1962.03.22
4.039 στίχοι · 29.655 λέξεις · 163 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 52α
Πέμπτη 22 Μαρτίου 1962
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 7.15′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀναβάλλεται προσωρινῶς ἡ ἐπικύρωσις τῶν πρακτικῶν τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Ι. Βαρβιτσιώτης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§2Ι. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Οἱ κ.κ. Ε. Ἀβέρωφ–Τοσίτσας (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν) καὶ Σ. Θεοτόκης (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν), καταθέτουσι σχέδια νόμων: 1) «Περὶ κυρώσεως τῆς ὑπογραφείσης Ἑλληνο–Αὐστριακῆς Συμφωνίας, περὶ ρυθμίσεως τῶν ζητημάτων τῶν προκυπτόντων ἐκ τῆς Ἑλληνο–Αὐστριακῆς Συμφωνίας τῆς ὑπογραφείσης ἐν Βιέννῃ τὴν 27ην Δεκεμβρίου 1929» καὶ 2) «περὶ τακτοποιήσεως ζητημάτων τινῶν προκυψάντων ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τοῦ Ν. Δ. 2912)1957 καὶ τοῦ Ν. 3309)1955 ἀφορώντων τὴν ρύθμισιν τέως Γερμανικῶν ἐν Ἑλλάδι περιουσιῶν». Ὁ βουλευτὴς Βοιωτίας κ. Α. Μπασιάκος, καταθέτει πρότασιν νόμου «περὶ συμπληρώσεως διατάξεων τοῦ Ποινικοῦ Κώδικος». Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Κ. Ράλλης, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 69)1961 Πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου «περὶ ρυθμίσεως θεμάτων ἀφορώντων εἰς τὴν λειτουργίαν τῶν Σχολῶν Χωροφυλακῆς». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ι. Κοντοβράκης, Σ. Πολυζωγόπουλος, Α. Ἀηδονᾶς, Α. Πάντος, Α. Μπουρνιᾶς, Γ. Σαμαρᾶς, Δ. Ρώμας, Ν. Φαρμάκης, Ι. Ἠλιόπουλος, Φ. Γεροθανάσης, Σ. Παπαδάκης, Μ. Μυριδάκης, Γ. Πλυτᾶς, Α. Δερδεμέζης, Γ. Τσάκαλος, Ν. Ζορμπᾶς, Ε. Δενδρινός, Θ. Καψάλης καὶ Π. Λυκουρέζος, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μέτρων ἀφορώντων εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἐξαγωγικοῦ ἐμπορίου». Ὁ βουλευτὴς Ἠλείας κ. Α. Πετραλιᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου Πολυτέκνων Ἀμαλιάδος καὶ Περιχώρων, αἰτουμένου ἐπαναφορὰν ὅλων τῶν διατάξεων τοῦ νόμου 1910)44 περὶ προστασίας πολυτέκνων κλπ. Ὁ βουλευτὴς Κερκύρας κ. Γ. Λύχνος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου Συνταξιούχων Τ.Ε.Β.Ε. Κερκύρας, αἰτουμένου οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν τοῦ Ταμείου των κλπ. Ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Α. Φωστηρίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐθνικοῦ Ὀργανισμοῦ Πολεμιστῶν Ν. 751– 1836 Νομοῦ Δράμας, αἰτουμένων ἀγροτικὴν καὶ στεγαστικὴν ἀποκατάστασιν τῶν μελῶν του. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Λ. Σχινᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Κεντρικῆς Συν)κῆς Ἑνώσεως Συκοπαραγωγῶν ἡ «Συκική», αἰτουμένης ἐπιμήκυνσιν τοῦ χρόνου ἐξοφλήσεως τῶν συναφθέντων μέχρι τοῦδε δανείων ὑπὸ τῆς «Συκικῆς» ἀπὸ 10 καὶ 14 ἔτη εἰς 25 τοιαῦτα κλπ. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Χ. Γραμματίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως Ἐποπτῶν Ἐξυγιάνσεως, αἰτουμένης μονιμοποίησιν τῶν μελῶν της. Ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Α. Φωστηρίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ ἐν Δράμᾳ Συλλόγου προσφύγων ἐκ Ρωσίας «Ὁ Πόντος», αἰτουμένου στεγαστικὴν ἀποκατάστασιν τῶν μελῶν του. Ὁ βουλευτὴς Θεσπρωτίας κ. Χ. Παπασταύρου, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Δημάρχου καὶ τῶν Ὀργανώσεων τῆς πόλεως Φιλιατῶν, διαμαρτυρομένων, διότι ὁ Γεν. Ἐπιθεωρητὴς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως Ἠπείρου, ἀπέσπασεν ἐκ τοῦ Γυμνασίου Φιλιατῶν ἐκ τῶν 3 καθηγητῶν ἐν ὅλῳ οὓς διέθετε τὸ Δημόσιον τὸν ἕνα κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Ι. Διαμαντόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ὁμοσπονδίας Μεταλλευτῶν Ἑλλάδος, αἰτουμένης τὴν ἀπόλυσιν ἐκ τοῦ Τμήματος Μεταγωγῶν τοῦ Προέδρου τοῦ Σωματείου καὶ τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἀποφάσεως Ἐπιτροπῆς Ἀσφαλείας. Ὁ βουλευτὴς Θεσπρωτίας κ. Χ. Παπασταύρου, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν κτηνοτρόφων Μαργαριτίου, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν, τὴν ὁποίαν κάμνουν οἱ ἔμποροι ἀγοράζοντες τὸ γάλα των μὲ 3,60 δραχ. τὸ κιλὸν κλπ. Ὁ βουλευτὴς Θεσπρωτίας κ. Χ. Παπασταύρου, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐργατικοῦ Κέντρου Ἰωαννίνων, διαμαρτυρομένου διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ Ραδιοφωνικοῦ Σταθμοῦ Ἐνόπλων Δυνάμεων Ἠπείρου. Ὁ βουλευτὴς Λέσβου κ. Μ. Γαληνός, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προοδευτικοῦ καὶ Ἐξωραϊστικοῦ Συλλόγου «Α-ΣΤΡΙΦΟΣ», διαμαρτυρομένου διὰ τὸν ἐπαναχαρακτηρισμὸν τῆς ἐν λόγῳ περιοχῆς εἰς Ἀρχαιολογικὸν χῶρον. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς κ. Κ. Βοβολίνης, καταθέτει ἀναφορὰν Διδασκαλικῶν Συλλόγων Κυθήρων, Μαντινείας κλπ., αἰτουμένων ἐπέκτασιν εὐεργετικῶν διατάξεων Ν. 4193)1961 κλπ. Ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Θ. Παπαπαναγιώτου, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Ε. Χατζησώζου, Ε. Παρασκευᾶ καὶ Β. Τιλκίδου, κατοίκων Δράμας, αἰτουμένων λῆψιν ἀποφάσεως ἀποζημιώσεώς των κατὰ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἀντιστοιχεῖ εἰς τὰ καταβληθέντα παρ’ ἑκάστου ἐξ αὐτῶν κλπ. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Α. Σχινᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἐρανικῆς Ἐπιτροπῆς Ἀνεγέρσεως Ἡρώου ἐν Μελιγαλᾷ, αἰτουμένης χορήγησιν χρηματικοῦ ποσοῦ πρὸς ἀποπεράτωσιν ἀνεγειρομένου Ἡρώου εἰς τὴν ἐν λόγῳ πόλιν. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Α. Σχινᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐργατοϋπαλληλικοῦ Κέντρου Καλαμάτας, αἰτουμένου, ὅπως υἱοθετηθῇ ἡ διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. πρωτ. 395) 18.9.61 ψηφίσματος τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως τῶν Διοικητικῶν Συμβουλίων τῶν ἐργατοϋπαλληλικῶν Σωματείων Καλαμάτας αἰτηθεῖσα λύσις ὅσον ἀφορᾷ τὸν χῶρον ἀνεγέρσεως κτιρίου διὰ τὴν στέγασιν τῶν Διοικητικῶν καὶ Ὑγειονομικῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Ι.Κ.Α. Καλαμάτας. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Α. Σχινᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς προμηθευτικῆς καὶ πωλήσεως Ἑνώσεως Γεωργικῶν Συν)σμῶν Ἄνω Μεσσηνίας, διαμαρτυρομένης διὰ κατάργησιν ἀσφαλίσεως σταφιδαμπέλων κατὰ χαλάζης καὶ παγετοῦ. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλ)νίας κ. Σ. Χούτας, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Ζαβάρα, Χειμαριώτη, Κατσίφη κλπ., αἰτουμένων, ὅπως ἡ διανοιγομένη ἐθνικὴ ὁδὸς ἀπὸ Ἁγ. Δημητρίου μέχρι Μακρυγιάννη παραλλαχθῇ καὶ διέλθῃ νοτιώτερον πόλεως Ἀγρινίου ἐντὸς ἀγρῶν. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ι. Παπαδημητρίου, Ι. Εὐαγγελίδης καὶ Ν. Τσόχας, καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν Ἐργατοϋπαλληλικοῦ Κέντρου Λαυρίου, Ἐργατικῶν Σωματείων Πειραιῶς ἀμυλοσακχάρου, Ὁδηγῶν Λεωφορείων, Εἰσπρακτόρων Λεωφορείων κλπ., διαμαρτυρομένων διὰ τὴν σύλληψιν καὶ τὴν ἀπειλουμένην ἐκτόπισιν τοῦ Προέδρου τῶν Μεταλλωρύχων Λαυρίου Δημ. Μητσικάκου καὶ ζητούντων τὴν ἄμεσον ἀπόλυσίν του. Ἀπαντήσεις διαφόρων Ὑπουργείων ἐπὶ ἐρωτήσεων τῶν κ.κ. βουλευτῶν. I) Τοῦ Ὑφυπουργείου Ἐσωτερικῶν. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Διαμαντοπούλου. Ἐν σχέσει μὲ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 3473)2520 ὑμέτερον ἔγγραφον, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 713 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Διαμαντοπούλου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν, ὅτι διὰ τὴν θιγομένην ὑπόθεσιν ἀφ’ ἑνὸς ἐζητήσαμεν μέσῳ τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης ἀπόσπασμα τῶν πρακτικῶν τῆς δίκης καὶ ἀφ’ ἑτέρου παρὰ τοῦ ἀντισυνταγματάρχου Γκιώνη Ἀθανασίου, διὰ διαταγῆς μας, ἵνα ὑποβάλῃ ἀναφορὰν διευκρινίζων τὰ ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντα. Ἐν Ἀθήναις τῇ 19 Μαρτίου 1962
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ
ΙΙ) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Σαββοπούλου. Εἰς ἀπάντησιν τῆς διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2740)2.3.1962 ἐγγράφου ὑμῶν διαβιβασθείσης ἡμῖν ἀπὸ 27.2.1962 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Σαββοπούλου, ἀναφορικῶς μὲ τὴν ὑπὸ τῶν Γραφείων Εὑρέσεως Ἐργασίας ἄρνησιν χορηγήσεως κάρτας ἀνεργίας εἰς τοὺς ἀνέργους, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἀκόλουθα: Τὰ Γραφεῖα Εὑρέσεως Ἐργασίας οὐδέποτε ἠρνήθησαν τὴν χορήγησιν κάρτας ἀνεργίας εἰς τοὺς ἀνέργους. Προκειμένου, ὅμως, περὶ τοποθετήσεων, ἀπαιτεῖται ἡ χορήγησις εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους κάρτας ἐργασίας. Τὰ τῆς χορηγήσεως τῆς κάρτας ταύτης καθορίζονται διὰ τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Ν. Δ. 2656)53 καὶ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 13319)2198)22.2.1962 καὶ 18843)2869)2.3.62 ἀποφάσεων ἡμῶν, ἐξ ὧν ἡ μὲν πρώτη ἐδημοσιεύθη εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 63 τεῦχος Βʹ τῆς 21.2.62 Φ.Ε.Κ. ἡ δὲ δευτέρα τεθεῖσα ἐν ἐφαρμογῇ ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεώς της, ἐστάλη πρὸς δημοσίευσιν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν Ἀθήναις τῇ 17 Μαρτίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ι. Παπαδημητρίου, Γ. Λαμπράκη καὶ Σ. Ἡλιοπούλου. Εἰς ἀπάντησιν τῆς διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3056)9.3.62 ὑμετέρου ἐγγράφου διαβιβασθείσης ἡμῖν, ἀπὸ 6.3.1962 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ι. Παπαδημητρίου, Γ. Λαμπράκη καὶ Σ. Ἡλιοπούλου, ἐν σχέσει μὲ τὴν καθυστέρησιν δεδουλευμένων ἡμερομισθίων παρὰ τῆς ἐν Πάτραις Βιομηχανίας πρώην Ἀναστασοπούλου καὶ νῦν Ἰωάν. Παπαθεοδοσίου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ὑπὸ τῆς Ἐπιθεωρήσεως Ἐργασίας Πατρῶν ὑπεβλήθη μήνυσις κατὰ τῶν ὑπευθύνων τῆς ὡς ἄνω Ἐπιχειρήσεως, διὰ καθυστέρησιν δεδουλευμένων ἡμερομισθίων εἰς 48 ἐργατοτεχνίτας της διὰ τὸ χρονικὸν διάστημα ἀπὸ 1.11.1961 μέχρι 23.1.1962 καὶ κατεδικάσθησαν ὑπὸ τοῦ ἐκεῖσε Πλημμελειοδικείου τὴν 23.1.1962 εἰς φυλάκισιν πέντε (5) μηνῶν. Πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν ἀμέσων ἀναγκῶν τῶν ἐργατῶν τῆς ὡς ἄνω Βιομηχανίας ἐγένετο μία ἔκτακτος ἐπιδότησις τῶν ἐργατῶν τούτων, πρὸ διμήνου περίπου, ἐπίκειται δὲ καὶ νέα τοιαύτη ἐντὸς τῶν προσεχῶν ἡμερῶν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 16 Μαρτίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ
γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ι. Παπαδημητρίου, Γ. Αὐγεροπούλου καὶ Ν. Τσόχα. Ἐπὶ ὑποβληθείσης ἐρωτήσεως ὑπ’ ἀριθ. 2839)249 τῆς 5.3.62 ὑπὸ τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ι. Παπαδημητρίου, Γ. Αὐγεροπούλου καὶ Ν. Τσόχα, ἔχομεν τὴν τιμήν, ἐν συνεχείᾳ πρὸς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 13772)2325) τῆς 15.2.62 ὑμέτερον ἔγγραφον, νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Κατὰ πληροφορίας τοῦ ἐν Στουτγάρδῃ Ἑλληνικοῦ Κλιμακίου ἡ ἀπέλασις 17 Ἑλλήνων ἐργατῶν, μεταξὺ τῶν 40, οἵτινες ἀπέσχον αὐθαιρέτως καὶ ἀντισυμβατικῶς τῶν ἐργασιῶν των ἐκ τοῦ ἐν HILBORY ἐργοστασίου τῆς Ἑταιρείας WOLKO, διετάχθη ὑπὸ τῶν Γερμανικῶν Ἀστυνομικῶν Ἀρχῶν μὲ τὴν αἰτιολογίαν, ὅτι οὗτοι ἐγένοντο ἔνοχοι πράξεων συνιστωσῶν παραβάσεις τοῦ Γερμανικοῦ ποινικοῦ δικαίου (φθορὰ ξένης περιουσίας κλπ.). Σημειωτέον, ὅτι καὶ Γερμανοὶ ὑπήκοοι ἐὰν προέβαινον εἰς παρομοίας πράξεις, θὰ ἐδιώκοντο ποινικῶς. Ἐν Ἀθήναις τῇ 17 Μαρτίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ
δʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Γ. Αὐγεροπούλου, Μ. Σβώλου, Σ. Ἡλιοπούλου καὶ Ι. Εὐαγγελίδη. Ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1995)19.2.1962 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ. κ. Γ. Αὐγεροπούλου, Μ. Σβώλου, Σ. Ἡλιοπούλου καὶ Ι. Εὐαγγελίδη, ἐν σχέσει μὲ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν πρὸ 30ετίας ἀχρηστευθέντων ὑδροδοτῶν–ὑδροπωλητῶν περιφερείας Ταύρου (Σφαγείων) κλπ., ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἀκόλουθα: Ἐπὶ παρομοίας ἀπὸ 22.3.61 ἐρωτήσεως τῶν αὐτῶν ὡς ἄνω κ.κ. βουλευτῶν, ἐγνωρίσαμεν ὑμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 23908)17)5.4.1961 ἡμετέρου ἐγγράφου. Ἡ καθυστέρησις ἐκδόσεως τοῦ ἐν τῷ ὡς ἄνω ἐγγράφῳ ἡμῶν ἀναφερομένου Β. Δ)τος, δι’ οὗ θὰ ἐρρυθμίζοντο τὰ θέματα τῆς ἀποζημιώσεως ὑδροδοτῶν–ὑδροπωλητῶν ὡρισμένων περιφερειῶν, ὀφείλεται καὶ εἰς ἄλλους λόγους, ἰδίᾳ δὲ εἰς τὴν δυσκολίαν συγκεντρώσεως τῶν ἀπαραιτήτων στοιχείων διὰ τὴν κατάρτισιν τῶν σχετικῶν ὑπολογισμῶν. Περαιτέρω, ὅμως, ἀνακύπτουν καὶ πρακτικὰ καὶ νομικὰ ζητήματα, τῶν ὁποίων ἡ ἐπίλυσις δὲν εἶναι εὐχερής. Ἐν Ἀθήναις τῇ 17 Μαρτίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ
εʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Χ. Παπασταύρου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2812)5.3.62 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 643 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Χ. Παπασταύρου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἀκόλουθα: Ἡ ὑπογραφεῖσα ἐν Βόννῃ τὴν 25ην Ἀπριλίου 1962 Σύμβασις Κοινωνικῆς Ἀσφαλείας, θὰ τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν μετὰ τὴν ἐπικύρωσιν αὐτῆς ὑπὸ τῶν Βουλῶν τῶν δύο ἐνδιαφερομένων Κρατῶν. Διὰ τὴν ἐπικύρωσιν δὲ ταύτης ἀπὸ Ἑλληνικῆς πλευρᾶς, κατηρτίσθη καὶ ὑπεγράφη παρ’ ἡμῶν τὸ σχετικὸν σχέδιον νόμου, ὅπερ διεβιβάσθη ἤδη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν διὰ τὴν ὑπογραφὴν αὐτοῦ καὶ παρὰ τοῦ συναρμοδίου Ὑπουργοῦ Ἐξωτερικῶν καὶ συντόμως θέλει κατατεθῆ πρὸς ψήφισιν εἰς τὴν Βουλήν. Διὰ τὴν ἐπίσπευσιν τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἐν λόγῳ Συμβάσεως ἐγένοντο ὅλαι αἱ δέουσαι ἐνέργειαι, ἀναμένεται δὲ ἐνταῦθα τὴν 21ην Μαρτίου Γερμανικὴ Ἀντιπροσωπεία διὰ τὴν ὑπογραφὴν συμπληρωματικοῦ συμφώνου καθορίζοντος τὰς λεπτομερείας ἐφαρμογῆς τῆς Ἑλληνο–Γερμανικῆς ταύτης Συμβάσεως. Διὰ τὰ ἐπισυμβαίνοντα ἐν Γερμανίᾳ ἀτυχήματα εἰς Ἕλληνας ἐργάτας, εἴτε πρόκειται περὶ ἐργατικῶν ἀτυχημάτων, εἴτε περὶ ἀτυχημάτων ἐκτὸς ἐργασίας, ἐφαρμόζεται, ὡς πρὸς τὰ δικαιώματα τῶν θυμάτων, ἡ Γερμανικὴ νομοθεσία, ἑκάστη δὲ περίπτωσις ἀτυχήματος παρακολουθεῖται τόσον παρὰ τῶν Ἑλληνικῶν προξενικῶν ἀρχῶν, ὅσον καὶ παρὰ τῶν ἐν Γερμανίᾳ κλιμακίων τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 20 Μαρτίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ
στʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Λ. Κύρκου, Κ. Χιωτάκη καὶ Ι. Παπαδημητρίου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3058)9.3.62 ὑμετέρου ἐγγράφου καὶ ἐπὶ τῆς ἀπὸ 6.3.62 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Λ. Κύρκου, Κ. Χιωτάκη καὶ Ι. Παπαδημητρίου, ἐν σχέσει μὲ ἀντιμετώπισιν ἀνεργίας ἐν τῷ Νομῷ Ἡρακλείου κλπ., ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἀκόλουθα: Ἡ κατάστασις, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησεν ἡ ἐμφάνισις τοῦ περονοσπόρου εἰς τὰς ἀμπελοφυτείας καὶ τὰ κηπευτικὰ προϊόντα, κατὰ τὸ ἔτος 1960 μὲ ἀποτέλεσμα νὰ πληγοῦν ἀμεσώτατα οἱ ἀσχολούμενοι εἰς τὰς καλλιεργείας τῶν ἐν λόγῳ εἰδῶν γεωργοί, ἐμμέσως δέ, οἱ σταφιδεργάται, σταφυλοσυσκευασταί, οἱ κατασκευασταὶ κιβωτίων καὶ πάντες οἱ ἀπασχολούμενοι εἰς τὸν τρυγητόν, ἐπεξεργασίαν καὶ συσκευασίαν τῶν σταφυλῶν καὶ σταφίδων ἐργάται καὶ ἐργάτριαι, συνεχίσθη καὶ κατὰ τοὺς 7 πρώτους μῆνας τοῦ λήξαντος ἔτους. Ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου, ὅμως, καὶ ἐντεῦθεν ἡ κατάστασις βελτιοῦται συνεχῶς καὶ ἡ βελτίωσις αὕτη εἶναι λίαν αἰσθητή. Οὕτω, ἐνῷ τὸν Ἰανουάριον 1961 τὸ ὑπόλοιπον τῶν ἀνέργων Νομοῦ Ἡρακλείου ἦτο 4.822 καὶ τὸν Φεβρουάριον 5.038, τὸν Δεκέμβριον κατῆλθεν εἰς 2.614 καὶ τὴν 31.1.62 οἱ ἄνεργοι ἀνέρχονται εἰς 2.652, ἐξ ὧν 231 ἐπιδοτοῦνται τακτικῶς ἐκ τοῦ Ο.Α.Α.Α., καταβληθέντος πρὸς τοῦτο ποσοῦ δραχμῶν 303.116 κατὰ τὸν Ἰανουάριον 1962. Καίτοι ἡ ἐν γένει ἀπασχόλησις μισθωτῶν εἰς τὸν Νομὸν Ἡρακλείου ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ ὕψους τῆς ἑκάστοτε παραγωγῆς τῶν δύο κυριωτέρων γεωργικῶν προϊόντων, ἤτοι τῆς σταφίδος καὶ τοῦ ἐλαίου, ἡ Κυβέρνησις ἔπραξεν πᾶν δυνατὸν διὰ τὴν δημιουργίαν εὐκαιριῶν ἀπασχολήσεως εἰς ἑτέρους τομεῖς. Οὕτω, κατὰ τὸ 1961 διέθεσε μέσῳ τοῦ Ο.Α.Α.Α. ποσὸν δραχμῶν 1.860.000 διὰ τὴν ἐκτέλεσιν κοινωφελῶν ἔργων ἐν τῷ Νομῷ Ἡρακλείου καὶ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ἐνέκρινε ποσὸν 2.000.000 διὰ τὸν ἴδιον σκοπόν. Περαιτέρω, ἀπεφασίσθη ἡ ἔκτακτος ἐπιδότησις τῶν σταφιδεργατῶν καὶ σταφυλεργατῶν διὰ 25 ἡμερησίων ἐπιδομάτων, ὡσαύτως δὲ ἀπεφασίσθη ἡ ἔκτακτος ἐπιδότησις τῶν ἀνέργων οἰκοδόμων Ἡρακλείου, οἵτινες ἀνέρχονται εἰς 1.000 καὶ πλέον. Οὕτω, διὰ τοῦ ἐξαιρετικοῦ τούτου μέτρου, θ’ ἀνακουφισθοῦν εὐρύταται μᾶζαι ἀνέργων. Δεδομένου δέ, ὅτι κατὰ τοὺς χειμερινοὺς μῆνας παρουσιάζεται πάντα ἐποχιακὴ ἀνεργία, ἡ καθόλου ἐξέλιξις τῆς ἀπασχολήσεως θὰ βελτιωθῇ εἰς τὸ ἄμεσον μέλλον λίαν σημαντικῶς. Ἐν Ἀθήναις τῇ 17 Μαρτίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ
ΙΙΙ) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐθν. Ἀμύνης. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Ἀγγελούση. Ἔχομεν τὴν τιμήν, εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2682) 1953)1.3.62 ὑμετέρου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 585 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Ἀγγελούση, νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: α) Τὸ Ὑπουργεῖον Ἐθνικῆς Ἀμύνης δὲν ἔχει ἁρμοδιότητας διορισμοῦ Ἀνωτάτων Ἀξιωματικῶν τοῦ Στρατοῦ μετὰ τὴν ἀποστρατείαν των, εἰς διαφόρους κρατικὰς θέσεις, Ὀργανισμοὺς Δημοσίου Δικαίου καὶ κοινῆς ὠφελείας. β) Ἄν ἐγένοντο τοποθετήσεις τοιούτων, τοῦτο ἐγένετο λόγῳ τῆς προσωπικότητος, τοῦ κύρους καὶ τῆς χρησιμότητος τούτων, δι’ ἃς θέσεις ἐτοποθετήθησαν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 5 Μαρτίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Ἀμύνης
Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2692)1963)3.3.62 ὑμετέρου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 595 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ, σχετικῶς μὲ τὴν κατάθεσιν νομοσχεδίου, περὶ καταβολῆς προσθέτου βοηθήματος ἐκ τοῦ Τ.Α.Β.Ν. εἰς ἐξελθόντας ἐκ τῶν τάξεων τοῦ Β. Ν. καὶ τοῦ Λ. Σ., ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἡ παροῦσα οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Ταμείου Ἀλληλοβοηθείας τοῦ Β. Ν. δὲν ἐπιτρέπει τὴν διάθεσιν τοῦ ἀπαιτουμένου ποσοῦ διὰ τὴν καταβολὴν τοῦ προσθέτου τούτου βοηθήματος. Ἀποκλείεται, ἄλλωστε, ἡ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον πρόσθετος ἐπιβάρυνσις τῶν ἐν ἐνεργείᾳ στελεχῶν τοῦ Β. Ν., ὁσονδήποτε μικρὰ καὶ ἐὰν εἶναι αὕτη, λόγῳ τοῦ σημαντικοῦ ὕψους τῶν ὑφισταμένων ἤδη κρατήσεων καὶ τοῦ περιωρισμένου τῶν ἀποδοχῶν τῶν Ἀξιωματικῶν καὶ Ὑπαξιωματικῶν τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων. Διὰ τὸ Ταμεῖον Ἀλληλοβοηθείας Στρατοῦ Ξηρᾶς, δὲν ὑφίσταται θέμα. Ἐν Ἀθήναις τῇ 16 Μαρτίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Ἀμύνης
Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Τούμπα. 1. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2813)2100)5.3.62 ὑμετέρου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 644 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Τούμπα, σχετικῶς μὲ τὴν κατάθεσιν νομοσχεδίου, περὶ καταβολῆς προσθέτου βοηθήματος ἐκ τοῦ Τ.Α.Β.Ν. εἰς ἐξελθόντας ἐκ τῶν τάξεων τοῦ Β. Ν. καὶ τοῦ Λ. Σ., ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἡ παροῦσα οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Ταμείου Ἀλληλοβοηθείας τοῦ Β. Ν. δὲν ἐπιτρέπει τὴν διάθεσιν τοῦ ἀπαιτουμένου ποσοῦ διὰ τὴν καταβολὴν τοῦ προσθέτου τούτου βοηθήματος. 2. Ἀποκλείεται, ἄλλωστε, ἡ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον πρόσθετος ἐπιβάρυνσις τῶν ἐν ἐνεργείᾳ στελεχῶν τοῦ Β. Ν., ὁσονδήποτε μικρὰ καὶ ἐὰν εἶναι αὕτη, λόγῳ τοῦ σημαντικοῦ ὕψους τῶν ὑφισταμένων ἤδη κρατήσεων καὶ τοῦ περιωρισμένου τῶν ἀποδοχῶν τῶν Ἀξιωματικῶν καὶ Ὑπαξιωματικῶν τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 16 Μαρτίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Ἀμύνης
Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
δʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Διαμαντοπούλου. Ἔχομεν τὴν τιμήν, εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3149) 2292)10.3.62 ὑμετέρου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 705 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Διαμαντοπούλου, νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: α) Ἐκ τῆς πραγματικῆς καταθέσεως τοῦ Ὑποστρατήγου Λαναρᾶ προκύπτει ἡ σαφὴς θέσις, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν οὗτος εἰς σχετικὴν ἐρώτησιν τοῦ συνηγόρου τοῦ κατηγορουμένου ἐπὶ τοῦ ἐπιμάχου ἐρωτήματος τῆς δικτατορίας. β) Ἡ καταβληθεῖσα ἔκτοτε προσπάθεια παρερμηνείας τῆς καταθέσεώς του, ἀποβλέπει νὰ θέσῃ ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν ἀκεραιότητα τῆς συνειδήσεως τοῦ ἐν λόγῳ Ὑποστρατήγου καὶ γενικώτερον δημιουργήσῃ ἀτμόσφαιραν δυσπιστίας ἔναντι τοῦ Σώματος τῶν Ἀξιωματικῶν, ὡς πρὸς τὴν τήρησιν τοῦ ὅρκου των ἐν περιπτώσει ἐνδεχομένης ἀπειλῆς καταλύσεως τοῦ πολιτεύματος. Διότι δὲν ἀγνοεῖ ὁ ἐρωτῶν κ. βουλευτής, ὅτι ἡ συντριβή, κατὰ τὸ πρόσφατον παρελθόν, ἐπανειλημμένων ἐνόπλων ἀποπειρῶν καταλύσεως τῆς Δημοκρατίας καὶ ἐπιβολῆς τῆς κομμουνιστικῆς δικτατορίας, εὗρε τοὺς Ἀξιωματικοὺς πιστοὺς ὑπερασπιστὰς τῆς ἐλευθερίας καὶ Δημοκρατίας. Καὶ ἐν περιπτώσει οἱασδήποτε νέας ἀποπείρας παραβιάσεως τοῦ Συντάγματος καὶ καταλύσεως τοῦ πολιτεύματος, ἅπαντες οἱ Ἀξιωματικοὶ θὰ πράξουν τὸ καθῆκον των καὶ θὰ τηρήσουν πιστῶς τὸν ὅρκον των. Ἐν Ἀθήναις τῇ 15 Μαρτίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Ἀμύνης
Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
IV) Τοῦ Ὑπουργείου Βιομηχανίας. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ. Ἐπὶ τοῦ ἐν ἐπικεφαλίδι ὑμετέρου ἐγγράφου καὶ διὰ τὸ ἐν τῇ περιλήψει θέμα, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ σᾶς γνωρίσωμεν τὰ κάτωθι: 1. Διὰ τοῦ Κυβερνητικοῦ Ἁλιευτικοῦ Προγράμματος ἐπεδιώχθη ἐξ ἀρχῆς, ὅπως ἡ Ἑλληνικὴ ἁλιεία καταστῇ συναγωνιστική, διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς παραγωγῆς καὶ μειώσεως τοῦ κόστους τῶν προϊόντων της. Τὰ χορηγούμενα μέσῳ τῆς Α.Τ.Ε. δάνεια ἐκ τακτικῶν καὶ εἰδικῶν χρηματοδοτήσεων διὰ τὴν βελτίωσιν καὶ συγχρονισμὸν τοῦ ἁλιευτικοῦ καὶ λοιποῦ ἐξοπλισμοῦ τῶν ἁλιευτικῶν πλοίων, αἱ κατασκευαζόμεναι, δαπάναις τοῦ προϋπολογισμοῦ Δημοσίων Ἐπενδύσεων, ἰχθυόσκαλαι εἰς τοὺς σπουδαιοτέρους ἁλιευτικοὺς λιμένας τῆς χώρας, τὰ κατασκευαζόμενα βελτιωτικὰ ἔργα εἰς τὰ ἰχθυοτροφεῖα, δαπάναις τοῦ αὐτοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ οἱ κατασκευαζόμενοι ἰχθυογεννητικοὶ σταθμοί, οἱ ἐμπλουτισμοὶ διὰ νέων εἰδῶν ἰχθύων καὶ ὀστράκων διαφόρων περιοχῶν ὡς καὶ αἱ λοιπαὶ ἐνέργειαι, περὶ ὧν προβλέπει τὸ πενταετὲς ἁλιευτικὸν πρόγραμμα, ἔργα τὰ ὁποῖα θὰ τεθοῦν ἐν λειτουργίᾳ κατὰ τὰ ἔτη 1963 καὶ 1964, θὰ συμβάλουν ἀποτελεσματικῶς εἰς τὴν προαναφερθεῖσαν προσπάθειαν, ὥστε νὰ μὴ δημιουργηθοῦν θέματα εἰς βάρος τοῦ ἁλιευτικοῦ κλάδου ἐκ τῆς συνδέσεως τῆς χώρας μας μὲ τὴν Ε.Ο.Κ. Τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι δὲν θὰ συνεχισθῇ ἡ μελέτη τῶν δυνατῶν νὰ προκύψωσι προβλημάτων ἐκ τῆς συνδέσεως ταύτης καὶ ἡ λῆψις ἐγκαίρως ὅλων τῶν ἀπαραιτήτων μέτρων, ὥστε καὶ ἀπὸ ἁλιευτικῆς πλευρᾶς ἡ σύνδεσίς μας μὲ τὴν Ε.Ο.Κ. νὰ ἀποβῇ ἐπωφελὴς διὰ τὴν χώραν μας. 2. Τὰ πλοῖα τῆς Ἀτλαντικῆς ἁλιείας ἔχουσι σχετικὴν αὐτοτέλειαν, ἐξυπηρετοῦνται δὲ διὰ τὰς εἰς καύσιμα καὶ λοιπὰ ἐφόδιά των ἀνάγκας των, ὡς καὶ ἐν περιπτώσει ἀνάγκης καταφυγῆς εἰς λιμένα, ἀπολύτως βάσει τῶν διεθνῶν σχέσεων. Οὐδόλως προέκυψε θέμα δημιουργίας βάσεως εἰδικῶς διὰ τὰ Ἑλληνικὰ πλοῖα εἰς τὴν περιοχὴν τῆς Β.Α. Ἀφρικῆς, εἰς ἣν ἁλιεύουν ἁλιευτικὰ πλοῖα διαφόρων Κρατῶν, ὡς Ἰταλικῶν, Ἰαπωνικῶν, Ρωσικῶν κλπ. 3. Ἡ ἐπικοινωνία τῶν ἁλιευτικῶν πλοίων τῆς Ἀτλαντικῆς καὶ Μεσογειακῆς ἁλιείας μὲ τὴν ἕδραν των εἶναι συνεχὴς καὶ οὐδὲν θέμα προέκυψεν ἐκ τοῦ λόγου τούτου. 4. Ἐγένοντο ἅπασαι αἱ ἐνέργειαι διὰ τὴν ταχεῖαν ἀποπεράτωσιν ὄχι μόνον τῆς ἰχθυοσκάλας Πειραιῶς (Κερατσινίου), ἀλλὰ καὶ δι’ ὅλας τὰς λοιπὰς ἰχθυοσκάλας. Τὸ Ὑπουργεῖον Δημοσίων Ἔργων, προκειμένου περὶ τῆς ἰχθυοσκάλας Πειραιῶς, τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἐργασιῶν, τῆς ὁποίας διέκοψεν ὁ ἐργολάβος, προέβη εἰς ὅλας τὰς ἐνεργείας, ὡς ἁρμόδιον διὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν ὑπὸ τοῦ ἐργολάβου ἢ τὴν ἔκπτωσιν τούτου καὶ τὴν ἀνάθεσιν τοῦ ἔργου εἰς ἄλλον ἐργολάβον. 5. Ἡ μέριμνα διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ Ὑδροβιολογικοῦ Ἰνστιτούτου τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν καὶ τὰς ὑπ’ αὐτοῦ ἐκτελουμένας ἐργασίας, ἀνάγεται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου Θρησκευμάτων καὶ Ἐθνικῆς Παιδείας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 17 Μαρτίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Ζ. ΖΗΣΑΚΗΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Δ. Κελτεμλίδη καὶ Β. Ἐφραιμίδη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2370)24.2.1961 ὑμετέρου ἐγγράφου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἐκ τῶν ἐν τῇ σχετικῇ ἐρωτήσει θεμάτων, εἰς τὴν ἁρμοδιότητα ἡμῶν ἐμπίπτει τὸ περὶ ὑποχρεωτικῆς προσλήψεως ἠλεκτροτεχνιτῶν εἰς τὰς βιομηχανίας κλπ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου γνωρίζομεν, ὅτι διὰ καταρτισθέντος Β. Διατάγματος προβλέπεται, ὅτι οἱ ἠλεκτροτεχνῖται, μετὰ συμπλήρωσιν ὡρισμένης προϋπηρεσίας, δύνανται νὰ ἀποκτήσουν ἄδειαν Συντηρητοῦ Ἠλεκτρολόγου, ἥτις παρέχει τὸ δικαίωμα τῆς ὑπευθύνου ἐπιβλέψεως τῆς λειτουργίας καὶ συντηρήσεως ἠλεκτρικῶν ἐγκαταστάσεων, οἱ κάτοχοι τῶν ὁποίων θὰ ὑποχρεοῦνται εἰς τὴν χρησιμοποίησιν τοιούτων προσώπων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 13 Μαρτίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Ζ. ΖΗΣΑΚΗΣ
γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Γ. Τσαρουχᾶ, Β. Ἐφραιμίδη καὶ Δ. Κελτεμλίδη. Ἐπὶ τῆς ἐν περιλήψει ἐρωτήσεως, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἑξῆς: Ἡ Ταπητουργικὴ Σχολὴ Σιατίστης ἱδρύθη τὸ ἔτος 1956, ἐξοπλισθεῖσα μὲ 38 ἀργαλειοὺς ταπητουργίας. Εἰς τὴν ἐν λόγῳ Σχολὴν ἐκπαιδεύονται κατὰ τὸ τρέχον ἔτος 40–50 μαθήτριαι. Κατὰ τὸ παρελθόν, τὸ ἀνώτατον ὅριον τῶν μαθητριῶν εἶχεν ἐπιτευχθῆ τὸ ἔτος 1960, ὅτε τὸ σύνολον αὐτῶν εἶχεν ἀνέλθει εἰς 70. Ὡς γνωστόν, ἡ προσέλευσις μαθητριῶν πρὸς ἐκπαίδευσιν εἰς τὴν ταπητουργίαν ἐξαρτᾶται ἐκ τῶν δυνατοτήτων ἀπασχολήσεώς των εἰς ἑτέρας ἐργασίας, δι’ ἃς ἐν τῇ περιοχῇ ὑφίσταται σχετικὴ ζήτησις. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἡ ἀνάπτυξις τῆς κατεργασίας γουναρικῶν εἰς Σιάτισταν ἀπασχολεῖ, τὰ τελευταῖα ἔτη, ηὐξημένον ἀριθμὸν τεχνιτριῶν, μὲ συνέπειαν τὴν μείωσιν τῶν εἰς τὴν ταπητουργίαν προσερχομένων. Ἡ Σχολὴ Σιατίστης, ὡς προκύπτει ἀπὸ τὰς σχετικὰς ἀναφορὰς τῆς Διευθύνσεώς της, τῆς Τοπικῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ διενεργήσαντος πρὸ ὀλίγων μηνῶν ἐτησίαν ἐπιθεώρησιν ἁρμοδίου ἀνωτέρου ὑπαλλήλου τῆς Κεντρικῆς Ὑπηρεσίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Ταπητουργικοῦ Ὀργανισμοῦ, λειτουργεῖ εὐρύθμως, αἱ δὲ ἐγκαταστάσεις της δύνανται νὰ ἀπασχολήσουν καὶ διπλάσιον ἀριθμὸν μαθητριῶν. Ὅσον ἀφορᾶ τὸ θέμα τοῦ κτιρίου, γνωρίζομεν, ὅτι δι’ ὅλας τὰς ἀνὰ τὴν χώραν Ταπητουργικὰς Σχολὰς τοῦ Ἑλληνικοῦ Ταπητουργικοῦ Ὀργανισμοῦ, τὸ οἴκημα διὰ τὴν ἐγκατάστασιν καὶ λειτουργίαν των παραχωρεῖται ὑπὸ τοῦ οἰκείου Δήμου ἢ Κοινότητος. Εἰς τὴν Σιάτισταν τὸ οἴκημα παρεχωρήθη ὑπὸ τοῦ Δήμου Σιατίστης καὶ εἶναι κατάλληλον. Ἐν Ἀθήναις τῇ 15 Μαρτίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Ζ. ΖΗΣΑΚΗΣ
V) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπ. Ναυτιλίας. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Ζαννῆ. Ἐπὶ ὑμετέρου ὑπ’ ἀριθ. 2701)1.3.1962, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ἀπὸ 26.2.1962 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Ζαννῆ. Ἐπὶ τοῦ ἐν θέματι ἀντικειμένου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν, ὅτι ἀπὸ μακροῦ χρόνου τὰ συνταξιοδοτικῆς φύσεως αἰτήματα τῶν Δωδεκανησίων ναυτικῶν, ἀπασχολοῦν ἰδιαιτέρως τόσον ἡμᾶς, ὅσον καὶ τὸ Ν.Α.Τ. καὶ τὸ Διοικητικὸν αὐτοῦ Συμβούλιον, διὰ τὴν ἐξεύρεσιν τοῦ δυνατοῦ τρόπου τῆς ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει ἱκανοποιήσεως αὐτῶν. Ἐπὶ τούτοις γνωρίζομεν, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει πορισμάτων ἐξαχθέντων ἐξ εἰδικῆς πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐνεργηθείσης ἀναλογιστικῆς μελέτης, ἤχθημεν εἰς τὴν ἀπόφασιν, ὅπως εἰς τὸ ὑπὸ ἀνασύνταξιν πλέον σχέδιον νόμου «περὶ Ν.Α.Τ.» περιλάβωμεν σχετικὰς διατάξεις, διὰ τὴν κατὰ τὸ δυνατὸν ἱκανοποίησιν τῶν αἰτημάτων τῶν Δωδεκανησίων. Ἐν Πειραιεῖ τῇ 16 Μαρτίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Σ. ΚΩΤΙΑΔΗΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Λ. Μπουρνιᾶ καὶ Δ. Πατέρα. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 72 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Λ. Μπουρνιᾶ καὶ Δ. Πατέρα, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ σᾶς γνωρίσωμεν τὰ κάτωθι: 1) Ἐν σχέσει μὲ τὴν κατὰ τὴν 4.1.62 ἐπισυμβᾶσαν βύθισιν τοῦ Μ)SK. ΜΠΟΥΣΣΕΣ ἐξεδόθη ἡ ὑπ’ ἀριθ. 106) 13.3.1962 γνωμοδότησις τοῦ Συμβουλίου Ἐλέγχου Ναυτικῶν Ἀτυχημάτων, διὰ τῆς ὁποίας, ὑπαίτιος τῆς βυθίσεως τοῦ σκάφους, ἐκρίθη ὁ πλοίαρχος τούτου, εἰς ὃν κατελογίσθη βαρεῖα ἀμέλεια. 2) Ἡ ὡς ἄνω ἀπόφασις μετὰ τῆς οἰκείας δικογραφίας θὰ διαβιβασθῇ κατὰ τὰ κεκανονισμένα εἰς τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου, διὰ τὴν κατὰ νόμον ἄσκησιν τοῦ πειθαρχικοῦ ἐλέγχου τοῦ ὡς ἄνω ὑπευθύνου πλοιάρχου. 3) Ὅσον ἀφορᾶ τὴν ποινικὴν δίωξιν, ἡ δικογραφία διεβιβάσθη ὑπὸ τοῦ Λιμενάρχου Καβάλας εἰς τὸν ἁρμόδιον Εἰσαγγελέα Πλημμελειοδικῶν, καθ’ ἃς δὲ ἔχομεν πληροφορίας, αἱ ἀνακρίσεις συνεχίζονται εἰσέτι. 4) Διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ περὶ μεταφορᾶς σιτηρῶν, ἁρμόδιος καὶ ὑπεύθυνος τυγχάνει ὁ πλοίαρχος τοῦ σκάφους, τῶν Λιμενικῶν Ἀρχῶν ἀσκουσῶν τὴν ἐποπτείαν ἐπὶ τῆς ἐφαρμογῆς γενικῶς τῶν διατάξεων τῆς Διεθνοῦς Συμβάσεως, περὶ ἀσφαλείας τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς ἐν θαλάσσῃ. 5) Καίτοι λόγῳ ἐλλείψεως ἐπαρκῶν μέσων καὶ προσωπικοῦ αἱ Λιμενικαὶ Ἀρχαὶ μετὰ δυσχερείας δύνανται νὰ παρακολουθήσουν τὰς λεπτομερείας ἐφαρμογῆς τῶν ἀνωτέρω διατάξεων, ὁ Λιμενάρχης Πόρτο–Λάγο, ἐτιμωρήθη αὐστηρῶς διὰ πλημμελῆ ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων του. 6) Τέλος, ὅσον ἀφορᾶ τὰ τηλεπικοινωνιακὰ μέσα καὶ τὰς ἐλλείψεις αὐτῶν κατέστησαν ἐνήμεροι αἱ ἁρμόδιαι ὑπηρεσίαι. Ἐν Πειραιεῖ τῇ 20 Φεβρουαρίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Σ. ΚΩΤΙΑΔΗΣ
γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ. Ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἐπὶ τοῦ ὡς ἄνω θέματος βασικῶς ἁρμόδιον διὰ τὸν χειρισμὸν εἶναι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, εἰς ὅ ἤδη ἀπὸ τῶν πρώτων ἡμερῶν τῆς συλλήψεως παρέσχομεν σχετικὰ στοιχεῖα χρήσιμα διὰ τὴν ὑπεράσπισιν τῶν συλληφθέντων. Ἐν Πειραιεῖ τῇ 20 Μαρτίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Σ. ΚΩΤΙΑΔΗΣ
δʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Ζίγδη. Εἰς ἀπάντησιν τῆς διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2061)1540)19.2. 62 ἐγγράφου σας, διαβιβασθείσης ἡμῖν ἐν ἀντιγράφῳ ἀπὸ 14.2.1962 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Ζίγδη, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἑξῆς: 1) Κατὰ τὴν ἔγκρισιν τῶν δρομολογίων τῶν ἀκτοπλοϊκῶν πλοίων τῆς χειμερινῆς περιόδου 1961–1962 κατεβλήθησαν σύντονοι προσπάθειαι ὅπως καὶ ἕτερα πλοῖα, πλὴν τοῦ ἐπιδοτουμένου, προσεγγίζωσιν εἰς νῆσον Πάτμον κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν πρὸς Δωδεκάνησον δρομολογίων των. Παρὰ τὰς ἀνωτέρω προσπαθείας δὲν κατέστη δυνατὴ ἡ ἀποδοχὴ ἐκ μέρους τῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν ὅπως προσεγγίζωσιν εἰς τὴν ἀνωτέρω νῆσον, λόγῳ ἀφ’ ἑνὸς ἀποφυγῆς παρεκκλίσεως ἐκ τοῦ δρομολογίου τῶν πλοίων γραμμῆς Δωδεκανήσου καὶ ἀφ’ ἑτέρου διότι ἡ προσέγγισις εἶναι ἀντιοικονομικὴ δι’ αὐτάς. 2) Ἀσχέτως πρὸς τ’ ἀνωτέρω κατὰ τὴν ἔγκρισιν τῶν δρομολογίων τῆς θερινῆς προσεχοῦς περιόδου θέλομεν προβῆ εἰς τὰς ἀπαιτουμένας ἐνεργείας διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τοὐλάχιστον δύο προσεγγίσεων ἑβδομαδιαίως εἰς Πάτμον, δεδομένου, ὅτι κατὰ τὸ θέρος παρουσιάζεται ἀρκετὴ κίνησις ἐπιβατῶν πρὸς τὴν ἐν λόγῳ νῆσον. Ἐν Πειραιεῖ τῇ 17 Μαρτίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Σ. ΚΩΤΙΑΔΗΣ
VI) Τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Διαμαντοπούλου. Ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 579 ἀπὸ 22.2.62 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Διαμαντοπούλου. Ἡ τηλεγραφικὴ διαμαρτυρία τοῦ Γεωργικοῦ Συνεταιρισμοῦ Σπάτων «διὰ συνεχιζομένην ἀδιαφορίαν ἐπιλύσεως αἰτημάτων» δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰ πράγματα. Ἀπὸ ἔτους καὶ πλέον, τῇ εἰσηγήσει μας ἐνεκρίθη παρὰ τῆς Νομισματικῆς Ἐπιτροπῆς ἡ λῆψις μέτρων δυνάμει τῶν ὁποίων παρέχονται οἰκονομικαὶ διευκολύνσεις εἰς τοὺς ἀμπελουργοὺς Ἀττικῆς, ὧν οἱ ἀμπελῶνες ἐπλήγησαν ὑπὸ τῆς φυλλοξήρας. Παραλλήλως ἡ Ἀγροτικὴ Τράπεζα παρέσχε τὰς δεούσας ὁδηγίας πρὸς τὸ Ὑποκατάστημα Ἀττικῆς, ἐπὶ τῷ τέλει ὅπως ἡ χορήγησις τῶν συναφῶν μὲ τὴν ἀναμπέλωσιν μεσοπροθέσμων δανείων διέπεται ἀπὸ εὐρὺ πνεῦμα. Ἐν προκειμένῳ δέον νὰ τονισθῇ, ὅτι ἡ ὕπαρξις παλαιοτέρων ἐν δεδικαιολογημένῃ καθυστερήσει ὀφειλῶν ὡς εἶναι ἡ περίπτωσις τῶν πληγέντων ἐκ φυλλοξήρας καὶ ἐχόντων μόνον εἰσόδημα ἐκ τῶν ἀμπελώνων των δὲν ἀποτελεῖ κώλυμα διὰ τὴν χορήγησιν δανείων ἀναμπελώσεως ἀρκεῖ νὰ ὑφίσταται ἀδυναμία τακτοποιήσεως τῶν παλαιῶν ἐν καθυστερήσει ὀφειλῶν ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει. Ὡς πρὸς τὴν ἐπιδότησιν τῆς ἀναμπελώσεως σημειοῦμεν, ὅτι τὸ θέμα μελετᾶται ἐν τῷ πλαισίῳ τῆς γενικῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς. Ἐν Ἀθήναις τῇ 16 Μαρτίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ν. Μαλλιάκα, Η. Ἠλιοῦ καὶ Θ. Παππᾶ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2829)5.3.62 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 661 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ν. Μαλλιάκα, Η. Ἠλιοῦ καὶ Θ. Παππᾶ, σχετικῶς μὲ τὰς προξενηθείσας ζημίας ἐκ χιονοπτώσεως εἰς τὰ ἐλαιόδενδρα Κοινοτήτων τινῶν τῆς νήσου Λέσβου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Ἡ ἐκεῖ Διεύθυνσις Γεωργίας διὰ τῶν τοπικῶν γεωπόνων ὑποδεικνύει εἰς τοὺς πληγέντας ἐλαιοπαραγωγοὺς τὰς ἐπιβαλλομένας καλλιεργητικὰς φροντίδας κλάδευμα κλπ. διὰ τὰ ζημιωθέντα ἐλαιόδενδρα πρὸς ἀποφυγὴν σοβαρᾶς διαταράξεως τῆς καρποφορίας, ἐπίσης διενεργεῖται ὑπὸ αὐτῆς ἐκτίμησις τῶν ζημιῶν καὶ καταγραφὴ τούτων. Ἀναλόγως τῆς ἐκτάσεως καὶ σημασίας τῶν ζημιῶν ἡ Ἀγροτικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος θὰ λάβῃ μέτρα ἀνακουφίσεως ὑπὲρ τῶν πληγέντων. Ἐπίσης γνωρίζομεν ὑμῖν, ὅτι ὁλοκληροῦται ἡ ὁριστικὴ μελέτη πρὸς ἀξιοποίησιν τῶν ὑδάτων τῆς λεκάνης τοῦ χειμάρρου Εὐεργετοῦλα τῆς Κοινότητος Ἱππείου. Διὰ τῆς μελέτης ταύτης προβλέπεται ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ ἀξιοποίησις τῶν ὑδάτων τῶν ὑπαρχουσῶν πηγῶν διὰ θερινὰς ἀρδεύσεις, ἀφ’ ἑτέρου δέ, ἡ ἀποφυγὴ τῶν ἐκ πλημμυρῶν ζημιῶν καὶ ἡ χρησιμοποίησις τῶν ὑδάτων τοῦ χειμάρρου, διὰ χειμερινὰς ἀρδεύσεις, ὑδρολιπάνσεις καὶ ἐμπλουτισμὸν ὑπογείων ὑδροφόρων ὁριζόντων, πρὸς ὠφέλειαν τῆς περιοχῆς. Ἐν Ἀθήναις τῇ 10 Μαρτίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ
γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Π. Πολυχρονίδη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1830)1340)14.2.62 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 439 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Π. Πολυχρονίδη, σχετικῶς μὲ τὴν μονιμοποίησιν τῶν ἐπὶ συμβάσει ὑπαλλήλων τῆς Α.Τ.Ε., ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ φέρωμεν εἰς γνῶσιν ὑμῶν καὶ τοῦ καταθέσαντος τὴν ἐρώτησιν κ. βουλευτοῦ τὰ κάτωθι: Κατὰ τὰς παρασχεθείσας ἡμῖν πληροφορίας ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας τῆς Α.Τ.Ε., ἡ Τράπεζα εἶχε προσλάβει δι’ ἀντιμετώπισιν ἐκτάκτων ὑπηρεσιακῶν ἀναγκῶν της, ἀριθμὸν ὑπαλλήλων, εἰς μὲν τὸ Κεντρικὸν Κατάστημα, βάσει τοῦ νόμου 5151)37, εἰς δὲ τὸ Ὑποκατάστημα διὰ τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ὑπηρεσίας συμμοριοπλήκτων καὶ τῶν ὁποίων ἡ μισθοδοσία βαρύνει εἰδικοὺς λογαριασμούς. Οἱ ἀνωτέρω προσελήφθησαν ἀρχικῶς ἐπὶ συμβάσει διὰ τρίμηνον χρονικὸν διάστημα. Ἔκτοτε δέ, διὰ τῶν συνεχῶν ἀνανεώσεων τῆς συμβάσεώς των, ἡ μετὰ τῆς Τραπέζης ὑπηρεσιακὴ σχέσις των ἔχει ἤδη λάβει τὴν μορφὴν συμβάσεως ἀορίστου χρόνου. Οὐδεμία ὑποχρέωσις ἀνελήφθη παρὰ τῆς Τραπέζης ἔναντι τούτων, διὰ τὴν ὁριστικὴν πρόσληψίν των ὡς μονίμων, οὔτε καὶ ἀντιμετωπίζεται παρόμοιον ζήτημα, καθ’ ὅσον συμφώνως πρὸς τὸν ἐν ἰσχύϊ ὀργανισμόν της καὶ τὰς σχετικὰς ἀποφάσεις τοῦ Διοικητικοῦ της Συμβουλίου, ἡ πρόσληψις τοῦ πάσης φύσεως μονίμου προσωπικοῦ ἐνεργεῖται μόνον κατόπιν διαγωνισμοῦ. Ἐὰν μελλοντικῶς αἱ ὑπηρεσιακαὶ ἀνάγκαι ἐπιβάλουν τὴν πρόσληψιν νέου προσωπικοῦ, θέλει προκηρυχθῆ διαγωνισμός, εἰς τὸν ὁποῖον δύνανται νὰ μετάσχουν καὶ οἱ ἐνδιαφερόμενοι, ἐφ’ ὅσον ἔχουσι τὰ σχετικὰ προσόντα. Ἐν Ἀθήναις τῇ 17 Μαρτίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ
δʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Θεοχαρίδη. Ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2843)5.3.1962 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη εἰς ἡμᾶς ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ Φλωρίνης κ. Δ. Θεοχαρίδη, περὶ τῶν λόγων τῆς ἐκτελέσεως ἑκουσίου ἀναδασμοῦ εἰς Ἀναργύρους Φλωρίνης, παρὰ τὴν μελετωμένην ἐκτέλεσιν τεχνικῶν ἔργων Χειμαδίτιδος κλπ., ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Ἡ πλειοψηφία τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Ἀνάργυροι, κληρούχων καὶ ἰδιοκτητῶν, περιλαμβάνουσα κατόχους ἐκτάσεων πλέον τοῦ ἡμίσεος τοῦ ὅλου ἀγροκτήματος τοῦ χωρίου των, ἐξεδήλωσεν εἰς εἰδικῶς συγκληθεῖσαν τὴν 6ην Σεπτεμβρίου 1959 Γενικὴν Συνέλευσιν, παρουσίᾳ καὶ ἐκπροσώπου τῆς Διευθύνσεως Γεωργίας Νομοῦ Φλωρίνης, τὴν ἐπιθυμίαν, ὅπως ἐφαρμοσθῇ ἀναδασμὸς εἰς τὴν περιοχὴν τοῦ χωρίου των. Ἀντίγραφον τοῦ συνταγέντος κατὰ τὴν συνέλευσιν ταύτην πρακτικοῦ καὶ ἔκθεσις Γεωπόνου τῆς ὑπηρεσίας περὶ τῆς σκοπιμότητος τοῦ ἀναδασμοῦ τούτου, ὑπεβλήθη ἡμῖν μετὰ σχετικῆς εἰσηγήσεως τῆς Διευθύνσεως Γεωργίας Ν. Φλωρίνης, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 8705)27.7.60 ἀναφορᾶς της. Οὕτω πληρουμένων τῶν προϋποθέσεων τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Α.Ν. 821)1948 «περὶ ἀναδιανομῆς τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων» καὶ δοθέντος, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα ἐκεῖνο δὲν ἦτο εἰσέτι γνωστὸν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ὅτι τμῆμα τι τοῦ ἐν λόγῳ ἀγροκτήματος θὰ ἐνέπιπτεν εἰς τὴν ζώνην τῶν μελετωμένων ἤδη ἔργων ἀξιοποιήσεως περιοχῆς Χειμαδίτιδος, προέβημεν εἰς τὴν ἔκδοσιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. Ε)30112)8.8.60 ἀποφάσεως ἡμῶν περὶ ἐκτελέσεως ἑκουσίου ἀναδασμοῦ εἰς τὸ ὑπ’ ὄψει ἀγρόκτημα. Εὐθὺς μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως ταύτης ἐγκατεστάθη εἰς Ἀναργύρους Τοπογραφικὸν συνεργεῖον τῆς Ὑπηρεσίας, ὅπερ ἤρχισε τὰς ἐργασίας ἀποτυπώσεως τῆς πρὸς ἀναδασμὸν περιοχῆς. Αἱ ἐργασίαι αὗται, ὁμοῦ μετὰ τῶν τῆς ποιοτικῆς ἐκτιμήσεως τῶν γαιῶν, συνεχίσθησαν καὶ κατὰ τὸ 1961. Περὶ τὸ τέλος τοῦ ἔτους τούτου καὶ ὅτε αἱ ἐργασίαι αὗται εἶχον περατωθῆ διὰ τὸ μεγαλύτερον μέρος τῆς πρὸς ἀναδασμὸν περιοχῆς καὶ ἐπέκειτο ἡ διενέργεια κληρώσεως τῶν νέων ἀγροτεμαχίων, προέκυψεν, ἀπὸ τὴν κατάρτισιν τῆς Γενικῆς Διατάξεως τῶν ὑπὸ μελέτην ἔργων ἀξιοποιήσεως Χειμαδίτιδος, ὅτι ἕνα τμῆμα τῆς ἀγροτικῆς περιοχῆς Ἀναργύρων περιελαμβάνετο ἐντὸς τῆς περιμέτρου τῶν ἔργων τούτων. Ἅμα τῇ ἐνημερώσει ἡμῶν περὶ τούτου ἐκ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 57152)7694)1536)21.11.61 ἐγγράφου τῆς ἁρμοδίας Ὑπηρεσίας Ἐγγείων Βελτιώσεων ἐξεδώσαμεν τὴν ὑπ’ ἀριθ. Ε)40810)28.12.61 διαταγὴν πρὸς τὴν Δ)νσιν Γεωργίας Ν. Φλωρίνης, περὶ ἀναστολῆς τοῦ ἐν λόγῳ ἑκουσίου ἀναδασμοῦ μέχρις ὁριστικῆς καταρτίσεως τῆς Γενικῆς Διατάξεως τῶν ἔργων Χειμαδίτιδος. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ τὸ οἰκεῖον Τοπογραφικὸν Συνεργεῖον, εἶχε προβῆ εἰς τὴν κλήρωσιν καὶ παράδοσιν τῶν νέων ἀγροτεμαχίων τῆς περιοχῆς τῆς ζώνης τῶν ἔργων, διὰ τὰ ὁποῖα ὅμως θὰ καταβληθῇ προσπάθεια ὅπως ἀναπροσαρμοσθῶσι πρὸς τοὺς ἄξονας τῶν ἐκτελεσθησομένων ἐν καιρῷ ἔργων Χειμαδίτιδος. Ἐν Ἀθήναις τῇ 9 Μαρτίου 1962
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Π. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
εʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Θ. Δούκα. Εἰς ἀπάντησιν τῶν ὑπ’ ἀριθ. 1018)116)1.2.1962 καὶ 1637)1179)12.2.62 ὑμετέρων ἐγγράφων, σχετικῶς μὲ τὴν μονιμοποίησιν τῶν ἐκτάκτων ὑπαλλήλων τῆς Α.Τ.Ε., ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ φέρωμεν εἰς γνῶσιν ὑμῶν τὰ ἀκόλουθα: Κατὰ τὰς παρασχεθείσας ἡμῖν πληροφορίας ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας τῆς Α.Τ.Ε., ἡ Τράπεζα εἶχε προσλάβει δι’ ἀντιμετώπισιν ἐκτάκτων ὑπηρεσιακῶν ἀναγκῶν της, ἀριθμὸν ὑπαλλήλων, εἰς μὲν τὸ Κεντρικὸν Κατάστημα βάσει τοῦ νόμου 5151)37, εἰς δὲ τὰ Ὑποκ)τα διὰ τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ὑπηρεσίας συμμοριοπλήκτων καὶ τῶν ὁποίων ἡ μισθοδοσία βαρύνει εἰδικοὺς λογαριασμούς. Οἱ ἀνωτέρω προσελήφθησαν ἀρχικῶς ἐπὶ συμβάσει διὰ τρίμηνον χρονικὸν διάστημα, ἔκτοτε δὲ διὰ τῶν συνεχῶν ἀνανεώσεων τῆς συμβάσεώς των, μετὰ τῆς Τραπέζης ὑπηρεσιακὴ σχέσις των ἔχει ἤδη λάβει τὴν μορφὴν τῆς συμβάσεως ἀορίστου χρόνου. Οὐδεμία ὑποχρέωσις ἀνελήφθη παρὰ τῆς Τραπέζης, ἔναντι τούτων, διὰ τὴν ὁριστικὴν πρόσληψίν των ὡς νομίμων, οὔτε καὶ ἀντιμετωπίζεται παρόμοιον ζήτημα, καθ’ ὅσον συμφώνως πρὸς τὸν ἐν ἰσχύϊ ὀργανισμόν της καὶ τὰς σχετικὰς ἀποφάσεις τοῦ Διοικητικοῦ της Συμβουλίου, ἡ πρόσληψις τοῦ πάσης φύσεως μονίμου προσωπικοῦ ἐνεργεῖται μόνον κατόπιν διαγωνισμοῦ. Ἐὰν μελλοντικῶς αἱ ὑπηρεσιακαὶ ἀνάγκαι ἐπιβάλουν τὴν πρόσληψιν νέου προσωπικοῦ, θέλει προκηρυχθῆ διαγωνισμός, εἰς τὸν ὁποῖον δύνανται νὰ λάβουν μέρος καὶ οἱ ἐνδιαφερόμενοι, ἐφ’ ὅσον ἔχουσι τὰ σχετικὰ προσόντα. Ἐν Ἀθήναις τῇ 10 Μαρτίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ
στʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Χ. Βασματζίδη. Ἐπὶ τῆς ἀπὸ 23.2.1962 ἐρωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Χρ. Βασματζίδη ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι τὸ θέμα τῆς καθιερώσεως ἐκπαιδευτικῶν μακροπροθέσμων ἀτόκων δανείων δι’ ἀνωτέρας σπουδὰς τέκνων ἀγροτῶν, τὰ ὁποῖα παρουσιάζουν εἰδικὰ προσόντα πρὸς τοῦτο, εἶναι ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας καὶ συνδέεται μὲ τὴν χορήγησιν ὑποτροφιῶν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας τοῦ Ἱδρύματος Κρατικῶν ὑποτροφιῶν κλπ. Χορήγησις τοιούτων δανείων ἐκ μέρους τῆς Α.Τ.Ε. δὲν προβλέπεται ὑπὸ τοῦ καταστατικοῦ νόμου αὐτῆς. Ἐν Ἀθήναις τῇ 16 Μαρτίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ
ζʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ε. Σακελλάρη καὶ Γ. Παπαδημητρίου. Ἐπὶ τῆς διὰ τοῦ ἀνωτέρω ἐγγράφου σας διαβιβασθείσης ἡμῖν ἐν θέματι ἐρωτήσεως, περὶ τῶν, ὑπὲρ τῶν πληγέντων ἐκ τοῦ παγετοῦ ἐλαιοπαραγωγῶν Φθιώτιδος, μέτρων τοῦ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργείου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ σᾶς γνωρίσωμεν ἐν συνεχείᾳ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 390)17.2.1962 ἐγγράφου μας, ὅτι ἅμα τῇ ἀναγγελίᾳ ἡμῖν τῆς ἐκ παγετοῦ ζημίας τῆς ἐλαιοπαραγωγῆς τῆς περιοχῆς Στυλίδος διετάξαμεν τὴν Διεύθυνσιν Γεωργίας Φθιώτιδος διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 10)2.1. 1962 διαταγῆς μας νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐξακρίβωσιν τῶν προξενηθεισῶν ζημιῶν καὶ νὰ ὑποβάλῃ ἡμῖν σχετικὴν ἔκθεσιν. Ἡ Διεύθυνσις Γεωργίας Φθιώτιδος διὰ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 57)4.1.1962 καὶ 157)9.1.1962 τηλεγραφικῶν ἀναφορῶν της ἀνέφερε ἡμῖν τὰ κατὰ Κοινότητα ποσοστὰ τῶν ζημιῶν, ἅτινα ἐκυμάνθησαν μεταξὺ 24 ἕως 30% τῆς παραγωγῆς ἐλαιοκάρπου εἰς 4 Κοινότητας τῆς περιφερείας Στυλίδος, εἰς 56% εἰς τὸν Δῆμον Στυλίδος καὶ 20% εἰς τὴν περιοχὴν Μώλου. Αἱ ζημίαι ὅμως αὗται, ὡς ἀνέφερεν ἡμῖν ἡ Δ)σις Γεωργίας Φθιώτιδος, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 310)10.1.1962 ἀναφορᾶς της ἐμειώθησαν σημαντικῶς διὰ τῆς ἀμέσου συλλογῆς καὶ ἐκθλίψεως τοῦ ζημιωθέντος καρποῦ τῇ συστάσει τῆς ἄνω Δ)σεως Γεωργίας πρὶν ἢ ὁ καρπὸς οὗτος καταστραφῇ, ἢ ὑποστῇ σῆψιν καὶ δώσῃ κακῆς ποιότητος ἔλαιον. Παρὰ τὰ ἀνωτέρω ἀπηυθύναμεν πρὸς τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν τὸ ὑπ’ ἀριθ. 231)10.2.1962 ἔγγραφόν μας, δι’ οὗ ἐδώσαμεν ἐντολὴν ὅπως χορηγήσῃ εἰς τοὺς σοβαρώτερον πληγέντας ἐκ τῶν ἐλαιοκαλλιεργητῶν τῶν ἄνω περιοχῶν τὰς ἀναγκαίας πιστωτικὰς διευκολύνσεις καὶ ἐνισχύσεις πρὸς συνέχισιν τῆς παραγωγικῆς των δραστηριότητος. Αὗται συνίστανται εἰς τὴν ἀναστολὴν εἰσπράξεως τῶν ληξιπροθέσμων ὀφειλῶν τῶν πληγέντων καὶ τὴν νέαν καλλιεργητικήν των δανειοδότησιν, διὰ τὴν καλλιεργητικὴν περίοδον, ἀνεξαρτήτως τῶν προηγουμένων ὀφειλῶν των, ἀλλ’ ἀναλόγως βεβαίως πάντοτε πρὸς τὰ ποσοστὰ τῶν ζημιῶν ἑκάστου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 16 Μαρτίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ
ηʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ε. Σακελλάρη καὶ Δ. Κελτεμλίδη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2831)2118)5.3.62 ὑμετέρου ἐγγράφου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ φέρωμεν εἰς γνῶσιν ὑμῶν καὶ τῶν ἐρωτώντων βουλευτῶν κ.κ. Εὐαγ. Σακελλάρη καὶ Δ. Κελτεμλίδη, τὰ κάτωθι: Κατὰ τὰς παρασχεθείσας ἡμῖν πληροφορίας διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 73)19)4.9.61 ἐγγράφου τῆς Α.Τ.Ε., αἱ ὀφειλαὶ τοῦ ἐκ Πηγῶν–Ἄρτης ἀγρότου Κ. Ἀντωνάκη ἀνέρχονται εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 75.000, ἅπασαι ἐν καθυστερήσει, σημαντικὸν δὲ μέρος τούτων τυγχάνει ληξιπρόθεσμον ἀπὸ τοῦ ἔτους 1953 καὶ 1954 ἄνευ καταβολῆς ἀξίας λόγου ἔκτοτε, ἔναντι τῶν ὀφειλῶν τούτων. Ἐκ τοῦ ὕψους τῶν ὡς ἄνω ὀφειλῶν καὶ ἐκ τοῦ χρόνου καθυστερήσεως καταφαίνεται, ὅτι ἡ Τράπεζα ἔδειξε κατανόησιν, ὡς πρὸς τὸν ρηθέντα πιστοῦχον της καὶ τὸν ἐβοήθησε κατ’ ἐπανάληψιν διὰ τὴν ἀνόρθωσιν τῆς οἰκονομίας του, διὰ τῆς παροχῆς ὅλων τῶν πρὸς τοῦτο μέσων καὶ πέραν ἀκόμη τῶν ἐπιτρεπομένων ὁρίων. Παρὰ ταῦτα οὗτος, ἐπέδειξε συστηματικὴν ἀσυνέπειαν, διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν πρὸς τὴν Τράπεζαν ὑποχρεώσεών του, καταβαλὼν ἐλάχιστα ποσά, ἔναντι τῆς ἐκ τῶν προσόδων του δυναμικότητός του καὶ ταῦτα κατόπιν τῶν ληφθέντων κατ’ αὐτοῦ μέτρων. Κατόπιν τούτου, εἶναι αὐτονόητον, ὅτι πᾶσα περαιτέρω ἐνίσχυσις τοῦ εἰρημένου ὑπὸ τὰς συνθήκας αὐτάς, δὲν εἶναι ἐπιτρεπτή, καθ’ ὅσον ὁ ἀνωτέρω ὑπερεξήντλησε τὰ ὅρια τῆς φερεγγυότητος καὶ ἀσφαλείας. Λόγῳ δὲ τῆς ρηθείσης τακτικῆς του, οὐδὲν ἀποτέλεσμα ἤθελε προκύψει ἐκ τῆς ἐκ νέου δανειοδοτήσεώς του, εἰ μὴ μόνον ἡ συσσώρευσις καὶ νέων ὀφειλῶν, ἥτις θὰ εἶχε ζημιογόνον ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς ὅλης οἰκονομίας του. Ἐν Ἀθήναις τῇ 10 Μαρτίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ
θʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Μ. Παπακωνσταντίνου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2814)2101 ἐγγράφου σας, ἔχομεν τὴν τιμὴν ἐπὶ τῆς διαβιβασθείσης ἡμῖν ὑπ’ ἀριθ. 646 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Μ. Παπακωνσταντίνου, ἀναφορικῶς μὲ τὴν διεκδικουμένην ὑπὸ τῆς Κοινότητος Ὀλυμπιάδος Κοζάνης βοσκὴν «Κούτλοβο», νὰ σᾶς γνωρίσωμεν τὰ κάτωθι: 1) Ἡ Κοινότης Ἀναργύρων Νομοῦ Φλωρίνης, τυγχάνει προσφυγικὴ καὶ τὰ μέλη της ἀπεκατεστάθησαν ἀγροτικῶς ὑπὸ τῆς τέως Ε. Α. Προσφύγων εἰς τὰς γαίας τοῦ Τουρκικοῦ χωρίου Ροῦδνικ, ἡ δὲ Κοινότης Ὀλυμπιάδος Νομοῦ Κοζάνης, εἶναι κεφαλοχώριον καὶ ἡ κτηματική της περιοχὴ πρὸς Βορρᾶν γειτνιάζει πρὸς τὴν τοιαύτην τῆς Κοινότητος Ἀναργύρων. Ἡ Κτηματικὴ περιοχὴ Ἀναργύρων διεμορφώθη κατὰ τὴν ἐν ἔτει 1929 γενομένην ἐκ μέρους τῆς τέως Ε.Α.Π. ὁριστικὴν διανομήν, καθ’ ἣν διενεμήθησαν οἱ ἀτομικοὶ κλῆροι τῶν κληρούχων καὶ καθωρίσθη δι’ ὁριογραμμῆς ἅπασα ἡ ὑπόλοιπος ἔκτασις, ἥτις καὶ ἀπετέλεσε τὴν κοινόχρηστον τοῦ συνοικισμοῦ ἔκτασιν. Ἡ ἀνωτέρω ὁριογραμμὴ προσδιορίζει τὰ ὅρια Ἀναργύρων–Ὀλυμπιάδος, περιλαμβάνει δὲ ἅπασαν τὴν ὑπὸ τῆς Κοινότητος Ὀλυμπιάδος διεκδικουμένην ἔκτασιν ὑπὸ τὴν ὀνομασίαν «Κούτλοβο», ἐκ στρεμμάτων 600 περίπου. Ἡ ἀνωτέρω ὁριστικὴ διανομὴ γενομένη ἐκ μέρους τῆς τέως Ε.Α.Π., ἐκυρώθη διὰ τοῦ νόμου 4857)1930 καὶ ἡ εἰς τὴν διανομὴν ταύτην περιληφθεῖσα ἔκτασις θεωρεῖται ἀπαλλοτριωθεῖσα βάσει τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ ἀνωτέρω νόμου 4857)1930, βάσει τοῦ ἄρθρου 119 τοῦ Δ)τος 1927, καθ’ ὃ μέρος ἐμπίπτει εἰς τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τούτου καὶ κατὰ τὸ ἄρθρον 19 τοῦ ἰδίου Δ)τος καθ’ ὃ μέρος αὕτη ἐξῃρεῖτο τῆς ἀπαλλοτριώσεως τοῦ ἄρθρου 119. Κατὰ τὸ ἔτος 1939, συνεπεία γενομένης νέας καταμετρήσεως τόσον εἰς Ἀναργύρους ὅσον καὶ εἰς γειτονικὰ κτήματα, ἐπελήφθη ἡ Ε. Α. Κοζάνης καὶ ἐξέδωσε τὴν ὑπ’ ἀριθ. 127)1939 ἀπόφασίν της, περὶ ἐπιλύσεως ἀμφισβητουμένων ὁριογραμμῶν μεταξὺ τῶν Κοινοτήτων Ἀναργύρων, Φιλώτας, Ὀλυμπιάδος καὶ Περδίκας, ἥτις ὅμως ἀνεκλήθη διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 13)1941 ἑτέρας αὐτῆς ἀποφάσεως, διότι ἐπελήφθη ἀναρμοδίως, ἤτοι διὰ κτήματα ὑπαγόμενα εἰς τὴν περιοχὴν τοῦ Νομοῦ Φλωρίνης. Ἀκολούθως, τοῦ θέματος ἐπελήφθη ἡ Ἐπιτροπὴ Ἀπαλλοτριώσεων Φλωρίνης, ἥτις διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 80)52 ἀποφάσεώς της, ἐπιλύουσα τὴν ἀμφισβήτησιν καὶ λαβοῦσα ὑπ’ ὄψει της τὴν ὑφισταμένην ὑπὲρ τῶν Ἀναργύρων ἀπαλλοτρίωσιν ἐκ τοῦ νόμου 4857)1930, παραχωρεῖ τὴν ἐπίδικον ἔκτασιν εἰς τὴν Κοινότητα Ἀναργύρων. Ἡ ἀνωτέρω ἀπόφασις τῆς Ε. Α. Φλωρίνης, συνεπεία προσφυγῆς τῆς Κοινότητος Φιλώτα, ἠκυρώθη διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1421)1953 ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, μὲ τὸ αἰτιολογικόν, ὅτι ἡ δημιουργηθεῖσα ἀμφισβήτησις δὲν ἀφορᾷ εἰς τὸ σύνολον τὰς παραχωρηθείσας πρὸς ἀποκατάστασιν ἀκτημόνων τῶν ὑπ’ ὄψει Κοινοτήτων ἐκτάσεις, ἀλλὰ στρέφεται περὶ τὰ ὅρια τῆς ἐκ τῆς ὅλης ταύτης ἐκτάσεως παραχωρηθείσης εἰς ἑκάστην ἐξ αὐτῶν, ἤτοι περὶ τὰ ὅρια τοῦ παραχωρηθέντος κατ’ ἔκτασιν συνεταιρικοῦ κλήρου καὶ ὅτι ἡ ἐπίλυσις τοιούτου περιεχομένου δὲν περιλαμβάνεται εἰς τὰς ἀμφισβητήσεις, περὶ ὧν τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Ἀγρ. Κώδικος, καθ’ ὅσον τοῦτο ἀφορᾷ εἰς ἐπίλυσιν ὁρίων ἀπαλλοτριωθεισῶν ἐκτάσεων. Ἀποκλεισθείσης οὕτω τῆς ἐκ μέρους τῆς Ε. Ἀπαλλοτριώσεων λύσεως τῆς διαφορᾶς, ἐπελήφθη αὐτῆς ἡ Διοίκησις καὶ συνέστησε διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. Ε. 41036)57 διαταγῆς της τριμελῆ ἐξ ἀνωτέρων ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου Ἐπιτροπήν, ἐπιφορτισθεῖσαν μὲ τὴν ἐπιτόπιον διερεύνησιν τοῦ θέματος. Πράγματι, ἡ συσταθεῖσα Ἐπιτροπὴ μετέβη ἐπὶ τόπου καὶ ἀφοῦ διηρεύνησε τὸ θέμα τόσον ἀπὸ οὐσιαστικῆς ἀπόψεως ὅσον καὶ ἀπὸ ἀπόψεως στοιχείων τοῦ φακέλλου, συνέταξε τὸ ἀπὸ 30.10.1957 πρακτικόν της, δι’ οὗ ἐδέχθη ὁμοφώνως, ὅτι ἡ ἐπίδικος ἔκτασις Κούτλοβο περιλαμβάνεται ἀναμφισβητήτως εἰς τὸ διάγραμμα διανομῆς τῆς τέως Ε.Α.Π. τοῦ κτήματος Ἀναργύρων Φλωρίνης καὶ εἶναι ἀπαλλοτριωμένη βάσει τοῦ νόμου 4857)1930 καὶ ἀπαρτίζει ἤδη τμῆμα τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 164 τοῦ Ἀγρ. Κώδικος κλήρου τῆς οἰκείας Κοινότητος Ἀναργύρων. Παρὰ ταῦτα καὶ ἐπειδὴ τμῆμα τῆς ἐκτάσεως ἤρχισεν ἐκχερσούμενον ἐκ μέρους κατοίκων Ἀναργύρων καὶ ἡ Κοινότης Ὀλυμπιάδος διεμαρτύρετο, ἡ ὑπηρεσία προσεπάθησε νὰ φέρῃ εἰς συμβιβασμὸν τὰς δύο Κοινότητας Ὀλυμπιάδος καὶ Ἀναργύρων, χωρὶς ὅμως ἀποτέλεσμα, διότι ἡ Κοινότης Ἀναργύρων ἔχουσα ὑπὲρ ἑαυτῆς τὰ δεδομένα τῆς ἀπαλλοτριώσεως καὶ συνεπῶς τὴν σύννομον ἐκ μέρους αὐτῆς κατοχὴν καὶ διαχείρισιν τῆς ἐκτάσεως, ἠρνήθη νὰ παραιτηθῇ τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς, τοὐναντίον δὲ χρωμένη τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 188 τοῦ Ἀγρ. Κώδικος, ἐζήτησε διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4)61 πρακτικοῦ της, τὴν διάθεσιν τῆς ὑπ’ ὄψει ἐκτάσεως, οὔσης καλλιεργησίμου καὶ ἐκχερσωθείσης καὶ καλλιεργουμένης κατὰ τὸ πλεῖστον πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ κλήρου τῶν τυχὸν ἀνεπαρκῶς ἀποκατεστημένων κληρούχων καὶ συνηγορούσης καὶ τῆς Δ)νσεως Γεωργίας Νομοῦ Φλωρίνης διὰ τὴν διάθεσιν τῆς ἐκτάσεως ταύτης, ἐξεδόθη ἡ ὑπ’ ἀριθ. 14182)3.6.61 ἀπόφασις ἡμῶν, δι’ ἧς ἐκ τῆς ἀνωτέρω ἐκτάσεως ἀπαρτιζομένης ἐκ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 1328 στρεμ. 233, 625 στρεμ. 226, 362 καὶ 1295 ἐκ στρεμ. 193.500 διετέθησαν βάσει τοῦ ἄρθρου 188 Δ. Κ. πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ κλήρου τῶν τυχὸν ἀνεπαρκῶς ἀποκατεστημένων κληρούχων Ἀναργύρων ἢ καὶ πρὸς ἀποκατάστασιν νέων ἀκτημόνων καλλιεργητῶν αἱ μέχρι τότε ἐκχερσωθεῖσαι καὶ καλλιεργούμεναι, ὡς αὗται ἤθελον καθορισθῆ ὑπὸ τῆς Δ)νσεως Γεωργίας Φλωρίνης, πρὸ πάσης διαθέσεως ἐκ μέρους τῆς Ε. Α. Φλωρίνης. Ἐν συνεχείᾳ ἐξεδόθη πρὸς τερματισμὸν τῆς ἐκκρεμότητος, ἡ ὑπ’ ἀριθ. 28687)25.8.61 διαταγή μας πρὸς τὴν Δ)νσιν Γεωργίας Φλωρίνης, ὅτι ἡ ὑπόλοιπος μὴ ἐκχερσωθεῖσα ἔκτασις Κούτλοβο, ἀπαρτίζουσα τμῆμα τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 164 τοῦ Α. Κ. κλήρου τῆς Κοινότητος Ἀναργύρων, ἀνήκει εἰς τὴν διαχείρισιν αὐτῆς. Ἤδη, ἡ αὐτὴ Κοινότης Ἀναργύρων, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 52)1961 πρακτικοῦ της, ὑποβληθέντος ἡμῖν διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 8191)7.2.1962 ἀναφορᾶς τῆς Διευθύνσεως Γεωργίας Φλωρίνης, ζητεῖ τὴν διάθεσιν καὶ τῆς ὑπολειφθείσης ἐκ στρεμ. 293.487 ἐκτάσεως δι’ ἀκτήμονας τῆς περιοχῆς της καὶ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ κλήρου τῶν παλαιῶν κληρούχων καὶ πρόκειται καὶ ἐπὶ τοῦ αἰτήματος τούτου ν’ ἀποφανθῶμεν σχετικῶς. Ἐν ὄψει τοῦ ἀναπτυχθέντος ἱστορικοῦ τοῦ ζητήματος, σαφῶς προκύπτει, ὅτι αἱ ὑπ’ ἀριθ. 14182)1951 καὶ 28687) 1961 ἡμέτεραι πράξεις ἐξεδόθησαν βάσει κειμένων διατάξεων τοῦ Ν. 4857)1930 καὶ τοῦ Ἀγροτικοῦ Κώδικος καὶ ἡ ἀνάκλησίς των δὲν συγχωρεῖται, διότι θὰ ἔχῃ ὡς συνέπειαν νὰ θιγοῦν κεκτημένα δικαιώματα τῆς Κοινότητος Ἀναργύρων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 9 Μαρτίου 1962.
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Π. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
VII) Τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Θεμελῆ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2720)1.3.1962 ὑμετέρου ἐγγράφου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Θεμελῆ, ἐγνωρίσαμεν εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους, διὰ τοῦ κοινοποιηθέντος καὶ ὑμῖν ὑπ’ ἀριθ. Α. 3860)8.3.1962 ἡμετέρου ἐγγράφου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 10 Μαρτίου 1962.
Ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς
Κ. ΒΕΝΑΡΔΗΣ
ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
Ἀριθ. πρωτ. Α. 3860. Πρὸς Τοὺς κ.κ. Χρῆστον Δ. Βάρδαν καὶ Κ. Καλλινδέρην Εἰς ἀπάντησιν σχετικῆς αἰτήσεως ὑμῶν, διαβιβασθείσης ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1712)230 ἐ.ἔ. ἐγγράφου τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων (Διεύθυνσις Νομοθετικῶν καὶ Νομοπαρασκευαστικῶν Ἐργασιῶν), περὶ ἐπεκτάσεως τῶν εὐεργετικῶν διατάξεων τοῦ Ν. Δ. 3873)1957 καὶ εἰς τοὺς πολιτικοὺς συνταξιούχους, ἀνακοινοῦμεν τὰ κάτωθι: Δὲν δυνάμεθα νὰ εἰσηγηθῶμεν τὴν ἐπέκτασιν τῶν διὰ τοῦ ὡς ἄνω Ν. Δ. 3783)1957 προβλεπομένων ἀπαλλαγῶν ἐκ τῶν τελῶν χαρτοσήμου τῶν στεγαστικῶν δανείων καὶ τοῦ φόρου μεταβιβάσεως ἀκινήτων κατὰ τὴν ὑπ’ αὐτῶν ἀγορὰν ἀκινήτου πρὸς ἀπόκτησιν κατοικίας, καθ’ ὅσον πρόκειται νὰ καταργηθῶσι καὶ αἱ ἤδη ὑφιστάμεναι φορολογικαὶ ἀπαλλαγαὶ ὑπὲρ τῶν ἐν ἐνεργείᾳ δημοσίων ὑπαλλήλων κλπ. Ἐν Ἀθήναις τῇ 8 Μαρτίου 1962.
Ὁ Ὑπουργὸς
Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Μπακατσέλου. Εἰς ἀπάντησιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 584 ἐρωτήσεως, ἐν σχέσει μὲ τὴν περικοπὴν τῶν διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 264532)1961 ἀποφάσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν χορηγηθέντων εἰς τοὺς ἐφοριακοὺς ὑπαλλήλους, τοὺς Ἐπιθεωρητὰς Οἰκονομικῶν Ἐφοριῶν κλπ. κατ’ ἀποκοπὴν ἐξόδων κινήσεως, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλήν, ὅτι μετ’ ἐπισταμένην ἔρευναν τῶν δημοσιονομικῶν προβλημάτων κατέληξα εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι μέχρις οὗ ἡ βαθμιαία ἐκτέλεσις τοῦ πρὸ ἐλαχίστων ἡμερῶν κατατεθέντος Προϋπολογισμοῦ παράσχῃ βεβαίας ἀποδείξεις, ὅτι αἱ προβλέψεις τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων ὀρθῶς ἔχουσι καὶ ἁρμονικῶς συμβαδίζουν, δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀντιμετωπίσῃ νέαν, ὑπὸ οἱανδήποτε μορφήν, καθολικὴν ἢ μερικήν, ἀναπροσαρμογὴν τῶν ἀμοιβῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἄνευ δημοσιονομικοῦ ἀνοίγματος, θέτοντος ἐν ἀμφιβολίᾳ τὴν οἰκονομικὴν ἰσορροπίαν καὶ τὴν σταθερότητα τοῦ νομίσματος. Ἐν Ἀθήναις τῇ 19 Μαρτίου 1962.
Ὁ Ὑπουργὸς
Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ
γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Χριστοπούλου. Εἰς ἀπάντησιν τῆς διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2719 τῆς 1 Μαρτίου ἐ.ἔ. ὑμετέρου ἐγγράφου διαβιβασθείσης ὑπ’ ἀριθ. 623 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Χριστοπούλου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι τὸ ἐν τῇ ἐρωτήσει ταύτῃ θέμα ἔχει ρυθμισθῆ διὰ τοῦ ἐδαφίου 8 τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ Ν. Δ. 3768 τοῦ 1957, εἰς ὃ ὁρίζεται, ὅτι τὸ εἰς σύνταξιν δικαίωμα τῶν ἀπολυθέντων ἀπὸ 1ης Νοεμβρίου 1950 καὶ ἐντεῦθεν ἢ ἀπολυομένων τῆς ὑπηρεσίας λόγῳ ὁρίου ἡλικίας κρίνεται κατὰ τὰς διατάξεις, τὰς ἰσχυούσας κατὰ τὸν χρόνον τῆς καταλήψεώς των ὑπὸ τοῦ ὁρίου ἡλικίας καὶ συνεπῶς οὐδεὶς λόγος συντρέχει νὰ ληφθῇ ἑτέρα μέριμνα περὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 17 Μαρτίου 1962.
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ
VIII) Τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Σκορδίλη. Εἰς ἀπάντησιν τῆς διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1999)1962 ἐγγράφου ὑμῶν διαβιβασθείσης ἡμῖν ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Σκορδίλη, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ σᾶς γνωρίσωμεν, ὅτι κατόπιν τῶν ὑπ’ ἀριθ. 42 ἀπὸ 11.1.1962 καὶ 160 ἀπὸ 14.2.1962 ἀναφορῶν τοῦ Ὑποθηκοφυλακείου Πειραιῶς, ἐνεκρίθη παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Συμβουλίου ἡ χορήγησις πιστώσεως δραχμῶν 8.000 διὰ τὴν ἀντικατάστασιν ἐφθαρμένων εὑρετηρίων τοῦ Ὑποθηκοφυλακείου Πειραιῶς, ὡς καὶ δραχμῶν 5.000 διὰ τὴν βιβλιοδέτησιν μεταγραφέντων ἐγγράφων. Ἡ κοινοποίησις τῶν σχετικῶν ἀποφάσεών μας ὑπ’ ἀριθ. 6173 καὶ 20299 ἐ.ἔ., θέλει γίνει εὐθὺς ἅμα τῇ ἐνάρξει ἐκτελέσεως τοῦ νέου προϋπολογισμοῦ. Ἐν Ἀθήναις τῇ 15 Μαρτίου 1962.
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Π. Βαρδινογιάννη. Εἰς ἀπάντησιν τῆς διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2838)3.3.1962 ἐγγράφου ὑμῶν διαβιβασθείσης ἡμῖν ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Ρεθύμνης κ. Π. Βαρδινογιάννη, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς Πρωτοδικῶν Ρεθύμνης, Ἰωάννης Λιαπῆς ἐτοποθετήθη ἐκεῖ κατὰ προαγωγήν, δυνάμει τῆς 1.2.1961 ἀποφάσεως τοῦ Ἀνωτάτου Δικ. Συμβουλίου. Ὁ περὶ οὗ πρόκειται Εἰσαγγελεύς, εὐθὺς μετὰ τὴν τοποθέτησίν του καὶ πρὸ τῆς μεταβάσεως εἰς Ρέθυμνον, δι’ αἰτήσεώς του ἐζήτησε τὴν μετάθεσίν του εἰς ἄλλην Εἰσαγγελίαν, διὰ λόγους οἰκογενειακοὺς καὶ ἐπὶ πλέον ἐξ εὐθιξίας, δεδομένου, ὅτι ὁ πενθερός του κατάγεται ἐκ τῆς περιφερείας τοῦ Πρωτοδικείου Ρεθύμνης καίτοι δὲν συνιστᾷ κατὰ νόμον (ἄρθρον 6 Κωδ. Νόμου 3641) κώλυμα ἐντοπιότητος ἡ καταγωγὴ τοῦ πενθεροῦ. Ἡ αἴτησίς του αὕτη διεβιβάσθη εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικ. Συμβούλιον διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 35707)31.3.1961 ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου τούτου. Ἤδη, κατόπιν νεωτέρας αἰτήσεως τοῦ αὐτοῦ Εἰσαγγελέως διαβιβάζομεν ἐκ νέου εἰδικὸν ἐρώτημα πρὸς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον. Ἐξ ἐγγράφου τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Κρήτης προκύπτει, ὅτι ἡ σύζυγος τοῦ περὶ οὗ πρόκειται Εἰσαγγελέως ἐγεννήθη ἐν Ἀθήναις. Ἐν Ἀθήναις τῇ 15 Μαρτίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
ΙΧ) Τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνιῶν. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Α. Μπριλλάκη, Γ. Λαμπράκη, Ε. Μπενᾶ καὶ Ι. Παπαδημητρίου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1600)10.2.1962 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 420 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Α. Μπριλλάκη, Γ. Λαμπράκη, Ε. Μπενᾶ καὶ Ι. Παπαδημητρίου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ ἀκόλουθα: 1. Οἱ Ε.Η.Σ., συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 44 τῆς ἀπὸ 16) 17 Ὀκτωβρίου 1925 Συμβάσεως, κανονίζουν τὰς ὥρας τῶν δρομολογίων τῶν ὀχημάτων των κατὰ τὴν κρίσιν των, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως, ὅτι ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει ταῦτα θὰ ὑπερβαίνωσι τὰ δέκα πέντε λεπτὰ (15) ἐπὶ τῶν γραμμῶν τῆς πόλεως. Παρὰ ταῦτα, ὅμως, εἰς τὴν γραμμὴν Λιπασμάτων Πειραιῶς, κατὰ τὰς ὥρας τῆς μεγίστης ἐπιβατικῆς κινήσεως, ἐκτελοῦνται δρομολόγια ἀνὰ 4′, 5′, 6′ λεπτά. 2. Ὅσον ἀφορᾶ τὰ ἀπὸ τῆς 9ης μέχρι τῆς 11ης νυκτερινῆς ὥρας δρομολόγια τῆς ὑπ’ ὄψει γραμμῆς, μετὰ τὴν προσθήκην δύο εἰσέτι λεωφορείων, ἐκτελοῦνται ἀνὰ δέκα πέντε λεπτὰ(15′). Ἐν Ἀθήναις τῇ 14 Μαρτίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ
Χ) Τοῦ Ὑπουργείου Κοινωνικῆς Προνοίας. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Σ. Ἀλλαμανῆ. Ἐν σχέσει πρὸς τὴν διαβιβασθεῖσαν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1837)ἐ.ἔ. ὑμετέρου ἐγγράφου ὑπ’ ἀριθ. 446 ἐρώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Σ. Ἀλλαμανῆ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν, ὅτι εἰς τὸ πρόγραμμα τοῦ Ὑπουργείου περιλαμβάνεται κατ’ ἀρχὴν ἡ ἐνίσχυσις εἰς τρόφιμα ὅλων τῶν πληθυσμῶν βορείων περιφερειῶν τῆς Ἑλλάδος, οἵτινες ἔχουσι μεγαλυτέραν ἀνάγκην ἰδίᾳ κατὰ τοὺς χειμερινοὺς μῆνας. Ὁσάκις ὅμως ἐμφανίζονται περιπτώσεις ἐνισχύσεως τῶν πληθυσμῶν καὶ ἑτέρων περιοχῶν, συνεπείᾳ θεομηνιῶν ἢ ἄλλων δυσμενῶν καιρικῶν συνθηκῶν τὸ Ὑπουργεῖον πάντοτε ἔρχεται ἀρωγὸν καὶ εἰς τὰς περιπτώσεις ταύτας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 9 Μαρτίου 1962
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Ι. ΨΑΡΡΕΑΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Κοκκέβη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2844)5.3.1962 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 676 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ἀνδρέα Κοκκέβη, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι κατηρτίσθη σχέδιον Β. Διατάγματος, περὶ ἱδρύσεως ἐντὸς τοῦ Νομοῦ Ἀττικῆς τριῶν ἑτέρων Ἰατρικῶν Συλλόγων (δύο εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Ὑγειονομικοῦ Κέντρου Ἀττικῆς καὶ ἑνὸς εἰς τὴν τοῦ Πειραιῶς). Ἡ ἵδρυσις τῶν Ἰατρικῶν τούτων Συλλόγων ὑπαγορεύεται ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι ὁ μέγας ἀριθμὸς Ἰατρῶν, ὁ ὁποῖος συνεκεντρώθη εἰς τὴν περιφέρειαν τῆς τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης ὑπερβαίνων κατὰ πολὺ τοὺς 5.000, καθιστᾷ ἀδύνατον τὴν ἐν γένει παρακολούθησιν τῆς ἀσκήσεως τοῦ ἰατρικοῦ ἐπαγγέλματος τὴν ἐποπτείαν ἐπὶ τῶν συλλόγων τούτων καὶ ἑπομένως τὴν πραγμάτωσιν τῶν σκοπῶν, οὓς ὁ νόμος τάσσει διὰ τοὺς Ἰατρικοὺς Συλλόγους. Ἐν Ἀθήναις τῇ 10 Μαρτίου 1962
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Ι. ΨΑΡΡΕΑΣ
ΧΙ) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν. Ἐν σχέσει πρὸς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 2316 ἀπὸ 24.2.1962 ὑμέτερον, ἀφορῶν εἰς ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ σχετικὴν μὲ δῆθεν ἀναληφθείσας ὑφ’ ἡμῶν ὑποχρεώσεις εἰς περίπτωσιν χηρείας τοῦ Πατριαρχικοῦ Θρόνου Ἀλεξανδρείας, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι προέβημεν ἤδη τὴν 16ην Φεβρουαρίου ἐ.ἔ. εἰς ρητὴν διάψευσιν τῆς ἐν προκειμένῳ εἰδήσεως, τονίσαντες, ὅτι ὄχι μόνον δὲν συνεζητήθη τοιοῦτον θέμα, ἀλλ’ οὐδὲ κἂν ἐθίγη ἔστω καὶ ὑπὸ μορφὴν ὑπαινιγμοῦ. Ἐν Ἀθήναις τῇ 14 Μαρτίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Ε. ΑΒΕΡΩΦ
ΧΙΙ) Τῆς Προεδρίας Κυβερνήσεως. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Α. Γιάννου καὶ Σ. Ἡλιοπούλου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1642)12.2.62 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 410 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Α. Γιάννου καὶ Σ. Ἡλιοπούλου, περὶ προστασίας δικαιωμάτων ἰδιοκτητῶν τῆς περιοχῆς τῆς Ἀκαδημίας Πλάτωνος ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσωμεν, ὅπως πληροφορήσητε τοὺς καταθέσαντας κ.κ. συναδέλφους, ὅτι ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ὑπηρεσία, πρὸς προστασίαν τοῦ ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Ἀριστόφρονος δωρηθέντος εἰς τὸ Δημόσιον χώρου (Ἀκαδ. Πλάτωνος), προέβη εἰς τὴν κήρυξιν αὐτοῦ ὡς ἀρχαιολογικοῦ. Ἀλλ’ ἡ κήρυξις τοῦ εὐρυτέρου τούτου χώρου, ὡς ἀρχαιολογικοῦ, δὲν προϋποθέτει οὔτε δήμευσιν, οὔτε καὶ στέρησιν δικαιωμάτων οἰκοδομήσεως τῶν ἰδιοκτητῶν, ἁπλῶς δέ, μόνον οἱ ἐνδιαφερόμενοι εἶναι ὑποχρεωμένοι, ὅπως ἐκτὸς τῆς ἀδείας τῆς Πολεοδομικῆς Ὑπηρεσίας, λαμβάνωσι καὶ ἔγκρισιν τῆς ἀρχαιολογικῆς, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 50 τοῦ κ.ν. 5351)1932 «περὶ ἀρχαιοτήτων». Μόνον μικρὸς χῶρος, ἀνερχόμενος εἰς 49.491 τετρ. μέτρα ἐντὸς σχεδίου πόλεως καὶ εἰς 72.150 τετρ. μέτρα ἐκτὸς σχεδίου Πόλεως, ἀπεφασίσθη ὅπως θεωρηθῇ ὡς ἀπαλλοτριωτέος. Δέον ὅμως νὰ σημειωθῇ, ὅτι καὶ ἐκ τούτου τὰ πεντήκοντα (50) περίπου στρέμματα, μετὰ πολλῶν οἰκιῶν, εἶναι ἰδιοκτησία τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ὑπηρεσίας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 14 Μαρτίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΜΑΚΡΗΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ν. Κιτσίκη, Α. Γιάννου καὶ Σ. Ἡλιοπούλου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2066)19.2.62 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 486 ἀπὸ 14. 2.62 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ν. Κιτσίκη, Α. Γιάννου καὶ Σ. Ἡλιοπούλου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσωμεν ὑμᾶς, ὅπως πληροφορήσητε τοὺς καταθέσαντας τὴν ἐρώτησιν κ.κ. συναδέλφους, ὅτι ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ὑπηρεσία οὐδέποτε ἀπησχολήθη μὲ θέμα μεταφορᾶς τοῦ Βυζαντινοῦ καὶ Χριστιανικοῦ Μουσείου, ὅπερ νόμῳ ἐπιπροσθέτως ἀποτελεῖ εἰδικῶς προστατευόμενον νεώτερον μνημεῖον, λόγῳ τῆς ἀρχιτεκτονικῆς του σπουδαιότητος. Ἐν Ἀθήναις τῇ 14 Μαρτίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΜΑΚΡΗΣ
γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Λ. Μπουρνιᾶ καὶ Δ. Πατέρα. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2025)19.2.62 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 488 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Λ. Μπουρνιᾶ καὶ Δ. Πατέρα, περὶ καθυστερήσεως ἀνεγέρσεως τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου Χίου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσωμεν ὑμᾶς, ὅπως πληροφορήσητε τοὺς καταθέσαντας τὴν ἐρώτησιν κ.κ. συναδέλφους, ὅτι τὸ ζήτημα ἐκκρεμεῖ εἰσέτι, διότι ὁ Δῆμος Χίου δὲν ἔχει ἀκόμη παραχωρήσει τὸ κατάλληλον οἰκόπεδον, τὸ ὁποῖον ὑπεσχέθη. Ἤδη πληροφορούμεθα, ὅτι ἡ παραχώρησις τοῦ οἰκοπέδου ἀπεφασίσθη, καίτοι ἡ Ὑπηρεσία δὲν ἔχει ἐπίσημον γνῶσιν περὶ τούτου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 14 Μαρτίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΜΑΚΡΗΣ
Καταχωρίζεται ἐπιστολὴ τοῦ Προέδρου τῆς ΕΔΑ, ἔχουσα οὕτω: «Ἀθῆναι, 20 Μαρτίου 1962 Πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς Κύριε Πρόεδρε, Δραματικαὶ καὶ πλήρεις ἀγανακτήσεως, εἶναι αἱ κινητοποιήσεις τῶν καπνοπαραγωγῶν καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν τῆς Μακεδονίας καὶ Θράκης. Γνωρίζετε ὑμεῖς, ὁλόκληρος ἡ Βουλή, ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ καὶ ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων, λόγῳ τῆς προσφάτου περιοδείας του εἰς τὰς ἀναφερθείσας περιοχάς, ὅτι εἴς τινας περιπτώσεις οἱ καπνοπαραγωγοὶ ἔφθασαν μέχρι καὶ ἐξεγέρσεων. Τὰ γεγονότα ταῦτα προεκλήθησαν ἀπὸ τὴν ἀνελέητον ἐκ μέρους τῶν ὠργανωμένων ξενοελληνικῶν καπνεμπορικῶν συμφερόντων καταλήστευσιν τῶν καπνοπαραγωγῶν καὶ σειρὰν πράξεων καὶ παραλείψεων τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἁρμοδίων ἐπὶ τοῦ θέματος Ὑπουργῶν καὶ Κρατικῶν ὀργανώσεων. Διότι οὗτοι ἀπέφυγον ἢ παρέλειψαν νὰ ἐνημερώσουν ἐγκαίρως καὶ ἐγκύρως τοὺς καπνοπαραγωγοὺς διὰ τὴν ἀνυψωτικὴν τάσιν τῆς καπναγορᾶς, ἐνῷ αὕτη ἦτο ἢ ὤφειλε νὰ εἶναι γνωστὴ εἰς αὐτούς. Διὰ τοὺς ἀνωτέρω λόγους παρακαλοῦμεν, κ. Πρόεδρε, κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ γράμματος καὶ τοῦ πνεύματος τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, νὰ μεριμνήσητε, ὥστε ἡ ἀπὸ 2 Μαρτίου ὑπ’ ἀριθ. 669 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν τῆς Ε. Δ.Α., ἀχθῇ ἀμέσως πρὸς συζήτησιν ἐνώπιον τοῦ Σώματος. Σημειῶ, κ. Πρόεδρε, ὅτι ὑπάρχει ἀσφαλὴς ἡ πρόβλεψις καὶ ὁ κίνδυνος νὰ συνεχισθῇ καὶ ἐπεκταθῇ ἡ ἐξέγερσις τῶν καπνοπαραγωγῶν ἀφ’ ἑνός, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ ὑποστοῦν οὗτοι οἰκονομικὴν συντριβήν, ἡ δὲ Ἐθνικὴ Οἰκονομία νὰ ἀπολέσῃ μέγιστα ὠφέλη, ἐὰν δὲν ληφθοῦν τὰ ἐπιβαλλόμενα μέτρα. Παραθέτομεν, κ. Πρόεδρε, τὸ κείμενον τῆς ὡς ἄνω ἐρωτήσεώς μας. «Σύσσωμος ὁ καπνοπαραγωγικὸς κόσμος τῆς χώρας, ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον καὶ αἱ ὀργανώσεις του ἔχουν ἐξεγερθῆ καὶ καταγγέλλουν ἐντόνως τὴν ἁρπακτικὴν τακτικὴν τῶν καπνεμπόρων, οἱ ὁποῖοι κατόπιν κοινῆς μεταξὺ των συμφωνίας ἐπιδιώκουν νὰ σφετερισθοῦν τὰ καπνὰ τῶν παραγωγῶν διὰ τῆς προσφορᾶς χαμηλῶν τιμῶν. Δυστυχῶς, εἰς τὴν ἐξουθενωτικὴν αὐτὴν προσπάθειάν των εὑρίσκουν, ὡς καταγγέλλεται, συμπαραστάτην καὶ ὑποστηρικτὴν τὸν Ἑλληνικὸν Ὀργανισμὸν Καπνοῦ, ὁ ὁποῖος, ἀντί, ὡς ἐκ τῆς ἀποστολῆς του τοὐλάχιστον, νὰ συνταχθῇ μὲ τοὺς παραγωγούς, ἔχει ἐξαπολύσει κατ’ αὐτῶν προπαγάνδαν δυσφημήσεως, ὅτι δῆθεν ἐπιδιώκουν ὑπερβολικὰς τιμάς, ἡ ὁποία μόνον τοὺς καπνεμπόρους ὠφελεῖ. Οἱ παραγωγοὶ δὲν ἐπιδιώκουν παρὰ ἱκανοποιητικὰς τιμάς, ἀνταποκρινομένας πρὸς τὰς διεθνεῖς τοιαύτας, αἱ ὁποῖαι ἐφέτος παρουσιάζουν ἄνοδον καὶ καλυπτούσας τὰ ἔξοδά των, εἰς τὰ ὁποῖα περιλαμβάνονται καὶ αἱ δαπάναι διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν ἐκ τοῦ περονοσπόρου ζημιῶν. Δεδομένου, ὅτι τὸ δίκαιον τῶν καπνοπαραγωγῶν εἶναι ἀναμφισβήτητον, φρονοῦμεν, ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ἄμεσος παρέμβασις τοῦ Κράτους πρὸς προστασίαν τῶν καπνοπαραγωγῶν διὰ τοῦ καθορισμοῦ ἱκανοποιητικῆς τιμῆς ἀσφαλείας, προθεσμίας ἐγκαίρου λήξεως τῶν ἀγορῶν καὶ ἐξαγορᾶς τῶν καπνῶν ὑπὸ τοῦ Ε.Ο.Κ. ἐν περιπτώσει ἐμμονῆς τῶν καπνεμπόρων εἰς τὴν ἀντιαγροτικὴν τακτικήν των. Καὶ συγχρόνως δέον νὰ παύσῃ ὁ Ε.Ο.Κ. ὑποστηρίζων διὰ τῶν ἐνεργειῶν του τοὺς καπνεμπόρους. Ἐρωτῶνται οἱ κ.κ. Ὑπουργοί, πῶς πρόκειται νὰ ἀντιμετωπίσουν τὸ ζήτημα, εἰς τρόπον ὥστε νὰ προστατευθοῦν οἱ καταχρεωμένοι καπνοπαραγωγοὶ ἀπὸ τὴν ἁρπακτικὴν βουλιμίαν τῶν καπνεμπόρων.
Μετὰ τιμῆς
ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ».
§3Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, μίαν παρατήρησιν.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀκούσω, κ. Διαμαντόπουλε.
§5Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κανονικῶς, ἀνεγνώσθησαν αἱ ἀναφοραί. Θὰ ἤθελα νὰ παρακαλέσω, εἰς τὸ ἑξῆς, ὅταν ἀναγινώσκωνται αἱ ἀναφοραὶ νὰ ἀναφέρηται ἡ ἡμερομηνία καταθέσεως, διότι ἡμεῖς οἱ βουλευταί, ἐκτιθέμεθα, διότι φαίνεται, ὅτι μία ἀναφορά, τὴν ὁποίαν ἔχομεν καταθέσει ἀπὸ καιροῦ δι’ ἕν ἐπεῖγον θέμα, ἔρχεται σήμερον εἰς τὰ πρακτικά, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν θὰ φαίνεται ἡ ἡμερομηνία καταθέσεως καὶ ἐκτίθενται οἱ βουλευταί.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε βουλευτά, εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, ἡ ὁποία ἐκτυποῦται, ἡ ὁποία περιλαμβάνει τὸ σύνολον τῶν κατατεθεισῶν, ὄχι αὐτῶν ποὺ θὰ συζητηθοῦν ὡρισμένην ἡμέραν, φαίνεται καὶ ὁ ἀριθμὸς καὶ ἡ χρονολογία καταθέσεως. Συνεπῶς, εἶναι εὐχερὲς νὰ τὸ ἴδητε.
§7Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὰ πρακτικά, ἐὰν τὰ πάρητε σήμερον, θὰ ἴδητε, ὅτι ὅλαι αἱ ἀναφοραὶ ποὺ κατετέθησαν χθὲς δὲν ἀναφέρουν ἡμερομηνίαν καταθέσεως. Νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι μία παράλειψις.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Διαμαντόπουλε, ἴσως δὲν ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας, ὅτι ὑπάρχει καὶ μία γενικὴ Ἡμερησία Διάταξις ὅλων τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων.
§9Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποτιμᾶτε πολὺ τὴν νοημοσύνην μου, κ. Πρόεδρε.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκείνη ἡ Ἡμερησία Διάταξις, ἡ ὁποία εἶναι καὶ μεγάλη, διότι περιλαμβάνει ὅλας τὰς ἀναφοράς, ἐκείνη ἔχει καὶ τὸν ἀριθμὸν καὶ τὴν χρονολογίαν καταθέσεως.
§11Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ γνωρίζω κύριε Πρόεδρε, ἀλλὰ παρακαλῶ, ὅπως ἀναγράφεται καὶ εἰς τὰ πρακτικὰ ἡ ἡμερομηνία τῆς καταθέσεως.
§12Ν. ΣΤΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰς τὴν γενικὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, κ. Πρόεδρε, δὲν ἀναγράφεται ἡ ἡμερομηνία καταθέσεως, οὔτε ἀριθμός, δεδομένου, ὅτι αἱ ἀναφοραὶ δὲν πρωτοκολλῶνται.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Συνεχίζεται ἡ μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τῆς προτάσεως «περὶ τροποποιήσεως, συμπληρώσεως καὶ ἀντικαταστάσεως διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς». Ὑπάρχουν ἐγγεγραμμένοι, ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, εἰσέτι 8. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς, ἔχει τὸν λόγον. (Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τὴν Προεδρικὴν ἕδραν, καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Α. Μίχας).
§14Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ δημοκρατικὸν Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, τὸ ὁποῖον ὑπηρετεῖ ἡ αἴθουσα αὐτή, εἶναι πολίτευμα εὐγενές, διότι ἐκφράζει τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν ἀνθρώπων, τῶν πολιτῶν, ἀλλὰ καὶ τὴν κυριαρχίαν καὶ τὴν δύναμιν τοῦ λαοῦ. Τὸ πολίτευμα αὐτό, διὰ νὰ διαμορφωθῇ, ὡς διεμορφώθη καὶ λειτουργήσῃ, ὡς λειτουργεῖ σήμερον, κατὰ καιροὺς ὑπέστη διαφόρους μεταβολάς, ὕστερα ἀπὸ ἀγῶνας πολλούς, τοὺς ὁποίους ἔκαμαν οἱ ἄνθρωποι, διὰ νὰ κατακτήσουν τὸ ἀγαθὸν τῆς ἐλευθερίας. Ἐνθυμηθῆτε τὴν ἀρχαίαν Ἑλλάδα. Τὸ δικαίωμα τῆς συμμετοχῆς εἰς τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Δήμου, τὸ εἶχεν ὡρισμένη τάξις ἀνθρώπων καί, ἐκ παραλλήλου, ἴσχυεν ὁ θεσμὸς τῆς δουλείας. Σήμερον ὁ θεσμὸς τῆς δουλείας δὲν ὑπάρχει καὶ ἡ συμμετοχὴ εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος εἶναι καθολικὴ καὶ δι’ αὐτό, θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξάρωμεν καὶ νὰ ἐξαίρωμεν πάντοτε τὸν θεσμὸν καὶ νὰ ἀσκοῦμεν τὸ λειτούργημά μας μὲ φόβον Θεοῦ καὶ ἀγάπην πρὸς τὸν λαόν. Ἡ σημερινὴ διαμόρφωσις τοῦ πολιτεύματος τῆς χώρας μας, διῆλθεν ἀπὸ πολλὰς ἐξελίξεις καὶ ἀγῶνας, μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν ἀπὸ τὸν Τουρκικὸν ζυγὸν τοῦ 1821. Κατὰ τοὺς πρώτους χρόνους, τοὺς μετεπαναστατικούς, τοῦ πολιτεύματος μετεῖχεν ἡ τάξις τῶν ἀγωνιστῶν καὶ τῶν ἀριστοκρατῶν μόνον. Ἡ ἀστικὴ τάξις ἔλειπε κατὰ τοὺς πρώτους χρόνους ἀπὸ τὴν δημοσίαν ζωήν. Ἦλθεν ἡ μεγαλειώδης καὶ θυελλώδης ἐμφάνισις τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου, τὸ 1910, ἡ ὁποία ἀπετέλεσε σταθμὸν εἰς τὴν ἐξέλιξιν τοῦ πολιτεύματος, διὰ νὰ εἰσαγάγῃ τὴν ἀστικὴν τάξιν εἰς τὸν δημόσιον βίον καὶ τὸ Κοινοβούλιον. Ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος ἔδωκεν εἰς τὴν ἀστικὴν τάξιν ἰδέας καὶ σκοποὺς καὶ τὴν εἰσήγαγεν εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Ἡ ἀστικὴ τάξις τῆς Ἑλλάδος, ἀφ’ ἧς ἀνεμίχθη εἰς τὸν δημόσιον βίον, ἐπηρέασε τὴν τύχην τῆς χώρας, προσέφερεν ἐξαιρετικὰς ὑπηρεσίας καὶ ἀνέσυρεν αὐτὴν ἀπὸ τὴν ἀφάνειαν καὶ τὴν κατέστησεν Ἑλλάδα Μεγάλην. Ἡ συμβολὴ τῆς ἀστικῆς τάξεως εἰς τὴν ἐξέλιξιν τῆς χώρας μας, πρέπει νὰ ἐξαίρηται εἰς κάθε περίπτωσιν. Μετὰ τοὺς πολέμους, ἰδίᾳ μετὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον, διεμορφώθη εἰς τὴν χώραν μας, μία νέα τάξις, ἡ τάξις τοῦ λαϊκοῦ στοιχείου, ἡ ὁποία διεξεδίκησε καὶ αὐτὴ τὴν τιμὴν νὰ ὑπηρετήσῃ τὸ πολίτευμα, νὰ ἐκπροσωπῆται καὶ αὐτὴ εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Καὶ βλέπομεν ἀπὸ τοῦ 1950 καὶ ἐντεῦθεν ἐκπροσώπους εἰς τὸ Κοινοβούλιον τοῦ λαϊκοῦ στοιχείου. Δὲν εἶναι ἄνευ σημασίας τὸ γεγονός, ὅτι ἐκπρόσωποι τῶν λαϊκῶν τάξεων ἐκπροσωποῦν ὅλας τὰς πολιτικὰς τάσεις καὶ παρακάθηνται εἰς πάσας τὰς πλευρὰς τῆς αἰθούσης ταύτης. Εἶναι αὐτὸ μία κατάκτησις τοῦ λαοῦ μας καὶ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸ δημοκρατικόν μας πολίτευμα ἐκφράζεται δι’ ἀντιπροσώπων ὅλων τῶν τάξεων τοῦ λαοῦ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον τὸ πολίτευμά μας αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ ὑπηρετήσωμεν κατὰ συνείδησιν καὶ πίστιν. Συνεπῶς, ὅταν πρόκειται, νὰ συζητήσωμεν τὸν καταστατικὸν νόμον τῆς λειτουργίας τοῦ πρώτου ὀργάνου τοῦ δημοκρατικοῦ μας πολιτεύματος, τοῦ Κοινοβουλίου, πρέπει νὰ εἴμεθα ἀπηλλαγμένοι τοῦ φόβου καὶ τῶν πολιτικῶν μας παθῶν καὶ νὰ ἐμφανισθῶμεν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν μὲ τὴν πρόθεσιν καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑπηρετήσωμεν τιμίως τὸ πολίτευμά μας καὶ ἂν ὑπάρχουν ἀτέλειαι εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ Σώματος τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, νὰ προσπαθήσωμεν ὅλοι μαζί, ἀνεξαρτήτως πολιτικῶν τοποθετήσεων, νὰ τὰς διορθώσωμεν. Κύριοι βουλευταί, παράλληλα πρὸς τὴν ἐξέλιξιν τοῦ Κανονισμοῦ, τοῦ τυπικοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ρυθμίζει τὰ τῆς λειτουργίας τῶν ἐργασιῶν τῶν Κοινοβουλίων εἰς ὅλας τὰς κοινοβουλευτικῶς κυβερνωμένας δημοκρατικὰς χώρας, ἔχει δημιουργηθῆ ἕν ἐθιμικὸν δίκαιον, τὸ ὁποῖον τηρεῖται εἰς ὅλα τὰ Κοινοβούλια, τὰ ὁποῖα ἔχουν συναίσθησιν τῆς ἀποστολῆς των καὶ ἀπὸ ὅλους τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι ἀντιλαμβάνονται τὴν ἱερότητα τοῦ λειτουργήματός των. Καὶ παρ’ ἡμῖν εἶχε διαμορφωθῆ ἀνάλογον ἐθιμικὸν δίκαιον, ἀλλ’ ἐπειδὴ συνέβη ἐπὶ 10ετίαν νὰ ἀνασταλῇ ἡ λειτουργία τοῦ κοινοβουλευτικοῦ μας πολιτεύματος, ἐν συνεχείᾳ δὲ νὰ ἐπέλθουν ἄλλαι μεταβολαί, τὸ ἐθιμικὸν αὐτὸ δίκαιον παρ’ ἡμῖν ὑπέστη μεταβολάς. Ὑπάρχουν παραδόσεις εἰς τὰ Κοινοβούλια, αἱ ὁποῖαι ἀσκοῦν ἐπιρροὴν εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ μεγαλυτέραν τοῦ τυπικοῦ νόμου τοῦ Κανονισμοῦ. Τὸ ἦθος, τὸ ὕφος καὶ ὁ τρόπος ἀντιμετωπίσεως τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται ἑκάστοτε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, εἶναι προβλήματα τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ ρυθμισθοῦν ἀπὸ τὸ γράμμα τοῦ Κανονισμοῦ. Πλανᾶται ἐνώπιον ἡμῶν ἡ παράδοσις, ὅτι ὁ ἀνερχόμενος εἰς τὸ ἱερὸν τοῦτο βῆμα, πρέπει νὰ αἰσθάνηται, ὅτι ὁμιλεῖ ὑπευθύνως. Ὑπάρχει ἡ παράδοσις, ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες πρέπει νὰ ἔχουν ἐλευθερίαν γνώμης καὶ νὰ τρέφουν σεβασμὸν πρὸς τὸν ἀντίπαλον, διότι εἰς τὴν Βουλὴν ὑπάρχει ὁ λόγος καὶ ὁ ἀντίλογος. Ἡ δυναμικὴ ἐπικράτησις διὰ τῶν κραυγῶν ἢ διὰ τοῦ ἀριθμοῦ, δὲν εἶναι ἐκείνη, ποὺ συντελεῖ εἰς τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου. Τὸ Κοινοβούλιον ἐλειτούργησεν ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν, βάσει τοῦ ἰσχύοντος Κανονισμοῦ, τὸν ὁποῖον Κανονισμόν, ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ᾐσθάνθη τὴν ἀνάγκην νὰ τροποποιήσῃ, διότι ἐμόρφωσε τὴν γνώμην, ὅτι ὁ Κανονισμὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος παρακωλύει τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, τόσον εἰς τὸ νομοθετικὸν ἔργον αὐτοῦ, ὅσον καὶ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Κύριοι βουλευταί, ἀποδίδω μεγαλυτέραν σημασίαν εἰς τὰς παραδόσεις, παρὰ εἰς τοὺς τύπους τῶν γραπτῶν νόμων. Οἱοσδήποτε Κανονισμὸς καὶ οἱαδήποτε διάταξις, ἐφ’ ὅσον ἡμεῖς οἱ ἴδιοι δὲν ἀποκτήσωμεν σαφῆ συνείδησιν τῆς ἀποστολῆς μας καὶ τῶν ὑποχρεώσεών μας ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, δὲν πρόκειται νὰ βοηθήσῃ εἰς τὴν ὀρθὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου. Ὁ Κανονισμός, δὲν πταίει ὁσάκις δὲν ψηφίζονται ταχέως τὰ νομοσχέδια, διὰ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον παραπονεῖται καὶ ὁ Ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τοῦ Σώματος. Δὲν πταίει, κ. βουλευταί, ὁ Κανονισμὸς διὰ τὴν παράτασιν καὶ τοὺς πλατυασμοὺς τῶν συζητήσεων. Πταίει τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον διεμορφώθη κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, πταίει ἡ ἀντίληψις τὴν ὁποίαν ἔχουν τινὲς ἐξ ἡμῶν, ὅτι ἡ παρουσία μας εἰς τὴν Βουλὴν ἀποτελεῖ ἀγγαρείαν καὶ ὅτι ἀναγκαστικῶς πρέπει νὰ ὑποταχθοῦν εἰς τὴν ἀκρόασιν τῶν λόγων, πταίει ἐπίσης ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ἡ αἴθουσα αὕτη ἀποτελεῖ αἴθουσαν διαλέξεων καὶ ὄχι αἴθουσαν πολιτικοῦ Σώματος, ὅπου τὰ ζέοντα προβλήματα τοῦ λαοῦ μας πρέπει νὰ ὑφίστανται τὴν ἐξέτασιν ὑπὸ τὸ πρῖσμα τοῦ πολιτικοῦ κριτηρίου. Αἱ τρεῖς Κυβερνήσεις ἀπὸ τοῦ 1955 καὶ ἐντεῦθεν δὲν ἔδωκαν τὴν δέουσαν προσοχὴν εἰς τὸν ρόλον, τὸν ὁποῖον παίζει τὸ Κοινοβούλιον εἰς τὴν πολιτικὴν ζωὴν τῆς χώρας καὶ ἠθέλησαν νὰ κυβερνήσουν περισσότερον διὰ παρασκηνιακῶν ἐνεργειῶν καὶ οὐχὶ εὐθέως φέροντες τὰ θέματα ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου. Καὶ παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τοῦ Σώματος, ὅτι μακραὶ λαμβάνουν χώραν συζητήσεις καὶ ἀνεφέρθη μάλιστα καὶ εἰς συγκεκριμένα παραδείγματα. Ἀνεφέρθη εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἐπικυρώσεως τῆς συμβάσεως τῆς συνδέσεως τῆς χώρας μὲ τὴν Ε.Ο.Κ. καὶ εἰς τὰς συζητήσεις τοῦ νόμου περὶ Ἀγροτικῶν Ἀσφαλίσεων. Θὰ ὑπενθυμίσω ὅμως, εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅτι τοὐλάχιστον ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οὐδεμία ἐξεδηλώθη πρόθεσις κωλυσιεργίας, ἀλλὰ ἀντιθέτως προσπάθεια κατεβλήθη φωτισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ διαμορφώσεως τῶν κρινομένων νομοθετημάτων ἐπὶ τὸ ἀρτιώτερον πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ τόπου. Θὰ ὑπενθυμίσω ἐπίσης εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τοῦ Σώματος, ὅτι ἐν ἔτει 1961 ἡ Βουλή, κατηνάλωσεν ἓξ ὁλοκλήρους συνεδριάσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως προσπαθούσης διὰ παντὸς μέσου νὰ πείσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀπαλείψῃ τὴν διάταξιν τοῦ 3% ἐπὶ τοῦ τεκμαρτοῦ εἰσοδήματος εἰς τὸν νόμον περὶ Ἀγροτικῶν Ἀσφαλίσεων. Ἡ Κυβέρνησις δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ συλλάβῃ τὴν σοβαρότητα τοῦ θέματος, ἐπέμεινε, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, ὑπῆρξεν ἀμετάθετος εἰς τὴν ἀντίληψίν του μὲ συνέπειαν νὰ προκληθῇ σοβαρὰ ἀντίδρασις καὶ νὰ παραταθοῦν αἱ συζητήσεις. Ἐν τούτοις, κύριοι βουλευταί, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εἶχε κατανοήσει τὸ πρόβλημα, ἐὰν ἐπεδείκνυε πνεῦμα κατανοήσεως, ἐὰν ἀπεδέχετο τὴν ἀπάλειψιν τοῦ περιφήμου ἐκείνου 3%, τὸ ὁποῖον μετ’ ὀλίγον ἡ ἰδία οἰκεία βουλήσει, κατήργησε, ἀντιληφθεῖσα προφανῶς τὸ ἀνεφάρμοστον τῆς διατάξεως, αἱ συζητήσεις θὰ συνετέμνοντο κατὰ πολύ. Ὀφείλω νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸ Σῶμα, περιστατικά, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν πρὸ τοῦ 1955 καὶ θὰ τὰ ἀντλήσω ἀπὸ τὴν ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκυβέρνα ἡ δεξιά, διὰ νὰ μὴ ἀναφερθῶ εἰς τὴν ὀλιγοχρόνιον καὶ ἄρρυθμον λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου κατὰ τὴν περίοδον 1950–52, ὅπου ἡ γνώμη καὶ ὁ λόγος ἦσαν ἐλεύθεροι καὶ αἱ ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐλαμβάνοντο τότε μὲ ταχὺν ρυθμὸν ἦσαν ὀρθαὶ καὶ ἔλυον βασικώτατα προβλήματα τῆς χώρας. Θὰ ἀναφερθῶ εἰς ἕνα–δύο περιστατικὰ τῆς ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκυβέρνα ὁ ἀείμνηστος Στρατάρχης Παπάγος, διὰ νὰ ἴδωμεν, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὑπῆρχε μεγαλυτέρα κατανόησις τοῦ σκοποῦ τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ὑπῆρχε τοὐλάχιστον ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, μεγαλυτέρα κατανόησις, ὡς πρὸς τὸ ἔργον καὶ τὴν συνεισφορὰν εἰς τὸ ἔργον τῆς αἰθούσης αὐτῆς, τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Θὰ ἀναφέρω, ἕνα περιστατικὸν ἀναφερόμενον εἰς τὸν ἔλεγχον, διὰ νὰ ἴδητε μὲ ποῖον ταχὺν ρυθμὸν συνεζητοῦντο ζέοντα προβλήματα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ ἐλαμβάνοντο ὡρισμέναι ἀποφάσεις ὠφέλιμοι. Ὅταν συνέβησαν οἱ σεισμοὶ τῶν Ἰονίων νήσων, ὁ ἀείμνηστος Κ. Ρέντης καὶ ἐγὼ ἐκ μέρους τοῦ Κόμματός μας τότε τῆς Ε.Π.Ε.Κ., ἐκρίναμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπισκεφθῶμεν τὰς ταλαιπωρουμένας νήσους διὰ νὰ ἀντιληφθῶμεν ἐπὶ τόπου τὸ τὶ συνέβη. Μετέβημεν καὶ ἐπεσκέφθημεν τὰς νήσους, εἴδομεν φλεγομένην τὴν Ζάκυνθον, ἐκάμομεν τὰς παρατηρήσεις μας, ἐκάμομεν δηλώσεις δημοσίᾳ καὶ ἦλθον ἐδῶ καὶ διετύπωσα ὡρισμένην ἐπερώτησιν. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὁ ἀείμνηστος Στρατάρχης Παπάγος ἔκρινεν, ὅτι ἔπρεπε ἐντὸς 8 ἡμερῶν νὰ φέρῃ πρὸς συζήτησιν τὴν ἐπερώτησιν. Καὶ ἦλθε πρὸς συζήτησιν πράγματι ἡ ἐπερώτησις ἐντὸς 8 ἡμερῶν, διότι ἀφεώρα ζωτικὸν πρόβλημα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ποὺ ἐστενοχωροῦσε χιλιάδας λαοῦ. Καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι μοῦ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μὲ ἀκούσῃ ἐπὶ δύο ὥρας ἀγορεύοντα καὶ περιγράφοντα τὴν κατάστασιν τῶν νήσων, ἀλλὰ καὶ τὰς ἐνεργείας καὶ τὰς παραλείψεις τῆς Κυβερνήσεως. Μὲ ἤκουσεν ἐπὶ δύο ὥρας, ὁ Στρατάρχης Παπάγος. Μετ’ ὀλίγον, τὴν ἰδίαν ἑσπέραν, ἀποκομίσας ἐντυπώσεις ἐκ τῆς ἀντικειμενικῆς ἐξετάσεως τοῦ προβλήματος καὶ συμβουλευθεὶς τοὺς Ὑπουργούς του, ἐξέδωκε διαταγήν, ἡ ὁποία ἰσχύει μέχρι σήμερον, περὶ κινητοποιήσεως τῶν κρατικῶν ὑπηρεσιῶν εἰς περιπτώσεις θεομηνιῶν. Μετὰ τοὺς σεισμοὺς αὐτούς, ἐπηκολούθησαν οἱ σεισμοὶ τῆς Ἰσθμίας, τῆς Αἰτωλοακαρνανίας καὶ τῆς Μαγνησίας. Εἰς τὰς στιγμὰς τῶν Ἰονίων νήσων τὸ Κράτος ἐπροχώρησε βραδυπορῶν πρὸς τοὺς ταλαιπωρημένους πληθυσμούς, εἰς τὰς ἄλλας περιφερείας, παρέστη εὐθὺς ἀμέσως, μετ’ ὀλίγα λεπτά, ἔστω δι’ ἑνὸς χωροφύλακος ἢ τοῦ Νομάρχου τῆς περιοχῆς ἢ διὰ τῶν ἀρχῶν τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως, παρέστη καὶ παρέσχε τὴν ἐνδεδειγμένην βοήθειαν εἰς τοὺς πληγέντας πληθυσμούς. Καὶ ὅπως γνωρίζητε, οὐδέποτε ἦλθε πρὸς συζήτησιν ἑτέρα ἐπερώτησις ὁμοίου περιεχομένου. Τὸ ἀνέφερον αὐτό, ἀφ’ ἑνὸς διὰ νὰ ἐξάρω τὴν συμβολὴν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἰς τὴν ἄσκησιν τοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς καὶ ἀφ’ ἑτέρου, διὰ νὰ τονίσω, ὅτι, ὅταν ὑπάρχῃ κατανόησις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ἔλεγχος γίνεται ταχέως, ἐπικαίρως καὶ εἶναι ἐποικοδομητικός.
§15Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Ἐπιτρέπετε, κ. συνάδελφε;
§16Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Παρακαλῶ, κ. Καψάλη.
§17Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος μαζί σας, ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ ὑπάρχῃ ταχύτης ἐπικοινωνίας μεταξὺ Ἀντιπολιτεύσεως καὶ Κυβερνήσεως καὶ τὸ παράδειγμα τὸ ὁποῖον ἀνεφέρατε εἶναι πράγματι χαρακτηριστικόν, ὅτι ἐκείνην τὴν ἐποχὴν αὐτὴ ἡ εὐχέρεια ὑπῆρχε. Πέραν αὐτοῦ ὅμως, ἐσημειώσατε, ὅτι κατὰ τὰς στιγμὰς τῶν Ἰονίων νήσων μὲ βραδυπορείαν, ἡ κυβερνητικὴ μηχανή, ἀνταπεκρίθη εἰς τὰς περιστάσεις. Ἐπιθυμῶ νὰ τονίσω, ὅτι ἡ τελευταία αὐτὴ κρίσις σας εἶναι ἔξω τῆς πραγματικότητος. Διότι σεῖς, ὁ ὁποῖος ἐπίσης μετέβητε ἐκεῖ, θὰ εἴχετε διαπιστώσει, ὅτι ἀπὸ τῆς πρώτης ὥρας ποὺ ἐπηκολούθησε τὴν καταστροφήν, ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ Κράτος εὑρέθη παρόν.
§18Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν πρόκειται νὰ διαφωνήσωμεν ἢ νὰ συζητήσωμεν τὶ πράγματι συνέβη. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγω καὶ μελετημένον καὶ ἀκριβὲς εἶναι. Τὸ Κράτος ἐβραδυπόρησε. Τὸ ἴδιον τὸ Κράτος μὲ τὴν αὐτὴν σύνθεσιν ἐξαίρω εἰς τὰς ἑπομένας περιστάσεις. Ἐκείνην τὴν ὥραν δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἔκαμον τὴν ἐπερώτησιν καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ὁ Στρατάρχης Παπάγος ἔλαβε τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔλαβε. Σᾶς εἶπα, θὰ ἀναφερθῶ εἰς μέτρα τῆς Κυβερνήσεως τῆς δεξιᾶς διὰ νὰ μὴ παρεξηγηθῶ. Διότι, ἐὰν ἀναφέρω ἀνάλογα περιστατικὰ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Κέντρου, τότε θὰ μοῦ εἴπητε, ὅτι μεροληπτῶ καὶ ὅτι ἐν πάσῃ περιπτώσει τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν κρίνομεν τὸν Κανονισμὸν τοῦ Σώματος, ἐπηρεάζομαι ἀπολύτως ἀπὸ τὴν κομματικὴν τοποθέτησιν. Ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι τὸ Κράτος, εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν ἐβραδυπόρησεν, ἐνῷ εἰς τὰς ἄλλας περιπτώσεις δὲν ἐβραδυπόρησε. Ἐκ τοῦ λόγου τούτου, θέλω νὰ εἴπω καὶ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν ἄποψιν, ἡ ὁποία διατυπώνεται εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ Κανονισμοῦ καὶ εἰς τὴν ἄποψιν, ἡ ὁποία ἐπανειλημμένως ἀνεφέρθη χθὲς ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ βραδεία ἄσκησις τοῦ ἐλέγχου δὲν ὀφείλεται εἰς τοὺς πλατυασμοὺς τῶν συζητήσεων τοὺς ὁποίους προκαλεῖ ἀτυχῶς ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἀλλὰ ὀφείλεται εἰς τὴν νοοτροπίαν, ἡ ὁποία διεμορφώθη ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως τῆς ΕΡΕ ἀπὸ τοῦ 1955 καὶ ἐντεῦθεν, ποὺ παραπέμπει εἰς τὸν χρόνον διὰ νὰ λησμονηθοῦν τὰ προβλήματα καὶ αὐτὸ βλάπτει βασικὰ τὸ πολίτευμα καὶ τὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος καὶ τὸ Κοινοβούλιον. Διότι ὁ λαός, ὁ ὁποῖος ἐπιλέγει καὶ ὁ ὁποῖος ἔχει ἐν λειτουργίᾳ Κοινοβούλιον εἰς δημοκρατικὴν χώραν, ἔχει τὴν ἀξίωσιν τὰ προβλήματα τὰ ζέοντα καὶ τὰ σπουδαῖα θέματά του, ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν νὰ συζητοῦνται, διὰ νὰ λαμβάνῃ τὴν ἀπάντησιν καὶ νὰ γνωρίζῃ, ὅτι αἱ ἐξουσίαι τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ὑπηρετεῖ καὶ αὐτὸς μὲ τὸν τρόπον του, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον πιστεύει, εὑρίσκονται παράπλευρά του καὶ τὸν βοηθοῦν. Εἰς τὸ ἐλεγκτικὸν ἔργον καὶ εἰς τὴν καθυστέρησιν τοῦ ἔργου αὐτοῦ, τοὐλάχιστον, ὡς πρὸς τὰς ἐπερωτήσεις, διότι εἰς τὰς ἐρωτήσεις θὰ ἔλθω ἀργότερον, δὲν φταίει ἡ Ἀντιπολίτευσις. Τὸν ρυθμὸν τὸν δίδει ἡ Κυβέρνησις. Καὶ ἔχομεν καὶ πρόσφατα καὶ παλαιὰ παραδείγματα. Ἀλλά, καὶ εἰς τὸ νομοθετικὸν ἔργον τὸν τόνον τοῦ βραδέως ρυθμοῦ εἰς τὴν ψήφισιν τῶν νομοθετημάτων, ἡ Κυβέρνησις τὸν προκαλεῖ. Καὶ σᾶς εἶπον διὰ τὸ χαρακτηριστικὸν παράδειγμα ποὺ ἐπὶ 6 ἡμέρας συνεζητοῦμεν τὴν διάταξιν περὶ τοῦ 3% εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τὸν Ο.Γ.Α. καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπέμενεν εἰς τὴν ἄποψίν του, δὲν ἠμποροῦσε νὰ πεισθῇ καὶ μετ’ ὀλίγον ἐπείσθη ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ κατώρθωσε. Ἐὰν ἐκ πρώτης στιγμῆς συνελάμβανε τὸ νόημα τῶν λόγων μας καὶ τῶν ἰδεῶν μας καὶ συνεφώνει μαζί μας, αἱ 6 αὐταὶ ἡμέραι θὰ ἔφευγαν ἀπὸ τὴν μέσην. Ἀλλὰ συγχρόνως καὶ εἰς ἄλλας διατάξεις ἐπεμένομεν καὶ εἴχομεν δικαίωμα καὶ ὅμως ἐπέμεινεν ἡ Κυβέρνησις. Θὰ σᾶς ἀναφέρω ἕνα παράδειγμα ἀκόμη νομοθετικῆς ἐργασίας τῆς περιόδου τοῦ Στρατάρχου Παπάγου διὰ νὰ ἴδητε πῶς ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀντιλαμβάνετο τὴν συμβολὴν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ πῶς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐλειτούργει καλύτερον τὸ πολίτευμα ἀπὸ ὅ,τι λειτουργεῖ σήμερον. Τὸ Ὑπουργεῖον Ἐθνικῆς Ἀμύνης τὸ 1953 εἰσηγήθη πρὸς ψήφισιν εἰς τὴν Βουλὴν νόμον, καταστατικὸν νόμον, σοβαρόν, τὸν νόμον περὶ ἱεραρχίας καὶ προαγωγῶν τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ἐνόπλων δυνάμεων. Ὁ νόμος αὐτὸς εἶχε μεγάλην σημασίαν, διότι διὰ πρώτην φορὰν περιελαμβάνοντο εἰς ἑνιαῖα κείμενα, οἱ κανονισμοὶ καὶ τῶν τριῶν ὅπλων. Ἔχω κἄποιαν πεῖραν τῶν διατάξεων αὐτῶν, ἐμελέτησα τὸ νομοσχέδιον καὶ εἶδον, ὅτι ἐπεβάλλοντο πολλαὶ τροποποιήσεις. Κατέθεσα, λοιπόν, μίαν τροπολογίαν, ἡ ὁποία ἦτο μακρά, μακροτάτη, κατεῖχε 4 δακτυλογραφημένας σελίδας. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, τότε Στρατηγὸς κ. Κοσμᾶς, ἐμελέτησε τὰς τροπολογίας μου, εἶδε, ὅτι εἶχα δίκαιον, ἀνέστειλε τὴν σύγκλησιν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἐπεσκέφθη τὸν Στρατάρχην Παπάγον, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἐπέλθῃ τροποποίησις τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἀνατύπωσις καὶ νέα διανομή του, σύμφωνα μὲ τὰς ὑποδειχθείσας παρ’ ἐμοῦ τροπολογίας. Ἡ πρὸ πάσης συζητήσεως βελτίωσις τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, συνετέλεσεν ὥστε τὸ νομοσχέδιον νὰ ἀπασχολήσῃ ἐπὶ μίαν μόνον συνεδρίασιν τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἐπὶ μίαν μόνον συνεδρίασιν τὴν Βουλήν, διότι ἡ Ἀντιπολίτευσις μετὰ τὴν βελτίωσιν, ἡ ὁποία ἔγινε δὲν ἐπέμεινε παρὰ εἰς μίαν μόνον διάταξιν, τὴν ἀφορῶσαν τὸν τρόπον ἐξόδων τῶν Ἀξιωματικῶν. Ἐὰν ὁ Στρατάρχης Παπάγος εἶχε τὴν σημερινὴν νοοτροπίαν, τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο θὰ ἀπησχόλει τὴν Βουλὴν ἐπὶ 10–15 συνεδριάσεις. Λέγω λοιπόν, ὅτι τὸν ρυθμὸν τῆς κακῆς λειτουργίας τοῦ Κοινοβουλίου τὸν δίδει ἡ Κυβέρνησις μὲ τὴν νοοτροπίαν της, ἀγνοοῦσα καὶ περιφρονοῦσα τὸν παράγοντα «Ἀντιπολίτευσις», μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἐπέρχηται ὀξύτης, νὰ βραδύνουν αἱ ἐργασίαι καὶ γενικῶς τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς νὰ μὴ εἶναι ἀποδοτικόν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νὰ δίδῃ τὸν τόνον τῆς εὐρύθμου λειτουργίας τοῦ Κοινοβουλίου τὸ περιφρονεῖ, ἀφ’ ὅτου ἔγινε Πρωθυπουργός, ἐνῷ ὅταν ἦτο Ὑπουργὸς πρὸ τοῦ 1955, ἦτο Κοινοβουλευτικὸς καὶ ἐδέχετο πᾶσαν ὀρθὴν εἰσήγησιν καὶ ἐτροποποίει τὰ νομοσχέδιά του. Ἀλλοῦ λοιπὸν πρέπει νὰ ἀναζητήσωμεν τὰ αἴτια τῆς κακῆς λειτουργίας τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ὄχι εἰς τὴν ἔλλειψιν κανονιστικῶν διατάξεων. Καὶ ὁ καλύτερος Κανονισμός, ἐὰν δὲν ἐφαρμοσθῇ καλῶς, δὲν ἀποδίδει. Τὸ κακὸν εἶναι δυνατὸν νὰ διορθωθῇ καὶ μὲ τὸν ὑπάρχοντα Κανονισμόν, ἀρκεῖ ἡ ἕδρα ἐκείνη τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ εἶναι κενή, ὅταν γίνωνται αἱ συζητήσεις εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Ὅταν παρίσταται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν αἴθουσαν, θὰ παρευρίσκεται σύσσωμος καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ ἡ Συμπολίτευσις καὶ δὲν θὰ παρέχωνται εὐκαιρίαι ἐκτροπῆς τῆς συζητήσεως, ἡ αἴθουσα δὲ αὐτὴ θὰ ἀνακτήσῃ τὴν παλαιάν της δόξαν καὶ αἴγλην. Εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν τὸν Πρωθυπουργὸν τὸν καλεῖ ἡ παράδοσις.
§19Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Καὶ τὸν ἀπωθεῖ ἡ κατάπτωσις τοῦ Κοινοβουλίου.
§20Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Τὸ θέμα εἶναι, ποῖος εὐθύνεται διὰ τὴν κατάπτωσιν αὐτήν.
§21Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Τίς πταίει;
§22Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Ποῖος ἄλλος πταίει, κύριε συνάδελφε, παρὰ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία μὲ τὴν νοοτροπίαν ποὺ τὴν διακρίνει ἔφερε τὸ Κοινοβούλιον εἰς τὸ σημεῖον ποὺ εὑρίσκεται; Διότι σήμερον ἐκ τῶν συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι γίνονται εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, δὲν ἀπομένει νὰ ἀκούῃ ὁ λαὸς παρὰ τὰς κακὰς φράσεις ποὺ ἐκτοξεύονται εἰς στιγμὰς ὀξύνσεως τῆς συζητήσεως. Οἱαδήποτε καλὴ ἰδέα, εἴτε τῆς Συμπολιτεύσεως, εἴτε τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δὲν διοχετεύεται εἰς τὸν λαόν, ἐνῷ ἡ αἴθουσα αὐτὴ θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι παιδαγωγικὸν κέντρον τοῦ λαοῦ. Διὰ νὰ διεξάγωνται αἱ συζητήσεις εἰς ὑψηλὴν στάθμην ὀφείλει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἀναθεωρήσῃ τὰς ἀπόψεις του καὶ νὰ ἀλλάξῃ νοοτροπίαν.
§23Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§24Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε.
§25Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Θὰ σᾶς παρακαλέσω, νὰ μὴ τοποθετῆτε τὸ ζήτημα τοῦ Κανονισμοῦ τόσον ἀντιπολιτευτικά. Ἤκουσα βεβαίως τὴν ἀγόρευσίν σας καὶ σᾶς συγχαίρω διὰ τὴν δρᾶσιν, τὴν ὁποίαν σημειώνετε καὶ διὰ τὰς τροπολογίας εἰς τοὺς νόμους καὶ τὰς ἐπερωτήσεις, τὰς ὁποίας ἐκάματε καὶ αἱ ὁποῖαι φαίνεται, ὅτι ἀπέδωκαν ἐξαιρετικά. Ἀποδεικνύει συνεπῶς τοῦτο, ὅτι εἰς τὸ Κοινοβούλιον ἠμπορεῖ κανείς, ἐὰν θέλῃ νὰ ἐργάζηται, ἀποδοτικῶς, ἀλλὰ σήμερον δὲν μοῦ δίδετε τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς συγχαρῶ διὰ τὰς παρατηρήσεις σας, ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Δὲν ἔχετε ἀνάγκην ἄλλως τε τῶν συγχαρητηρίων μου. Ἐτοποθετήσατε τὸ θέμα ἐντελῶς ἀντιπολιτευτικά. Ἐμέτρησα. Δωδεκάκις ἐκάματε χρῆσιν δῆθεν σφαλμάτων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ ἐὰν κάμωμεν τὸν Κανονισμὸν θέμα Ἀντιπολιτεύσεως, νομίζω, ὅτι τότε δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ προχωρήσωμεν ὄχι εἰς τὴν ἐπιψήφισιν —ἡ ἐπιψήφισις, ἂν θέλωμεν, γίνεται— ἀλλὰ εἰς τὴν κατανόησιν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ συνεννοηθῶμεν ἐδῶ, καὶ ἐφ’ ὅσον μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ κάμω μίαν διακοπὴν —δὲν θὰ κάμω ἀγόρευσιν— ἤθελα νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὁ Κανονισμὸς αὐτὸς ἀποβλέπει εἰς αὐτό, τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξα καὶ χθὲς καὶ νομίζω, ὅτι εἶσθε ἐπιμελὴς βουλευτής, ἔρχεσθε πρῶτος καὶ φεύγετε τελευταῖος, καὶ ἠκούσατε ὅσα εἶπον, δὲν θὰ τὰ ἐπαναλάβω, θὰ ἤθελα ὅμως, νὰ σᾶς εἴπω τοῦτο, ἐν σχέσει μὲ τὴν ἀγόρευσίν σας. Εἴπατε, ὅτι ἐδῶ εἶναι παιδαγωγικὸν κέντρον τοῦ λαοῦ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω: Εἶναι καὶ παιδαγωγικὸν κέντρον τοῦ λαοῦ. Πρὸ παντὸς ὅμως ἐδῶ πρέπει νὰ γίνεται ἐργασία, ἡ δὲ ἐργασία εἶναι ἡ νομοθετικὴ καὶ ὁ ἔλεγχος. Καὶ διὰ νὰ γίνωνται αὐτὰ κατὰ τρόπον ἀποδοτικόν, πρέπει νὰ γίνωνται μὲ ρυθμὸν ταχύν. Πρέπει ἡ ἐν τῇ Βουλῇ παρουσία μας νὰ εἶναι ἀποδοτική, διότι ἔχομεν πολλὴν ἐργασίαν, διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι σήμερον τὰ καθήκοντα τοῦ βουλευτοῦ ἔχουν τοιαύτην ἔκτασιν, ὥστε δὲν ἠμπορεῖ νὰ μένῃ ἐδῶ ἐπὶ ὀκτάωρον καὶ δεκάωρον συνεχῶς καὶ καθ’ ἡμέραν. Δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ εἴμεθα σύντομοι εἰς ὅλα. Ἤθελα ὅμως νὰ σᾶς παρακαλέσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι ἡ Βουλὴ παιδαγωγικὸν κέντρον τοῦ λαοῦ. Βεβαίως, ὁ λαός, ἀκούει, παρακολουθεῖ, ὀφείλει νὰ διδάσκεται. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ μοναδική μας ἀποστολὴ αὐτή. Διότι, ἐὰν ὁ μοναδικὸς σκοπός μας ἐδῶ εἶναι, νὰ ἀκούῃ ὁ λαὸς τὶ λέγομεν καὶ ἐπίσης, νὰ προβαλλώμεθα καὶ νὰ ἐπιδεικνύωμεν τὶ κάμνομεν διὰ τὸν λαὸν καὶ τὶ λέγομεν διὰ τὸν λαόν, τότε πῶς καὶ πότε θὰ ἐργασθῶμεν καὶ τὶ θὰ ἀποδώσωμεν; Ἔχομεν μίαν βασικὴν διαφωνίαν εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ τοῦτο, τὸ λέγω ἐκ τῶν προτέρων, διὰ νὰ παρακαλέσω καὶ ὑμᾶς καί, ἐνδεχομένως καὶ τοὺς ἄλλους ρήτορας, νὰ λάβουν ὑπ’ ὄψει των, ὅτι ὁ Κανονισμὸς εἶναι «ἀπολιτίκ». Δηλαδὴ δὲν εἶναι πολιτικός, δὲν εἶναι Κομματικὸς καὶ δι’ αὐτὸ φέρει καὶ τὰς ὑπογραφὰς ἀντιπροσώπων καὶ ἄλλων Κομμάτων. Ἀτόπως συνεπῶς ἀνεφέρατε 12 φορὰς τὸ ὄνομα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως; Θέμα ἐμπιστοσύνης ἔχομεν; Ὄχι, κύριε Ζορμπᾶ. Νὰ συνεργασθῶμεν ἀπὸ κοινοῦ διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν τὸ καλλίτερον δυνατόν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἄποψίς μου. Σᾶς κάμνω λοιπὸν τὴν παράκλησιν νὰ θελήσητε νὰ συνεργασθῶμεν καὶ ὄχι νὰ ἀποδίδωμεν εὐθύνας, ὁ εἷς εἰς τὸν ἄλλον, μὲ ἀποτέλεσμα οὐδὲν τὸ ὀρθὸν νὰ ἐπιτυγχάνητε.
§26Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Γνωρίζετε, κ. Πρόεδρε, πόσον σᾶς σέβομαι καὶ σᾶς ἐκτιμῶ. Ἡ συζήτησις, ὅμως γίνεται ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς προτάσεως, πρὸς τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἀντιτίθεμαι καὶ λέγω, ὅτι δὲν εἶναι αἱ ἰσχύουσαι διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, αἱ ὁποῖαι ἐμποδίζουν τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλὰ ἡ νοοτροπία, ἡ ὁποία διεμορφώθη παρὰ τῇ Κυβερνήσει καὶ ζητῶ ἀντὶ νὰ θεσπισθοῦν νέαι διατάξεις νὰ ὑπάρξῃ ἀλλαγὴ νοοτροπίας τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἀνέφερα τὰ παραδείγματα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα ὄχι διὰ νὰ ἐξάρω τὴν ἰδικήν μου δρᾶσιν, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀποδείξω πόσον ὠφέλιμον ἔργον ἀποδίδεται καὶ πόσον ἐπιταχύνονται αἱ ἐργασίαι τοῦ Σώματος, ὅταν ὑπάρχῃ εἰλικρινὴς συνεργασία μεταξὺ Ἀντιπολιτεύσεως καὶ Συμπολιτεύσεως. Τὸν τόνον δὲ τῆς καλῆς συνεργασίας αὐτῆς τὸν δίδουν πάντοτε αἱ Κυβερνήσεις. Ὁ νέος Κανονισμὸς ἐπιβάλλει μερικὰς μεταρρυθμίσεις χρησίμους, ὅπως ἐκεῖναι περὶ συντάξεως τῶν πρακτικῶν καὶ ἀκόμη ἡ διάταξις, δι’ ἧς περιορίζεται ἡ συζήτησις τῶν ἐπερωτήσεων εἰς δύο ἡμέρας. Τὸ γενικὸν πνεῦμα τῆς προτάσεως, λέγεται, ὅτι εἶναι νὰ ἐπιτευχθῇ δῆθεν ταχὺς ρυθμὸς εἰς τὸ ἔργον τοῦ Σώματος, ἐν τῇ πραγματικότητι ὅμως ἀποβλέπει εἰς τὸν περιορισμόν, τοῦ ἔργου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει σιγήν. Ἀποβλέπει νὰ περιορίσῃ τὸν λόγον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ ἐξηγοῦμαι ἐπὶ τούτου. Ὁρίζει ἡ σχετικὴ διάταξις, ὅτι ἐπὶ ἑκάστου νομοσχεδίου, ὁμιλεῖ ὁ εἰσηγητής, εἷς εἰδικὸς ἀγορητὴς ἐξ ἑκάστου κόμματος, μέχρι μιᾶς ὥρας καὶ οἱ ἄλλοι ρήτορες, μόνον ἐπὶ 10 λεπτά. Ἡ Ἀντιπολίτευσις θὰ δύναται νὰ ἐκφράζῃ τὴν γνώμην της διὰ δύο μόνον ἀγορητῶν, ἔστω ἀκόμη καὶ ἂν πρόκειται διὰ τὸ πλέον σοβαρώτερον νομοσχέδιον. Μὲ ἄλλους λόγους βουλευταί, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχουν μελετήσει τὸ νομοσχέδιον καὶ θὰ θέλουν νὰ συμβάλλουν εἰς τὴν καλὴν διαμόρφωσίν του δὲν θὰ ἔχουν δυνατότητα νὰ τὸ κάμουν. Θὰ ὑπάρχῃ ἡ κλεψύδρα, ἡ ὁποία θὰ τὸ ἀποκλείσῃ, διότι ποίας γνώμας εἶναι δυνατὸν νὰ διατυπώσῃ σοβαρὸς ἄνθρωπος ἐντὸς 10λέπτου, ἐνῷ ἀντιθέτως ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν 22 Ὑπουργῶν της θὰ ἔχῃ ἀπεριόριστον εὐχέρειαν χρόνου, πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ἀποφάσεών της. Ἔχομεν, λοιπόν, μίαν ἄνισον μεταχείρισιν, ἐνῷ θὰ ἔπρεπεν ὁ νέος Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς νὰ ἐξασφαλίσῃ πλήρη ἰσότητα καὶ εἰς τὰς δύο παρατάξεις τοῦ Κοινοβουλίου, τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Ἐάν, λοιπόν, πρόκειται νὰ ἀδικηθῇ ἡ Ἀντιπολίτευσις, νὰ περιορισθῇ ὁ λόγος της, διὰ ποῖον λόγον νὰ ψηφίσωμεν τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐν τελευταίᾳ ἀναλύσει θὰ ἀποβῇ εἰς βάρος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Πέραν αὐτῶν, ἡ προτεινομένη τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ κάμνει διακρίσεις μεταξὺ τῶν Ἀρχηγῶν Κομμάτων καὶ τῶν Ὑπουργῶν. Ὑποβιβάζει τοὺς Ἀρχηγοὺς Κομμάτων καὶ τοὺς διατελέσαντας Πρωθυπουργοὺς Κοινοβουλευτικῶν Κυβερνήσεων καί, εἴς τινας περιπτώσεις, περιορίζει τὴν εὐχέρειαν τοῦ λόγου καὶ τῶν παρεμβάσεων.
§27Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν σχέσει μὲ τὸ θέμα τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτικῶν ἀρχηγῶν καὶ τῶν διατελεσάντων Πρωθυπουργῶν Κοινοβουλευτικῶν Κυβερνήσεων, θὰ ἤθελα εἰς ἔνδειξιν διαμαρτυρίας, νὰ εἴπω τοῦτο: Νομίζω, ὅτι ἀποτελεῖ χρέος καὶ τοῦ Προεδρείου, τὸ ὁποῖον υἱοθέτησεν τὴν πρότασιν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς Κυβερνήσεως νὰ μᾶς δώσῃ μίαν ἐξήγησιν. Διότι ἀπὸ ἑκατονταετίας ποὺ λειτουργεῖ τὸ ἐλεύθερον κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἐν Ἑλλάδι, οἱ πολιτικοὶ ἀρχηγοὶ καὶ οἱ διατελέσαντες Πρωθυπουργοὶ Κοινοβουλευτικῶν Κυβερνήσεων καὶ εἰς τὴν θεωρίαν καὶ εἰς τὴν πρᾶξιν καὶ εἰς τὴν τακτικήν, ἔχουν τὰ ἴδια ἀκριβῶς δικαιώματα μὲ τοὺς Ὑπουργούς. Μετὰ 100 ἔτη ἐλευθέρου βίου κατελήξαμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἔκαναν κατάχρησιν τῶν δικαιωμάτων των οἱ πολιτικοὶ ἀρχηγοί, καὶ οἱ διατελέσαντες Πρωθυπουργοὶ καὶ πρέπει νὰ τοὺς τὰ περιορίσωμεν; Ἀφοῦ ὡμιλήσατε καὶ δημοσίως ἐπεσημάνατε ὡρισμένας τάσεις περιορισμοῦ τῶν δικαιωμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νομίζω, ὅτι ἡ πλέον ἐνδεικτικὴ τάσις μειώσεως τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν εἶναι ἡ CAPITUS DE MINUTIO, εἰς τὴν ὁποίαν, ὁ ὑπὸ συζήτησιν Κανονισμὸς καταδικάζει τοὺς πολιτικοὺς ἀρχηγοὺς ἐν σχέσει μὲ τοὺς Ὑπουργούς.
§28Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Ἡ διάταξις αὐτὴ κρινομένη αὐτοτελῶς προεκάλεσεν τὰς ἀντιδράσεις τὰς δικαίας, αἱ ὁποῖαι ἐξεδηλώθησαν ἀπὸ τὸν ἀξ)μον ἐκ Μεσσηνίας συνάδελφον. Ἀλλὰ ἐὰν τὴν φέρωμεν εἰς ἐπαφὴν καὶ εἰς συσχετισμὸν μὲ τοὺς σκοποὺς τοῦ Κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπηρεάζεται ἀπὸ τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον διεμορφώθη ἀπὸ τοῦ 1955 καὶ ἐντεῦθεν, καὶ ἐναντίον τοῦ πολιτεύματος αὐτοῦ, ὡμίλησα διὰ νὰ τὸ ἐπισημάνω καὶ νὰ τὸ καταστήσω συνειδητόν, θὰ εὕρωμεν τὴν ἐξήγησιν. Καὶ αὐτὸ φαίνεται ἠνώχλησεν τὸν ἀξ)μον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἔκανεν τὴν παρεμβολὴν ποὺ ἔκαμνε. Καὶ εἶχα ὑπ’ ὄψει καὶ τὴν διάταξιν αὐτὴν καὶ αὐτὰς ποὺ θὰ ἀναφέρω καὶ ἤθελα συζητῶν νὰ ἀναζητήσω τὴν πηγὴν τῆς ἐμπνεύσεως καὶ τοὺς σκοποὺς τῆς διατάξεως. Διότι, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ κατ’ ἀρχὴν συζήτησις, δὲν νομίζω, ὅτι θὰ εὑρεθῇ ἀντιπολιτευόμενος βουλευτὴς εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ἀλλὰ καὶ συμπολιτευόμενος, ὁ ὁποῖος θέλει εὐρύθμως νὰ λειτουργῇ τὸ πολίτευμα καὶ τὸ Κοινοβούλιον, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν μεγαλειώδη ἔκφρασιν τοῦ πολιτεύματος, καὶ ὁ ὁποῖος θὰ ἠμποροῦσε νὰ δεχθῇ τὴν διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡγέται τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ ὑποστοῦν τὴν CAPITUS DE MINUTIO.
§29Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Κύριε Ζορμπᾶ, δὲν θὰ ἤθελα νὰ μεταχειρίζεσθε τὸν ὅρον CAPI-TUS DE MINUTIO. Ἡ διάταξις αὐτή, ἡ ὁποία, ἄλλωστε, οὔτε οὐσιώδης εἶναι, οὔτε καὶ θὰ ἀποτελέσῃ θέμα κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἄρθρου, ἔχει τὸν ἑξῆς σκοπόν. Δίδει ὅλα τὰ δικαιώματα εἰς τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων καὶ μόνον εἰς τὴν περίπτωσιν συζητήσεων μιᾶς ἐπερωτήσεως μὴ γενικευθείσης καὶ μιᾶς ἐρωτήσεως, ἡ ὁποία, ὡς λέγει ὁ Κανονισμός, διεξάγεται μεταξὺ ἐρωτῶντος βουλευτοῦ καὶ ἐρωτωμένου Ὑπουργοῦ, ἐκεῖ δὲν ἐπεκτείνονται τὰ δικαιώματα αὐτά. Εἰς ὅλας τὰς ἄλλας περιπτώσεις ὑπάρχουν. Δηλαδὴ εἰς τὸ θέμα τῆς ἐμπιστοσύνης —ἀφήνομεν τὸν προϋπολογισμὸν ὅπου τὰ δικαιώματα εἶναι ἀπεριόριστα— εἰς τὸ θέμα τῆς ἐμπιστοσύνης, εἰς τὸ θέμα τῆς γενικεύσεως τῆς ἐπερωτήσεως καὶ εἰς ὅλην τὴν κοινοβουλευτικὴν ἐργασίαν. Ἐπαναλαμβάνω τοῦτο θὰ συμβῇ μόνον εἰς μίαν ἐπερώτησιν, ἡ ὁποία δὲν ἐγενικεύθη καὶ εἰς μίαν ἐρώτησιν. Ἐὰν αὐτὸ εἶναι τὸ μέγα «ἀγκάθι» καὶ θεωρεῖτε, ὅτι θίγει τοὺς Ἀρχηγούς, ἠμπορεῖ νὰ λείψῃ.
§30Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς μία ἀπάντησις καὶ εἰς τὴν ἰδικήν μου διακοπήν, θὰ ἤθελα πρῶτον νὰ ἐρωτήσω, τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος εἶναι παλαιὸς Κοινοβουλευτικός, τὶ λόγοι ὤθησαν τὸ Προεδρεῖον νὰ υἱοθετήσῃ τὴν διάταξιν αὐτήν. Ἔγινεν κατάχρησις τοῦ προνομίου τῶν πολιτικῶν ἀρχηγῶν ναὶ ἢ ὄχι;
§31Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Ὄχι.
§32Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἑπομένως παραβαίνομεν μίαν ἑκατονταετῆ παράδοσιν. Ἁπλῶς εἶναι τάσις περιορισμοῦ τῶν δικαιωμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἑρμηνεία. Καὶ ἔπειτα, κ. Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε ἕνα δεύτερον ἐρώτημα: Δέχεσθε σεῖς, ὁ παλαιὸς κοινοβουλευτικός, ἐπὶ τῆς συγκεκριμένης περιπτώσεως ποὺ ἀναφέρατε, δηλαδὴ ἐπὶ μιᾶς μὴ γενικευθείσης ἐπερωτήσεως, νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ δύο λόγια καὶ ὁ Ἀρχηγὸς Κόμματος καὶ νὰ δικαιοῦται ὁ Ὑπουργός, ὁ μὴ ἐπερωτώμενος νὰ ὁμιλήσῃ;
§33Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Δὲν ὁμιλεῖ ἐκεῖ ὁ Ὑπουργός.
§34Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βάσει τῆς διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ, ὁ μὴ ἐπερωτώμενος Ὑπουργός, ἠμπορεῖ νὰ ὁμιλήσῃ, ὁποτεδήποτε, καὶ σεῖς ἀπαγορεύετε διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς νὰ λάβῃ τὸν λόγον ὁ Ἀρχηγός. Ἐν πάσῃ περιπτώσει μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν ἐπιμένει ἐπὶ τῆς διατάξεως, νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει θέμα.
§35Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Δὲν εἶναι θέμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ διαφωνήσωμεν.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω, κ. Κωστόπουλε, χωρὶς νὰ θέλω νὰ ἀναφερθῶ εἰδικῶς εἰς ὅλα, ὅσα εἴπατε, ἐπειδὴ καὶ εἰς ἄλλην εὐκαιρίαν ἔγινεν ἡ παρανόησις αὐτή, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ προτάσεως τοῦ Προεδρείου, οὔτε τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς. Πρόκειται περὶ εἰσηγήσεως τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία Ἐπιτροπὴ εἶναι ἀπὸ ὅλα τὰ Κόμματα. Συνεπῶς, ἐπειδὴ λέγεται συνεχῶς αὐτό, θὰ παρεκάλουν νὰ γίνῃ ἡ διευκρίνισις, ὅτι εἶναι πρότασις εἰσηγουμένη ἀπὸ ὅλα τὰ Κόμματα.
§37Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον, ὅτι τὸ Προεδρεῖον υἱοθέτησεν τὴν πρότασιν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τὴν ἔφερεν πρὸς συζήτησιν. Ἄλλως δὲν θὰ τὴν ἔφερεν πρὸς ψήφισιν. Ὑποθέτω, ὅτι τὴν υἱοθέτησεν.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Ἐφραιμίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§39Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Ἐπειδὴ γίνεται συστηματικῶς χρῆσις καὶ κατάχρησις τῆς διατυπώσεως, ὅτι ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται ἐνώπιον προτάσεως μιᾶς Διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς, πρέπει νὰ λεχθῇ καὶ νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλή, ὅτι ἐπὶ τῶν πλείστων θεμάτων τὰ ὁποῖα περιλαμβάνει τὸ σχέδιον, ὑπῆρξεν ριζικὴ διαφωνία τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἡ ἀπόφασις, ἡ διατύπωσις τελικῶς τοῦ σχεδίου ἔγινεν κατὰ πλειοψηφίαν, δηλαδὴ κατὰ τὴν πλειοψηφίαν, τὴν ὁποίαν διέθετε τότε ἡ Κυβέρνησις καὶ διαθέτει καὶ σήμερον. Συνεπῶς, δὲν ὑπάρχει ἡ ἔννοια τῆς διακομματικῆς συμπτώσεως ἐπὶ τοῦ σχεδίου. Ἄλλωστε ἀναφέρεται καὶ εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, καὶ νομίζω εἰς τὰ σχετικὰ ἄρθρα ἰδιαίτερα, ὅτι ἡ ἀπόφασις ἐλήφθη κατὰ πλειοψηφίαν. Συνεπῶς, δὲν πρέπει εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ νὰ ὑπάρχῃ ἡ παρανόησις αὐτή.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Λυκουρέζος, ἔχει τὸν λόγον.
§41Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς διατάξεως διὰ τοὺς πολιτικοὺς Ἀρχηγούς, ἐπιθυμῶ νὰ ἐκφράσω τὴν ἰδιαιτέραν ἱκανοποίησίν μου διὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ἤδη ἡμεῖς ἔχομεν ὑποβάλει τροπολογίαν διὰ τῆς ὁποίας ἀποκλείομεν καὶ θεωροῦμεν ἀπαράδεκτον τὴν οἱανδήποτε μείωσιν τῶν μέχρι σήμερον δικαιωμάτων τῶν πολιτικῶν Ἀρχηγῶν. Ὅσον ἀφορᾶ τὸ ἕτερον θέμα, τὸ ὁποῖον ἐθίγη, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω, ὅτι εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Κανονισμοῦ δὲν ἀναφέρεται ὅτι ὑπάρχει μειοψηφία. Τοῦτο πρέπει νὰ διευκρινισθῇ. Πρῶτον, δὲν εἶναι Διακομματικὴ ἡ Ἐπιτροπή, διότι ἡμεῖς δὲν μετέχομεν. Δεύτερον, μετεῖχον ἐκπρόσωποι τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ὁ κ. Μαῦρος καὶ τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς ὁ κ. Ἡλιοῦ. Εἰς δὲ τὴν ἔκθεσιν ἡ ὁποία διενεμήθη καὶ τῆς ὁποίας ἐλάβομεν γνῶσιν, δὲν ἀναφέρεται, ὅτι ὑπάρχει μειοψηφία. Συνεπῶς, ἡμεῖς ἐθεωρούσαμεν καὶ θεωροῦμεν, ὅτι ὑπάρχει ὁμοφωνία εἰς τὸ θέμα τοῦτο. Θὰ πρέπει τὸ σημεῖον τοῦτο νὰ διευκρινισθῇ διὰ νὰ γνωρίζωμεν ποίαν θέσιν ἐπὶ τῶν προτεινομένων τροπολογιῶν λαμβάνει ἕκαστον κόμμα.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὕτως ἔχει, ὅπως τὸ εἴπατε. Ἡ Ἐπιτροπὴ κατήρτισεν ἕνα σχέδιον καὶ δὲν ὑπάρχει καμμία μειοψηφία.
§43Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Κατὰ τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, θὰ παρακαλέσω τὸν Γραμματέα τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ φέρῃ τὰ πρακτικὰ καὶ νὰ ἀναγνωσθῶσιν αἱ γνῶμαι τῶν ἐκπροσώπων τῶν κομμάτων, ὁπότε θὰ ἴδετε, ὅτι δὲν ἔχετε δίκαιον.
§44Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ διευκρινίσω, ὅτι δὲν ὑπῆρχον εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτὴν ἐκπρόσωποι κομμάτων. Ἡ Ἐπιτροπὴ συνεκροτήθη ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς χωρὶς νὰ ἐρωτηθοῦν τὰ κόμματα καὶ βάσει τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι τὴν Ἐπιτροπὴν Κανονισμοῦ τὴν ὁρίζει μόνος του ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Ἑπομένως, δὲν πρόκειται περὶ ἐκπροσώπων τῶν κομμάτων. Ἀναμφισβητήτως εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν μετέσχον καὶ βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καί ἀναμφισβητήτως, ἐξεφράσθησαν γνῶμαι, αἱ ὁποῖαι εἰς πολλὰ σημεῖα συμφωνοῦν μὲ τὸ σχέδιον.
§45Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Ἐδήλωσαν οἱ βουλευταί, ὅτι ἀτομικὰς γνώμας ἐξέφραζον.
§46Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀσχέτως τοῦ ὅτι ἐκφράζουν ἀτομικὰς γνώμας, δὲν ὑπάρχει κομματικὴ πειθαρχία καὶ δέσμευσις. Ἐγὼ τοὐλάχιστον θὰ ἐκφράσω προσωπικὰς γνώμας, χωρὶς ἐκ τούτου νὰ θίγεται καθόλου ἡ κομματικὴ μου πειθαρχία.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἤθελον μόνον νὰ προσθέσω, ὅτι, ἀσχέτως τοῦ ἐὰν πρόκειται ἕνας ἕκαστος νὰ ἔχῃ γνώμην, τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι τὸ σχέδιον τὸ ὁποῖον εἰσήχθη, δὲν εἶναι οὔτε τοῦ Προεδρείου, οὔτε ἑνὸς κόμματος, ἀλλὰ εἶναι σχέδιον, τὸ ὁποῖον φέρει τὰς ὑπογραφὰς τῶν ἀξιοτίμων μελῶν, τὰ ὁποῖα ἐκφράζουν γνώμας, χωρὶς μὲ αὐτὸ νὰ ἠμπορῇ νὰ εἴπῃ κανείς, ὅτι εἶχον ἐξουσιοδότησιν ἢ ὄχι. Καὶ ὑπὸ τοιαύτην μορφὴν τίθεται. Ἡ συζήτησις θὰ γίνῃ ἐλεύθερα. Ἀλλὰ νὰ μὴ λέγεται, ὅτι ὁ Κανονισμὸς αὐτὸς εἰσήχθη ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον ἢ μονομερῶς ἀπὸ οἱονδήποτε Κόμμα.
§48Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Θὰ πρέπει ὅμως νὰ σημειωθῇ, ὅτι ἡ ἐν λόγῳ ἐπιτροπὴ ἀποτελεῖται ἀπὸ 5 κυβερνητικοὺς βουλευτὰς μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ κ. Πρόεδρος καὶ ἀπὸ 2 μόνον ἀντιπολιτευομένους. Εἶναι δέ, πολλαὶ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἐψηφίσθησαν ὁμοφώνως, ἀλλ’ εἶναι καὶ πολλαὶ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἐψηφίσθησαν κατὰ πλειοψηφίαν.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Μπακόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§50Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, παρεμβαίνων πρὸ ὀλίγου ἠμφισβήτησε τὸν διατυπωθέντα παρ’ ἡμῶν ὅρον, περὶ τῶν πολιτικῶν ἀρχηγῶν CAPITUS DE MINUTIO. Βεβαίως, ἡ φράσις δὲν ἐλέχθη ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἀποκεφαλίζομεν τοὺς κ. κ. ἀρχηγούς, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅτι περιορίζομεν τὰ δικαιώματά των, τὰ ὁποῖα μέχρι σήμερον εἶχον. Ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, κ. Πρόεδρε, μέχρι σήμερον, οὐδέποτε εἶχε θέσει τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων εἰς ὑποδεεστέραν θέσιν τῶν Ὑπουργῶν. Ἤδη μὲ τὴν ὑπὸ κρίσιν πρότασιν οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων τίθενται εἰς ὑποδεεστέραν θέσιν ἀπὸ τοὺς Ὑπουργούς. Βέβαια αὐτὸ συμβαίνει εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς, κ. Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, δὲν ἰσχυριζόμεθα τὸ ἀντίθετον. Εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, διατὶ φωνάζετε, ποῖα ἐκ τῶν δικαιωμάτων τῶν κ.κ. Ἀρχηγῶν περιορίζομεν; Ἀκριβῶς ἐπὶ τῶν ἐρωτήσεων καὶ ἐπὶ τῶν μὴ γενικευθεισῶν ἐπερωτήσεων, ἀπαιτεῖται νὰ δύναται ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος νὰ προσθέσῃ δύο λέξεις. Δυνατὸν εἷς βουλευτὴς νὰ λάβῃ μίαν θέσιν, τὴν ὁποίαν δὲν ἐγκρίνει ἡ πλειοψηφία τοῦ κόμματος. Δὲν θὰ πρέπει ὁ Ἀρχηγὸς νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα δι’ ὀλίγων νὰ εἴπῃ ποίαν θέσιν λαμβάνει τὸ κόμμα ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος; Λέγω ταῦτα, κ. Πρόεδρε, καίτοι εἶναι θέμα ἀναγόμενον εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, ἀκριβῶς διὰ νὰ τὸ ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας καὶ νὰ τὸ σκεφθῆτε ἐν τῷ μεταξύ, ὥστε ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ οἰκείου ἄρθρου νὰ εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ ἀποφασίσωμεν. Φοβεῖσθε, κ. Πρόεδρε, μήπως οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων κάμουν κατάχρησιν; Ἡμεῖς τοὐλάχιστον δὲν θὰ δεχθῶμεν οὐδεμίαν μείωσιν τῶν δικαιωμάτων τῶν κ.κ. Ἀρχηγῶν.
§51Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ κ. Ζορμπᾶ, διὰ τὴν τάξιν, διότι ἠμφισβητήθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Ἐφραιμίδην ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον προηγουμένως. Δὲν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ παρακάθημαι εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν κατὰ τὴν προηγουμένην βουλευτικὴν περίοδον καὶ συνεπῶς, δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει τὸ προηγούμενον κείμενον, ἔχω ὅμως ὑπ’ ὄψει μου τὸ κείμενον τὸ ὁποῖον συζητοῦμε. Καὶ γράφει, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν: «Ἡ πρότασις αὕτη, οὖσα ἡ αὐτὴ μὲ τὴν ὁμοφώνως καταρτισθεῖσαν καὶ κατατεθεῖσαν ὑπὸ τῆς ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ Διαρκοῦς Ἐπιτροπῆς, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν βουλευτικὴν περίοδον, ἀποτελουμένης, τότε ὑπὸ τῶν βουλευτῶν κ.κ. Γ. Πλατῆ, Σ. Μακροπούλου, Κ. Κορόζου, Ἀχ. Γεροκωστοπούλου, Φ. Κατσιάμπα, Η. Ἡλιοῦ καὶ Γ. Μαύρου, κατόπιν ἐπεξεργασίας τοῦ ὑπὸ τῆς πρὸς τοῦτο καταρτισθείσης διακομματικῆς ἐπιτροπῆς συνταχθέντος σχεδίου, ἔχει ὡς κατωτέρω:». Συνεπῶς, ὡς ἀναφέρει ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τῆς προτάσεως τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, φέρει πρὸς συζήτησιν τὰς τροποποιήσεις ἐκείνας τοῦ Κανονισμοῦ, τὰς ὁποίας ἐπρότεινε ἡ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ ἐπιτροπὴ τῆς προηγουμένης Βουλῆς, ὁμοφώνως, συμμετεχόντων καὶ τῶν ἀξιοτίμων κ. κ. Μαύρου καὶ Ἡλιοῦ.
§52Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πολλάκις οἱ βουλευταὶ ἐκφράζουν προσωπικήν των γνώμην. Τουλάχιστον εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, θὰ πρέπει νὰ ἔχῃ δικαίωμα ὁ Ἀρχηγὸς νὰ διατυπώσῃ δι’ ὀλίγων τὴν ἄποψιν τοῦ κόμματος.
§53Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Ποῖοι ἔχουν διατυπώσει τὴν ὑπὸ κρίσιν πρότασιν, κύριοι βουλευταί, δὲν νομίζω, ὅτι ἔχει σημασίαν. Ἐφ’ ὅσον ἡ πρότασις ἦλθεν ἐνώπιον ἡμῶν, ἡμεῖς θὰ τὴν κρίνωμεν καὶ θὰ ἀποφασίσωμεν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἠπόρησε διὰ τὴν ἀντίδρασίν μας σχετικῶς μὲ τὴν διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν δύνανται οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων νὰ λαμβάνουν τὸν λόγον εἰς ἑκάστην περίπτωσιν.
§54Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Δὲν θέλω νὰ διακόπτω, ἀλλὰ ἐγὼ εἶπον, ὅτι διὰ τὰς διατάξεις αὐτάς, κατὰ τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν ἕκαστος θὰ λάβῃ τὴν θέσιν του, καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ διάταξις αὐτὴ δὲν εἶναι ταμποῦ. Ἀλλὰ εἰς τὸ ἐπιχείρημά σας, θὰ σᾶς ἐρωτήσω, ἐὰν ἴσχυε τὸ ὅτι ὁ μὲν Ἀρχηγὸς Κόμματος δὲν θὰ ἐλάμβανε τὸν λόγον, διότι οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων, πάντοτε καὶ ὀφείλω νὰ τὸ τονίσω τοῦτο, σέβονται τὸν Κανονισμόν, ὁ δὲ βουλευτὴς θὰ παρεβίαζε τὸν Κανονισμὸν κάμνων παρατηρήσεις εἰς τὸ Προεδρεῖον ἢ ὑποκαθιστῶν αὐτό. Τὸ παράδειγμά σας στηρίζεται ἐπὶ παραβιάσεως τοῦ Κανονισμοῦ ὑπὸ Ἀρχηγοῦ Κόμματος, ὑπὸ ἑνὸς βουλευτοῦ καὶ εἰς ἀνυπαρξίαν Προεδρείου. Δὲν εὐσταθεῖ συνεπῶς.
§55Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱανδήποτε κρίσιν καὶ ἂν ἔχῃ νὰ φέρῃ ὁ βουλευτής, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τὴν ἐκφέρῃ. Δὲν εἶναι θεμιτὸν νὰ τὸν ἐμποδίσωμεν νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του.
§56Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Μά, κύριε Ζορμπᾶ, θὰ παραβιάσῃ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς τὸν Κανονισμόν; Τὶ νὰ σᾶς ἀπαντήσω;
§57Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Ἐὰν ὅμως παρέμβῃ, κ. Πρόεδρε, ἕνας βουλευτής, καθ’ ἣν ὥραν ὁμιλεῖ Ἀρχηγὸς Κόμματος, εἰς περίπτωσιν ἀποκλειομένην ὑπὸ τῆς κρινομένης προτάσεως, τότε δὲν μειοῦται ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος; Δὲν παθαίνει τὴν CAPITUS DE MINUTIO; Εἶναι ἀνάγκη νὰ προφυλάξωμεν τὸ κῦρος καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν ὡρισμένων παραγόντων τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν Ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων, ἐὰν θέλωμεν τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶπεν, ὅτι ἡ διάταξις ἡ περιορίζουσα τὸν λόγον καὶ καθορίζουσα τὰ περὶ εἰδικῶν ἀγορητῶν, ὑποβοηθεῖ τὴν ὀργάνωσιν τῶν Κομμάτων. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, εἶναι δυνατὸν ὡρισμένοι ἐκ τῶν βουλευτῶν, ὑποδεικνυόμενοι ὡς εἰδικοὶ ἀγορηταί, νὰ ὁμιλοῦν συνεχῶς καὶ νὰ προβάλλωνται, ἐνῷ ἄλλοι νὰ μὴ δύνανται νὰ διατυπώσουν τὴν γνώμην των παρὰ μόνον μὲ τὴν χρῆσιν τῆς 10λέπτου ἀγορεύσεως. Διακρίσεις, ὅμως, δὲν πρέπει νὰ καθιερώσωμεν μεταξὺ ἡμῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὅλοι οἱ βουλευταὶ νὰ ὁμιλήσουν ὡς εἰδικοὶ ἀγορηταὶ εἰς μίαν σύνοδον, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθουν τόσα νομοσχέδια πρὸς ψήφισιν. Θὰ ἐπρότεινα, λοιπόν, ριζικὴν τροποποίησιν τῆς προτάσεως καὶ προτείνω, ὅπως οἱ Ὑπουργοὶ καὶ οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων, νὰ ὁμιλοῦν εἰς πᾶσαν περίπτωσιν, ὡς ὁ ἰσχύων Κανονισμὸς ὁρίζει. Οἱ εἰδικοὶ ἀγορηταὶ ..................... νὰ ὁμιλοῦν ἐπὶ μίαν ὥραν καὶ οἱ λοιποὶ βουλευταί, εἰς μὲν τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν, εἰς ἡμίσειαν ὥραν, εἰς δὲ τὰ ἄρθρα ἐπὶ ἕνα τέταρτον. Τοιουτοτρόπως καὶ αἱ ἐργασίαι θὰ διευκολυνθοῦν καὶ οἱ βουλευταὶ θὰ δύνανται νὰ εἴπουν τὴν γνώμην των πάντοτε καὶ νὰ συμβάλουν εἰς τὴν καλὴν διατύπωσιν τῶν νόμων. Ταῦτα, διὰ τὴν διάταξιν ποὺ ἐπιβάλλει περιορισμὸν τοῦ λόγου, παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 62 τοῦ Συντάγματος ποὺ ἐπιβάλλει ἐλευθερίαν λόγου. Ἔρχομαι τώρα, εἰς ἄλλην διάταξιν. Ἡ ὑπὸ κρίσιν τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ, ἐπιβάλλει αὐστηρὰς κυρώσεις, εἰς τοὺς ἐκτρεπομένους βουλευτάς. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει μας τὴν μέχρι τοῦδε πεῖραν τοῦ Κοινοβουλίου, θὰ ἴδωμεν, ὅτι πάντοτε αἱ κυρώσεις ἐστρέφοντο ἐναντίον τῶν βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐὰν τὸ Προεδρεῖον δὲν διαμορφωθῇ εἰς διακομματικόν, πάντοτε αἱ κυρώσεις θὰ ἐφαρμόζωνται ἐναντίον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ οἱ συμπολιτευόμενοι βουλευταί, θὰ εἶναι ἀσύδοτοι. Διὰ τοῦτο, αἱ προτάσεις μᾶς εὑρίσκουν ἀντιθέτους. (Εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, τὴν Προεδρικὴν ἕδραν, καταλαμβάνει ὁ Γʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Α. Καμβύσης). Τὸ ἄρθρον 62 τοῦ Συντάγματος, εἰς οὐδένα δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλῃ ποινὴν εἰς βουλευτήν. Ὁ βουλευτής, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀναπτύξῃ τὰς ἀπόψεις του ὅπως οὗτος νομίζει.
§58Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Δὲν θὰ κάμω ἀνάπτυξιν τοῦ ἄρθρου τώρα, ἀλλὰ κατὰ τὴν συζήτησίν του. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν θὰ ἤθελον νὰ δημιουργοῦνται ἐντυπώσεις, ἔχω νὰ σᾶς εἴπω τοῦτο: Ἡ κατὰ τὸν ἰσχύοντα Κανονισμόν, προβλεπομένη βαρυτέρα κύρωσις, εἶναι ἡ τῆς ἀνακλήσεως εἰς τὴν τάξιν μετὰ δημοσιεύσεως τῆς σχετικῆς ἀποφάσεως διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοιχοκολλήσεως ταύτης εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν δήμων τῆς περιφερείας, ἐξ ἧς ἐκλέγεται ὁ παρεκτραπεὶς βουλευτής. Ἡ ποινὴ αὕτη, κατὰ τὴν δεκαετῆ προεδρίαν μου, ἐπεβλήθη ἅπαξ καὶ δὴ εἰς βουλευτὴν τῆς πλειοψηφίας.
§59Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Δὲν κρίνω ὑμᾶς κ. Πρόεδρε, κρίνω τὸ κείμενον. Ὅταν ἡ πρότασις ὁρίζῃ, ὅτι ὁ βουλευτὴς ἀποβάλλεται ἐκ τῆς αἰθούσης ἐπειδὴ εἰς ἔντονον ὕφος ἐξέφρασε τὴν γνώμην του.....
§60Γ. ΠΛΑΤΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἡ διάταξις, δὲν ὁμιλεῖ περὶ γνώμης. Ὅταν σᾶς ἐπιτεθῇ ὁ βουλευτής, τότε ἀποβάλλεται τῆς αἰθούσης.
§61Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Δὲν εἶναι ἀρένα ἡ Βουλή, ὥστε διὰ τῶν γρόνθων του νὰ ἐπιτεθῇ ὁ βουλευτής. Θὰ ἐπιτεθῇ διὰ τῆς γλώσσης εἰς ἔντονον ὕφος, ἠμπορεῖ δὲ εἰς τὸ αὐτὸ ὕφος νὰ δεχθῇ τὴν ἀνταπόδοσιν. Συνεπῶς, ἐπειδὴ ὁ βουλευτὴς θὰ χρησιμοποιήσῃ ἔντονον ὕφος καὶ θὰ προκαλέσῃ ἐπεισόδιον, εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀποβληθῇ τῆς αἰθούσης τοῦ Κοινοβουλίου; Ἀλλὰ ἐρωτᾶται, ἔχομεν ἡμεῖς τὸ δικαίωμα νὰ ἀποβάλωμεν ἐκ τῆς αἰθούσης τὸν βουλευτήν; Ὁ βουλευτής, ἀντιπροσωπεύει τὸν λαόν. Ἀπὸ αὐτὸν ἐκλέγεται, ἀπὸ αὐτὸν ἀποστέλλεται εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ δι’ αὐτὸν ἀγωνίζεται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἐὰν δι’ ἕνα θέμα ἔχῃ ἀντιγνωμίαν καὶ χρησιμοποιήσῃ ἔντονον ὕφος, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ τὸν ἀποβάλωμεν ἀπὸ τὴν αἴθουσαν; Ἀλλά, ἂς μὴ λησμονῶμεν, ὅτι τὰ περισσότερα ἐπεισόδια ἐν τῇ αἰθούσῃ δημιουργοῦνται ἐκ μέρους τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ μένουν κατὰ κανόνα ἄνευ κυρώσεων. Αἱ κυρώσεις στρέφονται εὐθέως κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Διαφωνῶ πλήρως μὲ τὴν διάταξιν αὐτήν. Ὁ βουλευτὴς εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐκφράζῃ τὴν γνώμην του, ὅπως αὐτὸς νομίζει, χωρὶς τὸν φόβον κυρώσεων. Τὸ Σύνταγμα μᾶς προστάζει καὶ διὰ κἄτι ἄλλο. Μᾶς λέγει νὰ εἴμεθα ἐπιμελεῖς καὶ νὰ παρακολουθῶμεν ἀνελλιπῶς τὰς συνεδριάσεις τοῦ Σώματος. Τὸ μόνον δικαίωμα ποὺ παρέχεται ἐκ τοῦ Συντάγματος εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, εἶναι, ἐὰν βουλευτής τις ἀπουσιάσῃ ἔκ τινων συνεδριάσεων νὰ τοῦ ἀφαιρῇ τὴν ἀποζημίωσιν. Αὐτὴ εἶναι μόνον ἡ ἐκ τοῦ Συντάγματος ποινὴ καὶ αὐτὴν πρέπει νὰ προβλέψῃ ὁ Κανονισμὸς μόνον. Ἑρμηνεύων τὰς δύο διατάξεις τοῦ Συντάγματος ὑποστηρίζω, ὅτι πᾶσα ἄλλη ποινὴ εἶναι ἀπαράδεκτος. Αἱ διατάξεις περὶ κυρώσεων θὰ πρέπει νὰ ἀπασχολήσουν τὴν Βουλὴν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν καὶ νὰ διαγραφοῦν. Ὁ νέος Κανονισμὸς ἐξ ἄλλου, ἐπιβάλλει νέαν καταπίεσιν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Αὐξάνει τὸν ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν διὰ τὴν ὑποβολὴν ἐνστάσεως ἀπαρτίας. Ἐνῷ διὰ νέας διατάξεως ἀναγνωρίζει ὡς κόμμα τὸ ἔχον εἰς τὴν δύναμίν του 15 βουλευτάς, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ κόμμα αὐτὸ νὰ ὑποβάλῃ ἔνστασιν ἀπαρτίας, διότι διὰ τῆς νέας διατάξεως τὴν πρότασιν πρέπει νὰ τὴν ὑπογράψουν 25 βουλευταί. Συνεπῶς τὸ κόμμα αὐτὸ δὲν ἔχει τὴν δύναμιν νὰ ὑποβάλῃ τὴν γνώμην του ἐπὶ τοῦ ἑκάστοτε συζητουμένου θέματος καὶ ἐὰν θελήσῃ νὰ ὑποβάλῃ ἔνστασιν ἀπαρτίας θὰ ἀναζητήσῃ τοὺς ὑπολοίπους 10 βουλευτάς, ἀπὸ ἕτερα κόμματα. Ἐὰν ὁ ἀριθμὸς τῶν 10 ποὺ σήμερον ἰσχύει δὲν εἶναι ἐπαρκής, δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν ἀριθμὸν 15. Ἀλλὰ πέραν τοῦ ἀριθμοῦ 15, δι’ ἡμᾶς, εἶναι ἀπαράδεκτον. Ἕνα ἄλλο θέμα, τὸ ὁποῖον θὰ πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ σοβαρῶς εἶναι τὸ θέμα τῶν ἐρωτήσεων. Αἱ ἐρωτήσεις ἀποτελοῦν ἕνα εἶδος μικρῶν δώρων πρὸς τὸν λαόν, ποὺ θὰ διατηρήσουν τὴν φιλίαν τοῦ λαοῦ πρὸς τὴν Βουλήν. Αἱ ἐρωτήσεις ἐκφράζουν τὸ αἴσθημα καὶ τὸν πόνον τοῦ λαοῦ. Διὰ τῶν ἐρωτήσεων προβάλλονται σοβαρώτατα προβλήματα αὐτοῦ ποὺ ἐπιζητοῦν ταχεῖαν λύσιν. Τὰς ἐρωτήσεις δὲν πρέπει νὰ τὰς περιφρονήσωμεν. Πρέπει νὰ ἀποδώσωμεν ἰδιαιτέραν σημασίαν εἰς αὐτὸ τὸ ἔργον τοῦ Κοινοβουλίου. Διὰ τῶν ἐρωτήσεων ὁ λαὸς ἀπευθύνεται εἰς τὸ Κοινοβούλιον καὶ ζητεῖ τὴν λύσιν σοβαρωτάτων θεμάτων. Ἡ πληθώρα τῶν κατατιθεμένων ἐρωτήσεων προδίδει κακὴν λειτουργίαν τοῦ Κράτους μας. Ἐὰν ὁ πολίτης ἐξυπηρετῆτο ὑπὸ τοῦ Κράτους εἰς τὰ προβλήματά του, δὲν θὰ ὠχλοῦσε τὴν Βουλήν. Δυστυχῶς ὅμως ὁ λαὸς δὲν ἐξυπηρετεῖται ἀπὸ τὸ Κράτος καὶ καταφεύγει εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα ἢ δι’ ἐρωτήσεως βουλευτοῦ ἢ διὰ τῆς καταθέσεως ἐγγράφου, προηγηθῇ συζήτησις πρὸς λύσιν τοῦ τιθεμένου αἰτήματος. Διὰ τοῦτο βλέπομεν χιλιάδας ἐρωτήσεων νὰ εἶναι κατατεθειμέναι, ποὺ αἱ περισσότεραι δὲν ἔχουν συζητηθῆ μέχρι σήμερον καὶ ὁ λαὸς ἀναμένει ἐπὶ τῶν αἰτημάτων του ὡρισμένην λύσιν. Δυστυχῶς καὶ εἰς τὴν νέαν τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν εἴδομεν διάταξιν διευκολύνουσαν τὴν ταχεῖαν συζήτησιν τῶν ἐρωτήσεων. Θὰ πρέπει νὰ καθιερώσωμεν ὅπως αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς ἀρχίζουν τὴν 5ην ἀπογευματινὴν καὶ μέχρι τὴν 6ην καὶ ἡμίσειαν νὰ συζητῶμεν μόνον ἐρωτήσεις. Νομίζω, δέ, ὅτι δὲν χρειάζεται κατὰ τὴν ὥραν αὐτὴν τῶν ἐρωτήσεων νὰ ὑπάρχῃ ἀπαρτία. Ὁ ἑκάστοτε Ὑπουργὸς θὰ ὑπόκειται εἰς ἔλεγχον, θὰ δίδῃ τὴν πρέπουσαν ἀπάντησιν καὶ οἱ ἐνδιαφερόμενοι πολῖται θὰ ἱκανοποιοῦνται ἐκ τῆς τοιαύτης συζητήσεως ἢ λύσεως τῶν προβλημάτων των. Τὸ μικρὸν αὐτὸ δῶρον τῶν ἐρωτήσεων, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὸν λαόν, θὰ πρέπει νὰ τὸ προσφέρωμεν εἰς τὸν λαόν. Αἱ ἐρωτήσεις συντηροῦν τὴν φιλίαν λαοῦ πρὸς τὸ Κοινοβούλιον. Ὀρθῶς ὁ κ. Πρόεδρος ἐφήρμοσε νέαν μέθοδον συζητήσεως τῶν ἐρωτήσεων. Πρέπει νὰ ὁμολογήσω, ὅτι διηυκόλυνε τὴν συζήτησιν τῶν ἐρωτήσεων τὸ ἐφαρμοσθὲν σύστημα. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ, ὅτι καὶ ἐπὶ τούτου ἐγένετο νοθεία. Ὡρισμένων Ὑπουργῶν ἐρωτήσεις οὐδέποτε συζητοῦνται. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, οὐδέποτε παρέστησαν διὰ νὰ ἀπαντήσουν ἐπὶ ἐρωτήσεων τῆς ἁρμοδιότητός των. Θὰ πρέπει νὰ καθιερωθῇ διὰ τοῦ Κανονισμοῦ ὑποχρεωτικὴ συζήτησις τῶν ἐρωτήσεων ὅλων τῶν Ὑπουργείων. Ὡς πρὸς τὴν διάταξιν περὶ πρακτικῶν, θέλω πρῶτον νὰ ἐξάρω τοὺς κόπους τῶν στενογράφων καὶ τῶν πρακτικογράφων, οἱ ὁποῖοι ἀόκνως ἐργάζονται διὰ τὴν καλυτέραν διατύπωσιν τῶν πρακτικῶν, θὰ ἐπρότεινα δὲ πρὸς διευκόλυνσίν των παραλλήλως πρὸς αὐτοὺς νὰ χρησιμοποιήσωμεν καὶ μηχανικὰ μέσα, ὅπως τὸ μαγνητόφωνον καὶ λοιπὰ ἄλλα εἰδικὰ μηχανήματα. Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ἡ Κυβέρνησις θέλουν πράγματι νὰ ἀποδώσῃ ὁ Κανονισμός, θὰ πρέπει νὰ δεχθοῦν τὰς τροπολογίας μας. Ἐπιμένομεν, ὅτι ἡ αἴθουσα αὐτὴ εἶναι αἴθουσα, ἥτις ἐκφράζει, ὅ,τι εὐγενὲς καὶ ὡραῖον τοῦ πολιτεύματός μας καὶ εἰς αὐτὴν τὴν αἴθουσαν ἔχει μεγαλυτέραν σημασίαν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἀγράφου νόμου καὶ τῶν παραδόσεων, παρὰ τοῦ γραπτοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος εὐκόλως παραβιάζεται, ἐνῷ ὁ ἄγραφος νόμος καὶ ἡ παράδοσις δυσκόλως παραβιάζονται, διότι ἡ ἐπιβολή των εἶναι μεγίστη. Περαίνων, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω, ὅτι πρῶτα πρέπει νὰ ἀλλάξῃ νοοτροπίαν ἡ Κυβέρνησις καὶ νὰ συντελέσῃ αὐτὴ εἰς τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν τοῦ θεσμοῦ τοῦ Κοινοβουλίου καὶ κατόπιν νὰ σκεφθῇ διὰ τὴν τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ. Διότι περισσοτέραν σημασίαν ἀποδίδομεν εἰς τὴν νοοτροπίαν τῶν παραγόντων τοῦ Κοινοβουλίου, διὰ τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν του, παρὰ εἰς τὸν τυπικὸν Κανονισμόν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως).
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Φιλιππίδης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§63Α. ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§65Ν. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ; Ὁρίστε, κ. Ἀλαβάνο.
§67Ν. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Ὡς γνωρίζετε, κύριε Πρόεδρε, διότι καὶ ὑμεῖς ἐξ ἐπαρχίας προέρχεσθε, ἡ 25η Μαρτίου, ἡ διπλῆ αὐτὴ ἐπέτειος Ἐθνικὴ καὶ Θρησκευτική, ἑορτάζεται μὲ κάθε μεγαλοπρέπειαν καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας μας δι’ ἑορτασμῶν, οἱ ὁποῖοι διαρκοῦν πέραν τῆς μιᾶς ἡμέρας. Τὸ γεγονὸς τοῦ πανηγυρισμοῦ τῆς ἐπετείου, καθ’ ἣν ἡ Ἑλληνικὴ γῆ ὕψωσε πρὸς τοὺς οὐρανοὺς τὸ λάβαρον τῆς ἐλευθερίας καὶ οἱ οὐρανοὶ ἔκλινον πρὸς τὴν γῆν τὸ κρίνον, νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλεται καὶ θὰ εἶναι σύμφωνον πρὸς τὴν ἀποστολὴν ἡμῶν τῶν ἐκπροσώπων τοῦ Ἔθνους, ὅπως εὑρεθῶμεν κατὰ τοὺς ἑορτασμοὺς αὐτοὺς εἰς τὰς ἰδιαιτέρας μας περιφερείας. Δι’ ὃ προτείνω ὅπως διακόψωμεν ἀπὸ ἀπόψε μέχρι τῆς προσεχοῦς Τρίτης.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει καμμία ἀντίρρησις ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ἀλαβάνου;
§69Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀρθὸν εἶναι.
§70ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ συνέπειαν, ἡ Βουλή, δέχεται, ὅπως αὔριον καὶ τὴν Δευτέραν, μὴ ἔχωμεν συνεδρίασιν.
§72Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Κύριε Πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον ὀλίγα λεπτά, διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Ζορμπᾶ. Δὲν εἶναι εἰς τὴν πρόθεσίν μου νὰ ἀπαντῶ εἰς ἕνα ἕκαστον ρήτορα, ἐπιθυμῶ, ὅμως, νὰ ἀπαντήσω εἰς τοὺς πρώτους 2–3 ρήτορας, διὰ νὰ διευκρινίσω τὸ πνεῦμα τῶν τροποποιήσεων, τὰς ὁποίας εἰσηγοῦμαι ἐνώπιον τοῦ Σώματος. Ὁ κ. Ζορμπᾶς εἶπεν, ὅτι αὐτό, τὸ ὁποῖον θὰ γίνεται, δηλαδή, νὰ ὁρίζῃ τὸ κόμμα ἕνα ἢ δύο εἰσηγητὰς ἢ ρήτορας ἐξουσιοδοτημένους εἶναι τυραννία, ὅτι θὰ εἶναι ἀτελὴς ἡ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων καὶ ὅτι κατὰ συνέπειαν τοῦτο θὰ ἀποβαίνῃ εἰς βάρος τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ καὶ τῶν λαϊκῶν συμφερόντων. Θὰ ἤθελα ἐπ’ αὐτῶν, νὰ λάβωμεν ὡς παράδειγμα ἕνα νομοσχέδιον. Κατατίθεται ἕνα νομοσχέδιον, καὶ ἀμέσως ὁρίζονται εἰσηγηταί, παραπέμπεται εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ὅπου ἐκεῖ διεξάγεται εὐρυτάτη καὶ λίαν ἐξονυχιστικὴ συζήτησις μὲ ὅλα τὰ κόμματα ἐκπροσωπούμενα. Βεβαίως, δὲν ἔχουν δημοσιότητα αἱ συζητήσεις τῆς Ἐπιτροπῆς, ἔχουν ὅμως, ἀπόδοσιν οὐσιαστικήν. Πρὸ τούτου, τὸ νομοσχέδιον πηγαίνει εἰς τὰ κόμματα καὶ ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος ἢ ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐπιτροπὴ τοῦ κόμματος —διότι αὐτὸ ἀφορᾷ τὰ κόμματα, δὲν ἀφορᾷ τὸν Κανονισμὸν κατὰ ποῖον τρόπον θὰ λειτουργοῦν τὰ κόμματα— θὰ ὁρίσῃ, ἀναλόγως τῆς δυνάμεώς του, ἕνα ἢ δύο ἐξουσιοδοτημένους ρήτορας σὺν τῷ εἰσηγητῇ, ὁ ὁποῖος ὡρίσθη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ὁ ὁποῖος θὰ ἀκουσθῇ πρῶτος ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, λοιπόν, αὐτοῦ, θὰ ἀκουσθοῦν ἀγορεύοντες ἐπὶ μίαν ὥραν τρεῖς ἀγορηταί, δεδομένου, ὅτι τὰ κόμματα ἔχουν 50–60 μέλη, κατὰ μέσον ὅρον. Ὅταν, λοιπόν, ἀπὸ κἄθε κόμμα ἀκουσθοῦν δύο– τρεῖς ὁμιληταί, ἐκφράζοντες τὴν ὑπεύθυνον γνώμην τοῦ κόμματος καὶ ὅταν ἀκουσθῇ καὶ ὁ Ὑπουργὸς καὶ ὅταν ἀκουσθοῦν, ἐπὶ πλέον, καὶ οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων, ἐπισφραγίζοντες τὰς ἐκτεθείσας ἀπόψεις, ὅταν, δηλαδή, δι’ ἕνα νομοσχέδιον ἀκουσθοῦν αἱ ἀπόψεις τοὐλάχιστον δέκα βουλευτῶν εἰδικῶς μελετημένων καὶ ἐξουσιοδοτημένων, εἰδικευμένων εἰς τὸ θέμα αὐτό, δὲν νομίζετε, κ. Ζορμπᾶ, ὅτι προάγεται ὁ κοινοβουλευτισμὸς καὶ ἐξυπηρετοῦνται τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ; Καὶ δὲν εἶναι τοῦτο προτιμότερον ἀπὸ τοῦ νὰ παραμένουν τὰ νομοσχέδια ἐκκρεμῆ ἐπὶ μῆνας διὰ νὰ τελειώσουν αἱ 18 συνεδριάσεις, ποὺ ἴσως ἤθελον ἀπαιτηθῆ, διὰ τὴν συζήτησιν ἑνὸς ἑκάστου ἐξ αὐτῶν; Ποῦ βλέπετε, λοιπόν, τὴν τυραννίαν, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται εἴτε εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, εἴτε εἰς τὰ κόμματα; Καὶ τὰ κόμματα, διατὶ θὰ ἔχουν εὐνοιοκρατίαν —διὰ νὰ μεταχειρισθῶ καὶ ἐγὼ τὴν λέξιν— διότι εἶπεν, ὅτι θὰ εἶναι οἱ αὐτοὶ πάντοτε εἰσηγηταί, διατὶ νὰ εἶναι; Θὰ εἰδικευθοῦν οἱ εἰσηγηταί, τὰ κόμματα θὰ ὀργανωθοῦν κατὰ Ὑπουργεῖα, κατ’ εἰδικότητα καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ἀποκτήσουν καὶ τὰ κόμματα τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι θὰ δύνανται καὶ θὰ πρέπει νὰ κυβερνήσουν αὐτὸν τὸν τόπον, ὅταν ἔλθῃ ὁ καιρός τους. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι, ἐὰν δι’ ἕνα νομοσχέδιον ἀκουσθοῦν, ὅπως ὁρίζει ἡ τροποποίησις αὐτή, περὶ τοὺς 10 ρήτορες ἀπὸ μίαν ὥραν ἕκαστος, ἐκτὸς τῶν Ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπόκεινται εἰς χρονικὸν περιορισμόν, ἡ εἰσήγησις θὰ εἶναι πλήρης καὶ ἐξονυχιστική. Ἐπὶ πλέον, ὑπάρχει καὶ τὸ δεκάλεπτον, δι’ ὅσους θέλουν νὰ προσθέσουν κἄτι τὸ νέον. Δὲν θὰ ἠμπορέσω, μὲ ὅλην τὴν καλὴν διάθεσιν, τὴν ὁποίαν ἔχω, νὰ πεισθῶ, ὅτι, ἐὰν ἀκουσθοῦν δέκα ρήτορες προητοιμασμένοι δὲν θὰ καταστῇ ὥριμον τὸ νομοσχέδιον πρὸς ψήφισιν καὶ δὲν θὰ διαφωτίζηται ὁ λαός. Τοὐναντίον, ἐὰν ὁμιλήσουν πολλοί, οἱ ὁποῖοι ἀναμφισβητήτως θὰ ἔχουν κἄποιαν ἐνδιαφέρουσαν πλευράν, δὲν θὰ εἶναι ἐπαρκῶς παρεσκευασμένοι, δὲν θὰ ἔχουν τὴν εἰδίκευσιν καὶ ὁ λαὸς ἀντὶ νὰ διαφωτίζηται θὰ ὑφίσταται σύγχυσιν. Προτιμῶ τοὺς δέκα εἰδικευμένους ἐπὶ τοῦ συγκεκριμένου νομοσχεδίου, ἄλλους δέκα εἰς ἄλλο νομοσχέδιον κ.ο.κ. Αὐτὸ θὰ ἐπιτρέψῃ νὰ ἔχωμεν τὴν ἀνάδειξιν καὶ τὴν προβολήν, τὴν οὐσιαστικὴν καὶ οὐχὶ τὴν τυπικὴν ἢ διαφημιστικὴν τῶν ρητόρων, ἐπὶ ἑκάστου νομοσχεδίου.
§73Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Τὸ δεκάλεπτον νὰ γίνῃ τέταρτον.
§74Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν καὶ εἰκοσάλεπτον νὰ γίνῃ, ἐὰν κριθῇ, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀπαραίτητον. Ὅταν κἄποτε, εἰς παλαιοτέραν συνεδρίασιν τῆς Ἐπιτροπῆς, εἴχωμεν συμφωνήσει 8ωρον διάρκειαν τῆς συζητήσεως καὶ ὁ κ. Ἠλιοῦ ἐζήτησε 10ωρον, εἶπον, ὅτι δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν. Αὐτὸ δὲν ἔχει οὐσιώδη σημασίαν. Σημασίαν ἔχει, ὅτι μὲ δέκα ρήτορας, δεόντως ἐξουσιοδοτημένους, ἠμπορεῖ νὰ ἐξαντληθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ ἑνὸς οἱουδήποτε νομοσχεδίου. Ἔρχομαι εἰς τὸ θέμα τῶν παραδόσεων, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ κ. Ζορμπᾶς. Εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ σεβασθῶμεν τὰς παραδόσεις. Θὰ ἤθελα νὰ τὸν ἐρωτήσω, ποίας παραδόσεις ἐννοεῖ. Ὅταν τὸ πρῶτον ἐξελέγην Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἐμελέτησα τὰ πρακτικὰ τοὐλάχιστον μέχρι τοῦ 1880 καὶ εἶδον ἐκεῖ, ὅτι αἱ παραδόσεις τότε ἦσαν τελείως διάφοροι. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, διότι θὰ ἠναγκαζόμην νὰ ἀσκήσω ἀθελήτως καὶ ἐμμέσως κριτικήν, τὴν ὁποίαν δὲν θέλω νὰ κάμω, κωλύομαι ὡς Πρόεδρος τοῦ Σώματος. Ἐάν, ὅμως, διαβάσῃ ὁ κ. Ζορμπᾶς τὰ πρακτικὰ αὐτά, θὰ ἴδῃ πῶς ἐγίνοντο αἱ συζητήσεις, ποῖον ρυθμὸν εἶχον καὶ τότε θὰ βεβαιωθῇ, ὅτι τώρα αἱ παραδόσεις παρεβιάσθησαν. Ἐκτός, ἐὰν θέλῃ νὰ μᾶς εἴπῃ κἄτι ἄλλο: Νὰ δημιουργήσωμεν νέας παραδόσεις, σύμφωνα μὲ τὰς ἀπόψεις του. Τότε, ὅμως, δὲν σεβόμεθα τὰς παλαιάς. Ἕνα ἄλλο θέμα, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ἐντύπωσιν, εἶναι τὸ θέμα τῶν κυρώσεων. Ἡ προτεινομένη διάταξις, δὲν εἶναι διάταξις, ἡ ὁποία συνελήφθη εἰς τὸ μυαλὸ οὔτε τοῦ ὑποφαινομένου, εἴτε οἱουδήποτε μέλους τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ αὐτὴ διάταξις ἢ παραπλησία ἰσχύει περίπου εἰς ὅλα σχεδὸν τὰ Κοινοβούλια. Νομίζω, ὅτι κατά τι ἀντεγράφη ἀπὸ τὴν Γαλλικήν, ὄχι βέβαια τὸν βάσει τοῦ τελευταίου Συντάγματος Κανονισμὸν τῆς Γαλλικῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, ἀλλὰ ἀπὸ τῆς Γʹ καὶ Δʹ Δημοκρατίας. Ἐπίσης, τὸ αὐτὸ ἰσχύει, οὐχὶ βέβαια βάσει διατάξεων, ἀλλὰ βάσει ἐθίμου, εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Βουλήν, ἐπίσης καὶ εἰς τὴν Ἰταλικὴν καὶ τὴν Βελγικήν. Ἐπὶ τέλους, ὑπάρχει Δημοκρατία εἰς αὐτὰς τὰς χώρας. Διότι πρέπει νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅταν συζητῶμεν περὶ Κανονισμοῦ, ὅτι δὲν θὰ κατέχωμεν πάντοτε τὴν αὐτὴν θέσιν. Ἠμπορεῖ νὰ μεταβληθοῦν αἱ θέσεις μας. Ἄν, λοιπόν, δεχθῶμεν, ὅτι μίαν ἡμέραν θέλει ὁ κ. Ζορμπᾶς νὰ ὁμιλήσῃ καὶ κἄποιος συνάδελφος —δὲν φαντάζομαι, ὅτι θὰ συμβῇ— δὲν θέλει νὰ τὸν ἀφήσῃ νὰ ὁμιλήσῃ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ, κτυπῶντας τὸ ἀναλόγιον καὶ ὑβρίζοντάς τον, πῶς θὰ δυνηθῇ ὁ Πρόεδρος νὰ τὸν προστατεύσῃ; Θὰ τὸν ἀνακαλέσῃ εἰς τὴν τάξιν. Καὶ ἔπειτα; Ἐὰν ἐξακολουθήσῃ νὰ κτυπᾷ τὸ ἀναλόγιον, ἢ ἐὰν τοῦ ἐπιτεθῇ καὶ χειροδικήσῃ ἀκόμη, τί θὰ κάμῃ ὁ Πρόεδρος; Πῶς θὰ ἀντιδράσῃ; Θὰ λύσῃ τὴν συνεδρίασιν καὶ θὰ εἴπῃ τοῦ κ. Ζορμπᾶ νὰ κατέλθῃ τοῦ βήματος, διότι, φέρ’ εἰπεῖν, ὁ κ. Ἰωαννίδης δὲν θέλει νὰ τοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ ὁμιλήσῃ; Εὐτυχῶς δὲν ἔχομεν βουλευτὴν Ἰωαννίδην καὶ δὲν κινδυνεύω νὰ δημιουργήσω προσωπικὸν ζήτημα. Τί θὰ κάμῃ, λοιπόν, ὁ Πρόεδρος; Θὰ πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ μέσον νὰ ἀναγκάσῃ τὸν κ. Ἰωαννίδην νὰ ἠρεμήσῃ, διὰ νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν κ. Ζορμπᾶν νὰ συνεχίσῃ τὸν λόγον του. Ὅλα αὐτὰ τὰ μέτρα δὲν εἶναι κατὰ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, εἶναι ὑπὲρ αὐτῆς. Δι’ αὐτό, ἐφ’ ὅσον ἀσχολούμεθα τώρα μὲ τὴν τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ, ὀρθὸν εἶναι νὰ ἀντιμετωπισθῇ καὶ αὐτὸ τὸ θέμα. Ἀλλὰ καὶ ἡ διάταξις αὐτὴ ἠμπορεῖ νὰ ὑποστῇ διαφόρους τροποποιήσεις, ἐφ’ ὅσον ἐκ τῆς συζητήσεως ἤθελε κριθῇ ἀναγκαῖον, δὲν εἶναι «ταμποῦ», ἁπλῶς ἐκφράζει τὴν θέλησιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι καταρτίζοντες ἕνα σχέδιον Κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχει μίαν προοπτικὴν νὰ ἰσχύσῃ τοὐλάχιστον ἐπὶ μίαν δεκαετίαν καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ λάβουν πρόνοιαν διὰ τὸν κ. Ζορμπᾶν καὶ οἱονδήποτε ἄλλον, ὁ ὁποῖος θὰ θελήσῃ νὰ ὁμιλήσῃ καὶ δὲν θὰ τὸν ἀφήνουν. Ὁ κ. Ζορμπᾶς λέγει, ὅτι αὐτὸ γίνεται δι’ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος θὰ ἐκφέρῃ γνώμην κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Ζορμπᾶς ἐπὶ ἔτη ἐπιτίθεται κατὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν δριμύτατα. Τὸν ἠνώχλησέ τις; Οὕτω, ὅμως, ὁ κ. Ζορμπᾶς, ἔλαβε μόνιμον θέσιν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ ἐθεώρησεν ὡς μόνιμον Κυβέρνησιν τὴν παροῦσαν. Κἄποτε, αὐτὰ ἠμποροῦν νὰ ἀλλάξουν. Τὸ μέτρον αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶπον, εἶναι ἀντιγραφὴ περίπου ἀπὸ διατάξεις ἄλλων Κανονισμῶν ἀπολύτως Κοινοβουλευτικῶν καὶ Δημοκρατικῶν χωρῶν.
§75Ε. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Νὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψει οἱ Κανονισμοὶ τῶν ἄλλων Κρατῶν.
§76Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Εὑρίσκονται εἰς τὴν Βιβλιοθήκην τῆς Βουλῆς καὶ εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν οἱουδήποτε συναδέλφου. Δὲν σᾶς ἀποκρύπτω, ὅτι κἄποτε ἐπεσκέφθην τὴν Γαλλικὴν Βουλὴν καὶ μοῦ ἔδειξαν καὶ ἕνα νοσοκομειακὸν φορεῖον. Ἠρώτησα, τί εἶναι αὐτό; Καὶ μοῦ εἶπον, ὅτι αὐτὸ τὸ ἔχομεν διὰ τὴν περίπτωσιν ἀρνήσεως βουλευτοῦ νὰ ἐξέλθῃ, ὁπότε τὸν παίρνουν οἱ δύο Κοσμήτορες καὶ δύο κλητῆρες καὶ τὸν ἀποβάλλουν τῆς αἰθούσης. Βεβαίως, ἡμεῖς δὲν θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, οὔτε ἔχομεν τοιαύτην πρόθεσιν, ἀλλ’ οὔτε ἐγὼ θὰ εἶμαι ἰσόβιος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Σᾶς λέγω τί εἶδον εἰς ἄλλα Κράτη, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀκραῖον Κοινοβουλευτισμὸν καὶ τὰ ὁποῖα μὲ ἐξέπληξαν καὶ ἅτινα δὲν συμπαθῶ. Δι’ αὐτό, δὲν πρέπει νὰ ταρασσώμεθα, διότι ὑπάρχει μία διάταξις, ἡ ὁποία, εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν θὰ ἰσχύσῃ ποτέ, ἀλλά, νομίζω, ὅτι χρειάζεται, διὰ νὰ προστατεύσῃ τὸν κ. Ζορμπᾶν ἢ οἱονδήποτε ἄλλον θελήσῃ νὰ ὁμιλήσῃ.
§77Δ. ΘΕΟΧΑΡΙΔΗΣ. Ἀπὸ τὴν μέχρι τοῦδε ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ, εὑρέθητε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐφαρμόσητε τὴν ὑπάρχουσαν διάταξιν; Εἴπατε ἅπαξ μόνον.
§78Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Μάλιστα, ἅπαξ μόνον καὶ εἰς βάρος συμπολιτευομένου.
§79Δ. ΘΕΟΧΑΡΙΔΗΣ. Ἐφ’ ὅσον δὲν εὑρέθητε εἰς τοιαύτην κατάστασιν, διατὶ θέτετε προκαταβολικῶς ταύτην τὴν διάταξιν τὴν τόσον αὐστηράν;
§80Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἀπαντήσω μὲ δύο λέξεις. Ἡ συζήτησις ἐπὶ ἑνὸς νομοσχεδίου δὲν μετρᾶται μὲ τὸν ἀριθμὸν τῶν ρητόρων, ἀλλὰ εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὸ περιεχόμενον αὐτοῦ. Ὑπάρχουν νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν προκαλοῦν καμμίαν συζήτησιν. Ἀλλὰ ὑπάρχουν νομοσχέδια σοβαρώτατα, τὰ ὁποῖα προκαλοῦν συζητήσεις. Καὶ ὅταν ὑπάρχουν τοιαῦτα σοβαρὰ νομοσχέδια, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκλείσωμεν ἀπὸ τὴν συζήτησιν αὐτῶν τὸ μέγα μέρος τῶν βουλευτῶν. Ὡς πρὸς τὰς παραδόσεις, ἔχω νὰ εἴπω, ὅτι εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἐγένοντο πάντοτε σοβαραὶ συζητήσεις καὶ πάντοτε ἦσαν σεβασταὶ αἱ παραδόσεις ποὺ ἐθεμελιώθησαν διὰ τοῦ ἔργου ἐπιφανῶν ἀνδρῶν. Τέλος, ὡς πρὸς τὰς κυρώσεις, νομίζω, ἐκ τῆς πείρας, ὅτι ὁ ἰσχύων Κανονισμὸς εἶναι ἐπαρκὴς διὰ τὴν τήρησιν τῆς τάξεως ἐν τῇ αἰθούσῃ. Καὶ δὲν χρῄζει περαιτέρω πιέσεων τῶν βουλευτῶν.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Βασιλᾶτος, ἔχει τὸν λόγον.
§82Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Οὐχὶ ὀρθῶς ἐπροτάθη, ὅπως ἡ Βουλὴ εἰσέλθῃ ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, ἐπὶ τῆς προτάσεως τροποποιήσεως ὡρισμένων διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου μας, ὁ ὁποῖος ρυθμίζει, πῶς θὰ κινούμεθα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, πῶς θὰ συμμετέχωμεν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, πῶς θὰ συμμετέχωμεν εἰς τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, ἀξίζει, ἀληθῶς, τὸν κόπον μιᾶς γενικωτέρας ἀναπτύξεως, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον αἱ τροποποιήσεις ἅπτονται τῆς ἐλευθερίας τῆς συζητήσεως, τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, ἑνὸς θέματος, τὸ ὁποῖον συγκινεῖ ὅλους τοὺς φιλελευθέρους ἀνθρώπους καὶ θὰ πρέπει νὰ ἐπιτρέπῃ ἀνάπτυξιν γενικωτέραν, διότι καὶ αὐτοὶ οὗτοι οἱ εἰσηγηταὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἀντιλαμβανόμενοι, ὅτι ὁπωσδήποτε περιορίζουν τὴν ἐλευθερίαν τῶν συζητήσεων καὶ τοῦ λόγου, εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τονίσουν, ὅτι τὸ πράττουν μετὰ περισσῆς φρονήσεως. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι ἐπιβάλλεται μία ἀναπροσαρμογὴ ὡρισμένων διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ, ἵνα τὸ Σῶμα δυνηθῇ νὰ ἀνταποκριθῇ τελεσφορώτερον εἰς τὴν μεγάλην του ἀποστολήν. Ὑπάρχουν, ἀσφαλῶς, εἰς τὴν ὑπὸ κρίσιν πρότασιν τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, διατάξεις εὐπρόσδεκτοι, ἀναγκαῖαι, ἀλλὰ καὶ οὐδεὶς θὰ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι περιλαμβάνει διατάξεις ἀντισυνταγματικάς, ἀπαραδέκτους καὶ ἔστιν ὅτε ἀνελευθέρους. Εἶναι γενικὴ ἡ ἀρχή, ὅτι ἐπιβάλλεται μία βελτίωσις, βεβαίως, τῆς λειτουργίας τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ θὰ πρέπει νὰ χωρήσωμεν μετὰ πολλῆς περισκέψεως. Τὸ Κόμμα τῶν Προοδευτικῶν, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω, ὡρισμένας ἐκ τῶν τροποποιήσεων αὐτῶν, τὰς υἱοθετεῖ, διότι εἴμεθα ἀποφασισμένοι νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν τοῦ Σώματος καὶ ἀσφαλῶς νὰ ἐξοβελισθοῦν ὡρισμέναι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι συντελοῦν εἰς τὴν ἀπεραντολογίαν, ἡ ὁποία γίνεται καὶ ἐγώ, ὁ ὁποῖος ἠναλώθην εἰς τὰς αἰθούσας τῶν Δικαστηρίων, ἀγωνιζόμενος καὶ ὑψώνων πάντοτε τὴν φωνήν μου ὑπὲρ τοῦ δικαίου καὶ ὑπὲρ τῶν ἀδικουμένων καὶ εἶμαι λάτρης τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, βεβαίως, ὡρισμένας τροποποιήσεις τὰς δέχομαι, ἀλλὰ μέχρις ἑνὸς ὡρισμένου σημείου. Τὸ θέμα τῆς ἐλευθερίας τῶν συζητήσεων καὶ τοῦ λόγου, εἶναι θέμα, τὸ ὁποῖον, ὅπως εἶπον, συγκινεῖ ὅλους τοὺς φιλελευθέρους ἀνθρώπους. Εἶναι ἕνα θέμα, τὸ ὁποῖον κυρίως, ἐδῶ κάτω ἀπὸ τὸν Ἀττικὸν χῶρον, ἐγεννήθη, ἐβλάστησεν, ἠνδρώθη καὶ ἐμεσουράνησεν. Εἶναι ἀπαραίτητος μία μικρὰ ἀναδρομὴ εἰς τὴν ἱστορίαν, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ πόσον ἔκπαλαι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατῴκησαν εἰς αὐτὸν τὸν ἱερὸν χῶρον, μετὰ θρησκευτικῆς εὐλαβείας ἦσαν προσηλωμένοι εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου. Ἀπὸ τὰ βάθη τῶν αἰώνων, ἐὰν ἀνατρέξωμεν, θὰ ἴδωμεν, ὅτι ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου, ὑπῆρξεν ἀνεκτίμητον ἀπόκτημα τῶν Ἑλλήνων καὶ κατὰ τοὺς Ὁμηρικοὺς ἀκόμη χρόνους, οἱ ἄνακτες, ποὺ ἦσαν ἀπόλυτοι μονάρχαι, δὲν ἐλάμβανον ἀποφάσεις, ἐὰν δὲν ἐκάλουν τοὺς ἡγήτορας καὶ τοὺς μεδίκους καὶ αἱ ἀποφάσεις δὲν ἐγένοντο ἐκτελεσταί, ἐὰν προηγουμένως οἱ κήρυκες δὲν περιέτρεχον τὰς πόλεις καὶ δὲν ἐπληροφορεῖτο ἡ πόλις, ὁ πληθυσμός, τὰς ἀποφάσεις καὶ δὲν ἐτύγχανον τῆς ἐγκρίσεως αὐτῶν. Διότι τότε, κ. συνάδελφοι, περισσότερον ηὐλαβοῦντο τὴν κοινὴν γνώμην. Ὑπελόγιζον πολὺ τὴν σημασίαν καὶ τῆς κοινῆς γνώμης, ἐνῷ σήμερον, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ἀδιαφοροῦμεν καὶ περιφρονοῦμεν τὴν κοινὴν γνώμην, ἡ ὁποία εἶναι αὐτὸς οὗτος ὁ κυρίαρχος λαός, ὁ ὁποῖος μᾶς ἔδωσε τὴν δύναμιν νὰ εὑρισκώμεθα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, εἴτε ὡς Ἀντιπολίτευσις εἰς τὰ ἕδρανα ἐκεῖνα, εἴτε ὡς Κυβέρνησις. Καὶ κατὰ τὰς Ἀμφικτυονίας, ὅπου ἦτο, ὡς γνωρίζομεν ὅλοι, ἡ παλαιὰ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν, ὁ σημερινὸς Ὀργανισμὸς τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, καὶ εἴθε ὁ σημερινὸς Ὀργανισμὸς τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν νὰ ἀντέγραφε τὰς Ἀμφικτυονίας μας καὶ νὰ εὑρίσκετο ὑπὸ τὸ αὐτὸ πρῖσμα τῆς καλῆς πίστεως καὶ ὄχι τῆς δολιότητος, ὅπως συνήθως συμβαίνει. Καὶ ἐκεῖ ὑπῆρχεν ἀπόλυτος ἐλευθερία τοῦ λόγου καὶ τοὺς ἱερομνήμονας συνώδευον εἰδικοὶ ρήτορες, οἱ ὁποῖοι ἐλάμβανον τὸν λόγον ἀπεριορίστως. Κατὰ τοὺς ἱστορικοὺς χρόνους, τὸ δικαίωμα τοῦ λόγου ὑπῆρξεν ἡ ἀσάλευτος βάσις τῶν νέων πολιτευμάτων. Καὶ εἰς αὐτὴν ἀκόμη τὴν Σπάρτην, ὅπου καθιερώθη, ὅτι τὸ «Λακωνίζειν ἐστὶ φιλοσοφεῖν», ὑπῆρξεν συνεργασία μεταξὺ τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ λαοῦ, ἡ λεγομένη λακωνικὴ ρήτρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Βασιλεὺς δὲν ἠδύνατο νὰ λάβῃ οὐδεμίαν ἀπόφασιν, εἰ μὴ ἑκάστην πανσέληνον ἐκάλει τοὺς ἐφόρους, συνεζήτει μετ’ αὐτῶν, ἐξέφερεν τὴν γνώμην του καὶ ἀπεχώρει καὶ ἐὰν δὲν ἦσαν σύμφωνοι, δὲν ἠδύνατο νὰ λάβῃ ἀπόφασιν. Καὶ ἡ ἀπόφασις εἶναι, ὅτι ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἐκραγῇ ὁ Πελοποννησιακὸς πόλεμος, ὁ Βασιλεὺς Ἀρχίδαμος ἀντετάχθη, ἀλλὰ τελικῶς ἐπεκράτησαν οἱ σύμμαχοι εἰς μίαν κατ’ ἀντιμωλίαν συζήτησιν μετὰ τῶν πρεσβευτῶν τῶν Ἀθηνῶν καὶ ἐκηρύχθη ὁ ἐπάρατος ἐκεῖνος πόλεμος, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξεν ἡ ἀφορμὴ τῆς καταστροφῆς τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς ὑποδουλώσεώς της, βραδύτερον, εἰς τοὺς Ρωμαίους. Εἰς τὰς Ἀθήνας διέλαμψεν ἐν ὅλῃ αὐτῆς τῇ λαμπρότητι, ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου. Σχολαὶ ρητορικαὶ περίφημοι. Οἱ γίγαντες τοῦ λόγου, ὅπως ὁ Δημοσθένης, ὁ Λυσίας, ὁ Αἰσχίνης ἔζησαν καὶ διὰ τῆς καλλιεπείας ἄφησαν τὸ ὄνομά των συνδεδεμένον ἀρρήκτως μὲ τὴν ρητορικήν. Εἶναι σφάλμα, ὅτι εἶχε καθιερωθῆ κλεψύδρα. Κλεψύδρα ὑπῆρξε μόνον εἰς τὰ δικαστήρια, οὔτε εἰς τὴν Βουλὴν τῶν 500, οὔτε εἰς τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Δήμου ἐπετράπη ποτὲ ἡ κλεψύδρα. Μόνον εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ ἐκεῖ ὁσάκις τὸ θέμα ἦτο περισπούδαστον, μεγάλου ἐνδιαφέροντος, ἠδύνατο ὁ ρήτωρ νὰ ζητήσῃ περισσότερον τοῦ ἑνὸς ἀμφορεῖς καὶ εἶναι μοναδικὴ ἡ περίπτωσις τοῦ Αἰσχίνου, ὁ ὁποῖος ἐπέτυχε νὰ τοῦ χορηγηθοῦν ἕνδεκα ἀμφορεῖς. Ἐκεῖ ὁ κῆρυξ ἐκήρυσσεν: «Τίς ἀγορεύειν βούλεται». Κατὰ προτίμησιν ἐδίδετο ὁ λόγος εἰς τοὺς ὑπερβάντας τὸ 55ον ἔτος. Ἀπὸ τὸν λόγον τοῦ Αἰσχίνου κατὰ Τιμάρχου προκύπτει, ὅτι ὑπῆρχε πρόστιμον εἰς τοὺς παρεκτρεπομένους, διότι ὑπῆρχεν ὁ αὐτοσεβασμὸς καὶ δὲν ἐλάμβανον χώραν οὔτε ἀπεραντολογίαι, οὔτε ἀτελεύτητοι φλυαρίαι, οὔτε κατάχρησις τοῦ λόγου, ἀλλὰ πάντοτε αἱ ὁμιλίαι ἦσαν ἐποικοδομητικαί. Καὶ ἐὰν θελήσωμεν, κύριοι, διὰ νὰ ἐπισπεύσωμεν τὸν τομέα τοῦτον τῆς ὁμιλίας μου, νὰ προχωρήσωμεν, θὰ ἴδωμεν ὅτι καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος εἶναι ὁ κῆρυξ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, τῆς ἐλευθερίας τῆς σκέψεως καὶ εἰς μίαν ἐπιστολήν του πρὸς τοὺς Κορινθίους γράφει: «Ὄταν συνέρχεται ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ψαλμὸν ἔχει, διδαχὴν ἔχει, γλῶσσαν ἔχει, ἀποκάλυψιν ἔχει, ἑρμηνείαν ἔχει, πάντα πρὸς οἰκονομίαν γενέσθω». Κατὰ τὸ 1865, ὁ συμπολίτης μου Γεώργιος Ἰακωβᾶτος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἰσηγήθη πρῶτος τὸ ἄρθρον περὶ ἐλευθερίας τῶν συζητήσεων: «Ὁ λόγος εἶναι ἐλεύθερος, ἡ συζήτησις δὲν ἀποπερατοῦται πρὶν ἀγορεύσωσιν πάντες οἱ ἐγγραφέντες καὶ οἱ ζητήσαντες τὸν λόγον, ἐὰν δὲν παραιτηθῶσιν αὐτοῦ, πρὸ τούτου οὐδέποτε θεωρεῖται ἡ Βουλὴ φωτισθεῖσα». Καὶ τοῦτο, διότι ἐπεκράτει ἡ ἄποψις τότε νὰ φωνασκοῦν μερικοί: «ἐφωτίσθημεν, ἐφωτίσθημεν», νὰ ἀπαγορεύηται εἰς τοὺς ἄλλους ὁ λόγος καὶ θὰ ἔλθω ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ ἠναγκάσθη ὁ γίγας ἐκεῖνος τοῦ λόγου Κεφαλλὴν νὰ καταθέσῃ αὐτὴν τὴν τροπολογίαν καὶ ἀπαντῶν εἰς τὸν περίφημον Κεχαγιᾶν, ὁ ὁποῖος κατεκεραυνώθη ἀναπτύσσων τὴν θεωρίαν αὐτοῦ περὶ τοῦ λόγου, εἶπεν ταῦτα τὰ ἀξιομνημόνευτα: «Τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος; Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὁ προφορικὸς λόγος, ὁ ἄνθρωπος εἶναι τὸ ὕφος, τὸ ὕφος εἶναι ὁ λόγος...... (ἀναγινώσκει)......». Βλέπομεν μὲ ποίους ὡραίους λόγους, ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖνος Κεφαλλὴν διετύπωσεν τὰς ἀπόψεις του περὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, αἱ ὁποῖαι καλὸν εἶναι νὰ διατυπωθοῦν εἰς τὰ πρακτικά. Κατὰ τὸ 1911 ἠγέρθη παρόμοιον ζήτημα, τὸ ὁποῖον σήμερον συζητοῦμεν. Καὶ ἕτερος Κεφαλλήν, ὁ ἀείμνηστος Καβαλλιεράτος, διὰ μακρῶν ὑπερημύνθη τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου καὶ εἶπεν ταῦτα τὰ ἀξιομνημόνευτα ἐν κατακλεῖδι: «Τί ποτε δὲν δύναται νὰ οἰκονομηθῇ... ... (ἀναγινώσκει)......». Βεβαίως, πᾶσα κατάχρησις τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, ὁδηγεῖ εἰς ἀντίθετον ἀποτέλεσμα καὶ ἡμεῖς οὐδέποτε ἐσκέφθημεν νὰ γίνωμεν ὑποστηρικταὶ τῆς ἀπεραντολογίας, ἡ ὁποία, ὡς εἶπον, καταλήγει εἰς κωλυσιεργίαν, ἀλλὰ κρίνοντες τὴν ὑπὸ κρίσιν πρότασιν, εὑρίσκομεν, ὅτι ἔχει, ὅπως εἶπον, πολλὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι θὰ βελτιώσουν τὴν λειτουργίαν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, ἀλλὰ ἔχει καὶ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἀντίκεινται εἰς τὴν στοιχειώδη ἐλευθερίαν τῶν συζητήσεων. Νομίζω, ὅτι, ὅπως ἐλέχθη καὶ ἀπὸ ἄλλους προλαλήσαντας, θὰ ἦτο προτιμότερον ἀντὶ νὰ ἀποβλέπωμεν εἰς τὰ ἔμψυχα κείμενα, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ καταστρατηγηθοῦν καὶ νὰ παραβιάζωνται καὶ νὰ παρερμηνεύωνται, νὰ ἀποβλέψωμεν πῶς θὰ ἐξυψώσωμεν τὸν κοινοβουλευτισμὸν καί, ὅπως ἐλέχθη, τὸ παράδειγμα θὰ πρέπει νὰ τὸ δίδῃ πάντοτε ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλὰ παριστάμεθα πρὸ τοῦ θεάματος τῆς συστηματικῆς ἀπουσίας τῶν Ὑπουργῶν καὶ αὐτοῦ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος οὐδέποτε μᾶς ἐτίμησε διὰ τῆς παρουσίας του εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Ἄλλοτε ἐτηρεῖτο ἡ ἀρχὴ καὶ ἡ παράδοσις, ὅτι οἱ Κοινοβουλευτικοὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἐφιλοδόξησαν νὰ κυβερνήσουν τὸν τόπον πάντοτε παρευρίσκοντο εἰς τὰς συνεδριάσεις, διότι ἡ παρουσία των συνετέλει εἰς τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν τῶν συζητήσεων καὶ διὰ τοῦ κύρους των κατηύθυνον τὰς συζητήσεις καὶ ἀπέτρεπον τὰς ἀκρότητας. Πέραν τούτου εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνυψώσωμεν τὸν Κοινοβουλευτισμόν, πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν τὰς τροχοπέδας, πρέπει νὰ ἔχωμεν κυρίως, ἕνα πάγιον ἐκλογικὸν νόμον ἀκομμάτιστον καὶ ὄχι νὰ ψηφίζεται ὁ ἐκλογικὸς νόμος πάντοτε εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν καὶ εἰς τὰ μέτρα τοῦ ἑκάστοτε κυβερνῶντος κόμματος. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ ἕνας νόμος ἐκλογικός, μόνιμος, ἀδιάβλητος, κοινῆς συμφωνίας ὅλων τῶν παρατάξεων. Ἡμεῖς εἴμεθα ὑπὲρ τοῦ πλειοψηφικοῦ μὲ σφαιρίδιον, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ ἄριστον τῶν συστημάτων, ἀλλὰ ἀφοῦ διὰ τὸ πλειοψηφικὸν σύστημα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμπέσουν αἱ γνῶμαι τῶν διαφόρων παρατάξεων, τοὐλάχιστον νὰ ψηφισθῇ ἕνας ἐκλογικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ ἐπιτρέπῃ τὰς διαγραφὰς καὶ τὰς προσθήκας. Αὐτὸ τὸ μέτρον θὰ ἐξυψώσῃ τὸν Κοινοβουλευτισμόν, διότι θὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν οἱ ἀριστεῖς καὶ τότε δὲν χρειάζονται αὐταὶ αἱ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλουν κυρώσεις. Κύριοι βουλευταί, ὑπάρχουν διατάξεις ὡς ἐκείνη τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ὄντως θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν τοῦ Σώματος, ἐὰν τὰ κόμματα ὀργανωθοῦν καὶ ὁρίζονται ἐπὶ ἑκάστου νομοθετήματος εἰδικοὶ ἀγορηταί. Ἡμεῖς τὰς τροπολογίας αὐτὰς τὰς υἱοθετοῦμεν μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι τὸ ὅριον τῶν 8 ὡρῶν, τὸ ὁποῖον θέτει τὸ σχέδιον τοῦ κ. Προέδρου νομίζω, ὅτι εἶναι μικρὸν καὶ πρέπει ν’ αὐξηθῇ. Ἐκεῖνο τὸ 10λεπτον πρέπει νὰ διαγραφῇ, διότι μοῦ ἐνθυμίζει τὸ λαϊκὸν ρητὸν ποὺ λέγει «ὅτι ἔβγαλε δεκάρικο λόγον». Εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν θὰ ἀναπτύξωμεν τὰς ἀπόψεις μας καὶ θὰ προτείνωμεν ὡρισμένας τροπολογίας καὶ μὲ τὴν ὑπόσχεσιν τοῦ κ. Προέδρου, ὅτι θὰ δεχθῇ ὡρισμένας βελτιώσεις, ἐλπίζω, ὅτι αἱ διατάξεις αὐταὶ θὰ βελτιωθοῦν. Ἐπίσης θὰ ἀποδειχθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν ἑκάστου ἄρθρου, ὅτι ὑπάρχουν διατάξεις, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ἐξοβελισθοῦν. Θὰ σᾶς ἀναφέρω ὡρισμένας διατάξεις, αἱ ὁποῖαι κατατάσσουν τοὺς βουλευτὰς εἰς αʹ καὶ βʹ κατηγορίας. Εἶναι αἱ διατάξεις κατὰ τὰς ὁποίας οἱ Ὑπουργοὶ ἔχουν τὸ δικαίωμα ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ διακόπτουν τοὺς ρήτορας. Ἡμεῖς θὰ προτείναμεν, ὅπως εἰς τὰ χρονικὰ ὅρια τῆς ὁμιλίας τῶν βουλευτῶν μὴ ὑπολογίζωνται αἱ διακοπαὶ τῶν Ὑπουργῶν. Κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν συζητήσεων ἐπὶ τῆς προτάσεως μομφῆς κατὰ τῆς Κυβερνήσεως οἱ στίχοι, οἱ ὁποῖοι ἐλέχθησαν ἀνέρχονται εἰς 18 περίπου χιλιάδες. Ἐξ αὐτῶν 3 χιλιάδες περίπου ἀνήκουν εἰς τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, δηλαδὴ τὸ ⅙ τῶν συζητήσεων κατηνάλωσεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν λοιπὸν θὰ προσμετρῶνται αἱ διακοπαί, ἡμεῖς θὰ μείνωμεν καὶ ὀφειλέται. Ἄλλο θέμα εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κ. Κωστόπουλος. Οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων μειονεκτοῦν ἔναντι τῶν Ὑπουργῶν, διότι δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ παρεμβαίνουν εἰς ὅλας τὰς περιπτώσεις. Ἐνῷ ὁ Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος ὑφίσταται τὸν ἔλεγχον τῆς συζητήσεως δικαιοῦται νὰ ἐπεμβαίνῃ ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν. Αὐτὸ εἶναι ἀπαράδεκτον, ἂν συμβῇ μάλιστα νὰ μὴ εἶναι κἂν βουλευτής.
§83Γ. ΠΛΑΤΗΣ. Κατ’ ἀρχὴν ἔχετε δίκαιον, ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ περιορίσωμεν, δεδομένου, ὅτι κωλυόμεθα ἀπὸ τὸ Σύνταγμα. Τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος λέγει, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ ἀκούονται, ὁσάκις ζητήσουν τὸν λόγον.
§84Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Συνταγματικὴ διάταξις, κ. συνάδελφε, ἡ ὁποία ἔδωσεν αὐτὸ τὸ προνόμιον εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς ἐτέθη εἰς περίοδον κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ Ὑπουργοὶ δὲν ἦσαν βουλευταὶ καὶ τοὺς ἔδωσε τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλοῦν, ὄχι ὅμως καὶ νὰ λαμβάνουν τὸν λόγον ὅποτε θέλουν καὶ νὰ τυραννοῦν τὴν Βουλήν.
§85Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ὑποχωρήσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ θέμα αὐτό. Εἰς τὸ ἄρθρον 18 καθιεροῦται ἡ ἀρχή, ὅτι εἶναι ἐπαρκὴς ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς, ὅταν λαμβάνεται ἡ ἀπόφασις δι’ ἀναστάσεως καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνῃ ὀνομαστικὴ ψηφοφορία.
§86Γ. ΠΛΑΤΗΣ. Τὸ ἄρθρον παραμένει τὸ ἴδιον. Λέγομεν, ὅτι ὅπου ὁ Κανονισμὸς λέγει, ὅτι λαμβάνεται ἀπόφασις, δι’ ἀναστάσεως δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνῃ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§87Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, αἱ τελευταῖαι παράγρ. τοῦ ἄρθρου 9 εἶναι ἀντισυνταγματικαί, διότι λέγουν, ὅτι ἀποφαίνεται ἡ Βουλὴ δι’ ἀναστάσεως διὰ τὸν παρεκτραπέντα βουλευτήν. Λέγει τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον προτείνεται πρὸς ψήφισιν «...(ἀναγινώσκει)...». Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καταλύομεν τὸ ἄρθρον 63 τοῦ Συντάγματος. Ἄν ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον αὐτὸ θὰ καταλήξωμεν νὰ φέρωμεν φορεῖα διὰ νὰ μεταφέρωμεν τοὺς βουλευτὰς ἐκτὸς αἰθούσης ἢ θὰ ἀπαγάγωνται οἱ βουλευταὶ ἀπὸ τοὺς χωρ)κας. Νομίζω, ὅτι οὐδέποτε ἔδωσεν ἀφορμὴ ἡ Βουλή, ἐκτὸς μιᾶς περιπτώσεως ὥστε νὰ δικαιολογῆται ἡ λῆψις τοιούτων μέτρων. Εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλήν, ὅπου περιέχεται παρομοία διάταξις, γίνονται συμπλοκαὶ καὶ πολλάκις καὶ αἱματηραὶ μεταξὺ τῶν βουλευτῶν τοιαύτης ἐκτάσεως, ποὺ δὲν ἔχει γνωρίσει ἡ Ἑλληνικὴ Βουλή. Ἐδῶ ὑπάρχουν μερικοὶ θερμόαιμοι, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν ὑπ’ ὄψει περιστατικά, ποὺ νὰ δικαιολογοῦν τοιαύτας αὐστηρὰς διατάξεις, ἐκτὸς ἐὰν ὄπισθεν τῶν διατάξεων αὐτῶν κρύπτωνται προθέσεις τῆς πλειοψηφίας νὰ ἀποβληθοῦν μαχητικοὶ βουλευταί, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς μαχητικότητός των γίνωνται ἐνοχλητικοὶ καὶ νὰ τοὺς ἀποβάλωμεν τοῦ Σώματος. Τότε ὅμως ἡ Βουλὴ θὰ στερηθῇ ἑνὸς βουλευτοῦ χρησίμου καὶ σθεναροῦ ὑπερασπιστοῦ τῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ. Αὐτὰ εἶναι ἀπαράδεκτα. Αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ ὑψώσω φωνὴν διαμαρτυρίας, διότι οἱ συντάξαντες τὴν ἔκθεσιν βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ἐπιτέλους προέρχονται ἀπὸ διάφορα κόμματα, ἀπεδέχθησαν τὸ περιεχόμενον τῆς διατάξεως ταύτης. Καὶ δὲν ἐπετρέπετο εἰς πολιτικοὺς ἄνδρας καὶ διακεκριμένους καὶ μορφωμένους νὰ ὑποστηρίξουν τοιαύτην πρότασιν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, θὰ ἀποκτᾶ τὸ δικαίωμα, νὰ ἀποβάλῃ μὲ πᾶν πρόσφορον μέσον βουλευτὴν ἐκ τῆς αἰθούσης δηλαδὴ κατὰ τρόπον βάρβαρον καὶ ἀνάγωγον νὰ τὸν στερῇ τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχει, ὅπως δηλαδὴ συμβάλλῃ εἰς τὸ ἔργον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Προσωπικῶς ὡς βουλευτής, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ᾐσθάνθην τὴν ἀξιοπρέπειάν μου θιγομένην ἐκ τῆς σκέψεως ταύτης. Καὶ θὰ ἦτο ἐπιτέλους δυνατὸν νὰ διατυπωθῇ ἡ διάταξις αὕτη, ἐὰν τὸ Σύνταγμα τὸ ἐπέτρεπεν. Ἀλλὰ πρόκειται σαφῶς περὶ ἀντισυνταγματικῆς διατάξεως, ἡ ὁποία θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συζητηθῇ, ἐὰν ὀψέποτε τὸ Σύνταγμα τὸ ἐπέτρεπε. Ἡμεῖς εἴμεθα ἀντίθετοι πρὸς τὴν διάταξιν αὐτήν. Εἶναι δυνατὸν ἡ ἐπιβαλλομένη ποινὴ εἰς τὸν παρεκτρεπόμενον βουλευτήν, νὰ δημοσιεύεται εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ εἶναι δυνατὸν ἐπίσης, ὅπως ἡμεῖς προτείνομεν πλειοδοτοῦντες, νὰ δημοσιεύηται καὶ εἰς δύο ἐφημερίδας τῆς ἰδιαιτέρας του Πατρίδος, οὕτως ὥστε καὶ οἱ ἐκλογεῖς του νὰ κρίνουν τὸν ἄνθρωπον, ὅστις οὐδὲ ἑαυτὸν ἐσεβάσθη, οὔτε τοὺς συναδέλφους του, ἀλλὰ οὔτε καὶ τοὺς ἐκλογεῖς του.
§88Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἀνεφέρθη εἰς τὸ τὶ συμβαίνει καὶ εἰς τὴν Γαλλικὴν καὶ εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Βουλήν, θὰ ἐπεθύμουν νὰ πληροφορήσω τὸ Σῶμα, ὅτι εἰς μὲν τὴν Γαλλικὴν Βουλὴν τὸ Προεδρεῖον εἶναι διακομματικόν, εἰς δὲ τὴν Ἀγγλικὴν ὁ Πρόεδρος, ἀπὸ τῆς ἐκλογῆς του μεταβάλλεται εἰς ὑπερκομματικὸν πρόσωπον. Αὐτὰ ὀφείλομεν νὰ τὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ἐπειδὴ φαίνεται, ὅτι ἀντιγράφομεν τὰ ξένα Κοινοβούλια, χωρὶς ἐπὶ πλέον νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψει καὶ τοὺς εἰδικοὺς ὅρους, οἱ ὁποῖοι ὑφίστανται.
§89Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Εὐχαριστῶ κ. Πρόεδρε. Πέραν αὐτῶν, κ. βουλευταί, δι’ ἄλλης διατάξεως καθιεροῦται ἡ δυνατότης τῆς μεταφορᾶς τῆς ψηφοδόχου εἰς ἄλλην αἴθουσαν. Εἶναι ἀκατανόητον. Διατὶ θὰ μεταφέρωμεν τὴν ψηφοδόχον εἰς ἄλλην αἴθουσαν ἢ εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ οἱουδήποτε ἀξιοτίμου κυρίου; Αὐτὸ μοῦ ἐνθυμίζει μίαν ἐκλογὴν τοῦ μακαρίτου Ἰακωβάτου, ποὺ μετέφερε τὴν κάλπην εἰς ἓν ἀγρόκτημα καὶ ἐκεῖ ἀφοῦ ἔρρευσεν ἄφθονος οἶνος καὶ ἐξεκενώθησαν κουμποῦρες, ἠνοίχθη ἡ κάλπη καὶ ἐξηφανίσθησαν τὰ πάντα, ἀλλὰ αὐτὸς παρὰ ταῦτα ἐπλειοψήφησε καὶ ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων. Αὐτό, κύριοι, δὲν ἐπιτρέπεται καὶ δὲν εὑρίσκομεν ἄλλην δικαιολογίαν, εἰ μὴ μόνον διὰ νὰ ἐξοικονομήσωμεν χρόνον, διὰ νὰ μὴ παρακωλύηται ἡ νομοθετικὴ ἐργασία, ἢ ὁ ἔλεγχος κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ψηφοφορίας. Ἀλλὰ ὅταν ἀγαπητὲ κ. Πλατῆ διακόπτωμεν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς τὴν 9 Δεκεμβρίου, διὰ τὰς 9 Ἰανουαρίου καὶ ἄνευ λόγου κλείωμεν τὴν Βουλὴν ἐπὶ ἕνα μῆνα καὶ ἀπόψε πάλιν διὰ τὰς ἑορτὰς καὶ ἄλλοτε πάλιν διὰ ψύλλου πήδημα, διατὶ δὲν σκεπτόμεθα τὸν πολύτιμον χρόνον, τὸν ὁποῖον χάνομεν, ἀλλὰ ἀσχολούμεθα διὰ τὴν μίαν ἢ τὰς δύο ὥρας, αἱ ὁποῖαι παρέρχονται κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ψηφοφορίας; Ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ λόγος καὶ ὁ ἰδιαιτέρως καθιερούμενος τρόπος ἐκλογῆς τοῦ Αʹ Ἀντιπροέδρου πρέπει νὰ ἐξοβελισθοῦν, ἐὰν εἴμεθα καλῆς πίστεως συζητηταί. Δὲν ἔχουν θέσιν. Καὶ τελικῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πάλιν μοῦ ἐπροξένησε κάποιαν ἔκπληξιν εἶναι, ὅτι παρέχεται τὸ δικαίωμα εἰς μίαν ἐπιτροπὴν τοῦ Κανονισμοῦ νὰ κωδικοποιήσῃ τὰς διατάξεις αὐτοῦ. Ἀλλὰ ἀκούσατε ποία εὐρυτάτη δικαιοδοσία παρέχεται εἰς αὐτὴν τὴν ἐπιτροπήν. Παρέχεται εὐρυτάτη δικαιοδοσία, ἐπιτρεπομένης καὶ τῆς συμπτύξεως ἢ προσθήκης νέων ἄρθρων, τὸ σπουδαιότερον δὲ ἀκόμη καὶ τῆς φραστικῆς μεταβολῆς τοῦ κειμένου. Εἶναι γνωστόν, κ. συνάδελφοι, διότι οἱ περισσότεροι εἴμεθα νομομαθεῖς, ὅτι πολλάκις ἕνα κόμμα μετέβαλε τὴν ἔννοιαν τοῦ κειμένου καὶ διεξήχθησαν πολυετεῖς δικαστικοὶ ἀγῶνες, περὶ τῆς λέξεως, ἐὰν τὸ «καὶ» ἦτο συνδετικὸν ἢ διαζευκτικόν. Νὰ δώσῃ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία αὐτὸ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ κάμνῃ φραστικὰς μεταβολάς; Αὐτό, κύριοι, εἶναι ἀπαράδεκτον. Δὲν εἶναι δυνατὸν κἂν νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, τοῦ ὁποίου ὅπως θὰ ἴδετε ἐν καιρῷ, ἡμεῖς προτείνομεν τὴν πλήρη διαγραφήν. Δὲν ἔχει καμμίαν ἔννοιαν, οὐδένα δικαιολογητικὸν λόγον εἰ μή, ὅτι τὸ ὀλιγώτερον, ἐὰν δὲν ὑπάρχουν ἄλλοι σκοποί, εἰς τοὺς ὁποίους, ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ὑπεισέλθω, οὔτε θέλω νὰ δίδω, ἐὰν ὑπάρχῃ καλὴ πίστις, τὸ ὀλιγώτερον ποὺ ἠμπορεῖ νὰ συμβῇ, εἶναι νὰ ἐπέλθῃ σύγχυσις, διχογνωμία καὶ ἀντὶ νὰ συντελέσῃ ἡ κωδικοποίησις εἰς τὸ νὰ καταστήσῃ περισσότερον προσιτὸν τὸν Κανονισμόν, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς θὰ ψηφίσωμεν, θὰ δημιουργήσῃ πολύπλοκα ζητήματα καὶ δὲν βλέπω τὸν λόγον, ἀντὶ νὰ εὐχεράνωμεν τὸ ἔργον τοῦ Σώματος, διὰ τῶν τροπολογιῶν καὶ τῶν παρεισαγομένων ἄρθρων νὰ τὸ δυσχεράνωμεν. Κύριοι συνάδελφοι, μέγα θέμα εἶναι βεβαίως τὸ τῶν πρακτικῶν καὶ εἶναι ἀξιέπαινος ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, ὁ ἐκ Λαμίας συνάδελφος κ. Πλατῆς, ὅπως καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος, ὅτι κατέβαλον μίαν προσπάθειαν βελτιώσεως τοῦ τρόπου τῆς ἀποδόσεως τῶν πρακτικῶν, διότι βεβαίως ὅπως ἐλέχθη ἀπειράκις, οἱ ἀξιότιμοι στενογράφοι καὶ πρακτικογράφοι δὲν εἶναι ὑπεράνθρωποι. Καταβάλλουν πᾶσαν δυνατὴν προσπάθειαν, εἶναι ἀξιέπαινοι διὰ τὴν φιλοτιμίαν, τὴν ὁποίαν ἐπιδεικνύουν, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσουν. Βεβαίως, πρέπει νὰ μεταβληθῇ τὸ σύστημα καὶ πρέπει νὰ ἐκλείψουν αὐτὰ τὰ προνόμια τοῦ νὰ ἐμφανιζώμεθα ὅπως εἶπον, αʹ κατηγορίας βουλευταὶ καὶ βʹ κατηγορίας βουλευταί. Ἐγὼ μὲν ἀγορεύων ὅσην ὥραν ἀγορεύω, νὰ καταλαμβάνω μίαν σελίδα, ἐὰν δέ, τυχὸν εἷς ἐκ τῶν κ. Ὑπουργῶν διακόψῃ ἐπὶ 5 λεπτὰ ἢ καὶ ὀλιγώτερον, ἡ ὁμιλία του νὰ καταλάβῃ μείζονα χῶρον εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά. Νομίζω, ὅτι ὅπως καὶ χθὲς εἰς μίαν διακοπὴν ὑπεστήριξα τὸ σύστημα τοῦ μαγνητοφώνου πρέπει νὰ συζητηθῇ, ἢ μᾶλλον πρέπει νὰ καθιερωθῇ. Κάποτε εἰς μίαν συζήτησιν ἤκουσα, ὅτι, ὑπάρχει μαγνητόφωνον, ἀλλὰ δὲν γίνεται χρῆσις τούτου. Ἐὰν τοῦτο συμβαίνῃ καὶ ὑπάρχῃ ἐκεῖ κάτω μαγνητόφωνον καὶ ἡμεῖς τὸ ἀγνοοῦμεν, αὐτό, κύριοι, σημαίνει κατασκοπείαν τῶν βουλευτῶν.
§90Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Σᾶς κάμνω τὴν δήλωσιν, ὅτι μαγνητόφωνα δὲν ὑπάρχουν.
§91Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ἐπειδὴ ἤκουσα κἄτι....
§92Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Ἐφέραμεν δύο μαγνητόφωνα καὶ ἐπήραμεν δύο–τρεῖς συνεδριάσεις διὰ νὰ δοκιμάσωμεν, ἐὰν θὰ ἠδύναντο νὰ χρησιμοποιηθοῦν διὰ τὴν ἀπόδοσιν τῶν ἀγορεύσεων. Δὲν ἐκάμαμεν κανένα κακόν, διότι αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγονται ἐδῶ, καὶ γράφονται καὶ λαμβάνουν πλήρη δημοσιότητα. Μάλιστα παρεκάλεσεν ὁ κ. Παπανδρέου δὶς νὰ ληφθῇ ὁ λόγος του μὲ μαγνητόφωνον καὶ δὲν ἐφέρομεν καμμίαν ἀντίρρησιν, ἀφοῦ παρεκαλέσαμεν μόνον νὰ μᾶς δηλώσῃ, ὅτι τὸ θέλει πρὸς ἰδίαν χρῆσιν καὶ ὄχι πρὸς χρῆσιν προπαγανδιστικήν, διότι τότε βεβαίως θὰ ἔπρεπεν νὰ ὑπάρχῃ ἰσότης. Κατόπιν ὅμως τοῦ θορύβου ποὺ προεκλήθη ἀπὸ συναδέλφους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐκάλεσα τὸν Γεν. Γραμματέα καὶ τὸν διέταξα νὰ τὰ πάρῃ καὶ νὰ τὰ κλειδώσῃ ὑπὸ προσωπικήν του εὐθύνην. Καὶ αἱ δοκιμαὶ ποὺ ἔγιναν ὅμως, ἴσως διότι δὲν ἦσαν καλὰ τὰ μηχανήματα, ἢ δὲν τὰ ἐχειρίζοντο εἰδικοί, δὲν ὑπῆρξαν ἱκανοποιητικαί. Ποῦ ὑπάρχει, λοιπόν, ἡ κατασκοπεία ἀφοῦ ὅ,τι λέγεται ἢ γράφεται ἢ ἐγγράφεται, καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐφ’ ὅσον αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς κατά τε τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν Κανονισμὸν εἶναι δημόσιαι;
§93Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ἐφόσον σεῖς, κ. Πρόεδρε, δίδετε αὐτὰς τὰς ἐξηγήσεις, τὰς υἱοθετῶ ἀπολύτως.
§94Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Καὶ σᾶς δηλώνω ἀκόμη, ὅτι τὰ μαγνητόφωνα ὁσάκις ἐλειτούργησαν, τοῦτο δὲν ἐγένετο κρυφίως, ἀλλὰ κατὰ τρόπον ἐπίσημον. Ἀλλὰ συμβαίνει καὶ κἄτι ἄλλο, ἐπειδὴ ὡμιλήσατε περὶ μαγνητοφώνων: Εἰς τὰς αἰθούσας τῶν κομμάτων ὑπάρχουν μεγάφωνα καί, ἑπομένως, ἠμπορεῖ ὁ οἱοσδήποτε μὲ ἕνα μαγνητόφωνον νὰ πάρῃ τὸν λόγον του. Τί θέλετε νὰ κάμω, νὰ τὰ ἀφαιρέσω; Δὲν ἠμπορῶ. Ἐπίσης εἰς τὰ θεωρεῖα, τῶν δημοσιογράφων, ἐγὼ διέταξα νὰ τοποθετηθῇ ἀνὰ ἕνα μεγάφωνον, διὰ νὰ σᾶς ἀκούουν καλλίτερον. Ἐὰν οἱ δημοσιογράφοι ἔχουν ἕνα μαγνητόφωνον, τί ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ ὁ Πρόεδρος; Ἄλλωστε, ὅ,τι λέγομεν ἐδῶ τὸ λέγομεν διὰ νὰ λάβῃ δημοσιότητα, δὲν εἶναι μυστικαὶ αἱ συνεδριάσεις. Ἐν πάσῃ περιπτώσει σᾶς δίδω τὸν λόγον μου κατηγορηματικῶς, ὅτι ἐκλειδώθησαν ὄχι διότι ὑπῆρχε φόβος κακῆς χρήσεως, ἀλλὰ διότι δὲν μοῦ ἀρέσει νὰ ὑπάρχῃ, καὶ νὰ δημιουργῆται αὐτός, ὁ —δὲν θέλω νὰ τὸν χαρακτηρίσω κακόβουλον— ψίθυρος καὶ ἡ ἀνησυχία περὶ δῆθεν κατασκοπείας. Μόνον προκειμένου περὶ μυστικῶν συνεδριάσεων θὰ ἠδύνατο νὰ εὐσταθήσῃ ἡ κατηγορία περὶ ἀνεπιτρέπτου χρήσεως μαγνητοφώνων. Ἀλλ’ αἱ συνεδριάσεις εἶναι δημόσιαι.
§95Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Υἱοθετῶ τὰς ἐξηγήσεις σας, κ. Πρόεδρε, καὶ εἰσηγοῦμαι περαιτέρω νὰ καθιερωθῇ τὸ μαγνητόφωνον. Τὸ ἔχομεν εἰς τὸν Δῆμον Ἀθηναίων καὶ ἀπέδωσε λαμπρὰ ἀποτελέσματα. Ἐὰν ὑπάρχουν δύο μαγνητόφωνα καὶ τὸ ἀνάλογον προσωπικόν, δύναται ταχύτατα νὰ ἀπομαγνητοφωνηθῇ ὁ λόγος, νὰ περάσῃ εἰς τὴν μηχανὴν καὶ νὰ ἔχωμεν πλῆρες τὸ κείμενον. Τοῦτο δὲ θὰ συντελέσῃ καὶ εἰς κἄτι ἄλλο, ὅτι δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ τροποποιοῦμεν τὰς ἀγορεύσεις μας. Ἐγὼ τοὐλάχιστον, πέραν γραμματικῶν τινων διορθώσεων, οὐδέποτε προβαίνω εἰς ἄλλας διορθώσεις εἰς τὰ πρακτικά. Τὸ θεωρῶ κατώτερον ἐμοῦ νὰ προσθέσω ἔστω καὶ μίαν λέξιν. Διὰ τοῦ μαγνητοφώνου, λοιπόν, θὰ ἀπεφεύγετο αὐτὴ ἡ ἀνισότης. Καὶ κἄτι ἄλλο: Τὸ ζήτημα τοῦ ραδιοφώνου εἶναι ἀρρήκτως συνδεδεμένον μὲ τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς καὶ τὰ πρακτικά. Παράδειγμα, ἀξιότιμε κ. Πρόεδρε: Χθὲς τὴν ἑσπέραν, ὅταν ἐλύσαμεν τὴν συνεδρίασιν καὶ ἐπῆγα εἰς τὸ σπίτι μου, τὴν 12ην νυκτερινήν, ἤκουσα τὴν ἐκπομπὴν τοῦ ραδιοφώνου, τὸ ὁποῖον εἶπεν ἐπὶ λέξει: Ὡμίλησαν οἱ κ. κ. Μητσοτάκης καὶ Ἐφραιμίδης καὶ ἔλαβεν ἐν συνεχείᾳ τὸν λόγον ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς κ. Ροδόπουλος, ἀνέφερε δὲ ὁλόκληρον τὸν λόγον σας, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο ἀγόρευσις, ἀλλὰ μία συμπλήρωσις εἰς τὰ κενὰ ἢ ἱκανοποίησις ἀποριῶν εἰς τοὺς ἀγορητάς. Αὐτὸ γίνεται πάντοτε. Ἔχω καὶ ἐγὼ ἕνα παράδειγμα νὰ σᾶς εἴπω: Ὅταν ὡμίλησα ἐπὶ τῆς προτάσεως παραπομπῆς τῆς Κυβερνήσεως κ. Δόβα εἰς εἰδικὸν Δικαστήριον, εἶχον μίαν διαταγὴν τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Χωρ)κῆς, τὴν ὁποίαν ὅμως, δὲν τὴν εἶχον ἐπίσημον. Ἐπειδή, ὅμως, μοῦ τὴν εἶχε δώσει πρόσωπον ἔμπιστον, ἀξιότιμον κατὰ πάντα καὶ εἶχον διασταυρώσει τὴν πληροφορίαν, διὰ κάθε ἐνδεχόμενον, ὡς ἐπέβαλεν ἡ σύνεσις καὶ ἡ φρόνησις, εἶπον: Ἔχω αὐτὴν τὴν διαταγὴν καὶ θὰ εἶμαι εὐτυχὴς ἂν ἀποδειχθῇ, ὅτι δὲν εἶναι πραγματική. Μετὰ δύο ὥρας ἦλθεν ὁ ἀξιότιμος κ. Δαβάκης, ὁ ὁποῖος συνωμολόγησε τὴν γνησιότητα τοῦ περιεχομένου, ἠμφισβήτησεν ὅμως, τὴν ἔννοιαν αὐτοῦ. Ἡ διαταγὴ ἔλεγεν: «Οἱ χωροφύλακες ὁδηγηθῶσιν εἰς τὰ οἰκεῖα τμήματα χωρὶς νὰ προκαλοῦνται σχόλια», ἐνῷ τὸ ἄρθρον 149 τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου λέγει «οἱ ἐγγεγραμμένοι εἰς τὰς καταστάσεις μεταβαίνουν ἀτομικῶς», οὐχὶ συντεταγμένοι, ἄνευ συνοδείας. Μετὰ μεγάλης ἐπιφυλακτικότητος ἀνεφέρθην εἰς τὴν διαταγὴν ἐκείνην. Εἶχε τὴν εὐχέρειαν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑφυπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εἴπῃ, ὅσα ἐνόμιζε καλόπιστα ἢ μὴ ἐναντίον μου. Καὶ τὴν ἑπομένην καὶ εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ εἰς τὸ δελτίον ἐγράφη, ὅτι ἐδημιούργησα θόρυβον. Δὲν εἶναι δυνατόν, λοιπόν, νὰ συζητῶμεν περὶ ρυθμίσεως λειτουργίας τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἐὰν ὑπάρχουν αὐτὰ τὰ πλεονεκτήματα καὶ αὐτὰ τὰ μειονεκτήματα. Θὰ πρέπει νὰ ἀντιληφθῇ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἡ ὑπόθεσις τοῦ ραδιοφώνου εἶναι μέγα θέμα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λέγῃ, ὅτι τὴν ἑσπέραν ταύτην ὡμίλησεν ὁ κ. Βασιλᾶτος καὶ ὁ ἀντιλέγων εἶπε τάδε καὶ νὰ ἀκούηται πᾶν ὅ,τι εἶπεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὁ ἀντιλέγων. Πρέπει νὰ ἀντιληφθῶμεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχουν πλεονεκτήματα. Τὸ ραδιόφωνον εἶναι κτῆμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Συντηρεῖται ἀπὸ τὴν εἰσφορὰν καὶ τὴν φορολογίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἢ πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὴν διάθεσιν ὅλων τῶν πολιτικῶν κομμάτων ἢ πρέπει νὰ εἶναι ἀμερόληπτον καὶ ἀντικειμενικόν. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διὰ τοῦ ραδιοφώνου λαμβάνει γνῶσιν μονοπλεύρως τῶν ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεων. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔσπασαν τὰ ραδιόφωνά των ἀπὸ ἀγανάκτησιν, ἀπὸ ὅσα ἀκούουν κατὰ κόρον ἐπαναλαμβανόμενα.
§96Δ. ΘΕΟΧΑΡΙΔΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ὅπως πολὺ ὀρθῶς εἴπατε, ἡ ὑπόθεσις τοῦ ραδιοφώνου, εἶναι πολὺ σοβαρὰ καὶ ἐθίγη ἐπανειλημμένως εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ ἀπὸ τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων καὶ ἀπὸ βουλευτὰς καὶ παρὰ ταῦτα ἡ Κυβέρνησις ἐννοεῖ νὰ σιωπᾷ ἐπὶ τοῦ σοβαροῦ τούτου θέματος. Ἀπορῶ διατὶ οἱ παρευρισκόμενοι εἰς τὴν αἴθουσαν ἐκπρόσωποι τῆς Κυβερνήσεως ἀξιότιμοι κ.κ. Ὑπουργοὶ δὲν ἐννοοῦν σήμερον, νὰ δώσουν μίαν ἀπάντησιν ἐπὶ τοῦ σοβαρωτάτου αὐτοῦ θέματος.
§97Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐὰν αἱ διατάξεις, τὰς ὁποίας ἐπέκρινα ἀπαλειφθοῦν, καὶ ψηφίσωμεν τὸν νέον Κανονισμόν, αἱ ἐργασίαι τοῦ Σώματος θὰ διεξάγωνται μὲ ταχύτερον ρυθμὸν καὶ θὰ εἶναι ἀποδοτικώτεραι. Διαφωνῶ μὲ τὸν ἐκπρόσωπον τῆς Ε.Δ.Α., ὁ ὁποῖος ὑπεστήριξεν, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος ἔφερε πρὸς συζήτησιν τὸν Κανονισμὸν διὰ νὰ ἀποσοβήσῃ ἄλλας ἀντιδράσεις καὶ περιπετείας τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον διεξάγεται ἡ συζήτησις, ἀποβλέπει πράγματι εἰς βελτίωσιν τῆς ὑπαρχούσης καταστάσεως. Ἐκεῖνα ποὺ ἐλέχθησαν παρ’ ἀνευθύνων παραγόντων, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ μᾶς διδάξουν τὴν πολιτικὴν ἀγωγὴν καὶ περὶ ἀντιλήψεων ἡγετῶν τοῦ στρατεύματος, περὶ Δημοκρατίας καὶ Δικτατορίας καὶ περὶ τῶν ἀτυχῶν φράσεων τοῦ λόγου τοῦ Βασιλέως εἰς Θεσσαλονίκην, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνδυάζωνται μὲ τὸν ὑπὸ κρίσιν Κανονισμόν. Ἔχομεν ὅλοι, συμφέρον νὰ συμβάλωμεν εἰς τὴν ἀποτελεσματικωτέραν λειτουργίαν τῶν θεσμῶν καὶ ἐὰν θέλωμεν πράγματι νὰ προστατεύσωμεν τὸ Κοινοβούλιον, πρέπει νὰ θεσπίσωμεν καταστατικὸν χάρτην, ὅστις οὔτε θὰ δίδῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν πλειοψηφίαν νὰ καταδυναστεύῃ τὴν μειοψηφίαν οὔτε, ἐξ ἄλλου, θὰ παρέχῃ εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν τὸ δικαίωμα, μὲ ἀπεραντολόγους συζητήσεις, νὰ ἐμποδίζῃ τὴν ἀπόδοσιν τοῦ ἔργου τοῦ Σώματος. Κηρύσσομαι ὑπὲρ τῆς προτάσεως, μὲ τὴν προϋπόθεσιν, ὅτι ἐκ μέρους τῆς Κυβερνητικῆς παρατάξεως θὰ ὑπάρξῃ κατανόησις, οὕτως ὥστε ὅλα τὰ τρωτὰ ποὺ ἐπεσήμανα νὰ ἀπαλειφθοῦν ἢ αἱ σχετικαὶ διατάξεις νὰ τροποποιηθοῦν, διὰ νὰ ἔχωμεν ἕνα Κανονισμὸν ἀντάξιον τῶν παραδόσεων τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου, τῶν παραδόσεων τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, ὁπότε θὰ εἴμεθα ὑπερήφανοι, ὅτι ἐπετελέσαμεν τὸ καθῆκον μας. (Χειροκροτήματα).
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Διαμαντόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§99Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, συμφωνῶ μὲ τὰς ἀπόψεις τοῦ κ. Ζορμπᾶ καὶ δὲν πρόκειται νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ μακρὸν ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν. Παρακολουθῶ τὴν διεξαγομένην, διὰ τὴν τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ, συζήτησιν καὶ θέλω κατὰ πρῶτον λόγον νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν ἐπὶ ἀπόψεως, τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ὁ κ. Πλατῆς, ὑποστηρίξας, ὅτι ἡ παρουσία τῶν Ὑπουργῶν δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ δὲν εἶμαι νομικός, ἀλλὰ ἐδιάβασα ἄλλην μίαν φορὰν τὸ Σύνταγμα καὶ δὲν ἐπείσθην, διότι αὐτὴ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος ἀφορᾷ τοὺς μὴ βουλευτὰς Ὑπουργούς.
§100Γ. ΠΛΑΤΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἐφ’ ὅσον δὲν συζητεῖται εἰς τὴν Βουλὴν ἀντικείμενον τῆς ἁρμοδιότητος ὡρισμένου Ὑπουργοῦ, βεβαίως δὲν εἶναι καὶ ὑποχρεωτικὸν νὰ εὑρίσκεται συνεχῶς ὁ Ὑπουργὸς οὗτος εἰς τὴν συνεδριάζουσαν Βουλήν. Καὶ προσέθεσα, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ὑπὸ τὰς κρατούσας σήμερον συνθήκας, ἔχει καὶ ἄλλας σοβαρωτάτας ἀσχολίας. Εἰδικώτερον δὲ διὰ τὸν Κανονισμὸν δὲν εἶναι ζήτημα τῶν Ὑπουργῶν ἀλλ’ ἀποκλειστικῶς ἡμῶν τῶν βουλευτῶν.
§101Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, διετελέσατε καὶ Ἀντιπρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ θὰ πρέπει νὰ συνομολογήσητε, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν σοβαρωτάτων θεμάτων μὲ συλλογικὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως, δὲν παρίστανται οἱ κ. Ὑπουργοί, ἀσεβοῦντες πρὸς τὸ Σῶμα.
§102Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ θέμα δὲν εἶναι νομικόν, ἀλλὰ πολιτικόν. Ὁ κ. συνάδελφος, ἔχει δίκαιον, κατακρίνων τοὺς κ. Ὑπουργούς, οἱ ὁποῖοι δὲν σέβονται καὶ περιφρονοῦν τὴν Βουλήν.
§103Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ἔννοιαν δίδω εἰς τοὺς λόγους μου, κ. Μπακόπουλε. Ἐπίσης ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶπεν, ὅτι διὰ τῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν τὴν πειθαρχίαν τῶν κομμάτων θὰ ἀναδειχθοῦν οἱ μέλλοντες κυβερνῆται. Εὔχομαι εἰς τὸ μέλλον νὰ γίνῃ αὐτό, ἀλλὰ τὸ παρελθὸν δὲν ἐγγυᾶται διὰ τὸ μέλλον. Ὁ κ. Τσάτσος καθηγητὴς καὶ ἀκαδημαϊκὸς ἔγινεν Ὑπουργὸς καὶ ὁ καθηγητὴς κ. Κανελλόπουλος, εἶναι Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Καραμανλῆ, ἐνῷ ὁ κ. Καραμανλῆς, ὁ ὁποῖος οὐδέποτε ὑπῆρξε συζητητὴς εἶναι Πρωθυπουργός. Εἶπεν ἐπίσης ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν 10ετίαν, οὐδέποτε ἐτιμωρήθη βουλευτής. Καὶ διερωτῶμαι: Ἀφοῦ οὔτε κἂν ἐλαφρὰ ποινὴ ἐπεβλήθη, τί τὰς θέλομεν τὰς βαρυτέρας; Ἐπίσης μὲ ἀνησυχεῖ ἡ δέσμευσις, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς βουλευτάς. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει νὰ λάβω ὑπ’ ὄψει τὴν προσήλωσιν εἰς τὴν κομματικὴν πειθαρχίαν τῶν βουλευτῶν τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς καὶ τῆς ἄκρας δεξιᾶς. Ἐξ ἰδιοσυγκρασίας ἀνήκω εἰς τὸ Κέντρον καὶ δὲν θέλω νὰ ὑπακούω εἰς τοιαύτην αὐστηρὰν πειθαρχίαν, ὥστε νὰ μὴ ἔχω τὴν δυνατότητα νὰ διατυπώνω οὔτε τὴν γνώμην μου. Κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη παρετηρήθη τὸ φαινόμενον μεταστάσεως πολλῶν βουλευτῶν, ὅπερ κρίνεται ἀνήθικον ὑπὸ τοῦ λαοῦ. Κατέρχονται προεκλογικῶς μὲ τὴν σημαίαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὑποστηρίζουν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔκαμεν ἐγκληματικὰς πράξεις κατὰ τῆς πατρίδος καὶ ἔπειτα προσχωροῦν εἰς τὴν παράταξιν, τὴν ὁποίαν ἐκατηγόρουν διὰ προδοτικὰς πράξεις, ἀσφαλῶς ἐκ λόγων προσωπικῶν ὠφελημάτων. Καὶ ἐρωτῶ: Μήπως ἡ αὐστηρὰ προσήλωσις εἰς τὴν πειθαρχίαν θὰ ὑποχρεώσῃ τελικὰ ὡρισμένους ἐκ τοῦ Κέντρου, διαφωνοῦντας νὰ πᾶνε σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς δύο στροῦγκες; Καὶ μήπως αὐτὸ διαγράφει τὴν γραμμήν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ δημιουργῇ εἰς τὸν τόπον αὐτὸν τὴν πόλωσιν, διὰ νὰ ἐπικάθηται μονίμως ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Σκέψεις ἀτομικάς μου ἐκφέρω. Ὁ κ. Πρόεδρος ὅμως, εἶπεν, ἀκόμη καὶ κάτι ἄλλο. Εἶπεν, ὅτι ὁ ἴδιος εἰσηγεῖται τὸ παρόν, καὶ ὅτι ἔχει ἀναλάβει τὴν εὐθύνην πρὸς τοῦτο. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν γνωρίζω, ἴσως νὰ πρόκειται περὶ συμπτώσεως διαβολικῆς, ἀλλὰ καὶ τὸ 1956, ὅταν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶχε τὸ ἄγχος τοῦ Κυπριακοῦ, παρενεβλήθη ἡ τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ἀργότερον εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ 1958–61 καὶ πάλιν ἐπεχειρήθη ἡ συζήτησις τοῦ Κανονισμοῦ, εἰς δυσκόλους διὰ τὴν ΕΡΕ στιγμάς.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἐξήγησε τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἤχθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἡ τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ καὶ προσέθεσεν, ὅτι ἐπεκρίνετο ἑκάστοτε ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τοῦ Κέντρου, διὰ τὴν μὴ κατάθεσιν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς.
§105Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω. Διότι καὶ τώρα — ἴσως αὐτὸ νὰ εἶναι διαβολικὴ σύμπτωσις — εἰς μίαν κρίσιμον στιγμὴν μετὰ τὴν ἀπάντησιν τοῦ λαοῦ τοῦ Ἡρακλείου καὶ μετὰ τοὺς λόγους τοῦ Βασιλέως πρὸς τοὺς ἀξιωματικούς, οἵτινες ἀνησύχησαν τὸν λαόν, ἔρχεται πρὸς συζήτησιν ὁ Κανονισμός, διὰ νὰ λησμονήσῃ ὁ λαὸς τὰ φλέγοντα ζητήματα.
§106Θ. ΚΟΝΙΤΣΑΣ. Κύριε συνάδελφε, τὸ θέμα τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι ἀναγεγραμμένον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Ἰανουαρίου.
§107Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι, ἀλλὰ ὁ κ. Πρόεδρος, ἐτόνισεν, ὅτι ἔχει τὴν εὐθύνην μονομερῶς καὶ θὰ ἐδιάλεγε τὴν εὔθετον στιγμήν, διὰ νὰ φέρῃ τὸν Κανονισμὸν καὶ ὁ κ. Πρόεδρος κατ’ ἐμὲ τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἐδιάλεξε. Τὸ 1956 συνεζητεῖτο ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, καὶ εἶχον καὶ τότε τὰς ἰδίας ἀντιλήψεις ποὺ ἔχω καὶ σήμερον. Εἶπον τότε, τὶ θέλομεν νέον Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ δὲν τηροῦμεν τὸν ἰσχύοντα Κανονισμὸν καὶ τότε παρενέβη ὁ κ. Καραμανλῆς κατὰ τρόπον, ὃν μόνον ψυχίατροι δύνανται νὰ κρίνουν, —οἱ παλαιότεροι θὰ ἐνθυμοῦνται τὸ ἐπεισόδιον καὶ μὲ ἀπεκάλεσε μάστιγα, τοῦ ἀπήντησα, ὅτι μάστιγξ εἶναι ὁ ἴδιος καὶ ἐκεῖνοι ποὺ τὸν ἔβαλαν καὶ εἶναι γνωστὸν τὶ ἠννόουν.— Καὶ ἐρωτῶ, διατὶ ὁ κ. Καραμανλῆς, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἰσχυροτάτην πλειοψηφίαν δὲν ἔφερε τὸν Κανονισμὸν πρὸς ψήφισιν εἰς τὴν προηγουμένην Βουλήν, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἠκούσθη, ὅτι ἦτο νόθος;
§108Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Θὰ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι, ὅταν ἤρχισεν ἡ συζήτησις περὶ τοῦ ἐὰν θὰ συζητηθῇ ὁ Κανονισμὸς καὶ ποία θὰ εἶναι ἡ δικονομία τῆς συζητήσεως, ἐδημιουργήθη τοιαύτη ἀντίδρασις, ὥστε ἐτέθη θέμα ἐμπιστοσύνης ἐκ μέρους τῆς ἀριστερᾶς, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ματαιωθῇ ἡ συζήτησις. Βλέπετε, λοιπόν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις μοῦ ἔκαμε τὴν χάριν νὰ μοὶ παράσχῃ τὴν εὐχέρειαν νὰ προσπαθήσω νὰ συζητήσω τὸν Κανονισμόν, ποὺ συνετάγη οὐχὶ καθ’ ὑπόδειξίν της καὶ εὑρέθη ἐνώπιον προτάσεως δυσπιστίας. Ἐξ αὐτῆς τῆς αἰτίας δὲν ἐπροχώρησε τότε ἡ συζήτησις.
§109Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ 1956;
§110Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Τὸ 1958, ἐκάμαμεν 2–3 συνεδριάσεις μὲ συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Δίς, λοιπόν, ἦλθεν ὁ Κανονισμὸς πρὸς ψήφισιν. Τώρα εἶναι ἐγγεγραμμένος εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν ἀπὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως μηνός. Συνεπῶς, δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὰ τελευταῖα γεγονότα. Ἐτελείωσεν ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, περὶ τῆς Κοινῆς Ἀγορᾶς καὶ προσεπάθησα νὰ εὕρω μίαν εὐδίαν, τρόπον τινά, εἰς τὸ νομοθετικὸν ἔργον, διὰ νὰ ἠμπορέσω νὰ φέρω πρὸς συζήτησιν τὸν Κανονισμόν. Ἐδήλωσα δέ, χθές, ὅτι ὁ κ. Πιπινέλης ἦτο ἔξω φρενῶν, διότι τοῦ ἐπῆρα τὴν σειράν.
§111Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ἐμὲ προσωπικῶς, ὁ ὁποῖος γνωρίζω τὴν εὐστροφίαν τοῦ πνεύματός σας, ὁ ὁποῖος γνωρίζω τὰς ἰδιότητάς σας νὰ χειρίζεσθε εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ζητήματα, δι’ ἐμὲ εἶσθε ὁ δούρειος ἵππος τῶν ἐπιδιώξεων τῶν κυβερνητικῶν σχεδίων, τῆς φιμώσεως τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου μέσα εἰς τὴν Βουλήν.
§112Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Ἕως τώρα ἤμην ὁ μοχλός. Τώρα ἔγινα καὶ δούρειος ἵππος.
§113Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν γνώμην μου τὸ νομοθέτημα αὐτό, εἶναι ἀντιδημοκρατικόν, ἔχει ἐπηυξημένας ἰδιότητας καὶ ὑπεισέρχεται εἰς τὸ Σύνταγμα. Κρούω τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου καὶ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ παροῦσα Βουλὴ νὰ δεσμεύσῃ μελλοντικὰς Βουλὰς καὶ μάλιστα Βουλή, τῆς ὁποίας ἀμφισβητεῖται τὸ κῦρος, δεδομένου, ὅτι κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἠσκήθη βία καὶ νοθεία.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Παππᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§115Θ. ΠΑΠΠΑΣ. Ὡς νέος βουλευτής, κ. συνάδελφοι, δὲν ἔχω βεβαίως τὰς γνώσεις καὶ τὴν πεῖραν ἐπὶ τῶν θεμάτων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν ἔχουν παλαιοὶ συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἀνέπτυξαν τὰς ἀπόψεις καὶ τὰς γνώμας των ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοθετήματος. Ἐζήτησα ὅμως νὰ λάβω τὸν λόγον, ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ ὅπως, ἐν τῷ μέτρῳ τῶν δυνάμεών μου, συμβάλω καὶ ἐγὼ εἰς τὴν διαμόρφωσιν τοῦ Κανονισμοῦ κατὰ τὸν ἀρτιώτερον δυνατὸν τρόπον. Πιστεύω, κ. συνάδελφοι, εἰλικρινῶς, ὅτι ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας καὶ ὑπὸ τὸν σημερινὸν συσχετισμὸν τῶν πολιτικῶν καὶ κοινωνικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, τὸ Κοινοβουλευτικὸν σύστημα ἀποτελεῖ τὴν πλέον φιλελευθέραν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος, διὰ τοῦ ὁποίου εἶναι δυνατὸν νὰ κατοχυρωθοῦν καὶ νὰ διασφαλισθοῦν, τόσον τὰ συμφέροντα τῶν λαϊκῶν τάξεων, ὅσον καὶ ἡ λαϊκὴ κυριαρχία, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ καὶ τὴν βάσιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ συστήματος. Διὰ τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, εἶναι δυνατὸν νὰ κατοχυρωθοῦν καὶ τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου, ὅπως ταῦτα ἀνεγνωρίσθησαν ὑπὸ τῶν δύο, ἱστορικῆς πράγματι σημασίας, διακηρύξεων τῆς Γαλλικῆς καὶ τῆς Ἀμερικανικῆς ἐπαναστάσεως, μετὰ τὴν ἐπικράτησιν καὶ τὴν ἑδραίωσιν τῶν ὁποίων διεμορφώθη βαθμηδὸν καὶ ἐπεβλήθη τελικῶς τὸ Κοινοβουλευτικὸν σύστημα, μὲ τὸ ὁποῖον εἶναι συνδεδεμένη καὶ συνυφασμένη ἡ λειτουργία τοῦ Σώματος. Ἐρωτᾶται ὅμως, σήμερον λειτουργεῖ ὁ Κοινοβουλευτισμὸς κατὰ τρόπον ὀρθόδοξον, κατὰ τρόπον δημοκρατικόν; Ἡ ἀπάντησις εἶναι ἀρνητική. Ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ συνάδελφος κ. Ἐφραιμίδης ἀπὸ τὴν ἐπαύριον τῆς ἐπιβολῆς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ συστήματος, ἀνεπτύχθησαν τὰ μονοπωλιακὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα καθυπέταξαν τὴν οἰκονομίαν τῆς χώρας. Καὶ ἐπειδὴ ἡ ὀλιγαρχία ἔπρεπε νὰ καθυποτάξῃ καὶ τὴν πολιτικὴν ἐξουσίαν, ἐπεχείρησε καὶ τὸ ἐπέτυχεν, εἴτε διὰ τῆς χρησιμοποιήσεως τῶν ἐξωτερικῶν παραγόντων, εἴτε διὰ τῆς χρησιμοποιήσεως ξένων Πρεσβειῶν, εἴτε, τέλος, διὰ τῆς χρησιμοποιήσεως σημαινόντων ἐντοπίων παραγόντων. Διὰ τῶν μεθόδων αὐτῶν ἐπέτυχε τὸ μονοπωλιακὸν κεφάλαιον, νὰ θέσῃ ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν του τὰς πολιτικὰς δυνάμεις τῆς χώρας καὶ νὰ κατευθύνῃ, ὄχι μόνον τὴν ἐσωτερικὴν καὶ ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς χώρας, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν οἰκονομικήν. Πρὸ αὐτῶν τῶν δεδομένων εὑρισκόμενοι, κ. βουλευταί, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλῶμεν περὶ Δημοκρατίας καὶ κοινοβουλευτισμοῦ. Ἡ Δημοκρατία ἐν τῇ οὐσίᾳ ἔχει καταργηθῆ. Δὲν δυνάμεθα λοιπόν, ὑπὸ αὐτὰς τὰς συνθήκας καὶ νὰ ὁμιλῶμεν περὶ θεσπίσεως νέου Κανονισμοῦ διὰ τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος, ὅταν δὲν ἔχωμεν γνήσιον κοινοβουλευτισμόν, ὅταν δὲν ἔχωμεν Δημοκρατίαν. Ἔξω ἀπὸ τὴν αἴθουσαν αὐτὴν Δημοκρατία δὲν ὑπάρχει. Εἶναι ἀνάγκη, πρὸ τῆς καθιερώσεως νέων διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἐξυγιάνωμεν τὰ κοινοβουλευτικά μας ἤθη καὶ νὰ ἀποκαταστήσωμεν τοὺς δεινῶς τραυματισθέντας δημοκρατικούς μας θεσμούς.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν ἠθέλησα νὰ σᾶς διακόψω, διότι εἶσθε νέος βουλευτὴς καὶ ὁμιλεῖτε, ἴσως, διὰ πρώτην φοράν. Σᾶς παρακαλῶ νὰ περιορισθῆτε εἰς τὸ συζητούμενον θέμα. Πάντα ὅσα μέχρι τοῦδε εἴπατε, εὑρίσκονται πέραν τοῦ συζητουμένου θέματος.
§117Θ. ΠΑΠΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑποστηρίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει κοινοβουλευτισμός...
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ὅμως δὲν εἶναι τὸ θέμα ποὺ συζητοῦμεν.
§119Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Εἶναι σύμφωνον μὲ τὸν Κανονισμὸν νὰ διακόπτετε, ἀνὰ πᾶν βῆμα, τὸν ρήτορα, κ. Πρόεδρε;
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατ’ ἀρχήν, κ. Ἐφραιμίδη, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λαμβάνετε τὸν λόγον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἐὰν θέλετε νὰ ὁμιλῶμεν περὶ ὑπάρξεως Κανονισμοῦ.
§121Θ. ΠΑΠΠΑΣ. Ἡ λειτουργία τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος συνδέεται στενώτατα μὲ τὴν ἔννοιαν τῆς Δημοκρατίας καὶ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ. Ὅταν, λοιπόν, ὁμιλῶμεν περὶ Κανονισμοῦ καὶ ἐπεκτεινώμεθα εἰς τὴν Δημοκρατίαν, δὲν νομίζω, ὅτι εὑρισκόμεθα ἐκτὸς θέματος. Ὅταν, κ. βουλευταί, ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ συζητήσωμεν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην τὸ δημιουργηθὲν εἰς τὴν Θεσσαλονίκην συνταγματικὸν θέμα, ἡ Κυβέρνησις ἠρνήθη. Πῶς, λοπόν, δυνάμεθα νὰ ὁμιλῶμεν περὶ Κανονισμοῦ;
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Παππᾶ, κάμνετε κατάχρησιν τοῦ δικαιώματος ποὺ ἔχετε νὰ ὁμιλῆτε.
§123Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Ὅσα λέγει, ὁ κ. συνάδελφος, κ. Πρόεδρε, τὰ εἶπον, μὲ κἄποιον ἄλλον τρόπον, ὅλοι σχεδὸν οἱ ὁμιλήσαντες ἀπὸ τοῦ βήματος ἐπὶ τοῦ ἰδίου θέματος. Διατί, λοιπὸν δὲν ἀφήνετε τὸν κ. συνάδελφον νὰ ὁμιλήσῃ καὶ τὸν διακόπτετε, καθ’ ἣν στιγμὴν μάλιστα ὁ ἴδιος ἀνεγνωρίσατε, ὅτι εἶναι νέος βουλευτὴς καί, συνεπῶς, στερεῖται τῆς ἀναγκαίας πείρας; Ἀντὶ νὰ τὸν διευκολύνετε, συνεχῶς τὸν διακόπτετε.
§124Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Νομίζω, ὅτι τὸ κόμμα σας, τὸ ὁποῖον εἶναι καλὰ ὠργανωμένον, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ βάλῃ ἕνα νέον βουλευτήν, ὁ ὁποῖος μόλις 1–2 φορὰς ἐδιάβασε τὸν Κανονισμόν, νὰ ὁμιλήσῃ ἐπ’ αὐτοῦ. Διότι ἡ γνῶσις τοῦ Κανονισμοῦ δὲν εἶναι μόνον θέμα μελέτης, ἀλλὰ καὶ πείρας. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι δὲν πταίει μόνον ὁ ἴδιος, ἀλλὰ πταίετε καὶ σεῖς. Τί θὰ εἴπῃ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ ἕνας ἄπειρος βουλευτής; Ἐπὶ 10 χρόνια τὸν ἐφαρμόζω καὶ πολλάκις εὑρίσκομαι πρὸ δυσχερείας, διὰ νὰ ἐνθυμηθῶ ὡρισμένας διατάξεις. Εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλοῦν νέοι βουλευταὶ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ; Δὲν τὸ εὑρίσκω ὀρθόν.
§125Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀπέδωσεν εὐθύνην εἰς τὸ κόμμα μας, διότι ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἀφήσαμεν νὰ ὁμιλήσῃ νέος συνάδελφος. Ἡ ἀπάντησις, κ. Πρόεδρε, εἶναι διττή. Πρῶτον, ὅτι τὸ πῶς νομίζει τὸ κόμμα μας, ὅτι θὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ διὰ ποίων βουλευτῶν, εἶναι θέμα τῆς ἀποκλειστικῆς του ἁρμοδιότητος. Καὶ δεύτερον, τὸ γεγονός, ὅτι χρησιμοποιεῖ νέους συναδέλφους, ἀποτελεῖ μίαν ἀπόδειξιν καλῆς ὀργανώσεως, διότι νομίζει τὸ κόμμα, ὅτι εἰς αὐτὰ τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν μίαν εὐρύτητα, πρέπει νὰ δίδεται ἡ εὐκαιρία εἰς νέους βουλευτὰς νὰ ὁμιλοῦν καὶ νὰ ἀποκτοῦν καὶ δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου πεῖραν, ἀλλά, πρὸ παντός, ὡς νέοι βουλευταί, νὰ φέρουν κἄτι καινούργιο εἰς τὴν Βουλήν.
§126Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Θὰ περιμένω, κ. Ἐφραιμίδη, τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. συναδέλφου ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τὰς ἀπόψεις του, διὰ νὰ πεισθῶ, περὶ τῆς ὀρθότητος τῶν ὅσων εἴπατε.
§127Θ. ΠΑΠΠΑΣ. Νομίζω, κ. βουλευταί, ὅτι σκοπὸς τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι μόνον ὁ τρόπος διεξαγωγῆς τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐξύψωσις τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου εἰς τὴν συνείδησιν τῶν πολιτῶν. Καὶ δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀξιώσωμεν ἀπὸ τὸν λαὸν νὰ μᾶς σέβεται, ὅταν αἱ συζητήσεις εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην διεξάγωνται ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Κυβερνήσεως, ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ μερικῶς καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλὰ τί νὰ κάμουν οἱ βουλευταί, ὅταν τὸ παράδειγμα τῆς φυγῆς ἀπὸ τὴν αἴθουσαν ταύτην, τὸ δίδῃ αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος σπανιώτατα ἐμφανίζεται εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην; Κύριοι βουλευταί, διὰ νὰ μᾶς σέβεται ὁ λαὸς καὶ νὰ ἀποκτήσωμεν τὴν αἴγλην, μὲ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ περιβάλλεται ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ, θὰ πρέπει κατ’ ἀρχὴν νὰ ἐξυγιάνωμεν τὰ ἤθη μας καὶ νὰ συμπεριφερώμεθα μεταξὺ μας κατὰ τρόπον κοσμιώτερον. Οἱ βουλευταὶ πρέπει νὰ εἶναι συνεπεῖς πρὸς τὰς διακηρύξεις των καὶ τὰ προγράμματα, ποὺ ἀνέπτυξαν εἰς τὸν λαόν. Δὲν εἶναι δυνατὸν μὲ τόσην εὐκολίαν νὰ μεταπηδοῦν βουλευταὶ ἀπὸ τὸ ἕνα κόμμα εἰς τὸ ἄλλο, νὰ ξεχνοῦν ὅ,τι μέχρι χθὲς ὑπέσχοντο καὶ νὰ ἐκθειάζουν τὸ πρόγραμμα τοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον μέχρι χθὲς ἐκατηγόρουν. Δὲν ἀρκεῖ, λοιπόν, μόνον ὁ Κανονισμός. Χρειάζεται ἐξυγίανσις τῶν ἠθῶν μας καὶ συνέπεια εἰς ὅσα λέγονται. Ἐπίσης, δὲν εἶναι δυνατόν, νὰ ἐξακολουθῇ νὰ συμβαίνῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατ’ ἀνοχὴν τῆς Κυβερνήσεως γίνεται σήμερον. Νὰ θέλωμεν, δηλαδή, νὰ ὁμιλήσωμεν εἰς τὴν ἐπαρχίαν μὲ ἕνα φίλον μας καὶ νὰ ἔρχεται πλησίον μας ὁ χωροφύλαξ καὶ νὰ μᾶς παρακολουθῇ τί λέγομεν. Αὐτὸ τὸ πρᾶγμα μᾶς ὑποβιβάζει εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ καὶ ὀφείλω ἐπ’ αὐτοῦ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ πρὸ πάντων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς. Προσφάτως παρηκολουθούμην ἀπὸ χωροφύλακας. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει ἡ προσωπική μου περίπτωσις, διότι εἶμαι γνωστὸς εἰς τὴν περιφέρειάν μου, ἀλλὰ ἡ παρακολούθησίς μου ἀποτελεῖ ὕβριν τοῦ ἀξιώματος ποὺ φέρω. Ἐπεσκέφθην χωρίον διὰ νὰ ἐξυπηρετήσω πολιτικόν μου φίλον, ἀπετάνθην εἰς τὸν ἀστυνομικὸν σταθμὸν καὶ ἀπουσίαζεν ὁ χωροφύλαξ, τὸν εἰδοποίησα νὰ ἔλθῃ καὶ μοῦ ἀπήντησεν, ὅτι τρώγει καὶ μετὰ τὸ φαγητὸν θὰ ἔλθῃ. Καὶ ἐρωτῶ: Εἶναι τρόπος συμπεριφορᾶς πρὸς βουλευτήν; Ἡμεῖς ἔχομεν προσήλωσιν εἰς τὸ Κοινοβουλευτικὸν καὶ Δημοκρατικὸν Πολίτευμα, ὄχι, ὅμως, ὅπως λειτουργεῖ σήμερον. Πιστεύομεν εἰς τὸ Δημοκρατικὸν Πολίτευμα, τὸ ὁποῖον προβλέπει τὴν διαμόρφωσιν τῶν Κανόνων διὰ τὴν καλυτέραν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου. Κατ’ ἀρχὴν εἴμεθα ὑπὲρ τῆς τροποποιήσεως ὡρισμένων ἄρθρων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ αἱ τροποποιήσεις αὗται πρέπει νὰ τείνουν εἰς τὴν ἐξύψωσιν τοῦ Κοινοβουλίου. Βασικὴ προϋπόθεσις δι’ ἡμᾶς εἶναι νὰ διασφαλισθῇ πρῶτον, ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου τῶν βουλευτῶν, δεύτερον, νὰ διασφαλισθῇ ὁ ἐλεύθερος ἔλεγχος τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ ὁρίζηται ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὁ χρόνος καὶ ἡ προτεραιότης τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα θέλει νὰ συζητήσῃ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Τρίτον, νὰ μὴ χορηγοῦνται εἰς τὸν ἑκάστοτε Πρόεδρον τῆς Βουλῆς δικαιώματα εὐρυτέρας ἀστυνομεύσεως. Τέταρτον, νὰ ἐπιβληθοῦν δεσμεύσεις εἰς τὸν ἑκάστοτε Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὥστε ἡ κατάρτισις τῶν Ἐπιτροπῶν καὶ Ἀντιπροσωπειῶν, αἱ ὁποῖαι μεταβαίνουν εἰς τὸ ἐξωτερικόν, νὰ μὴ ὑπάγεται εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν ἁρμοδιότητα τοῦ ἑκάστοτε Προέδρου.
§128Ι. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Αὐτὸ λέγεται Δημοκρατία;
§129Θ. ΠΑΠΠΑΣ. Ἐπὶ τῆς ἰδιότητος τῶν πολιτικῶν Ἀρχηγῶν ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ τὰς ἀπόψεις τοῦ κ. Μητσοτάκη, μὲ τὴν προϋπόθεσιν, ὅτι πρέπει νὰ ἰσχύσῃ ἡ διάταξις αὐτὴ ἀπὸ τὴν προσεχῆ περίοδον τῆς Βουλῆς. Ὅσον ἀφορᾶ τὸ θέμα τῆς ἰσοτιμίας ὅλων τῶν κομμάτων, ὡς καὶ τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα θίγονται εἰς τὰ ὑπόλοιπα ἄρθρα, ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν νὰ ἀναπτύξω τὰς ἀπόψεις μου.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Μελᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§131Ι. ΜΕΛΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ὅταν ἐπὶ Βασιλίσσης Ἐλισσάβετ, ἐξεδόθη Βασιλικὸν Διάγγελμα, διὰ τοῦ ὁποίου συνιστᾶτο ἡ ἀποφυγὴ τῶν μακρῶν ἀγορεύσεων εἰς τὸ Ἀγγλικὸν Κοινοβούλιον, ὁ βουλευτὴς Βέντμπγορθ ἐχαρακτήρισε τὸ διάγγελμα ὡς ὑβριστικὸν καὶ προσκροῦον πρὸς τὴν ἀρχὴν τῆς ἐλευθερίας τῶν συζητήσεων. Ἐπλήρωσεν, ὅμως, τὸ θάρρος του ἐκεῖνο ἀκριβά. Διότι καὶ ἐκεῖνος καὶ οἱ συμμερισθέντες τὴν γνώμην του ἐσύρθησαν εἰς τὰς φυλακάς. Ὅταν, ὅμως, κατὰ τὸ ἔτος 1642, ἠθέλησε νὰ ἐπαναλάβῃ τὸ ἴδιον καὶ ἐπικίνδυνον πείραμα, ὁ Κάρολος ὁ Αʹ, προστάξας τὴν σύλληψιν καὶ τὴν φυλάκισιν τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὸ Λονδῖνον ἐστασίασε καὶ ἐν διαδηλώσει καὶ μὲ τὰς κραυγὰς «Προνόμιον!, Προνόμιον!» ἔθεσε τέρμα εἰς τὴν ἀπόπειραν τῆς ὑψηλῆς παρεμβάσεως εἰς τὰ ἐσωτερικὰ τοῦ Παρλαμέντου καὶ κατησφαλίσθη ἐκ τοῦ περιστατικοῦ ἐκείνου διὰ παντὸς ἡ ἀσυλία τοῦ βουλευτοῦ διὰ τὴν ἐλευθέραν καὶ ἀπεριόριστον ἔκφρασιν τῆς ἰδίας του γνώμης. Κύριοι βουλευταί, παμπαλαία εἶναι ἡ ἀντίληψις, ὅτι εἰς τὸν λαὸν ἀνήκει τὸ δικαίωμα τῆς ἀμέσου ρυθμίσεως τῶν πραγμάτων τοῦ αὐτονόμου του βίου, τῆς ἀμέσου θέσεως τῶν ὑποχρεωτικῶν κανόνων τῆς ὁμαδικῆς του ζωῆς. Τὸ Δευτερονόμιον, ποὺ ἦτο ἐπιταγὴ τοῦ Θεοῦ, ὑπεβλήθη εἰς τὴν κύρωσιν τῆς ὁλομελείας τοῦ πορευομένου Ἰσραήλ. Τὰ οἰκοῦντα τὴν Εὐρώπην ἔθνη, ἔθεσαν ἀπὸ παλαιοτάτων χρόνων τὴν ἀρχὴν τῆς ἀμέσου καὶ ἄνευ παρεμβάσεως διαμέσων ὀργάνων, καθιερώσεως τῶν βιοτικῶν των θεσμῶν. Παρ’ Ὁμήρῳ, ἡ Βουλή, τὸ περὶ τὸν Βασιλέα Συμβούλιον, ὑπέβαλεν εἰς τὴν σύναξιν τῆς Ἀγορᾶς τὰ «βεβουλευμένα», τὰ ὁποῖα, ἢ ἐπευφημοῦντο, ἢ ἀπεδοκιμάζοντο. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Δήμου, ποὺ προέκυψεν ἀπὸ τὴν Ἀγοράν, ἀπετέλεσε τὴν ὁριστικὴν διαμόρφωσιν. Ἡ Ἱστορία τῆς Ρώμης, ὑπῆρξεν ἀδιάκοπος πάλη τοῦ λαοῦ πρὸς κυριαρχίαν καὶ ἄμεσον ἔκφρασιν τῆς καθολικῆς του θελήσεως. Ἡ URBS ὑπῆρξε δημοκυβέρνητος, μέχρι τῆς συντριβῆς της ὑπὸ τὸ πέλμα τῶν Καισάρων. Τὸ σύγχρονον κοινοβουλευτικόν μας πολίτευμα ἀνεπτύχθη ἐν μακρᾷ ἐξελίξει εἰς τὴν Ἀγγλικήν του κοιτίδα. Ἀρξάμενον ἀπὸ τοῦ «Συμβουλίου τῶν Φρονίμων Ἀνδρῶν», ὑπέστη τὰς ἐξελίξεις του, συνεπεία τῶν βαθμιαίων, ἀκουσίων ἢ σκοπίμων παραχωρήσεων, κατωχυρώθη ἀπὸ τὴν MAGNA CARTA, τὴν ὁποίαν ὑπεχρεώθη νὰ ὑπογράψῃ τὸ 1215 ὁ τυραννικὸς Ἰωάννης ὁ Ἀκτήμων καὶ κατέστη τὸ Κοινοβούλιον. Καὶ ἡ νίκη τοῦ ἀντάρτου Κόμητος τοῦ Λέϊτσεστερ, τοῦ Σίμωνος τοῦ Μομφόρ, ποὺ ἤνοιξε τὴν πύλην τοῦ Κοινοβουλίου καὶ εἰς τοὺς δύο ἀστοὺς ἐξ ἑκάστης Κοινότητος, ἐξησφάλισε τὴν ὁλοκλήρωσιν τοῦ Ἀντιπροσωπευτικοῦ συστήματος. Τὸ Ἀντιπροσωπευτικὸν σύστημα, στηρίζεται εἰς τὴν πλασματικὴν ἀρχὴν τῆς μεταβιβάσεως τῆς ἐθνικῆς βουλήσεως, εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Ἡ ἀρχὴ αὐτὴ ἐπολεμήθη ἀνέκαθεν ἀπὸ ὀξείας ἀντιθέσεις. Διότι ὑπεστηρίχθη τὸ ἀδύνατον τῆς μεταβιβάσεως τῆς ἐθνικῆς βουλήσεως εἰς ἐντολοδόχους, ὡς ἀναπαλλοτριώτου καὶ συνεπῶς ἀμεταβιβάστου. Ἐκρίθη, ἐν τούτοις, ὅτι, ἄλλο εἶναι ἡ «βούλησις καθ’ ἑαυτήν», καὶ ἄλλο ἡ ἐνάσκησις τῆς βουλήσεως, καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς ἰδιωτικῆς ἐντολῆς, ἐκάλυψε τὸ πλάσμα τῆς καθολικῆς ἐντολῆς. Πέραν, ὅμως, τῶν νομικῶν ἀντιρρήσεων, διετυπώθησαν καὶ αἱ ἠθικαὶ ἀντιρρήσεις, αἱ ὁποῖαι προεβλήθησαν ἀπὸ τοὺς ἐξτρεμιστάς, τῆς ἄκρας Δεξιᾶς καὶ τῆς ἄκρας Ἀριστερᾶς, ἐκ τῶν ὁποίων, οἱ μὲν πρῶτοι ὡραματίζοντο τὴν διέλευσιν τοῦ Ρουβίκωνος ἀπὸ τὸν χῶρον τοῦ Κοινοβουλίου, ἐνῷ οἱ δεύτεροι ἔκριναν τὸν ἴδιον χῶρον ὡς ἁρμόδιον διὰ τὴν ἀνέγερσιν τοῦ ὁδοφράγματος. Ὁπωσδήποτε, ὅμως, οἱ λαοὶ καὶ ἡ ἱστορία, ἀπεδέχθησαν τελικῶς τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον ἀπέδειξεν εἰς τοὺς αἰῶνας τῆς ἐφαρμογῆς του, ὅτι ἔχει τὴν ἀνεκτίμητον ἀρετήν, νὰ ἐναρμονίζῃ τὰς ἀντιθέσεις καὶ νὰ ἐπιβιοῖ εἰς τὰς θυέλλας. Μετὰ πᾶν λουτρὸν αἵματος, μετὰ πᾶσαν ἐκφορὰν τῶν παρεμβατικῶν καθεστώτων, μετὰ πάντα ἀπατηλὸν μετεωρισμόν, τὸ Ἔθνος ἀποθέτει παρὰ τὴν κλειστὴν θύραν τοῦ Κοινοβουλίου, τὰς ἐλπίδας διὰ τὸ μέλλον. Δὲν εἶναι, ἴσως, τὸ ἄριστον τῶν βιοτικῶν θεσμῶν, εἶναι, ὅμως, ἀναντιρρήτως τὸ καλύτερον ἐξ ὅσων ἠμποροῦν νὰ ὑπάρξουν. Ἡ Δημοκρατία, εἶναι ἀκαταμάχητος. Ὀφείλει, ὅμως, νὰ προσαρμόζηται διαρκῶς, διὰ νὰ ἐπιβιώσῃ, ὅπως ἡ μηχανὴ εἰς τὴν μηχανικήν. Ἡ μεγάλη ἀδυναμία τοῦ καθεστῶτος ἔγκειται εἰς τὴν καθυστέρησιν τῆς προσαρμογῆς. Εἶναι ἕνα ὄργανον, ποὺ ἦτο τὸ ἀπολύτως κατάλληλον διὰ τοὺς καιροὺς τῆς RESTAURATION, εἶναι, ὅμως, ὅπως προέκυψεν ἀπὸ τὴν παράδοσιν, τὸ ἀπολύτως ἀκατάλληλον διὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἀτομοβόμβας. Ὅταν ἡ κοινωνία καλπάζῃ, ἡ Βουλὴ δὲν ἠμπορεῖ νὰ προχωρῇ μὲ τὴν βωδάμαξαν. Τὴν ἀδήριτον ἀνάγκην τῆς προσαρμογῆς διηρμήνευσαν ἐγκαίρως μεγάλαι μορφαὶ τῆς Δημοκρατίας. Ἕνας ἀπὸ τοὺς λάτρεις τοῦ καθεστῶτος, ὁ Πουανκαρέ, τιμὴ καὶ δόξα τοῦ Γαλλικοῦ Κοινοβουλίου, εἶχεν ἐκστομίσει ἀπὸ τῶν παραμονῶν τοῦ πρώτου πολέμου τὴν φωνὴν τοῦ κινδύνου: «Πρέπει νὰ φροντίσωμεν τὸ ταχύτερον. Δὲν εἶναι ἀκόμη πολὺ ἀργά, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν πλέον καιρὸν δι’ ἀπώλειαν. Ἄς σπεύσωμεν!». Τὰ κοσμογονικὰ γεγονότα, ποὺ ἐπηκολούθησαν, ὡδήγησαν, κατ’ ἀνάγκην, τότε τὸ θέμα, εἰς δευτέραν μοῖραν. Ἀλλὰ ἡ ἀνάγκη τῆς προσαρμογῆς, ἀνακύπτει ἐπιτακτικὴ μετὰ πᾶσαν θύελλαν. Εἰς τὴν Δʹ Ἀναθεωρητικήν μας Βουλήν, ὁ ἔγκριτος τότε ἐκ Τρικάλων βουλευτής, κατεχόμενος καὶ ἐκεῖνος ἀπὸ βαθείας ἀνησυχίας διὰ τὸ μέλλον τοῦ πολιτεύματος καὶ εἰδικώτερον διὰ τὰς δυνατότητας ἀποδόσεως, εὐθὺς μὲ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, ἀπεδύθη εἰς ἕνα ἔντονον καὶ σύμφωνον πρὸς τὴν φύσιν του πείσμονα ἀγῶνα. Ἐκ τῶν ἐκδήλως ἀνησυχούντων διὰ τὴν τύχην τοῦ μόλις καὶ μετὰ δεκαετῆ ἔκλειψιν ἀνακτηθέντος πατρίου πολιτεύματος, ἀπὸ ἀπόψεως διαδικασίας καὶ ἀποδόσεως ἰδίως, κατὰ τὴν συνεδρίαν τῆς 30 Ἰουλίου 1946, ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος «περὶ συστάσεως Ἐπιτροπῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσιοδοτήσεως», διετύπωσε τὸ πρῶτον τὰς «ριζοσπαστικάς», ὅπως ἐχαρακτήρισεν, ἀπόψεις του, περὶ «Μικρᾶς Βουλῆς». Εἰς ἐπιγενομένην εὐκαιρίαν, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 27 Φεβρουαρίου 1947, κατὰ τὴν συζήτησιν νέου πάλιν ψηφίσματος περὶ νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ἔκρινε σκόπιμον, εἰσηγητὴς ὢν τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπὶ τῆς Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπῆς, νὰ ἐκθέσῃ τὰς ἰδίας ἀπόψεις, τυχούσας, ὡς ἀνέφερε καὶ τῆς συμφώνου γνώμης τῆς ὁλότητος σχεδὸν τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ ἐκτεθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Βαμβέτσου ἄποψις, ἐξεκίνει ἀπὸ τὴν διαπίστωσιν, ὅτι ἡ Ὁλομέλεια τοῦ Σώματος, ἀτελεύτητος εἰς συζητήσεις καὶ δυσκίνητος εἰς ἀποφάσεις, κατέληγε νὰ ἀποτελῇ νοθείαν καὶ χρεωκοπίαν τῆς οὐσίας τοῦ πολιτεύματος. Φοβούμενος δέ, ὅτι τὸ Κοινοβούλιον δικονομικῶς ἀμεταρρύθμιστον, ὑπόκειται εἰς κίνδυνον νὰ ἀνατραπῇ, ὑπεδείκνυε τὴν διαίρεσιν τοῦ Σώματος εἰς ἓν ἢ περισσότερα τμήματα, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ μετεβιβάζετο ἡ νομοθετικὴ λειτουργία ἀπὸ τὴν Ὁλομέλειαν. Ἡ ἄποψις ἀποτελοῦσα ἐξέλιξιν καὶ ὑποχώρησιν τῆς ἀρχικῆς περὶ μιᾶς καὶ Μικρᾶς Βουλῆς ἐκτεθείσης, καὶ ἡ ὁποία ἀποδεκτὴ γενομένη κατέληγεν εἰς τὸν διαχωρισμὸν τῶν βουλευτῶν εἰς δύο κατηγορίας, τῆς τῶν νομοθετῶν καὶ τῶν παρατηρητῶν, ἤχθη ἐνώπιον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία τὴν υἱοθέτησε διὰ μικρᾶς, σχετικῶς, πλειοψηφίας. Ἡ ἄποψις τοῦ κ. Βαμβέτσου εἶχε παλαιοτέραν τὴν καταγωγήν. Σχετικὴ πρότασις περὶ συστάσεως τριακονταμελοῦς Νομοθετικῆς Ἐπιτροπῆς, ὑπεβλήθη ἀπὸ τὸ Κόμμα τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων ἐνώπιον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Συζητηθεῖσα δὲ κατὰ τὴν ΚΔʹ συνεδρίαν τῆς 20 Ἰανουαρίου 1927, ἐπολεμήθη ἀπὸ τοὺς Ν. Κολυβᾶν, Π. Τσιτσεκλῆν, Δ. Βοκοτόπουλον, Ι. Σπετσιώτην, Σ. Οἰκονομίδην, Ν. Καμπάνην καὶ Φ. Δραγούμην, ὡς ἀνατρέπουσα τὸν Κοινοβουλευτισμὸν καὶ ἐγκαθιστῶσα ὀλιγαρχίαν καὶ τυραννίαν ὀλίγων βουλευτῶν, ἀσυγχώρητον καὶ ἀπαράδεκτον. Τὴν πρότασιν ἀπέρριψεν ἡ Βουλή, ἐγκαταλειφθεῖσαν καὶ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων. Διὰ τὴν καταπολέμησιν τῆς ἀπεραντολογίας καὶ τὴν ἁπλούστευσιν τῆς νομοθετικῆς διαδικασίας, ἐκρίθη σκόπιμος ἡ εἰσαγωγὴ τῆς συνοπτικῆς διαδικασίας ψηφίσεως τῶν νόμων.
§132Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Δὲν ὑπάρχει τοιαύτη πρότασις, κ. Μελᾶ. Νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸ θέμα. Ἀρκετὰ κατεπονήθημεν. Αὐτὸ εἶναι θέμα Ἐθνοσυνελεύσεως. Ἐκεῖ, ἐὰν ζήσωμεν, θὰ ἐκφράσωμεν τὰς σκέψεις μας. Νὰ συζητήσωμεν, παρακαλῶ, τὸν Κανονισμόν. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Α. Μίχας).
§133Ι. ΜΕΛΑΣ. Ὅπως θὰ ἴδητε ἐν τῇ πορείᾳ τῶν ἀπόψεων, ὁλόκληρος ἡ προεισαγωγή, θὰ ἐκτιμηθῇ ὡς ἐπιβεβλημένη. Εἰς τὴν παροῦσαν Βουλήν, δὲν διαπιστώνεται παρεμφερὴς πρὸς τὰ ἀνωτέρω αἱρετικὴ διάθεσις καὶ ἀντιθέτως μία εἶναι ἡ κυριαρχοῦσα ἄποψις, ὅτι ἡ ἐπιβίωσις καὶ εὐστοχωτέρα ἀπόδοσις τοῦ πολιτεύματος, ἔγκειται μόνον εἰς τὴν προσαρμογήν του εἰς τὰς συγχρόνους ἀνάγκας. Πάντες συμφωνοῦμεν εἰς τὴν διάγνωσιν τῆς νόσου. Διαφωνοῦμεν, ὅμως, ὅπως ἐν συνεχείᾳ θὰ ἐκτεθῇ, εἰς τὴν ἐπιλογὴν τῆς θεραπείας. Παλλάδιον καὶ τῆς ἰσχυούσης δικονομίας, εἶναι τὸ ἀπαραβίαστον τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου. Εἶναι τὸ SACROSAN-CTUM τοῦ πολιτεύματος. Οἱ ὀρθόδοξοι κοινοβουλευτικοί, οὐδέποτε θὰ ἐδέχοντο τὸν περιορισμόν. Καλούμεθα, ὅμως, ἀπὸ τὴν δύναμιν τῶν πραγμάτων, νὰ θυσιάσωμεν ἢ τὸ ἀπεριόριστον ἢ τὴν ἀκεραιότητα τῆς Ὁλομελείας. Διεξοδικωτέρας ἀπόψεις ἐπὶ τοῦ κρισίμου θέματος, ἐξέθεσεν ὁ ὁμιλῶν ἐνώπιον τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς. Πρέπει, ὅμως, νὰ ἐκθέσω καὶ ἐδῶ τὴν σχετικήν μου ἄποψιν, ὅτι ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου, εἰς τὴν ἐφαρμογήν, δὲν ὑφίσταται, παρὰ εἰς τοὺς Κανονισμοὺς τῶν Βουλῶν. Ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου, ἡ ἀπεριόριστος, ἀνήκει εἰς τοὺς πρώτους ἐγγραφομένους, οἱ ὁποῖοι νέμονται τὰς ὀλίγας ὥρας τῆς ἀπεριορίστου ἐλευθερίας, παραπέμποντες τοὺς λοιποὺς βουλευτάς, δηλαδὴ τὴν Ὁλομέλειαν, εἰς τὴν πειθαρχίαν τοῦ περιωρισμένου ὁρίου. Ἡ Βουλὴ ἐξηντλημένη καὶ κατάκοπος ἀποδέχεται ἐκ τῶν ὑστέρων καὶ ἐκ τῶν πραγμάτων τὸ ἀσυγχώρητον καθεστὼς τῶν ὀλίγων ἐκ προνομίου ἢ ἐπ’ εὐκαιρίᾳ προνομιούχων, ἐνῷ οἱ ὑπολειπόμενοι, ἀντιλαμβανόμενοι τὸ ἀπροχώρητον, παραιτοῦνται συνήθως τοῦ λόγου, πρὸς διάσωσιν... τῶν θεσμῶν.
§134Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Εἰς αὐτὸ συμφωνοῦμεν.
§135Ι. ΜΕΛΑΣ. Ἐπειδή, εὑρίσκομαι εἰς τὸ κέντρον τοῦ θέματος, θὰ παρεκάλουν, ἂν εἶναι δυνατόν, νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις. Διότι ἡ ὀρθὴ ἀντιμετώπισις τῆς δικονομίας δὲν εἶναι ζήτημα πολιτικῆς ἀντιθέσεως. Δι’ αὐτό, θέτω θέμα ἀναβολῆς.
§136Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ θέμα ἀναβολῆς, ὅταν ὁμιλῇ τις.
§137Ι. ΜΕΛΑΣ. Νομίζω, ὅτι ἠδύνατο καὶ ἐπεβάλλετο νὰ ὑπάρξῃ θέμα ἀναβολῆς λόγῳ καὶ τῆς σημασίας τοῦ θέματος. Ἐφ’ ὅσον, ὅμως, δὲν ὑπάρχῃ περίπτωσις ἀναβολῆς, συνεχίζω τὴν ἔκθεσιν τῶν ἀπόψεων. Ἐὰν ὁ Κοινοβουλευτισμὸς ἐπιθυμῇ τὴν ἐπιβίωσιν, ὀφείλει νὰ ἀπαλλαγῇ μιᾶς αὐταπάτης, ποὺ ἔχει καταστῆ ἡ σκωληκοειδής του ἀπόφυσις. Ὁ λόγος ὀφείλει νὰ περιορισθῇ κατὰ χρόνον καὶ ἀναλόγως πρὸς τὰ θέματα. Ὁ περιορισμὸς πρέπει νὰ καταστῇ ὁ κανὼν καὶ ἡ ὑπέρβασις ἡ ἐξαίρεσις. Ὁμιλῶν σχετικῶς ἐπὶ τοῦ βασικοῦ αὐτοῦ προβλήματος εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ 1911, καὶ συγκεκριμένως κατὰ τὴν συνεδρίαν αὐτῆς τῆς 21 Ὀκτωβρίου, ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος, εἰς ἀγόρευσίν του ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, ἔλεγε τὰ ἑξῆς: «Ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁ εἰσηγητὴς τοῦ σχεδίου τοῦ Κανονισμοῦ ἐπεκαλέσθη πρὸς ὑποστήριξιν τῶν διατάξεων, τὰ γενόμενα εἰς τὰ ἄλλα κράτη καὶ σᾶς ἀνέφερε παραδείγματα Κανονισμῶν τῶν Βουλῶν, λαῶν Βορείων, Νοτίων, Μέσων Ἀνατολῶν καὶ τῆς ἀπωτάτης Ἀνατολῆς, κατὰ τὰ ὁποῖα ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία κατὰ τοῦ παρεκτρεπομένου φθάνει μέχρι τῆς ἀποδοκιμασίας, ἀπαγγελλομένης ὑπὸ τῆς Βουλῆς, μέχρι τῆς προσωρινῆς ἀπὸ τοῦ Κοινοβουλίου ἀποπομπῆς καὶ μέχρι φυλακίσεως ἀκόμη. Ἀλλὰ κατὰ τοῦ παραδείγματος αὐτοῦ τῶν Κοινοβουλευτικῶν χωρῶν πανταχοῦ τοῦ κόσμου καὶ εἰς τὰ μᾶλλον πολιτισμένα Κράτη, ἀντετάχθη ἡ ἀντίρρησις, ὅτι αὐτὸ δὲν μᾶς κάμνει καμμίαν ἐντύπωσιν, ἡμεῖς εἴμεθα Ἕλληνες. Βεβαίως πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει αἱ τοπικαὶ περιστάσεις καὶ ὁ ἐθνικὸς χαρακτήρ, ἀλλὰ θὰ ἦτο ἀπελπιστικόν, ὅτι κατὰ τοσοῦτον διαφέρομεν ὅλων τῶν ἄλλων πεπολιτισμένων λαῶν, ὥστε οὐδόλως νὰ δύναται νὰ χρησιμεύσῃ τὸ παράδειγμα αὐτῶν εἰς ἡμᾶς, ἀξιοῦντες, ὅτι εἴμεθα ὁ περιούσιος λαός, καὶ ὅτι ὡς περιούσιος λαός, δὲν δυνάμεθα νὰ χρησιμοποιήσωμεν τὰ διὰ τὰ πεπολιτισμένα Κράτη κεκανονισμένα. Ταῦτα γνωρίζω, ὅτι θὰ προκαλέσουν ἀγορεύσεις, ἀλλὰ ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω, ὅτι μόνον οἱ δημαγωγοῦντες τοὺς λαούς, οἱ θέλοντες νὰ φέρωσιν αὐτὸν εἰς ἀποφάσεις ὀλεθρίας διὰ τὸ μέλλον, δύνανται νὰ λέγωσιν εἰς ἕνα λαόν: «Σὺ εἶσαι ὁ λαὸς ὁ περιούσιος καὶ ὅλα τὰ γινόμενα εἰς τὸν ἄλλον κόσμον διὰ σὲ δὲν ἐφαρμόζονται». ...Διότι δὲν πρόκειται νὰ περιορίσωμεν τὰς ἐλευθερίας ὅπως ἠκούσθη ἀπὸ τῆς πτέρυγος ἐκείνης καὶ ὅμως λυποῦμαι, ὅτι ἤκουσα καὶ ἀπὸ τῆς πτέρυγος ταύτης ἀπὸ τὸν ἄρτι καταβάντα ἀπὸ τοῦ βήματος, πρόκειται μόνον νὰ περιορίσωμεν τὰς παρεκτροπάς, αἱ ὁποῖαι τὴν ἐλευθερίαν τὴν μεταβάλλουσιν εἰς ἀκολασίαν. Ὁ βουλευτὴς εἶναι ἐλεύθερος, καὶ ἐν τῇ ἐκδηλώσει τῆς γνώμης του ἀπαραβίαστος καὶ ἠσφαλισμένος, ἀλλὰ ἂν ἕκαστος βουλευτὴς εἶναι ἐλεύθερος ἐν τῇ δηλώσει τῆς γνώμης του, τὸ σύνολον τῶν βουλευτῶν εἶναι ἐξ ἴσου τοὐλάχιστον ἐλεύθερον καὶ δὲν δύνασθε νὰ ἀναγνωρίσητε, ὅτι ὁ βουλευτὴς δικαιοῦται, ποιούμενος κατάχρησιν τῆς ἐλευθερίας αὐτοῦ νὰ προσβάλῃ τὴν ἐλευθερίαν ὁλοκλήρου τοῦ Σώματος». Ἡ ἄποψις τοῦ μεγάλου ἀνδρὸς ἀπετέλει ἀπήχησιν τῆς κλασσικῆς ἀπόψεως ποὺ συναντᾶται εἰς τὸν ἀθάνατον Ἐπιτάφιον, εἰς τὸν ὁποῖον χαράσσεται ὁ ὑψηλὸς ἀφορισμός, ὅτι ἡ ἐλευθερία εἶναι ἀπεριόριστος. Ἀλλὰ λήγει ἐκεῖ ὅπου ἀρχίζουν τὰ ὅρια τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἑτέρου. Εἰς τὰς ἀπόψεις, τὰς ὁποίας εἶχον ἐκθέσει παλαιότερον κατὰ τὸ 1947 εἰς εἰσήγησίν μου ἐπιγραφομένην «περὶ τῆς Βουλῆς» καὶ ἐκδοθεῖσαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀνέφερον μεταξὺ ἄλλων καὶ τὰ ἑξῆς σχετιζόμενα μὲ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον καὶ τὰ ὁποῖα κρίνω σκόπιμον νὰ ἐπαναλάβω: «Συγχρόνως χρειάζεται νὰ θεσπισθῇ, ὅτι κατὰ τὴν ἄσκησιν τῆς νομοθετικῆς λειτουργίας, λαμβάνουν τὸν λόγον μόνον οἱ εἰσηγηταί, οἱ εἰδικῶς ὁριζόμενοι ὑφ’ ἑκάστου τῶν κομμάτων, οἱ βουλευταὶ οἱ ὁποῖοι θὰ δηλώσουν, ὅτι θὰ ὁμιλήσουν κατ’ ἀντίθεσιν τῆς ληφθείσης γραμμῆς τοῦ κόμματος, καὶ οἱ βουλόμενοι ἐκ τῶν μεμονωμένων ἀνεξαρτήτων βουλευτῶν. Λαμβανομένου ὑπ’ ὄψει, ὅτι κόμμα εἶναι σύνολον βουλευτῶν διακρινομένων διὰ κοινῆς ἐντολῆς καὶ κοινῆς πολιτικῆς ὁμολογίας, οἱ ὁριζόμενοι ὑπ’ αὐτοῦ κατ’ ἐντολὴν του ἀγορηταί, θὰ εἶναι οἱ ἁρμόδιοι νὰ ἐκθέσουν τὴν κομματικὴν ἄποψιν ἐνώπιον τοῦ Σώματος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῇ, ὅτι θὰ ἐκινδύνευον, τὸ ὑπόλοιπον τῶν βουλευτῶν τῶν κομμάτων, νὰ περιέλθῃ εἰς δευτέραν τῶν ἄλλων μοῖραν. Τὸ μέτρον θὰ ἠνάγκαζε τὰ κόμματα νὰ προβοῦν ἐπὶ τέλους εἰς πραγματικὸν καὶ ὑπεύθυνον καταμερισμὸν εἰδικοτήτων τῶν βουλευτῶν των, οἱ ὁποῖοι θὰ καθίσταντο ἀπὸ «παντογνῶσται» ὅλων σήμερον τῶν θεμάτων, αἱ αὐθεντίαι ἑκάστου κόμματος καὶ ἐπὶ δεδομένου κλάδου ζητημάτων, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ ἀπετέλει ὑπηρεσίαν καὶ πρὸς ἑαυτοὺς καὶ πρὸς τὸ κόμμα καὶ πρὸς τὴν χώραν. Ἀντὶ τῶν ἀνευθύνων ρητόρων, ποὺ ὁμιλοῦν σήμερον ὅπως οἱ παντογνῶσται τοῦ μεσαίωνος, «περὶ παντὸς γνωστοῦ πράγματος καί τινων ἄλλων ἀκόμη», θὰ εἴχομεν τότε τὰς φυσιογνωμίας ποὺ θὰ ὑπηρέτουν θετικῶς καὶ πραγματικῶς τὸ Κοινοβούλιον καὶ τὴν Ἐθνικὴν ἐν γένει προκοπήν. Αἱ εἰδικότητες αὐταὶ ἐντασσόμεναι ὑποχρεωτικῶς ὑπὸ τῶν κομμάτων εἰς τὰς ἁρμοδίας νομοπαρασκευαστικὰς κοινοβουλευτικὰς ἐπιτροπάς, θὰ συνετέλουν εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς νομοθετικῆς ἀποστολῆς».
§138Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Κύριε Μελᾶ, χαίρω διότι τὸ ἀκούω τώρα, λυποῦμαι διότι δὲν τὰ εἶχα διαβάσει. Εἶμαι τόσον σύμφωνος μὲ αὐτά, ὥστε πρὸ ὀλίγου ἐν συντομίᾳ αὐτὰ περίπου εἶπον καὶ ἐγώ, δὲν ξεύρω, ἐὰν μὲ προσέξατε.
§139Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι αἱ ἀγορεύσεις δὲν πρέπει νὰ γίνωνται ἐδῶ, μὲ βάσιν τὴν εἰδικότητα. Ἡ Βουλὴ εἶναι πολιτικὸν Σῶμα καὶ συνεπῶς ὁ βουλευτὴς δικηγόρος δύναται νὰ ὁμιλήσῃ μὲ πολιτικὰ κριτήρια περὶ ἰατρικῶν καὶ τεχνικῶν θεμάτων καὶ ἀντιθέτως, διότι ἐκφράζομεν πολιτικὰς ἀπόψεις. Ἔτσι πρέπει νὰ βλέπωμεν τὰ θέματα, διότι ἄλλως θὰ εἴχομεν ἕνα εἶδος συντεχνιακοῦ Κοινοβουλίου.
§140Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Κύριε Μελᾶ, δὲν κάμνω διακοπήν, ἀλλὰ θὰ ἤθελα νὰ ἑρμηνεύσω μᾶλλον τὴν σκέψιν σας, ἂν καλῶς ἀντελήφθην, ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Ἐφραιμίδην. Βεβαίως ἐν τῇ στενῇ ἐννοίᾳ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὴν δεχθῶμεν ὡς ὀρθὴν τὴν ἄποψιν τῆς ἀπολύτου ἐξειδικεύσεως. Θέλετε νὰ εἴπητε μᾶλλον, ὅτι θὰ ἔχωμεν οἱ βουλευταὶ εἰς τὰ κόμματά μας τομεῖς, εἰς τοὺς ὁποίους θὰ ἀσχολούμεθα διὰ νὰ μὴ εἴμεθα πολυπράγμονες, διότι ἡ πολυπραγμοσύνη ἐνίοτε ἐφάπτεται τῆς ἀγνοίας. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἔννοια τῶν λόγων μου, τοὐλάχιστον ὅταν εἶπα, κατὰ ποῖον τρόπον θὰ πρέπει νὰ ἀσχολοῦνται εἰς τὰ κόμματα οἱ βουλευταί. Ἠννόουν τομεῖς οἵτινες θὰ ἐδημιούργουν ἐν τῇ εὐρυτάτῃ ἐννοίᾳ εἰδικότητας.
§141Ι. ΜΕΛΑΣ. Δὲν θέλω νὰ θεωρηθῇ ὡς ὑποχώρησις πρὸς τὸν κ. Ἐφραιμίδην, ἐὰν εἴπω, ὅτι εἶμαι σύμφωνος μαζί του, ἀλλὰ ἂν ἀνέμενε νὰ ἀναγνώσω καὶ τὸ ὑπόλοιπον τμῆμα τῆς εἰσηγήσεώς μου, θὰ ἔβλεπεν, ὅτι αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶπε, τὰ εἶχον ὑποστηρίξει ἀπὸ τότε. Ἔλεγα λοιπόν, εἰς τὴν εἰσήγησίν μου ἐκείνην καὶ ἐν συνεχείᾳ: «Αἱ ἐπιτροπαὶ θὰ εὕρισκον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸ κλῖμα τῆς πραγματικῆς των ἀποστολῆς, νὰ καταστοῦν τὸ φυτώριον τῶν δημοσίων ἀνδρῶν. Τὸ τυχὸν ἐπιχείρημα, ὅτι ὁ περιορισμὸς θὰ ἀπετέλει μείωσιν διὰ τὸν οὕτω πειθαρχούμενον καὶ δεσμευόμενον ἐκ τῆς κομματικῆς του ἐξαρτήσεως βουλευτήν, δὲν θὰ εἶναι εὐσταθές, ἀκόμη καὶ διὰ τὸν βουλευτήν, ὁ ὁποῖος θὰ ἀνήκῃ εἰς πολυάριθμον κόμμα. Πιστεύομεν, ὅτι θὰ συμβῇ τὸ ἀντίθετον. Ἐπειδὴ θὰ ὁμιλῇ μὲν εἰς ὀλιγωτέρας περιστάσεις, ἀλλὰ ὅταν θὰ λαμβάνῃ τὸν λόγον, θὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ ὑψηλὸν ἐκεῖνο βῆμα, τοῦ ὁποίου τὸ ὕψος θὰ καταστῇ ὑψηλότερον, διὰ νὰ ὁμιλήσῃ, ὄχι μόνον ἐξ ὀνόματός του, ἀλλὰ ἐξ ὀνόματος τῶν 200 φέρ’ εἰπεῖν βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι διὰ τοῦ κόμματος, θὰ τοῦ ἔχουν ἐμπιστευθῆ τὸν λόγον, ὡς ἁρμόδιον διὰ τὴν μάχην τοῦ θέματος». Ἡ ἄποψις, ἡ ὁποία μὲ ὡδήγησεν εἰς τὴν ἀντίκρισιν τοῦ θέματος αὐτοῦ, δὲν ἦτο, ὅτι πρέπει νὰ ὁρίζωνται εἰδικοὶ ἀγορηταί, ἀναλόγως τῆς ἐπιστημονικῆς καταρτίσεως ἑνὸς ἑκάστου, ἀλλὰ νὰ γίνεται ἐπιμερισμὸς τῆς ἐργασίας, πρὸς καλλιτέραν ἀπόδοσιν. Αὐτὴ ἦτο, κ. συνάδελφοι, ἡ ἄποψίς μου, τὴν ὁποίαν εἶχα διατυπώσει διὰ τὴν περίπτωσιν. Ἐν συνεχείᾳ δὲ ἐξέθετον τὰς ἀπόψεις μου ἐπὶ τῆς ἀντιμετωπίσεως τοῦ συνόλου τῶν λειτουργιῶν τοῦ Κοινοβουλίου, τοῦ ἐλέγχου, τῆς νομοθετικῆς λειτουργίας καὶ τῆς πολιτικῆς λειτουργίας, καὶ τὰς ὁποίας, κατὰ τὰς περισσοτέρας περιπτώσεις, θεωρῶ χρησίμους δι’ υἱοθέτησιν: «Ἡ ὕπαρξις πραγματικῶν κοινοβουλευτικῶν ἡγετῶν, ἀναμφισβητήτως ἀποτελεῖ προϋπόθεσιν καλῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος, καθόσον ἡ ποιότης τῆς ἐπιβαλλομένης πειθαρχίας εἶναι ἡ συνέπεια τῆς προϋπάρξεως τῶν πλήρων ἡγετῶν, δυναμένων νὰ ὑψώσουν τὴν Βουλὴν εἰς τὸν ἀληθῆ προορισμόν της καὶ ὡς σχολῆς τῶν δημοσίων ἀνδρῶν. Ἡ διαμόρφωσις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πλήθους εἰς ἐκκλησίαν ἀληθῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους, ἀνήκει εἰς τὴν μαγείαν τῆς μεγάλης ἡγεσίας. Δικονομικαὶ συμπληρώσεις θὰ εἶναι ἀπαραίτητοι. Ἡ αὐτεπάγγελτος, ἐπὶ παραδείγματι, διαπίστωσις τοῦ QUORUM (τῆς ἀπαρτίας) ὑπὸ τοῦ Προέδρου τοῦ Σώματος, ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ὅμως, ὅτι ὁ Πρόεδρος δὲν θὰ ἦτο ὁ ἐκπρόσωπος τῆς πλειοψηφίας, ἀλλὰ τὸ σκεῦος ἐκλογῆς ὁλοκλήρου τοῦ Σώματος, θὰ ἠδύνατο, ἐνδεχομένως, νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον συζητήσεως καὶ ἀποφάσεως. Ἐπειδὴ θὰ συνετέλει καὶ εἰς τὴν περαιτέρω κατοχύρωσιν τοῦ Προεδρικοῦ κύρους, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐπιβλητικότητος καὶ τοῦ ἀδιαβλήτου τοῦ Σώματος καὶ τῶν ἀποφάσεων. Ἡ ἄποψις δὲν εἶναι ἰδική μου, εἶναι ὑπόδειξις τῶν ἀσχολουμένων μὲ τὰ προβλήματα ταῦτα τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ εἰς παγκόσμιον κλίμακα.
§142Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Μοῦ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν; Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου δὲν πρόκειται νὰ συμφωνήσω, διότι ἔχω ἀντίθετον γνώμην, ὡς πρὸς τὸ θέμα τῆς ἀπαρτίας. Τὴν ἔχω ἄλλωστε ἐκθέσει καὶ ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ Προέδρου. Εἶναι, βεβαίως, συνταγματικῶς ἀδύνατον αὐτὸ νὰ ἐφαρμοσθῇ, διότι χρειάζεται νὰ τροποποιήσωμεν τὸ Σύνταγμα. Εἶμαι κατὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς ἀπαρτίας, διότι πιστεύω, ὅτι οἱ βουλευταὶ λαμβάνουν τὴν λαϊκὴν ἐντολήν, ἀφοῦ τὴν ἐπιδιώξουν καὶ ἀφοῦ ἀγωνισθοῦν. Δι’ αὐτὸ ὀφείλουν νὰ κάμουν τὸ καθῆκον τους, ὡς αὐτοὶ νομίζουν. Δὲν χρειάζονται οὔτε 50, οὔτε 100 νὰ εἶναι παρόντες. Καὶ εἰς ἄλλας Βουλὰς ἡ ἀπαρτία εἶναι ἐλαχίστη. Παρέστην εἰς τὸ Κογκρέσσον τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς συνεδριάζοντος μὲ 8 βουλευτάς, ἀλλαχοῦ δὲ μὲ 10. Ἐγὼ θέλω πλήρη ἐλευθερίαν. Ὁ βουλευτὴς εἶναι ἐκπρόσωπος τοῦ Ἔθνους. Λογοδοτεῖ πρὸς τὸν λαόν. Ἐὰν δὲν ἐκπληροῖ τὸ καθῆκον του, θὰ λογοδοτήσῃ πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς του.
§143Ι. ΜΕΛΑΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς διὰ τὴν παρέμβασίν του, διότι ἀφορᾷ θέμα κρίσιμον. Σχετίζεται μὲ τὴν διαβρωτικὴν πληγὴν τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ καὶ τῆς Δημοκρατίας γενικώτερον, τὴν πληγὴν τῆς ἀποχῆς, τῆς γνωστῆς μὲ τὸν καθιερωμένον διεθνῆ ὅρον τοῦ APSTEN-TEISME. Δὲν πρόκειται, ὡς εἶναι εὐνόητον, διὰ τὴν ἀποχὴν τῶν κομμάτων, τὴν πολιτικὴν καὶ ὁμαδικὴν ἀποχήν, ποὺ εἶναι ἡ παραδεδειγμένη κοινοβουλευτικῶς περίπτωσις. Πρόκειται περὶ τῆς ἀτομικῆς ἀπουσίας τῶν βουλευτῶν, τῆς ἀδικαιολογήτου βεβαίως ἀπουσίας τῶν βουλευτῶν ἐκ τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Καὶ εἰς τὴν σημερινὴν ἐποχὴν καὶ περὶ τῆς ἀπουσίας καὶ αὐτῆς ταύτης τῆς Κυβερνήσεως ἐκ τῶν συνεδριῶν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ περίπτωσιν ἀπαράδεκτον. Διὰ τὴν περίπτωσιν αὐτήν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸν μεγαλύτερον κίνδυνον τοῦ ἐλευθέρου πολιτεύματος, ἐπροτάθη ὡς γνωστὸν τὸ ἀντίδοτον τῆς παρακρατήσεως, ὡς χρηματικῆς ποινῆς, ἀναλόγου μέρους τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως. Ἡ πρότασις ὀφείλει νὰ μὴ ἐπανέλθῃ πρὸς συζήτησιν. Ἡ ἀποζημίωσις ἔχει προβλεφθῆ διὰ τὴν δυνατότητα ἀξιοπρεποῦς ἀντιμετωπίσεως τῶν βιοτικῶν συνθηκῶν τοῦ βουλευτοῦ καὶ ἀφορᾶ ἀρχὴν δημοσίου δικαίου, προβλεφθεῖσαν διὰ τὴν κατασφάλισιν τοῦ δημοσίου συμφέροντος. Οὔτε εὐπρεπές, οὔτε πρόσφορον εἶναι νὰ ἀντικρύζεται ἡ ἀνάγκη διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τῆς ἀπουσίας μὲ εὐτελεῖς λύσεις. Τὸ θέμα, βεβαίως, εἶναι μέγα καὶ ἄμεσος εἶναι ὁ κίνδυνος τοῦ ἐλευθέρου πολιτεύματος. Καὶ ἡ ἀπουσία τοῦ μεγαλυτέρου, συνήθως, ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν καὶ ὅπως εἶπον, εἰς τὴν ἐποχήν μας καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ποὺ ἀποτελεῖ πρωτοφανῆ περίπτωσιν εἰς τὰ χρονικὰ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, δημιουργεῖ πτῶσιν τοῦ Κοινοβουλίου. Ὁ Τύπος ἀσχολεῖται καθ’ ἑκάστην περὶ τῆς ἐρημίας τοῦ Σώματος καὶ τὸ περιστατικὸν παρέχει ἐπιχειρήματα εἰς τοὺς δολιοφθορεῖς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ μας καθεστῶτος. Εἴπατε, κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, ὅτι εἰς ἄλλα Κράτη, αἱ Βουλαὶ συνεδριάζουν παρουσίᾳ 8 ἢ 10 βουλευτῶν. Ἀλλὰ ὀφείλω νὰ δώσω ἀπάντησιν, ὅτι εἰς τὰς χώρας ἐκείνας, δὲν ἀντιμετωπίζονται ἴσως οἱ κίνδυνοι τοὺς ὁποίους ἡμεῖς ἐδῶ ἀντιμετωπίζομεν. Ἡ καθημερινὴ φθορὰ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἐκ τῶν σχολίων περὶ ἐρημίας τοῦ Κοινοβουλίου τροφοδοτεῖ τοὺς ἐπιβουλευομένους τὸ ἐλεύθερον πολίτευμα. Ἀποτελεῖ ἐπικουρία τῶν ἀντιπάλων τοῦ ἐλευθέρου μας βίου. Πρὸς ἀντιμετώπισιν τοῦ θέματος, ὑπέδειξα καὶ ἄλλοτε καὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ τώρα, ὅτι δυνάμεθα καὶ ἐπιβάλλεται νὰ καθιερώσωμεν τὸ βιβλίον προσελεύσεως τῶν προσερχομένων εἰς τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ ὑψηλοῦ χρέους τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ Ἔθνους. Τὸ μέτρον δὲν θὰ ἀπετέλει μείωσιν τοῦ κύρους τῶν ἐπιτελούντων τὸ καθῆκον των βουλευτῶν. Τὸ Ἔθνος δικαιοῦται νὰ γνωρίζῃ ποῖοι ἐκ τῶν ἐντολοδόχων του δὲν ἐδίστασαν, γενόμενοι ἐπιλήσμονες τῆς ὑψηλοτέρας ἐν τῷ πολιτεύματι ἀποστολῆς, νὰ ἐπιβιώσῃ ἐρήμην των. Καὶ εἰς τὸ τέλος ἑκάστης Συνόδου νὰ προβαίνῃ τὸ Προεδρεῖον βάσει τῶν δεδομένων, εἰς δημοσίαν ἀνακοίνωσιν πρὸς τὸν λαόν, περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀδικαιολογήτων ἀπουσιῶν ἑκάστου ἀντιπροσώπου. Αὐτή, νομίζω, εἶναι ἡ ἐπιτρεπτὴ καὶ ἐπιβαλλομένη κύρωσις. Θὰ ἔπρεπε τώρα νὰ προσθέσω ἐπὶ τοῦ συζητουμένου θέματος καὶ τὰ ἑξῆς, πρὸς συμπλήρωσιν. Ἐπὶ τῶν κρισίμων θεμάτων αἱ ψηφοφορίαι ὀφείλουν, κατὰ τὴν γνώμην μου, νὰ εἶναι πάντοτε ὀνομαστικαί, διὰ νὰ ἠμποροῦν νὰ στερηθοῦν ὡρισμένοι βουλευταὶ ἀπὸ τὴν δυνατότητα τῆς ἀποχωρήσεως τὴν ὑστάτην στιγμὴν τῆς ἀποφάσεως, δίδοντες εἰς τὴν μὴ δοθεῖσαν ψῆφον των, τὴν ἑρμηνείαν τῆς ἀρεσκείας των. Νομίζω, ἀκόμη, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ καὶ ἡ ὑποχρέωσις τῆς εἰς τὸν ἡμερήσιον Τύπον ὑποχρεωτικῆς ὁμοιομόρφου δημοσιεύσεως, σαφοῦς, ἀμερολήπτου, συντόμου ἀλλὰ περιεκτικῆς περιλήψεως τῶν συζητήσεων καὶ τῶν ἀγορεύσεων τῶν βουλευτῶν, διδομένης ὑπὸ τοῦ Προεδρείου, προϋποτιθεμένης, βεβαίως, τῆς θεωρήσεως ὑπὸ τῶν ὁμιλητῶν βουλευτῶν. Αὐταὶ εἶναι, εἰς γενικὰς γραμμάς, αἱ ἀπόψεις μου. Καταλήγων, ὅμως, αἰσθάνομαι ἐπιτακτικὸν τὸ χρέος νὰ παρατηρήσω τὰ ἑξῆς: Τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, φέρεται καταρτισθὲν μὲ τὴν συμπαράστασιν τοῦ συνόλου τῶν Κομμάτων. Καθ’ ἡμᾶς οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν ἂν συνετάχθη ὑπὸ συναδέλφων ἀποτελούντων διακομματικὴν Ἐπιτροπήν.
§144Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ δύο ἐξ αὐτῶν δὲν εἶναι βουλευταί. Ἔπρεπε νὰ εἶχε τύχει ἐπεξεργασίας ὑπὸ Ἐπιτροπῆς, ἀπαρτιζομένης ἐκ βουλευτῶν.
§145Γ. ΠΛΑΤΗΣ. Ἡ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἐπεξειργάσθη τὸ σχέδιον, ἀποτελεῖται ἀπὸ βουλευτὰς τῆς παρούσης Βουλῆς. Τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπεξειργάσθη, εἶχε βεβαίως προετοιμασθῆ ἀπὸ βουλευτὰς τῆς προηγουμένης Βουλῆς, ἀλλὰ ὁπωσδήποτε νέα Ἐπιτροπὴ τὸ ἐπεξειργάσθη καὶ πάλιν καὶ τὸ θέτει ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς.
§146Ι. ΜΕΛΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἔχει καμμίαν οὐσιαστικὴν σιμασίαν τὸ γεγονός, ὅτι τὸ σχέδιον κατηρτίσθη ἀπὸ Ἐπιτροπὴν διακομματικήν. Διότι πρόκειται περὶ σχεδίου ἐπιτροπῆς ἄλλης Βουλῆς, ἄλλης πολιτικῆς ἐποχῆς, ἄλλου πολιτικοῦ κλίματος. Πάντως δέ, ἐποχῆς, ἀσυγκρίτως ὁμαλωτέρας τῆς σημερινῆς. Θεωρῶ ὑποχρέωσιν, ἀπευθυνόμενος πρὸς ὑμᾶς καὶ εἰδικώτερον πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, νὰ ἐπισημάνω τὰ ἀκόλουθα: Κοινὴ εἶναι ἀσφαλῶς ἡ ἐπιδίωξις ὅλων τῶν πολιτικῶν δυνάμεων τοῦ Κοινοβουλίου, διὰ τὴν ὀρθὴν ἀναπροσαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ, τῆς δικονομίας τοῦ ἐλευθέρου πολιτεύματος. Ἀλλὰ ἡ ἐπιδιωκομένη σήμερον ἀναπροσαρμογὴ τοῦ Κανονισμοῦ, εἶναι ἀπαράδεκτον νὰ προκύψῃ, ὅπως θὰ συνέβαινεν ἐπὶ ἄλλων νομοσχεδίων, ἀπὸ τὴν ἔγκρισιν τῆς ὑπεροχῆς τοῦ ἀριθμοῦ. Διὰ νὰ καταστῇ ὁ νέος Κανονισμὸς κείμενον σεβαστὸν καὶ βιώσιμον, ὀφείλει νὰ προκύψῃ ἀπὸ τὴν κοινὴν ἀποδοχὴν τῶν πολιτικῶν δυνάμεων τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀπὸ τὴν παμψηφίαν. Μόνον εἰς τοιαύτην περίπτωσιν θὰ πέσουν οἱ ἐνδοιασμοὶ καὶ αἱ ὑποψίαι, ὅτι ὄπισθεν τῆς μεταβολῆς δὲν κρύπτεται ἁπλῆ μεταρρυθμιστικὴ πρόθεσις, ἀλλὰ ἐπιβουλὴ ἄλλων ἐπιδιώξεων. Συνιστῶ, συνεπῶς, νὰ ἀποσυρθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ ἐπανέλθῃ ἐν καιρῷ νέον, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι ἀπόρροια τῆς κοινῆς ἀποδοχῆς. Μὲ τὴν πρότασίν μου αὐτήν, ἀξιότιμε κ. Πρόεδρε τοῦ Σώματος, ἀπαλλάσσω τὸ θέμα ἀπὸ ὅλας τὰς ὑποψίας καὶ τοῦ ἐξασφαλίζω τὸ ἀδιάβλητον. Ἐπιθυμῶ, ὅμως, νὰ προσημάνω, ὅτι εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν ἡ φωνὴ τῆς ἐκκλήσεώς μου ἤθελεν εὕρει ἀνταπόκρισιν, δὲν θὰ ἦτο ἐπιτρεπτὴ τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία δὲν θὰ ἀφεώρα πρὸ παντὸς εἰς τὴν διασφάλισιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Δὲν εἶναι τῆς παρούσης στιγμῆς, νὰ εἰσέλθω εἰς κρίσεις καὶ χαρακτηρισμούς, περὶ τοῦ ποῖος ἢ ποῖοι ἀποτελοῦν σήμερον εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν τὴν πλειοψηφίαν καὶ τὴν μειοψηφίαν. Ἐπιθυμῶ νὰ καθορίσω, ὅτι ἡ ἑκάστοτε μειοψηφία, ἡ ἀποτελοῦσα τὸν κύριον μοχλὸν τῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος, πρέπει νὰ τύχῃ πλήρους καὶ μεγαλυτέρας κατοχυρώσεως. Ἐὰν δὲν πρόκειται τοῦτο νὰ συμβῇ, τότε ὀφείλει νὰ παραμείνῃ ἐν ἰσχύϊ ὁ παρὼν Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος, παρ’ ὅλας τὰς τυχὸν ἀτελείας του, ἔχει ὑπὲρ αὐτοῦ τὴν παράδοσιν καὶ τὸ προσὸν τῆς μακρᾶς ἀσκήσεως. Μόνον ὑπὸ τὰς προϋποθέσεις αὐτὰς θὰ δυνηθῇ νὰ ἀποσοβηθῇ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ὄπισθεν τῆς μεταβολῆς καραδοκοῦν ἄλλαι προϋποθέσεις, ἀφορῶσαι τὴν περιγραφὴν ἢ τὴν ἐξουθένωσιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ ἀπευθυνόμενος εἰδικώτερον εἰς τοὺς διαχειριζομένους τὴν ἐξουσίαν, νὰ προβῶ εἰς τὴν ὑπογράμμισιν, ὅτι ἐμμονὴ εἰς τὴν ψήφισιν τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ μὲ τὴν δύναμιν τῶν πλασματικῶν ἀριθμῶν θὰ ὡδήγει εἰς πρόσθετον ἐπιβάρυνσιν τῆς ἀνωμαλίας. Θὰ ἐνίσχυε τὴν καταβοήν, ὅτι ἡ μεταβολὴ δὲν ἀπέρρευσεν ἀπὸ τὴν πρόθεσιν τῆς συνέσεως, τὴν πρόθεσιν τῆς ἀποδοτικωτέρας λειτουργίας, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Σώματος ἐπεκαλέσθη. Ἐπειδὴ θὰ προσέθετεν, ἀντιθέτως, ἐνίσχυσιν ὑποψιῶν. Ἐπειδὴ θὰ ἔρριπτεν εἰς τὴν ἤδη δεινῶς ἐπιβεβαρημένην ζυγὸν τῆς ἀνωμαλίας, τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ὄπισθεν τῆς ἐπιδιωκομένης μεταρρυθμίσεως κρύπτεται δολία προαίρεσις φαλκιδεύσεως τῶν ἐλευθεριῶν. Ὅτι ὄπισθεν τῶν φαινομενικῶς δεοντολογικῶν μεταβολῶν κρύπτεται ἀπόπειρα παροχετεύσεως, εἰς τὸν χῶρον τοῦ Κοινοβουλίου, τῆς καταλυτικῆς κοίτης τοῦ Ρουβίκωνος. Ἀπόπειρα βαθμιαίας διαβρώσεως καὶ καταλύσεως τοῦ ἐλευθέρου πολιτεύματος.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις....
§148Δ. ΘΕΟΧΑΡΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ διακόψωμεν.
§149Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Ἡ ἀγόρευσις, ἡ τόσον ἀξιόλογος, τοῦ κ. Μελᾶ εἰς ἄλλην ὥραν ἴσως δὲν θὰ ἠκούετο.
§150Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Μελᾶ, ἦτο διαφωτιστικὴ καὶ διεφώτισεν ὅλους τοὺς τοίχους τῆς Βουλῆς, ἐλλείψει βουλευτῶν.
§151Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Θὰ παρακαλέσω νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω δύο λόγια καὶ ἂν θέλητε νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν. Ἤθελον, ἀπαντῶν εἰς τὸν ἐπίλογον τοῦ κ. Μελᾶ, νὰ εἴπω, ὅτι αὐτὸ τὸ σχέδιον, δὲν λέγω αὐτούσιον, μὲ ὡρισμένας, οὐχὶ οὐσιώδεις, μεταβολὰς καὶ τροποποιήσεις, διότι ἐπανειλημμένως αἱ διαφόρου συνθέσεως ἐπιτροπαὶ ἐπελήφθησαν τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ σχεδίου, εἶναι τὸ ἀπὸ τοῦ 1956 συνταχθέν. Ὑπέστη, βεβαίως, ὡρισμένας τροποποιήσεις, ἐπὶ τῷ τέλει βελτιώσεώς του. Συνεπῶς, κατὰ τὸ 1956, κ. Μελᾶ, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν αὐταὶ αἱ σκέψεις, τὰς ὁποίας θέλετε νὰ μᾶς ἀποδώσητε ἰσχυριζόμενος, ὅτι δὲν ὑπάρχει σύνεσις. Δὲν πρέπει δέ, νὰ σᾶς διαφεύγῃ, ὅτι αἱ βασικαὶ διατάξεις τοῦ σχεδίου συνετάγησαν ὑπὸ τῆς Διακομματικῆς ὑπὸ τὸν κ. Γόντικαν Ἐπιτροπῆς, ἐν ᾗ ἐξεπροσωποῦντο ὅλα τὰ Κόμματα καὶ οἱ ἐκπρόσωποι αὐτῶν ὑπῆρξαν, καθ’ ὅλα σχεδόν, σύμφωνοι. Καὶ εἰς τὰς κατ’ ἰδίαν συνομιλίας, τὰς ὁποίας εἶχον μὲ πλείστους τῶν συναδέλφων καὶ μὲ ὅλους σχεδὸν τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων, εἶχον ἀποκομίσει τὴν ἀντίληψιν, ὅτι ὑπῆρξεν ὁμόφωνος ἡ γνώμη ἐπὶ τῆς ἀνάγκης νὰ τροποποιηθῇ ὁ Κανονισμός, περίπου, καθ’ ὃν τρόπον ἐμφανίζεται ἐνώπιόν σας. Συνεπῶς, οἱ ἐκφρασθέντες φόβοι, ὅτι ἡ τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ τείνει εἰς καταδυνάστευσιν τῆς μειοψηφίας, εἶναι ἀβάσιμοι. Ἐὰν διαβάσητε τὰς ἀγορεύσεις τοῦ Ἀρχηγοῦ σας, εἰς τὰς ὁποίας σᾶς παραπέμπω, διότι ἡ ἀγόρευσίς σας ἦτο ἐμπεριστατωμένη, θὰ ἴδητε, ὅτι ὁ ἴδιος ἐπανειλημμένως μὲ ἐμέμφθη, διότι δὲν ἔφερον τὸν Κανονισμὸν καὶ εἰς τὰς γενικὰς γραμμὰς συνεφώνει περίπου εἰς αὐτά, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται εἰς τὸ σχέδιον αὐτό. Διατί, λοιπόν, νὰ δημιουργοῦμεν πολιτικὰ ζητήματα, διατὶ νὰ δημιουργῇ ἡ φαντασία μας θέματα ἀνύπαρκτα δι’ ἕνα σχέδιον, τὸ ὁποῖον συνετάγη ἀπὸ τὸ 1956; Καὶ διὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἰσχυρίζομαι βεβαίως, ὅτι συνεφωνήσαμεν ἀπολύτως μὲ τοὺς ἀντιπροσώπους ὅλων τῶν κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ οὔτε εἴχομεν καὶ διαφωνίας βασικάς. Ὅλοι ἔλεγον, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐργάζεται μὲ γοργότερον ρυθμὸν διὰ νὰ δύναται νὰ ἀποδίδῃ. Αὐτὸ ἀπετέλει τὴν βασικὴν σκέψιν ὅλων μας. Ἰδίᾳ δέ, αἱ ἀγορεύσεις τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Κέντρου, ἦσαν ἐντελῶς διαφωτιστικαὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Βεβαίως δὲν καθώριζε ποίας τροποποιήσεις ἤθελεν, ἀλλ’ ἔλεγεν, ὅτι ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ τροποποιηθῇ ὁ Κανονισμός. Δὲν δικαιοῦμαι νὰ φέρω εἰς τὴν δημοσιότητα, μολονότι δὲν ἦσαν μυστικαί, τὰς συνομιλίας ποὺ εἶχον μὲ τὸ πλεῖστον τῶν κ. βουλευτῶν, ἀλλὰ δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὅλοι ἐπίσης συνεφώνουν. Ἐὰν τώρα τὸ 10λεπτον, πρέπει νὰ γίνῃ 20λεπτον ἢ τὸ ἡμίωρον νὰ γίνῃ ὥρα, ἢ τὸ 8ωρον νὰ γίνουν 12 ὧραι, διὰ τὴν ψήφισιν ἑνὸς νόμου, ποὺ τὸ ἐζήτησεν ὁ κ. Ἡλιοῦ, αὐταὶ εἶναι λεπτομέρειαι, ἀρκεῖ νὰ ὑπάρξῃ συνεννόησις διὰ νὰ ἐργασθῇ ἡ Βουλὴ καλλίτερον. Σᾶς ἀνέφερον αὐτὸ τὸ περιστατικὸν —ἀπουσιάζει ὁ κ. Ἡλιοῦ— καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ κάμω χρῆσιν, ἀλλ’ εἰς τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τῆς Ἐπιτροπῆς, εἶπεν ὁ κ. Ἡλιοῦ «τὸ 8ωρον δὲν τὸ κάμνομεν 10 ωρον»; Καὶ εἶπον «νὰ τὸ κάμετε 12ωρον». Θέλω μὲ αὐτὸ νὰ σᾶς δείξω τὴν ἀτμόσφαιραν, ἡ ὁποία ἐπεκράτει ὅταν εἰργάζονται αἱ 4–5 Ἐπιτροπαί, αἱ ὁποῖαι ἀλλεπαλλήλως ἐπεξειργάσθησαν τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν λέγω, ὅτι εἶναι τὸ ὁριστικόν, ἀλλὰ ἡ βάσις βεβαίως πρέπει νὰ μείνῃ. Διότι πιστεύω καὶ ἐγὼ ἀκραδάντως, ὅτι ἡ Δημοκρατία καὶ ὁ κοινοβουλευτισμός, τὸν ὁποῖον μὲ τόσην γλαφυρότητα ἐξήρατε, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἑδραιωθῇ καὶ εὐσταθήσῃ, ἐὰν δὲν ἔχωμεν ταχὺ ἔργον καὶ ἀποδοτικόν.
§152Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι ὅμως εἰς βάρος τῆς ποιότητος.
§153Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Κύριε Πρόεδρε, εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι πιστεύω, ὅταν ἕνα νομοθέτημα περιέλθῃ εἰς τὸ κόμμα καὶ χρησιμοποιήσῃ τὸ κόμμα μίαν δεκάδα ἀνθρώπων ἱκανῶν καὶ μορφωμένων ἀρκεῖ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίληψίς μου. Διαφωνῶ βεβαίως μὲ τὸν κ. Βαμβέτσον, ὁ ὁποῖος ἤθελε τὸν χωρισμὸν τῆς Βουλῆς εἰς 4 τμήματα, ἀλλ’ ἐγὼ κάμνω κάτι ἄλλο: Τὴν προπαρασκευὴν τῆς ἐργασίας τὴν δίδω, πρῶτον εἰς τὰ Κόμματα, κατόπιν εἰς τὰς Ἐπιτροπάς, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν καί, τέλος, εἰς τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία θὰ εἴπῃ τὸ ναὶ ἢ τὸ ὄχι, μετὰ διεξοδικὴν συζήτησιν πολλῶν ὡρῶν καὶ συμμετοχὴν 8–10 ἀνθρώπων ἀπὸ κάθε κόμμα, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἐγκύψει εἰς τὸ θέμα. Αὐτὴ εἶναι ἡ γενικὴ γραμμή, ἡ γενικὴ κατεύθυνσις καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀτμόσφαιρα ἐντὸς τῆς ὁποίας συνετάγη αὐτὸ τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶναι περίπου —λέγω τὴν λέξιν «περίπου» διότι θέλω νὰ ἀκριβολογήσω— ὅμοιον μὲ τὸ συνταγὲν κατὰ τὸ 1956. Πρὸ ἑξαετίας οὐδεὶς εἶχεν ὑπ’ ὄψει του αὐτά, τὰ ὁποῖα ἔχετε ὑπ’ ὄψει σεῖς καὶ τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἀκριβῆ.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ὑπῆρχεν ἀντίρρησις, δοθέντος, ὅτι ὑπῆρξεν ἀμφισβήτησις ἐὰν ὑπάρχῃ ἀρχὴ ἢ ὄχι τοῦ νομοσχεδίου, νὰ θεωρηθῇ ψηφισθὲν κατ’ ἀρχὴν καὶ εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου νὰ ἀναπτύξουν τὰς ἀπόψεις των καὶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς οἱ ὑπόλοιποι, ἐγγεγραμμένοι νὰ ὁμιλήσουν;
§155Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Προκειμένου περὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, προτιμῶ, νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις μὲ ἀπόλυτον ἄνεσιν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐλησμόνησα νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Μελᾶν, εἶναι τοῦτο. Ἴσως σᾶς πειράξῃ ὀλίγον, διότι δὲν ἐπερίμενα ἀπὸ ἄνθρωπον ἐμπεριστατωμένον, ὡς σεῖς, νὰ κάμητε αὐτὴν τὴν παράλειψιν. Ἐλησμονήσατε, ὅτι κἄποτε ἐν τῇ αἰθούσῃ αὐτῇ ἐτροποποιήθη ὁ Κανονισμός, ἀπούσης ὁλοκλήρου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Τὸ ἐνθυμεῖσθε αὐτό;
§156Ι. ΜΕΛΑΣ. Ποῖον ἔτος;
§157Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Νομίζω, ὅτι ἦτο, ὅταν ἦτο ὁ Στρατάρχης Παπάγος Ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§158Δ. ΘΕΟΧΑΡΙΔΗΣ. Τὸ ἐνθυμούμεθα ἡμεῖς, κ. Πρόεδρε, ἀλλὰ τότε δὲν ἠμποροῦσε νὰ γίνῃ διαφορετικά, διὰ νὰ λειτουργήσῃ τὸ Σῶμα.
§159Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Δὲν ἔπρεπε νὰ τὸ λησμονήσητε, κύριε Μελᾶ.
§160Δ. ΘΕΟΧΑΡΙΔΗΣ. Τὸ ἐνθυμοῦμαι ἐγώ. Ἀλλὰ τότε δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως. Ὁ Ἑλληνικὸς Συναγερμὸς ἤθελε νὰ ἐμποδίσῃ τὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἤθελε νὰ μὴ ψηφισθῇ τὸ Σύνταγμα. Δὲν ἤθελε νὰ γίνουν αἱ ἀπαλλοτριώσεις. Καὶ δι’ αὐτὸ ἠναγκάσθημεν, χάριν τοῦ Κοινοβουλίου, νὰ τροποποιήσωμεν τὸν Κανονισμὸν ἐρήμην τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ. Ταῦτα πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς ἀληθείας.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§162ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν προσεχῆ Τρίτην καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ. μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις. (Ὥρα 0.10′ π.μ.)