1961.05.25
2,648 rows · 20,702 words · 195 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 117η
Πέμπτη 25 Μαΐου 1961
Προεδρία κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 7.20′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσιν τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Κ. Μακρῆς ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Κ. ΜΑΚΡΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει), (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ι. Παπαδημητρίου καὶ Ι. Δραγονέτης ζητοῦν 15θήμερον ἄδειαν ἀπουσίας, προκειμένου ν’ ἀναχωρήσουν εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται, ἐγκρίνεται.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐργασίας κ. Α. Δημητρᾶτος, καταθέτει σχέδια νόμων: 1) «Περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 87 Διεθνοῦς Συμβάσεως περὶ συνδικαλιστικῆς ἐλευθερίας καὶ προστασίας τοῦ συνδικαλιστικοῦ δικαιώματος». 2) «Περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 98 Διεθνοῦς Συμβάσεως «περὶ ἐφαρμογῆς τῶν ἀρχῶν τοῦ δικαιώματος ὀργανώσεως καὶ συλλογικῆς διαπραγματεύσεως». Ἡ κατάθεσις τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν γίνεται, διότι ὑπάρχει εἰλημμένη ὑποχρέωσις νὰ κατατεθοῦν ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας. Δὲν πρόκειται αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς νὰ παραταθοῦν διὰ τὴν ἐπιψήφισίν των. Τὰ νομοσχέδια αὐτὰ θὰ παραπεμφθοῦν πρὸς ἐπιψήφισιν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος.
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Συνεχίζεται ἡ αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως συμπληρώσεως καὶ καταργήσεως διατάξεων τῆς περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νομοθεσίας». Ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Δ.Α. κ. Ι. Πασαλίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§6Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ὁ ἐκλογικὸς νόμος, δὲν εἶναι συνηθισμένος νόμος ποὺ ρυθμίζει καλῶς, ἢ κακῶς ἕνα πρόβλημα, ἕνα ζήτημα, εἶναι ἕνας θεμελιώδης νόμος ποὺ συνδέεται μὲ τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα καὶ τὴν πολιτικὴν ἐξέλιξιν σὲ κᾶθε χώραν. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ δώσωμεν μεγάλην σημασίαν καὶ ἐὰν ἀνέβηκα εἰς τὸ βῆμα, εἶναι διὰ νὰ ὁμιλήσω μόνον δι’ αὐτὸ τὸ ζήτημα. Διότι, τί εἶναι αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, ἔχει ἤδη ἀναπτυχθῆ ἀπὸ ὅσους προηγήθησαν εἰς τὸ βῆμα. Ὅλοι οἱ ἀγορεύσαντες ρήτορες ἔδειξαν, ἀπεκάλυψαν πλήρως, τί εἶναι αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον προσφέρει ἡ Κυβέρνησις καὶ μὲ τὸ ὁποῖον θέλει νὰ κάμῃ τὰς μελλούσας ἐκλογάς. Ἡ συζήτησις ὑπῆρξε μακρά, ἐγὼ θὰ εἶμαι σύντομος. Ἀπεκαλύφθη ἤδη πλήρως, ὅτι τὸ χαρακτηριστικὸν αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἡ οὐσία εἶναι, ὅτι ἀποκλείει τὴν ἀνόθευτον ἐκδήλωσιν τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ. Ἀλλά, νομίζω, ὅτι ἔχει καὶ βαθύτερα ἐλατήρια. Δίδει τὴν δυνατότητα εἰς τὴν Ε.Ρ.Ε., ἡ ὁποία τώρα εἶναι περισσότερον μειωμένη, ἀφοῦ ἐκέρδισε δύο συνεχεῖς ἐκλογὰς μὲ πλασματικὴν πλειοψηφίαν ἑδρῶν, νὰ θέλῃ καὶ διὰ τρίτην φορὰν πάλιν νὰ καθήσῃ εἰς ἐκεῖνα τὰ καθίσματα ποὺ κάθεται ὡς Κυβέρνησις.....
§7ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ ΤΗΣ ΣΥΜΠΟΛΙΤΕΥΣΕΩΣ.
Καὶ θὰ ξανακαθήσῃ... (Θόρυβος).
§8Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Κάθε Κυβέρνησις θέλει νὰ ξανακαθήσῃ. Μὴ νομίζετε, ὅτι ἐπικρίνω ἀπὸ λόγους ἐχθρότητος, ὅπως σεῖς. Δὲν εἶμαι ἀπὸ ἐκείνους. Ἐμεῖς ὅταν ἱδρύθη ἡ Ε. Δ.Α., ἐδηλώσαμεν, ὅτι εἴμαστε ὑπὲρ τῆς λήθης τοῦ παρελθόντος, γι’ αὐτὸ δὲν τρέφομε ἐχθρότητα, ἔχουμε μόνον πολιτικὴ ἀντίθεση. (Θόρυβος).
§9ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ ΤΗΣ ΣΥΜΠΟΛΙΤΕΥΣΕΩΣ.
(Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, νὰ μὴ γίνωνται ἐρωταποκρίσεις.
§11Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Μὴ μᾶς βασανίζετε μὲ τὰ κουδούνια σας, κύριε Πρόεδρε. Ἐγὼ πιστεύω, ὅτι θὰ μὲ ἀκούσετε, διότι πολλοὶ ἀπὸ σᾶς δὲν ξέρω ἐὰν εἰς τὴν ἄλλην Βουλὴν θὰ εἶσθε ἐδῶ μέσα. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι εἶσθε μελλοθάνατοι, διότι ἐγὼ τὸν θάνατο τὸν καταπολεμῶ. (Θόρυβος). Ἀφῆστε τὶς κραυγές, ὄχι ἐκεῖνα τὰ παληά, ποὺ εἴσαστε συνηθισμένοι νὰ κάμετε. Εἶναι ἡ δωδεκάτη ὥρα, ποὺ κρίνεται ἡ τύχη τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον. Ἐὰν ἀντιλαμβάνεσθε, ὅτι ἔχετε εὐθύνας, πρέπει νὰ σέβεσθε τὸν ἀντίπαλόν σας, τὸν τίμιον, ὁ ὁποῖος δὲν σκέπτεται διὰ προσωπικά του θέματα. Δὲν ἐνεργεῖ ἀπὸ ἰδιοτέλειαν, ἀλλὰ σκέπτεται καὶ πονεῖ διὰ τὴν τύχην τῆς Ἑλλάδος. (Γέλωτες ἐκ τῆς πλευρᾶς τῆς Συμπολιτεύσεως).
§12Γ. ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιφυλασσόμεθα νὰ ἀνταποδώσωμεν, ἐὰν συνεχισθῇ αὐτὴ ἡ τακτική. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν εἶναι σωστὸ νὰ διακόπτετε τὸν ρήτορα. Ἀρχηγὸς κόμματος ὁμιλεῖ. Σᾶς παρακαλῶ, προσωπικῶς, νὰ τὸν ἀφήσετε νὰ ἐκφράσῃ τὰς ἀπόψεις του ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου μὲ πλήρη ἄνεσιν. Βλέπετε, κ. Πρόεδρε τῆς Ε.Δ.Α., ὅτι εἶχα δίκαιον, ποὺ ἠθέλησα νὰ ἐπέμβω ἀπ’ ἀρχῆς; Καὶ ἐν τούτοις μὲ ἀπεστερήσατε αὐτῆς τῆς ἁρμοδιότητος.
§14Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Τελειώσατε, κ. Πρόεδρε; Τὸ νομοσχέδιον ἤδη κατεδικάσθη ἀπὸ τὴν Κοινὴν Γνώμην, εἶναι ἀπορριπτέον. Διατί; Διότι ἔχει μέσα τὸν δόλον, διὰ τὸν ὁποῖον ὡμίλησε. Δὲν ξέρω ἐὰν ἦτο LAMPSUS LANGUS (λάθος τῆς γλώσσης) — ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Διότι, κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ποὺ εἶσθε τώρα Ἀκαδημαϊκὸς — ἀθάνατος — ἐγὼ εἶμαι θνητὸς —ἀλλὰ εἰς ὅ,τι θὰ εἴπω καὶ ὡς Ἀκαδημαϊκὸς θὰ συμφωνήσετε μαζί μου, τὸ νομοσχέδιον περιέχει δόλον, ἀλλὰ «ἔντιμον» δόλον, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος. Τί κάμνει ἡ Κυβέρνησις; Δὲν τὸ εἶπε καθαρὰ μέσα εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ τὸ δημοσιογραφικὸν ὄργανόν της τὸ λέγει. (Θόρυβος ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως). Δὲν ἀπαντῶ εἰς αὐτὲς τὶς κραυγές. Κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν ὡμιλήσατε σεῖς, δὲν σᾶς ἠνώχλησε κανείς.
§15Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβ.). Δὲν ὑπῆρξαν κραυγαί. Κἄποιος κύριος ἠρώτησε ποῖον εἶναι τὸ ὄργανον.
§16Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Μήπως δὲν τὸ γνωρίζει ἡ Κυβέρνησις; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὅλος ὁ κόσμος τὸ ξέρει. Εἶναι τὸ σοβαρώτερον ὄργανον ποὺ ἐκφράζει τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ «Καθημερινή». Ἂς μὴ εἴμαστε ὑποκριταὶ σὲ ὅλα τὰ ζητήματα! Γράφει, λοιπόν, ἡ «Καθημερινή», καὶ στηρίζεται, δυστυχῶς, εἰς τὴν παγῖδα, μιὰ ἀπὸ τὶς πολλὲς ποὺ ἔστησεν ἡ Κυβέρνησις τῆς Ε.Ρ.Ε., εἰς ὡρισμένους Ἀρχηγοὺς τοῦ Κέντρου, στηρίζεται εἰς τὴν δήλωσιν τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, ὁ ὁποῖος δι’ ἐμὲ εἶναι πολὺ συμπαθέστατος, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν συμπάθειαν ἕως τὴν πολιτικὴν καὶ τὴν ἀλήθειαν εἶναι μεγάλη ἀπόστασις. Γιατί, ὅπως λέει ἕνα ρητό, τὸ ὁποῖον θὰ πῶ εἰς τὰ λατινικά,— A-MICUS PLATO SED MAGIS AMICA VERITAS — φίλος, δηλαδή, ὁ Πλάτων, ἀλλὰ πλέον φιλτάτη ἡ ἀλήθεια. Ὅταν, λοιπόν, εἰς τὴν συζήτησιν τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ε.Ρ.Ε., σηκώθηκα καὶ μίλησα καὶ εἶπα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι Κυβέρνησις μειοψηφίας, διότι μόνον 40% ἔχει, ἡ δὲ Ἀντιπολίτευσις εἶναι 60%, ἄρα δὲν ἠμπορεῖ νὰ κυβερνήσῃ ἡ Κυβέρνησις τῆς μειοψηφίας, σηκώθηκε ὁ ἀγαπητός μας Ἀρχηγὸς τότε τῶν Φιλελευθέρων καὶ λέγει: Εἰς αὐτὸ συμφωνῶ, ἀλλὰ τὸ 75% εἶναι ἀντιμέτωπον εἰς τὸ 25%! Τότε ἔπεσε εἰς τὴν παγῖδα καὶ φοβοῦμαι, ὅτι ἐξακολουθεῖ ἀκόμη. Πῶς εἶναι δυνατόν, κ. βουλευταί, νὰ συμβιβάζωνται αὐτὰ τὰ πράγματα. Δηλαδὴ νὰ λέμε, ὅτι ἔχομε δημοκρατίαν καὶ νὰ προπαγανδίζῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι αἱ ψῆφοι τοῦ 25 ἢ τοῦ 30% δὲν θὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν μαζὶ μὲ τοὺς ψήφους τῶν ἄλλων ψηφοφόρων Ἑλλήνων;
§17Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβερν.). Ὁ κ. Παπανδρέου τὸ εἶπε.
§18Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Ἡ ἐφημερίς σας, ἡ «Καθημερινή», τὸ λέει. Ὁ κ. Παπανδρέου, ὅπως εἶπα, ἔπεσε τότε στὴν παγῖδα ποὺ ἐστήσατε, καὶ εἶναι πολλὲς οἱ παγίδες ποὺ ἐστήσατε, κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τότε καὶ στὸ σημερινό σας νομοσχέδιο. Ἀλλ’ αὐτή, — τὸ νὰ μὴ ὑπολογίζεται τὸ 25% τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ — ἦταν ἡ κυριωτέρα ποὺ σᾶς διευκόλυνε νὰ ἀποτολμᾶτε τώρα αὐτὲς τὶς ἄλλες παγίδες. Ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται σὲ μιὰ Κυβέρνηση νὰ διχάζῃ τὸ Ἔθνος καὶ νὰ διαιρῇ τοὺς πολίτας σὲ πρώτης ποιότητος καὶ δευτέρας ποιότητος, σὲ ἐλεύθερους πολίτες καὶ σὲ παρίες. Θέλετε ἔτσι νὰ γυρίσετε τὴν Ἑλλάδα —ποῦ; Εἰς τὸν Μεσαίωνα. Καὶ ὄχι μόνον εἰς τὸν Μεσαίωνα, ἀλλὰ καὶ σὲ κἄποια παλαιότερη ἐποχή, εἰς τὴν κοινωνία ποὺ ὑπῆρχον δοῦλοι. Βέβαια, διὰ τὴν δημοκρατίαν τοῦ Περικλέους, ἀλλὰ θὰ γνωρίζετε, ὅτι τότε ὑπῆρχον δοῦλοι. Στὴν ἐποχὴ τῆς δουλείας θέλετε νὰ γυρίσετε τὸν τόπο; Μιὰ μεγάλη μερίδα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, λέει, δὲν τὴν παίρνομε καθόλου ὑπ’ ὄψιν, παίρνομε ὑπ’ ὄψιν μόνο τὴν ἄλλη μερίδα, τοὺς «Κεντρώους» καὶ ἔτσι ἔχετε τὴν πλειοψηφία μόνο μὲ τὸ 35–37%! Ἐδῶ εἶναι ἡ οὐσία τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὸ εἶναι ποὺ πρέπει νὰ κτυπηθῇ, γιατὶ θέλει νὰ γυρίσῃ τὴν Ἑλλάδα σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ ὑπῆρχαν δοῦλοι καὶ πολῖται Αʹ καὶ Βʹ τάξεως. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἔπρεπε ὅλη ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ σηκωθῇ καὶ νὰ διαμαρτυρηθῇ γι’ αὐτὲς τὶς ἀπόψεις ποὺ προπαγανδίζει ἡ Κυβέρνησις καὶ ἀγωνίζεται νὰ ἐπιβάλῃ μὲ αὐτὸ τὸ σύστημα. Τὰ ἄλλα σημεῖα τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὰ παζαρλίκια καὶ οἱ μοιρασιὲς τῶν ψήφων, νομίζω, ὅτι δὲν ἔχουν καὶ τόσην μεγάλην σημασίαν. Δυστυχῶς, ἀπουσιάζατε, κ. Ἀρχηγὲ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, ὅταν ἔλεγα, ὅτι ἐπέσατε εἰς τὴν παγῖδα, ποὺ σᾶς ἔστησε ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλὰ πιστεύω, ὅτι θὰ βγῆτε ἀπὸ τὴν παγῖδα αὐτή. Διότι θὰ ἀναφέρω καὶ ἕνα ἄλλο, γιατὶ ἀπὸ τὰ γεγονότα θὰ κριθῇ ἂν ἔχωμεν δίκηο ἐμεῖς ἢ ὄχι. Τὸ 1958 τί ἔγινε; Ἔγινε μιὰ μυστικὴ συνεννόηση μεταξὺ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων καὶ τῆς Ε.Ρ.Ε. καὶ ἔκοψαν σ’ ἕνα καλὸ ράφτη τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, σύμφωνα μὲ τὸ ἀνάστημα τῶν δύο αὐτῶν κομμάτων —εἰς βάρος τίνος; Διὰ νὰ συντρίψουν τὴν ἀριστερά. Ἐσηκώθηκα τότε καὶ εἶπα: Ἐσκάψατε λάκκο γιὰ τὴν Ε.Δ.Α. Θὰ πέσετε σεῖς μέσα. Ἀποτάνθηκα πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευση, διότι μὲ τὴν Κυβέρνηση δὲν ἔχω καμμία σχέση. Ἄλλωστε ἡ Κυβέρνηση πρὸ πολλοῦ διέκοψε τὶς διπλωματικὲς σχέσεις μαζί μου —μᾶλλον ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ τονίσω τώρα ποὺ λήγει ἡ θητεία τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ ἐμπήκαμεν εἰς τὸν τελευταῖον χρόνο. Ἐζήτησα, λοιπόν, νὰ τὸν ἐπισκεφθῶ κάμποσες φορὲς καὶ δὲν ἠθέλησε νὰ ἔλθῃ σὲ ἐπαφὴ μαζί μου καθόλου, παρ’ ὅλο ποὺ δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ τὸ κάμῃ. Ἡ Κυβέρνηση, λοιπόν, ἔφερεν αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον καὶ ἀναλαμβάνει κἄποιαν κηδεμονίαν ἤ, μᾶλλον, προστασίαν τῶν ἡγετῶν τοῦ Κέντρου. Τοὺς συμβουλεύει τί νὰ κάμουν, τί πρέπει νὰ κάμουν. Πρώτη φορὰ τὸ βλέπω ἐγὼ εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, ἡ Κυβέρνηση νὰ σφετερίζεται ὅλα τὰ δικαιώματα τοῦ Ἔθνους καὶ τῆς Βουλῆς καὶ νὰ δίδῃ συμβουλὰς τί πρέπει νὰ κάμῃ καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἔπρεπε οἱ ἡγέται τοῦ Κέντρου νὰ σηκωθοῦν καὶ νὰ διαμαρτυρηθοῦν—ὄχι μὲ λόγια ἀλλὰ εἰς τὴν πρᾶξιν—δι’ αὐτὴν τὴν κηδεμονία, τὴν ὁποίαν τοὺς παρέχει ἡ Κυβέρνησις, προστατεύοντας τἄχα τὸ Κέντρον. Διατὶ ὅμως τὸ κάνει αὐτὸ ἡ Κυβέρνηση; Διότι πολὺ καλὰ γνωρίζει, ὅτι ἐὰν τὸ Κέντρον δὲν συνεργασθῇ μὲ τὴν Ἀριστερά, μὲ τὶς δημοκρατικὲς δυνάμεις, τοὺς ἔχει στὰ χέρια της ἡ Κυβέρνηση καὶ ὅπως θέλει θὰ τοὺς χορεύει. Καὶ ἀρχίζει τότε ἡ κλοπὴ τῶν ψήφων. Εἰς ὅλα τὰ ἐκλογικὰ συστήματα ποὺ ἐφεῦρε ἡ Κυβέρνησις τὸ ἴδιο γίνεται, δὲν εἶναι μόνον τὸ σημερινό. Ὅλες οἱ κυβερνήσεις πάντοτε σχεδιάζουν τέτοια τεχνάσματα, νὰ μὴ ἀφήσουν τὴν ἐξουσία. Ἀλλὰ εἰς τὰ καθαρῶς δημοκρατικὰ κοινοβουλευτικὰ Κράτη δὲν γίνεται ἔτσι. Ἔτσι γίνεται μόνον εἰς τὰ νόθα κοινοβουλευτικὰ Κράτη. Ὅσοι ἐπιμένουν νὰ ὁμιλοῦν περὶ σταθερᾶς Κυβερνήσεως προσπαθοῦν νὰ δικαιολογήσουν αὐτὰ τὰ τεχνάσματα. Καὶ τὶ θὰ εἰπῇ σταθερὰ κυβέρνησις; Χωρὶς νὰ ἔχῃ τὴν πλειοψηφίαν τοῦ λαοῦ ἕνα κόμμα νὰ ψηφίζῃ νομοσχέδια μὲ πλασματικὴ κοινοβουλευτικὴ πλειοψηφία. Ἀλλὰ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημ. Κέντρου εἶπε: Ἡ πλειοψηφία κυβερνᾶ καὶ ἡ μειοψηφία ἐλέγχει. Πολλὲς φορές, κύριε ἀρχηγὲ τῶν Φιλελευθέρων, ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔκαμεν ἔλεγχον, π.χ. ἀγωνισθήκατε νὰ καταργηθῇ ἡ φορολογία τοῦ 3% εἰς βάρος τῶν καημένων ἀγροτῶν, ποὺ ἐπιβάλλεται μὲ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀγροτικῶν ἀσφαλίσεων. Τίποτε ὅμως πρακτικῶς δὲν ἠμπόρεσε νὰ κάμῃ. Διότι καὶ σεῖς ἀνέχεσθε ἔτσι νὰ σχηματίζεται πλασματικὴ ἡ πλειοψηφία μέσα εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ ἔλεγχος τῆς μειοψηφίας ἠμπορεῖ νὰ γίνεται ἀποτελεσματικὸς εἰς τὰ κράτη ἐκεῖνα ὅπου ὑπάρχουν παραδόσεις κοινοβουλευτικαὶ καὶ αἱ κυβερνήσεις δὲν ἔχουν αὐτὴν τὴν νοοτροπίαν, τὴν μονοκομματικήν. Καὶ ἔχουν εὐθιξίαν πολιτικήν. Πόσες φορὲς κατηγγείλατε καὶ σεῖς καὶ ἐμεῖς ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς τόσα σκάνδαλα καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἡ Κυβέρνησις καὶ οἱ βουλευταί της κάθονται χωρὶς νὰ ἱδρώνῃ τὸ αὐτί τους εἰς αὐτὰ τὰ ἑδώλια. Τὸ κοινοβουλευτικὸν αὐτὸ σύστημα εἶναι ψευτοκοινοβουλευτικὸν σύστημα. Μάλιστα. Δὲν εἶναι Δημοκρατία. Ἀλλοίμονον ἐὰν αὐτὴν τὴν ταλαίπωρη Δημοκρατία θὰ τὴν ἐκπροσωπῇ αὐτὴ ἡ Κυβερνητικὴ παράταξις, ἡ ὁποία διχάζει τὸ Ἔθνος καὶ λέγει, ὅτι ὑπάρχουν πολῖται δευτέρας κατηγορίας. Καὶ τί δικαίωμα ἔχετε σεῖς —ἡ Κυβέρνησις— νὰ ὁμιλῆτε καὶ νὰ ταὐτίζετε τὸν ἑαυτόν σας μὲ τὸ Ἔθνος; Αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ταὐτίζουν τὸν ἑαυτόν τους μὲ τὸ Ἔθνος, ἔχουν φασιστικὲς ἀντιλήψεις. Διότι Ἔθνος εἶναι ὅλα τὰ πολιτικὰ Κόμματα ποὺ ἐκπροσωποῦν διαφόρους πολιτικὰς ἀντιλήψεις. Ὅλα μαζὺ ἐκπροσωποῦν τὸ Ἔθνος. Σεῖς, οἱ ὁποῖοι διχάζετε τὸ Ἔθνος, πῶς ἔχετε δικαίωμα νὰ ὁμιλῆτε ἐξ ὀνόματος τοῦ Ἔθνους; Δι’ αὐτὴν τὴν ὕβριν ἔπρεπε νὰ διαμαρτυρηθοῦν ὅλοι οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων. Δὲν ἠμπορεῖ ὅμως νὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις. Ἡ Κυβέρνησις, γνωρίζετε πολὺ καλά, καμμίαν φορὰν δὲν ἔδειξεν, ὅτι ἔχει κοινοβουλευτικὴν ἀγωγήν. Ὅταν ἐπιμένῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις, λέγει, ὅτι αὐτὰ τὰ σοβαρὰ ζητήματα θὰ τὰ φέρω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἡ Βουλὴ θὰ ἀποφασίσῃ. Οὐδέποτε ὅμως ἔφερε σοβαρὰ ζητήματα εἰς τὴν Βουλήν, ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή. Ὡς παράδειγμα θὰ σᾶς φέρω μόνον τὸ Κυπριακόν, διὰ τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑποσχεθῆ, ὅτι πρὶν ὑπάρξῃ τετελεσμένον γεγονὸς ποὺ νὰ θίγῃ τὴν αὐτοδιάθεσιν, θὰ τὸ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ αὐτὴ θὰ ἀποφασίσῃ. Μ’ ὅλα αὐτά, τί ἔκαμεν; Ἔκλεισε τὰς συμφωνίας καὶ μετὰ τὰς ἔφερεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐλέγξατε, τώρα, αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία δὲν αἰσθάνεται καὶ δὲν τηρεῖ τοὺς λόγους ποὺ δίδει εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Τὸ νομοσχέδιον αὐτό, κύριοι, ἡμεῖς τὸ ἀπορρίπτομεν καὶ εἴμεθα μόνον ὑπὲρ τῆς ἀδόλου ἀναλογικῆς. Τὴν ἁπλῆν ἀναλογικήν, τὸ 1952, τὴν ὠνόμασα μέσα εἰς τὴν Βουλὴν «ἄδολον», διότι πράγματι δὲν ἔχει δόλον.
§19ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἦτο ἡ ἐνισχυμένη.
§20Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Ὄχι. Εἶχε τεθῆ, τότε, ζήτημα μεταξὺ αὐτῆς καὶ τοῦ πλειοψηφικοῦ. Θὰ ὁμιλήσω ὅμως καὶ περὶ αὐτοῦ, διὰ νὰ καταλάβετε. Εἰς τὰ ἐκλογικὰ συστήματα δίδουν, πολλὲς φορές, καὶ ἕνα ὄνομα ψευδές, καὶ τοῦτο, διὰ νὰ συγκαλύψουν τὴν οὐσίαν του, ὅπως κάμουν καὶ διὰ νὰ μεταμορφώσουν καὶ τὴν Δημοκρατίαν. Παραμορφώνει τὴν Δημοκρατίαν, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις, διὰ τῆς πολιτικῆς της, χωρίζει τοὺς πολίτας εἰς πρώτης ἢ δευτέρας κατηγορίας. Δημοκρατία εἶναι αὐτή; Ἐγὼ πιστεύω, ὅτι δὲν εἶναι. Αὐτὰ εἶναι τὰ χάλια αὐτῆς τῆς Δημοκρατίας, τὴν ὁποίαν ἐκπροσωπεῖ ἡ Δεξιά. Τότε ὠνόμασα «ἄδολον» τὸ σύστημα τῆς ἁπλῆς ἀναλογικῆς, διότι δὲν ὑπάρχει δόλος εἰς αὐτό, ἐνῷ εἰς τὰ ἄλλα ὅλα, ὑπάρχει δόλος. Ἀλλά, τί νὰ κάμωμεν ἡμεῖς, ἀφοῦ θέλετε νὰ ὑπάρχῃ δόλος, προκειμένου νὰ ἐπιτύχετε τοῦ σκοποῦ σας, νὰ ἔχετε δηλαδὴ εἰς χεῖρας τὴν ἐξουσίαν; Ἡμεῖς, δι’ αὐτό, ἀπορρίπτομεν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ θὰ τὸ καταγγείλωμεν εἰς τὸν λαόν. Ἀπευθύνομαι πρὸς τοὺς ἡγέτας τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠθέλησαν νὰ εἶναι συγγενεῖς σας. Αὐτὸ ἔχει μεγάλην σημασίαν δι’ ἡμᾶς καὶ δι’ αὐτούς. Βέβαια εἶπον, ὅτι ὁ δημοκρατικὸς λαός, δὲν θέλει νὰ ἔχῃ συγγένειαν μὲ σᾶς. Ἐκ καταγωγῆς ἠμπορεῖ νὰ εἴμεθα συγγενεῖς, ἀλλὰ πολιτικὴν συγγένειαν, δὲν θέλομεν νὰ ἔχωμεν μαζί σας. Αὐτὸ εἶναι τὸ κυριώτερον. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ παρασύρωμεν τὴν Ἑλλάδα ὀπίσω, εἰς ἓν εἶδος χιτλερικοῦ καθεστῶτος, ἂς εἴπωμεν. Ἡμεῖς ἐπολεμήσαμεν καὶ θὰ πολεμήσωμεν τὸν χιτλερισμόν, ἀκόμη καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συμπαθοῦν αὐτὸ τὸ καθεστώς. Δὲν ἀποδεχόμεθα τὴν ὕβριν ἐναντίον τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, ὅτι ὑπάρχουν πολῖται δευτέρας κατηγορίας.
§21Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ποῦ τὸ λέγει, τὸ νομοσχέδιον, αὐτό;
§22Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Ἐγὼ ὡμίλησα διὰ τὴν «Καθημερινή», ἀλλὰ αὐτὸ τὸ λέγει καὶ τὸ νομοσχέδιον. Διότι ὅταν σεῖς σκέπτεσθε ἔτσι, ὡς εἴπατε, κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἀναφέρομαι εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴπατε διὰ τὸν σκοπόν σας, «τὸ ἔντιμον δόλον», δηλαδὴ καὶ εἶπον ἴσως νὰ εἶναι LAPSUS LINGUAL. Ἀλλὰ αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπός σας, ὅπως φάνηκε ἀπὸ τὴν συζήτησιν.
§23Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Πειρασμός μου ὑπῆρξεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, ὁ ὁποῖος μὲ παρέσυρε. Ἀναποδογύρισα, ἁπλούστατα, τὴν φράσιν του.
§24Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Τί θὰ εἰπῇ «μὲ παρέσυρε»; Σεῖς ἔχετε κἄποιαν «Συμπολιτείαν Ἀχαϊκήν». Δὲν ἠξεύρω ἐγὼ τί μυστικὰ ἔχετε. Κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, δὲν σᾶς παρέσυρε, ἀλλὰ σεῖς δὲν ἠμπορούσατε νὰ τὸ εἴπητε ἀνοιχτά. Τὸ δημοσιογραφικόν σας ὅμως ὄργανον, τὸ λέγει: Μὴ ἀναγνωρίζετε τὰς ψήφους τῆς ΕΔΑ. Καὶ δυστυχῶς ἕνας μόνον ἐκ τῶν Ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων —ἐγὼ εἶμαι εἰλικρινὴς παρ’ ὅλον, ὅτι εἰς πολλὰ δὲν συμφωνῶ μαζί του — ὁ ἡγέτης τῶν Προοδευτικῶν, δειλὰ–δειλὰ εἶπε: Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ παραγνωρίζετε τὰ 2 ἑκατομμύρια τῶν Ἑλλήνων.
§25Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Τὸ ἔχω εἴπει ἀπὸ τὸ 1958, κ. Πρόεδρε. Συνεπῶς, ὄχι δειλὰ–δειλά.
§26Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Δὲν ἠξεύρω τί ἔγινε τὸ 1958 καὶ δὲν ἠθελήσατε νὰ ἔλθετε μαζί μας. Ἄς ἀφήσωμεν τὸ 1958.
§27Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Τὸ 1958 ἀπὸ τοῦ βήματος...
§28Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Ἦτο καὶ ἐκεῖνο τοῦ 1958 μία τόλμη καὶ θάρρος, τὸ ὅτι δηλαδὴ ἠθελήσατε νὰ κατέλθετε εἰς τὸν ἀγῶνα μὲ τὴν Ε.Δ.Α. ἐναντίον τῆς Δεξιᾶς.
§29Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Δὲν ἀναφέρομαι εἰς αὐτό. Ἀναφέρομαι εἰς τὸ ὅτι τὸ ζήτημα τῶν 2 ἑκατομμυρίων ἀνεκινήθη τὸ πρῶτον, ἀκριβῶς, κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως τὸν Ἰούνιον 1958. Τότε, δηλαδή, μετὰ τὰς ἐκλογάς, κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην, εἶπον καὶ ἐμμένω εἰς τὰς ἀντιλήψεις μου, ἐκείνας, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὸν πληθυσμὸν τῆς Ἑλλάδος μειωμένον κατὰ 2 ἑκατομμύρια. Πάντοτε, λοιπόν, μετὰ παρρησίας ἐκφέρω τὰς γνώμας μου.
§30Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Ἐγὼ θὰ ἤθελον νὰ τὰ εἴπωμεν ἀνοικτά. Ἐγὼ ἀναγνωρίζω καὶ εἶμαι πεπεισμένος —μὴ νομίζετε, ὅτι τὸ λέγω ἀπὸ κομματικὴν ἀδυναμίαν— ὅ,τι ἐκάματε τὸ 1952, τὸ ἐκάματε, διότι ἠθέλατε νὰ μᾶς καταπνίξητε πολιτικά. Καὶ τὸ εἶπον τότε εἰς τὸ Κέντρον. —Ἀρχηγὸς τοῦ Κέντρου ἦτο τότε ὁ κ. Βενιζέλος καὶ ὄχι ὁ σημερινός.— Ὅτι ἡ Ἀμερικανικὴ Πρεσβεία εἶναι ποὺ ἐπέβαλε τὸ πλειοψηφικὸν σύστημα, στηριζόμενος εἰς μίαν ραδιοφωνικὴν ὁμιλίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀμερικῆς, κ. Ἄτσεσσον, ποὺ ἔλεγε: «Ἡ φωνὴ τῆς Ε.Δ.Α.» —ἐνῷ εἴμεθα μόνον 8 τότε εἰς τὴν Βουλὴν— «μᾶς ἐνοχλεῖ». Καὶ ἤθελον τὸ πλειοψηφικόν, διὰ νὰ πνίξουν τὴν φωνὴν τῆς Ε.Δ.Α. Καὶ τότε εἶπον εἰς ὅλους, ὅτι ἡ φωνὴ τῆς Ε.Δ.Α. εἰς τὴν Βουλὴν ἠμπορεῖ νὰ μὴ εἶναι τόσον δυνατή, ἢ καὶ νὰ μὴ ὑπάρχῃ, ἀλλὰ ἔξω αὐτῆς, εἰς τὸν λαὸν εἶναι καὶ θὰ εἶναι πιὸ ἰσχυρά. Καὶ ἔτσι ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ὑστέρων. Καὶ σήμερον, πιστεύω, εἴμεθα τὸ 30 μὲ 35 τοῖς ἑκατόν. Ἀλλὰ γνωρίζομεν πολὺ καλά, εὐκολώτερος θὰ εἶναι ὁ ἀγὼν διὰ τὴν Δημοκρατίαν, ἡ ὁποία κινδυνεύει ἀπὸ τὴν Δεξιάν, ἀπὸ τὴν Ε.Ρ.Ε., ἐὰν ἑνωθοῦν ὅλαι αἱ δημοκρατικαὶ δυνάμεις. Μάλιστα!
§31Δ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Αὐτὸ εἶναι παγῖδα.
§32Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Δὲν κάμομεν ἡμεῖς παγίδας. Ἡμεῖς λέγομεν τὰ πράγματα ἀνοικτά. Ποίαν παγῖδα κάμομεν; Παγίδες σεῖς στήνετε. Ὁμιλεῖτε περὶ τῆς Δημοκρατίας καὶ νὰ τὰ χάλια τῆς Δημοκρατίας. Ἡ ταλαίπωρη ἡ Δημοκρατία!! Καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ συμφωνήσῃ μαζί μου, ὅτι αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγω εἶναι σωστά. Δὲν εἶναι Δημοκρατία αὐτή.
§33ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ἀστική.
§34Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Μὰ δὲν πρόκειται περὶ ἀστικῆς ἢ ἄλλης, ἐδῶ ὁμιλοῦμεν περὶ τῆς Δημοκρατίας, ποὺ λέτε, ὅτι ὑπάρχει εἰς τὸν τόπο μας.
§35ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Περὶ Ρωσικῆς;
§36Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Δὲν ὑπάρχει Ρωσικὴ Δημοκρατία. Ὑπάρχει Δημοκρατία. Θὰ σᾶς τὸ εἴπω, ἂν καὶ εἶναι πολὺ δύσκολον νὰ σᾶς κάμῃ κανεὶς διαφώτισιν. Τὸν καμπούρην μόνον ὁ πολιτικὸς τάφος ἠμπορεῖ νὰ τὸν διορθώσῃ. Ὅταν λέγωμεν Ρωσικὴν Δημοκρατίαν, ἐννοοῦμεν, ὅτι εἰς τὴν Ρωσίαν ὑπάρχει οἰκονομικὴ Δημοκρατία. (Γέλωτες ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ε.Ρ.Ε.). Σεῖς, ὅμως, ὅταν λέγετε ἐλευθερίαν, ξεύρετε τὶ ἐννοεῖτε; Νὰ ἀφήνετε τοὺς ἀποικιοκράτες, νὰ ἀφήνετε τὴν κυριαρχίαν τοῦ κεφαλαίου νὰ ἐκμεταλλεύεται τοὺς ἐργάτες, τοὺς ἀγρότας καὶ τὸν ἄλλον πληθυσμόν. Αὐτὸ τὸ λέτε σεῖς ἐλευθερία. Αὐτό, ὅμως, δὲν εἶναι ἐλευθερία.
§37Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἐπεθύμουν νὰ εἴπω τοῦτο: Ὅτι ἡ Κυβέρνησις, σέβεται τὸ καθεστώς, τὸ ὁποῖον ἰσχύει εἰς οἱανδήποτε ἄλλην χώραν, ἀλλὰ δὲν ἀποδέχεται πᾶν καθεστὼς διὰ τὴν Ἑλλάδα. Σεβόμεθα οἱονδήποτε καθεστώς, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς ἄλλας χώρας, ἀλλὰ εἰς τὴν Ἑλλάδα θέλομεν τὸ καθεστὼς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σᾶς δίδει, κ. Πασαλίδη, τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλῆτε ἐλευθέρως. Μᾶς ἀρέσει αὐτὸ τὸ καθεστώς. Ἐὰν ἴσχυεν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἄλλο καθεστώς, εἴτε κοκκίνης, εἴτε μαύρης δικτατορίας, ἢ σεῖς, δὲν θὰ ἐβλέπατε ἡμᾶς, ἢ ἡμεῖς, δὲν θὰ ἐβλέπαμεν σᾶς.
§38Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω, δι’ ὀλίγων, διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Σεῖς, ὅταν ὁμιλῆτε περὶ δημοκρατίας, ἐννοεῖτε μόνον τὸ νὰ ὁμιλῇ κανεὶς ἐλεύθερα, ἀλλὰ τὶ ἐπιτυγχάνει μὲ αὐτό; Θὰ τρώγῃ ὁ λαός; Σᾶς λέγω, ὅτι ἡ κεφαλαιοκρατικὴ ἐλευθερία, ἐκμεταλλεύεται τὸν λαόν, τὸν μόχθον του, τὴν ἐργασίαν του. Δι’ αὐτὸ τοῦ λέτε, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ὁμιλῇ, νὰ φωνάζῃ. Ἀλλὰ ἐφώναξεν, ὅμως, μία φορὰ καὶ σεῖς ἐστρέψατε τὰ ὅπλα ἐναντίον του. Καὶ ὅταν, τώρα, κανεὶς διαμαρτύρεται, διατάσσετε τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανά σας, νὰ τὸν κοπανᾶνε. Σεῖς αὐτὸ τὸ λέτε ἐλευθερίαν; Ἐδῶ μέσα, βεβαίως, ἔχομεν ἐλευθερίαν νὰ ὁμιλῶμεν.
§39Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἐὰν ἐπιμείνητε εἰς αὐτὸ τὸ θέμα θὰ γεννηθῇ ἡ ὄρεξις εἰς τὸν κ. Καλαντζῆν καὶ θὰ ἐκφωνήσῃ λόγον... (Γέλωτες).
§40Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Δὲν ἀπαντῶ, εἰς τὸν κ. Καλαντζῆν, ἀπήντησα μιὰ γιὰ πάντα, ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν συμμερίζεται ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λέγει ὁ κ. Καλαντζῆς, τότε ἂς πάῃ μαζύ του. Ἡμεῖς, πάντως, δὲν τὰ συμμεριζόμεθα. Ἐγώ, κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, εἶμαι θνητός.
§41Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ὅλοι εἴμεθα θνητοί.....
§42Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Σεῖς, κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ἀκαδημαϊκὸς εἶσθε ἀθάνατος. Εἰς τὴν Ἀρχαίαν Ἑλλάδα ἐγεννήθη ἡ Δημοκρατία καὶ πρέπει νὰ μείνῃ ὅπως ἦτο; Ἡ Δημοκρατία ἐξελίσσεται πρὸς τὰ ἐμπρὸς καὶ ἀλλάζει τὸ περιεχόμενόν της, διὰ νὰ γίνῃ οἰκονομικὴ Δημοκρατία, ἰσότητα οἰκονομική. Αὐτὸ εἶναι. Καὶ ἡ Δημοκρατία αὐτή, δὲν εἶναι ἀντίθετη μὲ τὸν Κομμουνισμόν. Καὶ ὁ Κομμουνισμὸς μὲ αὐτὴν τὴν Δημοκρατίαν, τὴν οἰκονομικὴν ἰσότητα, δὲν εἶναι ἀντίθετος. Ὥστε, ὁ πραγματικὸς δημοκράτης δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἀντικομμουνιστής. Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικότης. Καὶ ὁ κομμουνιστὴς δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἶναι ἀντιδημοκράτης. Διατὶ δὲν καυχᾶσθε, κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν εἰς τὴν Πατρίδα σας ἐγεννήθη καὶ ὁ Κομμουνισμός; Εἰς τὴν Σπάρτην, μήπως δὲν τὸ ξέρετε, ὁ Βασιλεύς, ὁ Ἆγις, ἔκαμε Κομμουνισμὸν καὶ τὸ πρῶτον θῦμα τοῦ Κομμουνισμοῦ ἦτο ὁ Ἆγις, τὸν ὁποῖον ἐκρέμασαν καθὼς καὶ τὴν μητέρα του καὶ τὴν γιαγιά του, εἰς τὸν ναόν. Κομμουνισμὸν ἐδίδαξαν ἐκεῖνοι, πρέπει νὰ καυχᾶσθε δι’ αὐτό. Ὁ Κομμουνισμὸς δὲν εἶναι «μπαμπούλας».
§43ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. (Τῆς Ε.Ρ.Ε.). Διαφώτισιν θὰ μᾶς κάμετε;
§44Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Ἐγώ, νομίζω, ὅτι τίθεται, ἐνώπιον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ συναισθανθῇ ἔστω τὴν δωδεκάτην ὥραν τὴν ἐθνικὴν ἀνάγκην νὰ ἑνώσωμεν ὅλες τὶς δημοκρατικὲς δυνάμεις τῆς Χώρας καὶ ἑνωμένοι νὰ κατέλθωμεν εἰς τὸν ἀγῶνα, διὰ μίαν πραγματικὴν δημοκρατίαν, διὰ νὰ βγάλωμεν τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὸ ἀδιέξοδον, εἰς τὸ ὁποῖον τὴν ἔφερε ἡ Κυβέρνησις τῆς ὑποτελείας, διότι, τὸ ξέρετε πολὺ καλά, ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ἀνεξάρτητος, ἀλλὰ ἐξαρτᾶται, ἀπὸ τὸν Λευκὸν Οἶκον. Ἐμεῖς θέλομεν, ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ τὴν εὔνοιαν τοῦ λαοῦ. Δὲν ζητοῦμεν εὔνοιαν, οὔτε ἐκ τῶν ἄνω, οὔτε ἀπὸ τοὺς ξένους. Ζητοῦμεν εὔνοιαν ἀπὸ τὸν λαόν. Καὶ πρὸς τὸν λαὸν θὰ πᾶμε καὶ μὲ τὸν λαὸν θὰ ἀγωνισθοῦμε διὰ τὴν πραγματικὴν δημοκρατίαν. Καλοῦμεν, διὰ τελευταίαν φοράν, ὅλας τὰς Δημοκρατικὰς δυνάμεις ἀνεξαιρέτως, νὰ δώσωμεν τὰ χέρια καὶ μαζὶ μὲ τὸν λαόν, νὰ πάρωμε τὴν σημαίαν τῆς Δημοκρατίας, τὴν ὁποίαν παρεμόρφωσαν ἐκεῖνοι, ποὺ κάθονται ἐκεῖ εἰς τὰ ἑδώλια καὶ νὰ ἐφαρμόσωμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν πραγματικὴν Δημοκρατίαν. Ἡ ταλαίπωρη Δημοκρατία παρεμορφώθη. Ἔπαθε μεταμόρφωσιν καὶ θέλουν νὰ μεταμορφώσουν καὶ αὐτὴν τὴν Κοινωνίαν καὶ νὰ τὴν παρασύρουν εἰς τὸν Μεσαίωνα. Νομίζω, ὅτι πρέπει οἱ Κεντρῷοι νὰ κρατήσουν καὶ αὐτοὶ τὴν σημαίαν τῆς Δημοκρατίας καὶ νὰ ἔλθουν μὲ τὸν λαὸν καὶ τότε ἡ Κυβέρνησις ἂς ἐφαρμόσῃ ὅ,τι ἐκλογικὸν σύστημα θέλει καὶ ἂς ἐπιχειρήσῃ νὰ κάμῃ καὶ πιέσεις. Χθὲς κατηγγέλθη ἀπὸ τὸ βῆμα, τὸ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Κοινοβουλευτικὸς ἐκπρόσωπος τῆς Κ.Ε.Α., ὅτι οἱ χαφιέδες παρακολουθοῦν καὶ τὸν στρατηγὸν Γρίβαν. Φαντασθῆτε τὶ κάμνουν ἐναντίον τῶν ὀπαδῶν μας, ποὺ ὑποβάλλονται σὲ ποικίλλα βασανιστήρια. Ἐὰν ὅλοι δὲν κάμετε τέτοια στροφὴ πρὸς τὸν λαόν, πρὸς τὴν ἑνότητα, θὰ μετανοήσητε. Αὐτὸ τὸ λέμε καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀπὸ ἄλλη πλευρὰ ρητῶς καὶ κατηγορηματικῶς. Ἐὰν, δηλαδή, θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ πιέζῃ μὲ τρομοκρατικὰς διώξεις καὶ φυλακίσεις, ἐὰν θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ κρατῇ τοὺς αἰχμαλώτους τοῦ ἐμφυλίου πολέμου εἰς τὰς φυλακὰς καὶ τὴν ἐξορίαν, σᾶς προειδοποιῶ, ὅτι ἐμεῖς θὰ ἀγωνισθῶμεν καὶ θὰ ἐλευθερώσωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἀπὸ σᾶς. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ε.Δ.Α.).
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔχει τὸν λόγον.
§46Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, κ. βουλευταί, ἡ ἐμφάνισις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Ε.Δ.Α. ἐπὶ τοῦ βήματος, δίδει πάντοτε τὸν τόνον μιᾶς ἀνέτου συζητήσεως, λόγῳ τῆς φύσεως καὶ τῆς ἰδιοσυγκρασίας τοῦ κ. Πασαλίδη. Ἀλλά, ὄπισθεν αὐτῆς τῆς καλοκαγάθου ἐμφανίσεως, χωρὶς νὰ ἀμφισβητῶ, ὅτι ὑπάρχει καλὴ καρδιά, ὑπάρχει ταὐτοχρόνως κοινὴ σκέψις. Σκέψις ἐρχομένη εἰς ἀντίθεσιν πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὸ περιεχόμενον τῆς Δημοκρατικῆς μας πίστεως. Κατ’ οὐσίαν, ὁ κ. Πασαλίδης, δὲν ὡμίλησε περὶ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Καὶ παρὰ τὸ γεγονός, ὅτι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ σεβώμεθα πάντα ἐκπρόσωπον καὶ Ἀρχηγὸν Κόμματος ἐν τῇ Βουλῇ, εἴμεθα ταὐτοχρόνως ὑποχρεωμένοι νὰ ἐπισημαίνωμεν τὸ γεγονός, ὅτι ἡ ἐπὶ τοῦ βήματος ἄνοδος τοῦ κ. Πασαλίδη, οὐδεμίαν κατ’ οὐσίαν σχέσιν εἶχε μὲ τὸν ἐκλογικὸν νόμον καὶ συνεδυάσθη ἤδη σκοπίμως, εἴτε μή, δὲν ἐξετάζω τὰ ἰδιαίτερα θέματα τῆς σκέψεως καὶ τῆς καρδίας τοῦ κ. Πασαλίδη, συνεδυάσθη μὲ κομμουνιστικὴν διαφώτισιν.......
§47Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Ὄχι, μὲ ἐπροκαλέσατε.
§48Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). ........ μὲ καταγγελίαν τῆς πραγματικῆς Δημοκρατίας, ὡς δῆθεν ψευδοῦς, μὲ προβολὴν ἄλλης δημοκρατίας, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει τὴν φίμωσιν παντὸς ἐλευθέρου ἀνθρώπου, ὡς τῆς μόνης ἀληθοῦς, ἐνῷ εἶναι δυνατὸν κάλλιστα νὰ συνδυασθῇ ἡ οἰκονομικὴ Δημοκρατία μὲ τὴν πολιτικὴν Δημοκρατίαν. Τέλος δὲ ἔφθασεν, ὁ κ. Πασαλίδης, καὶ εἰς τὴν ἱστορίαν καὶ ἔρριψε τὸ ὄνομα τοῦ Ἄγιδος, τοῦ Βασιλέως τῆς Σπάρτης, ὁ ὁποῖος ὑπὸ τελείως διαφορετικὰς συνθήκας καὶ εἰς μίαν πόλιν, ἡ ὁποία εἶχε περιωρισμένην τὴν ἔκτασιν τῆς ἐλευθερίας, διότι ἦτο μικτὸν τὸ πολίτευμά της, ἦτο ταὐτοχρόνως καὶ μοναρχία καὶ ἀριστοκρατία καὶ δημοκρατία —τὸ δημοκρατικὸν μάλιστα μέρος ἦτο πολὺ ἰσχνὸν— εἰς μίαν τοιαύτην πόλιν καὶ εἰς τὴν περιοχήν, διότι δὲν ἐπρόκειτο μόνον περὶ τῆς Σπάρτης, ὑπεστήριξε καὶ ἐπέβαλε μίαν πολιτικήν, ἡ ὁποία ἦτο δικαία, ἀλλὰ ἡ ὁποία καμμίαν σχέσιν δὲν εἶχε μὲ τὸν ὁλοκληρωτικὸν κομμουνισμόν. Καὶ ἐὰν διὰ λόγους ἀσχέτως πρὸς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ὑπηνίχθη ὁ κ. Πασαλίδης, ἐφονεύθη ὁ Ἅγις ὁ ἐκ τοῦ ἄλλου οἴκου Βασιλεύς, ὁ Κλεομένης ἐπέμεινεν εἰς τὴν μεταρρύθμισιν. Ἄρα δὲν ἐφονεύθη κατ’ οὐσίαν ὁ Ἅγις μόνον διὰ τὸν λόγον τὸν ὁποῖον ὁ κ. Πασαλίδης ὑπηνίχθη. Ὁ Κλεομένης ἐπέβαλε τὴν μεταρρύθμισιν, τὴν ὁποία ἐνέπνευσεν ἡ κοινωνικὴ δικαιοσύνη. Ἡ ἀληθὴς Δημοκρατία, ἐκείνη ἡ ὁποία διέπεται ὑπὸ τῶν ἀρχῶν τῆς ἐλευθερίας τῆς σκέψεως ἐπιδιώκει, ἀκριβῶς, τὴν δικαιοσύνην αὐτήν. Δὲν θὰ ἤθελα, λοιπόν, νὰ μείνῃ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὁ ὁποῖος θὰ ἀναγνώσῃ τὰ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πασαλίδης, ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ἡ ἀπονομὴ κοινωνικῆς δικαιοσύνης συνδέεται μόνον μὲ τὴν κατάργησιν τῆς ἐλευθέρας ἀναπνοῆς τῶν ἀνθρώπων. Ἡ ἐλευθέρα ἀναπνοὴ εἶναι τὸ πρῶτον, διότι ἄνευ αὐτῆς δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ καὶ πλήρης δικαιοσύνη. Ἐὰν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κρίνω ἐλευθέρως ἐκτίθεμαι καὶ εἰς τὸν κίνδυνον νὰ ἴδω αὐτὴν τὴν οἰκονομικὴν δημοκρατίαν, ἡ ὁποία εἶναι μόνον οἰκονομικὴ καὶ οὐχὶ πνευματικὴ καὶ πολιτική, νὰ τὴν ἴδω διαστρεφομένην. Διότι ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ κριτική, ἡ ὁποία νὰ κατευθύνῃ, ἡ ὁποία νὰ διορθώνῃ, ἡ ὁποία νὰ καταγγέλῃ, ἡ ὁποία νὰ ἐπισημαίνῃ τὰ λάθη, δὲν ἀποκλείεται, παρ’ ὅλας τὰς τυχὸν καλὰς ὡς πρὸς τὸ σημεῖον αὐτὸ θεωρητικὰς διαθέσεις, ἡ λεγομένη οἰκονομικὴ δημοκρατία εἰς χεῖρας μιᾶς κλίκας νὰ μεταβληθῇ εἰς χειροτέραν κοινωνικὴν ἀδικίαν ἀπὸ ἐκείνην, ἡ ὁποία ὑπῆρχε φέρ’ εἰπεῖν, εἰς τὸν 17ον ἢ τὸν 18ον ἢ καὶ αὐτὸν τὸν 19ον αἰῶνα εἰς τὰς κοινωνίας. Κατὰ βάθος δὲν ὑπάρχει ὡς ἔννοια ἢ πραγματικότης ἡ οἰκονομικὴ δημοκρατία. Ὑπάρχει πολιτικὴ δημοκρατία, ἐπιδιώκουσα κοινωνικὴν δικαιοσύνην. Μόνον αὐτὴ εἶναι νοητὴ καὶ μόνον αὐτὴ εἶναι δυνατή. Δὲν σημειοῦται μὲ ἅλματα, σημειοῦται μὲ βήματα, ἀλλὰ τὰ βήματα γίνονται ἀπὸ μακροῦ χρόνου εἰς ὅλον τὸν Κόσμον ἢ εἰς ὡρισμένας ἐν πάσῃ περιπτώσει Χώρας, ὅπως εἶναι αἱ Σκανδιναυϊκαί. Τὰ βήματα πρὸς τὴν κοινωνικὴν δικαιοσύνην σημειοῦνται καὶ ἐδῶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅπου λόγῳ τῆς πενίας μας καὶ μετὰ τὰς καταστροφὰς τὰς ὁποίας γνωρίζετε ὅλοι, ποῖοι μετὰ τοὺς ναζὶ συνεπλήρωσαν καὶ ὡλοκλήρωσαν, ἦτο δύσκολον νὰ γίνουν ἀπὸ τὴν μίαν ἡμέραν εἰς τὴν ἄλλην. Καὶ ἐν τούτοις ἐγένοντο πολλά. Σημειοῦται καὶ ἐδῶ ἡ μεγάλη προσπάθεια τῆς ὅσον τὸ δυνατὸν δικαιοτέρας κατανομῆς αὐτοῦ τοῦ κατ’ ἀρχὴν πτωχοῦ, ἀλλὰ διαρκῶς αὐξανομένου ἐθνικοῦ εἰσοδήματος. Κύριοι συνάδελφοι, ἠναγκάσθην νὰ κάμω τὴν παρέμβασιν αὐτήν, διότι ἁπλούστατα, ἔπρεπε νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν παρέκβασιν τοῦ κ. Πασαλίδη. Ὁ ἐκλογικὸς νόμος οὐδεμίαν σχέσιν εἶχε μὲ τὰ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πασαλίδης. Ἐπὶ πολλὴν ὥραν ἐτόνισεν, ὅτι ὁ ἐκλογικὸς νόμος χωρίζει τοὺς Ἕλληνας εἰς δύο κατηγορίας, εἰς ποίας;
§49Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τῆς πρώτης καὶ δευτέρας κατανομῆς.
§50Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Τὸ πολὺ–πολὺ τῆς πρώτης καὶ δευτέρας κατανομῆς, ἀλλὰ οἱ κύριοι ἐπὶ κεφαλῆς, τῶν ὁποίων εὑρίσκεται ὁ κ. Πασαλίδης, εὑρίσκονται εἰς τὴν πρώτην κατηγορίαν.
§51Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἀπὸ ἐδῶ εἶναι ἡ δευτέρα.....
§52Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἑπομένως, τὰ συνθήματα αὐτά, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν εἶχον σχέσιν μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἀτόπως —μὲ συγχωρεῖ ὁ κ. Πασαλίδης, διότι τὸ τονίζω κατὰ τρόπον κατηγορηματικὸν— ἀτόπως ἐρρίφθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Πασαλίδη, οὐδεμίαν εἶχε σχέσιν μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως).
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, αὐτὸ ποὺ θὰ εἴπω δὲν ἀφορᾷ, βεβαίως τὸν ἐκπρόσωπον τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ὁ ὁποῖος θὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ ὅσην ὥραν ἐπιθυμεῖ. Ὑπεβλήθη ὑπὸ 22 βουλευτῶν τῶν κ. κ. Β. Παπαρρηγοπούλου, Ἰ. Σπηλιοπούλου, Κ. Ἀποσκίτη, Α. Σχινᾶ, Δ. Λαντζούνη,... ... (ἀναγινώσκει τὰ ὀνόματα)... πρότασις ὅπως αἱ ὁμιλίαι περιορισθοῦν εἰς τὸ τέταρτον. Ὁ κ. Παπαρρηγόπουλος θὰ ἐκθέσῃ τὰς ἀπόψεις τῶν ὑποβαλόντων τὴν πρότασιν.
§54Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ εἶμαι ἐκ τῶν ὑπογραψάντων τὴν πρότασιν περὶ περιορισμοῦ τοῦ χρονικοῦ ὁρίου τῆς ὁμιλίας εἰς τὸ τέταρτον, πρέπει νὰ δικαιολογήσω καὶ τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι μὲ ὤθησαν εἰς τὴν ὑπογραφὴν τῆς προτάσεως ταύτης. Νομίζω, ὅτι ἐκ τῆς γενομένης μέχρι σήμερον συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, μετὰ τὰς ἀγορεύσεις τῶν εἰσηγητῶν, τῶν Ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων καὶ τῶν Κοινοβουλευτικῶν ἐκπροσώπων τούτων, ὡς καὶ ἀρκετῶν συναδέλφων, διηυκρινίσθησαν τὰ κύρια σημεῖα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὴν βάσιν καὶ ἀρχὴν τούτου καὶ συνεπῶς, φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπαρκῶς διεφωτίσθη. Ἐὰν μάλιστα ληφθῇ ὑπ’ ὄψει τὸ γεγονός, ὅτι καὶ εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν μὲ τὴν ἰδίαν ἄνεσιν θὰ ἐπαναληφθοῦν τὰ ἴδια πράγματα ἀπὸ τοὺς ρήτορας, νομίζω, ὅτι ἀκινδύνως δυνάμεθα νὰ περιορίσωμεν τὸ χρονικὸν ὅριον τῶν ἀγορεύσεων τῶν ὑπολειπομένων ρητόρων, νὰ δεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου καὶ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, ἐφ’ ὅσον, ἐπαναλαμβάνω, διηυκρινίσθησαν ἀπὸ πάσης πλευρᾶς τὰ κύρια σημεῖα καὶ ἡ βάσις τούτου.
§55Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς ἡμᾶς, προκαλεῖ κατάπληξιν ἡ ἐκ μέρους τῆς Συμπολιτεύσεως ὑποβληθεῖσα πρότασις περιορισμοῦ τοῦ χρόνου τῶν ἀγορεύσεων. Δὲν πρόκειται περὶ ἑνὸς τυχαίου νομοσχεδίου, ἀλλὰ περὶ ἑνὸς νομοσχεδίου γενικωτέρας σημασίας, συνεπῶς, πρέπει νὰ δοθῇ πᾶσα ἄνεσις χρόνου εἰς τοὺς βουλευτὰς διὰ νὰ ἀναπτύξουν τὰς ἀπόψεις των ἐκτενέστερον ἐπὶ τοῦ σοβαρωτάτου αὐτοῦ νομοσχεδίου. Καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀνεγνώρισαν, ὅτι ὁ ἐκλογικὸς νόμος ἔχει κεφαλαιώδη σημασίαν διὰ τὸ μέλλον τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, κατὰ συνέπειαν, ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις τῆς Συμπολιτεύσεως, διὰ τὸν περιορισμὸν τοῦ χρόνου τῆς ὁμιλίας, ἀποβλέπει εἰς τὸ νὰ ἐμποδίσῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ ἐκθέσῃ τὰς ἀπόψεις της, αἱ ὁποῖαι ἀποβλέπουν εἰς τὸ νὰ διαφωτίσουν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διὰ τὴν μελετωμένην καλπονόθευσιν τοῦ ἐκλογικοῦ ἀποτελέσματος τῶν προσεχῶν ἐκλογῶν. Ἔχομεν, συνεπῶς, ὡς ἐκπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, τὴν ἱερὰν ὑποχρέωσιν, ἀλλὰ καὶ τὸ δικαίωμα νὰ προστατεύσωμεν καὶ τὸν λαὸν καὶ τὰ δικαιώματά μας ἔναντι τῆς μελετωμένης καλπονοθεύσεως. Συνδυάζοντες, συνεπῶς, τὴν ἱερὰν ὑποχρέωσιν προστασίας τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ δικαιώματός μας, ἀντιτιθέμεθα ἀπολύτως εἰς τὴν ὑπὸ τῆς Συμπολιτεύσεως ὑποβληθεῖσαν πρότασιν περιορισμοῦ τοῦ χρόνου τῆς ἀγορεύσεως τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον ἐλάχιστοι μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκ τῶν βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὡμίλησαν, ἐκτὸς τῶν εἰσηγητῶν καὶ τῶν Ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων. Πρὸ ὀλίγου ἀκόμη ἐλέχθη εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, περὶ ὑπάρξεως πολιτῶν πρώτης καὶ δευτέρας κατηγορίας. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀρχῆς αὐτῆς καὶ εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην καὶ διὰ τοῦτο ἀντιτιθέμεθα καὶ θὰ καταψηφίσωμεν τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι ἐκ τῶν κ.κ. βουλευτῶν).
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠγέρθησαν οἱ περισσότεροι. Συνεπῶς, ἡ πρότασις ἐγένετο ἀποδεκτή.
§58Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπενθυμίζω, ὅτι εἰς τὴν ἐπερώτησιν τῆς ἐπαρχίας, ἡ ὁποία τόσον βολικὴ ὑπῆρξε διὰ τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἐματαίωσε κἄθε ἄλλον ἔλεγχον, ἡ ἀπόφασις περὶ τετάρτου ἐλήφθη πρὸ διμήνου καὶ δὲν ἐφηρμόσθη.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προϊούσης τῆς συζητήσεως, τὸ Προεδρεῖον θὰ ἐπέμβῃ καὶ θὰ βελτιώσῃ κατά τινα τρόπον τὸ θέμα.
§60Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντιτιθέμεθα καὶ εἰς αὐτό, κ. Πρόεδρε, καὶ δὲν ἐπιτρέπομεν εἰς τὸ Προεδρεῖον τὸ δικαίωμα εὐνοίας. Εἴμεθα ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, ὅλοι ἴσοι καὶ δὲν ἀναγνωρίζομεν εἰς οἱονδήποτε τὸ δικαίωμα νὰ δίδῃ ἢ μὴ εὐρύτητα χρόνου, ὅταν πρόκειται νὰ ὁμιλήσωμεν.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μπακόπουλε, νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς διακόψω, διότι ἐλπίζω, ὅτι δὲν θὰ χρειασθῇ, ἴσως, νὰ συνεχίσητε. Θὰ κάμω πρότασιν βελτιώσεως πρὸς τὸ Σῶμα, τὴν ὁποίαν εἶσθε ἐλεύθεροι νὰ ἀποδεχθῆτε ἢ ὄχι. Δὲν πρόκειται ἐγὼ μόνος μου νὰ ἀποφασίσω, διότι ὁ ρόλος τοῦ Προεδρείου δὲν εἶναι αὐτός. Ἀφήσατέ με νὰ ἔχω μίαν πρωτοβουλίαν, τὴν ὁποίαν θὰ θέσω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς.
§62Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, ἡ πλειοψηφία παρεδέχθη τὸν περιορισμὸν τοῦ χρόνου ὁμιλίας τῶν βουλευτῶν. Ἀλλ’ ἡμεῖς θεωροῦμεν τοῦτο ὡς μίαν καταπάτησιν τῶν δικαιωμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τὸ ἐπισημαίνομεν διὰ τὴν κρίσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μπακόπουλε, κατὰ τὸν Κανονισμὸν δὲν ἔχετε τὸν λόγον. Δὲν σᾶς ἔδωσα τὸν λόγον διὰ νὰ λέγετε αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἴπατε —τὸ ἐπισημαίνεται κλπ.— Γνωρίζετε τὸν Κανονισμὸν καὶ σᾶς παρακαλῶ, φιλικῶς, νὰ μὴ ἐπιμείνητε νὰ κάμετε ἀγόρευσιν, πολλῷ μᾶλλον, ἀφοῦ δὲν σᾶς ἐδόθη κανονικῶς ὁ λόγος.
§64Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Στερούμεθα τοῦ δικαιώματος νὰ ὁμιλήσωμεν. Διαμαρτυρόμεθα διὰ τὴν κατάχρησιν αὐτὴν τῆς δυνάμεως τῆς πλειοψηφίας.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καμμία παραβίασις τοῦ Κανονισμοῦ δὲν ἐσημειώθη. Τὸ ἐναντίον, θὰ προσπαθήσωμεν νὰ εὕρωμεν μέσην λύσιν, κ. Μπακόπουλε, διὰ τὴν προώθησιν τῆς συζητήσεως, ἥτις, ὡς εἶναι εὔκολον νὰ διαπιστωθῇ, προχωρεῖ μὲ βραδύτατον ρυθμόν.
§66Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Ἐπειδή, κ. Πρόεδρε, ἐφηρμόσθη ὁ Κανονισμὸς εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὸν περιοσμὸν τοῦ χρόνου, χωρὶς νὰ ὑπάρξῃ ἡ πρὸς τοῦτο ἀπαιτουμένη συμφωνία, δηλοῦμεν ἐκ μέρους τῆς παρατάξεώς μας ἐπειδή, ἐπαναλαμβάνω, ἐφηρμόσθη ὁ Κανονισμὸς ἐπὶ τῇ βάσει τυπικῶν κριτηρίων, θὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ ἴδιον καὶ θὰ ἐγγραφῶμεν ἅπαντες νὰ ὁμιλήσωμεν ἐπὶ ἓν τέταρτον ὅλοι. Ἐπίσης, ὁ Κανονισμὸς δίδει τὴν εὐκαιρίαν νὰ ὁμιλήσωμεν καὶ εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν καὶ ἐκεῖ δηλοῦμεν, ὅτι θὰ ἐγγραφῶμεν καὶ θὰ ὁμιλήσωμεν ὅλοι.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει λόγος, κ. Ἐφραιμίδη, νὰ φθάνωμεν εἰς ἀκρότητας. Θὰ εὕρωμεν λύσιν δι’ ὅλα. Δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐκτίθεσθε εἰς τοιούτου εἴδους ἀπειλάς. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει καλὴ θέλησις καὶ δὲν τὸ ἀμφισβητῶ, θὰ εὑρεθῇ τρόπος νὰ ἐπέλθῃ συνεννόησις. Ὁρίστε, κ. Γαληνέ.
§68Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, πρῶτον, νὰ ἀσχοληθῶ δι’ ὀλίγων μὲ τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν περιορισμοῦ τῶν ἀγορεύσεων εἰς τὸ τέταρτον. Ἐκ μέρους τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, δηλῶ, ὅτι ἀντιτιθέμεθα εἰς τὴν πρότασιν αὐτήν, τὴν ὁποίαν ὀρθῶς ἐχαρακτήρισεν ὁ ἀξιότιμος κ. Μπακόπουλος, ὡς καταπιεστικὴν εἰς βάρος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ πρέπει νὰ γνωρίζετε, ὅτι εἰδικῶς διὰ τὸν ἐκλογικὸν νόμον, οἱ βουλευταὶ ἔχουν δικαίωμα ἀκόμη καὶ ἀντιθέτου πρὸς τὸ Κόμμα των γνώμης. Ἑπομένως, εἶναι κλασσικὴ μορφὴ νόμου ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπιβάλλεται ἡ μακρὰ συζήτησις. Ἐσημείωσα μὲ ἱκανοποίησιν τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου καὶ ἐλπίζω, ὅτι ἐν τῇ προόδῳ τῶν συζητήσεων θὰ ἐπέμβῃ τὸ Προεδρεῖον διὰ νὰ ἀνατραπῇ ἡ ἀπόφασις αὐτὴ καὶ νὰ ἰσχύσῃ τὸ ὀρθὸν καὶ τὸ δίκαιον. Καὶ ἔρχομαι, κ. συνάδελφοι, εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου. Ἡ Δημοκρατικὴ Ἕνωσις, ὡς Κόμμα βαθύτατα Δημοκρατικόν, ἀντιτίθεται εἰς πᾶσαν πρᾶξιν ἢ παράλειψιν, ἡ ὁποία ἀνατρέπει τὸ Δημοκρατικόν μας Πολίτευμα, πολὺ δὲ περισσότερον εἶναι ἐναντίον τῆς νομοθετικῆς κατοχυρώσεως τῶν πράξεων ἢ παραλείψεων αὐτῶν. Φοβοῦμαι, ὅτι ἀπεδείχθη, ὅτι τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου εἶναι, ἀκριβῶς, ἕνα νομοτεχνικὸν τέχνασμα πρὸς περιγραφὴν τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ καὶ πρὸς ἀνατροπὴν τοῦ Δημοκρατικοῦ μας Πολιτεύματος. Ἀπεδείχθη, ὅτι πρόθεσις τοῦ νόμου δὲν εἶναι ἡ ἐλευθέρα ἐκδήλωσις τῆς λαϊκῆς θελήσεως, καὶ ἡ ἀνάδειξις Κυβερνήσεως, συμφώνως πρὸς τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ ἡ διατήρησις τῆς Κυβερνήσεως μειοψηφίας εἰς τὴν ἐξουσίαν, εἰς πεῖσμα τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ. Ἡ Κυβέρνησις ἔφερεν ἕνα σχέδιον νόμου τροποποιήσεως τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, πιεζομένη ἀπὸ τὴν λαϊκὴν κατακραυγήν. Σύσσωμος ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶχεν ἀντιταχθῇ εἰς τὸν νόμον τοῦ 1958. Πιεζομένη, λοιπόν, ἀπὸ τὴν γενικὴν κατακραυγὴν ἔφερεν εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου διὰ νὰ τροποποιήσῃ τὸν ἰσχύοντα ἐκλογικὸν νόμον τοῦ 1958. Φυσικὸν ἦτο. Ἔπρεπε νὰ περιμένῃ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ λαὸς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις συναισθανομένη τὴν εὐθύνην της, ἔχουσα συνείδησιν τῶν στιγμῶν ποὺ διερχόμεθα, θὰ ἔφερε ἕνα νομοσχέδιον εἰς τὸ ὁποῖον τοὐλάχιστον δὲν θὰ ἀντικατοπτρίζετο ὁ δόλος διὰ τὴν περιγραφὴν τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ. Φυσικὸν θὰ ἦτο νὰ φέρῃ, ὅπως τῆς ὑπεδείχθη ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Νοεμβρίου, ἕνα ἐκ τῶν νόμων, τῶν ἰσχυσάντων ἤδη, διὰ τῶν ὁποίων, τοὐλάχιστον, θὰ ἦτο δυνατὸς ὁ ἀνταγωνισμὸς τῶν Κομμάτων ἐπὶ ἴσοις ὅροις. Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ φέρῃ ἕνα ἐκ τῶν προϊσχυσάντων νόμων, οἱ ὁποῖοι εἶχον ψηφισθῆ εἰς ἀνύποπτον ἐν σχέσει πρὸς τὴν παροῦσαν Βουλὴν χρόνον, ὅπως ἦτο ἡ ἐνισχυμένη ἀναλογικὴ τοῦ 1951. Ἀντὶ τούτου, ὅμως, ἡ Κυβέρνησις ἔφερεν ἕνα νόμον, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι οὔτε ὁ νόμος τοῦ 1951, οὔτε ὁ νόμος τοῦ 1958, ἀλλὰ εἶναι ἄθροισμα πλεκτανῶν καὶ τῶν δύο ἐκείνων νόμων. Καὶ ἰσχυρίζεται ἡ Κυβέρνησις, ὅτι εἰσάγει νόμον ἐπιδιώκοντα δύο σκοπούς, τοὺς ὁποίους θεωρεῖ Ἐθνικούς. Πρῶτον, τὴν ὕπαρξιν εἰς τὴν Χώραν ἰσχυρᾶς Κυβερνήσεως (καὶ προσθέτει: «ἑνιαίας πνοῆς καὶ ἑνιαίας κατευθύνσεως») καὶ δεύτερον, τὴν ἀποτροπὴν τῆς πολώσεως τῶν πολιτικῶν δυνάμεων. Ἐλπίζω, ὅτι καὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν, τίποτε δὲν εἶναι ἱκανὸν νὰ ἀνατρέψῃ τὴν βάσιν τῆς Δημοκρατίας, ἡ ὁποία εἶναι νὰ κυβερνᾷ ἡ πλειοψηφία καὶ νὰ ἐλέγχῃ ἡ μειοψηφία. Βεβαίως, ἐνδέχεται, ἡ πλειοψηφία νὰ εἶναι σχετικὴ καὶ νὰ δίδῃ Κυβέρνησιν. Πάντως, ὅμως, κατὰ ἕνα ποσοστόν, τὸ ὁποῖον νὰ εἶναι ἀνεκτόν. Ἀλλὰ ἡ πλειοψηφία αὐτὴ πρέπει νὰ προέρχεται ἀπὸ ἕνα ἀνταγωνισμὸν ἐπὶ ἴσοις ὅροις καὶ νὰ ὀφείλεται εἰς αἴτια μὴ μηχανευθέντα προκαταβολικῶς. Καὶ διὰ νὰ ἐξηγήσω τὴν σκέψιν μου, λέγω, ὅτι ἐὰν κατὰ τὸ 1958 δὲν εἶχεν ἐπακριβῶς προβλεφθῆ καὶ δὲν εἶχε ψηφισθῆ νομοσχέδιον διὰ νὰ δημιουργηθῇ πλειοψηφία μειοψηφίας, ἀσφαλῶς, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τόσας ἀντιρρήσεις. Διότι τὸ 42% ἔγινε Κυβέρνησις. Ἀλλὰ αἱ ἀντιρρήσεις ὑπῆρξαν, διότι ἡ Κυβέρνησις τῆς Ε.Ρ.Ε., οὖσα καὶ τότε Κυβέρνησις, διὰ νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν ἐψήφισε νόμον, κομμένον καὶ ραμμένον εἰς τὰ μέτρα της. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι γνωστόν. Ἐνῷ, δηλαδή, ἐμειώθησαν κατὰ 6% αἱ ψῆφοι της, ηὔξησε τὴν Κοινοβουλευτικήν της δύναμιν κατὰ 10%. Μὲ τὸν νέον νόμον ἡ Κυβέρνησις ἐπιδιώκει, γνωρίζουσα, ὅτι καὶ πάλιν ἡ δύναμίς της ἐμειώθη, νὰ ἐπιτύχῃ καὶ πάλιν μειοψηφίαν, ἱκανὴν νὰ τῆς δώσῃ Κυβέρνησιν. Καὶ τοῦτο, ἐναντίον τῆς Δημοκρατίας, ἐναντίον πάσης ἐννοίας Δικαιοσύνης, διὰ νὰ μὴ εἴπω καὶ ἠθικῆς ἀρχῆς. Ἐλπίζω, ὅτι εἶναι δυνατόν, ἐὰν τὸ θέλωμεν, νὰ συνεννοηθῶμεν, κατ’ ἀρχήν, ἐπὶ τοῦ περιεχομένου τῶν ὅρων τοὺς ὁποίους χρησιμοποιεῖ ἡ Κυβέρνησις. Λέγει, λοιπόν, ὅτι ἐπιδιώκει ἰσχυρὰν Κυβέρνησιν. Ἐλπίζω, ὅτι συμφωνεῖ καὶ ἡ συμπολίτευσις ἀκόμη, ὅτι ἰσχυρὰ Κυβέρνησις πρέπει νὰ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία, κατὰ τὸ δυνατόν, ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν λαϊκὴν πλειοψηφίαν. Ἰσχυρὰ Κυβέρνησις, ἐπίσης, εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία δὲν ἀποτελεῖ συγκόλλησιν, ἐξ ἀνάγκης, Κομμάτων, καὶ μάλιστα ἐξ ἀνάγκης ποὺ προκαλεῖται ἀπὸ τὴν πίεσιν ἀπειλῆς ἐκλογῶν, ἢ ἀπὸ διαφόρους ἄλλας ὑπόπτους πιέσεις. Ἰσχυρὰ Κυβέρνησις εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία στηρίζεται εἰς τὴν λαϊκὴν πλειοψηφίαν, τὴν προερχομένην ἐξ ἐλευθέρας βουλήσεως καὶ κρίσεως τῶν μελῶν της. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, νομίζω, ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία τόσον ὑπερηφανεύεται καὶ διακηρύσσει τὴν ἰδικήν της μονοκομματικὴν ἑνότητα καὶ ἑνιαίαν κατεύθυνσιν, κάθε ἄλλο παρὰ παρόμοιον πρᾶγμα εἶναι. Ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις τῆς Ε.Ρ.Ε., ἀποτελεῖται ἀπὸ μέλη ἄλλων Κομμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουν συνέλθει καὶ ἀποτελέσει Κυβέρνησιν. Νομίζω, ὅτι ἔχω ἀποδείξει καὶ ἄλλοτε, ὅτι ἡ σημερινὴ πλειοψηφία κάθε ἄλλο παρὰ ἕνα Κόμμα ἑνιαίας κατευθύνσεως εἶναι. Πρὸς τοῦτο δύναμαι νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸ 1958. Ἐπίσης θὰ ἠδυνάμην νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν γνώμην ἐπιλέκτου στελέχους τοῦ σημερινοῦ κυβερνῶντος Κόμματος, τοῦ κ. Μανιαδάκη, διὰ τὸν κ. Πρόεδρον καὶ Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν καὶ ἄλλοτε ἀνέγνωσα ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Δὲν εἶναι ἡ Ε.Ρ.Ε. ἑνιαῖον Κόμμα, ἀλλὰ εἶναι ἕνωσις Κομμάτων διαφόρων κατευθύνσεων, ἡ ὁποία ἕνωσις γίνεται, διὰ τὴν νομὴν τῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία ἐξ εὐνοίας ἐδόθη εἰς ἓν καὶ μόνον ἄτομον, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι παράδειγμα πρὸς μίμησιν καὶ ἀρχὴ πρὸς συντήρησιν τῆς Δημοκρατίας, ὥστε νὰ τὴν ἀκολουθοῦν καὶ ἄλλα Κόμματα. Δεύτερον θέμα, εἶναι, ὅτι ἡ ἰσχυρὰ Κυβέρνησις πρέπει νὰ πιστεύῃ εἰς τὸν ἑαυτόν της καὶ εἰς τὸν λαόν, ὁ ὁποῖος τὴν ἐξέλεξε κατὰ τὸ ποσοστόν, ἔστω κατὰ τὸ ὁποῖον τὴν ἐξέλεξε. Φοβοῦμαι, ὅμως, ὅτι αὐτὸ δὲν συμβαίνει μὲ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, διότι τοῦτο δὲν τὸ αἰσθάνεται. Διότι, ἐὰν τὸ ᾐσθάνετο, δὲν θὰ προσπαθοῦσε νὰ διατηρήσῃ τὸ σημερινὸν καθεστὼς μὲ τὰ ἔκτακτα μέτρα καὶ νὰ προσπαθῇ δι’ αὐτῶν νὰ ἐμποδίζῃ τὴν δρᾶσιν καὶ τὰς ἐκδηλώσεις τοῦ λαοῦ, αἱ ὁποῖαι πηγάζουν ἐκ τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων. Αὐτὸ ἀποδεικνύει ἔλλειψιν πίστεως τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν λαὸν καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία δὲν πιστεύει εἰς τὸν λαόν, ὁ ὁποῖος τὴν ἀνέδειξε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λέγεται ἰσχυρὰ Κυβέρνησις.
§69Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Πιστεύει εἰς τὰ μυστικὰ κονδύλια.
§70Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Ναί, ἀλλὰ δὲν πιστεύει εἰς τὸν λαόν. Φοβοῦμαι, ὅτι παρομοία Κυβέρνησις ἰσχυριζομένη, ὅτι εἶναι ἰσχυρὰ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ δημιουργῇ συμφορὰς καὶ ὅσον τὸ συντομώτερον φύγει ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν τόσον τὸ καλλίτερον θὰ εἶναι διὰ τὸ Ἔθνος. Νομίζω, ὅτι συμφώνως πρὸς τὰς σκέψεις αὐτάς, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀληθεῖς ἡ ἔννοια τῆς ἰσχυρᾶς Κυβερνήσεως δὲν συμβιβάζεται καθόλου μὲ τὴν ἔννοιαν τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ε.Ρ.Ε. Οὔτε εἶναι δυνατὸν αἱ σκέψεις αὐταὶ νὰ εὕρουν ἀνταπόκρισιν εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκει τὸ νομοσχέδιον. Λέγει, ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου, τὸ εἶπον δὲ καὶ οἱ κ.κ. Ὑπουργοί, ὅτι δεύτερος σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ ἀποφυγὴ τῆς πολώσεως. Ὑποθέτω, ὅτι καὶ ἐδῶ θὰ συμφωνήσωμεν ὅλοι. Ὅταν λέγωμεν πόλωσιν, ἐννοοῦμεν τὴν δημιουργίαν δύο ἰσχυρῶν συνασπισμῶν, εἰς τὸ ἕνα ἐκ τῶν ὁποίων μετέχει καὶ τὸ κομμουνιστικὸν Κόμμα μὲ δεσπόζουσαν θέσιν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶ τὴν ἄποψιν τοῦ κ. εἰσηγητοῦ τῆς πλειοψηφίας, ὅτι καὶ τὸ 1946 εἴχομεν πόλωσιν, καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ κομμουνιστικὸν Κόμμα εἶχεν ἀποχήν. Ἐρωτᾶται: Ποῖον εἶναι σήμερον τὸ κομμουνιστικὸν Κόμμα; Κατὰ τοὺς νόμους τῆς Πολιτείας, τὸ κομμουνιστικὸν Κόμμα εἶναι ἐκτὸς νόμου.
§71ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ἡ Ε.Δ.Α.
§72Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Ἡ Ε.Δ.Α. εἶναι νόμιμον Κόμμα. Γιὰ νὰ ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλῆτε περὶ κομμουνισμοῦ, πρέπει νὰ εἶναι νόμιμον τὸ Κ.Κ.Ε. Καὶ αὐτὸ θὰ ἠδύνατο νὰ εἶναι μία πρότασίς μου. Δηλαδή, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ νομιμοποιηθῇ τὸ Κ.Κ.Ε., διὰ νὰ γνωρίζωμεν ποῖοι καὶ πόσοι εἶναι οἱ κομμουνισταί. Ὁ ἰσχυρισμός, ὅτι ἡ Ε.Δ.Α. εἶναι κομμουνισμός, ἰδίᾳ, ὅμως, ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἀντιμετωπίζεται ἡ Ε.Δ.Α., ὡς νόμιμον Κόμμα ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ ὡς παράνομον ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, εἶναι ἀντισυνταγματικὸς καὶ ἀντεθνικός. Εἶναι ἀντεθνικὸν αὐτὸ τὸ χάρισμα εἰς τὸ Κ.Κ.Ε. τοῦ 25% ποὺ ἔφερεν ἡ Ε.Δ.Α., μὲ τοὺς συνδυασμοὺς τῆς ὁποίας καὶ ἐγὼ συνειργάσθην κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογάς. Κατὰ τὸ 1946 καὶ ἐν συνεχείᾳ τὸ 1950 καὶ 1951, μοῦ ἐδόθη ἡ εὐκαιρία νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι ἔγκλημα ἐθνικὸν νὰ χαρίζωμεν εἰς τὸ Κ.Κ.Ε. τὴν ἐαμικὴν δύναμιν, ἡ ὁποία ἔλαβε μέρος εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀντίστασιν. Καὶ νομίζω, ὅτι ἕνα ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα ἐγκλήματα τοῦ καθεστῶτος αὐτοῦ εἶναι ἡ ταύτισις τοῦ ἐαμισμοῦ πρὸς τὸν κομμουνισμὸν καὶ ἡ δίωξις παντὸς ἐαμίτου καὶ τῆς οἰκογενείας του. Τὸ ἔγκλημα αὐτὸ ἐπαναλαμβάνετε καὶ σήμερον, διὰ νὰ ἐξυπηρετήσητε τὰ ἰδικά σας καὶ μόνον συμφέροντα, ὅταν θέλετε νὰ χαρίσητε εἰς τὴν παρανομίαν καὶ εἰς τὸν κομμουνισμὸν τὰ 2.000.000 τῶν Ἑλλήνων ἢ τὰ 25% τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ διαμαρτυρηθῶ καὶ νὰ δηλώσω, ὅτι καθ’ ἡμᾶς δὲν ὑπάρχουν 2.000.000 παράνομοι Ἕλληνες, καὶ ἂν ὑπάρχουν, εἶναι ἐλάχιστοι, τοὺς ὁποίους, νομίζω, ὅτι σεῖς καὶ οἱ νόμοι τῆς πολιτείας τοὺς ἀναγκάζουν νὰ εἶναι παράνομοι. Ἐάν, λοιπόν, ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμῇ νὰ ἀποφύγῃ τὴν πόλωσιν, τρόποι ὑπάρχουν. Νὰ νομιμοποιηθῇ τὸ Κ.Κ.Ε. καὶ νὰ εἰσαγάγῃ ἐκλογικὸν σύστημα τῆς ἁπλῆς ἀναλογικῆς, μὲ τὸ ὁποῖον ὅλα τὰ Κόμματα καὶ ὅλαι αἱ ἀποχρώσεις θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ κατέλθουν αὐτοτελῶς εἰς τὰς ἐκλογὰς καὶ νὰ διεκδικήσουν τὴν ψῆφον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Κύριοι βουλευταί, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ὑπεύθυνος Ἕλλην πολιτικός, βουλευτὴς ἢ οἱοσδήποτε Ἕλλην, ὁ ὁποῖος πρῶτον νὰ ἐπιθυμῇ τὴν ἀκυβερνησίαν καὶ δεύτερον νὰ μὴ ἐπιθυμῇ νὰ κατέλθῃ μὲ τὴν ἰδικήν του σημαίαν εἰς τὰς ἐκλογὰς πρὸς ἐπικράτησιν τῆς ἰδικῆς του ἰδεολογίας καὶ νὰ γίνῃ Κυβέρνησις τῆς χώρας. Ὅταν, λοιπόν, δὲν θέλωμεν νὰ ὑπάρχῃ πόλωσις, πρέπει νὰ δώσωμεν τὴν δυνατότητα εἰς ὅλας τὰς πολιτικὰς κατευθύνσεις νὰ ἀγωνισθοῦν ἐπὶ ἴσοις ὅροις. Ἀκούω νὰ γίνεται λόγος περὶ πολυκομματισμοῦ καὶ σᾶς ἐρωτῶ: Κατὰ ποίαν λογικὴν θέλετε ἡμεῖς, διότι εἴμεθα μικρὸν Κόμμα, νὰ μὴ ἐκπροσωπούμεθα εἰς τὴν Βουλήν; Σᾶς ἐνοχλοῦμεν; Διὰ ποῖον λόγον πρέπει σώνει καὶ καλά, βάσει νόμου, νὰ καταπνίξητε τὴν θέλησιν ἑκατομμυρίων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν εἰς τὰ μικρὰ Κόμματα, καὶ διατὶ δὲν πρέπει νὰ ἐκπροσωπηθοῦν καὶ αὐτὰ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν; Διατί; Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθόν. Ἀλλὰ ἡμεῖς ὡς Κόμμα, διὰ νὰ ἀποδείξωμεν τὴν καλήν μας πίστιν, διὰ νὰ ἀποδείξωμεν τὴν διάθεσίν μας πρὸς συνεργασίαν μὲ ὅλα τὰ Κόμματα, διὰ νὰ δώσωμεν εἰς τὸν τόπον Κυβέρνησιν καὶ ἀκόμη διὰ νὰ βοηθήσωμεν καὶ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὰς ἰδικάς της ἀπόψεις, καίτοι πιστεύομεν εἰς τὴν ἁπλῆν ἀναλογικήν, καίτοι ἐπιδιώκομεν καὶ κατ’ ἐπανάληψιν διεκηρύξαμεν τὴν ἀνάγκην ψηφίσεως τῆς ἁπλῆς ἀναλογικῆς, ἐδέχθημεν νὰ καθιερωθῇ ἐλαφρῶς ἐνισχυμένη ἀναλογική. Καὶ προετείναμεν ἕνα ποσοστὸν 10%. Θέλετε νὰ μοῦ εἴπητε, ὅτι τὸ 10% τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ δὲν πρέπει νὰ ἐκπροσωπῆται εἰς τὴν Βουλήν; Ἀλλὰ τότε θὰ εἶμαι ἔνοχος ἐγὼ ἂν κάμω οἱανδήποτε συνεργασίαν ἀμυνόμενος; Κύριοι βουλευταί, πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι διὰ πᾶν τέχνασμα καὶ διὰ πάντα δόλον ὑπάρχει ἀντίδοτον καὶ δὲν ἠμπορεῖ τὸ ἀντίδοτον νὰ ἐκλαμβάνεται ὡς ἀπειλή. Ὅταν ὁμιλῶ ἐκ μέρους τοῦ Κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω καὶ τὸ ὁποῖον ἐκπροσωπῶ, πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι δὲν ὁμιλῶ ἰδιοτελῶς, οὔτε ἀντιμετωπίζω τὰ κομματικά μας συμφέροντα. Ἀναλόγως πρὸς τὸν ἐκλογικὸν νόμον ἐπιφυλάσσομεν εἰς ἑαυτοὺς τὸ δικαίωμα νὰ ἐνεργήσωμεν καὶ σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἰς τὰ τεχνάσματα ὑπάρχει τὸ ἀντίδοτον, τὸ ὁποῖον γνωρίζομεν καὶ ἀναλόγως πρὸς τὸν νόμον θὰ ἐφαρμόσωμεν. Κύριοι βουλευταί, τὸ ὁριζόμενον ποσοστὸν τοῦ 17%, ἀλλὰ καὶ γενικώτερον τὸ νομοσχέδιον, καθ’ ἡμᾶς τείνει εἰς τὴν διάλυσιν τοῦ Κέντρου καὶ μόνον. Ὀρθῶς ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, χθὲς σᾶς ἐξήγησε διατὶ τὸ 17% σήμερον εἶναι περισσότερον ἀπὸ τὸ 25% τοῦ 1958. Νομίζω δέ, ὅτι θὰ ἀδικοῦσα τὴν νοημοσύνην σας ἂν ἐπανελάμβανα τὰ αὐτά. Πράγματι, τὸ 17% εἶναι περισσότερον ἀπὸ τὸ 25%. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τὸ 17% τῆς πρώτης κατανομῆς. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον βάλλει κατὰ τοῦ Κέντρου καὶ μόνον εἶναι τὸ ποσοστὸν τῶν συνεργαζομένων κομμάτων. Ὅταν ὁρίζετε 25%, ἐναντίον τίνος στρέφεσθε; Ἐναντίον τῆς Ε.Δ.Α.; Ἀντιθέτως, νομίζω, ὅτι τὸ 25% εἰς τὴν βʹ κατανομὴν εἶναι δωρεὰ πρὸς τὴν Ε.Δ.Α. Διότι δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι κανεὶς τόσον ἀφελὴς ἐδῶ μέσα, ὥστε νὰ πιστεύῃ, ὅτι οἱονδήποτε κόμμα συνεργαζόμενον μὲ τὴν Ε.Δ.Α, δὲν θὰ πάρῃ τὸ 25% ἢ δύο κόμματα συνεργαζόμενα μὲ τὴν Ε.Δ.Α. δὲν θὰ πάρουν τὸ 30%. Ἀλλὰ ὁ δόλος καὶ ἡ πονηρία τοῦ νόμου στρέφεται ἀκριβῶς ἐναντίον τῶν κομμάτων τοῦ Κέντρου. Ἀποκλειστικῶς ἐναντίον αὐτῶν. Ἐπαναλαμβάνω, ὄχι μόνον εἶναι τὸ ποσοστὸν τῆς Αʹ κατανομῆς, τὸ ὁποῖον θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ἀντιληφθῆ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι εἶναι πολὺ ὑψηλὸν καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ καταβιβάσῃ εἰς τὸ 10%, ἀλλὰ κυρίως τὸ ποσοστὸν 25% καὶ 30% διὰ τοὺς συνασπισμούς, τὸ ὁποῖον εἶναι φραγμὸς διὰ τὴν συνεργασίαν τοῦ Κέντρου, χάριν τοῦ ὁποίου ἀκριβῶς, χύνουσα κροκοδείλια δάκρυα ἡ Κυβέρνησις, λέγει: Ἐπὶ τέλους ἑνωθῆτε. Καὶ ἐνῷ τὸ λέγει αὐτὸ διὰ τοῦ νόμου προσπαθεῖ νὰ τορπιλλίσῃ τὴν συνεργασίαν, διότι ἀκριβῶς αὐτὴν φοβεῖται. Νομίζω, κ. βουλευταί, ὅτι ἂν θέλωμεν νὰ εἴμεθα εἰλικρινεῖς εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ἂν θέλωμεν νὰ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰ καθήκοντα καὶ τὰς κρισίμους στιγμάς, τὰς ὁποίας διέρχεται ἡ Πατρίς, ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ δώσωμεν ἕνα νόμον, ὁ ὁποῖος νὰ εἶναι δίκαιος καὶ ἀδιάβλητος, τοὐλάχιστον δὲ εἰς οὐδένα νὰ δίδῃ τὸ δικαίωμα παραπόνων καὶ διαμαρτυριῶν, διότι ἀναγκάζεται νὰ κάμνῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν πιστεύει. Νομίζω, ὅτι ἡ Ε.Δ.Α. πρώτη – καὶ αὐτὸ εἶναι πρὸς τιμὴν τοῦ κόμματος, διότι ἀπὸ ὑψηλῆς περιωπῆς καὶ θέσεως ὁμιλεῖ — ἐπρότεινε τὴν ἁπλῆν ἀναλογικήν. Ἔπρεπε νὰ τὴν ἔχωμεν δεχθῆ ὅλοι. Δὲν θέλετε; Ὁρίσατε τότε 10% διὰ τὰ αὐτοτελῆ κόμματα καὶ 15% διὰ τοὺς συνασπισμούς. Τότε θὰ εἶναι δυνατὸς ὁ ἀνταγωνισμὸς καὶ δὲν θὰ ἠμπορῇ κανεὶς νὰ σᾶς ἐπιρρίψῃ τὴν μομφήν, ὅτι εἰσηγεῖσθε νόμον δόλιον, καίτοι ἀποδοκιμάζεσθε ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀλλά, κ. συνάδελφοι, τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι μόνον εἰς τὰ ποσοστά του δόλιον. Νομίζω, ὅτι ἀρκετὰ ἀνεπτύχθησαν τὰ ποσοστὰ καὶ ἂν πιστεύσω τὸν Τύπον, ὑπάρχει κἄποια διάθεσις τῆς Κυβερνήσεως πρὸς μείωσίν των. Βεβαίως θὰ περιμένω νὰ ἀκούσω καὶ νὰ ἴδω μέχρι ποίου σημείου εἶναι διατεθειμένη — ἂν εἶναι διατεθειμένη — ἡ Κυβέρνησις, νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς τὰ ποσοστά. Θὰ τῆς συνίστων, εἰλικρινῶς, νὰ δεχθῇ τὰς ἀπόψεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, αἱ ὁποῖαι ἄλλωστε συμπίπτουν καὶ νὰ δώσῃ εἰς τὸν τόπον νόμον ἐκλογικόν, μὲ τὸν ὁποῖον νὰ δύνανται τὰ ἄλλα κόμματα νὰ ἀνταγωνισθοῦν μαζί των ἐπὶ ἴσοις ὅροις.
§73Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπ. Πρ. Κυβ.). Θὰ ἤθελα νὰ σᾶς θέσω τὸ ἑξῆς ἐρώτημα: Λέγετε, ὅτι τὸ 25% στρέφεται κατὰ τοῦ Κέντρου. Ἔχω τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι αὐτὸ τὸ 25% δὲν στρέφεται κατὰ τοῦ Κέντρου, ἀλλὰ παρέχει εἰς τὸ Κέντρον τὴν ἑξῆς δυνατότητα βάσιμον καὶ στηριζομένην εἰς τὰ πράγματα καὶ τοὺς ἀριθμοὺς τοῦ 1958, νὰ ἀποτελέσῃ μίαν ἑνότητα καὶ νὰ διεκδικήσῃ αὐτό, ἔχον πέραν τοῦ 25%, τὴν δύναμιν, ἡ ὁποία τοῦ ἀνήκει ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Διατί στρέφεται κατὰ τοῦ Κέντρου; Ἤθελα νὰ μοῦ λύσετε αὐτὴν τὴν ἀπορίαν.
§74Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἔχετε κάμει τὸν λογαριασμὸν καὶ ἀπὸ τὸν λογαριασμὸν ἀκριβῶς συνήχθη τὸ λανθασμένον, κατ’ ἐμέ, συμπέρασμα, ὅτι τὸ Κέντρον δὲν ἠμπορεῖ νὰ φθάσῃ τὸν ἀριθμὸν αὐτόν. Διότι, ἐξεκινήσατε χθές, ὅτι τὸ Κέντρον ἐπῆρε 33% εἰς τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1958. Ποῖον ἦτο τότε τὸ Κέντρον; Ποῖα κόμματα ἦσαν; Ἂν δὲν ἀπατῶμαι ἦτο καὶ ὁ κ. Κανελλόπουλος.
§75Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Δὲν ἦτο ὁ κ. Κανελλόπουλος.
§76Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, διὰ νὰ ὁρίσῃ ποσοστὸν 17% διὰ τὰ κόμματα καὶ 25% διὰ τοὺς συνασπισμούς, πιστεύει, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ φθάσουν. Ξεκινᾷ ἀπὸ τὸν ἀριθμὸν 33% καὶ λέγει: Κ.Ε. Α. ἕνας συνασπισμός, μεγάλο κόμμα. Δημοκρατικὸν Κόμμα δεύτερον κόμμα. Καὶ τὰ δύο μαζὶ δὲν φτάνουν τὸ 34%. Κἄτι θὰ πάρῃ καὶ ὁ καημένος ὁ Μαρκεζίνης ὁ μικρός, κἄτι θὰ πάρῃ καὶ ὁ καημένος ὁ Τσιριμῶκος, ὁ μικρός, καὶ ἔτσι κανεὶς δὲν θὰ πιάσῃ τὸ 17%. Δι’ αὐτὸ ὡρίσθη τὸ 17%. Διότι, ἄλλως, δὲν θὰ εἶχε δικαιολογίαν. Εἶναι ὁ εὐσεβὴς ἢ μᾶλλον ἀσεβὴς πόθος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι οὐδὲν κόμμα θὰ φθάσῃ τὸ 17%. Ἐρχόμεθα εἰς τοὺς συνασπισμούς. Ἡ Κυβέρνησις λέγει, διατί δὲν συνασπίζεσθε; Θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Πρῶτον, δὲν ξεύρομεν τί θὰ κάμωμεν, οὔτε σᾶς εἴπομεν τί θὰ κάμωμεν. Δεύτερον, νομίζομεν, ὅπως ὀρθῶς ἀνέπτυξεν ὁ κ. Μαρκεζίνης, ὅτι ἕκαστον τῶν κομμάτων μας ἔχει ἰδικήν του ἰδεολογικὴν κατεύθυνσιν τῶν ἄλλων κομμάτων. Δὲν ἀντιλαμβάνομαι, διατί πρέπει σεῖς οἱ πολιτικοί μας ἀντίπαλοι διὰ νόμου νὰ μᾶς ἀναγκάσετε νὰ ἑνωθῶμεν. Διατί; Ποῖος ὁ σκοπός σας; Ποῖος ὁ λόγος; Ἐπειδὴ βασίζεσθε εἰς τὰς προσωπικὰς διαφωνίας τῶν ἡγετῶν τοῦ Κέντρου; Διότι ἐκεῖ ὑπολογίζετε. Ἐγὼ θὰ σᾶς εἴπω ἐλευθέρως τὰς σκέψεις μου. Δὲν διεκδικῶ, μέχρις ἀποδείξεως τοῦ ἐναντίου, διὰ τὸ ἰδικόν μου τὸν τίτλον τοῦ μεγάλου κόμματος καὶ ἠμπορῶ νὰ ὁμιλῶ ἐλευθέρως. Καὶ σᾶς λέγω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διὰ μὲν τὸ 17% ἔκαμε ἁπλῆν μαθηματικὴν πρᾶξιν, διαίρεσιν δηλαδή, διὰ δὲ τοὺς συνασπισμοὺς στηρίζεται εἰς τὰς δῆθεν, ἐπαναλαμβάνω, προσωπικὰς διαφωνίας ἢ διαστάσεις τῶν Κομμάτων τοῦ Κέντρου. Καὶ λέγει: Εἶναι δυνατόν, αὐτοὶ νὰ ἑνωθοῦν; Κύριοι βουλευταί, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἂν ἡ Κυβέρνησις ἦτο δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ, ὅτι θὰ ἡνοῦτο τὸ Κέντρον, τὸ 25% θὰ τὸ ἔκαμνε 45%. Ἀλλ’ ἐπειδὴ φρονεῖ, ὅτι αὐτὸ εἶναι δυσχερές, δι’ αὐτὸ ὥρισε τὸ ποσοστὸν τοῦ 25%, πιστεύουσα, ὅτι δὲν θὰ ἠμπορέσουν νὰ τὸ φθάσουν. Ἀλλά, ἐπαναλαμβάνω τὸ ἐρώτημα, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ δώσητε ἀπάντησιν εἶναι διατί σεῖς, οἱ πολιτικοί μας ἀντίπαλοι, θέλετε διὰ νόμου, ὑπούλου καὶ ὑπόπτου, νὰ ἀναγκάσετε ἡμᾶς, ἀνθρώπους ποὺ δὲν ἔχουν τὰς ἰδίας ἰδεολογικὰς κατευθύνσεις νὰ ἑνωθοῦν;
§77Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπ. Πρ. Κυβ.). Δὲν θέλω νὰ συζητήσω αὐτὴν τὴν στιγμὴν οὔτε νὰ ἀποκρούσω τὰς ἑρμηνείας τὰς ὁποίας δίδετε εἰς τὰς ἰδικάς μας σκέψεις διὰ τὰς ὁποίας ὡρίσαμε αὐτὰ τὰ ποσοστά. Ἀλλὰ μοῦ προξενεῖ κατάπληξιν, ὅτι σεῖς δι’ ὅσων λέγετε κάμνετε τὴν διαπίστωσιν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν πρῶτον ὡρισμένα τοὐλάχιστον κόμματα τοῦ Κέντρου, συνασπιζόμενα νὰ φθάσουν τὸ 25%. Αὐτὸ ἀποτελεῖ μίαν θλιβερὰν ὁμολογίαν...
§78Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Εἶπον, ὅτι σεῖς τὸ πιστεύετε.
§79Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπ. Πρ. Κυβ.). Ἐὰν πιστεύωμεν. ἡμεῖς καὶ δὲν τὸ πιστεύετε σεῖς, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ τὸ ἐπικρίνετε, διότι σεῖς ἔχετε τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ τὸ φτάσητε. Ἐὰν σεῖς τὸ πιστεύητε καὶ ἐπικρίνητε τὸν ἀριθμὸν αὐτόν, αὐτὸ ἀποτελεῖ μίαν θλιβερὰν διαπίστωσιν.
§80Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, παρενοήσατε ἢ σκοπίμως μοῦ ἀποδίδετε, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν εἶπον. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχομεν τὴν ἰδίαν ἰδεολογικὴν κατεύθυνσιν ὅλα τὰ κόμματα τοῦ Κέντρου, ἐπιθυμοῦν, τὴν μεμονωμένην κάθοδον ἑκάστου. Σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν ὁμιλῶ διὰ τὰ πολιτικά μας συμφέροντα, διότι ξεύρομεν τὸ ἀντίδοτον, ἀλλὰ ὁμιλοῦμεν βάσει τῶν ἀρχῶν τῆς Δημοκρατίας. Καὶ ἀρχὴ τῆς Δημοκρατίας δὲν εἶναι τὸ 25%. Ἀρχὴ τῆς Δημοκρατίας εἶναι ἡ ἁπλῆ ἀναλογική. Ἕκαστος νὰ ἐκπροσωπῆται ἀναλόγως τῆς δυνάμεώς του εἰς τὴν Βουλήν. Ἐδέχθημεν δὲ μίαν μικρὰν παρέκκλισιν ἀπὸ τῆς ἀναλογικῆς, ἡ ὁποία νὰ ἔχῃ τὴν λογικὴν βάσιν τοῦ 10% καὶ τονίζομεν, ὅτι ἕνα κόμμα τὸ ὁποῖον ἔχει 10% τῶν ψήφων τοῦ λαοῦ, πρέπει νὰ ἐκπροσωπῆται εἰς τὴν Βουλὴν ἀγωνιζόμενον ὑπὸ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ σημαίαν. Δὲν εἶπον, ὅτι δὲν προβλέπω τὸ 25%. Ἀκραδάντως πιστεύω, ὅτι αὔριον ἡμεῖς θὰ εἴμεθα Κυβέρνησις καὶ σεῖς Ἀντιπολίτευσις καὶ ἀκραδάντως πιστεύω ἀκόμα, ὅτι ἂν σήμερον μᾶς κάμνετε μαθήματα ἑνώσεως θὰ σᾶς ἴδω αὔριον διῃρημένους ὅπως εἶσθε μέχρι τοῦ 1956. Ἀλλά, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνέχεται κανεὶς αὐτὴν τὴν ὑπουλότητα τοῦ νόμου, καὶ αὐτὴν τὴν προσπάθειαν, τὴν ὁποίαν καταβάλλετε σήμερον, νὰ ἀλλοιώσητε τὴν ἐκπροσώπησιν τῆς λαϊκῆς θελήσεως ἐντὸς τῆς Βουλῆς.
§81Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπ. Πρ. Κυβ.). Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ κάμω μίαν ἀκαδημαϊκὴν διακοπὴν αὐτὴν τὴν φοράν. Ἤθελα νὰ σᾶς εἴπω τὸ ἑξῆς: Καθ’ ὅλας αὐτὰς τὰς συζητήσεις, μία ἔμμονος σκέψις, ἡ ὁποία ἐπαναλαμβάνεται ἀπὸ πολλοὺς ρήτορας καὶ δὲν ξεύρω ἂν δὲν εἶναι καὶ πέραν τῆς αἰθούσης αὐτῆς μία ἀντίληψις, ἡ ὁποία ἔχει εὐρύτερον διαδοθῆ, ἡ ἀκόλουθος: ὅτι εἶναι συνυφασμένη ἡ ἔννοια τῆς Δημοκρατίας μὲ τὴν ἔννοιαν τοῦ πλήρους ἀντικατοπτρισμοῦ τῶν λαϊκῶν τάσεων ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου. Ὄχι. Ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ Δημοκρατία πλήρης καὶ νὰ μὴ ὑπάρχῃ αὐτὸς ὁ ἀντικατοπτρισμός. Βεβαίως δὲν ἠμποροῦν νὰ ὑπάρχουν ἀντιθέσεις πέραν ἑνὸς ὡρισμένου ὁρίου. Ἀλλά, ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχουν πολλαὶ διαφοραὶ ἰδίως ὅταν ἰσχύῃ τὸ πλειοψηφικὸν ὅπως εἰς τὴν Ἀγγλίαν. Δὲν ἠμπορεῖ κἄθε φορὰ ποὺ ὑπάρχει παρέκκλισις ἀπὸ τὴν ἀναλογικὴν νὰ λέγωμεν, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἀπόκλισις ἀπὸ τὴν Δημοκρατίαν. Ἄλλο τὸ ἕνα καὶ ἄλλο τὸ ἄλλο. Βεβαίως, εἰς μίαν Δημοκρατίαν, ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχουν πολλαὶ τάσεις. Ἠμπορεῖ εἰς μίαν κοινωνίαν δημοκρατικὴν νὰ ὑπάρχουν πολλαὶ τάσεις καὶ αὐτὸ χαρακτηρίζει τὰς δημοκρατικὰς κοινωνίας. Ἀλλὰ ὅταν καλῆται μία πολιτικὴ κοινωνία νὰ ἐκλέξῃ τοὺς ἄρχοντάς της καὶ ἐκ τῆς μεθοδολογίας τῆς ἐκλογικῆς ὁ πολυκομματισμὸς ἐξικνεῖται εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον καθιστᾷ τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀρχόντων δυσχερῆ, τότε δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ὄχι τύποις, ἀλλὰ οὐσίᾳ ὁ πολυκομματισμὸς εἶναι μία κατάρα τῆς Δημοκρατίας. Καὶ ὅταν, δημιουργουμένων κομμάτων, πέραν ὡρισμένου ἀριθμοῦ, ἀνακύπτῃ ἕνας τοιοῦτος κίνδυνος καὶ προτείνωνται νόμοι, οἱ ὁποῖοι θὰ συμβάλλουν εἰς τὴν ἕνωσιν τῶν ἀντιπάλων δυνάμεων, διὰ νὰ ἀποτελέσουν σοβαρὰν δύναμιν, ἱκανὴν νὰ διεκδικήσῃ τὴν ἐξουσίαν, αὐτοὶ οἱ νόμοι δὲν ἠμποροῦν νὰ χαρακτηρισθοῦν ὡς ἀντιδημοκρατικοί.
§82Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν μοῦ ἐκάματε τὴν τιμὴν νὰ μὲ ἀκούσητε, διότι φαίνεται, εἶσθε ἀπησχολημένος εἰς συζητήσεις κομματικάς. Θὰ σᾶς ἐπαναλάβω, ὅτι συμφωνῶ μαζί σας εἰς τὴν ἀνάγκην ὑπάρξεως Κυβερνήσεως ἰσχυρᾶς καὶ εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι ἰσχυρὰ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἡ ὁποία ἑνοῦται ὑπὸ τὴν ἀπειλὴν ἀφανισμοῦ διὰ νόμου ὅταν μεταξύ των αἱ παρατάξεις δὲν ἀλληλοεκτιμῶνται καὶ δὲν ἀλληλοπιστεύωνται. Καὶ εἶπον, ἀκόμη, ὅτι δι’ ἐμὲ δὲν εἶναι ἑνιαῖον κόμμα ἡ Ε.Ρ.Ε., διότι μέχρις ὅτου δι’ εὐνοίας ἔλαβε τὴν ἐξουσίαν δὲν ἦτο ἕνα κόμμα. Ἐγένετο ἕνα κόμμα μόνον ὅταν ὁ Ἀρχηγός σας, ὁ πρώην ὀπαδὸς τῶν σημερινῶν ὀπαδῶν του, ἔλαβεν ἐξ εὐνοίας τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ αὐτό, κατ’ ἐμέ, κ. Ὑπουργὲ τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι δημοκρατικόν, δὲν εἶναι ἐλευθέρα πίστις, δὲν εἶναι δημοκρατία. Δημοκρατία εἶναι ὅ,τι ἰσχύει εἰς ὅλον τὸν Δυτικὸν κόσμον καὶ ἰσχυρὰ Κυβέρνησις εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία σχηματίζεται ἀπὸ πολιτικοὺς ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας, ἐκτιμῶντες τὴν ἀνάγκην, ἑνοῦνται, ὅπως ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1950 καὶ ἡ Οἰκουμενικὴ τοῦ 1926. Ὅπως συμβαίνει εἰς ὅλον τὸν κόσμον. Ἑπομένως, δὲν νομίζω, ὅτι ἡ ἀπειλὴ τοῦ νόμου σας εἶναι δυνατὸν νὰ συμβιβάζεται πρὸς τὴν δημοκρατικὴν τάξιν, ὅταν ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ἀναγκάζεται ὁ εἷς νὰ ὑποτάσσεται εἰς τὸν ἄλλον καὶ ὅταν ἐπιβάλλεται ὁ ὀπαδὸς εἰς Ἀρχηγὸν τῶν ὀπαδῶν του.
§83Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπ. Πρ. Κυβ.). Δὲν θέλω νὰ σᾶς διακόψω ἄλλο, ἀλλὰ θέλω μόνον νὰ σᾶς δώσω μίαν ἐξήγησιν ἑνὸς ἱστορικοῦ φαινομένου. Λέγετε, ὅτι δὲν εἶναι δημοκρατικὸν τὸ νὰ ἐμφανισθῇ μία προσωπικότης μέσα εἰς μίαν πολιτικὴν παράταξιν, ἡ ὁποία κατώρθωσε νὰ συγκεντρώσῃ ὅλας τὰς δυνάμεις της καὶ ἄλλας ἔξω αὐτῆς καὶ νὰ συμπήξῃ ἕνα κόμμα ἀπὸ δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι ἄλλοτε ἦσαν ἀντίπαλοι, λέγετε, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι δημοκρατικόν.
§84Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Διωρίσθη.
§85Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπ. Πρ. Κυβ.). Ἠμπορούσατε νὰ ὁμιλῆτε περὶ διορισμοῦ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1955. Ἀλλὰ ὅταν μετὰ δύο ἐκλογὰς τὸ πρόσωπον αὐτὸ ἐκυβέρνησεν 6 καὶ πλέον ἔτη τὴν Ἑλλάδα, τὸ παραμύθι τῆς εὐνοίας καὶ τοῦ διορισμοῦ ἔχει πρὸ πολλοῦ πάει περίπατο. (Χειροκροτήματα).
§86Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Χαίρομαι διὰ τὴν πρώτην ἀναγνώρισιν, ὅτι δύναμαι νὰ ὁμιλῶ διὰ διορισμὸν καὶ εὔνοιαν τὸ 1955.
§87Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπ. Πρ. Κυβ.). Κἄποιος θὰ διωρίζετο καὶ διωρίσθη ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος συνεκέντρωσεν ὅλας τὰς δυνάμεις τῆς Βουλῆς καὶ ἐπῆρε ψῆφον ἐμπιστοσύνης.
§88Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Ἐκφράζω τὴν χαράν μου διὰ τὴν πρώτην ὑποχώρησιν, ὅτι δύναμαι νὰ ὁμιλῶ περὶ διορισμοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1955.
§89Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπ. Πρ. Κυβ.). Ἔκαμα ἀναφορὰν εἰς τὸν λόγον σας. Διορισμός, ὁ ὁποῖος γίνεται μὲ τὴν ἔγκρισιν τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς, εἶναι ὁ φυσιολογικὸς διορισμὸς παντὸς Πρωθυπουργοῦ.
§90Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω, κ. Ὑπουργέ, ὅτι ἐὰν ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς προηγεῖτο τῆς εὐνοίας, θὰ εἴχατε δίκαιον. Ἀλλὰ γνωρίζω ἐκ δημοσιευμάτων τοῦ Τύπου, ἀλλὰ καὶ ἐκ βεβαιώσεων ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους σέβομαι καὶ ὑπολήπτομαι καὶ πιστεύω εἰς ὅσα λέγουν, ὅτι αὐτὴ ἡ πλειοψηφία, ἡ ὁποία ἀμέσως μετὰ τὸν διορισμὸν ἐνέκρινε τὸ πρόσωπον, εἶχεν ὑπογράψει πρωτόκολλον ἐκφράζουσα τὴν πίστιν της πρὸς ἄλλο πρόσωπον ὀλίγον ἀκριβῶς πρὸ τοῦ διορισμοῦ. Καὶ ἐὰν ἐξεκινήσατε εἰς τὴν ἕνωσιν ἀπὸ τὴν πρόθεσιν νομῆς τῆς ἐξουσίας, παρεμείνατε εἰς τὴν ἕνωσιν καὶ παραμένετε ἀκόμη ὑπὸ τὴν πίεσιν τῶν ἐκλογικῶν νόμων. Διότι, ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἐπίστευεν, ὅτι στηρίζεται μόνον εἰς τὴν εὔνοιαν τοῦ 1955 δὲν θὰ ἐψήφιζε τὸν τρισυπόστατον ἐκλογικὸν νόμον τοῦ 1956, ὁπότε εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἕνωσις. Ἄλλως τε, τὸ 1956 δὲν ὑπῆρξεν ἕνωσις. Τὸ 1956 ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατεφέρετο κατὰ τοῦ σημερινοῦ Ἀρχηγοῦ του καὶ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ μετὰ τὴν εὔνοιαν τοῦ 1955, μετὰ τὴν ἕνωσιν τοῦ 1956, ὁ κ. Μανιαδάκης καὶ πολλοὶ ἄλλοι κύριοι, κατεφέροντο κατὰ τοῦ κ. Καραμανλῆ. Ἀλλὰ ὁ νόμος τοῦ 1956 ὁ ἐξοντωτικὸς ἠνάγκασε τοὺς ἄλλους νὰ ὑποκύψουν καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι μὲ πικρίαν ὑπέγραψαν ὑποσκάπτοντες τὸν ἀρχηγόν των εἰς τὸν ὁποῖον δὲν πιστεύουν. Τὸ 1958 ἔγινεν ὁ περίφημος αὐτὸς νόμος, ὁ ὁποῖος παρὰ πάντων καὶ παρ’ ὑμῶν ἀνεγνωρίσθη ὡς νόθος καὶ δόλιος. Εἶναι ἀναγνώρισις πανηγυρικὴ τῆς δολιότητος τοῦ νόμου ἐκείνου, ὅτι σεῖς οἱ ἴδιοι ὡς Κυβέρνησις κομίζετε νέον νόμον τροποποιητικόν. Ἀλλὰ εἶναι ὡμολογημένον καὶ ἀνεγνωρισμένον, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος κατεδικάσθη εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν. Καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ὁ νόμος τοῦ 1958 θὰ εἴχατε τεμαχισθῆ εἰς τὰ ἐξ ὧν συνετέθητε μὲ πρώτην εὐκαιρίαν.
§91Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπ. Πρ. Κυβ.). Καθὼς γνωρίζετε, ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς πλειοψηφίας εἶναι, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1958 ἔχει καλῶς. Ἐὰν ὑπεβλήθη νέος νόμος, εἶναι, διὰ νὰ δοθῇ εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν τὴν ζητοῦσαν τὴν ἀλλαγὴν τοῦ νόμου, ἕνα νέον στοιχεῖον διὰ νὰ δυνηθῇ καὶ αὐτὴ νὰ ἀνταποκριθῇ κατὰ τὴν κρίσιν της, καλύτερον, εἰς τὴν ἀποστολήν της ὡς δυνάμεως πολιτικῆς ἐν τῇ χώρᾳ. Ἐκάμαμε μίαν προσπάθειαν διὰ νὰ βοηθήσωμεν, καὶ ἐλπίζομεν, ὅτι θὰ ἐκτιμηθῇ. Ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ, κ. συνάδελφε, νὰ ἐκτιμήσετε καὶ τοῦτο. Ὁμιλεῖτε περὶ τῶν ἐσωτερικῶν ἀδυναμιῶν τῆς πλειοψηφίας. Φαντασθῆτε ἐὰν ἀπὸ τῆς ἰδικῆς μας πλευρᾶς ἐκάμαμεν τὸ ἴδιον διὰ τὰς ἐσωτερικὰς διχονοίας τοῦ Κέντρου, πόσα περισσότερα θὰ εἴχομεν νὰ λέγωμεν. Δὲν τὸ πράττομεν, ὅμως, διότι δὲν εὑρισκόμεθα εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν διὰ νὰ διαλύωμεν πολιτικὰς δυνάμεις, ἀλλὰ διὰ νὰ τὰς συνθέσωμεν, ὥστε νὰ εἶναι ἱκαναὶ νὰ φθάσουν ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλην εἰς τὴν θέσιν τῆς ἐξουσίας.
§92Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, κατ’ ἀρχήν, δὲν ἐπροκάλεσα τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ μὲ διεκόψατε καὶ μὲ ἐπροκαλέσατε. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Α. Καμβύσης).
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κ. Γαληνέ, νὰ μὴ δέχεσθε διακοπάς, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις.
§94Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἡ συζήτησις αὐτὴ ἀκριβῶς εἶναι συζήτησις καὶ ὄχι μονόλογος, ἐὰν ὅμως, δὲν θέλετε καὶ ἐγὼ εὐχαρίστως δὲν θὰ δέχωμαι διακοπάς. Κύριε Ὑπουργέ, ἐὰν ἠναγκάσθην νὰ ἀσχοληθῶ μὲ τὰ ἐσωτερικά σας, τὸ ἔπραξα ἀπαντῶν εἰς διακοπήν σας. Δεύτερον δὲν ἠμπορεῖτε νὰ εἴπητε, τίποτε διὰ τὸ Κέντρον ἐφ’ ὅσον δὲν ἰσχυρίζονται, δὲν καυχῶνται καὶ δὲν προβάλλονται τὰ κόμματα τοῦ Κέντρου, ὡς ἑνιαῖον σύνολον, ὡς λέγει τὸ νομοσχέδιόν σας. Τί νὰ εἴπητε διὰ τὸ Κέντρον, ἀφοῦ δὲν εἶναι κόμμα; Ἀφοῦ ἕκαστον τῶν κομμάτων του λέγει, ὅτι ἔχει διάφορον ἐπιδίωξιν καὶ διάφορον ἰδεολογικὴν κατεύθυνσιν ἀπὸ τὸ ἄλλο. Ἐφ’ ὅσον δὲν ἰσχυριζόμεθα τοῦτο καὶ ἐφ’ ὅσον σεῖς θέλετε νὰ μᾶς ἑνώσητε, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ σᾶς εἴπωμεν, ὅτι παρομοίαν ἕνωσιν δὲν τὴν ἀνεχόμεθα, οὔτε τὴν ἐγκρίνομεν, διότι δὲν πιστεύομεν εἰς τὴν ἕνωσιν. Ἡμεῖς πιστεύομεν εἰς τὴν ἕνωσιν, ἡ ὁποία βασίζεται οὐχὶ εἰς τὴν νομὴν τῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ προέρχεται ἀπὸ ἐλευθέραν βούλησιν καὶ ἐθνικὴν ἀνάγκην. Πιστεύομεν εἰς τὴν ἕνωσιν, ἡ ὁποία στηρίζεται εἰς τὴν ἀμοιβαίαν ἐκτίμησιν τῶν ἑνουμένων καὶ εἰς τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῶν καὶ ὄχι εἰς τὴν ἕνωσιν, τὴν πραγματοποιουμένην ὑπὸ τὸ κράτος βίας. Ὅσον ἀφορᾶ τὰ ποσοστά, νομίζω, ὅτι δὲν χρειάζεται νὰ εἴπω περισσότερα. Εἶναι σαφές, ὅτι τὰ ποσοστὰ αὐτὰ ἐτέθησαν ἀπὸ κακόν, ἐλπίζω καὶ πιστεύω ἀκραδάντως, ὑπολογισμὸν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῇ ἡ Ἀντιπολίτευσις, εἴτε ἐν τῷ συνόλῳ της, εἴτε τὰ κόμματά της μεμονωμένως, νὰ φθάσουν. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ διαψευσθῇ εἰς τὸ μέλλον, διότι εἶπον, ὅτι ὑπάρχει ἀντίδοτον εἰς κᾶθε δόλον καὶ εἰς πᾶν τέχνασμα. Ἀλλά, πάντως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐπισημάνω τοὺς σκοποὺς τοῦ νόμου, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἔκδηλοι καὶ στρέφονται ἀκριβῶς ἐναντίον τοῦ Κέντρου. Ἡ δική μας γνώμη εἶναι ὑπὲρ τῆς ἁπλουστάτης, τῆς ἀδόλου ἀναλογικῆς, ἀλλὰ ὑποχωροῦμεν εἰς τὴν ἄποψιν τῆς πλειοψηφίας, ἀκριβῶς διὰ νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι ἔχομεν καλὴν πίστιν καὶ καλὴν διάθεσιν καὶ δεχόμεθα καὶ ἡμεῖς μίαν ἐνισχυμένην ἀναλογικὴν μὲ 10% διὰ τὰ κόμματα καὶ 15% διὰ τοὺς συνασπισμούς. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐκεῖνο ποὺ ἐνδιαφέρει, ἐὰν πράγματι ἐπιδιώκεται ἡ ἑνοποίησις τοῦ Κέντρου, εἶναι ἀκριβῶς ἡ μείωσις τῶν ποσοστῶν τῶν συνασπισμῶν. Πέραν τούτου, εἰς τὸ νομοσχέδιον ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν νὰ ὑπάρξῃ σαφὴς διάταξις διὰ τὴν ἀπογραφήν. Ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος, εὐλόγως μᾶς καθιστᾷ δυσπίστους ὡς πρὸς τὸ ἐὰν θὰ ἐφαρμοσθῇ ἢ ὄχι ἡ ἀπογραφὴ τοῦ 1961. Ἐλέχθη ἤδη, τί ἔγινε μὲ τὴν ἀπογραφὴν τοῦ 1951. Ἀπροόπτως καὶ ἐνῷ οὐδέποτε ἔγινε μέχρι τότε λόγος ἀπὸ οὐδεμιᾶς πλευρᾶς, ἐξεδόθη διάταγμα ἑνὸς ὑπηρεσιακοῦ ὑπουργοῦ, τὸ ὁποῖον διέγραψε τὴν ἀπογραφὴν ἐκείνην διὰ νὰ ἰσχύσῃ ἡ ἀπογραφὴ τοῦ 1940. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐμπιστοσύνην, ὅτι δὲν θὰ συμβῇ κἄτι παρόμοιον, πολὺ περισσότερον, διότι ἡ ἀπογραφὴ ἐκείνη καὶ πλήρης καὶ εἰλικρινὴς ἦτο. Εἶχα τὴν τιμήν, διακόπτων τὸν κ. Ἡλιοῦ, νὰ εἴπω, ὅτι ἦτο δυνατὸν καὶ νομίζω, ὅτι συνταγματικὸν κώλυμα δὲν ὑπάρχει, νὰ θέσωμεν μίαν διάταξιν εἰς τὸν νόμον, ὅτι ἐὰν δὲν ἔχῃ δημοσιευθῆ ἡ ἀπογραφὴ τοῦ 1961, θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὁ ἀριθμὸς τῶν ψηφισάντων. Ἄν δὲν ἀπατῶμαι, εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927, ὑπῆρχεν ἡ διάταξις αὐτὴ καὶ αὐτουσία μετεφέρθη εἰς τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα. Ὑπάρχει καὶ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις, ὅτι ὁ ὑπολογισμὸς τῶν ἑδρῶν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ψηφοφόρων δὲν ἀντίκειται εἰς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Πάντως δὲν θέλω νὰ κάμω τὸν συνταγματολόγον καὶ θὰ δεχθῶ τὴν κρίσιν ὅλων τῶν ἐγκρίτων συναδέλφων. Νομίζω, ὅμως, ὅτι ἐὰν θέλωμεν πράγματι νὰ κάμωμεν δικαίας ἐκλογάς, ἐὰν θέλωμεν αἱ ψῆφοι τῶν Ἑλλήνων νὰ εἶναι ἰσότιμοι, ὁ δικαιότερος τρόπος εἶναι νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὁ ἀριθμὸς τῶν ψηφισάντων εἰς τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1958. Τώρα τὸ πῶς θὰ προσαρμόσωμεν τοῦτο εἰς τὴν συνταγματικὴν διάταξιν περὶ πληθυσμοῦ, αὐτὸ εἶναι θέμα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι τόσον δυσχερές. Τὸ Σύνταγμα λέγει, βάσει τοῦ πληθυσμοῦ καὶ νομίζω, ὅτι οἱ ψηφοφόροι εἶναι ἀνάλογοι τοῦ πληθυσμοῦ.
§95Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 περιελάμβανεν ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν εἰς τὸ ἄρθρον τὸ ὁμιλοῦν περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν ἑκάστης περιφερείας. Ἡ ἑρμηνευτικὴ αὐτὴ δήλωσις δὲν περιλαμβάνεται εἰς τὸ νέον Σύνταγμα. Ἔλεγε δὲ ἡ ἑρμηνευτικὴ αὐτὴ δήλωσις, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν εἶναι δυνατὸν νὰ καθορίζεται καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ψηφισάντων, ὄχι τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐγγεγραμμένων. Διατί; Διότι, ὑπὸ τὴν ἔμπνευσιν τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως τοῦ ἀειμνήστου Παπαναστασίου, ἐσκοπεῖτο ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ αὐτομάτου λεγομένου ἐκλογικοῦ γερμανικοῦ συστήματος, βάσει τοῦ ὁποίου ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκλογέων ἦτο ἀνάλογος πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ψηφιζόντων καὶ δὲν εἶχε σχέσιν οὔτε μὲ τὸν ἀριθμὸν τοῦ πληθυσμοῦ, οὔτε μὲ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐγγεγραμμένων ψηφοφόρων.
§96Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Τὸ νέον Σύνταγμα περιέλαβεν αὐτουσίαν τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927.
§97Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Δὲν περιέλαβε τὴν ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν.
§98Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Ἐὰν τὸ ἄρθρον τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος εἶναι τὸ ἴδιον μὲ τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, θὰ ἰσχύσῃ μοιραίως καὶ κάθε ἑρμηνευτικὴ δήλωσις τοῦ ἄρθρου ἐκείνου, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐτέθη ἀντίθετος ἑρμηνευτικὴ δήλωσις.
§99Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἡ διάταξις αὐτὴ ἐπαναλαμβάνεται ὁμοιομόρφως εἰς ὅλα τὰ Συντάγματα. Καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1952, καὶ τοῦ 1927 καὶ εἰς ὅλα τὰ παλαιότερα. Κατ’ ἐξαίρεσιν εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927, διὰ νὰ διευκολυνθῇ ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ αὐτομάτου ἐκλογικοῦ συστήματος, παρέστη ἀνάγκη νὰ περιληφθῇ ἡ ἑρμηνευτικὴ αὐτὴ δήλωσις, ἡ ὁποία δὲν περιλαμβάνεται εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1952. Κατὰ συνέπειαν, δὲν δύναται ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ Συντάγματος τοῦ 1952 νὰ ὑποστηριχθῇ καθιέρωσις συστήματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξήρτα τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκλεγομένων βουλευτῶν ἀπὸ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἑκάστοτε ψηφιζόντων.
§100Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Ἄποψίς μου εἶναι, ὅτι ἐφ’ ὅσον τὸ ἄρθρον δὲν ἤλλαξε, πρέπει νὰ θεωρηθῇ περιλαμβανομένη καὶ ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις. Διότι ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις ἀποτελεῖ ἑνιαῖον κείμενον μετὰ τοῦ συνόλου τῆς συνταγματικῆς διατάξεως τοῦ 1927, ἡ ὁποία μετεφέρθη εἰς τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα αὐτουσία. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου καὶ τὴν θέτω ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Σώματος, χωρὶς νὰ κάμω καὶ τὸν εἰδικὸν συνταγματολόγον, διότι ὑπάρχουν ἄλλοι συνάδελφοι μὲ ἐγκυροτέραν γνώμην ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Πάντως, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν ἐκλογαὶ μὲ τὴν ἀπογραφὴν τοῦ 1940. Δὲν εἶναι δυνατὸν 6.000 ψηφοφόροι εἰς μίαν περιφέρειαν νὰ ἐκλέγουν ἕνα βουλευτήν, καὶ εἰς ἄλλην περιφέρειαν διὰ τὴν ἐκλογὴν βουλευτοῦ νὰ ἀπαιτοῦνται 26.000 ψῆφοι. Αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀνεκτὸν διὰ μίαν Δημοκρατίαν. Ἄλλο θέμα τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι ἀνεπτύχθη ἐπαρκῶς καὶ ἔχει ἐξαντληθῆ, εἶναι ἡ ψῆφος τοῦ στρατοῦ. Ὀρθότατα ὁ ἀντιπρόσωπός μας δὲν ἐτάχθη εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν κατὰ τῆς ψήφου τοῦ στρατοῦ, διότι πιστεύομεν, ὅτι καὶ οἱ στρατιῶται ὅπως καὶ πᾶς Ἕλλην πρέπει νὰ ἀσκοῦν τὸ ἐκλογικόν των δικαίωμα. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἀσκήσῃ κάθε Ἕλλην τὸ ἐκλογικόν του δικαίωμα, ὑπάρχουν ὡρισμέναι προϋποθέσεις. Πρώτη προϋπόθεσις εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ἐκλογεύς. Εἰς τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1956 ἐψήφισαν καὶ παῖδες 17 ἐτῶν, οἱ ἐθελονταί. Εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπητε, ὅτι ἐπειδὴ κἄποιος εἶναι στρατιώτης, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὴν νόμιμον ἡλικίαν, ἢ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγειν (διότι εἶναι δυνατὸν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν στερηθῆ τῶν πολιτικῶν των δικαιωμάτων, νὰ ὑπηρετοῦν εἰς τὸν στρατόν), ὅτι θὰ πρέπει νὰ ψηφίζουν; Ἄλλωστε εἶναι γνωστόν, ὅτι καὶ οἱ μαθηταὶ τῶν στρατιωτικῶν σχολῶν δὲν εἶναι ὀλίγοι. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι προϋπόθεσις διὰ τὴν ψῆφον τῶν στρατιωτῶν πρέπει νὰ εἶναι, πρῶτον, ἡ ὕπαρξις τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγειν. Ἐπ’ αὐτοῦ ὑπάρχει δήλωσις τῆς Κυβερνήσεως, τὴν εἰλικρίνειαν τῆς ὁποίας δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀμφισβητήσω (καίτοι διατηρῶ ἐπιφυλάξεις), ὅτι θὰ ὑπάρξουν ἐγγυήσεις τῆς ἐλευθέρας ἐκφράσεως τῆς θελήσεως τοῦ στρατοῦ. Αἱ ἐγγυήσεις αὐταί, κατ’ ἀρχήν, πρέπει νὰ εἶναι ὅτι οἱ στρατιῶται θὰ ψηφίζουν μαζὶ μὲ τοὺς πολίτας διὰ νὰ ὑπάρχῃ ἀνάμιξις τῶν ψηφοδελτίων καὶ κατὰ συνέπειαν νὰ ἐξασφαλισθῇ μυστικότης τῆς ψηφοφορίας. Ἐλπίζω, ὅτι ἡ δήλωσις τῆς Κυβερνήσεως ἐπ’ αὐτοῦ εἶναι εἰλικρινὴς καὶ θὰ εὑρεθῇ τρόπος νὰ ψηφίζουν οἱ στρατιῶται εἰς τὰ ἐκλογικὰ τμήματα τῶν πολιτῶν, ὥστε ἡ ψῆφος των νὰ εἶναι ἀδιάβλητος.
§101Θ. ΜΠΑΡΜΠΑΣ. Διὰ τοὺς ἐγγεγραμμένους εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους ὁμιλεῖτε ἢ γενικῶς διὰ τοὺς ὑπηρετοῦντας εἰς μίαν φρουράν;
§102Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Ὅταν ὁμιλῶ περὶ τῆς ψήφου τοῦ στρατοῦ, δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν ἐγγεγραμμένων, οἱ ὁποῖοι θὰ εὑρίσκωνται εἰς τὸν τόπον τῆς ἐγγραφῆς των, διότι δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ τὸ εἴπω αὐτό. Ὁμιλῶ περὶ τῆς ψήφου τῶν στρατιωτῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς τὰς μονάδας των μακρὰν τοῦ τόπου ὅπου ἀσκοῦν τὰ ἐκλογικά των δικαιώματα καὶ λέγω, ὅτι αὐτοὶ πρέπει νὰ ψηφίζουν ὑπὸ τὸν ὅρον, πρῶτον ὅτι εἶναι ἐγγεγραμμένοι εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους καὶ δεύτερον ὅτι ἡ ψῆφος των θὰ εἶναι ἐλευθέρα. Ἐφ’ ὅσον ἐξασφαλισθῆ τοῦτο, δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν κατὰ τῆς ψήφου τοῦ στρατοῦ. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ὑπαλλήλους, εἶναι περίεργος ἡ ἐπιμονὴ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ νὰ ψηφίζουν οὗτοι βάσει καταστάσεων. Διατί; Ἡ μεγάλη πλειοψηφία τῶν ὑπαλλήλων εὑρίσκεται σχεδὸν μονίμως ἐγκατεστημένη εἰς τὸν τόπον τῆς ὑπηρεσίας των καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἐγγεγραμμένοι εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους. Δὲν ἀντιλαμβάνομαι, διατί ὁ ὑπάλληλος τῶν Ἀθηνῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι ψηφοφόρος τῶν Ἀθηνῶν καὶ εὑρίσκεται ἐδῶ, διατί πρέπει νὰ ψηφίζῃ μὲ καταστάσεις. Ποία εἶναι ἡ αἰτία; Διὰ νὰ ψηφίζῃ δύο φοράς; Ἐὰν ἐλέγατε, ὅτι ὅσοι δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένοι εἰς τὸν τόπον ἔνθα ὑπηρετοῦν, νὰ ἐγγραφοῦν, νὰ τὸ δεχθῶ. Ἐὰν ἐλέγατε νὰ γίνουν εἰδικὰ βιβλιάρια δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ παραλλήλως νὰ διαγραφοῦν ἀπὸ ἐκεῖ ὅπου εἶναι ἐγγεγραμμένοι, θὰ συνεφώνουν. Τὸ νὰ ἔχουν ὅμως οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι δύο ψήφους, μία μὲ τὸ βιβλιάριόν των, καὶ μία μὲ τὰς καταστάσεις, αὐτὸ εἶναι ἀπαράδεκτον. Δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατί οἱ ὑπάλληλοι οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦν 5–10 ἔτη εἰς τὸν ἴδιον τόπον, διατί νὰ μὴ ψηφίζουν βάσει τῆς ἐγγραφῆς των εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους ἢ βάσει εἰδικοῦ βιβλιαρίου μὲ τὴν προϋπόθεσιν, βέβαια, ὅτι θὰ καταστραφῇ τὸ κανονικὸν βιβλιάριον. Ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους δὲν θὰ εἶχα καμμίαν ἀντίρρησιν. Τὸ νὰ ψηφίζουν ὅμως μὲ καταστάσεις αὐτὸ εἶναι ἐκ τοῦ πονηροῦ, καὶ νομίζω, ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἀποδεχθῇ καὶ ἡ πλειοψηφία τὴν εἰσήγησίν μου. Τελευταῖον θέμα, τὸ ὁποῖον ἐθίγη, κ. συνάδελφοι, εἶναι τὸ θέμα τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία θὰ διεξαγάγῃ τὰς ἐκλογάς. Νομίζω, ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ θέμα ἐτέθη τὸ πρῶτον ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, ἀντελήφθην εἰρωνικὸν μειδίαμα εἰς τὰ χείλη τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀντελήφθην, ἐπίσης, ἀνταλλαγὴν βλεμμάτων μεταξὺ τῶν ὑπουργῶν καὶ βουλευτῶν τινων τῆς πλειοψηφίας, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον μὲ ἐμβάλλει εἰς ἀκόμη σοβαρωτέρας σκέψεις. Κύριοι βουλευταί, πράγματι, τὸ θέμα τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία θὰ διεξαγάγῃ τὰς ἐκλογάς, εἶναι σοβαρώτατον. Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπωμεν, ὅτι θεωρητικῶς δὲν ἔχει δικαίωμα ἢ δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ δικαίωμα νὰ ἐνεργήσῃ τὰς ἐκλογὰς ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔχει τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς. Θεωρητικῶς, ἐπαναλαμβάνω. Εἰς τὴν πρᾶξιν δὲν ἔχει γίνει δεκτὸν ἐν Ἑλλάδι. Ἐάν, κ. βουλευταί, ἐπιθυμῶμεν πράγματι νὰ λήξουν τὰ πάθη, ἐὰν πράγματι ἐπιθυμοῦμεν ἀδιαβλήτους ἐκλογάς, αἱ ὁποῖαι νὰ μὴ εἶναι μόνον ἀδιάβλητοι, ἀλλὰ καὶ νὰ φαίνωνται, νομίζω, ὅτι θὰ πρέπει σοβαρῶς νὰ ἀντιμετωπισθῇ αὐτὸ τὸ θέμα. Κυβέρνησις, ὡς ἡ σημερινή, ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας καὶ μὲ τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἐφαρμόζει καὶ διὰ τὴν ὁποίαν ὀλίγας μόνον λέξεις εἶπον, Κυβέρνησις πιστεύουσα, ὅτι ὄχι μόνον ὀπαδὸς τῆς Ε.Δ.Α., ἀλλὰ καὶ πᾶς συνομιλῶν μὲ βουλευτὴν τῆς Ε.Δ.Α. καὶ πᾶς χαιρετῶν βουλευτὴν τῆς Ε.Δ.Α. εἰς τὸ χωρίον, τὸ ὁποῖον ἤθελεν οὗτος ἐπισκεφθῆ, εἶναι κομμουνιστὴς καὶ διωκτέος (καὶ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μὲ διαψεύσητε, διότι ἔχω προσωπικὴν ἀντίληψιν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ), Κυβέρνησις παρομοίαν ἐφαρμόζουσα πολιτικὴν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὲ πείσητε, ὅτι θὰ ἐνεργήσῃ ἐκλογὰς τιμίας καὶ ἀνοθεύτους. Κύριοι βουλευταί, νομίζω, ὅτι αὐτὴν τὴν φορὰν πρέπει νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι ὅλοι διαπνεόμεθα ἀπὸ τὴν διάθεσιν νὰ δώσωμεν εἰς τὸν τόπον αὐτὸν γνησίαν λαϊκὴν ἐκπροσώπησιν, πραγματικὴν ἐθνικὴν Κυβέρνησιν, μὲ τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ. Νομίζω, ὅτι εἶναι καιρὸς τὰ τεχνάσματα τῶν ἐκλογικῶν νόμων νὰ ἐγκαταλειφθοῦν ὁριστικῶς. Νομίζω, ὅτι εἰς ὅλας τὰς πλευρὰς πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ διάθεσις, νὰ δώσωμεν μίαν λύσιν εἰς τὴν νόθον πολιτικήν μας ζωήν, διότι νόθος εἶναι ἡ πολιτική μας ζωή, ὅταν, ἐπαναλαμβάνω, ὑπάρχῃ εἰς τὰ χέρια μιᾶς μειοψηφίας τοῦ λαοῦ – πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς – μία κολυμβήθρα χρυσῆ, μέσα εἰς τὴν ὁποίαν ἐμβαπτίζει τὸν οἱονδήποτε πολιτικὸν ἀντίπαλόν της διὰ νὰ τὸν κάμῃ παράνομον. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῇ, ὅτι ὁ προτεινόμενος εἶναι ἐκλογικὸς νόμος. Καὶ νομίζω, ὅτι ἅπαντες πρέπει νὰ συμβάλλωμεν μὲ κατανόησιν καὶ καλὴν θέλησιν εἰς τὴν λύσιν τοῦ σοβαροῦ προβλήματος, τὸ ὁποῖον συνίσταται εἰς τὴν ψήφισιν ἀδιαβλήτου ἐκλογικοῦ νόμου διὰ τὸ καλὸν τοῦ τόπου. Κύριοι βουλευταί, εἶμαι ὑποχρεωμένος, ἐξ ὀνόματος τοῦ Κόμματος τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἐκπροσωπῶ, λόγῳ τῆς ἀσθενείας τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ του, νὰ δηλώσω, ὅτι ἐφ’ ὅσον δὲν γίνουν δεκταὶ αὐταὶ αἱ βασικαὶ τροποποιήσεις τοῦ νόμου, ἡ Δημοκρατικὴ Ἕνωσις θὰ καταψηφίσῃ καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ νομοσχέδιον. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως).
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Ζίγδης, ἔχει τὸν λόγον.
§104Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί, εἰς τὴν κατ’ ἐξοχὴν πολιτικὴν αὐτὴν συζήτησιν ἐχρησιμοποιήθησαν ψευδοεπιστημονικαί τινες ἔννοιαι, αἱ ὁποῖαι ὄχι μόνον δὲν διελεύκαναν, ἀλλὰ συνεσκότισαν περισσότερον τὰ θέματα. Ἀναφέρομαι εἰδικώτερον εἰς τὰ θέματα τῆς ἀπογραφῆς καὶ τῆς δευτέρας κατανομῆς. Θὰ προσπαθήσω νὰ ἀποδείξω τὸ ψεῦδος τῆς δῆθεν ἐπιστημονικότητος ὡρισμένων ἐννοιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπροτάθησαν πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ἐπὶ τῶν θεμάτων αὐτῶν θέσεων τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις, ὡς πρὸς τὴν ἀπογραφὴν ἰσχυρίσθη, ὅτι ἀπαιτοῦνται 7 μῆνες διὰ τὴν ἐξαγωγὴν τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ πραγματικοῦ πληθυσμοῦ καὶ 9 μῆνες διὰ τὴν ἐξαγωγὴν τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ νομίμου πληθυσμοῦ, Ἡ ἐμφανιζομένη ἀναγκαία 9άμηνος κυοφορία διὰ τὸν νόμιμον πληθυσμὸν δίδει τὴν ἐντύπωσιν προθεσμίας βιολογικῆς, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἐπιδεκτικὴ συντμήσεως πρωτοβουλίας τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τοὺς περὶ τῶν προθεσμιῶν αὐτῶν ἰσχυρισμοὺς της ἡ Κυβέρνησις στηρίζεται εἰς χρονόγραμμα τῆς στατιστικῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ ἔκφρασιν ἐπιστημονικῆς ἀναγκαιότητος. Ἀποδεικνύει ἁπλῶς, ὅτι ἡ Στατιστικὴ Ὑπηρεσία ἀντιμετωπίζει τὴν ἐπεξεργασίαν τῆς ἀπογραφῆς, ὡς μίαν τῶν ἄλλων συνήθων ἐργασιῶν της, χωρὶς νὰ τῆς δίδῃ τὴν ἐπιβαλλομένην προτεραιότητα. Τὸ χρονόγραμμα καθορίζει ἁπλῶς πῶς μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐργασιῶν της ἡ Στατιστικὴ Ὑπηρεσία θὰ φθάσῃ κἄποτε καὶ εἰς τὴν ἐξαγωγὴν τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἀπογραφῆς. Δὲν ἐμφανίζεται νὰ ἐπιλαμβάνεται τοῦ θέματος ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἐπείγοντος. Καὶ ἀπὸ τῆς ἰδικῆς μας ἀπόψεως, ἴσως, ἔχει δίκαιον. Ἀπὸ κυβερνητικῆς, ὅμως, πλευρᾶς τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀνεπίτρεπτον. Πράγματι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις χαρακτηρίσῃ τὸ ἔργον ὡς κατεπεῖγον καὶ παράσχῃ τὰ μέσα εἰς τὴν Στατιστικὴν Ὑπηρεσίαν, ἡ ὅλη ἐργασία δύναται νὰ τερματισθῇ τάχιστα καὶ ἐντὸς μηνὸς ἀκόμη. Δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Στατιστικὴν Ὑπηρεσίαν, ὅτι τὸ θέμα εἶναι ἐπεῖγον καὶ νὰ τὴν ἐνισχύσῃ μὲ ἀριθμὸν ὑπαλλήλων διὰ τὴν διενέργειαν τῶν ἁπλῶν ἀριθμητικῶν πράξεων, ποὺ προϋποθέτει ἡ ἐπεξεργασία τῶν ἀπογραφικῶν δελτίων καὶ καταστάσεων. Ὑποστηρίζω, καὶ δὲν θὰ διακινδυνεύσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ μὲ διαψεύσῃ, ὅτι δὲν ὑπάρχει θέμα πραγματικοῦ ἐλέγχου τῶν δελτίων τῆς ἀπογραφῆς. Ἡ ὑπολειπομένη σήμερον ἐργασία συνίσταται εἰς τὴν ταξινόμησιν καὶ ἐπεξεργασίαν στοιχείων ἤδη ὑπαρχόντων καὶ εἰς τὸν ἔλεγχον, ὅτι αὐταὶ ἐγένοντο ὀρθῶς. Οὐδεὶς ἄλλος ἔλεγχος εἶναι ἐπιτρεπτός. Ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἐπιβάλλωμεν καὶ ἄλλον τύπον ἐλέγχου πραγματικοῦ, τοῦτο σημαίνει, ὅτι ἐπιχειροῦμεν νὰ διαστρέψωμεν τὴν ἀπογραφήν. Ποῦ εὑρισκόμεθα, πράγματι, αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀπὸ ἀπόψεως ἀπογραφῆς; Εὑρίσκονται ἀπὸ τῆς 20ῆς Μαΐου εἰς τὰ Γραφεῖα τῆς Στατιστικῆς Ὑπηρεσίας ὅλα τὰ ἀπογραφικὰ δελτία, τόσον τῶν οἰκογενειῶν, ὅσον καὶ τῶν συλλογικῶν συμβιώσεων. Εὑρίσκονται ἐπίσης ἐκεῖ 65.000 καταστάσεις συγκεντρωτικαὶ τῶν δελτίων αὐτῶν. Οἱ 65.000 ἀπογραφεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐχρησιμοποιήθησαν εἰς ὅλην τὴν Χώραν, συνεκέντρωσαν τὰ στοιχεῖα τῶν δελτίων εἰς μίαν κατάστασιν ἕκαστος καὶ τὴν ὑπέβαλον μετὰ τῶν δελτίων εἰς τὴν Στατιστικὴν Ὑπηρεσίαν. Τόσον τὰ δελτία, ὅσον καὶ αἱ συγκεντρωτικαὶ καταστάσεις ἔχουν ἐλεγχθῆ ἀπὸ τοὺς ἀπογραφεῖς καὶ τοὺς τομεάρχας, ἀπὸ ἀπόψεως πληρότητος καὶ ἀκριβείας. Δὲν ὑπάρχει θέμα, συνεπῶς, περαιτέρω οὐσιαστικοῦ ἐλέγχου. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν συγκεντρωτικῶν αὐτῶν καταστάσεων ἐξήχθησαν καὶ τὰ δημοσιευθέντα «προσωρινὰ» στοιχεῖα τοῦ πραγματικοῦ πληθυσμοῦ, τὰ ὁποῖα οὕτω εἶναι ὁριστικά. Μὲ τὴν περαιτέρω ἐπεξεργασίαν τῶν καταστάσεων αὐτῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθοῦν ὡρισμένα σφάλματα, ἀλλὰ αὐτὰ θὰ εἶναι ἀπειροελάχιστα, ἀνίκανα νὰ ἀσκήσουν οὐσιαστικὴν ἐπιρροὴν ἐπὶ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ἀπογραφῆς. Ἡ Στατιστικὴ Ὑπηρεσία ὀφείλει τώρα νὰ πάρῃ τὰς συγκεντρωτικὰς καταστάσεις διὰ νὰ καταρτίσῃ 130 χιλιάδας νέας, ὅσα καὶ τὰ ἀπογραφικὰ τετράγωνα τῆς Χώρας. Αὐταὶ κατόπιν θὰ ὑποβληθοῦν εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν τῆς κωδικοποιήσεως διὰ νὰ μεταφρασθοῦν εἰς κωδικοὺς ἀριθμούς, θὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ κατασκευὴ τῶν διατρήτων δελτίων, ἡ ταξινόμησις καὶ ἡ πινακογράφησις. Καὶ αὐτὰ θὰ γίνουν διὰ τῶν μηχανῶν. Ἡ ὑπόθεσις τῶν μηχανῶν εἶναι ὑπόθεσις 5–7 ἡμερῶν. Διότι αἱ μηχαναὶ ἐργάζονται μὲ ταχύτητα 10.000 «ὀπῶν» τὴν ὥραν. Ἡ ἐργασία, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ καθυστερήσῃ τὴν ἐξαγωγὴν τῶν ἀποτελεσμάτων εἰς ὅλας τὰς λεπτομερείας κατατάξεων ποὺ ἀπαιτεῖ ἡ διεθνὴς πρᾶξις, εἶναι ἡ κατάρτισις τῶν 130.000 συγκεντρωτικῶν καταστάσεων κατὰ οἰκοδομικὰ τετράγωνα μέχρι καὶ τῆς κωδικογραφήσεως. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀρκετὸν προσωπικὸν δι’ αὐτὴν τὴν ἐργασίαν εἶναι δυνατὸν νὰ προσληφθῇ ἔναντι ὡρισμένης ἀμοιβῆς ἀριθμὸς φοιτητῶν τῆς Ἀνωτάτης Ἐμπορικῆς Σχολῆς ἢ ἄλλων Ἀνωτάτων Σχολῶν. Δὲν ἀπαιτεῖται σπουδαία εἰδίκευσις διὰ τὴν ἐργασίαν αὐτήν. Αὐτὰ ὅσον ἀφορᾷ τὸν πραγματικὸν πληθυσμόν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν νόμιμον πληθυσμὸν ἔχω νὰ παρατηρήσω τὰ ἑξῆς: Τὶ εἶναι νόμιμος πληθυσμός; Εἶναι τὸ σύνολον τῶν εἰς ἕκαστον Δῆμον ἢ Κοινότητα ἐγγεγραμμένων ἀτόμων. Ὁ νόμιμος πληθυσμὸς εὑρίσκεται ἐὰν ἀπὸ τὸν πραγματικὸν πληθυσμὸν ἀφαιρέσωμεν τοὺς ἑτεροδημότας καὶ τοὺς ξένους ὑπηκόους καὶ προσθέσωμεν τοὺς προσκαίρως ἀπουσιάζοντας εἰς τὸ ἐσωτερικὸν ἢ τὸ ἐξωτερικὸν δημότας. Εἶναι ἀνάξιον νὰ προσλαμβάνῃ τὸ θέμα αὐτὸ τὰς διαστάσεις, τὰς ὁποίας θέλει νὰ τοῦ δώσῃ ἡ Κυβέρνησις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ἔρχεται καὶ μᾶς λέγει, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὰ ἀποτελέσματα τοῦ νομίμου πληθυσμοῦ πρὸ τῆς παρελεύσεως ἑπτὰ μηνῶν ἀπὸ σήμερον. Ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτὸς προσβάλλει τὴν σοβαρότητα τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ἔχῃ ἀμφιβολίας ἡ Κυβέρνησις, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀπογραφῆς ἐντὸς τῶν χρονικῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα ἐγὼ καθώρισα, ἂς ὁρισθοῦν δύο–τρεῖς βουλευταὶ, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις ἀντιπαθεῖ τὰς Διακομματικὰς Ἐπιτροπάς, οἱ ὁποῖοι νὰ μεταβοῦν εἰς τὰ Γραφεῖα τῆς Στατιστικῆς Ὑπηρεσίας καὶ νὰ ἐξακριβώσουν ἐὰν αὐτά, τὰ ὁποῖα ὑποστηρίζω εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθοῦν. Ταῦτα, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ταχύτητα ἐκδόσεως τῶν ἀποτελεσμάτων καὶ τοῦ νομίμου πληθυσμοῦ. Σᾶς εἶπον, ὅτι ἔχομεν τὸν πραγματικὸν πληθυσμόν, ὁ ὁποῖος ἄλλως τε ἐδημοσιεύθη ἤδη συνοπτικῶς. Ἀλλά, πιστεύω, ὅτι ἡ Στατιστικὴ Ὑπηρεσία γνωρίζει ἤδη καὶ τὸν «προσωρινὸν» νόμιμον πληθυσμόν. Ὑπεστήριξεν ἄλλως τε, ὁμιλῶν προχθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἡ περιοχὴ τῶν Ἀθηνῶν δὲν ἠμπορεῖ νὰ πάρῃ παραπάνω ἀπὸ 10 ἕδρας, βάσει τοῦ νομίμου πληθυσμοῦ τοῦ προκύπτοντος ἐκ τῆς νέας ἀπογραφῆς. Ποῦ τὸ ξεύρει αὐτο, ἐφ’ ὅσον δὲν γνωρίζει τὸν νόμιμον πληθυσμόν;
§105Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Κύριε συνάδελφε, πρῶτον, σεῖς ἐδέχθητε ὡς δεδομένον, ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμήν, δὲν ἔχομεν τὸν πραγματικὸν πληθυσμὸν καὶ ἀκόμη, ὅτι κατὰ τὴν ἀντίληψίν σας, συντόμως, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ τὸν ἔχωμεν ἀκολουθοῦντες τὴν διαδικασίαν, τὴν ὁποίαν, διεγράψατε.
§106Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Εἶπον, ὅτι τὸν ἔχομεν τὸν πραγματικὸν πληθυσμὸν καὶ ὅτι οἱαδήποτε ἐπεξεργασία γίνη, θὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς ἐλαχίστας διαφοράς.
§107Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Συνεπῶς, καὶ δι’ αὐτὸ τὸ ὕψος τοῦ πραγματικοῦ πληθυσμοῦ, ἐδέχθητε νὰ ἀκολουθήσῃ μίαν διαδικασίαν διὰ νὰ διασταυρώσωμεν καὶ νὰ ἐπαληθεύσωμεν τὸ ὕψος τοῦ πραγματικοῦ πληθυσμοῦ. Δεύτερον, ἀνεφέρατε μόνος σας, ὅτι, προκειμένου περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ νομίμου πλέον πληθυσμοῦ, θὰ πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν τοὺς ἑτεροδημότας, καὶ τοὺς ξένους ὑπηκόους καὶ νὰ προσθέσωμεν ὡρισμένους ἀπόντας δημότας εἰς τὸ ἤδη ἄγνωστον ὕψος τοῦ πραγματικοῦ πληθυσμοῦ. Συνεπῶς, οἱανδήποτε διεισδυτικὴν ἱκανότητα καὶ ἂν διαθέσωμεν, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐγνωρίζομεν τὴν στιγμὴν αὐτὴν τὸν νόμιμον πληθυσμόν. Ἐὰν ἀνέφερον τὰς 10 ἕδρας, τὰς ἀνέφερον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τῶν πιθανοτήτων, διότι ὅπως ξεύρετε αἱ σχέσεις, μεταξὺ νομίμου καὶ πραγματικοῦ πληθυσμοῦ, ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὰς παλαιὰς ἀπογραφάς, ἔχουν μίαν ἀναλογίαν. Βάσει τῆς ἀναλογίας τῆς σχέσεως αὐτῆς ὑπελογίσθησαν κατὰ προσέγγισιν αἱ δέκα ἕδραι. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζωμεν τὸν πραγματικὸν πληθυσμόν. Καὶ τοῦτο τὸ γνωρίζετε πολὺ καλὰ καὶ ὡμολογήσατε ἤδη ὁ ἴδιος, ὅτι μᾶς ὑπεδείξατε κατὰ ποίαν διαδικασίαν θὰ τὸν ἔχωμεν ἐντὸς 1–2 μηνῶν.
§108Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Λυποῦμαι, κ. Ὑπουργέ, ἂν πράγματι δὲν γνωρίζετε τὸ ὕψος τοῦ νομίμου πληθυσμοῦ, διότι ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουν τὰ στοιχεῖα τοῦ πραγματικοῦ πληθυσμοῦ ἔπρεπε ἤδη νὰ ἔχουν ἐξαχθῆ καὶ τὰ προσωρινὰ στοιχεῖα τοῦ νομίμου πληθυσμοῦ. Ὑπελείφθη τοῦ καθήκοντός της ἡ Στατιστικὴ Ὑπηρεσία, ἐὰν δὲν ἐφρόντισε νὰ θέση εἰς τὴν διάθεσίν σας καὶ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ νομίμου πληθυσμοῦ. Ἐὰν πάλιν σεῖς δὲν ἐζητήσατε νὰ τὰ ἔχετε, ὑπελείφθητε σεῖς τοῦ καθήκοντός σας.
§109Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Εἶπον, ὅτι δὲν ἔχω τὸν πραγματικὸν πληθυσμὸν αὐτὴν τὴν στιγμὴν διὰ νὰ ἐξαγάγω κατ’ ἀκολουθίαν τὸν νόμιμον πληθυσμόν.
§110Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Τὸν ἔχετε, κ. Ὑπουργέ, καὶ ἐδημοσιεύθη ἤδη εἰς γενικὰς κατηγορίας. Ἡ Στατιστικὴ Ὑπηρεσία θέλει νὰ τὸν ταξινομήσῃ καὶ κατ’ ἀνεξαρτήτους οἰκισμούς, κατὰ Κοινότητας, κατὰ Δήμους καὶ κατὰ Νομούς, διὰ νὰ δώσῃ ὡς ὁριστικὰ τὰ ἀποτελέσματα. Τίποτε ἄλλο δὲν χρειάζεται.
§111Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Ποίους θὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὸν πραγματικὸν πληθυσμόν, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐγένετο ἀκόμη ὁ ἔλεγχος;
§112Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Σᾶς ἀπέδειξα, ὅτι ὁ ἔλεγχος εἶναι εὐχερής.
§113Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Σᾶς εἶπον πρὸ ὀλίγου. Σεῖς ὁ ἴδιος διεγράψατε μίαν διαδικασίαν, ὡς πρὸς τὴν διαπίστωσιν τοῦ πραγματικοῦ πληθυσμοῦ. Ἡ διαδικασία αὐτὴ ἐὰν πρόκειται νὰ τηρηθῇ, εἶναι διαδικασία, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ εἰς τὴν διαπίστωσιν τοῦ ὕψους τοῦ πραγματικοῦ πληθυσμοῦ. Ἀφοῦ θὰ ἔχωμεν δεδομένον τὸν πραγματικὸν πληθυσμόν, θὰ προχωρήσωμεν εἰς ὡρισμένας προσμαφαιρέσεις διὰ νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸν νόμιμον πληθυσμόν. Ἀφοῦ, λοιπόν, δὲν ἔχομεν κατὰ τὴν ἰδικήν σας ἄποψιν, πῶς ζητεῖτε νὰ ἔχῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τὸν νόμιμον πληθυσμόν;
§114Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, τὰ στοιχεῖα τοῦ πραγματικοῦ πληθυσμοῦ, τὰ ὁποῖα ἐδημοσίευσεν ἡ στατιστικὴ ὑπηρεσία ὡς προσωρινά, εἶναι καὶ ὁριστικά, ἀπὸ ἀπόψεως ἀκριβείας. Ὑπολείπεται ἡ τελικὴ ἐπεξεργασία των εἰς τὰς λεπτομερείας ποὺ ἀπαιτεῖ ἡ διεθνὴς πρακτική. Αὐτὰ ἀποτελοῦν τὴν βάσιν. Ἄν θὰ ὑπάρξουν διορθώσεις θὰ εἶναι ἀσήμαντοι.
§115Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Δὲν συμφωνῶ, διότι εἶναι αὐθαίρετον τὸ συμπέρασμά σας.
§116Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Τότε νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι οἱ χρησιμοποιηθέντες ἀπογραφεῖς ἦσαν τόσον ἀγράμματοι, ποὺ δὲν ἦσαν εἰς θέσιν νὰ κάμουν μίαν στοιχειώδη ἐργασίαν. Ποία ἦτο ἄλλως τε ἡ ἀποστολὴ τῶν τομεαρχῶν καὶ τῶν Νομαρχιακῶν Ἐπιτροπῶν ἀπογραφῆς; Ἦτο ὁ ἔλεγχος τῆς πληρότητος καὶ τῆς ἀκριβείας τῶν ἀπογραφικῶν δελτίων καὶ τῶν 65.000 καταστάσεων, τὰς ὁποίας παρέδωσαν οἱ ἀπογραφεῖς. Δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς τὸ στάδιον ποὺ εὑρίσκεται σήμερον ἡ ἐπεξεργασία τῶν συγκεντρωτικῶν καταστάσεων νὰ μεταβληθῇ κἄτι τὸ σημαντικόν. Ἐὰν παρεισέφρησεν ἕνα ἀριθμητικὸν λάθος, θὰ εἶναι κἄτι τὸ ἀσήμαντον. Κατὰ συνέπειαν τὸ θέμα τοῦ πραγματικοῦ πληθυσμοῦ ἔχει λυθῆ. Παραμένει τὸ θέμα τοῦ νομίμου πληθυσμοῦ. Διὰ τὸν νόμιμον πληθυσμὸν θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ σύστασις εἰς τὴν Στατιστικὴν Ὑπηρεσίαν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἐργασίαν διὰ τὴν ταξινόμησιν τῶν στοιχείων τῶν ἀφορώντων τὰς 7.000 περίπου Κοινότητας καὶ Δήμους τῆς Χώρας. Ἐπειδὴ συνέπεσεν ἡ ἀπογραφὴ νὰ γίνῃ κατὰ τὴν περίοδον τῆς συζητήσεως τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, ἔπρεπε ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ εἶχε προβλέψει καὶ νὰ εἶχεν ἀξιώσει ἀπὸ τὴν Στατιστικὴν Ὑπηρεσίαν νὰ θέσῃ εἰς τὴν διάθεσίν της τὰ προσωρινὰ ἀποτελέσματα τοῦ νομίμου πληθυσμοῦ ἀπὸ ἑβδομάδων. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐὰν δὲν ἔγινε τοῦτο, ἐπιβάλλεται ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ δώσῃ ἐντολὴ εἰς τὴν Στατιστικὴν Ὑπηρεσίαν, ὅπως φροντίσῃ καὶ ἐκδώσῃ τὰ ἀποτελέσματα, ἀφήνουσα κατὰ μέρος ἄλλας ἀσχολίας. Νομίζω, κ. βουλευταί, ὅτι κατόπιν τῶν τόσων συζητήσεων αἱ ὁποῖαι διεξήχθησαν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, ἡ Κυβέρνησις θὰ φροντίσῃ νὰ δώσῃ τὰς δεούσας ἐντολὰς καὶ νὰ παράσχῃ τὴν ἀπαιτουμένην συνδρομὴν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ὥστε νὰ τερματίσῃ ταχέως τὸ στάδιον αὐτὸ τοῦ ἔργου της. Κύριοι βουλευταί, δυστυχῶς, αὐτὰ ποὺ ἔχω κυρίως νὰ εἴπω διὰ τὴν ἀπογραφήν, δὲν εἶναι αὐτὰ ποὺ ἠκούσατε. Ἐπὶ ἄλλου σημείου θὰ ἤθελον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν, τόσον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ὅσον καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἡ ἀπογραφὴ τοῦ 1961 δὲν ἠμπορεῖ νὰ δώσῃ τὰ ἀκριβῆ στοιχεῖα τοῦ νομίμου πληθυσμοῦ τοῦ 1961. Ἐλήφθη φροντίς, ὅπως αὕτη δώσῃ τὴν ἀπεικόνισιν τοῦ νομίμου πληθυσμοῦ τοῦ 1948. Οἱ ἀπογραφεῖς πράγματι, κατέταξαν τοὺς πολίτας, ὄχι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δημοτολογίων εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγεγραμμένοι, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ τόπου, ὅπου δύνανται νὰ ἀσκήσουν τὰ ἐκλογικά των δικαιώματα. Ἀπὸ τοῦ 1949 καὶ ἐντεῦθεν ἐν τούτοις ἔλαβε χώραν μεγάλος ἀριθμὸς μεταδημοτεύσεων, χωρίς, ὅμως, οἱ μεταδημοτεύσαντες νὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ψηφίζουν καὶ εἰς τὸν νέον Δῆμον των. Αἱ μεταδημοτεύσεις αὐταί, ὅμως, μὲ τὸν τρόπον ποὺ ἔγινεν ἡ ἀπογραφὴ δὲν ἐμφανίζονται εἰς αὐτήν. Ἡ ἀπογραφή, συνεπῶς, δὲν ἔχει τὰ στοιχεῖα τοῦ νομίμου πληθυσμοῦ τοῦ 1961. Ἔχει τὰ στοιχεῖα μόνον τοῦ ἐκλογικοῦ πληθυσμοῦ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον μία μελλοντικὴ Κυβέρνησις εἶναι δυνατὸν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἀπογραφῆς αὐτῆς, ὡς πρὸς τὸν νόμιμον πληθυσμόν. Ἐκ τούτου, ὅμως, προκύπτουν καὶ αἱ 10 ἕδραι ποὺ κατὰ τὸν κ. Μακρῆν κερδίζει ἡ περιφέρεια Ἀθηνῶν, ἐπὶ τῇ βάσει δῆθεν τοῦ νομίμου πληθυσμοῦ τῆς νέας ἀπογραφῆς! Κύριοι βουλευταί, καταγγέλλω τὸ γεγονὸς καὶ παρακαλῶ νὰ δοθῇ κἄποια ἐξήγησις. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν σχετικὴν περικοπὴν ἀπὸ τὸ κείμενον τῶν ἐπισήμων ὁδηγιῶν ποὺ ἐδόθησαν εἰς τοὺς ἀπογραφεῖς ἀπὸ τὴν Στατιστικὴν Ὑπηρεσίαν. Εἰς τὴν σελίδα 19 τοῦ τεύχους καὶ ὑπὸ τίτλον «δημοτικότης», ἀναφέρονται τὰ ἀκόλουθα: «... ..... (ἀναγινώσκει).....». Προστίθεται δὲ κατωτέρω, ὅτι καὶ τὰ ἀνήλικα τέκνα τοῦ ἀπογραφομένου, ἔστω καὶ ἐὰν ἔχουν γεννηθῆ εἰς μίαν πόλιν μετὰ τὴν μεταδημότευσιν τοῦ πατρός των, ἀνήκουν εἰς τὴν Κοινότητα ἢ τὸν Δῆμον, ὅπου ἔχει τὰ ἐκλογικά του δικαιώματα ὁ πατήρ. Ἐπίσης εἰς τὴν σελίδα 20 ἀναφέρονται μὲ ἀραιὰ μάλιστα γράμματα, διὰ νὰ μὴ γίνῃ λάθος τὰ ἀκόλουθα: «..... (ἀγανινώσκει).....». Ἑπομένως, δὲν δύναται νὰ ἐξαχθοῦν στοιχεῖα τοῦ νομίμου πληθυσμοῦ βάσει τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1961. Καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, νομίζω, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ παύσῃ ἡ συζήτησις περὶ νομίμου πληθυσμοῦ βάσει τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1961. Τὸ συμπέρασμα εἶναι, ὅτι ἡ γενομένη ἀπογραφή, ὅσον ἀφορᾷ τὸν νόμιμον πληθυσμὸν εἶναι νόθος. Αἱ ἐκλογαί, ἑπομένως, δὲν δύνανται νὰ γίνουν εἰ μὴ βάσει τοῦ πραγματικοῦ πληθυσμοῦ. Ἄλλη λύσεις δὲν χωρεῖ. Τὸ δεύτερον θέμα μὲ τὸ ὁποῖον ἐπιθυμῶ νὰ ἀσχοληθῶ, εἶναι τὸ περίφημον τῆς β κατανομῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος πάντοτε εἶναι κατασκευαστὴς εὐτυχῶν φράσεων διὰ τὰς Κυβερνητικὰς πράξεις, λέγει τάδε. «..... (ἀναγινώσκει).....», Κατὰ τὸν κ. Μακρῆν, δηλαδή, τὸ σύστημα τῆς β κατανομῆς τοῦ νόμου τοῦ 1958, ἀνταποκρίνεται πλήρως πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς ἐνισχυμένης ἀναλογικῆς καὶ εἶναι δίκαιον, διότι ἐξασφαλίζει εἰς τὰ μετέχοντα τῆς β κατανομῆς Κόμματα ἕδρας ἀναλόγως τῆς δυνάμεως ἑκάστου. Ἀλλὰ ποία εἶναι ἡ ἔννοια τῆς ἐνισχυμένης ἀναλογικῆς; Αὕτη συνίσταται εἰς τὸ ὅτι τὰ ὑπόλοιπα τῶν ψήφων τῶν μὴ εἰσερχομένων εἰς τὴν β κατανομὴν Κομμάτων, ἀπαλλοτριοῦνται ὑπὲρ τῶν εἰσερχομένων, πρὸς ἐνίσχυσιν αὐτῶν. Ἡ ἐνισχυμένη ἀναλογικὴ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλην ἔννοιαν, εἰ μὴ τὴν κατανομὴν τῶν ὑπολοίπων τῶν ψήφων τῶν μικρῶν Κομμάτων ὑπὲρ τῶν μεγάλων. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατανεμηθοῦν μεταξὺ τῶν εἰσερχομένων εἰς τὴν β κατανομὴν Κομμάτων κατὰ τὸν ἕνα ἢ ἄλλον τρόπον καὶ τὰ ἰδικά των ὑπόλοιπα. Αὐτὸ κάμνει, ἀκριβῶς, ὁ νόμος τοῦ 1951 καὶ διὰ τοῦτο εἶναι ἡ γνησία ἐκδήλωσις τῆς ἐνισχυμένης ἀναλογικῆς. Ὁ νόμος τοῦ 1950 μοιράζει, ὄχι μόνον τὰ ὑπόλοιπα τῶν ἀποκλειομένων Κομμάτων, ἀλλὰ καὶ τῶν μετεχόντων εἰς τὴν β κατανομὴν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς σχέσεως τῶν ἰδικῶν των ὑπολοίπων, ἐὰν τὰ σχετικῶς μικρότερα Κόμματα τῆς β κατανομῆς συμβῇ νὰ ἔχουν μεγαλύτερα ἰδικά των ὑπόλοιπα, τότε αὐτὰ ἐπωφελοῦνται εἰς βάρος τῶν μεγαλυτέρων, τῶν ὁποίων παίρνουν καὶ μέρος τῶν ὑπολοίπων των. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν τὸ Κόμμα τοῦ κ. Παπανδρέου, ηὐνοήθη τόσον πολὺ κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1950. Ἡ μέθοδος αὐτὴ εἶναι ἄδικος, ἀλλ’ ἔχει ὑπὲρ αὐτῆς τὸ πλεονέκτημα, ὅτι αἱ ἐπιπτώσεις της ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὴν τύχην. Καὶ κατὰ τὸ σύστημα τοῦ νόμου τοῦ 1958, δὲν μοιράζονται μεταξὺ τῶν μετεχόντων τῆς β κατανομῆς Κομμάτων μόνον τὰ ὑπόλοιπα τῶν ἀποκλειομένων αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ τὰ ἴδια ὑπόλοιπα. Ἡ διανομὴ δὲ γενομένη ἐπὶ τῇ βάσει τῆς σχέσεως τοῦ συνόλου τῶν ψήφων ποὺ ἔλαβαν ταῦτα, ὁδηγεῖ εἰς ἀπ’ εὐθείας φαλκίδευσιν τῶν ψήφων τῶν μικροτέρων Κομμάτων ὑπὲρ τῶν μεγαλυτέρων. Τὸ σύστημα εἶναι προφανῶς ἄδικον. Στερεῖται δὲ καὶ ἠθικῆς βάσεως, διότι ἐκ τῶν προτέρων καθορίζει ὑπὲρ ποίου θὰ εἶναι ἡ φαλκίδευσις. Ἂς λάβωμεν ἓν παράδειγμα. Ὑποθέσωμεν, ὅτι τὰ ὑπόλοιπα τῶν Κομμάτων ἀπὸ τὴν α κατανομὴν ἔχουν οὕτω: Α Κόμμα 400 ψῆφοι. Β Κόμμα 600. Μὴ μετέχοντα τῆς β κατανομῆς Κόμματα, 800. Ἂς ὑποθέσωμεν ἐπίσης, ὅτι ἡ δύναμις τοῦ Α Κόμματος, ἐν σχέσει μὲ τὸ Β εἶναι 2 πρὸς 1. Μὲ τὸ σύστημα τοῦ νόμου τοῦ 1950 τὸ Α Κόμμα λαμβάνει ἐκ τῆς β κατανομῆς συνολικῶς 720 ψήφους καὶ τὸ Β 1.80. Μὲ τὸ σύστημα τοῦ νόμου τοῦ 1958 τὸ Α λαμβάνει 1.200 καὶ τὸ Β μόνον 600. Μὲ τὸ σύστημα τέλος τοῦ νόμου τοῦ 1951 τὸ Α Κόμμα λαμβάνει 933 καὶ τὸ Β 863 ψήφους. Τὸ σύστημα τοῦ 1958 δὲν εἶναι σύστημα ἀναλογικῆς. Εἶναι παραλλαγὴ τῶν συστημάτων τοῦ «Πρώτου Κόμματος», τὸ πρῶτον ὑπόδειγμα τοῦ ὁποίου ἐχαλκεύθη ἀπὸ τὸν Μουσολίνι τὸ 1924. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θέλῃ νὰ διαθέσῃ ὁλόκληρον τὴν δευτέραν κατανομὴν ὑπὲρ τοῦ πρώτου Κόμματος, διατὶ δὲν τὸ λέγει εὐθέως; Διατὶ μᾶς περιπλέκει μὲ τοὺς τραγελαφικοὺς ὑπολογισμοὺς τῶν νόμων τοῦ 1958, ἐν ὀνόματι δῆθεν τῆς ἐννοίας τῆς ἐνισχυμένης ἀναλογικῆς; Εἶναι τὰ ἀνωτέρω ἐκτεθέντα ἀπόρροια στοιχειωδῶν μαθηματικῶν ἐννοιῶν καὶ δὲν ἐπιδέχεται ἀμφισβητήσεις. Ἀλλὰ δέχομαι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καλοπίστως ἐπλανήθη. Ἂς ἀναθεωρήσῃ, ἑπομένως, τὰς ἀπόψεις της.
§117Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Ὅλοι οἱ συλλογισμοί σας, κ. συνάδελφε, ἐθεμελιώθησαν ἐπὶ τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐτάξατε διὰ λογαριασμὸν τῆς ἐνισχυμένης ἀναλογικῆς. Ἐσημείωσα τὴν φράσιν, σκοπὸς τῆς ἐνισχυμένης ἀναλογικῆς εἶναι ἡ λεηλασία τῶν ψήφων καὶ τῶν ἑδρῶν τῶν μικροτέρων Κομμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν μπαίνουν εἰς τὴν δευτέραν κατανομήν. Κατ’ ἀρχὴν διαφωνῶ μὲ τὴν βάσιν ποὺ ἐθέσατε, διότι θὰ ἦτο ἡ ἀνηθικωτέρα βάσις ἐκλογικοῦ νόμου. Βεβαίως, ἠμπορεῖ νὰ συντελῆται παρομοία φαλκίδευσις, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς ἐνισχυμένης, ἀλλὰ τὸ μέσον, τὸ ὁποῖον, δυστυχῶς, εἶναι ἀναπόφευκτον. Σκοπὸς τῆς ἐνισχυμένης καὶ σεῖς, ὁ ὁποῖος —ὡς Κόμμα ἀνεκαλύψατε τὴν ἐνισχυμένην ἀναλογικὴν καὶ τὴν καθιερώσατε— τὸ γνωρίζετε, σκοπός, λέγω, ἦτο νὰ εὑρεθῇ ἕνα σύστημα, τὸ ὁποῖον νὰ τοποθετηθῇ μεταξὺ ἀναλογικῆς καὶ πλειοψηφικοῦ. Βάσις τῆς ἐνισχυμένης αὐτὸ ἦτο, νὰ ὑποχωρήσουν κατὰ ἕνα τρόπον τὰ ἐλαττώματα τῆς ἁπλῆς ἀναλογικῆς, ἀφ’ ἑνὸς καὶ αἱ ὑπερβολαὶ τοῦ πλειοψηφικοῦ ἀφ’ ἑτέρου. Πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτόν, τῆς περιστολῆς τῶν μειονεκτημάτων τῶν δύο ἄλλων ἐκλογικῶν συστημάτων, καθιερώθη ἡ ἐνισχυμένη ἀναλογική. Τώρα ποῖον εἶναι τὸ μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου χωροῦμεν εἰς πραγμάτωσιν τοῦ σκοποῦ τῆς ἐνισχυμένης. Εἶναι ὁ καθορισμὸς ἑνὸς ποσοστοῦ, κατὰ τὸ ὁποῖον τὰ ὑπολειπόμενα Κόμματα δὲν εἰσέρχονται εἰς τὴν δευτέραν κατανομήν. Καὶ συνεπῶς, χάνουν ἕνα ποσοστὸν ψήφων, ἀλλὰ καὶ ἑδρῶν, αἱ ὁποῖαι περιέρχονται, ἐν ὀνόματι τοῦ συστήματος, εἰς τὰ ἰσχυρότερα Κόμματα. Ἐν ὀνόματι τῆς ἀρχῆς τῆς ὀρθοδόξου ἀναλογικῆς συντελεῖται, βεβαίως, μία πρᾶξις ἄδικος. Τὴν πρᾶξιν, ὅμως, αὐτὴν ἀποδεχόμεθα ὡς θεμιτήν, χάριν τοῦ συστήματος τῆς ἐνισχυμένης. Τὶ συμβαίνει, ὅμως, μὲ τὸν τρόπον τῆς δευτέρας κατανομῆς τοῦ συστήματος τοῦ 1951; Προκειμένου νὰ ἀδικήσωμεν τὰ μικρὰ Κόμματα, θὰ ἐφαρμόσωμεν ἀρχὰς ἐνισχυμένης ἀναλογικῆς, ἀφ’ ἧς, ὅμως, στιγμῆς ἀπαλλαγῶμεν τοῦ βάρους τῶν μικρῶν Κομμάτων, μεταξὺ μας θὰ ἐφαρμόσωμεν σύστημα ἁπλῆς ἀναλογικῆς. Ἐγὼ ὑπεστήριξα καὶ ὑποστηρίζω, ὅτι ἀφοῦ προτείνατε σύστημα ἀναλογικῆς ἐνισχυμένης, θὰ τὸ ὑποστῆτε ἐν τῷ συνόλῳ του. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι τὸ σύστημα διαδοχικόν, ἄλλο εἰς τὴν πρώτην κατανομὴν καὶ ἄλλο εἰς τὴν δευτέραν. Τὸ σύστημα τοῦ 1951, φέρον τὴν κομματικὴν σφραγῖδα τοῦ τότε κυβερνῶντος Κόμματος, εἶναι ἀπαράδεκτον καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμόζωνται εἰς ἕνα ἀναλογικὸν σύστημα δύο μέτρα καὶ δύο σταθμά. Δι’ αὐτὸ ἡ δευτέρα κατανομὴ ἐπιβάλλεται νὰ γίνῃ κατὰ τὴν ἀναλογίαν δυνάμεως ἑκάστου Κόμματος. Καὶ σᾶς ἀπέδειξα μὲ ἀριθμούς, ὅτι τὰ δύο Κόμματα, τὰ ὁποῖα εἰσῆλθον εἰς τὴν δευτέραν κατανομὴν τοῦ 1958, ἐπῆραν, ἐπακριβῶς, τὴν ἐπαύξησιν καὶ ἀναλογίαν τῶν ψήφων καὶ τῆς δυνάμεώς των. Ἡ Ε.Δ.Α. ἐπῆρε —μαθηματικῶς— τὴν δύναμιν τῆς δευτέρας κατανομῆς, ἡ ὁποία ἀναλογεῖ εἰς 24,5% καὶ ἡ Ε. Ρ.Ε. ἐπῆρε τὴν δύναμιν ποὺ ἀναλογεῖ εἰς τὸ 41,2%. Συνεπῶς, εἶναι αὐθαίρετος καὶ εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συστήματος τοῦ 51. Ἄλλο εἶναι τὸ θέμα τῶν τυχὸν ἀντιρρήσεών της κατὰ τῆς ἐνισχυμένης, ἀπὸ ἀπόψεως ἰδανικῆς δικαιοσύνης. Τότε θὰ ἔλεγον, ὅτι τὰ αὐτὰ ἐπιχειρήματα εἶναι δυνατὸν νὰ στραφοῦν καὶ ἐναντίον τῆς ἁπλῆς ἀναλογικῆς, ὡς τοὐλάχιστον ἐφαρμόζεται παρ’ ἡμῖν, καὶ ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἁπλῆ ἀναλογική, ἀλλὰ ἐνισχυμένη εἰς ὅλας τὰς ἐκδηλώσεις. Βεβαίως, ἡ ἐνίσχυσις ἐκδηλοῦται ἠπιωτέρα, λόγῳ τοῦ ἐλαφροῦ ποσοστοῦ, ἀλλὰ πάντως δὲν εἶναι ἀναλογική, ἀλλὰ ἐνισχυμένη. Καὶ πάντως, ἂν εἶσθε κατὰ τῆς ἐνισχυμένης δὲν ἔπρεπε νὰ τὴν προτείνετε.
§118Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Καὶ αἱ στοιχειώδεις ἀκόμη μαθηματικαὶ ἔννοιαι, ἀτυχῶς, δὲν εἶναι φαίνεται δυνατὸν νὰ γίνουν εὐκόλως ἀντιληπταί. Βεβαίως, δὲν σημαίνει τίποτε ἄλλο ἡ ἐνισχυμένη ἀναλογικὴ παρά, ὅτι ληστεύονται αἱ ψῆφοι τῶν μικρῶν Κομμάτων διὰ νὰ ἔχωμεν τὸ προσὸν τῶν ὀλίγων μεγάλων Κομμάτων καὶ ἐνδεχομένως τῆς μονοκομματικῆς Κυβερνήσεως. Ὁ σκοπὸς ἐν προκειμένῳ ἁγιάζει τὰ μέσα. Ἀλλά, κύριοι, διὰ νὰ εἶναι στοιχειωδῶς ἔντιμοι ὡς πρὸς ἑαυτοὺς οἱ ὠφελούμενοι συνεταῖροι τῆς δευτέρας κατανομῆς, πρέπει ἡ κατανομὴ τῆς λείας νὰ γίνῃ ἐξ ἴσου μεταξύ των.
§119Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Βάσει τῆς ληστείας περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλεῖτε, βεβαίως, ὄχι.
§120Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, μετεχειρίσθην τὴν λέξιν «ληστεία» διὰ νὰ δώσω ἔμφασιν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ δι’ οὐδένα ἄλλον λόγον. Δὲν θέλω δι’ αὐτῆς ἰδίως νὰ θίξω οὐδένα. Τὴν μετεχειρίσθην, χάριν ἐμφάσεως καὶ διὰ νὰ κάμω ἐντονώτερον τὸ παράδειγμά μου, λέγω, ὅτι οἱ ἐπιτυχόντες λησταὶ πρέπει νὰ μοιράσουν μεταξύ των τὴν λείαν ἐξ ἴσου. Τὸ περίεργον τοῦ νόμου τοῦ 1958 εἶναι, ὅτι δὲν εἶναι μόνον ἄδικος πρὸς τὰ θύματα, ἀλλ’ εἶναι ἄδικος καὶ πρὸς τοὺς θύτας. Καὶ μὴ λησμονῆτε, κύριοι, τὴν γαλλικὴν φράσιν «μεταξὺ κατεργαρέων, πρέπει νὰ ἰσχύῃ ἡ εἰλικρίνεια».
§121Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Σᾶς κάμνω καὶ ἐγὼ δήλωσιν. Δὲν δέχομαι τὸν χαρακτηρισμόν, ὅτι διὰ τῆς ἐνισχυμένης ἀναλογικῆς καταληστεύονται τὰ μικρὰ Κόμματα. Ἐὰν ἐπίστευα τοῦτο, δὲν θὰ ἐδεχόμην, ὡς ἁρμόδιος Ὑπουργὸς. Ἐὰν σεῖς ἐπιστεύατε, ὅτι πρόκειται περὶ ληστρικῆς ἐπιχειρήσεως —ὅπως λέγετε— δὲν ἔπρεπε νὰ τὴν προτείνετε. Ἡ ἐνισχυμένη ἀναλογικὴ εἶναι ἕνα ἐνδιάμεσον σύστημα μεταξὺ πλειοψηφικοῦ καὶ ἁπλῆς ἀναλογικῆς καὶ ἐπαναλαμβάνω ἐὰν σεῖς ἐπιστεύατε, ὅτι εἶναι ληστρικὴ ἐπιχείρησις δὲν ἔπρεπε νὰ τὴν προτείνετε.
§122Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ἐὰν ἀναφέρεσθε προσωπικῶς πρὸ ἐμέ, σᾶς πληροφορῶ, κ. Ὑπουργέ, ὅτι κατεψήφισα τὸν νόμον τῆς ἐνισχυμένης ἀναλογικῆς τοῦ 1951, ὅταν συνεζητεῖτο. Ἔκτοτε, ὅμως, εἴδομεν πολὺ χειροτέρους.
§123Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Ὁμιλῶ διὰ τὴν νέαν σας, τὴν τωρινὴν πρότασιν.
§124Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ἐν πρώτοις, κ. Ὑπουργέ, εἶμαι ἀνεξάρτητος. Δεύτερον, τὸν νόμον τοῦ 1951 τὸν κατεψήφισα, καίτοι τὸ ὑπ’ αὐτοῦ θεσπιζόμενον σύστημα τῆς δευτέρας κατανομῆς εἶναι τὸ μόνον τίμιον σύστημα, ἐντὸς τῶν πλαισίων τῆς ἐνισχυμένης. Τὸ σύστημα τοῦ 1958 εἶναι διαβλητόν, διότι νομοθετεῖ ὑπὲρ τοῦ πρώτου Κόμματος τὴν κλοπὴν τῶν ψήφων καὶ εἰς βάρος τῶν μετεχόντων τῆς β κατανομῆς Κομμάτων. Ἄλλοι, βεβαίως, ἀντὶ τῆς λέξεως «κλοπὴ» μεταχειρίζονται τὸν ὅρον «προικοδότησις». Ἀλλ’ αὐτὸς δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθῇ μόνον, ὅταν πρόκειται νὰ δώσῃς κἄτι ποὺ σοῦ ἀνήκει. Ἐνῷ εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς ἐνισχυμένης ἀναλογικῆς, παίρνεις κἄτι ποὺ ἀνήκει εἰς τοὺς ἄλλους. Κατὰ τὸ σύστημα μάλιστα τοῦ νόμου τοῦ 1958 καὶ ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς συνεταίρους σου. Νομίζω, ὅτι τὸ σύστημα τῆς ἐνισχυμένης ἀναλογικῆς εἶναι σύστημα κατὰ βάσιν ἄδικον. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει πολιτικὴν κάμομεν καὶ γίνονται συμβιβασμοί. Καὶ ἐν τῇ ἐννοίᾳ αὐτῇ ἐγένοντο ἀπὸ τὰ Κόμματα τοῦ Κέντρου ὡρισμένοι συμβιβασμοὶ εἰς τὸ παρελθόν, ὅπως ἐπίσης ἔγιναν ὡρισμένοι συμβιβασμοὶ καὶ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ἀνάλογοι θὰ γίνωνται ἀπὸ ὅλους εἰς τὸ μέλλον. Παρακαλῶ πάντως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ προσεκτικώτερον διὰ νὰ πεισθῇ, ὅτι τὸ σύστημα τοῦ 1958 εἶναι ἀπαράδεκτον, διότι εἶναι ἄδικον καὶ διὰ τὰ μετέχοντα τῆς β κατανομῆς Κόμματα καὶ δὲν ἔχει ἠθικὴν βάσιν. Καὶ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ συστήματος ἐκείνου, ἐφάνησαν τὸ 1958. Καὶ σεῖς θὰ τὸ ἐπικρίνετε ἐντονώτερον ἡμῶν, ἴσως, ἐὰν συνέβαινε νὰ στραφῇ εἰς βάρος σας, μὲ τὴν σύμπηξιν π.χ. ἑνὸς μετώπου.
§125Γ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἔλθῃ.
§126Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ἐὰν εἶσθε ἕτοιμοι, κ. συνάδελφοι, νὰ ὑποστῆτε τὰς συνεπείας τῶν πράξεών σας, ἔχει καλῶς. Νομίζω, ὅμως, ὅτι δὲν εἶναι φρόνιμον νὰ ἀνάγωμεν εἰς κανόνας αὐτὰ τὰ ὁποῖα μᾶς συμφέρουν ἑκάστην στιγμήν. Κύριοι συνάδελφοι, προκαλῶ οἱονδήποτε, καὶ παρακαλῶ ἂν θέλετε νὰ καλέσωμεν καὶ μαθηματικούς, διὰ νὰ ἴδωμεν ἐὰν αὐτὰ τὰ ὁποῖα ὑποστηρίζω εἶναι ὀρθὰ καὶ δὲν εἶναι προκατάληψις. Δὲν θέλω, κ. συνάδελφοι, νὰ καταχρασθῶ τοῦ χρόνου, παρ’ ὅλον, ὅτι ἡ ἀπόφασις περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ τετάρτου εἶναι ἄδικος καὶ ἀπέδειξεν ἀκόμη μίαν φορὰν κακὴν χρησιμοποίησιν τῶν προνομίων τῆς πλειοψηφίας. Θὰ πρέπει, ὅμως, ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου νὰ διατυπώσω ὀλίγας γενικὰς σκέψεις. Ἄς ὑποθέσωμεν, ὅτι τὸ θέρος τοῦ 1958 ἤρχετο ἀπὸ τὸν Ἄρην εἰς τὴν Ἑλλάδα ἕνας ἀστροναύτης. Οὗτος θὰ ἤκουεν τότε, ὅτι ὅλοι οἱ Ἕλληνες ἦσαν κατάπληκτοι ἀπὸ τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1958. Διότι μεταξὺ ἄλλων ἐδημιούργησαν μίαν πόλωσιν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ἡ ὁποία δὲν ἀνταπεκρίνετο εἰς τὴν πραγματικότητα. Ὁ ἀστροναύτης, λοιπόν, ἀπὸ τὸν Ἄρην θὰ ἤκουε τότε ἐπαναλαμβανομένην ἀπὸ πάντας σχεδὸν τοὺς Ἕλληνας τὴν ἀνάγκην τῆς ἀμέσου ψηφίσεως ἑνὸς τιμίου καὶ ἀντιπολωτικοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος θὰ ἔδιδε χρόνον εἰς τὰς πολιτικὰς δυνάμεις τοῦ κέντρου νὰ ἀνασυνταχθοῦν καὶ θὰ ἐξησφάλιζε τὰς προσεχεῖς ἐκλογὰς τιμίας, ἵνα ἀποφευχθῇ ὁ διχασμός, ἡ πόλωσις. Ἡ Κυβέρνησις ἐκώφευσεν ἐν τούτοις εἰς τὴν γενικὴν αὐτὴν ἀξίωσιν ἐπὶ τρία χρόνια καὶ εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ τετάρτου ἔτους τῆς ζωῆς τῆς παρούσης Βουλῆς, ἔφερεν ἕνα νόμον ποὺ εἶναι, ὁ ἴδιος ὁ νόμος τοῦ 1958 κατὰ πολὺ μάλιστα τροποποιημένος ἐπὶ τὰ χείρω. Πράγματι, κ. συνάδελφοι, ἔχομεν πρὸ ἡμῶν τὸν νόμον τοῦ 1958, τροποποιηθέντα κυρίως εἰς δύο σημεῖα, ποὺ τὸν καθιστοῦν ὅλως ἀπαράδεκτον. Ὁ ὑπὸ κρίσιν νόμος εἶναι οὕτω ὀλιγώτερον τίμιος καὶ σαφέστερον πολωτικὸς τοῦ νόμου τοῦ 1958. Ἐὰν τὸ ἤκουεν αὐτὸ σήμερον ὁ ἀστροναύτης ἀπὸ τὸν Ἄρην, θὰ διηρωτᾶτο τὶ συνέβη εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐὰν παρεφρονήσαμεν, ἐὰν ὑπάρχῃ πράγματι τόση τύφλωσις εἰς τὴν πολιτικὴν ζωήν, ὥστε οἱ πρωταγωνισταί της νὰ παρασκευάζουν τὴν καταστροφήν της; Πράγματι, τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον εἶναι ὀλιγώτερον ἔντιμον τοῦ νόμου 1958, διότι ἐκτὸς τῶν ἄλλων καθιεροῖ καὶ τὴν ψῆφον τοῦ στρατοῦ. Σέβομαι τὸν στρατόν, ἀλλὰ θέλω νὰ εἶναι ἐκτὸς τῆς πολιτικῆς, διότι ὁσάκις τὸν ἀνεμίξαμεν εἰς τὴν πολιτικὴν τὸν ἐζημιώσαμεν. Αἱ ἐθνικαὶ δυνάμεις ἀνήκουν εἰς ὅλους καὶ δὲν δέχομαι νὰ ψηφίζουν, διότι δὲν δύνανται νὰ ψηφίζουν λογικῶς καὶ ἐνσυνειδήτως, διότι δὲν ἔχουν τὴν εὐκαιρίαν νὰ διαφωτισθοῦν ἐπὶ τῶν θέσεων τῶν διαφόρων Κομμάτων. Ἐὰν δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὰ Κόμματα νὰ εἰσέλθουν εἰς τοὺς στρατῶνας διὰ νὰ κάμουν τὴν διαφώτισιν, τότε θὰ προκληθοῦν ἄλλαι μεγαλύτεραι ζημίαι. Ἐγγυήσεις ἐξ ἄλλου διὰ τὸ ἀδιάβλητον τῆς ψηφοφορίας τῶν ἐνόπλων δυνάμεων δὲν ὑπάρχουν. Εἰς ὅσας περιπτώσεις ἐψήφισεν ὁ στρατὸς τὰ ἀποτελέσματα ἦσαν θλιβερά. Δὲν θέλω νὰ προχωρήσω εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἀπόψεών μου τὶ θὰ γίνῃ ἐὰν ψηφίσῃ ὁ στρατός. Ἔχω ὅλα τὰ στοιχεῖα τοῦ τὶ ἔγινε τὸ 1956. Νομίζω, ὅτι τὸ πάθημα πρέπει νὰ μᾶς γίνῃ μάθημα. Κάμνω, ἑπομένως, ἔκκλησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀφήσῃ τὸν στρατὸν ἔξω τῆς πολιτικῆς, διότι ἄλλως ἀπεργάζεται κακὰ τῶν ὁποίων τὰς συνεπείας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτιμήσῃ κανεὶς αὐτὴν τὴν στιγμήν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ὅτι εἶναι ὀλιγώτερον ἔντιμος ὁ ὑπὸ συζήτησιν νόμος ἐν σχέσει πρὸς τὸν τοῦ 1958 εἶναι καὶ περισσότερον πολωτικός, κατὰ τρόπον μάλιστα προκλητικόν. Τὸ νομοσχέδιον συνετάχθη βάσει τοῦ συσχετισμοῦ τῶν πολιτικῶν δυνάμεων τῆς σήμερον, ὡς ὡμολόγησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ὑπεχώρησεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ 17% διὰ τὰ Κόμματα καὶ 30% διὰ τοὺς συνασπισμούς, διότι ἔκρινεν, ὅτι τοῦτο εἶναι τὸ καλλίτερον τέχνασμα διὰ νὰ καταστραφῇ τὸ Κέντρον καὶ νὰ ὁδηγηθῇ ἡ χώρα εἰς τὴν πόλωσιν, ἐνῷ προσποιεῖται, ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ τὴν ἀποτρέψῃ. Ἠκούσαμεν συμβουλὰς νὰ ἑνωθῶμεν. Ἀλλὰ αἱ ἑνώσεις τῶν Κομμάτων δὲν γίνονται κατ’ ἐπιταγὴν καὶ εἰδικῶς, διότι τὸ θέλει ἔτσι ἕνας ἰδιοτελὴς ἐκλογικὸς νόμος. Τὸ 1958, τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἦτο ἡνωμένον. Σήμερον δὲν εἶναι ἡνωμένον. Καὶ τὶ ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις; Καθώρισε τὰ ποσοστὰ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε οὐδεμία ἐκ τῶν δύο πτερύγων του μόνη της νὰ δύναται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν δευτέραν κατανομήν, ἵνα ἡ ψυχολογία τῆς χαμένης ψήφου εὕρῃ ἀπόλυτον τὴν ἐφαρμογήν της. Ἀλλὰ καὶ πρὸς ἀποφυγὴν τοῦ ἐνδεχομένου τοῦ συνασπισμοῦ τῶν Κομμάτων τοῦ Κέντρου, καθορίζει ὑψηλὰ καὶ τὰ ποσοστὰ συνεργασίας, εἰς ἐπίπεδον ποὺ νὰ τὰ ἐξωθοῦν πρὸς συνεργασίαν μὲ τὴν Ἀριστεράν. Ἐπιθυμῶ, οὕτω, ἡ Κυβέρνησις νὰ εὑρεθῇ καὶ εἰς τὰς προσεχεῖς ἐκλογὰς εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ λέγῃ πρὸς τὸν λαόν, «εἴτε τὸ θέλετε, εἴτε δὲν τὸ θέλετε, ἡμεῖς θὰ εἴμεθα Κυβέρνησις», ὡς ἔκαμνε τὸ 1958. Ἐὰν ὁ νόμος τοῦ 1958 ἐπεζήτει τὴν ἀποβολὴν τῆς Ε.Δ.Α. ἐκ τῆς αἰθούσης αὐτῆς, τὴν ἀνάδειξιν τοῦ Κέντρου εἰς Ἀντιπολίτευσιν καὶ παραμονὴν τῆς Ε.Ρ.Ε. εἰς τὴν ἐξουσίαν, ὁ συζητούμενος νόμος ἐπιδιώκει τὴν διατήρησιν τῆς Ε.Ρ.Ε. εἰς τὴν ἐξουσίαν, τὸν ἐξαφανισμὸν τοῦ Κέντρου καὶ τὴν δημιουργίαν μιᾶς Ἀριστερᾶς, ποὺ νὰ ἀποτελῇ τὴν μόνην Ἀντιπολίτευσιν. Δι’ αὐτὸ ὁ νόμος αὐτός, εἶναι ὁ πλέον κυνικὰ πολωτικός. Ἡ πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι τόσον διαφανής, ὥστε καταλαμβάνεταί τις ἀπὸ δέος. Καὶ ἐρωτῶ: πράγματι, ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ ὁδηγήσῃ τὴν χώραν εἰς τὴν ἀνωμαλίαν, διὰ νὰ μείνῃ 3–4 χρόνια ἀκόμη εἰς τὴν ἐξουσίαν; Ἀλλ’ ἐὰν αἱ προσεχεῖς ἐκλογαὶ γίνουν βάσει, τόσον διαβλητοῦ νόμου, αἱ ἡμέραι τῆς Δημοκρατίας θὰ εἶναι πράγματι μετρημέναι. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡμολόγησεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι προτιμᾶ τὸν δόλον ἀπὸ τὴν βίαν. Φοβοῦμαι, ὅτι πρὸ τῶν δημιουργηθησομένων καταστάσεων θὰ ἀποδειχθῇ συντόμως, ὅτι ὁ δόλος δὲν ἀποδίδει καὶ θὰ χρειασθῇ ἐν τῇ ἐπιδιώξει τῶν σκοπῶν σας νὰ προσφύγετε εἰς τὴν βίαν, δι’ αὐτὸ εἶσθε βέβαιοι. Ἐπὶ 15 χρόνια εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἐπεράσαμεν πολλὰς θυέλλας. Ἡ παροῦσα συζήτησις εἶναι ἀπὸ τὰς πλέον κρισίμους. Αἱ προσεχεῖς ἐκλογαὶ θὰ εἶναι αἱ πλέον κρίσιμοι μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν. Ἕν πρᾶγμα ἔχω νὰ εἴπω εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἂς σταθμίσῃ τὰς εὐθύνας της καὶ ἂς φροντίσῃ νὰ μεταβάλῃ τὸ νομοσχέδιον ἀπὸ πυρσοῦ ποὺ ἀπειλεῖ τὸν ἐμπρησμὸν τῆς Δημοκρατίας εἰς δάδα ποὺ θὰ φωτίσῃ τὴν ὁδὸν τῆς προόδου καὶ τῆς προαγωγῆς τῶν συμφερόντων τοῦ λαοῦ. Εἶναι κρίσιμοι αἱ στιγμαὶ καὶ ἡ μοῖρα σᾶς ἔφερε τὰς στιγμὰς αὐτὰς νὰ διαχειρίζεσθε τὰς τύχας τοῦ Ἔθνους. Σᾶς ἀμφισβητῶ συνεχῶς, τὴν ὀρθότητα τῶν σκέψεων καὶ τῶν πράξεών σας. Εὔχομαι, ἐν τούτοις, αὐτὴν τὴν στιγμήν, ὁ Θεὸς νὰ ἀνοίξῃ τοὺς ὀφθαλμούς σας καὶ νὰ σᾶς φωτίσῃ νὰ διορθώσητε τὸ καταστροφικὸν αὐτὸ νομοσχέδιον, ποὺ ἀποτελεῖ τορπίλλην διὰ τὸ Ἔθνος. Ὁ ἐκλογικὸς νόμος δὲν κρίνεται διὰ τῆς πλειοψηφίας. Εἶναι θέμα τῆς κοινῆς συνεδριάσεως τοῦ Ἔθνους. Φανῆτε ἄξιοι τῶν στιγμῶν καὶ θὰ προσφέρετε μεγίστην ὑπηρεσίαν καὶ ὡς ἄτομα καὶ ὡς Κυβέρνησις εἰς τὸν ἀτυχῆ αὐτὸν τόπον. (Χειροκροτήματα).
§127Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Κύριε συνάδελφε, καταστρέφοντας τὸν λόγον σας, ἀνεφέρθητε εἰς θέμα, μὲ πρόθεσιν σαφῆ νὰ ἀδικήσητε τὴν Κυβέρνησιν. Θὰ ἀντιπαρέλθω τοὺς χαρακτηρισμοὺς τοὺς ὁποίους ἐχρησιμοποιήσατε, διὰ νὰ μπῶ ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν οὐσίαν. Δύο εἶναι τὰ θέματα τὰ ὁποῖα ἐθίξατε. Τὸ πρῶτον εἶναι ἡ ἀγωνία, ἡ ὁποία σᾶς συνέχει ἀπὸ τὸν ἐνδεχόμενον κίνδυνον τῆς Ἀριστερᾶς, ἐπὶ τοῦ ὁποίου τόσον θεαματικῶς ἐπεσύρατε τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπ’ αὐτοῦ, δικαιοῦσθε νὰ κάμετε οἱονδήποτε συλλογισμόν. Ἀπὸ ἀπόψεως, ὅμως, εὐθυνῶν πέραν τοῦ ἑαυτοῦ σας, τοῦ Κόμματός σας καὶ τοῦ Κέντρου γενικώτερον, δὲν δικαιοῦσθε νὰ ἀναζητῆτε εὐθύνας ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, διότι καὶ κατὰ τὸ παρελθόν, παρὰ τὰς ἀντιλήψεις τὰς ὁποίας ἔχετε, ἐδοκιμάσατε, ἐν ὀνόματι κομματικῶν ἀναγκῶν, νὰ προσεταιρισθῆτε τὴν Ἀριστερὰν καὶ εἰς τὰς σκέψεις σας, κατὰ καιρούς, διαφαίνεται ἡ πρόθεσις νὰ ἐπαναλάβητε τὸ πείραμα εἰς τὸ μέλλον, πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπόν, τῆς κακῶς νοουμένης κομματικῆς σας ἐξυπηρετήσεως. Συνεπῶς, εἰς τὸ κεφάλαιον αὐτό, ἡ Κυβέρνησις θὰ παρακαλέσῃ νὰ παραμείνῃ ἀμέτοχος τῶν εὐθυνῶν σας. Δὲν σᾶς ἐγκαλῶ ὡς πρὸς τὸ σημεῖον αὐτό. Τὸ σημεῖον αὐτὸ εἶναι θέμα καθαρῶς ἀντιλήψεως πολιτικῆς. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλω νὰ ὑπογραμμίσω εἶναι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ θέσιν εἰς τὰς εὐθύνας σας διὰ τὴν συνεργασίαν τοῦ παρελθόντος ἢ διὰ τὴν ἐνδεχομένην μελλοντικὴν συνεργασίαν ὑπὸ μορφὴν μετώπου μὲ τὴν Ἀριστεράν. Τὸ δεύτερον θέμα, εἶναι τὸ θέμα τῶν προθέσεων τῆς Κυβερνήσεως, τὰς ὁποίας προσεπαθήσατε νὰ ἐμφανίσητε ἀπὸ τοῦ βήματος, ὡς ἀνειλικρινεῖς καὶ πολὺ περισσότερον πολωτικὰς ἀπὸ τοῦ 1958. Καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τὰ συμπεράσματά σας ἀπεδείχθησαν αὐθαίρετα. Πρώτη ἡ Κυβέρνησις, ὅταν ἐτέθη θέμα ἐκλογικοῦ νόμου, ἐδήλωσε διὰ τοῦ κ. Προέδρου αὐτῆς, ὅτι θὰ ἀκούσῃ τὰς ἀπόψεις τῶν Κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ εἰς ἐκπλήρωσιν τῆς ὑποχρεώσεώς της αὐτῆς, ἓν ἔτος πρὸ τῆς λήξεως τῆς βουλευτικῆς περιόδου, ἐζήτησε καὶ εἶχεν τὰς ἀπόψεις τῶν κ.κ. Ἀρχηγῶν. Πρὶν ἔχει τὰς ἀπόψεις αὐτῶν, ἤκουσε τὰς ἀπόψεις των ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς καὶ ὅπως γνωρίζετε, δύο τῶν σοβαρῶν Κομμάτων τοῦ Κέντρου, ὑπεστήριξαν, ὅτι θὰ πρέπει νὰ καθιερωθῇ ἓν τῶν τριῶν συστημάτων, τὰ ὁποῖα ἴσχυσαν ἀπὸ τοῦ 1950 καὶ ἐντεῦθεν, μέχρι τοῦ 1956, μεταξὺ τῶν ὁποίων κατελέγετο καὶ τὸ πλειοψηφικόν, χαρακτηρίσαντα ὡς ἀδιάβλητα, τὰ τρία αὐτὰ συστήματα. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἐξεδήλωσεν τὴν προτίμησίν της εἰς τὸ ἀδιάβλητον τοῦτο σύστημα τοῦ πλειοψηφικοῦ, ἐξεδηλώθη ἡ ἀνεξήγητος ὑστερικὴ κατακραυγή, ὅτι δῆθεν ἡ Κυβέρνησις ὁδηγεῖ πρὸς πόλωσιν τὴν Χώραν, ἐξαναγκάζουσα τὰ Κόμματα τοῦ Κέντρου εἰς λαϊκὸν μέτωπον. Ἡ Κυβέρνησις καὶ τὴν αὐθαίρετον αὐτὴν εὐθύνην, ἡ ὁποία τῆς κατελογίσθη, δὲν ἠθέλησε νὰ τὴν ἀναλάβῃ. Καὶ ἐγκατέλειψε τὴν προτίμησίν της διὰ τὰς προσεχεῖς ἐκλογὰς καὶ ἐζήτησε τὰς ἀπόψεις τῶν Κομμάτων τοῦ Κέντρου ἐπὶ τῆς ἐνισχυμένης ἀναλογικῆς, ἐπὶ τῆς ὁποίας ὁλόκληρον τὸ Κέντρον συνεφώνησεν. Ἐπὶ τοῦ συστήματος αὐτοῦ κρίσιμον στοιχεῖον ἦτο κυρίως τὸ ποσοστόν. Καὶ ὅπως γνωρίζετε, τὰ Κόμματα τοῦ Κέντρου ἢ ἐπρότεινον ἢ ἀνεπιφυλάκτως ἐδέχθησαν τὸ 17%. Κατόπιν αὐτοῦ ὁ εἰσηγητὴς τοῦ Κόμματος τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, εἰσηγούμενος τὰς ἀπόψεις του ἐνώπιον τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, εἶπεν ἀρχόμενος τῆς εἰσηγήσεώς του καὶ ἀπαντῶν πρὸς τὴν Ε.Δ.Α. ὅτι ὁποιοσδήποτε εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀντιπολωτικόν. Καὶ λογικῶς, συνεπῶς, καὶ πρακτικῶς, εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι αἱ προθέσεις τῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρξαν κατ’ ἐξοχὴν ἀντιπολωτικαί, ἀσχέτως τῆς ὀρθότητος τῶν ὑπολογισμῶν τοῦ Κέντρου, διὰ τὰς ὁποίας δὲν πρέπει νὰ εὐθυνώμεθα. Κακῶς καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ἀποδίδετε εὐθύνας εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Καθ’ ἑκάστην τὰ Κόμματα τοῦ Κέντρου ἀνασκοποῦν τὸν πολιτικὸν ὁρίζοντα καὶ συνάγουν ὡρισμένα συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα ἐκτιμοῦν ἐλευθέρως. Μὲ τὴν πρώτην ἐντύπωσιν, χαρακτηρίζουν ὡς ἀδιάβλητον τὸ πλειοψηφικὸν καὶ προκαλοῦν πρὸς καθιέρωσίν του. Ὅταν δέχωνται τὴν ἀπάντησιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εἶναι ἑτοίμη νὰ τὸ καθιερώσῃ, ἐκρήγνυνται εἰς διαμαρτυρίας πολώσεως καὶ προτείνουν τὴν ἐνισχυμένην ἀναλογικὴν μὲ ποσοστὸν 17%. Ὅταν τοῦτο καταθέτῃ ἡ Κυβέρνησις, ἐκρήγνυται ἐκ νέου εἰς διαμαρτυρίας, ὅτι εὑρισκόμεθα ἐνώπιον πολώσεως καὶ πάλιν. Νομίζω, ὅτι ἐδῶ δὲν ἀνακύπτει ἁπλῶς ἡ δυσχέρεια τοῦ νὰ ἔχῃ τις διάλογον μὲ τὰ πλείονα τοῦ ἑνὸς Κόμματα τοῦ Κέντρου, ἐδῶ ὑπάρχει δευτέρα δυσχέρεια χειροτέρα τῆς πρώτης, ὅτι πρέπει νὰ παρακολουθῇ κανεὶς ἀνὰ ἑβδομάδα τὰς νέας ἀναπροσαρμογὰς τῶν ἀπόψεων, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι ἀδύνατον νὰ συμβῇ, διότι θὰ μειώσῃ αὐτὴν ταύτην τὴν σοβαρότητα τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ ἐνισχυμένη ἀναλογικὴ μὲ ποσοστὸν 17% εἶναι πρότασις ἢ τοὐλάχιστον ρητὴ ἀποδοχὴ τῶν δύο σοβαρωτέρων Κομμάτων τοῦ Κέντρου......
§128ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Ἐκ τοῦ Κέντρου). Ὄχι, ὄχι.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, παρακαλῶ.
§130Δ. ΚΩΣΤΗΣ. Ψεύδεσθε, κ. Ὑπουργέ, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ψεύδεσθε. Κακοήθειες εἶναι αὐτὰ ποὺ λέτε.
§131Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἀπευθύνομαι πρὸς τὸν ἐκ Λαμίας συνάδελφον, μετὰ τοῦ ὁποίου ἀπαξιῶ νὰ ἔχω διάλογον, ἀλλὰ πρὸς ὑμᾶς καὶ λέγω, ὅτι...... (Θόρυβος, φωναὶ ἐξ ὅλης τῆς αἰθούσης, κωδωνοκρουσίαι).
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Κωστῆ, σᾶς παρακαλῶ πολὺ νὰ ἀνακαλέσητε αὐτὸ ποὺ εἴπατε. Εἴπατε, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ψεύδεται. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λέγωνται τοιαῦται φράσεις.
§133Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ μὴ ἐπιμείνητε νὰ ἀνακαλέσῃ ὁ κ. συνάδελφος. Αἱ φράσεις εἶναι συνυφασμέναι μὲ τὴν ὑποστάθμην εἰς τὴν ὁποίαν προσπαθεῖ νὰ ὑποβιβάσῃ τὴν συζήτησιν.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Κωστῆ, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἐκφράζεσθε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§135Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Κύριοι συνάδελφοι, μοῦ εἶναι ἀδιάφορον τί ὑπαγορεύει ἡ τραγικὴ θέσις, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχει περιαχθῆ ὁ κ. συνάδελφος, ὥστε νὰ τὸν ὁδηγῇ εἰς ἀσχημίας, αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν τὸν ἴδιον. Ἡ πρότασις τῆς ἐνισχυμένης ἀναλογικῆς καὶ τῆς ἀποδοχῆς τοῦ ποσοστοῦ ὑπεστηρίχθη ἀπὸ τοὺς κ. κ. Ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων τοῦ Κέντρου ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὑπὸ μορφὴν δὲ χειρονομίας ὑπὲρ τῶν μικροτέρων δῆθεν Κομμάτων, προσετέθη ἐν συνεχείᾳ ἡ εὐχὴ τῆς περαιτέρω μειώσεως τῶν ποσοστῶν. Συνεπῶς πρέπει νὰ εἶναι κανεὶς πολὺ ἀσυνείδητος διὰ νὰ τολμᾷ ἐντὸς τῆς ἰδίας αἰθούσης καὶ μετὰ δύο μόλις ἡμέρας νὰ ἀρνῆται, ὅτι ἡ ἐνισχυμένη ἀναλογικὴ καὶ τὸ ποσοστὸν τοῦ 17% εἶναι πρότασις ἢ τοὐλάχιστον ἀποδοχὴ τῶν Κομμάτων αὐτῶν (Χειροκροτήματα). Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτό. Ὁ πρὸ ὀλίγου κατελθὼν τοῦ βήματος συνάδελφος ἐνόμισεν, ὅτι ὑπάρχει εὐθύνη εἰς βάρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἀπέναντι τοῦ Κέντρου δὲν ἐκπληροῖ εἰς τὸ ἀκέραιον τὸ καθῆκόν της, διότι ἐνδεχομένως, καὶ ἐκτιμῶ τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Ζίγδη, αὐτὴν τὴν στιγμὴν κατ’ ἀντικειμενικὴν ἐκτίμησιν οἱ ἀρχικοὶ ὑπολογισμοὶ τῶν Κομμάτων τοῦ Κέντρου ἀπεδείχθησαν ἐκτὸς τῶν πραγματικῶν δεδομένων. Εἶναι ἀνθρώπινον τὸ πλανᾶσθαι καὶ ἐνδέχεται ἡ τοποθέτησίς του νὰ εἶναι ὀρθή. Αὐτὸ ὅμως δὲν δίδει τὸ δικαίωμα νὰ διαβάλλωνται αἱ προθέσεις τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἐὰν ἐκ τῶν ὑστέρων ἔγιναν νέοι ὑπολογισμοὶ καὶ νέαι διαπιστώσεις τῶν δυνατοτήτων νὰ ἐγκαλῆτε τὴν Κυβέρνησιν διὰ τοὺς ἐσφαλμένους ὑπολογισμούς σας ἢ τοὺς ἀνεδαφικοὺς λεονταρισμοὺς τῶν Κομμάτων σας. Ἡ ψύχραιμος ἐκτίμησις τῶν περιωρισμένων δυνατοτήτων σας ἔστω καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων δικαιολογεῖ ἴσως τὸ αἴτημα ὑποβιβασμοῦ τοῦ ποσοστοῦ, κατ’ οὐδεμίαν ὅμως οἰκονομίαν καὶ λογικὴν σᾶς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ διαβάλλετε συκοφαντικῶς μάλιστα τὰς διαφανεῖς προθέσεις τῆς Κυβερνήσεως ὅταν ἀπεδέχθη τὴν ἐνισχυμένην ἀναλογικὴν καὶ τὸ προταθὲν ποσοστὸν τοῦ 17%. Ἀλλά, προσέθεσεν ὁ κ. Ζίγδης, τὸ 1958 τὸ Κέντρον εἶχεν ἐμφανίσει ἕνα συμπαγὲς Κόμμα Φιλελευθέρων. Σήμερον εἶναι διάσπαρτον. Πῶς θὰ συγκεντρώσῃ δύναμιν 17%; Καὶ αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις ὑποχρεοῦται νὰ τὸ προβλέψῃ καὶ νὰ τὸ διασφαλίσῃ; Καὶ νομίζει τὸ Κέντρον, ὅτι δικαιοῦται χωρὶς ἰδεολογικὰς ἀφορμὰς νὰ διασπᾶται ἀνὰ ἑβδομάδα νὰ τριχοτομῆται ἐκ λόγων προσωπικῶν ἀποκλειστικῶς καὶ παρὰ ταῦτα νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν νὰ διαδραματίζῃ τὸν ρόλον μεγάλου Κόμματος; (Χειροκροτήματα). Ἐὰν ὑπῆρχον λόγοι διαφωνίας ἐπὶ ἰδεολογικοῦ ἐπιπέδου, βεβαίως θὰ ἐπεβάλετο ἡ ἀπόσχισις καὶ μεμονωμένων ἀκόμη βουλευτῶν. Ἀλλὰ ὅταν ἐν ὀνόματι, ἐπαναλαμβάνω, ἀκατασχέτων φιλοδοξιῶν καὶ ἀτομικῶν ἀντιθέσεων καὶ προσωπικῶν φιλοτιμιῶν ἐπέρχωνται τριχοτομήσεις καὶ περαιτέρω ἀνεξαρτοποιήσεις βουλευτῶν, ὅπως ἡ τοῦ κ. Ζίγδη, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀξιοῦμεν διατήρησιν τῆς ἐπιρροῆς ἑνὸς Κόμματος εἰς τὰς λαϊκὰς μάζας καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν τὴν εὐθύνην τῆς φυσικῆς αὐτῆς συνεπείας νὰ τὴν μεταδώσωμεν καὶ νὰ τὴν τοποθετοῦμεν ἐπὶ τῶν ὤμων τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ὅλη αὐτὴ ἡ προσπάθεια παύει νὰ ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν σοβαρότητα τῆς αἰθούσης αὐτῆς. Εἶναι δυνατὸν μόνον, καὶ εἶχεν ἴσως τὸ δικαίωμα ὁ κ. Ζίγδης νὰ κάμῃ ὡρισμένας ἐκτιμήσεις καὶ ὡρισμένους ὑπολογισμοὺς τῆς καταστάσεως καὶ νὰ διατυπώσῃ τὰς ἀπόψεις του ἐπ’ αὐτοῦ καὶ νὰ ὑποβάλλῃ κατὰ τὴν ἐκτίμησίν του τὰς ἰδικάς του προτάσεις. Δὲν ἔχει ὅμως τὸ δικαίωμα διὰ τὰ τρία κεφάλαια τῶν κινδύνων τῆς ἀριστερᾶς, τῶν προθέσεων τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν εὐθυνῶν διὰ τὴν κατάστασιν τοῦ Κέντρου, τὴν ὁποίαν διεξετραγῴδησε, τὰ ὁποῖα ἔθιξε κατὰ τὴν ὁμιλίαν του, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητῇ εὐθύνας ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ Κυβέρνησις ἀπέδειξε πάντοτε, ὅτι ἔχει πλήρη ἐπίγνωσιν τῶν γενικωτέρων εὐθυνῶν της καὶ ἰδίᾳ ὅταν ἐπιλαμβάνεται θεμελιωδῶν διὰ τὴν χώραν θεμάτων, ὅπως εἶναι ὁ ἐκλογικὸς νόμος. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν νόμον τοῦ 1958 ἐπὶ τοῦ ὁποίου πολὺ ἀπησχολήθη ὁ κ. Ζίγδης δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον, στέλεχος κόμματος, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινε τὸν νόμον, ἐψήφισε τοῦτον καὶ κατὰ ἕνα τρόπον τὸν παρεμόρφωσε μὲ τροπολογίας ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, μέχρι τοῦ σημείου νὰ προκαλέσῃ τὴν ἀγανάκτησιν καὶ ἡμῶν, νὰ ἔρχεται τιμητὴς τοῦ συστήματος ἐκείνου καὶ νὰ λέγῃ, ὅτι καθιερώθη διὰ νὰ καταβροχθίσωμεν τὰς ψήφους τῶν μικρῶν Κομμάτων. Καὶ ὁμιλοῦμεν σοβαρῶς σήμερον διὰ νὰ ζητήσωμεν εὐθύνας διὰ τὸ σύστημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προετάθη καὶ καθιερώθη ἀπὸ κοινοῦ καὶ διὰ νὰ ψέξωμεν εἰδικώτερον τὸν τρόπον τῆς δευτέρας κατανομῆς, ὁ ὁποῖος ἀπεδείχθη μαθηματικῶς δίκαιος. (Χειροκροτήματα).
§136Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἤθελα νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μοῦ ἀπαντήσῃ ψύχραιμα καὶ τιμίως. Ἐπροτάθη ἀπὸ τὸ οἱονδήποτε κόμμα τοῦ Κέντρου ὁ νόμος τοῦ 1958 ἢ σᾶς ἐπροτάθη μεταξὺ τῶν ἀδιαβλήτων συστημάτων καὶ ὁ νόμος τοῦ 1951;
§137Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Θὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§138Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Δεύτερον, εἶναι δυνατόν, ὁ ἀνεκδιήγητος νόμος τοῦ 1958 νὰ μεταβαπτισθῇ σὲ νόμον παραδεκτῆς ἐνισχυμένης ἀναλογικῆς, ὡς ἡ τοῦ 1951, διότι ἐπήρατε ἕνα μόνον στοιχεῖον, τὸ ποσοστὸν 17%;
§139Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Ποῖος σᾶς εἶπεν, ὅτι εἶναι τοῦ 1951 ἡ ἐνισχυμένη;
§140Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Τότε, δὲν ἠκολουθήσατε τὰς εἰσηγήσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Εὐθέως καὶ εἰλικρινῶς νὰ ἀπαντήσητε, κ. Ὑπουργέ.
§141Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Πάντοτε ὁμιλῶ εὐθέως καὶ εἰλικρινῶς. Μὲ ἐρωτήσατε, ἐὰν ἐπροτάθη τὸ σύστημα τοῦ 1958. Οὐδὲν κόμμα ἐπρότεινε τὸ σύστημα αὐτό. Ἡ ὁμὰς τῶν δέκα, ἐπρότεινε σύστημα ἐνισχυμένης ἀναλογικῆς, μάλιστα μὲ τὴν προσθήκην τῶν τεσσάρων κομμάτων. Ἄλλοι τῶν κ. Ἀρχηγῶν, ὅπως ὁ κ. Βενιζέλος, ὁ κ. Κωστόπουλος, ἐπρότειναν ἕνα ἐκ τῶν τριῶν συστημάτων τῶν προϊσχυσάντων, ἤτοι τὴν ἐνισχυμένην ἀναλογικὴν τοῦ 1951 τὸ πλειοψηφικὸν καὶ τὴν ἁπλῆν ἀναλογικήν. Ἡ Κυβέρνησις ἐπῆρε τὸ πλειοψηφικὸν ἀπὸ τὰς προτάσεις. Ὅπως εἶχε δικαίωμα νὰ τὸ πάρῃ; Λοιπόν, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐδέχθη τὴν πρότασιν ἑνὸς ἐκ τῶν τριῶν ἀδιαβλήτων ἐξερράγη ἡ Ἀντιπολίτευσις. Τί θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ; Νὰ ἐκτελέσωμεν, μήπως, παραγγελίαν τῆς μειοψηφίας, παραιτούμενοι τοῦ στοιχειωδεστέρου δικαιώματος τῆς πλειοψηφίας καὶ νὰ ψηφίσωμεν ἐνισχυμένην τοῦ 1951, περὶ τοῦ ἤθους, τῆς ὁποίας σᾶς παραπέμπω εἰς τὰς ἀπόψεις τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου; Ὄχι βέβαια. Εἴπαμε, λοιπόν: Ἐφ’ ὅσον δὲν θέλετε τὸ πλειοψηφικόν, τὸ ὁποῖον σεῖς μᾶς τὸ προσεφέρατε, πηγαίνομεν εἰς τὴν ἐνισχυμένην ἀναλογικήν, τὴν ὁποίαν προτείνετε ἐπίσης, δεχόμεθα τὸ ποσοστὸν 17%, τὸ ὁποῖον καὶ σεῖς προτιμᾶτε, ἀλλὰ δὲν μετακινοῦμεν τὸν τρόπον τῆς δευτέρας κατανομῆς τοῦ 1958, διότι θεωροῦμεν τὴν δευτέραν κατανομὴν τοῦ νόμου 1951 ἀπαράδεκτον, ἀντιφάσκουσαν πρὸς τὴν ἀρχὴν τῆς ἐνισχυμένης.
§142Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ἕνα εἶναι, ἑπομένως, τὸ συμπέρασμα, ὅτι εἰς τὴν ἀξίωσιν τῶν κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ φέρετε ἀδιάβλητον σύστημα, σεῖς ἀπηντήσατε διὰ τῆς ἐπαναφορᾶς τοῦ ἀνεκδιηγήτου συστήματος τοῦ 1958, καὶ μάλιστα χειροτέρου. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§143Ν. ΖΑΡΝΤΙΝΙΔΗΣ. Ἐπροτάθη τὸ πλειοψηφικὸν καὶ δὲν τὸ ἐδέχθητε... (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§144Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ. Τὸ πλειοψηφικὸν σᾶς ἐπροτάθη. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§145Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ἐφέρατε τὸ σύστημα τοῦ 1958 καὶ ἀπὸ τὸ σύστημα τοῦ 1958 τὸ χειρότερον μέρος. Λέγετε, ὅτι ἦτο αὐτὸ ποὺ ἐζητήσαμεν, δηλαδὴ τοῦ 1951. Δὲν εἶναι ἀκριβές. Διατὶ ἐθέσατε τὸ 17%.
§146Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Ἄλλο τὸ σύστημα τοῦ 1958. Διὰ νὰ σᾶς εἴπω πόσην διαφορὰν ἔχει τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλον. Εἰς τὴν ἐνισχυμένην ἀναλογικὴν τὸ ἅπαντον τοῦ συστήματος εἶναι τὸ ποσοστὸν τῆς εἰσόδου εἰς τὴν δευτέραν κατανομήν. Ἐὰν ἦτο τὸ 17% εἰς τὸ 1958 καὶ εἰσήρχεσθο εἰς τὴν δευτέραν κατανομὴν θὰ διεμαρτύρεσθο σήμερον; Ὄχι, βεβαίως, ἐφ’ ὅσον θὰ εἰσήρχεσθο εἰς τὴν δευτέραν κατανομήν. Δυστυχῶς γιὰ σᾶς, τότε, ἐπιμένατε διὰ 25% καὶ 40% ἀπὸ παθολογικήν, προφανῶς, στοργὴν πρὸς τὰ μικρὰ κόμματα.
§147Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ἐχρησιμοποιήσατε μίαν φράσιν, τὴν ὁποίαν δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω διὰ νὰ μὴ δημιουργήσω ὀξύτητα. Δὲν θὰ τὴν χρησιμοποιήσω, τὴν ἀφήνω εἰς σᾶς, ἀλλὰ θέλω νὰ ἠξεύρω ποῖος λέγει τὴν ἀλήθειαν.
§148ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Τῆς Συμπολιτεύσεως). Κύριε Πρόεδρε, διαλογικὴ συζήτησις θὰ γίνεται;
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κ. Ζίγδη, τελειώνετε.
§150Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ὑπεστηρίξατε, ὅτι ὅλοι μας ἐδέχθημεν τὴν ἐνισχυμένην ἀναλογικὴν τοῦ 1951. Σεῖς ἐπήρατε τὸ χειρότερον μέρος τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου τοῦ 1958 καὶ διότι ἐπήρατε ἕνα στοιχεῖον ἀπὸ τὸν νόμον τοῦ 1951, τὸ 17%, θέλετε νὰ μᾶς τὸ βαπτίσετε ἐνισχυμένην τοῦ 1951. Τόσον ἀφελεῖς ἀνθρώπους ποὺ νὰ τὸ πιστεύσουν, οὔτε ἐδῶ μέσα θὰ εὑρῆτε, οὔτε εἰς ὁλόκληρον τὸν ἑλληνικὸν λαόν.
§151Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Σεῖς ἐπροτείνατε ἀναλογικήν, ἢ πλειοψηφικόν, ἢ ἐνισχυμένην ἀναλογικήν. Ἡμεῖς ἐπήραμε τὸ πλειοψηφικὸν καὶ δὲν τὸ ἐδέχθητε.
§152Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Τὰ κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως σᾶς εἶπον ποίαν ἀναλογικὴν προκρίνουν. Σεῖς ἐπήρατε τὸν ἐκλογικὸν νόμον τοῦ 1958 καὶ δὴ τὸ χειρότερον αὐτοῦ μέρος. Θὰ ἤθελον ὅμως, νὰ σᾶς δώσω καὶ μίαν τελευταίαν ἀπάντησιν. Βλέπω, ὅτι ἐπιδίδεσθε εἰς νουθεσίας διὰ τὴν ἑνότητα τοῦ Κέντρου καὶ ἀσχολεῖσθε μὲ τὰς διχονοίας τῶν κομμάτων τοῦ Κέντρου. Ἡμεῖς τὰς ἀδυναμίας μας τὰς θέτομεν δημοσίᾳ. Θέλετε νὰ ἀκούσετε τὰ ἰδικά σας καὶ νὰ ἐξηγήσωμεν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους εὑρίσκεσθε αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὅλοι ἡνωμένοι; Καὶ μάλιστα μερικοὶ ἀπὸ σᾶς ἔλεγον, ὅτι ὁ σημερινὸς Πρωθυπουργὸς εἶναι ὁ πλέον ἀκατάλληλος διὰ τὸ ἀξίωμα τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Θέλετε νὰ εἰσέλθωμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὰ ἰδιαίτερά σας; Δὲν θὰ τὸ κάμωμεν.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τελειώνετε, κ. Ζίγδη.
§154Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Σεῖς μέμφεσθε τῆς καταστάσεως τῶν κομμάτων τοῦ Κέντρου....
§155Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Οὐδένα μέμφομαι. Εἶπον ἁπλῶς, ὅτι δὲν εὐθύνεται ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν κατάντιαν αὐτήν...
§156Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Καὶ μᾶς ἐκάματε συστάσεις...
§157Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Δὲν συνέστησα τίποτε. Κάμετε ὅ,τι θέλετε. Εὐθύνας ἡ Κυβέρνησις δὲν φέρει.
§158Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ ἡ τακτικὴ αὐτή, διότι θὰ μᾶς ἀναγκάσετε νὰ σᾶς εἴπωμεν διατί παρουσιάζετε αὐτὴν τὴν ἑνότητα, τὴν ὁποίαν παρουσιάζετε, σήμερον, μερικοὶ τῶν ὁποίων εἰς τὰς τελευταίας ἐκλογὰς εἶχον πολὺ ἐνδιαφερούσας ἀπόψεις καὶ διὰ τὴν καταλληλότητα τοῦ Πρωθυπουργοῦ σας. Δὲν θὰ προχωρήσω, διότι δὲν θέλω νὰ συνεχίσω τὴν συζήτησιν εἰς αὐτὸν τὸν τόνον. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τελειώνετε, κ. Ζίγδη.
§160Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ζοῦν μέσα σὲ γυάλινα σπίτια νὰ μὴ πετᾶνε πέτρες. Διότι θὰ τὰ γκρεμίσουν.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς Ε.Δ.Α. ἐπεκρίθη, καὶ δικαίως, τὸ Προεδρεῖον, διότι κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως περὶ ἐπαρχίας, δὲν ἐτηρήθη τὸ τέταρτον. Διὰ νὰ μὴ ἐπικριθῇ καὶ πάλιν, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω, ὅτι θὰ ἐφαρμόσω αὐστηρῶς τὸ τέταρτον καὶ νὰ παρακαλέσω τοὺς ἀγορητὰς νὰ περιορίσουν τὸν λόγον των εἰς τὸ τέταρτον. Ὁ κ. Γ. Βαλοῦρδος ἔχει τὸν λόγον.
§162Γ. ΒΑΛΟΥΡΔΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν σχεδίου νόμου ὡμίλησαν οἱ Ἀρχηγοὶ ὅλων τῶν κομμάτων, ὅπως καὶ ἀρκετοὶ συνάδελφοι. Ἐπεκρίθη ὑπὸ πάντων τὸ νομοσχέδιον εἰς τὸ σύνολόν του, ὅπως καὶ εἰς τὰς λεπτομερείας αὐτοῦ, χαρακτηρισθὲν ὡς καλπονοθευτικὸν καὶ τραγελαφικόν. Ἐγὼ δὲν θὰ θελήσω νὰ εἰσέλθω εἰς χαρακτηρισμούς, θὰ περιορισθῶ δὲ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ ὡρισμένων θεμάτων. Ὡς βουλευτὴς τῆς βʹ ἐκλογικῆς περιφερείας Ἀθηνῶν, ἥτις, ὡς γνωστόν, ἀνεπτύχθη κατὰ τὴν τελευταίαν 15ετίαν καὶ μετεβλήθη ἀπὸ βοσκότοπος καὶ βουνὰ εἰς μεγάλους Δήμους καὶ Κοινότητας, μὲ ἑκατοντάδας χιλιάδων νέων κατοίκων, ὡς βουλευτής, λέγω, τῆς περιφερείας αὐτῆς, θὰ ἀναφερθῶ εἰς θέματα ἐνδιαφέροντα τὴν περιφέρειάν μου. Κατὰ τὰ ἐπίσημα ἀπογραφικὰ στοιχεῖα τοῦ 1940 ὁ νόμιμος πληθυσμὸς τῆς Βʹ Περιφερείας Ἀθηνῶν, ἀνήρχετο εἰς 243.000. Οἱ ἐγγεγραμμένοι εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους εἶναι 268.000. Εἰς τὴν Αʹ Περιφέρειαν ὁ νόμιμος πληθυσμὸς εἶναι 383.000 καὶ οἱ ἐγγεγραμμένοι εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους 326.000. Ἔχομεν, ἑπομένως, εἰς τὰς δύο περιφερείας Ἀθηνῶν ἐγγεγραμμένους εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους 595.000. Ἀποταθείς, ἐν συνεχείᾳ, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐζήτησα τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἐγγεγραμμένων εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους κατὰ τὰ ἔτη 1959, 1960, 1961. Ὁ ἁρμόδιος Διευθυντὴς τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν μοῦ εἶπεν, ὅτι δὲν ἔχει τὰ στοιχεῖα ἐγγραφῆς τοῦ 1959–60, ἀπετάθην εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον καὶ ἐπληροφορήθην, ὅτι οἱ ἐγγραφέντες νέοι ἐκλογεῖς κατὰ τὸ 1959–60 ἀνῆλθον εἰς 50.000, κατὰ δὲ τὸ 1961, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχουν ἀκριβῆ στοιχεῖα, κατὰ ὑπολογισμὸν οἱ ἐγγραφέντες ἀνέρχονται εἰς 130–150.000. Δηλαδὴ εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους τῆς Αʹ καὶ Βʹ Περιφερείας Ἀθηνῶν, ἔχομεν ἐγγεγραμμένους 790.000 περίπου. Ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ θὰ διεξαχθοῦν μὲ τὴν ἀπογραφὴν τοῦ 1940, θὰ ἔχωμεν νόμιμον πληθυσμὸν 626.000 καὶ ἐγγεγραμμένους εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους 800.000, δηλαδὴ 150.000 καὶ ἄνω περισσοτέρους ἐκλογεῖς ἀπὸ τὸν νόμιμον πληθυσμόν. Καὶ τίθεται τὸ ἐρώτημα: Ποία Κυβέρνησις, σεβομένη ἑαυτὴν μὲ αὐτὰ τὰ στοιχεῖα, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσῃ εἰς ἐκλογὰς μὲ τὴν ἀπογραφὴν τοῦ 1940; Μὲ τὴν ἀπογραφὴν τοῦ 1961 ἡ Βʹ Περιφέρεια Ἀθηνῶν ἔχει 811.522 πληθυσμόν. Ἐν ἀναλογίᾳ πρὸς τὸ σύνολον τοῦ πληθυσμοῦ ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος δικαιοῦται νὰ ἔχῃ 29 βουλευτικὰς ἕδρας, ἐνῷ, ὡς γνωστόν, ἤδη ἔχει 10 ἕδρας. Θὰ ἤθελα νὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν ἂν ἀντιμετώπισε ποτὲ τὴν περίπτωσιν ἀποτυχὼν βουλευτὴς Βʹ Περιφερείας Ἀθηνῶν, νὰ προσφύγῃ κατὰ ἐπιτυχόντος βουλευτοῦ μιᾶς ἄλλης περιφερείας, εἰς τὴν ὁποίαν ἐξελέγη μὲ μέτρον ἐκλογικὸν 7.000 ψήφων, ἐν ἀντιθέσει μὲ τὸν ἀποτυχόντα βουλευτὴν τῆς Βʹ Περιφερείας, παρὰ τὸ ὅτι ἔλαβεν 25.000 ψήφους, δηλαδὴ τετραπλασίας καὶ ποῖαι θὰ εἶναι αἱ συνέπειαι αὐτῆς. Ἡ Βʹ Περιφέρεια Ἀθηνῶν, ἀπαρτίζεται ἀπὸ 30 Κοινότητας καὶ 27 Δήμους. Ἀπὸ τοὺς 27 Δήμους, ὁ Δῆμος Περιστερίου ἔχει 78.000 κατοίκους, ὁ Δῆμος Αἰγάλεω 57.000, ὁ Δῆμος Καλλιθέας 54.000 καὶ ὁ Δῆμος Νέας Ἰωνίας 48.000. Σύνολον κατοίκων 238.000. Αὐτοὶ μόνον οἱ 4 Δῆμοι ἀντιστοιχοῦν μὲ τὸν πληθυσμὸν Νομῶν, ὅπως τῆς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, τῆς Ἀχαΐας, Λαρίσης, Μεσσηνίας καὶ Σερρῶν μὲ πληθυσμὸν ἀπὸ 210.000 ἕως 248.000 ἕκαστος. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὰς κοινότητας τῆς Βʹ Περιοχῆς Ἀθηνῶν. Ἐξ αὐτῶν τῶν Κοινοτήτων δέκα, ὅταν ἱδρύθησαν, εἶχον πληθυσμὸν ἀπὸ 1.500 κατοίκους μέχρι 3.000. Σήμερον ἑκάστη τῶν Κοινοτήτων τούτων ἔχει πληθυσμὸν πλέον τῶν 10.000 κατοίκων καὶ σύνολον αἱ δέκα αὐταὶ κοινότητες ἔχουν 164.000.
§163Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκον.). Ἡ Πεντέλη δὲν ἔχει περισσότερον ἀπὸ 3.000 κατοίκους.
§164Γ. ΒΑΛΟΥΡΔΟΣ. Τὰ στοιχεῖα αὐτὰ τὰ ἔλαβα ἀπὸ δημοσίευμα τῆς Κυβερνήσεως. Ἀνέφερα τὰ στοιχεῖα αὐτὰ διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐγένετο μεγάλη μετατόπισις τοῦ πληθυσμοῦ καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ἀπογραφὴ τοῦ 1940, ἀλλὰ ἡ ἀπογραφὴ τοῦ 1961. Διότι, δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ βουλευτὴς ἑνὸς νομοῦ νὰ εἶναι ἐκπρόσωπος 7.000 ψηφοφόρων καὶ ὁ βουλευτὴς τῆς Βʹ Περιφερείας Ἀθηνῶν νὰ ἐκπροσωπῇ 25.000 ψηφοφόρους. Ἡ Βʹ Περιοχὴ Ἀθηνῶν ἔχει πληθυσμὸν 811.000 καὶ μέχρι τοῦ 1958 εἶχον ἐγγραφῆ εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους 268.000. Ἐὰν εἰς αὐτὸν τὸν ἀριθμὸν προσθέσωμεν καὶ τοὺς ἐγγραφέντας εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους κατὰ τὸ 1959 καὶ κατὰ τὸ 1960 καὶ 1961 τότε εἰς τὴν Βʹ Περιοχὴν Ἀθηνῶν θὰ ἔχωμεν 400.000 ψηφοφόρους. Ἔχομεν καὶ τοὺς ἑτεροδημότας, οἱ ὁποῖοι ὑπάγονται εἰς δύο κατηγορίας: Εἶναι οἱ ἑτεροδημόται, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ ἐγγραφοῦν εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους, διότι δὲν εἶναι ἐγκατεστημένοι πρὸ τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1948 καὶ ὑπάρχει κατηγορία τῶν ἑτεροδημοτῶν, οἱ ὁποῖοι, καίτοι ψηφίζουν τοὺς αὐτοὺς ὑποψηφίους, ἐν τούτοις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταφέρουν τὰ πολιτικά των δικαιώματα ἐκεῖ ὅπου κατοικοῦν, ὅπως εἶναι οἱ κάτοικοι τοῦ Πειραιῶς, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ ταξιδεύσουν εἰς τὰ νησιά, ὅπου ἔχουν τὰ πολιτικά των δικαιώματα, διὰ νὰ ψηφίζουν.
§165Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Ποῖος τοὺς ἐμποδίζει νὰ μεταφέρουν τὰ δικαιώματά των εἰς τὸν Πειραιᾶ;
§166Γ. ΒΑΛΟΥΡΔΟΣ. Ὁ νόμος τοὺς ἐμποδίζει νὰ μεταφέρουν τὰ πολιτικά τους δικαιώματα καὶ δι’ αὐτὸ δὲν δύνανται νὰ ψηφίζουν εἰς τὸν Πειραιᾶ ὅπου ἐργάζονται. Ἀπὸ τὴν ἀπογραφὴν τοῦ 1961 ἀπεδείχθη, ὅτι ὁ πληθυσμὸς τῆς τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης ἀνέρχεται εἰς τὸ ⅙ τοῦ πληθυσμοῦ ὅλης τῆς χώρας, καὶ θὰ πρέπει συνεπῶς κατὰ τὸ Σύνταγμα, νὰ ἔχῃ καὶ τὸ ⅙ τῶν βουλευτικῶν ἑδρῶν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνεργήσω εἰς αὐτὴν τὴν ἀπάτην καὶ νὰ ψηφίσω αὐτὸν τὸν τραγελαφικὸν νόμον. Πέραν αὐτοῦ, ἡ Κυβέρνησις εἶναι πάνοπλος εἰς καλπονοθεύσεις διὰ νὰ ἐνεργήσῃ τὰς ἐκλογὰς καὶ δι’ ἄλλων μέσων, ὅπως ἡ κατασυκοφάντησις τῶν πολιτικῶν της ἀντιπάλων. Παράδειγμα μόνον: Ἐλέχθη ἀπὸ τὸν κ. Μαῦρον, ὅτι ὁ Γενικὸς Διοικητὴς Βορείου Ἑλλάδος εἶπεν, ὅτι ἐκτὸς τῆς Ε.Ρ.Ε. ὅλα τὰ ἄλλα κόμματα εἶναι τυχοδιωκτικά. Πέραν αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἐπιστρατεύσει τὸ ραδιόφωνον, τὸν τύπον, τὰ τηλέφωνα καὶ χιλιάδες ἐντύπων ἐρρίφθησαν ἀπὸ ἀεροπλάνα. Ἔχω τὴν πληροφορίαν, ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Προεδρίας Κυβερνήσεως ὑπάρχει ἡ Ὑπηρεσία Πληροφοριῶν ἡ ὁποία διαθέτει ἀφ’ ἑνὸς τὰ μυστικὰ κονδύλια διὰ τὸν καταρτισμὸν προγραμμάτων καὶ τὴν καθοδήγησιν τῶν φοιτητικῶν ὀργανώσεων, ὅπως ἡ Ε.Κ.Ο.Φ., διὰ νὰ τρομοκρατήσουν τοὺς φοιτητὰς καὶ ἄλλους παράγοντας τῆς πολιτικῆς ζωῆς.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρῆλθε τὸ τέταρτον, κ. συνάδελφε. Τὸ Προεδρεῖον ἔκαμε μίαν συγκατάβασιν, ὡς πρὸς τὴν ὥραν, ἀλλά, τέλος πάντων, νομίζω, ὅτι καιρὸς εἶναι πλέον νὰ εἰσέλθετε εἰς τὸ θέμα, διότι μέχρι τοῦδε, ὁμιλεῖτε περὶ διαφόρων ἄλλων θεμάτων καὶ μόνον περὶ τοῦ ἐκλογικοῦ ἀκόμη δὲν ὡμιλήσατε.
§168Γ. ΒΑΛΟΥΡΔΟΣ. Ὑπάρχει ἐπίσης ἡ προπαγάνδα τῆς ἐργοποιΐας τῆς Κυβερνήσεως. Παντοῦ ὑπογραμμίζονται ἔργα.
§169ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ ΤΙΝΕΣ. (Τῆς Συμπολιτεύσεως). Καὶ γίνονται.
§170Γ. ΒΑΛΟΥΡΔΟΣ. Μόνον εἰς τὰ χαρτιά. Ἔχω εἰς χεῖρας μου τὸ Δελτίον τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, τὸ ὁποῖον εἰς τὴν σελίδα 15 ἀναγράφει, ὅτι τὸν Μάρτιον τοῦ 1960 τὸ κυκλοφοροῦν χαρτονόμισμα ἦτο 8 δὶς 805 ἑκατομμύρια, τὸν δὲ Μάρτιον τοῦ 1961, 9 δὶς 930 ἑκατομμύρια. Ἔχομεν, δηλαδή, μίαν αὔξησιν ἑνὸς δισεκατομμυρίου πεντακοσίων ἑκατομμυρίων. Ἐὰν μὲ αὐτὸν τὸν ρυθμὸν αὐξάνεται τὸ χαρτονόμισμα, τότε, φοβοῦμαι, ὅτι συντόμως θὰ ἔχωμεν πληθωρισμὸν καὶ ὅλα αὐτὰ διὰ προεκλογικοὺς λόγους. Πολλὰ ἐλέχθησαν διὰ τὸν στρατόν, κ. συνάδελφοι. Δύναμαι νὰ μεταφέρω εἰς τὴν Βουλὴν προσωπικὴν παρατήρησιν ἀπὸ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1951, ὅτε ἤμην ὑποψήφιος τῆς Ε. Π.Ε.Κ. Εἶχον ἀδελφὸν ὑπηρετοῦντα ὡς στρατιώτην καὶ τρεῖς ἀνεψιούς, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὰς ἐκλογάς, μὲ ἐψήφισαν καὶ μάλιστα παρέσυραν καὶ ἄλλα τρία στρατιωτάκια. Ὅταν ἠρεύνησα τὸ Πρωτοδικεῖον, δὲν εὑρέθη οὐδὲ εἷς ψῆφος. Ὁ κ. Πιτούλης εἰς τὴν ὁμιλίαν του ἐν σχέσει μὲ τὴν ἐπαρχίαν, κατήγγειλεν, ὅτι ὁ στρατὸς ἀστυνομεύει, ὁ δὲ κ. Ἰντζὲς εἶπεν, ὅτι εἷς λοχαγὸς ἀπηγόρευσε καὶ τὴν ταφὴν νεκροῦ.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τελειώνετε, κ. συνάδελφε, μὴ θελήσετε νὰ μὲ ἀναγκάσετε νὰ σᾶς ἀφαιρέσω τὸν λόγον.
§172Γ. ΒΑΛΟΥΡΔΟΣ. Ἀλλά, πέραν τῶν ὅσων κατηγγέλθησαν, πέραν τοῦ ξυλοδαρμοῦ τοῦ κ. Μεσολογγίτη, ὑπάρχει σωρεία παραβάσεων τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, ἐνεργούντων κατ’ ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως. Σᾶς ἀναφέρω προσωπικὴν ὑπόθεσιν, τὴν ὁποίαν μάλιστα κατέστησα γνωστὴν καὶ εἰς τὸν παριστάμενον κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐπρόκειτο νὰ παραστῶ ὡς κουμπάρος εἰς δύο μυστήρια γάμων καὶ βαπτίσια καὶ τελικῶς μὲ ἐπεσκέφθησαν οἱ ἐνδιαφερόμενοι καὶ μοῦ εἶπον, ὅτι τὸ ἀστυνομικὸν ὄργανον τῆς περιοχῆς, τοὺς ἀπηγόρευσε τὴν τέλεσιν τῶν μυστηρίων καὶ τοὺς συνέστησε νὰ λάβουν ὡς κουμπάρον χωροφύλακα ἐκ τῆς ὑπηρετούσης μονάδος τῆς περιοχῆς.
§173Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Ἐπειδὴ μὲ ἐμνημονεύσατε καὶ συμβαίνει νὰ εἶμαι παρών, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τοποθετήσω τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν των. Τὸ συμπλήρωμα, τὸ ὁποῖον προσετέθη πρὸ ὀλίγου δὲν μοῦ τὸ ἀναφέρατε ποτέ, μοῦ εἴπατε, ὅτι ἔχετε ὁρισθῆ κουμπάρος διὰ μίαν στέψιν καὶ μοῦ εἴπατε, ὅτι τὴν παραμονὴν τοῦ μυστηρίου εἰδοποιήθητε ἀπὸ τὸν ἐνδιαφερόμενον, ὅτι θὰ ἐπεθύμει νὰ ἀναβληθῇ τὸ μυστήριον, διότι, ὅπως ὑπεθέσατε, θὰ τὸν ἐκάλεσε, προφανῶς, ἀστυνομικὸν ὄργανον, καὶ τοῦ τὸ ὑπέδειξε. Ὑπόθεσιν, συνεπῶς, ἐκάματε. Σήμερον, τὸ πρῶτον συμπληρώνετε, ἐπὶ τὸ παραστατικώτερον, ὅτι σᾶς εἶπε δῆθεν ὁ ἐνδιαφερόμενος, ὅτι τὸν ἐκάλεσεν ὁ ἀστυνόμος καὶ τοῦ προσέφερεν ἕνα χωροφύλακα γιὰ κουμπάρο καὶ τοῦ εἶπε νὰ τὸν προτιμήσῃ ἀπὸ ἐσᾶς. Δι’ ὅ,τι ἀκριβῶς μοῦ εἴχατε ἀναφέρει, διετάχθησαν ἀμέσως ἀνακρίσεις, ὅπως θὰ πρέπει νὰ γνωρίζετε. Τὰ ὑπόλοιπα τὰ εἴπατε ρητορικῇ ἀδείᾳ προφανῶς.
§174Γ. ΒΑΛΟΥΡΔΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, σᾶς ἀναφέρω μάλιστα συγκεκριμένως...
§175Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Ἐκλογικὸν νόμον συζητοῦμεν. Ἐγὼ ἤθελα νὰ ἀπασαφηνισθῇ τὸ σημεῖον αὐτό.
§176Γ. ΒΑΛΟΥΡΔΟΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὰ ἀναφέρω αὐτά, διότι μοῦ συνέβη τὸ ἑξῆς: Μετὰ τὴν συζήτησιν, ποὺ εἶχα μαζί σας, ἐξαναπῆγα πάλιν καὶ ὡρίσαμεν νὰ γίνῃ τὴν ἄλλην Κυριακὴν ἡ βάπτισις. Ἐπεμβαίνει διὰ δευτέραν φορὰν ὁ ἀστυνόμος. Καὶ ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ ὑποβάλλει καὶ τρεῖς μηνύσεις καὶ καλοῦνται ὅλοι ἐκεῖνοι μὲ τοὺς ὁποίους συνέφαγα εἰς τὴν ταβέρναν μέσα, καὶ ἐρωτῶνται ποῦ ἐπῆγεν ὁ Βαλοῦρδος, μὲ ποῖον συνεζήτησεν, ποῖον ἐχαιρέτισε κλπ.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τελειώνετε, κ. Βαλοῦρδε, δὲν εἶναι συζήτησις αὐτή.
§178Γ. ΒΑΛΟΥΡΔΟΣ. Πῶς δὲν εἶναι συζήτησις, τί θέλετε νὰ ἀκούσετε;
§179Α. ΚΑΚΟΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὰ γίνονται, κ. Πρόεδρε.
§180Γ. ΒΑΛΟΥΡΔΟΣ. Εἶναι, λοιπόν, δυνατόν, κ. συνάδελφοι, μὲ αὐτὰς τὰς προϋποθέσεις, μὲ αὐτὸν τὸν περιορισμὸν τῆς ἐλευθερίας τῆς σκέψεως, μὲ αὐτὸν τὸν περιορισμὸν τῆς ἐλευθερίας τῆς ἐκδηλώσεως τοῦ φρονήματος τοῦ λαοῦ, εἶναι δυνατὸν νὰ βαδίσωμεν εἰς ἀδιαβλήτους ἐκλογάς;
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τελειώνετε, κ. Βαλοῦρδε.
§182Γ. ΒΑΛΟΥΡΔΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ τελειώσω, ἀλλὰ θὰ ἀνέβω ἐπάνω καὶ θὰ ἐγγραφῶ ἐκ νέου.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ συμμορφωθῶ μὲ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Σώματος. Σεῖς ἀνεβήκατε ἐπάνω καὶ λέγετε τόσα παραμύθια.
§184Γ. ΒΑΛΟΥΡΔΟΣ. Παραμύθια εἶναι αὐτά, κ. Πρόεδρε; Λυποῦμαι πολύ. Ὅταν ἐγώ, ὡς βουλευτής, σᾶς καταγγέλλω αὐτὰ τὰ πράγματα, σεῖς μοῦ λέγετε, ὅτι εἶναι παραμύθια, ἐνῷ ἐγὼ τὰ ὑπέστην. Μοῦ ἐματαίωσαν γάμον, μοῦ ἐματαίωσαν μυστήρια. Εἶναι ἐντροπή σας, κ. Πρόεδρε, νὰ μοῦ λέγετε, ὅτι λέγω παραμύθια. Κύριοι συνάδελφοι, ἐγὼ κατέρχομαι τοῦ βήματος, ἀλλὰ θὰ ξαναεγγραφῶ καὶ θὰ ὁλοκληρώσω τὴν ὁμιλίαν μου.
§185Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπ. Πρ. Κυβ.). Κύριοι συνάδελφοι, ἐπειδὴ ἠρώτησεν ὁ ἀξιότιμος ἄρτι ἐκ τοῦ βήματος κατελθὼν συνάδελφος, ἐὰν ὑπάρχῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Τύπου μία Διεύθυνσις Πληροφοριῶν, διαθέτουσα μυστικὰ κονδύλια, τοῦ λέγω, ὅτι ἀπὸ 20ετίας ἢ 30ετίας, ὅσον ὑπάρχει τὸ Ὑπουργεῖον Τύπου, ὑπάρχει Διεύθυνσις Πληροφοριῶν. Τὰ δὲ ποσὰ τὰ ὁποῖα διαθέτει ἡ Διεύθυνσις Πληροφοριῶν, εἶναι ὅλα ἐγγεγραμμένα εἰς τὸν Προϋπολογισμόν. Τὰ ποσὰ δὲ τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται ὑπὸ τὸν τίτλον: «Δαπάναι Ἐθνικῆς Ἀνάγκης» εἶναι τελείως ἄσχετα. Ἐὰν πάρῃ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου Τύπου θὰ τὸ ἴδῃ.
§186Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ...
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐζητήσατε τὸν λόγον, κ. συνάδελφε. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λαμβάνῃ ὁ καθένας τὸν λόγον χωρὶς νὰ ἐρωτᾶται στοιχειωδῶς καὶ ὁ Πρόεδρος.
§188Γ. ΒΑΛΟΥΡΔΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατῆλθον μόλις τοῦ βήματος, ἀλλὰ ἔδωσε μίαν ἀπάντησιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως. Ἤθελα νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργόν: Ἡ Ὑπηρεσία αὐτὴ χρηματοδοτεῖται ἀπὸ κονδύλια, ὅπως εἴπατε, τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἢ ἔχει καὶ μυστικὰ κονδύλια, καὶ ποῖος προΐσταται τῆς Ὑπηρεσίας αὑτῆς;
§189Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπ. Πρ. Κυβ.). Δὲν ὑπάρχουν ἄλλα κονδύλια, παρὰ μόνον τὰ κονδύλια τὰ ἀναγεγραμμένα εἰς τὸν Προϋπολογισμόν.
§190Γ. ΒΑΛΟΥΡΔΟΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς εἴπητε, ποῖος προΐσταται τῆς Ὑπηρεσίας αὐτῆς;
§191Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπ. Πρ. Κυβ.). Πρέπει νὰ σᾶς ὁμολογήσω, ὅτι ἀπὸ τριετίας, ποὺ δὲν ἔχω σχέσιν μὲ τὸ Ὑπουργεῖον Τύπου, δὲν γνωρίζω ποῖος προΐσταται. Ὅταν ἤμην ἐγὼ ἐκεῖ, ὑπῆρχεν ἕνας κ. Οἰκονόμου, ἂν δὲν ἀπατῶμαι.
§192Γ. ΒΑΛΟΥΡΔΟΣ. Τώρα δὲν γνωρίζετε;
§193Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπ. Πρ. Κυβ.). Ὄχι.
§194Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Εἶναι πρᾶγμα τελείως γνωστόν, κ. συνάδελφε.
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ὑπὸ τοῦ κεκανονισμένου ἀριθμοῦ βουλευτῶν ὑπεβλήθη ἔνστασις ἐλλείψει ἀπαρτίας. Τὸ Προεδρεῖον διαπιστῶνον ἔλλειψιν ἀπαρτίας εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ λύσῃ τὴν συνεδρίασιν. Ἐλλείψει ἀπαρτίας λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ., μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 11.55′ μ.μ.)