. Ἀλλ’ ὁ κύριος βουλευτὴς εἶπεν, ἀφοῦ καθυστερεῖται αὐτὸς ὁ φόρος, καὶ ἐκ τῶν 400,000 δραχμῶν εἰσπράττονται τριακόσιαι καὶ καθυστεροῦνται ἑκατὸν πέντε δὲν πρέπει νὰ τὸν αὐξήσωμεν, διότι αὐτὸ ἀποδεικνύει τὴν ἀδυναμίαν τῶν φορολογουμένων, τῶν ἐπιτηδευματιῶν· καὶ ὁ αὐτὸς λόγος δὲν ὑπάρχει καὶ εἰς τὸν ἔγγειον φόρον; Ὅλοι οἱ ἄμεσοι φόροι ἀφίνουν καθυστερήσεις· λοιπὸν τὶ ἀποδεικνύει τοῦτο; ὅτι οἱ φορολογούμενοι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ πληρόνουν; ὄχι. Αἰτία εἶναι ὁ κακὸς τρόπος τῆς εἰσπράξεως· δόσατε προθεσμίας, καὶ θὰ ἴδετε ἀμέσως καθυστερήσεις· καὶ ὡς παράδειγμα σᾶς φέρω τὰς τελωνιακὰς εἰσπράξεις. Ἐδίδετο προθεσμία, ἤρχετο ἡ προθεσμία καὶ οἱ ἔμποροι δὲν ἐπλήρονον, καὶ 1,000,000 εἶναι αἱ καθυστερήσεις. Σήμερον μένει καμμία καθυστέρησις; ὄχι. Ἐνθυμοῦμαι, εἰς τὴν Συνέλευσιν τότε ὁ Κ. Χρηστίδης ἐχάλασε τὸν κόσμον· εἶπεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ δίδῃ εὐκολίας· ναί, ἀλλὰ τὰ χρήματα χάνονται καὶ σήμερον ἐρχόμεθα ν’ αὐξήσωμεν φόρους ἕνεκα τῶν καθυστερήσεων αὐτῶν· Ἀκόμη γενναιότερος ἐφάνη ὁ Κ. Βουλευτής. Τριακοσίας χιλιάδας εἰσπράττει ἡ Ἐπικράτεια ἀπ’ αὐτὸν τὸν φόρον· ἂν τὸν καταργήσωμεν λοιπόν; Καὶ ἐνθυμοῦμαι ἕνα ἄλλον πληρεξούσιον, ὅστις εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἰσπράττει 4,000,000 ἀπὸ τὸν ἔγγειον φόρον· τὰ εἰσπράττει αὐτὰ ὅταν ἔχῃ τὴν φορολογικὴν μονάδα 4%· καὶ ἦτον ἄδικος, εἶπε 3%· καὶ τὶ εἶναι αὐτὰ, νὰ τὰ ἀφαιρέσωμεν καὶ αὐτά; Ὡραῖος τρόπος! Κύριοι, εἶναι περιττὸν νὰ ἐπαναλάβωμεν ὅσα εἴπομεν τότε. Σᾶς εἶπον· μάλιστα, τὸ σύστημα τῶν οἰκονομιῶν τὸ παραδεχόμεθα καὶ θὰ ἰδῆτε εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ὁπόσας οἰκονομίας κάμνομεν, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ ἔλθωμεν εἰς ἰσοῤῥοπίαν τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα· ἂν γνωρίζετε κανένα ἄλλο σύστημα ὑμεῖς, φέρετέ το, καὶ ἂν μᾶς πείσητε, ὅτι δύναται τὸ Κράτος ἄνευ ὅρων καὶ δανείων νὰ διοικηθῇ, τὸ ἀσπαζόμεθα, ἀλλὰ μὲ πράγματα καὶ ὄχι μὲ κενοὺς λόγους. Ὑποθέσατε, Κύριοι, ὅτι τῷ ὄντι δυνάμεθα νὰ φέρωμεν εἰς ἰσοῤῥοπίαν τὰ ἔσοδα μὲ τὰ ἔξοδα· δὲν μὲ λέγετε τὰ 21,000,000 τὰ ὁποῖα ὁ Κ. Χρηστίδης καλῶς ποιῶν ἀνέφερεν, ὅτι εἶναι κινητὰ χρέη, ἅτινα πιέζουν τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀποῤῥοφοῦν τὰ ἔσοδα τῆς τρεχούσης χρήσεως, αὐτὴν τὴν ἀμηχανίαν πῶς θὰ τὴν διορθώσητε, Κ. βουλευτά; Ἀπὸ τὰ 1865 παρουσιάζονται ἐλλείμματα μεγάλα· αὐτὰ πῶς θὰ τὰ οἰκονομήσητε; Κύριοι, τῇ ἀληθείᾳ τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι τόσον καθαρὸν, ὥστε κρίνω περιττὸν νὰ χάνωμεν τὸν καιρόν μας εἰς κενὰς λέξεις· ἐπιθυμῶ διὰ πραγμάτων ν’ ἀκούσητε τοῦτο, καὶ εὐχαρίστως εἶδον, ὅτι ὅλα τὰ μέλη ἀνεγνώρισαν, καὶ μάλιστα ἓν μέλος ἀξιότιμον τῆς ἀντιπολιτεύσεως εἶπεν, ὅτι καὶ αὐτὸς ἀναγνωρίζει τὴν ἀνάγκην τῆς ἐν μέρει αὐξήσεως, διότι κατενόησε τὰς ἀνάγκας τοῦ ἔθνους. Αὐτὰ εἶπε, Κύριοι, ὁ Κ. Δεληγιώργης.

§27ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, Κ. ὑπουργὲ, δύω λέξεις. Ἄλλοτε ἐπροτείνατε τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἐγγείου φόρου, καὶ σήμερον τὴν αὔξησιν· εἰς ποῖα λοιπὸν νὰ σᾶς πιστεύσωμεν; εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἴπετε εἰς τὰ 1861 εἰς τὴν Βουλὴν, ἢ εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λέγετε τώρα;

§28ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Καὶ τότε καὶ τώρα. Ἰδοὺ διατί· οἱ φόροι δὲν εἶναι πάγιος νόμος, ἀλλ’ ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν τῆς ἐπικρατείας αὐξάνουν καὶ ἐλαττοῦνται· δὲν εἴδατε εἰς τὴν Ἀγγλίαν; οἱ φόροι πότε ἐλαττοῦνται, πότε αὐξάνουν. Ἡ Ἀμερικὴ πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἐπέστρεψε χρήματα εἰς τὸν λαὸν, διότι ἦσαν περιττά.

§29ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Σήμερον εἶναι 5%, αὔριον 10· αὐτὴ εἶναι ἡ κλῖμαξ.

§30ΛΑΠΠΑΣ. Βέβαια· τὸ σακκὶ ἀλεῦρι δὲν ἔχει, λοιπὸν φέρτε νὰ βάλωμεν (ἱλαρότης.)

§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἔχει τις ἄλλην ἀντίῤῥησιν;

§32ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.

§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται λοιπὸν ἡ Βουλὴ τὴν ἀρχήν;

§34ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.

§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀρχίζομεν κατ’ ἄρθρον.

§36ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προταχθῇ ἡ πρότασις τοῦ Κ. Κωνσταντᾶ.

§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον ὅπου ἀνήκει. Ἀνεγνώσθη τὸ πρῶτον ἄρθρον. «Πᾶς τις Ἕλλην ἢ ξένος ἐξασκῶν ἐντὸς τῆς Ἐπικρατείας ἐμπόριον, βιομηχανίαν, ἢ ἐν γένει ἐπάγγελμα μὴ περιλαμβανόμενον εἰς τὰς ὑπὸ τοῦ παρόντος νόμου ὁριζομένας ἐξαιρέσεις, ὑπόκειται εἰς φόρον ἐπιτηδεύματος.»

§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ καὶ τοῦ Κ. Κωνσταντᾶ ἡ τροπολογία· «Προτείνω μετὰ τὴν λέξιν ἐπικρατείας τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ νόμου νὰ προστεθῇ ἡ φράσις ἐκτὸς τῶν Ἰονίων νήσων.

§39ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Καὶ τῶν τοῦ Αἰγαίου πελάγους.

§40ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὁ οἰκεῖος τόπος ἐδῶ, αὐτὸ θὰ συζητηθῇ εἰς τὸ τέλος.

§41ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὅταν ἐξαρπάσητε τὰς ψήφους τῶν Ἑπτανησίων.

§42ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Παρακαλῶ, προσβάλλετε τοὺς Κ. βουλευτάς· καὶ ὅταν ὁμιλῶμεν, νὰ ἐκθέτωμεν τὰς ἰδέας μας χωρὶς πλάγιον σκοπόν. Ἂν θέλετε νὰ μάθητε τὴν ἰδέαν μας, εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ μὴ φορολογήσωμεν δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου τὴν Ἑπτάνησον τὸ τρέχον ἔτος.

§43ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἀνακαλῶ τὴν τροπολογίαν μου.

§44ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐδῶ πρόκειται περὶ τῆς ἀρχῆς.

§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀρχὴ παρεδέχθη.

§46ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Παρεδέχθη καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν φορολογίαν· τώρα θὰ ἴδωμεν ἐὰν ἀφορᾷ τὸ ὅλον Κράτος ἢ τὸ ἥμισυ· ἐὰν τὸ ἥμισυ τῶν κατοίκων, πρέπει νὰ ἤμεθα θῦται, δοῦλοι, καὶ τὸ ἄλλο ἥμισυ ἐλεύθεροι. Ἐδῶ λοιπὸν σᾶς λέγει ὁ Κ. ὑπουργὸς ἐκ προκαταλήψεως, ὅτι ὁ Κ. Κωνσταντᾶς νὰ συζητήσῃ τὴν πρότασίν του εἰς τὸ τέλος τοῦ νόμου, τοὐτέστιν ἄνω ποταμῶν, καὶ σᾶς λέγει ἐκ προοιμίων, ὅτι εἶναι διατεθειμένος νὰ μὴ φορολογήσῃ τὴν Ἑπτάνησον, ὅπως δὲν τὴν ἐφορολόγησε καὶ εἰς τὸν φόρον περὶ ζώων· λοιπὸν ἐδῶ πρέπει νὰ στηριχθῇ ἡ συζήτησις καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχήν σας διότι εἶναι ἐπιβουλή.

§47ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἐπειδὴ τινὲς τῶν κ. βουλευτῶν τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος φρονοῦν, ὅτι ἡ Ἑπτάνησος δὲν φορολογεῖται, οἱ Ἑπτανήσιοι εἴμεθα ἕτοιμοι ν’ ἀφαιρέσωμεν αὐτὴν τὴν συκοφαντίαν ἀπὸ τοὺς ὤμους μας καὶ παραδεχθῶμεν τὴν γενικὴν φορολογίαν.

§48ΤΙΝΕΣ. Ν’ ἀνακαλέσῃ ὁ Κ. Σακελλαριάδης....

§49ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ Κ. Σακελλαριάδης νὰ μὴ ἀνακαλέσῃ τίποτε· ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λέγῃ ὅλα.

§50ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, ἀνακαλῶ τὴν λέξιν ἐπιβουλή, διότι ἐπέκρινα τινὰς καὶ εὔχομαι νὰ διαλάμψῃ ἡ ἀλήθεια, ἡ ἁγνότης καὶ ὁ πατριωτισμὸς εἰς ὅλους μας· δὲν πρέπει, Κύριοι, νὰ ὑπάρχῃ διάκρισις, διότι, γινομένης διακρίσεως, ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἠμπορῶ νὰ ἔλθω εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου· θὰ μοῦ εἴπουν, ἐπρόδοσες τὴν ὑπόληψίν σου, διότι ἐκεῖ παρεδέχθης μίαν ἐξαίρεσιν καὶ εἰς ἡμᾶς ἐπέβαλες ἕνα φόρον ἀνώτερον, ἐνῷ οἱ φόροι κατὰ τοὺς ἰσχυρισμοὺς, οὓς ἔκαμον οἱ ἔντιμοι βουλευταὶ τῆς Ἑπτανήσου, εἶναι βαρύτεροι εἰς τὴν Ἑπτάνησον; Ἀλλὰ πάλιν διατὶ ἡμεῖς νὰ καταπιέζωμεν τὴν Ἑπτάνησον; διατὶ νὰ τὴν φορολογῶμεν περιπλέον; (θόρυβος.) Ἐγὼ εἰς τοὺς λόγους σας στηρίζομαι· ἐὰν ὑμεῖς δὲν εἴπετε ἀλήθειαν, τί σᾶς πταίω ἐγώ; Ἐγὼ προτείνω τὴν ἐν γένει ἀφομοίωσιν τῆς φορολογίας. Τέλος, ἐπειδὴ ὁ Κ. ὑπουργὸς ἐξ ἀφετηρίας μᾶς εἶπεν, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ὁ δὲ Κ. Κουμουνδοῦρος προχθὲς, ὅτε ὑπεβλήθη αὐτὴ ἡ πρότασις καὶ ἡ Βουλὴ κατεξανέστη, εἶδεν ὅτι θὰ πέσῃ ὡς ἐν ῥοπῇ ὀφθαλμοῦ, τότε εἶπε νὰ συζητήσωμεν τὴν πρότασιν καὶ ἢ καὶ τὴν ἀποῤῥίψωμεν ἢ τὴν παραδεχθῶμεν, ἀδιάφορον· ὅπερ ἐστὶ κἄτι ἐδῶ ἐνεργεῖται.

§51ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς, ἡ Κυβέρνησις, ὑποστηρίζομεν αὐτὴν τὴν πρότασιν· λοιπὸν ἢ πρῶτον θέλει νὰ τὴν συζητήσῃ ἡ Βουλὴ ἢ δεύτερον, ἀδιάφορον.

§52ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Λοιπὸν διὰ νὰ μὴν ὑπάρχῃ ὑπόνοιά τις, ἐπειδὴ εἴπετε ὅτι παραδέχεσθε τὴν πρότασιν αὐτὴν, παραδεχθῆτε καὶ τὴν συζήτησιν, καὶ τότε δικαίως ἀφαιρεῖται ἀπὸ τὰ πρακτικὰ καὶ ἡ τεκταινομένη ἐπιβουλὴ, ἧς τὴν ὕπαρξιν ἀνεκάλεσα.

§53ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅταν ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις, τότε.

§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ά. ἄρθρον λοιπὸν τὸ δέχεται ἡ Βουλὴ ὅπως εἶναι;

§55ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Ἀναγινώσκεται τὸ βʹ. ἄρθρον. «Οἱ ἐπιτηδευματίαι διαιροῦνται εἰς τρεῖς κατηγορίας. Εἰς τὴν πρώτην ὑπάγονται ὅσων ὁ φόρος κανονίζεται μόνον κατὰ λόγον τοῦ πληθυσμοῦ τῶν πόλεων ἢ χωρίων, ἔνθα ἐξασκεῖται τὸ ἐπιτήδευμα. Εἰς τὴν δευτέραν ὅσων ὁ φόρος κανονίζεται κατὰ λόγον τοῦ πληθυσμοῦ, ὡς ἀνωτέρω, καὶ τοῦ ἐνοικίου τῶν οἰκοδομῶν, ἔνθα ἢ ἐξασκεῖται τὸ ἐπιτήδευμα ἢ ἐνοικεῖ ὁ ἐπιτηδευματίας. Εἰς δὲ τὴν τρίτην ὑπάγονται ὅσοι φορολογοῦνται ἀσχέτως πρὸς τὸν πληθυσμὸν καὶ τὸ ἐνοίκιον».

§56ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριοι, ἀντὶ τῶν ὅσοι φορολογοῦνται ἀσχέτως πρὸς τὸν πληθυσμὸν καὶ τὸ ἐνοίκιον, κατὰ τὴν παρατήρησιν τὴν ὁποίαν ἔκαμε ὁ Κ. Παπαμιχαλόπουλος προχθὲς, νὰ τοῦ ἢ ὅσων ὁ φόρος ἐπιβάλλεται εἰδικῶς κατ’ ἐπιτηδευματίαν, διότι δὲν ὑποβάλλεται εἰς κανένα κανόνα.

§57ΔΕΛΗΓΙΩΡΓΗΣ. Κατὰ τί διαφέρει;

§58ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Διότι οἱ τῆς τρίτης κατηγορίας φορολογοῦνται εἰδικῶς χωρὶς νὰ ὑπάγωνται εἰς κανένα κανόνα ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ ἢ τοῦ ἐνοικίου.

§59ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Κύριε ὑπουργὲ, πῶς κανονίζεται ὁ φόρος τῆς δευτέρας κατηγορίας; Λέγει· εἰς τὴν δευτέραν κατηγορίαν ὑπάγονται ὅσων ὁ φόρος κανονίζεται κατὰ λόγον τοῦ πληθυσμοῦ ὡς ἀνωτέρω καὶ τοῦ ἐνοικίου τῶν οἰκοδομῶν, ἔνθα ἢ ἐξασκεῖται τὸ ἐπιτήδευμα ἢ ἐνοικεῖ ὁ ἐπιτηδευματίας. Ποίου ἐνοικίου; ὅπου ἐξασκεῖται τὸ ἐπάγγελμα, ἢ ὅπου κατοικεῖ ὁ ἐπιτηδευματίας;

§60ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Λέγει ποῖοι ἐπιτηδευματίαι δὲν φορολογοῦνται εἰδικῶς ἀναλόγως τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου ἐνοικίου· μόνον εἰς 4 ἐπιτηδεύματα, τοῦ δικηγόρου, τοῦ ἰατροῦ, τοῦ ἐμπορομεσίτου καὶ τοῦ τραπεζίτου, λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν τὸ ἐνοίκιον τῆς οἰκίας· τῶν ἄλλων ὅλων, τοῦ καταστήματος.

§61ΛΕΩΤΣΑΚΟΣ. Κύριε ὑπουργὲ, ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου δὲν ἐξαιρεῖται ἡ Λακωνία, ἐνῷ πάντοτε ἐξαιρεῖτο;

§62ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἰς τὸ τέλος θὰ ἴδωμεν.

§63ΛΕΩΤΣΑΚΟΣ. Ἀποσύρω τὴν τροπολογίαν μου ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου· νὰ μείνῃ ὅπως ἦτο.

§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Λοιπὸν ἀντίῤῥησις δὲν ὑπάρχει κατὰ τοῦ δευτέρου ἄρθρου;

§65ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι. Ἀναγινώσκεται τὸ γʹ. ἄρθρον. Οἱ τῆς πρώτης κατηγορίας ἐπιτηδευματίαι ὑποδιαιροῦνται εἰς ἓξ κλάσεις. Οἱ εἰς ἑκάστην τῶν κλάσεων τούτων ὑπαγόμενοι, καὶ τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, ἐμφαίνονται εἰς τὸ ὑπὸ στοιχ. Αʹ. τιμολόγιον.»

§66ΤΙΝΕΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ καὶ τὸ τιμολόγιον.

§67ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Εἰς τὴν τροπολογίαν, Κύριοι, τὴν ὁποίαν ἔδωκαν οἱ Βουλευταὶ Ἀττικῆς, ὡς πρὸς τὸ τιμολόγιον τῆς πρώτης κατηγορίας παραδέχομαι τὰς παρατηρήσεις των καὶ προσθέτω τινὰ ἀκόμη, τὰ ὁποῖα παρέλειψαν ἐκεῖνοι· εἶναι τὰ ἑξῆς. Σημειόνουν ἐδῶ ἕνα σαρωματῆν· ἀλλὰ, Κύριοι, ἐπιτήδευμα καθ’ ἑαυτὸ σαρωματοῦ δὲν ὑπάρχει. Ποῖον ἐννοεῖτε σαρωματῆν;

§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκείνους ποῦ σαρόνουν τοὺς δρόμους.

§69ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Κύριε ὑπουργὲ, νὰ ἐξηγηθῆτε παρακαλῶ· σαρωματῆν ἐννοεῖτε ἐκεῖνον ὅπου σαρόνει ἢ ἐκεῖνον ποῦ φτιάνει;

§70ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐκεῖνον ποῦ φτιάνει.

§71ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Λοιπὸν ἰσχυρίζομαι, ὅτι ὁ σαρωματὴς αὐτὸς δὲν εἶναι ἐπιτηδευματίας ἀλλὰ ἡμερομίσθιος εἰς τὸν τόπον, ὅπου παράγεται ἡ ὕλη, καὶ γνωρίζω νὰ σᾶς φωτίσω. Ὁ γεωργὸς σπέρνει σιτάρι, κριθάρι, ἀραβοσίτι, καὶ σαρώματα· αὐτὰ τὰ θερίζει εἰς τὰ μέρη, εἰς τὸν τόπον ὅπου φορολογοῦνται· λοιπὸν ἀποδίδει τὸν νενομισμένον φόρον· ἔπειτα ὁ ἰδιοκτήτης δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὰ πωλήσῃ ὅπως τὰ θερίζει, ἀλλ’ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ τὰ δώσῃ. Λοιπὸν μισθόνει ἕνα ἐργάτην, πληρώνει 1½, 2 δραχ. τὴν ἡμέραν καὶ αὐτὸς τοῦ δένει τὰ σαρώματα, ὥστε τοιουτοτρόπως θὰ ὑποβάλωμεν εἰς φόρον ἐπιτηδεύματος αὐτοὺς τοὺς δυστυχεῖς ἐργάτας, οἱ ὁποῖοι πηγαίνουν μὲ τὸ ἡμερομίσθιον καὶ δένουν τὸ προϊὸν μου τὸ ὁποῖον ἐφορολογήθη.

§72ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Πᾶς ἐργάτης ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν δουλειὰν ἢ πρέπει νὰ ἠξεύρῃ.

§73ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Πᾶς ἐργάτης;

§74ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Δὲν χρειάζεται καμμία τέχνη.

§75ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Ὄχι· οἱ ἴδιοι οἱ γεωργοὶ πολλάκις τὰ κάμνουν. Προτείνω λοιπὸν νὰ ἀποῤῥιφθῇ, διότι εἶναι ἡμερομίσθιον.

§76ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν ἐννοῶ τὸν ἐργάτην, ἀλλὰ τὸν ἔχοντα κατάστημα εἰς τὸ ὁποῖον ἐργάζονται αὐτοί.

§77ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Πολὺ καλά, εἴμεθα σύμφωνοι, νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά. Εἰς τὴν κλάσιν Βʹ. ἀριθ. 16 σημειόνετε τὸν ξυλουργὸν ἢ μαραγκόν ἡμερομίσθιον· φρονῶ ὅτι εἶναι ἄδικον αὐτὴ ἡ τροπολογία νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν δευτέραν κλάσιν.

§78ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἔχει ἓν τάλληρον τὴν ἡμέραν.

§79ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Εἰς τὰς Ἀθήνας, ἀλλ’ εἰς τὰς ἐπαρχίας ἔχει δύο δραχμὰς καὶ ἐργάζεται ἴσως τὸ ⅕ τοῦ ἔτους. Κατὰ τὸν πίνακα εἰς τὰς Ἀθήνας θὰ πληρόνῃ 16 δραχμάς.

§80ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. 24.

§81ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Μάλιστα 24, ὥστε εἰς ἓν χωρίον νὰ πληρόνῃ 16 δρ. εἶναι ἄδικον.

§82ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Θὰ πληρώσῃ ἐκεῖ.

§83ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Μὰ εἶναι ἄδικον καὶ προτείνω νὰ καταταχθῇ εἰς τὴν ἄλλην κλάσιν, καὶ εἰς μὲν τὰς Ἀθήνας νὰ πληρόνῃ 24 δρ. εἰς δὲ τὰς ἄλλας ἐπαρχίας σχετικῶς. Ἔχετε τὸν σανδαλοποιὸν, ἐκεῖνον τὸν παπουστῆν ὅπου κάμνει γεμενιά.

§84ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἶναι εἰς τὴν δευτέραν κλάσιν.

§85ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Θὰ συζητήσωμεν κατ’ ἄρθρον τὸ τιμολόγιον, ναὶ ἢ ὄχι; Λοιπὸν κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ τιμολογίου δύνασθε, Κ. Λαμπρυνίδη, νὰ ὑποστηρίζετε ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα σήμερον λέγετε.

§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἀναφοραὶ πολιτῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ἀπεφάνθη ἡ ἐπιτροπή· νομίζω λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ τὰς ἀναγνώσωμεν· καὶ πρῶτον τὴν ἀναφορὰν Ἀθηναίων πολιτῶν, καὶ ὕστερα τῶν ἀμπατζίδων.

§87ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔπρεπε νὰ τυπωθῇ αὐτὴ ἡ ἀναφορὰ, (ἀναγινώσκεται μέχρι τινὸς ἡ ἀναφορὰ διαφόρων πολιτῶν Ἀθηναίων) (θόρυβος). Προτείνω ν’ ἀναβληθῇ διὰ σήμερον ἡ συζήτησις, νὰ τυπωθῇ ἡ ἀναφορά· διότι ἡμεῖς δὲν ἠκούσαμεν ὅσα ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ διαλαμβάνει· ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἶναι γεγραμμένη ἀπὸ διαφόρους ἐντίμους πολίτας, οἵτινες πρόκειται νὰ πληρώσουν, καὶ οἵτινες εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ γνωρίζουν τὸν πόνον των· διὰ τοῦτο, ὅπως ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκόν μας ὡς πρέπει, πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ παράπονα αὐτῶν, οἵτινες εὑρίσκονται εἰς κατάστασιν νὰ μᾶς φωτίσωσι, διότι θὰ πληρώσωσι· πρέπει νὰ τυπωθῇ αὐτὴ ἡ ἀναφορὰ, καθὼς καὶ ὅλαι αἱ ἄλλαι ἀναφοραί.

§88ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Νομίζω ὅτι οἱ πολῖται ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἀντιπροσωπεύονται ἀπὸ τοὺς Βουλευτὰς, ὅπως τῶν ἐπαρχιῶν, οὕτω καὶ ὅλης τῆς ἐπικρατείας, διότι ἕκαστος εἶναι καὶ ἀντιπρόσωπος τοῦ κράτους· κατὰ συνέπειαν, συζητουμένου νομοσχεδίου τινὸς, ἡ γνώμη τῶν πολιτῶν, ἥτις εἶναι ἄλλως σεβαστὴ, δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἀντικείμενον εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Γνωρίζετε, ὅτι ἔχομεν κανονισμὸν, ὅστις λέγει ὅτι εἶναι δεκτοὶ οἱ πολῖται ν’ ἀναφέρωσι τὰ παράπονά των εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ διὰ τοῦτο ὑπάρχει ἐπιτροπὴ τῶν ἀναφορῶν εἰς τὴν ὁποίαν παραπέμπονται· διότι ὑποτίθεται, ὅτι αἱ ἀναφοραὶ αὐταὶ θὰ ἔχωσιν ὅλως ἰδιωτικὸν σκοπὸν καὶ δὲν θὰ ἐμπεριέχωσι γνώμην ἐπὶ τῶν συζητουμένων νομοσχεδίων. Τέλος πάντων δὲν ἀπαγορεύω νὰ ἀποφανθῶσι καὶ νὰ ἐκθέσωσι τὴν γνώμην των ἐπὶ τῶν συζητουμένων νομοσχεδίων, ἀλλὰ ἡ φωνὴ αὐτῶν δὲν θέλει εὕρει ἠχὼ, ἐὰν δὲν ὑποστηριχθῇ ἀπὸ τοὺς Βουλευτάς. Σήμερον, ἐπειδὴ ἔχομεν μίαν ἢ δύο ἀναφορὰς, ν’ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν διὰ νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐξετάσωμεν τὴν γνώμην καὶ τὰ παράπονα τῶν μὲν ἢ τῶν δὲ, νομίζω πῶς τὸ τοιοῦτον δὲν εἶναι τακτικὸν, διότι τότε εἰς ὅλα τὰ νομοσχέδια θὰ σταματῶμεν, διότι θὰ ἔρχωνται ἀπὸ διάφορα μέρη ἀναφοραί. Εἶμαι λοιπὸν ἐναντίος εἰς τὴν ἀναβολὴν δὲν εἶμαι ὅμως καὶ ἐναντίος εἰς τὸ νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μας τὴν γνώμην καὶ τὰ παράπονα τῶν ἀναφερομένων.

§89ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ συμφωνήσω μὲ τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα, διότι δὲν θεωρῶ δίκαιον ὅτι πρέπει νὰ περιποιούμεθα τὸν λαὸν, ὅταν πρόκειται νὰ τοῦ ζητήσωμεν τὴν ψῆφόν του, καὶ ὅταν πρόκειται νὰ τὸν φορολογήσωμεν νὰ μὴν θέλωμεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονά του· ἑπομένως θεωρῶ ὅλως διόλου ἀκατάλληλον τὴν ἀντίκρουσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ προλαλήσας, τοσοῦτον μᾶλλον, καθόσον ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ στέλλεται ἀπὸ ἐντίμους ἀνθρώπους, οἵτινες εὑρίσκονται εἰς κατάστασιν νὰ δώσωσι μίαν γνώμην, διότι αὐτοὶ γνωρίζουσι κάλλιον παντὸς ἄλλου τὸν πόνον των, καὶ δὲν ἔκαμαν ἄλλο, εἰμὴ τὸ καθῆκόν των, μιμούμενοι κατὰ τοῦτο τοὺς πολίτας τῶν φιλελευθέρων λαῶν. Εἰς τὴν Ἀμερικὴν οἱ πολῖται ἔχουν πολὺ μεγαλείτερα δικαιώματα, διότι ὄχι μόνον οἱ Βουλευταὶ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ δίδουν προτάσεις, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ἀκόμη οἱ πολῖται. Οἱ πολῖται αὐτοὶ δὲν ἔκαμαν ἄλλο τίποτε, παρὰ νὰ ἐκθέσωσι τὰ παράπονά των εἰς μίαν ἀναφορὰν, ἥτις διέτρεξεν ὅλους τοὺς ἀπαιτουμένους τύπους.

§90ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Λυποῦμαι λέγω ἀκούων τὸν ἔντιμον Βουλευτὴν τῶν Ἀθηνῶν ἀντιπρόσωπον τῶν Ἀθηνῶν, τοῦ ὁποίου ἡ ἀποστολὴ καὶ ἡ ἐντολὴ εἶναι ν’ ἀντιπροσωπεύσῃ ὄχι μόνον τοὺς 100 ἐπιτηδευματίας, ἀλλὰ ὅλους τοὺς πολίτας τοῦ κράτους, λυποῦμαι νὰ λέγῃ ὅτι δὲν γνωρίζει τὰ παράπονα τῶν συμπολιτῶν του καὶ ἐπιθυμεῖ σήμερον νὰ τὰ μάθῃ ἀπὸ τὴν ἀναφορὰν ἥτις ἔγεινε.

§91ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ γνωρίζω.

§92ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ὅταν τὰ γνωρίζετε, ἦτον περιττὸν νὰ φέρετε τοὺς πολίτας, καὶ νὰ θέλετε ἡμεῖς ἀπὸ τοὺς πολίτας νὰ φωτισθῶμεν. Ἡ φωνή σας εἶναι ἰσχυρὰ καὶ ἠμπορούσατε νὰ εἴπητε τὰ παράπονα τῶν πολιτῶν· τὰ ἐμελετήσατε δὲ τοσοῦτον, καθόσον ἡ ὑπογραφή σας εὑρίσκεται εἰς μίαν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, εἰς τὴν ὁποίαν λέγετε ὅτι τὸ μὲν νὰ μεταβληθῇ οὕτω, τὸ δὲ ἄλλως· ἑπομένως φαίνεται ὅτι τὰ ἄλλα δὲν τὰ ηὕρατε δίκαια. Τέλος πάντων ἡμεῖς ἔχομεν κανονισμὸν, ὅστις ἐὰν ἔλεγεν ὅτι τὰς ἀναφορὰς, τὰς γνώμας τῶν πολιτῶν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ τὰς λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ νὰ τὰς τυπόνῃ, τότε βεβαίως θὰ εἶχε δίκαιον ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀθηνῶν· ἀλλ’ ὅταν τὸ σύνταγμα λέγῃ ὅτι οἱ πολῖται ἔχουν τὸ δικαίωμα ν’ ἀναφέρωνται, ὁ δὲ κανονισμὸς λέγει ὅτι αἱ ἀναφοραὶ ἀναγινώσκονται καὶ κατόπιν παραπέμπονται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἥτις γνωμοδοτεῖ ἐπ’ αὐτῶν, καὶ προκειμένου περὶ νομοσχεδίου, οὐδόλως λέγει, ὅτι λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τοῦτο; Ὁ Κ. Μακρυγιάννης σᾶς εἶπεν, ὅτι αὐτὸ συμβαίνει εἰς τὴν Ἀμερικὴν· ἐγὼ ὅμως σᾶς λέγω ὅτι δὲν συμβαίνει, ἀλλ’ ἀδιάφορον· εἶναι μία ἀναφορὰ, τὴν ὁποίαν οὔτε τὸ σύνταγμα, οὔτε ὁ κανονισμὸς μᾶς ἐπιτρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, καθὼς λέγει ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Ἀθηνῶν.

§93ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, καθόσον ἀφορᾷ τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔφερεν ὁ προλαλήσας, δὲν εἶναι ἐναντίαι εἰς τὴν ἀντίῤῥησιν τὴν ὁποίαν ἔκαμε περὶ τῆς τυπώσεως τῆς ἀναφορᾶς τῶν ἐπιτηδευματιῶν· διότι τί σᾶς εἶπε καὶ ὁ προλαλήσας, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ ὀρθόν; ὅτι οἱ βουλευταὶ ἀντιπροσωπεύουν τὴν ὅλην ἐπικράτειαν. Ὁσάκις λοιπὸν ζητεῖται τι τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ μίαν τάξιν ἀνθρώπων, δὲν ἀνήκει εἰς τὴν ὑποστήριξιν καὶ φροντίδα ἐκείνων οἵτινες μόνον κατάγονται ἀπὸ τὴν αὐτὴν ἐπαρχίαν, ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν βουλευτῶν· αὐτὴν τὴν ἀρχὴν τὴν δέχομαι ὡς πραγματικὴν, ὡς ἀληθῆ. Λοιπὸν κατ’ αὐτὴν τὴν ἀρχὴν οἱ βουλευταὶ πῶς θέλουν φωτισθῆ; Ὑπάρχει μία ἀναφορὰ, ἡ ὁποία ἀφορᾷ πολλοὺς ἐπιτηδευματίας καὶ ἥτις πραγματεύεται περὶ τοῦ ζητήματος, τοῦ ὁποίου σήμερον πρόκειται νὰ γίνῃ τελευταία ἀπόφασις, διότι εἶναι ἡ τρίτη συζήτησις. Διὰ νὰ ἐκπληρώσωμεν λοιπὸν αὐτὸ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ὅλοι οἱ βουλευταὶ ὡς ἀντιπρόσωποι ὁλοκλήρου τῆς ἐπικρατείας ἔχομεν, πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ παράπονα τῶν ἀναφερομένων· ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ ἤδη παρουσιάζεται· δὲν ἐγένετο γνωστὴ πρότερον καὶ ὡς ἐκ τούτου βλέπετε ὅτι ἡ κοινοποίησησίς της εἶναι πολὺ λογικὴ καὶ ἀναγκαία, καθόσον μάλιστα ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔφερε καμμίαν ἔκθεσιν· ἐὰν ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν αὐτὴν τὴν ἀναφορὰν ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ἔφερε μίαν ἔκθεσιν, ἡ ἔκθεσις αὕτη θὰ ἦτο τυπωμένη καὶ θὰ ἐλάμβανον γνῶσιν αὐτῆς οἱ βουλευταὶ καὶ ἑπομένως ἤθελον σχηματίσει μίαν πεποίθησιν.

§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀναφορὰ εἶναι πολὺ μικρὰ καὶ περιληπτικὴ (ἀναγινώσκεται).

§95Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη τῶν πολιτῶν, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἄλλοτε ἔγεινε τόσος θόρυβος καὶ κρότος, εἶναι τόσον ἁπλῆ, ὥστε ἕκαστος ἐξ ἡμῶν βλέπει τί αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι διὰ τῆς ἀναφορᾶς αὑτῶν ζητοῦσι καὶ πρέπει νὰ εἴμεθα δίκαιοι· οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἰς τὴν ἀναφορὰν συμπεριλαμβάνουν ὅλας τὰς ἀνάγκας των εἰς τέσσαρας λέξεις· ἐξετάσατε, ζητήσατε, πληροφορηθῆτε καὶ σκεφθῆτε, διότι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κάμνετε εἶναι σπουδαῖον καὶ θέλει μείνει διὰ πάντοτε. Νομίζετε ὅτι δὲν ἔχουν αὐτὸ τὸ δικαίωμα; νομίζετε ὅτι δὲν πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας τὴν αἴτησιν αὐτῶν; νομίζετε, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἤξιζε νὰ ῥίψῃ ἓν βλέμμα, νὰ δώσῃ ὀλίγην προσοχὴν εἰς τὰ παράπονα τῶν πολιτῶν; Ἰδοὺ ὅτι ἔχει κάτι τι ἄξιον, τὸ ὁποῖον δύναταί τις νὰ εἴπῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διότι βλέπετε τόσους ἀνθρώπους οἵτινες δὲν σᾶς λέγουν εἰμὴ αὐτὰς τὰς λέξεις· ἐξετάσατε καὶ πληροφορηθῆτε καλῶς, καὶ κατόπιν νομοθετήσατε ὅ,τι νομίζετε συμφέρον εἰς τὴν πατρίδα· καὶ ἡ ἐξέτασις εἶναι δίκαιον νὰ γίνῃ. Καὶ ἀληθῶς ἐν εἰλικρινείᾳ καὶ ἐν συνειδήσει, ὅσοι ἐξ ἡμῶν ἀνεγνώσαμεν κατὰ βάθος τὸ τιμολόγιον, ποῖος ἐξ ἡμῶν εἶναι ἐκεῖνος ὅστις κατὰ βάθος τὸ ἐνόησεν; Ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχουν καί τινες οἵτινες νὰ τὸ ἐνόησαν, ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχουν τοιαῦτα πνεύματα, τὰ ἄλλα πρέπει νὰ μείνουν εἰς τὸ σκότος; διατί διωρίσαμεν αὐτὴν τὴν ἐπιτροπήν, παρὰ διὰ νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν της τὰς ἀναφορὰς καὶ νὰ μᾶς φέρῃ μίαν γνώμην ἐπ’ αὐτῶν; Ἔπρεπε νὰ παρέλθῃ ἐν σιγῇ, ἐνῷ εἶχεν ὑπ’ ὄψιν της τὴν ἀναφορὰν τῶν συμπολιτῶν μας; Ἐγὼ νομίζω, Κύριοι, ὅτι ὅταν ἡ Βουλὴ πρόκειται νὰ ἀποφασίσῃ ἐπὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἔχωσι τόσον οὐσιώδη ἐπιῤῥοὴν εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ, ἔστω ἑκατὸν μόνον, (τάχα νομίζετε, ὅτι τὰ παράπονα μιᾶς πολιτείας καὶ τόσον μεγάλης εἶναι τόσον μικρὰ; ὥστε νὰ μὴ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ἀπὸ τὴν Βουλὴν τῶν ἀντιπροσώπων;) ὅταν, λέγω, πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφασίσῃ πόσοι καὶ πῶς πρέπει νὰ ἐπιβληθῶσιν οἱ φόροι, ὅταν πρόκειται νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς δικαιοσύνης τέλος πάντων, εἶναι πάντοτε καιρός· διότι μὴ στοχάζεσθε, ὅτι ψηφίζοντες αὐτὸν τὸν νόμον ἐντὸς 24 ὡρῶν, κατωρθώσατέ τι μέγα· τίποτε δὲν θέλετε κάμει, οὔτε σπουδαῖον οὔτε ὠφέλιμον. Ἐὰν διὰ τῆς ἐξετάσεως δυνηθῶμεν νὰ φθάσωμεν εἰς τέλειόν τι, διατί νὰ μὴ τὸ κάμωμεν; Νομίζω, ὅτι ἡ αἴτησις τῶν πολιτῶν εἶναι σπουδαία καὶ ἔπρεπεν ἡ ἐπιτροπὴ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της αὐτὴν τὴν ἀναφορὰν, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν τὸ ἔκαμε. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται χωρὶς νὰ παραβλέψῃ διόλου τὸ καθῆκόν της νὰ προβῇ εἰς μίαν ἐξέτασιν αὐτῶν τῶν πραγμάτων, διότι, διὰ νὰ καταρτίσωμεν ἕνα νόμον ὅσον τὸ δυνατὸν τελειότερον, εἶναι ἀνάγκη νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μας ὅλα ὅσα δύνανται νὰ μᾶς φωτίσωσι· τούτου ἕνεκα λοιπὸν νομίζω, ὅτι εἶναι δίκαιον ἡ Βουλὴ νὰ διατάξῃ τὴν ἐξέτασιν τῶν παραπόνων τῶν πολιτῶν Ἀθηναίων, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ῥίψῃ ἓν βλέμμα ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ἐκείνης, ἥτις φέρει τόσας ὑπογραφὰς τοσούτων ἐντίμων πολιτῶν· ἐὰν καὶ σήμερον ἡ ἐπιτροπὴ δὲν τὴν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν καὶ δὲν μᾶς ἔφερε μίαν γνώμην ἐπ’ αὐτῆς, νομίζω πῶς εἶναι καιρὸς πάντοτε νὰ γίνῃ τοῦτο, ἐὰν τὸ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή.

§96ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Καθόσον ἤκουσα, δὲν προτείνομεν μέσα θεραπείας, οὐδὲ μεταβολὴν φορολογικοῦ συστήματος· ἐὰν ἐπροτείνοντο τοιαῦτα μέσα καὶ τοιαύτη τροπολογία, καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος ἤθελον ζητήσει τὴν ἀναβολὴν καὶ ὅλοι ἠθέλαμεν ἀπαιτήσει ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ ἔλθῃ μία ἔκθεσις ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν αὐτὴν, ἥτις θὰ μελετήσῃ αὐτὸ τὸ σύστημα· ἀλλ’ αὐτὴ ἡ ἀναφορὰ δὲν ἐμπεριέχει τοιοῦτόν τι· αὐτοὶ λέγουν, ὅτι, ἐπειδὴ εἴμεθα πτωχοί, ἐπειδὴ τὸ ἐμπόριον δὲν κινεῖται, ἐπειδὴ ὑπάρχει γενικὴ ἀχρηματία κτλ. νομίζομεν ὅτι πρέπει νὰ σκεφθῆτε, ὅταν ἐπιβάλλετε φόρους, διότι ἡ ἐπιβολὴ τοῦ φόρου καταντᾷ νὰ γίνηται διηνεκής. Ἐπειδὴ λοιπὸν τὸ περιεχόμενον αὐτῆς τῆς ἀναφορᾶς δὲν περιέχει ἓν πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀξίζει τὸν κόπον, καθ’ ὁλοκληρίαν δὲν συμφωνῶ νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ἀναβολή.

§97Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Τὸ νέον φορολογικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον εἰσάγει ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, νομίζω, ὅτι πρὸ πολλοῦ συνεζητήθη καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ καὶ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ καὶ ἐν μέσῳ ἡμῶν.

§98ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Κύριε Παναγῆ, μὲ συγχωρεῖτε· ἡμεῖς θέλομεν νὰ ἐξευρεθῇ τὸ ὀρθὸν καὶ ἀποφασισθῇ· ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ ὅτι πρέπει νὰ δώσῃ μίαν προθεσμίαν καὶ νὰ ἀρχίσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν, ἀλλὰ μὲ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐργασθῇ ἡ ἐπιτροπὴ, δὲν ἔχομεν κἀμμίαν δυσκολίαν νὰ τὸ δεχθῶμεν. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι, παρακαλεῖται ἐντὸς πέντε ἡμερῶν, διότι νομίζω εἶναι ἀρκεταὶ, νὰ μᾶς φέρῃ μίαν ἔκθεσιν· ἐὰν δὲν ἠμπορέσῃ ὅμως ἕως τότε, ἡμεῖς θὰ προχωρήσωμεν. Τώρα ἀρχίζομεν τὸν προϋπολογισμόν.

§99ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§100Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Θεωρῶ λοιπὸν περιττὸν νὰ λαλήσω, ἀφοῦ τὸ ὑπουργεῖον δέχεται ὅ,τι ἤθελον νὰ εἴπω.

§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ νὰ ἀναβάλωμεν καὶ νὰ πέμψωμεν τὸ ἔργον εἰς τὴν Ἐπιτροπήν;

§102ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιμένῃ νὰ ἐπεξεργασθῇ ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Οἰκονομικῶν τὸν νόμον τῶν ἐπιτηδευμάτων, πρέπει νὰ ἀντικαταστήσῃ δύο μέλη, τὸν κ. Λεονταράκην καὶ ἐμὲ, οἱ ὁποῖοι εἴμεθα καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ λείψωμεν ἀπ’ ἐκεῖ, διότι ἡ ἐπεξεργασία τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι λίαν κατεπείγουσα.

§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε πολλὰ ὑπουργεῖα ἀκόμη;

§104ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο, καὶ δὲν προφθάνομεν.

§105ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι μάταιον· ἐὰν δύο μέλη δὲν ἠμποροῦν νὰ ἐργασθοῦν, εἶναι τ’ ἄλλα.

§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν νὰ συνέλθουν τ’ ἄλλα μέλη.

§107ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Χαίρω, Κύριοι, διότι σήμερον γίνεται ἀναγκαία ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν ἔκαμα περὶ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου· ἀλλὰ συγχρόνως ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ ἐκλεχθῇ μία εἰδικὴ ἐπιτροπὴ, διὰ νὰ μᾶς φέρῃ ἓν ἀποτέλεσμα.

§108ΤΙΝΕΣ. Εἶναι ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Οἰκονομικῶν.

§109ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, ἀφοῦ ἐν πολλῷ διαστήματι δὲν ἐδυνήθη νὰ γνωμοδοτήσῃ, βεβαίως δὲν θὰ δυνηθῇ μήτε ἐντὸς τῶν πέντε ἡμερῶν. Τὸ ζήτημα τὸ φορολογικὸν εἶναι ἤδη χωνευμένον εἰς τὰς κεφαλὰς ὅλων μας καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ δώσωμεν προσοχὴν εἰς τὴν ἀναφορὰν τῶν πολιτῶν, διότι ἐθεωρήθη πολὺ σπουδαία καὶ ἐκφράζει ἀληθῶς τὰ ἀληθῆ παράπονα τοῦ φορολογουμένου λαοῦ. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ φρονῶσιν ὅτι δὲν λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονά των. Νὰ τυπωθῇ λοιπὸν ἡ ἀναφορὰ καὶ ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν, διότι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν θὰ λάβῃ καιρόν.

§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἴδωμεν ἐὰν τὰ μέλη ἦναι ἐδῶ ἢ νὰ προσθέσωμεν ἄλλα· «Λεονταράκης, Σωτηρόπουλος, οὗτοι ζητοῦν νὰ ἐξαιρεθοῦν. Παξιμάδης, Δεληγιάννης, Μοδινὸς, Ἀντύπας καὶ Λαμπρυνίδης·» πέντε τὸ ὅλον· αὐτοὶ λοιπὸν νὰ λάβουν τὰς ἀναφορὰς ὑπ’ ὄψιν καὶ νὰ ἐργασθοῦν. Λάβε, Κύριε Λαμπρυνίδη, τὰς ἀναφοράς. Ἐγχειρίζει εἰς τὸν Κ. Λαμπρυνίδην αὐτάς. Λοιπὸν Κύριοι, προχωροῦμεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἢ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν;

§111ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, αὔριον.

§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν καὶ ἄλλα ἀντικείμενα.

§113ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν τὴν τρίτην συζήτησιν τῶν πιστώσεων.

§114ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπιμένομεν νὰ συζητηθῇ ὁ προϋπολογισμός· ἐὰν μᾶς ἀναγκάσουν, ἀποσύρομεν ὅλα τ’ ἄλλα.

§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι πρὸ πολλοῦ διανεμημένος, αἱ δὲ ἐκθέσεις ἀπὸ προχθές.

§116ΤΙΝΕΣ. Σήμερον δὲν ἔχομεν προϋπολογισμόν.

§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκω λοιπὸν, Κύριοι, πρῶτον τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ παρακαλῶ νὰ προσέξητε. «Ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ ἐπεξεργασθεῖσα τὸν διὰ τὸ ἔτος 1867 προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργείου, ἐπιφέρει τὰς ἀκολούθους παρατηρήσεις. Τὸ σύνολον τῶν ζητουμένων διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου πιστώσεων ἀναβαίνει εἰς δραχμὰς 10,722,263. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος 1866 ἐψηφίσθησαν μὲν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ δαπάναι 10,504,283, ἐζητήθησαν ὅμως ἀκολούθως διὰ πιστώσεων ἐπιψηφισθεισῶν ἤδη παρὰ τῆς Βουλῆς 1,167,000, ὥστε τὸ σύνολον τῶν ψηφισθέντων ἐξόδων τοῦ 1866 ἀνέρχεται εἰς 11,671,283· ἑπομένως τὰ ζητούμενα διὰ τὸ 1867 ἔξοδα ὑπερβαίνουσι κατὰ δραχμὰς 217,980 τὰς ἀρχικῶς διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ψηφισθείσας πιστώσεις τοῦ 1866, εἶναι δὲ κατώτερα κατὰ δραχ. 949,020 ἀπὸ τὸ σύνολον τῶν διὰ τὴν χρῆσιν ταύτην χορηγηθεισῶν μέχρι τοῦδε πιστώσεων· ἡ ἐλάττωσις αὕτη προέρχεται κατὰ μέγα μέρος, διότι πολλὰ ποσὰ ἐκ τῶν ζητηθέντων διὰ τῶν ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων δὲν ἀνάγονται εἰς τὰς συνήθεις ἐτησίας δαπάνας, ἀλλ’ ἐχρησίμευσαν εἰς πληρωμὴν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς προγενεστέρας χρήσεις, ἐνεκρίθη δὲ νὰ συμπεριληφθῶσιν εἰς τὴν τοῦ 1867, καθὸ ἐντὸς αὐτῆς ἐκκαθαρισθέντα· τοιαῦτα δὲ εἶναι δρ. 115,000 πληρωθεῖσαι διὰ τόκους τῶν χρεῶν τῆς Ἑπτανήσου, καὶ δρ. 318,000 δι’ ἐκτέλεσιν δικαστικῶν ἀποφάσεων καὶ δικηγορικὰ δικαιώματα. Συγκρινόμενος εἰς τὰ καθέκαστα ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1867 πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὰς πιστώσεις τοῦ 1866, παρουσιάζει αὐξήσεις μὲν ἐκ δρ. 790,808, ἐλαττώσεις δὲ ἐκ δραχ. 1,739,728· ἀφαιρουμένων ὅμως ἑκατέρωθεν 465,000 διὰ συντάξεις Ἄγγλων ὑπηκόων καὶ Ἑπτανησίων, αἵτινες λόγῳ τάξεως μετεφέρθησαν ἀπὸ ἑνὸς εἰς ἄλλο ἄρθρον, αἱ μὲν αὐξήσεις περιορίζονται εἰς δραχ. 335,808, αἱ δὲ ἐλαττώσεις εἰς 1,284,828. Αἱ αὐξήσεις ἀνάγονται εἰς τὰ ἑξῆς ἄρθρα.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Δραχ. 6,560.Ἐξωτερικὸν χρέος διὰ τὴν ὑπερτίμησιν τῶν
συναλλαγμάτων, καθόσον τὸ χρέος τοῦτο
συνωμολογήθη νὰ πληρόνηται εἰς φράγκα.
» 10,000.Ἑδαφονόμια Ἑπτανήσου.
» 91,000.Χρεωλυτικὰ δάνεια, διότι ἐπραγματοποι-
ήθησαν περισσότεραι ὁμολογίαι τοῦ ἐθνικοῦ
δανείου καὶ διότι κατὰ τὸ 1867 θέλει
πληρωθῆ ὁλοκλήρου τοῦ ἔτους τόκος καὶ
χρεωλύσιον διὰ τὸ δάνειον τῶν δραχμῶν
1,500,000, ἐνῷ κατὰ τὸ 1866 ἐπληρώθη
μιᾶς μόνον ἑξαμηνίας.
Δραχ. 115,000.Τόκος ἐντόκων γραμματίων, διότι ἕνεκα
τῶν ὑφισταμένων ἀναγκῶν ὑποτίθεται,
ὅτι θέλουν εἶσθαι ἀδιαλείπτως ἐν κυκλο-
φορίᾳ ὅλα τὰ γραμμάτια.
» 71,000.Στρατιωτικαὶ καὶ ναυτικαὶ συντάξεις.
» 10,000.Συντάξεις κλητήρων ἀστυνομικῶν ἐν Ἑ-
πτανήσῳ.
» 4,342.Προσωπικὸν ὑπουργείου, διὰ μισθοδοσίαν
δύω ὑπουργικῶν γραμματέων.
» 25,000.Ποσοστὰ ἐπιτηδευμάτων ἕνεκα τῆς αὐξή-
σεως τοῦ φόρου.
» 586.Προσωπικὸν μεταλλείων.
» 2,320.Ἔξοδα ἐπιτροπῆς ἀγῶνος, καθόσον προϋ
πολογίζει τὴν δαπάνην αὐτῆς δι’ ὅλον τὸ
ἔτος καὶ οὐχὶ δι’ 8 μῆνας ὅπως κατὰ τὸ
1866.
Δραχ. 335,808.
Αἱ δὲ ἐλαττώσεις ἀνήκουσιν εἰς τὰ ἀκό-
λουθα ἄρθρα.
376Προμήθεια ἐξωτερικοῦ χρέους.
270,000Δάνεια ἐπὶ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ, καθό-
σον διὰ τὴν ἐξόφλησιν τοῦ ἐπὶ ἐνεχυριάσει
τῆς σμύριδος δανείου δὲν ὑπολείπονται εἰμὴ
μόλις 60,000.
115,000Τόκοι χρεῶν τῆς Ἑπτανήσου, καθόσον εἰς
τὸ 1866 κατελογίσθησαν καὶ τόκοι προη-
γουμένων ἐτῶν.
28,180Ἐκκλησιαστικαὶ καὶ πολιτικαὶ συντά-
ξεις, διότι ἐκλείπουσιν οἱ συνταξιοῦχοι.
52,000Συντάξεις Ἄγγλων διὰ τὸν ἴδιον λόγον.
96,746Ἀπὸ ἐλάττωσιν προσωπικοῦ εἰς ὅλους
τοὺς κλάδους τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας ἐπὶ
πλέον τῆς διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
1866 ἐπενεχθείσης ἐκ δραχ. 308,000.
8,540Ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ τυπογραφείου
Κερκύρας.
27,000Ἐκ τῆς ἀνατυπώσεως τῶν Βασιλ. ἐφη-
μερίδων.
191,986Ἀπὸ ἐλάττωσιν τοῦ ὑλικοῦ τῶν διαφό-
ρων ὑπηρεσιῶν.
52,000Ἀπὸ ἐπιστροφὰς χρημάτων.
100,000Ἀπὸ ἐκτέλεσιν δικαστικῶν ἀποφάσεων
καὶ δικηγορικὰ ἔξοδα.
343,000Ἀπὸ συμψηφισμοὺς φαλαγγιτικῶν γραμματίων.
1,284,828.

Μεταβαίνουσα ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν λεπτομερειῶν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται προϋπολογισμοῦ, παρατηρεῖ τὰ ἀκόλουθα. Μέρος Αʹ. Χρέος δημόσιον. Ἐπὶ τοῦ μέρους τούτου τοῦ περιλαμβάνοντος τὸ ἐξωτερικὸν χρέος τοῦ Κράτους καὶ τὰς συντάξεις, καὶ ἐπὶ τῶν πιστώσεων τοῦ ὁποίου ζητεῖται αὔξησις 161,996, ἀποβαίνει περιττὴ πᾶσα παρατήρησις, διότι αἱ πιστώσεις αὗται ἀφορῶσι δικαιώματα στηριζόμενα εἰς νόμους ἢ συμβάσεις τοῦ δημοσίου, ἡ ἐκπλήρωσις τῶν ὁποίων εἶναι ὑποχρεωτικὴ καὶ ἄφευκτος, ἐξαρτᾶται δὲ ὅλως ἐκ τῶν περιστάσεων καὶ τῆς εὐπορίας τοῦ ταμείου νὰ μὴ δαπανηθῶσιν ὁλοσχερῶς τὰ προϋπολογιζόμενα ποσὰ, καὶ νὰ μείνῃ περίσσευμα, τὸ ὁποῖον θέλει καταλογισθῆ εἰς τὰς προσθέτους πιστώσεις. Κεφάλ. 6. Ἄρθρον 1. Προσωπικὸν ὑπουργείου. Ἐκτὸς τῶν θέσεων, ὅσαι ἀφῃρέθησαν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἀφαιρεῖται προσέτι ἡ μισθοδοσία ἑνὸς τμηματάρχου, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου προστίθεται ὁ μισθὸς δύω ὑπουργικῶν γραμματέων καὶ δύω γραφέων, ὥστε ἐπέρχεται αὔξησις ἐκ δρ. 4,342. Τὴν προσθήκην τοῦ ὑποδεεστέρου τούτου προσωπικοῦ ἡ ἐπιτροπὴ εὑρίσκει ἀναγκαίαν διὰ τὴν κανονικὴν διεξαγωγὴν τῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ σπουδαίῳ τούτῳ ὑπουργείῳ, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐξαρτῶνται ὅλα τὰ δημόσια καὶ μέγα μέρος τῶν ἰδιωτικῶν συμφερόντων. Συνιστᾷ μόνον εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν ὅπως συντάσσωνται ἐγκαίρως οἱ ἐμπορικοὶ πίνακες καὶ ἰδίως οἱ λογαριασμοὶ τῶν ἐξόδων ἑκάστου ἔτους, κατὰ τὸ ἄρθρον 95 τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου, μετὰ τῶν διαλαμβανομένων ἐν τοῖς ἄρθ. 103–107 πινάκων τῶν ἀπαλλοτριουμένων ἐθνικῶν κτημάτων, τῶν καθυστερούντων ὀφειλετῶν, τῆς διαχειρίσεως τοῦ Ἐθν. Τυπογραφείου κτλ, διότι τοιοῦτοι λογαριασμοὶ δὲν ἐδημοσιεύθησαν ἀπὸ πολλῶν ἤδη ἐτῶν παρ’ οὐδενὸς τῶν ὑπουργῶν, ἐνῷ ἡ δημοσίευσις αὐτῶν πρέπει κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου νὰ λαμβάνῃ χώραν ἐντὸς τῆς πρώτης τριμηνίας ἑκάστου ἔτους· ὁμοίαν σύστασιν ἀπευθύνει καὶ πρὸς τοὺς ἄλλους ὑπουργοὺς, καθόσον ἕκαστος ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ δημοσιεύῃ χωριστὸν πίνακα τῶν ἐξόδων τοῦ ὑπουργείου του. Εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο πρέπει νὰ γενῇ ἡ ἀναγκαία προσθήκη διὰ τὴν μισθοδοσίαν τοῦ προσωπικοῦ τοῦ δικαστικοῦ Γραφείου, ἐὰν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τὴν πρὸ πολλοῦ ὑποβληθεῖσαν παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς πρότασιν, τὴν ὁποίαν κατ’ ἐπανάληψιν συνιστᾷ ΚΕΦΑΛ. 6. Ἄρθρον 2. Γενικὸν Λογιστήριον. Διὰ τὸ προσωπικὸν τοῦ γραφείου τούτου σημειοῦται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἡ δαπάνη τῶν δραχ. 42,726, καὶ ἡ δαπάνη αὕτη περιλαμβάνεται ἀκεραία καὶ εἰς τοὺς τῶν παρελθόντων ἐτῶν προϋπολογισμοὺς, καθόσον τὸ Γεν. Λογιστήριον ἐθεωρήθη τὸ μόνον σχεδὸν προνομιοῦχον γραφεῖον, εἰς τὸ προσωπικὸν τοῦ ὁποίου οὐδεμία ἐψηφίσθη ποτὲ ἐλάττωσις λόγῳ οἰκονομίας, ἡ δὲ τοιαύτη ἐξαίρεσις ἐγένετο πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν τοῦ ν’ ἀφεθῶσιν αὐτῷ ὅλα τὰ μέσα ὅπως καταστῇ ἐνήμερον εἰς τὰς ἐργασίας του. Καὶ ὅμως μ’ ὅλην τὴν διατήρησιν τοῦ πολυπληθοῦς αὐτοῦ προσωπικοῦ καὶ τὴν ἑκάστοτε πρόσληψιν ἐπικουρικῶν ὑπαλλήλων ἐκ τῶν ταμιακῶν γραφείων, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Γεν. Λογιστηρίου ἐξακολουθεῖ νὰ εὑρίσκεται εἰς καταπληκτικὴν ὀπισθοδρόμησιν. Ὁ γεν. λογαριασμὸς τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τοῦ Κράτους, τὸν ὁποῖον ὀφείλει ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 92 τοῦ λογιστικοῦ νόμου νὰ δημοσιεύῃ καὶ παρουσιάζῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐντὸς τῶν τεσσάρων πρώτων μηνῶν ἑκάστου ἔτους καθυστερεῖ ἀπὸ τοῦ ἔτους 1859, διότι ὁ τελευταῖος δημοσιευθεὶς λογαριασμὸς εἶναι ὁ τοῦ 1858, ὁ δὲ ἀπολογισμὸς, ὅστις περιλαμβάνει τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα ἑκάστης χρήσεως καὶ πρέπει νὰ δημοσιεύηται κατὰ τὸ ἄρθρον 95 τοῦ αὐτοῦ νόμου ἐντὸς τῶν τριῶν πρώτων μηνῶν τοῦ ἀμέσως μετὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως ἑπομένου ἔτους, καθυστερεῖ ἀπὸ τοῦ ἔτους 1858· οὕτω δὲ, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν ἤδη ὑπ’ ὄψιν τὸν γενικὸν λογαριασμὸν τοῦ 1866 καὶ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1865, στερούμεθα τοῦ λογαριασμοῦ καὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ ὀκτὼ παρελθόντων ἐτῶν, καὶ ἑπομένως εὑρισκόμεθα εἰς πλήρη ἄγνοιαν ἐὰν αἱ χορηγηθεῖσαι κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα πιστώσεις διετέθησαν συμφώνως μὲ τοὺς νόμους τοῦ κράτους καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ψηφισθέντων προϋπολογισμῶν καὶ πιστώσεων· ἡ τοιαύτη κατάστασις, ἥτις καθιστᾷ ἰδανικὴν τὴν εὐθύνην τῶν διατακτῶν καὶ καταβιβάζει εἰς ἁπλῆν διατύπωσιν τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἶναι ἀνάγκη καὶ ἀνάγκη ἀπαραίτητος νὰ ἐκλείψῃ, διότι εἶναι ἄτοπον νὰ μὴ δύναται τὸ δημόσιον νὰ πράττῃ ὅ,τι καὶ τὰ μικροτάτας διαχειρίσεις ἔχοντα ἰδιωτικὰ καταστήματα, ἅτινα εἶναι ἐνήμερα εἰς τὴν σύνταξιν τῶν λογαριασμῶν των. Προτείνει ἑπομένως ἡ ἐπιτροπή, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ εἰς τὸ οὐσιῶδες τοῦτο ἀντικείμενον, καὶ ἀπαιτήσῃ παρ’ αὐτοῦ νὰ λάβῃ πάντα τὰ ἀναγκαῖα μέτρα, διὰ νὰ ἐκπληρωθῶσιν ἀκριβῶς αἱ διατάξεις τοῦ νόμου. ΚΕΦ. 6. Ἄρθρ, 3. Οἰκονομικοὶ ἐπιθεωρηταί. Τὴν διατήρησιν τριῶν οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν, τὴν ὁποίαν εἶχε παραδεχθῆ καὶ ὁ τοῦ 1866 προϋπολογισμὸς, ἡ ἐπιτροπὴ εὑρίσκει ἀπολύτως ἀναγκαίαν, διότι, ἀφοῦ εἶναι ὁμολογούμενον ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν οὐδὲ πρέπον νὰ παύσουν ὁλοσχερῶς αἱ ἐπιθεωρήσεις τῶν ὑπολόγων καὶ πολλῶν ἄλλων οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων, δὲν συμφέρει ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ ἀνατίθενται αὗται εἰς ὑπαλλήλους τῶν τμημάτων, ἀλλὰ πρέπει νὰ διεξάγωνται ἀπὸ ὑπαλλήλους καὶ βαθμὸν ἀνώτερον ἔχοντας καὶ ἀπ’ εὐθείας παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ ἐξαρτωμένους. ΚΕΦ. 6. Ἄρθ. 2. Προσωπικὸν Ἐλεγ. Συνεδρίου. Ἡ ζητουμένη ὑπὸ τοῦ ἄρθρου τούτου πίστωσις συνίσταται ἐκ δραχ. 98,275, ἤτοι κατὰ δρ. 16,966 ἔλαττον τῆς κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος χορηγηθείσης· ἡ ἐλάττωσις αὕτη προέρχεται ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ γενικοῦ ἐπιτρόπου, ἑνὸς ἐλεγκτοῦ, ἑνὸς παρέδρου καὶ δύο λογιστῶν. Τὸ σῶμα τοῦτο, διὰ τὸ προσωπικὸν καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ ὁποίου δαπανῶνται ἐτησίως ὑπὲρ τὰς 120,000 δρ. προσήνεγκε μὲν μέχρι τοῦδε ἱκανὰς ἐκδουλεύσεις εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, δὲν ἐξεπλήρωσεν ὅμως ἐντελῶς τὸν προορισμόν του, διότι οὐ μόνον δὲν εἶναι ἐνήμερον εἰς τὴν ἐκδίκασιν τῶν λογαριασμῶν τῶν ὑπολόγων, ἀλλὰ καὶ δι’ ὀλίγα μόνον ἔτη ἐδημοσίευσε διαδηλώσεις, διὰ τῶν ὁποίων μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν διαφόρων λογαριασμῶν ὀφείλει νὰ πιστοποιῇ καὶ νὰ βεβαιόνῃ τὴν ὀρθότητα τῶν παρὰ τῶν ὑπουργῶν δημοσιευομένων γενικῶν λογαριασμῶν καὶ ἀπολογισμῶν, καὶ τὰς ὁποίας εἶναι ὑπόχρεων κατὰ τὰ ἄρθρα 219–223 τοῦ λογιστικοῦ νόμου νὰ διεκπεραιόνῃ ἐντὸς τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου ἑκάστου ἔτους· ἐνιαυσίαν δὲ πρὸς τὸν Βασιλέα ἔκθεσιν, ὁποίαν κανονίζει τὸ ἄρθρον 217 τοῦ αὐτοῦ νόμου, περιλαμβάνουσαν τὰς ἐκ τῆς παραθέσεως τῶν ἐσόδων πρὸς τοὺς φορολογικοὺς νόμους καὶ τῶν ἐξόδων πρὸς τὰς χορηγηθείσας πιστώσεις παρατηρήσεις τοῦ σώματος καὶ τὰς περὶ μεταῤῥυθμίσεων καὶ βελτιώσεων σκέψεις αὑτοῦ, δὲν ἐδημοσίευσε τὸ συνέδριον ἀπὸ τῆς συστάσεως αὑτοῦ εἰμὴ μίαν καὶ μόνην συνταχθεῖσαν ἐν ἔτει 1854 καὶ ὡς βάσιν ἔχουσαν τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα τῶν χρήσεων 1845 καὶ 1846. Ὅ,τι παρετήρησεν ἡ ἐπιτροπὴ διὰ τὸ Γεν. Λογιστήριον ἐπαναλαμβάνει καὶ διὰ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ οἱ συντασσόμενοι παρὰ τῶν ὑπουργῶν γενικοὶ λογαριασμοὶ καὶ ἀπολογισμοὶ οὐδεμίαν ἀξίαν ἔχουσιν, ἐὰν δὲν συνοδεύωνται ἀπὸ τὰς διαδηλώσεις καὶ τὰς ἐνιαυσίας ἐκθέσεις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι εἰς τὴν Βουλὴν ἀποβαίνει φυσικῶς ἀδύνατον νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν λεπτομερειῶν τῆς διαχειρίσεως ὅλων τῶν ὑπολόγων καὶ ὅλων τῶν ὑπουργῶν. Δέον νὰ συστηθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅπως εἰσαγάγῃ τάχιστα τὸν διατασσόμενον ὑπὸ τοῦ Συντάγματος νόμον περὶ προσόντων τῶν ψῆφον ἐχόντων μελῶν τοῦ Συνεδρίου καὶ φροντίσῃ ὥστε τὸ προσωπικὸν τῶν λογιστῶν καὶ πολλοὶ τῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων νὰ λαμβάνωνται ἐκ προσώπων ἐπὶ πολλὰ ἔτη εἰς τὴν ταμιακὴν ὑπηρεσίαν ἀσχοληθέντων καὶ μεγάλην περὶ τοὺς ἀριθμοὺς ἕξιν ἀποκτησάντων. ΚΕΦΑΛ. 7. Ἄρθρον 1. Προσωπικὸν ταμείων. Ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς δὲν δέχεται τὴν σημειουμένην παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ ἀπάλειψιν τοῦ μισθοῦ ἐννέα γραφέων, διότι ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως γνωρίζει, ὅτι ἡ ἔλλειψις τοῦ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ παρεμβάλλει προσκόμματα εἰς τὴν τακτικὴν τῆς ὑπηρεσίας διεξαγωγήν. Προτείνει ἑπομένως νὰ προστεθῇ ἡ ἀναγκαία διὰ τὴν πληρωμὴν αὐτῶν δαπάνη ἐκ δραχ. 10,440. Ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τὴν ὑπὸ συζήτησιν πρότασιν περὶ συστάσεως ταμείου Γʹ. τάξεως ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Βάλτου, μετὰ τὴν ὁποίαν θέλει ὑποβιβασθῇ τὸ ἐν Βονίτσῃ ταμεῖον ἀπὸ τῆς δευτέρας εἰς τὴν Γʹ. τάξιν, πρέπει νὰ προσθέσῃ εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο πίστωσιν ἐκ δραχ. 120, ἤτοι δρ. 10 κατὰ μῆνα, διότι ναὶ μὲν ἀπαιτοῦνται δραχ. 180 κατὰ μῆνα διὰ τὸν μισθὸν τοῦ νέου ταμείου, ἀλλὰ θέλουν περισσεύσει δρ. 49 ἐκ τοῦ ὑποβιβασμοῦ τοῦ ταμείου Βονίτσης, καὶ 130 ἐκ τῆς καταργήσεως τῆς θέσεως τοῦ γραμματέως αὐτοῦ. Ἐπίσης πρέπει νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸ 3 ἄρθρον τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου δρ. 240 διὰ τὴν κανονικὴν ἐπιχορήγησιν τοῦ νέου ταμείου. ΚΕΦ. 8. Ἄρθρον 1. Ἐφορίαι. Διὰ τοὺς ἀνωτέρω ἐκτεθέντας λόγους δὲν παραδέχεται ἡ ἐπιτροπὴ τὴν ἀπάλειψιν τῆς δαπάνης διὰ τοὺς πρωτοκολλιστὰς τῶν ἐφοριῶν Γʹ. τάξεως καὶ 5 γραφεῖς Βʹ. τάξεως, καὶ προτείνει νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο ἡ ἀντιμισθία αὐτῶν ἀναβαίνουσα εἰς δρ. 9,240. Πρέπει ἐπίσης νὰ προστεθῶσι δραχ. 2,400. διὰ τὴν σύστασιν Οἰκον. Ἐφορίας ἐν Βάλτῳ καὶ τὸν ὑποβιβασμὸν τῆς ἐν Βονίτσῃ ἀπὸ τῆς Γʹ. εἰς τὴν Δʹ. τάξιν, ἐὰν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τὴν ὑπὸ συζήτησιν πρότασιν, ἔτι δὲ αὔξησιν ἐκ δρ. 240 εἰς τὸ 2. ἄρθρον τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου διὰ κανονικὴν ἐπιχορήγησιν τῆς νέας ταύτης ἐφορίας. ΚΕΦ. 11. Ἄρθρον 1. Προσωπικὸν τελωνείων. Τὸ προσωπικὸν τῶν τελωνείων πλὴν τῶν ἀνδρῶν τοῦ Σώματος τῆς τελωνοφυλακῆς, συνίσταται κατὰ τοὺς ὀργανικοὺς νόμους ἐκ 255 ὑπαλλήλων, τῶν ὁποίων ἡ ἐτησία μισθοδοσία ἀναβαίνει εἰς δρ. 424,980· ἐξ αὐτῶν ἐκπίπτονται πρόσωπα 114, τῶν ὁποίων ἡ μισθοδοσία ἀποτελεῖ τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 165,480, καὶ οὕτω μένουσι πρόσωπα 140 μὲ μισθοδοσίαν δραχμῶν 258,500. Κατὰ τὸ 1866 ἡ μὲν ὀργανικὴ δύναμις τῶν τελωνιακῶν ὑπαλλήλων εἶχεν ὑπολογισθῆ εἰς 227 ἄνδρας, διότι παρελείποντο αἱ θέσεις σταθμαρχῶν τινων καὶ ἄλλων ὑπαλλήλων, ὡς κατεχόμεναι ἀνέκαθεν ἀπὸ ὑπαλλήλους ἄλλων κλάδων, ἡ δὲ μισθοδοσία αὐτῶν ἀνέβαινεν εἰς δρ. 398,360. Ἐκ τούτων δὲ εἶχον ἀφαιρεθῆ πρόσωπα 51, ὧν ἡ μισθοδοσία ἔφερε δρ. 72,969, καὶ ἔμενον ὑπάλληλοι 176 μὲ μισθοδοσίαν δραχ. 320,391, ὥστε ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1867 περιέχει ὀλιγώτερον ἀπὸ τὸν τοῦ 1866, 36 πρόσωπα καὶ 60,831 μισθοδοσίαν· ἐπειδὴ ὅμως ἀφ’ ἑτέρου περιλαμβάνει περιπλέον 6,200 δραχ. διὰ τὴν μισθοδοσίαν ἑνὸς δεκάρχου καὶ τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν ἀνακαταταχθέντων τελωνοφυλάκων, ἡ πραγματικὴ διαφορὰ μετὰ τὴν νενομισμένην ἐλάττωσιν τῶν μισθῶν καὶ ἐπιμισθίων περιορίζεται εἰς δραχμὰς 43,955. Ἐνταῦθα ἡ ἐπιτροπὴ θεωρεῖ ἀναγκαῖον νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅπως ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ εἰς τὴν κατάλληλον ἀναπλήρωσιν τῶν ἀφαιρουμένων ὑπαλλήλων, διότι πολὺς φόβος ὑπάρχει μήπως ἡ παρουσιαζομένη εἰς τὰ ἔσοδα τῶν τελωνείων ἔκπτωσις ἔχει ἐν μέρει τὴν πηγήν της εἰς τὴν μεγάλην τοῦ προσωπικοῦ ἐλάττωσιν, ἡ δὲ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, θεωροῦσα περιττὰς τὰς θέσεις τῶν ἑξηκονταρχῶν καὶ δεκαρχῶν, προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀπαλείψῃ τὴν ζητουμένην διὰ μισθοδοσίαν αὐτῶν πίστωσιν καὶ νὰ ὑποχρεώσῃ τὸν ὑπουργὸν νὰ εἰσαγάγῃ νόμον περὶ καταργήσεως τῶν θέσεων τούτων. Ἐπειδὴ δὲ ἡ Βουλὴ ἔχει ἐνώπιόν της ἐκκρεμῆ πρότασιν περὶ συστάσεως ὑποτελωνείου εἰς τοὺς μύλους τῆς Ἀργολίδος, ὀφείλει νὰ προσθέσῃ δραχ. 1200 διὰ τὴν μισθοδοσίαν ἑνὸς ὑπαλλήλου δʹ. τάξεως, ἐὰν ἡ πρότασις αὕτη γενῇ δεκτή. ΚΕΦ. 11. Ἄρθρον 4. Προσωπικὸν Σφραγιστηρίου. Τὸ μέτρον τοῦ νὰ ἀνατεθῇ ἡ διεύθυνσις τοῦ Σφραγιστηρίου εἰς τὸν διευθύνοντα τὸν γεωμετρικὸν κλάδον ἀξιωματικὸν τοῦ μηχανικοῦ εἶναι ὠφέλιμον, διότι οἰκονομεῖται ὁ μισθὸς τοῦ διευθυντοῦ, ἀλλ’ ἡ χορήγησις ἐπιμισθίου εἰς τὸν ἀξιωματικὸν τοῦτον διὰ τὴν προκειμένην διεύθυνσιν ἀντιβαίνει εἰς τὸ ἄρθρ. 30 τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπιμίσθιον διὰ τὰς προσθέτους ὑπηρεσίας δίδεται ὁπόταν καὶ ὅπως ῥητὸς νόμος τὸ ἐπιτρέπῃ· ἕνεκα δὲ τῆς ἐλλείψεως τοιούτου νόμου ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει νὰ ἀφαιρεθῶσιν ἐκ τοῦ κεφαλαίου τούτου δραχ. 1,440, τὰς ὁποίας ἐπιφυλάττεται νὰ προσθέσῃ εἰς τὸ κεφ. 14 ἄρθρ. 1 διὰ νὰ προσληφθῇ ὡς διευθυντὴς τοῦ γεωμετρικοῦ κλάδου λοχαγὸς, ἐὰν ὁ ὑπολοχαγὸς δὲν δύναται μὲ μόνον τὸν κανονικὸν μισθόν του νὰ ἐκπληροῖ καὶ τὰς δύω ταύτας ὑπηρεσίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 13.

Ἄρθρον 1. Προσωπικὸν δασῶν. Ἡ ἀναγκαία διὰ τὴν μισθοδοσίαν τοῦ προσωπικοῦ τούτου κατὰ τὸν ὀργανικὸν νόμον δαπάνη συμποσοῦται εἰς δραχμὰς 152,160. Ἀλλ’ ἀφαιρουμένου τοῦ γραμματέως τῆς ἐπιτροπῆς τῶν δασῶν, τῶν δέκα δασαρχῶν καὶ εἴκοσι δασονόμων, ἡ δαπάνη περιορίζεται καὶ ἐφέτος εἰς δραχμὰς 99,912, ὅσαι σχεδὸν εἶχον σημειωθῆ καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου πρόκειται νὰ οἰκονομηθῶσι δραχ. 24,000, διότι, ὡς μανθάνει ἡ ἐπιτροπὴ, ὁ ὑπουργὸς ἀπέλυσε τῆς ὑπηρεσίας καὶ τοὺς ἑτέρους εἴκοσι δασονόμους καὶ ἀνέθηκε τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν εἰς δεκάρχας τῆς τελωνοφυλακῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔχει πολλοὺς λόγους ἵνα συνηγορήσῃ ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τοῦ διέποντος μέχρι τοῦδε τὴν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν συστήματος, διότι τὸ προσωπικὸν τῶν δασονόμων λαμβανόμενον συνήθως ἄνευ πολλῆς προσοχῆς μεταξὺ προσώπων ἀνικάνων καὶ μὴ παρεχόντων τὰ ἀπαιτούμενα ἐχέγγυα, δὲν ἦτον εἰς κατάστασιν νὰ ἐκπληρώσῃ δεόντως τὴν ἀποστολήν του οὔτε ὡς πρὸς τὴν βεβαίωσιν τῶν φόρων τῆς ξυλείας, οὔτε ὡς πρὸς τὴν διαφύλαξιν τῶν δασῶν, ἥτις ἀποτελεῖ τὸ κύριον ἔργον τῶν δασονομικῶν ὑπαλλήλων· ἐντεῦθεν τὰ μὲν εἰσοδήματα εἶναι λίαν περιωρισμένα καὶ δυσανάλογα μὲ τὴν ἔκτασιν καὶ τὴν ἀξίαν τῶν δασῶν, μόλις εἰς τὸ διπλάσιον τῆς ἀπαιτουμένης διὰ τὸ προσωπικὸν δαπάνης ἀναβαίνοντα, τὰ περισσότερα δὲ καὶ σημαντικώτερα δάση κατεστράφησαν γενόμενα παρανάλωμα τοῦ πυρὸς τῶν γεωργῶν καὶ τῶν ποιμένων καὶ τοῦ σιδήρου τῶν ὑλοτόμων. Ἀλλὰ τὴν λυπηρὰν καὶ ἐπιζήμιον ταύτην κατάστασιν δὲν θέλει δυνηθῆ νὰ μεταβάλῃ οὐσιωδῶς, κατὰ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ἀντικατάστασις τῶν δασονόμων διὰ τῶν δεκαρχῶν τῆς τελωνοφυλακῆς, διότι οἱ δεκάρχαι, ἐνῷ δὲν ἔχουσιν εἰδικότητά τινα περὶ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, στεροῦνται καὶ τῆς ἀπαιτουμένης ἕξεως τοῦ νὰ τρέχωσιν εἰς τὰ δάση, ὡς συνειθίσαντες νὰ ζῶσιν εἰς τὰ παράλια. Διὰ τοὺς λόγους τούτους ἀπαιτεῖται νὰ ληφθῇ ἄνευ ἀναβολῆς ἡ ἀνήκουσα πρόνοια, ὅπως διοργανισθῇ καταλλήλως ὁ σπουδαῖος οὗτος κλάδος καὶ εἰσαχθῶσιν ἐν αὐτῷ πρόσωπα ἔχοντα τὰ ἀναγκαῖα πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των προσόντα· μέχρι δὲ τούτου ἡ πλειονοψηφία θεωρεῖ ἀναγκαίαν τὴν διατήρησιν τῶν περιεχομένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ 20 δασονόμων. ΚΕΦ. 13. Ἄρθρον 6–8. Ἁλικαί. Διὰ τὸ προσωπικὸν τῶν ἀποθηκαρίων καὶ τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλυκῶν καὶ τῆς μεταφορᾶς ἁλάτων δαπανῶνται ἐτησίως 120–140,000 δραχ., ἤτοι πλέον τοῦ ἑνὸς πέμπτου τοῦ εἰσπραττομένου ἀπὸ τὸ μονοπώλιον τοῦ ἅλατος ἐσόδου, καὶ ὅμως οὐ μόνον ἡ τιμὴ τῶν 10 λεπτῶν, εἰς τὴν ὁποίαν πωλεῖται τὸ ἅλας ἐν ταῖς δημοσίαις ἁλαταποθήκαις, εἶναι ἀρκετὰ μεγάλη, ἀλλὰ καὶ ὅπου δὲν ὑπάρχουσι τοιαῦται οἱ κάτοικοι ἀπαντῶσι πολλὰς δυσκολίας εἰς τὴν προμήθειαν αὐτοῦ καὶ τὸ πληρόνουσιν εἰς διπλασίαν καὶ τριπλασίαν τιμήν. Ἡ ἐπιτροπὴ, ὡς καὶ ἄλλοτε ἐξέθηκε, φρονεῖ, ὅτι τὸ ἐν ἐνεργείᾳ σύστημα τῆς διαχειρίσεως τῶν ἁλυκῶν δὲν εἶναι τὸ καταλληλότερον, διότι καὶ καταχρήσεις συμβαίνουσιν, ἐπαισθητῶς ἐλαττόνουσαι τὴν ὁποίαν ἠδύνατο τὸ δημόσιον νὰ ἔχῃ πρόσοδον, καὶ ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν οἱ κάτοικοι δὲν ἠμποροῦν νὰ προμηθεύωνται εὐκόλως τὸ ἀντικείμενον τοῦτο τῆς πρώτης ἀνάγκης, τοῦ ὁποίου ἡ χρῆσις ἐπεκτεινομένη εἰς τὴν κτηνοτροφίαν ἠδύνατο νὰ ἀποβῇ πρόξενος ὠφελειῶν διὰ τὸν τόπον. Κατὰ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ πολυετὴς τῶν ἁλυκῶν ἐκμίσθωσις εἶναι τὸ μόνον μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου δύνανται νὰ ἐκλείψωσι πάντα τὰ σήμερον εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν ἁλάτων συμβαίνοντα ἄτοπα. ΚΕΦ. 14. Ἄρθρον 1. Προσωπικὸν γεωμετρικοῦ κλάδου. Ἐνταῦθα πρέπει νὰ προστεθῶσι δρ. 1,440 διὰ τοὺς ἐκτεθέντας εἰς τὸ Κεφ. 12 ἄρθρ. 4 λόγους. Διὰ τὰ ἑπόμενα ἄρθρα τοῦ αὐτοῦ κεφαλ. ὡς καὶ διὰ τὰ κεφ. 15, 16 καὶ 17, ἀποβαίνει περιττὴ πᾶσα παρατήρησις, διότι ἡ πραγματοποίησις τῶν ἐν αὐτοῖς περιεχομένων δαπανῶν ἐξαρτᾶται κατὰ τὸ πλεῖστον μέρος ἐκ τῶν περιστάσεων καὶ οὔτε ἡ ἐλάττωσις τῶν πιστώσεων δύναται νὰ φέρῃ πραγματικὴν οἰκονομίαν οὔτε ἡ αὔξησις αὐτῶν εἶναι φόβος νὰ δώσῃ χώραν εἰς σπατάλην. Δίδουσα πέρας ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὴν ἔκθεσίν της, νομίζει καθῆκόν της νὰ παρατηρήσῃ, ὅτι μετὰ τὴν μεγάλην ἐλάττωσιν τὴν γενομένην εἰς τὸ προσωπικὸν τῶν διαφόρων κλάδων τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας, ἀπαιτεῖται ἄκρα προσοχὴ εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῆς ὑπηρεσίας ὅπως μὴ ἐπέλθῃ σπουδαία μείωσις εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 9 Μαρτίου 1867.

Ὁ Πρόεδρος

Δ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ.

Τὰ μέλη Α. Στράτος, Σ. Χ. Στεφανόπουλος, Κ. Πεταλᾶς, Σ. Οἰκονομίδης, Σ. Λεονταράκης, Τ. Λαζαρέτος, Ἀρ. Π. Μπουκαούρης, Κ. Δαρειώτης, Δ. Βροντίσης, Δ. Τσαμόπουλος, Δημ. Μακρῆς, Δ. Τσιτσάρας. Ὁ Εἰσηγητὴς Σ. Σωτηρόπουλος.» Ἐρχόμεθα λοιπὸν εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργείου. «Μέρος Αʹ. Χρέος δημόσιον. Κεφ. Αʹ. Χρέος ἐξωτερικόν. Ἄρθρον 1. Ἀπόδοσις εἰς λογαριασμὸν προκαταβολῶν τῶν τριῶν Δυνάμεων· διὰ τὸ 1866 ἦτο 1,018,440, διὰ τὸ 1867 εἶναι 1,025,000· εἶναι ἐπὶ πλέον 6,560». Ἡ ἐπιτροπὴ ἐξηγεῖ τὸν λόγον τοῦ περιπλέον λέγουσα «αἱ αὐξήσεις ἀνάγονται εἰς τὰ ἑξῆς ἄρθρα· δραχ. 6,560 ἐξωτερικὸν χρέος διὰ τὴν ὑπερτίμησιν τῶν συναλλαγμάτων, καθόσον τὸ χρέος τοῦτο συνομολογήθη νὰ πληρόνηται εἰς φράγκα».— Εἶναι παραδεκτόν;

§118ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα. Ὡσαύτως ἄνευ ἀντιῤῥήσεως ἐγένοντο δεκτὰ καὶ τὰ ἑξῆς. «Ἄρθρον 2. Προμήθεια καὶ ἄλλα ἔξοδα δανείου Ῥοσχὶλδ 50,000. — Κεφ. Βʹ. Χρέος ἐσωτερικόν. Ἄρθρον 1. Χορηγήματα ναυτικῶν νήσων 200,000. Ἄρθρον 2. Ὁμοίως ἀπέναντι παλαιῶν ἀπαιτήσεων, 20,370. Ἄρθρον 3. Τόκοι ἐγγυοδοτῶν ὑπολόγων, 4,500. Ἄρθρον 4. Ἐδαφονόμια ἐν Ἑπτανήσῳ, 60,000».—Εἶναι αὔξησις ἀπὸ πέρυσι 10,000.

§119ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ τὰ ἐδαφονόμια τὸ δημόσιον ἐπιβαρύνουν; καὶ διατί;

§120ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἶναι κτήματα τὰ ὁποῖα ἡ ἐπικράτεια τῆς Ἑπτανήσου παρέλαβε διὰ τὴν δημόσιον ὑπηρεσίαν καὶ συνεφώνησε νὰ πληρόνῃ.

§121ΚΟΥΡΗΣ. Πρέπει νὰ γνωρίζητε, Κύριοι, ὅτι εἰς τὴν πρώην Ἐπτανησιακὴν πολιτείαν, ἡ Κυβέρνησις κατὰ διαφόρους ἐποχὰς ἠναγκάσθη νὰ ἀνεγείρῃ διάφορα φρούρια, ἐντὸς τῶν ὁποίων ὑπῆρχον ἰδιωτικαὶ οἰκίαι, αἱ ὁποῖαι διετάχθη νὰ κατεδαφισθῶσι καὶ ἑπομένως τὴν γῆν ἢ τὰ γήπεδα αὐτῶν, τὰ ὁποῖα κατέλαβε τότε ἡ ἐπικράτεια, ἀνεδέχθη νὰ ἀποζημιώσῃ εἰς τοὺς ἰδιώτας οἱ ὁποῖοι ἦσαν κύριοι αὐτῶν. Ἔγεινε μία ἐκτίμησις τακτικὴ καὶ προσδιωρίσθη ἐτησίως ἕν τι ποσὸν πληρονόμενον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Τοῦτο λέγεται ἐδαφονόμιον, ἢ κατ’ ἄλλους σολιάτικο. Αὐτὰ δὲ τὰ βάρη συμπεριελήφθησαν εἰς τὰς συνθήκας, αἱ ὁποῖαι ἔγειναν κατὰ τὴν ἕνωσιν.

§122ΠΛΑΤΥΣ. Διὰ πόσα ἔτη θὰ ἦναι;

§123ΚΟΥΡΗΣ. Ἕως οὗ ἡ Κυβέρνησις πληρώσῃ τὸ ὅλον.

§124ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν ἐξήγησιν τοῦ κ. βουλευτοῦ, αὐτὰ εἶναι σταθερά· διατὶ λοιπὸν προτείνεται αὔξησις κατὰ 10,000;

§125ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διότι εἶναι καθυστερήματα ἀπὸ πέρυσι· δὲν εἶναι αὔξησις.

§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Ἄρθρον 5. χρεωλυτικὰ δάνεια, 566,000.» Εἶναι αὔξησις ἀπὸ πέρυσι 91,000· ἡ ἐπιτροπὴ ἀναφέρει τὸν λόγον· εἶναι δεκτὸν καὶ αὐτό. «Ἄρθρον 6. Δάνεια ἐπὶ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ 225,00. Ἄρθρον 7. Τόκοι ἐντόκων γραμματίων 480,000». Εἶναι ἐπὶ πλέον ἀπὸ πέρυσι 115,000. Ἡ ἐπιτροπὴ ἀναφέρει τὸν λόγον «διότι ἕνεκα τῶν ὑφισταμένων ἀναγκῶν ὑποτίθεται ὅτι θέλουν εἶσθαι ἀδιαλείπτως ἐν κυκλοφορίᾳ ὅλα τὰ γραμμάτια». «Ἄρθρον 8. Τόκοι χρεῶν Ἑπτανήσου 320,000. Κεφ. Γʹ. Συντάξεις. Ἄρθρ. 1 Στρατιωτικαὶ, 1,350,000. Ἄρθρ. 2. Ναυτικαὶ, 480,000·» ὑπάρχει αὔξησις 71,000.

§127ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τὶ ἐννοεῖ ἡ ἐπιτροπὴ διὰ τὴν αὔξησιν ταύτην; ἂς μᾶς εἴπῃ.

§128ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Διότι προσετέθησαν νέοι συνταξιοῦχοι.

§129ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν παρατηρήσετε τὸν προϋπολογισμὸν καὶ θεωρήσετε τὸ τελευταῖον συμπέρασμα τοῦ προϋπολογιμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, θέλετε ἰδῆ ὅτι εἰς τὴν μίαν στήλην παρουσιάζει αὔξησιν 790,808, εἰς δὲ τὴν ἄλλην στήλην ἐλάττωσιν δρ. 1,739,828· τώρα πόθεν προέρχονται αὐταὶ αἱ αὐξήσεις καὶ ἐλαττώσεις, καὶ διὰ ποίους λόγους, τοῦτο σημειοῦται εἰς τὰ καθέκαστα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἠθέλησε διὰ μιᾶς ἀνακεφαλαιώσεως νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐν περιλήψει νὰ ἐννοήσῃ πόθεν προέρχονται αἱ αὐξήσεις τῆς ἐλαττώσεως.

§130ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κ. Πρόεδρε, διατάξατε ἕνα κλητῆρα νὰ μοῦ δώσῃ ἕνα προϋπολογισμόν.

§131ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἄλλα ἦσαν τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ συζητήσῃ ἡ Βουλὴ σήμερον. Ἰδοὺ ὅτι δὲν ἔχει κἀνεὶς προϋπολογισμόν. Πῶς θέλετε νὰ προχωρήσωμεν;

§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ εἶμαι τῆς γνώμης ἅμα τελειώσῃ αὐτὸ τὸ κεφάλαιον νὰ κάμωμεν λῆξιν καὶ αὔριον νὰ ἔλθετε προπαρεσκευασμένοι. «Ἄρθρον 3. Ἐκκλησιαστικαὶ 8,820. Ἄρθρον 4. Πολιτικαὶ 200,000. Ἄρθρον 5. Ἑπτανήσου 505,000. Ἄρθρ. 6. Συνδρομαὶ ταμείων πολιτικῶν συντάξεων 100,000.» Μένομεν λοιπὸν, Κύριοι, ἕως ἐδῶ. Διαλύεται ἡ Συνεδρίασις (ὥρα 4 παρὰ 20 Μ. Μ.)

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 64
2τῆς 13 Μαρτίου 1867.
3(Δευτέρα).
4Ὥρα 12. τῆς Μ.
5Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Βου-
6λῆς ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις. Ἀναγινώ-
7σκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
8§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν;
9§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
10§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ
11πιστώσεως 12,000 διὰ τοὺς ὑπὸ σεισμοῦ παθόντας Μιτυλη-
12ναίους.
13§4ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι τὸ παρελθὸν ἔτος,
14συζητουμένου τοῦ προϋπολογισμοῦ, κατὰ πρότασιν ἐμοῦ καὶ τοῦ
15κ. Θεοχάρη ἐγένετο δεκτὴ μία πίστωσις ἐκ 18,000 δραχμῶν
16διὰ νὰ συστηθῶσι μερικοὶ ναυτοδιδάσκαλοι εἴς τινας πόλεις
17ναυτικάς. Ἂν καὶ ἡ Βουλὴ ἔδειξεν ὅλην τὴν προθυμίαν της εἰς
18τοῦτο, δὲν ἠξεύρω ποῖοι λόγοι ὑπηγόρευσαν τὰς Κυβερνήσεις
19τοῦ παρελθόντος ἔτους καὶ δὲν τὸ ἐφήρμοσαν. Παρετήρησα καὶ
20πάλιν ἐφέτος τὸν προϋπολογισμὸν καὶ εἶδον μὲ λύπην μου, ὅτι
21τὸ κονδύλιον αὐτὸ δὲν ἐμπεριλαμβάνεται. Διὰ τοῦτο ἔρχομαι
22καὶ προτείνω πρότασιν, διὰ τῆς ὁποίας ζητῶ ἵνα εἰς πᾶσαν με-
23γάλην ναυτικὴν πόλιν τῆς Ἑλλάδος προστεθῇ ἀνὰ εἷς ναυτοδι-
24δάσκαλος εἰς τὸ Γυμνάσιον ἢ Σχολαρχεῖον διὰ νὰ διδάσκη-
25ται ἡ ναυτική, καθόσον οἱ πλοίαρχοί μας εἶναι ὑπόχρεοι νὰ δί-
26δωσιν ἐξετάσεις καὶ ἑπομένως ἐννοεῖτε καλά, ὅτι ἔχουν ἀνάγ-
27κην καὶ νὰ διδάσκωνται. Παρακαλῶ τὴν Σ. Βουλὴν νὰ παρα-
28δεχθῇ τὴν πρότασιν ταύτην συγχρόνως μὲ τὴν συζήτησιν τοῦ
29προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῆς Παιδείας, ὅπως ἔμβῃ εἰς
30ἐνέργειαν καὶ ἡ διδασκαλία αὕτη.
31§5ΤΙΝΕΣ. Νὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὸν προϋπολογισμόν.
32§6ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Ἐπειδὴ ἠμποροῦν νὰ θέλουν νὰ νομιμοποιη-
33θῇ ἡ θέσις αὕτη, διὰ τοῦτο ἔφερα καὶ τὴν πρότασιν ταύτην.
34§7ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐκεῖνος ὁ κατάλογος τῶν ὀ-
35νομάτων τῶν διαρπασάντων τὰς δημοσίας ἀποθήκας, πότε θὰ
36διαμοιρασθῇ;
37§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα ὑπάρχουν πλῆθος ἄλλων ὑποθέσεων εἰς
38τὸν προϋπολογισμόν. Ποῦ ἀγαπᾶτε νὰ προχωρήσωμεν;
39§9ΠΟΛΛΟΙ. Εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων.
40§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλ’ ἔχομεν πρῶτον τὴν ψήφισιν τῆς πιστώσεως
41διὰ τοὺς ὑπὸ σεισμοῦ παθόντας Μιτυληναίους. Εἶναι τρίτη συ-
42ζήτησις. Ἰδοὺ τὸ νομοσχέδιον. «Ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ
43κλπ».
44Τὸ παραδέχεται ἡ Βουλή;
45§11ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
46§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι καὶ τὸ σύνολον νὰ ἐγερθῶσιν
47(ἐγείρονται σχεδὸν ὅλοι)· παρεδέχθη. Ἀρχόμεθα λοιπὸν τῆς συ-
48ζητήσεως τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων· εἶναι τρίτη συζήτη-
49σις. Ὁ κ. Λαμπρυνίδης ἔχει τὸν λόγον.
50§13ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ ἔκθεσις, κύριε πρόεδρε, τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ
51προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐδόθη ἀπὸ
52προχθές, ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη· ὥστε δυνάμεθα νὰ ἔλθωμεν
53εἰς τὴν συζήτησιν αὐτοῦ.
54§14ΚΕΧΑΓΙΑΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἡ συζήτησις τοῦ προϋ-
55πολογισμοῦ δὲν εἶναι τοσοῦτον κατεπείγουσα, ὅσον τοῦ φόρου
56τῶν ἐπιτηδευμάτων, διότι, καθὼς γνωρίζετε, ἡ βεβαίωσις αὐ-
57τοῦ τοῦ φόρου γίνεται ἐντὸς τοῦ Μαρτίου καὶ μάλιστα ἔπρεπε
58νὰ ᾖναι προτήτερα· διὰ τοῦτο ἔχων ὑπ’ ὄψιν τοῦτο, ἔκαμα ἐγ-
59κύκλιον εἰς τοὺς ἐφόρους νὰ κάμουν τὴν βεβαίωσιν, ἀλλὰ νὰ
60μὴ τὴν πέμψουν εἰς τοὺς ταμίας. Ἡ ἐργασία λοιπὸν αὕτη πρέ-
61πει νὰ προβῇ, διότι εἶναι σπουδαιοτέρα.
62§15ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, συνομολογῶ καὶ ἀναγνω-
63ρίζω τὴν ἀνάγκην, τὴν ὑπαγορεύσασαν ἐκ μέρους τοῦ ἔθνους
64μεγαλειτέρας θυσίας διὰ τὸ παρὸν ἔτος, θυσίας τὰς ὁποίας
65πάντοτε τὸ ἔθνος γενναίως προσέφερεν ὁσάκις αἱ περιστάσεις
66τὸ ἀπήτησαν, ἀλλὰ φρονῶ, τὸ ἔθνος δικαιοῦται ἐπίσης νὰ ζητήσῃ
67ἰσότητα καὶ δικαίαν διανομὴν αὐτῶν τῶν θυσιῶν, δικαιοῦται
68ἐπίσης νὰ ἀπαιτήσῃ τάξιν, ἀσφάλειαν καὶ αὐστηρὰν οἰκονο-
69μίαν, νόμιμον δὲ τρόπον εἰσπράξεως τῶν φόρων καὶ οὐχὶ κατα-
70στρεπτικὸν καὶ βάρβαρον ὡς μέχρι τοῦδε ἐνεργοῦσιν αὐτὴν τὰ
71ὄργανα τῆς ἐξουσίας, διότι ὁ λαὸς ὑποφέρει πολλά. Εἶπον τάξιν
72καὶ ἀσφάλειαν, διότι ἐκ πείρας καὶ ἐγὼ καὶ ὑμεῖς γνωρίζετε, ὅτι
73ὄχι μόνον τοὺς φόρους ὁ πολίτης δὲν δύναται ν’ ἀποδώσῃ, ἀλλ’
74ὑποφέρει διὰ τὴν εἴσπραξιν αὐτῶν πολλὰς ζημίας καὶ βασάνους.
75Ὁ μὲν μεγαλοκτηματίας δὲν εἶναι εἰς θέσιν διὰ τοὺς λόγους τοὺς
76ὁποίους γνωρίζομεν νὰ ἐπιτηρῇ καὶ ἐπιβλέπῃ ὁ ἴδιος τὰς προσό-
77δους του, ὁ δὲ μικρὸς φορολογούμενος πάσχει πολυειδῶς ἐκ τῶν
78μεταβατικῶν καὶ ἕνεκα τῆς εἰσπράξεως. Οἱ εἰσπράκτορες καὶ ἡ
79φρουρὰ ἡ συνοδεύουσα αὐτοὺς συνήθως μετέρχονται πολλὰς βα-
80σάνους καὶ ζημίας ἐπιφέρουσιν ἀπιστεύτους κατὰ τῶν φορολο-
81γουμένων. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν μας, κύριοι, ἔχω παραδείγματα ν’
82ἀποδείξω, ὅτι οἱ εἰσπράκτορες δὲν εἶναι μέσον τὸ ὁποῖον δὲν μετε-
83χειρίσθησαν ὄχι νὰ εἰσπράξουν τὸν φόρον, ἀλλὰ νὰ ἐξοντώσουν
84τοὺς δυστυχεῖς φορολογουμένους· μεταβαίνουν εἰς τὰ χωρία διὰ
85νὰ εἰσπράξουν φόρον ἀπὸ ἄλλον μὲν δύω δραχμῶν καὶ ἀπὸ
86ἄλλον τριῶν ἢ πέντε, πλὴν δὲν περιορίζονται εἰς τοῦτο, ἀλλὰ
87ἡ πρώτη φροντίς των εἶναι νὰ προμηθευθοῦν τροφὰς (ζαερὲν),
88ἀφαιροῦντες τὰς ὄρνιθας καὶ τὰ μανάρια τῶν πτωχῶν, καὶ διὰ
89τοῦτο εἷς εἰσπράκτωρ εἰς τὴν ἐπαρχίαν μας ὠνομάσθη Ζαερές.
90Εἰς ἓν χωρίον, τὸ Γυμνὸν, ὅπου εἷς φορολογούμενος ἐχρεώστει
91δύω δραχμὰς, τοῦ ἐφόνευσαν πέντε ὄρνιθας. Ἐσχάτως μετέβη ὁ
92εἰσπράκτωρ μὲ τὴν κουστωδίαν του εἴς τι χωρίον Δάλουκα· δὲν
93ἀπευθύνθη εἰς τὸν Πάρεδρον νὰ προσκαλέσῃ τοὺς φορολογου-
94μένους ὅπως πληρώσουν τὸ χρέος των, ἀλλὰ κατὰ πρῶτον ἤρ-
95χισαν νὰ ζητοῦν τροφὰς (ζαερὲν), καὶ νὰ τουφεκίζουν τὰς ὄρ-
96νιθας φονεύσαντες καὶ μίαν φοράδα ἑνὸς πτωχοῦ· πολλὰ δὲ ἄλλα
97κακὰ διαπράξαντες, ἠνάγκασαν τοὺς κατοίκους ἅπαντας νὰ
98συνασπισθῶσιν ἀπὸ τὰς βιαιοπραγίας τῶν ὀργάνων τοῦ δημο-
99σίου. Λοιπὸν ἐκ τούτων κατανοεῖτε, κύριοι, ὅτι πολλαπλάσιον
100γίνεται τὸ βάρος τοῦ φόρου, ἡ δὲ ἀγανάκτησις τοῦ λαοῦ κορυ-
101φοῦται, καὶ πρὸς ἀποφυγὴν λυπηρῶν σκηνῶν ὀφείλει ἡ Κυβέρ-
102νησις νὰ λάβῃ πρόνοιαν· εἶναι ἀνάγκη ἐκ μέρους τοῦ ἁρμο-
103δίου ὑπουργοῦ νὰ δοθῇ ἀμέσως αὐστηρὰ διαταγὴ εἰς ὅλους τοὺς
104ταμίας καὶ οἰκονομικοὺς ὑπαλλήλους νὰ ἀπέχωσιν ἀπὸ τοιαύ-
105τας καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι καὶ τὴν Κυβέρνησιν βλάπτουν καὶ
106τὸ καθεστὼς προσβάλουν, δίδουσι χώραν καὶ λαβὴν εἰς τοὺς
107ῥᾳδιούργους καὶ δημοκόπους νὰ παριστάνουν εἰς τὸν ἀθῶον λαὸν,
108ὅτι ἄνωθεν προέρχεται τὸ κακὸν, καὶ ὅμως καὶ ἡ Κυβέρνησις
109καὶ τὸ καθεστὼς δὲν πταίει, ἀλλ’ αὐτὰ τὰ ἄθλια καὶ ἀποτρό-
110παια ὄντα. Ἰδοὺ διὰ τί, κύριοι, ἐζήτησα τάξιν καὶ ἀσφάλειαν·
111δὲν γογγύζει ὁ φορολογούμενος ν’ ἀποδώσῃ τὸν φόρον του, ἀπαι-
112τεῖ ὅμως δικαίαν καὶ νόμιμον ἐνέργειαν ἐκ μέρους τοῦ δημο-
113σίου. Κύριοι, οὐδὲν δικαίωμα τὸ δημόσιον ἔχει ἄλλο παρὰ ἢ
114νὰ προσωποκρατήσῃ τὸν φορολογούμενον ἢ νὰ κατάσχῃ τὴν πε-
115ριουσίαν του· δὲν ἔχει κἀμμίαν ἄλλην ἐξουσίαν κατὰ τὸν νόμον,
116καὶ ὅμως δὲν γίνεται οὕτω. Πιστεύω, ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς θέλει ἐκ-
117λείψει τὸ κακὸν τοῦτο, ἡ δὲ Κυβέρνησις θὰ ἐπιστήσῃ τὴν προ-
118σοχήν της, διότι τὸ ἔθνος, προσφέρον ὅλα τὰ μέσα, ἔχει τὸ δι-
119καίωμα ν’ ἀπαιτήσῃ ἀπὸ τοὺς κυβερνῶντας τὴν ἐκπλήρωσιν
120τοῦ καθήκοντός των καὶ νὰ ἐξασφαλισθῇ ἀπὸ πάντα φόβον λῃ-
121στείας ἢ ἄλλης ἀταξίας.
122Ὑποβάλλεται, κύριοι, εἰς τὴν ἐπιψήφισίν μας τὸ παρὸν νομο-
123σχέδιον, τὸ ὁποῖον αὐξάνει κατὰ πολὺ τὸν φόρον τῶν ἐπιτη-
124δευμάτων· εἶναι ἀληθὲς, ὅτι αἱ περιστάσεις καὶ αἱ ἀνάγκαι τοῦ
125Κράτους ὑπαγορεύουσι νὰ συνεισφέρῃ τὸ ἔθνος πρὸς θεραπείαν
126αὐτῶν, ἂν καὶ δὲν ἦναι παραίτιον μάλιστα, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐ-
127φεύρωμεν τὸν τρόπον ἐκεῖνον, διὰ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ φθά-
128σωμεν εἰς ἓν ἀκριβὲς καὶ ὀρθὸν διδόμενον ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα
129τοῦ ζητουμένου φόρου. Δύω παράγοντας παραδέχεται τὸ νομο-
130σχέδιον διὰ νὰ ἐξαγάγῃ τὸ ἐπιβλητέον ποσὸν φόρου εἰς ἕκα-
131στον πολίτην, τὸν πληθυσμὸν καὶ τὸ ἐνοίκιον. Ἀλλ’ εἶμαι εἰς
132θέσιν νὰ παραστήσω, ὅτι ὁ πρῶτος παράγων, ἤτοι ὁ πληθυσμὸς,
133δὲν εἶναι ὁ ἀλάνθαστος γνώμων ὅστις ἠμπορεῖ νὰ μᾶς δώσῃ ἓν
134ἀποτέλεσμα ἀκριβὲς καὶ δίκαιον, διότι ὑπάρχουσι πληθυσμοὶ,
135οἵτινες δὲν εὐποροῦσι συνιστάμενοι ἀπὸ μέγαν ἀριθμὸν, καὶ ὅμως
136παρέχουσιν εἰς τοὺς ἐπαγγελματίας καὶ ἐπιτηδευματίας πολὺ
137μικροτέρας ὠφελείας ἀπὸ μικροτέρους κατὰ τὸ ἥμισυ πληθυ-
138σμούς. Παράδειγμα ἔχω τὴν πόλιν τοῦ Ἄργους, ἥτις κατοικεῖ-
139ται ἀπὸ ἕνα πληθυσμὸν ἀρκετὰ σημαντικὸν, καὶ ὅμως ὁ πληθυ-
140σμὸς αὐτὸς ἀπαρτίζεται ἀπὸ ἀνθρώπους ὅλως διόλου πένητας
141καὶ ἀπόρους, διότι οὔτε ἔμποροι εἶναι, οὔτε μεγαλοκτήμονες,
142ἀλλ’ ἐπὶ τὸ πολὺ ἐργατικοὶ ἄνθρωποι, μικροκτηματίαι, δύω στρέμ-
143ματα ἢ τρία γῆς ἔχοντες· ἔχω ἕτερον παράδειγμα τὴν Ὕδραν,
144ἔχουσαν πληθυσμὸν ἐπέκεινα τῶν δέκα χιλιάδων ψυχῶν, καὶ ὅ-
145μως γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, ὅτι ὁ λαὸς οὗτος εἶναι πενέστατος
146ἐκτὸς ὀλίγων ἐξαιρέσεων. Ἀντίθετον δὲ παράδειγμα ἔχομεν τὸ
147Ναύπλιον, τὸν Πειραιᾶ καὶ πολλὰς ἄλλας πόλεις, ἐχούσας πληθυσ-
148μὸν μικρότερον τοῦ ἡμίσεως, καὶ ὅμως οἱ κάτοικοι ὡς εὔποροι καὶ
149ἐξασκοῦντες ἐμπόριον ἐκτεταμένον παρέχουσιν ἀπολαβὰς μεγά-
150λας εἰς τοὺς ἐπαγγελματίας καὶ ἐπιτηδευματίας· φερ’ εἰπεῖν, εἰς τὸ
151Ἄργος καὶ εἰς πᾶσαν ἄλλην πόλιν ὁμοίαν αὐτοῦ, τὸν ἰατρὸν ὡς ἐπὶ
152τὸ πολὺ θὰ προσκαλέσουν ἐν ἀνάγκῃ, ὅταν θὰ ψυχοῤῥαγῇ ὁ ἀσθενής,
153ἢ καὶ πρότερον ἂν τὸν καλέσουν, δὲν θὰ λάβῃ εἰς ἀποζημίωσιν εἰ-
154μὴ δύω ἢ πέντε σφάντζικας, καὶ ἐνίοτε συμβαίνει ὄχι μόνον νὰ
155μὴ λαμβάνουν ἀποζημίωσιν ἀπὸ τοὺς ἀσθενεῖς ὡς πένητας καὶ
156ἀπόρους, ἀλλὰ καὶ νὰ τοῖς χορηγῶσι τὰ φάρμακα, ὀφείλοντες οἱ
157ἰατροὶ νὰ πράττωσι τοῦτο κατὰ τὸν ὅρκον των. Τὸν φαρ-
158μακοποιὸν ἐπίσης σπανίως τὸν ἐπισκέπτονται, ἀφοῦ, ὡς εἶπον,
159καὶ ὁ ἰατρὸς σπανίως ζητεῖται· προσθέσατε δὲ ἀκόμη, ὅτι εἰς
160τὰς ἐπαρχίας ὅλοι οἱ ἐμπορίσκοι πωλοῦσι τὰ φάρμακα τοῦ λαοῦ
161ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως καὶ ὀλιγωρίας τῶν διοικητικῶν καὶ δημο-
162τικῶν ἀρχῶν. Ὁ παντοπώλης διὰ τὸν αὐτὸν λόγον ὀλιγώτερα
163ἐξοδεύει ἐδώδιμα μίαν ἑβδομάδα ἀφ’ ὅσα ἐξοδεύει μίαν ἡμέραν
164εἰς πόλεις μικροτέρου μὲν πληθυσμοῦ, εὐπορούσας δὲ καὶ μᾶλλον
165ἀνεπτυγμένου πολιτισμοῦ· τὸν δὲ ἔμπορον ἐπίσης σπανίως
166ἐπισκέπτονται, ἰδίως δὲ μόνον τὸ νέον ἔτος καὶ τὸ Πάσχα,
167διὰ νὰ ἀγοράσωσι τσίτι διὰ τὰ Ἁγιοβασιλιάτικα καὶ Λαμπριά-
168τικα φορέματα· οἱ δὲ ὀλίγοι εὔποροι τῶν ἐπαρχιῶν προμηθεύον-
169ται τὰ τοῦ ἱματισμοῦ των, ἄλλοι μὲν ἐξ Ἀθηνῶν, ἄλλοι δὲ ἐκ
170Σύρου, ὡς πράττετε καὶ ὑμεῖς οἱ ἴδιοι, κύριοι Βουλευταί. Ἄρα
171ὁ πληθυσμὸς δὲν εἶναι τὸ ἀλάνθαστον σημεῖον τὸ ὁποῖον ἠμ-
172πορεῖ νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τὴν εὕρεσιν τοῦ ἀληθοῦς φόρου, διότι,
173ὅταν λαμβάνωμεν τὸν πληθυσμὸν, τότε θὰ ἐπιβληθῇ μεγαλεί-
174τερος φόρος καὶ ἄνισος εἰς πάντα ἐπιτηδευματίαν, π.χ. τὸν ἰατρὸν,
175τὸν φαρμακοποιὸν, τὸν μπακάλην, τὸν ἔμπορον καὶ βιομήχανον,
176καὶ θὰ ἐπιβαρύνωμεν αὐτοὺς μὲ διπλάσιον φόρον κατὰ λόγον τοῦ
177πληθυσμοῦ· ἀλλ’ ὁ πληθυσμὸς π. χ. τοῦ Ἄργους δὲν εἶναι, ὡς
178εἶπον, εὔπορος, δὲν εἶναι ζωῆς τοιαύτης καὶ ἀναπτύξεως, ὥστε
179νὰ κάμῃ χρῆσιν ὅσον κάμνει ἕνας εὔπορος, καλοανατεθραμμένος
180καὶ ἀνεπτυγμένος λαὸς, ὡς αἱ Ἀθῆναι, ὁ Πειραιεὺς, τὸ Ναύπλιον
181καὶ πᾶσα ἄλλη πόλις, ἥτις περιέχει κατοίκους εὐπόρους, ἀνε-
182πτυγμένους καὶ καλῆς ζωῆς.
183Ἀλλ’ ἴσως ὁ Κύριος ὑπουργὸς μὲ εἴπει, πολὺ καλὰ, νὰ μοῦ φέ-
184ρετε τὸν ἐδικόν σας τρόπον καὶ τὸν παραδέχομαι. Ἠμποροῦσα
185νὰ τοῦ συστήσω τὸν τρόπον τῆς ἐξευρέσεως δι’ ἐπιτροπῶν, ἀλλὰ
186προβλέπω, ὅτι καὶ τοῦτο τὸ μέτρον θὰ ἀποκρούσῃ ὡς ἀποτυχὸν
187ἄλλοτε, διότι ἐγεννήθησαν καὶ ἐπὶ τοῦ παρελθόντος, καθὼς γνω-
188ρίζομεν, πολλὰ παράπονα· ἀλλὰ τοῦτο προῆλθε, διότι ἐγένετο
189κακὴ ἐφαρμογὴ, καὶ διότι δὲν ἐπροσέξαμεν εἰς τὴν ποιότητα
190τοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ φορολογήσωμεν. Ἴσον ἐφο-
191ρολογούσαμεν τὸν ἐμπορευόμενον εἰς τὴν Σῦρον, τὸ Ναύπλιον,
192Πάτρας καὶ τὰς Ἀθήνας μὲ τὸν ἐμπορευόμενον εἰς τὴν Ὕδραν,
193τὸ Ἄργος καὶ ἀλλαχοῦ, ὅπου ὁ πληθυσμὸς εἶναι μέγας, ἀλλὰ
194πτωχὸς καὶ δὲν δίδει τροφὴν εἰς τοὺς ἐπιτηδευματίας. Ἀλλ’ ἂς
195ᾖναι, ἂς παρδεχθῶμεν τὸ μέτρον τῆς παραγωγῆς τοῦ φόρου
196κατὰ τὸν Κύριον ὑπουργόν· ἀλλὰ καὶ κατ’ αὐτὸ ἀκόμη λέγω,
197ὅτι ὁ καταλογισμὸς τὸν ὁποῖον κάμνει τὸ τιμολόγιον εἶναι ἄδικος
198καὶ ἀκούσατε, Κύριοι βουλευταὶ· θὰ ἔχετε βεβαίως τὴν καλω-
199σύνην καὶ τὴν ὑπομονὴν νὰ σᾶς ἀναπτύξω ἓν πρὸς ἓν τὰ ἐλαττώ-
200ματα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκω ἐγὼ καὶ εἰς τὸν Νόμον καὶ εἰς τὸ τι-
201μολόγιον, καὶ τὰς τροποποιήσεις τὰς ὁποίας ὑποβάλλω εἰς τὴν
202κρίσιν σας πρὸς θεραπείαν αὐτῶν.
203Πρῶτον, Κύριοι, τὸ δικαστήριον τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐκδι-
204κάσῃ τὰ παράπονα κατὰ τοῦ καταλόγου θέλει σύγκειται κατὰ
205τὸ Νομοσχέδιον ἀπὸ τὸν εἰρηνοδίκην, τὸν ἔπαρχον καὶ τὸν
206Πρόεδρον τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ νομίζω ὅτι τὸ προ-
207σωπικὸν αὐτό......
208§16ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὰ καθέκαστα κάμετε λόγον.
209§17ΠΟΛΛΟΙ. Ἂς προχωρήσωμεν κατ’ ἄρθρον καὶ ἐκεῖ φέρετε
210ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου τὰς τροπολογίας σας.
211§18ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Πολὺ καλά· ἔχω κατ’ ὄνομα πλεῖστα
212ἐπιτηδεύματα καὶ ἐν γένει εἰς τὰς ἐπαρχίας, τὰ ὁποῖα θέλω
213σᾶς ἀποδείξει, ὅτι εἶναι βεβαρυμένα ὑπερόγκως, καὶ πιστεύω ὅτι
214καὶ ὁ Κύριος ὑπουργὸς θέλει παραδεχθῆ καὶ συμφωνήσει, διότι τῷ
215ἔκαμα τινὰς παρατηρήσεις καὶ εἶδον, ὅτι πείθεται ὅτι ἔχομεν
216δίκαιον εἰς τὰς τροποποιήσεις καὶ ἐλαττώσεις· ὡς πρὸς τὸν
217τρόπον δὲ τῆς εἰσπράξεως κατὰ τριμηνίαν ἢ ἑξαμηνίαν, ἐγὼ
218φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν καὶ δίκαιον τὸ καθ’ ἑξαμηνίαν, ἀλλ’
219ἐπειδὴ θέλετε κατ’ ἄρθρον, τότε ἐπιφυλάττομαι νὰ ὁμιλήσω
220κατόπιν εἰς τὰ καθέκαστα καὶ νὰ ὑποστηρίξω τὰς ἐν γένει καὶ ἐν
221μέρει ἐλαττώσεις τοῦ φόρου, κατ’ ἐμὲ, δικαίας καὶ ἀναγκαίας...
222§19ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, ναί.
223§20ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Ἀλλὰ, Κύριοι, πρὶν καταβῶ τοῦ βήματος
224ὀφείλω καὶ πάλιν νὰ συστήσω εἰς τοὺς Κυρίους ὑπουργοὺς αὐστη-
225ρὰν οἰκονομίαν, ἄνευ τῆς ὁποίας ἀνεπαρκῆ εἶναι ὅλα τὰ πλούτη
226τοῦ κόσμου. Δόσατε εἰς ἕνα σπάταλον τοὺς θησαυροὺς τοῦ Κροί-
227σου, οὐχ ἧττον θέλει εὑρεθῆ πάντοτε εἰς ἀνάγκας· καὶ ἡμεῖς, Κύ-
228ριοι, ὅσους καὶ ἂν ἐπιβάλλωμεν φόρους, ἄνευ οἰκονομίας θέλου-
229σιν εἶσθαι ἀνεπαρκεῖς καὶ πάντοτε θέλει πιεζόμεθα ὑπὸ ἀναγκῶν.
230§21ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν οἱ φόροι ηὔξανον κατὰ μικρὸν καὶ
231καθ’ ἓν εἶδος, ἤθελέ τις εἰπῆ, ὅτι καὶ διὰ μόνην ἄρσιν φορολο-
232γικῆς ἀνισότητος, ἥτις πολλὰ φέρει παράπονα εἰς τὸν λαὸν, ἡ
233Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ προτείνῃ αὔξησιν φόρου τινὸς, πολλῷ
234δὲ μᾶλλον, ὅταν κατατρύχεται ὑπὸ μεγάλων ἀναγκῶν· ἀλλ’ ἡ
235παροῦσα Κυβέρνησις ἐναντίον τῆς ἱστορίας, ἥτις μᾶς διδάσκει,
236ὅτι καὶ ἐν μεγάλαις ἀνάγκαις οὐδέποτε ἐπεβλήθησαν φόροι
237ἀθρόοι, ἀλλὰ μικρὸν κατὰ μικρὸν τὸν ἕνα μετὰ τὸν ἄλλον ἐπέ-
238βαλον αἱ συνεταὶ Κυβερνήσεις φόρον, ἡ παροῦσα Κυβέρνησις
239(ἐπαναλαμβάνω) φέρει σήμερον εἰς ἐπιψήφισιν μέγα ἄθροισμα
240φορολογικῶν νόμων, αὐξανόντων τοὺς φόρους οὐχὶ κατ’ ὀλίγον,
241ἀλλὰ ποῦ κατὰ 40%, ὡς εἰς τὸν ἐπὶ τῶν ζώων φόρον, ποῦ
242δὲ κατὰ 60%, ὡς εἰς τὸν ἔγγειον φόρον, ποῦ δὲ κατὰ 300
243καὶ 900%, ὡς εἰς τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων. Ἀκούσατε
244τὸν φορολογικὸν κατάλογον. 1. Αὔξησις τοῦ τελωνιακοῦ φόρου.
2452. Αὔξησις τοῦ ἐπὶ τῶν ζώων φόρου. 3. Αὔξησις τοῦ ἐπὶ τῶν
246ἐπιτηδευμάτων φόρου. 4. Αὔξησις τοῦ ἐγγείου φόρου. 5. Αὔ-
247ξησις τοῦ ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου φόρου. 6. Αὔξησις τοῦ φόρου
248τοῦ αἵματος. 7. Νέος φόρος, ὁ ὁπλισμὸς τῆς ἐθνοφυλακῆς, τὸ
249ὅλον 50,000,000· ἤτοι 32,000,000 τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ,
25015,000,000 τὰ τοῦ ὁπλισμοῦ τῆς ἐθνοφυλακῆς, 3,000,000 ἡ
251ἀντικατάστασις τῶν προστεθέντων 2000 στρατιωτῶν.
252Τοῦτο τὸ καταπληκτικὸν σύστημα τῆς αὐξήσεως τῆς φορο-
253λογίας μὲ ἀναγκάζει νὰ μὴ θεωρήσω ἱκανὰ τὰ ἔν τινι προλα-
254βούσῃ συνεδριάσει λεχθέντα κατὰ τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων, ἂν
255καὶ ἀπηγγέλθησαν ὑπὸ τοῦ ἀγορεύσαντος εὐγλώττου ῥήτορος
256πολὺ πειστικοὶ λόγοι, ἀλλὰ νὰ λάβω τὸν λόγον διὰ νὰ θαυ-
257μάσω τὴν τόλμην Κυβερνήσεως, ἐπιβαλλούσης τοσούτους ὁμοῦ
258δυσβαστάκτους φόρους. Καίτοι δὲ ἐλαττοῦμαι ἐν πολλοῖς τῶν
259προαγορευσάντων, καίτοι γνωρίζω, ὅτι ἡ πειθὼ εἶναι ἀσθενὴς
260μόνη οὖσα, δὲν δύναμαι νὰ μὴ ὑποστηρίξω τὴν κατὰ τῆς αὐ-
261ξήσεως τῶν φόρων ἀρχήν. Τὸ θέμα τοῦτο δὲν εἶναι νέον εἰς τὰ
262ἔθνη, εἶναι μάλιστα πανάρχαιον, ἰσόχρονον μὲ τὴν ὕπαρξιν
263αὐτῶν· διὰ τοῦτο καὶ αἱ ἰδέαι, αἵτινες ἀναφέρονται εἰς τοῦτο,
264εἶναι πανάρχαιαι καὶ πολλάκις ἐπανελήφθησαν ἐν τοῖς νομοθε-
265τικοῖς σώμασι τῶν ἐθνῶν καὶ τῆς πατρίδος μας. Φυσικῶς λοι-
266πὸν ἐλαττοῦμαι, διότι εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐπαναλάβω πολ-
267λὰ ἐκ τῶν γνωστῶν· ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο ᾖναι ἀληθὲς, αἰσθάνομαι
268ἀνάγκην ἀκαταμάχητον νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκον τοῦ νὰ μὴ
269παύσω καὶ διὰ τῆς ψήφου καὶ διὰ τοῦ λόγου στηρίζων ἐπα-
270ναληπτικῶς τὰς κατὰ τῆς παρούσης αὐξήσεως τῶν φόρων ἰδέας,
271ὡς συμφερούσας εἰς τὸ ἔθνος.
272Χαίρω, ὅτι δύω συστήματα ὅλως ἀντίθετα ἀλλήλων δια-
273κρίνουν τὴν ἀντιπολίτευσιν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν· ἡ μὲν ἀντιπο-
274λίτευσις πρεσβεύει, ὅτι διὰ τῶν οἰκονομιῶν καὶ μόνον δύναται
275τὸ ἔθνος νὰ προοδεύσῃ, καὶ ἐπαγγέλλεται νὰ διοικήσῃ τὸ κρά-
276τος ἄνευ νέων φόρων καὶ δανείων· ἡ δὲ Κυβέρνησις, κακῶς ἐν-
277νοοῦσα τὸ προταθὲν σύστημα τῶν οἰκονομιῶν, διϊσχυρίζεται,
278ὅτι μὲ μόνας τὰς οἰκονομίας δὲν δύναται νὰ διοικηθῇ τὸ κρά-
279τος, καὶ ὅτι αὐτὴ δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ πράξῃ τοῦτο.
280Θέλουσα δὲ νὰ ἀποδείξῃ τοὺς ἰσχυρισμούς της, περιέπεσεν εἰς
281τὸ λάθος τοῦ νὰ λάβῃ τὴν ἐπιφάνειαν τοῦ συστήματος ὡς
282βάσιν, καὶ ἐποικοδόμησεν αἰτιάσεις ἐπὶ αἰτιάσεων, δι’ ὧν ἐπί-
283στευσεν ὅτι καὶ αὐτὴ ἐπείσθη καὶ τοὺς ἄλλους ἔπεισεν, ὅτι τὸ
284σύστημα τῶν οἰκονομιῶν δὲν εἶναι ὠφέλιμον, ἀλλὰ καὶ ἐπι-
285βλαβὲς, διότι αἱ γενόμεναι οἰκονομίαι παρέλυσαν τὴν ὑπηρε-
286σίαν, διότι ἐκ τούτων ἡ δημόσιος ἀσφάλεια ἐξησθένει καὶ διότι
287ἐπήνεγκον ἐλαττώσεις εἰς πολλοὺς πόρους τοῦ Κράτους, ἰδίως
288δὲ τὴν κατὰ 1,300,000 δραχ. ἐλάττωσιν τῶν τελωνιακῶν
289τελῶν, τὴν κατὰ 700,000 δραχ. ἐλάττωσιν τοῦ χαρτοσήμου,
290τὴν κατὰ 120,000 δραχ. ἐλάττωσιν τοῦ ἅλατος καὶ τὴν
291κατὰ 1,00,000 δραχ. ἐλάττωσιν τοῦ ποιμνιακοῦ φόρου. Ἀλλ’
292αἱ αἰτιάσεις αὗται κατὰ τοῦ συστήματος τῶν οἰκονομιῶν δὲν
293στηρίζονται εἰς τὴν ἀλήθειαν· δὲν ἀρκεῖ τὸ νὰ λέγῃ ὁ κ. ὑπουρ-
294γὸς τῶν Οἰκονομικῶν, παρέλυσεν ἡ ὑπηρεσία· ὤφειλε νὰ μᾶς φέ-
295ρῃ μίαν ἀπόδειξιν, καὶ τοιαύτην δὲν ἔφερε· τοὐναντίον ὁ κ.
296Πετιμεζᾶς ὑπεστήριξεν, ὅτι ἡ ὑπηρεσία ἐγένετο δραστηριώτερον
297καὶ ἐν αὐτῷ τῷ ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν· ἄλλως τε ὁ κ.
298Κεχαγιᾶς εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ γνωρίζῃ ὅλους τοὺς ὀργανι-
299κοὺς νόμους, τούς τε διοικητικοὺς καὶ οἰκονομικοὺς, διὰ νὰ ἐννοή-
300σῃ τὴν παραλυσίαν τῆς ὑπηρεσίας; ἀμφιβάλω. Ἂν ὅμως παρα-
301λύσῃ ἡ ὑπηρεσία, καὶ εἶναι πολὺ πιθανὸν, θέλει παραλύσει ἐκ
302τῶν ἐνεργειῶν τοῦ ὑπουργοῦ ἐκείνου, ὅστις εἶπε δημοσίᾳ καὶ
303ἄνευ τινὸς συστολῆς, ὅτι εἶναι ὑπουργὸς τοῦ κόμματος, θέλει
304παραλύσει ἐκ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ ὑπουργοῦ ἐκείνου, ὅστις ἐδῶ
305ἀπὸ τοῦ βήματος ὑποστηρίζει τὸ παρ’ αὐτοῦ εἰσαχθὲν νομο-
306σχέδιον καὶ κατὰ τὴν ψηφοφορίαν ἀρνεῖται ψῆφον, πρότυπον
307παράδειγμα εἰς τὰ συνταγματικὰ ἔθιμα! Ἡ ἀσφάλεια καὶ διὰ
308τῆς ἀραιώσεως τοῦ στρατοῦ, τὴν ὁποίαν ἐμέμφθησαν, διετηρήθη
309ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καλλίτερον ἢ σήμερον· 600
310περίπου φυγόδικοι συνελήφθησαν, καὶ πολλοὶ λησταὶ ἐφονεύ-
311θησαν· οὐδ’ ἤθελεν ἀναγκασθῆ ἐκ φόβου ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη νὰ
312φέρῃ τὸν προστατευτικὸν τοῖς φυγοδίκοις νόμον, δι’ οὗ κατηρ-
313γήθη χάριν τῶν φυγοδίκων ἡ σωτήριος καὶ σοφὴ τῶν προφυλα-
314κίσεων διάταξις τοῦ ποινικοῦ νόμου.
315Αἱ δ’ ἐλαττώσεις τῶν εἰσοδημάτων τοῦ Κράτους δὲν προ-
316ῆλθον ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλ’ ἐκ τῶν καιρι-
317κῶν περιστάσεων καὶ ἐκ τῆς γενικῆς ἀχρηματίας, διότι οὐδεὶς
318τελώνης κατηργήθη· μόνον τρεῖς ἀποθηκάριοι καὶ τρεῖς γραφεῖς
319κατηργήθησαν ἐκ τῶν τριῶν τελωνείων Κερκύρας, Σύρου καὶ
320Πατρῶν· οὐδὲ πιστεύω, ὅτι ὁ φίλος μου Κ. Σωτηρόπουλος σπου-
321δαίως ὑποστηρίζει ὅτι αἱ μεταθέσεις τινῶν τελωνοφυλάκων ἢ
322δύο ταμιῶν καὶ δύο ἐφόρων ἠδύναντο νὰ φέρωσι τοιαύτην ἐλάτ-
323τωσιν τῶν εἰσοδημάτων τοῦ Κράτους, διότι τὰ τοιαῦτα πάντο-
324τε συνέβαινον καὶ ἐπὶ τῆς διοικήσεως τοῦ Κ. Σωτηροπούλου
325καὶ τοῦ Κ. Κεχαγιᾶ· διότι εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ χαρτοσήμου
326τίποτε δὲν μετεβλήθη, οὔτε εἰς τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν
327τοῦ ἐπὶ τῶν ζώων φόρου. Ἀλλ’ οἱ κύριοι ὑπουργοὶ ἀποβλέπον-
328τες εἰς μόνην τὴν οἰκονομίαν τῶν προσώπων, ἀπεδοκίμασαν τὸ
329σύστημα ὡς σύστημα ἀποκοπῆς, ὡς σύστημα ἄθλιον. Καὶ τῷ
330ὄντι ἄθλιον ἤθελεν εἶσθαι, ἐὰν εἰς τοῦτο μόνον περιωρίζετο, καὶ
331ἀθλία καὶ ἀνόητος ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἤθελεν οἰκοδομήσει σύ-
332στημα, τὸ ὁποῖον ἡ διάδοχος διὰ μιᾶς μονοκονδυλιᾶς ἄρδην
333ἤθελεν ἀνατρέψει, ὡς καὶ ἀνέτρεψε, συμπληρώσασα διὰ μιᾶς
334ὑπογραφῆς τὰς πλείστας τῶν θέσεων, ὅσας ἐκένωσεν ἡ προκάτο-
335χος. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἰδοῦσα, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ ἔθνους
336δὲν ἐπιτρέπει ἄλλο μέτρον ἢ τὰς οἰκονομίας, μετεχειρίσθη ὡς
337πρόχειρον μέσον ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς τὴν ἐλάττωσιν τῶν θέ-
338σεων, προπαρεσκεύασε δὲ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν ψήφισιν τῆς Βου-
339λῆς, ὡς ἐν τῇ πρὸς τὸν Βασιλέα ἐκθέσει της ῥητῶς ἀναφέρει,
340ἔργα δεόμενα τῆς κυρώσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας πρὸς τα-
341κτοποίησιν τῶν οἰκονομικῶν, εἰς τρόπον ὥστε τὰ ἔξοδα νὰ μὴ
342ἀποῤῥοφήσωσιν ὅλα τὰ εἰσοδήματα τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ αἱ
343ἀνάγκαι τῆς διοικήσεως νὰ ἱκανοποιηθῶσι καὶ περίσσευμά τι
344νὰ μείνῃ, χρησιμεῦον εἰς παρασκευήν. Ἰδοὺ δύω συστήματα πο-
345λὺ ἀλλήλων διαφέροντα, σύστημα οἰκονομιῶν καὶ σύστημα αὐ-
346ξήσεως φόρων καὶ δανείων.
347Ἐγὼ πρεσβεύω τὸ σύστημα τῶν οἰκονομιῶν, διότι ἡ ἱστορία
348διδάσκει, ὅτι τὰ ἔθνη προήχθησαν διὰ τῶν οἰκονομιῶν εἰς τὸ
349μεγαλεῖον καὶ τὴν δόξαν, καὶ ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἰς τὴν γέν-
350νησίν των ἤρχισαν νὰ δαπανῶσιν ἀσυλλογίστως καὶ νὰ ὑποβλη-
351θῶσιν εἰς μεγάλους φόρους, κατέστρεψαν τὴν παραγωγὴν καὶ
352περιῆλθον εἰς δυστυχίαν, ἥτις ἔφερε τὸν μαρασμὸν καὶ τὴν ἀπώ-
353λειαν τῆς αὐτονομίας των.
354Δύο λόγους ἤκουσα ὑπὲρ τοῦ συστήματος τῆς αὐξήσεως τῶν
355φόρων, τὰ ἐλλείμματα τῶν προϋπολογισμῶν καὶ τὰς ἐξωτερικὰς
356περιστάσεις, ἐπιδεικτικῶς δ’ ἐλέχθη, ὅτι οἱ Ἕλληνες ὡς πρὸς
357ἄλλους εὐνομουμένους λαοὺς πληρόνουν πολὺ ὀλίγους φόρους.
358Ἂς ἐξετάσωμεν ἕκαστον τῶν λόγων τούτων.
359Τὰ ἐλλείμματα, Κύριοι, ἔχουν ὡς αἴτια, πρῶτον ὅτι ὁ προϋ-
360πολογισμὸς τῶν ἐξόδων δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰ εἰσοδήματα
361τοῦ Κράτους, δεύτερον, χειρότερον τοῦ πρώτου, γίνονται μεγά-
362λαι ὑπερβάσεις καὶ αὐτῶν τῶν προϋπολογισθέντων ἐξόδων, τρί-
363τον, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων δὲν στηρίζεται εἰς βά-
364σεις σταθεράς· τοὐναντίον προϋπολογίζονται περισσότερα τῶν
365ἀληθῶν, περισσότερα τῶν ἀληθῶν βεβαιοῦνται καὶ ὀλιγώτερα
366πάντοτε τῶν βεβαιωθέντων εἰσπράττονται.
367Ἡ δὲ τοιαύτη οἰκονομικὴ κατάστασις ἀπαιτεῖ νὰ λάβωμεν
368πρόνοιαν οὐχὶ πῶς ν’ αὐξήσωμεν τοὺς φόρους, διότι εἰς τὸ αὐτὸ
369πάλιν θὰ φθάσωμεν ἀκολουθοῦντες τὴν ἰδίαν ὁδὸν τῆς σπατά-
370λης, ἀλλὰ πῶς αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους νὰ ὦσιν ἐλάσσονες τῶν
371εἰσπράξεων καὶ νὰ καθιερωθῇ ἐπὶ τοῦ παρόντος ἡ ἀρχὴ, ὅτι τὰ
372ἔξοδα νὰ ὑπολογίζωνται ἀναλόγως τῶν ἐσόδων· ὑπὲρ τῆς ἀρ-
373χῆς δὲ ταύτης καὶ ὁ Κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως συνηγόρη-
374σεν ἔν τινι τῶν προλαβουσῶν ἀγορεύσεών του. Διότι ἡ ἐλάττω-
375σις τῶν εἰσπράξεων τί ἄλλο ἀποδεικνύει, ἢ ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ
376μέχρι τοῦδε ἐπιβαλλόμενοι φόροι εἶναι ἀνώτεροι τῶν ὅσων δύ-
377νανται νὰ πληρώσωσιν οἱ κάτοικοι χωρὶς νὰ στερηθῶσι τῶν
378ἀπολύτως ἀναγκαίων; Ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν,
379ὅτι οἱ ἀπ’ εὐθείας εἰσπραττόμενοι φόροι, ἤτοι οἱ ἄμεσοι φόροι,
380παρουσιάζουν καθυστερήματα καὶ ὅτι ταῦτα ἀναβαίνουν εἰς 10%·
381ἀπατᾶται ὁ Κ. ὑπουργός· ἐκ τοῦ πίνακος τούτου βλέ-
382πετε, ὅτι ὁ φόρος τῶν ἀμπέλων καὶ τῶν βοσκῶν ἀναβαίνει εἰς
38350%, ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν εἰς 30%, ὁ φόρος τῶν
384ἐπιτηδευμάτων, τῶν περιβολίων καὶ μποστανίων εἰς 25%
385καὶ καθεξῆς. Ἰδοὺ ὁ πίναξ.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
386 βεβαιωθέντες εἰσπραχθέντεςκαθυστερήματα
387
388Δημητριακοὶ καρποὶ 950000κοιλὰ πρὸς 4,65 4400000 528000ἤτοι 12%
389Ἄμπελοι 700000δραχ. 350000 50%
390Περιβόλια καὶ μποστάνια 280000» 70000 25%
391Ἔλαιον 600000» 420000 70%
392Μελίσσια 50000» 5000 10%
393Βοσκαὶ 40000» 20000 50%
394Ζώων φόρος 1300000» 78000 6%
395Ἐπιτηδευμάτων φόρος 420000» 105000 25%
396Οἰκοδομῶν φόρος 600000» 180000 30%
397Τί ἄλλο ἀποδεικνύει ὁ πίναξ οὗτος ἢ ἐπικυροῖ ὅ,τι ἀνωτέρω
398εἶπον, δηλαδὴ ὅτι ὁ λαὸς δὲν δύναται νὰ πληρώσῃ πλέον τῶν
39972% ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ἐπιβαλλομένων φόρων, διότι
40028% εἶναι ὁ μέσος ὅρος τῶν καθυστερούντων; καὶ ἂν οἱ
401ἐπιτηδευματίαι δὲν δύνανται νὰ πληρώσωσιν ἐκ τῶν 420000
402δραχμῶν εἰμὴ 315000, θέλουν δυνηθῆ νὰ πληρώσωσιν ὡς προϋ-
403πολογίζονται σήμερον 1200000; ὅταν ὁ λαὸς δὲν δύναται νὰ
404πληρώσῃ τοὺς σημερινοὺς φόρους, θέλετε νὰ πληρώσῃ 23 ἑκα-
405τομμύρια ἐπὶ πλέον;
406Ὅταν ἡ αὔξησις τῶν φόρων δὲν ᾖναι ἐφικτὴ, ἕπεται ἀναπό-
407φευκτος ἡ ἐλάττωσις τῶν ἐξόδων καὶ ἐλάττωσις μεγάλη διὰ
408νὰ σώσῃ τὴν πατρίδα. Ἔστω, λέγουν οἱ ἐναντίοι, καθόσον ἀφορᾷ
409τὴν ἐσωτερικὴν διοίκησιν, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰς ἐξωτερικὰς περι-
410στάσεις τί λέγεις; Συμφωνῶ μετὰ τοῦ Κ. προέδρου τῆς Κυβερ-
411νήσεως, ὅστις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπεν, «ὅτι δὲν ἐλπί-
412ζει νὰ ᾖναι ἐγγὺς κίνδυνός τις, ἢ τοὐλάχιστον εἶναι ἀμφίβολος,
413ἀλλὰ καὶ τούτου δοθέντος, προσέθηκε, τὰ λαμβανόμενα μέτρα
414εἶναι ἀνεπαρκῆ, καὶ ὅτι ἄλλα ὅλως ἔκτακτα δύνανται τότε νὰ
415ὁδηγήσωσι τὸ ἔθνος εἰς τὴν ὁδὸν τῆς τιμῆς καὶ τῆς δόξης».
416Ὁ δὲ λόγος, ὅτι ἄλλα ἔθνη εὐνομούμενα πληρόνουν διπλοῦς καὶ
417τριπλοῦς φόρους ἢ ἡμεῖς, ὡς ἡ Ἀγγλία, δὲν εἶναι ἀποχρῶν οὐδὲ
418σπουδαῖος, δίδει ὅμως ἀφορμὴν σκέψεως εἰς τοὺς φοβουμένους,
419ὅτι τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο θέλει κατασταθῆ ἐπικίνδυνον ὅπλον
420εἰς χεῖρας τῶν ἐπιθυμούντων νὰ τὸ μεταχειρισθῶσι κατὰ τῶν
421εὐπίστων καὶ κατὰ τῶν ἀρεσκομένων νὰ εὕρωσι λόγον τινὰ, ἔστω
422καὶ μικρᾶς πιθανότητος, διὰ ν’ ἀναπαύσωσι τὴν συνείδησίν των.
423Ἡ Ἀγγλία ἐπὶ Καρόλου τοῦ Βʹ. Ἰακώβου τοῦ Βʹ. ἤτοι περὶ
424τὰ τέλη τοῦ 17ου αἰῶνος, ἐνῷ ἠρίθμει 18,000,000 περίπου
425κατοίκων, ἐπλήρωσε φόρους μόνον 1,400,000 λιρῶν στερλινῶν
426ἤτοι 390,348,000 δραχ. ὅ ἐστὶ δύω δραχμὰς καὶ 22 περίπου
427ἑκατοστὰ ἕκαστον ἄτομον. Ἡ δὲ Ἀγγλία τότε ἦτον ἀσυγκρίτῳ
428τῷ λόγῳ εἰς πολὺ καλλιτέραν κατάστασιν ἢ ἡ Ἑλλὰς σήμερον.
429Διετήρει στόλον τοιοῦτον, ὅστις εἶχε ταπεινώσει τὴν ὀφρῦν τῆς
430ὑπερηφάνου Ἱσπανίας καὶ τῆς πλουσίας Ὁλλανδίας, τῶν δύω
431μεγάλων τότε κατὰ θάλασσαν δυνάμεων. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ
432τῆς δημοσίου οἰκονομίας· ἐὰν δ’ ἐξετάσῃ τις τὴν ἰδιωτικὴν οἰ-
433κονομίαν, θέλει μάθει, ὅτι τὰ ἔπιπλα μιᾶς αἰθούσης ξενοδοχείου
434δὲν ὑπερέβαινον τὴν ἀξίαν τῶν 300 δραχμῶν, διότι ψάθινα
435ἦσαν τὰ καθίσματα καὶ ἐριοῦχα ἢ βαμβακερὰ τὰ ὑφάσματα·
436οὔτε τάπητας τῆς ἀνατολῆς εἶχον, οὔτε στόφας μεταξωτὰς,
437οὔτε σκίμποδας καὶ ἀνάκλιντρα ἐλαστικὰ, ἐνῷ σήμερον αἱ αἴ-
438θουσαι τῶν πτωχαλαζόνων ξενοδόχων τῆς Ἑλλάδος ἀξίζουν, ὡς
439μὴ ὤφειλε, χιλιάδας δραχμῶν. Ἀπὸ τοιούτων δὲ οἰκονομιῶν ἀρ-
440ξαμένη ἡ Ἀγγλία κατήντησε σήμερον τὸ ὀλβιώτερον καὶ ἰσχυ-
441ρώτερον ἔθνος· καὶ σήμερον ἔτι πληρόνει ὁ Ἄγγλος πραγματικῶς
442ὀλιγώτερον φόρον ἢ ὁ Ἕλλην. Μολονότι εἶναι γελοῖον νὰ συγ-
443κρίνωμεν τὴν Ἑλλάδα μὲ τὴν Ἀγγλίαν, ἥτις ἀριθμεῖ 160,000,
444000 ὑπηκόους καὶ φορολογεῖ ὅλην τὴν ὑφήλιον διὰ τῶν βιομη-
445χανικῶν προϊόντων της, λάβετε ὅμως τὸν κόπον νὰ παραβάλ-
446λητε τοὺς ἀμέσους πρὸς τοὺς ἐμμέσους φόρους της, καὶ θέλετε
447ἰδῆ, ὅτι οἱ πρῶτοι πρὸς τοὺς δευτέρους ἔχουν, ὃν λόγον ἔχει
448τὸ 1:20, ἐνῷ ἐν τῇ Ἑλλάδι ἔχουν ὡς 3:5. Τοιουτοτρόπως ἡ
449φορολογία δὲν ἐπιβαρύνει ἢ κατὰ μικρὸν τοὺς Ἄγγλους· τοὐναν-
450τίον ἐπιβαρύνει τὸν κόσμον ὅλον, διότι ὁ κόσμος ὅλος καὶ αὐτοὶ
451οἱ Ἕλληνες εἶναι οἱ καταναλωταὶ τῶν προϊόντων τῆς Ἀγγλίας,
452κατὰ δὲ τὸ ἀξίωμα τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας, τὸν καταναλω-
453τὴν ἐπιβαρύνουν οἱ ἔμμεσοι φόροι. Ἐπιμένω δὲ, ὅτι ὁ φόρος τῶν
45425 δραχμῶν δι’ ἕκαστον Ἕλληνα εἶναι ὀνομαστικὸς, ὁ δὲ πραγ-
455ματικὸς ἀναβαίνει εἰς τὸ πολλαπλάσιον τούτου, διότι πολλά-
456κις πολλαπλασιάζεται διὰ τῆς ἀδίκου βεβαιώσεως τῶν ἐπὶ
457ἐκτιμήσει προϊόντων, διὰ τῆς ἀδίκου καταμετρήσεως τῶν στρεμ-
458ματικῶς φορολογουμένων, διὰ τῆς ἀδίκου ἀπαριθμήσεως τῶν
459ζώων, διὰ τῆς δαπάνης, τὴν ὁποίαν ἀναγκάζεται νὰ κάμῃ ὁ
460φορολογούμενος ἕνεκα τῆς βιαίας καὶ ἐλαττωματικῆς εἰσπρά-
461ξεως, διὰ τοῦ ὑπερόγκου τόκου, τριακοντάκις μεγαλειτέρου τοῦ
462τῆς Ἀγγλίας, τὸν ὁποῖον ἀναγκάζεται νὰ πληρώσῃ ὁ φορολο-
463γούμενος εἰς τὸν δανείσαντα τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, διότι τέλος,
464ὡς ὀρθῶς εἶπον ἄλλοι, ἐν Ἑλλάδι αἱ γυναῖκες ἐξαιρέσει ὀλίγων
465δὲν ἐργάζονται, καὶ αὗται ἀποτελοῦν τὸ ½ τοῦ πληθυσμοῦ,
466διότι οἱ παῖδες ἀπὸ 7–12 ἐτῶν καὶ οἱ γέροντες, οἱ ὁποῖοι
467ἀποτελοῦν ἐπίσης τὸ ⅓ τοῦ πληθυσμοῦ μένουν ἀργοί, ἐνῷ εἰς
468τὴν Ἀγγλίαν πᾶσα ἡλικία καὶ πᾶν φῦλον ἔχει τὴν κατάλληλον
469ἐργασίαν πρὸς πορισμὸν τῶν ἐπιτηδείων πρὸς τὴν ζωήν, ὥστε,
470ὅταν τὸ ⅙ τοῦ πληθυσμοῦ παράγει καὶ τοῦτο φορολογεῖται,
471τότε μὰ τὸν Θεὸν δεκαπλασιάζονται οἱ φόροι καὶ οὐδὲν εὐνο-
472μούμενον ἔθνος εἶναι ἄξιον νὰ συγκριθῇ μὲ τοὺς Ἕλληνας ὡς
473πρὸς τὰ βάρη τῆς φορολογίας.
474Ἀπορῶ πῶς ὁ Κ. Κεχαγιᾶς καὶ ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος λησμο-
475νοῦν τόσον εὐκόλως τὰς ἰδέας τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας, ὅσας
476ἄλλοτε ἐπρέσβευον, ἤγουν τὴν κατάργησιν καὶ τὴν ἐλάττωσιν
477τῶν τελωνιακῶν φόρων, ἤτοι τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐμπορίου. Πρὸ
478ὀκτὼ ἐτῶν οἱ κύριοι οὗτοι προσεπάθουν νὰ πείσουν τὸν κόσμον,
479ὅτι ἡ ἀφαίρεσις καὶ ἡ μεγάλη ἐλάττωσις τῶν τελωνιακῶν φό-
480ρων καθιστᾷ πραγματικὴν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐμπορίου, ἥτις
481ἀναπτύσσει τὸν συναγωνισμόν, τελειοποιεῖ τὰ προϊόντα καὶ
482παρέχει τὴν εὐδαιμονίαν τῶν ἐθνῶν. Ἴδετε, ἔλεγον, τὰ μεγάλα
483ἔθνη καὶ πρὸ πάντων τὴν Ἀγγλίαν, ὅτι δυνάμει τῆς ἀρχῆς ταύ-
484της ἐμεγαλύνθη· καταργήσατε, ἔλεγον, ὡς ὁ Πὴλ, τὴν κλίμακα
485τῶν σιτηρῶν καὶ θέλετε ἰδῆ τὴν εὐθηνίαν τοῦ ἄρτου. Δὲν εἶναι
486δίκαιον, ἔλεγον, νὰ τρώγῃ ὁ ἐργάτης πρὸς ὄφελος τοῦ ὑπουργοῦ
487ἀκριβὸν τὸν ἄρτον, τὸ πρῶτον τοῦτο στήριγμα τῆς ζωῆς.
488Ἐλαττώσατε τοὺς τελωνιακοὺς φόρους καὶ θέλετε ἰδῆ, ἐπανε-
489λάμβανον, τὰ προοδευτικὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐλευθερίας τοῦ
490ἐμπορίου. Εἰς μάτην ἀντέταττον οἱ ἀντιφρονοῦντες, ὅτι, ἐὰν
491ἐνέκυπτον οἱ νεωτερισταὶ οὗτοι εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν ἐθνῶν καὶ
492πρὸ πάντων αὐτοῦ τοῦ μεγάλου ἔθνους, τὸ ὁποῖον ἐπικαλοῦν-
493ται ὡς παράδειγμα, ἤθελον μάθει, ὅτι ἐμεγαλύνθησαν διὰ τῆς
494προστασίας τοῦ ἐμπορίου, τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς γεωργίας,
495ὅτι ὁ Πὴλ μόλις πρὸ 20 ἐτῶν, ἤτοι τὸ 1846, ἠδυνήθη μετὰ
496πολλοὺς κόπους νὰ καταργήσῃ τὴν προστατευτικὴν κλίμακα,
497ὅτι ἔτι καὶ σήμερον ἔχει πολλοὺς ταμιευτικοὺς νόμους αὐτὴ
498ἡ ἐπαγγελλομένη τὴν ἀπόλυτον ἐλευθερίαν τοῦ ἐμπορίου Ἀγ-
499γλία, ἤτοι τοὺς μεγάλους δασμοὺς ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων προϊ-
500όντων, τῶν ὁποίων θέλει νὰ ἐμποδίσῃ ἢ νὰ μετριάσῃ τὴν κα-
501τανάλωσιν, οἷον τῆς σταφίδος, τῶν οἰνοπνευμάτων καὶ ἄλλων,
502τοὺς προστατευτικοὺς νόμους ἐγχωρίου ναυτιλίας· ὅτι ἐν Γαλλίᾳ
503ἡ κλίμαξ ἐπέζη καὶ μετὰ τὴν ἐν Ἑλλάδι κηδείαν της καὶ ὑπῆρχον
504νόμοι τῶν προνομίων, προστατευτικοὶ τῆς βιομηχανίας, βραβευομέ-
505νων τῶν προϊόντων των κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν, ὑπῆρχε καὶ ὑπάρχει
506νόμος τοῦ Dranlak, διατάττων τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ φόρου ἐπὶ
507τῶν μαλλίνων ὑφασμάτων καὶ τῆς ζακχάρεως, τῶν κλωστῶν,
508ἀχυροκαπέλλων καὶ ἄλλων, ὁ νόμος ὁ καλούμενος Les panchises
509temporaices, ἀτυδοσίαι πρόσκαιροι, ὅστις κηρύττει ἀσύδοτα 26
510εἴδη, τὰ ὁποῖα εἰσάγονται εἰς τῆς Γαλλίαν διὰ νὰ τελειοποιηθῶσιν
511ἐν τοῖς γαλλικοῖς βιομηχανικοῖς καταστήμασιν· ὅτι ἡ Ἰταλία
512διὰ πέντε ἀλλεπαλλήλων προστατευτικῶν νόμων προήγαγεν
513εἰς τὴν σημερινὴν ἐπίζηλον θέσιν τὴν κουκουλοτροφίαν καὶ με-
514ταξοκλωστικήν της. Καὶ ὁ Σμὶθ, τὸν ὁποῖον ἐπικαλοῦνται, ἐὰν
515ἔγραφε περὶ τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας τῆς Ἑλλάδος, ἤθελεν ἀπα-
516γορεύσει ῥητῶς νὰ μιμηθῇ ἡ Ἑλλὰς τὴν ἀκμάζουσαν Ἀγγλίαν,
517ἤθελεν ὑποστηρίξει τὸ σύστημα τῶν προστασιῶν καὶ οἰκονο-
518μιῶν, ἤθελε λυπεῖσθαι, ὅτι ἐν ὀνόματί του γίνονται ὑπὸ τῶν
519μὴ ἐννοούντων αὐτὸν τόσαι βλάβαι.
520Οἱ αἱρεσιάρχαι οὐδόλως ἐκάμφθησαν, ἤθελον νὰ νικήσῃ ἡ
521ἰδέα των διὰ ν’ ἀπολαύσωσι τῆς δόξης τοῦ νὰ ὦσιν ἀρχηγοὶ
522νεωτερισμοῦ· καὶ τῷ ὄντι ὁ νεωτερισμὸς εἰσήχθη διὰ τῆς κα-
523ταργήσεως τῆς κλίμακος καὶ τῆς εἰσαγωγῆς δασμολογίου στη-
524ριζομένου εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν τελωνιακῶν δασμῶν, ἀλλ’ αἱ
525ὑποσχέσεις του ὑπῆρξαν φροῦδοι καὶ τὰ ἀποτελέσματα λυπηρά.
526Διότι ἐν μὲν ταῖς εὐφορίαις, εἰσαγομένων ξένων σιτηρῶν, οἱ
527γεωργοὶ δὲν ἀνταμείβονται, ὥστε νὰ ἔχωσι περίσσευμά τι διὰ
528τὰς ἀφορίας, ἐν δὲ ταύταις, ἐπιδεόμενοι ξένων σιτηρῶν, κα-
529ταναλίσκουσι καὶ τὰ κεφάλαιά των· τὸ βέβαιον δὲ εἶναι, ὅτι
530ἔκτοτε ἐπικρατεῖ ἡ ἀκρίβεια τοῦ ἄρτου, ἡ γεωργία τήκεται καὶ
531τὸ ἐμπόριον πάσχει. Ἐνῷ δὲ ὀφείλομεν νὰ προστατεύσωμεν τὴν
532γεωργίαν, ὥστε οὐ μόνον νὰ παράγῃ τὸ ἀναγκαῖον διὰ τὴν
533κατανάλωσιν τοῦ τόπου ποσὸν τῶν σιτηρῶν, ἀλλὰ καὶ περίσ-
534σευμα νὰ ὑπάρχῃ εἰς ἐξαγωγὴν, καὶ τοῦτο εἶναι δυνατὸν, διότι
535καὶ ἱκανὴν χέρσον γῆν ἔχει ἡ Ἑλλὰς καὶ εἰς οὐδεμίαν ἄλλην βιο-
536μηχανίαν οἱ κάτοικοι ἀσχολοῦνται, ἐπιβάλλομεν εἰς αὐτὴν τὴν
537ἀθλίαν γεωργίαν τὰ ⅗ τῆς ὅλης φορολογίας καὶ ἐξ ἀθλίας
538ἀθλιεστέραν κατεστήσαμεν, ἀποζῶσαν ἐκ τῶν στερήσεων καὶ
539κινδυνεύουσαν νὰ πάθῃ τὸ τοῦ ἵππου τοῦ σχολαστικοῦ. Ἐκ δὲ
540τῆς ἀθλίας ταύτης καταστάσεως τῆς γεωργίας τὸ ἐμπόριον ἤρ-
541χισε νὰ ὀπισθοδρομῇ τρομερῶς καὶ ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν μας τὴν
542λυπηρὰν αὐτοῦ νέκρωσιν.
543Καὶ εἰς μὲν τὴν ἀναβίωσιν τῆς κλίμακος δὲν ἐπανῆλθον οἱ
544νεωτερισταὶ, τοὐναντίον ηὔξησαν μάλιστα τὸν ἔγγειον φόρον,
545ὅστις πρὸ μικροῦ εἶχεν ἐλαττωθῆ πρὸς ἀναψυχὴν τῆς γεωργί-
546ας, μετέβαλον δὲ πολὺ τὰς ἰδέας των ὀπισθοδρομοῦντες διὰ
547τῆς εἰσαγωγῆς δασμολογίου, στηριζομένου εἰς τὴν αὔξησιν τῶν
548δασμῶν, καὶ ταῦτα, ὅταν τὸ ἐμπόριον εὑρίσκεται εἰς ἥκι-
549στα εὐχάριστον κατάστασιν· πλέουν δὲ πάντοτε ἄνω ποταμῶν.
550Εἰς τὴν Συνέλευσιν οἱ κύριοι Κεχαγιᾶς καὶ Κουμουνδοῦρος,
551χαριζόμενοι τῷ λαῷ διεῤῥήγνυοντο ὑπὲρ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ
552ἐγγείου φόρου καὶ ἐφρόνουν τότε, ὅτι πρέπει τὰ ἔξοδα τοῦ Κρά-
553τους ν’ ἀκολουθῶσι τὰ ἔσοδα· σήμερον λέγουν, δὲν δυνάμεθα νὰ
554ζήσωμεν μὲ τοὺς ὑπάρχοντας φόρους, δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ ἔθνος
555νὰ ὑποβάλῃ τὰ ἔξοδά του εἰς τὰ ἔσοδα, ὀφείλομεν νὰ αὐξήσω-
556μεν τοὺς φόρους καὶ δάνεια νὰ προσθέσωμεν. Καὶ ἰδοὺ τὸ κα-
557ταπληκτικὸν σύστημα τῆς ἀθρόας φορολογικῆς αὐξήσεως ἐπὶ
558πᾶσι τοῖς εἰσοδήμασι. Πέρυσιν ἔφερον τὴν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου
559ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου, λέγοντες, ὅτι ἡ ἐλάττωσις τῶν τελῶν
560θέλει αὐξήσει τὰ εἰσοδήματα τοῦ χαρτοσήμου· σήμερον ὁμο-
561λογοῦν ἐν κατανύξει, ὅτι οἱ ὑπολογισμοί των ὑπῆρξαν ἐσφαλ-
562μένοι καὶ τὰ εἰσοδήματα τοῦ χαρτοσήμου ἠλαττώθησαν τρο-
563μερῶς. Καὶ περιμένοντες δὲ πλειοτέραν βάσανον τῆς λειτουρ-
564γίας τῶν νόμων, ἐπαναφέρουν τὴν αὔξησιν τοῦ ἐπὶ τοῦ χαρτο-
565σήμου φόρου. Ἰδοὺ οἰκονομικὴ σύνεσις· ὁποία οἰκονομολογικὴ
566ἐπιστήμη!
567Ἡ τοιαύτη ἀστασία ἀποδεικνύει, ὅτι αἱ ἐνέργειαι τῶν ἀνδρῶν
568τούτων εἶναι προϊὸν οὐχὶ πεποιθήσεων ἀλλὰ στιγμιαίων ὁρμῶν,
569Σήμερον θέλουν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐν Ἑλλάδι τὸ γινόμενον εἰς
570μέγα ἔθνος, αὔριον ἄλλο καὶ τούτων μεθαύριον ζητοῦν τὴν
571ἀνατροπὴν, ὡς ἐπιβλαβῶν ἀποβάντων ἢ ὡς μὴ δυναμένων νὰ
572ἐφαρμοσθῶσι· καὶ διατί ταῦτα; διότι θέτουσι τὰ πράγματα
573παρακαίρως, δὲν ἐννοοῦν, ὅτι οἱ ὅροι τῆς οἰκονομολογίας, οἵ-
574τινες εὐδοκιμοῦν σήμερον ἐν Ἀγγλίᾳ, δὲν ἠδύναντο νὰ εὐδοκι-
575μήσουν, ἐὰν ἐφηρμόζοντο πρὸ τριακοσίων ἐτῶν, ἐπειδὴ ἡ κοι-
576νωνία τότε δὲν ἦτον ἐπιδεκτικὴ τοιούτων μεταβολῶν. Δὲν
577ἐννοοῦν, ὅτι τὸ ἀβασάνιστον τῶν προτεινομένων νόμων ἔφερεν
578αὐτὴν τὴν γενικὴν σύγχυσιν. Αὐτοὶ ὁμοιάζουν τοὺς ἐμπειρικοὺς
579ἐκείνους ἰατρούς, οἵτινες μὴ γνωρίζοντες ν’ ἀνατρέξωσιν εἰς τὰ
580αἴτια τῆς παθογενέσεως, ἐνεργοῦν κατὰ τῶν συμπτωμάτων
581τῆς νόσου. Ἐὰν ἀνατρέξητε εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς πολιτικῆς οἰ-
582κονομίας τῶν ἐθνῶν, θέλετε μάθει, ὅτι κατ’ ἀρχὰς τὰ ἔθνη ἠ-
583σπάσθησαν τὴν ἀπόλυτον ἐλευθερίαν, ἔπειτα τὴν ἀπόλυτον προ-
584στασίαν καὶ μικρὸν κατὰ μικρὸν ἀπὸ ταύτας μετέβησαν εἰς τὴν
585ἐλευθερίαν οὐχὶ τὴν πολιτικὴν ἀλλὰ τὴν οἰκονομικὴν, βαδί-
586ζουσαν παραλλήλως πρὸς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ πολιτισμοῦ, τῆς
587γεωργίας καὶ τῆς βιομηχανίας. Ὁ Ἄγγλος σήμερον, ὅτε δὲν
588φοβεῖται τὸν συναγωνισμὸν εἰς τὴν βιομηχανίαν, διότι ἔχει εὐ-
589θηνότερα καὶ ἀφθονώτερα κεφάλαια, διότι ἔχει σίδηρον ἄφθονον,
590γαιάνθρακας καὶ πλῆθος τεχνιτῶν, ἐπιδιώκει τὴν ἐλευθερίαν
591τοῦ ἐμπορίου διὰ νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῆς ἀτελείας τῶν πρώτων
592ὑλῶν, ὧν ἔχει ἀνάγκην, καὶ τὰς ὁποίας παράγουν ἄλλοι λαοί·
593τοῦτο ὅμως δὲν ἔπραττον πρότερον. Καὶ σήμερον ἔτι, ὡς εἴπο-
594μεν, ἔχει μεγάλους δασμοὺς εἴς τινα εἰσαγόμενα, τῶν ὁποίων
595δὲν ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην, ἢ θεωρεῖ ἐπιβλαβῆ τὴν εἰσαγω-
596γήν. Ἐπὶ δὲ τοῦ προκειμένου ὁ δεινὸς Θιὲρς δίδει τὴν σοφὴν
597γνώμην, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἐλευθερία εἶναι τὸ στήριγμα τῶν ἀσ-
598θενῶν, ἡ δ’ ἐλευθερία τοῦ ἐμπορίου ὁ θρίαμβος τοῦ ἰσχυροῦ,
599καὶ ὅτι ὅσα κράτη ἐφαρμόζουν ἀδιακρίτως τὴν ἐλευθερίαν τοῦ
600ἐμπορίου γίνονται δοῦλα τῶν μεγάλων βιομηχανικῶν κρατῶν.
601Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, τὸ σύστημα τῶν οἰκονο-
602μιῶν δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ βραδέως μὲν ἀλλ’ ἀσφαλῶς τοὺς
603πόθους τοῦ ἔθνους. Ἀπαιτοῦνται δὲ τοσαῦται οἰκονομίαι, ὥστε
604νὰ μένῃ καὶ περίσσευμά τι, χρησιμεῦον εἰς παρασκευήν. Αἱ
605οἰκονομίαι θέλουν ἀφήσει εἰς τὸν λαὸν τὰς ὑπὸ τῆς Κυβερνή-
606σεως ζητουμένας μυριάδας ἑκατομμυρίων δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι
607θέλουν αὐξήσει τὴν παραγωγὴν, ταύτης δὲ αὐξανομένης, αἱ ἐθνι-
608καὶ δυνάμεις πολλαπλασιάζονται, τούτων δὲ πολλαπλασιαζο-
609μένων, τὸ ἔθνος θέλει δυνηθῆ νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀποστολήν του.
610Ἐὰν ὅμως κλύδων καταλάβῃ ἡμᾶς, τότε ἡ φορολογία μικρὸν
611κατὰ μικρὸν γιγνομένη καὶ πλέον ἢ 12 μῆνας ἀπαιτοῦσα, δὲν
612ἐπαρκεῖ. Τότε, κύριοι, ἔρχονται τὰ ἐξωτερικὰ δάνεια, ἢ τούτων
613μὴ κατορθουμένων, τὰ ἐσωτερικὰ ἑκούσια καὶ καταναγκαστικὰ,
614ἡ περιουσία ὁλόκληρος τοῦ ἔθνους καὶ τοῦ πολίτου, ἡ ζωὴ καὶ
615τὸ σῶμα παντὸς Ἕλληνος, ὡς ἐγένετο ἐν τοῖς κινδύνοις τῆς πα-
616τρίδος. Καὶ ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ δανείων, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ Κ.
617Κεχαγιᾶς νὰ μὴ συμφωνήσω μὲ τὴν ἰδέαν του, ὅτι πάντοτε τὰ
618δάνεια γίνονται εἰς τὰ ἔθνη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζουν πε-
619ρίσσευμα εἰς τὸν προϋπολογισμόν των ἢ τοὐλάχιστον ἰσοῤῥο-
620πίαν, διότι, ἐὰν τοῦτο ἦτον ἀληθὲς, τὸ δάνειον τοῦ 1824 καὶ
6211825 δὲν ἐγίνετο, ὡς μὴ ὑπάρχοντος τότε προϋπολογισμοῦ·
622διότι ἔθνος κραταιὸν καὶ φερέγγυον ὡς ἡ Ῥωσσία δὲν ἠδυνήθη
623διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ εὕρῃ δάνεια καὶ μόνον ἐσχάτως
624εὗρεν, ὅταν αἱ σχέσεις της μετὰ τῆς Ἀγγλίας ἐβελτιώθησαν,
625διότι ἡ Τουρκία, ἐνῷ δὲν ἔχει ἰσοῤῥοπίαν εἰς τὸν προϋπολογι-
626σμὸν, καθ’ ἑκάστην εὑρίσκει δάνεια· τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡ ἰσοῤ-
627ῥοπία εἶναι μία ἐκ τῶν βάσεων τῶν δανείων, ἀλλ’ ἡ κυριωτέρα
628εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς χρήσεως· καὶ ἐὰν μὲν ὁ σκοπὸς ᾖναι συμ-
629φέρων εἰς τὴν πολιτικὴν τοῦ ἔθνους, ἀφοῦ ζητεῖται τὸ δάνειον,
630γίνεται, ἄλλως ναυαγεῖ. Ἴδετε ἐσχάτως, ὅτι ἡ Αἴγυπτος ἔλαβεν
6318,000,000 λιρῶν στερλινῶν δάνειον ἐκ τῆς Ἀγγλίας, διότι
632ὁ ἀντιβασιλεὺς ἀγγλίζει, δοὺς τὴν ἄδειαν νὰ διαιτῶνται ἐν
633Αἰγύπτῳ 10,000 Ἀγγλικοῦ στρατοῦ, λόγῳ μὲν ἐγκληματισμοῦ,
634πράγματι δὲ διὰ ν’ ἀποκρουσθῶσι φιλόδοξοι σκοποὶ ἄλλης με-
635γάλης δυνάμεως. Μετὰ τὸ μικρὸν τοῦτο ἐπεισόδιον ἐπανερχό-
636μενος εἰς τὸ σημεῖον, ὅθεν ἐποίησα τὴν παρέκβασιν, λέγω, ὅτι
637ὅταν τὸ ἔθνος ἔχῃ τὰς δυνάμεις του ἀνεπτυγμένας, ἀποκρούει
638τοὺς κινδύνους εὐκολώτερον, ὅταν ὅμως τοὐναντίον ἐξαντληθῶ-
639σιν αὗται δι’ ὑπερόγκων καὶ δυσβαστάκτων φόρων, διὰ παρα-
640καίρων, δυσαναλόγων καὶ ἀλυσιτελῶν δαπανῶν, καθίσταται
641μαραμένον καὶ νωθρὸν, ἀνίκανον οὐ μόνον νὰ ἐπιχειρήσῃ τι πρὸς
642δόξαν, ἀλλὰ καὶ τὴν τιμὴν καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν του νὰ ὑπε-
643ρασπισθῇ. Ἡ Ἀγγλία ἀπεσόβησε τὸν κίνδυνον τοῦ νὰ κατακτη-
644θῇ ὑπὸ τοῦ μεγάλου Ναπολέοντος, διότι, ἔχουσα κεφάλαια
645ἄφθονα ἐν τῷ λαῷ, ἔλαβεν αὐτὰ καὶ τὰ μετεχειρίσθη πρὸς
646μίσθωσιν ὅλης τῆς Εὐρώπης κατὰ τοῦ Ναπολέοντος, διότι ὅταν
647οὗτος ἐγύμναζε τὰς 150,000 Γάλλων ἐν Βολωνίᾳ ὅπως ἀπο-
648βῇ εἰς τὴν Ἀγγλίαν, αἱ Βρεταναὶ ὕψωσαν πολύτιμον καὶ κολοσ-
649σαῖον βωμὸν τῆς πατρίδος ἐκ τῶν τιμαλφῶν κοσμημάτων.
650Διατὶ ἠλαττώθησαν τὰ τελωνιακὰ τοῦ κράτους εἰσοδήματα
651κατὰ 1,300,000; διατί, ἐνῷ ὑπελογίζετο αὔξησις τῶν εἰσοδη-
652μάτων τοῦ χαρτοσήμου, ἐπῆλθε σημαντικὴ μείωσις ἐκ δραχ.
653700,000; οὐχὶ, ὡς λέγει ὁ Κ. Κεχαγιᾶς, ἐκ τῆς ἐλαττώσεως
654τῶν ὑπαλλήλων, διότι εἴς τινα τελωνεῖα κατὰ τὸ διάστημα
655τῆς διοικήσεως τῆς προκατόχου κυβερνήσεως ηὔξησαν τὰ εἰσο-
656δήματα, διότι οὐδεμία ἐλάττωσις τοῦ προσωπικοῦ τῶν τελω-
657νείων ἐγένετο, οὔτε ἡ ὑπηρεσία τοῦ χαρτοσήμου μετεβλήθη,
658διότι ἡ ἐλάττωσις ἤρχισεν ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἔτους, καὶ ἰδοὺ
659ὁ πίναξ.
660Τέλη τελωνιακὰ τοῦ 1865–1866.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
661Ἰανουάριος 425,183:38730,925
662Φεβρουάριος741,126:25589,633:87
663Μάρτιος 874,860:74612,129:67
664Ἀπρίλιος 731,280:19662,416:79
665Μαΐος 686,790:92527,117:10
666Ἰούνιος 657,128:30470,405:50
667Ἡ ἐλάττωσις ἐπῆλθε, διότι, προηγηθέντων δύο ἐτῶν σιτο-
668δείας, ἐστείρευσαν αἱ πηγαὶ τῆς καταναλώσεως, τὸ δὲ ἐμπόριον
669ὑπέστη τρομερὰς χρεωκοπίας καὶ ὁσημέραι ἐκπίπτει ἕνεκα τῆς
670ἐπικρατούσης ἀχρηματίας. Ἡ ἀχρηματία, κύριοι, εἶναι τοσοῦτον
671γενικὴ σήμερον, ὥστε ἐπανήλθομεν εἰς τὰς μυθώδεις τῶν προ-
672τέρων χρόνων τοκογλυφίας, τὰς ὁποίας ἡ τράπεζα ἀδυνατεῖ νὰ
673περιστείλῃ, διότι δανείζουσα καθ’ ἑκάστην τὸ δημόσιον, οὐ
674μόνον εἰς τὸν ζητοῦντα δάνειον ἀπαντᾷ, δὲν ἔχω, ἀλλὰ καὶ
675ἀπὸ τὸ ἐμπόριον καὶ ἀπὸ τοὺς κτηματίας ἀποσύρει τὰ κεφά-
676λαιά της καὶ ἐπιφέρει σημαντικὰς μὲν ζημίας εἰς ὅλας τὰς
677τάξεις τῆς κοινωνίας, εἰς δὲ τὸ ἐμπόριον τὴν ἀπελπισίαν. Εἰς
678τοῦτο ὅμως τὸ ἀντικείμενον θὰ ἐπανέλθωμεν εἰδικώτερον.
679Συλλογισθῆτε, κύριοι, ὅτι ὁ λαὸς πεινᾷ, ἀγοράζει 50 λεπτὰ
680τοῖς μετρητοῖς τὴν ὀκᾶν τὸν ἀραβόσιτον καὶ 80 ἐπὶ πιστώσει·
681ποῦ ἠκούσθη, ὅτι τιμᾶται τὸν Φεβρουάριον 50 λεπτὰ τὴν
682ὀκᾶν ὁ ἀραβόσιτος; Οὐδεὶς τῶν γερόντων τοῦτο ἐνθυμεῖται· τὸν
683Μάϊον θέλει ἀναβῆ εἰς μίαν δραχμὴν τὴν ὀκᾶν· ποῦ ἠκούσθη
68460% δι’ ἓξ μῆνας τόκος; καὶ ὅμως τοῦτο εἶναι γεγο-
685νός. Ἐνῷ δὲ ὁ ἔμπορος ἐκ τῆς ἀπραξίας σταματᾷ τὰς πληρω-
686μάς του, ἐνῷ ὁ γεωργὸς, ὁ ἁμαξηλάτης, ὁ κτίστης, ὁ λεπτουρ-
687γὸς καὶ τόσοι ἄλλοι μικροεπιτηδευματίαι δὲν ἐπαρκοῦν νὰ δώ-
688σουν ἄρτον εἰς τὰ τέκνα των, ἔχουν τοὐναντίον ἀνάγκην περι-
689θάλψεως, ἐνῷ πλῆθος τεχνιτῶν καὶ ἐργατῶν μένει ἀργὸν, μὴ
690εὑρίσκον ἐργασίαν, καὶ οἱ εὑρίσκοντες λαμβάνουν ἡμερομίσθιον
691λίαν ὑποτετιμημένον· παράδοξον ἐν Ἑλλάδι φαινόμενον, διότι
692πανταχοῦ τῆς Εὐρώπης τὸ ἡμερομίσθιον αὐξάνει κατ’ εὐθὺν λό-
693γον τῆς ἀξίας τοῦ ἄρτου· ἀλλὰ τὸ παράδοξον τοῦτο ἐξηγεῖ, ὅτι
694ἐν Ἑλλάδι μὴ ὑπαρχόντων ἀφθόνων κεφαλαίων, τότε γίνονται
695ἔργα, ὅταν περισσεύουν χρήματα ἀπὸ τὴν ἀφθονωτέραν παρα-
696γωγήν· ἐνῷ ἐν ἑνὶ λόγῳ οἱ τὴν μικρὰν καὶ μόλις ἐν τοῖς σπαρ-
697γάνοις οὖσαν βιομηχανίαν ἀπαρτίζοντες ἐπιτηδευματίαι ἔχουν
698ἀνάγκην ἀῤῥωγῆς καὶ προστασίας, ἔρχεσθε ὑμεῖς νὰ ἐπιβάλητε
699αὐτοῖς φόρον τριπλάσιον καὶ δεκαπλάσιον τοῦ ὑπάρχοντος; Πα-
700τρικὴ τῷ ὄντι πρόνοια!
701Ἡ γεωργία ἄνευ βιομηχανίας εἶναι μηδέν· τὰ ἔθνη ἐμεγαλύν-
702θησαν διὰ τῶν βαναύσων καὶ ὡραίων τεχνῶν, τὰ δὲ καθαρῶς
703γεωργικὰ ἔθνη, μείναντα πολὺν χρόνον εἰς αὐτὴν τὴν πρώτην
704των κατάστασιν, ἐγένοντο δοῦλα τῶν πολιτισμένων γειτόνων
705των. Οἱ καλλιτέχναι τῶν Ἀθηνῶν δὲν ἐφορολόγουν ὅλον τὸν
706ἀρχαῖον κόσμον, καὶ δὲν ἐτέλουν φόρον εἰς αὐτοὺς αὐτοὶ οἱ
707κατακτηταί των; Μήπως τὴν δύναμίν των αἱ μικραὶ πόλεις
708Ἀθῆναι, Βενετία, Γένουα, Φλωρεντία καὶ Πίζα δὲν ἤντλουν ἐκ
709τῶν τεχνῶν, τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς ναυτιλίας καὶ δὲν κατε-
710στάθησαν διὰ τοῦτο ἰσχυραὶ ἀπέναντι μεγάλων Κρατῶν; Μό-
711νοι οἱ Τοῦρκοι, ἀγρία καὶ πολεμικὴ φυλὴ, ἔμεινε μέχρι σήμερον
712κρατοῦσα εἰς χεῖρας τὸ ξίφος, ἀλλ’ αἱ χεῖρές της τρέμουν ἐκ
713τῆς ἀτροφίας καὶ τὸ ξίφος κλίνει, διότι κατέστρεψαν ἐπὶ 4
714αἰῶνας τὴν παραγωγὴν τῶν κατακτηθεισῶν χωρῶν. Ἡ Γεωργία
715ἄνευ βιομηχανίας, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι μηδέν· ἐὰν δὲν ὑπάρ-
716χωσι πόλεις βιομηχανικαὶ, ἔνθα νὰ κατεργασθῶσιν αἱ πρῶται
717ὕλαι, οὐδὲν ἢ ἐλάχιστον τὸ ὄφελος τῆς γεωργίας· ὁ γεωπόνος
718ἐκ τῶν πόλεων θέλει λάβει τὰς μηχανὰς, ἐκεῖ θέλει ἀγοράσει
719ἢ ἐπισκευάσει τὰ ἐργαλεῖά του, ἐκεῖθεν θ’ ἀρυσθῇ τὴν διδασκα-
720λίαν, ἐκεῖ θὰ προστρέξῃ διὰ νὰ εὕρῃ τὴν προστασίαν τῶν ἀρ-
721χῶν, τὸν ὑπερασπιστὴν τῶν δικαιωμάτων του· ἄνευ πόλεων
722ἀδύνατον νὰ προοδεύσῃ ἔθνος· ἀλλ’ αἱ πόλεις ἄνευ τεχνῶν δὲν
723προοδεύουν, δὲν ζῶσιν. Ἐνῷ ἐν ἡμῖν μόλις γεννῶνται αἱ τέχναι
724καὶ ἡ βιομηχανία, ἐπιβάλλομεν βαρεῖς φόρους ὅπως τοὺς πνί-
725ξωμεν ἐν τῷ λίκνῳ. Ἐὰν εἶχον ἐξουσίαν, ἤθελον ἐλαττώσει ἀντὶ
726ν’ αὐξήσω τοὺς φόρους τῶν ἐπιτηδευμάτων, οἵτινες ἐπὶ τέλους
727δὲν εἶναι εἰμὴ 300,000 δραχμαί· διότι, ὡς σᾶς εἶπον, ἀπὸ
728420,000 μόλις εἰσπράττονται αἱ 300,000, καθυστεροῦν δὲ
729οἱ ἐπιτηδευματίαι 25%, διότι δὲν ἀντέχουν, ἀδυνατοῦν νὰ
730πληρώσουν αὐτὸν τὸν φόρον ὁλόκληρον· τοῦτο εἶναι ἀναντίῤῥητος
731ἀπόδειξις, διότι οὗτοι ζῶσιν ἐνώπιον τῶν καταδιωκουσῶν ἀρχῶν.
732Ἡ ἔλλειψις πάσης προστασίας τῆς βιομηχανίας καὶ ἡ φορολογία κα-
733τέστρεψε καὶ τὰ ὀλίγα βιομηχανικὰ καταστήματα, τὰ ὁποῖα ἱδρύθη-
734σαν διὰ πολλῶν θυσιῶν καὶ ἀτρύτων κόπων. Ὑπῆρχον ἓξ μεταξουρ-
735γεῖα τὰ ὁποῖα ἀπησχόλουν ἑκατοντάδας γυναικῶν, ἀλλὰ σήμερον
736μένουν ἀργὰ τὰ πλεῖστα, καὶ ὅσα ἐργάζονται περιώρισαν εἰς
737μικρὸν τὴν ἐργασίαν των. Τὸ σιδηρουργεῖον καὶ καθεκλοποιεῖον
738τοῦ Κ. Βασιλειάδη ἀπὸ 300 κορασίων, τὰ ὁποῖα ἀπησχόλει,
739μόλις σήμερον διατηρεῖ 30. Ἀλλ’ ἴσως μᾶς εἴπει ὁ Κ. ὑπουργὸς,
740ὅτι καὶ ἂν ἐπειθόμην ἕνεκα προστατευτικοῦ λόγου τῶν τεχνῶν
741καὶ τῆς βιομηχανίας νὰ ἐλαττώσω τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευ-
742μάτων, ὁ λόγος τῆς ἰσότητος τῆς φορολογίας ἤθελε μὲ ἐμπο-
743δίσει νὰ πράξω τοῦτο· ἀλλ’ ὁ βιομήχανος καὶ ὁ τεχνίτης δὲν
744πληρόνουν φόρον ἐπὶ τῶν ὑλῶν τῆς τέχνης των, ἐπὶ τῶν προϊ-
745όντων τῆς βιομηχανίας των; δὲν πληρόνουν φόρον, καταναλίσ-
746κοντες ἄρτον, ἔλαιον, οἶνον κλπ; καὶ ἄνευ αὐτῶν τῶν κατανα-
747λωτῶν βιομηχάνων ἠδύνατο ὁ γεωργός νὰ ἐξοδεύσῃ τὰ προϊόν-
748τα του; ἄνευ τῆς βιομηχανικῆς τάξεως δύναται νὰ ζήσῃ ἡ γε-
749ωργία; ἢ ἐξ ἄλλου μέρους, ὅταν ἡ βιομηχανία ἐνισχυθῇ, δὲν
750θὰ ἔχῃ ἡ γεωργία τὰ βιομηχανικὰ προϊόντα ἐφθηνότερα ἢ ὅσον
751τ’ ἀγοράζει σήμερον, μακρόθεν ἐρχόμενα καὶ ἐπιβαρυνόμενα μὲ
752δαπάνας μεταφορᾶς, προμηθείας, δασμῶν καὶ τόκων; Ἂν δὲν
753ἦτο τοῦτο ἀληθὲς, ἐπροστάτευον τὰ ἔθνη τὰς τέχνας καὶ βιομη-
754χανίας καὶ ἡ ἱστορία ἤθελεν ἀναφέρει πάντοτε μετ’ ἐπαίνου
755καὶ θαυμασμοῦ τοὺς προστάτας τῶν τεχνῶν Βασιλεῖς ἢ κυβερ-
756νήτας, τῶν λαῶν, τοὺς Πεισιστράτους, τοὺς Περικλεῖς, τοὺς Με-
757δίκας, τοὺς Ναπολέοντας, τοὺς Γουλιέλμους, τὸν μέγαν Πέ-
758τρον καὶ τόσους ἄλλους;
759Ὑμεῖς γνωρίζετε καλῶς εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκονται ἡ
760βιομηχανία, αἱ τέχναι καὶ τὸ ἐμπόριον, καὶ θέλετε ἐπιμείνει νὰ
761αὐξήσητε τοὺς φόρους; Ἓν ἔτι ὡς ἐκ περισσοῦ, γνωστὸν τοῖς
762πᾶσι, παράδειγμα θέλω φέρει καὶ θέλω παύσει. Ὑπάγετε εἰς
763τὸ πλησιέστερον χωρίον τῆς Ἀττικῆς, εἰς τὸ Χαλάνδρι φέρ’ εἰ-
764πεῖν, καὶ θέλετε ἰδῆ τὸν πρῶτον ἐργαστηριάρχην ὄντα συνάμα
765παντοπώλην καὶ ἔμπορον, καπνοπώλην καὶ ῥάπτην, κουρέα καὶ
766καφεπώλην· καὶ διατὶ ὅλα ταῦτα; διότι ὁ καταμερισμὸς
767τῆς ἐργασίας, τὸν ὁποῖον συμβουλεύει ὁ Σμίθ, δὲν εἶναι δυνα-
768τὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ τοῦ παρόντος, ἐπειδὴ εἰς τὴν νηπιώδη
769ταύτην κατάστασιν τῆς κοινωνίας δὲν δύνανται νὰ ζήσωσιν 6
770ἐργαστηριάρχαι εἰς ἓν χωρίον.
771Ἡ ἐπιψήφισις ὅλων αὐτῶν τῶν φόρων οὐδεμία παρέχει δυ-
772σκολίαν· ἓν ναὶ τῶν ἀντιπροσώπων καὶ οἱ φόροι ἐψηφίσθησαν,
773ἀλλ’ ἡ εἴσπραξις τῶν ψηφιζομένων δυσβαστάκτων φόρων δύνα-
774ται νὰ φέρῃ θλιβερὰς συνεπείας, καὶ δύναται νὰ ἐπιφέρῃ εἰς τὸ
775ἔθνος περισπασμοὺς ἐπικινδύνους καὶ δαπανηρούς. Εὔχομαι
776ὅμως ἀπὸ καρδίας καὶ ἐλπίζω νὰ μὴ γίνω μάντις κακῶν. Ἀλλ’
777ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πιστεύω ἐκ μεγάλης πεποιθήσεως καὶ τὸ ὁποῖον
778θεωρῶ ὡς ὀλιγώτερον κακὸν, εἶναι τὸ νὰ μὴ λάβητε ἀπὸ τοῦ
779μὴ ἔχοντος, καὶ ἂν λάβητε ἐπὶ ἓν ἔτος, νὰ στερηθῆτε τοῦτο
780καὶ ἔτι πλείονα τὸ ἑπόμενον, διότι θεωρῶ ἀδύνατον νὰ τε-
781λέσωσιν οἱ Ἕλληνες ἐφέτος 50,000,000 δραχ. φόρους. Ἀπεύ-
782χομαι νὰ συμβῇ ὅ,τι καὶ εἰς Συρακούσας, ὅταν ἐξωρχήσαντο οἱ
783Συρακούσιοι τοὺς δυσβαστάκτους φόρους τοῦ Διονυσίου.
784Ζητῶ συγγνώμην, διότι ἐμακρηγόρησα, ἀλλ’ ἡ σπουδαιότης
785τοῦ θέματος ἀπῄτει νὰ προσαχθῶσιν ὅλοι οἱ ἀπαιτούμενοι λό-
786γοι. Σᾶς εὐγνωμονῶ, διότι μετὰ προσοχῆς καὶ ὑπομονῆς ἀξίας
787τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ τῆς πατρίδος σώματος μὲ ἠκούσατε.
788Καταπαύων δὲ τοῦ λόγου προτείνω τὴν ἀπόῤῥιψιν τῆς
789αὐξήσεως τῶν φόρων, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ νὰ παραδεχθῆτε,
790ἐὰν δὲν θέλετε νὰ ταπεινωθῇ καὶ ἐξαντληθῇ ἡ πατρὶς ὑπὸ τῶν
791ὑπερόγκων φόρων. Ἀσπασθῆτε τὸ σύστημα τῶν οἰκονομιῶν, ἐὰν
792θέλετε νὰ ἐνισχύσητε τὰς δυνάμεις τοῦ ἔθνους, ἐὰν θέλητε νὰ
793βαδίσῃ, Θεοῦ εὐδοκοῦντος, εἰς τὸ μεγαλεῖον καὶ εἰς τὴν δόξαν,
794ἥτις οὐ μακρὰν κειμένη τὸ περιμένει.
795§22ΚΕΧΑΓΙΑΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κύριε πρόεδρε, ὀλίγα
796τινὰ θὰ εἴπω, καθότι τὸ ζήτημα περὶ αὐξήσεως τῶν φόρων ἡ
797Βουλὴ τὸ ἔλυσε· ἐτέθη εἰς ψηφοφορίαν καὶ παρεδέχθη, ἑπομέ-
798νως εἶναι πάντη περιττὸν νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ ζήτημα ὁ Κ. Βα-
799λασόπουλος· ἴσως τότε δὲν ἦτο ἑτοιμασμένος, νομίζω ὅμως,
800ὅτι τὸ ζήτημα ἐτέθη ἀπὸ τὸν Κ. Πετιμεζᾶν καὶ ἀπεῤῥίφθη.
801Ἑπομένως περιττὴ ἡ ἐπάνοδος.
802§23ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς κάθε νόμον θὰ ἔρχεται τὸ ζήτημα
803αὐτὸ χωριστά.
804§24ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἡ Βουλὴ ἔλυσε τὸ ζήτημα, διότι εἶπεν, ὅτι
805πεῖρα 5 ἐτῶν μᾶς ἀπέδειξεν, ὅτι εἰς τὸ τέλος ἑκάστου ἔτους
806ἔχομεν μέγα ἔλλειμμα, καὶ ἀκόμη τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ παρελ-
807θόντος ἔτους, ὅτε φαίνεται ἔλλειμμα 1,000,000· καὶ προχθὲς
808ἐσυζητήσατε τὰς ὑπερβάσεις, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν.
809§25ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Καὶ τὰς ὑπεστηρίξατε.
810§26ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ναὶ, διότι ἀνυπέρβλητος ἀνάγκη ὑπηγόρευσε
811τὴν ὑπέρβασιν. Λοιπὸν εἴμεθα συνεπεῖς, βλέπω. Ὅταν κατὰ τὸ
812παρελθὸν εἴδετε, ὅτι αἱ εἰσπράξεις τῶν τελωνείων ἠλαττώθησαν
813κατὰ 1,200,000 χωρὶς νὰ εἴπω ἀπὸ τὴν καλὴν ἢ κακὴν διοί-
814κησιν, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, ἡ κατάστασις
815αὐτὴ εἰς τὸ 1867 θὰ ᾖναι καλλιτέρα; Ποῦ λοιπὸν βασιζόμενοι,
816δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀφήσωμεν τὴν αὐτὴν νο-
817μισματικὴν μονάδα; διότι θὰ ἔλθουν ἐμπορεύματα ἐπὶ τῶν
818ὁποίων τὸ δημόσιον θὰ λάβῃ φόρους περισσοτέρους, ἀφοῦ ἠλατ-
819τώθη τοῦ χαρτοσήμου ἡ πρόσοδος, τοὐτέστιν ἀφοῦ θὰ ἐπέλθῃ
820ἐλάττωσις 2,200,000; Ἔπειτα ἀπὸ τοιοῦτον ἀποτέλεσμα ὅπερ
821εἶναι νωπὸν ἀκόμη, νομίζω, ὅτι εἶναι πάντη περιττὸν νὰ ἐπα-
822ναλάβωμεν τὰς οἰκονομίας, ἃς καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ θέλομεν ν’ ἀκο-
823λουθήσωμεν· ἀλλὰ ποῦ θὰ φθάσωμεν; Ἀλλὰ λέγουν, ὅτι ἡ προσ-
824θήκη τῶν φόρων παραβιάζει τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ καὶ ὁ
825νῦν πρωθυπουργὸς ἄλλοτε ὑπεστηρίξαμεν, τὴν ἀρχὴν τῆς ἐλευ-
826θερίας τοῦ ἐμπορίου. Νομίζω δὲν ἐμελέτησεν ὁ Κ. Βαλασόπου-
827λος τί θὰ εἰπῇ ἐλευθερία ἐμπορίου· δὲν θὰ εἰπῇ κατάργησις ἢ
828ἐλάττωσις φόρου, ἀλλὰ φόρων μὴ ἐχόντων σκοπὸν βιομηχανικὸν,
829ἀλλὰ προστατευτικόν. Ἔχομεν εἰς τὴν πατρίδα μας κατάστη-
830μα διὰ τὰ ἔπιπλα· λέγομεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβάλωμεν μέγαν
831φόρον εἰς τὰ ἔξωθεν ἐρχόμενα διὰ ν’ αὐξήσῃ ἡ βιομηχανία μας·
832αὐτὸ θὰ εἰπῇ βιομηχανία. Εἶπον ἄλλοτε, ὅτι κἀνεὶς φόρος δὲν
833πρέπει νὰ ὑπαγορεύεται ἀπὸ τὴν ἰδέαν προστασίας. Ὁ ἐλεύθερος
834συναγωνισμὸς δύναται ν’ ἀναπτύξῃ καὶ τὴν ἐμπορίαν καὶ τὴν
835βιομηχανίαν. Ἡ κλίμαξ τοιοῦτον σκοπὸν εἶχεν, ἀλλὰ παντοῦ
836ἀπεδείχθη καὶ ἐν Γαλλίᾳ ἀπεῤῥίφθη ἡ ἰδέα τῆς προστασίας καὶ
837παρεδέχθη ἡ ἀρχὴ τῆς οἰκονομίας. Ἠξεύρετε τὴν σύμβασιν με-
838ταξὺ Ἀγγλίας καὶ Γαλλίας· καὶ κατ’ αὐτὴν παρεδέχθη ὁ ἐλεύ-
839θερος συναγωνισμὸς καὶ ἠλαττώθησαν σημαντικώτατα τὰ τέλη,
840ἅτινα εἶχον σκοπὸν προστατευτικόν. Λοιπὸν καὶ τότε καὶ τώρα
841εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον ἐμείναμεν· ἀλλ’ ἐλεύθερος συναγωνισμὸς
842δὲν θὰ εἴπῃ κατάργησις φόρων, ἐλάττωσις φόρων. Προστασία
843ἐμπορίου ἢ βιομηχανίας λέγεται ἐκείνη, ὅταν ἕνας δασμὸς ὑπο-
844γορεύεται πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ δοθῇ προστασία καὶ ἐμποδίσῃ
845τὸν ἐλεύθερον συναγωνισμόν· οὐδὲ τὸ κατάστημα τοῦ Βασιλειά-
846δου νὰ μὴ συναγωνίζεται μὲ τὰ ἐρχόμενα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ.
847Ὁ ἴδιος δὲν εἶπεν, ὅτι ἡ Ἀγγλία ἔχει βαρυτάτους φόρους εἰς τὴν
848σταφίδα διὰ νὰ προστατεύῃ τὴν παραγωγὴν αὐτὴν ἐντὸς τῆς
849Ἀγγλίας; τοὺς ἔχει; ἤθελον ὑποθέσει, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι μωρὰ ἡ
850Ἀγγλία ἂν εἶχε τούτους. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν ὁ δασμὸς ἐκεῖνος
851παρὰ διὰ τὸν λόγον τοῦ νὰ εἰσπράξῃ χρήματα τὸ δημόσιον καὶ
852οὐχὶ ἰδέα προστασίας. Ἀλλ’ ὁ κύριος βουλευτὴς εἶπεν, ἀφοῦ
853καθυστερεῖται αὐτὸς ὁ φόρος, καὶ ἐκ τῶν 400,000 δραχμῶν
854εἰσπράττονται τριακόσιαι καὶ καθυστεροῦνται ἑκατὸν πέντε δὲν
855πρέπει νὰ τὸν αὐξήσωμεν, διότι αὐτὸ ἀποδεικνύει τὴν ἀδυνα-
856μίαν τῶν φορολογουμένων, τῶν ἐπιτηδευματιῶν· καὶ ὁ αὐτὸς
857λόγος δὲν ὑπάρχει καὶ εἰς τὸν ἔγγειον φόρον; Ὅλοι οἱ ἄμεσοι
858φόροι ἀφίνουν καθυστερήσεις· λοιπὸν τὶ ἀποδεικνύει τοῦτο; ὅτι
859οἱ φορολογούμενοι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ πληρόνουν; ὄχι.
860Αἰτία εἶναι ὁ κακὸς τρόπος τῆς εἰσπράξεως· δόσατε προθεσμίας,
861καὶ θὰ ἴδετε ἀμέσως καθυστερήσεις· καὶ ὡς παράδειγμα σᾶς
862φέρω τὰς τελωνιακὰς εἰσπράξεις. Ἐδίδετο προθεσμία, ἤρχετο
863ἡ προθεσμία καὶ οἱ ἔμποροι δὲν ἐπλήρονον, καὶ 1,000,000
864εἶναι αἱ καθυστερήσεις. Σήμερον μένει καμμία καθυστέρησις;
865ὄχι. Ἐνθυμοῦμαι, εἰς τὴν Συνέλευσιν τότε ὁ Κ. Χρηστίδης ἐ-
866χάλασε τὸν κόσμον· εἶπεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ δίδῃ
867εὐκολίας· ναί, ἀλλὰ τὰ χρήματα χάνονται καὶ σήμερον ἐρχό-
868μεθα ν’ αὐξήσωμεν φόρους ἕνεκα τῶν καθυστερήσεων αὐτῶν·
869Ἀκόμη γενναιότερος ἐφάνη ὁ Κ. Βουλευτής. Τριακοσίας χιλιάδας
870εἰσπράττει ἡ Ἐπικράτεια ἀπ’ αὐτὸν τὸν φόρον· ἂν τὸν καταρ-
871γήσωμεν λοιπόν; Καὶ ἐνθυμοῦμαι ἕνα ἄλλον πληρεξούσιον,
872ὅστις εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἰσπράττει 4,000,000 ἀπὸ τὸν
873ἔγγειον φόρον· τὰ εἰσπράττει αὐτὰ ὅταν ἔχῃ τὴν φορολογι-
874κὴν μονάδα 4%· καὶ ἦτον ἄδικος, εἶπε 3%· καὶ τὶ εἶναι
875αὐτὰ, νὰ τὰ ἀφαιρέσωμεν καὶ αὐτά; Ὡραῖος τρόπος!
876Κύριοι, εἶναι περιττὸν νὰ ἐπαναλάβωμεν ὅσα εἴπομεν τότε.
877Σᾶς εἶπον· μάλιστα, τὸ σύστημα τῶν οἰκονομιῶν τὸ παραδεχό-
878μεθα καὶ θὰ ἰδῆτε εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ὁπόσας οἰκονομίας
879κάμνομεν, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ ἔλθωμεν εἰς ἰσοῤῥοπίαν τῶν
880ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα· ἂν γνωρίζετε κανένα ἄλλο σύστημα
881ὑμεῖς, φέρετέ το, καὶ ἂν μᾶς πείσητε, ὅτι δύναται τὸ Κράτος
882ἄνευ ὅρων καὶ δανείων νὰ διοικηθῇ, τὸ ἀσπαζόμεθα, ἀλλὰ μὲ
883πράγματα καὶ ὄχι μὲ κενοὺς λόγους. Ὑποθέσατε, Κύριοι, ὅτι
884τῷ ὄντι δυνάμεθα νὰ φέρωμεν εἰς ἰσοῤῥοπίαν τὰ ἔσοδα μὲ
885τὰ ἔξοδα· δὲν μὲ λέγετε τὰ 21,000,000 τὰ ὁποῖα ὁ Κ. Χρη-
886στίδης καλῶς ποιῶν ἀνέφερεν, ὅτι εἶναι κινητὰ χρέη, ἅτινα
887πιέζουν τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀποῤῥοφοῦν τὰ ἔσοδα τῆς τρε-
888χούσης χρήσεως, αὐτὴν τὴν ἀμηχανίαν πῶς θὰ τὴν διορθώσητε,
889Κ. βουλευτά; Ἀπὸ τὰ 1865 παρουσιάζονται ἐλλείμματα με-
890γάλα· αὐτὰ πῶς θὰ τὰ οἰκονομήσητε;
891Κύριοι, τῇ ἀληθείᾳ τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι τόσον καθαρὸν,
892ὥστε κρίνω περιττὸν νὰ χάνωμεν τὸν καιρόν μας εἰς κενὰς
893λέξεις· ἐπιθυμῶ διὰ πραγμάτων ν’ ἀκούσητε τοῦτο, καὶ εὐχα-
894ρίστως εἶδον, ὅτι ὅλα τὰ μέλη ἀνεγνώρισαν, καὶ μάλιστα ἓν μέ-
895λος ἀξιότιμον τῆς ἀντιπολιτεύσεως εἶπεν, ὅτι καὶ αὐτὸς ἀνα-
896γνωρίζει τὴν ἀνάγκην τῆς ἐν μέρει αὐξήσεως, διότι κατενόησε
897τὰς ἀνάγκας τοῦ ἔθνους. Αὐτὰ εἶπε, Κύριοι, ὁ Κ. Δεληγιώργης.
898§27ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, Κ. ὑπουργὲ, δύω λέξεις.
899Ἄλλοτε ἐπροτείνατε τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἐγγείου φόρου, καὶ
900σήμερον τὴν αὔξησιν· εἰς ποῖα λοιπὸν νὰ σᾶς πιστεύσωμεν; εἰς
901ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἴπετε εἰς τὰ 1861 εἰς τὴν Βουλὴν, ἢ εἰς
902ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λέγετε τώρα;
903§28ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Καὶ τότε καὶ τώρα. Ἰδοὺ διατί· οἱ φόροι δὲν
904εἶναι πάγιος νόμος, ἀλλ’ ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν τῆς ἐπικρα-
905τείας αὐξάνουν καὶ ἐλαττοῦνται· δὲν εἴδατε εἰς τὴν Ἀγγλίαν;
906οἱ φόροι πότε ἐλαττοῦνται, πότε αὐξάνουν. Ἡ Ἀμερικὴ πρὸ ὀ-
907λίγων ἐτῶν ἐπέστρεψε χρήματα εἰς τὸν λαὸν, διότι ἦσαν
908περιττά.
909§29ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Σήμερον εἶναι 5%, αὔριον 10· αὐτὴ
910εἶναι ἡ κλῖμαξ.
911§30ΛΑΠΠΑΣ. Βέβαια· τὸ σακκὶ ἀλεῦρι δὲν ἔχει, λοιπὸν φέρτε
912νὰ βάλωμεν (ἱλαρότης.)
913§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἔχει τις ἄλλην ἀντίῤῥησιν;
914§32ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
915§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται λοιπὸν ἡ Βουλὴ τὴν ἀρχήν;
916§34ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
917§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀρχίζομεν κατ’ ἄρθρον.
918§36ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προταχθῇ ἡ πρό-
919τασις τοῦ Κ. Κωνσταντᾶ.
920§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον ὅπου ἀνήκει.
921Ἀνεγνώσθη τὸ πρῶτον ἄρθρον.
922«Πᾶς τις Ἕλλην ἢ ξένος ἐξασκῶν ἐντὸς τῆς Ἐπικρατείας ἐμπό-
923ριον, βιομηχανίαν, ἢ ἐν γένει ἐπάγγελμα μὴ περιλαμβανόμενον
924εἰς τὰς ὑπὸ τοῦ παρόντος νόμου ὁριζομένας ἐξαιρέσεις, ὑπό-
925κειται εἰς φόρον ἐπιτηδεύματος.»
926§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ καὶ τοῦ Κ. Κωνσταντᾶ ἡ τροπολογία·
927«Προτείνω μετὰ τὴν λέξιν ἐπικρατείας τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ
928νόμου νὰ προστεθῇ ἡ φράσις ἐκτὸς τῶν Ἰονίων νήσων.
929§39ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Καὶ τῶν τοῦ Αἰγαίου πελάγους.
930§40ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὁ οἰκεῖος τόπος ἐδῶ,
931αὐτὸ θὰ συζητηθῇ εἰς τὸ τέλος.
932§41ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὅταν ἐξαρπάσητε τὰς ψήφους τῶν Ἑ-
933πτανησίων.
934§42ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Παρακαλῶ, προσβάλλετε τοὺς Κ. βουλευτάς·
935καὶ ὅταν ὁμιλῶμεν, νὰ ἐκθέτωμεν τὰς ἰδέας μας χωρὶς πλά-
936γιον σκοπόν. Ἂν θέλετε νὰ μάθητε τὴν ἰδέαν μας, εἴμεθα δια-
937τεθειμένοι νὰ μὴ φορολογήσωμεν δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου τὴν Ἑ-
938πτάνησον τὸ τρέχον ἔτος.
939§43ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἀνακαλῶ τὴν τροπολογίαν μου.
940§44ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐδῶ πρόκειται περὶ τῆς ἀρχῆς.
941§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀρχὴ παρεδέχθη.
942§46ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Παρεδέχθη καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν φορολο-
943γίαν· τώρα θὰ ἴδωμεν ἐὰν ἀφορᾷ τὸ ὅλον Κράτος ἢ τὸ ἥμισυ·
944ἐὰν τὸ ἥμισυ τῶν κατοίκων, πρέπει νὰ ἤμεθα θῦται, δοῦλοι, καὶ
945τὸ ἄλλο ἥμισυ ἐλεύθεροι. Ἐδῶ λοιπὸν σᾶς λέγει ὁ Κ. ὑπουργὸς ἐκ
946προκαταλήψεως, ὅτι ὁ Κ. Κωνσταντᾶς νὰ συζητήσῃ τὴν πρό-
947τασίν του εἰς τὸ τέλος τοῦ νόμου, τοὐτέστιν ἄνω ποταμῶν,
948καὶ σᾶς λέγει ἐκ προοιμίων, ὅτι εἶναι διατεθειμένος νὰ μὴ φο-
949ρολογήσῃ τὴν Ἑπτάνησον, ὅπως δὲν τὴν ἐφορολόγησε καὶ εἰς
950τὸν φόρον περὶ ζώων· λοιπὸν ἐδῶ πρέπει νὰ στηριχθῇ ἡ συζή-
951τησις καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχήν σας διότι εἶναι ἐπιβουλή.
952§47ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἐπειδὴ τινὲς τῶν κ. βουλευτῶν τῆς λοιπῆς
953Ἑλλάδος φρονοῦν, ὅτι ἡ Ἑπτάνησος δὲν φορολογεῖται, οἱ Ἑπτα-
954νήσιοι εἴμεθα ἕτοιμοι ν’ ἀφαιρέσωμεν αὐτὴν τὴν συκοφαντίαν
955ἀπὸ τοὺς ὤμους μας καὶ παραδεχθῶμεν τὴν γενικὴν φορολογίαν.
956§48ΤΙΝΕΣ. Ν’ ἀνακαλέσῃ ὁ Κ. Σακελλαριάδης....
957§49ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ Κ. Σακελλαριάδης νὰ μὴ ἀνακαλέσῃ
958τίποτε· ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λέγῃ ὅλα.
959§50ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, ἀνακαλῶ τὴν λέξιν
960ἐπιβουλή, διότι ἐπέκρινα τινὰς καὶ εὔχομαι νὰ διαλάμψῃ ἡ ἀ-
961λήθεια, ἡ ἁγνότης καὶ ὁ πατριωτισμὸς εἰς ὅλους μας· δὲν πρέ-
962πει, Κύριοι, νὰ ὑπάρχῃ διάκρισις, διότι, γινομένης διακρί-
963σεως, ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἠμπορῶ νὰ ἔλθω εἰς τὴν ἐπαρχίαν
964μου· θὰ μοῦ εἴπουν, ἐπρόδοσες τὴν ὑπόληψίν σου, διότι ἐκεῖ
965παρεδέχθης μίαν ἐξαίρεσιν καὶ εἰς ἡμᾶς ἐπέβαλες ἕνα φόρον
966ἀνώτερον, ἐνῷ οἱ φόροι κατὰ τοὺς ἰσχυρισμοὺς, οὓς ἔκαμον οἱ
967ἔντιμοι βουλευταὶ τῆς Ἑπτανήσου, εἶναι βαρύτεροι εἰς τὴν Ἑ-
968πτάνησον; Ἀλλὰ πάλιν διατὶ ἡμεῖς νὰ καταπιέζωμεν τὴν Ἑ-
969πτάνησον; διατὶ νὰ τὴν φορολογῶμεν περιπλέον; (θόρυβος.)
970Ἐγὼ εἰς τοὺς λόγους σας στηρίζομαι· ἐὰν ὑμεῖς δὲν εἴπετε ἀ-
971λήθειαν, τί σᾶς πταίω ἐγώ; Ἐγὼ προτείνω τὴν ἐν γένει ἀφο-
972μοίωσιν τῆς φορολογίας.
973Τέλος, ἐπειδὴ ὁ Κ. ὑπουργὸς ἐξ ἀφετηρίας μᾶς εἶπεν, ὅτι ὁ
974νόμος αὐτὸς δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ὁ
975δὲ Κ. Κουμουνδοῦρος προχθὲς, ὅτε ὑπεβλήθη αὐτὴ ἡ πρότασις
976καὶ ἡ Βουλὴ κατεξανέστη, εἶδεν ὅτι θὰ πέσῃ ὡς ἐν ῥοπῇ
977ὀφθαλμοῦ, τότε εἶπε νὰ συζητήσωμεν τὴν πρότασιν καὶ ἢ καὶ
978τὴν ἀποῤῥίψωμεν ἢ τὴν παραδεχθῶμεν, ἀδιάφορον· ὅπερ ἐστὶ κἄτι
979ἐδῶ ἐνεργεῖται.
980§51ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς, ἡ Κυβέρνησις, ὑποστηρίζομεν
981αὐτὴν τὴν πρότασιν· λοιπὸν ἢ πρῶτον θέλει νὰ τὴν συζητήσῃ
982ἡ Βουλὴ ἢ δεύτερον, ἀδιάφορον.
983§52ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Λοιπὸν διὰ νὰ μὴν ὑπάρχῃ ὑπόνοιά τις,
984ἐπειδὴ εἴπετε ὅτι παραδέχεσθε τὴν πρότασιν αὐτὴν, παραδεχθῆτε
985καὶ τὴν συζήτησιν, καὶ τότε δικαίως ἀφαιρεῖται ἀπὸ τὰ πρα-
986κτικὰ καὶ ἡ τεκταινομένη ἐπιβουλὴ, ἧς τὴν ὕπαρξιν ἀνεκάλεσα.
987§53ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅταν ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις, τότε.
988§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ά. ἄρθρον λοιπὸν τὸ δέχεται ἡ Βουλὴ ὅπως
989εἶναι;
990§55ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
991Ἀναγινώσκεται τὸ βʹ. ἄρθρον.
992«Οἱ ἐπιτηδευματίαι διαιροῦνται εἰς τρεῖς κατηγορίας. Εἰς
993τὴν πρώτην ὑπάγονται ὅσων ὁ φόρος κανονίζεται μόνον κατὰ
994λόγον τοῦ πληθυσμοῦ τῶν πόλεων ἢ χωρίων, ἔνθα ἐξασκεῖται
995τὸ ἐπιτήδευμα. Εἰς τὴν δευτέραν ὅσων ὁ φόρος κανονίζεται
996κατὰ λόγον τοῦ πληθυσμοῦ, ὡς ἀνωτέρω, καὶ τοῦ ἐνοικίου τῶν
997οἰκοδομῶν, ἔνθα ἢ ἐξασκεῖται τὸ ἐπιτήδευμα ἢ ἐνοικεῖ ὁ ἐπι-
998τηδευματίας. Εἰς δὲ τὴν τρίτην ὑπάγονται ὅσοι φορολογοῦνται
999ἀσχέτως πρὸς τὸν πληθυσμὸν καὶ τὸ ἐνοίκιον».
1000§56ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριοι, ἀντὶ τῶν ὅσοι φορολογοῦνται ἀσχέ-
1001τως πρὸς τὸν πληθυσμὸν καὶ τὸ ἐνοίκιον, κατὰ τὴν παρατή-
1002ρησιν τὴν ὁποίαν ἔκαμε ὁ Κ. Παπαμιχαλόπουλος προχθὲς, νὰ
1003τοῦ ἢ ὅσων ὁ φόρος ἐπιβάλλεται εἰδικῶς κατ’ ἐπιτηδευματίαν,
1004διότι δὲν ὑποβάλλεται εἰς κανένα κανόνα.
1005§57ΔΕΛΗΓΙΩΡΓΗΣ. Κατὰ τί διαφέρει;
1006§58ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Διότι οἱ τῆς τρίτης κατηγορίας φορολογοῦνται
1007εἰδικῶς χωρὶς νὰ ὑπάγωνται εἰς κανένα κανόνα ἀναλόγως τοῦ
1008πληθυσμοῦ ἢ τοῦ ἐνοικίου.
1009§59ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Κύριε ὑπουργὲ, πῶς κανονίζεται ὁ φόρος τῆς
1010δευτέρας κατηγορίας; Λέγει· εἰς τὴν δευτέραν κατηγορίαν ὑπά-
1011γονται ὅσων ὁ φόρος κανονίζεται κατὰ λόγον τοῦ πληθυσμοῦ
1012ὡς ἀνωτέρω καὶ τοῦ ἐνοικίου τῶν οἰκοδομῶν, ἔνθα ἢ ἐξασκεῖ-
1013ται τὸ ἐπιτήδευμα ἢ ἐνοικεῖ ὁ ἐπιτηδευματίας. Ποίου ἐνοι-
1014κίου; ὅπου ἐξασκεῖται τὸ ἐπάγγελμα, ἢ ὅπου κατοικεῖ ὁ ἐπι-
1015τηδευματίας;
1016§60ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Λέγει ποῖοι ἐπιτηδευματίαι δὲν φορολο-
1017γοῦνται εἰδικῶς ἀναλόγως τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου ἐνοικίου·
1018μόνον εἰς 4 ἐπιτηδεύματα, τοῦ δικηγόρου, τοῦ ἰατροῦ, τοῦ ἐμ-
1019πορομεσίτου καὶ τοῦ τραπεζίτου, λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν τὸ ἐνοί-
1020κιον τῆς οἰκίας· τῶν ἄλλων ὅλων, τοῦ καταστήματος.
1021§61ΛΕΩΤΣΑΚΟΣ. Κύριε ὑπουργὲ, ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου δὲν
1022ἐξαιρεῖται ἡ Λακωνία, ἐνῷ πάντοτε ἐξαιρεῖτο;
1023§62ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἰς τὸ τέλος θὰ ἴδωμεν.
1024§63ΛΕΩΤΣΑΚΟΣ. Ἀποσύρω τὴν τροπολογίαν μου ἐπὶ τοῦ δευ-
1025τέρου ἄρθρου· νὰ μείνῃ ὅπως ἦτο.
1026§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Λοιπὸν ἀντίῤῥησις δὲν ὑπάρχει
1027κατὰ τοῦ δευτέρου ἄρθρου;
1028§65ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
1029Ἀναγινώσκεται τὸ γʹ. ἄρθρον. Οἱ τῆς πρώτης κατηγορίας
1030ἐπιτηδευματίαι ὑποδιαιροῦνται εἰς ἓξ κλάσεις. Οἱ εἰς ἑκάστην
1031τῶν κλάσεων τούτων ὑπαγόμενοι, καὶ τὸ ποσὸν τοῦ φόρου,
1032ἐμφαίνονται εἰς τὸ ὑπὸ στοιχ. Αʹ. τιμολόγιον.»
1033§66ΤΙΝΕΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ καὶ τὸ τιμολόγιον.
1034§67ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Εἰς τὴν τροπολογίαν, Κύριοι, τὴν ὁποίαν
1035ἔδωκαν οἱ Βουλευταὶ Ἀττικῆς, ὡς πρὸς τὸ τιμολόγιον τῆς πρώ-
1036της κατηγορίας παραδέχομαι τὰς παρατηρήσεις των καὶ προσ-
1037θέτω τινὰ ἀκόμη, τὰ ὁποῖα παρέλειψαν ἐκεῖνοι· εἶναι τὰ ἑξῆς.
1038Σημειόνουν ἐδῶ ἕνα σαρωματῆν· ἀλλὰ, Κύριοι, ἐπιτήδευμα
1039καθ’ ἑαυτὸ σαρωματοῦ δὲν ὑπάρχει. Ποῖον ἐννοεῖτε σαρωματῆν;
1040§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκείνους ποῦ σαρόνουν τοὺς δρόμους.
1041§69ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Κύριε ὑπουργὲ, νὰ ἐξηγηθῆτε παρακαλῶ·
1042σαρωματῆν ἐννοεῖτε ἐκεῖνον ὅπου σαρόνει ἢ ἐκεῖνον ποῦ φτιάνει;
1043§70ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐκεῖνον ποῦ φτιάνει.
1044§71ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Λοιπὸν ἰσχυρίζομαι, ὅτι ὁ σαρωματὴς αὐ-
1045τὸς δὲν εἶναι ἐπιτηδευματίας ἀλλὰ ἡμερομίσθιος εἰς τὸν τό-
1046πον, ὅπου παράγεται ἡ ὕλη, καὶ γνωρίζω νὰ σᾶς φωτίσω. Ὁ γε-
1047ωργὸς σπέρνει σιτάρι, κριθάρι, ἀραβοσίτι, καὶ σαρώματα· αὐτὰ
1048τὰ θερίζει εἰς τὰ μέρη, εἰς τὸν τόπον ὅπου φορολογοῦνται· λοι-
1049πὸν ἀποδίδει τὸν νενομισμένον φόρον· ἔπειτα ὁ ἰδιοκτήτης δὲν
1050ἠμπορεῖ νὰ τὰ πωλήσῃ ὅπως τὰ θερίζει, ἀλλ’ εἶναι ὑποχρεω-
1051μένος νὰ τὰ δώσῃ. Λοιπὸν μισθόνει ἕνα ἐργάτην, πληρώνει
10521½, 2 δραχ. τὴν ἡμέραν καὶ αὐτὸς τοῦ δένει τὰ σαρώματα,
1053ὥστε τοιουτοτρόπως θὰ ὑποβάλωμεν εἰς φόρον ἐπιτηδεύματος
1054αὐτοὺς τοὺς δυστυχεῖς ἐργάτας, οἱ ὁποῖοι πηγαίνουν μὲ τὸ ἡμε-
1055ρομίσθιον καὶ δένουν τὸ προϊὸν μου τὸ ὁποῖον ἐφορολογήθη.
1056§72ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Πᾶς ἐργάτης ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν
1057δουλειὰν ἢ πρέπει νὰ ἠξεύρῃ.
1058§73ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Πᾶς ἐργάτης;
1059§74ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Δὲν χρειάζεται καμμία τέχνη.
1060§75ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Ὄχι· οἱ ἴδιοι οἱ γεωργοὶ πολλάκις τὰ
1061κάμνουν. Προτείνω λοιπὸν νὰ ἀποῤῥιφθῇ, διότι εἶναι ἡμερο-
1062μίσθιον.
1063§76ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν ἐννοῶ τὸν ἐργάτην, ἀλλὰ τὸν ἔχοντα κα-
1064τάστημα εἰς τὸ ὁποῖον ἐργάζονται αὐτοί.
1065§77ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Πολὺ καλά, εἴμεθα σύμφωνοι, νὰ σημειωθῇ εἰς
1066τὰ πρακτικά.
1067Εἰς τὴν κλάσιν Βʹ. ἀριθ. 16 σημειόνετε τὸν ξυλουργὸν ἢ
1068μαραγκόν ἡμερομίσθιον· φρονῶ ὅτι εἶναι ἄδικον αὐτὴ ἡ τρο-
1069πολογία νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν δευτέραν κλάσιν.
1070§78ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἔχει ἓν τάλληρον τὴν ἡμέραν.
1071§79ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Εἰς τὰς Ἀθήνας, ἀλλ’ εἰς τὰς ἐπαρχίας
1072ἔχει δύο δραχμὰς καὶ ἐργάζεται ἴσως τὸ ⅕ τοῦ ἔτους. Κατὰ
1073τὸν πίνακα εἰς τὰς Ἀθήνας θὰ πληρόνῃ 16 δραχμάς.
1074§80ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. 24.
1075§81ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Μάλιστα 24, ὥστε εἰς ἓν χωρίον νὰ πλη-
1076ρόνῃ 16 δρ. εἶναι ἄδικον.
1077§82ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Θὰ πληρώσῃ ἐκεῖ.
1078§83ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Μὰ εἶναι ἄδικον καὶ προτείνω νὰ κατα-
1079ταχθῇ εἰς τὴν ἄλλην κλάσιν, καὶ εἰς μὲν τὰς Ἀθήνας νὰ πλη-
1080ρόνῃ 24 δρ. εἰς δὲ τὰς ἄλλας ἐπαρχίας σχετικῶς.
1081Ἔχετε τὸν σανδαλοποιὸν, ἐκεῖνον τὸν παπουστῆν ὅπου κάμνει
1082γεμενιά.
1083§84ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἶναι εἰς τὴν δευτέραν κλάσιν.
1084§85ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Θὰ συζητήσωμεν κατ’ ἄρθρον τὸ τιμολόγιον,
1085ναὶ ἢ ὄχι; Λοιπὸν κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ τιμολογίου δύνα-
1086σθε, Κ. Λαμπρυνίδη, νὰ ὑποστηρίζετε ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα σήμερον
1087λέγετε.
1088§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἀναφοραὶ πολιτῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν
1089ἀπεφάνθη ἡ ἐπιτροπή· νομίζω λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ τὰς ἀνα-
1090γνώσωμεν· καὶ πρῶτον τὴν ἀναφορὰν Ἀθηναίων πολιτῶν, καὶ
1091ὕστερα τῶν ἀμπατζίδων.
1092§87ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔπρεπε νὰ τυπωθῇ αὐτὴ ἡ ἀναφορὰ, (ἀνα-
1093γινώσκεται μέχρι τινὸς ἡ ἀναφορὰ διαφόρων πολιτῶν Ἀθη-
1094ναίων) (θόρυβος). Προτείνω ν’ ἀναβληθῇ διὰ σήμερον ἡ συζή-
1095τησις, νὰ τυπωθῇ ἡ ἀναφορά· διότι ἡμεῖς δὲν ἠκούσαμεν ὅσα
1096ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ διαλαμβάνει· ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἶναι γεγραμ-
1097μένη ἀπὸ διαφόρους ἐντίμους πολίτας, οἵτινες πρόκειται νὰ
1098πληρώσουν, καὶ οἵτινες εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ γνωρίζουν τὸν
1099πόνον των· διὰ τοῦτο, ὅπως ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκόν μας ὡς
1100πρέπει, πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ παράπονα αὐτῶν,
1101οἵτινες εὑρίσκονται εἰς κατάστασιν νὰ μᾶς φωτίσωσι, διότι
1102θὰ πληρώσωσι· πρέπει νὰ τυπωθῇ αὐτὴ ἡ ἀναφορὰ, καθὼς καὶ
1103ὅλαι αἱ ἄλλαι ἀναφοραί.
1104§88ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Νομίζω ὅτι οἱ πολῖται ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἀν-
1105τιπροσωπεύονται ἀπὸ τοὺς Βουλευτὰς, ὅπως τῶν ἐπαρχιῶν,
1106οὕτω καὶ ὅλης τῆς ἐπικρατείας, διότι ἕκαστος εἶναι καὶ ἀντι-
1107πρόσωπος τοῦ κράτους· κατὰ συνέπειαν, συζητουμένου νομοσχε-
1108δίου τινὸς, ἡ γνώμη τῶν πολιτῶν, ἥτις εἶναι ἄλλως σεβαστὴ,
1109δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἀντικείμενον εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομο-
1110σχεδίου. Γνωρίζετε, ὅτι ἔχομεν κανονισμὸν, ὅστις λέγει ὅτι
1111εἶναι δεκτοὶ οἱ πολῖται ν’ ἀναφέρωσι τὰ παράπονά των εἰς τὴν
1112Βουλὴν, καὶ διὰ τοῦτο ὑπάρχει ἐπιτροπὴ τῶν ἀναφορῶν εἰς τὴν
1113ὁποίαν παραπέμπονται· διότι ὑποτίθεται, ὅτι αἱ ἀναφοραὶ
1114αὐταὶ θὰ ἔχωσιν ὅλως ἰδιωτικὸν σκοπὸν καὶ δὲν θὰ ἐμπεριέ-
1115χωσι γνώμην ἐπὶ τῶν συζητουμένων νομοσχεδίων. Τέλος πάν-
1116των δὲν ἀπαγορεύω νὰ ἀποφανθῶσι καὶ νὰ ἐκθέσωσι τὴν γνώ-
1117μην των ἐπὶ τῶν συζητουμένων νομοσχεδίων, ἀλλὰ ἡ φωνὴ
1118αὐτῶν δὲν θέλει εὕρει ἠχὼ, ἐὰν δὲν ὑποστηριχθῇ ἀπὸ τοὺς
1119Βουλευτάς. Σήμερον, ἐπειδὴ ἔχομεν μίαν ἢ δύο ἀναφορὰς, ν’
1120ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν διὰ νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐξε-
1121τάσωμεν τὴν γνώμην καὶ τὰ παράπονα τῶν μὲν ἢ τῶν δὲ, νο-
1122μίζω πῶς τὸ τοιοῦτον δὲν εἶναι τακτικὸν, διότι τότε εἰς ὅλα
1123τὰ νομοσχέδια θὰ σταματῶμεν, διότι θὰ ἔρχωνται ἀπὸ διά-
1124φορα μέρη ἀναφοραί. Εἶμαι λοιπὸν ἐναντίος εἰς τὴν ἀναβολὴν
1125δὲν εἶμαι ὅμως καὶ ἐναντίος εἰς τὸ νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μας
1126τὴν γνώμην καὶ τὰ παράπονα τῶν ἀναφερομένων.
1127§89ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ συμφωνήσω μὲ τὸν ἀξιό-
1128τιμον προλαλήσαντα, διότι δὲν θεωρῶ δίκαιον ὅτι πρέπει νὰ
1129περιποιούμεθα τὸν λαὸν, ὅταν πρόκειται νὰ τοῦ ζητήσωμεν
1130τὴν ψῆφόν του, καὶ ὅταν πρόκειται νὰ τὸν φορολογήσωμεν νὰ
1131μὴν θέλωμεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονά του· ἑπομένως
1132θεωρῶ ὅλως διόλου ἀκατάλληλον τὴν ἀντίκρουσιν, τὴν ὁποίαν
1133ἔκαμεν ὁ προλαλήσας, τοσοῦτον μᾶλλον, καθόσον ἡ ἀναφορὰ
1134αὐτὴ στέλλεται ἀπὸ ἐντίμους ἀνθρώπους, οἵτινες εὑρίσκονται εἰς
1135κατάστασιν νὰ δώσωσι μίαν γνώμην, διότι αὐτοὶ γνωρίζουσι
1136κάλλιον παντὸς ἄλλου τὸν πόνον των, καὶ δὲν ἔκαμαν
1137ἄλλο, εἰμὴ τὸ καθῆκόν των, μιμούμενοι κατὰ τοῦτο τοὺς πο-
1138λίτας τῶν φιλελευθέρων λαῶν. Εἰς τὴν Ἀμερικὴν οἱ πολῖται
1139ἔχουν πολὺ μεγαλείτερα δικαιώματα, διότι ὄχι μόνον οἱ Βου-
1140λευταὶ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ δίδουν προτάσεις, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ
1141ἀκόμη οἱ πολῖται. Οἱ πολῖται αὐτοὶ δὲν ἔκαμαν ἄλλο τίποτε,
1142παρὰ νὰ ἐκθέσωσι τὰ παράπονά των εἰς μίαν ἀναφορὰν, ἥτις
1143διέτρεξεν ὅλους τοὺς ἀπαιτουμένους τύπους.
1144§90ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Λυποῦμαι λέγω ἀκούων τὸν ἔντιμον Βουλευ-
1145τὴν τῶν Ἀθηνῶν ἀντιπρόσωπον τῶν Ἀθηνῶν, τοῦ ὁποίου ἡ
1146ἀποστολὴ καὶ ἡ ἐντολὴ εἶναι ν’ ἀντιπροσωπεύσῃ ὄχι μόνον τοὺς
1147100 ἐπιτηδευματίας, ἀλλὰ ὅλους τοὺς πολίτας τοῦ κράτους,
1148λυποῦμαι νὰ λέγῃ ὅτι δὲν γνωρίζει τὰ παράπονα τῶν συμπο-
1149λιτῶν του καὶ ἐπιθυμεῖ σήμερον νὰ τὰ μάθῃ ἀπὸ τὴν ἀναφορὰν
1150ἥτις ἔγεινε.
1151§91ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ γνωρίζω.
1152§92ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ὅταν τὰ γνωρίζετε, ἦτον περιττὸν νὰ φέρετε
1153τοὺς πολίτας, καὶ νὰ θέλετε ἡμεῖς ἀπὸ τοὺς πολίτας νὰ φω-
1154τισθῶμεν. Ἡ φωνή σας εἶναι ἰσχυρὰ καὶ ἠμπορούσατε νὰ εἴ-
1155πητε τὰ παράπονα τῶν πολιτῶν· τὰ ἐμελετήσατε δὲ τοσοῦ-
1156τον, καθόσον ἡ ὑπογραφή σας εὑρίσκεται εἰς μίαν τροπολογίαν
1157ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, εἰς τὴν ὁποίαν λέγετε ὅτι
1158τὸ μὲν νὰ μεταβληθῇ οὕτω, τὸ δὲ ἄλλως· ἑπομένως φαίνεται
1159ὅτι τὰ ἄλλα δὲν τὰ ηὕρατε δίκαια.
1160Τέλος πάντων ἡμεῖς ἔχομεν κανονισμὸν, ὅστις ἐὰν ἔλεγεν
1161ὅτι τὰς ἀναφορὰς, τὰς γνώμας τῶν πολιτῶν πρέπει ἡ Βουλὴ
1162νὰ τὰς λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ νὰ τὰς τυπόνῃ, τότε βεβαίως θὰ
1163εἶχε δίκαιον ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀθηνῶν· ἀλλ’ ὅταν τὸ σύν-
1164ταγμα λέγῃ ὅτι οἱ πολῖται ἔχουν τὸ δικαίωμα ν’ ἀναφέρωνται,
1165ὁ δὲ κανονισμὸς λέγει ὅτι αἱ ἀναφοραὶ ἀναγινώσκονται καὶ κα-
1166τόπιν παραπέμπονται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἥτις γνωμοδοτεῖ ἐπ’
1167αὐτῶν, καὶ προκειμένου περὶ νομοσχεδίου, οὐδόλως λέγει, ὅτι
1168λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τοῦτο; Ὁ
1169Κ. Μακρυγιάννης σᾶς εἶπεν, ὅτι αὐτὸ συμβαίνει εἰς τὴν Ἀμε-
1170ρικὴν· ἐγὼ ὅμως σᾶς λέγω ὅτι δὲν συμβαίνει, ἀλλ’ ἀδιάφορον·
1171εἶναι μία ἀναφορὰ, τὴν ὁποίαν οὔτε τὸ σύνταγμα, οὔτε ὁ κανο-
1172νισμὸς μᾶς ἐπιτρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, καθὼς λέγει ὁ ἔν-
1173τιμος Βουλευτὴς Ἀθηνῶν.
1174§93ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, καθόσον ἀφορᾷ τὰς παρα-
1175τηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔφερεν ὁ προλαλήσας, δὲν εἶναι ἐναντίαι
1176εἰς τὴν ἀντίῤῥησιν τὴν ὁποίαν ἔκαμε περὶ τῆς τυπώσεως τῆς
1177ἀναφορᾶς τῶν ἐπιτηδευματιῶν· διότι τί σᾶς εἶπε καὶ ὁ προλα-
1178λήσας, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ ὀρθόν; ὅτι οἱ βουλευταὶ ἀντιπροσω-
1179πεύουν τὴν ὅλην ἐπικράτειαν. Ὁσάκις λοιπὸν ζητεῖται τι τὸ
1180ὁποῖον ἀφορᾷ μίαν τάξιν ἀνθρώπων, δὲν ἀνήκει εἰς τὴν ὑποστή-
1181ριξιν καὶ φροντίδα ἐκείνων οἵτινες μόνον κατάγονται ἀπὸ
1182τὴν αὐτὴν ἐπαρχίαν, ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν βουλευτῶν· αὐτὴν τὴν
1183ἀρχὴν τὴν δέχομαι ὡς πραγματικὴν, ὡς ἀληθῆ. Λοιπὸν κατ’
1184αὐτὴν τὴν ἀρχὴν οἱ βουλευταὶ πῶς θέλουν φωτισθῆ; Ὑπάρχει
1185μία ἀναφορὰ, ἡ ὁποία ἀφορᾷ πολλοὺς ἐπιτηδευματίας καὶ ἥτις
1186πραγματεύεται περὶ τοῦ ζητήματος, τοῦ ὁποίου σήμερον πρό-
1187κειται νὰ γίνῃ τελευταία ἀπόφασις, διότι εἶναι ἡ τρίτη συ-
1188ζήτησις. Διὰ νὰ ἐκπληρώσωμεν λοιπὸν αὐτὸ τὸ καθῆκον, τὸ
1189ὁποῖον ὅλοι οἱ βουλευταὶ ὡς ἀντιπρόσωποι ὁλοκλήρου τῆς ἐπι-
1190κρατείας ἔχομεν, πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ παράπονα
1191τῶν ἀναφερομένων· ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ ἤδη παρουσιάζεται· δὲν
1192ἐγένετο γνωστὴ πρότερον καὶ ὡς ἐκ τούτου βλέπετε ὅτι ἡ κοινο-
1193ποίησησίς της εἶναι πολὺ λογικὴ καὶ ἀναγκαία, καθόσον μάλιστα
1194ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔφερε καμμίαν ἔκθεσιν· ἐὰν ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν
1195αὐτὴν τὴν ἀναφορὰν ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ἔφερε μίαν ἔκθεσιν,
1196ἡ ἔκθεσις αὕτη θὰ ἦτο τυπωμένη καὶ θὰ ἐλάμβανον γνῶσιν αὐ-
1197τῆς οἱ βουλευταὶ καὶ ἑπομένως ἤθελον σχηματίσει μίαν πεποί-
1198θησιν.
1199§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀναφορὰ εἶναι πολὺ μικρὰ καὶ περιληπτικὴ
1200(ἀναγινώσκεται).
1201§95Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη τῶν πολιτῶν, ὑπὲρ τῆς
1202ὁποίας ἄλλοτε ἔγεινε τόσος θόρυβος καὶ κρότος, εἶναι τόσον
1203ἁπλῆ, ὥστε ἕκαστος ἐξ ἡμῶν βλέπει τί αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι
1204διὰ τῆς ἀναφορᾶς αὑτῶν ζητοῦσι καὶ πρέπει νὰ εἴμεθα δίκαιοι·
1205οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἰς τὴν ἀναφορὰν συμπεριλαμβάνουν ὅλας τὰς
1206ἀνάγκας των εἰς τέσσαρας λέξεις· ἐξετάσατε, ζητήσατε, πληροφο-
1207ρηθῆτε καὶ σκεφθῆτε, διότι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κάμνετε εἶναι σπου-
1208δαῖον καὶ θέλει μείνει διὰ πάντοτε. Νομίζετε ὅτι δὲν ἔχουν
1209αὐτὸ τὸ δικαίωμα; νομίζετε ὅτι δὲν πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν
1210σας τὴν αἴτησιν αὐτῶν; νομίζετε, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἤξιζε
1211νὰ ῥίψῃ ἓν βλέμμα, νὰ δώσῃ ὀλίγην προσοχὴν εἰς τὰ παρά-
1212πονα τῶν πολιτῶν; Ἰδοὺ ὅτι ἔχει κάτι τι ἄξιον, τὸ ὁποῖον
1213δύναταί τις νὰ εἴπῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διότι βλέπετε
1214τόσους ἀνθρώπους οἵτινες δὲν σᾶς λέγουν εἰμὴ αὐτὰς τὰς λέξεις·
1215ἐξετάσατε καὶ πληροφορηθῆτε καλῶς, καὶ κατόπιν νομοθετή-
1216σατε ὅ,τι νομίζετε συμφέρον εἰς τὴν πατρίδα· καὶ ἡ ἐξέτασις
1217εἶναι δίκαιον νὰ γίνῃ. Καὶ ἀληθῶς ἐν εἰλικρινείᾳ καὶ ἐν συνει-
1218δήσει, ὅσοι ἐξ ἡμῶν ἀνεγνώσαμεν κατὰ βάθος τὸ τιμολόγιον,
1219ποῖος ἐξ ἡμῶν εἶναι ἐκεῖνος ὅστις κατὰ βάθος τὸ ἐνόησεν; Ἠμ-
1220πορεῖ νὰ ὑπάρχουν καί τινες οἵτινες νὰ τὸ ἐνόησαν, ἀλλ’ ἐὰν
1221ὑπάρχουν τοιαῦτα πνεύματα, τὰ ἄλλα πρέπει νὰ μείνουν εἰς
1222τὸ σκότος; διατί διωρίσαμεν αὐτὴν τὴν ἐπιτροπήν, παρὰ
1223διὰ νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν της τὰς ἀναφορὰς καὶ νὰ μᾶς φέρῃ
1224μίαν γνώμην ἐπ’ αὐτῶν; Ἔπρεπε νὰ παρέλθῃ ἐν σιγῇ, ἐνῷ εἶχεν
1225ὑπ’ ὄψιν της τὴν ἀναφορὰν τῶν συμπολιτῶν μας; Ἐγὼ νομίζω,
1226Κύριοι, ὅτι ὅταν ἡ Βουλὴ πρόκειται νὰ ἀποφασίσῃ ἐπὶ πραγ-
1227μάτων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἔχωσι τόσον οὐσιώδη ἐπιῤῥοὴν
1228εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ, ἔστω ἑκατὸν μόνον, (τάχα νομί-
1229ζετε, ὅτι τὰ παράπονα μιᾶς πολιτείας καὶ τόσον μεγάλης εἶναι
1230τόσον μικρὰ; ὥστε νὰ μὴ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ἀπὸ τὴν Βουλὴν
1231τῶν ἀντιπροσώπων;) ὅταν, λέγω, πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφα-
1232σίσῃ πόσοι καὶ πῶς πρέπει νὰ ἐπιβληθῶσιν οἱ φόροι, ὅταν πρό-
1233κειται νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς δικαιοσύνης τέλος πάντων, εἶναι
1234πάντοτε καιρός· διότι μὴ στοχάζεσθε, ὅτι ψηφίζοντες αὐτὸν
1235τὸν νόμον ἐντὸς 24 ὡρῶν, κατωρθώσατέ τι μέγα· τίποτε δὲν θέ-
1236λετε κάμει, οὔτε σπουδαῖον οὔτε ὠφέλιμον. Ἐὰν διὰ τῆς ἐξε-
1237τάσεως δυνηθῶμεν νὰ φθάσωμεν εἰς τέλειόν τι, διατί νὰ μὴ τὸ
1238κάμωμεν; Νομίζω, ὅτι ἡ αἴτησις τῶν πολιτῶν εἶναι σπουδαία
1239καὶ ἔπρεπεν ἡ ἐπιτροπὴ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της αὐτὴν τὴν ἀνα-
1240φορὰν, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν τὸ ἔκαμε. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς
1241λόγους νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται χωρὶς νὰ παραβλέψῃ
1242διόλου τὸ καθῆκόν της νὰ προβῇ εἰς μίαν ἐξέτασιν αὐτῶν τῶν
1243πραγμάτων, διότι, διὰ νὰ καταρτίσωμεν ἕνα νόμον ὅσον τὸ δυ-
1244νατὸν τελειότερον, εἶναι ἀνάγκη νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μας ὅλα
1245ὅσα δύνανται νὰ μᾶς φωτίσωσι· τούτου ἕνεκα λοιπὸν νομίζω,
1246ὅτι εἶναι δίκαιον ἡ Βουλὴ νὰ διατάξῃ τὴν ἐξέτασιν τῶν παρα-
1247πόνων τῶν πολιτῶν Ἀθηναίων, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν ἐνώπιον
1248τῆς Βουλῆς. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ῥίψῃ ἓν βλέμμα
1249ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ἐκείνης, ἥτις φέρει τόσας ὑπογραφὰς τοσούτων
1250ἐντίμων πολιτῶν· ἐὰν καὶ σήμερον ἡ ἐπιτροπὴ δὲν τὴν ἔλαβεν
1251ὑπ’ ὄψιν καὶ δὲν μᾶς ἔφερε μίαν γνώμην ἐπ’ αὐτῆς, νομίζω πῶς
1252εἶναι καιρὸς πάντοτε νὰ γίνῃ τοῦτο, ἐὰν τὸ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή.
1253§96ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Καθόσον ἤκουσα, δὲν προτείνομεν μέσα θερα-
1254πείας, οὐδὲ μεταβολὴν φορολογικοῦ συστήματος· ἐὰν ἐπροτεί-
1255νοντο τοιαῦτα μέσα καὶ τοιαύτη τροπολογία, καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος
1256ἤθελον ζητήσει τὴν ἀναβολὴν καὶ ὅλοι ἠθέλαμεν ἀπαιτήσει ἀπὸ
1257τὴν Βουλὴν νὰ ἔλθῃ μία ἔκθεσις ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν αὐτὴν,
1258ἥτις θὰ μελετήσῃ αὐτὸ τὸ σύστημα· ἀλλ’ αὐτὴ ἡ ἀναφορὰ δὲν
1259ἐμπεριέχει τοιοῦτόν τι· αὐτοὶ λέγουν, ὅτι, ἐπειδὴ εἴμεθα πτω-
1260χοί, ἐπειδὴ τὸ ἐμπόριον δὲν κινεῖται, ἐπειδὴ ὑπάρχει γενικὴ
1261ἀχρηματία κτλ. νομίζομεν ὅτι πρέπει νὰ σκεφθῆτε, ὅταν ἐπι-
1262βάλλετε φόρους, διότι ἡ ἐπιβολὴ τοῦ φόρου καταντᾷ νὰ γίνη-
1263ται διηνεκής. Ἐπειδὴ λοιπὸν τὸ περιεχόμενον αὐτῆς τῆς ἀνα-
1264φορᾶς δὲν περιέχει ἓν πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀξίζει τὸν κόπον, καθ’
1265ὁλοκληρίαν δὲν συμφωνῶ νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ἀναβολή.
1266§97Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Τὸ νέον φορολογικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον εἰ-
1267σάγει ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νο-
1268μοσχεδίου, νομίζω, ὅτι πρὸ πολλοῦ συνεζητήθη καὶ ἐν τῇ κοι-
1269νωνίᾳ καὶ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ καὶ ἐν μέσῳ ἡμῶν.
1270§98ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Κύριε Παναγῆ, μὲ συγ-
1271χωρεῖτε· ἡμεῖς θέλομεν νὰ ἐξευρεθῇ τὸ ὀρθὸν καὶ ἀποφασισθῇ·
1272ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ ὅτι πρέπει νὰ δώσῃ μίαν προθεσμίαν καὶ
1273νὰ ἀρχίσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν, ἀλλὰ μὲ τὴν ὑποχρέωσιν
1274νὰ ἐργασθῇ ἡ ἐπιτροπὴ, δὲν ἔχομεν κἀμμίαν δυσκολίαν νὰ τὸ
1275δεχθῶμεν. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι, παρακα-
1276λεῖται ἐντὸς πέντε ἡμερῶν, διότι νομίζω εἶναι ἀρκεταὶ, νὰ μᾶς
1277φέρῃ μίαν ἔκθεσιν· ἐὰν δὲν ἠμπορέσῃ ὅμως ἕως τότε, ἡμεῖς θὰ
1278προχωρήσωμεν. Τώρα ἀρχίζομεν τὸν προϋπολογισμόν.
1279§99ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
1280§100Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Θεωρῶ λοιπὸν περιττὸν νὰ λαλήσω, ἀφοῦ
1281τὸ ὑπουργεῖον δέχεται ὅ,τι ἤθελον νὰ εἴπω.
1282§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ νὰ ἀναβάλωμεν καὶ
1283νὰ πέμψωμεν τὸ ἔργον εἰς τὴν Ἐπιτροπήν;
1284§102ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιμένῃ νὰ ἐπεξεργασθῇ ἡ
1285ἐπιτροπὴ τῶν Οἰκονομικῶν τὸν νόμον τῶν ἐπιτηδευμάτων, πρέ-
1286πει νὰ ἀντικαταστήσῃ δύο μέλη, τὸν κ. Λεονταράκην καὶ ἐμὲ,
1287οἱ ὁποῖοι εἴμεθα καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ
1288δὲν δυνάμεθα νὰ λείψωμεν ἀπ’ ἐκεῖ, διότι ἡ ἐπεξεργασία τοῦ
1289προϋπολογισμοῦ εἶναι λίαν κατεπείγουσα.
1290§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε πολλὰ ὑπουργεῖα ἀκόμη;
1291§104ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο, καὶ δὲν προφθάνομεν.
1292§105ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι μάταιον· ἐὰν δύο μέλη δὲν
1293ἠμποροῦν νὰ ἐργασθοῦν, εἶναι τ’ ἄλλα.
1294§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν νὰ συνέλθουν τ’ ἄλλα μέλη.
1295§107ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Χαίρω, Κύριοι, διότι σήμερον γί-
1296νεται ἀναγκαία ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν ἔκαμα περὶ αὐτοῦ τοῦ
1297νομοσχεδίου· ἀλλὰ συγχρόνως ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἶναι καλὸν
1298νὰ ἐκλεχθῇ μία εἰδικὴ ἐπιτροπὴ, διὰ νὰ μᾶς φέρῃ ἓν ἀποτέ-
1299λεσμα.
1300§108ΤΙΝΕΣ. Εἶναι ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Οἰκονομικῶν.
1301§109ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, ἀφοῦ ἐν πολλῷ διαστήματι
1302δὲν ἐδυνήθη νὰ γνωμοδοτήσῃ, βεβαίως δὲν θὰ δυνηθῇ μήτε ἐν-
1303τὸς τῶν πέντε ἡμερῶν. Τὸ ζήτημα τὸ φορολογικὸν εἶναι ἤδη
1304χωνευμένον εἰς τὰς κεφαλὰς ὅλων μας καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ δώ-
1305σωμεν προσοχὴν εἰς τὴν ἀναφορὰν τῶν πολιτῶν, διότι ἐθεωρήθη
1306πολὺ σπουδαία καὶ ἐκφράζει ἀληθῶς τὰ ἀληθῆ παράπονα τοῦ
1307φορολογουμένου λαοῦ. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ φρονῶσιν ὅτι δὲν
1308λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονά των. Νὰ τυπωθῇ λοιπὸν ἡ
1309ἀναφορὰ καὶ ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτη-
1310σιν, διότι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν θὰ λάβῃ καιρόν.
1311§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἴδωμεν ἐὰν τὰ μέλη ἦναι ἐδῶ
1312ἢ νὰ προσθέσωμεν ἄλλα· «Λεονταράκης, Σωτηρόπουλος, οὗτοι
1313ζητοῦν νὰ ἐξαιρεθοῦν. Παξιμάδης, Δεληγιάννης, Μοδινὸς, Ἀντύ-
1314πας καὶ Λαμπρυνίδης·» πέντε τὸ ὅλον· αὐτοὶ λοιπὸν νὰ λάβουν
1315τὰς ἀναφορὰς ὑπ’ ὄψιν καὶ νὰ ἐργασθοῦν. Λάβε, Κύριε Λαμπρυ-
1316νίδη, τὰς ἀναφοράς.
1317Ἐγχειρίζει εἰς τὸν Κ. Λαμπρυνίδην αὐτάς.
1318Λοιπὸν Κύριοι, προχωροῦμεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἢ εἰς
1319τὴν ἡμερησίαν διάταξιν;
1320§111ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, αὔριον.
1321§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν καὶ ἄλλα ἀντικείμενα.
1322§113ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν τὴν τρίτην συζήτησιν τῶν
1323πιστώσεων.
1324§114ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπιμένομεν νὰ συζητηθῇ ὁ προϋπολο-
1325γισμός· ἐὰν μᾶς ἀναγκάσουν, ἀποσύρομεν ὅλα τ’ ἄλλα.
1326§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι πρὸ πολλοῦ διανεμη-
1327μένος, αἱ δὲ ἐκθέσεις ἀπὸ προχθές.
1328§116ΤΙΝΕΣ. Σήμερον δὲν ἔχομεν προϋπολογισμόν.
1329§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκω λοιπὸν, Κύριοι, πρῶτον τὴν ἔκθεσιν
1330τῆς ἐπιτροπῆς καὶ παρακαλῶ νὰ προσέξητε.
1331«Ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ ἐπεξεργασθεῖσα τὸν
1332διὰ τὸ ἔτος 1867 προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν
1333Οἰκονομικῶν ὑπουργείου, ἐπιφέρει τὰς ἀκολούθους παρατηρήσεις.
1334Τὸ σύνολον τῶν ζητουμένων διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τού-
1335του πιστώσεων ἀναβαίνει εἰς δραχμὰς 10,722,263. Κατὰ τὸ
1336παρελθὸν ἔτος 1866 ἐψηφίσθησαν μὲν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ
1337δαπάναι 10,504,283, ἐζητήθησαν ὅμως ἀκολούθως διὰ πι-
1338στώσεων ἐπιψηφισθεισῶν ἤδη παρὰ τῆς Βουλῆς 1,167,000,
1339ὥστε τὸ σύνολον τῶν ψηφισθέντων ἐξόδων τοῦ 1866 ἀνέρ-
1340χεται εἰς 11,671,283· ἑπομένως τὰ ζητούμενα διὰ τὸ
13411867 ἔξοδα ὑπερβαίνουσι κατὰ δραχμὰς 217,980 τὰς
1342ἀρχικῶς διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ψηφισθείσας πιστώσεις
1343τοῦ 1866, εἶναι δὲ κατώτερα κατὰ δραχ. 949,020 ἀπὸ τὸ
1344σύνολον τῶν διὰ τὴν χρῆσιν ταύτην χορηγηθεισῶν μέχρι τοῦδε
1345πιστώσεων· ἡ ἐλάττωσις αὕτη προέρχεται κατὰ μέγα μέρος,
1346διότι πολλὰ ποσὰ ἐκ τῶν ζητηθέντων διὰ τῶν ἀναπληρωτικῶν
1347πιστώσεων δὲν ἀνάγονται εἰς τὰς συνήθεις ἐτησίας δαπάνας,
1348ἀλλ’ ἐχρησίμευσαν εἰς πληρωμὴν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν
1349εἰς προγενεστέρας χρήσεις, ἐνεκρίθη δὲ νὰ συμπεριληφθῶσιν εἰς τὴν
1350τοῦ 1867, καθὸ ἐντὸς αὐτῆς ἐκκαθαρισθέντα· τοιαῦτα δὲ εἶναι δρ.
1351115,000 πληρωθεῖσαι διὰ τόκους τῶν χρεῶν τῆς Ἑπτανήσου,
1352καὶ δρ. 318,000 δι’ ἐκτέλεσιν δικαστικῶν ἀποφάσεων καὶ δι-
1353κηγορικὰ δικαιώματα. Συγκρινόμενος εἰς τὰ καθέκαστα ὁ προϋ-
1354πολογισμὸς τοῦ 1867 πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὰς πι-
1355στώσεις τοῦ 1866, παρουσιάζει αὐξήσεις μὲν ἐκ δρ. 790,808,
1356ἐλαττώσεις δὲ ἐκ δραχ. 1,739,728· ἀφαιρουμένων ὅμως ἑκα-
1357τέρωθεν 465,000 διὰ συντάξεις Ἄγγλων ὑπηκόων καὶ Ἑπτα-
1358νησίων, αἵτινες λόγῳ τάξεως μετεφέρθησαν ἀπὸ ἑνὸς εἰς ἄλλο
1359ἄρθρον, αἱ μὲν αὐξήσεις περιορίζονται εἰς δραχ. 335,808, αἱ
1360δὲ ἐλαττώσεις εἰς 1,284,828.
1361Αἱ αὐξήσεις ἀνάγονται εἰς τὰ ἑξῆς ἄρθρα.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1362Δραχ. 6,560.Ἐξωτερικὸν χρέος διὰ τὴν ὑπερτίμησιν τῶν
1363 συναλλαγμάτων, καθόσον τὸ χρέος τοῦτο
1364 συνωμολογήθη νὰ πληρόνηται εἰς φράγκα.
1365» 10,000.Ἑδαφονόμια Ἑπτανήσου.
1366» 91,000.Χρεωλυτικὰ δάνεια, διότι ἐπραγματοποι-
1367 ήθησαν περισσότεραι ὁμολογίαι τοῦ ἐθνικοῦ
1368 δανείου καὶ διότι κατὰ τὸ 1867 θέλει
1369 πληρωθῆ ὁλοκλήρου τοῦ ἔτους τόκος καὶ
1370 χρεωλύσιον διὰ τὸ δάνειον τῶν δραχμῶν
1371 1,500,000, ἐνῷ κατὰ τὸ 1866 ἐπληρώθη
1372 μιᾶς μόνον ἑξαμηνίας.
1373Δραχ. 115,000.Τόκος ἐντόκων γραμματίων, διότι ἕνεκα
1374 τῶν ὑφισταμένων ἀναγκῶν ὑποτίθεται,
1375 ὅτι θέλουν εἶσθαι ἀδιαλείπτως ἐν κυκλο-
1376 φορίᾳ ὅλα τὰ γραμμάτια.
1377» 71,000.Στρατιωτικαὶ καὶ ναυτικαὶ συντάξεις.
1378» 10,000.Συντάξεις κλητήρων ἀστυνομικῶν ἐν Ἑ-
1379 πτανήσῳ.
1380» 4,342.Προσωπικὸν ὑπουργείου, διὰ μισθοδοσίαν
1381 δύω ὑπουργικῶν γραμματέων.
1382» 25,000.Ποσοστὰ ἐπιτηδευμάτων ἕνεκα τῆς αὐξή-
1383 σεως τοῦ φόρου.
1384» 586.Προσωπικὸν μεταλλείων.
1385» 2,320.Ἔξοδα ἐπιτροπῆς ἀγῶνος, καθόσον προϋ
1386 πολογίζει τὴν δαπάνην αὐτῆς δι’ ὅλον τὸ
1387 ἔτος καὶ οὐχὶ δι’ 8 μῆνας ὅπως κατὰ τὸ
1388 1866.
1389Δραχ. 335,808.
1390 Αἱ δὲ ἐλαττώσεις ἀνήκουσιν εἰς τὰ ἀκό-
1391 λουθα ἄρθρα.
1392 376Προμήθεια ἐξωτερικοῦ χρέους.
1393 270,000Δάνεια ἐπὶ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ, καθό-
1394 σον διὰ τὴν ἐξόφλησιν τοῦ ἐπὶ ἐνεχυριάσει
1395 τῆς σμύριδος δανείου δὲν ὑπολείπονται εἰμὴ
1396 μόλις 60,000.
1397 115,000Τόκοι χρεῶν τῆς Ἑπτανήσου, καθόσον εἰς
1398 τὸ 1866 κατελογίσθησαν καὶ τόκοι προη-
1399 γουμένων ἐτῶν.
1400 28,180Ἐκκλησιαστικαὶ καὶ πολιτικαὶ συντά-
1401 ξεις, διότι ἐκλείπουσιν οἱ συνταξιοῦχοι.
1402 52,000Συντάξεις Ἄγγλων διὰ τὸν ἴδιον λόγον.
1403 96,746Ἀπὸ ἐλάττωσιν προσωπικοῦ εἰς ὅλους
1404 τοὺς κλάδους τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας ἐπὶ
1405 πλέον τῆς διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
1406 1866 ἐπενεχθείσης ἐκ δραχ. 308,000.
1407 8,540Ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ τυπογραφείου
1408 Κερκύρας.
1409 27,000Ἐκ τῆς ἀνατυπώσεως τῶν Βασιλ. ἐφη-
1410 μερίδων.
1411 191,986Ἀπὸ ἐλάττωσιν τοῦ ὑλικοῦ τῶν διαφό-
1412 ρων ὑπηρεσιῶν.
1413 52,000Ἀπὸ ἐπιστροφὰς χρημάτων.
1414 100,000Ἀπὸ ἐκτέλεσιν δικαστικῶν ἀποφάσεων
1415 καὶ δικηγορικὰ ἔξοδα.
1416 343,000Ἀπὸ συμψηφισμοὺς φαλαγγιτικῶν γραμματίων.
1417 1,284,828.
1418Μεταβαίνουσα ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν λεπτομερειῶν
1419τοῦ περὶ οὗ πρόκειται προϋπολογισμοῦ, παρατηρεῖ τὰ ἀκό-
1420λουθα.
1421Μέρος Αʹ. Χρέος δημόσιον. Ἐπὶ τοῦ μέρους τούτου τοῦ πε-
1422ριλαμβάνοντος τὸ ἐξωτερικὸν χρέος τοῦ Κράτους καὶ τὰς συν-
1423τάξεις, καὶ ἐπὶ τῶν πιστώσεων τοῦ ὁποίου ζητεῖται αὔξησις
1424161,996, ἀποβαίνει περιττὴ πᾶσα παρατήρησις, διότι αἱ
1425πιστώσεις αὗται ἀφορῶσι δικαιώματα στηριζόμενα εἰς νόμους
1426ἢ συμβάσεις τοῦ δημοσίου, ἡ ἐκπλήρωσις τῶν ὁποίων εἶναι
1427ὑποχρεωτικὴ καὶ ἄφευκτος, ἐξαρτᾶται δὲ ὅλως ἐκ τῶν περι-
1428στάσεων καὶ τῆς εὐπορίας τοῦ ταμείου νὰ μὴ δαπανηθῶσιν ὁ-
1429λοσχερῶς τὰ προϋπολογιζόμενα ποσὰ, καὶ νὰ μείνῃ περίσσευμα,
1430τὸ ὁποῖον θέλει καταλογισθῆ εἰς τὰς προσθέτους πιστώσεις.
1431Κεφάλ. 6. Ἄρθρον 1.
1432Προσωπικὸν ὑπουργείου. Ἐκτὸς τῶν θέσεων, ὅσαι ἀφῃρέθησαν
1433ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἀφαιρεῖται προ-
1434σέτι ἡ μισθοδοσία ἑνὸς τμηματάρχου, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου προστί-
1435θεται ὁ μισθὸς δύω ὑπουργικῶν γραμματέων καὶ δύω γραφέων,
1436ὥστε ἐπέρχεται αὔξησις ἐκ δρ. 4,342. Τὴν προσθήκην τοῦ ὑπο-
1437δεεστέρου τούτου προσωπικοῦ ἡ ἐπιτροπὴ εὑρίσκει ἀναγκαίαν
1438διὰ τὴν κανονικὴν διεξαγωγὴν τῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ σπουδαίῳ
1439τούτῳ ὑπουργείῳ, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐξαρτῶνται ὅλα τὰ δημόσια
1440καὶ μέγα μέρος τῶν ἰδιωτικῶν συμφερόντων. Συνιστᾷ μόνον εἰς
1441τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν ὅπως συν-
1442τάσσωνται ἐγκαίρως οἱ ἐμπορικοὶ πίνακες καὶ ἰδίως οἱ λογαριασμοὶ
1443τῶν ἐξόδων ἑκάστου ἔτους, κατὰ τὸ ἄρθρον 95 τοῦ περὶ δημο-
1444σίου λογιστικοῦ νόμου, μετὰ τῶν διαλαμβανομένων ἐν τοῖς ἄρθ.
1445103–107 πινάκων τῶν ἀπαλλοτριουμένων ἐθνικῶν κτημάτων,
1446τῶν καθυστερούντων ὀφειλετῶν, τῆς διαχειρίσεως τοῦ Ἐθν. Τυ-
1447πογραφείου κτλ, διότι τοιοῦτοι λογαριασμοὶ δὲν ἐδημοσιεύθησαν ἀπὸ
1448πολλῶν ἤδη ἐτῶν παρ’ οὐδενὸς τῶν ὑπουργῶν, ἐνῷ ἡ δημοσίευ-
1449σις αὐτῶν πρέπει κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου νὰ λαμβάνῃ
1450χώραν ἐντὸς τῆς πρώτης τριμηνίας ἑκάστου ἔτους· ὁμοίαν σύ-
1451στασιν ἀπευθύνει καὶ πρὸς τοὺς ἄλλους ὑπουργοὺς, καθόσον ἕ-
1452καστος ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ δημοσιεύῃ χωριστὸν πίνακα τῶν
1453ἐξόδων τοῦ ὑπουργείου του.
1454Εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο πρέπει νὰ γενῇ ἡ ἀναγκαία προσθήκη
1455διὰ τὴν μισθοδοσίαν τοῦ προσωπικοῦ τοῦ δικαστικοῦ Γραφείου,
1456ἐὰν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τὴν πρὸ πολλοῦ ὑποβληθεῖσαν παρὰ
1457τῆς ἐπιτροπῆς πρότασιν, τὴν ὁποίαν κατ’ ἐπανάληψιν συνιστᾷ
1458ΚΕΦΑΛ. 6. Ἄρθρον 2. Γενικὸν Λογιστήριον.
1459Διὰ τὸ προσωπικὸν τοῦ γραφείου τούτου σημειοῦται ἐν τῷ
1460προϋπολογισμῷ ἡ δαπάνη τῶν δραχ. 42,726, καὶ ἡ δαπάνη
1461αὕτη περιλαμβάνεται ἀκεραία καὶ εἰς τοὺς τῶν παρελθόντων
1462ἐτῶν προϋπολογισμοὺς, καθόσον τὸ Γεν. Λογιστήριον ἐθεωρήθη
1463τὸ μόνον σχεδὸν προνομιοῦχον γραφεῖον, εἰς τὸ προσωπικὸν τοῦ
1464ὁποίου οὐδεμία ἐψηφίσθη ποτὲ ἐλάττωσις λόγῳ οἰκονομίας, ἡ δὲ
1465τοιαύτη ἐξαίρεσις ἐγένετο πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν τοῦ ν’ ἀφεθῶσιν
1466αὐτῷ ὅλα τὰ μέσα ὅπως καταστῇ ἐνήμερον εἰς τὰς ἐργασίας του.
1467Καὶ ὅμως μ’ ὅλην τὴν διατήρησιν τοῦ πολυπληθοῦς αὐτοῦ προσω-
1468πικοῦ καὶ τὴν ἑκάστοτε πρόσληψιν ἐπικουρικῶν ὑπαλλήλων ἐκ
1469τῶν ταμιακῶν γραφείων, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Γεν. Λογιστηρίου ἐξακο-
1470λουθεῖ νὰ εὑρίσκεται εἰς καταπληκτικὴν ὀπισθοδρόμησιν. Ὁ γεν.
1471λογαριασμὸς τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τοῦ Κράτους, τὸν ὁποῖον
1472ὀφείλει ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 92 τοῦ
1473λογιστικοῦ νόμου νὰ δημοσιεύῃ καὶ παρουσιάζῃ εἰς τὴν Βου-
1474λὴν ἐντὸς τῶν τεσσάρων πρώτων μηνῶν ἑκάστου ἔτους καθυστε-
1475ρεῖ ἀπὸ τοῦ ἔτους 1859, διότι ὁ τελευταῖος δημοσιευθεὶς λογαριασμὸς
1476εἶναι ὁ τοῦ 1858, ὁ δὲ ἀπολογισμὸς, ὅστις περιλαμβάνει τὰ
1477ἔσοδα καὶ ἔξοδα ἑκάστης χρήσεως καὶ πρέπει νὰ δημοσιεύηται
1478κατὰ τὸ ἄρθρον 95 τοῦ αὐτοῦ νόμου ἐντὸς τῶν τριῶν πρώτων
1479μηνῶν τοῦ ἀμέσως μετὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως ἑπομένου ἔτους,
1480καθυστερεῖ ἀπὸ τοῦ ἔτους 1858· οὕτω δὲ, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἔχω-
1481μεν ἤδη ὑπ’ ὄψιν τὸν γενικὸν λογαριασμὸν τοῦ 1866 καὶ τὸν ἀπο-
1482λογισμὸν τοῦ 1865, στερούμεθα τοῦ λογαριασμοῦ καὶ τοῦ
1483ἀπολογισμοῦ ὀκτὼ παρελθόντων ἐτῶν, καὶ ἑπομένως εὑρισκό-
1484μεθα εἰς πλήρη ἄγνοιαν ἐὰν αἱ χορηγηθεῖσαι κατὰ τὰ ἔτη
1485ταῦτα πιστώσεις διετέθησαν συμφώνως μὲ τοὺς νόμους τοῦ
1486κράτους καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ψηφισθέντων προϋπολογισμῶν
1487καὶ πιστώσεων· ἡ τοιαύτη κατάστασις, ἥτις καθιστᾷ ἰδανικὴν
1488τὴν εὐθύνην τῶν διατακτῶν καὶ καταβιβάζει εἰς ἁπλῆν διατύ-
1489πωσιν τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἶναι ἀνάγκη καὶ ἀνάγ-
1490κη ἀπαραίτητος νὰ ἐκλείψῃ, διότι εἶναι ἄτοπον νὰ μὴ δύναται
1491τὸ δημόσιον νὰ πράττῃ ὅ,τι καὶ τὰ μικροτάτας διαχειρίσεις
1492ἔχοντα ἰδιωτικὰ καταστήματα, ἅτινα εἶναι ἐνήμερα εἰς τὴν
1493σύνταξιν τῶν λογαριασμῶν των.
1494Προτείνει ἑπομένως ἡ ἐπιτροπή, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐπιστήσῃ τὴν
1495προσοχὴν τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ εἰς τὸ οὐσιῶδες τοῦτο ἀντι-
1496κείμενον, καὶ ἀπαιτήσῃ παρ’ αὐτοῦ νὰ λάβῃ πάντα τὰ ἀναγ-
1497καῖα μέτρα, διὰ νὰ ἐκπληρωθῶσιν ἀκριβῶς αἱ διατάξεις τοῦ
1498νόμου.
1499ΚΕΦ. 6. Ἄρθρ, 3. Οἰκονομικοὶ ἐπιθεωρηταί.
1500Τὴν διατήρησιν τριῶν οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν, τὴν ὁποίαν
1501εἶχε παραδεχθῆ καὶ ὁ τοῦ 1866 προϋπολογισμὸς, ἡ ἐπιτροπὴ
1502εὑρίσκει ἀπολύτως ἀναγκαίαν, διότι, ἀφοῦ εἶναι ὁμολογούμενον
1503ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν οὐδὲ πρέπον νὰ παύσουν ὁλοσχερῶς αἱ
1504ἐπιθεωρήσεις τῶν ὑπολόγων καὶ πολλῶν ἄλλων οἰκονομικῶν
1505ὑπαλλήλων, δὲν συμφέρει ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ ἀνατίθενται αὗται
1506εἰς ὑπαλλήλους τῶν τμημάτων, ἀλλὰ πρέπει νὰ διεξάγωνται
1507ἀπὸ ὑπαλλήλους καὶ βαθμὸν ἀνώτερον ἔχοντας καὶ ἀπ’ εὐθείας
1508παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ ἐξαρτωμένους.
1509ΚΕΦ. 6. Ἄρθ. 2. Προσωπικὸν Ἐλεγ. Συνεδρίου.
1510Ἡ ζητουμένη ὑπὸ τοῦ ἄρθρου τούτου πίστωσις συνίσταται
1511ἐκ δραχ. 98,275, ἤτοι κατὰ δρ. 16,966 ἔλαττον τῆς κατὰ τὸ
1512παρελθὸν ἔτος χορηγηθείσης· ἡ ἐλάττωσις αὕτη προέρχεται ἐκ
1513τῆς καταργήσεως τοῦ γενικοῦ ἐπιτρόπου, ἑνὸς ἐλεγκτοῦ, ἑνὸς
1514παρέδρου καὶ δύο λογιστῶν. Τὸ σῶμα τοῦτο, διὰ τὸ προσωπι-
1515κὸν καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ ὁποίου δαπανῶνται ἐτησίως ὑπὲρ τὰς
1516120,000 δρ. προσήνεγκε μὲν μέχρι τοῦδε ἱκανὰς ἐκδουλεύσεις
1517εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, δὲν ἐξεπλήρωσεν ὅμως ἐντελῶς τὸν προορι-
1518σμόν του, διότι οὐ μόνον δὲν εἶναι ἐνήμερον εἰς τὴν ἐκδίκασιν τῶν
1519λογαριασμῶν τῶν ὑπολόγων, ἀλλὰ καὶ δι’ ὀλίγα μόνον ἔτη ἐδη-
1520μοσίευσε διαδηλώσεις, διὰ τῶν ὁποίων μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν
1521τῶν διαφόρων λογαριασμῶν ὀφείλει νὰ πιστοποιῇ καὶ νὰ βε-
1522βαιόνῃ τὴν ὀρθότητα τῶν παρὰ τῶν ὑπουργῶν δημοσιευομένων
1523γενικῶν λογαριασμῶν καὶ ἀπολογισμῶν, καὶ τὰς ὁποίας εἶναι
1524ὑπόχρεων κατὰ τὰ ἄρθρα 219–223 τοῦ λογιστικοῦ νόμου νὰ
1525διεκπεραιόνῃ ἐντὸς τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου ἑκάστου ἔτους· ἐνιαυ-
1526σίαν δὲ πρὸς τὸν Βασιλέα ἔκθεσιν, ὁποίαν κανονίζει τὸ ἄρθρον
1527217 τοῦ αὐτοῦ νόμου, περιλαμβάνουσαν τὰς ἐκ τῆς παραθέ-
1528σεως τῶν ἐσόδων πρὸς τοὺς φορολογικοὺς νόμους καὶ τῶν ἐ-
1529ξόδων πρὸς τὰς χορηγηθείσας πιστώσεις παρατηρήσεις τοῦ σώ-
1530ματος καὶ τὰς περὶ μεταῤῥυθμίσεων καὶ βελτιώσεων σκέψεις
1531αὑτοῦ, δὲν ἐδημοσίευσε τὸ συνέδριον ἀπὸ τῆς συστάσεως αὑτοῦ
1532εἰμὴ μίαν καὶ μόνην συνταχθεῖσαν ἐν ἔτει 1854 καὶ ὡς βάσιν
1533ἔχουσαν τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα τῶν χρήσεων 1845 καὶ 1846.
1534Ὅ,τι παρετήρησεν ἡ ἐπιτροπὴ διὰ τὸ Γεν. Λογιστήριον ἐπα-
1535ναλαμβάνει καὶ διὰ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, τοσούτῳ μᾶλλον,
1536ὅσῳ οἱ συντασσόμενοι παρὰ τῶν ὑπουργῶν γενικοὶ λογαρια-
1537σμοὶ καὶ ἀπολογισμοὶ οὐδεμίαν ἀξίαν ἔχουσιν, ἐὰν δὲν συνο-
1538δεύωνται ἀπὸ τὰς διαδηλώσεις καὶ τὰς ἐνιαυσίας ἐκθέσεις τοῦ
1539Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι εἰς τὴν
1540Βουλὴν ἀποβαίνει φυσικῶς ἀδύνατον νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἐξέ-
1541λεγξιν τῶν λεπτομερειῶν τῆς διαχειρίσεως ὅλων τῶν ὑπολόγων
1542καὶ ὅλων τῶν ὑπουργῶν. Δέον νὰ συστηθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν
1543ὅπως εἰσαγάγῃ τάχιστα τὸν διατασσόμενον ὑπὸ τοῦ Συντάγ-
1544ματος νόμον περὶ προσόντων τῶν ψῆφον ἐχόντων μελῶν τοῦ
1545Συνεδρίου καὶ φροντίσῃ ὥστε τὸ προσωπικὸν τῶν λογιστῶν καὶ
1546πολλοὶ τῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων νὰ λαμβάνωνται ἐκ προσώ-
1547πων ἐπὶ πολλὰ ἔτη εἰς τὴν ταμιακὴν ὑπηρεσίαν ἀσχοληθέντων
1548καὶ μεγάλην περὶ τοὺς ἀριθμοὺς ἕξιν ἀποκτησάντων.
1549ΚΕΦΑΛ. 7. Ἄρθρον 1. Προσωπικὸν ταμείων.
1550Ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς δὲν δέχεται τὴν σημειουμένην
1551παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ ἀπάλειψιν τοῦ μισθοῦ ἐννέα γραφέων, διότι
1552ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως γνωρίζει, ὅτι ἡ ἔλλειψις τοῦ βοηθητικοῦ
1553προσωπικοῦ παρεμβάλλει προσκόμματα εἰς τὴν τακτικὴν τῆς
1554ὑπηρεσίας διεξαγωγήν. Προτείνει ἑπομένως νὰ προστεθῇ ἡ
1555ἀναγκαία διὰ τὴν πληρωμὴν αὐτῶν δαπάνη ἐκ δραχ. 10,440.
1556Ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τὴν ὑπὸ συζήτησιν πρότασιν περὶ
1557συστάσεως ταμείου Γʹ. τάξεως ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Βάλτου, μετὰ
1558τὴν ὁποίαν θέλει ὑποβιβασθῇ τὸ ἐν Βονίτσῃ ταμεῖον ἀπὸ τῆς
1559δευτέρας εἰς τὴν Γʹ. τάξιν, πρέπει νὰ προσθέσῃ εἰς τὸ ἄρθρον
1560τοῦτο πίστωσιν ἐκ δραχ. 120, ἤτοι δρ. 10 κατὰ μῆνα, διότι
1561ναὶ μὲν ἀπαιτοῦνται δραχ. 180 κατὰ μῆνα διὰ τὸν μισθὸν τοῦ
1562νέου ταμείου, ἀλλὰ θέλουν περισσεύσει δρ. 49 ἐκ τοῦ ὑποβιβα-
1563σμοῦ τοῦ ταμείου Βονίτσης, καὶ 130 ἐκ τῆς καταργήσεως τῆς
1564θέσεως τοῦ γραμματέως αὐτοῦ. Ἐπίσης πρέπει νὰ προστεθῶσιν
1565εἰς τὸ 3 ἄρθρον τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου δρ. 240 διὰ τὴν κανονι-
1566κὴν ἐπιχορήγησιν τοῦ νέου ταμείου.
1567ΚΕΦ. 8. Ἄρθρον 1. Ἐφορίαι.
1568Διὰ τοὺς ἀνωτέρω ἐκτεθέντας λόγους δὲν παραδέχεται ἡ
1569ἐπιτροπὴ τὴν ἀπάλειψιν τῆς δαπάνης διὰ τοὺς πρωτοκολλιστὰς
1570τῶν ἐφοριῶν Γʹ. τάξεως καὶ 5 γραφεῖς Βʹ. τάξεως, καὶ προ-
1571τείνει νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο ἡ ἀντιμισθία αὐτῶν ἀ-
1572ναβαίνουσα εἰς δρ. 9,240. Πρέπει ἐπίσης νὰ προστεθῶσι δραχ.
15732,400. διὰ τὴν σύστασιν Οἰκον. Ἐφορίας ἐν Βάλτῳ καὶ τὸν ὑ-
1574ποβιβασμὸν τῆς ἐν Βονίτσῃ ἀπὸ τῆς Γʹ. εἰς τὴν Δʹ. τάξιν, ἐὰν
1575ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τὴν ὑπὸ συζήτησιν πρότασιν, ἔτι δὲ αὔ-
1576ξησιν ἐκ δρ. 240 εἰς τὸ 2. ἄρθρον τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου διὰ
1577κανονικὴν ἐπιχορήγησιν τῆς νέας ταύτης ἐφορίας.
1578ΚΕΦ. 11. Ἄρθρον 1. Προσωπικὸν τελωνείων.
1579Τὸ προσωπικὸν τῶν τελωνείων πλὴν τῶν ἀνδρῶν τοῦ Σώ-
1580ματος τῆς τελωνοφυλακῆς, συνίσταται κατὰ τοὺς ὀργανικοὺς νό-
1581μους ἐκ 255 ὑπαλλήλων, τῶν ὁποίων ἡ ἐτησία μισθοδοσία ἀνα-
1582βαίνει εἰς δρ. 424,980· ἐξ αὐτῶν ἐκπίπτονται πρόσωπα 114,
1583τῶν ὁποίων ἡ μισθοδοσία ἀποτελεῖ τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 165,
1584480, καὶ οὕτω μένουσι πρόσωπα 140 μὲ μισθοδοσίαν δραχμῶν
1585258,500. Κατὰ τὸ 1866 ἡ μὲν ὀργανικὴ δύναμις τῶν τελω-
1586νιακῶν ὑπαλλήλων εἶχεν ὑπολογισθῆ εἰς 227 ἄνδρας, διότι πα-
1587ρελείποντο αἱ θέσεις σταθμαρχῶν τινων καὶ ἄλλων ὑπαλλήλων,
1588ὡς κατεχόμεναι ἀνέκαθεν ἀπὸ ὑπαλλήλους ἄλλων κλάδων, ἡ δὲ
1589μισθοδοσία αὐτῶν ἀνέβαινεν εἰς δρ. 398,360. Ἐκ τούτων δὲ εἶ-
1590χον ἀφαιρεθῆ πρόσωπα 51, ὧν ἡ μισθοδοσία ἔφερε δρ. 72,969,
1591καὶ ἔμενον ὑπάλληλοι 176 μὲ μισθοδοσίαν δραχ. 320,391,
1592ὥστε ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1867 περιέχει ὀλιγώτερον ἀπὸ τὸν
1593τοῦ 1866, 36 πρόσωπα καὶ 60,831 μισθοδοσίαν· ἐπειδὴ ὅμως
1594ἀφ’ ἑτέρου περιλαμβάνει περιπλέον 6,200 δραχ. διὰ τὴν μι-
1595σθοδοσίαν ἑνὸς δεκάρχου καὶ τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν ἀνα-
1596καταταχθέντων τελωνοφυλάκων, ἡ πραγματικὴ διαφορὰ μετὰ
1597τὴν νενομισμένην ἐλάττωσιν τῶν μισθῶν καὶ ἐπιμισθίων πε-
1598ριορίζεται εἰς δραχμὰς 43,955. Ἐνταῦθα ἡ ἐπιτροπὴ θεωρεῖ ἀ-
1599ναγκαῖον νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅπως ἐφελκύσῃ τὴν προσο-
1600χὴν τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ εἰς τὴν κατάλληλον ἀναπλήρωσιν
1601τῶν ἀφαιρουμένων ὑπαλλήλων, διότι πολὺς φόβος ὑπάρχει μή-
1602πως ἡ παρουσιαζομένη εἰς τὰ ἔσοδα τῶν τελωνείων ἔκπτωσις
1603ἔχει ἐν μέρει τὴν πηγήν της εἰς τὴν μεγάλην τοῦ προσωπικοῦ
1604ἐλάττωσιν, ἡ δὲ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, θεωροῦσα περιττὰς
1605τὰς θέσεις τῶν ἑξηκονταρχῶν καὶ δεκαρχῶν, προτείνει εἰς τὴν
1606Βουλὴν νὰ ἀπαλείψῃ τὴν ζητουμένην διὰ μισθοδοσίαν αὐτῶν πί-
1607στωσιν καὶ νὰ ὑποχρεώσῃ τὸν ὑπουργὸν νὰ εἰσαγάγῃ νόμον περὶ
1608καταργήσεως τῶν θέσεων τούτων.
1609Ἐπειδὴ δὲ ἡ Βουλὴ ἔχει ἐνώπιόν της ἐκκρεμῆ πρότασιν περὶ
1610συστάσεως ὑποτελωνείου εἰς τοὺς μύλους τῆς Ἀργολίδος, ὀφεί-
1611λει νὰ προσθέσῃ δραχ. 1200 διὰ τὴν μισθοδοσίαν ἑνὸς ὑπαλ-
1612λήλου δʹ. τάξεως, ἐὰν ἡ πρότασις αὕτη γενῇ δεκτή.
1613ΚΕΦ. 11. Ἄρθρον 4. Προσωπικὸν Σφραγιστηρίου.
1614Τὸ μέτρον τοῦ νὰ ἀνατεθῇ ἡ διεύθυνσις τοῦ Σφραγιστηρίου
1615εἰς τὸν διευθύνοντα τὸν γεωμετρικὸν κλάδον ἀξιωματικὸν τοῦ
1616μηχανικοῦ εἶναι ὠφέλιμον, διότι οἰκονομεῖται ὁ μισθὸς τοῦ
1617διευθυντοῦ, ἀλλ’ ἡ χορήγησις ἐπιμισθίου εἰς τὸν ἀξιωματικὸν
1618τοῦτον διὰ τὴν προκειμένην διεύθυνσιν ἀντιβαίνει εἰς τὸ ἄρθρ.
161930 τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπιμί-
1620σθιον διὰ τὰς προσθέτους ὑπηρεσίας δίδεται ὁπόταν καὶ ὅπως
1621ῥητὸς νόμος τὸ ἐπιτρέπῃ· ἕνεκα δὲ τῆς ἐλλείψεως τοιούτου νό-
1622μου ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει νὰ ἀφαιρεθῶσιν ἐκ τοῦ κεφαλαίου
1623τούτου δραχ. 1,440, τὰς ὁποίας ἐπιφυλάττεται νὰ προσθέσῃ
1624εἰς τὸ κεφ. 14 ἄρθρ. 1 διὰ νὰ προσληφθῇ ὡς διευθυντὴς τοῦ
1625γεωμετρικοῦ κλάδου λοχαγὸς, ἐὰν ὁ ὑπολοχαγὸς δὲν δύναται
1626μὲ μόνον τὸν κανονικὸν μισθόν του νὰ ἐκπληροῖ καὶ τὰς δύω
1627ταύτας ὑπηρεσίας.
1628ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 13.
1629Ἄρθρον 1.
1630Προσωπικὸν δασῶν.
1631Ἡ ἀναγκαία διὰ τὴν μισθοδοσίαν τοῦ προσωπικοῦ τούτου
1632κατὰ τὸν ὀργανικὸν νόμον δαπάνη συμποσοῦται εἰς δραχμὰς
1633152,160.
1634Ἀλλ’ ἀφαιρουμένου τοῦ γραμματέως τῆς ἐπιτροπῆς τῶν δα-
1635σῶν, τῶν δέκα δασαρχῶν καὶ εἴκοσι δασονόμων, ἡ δαπάνη πε-
1636ριορίζεται καὶ ἐφέτος εἰς δραχμὰς 99,912, ὅσαι σχεδὸν εἶχον
1637σημειωθῆ καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ παρελθόντος ἔτους.
1638Ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου πρόκειται νὰ οἰκονομηθῶσι
1639δραχ. 24,000, διότι, ὡς μανθάνει ἡ ἐπιτροπὴ, ὁ ὑπουργὸς ἀ-
1640πέλυσε τῆς ὑπηρεσίας καὶ τοὺς ἑτέρους εἴκοσι δασονόμους καὶ
1641ἀνέθηκε τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν εἰς δεκάρχας τῆς τελωνοφυλακῆς.
1642Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔχει πολλοὺς λόγους ἵνα συνηγορήσῃ ὑπὲρ
1643τῆς διατηρήσεως τοῦ διέποντος μέχρι τοῦδε τὴν οἰκονομικὴν
1644ὑπηρεσίαν συστήματος, διότι τὸ προσωπικὸν τῶν δασονόμων
1645λαμβανόμενον συνήθως ἄνευ πολλῆς προσοχῆς μεταξὺ προσώπων
1646ἀνικάνων καὶ μὴ παρεχόντων τὰ ἀπαιτούμενα ἐχέγγυα, δὲν ἦ-
1647τον εἰς κατάστασιν νὰ ἐκπληρώσῃ δεόντως τὴν ἀποστολήν του
1648οὔτε ὡς πρὸς τὴν βεβαίωσιν τῶν φόρων τῆς ξυλείας, οὔτε
1649ὡς πρὸς τὴν διαφύλαξιν τῶν δασῶν, ἥτις ἀποτελεῖ τὸ
1650κύριον ἔργον τῶν δασονομικῶν ὑπαλλήλων· ἐντεῦθεν τὰ
1651μὲν εἰσοδήματα εἶναι λίαν περιωρισμένα καὶ δυσανάλογα μὲ
1652τὴν ἔκτασιν καὶ τὴν ἀξίαν τῶν δασῶν, μόλις εἰς τὸ διπλάσιον
1653τῆς ἀπαιτουμένης διὰ τὸ προσωπικὸν δαπάνης ἀναβαίνοντα, τὰ
1654περισσότερα δὲ καὶ σημαντικώτερα δάση κατεστράφησαν γενόμε-
1655να παρανάλωμα τοῦ πυρὸς τῶν γεωργῶν καὶ τῶν ποιμένων καὶ
1656τοῦ σιδήρου τῶν ὑλοτόμων. Ἀλλὰ τὴν λυπηρὰν καὶ ἐπιζήμιον
1657ταύτην κατάστασιν δὲν θέλει δυνηθῆ νὰ μεταβάλῃ οὐσιωδῶς,
1658κατὰ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ἀντικατάστασις τῶν δασο-
1659νόμων διὰ τῶν δεκαρχῶν τῆς τελωνοφυλακῆς, διότι οἱ δεκάρ-
1660χαι, ἐνῷ δὲν ἔχουσιν εἰδικότητά τινα περὶ τὴν ὑπηρεσίαν ταύ-
1661την, στεροῦνται καὶ τῆς ἀπαιτουμένης ἕξεως τοῦ νὰ τρέχωσιν εἰς
1662τὰ δάση, ὡς συνειθίσαντες νὰ ζῶσιν εἰς τὰ παράλια. Διὰ τοὺς
1663λόγους τούτους ἀπαιτεῖται νὰ ληφθῇ ἄνευ ἀναβολῆς ἡ ἀνήκουσα
1664πρόνοια, ὅπως διοργανισθῇ καταλλήλως ὁ σπουδαῖος οὗτος κλά-
1665δος καὶ εἰσαχθῶσιν ἐν αὐτῷ πρόσωπα ἔχοντα τὰ ἀναγκαῖα
1666πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των προσόντα· μέχρι δὲ τού-
1667του ἡ πλειονοψηφία θεωρεῖ ἀναγκαίαν τὴν διατήρησιν τῶν πε-
1668ριεχομένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ 20 δασονόμων.
1669ΚΕΦ. 13. Ἄρθρον 6–8. Ἁλικαί.
1670Διὰ τὸ προσωπικὸν τῶν ἀποθηκαρίων καὶ τὰ ἔξοδα τῆς καλ-
1671λιεργείας τῶν ἁλυκῶν καὶ τῆς μεταφορᾶς ἁλάτων δαπανῶνται
1672ἐτησίως 120–140,000 δραχ., ἤτοι πλέον τοῦ ἑνὸς πέμπτου
1673τοῦ εἰσπραττομένου ἀπὸ τὸ μονοπώλιον τοῦ ἅλατος ἐσόδου,
1674καὶ ὅμως οὐ μόνον ἡ τιμὴ τῶν 10 λεπτῶν, εἰς τὴν ὁποίαν
1675πωλεῖται τὸ ἅλας ἐν ταῖς δημοσίαις ἁλαταποθήκαις, εἶναι ἀρ-
1676κετὰ μεγάλη, ἀλλὰ καὶ ὅπου δὲν ὑπάρχουσι τοιαῦται οἱ κά-
1677τοικοι ἀπαντῶσι πολλὰς δυσκολίας εἰς τὴν προμήθειαν αὐτοῦ
1678καὶ τὸ πληρόνουσιν εἰς διπλασίαν καὶ τριπλασίαν τιμήν.
1679Ἡ ἐπιτροπὴ, ὡς καὶ ἄλλοτε ἐξέθηκε, φρονεῖ, ὅτι τὸ ἐν ἐνερ-
1680γείᾳ σύστημα τῆς διαχειρίσεως τῶν ἁλυκῶν δὲν εἶναι τὸ κα-
1681ταλληλότερον, διότι καὶ καταχρήσεις συμβαίνουσιν, ἐπαισθητῶς
1682ἐλαττόνουσαι τὴν ὁποίαν ἠδύνατο τὸ δημόσιον νὰ ἔχῃ πρόσο-
1683δον, καὶ ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν οἱ κάτοικοι δὲν ἠμποροῦν νὰ προμη-
1684θεύωνται εὐκόλως τὸ ἀντικείμενον τοῦτο τῆς πρώτης ἀνάγκης,
1685τοῦ ὁποίου ἡ χρῆσις ἐπεκτεινομένη εἰς τὴν κτηνοτροφίαν ἠδύνα-
1686το νὰ ἀποβῇ πρόξενος ὠφελειῶν διὰ τὸν τόπον. Κατὰ τὴν
1687γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ πολυετὴς τῶν ἁλυκῶν ἐκμίσθωσις εἶ-
1688ναι τὸ μόνον μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου δύνανται νὰ ἐκλείψωσι πάν-
1689τα τὰ σήμερον εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν ἁλάτων συμβαίνοντα
1690ἄτοπα.
1691ΚΕΦ. 14. Ἄρθρον 1. Προσωπικὸν γεωμετρικοῦ κλάδου.
1692Ἐνταῦθα πρέπει νὰ προστεθῶσι δρ. 1,440 διὰ τοὺς ἐκτεθέν-
1693τας εἰς τὸ Κεφ. 12 ἄρθρ. 4 λόγους.
1694Διὰ τὰ ἑπόμενα ἄρθρα τοῦ αὐτοῦ κεφαλ. ὡς καὶ διὰ τὰ κεφ.
169515, 16 καὶ 17, ἀποβαίνει περιττὴ πᾶσα παρατήρησις, διότι
1696ἡ πραγματοποίησις τῶν ἐν αὐτοῖς περιεχομένων δαπανῶν ἐξαρ-
1697τᾶται κατὰ τὸ πλεῖστον μέρος ἐκ τῶν περιστάσεων καὶ οὔτε ἡ
1698ἐλάττωσις τῶν πιστώσεων δύναται νὰ φέρῃ πραγματικὴν οἰκο-
1699νομίαν οὔτε ἡ αὔξησις αὐτῶν εἶναι φόβος νὰ δώσῃ χώραν
1700εἰς σπατάλην.
1701Δίδουσα πέρας ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὴν ἔκθεσίν της, νομίζει καθῆ-
1702κόν της νὰ παρατηρήσῃ, ὅτι μετὰ τὴν μεγάλην ἐλάττωσιν τὴν
1703γενομένην εἰς τὸ προσωπικὸν τῶν διαφόρων κλάδων τῆς οἰκο-
1704νομικῆς ὑπηρεσίας, ἀπαιτεῖται ἄκρα προσοχὴ εἰς τὴν διεξαγωγὴν
1705τῆς ὑπηρεσίας ὅπως μὴ ἐπέλθῃ σπουδαία μείωσις εἰς τὰ ἔσοδα
1706τοῦ Κράτους.
1707Ἐν Ἀθήναις, τὴν 9 Μαρτίου 1867.
1708Ὁ Πρόεδρος
1709Δ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ.
1710Τὰ μέλη
1711Α. Στράτος, Σ. Χ. Στεφανόπουλος, Κ. Πεταλᾶς, Σ. Οἰκονο-
1712μίδης, Σ. Λεονταράκης, Τ. Λαζαρέτος, Ἀρ. Π. Μπουκαούρης,
1713Κ. Δαρειώτης, Δ. Βροντίσης, Δ. Τσαμόπουλος, Δημ. Μακρῆς,
1714Δ. Τσιτσάρας.
1715Ὁ Εἰσηγητὴς
1716Σ. Σωτηρόπουλος.»
1717Ἐρχόμεθα λοιπὸν εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν
1718ὑπουργείου. «Μέρος Αʹ. Χρέος δημόσιον. Κεφ. Αʹ. Χρέος ἐξω-
1719τερικόν. Ἄρθρον 1. Ἀπόδοσις εἰς λογαριασμὸν προκαταβολῶν
1720τῶν τριῶν Δυνάμεων· διὰ τὸ 1866 ἦτο 1,018,440, διὰ τὸ
17211867 εἶναι 1,025,000· εἶναι ἐπὶ πλέον 6,560».
1722Ἡ ἐπιτροπὴ ἐξηγεῖ τὸν λόγον τοῦ περιπλέον λέγουσα «αἱ
1723αὐξήσεις ἀνάγονται εἰς τὰ ἑξῆς ἄρθρα· δραχ. 6,560 ἐξωτερι-
1724κὸν χρέος διὰ τὴν ὑπερτίμησιν τῶν συναλλαγμάτων, καθόσον
1725τὸ χρέος τοῦτο συνομολογήθη νὰ πληρόνηται εἰς φράγκα».—
1726Εἶναι παραδεκτόν;
1727§118ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
1728Ὡσαύτως ἄνευ ἀντιῤῥήσεως ἐγένοντο δεκτὰ καὶ τὰ ἑξῆς.
1729«Ἄρθρον 2. Προμήθεια καὶ ἄλλα ἔξοδα δανείου Ῥοσχὶλδ 50,
1730000. — Κεφ. Βʹ. Χρέος ἐσωτερικόν. Ἄρθρον 1. Χορηγήματα
1731ναυτικῶν νήσων 200,000. Ἄρθρον 2. Ὁμοίως ἀπέναντι παλαιῶν
1732ἀπαιτήσεων, 20,370. Ἄρθρον 3. Τόκοι ἐγγυοδοτῶν ὑπολόγων,
17334,500. Ἄρθρον 4. Ἐδαφονόμια ἐν Ἑπτανήσῳ, 60,000».—Εἶ-
1734ναι αὔξησις ἀπὸ πέρυσι 10,000.
1735§119ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ τὰ ἐδαφονόμια τὸ δημόσιον
1736ἐπιβαρύνουν; καὶ διατί;
1737§120ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἶναι κτήματα τὰ ὁποῖα ἡ ἐπικράτεια τῆς
1738Ἑπτανήσου παρέλαβε διὰ τὴν δημόσιον ὑπηρεσίαν καὶ συνεφώ-
1739νησε νὰ πληρόνῃ.
1740§121ΚΟΥΡΗΣ. Πρέπει νὰ γνωρίζητε, Κύριοι, ὅτι εἰς τὴν πρώην
1741Ἐπτανησιακὴν πολιτείαν, ἡ Κυβέρνησις κατὰ διαφόρους ἐποχὰς
1742ἠναγκάσθη νὰ ἀνεγείρῃ διάφορα φρούρια, ἐντὸς τῶν ὁποίων ὑ-
1743πῆρχον ἰδιωτικαὶ οἰκίαι, αἱ ὁποῖαι διετάχθη νὰ κατεδαφισθῶσι
1744καὶ ἑπομένως τὴν γῆν ἢ τὰ γήπεδα αὐτῶν, τὰ ὁποῖα κατέλαβε
1745τότε ἡ ἐπικράτεια, ἀνεδέχθη νὰ ἀποζημιώσῃ εἰς τοὺς ἰδιώτας
1746οἱ ὁποῖοι ἦσαν κύριοι αὐτῶν. Ἔγεινε μία ἐκτίμησις τακτικὴ
1747καὶ προσδιωρίσθη ἐτησίως ἕν τι ποσὸν πληρονόμενον ἀπὸ τὴν
1748Κυβέρνησιν. Τοῦτο λέγεται ἐδαφονόμιον, ἢ κατ’ ἄλλους σολιά-
1749τικο. Αὐτὰ δὲ τὰ βάρη συμπεριελήφθησαν εἰς τὰς συνθήκας,
1750αἱ ὁποῖαι ἔγειναν κατὰ τὴν ἕνωσιν.
1751§122ΠΛΑΤΥΣ. Διὰ πόσα ἔτη θὰ ἦναι;
1752§123ΚΟΥΡΗΣ. Ἕως οὗ ἡ Κυβέρνησις πληρώσῃ τὸ ὅλον.
1753§124ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν ἐξήγησιν τοῦ κ. βουλευ-
1754τοῦ, αὐτὰ εἶναι σταθερά· διατὶ λοιπὸν προτείνεται αὔξησις
1755κατὰ 10,000;
1756§125ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διότι εἶναι καθυστερήματα ἀπὸ πέρυσι·
1757δὲν εἶναι αὔξησις.
1758§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Ἄρθρον 5. χρεωλυτικὰ δάνεια, 566,000.»
1759Εἶναι αὔξησις ἀπὸ πέρυσι 91,000· ἡ ἐπιτροπὴ ἀναφέρει τὸν
1760λόγον· εἶναι δεκτὸν καὶ αὐτό. «Ἄρθρον 6. Δάνεια ἐπὶ ἀνοικτῷ
1761λογαριασμῷ 225,00. Ἄρθρον 7. Τόκοι ἐντόκων γραμματίων
1762480,000». Εἶναι ἐπὶ πλέον ἀπὸ πέρυσι 115,000. Ἡ ἐπιτροπὴ
1763ἀναφέρει τὸν λόγον «διότι ἕνεκα τῶν ὑφισταμένων ἀναγκῶν ὑ-
1764ποτίθεται ὅτι θέλουν εἶσθαι ἀδιαλείπτως ἐν κυκλοφορίᾳ ὅλα τὰ
1765γραμμάτια». «Ἄρθρον 8. Τόκοι χρεῶν Ἑπτανήσου 320,000.
1766Κεφ. Γʹ. Συντάξεις. Ἄρθρ. 1 Στρατιωτικαὶ, 1,350,000. Ἄρθρ.
17672. Ναυτικαὶ, 480,000·» ὑπάρχει αὔξησις 71,000.
1768§127ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τὶ ἐννοεῖ ἡ ἐπιτροπὴ διὰ τὴν αὔξησιν ταύτην;
1769ἂς μᾶς εἴπῃ.
1770§128ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Διότι προσετέθησαν νέοι συνταξιοῦχοι.
1771§129ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν παρατηρήσετε τὸν προϋπολογισμὸν
1772καὶ θεωρήσετε τὸ τελευταῖον συμπέρασμα τοῦ προϋπολογιμοῦ
1773τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, θέλετε ἰδῆ ὅτι εἰς τὴν μίαν
1774στήλην παρουσιάζει αὔξησιν 790,808, εἰς δὲ τὴν ἄλλην στήλην
1775ἐλάττωσιν δρ. 1,739,828· τώρα πόθεν προέρχονται αὐταὶ αἱ
1776αὐξήσεις καὶ ἐλαττώσεις, καὶ διὰ ποίους λόγους, τοῦτο σημειοῦ-
1777ται εἰς τὰ καθέκαστα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἠθέλησε
1778διὰ μιᾶς ἀνακεφαλαιώσεως νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐν περι-
1779λήψει νὰ ἐννοήσῃ πόθεν προέρχονται αἱ αὐξήσεις τῆς ἐλαττώ-
1780σεως.
1781§130ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κ. Πρόεδρε, διατάξατε ἕνα κλη-
1782τῆρα νὰ μοῦ δώσῃ ἕνα προϋπολογισμόν.
1783§131ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἄλλα ἦσαν τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα ἐπρό-
1784κειτο νὰ συζητήσῃ ἡ Βουλὴ σήμερον. Ἰδοὺ ὅτι δὲν ἔχει κἀνεὶς
1785προϋπολογισμόν. Πῶς θέλετε νὰ προχωρήσωμεν;
1786§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ εἶμαι τῆς γνώμης ἅμα τελειώσῃ αὐτὸ
1787τὸ κεφάλαιον νὰ κάμωμεν λῆξιν καὶ αὔριον νὰ ἔλθετε προπα-
1788ρεσκευασμένοι. «Ἄρθρον 3. Ἐκκλησιαστικαὶ 8,820. Ἄρθρον 4.
1789Πολιτικαὶ 200,000. Ἄρθρον 5. Ἑπτανήσου 505,000. Ἄρθρ. 6.
1790Συνδρομαὶ ταμείων πολιτικῶν συντάξεων 100,000.» Μένομεν
1791λοιπὸν, Κύριοι, ἕως ἐδῶ.
1792Διαλύεται ἡ Συνεδρίασις (ὥρα 4 παρὰ 20 Μ. Μ.)