| 522 | «Ἄγγλων ὑπηκόων κατὰ τὴν σύμβασιν τῆς 17\29 Μαρτίου 1864 | 215,000 | |
| 523 | «Λοιπῶν Ἐπτανησίων κατὰ τὸν Νόμον ΖΗʹ. καὶ | ||
| 524 | ΝΒʹ. τοῦ Ἰονίου κοινοβουλίου | 240,000 | |
| 525 | «Πρῴην ἀστυνομικῶν χωροφυλάκων | 50,000 |
1867.03.14
1.722 στίχοι · 14.374 λέξεις · 1 πίνακας · 156 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 65
Τῆς 14 Μαρτίου 1867.
Τρίτη.
Ὥρα 12½.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ παρακατέθεσε δύω ἐκθέσεις, μίαν ἐπὶ τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἑτέραν ἐπὶ τοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὑπεβλήθη καὶ ἀναφορὰ μερικῶν κατοίκων Ναυπλίου περὶ καταργήσεως ματαίων δικῶν τοῦ δημοσίου, καταπνιγουσῶν τοὺς φορολογουμένους μὲ ζημίαν τοῦ δημοσίου.
§4ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἀναφορὰ εἶναι σπουδαία, διότι πολλαὶ δίκαι ὑφίστανται μεταξὺ τοῦ δημοσίου καὶ τῶν ἰδιωτῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ἢ μία καθαρὰ δαπάνη εἰς τὸ δημόσιον καὶ τίποτε ἄλλο. Παρακαλῶ τὸν εἰσαγαγόντα τὴν ἀναφορὰν νὰ κάμῃ μίαν ἐξήγησιν.
§5Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Καλὸν νομίζω νὰ σχετίσῃ τὸ προεδρεῖον τὴν ἀναφορὰν ταύτην εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ κεφαλαίου περὶ δικαστικῶν ἐξόδων· διότι εἰς ταῦτα πολλοὶ εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ ζητήσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν, διότι ἐπιβαρύνεται πολλάκις τὸ δημόσιον μὲ δικαστικὰ ἔξοδα μάταια, ὅπερ καὶ τοὺς φόρους τοῦ λαοῦ ἐξαντλεῖ καὶ τὴν καλὴν πίστιν οὐσιωδῶς τραυματίζει. Εἶναι περιττὸν ν’ ἀναπτύξω ἀπὸ τοῦδε τὴν ἀναφορὰν αὐτήν· ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ κεφαλαίου ἐκείνου, θέλω ἐκθέσει ἐν λεπτομερείᾳ πολλὰ οὐσιώδη, διότι αἱ δίκαι αὗται βλάπτουσι τὴν καλὴν πίστιν καὶ δίδουσι τὸ χειρότερον παράδειγμα.
§6ΧΑΤΣΙΣΚΟΣ. Κύριοι, ἔχω νὰ σᾶς εἴπω ὀλίγας τινὰς λέξεις. Ἡ Βουλὴ ἐθεώρησε (καὶ δικαίως) τὰ Κερκυραϊκὰ ζητήματα ἄξια μεγάλης προσοχῆς καὶ μελέτης καὶ ἀπεφάσισε νὰ ἐκλεχθῇ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ διὰ νὰ ἐξετάσῃ αὐτὰ καὶ ὑποβάλῃ τὰς σκέψεις της ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· τὸ προεδρεῖον σύμφωνα μὲ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἐξελέξατο τὴν εἰδικὴν ταύτην ἐπιτροπὴν, τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι πρόεδρος καὶ ὀφείλω κατὰ συνέπειαν νὰ δώσω πληροφορίας τινὰς πρὸς γνῶσιν τῆς Βουλῆς περὶ τῶν μέχρι τοῦδε ἐνεργειῶν της, καὶ νὰ σᾶς ἀποδείξω διὰ τῶν πραγμάτων συγχρόνως, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη ἐξετέλεσε τὸ κατ’ αὐτήν. Κατ’ ἀρχὰς ἡ ἐπιτροπὴ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Κωνσταντᾶ καὶ τὰ σχετικὰ ἀντικείμενα, καὶ ἐπειδὴ τὰ ἐθεώρησεν, ὅπως ἦσαν καὶ εἶναι, λίαν σπουδαῖα καὶ λίαν ἀκανθώδη, καὶ ἐπειδὴ προσέτι τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς δὲν εἶχον γνῶσιν διαφόρων τοπικῶν ἀντικειμένων, ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ παρακαλέσῃ τινὰς μεταξὺ τῶν κυρίων βουλευτῶν Κερκύρας νὰ δώσωσιν εἰδικάς τινας πληροφορίας εἰς τὴν ἐπιτροπήν· καὶ τῷ ὄντι ἔσχον τὴν καλωσύνην ὁ κύριος Κωνσταντᾶς καὶ ὁ κύριος Κουρῆς νὰ δώσωσι τοιαύτας προφορικῶς καὶ ἐκτεταμένως αἵτινες, ἂν θέλετε, ἐχειροτέρευσαν τὴν θέσιν τῆς ἐπιτροπῆς· διότι εἶδον ἐκ τοῦ πλησίον τὸ δύσκολον τοῦ ζητήματος καὶ τὴν ἀνάγκην νεωτέρων πληροφοριῶν καὶ νεωτέρων μέτρων. Τέλος πάντων τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐσκέπτοντο ἐπ’ αὐτῶν τῶν ἰδεῶν ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας. Μετὰ ταῦτα, ἀφοῦ ἐμελέτησαν τὰ ἀντικείμενα, παρεκάλεσαν τοὺς κυρίους Κουρῆν καὶ Κωνσταντᾶν νὰ συνέλθωσι καὶ μετά τινων ἄλλων κυρίων βουλευτῶν Κερκύρας, ὅπως κατορθώσωσιν ἀπὸ κοινοῦ νὰ φέρωσιν ἓν ἀποτέλεσμα ἅπαντες, ἤτοι ἀποτέλεσμα ἐφικτόν, ἀποδεκτὸν παρ’ ὅλων. Τῷ ὄντι οἱ κύριοι βουλευταὶ Κερκύρας καὶ οἱ ἐνδιαφερόμενοι συνῆλθον καὶ εἰργάσθησαν ἐπὶ πολὺ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, ἔφερον δὲ ἓν νομοσχέδιον ἀπὸ κοινοῦ τὸ ὁποῖον διεύθυνον μὲ ἔκθεσιν εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ἡ ἐπιτροπὴ, ἀφοῦ ἔλαβε τὴν ἔκθεσιν ταύτην καὶ τὸ νομοσχέδιον, συνῆλθεν, ἐμελέτησε καὶ ἀπεφάσισε νὰ τυπωθῶσιν ἀμφότερα διὰ νὰ δυνηθῇ οὕτω νὰ προβῇ εἰς τὰ περαιτέρω, ὅπως κατορθώσῃ καὶ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐργασιῶν της. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὡς καὶ ἡ ἔκθεσις ἐξετυπώθησαν. Ἐν τούτοις διεδίδετο, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον πρὸ πολλοῦ εἰργάζετο καὶ προετίθετο νὰ φέρῃ τὸ σχετικὸν τοῦτο ἔργον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· καὶ βεβαίως τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον εἶχε καὶ ἔχει περισσότερα μέσα, ἤθελε φέρει ἓν ἔργον τελειότερον. Ἡ ἐπιτροπὴ, μολονότι ἤκουσε τὰ μέτρα ταῦτα τοῦ ὑπουργείου, οὐχ ἧττον ἐξηκολούθει νὰ σκέπτεται καὶ νὰ ἐργάζεται μὲ βήματα ἀργὰ μὲν πάντοτε, ἀλλὰ καὶ μετὰ πολλῆς προσοχῆς, διότι καὶ τὸ ἀντικείμενον ἦτο σπουδαῖον καὶ τὰ ἔργα τῆς ἐπιτροπῆς ἔπρεπε νὰ ᾖναι ἀντάξια. Ἀλλ’ οὐχ ἧττον περιέμενε καὶ τὸ ἔργον τοῦ ὑπουργείου καὶ πάντοτε εἶχεν ἐν τῷ νῷ, ὅτι τὸ ἔργον τοῦ ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον θὰ ᾖναι πληρέστερον, ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ ὡς τροπολογία εἰς τὰ ἔργα τῆς ἐπιτροπῆς ἢ καὶ τὸ ἀνάπαλιν. Ἐνῷ λοιπὸν καὶ εἰς τὸ ἓν μέρος καὶ εἰς τὸ ἄλλο ἐγίνετο αὐτὴ ἡ ἐργασία, αἴφνης ὁ κύριος πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος πολὺ καλὰ ἠξεύρει νὰ ὠφελῆται τῶν περιστάσεων, δὲν ἔχασε καὶ τὴν καλὴν ταύτην εὐκαιρίαν, καὶ ἀποσπᾷ δύω τρία μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, παραλαμβάνει τοὺς ἰδίους κυρίους βουλευτὰς Κερκύρας, τοὺς ὁποίους εἶχε παρακαλέσει καὶ ἡ ἐπιτροπὴ, ἐγκαταλιμπάνει τὰ μέχρι τοῦδε ὑπουργικὰ μέτρα, καὶ ἐπὶ τῶν βάσεων, ἐφ’ ὧν ἤρχισεν ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἐργάζηται, ἤρχισεν ἀπὸ χθὲς τὸ ὑπουργεῖον νὰ προχωρῇ εἰς τὸ πέρας τοῦ σπουδαίου τούτου νομοσχεδίου, προεδρευομένης τῆς ὡς εἴρηται νέας ἐπιτροπῆς ὑπὸ τοῦ κυρίου πρωθυπουργοῦ. Ταῦτα ἔκρινα ἀναγκαῖον νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν διὰ νὰ ᾖναι ἐν γνώσει, ὅτι ἡ ἐκλεχθεῖσα εἰδικὴ ἐπιτροπὴ ἔκαμε πᾶν ὅ,τι ἐξηρτᾶτο ἀπὸ αὐτήν. Εὔχομαι καὶ ἐγὼ καὶ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ὅπως ἡ Κυβέρνησις φέρῃ ὅσον οὔπω ἓν ἔργον τέλειον ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Ἑπτανήσου καὶ πρὸς εὐχαρίστησιν ὅλης τῆς Βουλῆς.
§7ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Μίαν μικρὰν πληροφορίαν θὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα ἐπανορθώσω λάθη τινὰ, τὰ ὁποῖα ἔκαμεν ὁ κύριος συνάδελφός μας. Συνῆλθεν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Κερκυραϊκοῦ ζητήματος εἰς διαφόρους συνεδριάσεις, ἐτέθησαν αἱ ἀρχαὶ, ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προβῶμεν εἰς τὰ καθέκαστα. Τότε παρεκλήθημεν ὁ κύριος Κουρῆς καὶ ἐγὼ, συνεννοούμενοι μετὰ τῶν λοιπῶν Κερκυραίων, νὰ συντάξωμεν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία νὰ τὸ βελτιώσῃ, συμβιβάζουσα καὶ ἡμᾶς τοὺς διαφωνοῦντας. Πραγματικῶς συνήλθομεν εἰς τέσσαρας συνεδριάσεις, ἐσυμφωνήσαμεν ὅλοι ὡς πρὸς τὴν βάσιν, ἀλλ’ εἰς ἓν ζήτημα ἀρκετὰ σπουδαῖον διεφωνήσαμεν, καὶ τότε ἀπεφασίσαμεν (ἐκτὸς τοῦ κυρίου Κουρῆ) νὰ παρακαλέσωμεν τὸν κύριον Παδοβᾶν νὰ μεταβῇ εἰς Κέρκυραν, ὅπως φέρῃ καλλιτέρας πληροφορίας. Ἔλαβον ἐν τῇ ἀπουσίᾳ τοῦ κυρίου Παδοβᾶ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχε συνταχθῆ, καὶ τὸ ἐμελέτησα· συνέταξα μίαν λεπτομερῆ ἐργασίαν ἐν εἴδει νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα καὶ εἰς τὸν κύριον Κουρῆν ἓν ἑσπέρας, καὶ εἰς πολλὰ μέρη ἐσυμφωνήσαμεν, εἰς πολλὰ ὅμως διεφωνήσαμεν. Μετὰ ταῦτα συνέταξα καὶ ἓν πρωτόκολλον ἐν εἴδει ἐκθέσεως, εἰς τὸ ὁποῖον ἐξέθετον πάντα τὰ συμβάντα καὶ διατί μέχρις ἐκείνης τῆς ἡμέρας δὲν προσῆλθεν ἡ ἐργασία τῶν βουλευτῶν Κερκύρας. Τὸ ἔργον λοιπὸν τοῦτο ἔλαβεν ἡ ἐπιτροπὴ ὑπὸ σκέψιν, εἰς τρόπον, ὥστε δύναται νὰ θεωρηθῇ ἔργον ἰδικόν μου ἐπὶ τῶν βάσεων, τὰς ὁποίας ἔθεσαν πάντες οἱ Κερκυραῖοι.
§8ΚΟΥΡΗΣ. Ὀφείλομεν, ὡς βουλευταὶ Κερκύρας, νὰ ἀπονείμωμεν χάριτας εἰς τὴν ἐπιτροπὴν διὰ τὰς καταβληθείσας προσπαθείας καὶ κόπους.
§9ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχω νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἓν νομοσχέδιον περὶ οἰκοπέδων. (Ἀναγινώσκει τὸ νομοσχέδιον).
§10ΣΙΝΑΝΙΩΤΗΣ. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἔκαμα μίαν ἐπερώτησιν εἰς τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν κατελογίσθησαν, κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως, εἰς βάρος τοῦ τότε ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν κυρίου Ζυμβρακάκη ποσά τινα περὶ ἀξιωματικῶν τινων τῆς χωροφυλακῆς, τὰ ὁποῖα ἐθεώρησεν ἡ Συνέλευσις τότε νόμιμον νὰ καταλογίσῃ εἰς βάρος του. Παρακαλῶ τὸν κύριον ὑπουργὸν νὰ ὁρίσῃ μίαν ἡμέραν.
§11ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Αὔριον.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον περὶ δανείου ὑπὲρ τῶν ἐκ τοῦ σεισμοῦ παθόντων Κεφαλλήνων (δευτέρα συζήτησις). Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον καὶ γίνεται δεκτὸν καὶ ἐν ἀρχῇ καὶ εἰς τὰ καθέκαστα. Ἐρχόμεθα εἰς τὸν προϋπολογισμόν.
§13ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰς συντάξεις παρετήρησα ὅτι προστίθεται ἓν ποσὸν 50,000 δραχμῶν διὰ συντάξεις πρώην ἀστυνομικῶν χωροφυλάκων τῆς Ἑπτανήσου. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω εἰς ποῖον νόμον στηρίζεται αὐτὴ ἡ σύνταξις.
§14ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἰς τὴν Συνθήκην.
§15ΣΕΡΒΟΣ. Αἱ συντάξεις τῆς χωροφυλακῆς προηγουμένως ἐκανονίζοντο ἀπὸ ἀπόφασιν τῆς Γερουσίας, ἀκολούθως δὲ ἐπῆλθεν ἐπὶ τούτῳ νόμος, ὁ ὁποῖος ἐῤῥύθμισεν αὐτὰς, ὁ νόμος τοῦ 11ου Κοινοβουλίου τῆς 31 8βρίου 1859. Δυνάμει αὐτοῦ οἱ ὑπάλληλοι ἀπέκτησαν δικαιώματα καὶ ὑπέκυψαν εἰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας καὶ ἐξετέλεσαν. Ἐν τούτοις ἐπῆλθεν ἡ ἀφομοίωσις. Ὅτε ἐγένετο ἡ παράδοσις τῶν διαφόρων ταμείων, τότε τὸ ταμεῖον αὐτὸ τῶν συντάξεων εἶχεν ὑπὲρ ἑαυτοῦ ἓν ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἰσήχθη εἰς τὴν σύμβασιν μεταξὺ Ἀγγλίας καὶ Ἑπτανησίας Βουλῆς. Εἰς τὴν σύμβασιν ταύτην φέρεται κεφάλαιον συντάξεων τῆς χωροφυλακῆς 3472 λίρας, 16 σελίνια, 5 δινάρια καὶ 9/10. Αὐτὸ τὸ ποσὸν φυσικῷ τῷ λόγῳ ἐπηύξησε μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν κατηργήθη ὁ περὶ ἀστυνομίας νόμος· ἐν τούτοις, ὅταν ἔγεινεν ἡ διεθνὴς σύμβασις μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀγγλίας, τότε ἦσάν τινες τῶν χωροφυλάκων συνταξιοῦχοι, διότι εἶχον ἀποσυρθῆ τῆς ὑπηρεσίας· τὰ ὀνόματα λοιπὸν αὐτῶν ἀνεγράφησαν εἰς ἐπὶ τούτῳ κατάλογον, ὁ ὁποῖος ἀπαρτίζει μέρος τῆς διεθνοῦς συμβάσεως, καὶ ὑπεχρεοῦτο ἡ κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος νὰ πληρόνῃ τοὺς ὑπαλλήλους αὐτούς. Μέχρι τοῦ Αὐγούστου πέρυσι ἐπληρόνοντο, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου, ὑπουργοῦντος τοῦ κ. Χρηστίδου, ἔπαυσεν ἡ πληρωμή· τὸ σημερινὸν δὲ ὑπουργεῖον ἐζήτησε πίστωσιν ἀπὸ τὴν Βουλὴν ὡς πρὸς αὐτὸ τὸ μέρος. Εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις συνεπεία τῶν νόμων τῆς Ἑπτανήσου καὶ συνεπεία τῆς διεθνοῦς συμβάσεως εἶναι ὑποχρεωμένη εἰς τὴν πληρωμὴν αὐτοῦ τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον ἀπαρτίζει συντάξεις προηγουμένως προσδιορισθείσας. Ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτοῦ τοῦ κονδυλίου εἶναι καὶ ἕτερον, τὸ ὁποῖον ἐπιβαρύνει τὴν κυβέρνησιν καὶ περὶ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια. Ἐκτὸς τῶν χωροφυλάκων, οἱ ὁποῖοι εἶχον λάβει τὴν σύνταξίν των, εἶναι καὶ ἄλλοι τινὲς οἱ ὁποῖοι ἀπελύθησαν τῆς ὑπηρεσίας συνεπεία τοῦ νόμου περὶ ἀστυνομικῆς ἀφομοιώσεως, καὶ οἵτινες συνεπεία τῆς παρακρατήσεως, τὴν ὁποίαν ἐτέλεσαν καὶ τῆς παρελεύσεως τοῦ χρονικοῦ διαστήματος, τὸ ὁποῖον ὁρίζει ὁ Νόμος, δικαιοῦνται νὰ ἀπαιτήσωσι τὴν σύνταξίν των. Περὶ τούτων δὲν ἐλήφθη πρόνοια, καί τοι δυνάμει τοῦ νόμου ἐκείνου, ὅστις κατήργησε τὴν διοικητικὴν ἀστυνομίαν, ἐθεσπίσθη ῥητῶς, ὅτι διατηροῦνται ἐν πλήρει ἰσχύϊ τὰ δικαιώματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μέχρις ἐκείνης τῆς ἡμέρας ἀπέκτησαν δικαιώματα συντάξεως· ὁ νόμος οὗτος εἶναι τῆς 10 Δεκεμβρίου 1865. Αὐτοὶ οἱ χωροφύλακες οἱ ἀπολυθέντες ἐζήτησαν ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν τὴν σύνταξίν των, ἀλλ’ ἡ κυβέρνησις — δὲν ἠξεύρω ἐπὶ τῇ βάσει ποίων λόγων — μέχρι τοῦδε καθυστερεῖ. Ἡ θέσις τῶν ἀτόμων αὐτῶν εἶναι οἰκτρὰ, εἶναι σπαραξικάρδιος· γινώσκετε καλῶς, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τῶν χωροφυλάκων εἶναι σχεδὸν στρατιωτικὴ, καὶ πολὺ περισσότερον ἀφοῦ εἶχον καθῆκον οὐ μόνον νὰ τελῶσι τὴν ὑπηρεσίαν διὰ τὴν τάξιν καὶ τὴν ἀσφάλειαν, ἀλλὰ πολλάκις νὰ ἐκτίθενται εἰς ἐκείνας τὰς δυσχερείας, εἰς τὰς ὁποίας ἐκτίθενται οἱ στρατιῶται, καὶ πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἕνεκα τοῦ ζήλου τῆς ὑπηρεσίας ὑπέστησαν κακώσεις, ἐξετέθησαν εἰς κινδύνους καὶ ἔγειναν ἀνάπηροι. Περὶ τούτων δὲν φέρεται κονδύλιον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἔργον δικαιοσύνης, ἐπιεικείας καὶ φιλανθρωπίας νὰ ἔλθῃ ὁποιαδήποτε πίστωσις, καθόσον καὶ τὸ ποσὸν δὲν εἶναι ὑπέρογκον, διότι οἱ ἄνθρωποι οὗτοι, ἀφοῦ ἐξετέλεσαν τὰ καθήκοντά των, ἀφοῦ ἔκαμαν καταθέσεις, ἀφοῦ ὑπέστησαν, οὕτως εἰπεῖν, ὅλας τὰς συνεπείας τοῦ καθήκοντος, εἶναι δίκαιον νὰ ἀπολαύσωσι τὰ νόμιμα δικαιώματα· ἡ σύνταξις τῶν ὑπαλλήλων καθιστᾷ ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως συνάλλαγμα τοῦ ὁποίου δικαιοῦνται νὰ ἀπαιτήσωσι τὴν ἐκτέλεσιν· ὥστε, ἂν ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις οὐδὲν ἔπραξεν, ἡ ἐπελθοῦσα ὑφίσταται ὅλας τὰς συνεπείας· εἶναι δὲ ἀδύνατον νὰ ἐξηντλήθη κεφάλαιον τριῶν χιλιάδων τόσων λιρῶν, ἀφοῦ μάλιστα μέχρι πέρυσιν ἐξηκολούθουν αἱ καταβολαί· ὅπως δήποτε ὅμως καὶ ἐν περιπτώσει ἐξαντλήσεως αὐτοῦ τοῦ κεφαλαίου, ἡ κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ὑποστῇ τὰς πληρωμὰς αὐτὰς, καὶ τοῦτο δι’ ἀκαταμάχητον λόγον τὸν ὁποῖον θέλω ἐκθέσει. Οἱ ὑπάλληλοι τῆς χωροφυλακῆς, ὡς καὶ οἱ ὑπάλληλοι οἱουδήποτε νόμου συντάξεως ὑποβάλλονται εἰς καθήκοντα καὶ ὑποχρεώσεις μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῆς κυβερνήσεως. Αἱ ὑποχρεώσεις εἶναι νὰ τελῶσι τὰς καταβολὰς οἱ ἐπερχόμενοι πρὸς ὄφελος τῶν προηγουμένων, διὰ νὰ ὑπάρχῃ ἀείποτε συνεισφορὰ τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ὑπὲρ τῶν ἀποσυρομένων, καθὼς οὗτοι ἐτέλεσαν ὑπὲρ ἄλλων. Καταργηθείσης ὅμως τῆς ἀστυνομίας ὡς ἐξ αἰτίου προερχομένου ἀποκλειστικῶς ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἀπεξηράνθη ἡ πηγὴ τῶν καταβολῶν, καὶ ἐξέλιπον οἱ πόροι τοῦ Ταμείου τῆς χωροφυλακῆς· ὁ ἐπελθὼν Νόμος τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς ἐτήρησεν ἐν πλήρει ἰσχύϊ τὰ δικαιώματα ἐκείνων οἵτινες εἶχον ἀποκτήσει δικαίωμα συντάξεως, διότι ἔβλεπεν, ὅτι ἦτο δίκαιον νὰ ἀποδώσῃ εἰς αὐτοὺς δικαιοσύνην πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ συναλλάγματος καὶ πρὸς ἀναπλήρωσιν τῶν πόρων τοὺς ὁποίους ὁ ἴδιος Νόμος εἶχε καταργήσει. Καὶ ἐπειδὴ ὁ Νόμος διατάττει πλῆρες τὸ δικαίωμα, πρέπει καὶ ἡ ἀπονομὴ νὰ ᾖναι πλήρης. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ὑποβάλω καὶ μίαν ἑτέραν παρατήρησιν διὰ τοὺς ἄλλους, οἵτινες δὲν ἔφθασαν νὰ ἀποκτήσουν τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως· αὐτοὶ ἐπὶ τῇ βάσει ὑποχρεώσεως, καὶ ὑποχρεώσεως δεινῆς καὶ σοβαρᾶς, διότι ἄλλος 5 καὶ ἄλλος 10 ἔτη διέμειναν ὑπηρετοῦντες, κατέβαλον χρηματικὸν καὶ ἤδη ἀπολύονται καὶ μένουν εἰς τοὺς δρόμους χωρὶς νὰ ἔχωσι στάδιον καὶ μέσον, ὥστε νὰ δώσωσι τὸν ἄρτον εἰς τὴν οἰκογένειάν των, καὶ μὴ δυνάμενοι νὰ ἀναλάβωσιν ἄλλο στάδιον, διότι, ὅταν ὁ πολίτης εἰς τὸ καλλίτερον μέρος τῆς ζωῆς του μετέρχεται ἐπί τινα χρόνον ἓν ἔργον, δὲν δύναται νὰ δοθῇ εἰς ἕτερον· αὐτοὶ εἶχον τελέσει καταβολὰς ἐπί τινα ἔτη· τώρα δὲν ἔχουν ὑπηρεσίαν· περὶ αὐτῶν ἔπρεπε νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ τοῦτο τὸ ἀπαιτεῖ ἡ φιλανθρωπία, ἢ πρέπει νὰ τοὺς δοθῇ ὅ,τι κατέβαλον ἢ ὡς ἄνθρωποι νοήμονες, τίμιοι καὶ ἱκανοὶ νὰ τεθῶσι κατὰ προτίμησιν πολλῶν ἄλλων εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν. Αὐταὶ εἶναι αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔκρινα ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἰδιαιτέρως εἰς τὴν κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας τὴν φιλανθρωπίαν καὶ δικαιοσύνην ἐπικαλοῦμαι.
§16Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Προκειμένου, κύριοι, περὶ χορηγήσεως δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν βασίζονται εἰς ῥητοὺς νόμους, νομίζω, ὅτι εἶναι πρέπον ἡ Βουλὴ νὰ ἀποκρούσῃ τὴν καθιέρωσιν τὴν σιωπηλὴν, οὕτως εἰπεῖν, τοιούτων δικαιωμάτων διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τὸ σύστημα τοῦτο τῆς διοικήσεως εἶναι τὸ παρελθὸν, εἶναι τὸ σύστημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐξετέλει τὰς προθέσεις του χωρὶς τὴν συγκατάθεσιν τοῦ ἔθνους, καὶ διὰ τοῦτο ἀποκρούω αὐτὸ τὸ σύστημα, διότι δὲν εἶναι οὔτε ὀρθὸν, οὔτε δίκαιον, καὶ διότι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου θέτετε κακὴν ἀρχὴν διὰ τῆς ὁποίας θέλετε ἐπιβαρύνει τὸ ἔθνος μὲ βάρη, τὰ ὁποῖα δὲν θέλει δυνηθῆ νὰ σηκώσῃ. Κατ’ ἀρχὴν δὲν παραδέχομαι διόλου τὸ νὰ χορηγοῦν αἱ κυβερνήσεις διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ δικαιώματα· ἐὰν τοιοῦτον ὑπάρξῃ, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ παῤῥησία καὶ εἰλικρίνεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τοὐτέστι πρέπει νὰ ἔρχεται διὰ νόμων νὰ χορηγῇ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα οἱ ἄνθρωποι ἢ ἀπέκτησαν ἢ θέλει νὰ τοὺς δώσῃ. Περὶ τούτου δὲν πρόκειται. Ἄλλο, κύριοι, εἶναι τὸ οὐσιαστικὸν δικαίωμα καὶ ἄλλο τὸ ἐκ τῶν Νόμων πηγάζον· ἑπομένως εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἂν τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον θέλει χορηγηθῆ εἰς τοὺς ἀστυνομικοὺς κλητῆρας προέρχεται ἐκ τοῦ νόμου καὶ ᾖναι νομίμως δίκαιον· αὐτὸ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, καὶ διότι ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι δίκαιον νὰ λάβωσι μίαν περίθαλψιν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν οἱ νόμοι συντρέχουν εἰς τὸ νὰ τοῖς χορηγηθῇ σύνταξις· καὶ ἐὰν δὲν συντρέχουν, διατὶ εἴμεθα ἐδῶ, παρὰ διὰ νὰ κάμωμεν νόμους καὶ ἀποδώσωμεν τὸ δίκαιον ὅπου πρέπει; Ἀλλὰ ἄνευ τοῦ νόμου τούτου κἀμμία πληρωμὴ ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον δὲν πρέπει νὰ γίνῃ. Κύριοι, ἐξ ὅσων ἠδυνήθην νὰ ἀκούσω ἀπὸ τοῦ βήματος τόσον ἀπὸ τὸν ἔντιμον συνάδελφόν μας κύριον Σέρβον, καθὼς καὶ ἀπὸ τὸν κύριον Κουρῆν καὶ ἄλλους, καὶ ἀπὸ ὅσας πληροφορίας ἤκουσα ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν, λαλήσαντα ἐκ τοῦ βήματος τούτου κατὰ τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπ’ αὐτοῦ ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐνόησα, ὅτι τὸ ἀστυνομικὸν Σῶμα τῶν κλητήρων εἶχεν ἀποκτήσει ἓν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον βεβαίως εἷς νόμος ἔπρεπε νὰ καθιερώσῃ· ἀλλὰ τὸ δικαίωμα αὐτὸ προέρχεται ἐκ τῆς ἰδίας αὐτῶν περιουσίας, διότι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δι’ ἑνὸς νόμου ὑπεχρεώθησαν νὰ ἀφίνωσι μέρος ἐκ τῆς μισθοδοσίας των, νὰ σχηματίσουν ἓν ταμεῖον καὶ ἐξ αὐτοῦ νὰ λαμβάνωσι σύνταξιν, ὅταν συμπληρώσωσι τὰ ἔτη τῆς θητείας καὶ καταστῶσι ἀνίκανοι· τοιοῦτος Νόμος λοιπὸν δὲν δίδει δικαίωμα εἰς τοὺς κλητῆρας νὰ λαμβάνωσι τὴν σύνταξίν των ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ταμείου, τὸ ὁποῖον αὐτοὶ ἐσχημάτισαν ἐκ τῶν καταβολῶν αὐτῶν· καὶ ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι κατὰ τὴν παράδοσιν τοῦ ταμείου φαίνεται, ὅτι ὑπῆρξεν ἓν κεφάλαιον διὰ συντάξεις ἀπὸ 3,472 λίρας. Βεβαίως ὁ νόμος ἔγεινεν ἐκεῖ ἐπὶ τῇ βάσει νὰ ἦναι εἷς νόμος πάγιος, αἰώνιος, καθὼς εἶναι ἐδῶ ὁ νόμος τῶν πολιτικῶν συντάξεων· καὶ ἂν πραγματικῶς διετηρεῖτο τὸ σῶμα τῆς ἀστυνομίας, τὸ δημόσιον δὲν ἤθελε λάβει κἀνὲν βάρος, διότι αὐτοὶ ἤθελον σχηματίσει τὸ ταμεῖον ἐκ τῶν καταβολῶν, τὰς ὁποίας ἐκ τῶν ἰδιαιτέρων αὐτῶν μισθῶν ἔθετον εἰς τὸ ταμεῖον. Τώρα ζητοῦν νὰ καταβάλῃ τὸ δημόσιον διὰ νὰ λαμβάνουν σύνταξιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν δικαίωμα συντάξεως· δὲν περιωρίσθησαν ἕως ἐδῶ, ἀλλὰ πρέπει νὰ καταβάλῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ διὰ τοὺς ἄλλους, οἵτινες δὲν ἔχουν καταβάλει, διότι δὲν συνεπλήρωσαν εἰσέτι τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως.
§17ΣΕΡΒΟΣ. Δὲν εἶπα τοιοῦτόν τι.
§18Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νομίζω πῶς εἴπατε, ὅτι καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀπελύθησαν, νὰ προσληφθῶσιν εἰς μίαν τοιαύτην διάταξιν.
§19ΣΕΡΒΟΣ. .... (θόρυβος.)
§20ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ ἴδιον κάμνει. Λοιπὸν ζητοῦνται, ὡς εἶπον, δύω πράγματα. Εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν βλέπετε καθαρὰ, ὅτι τὸ δημόσιον κἀμμίαν δὲν ἔχει ὑποχρέωσιν· ὅτι τὸ ταμεῖον ἐκεῖνο ἐσχηματίσθη ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς διατηρήσεως τῆς Ἰονίου Πολιτείας· ἀλλ’ ὅταν αὕτη ἔπαυσε καὶ κατηργήθη ἡ ἀστυνομία αὕτη, τὰ δικαιώματα δὲν δύνανται ν’ ἀναφέρωνται εἰς ἄλλο ταμεῖον παρὰ εἰς ἐκεῖνο· εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ποῖον δικαίωμα ἔχουν ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι; Κἀνέν. Εἶναι ἠθικὴ, λέγουν, ὑποχρέωσις· ἐγὼ δὲν ἀντικρούω αὐτὴν τὴν ἰδέαν, ἀλλ’ ὁ τρόπος, δι’ οὗ ἡ κυβέρνησις θέλει ἔλθει εἰς βοήθειάν των, εἶναι τρόπος, ὁ ὁποῖος πρέπει ν’ ἀποκρουσθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν, διότι ὑπάρχει νόμος, ἀλλ’ ἀναφέρεται εἰς ἓν ταμεῖον ἰδιαίτερον. Δὲν δύνασθε λοιπὸν νὰ εἴπετε, ὅτι, ἐπειδὴ τὸ ταμεῖον ἐκεῖνο ἐξηντλήθη, πρέπει νὰ ἔλθῃ τὸ δημόσιον ν’ ἀναπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ ταμείου ἐκείνου· διότι εἶναι τὸ ἴδιον, ὡς ἐὰν ζητήσετε ν’ ἀναπληρώσῃ τὰ ἐλλείμματα τοῦ ταμείου τῶν πολιτικῶν συντάξεων· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι οὔτε δίκαιον, οὔτε πρέπον καὶ μάλιστα ὑποχρεώσεις δὲν δύναται ν’ ἀναλάβῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἂν θέλῃ ἡ Βουλὴ, δύναται νὰ ἐπιβάλῃ αὐτὰς τὰς ὑποχρεώσεις, ἀλλὰ τοῦτο πρέπει νὰ γίνῃ ἐπὶ τῇ βάσει εἰδικοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται νὰ ἔχῃ σχέσιν μὲ τὸ δημόσιον ταμεῖον. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὸ κονδύλιον αὐτὸ πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι παραδεδεγμένον αὐτό.
§22Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὕστερον ἀπὸ μιᾶς ὥρας συζήτησιν μὴ μὲ λέγετε ὅτι εἶναι παραδεδεγμένον.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν θέλῃ ἡ Βουλὴ ἂς ἐπανέλθῃ.
§24ΤΙΝΕΣ. Ἐπανῆλθε.
§25ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τώρα πλέον συζητοῦμεν· τί ἐπανῆλθε; Λοιπὸν, Κύριοι, ἐγὼ οὕτω νομίζω, ὅτι ἂν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δικαιοῦνται εἰς ἓν οἱονδήποτε βοήθημα ἐκ μέρους τοῦ κράτους διὰ τὰς ὑπηρεσίας των, διότι ἐγὼ δὲν φιλονεικῶ τὸ δικαίωμά των· πρέπει νὰ δοθῇ εἰς αὐτοὺς αὐτὴ ἡ βοήθεια, ἀλλὰ νὰ δοθῇ κατὰ τοὺς νόμους τῆς Ἑλληνικῆς πολιτείας, τουτέστιν ἡ κυβέρνησις νὰ φέρῃ ἓν νομοσχέδιον, νὰ τὸ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ ὁρίσῃ τὰ προσόντα, καὶ τότε ἂς προσδιορισθῇ καὶ ἡ ἀμοιβὴ ἢ ἡ σύνταξις, καὶ νὰ ἠξεύρωμεν καὶ ἡμεῖς τί θὰ χορηγήσῃ. Καθόσον ἀφορᾷ τὴν δευτέραν παρατήρησιν τοῦ βουλευτοῦ Κ. Σέρβου, νομίζω, ὅτι αὐτὴ δὲν ἔχει διόλου τὸν τόπον της, διότι, ἂν ἀπελύθησαν οἱ κλητῆρες τῆς ἀστυνομίας, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ δώσωμεν εἰς αὐτοὺς βοήθειαν, τὸ αὐτὸ πρέπει νὰ κάμωμεν καὶ δι’ ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι ἀπολύονται ἐδῶ καὶ ἔχουν πολλῶν χρόνων ὑπηρεσίαν. Ἀλλὰ τότε, κύριοι, πρέπει νὰ ἔλθωμεν εἰς συνδρομὴν καὶ βοήθειαν τοῦ ταμείου, καὶ νὰ τοῦ δώσωμεν καμμιὰ ἑκατοστὴ ἑκατομμύρια, ὅπως δυνηθῇ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα. Θέλω παρατηρήσει ὀλίγα τινὰ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ περὶ τῆς συνθήκης, ἥτις ἐγένετο μεταξὺ τῆς μεγάλης Βρεταννίας καὶ τῆς Ἑλλην. κυβερνήσεως. Ἡ συνθήκη αὕτη δὲν ἐννοῶ νὰ διατηρήσῃ ὅ,τι δὲν ὑπῆρχε τότε νόμιμον καθ’ ἕνα ἢ κατ’ ἄλλον τρόπον.
§26ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὰ κεκτημένα δυνάμει τοῦ νόμου.
§27ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὰ δὲν ἠμποροῦν νὰ γίνουν τακτικά.
§28ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἄ, μὰ περὶ αὐτῶν πρόκειται.
§29ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐννοῶ λοιπόν, ὅτι ἡ συνθήκη ἐπεφύλαξεν ὅλα τὰ δικαιώματα τὰ κεκτημένα, ἅτινα ἡ Ἑλληνικὴ πολιτεία ἔχει καθῆκον νὰ ἐκτελέσῃ· ἀλλὰ δὲν ἐνόησα, ὅτι, ἂν τὰ ἰδιαίτερα αὐτὰ ταμεῖα ἐξηντλήθησαν, νὰ ἔλθῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον πρὸς ἀναπλήρωσιν. Δύναται ἡ Βουλὴ αὐτὸ νὰ τὸ παραδεχθῇ, ἀλλὰ νομίζω πῶς δὲν εἶναι πρέπον· εἰδικὸς νόμος πρέπει νὰ κανονίσῃ τὰ περὶ αὐτῶν.
§30ΔΕΛΗΓΙΩΡΓΗΣ. Νομίζω, ὅτι εἰς τὰ χρέη τῆς Ἑπτανήσου περιελήφθη καὶ τὸ ταμεῖον τῶν χωροφυλάκων· ἑπομένως ἀπεκατέστη χρέος δημόσιον.
§31ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ δημόσιον εἶναι ὑπόλογον διὰ τὸ κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον συνεχωνεύθη εἰς τὸ ταμεῖον. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν θὰ εἰπῇ ὅτι χορηγεῖ δικαίωμα διὰ τὰς 3,472 λίρας ἃς ὀφείλει τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα διὰ τὰ ὁποῖα εἶναι προωρισμέναι· ἡ κυβέρνησις χρεωστεῖ νὰ πληρώσῃ ὅσα ἐπῆρε, καὶ τόκους ἀκόμη, ἀπὸ τὰ ἄλλα τὰ ἐδικά μας ταμεῖα, ὡς ἀπὸ τὸ τῶν συντάξεων.
§32ΔΕΛΗΓΙΩΡΓΗΣ. Ἡ διευθύνουσα ἐπιτροπὴ τὰ ἔδωκεν εἰς τὴν κυβέρνησιν, δὲν τὰ ἐπῆρεν ἡ κυβέρνησις.
§33ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ λέγω ὅτι αἱ 3,472 λίραι ἀνήκουν εἰς τοὺς κλητῆρας ἐκείνους, καὶ ἐν ὅσῳ ὑπάρχει αὐτὸ τὸ κεφάλαιον, πρέπει νὰ λάβουν τὰ δικαιώματά των καὶ ἡ κυβέρνησις εἶναι ὑποχρεωμένη εἰς τὸ ποσὸν αὐτὸ, πέραν ὅμως αὐτοῦ οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ἔχει ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις· τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, καὶ ἴδετε, ὅτι οἱ ὑπερασπιζόμενοι τὸ ἐναντίον δὲν ἔχουν βάσιν στερεὰν παρὰ στηρίζουν τὰς ἰδέας των εἰς ἀφηρημένας ἀρχάς. Αὐτὰ λοιπὸν νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ παρατηρήσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ συμβουλεύσω αὐτὴν ν’ ἀποκρούσῃ τὸ κονδύλιον αὐτὸ ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ μὴ δεχθῇ νὰ καθιεροῦνται τὰ δικαιώματα διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ διότι καὶ εἰς τὸ παρελθὸν αὐτὴ, ἡ τάξις ἐξηκολούθει, ἀντὶ ὁ προϋπολογισμὸς νὰ συντάττεται κατὰ τὰς διατάξεις τῶν νόμων, οἱ νόμοι συνετάσσοντο κατὰ τὸν προϋπολογισμόν.
§34ΣΕΡΒΟΣ. Ἡ συνθήκη εἶναι νόμος;
§35ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μολονότι τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐλύθη χθὲς, μολονότι ἡ κυβέρνησις δὲν ἐζήτησε, καθὼς διϊσχυρίσθη ὁ προλαλήσας, τὸ ποσὸν αὐτὸ σιωπηλῶς χωρὶς νὰ στηρίζεται εἰς τὸν νόμον, ἀλλ’ ἐπειδὴ τοῦτο ἐῤῥέθη, διὰ τοῦτο ἐθεώρησα ἀναγκαῖον ν’ ἀναιρέσω τὴν ἰδέαν τοῦ προλαλήσαντος ὅτι οὕτως ἐζητήθη τὸ ποσὸν αὐτό. Εἶπεν, ὅτι εἶναι κακὸν καὶ ἐπιζήμιον διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ χορηγῶμεν συντάξεις, αἱ ὁποῖαι νὰ μὴ στηρίζωνται εἰς τὸν νόμον· εἶμαι συμφωνότατος. Αἱ συντάξεις πρέπει νὰ πηγάζουν ἀπὸ ἕνα νόμον, καὶ αἱ προκείμεναι συντάξεις πηγάζουν ἀπὸ νόμον, ἐκτὸς ἂν δὲν θεωρῇ νόμον τὴν συνθήκην μεταξὺ Ἀγγλίας καὶ Ἑλλάδος, ἣν ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη.
§36ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὑποχρέωσιν μάλιστα τὴν θεωρῶ.
§37ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἰδέτε τί λέγει ἡ συνθήκη.
§38ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ συντάξεων ἐπιβαρυνουσῶν τὸ δημόσιον ταμεῖον;
§39ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὸν ὅρον αὐτὸν τὸν ἐδέχθη ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις, τὸν ἐδέχθη χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ πόθεν πηγάζουσιν αἱ συντάξεις τοῦ δεῖνα ἢ δεῖνα· παρεδέχθη τὸν κατάλογον τὸν περιέχοντα τὰ ὀνόματα τῶν συνταξιούχων χωροφυλάκων. Σᾶς ἐρωτῶ, δυνάμεθα νὰ τοῖς εἴπωμεν τώρα, ὅτι, ἐπειδὴ ἐξηντλήθησαν τώρα τὰ χρήματα τοῦ ταμείου αὐτοῦ, δὲν πρέπει νὰ σᾶς πληρώσωμεν; Καὶ ἂν ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις λόγῳ οἰκονομίας κατήργησε τὸ Σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, νομίζετε ὅτι δύναται νὰ παραβιάσῃ τὸν ὅρον αὐτῆς τῆς συνθήκης; Ἂν ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις, ὅταν ἔγεινεν ἡ συνθήκη αὐτὴ, ἔλεγεν, ὅτι, μόνον ἐκείνας τὰς συντάξεις θέλω ἐξακολουθήσει νὰ πληρόνω, αἱ ὁποῖαι πηγάζουσιν ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ οὐχὶ ἀπὸ ἰδιαίτερον, τότε δύναται νὰ ἔχῃ λόγον ὁ ἰσχυρισμός σας. Ὅτε, κύριοι, ἐξηντλήθη τὸ ποσὸν αὐτὸ, ὁ πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας ἔκαμε παρατηρήσεις περὶ τῆς πληρωμῆς, καὶ ἡ κυβέρνησις εἶπε τότε, ὅτι δὲν εἶχε πίστωσιν. Ἂν βλέπετε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ πληρωθῇ τὸ ποσὸν αὐτὸ, διότι δὲν πηγάζει ἀπὸ τὴν συνθήκην, ἐπιθυμῶ ν’ ἀκούσω τοὺς λόγους διὰ νὰ πεισθῶ. Ἀνεδέχθημεν, κύριοι, νὰ πληρώσωμεν τὰς συντάξεις· ἂν ἡμεῖς λόγῳ οἰκονομίας κατηργήσαμεν τὸ σῶμα αὐτὸ, δὲν θὰ εἴπῃ ὅτι δὲν θὰ πληρόνωμεν τὰς συντάξεις αὐτάς. Ἂν εὑρισκώμεθα εἰς οἰκονομικὴν κρίσιν, τοῦτο ἀφορᾷ ἡμᾶς· ἀπέναντι τῆς συνθήκης δὲν ἔχομεν λόγον νὰ εἴπωμεν, ὅτι δὲν πληρόνομεν τὰς συντάξεις αὐτάς.
§40ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸς ὁ κατάλογος ὑπάρχει εἰς τὴν συνθήκην; Διατί λοιπὸν δὲν ἐτέθη πέρυσιν εἰς τὸν προϋπολογισμόν;
§41ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ἓν κονδύλιον ἐσημειοῦντο ὅλοι οἱ Ἰόνιοι συνταξιοῦχοι.
§42ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν κατεχωρίθη, διότι πέρυσιν ὑπῆρχεν διαθέσιμον κεφάλαιον εἰς τὸ ταμεῖον ἐκεῖνο καὶ ἐπλήρονε μέχρι τοῦ Αὐγούστου· ἀλλ’ ἀφοῦ ἐξηντλήθη, ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰς ἀναπλήρωσιν.
§43ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ Κ. ὑπουργοῦ ἐμὲ δὲν μὲ ἔπεισαν, κύριοι· δὲν ἠξεύρω ἂν ἔπεισαν ὑμᾶς, ἀλλὰ νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι πολὺ ἁπλοῦν. Ἡ Ἰονικὴ κυβέρνησις, κύριοι, πρὸς ὄφελος αὐτῶν τῶν κλητήρων συνέταξε νόμον καὶ προσδιώρισε τὰς πηγὰς τῆς πληρωμῆς αὐτῶν τῶν δικαιωμάτων. Ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤθελε παρακληθῆ παρ’ ἐμοῦ νὰ λύσῃ τὸ ἑξῆς ζήτημα· ἂν ὁ Λόρδος Ἁρμοστὴς ἤθελε διαλύσει τὴν διοικητικὴν ἀστυνομίαν τῆς Ἑπτανήσου, ὑπαρχούσης ἀκόμη τῆς Ἀγγλικῆς Προστασίας, πιστεύει, ὅτι μετὰ τὴν διάλυσιν αὐτὴν τὸ δημόσιον ταμεῖον ἤθελεν ἀναλάβει τὴν πληρωμὴν τῶν συντάξεων τοῦ διαλυθέντος Σώματος, ἀφ’ οὗ οἱ πόροι ἤθελον ξηρανθῆ; Ἂν τοῦτο πιστεύῃ νομίζω ὅτι πλανᾶται. Ἂν ἡ Ἀγγλία δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκφράσῃ τοιαύτας ὑποχρεώσεις, πῶς θέλετε νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι δύναται νὰ τὰς ἀπαιτήσῃ ἀπὸ ἡμᾶς νὰ τὰς ἐκτελέσωμεν; Μήπως ὑπάρχει εἷς νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ λέγῃ, ὅτι, ἂν τὸ Σῶμα τοῦτο διαλυθῇ καὶ αἱ πηγαὶ ξηρανθῶσι, τὸ δημόσιον ταμεῖον ὑποχρεοῦται ν’ ἀναλάβῃ τὴν ὑποχρέωσιν τῶν πληρωμῶν αὐτῶν; Ἀλλ’ ἐὰν ἓν τοιοῦτον δικαίωμα διὰ τὴν Ἰόνιον νομοθεσίαν δὲν ὑπάρχῃ, πῶς θέλετε νὰ τὸ παραδεχθῶμεν ἡμεῖς; Ἡ συνθήκη, κύριοι, νομίζω, ἐξηγεῖται τόσον καθαρὰ, ὥστε μόνον ἂν θέλωμεν νὰ παίξωμεν τὴν ὑπόθεσιν κατὰ τὸ σύνηθες, ἠμποροῦμεν ν’ ἀποδώσωμεν καὶ ἡμεῖς μίαν ἄλλην ἔννοιαν. Τί λέγει ἡ συνθήκη; (θόρυβος). Ποῖα δικαιώματα ὁρίζει; τὰ προσδιοριζόμενα ὑπὸ τοῦ νόμου. Πρέπει νὰ μᾶς ἀποδείξητε, ὅτι ἡ Ἰόνιος Κυβέρνησις ἐν περιπτώσει διαλύσεως τοῦ Σώματος τούτου εἶχε διατάξει, ὅτι, ἂν ἀποξηρανθῶσιν αἱ πηγαὶ, τὸ δημόσιον κηρύττεται ὑπόχρεων καὶ τότε ἠθέλομεν κατασταθῆ καὶ ἡμεῖς ὑπόχρεοι, ἀλλὰ τοιαύτη διάταξις δὲν ὑπάρχει. Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι ἡ συνθήκη λαλεῖ περὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν ἐκπηγαζόντων ἐκ τῶν νόμων τῆς Ἰονίου πολιτείας· δὲν δύναται ἡ Ἀγγλία νὰ εἴπῃ σήμερον, ὅτι πέραν τῶν νόμων ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκτελέσωμεν· οὕτω λοιπὸν ἔχουσι τὰ πράγματα. Ἂν συμφέρῃ δι’ ἄλλους λόγους οἱουσδήποτε νὰ δώσετε τὴν σύνταξιν πέραν τῶν ἑλληνικῶν νόμων, εἶναι κυρίαρχος ἡ Βουλὴ νὰ τὸ πράξῃ, ἀλλὰ νομικῶς αὐτοὶ δικαίωμα δὲν ἔχουσι παρὰ μόνον καθ’ ὅσον οἱ νόμοι θέτουσι τὰς ὑποχρεώσεις εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον.
§44ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἂν νομίζετε, ὅτι τὸ ποσὸν ἐπληρόνετο μόνον ἐν ὅσῳ ὑπῆρχε τὸ ταμεῖον, καὶ ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ γίνεται ἡ πληρωμὴ, ἂν δὲν ἐξακολουθῇ τὸ σῶμα, ἤθελε ζητήσει ὁ ἁρμοστὴς νὰ περιληφθῇ καὶ ὁ κατάλογος τῶν ἄλλων συνταξιούχων; Ἂν ἐπληρόνετο μόνον ἀπὸ τὸ ταμεῖον ἐκεῖνο, ἦτο περιττὸν νὰ ζητήσῃ ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις κατάλογον ἴδιον διὰ τοὺς συνταξιούχους ἐκείνους, ὥστε νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις, εἴτε ἔχει, εἴτε δὲν ἔχει, νὰ πληρώσῃ.
§45Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν τὴν ἐννοῶ αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν.
§46ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τότε τί τὸν ἤθελε τὸν κατάλογον αὐτόν; Ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις δὲν ἔκαμεν ἐν τούτοις ἀντιῤῥήσεις, ἀλλ’ εἶπεν, ὅπως ἐδέχθην τὸν κατάλογον τῶν ἄλλων συνταξιούχων, οὕτω δέχομαι καὶ αὐτήν.
§47Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὴ ταράττεσαι, διότι μὲ κάμνεις καὶ ἐμὲ νὰ τὰ χάνω. Σᾶς λέγω, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἡ Ἀγγλικὴ δὲν ἐνόησε νὰ ἐπιφορτίσῃ τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος μὲ ἄλλας ὑποχρεώσεις παρὰ μὲ τὰς ἐπιβαρυνούσας τὴν Ἰόνιον κυβέρνησιν. Συμπεριέλαβεν εἰς τὸν κατάλογον αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, διότι εἰς τὸ ταμεῖον τῶν ἄλλων ἀφίνει περίπου τῶν 140,000 δρ. Ἑπομένως σοῦ ἔδωκε τὸν κατάλογον καὶ σοῦ εἶπε, πορεύου μὲ αὐτὰ τὰ χρήματα. Τοῦτο εἶναι τὸ βέβαιον, τὰ δὲ ἄλλα εἶναι σοφίσματα. Ὥστε δὲν ἠμπορεῖτε νὰ πορισθῆτε κἀνὲν ἐπιχείρημα ἐκ τοῦ ὅτι σᾶς ἔδωκεν ἕνα κατάλογον, διότι σᾶς ἔδωκε καὶ ἓν κεφάλαιον. Ἀφοῦ θὰ ἐξαντληθῇ τὸ κεφάλαιον, βέβαια τότε δὲν θὰ πληρώσητε.
§48ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Κλητῆρες ἦσαν αὐτοὶ ἢ συνταξιοῦχοι;
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χωροφύλακες ἦσαν.
§50ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ὁ Κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι τὰ ὀνόματα τῶν χωροφυλάκων αὐτῶν ἐμπεριέχονται εἰς τὴν συνθήκην καὶ διὰ τοῦτο εἶναι ὑποχρεωτικὰ διὰ τὴν Ἑλλάδα.
§51ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἰς τὸν κατάλογον.
§52ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι αὐτὸς ὁ κατάλογος δὲν ἠμποροῦσε νὰ ὑπάρχῃ, διότι, ὅταν ἐγένετο ἡ συνθήκη, ἡ ὑψηλὴ ἀστυνομία ὑπῆρχε καὶ δὲν ἦτο ἀναγκαῖος ὁ κατάλογος νὰ ὑπάρχῃ δι’ αὐτοὺς τοὺς ὑπαλλήλους.
§53ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Συνταξιοῦχοι ἦσαν.
§54ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπῆρχον καὶ ἄλλοι εἰς τὸν κατάλογον μὴ συνταξιοῦχοι, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ὑπάλληλοι;
§55ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§56ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κ. Πρόεδρε, παρατηρῶ τὸ ἑξῆς εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ἐν τῷ Κεφ. «Συντάξεις Ἑπτανήσου».
| «Ἄγγλων ὑπηκόων κατὰ τὴν σύμβασιν τῆς 17\29 Μαρτίου 1864 | 215,000 |
| «Λοιπῶν Ἐπτανησίων κατὰ τὸν Νόμον ΖΗʹ. καὶ | |
| ΝΒʹ. τοῦ Ἰονίου κοινοβουλίου | 240,000 |
| «Πρῴην ἀστυνομικῶν χωροφυλάκων | 50,000 |
χωρὶς νὰ λέγῃ ὁ προϋπολογισμὸς ποῦ στηρίζονται; εἰς τὴν συνθήκην;
§57ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἰς τὴν συνθήκην.
§58ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κάμνω αὐτὴν τὴν παρατήρησιν διὰ νὰ εὐκολύνω τὴν συζήτησιν.
§59ΚΟΥΡΗΣ. Νομίζω, ὅτι διὰ νὰ τεθῶμεν εἰς θέσιν νὰ ἐννοήσωμεν τὰ ὑπὸ διάσκεψιν ζητήματα, καὶ συνεπεία τούτου συνεννοηθῶμεν, νομίζω, λέγω, Κύριοι, ὅτι εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον νὰ συνακουσθῶμεν προτήτερα. Ἡμεῖς οἱ Ἑπτανήσιοι δὲν ἔχομεν ἄλλην ἀξίωσιν, εἰμὴ μόνον νὰ καθυποβάλωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον νομίζομεν, ὅτι δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ὀρθὴν καὶ δικαίαν λύσιν τῶν ζητημάτων, ἡ δὲ Βουλὴ ἀποφαίνεται. Ἂς ἀκουσθῶμεν λοιπόν. Δὲν πρόκειται εἰμὴ μόνον νὰ θέσωμεν καλῶς τὰ ζητήματα, διότι, ἐὰν συγχύσωμεν ταῦτα, γεννῶνται παρεννοήσεις καὶ παρεξηγήσεις. Διὰ νὰ θέσωμεν λοιπὸν καλῶς τὰ ζητήματα παρατηρῶ· χθὲς ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ἐπὶ τοῦ πρώτου μέρους τοῦ κεφαλαίου τοῦ προϋπολογισμοῦ «χρέος δημόσιον», καὶ ἀπεφάνθη ὁριστικῶς· ἐὰν ἡ Βουλὴ τώρα νομίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ παραδεχθὲν κονδύλιον, μόνον διότι εἷς ἐκ τῆς πρώην Ἑπτανησίου Πολιτείας βουλευτὴς, ὁ κ. Σέρβος, ἐζήτησε νὰ προστεθῇ καὶ ἕτερον ποσὸν, δύναται νὰ τὸ κάμῃ. Κατὰ τὴν γνώμην μου ὅμως, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν πρέπει νὰ συζητήσῃ τὸ ἤδη ἐπιψηφισθὲν κονδύλιον, διότι ὁ Κ. Σέρβος δὲν ὡμίλησεν ἐπὶ τῶν κονδυλίων ἐκείνων, ἐφ’ ὧν ἤδη ἀπεφάνθη ἡ Βουλὴ, ἀλλὰ μόνον ἐνόμισε καθῆκόν του νὰ ὑπενθυμίσῃ κἄτι τι εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ ὁποῖον ἐθεώρει ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον, καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ Βουλὴ εἶναι ἐλευθέρα νὰ ἀποφανθῇ καθ’ ἕνα ἢ ἄλλον τρόπον. Ἀφοῦ τοῦτο εἶπον, ἰδοὺ τί ἄλλο ὀφείλω νὰ προσθέσω πρὸς διασάφησιν τῶν ζητημάτων, καὶ ὅπως τεθῆτε, κύριοι βουλευταὶ, ἐν καταστάσει νὰ ἀποφανθῆτε πάντοτε εὐσυνειδήτως, δικαίως καὶ ὀρθῶς. Εἶναι βέβαιον, Κύριοι, ὅτι εἰς τὴν Ἑπτάνησον ὑπῆρχε, καθὼς γινώσκετε, πιστεύω, πάντες, διοικητικὴ ἀστυνομία.
§60ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὑψηλὴ ἀστυνομία.
§61ΚΟΥΡΗΣ. Εἰς τὸν Κ. Σακελλαριάδην ἐπιθυμῶ νὰ μοὶ δοθῇ ἡ ἄδεια παρὰ τῆς Βουλῆς ὅπως μὴ δίδω ἀπάντησιν. Δὲν εἶσθε καλὰ πληροφορημένος· ἦτο ψιλὴ, ἦτο καὶ χαμηλὴ, κύριε Σακελλαριάδη. Λοιπὸν ἐν Ἑπτανήσῳ ὑπῆρχε διοικητικὴ ἀστυνομία, τὴν ὁποίαν κατήργησεν ἡ Βουλὴ, καὶ ἀντικατέστησε τὰς δημοτικὰς ἀστυνομίας. Ἐγὼ σήμερον, κύριοι, δὲν ἐννοῶ νὰ ἐξετάσω, οὔτε δικαιοῦμαι νὰ εἴπω, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξεν ἡ Βουλή· πρέπει μάλιστα νὰ ἐκθέσω ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι καλῶς ἔπραξε, διότι ὅ,τι ἡ Βουλὴ πράττει ἡμεῖς ὡς βουλευταὶ ὀφείλομεν νὰ σεβασθῶμεν. Αἱ περιστάσεις, ὁ χρόνος, ἡ πεῖρα, αἱ κυβερνήσεις θέλουσι σκεφθῆ, ἐὰν τυχὸν τὸ σύστημα τῶν δημοτικῶν ἀστυνομιῶν συμφέρει, διότι αἱ Κυβερνήσεις καὶ αἱ Βουλαὶ ὀφείλουν πάντοτε νὰ ἐξετάζουν, ἀφοῦ ἡ πεῖρα ἀποδείξῃ γεγονότα τινὰ, ἐὰν ἓν σύστημα ᾖναι καλὸν ἢ κακὸν, καίτοι ἀποδεχθεῖσαι αὐτὸ ὡς καλόν. Τοῦτο δὲ πράττομεν καθ’ ἑκάστην, ἐπανερχόμενοι εἰς νόμους, οἱ ὁποῖοι προεψηφίσθησαν. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι, ὅτι ὑπῆρχε μία ἀστυνομία, καὶ δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι αὐτὴ ἡ ἀστυνομία πολλάκις δὲν ὑπέπεσεν εἰς λάθη, πολλάκις δὲν ἔκαμε καταχρήσεις, ἀλλ’ οὔτε περὶ τούτου πρόκειται, καὶ δὲν θέλω σᾶς ἀπασχολήσει ἐπὶ ἀσχέτου τῆς συζητήσεως ἀντικειμένου. Ὑπῆρχε διοικητικὴ ἀστυνομία εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ἦτο κανονισμένη ἡ χωροφυλακὴ, καὶ ἦτο κανονισμένη διὰ νόμου, καὶ ἦτο χωροφυλακὴ, ἡ ὁποία ἐξετέλει καὶ καθήκοντα στρατιωτικά. Βεβαιωθῆτε, ὅτι πολλοὶ τῆς πρώην χωροφυλακῆς τῆς Ἑπτανήσου ἐξεπλήρωσαν ἀρκετὰ καλῶς τὰ καθήκοντά των, ἐτραυματίσθησαν, καὶ ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ (καὶ ἴσως ἔχει τὸν κατάλογον αὐτῶν), ὅτι ἐπροφύλαξαν εἰς πολλὰς περιστάσεις τὸν τόπον ἀπὸ ἀνησυχίας, διότι αἱ ἀνησυχίαι ἠξεύρετε, ὅτι ἔχουν διαφόρους ἀφορμάς. Οἱ νόμοι ἐπροστάτευον τὸ Σῶμα τοῦτο καὶ ἐκ τῶν διατάξεων αὐτῶν ἅπαντες οἱ χωροφύλακες ἐγίνωσκον, ὅτι ἐκπληροῦντες μὲν τὰ καθήκοντά των, ἤθελον τηρεῖ τὴν θέσιν των, παραβλέποντες δὲ αὐτὰ, ἤθελον ἀποπέμπεσθαι. Ἐπεψηφίσθησαν δὲ καὶ ἕτεροι νόμοι ἐν Ἑπτανήσῳ, δι’ ὧν ἐβελτιώθη ἡ τύχη αὐτῶν, καὶ ἐχορηγήθη εἰς τὸ Σῶμα τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως· ὡς ἐκ τούτου δὲ ἅπαντες οἱ χωροφύλακες ὑπεβλήθησαν εἰς παρακρατήσεις, παρέχοντες καθ’ ἑκάστην, κατὰ μῆνα, κατ’ ἔτος, ποσὰ ὡρισμένα, τὰ ὁποῖα ἐχρησίμευον πρὸς σύστασιν ταμείου συντάξεων τῆς χωροφυλακῆς. Προσθέσατε, Κύριοι, καὶ σημειώσατε, ὅτι ἡ χωροφυλακὴ τῆς Ἑπτανήσου κατὰ τὸ πλεῖστον μέρος αὐτῆς σύγκειται ἀπὸ ἄτομα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν καὶ ἀνῆκον εἰς τὸ Σοῦλι καὶ εἰς τὴν ἀπέναντι τῆς Κερκύρας Ἤπειρον. Ἦλθεν εὐτυχῶς ἡ στιγμὴ τῆς Ἑνώσεως καὶ συνθήκη μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀγγλίας ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου ἔλαβε χώραν. Ἀναγνώσατε ἐπιμελῶς τὴν συνθήκην, καὶ θέλετε ἀναγνωρίσει, ὅτι κατὰ τὴν συνθήκην ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σεβασθῇ ὅλας ἐκείνας τὰς ὑποχρεώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀποῤῥέουσιν ἐκ τῶν περὶ συντάξεων νόμων· ἐν τούτοις ἡ διοικητικὴ αὕτη ἀστυνομία κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς Ἑνώσεως ἦτο ἐν ἐνεργείᾳ· πολλοὶ εἶχον συμπληρώσει τὸ χρονικὸν διάστημα—καὶ δὲν ἦτο μικρὸν—ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐδικαιοῦντο νὰ λάβωσι σύνταξιν· ἄλλοι δὲ ἠκολούθησαν ὑπηρετοῦντες μετὰ τὴν Ἕνωσιν τὴν ἐθνικὴν, τὴν κεντρικὴν Κυβέρνησιν. Συνετάχθησαν πρὸ τῆς ἀναχωρήσεως τῶν Ἄγγλων κατάλογοι περὶ τῶν διαφόρων τάξεων τῶν συνταξιούχων τῆς Ἑπτανήσου· ὡς ἐκ τούτου δὲ ἔχομεν κατάλογον τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, τῶν χωροφυλάκων, καὶ ἐκείνων, οἵτινες κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συνθήκης προσετέθησαν εἰς τοὺς καταλόγους τῶν συνταξιούχων. Ἐγὼ, καθὼς γνωρίζετε, δὲν ἔλαβον μέρος εἰς τὴν συνθήκην· ἀλλὰ γινώσκω ὁποίαν ἡ συνθήκη ἔχει δύναμιν, βαρύτητα καὶ σημασίαν· καὶ ὡς βουλευτὴς θέλω εἴπει πάντοτε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὴν Ἑλληνικὴν, μὴ δώσῃς ποτὲ ἀφορμὴν νὰ σοὶ εἴπωσιν, ὅτι δὲν σέβεσαι τὴν συνθήκην. Ἓν μέρος λοιπὸν, Κύριοι, τῶν χωροφυλάκων εἶχον ἤδη καὶ πρὸ τῆς Ἑνώσεως ἀποκτήσει τὸ τῆς συντάξεως δικαίωμα, καὶ ἀπελάμβανον καὶ μετὰ τὴν Ἕνωσιν τὴν σύνταξίν των· ἐπῆλθεν ὅμως στιγμή τις, καθ’ ἣν μετὰ τὴν Ἕνωσιν ἐνόμισεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἠδύνατο νὰ καταργηθῇ ἡ σύνταξις ἐκείνη, ἥτις μηνιαίως ἐδίδετο εἰς ἐκείνους τοὺς οἰκογενειάρχας τῆς κατωτέρας τάξεως, τοὺς ὑπηρετοῦντας ἐπὶ χρόνον πολὺν καὶ ἀποκτήσαντας τὸ πρὸς σύνταξιν δικαίωμα. Αὐτὸ τὸ ἄτοπον διωρθώθη, Κύριοι, καὶ διωρθώθη ἐκ μέρους πάλιν τῆς Κυβερνήσεως (καὶ ἂς μὴ βλέπωμεν πρόσωπα ποτὲ ἐνώπιόν μας, διότι ἡμεῖς Κυβερνήσεις ἔχομεν ἐνώπιόν μας, καὶ Κυβερνήσεις ἀπαιτοῦμεν, καὶ ζητοῦμεν ἡ Ἑλλὰς νὰ κυβερνᾶται)· λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις διώρθωσε τὸ λάθος, ἡ δὲ Βουλὴ κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, χωρὶς νὰ φέρῃ ἀντίῤῥησίν τινα, ἀνεγνώρισεν, ὅτι πρέπει νὰ δώσῃ πίστωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν δι’ ἐκεῖνο τὸ κονδύλιον, τὸ ὁποῖον ἤδη παρεδέχθημεν, ὅπως ἐξακολουθήσῃ ἡ πρὸς τοὺς χωροφύλακας πληρωμὴ τῶν συντάξεων. Ὁ Κ. Σέρβος σήμερον ἐπαρουσιάσθη ἐνώπιόν σας, καὶ τί σᾶς εἶπε; Σᾶς εἶπε, προσέξατε, ὅτι ἐνῷ διωρθώθη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τὸ λάθος αὐτῆς, πρέπει νὰ γίνῃ καὶ κἄτι τι περισσότερον· προσθέτω δὲ ἐγὼ, σκεφθῆτε, σταθμίσατε, ἐὰν ἦσθε εἰς κατάστασιν καὶ αὐτὸ τὸ κἄτι τι νὰ κάμητε. Τί σᾶς εἶπεν ὁ Κ. Σέρβος; Δὲν πρόκειται μόνον νὰ ἱκανοποιηθῶσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἤδη ἀπολαμβάνουν δικαίωμα συντάξεως δυνάμει προϋπάρχοντος νόμου, δυνάμει εὐρωπαϊκῆς συνθήκης μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀγγλίας, ἀλλὰ πρόκειται προσέτι νὰ ἱκανοποιηθῶσι καὶ ἐκεῖνοι οἱ ἄλλοι χωροφύλακες, οἱ ὁποῖοι δυνάμει νόμου ἐπίσης, δυνάμει τῆς συνθήκης, ἥτις ἔγεινε μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀγγλίας, δικαιοῦνται νὰ λάβωσιν αὐτὴν τὴν σύνταξιν, ὅτι δικαιοῦνται, Κύριοι, μὴ τὸ θέσητε εἰς ἀμφιβολίαν, ὄχι μόνον διότι ὑπάρχουν οἱ νόμοι καὶ αἱ συνθῆκαι, ἀλλὰ διότι ὑπάρχουν καὶ ἀποφάσεις τῶν Ἑλληνικῶν δικαστηρίων. Μετὰ τὴν Ἕνωσιν τινὲς ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἀνεφέρθησαν εἰς τὰς Ἑλλ. ἀρχὰς καὶ δὲν εἰσηκούσθησαν, μένοντες ἄποροι δὲν ἠδύναντο νὰ δώσωσιν εἰς τὰ τέκνα των τὸν ἐπιούσιον ἄρτον· ἀνεφέρθησαν εἰς τὰ Ἑλληνικὰ δικαστήρια καὶ νομίζω, ὅτι δὲν ἀγνοεῖ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τελεσίδικοι ἀποφάσεις ἐξεδόθησαν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, περὶ προσώπων, τὰ ὁποῖα δὲν συμπεριλαμβάνονται μεταξὺ τῶν χωροφυλάκων τῆς πρώτης κατηγορίας, ἀλλὰ μεταξὺ ἐκείνων τῆς δευτέρας καὶ ἐκείνων, οἵτινες ἀποκτήσαντες τὸ δικαίωμα, δυνάμει τοῦ νόμου καὶ τῆς συνθήκης ἠδύναντο νὰ ἐνάξουν τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ εἴπωσιν εἰς τὰ Ἑλληνικὰ δικαστήρια, ὅτι δυνάμει τοῦ νόμου καὶ τῆς συνθήκης δικαιοῦνται νὰ λάβωσι σύνταξιν. Τί σᾶς φαίνεται; ὅτι εἶναι προτιμότερον αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὰ δικαστήρια, ἐνάγοντες τὸ δημόσιον, καὶ νὰ καταδικάζεται καὶ νὰ γίνωνται ὅλα τὰ ἔξοδα καὶ αἱ δίκαι τοῦ δημοσίου, περὶ τῶν ὁποίων ἔχετε γνῶσίν τινα καὶ ἀποκτῶ καὶ ἐγὼ καθ’ ἑκάστην, διότι βλέπω ποῖα κονδύλια ὑπάρχουν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν διὰ τὰς δίκας κατὰ τοῦ δημοσίου, διὰ τοὺς δικηγόρους ὑπὲρ ἢ κατὰ τοῦ δημοσίου, διὰ τὰ δικηγορικὰ συμβούλια; Σᾶς φαίνεται, λέγω, προτιμότερον αὐτοὶ οἱ χωροφύλακες νὰ λέγουν, παρεβιάσθη ἡ συνθήκη καὶ οἱ νόμοι· ἐρχόμεθα νὰ ζητήσωμεν δικαιοσύνην; νὰ γίνωνται, λέγω, τοσαῦτα ἔξοδα, ἢ εἶναι προτιμότερον τὴν Κυβέρνησίν μας νὰ θέσωμεν εἰς κατάστασιν νὰ ἱκανοποιήσῃ ἀπονέμουσα εἰς ἕκαστον ὅ,τι ὀφείλει κατὰ νόμον, κατὰ συνθήκας, οὐχὶ μόνον κατ’ ἐπιείκειαν, κατὰ τὸ ἀπόλυτον δίκαιον; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι προτιμότερον τὸ δεύτερον, καὶ κατὰ τοῦτο εὐχαριστῶ παρὰ πολὺ τὸν συνάδελφόν μου Κ. Σέρβον, ὅστις ἔλαβε τὴν πρωτοβουλίαν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, καὶ τὸν Κ. Σέρβον μόνον σήμερον παρουσιάζομαι ἐδῶ διὰ νὰ ὑποστηρίξω. Ἀφοῦ λοιπὸν, Κύριοί μου, σᾶς ἐξέθεσα ταῦτα διὰ νὰ χωρίσωμεν τὰ ζητήματα, διὰ νὰ συνεννοηθῶμεν, ἐὰν νομίζητε, ὅτι ἡ θέσις ἡ τωρινὴ τῶν πραγμάτων εἶναι τοιαύτη, ὥστε δι’ αὐτοὺς τοὺς χωροφύλακας τῆς δευτέρας κατηγορίας, εἴτε διότι δὲν ἔχομεν πολλὰ χρήματα, εἴτε διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ἱκανοποιήσωμεν ὅλους, δὲν πρέπει νὰ θέσωμεν κονδύλιον, πολὺ καλὰ, ἡμεῖς οἱ Ἑπτανήσιοι ἐξεπληρώσαμεν ἓν καθῆκον· σεῖς ἐκπληρώσατε ἓν ἕτερον· σεῖς δὲν θέλετε ἔχει παράπονον καθ’ ἡμῶν, ὅτι δὲν σᾶς ἐπληροφορήσαμεν, ἡμεῖς ἀφ’ ἑτέρου θὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν, ὅτι δὲν παρεβλέψαμεν αὐτὸ τὸ καθῆκον εἰς τοὺς συναδέλφους μας, νὰ εἴπωμεν τὶ θεωροῦμεν δίκαιον, ὠφέλιμον, ἀναγκαῖον. Ἐπρόσθεσε καὶ κἄτι ἄλλο ὁ Κ. Σέρβος καὶ ἦτον ἓν δεύτερον ἢ τρίτον μέρος τῆς ἀγορεύσεώς του· διέκρινε τὰς τάξεις τῆς χωροφυλακῆς, ἤτοι τοὺς λαβόντας ἤδη τὴν ἀποζημίωσιν· τοὺς ὑπηρετήσαντας καὶ συμπληρώσαντας τὸ πρὸς σύνταξιν χρονικὸν διάστημα· ἐνθυμήθη δὲ καὶ τοὺς μὴ ἀποκτήσαντας ὡς μὴ συμπληρώσαντας τὸν ἀπαιτούμενον πρὸς σύνταξιν χρόνον, ἀλλὰ μόνον διαρκούσης τῆς ὑπηρεσίας καταθέσαντας τὰς ὑποχρεωτικὰς προκαταβολάς των. Ἐγὼ περὶ τῶν τελευταίων τούτων δὲν ἐννοῶ εἰς αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ σᾶς ἐνοχλήσω· εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις θέλουν λάβει ὅσα μέτρα δύνανται περὶ αὐτῶν· ἀλλὰ δὲν δύναμαι περαίνων καὶ αὐτὸν τὸν λόγον μου νὰ μὴ εἴπω, ὅτι πρέπει νὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὴν σήμερον τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνεδέχθη ἡ Ἑλλὰς, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τοὺς νόμους τοὺς προϋπάρχοντας ἐν Ἑπτανήσῳ· ἔχετε, λέγω, ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ὑμεῖς ἐψηφίσατε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ὅταν διελύθη ἡ διοικητικὴ ἀστυνομία καὶ ἀντ’ αὐτῆς ἐλάβομεν τὸ χάος, τὸν κυκεῶνα τῶν δημοτικῶν λεγομένων ἀστυνομιῶν ἐν Ἑπτανήσῳ· τότε τὶ εἴπατε, Κύριοι; ἰδοὺ ὁ νόμος· ἡ ἐν Ἑπτανήσῳ ἐκτελεστικὴ ἀστυνομία καταργεῖται καὶ παύει τῆς ὑπηρεσίας ἅπαν ἐν γένει τὸ προσωπικὸν αὐτῆς, διατηρουμένων τῶν τυχὸν κεκτημένων δικαιωμάτων συντάξεως ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐν ἰσχύϊ νόμων.
§62ΤΙΝΕΣ. Τὸ λέγομεν καὶ τώρα.
§63ΚΟΥΡΗΣ. Πολὺ καλὰ, ἐὰν τὸ λέγετε καὶ τώρα καὶ ἂν καλῶς ἑρμηνεύητε τὸν νόμον κατὰ τὴν γνώμην μου, διότι δὲν ἐννοῶ ὅτι εἶμαι ἀλάνθαστος, ἀλλ’ ὑποπίπτω εἰς πολλὰ λάθη καὶ τότε νὰ μὲ βασᾶτε, ἀλλ’ ἐὰν δὲν ὑποπίπτω εἰς λάθη, νομίζω, ὅτι ἔχετε καθῆκον, αὐτὴν τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Κύριος Σέρβος, νὰ τὴν σκεφθῆτε καλῶς, διὰ νὰ ἀποφύγωμεν ὄχι μόνον τοὺς γογγυσμοὺς αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, οἵτινες γογγύζουν καὶ παραπονοῦνται καθ’ ἣν στιγμὴν γίνονται καὶ προσδοκῶνται διάφορα πράγματα, ἀλλὰ καὶ ν’ ἀποκρούσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν τὴν μομφὴν, ἥτις δύναται ν’ ἀποδοθῇ, ὅτι, καίτοι γενομένης συνθήκης, αὐτὰ τὰ δικαιώματα παραβιάζονται, καὶ πάντοτε παραβιάζονται, καθὼς λέγουν τινὲς, ἀπὸ τὴν Ἑλλ. Κυβέρνησιν, τὸ ὁποῖον φέρει τὸ ἀποτέλεσμα—καὶ τὸ λέγω μὲ λύπην μου—νὰ βλέπω πολλάκις νὰ κρούωνται αἱ θύραι τῶν ξένων, διότι εἶμαι τῆς ἰδέας, ὅτι οἷον δήποτε παράπονον δὲν πρέπει εἰμὴ νὰ ἔρχηται ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν Κυβέρνησιν· μόνον ἡ θύρα τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως νὰ κρούεται, οὐδεμία ἄλλη. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω, καὶ τὰ καθυπέβαλον. Πεισθῆτε, Κύριοι, ὅτι καθῆκον ἔχετε νὰ τὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἐκ τῆς συζητήσεως ὅλοι ἐνοήσατε, ὅτι δὲν εἶναι ὁ λόγος περὶ τοῦ πρώτου ζητήματος, τοῦ ἐγκριθέντος χθὲς, ἀλλὰ περὶ ἑνὸς ἄλλου, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἤκουσε, καὶ ἂς φροντίσῃ νὰ γίνῃ ὅ,τι εἶναι δίκαιον. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἐπανέλθωμεν;
§65ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἡμεῖς δὲν ἐπικαλούμεθα τὸ δεδικασμένον, θέλομεν ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ῥητῶς.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ τὶ θὰ κάμω ἐγὼ τὰ πρακτικὰ, τὰ ὁποῖα ἐνεκρίθησαν σήμερον ἀπὸ τὴν Βουλήν;
§67ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἔπρεπε νὰ μὴ ἐπιτρέψητε τὴν συζήτησιν.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶδες ποῦ ἔκαμα τὴν παρατήρησιν τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ;
§69ΤΙΝΕΣ. Ἐτελείωσεν αὐτὸ, νὰ προβῶμεν παρακάτω.
§70ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Κύριοι, χθὲς τὸ κονδύλιον αὐτὸ ἐγένετο παραδεκτὸν, ἀλλ’ ὁ Κ. Σέρβος σήμερον ἦλθεν εἰς συμπλήρωσιν νὰ κάμῃ παρατηρήσεις τινὰς διὰ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις τὴν αἴτησιν τινῶν· δὲν ἐπετρέψαμεν ἑπομένως τὴν συζήτησιν τοῦ κονδυλίου, τὸ ὁποῖον χθὲς ἐψηφίσαμεν. Ἐὰν τώρα αὐτοὶ ἔχουν δίκαιον ἢ ὄχι, νομίζω, ὅτι καλὸν εἶναι, ἐπειδὴ φιλονεικεῖται ἀπὸ πολλοὺς, ἡ Κυβέρνησις νὰ συστήσῃ δικηγορικὸν συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ν’ ἀποφανθῇ ἐσκεμμένως ἐπὶ τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου ζητήματος.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Ἐπιχορήγησις πρὸς τὸν Βασιλέα 1,125,000. Βουλευτικὸν Σῶμα, Βουλὴ 371,000.»
§72ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ κεφάλαιον αὐτὸ λέγει ἀποζημίωσις βουλευτῶν 322,000, μισθὸς προσωπικοῦ καὶ ἔξοδα 48,000· νομίζω, ὅτι αὐτὴ ἡ δαπάνη εἶναι ὑπέρογκος καὶ παρακαλῶ τὸν Κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς δώσῃ ἐξήγησιν.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι σύμφωνος μὲ τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Βουλῆς, ὅστις ἐνεκρίθη· τὸ περίεργον εἶναι, ὅτι δὲν ἦσθε ἐδῶ τότε, καὶ ὁμιλεῖτε ἐν ἀγνοίᾳ.
§74ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἡ δαπάνη ἡ ἀναγομένη εἰς τὰ ἔξοδα τῆς Βουλῆς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι ὅπως ἐσημειώθη, διότι ὑπάρχον πολλὰ πρόσωπα λαμβάνοντα συντάξεις, ἄλλα ἔχουν ἕτερα δικαιώματα καὶ λαμβάνουν ὀλιγώτερα.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἀπολογισμὸς θὰ καταδείξῃ τὸ ἀποτέλεσμα· «Ἕκτον κεφ. Γενικὴ ὑπηρεσία, προεδρείου ὑπουργικοῦ Συμβουλίου 8,160».
§76ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου βεβαίως θὰ ᾖναι καὶ ὑπουργὸς πάντοτε· ἑπομένως παρατηρῶ, ὅτι εἰς ὅλους τοὺς προϋπολογισμοὺς ὅλων τῶν ὑπουργείων σημειοῦται ἡ δαπάνη ἁμάξης· διατὶ ἐδῶ νὰ σημειοῦται καὶ χωριστὰ δαπάνη ἁμάξης διὰ τὸν πρόεδρον ἐκ δρ. 150;
§77ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι 200 δρ. διὰ τὴν ἅμαξαν τοῦ ὑπουργοῦ.
§78ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε ἔπρεπε ἐδῶ νὰ σημειωθῇ ὁλόκληρος ἡ δαπάνη. Πρὸς τούτοις εἶναι ἐδῶ σημειωμένοι δύω κλητῆρες· ν’ ἀφαιρεθῇ ἡ δαπάνη τοῦ ἑνὸς ὡς περιττοῦ.
§79ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἕνας κλητὴρ εἶναι ἐπὶ τοῦ παρόντος· τὸ ποσὸν ἂς ὑπάρχῃ, διότι ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ἀνάγκη νὰ προστεθῇ καὶ ἄλλος.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ παραδέχεται τὸ ποσόν· ἡ Βουλὴ ἔχει ἀντίῤῥησιν;
§81ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Προσωπικὸν ὑπουργείου ···· 90,598.
Προσωπικὸν βʹ. Γεν. Λογιστηρίου ······ 41,952.
Προσωπικὸν γʹ. Οἰκον. ἐπιθεωρητοῦ ···· 12,960».
§83ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῶσιν αἱ παρατηρήσεις τῆς ἐπιτροπῆς.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ θέλει νὰ ἀναγνώσῃ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς ἅπαξ διὰ παντὸς ὅλην;
§85ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, ἑκάστοτε τὸ σχετικὸν μέρος. (Ἀναγινώσκεται).
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί λέγετε περὶ τοῦ δικαστικοῦ τμήματος τὸ ὁποῖον ἡ ἐπιτροπὴ ἀναφέρει εἰς τὴν ἔκθεσίν της.
§87ΚΕΧΑΓΙΑΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὰ δικηγορικὰ, ἐκεῖ ἐπιφυλάττομαι νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔξοδα ὑπηρεσίας ὑπουργείου···· 17,400
Ὁμ. Γενικοῦ λογιστηρίου················· 3,000
Ὁμ. Ἐπιθεωρήσεων························ 3,000
Προσωπικὸν Ἐλεγ. Συνεδρίου·············· 98,275
παρεδέχθη (Ἀναγινώσκεται ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς)· ΚΕΦΑΛ. 6. Ἄρθρον 1. «Προσωπικὸν ὑπουργείου. Ἐκτὸς τῶν θέσεων, ὅσαι ἀφῃρέθησαν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἀφαιρεῖται προσέτι ἡ μισθοδοσία ἑνὸς τμηματάρχου, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου προστίθεται ὁ μισθὸς δύω ὑπουργικῶν γραμματέων καὶ δύω γραφέων, ὥστε ἐπέρχεται αὔξησις ἐκ δρ. 4,342. Τὴν προσθήκην τοῦ ὑποδεεστέρου τούτου προσωπικοῦ ἡ ἐπιτροπὴ εὑρίσκει ἀναγκαίαν διὰ τὴν κανονικὴν διεξαγωγὴν τῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ σπουδαίῳ τούτῳ ὑπουργείῳ, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐξαρτῶνται ὅλα τὰ δημόσια καὶ μέγα μέρος τῶν ἰδιωτικῶν συμφερόντων. Συνιστᾷ μόνον εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν ὅπως συντάσσωνται ἐγκαίρως οἱ ἐμπορικοὶ πίνακες καὶ ἰδίως οἱ λογαριασμοὶ τῶν ἐξόδων ἑκάστου ἔτους, κατὰ τὸ ἄρθρον 95 τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου, μετὰ τῶν διαλαμβανομένων ἐν τοῖς ἄρθ. 103–107 πινάκων τῶν ἀπαλλοτριουμένων ἐθνικῶν κτημάτων, τῶν καθυστερούντων ὀφειλετῶν, τῆς διαχειρίσεως τοῦ Ἐθν. Τυπογραφείου κτλ, διότι τοιοῦτοι λογαριασμοὶ δὲν ἐδημοσιεύθησαν ἀπὸ πολλῶν ἤδη ἐτῶν παρ’ οὐδενὸς τῶν ὑπουργῶν, ἐνῷ ἡ δημοσίευσις αὐτῶν πρέπει κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου νὰ λαμβάνῃ χώραν ἐντὸς τῆς πρώτης τριμηνίας ἑκάστου ἔτους· ὁμοίαν σύστασιν ἀπευθύνει καὶ πρὸς τοὺς ἄλλους ὑπουργούς, καθόσον ἕκαστος ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ δημοσιεύῃ χωριστὸν πίνακα τῶν ἐξόδων τοῦ ὑπουργείου του. Εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο πρέπει νὰ γενῇ ἡ ἀναγκαία προσθήκη διὰ τὴν μισθοδοσίαν τοῦ προσωπικοῦ τοῦ δικαστικοῦ Γραφείου, ἐὰν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τὴν πρὸ πολλοῦ ὑποβληθεῖσαν παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς πρότασιν, τὴν ὁποίαν κατ’ ἐπανάληψιν συνιστᾷ. ΚΕΦΑΛ. 6. Ἄρθρον 2. Γενικὸν Λογιστήριον. Διὰ τὸ προσωπικὸν τοῦ γραφείου τούτου σημειοῦται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἡ δαπάνη τῶν δραχ. 42,726, καὶ ἡ δαπάνη αὕτη περιλαμβάνεται ἀκεραία καὶ εἰς τοὺς τῶν παρελθόντων ἐτῶν προϋπολογισμούς, καθόσον τὸ Γεν. Λογιστήριον ἐθεωρήθη τὸ μόνον σχεδὸν προνομιοῦχον γραφεῖον, εἰς τὸ προσωπικὸν τοῦ ὁποίου οὐδεμία ἐψηφίσθη ποτὲ ἐλάττωσις λόγῳ οἰκονομίας, ἡ δὲ τοιαύτη ἐξαίρεσις ἐγένετο πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν τοῦ ν’ ἀφεθῶσιν αὐτῷ ὅλα τὰ μέσα ὅπως καταστῇ ἐνήμερον εἰς τὰς ἐργασίας του. Καὶ ὅμως μ’ ὅλην τὴν διατήρησιν τοῦ πολυπληθοῦς αὐτοῦ προσωπικοῦ καὶ τὴν ἑκάστοτε πρόσληψιν ἐπικουρικῶν ὑπαλλήλων ἐκ τῶν ταμιακῶν γραφείων, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Γεν. Λογιστηρίου ἐξακολουθεῖ νὰ εὑρίσκεται εἰς καταπληκτικὴν ὀπισθοδρόμησιν. Ὁ γεν. λογαριασμὸς τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τοῦ Κράτους, τὸν ὁποῖον ὀφείλει ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 92 τοῦ λογιστικοῦ νόμου νὰ δημοσιεύῃ καὶ παρουσιάζῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐντὸς τῶν τεσσάρων πρώτων μηνῶν ἑκάστου ἔτους καθυστερεῖ ἀπὸ τοῦ ἔτους 1859, διότι ὁ τελευταῖος δημοσιευθεὶς λογαριασμὸς εἶναι ὁ τοῦ 1858, ὁ δὲ ἀπολογισμός, ὅστις περιλαμβάνει τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα ἑκάστης χρήσεως καὶ πρέπει νὰ δημοσιεύηται κατὰ τὸ ἄρθρον 95 τοῦ αὐτοῦ νόμου ἐντὸς τῶν τριῶν πρώτων μηνῶν τοῦ ἀμέσως μετὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως ἑπομένου ἔτους, καθυστερεῖ ἀπὸ τοῦ ἔτους 1858· οὕτω δὲ ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν ἤδη ὑπ’ ὄψιν τὸν γενικὸν λογαριασμὸν τοῦ 1866 καὶ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1865, στερούμεθα τοῦ λογαριασμοῦ καὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ ὀκτὼ παρελθόντων ἐτῶν, καὶ ἑπομένως εὑρισκόμεθα εἰς πλήρη ἄγνοιαν ἐὰν αἱ χορηγηθεῖσαι κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα πιστώσεις διετέθησαν συμφώνως μὲ τοὺς νόμους τοῦ κράτους καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ψηφισθέντων προϋπολογισμῶν καὶ πιστώσεων· ἡ τοιαύτη κατάστασις, ἥτις καθιστᾷ ἰδανικὴν τὴν εὐθύνην τῶν διατακτῶν καὶ καταβιβάζει εἰς ἁπλῆν διατύπωσιν τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἶναι ἀνάγκη καὶ ἀνάγκη ἀπαραίτητος νὰ ἐκλείψῃ, διότι εἶναι ἄτοπον νὰ μὴ δύναται τὸ δημόσιον νὰ πράττῃ ὅ,τι καὶ τὰ μικροτάτας διαχειρίσεις ἔχοντα ἰδιωτικὰ καταστήματα, ἅτινα εἶναι ἐνήμερα εἰς τὴν σύνταξιν τῶν λογαριασμῶν των. Προτείνει ἑπομένως ἡ ἐπιτροπή, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ εἰς τὸ οὐσιῶδες τοῦτο ἀντικείμενον, καὶ ἀπαιτήσῃ παρ’ αὐτοῦ νὰ λάβῃ πάντα τὰ ἀναγκαῖα μέτρα, διὰ νὰ ἐκπληρωθῶσιν ἀκριβῶς αἱ διατάξεις τοῦ νόμου. ΚΕΦ. 6. Ἄρθρ. 3. Οἰκονομικοὶ ἐπιθεωρηταί. Τὴν διατήρησιν τριῶν οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν, τὴν ὁποίαν εἶχε παραδεχθῆ καὶ ὁ τοῦ 1866 προϋπολογισμός, ἡ ἐπιτροπὴ εὑρίσκει ἀπολύτως ἀναγκαίαν, διότι, ἀφοῦ εἶναι ὁμολογούμενον ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν οὐδὲ πρέπον νὰ παύσουν ὁλοσχερῶς αἱ ἐπιθεωρήσεις τῶν ὑπολόγων καὶ πολλῶν ἄλλων οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων, δὲν συμφέρει ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ ἀνατίθενται αὗται εἰς ὑπαλλήλους τῶν τμημάτων, ἀλλὰ πρέπει νὰ διεξάγωνται ἀπὸ ὑπαλλήλους καὶ βαθμὸν ἀνώτερον ἔχοντας καὶ ἀπευθείας παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ ἐξαρτωμένους. ΚΕΦ. 6. Ἄρθ. 2. Προσωπικὸν Ἐλεγ. Συνεδρίου. Ἡ ζητουμένη ὑπὸ τοῦ ἄρθρου τούτου πίστωσις συνίσταται ἐκ δραχ. 98,275, ἤτοι κατὰ δρ. 16,966 ἔλαττον τῆς κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος χορηγηθείσης· ἡ ἐλάττωσις αὕτη προέρχεται ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ γενικοῦ ἐπιτρόπου, ἑνὸς ἐλεγκτοῦ, ἑνὸς παρέδρου καὶ δύο λογιστῶν. Τὸ σῶμα τοῦτο, διὰ τὸ προσωπικὸν καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ ὁποίου δαπανῶνται ἐτησίως ὑπὲρ τὰς 120,000 δρ. προσήνεγκε μὲν μέχρι τοῦδε ἱκανὰς ἐκδουλεύσεις εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, δὲν ἐξηπλήρωσεν ὅμως ἐντελῶς τὸν προορισμόν του, διότι οὐ μόνον δὲν εἶναι ἐνήμερον εἰς τὴν ἐκδίκασιν τῶν λογαριασμῶν τῶν ὑπολόγων, ἀλλὰ καὶ δι’ ὀλίγα μόνον ἔτη ἐδημοσίευσε διαδηλώσεις, διὰ τῶν ὁποίων μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν διαφόρων λογαριασμῶν ὀφείλει νὰ πιστοποιῇ καὶ νὰ βεβαιόνῃ τὴν ὀρθότητα τῶν παρὰ τῶν ὑπουργῶν δημοσιευομένων γενικῶν λογαριασμῶν καὶ ἀπολογισμῶν, καὶ τὰς ὁποίας εἶναι ὑπόχρεων κατὰ τὰ ἄρθρα 219–223 τοῦ λογιστικοῦ νόμου νὰ διεκπεραιόνῃ ἐντὸς τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου ἑκάστου ἔτους· ἐνιαυσίαν δὲ πρὸς τὸν Βασιλέα ἔκθεσιν, ὁποίαν κανονίζει τὸ ἄρθρον 217 τοῦ αὐτοῦ νόμου, περιλαμβάνουσαν τὰς ἐκ τῆς παραθέσεως τῶν ἐσόδων πρὸς τοὺς φορολογικοὺς νόμους καὶ τῶν ἐξόδων πρὸς τὰς χορηγηθείσας πιστώσεις παρατηρήσεις τοῦ σώματος καὶ τὰς περὶ μεταῤῥυθμίσεων καὶ βελτιώσεων σκέψεις αὐτοῦ, δὲν ἐδημοσίευσε τὸ συνέδριον ἀπὸ τῆς συστάσεως αὐτοῦ εἰμὴ μίαν καὶ μόνην, συνταχθεῖσαν ἐν ἔτει 1854 καὶ ὡς βάσιν ἔχουσαν τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα τῶν χρήσεων 1845 καὶ 1846. Ὅ,τι παρετήρησεν ἡ ἐπιτροπὴ διὰ τὸ Γεν. Λογιστήριον ἐπαναλαμβάνει καὶ διὰ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ οἱ συντασσόμενοι παρὰ τῶν ὑπουργῶν γενικοὶ λογαριασμοὶ καὶ ἀπολογισμοὶ οὐδεμίαν ἀξίαν ἔχουσιν, ἐὰν δὲν συνοδεύωνται ἀπὸ τὰς διαδηλώσεις καὶ τὰς ἐνιαυσίας ἐκθέσεις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι εἰς τὴν Βουλὴν ἀποβαίνει φυσικῶς ἀδύνατον νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν λεπτομερειῶν τῆς διαχειρίσεως ὅλων τῶν ὑπολόγων καὶ ὅλων τῶν ὑπουργῶν. Δέον νὰ συστηθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅπως εἰσαγάγῃ τάχιστα τὸν διατασσόμενον ὑπὸ τοῦ Συντάγματος νόμον περὶ προσόντων τῶν ψῆφον ἐχόντων μελῶν τοῦ Συνεδρίου, καὶ φροντίσῃ ὥστε τὸ προσωπικὸν τῶν λογιστῶν καὶ πολλοὶ τῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων, λαμβάνωνται ἐκ προσώπων ἐπὶ πολλὰ ἔτη εἰς τὴν ταμιακὴν ὑπηρεσίαν ἀσχοληθέντων καὶ μεγάλην περὶ τοὺς ἀριθμοὺς ἕξιν ἀποκτησάντων».
§89ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Τὸ οὐσιωδέστερον μέρος τῆς διατάξεως τοῦ γενικοῦ λογιστηρίου δὲν ἐκπληροῦται, διότι δὲν ὑποβάλλονται κατ’ ἔτος οἱ ἐνιαύσιοι λογαριασμοί· δὲν φθάνει ποῦ δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἀπολογισμόν· τοὐλάχιστον τοὺς ἐνιαυσίους λογαριασμοὺς πρέπει νὰ τοὺς ἔχωμεν κατ’ ἔτος.
§90ΚΕΧΑΓΙΑΣ (ὑπουργός Οἰκονομικῶν). Ἡ κατάστασις δὲν εἶναι ὁμαλὴ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, καὶ ἔστω πρὸς γνῶσιν ἐκείνων, οἵτινες διϊσχυρίζονται, ὅτι ὅσον ὀλιγώτερον προσωπικὸν ἔχει τὸ λογιστήριον, τόσον ταχύτερον δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ὑπηρεσία, καὶ μάλιστα ὅταν καὶ ἐξ αὐτῶν στέλλωμεν καὶ ἐπιθεωρητάς.
§91ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἡ παρατήρησις τῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἔγεινε πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τὸ παρὸν, ἔγεινεν ὡς πρὸς τὴν παράβασιν τοῦ νόμου ἐν γένει τὸν ὁποῖον λαμβάνουσι πάντοτε ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ὁ ὁποῖος χορηγεῖ τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ ἐξουσία εἰς τὸ νὰ εἰσπράξῃ καὶ ἐξοδεύσῃ· καὶ καθὼς ἔχει αὐτὸ τὸ δικαίωμα ἡ ἐξουσία, κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον πηγάζει καὶ ἡ ὑποχρέωσις τοῦ νὰ δώσῃ λογαριασμὸν τῆς ἐτησίας διαχειρίσεως ἑκάστου ὑπουργείου; καὶ ὁ λογαριασμὸς αὐτὸς πρέπει νὰ συντάττεται ἐντὸς τῶν πρώτων μηνῶν τοῦ ἔτους μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς χρήσεως. Τοῦτο εἶναι ἀναπόφευκτον, διότι διατάττεται ἀπὸ τὸν νόμον καὶ διότι χρησιμεύει εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ· διότι αὐτὸν ἔχων ὑπ’ ὄψιν του ὁ καθεὶς θὰ γνωρίζῃ τὰς ἀνάγκας, αἵτινες ὑπῆρξαν τὸ παρελθὸν ἔτος. Εἶναι δὲ ἔτι περισσοτέρα ἀνάγκη τὸ νὰ ἔχωμεν αὐτὸν τὸν λογαριασμόν, διότι δὲν εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ ἴδωμεν ποτὲ ἐγκαίρως τὸν ἀπολογισμόν, διότι ὁ ἀπολογισμὸς πρέπει νὰ διέλθῃ πρῶτον τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου τὴν ἐξέλεγξιν· κἀμμία πρόφασις δὲν ὑπάρχει, ἥτις νὰ δικαιολογῇ τὴν παράβασιν τοῦ νόμου, εἶναι καθαρὰ παράβασις. Τοῦτο λοιπὸν παρατηροῦμεν καὶ ἀξιοῦμεν νὰ γίνεται τοῦ λοιποῦ.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσωπικὸν ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου.
§93ΤΙΝΕΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§94ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρατηρῶ, ὅτι σημειοῦται ἐνοίκιον διὰ τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον 7,000. Βεβαίως τὰ ἐνοίκια δὲν σημειοῦνται καθ’ ὑπολογισμόν, διότι ταῦτα στηρίζονται εἰς συμβόλαια μετὰ τοῦ ἰδιοκτήτου τῶν καταστημάτων. Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ μοὶ εἴπῃ, τὸ ἐνοίκιον τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου εἶναι τῷ ὄντι συμπεφωνημένον διὰ 7,000 ἢ ὄχι;
§95ΚΕΧΑΓΙΑΣ (ὑπουρ. Οἰκονομικῶν). Βέβαια καὶ πέρυσι τόσον ἦτο.
§96ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ κονδύλιον αὐτὸ παρατηρῶ, ὅτι σημειοῦνται καθ’ ὑπέρβασιν δύω χιλιάδ. δρ., διότι τὸ ἐνοίκιον τοῦ καταστήματος εἶναι συμπεφωνημένον διὰ 5,000 δρ. Κατ’ ἀρχὰς ἦτο διὰ 350 δραχ. κατὰ μῆνα, τοὐτέστι 6,200 κατ’ ἔτος. Τὸ 1863 καὶ ἐντεῦθεν συνεφωνήθη τὸ ἐνοίκιον διὰ 300 καὶ περὶ τούτου ὑπάρχει συμβόλαιον· ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἔχω ἀνὰ χεῖρας τὸν ἀπολογισμὸν τῆς Φιλεκπαιδευτικῆς Ἑταιρίας τοῦ 1866, εἰς τὸν ὁποῖον σημειοῦνται «διάφορα ἔσοδα· πρόσοδοι ἀκινήτων κτημάτων δραχ. 4,987 καὶ 50» καὶ 12½ τὸ χαρτόσημον τὸ ὅλον 5,000· δὲν ἐννοῶ λοιπὸν διατί νὰ σημειοῦνται 7,000, καὶ ἂν ᾖναι λάθος, εὔχομαι νὰ μὴ συμβῇ τὸ τοιοῦτον εἰς ἄλλα κονδύλια.
§97ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν δύναμαι βέβαια νὰ θεωρῶ καὶ τὰ συμβόλαια· οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι θὰ ἠξεύρουν διατί τὸ ἐσημείωσαν οὕτω.
§98ΖΩΤΟΣ. Καὶ οἱ δύω ἔχετε δίκαιον, νομίζω ὅμως, ὅτι τὸ κατάστημα αὐτὸ τῆς ἑταιρίας δὲν ἐξαρκεῖ διὰ τὴν τοποθέτησιν τῶν ἀρχείων καὶ ἔχουν καὶ ἓν παράρτημα.
§99ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι, ὅταν ἐγὼ ἤμην ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐνοικιάσαμεν καὶ ἓν ἄλλο μέρος.
§100ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσα καὶ ἂν σημειωθοῦν εἰς τὸν προϋπολογισμόν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πληρωθοῦν περισσότερα παρ’ ὅσα τὸ συμβόλαιον διαλαμβάνει.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Κεφ. 7. ταμεῖα». Ἡ ἐπιτροπὴ κάμνει τὰς ἑξῆς παρατηρήσεις· ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς κτλ. δὲν δέχεται. Ἔχουν καὶ οἱ βουλευταὶ Πόρου ὁμοίαν πρότασιν.
§102ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἄλλοτε εἴχομεν ὑποβάλει πρότασιν περὶ συστάσεως οἰκονομικῶν ἀρχῶν ἐν Βάλτῳ, ἥτις συνεζητήθη δὶς καὶ μέλλει νὰ συζητηθῇ διὰ τρίτην φοράν· παρεκάλεσε τότε ὁ κ. ὑπουργὸς ν’ ἀναβληθῇ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἐδόθησαν εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν καὶ ὅλαι αἱ ἀπαιτούμεναι πληροφορίαι περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἀρχῶν Ἀκαρνανίας, ὅπου εἶναι καὶ ἡ ἐπαρχία μου, τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἑρμηνεύσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ ἴδῃ, ὅτι πράγματι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐγκατασταθῶσιν αἱ ἀρχαί, καθόσον καὶ ἡ δαπάνη διὰ τὸν ταμίαν καὶ τὸν ἔφορον δὲν ὑπερβαίνει τὰς 3,000 δραχ. Ἀπέναντι λοιπὸν μιᾶς τοιαύτης μικρᾶς ποσότητος, πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ θελήσῃ νὰ μὴ προσφέρῃ ἕν καλὸν εἰς μίαν ἐπαρχίαν, ἧς ἡ πρωτεύουσα ἀπέχει ἀπὸ Ξηρόμερον 8 ὥρας, τὸν δὲ χειμῶνα καθίσταται δύσκολος ἡ μετάβασις.
§103ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Πᾶσα τοιαύτη πρότασις, εἴτε διὰ ταμίαν, εἴτε διὰ τελώνην, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι διόλου κατάλληλος ἡ περίστασις νὰ γίνῃ διὰ ν’ αὐξήσωμεν τὰ ἔξοδα. Ἐὰν ᾖναι δυνατὸν ν’ ἀνατεθοῦν τὰ ἔργα ταμίου εἰς ἄλλην ὑπάλληλον ἀρχὴν, ὁρίσατέ την πρὸς διευκόλυνσιν, ἀλλὰ νὰ προσθέσωμεν νέας δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ περίστασις, καὶ μάλιστα διὰ ταμίας, διότι ὁ ταμίας πέμπει τοὺς εἰσπράκτορας εἰς τοὺς δήμους πρὸς εἴσπραξιν τῶν ὀφειλομένων καὶ δὲν ἔχουν ἀνάγκην οἱ κάτοικοι νὰ μεταβαίνουν εἰς τὴν ἕδραν τοῦ ταμίου διὰ νὰ κάμνουν τὰς πληρωμάς.
§104ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν ἐπίστευα, κύριοι, ποτὲ, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς οἰκονομίας εἰς περίστασιν καθ’ ἣν αἱ ἐπαρχίαι προσφέρουν τοσούτους φόρους διὰ νὰ κυβερνήσῃ ἡ Κυβέρνησις, νὰ μὴ θελήσῃ νὰ διευκολύνῃ τὴν ὑπηρεσίαν μιᾶς δυστυχοῦς ἐπαρχίας, ἥτις ἔχει τὰ αὐτὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα καὶ ἡ ἰδική του ἐπαρχία. Δὲν ἐπίστευα, ὅτι διὰ μίαν ποσότητα 3,000 δραχ. δὲν ἤθελε διευκολύνει τὴν ὑπηρεσίαν τῶν πολιτῶν καὶ κατοίκων μιᾶς ἐπαρχίας ὁλοκλήρου, ἐνῷ ἡ ἀντιμισθία ὅλων αὐτῶν τῶν ἀρχῶν ἤθελεν ἐξαρκέσει διὰ τὴν ἀντιμισθίαν ἑνὸς ὑπουργικοῦ γραμματέως. Εἰς ὅλα τὰ ὑπουργεῖα ἐν γένει ὑπάρχουν ὑπάλληλοι, οἵτινες ἠδύναντο πρὸς οἰκονομίαν νὰ ἐλαττωθῶσι, διὰ νὰ διευκολυνθῇ ἡ ὑπηρεσία τῶν ἐπαρχιῶν. Εἶναι περίεργον, κύριοι, τινὲς τῶν ἐπαρχιῶν, διότι ταῖς ἐδόθησαν περιστάσεις, νὰ ἔχωσιν ὅλας τὰς εὐκολίας τῆς ὑπηρεσίας, ἄλλαι δὲ νὰ μὴ ἔχουν κἀμμίαν εὐκολίαν, ἐνῷ ὡς ἐκ τῆς θέσεως καὶ τῆς καταστάσεώς των πᾶσα Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ δίδῃ περισσοτέραν προσοχὴν εἰς αὐτάς. Ἡ ἰδική μου ἐπαρχία τοῦ Βάλτου εὑρίσκεται εἰς τὴν ἐξαιρετικὴν θέσιν νὰ ᾖναι ἐπὶ τῆς μεθορίου γραμμῆς καὶ ἔχει ἀπὸ τὸ ἓν μέρος τὸν Ἀχελῷον καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο τὴν θάλασσαν, καὶ ἑπομένως ἡ μετάβασις καθίσταται πολὺ δύσκολος, καὶ θέλουν ὑποφέρει ὡς ἐκ τούτου ὅλοι οἱ πολῖται. Σήμερον λοιπὸν, ὁπόταν ζητῶμεν φορολογίας καὶ ἔρχωνται μὲ ὅλην τὴν προθυμίαν νὰ προσφέρουν τὸν φόρον εἰς τὴν πολιτείαν μας, ὀφείλομεν νὰ διευκολύνωμεν τὴν κατάστασιν αὐτῆς τῆς ἐπαρχίας. Καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν δὲν ἐπίστευα, ὅτι ἤθελε κάμει αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις ὁ κ. ὑπουργὸς, ὅτι δὲν εἶναι ἁρμοδία περίστασις ν’ αὐξήσῃ ὁ προϋπολογισμὸς κατὰ 2 ἢ 3,000, ἐνῷ ἠδύνατο νὰ οἰκονομήσῃ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐκ τῆς μισθοδοσίας ἑνὸς ὑπαλλήλου τοῦ λογιστηρίου, ὅπου ὑπάρχουν δέκα πέντε γραφεῖς καὶ ὅπου ἐξοδεύονται 150,000. Ἔπρεπε λοιπὸν ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ προφέρῃ αὐτὴν τὴν λέξιν; Κύριοι, ὅ,τι σήμερον ζητῶ καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιψηφίσῃ δὲν εἶναι μόνον τῆς παρούσης στιγμῆς, οὔτε οὔτε πρὸ δύω μηνῶν, ἀλλ’ εἶναι ὅ,τι πέρυσιν ἡ αὐτὴ Βουλὴ παρεδέχθη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ διὰ τὴν σύστασιν τοῦ ταμείου, καὶ ἀπορῶ πῶς διεξέφυγε τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ μάλιστα σήμερον, ὁπότε ὑπάρχει μεγαλητέρα ἀνάγκη, διότι πρόκειται νὰ προσφέρουν καὶ μεγαλητέρους φόρους. Ἡ ἐπαρχία μου, Κύριοι, ἔχει ἔκτασιν μεγάλην, εἶναι ὀρεινὴ, ἔχει ἔσοδα πολλὰ, διασχίζεται δὲ ὑπὸ ποταμῶν καὶ πρὸ πάντων ἔχει ἐμπόδια μεγάλα πρὸς τὴν ὅμορον ἐπαρχίαν, εἰς ἣν ὑπάγεται οἰκονομικῶς· ἡ εἴσπραξις δὲν εἶναι ποτὲ δυνατὴ, τὰ δὲ ἐθνικὰ κτήματα θέλουσι καταστραφῆ, ἐὰν δὲν δεχθῆτε τὴν πρότασίν μου, διότι θέλετε ἰδῆ, ὅτι οὔτε σπιθαμὴ γῆς θέλει ὑπάρξει, αἱ δὲ καθυστερούμεναι εἰσπράξεις θ’ αὐξήσουν περισσότερον. Ἴσως μὲ εἴπῃ τις, διατί ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου δὲν θέλουν ν’ αὐξήσουν αἱ καθυστερήσεις; Ἐπιθυμῶ νὰ μὴ σύρωνται παρὰ τῶν εἰσπρακτόρων οἱ κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας μου, διότι διὰ τῆς τακτικῆς εἰσπράξεως ἤθελον κατασταθῆ πολῖται ἐλεύθεροι καὶ δὲν ἤθελον ἀναγκάζεσθαι σήμερον νὰ φέρωνται ὅπως φέρονται, διότι πολλαὶ εἰσπράξεις τώρα δὲν γίνονται, καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον σύρονται οἱ πολῖται πότε εἰς τὸ Μεσολόγγιον καὶ πότε εἰς τὴν Βόνιτσαν· θέλω λοιπὸν νὰ σώσω τοὺς συμπολίτας μου ἀπὸ ἓν κακὸν, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἀπὸ τὴν κακὴν διαχείρισιν τῆς εἰσπράξεως, καὶ νὰ φέρω τὴν διευκόλυνσιν τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας, διότι ἡ πόλις Κραβασαρᾶς εἶναι κέντρον στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, καὶ σήμερον ἀκόμη εἶναι ἀρχηγεῖον ἐκεῖ, τὸ ὁποῖον τὸ ἴδιον ἐζήτησε τὴν σύστασιν αὐτῶν τῶν ἀρχῶν, διότι δι’ οἱανδήποτε δαπάνην εὑρίσκεται εἰς ἀνάγκην νὰ ναυλόνῃ πλοῖον. Ζητῶ λοιπὸν διὰ τὴν διευκόλυνσιν τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῆς ἐπαρχίας καὶ τῶν πολιτῶν τὴν σύστασιν αὐτῶν τῶν ἀρχῶν, διὰ νὰ μὴ καταστραφῇ ἐντελῶς ὅ,τι ἐθνικὸν κτῆμα ὑπάρχει ἐκεῖ, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ, ἥτις πέρυσιν ἐξετίμησε τὴν ἀνάγκην τῆς ὑπάρξεως αὐτῶν τῶν ἀρχῶν, θέλει καὶ ἐφέτος τὴν ἐκτιμήσει ἐπίσης· διὸ ἐπιμένω εἰς τὸ νὰ συζητηθῇ διὰ τρίτην φορὰν ἡ πρότασίς μου.
§105ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐζητήσαμεν τῷ ὄντι τὴν αὔξησιν τῶν φόρων διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς πατρίδος, διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν καὶ λοιπὴν ὑπηρεσίαν, ὄχι βέβαια διὰ νὰ δημιουργήσωμεν θέσεις. Ἑπομένως δὲν εἶχε δίκαιον ὁ προλαλήσας ν’ ἀναμίξῃ τὸ ζήτημα τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων μὲ τὴν σύστασιν διαφόρων θέσεων. Ἂν ἀνέγνωσε (καὶ πρέπει ν’ ἀνέγνωσε τὸν προϋπολογισμὸν) θὰ εἶδε πολὺ καλὰ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κατέφυγεν εἰς τὸ μέτρον νὰ καταργήσῃ ἀρχὰς λόγῳ οἰκονομίας, διότι θὰ ἴδῃ, ὅτι καὶ ὑποτελωνεῖα καὶ σταθμαρχεῖα καὶ τόσας ἄλλας ἀρχὰς κατηργήσαμεν ἀπὸ πνεῦμα οἰκονομίας. Ἐνῷ λοιπὸν ἀφ’ ἑνὸς καταργοῦμεν εἰς ἄλλα μέρη ἀρχὰς χάριν οἰκονομίας, ἀφ’ ἑτέρου ζητοῦν ν’ ἀνεγείρωμεν ἄλλας· ὑπομονὴ, ἐὰν ἐζήτουν ἀρχὰς, ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῶν ὁποίων οἱ κάτοικοι ὑποφέρουν, διὰ δικαστήρια καὶ τὰ τοιαῦτα· ἀλλὰ διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων, διὰ τὴν ὁποίαν ὁ εἰσπράκτωρ τρέχει ἀριστερᾷ καὶ δεξιᾷ, ἔχει ἀνάγκην ὁ πολίτης νὰ ἔχῃ τὸ ταμεῖον ἐντὸς τῆς πόλεως, τὴν ὁποίαν κατοικεῖ;
§106ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς τὴν δέχεσθε;
§107ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὸ ἄλλο μέρος τὸ δέχομαι.
§108ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Συγχωρήσατέ μοι, Κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω τὴν παροιμίαν, ἀκριβῶς στὰ πίτουρα καὶ φτηνὸς στὰ ἀλεύρια. Δεξιᾷ καὶ ἀριστερᾷ διασκορπίζωμεν τὰ δημόσια καὶ ζητοῦμεν πιστώσεις καὶ ἐπὶ πιστώσεων, καθὼς καὶ εἰς τὸ πρὸ ὀλίγου ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐψηφίσαμεν καὶ τὸ ὁποῖον δὲν στηρίζεται οὔτε εἰς νόμον, οὔτε εἰς συνθήκην· μάλιστα γνωρίζω ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς ἐγένετο σκέψις ὅταν τὸ τότε ὑπουργεῖον ἀπεφάσισε νὰ δώσῃ τὴν σύνταξιν εἰς τοὺς χωροφύλακας.
§109ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἐπανερχόμεθα εἰς τὸ θέμα.
§110ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Μὴ μὲ στενοχωρεῖτε. — Ἐχρημάτισα, Κύριοι, ποτὲ ἔπαρχος εἰς τὴν ὡραίαν ἐπαρχίαν τοῦ Βάλτου, καὶ πολλάκις εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ γράψω ἐπισήμως καὶ ἡμιεπισήμως εἰς τὸ ὑπουργεῖον ἵνα ἐνιδρύσῃ τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος ἀρχάς. Ἡ ἐπαρχία τοῦ Βάλτου, ἐὰν ᾖναι μικρὰ ὡς πρὸς τὸν πληθυσμὸν, εἶναι μεγάλη καὶ σχεδὸν ἀπέραντος ὡς πρὸς τὴν ἔκτασιν· οἱ πολῖται ἀναγκάζονται 10 καὶ 15 ὥρας περιπλανώμενοι νὰ μεταβαίνωσιν εἴτε εἰς τὴν Βόνιτσαν, εἴτε εἰς τὸ Μεσολόγγιον, διὰ νὰ ἐξομαλύνωσι τὰς οἰκονομικάς των ὑποθέσεις· ὥστε τοιουτοτρόπως ἕνας πολίτης, ὅστις ὀφείλει 20 δρ. εἴτε 40, εἶναι ἠναγκασμένος νὰ θυσιάσῃ 80, διότι θέλει δύω ἡμέρας νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν Βόνιτσαν καὶ δύω νὰ ἐπανέλθῃ· ὥστε αἱ ζημίαι, αἵτινες γίνονται εἰς τοὺς ἀνθρώπους, εἶναι πολὺ μεγάλαι. Διϊσχυρίζεται ὁ κύριος ὑπουργὸς, ὅτι αἱ εἰσπράξεις γίνονται ἀπὸ τοὺς εἰσπράκτορας καὶ δὲν ἔχουν οἱ πολῖται ἀνάγκην ἀπὸ τὰ ταμεῖα, ἀλλ’ ἠξεύρετε τὴν κατάθλιψιν τῶν ἐνοικιαστῶν καὶ τῶν εἰσπρακτόρων. Ἐγὼ συνέλαβον πολλάκις, καὶ ἀναφέρομαι εἰς τὸ ἀρχεῖον τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσπράκτορας μὲ διπλοῦς καταλόγους καὶ διπλᾶ διπλότυπα, καὶ τοὺς κατήγγειλα. Ὁ πολίτης λοιπὸν, ὅστις πληρόνει καὶ καταπιέζεται νὰ πληρώσῃ καὶ ἐκ δευτέρου 15 δραχ. τί θὰ κάμῃ; Ἐὰν ὑπάγῃ εἰς τὸ Μεσολόγγιον διὰ νὰ ἀναφερθῇ εἰς τὴν προϊσταμένην ἀρχὴν ἢ εἰς τὴν Βόνιτσαν, θὰ ἐξοδεύσῃ περισσότερα, καὶ ὡς ἐκ τούτου προκρίνει νὰ δώσῃ τὸν λεγόμενον τζερεμέν. Ἀφ’ ἑτέρου, Κύριοι, καὶ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται διὰ τὴν σύστασιν τῶν ἀρχῶν αὐτῶν, δὲν εἶναι τοσοῦτον μέγα, εἶναι μόνον 3,000, δρ. Καὶ ἔπειτα ὁ τόπος αὐτὸς ἀφ’ ἑνὸς μὲν περικλείεται ὑπὸ θαλάσσης, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἀπὸ ποταμοὺς καὶ ἐκ τρίτου ἀπὸ τὰ μεθόρια, ὥστε εἶναι ἡ κεντρικωτέρα θέσις εἰς ἣν ἡ Κυβέρνησις ἀείποτε πρέπει νὰ ἀποβλέπῃ. Εἶναι πρωτεύουσα ὁ Κραβασαρᾶς, ὅπου καὶ σήμερον ὑπάρχει ἀρχηγεῖον καὶ εἶναι ἠναγκασμένον νὰ ζητῇ χρήματα ἀπὸ τὸ Μεσολόγγιον ἢ τὴν Βόνιτσαν· καὶ δὲν ἦτο καλλίτερον αὐτὴν τὴν δαπάνην νὰ τὴν δαπανήσωμεν διὰ τὴν σύστασιν ἑνὸς ταμείου εἰς τὸν τόπον αὐτόν; Ἑπομένως, Κύριοι, πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν φιλοτιμίαν παντὸς τόπου, τὸ ἀρηΐφιλον, τὸ ὀξύθυμον, τὸ γενναῖον τοῦ Βαλτινοῦ· δὲν πρέπει ποτὲ ἡ Κυβέρνησις νὰ τὰ παραμελῇ, καθ’ ὅσον μάλιστα εἶναι καὶ ὁ ὀλιγώτερα ἐλλείμματα ἔχων τόπος, διότι ὅλοι εἶναι καλοπληρωταί. Εἰσήγαγον εἰς δίκην τοὺς εἰσπράκτορας καὶ τοὺς ἐνοικιαστὰς μὲ τοὺς διπλοῦς καταλόγους. Ποῖος ἄλλος ἔπαρχος δύναται νὰ ὑπηρετήσῃ οὕτω; Διὰ τοῦτο εἶμαι ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου Στράτου, καὶ παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸ ὑπουργεῖον νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ.
§111ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ τὸ θελήσῃ, δὲν ἔχομεν ἀντίῤῥησιν.
§112ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καθὼς ἠξεύρετε, Κύριοι, ταμεῖα καὶ ἐφορεῖα ὑπάρχουν εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας, ἐκτὸς ὀλίγων, εἰς ἃς δὲν ἐνεκρίθη ἡ σύστασις τοιούτων ἀρχῶν, διότι αἱ πρωτεύουσαι αὐτῶν κεῖνται πολὺ πλησίον εἰς τὰς πρωτευούσας ἄλλων ἐπαρχιῶν μεγαλητέρων· δὲν ὑπάρχει π. χ. ἐφορεῖον καὶ ταμεῖον εἰς τὸ Ἄργος, διότι ἀπέχει μόλις δύω ὥρας ἀπὸ τὸ Ναύπλιον· ἐπίσης εἰς τὴν Μεσσήνην, διότι ἡ πρωτεύουσα αὐτῆς κεῖται πλησίον εἰς τὰς Καλάμας. Ἕνεκα τοιούτου τινὸς λόγου ὑπέθεσαν ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ὑπάρχῃ ἰδιαίτερος ἔφορος καὶ ταμίας καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν τοῦ Βάλτου, καὶ διὰ τοῦτο τὴν συνεχώνευσαν μὲ τὴν ἐπαρχίαν τῆς Βονίτσης. Σήμερον γίνεται πρότασις πρὸς σύστασιν ἰδιαιτέρου ταμείου καὶ ἐφορίας εἰς τὴν ἐπαρχίαν ταύτην. Διὰ ν’ ἀποφασίσωμεν περὶ τούτου δύω τινὰ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν· πρῶτον, ἐὰν ἦναι ἀναγκαία καὶ ὠφέλιμος ἡ σύστασις ἰδιαιτέρων οἰκονομικῶν ἀρχῶν εἰς τὴν ἐπαρχίαν Βάλτου, δεύτερον, ὁποία τις ἀπαιτεῖται δαπάνη διὰ τὰς ἀρχὰς ταύτας. Περὶ τοῦ πρώτου δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς εἴπω τίποτε, διότι ὅλοι εἶσθε πεπεισμένοι, ὅτι ἀκόμη ἔχομεν τὸ ἐν ἰσχύϊ φορολογικὸν σύστημα, καὶ ἐνόσῳ ὑπάρχουν ἐθνικὰ κτήματα, ὅσον περισσότεραι οἰκονομικαὶ ἀρχαὶ ὑπάρχουν, τόσον εἶναι ὠφελιμώτεραι καὶ διὰ τὸ δημόσιον καὶ διὰ τοὺς πολίτας. Πᾶς πολίτης εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προσέρχηται πολλάκις τοῦ ἔτους εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου καὶ τοῦ ταμείου, ὅσον δὲ πλησιέστερα εὑρίσκει τὸν ταμίαν καὶ τὸν ἔφορον, τόσον περισσότερον εὐκολύνεται· ἐὰν δὲ τὸ Ἄργος καὶ τὸ Νησίον ἀπέχουν μίαν ἢ δύω ὥρας ἀπὸ τὸ Ναύπλιον καὶ τὰς Καλάμας, ὁ Βάλτος ἀπέχει ὀκτὼ ὥρας ἀπὸ τὴν Βόνιτσαν καὶ φαντασθῆτε πόσον δύσκολον εἶναι διὰ τὸν πολίτην νὰ τρέχῃ ἀπὸ τὸν Κραβασαρᾶν εἰς τὴν Βόνιτσαν· ὥστε ἡ σύστασις ἰδιαιτέρων οἰκονομικῶν ἀρχῶν εἰς τὴν ἐπαρχίαν τοῦ Βάλτου εἶναι ἀναντιῤῥήτως ὠφέλιμος καὶ εἰς τοὺς πολίτας καὶ εἰς τὸ δημόσιον. Μένει τὸ δεύτερον ζήτημα, τουτέστιν ὁποία εἶναι ἡ δαπάνη, ἥτις θὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐκ τῆς συστάσεως ἰδιαιτέρας οἰκονομικῆς ἀρχῆς· ἡ δαπάνη αὕτη εἶναι πολὺ μικρὰ, διότι, ἂν συστηθῇ ἰδιαιτέρα ἐφορία καὶ ἰδιαίτερον ταμεῖον εἰς τὴν ἐπαρχίαν τοῦ Βάλτου, ἡ ἐφορία καὶ τὸ ταμεῖον τῆς Βονίτσης, τὰ ὁποῖα σήμερον ἔχουν δικαιοδοσίαν καὶ ἐπὶ τοῦ Βάλτου, θέλουν ὑποβιβασθῆ ἡ μὲν ἐφορία ἀπὸ τὴν γʹ. τάξιν εἰς τὴν δʹ. τὸ δὲ ταμεῖον ἀπὸ τὴν βʹ. εἰς τὴν γʹ. τάξιν· ἐκτὸς τούτου εἰς τὸν Βάλτον ὑπάρχει ὑποτελωνεῖον, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ καταργήσωμεν, καὶ οὕτως ἡ δαπάνη διὰ τὰς νέας ἀρχὰς δὲν θέλει ὑπερβῆ τὰς 1000 δραχ. κατ’ ἔτος, Σήμερον ἔχετε βʹ. τάξεως ταμεῖον εἰς τὴν Βόνιτσαν καὶ πληρόνετε 220 δραχμὰς κατὰ μῆνα διὰ τὸν ταμίαν καὶ 130 διὰ τὸν γραμματέα αὐτοῦ· ἂν ἤδη τὸν ταμίαν τῆς Βονίτσης ὑποβιβάσητε εἰς τὴν γʹ. τάξιν ἕνεκα τῆς συστάσεως τοῦ νέου ταμείου, θὰ ἔχετε οἰκονομίαν ἀπὸ μὲν τὸν μισθὸν τοῦ ταμίου 40 δραχ. κατὰ μῆνα, ἀπὸ δὲ τὸν τοῦ γραμματέως 130, τὸ ὅλον 170, δὲν ἔχετε δὲ νὰ ἐξοδεύσητε εἰμὴ μόνον 180 δραχμὰς διὰ τὸν νέον ταμίαν, ὥστε θὰ προκύψῃ αὔξησις δαπάνης μόνον 10 δραχμῶν κατὰ μῆνα ἢ 120 δρ. κατ’ ἔτος· προσθέσατε δὲ καὶ 15 δραχ. διὰ τὴν μηνιαίαν ἐπιχορήγησιν καὶ θὰ ἔχετε τὸ ὅλον τῆς ἐτησίας δαπάνης ἀνερχόμενον εἰς 300 δραχ. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἐφορίαν, ἡ δαπάνη εἶναι μεγαλητέρα· ἔχετε σήμερον εἰς τὴν Βόνιτσαν οἰκονομικὸν ἔφορον γʹ. τάξεως, ὅστις πληρόνεται 180 δραχ. ἔχει δὲ καὶ ἕνα γραμματέα λαμβάνοντα 120, τὸ ὅλον 300 δραχ. Ἐὰν κάμητε δύω ἐφορίας δʹ. τάξεως, ἀναγκαιοῦσι 280 δραχμαί· ἐὰν δὲ δώσητε εἰς τὴν μίαν ἐξ αὐτῶν καὶ γραμματέα, θὰ χρειασθῇ μικρὰ δαπάνη, ἀλλὰ δύνασθε νὰ ἀναθέσητε εἴτε εἰς τὸν ταμίαν, εἴτε εἰς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον τὰ χρέη τοῦ ὑποτελώνου, ὅστις λαμβάνει 140 δρ. τὸν μῆνα, καὶ τότε διὰ τὸ ταμεῖον καὶ τὴν ἐφορίαν δὲν θέλουσι δαπανηθῆ οὔτε 1000 δραχμαί. Νομίζετε τώρα, ὅτι τὸ ποσὸν εἶναι τόσον μέγα διὰ νὰ στερήσωμεν μίαν ἐπαρχίαν ἀπὸ τὰς εὐκολίας, τὰς ὁποίας ζητεῖ, καὶ νὰ ἀφήσωμεν τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου ἀπροστάτευτα; Ἐγὼ δὲν τὸ φρονῶ, καὶ ἑπομένως κηρύττομαι ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Στράτου.
§113ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ. Ὑπάρχει πρὸ πολλοῦ πρότασις περὶ συστάσεως οἰκονομικῆς ἐφορίας εἰς τὸ Ἄργος, ἥτις ὑποστηρίζεται διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους, οὓς ἐξέθεσεν ὁ Κ. Σωτηρόπουλος.
§114ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ Κ. Σωτηρόπουλος εἶπε καὶ ἕνα λόγον, ὃν δὲν ἔχει ἡ ἐπαρχία σας, — τὸν λόγον τῆς ἀποστάσεως.
§115ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ. Ἀκούσατε τὸ ἑξῆς· τὸ ταμεῖον καὶ ἡ οἰκονομικὴ ἐφορία πρέπει νὰ ᾖναι εἰς τὸ Ἄργος καὶ οὐχὶ εἰς τὸ Ναύπλιον, διότι ἡ ἐπαρχία τῆς Ναυπλίας, συγκειμένη ἐκ δύω δήμων, δὲν παρέχει τίποτε εἰς τὸ δημόσιον, ἐνῷ ὅλα τὰ εἰσοδήματα εἰσπράττονται ἀπὸ τὸ Ἄργος, καὶ οἱ δῆμοι τοῦ Ἄργους ἀπέχουν ἀπὸ τῆς Πρωτευούσης δώδεκα ὥρας· οὕτω δὲ ἀναγκάζονται οἱ χωρικοὶ νὰ πηγαίνουν εἰς τὸ Ναύπλιον, νὰ καταδαπανῶνται καὶ νὰ δυσκολεύωνται εἰς τὰς ἐργασίας· ὁ δὲ οἰκονομικὸς ἔφορος Ναυπλίας ἀναγκάζεται νὰ ἐξέρχηται συχνὰ εἰς τὸ Ἄργος, ὅταν πρόκειται νὰ γίνῃ ἐκτίμησις. Ἂν δὲ ἡ οἰκονομικὴ ἐφορία γίνῃ εἰς τὸ Ἄργος, τὸ δημόσιον θὰ ἔχῃ εἰσόδημα ὄχι 300 δραχμὰς, ἀλλὰ 1000 δραχ. κατ’ ἔτος, διότι τότε ἡ οἰκονομικὴ ἐφορία Ναυπλίου θὰ καταβιβασθῇ εἰς τὴν βʹ. τάξιν (θόρυβος).
§116ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ὑποστηρίζει αὐτὴν, ἀνεγνώρισαν τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπιβολῆς νέων φόρων, εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων δὲν εὑρίσκεται εἰς ἰσοῤῥοπίαν, καὶ ἡ Κυβέρνησις προτείνει καὶ ἡ Βουλὴ παραδέχεται τὴν ἐπιβολὴν ἐκτάκτων καὶ βαρυτάτων φόρων, ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐπικρατῇ ἐν τῇ Κυβερνήσει καὶ ἐν τῇ Βουλῇ τὸ σύστημα τῶν οἰκονομιῶν, τὸ ὁποῖον ἐν μέρει φαίνεται, ὅτι ἀσπάζεται καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἀποκρούει ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς. Ἐνῷ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θεωρεῖ περιττὴν τὴν διατήρησιν ἐννέα γραφέων εἰς τὰ ταμεῖα πρώτης καὶ δευτέρας τάξεως, καὶ ἑπομένως διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ προτείνει τὴν κατάργησιν αὐτῶν, ἡ ἐπιτροπή, ἥτις ἀνήκει εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, δὲν δέχεται τὴν ἀπάλειψιν αὐτῶν, ἀλλὰ προτείνει τὴν διατήρησίν των. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ καλλίτερον ὅσον γνωρίζει ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ ὑπηρεσία. Ἐκφράζω δὲ τὴν ἀπορίαν μου διὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἠκολούθησεν ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς. Παρακαλῶ ἑπομένως ν’ ἀποῤῥιφθῇ ἡ γνώμη αὐτῆς διὰ τὴν προσθήκην τῶν γραφέων, ὡς καὶ τὸ περὶ συστάσεως ταμείων καὶ ἐφοριῶν εἰς τὰς ἐπαρχίας Βάλτου καὶ Ἄργους, διότι ταῦτα ἀντιβαίνουσιν εἰς τὸ σύστημα τῶν οἰκονομιῶν, τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ τηρήσωμεν.
§117ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς ἐτόλμησεν ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, ἠρώτησεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, νὰ προτείνῃ αὔξησιν δαπάνης; Πῶς ἐτόλμησε, λέγω καὶ ἐγώ, ὁ κ. βουλευτὴς νὰ ἐπιτιμᾷ τὴν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ἔκαμε χρῆσιν τοῦ δικαιώματός της καὶ ἦλθε νὰ ὑποβάλῃ ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς παρατηρήσεις ἐπὶ ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα ἐμελέτησε καὶ κατενόησε πολὺ καλλίτερον ἀφ’ ὅ,τι αὐτὸς τὰ ἐννοεῖ; Ὁ Κ. βουλευτὴς ἔχει, φαίνεται, τὴν ἰδέαν, ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ τῆς Βουλῆς δὲν ἔχουν δικαίωμα νὰ κάμνουν παρατηρήσεις, καὶ ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εἴτε ἀπὸ λάθος, εἴτε ἀπὸ ὁποιονδήποτε λόγον, ἠθέλησε νὰ ἀπαλείψῃ δαπάνην τινά, ἡ πρᾶξις αὕτη τῆς Κυβερνήσεως δὲν ὑπόκειται εἰς κἀνένα ἔλεγχον, καὶ ὅτι οὔτε οἱ βουλευταί, οὔτε αἱ ἐπιτροπαὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ φέρωσι παρατηρήσεις, καὶ νὰ ἰσχυρισθῶσιν, ὅτι κακῶς ἀπηλείφθη ἡ δαπάνη, ἔστω καὶ ἐὰν ἐκ τῆς ἀπαλείψεως πρόκειται νὰ γεννηθῶσι μεγαλήτεραι δυσχέρειαι, καὶ πολὺ μεγαλήτεραι ζημίαι παρὰ τὴν ὠφέλειαν, τὴν ὁποίαν θέλει φέρει ἡ οἰκονομία. Νομίζει ἴσως ὁ Κ. Παπαμιχαλόπουλος, ὅτι μόνον ἡ Κυβέρνησις γνωρίζει τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας καὶ οὐδεὶς ἄλλος· ἐὰν αὐτοῦ ᾖναι τόσον περιωρισμέναι αἱ γνώσεις, δὲν πρέπει νὰ φρονῇ ὅτι καὶ τῶν ἄλλων εἶναι τοιαῦται, καὶ ὅτι μόνον οἱ ὑπουργοὶ ἔχουν τὸ μονοπώλιον νὰ γνωρίζουν τί χρειάζεται διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Ἐπικρατείας.
§118ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἤθελον, κύριοι, οὔτε θέλω νὰ διαφιλονεικήσω τὰς γνώσεις καὶ τὰ φῶτα τοῦ κυρίου Σωτηροπούλου, ὁ ὁποῖος φαίνεται, ὅτι ἐγγίχθη ἀπὸ τὰς παρατηρήσεις τὰς ὁποίας ἔκαμα, διότι εἶχον τὴν τιμὴν νὰ τὸν πλησιάσω, ὅτε ἦτο γραμματεὺς εἰς τὴν ἐφορίαν (θόρυβος ἀποδοκιμασίας). Ἐγώ, κύριοι, κάμνω τὴν παρατήρησιν ταύτην (θόρυβος)· λυποῦμαι διότι ὁ κύριος Σωτηρόπουλος παρενόησε τοὺς λόγους μου, ἐγὼ κύριοι, εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἐπιβάλλει νέους φόρους, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἐπιτροπὴ τὸ ἀκριβὲς σύστημα τῶν οἰκονομιῶν, καὶ ὅταν ἔρχηται ἡ Κυβέρνησις καὶ λέγῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι αὐτὸ μοῦ ἀρκεῖ διὰ νὰ κυβερνήσω τὸν τόπον, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν ἔπρεπεν, οὔτε ἔχει τις τὸ δικαίωμα νὰ προτείνῃ αὔξησιν δαπάνης, διότι μόνον ἡ Κυβέρνησις εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ πόσων ὀργάνων ἔχει ἀνάγκην διὰ νὰ διοικήσῃ τὸν τόπον. Ἀλλ’ ἠξεύρετε διατὶ ἔγεινεν ἡ πρότασις αὕτη τῆς ἐπιτροπῆς; Πρέπει νὰ λέγωμεν καθαρὰν τὴν ἀλήθειαν· ἔγεινε διὰ νὰ οἰκονομηθῶσι πρόσωπα, καὶ τοῦτο μόνον εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ἡ ἐπιτροπή. Δὲν ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ἐκφράσω τὸν θαυμασμόν μου δι’ αὐτά; Πρέπει, κύριοι, νὰ ἤμεθα φειδωλοὶ εἰς τὰς δαπάνας, ἵνα μὴ ἐπιβαρύνηται ὁ λαὸς καὶ μισθοδοτῶμεν οὕτω περιττοὺς ὑπαλλήλους. Ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν ν’ ἀποῤῥίψῃ τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς ὡς πρὸς τὴν μὴ ἀπάλειψιν τῆς δαπάνης τῶν 9 γραφέων καὶ ὡς πρὸς τὴν σύστασιν ἰδιαιτέρων ἀρχῶν εἰς τὰς διαφόρους ἐπαρχίας.
§119ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Καὶ χθὲς ἐσύστησα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰς οἰκονομίας καὶ σήμερον τὴν αὐτὴν βάσιν θέλει ἔχει ὁ λόγος μου, ὅστις ἀποβλέπει εἰς τὴν ὑποστήριξιν τῶν προτάσεων περὶ συστάσεως διαφόρων οἰκονομικῶν ἀρχῶν, καὶ θέλω ἀποδείξει, ὅτι μακρὰν τοῦ νὰ ἦμαι πρόξενος ζημίας εἰς τὸ δημόσιον, θέλω τοὐναντίον παρουσιάσει ὠφελείας καὶ εἰς τοὺς πολίτας καὶ εἰς τὸ δημόσιον. Δὲν ἀγνοεῖτε, κύριοι, ὅτι ὅσον μακρὰν εἶναι ὁ πολίτης ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον νὰ τὸν προστατεύσῃ, τόσον πάσχει πολυειδῶς —καὶ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα, ὅτι εἶναι κυρίαρχος ὁ εἰσπράκτωρ εἰς μίαν ἀπέραντον ἔκτασιν, ὅπου δὲν εἶναι δυνατὸν ἐκ τοῦ πλησίον νὰ ἐπιβλέπηται ἀπὸ τὸν προϊστάμενον ταμίαν. Ἠξεύρετε, κύριοι, ὅτι πολλάκις διὰ 2 ἢ 3 δραχμὰς δωροδοκούμενοι ἀφίνουν ἀκαταδιώκτους τοὺς ὀφειλέτας καὶ συμβαίνουσιν οὕτω δύω κακὰ, καὶ τὸ δημόσιον δὲν εἰσπράττει καὶ ὁ πολίτης ζημιοῦται, διότι πάντοτε τὸ χρέος εἶναι χρέος καὶ τὸν τόκον τοῦ χρέους θὰ πληρώσῃ· ἑπομένως συμφέρει νὰ συστήσωμεν ἀρχὰς οἰκονομικὰς, ὥστε νὰ ἐπιβλέπωνται οἱ εἰσπράκτορες ἐκ τοῦ πλησίον ἀπὸ τοὺς προϊσταμένους καὶ ὁ πολίτης νὰ ἀναφέρῃ τὰ παράπονά του ὅπως θεραπεύωνται. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου ἐδόθη ἓν παράδειγμα καὶ τὸ γνωρίζει ὁ κύριος ὑπουργός. Οἱ εἰσπράκτορες ἐξέδιδον διπλᾶ γραμμάτια, ἀλλ’ εἰς τὸ γραμμάτιον τὸ ὁποῖον ἐξέδιδον ἐσημείωνον, ὅτι ἐπλήρωσεν ὁ γεωργὸς φόρον 25 λεπτὰ δι’ ἕνα μελίσσι, εἰς δὲ τὸ στέλεχος ἐσημείωνον ὅτι ἐπλήρωσε τὸ αὐτὸ καὶ εἰς τὸν ταμίαν· παρουσιάζοντες τὴν κατάστασιν ἔλεγον, αὐτὰ εἰσεπράξαμεν· ἀλλ’ ἐν τούτοις οἱ πολῖται οἱ φορολογούμενοι κατεδιώκοντο, διότι δὲν ἦσαν πλησίον εἰς τὸν ταμίαν νὰ ἀναφέρουν τὸ γενόμενον. Λοιπὸν σχετικῶς μὲ τὰ ὠφέλη, τὰ ὁποῖα παρουσιάζει ἡ σύστασις μιᾶς ἀρχῆς εἰς ἕνα τόπον, ὁ ὁποῖος εἶναι πολὺ μεμακρυσμένος ἀπὸ τὸ κέντρον τῆς ὑπηρεσίας, νομίζω, ὅτι ἀξίζει νὰ κάνωμεν τὴν θυσίαν, καὶ ἴσα ἴσα στηρίζεται εἰς τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ἔφερεν ὁ κύριος βουλευτὴς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, ὅτι πρέπει νὰ κάμωμεν οἰκονομίας· καὶ λέγω, ὅτι πρέπει νὰ κάμωμεν οἰκονομίας, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ θεραπεύῃ τὰς ἀνάγκας τοῦ πολίτου καὶ νὰ μὴ ἀφίνῃ αὐτὸν ἀπροστάτευτον. Νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ζημιωθῇ τὸ δημόσιον, ἂν συστηθῇ μία ἐφορία καὶ ἓν ταμεῖον εἰς τὸ Ἄργος· διότι ἤδη ἔχομεν μίαν ἐφορίαν πρώτης τάξεως εἰς τὸ Ναύπλιον καὶ ἓν ταμεῖον πρώτης τάξεως· δυνάμεθα νὰ καταβιβάσωμεν ταῦτα εἰς τὴν τρίτην τάξιν, ὅπως συστήσωμεν μίαν ἐφορίαν καὶ ἓν ταμεῖον εἰς τὸ Ἄργος, ἂν ὄχι δευτέρας τάξεως, τοὐλάχιστον τετάρτης· τοῦτο δὲ θέλει χρησιμεύσει πολὺ εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, διότι, καθὼς εἶπεν ὁ συνάδελφος Κύριος Μανουσάκης, εἶναι ἠναγκασμένον τὸ δημόσιον νὰ ἐξοδεύῃ 2000 δραχμὰς ὅπως μεταβαίνῃ ὁ ἔφορος ἀπὸ τὸ Ναύπλιον εἰς τὸ Ἄργος, ἑκάστη δὲ μετάβασις αὐτοῦ κοστίζει 10 δραχμάς... Διὰ ταῦτα ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Μανουσάκη.
§120ΚΑΡΑΜΑΝΟΣ. Πολλοὶ συνιστοῦν τὴν σύστασιν ταμείων πρὸς ζημίαν τοῦ δημοσίου, ἐγὼ συνιστῶ τὴν σύστασιν ταμείου εἰς τὴν ἐπαρχίαν Τροιζηνίας πρὸς ὄφελος τοῦ δημοσίου ταμείου. Καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος. Ἀπὸ τῆς συστάσεως ταμείων ἡ ἐπαρχία Τροιζηνίας ἐθεωρήθη ὡς μία τῶν προσοδοφόρων ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους καὶ ἐκεῖ ἐσυστήθη ταμεῖον, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε μέχρι τοῦ ἔτους 1855, ὁπότε δι’ ἀγνώστους λόγους μετετέθη ἡ ἕδρα τοῦ ταμείου ἀπὸ Πόρου εἰς Ὕδραν. Διὰ τῆς μεταθέσεως ταύτης ἐπεβαρύνθη τὸ δημόσιον ταμεῖον μὲ δαπάνην περιττήν· διότι, ἐνῷ μέχρι τοῦ ἔτους 1855 ἡ σύστασις τελωνείου ἐθεωρεῖτο περιττή, (διότι τὰ χρέη τοῦ ὑποτελωνείου τὰ ἐξεπλήρονεν ὁ ταμίας), διὰ τῆς μεταθέσεως τοῦ τελωνείου ἀπὸ Πόρου εἰς Ὕδραν ἐθεωρήθη ἀναγκαία ἡ σύστασις ὑποτελωνείου ἐν Πόρῳ (θόρυβος), καὶ οὐ μόνον τὸ δημόσιον ἐπεβαρύνθη διὰ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ δυσχέρειαι πολλαὶ ἐγεννήθησαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, διότι ἡ Ὕδρα ἀπέχει πολὺ ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν Τροιζηνίας θόρυβος).
§121ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐπιβάλλετε ἡσυχίαν, Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἀκούομεν.
§122ΚΑΡΑΜΑΝΟΣ. Οὔτε ἐγὼ ἀκούω τὸν ἑαυτόν μου. Τελειόνω, κύριοι, παρακαλῶν τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ ταμεῖον τρίτης τάξεως ἐν Πόρῳ. Ἡμεῖς δὲν θὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος· ἐκ τῆς συστάσεως τοῦ ταμείου θὰ προέλθῃ δαπάνη 3,000 δραχ. ἀλλὰ θέλει καταφανῆ τὸ περιττὸν τῆς θέσεως τοῦ ὑποτελωνείου διὰ τὸ ὁποῖον δαπανῶνται πολλά· ἐκτὸς τούτου ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου καθίσταται περιττὴ, ἰδοὺ λοιπὸν ὠφέλεια κατὰ μῆνα πραγματική. Λοιπὸν πρὸς εὐκολίαν τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῶν συμφερόντων τῶν φορολογουμένων καὶ πρὸς ὀλιγωτέραν δαπάνην τῶν δημοσίων χρημάτων, προτείνω τὴν σύστασιν ταμείου ἐν Πόρῳ, ἐξ οὗ θέλει προκύψει μεγάλη ὠφέλεια.
§123ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ, κύριοι, δὲν ἔχει τὴν ἀξίωσιν, ὅτι αἱ γνῶμαί της δὲν ὑπόκεινται εἰς τὸν ἔλεγχον, κρίσιν καὶ συζήτησιν τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐννοῶ, ὅτι ὁσάκις πρόκειται νὰ προέλθῃ συζήτησις ἐπὶ τῆς γνώμης της, νὰ συζητῶνται οἱ λόγοι τῶν σκέψεών της· δὲν ἐννοῶ ὅμως ποτὲ, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα ἕκαστος βουλευτὴς ν’ ἀποδίδῃ εἰς αὐτὴν σκέψεις πολὺ μακρὰν ἀπ’ αὐτῆς. Ὁ Κ. Παπαμιχαλόπουλος σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐπηρεάσθη.
§124ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι ἡ ἐπιτροπὴ, ἀλλὰ......
§125ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ προῆλθε μάλιστα ἀπὸ λόγους οἰκονομίας, καὶ αὐτοὶ εἶναι, ὅτι τὰ εἰσοδήματα τοῦ δημοσίου πρέπει νὰ εἰσπράττωνται, διὰ νὰ ἐπαρκοῦν εἰς τὰς ἀνάγκας καὶ μὴ ἐπέρχωνται ὅσα ἐπῆλθον σήμερον, τοὐτέστιν ἡ αὔξησις τῶν φόρων, διότι, ἂν ἐξακολουθήσῃ τὸ ἴδιον σύστημα, μετὰ 2 ἢ 3 ἔτη θὰ ἔλθῃ πάλιν τὸ σύστημα τῆς αὐξήσεως. Ἡ ἐπιτροπὴ λοιπὸν εἶπεν, ὅτι τὸ μέτρον αὐτὸ εἶναι μέτρον καθυστερήσεων. Καὶ ὁ Κ. Παπαμιχαλόπουλος τὸ ἐννοεῖ πολὺ καλὰ, ὅτι ἡ ταμιακὴ ὑπηρεσία, ὅπως ἦτο κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος συγκεκροτημένη, δὲν ἐπαρκοῦσεν εἰς τὴν ἐνήμερον εἴσπραξιν, καὶ ἐκ τούτου αἱ καθυστερήσεις. Ἀπὸ αὐτὰς τὰς σκέψεις προῆλθεν ἡ ἐπιτροπὴ, καὶ τόσον περισσότερον, καθόσον ἡμεῖς ἀξιοῦμεν ἀπὸ τοὺς ὑπουργοὺς νὰ μᾶς εἴπουν, διατί δὲν εἰσεπράχθησαν οἱ δεῖνα φόροι, ὡς οἱ τῶν παλαιῶν ἐνοικιάσεων· εἶναι ἀναγκαῖα τὰ κονδύλια, διότι ἡ ἐκκαθάρισις αὐτῶν τῶν χρεῶν δὲν ἔγεινεν, οὔτε θὰ γείνῃ. Λοιπὸν, κύριοι, θέλετε νὰ κολοβώσωμεν τὴν ὑπηρεσίαν πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ μὴν εἰσπράττωμεν; θὰ ἐπαυξήσωμεν τὰς καθυστερήσεις καὶ θὰ καταντήσωμεν εἰς τὴν ἐπαύξησιν πάλιν τῶν φόρων. Ἰδοὺ οἱ λόγοι τῶν σκέψεων τῆς ἐπιτροπῆς. Ἂν ἡ Βουλὴ θεωρῇ, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχουν καθυστερήσεις, τότε ἂς ἀποῤῥίψῃ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς.
§126ΛΕΩΤΣΑΚΟΣ. Κύριοι, δὲν εἶμαι ἐναντίος εἰς τὴν σύστασιν τῶν προταθέντων ταμείων. Διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους προτείνω καὶ ἐγὼ νὰ γείνῃ ταμεῖον γʹ τάξεως καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Οἰτύλου· ἡ ἀπόστασις δὲν εἶναι 8, ἀλλὰ 18 ὡρῶν (γέλως).
§127ΠΟΛΛΟΙ. Τί νὰ εἰσπράξῃ ἐκεῖ;
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, κύριοι· θὰ σᾶς ἐρωτήσω περὶ τῆς γνώμης τῆς ἐπιτροπῆς, περὶ συστάσεως ταμείου εἰς Βάλτον.
§129Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τὸν λόγον, Κ. Πρόεδρε.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτελείωσεν ἡ συζήτησις (Θόρυβος).
§131Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τότε θεωρῶ τετελεσμένην τὴν συζήτησιν, ὅταν ἐπέλθῃ ἀπόφασις.
§132Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ κλείσῃ ἡ συζήτησις, πλὴν ἂν ὁμιλήσουν ὅλοι οἱ ζητήσαντες τὸν λόγον.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει ἕκαστος νὰ τὸν ζητῇ ὅταν πρέπῃ· ἂν ὅμως ἡ Βουλὴ τὸ ἐγκρίνῃ, ἂς ὁμιλήσῃ.
§134ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ ὁμιλήσῃ, Κ. Πρόεδρε.
§135Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Αὐτὸς θὰ ᾖναι πάντοτε ὁ φυσικὸς ῥοῦς τῆς εἰκόνος, ἣν παρουσιάζει σήμερον ἡ Βουλὴ, ὅταν ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλλουσα τὸν προϋπολογισμὸν δὲν ἔχῃ τὴν αὐστηρὰν ἀπαίτησιν νὰ τὸν ὑποστηρίξῃ πλήρη· καὶ, κύριοι δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον ἂν ἓν μέλος τῆς ἐπιτροπῆς διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του δὲν μὲ προεκάλει. Καὶ σήμερον, κύριοι, ἀναμιμνήσκω τὴν ὁμιλίαν τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ καὶ συναδέλφου μου Κ. Πετιμεζᾶ, ὅστις εἶπεν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τῆς ἐξελέγξεως τῶν πιστώσεων δὲν εἰργάσθη εἰλικρινῶς· λέγων ταῦτα δὲν ἐννοῶ νὰ προσβάλω οὐδὲν τῶν μελῶν ἐκείνων, ἀλλὰ τὴν πολιτικὴν ἐκείνην, ἥτις διέπει τὸ σύστημα τῶν ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς. Καὶ, κύριοι, ὅσον ἠθέλησαν νὰ καλυφθῶσιν ὀχυρούμενοι ὄπισθεν τῶν νόμων, ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοὺς ἀποκαλύπτει· διότι, κύριοι, ἔρχεται ἡ ἐπιτροπὴ ἀνωτέρα τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἀνωτέρα τῆς ἀνάγκης τῆς ὑπηρεσίας, νὰ προτείνῃ ἐγκατάστασιν θέσεων πρὸς ἐξοικονόμησιν προσώπων. Καὶ, κύριοι, λέγω δὲν εἶχεν ἄδικον ὁ Κ. Πετιμεζᾶς, ὅταν εἶπεν ὅτι εἰργάσθη ὄχι εἰλικρινῶς· καὶ σήμερον, ὅταν πρόκειται νὰ ἐξελέγξωμεν προϋπολογισμὸν, μολονότι δὲν εἶχα τὴν ἰδέαν νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι ὑπέθετον ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει ὑποστηρίξει πλήρη τὸν προϋπογισμὸν, ἔρχεσθε σήμερον, σεῖς τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ἔρχεσθε σήμερον ἐναντίον τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως ἥτις εἶπεν, ὅτι ἔρχομαι νὰ ζητήσω θυσίας μετὰ μεγάλης θλίψεως, διότι δὲν ἐπαρκῶ, δὲν δύναμαι νὰ διοικήσω, ἔρχεσθε σήμερον ἀμέσως χάριν τῆς ὑπηρεσίας νὰ προσθέσετε δαπάνας! Καὶ γνωρίζομεν, Κύριοι, διότι ἀνήκομεν ὅλοι εἰς ἐπαρχίας, γνωρίζομεν τὰς πιέσεις τὰς ὁποίας ἐξασκεῖ πᾶς βουλευτής· καὶ γνωρίζομεν ὅτι ὁσάκις ἄτομα, βουλευταί τινες, ἐπιθυμοῦν εἴτε διὰ λόγους ἀνάγκης, εἴτε διὰ λόγους ἄλλους νὰ καταστήσωσι μίαν ἀρχὴν εἰς τὸν τόπον των, θὰ ἀποταθοῦν εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Καὶ ποία ἐπαρχία δὲν ἔχει ἀνάγκας; Καὶ ἡ πόλις Ζακύνθου, ἂν ἤξευρεν ὅτι ἠδύνατο νὰ κατορθώσῃ ν’ ἀποκτήσῃ ἐπαρχεῖον, δὲν ἤθελε τὸ ζητήσει; Βλέπετε, ὅτι αἱ προτάσεις αὗται εἶναι ἀπόῤῥοια ὅλαι τῶν πιέσεων, αἱ ὁποῖαι ἐξασκοῦνται. Καὶ διὰ τοῦτο ἤλπιζα ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἰδίως ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπιμείνῃ καὶ ἀποκρούσῃ πᾶσαν πρότασιν, τὴν ὁποίαν αὐτὸς καὶ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας θεωρεῖ μὴ ἀναγκαίαν. Καὶ ἑπομένως καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἐπιτροπὴν, ἔγεινε συνήγορος ἀπαιτήσεων δικαίων ἴσως, ἀλλὰ, κύριοι, ἀπαιτήσεων, οἱ ὁποῖαι προστατεύονται κατ’ ἐξαίρεσιν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν· ἡ πλειοψηφία μάλιστα, ἥτις δὲν ἀρκεῖται, κύριοι, εἰς τὸν συντάξαντα καὶ ὑποβαλόντα τὸν προϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος ἀπολαμβάνει πλήρη τὴν ἐμπιστοσύνην, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην, ἔρχεται ποῦ; ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας ν’ ἀναγνωρίσῃ ἀνάγκας. Ἀλλὰ, λέγουν, ἔχομεν δικαίωμα· ναὶ, ἀλλὰ δὲν ἔχετε τὸ ἠθικὸν δικαίωμα· διότι, κύριοι, ἂν ἔχῃ αὐτὸ τὸ δικαίωμα ἡ ἐπιτροπὴ, δὲν ἠμπορεῖτε ν’ ἀφαιρέσητε τὰς δικαίας ὑπονοίας ὅλων τῶν ἄλλων, καὶ ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς ὑποπτεύσωμεν, ὅτι ἐπιάσθητε, ὅτι ἐνεδώκατε εἰς μίαν πίεσιν εἴτε ἀτομικὴν, εἴτε πολιτικὴν, καὶ τὴν πίεσιν ταύτην ἐρχόμεθα ν’ ἀποκρούσωμεν. Ἰδοὺ, κύριοι, οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μὲ ἠνάγκασαν νὰ σᾶς ὑποβάλω αὐτὰς τὰς ἰδέας μου σχετικῶς πρὸς τὸ ἔντιμον μέλος τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον ἐθεώρησεν ἑαυτὸν προσβεβλημένον εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἐντίμου συναδέλφου Παπαμιχαλοπούλου. Καὶ γνωρίζετε τί θὰ ἀντιτάξω καὶ ἰδίως εἰς τὰ μέλη τὰ ὑποστηρίζοντα τὴν Κυβέρνησιν. Ὅταν ἔρχεσθε διὰ τοιούτων προτάσεων, λέγετε εἰς τὸν λαὸν, λέγετε εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, ὑποταχθῆτε, δὲν ἔχετε δικαίωμα. Καὶ φρονῶ, κύριοι, ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ὡς ἐκ τοῦ σχηματισμοῦ της, εἶναι ἀνωτέρα αὐτῶν τῶν ἰδεῶν καὶ δὲν θὰ καταδεχθῇ νὰ ὑποστῇ τοιαύτην πίεσιν· καὶ τὸ λέγω καθαρὰ, τὰ πρόσωπα, τὰ ἀπαρτίζοντα αὐτὴν τὴν κυβέρνησιν, εἶναι ἀνεπίδεκτα τοιαύτης πιέσεως. Καὶ νομίζω, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον, ὅταν ἔρχεται καθαρὰ καὶ σᾶς λέγῃ, ὅτι ζητεῖ θυσίας ἀπὸ τὸ ἔθνος, δὲν ἔχει σκοπὸν ν’ ἀπομακρυνθῇ καὶ τοῦ σταδίου καὶ τοῦ συστήματος τῶν προϋπολογισμῶν. Ἀλλὰ λέγουν, ὅτι θὰ παραλύσητε τὴν ὑπηρεσίαν, θὰ καθυστερήσητε τὰς εἰσπράξεις, αἱ βεβαιώσεις θὰ ᾖναι κατὰ τὸ ἥμισυ· καὶ, κύριοι, σήμερον διεκδικεῖ τὴν ὑπηρεσίαν μία πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἀπέναντι τοῦ ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν; Καὶ, κύριοι, ἐπὶ τοσοῦτον μᾶς νομίζετε ἀγαθοὺς, ὥστε νὰ σᾶς πιστεύσωμεν, ὅτι ἀπὸ λόγους καθαρᾶς ὑπηρεσίας ὑποβάλλετε αὐτὰς τὰς αἰτήσεις; Ὁ Κ. βουλευτὴς Πυλίας σᾶς εἶπεν ὅτι θὰ ἔχωμεν καθυστερήσεις... καὶ ἐν ᾧ ἀνήκει εἰς τὴν πλειονοψηφίαν ὑποπτεύεται ὁ Κ. Δαριώτης μὴ παραλύσῃ τὴν ὑπηρεσίαν ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, τὸν ὁποῖον θὰ ὑποστηρίξῃ εἰς πᾶν ζήτημα ἐμπιστοσύνης; Ὥστε βλέπετε, αἱ ἰδέαι τοῦ συμφέροντος τοῦ δημοσίου πρέπει νὰ προστατεύωνται ἀπ’ ἐκείνους, ὅπου ὑπάρχει εὐθύνη. Καὶ ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν δὲν εἶναι ἐκ τῶν ἀτόμων ἐκείνων τῶν λίαν ἀποταμιευτικῶν, εἶναι ἄνθρωπος τῆς μεγάλης ἐλευθερίας τοῦ ἐμπορίου, τῶν μεγάλων ἐπιχειρήσεων, καὶ μολαταῦτα ὅταν ἔρχεται νὰ σᾶς ὑποβάλῃ ἓν προσωπικὸν, σᾶς λέγει, ὅτι αὐτὸ ἀρκεῖ καὶ δὲν θέλω ἀνώτερον, καὶ σᾶς ὑπόσχομαι, ὅτι αἱ βεβαιώσεις θὰ λάβουν χώραν· καὶ ἀπέναντι αὐτῶν τῶν ἀριθμῶν τοὺς ὁποίους σᾶς ὑποβάλλει ἡ πλειοψηφία, θὰ παραδεχθῆτε περισσοτέρας θυσίας τοῦ δημοσίου; Δὲν πρόκειται ἂν ἡ ἀπαίτησις τοῦ ἐντίμου συναδέλφου Κ. Στράτου εἶναι δικαία ἢ ὄχι, ἢ περὶ ἄλλης ἀπαιτήσεως. Ὅταν τὸν βαθμὸν τῆς ἀνάγκης σήμερον δὲν τὸν ἀναγνωρίζῃ τὸ ὑπουργεῖον, ἠμποροῦμεν νὰ τοῦ ἐπιβάλωμεν ἡμεῖς τὴν θέλησίν μας; Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, αὐτὴ εἶναι ἡ πεποίθησίς μου, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ διεξέφυγεν, ἤλλαξε σύστημα πολιτικῆς εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, σύστημα ἐναντίον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον παρεδέχθη διὰ τὰς παρελθούσας πιστώσεις. Καὶ ἠξεύρετε τί συνέβη; συνέβη, ὥστε ἡ τρίτη συζήτησις νὰ μείνῃ ἐκκρεμὴς, διότι ὑπάρχει ῥῆξις μεταξὺ τῆς πλειοψηφίας καὶ τοῦ ὑπουργείου, διότι τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐπιμένουν εἰς τὴν ἰδέαν των, ἐπιμένουν νὰ ὑπερασπίσουν τὸν νόμον, νὰ στιγματίσουν τοὺς ὑπερβάτας χωρὶς νὰ τοὺς ἀποδώσουν κἀμμίαν μομφήν· ἡ κυβέρνησις λέγει, ἔκαμον ὑπέρβασιν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι χάριν ἰδιοτελείας, ἐσφετερίσθησαν, κατεχράσθησαν· δὲν εἶχεν ὅμως τὸ θάῤῥος ἡ ἐπιτροπὴ νὰ τὸ εἴπῃ, καὶ ἐξελέγχουσα σήμερον ἡ αὐτὴ ἐπιτροπὴ τὰ αὐτὰ μέλη, τὰς δαπάνας τοῦ κράτους, τὸν προσδιορισμὸν τῶν φόρων, τί ἔρχονται καὶ λέγουν; Δαπάνας ἐπὶ δαπανῶν, ἄνευ ἀνάγκης, χάριν ἐξοικονομήσεως προσώπων. Βλέπετε, κύριοι, κατὰ τὴν κρίσιν μου, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ πολιτικὴ τῶν πλειόνων μελῶν τῆς πλειοψηφίας, κυβερνᾷ ἀντιθέτως ἀπὸ τὸ ζήτημα. Καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὅσον δίκαιαι καὶ ἂν ᾖναι αἱ αἰτήσεις τῶν ὑποβαλόντων τὰς προτάσεις, ὁποία δήποτε ἀνάγκη τὰς ὑπαγορεύει, ἀπέναντι τῶν μεγάλων ἀναγκῶν, εἰς ἃς πρόκειται νὰ ὑποβληθῶμεν, καὶ τῶν μεγάλων θυσιῶν, αἱ ὁποῖαι μᾶς ζητοῦνται, αἱ τοιαῦται αἰτήσεις, συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, θὰ δυσφημίσουν τὸ Σῶμα. Θὰ μᾶς εἴπουν, κύριοι, ὅτι ἤλθομεν νὰ ἐπιβάλωμεν φόρους καὶ νὰ ἐγκαταστήσωμεν δύω ἢ τρεῖς φίλους ἕκαστος εἰς τὴν ἐπαρχίαν του, ἢ τὸν δῆμόν του. Ἀπέναντι τούτων τῶν θυσιῶν, ἃς ὀφείλομεν ν’ ἀπαιτήσωμεν ἀπὸ τὸν τόπον, αἱ ἀνάγκαι τοὐλάχιστον διὰ τὴν τρέχουσαν Σύνοδον πρέπει νὰ παύσουν· καὶ ὅταν κατὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος εὑρεθῶμεν εἰς τὴν θέσιν νὰ ἐλαττώσωμεν τοὺς φόρους, τότε δυνατὸν νὰ σκεφθῶμεν καὶ περὶ τῶν κοινοτήτων καὶ περὶ τῶν χωρίων μας.
§136ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Τὰ μέλη, κύριοι, τῆς ἐπιτροπῆς τὰ ἀναδεχθέντα τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον τοῖς ἐπιφορτίσατε,—τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας κατὰ συνέπειαν ὕστερον ἐπεκτείνατε, δὲν ἐνόμισαν, ὅτι ὑστερήθησαν τίποτε τοῦ φυσικοῦ δικαίου, τὸ ὁποῖον εἶχον καὶ ὡς πολῖται καὶ ὡς βουλευταὶ, μηδὲ ἐνόμισαν, ὅτι ὑποβάλλονται εἰς κἀμμίαν ὑποχρέωσιν, ἢ ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἐκφράσουν τὴν πεποίθησιν καὶ τὴν γνώμην των εἰς πᾶν ὅ,τι θεωροῦν καλὸν, εἰς πᾶν ὅ,τι ἐπιφέρει κακόν. Ὁ προλαλήσας εἶναι πολὺ εὐαίσθητος ὡς ἐκ τοῦ ἀξιώματός του· ἠξίωσε, κύριοι, ὁ προλαλήσας, ὅτι ἡ Βουλὴ ὀφείλει ὑπὸ ἕνα ζυγὸν νὰ διατελῇ διαρκῶς,—νὰ μὴ δύναται νὰ ἔχῃ ἀνεξάρτητον γνώμην, ὁποίαν θέλει, διότι ἡ θέσις της εἶναι αὐτή· καὶ ἠξίωσε, κύριοι, μίαν ἀρχὴν ὅλως ἄντικρυς, ὅλως ἀντικοινοβουλευτικήν. Ὑμεῖς, κύριοι, δὲν δεσμεύεσθε νὰ παραδεχθῆτε τὰς ἐλαττώσεις· πῶς θὰ δεσμευθῆτε εἰς τὸ νὰ ὑποστηρίζετε μίαν δαπάνην ἣν εὑρίσκετε ἀναγκαίαν; Ὁ προλαλήσας, πολὺ δυσανασχετῶν, ἀγνοῶ ἐκ τίνων λόγων, διὰ τὰς ὀρθὰς παρατηρήσεις, ἃς ἡ ἐπιτροπὴ ἔφερεν ἐπὶ τῆς ἐξελέγξεως τῶν προηγηθεισῶν πιστώσεων, ἦλθε μετὰ πολλῆς ὀργῆς, (καὶ δὲν ἦτο καὶ εἰς τὰς ἐκφράσεις του εὐπρεπὴς), ἀλλὰ κατόπιν ἑορτῆς εὗρε τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐξηγήσῃ τὴν ἀνειλικρίνειαν τῆς ἐπιτροπῆς. Ποία εἶναι, κύριοι, ἡ ἀνειλικρίνεια; αἱ πιστώσεις ἐστηρίζοντο εἰς τὸν νόμον; αἱ παρατηρήσεις τῆς ἐπιτροπῆς ἐκ προθέσεως προσβάλλουν; Μὲ δυσαρέσκειάν των, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐκπληρώσουν καθῆκον ἔπρεπε νὰ τὰς φέρουν. Ἀπεδείξατε σεῖς ὅτι αἱ πιστώσεις ἐστηρίζοντο εἰς τὸν νόμον; ὄχι. Εἰς τὴν πρώτην μᾶς εἶπον, ὅταν ἐπρόκειτο περὶ τοῦ δανείου, εἰς τὰς δαπάνας παρατηρήσατε. Μάλιστα, ἀλλὰ τὸ δάνειον δὲν ἐστηρίχθη εἰς τὸν νόμον, ὁ νόμος ἐπρόβλεπε τὸ δάνειον νὰ γείνῃ διὰ ν’ ἀποσβεσθῶσι δάνεια τρέχοντα· αὐτοὶ δὲ ἀντὶ ν’ ἀποσβέσωσι δάνεια τρέχοντα, οὐχὶ μόνον τὰ ηὔξησαν, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνο τὸ κατηνάλωσαν. Λοιπὸν ἐρωτῶ, ἀνειλικρίνεια εἶναι αὐτὸ, ἢ ἡ ἀξίωσις νὰ σιωπήσῃ ἡ ἐπιτροπὴ εἶναι ἀνειλικρίνεια; νὰ σιωπήσῃ, νὰ μὴν εἴπῃ ὅτι τὸ δάνειον ἔγεινεν ἐπὶ παραβάσει τοῦ νόμου, διότι ὁ νόμος εἶπεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ δαπανηθῇ εἰς ἀπόσβεσιν χρεῶν καὶ αὐτὸ ἐδαπανήθη εἰς ἄλλο ἀντικείμενον! Ποῖον ἦτο εἰλικρινὲς, τὸ νὰ σιωπήσῃ αὐτὴν τὴν κατάστασιν, ἢ νὰ τὴν εἴπῃ; Ἐὰν ἦτο ἀνειλικρινὲς, ἐὰν τὸ νὰ ἀποσιωπήσωμεν τὸ λαμβάνετε ὡς κανόνα εἰλικρινείας, ἔστω διὰ λογαριασμόν σας· ἡμεῖς δὲν ἠμποροῦμεν. Κατόπιν ἔρχονται αἱ δαπάναι. Εἴδετε, κύριοι, εἰς τὰς δαπάνας, ὅτι ὅλα ἔγειναν ὄχι μόνον χωρὶς πολλὴν ἀνάγκην, ἀλλὰ καθ’ ὑπέρβασιν ἐντελῶς ὁμολογημένην. Λοιπὸν ἡ ἐπιτροπὴ τί ἄλλο ἠμποροῦσε νὰ εἴπῃ, παρὰ τὸ γεγονὸς, παρὰ τὴν ἀλήθειαν; Ἐὰν τὸ ἐναντίον ἔπραττεν, ἐὰν ἀπεσιώπα, αὐτὸ θὰ ἦτο τὸ ἀνειλικρινὲς, τὸ ψεῦδος, τὸ δόλιον. Ἀλλὰ, λέγει, πῶς εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶσθε σύμφωνοι πρὸς αὔξησιν μιᾶς δαπάνης; διατί; διότι τοὺς γραφεῖς τῶν διαφόρων ταμείων, τοὺς ὁποίους τὸ ὑπουργεῖον ἐνόμισε χάριν οἰκονομίας ὅτι ἠδύνατο νὰ καταργήσῃ, ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐγνωμοδότησεν, ὅτι αὐτοὶ ἀναγκαιοῦν, καὶ ὅτι ἡ κατάργησίς των ὄχι δὲν θὰ φέρῃ οἰκονομίαν, ἀλλὰ βλάβην εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Καὶ τοῦτο, κύριοι, εἶναι ἀνειλικρινὲς, ἐνῷ, κύριοι, καθ’ ὃν καιρὸν αὐξάνονται οἱ φόροι, αἱ ἐργασίαι, ἡ ἐπιτροπὴ εἶχε πολὺ ὀρθὴν σκέψιν νὰ εἴπῃ, ὅτι ναὶ μὲν αἱ ἐλλείψεις καὶ ἡ στέρησις ἔρχονται ἐκ τῆς δυστυχίας, ἐκ τῶν ὀλίγων πόρων, ἀλλὰ κατὰ μέγα μέρος ἔρχονται ἐκ τῶν καθυστερήσεων. Ὅταν καθυστερῆται ἡ εἴσπραξις κατὰ 30 καὶ 40%, δὲν πρέπει νὰ ἐπιμεληθῶμεν τὴν εἴσπραξιν; Ἡ καθυστέρησις εἶναι τὸ χειρότερον, διότι βλέπετε, ὅτι παραλύει τὴν ὑπηρεσίαν· δὲν ἐκπληροῦται τὸ προϋπολογισμένον. Λοιπὸν εἰς μίαν ὑπηρεσίαν, εἰς τὴν ὁποίαν βλέπει, πῶς ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἀνάγκη, αὐτὴ ἡ ἔλλειψις, ἐπειδὴ εἶδε τὸν κατάλογον, ὁ ὁποῖος εἰσήχθη, καὶ παρετήρησεν, ὅτι ἄλλοτε ἐγένοντο καθυστερήσεις 30%, ἄλλοτε 40, ἄλλοτε 25, τί θὰ εἰπῇ αὐτό; Ὅλοι εἶπον, δὲν ἐπαρκοῦν αἱ βεβαιώσεις, δὲν γίνονται τακτικῶς. Εἶναι παράδοξον λοιπὸν, ἐὰν ἴσως ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν αὐτῶν τῶν παραστάσεων, αὐτῆς τῆς ἀληθείας, ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς εἶπεν, ὅτι αὐτοὺς τοὺς 10 γραφεῖς νομίζει πῶς εἶναι ἀναγκαῖοι! Ἀνειλικρινὲς θὰ ἦτο καὶ ἄτοπον, ἐὰν εἶχεν αὐτὴν τὴν γνώμην καὶ δὲν τὴν ἐξέφραζε. Καθόσον δὲ ἀφορᾷ ἐν γένει τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐπρέσβευσε, εἶπον ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, ὅτι μοὶ ἐφάνη παράδοξον καὶ ἀντισυνταγματικόν· διότι, λέγει, ἀπορεῖ, πῶς οἱ ὑπουργοὶ δὲν ἵστανται ἑδραῖοι εἰς ὅ,τι ἀπεφάσισαν ἅπαξ, καὶ ἂν ἀποδειχθῇ, ὅτι ἡ γνώμη των δὲν εἶναι ἡ ὀρθή. Κύριοι, αὐτὸ τὸ σύστημα πρεσβεύετε, καὶ δι’ αὐτὸ ἔγειναν τόσαι θυσίαι καὶ μεταβολαὶ, καὶ τοῦτο ἐρχόμεθα νὰ ὑποστηρίξωμεν, τὸ νὰ ἔρχωνται στερεότυποι οἱ ὑπουργοὶ; ὅ,τι καὶ ἂν γράψουν, εἴτε κατὰ λάθος, εἴτε κατὰ παρεννόησιν, δὲν σαλεύει κεραίαν, διότι εἶναι τῆς ἐξουσίας; Ἀλλοίμονον εἰς ἡμᾶς! Καὶ τί χρειάζεται τότε ἡ ἐπιτροπή; καὶ τί χρειάζεται ἡ Βουλή; καὶ τί χρειάζονται αἱ συζητήσεις καὶ αἱ ὀνομαστικαὶ κλήσεις; Λοιπὸν, κύριοι, μὲ λύπην μου ἤκουσα αὐτὰς τὰς ἀρχὰς ἐκφραζομένας ἀπὸ τὸ βῆμα τοῦτο καὶ διὰ τοῦτο ἦλθον νὰ τὰς ἀποκρούσω.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, ἡ συζήτησις θεωρεῖται ἀποπερατωμένη. Πρῶτον θὰ ζητήσω τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς ὡς πρὸς τοὺς γραφεῖς, καὶ μετὰ ταῦτα ὡς πρὸς τὰ ταμεῖα.
§138ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριε πρόεδρε! καθόσον ἀφορᾷ τὸ προσωπικὸν εἶπον, ὅτι ἀπὸ πολλοὺς ταμίας ἔχω παράπονα, ὅτι δὲν ἐξήρκει τὸ προσωπικὸν, καὶ αὐτὰ δὲν εἶναι μόνον εἰς ἐμὲ, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν προκάτοχόν μου. Παραπονοῦνται, ὅτι ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως αὐτοῦ τοῦ προσωπικοῦ δὲν ἐπαρκοῦν κατὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν προϋπολογισμένων Ὁμολογῶ, ὅτι πάντοτε εἶχον τὴν ἰδέαν τῆς αὐστηρᾶς οἰκονομίας, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου ἔχω τὴν ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ αὐστηρὰ οἰκονομία ἠμπορεῖ νὰ ἐπιφέρῃ καὶ ζημίαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν· ἐν γένει ὅμως παρατηρῶ, καθόσον ἀφορᾷ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τὸν διακρίνωμεν ἀπὸ τὰ ἄλλα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα φέρει τὸ ὑπουργεῖον. Ὅπως ἐκεῖνα ἠμποροῦν νὰ ὑποβληθοῦν εἰς τροποποιήσεις, τοιουτοτρόπως καὶ ὁ προϋπολογισμός· μένει δὲ εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς κυβερνήσεως νὰ εἴπῃ, αὐτὴν τὴν τροπολογίαν δέχομαι ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ὑπάρξεώς μου, καὶ αὐτὴν ἀποῤῥίπτω. Αὐτὴ ἡ ἐκτίμησις μένει εἰς τὴν κυβέρνησιν καὶ εἰς οὐδένα ἄλλον.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παραδέχεσθε τὸ προσωπικὸν τῶν γραφείων;
§140ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὡς πρὸς τὰ ταμεῖα ἐξέφρασα τὴν γνώμην μου, ὅτι δὲν τὰ παραδέχομαι.
§141ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἐὰν παραδεχθοῦν οἱ γραφεῖς, ὑποχρεοῦται ὁ ὑπουργὸς νὰ διορίσῃ ὅλους;
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι· ὅσους νομίζει ἀναγκαίους.
§143ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Τότε νὰ διορίσῃ ἐκεῖ, ὅπου εἶναι ἀνάγκη.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ σᾶς ζητήσω τὴν ψήφισιν τῆς πιστώσεως διὰ τοὺς γραφεῖς. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς συγκαταθέσει καὶ τοῦ ὑπουργοῦ νὰ σηκωθοῦν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη.
§145ΤΙΝΕΣ. Τὸ «συγκαταθέσει καὶ τοῦ ὑπουργοῦ» ἦτο περιττόν.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα θὰ ζητήσω διὰ τὴν σύστασιν τοῦ ταμείου τοῦ Βάλτου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς νὰ σηκωθοῦν· (ἐγείρονται πολλοί). Εἶναι ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα· θὰ ζητήσω τὸ ἐναντίον. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς ὡς πρὸς αὐτὸ νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πολλοί). Τὸ πρῶτον ἐσηκώθησαν περισσότεροι κατ’ ἐμέ· ἔπειτα πάλιν ἐσηκώθησαν περισσότεροι. Αὐτὸ εἶναι παράδοξον.
§147ΣΤΡΑΤΟΣ. Τώρα ἐφάνη καθαρὰ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς ὑπὲρ τοῦ ταμείου. Ἐὰν ἀμφιβάλλετε, θὰ εὑρεθῶ ἠναγκασμένος νὰ ζητήσω ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
§148ΠΟΛΛΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς ὡς πρὸς τὴν σύστασιν ταμείου τοῦ Βάλτου λέγουν ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι. Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, παρεδέχθη ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς διὰ τὸ ταμεῖον τοῦ Βάλτου διὰ ψήφων 60 κατὰ 36, ἀρνηθέντων 3. Λάβετε τὰς θέσεις σας νὰ ἐρωτήσωμεν καὶ διὰ τὰς ἄλλας προτάσεις· πρῶτον, ἐὰν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ νὰ χορηγήσῃ πίστωσιν διὰ ταμεῖον τοῦ Ἄργους. Ὁ Κ. ὑπουργὸς νομίζω, ὅτι εἶναι ἐναντίος καὶ εἰς τοῦτο.
§151ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἰς ὅλα.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι νὰ δοθῇ πίστωσις διὰ σύστασιν ταμείου εἰς τὸ Ἄργος νὰ σηκωθοῦν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Καθ’ ὁλοκληρίαν ἀπεῤῥίφθη.
§153ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ. Τὸ ἐναντίον νὰ ἐρωτήσετε, παρακαλῶ, διότι δὲν διεκρίθη, (ἱλαρότης).
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ δοθῇ πίστωσις διὰ σύστασιν ταμείου εἰς τὸν Πόρον νὰ σηκωθοῦν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ δοθῇ πίστωσις διὰ σύστασιν ταμείου εἰς τὸ Οἴτυλον νὰ σηκωθοῦν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη καὶ αὐτό.
§155ΛΕΩΤΣΑΚΟΣ. Κύριε πρόεδρε, προτείνω τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν· (γέλως).
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Αὔριον ἔχομεν συνέχειαν. (ὥρα 5 παρὰ 20 λεπτά.)