1962.03.21
3,550 rows · 27,558 words · 155 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 51η
Τετάρτη 21 Μαρτίου 1962
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 7.10′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀναβάλλεται ἡ ἐπικύρωσις τῶν πρακτικῶν ἐπὶ ἡμίωρον, ἵνα λάβωσι γνῶσιν οἱ κ.κ. βουλευταί. Ἀνακοινῶ τὴν ἑξῆς ἐπιστολήν: Ἐν Ἀθήναις τῇ 20 Μαρτίου 1962 «Ἀξιότιμε κ. Πρόεδρε, Ἀνεκινήθη ἐσχάτως τὸ θέμα τῆς καταργήσεως ἢ μὴ τῆς Βασιλικῆς Προνοίας. Σχετικῶς ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ δηλώσωμεν, ὅτι ἀντιτιθέμεθα ἀπολύτως πρὸς πᾶσαν σκέψιν καταργήσεώς της, καὶ ὅτι συμφωνοῦμεν ὡς πρὸς τὸ σημεῖον τοῦτο μὲ τὸ σύνολον σχεδὸν τῶν βουλευτῶν τῆς Ἠπείρου. Ὁ λαὸς τῆς Ἠπείρου ἐκτιμᾷ τὸ ἔργον τῆς Βασιλικῆς Προνοίας καὶ εἶναι εὐγνώμων διὰ τὴν ἰδιαιτέραν στοργὴν μὲ τὴν ὁποίαν αὕτη περιέβαλε τὴν Ἤπειρον. Ἐκτὸς ὅμως τῶν λόγων εὐγνωμοσύνης, ὁ λαὸς τῆς Ἠπείρου ἀρνεῖται νὰ δεχθῇ ὑπαγωγὴν τῶν πόρων τῆς Βασιλικῆς Προνοίας εἰς τὸν Κρατικὸν προϋπολογισμόν, καθὼς καὶ ἀνάληψιν ὑπὸ τοῦ Κράτους τοῦ ἔργου καὶ τῆς ἀποστολῆς τῆς Βασιλικῆς Προνοίας, διότι φοβεῖται καὶ δικαίως 1) ὅτι εἶναι δυνατὸν οἱ πόροι νὰ διατεθοῦν ὑπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ δι’ ἄλλους σκοποὺς καὶ ὄχι δι’ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκει ἡ Βασιλικὴ Πρόνοια, 2) ὅτι ἡ ἐπιδίωξις ὑπὸ τοῦ Κράτους τῶν ἰδίων σκοπῶν δὲν θὰ εἶναι ἐξ ἴσου ἐπιτυχὴς καὶ 3) ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσβάλῃ ὁ κομματισμὸς ἐκεῖ ὅπου μέχρι σήμερον οὐδεμία κομματικὴ ἀνάμιξις ἔχει σημειωθῇ. Δὲν θεωροῦμεν ἐπίσης, ὅτι ἀσκεῖ διοίκησιν πᾶς ὅστις ἀναμιγνύεται εἰς τὴν Βασιλικὴν Πρόνοιαν, διότι δὲν πρόκειται περὶ κρατικῆς ὀργανώσεως, οὔτε περὶ κρατικῆς λειτουργίας, ἀλλὰ περὶ ἱδρύματος ἀποβλέποντος εἰς καθωρισμένους σκοποὺς κοινῆς ὠφελείας, τοῦ ὁποίου ἡ διαχείρισις δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς διοίκησις, ἀσυμβίβαστος πρὸς ἄλλας ἰδιότητας ἢ ἀξιώματα. Μετὰ τιμῆς Πέτρος Ε. Γαρουφαλιᾶς, Χρ. Τσαντούλας» Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Σ. Ἡλιόπουλος ζητεῖ 15θήμερον ἄδειαν, προκειμένου νὰ ἀπουσιάσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται, ἐγκρίνεται.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Περρωτῆς, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν κλπ.
§4Α. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς Φθιώτιδος κ. Γ. Πλατῆς, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως «περὶ τροποποιήσεως, συμπληρώσεως καὶ ἀντικαταστάσεως διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς». Ὁ βουλευτὴς Ἠλείας κ. Σ. Στεφανόπουλος, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως «περὶ τροποποιήσεως, συμπληρώσεως καὶ ἀντικαταστάσεως διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Σ. Ἀλαμανῆς, Ν. Ἔξαρχος καὶ Ι. Τούμπας, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τῆς παραγράφου αʹ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Ν. Δ. 3966)1959 καὶ ἀντικαταστάσεως τῆς παραγράφου 1 τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Ν. Δ. 10)16 Σεπτεμβρίου 1926 κπλ. «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Κ. Ν. 4952)1951 «περὶ ὀργανώσεως τῆς Κεντρικῆς Πρεσβευτικῆς καὶ Προξενικῆς Ὑπηρεσίας τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου κλπ.». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Μ. Μυριδάκης, Α. Πάντος, Ι. Κοντοβράκης, Σ. Πολυζωγόπουλος, Σ. Κωστόπουλος, Ε. Δενδρινός, Α. Μπουρνιᾶς, Γ. Σαμαρᾶς, Δ. Ρώμας, Ν. Φαρμάκης, Α. Δερδεμέζης, Ν. Ζορμπᾶς, Γ. Πλυτᾶς, Α. Ἀηδονᾶς, Σ. Παπαδάκης, Φ. Γεροθανάσης, Ι. Ἡλιόπουλος καὶ Γ. Τσάκαλος, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μέτρων ἀφορώντων εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἐξαγωγικοῦ ἐμπορίου». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Α. Παυλόπουλος καὶ Σ. Πολυζωγόπουλος, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως συμφωνίας μεταξὺ Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, Παγκοσμίου Ὀργανώσεως Ὑγείας καὶ Ἱδρύματος τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν διὰ τὴν παιδικὴν ἡλικίαν, ὡς καὶ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 92)26.5.60, 44)20.3. 1961 καὶ 159)5.10.61 Πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀφορωσῶν εἰς τὴν ἵδρυσιν καὶ λειτουργίαν τῆς Πειραματικῆς Ὑγειονομικῆς Μονάδος (Π.Υ.Μ.)». Ὁ βουλευτὴς Ἀρκαδίας κ. Α. Μίχας, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν ἐπιτροπῆς τῶν πληγέντων Λεωνιδίου Κυνουρίας, αἰτουμένων ἀποστολὴν προωθητῆρος πρὸς κατασκευὴν ἀναχώματος παραθαλασσίου ἀκτῆς καταστραφείσης ὑπὸ θαλασσοταραχῆς ἐπὶ τῷ τέλει προστασίας κτημάτων των. Ὁ βουλευτὴς Κεφαλληνίας κ. Γ. Μεταξᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἐθνικῆς Συνομοσπονδίας Παντοπωλῶν Ἑλλάδος, αἰτουμένης παροχὴν μακροπροθέσμων δανείων εἰς τὰ μέλη του ἐπὶ τῷ τέλει διατηρήσεως τῶν καταστημάτων των. Ὁ βουλευτὴς Κεφαλληνίας κ. Ε. Δενδρινός, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἐθνικῆς Συνομοσπονδίας Παντοπωλῶν Ἑλλάδος, αἰτουμένης παροχὴν μακροπροθέσμων δανείων εἰς τὰ μέλη του ἐπὶ τῷ τέλει διατηρήσεως τῶν καταστημάτων των. Ὁ βουλευτὴς Κεφαλληνίας κ. Ε. Δενδρινός, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐπιμελητηρίου Κεφαλληνίας, αἰτουμένου ἐξόφλησιν τῶν ἐπαγγελματικῶν δανείων σεισμοπλήκτων εἰς τεσσαράκοντα ἑξαμηνιαίας δόσεις μὲ τόκον 3–4%. Ὁ βουλευτὴς Κεφαλληνίας κ. Ε. Δενδρινός, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ὁμοσπονδίας Ἐπαγγελματιῶν Βιοτεχνῶν Κεφαλληνίας, Ἰθάκης, αἰτουμένου ἐξόφλησιν τῶν ἐπαγγελματικῶν δανείων σεισμοπλήκτων εἰς τεσσαράκοντα μηνιαίας δόσεις μὲ τόκον 3–4%. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Α. Σχινᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν Γαργαλιάνων — χώρας, αἰτουμένης τὴν ἐκ μέρους τῆς Α.Τ.Ε. ἄμεσον καταβολὴν τοὐλάχιστον τοῦ 40% ἐπὶ τῆς ἀξίας παντὸς συγκεντρωμένου προϊόντος κλπ. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Σ. Κωστόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐπαγγελματικοῦ καὶ Βιοτεχνικοῦ Ἐπιμελητηρίου Καλαμάτας, αἰτουμένου οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν δι’ ἐπέκτασιν κτιριακῶν ἐγκαταστάσεων Τεχνικῆς Σχολῆς «Παπαφλέσσας». Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Σ. Κωστόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Διδασκαλικοῦ Συλλόγου Μεσσήνης, αἰτουμένου ἐπέκτασιν τῶν εὐεργετικῶν διατάξεων Ν. 4193) 1961 κλπ. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Σ. Κωστόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου Τυφωνοπλήκτων Γαργαλιάνων– Λεύκης Τριφυλίας, αἰτουμένου παράτασιν ἐπὶ 8ετίαν ἐξοφλήσεως τῶν ὑπὸ τῆς Α.Τ.Ε. χορηγηθέντων καὶ εἰς μέλη του δάνεια. Ὁ βουλευτὴς Καβάλας κ. Θ. Λυμπερίδης, καταθέτει ἀναφορὰν Δήμου Καβάλας, αἰτουμένου ὅπως μὴ ἐπιστραφῇ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ διατεθέντος διὰ τὴν ὕδρευσιν τοῦ Συνοικισμοῦ Κηπουπόλεως ποσοῦ καθ’ ὅσον ὑφίστανται εἰσέτι ἀνάγκαι ὅπως τῆς ὑδροδοτήσεως κλπ. Ὁ βουλευτὴς Καβάλας κ. Θ. Λυμπερίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τοῦ Ἐργατικοῦ Κέντρου Καβάλας, αἰτουμένου διάθεσιν μεγαλυτέρων ποσῶν διὰ τὴν κατασκευὴν ἔργων πρὸς ἀπασχόλησιν τῶν χιλιάδων ἀνέργων τῆς πόλεως Καβάλας κλπ. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Π. Λυκουρέζος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Συνεταιρισμῶν Μεσσήνης, αἰτουμένης, διάθεσιν ὁλοκλήρου τοῦ εἰδικοῦ ἀποθεματικοῦ πρὸς ἀνακούφισιν τῶν δοκιμασθέντων ἐκ χαλάζης σταφιδοπαραγωγῶν. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Σ. Κωστόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Ἐργατῶν Φορτοεκφορτωτῶν Λιμένος Καλαμῶν, αἰτουμένης αὔξησιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ ἐν λόγῳ Λιμένος. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Σ. Κωστόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Φωτίου Κοσάρη, Χρήστου Τσιμικλῆ, Νικολάου Τσιλιβαράκου, Νικολάου Νικητέα, κατοίκων Καλαμάτας, αἰτουμένων ἀποζημίωσιν διὰ τὴν συνεπεία τῆς ὑδρεύσεως Καλαμῶν στέρησιν τοῦ ἐπαγγέλματός των. Ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Θ. Παπαπαναγιώτου, διὰ τηλεγραφήματός του, διαμαρτύρεται διὰ τὴν παρ’ Ἀγροτικῆς Τραπέζης συνεχιζομένην δίωξιν ἀγροτῶν πρὸς ἐξόφλησιν τῶν χορηγηθέντων αὐτοῖς κατὰ τὸ ἔτος 1960–61 δανείων. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Σ. Κωστόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐπαγγελματικοῦ καὶ Βιοτεχνικοῦ Ἐπιμελητηρίου Καλαμάτας, αἰτουμένου μεταφορὰν ὡρισμένων Ὑπηρεσιῶν τῶν Σ.Π.Α.Π. ἀπὸ Τρίπολιν εἰς Καλαμάταν. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Γ. Σακελλαρόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Ἀχαΐας, διαμαρτυρομένου διὰ μελετωμένην ἐπανασύστασιν Κοινῶν Ταμείων Φορτηγῶν Αὐτοκινήτων. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ν. Τσόχας καὶ Ε. Σακελλάρης, καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Συνδικάτου Ἐργατοτεχνιτῶν Οἰκοδομικῶν Ἐργασιῶν καὶ Συναφῶν Ἐπαγγελμάτων Βόλου– Περιχώρων, αἰτουμένου μείωσιν τοῦ ὁρίου ἡλικίας συνταξιοδοτήσεως, μείωσιν προϋποθέσεων ἐπιδοτήσεως ἀνέργων, ἵδρυσιν καὶ ἐγκατάστασιν εἰς Βόλον μεγάλης βιομηχανικῆς μονάδος σιδήρου καὶ χάλυβος κλπ. Ὁ βουλευτὴς Βοιωτίας κ. Θ. Κονίτσας, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου Ἀστέγων Προσφυγικοῦ Συνοικισμοῦ Θηβῶν, αἰτουμένου στεγαστικὴν ἀποκατάστασιν τῶν μελῶν του. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Κ. Ράλλης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου Συνταξιούχων Ἀναπηρίας Ι.Κ.Α., Συνταξιούχων Τ.Ε.Α.Μ.Κ. καὶ Βιομηχανίας Καπνοῦ Βόλου, αἰτουμένων ἀναπροσαρμογὴν τῶν συντάξεων κλπ. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Γ. Παπαγεωργίου, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως Ἐφέδρων Ἀξιωματικῶν, αἰτουμένης ρύθμισιν τοῦ Βορειοηπειρωτικοῦ πρὸ πάσης ἀποκαταστάσεως τῶν σχέσεων μὲ τὴν Ἀλβανίαν. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς κ. Ε. Σαββόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Συνταξιούχων Ι.Κ.Α. Εὐβοίας, αἰτουμένης ἀναπροσαρμογὴν συντάξεων δι’ εἰσφορᾶς τοῦ Κράτους πρὸς τὸ Ι.Κ.Α. ἐκ ποσοῦ 100.000.000 δραχ. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς κ. Ε. Σαββόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου Συνταξιούχων Ι.Κ.Α. Βόλου, αἰτουμένου οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν τῶν μελῶν του ἐκ δύο πλήρων μηνιαίων συντάξεων κλπ.
§5Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Κύριε Πρόεδρε, χθὲς πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως, σᾶς ἐνεχείρισα ἐπιστολὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Ε.Δ.Α. καὶ διὰ τῆς ὁποίας ἐζητοῦσε νὰ συζητηθῇ κατὰ προτίμησιν ἡ κατατεθεῖσα ἐρώτησις διὰ τὸ καπνικόν. Ἡ ἐπιστολὴ αὐτή, δὲν ἀνεκοινώθη οὔτε χθές, οὔτε σήμερον.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιστολὴ αὐτὴ δὲν ἀνεκοινώθη σήμερον, διότι εἶναι ἀπησχολημένος εἰς μίαν ἐργασίαν ὁ Διευθυντὴς τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας κ. Βοζίκης.
§7Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, αἱ ἀναφοραί, αἱ ὁποῖαι κατατίθενται, δὲν ἀνακοινοῦνται ὅλαι, ἀλλὰ μόνον ἕνα τμῆμα αὐτῶν καὶ αἱ ἄλλαι παραμένουν διὰ τὴν ἑπομένην. Ἀλλὰ δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου δὲν ἀνακοινοῦνται ὅλαι αἱ ἀναφοραί. Οὕτω, ἀναφορὰ τὴν ὁποίαν κατέθεσα τὴν 6ην Μαρτίου, δὲν ἀνεκοινώθη ἀκόμη. Διατὶ αὐτὴ ἡ κατακράτησις;
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διότι δὲν εἶναι δυνατόν, ἐφ’ ὅσον ἀντὶ νὰ ἀρχίζωμεν εἰς τὰς 6.30′, ἀρχίζομεν εἰς τὰς 7.10′ καὶ διὰ νὰ ἀνακοινωθοῦν ὅλαι, θὰ ἐχρειάζετο πολὺ χρόνος.
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Ὁ κ. Λ. Μπουρνιᾶς, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεως, σχετικῶς μὲ τὴν λῆψιν τῶν αὐτῶν μέτρων διὰ τοὺς ἠσφαλισμένους τοῦ Οἴκου Ναύτου τῶν Ἐπαρχιῶν κλπ.
§9Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐλήφθησαν προσφάτως μέτρα ὑπὲρ τῶν ἠσφαλισμένων τοῦ Οἴκου Ναύτου τοῦ Κέντρου καὶ δι’ αὐτὸ εἶναι ἄξιος συγχαρητηρίων ὁ κ. Ὑπουργός. Παρακαλοῦμεν ὅμως, τὰ μέτρα αὐτὰ νὰ ἐπεκταθοῦν καὶ διὰ τὸν Οἶκον Ναύτου τῶν Ἐπαρχιῶν, διότι οἱ ναυτικοὶ Χίου, ποὺ κατὰ τὴν τελευταίαν ἀπογραφὴν εἶναι ἡ πρώτη ναυτικὴ περιοχὴ τῆς χώρας καὶ τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν, ὡς ἡ Ἄνδρος κλπ., ἔχουν τὸ παράπονον, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐξίσωσις τοῦ Οἴκου Ναύτου τῶν ἐπαρχιῶν πρὸς τὸν Οἶκον Ναύτου τοῦ Πειραιῶς. Δι’ αὐτὸ παρακαλοῦμεν, ὅπως τὰ μέτρα αὐτὰ ἐπεκταθοῦν καὶ διὰ τὸν Οἶκον Ναύτου τῶν ἐπαρχιῶν.
§10Σ. ΚΩΤΙΑΔΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας). Κύριε Πρόεδρε, τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν προσφάτως ὑπὲρ τοῦ Οἴκου Ναύτου Πειραιῶς, ἦσαν διοικητικῆς φύσεως, ἀφεώρων εἰς τοὺς προσερχομένους εἰς τὰ ἐξωτερικὰ ἰατρεῖα ἀσθενεῖς καὶ ἀπέβλεπον εἰς τὴν καλυτέραν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἠσφαλισμένων, οἱ ὁποῖοι ἐταλαιπωροῦντο, λόγῳ τοῦ συνωστισμοῦ ποὺ παρετηρεῖτο. Εἰς τὰς ἐπαρχίας δὲν ὑπάρχει αὐτὸς ὁ συνωστισμὸς καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἐλήφθησαν τοιαῦτα μέτρα. Ἡ προσπάθεια τοῦ Ὑπουργείου εἶναι νὰ γίνῃ κατὰ τὸ δυνατὸν ἐξίσωσις τῆς παρεχομένης εἰς τοὺς ναυτικοὺς προστασίας εἰς τρόπον, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ παρέχηται ἡ αὐτὴ προστασία καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας, εἰδικώτερον δὲ εἰς τὴν Χίον, ἡ ὁποία εἶναι ἡ κατ’ ἐξοχὴν ναυτικὴ νῆσος καὶ εἰς τὴν Ἄνδρον, ἡ ὁποία ἔρχεται δευτέρα. Τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ Ὑπουργείου διὰ τὸν Οἶκον Ναύτου εἶναι ζωηρὸν καὶ προσπάθειά μου εἶναι νὰ ἐκλείψῃ, εἰ δυνατόν, ἡ ἀνισότης τῆς παρεχομένης προστασίας εἰς τοὺς ναυτικοὺς τοῦ κέντρου καὶ τῶν ἐπαρχιῶν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον καταβάλλουν τὰς αὐτὰς εἰσφοράς.
§11Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, εὐχαριστῶ, ἀλλὰ ἐπιθυμοῦμεν ἐξίσωσιν καὶ εἰς τὰς παροχάς.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Ζαννῆς, ἔχει τὸν λόγον, ἐπὶ ἐρωτήσεως, σχετικῶς μὲ τὴν ἀναγνώρισιν τῆς προϋπηρεσίας τῶν ναυτικῶν Δωδεκανήσου κλπ.
§13Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἀνεγνώρισε τὰ ἔτη προϋπηρεσίας κατὰ τὴν κατοχὴν ὅλων τῶν Δωδεκανησίων, ἰατρῶν, δικηγόρων κλπ., ἐξαιρέσει τῶν ναυτικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας, ὑπεσχέθη εἰς τοὺς συμπολίτας μας, ὅτι θὰ λύσῃ τὸ θέμα αὐτό. Νομίζω, ὅτι παρέχεται ἤδη ἡ εὐκαιρία νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἔδιδε προεκλογικῶς. Καὶ ἐλπίζω νὰ τὴν πραγματοποιήσῃ, διότι εἶναι θλιβερὸν νὰ μὴ ἀναγνωρίζωνται τὰ ἔτη προϋπηρεσίας μόνον τῶν ναυτικῶν.
§14Σ. ΚΩΤΙΑΔΗΣ. (Ὑπ. Ἐμπορ. Ναυτιλίας). Κύριε Πρόεδρε τὸ θέμα τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς προϋπηρεσίας τῶν ὑπερηλίκων ναυτικῶν, μὲ ἀπασχολεῖ ἰδιαιτέρως. Οὐδεμίαν ὑπόσχεσιν ἔδωσα προεκλογικῶς διὰ τὴν ρύθμισίν του, διότι δὲν συνηθίζω νὰ δίδω ὑποσχέσεις, ἀλλὰ διαβεβαιῶ τὸν κύριον συνάδελφον, ὅτι εἰς ἐκπονηθὲν ἤδη νομοσχέδιον περὶ Ν.Α.Τ., περιέλαβον εἰδικὴν διάταξιν περὶ ἀναγνωρίσεως τῆς προϋπηρεσίας τῶν Δωδεκανησίων ναυτικῶν. Ἐλπίζω νὰ ἔλθῃ τὸ ταχύτερον πρὸς ψήφισιν εἰς τὴν Βουλήν, τὸ ἐν λόγῳ νομοσχέδιον.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς, ἔχει τὸν λόγον, ἐπὶ ἐρωτήσεως, σχετικῶς μὲ τὰ ληφθέντα μέτρα διὰ τὴν προστασίαν τῶν Χίων ἁλιέων, οἱ ὁποῖοι συνελήφθησαν ὑπὸ Τούρκων κλπ.
§16Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, εἰς τὴν Σμύρνην θὰ εἰσαχθοῦν εἰς δίκην καὶ θὰ κριθοῦν, βάσει προσφάτως ψηφισθέντος αὐστηροτάτου νόμου, Χῖοι ἁλιεῖς, οἱ ὁποῖοι συνελήφθησαν ὑπὸ Τουρκικῆς ἀκταιωροῦ, μὲ τὸν ἰσχυρισμόν, ὅτι ἡλίευον ἐντὸς τῶν Τουρκικῶν χωρικῶν ὑδάτων. Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι τὸ ἓν ἐκ τῶν δύο συλληφθέντων πλοίων, ἐστερεῖτο παντελῶς ἁλιευτικοῦ ἐξοπλισμοῦ, διότι ἔπλεεν ἐκ Μυτιλήνης, ὅπου ἔκαμεν ἐπισκευὴν τῆς μηχανῆς του, πρὸς Χίον, διὰ νὰ ἀναλάβῃ τὸν ἁλιευτικόν του ἐξοπλισμόν. Τὸ ἕτερον εἶχεν ἁλιευτικὸν ἐξοπλισμόν. Δὲν συνελήφθη, ὅμως, κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἁλιείας. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καθορισθῇ ἐπακριβῶς ἡ νοητὴ γραμμὴ τοῦ θαλασσίου ὁρίου μεταξὺ τῶν δύο χωρῶν, καὶ δι’ αὐτὸ δημιουργοῦνται παρεξηγήσεις καὶ τουρκικαὶ ἀκταιωροὶ εἰσέρχονται πολλάκις εἰς τὰ ἑλληνικὰ χωρικὰ ὕδατα καὶ συλλαμβάνουν Ἕλληνας ἁλιεῖς πολλάκις ἀναιτίως. Ἡ παρεξήγησις αὕτη, ἐπιτείνεται ἐκ τοῦ λόγου, ὅτι ἡμεῖς θεωρῶμεν τὴν αἰγιαλίτιδα ζώνην ἐξικνουμένην εἰς 6 μίλλια καὶ οἱ Τοῦρκοι εἰς 12 μίλλια. Οἱ Τοῦρκοι δικασταί, βάσει τῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα διεβιβάσθησαν ἤδη ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἐκτιμήσουν, βεβαίως, τὰ γεγονότα καὶ πιστεύω, ὅτι θὰ δικάσουν κατὰ συνείδησιν δικαίως. Θὰ ἤθελα νὰ παρακαλέσω, ὅπως εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτάς, ὁ Κρατικός μας μηχανισμὸς κινεῖται ταχύτερον, διὰ νὰ μεταδίδῃ εἰς τοὺς γείτονας φίλους τὰ πραγματικὰ περιστατικὰ καὶ διευθετοῦνται τὰ ἐπεισόδια διὰ διοικητικῶν ἐνεργειῶν, ἵνα μὴ ἐμπλέκωνται εἰς παρεξηγήσεις καὶ δίκας πτωχοὶ καὶ πολλάκις ἀνεύθυνοι ἁλιεῖς. Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας καὶ τὸ Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν, εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, παρέσχον ὅλα τὰ στοιχεῖα, ἀλλὰ μὲ βραδὺν ρυθμόν. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ, ὁ ρυθμὸς τῆς παροχῆς τῶν στοιχείων τῶν ἐπεισοδίων τούτων, νὰ εἶναι ταχύτερος, ἵνα προλαμβάνωνται αἱ ταλαιπωρίαι τῶν ἁλιέων μας.
§17Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει ὁμοία ἰδική μου ἐρώτησις, τοῦ αὐτοῦ περιεχομένου, κατατεθεῖσα τὴν αὐτὴν χρονολογίαν μὲ τὴν ἐρώτησιν τοῦ κ. Ζορμπᾶ. Παρακαλῶ, ὅπως ἐπιτρέψητε καὶ εἰς ἐμὲ νὰ εἴπω δύο λέξεις.
§18Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ αὐτό, διότι πρόκειται περὶ ἐρωτήσεως, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Εἶναι ἀπαράδεκτος, κύριε Πρόεδρε, αὐτὴ ἡ ἄνισος μεταχείρισις.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, διακόπτετε ὁμιλοῦντα συνάδελφον καὶ λαμβάνετε τὸν λόγον, χωρὶς νὰ τὸν ζητήσητε ἀπὸ ἐμέ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω, μόλις τελειώσῃ ὁ κ. Μπουρνιᾶς.
§20Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, συμμερίζομαι τὰ ὅσα ἐλέχθησαν ἀπὸ τὸν συνάδελφον κ. Ζορμπᾶν, διὰ τὴν περίπτωσιν, ἡ ὁποία κατέθλιψε τὴν Κοινωνίαν τῆς Χίου. Τὴν ἑπομένην τῆς ἀπολύσεως ἐκ τῶν τουρκικῶν φυλακῶν τριῶν ἁλιέων ἐκ Χίου, οἱ ὁποῖοι ἠθωώθησαν ὑπὸ τῶν Τουρκικῶν δικαστηρίων, ἀλλὰ παρέμειναν ἐπὶ μῆνας εἰς τὰς φυλακὰς μετὰ τὴν σύλληψίν των τὸ π. ἔτος, συνελήφθησαν τὰ δύο πλοιάρια περὶ τῶν ὁποίων ὁ λόγος καὶ ὡδηγήθησαν εἰς τὰς τουρκικὰς φυλακὰς 13 συμπολῖται μας ἁλιεῖς. Προέβημεν εἰς τὰ δέοντα διαβήματα πρὸς τὰ Ὑπουργεῖα Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας καὶ Ἐξωτερικῶν διὰ νὰ ἐνεργήσουν δεόντως. Τὸ Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν ἐνήργησε μὲ ταχύτητα καὶ ἀνέθεσεν εἰς ἕνα ἐκ τῶν καλυτέρων δικηγόρων τῆς Σμύρνης τὴν ὑπεράσπισιν τῶν συλληφθέντων. Ἔχω ἐπιστολὴν ἀποσταλεῖσαν ἐκ μέρους τῶν συλληφθέντων, εἰς τὴν ὁποίαν λέγουν, ὅτι συνελήφθησαν ἀδίκως, διότι δὲν ἡλίευον, ἀλλὰ εὑρίσκοντο ἐν πορείᾳ ἐκ Μυτιλήνης πρὸς Χίον καὶ εἰς ἀπόστασιν 5–6 μιλλίων ἐκ τῶν τουρκικῶν παραλίων. Ἡ ἐπιστολή, ἔχει ὡς ἑξῆς: Ἐν Μπουτζᾶ Φυλακὴ Σμύρνης τῇ 13)3)62 «Κύριε βουλευτὰ Χίου Λεωνίδα Μπουρνιᾶ. Γειά σας ἀπὸ ἡμᾶς τὰ ἀδίκως φυλακισμένα δέκα τρία ἀδέλφια σας. Εὐχόμεθα τὸ γράμμα μας νὰ σᾶς βρῇ ἐν πλήρει ὑγείᾳ. Κύριε βουλευτά, σᾶς κάνωμε γνωστὸν τὴν ἄδικον σύλληψίν μας ἐκ τοῦ τουρκικοῦ περιπολικοῦ σκάφους, διότι ἐν πορείᾳ εὑρισκόμενοι καὶ ὄχι νὰ ἁλιεύωμεν, ἄνευ ἰχθύων καὶ περὶ τὰ 5 καὶ 6 μίλλια ἀνοικτὰ τοῦ Φαναριοῦ Κουντουδυδιᾶς Τουρκίας ἐκ Μυτιλήνης πρὸς τὴν Χίον ταξιδεύοντες, μᾶς ἔπιασε τὸ τουρκικὸ περιπολικὸ σκάφος καὶ μᾶς παρέπεμψε στὰς τουρκικὰς φυλακὰς Σμύρνης ἀδίκως. Γνωρίζοντας καλῶς τὸν Διεθνῆ νόμον, ἀποφεύγομεν καθημερινῶς, ἔστω καὶ στὴν πορείαν νὰ πλησιάσωμεν τὰ τουρκικὰ ὕδατα ἀφοῦ μᾶς τὸ κάνουν γνωστὸν καὶ οἱ Λιμενικὲς ἀρχὲς Χίου. Ἔχομεν ἀπόλυτον δίκαιον καὶ διὰ αὐτό, σᾶς γράφομεν τὸ δίκαιον παράπονόν μας, ὡς βουλευτής μας ποὺ εἶσθε νὰ ἐνδιαφερθῆτε αὐτοπροσώπως στὸν κ. Πρόεδρον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως κ. Κωνσταντῖνον Καραμανλῆν, Ὑπουργὸν Ἐξωτερικῶν Ἀβέρωφ καὶ Βασίλισσαν τῆς Ἑλλάδος Φρειδερίκην εἰς τοὺς ὁποίους ἐγράψαμεν καὶ ἡμεῖς ἐπανειλημμένως, παρακαλοῦμεν, ἐνισχύσατε τὰς ἐπιστολάς μας αὐτοπροσώπως νὰ τοὺς μιλήσετε καὶ τοὺς τρεῖς ὅτι εἴμεθα πραγματικὰ ἀληθινὰ ἀδέλφια σας καὶ πρέπει νὰ ὑποστηριχθοῦμεν ἀπὸ τὴν Ἀξιότιμον Κυβέρνησίν μας. Εἰς αὐτὴν τὴν κρίσιμον στιγμὴν πρέπει νὰ δείξετε τὸ ἐνδιαφέρον σας ὅλοι μαζὶ βουλευταὶ καὶ Κυβέρνησις νὰ μᾶς ἐλευθερώσετε ἀπὸ τὴν ἄδικον φυλάκισίν μας καὶ ἀδίκως καθυστέρησιν τῶν σκαφῶν μας διότι πάλιν σᾶς γράφομεν ὅτι ἔχομεν ἀπόλυτον δίκαιον καὶ πρέπει νὰ ἐνδιαφερθῆτε. Λυπηθῆτε πρῶτον τὰ ἀνήλικα ἀπροστάτευτα τέκνα μας καὶ ἔπειτα ἡμᾶς τοὺς φυλακισμένους ἀδελφούς σας. Παρακαλοῦμεν ὅπως ἡ ἐπιστολή μας ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ βουλευτοῦ μας Χίου κ. Λεωνίδα Μπουρνιᾶ, νὰ σταλῇ εἰς τὰς Ἀθήνας εἰς τὰς χεῖρας του. Μεθ’ ὑπολήψεως τὰ δέκα τρία φυλακισθέντα ἀδέλφια σας». Πράγματι, κ. Πρόεδρε, δὲν εἶναι θέμα ἁλιείας, διότι κατ’ ἐπισήμους βεβαιώσεις τῶν Ἑλληνικῶν ἀρχῶν, τὸ ἕν ἐστερεῖτο καὶ ἁλιευτικοῦ ἐξοπλισμοῦ. Ὅπως ἠκούσατε, τὰ πλοιάρια, εὑρίσκοντο ἐν πορείᾳ καὶ ἐπιβάλλεται τὸ Ὑπουργεῖον Ἐθνικῆς Ἀμύνης νὰ ἔχῃ εἰς τὰ σημεῖα ἐκεῖνα ἐν συνεχῆ περιπολίᾳ ἀκταιωροὺς διὰ νὰ προστατεύωνται οἱ κινούμενοι συμπολῖται μας εἰς τὰ σημεῖα ἐκεῖνα τῆς θαλασσίας περιοχῆς ὅπου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ νοητὴ διάκρισις τῶν χωρικῶν ὑδάτων.
§21Σ. ΚΩΤΙΑΔΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας). Τὸ θέμα τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξαν οἱ κύριοι συνάδελφοι τὸ χειρίζεται τὸ Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν καὶ ὅπως εἶπεν ὁ προλαλήσας συνάδελφος κ. Μπουρνιᾶς, ἀνέθεσε ὄντως εἰς ἕνα τῶν καλυτέρων δικηγόρων τῆς Σμύρνης τὴν ὑπεράσπισιν τῶν συλληφθέντων ἁλιέων. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ σᾶς διαβεβαιώσω εἶναι, ὅτι τόσον ἀπὸ πλευρᾶς Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν, ὅσον καὶ ἀπὸ πλευρᾶς τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας κατεβλήθη πᾶσα δυνατὴ προσπάθεια διὰ τὴν προστασίαν τῶν συλληφθέντων. Ἐδώσαμεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν πᾶν χρήσιμον στοιχεῖον καὶ ἐτέθη εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν ὁ Λιμενάρχης Χίου, ὁ ὁποῖος θὰ μεταβῇ εἰς τὴν Σμύρνην κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς δίκης τῶν συλληφθέντων διὰ τὴν καλυτέραν δυνατὴν προστασίαν των καὶ διὰ νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι ὄντως ἕν τῶν συλληφθέντων ἁλιευτικῶν, δὲν εἶχε τὸν ἁλιευτικὸν ἐξοπλισμόν.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Παπασταύρου, θέλετε νὰ σᾶς δώσω μίαν ἐξήγησιν; Ἐδῶ ἔχομεν τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐρωτήσεων διὰ τὴν ἑβδομάδα αὐτήν, ὑπάρχει δὲ καὶ ὁ πίναξ ὅλων τῶν κατατεθημένων ἐρωτήσεων, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ Ὑπηρεσία, κάθε ἑβδομάδα, καταρτίζει τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι θὰ συζητηθοῦν διὰ τρία ἢ τέσσαρα Ὑπουργεῖα. Ἐδῶ ἔχω τὸν γενικὸν πίνακα, δηλαδὴ τὴν γενικὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐρωτήσεων, κατὰ χρονολογικὴν σειρὰν ὑποβολῆς αὐτῆς καὶ ὄχι κατὰ Ὑπουργεῖον, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ μὲν ἐρώτησις τοῦ κ. Μπουρνιᾶ φέρει τὸν ἀριθμὸν 630, ἡ δὲ τοῦ κ. Ζορμπᾶ τὸν ἀριθμὸν 622, χρονολογίαν δὲ ὑποβολῆς ἀμεσωτέραν μὲ αὐτήν, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι ἡ μὲν πρώτη ἀπευθύνεται πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας, ἡ δὲ ἄλλη εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι διαπιστοῦται, ὅτι τὴν αὐτὴν ἡμέραν κατετέθησαν ἀμφότεραι αἱ ἐρωτήσεις. Ἡ Ὑπηρεσία εἶδε τὸ «Ἐξωτερικῶν» καὶ δὲν τὴν ἔβαλεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς ἑβδομάδος «Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας», ἐνῷ θὰ ἔπρεπε νὰ προσέξῃ ὅτι ἀπὸ τὸ περιεχόμενόν της ἀφεώρα τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας. Τὶ κακὸν ὑπάρχει, ὅταν συζητῆται μία ἐρώτησις κατατεθεῖσα ὑπὸ βουλευτοῦ τὴν αὐτὴν ἡμέραν μὲ τὴν συζητουμένην; Ὅ,τι ἔχετε εἰπέτε το παρακαλῶ ἐλευθέρως.
§23Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν θὰ ἔκαμνα τὴν παρατήρησιν, ἐὰν δὲν μοῦ ἐδίδετο ἀφορμὴ ἐκ προχθεσινοῦ περιστατικοῦ, ὅτε δὲν ἐπετράπη εἰς βουλευτὴν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ λάβῃ τὸν λόγον ἐπὶ ὁμοίου περιεχομένου ἐρωτήσεώς του, οἷον τὸ περιεχόμενον ἀναπτυχθείσης ὑπὸ βουλευτοῦ τῆς Συμπολιτεύσεως ἐρωτήσεως.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Χριστόπουλος, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεώς του, σχετικῶς μὲ τὴν ἵδρυσιν ἐν Κορινθίᾳ παραρτήματος οἴκου τοῦ Ναύτου.
§25Κ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸν Νομὸν Κορινθίας ὑπάρχει μέγας ἀριθμὸς κατοίκων, οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνται μὲ τὴν Ναυτιλίαν καὶ πολλοὶ ἐξ αὐτῶν εἶναι συνταξιοῦχοι. Δι’ αὐτοὺς ὁ Οἶκος τοῦ Ναύτου οὐδεμίαν δυστυχῶς λαμβάνει μέριμναν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας νὰ ἐνδιαφερθῇ διὰ νὰ ἱδρυθῇ εἰς Κορινθίαν παράρτημα τοῦ Οἴκου τοῦ Ναύτου, ἐὰν δὲ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμβληθῇ μὲ τὸ Κρατικὸν Νοσοκομεῖον διὰ τὴν παροχὴν ἰατρικῆς περιθάλψεως.
§26Σ. ΚΩΤΙΑΔΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας). Διὰ νὰ ἱδρυθῇ παράρτημα τοῦ Οἴκου τοῦ Ναύτου ἀπαιτεῖται εἰς τὴν ἐπαρχίαν ὅπως ὁ ἀριθμὸς τῶν οἰκογενειῶν τῶν ναυτικῶν τῶν δικαιούχων προστασίας νὰ ὑπερβαίνῃ τὰς 300. Ἐκ τῆς γενομένης ἀπογραφῆς ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς εἰς τὸν Νομὸν Κορινθίας ὑπολείπεται κατὰ πολὺ τῶν 300. Εὑρισκόμεθα εἰς προκαταρκτικὴν συνεννόησιν μὲ τὸ Ὑπουργεῖον Κοινωνικῆς Προνοίας, διὰ νὰ ἀνατεθῇ ἡ ἰατροφαρμακευτικὴ περίθαλψις τῶν κατεσπαρμένων εἰς τὰς ἐπαρχίας ναυτικῶν εἰς τὰ ἀγροτικὰ καὶ κοινοτικὰ ἰατρεῖα.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρελθούσης τῆς ὥρας ἀναφορῶν καὶ
ἐρωτήσεων, εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Φιλιππίδης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως.
§28Α. ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις διὰ τὴν ἐπικύρωσιν τῶν πρακτικῶν τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως;
§30Κ. ΒΟΒΟΛΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ στιχομυθίαν μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Λύχνου παρελείφθη τὸ οὐσιωδέστερον μέρος. Σελὶς 11: «Κ. Βοβολίνης. Βεβαίως δὲν θὰ διαμαρτυρηθῆτε καὶ κατὰ τοῦ ραδιοφώνου, τὸ ὁποῖον διαφημίζει μόνον τὸ Κυβερνητικὸν ἔργον καὶ ἀδιαφορεῖ διὰ τὰς γνώμας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως». «Γ. Λύχνος. Καὶ αἱ ἐκπομπαὶ τοῦ ραδιοφώνου συντάσσονται ἀπὸ τοὺς ἰδίους συντάκτας, οἱ ὁποῖοι συντάσσουν καὶ τὰς ἐφημερίδας». Ἡ δὲ ἀπάντησίς μου, ἡ ὁποία περιλαμβάνεται εἰς τὰ πρακτικά, ὑπῆρξεν ἡ ἑξῆς: «Αἱ ἐφημερίδες εἶναι ἰδιωτικαὶ ἐπιχειρήσεις καὶ δύνανται νὰ γράφουν, ὅ,τι θέλουν, ἐξ ἀντιθέτου τὸ ραδιόφωνον ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος καὶ δὲν ἀποτελεῖ μέσον διαφημίσεως τοῦ Κυβερνῶντος Κόμματος, ἀλλὰ τὴν φωνὴν ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους». Πέραν τούτου, κ. Πρόεδρε, ὅταν πρὸ 100 ἐτῶν συνῆλθεν ἡ δευτέρα ἐν Ἀθήναις Ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις, ἐντὸς ὀλίγων 24ώρων, μετὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν, ἐκυκλοφόρησαν τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ ταύτης. Θὰ ἤθελα νὰ εὐχηθῶ νὰ συμβῇ τὸ ἴδιον καὶ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν σας, δηλαδὴ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέβη πρὸ 100ετίας καὶ νὰ μὴ ἀρκούμεθα εἰς τὰ περιληπτικὰ ἐπίσημα πρακτικά, τὰ ὁποῖα δὲν ἀποδίδουν τὰ λεγόμενα.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τῆς προτάσεως «περὶ τροποποιήσεως συμπληρώσεως καὶ ἀντικαταστάσεως διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς». Κύριοι βουλευταί, ἔχω τὴν ἀντίληψιν, δεδομένου, ὅτι τὸ θέμα ἀπὸ ἀπόψεως ἀρχῆς ἔχει ἐξαντληθῆ καὶ δεδομένου, ὅτι πρόκειται περὶ τροποποιήσεως ἄρθρου καὶ οὐχὶ περὶ νομοθετήματος ρυθμίζοντος νέον θέμα, νομίζω, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν.
§32Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, κ. Πρόεδρε.
§33ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔχομεν ἀντιρρήσεις.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν θέλω νὰ ἀντιδικῶ καὶ ἀκόμη περισσότερον δὲν ἐπεδίωξα νὰ ἐπιβάλω τὰς ἀπόψεις μου προκειμένου μάλιστα περὶ τοῦ καταστατικοῦ χάρτου τῶν ἐργασιῶν μας. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἂν ἀρχίσωμεν συζητοῦντες ἐπὶ ἡμέρας ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον ἀρχίζομεν σήμερον, δὲν θὰ ἀχθῇ εἰς πέρας. Κατώρθωσα μετὰ κόπου νὰ μοῦ παραχωρηθοῦν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ὡρισμέναι ἡμέραι, ἐλάχισται ἀτυχῶς, νομοθετικῆς ἐργασίας. Κάμνω ἔκκλησιν πρὸς ὑμᾶς, ἀντὶ νὰ συζητῶμεν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, νὰ ἐργασθῶμεν ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ ἂν ἔχετε ἐπὶ τῶν ἄρθρων ὡρισμένας τροπολογίας ἢ ἀντιρρήσεις θὰ τὰς συζητήσωμεν καὶ θὰ τὰς δεχθῶμεν, ἐφ’ ὅσον ἡ πλειοψηφία πεισθῇ περὶ τῆς ὀρθότητος τούτων ἢ θὰ ἀπορριφθοῦν καὶ θὰ προχωρήσωμεν οὕτω εἰς τὴν ψήφισιν. Αὐτὴ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἐπὶ 18 ἄρθρων τὰ ὁποῖα εἶναι διάφορα τὸ ἕνα πρὸς τὸ ἄλλο, καὶ δὲν ἔχουν μεταξύ των ἀπόλυτον ὀργανικὴν σύνθεσιν δὲν ἔχει λόγον. Ὁ Κανονισμὸς ὑπάρχει. Τροποποιοῦνται ὡρισμένα ἄρθρα, θὰ γίνῃ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἀνάλυσις, τῶν 18 ἄρθρων, τὰ ὁποῖα προτείνονται καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν ἀπόλυτον ἐξάρτησιν τὸ ἕνα πρὸς τὸ ἄλλο; Δὲν τὸ βλέπω. Τὶ ἐμποδίζει νὰ ὁμιλῇ κανεὶς ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου; Διότι οὕτω κρατεῖται καὶ ἡ συνοχὴ καὶ ἡ προσοχὴ τοῦ Σώματος ἐπὶ τοῦ θέματος: Διότι ἐὰν ὁμιλήσῃ κανεὶς ἑνιαίως ἐπὶ τοῦ 1ου, 2ου, 10ου καὶ 17ου ἄρθρου ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ποία θὰ ἀπομείνῃ ἐντύπωσις ἀπὸ ὅλας αὐτὰς τὰς συζητήσεις; Δι’ αὐτὸ κάμνω αὐτὴν τὴν εἰσήγησιν, τὴν ἔκκλησιν θὰ ἠδυνάμην νὰ εἴπω καὶ παρακαλῶ νὰ δεχθῇ ἡ Βουλὴ τὴν ἄποψίν μου.
§35Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχων ὑπ’ ὄψει μου καὶ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, ἡ ὁποῖα ὁμιλεῖ περὶ γενικῶν διαπιστώσεων, περὶ γενικῆς γραμμῆς, νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον ὡς πρὸς τὸ πνεῦμα καὶ τὴν γραμμὴν ποὺ διέπει τὸ νομοσχέδιον νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Δὲν δικαιολογεῖται τὰ ἄρθρα νὰ εἶναι ξεκρέμαστα. Ἐφ’ ὅσον ἀποβλέπει εἰς μίαν γενικὴν ἀναμόρφωσιν τοῦ Κανονισμοῦ, ἀναμφιβόλως διέπεται ἀπὸ κάποιο πνεῦμα καὶ ἀποβλέπει εἰς ἕνα γενικὸν σκοπόν. Δι’ αὐτὸ φρονῶ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἑνὸς ἐξαιρετικοῦ νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον ἀναμένομεν ἐπὶ τόσα ἔτη, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ μία σοβαρὰ συζήτησις ἀρχίζοντας ἀπὸ τὸ θέμα τῆς ἀρχῆς. Νὰ εἶσθε βέβαιοι, ὅτι θὰ σᾶς διευκολύνωμεν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, οὕτως ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ μακρυγορία. Καὶ ἡμεῖς ἐπειγόμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ τέρμα. Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ μία συμφωνία κυρίων, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξουν ἐπαναλήψεις τῶν ἰδίων πραγμάτων. Ἀφήσατε νὰ ἐκτεθοῦν ὡρισμέναι γενικαὶ ἀρχαί, τὰς ὁποίας θὰ ἐκθέσουν οἱ κ. συνάδελφοι, ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ ἔχῃ μίαν εἰκόνα πλήρη τῆς ἀναμορφώσεως τοῦ Κανονισμοῦ.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι θὰ ματαιωθῇ τὸ ἔργον.
§37Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ Κανονισμὸς εἶναι νόμος, ὁ ὁποῖος ὑποχρεωτικῶς πρέπει νὰ εἶναι κατ’ ἀνάγκην θεσπισμένος. Θέμα ἀρχῆς περὶ τῆς θεσπίσεως τοῦ Κανονισμοῦ δὲν ὑπάρχει. Ὁ νόμος πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ πρέπει νὰ τοποθετηθῇ ἐντὸς τεθειμένων πλαισίων, Συνταγματικῶς τεθειμένων πλαισίων καὶ δεῖ στενωτάτων. Συνεπῶς ἡ βασικὴ ἀρχὴ τοῦ Κανονισμοῦ ἔχει Συνταγματικῶς κατοχυρωθῆ. Παραμένει ἐντὸς αὐτῶν τῶν πλαισίων νὰ εὕρωμεν τὸν καλλίτερον τρόπον λειτουργίας τῆς Βουλῆς. Δὲν εἴμεθα ἑπομένως εἰς θέσιν νὰ λύσωμεν θέμα ἀρχῆς. Τὸ ζήτημα τῆς ἀρχῆς τοῦ Κανονισμοῦ τὸ ἔλυσε διὰ τῶν διατάξεών του τὸ Σύνταγμα. Ἡμεῖς ἐντὸς τοῦ πλαισίου αὐτοῦ θὰ συζητήσωμεν τὰ ἐπὶ μέρους. Δέχομαι καὶ ἐγώ, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἠλείας συνάδελφος, ὅτι ὑπάρχουν μερικὰ θέματα γενικά, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ διέπουν τὸν Κανονισμὸν γενικῶς. Καὶ παραδέχομαι ὅτι θὰ ἦτο πολὺ χρήσιμον ὅλοι οἱ ἀξιότιμοι κ.κ. συνάδελφοι, νὰ διατυπώσουν ἐπὶ τῶν γενικῶν αὐτῶν θεμάτων τὰς ἀπόψεις των. Ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι καλλίτερον νὰ γίνῃ εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν καὶ δι’ αὐτοὺς τοὺς συζητητὰς καὶ δι’ αὐτὰ τὰ συζητούμενα θέματα, διότι τὰ ἐπὶ μέρους ἀναφέρονται εἰς ποικίλας ὄψεις τῆς λειτουργίας τῆς Βουλῆς, ἀναφέρονται εἰς θέματα, τὰ ὁποῖα ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῶν ἄρθρων προσφορώτερον θὰ ἀναπτυχθοῦν παρὰ ἂν ἀναπτυχθοῦν εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς συζητήσεως. Ἐὰν συνεχισθῇ ἡ κατ’ ἀρχὴν συζήτησις ἐπὶ μακρὸν θὰ ἔχωμεν τὸ ἑξῆς δυσάρεστον ἀποτέλεσμα. Θὰ εἴπωμεν εἰς τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν ὅλα ὅσα πρέπει νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν θὰ ἐξαντληθῇ τὸ θέμα εἰς τὴν ἀρχὴν καὶ θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα κατὰ τὴν ὁποίαν εἴτε ἡ Κυβέρνησις ἐπειγομένη τὴν ψήφισιν ἄλλων νομοσχεδίων, εἴτε ὁ κάματος τῆς Βουλῆς θὰ ματαιώσουν καὶ πάλιν τὴν ψήφισιν τοῦ Κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος θεσπίζεται κυρίως ὑπὲρ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§38Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν θὰ ὁμιλήσω πολύ, ἀλλὰ ἕνα δὲν μπορῶ νὰ καταλάβω. Ὅταν λέγωμεν ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ἐγὼ καταλαβαίνω, ὅτι πρέπει νὰ λαμβάνεται ὑπ’ ὄψει καὶ ὁ ἄγραφος Κανονισμὸς ποὺ ὑπάρχει εἰς τὰ Κοινοβουλευτικὰ Κράτη, τὰ Κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα. Τώρα ὅταν θὰ ψηφίζωμεν, ἡ πλειοψηφία θὰ ψηφίζῃ, ὅπως συμφέρῃ εἰς τὴν Κυβερνῶσαν παράταξιν. Ἡ πραγματικότης εἶναι αὐτή. Ἐνῷ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος πρέπει νὰ εἶναι ἐν ὁμοφωνίᾳ ὅλων μας, τότε μόνον ὁ Κανονισμὸς αὐτὸς ἠμπορεῖ νὰ ὀνομασθῇ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς. Ἡμεῖς ξεύρουμε τί θὰ ψηφίζητε. Σεῖς θὰ ψηφίζητε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγει ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλὰ ἐρωτᾶται, συμφέρουν εἰς τὴν μειοψηφίαν μέσα εἰς τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία ἔχει καὶ αὐτὴ τὰ δικαιώματά της σύμφωνα μὲ τὸν ἀνόθευτον Κοινοβουλευτισμόν; Σεῖς αὐτὰ τὰ δικαιώματα δὲν τὰ ἀναγνωρίζετε. Ὁ Κανονισμὸς ὅμως πρέπει νὰ ἀναγνωρίζῃ τὰ δικαιώματα τῆς μειοψηφίας. Αὐτὸς ὁ Κανονισμὸς ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἀμερόληπτος. Ἔπρεπε ἐξ ἄλλου καὶ τὸ Προεδρεῖον νὰ εἶναι ἀμερόληπτον καὶ εἰς τὸ Προεδρεῖον ἔπρεπε νὰ εἶναι ἀντιπρόσωποι τῶν Κομμάτων, νὰ εἶναι ὑπερκομματικόν. Τότε μόνον ἠμπορεῖ νὰ λειτουργήσῃ καλῶς. Ὅ,τι καὶ νὰ κάμνετε τώρα, δὲν θὰ λειτουργήσῃ. Θὰ λειτουργῇ σύμφωνα μὲ τὰς ἀπόψεις τῆς Κυβερνήσεως. Ἡμεῖς εἴμεθα ἐναντίον αὐτοῦ. Καὶ ἐκτὸς τούτου, ἡμεῖς λέγομεν, ὅτι δὲν ἀναγνωρίζομεν εἰς σᾶς δικαιώματα, διότι ὡς πλειοψηφία εἶσθε ἀνώμαλοι. Ἀνώμαλος κατάστασις σᾶς ἐδημιούργησεν. Ἀνωμάλως ἐδημιουργήθη ἡ σημερινὴ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς (γέλωτες). Δι’ αὐτὸ θὰ ἔλεγα, κ. Πρόεδρε, νὰ ἀναβάλητε ἐπ’ ἀόριστον. Εἶναι πιὸ καλλίτερα, ὅταν θὰ ἔλθῃ μία ἄλλη Βουλὴ καὶ πολὺ γρήγορα θὰ ἔλθῃ, διότι ἡ κατάστασις, ὅπως ἐξελίσσεται εἰς τὴν Ἑλλάδα, δὲν πιστεύω νὰ μπορέσητε νὰ σταθῆτε. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου. Μόνον μία ἀδιάβλητα ἐκλεγομένη Βουλὴ μπορεῖ νὰ ψηφίσῃ Κανονισμὸν ἀδιάβλητον. Σεῖς λέγετε ὄχι.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε ἐκτὸς τοῦ θέματος.
§40Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Ἡμεῖς προτείνομεν, ἐὰν θέλωμεν πραγματικὸν Κανονισμὸν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος καὶ ὄχι Κανονισμὸν τῆς πλειοψηφίας, αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μας, νὰ μὴ ψηφισθῇ τίποτε καὶ ἂς μείνῃ ὡς ἔχει ὁ ἰσχύων Κανονισμός.
§41Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν νομίζω, ὅτι ἔχει δίκαιον ὁ συνάδελφος ἐξ Ἀθηνῶν, ὁ καθηγητὴς μου κ. Τσάτσος εἰς τὴν ἄποψιν, τὴν ὁποίαν διετύπωσεν. Βεβαίως ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς προβλέπεται ἀπὸ τὸ Σύνταγμα καὶ προσδιορίζονται καὶ τὰ ὅριά του ἀπὸ τὸ Σύνταγμα. Τοῦτο ὅμως, οὐδαμῶς δύναται νὰ σημαίνῃ, ὅτι ὁ Κανονισμὸς δὲν ἔχει ἀρχήν. Κατ’ ἐξοχὴν ἔχει καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ πρέπει πρωτίστως νὰ γίνῃ ἐπ’ αὐτῆς συζήτησις. Διότι ὁ Κανονισμὸς ἔχει νὰ ἐπιλύσῃ τὰ βασικὰ προβλήματα τῆς λειτουργίας τοῦ Σώματος καὶ τὰς βασικὰς ποικίλας σχέσεις Κυβερνήσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ἀπὸ ὅλους καὶ πρῶτα ἀπὸ τὸν φίλον καὶ καθηγητήν μου κ. Τσάτσον, ὅτι αὐτὴ ἡ γενικὴ ἀρχὴ κατ’ ἐξοχὴν εἶναι ἀναγκαῖον νὰ συζητηθῇ. Ἐὰν θέλετε καὶ σήμερον, πρὸ παντὸς τὴν στιγμὴν αὐτὴν τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν διερχόμεθα. Ἄλλωστε ἐὰν τὸ ἐπιχείρημά του ἦτο σωστόν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ συζητῶνται ὡρισμένοι βασικοὶ νόμοι καὶ θὰ τοῦ φέρω πρόχειρον παράδειγμα τὸν ἐκλογικὸν νόμον. Καὶ ὁ ἐκλογικὸς νόμος προβλέπεται ἀπὸ τὸ Σύνταγμα καὶ τὸ περίγραμμά του προσδιορίζεται ἀπὸ τὸ Σύνταγμα, τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι ὁ ἐκλογικὸς νόμος δὲν ἔχει ἀρχήν. Συμπέρασμα εἶναι ἐπιμένομεν εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Δι’ ἡμᾶς ἡ βασικὴ συζήτησις εἶναι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, διότι ἀπὸ τὸ γενικὸν πνεῦμα, ἀπὸ τὸ ὁποῖον θὰ διαπνέεται ὁ Κανονισμός, θὰ ἐξαρτηθῇ ἐὰν ὁ Κανονισμὸς θὰ εἶναι ἄξιος τοῦ ὀνόματός του ἢ θὰ ὁδηγήσῃ ἀρκετὰ σκαλοπάτια πάρα κάτω τὸν Κοινοβουλευτικόν μας βίον καὶ τὸ Σῶμα τῆς Βουλῆς.
§42Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Δὲν ἠμποροῦμε νὰ συγκρίνωμεν τὰ πλαίσια, τὰ ὁποῖα θέτει διὰ τὸν ἐκλογικὸν νόμον τὸ Σύνταγμα μὲ τὰ πλαίσια, τὰ ὁποῖα θέτει διὰ τὸν Κανονισμόν, διότι ἐκεῖ προβλέπει ὅλας τὰς βασικὰς ἀρχὰς τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἑπομένως νομίζω, ὅτι τὸ συμπέρασμα τοῦ ἀγαπητοῦ κ. Μητσοτάκη δὲν εὐσταθεῖ. Ὅσον ἀφορᾶ, τὰ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς ΕΔΑ ἤθελον νὰ τοῦ εἴπω, ὅτι καὶ ἡμεῖς ἀναγνωρίζομεν, ὅτι ὁ Κανονισμὸς ἀποβλέπει καὶ εἰς τὴν προστασίαν καὶ τῆς μειοψηφίας καὶ εἰς τὴν κατοχύρωσιν τῶν δικαιωμάτων της. Περὶ αὐτοῦ δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅπως καὶ εἰς τὴν κατοχύρωσιν γενικῶς ἑνὸς ἑκάστου τῶν κ.κ. βουλευτῶν. Ἀλλὰ θὰ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὶ προτείνετε. Προτείνετε τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἐὰν δὲν συζητηθῇ τώρα, θὰ συζητηθῇ εἰς ἄλλην Βουλήν, ὅπου δὲν θὰ ἀποφασίσῃ ἡ πλειοψηφία; Ποῖος θὰ ἀποφασίσῃ;
§43ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ ΕΚ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ. Ὅλοι μαζί.
§44Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Θέλομεν νὰ γνωρίζωμεν πῶς βλέπετε τὴν λύσιν τοῦ προβλήματος παραμεριζομένης τῆς πλειοψηφίας.
§45ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς τὴν ἄλλην Βουλὴν θὰ ὑπάρχῃ ἄλλο πνεῦμα.
§46Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Τὸ ποῖον πνεῦμα θὰ εἶναι εἰς τὴν μέλλουσαν Βουλήν, αὐτὸ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὸ προσδιωρήσητε σεῖς. Πάντως θὰ ὑπάρχῃ πλειοψηφία καὶ μειοψηφία, καὶ πάλιν ἡ πλειοψηφία θὰ ἀποφασίσῃ. Ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ ἀντιδρῶμεν κατὰ τῆς παρούσης συζητήσεως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, σήμερα, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι θὰ ἀποφασίσῃ τελικῶς ἡ πλειοψηφία, διότι ἐδῶ καὶ εἰς τὸ μέλλον ἡ πλειοψηφία ἀποφασίζει. Αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις τοῦ Δημοκρατικοῦ πολιτεύματος.
§47Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Ἐὰν ἡ πλειοψηφία προέρχεται ἀπὸ ἐλεύθερες ἐκλογές. Δὲν ἔγιναν ἐλεύθερες ἐκλογές. Δὲν ἔχετε τὴν πλειοψηφίαν τὴν λαϊκήν.
§48Κ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν Ρωσίαν τί γίνεται...
§49Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Ἀφήστε αὐτά. Μία φορὰ σᾶς ἀπήντησα λατινικά. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω ἔτσι πάλιν. Δὲν ὁμιλῶμεν περὶ Ρωσίας, ὁμιλῶμεν περὶ Ἑλλάδος. Τὶ εἶναι αὐτά. Κάμνετε αὐτό, διότι δὲν ἔχετε ἐπιχειρήματα νὰ μὲ ἀντικρούσετε. Δὲν ἔχετε τὴν πλειοψηφίαν, τὸ ἐδηλώσαμεν.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁμιλοῦμεν ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ δὲν θὰ ἤθελον ἡ συζήτησις νὰ συνδυασθῇ μὲ κοινωνικὰς καὶ πολιτικὰς διαφοράς.
§51Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Βλέπετε; Ἰδοὺ ἡ πλειοψηφία. Ἐνῷ ὁμιλῶ, σεῖς κ. Πρόεδρε, μὲ διακόπτετε. Ἡμεῖς δὲν σᾶς ἀναγνωρίζομεν. Μόλις τοῦ ἀπήντησα ὅπως ἔπρεπε, κατὰ τὴν γνώμην μου ποὺ δὲν ἄρεσε εἰς βουλευτὰς τῆς πλειοψηφίας, ἴδατε τί ἀπάντησιν μοῦ ἐδώσατε. Ἠμπορεῖ νὰ εἶσθε ἀγαπητὸς ὡς ἄτομον, κ. Πρόεδρε, ἀλλὰ ὡς Πρόεδρος δυστυχῶς δὲν ἠμπορεῖτε νὰ εἶσθε ὑπερκομματικός. Βλέπετε, πλειοψηφία εἶναι ἡ γνησία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐλευθέρα ἐκδήλωσις. Καὶ οἱ πέτρες φωνάζουν ὅμως ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον, ὅτι δὲν ὑπῆρξε τοιαύτη ἐκδήλωσις. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ λέγητε, συνεπῶς, ὅτι ἔχετε τὴν πλειοψηφίαν. Δι’ αὐτὸ λέγομεν νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις καὶ ἡ ψήφισις νέου Κανονισμοῦ, διὰ νὰ ἐκδηλωθῇ ὁ λαός, διότι τότε ἡ πλειοψηφία δὲν πιστεύω νὰ εἶναι τοιαύτη ὡς εἶναι σήμερον. Θὰ ὑπάρξῃ ὁμαλωτέρα ἐξέλιξις καὶ ἀντικειμενικώτερον πνεῦμα.
§52Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ Κόμμα τῶν Προοδευτικῶν ἔχει τὴν γνώμην, ὅτι ἐπιβάλλονται ὡρισμέναι τροπολογίαι εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, ὥστε νὰ καταστῇ δυνατὸν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς νὰ διεξάγωνται μὲ ταχύτερον ρυθμόν, τὸν ρυθμὸν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἀπαιτεῖ ἡ ἐποχή, εἰς τὴν ὁποίαν ζῶμεν. Καὶ ἄλλοτε εἰς τὸ παρελθὸν ἐπεσημάναμεν τὴν ἀνάγκην, ὅπως γίνουν ὡρισμέναι οὐσιώδεις τροπολογίαι εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς. Πάντοτε ὅμως πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι αἱ τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ ἐπιτευχθοῦν, ὄχι μόνον δὲν ἐπιτρέπεται νὰ θίγουν τὰ δικαιώματα τῆς μειοψηφίας, ἀλλά, τοὐναντίον, πρέπει νὰ διασφαλίζουν τὰ δικαιώματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ καθιστοῦν δυνατὸν καὶ τὸ ἔργον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εἶναι ἐξ ἴσου δημιουργικὸν μὲ τὸ ἔργον τῆς Συμπολιτεύσεως. Θὰ μοῦ ἦτο δυσχερές, κ. Πρόεδρε, παρὰ τὸ γεγονός, ὅτι ἡμεῖς πιστεύομεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐπενεχθοῦν ὡρισμέναι τροποποιήσεις —καὶ τὸ ταχύτερον— εἰς τὸ Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, θὰ μοῦ ἦτο δυσχερὲς νὰ συμφωνήσω νὰ παραλειφθῇ ἡ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς συζήτησις, ἐφ’ ὅσον ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους ἀξιοῦν νὰ ὁμιλήσουν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Καὶ πράγματι ὑπάρχει ἀρχή. Τὸ θέμα εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ ὁμιλήσουν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς νὰ μὴ ἐπεκταθοῦν ἐπὶ τῶν κατ’ ἰδίαν διατάξεων. Δι’ ἡμᾶς μία εἶναι ἡ ἀρχή. Ὅτι ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ διευκολύνῃ τὴν ταχυτέραν διεκπεραίωσιν τοῦ ἔργου τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, μὲ πλήρη διασφάλισιν τῶν δικαιωμάτων τῆς μειοψηφίας. Ἐπὶ τῶν κατ’ ἰδίαν διατάξεων θὰ ἀναπτύξωμεν τὰς ἀπόψεις μας. Μᾶς εἶναι ὁμολογουμένως δυσχερές, ἐπαναλαμβάνω, νὰ συμφωνήσωμεν, ἐφ’ ὅσον οἱοιδήποτε ἐκ τῶν κ.κ. συναδέλφων ἀξιοῦν νὰ ὁμιλήσουν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, νὰ εἴπωμεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὁμιλήσουν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, θὰ κάμω ἀκόμη μίαν ἀπόπειραν. Τὸ ὑπὸ κρίσιν ὑποβαλλόμενον σχέδιον, ἔχει περίπου 3–4 οὐσιώδη σημεῖα. Τὸ πρῶτον εἶναι ἡ ρύθμισις τοῦ ἐλέγχου, ὁ ὁποῖος διευκολύνεται καὶ ἐπιταχύνεται. Καταργοῦνται πλέον αἱ μακραὶ συνεδριάσεις ἐπὶ μῆνας, διὰ τὸ αὐτὸ θέμα. Τὸ ἄλλο σκέλος εἶναι, ὅτι καταβάλλεται προσπάθεια ταχυτέρας συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων, ἀλλὰ διασφαλισμένη διὰ ρητόρων, τοὺς ὁποίους ἐξουσιοδοτοῦν τὰ Κόμματα. Πράγματι ὁ Κανονισμὸς αὐτὸς ἔχει κἄτι τὸ νέον. Ἐπιβάλλει ἐμμέσως εἰς τὰ Κόμματα νὰ ἀποκτήσουν νέαν ὀργανικὴν σύνθεσιν. Τὰ κόμματα θὰ καθορίζουν τοὺς ρήτορας, θὰ καθορίζουν αὐτὰ τὴν γραμμὴν καὶ θὰ ὑπάρχῃ μία πειθαρχία εἰς τὰς συζητήσεις. Εἶναι δὲ ὀργανικὴ ἀνάγκη ἡ ὕπαρξις τῶν Κομμάτων καὶ ἡ ὁμαλὴ λειτουργία αὐτῶν καὶ ἡ ἐντὸς αὐτῶν πειθαρχία. Τὸ τρίτον σκέλος, ἐὰν θέλητε, εἶναι τὸ θέμα κυρώσεών τινων, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται, ἐὰν ἐπικρατήσῃ μία ἀταξία προκαλοῦσα ἀδυναμίαν λειτουργίας τῆς Βουλῆς. Αὐτὰ εἶναι τὰ τρία κύρια σημεῖα. Θὰ ἐπρότεινον, λοιπόν, ὅταν ἔρχεται τὸ κάθε ἄρθρον τὸ ἀφορῶν π.χ. τὸν ἔλεγχον, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ νὰ ὁμιλήσουν ὅσοι θέλουν. Ὅταν ἔλθῃ τὸ θέμα τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας νὰ ὁμιλήσουν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ καὶ ὅταν ἔλθῃ τὸ θέμα τῶν κυρώσεων, νὰ ὁμιλήσουν πάλιν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Αὐτὰ εἶναι τὰ τρία οὐσιώδη καὶ βασικὰ σημεῖα τοῦ κατατεθέντος σχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔχει καταρτισθῆ ἀπὸ ἐπιτροπὴν διακομματικὴν —διότι τὸ ἔχει ἐπεξεργασθῆ ἐπιτροπὴ καὶ τὸ υἱοθέτησα ἐγὼ καὶ φέρει καὶ ὑπογραφὰς ἀντιπολιτευομένων— βασικῶς δὲ τὸ πρῶτον σχέδιον ἐγένετο ὑπὸ ἐπιτροπῆς ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἐξαιρέτου προκατόχου μου τοῦ κ. Γόντικα. Μετὰ ἀπὸ ὅλα αὐτὰ —φοβοῦμαι, ὅτι εἶναι φωνὴ βοόντος ἐν τῇ ἐρήμῳ— ἀλλὰ τὸ λέγω διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν πρότασίν μου, πρὸς τί νὰ συζητήσωμεν ὁμοῦ αὐτὰ τὰ τρία κεχωρισμένα θέματα, ἐνῷ ἠμποροῦν νὰ ὁμιλήσουν ὅσοι θέλουν ἐπ’ ἑκάστου θέματος, ὅταν ἔλθῃ τὸ σχετικὸν ἄρθρον; Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐφ’ ὅσον βλέπω, ὅτι ἔχετε ἐπιμονήν, νομίζω, ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν μίαν συμφωνίαν κυρίων, ἐὰν θέλετε. Νὰ εἴμεθα σύντομοι. Ἐγὼ δέχομαι νὰ συζητήσωμεν ἀπόψε κατ’ ἀρχὴν καὶ αὔριον νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων. Ἀλλὰ δι’ αὐτὸ νὰ γίνῃ μία συμφωνία, ὥστε νὰ τελειώσωμεν καὶ νὰ μὴ λάβῃ ἡ συζήτησις μορφὴν παρεμποδίσεως τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου.
§54Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἴπατε, ὅτι εἰς δύο συνεδριάσεις θὰ κατωρθώσωμεν νὰ ψηφίσωμεν αὐτὸν τὸν Κανονισμόν;
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, κ. Πρόεδρε. Δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Σήμερον νὰ γίνῃ δεκτὸς κατ’ ἀρχὴν καὶ αὔριον νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, ἡ ὁποία θὰ διεξαχθῇ ἐν πλήρει ἀνέσει.
§56Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ πρότασίς σας βασίζεται ἐπὶ τῆς ἀντιλήψεως, ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῇ ἡ συζήτησις μόνον εἰς τὴν ὑπὸ κρίσιν πρότασιν καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, νὰ ἀναπτυχθοῦν τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι κατέστησαν ἐπιτακτικαὶ κατόπιν ὡρισμένων γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἐμεσολάβησαν ἀπὸ τοῦ 1958, ὁπότε ἔγινε κατ’ ἀρχὴν αὐτὴ ἡ τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ, μέχρι σήμερον. Δὲν εἶναι δυνατόν, λοιπόν, νὰ περιορίσητε οὔτε τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, διότι μόνον κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναπτυχθοῦν τροπολογίαι, συμπληρώνουσαι τὸ πνεῦμα καὶ τὴν ἀρχὴν τῆς ὑπὸ κρίσιν προτάσεως, ἀλλ’ οὔτε καὶ χρονικῶς νὰ τὴν περιορίσητε. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀπὸ μέρους μας δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις νὰ γίνῃ μία «συμφωνία κυρίων» ὅσον ἀφορᾷ τὴν συνολικὴν ἔκτασιν, ἀλλά, βεβαίως, ἐντὸς ὀλίγων ὡρῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περατωθῇ ἡ συζήτησις.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ παρεκάλουν νὰ μοῦ δώσητε καὶ μίαν ἡμέραν ἐλέγχου, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειοψηφία, νὰ διαθέσῃ τόσας ἡμέρας διὰ τὸν Κανονισμόν, ὁ ὁποῖος ὡς γνωστόν, ἐνδιαφέρει ὅλας τὰς πτέρυγας τῆς Βουλῆς καὶ οὐχὶ μόνον τὴν Συμπολίτευσιν. Κατώρθωσα νὰ παραχωρηθοῦν μερικαὶ συνεδριάσεις, δυστυχῶς ὀλίγαι, παρακαλῶ συνεπῶς, νὰ μὲ συνδράμητε, διότι ἄλλως θὰ μείνωμεν καὶ πάλιν εἰς τὸ μέσον, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν μέχρι τοῦ Πάσχα νὰ ἀνασταλῇ τελείως τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Κυβερνήσεως.
§58Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡμεῖς εἴμεθα σύμφωνοι, ὅπως ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς περαιωθῇ σήμερον καὶ αὔριον νὰ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῶν ἄρθρων δὲν θέτω περιορισμόν.
§60Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Προτείνω δέ, ἐὰν θὰ γίνῃ μία συμφωνία «κυρίων», τὰ Κόμματα νὰ ὁρίσουν ἕνα ἕως δύο ρήτορας διὰ νὰ ὁμιλήσουν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ὥστε νὰ τελειώνωμεν.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Πλατῆς, εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§62Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ τυχὸν ἀπόφασις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀρχῆς μόνον σήμερον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχύσῃ, διότι εἴθισται εἰς δύο πράγματα οἱ βουλευταὶ νὰ εἶναι ἐλεύθεροι καὶ ὄχι κομματικῶς δεσμευμένοι, εἰς τὸν ἐκλογικὸν νόμον καὶ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς. Ἑπομένως εἶναι δυνατὸν εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ Κανονισμοῦ νὰ ὑπάρξουν πλεῖστοι βουλευταὶ τοῦ αὐτοῦ κόμματος, οἱ ὁποῖοι νὰ θελήσουν νὰ ὁμιλήσουν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ κόμμα νὰ τοὺς κάμῃ νὰ πειθαρχήσουν, διότι εἶναι ἡ εἰδικὴ αὐτὴ περίπτωσις. Δὲν ἠμποροῦμεν, λοιπόν, νὰ προβλέψωμεν, ὅτι ἀπόψε θὰ περατωθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχω ἀντίθετον γνώμην, κ. Τούμπα. Νομίζω, ὅτι προκειμένου περὶ τοῦ θέματος τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς τὰ κόμματα πρέπει νὰ ἔχουν σαφῆ καὶ διαυγῆ γνώμην, τὴν ὁποίαν καὶ νὰ ἐπιβάλλουν εἰς τοὺς βουλευτάς των. Τὰ κόμματα, ἐπαναλαμβάνω, ὄχι τὸ Προεδρεῖον. Εἶναι θέμα κόμματος αὐτό. Τὸ κόμμα πρέπει νὰ ἔχῃ πρόγραμμα καὶ νὰ γνωρίζῃ, πῶς ἐργάζεται. Ἀλλοίμονον, ἐὰν τὰ κόμματα δὲν ἔχουν τὸ πρόγραμμά των, τὸ ὁποῖον καθορίζει τὸν τρόπον τῆς ἐργασίας των εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ κ. Γ. Πλατῆς εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, ἔχει τὸν λόγον.
§64Γ. ΠΛΑΤΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὸ σχέδιον τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι τὸ Σῶμα, ἀνταποκρινόμενον πρὸς τὴν ἀξίωσιν καὶ τῆς κοινῆς γνώμης καὶ τῶν διαφόρων κοινοβουλευτικῶν παραγόντων, θὰ θελήσῃ νὰ διευκολύνῃ, ἵνα τὸ ἔργον τοῦτο ἀχθῇ εἰς πέρας, διότι πράγματι εἶναι χρήσιμον διὰ τὸ ἔργον μας. Κύριοι βουλευταί, συνομολογεῖται πράγματι, ὅτι, ὡς ἔχει σήμερον ἡ δικονομία τῆς Βουλῆς, τὸ Σῶμα δὲν ἀνταποκρίνεται ἐπαρκῶς καὶ πλήρως πρὸς τὰς ἀνάγκας, τὰς ἐμφανιζομένας, εἴτε ἐλέγχου εἴτε νομοθετικῆς ἐργασίας. Γνωρίζετε, κ. βουλευταί, οἱ περισσότεροι ἐξ ὑμῶν τὴν πληθώραν τῶν νομοσχεδίων, τῶν ἐρωτήσεων, τῶν ἐπερωτήσεων καὶ τόσων ἄλλων πραγμάτων, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε κατωρθώθη νὰ ἔλθουν εἰς πέρας μόνον καὶ μόνον ἐξ αἰτίας τῶν ἐλαττωμάτων, ἀπὸ τὰ ὁποῖα πάσχει ὁ ἰσχύων Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς. Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ σᾶς ὑπομνήσω, ὅτι τὸ μέγιστον μέρος τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας κατὰ τὸ παρελθὸν τοὐλάχιστον ἐξετέλεσεν ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως, ἀκριβῶς, διότι κατὰ τὰς συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ ἐπήρχετο μεγάλη καθυστέρησις εἰς τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων. Δὲν παρίσταται προσέτι ἀνάγκη νὰ τονίσω τὰς ὀλεθρίας συνεπείας μιᾶς τοιαύτης καταστάσεως, ἥτις παρακωλύει καὶ τὴν ταχεῖαν θεραπείαν τῶν ὁσημέραι προκυπτουσῶν ποικίλων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους καὶ τὴν Ἐθνικὴν πρόοδον. Ἡ τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ ἄλλωστε, ἐκρίθη ἀπαραίτητος ἀπὸ τῶν πρώτων μηνῶν τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς τοῦ 1946, κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ὁποίας καὶ ἡ τότε Κυβέρνησις ἐψήφισεν ὡρισμένας τροποποιήσεις αὐτοῦ, καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις πολλάκις κατέθεσε σχέδια τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ κυριωτέρα τῶν ὁποίων ἦτο ἡ ὑπὸ τοῦ τότε βουλευτοῦ Τρικάλων κ. Α. Βαμβέτσου κατατεθεῖσα τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1948. Δὲν ἀναφέρω τὰς προσπαθείας τῆς νῦν Κυβερνήσεως, διότι εἶναι πρόσφατοι, καὶ ἥτις ἀπὸ τῶν ἐτῶν 1956–1958 ὑπέβαλε τὸ νῦν ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν σχέδιον τροποποιήσεως. Μέγα μέρος τῆς τοιαύτης καταστάσεως ὀφείλεται εἰς τὸ γεγονός, ὅτι ὁ σημερινὸς Κανονισμὸς στερεῖται τῆς ἐλαστικότητος ἐκείνης, ἥτις δίδει καὶ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τοὺς βουλευτὰς τὴν δυνατότητα, ὥστε τὰ συζητούμενα θέματα νὰ τυγχάνουν τῆς ἐπιβαλλομένης προσοχῆς καὶ βαθείας ἐξετάσεως. Βεβαίως αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν μία ἀναπροσαρμογὴ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, δὲν σημαίνει, ὅτι θὰ θεραπεύσῃ ὁλοσχερῶς τὴν νόσον, ἐὰν δὲν ἀναπροσαρμοσθῇ καὶ ἡ νοοτροπία τῶν φορέων τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅμως, ὅτι θὰ βοηθήσῃ κατὰ πολὺ τὴν θεραπείαν τῶν κακῶς ἐχόντων ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Ἐπιβάλλεται, ὡς ἐκ τούτου, ὅπως ἀναπροσαρμοσθῇ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, συμφώνως πρὸς τὰς σημερινὰς λειτουργικὰς αὐτῆς ἀνάγκας, εἰς τρόπον ὥστε νὰ δύναται νὰ ἀνταποκρίνεται ἡ Βουλὴ εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς ἐποχῆς, χωρὶς, βέβαια τὸ παράπαν νὰ παρεμποδίζηται ἡ λειτουργία τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ καὶ προπάντων ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου. Μὲ αὐτὰς τὰς σκέψεις, ἡ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς Ἐπιτροπὴ ἐμελέτησε, τὸ ὅλον θέμα, ἔχουσα ὑπ’ ὄψει ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον συνέταξε, σχεδὸν ὁμοφώνως, ἡ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν βουλευτικὴν περίοδον συσταθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου, ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ διαρκὴς ἐπιτροπὴ ἐκ βουλευτῶν ἀνεξαρτήτως κομμάτων, ἤτοι ἐκ τῶν κ.κ. Ἀχ. Γεροκωστοπούλου, Κ. Κορόζου, Στ. Μακροπούλου, Φ. Κατσιάμπα, Γ. Μαύρου, Ἠλ. Ἠλιοῦ καὶ ἐμοῦ, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὰς κατευθυντηρίους γραμμάς, τὰς ὁποίας ἐχάραξεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐνέκρινε τὸ παλαιὸν σχέδιον μὲ ὡρισμένας τροποποιήσεις, προταθείσας ὑπὸ τοῦ ἐκ τῶν μελῶν Ἠλ. Ἠλιοῦ καὶ γενομένας ὁμοφώνως δεκτάς. Πιστεύει ἡ ἐπιτροπή, ὅτι διὰ τῶν προτεινομένων τροποποιήσεων διορθοῦνται ὡρισμένα ἐλαττώματα καὶ συμπληροῦνται ὡρισμένα κενὰ τοῦ Κανονισμοῦ, χωρὶς βέβαια νὰ ἀρνῆται, ὅτι ὁ Κανονισμὸς θὰ ἔδει νὰ ὑποστῇ καὶ ἄλλας τροποποιήσεις, αἵτινες ὅμως κατὰ τὴν γνώμην της δὲν εἶναι ἐπείγουσαι. Ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει θὰ εἴδατε ἐν συντομίᾳ τοὺς λόγους, δι’ οὓς, ἐπιβάλλονται αἱ τροποποιήσεις. Θὰ προσπαθήσω δι’ ὀλίγων νὰ ἐκθέσω ὑμῖν τὰς σκέψεις τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐπὶ τῆς ἀνάγκης ἑκάστης προτεινομένης τροποποιήσεως. Τὸ πρῶτον τροποποιούμενον ἄρθρον εἶναι τὸ ἄρθρον 3 τοῦ ἰσχύοντος Κανονισμοῦ, εἰς τρόπον ὥστε ἡ ἐκλογὴ τοῦ Αʹ Ἀντιπροέδρου νὰ γίνεται κεχωρισμένως μετὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου. Τὸν τρόπον τῆς ἐκλογῆς ἀναγράφει ὁ Βελγικὸς Κανονισμός, ἡ κτηθεῖσα δὲ πεῖρα ἐκ τοῦ ἡμετέρου Κοινοβουλίου ἔπεισε τὴν ἐπιτροπήν, ὅπως εἰσηγηθῇ τὴν τροποποίησιν ταύτην. Τὸ δεύτερον τροποποιούμενον ἄρθρον εἶναι τὸ ἕβδομον τὸ καθορίζον τὴν ἔννοιαν τοῦ πολιτικοῦ ἀρχηγοῦ. Πρὶν ἢ ἐξηγήσω τοὺς λόγους, οἵτινες ἐπιβάλλουν τὴν τροποποίησιν, θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναπτύξω τὴν ἱστορίαν τῆς διατάξεως αὐτῆς. Ἡ διάταξις καθιερώθη τὸ πρῶτον, τὸ ἔτος 1933, διότι πολλάκις, ὅπως καὶ σήμερον παρίστατο ἀνάγκη ὅπως ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, συνεννοεῖται ἐπὶ διαφόρων ζητημάτων μὲ τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων. Ἐπειδὴ δὲ τότε ἐν τῇ Βουλῇ ἐγεννήθη ζήτημα ὡς πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Ἀγροτ. Κόμματος, καθιερώθη ἡ γνωστὴ διάταξις καθορίσασα τὰς γνωστὰς προϋποθέσεις. Ὡς κριτήρια διὰ τὸν καθορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν 10 βουλευτῶν, οἵτινες δέον νὰ ἔχουν ἀναγνωρίσει ἕνα ἀρχηγόν, ἐλήφθη τὸ μέτρον ποὺ ἴσχυε τότε διὰ τὴν συμμετοχὴν ἑνὸς κόμματος εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως, ἴσχυε δηλ. τότε ἡ διάταξις καθ’ ἣν μετεῖχεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν αὐτὴν δι’ ἑνὸς βουλευτοῦ τὸ κόμμα, ὅπερ συνεκέντρωνε δέκα βουλευτάς. Ἡ ἐπιτροπή, τροποποιοῦσα τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἐσκέφθη, ὅτι ἡ ἀναγνώρισις τοῦ ἀρχηγοῦ, δέον νὰ βασίζεται ἐπὶ μονιμωτέρων στοιχείων καὶ πλησιεστέρων πρὸς τὴν πολιτικὴν πραγματικότητα τῆς χώρας. Εἶναι εὐνόητον, ὅτι ἡ μεταβολὴ αὕτη, δὲν ἀφορᾷ τὰ δικαιώματα τὰ ἀπορρέοντα ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ. Βεβαίως, διὰ τῆς τροπολογίας αὐτῆς δὲν σκοπεῖται, ὅπως στερηθῇ διὰ τοῦ Κανονισμοῦ οἱαδήποτε πολιτικὴ μερὶς τοῦ ἐνδεδειγμένου ἀρχηγοῦ της, ἐκρίθη ὅμως σκόπιμον, ὅτι διὰ νὰ εἶναί τις πολιτικὸς ἀρχηγὸς καὶ νὰ ἀπολαμβάνῃ τῶν ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τῶν πολιτικῶν ἐθίμων διαγραφομένων προνομίων, δέον ἀπαραιτήτως νὰ ἀναγνωρίζηται τοιοῦτος ὑπὸ ἐπαρκοῦς ἀριθμοῦ βουλευτῶν καὶ ἐλάχιστον ὅριον ἐτέθη τὸ 1)20 τοῦ ἑκάστοτε συνόλου τῶν βουλευτῶν. Ὡς ἀντιλαμβάνεσθε, ἐδόθη μεγάλη προσοχὴ εἰς τὸ ζήτημα τοῦ καθορισμοῦ τῆς ἐννοίας τοῦ ἀρχηγοῦ. Ὁ ἀείμνηστος ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος Παναγῆς Τσαλδάρης κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς διατάξεως αὐτῆς τὸ ἔτος 1933, ἐπέστησε τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, καθορίσας μάλιστα καὶ τὴν ἔννοιαν τοῦ κόμματος, τοὐλάχιστον διὰ τὴν περίπτωσιν τῶν προνομίων τοῦ ἀρχηγοῦ, εἰπών, ὅτι ὡς κόμμα δύναται νὰ θεωρηθῇ τὸ ἔχον τοιαύτας βάσεις, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ πεποίθησις, ὅτι μίαν ἡμέραν θὰ ἔλθῃ τοῦτο εἰς τὴν ἀρχήν. Θὰ ἦτο ὅμως ἄδικον, ἐὰν δὲν ἐδίδοντο αἱ προνομίαι εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἐκείνους ἄνδρας, οἵτινες ὁπωσδήποτε διετέλεσαν κατὰ τὸ παρελθὸν Πρόεδροι Κοινοβουλευτικῶν Κυβερνήσεων, ὡς ἐπίσης καὶ εἰς τοὺς ἐκπροσώπους ἐν τῇ Βουλῇ κομμάτων, ἅτινα, ἀνεξαρτήτως ἀριθμοῦ βουλευτῶν, συνεκέντρωσαν κατὰ τὰς ἐκλογάς, ἐξ ὧν προῆλθεν ἡ Βουλή, τοὐλάχιστον τὸ δέκατον τῶν ἐγκύρως ψηφοφορησάντων ἐκλογέων. Τὴν Ἐπιτροπὴν ἀπησχόλησαν κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς τροποποιήσεως ταύτης καὶ αἱ περιπτώσεις ἐκεῖναι καθ’ ἅς, ἐνῷ μὲ τὸν ἐν ἰσχύϊ Κανονισμὸν ἀναγνωρίζονται ὡς ἀρχηγοὶ πολιτικοὶ ἄνδρες ἀκολουθούμενοι ὑπὸ 10 τοὐλάχιστον βουλευτῶν, οὗτοι μὲ τὴν νέαν διάταξιν παύουν ἀναγνωριζόμενοι ὡς τοιοῦτοι. Αἱ γνῶμαι τότε, ἐδιχάσθησαν καὶ γενομένης ψηφοφορίας ἐπὶ προτάσεως ὅπως εἰδικῶς τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ Κανονισμοῦ ἰσχύσῃ ἀπὸ τῆς ἑπομένης βουλευτικῆς περιόδου, ἀπερρίφθη αὕτη κατὰ πλειοψηφίαν. Προσωπικῶς, ἐτάχθην ὑπὲρ τῆς μὴ ἀναδρομικότητος τῆς τροποποιήσεως μὲ τὴν σκέψιν, ὅτι πολιτικοὶ ἀρχηγοὶ εὑρισκόμενοι ἐν τῇ ἐνεργῷ πολιτικῇ καὶ κοινοβουλευτικῇ δράσει, δέν, εἶναι δίκαιον νὰ μὴ ἀπολαύσουν τῶν προνομίων τούτων, μόνον καὶ μόνον ἐπειδὴ ἐκ τῆς συνήθους ἀτυχίας εἰς τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τῆς χώρας μας, δὲν κέκτηνται σήμερον τὸν ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ ἀπαιτούμενον ἀριθμὸν βουλευτῶν. Διὰ τοῦ ἄρθρου 3, τροποποιεῖται τὸ ἄρθρον 9 τοῦ Κανονισμοῦ, χωρὶς νὰ ἐπέρχωνται οὐσιώδεις μεταβολαὶ εἰς τὰς κυρίως διατάξεις του, καθιερωθείσης ἐπὶ πλέον τῆς ἀρχῆς ὅπως τὸ μὲν ἐπιτραπῇ εἰς βουλευτὴν ὑποβάλλοντα πρότασιν νόμου νὰ προσέλθῃ ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ αὐτήν, τὸ δὲ νὰ θεωρῆται ὡς παραιτηθεὶς ὁ βουλευτής, ὅστις ἀπουσιάζει ἀδικαιολογήτως ἐπὶ τρεῖς συνεχῶς συνεδριάσεις. Διὰ τοῦ ἄρθρου 5, τροποποιεῖται τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ τὸ σχετικὸν μὲ τὴν ἀπαρτίαν, ὁριζομένου, ὅτι διὰ τὴν ἔνστασιν ἀπαρτίας ἀπαιτεῖται, ὅπως ἡ σχετικὴ αἴτησις ὑπογράφεται ὑπὸ 25 βουλευτῶν καὶ οὐχὶ 10, ὡς ἔχει σήμερον. Θὰ σᾶς ἐκθέσω μὲ ποῖα κριτήρια κατέληξεν ἡ Ἐπιτροπὴ εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτήν. Τὸ Σύνταγμά μας καθιερώνει ἀσφαλῶς ὑπερβολικὸν ἀριθμὸν διὰ τὴν ὕπαρξιν ἀπαρτίας πρὸς συζήτησιν, ἤτοι τὸ ⅓ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν. Ὁ ἀριθμὸς οὗτος ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ ἀλλαχοῦ ἰσχύοντα εἶναι ὑπερβολικὸς καὶ γίνεται ἀφορμὴ ἐπιβραδύνσεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου. Κατὰ τὰς συζητήσεις τῆς καθιερώσεως τοῦ Συντάγματος κατὰ τὸ 1911, ὁπότε καὶ ἀπεφασίσθη καὶ ἡ μείωσις τοῦ ἀπαιτουμένου ἀριθμοῦ βουλευτῶν διὰ τὴν ἀπαρτίαν καὶ ἴσχυε τὸ ½ πλέον ἑνός, διεξήχθησαν μακραὶ καὶ ὀξεῖαι συζητήσεις εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τῶν ἀντιτασσομένων εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ πρὸς ἀπαρτίαν ἀριθμοῦ ὑποστηριζόντων, ὅτι οὕτω δημιουργοῦνται ἀργόσχολοι βουλευταί.
§65Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, εἶσθε μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς ποὺ συνέταξε τὸ σχέδιον Κανονισμοῦ. Ἤδη βλέπω, ὅτι ὑποβάλλετε τροπολογίας ἐπ’ αὐτοῦ. Δηλαδὴ ἀλλάξατε γνώμην. Ἑπομένως, ὑπάρχει θέμα ἀρχῆς, ἐπὶ τῆς ὁποίας πρέπει νὰ γίνῃ συζήτησις. (Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Α. Μίχας).
§66Γ. ΠΛΑΤΗΣ. Παρέστη ἀνάγκη ὡρισμένων βελτιώσεων καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, ὑπέβαλα ὡρισμένας τροπολογίας. Εἰς τὰς συζητήσεις μετέσχεν, ὡς ἦτο φυσικὸν καὶ ὁ ἀείμνηστος Ἐλευθέριος Βενιζέλος, προτείνας τότε συμβιβαστικὴν διάταξιν, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἀποφασίσῃ τι ἄνευ ἀπολύτου πλειοψηφίας τῶν παρόντων μελῶν, ἥτις ὅμως, οὐδέποτε δύναται νὰ εἶναι μικροτέρα τοῦ ¼ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν. Δυστυχῶς ἡ περὶ ἀπαρτίας διάταξις εἶναι κατωχυρωμένη συνταγματικῶς καὶ δεδομένου, ὅτι δὲν δύναται νὰ περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν πρὸς ἀπαρτίαν βουλευτῶν, ὡς θὰ ἔδει κατὰ τὴν γνώμην μας, ἀπομένει μόνον ἡ προτεινομένη τροποποίησις διὰ τὴν βελτίωσιν κἄπως τῶν πραγμάτων. Δὲν εἶναι ἄλλως τε ἐπιτρεπτόν, ράθυμοι βουλευταί, οἵτινες ὑποχρεοῦνται νὰ προσέρχωνται εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, νὰ ἀπουσιάζουν ἠθελημένως καὶ νὰ γίνωνται ἀφορμή, ὥστε νὰ καθυστερῇ τὸ Σῶμα τὰς ἐργασίας του καὶ νὰ βλάπτωνται τὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους δεσμευομένης οὕτω τῆς θελήσεως τῶν πλειόνων ἀπὸ τὴν θέλησιν τοῦ ἀτόμου. Μὴ λησμονῆτε, κύριοι βουλευταί, ὅτι εἰς τὰ συλλογικὰ σώματα, μικρὸς εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀσκούντων ἀποφασιστικὴν ἐπιρροὴν ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων γενικῶς αὐτῶν. Οὐδὲ εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τοὺς ὀλίγους νὰ προκαλοῦν ἐπιβράδυνσιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος ἐπὶ βλάβῃ καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ συνόλου καὶ τοῦ γοήτρου τοῦ Σώματος. Δὲν εἶναι ἄλλως τε καινοφανὴς ἡ διάταξις αὕτη. Ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐπὶ συνόλῳ 600 βουλευτῶν τῆς Βουλῆς Κοινοτήτων, ὑπάρχει ἀπαρτία παρόντων 40 βουλευτῶν. Ἐν Γαλλίᾳ, μία ψηφοφορία εἶναι ἰσχυρὰ ὁποιοσδήποτε κι’ ἂν εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν παρόντων βουλευτῶν, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἀπαρτία. Εἰς τὸ αὐτὸ Κοινοβούλιον (Γαλλικὸν) ἂν δὲν ληφθῇ ἀπόφασις ἐλλείψει ἀπαρτίας, κατὰ τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν, ἥτις δύναται νὰ γίνῃ καὶ μετὰ μίαν ὥραν, εἶναι ἔγκυρος ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἀνεξαρτήτως ἀριθμοῦ βουλευτῶν. Γενικῶς, εἰς ὅλας τὰς χώρας, ἡ προσοχὴ δίδεται εἰς τὴν παρουσίαν τῆς πλειοψηφίας τῶν βουλευτῶν κατὰ τὴν στιγμὴν τῶν ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς καὶ οὐχὶ κατὰ τὸν χρόνον τῆς συζητήσεως τῶν θεμάτων. Καὶ ὀρθῶς, διότι ἡ ἐπικράτησις τῆς γνώμης τῆς πλειοψηφίας εἰκάζεται κατὰ νόμιμον τεκμήριον καὶ ὡς ἐπικράτησις τῆς γνώμης τοῦ Ἔθνους. Σοβαρωτάτη, ἐπίσης, τροποποίησις εἶναι ἡ τοῦ ἄρθρου 7, δι’ οὗ προτείνεται ὁ περιορισμὸς τοῦ λόγου. Κύριοι βουλευταί, ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου καθιεροῦται διὰ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς πληρέστερον παρ’ ἡμῖν ἢ εἰς οἱανδήποτε ἄλλην Βουλήν, μεταβαλλομένη οὕτω πολλάκις εἰς ἀκολασίαν. Ἡ συζήτησις δὲν περατοῦται, ἐὰν δὲν ἀγορεύσουν πάντες οἱ ζητήσαντες τὸν λόγον. Κατ’ ἀκολουθίαν, τὸ πέρας μιᾶς συζητήσεως, δύναται νὰ ἐπέλθῃ μετὰ πολλὰς ὥρας ἢ ἡμέρας, καίτοι τὸ θέμα πρὸ πολλοῦ ἐξηντλήθη. Κατὰ τὸν Κανονισμόν, εἷς μόνον βουλευτὴς δικαιοῦται νὰ κρατήσῃ τὸ βῆμα ἐφ’ ὁλοκλήρους συνεδριάσεις. Δὲν χρειάζεται νὰ ὑπομνήσω, ὅτι εἰς πάντα τὰ πολυμελῆ Σώματα ἡ ἀπεραντολογία ἀποτελεῖ τὸ μεγαλύτερον ἐλάττωμα αὐτῶν, ἰδιαιτέρως δὲ ἐν Ἑλλάδι τὸ ἐλάττωμα τοῦτο ἐξικνεῖται μέχρι παντελοῦς παραλύσεως τῶν ἐργασιῶν των, λόγῳ τῆς στωμυλίας καὶ τῆς ἐριστικότητος τοῦ Ἕλληνος, λησμονοῦντος συνήθως, ὅτι τὸ μεγαλύτερον προσὸν μιᾶς ἀγορεύσεως, εἶναι ἡ συντομία. Πράγματι, κύριοι βουλευταί, ἀγόρευσις ἡμισείας ὥρας, ἂν ἐξαιρέσῃ τις σοβαρώτατα θέματα, εἶναι ἐπαρκὴς εἰς ἕνα ἀγορητὴν διὰ τὴν ἐξάντλησιν τοῦ θέματος. Ἄλλως πιστεύω, ὅτι εἶναι πολὺ δύσκολον νὰ συγκρατήσῃ εἷς ρήτωρ περισσότερον τῆς ἡμισείας ὥρας τὴν προσοχὴν ἑνὸς Σώματος, ὡς ἡ Βουλή, τὸ ὁποῖον τόσον εὐκόλως κουράζεται. Λόγῳ τοῦ διεθνῶς ἀναγνωρισθέντος ἐλαττώματος τούτου τῶν Βουλῶν, ὅλα τὰ Κοινοβούλια ἔλαβον πρόνοιαν, ὥστε ν’ ἀποφεύγηται ἡ ἄσκοπος παράτασις τῶν συζητήσεων, θεσπίσαντα διὰ τῶν Κανονισμῶν των, ὡρισμένους περιορισμοὺς τοῦ λόγου. Καὶ πρώτη ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ εἰς τὸν Κανονισμόν της τοῦ 1844, περιεῖχε διατάξεις, διὰ τῶν ὁποίων καὶ ὁ λόγος ἠδύνατο νὰ ἀπαγορευθῇ καὶ τὸ πέρας τῆς συζητήσεως νὰ ἐπέλθῃ, ὅταν ἡ Βουλὴ ἐθεώρει ἑαυτὴν ἐπαρκῶς φωτισθεῖσαν, διότι ὁ Πρόεδρος εἶχε τὸ δικαίωμα, ἐὰν ὁ ἀγορητὴς δὲν ὑπήκουεν εἰς τὰς παρατηρήσεις αὐτοῦ, νὰ τοῦ ἀφαιρέσῃ τὸν λόγον, μετὰ σύμφωνον γνώμην τῆς Βουλῆς. Ἐπίσης, ὁ Πρόεδρος, πρὶν ἢ κηρύξῃ περατωμένην τὴν συζήτησιν, ἠρώτα τὴν Βουλὴν ἂν ἐφωτίσθη ἀρκούντως, ὁπότε, ἐν καταφατικῇ περιπτώσει, ἐκήρυσσε τὸ πέρας τῆς συζητήσεως (CLOTURE). Ἐν Ἀμερικῇ ὑφίσταται διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁρίζεται χρονικὸν διάστημα διὰ τὴν συζήτησιν ἑκάστου θέματος, τὸ ὁποῖον κατανέμεται μεταξὺ Συμπολιτεύσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐν Γαλλίᾳ ὑπάρχει ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὁ θεσμὸς τῆς ψηφίσεως νομοσχεδίων ἄνευ συζητήσεως, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διάταξις, δι’ ἧς καθορίζεται, ὅτι εἶναι δυνατόν, ἂν ἐπὶ ἑνὸς θέματος ὡμίλησαν δύο ἀγορηταί, ἀντιφρονοῦντες, νὰ θεωρῆται ἡ συζήτησις περαιωμένη ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Ἐπὶ πλέον, ὁ Γαλλικὸς Κανονισμὸς καθιεροῖ προετοιμασίαν τῶν συζητήσεων, καθ’ ἣν ὁρίζεται καὶ ὁ χρόνος διαρκείας ἑκάστης ἐξ αὐτῶν. Ἐν Ἰταλίᾳ ἔχει δικαίωμα ὁ Πρόεδρος ν’ ἀφαιρέσῃ τὸν λόγον ἀπὸ τὸν βουλευτήν, ὅστις δὲν περιορίζεται εἰς τὸ θέμα, ἔχει δὲ καθορισθῆ, ὅτι μόνον ἅπαξ ὁμιλεῖ ὁ βουλευτὴς ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος καὶ ἀπὸ τῆς ἕδρας του μόνον, καὶ οὐχὶ ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ ὅτι ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι παρὼν ὁ βουλευτὴς ὅταν κληθῇ παρὰ τοῦ Προέδρου νὰ ὁμιλήσῃ, χάνει ὁριστικῶς τὴν ἐγγραφήν του ὡς ὁμιλητοῦ. Ἰσχύει ἐπίσης ἐν Ἰταλίᾳ καὶ τὸ κλείσιμον τῆς συζητήσεως, προτάσει 10 βουλευτῶν ἀποφάσει τῆς Βουλῆς. Ὁ Γερμανικὸς Κανονισμὸς καθιεροῖ τὴν ἀρχήν, ὅπως ἡ διάρκεια συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ ἐπὶ νομοσχεδίων ἢ ἄλλου θέματος, ρυθμίζεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς, δυναμένης τῆς ἀποφάσεως ταύτης νὰ τροποποιηθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν, καὶ ὅτι ὁ ὁμιλητής, ὁ ὑπερβαίνων τὸ ὅριον τῆς διαρκείας τῆς ὁμιλίας, διακόπτεται ὑπὸ τοῦ Προέδρου. Εἰς τὸ Βελγικὸν Κοινοβούλιον, ἡ Βουλὴ δικαιοῦται νὰ καθορίσῃ τὸν χρόνον διαρκείας τῆς ἀγορεύσεως. Ἐπίσης, ὁ Πρόεδρος δικαιοῦται νὰ ἀφαιρέσῃ τὸν λόγον ἀπὸ τὸν βουλευτήν, ὅστις ἀπομακρύνεται τοῦ θέματος καὶ εἰς ὃν δὶς ὑπὸ τοῦ Προέδρου ὑπεδείχθη τοῦτο. Μάλιστα, ὁ Βελγικὸς Κανονισμός, φθάνει μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ δύναται ὁ Πρόεδρος νὰ ἀφαιρέσῃ τὸν λόγον ἀπὸ βουλευτήν, ὅστις ἐπαναλαμβάνει τὰς ἰδίας παρατηρήσεις καὶ τὰ αὐτὰ συμπεράσματα ἐπὶ ἑνὸς θέματος, ἅτινα ἐλέχθησαν ὑπὸ τῶν προηγηθέντων ἀγορητῶν. Ὁμοίως, καὶ ὁ Κανονισμὸς τῆς Πολωνικῆς Βουλῆς, καθιεροῖ ἡμίσειαν ὥραν τὸ πολύ, διὰ τὴν ἀγόρευσιν τῶν βουλευτῶν, ὡς ἐπίσης καὶ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ λόγου ἀπὸ τοὺς βουλευτὰς ἐκείνους, οἵτινες ἀπομακρύνονται τοῦ θέματος. Ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Κοινοτήτων, ἡ πρώτη ἐφαρμογὴ τῆς CLOTURE ἔγινε κατὰ τὸ ἔτος 1882, λόγῳ τῆς σφοδρᾶς κωλυσιεργίας τῶν Ἰρλανδῶν βουλευτῶν καὶ ἰσχύει ἔκτοτε, παντὸς μέλους τῆς Βουλῆς δικαιουμένου, διαρκούσης μάλιστα μιᾶς ἀγορεύσεως, νὰ προτείνῃ ταύτην, τιθεμένην ὑπὸ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς, ἐὰν συμφωνήσῃ ὁ Πρόεδρος. Ἰσχύει, ἐπίσης, καὶ ὁ περιορισμὸς τοῦ χρόνου, ἐντὸς τοῦ ὁποίου δέον νὰ ἔχῃ λήξει ὡρισμένη συζήτησις (κοινῶς ἐπονομαζομένη ὡς λαιμητόμος). Γενικῶς, εἰς ἅπαντα τὰ Κοινοβούλια, ἐδόθη προσοχὴ οὐχὶ εἰς τὴν κατ’ ἀρχὴν παραδοχὴν τῶν μέτρων περιορισμοῦ τοῦ λόγου, θεωρηθέντων ἀπαραιτήτων διὰ τὰς ἐργασίας αὐτῶν, ἀλλὰ εἰς τὸν τρόπον τῆς προτάσεως τούτων καὶ τῆς περὶ αὐτῶν ἀποφάσεως, ἵνα μὴ περιορίζηται ἡ ἐλευθερία τῆς συζητήσεως, πρὸς βλάβην τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐργασιῶν. Ἀλλά, θὰ ἠδύνατό τις νὰ ἀντιτάξῃ, ὅτι οὕτω περιορίζεται ἡ ἐλευθερία τοῦ βουλευτοῦ ἐν τῇ ἐκδηλώσει τῆς γνώμης του. Εἰς τοῦτο ἀντιτάσσομεν, ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτον, ἵνα ὁ βουλευτὴς δικαιοῦται, ποιούμενος κατάχρησιν τῆς ἐλευθερίας αὐτοῦ, νὰ προσβάλῃ τὴν ἐλευθερίαν τῶν ἄλλων βουλευτῶν. Καὶ πράγματι, περιορίζεται ἡ ἐλευθερία τῶν ἄλλων βουλευτῶν, τῶν ἐγγεγραμμένων νὰ ὁμιλήσουν, ὅταν οἱ πρῶτοι ἀγορηταί, ἐν τῇ καταχρήσει τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, κρατοῦν τὸ βῆμα ἐπὶ μακρόν, μὲ ἀποτέλεσμα, ἢ οἱ λοιποὶ βουλευταὶ νὰ μὴ κατορθώσουν νὰ ὁμιλήσουν ἤ, καὶ ἂν ἐπὶ τέλους, φθάσουν εἰς τὸ βῆμα, νὰ ὁμιλοῦν ἢ πρὸ κενῶν ἑδωλίων ἢ πρὸ κεκοπιακότων ἀκροατῶν. Καὶ εἶναι ἐκτὸς πάσης λογικῆς ἡ γνώμη, ὅτι διὰ τῆς περιστολῆς τῆς ἀκολασίας τοῦ λόγου, πρόκειται νὰ περισταλοῦν αἱ ἐλευθερίαι τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλὰ καὶ ἄν τις παρορῶν πάντα ταῦτα, ἤθελεν ἐξετάσει βαθύτερα τὸ θέμα τοῦτο, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ παραδεχθῇ, ὅτι ἡ ἐκ τῶν μακρῶν ἀγορεύσεων κόπωσις τῆς Βουλῆς, καὶ τὰς ἐργασίας της παραλύει, καὶ δὲν συντελεῖ εἰς τὴν ὀρθὴν κρίσιν ἐπὶ τῶν συζητουμένων θεμάτων. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀνωτέρω σκέψεων, ἡ Ἐπιτροπὴ προτείνει, ὅπως γενικῶς ἡ διάρκεια τῶν ἀγορεύσεων, μὴ παρατείνηται πλέον τῆς ἡμισείας ὥρας, ἐκτὸς ἂν πρόκειται περὶ εἰσηγητοῦ ἢ πρώτου ὑπογράφοντος κατὰ σειρὰν μίαν ἐπερώτησιν βουλευτοῦ, ὁπότε δύναται νὰ παραταθῇ ὁ λόγος αὐτῶν μέχρι μιᾶς ὥρας. Καὶ ἐπειδὴ τοῦτο ἐθεωρήθη, ὅτι δὲν θὰ ἦτο ἀρκετὸν νὰ βελτιώσῃ τὸ μειονέκτημα τῶν μακρῶν συζητήσεων, προτείνει ἡ Ἐπιτροπή, ὅπως καθιερωθῇ ὁ θεσμὸς τῶν εἰδικῶν ἀγορητῶν. Ἕκαστον κόμμα, δηλαδὴ θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἐπὶ ἑκάστου θέματος, νὰ ὁρίζῃ εἰδικὸν ἀγορητήν, ὅστις δικαιοῦται νὰ συζητήσῃ τὸ θέμα λεπτομερῶς, τῶν λοιπῶν ἀγορητῶν δικαιουμένων νὰ ὁμιλήσουν δέκα λεπτά. Ἐὰν τὰ κόμματα δὲν ὁρίσουν εἰδικοὺς ἀγορητάς, τότε ἡ διάρκεια τῶν ἀγορεύσεων εἶναι δι’ ἕκαστον ἀγορητὴν ἡμίσεια ὥρα, δικαιουμένης, ἐν πάσῃ περιπτώσει, τῆς Βουλῆς, ὅταν νομίσῃ, ὅτι ἐξηντλήθη τὸ θέμα, νὰ ἀποφασίσῃ τὸν περιορισμὸν ἑκάστης ἀγορεύσεως εἰς ¼ τῆς ὥρας καὶ περαίωσιν τῆς συζητήσεως, ὁπότε καὶ πάλιν ἡ συζήτησις θὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπὶ μίαν εἰσέτι ὥραν. Πάντως, μετὰ ὀκτάωρον συζήτησιν, δύναται ἡ Βουλὴ νὰ κηρύξῃ περαιωμένην τὴν συζήτησιν, ἔστω καὶ ἂν δὲν ἐγένετο περιορισμὸς τοῦ χρόνου τῶν ἀγορεύσεων. Κατὰ τὴν γενομένην τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπὸ τῆς νῦν Ἐπιτροπῆς, τὸ ὀκτάωρον τοῦτο, δύναται νὰ παραταθῇ ἐπὶ δίωρον εἰσέτι, κατόπιν προτάσεως τεσσαράκοντα βουλευτῶν. Βεβαίως, ἡ πειθαρχία αὕτη τοῦ λόγου δημιουργεῖ δίκαια, ἴσως, παράπονα τῶν βουλευτῶν, ἐπιθυμούντων πολλάκις νὰ ὁμιλήσουν ἐπὶ θεμάτων ἰδιαιτέρως ἐνδιαφερόντων τὴν ἐπαρχίαν των, εἶναι βεβαία, ὅμως, ἡ Ἐπιτροπή, ὅτι καὶ οἱ πολιτικοὶ Ἀρχηγοὶ καὶ οἱ βουλευταί, θὰ εὕρουν τρόπον νὰ κατανέμουν ἐπιτυχῶς τὰ πρὸς συζήτησιν διάφορα θέματα, μεταξὺ τῶν βουλευτῶν. Διὰ τοῦ ἄρθρου 8, ἀντικαθίσταται ἡ παράγρ. 2 τοῦ ἄρθρου 20 τοῦ Κανονισμοῦ. Διὰ τῆς τροποποιήσεως καθορίζεται, ὅτι ὁ ἀναγνωριζόμενος ὡς πολιτικὸς Ἀρχηγός, λαμβάνει τὸν λόγον ὁσάκις τὸ ζητήσῃ, μόνον ἐπὶ πολιτικοῦ θέματος, ἐπὶ γενικευθείσης συζητήσεως ἢ ἐπὶ τῇ ἀρχῇ σχεδίου ἢ προτάσεως νόμου. Τοῦτο δὲν σημαίνει ποσῶς, ὅτι ἐσκέφθη ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ μειώσῃ τὰ δικαιώματα τῶν πολιτικῶν Ἀρχηγῶν, ἔκρινε, ὅμως, ὅτι εἰς συζητήσεις ἥσσονος σημασίας, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παρέχηται εἰς τοὺς βουλευτὰς περισσοτέρα ἄνεσις εἰς τὴν διατύπωσιν τῶν ἀπόψεών των, χωρίς, βεβαίως, νὰ ἀποκλείηται καὶ εἰς αὐτὰς συμμετοχὴ τῶν πολιτικῶν Ἀρχηγῶν, ὅταν νομίσουν τοῦτο ἀναγκαῖον. Διὰ τοῦ ἄρθρου 9, προστίθεται νέα παράγραφος εἰς τὸ ἄρθρον 21 τοῦ Κανονισμοῦ, δι’ ἧς προβλέπεται ὡς κύρωσις κατὰ τῶν αὐθαιρέτως ἀγορευόντων, ἡ μὴ ἀναγραφὴ τῶν λεχθέντων ἐν τοῖς πρακτικοῖς καὶ ἐν ὑποτροπῇ ἡ μὴ συμμετοχὴ τῶν βουλευτῶν τούτων εἰς τὴν περαιτέρω συζήτησιν τοῦ θέματος. Διὰ τοῦ ἄρθρου 10, τροποποιεῖται καὶ συμπληροῦται τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Κανονισμοῦ Βουλῆς, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ καὶ τὸ θέμα τῆς ἐσωτερικῆς πειθαρχίας ἐν τῇ Βουλῇ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον νομικῶς, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἡ Βουλή, δυνάμει τῆς ὑπὸ τοῦ Συντάγματος δοθείσης αὐτῇ αὐτονομίας, ἔχει πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν μελῶν αὐτῆς, δυναμένη νὰ ἐπιβάλλῃ πειθαρχικὴν ποινὴν τοῖς βουλευταῖς. Αἱ πειθαρχικαὶ αὗται ποιναὶ ἐπιβάλλονται, ὅπου καθιερώθησαν, εἴτε δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, εἴτε ὑπὸ τοῦ Προέδρου ἁπλῶς, εἶναι δὲ ἐνίοτε αὐστηραί, ἀναπληροῦσαι ἐν μέρει τὴν ἔλλειψιν ποινικῆς τιμωρίας τοῦ βουλευτοῦ. Οὕτω ἐν Γαλλίᾳ καθιεροῦται, ἐκτὸς τῆς ἀνακλήσεως εἰς τὴν τάξιν κλπ., καὶ τῆς ἐπιτιμήσεως, καὶ ἡ ἐπιτίμησις μετὰ προσκαίρου ἀποβολῆς τῶν συνεδριάσεων (ἄρθρα 104–107).
§67Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα εἶναι, ἐὰν ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις.
§68Γ. ΠΛΑΤΗΣ. Εἰς τὴν Καναδικὴν Βουλήν, ὁ Πρόεδρος ἐπέβαλε τοιαύτην ποινήν.
§69Δ. ΘΕΟΧΑΡΙΔΗΣ. Πῶς θὰ ἐπιβάλληται τὸ πρόστιμον;
§70Γ. ΠΛΑΤΗΣ. Ἐὰν βουλευτής τις ἀποβληθῇ ἐπὶ 3ήμερον, χάνει τὸν μισθὸν 3 ἡμερῶν, οὐδὲν πρόστιμον ἐπιβάλλεται.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ εἶναι προφανές, ὅτι ὁ κ. συνάδελφος δὲν ἀνέγνωσε τὴν διάταξιν, τὸν πληροφορῶ, ὅτι ὅλα γίνονται κατόπιν ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς.
§72Γ. ΠΛΑΤΗΣ. Ἐν Ἰταλίᾳ, ἐπίσης, ἰσχύει, πλὴν τῆς ἀνακλήσεως εἰς τὴν τάξιν κλπ., καὶ ἡ ἐπίπληξις καὶ ἡ ἀποβολὴ ἐκ τῶν συνεδριάσεων ἀπὸ 2–8 ἡμερῶν (ἄρθρον 55, 56 τοῦ Κανονισμοῦ). Ὁμοίως, ἐν Βελγίῳ καὶ Γερμανίᾳ καὶ Ἀγγλίᾳ, ὅπου ὁ Πρόεδρος ἔχει τὴν ἐξουσίαν νὰ ἐπιβάλλῃ καὶ ποινὴν φυλακίσεως εἰς παρεκτραπέντα βουλευτήν. Ὅπως γνωρίζητε, ὁ Κανονισμὸς τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, ἀναγράφει ὡς πειθαρχικὰς ποινάς, τὴν ἀνάκλησιν εἰς τὴν τάξιν, τὴν τοιαύτην μὲ ἀναγραφὴν αὐτῆς ἐν τοῖς πρακτικοῖς μετ’ ἀφαιρέσεως τοῦ λόγου, καὶ τὴν δημοσίευσιν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ἀποφάσεως ἀποστελλομένης εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν Δήμων τῆς περιφερείας, ἐξ ἧς ἐκλέγεται ὁ βουλευτής, πρὸς τοιχοκόλλησιν. Εἶναι, ἆραγε, ἐπαρκεῖς αἱ ποιναὶ αὗται; Ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι διὰ τὴν κοσμίαν καὶ λυσιτελῆ διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν παντὸς πολυμελοῦς Σώματος, ἀπαιτεῖται, ὅπως ὁ διευθύνων τὰς ἐργασίας αὐτοῦ, μὴ εὑρίσκεται ἄοπλος, εἰς ὡρισμένας περιστάσεις. Τούτῳ δὲ τῷ λόγῳ, εἰς ὅλας τὰς Βουλὰς ἐθεσπίσθησαν σοβαραὶ πειθαρχικαὶ ποιναί, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ἰδίως, ὅτι ἀκριβῶς αἱ τεθειμέναι αὐταὶ ποιναὶ θὰ προστατεύσουν τοὺς βουλευτὰς ἀπὸ τοῦ νὰ δώσουν ἀφορμὴν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν. Ἡ ἀνάκλησις εἰς τὴν τάξιν καὶ ἡ ἐν τοῖς πρακτικοῖς ἀναγραφή, ὅτι ποιναὶ καθιερούμεναι διὰ τοῦ ἰσχύοντος Κανονισμοῦ, ἀπέβησαν σκιώδης ἀπειλή, συντελοῦσα μᾶλλον εἰς τὴν μείωσιν τοῦ κύρους τοῦ Προέδρου, μὴ δυναμένου, εἰς ὡρισμένας βαρείας περιπτώσεις διαταραχῶν, νὰ ἐπιβάλῃ ἐνεργῶς τὴν τάξιν, τὴν εὐπρέπειαν καὶ τὴν εὐκοσμίαν εἰς τὰς συζητήσεις. Βεβαίως, τὸ λαϊκὸν ἀξίωμα τοῦ βουλευτοῦ ἐπιβάλλει ὑποχρεώσεις ἀπέναντι τοῦ Λαοῦ, τῆς Βουλῆς καὶ τῶν συναδέλφων του, ἀλλ’ ἡ ἔκτασις τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς δράσεως τοῦ βουλευτοῦ, δὲν δύναται νὰ ἐξικνῆται εἰμὴ μέχρι τοῦ κύκλου τῶν ἐλευθεριῶν καὶ τῶν ἀντιστοίχων δικαιωμάτων τῶν συναδέλφων του. Καὶ ὡς ἔλεγεν ὁ ἀείμνηστος Ἐλευθέριος Βενιζέλος, κατὰ τὸ 1911, ἐὰν ἕκαστος βουλευτὴς εἶναι ἐλεύθερος ἐν τῇ ἐκδηλώσει τῆς γνώμης του, τὸ σύνολον τῶν βουλευτῶν εἶναι ἐξ ἴσου τοὐλάχιστον ἐλεύθερον καὶ δὲν δύναται ὁ βουλευτής, ποιούμενος κατάχρησιν τῆς ἐλευθερίας αὐτοῦ, νὰ προσβάλῃ τὴν ἐλευθερίαν ὁλοκλήρου τοῦ Σώματος. Μὲ τὰς σκέψεις αὐτάς, ἡ Ἐπιτροπὴ προτείνει τὴν τροποποίησην τῶν σχετικῶν περὶ τῶν πειθαρχικῶν ποινῶν ἄρθρων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, διὰ τῆς προσθήκης εἰς τὸ ἄρθρον 24 καὶ τῆς ποινῆς τῆς μομφῆς καὶ τῆς τοιαύτης τῆς προσκαίρου ἀποβολῆς, εἰς περίπτωσιν βιαιοπραγιῶν ἢ βαρειῶν ὕβρεων κατὰ συναδέλφων. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὴν τροπολογίαν, τὴν ἀφορῶσαν τὴν διάρκειαν τῆς συζητήσεως τῶν ἐπερωτήσεων. Ὅπως προεῖπον, κύριοι βουλευταί, κατὰ τὸ παρελθόν, μετὰ δυσκολίας κατώρθωνεν ἡ Βουλὴ νὰ φέρῃ εἰς πέρας μίαν ἐπερώτησιν. Εἶχον κατατεθῆ ἑκατοντάδες ἐπερωτήσεων καὶ εἶναι ζήτημα ἐὰν συνεζητήθησαν δύο ἕως τρεῖς. Ποία ἦτο ἡ ἀφορμὴ τῆς βραδύτητος αὐτῆς; Χρειάζεται ἄραγε νὰ σᾶς τὸ εἴπω; Πληθώρα βουλευτῶν ὁμιλητῶν, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ μακρὰ διάρκεια ὁμιλιῶν. Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω, ἐσκέφθημεν, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ δοθῇ κἄποια λύσις εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἡ Γενικὴ ἐντύπωσις ἦτο, ὅτι μία ἐπερώτησις ὁσονδήποτε μεγάλη καὶ ἂν εἶναι, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ διαρκῇ πέραν τῶν δύο συνεδριάσεων. Πράγματι, δύο συνεδριάσεις εἶναι ἀρκεταὶ διὰ νὰ φέρουν εἰς πέρας μίαν ἐπερώτησιν, οἱονδήποτε σοβαρὸν θέμα καὶ ἐὰν ἀντιμετωπίζῃ. Βάσει τῶν ἀνωτέρω, ἡ Ἐπιτροπὴ καθώρισε δύο συνεδριάσεις διὰ τὴν συζήτησιν μιᾶς ἐπερωτήσεως. Ἀλλὰ ἐγεννήθη τὸ ἑξῆς ζήτημα: Τί θὰ συνέβαινεν, ἐὰν κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς δευτέρας συνεδριάσεως, εἴτε ἡ Κυβέρνησις, εἴτε ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει λόγους νὰ μὴ περατωθῇ ἡ συζήτησις καὶ οἱ βουλευταὶ ἀπέρχονται, ὑποβληθείσης ἐνστάσεως ἀπαρτίας; Τί θὰ γίνῃ τότε; Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν καὶ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν τρίτην ἡμέραν τῆς συζητήσεως. Τότε ἠμπορεῖ νὰ συμβῇ τὸ ἴδιο καὶ νὰ φθάσωμεν καὶ εἰς τὴν τετάρτην. Εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα ἠμποροῦν νὰ συμβοῦν καὶ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὸ ζήτημα, μειώνοντες τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀπαραιτήτων βουλευτῶν διὰ τὴν ὕπαρξιν ἀπαρτίας. Ἀλλὰ τοῦτο ἦτο ἀδύνατον, λόγῳ συνταγματικοῦ κωλύματος. Ἐσκέφθημεν τότε, ὅτι ὁ μόνος τρόπος διὰ νὰ μὴ προσκρούσωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα, εἶναι νὰ τεθῇ διάταξις, ἥτις νὰ θεσπίζῃ ὅτι ὁσάκις ὑποβάλλεται ἔνστασις ἀπαρτίας κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως, αὕτη, διὰ νὰ εἶναι ἔγκυρος, θὰ πρέπει νὰ εἶναι ὑπογεγραμμένη παρὰ 50 βουλευτῶν. Ἀλλὰ οὐδεὶς ἄλλος τρόπος ὑπάρχει, κύριοι βουλευταί, νὰ ἀποφύγωμεν τὴν αἰτίαν αὐτὴν τῆς παρελκύσεως τῶν ἐπερωτήσεων. Εἶναι πιθανὸν νὰ φαίνεται ὑπερβολικὸς ὁ ἀριθμός, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα. Δὲν νομίζω, λοιπόν, ὅτι δύναται νὰ γεννηθῇ ζήτημα, ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν, τῶν ἀπαραιτήτων διὰ τὴν ἔνστασιν ἀπαρτίας ἐν τῇ εἰδικῇ ταύτῃ περιπτώσει. Τοῦτο, ἄλλωστε, εἶναι πρὸς τὸ συμφέρον καὶ τῶν βουλευτῶν καὶ τῶν πολιτῶν καὶ τοῦ Ἔθνους, διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὁ Κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος εἶναι ὠφελιμώτατος διὰ τὸ Κράτος καὶ τὸ Ἔθνος.
§73Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Ὅλαι αἱ παρατηρήσεις ποὺ κάνετε, εἶναι ὀρθαί, ἐκεῖνο ὅμως ποὺ θὰ ἤθελον νὰ ἀκούσω, εἶναι, πῶς θὰ καταστήσωμεν τὴν Βουλὴν ζωντανὸν Ὀργανισμόν, ὥστε τὰ ζωντανὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔρχωνται αὐθημερὸν πρὸς συζήτησιν. Ἄλλωστε καὶ ὅλαι αἱ διαφοραὶ μεταξὺ Ἀντιπολιτεύσεως καὶ Συμπολιτεύσεως, ἔγκεινται, ἀκριβῶς, εἰς αὐτό, πῶς δηλαδὴ ἕνα θέμα ἐθνικόν, ὑψίστης σημασίας, θὰ ἠμποροῦσε νὰ τὸ φέρωμεν εἰς τὴν Βουλὴν ἀμέσως πρὸς συζήτησιν.
§74Γ. ΠΛΑΤΗΣ. Ἐὰν ἀναγνώσητε τὰς τροποποιήσεις, θὰ ἴδητε, ὅτι εἰς τίποτε ἄλλο δὲν ἀποβλέπουν, παρὰ πῶς θὰ καταστήσουν ζωντανὸν Ὀργανισμὸν τὴν Βουλήν, ὥστε νὰ ἀντεπεξέρχηται εἰς τὰς ἐπιταγὰς τοῦ Ἔθνους. Οὐδεμίαν ἄλλην διάταξιν θὰ ἴδητε.
§75Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Λέγετε, ὅτι θὰ λύσητε ὅλα τὰ ζητήματα. Τὸ θέμα, ὅμως, εἶναι πῶς θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ εἴμεθα ὅλοι ἐδῶ, ἀπὸ τὴν ὥραν ποὺ ἀρχίζει ἡ Βουλή, μέχρις ὅτου τελειώσῃ. Διότι ἐδῶ παρατηρεῖται τὸ φαινόμενον, μίαν ὥραν μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως, νὰ ἀδειάζουν τὰ ἑδώλια.
§76Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Καὶ νὰ παρίσταται καὶ ἡ Κυβέρνησις.
§77Γ. ΠΛΑΤΗΣ. Ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὸ τέλος νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι, βεβαίως, αἱ τροπολογίαι φέρουν μίαν βελτίωσιν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀρκετόν, ἐὰν δὲν ἀλλάξῃ ἡ νοοτροπία τῶν φορέων τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ. Τίποτε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ διὰ τῆς ἀλλαγῆς τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ, ἐὰν δὲν ἀλλάξῃ καὶ ἡ νοοτροπία τῶν βουλευτῶν.
§78Ν. ΙΝΤΖΕΣ. Ποῦ εἶναι οἱ Ὑπουργοί; Λάμπουν διὰ τῆς ἀπουσίας των.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, τί συμβαίνει;
§80Γ. ΠΛΑΤΗΣ. Καὶ ἐπειδὴ πολλάκις γεννᾶται ζήτημα παρουσίας Ὑπουργῶν, ἔχω νὰ σᾶς εἴπω τὸ ἑξῆς: Ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία δὲν ἔχει καμμίαν θέσιν νὰ παρακολουθῇ τὰ θέματα τῆς Βουλῆς, ἐκτὸς τῶν ἰδικῶν της. Δι’ αὐτὸ τὸ Σύνταγμα δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ λέγει «ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὴν Βουλήν».
§81Α. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ. Ἐὰν δὲν εἶναι βουλευταί.
§82Γ. ΠΛΑΤΗΣ. Βεβαίως.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, σᾶς παρακαλῶ. Θὰ ὁμιλήσητε καὶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ ἐπὶ τῶν ἄρθρων. Ἀφήσατε νὰ ἀκουσθοῦν αἱ ἀπόψεις τοῦ Εἰσηγητοῦ. Αὐτὸ ποὺ γίνεται εἶναι ἀπαράδεκτον. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἀκουσθῇ ὁ εἰσηγητὴς ὁλοκληρώνων τὴν εἰσήγησίν του.
§84Α. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ. Μᾶς ἐπέτρεψε ......
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὁμιλῶ διὰ σᾶς. Ὁμιλῶ γενικῶς, διότι ἐγένοντο πολλαὶ διακοπαί.
§86Γ. ΠΛΑΤΗΣ. Ἕτερον θέμα, τὸ ὁποῖον θίγει τὸ σχέδιον τροποποιήσεως, εἶναι τὸ ζήτημα τῶν τροπολογιῶν καὶ τῶν προσθηκῶν. Εἶναι ἀνάγκη μήπως νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω τὶ γίνεται κατὰ τὴν ψήφισιν ἑκάστου νομοσχεδίου; Ὅλοι τὰ ὑφιστάμεθα καὶ ὅλοι τὰ πράττομεν, ἐκτὸς μερικῶν ἐξαιρέσεων. Τροπολογίαι, ὑποτροπολογίαι, προσθῆκαι, προτάσεις νόμων, ὅλα συμπλέκονται καὶ καταντᾶ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔρχεται μὲ 3 ἄρθρα καὶ ἀφορᾶ ἕνα θέμα νὰ ἐμφανίζεται μὲ 20 ἄρθρα καὶ νὰ ἀφορᾶ 20 θέματα. Ὑπάρχει βεβαίως διάταξις τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία θὰ ἠμποροῦσε κατὰ πολὺ νὰ περιορίσῃ τὸ κακὸν αὐτό. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 57, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι τροπολογία ἢ προσθήκη μὴ συνδεομένη κυρίως μὲ τὸ θέμα τοῦ νομοσχεδίου δὲν γίνεται δεκτή. Δυστυχῶς, ὅμως, ἐν τῇ πράξει δὲν ἐφαρμόζεται, ἀλλὰ καὶ πᾶσα προσπάθεια, ἡ ὁποία γίνεται ὅπως δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς λυθῇ τὸ θέμα, ἐὰν δηλαδὴ μία τροπολογία ἢ προσθήκη συνδέεται μὲ τὸ κυρίως θέμα τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἔφερεν ἀποτέλεσμα.
§87Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Δηλαδὴ ἡ Κυβέρνησις θὰ ἠμπορῇ νὰ τὸ κάμνῃ καὶ ἡμεῖς ὄχι;
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Παπασταύρου εἰσήγησις εἶναι. Θὰ ὁμιλήσητε καὶ σεῖς.
§89Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα μέσα εἰς τὸ νομοσχέδιον νὰ εἰσαγάγῃ διαφορετικὰς διατάξεις καὶ ἡμεῖς ὄχι;
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πλατῆ, σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ δέχεσθε διακοπάς. Παρακαλῶ καὶ τοὺς κ. συναδέλφους νὰ ἀφίσουν τὸν εἰσηγητὴν νὰ ἀκουσθῇ, νὰ κάμῃ ὁλοκληρωμένη τὴν εἰσήγησίν του. Περιορισμὸς χρόνου δὲν ὑπάρχει οὔτε κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς οὔτε κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς τὰ ἄρθρα. Θὰ ἔχητε τὴν εὐχέρειαν νὰ ἀναπτύξητε τὰς ἀπόψεις σας.
§91Γ. ΠΛΑΤΗΣ. Εἴπομεν, λοιπόν, νὰ καθορίσωμεν τὴν ἔννοιαν τῆς τροπολογίας. Καὶ τὴν καθωρίσαμεν ὡς ἑξῆς. Τροπολογία θεωρεῖται ἡ πρότασις ρυθμίσεως τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς σχέδιον νόμου κατὰ τρόπον διάφορον τοῦ ἐν τῷ σχεδίῳ νόμου διατυπούμενον. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Ἐπιβάλλεται δι’ ἑνὸς νομοσχεδίου εἰσφορὰ 5%. Τροπολογία εἶναι ἡ πρότασις νὰ μειωθῇ εἰς 3%. Εἶναι πρότασις, ἡ ὁποία ρυθμίζει τὸ θέμα, ἄλλως ἢ ὡς ρυθμίζεται ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργόν. Ἐὰν ὅμως εἰς ἕνα νομοσχέδιον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, λόγου χάριν, προταθῇ ὡς τροπολογία «Δύνανται οἱ ἐπιλαχόντες εἰς τὰς εἰσαγωγικὰς ἐξετάσεις νὰ φοιτήσουν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον», δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη δὲν εἶναι τροπολογία, ἀλλὰ προσθήκη, ἀντισυνταγματικῶς προτεινομένη. Ἐν τούτοις, ὅπως γνωρίζητε, πολλάκις συμβαίνει νὰ γίνουν δεκταὶ τοιαῦται προσθῆκαι. Κατελήξαμεν, λοιπόν, εἰς τὸ νὰ διαχωρίσωμεν τὴν τροπολογίαν ἀπὸ τὴν προσθήκην. Τροπολογία εἶναι αὐτή, τὴν ὁποίαν σᾶς εἶπον. Ὁρισμὸν τῆς προσθήκης δὲν ἔχομεν κάμει, διὰ νὰ ἀφήσωμεν νὰ θεωρῆται πᾶσα ἄλλη τροπολογία ὡς προσθήκη. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ Ἐπιτροπή, ἐδέχθη, ὅτι καλὸν θὰ εἶναι, πρῶτον νὰ γίνῃ ὁρισμὸς τῆς τροπολογίας, ὥστε πᾶσα ἄλλη νὰ εἶναι προσθήκη. Ποία διαδικασία θὰ τηρῆται εἰς τὰς προσθήκας; Ὁ Ὑπουργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα ἢ νὰ δεχθῇ τὴν συζήτησιν ἤ, ἂν θέλῃ, νὰ τὴν παραπέμψῃ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν τὴν ἁρμοδίαν, καὶ εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον καὶ νὰ ἔχῃ τὴν γνωμάτευσιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, καὶ τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐξακολουθούσης τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν μέχρι τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἔλθουν αἱ ἄνω ἐκθέσεις, ἡ προσθήκη παραπέμπεται ὡς πρότασις νόμου εἰς ἰδιαιτέραν συζήτησιν. Ἐπὶ πλέον καθιεροῦται, ὅτι πᾶσα τροπολογία προτεινομένη ὑπὸ βουλευτῶν παραδίδεται γραπτὴ εἰς τὸ Προεδρεῖον, τὸ πολὺ πρὸ τοῦ πέρατος τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου ἢ προτάσεως νόμου ἄλλως εἶναι ἀπαράδεκτος. Ἑτέρα τροπολογία γίνεται εἰς τὸ ἄρθρον τὸ ἀφορῶν τὴν ὀνομαστικὴν ψηφοφορίαν. Ὡς γνωρίζηται, κύριοι βουλευταί, ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ἐνέργειαν ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας αἱ ὑπογραφαὶ πρὸς τοῦτο 15 βουλευτῶν, ἐφ’ ὅσον ὅμως διὰ τὴν ἔνστασιν τῆς ἀπαρτίας ἀπαιτοῦνται αἱ ὑπογραφαὶ 25 βουλευτῶν, ἡ Ἐπιτροπὴ ἔκρινεν, ὅτι καὶ διὰ τὴν πρότασιν τῆς ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας δέον νὰ αὐξηθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν 15 βουλευτῶν εἰς 25. Καινοφανὴς διάταξις, εἶναι ἡ ἀφορῶσα τὰ Ἐπίσημα πρακτικά. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω, πῶς ἐσκέφθη ἡ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία προτείνει μίαν καθαρῶς νέαν διάταξιν. Γνωρίζομεν ὅλοι τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα ἔχετε γενικῶς κατὰ τῶν περιεχομένων τῶν πρακτικῶν. Εἰς κάθε ἐπικύρωσιν πρακτικῶν, ὑπάρχουν παράπονα, ὅτι τοῦτο ἢ ἐκεῖνο δὲν ἐλέχθη ἢ δὲν διετυπώθη καλῶς. Μερικὰ τῶν παραπόνων εἶναι βάσιμα, ὅπως ἐξ ἀντιθέτου εἶναι βάσιμος καὶ ἡ δικαιολογία τῶν πρακτικογράφων. Δὲν ὑπάρχει πράγματι, κύριοι βουλευταί, δυσχερέστερον ἔργον ἀπὸ τὴν σύνταξιν πρακτικῶν Κοινοβουλίου. Ἡ ἐργασία αὕτη ἀπαιτεῖ ἐκτὸς τῆς ἐφυΐας, τῆς γραμματικῆς μορφώσεως, τῆς εἰδικῆς ἀσκήσεως καὶ μόρφωσιν ἐγκυκλοπαιδικὴν καὶ ἀντίληψιν ἰσχυράν, λόγῳ τῆς ποικιλίας καὶ τῆς σημαντικότητος τῶν ἀνακινουμένων ἐν τῇ Βουλῇ ζητημάτων. Ἡ ἐργασία τοῦ πρακτικογράφου δὲν εἶναι μόνον σωματικὴ ἀλλὰ καὶ λίαν πνευματικὴ ἐν ταὐτῷ, θέτει εἰς ἀδιάσπαστον κίνησιν ὅλας τὰς δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι ὑπόχρεος ὁ πρακτικογράφος νὰ ἀποδώσῃ πιστῶς καὶ ἀρτίως τὰς ὁμιλίας, νὰ εἰσέλθῃ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς εἰς τὸ θέμα, νὰ παρακολουθῇ τὴν ἀνάπτυξιν αὐτοῦ, νὰ κατεργάζεται ἐν τῷ ἐγκεφάλῳ του τὴν συνόψισιν τούτου, χωρὶς νὰ ἀδικήσῃ καὶ τὴν οὐσίαν καὶ τὴν ὕλην αὐτοῦ, καὶ ἐν ταὐτῷ νὰ ἀποτυπώνῃ αὐτό, διὰ τῆς γραφίδος του ἐπὶ τοῦ χάρτου. Ἐὰν δὲ λάβῃ τις ὑπ’ ὄψει τὴν ἰδιορρυθμίαν ὡρισμένων ὁμιλητῶν, τὰς διασπάσεις τῶν ὁμιλιῶν ὑπὸ διακοπῶν, αἵτινες ἀνατρέπουν τὴν συγκέντρωσιν τοῦ πρακτικογράφου, εὐκόλως ἀντιλαμβάνεται τὸ δυσχερέστατον τοῦ ἔργου τούτου. Διὰ τὴν λεπτομερῆ καὶ πιστὴν σύνταξιν τῶν πρακτικῶν, ἐσκέφθη ἡ Ἐπιτροπή, ὅτι ἔδει νὰ χρησιμοποιήσῃ πρὸς τοῦτο τὴν πράγματι ἱκανὴν καὶ ἀρίστην στενογραφικὴν ὑπηρεσίαν τῆς Βουλῆς, ἥτις ἐργάζεται ἐκ παραλλήλου μὲ τοὺς πρακτικογράφους. Πράγματι εἶναι δυνατὸν τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ ἑκάστης συζητήσεως νὰ ἀποστενογραφοῦνται, νὰ τυπώνωνται καὶ τὸ ἀπόγευμα τῆς ἑπομένης νὰ διανέμωνται πλέον ἐστενογραφημένα πρακτικά. Τοῦτο εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ βεβαίως μὲ τὴν ἐνίσχυσιν τοῦ προσωπικοῦ τῶν στενογράφων. Ἕνα ζήτημα μόνον ἐγεννήθη. Θὰ χρειασθῇ νὰ ὑπάρχῃ καὶ μία συντομωτάτη ἔκθεσις τῶν ἐν τῇ Βουλῇ γεγονότων. Ἐπ’ αὐτοῦ ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπεδέχθη, ὅτι, ἐφ’ ὅσον θὰ διανέμωνται τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ διανέμωνται καὶ πρακτικὰ ἐν συντομίᾳ, ἀποφευγομένης οὕτω τῆς διπλῆς δαπάνης. Βεβαίως προϋποθέτει ἔμπειρον καὶ γεγυμνασμένον προσωπικόν. Τὸ προσωπικὸν ὅμως τῶν στενογράφων ἐν τῇ Βουλῇ εἶναι ἄριστον καὶ θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ καινοτομία. Ἀλλ’ ἀκριβῶς, ἡ Ἐπιτροπή, ἐπειδὴ ἐσκέφθη, ὅτι θὰ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μία προεργασία μεγάλη, προτείνει ὅπως ἡ ἐκτέλεσις καὶ ἐφαρμογὴ τῆς καινοτομίας αὐτῆς, ἀφεθῇ εἴτε εἰς τὴν νέαν Σύνοδον, εἴτε μετὰ 6μηνον, εἴτε, ἐὰν θέλετε, εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τοῦ κ. Προέδρου, ὁ ὁποῖος θὰ κρίνῃ, ἐὰν καὶ πότε θὰ ὑπάρχουν αἱ προϋποθέσεις διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως ταύτης. Αὐταί, εἶναι, κύριοι βουλευταί, ἐν γενικαῖς γραμμαῖς αἱ κυριώτεραι τροποποιήσεις. Βεβαίως ἡ ἐπιτροπή, ὡς προεἶπον δὲν διατείνεται, ὅτι πᾶν τὸ κακῶς κείμενον ἐν τῷ Κανονισμῷ ἐρρυθμίσθη. Ἀσφαλῶς ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι διατάξεις, αἵτινες δέον νὰ τροποποιηθοῦν καὶ ἐλπίζει ἡ ἐπιτροπὴ νὰ τεθοῦν αὗται ὑπ’ ὄψει σας ἐν καιρῷ. Τό γε νῦν ἔχον αἱ προτεινόμεναι τροποποιήσεις βελτιώνουν τὸν Κανονισμὸν καὶ θὰ ἐπιτρέψουν εἰς τὸ Σῶμα νὰ ἐκτελέσῃ τὸν προορισμόν του ταχύτερον καὶ ἀποδοτικώτερον. Εἶναι ἀνάγκη, κύριοι βουλευταί, διὰ τὴν συντήρησιν αὐτοῦ τούτου τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ, διὰ τὸ κῦρος τοῦ Κοινοβουλίου, τέλος διὰ τὸ μέλλον τοῦ Ἔθνους, εἶναι ἀνάγκη λέγω νὰ λησμονήσωμεν παλαιὰς ἕξεις καὶ νὰ βοηθήσωμεν ὅλοι εἰς τὴν στενὴν συνεργασίαν τοῦ Σώματος μετὰ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἥτις συνεργασία σήμερον εἶναι ἀπαραίτητος ὅσον οὐδέποτε ἄλλοτε, διὰ τὴν ἐπίλυσιν τῶν ζωτικῶν ζητημάτων τῆς χώρας. Ψηφίζοντες τὰς τροποποιήσεις ταύτας, βελτιώνετε τὸν καταστατικὸν χάρτην τῶν δικαιωμάτων σας, ἀλλὰ καὶ τῶν ὑποχρεώσεών σας, ἐξασφαλίζετε ἐντὸς τῶν νομίμων ὁρίων τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε οὐ μόνον νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ βλάπτεται τὸ νομοθετικὸν ἔργον τοῦ Σώματος, ἀλλὰ τοὐναντίον νὰ ὠφελῆται καὶ νὰ διευκολύνεται. Ἐπὶ πλέον καθιερώνεται μία τάξις εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τόσον ἀπαραίτητον διὰ τὸ Κοινοβουλευτικὸν καθεστώς. Μὲ τοὺς ἀνωτέρω στοχασμοὺς εἰσηγοῦμαι τὴν ἐπιψήφισιν τῆς προτάσεως μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἀποδοχή της σᾶς περιποιεῖ τιμήν, τόσον μᾶλλον, ὅσον μόνοι σας θὰ θελήσητε νὰ περιορίσητε τὰ δικαιώματά σας. (Χειροκροτήματα).
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Μητσοτάκης, ἔχει τὸν λόγον.
§93Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ πρότασις περὶ τροποποιήσεως συμπληρώσεως καὶ ἀντικαταστάσεως διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὡς ἀπέδειξεν ἡ πεῖρα τῶν τελευταίων ἐτῶν, ὑπῆρξεν ἀτυχής. Ἐπὶ ἔτη γίνεται συζήτησις περὶ τῆς ἀνάγκης τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, θὰ ἐντρέπεται διότι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη νὰ ἐπαναλαμβάνῃ εἰς τὴν Βουλήν, μετὰ τὴν ἑκάστοτε ἐκλογήν του, τὴν ὑπόσχεσιν, ὅτι θὰ τροποποιήσῃ τὸν Κανονισμόν. Ἴσως φοβεῖται, ὅτι τὸν γρουσουζέψει, ὅταν τὸν κρίνωμεν. Κατὰ συνέπειαν ὡς πρώτη παρατήρησις πρέπει νὰ λεχθῇ, ὅτι ἱκανοποιεῖ τὸν πολιτικὸν κόσμον τῆς χώρας, τὸ γεγονός, ὅτι συζητεῖται ἤδη ἡ τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀπὸ τὴν βασικὴν αὐτὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ἐπὶ ἔτη ὑποστηρίζομεν, δὲν ἀπομακρυνόμεθα οὔτε καὶ σήμερον. Βεβαίως εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐπισημαίνωμεν, ὅτι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον εἰσάγεται πρὸς ψήφισιν, καὶ τὸ ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον ἐπιδεικνύεται ἀπὸ Κυβερνητικῆς πλευρᾶς, δὲν προοιωνίζει αἴσιον τὸ τέλος τῆς προσπαθείας, τὴν ὁποίαν ἀναλαμβάνομεν. Εἶμαι ἤδη ὁ δεύτερος ὁμιλητής, εἰσηγητὴς κατὰ ἕνα τρόπον, ἀπουσιάζοντος τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ διαπιστώνω, ὅτι ἤδη ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται ἐν διαλύσει. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀντιπροσωπεύεται παρὰ ἀπὸ ἀραιὰ δείγματα καὶ ἀκόμη ὁ Πρόεδρος τοῦ Σώματος ὁ τεταγμένος εἰς τὴν ὑποστήριξιν τοῦ Κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος μετὰ ζήλου προσεπάθησεν νὰ πείσῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ μὴ συζητήσῃ κἂν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ αὐτὸς ᾤχετο ἀπιών, ἀκολουθῶν ἴσως τὰ διδάγματα τοῦ Ἀρχηγοῦ του, καὶ κατὰ συνήθειαν νομίζω, ὅτι καὶ τὸ ἰδικόν του νομοσχέδιον θὰ ἔχῃ τὴν τύχην τὴν ὁποίαν ἔχουν καὶ πολλὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς τὰ ἀρχεῖα τῆς Βουλῆς. Ἐν πάσῃ περιπτώσει αὐτὸ δὲν ἀφορᾶ ἡμᾶς. Ἐκεῖνο πάντως ποὺ θέλω νὰ τονίσω, εἶναι ὅτι ἀναμφισβητήτως ὑπάρχει ἐπείγουσα ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Δὲν ἀναφέρομαι εἰς τὴν συγκεκριμένην πρότασιν, καὶ πιστεύω, ὅτι τοῦτο εἶναι πραγματοποιήσιμον ἐὰν εἰλικρινῶς τὸ ἐπιθυμεῖ ἡ σημερινὴ πλειοψηφία τοῦ Σώματος. Κάμνω τὴν παρατήρησιν αὐτὴν διὰ νὰ εἶναι τὰ πράγματα ἀπολύτως σαφῆ καὶ διὰ νὰ ἔχουν ἀναληφθῆ αἱ εὐθῦναι διὰ τὴν πρότασιν αὐτήν. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν θὰ ἀκολουθήσω τὴν γραμμήν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, θέλων εἰς τοῦτο νὰ διευκολύνω τὸν κ. Πρόεδρον, διότι ἐὰν ἀρχίσωμεν νὰ συζητῶμεν κάθε ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ, τότε θὰ μποῦμε εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν καὶ τότε θὰ συμβῇ ἐκεῖνο ποὺ ἐφοβήθη ὅτι θὰ συμβῇ ὁ κ. Τσάτσος. Πιστεύω, ὅτι εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, ποὺ ἔχει ἀρχήν, καὶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς αὐτῆς ἐπιτρέψατέ μου νὰ σᾶς ἀπασχολήσω, ὄχι βεβαίως διὰ μακρῶν. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ πρότασις ὡς ἐνάγεται, περιλαμβάνει πολλὰ θέματα, τὰ ὁποῖα μεταξὺ των δὲν συνδέονται παρὰ μόνον ἐν τῇ ἐννοίᾳ, ὅτι ἀποτελοῦν τροποποίησιν τῶν ἄρθρων τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀλλὰ εἶναι βέβαιον, ὅτι πέραν τῆς γενικῆς διαπιστώσεως, ἡ ὁποία γίνεται, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ τροποποιηθῇ ὁ Κανονισμός, ὑπάρχουν καὶ ὡρισμέναι γενικαὶ ἀρχαί, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ γίνουν παραδεκταὶ ἀπὸ πάντας, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ ὑπάρξῃ συμφωνία. Πρέπει, λέγω νὰ ὑπάρξῃ συμφωνία ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, διότι ὁ Κανονισμὸς δὲν εἶναι ἕνας συνήθης νόμος, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ἀντιμετωπίζεται μὲ κοινὰ κομματικὰ κριτήρια. Πρέπει νὰ ἀντιμετωπίζεται μὲ γενικώτερα κριτήρια συμφέροντος τοῦ Κοινοβουλίου, μὲ τὰ γενικώτερα συμφέροντα τῆς Βουλῆς. Καὶ μ’ αὐτὸ ποὺ εἶπα, μπαίνω εἰς τὴν πρώτην βασικὴν παρατήρησιν. Κύριοι βουλευταί, ἐὰν θέλετε νὰ συζητήσωμεν Κανονισμὸν ἐν τῷ πνεύματι τοῦ συμφέροντος τοῦ Σώματος καὶ τοῦ πολιτεύματός μας, τὸ ὁποῖον τὰς ἡμέρας αὐτὰς δοκιμάζεται καὶ διὰ τὴν διατήρησιν τοῦ ὁποίου ἀπὸ πολλὰς πλευρὰς ἐκφράζονται εὐχαί, θὰ πρέπει νὰ ἀποβάλωμεν τὴν στενόκαρδον κομματικὴν ἀντίληψιν καὶ νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἀρθῶμεν ὑπεράνω τῶν κομματικῶν μας συμφερόντων, ἄλλως θὰ ὑπάρξῃ ἔντονος ἀντιδικία Κυβερνήσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ὁ Κανονισμὸς τελικῶς θὰ ψηφισθῇ, ἀλλὰ ἐκεῖνο ποὺ γνωρίζω εἶναι, ὅτι μία τοιαύτη συζήτησις, δὲν θὰ ἀποβῇ πρὸς ὄφελος τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ μας πολιτεύματος. Τοῦτο, κύριοι, δὲν ἀποτελεῖ πρόκλησιν, δι’ εὐθεῖαν ἀπάντησιν. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἡ ἀπάντησις θὰ εἶναι Ναί. Συμφωνοῦμεν ὅλοι, ὅτι οὕτω θὰ πρέπει νὰ ἀντιμετωπισθῇ τὸ θέμα. Ἐκεῖνο ποὺ χρειάζεται, κύριοι, εἶναι νὰ πρυτανεύσῃ τὸ πνεῦμα αὐτὸ καὶ νὰ ἐπικρατήσῃ ἡ γενικωτέρα σκοπιμότης καὶ τὸ γενικώτερον συμφέρον τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Εἶναι, βέβαιον, ὅτι ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς εἶναι ἀπηρχαιωμένος, καὶ εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ Βουλὴ χωλαίνει εἰς ὅλας τὰς ἁρμοδιότητας εἰς ὅλα τὰ ἐπὶ μέρους θέματα, χωλαίνει εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, χωλαίνει εἰς τὸν Κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη ἐκσυγχρονισμοῦ καὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, διότι αἱ σύγχρονοι ἀπαιτήσεις εἶναι διαφορετικαὶ ἀπὸ τὰς ἀπαιτήσεις τῶν περασμένων δεκαετηρίδων. Κατὰ συνέπειαν, ὀρθὸν εἶναι, καὶ ἐπιβεβλημένον εἰς τὴν βάσιν του νὰ ἐπιδιωχθῇ, ἂς τὸ εἴπωμεν γενικώτερα ὑπ’ αὐτὸν τὸν ὅρον, ὁ ἐκσυγχρονισμὸς τοῦ Κανονισμοῦ τοῦ Σώματος. Νὰ προσαρμόσωμεν τὸν Κανονισμὸν εἰς τὰς συγχρόνους ἀπαιτήσεις διὰ νὰ δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὸ ἔργον της καὶ νὰ ἠμπορεῖ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ ἁπλώσῃ βαθύτερες ρίζες, αἱ ὁποῖαι αὐτὴν τὴν ἐποχὴν θὰ χρειασθοῦν. Βεβαίως καὶ αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ εἶναι σαφὲς διὰ νὰ μὴ μείνῃ ὁ ἄψυχος Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος ἐμποδίζει τὴν Βουλὴν νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ ἔργον της. Ὑπάρχουν καὶ πλεῖστοι ἄλλοι παράγοντες κείμενοι ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ καὶ μὴ δυνάμενοι ἐνδεχομένως νὰ διευκολύνουν μὲ οἱανδήποτε διάταξιν. Ὑπάρχει ἡ περιφρόνησις πρὸς τὸ Σῶμα, τὴν ὁποίαν καθημερινῶς ἐκφράζει καὶ τὴν ἐνθυμίζει ἡ ἀπουσία τῆς Κυβερνήσεως καὶ κατ’ ἐξοχὴν ἡ ἀπουσία τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἡ ὥρα νὰ τὸ ἐπαναλάβωμεν καὶ θὰ τὸ ἀκούσητε ὁσονδήποτε καὶ ἐὰν σᾶς εἶναι δυσάρεστον. Ὑπῆρξεν εἰς τὸ παρελθὸν παγία παράδοσις, ἡ ὁποία διετηρήθη μέχρι καὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ ἀειμνήστου Παπάγου νὰ παρίστανται αἱ Κυβερνήσεις εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ παρίσταται πρὸ πάντων ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ὄχι πάντοτε καὶ συνεχῶς, διότι αἱ ἀπασχολήσεις του εἶναι δικαιολογημένον ἐνίοτε νὰ τὸν ἀπομακρύνουν ἀπὸ τὴν αἴθουσαν τῆς Βουλῆς, πάντως νὰ παρίσταται κατὰ κανόνα. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον συμβαίνει εἰς τὴν σημερινὴν Βουλήν, εἶναι ἡ σκόπιμος συνεχὴς καὶ συνειδητὴ ἀπουσία τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐρωτῶ ἡμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, νὰ μᾶς δώσητε τὴν ἑρμηνείαν τοῦ φαινομένου. Νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι εἶναι περιφρόνησις πρὸς τὴν Βουλήν, εἶναι βαρύ, νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι αἱ ἀπασχολήσεις εἶναι τόσαι, ὥστε δὲν τοῦ ἐπιτρέπουν νὰ κάμνῃ τὴν τυπικὴν ἐμφάνισιν ἐδῶ μέσα; Θὰ προσβάλωμεν τὴν νοημοσύνην μας. Τὶ θέλετε νὰ ὑποθέσωμεν ὡς λόγους τῆς ἀπουσίας. Κάτι μεταξὺ περιφρονήσεως πρὸς τὸ Σῶμα καὶ φόβου τῆς ἀπουσίας αὐτῆς, φόβου τῆς ἀνοικτῆς συζητήσεως τῶν θεμάτων ἐνώπιος ἐνωπίῳ. Τοὐλάχιστον ἀντικοινοβουλευτικὴ ἀντίληψις ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος νομίζει, ὅτι ὁ Κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος ἀποτελεῖ προσωπικὴν ἐπίθεσιν, ὁ ὁποῖος νομίζει, ὅτι εἶναι ὑπεράνω οἱουδήποτε ἐλέγχου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον καὶ ἀπαράδεκτον εἶναι καὶ θλιβερόν, ὅταν αὐτὸς δίδῃ τὸν τόνον καὶ δημιουργεῖ τὴν ἀτμόσφαιραν μιᾶς Βουλῆς καὶ μιᾶς πολιτικῆς περιόδου. Ἐν πάσῃ περιπτώσει αὐτὴ εἶναι μία βασικὴ παρατήρησις χρήσιμος, δὲν ἀναφέρεται εὐθέως εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, καίτοι ἡμεῖς θὰ τὸ συνδέσωμεν μὲ τὸν Κανονισμὸν καὶ τὸ λέγω ἐν προοιμίῳ, θὰ ἀπαιτήσωμεν νὰ παρίστανται εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν οἱ ἁρμόδιοι, διότι ἐπιτέλους δὲν εἴμαστε Σῶμα ἀκαδημαϊκόν, τὸ ὁποῖον ἐκθέτει ἀπόψεις ἀκαδημαϊκάς, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ κἄποιος, μὲ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχωμεν ἀντίλογον. Αὐτὸ εἶναι τὸ σημεῖον, τὸ ὁποῖον, ἐὰν καὶ δὲν εἶναι συνδεδεμένον εὐθέως μὲ τὸν Κανονισμὸν πρέπει νὰ τονίσω, δηλαδὴ πρέπει νὰ καταστήσωμεν τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων ἐπίκεντρον τῆς πολιτικῆς μας ζωῆς. Πρέπει τὰ ζωντανὰ καὶ τὰ ἐπίμαχα θέματα νὰ ἔρχωνται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρὸς συζήτησιν. Πρέπει ἡ πολιτική μας ζωὴ νὰ μὴ κινῆται εἰς τὰ σκοτεινὰ παρασκήνια, ἀλλὰ πρέπει νὰ κινῆται μέσα εἰς τὸ φῶς τῆς δημοσιότητος καὶ τῆς δημοσίας συζητήσεως, μέσα εἰς αὐτὸ τὸ ἄντρον τῆς Δημοκρατίας καὶ τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ ποὺ λέγεται Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων. Ἐδῶ ἐφθάσαμεν εἰς μίαν ὁλοκληρωτικὴν παραμόρφωσιν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ μας πολιτεύματος. Μόνον εἰς τὴν Βουλὴν δὲν συζητοῦνται ὡρισμένα θέματα. Δὲν θέλω νὰ κάμω ἀναδρομάς, θὰ σᾶς ὑπενθυμίσω, ὅτι τὰ καίρια προβλήματα τῶν τελευταίων ἐτῶν, ἀρχίζω ἀπὸ τὸ Κυπριακὸν καὶ τελειώνω εἰς τὴν Κοινὴν Ἀγοράν, τὴν ὁποίαν μόνον πρὸς κύρωσιν ἔφερεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλήν, δὲν συνεζητήθησαν ποτὲ εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ Κανονισμὸς δὲν τὸ ἐπέτρεπεν τοῦτο; Μᾶλλον ἡ Κυβέρνησις δὲν τὸ ἐπέτρεπεν. Ἐὰν τὸν τελευταῖον καιρὸν ὁ Κανονισμὸς μᾶς φαίνεται ἀνεπαρκής, τοῦτο, κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, δὲν ὀφείλεται ἁπλῶς καὶ μόνον εἰς τὸ γεγονός, ὅτι ἡ πάροδος τοῦ χρόνου δημιουργεῖ νέας ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι ἀπῄτησαν τὴν προσαρμογὴν πρὸς τὰς σημερινὰς ἀντιλήψεις καὶ πραγματικότητας, ὀφείλεται καὶ εἰς ἓν ἄλλο βασικὸν γεγονός, τὸ ὁποῖον ἐπιθυμῶ νὰ τονίσω διότι δυστυχῶς τὸ φαινόμενον τοῦτο τώρα ἐνεφανίσθη ὡς ὀξὺ μετὰ τὸ 1958, ὅταν ἡ Διακομματικὴ Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ἐπέβαλεν αὐτὴν τὴν πρότασιν. Κάποιος ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων, νομίζω ὁ Πρόεδρος τῆς ΕΔΑ, ὡμίλησε περὶ ἀγράφου Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς διέποντος τὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ὑπῆρξε καὶ ὑπάρχει εἰς τὴν συνείδησιν ἐλπίζω ὅλων μας ὁ αὐτὸς ἄγραφος κῶδιξ, ὁ ὁποῖος προσαρμόζει καὶ πέραν τοῦ ψυχροῦ γράμματος τοῦ Κανονισμοῦ τὸν τρόπον τῆς λειτουργίας τοῦ Κοινοβουλίου. Καὶ ὁ ἄγραφος αὐτὸς κῶδιξ, τὸν ὁποῖον οἱ πάντες εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐπὶ ἑκατὸ χρόνια ἐσεβάσθησαν, ἀσυστόλως καὶ βαναύσως καταπατῆται τὸν τελευταῖον καιρὸν καὶ ἰδίως προσφάτως. Ὁ ἄγραφος αὐτὸς κῶδιξ ἐπέβαλεν —ὄχι τὸν ψυχρὸν σεβασμὸν τῶν ἀντιπάλων, διότι τοῦτο θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω ἀφορᾶ τὴν προσωπικὴν ἀγωγὴν τοῦ καθενὸς ἐξ ἡμῶν, καὶ τὸν προσωπικὸν τρόπον τοῦ φέρεσθαι, ἐπέβαλε ἡ εὐθιξία τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν ὁλοκλήρου τῆς Ἑλληνικῆς προϊστορίας— ἐπέβαλε νὰ δέχωνται τὴν πρόκλησιν πρὸς συζήτησιν ἑνὸς θέματος ὁσάκις τοῦτο τοὺς ἐζητεῖτο. Θὰ ὑπενθυμίσω ἰδίᾳ εἰς τοὺς συναδέλφους τῆς πλειοψηφίας, ἕνα γεγονὸς πρόσφατον. Δὲν θὰ πάω εἰς τὴν μεγάλην περίοδον τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου, ὁ ὁποῖος εὑρίσκετο πάντοτε παρὼν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ παρηκολούθει μέχρι τῆς τελευταίας λεπτομερείας ὅλας τὰς συζητήσεις, θὰ ὑπενθυμίσω ἀκόμη καὶ μέχρι τῶν τελευταίων ἐτῶν, μέχρι τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ, δὲν ὑπῆρξε περίπτωσις κατὰ τὴν ὁποίαν μεγάλο πολιτικὸν θέμα, τὸ ὁποῖον ἐνδιέφερεν ἀμέσως τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἐζητήθη ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν καὶ ἡ Κυβέρνησις ἠρνήθη. Τέτοιο προηγούμενον δὲν τὸ γνωρίζει ἡ χώρα. Τὸ 1952 θὰ ἐνθυμοῦνται οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἦσαν μέλη τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ, τὸ Κέντρον εὑρίσκετο εἰς τὴν ἐξουσίαν μετὰ τὰς δευτέρας ἐκλογὰς ποὺ εἶχε κερδίσει, καὶ ἦτο ἀδύνατον ἀπὸ ἀπόψεως πλειοψηφίας. Ὁ Ἑλληνικὸς Συναγερμὸς εἶχεν ἐξαπολύσει ἐναντίον του πολιτικὴν ἐπίθεσιν, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἀνατροπήν του καὶ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐζητήθη ἀπὸ τὸν Συναγερμὸν, ἀπὸ τὸν Στρατάρχην Παπάγον, νὰ συγκληθῇ ἐκτάκτως ἡ Βουλὴ τὸ θέρος διὰ νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως. Καὶ εἶχον τὴν εὐαισθησίαν οἱ πολιτικοὶ ἡγέται τοῦ Κέντρου, νὰ ἀποδεχθοῦν τὴν πρόκλησιν καὶ νὰ καλέσουν τὸ Σῶμα μέσα στὸ θέρος νὰ συζητήσῃ τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἐνόμισε ἡ τότε Ἀντιπολίτευσις, ὅτι εἶχε χρέος νὰ φέρῃ ἐνώπιον τοῦ Σώματος. Σήμερον, κύριοι συνάδελφοι, ὑπάρχει παντελὴς ἔλλειψις πολιτικῆς εὐαισθησίας. Ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, ἐνόμισε πρὸ τινων ἡμερῶν, ὅτι ἔπρεπε νὰ φέρῃ πρὸς συζήτησιν ἕνα θέμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἀποτελεῖ παρονυχίδα, τὸ ὁποῖον συνδέεται μὲ τὸν ρόλον τοῦ Στέμματος καὶ μὲ μίαν συγκεκριμένην ἐκδήλωσιν τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος, ἡ ὁποία ἐδημιούργησε συγκίνησιν εἰς τὴν κοινὴν γνώμην, συγκίνησιν, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ Ἑλληνικὸς Τύπος καὶ ἐπεχειρήθη δι’ ὅλων τῶν τρόπων, δι’ ὅλων τῶν μεθόδων νὰ ἐμποδισθῇ ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἀξιωματικῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ φέρῃ τὸ θέμα τοῦτο. Τὸ πῶς ἐγένετο τοῦτο καὶ ποία ἀναξία ὅλων ἡμῶν τεχνικὴ ἐχρησιμοποιήθη δὲν θὰ τὸ ἀναφέρω τώρα, δὲν εἶναι θέμα τοῦ παρόντος Κανονισμοῦ. Ἐὰν θέλωμεν νὰ θέσωμεν τὸν δάκτυλον ἐπὶ τῶν τύπων τῶν ἥλων καὶ νὰ ἴδωμεν, τὶ εἶναι ἐκεῖνο τὸ θέμα ποὺ εἶναι ζωντανὸν καὶ ποὺ πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ, εἶναι ἀναντιρρήτως τὸ παρὸν θέμα, ὅτι εἰς μίαν τοιαύτην περίπτωσιν μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία στερεῖται εὐαισθησίας, δὲν λέγω ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, μία Χ Κυβέρνησις δύναται νὰ ματαιώσῃ τὴν συζήτησιν ἑνὸς τοιούτου θέματος.
§94ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μάλιστα. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Γ. Ἀντιπρόεδρος κ. Α. Καμβύσης).
§95Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἤκουσα ἕνα μάλιστα εἰς τὸ βάθος. Τὸ πρόβλημα ἐδῶ μέσα δὲν εἶναι νὰ ἐρχώμεθα ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἡμεῖς σήμερον ἢ σεῖς αὔριον, δὲν ἔχει σημασίαν ποῖος, ἡ ζωὴ ἔχει διακυμάνσεις, νὰ ἐρχώμεθα ἐδῶ μέσα ὡς κομπάρσοι μιᾶς μονοτόνου μονῳδίας, μιᾶς μονοτόνου ψαλμῳδίας. Τὸ πρόβλημα εἶναι ἐδῶ μέσα, εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς Βουλῆς, νὰ ὑπάρχῃ ὁ διάλογος, νὰ ὑπάρχῃ ἡ προβολὴ τῶν ἰδεῶν καὶ τῶν θεμάτων εἰς τὴν πολιτικὴν θέσιν, διότι αὐτὸ ἐν τῇ οὐσίᾳ ἀποτελεῖ τὴν πεμπτουσίαν τοῦ Πολιτεύματος. Ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν δύναται νὰ ἐπιβάλῃ τὰς ἀπόψεις της, οὔτε καὶ δύναται ἀναντιρρήτως νὰ ψηφίσῃ αὐτὴ νομοθετήματα, δύναται ὅμως ἀναντιρρήτως καὶ ὀφείλει νὰ ἐπιρεάσῃ καὶ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Τοῦτο ἀποτελεῖ τὸ ἐπιθυμητόν, ὀρθόν, ἐὰν θέλητε καὶ δύναμαι ἀναντιρρήτως νὰ ἐπηρεάσῃ καὶ τὴν κοινὴν γνώμην διὰ τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ γίνουν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Ὅταν κατὰ συνέπειαν ἐλλείψῃ πλήρως ἡ πολιτικὴ εὐαισθησία, ὅταν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἀντιμετωπίζωνται τὰ προβλήματα, διὰ τῆς φυγῆς, ὅταν ὁ Κανονισμὸς μεταβάλληται εἰς παγίδα, ὅταν μετερχώμεθα τεχνάσματα, ὄχι διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν ἐπιτέλους, ἕνα πολιτικὸν ἀποτέλεσμα, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀποφύγωμεν μίαν συζήτησιν, ἀντιλαμβάνεσθε, ὅτι δὲν φθάνει αὐτὸ τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον προτείνεται. Ἀντιλαμβάνεσθε, ὅτι ἐμπήκαμε εἰς μίαν νέαν περίοδον, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ σχέσις αὐτὴ ἔχει ἀνάγκην ἐνισχύσεως. Κύριοι συνάδελφοι, ὡρισμένα βασικὰ προβλήματα θὰ θίξω μὲ τὴν σειράν. Μετὰ τὰς γενικὰς αὐτὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμον, πρῶτον διὰ νὰ ἀντιληφθῇ κανεὶς τὴν σημασίαν τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, πρέπει νὰ ξεκινήσω ἀπὸ τὴν διαπίστωσιν, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα ἰσχύει ὁ θεσμὸς τοῦ κομματικοῦ Προεδρείου. Τὸ Προεδρεῖον, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι κομματικὸν καὶ μόνον ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἐκλέγεται ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν τοῦ Σώματος. Τοῦτο τὸ σημειώνω, διότι δὲν συμβαίνει τὸ ἴδιον εἰς ὅλας τὰς Κοινοβουλευτικὰς Κυβερνωμένας χώρας, ὅπου ὑπάρχει Κοινοβουλευτισμός. Ὑπάρχει καὶ τὸ ἀντίθετον σύστημα εἴς τινας χώρας, τὸ σύστημα δηλαδή, τὸ Προεδρεῖον νὰ εὑρίσκηται ἔξω τῶν κομματικῶν ἀντιθέσεων, τῆς Βουλῆς, νὰ εἶναι ὑπερκομματικόν, διὰ νὰ κατορθώσῃ νὰ ἀνταποκριθῇ καλύτερον πρὸς τὸν προορισμόν του. Προσωπικῶς πιστεύω, ὅτι τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ εἶναι ὑπερκομματικόν, ἐν τῇ ἐννοίᾳ, ὅτι δὲν θὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν. Διότι ἀπὸ τὴν στιγμὴν ποὺ ἐξαρτᾶται τὸ Προεδρεῖον ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν, εἶναι πλέον θέμα προσώπου, ἐὰν δύναται νὰ ἀντιστῇ ἢ ἐὰν θέλῃ νὰ ἀντιστῇ. Θητεύω εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν καὶ ἔζησα τοὺς Προέδρους τοῦ Σώματος ἀπὸ τοῦ 1945 μέχρι σήμερον. Δὲν θέλω νὰ ἐκφράσω κρίσεις καὶ πρὸ παντός, προκειμένου περὶ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν ζοῦν, καίτοι ὀφείλω νὰ δηλώσω ἀμέσως, ὅτι οἱ ἀποθανόντες Πρόεδροι τῆς Βουλῆς, ὁ ἀείμνηστος Θεοτόκης καὶ ὁ ἀείμνηστος Μακρόπουλος, νομίζω, ὅτι πράγματι ἀνταπεκρίθησαν εἰς τὰ καθήκοντα τοῦ Προέδρου καὶ ἤρθησαν ὑπεράνω τῆς φυσικῆς ἀδυναμίας, τὴν ὁποίαν δημιουργεῖ τὸ γεγονός, ὅτι ἐξελέγοντο ἀπὸ τὴν ψῆφον τῆς πλειοψηφίας. Πάντως ἡ προσωπική μου πεποίθησις εἶναι, ὅτι καὶ εἰς τὸ θέμα τοῦ κομματικοῦ Προεδρείου, τὸν τελευταῖον καιρόν, σταθερῶς ὀλισθαίνομεν πρὸς τὸ χειρότερον. Εἶναι γενικωτέρα ἡ πτῶσις τῆς στάθμης τοῦ πολιτικοῦ μας βίου. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ προσωπική μου ἐντύπωσις εἶναι, ὅτι τὸ Προεδρεῖον —καὶ δὲν θέλω μὲ αὐτὸ νὰ μεμφθῶ τὸν κ. Ροδόπουλον, τὸ κάμνω ὡς βασικὴν παρατήρησιν καὶ δὲν μὲ ἐνδιαφέρει διὰ τὴν κρίσιν ἔναντι αὐτοῦ καὶ μόνον, πρὸ παντὸς μὲ ἐνδιαφέρει διὰ τὸ μέλλον— ἡ προσωπική μου πεποίθησις εἶναι, ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς μίαν περίοδον κομματικοῦ Προεδρείου, τὸ ὁποῖον κακῶς καὶ χωρὶς ἐπιτυχίαν, προσπαθεῖ νὰ τηρήσῃ τὰ προσχήματα, ἕνα Προεδρεῖον, τὸ ὁποῖον εἰς ἕνα νεῦμα τῆς Κυβερνήσεως κύπτει, ἕνα Προεδρεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν συνέβη, καθ’ ὅσον τοὐλάχιστον ἐγὼ γνωρίζω, μίαν φορὰν νὰ ἔχῃ διαφορετικὴν γνώμην ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἕνα Προεδρεῖον, τὸ ὁποῖον μετέρχεται ἄπειρα τεχνάσματα διὰ νὰ ἐμποδίσῃ οὐχὶ εὐθύνην, ἀλλὰ ἐμμέσως ἐκείνην ἢ ἐκείνην τὴν ἐνέργειαν ἡμῶν. Κατὰ συνέπειαν καὶ τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι, ἀποτελεῖ παράγοντα, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ σταθμισθῇ κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐὰν δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν εἰς ὑπερκομματικὸν Προεδρεῖον, τοῦτο θὰ ἀπετέλει τὴν πληρεστέραν λύσιν, ἐὰν ὅμως τὸ Προεδρεῖον μείνῃ ὅπως εἶναι κομματικόν, ὡς ἐκ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον ἐκλέγεται, πρέπει νὰ γνωρίζετε, ὅτι εἰς ἡμᾶς τοὺς βουλευτὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν δημιουργεῖ τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν ἠθέλομεν νὰ δημιουργῇ τὸ Προεδρεῖον. Τὸ Προεδρεῖον τὸ βλέπομεν ὡς τὸν ἐκπρόσωπον τῆς Κυβερνητικῆς παρατάξεως καὶ εἶναι ὄντως ἔτσι τὸ Προεδρεῖον. Ἀλλὰ δὲν ἀποτελεῖ τοῦτο τὸ θέμα τῆς συζητήσεώς μας, παρὰ καθ’ ὅ μέρος πρέπει νὰ ληφθοῦν πρόσθετα μέτρα, διὰ νὰ μὴ ἠμπορῇ τὸ κομματικὸν Προεδρεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν τηρεῖ τὴν ὑπερκομματικὴν γραμμήν, ὁσονδήποτε καὶ ἐὰν ὑπόσχεται, νὰ ἐμποδίζῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν εἰς τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ ἔργου της. Δεύτερον θέμα, κύριοι συνάδελφοι, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ συνδεθῇ μὲ τὸν Κανονισμόν, καὶ τὸ ὁποῖον ἐν γενικαῖς γραμμαῖς προηγουμένως ἔθεσα, ἀλλὰ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ καταστήσω συγκεκριμένον, εἶναι τὸ πρόβλημα, πῶς εἰς τὴν Βουλὴν θὰ ἔρχωνται τὰ θέματα πρὸς συζήτησιν ἐπικαίρως. Τοῦτο εἶναι τὸ ἀναντίρρητον συμφέρον, ἐὰν θέλετε, τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὑπὸ στενὴν ἔννοιαν, ἐγὼ προσωπικῶς πιστεύω, ὅτι εἶναι συμφέρον καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐξ ἴσου καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶναι συμφέρον τοῦ Κοινοβουλίου, μὲ τὴν ἔννοιαν ποὺ εἶπον προηγουμένως. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει καὶ ὀρθῶς κατὰ μίαν ἔννοιαν, τὴν πρωτοβουλίαν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Τὸ Προεδρεῖον, ὅταν καταρτίζῃ τὸν Κανονισμὸν δέχεται καὶ ὀφείλει νὰ δέχεται τὰς ὑποδείξεις τῆς Κυβερνήσεως. Προσωπικῶς πιστεύω, κύριοι βουλευταί, δοθέντος, ὅτι κατὰ τὸ Σύνταγμα αἱ προτάσεις νόμων δὲν εἶναι τῆς ἀποκλειστικῆς ἁρμοδιότητος τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ εἶναι ἁρμοδιότης καὶ μεμονωμένων βουλευτῶν ἢ περισσοτέρων βουλευτῶν, θὰ πρέπει νὰ συζητήσωμεν, ὄχι τώρα, εἰς ἄλλον καιρόν, τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ὑποχρεωτικῶς θὰ ἀναγράφωνται καὶ θὰ συζητοῦνται αἱ προτάσεις νόμων προερχόμεναι ἀπὸ τὴν Βουλήν. Διότι οὐσιαστικῶς καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ἔχει ἀνατραπῆ τὸ Σύνταγμα καὶ ἐπὶ δεκαεξαετίαν δὲν συνέβη ποτὲ νὰ ἴδω πρότασιν νόμου, ἡ ὁποία νὰ ἔφθασε πρὸς συζήτησιν, νὰ συνεζητήθη, νὰ ἐνεκρίθη ἢ νὰ ἀπερρίφθη ὁσάκις ὑπεβλήθη ἀπὸ τοὺς βουλευτάς. Ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει, αὐτὴν τὴν ὥραν δὲν τὸ θέτω τὸ θέμα. Δέχομαι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν πρωτοβουλίαν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας καὶ ὁ Κανονισμός, ὁ ὁποῖος ψηφίζεται ἀναντιρρήτως διευκολύνει αὐτὴν τὴν συζήτησιν. Ματαιώνει αὐτό, τὸ ὁποῖον συχνὰ καθιερώθη νὰ λέγεται τυχὸν κωλυσιεργία τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι ὑπάρχουν διατάξεις αὐστηραί, αἱ ὁποῖαι περιορίζουν καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν ρητόρων καὶ τὸν χρόνον τῆς ὁμιλίας τῶν ρητόρων καὶ τὸν συνολικὸν χρόνον τῆς συζητήσεως. Ὑπάρχουν ὄντως δρακόντειοι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι διευκολύνουν τὴν ψήφισιν τῶν νόμων. Προσωπικῶς, κ. συνάδελφοι, τὸ δηλώνω εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, δὲν εἶμαι ἀντίθετος πρὸς τὰς διατάξεις αὐτάς. Οἱαδήποτε ὑπόνοια κωλυσιεργίας δὲν γίνεται παραδεκτὴ ἀπὸ ἐμέ. Νομίζω, ὅτι εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ὁ λογικῶς ἀναγκαῖος χρόνος, διὰ τὴν ἔκφρασιν ὅλων τῶν ἀντιλήψεων καὶ νομίζω, ὅτι ἀποτελεῖ κέρδος τῆς πολιτικῆς μας ζωῆς καὶ κέρδος τοῦ Κοινοβουλίου, εἰδικώτερον τοῦ Κοινοβουλίου, τὸ νὰ καθιερωθῇ ἡ ἀρχὴ τῆς συντομίας εἰς τὰς συζητήσεις εἴτε ἀπὸ τοῦ βήματος εἴτε ἀπὸ τῆς θέσεώς μας. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, ὅταν δεχθῶμεν καὶ ἀφοῦ δεχόμεθα, ὅτι ἡ πρωτοβουλία τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας ἀνήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, πρέπει νομίζω ὡς ἀπαραίτητον καὶ ἀναγκαῖον ἀντιστάθμισμα νὰ καθιερωθῇ ἡ δευτέρα βασικὴ ἀρχή, ὅτι ἡ πρωτοβουλία τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου ἀνήκει εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν.
§96Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Ἀλλά, διὰ τὰς ἡμέρας τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου.
§97Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Βεβαίως διὰ τὰς ἡμέρας τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Θέλω νὰ εἴπω, κ. συνάδελφε ἐκ Κερκύρας, καὶ ἐπωφελοῦμαι τῆς παρατηρήσεώς σας, ὅτι κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ εἶναι ἀπειθάρχητος. Ἐγὼ ἐπιθυμῶ ἀπολύτως πειθαρχημένην καὶ τὴν Βουλήν, καὶ καμμιὰ φορὰ ἐξεγείρομαι καὶ ἀγανακτῶ, ἐξεγείρομαι διότι ἡ ἀδικία ἢ τὸ τέχνασμα τοῦ Προεδρείου δημιουργεῖ ἀταξίαν καὶ ἀρρυθμίαν. Δέχομαι, ὅτι αὐστηρῶς πρέπει νὰ ἐφαρμοσθοῦν τὰ ἄρθρα τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ἐπανέρχομαι λοιπὸν εἰς τὸ θέμα. Πιστεύω, ὅτι διὰ τὰς ἡμέρας τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου ἡ πρωτοβουλία πρέπει νὰ ἀνήκῃ εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Αὐτὸ ἀποτελεῖ ἕνα βασικὸν πρόβλημα προκαταρκτικὸν σχεδὸν θὰ ἔλεγον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπιβάλλεται νὰ ἔχωμεν ἐντίμως καὶ εὐθέως τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Προεδρείου, τὸ ὁποῖον εἰσηγεῖται τὴν πρότασιν αὐτήν. Κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὸ τέλος–τέλος, ὅπως δικαίωμά σας —οὐχὶ ἀπόλυτον, διότι τὸ περιορίζει τὸ Σύνταγμα— εἶναι ἡ πρωτοβουλία διὰ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, δικαίωμά μας ἀπόλυτον, χωρὶς κανένα περιορισμὸν εἶναι τὸ πῶς θὰ ἀσκήσωμεν τὸν ἔλεγχον. Δὲν μᾶς χρειάζονται τὰ τεχνάσματα τοῦ κ. Προέδρου ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, οὔτε τοῦ δίδομεν τὸ δικαίωμα νὰ μᾶς ἐμποδίσῃ εἰς μίαν τοιαύτην προσπάθειαν ἂν ἡμεῖς θὰ προτάξωμεν τὴν Α ἢ τὴν Β ἐπερώτησιν ἐντὸς τῶν ἡμερῶν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Δὲν παραδέχεσθε, ὅτι ἀφορᾷ ἡμᾶς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως;
§98Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Δὲν χρειάζεται μία συνεννόησις μὲ τὴν Κυβέρνησιν;
§99Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ὄχι, κ. συνάδελφε, καμμία συνεννόησις.
§100Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Διὰ νὰ εἶναι ἑτοίμη νὰ σᾶς ἀπαντήσῃ.
§101Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἄν, κ. συνάδελφε, συνεννόησιν μὲ τὴν Κυβέρνησιν ἐννοῆτε τὴν προαγγελίαν, εἴμεθα ἀπολύτως σύμφωνοι.....
§102Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Ὄχι δὲν ἐννοῶ αὐτό.
§103Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. ... νὰ δοθῇ λογικὸς χρόνος προετοιμασίας εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ζητοῦμεν νὰ καταλάβωμεν ἐξ ἀπήνης τὴν Κυβέρνησιν εἰς οὐδεμίαν στιγμὴν, νὰ τὴν προειδοποιοῦμεν, νὰ τὴν προειδοποιοῦμεν τόσον χρόνον προηγουμένως, ὁ ηὐξημένος μάλιστα χρόνος, ὅσον ἀπαιτεῖ ὁ Κανονισμὸς διὰ τὴν διανομὴν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Ἀλλὰ δὲν θὰ μᾶς εἴπῃ, οὔτε ὁ κ. Καραμανλῆς οὔτε ὁ κ. Ροδόπουλος ποίαν ἐπερώτησιν θὰ προτάξωμεν, αὐτὸ εἶναι ἰδικόν μας θέμα.
§104Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι εἰς ἄλλα Κοινοβουλευτικὰ Κράτη, ὁσάκις ἡ Ἀντιπολίτευσις θέλῃ νὰ συζητήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἓν ὡρισμένον σπουδαιοτάτης σημασίας θέμα, ἐπισκέπτεται ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ συνεννοοῦνται πότε θὰ συζητηθῇ τὸ θέμα καὶ ἐπὶ πόσας ἡμέρας θὰ συζητηθῇ. Νομίζω, ὅτι αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν πρέπει νὰ τὴν ἔχῃ καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Ἀντιπολίτευσις. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φέρῃ ἐξ ἀπήνης εἰς τὴν Βουλὴν ἕνα θέμα τὸ ὁποῖον εἴτε ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ἑτοίμη νὰ συζητήσῃ, εἴτε νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐθνικὸν συμφέρον νὰ συζητηθῇ.
§105Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἡ Ἑλληνικὴ Ἀντιπολίτευσις ἔχει πικρὰν πεῖραν τοῦ παρελθόντος καὶ γνωρίζει τὶ σημαίνει συνεννόησις μὲ τὴν Κυβέρνησιν. Σᾶς εἶπον καὶ ἄλλοτε καὶ προηγουμένως καὶ τὸ ξαναλέγω καὶ τώρα, ὅτι εἰς ἄλλην ἐποχὴν δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ συζητηθῇ αὐτὸ τὸ θέμα, διότι ὑπῆρχε πολιτικὴ εὐαισθησία, σήμερον δὲν ὑπάρχει, πῶς νὰ τὸ κάμνωμεν; Σήμερον ἡμεῖς γνωρίζομεν, ὅτι ἀπευθυνόμενοι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν θὰ ἀντικρύσωμεν μίαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία θὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ θέμα ἐν ὄψει τοῦ ὑποτιθεμένου κατὰ τὴν κρίσιν της πολιτικοῦ της συμφέροντος. Δὲν θέλω νὰ σᾶς ξαναθυμίσω τὸ ἐκκρεμὲς σήμερον θέμα, ὅταν ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων θέτῃ ἕνα θέμα τοιοῦτον διὰ δηλώσεών του, αἱ ὁποῖαι προκαλοῦν σάλον καὶ δημοσίαν συζήτησιν, ὅταν ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ζητᾷ ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ καταδεχθῇ κατ’ ἐξαίρεσιν νὰ τιμήσῃ τὴν Βουλὴν διὰ τῆς παρουσίας του διὰ νὰ ἀπαντήσῃ, τὶ ἐννοοῦσε ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων καὶ νὰ καλύψῃ ἐπὶ τέλους τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα ἀπὸ μίαν ἀτυχῆ φράσιν, ἢ νὰ δώσῃ τὴν σωστὴν ἑρμηνείαν, διότι τυχὸν παρηρμηνεύθη ἡ φράσις τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος. Ἄν αὐτὸ δὲν συμβαίνῃ, ποῖον νόημα, κ. Λύχνο, ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἡ συνεννόησις μὲ τὴν Κυβέρνησιν; Θὰ ἀποτελέσῃ Ἰησουϊτισμὸν διὰ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἠλιθιότητα διὰ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, τῆς ὁποίας δὲν νομίζω, ὅτι εἴμεθα ἄξιοι (χειροκροτήματα).
§106Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Ἐὰν ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως χαρακτηρίζῃ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν Πρόεδρόν της ὡς παρανόμους, νομίζει, ὅτι ἔχει δημιουργήσει τοιοῦτον κλῖμα συνεννοήσεως μεταξὺ Ἀντιπολιτεύσεως καὶ Κυβερνήσεως, ὥστε ἡ Κυβέρνησις, ἡ παράνομος Κυβέρνησις νὰ ὑφίσταται ὅλας τὰς ἐπιθέσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὅταν αὐτὴ νομίζῃ, ὅτι ἔχει συμφέρον νὰ τὸ κάμνῃ;
§107Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, κάμνει λάθος ὁ κ. Λύχνος νὰ νομίζῃ, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπιθυμεῖ νὰ ἔχῃ συνεννόησιν μὲ τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ ἔχῃ συνεννόησιν μὲ τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ ἔχῃ συμφωνίαν μὲ τὴν Κυβέρνησιν, διότι αἱ πολιτικαί μας θέσεις διαφέρουν βασικῶς, ἀλλὰ νομίζομεν, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἔχει ὡρισμένα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐξαρτῶνται ἀπὸ κανένα, καὶ τὸ πρῶτον δικαίωμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶναι νὰ ἀσκῇ τὸν ἔλεγχον ὅπως καὶ ὅταν αὐτὴ νομίζῃ. Αὐτὰ τὰ ἀόριστα, τὰ ὁποῖα καὶ σεῖς ὑπηνίχθητε περὶ δῆθεν ἐθνικῶν συμφερόντων, τὰ ὁποῖα διακυβεύονται ἢ τίθενται ἐν κινδύνῳ, θὰ ἐπιτρέψητε καὶ εἰς ἡμᾶς νὰ τὰ κρίνωμεν, διότι εἰς τὸ τέλος–τέλος ἀκόμη δόξα τῷ Θεῷ καὶ ἐλπίζω καὶ εἰς τὸ μέλλον δὲν θὰ ἐπιβληθῇ λογοκρισία ἐδῶ μέσα, ὅ,τι θέλομεν λέγομεν, κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ μᾶς ὑπαγορεύσῃ τοὺς λόγους μας καὶ κατὰ συνέπειαν ἂν πρόκειται νὰ πλήξωμεν τὸ ἐθνικὸν συμφέρον, ἀπὸ αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγομεν οὕτως ἢ ἄλλως τὸ ἐθνικὸν συμφέρον θὰ πληγῇ. Ἂς σιγασθοῦν αἱ πατριωτικαὶ ἀνησυχίαι. Ἡ Ἀντιπολίτευσις μὲ ὅσον αἴσθημα εὐθύνης διαθέτει καὶ νομίζω, ὅτι διαθέτει ἴσον τοὐλάχιστον αἴσθημα εὐθύνης μὲ τὴν Κυβερνῶσαν παράταξιν θὰ πράξῃ τὸ καθῆκον της ὅπως αὐτὴ νομίζει καὶ ἐκεῖνο τὸ θέμα τὸ ὁποῖον ἀπὸ τὴν ἀρχὴν συζητῶ καὶ θέτω καὶ τὸ θέτω ὡς βασικόν, εἶναι τὸ νὰ δύναται ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ φέρῃ κατὰ τὴν ἰδικήν της ἀποκλειστικὴν κρίσιν πρὸς συζήτησιν ἐνώπιον τοῦ Σώματος, κατὰ τὰς ἡμέρας τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα αὐτὴ νομίζει, ὅτι πρέπει νὰ φέρῃ.
§108Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Ἄν θέτετε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸ θέμα...... (κωδωνοκρουσίαι).
§109Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Δὲν σᾶς ἐπιτρέπω ἄλλην διακοπήν. Κύριοι συνάδελφοι, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ θέμα τῆς πρωτοβουλίας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διὰ τὴν ἄσκησιν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου εἶναι θέμα κεφαλαιῶδες, εἶναι θέμα βασικόν, εἶναι θέμα προκαταρκτικὸν δι’ ἡμᾶς, εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν τῆς συζητουμένης προτάσεως τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ. Βεβαίως, κύριοι, πέραν τοῦ συγκεκριμένου καὶ γενικοῦ αὐτοῦ θέματος ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη πλευρά, τὴν ὁποίαν θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σημειώσω καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας ὑποθέτω, ὅτι θὰ εὑρεθῶμεν ὅλοι σύμφωνοι. Ὁ ἔλεγχος εἰς τὴν Βουλήν, ὁ δεύτερος, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι μόνον ἔλεγχος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ εἶναι ἐνίοτε ὑπὸ τὴν ἠπίαν μορφὴν τῆς ἐρωτήσεως ἢ τῆς ἀναφορᾶς καὶ ἔλεγχος τῶν βουλευτῶν τῆς Συμπολιτεύσεως, πρέπει νὰ διευκολυνθῇ. Διὰ τῶν ἐπερωτήσεων ὑπὸ οἱουδήποτε καθεστῶτος μὲ οἱουσδήποτε περιορισμοὺς καὶ ἂν θέσωμεν, δὲν εἶναι ποτὲ δυνατὸν νὰ καλύψωμεν ὅλα τὰ θέματα γενικοῦ καὶ εἰδικοῦ ἐνδιαφέροντος. Κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, ἀποτελεῖ ἡ ὥρα τῆς συζητήσεως τῶν ἐρωτήσεων, τὴν μεγαλυτέραν σημασίας ὥραν λειτουργίας τοῦ Κοινοβουλίου. Ἡ ἐρώτησις καὶ ἐπίκαιρος εἶναι καὶ ζωντανὴ καὶ τὸ θέμα, τὸ εἰδικώτερον ἢ τὸ τοπικὸν φέρει ἐνώπιον τοῦ Σώματος, καὶ τὴν Κυβέρνησιν ὑποχρεώνει εἰς τὸ νὰ δώσῃ μίαν ἀπάντησιν καὶ νὰ ἐκφράσῃ τὰς ἀντιλήψεις της ἐπὶ τῆς πολιτικῆς γραμμῆς, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ συζητούμενον διὰ τῆς ἐρωτήσεως θέμα, νομίζομεν, κ. συνάδελφοι, ὅτι πρέπει ἡ συζήτησις τῶν ἐρωτήσεων εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐνισχυθῇ. Θὰ κάμωμεν τὴν πρότασιν ὅπως ἡ Βουλή μας ἀρχίζει νὰ συνεδριάζῃ ἐνωρίτερον. Δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατὶ πρέπει νὰ ἀρχίζῃ εἰς τὰς 7. Ἠμπορεῖ ὡραιότατα νὰ ἀρχίζῃ ἐνωρίτερον καὶ εἶναι δυνατὸν εἰς κάθε συνεδρίασιν νὰ ἀφιερώνωνται 1–1½ ὥραι διὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἐρωτήσεων ἐν συνεχείᾳ δὲ νὰ εἰσέρχεται εἰς τὸ κύριόν της ἔργον νομοθετικῆς ἐργασίας ἢ Κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καθίσταται δυνατὸν μὲ τὸν ὑπάρχοντα Κανονισμὸν καὶ μὲ τοὺς ὑπάρχοντας περιορισμοὺς νὰ ἐξαντληθῇ ἡ Ἡμερησία Διάταξις τῶν ἐρωτήσεων. Σήμερον βλέπετε, αὐτὸ τὸ ὁποῖον συμβαίνει, τὰς ἐρωτήσεις νὰ τὰς θεωροῦμεν ὡς ἕνα ἰντερμέτζο ἐνοχλητικό, ὡς μίαν ἐνδιάμεσον ἀγγαρείαν καὶ τὰς ἀντιπαρερχόμεθα συχνότατα μετὰ δυσφορίας. Ὁμιλῶ διὰ τὰς ἐρωτήσεις. Δὲν εἶναι τοῦτο σωστόν, κ. συνάδελφοι. Διὰ τὰς ἐρωτήσεις πρέπει νὰ ἀφιερωθῇ εἰς κάθε συνεδρίασιν ὡρισμένος χρόνος εἰς τὴν ἀρχήν, οἱ Ὑπουργοὶ νὰ παρίστανται καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ ἐξαντλῆται ὁλόκληρος ἡ Ἡμερησία Διάταξις τῶν ἐρωτήσεων. Ἐπίσης δέ, ἐπιθυμῶ νὰ προσθέσω, ὅτι κατὰ τὰς ἀντιλήψεις μας, δὲν εἶναι ὀρθὸν αὐτό, τὸ ὁποῖον ὁ Κανονισμὸς προβλέπει, δηλαδὴ ἡ πρόβλεψις τοῦ Κανονισμοῦ, ὅτι ἡ ἔγγραφος ἀπάντησις ἀποκλείει τὴν συζήτησιν. Βεβαίως ὁ Ὑπουργὸς κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, ὀφείλει νὰ δώσῃ ἔγγραφον ἀπάντησιν, διότι ἡ ἔγγραφος ἀπάντησις ἐνδεχομένως θὰ πείσῃ τὸν ἐρωτῶντα βουλευτήν, ὅτι δὲν χρειάζεται νὰ τὴν φέρῃ πρὸς συζήτησιν ἀλλὰ ἡ ἔγγραφος ἀπάντησις δὲν πρέπει νὰ ἀπαγορεύῃ τὸ νὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν ἡ ἐρώτησις, ἐὰν ὁ βουλευτὴς δὲν ἔμεινεν ἱκανοποιημένος ἐξ αὐτῆς. Διότι ἄλλως, κ. συνάδελφοι, ἡ ἐρώτησις στερεῖται οἱουδήποτε νοήματος καὶ ἄλλως δυνάμεθα καὶ αὐτὸ νὰ προσθέσωμεν, θὰ δύναται νὰ ἐπιλέγῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ποῖαι ἐρωτήσεις θέλει νὰ ἔλθουν καὶ ποῖαι δὲν θέλει νὰ ἔλθουν, ἐνῷ δὲν εἶναι δουλειὰ τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ ἐπιλέγῃ, δουλειὰ τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι νὰ ἀπαντήσῃ εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κάθε ἕνας ἐξ ἡμῶν νομίζει, ὅτι πρέπει νὰ ἐρωτήσῃ, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ σειρά του καὶ ἐνισχυομένης τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, πρέπει νὰ λαμβάνῃ ὁ κάθε ἕνας βουλευτὴς ἀπάντησιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν. Ἐν συνεχείᾳ ἐπιθυμῶ νὰ σημειώσω ἕνα ἄλλο θέμα, διὰ τὸ ὁποῖον ἴσως σᾶς ἔχω καὶ κουράσει κατὰ τὸ πρόσφατον καὶ τὸ ἀπώτερον παρελθόν. Τὸ θέμα τῶν πρακτικῶν. Ἡ συζήτησις εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἔχει ἀξίαν καὶ καθ’ ἑαυτή, διότι διαμορφώνει μέσα εἰς τὸν χῶρον τοῦ Κοινοβουλίου, ὑποτίθεται τοὐλάχιστον, ὅτι διαμορφώνει μίαν συνισταμένην ἄποψιν, ἀλλὰ ἔχει ἐξ ἴσου μεγάλην σημασίαν, διότι ὑποτίθεται, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς λαμβάνει γνῶσιν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα συζητοῦνται ἐδῶ. Καὶ λυποῦμαι, κύριοι, διότι θὰ διαπιστώσω καὶ πάλιν ἐπ’ εὐκαιρίᾳ αὐτῆς τῆς συζητήσεως, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαός, δὲν γνωρίζει τί λέγομεν ἐδῶ μέσα. Γνωρίζει ἀσφαλῶς τί λέγουν οἱ Ὑπουργοί, γνωρίζει τί λέγουν οἱ ἀρχηγοί, τῶν ὁποίων οἱ λόγοι περιλαμβάνονται εἰς τὰ πρακτικὰ ἐστενογραφημένοι. Ἀλλὰ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα, δι’ ἡμᾶς τοὺς ἀτυχεῖς πληβείους βουλευτάς, γνωρίζει ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡ συντομία ἢ ἡ ὑψηλὴ εὔνοια τοῦ Προεδρείου θὰ τοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ λάβῃ γνῶσιν καὶ ἐξηγοῦμαι διὰ τὴν ὑψηλὴν εὔνοιαν τοῦ κ. Προέδρου. Εἶχον διατυπώσει τὴν ἀντίληψιν, ὅτι τοῦτο εἶναι ἄνισον, ἐὰν θέλετε ἀπαράδεκτον ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς ἀνισότητος, θὰ τὸ ξαναείπω καὶ τώρα καὶ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ἐλπίζω ὁ κ. Πρόεδρος ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ θελήσῃ νὰ ἀποδοθοῦν αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγομεν ἀπὸ προσωπικὴν εὐαισθησίαν, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν τὸν ἴδιον κατὰ σημαντικὸν ποσοστόν. Θὰ ἐπανέλθω καὶ πάλιν, ὅτι ἡ συζήτησις διεξάγεται κυρίως μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως ἐκπροσωπουμένης ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τῶν κ.κ. βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ Συμπολιτεύσεως κυριώτατα ὅμως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Συμβαίνει, κύριοι, καὶ εἶσθε πολλὰ χρόνια Συμπολίτευσις καὶ θὰ τὸ ἔχετε λησμονήσει, ἀλλὰ ἐὰν ἀναδράμετε εἰς τὸ παρελθόν, θὰ ἔχῃ συμβῆ καὶ εἰς σᾶς νὰ ὁμιλῇ ἕνας ρήτωρ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν καὶ νὰ τοῦ κάμῃ ἕνας Ὑπουργὸς μίαν διακοπὴν 3 λεπτῶν καὶ νὰ περιληφθοῦν εἰς τὰ πρακτικὰ αὐτὰ τὰ 3 λεπτὰ ἀπὸ τὰ ἐστενογραφημένα καὶ νὰ εἶναι περισσότερα ἀπὸ τὴν ὅλην ἀγόρευσιν τοῦ βουλευτοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Συμβαίνει περίπου ὅ,τι συμβαίνει μὲ τὸ Κομματικὸν Ραδιόφωνον τοῦ κ. Καραμανλῆ, τὸ ὁποῖον λέγει: Ὡμίλησεν ὁ κ. Μητσοτάκης..... ἢ μᾶλλον οὔτε κἂν αὐτὸν τὸν κόπον δὲν λαμβάνουν οἱ συντάκται, ἀλλά: Εἰς ἀπάντησιν τοῦ κ. Μητσοτάκη ὁ κ. τάδε Ὑπουργός, εἶπεν αὐτὰ καὶ αὐτά. Δὲν θεωρεῖται καθόλου ἀνάγκη, ἀπὸ τὸν Ραδιοφωνικὸν Σταθμὸν τὸν Κομματικόν, νὰ εἴπῃ τί λέγουν οἱ βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ὅταν ἀκόμη συμβαίνῃ νὰ ἀπαντήσῃ ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ συγκεκριμένης θέσεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Λέγω, λοιπόν, ὅτι καὶ μὲ τὰ πρακτικά μας συμβαίνει τὸ αὐτό. Ἐπειδή, κύριοι, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ δημιουργήσω οὔτε παρεξήγησιν οὔτε ἀδικίαν, ἀπὸ αὐτὰ τὰ ὁποῖα κατὰ κόρον τονίζομεν ἡμεῖς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, θέλω εὐθὺς ἀμέσως νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἀποτελεῖ ἀπαράδεκτον τακτικήν, ὁσάκις διαμαρτυρόμεθα διὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, νὰ καλῇ ὁ κ. Ροδόπουλος εἰς ἀπολογίαν τὸ προσωπικόν. Τὶ θέλετε νὰ σᾶς κάμῃ τὸ προσωπικόν, κύριοι, ὅταν τὸ προσωπικὸν ἀποδίδῃ ταχυγραφημένα τὰ ὅσα λέγονται. Ἂς καθήσῃ εἷς ἐξ ὑμῶν εἰς τὴν θέσιν αὐτήν. Ἐγὼ συμβαίνει νὰ ἔχω καὶ κἄποιαν πεῖραν δημοσιογραφίας καὶ ἠμπορῶ νὰ διαβεβαιώσω, ὅτι εἶναι ἥρωες αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἐπιχειροῦν νὰ κρατήσουν ταχυγραφημένα τὰ πρακτικά, εἰς ἕνα περίπλοκον θέμα, εἰς ἕνα εἰδικὸν θέμα, ὅταν ὁ ρήτωρ συμβαίνῃ νὰ εἶναι καὶ ταχὺς καὶ εἰς τὴν ὁμιλίαν καὶ εἰς τὴν διατύπωσιν τῶν νοημάτων. Εἶναι δυνατὸν ποτὲ τὰ ταχυγραφημένα πρακτικὰ νὰ ἀποδίδουν τὴν πραγματικότητα; Δι’ ἐμέ, κύριοι, ἐὰν θέλετε τὴν εἰλικρινῆ μου πεποίθησιν, στεροῦνται πάσης ἀξίας τὰ ταχυγραφημένα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, αὐτὰ τὰ ὁποῖα ὀνομάζονται ἐπίσημον δελτίον, διότι ἐκτὸς τοῦ ὅτι καλύπτουν αὐτὴν τὴν ἀπαράδεκτον ἀδικίαν εἰς βάρος τῶν μὴ εὐνοουμένων, συμβαίνει καὶ κἄτι ἄλλο, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ εἶναι κατ’ ἀνοχὴν δεκτόν, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὸν ὡς θέμα ἀρχῆς. Συμβαίνει νὰ ἠμπορῇ κανεὶς ἀπὸ τὴν μιὰ μεριὰ —εἴπομεν, συχνότατα δὲν γράφεται τίποτε ἀπὸ ὅσα λέγονται, ἀλλὰ γράφεται ὅ,τι ἡ τύχη ἢ ἡ σύμπτωσις ἄφισε νὰ γραφῇ— συμβαίνει ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ νὰ βλέπωμεν λαμπροτάτας μακρὰς ἀγορεύσεις, αἱ ὁποῖαι ποτὲ δὲν ἐξεφωνήθησαν. Διότι κατέληξε περίπου τὰ πρακτικὰ αὐτὰ νὰ εἶναι ἐλεύθερα εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ καθενός, νὰ γράφῃ ὁ καθένας ὅ,τι θέλει καὶ νὰ σβήνῃ ὅ,τι θέλει. Ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ τὸ παραδεχθῶμεν, κύριοι, δὲν ὑπάρχουν καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ ὄνειδος διὰ τὸ Σῶμα. Καθ’ ὅσον γνωρίζω εἰς συγχρόνους Βουλάς, ἀλλὰ καὶ εἰς διασκέψεις διεθνεῖς, ἐφαρμόζεται τὸ σύστημα τῆς μαγνητοφωνήσεως, τῆς ἀποτυπώσεως τοῦ ἤχου.
§110Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Εἰς τὸν Δῆμον Ἀθηναίων τὸ πρᾶγμα αὐτὸ ἐφηρμόσθη καὶ ἔδωσε λαμπρὰ ἀποτελέσματα.
§111Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἐὰν σᾶς ἐνδιαφέρῃ, τοῦτο ἐφηρμόσθη καὶ εἰς τὸν Δῆμον Χανίων, ἀλλὰ ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ δὲν θέλει οὔτε αὐτὴν τὴν πρόοδον νὰ παραδεχθῇ. Τὸ τέλειον, κύριοι συνάδελφοι, εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι αὐτὸ καὶ ἀντὶ νὰ θεωρῆται βεβήλωσις τοῦ ἱεροῦ χώρου τὸ νὰ χρησιμοποιηθῇ ἕνα τοιοῦτον ὄργανον τῆς συγχρόνου ἐποχῆς —ζῶμεν εἰς τὴν ἐποχὴν τῶν ἀτομικῶν πυραύλων καὶ τῶν κοσμοναυτῶν— θὰ ἔπρεπε νὰ σκεφθῶμεν κατὰ ποῖον τρόπον αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγονται, θὰ ἀποδίδωνται. Πιστεύω, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἡ διάταξις αὐτή, ἡ ὁποία εἰσάγεται ἀπὸ τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Ροδοπούλου καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐλπίζω νὰ μὴ ὑπαναχωρήσῃ τοὐλάχιστον ὁ κ. Ροδόπουλος, πιστεύω, ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ καλῶς ἔχει. Μὲ τὴν προσθήκην —καὶ παρακαλῶ ἐπ’ αὐτοῦ νὰ τύχω τῆς προσοχῆς σας— ὅτι ἐστενογραφημένα πρέπει νὰ βγαίνουν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς. Δηλαδὴ καὶ τὸ λεγόμενον δελτίον τύπου πρέπει νὰ εἶναι ἐστενογραφημένον. Διότι ἀπὸ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν εἰς τὰς ἐφημερίδας τῆς πρωτευούσης καὶ ἐν συνεχείᾳ ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος διαβιβασθοῦν ἀνοησίαι ἢ ἀρλοῦμπες χωρὶς συνοχὴν καὶ εἱρμόν, ποίαν ἀξίαν ἔχει τί θὰ λέγῃ τὴν ἄλλην ἡμέραν, μικρὰν ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ ἔχῃ ἀξίαν τὸ δελτίον τύπου τῆς Βουλῆς. Κατὰ συνέπειαν νομίζω, ὅτι αὐτὸ ἀποτελεῖ δευτέραν βασικὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ, ἐὰν θέλωμεν ὄντως σοβαρῶς νὰ ἀντιμετωπίζωμεν τὸ πρόβλημα. Πρέπει νὰ ἐνισχυθῇ ἡ στενογραφικὴ ὑπηρεσία τῆς Βουλῆς, πρέπει ἐνδεχομένως νὰ ἐνισχυθῇ ἡ στενογραφικὴ ὑπηρεσία —δὲν γνωρίζω ἐὰν τοῦτο εἶναι δυνατὸν τεχνικῶς— καὶ διὰ παραλλήλου μαγνητοφωνήσεως, ὥστε νὰ ἠμπορῇ ὁ στενογράφος νὰ συμβουλεύεται τὸ μαγνητόφωνον ἐὰν ἔχῃ ἀμφιβολίαν. Καὶ ἐπὶ τέλους, κύριοι συνάδελφοι, νὰ συμφωνήσωμεν ἐδῶ μέσα, ὅτι αὐτὰ ποὺ θὰ λέγωνται, αὐτὰ καὶ θὰ γράφωνται. Καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ κάμω αὐτὴν τὴν παρατήρησιν χωρὶς νὰ κάμω ἄλλην εὐρυτέραν ἀναφορὰν εἰς μίαν συγκεκριμένην περίπτωσιν, ἡ ὁποία ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι ἐκκρεμὴς αὐτὴν τὴν στιγμὴν μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς. Πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν πεποίθησιν ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅτι δὲν πλαστογραφοῦνται τὰ λεγόμενα ἢ ὅτι δὲν ὑπάρχει εὔνοια μονόπλευρος πρὸς ὡρισμένους, τῶν ὁποίων αἱ ἀπόψεις καὶ αἱ γνῶμαι ἀποδίδονται. Ἐπὶ τέλους, τοῦτο εἶναι καὶ θέμα στοιχειώδους ἰσότητος καὶ δικαιοσύνης, διότι πιστεύω, ὅτι ἐδῶ μέσα εἴμεθα ὅλοι ἴσοι. Ἐὰν λοιπόν, ἡ στενογραφικὴ ὑπηρεσία τῆς Βουλῆς ἐνισχυθῇ καὶ ἐὰν παραλλήλως ὑπάρξῃ ἡ μαγνητοφώνησις εἰς ἐνίσχυσιν τῆς στενογραφικῆς ὑπηρεσίας, εἶναι δυνατὸν ἤδη ἀπὸ τοῦ δελτίου τοῦ τύπου τὸ ἴδιον βράδυ νὰ ἀποδίδωνται πλήρως αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγονται. Καὶ θὰ σᾶς φέρω αὐτὸ ὡς παράδειγμα διὰ νὰ τὸ ἀποδείξω, ἐὰν ὑπάρχῃ κανεὶς ἐξ ὑμῶν, ὁ ὁποῖος ἀμφιβάλλει παρὰ ταῦτα. Ὑπάρχουν συνεδριάσεις τοῦ Σώματος, συνεδριάσεις μάλιστα μακρᾶς διαρκείας, ὅπως εἶναι αἱ συνεδριάσεις ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων. Ἐγὼ δύναμαι νὰ σᾶς φέρω ὡς παράδειγμα πολλὰς συνεδριάσεις τοιαύτας, κατὰ τὰς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐν συνεχείᾳ μέγας ἀριθμὸς ἀρχηγῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχει καθιερωθῆ νὰ ἔχουν τὸ προνόμιον τοῦ νὰ ἀποδίδωνται ἐστενογραφημέναι αἱ ὁμιλίαι των. Καὶ ἐπέτυχον οἱ στενογράφοι τῆς Βουλῆς, οἱ ὁποῖοι πράγματι ἀψόγως ἀποδίδουν, πράττουν τὸ καθῆκον των καὶ τοὺς ἀξίζει δημόσιος ἔπαινος ἐκ μέρους ὅλων μας, ἐπέτυχον νὰ ἀποδώσουν ἤδη ἀπὸ τὸ δελτίον τοῦ Τύπου ὅλα αὐτά, τὰ ὁποῖα ἔγιναν. Ὅταν κἄτι δύναται νὰ γίνῃ μίαν φορὰν καὶ δύο φοράς, διατί δὲν δύναται νὰ γίνῃ μονίμως, πρὸ παντὸς ἐὰν ληφθοῦν τὰ ἀπαραίτητα μέτρα, ὥστε νὰ ἐνισχυθῇ, ἐὰν καὶ καθ’ ὅσον χρειάζεται, ἡ στενογραφικὴ ὑπηρεσία, εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, κύριοι, ἐπιθυμῶ νὰ καθορίσω καὶ ἓν ἄλλο θέμα. Ποῖοι λόγοι περιλαμβάνονται ἐστενογραφημένοι κατὰ τὴν ἄποψιν τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς; Ὁ Κανονισμὸς δὲν λέγει τίποτε, καθ’ ὅσον δύναμαι νὰ γνωρίζω. Ὁ Κανονισμὸς μᾶς θεωρεῖ ὅλους ἴσους. Καθιερώθη νὰ εἶναι ἐστενογραφημένοι, νὰ περιλαμβάνωνται ἐστενογραφημένοι τῶν Ὑπουργῶν, τῶν Ἀρχηγῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέραν τῶν εὐνοουμένων τοῦ Προεδρείου. Συνέβη πολλὰς φοράς, ὁσάκις ὑπῆρξε θέμα ἀντιδικίας, εἰσηγήσεως ἰδιαιτέρου ἐνδιαφέροντος θέματος, νὰ ἐρωτήσω, ἐπειδὴ πράγματι μοῦ κάμνει καὶ πολὺ κόπον καὶ δὲν μοῦ ἀρέσει νὰ διορθώνω τὰ κείμενά μου, προτιμῶ ὅπως ὁμιλῶ νὰ πηγαίνουν εἰς τὸ τυπογραφεῖον, νὰ ἐρωτήσω κατὰ ποῖον τρόπον τέλος πάντων εἶναι δυνατὸν νὰ περιληφθοῦν εἰς τὰ πρακτικὰ αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγω. Ἀπετάνθην εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἡ ὑπηρεσία ὑπῆρξεν ἀναρμοδία καὶ φοβισμένη. Ἀπετάνθην εἰς Ἀντιπροέδρους, οἱ ὁποῖοι ὑποτίθεται, ὅτι εἶναι Προεδρεῖον. Ἐὰν ἐρωτήσω τὸν ἀξιότιμον κ. Ἀντιπρόεδρον τώρα, αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐὰν μοῦ ἐπιτρέπῃ καὶ ἐὰν ἔχω τὴν ἔγκρισίν του νὰ περιληφθοῦν ἐστενογραφημένα, αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγω ἀπόψε, θὰ μοῦ ἀπαντήσῃ, ὅτι θὰ ἐρωτήσῃ τὸν κ. Ροδόπουλον.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ θὰ εἴπω ναί.
§113Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν αὐτὸ τὸ λέγητε πράγματι καὶ χαίρω ποὺ τὸ ἀκούω, ἀποτελεῖ οὐσιώδη πρόοδον ἔναντι ἐκείνων, τὰ ὁποῖα μέχρι σήμερον ἐγένοντο. Σᾶς πληροφορῶ καὶ τέλος πάντων, μὲ ὅλην τὴν ἀξιοπιστίαν, τὴν ὁποίαν διαθέτω, ὅτι σχεδὸν πάντοτε, ἴσως μίαν φορὰν συνέβη μὲ τὸν κ. Καμβύσην καὶ εἰς τὸ παρελθόν, ὅλοι οἱ Ἀντιπρόεδροι μοῦ εἶπον νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ροδόπουλον. Μά, τί νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ροδόπουλον, τί νὰ τοῦ ζητήσω, νὰ ζητήσω χάριν, νὰ ζητήσω εὔνοιαν διὰ νὰ μποῦν ἐστενογραφημένα αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπον; Εἶναι δικαίωμά μας ἢ δὲν εἶναι; Αὐτὸ τὸ καθεστὼς τῆς εὐνοιοκρατίας τοῦ Προεδρείου καιρὸς εἶναι νὰ σταματήσῃ διὰ μιᾶς εὐθείας διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀπήντησα, ὅτι ἐὰν πρόκειται νὰ ζητήσω χάριν, δὲν τὸ θέλω, νὰ μὴ μποῦν ποτὲ ὅσα λέγω ἐστενογραφημένα εἰς τὰ πρακτικά. Ἢ θὰ εἶναι δικαίωμά μου νὰ μποῦν αὐτὰ ποὺ λέγω ἐστενογραφημένα, ἢ ἂς μὴ μποῦν ποτέ, διότι ἐπὶ τέλους σεβόμεθα καὶ ἡμεῖς τὸν ἑαυτόν μας καὶ ἐὰν τὸ Προεδρεῖον ἐπιθυμῇ νὰ ἀκολουθῇ τοιαῦτα συστήματα ἐγὼ δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ τὰ παρακολουθήσω. Νομίζω, ὅτι ἐξ ἴσου σημαντικὸν μὲ τὰς βασικὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας εἶχα τὴν τιμὴν προηγουμένως νὰ κάμω εἶναι καὶ αὐτὸ τὸ θέμα τῆς ἀποδόσεως τῶν ὅσων λέγονται πιστῶς, πιστῶς, τὸ τονίζω τοῦτο κατ’ ἐπανάληψιν, διότι εἶναι δυστυχῶς ἀνάγκη νὰ τὸ τονίσω. Βεβαίως, ἐὰν εἴχομεν ὑπερκομματικὸν Προεδρεῖον τό, πιστῶς, θὰ παρεῖλκεν, ἀλλὰ ἐφ’ ὅσον ἐμμένομεν καὶ νομίζω, ὅτι θὰ ἐμμείνωμεν, διότι καὶ ἡμεῖς θεωρητικῶς τὸ λέγομεν αὐτό, ὅτι ἐπιθυμῶμεν τὸ Προεδρεῖον νὰ εἶναι ἀκομμάτιστον, νὰ μὴ ἐκλέγηται ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν, δὲν νομίζω δέ, ὅτι θὰ κάμωμεν συγκεκριμένην πρότασιν, χρειάζεται νὰ τὸ τονίζωμεν μὲ ἔμφασιν τὸ νὰ ἀποδίδωνται πιστῶς τὰ ὅσα λέγομεν. Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι, εἰς γενικὰς γραμμάς, ἐτόνισα ἐκεῖνα τὰ σημεῖα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν γνώμην μου χρήζουν ἰδιαιτέρας μνείας. Ὑπάρχουν καὶ πάμπολλαι ἄλλαι διατάξεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶναι δυνατὸν καὶ πρόοδος νὰ ἐπέλθῃ καὶ σύμπτωσις ἀπόψεων νὰ ἐπέλθῃ, κατὰ τὴν συζήτησίν του. Νομίζω, ὅτι ἀπετέλεσε κέρδος διὰ τὴν πρότασιν, τὸ ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν μέσα εἰς τοὺς κόλπους τῆς ὀλιγομελοῦς εἰσηγητικῆς τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς προτάσεως ποὺ συζητοῦμεν, δὲν ἐκινήθησαν οἱ συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι μετέσχον τῆς Ἐπιτροπῆς, μὲ κομματικὰ κριτήρια, εἴτε ὁμοφώνως ἐψήφισαν, εἴτε ἐψήφισαν ἀδιακρίτως κομματικῆς θέσεως τὴν Αʹ ἢ Βʹ ἄποψιν καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ τοῦτο κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν περισσοτέρων ἄρθρων ἤ, τυχόν, προσθηκῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ ὑποβληθοῦν ἀπὸ τοὺς κ.κ. συναδέλφους. Ἤθελα μόνον ἐπὶ ἑνὸς θέματος νὰ κάμω μίαν μοναδικὴν παρατήρησιν, ἐπὶ τοῦ θέματος τῶν πολιτικῶν ἀρχηγῶν. Δὲν εἶμαι ἀντίθετος πρὸς τὴν διάταξιν, ὅπως προτείνεται. Ἀναντιρρήτως ἔχει τὴν θέσιν της καὶ ἔχει βάσιν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὅπως καὶ ἄλλοτε ἐλέχθη, ὅτι πᾶσα διάταξις ἔχουσα προσωπικὸν χαρακτῆρα, καλὸν εἶναι νὰ τίθεται ὡς διάταξις, ἡ ὁποία νὰ ἰσχύῃ ἀπὸ τῆς προσεχοῦς Βουλῆς, ἀπὸ τῆς ἑπομένης Βουλῆς. Δὲν εἶναι ὀρθὸν καὶ θὰ ἀντεστρατεύετο πρὸς τὸ πνεῦμα, περὶ τοῦ ὁποίου προηγουμένως ὡμίλησα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ πρυτανεύσῃ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Κανονισμοῦ, οἱαδήποτε διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐνέχουσα αἰχμὴν ἐναντίον οἱουδήποτε, ἐκ τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, συναδέλφους. Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι ὑπάρχουν πολλὰ θέματα πρὸς συζήτησιν. Νομίζω, ὅτι ἀξίζει ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία ἤρχισεν, εὔχομαι δέ, νὰ ἔλθῃ εἰς πέρας ἐπιτυχῶς καὶ ἐπισημαίνω, διὰ τελευταίαν φοράν, προτοῦ κατέλθω τοῦ βήματος, ὅτι ἰδιαιτέραν ἀξίαν, δι’ ἐμέ, θὰ ἔχῃ πέραν τῶν γνωμῶν ἐπὶ τῶν ἐπὶ μέρους ζητημάτων, αἱ ὁποῖαι γνῶμαι ἐπὶ τέλους, φυσικὸν εἶναι νὰ μὴ συμπέσουν πάντοτε, ἀξίαν ἔχει τὸ γενικὸν πνεῦμα, μὲ τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειοψηφία θὰ ἀντιμετωπίσουν τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Σώματος, ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ἐάν, πράγματι, ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειοψηφία τῆς Ε.Ρ.Ε. εἶναι διατεθειμέναι νὰ ἀντιμετωπίσουν τὸ θέμα μέσα εἰς τὰ πλαίσια τοῦ συμφέροντος τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ, ἐὰν εἶναι διατεθειμέναι νὰ ἐγκαταλείψουν τὰς μεθόδους καὶ τὰ συστήματα, τὰ ὁποῖα κινδυνεύει νὰ καθιερωθοῦν προσφάτως εἰς τὸν δημόσιον βίον μας καὶ ἰδιαιτέρως ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, ὑπάρχει περιθώριον σοβαρᾶς συζητήσεως καὶ ὑπάρχουν περιθώρια, ὥστε, ἡ συζήτησις ἡ ὁποία ἀρχίζει, νὰ ἀπολήξῃ πρὸς ὄφελος καὶ τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. (Χειροκροτήματα).
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Ἐφραιμίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§115Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐδήλωσεν ἤδη ὁ Πρόεδρος τῆς ΕΔΑ ἐκ μέρους τῆς παρατάξεώς μας, ὅτι ἡμεῖς, εἴμεθα ἀντίθετοι μὲ τὴν συζήτησιν καὶ τὴν τροποποίησην τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ ὁποία ἐπιχειρεῖται ὑπὸ τῆς παρούσης Βουλῆς. Ἡ ἀντίθεσις αὐτή, κατ’ ἀρχήν, ὀφείλεται εἰς γενικοὺς λόγους. Οἱ γενικοὶ αὐτοὶ λόγοι εἶναι, ὅτι ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας, μὲ τὴν σημερινὴν σύνθεσιν τῆς Βουλῆς, τῆς ὁποίας ἀμφισβητεῖται τὸ κῦρος καὶ ἀπὸ δικαστικὰς ἀκόμη ἀποφάσεις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τῆς ἐμπιστευθῇ κανεὶς τὸ λίαν σημαντικὸν ἔργον τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ἐπίσης ἐδηλώσαμεν ἤδη, ὅτι εἴμεθα ἀντίθετοι ἐφ’ ὅσον, παρὰ τὰς βασικάς μας ἀντιρρήσεις, προχωρήσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ τὴν τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ, ὅτι εἴμεθα ἀντίθετοι εἰς τὸν περιορισμὸν τῶν συζητήσεων ἐπὶ τῶν προτεινομένων τροποποιήσεων. Ὅταν λέγωμεν κύριοι, ὅτι εἴμεθα ἀντίθετοι εἰς τὸν περιορισμὸν τῶν συζητήσεων, δὲν ἐννοοῦμεν καὶ τοὐλάχιστον ἡ τάξις, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ἡ παράταξίς μας κατὰ τὰς συζητήσεις εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν τὸ ἔχει ἀποδείξει, δὲν ἐννοοῦμεν λέγοντες, ὅτι εἴμεθα ἀντίθετοι εἰς τὸν περιορισμὸν τῶν συζητήσεων, τὴν ἐπικράτησιν τῆς ἀπεραντολογίας ἢ τῆς κωλυσιεργίας, ἀλλὰ ἐννοοῦμεν, ὅτι δὲν δεχόμεθα ποτὲ οὐδένα περιορισμὸν εἰς τὰς συζητήσεις, ὅταν διὰ τοῦ περιορισμοῦ αὐτοῦ ὑπάρχῃ κίνδυνος νὰ περιορισθῇ ἡ ἀνταλλαγὴ ἀπόψεων καὶ πέραν τούτων τῶν ὅσων ἔχουν σχέσιν μὲ τὰ λεγόμενα καὶ γενόμενα εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ὅταν ὑπάρχῃ κίνδυνος ἀπὸ τοὺς περιορισμοὺς αὐτοὺς νὰ μὴ διαφωτισθῇ εἰς ὃν βαθμὸν πρέπει νὰ διαφωτίζεται ἡ κοινὴ γνώμη. Διότι ὅλαι αἱ ἀπόψεις, αἱ ὁποῖαι συγκρούονται εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, πρέπει νὰ ἐπεκτείνωνται εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε νὰ φθάνουν μέχρι τῆς κοινῆς γνώμης, διὰ νὰ εἶναι αὕτη εἰς θέσιν νὰ κρίνῃ καὶ τὰ κόμματα καὶ τὰς παρατάξεις καὶ τὰ πρόσωπα. Ἀκόμη ἡμεῖς, θὰ εἴμεθα ἀντίθετοι εἰς πᾶσαν κατεύθυνσιν τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ ὁποία θὰ ἀποβλέπῃ εἰς τὸ νὰ περιορίσῃ τὰ δικαιώματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως γενικώτερον καὶ εἰδικῶς τῶν βουλευτῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὡς ταῦτα προεβλέφθησαν ἀπὸ τὰς Συνταγματικὰς διατάξεις, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ γενικὸν πνεῦμα τοῦ Πολιτεύματος καὶ ἀπὸ τὰ ἤθη καὶ ἔθιμα ποὺ ἐπεκράτησαν εἰς τὸν τόπον αὐτόν, εἰς τὰς περιόδους ποὺ εἶχεν ἐπιτευχθῆ νὰ ἀρθῇ τὸ Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα εἰς κἄποιο ὕψος, ἀπὸ ἀπόψεως λειτουργίας καὶ ἀποδόσεως. Διὰ τὴν εὐόδωσιν τῆς συζητήσεως, ὑπῆρξε μία ἀντίρρησις, τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Σώματος. Εἶπεν, ὅτι, δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη συζητήσεως ἐπὶ ἑνὸς σχεδίου, τὸ ὁποῖον κατήρτισε διακομματικὴ ἐπιτροπή, εἰς τὴν ὁποίαν μετεῖχον ἀντιπρόσωποι ὅλων τῶν κομμάτων. Νομίζω, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα εἶναι ἀσταθὲς καὶ τοῦτο διότι, ἀφ’ ἧς ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη εἶχε καταλήξει εἰς τὸ σχέδιον, ἐσημειώθησαν δύο τινά. Πρῶτον, εἰς ὅλας τὰς περιπτώσεις αἱ ἀποφάσεις τῆς ἐπιτροπῆς ἐλήφθησαν κατὰ πλειοψηφίαν καὶ συνεπῶς, ἀπηχοῦν τὰς ἀπόψεις τοῦ κόμματος τῆς ΕΡΕ καὶ ὄχι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ δεύτερον, διέρρευσεν ἔκτοτε ἕνας χρόνος ἀρκετὰ σημαντικὸς καὶ ἐμεσολάβησαν καὶ γεγονότα κοινωνικὰ καὶ πολιτικά, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατόν, ὅταν συνεζητεῖτο τὸ σχέδιον αὐτό, νὰ εἶχον ληφθῆ ὑπ’ ὄψει. Πέραν τούτου, ὑπάρχει τὸ ἀναμφισβήτητον γεγονός, ὅτι ἡ σύνθεσις τῆς Βουλῆς, καὶ ἀπὸ ἀπόψεως κομματικῆς καὶ ἀπὸ ἀπόψεως τῆς συνθέσεως ἑκάστου κόμματος, ἀπὸ τότε, μέχρι σήμερον, ἔχει ἀλλάξει κατὰ τρόπον ἀποφασιστικόν. Συνεπῶς, τὸ σχέδιον ἐκεῖνο δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις καὶ εἶναι περίεργον, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος ἐπεκαλέσθη τὸ ἐπιχείρημα αὐτό, διότι οὕτω, ἀντιφάσκει πρὸς τὸ βασικώτερον τῶν ἐπιχειρημάτων του διὰ τὴν ὑπὸ συζήτησιν τροποποίησιν. Ἰσχυρίζονται οἱ ὑπὲρ τῆς τροποποιήσεως, ὅτι ὁ Κανονισμὸς εἶναι παλαιὸς καὶ πρέπει νὰ ἐκσυγχρονισθῇ διὰ νὰ ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς σημερινὰς συνθήκας. Τοῦτο ὅμως, δὲν δύναται νὰ ὑποστηρίζεται εἰς κριτήρια, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον πρὸ 3ετίας. Κατὰ τὴν ἄποψίν μας, ὁλόκληρος ἡ ἐπιχειρηματολογία, φαινομενικῶς τοὐλάχιστον, ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐπιζητεῖ τὴν τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ, στηρίζεται εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπα προηγουμένως. Ὅτι δηλαδὴ τὰ Κοινοβουλευτικά μας πράγματα, δὲν βαδίζουν καλῶς, ὅτι ὁ Κοινοβουλευτισμός, δὲν ἀποδίδει, ὅ,τι ἔπρεπε νὰ ἀποδώσῃ. Καὶ ὅτι, δι’ ὅλα αὐτὰ τὰ μειονεκτήματα οὔτε ὀλίγον, οὔτε πολύ, αἰτία, ἐὰν ὄχι μοναδική, ἀλλὰ ὅμως ἀποφασιστική, εἶναι αἱ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ. Καὶ ἐπαγγέλλονται, ὅτι ὡς διὰ μαγείας, ἐὰν γίνῃ μία τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ, ὅλα αὐτὰ τὰ μειονεκτήματα, τὰ ὁποῖα ὡς λέγουν ἐμποδίζουν τὴν ἀπόδοσιν τοῦ Κοινοβουλίου, θὰ ἐκλείψουν. Ἡμεῖς, κ. συνάδελφοι, εἰς τὴν βασικὴν αὐτὴν ἐπιχειρηματολογίαν τῶν ὑποστηριζόντων τὴν τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ ἀντιτιθέμεθα. Νομίζομεν, ὅτι εἶναι μία ἐπίκλησις φαινομενικὴ περὶ τοῦ τὶ πταίει, γιὰ νὰ ἀποκρύψουν τὰ οὐσιαστικὰ αἴτια καὶ τῆς κακῆς λειτουργίας καὶ τῆς κακῆς ἀποδόσεως τοῦ Κοινοβουλίου. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ ἤθελα εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ νὰ ἐπικαλεσθῶ, ὅσα ὁ Πρόεδρος τοῦ Σώματος κατὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς προηγουμένης περιόδου ἀπήγγειλε πρὸς τὸ Σῶμα, ἀναφερόμενος πάλιν εἰς τὸ θέμα τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ. Ἔλεγε τότε ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Σώματος: «Ἡ λειτουργία τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ εἰς τὸν τόπον μας δὲν δύναται χωρὶς μεταβολὰς καὶ μεταρρυθμίσεις νὰ προσφέρῃ τὸ ἀνώτατον ὅριον τοῦ ἐπιθυμητοῦ, τόσον εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὸν Κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, ὅσον καὶ εἰς ὅ,τι σχετίζεται μὲ τὸ νομοθετικὸν ἔργον. Ἡ διαπίστωσις αὐτὴ ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ Δημοκρατία ἔχει τὴν ἱκανότητα νὰ ἐπισημάνῃ τὰς ἀδυναμίας της καὶ νὰ ἐπιχειρῇ τὴν θεραπείαν τῶν κακῶς κειμένων, διὰ τῆς νομίμου καὶ εἰρηνικῆς ὁδοῦ. Νομίζω, προσέθεσεν ὁ κ. Ροδόπουλος, ὅτι ἐκφράζει τὴν πεῖραν τοῦ Σώματος καὶ τὴν ἰδικήν μου, ἐὰν εἴπω, ὅτι χρειάζεται νὰ ἀντιμετωπισθοῦν ὑπὸ τῆς Βουλῆς τρία μεγάλα θέματα, ἀφορῶντα τὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ ἡμῶν συστήματος. Τὸ πρῶτον, εἶναι ψυχολογικὸν καὶ ἠθικόν. Συνίσταται εἰς τὴν διατήρησιν τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ λαοῦ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν καὶ τὸ ἔργον αὐτῆς». Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ὑπάρχει τὸ πρῶτον στοιχεῖον, ἀφ’ ἧς στιγμῆς καὶ ἂν θέλετε νὰ γίνῃ μία παραχώρησις διὰ τὴν πρόοδον τῆς συζητήσεως καλῶς ἢ κακῶς ἀμφισβητεῖται τὸ κῦρος τῆς Βουλῆς, ἀπὸ τὸ σύνολον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ ὁποία παρὰ τὰς γνωστὰς ἐκλογικὰς συνθήκας ἀντιπροσωπεύει τὸ 50% τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Συνεπῶς, τὸ θεμελιῶδες στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Σώματος, τότε ἐθεώρει ὡς ἀπαραίτητον προϋπόθεσιν διὰ νὰ γίνεται ἡ τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ καὶ διὰ νὰ ἀποδώσῃ τὸ Σῶμα ὅσα πρέπει νὰ ἀποδώσῃ, αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν ὑπάρχει. Ἀλλὰ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Σώματος προχωρεῖ καὶ εἰς δεύτερον θέμα. Τὸ δεύτερον θέμα ἀναφέρεται εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου. Ἔλεγεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Σώματος: «Ἀποτελεῖ κοινὴν διαπίστωσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ εἰδίκευσις τῆς νομοθεσίας μου καὶ τῆς ἀποστολῆς μου, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διακηρύξω, ὅτι οἱ Ἕλληνες βουλευταὶ δὲν φείδονται κόπων καὶ θυσιῶν διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τοῦ Ἔθνους, ἀποτελεῖ γενικὴν διαπίστωσιν, ὅτι ἡ ἐπέκτασις καὶ ἡ εἰδίκευσις τῆς νομοθεσίας δὲν ἐπιτρέπουν εἰς τὰς Βουλὰς νὰ νομοθετοῦν, ὅπως τὰ σχήματα καὶ αἱ συνθῆκαι τῶν Κοινοβουλίων τοῦ 19ου αἰῶνος εἶχον προβλέψει. Ἡ Βουλὴ δύναται καὶ πρέπει νὰ χαράσσῃ γραμμήν. Νὰ ἀποφασίζῃ πολιτικῶς καὶ νὰ χαράσσῃ κατευθύνσεις. Ἀλλὰ εἶναι δυσχερὲς νὰ παρακολουθῇ τὰς ἀπείρους τεχνικὰς περιπτώσεις. Δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ εὑρεθοῦν κατάλληλοι τρόποι καὶ μέθοδοι, ὥστε νὰ ὑποβοηθηθῇ ἀποφασιστικῶς εἰς τὸ ἔργον της. Νόμοι καὶ πλαίσια, εὐρεῖα ἐξουσιοδότησις, νομοθεσία δι’ ἐπιτροπῶν, κατάταξις καὶ ἱεράρχησις τῶν σχεδίων νόμων ἀπὸ ἀπόψεως σημασίας καὶ ἄλλα ἀνάλογα μέσα χρησιμοποιοῦνται εἰς μεγάλην ἔκτασιν εἰς διαφόρους χώρας διὰ νὰ διευκολυνθῇ τὸ σύγχρονον ἔργον τῶν Κοινοβουλίων. Νομίζω, ὅτι θὰ πρέπει νὰ μελετήσωμεν τ’ ἀνωτέρω μέτρα, διατηροῦντες ὅμως πάντοτε ὑπ’ ὄψει τὴν βασικὴν ἐπιταγὴν τοῦ Συντάγματος, ὅτι ὁ λαὸς νομοθετεῖ διὰ τῆς Βουλῆς καὶ μόνον δι’ αὐτῆς». Καὶ προχωρεῖ ὁ κ. Πρόεδρος, λέγων: «ὅτι ὁ λαὸς νομοθετεῖ διὰ τῆς Βουλῆς καὶ μόνον δι’ αὐτῆς». Ἀλλά, κ. συνάδελφοι, ποῖος εἰς τὴν παροῦσαν περίοδον καὶ εἰς τὴν παρελθοῦσαν καὶ τὴν προπαρελθοῦσαν, διότι ὑπῆρξε τὸ ἀτύχημα εἰς τρεῖς περιόδους νὰ ὑπάρχῃ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς τῆς ΕΡΕ, ποῖος δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ κατὰ τρόπον στοιχειωδῶς σοβαρόν, ὅτι εἰς τὸν τόπον μας νομοθετεῖ ὁ λαὸς διὰ τῆς Βουλῆς καὶ μόνον διὰ τῆς Βουλῆς, ὅταν, κ. συνάδελφοι, ὑπάρχῃ ὁ ἄπειρος ἀριθμὸς τῶν πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅταν ὑπάρχῃ τὸ γεγονός, ὅτι εἶναι ἄπειρα καὶ σημαντικώτατα μέχρι θανασίμου σημείου κρίσιμα θέματα, τὰ ὁποῖα ρυθμίζουν συμβάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ Βουλὴ ἔρχεται ἁπλῶς νὰ εἴπῃ ἕνα ναὶ ἢ ἕνα ὄχι. Ποῖος, κ. συνάδελφοι, δὲν ἐνθυμεῖται, ὅτι ὑπῆρξε πρᾶξις τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου, ἡ ὁποία ἦλθεν ἐδῶ πρὸς κύρωσιν; Περίπου, δηλαδὴ ἐκτὸς ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς Ὑπουργούς, ἤρχισαν καὶ διάφοροι ἄλλαι ὑπηρεσίαι νὰ νομοθετοῦν. Ποῦ εἶναι, ἑπομένως, κ. συνάδελφοι, τὸ δεύτερον θεμελιῶδες στοιχεῖον, διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τὴν ἀπόδοσίν του; Ἑπομένως, κ. συνάδελφοι, δὲν ὑπάρχει οὔτε καὶ αὐτὸ τὸ στοιχεῖον, δηλαδή, νὰ νομοθετῇ ὁ λαός, διὰ τῆς Βουλῆς καὶ μόνον διὰ τῆς Βουλῆς. Περαιτέρω, θέτει ὁ κ. Πρόεδρος, κατὰ τὴν ἐναρκτήριον ἐκείνην ὁμιλίαν του, καὶ τρίτον θέμα, τὸ ὁποῖον ἀνάγεται εἰς τὰ ζητήματα τοῦ ἐλέγχου. Δὲν θέλω νὰ κουράσω τὸ Σῶμα, διότι ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, ὑπῆρξε διεξοδικὸς ὁ συνάδελφος κ. Μητσοτάκης. Πρέπει ὅμως, καὶ ἐκ τῆς ἰδικῆς μας πλευρᾶς νὰ ὑπογραμμισθῇ, ὅτι τὸ θέμα τοῦ ἐλέγχου εἰς τὰς τρεῖς περιόδους κατὰ τὰς ὁποίας ὑπῆρξε πλειοψηφία τῆς ΕΡΕ εἰς τὴν Βουλήν, ὑπέστη περιπετείας. Ὑπῆρξεν ἕνα ὁμοίωμα διαδικασίας, διὰ τὸν ἔλεγχον καὶ ὄχι ἔλεγχος κατὰ τὰς διατάξεις καὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Συντάγματος καὶ κατὰ τὴν γενικὴν ἔννοιαν τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ, ὁ ὁποῖος, ἐὰν ἔχῃ ἕνα σκέλος ἀποφασιστικόν, ὅτι ἡ Βουλὴ νομοθετεῖ, νομίζω, ὅτι, ἰδιαιτέρως διὰ τὴν σημερινὴν ἐποχήν, τὸ σκέλος τοῦ ἐλέγχου πρέπει νὰ εἶναι ὑπερτροφικόν, διότι τὰ θέματα εἶναι τόσον ποικίλα καὶ σημαντικά. Ἐὰν ἔχῃ νὰ προσφέρῃ ὁ Κοινοβουλευτισμὸς μίαν ἀποφασιστικὴν ὑπηρεσίαν, θὰ τὴν προσφέρῃ διὰ τῆς διαδικασίας τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, διότι περισσότερον σήμερον, ἀπὸ οἱανδήποτε ἄλλην ἐποχήν, πρέπει νὰ ὑπερενισχύσωμεν τὸν ἔλεγχον. Διότι ὑπεράνω τῶν κεφαλῶν τῶν Κοινοβουλίων ὑπεράνω τῶν κεφαλῶν τῶν Κυβερνήσεων, ὑπεράνω τῶν κεφαλῶν τῶν βουλευτῶν, ὑπάρχουν συμφέροντα ὠργανωμένα, τὰ ὁποῖα ἐνῷ δημιουργοῦνται εἰς τὴν δεδομένην χώραν, ἐν τούτοις κατορθώνουν νὰ εἶναι ὑπεράνω τῶν συμφερόντων τῆς χώρας αὐτῆς, ὑπεράνω τῶν συμφερόντων τοῦ συγκεκριμένου λαοῦ καί, ἑπομένως, νὰ πιέζουν καὶ νὰ ἐπηρεάζουν Κυβερνήσεις καὶ Βουλάς. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, ὑπάρχει σοβαρώτατος λόγος τὸ σκέλος τοῦ ἐλέγχου νὰ τὸ ὑπερενισχύσωμεν. Καὶ δὲν εἶναι ὀρθὸν τὸ λεχθέν, ὅτι ὁ ἔλεγχος, ἁπλῶς, ἐξυπηρετεῖ τὴν ὑπόθεσιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐξυπηρετεῖ, ἐν τῇ εὐρείᾳ ἐννοίᾳ, τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ, καί, ἂν θέλετε, ἀπὸ πολλὰς ἀπόψεις, ἐξυπηρετεῖ τὴν ἰδίαν τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἀκριβῶς, ὁ αὐστηρὸς ἔλεγχος, τῆς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ἀνθίσταται, ἐὰν θέλῃ φυσικὰ καὶ ὅταν θέλῃ, εἰς τὴν πίεσιν τῶν ξένων καὶ ἐγχωρίων ὠργανωμένων μονοπωλιακῶν συμφερόντων. Ἀλλά, κ. συνάδελφοι, εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, πρέπει νὰ ὑπογραμμισθῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ σημερινὴ καὶ ἡ προηγουμένη, ἡ ὁμοία της, ἠθέλησε, μὲ ὅλα τὰ τεχνάσματα, τὰ ὁποῖα περιέγραψεν ὁ κ. Μητσοτάκης, νὰ ματαιώσῃ τὸν ἔλεγχον, ὅπως ἠθέλησε νὰ μὴ ἔχῃ εἰς καμμίαν περίπτωσιν, καὶ ὅταν ἐκρίνοντο ἀποφασιστικώτατα θέματα ἐθνικά, κοινωνικά, οἰκονομικά, ἀφορῶντα τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον τοῦ τόπου, δὲν ἠθέλησε νὰ ἔχῃ συμπαράστασιν, τὴν συμμαχίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς Κοινῆς Γνώμης. Ποτὲ μέχρι σήμερον δὲν ὑπῆρξαν Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι στοιχειωδῶς νὰ ἐνδιαφέρωνται διὰ τὰ συμφέροντα τῆς χώρας, αἱ ὁποῖαι νὰ μὴ ἐφευρίσκουν μυρίους τρόπους, διὰ νὰ ἔχουν τὴν συμπαράστασιν τῆς Κοινῆς Γνώμης. Αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγεται κοινὴ γνώμη καὶ διεθνὴς κοινὴ γνώμη, ἔχει γίνει αὐτὴν τὴν ἐποχήν, κύριοι συνάδελφοι, μία ἀποφασιστικὴ δύναμις, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ λύῃ θέματα. Αὐτὸν τὸν παράγοντα, ἡ Κυβέρνησις, ὅπως καὶ τὸν παράγοντα ἔλεγχος ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ἠθέλησε νὰ τὸν ἐξαφανίσῃ, ἠθέλησε πάντοτε εἰς τὰ σκοτεινὰ παρασκήνια νὰ λύῃ ἢ νὰ μὴ λύῃ θέματα, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν τὸν τόπον. Συνεπῶς, κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔχει προθέσεις εἰλικρινεῖς, ἐὰν εἶχε διάθεσιν νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸν Κοινοβουλευτισμὸν καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐπέσπευδε τὴν τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ, παρὰ τὸ γεγονός, ὅτι δὲν εἶναι τοῦτο τὸ ἀποφασιστικὸν στοιχεῖον, θὰ ἀποδεχώμεθα τότε καὶ τὴν συζήτησιν καὶ τὴν τροποποίησιν. Ἀλλὰ ἐξ ὅσων ἀνέπτυξα, νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἡ διάθεσις αὐτή, διότι δὲν ὑπάρχουν αἱ γενικώτεραι, αἱ ὀργανικαὶ προϋποθέσεις, διὰ νὰ ἀποδώσῃ ὁ θεσμὸς καὶ ὅσα τυχὸν ἐπιχειρηθοῦν διὰ τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, θὰ εἶναι τυπικά, θὰ εἶναι συγκαλυπτικὰ τῆς ὑπαρχούσης καταστάσεως, πολὺ περισσότερον, ὅταν ὡρισμέναι ἐκ τῶν τροπολογιῶν εἰς τὸν Κανονισμόν, παρὰ τὰς ἀντιρρήσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, γίνουν διατάξεις τοῦ νέου Κανονισμοῦ, διότι ὅπως θὰ ἀποδειχθῇ λεπτομερέστερον καὶ εἰδικώτερον εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, θὰ πεισθῇ ἡ Βουλή, ὅτι αὐταὶ ἀποβλέπουν ἀκριβῶς εἰς τὸ νὰ περιστείλουν ἀκόμη περισσότερον τὰ δικαιώματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν πρέπει, νομίζω, ἀορίστως καὶ μὲ ἀφορισμοὺς νὰ ἀντιπαρέρχεται κανεὶς τὰ αἴτια τῆς κακῆς λειτουργίας τοῦ θεσμοῦ καὶ τῆς λειψῆς ἢ ἀρνητικῆς ἀποδόσεώς του, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀναχθῇ εἰς ὡρισμένα γενικώτερα πράγματα, ὄχι διὰ νὰ ἐπιχειρήσῃ ἱστορικὴν ἔκθεσιν, ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶναι ἀπαραίτητον, νὰ διερευνήσῃ τὰ πορίσματα τῆς πείρας. Ὁ θεσμός, κύριοι συνάδελφοι, εἶχεν ὡρισμένας κοινωνικὰς αἰτίας, ὅταν ἀνεπήδησε καὶ ἐπεβλήθη. Καὶ ἐφ’ ὅσον αἱ κοινωνικαί, αἱ γενικώτεραι αἰτίαι ἐβοήθησαν τὸν θεσμόν, οὗτος καὶ ἀνήρχετο καὶ ἐπεξετείνετο καὶ ἀπέδιδεν, ὑπῆρχεν ἡ ἐποχή, κύριοι συνάδελφοι, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ συμφέροντα τῆς ἀπολύτου ἢ τῆς ἐλέῳ Θεοῦ Μοναρχίας, ἀλλὰ καὶ τῆς Φεουδαρχίας ταὐτιζόμενα, κατεπίεζον τὰ κοινωνικὰ σύνολα, τὴν ἔννοιαν αὐτήν, τὴν ὁποίαν πάντοτε λέγομεν περιληπτικῶς λαὸν ἢ τοὺς συγκεκριμένους λαοὺς εἰς ἑκάστην χώραν. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς, αἱ νέαι κοινωνικαὶ δυνάμεις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης κατώρθωσαν νὰ θραύσουν τὰ δεσμὰ τῆς ἀπολύτου μοναρχίας, νὰ θραύσουν τὰ δεσμὰ τῆς φεουδαρχίας καὶ νὰ προχωρήσῃ ἡ κοινωνία εἰς τὸ λεγόμενον ἀστικὸν καθεστώς, εἰς τὸ καθεστὼς τῆς ἀστικῆς Δημοκρατίας, ταὐτοχρόνως σχεδὸν ἀνεπήδησε μέσα ἀπὸ τὰς ἰδίας τὰς κοινωνικὰς ἀνάγκας, μέσα ἀπὸ τὰς ἰδίας κοινωνικὰς συνθήκας, ὁ θεσμὸς τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ. Διότι ἀκριβῶς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, αἱ δυνάμεις αὐταὶ ἔβλεπον, ὅτι ἐφ’ ὅσον μέσα εἰς τὸν θεσμὸν ἢ μέσα εἰς τὴν Βουλὴν θὰ ἀντεπροσωπεύετο ὁ λαός, ἦτο βέβαιον, ὅτι ὁ θεσμὸς θὰ ἐξυπηρέτει τὸν λαόν, ἦτο βέβαιον, ὅτι ὁ θεσμὸς θὰ ἐλειτούργει καὶ θὰ ἀπέδιδε. Σὺν τῇ πορείᾳ, κύριοι συνάδελφοι, αἱ δυνάμεις αὐταὶ ἐπροχώρησαν εἰς μίαν στιγμήν, τοὐλάχιστον, εἰς ὡρισμένους συμβιβασμούς, μὲ ἀντιδραστικά, μὲ ἀντιλαϊκὰ συμφέροντα, ποὺ ἐδημιουργήθησαν. Τὰ μεγάλα ὠργανωμένα μονοπωλιακὰ συμφέροντα, μέσα εἰς τὰς δεδομένας χώρας, αἱ ὁποῖαι διείποντο ἀπὸ τὸ σύστημα τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ, ἐπέδρασαν ἐπὶ τοῦ θεσμοῦ. Αἱ δυνάμεις αὐταί, αἱ ὁποῖαι εἶχον ἀπόλυτον οἰκονομικὴν δύναμιν καὶ ἐπιρροήν, ἦτο φυσικὸν νὰ θέλουν νὰ ἔχουν καὶ πολιτικὴν ἐπιρροήν, διὰ νὰ ἐξυπηρετοῦν καλύτερον τὰς οἰκονομικάς των ἐπιδιώξεις. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ἔγινεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου εἶχον ὑπαινιχθῆ, ὅτι δηλαδὴ τὰ μεγάλα συμφέροντα κατώρθωσαν νὰ ἐπηρεάζουν τὴν λειτουργίαν τοῦ θεσμοῦ, νὰ ἐπηρεάζουν Κυβερνήσεις καὶ δι’ αὐτὸ ὁ θεσμός, δι’ αὐτοὺς κυρίως τοὺς ὀργανικοὺς λόγους, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποδώσῃ. Καὶ ἐνῷ ἀρχικῶς ἐνεφανίζετο καὶ ἀντεπροσώπευε τὰ λεγόμενα λαϊκὰ συμφέροντα, ἤρχισε νὰ γίνεται ἀπὸ ὡρισμένας ἀπόψεις τροχοπέδη. Καὶ θὰ ἐγίνετο, κύριοι συνάδελφοι, κυριολεκτικῶς τροχοπέδη καὶ θὰ ἠμπόδιζε τὴν περαιτέρω κοινωνικὴν ἀνάπτυξιν καὶ πρόοδον, ἐὰν μαζὶ μὲ τὴν ἀνάπτυξιν αὐτῶν τῶν μεγάλων οἰκονομικῶν συμφερόντων, δὲν ἀνεπτύσσοντο καὶ ἔτι περαιτέρω νεώτεραι κοινωνικαὶ δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι μὲ τὴν πάλην των κατ’ ἀρχὴν τὴν ἐξωκοινοβουλευτικήν, ἐν συνεχείᾳ τὴν πολιτικήν, κατώρθωσαν νὰ ὑπεισέρχωνται καὶ ἐντὸς τούτων τῶν Κοινοβουλίων καὶ νὰ ἐκφράζουν ἑπομένως αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ τὰ λαϊκὰ συμφέροντα. Ὁ θεσμὸς πλέον, κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἦτο μονόπλευρος. Μὲ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον τρόπον ἐξέφραζε τὰς ἀντιθέσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον εἰς τὴν κοινωνίαν, εἰς τὴν συγκεκριμένην κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ἐζοῦσεν ὁ δεδομένος λαός. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, κύριοι συνάδελφοι, ὅταν ἡμεῖς ἀσκοῦμεν κριτικὴν διὰ τὴν κακὴν λειτουργίαν καὶ ἀπόδοσιν τοῦ θεσμοῦ, δὲν θεωροῦμεν, ὅτι ὁ θεσμὸς εἶναι ὁ ἔνοχος. Διότι μία κριτικὴ αὐτῆς τῆς φύσεως, αὐτῆς τῆς κατευθύνσεως, πρέπει νὰ θεωρῆται ὕποπτος. Εἶναι μία κριτική, ἡ ὁποία θέλει νὰ διαβάλλῃ καὶ τελικῶς νὰ καταλύσῃ τὸν θεσμόν, διὰ νὰ τὸν ἀντικαταστήσῃ μὲ καθεστῶτα δικτατορικά, μὲ καθεστῶτα φασιστικὰ ἢ νεοφασιστικά. Ἡμεῖς ἀσκοῦμεν τὴν κριτικήν, κύριοι συνάδελφοι, σήμερον διὰ τὸ γεγονός, ὅτι ὁ θεσμὸς αὐτός, ὁ ἄριστος διὰ τὸ πολίτευμα τῆς ἀστικῆς Δημοκρατίας πάσχει, διότι ἀκριβῶς ὑπάρχουν αὐταὶ αἱ ὀργανικαὶ αἰτίαι, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ἀντιμετωπισθοῦν διὰ νὰ ἀντιπροσωπεύωνται καὶ νὰ ἐκφράζωνται μέσα πλέον εἰς τὸν θεσμόν, μέσα εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σύνολον τῶν λαϊκῶν δυνάμεων. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς τοῦτο κατέστη δυνατόν, κύριοι συνάδελφοι, κατὰ τὴν ἰδικήν μας πίστιν καὶ πεποίθησιν, ὁ θεσμὸς θὰ εἶναι ἀποδοτικὸς θὰ λειτουργήσῃ καλῶς. Καὶ πιστεύομεν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἰδιαιτέρως εἰς τὴν σημερινὴν διεθνῆ συγκυρίαν, ἰδιαιτέρως εἰς τὴν σημερινὴν ἐποχήν, εἶναι δυνατὸν τοῦτο νὰ γίνῃ, εἶναι δυνατὸν δηλαδή, αἱ γνήσιαι λαϊκαὶ τάσεις καὶ πολιτικαὶ καὶ κοινωνικαὶ δυνάμεις νὰ συσπειρώσουν πέριξ αὐτῶν τὸ σύνολον τῶν ἐθνικῶν πατριωτικῶν λαϊκῶν δυνάμεων καὶ νὰ κατακτήσουν τὴν πλειοψηφίαν ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐνῷ σήμερον ἡ Βουλὴ ὑπὸ τὰς συνθήκας, τὰ παθήματα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα εἶναι ὄργανον ἐξυπηρετήσεως ἀπὸ πολλῶν ἀπόψεων μεγάλων ὠργανωμένων συμφερόντων, εἶναι δυνατὸν νὰ καταστῇ ὄργανον ἐξυπηρετήσεως καὶ τῆς Δημοκρατίας καὶ τοῦ λαοῦ. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, διὰ νὰ μὴ ἐπεκταθῇ κανεὶς εἰς τὰ γενικώτερα, ὑπάρχουν καὶ εἰδικαὶ αἰτίαι, διὰ τὰς ὁποίας τοὐλάχιστον εἰς τὰς τρεῖς τελευταίας περιόδους ἡ Βουλή μας δὲν ἀπέδωσε καὶ δὲν ἐλειτούργησε καὶ δὲν βλέπομεν ἡμεῖς, ὅτι μὲ τὰς τροπολογίας τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι δυνατὸν αὐτά, τὰ ὁποῖα θὰ ἀναφέρω νὰ διορθωθοῦν, ὥστε νὰ ἀποδώσῃ ὁ θεσμός. Κύριοι συνάδελφοι, καθ’ ὅλην αὐτὴν τὴν φάσιν, ὑπῆρχεν ἕνας, ἂς τὸν εἴπω μὲ τὴν λαϊκὴν ἔκφρασιν, νομοθετικὸς μύλος. Ἡ Κυβέρνησις, ἀμελέτητα εἰς τὰς περισσοτέρας φορὰς ἢ ἐμφανιζομένη σκοπίμως, ὅτι δὲν ἐμελέτησεν, εἰσηγεῖτο εἰς τὴν Βουλὴν ἕνα πλῆθος νομοθετημάτων ἐπὶ περιπτωσιακῶν ζητημάτων καὶ δὲν ἐφρόντιζε, διότι δὲν εἶχε πρόγραμμα, διότι δὲν ἤθελε νὰ μελετήσῃ τὰ προβλήματα εἰς τὸ σύνολόν των, νὰ φέρῃ ἄρτια νομοθετήματα καὶ νὰ χαράξῃ κατευθύνσεις καὶ πλαίσια καὶ νὰ ἀντιμετωπίζῃ τὸ πρόβλημα εἰς τὸ σύνολόν του. Δὲν εἶναι μόνον αὐτό, κύριοι συνάδελφοι. Ἡ Κυβέρνησις ἐρρύθμιζεν ἕνα θέμα μὲ ἕνα νομοθέτημα, δὲν παρήρχετο ἐλάχιστος χρόνος καὶ ἤρχετο ἄλλο νομοθέτημα, διὰ νὰ ἐπακολουθήσῃ καὶ ἄλλο νομοθέτημα ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος. Τὸ πρῶτον νὰ ἀνατρέπεται ἀπὸ τὸ δεύτερον, τὸ τρίτον νὰ ἀνατρέπῃ καὶ τὰ δύο προηγούμενα, διὰ νὰ ἐπακολουθήσῃ εἰς τὸ τέλος ἄλλου εἴδους τροποποίησις, ἄλλου εἴδους ἀνατροπή. Ἑπομένως τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι, ἦτο μία ἀπὸ τὰς βασικὰς αἰτίας, ὅπου δὲν ἀπέδιδεν ἡ Βουλὴ καὶ εἰς τοῦτο κατὰ τίποτε δὲν ἔπταισε καὶ δὲν πταίει ὁ Κανονισμὸς καὶ εἰς τοῦτο κατὰ τίποτε δὲν πρόκειται νὰ ὠφελήσῃ τὸ σύνολον τῶν τροπολογιῶν, τὰς ὁποίας προτείνει ἡ Κυβέρνησις. Καὶ διὰ νὰ μὴ εἶμαι ἀόριστος εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, θὰ σᾶς εἴπω ὡρισμένας περιπτώσεις. Ὁ νόμος 4179)1961 τροποποιεῖ τὸν νόμον 4028)1959 «περὶ ἱεραρχίας προαγωγῶν ἀξιωματικῶν τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων κλπ.». Ὅταν ἦλθεν ὡς νομοθέτημα ὁ νόμος 4028)1959, ἡ Κυβέρνησις εἶπεν, ὅτι ἐπὶ τέλους ἀντιμετωπίζω τὸ μέγιστον θέμα, τὸ λύω κατὰ τρόπον ἀποφασιστικὸν κλπ. Δὲν παρῆλθεν ἔτος καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀνεκάλυψεν, ὅτι ἡ ρύθμισις ἦτο ἀνεπαρκὴς καὶ ἔφερε δεύτερον νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ἀνέτρεπε τὰ πάντα. Ὁ νόμος 4198)1961 ἐτροποποίησε τὸν νόμον 3967)1959 «περὶ Μετοχικοῦ Ταμείου Στρατοῦ».
§116Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμιλεῖτε πρὸ κενῶν Ὑπουργικῶν ἑδωλίων. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Κυβερνήσεως.
§117Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Οἱ Ὑπουργοὶ παρίστανται αὐτὴν τὴν ὥραν ὡς βουλευταί. Ἁρμόδιος εἶναι ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐν προκειμένῳ. Συνεπῶς, ἐὰν αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐξῆλθον οἱ κύριοι Ὑπουργοί, δὲν ἔχει σημασίαν. Ἁρμόδιος εἶμαι ἐγώ. Δὲν εἶναι Κυβερνητικὴ ἡ πρότασις.
§118Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν θὰ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα, θὰ σᾶς δώσω τὴν ἀπάντησιν.
§119Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ συνεχίσω, ἀναφερόμενος εἰς ὡρισμένας συγκεκριμένας περιπτώσεις, διὰ νὰ θεμελιώσω τὸν ἀναφερθέντα περὶ νομοθετικοῦ μύλου ἰσχυρισμόν μου. Διὰ τὸ θέμα τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου, τὸ ὁποῖον ἀντεμετώπιζεν ὁ τόπος εὐθὺς μετὰ τὸν πόλεμον, τὸ ὁποῖον ἀντεμετώπισεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ διάστημα τῆς 6ετίας ἢ 7ετίας, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ὁμιλήσῃ μὲ τιμιότητα, μὲ εἰλικρίνειαν καὶ μὲ θάρρος, ἀντ’ αὐτοῦ τὶ ἔκαμε; Τρεῖς νόμοι, κ. συνάδελφοι, ὁ νόμος 3933, ὁ νόμος 4016 καὶ ὁ νόμος 4122 μέσα εἰς ἕνα σύντομον χρονικὸν διάστημα. Ὁ ἕνας συνεπλήρωνε, ἀνέτρεπε, ἐπεξέτεινε τὸν ἄλλον, μέχρις ἐξοργιστικοῦ σημείου. Δὲν θέλω νὰ ἀναφερθῶ εἰς τὰ συγκεκριμένα ζητήματα, τὰ εὐεργετήματα, τὶς χάριτες καὶ τὶς ἀμνηστίες ποὺ ἔδιδε διὰ τοὺς ἐγκληματίες πολέμου. Καὶ τοῦτο δεικνύει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν συνέλαβε, δὲν ἠθέλησε, δὲν ἠμποροῦσε νὰ συλλάβῃ τὸ πρόβλημα, δὲν εἶχεν ἰδικόν της πρόγραμμα ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον νὰ δεικνύῃ, ὅτι εἶχεν ἀνεξάρτητον γνώμην. Διὰ τὸν ἐξωσχολικὸν ἀθλητισμὸν εἶναι γνωστὴ ἡ περίπτωσις. Ὁ νόμος 4118)1961 ἐτροποποίησε τὸν νόμον 3865)1958, διὰ νὰ διώξῃ ἕνα συγκεκριμένον πρόσωπον.
§120Γ. ΠΛΑΤΗΣ. Μὲ αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε, φαίνεται, ὅτι λησμονεῖτε τὶ ἔγινε κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτῶν τῶν διαφόρων νομοσχεδίων. Δηλαδὴ θέλω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἕνα νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ τελειώσῃ εἰς 3 ὥρας, λόγῳ τῶν γνωστῶν ἀγορεύσεων τῶν μακρῶν, τῶν ἐπαναλαμβανομένων συνεχῶς, κατέληγε νὰ συζητηθῇ εἰς 15 ἡμέρας. Λοιπόν, πταίει ἡ Κυβέρνησις ἢ ἡμεῖς, ποὺ παρακωλύομεν διὰ τῆς φλυαρίας μας τὴν κατάστασιν;
§121Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Δὲν γνωρίζω, ποῦ ἀναφέρεται ὁ χαρακτηρισμός σας περὶ φλυαρίας. Δὲν νομίζω, ὅτι τὸν ἀποδίδετε καὶ εἰς τὸν ἑαυτόν σας. Ἀλλὰ ἤθελον, ἐπειδὴ γνωρίζω, ὅτι εἶσθε πάντα προσεκτικός, νὰ εἴπω, ὅτι δὲν μὲ παρηκολουθήσατε. Αὐτὸ ἀκριβῶς λέγω, κ. συνάδελφε. Παραπονεῖτε ἡ Κυβέρνησις καὶ θεωρεῖ ὡς βασικόν της ἐπιχείρημα διὰ τὴν ἀνάγκην τῆς τροπολογήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὅτι καθυστερεῖ τὸ νομοθετικὸν ἔργον. Καὶ λέγω πῶς θέλει νὰ μὴ καθυστερῇ; Πταίει ὁ Κανονισμός, αἱ ὁμιλίαι τῶν βουλευτῶν ἢ ἐσὺ Κυβέρνησις, ποὺ ἕνα θέμα, ἀντὶ νὰ τὸ μελετήσῃς, νὰ τὸ συλλάβῃς νὰ χαράξῃς γραμμὴν ἐπ’ αὐτοῦ μέσα εἰς ἕνα χρόνο φέρεις τρία νομοθετήματα διὰ νὰ ἀνατρέπῃς τὸ ἕνα, νὰ συμπληρώνῃς τὸ ἄλλο καὶ διὰ νὰ ξανανατρέπῃς μὲ τὸ τρίτον τὰ δύο προηγούμενα; Ἰδοὺ ἡ εἰδικὴ βασικὴ αἰτία ποὺ ἡ Βουλὴ δὲν ἀποδίδει. Καὶ καθυστερεῖ τὸ νομοθετικὸν ἔργον. Αὐτὸ εἶναι τὸ βέβαιον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἀντιμετωπίζει, ὡς πραγματικὴ Κυβέρνησις τὰ προβλήματα. Ἐὰν διὰ τὸν ἐξωσχολικὸν ἀθλητισμὸν ἔφερε ἕνα νομοθέτημα, ἐὰν διὰ τὸ θέμα τῶν ἐνόπλων δυνάμεων ἔφερε ἕνα νομοθέτημα καὶ μέσα εἰς ἕνα ἑξάμηνο δὲν ἔφερνε δεύτερο καὶ τρίτο, ποῦ θὰ ὑπῆρχεν ἡ καθυστέρησις; Καὶ θέλετε καὶ κἄτι ἀκόμη; Ἐὰν τὰ νομοσχέδια ἦσαν ὁλοκληρωμένα καὶ μελετημένα, νομίζετε, ὅτι καὶ ὁ βουλευτὴς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παρατείνῃ τὰς συζητήσεις ὁμιλῶν ἐπὶ μακρῶν; Διότι ἐὰν τὸ ἐπεχείρει, κύριοι συνάδελφοι, θὰ ἐγένετο, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις, καταγέλαστος καὶ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς. Ἀλλά, ἐὰν πάρετε τὰ πρακτικά, θὰ ἴδητε, ὅτι αἱ ὁμιλίαι τῶν βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, αἱ ἀναφερόμεναι εἰς τὸ νομοθετικὸν ἔργον ἀποβλέπουν κυρίως νὰ ἀνακαλύψουν τὶ θέλει ἡ Κυβέρνησις, ἀποβλέπουν κυρίως νὰ ἐλέγξουν διατὶ τὸ νομοθέτημα δὲν εἶναι ἄρτιον, διατὶ λείπει αὐτό, διατὶ λείπει ἐκεῖνο, τὶ θὰ γίνῃ μὲ τὸ ἑπόμενον θέμα, διὰ νὰ εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ τέλος δὲν τὸ ἐμελέτησα, τὸ σκέπτομαι, θὰ φέρω καὶ δι’ αὐτὸ κἄποιαν διάταξιν. Καὶ ἡ κἄποια αὐτὴ διάταξις, κύριε συνάδελφε, γνωρίζετε διότι διετελέσατε καὶ Ἀντιπρόεδρος, ἐνῷ συζητοῦμεν περὶ νομοσχεδίου μὲ τὸν τίτλον τάδε διὰ τὸ τάδε θέμα, ὑπάρχει τὸ γνωστὸν καὶ «λοιπαὶ διατάξεις», αἱ ὁποῖαι λοιπαὶ διατάξεις, τὰς περισσότερας φορὰς εἶναι πολὺ περισσότεραι ἀπὸ τὰς διατάξεις τοῦ συγκεκριμένου νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον καλεῖται νὰ συζητήσῃ ἡ Βουλή. Καὶ ἐὰν τὰς ἐρευνήσετε καὶ ἀπὸ ἀπόψεως περιεχομένου, ἐνῷ ὁ τίτλος τοῦ νομοσχεδίου, τὸ κύριον θέμα τοῦ νομοσχεδίου εἶναι μικρᾶς σημασίας, αἱ λοιπαὶ διατάξεις ρυθμίζουν μέγιστα θέματα. Καὶ πολλάκις ἀκόμη ὑπάρχει εἰς τὸ αὐτὸ νομοθέτημα, ὑπὸ τὸ κάλυμμα «καὶ λοιπῶν διατάξεων» ὑπάρχουν καὶ σκανδαλώδεις διατάξεις καὶ διατάξεις ἐν πάσῃ περιπτώσει, αἱ ὁποῖαι ρυθμίζουν θέματα ἐντελῶς ἄσχετα, ἀντίθετα, διάφορα μὲ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ρυθμίσῃ τὸ νομοσχέδιον. Αὐτὸ εἶναι καὶ δὲν πρέπει σεῖς τοὐλάχιστον μὲ τὸ κῦρος, τὸ ὁποῖον διαθέτετε, διότι διετελέσατε ἀντιπρόεδρος τοῦ Σώματος, νὰ λέγητε, ὅτι ὑπαίτιος δι’ ὅλην τὴν κατάστασιν εἶναι ἡ φλυαρία τῶν βουλευτῶν. Ἔτσι διαβάλλετε τὸν θεσμόν. Δὲν λέγω, ὅτι εἶναι εἰς τὴν πρόθεσίν σας τοῦτο, ἀλλὰ λέγω, ἐξ ἀντικειμένου τὶ γίνεται. Διαβάλλετε καὶ τὸν θεσμὸν καὶ τοὺς βουλευτάς, διότι καλλιεργεῖτε εἰς τὴν κοινὴν γνώμην καὶ τὸν κακόπιστον τύπον, ποῖον πρᾶγμα; Ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν σημαίνει τίποτε ἄλλο παρὰ φλυαρίαν, ἀπεραντολογίαν, ἐπίδειξιν βουλευτῶν, δὲν σημαίνει τίποτε ἄλλο παρὰ πῶς θὰ αὐξήσῃ τὴν ἀποζημίωσιν καὶ πότε θὰ βγῇ διὰ νὰ φλυαρήσῃ νὰ ἐπιδειχθῇ καὶ νὰ μοιράσῃ τὰ πρακτικὰ εἰς τὰ χωρία εἰς τὰ διάφορα στρώματα ποὺ τὸν ἐνδιαφέρουν. Ἔτσι χωρὶς νὰ τὸ θέλωμεν, ἀπρόσεκτα, διαβάλλομεν καὶ τὸν θεσμὸν καὶ τοὺς βουλευτάς. Καὶ δὲν εἶναι τυχαῖον, ὅτι ἰδιαιτέρως κατὰ τὰ ἔτη αὐτά, ὁ θεσμὸς αὐτὸς ὑφίσταται αὐτὴν τὴν ταλαιπωρίαν ἐξ αἰτίας διατυπώσεων αὐτοῦ τοῦ εἴδους.
§122Γ. ΠΛΑΤΗΣ. Εἶσθε ἐκ τῶν τακτικῶν βουλευτῶν καὶ ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἐκλέγεσθε. Τώρα, νομίζω, ὅτι δὲν χρειάζεται νὰ σᾶς ὑπομνήσω, ὅτι ἡ ἀπεραντολογία δυστυχῶς —διὰ νὰ μὴ εἴπω φλυαρία, ἐπειδὴ τὴν παρεξηγεῖτε— ἔχει φθάσει εἰς τοιοῦτον σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἀναγκάζει τοὺς βουλευτὰς πλέον νὰ μὴ εἶναι εἰς θέσιν νὰ παρακολουθήσουν τὰς συζητήσεις. Λέγω, λοιπόν, ὅτι διὰ ζητήματα ἀκριβῶς μικρά, ἀναπτύσσονται γενικώτεραι ἀπόψεις καὶ οὕτω παρατείνομεν τὰς συζητήσεις ἐπὶ ἡμέρας, συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπεν ἐντὸς τριῶν ὡρῶν νὰ εἶχον τελειώσει. Τοῦτο βέβαια εἶναι πολὺ μακρὰν τοῦ Κανονισμοῦ. Συνεπῶς δὲν βάλλομεν κατὰ τοῦ θεσμοῦ, ἀλλὰ ἀκριβῶς θέλομεν διὰ τοῦ Κανονισμοῦ νὰ πειθαρχήσωμεν καὶ νὰ κάμωμεν μίαν δικονομίαν τοιαύτην, ὥστε νὰ δώσωμεν ἀκριβῶς τὴν ἐντύπωσιν εἰς τὸν κόσμον, ὅτι ἐξυπηρετοῦμεν τὸ συμφέρον τοῦ Ἔθνους.
§123Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Δὲν μετεκινήθητε ἀπὸ τὴν ἄποψίν σας. Ἐπιμένετε, ὅτι πταίει ἡ διάθεσις τοῦ βουλευτοῦ νὰ λέγῃ πολλά, καὶ ἐπιμένω, ὅτι ὁ βουλευτὴς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λέγῃ πολλά, ὅταν τὰ νομοθετήματα δὲν εἶναι μελετημένα. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ ἠμποροῦσα νὰ σᾶς εἴπω καὶ ἄλλας περιπτώσεις, διότι ἔχω κάμει μία συγκέντρωσιν τοιούτων διὰ νὰ τὴν χρησιμοποιήσω εἰς ἄλλο θέμα παρεμφερές. Θὰ ἠμποροῦσα λέγω νὰ μνημονεύσω σειρὰν συγκεκριμένων περιπτώσεων, μὲ τὰς ὁποίας θὰ θεμελιωθῇ ἀκόμη περισσότερον ὁ ἰσχυρισμός μου, ἀλλὰ δὲν τὸ πράττω τώρα διὰ νὰ μὴ κουράσω τὸ Σῶμα. Ἀλλὰ δὲν ἠμπορῶ νὰ παραλείψω τὸ ἑξῆς: «Πρᾶξις ὑπ’ ἀριθ. 181)2.12.1961» «περὶ ἀναστολῆς τῆς ἰσχύος τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ Ν. Δ. 3875)1958 μέχρι τῆς 1.1. 1965». Δηλαδὴ δὲν εἶναι μόνον, ὅτι ἀντὶ τῆς Βουλῆς νομοθετεῖ τὸ Ὑ. Σ, διότι ὑπῆρχε κατεπεῖγον θέμα, ἀλλὰ μικρὸν θέμα καὶ ἡ Βουλὴ δὲν ἐλειτούργει καὶ ἔσπευσεν ἡ Κυβέρνησις, μὲ μίαν πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ ρυθμίσῃ τὴν περίπτωσιν. Ἀλλὰ τὸ παράδειγμα εἶναι ἀπόδειξις μιᾶς βαρυτέρας περιπτώσεως, διότι μὲ πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καταργεῖται διάταξις νόμου. Καὶ ἡ συνέχεια εἶναι γνωστή, εἰς τὴν κοινὴν γνώμην καὶ εἰς τὴν Βουλήν, τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἠκύρωσεν ἑκατοντάδας διὰ νὰ μὴ εἴπω καὶ χιλιάδας διατάξεων, πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ νομοθετικῶν διαταγμάτων καὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως καὶ τῶν προηγουμένων, διότι τὰς ἔκρινεν, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικαί. Συνεπῶς, ὅ,τι ἀρχικῶς ἰσχυρίσθην μὲ τὴν λαϊκὴν ἔκφρασιν, ὅτι μία ἀπὸ τὰς βασικὰς αἰτίας, ἕνεκα τῶν ὁποίων ὁ θεσμὸς δὲν ἀποδίδει, ἦτο αὐτὸς ὁ νομοθετικὸς μύλος καὶ ὄχι αἱ διατάξεις δῆθεν τοῦ Κανονισμοῦ, νομίζω ὅτι τὸ ἀπέδειξα δι’ ὅσων ἀνέφερον.
§124Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Κύριε Ἐφραιμίδη, ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν; Ἐγὼ συνήθως δὲν κάμνω διακοπάς.
§125Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Ὅταν δὲν εἶσθε ὅμως εἰς τὴν ἕδραν, κάμνετε.
§126Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Ἤθελα εἰλικρινῶς νὰ συζητήσω μαζί σας, δηλαδὴ δύο λέξεις θὰ σᾶς εἴπω. Βεβαίως, δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὸ καθαρῶς ἀντιπολιτευτικὸν πνεῦμα τῆς ὁμιλίας σας. Αὐτὸ δὲν μὲ ἀφορᾷ. Ἐγὼ εἶμαι Πρόεδρος τοῦ Σώματος καὶ θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§127Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Χμ........
§128Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Νὰ λείπουν τὰ σχόλια παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε τῆς ΕΔΑ. Νομίζω, ὅτι οὐδέποτε σᾶς εἰρωνεύθην εἴτε ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς, εἴτε ἀπὸ τῆς ἕδρας. Ἐγὼ σέβομαι καὶ τὴν ἡλικίαν σας, διὰ νὰ μὴ σᾶς ἀπαντήσω, ὅπως πρέπει. Θὰ ἤθελα, κ. Ἐφραιμίδη, νὰ σᾶς εἴπω τοῦτο. Νομίζω, ὅτι ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας, ὅτι ὑπάρχουν ὡρισμένα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐχρειάσθησαν ἄνω τῶν 15, νομίζω 17 καὶ 18 συνεδριάσεων, διὰ νὰ ψηφισθοῦν. Αὐτὸ δὲν εἶναι μειονέκτημα εἴτε τοῦ Κανονισμοῦ, εἴτε τῆς μὴ καλῆς ὀργανώσεως τῶν Κομμάτων; Καὶ τὶ νομίζετε, ὅτι ἐπιδιώκει σήμερον, κατὰ βάθος ὁ Κανονισμός; Ἐπιδιώκει νὰ ὀργανωθοῦν τὰ Κόμματα, νὰ ἔχουν τοὺς ἐξουσιοδοτημένους ρήτορας, εἴτε διὰ τὸν ἔλεγχον, εἴτε διὰ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, οἱ ὁποῖοι νὰ ὁμιλοῦν ἐλευθέρως ἐπὶ ἡμίσειαν, ἐπὶ μίαν ὥραν, δύο–τρεῖς τὸ πολὺ ρήτορες κλπ. Νομίζετε, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι μία πρόοδος, τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκει τὸ νέον σχέδιον τοῦ Κανονισμοῦ; Καὶ νομίζετε, ὅτι αἱ 18 συνεδριάσεις διὰ τὰς Ἀγροτικὰς Ἀσφαλίσεις καὶ αἱ 18 συνεδριάσεις —δὲν δύναμαι νὰ κάμνω κριτικὴν τῶν λεχθέντων, δὲν μοῦ ἐπιτρέπεται— αἱ ὁποῖαι κατηναλώθησαν διὰ τὴν Κοινὴν Ἀγοράν, ἦσαν ὅλαι τόσον τεχνικαὶ καὶ ἐποικοδομητικαὶ αἱ ἀγορεύσεις, ὥστε νὰ συμπληροῦν, τὰς ἀτελείας τῶν σχεδίων νόμων; Κωλύομαι, λόγῳ τῆς θέσεώς μου νὰ κάμω κριτικὴν οὐσιαστικωτέραν. Νομίζω, ὅμως, ὅτι ὑπῆρχε καὶ μία τάσις, οὕτως εἰπεῖν, ἐπιδείξεως γνώσεων καὶ ἐνδιαφέροντος ἐπὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν. Εἶναι, λοιπόν, δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸ ἔργον μας μὲ 18 συνεδριάσεις δι’ ἕνα νομοθέτημα; Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐρώτημα καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος μὲ ἠνάγκασε νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ μοῦ δώσῃ 2, 3, 4, ἐν ἀνάγκῃ, ἡμέρας νομοθετικῆς ἐργασίας, διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ ἀνασυγκροτήσω, τοὐλάχιστον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, τὴν διαδικασίαν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, χωρὶς νὰ παραμελήσω καὶ τὸ θέμα τοῦ ἐλέγχου, διὰ τῆς θέσεως φραγμοῦ εἰς τὰς ἀπεράντους ἐκείνας ἐπερωτήσεις, αἱ ὁποῖαι διήρκουν 1–2 μῆνας. Ἐνθυμεῖσθε τὴν ἐπερώτησιν περὶ ἐπαρχίας ποὺ ἐκράτησε τέσσαρας μῆνας. Εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν αὐτοῦ τοῦ μειονεκτήματος, ἀποβλέπει ἡ πρότασις. Ὁμιλῶ περιωρισμένα περὶ τοῦ ὑπάρχοντος Κανονισμοῦ. Δὲν φρονεῖτε, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀντιμετωπισθῇ αὐτὸ τὸ θέμα; Δηλαδὴ νὰ διαρκῇ ἐπὶ τέσσαρας μῆνας ἡ συζήτησις ἐπὶ μιᾶς ἐπερωτήσεως καὶ νὰ ἀπαιτοῦνται 18 συνεδριάσεις, διὰ τὴν συζήτησιν ἑνὸς σχεδίου νόμου; Ἐκεῖ τὸ τοποθετῶ τὸ θέμα καὶ τίποτε ἄλλο δὲν ἔχω νὰ προσθέσω.
§129Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ τὸν λεπτὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον συνήθως ὁμιλεῖτε, εἴπατε, ὅτι δὲν ἠμπορεῖτε νὰ κάμνετε κριτικὴν τῶν λεχθέντων ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τὰς 15 ἢ 16 συνεδριάσεις ἐπὶ ὡρισμένων νομοσχεδίων. Νομίζω, ὅμως, ὅτι θὰ ἠμπορούσατε νὰ προχωρήσητε εἰς μίαν αὐτοκριτικήν, ὅσων ἀνήκουν εἰς τὴν Κυβερνητικὴν παράταξιν καὶ νὰ ἐρευνήσητε διὰ ποῖον λόγον π.χ. προκειμένου περὶ τῆς κυρώσεως τῆς συμβάσεως τῆς συνδέσεως τῆς χώρας μας μὲ τὴν Κοινὴν Ἀγοράν, ἐχρειάσθη ἕνας μέγας ἀριθμὸς συνεδριάσεων. Ἐπίσης διὰ ποῖον λόγον ἐχρειάσθησαν ὑπὲρ τὰς 15 νομίζω, συνεδριάσεις διὰ τὴν κύρωσιν τῆς συμβάσεως τοῦ ἀλουμινίου ΠΕΣ-ΣΙΝΕ κλπ. Ἐὰν εἰς μίαν στιγμὴν αὐτοκριτικῆς ἀποκαλύπτεται διατὶ αὐτὰ τὰ δύο νομοθετήματα ἐκράτησαν ἐπὶ τόσας συνεδριάσεις, τότε θὰ ἀνεκαλύπτατε μὲ τὴν εἰλικρίνειαν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ σᾶς διακρίνῃ, ὅτι δὲν ὑπῆρχε διάθεσις τῶν βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ μακρηγορήσουν.
§130Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. .... ὁμιλεῖ ἀπὸ τῆς θέσεώς του, μὴ ἀκουόμενος.
§131Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Ἐνθυμοῦμαι, κ. συνάδελφε, πόσας ὥρας κατηναλώσατε εἰς τὴν ἀγόρευσίν σας διὰ τὸ νομοθέτημα τῆς ἀποζημιώσεως τῶν θυμάτων τοῦ Ναζισμοῦ καὶ ἐνθυμοῦμαι ἀκόμη καὶ διὰ ποίους λόγους εἴχατε ἐνδιαφερθῆ...
§132Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. ... μὲ συκοφαντεῖτε. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Α. Μίχας).
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, μὴ δημιουργῆτε προστριβάς.
§134Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ὄντως εἶναι οὐσιῶδες τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἐπραγματεύθη καὶ ὁ κ. Ροδόπουλος εἰς τὴν διακοπήν του προηγουμένως, θὰ ἤθελον νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ θέσω ὑπ’ ὄψει σας καὶ ὑπ’ ὄψει τοῦ κ. συναδέλφου, μίαν παρατήρησιν: Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, κ. συνάδελφοι, ὅτι ὅταν ὁ Ὑπουργός, ὅταν ἡ Κυβέρνησις εἶναι διατεθειμένοι νὰ συνεργασθοῦν μὲ τὸ Σῶμα κατὰ τὴν ψήφισιν ἑνὸς νόμου, εἶναι δηλαδὴ διατεθειμένοι νὰ ἀποδεχθοῦν λογικὰς ἀπόψεις, εἴτε τῶν βουλευτῶν τῆς Συμπολιτεύσεως, εἴτε τῶν βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τότε διευκολύνεται ἡ ψήφισις ἑνὸς νόμου. Θὰ μνημονεύσω τὸ παράδειγμα τοῦ κ. Τσάτσου, ὁ ὁποῖος ἐπέτυχε πάντοτε νὰ ψηφίζῃ τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι ἀφεώρουν τὸ Ὑπουργεῖον του. Ὅταν ὅμως ἔρχεται εἷς Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος ἐννοεῖ νὰ ἐπιβάλλῃ καὶ τὰ τυπογραφικὰ σφάλματα τοῦ σχεδίου νόμου, ὅπως ψηφισθοῦν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τότε δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Σώματος νὰ μὴ ἀντιλαμβάνεται, ὅτι αὐτό, εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐμποδίζει τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ νομοθετικοῦ ἔργου.
§135Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Συνεπῶς, κ. συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα, ἐπὶ πόσον χρόνον οἱ βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀπασχολοῦν μὲ ἀγορεύσεις των τὴν διεξαγωγὴν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας καὶ πόσον χρόνον ἕκαστος ἐξ αὐτῶν καταλαμβάνει, πρῶτον εἶναι ἐντελῶς ἐπικουρικὸν ζήτημα διὰ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν καὶ δεύτερον, ὅτι ὅπου τυχὸν εἶναι πυκνὸς ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀγορητῶν καὶ μέγας ὁ χρόνος, τὸν ὁποῖον καταναλίσκουν, τοῦτο κατὰ τὰς περισσοτέρας φορὰς ὀφείλεται εἰς τὸ γεγονός, ὅτι τὰ θέματα αὐτὰ εἶναι θέματα σπουδαῖα, καὶ ὅτι ἐπὶ τῶν θεμάτων αὐτῶν ἀπέφευγεν ἡ Κυβέρνησις, κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συζητήσεως τὴν προσκόμισιν τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς καὶ οὕτω κατ’ ἀνάγκην ἐπήρχετο ἡ ἀπώλεια χρόνου. Ἐκεῖ εἶναι ἡ βασική, ἡ κυρία αἰτία. Καὶ ἑπομένως τὴν αἰτίαν αὐτὴν δὲν ἠμποροῦμε νὰ τὴν θεραπεύσωμεν κ. Πρόεδρε, καὶ δὲν τὴν θεραπεύομεν ἀτυχῶς μὲ τὴν τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ. Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ἑπομένως ὅπου τυχὸν αἱ τροπολογίαι τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ ἀναφέρονται εἰς περιορισμὸν καὶ ρητόρων καὶ χρόνου, τὸν ὁποῖον θὰ καταναλώσῃ ἕκαστος ρήτωρ, οὐσιαστικῶς καταλήγουν εἰς τὸ συμπέρασμα νὰ μὴ ἠμπορῇ τὸ Σῶμα νὰ ἐπεξεργάζεται εὐστόχως τὰ νομοθετήματα. Ὅτι ἑπομένως, διὰ τῶν τροποποιήσεων αὐτῶν ἡ Κυβέρνησις ἐπιδιώκει περίπου νὰ ἐπιτυγχάνῃ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νομοθετημάτων δι’ ὑφαρπαγῆς, τὴν ὁποίαν μέχρι τώρα ἐπεχείρει ἀκάλυπτα ἀπὸ ἀπόψεως διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ, τώρα θέλει νὰ τὴν ἐπιτυγχάνῃ ὑπὸ τὴν κάλυψιν τῶν νέων τροποποιήσεων τοῦ Κανονισμοῦ. Κύριοι βουλευταί, τὰ αὐτὰ κατ’ ἀναλογίαν εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθοῦν, προκειμένου καὶ διὰ τὸν ἔλεγχον. Εἰς τὸ σημεῖον ὅμως αὐτό, πρέπει εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ ἐπισημανθῇ τὸ βάρος τοῦ γεγονότος, ὅτι ὅπου καὶ ὅταν εἴχαμεν παράτασιν τῆς συζητήσεως ἐπερωτήσεων τοῦτο κατὰ μέγιστον ποσοστὸν ὀφείλεται εἰς τὰς ἀπείρους διακοπάς, ἐκτάσεως καὶ μορφῆς ἀγορεύσεως, τῶν ἐπερωτωμένων Ὑπουργῶν καὶ δεύτερον εἰς τὸ γεγονός, ὅτι ἡ Κυβερνητικὴ πλειοψηφία δὲν ἠρκεῖτο, ὅτι 1, 2 καὶ τρεῖς Ὑπουργοί, ἐπὶ τέλους ἁρμόδιοι ἐπὶ τοῦ θέματος, ἐπὶ τέλους ἁρμόδιοι καὶ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως, ὅτι αἱ σχετικαὶ Ὑπηρεσίαι τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργείου ἐπὶ τοῦ θέματος εἶχαν θέσει ὑπ’ ὄψει τῶν Ὑπουργῶν ὅλα τὰ ἐπίσημα στοιχεῖα, δὲν ἠρκεῖτο, λοιπὸν ἡ πλειοψηφία εἰς ὅσα διὰ τῶν ἀπείρων παρεμβάσεων καὶ ἀγορεύσεων, ἔλεγεν ὁ ἁρμόδιος, ἢ οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοί, ἀλλὰ ἔφθανεν καὶ τὸ βλέπετε καὶ εἰς τὴν συζητουμένην ἐπερώτησιν περὶ Τουρισμοῦ καὶ ἄλλων τινῶν, ἔφθανε νὰ κάμῃ αἴτησιν, νὰ γενικεύῃ τὴν συζήτησιν, νὰ ἐφαρμόζῃ διὰ τοῦ Προεδρείου τὸ σύστημα τῶν ἐναλλασσομένων ρητόρων, ὥστε ἡ ἐπερώτησις πλέον νὰ διαιωνίζεται. Δὲν ἠμπορεῖ, ἑπομένως, νὰ μὴ ἐπισημανθῇ, ὅτι εἰς αὐτὴν τὴν παράτασιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων ἡ ἀποφασιστικὴ εὐθύνη ἀνῆκε καὶ ἀνήκει εἰς τὴν Κυβερνητικὴν πλειοψηφίαν. Καὶ φυσικὰ εἶχεν αὐτὴ καὶ ἔχει τὸν σκοπόν της. Ἤθελε μὲ μίαν ἢ δύο ἐπερωτήσεις, ἐὰν ἦτο δυνατόν, καὶ μάλιστα ἐὰν ἦσαν ἐπουσιώδεις, νὰ καταναλωθῇ ὁλόκληρος ὁ χρόνος τῆς Συνόδου, ὅπως ἔγινε, κ. Πρόεδρε, μὲ τὴν περίφημον ἐπερώτησιν περὶ Ἐπαρχίας. Δὲν ὑπῆρξαν, κ. Πρόεδρε, ὀλίγοι οἱ βουλευταὶ τῆς Συμπολιτεύσεως, οἱ ὁποῖοι ὡμιλοῦσαν διὰ νὰ ἀντείπουν εἰς ὅσα ὑπεστήριζον οἱ συνάδελφοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐνῷ ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος ἐγκυρότερον καὶ ἐκτενέστερον εἶχον ὁμιλήσει οἱ Ὑπουργοί.
§136Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Δὲν εἴχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσωμεν;
§137Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Σεῖς, συνήθως, δὲν δέχεσθε διακοπάς, καὶ λέτε ἀκόμη, ὅτι δὲν θεωρεῖτε πολὺ κόσμιον νὰ γίνωνται διακοπαὶ κατὰ τὸν τρόπον ποὺ τὸν ἐπεχειρήσατε προηγουμένως. Λοιπόν, χρήσιμον θὰ εἶναι νὰ συμμορφωθῆτε πρὸς ὅσα ὑποστηρίζετε. Ἀλλά, κ. συνάδελφοι, ἂς ἴδωμεν οὐσιαστικώτερον τὸ θέμα. Εἶναι γεγονός, ὅτι ὑπάρχει ἕνα πλῆθος ἐρωτήσεων καὶ ἐπερωτήσεων, ποὺ κατακλύζει τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τοῦ Ἐλέγχου. Εἶναι δυνατὸν τὸ πρόβλημα νὰ λυθῇ μὲ τὰς τροποποιήσεις τοῦ Κανονισμοῦ, ὅταν θὰ ὁμιλῶμεν ἡμισείαν ὥραν καὶ θὰ τελειώνῃ εἰς δύο συνεδριάσεις ἡ ἐπερώτησις; Καὶ αὐτὸν τὸν ρυθμόν, ἐὰν ἐφαρμόσωμεν, κ. συνάδελφοι, πόσας ἐπερωτήσεις θὰ προφθάσωμεν νὰ συζητήσωμεν; Δύο, τρεῖς, τέσσαρες, πάρα πάνω ἀπὸ ὅσας συζητεῖ μέχρι τοῦδε ἡ Βουλή. Ἐὰν θέλετε καὶ 10. Ἀλλὰ αἱ ἐπερωτήσεις ἀριθμοῦνται εἰς ἑκατοντάδας καὶ αἱ ἐρωτήσεις ὑπερβαίνουν τὰς χιλιάδας. Ἑπομένως, κάπου ἀλλοῦ εἶναι τὸ θέμα. Πρῶτον, τὸ θέμα εἶναι ἡ πολιτική, τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ, γενικῶς ἡ Κυβέρνησις. Εἰς τὸ οἰκονομικὸν καὶ κοινωνικὸν καὶ ἐξωτερικὸν πεδίον εἶναι τοιαύτη, ὥστε κατ’ ἀνάγκην γεννᾶ ἕνα μέγα πλῆθος θεμάτων δι’ ἔλεγχον, καὶ πέραν τοῦ πλήθους θεμάτων ἀποφασιστικῆς σημασίας. Τὶ θέλετε, κ. Πρόεδρε; Εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ὑπῆρχον πολλαὶ ἐπερωτήσεις διὰ τὸ Κυπριακόν, ὅταν πρὶν συζητήσῃ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς οὐσίας κατηνάλωσε χρόνον μὲ ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις, διὰ νὰ πληροφορῆται τὶ γίνεται μὲ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν καὶ ὄχι διὰ νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τῆς οὐσίας, ἀλλὰ διὰ νὰ πληροφορηθῇ τὶ γίνεται μὲ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 1 ἐθνικὸν πρόβλημα; Θέλετε, κ. Πρόεδρε, νὰ μὴ κατακλύζεται ἡ Ἡμερησία Διάταξις τοῦ Ἐλέγχου π.χ. διὰ τὸ θέμα τῶν πυραυλικῶν βάσεων, διὰ τὸ θέμα συγκεκριμένως βάσεων εἰς τὴν μεγαλόνησον Κρήτην, ὅταν ἀπὸ τὴν προηγουμένην Βουλὴν καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν ὑπάρχει ἕνα πλῆθος ἐρωτήσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις ἀποφεύγει τὴν συζήτησιν, ἀποφεύγει τὸν διάλογον; Ἐὰν δὲν εἶχε τὴν διάθεσιν αὐτήν, ἐὰν δὲν εἶχε αὐτὴν τὴν ὕποπτον τακτικήν, ἐπὶ τοῦ συγκεκριμένου τούτου θέματος ἀναφέρομαι, εἶναι βέβαιον, κ. συνάδελφοι, ὅτι μὲ τὴν πρώτην ἐρώτησιν, εἰς ἕνα πεντάλεπτον, εἰς ἕνα δεκάλεπτον, μὲ μίαν εἰλικρινῆ καὶ θαρραλέαν ἀπάντησιν τῆς Κυβερνήσεως τὸ θέμα θὰ ἔληγε καὶ θὰ ἐξηφανίζετο ἀπὸ τὰς στήλας τῶν ἐρωτήσεων τοὐλάχιστον καὶ πιθανὸν νὰ μετετρέπετο εἰς ἐπερώτησιν. Ἐπομένως, ποῦ εἶναι πάλιν ἡ ὀργανικὴ αἰτία τῆς καθυστερήσεως τῆς μὴ ἀποδόσεως τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὰ θέματα τοῦ ἐλέγχου; Ὄχι εἰς τὸν Κανονισμόν, ἀλλὰ εἰς τὴν ἀντικοινοβουλευτικὴν τακτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ καὶ περαιτέρω, κ. συνάδελφοι, μελετῶν τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐρωτήσεων καὶ ἐπερωτήσεων, βλέπω τὸ τί εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ φέρῃ ὑπὸ μορφὴν ἐρωτήσεως καὶ ἐπερωτήσεως ὁ βουλευτὴς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ καὶ τῆς Συμπολιτεύσεως, διὰ νὰ καταγράφεται, νὰ ἔρχεται εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ συζητηθῇ κλπ. Τὸ μέγα πλῆθος τί θέματα ἀφορᾷ; Ἔπρεπε αὐτὰ νὰ ἀποτελοῦν ἀντικείμενον ἐρωτήσεων, ἢ ἔπρεπε νὰ ἔχουν λυθῆ εἰς τὴν πηγήν, ἐκεῖ ὅπου ἐγεννήθησαν ἐὰν ὑπῆρχε Κυβέρνησις, ἐὰν ὑπῆρχε κρατικὸς μηχανισμός, ὁ ὁποῖος νὰ ἐλειτούργει ὑπὲρ τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος νὰ εἶχε τὴν συναίσθησιν, ὅτι εἶναι ὑπηρέτης τοῦ λαοῦ, ὅτι πληρώνεται ἀπ’ τὸν βαρύτατα φορολογούμενον Ἑλληνικὸν λαόν; Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν θέλητε, ὅσοι δὲν τὸ ἐπεχειρήσατε, κάμετε ἕνα ἔλεγχον εἰς τὸ πλῆθος τῶν ἐρωτήσεων αὐτῶν, καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι ἕνα 90% δὲν ἔπρεπε νὰ φθάσῃ μέχρι τῆς Βουλῆς. Διότι ἔπρεπε νὰ λυθῇ ἐκεῖ ὅπου ἀνέκυψε τὸ πρόβλημα, ἐκεῖ ὁ πολίτης, ἐκεῖ τὸ συγκεκριμένο χωριό, ἐκεῖ ὁ συγκεκριμένος κλάδος νὰ εὕρουν τὴν λύσιν τοῦ προβλήματος, χωρὶς νὰ χρειασθῇ νὰ γίνῃ ὅλη αὐτὴ ἡ διαδικασία. Ἀλλά, κ. συνάδελφοι, διατὶ ὁμιλοῦμεν περὶ ἐρωτήσεων καὶ ἐπερωτήσεων καὶ διατὶ νὰ μὴ ἀναφερθῶμεν εἰς τὸ μαρτυρολόγιον τῶν βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι πρὶν φθάσουν τὸ βράδυ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, πρέπει ἐπὶ 10 ὥρας νὰ ἀνέρχωνται καὶ νὰ κατέρχωνται κλίμακας Ὑπουργείων καὶ Ὑπηρεσιῶν διὰ νὰ κάμουν τί; Νὰ ζητήσουν τὴν ἐπίλυσιν νομιμωτάτων αἰτημάτων τῶν ψηφοφόρων των. Πταίει, λοιπόν, δι’ ὅλα αὐτά, ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ, τὴν ὁποίαν θέλομεν νὰ τροποποιήσωμεν; Καὶ μήπως μὲ τὰς τροποποιήσεις αὐτὰς θὰ λυθοῦν αὐτὰ τὰ προβλήματα ποὺ βασανίζουν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον καθιστοῦν καὶ βασανιστικὴν τὴν λειτουργίαν καὶ τὴν ἀπόδοσιν τοῦ θεσμοῦ; Πρέπει νὰ εἴμεθα, κ. συνάδελφοι, πολὺ ἀφελεῖς καὶ δὲν νομίζω, ὅτι κανεὶς εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν εἶναι ἀφελής, διὰ νὰ πιστεύωμεν, ὅτι εὑρήκαμεν τὴν λύσιν. Ἁπλῶς πᾶμε πάλιν καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ νὰ συγκαλύψωμεν τὰ ἀκάλυπτα, νὰ συγκαλύψωμεν τὰ ἀπαράδεκτα. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἕνα τρίτον θέμα. Ὁ Κανονισμός, λέγουν, πρέπει νὰ τροποποιηθῇ, διότι ἐφ’ ὅσον λειτουργοῦμεν, ὅπως λειτουργοῦμεν, τὸ Κοινοβούλιον διαβάλλεται, ἡ Κοινὴ γνώμη δὲν προσέχει τί λέμε εἰς τὴν Βουλήν. Κύριοι συνάδελφοι, ὅταν ὑπάρχει Τύπος, περὶ τοῦ ὁποίου κατ’ ἐπανάληψιν συνεζήτησε τὸ Σῶμα καὶ ὑπευθύνως καὶ ἐγκύρως ἔγιναν καταγγελίαι, ὅτι τὶς περισσότερες φορές, χωρὶς τὴν θέλησιν τῶν παραγόντων τοῦ Τύπου, ἀλλὰ μὲ τὴν θέλησιν τῶν κυβερνώντων, τῶν κρατούντων, κατήντησεν ὁ Τύπος αὐτὸς νὰ μὴ ἠμπορῇ νὰ ἀσκῇ ἐλευθέρως τὸ λειτούργημά του, ἀλλὰ νὰ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἐξυπηρετῇ καταστάσεις καὶ σκοπιμότητας, πῶς θέλετε ὁ Τύπος αὐτὸς νὰ εἶναι καθρέπτης τῶν συζητήσεων ποὺ γίνονται εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν; Δὲν εἶναι μόνον τὸ τεχνικὸν ζήτημα. Δὲν εἶναι μόνον, ὅτι τὰ πρακτικὰ δὲν εἶναι ἐστενογραφημένα, τὸ Δελτίον Τύπου δὲν δίδεται ἀμέσως κλπ. Εἶναι βέβαιον, ὅτι οἱ δημοσιογράφοι, οἱ ὁποῖοι παρακολουθοῦν τὰς συνεδριάσεις, δύνανται, διότι εἶναι ἐξειδικευμένοι νὰ συλλάβουν τὸ πνεῦμα καὶ τὸ νόημα τῶν συζητήσεων καὶ νὰ τὸ ἀποδώσουν. Ἀλλὰ εἶναι ἐξ ἴσου βέβαιον, ὅτι ὁλόκληρος ὁ τύπος δὲν εἶναι πράγματι ἐλεύθερος διὰ νὰ δώσῃ καθρέπτην αὐτῶν τῶν συζητήσεων, δὲν θέλει νὰ δώσῃ αὐτὴν τὴν σύγκρουσιν τῶν ἰδεῶν καὶ τῶν προγραμμάτων, διότι χωρὶς νὰ τὸ θέλῃ ἔχει δεσμευθῆ. Ἐλέχθη, κατὰ τὸν μονόλογον ἐκεῖνον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτι ἡ δημοσίευσις τοῦ προϋπολογισμοῦ σημαίνει, ὅτι πρέπει νὰ δοθοῦν ὡρισμένα κονδύλια εἰς ὡρισμένας ἐφημερίδας. Καὶ ὑπάρχουν ἐφημερίδες, αἱ ὁποῖαι ἐκδίδονται ἀκριβῶς μόλις φθάνει ἡ ἐποχή, ὅπου πρόκειται ὁ προϋπολογισμὸς νὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλήν...
§138Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἢ καὶ δὲν κυκλοφοροῦν καθόλου. Βγαίνουν ψεύτικα. Ἔχω καὶ τέτοια παραδείγματα.
§139Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Διὰ νὰ πάρουν τὸ κονδύλιον. Ἀφήνω καὶ δὲν συζητῶ τὸ θέμα, ὅτι ἄλλαι ἐφημερίδες ἡμερήσιαι κεντρικαί, ἀπὸ ἐτῶν ἐκδιδόμεναι, ἐξαιροῦνται. Καὶ λέγω, ὅτι τὸ ἀφήνω, διότι εἶναι ἕνα θέμα ὑπερηφανείας καὶ ἀπόδειξις, ὅτι καὶ εἰς τὸ θέμα αὐτὸ πρέπει νὰ ὑπάρχουν ὡρισμέναι ἐφημερίδες, αἱ ὁποῖαι, ὄχι μόνον νὰ εἶναι τίμιαι, ἀλλὰ καὶ νὰ ἠμποροῦν νὰ φαίνωνται. Διὰ τὸν ρόλον τοῦ ραδιοφώνου, εἶπεν ὁ συνάδελφος κ. Μητσοτάκης, καὶ δὲν χρειάζεται περισσότερα νὰ εἰπωθοῦν. Ὅταν αἱ ἐκπομπαὶ τοῦ ραδιοφώνου ταὐτοχρόνως μὲ τὰς συζητήσεις φθάνουν εἰς τὸ τελευταῖον ἑλληνικὸ χωριὸ καὶ μεταδίδουν καθ’ ὃν τρόπον μεταδίδουν τὸν μονόλογον τὸν κυβερνητικόν, τί νομίζετε, ἐξυψώνεται τὸ κῦρος τοῦ Κοινοβουλίου; ἢ τί νομίζετε, τὸ ραδιόφωνον ἐξυπηρετεῖ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν τὴν διαπαιδαγώγησιν ἢ τὴν ἐκπολιτιστικὴν ἄνοδον τοῦ λαϊκοῦ ἐπιπέδου; Διὰ νὰ μὴ μείνῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ εἰς τὸ θέμα αὐτὸ τῆς διαπαιδαγωγήσεως, εἰς ὅσα μεταδίδει δι’ ἄλλων «διαφωτιστικῶν» δελτίων τὸ ραδιόφωνον, προσετέθησαν προσφάτως καὶ ὅσα ἀκούονται εἰς αἰθούσας διαλέξεων ἀπὸ ἐπιτίμους ὑπασπιστὰς καὶ ἀπὸ ἐκλογικοὺς ἀρχιπραξικοπηματίας. Λύει, λοιπόν, τὰ ζητήματα αὐτὰ ἡ τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ ἢ μήπως ἀντιμετωπίζει καὶ κατ’ ἰδίαν τὸ περιβόητον θέμα τῶν μακρῶν διακοπῶν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς διεξαγωγῆς τοῦ συνόλου σχεδὸν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας μὲ τὴν συνοπτικὴν διαδικασίαν τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως; Γνωρίζετε, ὅτι ἐκεῖ ἐγκαθιδρύεται μία βιομηχανία νομοσχεδίων; Γνωρίζετε, ἐπίσης, ὅτι ἐνῷ ὑπάρχει ρητὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος ἢ τοῦ ἄρθρου 35, ὅτι αὐτὰ τὰ Ν. Δ. πρέπει νὰ ἔρχωνται καὶ νὰ συζητῶνται εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Σώματος, δὲν κατέστη τοῦτο ποτὲ δυνατὸν πέραν ἑνὸς ἢ δύο εἰς ἑκάστην σύνοδον, διότι εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ παρεμβαίνει ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει καὶ εἰς τὸ Προεδρεῖον νὰ λάβῃ τὰ ἀνάλογα μέτρα, ὥστε νὰ μὴ ἠμποροῦμεν νὰ συζητήσωμεν οὔτε θέματα μέγιστα.
§140Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾶ ἡ μνήμη, ἐξηντλήθησαν τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα, τὰ ἐλθόντα, κατ’ ἔφεσιν ἐὰν θέλετε νὰ εἴπωμεν.
§141Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Ὑπάρχουν ὑπόλοιπα καὶ ἀπὸ τὴν προηγουμένην περίοδον.
§142Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Ἴσως νὰ ὑπάρχουν ἕνα, δύο, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐξηντλήθησαν.
§143Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, προχωρῶ μὲ πάντα ὑπ’ ὄψιν τὸ κεντρικὸν ἐπιχείρημα, ὅτι ὁ Κανονισμὸς πρέπει νὰ τροποποιηθῇ, διὰ νὰ προφυλαχθῇ τὸ κῦρος τοῦ Κοινοβουλίου. Καὶ ἐρωτῶ. Αὐτὸς ὁ Κανονισμός, ὁ ὁποῖος μετὰ τὰς τροποποιήσεις του πρόκειται νὰ δώσῃ σχεδὸν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν εἰς τὸ Προεδρεῖον, πῶς συμβιβάζεται μὲ τὸ γεγονός, ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον καὶ τὴν προηγουμένην, ἀλλά, ὅπως εἶδον καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν περίοδον, ὁ βουλευτής, ἀσχέτως παρατάξεως, προπηλακίζεται, ὑβρίζεται, δέρεται, τραυματίζεται, παρακολουθεῖται καὶ παρακολουθεῖται καὶ ἀπὸ ἀστυνομικὰ ὄργανα καὶ ἀπὸ παραστυνομικὰ ὄργανα. Καὶ παρακολουθεῖται, ὅπως θὰ ἀνεγνώσατε καὶ θὰ εἴδατε καὶ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῶν ἐρωτήσεων, ἐρώτησιν τοῦ κ. Ἰντζέ, ὅτι ὑπῆρξε καὶ διαταγὴ τῆς Ἀνωτέρας Στρατιωτικῆς Διοικήσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁσάκις ὁ βουλευτὴς κ. Ἰντζὲς μεταβαίνει εἰς τὴν ἐπαρχίαν, πρέπει νὰ συντάσσηται δελτίον λεπτομερές, ποῦ, πῶς καὶ διατὶ ἐκινήθη. Ἀφήνω, κύριοι συνάδελφοι, τὸ μαρτυρολόγιον βουλευτῶν τῆς ἰδικῆς μας παρατάξεως. Καὶ ὁσάκις τὰ θέματα αὐτά, ὁσάκις τὰ περιστατικὰ αὐτὰ εἶχον συμβῆ κατὰ τὰς προηγουμένας περιόδους, ἡ παράταξίς μας ἐσκέφθη ὡς ἑξῆς: Ἐὰν εὐθὺς ἀμέσως ἔλθουν αὐτὰ εἰς τὴν δημοσιότητα, εἴτε τὸ θέλομεν εἴτε ὄχι, ἐξ ἀντικειμένου ὑφίσταται ἕνα τραυματισμὸν ὁ θεσμός, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι κἄτι τὸ ἄϋλον, ἀλλὰ ἐκφράζεται μὲ πρόσωπα, μὲ Κόμματα, μὲ παρατάξεις. Ἑπομένως, ὁτιδήποτε συμβαίνει εἰς αὐτά, δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ εὕρῃ ἀπήχησιν καὶ εἰς τὸν θεσμόν. Καὶ διὰ τοῦτο ἐσκέφθημεν, πρὶν ἢ φθάσουν τὰ περιστατικὰ αὐτὰ εἰς τὴν δημοσιότητα, πρέπει νὰ εὑρεθῇ ἕνας τρόπος περιστολῆς καὶ ἐξαφανίσεώς των. Ἐθέταμεν, λοιπόν, ὑπ’ ὄψιν τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Σώματος, λέγοντες μάλιστα τὴν σκέψιν μας καὶ τονίζοντες: «Κύριε Πρόεδρε, ἐπιληφθῆτε. Δὲν ἔχετε βεβαίως ἁρμοδιότητας Ὑπουργοῦ, ἀλλά, ἐν πάσῃ περιπτώσει, τὰ θέματα αὐτὰ ἔχουν σχέσιν μὲ τὴν ἰδιότητά σας· ἀντιμετωπίσατέ τα κατὰ τρόπον ἀποφασιστικόν, εἶναι κρίσιμα μὲ τὴν Κυβέρνησιν διὰ νὰ τερματισθοῦν. Δὲν πρέπει νὰ ὑποχρεωθῶμεν νὰ φέρωμεν τὰ περιστατικὰ αὐτὰ εἰς τὴν δημοσιότητα, διότι διαβάλλεται ὁ θεσμός». Δὲν γνωρίζω, κύριοι συνάδελφοι, πῶς καὶ τί, σύμφωνα μὲ τὸ Σύνταγμα καὶ μὲ τὴν γενικὴν ἔννοιαν τοῦ πολιτεύματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ ἐνήργησεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Σώματος. Ὀφείλω, ὅμως, νὰ δηλώσω ἐκ μέρους τῆς παρατάξεώς μας, ὅτι εἰς ἕκαστον διάβημα, ὁ κ. Πρόεδρος ἐξέφρασε τὴν λύπην του καὶ ἔλεγεν, ὅτι θὰ ἔκαμνε τὰ καθ’ ἑαυτόν. Τὸ γεγονός, ὅμως, εἶναι ὅτι δὲν περιεστάλησαν, ἐπολλαπλασιάσθησαν καὶ συμβαίνουν καὶ μέχρι σήμερον. Καὶ τὸ γεγονός, ὅτι ὁσάκις ἠθέλησεν ἡ παράταξίς μας καὶ ἐδῶ πρέπει νὰ διερευνηθῇ ἴσως ἡ ἔννοια τῆς εὐθύνης καὶ τῆς Βουλῆς, ὁσάκις ἠθέλησε νὰ φέρῃ τὰ περιστατικὰ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως, ὑπῆρξε μία δυσκαμψία καὶ ἐκ μέρους τοῦ Προεδρείου διὰ τὴν ἄνετον συζήτησιν, ἀλλὰ καὶ μία δυσχέρεια, ἐπιφύλαξις καὶ τῶν ἄλλων συναδέλφων ἀσχέτως παρατάξεως νὰ συμπαρασταθοῦν ὄχι εἰς τὴν παράταξίν μας, ἀλλὰ εἰς τὸν βουλευτήν, εἰς τὸν φορέα τὸν συγκεκριμένον, τὸ φυσικὸν πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἐκφράζει τὸν θεσμόν. Ὑπῆρξε δὲ ἀπὸ πλευρᾶς πλέον κυβερνητικῆς ἀπάντησις, ἀντιμετώπισις ἐκ μέρους τῶν κ.κ. Ὑπουργῶν ἐξοργιστική, παρορμητική, διὰ τοὺς δράστας τῶν προπηλακισμῶν καὶ τῶν βιαιοπραγιῶν· ἐλέγετο π.χ. ἀπὸ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, «ὅτι συμβαίνουν αὐτά, διότι προκαλεῖτε». Ἐρωτῶ, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι καὶ αὐτὸ θέμα, τὸ ὁποῖον σχετίζεται ἀπολύτως μὲ τὴν ἀναστήλωσιν τοῦ κύρους τοῦ θεσμοῦ; Ἐὰν εἰλικρινῶς πιστεύωμεν, ὅτι ὁ θεσμὸς ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας ἐξυπηρετεῖ καὶ πρέπει νὰ ἐξυπηρετῇ, νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι σχετίζεται ἀπολύτως. Ἑπομένως καὶ ἀπὸ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως, ἀνεπαρκὴς καὶ ἄσχετος μὲ τὴν ἀναστήλωσιν καὶ τὴν ἐξασφάλισιν τοῦ κύρους τοῦ θεσμοῦ εἶναι αἱ προτεινόμεναι τροπολογίαι τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀλλά, τέλος, κύριοι συνάδελφοι, μήπως ὑπῆρξε κατὰ πρῶτον λόγον ἀπὸ κυβερνητικῆς πλευρᾶς εὐαισθησία ἐκεῖ, ὅταν καὶ ὅπου ἐνεφανίσθη εἰς τὸν δημόσιον βίον παράβασις ἀσυμβίβαστος μὲ τὴν ἔννοιαν τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, μὲ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος; Ἔπρεπε, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτάς, πρώτη νὰ κινηθῇ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἢ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ἡ εὐαισθησία τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἐπίστευε καὶ ἐὰν ἤθελε νὰ εἶναι κοινοβουλευτική, δημοκρατική; Δὲν ἔπρεπεν αὐτὴ ἀμέσως νὰ σπεύδῃ εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτὰς καὶ νὰ διορθώνῃ ὅσα κακῶς ἐλέχθησαν καὶ ἐγένοντο εἰς βάρος τοῦ Συντάγματος, εἰς βάρος τοῦ Πολιτεύματος, εἰς βάρος τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ; Δὲν ὑπῆρξε, κύριοι συνάδελφοι, ἡ εὐαισθησία αὐτή. Καὶ ὅταν δὲν ὑπῆρξεν ἡ εὐαισθησία αὐτὴ καὶ δὲν ὑπάρχῃ, δὲν δικαιοῦται κανείς, κύριοι συνάδελφοι, νὰ πιστεύῃ καὶ νὰ διακηρύσσῃ ὅτι ὅλαι αὐταὶ αἱ τροποποιήσεις τοῦ Κανονισμοῦ ὀφείλονται δῆθεν εἰς τὸν πόνον διὰ τὸν θεσμόν, δὲν εἶναι παρὰ μία προσπάθεια διαβουκολήσεως τῆς κοινῆς γνώμης, μία προσπάθεια ἀπὸ τὴν ὁποίαν κρύπτεται ἀκριβῶς διάθεσις καὶ πρόθεσις ὅ,τι ἰσχύει ἐκτὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς, εἰς βάρος τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ πολίτου, νὰ ἐπεκταθῇ μὲ ὡρισμένον τρόπον, μὲ ὡρισμένας διατάξεις καὶ νὰ ἰσχύσῃ καὶ εἰς βάρος καὶ τῶν βουλευτῶν καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Κύριοι συνάδελφοι, λέγονται αὐτά, πιστεύσατέ με, μὲ λύπην καὶ μὲ πόνον, διότι ὅσα ἔχουν συμβῆ ἰδιαιτέρως κατὰ τὴν ἐκλογικὴν καὶ μετεκλογικὴν περίοδον, ὡς καὶ κατὰ τὰς συζητήσεις τῶν δύο–τριῶν τελευταίων ἡμερῶν, ἀποδεικνύουν ὅτι πράγματι ἔχομεν εἰσέλθει εἰς μίαν περίοδον ἐπικίνδυνον, εἰς μίαν περίοδον ὅπου ὁ θεσμός, ὅπου ἡ δημοκρατία πολιορκεῖται ἀπὸ δυνάμεις ἀντιδημοκρατικάς, ἀπὸ δυνάμεις αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐπικίνδυναι διὰ τὸν θεσμόν, διὰ τὴν δημοκρατίαν, διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Πρέπει, κύριοι συνάδελφοι, αὐτὴ ἡ συζήτησις, πέραν τοῦ νὰ ἀποβλέπῃ εἰς λεπτομερειακάς, τυπικὰς τροποποιήσεις ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, πρέπει ἴσως μὲ τὴν συμμετοχὴν ὅλων τῶν παραγόντων τοῦ Κοινοβουλίου, μὲ τὴν συμμετοχὴν ὅλων τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, μὲ τὴν συμμετοχὴν ἐπιτέλους αὐτοῦ τούτου τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ τῶν Ὑπουργῶν, νὰ ἀποβλέψῃ εἰς τὸ νὰ ἐκκαθαρισθῇ ἐπὶ τέλους τί συμβαίνει καὶ τί τρέχει κατὰ τὴν περίοδον αὐτὴν εἰς τὸν τόπον μας. Ὑπάρχουν, ναὶ ἢ ὄχι, δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι θέλουν νὰ περιστείλουν καὶ αὐτὰ τὰ ὑπολείμματα τῶν δημοκρατικῶν ἐλευθεριῶν; Ὑπάρχουν, ναὶ ἢ ὄχι, δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι θέλουν νὰ καταλύσουν τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἢ νὰ τὸ καταντήσουν ἁπλῆν σκιὰν τῆς Βουλῆς;
§144Σ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ὑπάρχουν ἀναμφισβητήτως. Σεῖς.
§145Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Ἐπεβεβαιώσατε, ὅτι εἶσθε εἷς ἐκ τῶν δυνάμεων αὐτῶν καὶ ὅτι εἶσθε, ἀτυχῶς, παρὼν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν.
§146Σ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Εἶμαι, διότι μὲ ἐξέλεξεν ὁ λαός.
§147Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, αὐτὸς πρέπει νὰ εἶναι ὁ σκοπὸς αὐτῆς τῆς συζητήσεως καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, ὑπήρξαμε καὶ εἴμεθα ἀντίθετοι πρὸς τὰς τροποποιήσεις, διότι νομίζομεν, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ὑπηρετήσουν τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ, τὴν ὑπόθεσιν τῆς λειτουργίας τῆς Βουλῆς καὶ τῆς ἀποδόσεως καλλιτέρου ἔργου. Θὰ ἔλθῃ, κύριοι συνάδελφοι, βεβαίως τὸ θέμα εἰς τὰς εἰδικωτέρας διατάξεις, ὅπου ἑκάστη παράταξις θὰ εἰπῇ καὶ ἐπὶ τῶν συγκεκριμένων ἄρθρων τὴν γνώμην της. Θέλω, ὅμως, ἀπὸ τοῦδε νὰ ὑπογραμμίσω πολὺ συντόμως ὡρισμένα σημεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ προσέξῃ καὶ πρέπει νὰ εἶναι κατὰ τὰς ἀπόψεις μας ἀντίθετος. Τὸ πρῶτον σημεῖον, εἶναι τὸ ἑξῆς: Πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ εἶναι ἀντίθετος εἰς τὰς βαρείας, τὰς ὑβριστικάς, θὰ ἔλεγα, κυρώσεις ποὺ προβλέπει ἡ τροποποίησις ἐναντίον βουλευτῶν. Καὶ λέγω τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι, ἐν πλήρει πεποιθήσει, ὅτι ὁσάκις κατὰ τὸ παρελθὸν ὑπῆρξαν περιστατικά, τὰ ὁποῖα ἔδιδαν ἢ θὰ δώσουν ἀφορμὴν εἰς ἐπιβολὴν κυρώσεων, αὐτὰ τὰ περιστατικὰ δὲν εἶχαν τὴν ὑποκίνησιν, δὲν εἶχαν νὰ παρουσιάσουν τοὺς ἐνόχους ἀπὸ τὴν ἰδικήν μας παράταξιν καὶ τὴν ἄλλην Ἀντιπολίτευσιν. Κατὰ τὸ πλεῖστον, διὰ νὰ μὴ εἴπω εἰς τὸ σύνολον, αἱ ἀφορμαί, οἱ ὑπαίτιοι, ἀνήκουν εἰς τὴν παράταξιν, ἡ ὁποία εἰσηγεῖται τὰς βαρείας αὐτὰς κυρώσεις. Ἀλλὰ τότε θὰ τεθῇ τὸ ἐρώτημα, ἐφ’ ὅσον οὐδέποτε ἐδόθη ἀφορμὴ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ οὐδέποτε ὑπῆρξαν οἱ ὑπαίτιοι αὐτῶν τῶν παραβάσεων ἐκ τῆς πλευρᾶς των, διὰ ποῖον λόγον πρέπει νὰ εἴμεθα ἀντίθετοι εἰς τὰς βαρείας κυρώσεις. Πρῶτον, διότι αὐτὴ ἡ ἀστυνόμευσις τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ εἶναι ἀπαράδεκτος, πρέπει νὰ θεωρῆται ὑβριστικὴ καὶ νὰ μὴ γίνῃ εἰς καμμίαν περίπτωσιν δεκτή. Δεύτερον, διότι εἰσήλθομεν εἰς μίαν περίοδον, ὅπου τίποτε δὲν πρέπει νὰ ἀποκλείωμεν καὶ ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς. Δὲν πρέπει, ἑπομένως, νὰ ἀποκλείωμεν, ὅτι ἡ τροπολογία αὐτὴ θὰ γίνῃ ὄργανον διὰ νὰ φιμώσῃ καὶ δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ἀκόμη τὴν φωνὴν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Κύριοι συνάδελφοι, εἴμεθα ἀντίθετοι εἰς τὸ νὰ δοθοῦν καὶ ἐπὶ ἄλλου ἐπιπέδου πολλαὶ ἐξουσίαι καὶ ἐξουσιοδοτήσεις εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς. Τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ συγκεκριμένον προεδρεῖον, μὲ οἱονδήποτε προεδρεῖον. Εἴμεθα ἀντίθετοι, ἐφ’ ὅσον ἰσχύει τὸ κομματικὸν προεδρεῖον. Εἶπεν ὁ πρόεδρος τῆς ΕΔΑ, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ Κανονισμὸς ὁποιοσδήποτε ἄλλος Κανονισμός, ἠμποροῦσε θαυμάσια νὰ ἀποδώσῃ, ἐὰν τοὐλάχιστον ὑπῆρχε ἕνα διακομματικὸν προεδρεῖον, ἕνα προεδρεῖον, τὸ ὁποῖον αὐτομάτως θὰ εἶχε καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην τὴν πραγματικὴν καὶ τὴν φαινομενικὴν ὁλοκλήρου τοῦ Σώματος. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς δὲν ὑπάρχει ἢ δὲν γίνει δεκτὴ ἡ ἔννοια τοῦ διακομματικοῦ προεδρείου, πρέπει ἡ Βουλὴ ἀσχέτως παρατάξεως νὰ εἶναι πολὺ προσεκτική, νὰ εἶναι πολὺ ἐπιφυλακτικὴ εἰς τὸ νὰ δώσῃ περαιτέρω ἐξουσίας, ἐξουσιοδοτήσεις εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς. Κύριοι συνάδελφοι, ἔχομεν ὡρισμένας ἄλλας παρατηρήσεις. Εἰς τὸ ἄρθρον 2, ὁρίζεται ποῖος ἀναγνωρίζεται ἀρχηγὸς κόμματος καὶ ποῖος ὄχι. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον θὰ εἴπω, δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὸν συσχετισμὸν τῶν δυνάμεων εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ δὲν ἀφορᾷ τοὐλάχιστον τὴν παράταξίν μας. Ἡ παράταξίς μας, παρ’ ὅσα ἔγιναν εἰς τὰς ἐκλογὰς αὐτάς, ὑπερβαίνει τοὺς 15 βουλευτὰς καὶ εἰς τὸ μέλλον εἶναι βέβαιον, ὅτι θὰ ἔχῃ πολὺ περισσοτέρους. Δὲν τὴν ἀφορᾷ, ἑπομένως, ἡ διάταξις. Ἀλλὰ διὰ λόγους δημοκρατικῆς τάξεως, νομίζομεν, ὅτι αὐτὴ ἡ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν ἀπὸ 10 εἰς 15 διὰ νὰ εἶναι κανεὶς ἀρχηγὸς πολιτικῆς μερίδος, εἶναι ἄστοχος. Ἐὰν γίνῃ ἕνας ἀναλογισμὸς μὲ τὰ σημερινὰ στατιστικὰ δεδομένα τῶν ψηφοφόρων κλπ., θὰ δῆτε, ὅτι πρόκειται περὶ ἑκατοντάδων χιλιάδων ψηφοφόρων, οἱ ὁποῖοι ἠμποροῦν νὰ δώσουν εἰς ἕνα κόμμα 10 βουλευτάς. Ὅμως, ἐπειδὴ δὲν θὰ εἶναι 15 κατὰ τὴν νέαν τροποποίησιν ἡ ὁμὰς αὐτή, δὲν θὰ ἔχῃ φωνὴν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Τὸ βλέπετε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ εἰς τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ ἐκφρασθῇ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν μία ὁμάς, ἡ ὁποία εἶναι κόμμα καὶ ἔχει ἀρχηγὸν καὶ μία ὁμάς, ἡ ὁποία δὲν εἶναι κόμμα. Καί, ἐπὶ τέλους, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγνοηθῇ, εἴτε τὸ θέλομεν, εἴτε ὄχι, ὅτι νέαι κοινωνικαὶ δυνάμεις ἀνέρχονται, νέαι καταστάσεις διαμορφώνονται καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ὑπάρξῃ καὶ αὐτῶν ἡ ἔκφρασις εἰς τὸ πολιτικὸν ἐπίπεδον. Διὰ ποῖον λόγον θὰ τεθοῦν τὰ δεσμὰ αὐτά; Διὰ ποῖον λόγον θὰ προχωρήσῃ καὶ δι’ αὐτῆς τῆς διατάξεως ἀκόμη ἡ Βουλὴ εἰς τὸν ἀντιδημοκρατικὸν δρόμον νὰ πιέσῃ, νὰ συμπιέσῃ νὰ ἐπιτύχῃ τεχνητὰς συγκολλήσεις, διὰ νὰ ὑπάρχῃ εὐχέρεια, ἕνα προνόμιον νὰ λαμβάνῃ τὸν λόγον. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, κύριοι συνάδελφοι, εἴμεθα ἀντίθετοι εἰς τοὺς περιορισμοὺς αὐτούς.
§148Γ. ΠΛΑΤΗΣ. Ἐὰν πάρῃ τὸ ⅒ τῶν ψήφων καὶ χωρὶς 15 βουλευτάς, θὰ θεωρῆται κόμμα.
§149Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Εἴμεθα ἀντίθετοι, κ. συνάδελφοι, καὶ διὰ τοὺς τυπικοὺς καὶ διὰ τοὺς οὐσιαστικοὺς λόγους ποὺ ἀνεπτύξαμεν, εἰς ὅτι ἀφορᾷ τὸν περιορισμὸν τοῦ χρόνου τῶν συζητήσεων γενικῶς, τὸν περιορισμὸν τῶν ἀγορεύσεων, τὸν περιορισμὸν τῶν ὁμιλητῶν. Διότι ὅπως προεῖπον, οἱ αἰτίες διὰ τὴν εὐρυθμίαν τῆς νομοθετικῆς διαδικασίας καὶ τοῦ ἐλέγχου, εἶναι ἄλλες, εἶναι ὀργανικὲς καὶ δὲν ὀφείλονται εἰς τὴν διάθεσιν τῆς πολυλογίας τῶν βουλευτῶν. Κύριοι βουλευταί, μὲ αὐτὰς τὰς εἰδικὰς παρατηρήσεις, θέλω νὰ τερματίσω, ἐπαναλαμβάνων, ὅτι ἡ παράταξίς μας δὲν νομίζει, ὅτι ἦτο πολιτικῶς, ἐθνικῶς καὶ ψυχολογικῶς κατάλληλος ἡ στιγμή, διὰ νὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν θέμα τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἀκόμη νὰ σημειώσω τὴν ὑποψίαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διατελοῦσα ὑπὸ τὴν βαρυτάτην κατηγορίαν, ὅτι εἶναι παράνομος ἡ πλειοψηφία της, ἔχουσα ἔνοχον τὴν συνείδησιν καὶ κατατρεχομένη ἀπὸ τὸ πλέγμα τῆς παρανομίας, ἠθέλησε, κ. συνάδελφοι, νὰ προχωρήσῃ εἰς μίαν διαφανεστάτην ἀντεπιθετικὴν πρωτοβουλίαν. Δηλαδή, σεῖς οἱ ὁποῖοι μὲ θεωρεῖτε παράνομον, σεῖς οἱ ὁποῖοι ἐπείσατε τὸ σύνολον τῆς κοινῆς γνώμης καὶ σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔχετε ἐνσταλλάξει αὐτὴν τὴν πραγματικότητα μέσα εἰς τὰς συνειδήσεις καὶ τῶν βουλευτῶν μου, ὡς πλειοψηφίας, θὰ μοῦ δώσητε τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐμφανισθῶ, τρόπον τινά, νόμιμος, τόσον νόμιμος, ὥστε νὰ ἠμπορῶ νὰ συζητῶ μὲ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, περὶ τροποποιήσεως καὶ ψηφίσεως τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Βουλῆς. Αὐτὸ εἶναι τὸ ὕποπτον σημεῖον, κ. συνάδελφοι, καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, ὅσοι πιστεύομεν, ὅτι ἡ πλειοψηφία καὶ ἡ Κυβέρνησίς της εἶναι παράνομος καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον πρέπει νὰ ἀντιμετωπίσουν τὸ ὅλον σχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ.
§150Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Κύριε Πρόεδρε, φυσικά, δὲν πρόκειται νὰ ἀπαντήσω εἰς προκεχωρημένην ὥραν. Ὑπάρχουν ὅμως 2–3 σημεῖα τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κατελθόντος τοῦ βήματος, τὰ ὁποῖα μοῦ ἐπιβάλλουν νὰ δώσω ὡρισμένας ἀποσαφηνίσεις. Ἀρχίζω ἀπὸ τὸ τελευταῖον. Κάμνω τὴν ἐπίσημον δήλωσιν, ὅτι ἡ πρωτοβουλία τῆς συζητήσεως αὐτὴν τὴν στιγμὴν τῆς προτάσεως, περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, ἀνήκει ἀποκλειστικὰ εἰς ἐμέ. Θὰ κάμω καὶ μίαν δήλωσιν ἀκόμη, ὅτι εὑρίσκομαι εἰς ψυχρότητα μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τοῦ Ἐμπορίου, ὁ ὁποῖος ἐπέμενεν, ὅπως ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου, περὶ ἐξαγωγῶν. Παρεκάλεσα, ἐπιμόνως τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μοῦ δοθοῦν 3–4 ἡμέραι, ἐὰν εἶναι δυνατόν, νομοθετικοῦ ἔργου, ἵνα ψηφισθῇ ὁ Κανονισμός. Ἑπομένως, τὴν εὐθύνην τοῦ χρόνου καὶ τῶν συνεδριάσεων αὐτῶν φέρω ἀποκλειστικῶς, διότι φέρω καὶ γενικωτέραν εὐθύνην ἔναντι τοῦ Σώματος, διὰ τὴν ὁποίαν πολλάκις ἐκατηγορήθην καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Χωρὶς νὰ θέλω νὰ θίξω πρόσωπα, ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς, ὅταν δι’ ἑβδόμην φορὰν τὸ Σῶμα μοῦ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μὲ ἐκλέξῃ Πρόεδρον, μὲ κἄποιαν εἰρωνείαν ἐμέμφθη ἐμοῦ καὶ ἀνέγνωσε τοὺς 7 λόγους, τοὺς ὁποίους εἶχον ἐκφωνήσει, ὁσάκις ἀνελάμβανον τὰ καθήκοντα τοῦ Προέδρου, ὅπου ἔλεγον, ὅτι θὰ φέρω καὶ τὸν Κανονισμὸν πρὸς ψήφισιν. Συνεπῶς, ἀνταποκρίνομαι εἰς ἕνα κοινὸν αἴτημα τοῦ Σώματος, τοσοῦτον μᾶλλον, ὅσον τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν κρίσιν σας, δὲν ἔχει μόνον τὴν ὑπογραφήν μου, ἀλλὰ φέρει καὶ τὰς ὑπογραφὰς διακεκριμένων συναδέλφων, ἀνηκόντων εἰς ὅλας τὰς παρατάξεις. Συνεπῶς, εἴχομεν ἑτοιμάσει ἀπὸ κοινοῦ ἕνα ἔργον καὶ ἐὰν θέλετε, κ. Ἐφραιμίδη, νὰ χαρακτηρίσητε τὴν σήμερον, ὡς ἐποχὴν ὕποπτον, ὅπερ ἐγὼ ἀποκρούω ρητῶς καὶ κατηγορηματικῶς, εἶχε, λέγω, καταρτισθῆ εἰς ἀνύποπτον καθ’ ὑμᾶς χρόνον τὸ κοινὸν αὐτὸ σχέδιον καὶ τὸ ὁποῖον ἔφερα, ἀφοῦ κατηρτίσθη ἐν συνεργασίᾳ καὶ ἀπὸ κοινοῦ μὲ τοὺς ἀντιπροσώπους καὶ τοῦ ἰδικοῦ σας κόμματος καὶ τῶν ἄλλων κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τῶν ὁποίων καὶ ἔχει τὰς ὑπογραφάς.
§151Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Τότε ὅμως.....
§152Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Μά, σᾶς εἶπον, ὅτι συνετάγη καὶ κατετέθη τὸ σχέδιον κατὰ τὸ ἔτος 1959, δηλαδὴ πρὸ τριετίας. Συνεπῶς, ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, ἀναλαμβάνω ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην τῆς ἐπιλογῆς τοῦ χρόνου. Ἄλλο ἕνα θέμα, τὸ ὁποῖον θέλω νὰ θίξω ἀκροθιγῶς, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κάμω ἀγόρευσιν αὐτὴν τὴν στιγμήν, διότι ἡ Βουλὴ εἶναι καταπεπονημένη καὶ κατά τινα τρόπον ἔδειξε τὴν κόπωσίν της, εἶναι ὅτι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα προβλέπονται διὰ τοῦ παρόντος, βασίζονται, κυρίως, εἰς τὴν ὕπαρξιν καὶ τὴν λειτουργίαν κομμάτων, συντεταγμένων καὶ πειθαρχημένων. Διότι πιστεύω ἀκραδάντως, ὅτι καὶ ὁ ἔλεγχος καὶ ἡ νομοθετικὴ ἐργασία, καθ’ ἣν στιγμὴν ἔλθῃ ἕνα θέμα εἰς τὴν Βουλήν, ἀφοῦ προηγουμένως ἐξονυχισθῇ εἰς τὸ κόμμα, τὸ ὁποῖον θὰ καθορίσῃ τὴν θέσιν ποὺ θὰ λάβῃ τοῦτο καὶ θὰ ὁρίζῃ τοὺς ρήτορας, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀναπτύξουν τὴν χαραχθεῖσαν γραμμήν του, εἴτε ἔλεγχος πρόκειται, εἴτε νομοθετικὴ ἐργασία, θὰ διεξάγωνται κατὰ τρόπον ἀποδοτικώτερον καὶ πλέον δημοκρατικόν, καθ’ ὅσον ὅλαι αἱ ροπαὶ τῆς κοινῆς γνώμης, ὅλαι αἱ ἐκφράσεις αὐτῆς, ἐδῶ θὰ ἔχουν τὴν ἐκδήλωσίν των διὰ τῶν ὑπευθύνων κομμάτων καὶ βάσει τῆς ὑπευθύνου αὐτῆς ἐκδηλώσεως θὰ γίνεται οὐσιαστικωτέρα ἡ ἀπόδοσις. Ὁ γοργὸς ρυθμός, ἡ ὁμαλὴ λειτουργία τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἡ πλουσία ἀπόδοσις ἔργου, εἴτε εἰς τὸν νομοθετικὸν τομέα, εἴτε εἰς τὸν τομέα τοῦ ἐλέγχου ποὺ ἀποτελοῦν τὰ βάθρα ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ὁ Κοινοβουλευτισμὸς καὶ ἡ Δημοκρατία, ἐπιτυγχάνονται, μόνον διὰ τῶν συγκεκροτημένων κομμάτων. (Χειροκροτήματα).
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§154ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ. μὲ ἀντικείμενον Ἡμερησίας Διατάξεως, Νομοθετικὴν Ἐργασίαν. (Ὥρα 11.45′ μ.μ.)