1961.05.26
2.529 στίχοι · 19.584 λέξεις · 136 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 118η
Παρασκευὴ 26 Μαΐου 1961
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 7.20′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσιν τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Παυλόπουλος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Α. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Γκίλλας, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Α. ΓΚΙΛΛΑΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Η. Παπαηλιοῦ, Ν. Βαρβιτσιώτης, Κ. Φρόντζος, Γ. Μεταξᾶς, Χ. Πιπιλῆς, Ν. Ἔξαρχος καὶ Α. Γεροκωστόπουλος, καταθέτουσιν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς νομοθεσίας τῆς διεπούσης τὴν Ὑπηρεσίαν Ἀρχαιοτήτων καὶ Ἀναστηλώσεως καὶ τὸ Ταμεῖον Ἀπαλλοτριώσεων Ἀρχαιολογικῶν Χώρων». Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Α. Σχινᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν Μεσσήνης, αἰτουμένης ὁλοκληρωτικὴν συγκέντρωσιν σίτου κλπ. Ὁ βουλευτὴς Φλωρίνης κ. Γ. Ἀνδρεάδης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ προσωπικοῦ Ὑποκαταστήματος καὶ Συνταξιούχων Ἐθνοτραπέζης, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν μὴ παρὰ Διοικητοῦ Τραπέζης Ἑλλάδος ἐφαρμογὴν Ν. 3662)1957. Ὁ βουλευτὴς Φωκίδος κ. Δ. Λιανουλόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἀναστασίας χήρας Σπ. Σωτηρίου, θύματος πολέμου, διαμαρτυρομένης διὰ κατάσχεσιν ἀδείας πωλήσεως καπνοῦ καὶ αἰτουμένης τὴν ἐπαναχορήγησιν αὐτῆς. Τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν ἀνακοινοῖ, ὅτι διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 118766)19.5.61 ἀποφάσεώς του, παρέτεινε τὴν ἰσχὺν παρεσχημένης ἐγγυήσεως τοῦ Δημοσίου πρὸς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος διὰ χρηματοδότησιν τοῦ Α.Σ.Ο. μέχρι 28.2.61.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Συνεχίζεται ἡ αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως, συμπληρώσεως καὶ καταργήσεως διατάξεων τῆς περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νομοθεσίας». Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κ. Κ. Καραμανλῆς ἔχει τὸν λόγον.
§6Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Κύριοι βουλευταί, ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἐκλογικοῦ νομοσχεδίου, διεξάγεται μὲ τόσην ἔλλειψιν καλῆς πίστεως καὶ λογικῆς, ὥστε νὰ διερωτᾶται κανείς, ἐὰν εἶναι πλέον δυνατὸς ὁ διάλογος μεταξὺ τῶν κομμάτων τῆς χώρας. Διάλογος, ἐν τούτοις, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὴν ἀπαραίτητον προϋπόθεσιν διὰ τὴν λειτουργίαν παντὸς δημοκρατικοῦ πολιτεύματος. Εἰς τὸν τόπον αὐτὸν ὑπάρχει ἐκλογικὸς νόμος, νόμος, τὸν ὁποῖον πρὸ τριετίας ἐψήφισαν τὰ δύο μεγαλύτερα κόμματα τῆς χώρας. Ἡ Κυβέρνησις, οὔτε κομματικὴν ἀνάγκην, οὔτε συνταγματικὴν ὑποχρέωσιν εἶχε νὰ μεταβάλῃ τὸν νόμον αὐτόν. Ἀντιθέτως, εἶχε συμφέρον καὶ δικαίωμα νὰ ἀρνηθῇ τὴν μεταβολήν του, ἐὰν — ὅπως ἰσχυρίσθησαν ὡρισμένοι ρήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως — ἐπεδίωκε τὴν πόλωσιν. Παρὰ ταῦτα, ἐκτιμῶσα τὴν κατάστασιν, ἥτις ἐδημιουργήθη μετὰ τὴν διάσπασιν τοῦ Φιλελευθέρου Κόμματος, καὶ ἀνταποκρινομένη εἰς σχετικὸν αἴτημα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐδέχθη ὅπως μεταβάλῃ τὸ ἰσχύον σύστημα. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο. Ἀλλ’ ἐδέχθη ἀκόμη νὰ φέρῃ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον ἐγκαίρως, δηλαδὴ περίπου ἓν ἔτος πρὸ τῆς λήξεως τῆς παρούσης περιόδου. Καὶ πέραν αὐτοῦ, ἐζήτησε νὰ ἀκούσῃ καὶ τὰς ἀπόψεις τῶν ἐθνικῶν κομμάτων, πράγματα, δηλαδή, τὰ ὁποῖα οὐδεμία Κυβέρνησις, κατὰ τὸ παρελθόν, ἔπραξε. Γνωρίζομεν ὅλοι, καὶ ἰδίως οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, κατὰ ποῖον τρόπον εἰς τὸ παρελθὸν ἐψηφίζοντο καὶ ἐπεβάλλοντο οἱ ἐκλογικοὶ νόμοι, ἀκόμη καὶ μὲ ἀναγκαστικὰ διατάγματα. Ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὰς ἐπαφάς, τὰς ὁποίας εἶχε μὲ τοὺς Ἀρχηγοὺς τῆς ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας προέτεινεν εἰς αὐτοὺς δύο συστήματα. Τὸ σύστημα τὸ πλειοψηφικόν, καὶ ἐπικουρικῶς, τὸ σύστημα τῶν συγγενῶν Κομμάτων. Ἀμφότερα τὰ συστήματα αὐτά, ἐπέτρεπον, εἴτε τὴν δημιουργίαν εὐρυτάτου ἐθνικοῦ μετώπου, εἴτε τὴν δημιουργίαν δύο μετώπων ἐθνικῶν, τὰ ὁποῖα, ἀνταγωνιζόμενα ἄλληλα, θὰ διεξεδίκουν τὴν ἐξουσίαν. Πάντως, ἀμφότερα τὰ συστήματα ἐπέτρεπον εἰς ὅλα τὰ Ἐθνικὰ Κόμματα νὰ ἀξιοποιήσουν ἐπὶ ἴσοις ὅροις τὰς δυνάμεις των. Καί, προπαντός, ἀμφότερα θὰ ὡδήγουν εἰς μίαν Βουλήν, ἡ ὁποία θὰ εἶχε Κυβέρνησιν Ἐθνικὴν καὶ Ἀντιπολίτευσιν Ἐθνικὴν (Ζωηρὰ χειροκροτήματα). Τὰ Κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀπέκρουσαν τὰς Κυβερνητικὰς προτάσεις. Δὲν θὰ ἤθελα νὰ ἐξηγήσω, ὅπως ἐγώ, τοὐλάχιστον, ἐξηγῶ, τὴν ἄρνησιν ταύτην, διότι δὲν θὰ ἤθελα νὰ γίνω δυσάρεστος. Καὶ ἀντιπρότειναν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐνισχυμένην ἀναλογικήν. Ἡ Κυβέρνησις υἱοθέτησε τὸ αἴτημα αὐτὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἔφερεν ἐνώπιον τοῦ Σώματος τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Αὐτή, κύριοι, ὑπῆρξεν ἡ συμπεριφορὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ποία, ὅμως, ὑπῆρξεν ἡ ἀπάντησις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Ἐξεδηλώθη κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἔντονος καὶ θορυβώδης ἀντίδρασις συνοδευομένη μὲ ὕβρεις ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀπειλὰς κατὰ τῆς γαλήνης τοῦ τόπου. Ὅπως εἶχον τὴν εὐκαιρίαν, κ. συνάδελφοι, νὰ εἴπω καὶ ἄλλοτε, ἰδανικὸν ἐκλογικὸν σύστημα δὲν ὑπάρχει. Ὅλα τὰ συστήματα ἔχουν πλεονεκτήματα καὶ μειονεκτήματα, ἀναλόγως τοῦ χρόνου καὶ τοῦ τόπου εἰς τὸν ὁποῖον ἐφαρμόζονται. Ἀπόδειξις τούτου ἀποτελεῖ τὸ γεγονός, ὅτι εἰς τὴν χώραν μας ἐδοκιμάσθησαν κατὰ καιροὺς ὅλα τὰ ἐκλογικὰ συστήματα καὶ ὅλα ἀπεδοκιμάσθησαν τὴν ἐπαύριον τῆς ἐφαρμογῆς των ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχασαν τὰς ἐκλογάς. Τὸ καλλίτερον, πάντως, σύστημα εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν διάρθρωσιν τῆς πολιτικῆς ζωῆς μιᾶς χώρας, ἐπιτρέπει τὴν δημιουργίαν σταθερᾶς Κυβερνήσεως καὶ διασφαλίζει ὁμαλὴν καὶ ἀβίαστον λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος. Ἡ Κυβέρνησις πιστεύει, ὅτι τὸ παρὸν νομοσχέδιον ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς ἀρχὰς αὐτάς. Κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅμως, αὐτοῦ, ἐξεδηλώθη ἀντίδρασις καὶ ἐπεκρίθησαν περίπου ὅλαι αἱ διατάξεις του. Θὰ ἐξετάσω κατὰ σειρὰν ὅλας τὰς ἐπικρίσεις, τὰς ὁποίας διετύπωσεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ ἀποδείξω, ὅτι αἱ ἐπικρίσεις αὐταὶ ὑπῆρξαν ἀβάσιμοι. Ἠγέρθη μέγας θόρυβος περὶ τὸ θέμα τῆς ἀπογραφῆς, ἡ ὁποία θὰ ἰσχύσῃ κατὰ τὰς προσεχεῖς ἐκλογάς. Ἀλλὰ οὐδεὶς ἀντελήφθη διατὶ ἠγέρθη ὁ θόρυβος αὐτός. Προφανῶς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἤγειρον τὸν θόρυβον αὐτόν, δὲν ἀνέγνωσαν τὸ νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον λέγει ρητῶς, ὅτι εἰς τὰς προσεχεῖς ἐκλογὰς θὰ ἰσχύσῃ ἡ τελευταία ἀπογραφή, ἡ νομίμως δημοσιευθεῖσα. Ἀπογραφὴ ἐγένετο τὸν Μάρτιον. Καὶ ἡ Κυβέρνησις κατ’ ἐπανάληψιν ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν προτίθεται, ἐφ’ ὅσον τοὐλάχιστον ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἡμᾶς, νὰ προσφύγῃ εἰς ἐκλογὰς πρὸ τῆς λήξεως τῆς 4ετίας. Ὅταν, λοιπόν, ἔχετε αὐτὰ τὰ δύο δεδομένα, εἶσθε ὑποχρεωμένοι νὰ ἀναγνωρίσητε, ὅτι ἀτόπως ἠγέρθη ὁ θόρυβος αὐτὸς καὶ ὅτι πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως ἦτο νὰ κάμῃ χρῆσιν τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1961. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν δεχθῶμεν, ὅτι ὑπάρχουν τινές, οἱ ὁποῖοι πάντοτε ὑποπτεύονται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει δόλον, εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, τὶ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις; Διότι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔβαζεν ὀνομαστικῶς τὴν ἀπογραφὴν τοῦ 1961, ὑπῆρχε κίνδυνος, ἐὰν ἠθέλαμε νὰ κάμωμεν ἐκλογάς, νὰ μὴ ἠμποροῦμε νὰ τὰς κάμωμεν, διότι θὰ ἐστηρίζετο ὁ νόμος εἰς μὴ τελειωθεῖσαν νομίμως ἀπογραφήν. Συνεπῶς, δὲν ὑπῆρχεν ἄλλος νομικὸς τρόπος. Παρὰ ταῦτα, μέγας θόρυβος ἠγέρθη περὶ δόλου τῆς Κυβερνήσεως, νὰ μὴ κάμῃ χρῆσιν τῆς τελευταίας ἀπογραφῆς. Καὶ ὑπεστήριξαν, ὅτι διὰ τῆς νέας ἀπογραφῆς, θὰ ἀπολέσῃ ἡ Ε.Ρ.Ε. 30–40 ἕδρας. Θὰ ἤθελον, ὅμως, νὰ σχολιάσω τὸ τελευταῖον αὐτό, διότι ὑπεστηρίχθη μὲ πρόθεσιν δολίαν. Ἕκαστος ἐξ ὑμῶν ἀντιλαμβάνεται, ὅτι ἐὰν πρόκειται 10 ἕδραι ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν νὰ ἔλθουν εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ ἐξ αὐτῶν ἡ Ε.Ρ.Ε., ἐνῷ ἔχει τὰς 6, ἔναντι τῶν 4 ποὺ ἔχει ἡ Ἀντιπολίτευσις, νὰ πάρῃ τὰς 4, ἡ ἀπώλεια τῆς Ε. Ρ.Ε. θὰ ἦτο 2 ἕδραι. Τὸ λέγω αὐτό, διότι ὁ μὲν θόρυβος ὑπῆρξεν ἀδικαιολόγητος, ἡ δημιουργία, ὅμως, τῆς ἐντυπώσεως ὑπῆρξεν ἐσκεμμένη, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι τὰ λέγουν αὐτὰ ἢ τὰ γράφουν νὰ εἶναι τόσον ἀμαθεῖς, ὥστε νὰ μὴ ἠμποροῦν νὰ κάμουν αὐτὸν τὸν ἁπλοῦν συλλογισμόν. Ὑπῆρξε, λοιπόν, ἀβάσιμος ἡ ἐπίκρισις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὰς προθέσεις τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀπογραφῆς. Ἐπεκρίθη ἐπίσης ἡ διάταξις, ἡ ἀφορῶσα τὴν ψῆφον τοῦ στρατοῦ. Καὶ ἐπεκρίθη ἀδικαιολογήτως, διὰ δύο λόγους. Πρῶτον, διότι ἡ Κυβέρνησις, ἐφ’ ὅσον ἐγένετο δεκτὴ ἡ ἀρχή, ὅτι θὰ ψηφίσῃ ὁ στρατός, ἐδήλωσεν ἀμέσως, ὅτι θὰ ἦτο διατεθειμένη νὰ δεχθῇ οἱασδήποτε ἐγγυήσεις περὶ τοῦ ἀδιαβλήτου τῆς ψήφου τοῦ στρατοῦ. Καὶ δεύτερον, διότι διετυπώθησαν ὡρισμένοι ὑπαινιγμοὶ κατὰ τοῦ Σώματος τῶν ἀξιωματικῶν, τοὺς ὁποίους ἀποκρούω ὡς ἀπαραδέκτους, ὄχι ὡς Πρωθυπουργὸς τῆς Χώρας αὐτῆς, ἀλλὰ ὡς Ἕλλην πολίτης. Ἐπιθυμῶ νὰ βεβαιώσω τὸ Σῶμα, ὅτι αἱ Ἔνοπλοι Δυνάμεις τῆς χώρας εὑρίσκονται εἰς στάθμην, ἀπὸ ἀπόψεως φρονήματος, πειθαρχίας, ἐκπαιδεύσεως καὶ ὁπλισμοῦ, ποὺ μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ἔχωμεν πλῆρες τὸ αἴσθημα τῆς ἀσφαλείας, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐθνικῆς ὑπερηφανείας. (Χειροκροτήματα). Συνεπῶς, καὶ αἱ ἐπικρίσεις καὶ ὁ θόρυβος γύρω ἀπὸ τὸ θέμα τῆς ψήφου τοῦ στρατοῦ, ὑπῆρξαν —κατ’ ἐμὲ— ἀβάσιμοι καὶ ἀδικαιολόγητοι. Ἐν συνεχείᾳ, ἐπεκρίθη ἡ διάταξις, διὰ τῆς ὁποίας καθιεροῦται ἀπὸ τώρα τὸ πλειοψηφικὸν διὰ τὰς μεταπροσεχεῖς ἐκλογάς. Καὶ οὔτε ὀλίγον, οὔτε πολύ, κάτω ἀπὸ τὴν διάταξιν αὐτὴν ἀνεζητήθησαν αἱ πλέον ἀπίθανοι πονηρίαι. Ἡ σκέψις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἁπλῆ, ὅπως εἶναι ἁπλῆ καὶ ἡ διάταξις τοῦ νόμου. Θὰ τὰς ἐξετάσω, λοιπόν, πρῶτον, ἀπὸ ἀπόψεως νομικῆς καὶ δεύτερον ἀπὸ ἀπόψεως προηγουμένου. Ὑπάρχουν δύο προηγούμενα, τὸ πρῶτον μάλιστα ἀφορᾷ τὴν ἐποχὴν τῆς Φιλελευθέρας Κυβερνήσεως τοῦ 1932, κατὰ τὰ ὁποῖα ὡρίσθη τὸ ἐκλογικὸν σύστημα διὰ τὰς μεταπροσεχεῖς ἐκλογάς. Ἀλλὰ πέραν αὐτοῦ, ὅπως γνωρίζετε καὶ ἐνθυμεῖσθε ὅλοι, τὰ τελευταῖα ἔτη ἐπιμόνως ὑποστηρίζεται, ἀπὸ ὅλα τὰ Κόμματα, καὶ ἀπὸ ὅλας τὰς ἐφημερίδας, ὅτι τὸ ὀρθὸν εἶναι, τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον καθιεροῦται ἑκάστοτε, νὰ μὴ ἰσχύῃ διὰ τὰς ἀμέσους ἐκλογάς, ἀλλὰ διὰ τὰς μεθεπομένας. Συνεπῶς, καὶ προηγούμεναι ὑπάρχουν, ἀλλὰ καὶ ἡ διάταξις αὐτὴ ἀνταποκρίνεται περίπου εἰς καθολικὸν αἴτημα καὶ τοῦ πολιτικοῦ κόσμου καὶ τῆς κοινῆς γνώμης. Καὶ εἶπε μὲν ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, ὅτι «ἐγὼ ὑπεστήριξα κατ’ ἐπανάληψιν τὴν θέσιν αὐτήν, ἀλλὰ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν συνταγματικῶς νὰ κατοχυρωθῇ». Δὲν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν, ἀλλὰ ἐφ’ ὅσον δὲν δυνάμεθα συνταγματικῶς νὰ τὴν καθιερώσωμεν, διατὶ δὲν δυνάμεθα, τοὐλάχιστον, εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν νὰ τὴν ἐφαρμόσωμεν; Εἶναι γνωστόν, ὅτι τὸ μεῖζον περιέχει τὸ ἔλασσον. Πῶς, λοιπόν, δέχεσθε τὸ μεῖζον καὶ δὲν δέχεσθε τὸ ἔλασσον; Ἀλλὰ θὰ ἐξηγήσω, διατὶ ἡ Κυβέρνησις ἔβαλε αὐτὴν τὴν διάταξιν εἰς τὸ νομοσχέδιον. Πρῶτον, διότι, ὅπως γνωρίζετε, τὸ κυβερνῶν Κόμμα εἶναι ὑπὲρ τοῦ πλειοψηφικοῦ. Πρόθεσίς του ἦτο νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ πλειοψηφικὸν καὶ κατ’ αὐτὰς τὰς ἐκλογάς. Ἐφ’ ὅσον, ὅμως, δὲν τὸ ἐφαρμόζει τώρα, εἶναι εὔλογον νὰ θέλῃ νὰ τὸ ἔχῃ ἀσφαλῶς διὰ τὰς μεθεπομένας. Δεύτερον, διότι δὲν ἐπιθυμῶ —ἐὰν λάβω καὶ θὰ λάβω πλειοψηφίαν εἰς τὴν νέαν Βουλήν..... (χειροκροτήματα)—δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀσχολοῦμαι καὶ εἰς τὴν νέαν Βουλὴν μὲ ἐκλογικὸν νόμον. Ἤδη, ὁ ἐκλογικὸς νόμος μᾶς ἀπασχολεῖ ἐπὶ 8μηνον. Ἤρχισε νὰ ἀπασχολῇ τὴν Βουλήν, τὰ Κόμματα καὶ τὴν κοινὴν γνώμην ἀπὸ τὸν παρελθόντα Ὀκτώβριον. Δὲν εἶναι δυνατόν, λοιπόν, νὰ ἐπιθυμῶ νὰ ἀσχολοῦμαι καὶ εἰς τὴν προσεχῆ Βουλὴν μὲ ἐκλογικὸν θέμα, ἐὰν ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐμέ. Ἐὰν πάλιν ἐξαρτᾶται ἀπὸ ὑμᾶς, μὲ γειά σας, μὲ χαρά σας, νὰ τὸ μεταβάλετε. Διατὶ σᾶς ἐνοχλεῖ; (Χειροκροτήματα). Καὶ ἔρχομαι ἤδη εἰς τὴν πλέον οὐσιαστικὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου. Διότι, πράγματι, ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι παρὰ τὰ ποσοστὰ διὰ τὴν δευτέραν κατανομήν. Αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσία τοῦ νομοσχεδίου. Παρὰ ταῦτα, ὅπως ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, ἐνῷ ἐγένετο πολὺ θόρυβος δι’ ὅλα τὰ ἄλλα, ἐγένετο, διὰ λόγους τακτικῆς, ὀλιγώτερον, θόρυβος διὰ τὸ θέμα τῶν ποσοστῶν, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου. Δεδομένου, δέ, ὅτι τὸ βασικὸν ποσοστὸν εἶναι τὸ ἀφορῶν τὰ μεμονωμένα Κόμματα, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἐβάλαμεν εἰς τὸ νομοσχέδιον τὸ ποσοστὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἴσχυσε κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ τὸ ὁποῖον, περίπου, ἐζήτησαν τὰ περισσότερα τῶν Κομμάτων, μὲ τὴν δήλωσιν, βέβαια, τὴν γενναιόφρονα, ὅτι μολονότι δέχονται 17%, θὰ ἦσαν διατεθειμένα, χάριν τῶν μικρῶν Κομμάτων, νὰ τὸ ὑποβιβάσουν. Συνεπῶς, δὲν δύναται κανεὶς νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ βασικὴ αὐτὴ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου ἦτο δυνατὸν νὰ προκαλέσῃ ἀντίδρασιν. Ἄλλως τε, ἀνεγνωρίσθη καὶ ἀπὸ ὡρισμένους ρήτορας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι τὸ νομοσχέδιον μὲ τὰ ποσοστὰ αὐτὰ εἶναι ἀντιπολωτικὸν καὶ ὅτι, ἀνεξαρτήτως τοῦ πῶς θὰ διαμορφώσῃ ὁ λαὸς τὴν δύναμιν τῶν διαφόρων Κομμάτων, εἶναι δυνατὸν θεωρητικῶς μὲ αὐτὸ τὸ ποσοστὸν νὰ μποῦν καὶ 4 καὶ 5 Κόμματα εἰς τὴν δευτέραν κατανομήν. Συναφὲς μὲ τὸ θέμα τῶν ποσοστῶν, εἶναι καὶ ἡ μέθοδος τῆς περιφήμου δευτέρας κατανομῆς, ἡ ὁποία, περιέργως πως, ἀνεκαλύφθη ὡς ἄδικος, μετὰ τριετίαν. Καὶ εἶπε μὲν ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, ὅτι ὑπῆρξαν μέλη τοῦ Κόμματός του, τὰ ὁποῖα, ἔκτοτε, διεφώνουν. Ἐγώ, τοὐλάχιστον, δὲν τὸ ἐγνώριζον αὐτό. Σήμερον μόνον πληροφοροῦμαι, ὅτι ὑπῆρξαν ἀντιρρήσεις. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, λέγω τοῦτο: Ὅτι ἐδημιουργήθη τὸ θέμα, κυρίως, ἀπὸ τὸ Κόμμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέπραξεν εἰς τὴν καθιέρωσίν του. Θὰ ἀντελαμβανόμην τὴν ἀντίδρασιν ἄλλων Κομμάτων, τὰ ὁποῖα ἐκ τοῦ συστήματος ἐκείνου ἠδικήθησαν καὶ ἠδικήθησαν ἐκ προμελέτης, διότι, ἂν τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἠδικήθη, ἠδικήθη ἀπὸ κακὸν ὑπολογισμόν, καὶ ὄχι ἀπὸ τὸ σύστημα. Καὶ διὰ νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ ἄποψις, ὅτι αὐτὴ ἡ μέθοδος τῆς δευτέρας κατανομῆς εἶναι ἄδικος, ἐχρησιμοποιήθησαν ὡρισμένα μαθηματικὰ παίγνια, στηριζόμενα εἰς ὑποθετικοὺς ἀριθμούς. Ἡ ἄποψις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι, ὅτι ἡ μέθοδος τῆς κατανομῆς τοῦ 1958 εἶναι ἁπλουστέρα καὶ δικαιοτέρα ἀπὸ τὴν μέθοδον τῆς κατανομῆς τοῦ 1951, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι κάμνει διαχωρισμὸν τῶν ἑδρῶν τῆς πρώτης καὶ τῆς δευτέρας κατανομῆς. Εἰς μὲν τὴν πρώτην κατανομὴν μετέχουν ὅλα τὰ Κόμματα, ἀλλ’ ἀφ’ ἧς λήξει ἡ πρώτη κατανομὴ καὶ ἔλθῃ ἡ δευτέρα, αἱ ὑπολοιπόμεναι ἕδραι κατανέμονται μεταξὺ τῶν Κομμάτων, τὰ ὁποῖα μετέχουν αὐτῆς κατ’ ἀναλογίαν τῶν δυνάμεών των καὶ χωρὶς νὰ γίνεται συσχέτισις μὲ τὰς ἕδρας τῆς πρώτης κατανομῆς. Αὐτό, καθ’ ἡμᾶς, εἶναι τὸ ἁπλοῦν, τὸ ὀρθὸν καὶ τὸ δίκαιον. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως αὐτοῦ, θὰ ἠμποροῦσεν ὁ καθένας νὰ ἔχῃ τὰς ἀπόψεις του καὶ νὰ τὰς ὑποστηρίζῃ μὲ διαφόρους ὑποθετικοὺς ἀριθμούς, οἱ ὁποῖοι νὰ ὁδηγοῦν εἰς συμπεράσματα ἐσφαλμένα. Ἀντὶ νὰ κάμω χρῆσιν ὑποθετικῶν ἀριθμῶν, θὰ χρησιμοποιήσω συγκεκριμένους ἀριθμούς, τοὺς ὁποίους μᾶς δίδει τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1958. Ὄχι τόσον, διότι θέλω νὰ διαλύσω τὴν ἐντύπωσιν, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη, λόγῳ τῆς διατάξεως αὐτῆς, ἀλλὰ διότι εἰλικρινῶς θὰ ἐπεθύμουν νὰ διαφωτίσω τὴν Βουλήν. Τὸ 1958, κ. συνάδελφοι, ἐὰν μετεῖχε καὶ τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων εἰς τὴν βʹ κατανομήν, μὲ τὴν μέθοδον τῆς κατανομῆς τοῦ 1958, θὰ ἐλάμβανον ἡ Ε.Ρ.Ε. 152 ἕδρας ἡ Ε.Δ.Α. 73 καὶ τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων 61. Μὲ τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα καὶ μὲ τὴν μέθοδον τοῦ 1951 θὰ ἐλάμβανον ἡ Ε.Ρ.Ε. 154, 2 περισσοτέρας δηλαδή, ἡ Ε.Δ.Α. 72, μεῖον 1 καὶ τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων 60, μεῖον 1, Τί σημαίνει αὐτό; Ἀντὶ νὰ ἐπικαλεσθῶ ὑποθετικοὺς ἀριθμούς, ἐπῆρα τὰ συγκεκριμένα ἀποτελέσματα τῆς ἐκλογῆς τοῦ 1958 καὶ ἀποδεικνύω, ὅτι μὲ τὴν μέθοδον τῆς κατανομῆς τοῦ 1951, θὰ ἐλάμβανον δύο ἕδρας περισσοτέρας. (Χειροκροτήματα).
§7Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἡμεῖς διαφωνοῦμεν, κ. Πρόεδρε. (Κωδωνοκρουσίαι).
§8Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρ. Κυβερνήσεως). Οἱοσδήποτε δύναται νὰ ἐλέγξῃ αὐτοὺς τοὺς ἀριθμούς. Σᾶς παρακαλῶ, μὴ μὲ διακόπτετε.
§9Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἅμα δὲν θέλετε, δὲν σᾶς διακόπτομεν, ἀλλὰ σεῖς διακόπτετε συνεχῶς. (Κωδωνοκρουσίαι).
§10Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρ. Κυβερνήσεως). Κύριε συνάδελφε, ἐγὼ διακόπτω, πρῶτον, διότι δέχεται αὐτός, τὸν ὁποῖον διακόπτω καὶ δεύτερον, διότι εἶμαι Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§11Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἐγὼ διαφωνῶ.
§12Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρ. Κυβερνήσεως). Ἐπιθυμία μου ἦτο νὰ ἀποδείξω, ὅτι ἀντὶ νὰ παίρνωμεν αὐθαιρέτους ἀριθμούς, εἶναι δυνατόν, μὲ τὰ συγκεκριμένα ἀποτελέσματα τοῦ 1958, νὰ διαπιστώσωμεν, ποία εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο μεθόδων. Ἐὰν ὑπάρχουν διαφοραὶ εἶναι αὐταί, αἱ ὁποῖαι δημιουργοῦνται ἀπὸ τὸν συσχετισμὸν τῶν δυνάμεων ἀπὸ Νομοῦ εἰς Νομὸν καὶ ἀπὸ Ἐφετείου εἰς Ἐφετεῖον. Ἰδού, λοιπόν, ὅτι καὶ ἡ ἐπίκρισις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις περιέλαβεν εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον μέθοδον 6 κατανομῆς, ἡ ὁποία θεωρεῖται διαβλητὴ καὶ ἄδικος, εἶναι ἀδικαιολόγητος. Μολονότι, κ. συνάδελφοι, αἱ ἐπικρίσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅπως ἐλπίζω, ὅτι ἀπέδειξα, ὑπῆρξαν ἀβάσιμοι, ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ ἐπιφέρῃ εἰς τὸ νομοσχέδιον ὡρισμένας μεταβολάς. Καὶ ἀπεφάσισε τὰς μεταβολὰς αὐτὰς διὰ δύο λόγους. Πρῶτον, διὰ νὰ δώσῃ μίαν πρόσθετον ἀπόδειξιν τῆς καλῆς της πίστεως καὶ δεύτερον διότι ἐπιθυμεῖ νὰ διαλύσῃ τὰς ἀνησυχίας τῶν Ἐθνικῶν Κομμάτων. Αἱ μεταβολαὶ αὐταί, ὅπως θὰ διατυπωθοῦν ὡς τροπολογίαι, κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου, εἶναι περίπου αὐταί: Πρῶτον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπογραφήν, ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν, ὅτι θὰ κάμῃ πᾶν ὅ,τι ἐξαρτᾶται ἀπὸ αὐτήν, ὥστε νὰ ἐπισπευθῇ ἡ ἔκδοσις τοῦ ἀποτελέσματος καὶ ἡ νομιμοποίησις τῆς τελευταίας ἀπογραφῆς. Πέραν τούτου, προτείνει, ὅπως ἐπικουρικῶς ἰσχύσῃ καὶ ἡ ἀπογραφὴ τοῦ 1951 —ἐὰν τὸ θέλετε— ὅπως διετυπώθη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κέντρου τὸ 1952, εἰς τρόπον ὥστε, ἐὰν παρ’ ἐλπίδα —πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν ἀποτελεῖ ἰδικήν του πρόβλεψιν— γίνουν ἐκλογαὶ πρὶν ἢ τελειώσῃ ἡ παροῦσα ἀπογραφή, νὰ ἔχωμεν ἀπογραφὴν πλησιεστέραν πρὸς τὴν πραγματικότητα. Δεύτερον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ψῆφον τοῦ στρατοῦ, ἡ Κυβέρνησις ἀρχῆθεν ἐδήλωσεν, ὅτι δέχεται ἐγγυήσεις διὰ τὸ ἀδιάβλητον τῆς ψήφου τοῦ στρατοῦ. Ἤτοι πρῶτον, ὅτι οἱ στρατιῶται θὰ ψηφίσουν εἰς τὰ πολιτικὰ τμήματα καὶ ἐὰν δὲν ἐπαρκοῦν, θὰ ἱδρυθοῦν καὶ νέα. Δεύτερον, ὅτι δὲν θὰ ψηφίσουν συντεταγμένοι, ἀλλὰ μεμονωμένως. Καὶ τρίτον, ὅτι θὰ πρέπει νὰ σφραγίζεται ἡ ταυτότης των, εἴτε ἡ ἀστυνομική, εἴτε ἡ στρατιωτική, διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ ὁ κίνδυνος τῆς διπλοψηφίας. Καὶ ἔρχομαι ἤδη εἰς τὴν οὐσιαστικὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου. Διότι ἡ οὐσιαστικὴ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου καθιεροῦντος τὴν ἐνισχυμένην ἀναλογικήν, εἶναι κυρίως τὸ θέμα τῶν ποσοστῶν. Ἡ Κυβέρνησις, μολονότι πιστεύει, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὅπως εἶναι διατυπωμένον, εἶναι ἀντιπολωτικόν, —ἄλλως τε αὐτὸ τὸ ἐδέχθησαν καὶ οἱ πλεῖστοι συνάδελφοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως— διότι διέκρινεν ὡρισμένας ἀμφιβολίας τῶν ἐθνικῶν Κομμάτων περὶ τῆς δυνατότητός των, ἀπεφάσισεν, ὅπως, ἀφ’ ἑνὸς μειώσῃ τὸ ποσοστὸν διὰ τὰ μεμονωμένα Κόμματα ἀπὸ 17% εἰς 15%, ἀφ’ ἑτέρου δέ καθιερώσῃ τὴν διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁπωσδήποτε θὰ μετάσχουν εἰς τὴν β κατανομὴν 3 Κόμματα, ἀνεξαρτήτως ποσοστοῦ. Ἀλλὰ πέραν αὐτοῦ καθιερώνει καὶ τὸ ποσοστὸν τοῦ 15%, εἰς τρόπον, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ μετάσχῃ καὶ τέταρτον, ἐὰν πάρουν δύο τὸ 15%. Ἐπὶ πλέον ἡ Κυβέρνησις προσθέτει εἰς τὸν διαιρέτην διὰ τὴν αʹ κατανομὴν τὸ σὺν 1, εἰς τρόπον, ὥστε ἀφ’ ἑνὸς νὰ διευκολύνῃ τὰ Κόμματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν β κατανομὴν νὰ ἀξιοποιήσουν τὸ πλεῖστον τῆς δυνάμεώς των ἀπὸ τὴν α κατανομήν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ ἀμβλύνῃ καὶ τὴν ἀνύπαρκτον διένεξιν, γύρω ἀπὸ τὸ θέμα τῆς μεθόδου τῆς βʹ κατανομῆς, διότι, ὅπως γνωρίζετε, ὅταν προσθέσωμεν εἰς τὸν διαιρέτην τὸ σὺν 1, αἱ ἕδραι τῆς β κατανομῆς θὰ περιορισθοῦν ἀπὸ 100 εἰς 50 περίπου. Κύριοι βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις, ἐπαναλαμβάνω, προῆλθεν εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ ἐπιφέρῃ αὐτὰς τὰς μεταβολάς, πρῶτον, διότι ἐπιθυμεῖ νὰ παράσχῃ μίαν πρόσθετον ἀπόδειξιν τῆς καλῆς της πίστεως καὶ τοῦ ἐθνικοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον σκέπτεται, καὶ δεύτερον, διὰ νὰ ἀπαλλάξῃ τὰ ἐθνικὰ Κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀπὸ τὰς ἀνησυχίας των. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε ἤδη, κ. συνάδελφοι, νὰ ἀναφερθῶ εἰς μίαν παλαιάν μου ὁμιλίαν. Καὶ τὸ πράττω αὐτό, διότι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπον τότε, ἔχουν πλήρη ἐπικαιρότητα σήμερον. Κατὰ τὸ παρελθόντα Ἰανουάριον, ὁμιλῶν ἀπὸ τῆς ἰδίας αὐτῆς θέσεως, εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀναπτύξω ὡρισμένας σκέψεις μου, ἐν σχέσει μὲ τὸ πολιτικὸν πρόβλημα τῆς χώρας. Ἔλεγον, λοιπόν, τότε: «Χωρὶς νὰ παραγνωρίζω τὴν ἐπίδρασιν τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ ἐκλογικὸς νόμος ἐπὶ τῆς διαμορφώσεως τῆς πολιτικῆς ζωῆς ἑκάστης χώρας, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἡ πολιτικὴ κακοδαιμονία τῆς χώρας ὀφείλεται εἰς βαθύτερα αἴτια. Τὸ πολιτικὸν πρόβλημα τῆς χώρας εἶναι σχεδὸν μόνιμον. Καὶ ἐξελίσσεται ἐν μέσῳ μιᾶς συνεχοῦς ἀνωμαλίας. Δὲν ἔχομεν παρὰ νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὸ παρελθὸν διὰ νὰ διαπιστώσωμεν τὴν ἀλήθειαν αὐτήν». Καὶ ἀφοῦ ἀνέφερον τὰς θλιβερὰς καὶ γνωστὰς εἰς ὅλους μας ἀνωμαλίας τοῦ παρελθόντος, ἐσυνέχισα: «Λυποῦμαι, διότι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαπιστώσω, ὅτι ὅλαι αὐταὶ αἱ ἀνωμαλίαι, τὰς ὁποίας ἀνέφερον, δὲν ὀφείλονται εἰς αὐτὸ ἢ ἐκεῖνο τὸ ἐκλογικὸν σύστημα, ἀλλὰ ὀφείλονται εἰς μίαν νοσηρὰν νοοτροπίαν, ἡ ὁποία κυριαρχεῖ εἰς τὴν δημοσίαν μας ζωήν. Λυποῦμαι, διότι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ κάμω τὰς δυσαρέστους αὐτὰς διαπιστώσεις, ἀλλὰ προτιμῶ νὰ ἀποδοκιμάζωμαι, συμβουλεύων τὰ ὀρθά, παρὰ νὰ ἐπιδοκιμάζωμαι δημαγωγῶν καὶ ὑποκρινόμενος. Πολλαὶ ὑπῆρξαν αἱ ἐκδηλώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπιβεβαιώνουν τὴν ὕπαρξιν τῆς νοσηρᾶς αὐτῆς νοοτροπίας. Μία ἐξ αὐτῶν, εἶναι ἡ ἔλλειψις ἐπαρκοῦς προσηλώσεως εἰς ὡρισμένας βασικὰς ἀρχὰς τοῦ Πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον ἐπιθυμοῦμεν νὰ προσαρμόζεται εἰς τὰς ἑκάστοτε προσωπικὰς ἢ κομματικάς μας ἐπιδιώξεις καὶ ὅταν δὲν προσαρμόζεται, ἐπιχειροῦμεν νὰ τὸ παραβιάσωμεν!». Καὶ ἐν συνεχεία, μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐκδηλώσεων τοῦ νοσηροῦ πολιτικοῦ κλίματος τῆς χώρας, ἐπεκαλέσθην καὶ αὐτό: «Τὸ Σύνταγμά μας δὲν προβλέπει τὸν θεσμὸν τῆς Μεταβατικῆς ἢ Ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως, παρὰ ταῦτα πολλάκις ὑποστηρίζομεν τὰς λύσεις αὐτάς, ὅταν πρόκειται δι’ αὐτῶν νὰ πλήξωμεν τὴν νόμιμον Κυβέρνησιν τῆς Χώρας». Καὶ συνεπέρανε: «Αὐτὴ εἶναι, κ. συνάδελφοι, ἡ πολιτικὴ κατάστασις τῆς Χώρας. Καὶ δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναμένωμεν σοβαρὰν βελτίωσιν αὐτῆς, ἐὰν δὲν καθιερώσωμεν ἤρεμα πολιτικὰ ἤθη, χαλιναγωγοῦντες τὰ πάθη μας καὶ πειθαρχοῦντες τὰς φιλοδοξίας μας εἰς τὸ γενικώτερον συμφέρον τῆς χώρας». Λυποῦμαι, κ. βουλευταί, διότι αἱ συζητήσεις τῶν ἡμερῶν αὐτῶν ἐπιβεβαιώνουν τὰς διαπιστώσεις ἐκείνας. Τὸν τελευταῖον καιρόν, ἐμφανίζεται ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὑποστηρίζουσα τὴν ἀπίθανον θεωρίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς, εἶναι ὑποχρεωμέναι νὰ ὑποκύπτουν εἰς τὰς ἐπιθυμίας της. Ἀλλά, κ. συνάδελφοι, ἐὰν ἐπεκράτει ἡ ἀντίληψις αὐτή, θὰ ὁδηγούμεθα εὐθέως εἰς τὴν κατάλυσιν τῆς Δημοκρατίας, ἡ ὁποία καθιερώνει, ὡς θεμελιώδη ἀρχήν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει διὰ τῆς πλειοψηφίας της καὶ ὅτι ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς τέμνει τὰς διαφορὰς μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως. Ὅπως γνωρίζητε, εἰς ὅλας τὰς χώρας, τὰς δημοκρατικάς, ὑπάρχουν —καὶ δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ ὑπάρχουν— ἀντιθέσεις μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως. Ὑπάρχει, ὅμως, μία καθιερωμένη βασικὴ ἀμετάβλητος διαδικασία, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας λύονται αἱ διαφοραὶ αὗται. Οἱ ἄνθρωποι, ὡς γνωστόν, διὰ νὰ ἐξέλθουν ἀπὸ τὴν κατάστασιν τῆς ἀναρχίας, συνεκρότησαν κοινωνίας καὶ καθιέρωσαν ὡρισμένους κανόνας, οἱ ὁποῖοι διέπουν τὴν ζωὴν αὐτῶν τῶν κοινωνιῶν. Καί, πέραν αὐτοῦ, καθιέρωσαν τὴν διαδικασίαν τῆς μεταβολῆς τῶν κανόνων αὐτῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται παρέκκλισις ἀπὸ τοὺς βασικοὺς αὐτοὺς κανόνας, χωρὶς νὰ κινδυνεύωμεν νὰ ἀχθῶμεν εἰς ἀνωμαλίας καὶ ἐνδεχομένως, εἰς ἀναρχίαν. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν τὴν θεωρίαν αὐτήν, δὲν ὑποστηρίζουν ἁπλῶς ἀπόψεις ἀντιδημοκρατικάς, ὑποστηρίζουν ἀπόψεις σχεδὸν ἀναρχικάς. Διότι, ἐὰν δεχθῶμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς ἑκάστοτε Ἀντιπολιτεύσεως δὲν δύναται νὰ ἀποφασίσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θεωρεῖ ὠφέλιμον διὰ τὸν τόπον, ἀλλὰ τὸ ἀντίθετον, διότι ὑποκύπτει εἰς ἀπειλὰς καὶ πιέσεις, εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῆτε, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ πολίτευμα; Θὰ μοῦ εἴπητε, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θεωρεῖτε σεῖς ὠφέλιμον, τὸ θεωροῦμεν ἡμεῖς ἐπιζήμιον. Ὅταν ὑπάρχῃ διαφορὰ ἀπόψεων, ὑπάρχει μέθοδος καὶ διαδικασία, ἡ ὁποία λύει τὴν διαφορὰν αὐτήν, διότι ἄλλως φθάνομεν εἰς τὴν βίαν καὶ δι’ αὐτῆς εἰς τὴν ἀναρχίαν. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, τὸ χειρότερον εἶναι, ὅτι τὴν θεωρίαν αὐτὴν τὴν συνώδευσαν καὶ ἀπειλαί. Ἐπιθυμῶ νὰ πιστεύσητε, ὅτι δὲν ἀναφέρομαι εἰς αὐτάς, διότι ἐνοχλοῦμαι, τυχὸν προσωπικῶς, ἀλλά, διότι αἰσθάνομαι εἰλικρινῶς τὸ καθῆκον ὡς μέλος τοῦ Σώματος αὐτοῦ, νὰ ἐπισημάνω τοὺς κινδύνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι δυνατὸν νὰ προέλθουν ἐὰν ἐπικρατήσουν αὐταὶ αἱ ἀντιλήψεις. Αἱ ἀπειλαὶ αὐταὶ εἶχον διπλῆν μορφήν. Ἡ μία εἶναι, ὅτι δικαιοῦται ἕνα Κόμμα νὰ ἀπειλῇ, ὅτι ἐὰν δὲν ἱκανοποιηθοῦν αἱ ἀξιώσεις του, θὰ συμπράξῃ μὲ τὴν Ἄκραν Ἀριστεράν. Αὐτὸ, κ. συνάδελφοι, εἶναι καὶ ἠθικῶς καὶ πολιτικῶς ἀπαράδεκτον. Ἀλλὰ πέραν αὐτοῦ, δὲν εἶναι κἂν ἀπειλή, εἶναι ἕνας μεγάλος παραλογισμός, διότι ὅταν ἡ σύμπραξις μὲ τὴν Ἄκραν Ἀριστερὰν ἐμφανίζεται ὑπὸ μορφὴν ἀπειλῆς, ὁ κάμνων χρῆσιν αὐτῆς, ἀναγνωρίζει, ὅτι θὰ αὐτοκτονήσῃ πολιτικῶς καὶ θὰ βλάψῃ τὸν τόπον. Ἡ ἀπειλὴ αὐτὴ ἐνθυμίζει τὴν ἱστορίαν τοῦ μοχθηροῦ ἐκείνου ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος διὰ νὰ ἐνοχλήσῃ τὸν γείτονά του μὲ τὸν καπνὸν ἔβαλε φωτιὰ εἰς τὸ σπίτι του. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Κυβερνητικῆς πτέρυγος). Κύριοι συνάδελφοι, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ τοποθέτησις ἑκάστου ἐξ ἡμῶν ἀπέναντι τοῦ κομμουνισμοῦ νὰ γίνεται μὲ αὐτὰ τὰ κριτήρια. Κατ’ ἐμὲ οὐδεμία ἀνάγκη καὶ οὐδεμία σκοπιμότης δικαιολογεῖ συνεργασίαν μὲ τὸν κομμουνισμόν. Ἐὰν συμπίπτουν αἱ πολιτικαὶ καὶ κοινωνικαὶ ἐπιδιώξεις σας μὲ αὐτόν, τότε δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπισείεται ὡς ἀπειλήν, ἀλλὰ θὰ πρέπει νὰ προβάλλεται ὡς πολιτικὴ θέσις. Ἀλλά, τὸ νὰ δέχεσθε, ὅτι τὸ λαϊκὸν μέτωπον εἶναι ἐπιζήμιον διὰ τὸν τόπον καὶ νὰ τὸ κάμετε παρὰ ταῦτα, αὐτό, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι καὶ ἠθικῶς καὶ πολιτικῶς ἀπαράδεκτον. Πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι ἐὰν ἡ Ἄκρα Ἀριστερὰ ἐνεφάνισεν ηὐξημένας τὰς δυνάμεις της, τοῦτο, πρὸ παντός, ὀφείλεται εἰς τὸ πνεῦμα τῆς εὐκολίας μὲ τὸ ὁποῖον πολλοὶ μὴ κομμουνισταὶ προσφέρονται νὰ προωθηθοῦν πολιτικῶς καὶ κοινωνικῶς μὲ τὴν ἐνίσχυσιν τῆς Ἄκρας Ἀριστερᾶς. Πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι τὸ πνεῦμα αὐτὸ εἰς τὴν χώραν μας ἔχει λάβει ἐπικινδύνους διαστάσεις. Καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀντιληφθῇ πᾶς τις, ὅτι ἡ σύμπραξις μὲ τὸν κομμουνισμόν, ὅταν δὲν πιστεύῃ εἰς αὐτόν, εἶναι ἀνέντιμος. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα ἐκ τῆς Κυβερνητικῆς πλευρᾶς). Πιστεύω, ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον εἰς πάντα πολίτην, ὁ ὁποῖος δέχεται, ὅτι ὁ κομμουνισμὸς εἶναι ἐχθρὸς τοῦ Ἔθνους, νὰ ἀρνῆται οἱανδήποτε ἀπὸ μέρους του δολίαν προσφοράν. Τὸ φαινόμενον τῆς συνοδοιπορίας, ἐκπορευθὲν ἐκ τῶν ἄνω, ἀπειλεῖ νὰ φθάσῃ καὶ μέχρι τοῦ τελευταίου Προέδρου τῆς Κοινότητος. Εἶναι καθῆκον ὅλων μας νὰ ἀναστείλωμεν, ἀντὶ νὰ ἐνθαρρύνωμεν μὲ τὰς πράξεις μας, τὴν τάσιν αὐτήν. Ὁ κομμουνισμός, κύριοι, εἶναι καὶ θὰ παραμείνῃ ἀριθμητικῶς ἀκίνδυνος διὰ τὴν Ἑλλάδα. Ὁ κίνδυνος προέρχεται ἀπὸ τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν ἔχει, νὰ νοθεύῃ τὴν πολιτικὴν ζωὴν τοῦ τόπου καὶ νὰ διαφθείρῃ ἀδυνάτους χαρακτῆρας. Καὶ αὐτὸ εἶναι κυρίως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ προσέχωμεν καὶ νὰ ἀντιδρῶμεν κατὰ τῆς ὑπούλου διαβρώσεως τοῦ κομμουνισμοῦ. Ἄλλη ἀπειλὴ ὑπῆρξεν ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐὰν δὲν γίνῃ αὐτὸ ἢ ἐκεῖνο, θὰ μεταφέρωμεν τὸν ἀγῶνα ἐκτὸς τῆς Βουλῆς καὶ θὰ δημιουργήσωμεν, ἐνδεχομένως, ἀνωμαλίας. Τὴν ἀπειλὴν αὐτὴν δὲν τὴν θεωρῶ μόνον ὡς ἀντιδημοκρατικήν, ἀλλὰ τὴν θεωρῶ καὶ φαιδράν. Οὐδεὶς δύναται, ὅπως ἐμφανίζεται σήμερον ἡ κατάστασις εἰς τὴν Χώραν μας, οὐδεὶς δύναται, λέγω, νὰ διαταράξῃ τὴν γαλήνην τοῦ λαοῦ. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα). Ὁ Ἑλληνικὸς λαός, δοκιμασθεὶς βαρύτατα κατὰ τὸ παρελθὸν ἀπὸ τοιαύτας ἀποπείρας, θὰ συντρίψῃ τὴν κεφαλὴν οἱουδήποτε ἐπιχειρήσει νὰ τοὺς ἐπαναλάβῃ. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα). Κύριοι βουλευταί, ἠκολούθησα πάντοτε μετριοπαθῆ πολιτικήν, διότι, πιστεύω βαθύτατα, ἔχων πλήρη γνῶσιν καὶ τῆς Ἑλληνικῆς ἱστορίας, ὅτι διὰ νὰ προκόψῃ ὁ τόπος αὐτός, ἔχει ἀνάγκην ἠρέμου καὶ ὁμαλοῦ πολιτικοῦ βίου. (Χειροκροτήματα). Ἀλλὰ ἐπιθυμῶ νὰ πληροφορήσω ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι χρησιμοποιοῦν τὰς ἀπειλάς, ὅτι τὸ καθῆκόν μου, ὅπως προστατεύσω τὴν γαλήνην τοῦ τόπου αὐτοῦ, εἶναι ἐπικρατέστερον ἀπὸ τὴν μετριοπάθειάν μου. (Ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως). Κύριοι βουλευταί, πιστεύω, ὅτι ὅπως διεμορφώθη τελικῶς τὸ νομοσχέδιον, παρέχει τὴν δυνατότητα εἰς ὅλα ἐκεῖνα τὰ Κόμματα, τὰ ὁποῖα πιστεύουν, ὅτι ἔχουν λαϊκὴν δύναμιν, νὰ τὴν ἀξιοποιήσουν καὶ νὰ ἀγωνισθοῦν ἐντίμως διὰ τὴν ἐπικράτησίν των. Εὔχομαι νὰ τὸ πράξουν. (Παρατεταμένα καὶ ζωηρὰ χειροκροτήματα ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως).
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος κ. Γ. Παπανδρέου, ἔχει τὸν λόγον.
§14Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Θὰ παρακαλέσω, νὰ γίνῃ διακοπὴ ½ ὥρας.
§15Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρ. Κυβερνήσεως). Συμφωνῶ μὲ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Δημοκρατικῶν καὶ παρακαλῶ, ὅπως μετὰ τὴν διακοπήν, λάβουν τὸν λόγον οἱ κ.κ. Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων, εἰς τρόπον, ὥστε νὰ καταστῇ δυνατὸν τὴν προσεχῆ ἑβδομάδα νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς κατ’ ἄρθρον συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, διότι προσεγγίζομεν εἰς τὸ τέρμα τῆς συνόδου.
§16Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐκ μέρους τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, θὰ ἐκδηλωθῇ πλήρης καλὴ θέλησις.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν τὴν συνεδρίασιν διὰ ἡμίσειαν ὥραν.
(Ὥρα 8.30′ μ.μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 9.00′ μ.μ.)
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Τὸν λόγον ἔχει ὁ Κοινοβουλευτικὸς ἐκπρόσωπος τῆς Ε. Δ.Α., κ. Η. Ἠλιοῦ.
§19Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, προκειμένου νὰ ἐκφράσω τὰς γνώμας τοῦ Κόμματος τῆς Ε.Δ.Α., παρακαλῶ νὰ μὴ ἐπιτρέψητε διακοπάς. Κύριοι συνάδελφοι, ἠκούσαμεν τὰς τροποποιήσεις τὰς ὁποίας εἰς τὸ ἀρχικὸν νομοσχέδιον προέτεινε σήμερον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Τόσον ἀπὸ ἀπόψεως οὐσιαστικοῦ περιεχομένου, ὅσον καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἐκτάσεως μέσα εἰς τὴν ὅλην οἰκονομίαν τῆς ὁμιλίας του, αἱ τροποποιήσεις εἶναι ἰσχναὶ καὶ ἀνεπαρκεῖς διὰ νὰ βελτιώσουν τὸ κυβερνητικὸν νομοσχέδιον. Τὸ περισσότερον μέρος τῆς ὁμιλίας του, ἀφιερώθη εἰς τὴν διατύπωσιν πολιτικῶν σκέψεων, εἰς ἕνα προεκλογικὸν λόγον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δι’ ὀλίγων εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ κάμω ὡρισμένας παρατηρήσεις. Εἶπεν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι διακρίνει τὴν συζήτησιν, γενικώτερον δὲ τὴν συζήτησιν εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ ἐκλογικοῦ νομοσχεδίου, ἔλλειψις καλῆς πίστεως ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς, τὸ νομοσχέδιον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δεδομένων τῆς τελευταίας ἀπογραφῆς τῶν πολιτικῶν δυνάμεων ποὺ ἐγένετο κατὰ τὸ 1958 δημιουργεῖ ἀνισότητας καὶ πλεονεκτήματα εἰς ὄφελος τοῦ προτείνοντος Κόμματος καὶ εἰς βάρος πολλῶν Κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τὸν ἀντίκτυπον εἰς βάρος τοῦ συνόλου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὡς γενικὸν ἄθροισμα, τὸ νὰ χαρακτηρίζεται ὡς κακῆς πίστεως ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δὲν ζητεῖ προνόμια, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐπιδιώκει πλεονεκτήματα καὶ ἐν γένει καταπλεονέκτησιν εἰς βάρος τῶν ἄλλων, νομίζω, ὅτι εἶναι μία ἀντίληψις τὴν ὁποίαν ἐγὼ τοὐλάχιστον, δὲν δύναμαι νὰ τὴν παρακολουθήσω. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, περαιτέρω, ἐτόνισε καὶ ὑπεγράμμισε μίαν διάταξιν ἀπαράδεκτον καθ’ ἡμᾶς περὶ ἐθνικῶν Κομμάτων καὶ μὴ ἐθνικῶν Κομμάτων. Εὑρισκόμεθα ἐδῶ, κύριοι, ὅλοι μὲ ἕνα μοναδικὸν τίτλον, τὴν ψῆφον τοῦ λαοῦ. Ποῖος καὶ ἐπὶ ποίῳ τίτλῳ θὰ ἀπέκλειεν ἢ θὰ ἐκήρυσσεν ἐκπτώτους ἢ δευτέρας κατηγορίας, ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐκφράζουν ἕνα μεγάλο ποσοστὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Ἐν συνεχείᾳ πρὸς αὐτὴν τὴν τοποθέτησιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπέκρινε τὴν ὑπόλοιπον, τὴν ἐθνικὴν Ἀντιπολίτευσιν, διότι δὲν ἀπεδέχθη, τὸ σύστημα τοῦ πλειοψηφικοῦ ἢ τῶν συγγενῶν Κομμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐξωβέλιζον κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς του καὶ κατὰ τὴν ἐκτίμησίν του μὲν τὴν Ἄκραν Ἀριστερὰν ἀπὸ τὴν αἴθουσαν αὐτήν, δὲν θὰ τὴν ἐξωβέλιζον, ὅμως, ἀπὸ τὸν λαὸν παρὰ τῷ ὁποίῳ ἔχει τὴν ἐπιρροὴν καὶ ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἀντλεῖ τὴν δύναμιν ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἀντλεῖ. Ἀλλὰ τὸ νὰ μὴ θέλωμεν νὰ βλέπωμεν ἐκεῖνο ποὺ ὑπάρχει εἰς τὴν πραγματικότητα, νομίζω, ὅτι ἀποτελεῖ ἕνα εἶδος τυφλώσεως, ποὺ εἰς τίποτε δὲν ὠφελεῖ. Ἐφηρμόσθη τὸ 52 ἐπίσης τὸ πλειοψηφικόν, ἀπεμακρύνθη διὰ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου καὶ ὄχι διὰ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ λαοῦ ἀπὸ τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἡ Ε.Δ.Α., διὰ νὰ ἐπανέλθῃ πολλαπλασία. Εἶπεν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀκόμη, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἰδανικὸν ἐκλογικὸν σύστημα. Συμφωνῶ, ὅτι ἰδανικὸν ἐκλογικὸν σύστημα ἀπολύτου ἀντιστοιχίας τῶν λαϊκῶν ροπῶν πρὸς τὴν ἐκπροσώπισίν των εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, δυνατὸν νὰ μὴ ὑπάρχῃ. Ὑπάρχουν, ὅμως, συστήματα ἄδολα, συστήματα τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν κατὰ τὴν ἐφαρμογήν των νὰ σημειώσουν μίαν μικροτέραν ἢ μεγαλυτέραν ἀπόκλισιν μεταξὺ λαϊκοῦ φρονήματος καὶ ἀντιπροσώπων του καὶ ὑπάρχουν συστήματα δόλια τὰ ὁποῖα γίνονται μὲ τὴν προμελέτην, ὥστε εἰς τὴν μειοψηφίαν τοῦ λαοῦ νὰ δοθῇ ἡ δύναμις νὰ κυβερνᾷ τὴν πλειοψηφίαν. Διὰ νὰ μὴν ἀνατρέξω εἰς τὰς παλαιοτέρας ἐποχάς, ἡ ἐκζήτησις συστημάτων δολίων ἀπετέλεσε τὴν παράδοσιν τῶν τριῶν τελευταίων δολίων νόμων. Ἄλλως ἀπεκαλύφθη, τόσον καθαρὰ κατὰ τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς μέχρι σήμερον τὸ θέμα, ὥστε ἐδέησε νὰ ἀκουστῇ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ ἡ ἀπολογία τοῦ δόλου. Δὲν ἐπιθυμῶ εἰς αὐτὴν τὴν συζήτησιν νὰ ἐπιμείνω περισσότερον. Ἁπλῶς τονίζω, πόσον παραδόξως ἠχεῖ ἡ διαβεβαίωσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι «εἶναι ὑπὲρ τῶν ὁμαλῶν καὶ ἠρέμων πολιτικῶν ἠθῶν» καὶ ὅτι ἐπέδειξε μετριοπάθειαν. Ἡ αἴθουσα γνωρίζει ἐξ ἐπανειλημμένων συζητήσεων πῶς ἐκφράζεται αὐτὴ ἡ θεωρητικὴ ἄποψις εἰς τὴν πρᾶξιν καὶ ὅτι εἰς τὴν πρᾶξιν συμβαίνει, ἀκριβῶς, τὸ ἀντίθετον. Ὅταν δὲ συνδυάζῃ αὐτὸν τὸν ἰσχυρισμὸν του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μὲ ἀνάγνωσιν ἐκ νέου περικοπῆς παλαιοῦ λόγου, εἰς τὸν ὁποῖον κηρύσσεται ἐναντίον τῆς ὑπηρεσιακῆς ὡς τάχα ἀντισυνταγματικῆς, ἐνῷ συνταγματικὸν ἔθιμον, παράδοσις περίπου ἀδιάβλητος ἀπὸ τῆς παλινορθώσεως ἀπὸ τοῦ 1935 ἐπέβαλεν, ἀκριβῶς, λόγῳ τῆς ὀξύτητος τῶν πολιτικῶν ἠθῶν, ἐπέβαλεν, ὥστε αἱ ἐκλογαὶ νὰ διεξάγωνται ἀπὸ ὑπηρεσιακὴν Κυβέρνησιν καὶ μάλιστα κατὰ τὸ πρῶτον ὑπόδειγμα, κατὰ τὴν καθιέρωσιν αὐτοῦ τοῦ συνταγματικοῦ ἐθίμου τοῦ 1936 καὶ μὲ τὴν ἀνάθεσιν τῆς διευθύνσεως τῶν Νομαρχιῶν εἰς τοὺς Προέδρους τῶν Ἐφετῶν ἢ Ἐφέτας καὶ τῆς Διοικήσεως τῶν Ἀστυνομικῶν δυνάμεων, εἰς τοὺς Ἀντεισαγγελεῖς ἢ Εἰσαγγελεῖς Πρωτοδικῶν. Νομίζω, ὅτι ὑπὸ τὰς συνθήκας ὀξύτητος, τὰς ὁποίας ἐδημιούργησεν ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τῆς ἑπομένης τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1958, ἡ ἐπίκλησις ἐκείνης τῆς περικοπῆς δείχνει, ὄχι μόνον, ὅτι αἱ μέχρι τοῦδε πράξεις εἶναι τελείως ἀντίθετοι πρὸς τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ ὅτι καὶ πρόθεσις ὑπάρχει, ἡ ἰδία κατάστασις ἐξαρτωμένη καὶ ὑποδαυλιζομένη ἀπὸ τὴν ἐκλογικὴν διαπάλην νὰ ἰσχύσῃ κατὰ τὰς ἐπικειμένας ἐκλογάς. Εἶπε τέλος, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως —διότι τὰ ὑπόλοιπα ἀνάγονται εἰς τὴν τροποποίησιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου— εἶπε τέλος, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἀπαραδέκτως κατ’ αὐτὸν ἔλαβε μεγάλας διαστάσεις, φθάνουσα καὶ μέχρι τῆς τελευταίας Κοινότητος καὶ μέχρι τοῦ Προέδρου τῆς τελευταίας Κοινότητος, ἡ ροπὴ τοῦ λαοῦ πρὸς τὴν συνεργασίαν μεταξὺ τῶν Κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, μεταξὺ τῶν ὁποίων προσπαθεῖ νὰ ἀνεγείρῃ ἕνα τεχνητὸν τοῖχον διακρίσεως, Αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ τὸ ἀποδίδῃ εἰς προσκαίρους ἀνάγκας. Αὐτὴ ἡ διατύπωσις τὴν ὁποίαν ὁ ἴδιος ἔκαμε δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, πιστεύω, παρὰ ἡ μαρτυρία, ὅτι ἀκριβῶς, ἐδημιουργήθησαν ἀπὸ τὸν τρόπον τῆς διακυβερνήσεως τῆς χώρας ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἐξ ἀντικειμένου συνθῆκαι, αἱ ὁποῖαι ἑνώνουν ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἐναντίον τῆς ἀντιλαϊκῆς μεθόδου διακυβερνήσεως. Θὰ ἤθελον δι’ ὀλίγων νὰ προβῶ εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν δῆθεν βελτιώσεων, τῶν μικρᾶς σημασίας βελτιώσεων καὶ ἀνεπαρκῶν βελτιώσεων, αἱ ὁποῖαι διὰ τῶν ἀποψινῶν δηλώσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως προβάλλονται. Πρῶτον ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε συζητήσεων, διεπιστώθη, ὅτι τὸ σχέδιον τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, τὸ νέον, ἔχει καὶ αὐτὸ τὴν πρόθεσιν νὰ παγιδεύσῃ ψήφους διδομένους ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ τοὺς μεταμορφώσῃ εἰς κυβερνητικοὺς βουλευτάς, δηλαδή, νὰ παραμορφώσῃ τὴν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἡ βελτίωσις τῶν ποσοστῶν ἀπὸ 17% εἰς 15%, νομίζω, ὅτι ἐὰν τυχὸν ἠμπορῇ νὰ ἀνταποκριθῇ, ἐνδεχομένως, δι’ ἕνα Κόμμα, δὲν ἠξεύρω τὴν πραγματικὴν κατάστασιν, ἀπὸ ψυχολογικῆς ἀπόψεως δημιουργεῖ τὰς ἰδίας προϋποθέσεις παγιδεύσεως, τὰς ἰδίας προϋποθέσεις κατακερματισμοῦ τῶν ἑδρῶν τῆς κλίνης τοῦ Προκρούστου. Καὶ δι’ αὐτό, τὸ 15% δὲν ἔχει καμμίαν οὐσιαστικὴν διαφορὰν ἀπὸ τὸ 17%, ὡς βελτίωσις, δεδομένου, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τῆς ἐμμονῆς εἰς τὰ ὑψηλὰ ποσοστὰ τῶν συνασπισμῶν, ὡς ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον, δυσχεραίνει καὶ τὴν συνεργασίαν. Ἕπεται, ὅτι δὲν ὑπάρχει θέλησις νὰ βελτιωθῇ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ἡ κατάστασις. Θὰ μοῦ εἴπητε, ὅτι ὑπάρχει πρότασις περὶ συμμετοχῆς ὁπωσδήποτε τοῦ τρίτου Κόμματος. Ὑπάρχει, ἀλλὰ μοῦ ἐνθυμίζει μίαν περικοπὴν τοῦ Εὐαγγελίου «οὐκ ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην, ἀλλὰ μάχαιραν». Πρόκειται νὰ ὑποκινήσῃ καὶ νὰ ὑποκαύσῃ ἕνα ἐμφύλιον πόλεμον, μεταξὺ συγγενῶν πρὸς ἄλληλα Κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἕνα πόλεμον τριβῆς, ἰσοπεδώσεως καὶ ἐκμηδενισμοῦ. Καὶ ἑπομένως, γλίσχρα ἐκ τοῦ λόγου αὐτοῦ θὰ εἶναι τὰ ὠφελήματα πρὸς τὴν ἔννοιαν αὐτὴν πρὸς τὴν κατεύθυνσιν τῆς βελτιώσεως τοῦ νομοσχεδίου. Ἑπομένως, καὶ αὐτὸ τὸ ποσοστὸν προκαθορίζει τὴν δήμευσιν ἑνὸς μεγάλου ἀριθμοῦ ψήφων καὶ τὴν παροχέτευσίν των εἰς τὴν δεξαμενὴν τῆς δευτέρας κατανομῆς διὰ νὰ κατανεμηθοῦν, καθ’ ὃν τρόπον ἀπεδείχθη, ὅτι πρόκειται νὰ κατανεμηθοῦν. Ἐδῶ, συνεπῶς, ὀφείλω νὰ ἀπαντήσω καὶ εἰς τὸν καλλιεργούμενον μῦθον περὶ πριμοδοτήσεως τῆς Ἄκρας Ἀριστερᾶς. Κύριοι μὴ πλανώμεθα. Ἡ Ἄκρα Ἀριστερὰ κατὰ τὸ 1958 ἐρρωμένως κατεπολέμησε τὰς μεθόδους ἐκείνας αἱ ὁποῖαι ἐπρόκειτο νὰ τῆς δώσουν ἕνα μικρὸν ὄφελος. Καὶ σήμερον ἀνενδότως τὰς καταπολεμεῖ, διότι δὲν πρόκειται περὶ πριμοδοτήσεως ἐκ καλῆς θελήσεως, πρόκειται περὶ ἀναγκαστικῆς θυσίας μικροῦ μέρους τῶν λαφύρων διὰ νὰ καταστῇ νομικῶς δυνατὴ ἡ λαφυραγώγησις παμμεγίστου μέρους μικροτέρων Κομμάτων. Δὲν ἐνδιαφέρει τὸ Κόμμα μας ὁ πολιτικὸς ὑπολογισμός. Δὲν ἐνδιαφέρει εἰς βάρος τίνος θὰ γίνῃ ἡ καταπλεονέκτησις. Πιστεύομεν, ὅτι πρέπει νὰ ἰσχύσῃ ἡ ἀρχὴ τῆς κυριαρχίας τοῦ λαοῦ καὶ πρέπει νὰ μὴ καταπλεονεκτῆται κανεὶς παρ’ οὐδενός, πρέπει νὰ μὴ ζημιωθῇ κανεὶς εἰς ὄφελος κανενὸς ἄλλου, πρέπει ὁ καθένας νὰ πάρῃ ἐκεῖνα τὸ ὁποῖον τοῦ ἀνήκει. Ὡμίλησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως περὶ προθέσεως νὰ παρασχεθοῦν ὅλαι αἱ ἐγγυήσεις διὰ τὴν γνησιότητα τῶν στρατιωτικῶν ψήφων εἰς τὰς ὁποίας ἐμμένει. Καὶ μᾶς ἀνέφερε μερικὰς ἀπ’ αὐτὰς τὰς ἐγγυήσεις τὰς ὁποίας κατὰ τὴν ἀντίληψίν του θεωρεῖ ἐπαρκεῖς, χωρὶς νὰ ἀποκλείσῃ καὶ συζήτησιν καὶ ἄλλων. Κύριοι συνάδελφοι, εἴμεθα σταθερῶς ὑπὲρ τῆς ἀναγνωρίσεως τοῦ δικαιώματος εἰς ὅλα τὰ στρώματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἑπομένως καὶ εἰς τὰ στρατευμένα παιδιά του, τοῦ δικαιώματος ψήφου καὶ ἀντιμετωπίζομεν μὲ πεποίθησιν τὸ τί θὰ κάμουν διαχειριζόμενοι καὶ διαθέτοντας ἐλευθέρως καὶ ἀβιάστως τὴν ψῆφον των. Πιστεύομεν ὅτι διὰ λόγους οἱ ὁποῖοι ἐὰν ἀνεπτύσσοντο αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἴσως θὰ ἐμάκρυναν ὑπὲρ τὸ δέον μίαν συζήτησιν ἡ ὁποία πρόκειται νὰ συνεχισθῇ μὲ τοὺς λόγους τῶν κ. κ. Ἀρχηγῶν ἢ τῶν ἐκπροσώπων τῶν ὑπολοίπων κομμάτων, θὰ τὸ φέρωμεν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, ὅτι σήμερον ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας δὲν ὑπάρχουν ἐγγυήσεις δυνάμεναι νὰ πείσουν, ὅτι ἡ ψῆφος τοῦ στρατοῦ θὰ δοθῇ κατὰ τὴν κυριαρχικὴν ὡς πολίτου θέλησιν ἑκάστου ὁπλίτου ἀλλὰ θὰ κατευθυνθοῦν πρὸς ὡρισμένους σκοπούς. Ἐὰν τὸ 1956 ὑπὸ τὴν οὐσιωδῶς καλυτέραν κατάστασιν, ἡ ὁποία ὑπῆρξε τότε, ἐὰν τὸ 1956 ὑπῆρξε αὐτὴ ἡ πελωρία ἀπόκλισις, ἡ ὁποία διεπιστώθη ἀπὸ ὅλα τὰ κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δὲν ὑπάρχει δυνατότης σήμερον μὲ καμμίαν ἐγγύησιν νὰ θεσπισθῇ, ὅτι θὰ ψηφίσῃ ὁ στρατὸς ἀδιαβλήτως. Δὲν κατεχόμεθα δὲ ἀπὸ κανένα πλέγμα ἀνησυχίας μὴ δυσαρεστήσωμεν ἢ μὴ φανῶμεν θίγοντες κανένα ἐὰν εἴπωμεν, ὅτι ψῆφος ἡ ὁποία δὲν θὰ διατίθεται κυριαρχικῶς παρ’ ἑκάστου πολίτου εἴτε στρατευομένου εἴτε ὄχι, δὲν τὴν θεωροῦμεν ὡς ψῆφον γνησίαν καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον εἴμεθα ἀπολύτως ἐναντίον τῆς ψήφου τοῦ στρατοῦ. Ἐὰν ὑπῆρχε δυνατότης ἐγγυήσεων τὸ 1958 θὰ εὑρίσκοντο ἐγγυήσεις, ἀλλὰ ἐθεωρήθη τὸ 1958 ὅτε ἐπὶ τέλους τοῦ τότε ἐκλογικοῦ νομοσχεδίου καὶ τῆς ἐπεξεργασίας τοῦ ὁποίου συμμετεῖχαν καὶ κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐθεωρήθη, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἄλλη ἐγγύησις, παρὰ μία μόνον, τὸ νὰ μὴ ψηφίσῃ ὁ στρατός. Ὡς πρὸς τὴν ἀπογραφήν. Τὰ πράγματα τὰ καθαρὰ διατυπώνονται μὲ διατάξεις καθαρᾶς. Ἐὰν πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ νὰ ἰσχύσῃ ἡ ἀπογραφὴ τοῦ 1961, μόνη κατοχύρωσις τούτου εἶναι ἡ ρητὴ εἰς τὸν νόμον μνεία, ὅτι αὐτὴ ἡ ἀπογραφὴ θὰ ἰσχύσῃ. Ἐὰν ἕως τότε ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ὁ νόμιμος πληθυσμὸς ἀνεξαρτήτως τοῦ γεγονότος, ὅτι ὑποθέτω, ὅτι ἡ χθεσινὴ ἐμπεριστατωμένη ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ ἀγόρευσις ἐκ Δωδεκανήσου συναδέλφου ἔπεισεν, ὅτι διετυπώθησαν κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὰ ἐρωτηματολόγια τῆς ἀπογραφῆς, ὥστε νὰ μὴ δύναται ποτὲ νὰ ἐξαχθῇ ἐπ’ αὐτοῦ ὁ νόμιμος πληθυσμός, πάντως ἐὰν ὑπάρξῃ τρόπος μέχρι τῶν ἐκλογῶν νὰ γίνῃ ἐπεξεργασία τοῦ νομίμου πληθυσμοῦ ἐμεῖς δὲν θὰ ἔχωμεν καμμίαν ἀντίρρησιν διότι πιστεύομεν, ὅτι οὐσιώδης ἀπόκλισις δὲν ὑπάρχει. Ἐὰν ὅμως τυχὸν τοῦτο εἶναι ἀναπόφευκτον μέχρι τότε, πρέπει διὰ ρητῆς διατάξεως νὰ θεσπισθῇ, ὅτι θὰ ἰσχύσῃ ὁ πραγματικὸς πληθυσμός, διότι τὸ Σύνταγμα ἐπιτάσσει νὰ ἰσχύσῃ ὁ πληθυσμὸς τῆς τελευταίας ἀπογραφῆς χωρὶς νὰ κάμνῃ διάκρισιν μεταξὺ πραγματικοῦ καὶ νομίμου. Τὸ νὰ βάλωμεν διατυπώσεις καὶ διακρίσεις αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπέτρεπον ὥστε νὰ μὴ ἰσχύσῃ ἡ τελευταία ἀπογραφὴ λόγῳ τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου προσχήματος, εἶναι κἄτι τι τὸ ὁποῖον εὐθέως ἀντιτίθεται πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ αἱ διατυπώσεις τῆς δημοσιεύσεως καὶ τῆς ἐξαρτήσεως τὸ νὰ ἰσχύσῃ τὸ Σύνταγμα ἀπὸ ἐνεργείας ἢ παραλείψεις τῆς διοικήσεως, ἐπίσης τείνει εἰς καταδολίευσιν τοῦ Συντάγματος. Θὰ ἤθελον μόνον. κ. συνάδελφοι, νὰ τονίσω, διότι ἐνεφανίσθη τώρα, ὅτι τάχα ἐκείνην τὴν τόσον πολυπαθῆ ἀπογραφὴν τοῦ 1951 τὴν ὁποίαν ἐπεξειργάζετο ἡ ἰδία οὐσιαστικῶς Κυβέρνησις, εἴτε ὡς Κυβέρνησις Συναγερμοῦ, εἴτε ὡς Κυβέρνησις τῆς Ε.Ρ.Ε. ἐπὶ ἔτη καὶ ἔτη καὶ μετὰ 7ετίαν τὴν ἐκήρυξεν ἄκυρον—διὰ νὰ ἀκριβολογήσω τὴν ἐκήρυξαν οἱ Ὑπουργοὶ τῆς Ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως τῆς ρητῶς δωσάσης τὴν ὑπόσχεσιν εἰς τὸ Σῶμα, ὅτι θὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1958—ἡ ἐπάνοδος εἰς τὴν τόσον δεινοπαθήσασαν ἀπογραφὴν τοῦ 1951, ἀφ’ ἑνὸς μὲν δὲν θὰ ἐβελτίωνεν οὐσιωδῶς τὴν κατάστασιν, δὲν θὰ ἔδιδε μίαν κατανομὴν τῶν ἑδρῶν ἀνάλογον πρὸς τὰ σημερινὰ δεδομένα τοῦ πληθυσμοῦ, διότι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ 1951 καὶ τοῦ 1961 εἶναι παμμεγίστη, ἐνῷ πολὺ μικροτέρα εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ 1940 καὶ τοῦ 1951, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὡς τὴν προτείνει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δηλαδὴ μὲ τὴν διατύπωσιν καθ’ ἣν λαμβάνεται μὲν—ἐὰν δημοσιευθῇ—ὡς βάσις ἡ ἀπογραφὴ τοῦ 1951, πλὴν ὅμως τῶν περιφερειῶν τῆς Δυτικῆς Μακεδονίας, Στερεᾶς Ἑλλάδος καὶ Ἠπείρου, ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ 1940 καὶ τοῦ 1951 πρακτικῶς ἐκμηδενίζεται. Θέλω δὲ νὰ εἴπω, ὅτι ἀκριβῶς αὐτὸ μὲ καθιστᾷ περισσότερον δύσπιστον περὶ τοῦ ὅτι ἐὰν ὑπάρχῃ πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν ἀπογραφὴν τοῦ 1961, ὅταν ἐπικαλῆται καὶ ἐπὶ τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1951 αὐτὴν τὴν τροποποίησιν, ἐνῷ ἡ διατύπωσις τοῦ 1951 τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἶχε λογικὸν ἔρεισμα τὰς μετακινήσεις τοῦ πληθυσμοῦ λόγῳ τῶν ἐσωτερικῶν περιπετειῶν, ἐνῷ σήμερον ἡ ἐπιγενομένη ἀπογραφὴ ἐπιβεβαιώνει, ὅτι αἱ μετακινήσεις ἐκεῖναι ὁριστικοποιήθησαν καὶ ἀκριβῶς τείνει εἰς τὸ νὰ διατηρήσῃ τὰς πολλὰς ἕδρας εἰς τὰς μικροτέρας τῶν περιοχῶν, εἰς τὴν Θεσπρωτίαν τῶν 6.500 ψήφων καὶ τῆς Καστοριᾶς τῶν 7.000 ψήφων, ἀκριβῶς τείνει νὰ διατηρήσῃ τὰς μεγίστας ἀνισότητας καὶ ὄχι νὰ ἐξισώσῃ τὰς ἐκλογικὰς περιφερείας. Ἑπομένως διὰ νὰ εἶναι ἀποδεκτὸν καὶ πειστικόν, ὅτι θὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ἀπογραφὴ τοῦ 1961, πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία ἡ ψηφισθεῖσα ὑπὸ τοῦ συνόλου τῶν ἀντιπολιτευομένων κομμάτων κατὰ τὴν προπαρασκευαστικὴν ἐργασίαν ἐνώπιον τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ τροπολογία ἐκείνη ἡ ὁποία λέγει, ὅτι κατὰ πᾶσαν περίπτωσιν θὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ἀπογραφὴ τοῦ 1961, ἐὰν δὲ προλάβωμεν ὡς πρὸς τὸν νόμιμον πληθυσμόν, ἄλλως πρὸς τὸν δεδομένον ἤδη πραγματικὸν πληθυσμόν. Προκύπτει ὅμως, ὅτι ὑπάρχει πρόθεσις εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιμείνῃ ἀνενδότως εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ τρόπου τῆς δευτέρας κατανομῆς, ὡς ἐθεσπίσθη τὸ 1958. Ἔφερεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κἄτι ἀριθμούς, βέβαια, εἶπεν, ὅτι ὑπόκεινται εἰς ἔλεγχον καὶ θὰ τοὺς ἐλέγξωμεν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει οἱ ἀριθμοὶ αὐτοὶ ἔλαβον μόνον ὑπ’ ὄψει τὴν ἀπογραφὴν τοῦ 1958, ἀλλὰ μὲ τὴν φανταστικὴν μὴ πραγματοποιηθεῖσαν προσθήκην τοῦ τί θὰ ἐγίνετο ἐὰν συμμετεῖχεν αὐτῆς καὶ τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, τὸ ὁποῖον τότε δὲν μετεῖχε τῆς δευτέρας κατανομῆς. Ἀλλὰ ἂς πάρωμεν, ὅτι ἐλεγχόμενοι οἱ ἀριθμοὶ αὐτοὶ εἶναι σωστοί, τί λέγει, ὅτι θὰ ἔφερνε 152 ἡ Ε.Ρ.Ε. καὶ 73 ἡ Ε.Δ.Α., δηλαδὴ 225 ἔναντι 250. Ἐπῆραν δηλαδὴ 25 πάρα πάνω ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα. Αὐτὸ ἔγινε λόγῳ συσχετισμοῦ δυνάμεων, ποῖος ἦτο ὁ συσχετισμὸς δυνάμεων; Δύο πρὸς τρία, 1.000.000 πρὸς 1.500.000. Θὰ ἔπρεπε ἡ Ε.Δ.Α. νὰ πάρῃ 10 καὶ ἡ Ε.Ρ.Ε. 15. Τί ἔγινε; Ἐπῆρε 6 ἡ Ε.Δ.Α. καὶ 19 ἡ Ε.Ρ.Ε., ὁ ὑπολογισμὸς λοιπὸν ποὺ γίνεται μὲ τὸ σύστημα τοῦ 1958, ὁ συνυπολογισμὸς διὰ δευτέραν φορὰν τῶν ψήφων, οἱ ὁποῖοι ὑπελογίσθησαν εἰς τὴν ἀνάδειξιν ἑδρῶν ἐκ τῆς πρώτης κατανομῆς, εἶναι ὄχι μόνον ἄνισος καὶ ἄδικος, ἀλλὰ καὶ εὐθέως ἀντισυνταγματικός, διότι προσκρούει εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἴσης ψήφου, ἡ ὁποία προϋποθέτει, ὅτι ἡ ψῆφος ἅπαξ χρησιμοποιηθεῖσα δὲν δύναται νὰ χρησιμοποιηθῇ καὶ διὰ δευτέραν φοράν. Τέλος φαίνεται, ὅτι ἔμεινεν εἰς τὴν δέσμευσιν τῆς μελλούσης Βουλῆς διὰ τῆς καθιερώσεως τοῦ πλειοψηφικοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος, αὐτὸ ἡμεῖς τὸ ἐκτιμῶμεν ὡς διακήρυξιν τοῦ ὅτι καὶ μειοψηφοῦσα εἰς τὴν προσεχῆ Βουλήν, διότι ἐάν, ὅπως εἶπε κομπαστικῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, πλειοψηφήσῃ, τὸ ζήτημα ἀπόκειται εἰς τὴν μέλλουσαν Βουλὴν νὰ καθιερώσῃ εἴτε τὸ πλειοψηφικόν, εἴτε οἱονδήποτε ἄλλο σύστημα, ἀλλὰ ἰσοδυναμεῖ ἡ ἀπὸ τοῦδε θεσμοθέτησις τοῦ πλειοψηφικοῦ εἰς διακήρυξιν, ὅτι καὶ μειοψηφοῦσα ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν προσεχῆ Βουλὴν —ὅπως καὶ θὰ μειοψηφήσῃ— διαθέτει τὴν εὔνοιαν τοῦ ἀνευθύνου καὶ ἔχει ἀπὸ τοῦδε τὴν διάλυσιν τῆς μήπω ἐκλεγείσης Βουλῆς, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι κατάλυσις τοῦ πολιτεύματος. Κύριοι συνάδελφοι, ὅπως ἀπέδειξα, τὰ βασικὰ σημεῖα δὲν ἐβελτιώθησαν, ὁ ἄνισος τρόπος τῆς δευτέρας κατανομῆς παραμένει ὡς ἀνένδοτος ἐπιδίωξις τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1940 ἢ τῆς μικρὸν ἀπεχούσης τοῦ 1951, ἀλλὰ ὡς πρὸς τὴν Στερεὰν Ἑλλάδα, Θεσσαλίαν, Ἤπειρον καὶ Δυτικὴν Μακεδονίαν, τοῦ 1940, εἶναι μόνιμος ἐπιδίωξις. Τὰ ἄλλα δὲν ἔχουν καμμίαν νομικὴν κύρωσιν, δὲν ὑπάρχει καμμία ἐξασφάλισις. Ἔχομεν πικρὰν πεῖραν ἀπὸ τὰς ὑποσχέσεις τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1951 καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν τίθεται ρητὴ νομικὴ κύρωσις, ἡμεῖς ἑρμηνεύομεν τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἀποβλεπούσας νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ἀπογραφὴ τοῦ 1940 εἰς τὴν μισὴν Ἑλλάδα, καὶ τοῦ 1951 εἰς τὴν ἄλλην μισήν, δηλαδὴ οὐσιαστικῶς ἡ ἀπογραφὴ τοῦ 1940. Ἡμεῖς, νομίζομεν, ὅτι πρὸ τῆς καταστάσεως αὐτῆς τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἐξ ἴσου ἀπαράδεκτον, ὡς ὑπῆρξεν ἀπαράδεκτον καὶ τὸ ἀρχικόν, ὅτι αἱ βελτιώσεις δὲν βελτιώνουν κατ’ οὐδὲν τὰ καίρια σημεῖα παραμορφώσεως τῆς λαϊκῆς θελήσεως, τόσον ὡς πρὸς τὰ ὑψηλὰ ποσοστά, ὅσον ὡς πρὸς τὴν βʹ κατανομὴν καὶ πρὸς τὴν ἀπογραφὴν καὶ ὡς πρὸς τὴν ψῆφον τοῦ στρατοῦ, ὅτι χρέος μας εἶναι νὰ καταπολεμήσωμεν αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, νὰ προσπαθήσωμεν, νὰ πείσωμεν καὶ νὰ βελτιώσωμεν –καὶ ἐπειδὴ αὐταπάτας δὲν ἔχομεν– ἐπὶ τέλους ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ διὰ τῆς συζητήσεως νὰ διαφωτίσωμεν τὸν λαόν, ὅτι ἐνῷ ἀνακηρύσσεται κυρίαρχος διὰ νομικῶν διατάξεων, προσπαθοῦν νὰ τὸν κάμουν ἄθυρμα, ὥστε ἡ θέλησίς του νὰ παραμορφωθῇ καὶ ν’ ἀναδείξῃ ἀντιπροσώπους ἐναντίον τῆς θελήσεώς του. Πιστεύομεν, ὅτι ἡ ἑνότης τῶν δυνάμεων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ ὁποία διαγράφει διὰ τῆς ἀντιμετωπίσεως τοῦ ἐκλογικοῦ νομοσχεδίου, ἡ ἑνότης αὐτή, ἡ ὁποία ἀποβλέπει εἰς τὴν προάσπισιν τῶν βάσεων τοῦ Συνταγματικοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος, ποὺ ὡς κυρίαν βάσιν ἔχει τὴν ἐμπέδωσιν τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, τῆς κατισχύσεως τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, αὐτὴ δύναται νὰ στρέψῃ τὰς δολίας ἐπιδιώξεις τοῦ νόμου ἐναντίον τῶν ἐμπνευστῶν του. Πιστεύομεν, ὅτι ἀρκεῖ νὰ κατανοηθῇ πάρα πάνω, ὅτι σήμερον τὸ προέχον ζήτημα, ἡ ἀξίωσις τοῦ λαοῦ εἶναι νὰ κατοχυρωθῇ ἡ κυριαρχία, ἡ δημοκρατικὴ ἐξέλιξις, μία ὁμαλότης καὶ ἔπειτα ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα μὲ ἄδολον σύστημα ἁπλῆς ἀναλογικῆς ὁ καθεὶς νὰ ἐπιδιώξῃ νομίμως τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματός του. Πιστεύομεν, ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ τάσις τοῦ λαοῦ, διαπιστωθεῖσα ἀπὸ τὸν ἴδιον τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶναι ἀξίωσις τοῦ λαοῦ, εἶναι δυνατὸν νὰ ματαιώσῃ καὶ νὰ ἀνατρέψῃ κάθε καλπονοθευτικὸν σχέδιον καὶ ἐνῷ κομπαστικῶς, διότι δὲν τὸ ἐστήριξεν εἰς τὴν ἐπιδοκιμασίαν τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ εἰς τὰ τεχνάσματα τοῦ νόμου, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐστήριξε τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ νικήσῃ καὶ θὰ κυβερνήσῃ ἄλλην μίαν φοράν, πιστεύομεν, ὅτι ἔχουν δημιουργηθῆ ὅλαι αἱ προϋποθέσεις διὰ νὰ νικήσῃ ὁ λαὸς καὶ νὰ ματαιωθοῦν αἱ καλπονοθεύσεις τοῦ φρονήματος τοῦ λαοῦ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀριστερᾶς).
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, ἔχει τὸν λόγον.
§21Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριοι βουλευταί, ἠκούσαμεν τὰς ἀνακοινώσεις τῆς Κυβερνήσεως. Ἀποδεχόμεθα τὰς μεταρρυθμίσεις, τὰς ὁποίας ἐξήγγειλεν, ἀλλὰ δὲν τὰς θεωροῦμεν ἐπαρκεῖς. Καὶ θὰ ἐξηγήσωμεν τοὺς λόγους. Τὸ Δημοκρατικὸν Κέντρον ἀπὸ μακροῦ εἶχε διακηρύξει, ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ δοθῇ ἐκλογικὸς νόμος εἰς τὴν χώραν διὰ νὰ γίνῃ ἡ ἀνακατάταξις τῶν πολιτικῶν δυνάμεων καὶ θεωρεῖ, ὅτι ἐβράδυνεν ἡ κατάθεσίς του. Εἶχε διακηρύξει ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ τὴν γραμμὴν πορείας ἐπὶ τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος. Εἶχον ἐπανειλημμένως δηλώσει, ὅτι δύο εἶναι τὰ ἀδιάβλητα ἐκλογικὰ συστήματα εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἡ ἀναλογικὴ καὶ τὸ πλειοψηφικόν. Διότι καὶ τὰ δύο εἶναι συστήματα ἀπρόσωπα, δὲν εἶναι συστήματα ἐπὶ παραγγελίᾳ. Ἀλλὰ εἶχον προσθέσει, ὅτι ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας, ὄχι μόνον ἀδιάβλητον ἀλλὰ καὶ ὠφέλιμον εἰς τὸ Ἔθνος εἶναι τὸ σύστημα τῆς ἀναλογικῆς. Διότι τὸ πλειοψηφικὸν ὁδηγεῖ εἰς τὴν πόλωσιν καὶ ἡ πόλωσις ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας εἶναι θανάσιμος κίνδυνος διὰ τὴν Δημοκρατίαν καὶ τὸ Ἔθνος. Αὐτὴ ἦτο ἡ θέσις τὴν ὁποίαν εἴχομεν λάβει. Καὶ ἡ Κυβέρνησις κατέθεσε τὸ νομοσχέδιον. Μετὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ νομοσχεδίου ἐλάβομεν θέσιν ἐπὶ τῶν συγκεκριμένων διατάξεων. Εἰς τὸ νομοσχέδιον ὑπάρχουν δύο κατηγορίαι θεμάτων. Ὑπάρχουν δύο ζητήματα τὰ ὁποῖα δὲν ἀφοροῦν τὸ ἐκλογικὸν σύστημα. Ἀφοροῦν τὴν ὕπαρξιν τιμίου Κράτους. Καὶ ὑπάρχουν τρία ζητήματα τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν τὸ ἐκλογικὸν σύστημα. Τὰ δύο ζητήματα τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν ἁπλῶς τὴν ὕπαρξιν τιμίου Κράτους εἶναι τὸ αἴτημα τῆς ἀπογραφῆς καὶ τὸ αἴτημα τῶν ἐγγυήσεων διὰ τὴν ἀνεπηρέαστον ψῆφον τοῦ στρατοῦ. Καὶ τὰ τρία ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν τὸ ἐκλογικὸν σύστημα, εἶναι: Πρῶτον τὰ ποσοστὰ τῆς βʹ κατανομῆς, δεύτερον ὁ τρόπος λειτουργίας τῆς βʹ κατανομῆς καὶ τρίτον τὸ πλειοψηφικὸν διὰ τὰς μεταπροσεχεῖς ἐκλογάς. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ δύο πρῶτα θέματα, ἐξέφρασα καὶ εἰς τὴν πρώτην ὁμιλίαν τὴν λύπην μου, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ θεωροῦνται θέματα διαπραγματεύσεων καὶ παραχωρήσεων τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ πρέπει, εἶπον, νὰ εὑρισκώμεθα εἰς περίοδον πολιτικῆς παρακμῆς διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν αἴτημα λειτουργίας ἐντίμου Κράτους νὰ θεωρῆται αἴτημα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως πρὸς τὸ ὁποῖον ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως γίνονται παραχωρήσεις. Ὑπεστηρίξαμεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ἀπογραφὴ τοῦ 1961. Καὶ ὅτι ἐπίσης πρέπει νὰ ὑπάρξουν ἐγγυήσεις, αἱ μέγισται δυναταί, διὰ τὴν ἀνεπηρέαστον ψῆφον τοῦ στρατοῦ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ποσοστὰ ἐδηλώσαμεν, ὅτι θεωροῦμεν τὸ 17% ἀντιπολωτικὸν ποσοστόν. Ἡ δήλωσις εἶχε τὴν ἔννοιαν, ὅτι κατὰ τὴν ἰδικήν μας γνώμην τὸ 17% ἐπέτρεπε καὶ εἰς ἕνα κόμμα τοῦ Κέντρου νὰ μετάσχῃ τῆς βʹ κατανομῆς. Ἐδηλώσαμεν ὅμως ἐπίσης, ὅτι ἐὰν ἀπὸ ἄλλα ἐθνικὰ κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὑπεστηρίζετο ἡ μείωσις τῶν ποσοστῶν θὰ εἴμεθα σύμφωνοι. Καὶ ὑπεστηρίχθη ἐν συνεχείᾳ ἡ μείωσις τῶν ποσοστῶν εἰς 10–12%. Ἐδηλώσαμεν τότε, ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι μὲ τὴν μείωσιν καὶ μάλιστα ἐδικαιώσαμεν τὸ αἴτημα. Ἐδηλώσαμεν ἐπίσης, ὅτι ζητοῦμεν ἀντιστοίχως μείωσιν καὶ τοῦ ποσοστοῦ τῶν συνασπισμῶν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα τῆς βʹ κατανομῆς, εἰς τὸ ὁποῖον ἀπεδώσαμεν ἀπόλυτον σημασίαν, ἐδηλώσαμεν, ὅτι ἀποδεχόμεθα τὸν τρόπον τῆς βʹ κατανομῆς τοῦ 1951 καὶ ὄχι τοῦ 1958 διότι θεωροῦμεν, ὅτι εἶναι δίκαιον τὸ σύστημα τοῦ 1951. Τὸ σύστημα τοῦ 1951 θέτει εἰς ἴσην μοῖραν ὅσα κόμματα μετάσχουν τῆς βʹ κατανομῆς. Ὑπάρχει δι’ αὐτὰ ἕνα κοινὸν προνόμιον, ὅτι εἰσῆλθον εἰς τὴν βʹ κατανομήν. Δὲν ὑπάρχει περαιτέρω ἐπὶ πλέον προνόμιον ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς ἐξ αὐτῶν. Ἀντιθέτως τὸ σύστημα τῆς βʹ κατανομῆς τοῦ 1958 δημιουργεῖ δύο προνόμια εἰς τὸ μεγαλύτερον κόμμα. Τὸ πρῶτον προνόμιον, ὅτι μετέχει εἰς τὴν βʹ κατανομὴν καὶ τὸ δεύτερον προνόμιον καὶ μεταξὺ τῶν κομμάτων, τὰ ὁποῖα μετέχουν εἰς τὴν βʹ κατανομήν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ πλειοψηφικὸν τοῦ μέλλοντος, διετυπώσαμεν ἀπόλυτον διαφωνίαν καὶ εἰς τὸ θέμα τῆς δικονομίας καὶ εἰς τὸ θέμα τῆς οὐσίας. Εἰς τὸ θέμα τῆς δικονομίας ἀνεπτύξαμεν, διατὶ ἡ παλαιὰ διάταξις τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ 1948 δὲν εἶχεν οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὸν τρόπον ἐφαρμογῆς εἰς τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον. Διότι, τότε, κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἐὰν ἡ διάταξις ἐψηφίζετο, ἑκάστη Βουλὴ θὰ ἠδύνατο νὰ ψηφίσῃ ἕνα μόνον νόμον διὰ τὴν μεταπροσεχῆ Βουλήν, ἐνῷ σήμερον μία Βουλὴ ψηφίζει δύο νόμους. Ἕνα διὰ τὴν προσεχῆ καὶ ἕνα διὰ τὴν μεταπροσεχῆ Βουλήν. Καὶ ἐπίσης, ἐὰν ἐκεῖνο ἴσχυε, ἡ προσεχὴς Βουλὴ δὲν θὰ εἶχεν ἐπίσης ἡ ἰδία τὸ δικαίωμα, νὰ ψηφίσῃ ἐκλογικὸν σύστημα διὰ τὰς ἑπομένας ἐκλογάς. Θὰ ἠδύνατο νὰ τὸ ψηφίσῃ καὶ ἐκείνη, μόνον διὰ τὰς ἰδικάς της μεταπροσεχεῖς ἐκλογάς. Αὐταὶ εἶναι αἱ θεμελιώδεις παραλλαγαὶ εἰς τὴν δικονομίαν, μεταξὺ τῶν δύο συστημάτων. Δὲν ἐπετρέπετο ἑπομένως, νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι πρόκειται περὶ ἀναλόγου ἐφαρμογῆς. Τὸ εἶδος τῆς ἐφαρμογῆς εἶναι ἀπολύτως διάφορον. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφωνία ἐπὶ τῆς δικονομίας. Ἀλλὰ ὑπάρχει ἐπίσης, διαφωνία εἰς τὴν οὐσίαν, δι’ ὃν λόγον ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας, τὸ πλειοψηφικὸν εἶναι ἀπαράδεκτον, διότι ὁδηγεῖ εἰς τὴν πόλωσιν, διὰ τὸν αὐτὸν λόγον ὑποστηρίζομεν, ὅτι ἔπειτα ἀπὸ ὀλίγους μῆνας, ἐὰν ἡ προσεχὴς Βουλὴ δημιουργήσῃ δυσχερείας διὰ τὸν σχηματισμὸν Κυβερνήσεως, ἐπίσης εἶναι ἀπαράδεκτον, διότι οἱ αὐτοὶ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ὁδηγοῦν σήμερον εἰς τὴν ἀνησυχίαν τῆς πολώσεως, θὰ ἰσχύσουν καὶ μεθαύριον. Καὶ ἡ ὕπαρξις τοῦ πλειοψηφικοῦ ἀποτελεῖ πειρασμὸν διὰ τὰ κόματα πρὸς ἀποφυγὴν συνεργασίας καὶ πρὸς ριψοκινδύνους περιπετείας. Δύο ἑπομένως εἶναι οἱ κίνδυνοι τοῦ Ἔθνους, οἱ ὁποῖοι προκύπτουν ἀπὸ τὴν προκαταβολικὴν ψήφισιν τοῦ πλειοψηφικοῦ εἰς τὸ μέλλον. Ὁ πρῶτος εἶναι, ὅτι ἡ ὕπαρξις πλειοψηφικοῦ εἰς τὸ μέλλον, ἡ πρόχειρος διάθεσίς του, ἐνθαρρύνει τὴν ματαίωσιν κυβερνητικῆς συνεργασίας καὶ ἐνθαρρύνει τὸ τόλμημα περιπετείας. Ἀλλὰ αὐτὸ τὸ ἐνδεχόμενον εἶμαι βέβαιος, ὅτι οὐδεὶς μὲ ὅλα ταῦτα θὰ ἀποτολμήσῃ. Ἄλλως τε δὲν ἀρκεῖ μόνον κόμματα νὰ τὸ θελήσουν ἀλλὰ χρειάζονται πρὸς τοῦτο καὶ ἄλλοι παράγοντες, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐκτιμήσουν τὰς ἐθνικὰς περιστάσεις. Καὶ διὰ τοῦτο τὸ βάρος τῶν ἀνησυχιῶν μου δὲν κεῖται εἰς τὸ μέλλον. Τὸ βάρος τῶν ἀνησυχιῶν μου κεῖται εἰς τὸ παρόν. Εἰσάγεται ἀναλογικὸν ἐκλογικὸν σύστημα. Ποία εἶναι ἡ ἔννοια καὶ ποῖον εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ ἀναλογικοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος; Ὅτι ἀπαλύνει τὸν πολιτικὸν ἀνταγωνισμόν. Ἀλλὰ ὅταν διὰ τὸ μέλλον δημιουργῆται ἀντικατοπτρισμὸς τοῦ πλειοψηφικοῦ, ὑπονομεύει, δολιεύεται τὴν ἐφαρμογὴν σήμερον τοῦ ἀναλογικοῦ συστήματος καὶ ἐμποδίζει καὶ τὴν ἀπόδοσιν τῶν κατευναστικῶν ἐπιρροῶν του εἰς τὸν δημόσιον βίον. Καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν εἶναι ἄστοργος ἡ Κυβέρνησις ἀπέναντι τοῦ τέκνου της, διότι ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τὸ ὑπονομεύει. Σήμερον ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς ὡρισμένας τροποποιήσεις. Ἐδήλωσεν πρῶτον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπογραφήν, ὅτι ἀποτελεῖ τὴν ἀπόφασίν της νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν ἀπογραφὴν τοῦ 1961. Ἀγαπητοί μου συνάδελφοι, ὅπως εἴπωμεν καὶ εἰς τὴν πρώτην μου ὁμιλίαν, δὲν ὑπάρχει ἄλλη λύσις. Πραγματική, ἀντικειμενικὴ καὶ τιμία λύσις εἶναι μόνον ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1961. Ὅλαι αἱ ἄλλαι ἀπογραφαὶ δὲν ἀποτελοῦν λύσιν. Εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὸν νόμον διότι δὲν ὑπάρχει νομικὴ κύρωσις, δὲν ἔχει νομικὴν ὕπαρξιν. Δι’ ἡμᾶς ἡ ἀναγραφὴ εἰς τὸν νόμον εἶναι ὑπόθεσις δευτερεύουσα. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχει σημασίαν καὶ τὸ ὁποῖον θεωροῦμεν ὡς πληρεστέραν δέσμευσιν, εἶναι ἡ ἠθική, ἡ πολιτικὴ δέσμευσις τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐντὸς συντομωτάτου χρόνου θὰ κατορθώσῃ νὰ ἔχῃ εἰς τὴν διάθεσίν της τὸν νόμιμον πληθυσμὸν τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1961. Ἑρμηνεύομεν τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὡς περιεχούσας αὐτὴν τὴν ὑπόσχεσιν, αὐτὴν τὴν ἠθικὴν καὶ πολιτικὴν δέσμευσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἀπέναντι τοῦ Σώματος. Καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν ἀποδεχόμεθα τὰς δηλώσεις του. Εἶπεν ἐπίσης ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θὰ ὑπάρξουν ἐγγυήσεις διὰ τὴν ψῆφον τοῦ στρατοῦ. Καὶ ἐξῆρε τὸ στράτευμα, ὡς ἐγγυητὴν τῆς ἀσφαλείας τῆς χώρας. Ἐὰν ἡ ἔξαρσις ἦτο ἀντικειμενικὴ καὶ ἐτονίζετο καθ’ ἑαυτήν, τιμῶμεν τὴν ἔξαρσιν. Ἐάν, ὅμως, ἡ ἔξαρσις εἶχε τὴν ἔννοιαν ἀντιδιαστολῆς πρὸς ἄλλους, μᾶς εἶναι ἀπαράδεκτος. Ὅλοι τιμῶμεν τὸ Στράτευμα, ὡς ἐγγυητὴν τῆς ἀσφαλείας τῆς χώρας. Καὶ ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς τιμῆς, τὴν ὁποίαν τοῦ ἀποδίδομεν, μεριμνῶμεν διὰ νὰ ἐξασφαλίσωμεν εἰς τοὺς τιμίους καὶ ὑπερηφάνους Ἕλληνας στρατιώτας ἐλευθερίαν ἐκδηλώσεως τοῦ φρονήματός των. Ἐβεβαίωσεν καὶ πάλιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θὰ ὑπάρξουν πλήρεις ἐγγυήσεις, αἱ μέγισται δυναταί. Ἀποδέχομαι τὴν δήλωσίν του καὶ ἐλπίζω, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου, θὰ ὑπάρξουν, πράγματι, ὅλαι αἱ δυναταὶ ἐγγυήσεις καὶ διότι ἔχουν δικαίωμα οἱ στρατιῶται, εἰς ἐλευθέραν γνώμην καὶ διότι ἔχομεν χρέος τιμῆς νὰ τοὺς παράσχωμεν αὐτὰς τὰς ἐγγυήσεις. Καὶ ἔρχομαι τώρα εἰς τὰ τρία θέματα τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος, διότι καὶ τὸ θέμα τῆς σημερινῆς ἀπογραφῆς καὶ τὸ θέμα τῆς ἀνεπηρεάστου ἐκδηλώσεως τοῦ στρατοῦ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀποτελοῦν ἐπίμαχα θέματα, εἶναι ὅροι τιμίου Κράτους. Ἔρχομαι εἰς τὰ τρία θέματα τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Τὸ πρῶτον, εἶναι τὸ ποσοστόν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν, ὅτι τὸ ποσοστὸν 17% διὰ τὰ αὐτοτελῆ κόμματα, γίνεται 15% καὶ ἐδήλωσε προσθέτως, ὅτι, ἐν πάσῃ περιπτώσει, τὸ τρίτον κόμμα μετέχει τῆς βʹ κατανομῆς. Καὶ αἱ δύο τροποποιήσεις εἶναι εὐπρόσδεκτοι. Εὑρίσκονται εἰς τὸ πνεῦμα τῶν ἰδικῶν μας ἀπόψεων, ἀλλὰ δὲν τὰς θεωροῦμεν ἐπαρκεῖς. Ἐξηγήσαμεν διατὶ θὰ ἔπρεπε νὰ γίνουν δεκταὶ αἱ ἀπόψεις, αἱ ὁποῖαι διετυπώθησαν ἀπὸ ἄλλα ἐθνικὰ κόμματα, καὶ τὰς ὁποίας συνεμερίσθημεν. Διατί; Διότι δὲν εἶναι συμφέρον ἐθνικόν, δυνάμεις τοῦ Κέντρου νὰ μείνουν ἐκτὸς τῆς βʹ κατανομῆς καὶ νὰ εἰσέλθουν μειωμέναι εἰς τὴν Βουλήν, μὲ μειωμένην κοινοβουλευτικὴν δύναμιν, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς δυνάμεις ποὺ ἔχουν εἰς τὸν λαόν, ὅταν εἰς τὴν ἄκραν ἀριστερὰν παρέχεται ἀσφαλῶς ἡ εἴσοδος εἰς τὴν βʹ κατανομήν. Κύριοι συνάδελφοι, ἐδημιουργήθη νέα συσχέτισις πολιτικῶν δυνάμεων, ἡ ὁποία ἐξασφαλίζει εἰς τὴν ἄκραν ἀριστερὰν τὴν εἴσοδον εἰς τὴν βʹ κατανομήν. Ἀποτελεῖ τοῦτο νέον σημαντικὸν γεγονός, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ καταστῇ ἀφετηρία τῶν σκέψεών μας. Θέτω τὸ ἐρώτημα, ὅπως τὸ ἔθεσα καὶ εἰς τὴν πρώτην μου ἀγόρευσιν: Ὅταν ὁ ἐκλογικὸς νόμος παρέχῃ, περίπου ἀσφαλῶς, κατὰ τὰς ἀνθρωπίνους προβλέψεις, εἰς τὴν ἄκραν ἀριστερὰν μὲ τὸ 17%, μὲ τὸ σημερινὸν 15% τὴν εἴσοδον εἰς τὴν βʹ κατανομήν, ποία εἶναι ἡ ἐθνική, ἡ ἐθνικὴ δικαίωσις τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῶν μικρῶν ἐθνικῶν κομμάτων, μία μόνον εἶναι ἡ ἐξήγησις. Διὰ νὰ καταστῇ δυνατὸν εἰς τὰ εἰσερχόμενα κόμματα νὰ λάβουν τὰ ὑπόλοιπα τῶν ἐθνικῶν κομμάτων τὰ ὁποῖα δὲν θὰ μετάσχουν τῆς βʹ κατανομῆς. Ἀλλὰ καθ’ ὅσον μᾶς ἀφορᾷ, διότι θεωροῦμεν βεβαίαν τὴν ἰδικήν μας συμμετοχὴν εἰς τὴν βʹ κατανομήν...... (Ψίθυροι εἰς τὴν πτέρυγαν τῆς συμπολιτεύσεως). Ὑπάρχει κανείς, ὁ ὁποῖος διακόπτει, ὁ ὁποῖος δὲν συμμερίζεται αὐτὴν τὴν πεποίθησιν;
§22ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ ΤΙΝΕΣ. (Τῆς συμπολιτεύσεως). Μακάρι, τὸ εὐχόμεθα.
§23Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὰς εὐχάς σας καὶ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι θὰ πραγματοποιηθοῦν. Ἀλλὰ ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι θεωροῦμεν βεβαίαν τὴν συμμετοχήν μας εἰς τὴν βʹ κατανομὴν εἴμεθα πρόθυμοι νὰ ὑποστῶμεν τὴν σχετικὴν μείωσιν, τὴν ὁποίαν θὰ ὑπηγόρευεν ἡ συμμετοχὴ εἰς τὴν βʹ κατανομὴν καὶ τῶν μικροτέρων ἐθνικῶν κομμάτων, διότι θεωροῦμεν χρήσιμον τὴν ὕπαρξιν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν κομμάτων τοῦ Κέντρου. Κύριοι βουλευταί, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε μίαν εὐρυτέραν ἀνάπτυξιν αὐτοῦ τοῦ θέματος. Πρέπει νὰ γίνῃ κοινὴ συνείδησις, ὅτι ἡ Δημοκρατία εἰς τὸν καιρόν μας, δὲν ἠμπορεῖ νὰ λειτουργήσῃ μόνον μὲ τὰ δύο κόμματα τῶν ἄκρων. Ἀφ’ ἧς συντελεσθῆ αὐτὴ ἡ πόλωσις αἱ ἡμέραι τῆς Δημοκρατίας ἔχουν μετρηθῆ. Ἐὰν συνέβαινεν ἡ δεξιὰ νὰ ἀπορροφήσῃ ὅλας τὰς δυνάμεις τοῦ Κέντρου, ὥστε νὰ δημιουργηθῇ κατάστασις δύο ἄκρων, μεταξὺ τῆς δεξιᾶς καὶ τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς, θὰ ἀπετέλει προσωρινὴν χαρὰν τῆς δεξιᾶς, ἀλλὰ μήνυμα Μοίρας διὰ τὸ μέλλον καὶ τῆς Δεξιᾶς καὶ τοῦ Ἔθνους. Ἡ ὕπαρξις κομμάτων τοῦ Κέντρου εἶναι συνυφασμένη μὲ τὴν ὕπαρξιν τῆς Δημοκρατίας. Μόνον μὲ τὴν ὕπαρξιν δύο τοὐλάχιστον ἀντιπάλων κομμάτων, Δεξιᾶς καὶ Κέντρου, τὰ ὁποῖα ἐναλλάσσονται εἰς τὴν ἐξουσίαν —ὄχι νὰ ζοῦν παρασιτικῶς διὰ νὰ παριστάνουν μόνον τὴν ἀντιπολίτευσιν, διότι αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀνθέξῃ ἐπ’ ἄπειρον— τὰ ὁποῖα νὰ ἐναλλάσσωνται εἰς τὴν ἐξουσίαν, μόνον τοιουτοτρόπως εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ ἡ Δημοκρατία. Ἡ ὕπαρξις τῶν κομμάτων τοῦ Κέντρου δὲν ὑπηρετεῖ προσωπικά, κομματικὰ συμφέροντα, προσωπικὰς φιλοδοξίας καὶ ματαιότητας. Ταυτίζεται μὲ τὴν ὕπαρξιν καὶ τὴν λειτουργίαν τῆς Δημοκρατίας. Θὰ πρέπει, διὰ τοῦτο, οἱ ἐθνικοὶ νομοθέται εἰς πᾶσαν ἀπόφασιν ἐκλογικοῦ συστήματος, νὰ μεριμνοῦν κατὰ ποῖον τρόπον θὰ ἐξασφαλίσουν τὴν ὕπαρξιν, τὴν ἀνάδειξιν, τὴν εὐδοκίμησιν κομμάτων τοῦ Κέντρου, εἰς τρόπον, ὥστε νὰ λειτουργῇ ὁμαλῶς ἡ Δημοκρατία καὶ νὰ συντελῆται ἡ ἐναλλαγὴ εἰς τὴν ἐξουσίαν. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, ὑπὸ τὴν ἐθνικὴν καὶ δημοκρατικὴν αὐτὴν ἔννοιαν, ὑποστηρίζομεν, ὅτι πρέπει νὰ εἶναι εὐρύχωρος ἡ συμμετοχὴ εἰς τὴν βʹ κατανομήν. Καὶ ὅταν ἐτέθη ὡς ὅριον τὸ 12%, αἱ 500.000 ψῆφοι, νομίζομεν, ὅτι θὰ πρέπει νὰ γίνῃ δεκτόν. Αὐταὶ εἶναι αἱ παρατηρήσεις μας, καθ’ ὅσον ἀφορᾶ τὸ ποσοστόν. Ἐρχόμεθα εἰς τὴν βʹ κατανομήν. Ἡ βʹ κατανομὴ καθωρίσθη κατὰ δύο διαφόρους τρόπους, εἰς τὸ 1951 καὶ εἰς τὸ 1958. Ἀπὸ τὰ κείμενα, τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσα, καὶ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν, τῶν ὁποίων μὲ παρώτρυνεν ἡ προχθεσινὴ προθυμία τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀναγνώσῃ παλαιότερα ἰδικά μου κείμενα, διεπίστωσα, ὅτι ἐργάτης τῆς πρώτης διατυπώσεως τοῦ νομοσχεδίου τοῦ 1951, εἶναι ὁ σημερινὸς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ σημερινὸς Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁμιλῶν τότε εἰς τὴν Βουλήν, ἀπεκάλυψεν, ὅτι δύο ὑπῆρξαν οἱ ἐργάται τοῦ νόμου. Ὁ συμπολίτης μου κ. Ζαΐμης καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ κ. Παπακωνσταντίνου. Ἔχω τὰ κείμενα. Περὶ ὅλων, δι’ ὅσα ὁμιλῶ, ἔχω τὰ κείμενα εἰς τὸν φάκελλόν μου. Ὅταν, ἑπομένως, ὑποστηρίζωμεν τὴν βʹ κατανομὴν τῆς ἐνισχυμένης ἀναλογικῆς τοῦ 1951, ἀναφερόμεθα εἰς διατύπωσιν, ἡ ὁποία ἔχει ἐκεῖθεν προέλθει. Εἶπε σήμερον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ ἀποδεικνύουν, ὅτι καὶ μὲ τοὺς δύο τρόπους τῆς βʹ κατανομῆς τὰ ἀριθμητικὰ ἀποτελέσματα θὰ εἶναι τὰ ἴδια. Δὲν ἀποδεχόμεθα τοὺς ἀριθμούς. Ἀλλὰ θέτω τὸ ἐρώτημα: Ἐὰν πράγματι εἶναι τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα, διατὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν τερματίζει τὴν διαμάχην ἀποδεχόμενος τὴν κατανομὴν τοῦ 1951; Ἰδοὺ μία χρυσῆ τομὴ διὰ νὰ λήξῃ ἕνα ὑπολειπόμενον κύριον θέμα σοβαρᾶς διαφωνίας. Ἔχει μέχρι τοῦδε λεχθῆ, ὅτι ἡ βʹ κατανομή, ὡς ὁρίζεται εἰς τὸν νόμον τοῦ 1958, ὑπῆρξεν ἰδική μου πρότασις. Ἀσφαλῶς τοῦτο ὀφείλεται εἰς πλάνην ἢ διάλειψιν μνήμης. Ἡ τιμὴ τῆς ἀποδοχῆς ἦτο ἰδική μου. Ἡ τιμὴ τῆς εὑρέσεως εἶναι ἰδική σας. Καὶ δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ τὴν σφετερισθῶ. Αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις τὴν ὁποίαν λαμβάνομεν ἀπέναντι τοῦ θέματος τῆς βʹ κατανομῆς. Καὶ ἐπαναλαμβάνομεν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τὴν σύστασιν: Ἐφ’ ὅσον εἶναι πεπεισμένος, ὅπως ἀνεκοίνωσεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει διαφορά, νὰ ἀποδεχθῇ τὸν τρόπον τοῦ 1951, δίδων τέρμα εἰς μίαν ἀπὸ τὰς ὑπολειπομένας οὐσιώδεις διαφωνίας μας. Εἶπεν ἐπίσης ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι προσθέτει μίαν μονάδα εἰς τὸ ἐκλογικὸν μέτρον. Πράγματι εἶναι σημαντικὴ ἡ τροποποίησις, διότι διευρύνει τὴν αʹ κατανομήν, καὶ τὴν ἀποδεχόμεθα εὐχαρίστως. Καὶ ἐρχόμεθα, κ. βουλευταί, εἰς τὸ τελευταῖον ἀλλὰ καιριώτατον θέμα, εἰς τὸ θέμα τοῦ πλειοψηφικοῦ τοῦ μέλλοντος. Περιπλανηθεὶς εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν παλαιῶν κειμένων, χάρις εἰς τὴν παρόρμησιν τὴν ὁποίαν ἔλαβον προχθὲς ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, συνήντησα μίαν ὁμιλίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ πλειοψηφικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον σήμερον ἐπαναφέρεται, τοῦ 1952. Εἶναι ὁμιλία τῆς 4ης Σεπτεμβρίου 1952. Εἶχεν εἴπει τότε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπικρίνων τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον σήμερον ἐπαναφέρεται διὰ μιᾶς διατάξεως: «Αἱ σκανδαλώδεις διατάξεις αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου ἀποτελοῦν πρόκλησιν κατὰ τοῦ λαοῦ καὶ τῆς ἐννοίας τοῦ δικαίου. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἠθικῶς ἀπαράδεκτον. Ἀρνηθῆτε νὰ δώσετε τὴν ψῆφον σας εἰς τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἀπειλεῖ νὰ ἐκφαυλίσῃ ἀντὶ νὰ ἐξυγιάνῃ τὴν πολιτικήν μας ζωήν».
§24Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρ. Κυβερνήσεως). Δὲν ἔχω πρόχειρον τὸ κείμενον τῆς ἀγορεύσεώς μου. Ἀλλὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὑπεστήριξα, ἐὰν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, τὴν ἄποψιν, ὅτι τὸ σύστημα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καθιέρωνε δύο εἰδῶν ἐκλογικὰς περιφερείας, δὲν ἦτο, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, τὸ ἐνδεδειγμένον. Διότι, ὅπως γνωρίζετε, τὸ σύστημα τοῦ 1928 τὸ ὁποῖον ἐπαναφέραμεν τὸ 1952, εἶχε καθιερώσει κατὰ τρόπον ἀπαράδεκτον καὶ τελείως ἀδικαιολόγητον νομαρχιακὴν περιφέρειαν εἰς τὴν Βόρειον Ἑλλάδα καὶ ἐπαρχιακὴν εἰς τὴν Νότιον. Ἐὰν ἐνθυμοῦμαι καλῶς αὐτὴ ἦτο ἡ θέσις τὴν ὁποίαν ἔλαβον τότε.
§25Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἐγὼ ἀνέγνωσα τὸ ἀκριβὲς κείμενον καὶ κατὰ τοῦτο πλεονεκτῶ ἀπὸ τὴν προχθεσινὴν ἀνάγνωσιν, ἡ ὁποία δὲν ἦτο ὁλόκληρος.
§26Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρ. Κυβερνήσεως). Δὲν εἶναι ὁλόκληρος ἡ ἀγόρευσίς μου, εἶναι τμῆμα αὐτῆς. Διότι κάμνετε τὴν σύγκρισιν καὶ λέγετε, ὅτι σεῖς ἀνεγνώσατε ὁλόκληρον τὸ κείμενον, ἐγὼ ὄχι.
§27Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἀνέγνωσα, εὑρίσκεται εἰς τὴν ὁμιλίαν σας.
§28Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρ. Κυβερνήσεως). Ἐπαναφέρεται μὲ ἑνιαίαν περιφέρειαν τὴν νομαρχιακήν.
§29Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Θὰ ἐξετάσωμεν τὴν διάταξιν αὐτήν, ἐὰν ἐπαναφέρεται.
§30Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναφέρεται ἡ περιφέρεια τοῦ 1952, ἡ ἐπαρχιακὴ εἰς τὴν Ἑλλάδα.
§31Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρ. Κυβερνήσεως). Ὄχι.
§32Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κατέκρινε, τότε, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸν νόμον τοῦ 1952, διότι ἦτο ἀπαράδεκτος ἡ δι’ αὐτοῦ καθιέρωσις δύο ἐκλογικῶν περιφερειῶν, τῆς εὐρείας διὰ τὴν Β. Ἑλλάδα καὶ τῆς στενῆς διὰ τὴν Νότιον Ἑλλάδα.
§33Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Κύριε Μπακόπουλε, διατηροῦνται αἱ διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1958 περὶ τοῦ Νομοῦ ὡς ἐκλογικῆς περιφερείας, ἤτοι διατηρεῖται ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 1, θὰ ἔχωμεν Νομὸν καὶ ὄχι δυαδικὸν σύστημα ἀπὸ ἀπόψεως ἐκλογικῆς περιφερείας.
§34Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, κ. Ὑπουργέ.
§35Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τὸ θέμα εἶναι νομικὸν καὶ θὰ ἐξετασθῇ. Κύριοι βουλευταί, ἡ ὁμιλία τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἶχε δύο κεφάλαια. Ἦτο ὁμιλία ἐπὶ τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος καὶ ταὐτοχρόνως, πολιτικὴ ὁμιλία. Ἀπηντήσαμεν εἰς τὸ πρῶτον μέρος τῆς ὁμιλίας του καὶ προσδιωρίσαμεν τὴν ἰδικήν μας θέσιν ἐπὶ τῶν ἐπιμάχων ἐκλογικῶν διατάξεων. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἐπίσης καὶ τὸ πολιτικὸν μέρος τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡμεῖς ἀπειλοῦμεν καὶ δὲν εἶναι διατεθειμένος νὰ δεχθῇ ἀπειλάς. Εἶπεν ἐπίσης, ὅτι ὑπάρχει μία διαδικασία κοινοβουλευτική, τὴν ὁποίαν ὅλοι πρέπει νὰ σεβώμεθα. Διότι ὅταν ἐξέλθωμεν ἀπὸ αὐτήν, ὁδηγούμεθα εἰς τὴν ἀναρχίαν. Ἐδήλωσα εἰς τὴν πρώτην μου ἀγόρευσιν, ὅτι ἡμεῖς, οὐδέποτε ἠπειλήσαμεν. Διότι σεβόμεθα τὸν ἑαυτόν μας καὶ δὲν ἐπιδιδόμεθα εἰς αὐτὸ τὸ εὐθηνὸν καὶ ἀνεύθυνον εἶδος τῶν ἀπειλῶν. Ἀλλὰ ἐὰν δὲν ἀπειλοῦμεν, ἔχομεν ὅμως τὸ αἴσθημα τῆς εὐθύνης ὡς δημόσιοι ἄνδρες καὶ ἀγωνιζόμεθα διὰ τὰς ἰδέας μας μὲ ὅλα τὰ μέσα καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὑπάρχει μία διαδικασία κοινοβουλευτική, τὴν ὁποίαν πρέπει ὅλοι νὰ σεβώμεθα. Τί σημαίνει κοινοβουλευτικὴ διαδικασία; Σημαίνει, ὅτι ὁ λαὸς ἐκλέγει τοὺς βουλευτὰς καὶ οἱ βουλευταί, ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, λαμβάνουν τὰς ἀποφάσεις. Ἐὰν ὅμως συνέβαινεν ἡ Βουλὴ διὰ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου νὰ μὴ ἐκφράζῃ τὸ ἀληθὲς φρόνημα τοῦ λαοῦ, οὔτε ἅπαξ οὔτε δίς, οὔτε τρίς, θὰ ἠρώτων τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μοῦ εἴπῃ ὡς ἡγέτης πολιτικοῦ κόμματος, ὡς ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐὰν εὑρίσκετο ἐνώπιον παραβάσεως οὐσιαστικῆς τῆς διαδικασίας, νὰ ὑπάρχῃ Βουλὴ ἡ ὁποία δὲν ἐκφράζει πράγματι τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ, θὰ ἐνόμιζε, θὰ ἐθεώρει ἑαυτὸν ὑποχρεωμένον νὰ σέβεται μίαν διαδικασίαν, ἡ ὁποία κατὰ τὴν ἰδικήν του πεποίθησιν θὰ παραβιάζῃ τὸν βασικὸν καὶ τὸν θεμελιώδη δημοκρατικὸν νόμον; Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως — καὶ ὄχι μόνον αὐτός, ἀλλὰ καὶ οἱοσδήποτε δημόσιος ἀνήρ, ἄξιος τοῦ ὀνόματός του— οὐδέποτε θὰ ἐνόμιζεν, ὅτι ἡ διαδικασία αὐτὴ εἶναι ἱερὰ καὶ ἀπαραβίαστος. Ὅταν ἐπίστευσεν, ὅτι ἡ διαδικασία αὐτὴ παραβιάζει τὴν οὐσίαν τῆς Δημοκρατίας, θὰ παραβίαζε τὴν διαδικασίαν διὰ νὰ σεβασθῇ καὶ νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν Δημοκρατίαν. (Χειροκροτήματα) Καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἀποδέχομαι τὴν διακήρυξιν τῆς ἀρχῆς, ὅτι ὑπάρχει μία ἱερὰ καὶ ἀπαραβίαστος διαδικασία, τὴν ὁποίαν ὅλοι ἐν πάσῃ περιπτώσει ὀφείλομεν νὰ σεβώμεθα. Ποῖον ὑπῆρξε, κ. βουλευταί, τὸ θέμα περὶ τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἐπαλαίσαμεν; Τὸ θέμα, περὶ τὸ ὁποῖον ἐπαλαίσαμεν, εἶναι τοῦτο: Εἴπομεν, ζητοῦμεν τίμιον καὶ δίκαιον ἐκλογικὸν σύστημα. Δὲν ζητοῦμεν εὔνοιαν, δὲν ζητοῦμεν προνόμια, δὲν ζητοῦμεν πλεονεκτήματα ἀπὸ τὸ ἐκλογικὸν σύστημα, ζητοῦμεν δικαιοσύνην. Καὶ εἴπομεν: προτείνομεν σύστημα, τὸ ὁποῖον καὶ τὸ πρῶτον κόμμα, τὸ κυβερνῶν κόμμα, ἐὰν ἔχῃ τὴν πλειοψηφίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, θὰ γίνῃ καὶ πάλιν πλειοψηφία τῆς Βουλῆς καὶ Κυβέρνησις τῆς χώρας. Καὶ πρῶτοι ἡμεῖς θὰ ὑποκλιθῶμεν ἐνώπιον τῆς θελήσεως τοῦ κυριάρχου λαοῦ. Ἀλλά, προσεθέσαμεν: Ἐὰν δὲν ἔχῃ πράγματι τὴν πλειοψηφίαν, ἀλλὰ τὴν μειοψηφίαν τοῦ λαοῦ καὶ μάλιστα διαρκῶς μειουμένην μειοψηφίαν, τότε δὲν εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ συνεργήσωμεν, ὥστε διαρκῶς μειουμένη μειοψηφία τοῦ λαοῦ νὰ γίνῃ διὰ τρίτην φορὰν πλειοψηφία τῆς Βουλῆς καὶ Κυβέρνησις τῆς χώρας. (Χειροκροτήματα). Αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ τιμία θέσις, ἡ ἰδική μας. Πῶς ἠμπορεῖ μία δημοκρατικὴ θέσις νὰ θεωρῆται πρόκλησις καὶ νὰ θεωρῆται ἀπειλή; Καὶ ἐρωτῶ οἱονδήποτε δημόσιον ἄνδρα, ἄξιον τοῦ ὀνόματός του, ἐὰν εὑρίσκετο εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν, νὰ ζητῇ τίμιον σύστημα καὶ νὰ συναντᾷ ἄρνησιν διὰ τὴν ἀποδοχήν του, τί ἔπρεπε νὰ κάμῃ; Νὰ ὑποκύπτῃ ἢ νὰ διαμαρτυρηθῇ πέραν τῆς Βουλῆς, νὰ διαμαρτυρηθῇ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, ἐνώπιον τοῦ Ἔθνους, καὶ μὲ τὴν ἠθικὴν ἐπικουρίαν των, μὲ τὴν ἠθικήν των δύναμιν νὰ ἀξιώσῃ ἐπιβολὴν τιμίου καὶ δικαίου ἐκλογικοῦ συστήματος; Αὐτὸ εἶναι τὸ χρέος τῶν ἀξίων δημοσίων ἀνδρῶν. Ὅσοι εὑρίσκονται ἐνώπιον τοιαύτης ἀποπείρας, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ὑποκύπτουν, δὲν εἶναι ἄξιοι καὶ ἐλεύθεροι. Εἶναι ἐθελόδουλοι. (Χειροκροτήματα). Καὶ ἡμεῖς οὐδέποτε τὸ ἐφιλοδοξήσαμεν. Εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως: Ἠκούσαμεν ἀπειλὰς περὶ ἐνδεχομένης συνεργασίας μὲ τὴν ἄκραν ἀριστεράν. Ἐκ μέρους μας δὲν διετυπώθη τοιαύτη ἀπειλή. Καὶ θέλομεν ἐνώπιον τοῦ Ἔθνους νὰ διακηρύξωμεν, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν μικρὰ ποσοστά, εἶναι ἀντίπαλοι τῆς πολώσεως. Ὁ ἀγών, τὸν ὁποῖον διεξάγομεν, εἶναι νὰ δημιουργηθοῦν προϋποθέσεις, αἱ ὁποῖαι ὄχι μόνον ἐξ ὑποκειμένου, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἀντικειμένου, ματαιώνουν τὴν πόλωσιν. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀγών, τὸν ὁποῖον διεξάγομεν καὶ αὐτοῦ τοῦ ἀγῶνος ζητοῦμεν τὴν ἀναγνώρισιν ἀπὸ τοὺς ἀντιπάλους μας. Ποῖον εἶναι τὸ αἴτημα; Τὸ ἰδικόν μας αἴτημα εἶναι νὰ δημιουργήσωμεν τὰς προϋποθέσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἐπιτρέπουν εἰς τοὺς πολιτευτὰς καὶ τὴν μᾶζαν τοῦ λαοῦ ποὺ μᾶς ἀκολουθεῖ, νὰ διατηρῇ τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ ἔχῃ θέσιν ὑπὸ τὸν ἥλιον. Καὶ εἶναι δυνατόν, ἐν ὀνόματι τοῦ τιμίου αὐτοῦ αἰτήματος, νὰ ἀπευθύνεται ἐναντίον ἡμῶν ἡ ὑποψία, ὅτι ἡμεῖς ἐξετοξεύσαμεν ἀπειλὰς συνεργασίας; Εἶναι δυνατόν, νὰ ἀπευθύνεται ἐναντίον ἡμῶν ἡ ὑποψία, ὅταν ἀπευθύνωμεν ἔκκλησιν πατριωτισμοῦ, διὰ νὰ θεμελιώσωμεν αὐτοδύναμον Κέντρον στηριζόμενοι εἰς τὴν δύναμιν τοῦ λαοῦ; Ὅταν διεξάγωμεν σκληρὸν διμέτωπον ἀγῶνα ἐν ὀνόματι τῆς Δημοκρατίας καὶ τοῦ Ἔθνους; (Χειροκροτήματα).
§36Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρ. Κυβερνήσεως). Εἶναι δυνατὸν νὰ λέγητε, ὅτι παρεμποδίζομεν ἡμεῖς τὴν δημιουργίαν τοῦ Κέντρου, ὅταν δὲν τὸ θέλετε σεῖς οἱ ἴδιοι;
§37Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν ἐπεθύμουν νὰ ἀναφερθῶ εἰς παλαιότερα θέματα. Ἀρκοῦμαι μόνον εἰς μίαν διαπίστωσιν. Ὅτι οὐδέποτε ζητοῦνται εὐθῦναι ἀπὸ τὰ ἀποτελέσματα. Ζητοῦνται ἀπὸ τὸ αἴτιον (χειροκροτήματα). Αὐτὴ νομίζω, εἶναι ἡ πλήρης ἀπάντησις. Κύριοι βουλευταί, εἰς τὸν τόπον αὐτὸν ὑπῆρξαν καὶ εἰς τὸ παρελθὸν διχασμοὶ καὶ ὑπῆρξαν ὀλέθριοι. Ἀλλὰ ἐπὶ τέλους οἱ διχασμοὶ ἐκεῖνοι εἶχον σημαίας. Εἶχον τὴν σημαίαν τοῦ Ἔθνους, εἶχον τὴν σημαίαν τῆς Δημοκρατίας. Σήμερον ὅμως, ἡ ἀνωμαλία, πρὸς τὴν ὁποίαν κινδυνεύομεν νὰ ἀχθῶμεν, ὁ διχασμὸς ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἀπειλούμεθα, ποίαν σημαίαν πρόκειται νὰ ἔχῃ; Τὴν ἐπιμονὴν τῆς Κυβερνήσεως νὰ μεταβάλῃ μειοψηφίαν τοῦ λαοῦ εἰς Κυβέρνησιν τῆς χώρας. Διότι, ἐὰν σκοπὸς εἶναι ἡ πλειοψηφία τοῦ λαοῦ νὰ γίνῃ Κυβέρνησις τῆς χώρας, ὅλαι αἱ προτάσεις τὰς ὁποίας κάμνομεν ἀσφαλῶς τὴν ὑπηρετοῦν. Καὶ ὄχι μόνον μὲ τὴν πλειοψηφίαν τοῦ 51%, ἀλλὰ καὶ μὲ μίαν μεγάλην μειοψηφίαν πέραν τοῦ 40%, θὰ δύναται νὰ γίνῃ καὶ πάλιν Κυβέρνησις. Διότι, αὐτὴ εἶναι ἡ συνέπεια, ἀκόμη καὶ τῆς ἁπλῆς ἀναλογικῆς. Καὶ θέτω τὸ ἐρώτημα: Εἶναι αὐτὸ ἰδεῶδες, ἄξιον θυσιῶν; Εἶναι ἰδεῶδες ἄξιον νὰ ὁδηγήσῃ τὴν χώραν εἰς νέον διχασμὸν καὶ μάλιστα ὑπὸ τὰς σημερινὰς συσχετίσεις τῶν πολιτικῶν δυνάμεων, θανάσιμον διὰ τὴν Δημοκρατίαν καὶ τὸ Ἔθνος; Καὶ ὀφείλομεν, ἡμεῖς, οἱ ἀντίπαλοι, εἰς τὸν βωμὸν αὐτοῦ τοῦ ἀναξίου ἰδεώδους νὰ προσφέρωμεν θυσίας διὰ τῶν ἐπιμάχων θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἐν συνεχείᾳ θὰ συζητηθοῦν, θὰ ὑπάρξῃ μία πλήρης κατανόησις εἰς τρόπον, ὥστε ἐπὶ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου νὰ ἐπέλθῃ πλήρης σύμπτωσις. Διότι πράγματι, οἱ ἐκλογικοὶ νόμοι δὲν ἀποτελοῦν συνήθεις νόμους, εἶναι περίπου συνταγματικοὶ νόμοι καὶ ἐπιβάλλεται νὰ ψηφίζωνται ἀπὸ ηὐξημένην πλειοψηφίαν. Καὶ ἐὰν τὸ Σύνταγμα δὲν ὁρίζῃ αὐτὴν τὴν διάταξιν, ὅπως θὰ ὤφειλε, τὴν ὁρίζει ὁ ἠθικὸς νόμος. Καὶ διότι τὰ αἰτήματά μας εἶναι τίμια, ὑπηρετοῦν γενικωτέρους σκοπούς, θέλομεν νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι, ὅπως σήμερον ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς οὐσιώδεις τροποποιήσεις, θὰ δεχθῇ μέχρι τέλους, ὄχι χάριν ἡμῶν, ὄχι διὰ νὰ ὑποκύψετε σεῖς εἰς ἡμᾶς, διότι εἶσθε ὑπερήφανοι ἄνθρωποι καὶ οὐδέποτε θὰ τὸ καταδέχεσθε, καὶ διότι εἴμεθα καὶ ἡμεῖς ὑπερήφανοι καὶ οὐδέποτε θὰ τὸ ἐπιτρέπαμεν εἰς τὸν ἑαυτόν μας, ἀλλὰ χάριν τοῦ κοινοῦ συμφέροντος. Καὶ θὰ εἶμαι εὐτυχὴς ἐὰν εἰς τὴν πορείαν τῶν συζητήσεων ἐφθάναμεν εἰς μίαν πλήρη ἐναρμόνισιν ἀπόψεων ἐπὶ τοῦ ἐκλογικοῦ θέματος. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ γενικώτερον πολιτικὸν θέμα, θὰ ἐπεθύμουν, περατώνων τὴν ὁμιλίαν μου, νὰ εἴπω, εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως: Σεβόμεθα τὸν πατριωτισμόν του, ἀλλὰ δὲν δεχόμεθα ἀπὸ κανένα μαθήματα πατριωτισμοῦ. (Χειροκροτήματα).
§38Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἐκλογικοῦ νομοσχεδίου διεξήχθη μετὰ κακῆς πίστεως, ὅπως ἐφρόντισε νὰ τονίσῃ ἀρχόμενος τοῦ λόγου του ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω, ὅτι ἡ παρέμβασίς του καὶ αἱ τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας προέτεινε, δὲν ἠλάττωσαν καθόλου τὰς παγίδας καὶ τὰς πανουργίας τοῦ ἐκλογικοῦ νομοσχεδίου. Ἀντιθέτως εἰς ὡρισμένα σημεῖα τὰς ἐπιτείνει. (Διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς Δεξιᾶς).
§39Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Λυπηρὰ κατάστασις.
§40Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λυπηρὰ εἶναι ἡ κατάστασις διὰ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἀκούων τὰς ἀπόψεις τῶν ἐκπροσώπων κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως παροτρύνει τὴν Συμπολίτευσιν εἰς ἐκδηλώσεις, τὰς ὁποίας πρὸ ὀλίγου ἔκαμεν. Αὐτὴ εἶναι ἡ λυπηρὰ κατάστασις. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, καθήσατε εἰς τὰς θέσεις σας.
§42Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις νομίζει, ὅτι δικαιοῦται νὰ ἐπαγγέλλῃ ἐναντίον τῶν ἀντιπάλων της τὰς βαρυτέρας τῶν κατηγοριῶν, δὲν ἀνέχεται ὅμως τὰς πλέον στοιχειώδεις διαμαρτυρίας διὰ τὴν στάσιν της αὐτήν. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι διεξήχθη ἡ συζήτησις μετὰ κακῆς πίστεως; Ναὶ ἢ ὄχι; Καὶ δικαιούμεθα νὰ διαμαρτυρηθῶμεν; Ναὶ ἢ ὄχι; Ποῦ εὑρισκόμεθα ἐπὶ τέλους; Κύριοι βουλευταί, ὁμιλῶν προχθὲς κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ὑπεστήριξα, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ὑπενθυμίζει τὴν ρῆσιν τῆς Γραφῆς, διότι εἶναι μὲν «αἱ χεῖρες Ἠσαῦ, ἡ δὲ φωνὴ Ἰακώβ». Διὰ τῶν προτάσεων, ὅμως, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ἀπόψε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπιμένει νὰ ἐμφανίσῃ τὰς χεῖρας τοῦ Ἠσαῦ, ἀλλὰ ἐπιτείνει τὴν φωνὴν τοῦ Ἰακώβ. Τί ὑπεστήριξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καθ’ ὅλον τὸ πρῶτον μέρος τῆς ἀγορεύσεώς του; Ὑπεστήριξεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐνδιαφέρεται διὰ τὴν ὁμαλὴν ὀργάνωσιν τῆς πολιτικῆς μας ζωῆς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ ἐνδιαφέρον καὶ στοργὴν πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν εἶναι διατεθειμένη νὰ τροποποιήσῃ τὸν ἐκλογικὸν νόμον. Καὶ ἐν τούτοις, ὡς συμπέρασμα τῶν τροποποιήσεων αὐτῶν, εἰσήγαγε τὰς τροπολογίας τοῦ νόμου, ἀγνοήσασα τελείως οἱανδήποτε προσπάθειαν συνενώσεως τῶν δυνάμεων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Διότι, ἐνῷ ὑπεβίβασε κατὰ 2% τὰ ποσοστὰ τοῦ μεμονωμένου κόμματος, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἡμεῖς δὲν ἐζητήσαμεν, δὲν ἐμείωσε τὰ ποσοστὰ τῶν συνασπισμῶν. Διότι, ἡ πρόθεσις, ὁ σκοπὸς καὶ αἱ ἐπιδιώξεις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι πάντοτε ὁ σφαγιασμὸς τῶν μικρῶν κομμάτων τοῦ Κέντρου. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς αἱ τροποποιήσεις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως οὐδὲν ἤλλαξαν.
§43ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. .. (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§44Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος θὰ ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ καὶ νὰ σέβεται περισσότερον τὰ πρακτικά. Ἐπιτρέψατέ μου, λοιπόν, νὰ ἀναγνώσω τὰ πρακτικὰ διὰ νὰ ἴδητε τί ἐπροτείναμεν, καὶ θὰ παρακαλέσω νὰ γραφοῦν αὐτὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἀναγνώσω. Εἴπομεν τοῦτο: (Ἀναγινώσκει). «Ὑπὸ τοὺς ὅρους αὐτούς, τρεῖς εἶναι αἱ ἐνδεικνυόμεναι λύσεις μεταξὺ τῶν ὁποίων καλεῖται νὰ ἐκλέξῃ ἡ Κυβέρνησις. Εἶναι, πρῶτον, ἡ ἐπάνοδος εἰς τὸ σύστημα τοῦ 1951, ἀλλὰ εἰς τὸ σύστημα πλῆρες. Δηλαδὴ μὲ τὸ 17%, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ 20%, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει τὴν ἐπιμελῶς ἀποφευγομένην διὰ τοῦ ἐκλογικοῦ νομοσχεδίου συνεργασίαν τῶν κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θέλῃ νὰ προχωρήσῃ γενναιότερον εἰς υἱοθέτησιν τῆς ἁπλῆς ἀναλογικῆς τοῦ νόμου τοῦ 1950, δὲν ἔχομεν οὐδεμίαν ἐπ’ αὐτοῦ ἀντίρρησιν. Τέλος, ἐπειδὴ ἐρρίφθη ἡ πρότασις ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐξ Ἀρκαδίας, δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν εἰς τὸ νὰ καταργηθοῦν αὐτὰ τὰ πολωτικὰ ποσοστά, τὰ ὁποῖα δημιουργοῦν τὴν ψυχολογίαν τῆς χαμένης ψήφου, ἐπὶ τῆς ὁποίας, ψυχολογίας, βασίζονται τὰ μεγάλα κόμματα». Αὐτὰ εἴπομεν καὶ ἐπιμένομεν καὶ χαρακτηρίζομεν ὡς ψιχία αὐτὰ τὰ ὁποῖα προσφέρεται νὰ δώσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰ Κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Εὐχαριστοῦμεν, ἐπαναλαμβάνω, τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὰ ψιχία, τὰ ὁποῖα δίδει καὶ δηλοῦμεν, ὅτι, ἡμεῖς τοὐλάχιστον, δὲν δεχόμεθα τὸ 15% καὶ ἐπιμένομεν εἰς τὸ 17%, τὸ ὁποῖον πρῶτοι ἐζητήσαμεν, ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι θὰ πρόκειται περὶ ἀκεραίας ἀποδοχῆς τοῦ συστήματος τοῦ 1951. Ὅλα τὰ ἄλλα, εἶναι παγίδες εἰς βάρος τῶν Κομμάτων τοῦ Κέντρου, ἐναντίον τῶν ὁποίων στρέφεται τὸ μένος τῆς Κυβερνήσεως. Κύριοι βουλευταί, ὁ προγραμματισμὸς τῆς Κυβερνήσεως, ἀπὸ τοῦ 1955, στρέφεται ἐναντίον τῶν Κομμάτων τοῦ Κέντρου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε πρὸ ὀλίγου τρεῖς ἀριθμούς, διὰ νὰ ἀποδείξῃ ὅτι τὸ σύστημα τοῦ 1958, ἐὰν ἐλειτούργει βάσει τριῶν Κομμάτων, δὲν θὰ ἐπέφερε μεγαλύτερα ὠφελήματα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ λησμονεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ σύστημα τοῦ 1958 ἐπρογραμματίσθη διὰ νὰ εἰσέλθουν δύο μόνον Κόμματα. Ἐὰν εἰσήρχετο τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, δὲν θὰ εἰσήρχετο ἡ ΕΔΑ καὶ ἑπομένως, τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦτο μαθηματικῶς τὸ ἴδιον μὲ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὑπῆρξεν. Ἂς ἀφήσωμεν, λοιπόν, τὰς δῆθεν γενναιοδωρίας ἔναντι τοῦ Κέντρου, τὸ ὁποῖον ἐπιχειρεῖ, κατ’ οὐσίαν, νὰ σφαγιάσῃ ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ ἐπιδοτήσῃ τὸν ἑαυτόν της. Θὰ ἔπρεπε νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις καὶ διὰ τὸ θέμα τῆς ἀπογραφῆς. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπεβεβαίωσεν εἰς τὴν ἀγόρευσίν του τὴν πρόθεσίν του ὅπως ἐφαρμοσθῇ ἡ ἀπογραφὴ τοῦ 1961. Δὲν θέλομεν νὰ ἀμφισβητήσωμεν τὴν πρόθεσίν του ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ κατοχυρωθῇ τοῦτο, θὰ ἔπρεπε νὰ τεθῇ θετικὴ διάταξις. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προσέθεσεν, ὅμως, ὅτι ἐὰν ἡ ἀπογραφὴ τοῦ 1961 δὲν εἶναι ἕτοιμος, τότε θὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ κατόπιν εἰσηγήσεως τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας θεωρηθεῖσα ὡς ἄκυρος ἀπογραφὴ τοῦ 1951. Δηλαδή, κύριοι συνάδελφοι, πρόκειται περὶ παλινωδίας, διότι ἂν ἡ ἀπογραφὴ τοῦ 1951 εἶναι ἐσφαλμένη, κατὰ ποίαν λογικὴν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται συζήτησις διὰ μίαν νομικῶς ἄκυρον καὶ οὐσιαστικῶς ἀνύπαρκτον ἀπογραφήν.
§45Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Ἡ ἀπογραφὴ τοῦ 1951 εἶναι ἴδια μὲ τοῦ 1940.
§46Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἀπογραφὴν τοῦ 1951 τὴν ἀγνοῶ νομικῶς καὶ οὐσιαστικῶς. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα τῆς ψήφου τοῦ Στρατοῦ, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπηρίθμησεν ὡρισμένας ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ δεχθῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Δὲν νομίζω, ὅτι αἱ ἐγγυήσεις αὐταὶ εἶναι πλήρεις, διότι δὲν καθορίζουν τὸν ἔλεγχον τῶν καταστάσεων βάσει τῶν ὁποίων θὰ ψηφίζουν οἱ στρατιῶται. Δηλαδὴ τὴν ἀναγραφὴν εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους, τὴν ἀποφυγὴν τῆς διπλοψηφίας. Δὲν καθώρισεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ποίους ὑποψηφίους πρόκειται νὰ ψηφίζουν οἱ στρατιῶται. Διότι ἂν πρόκειται νὰ ψηφίζουν τοὺς ὑποψηφίους τῆς περιφερείας τῆς καταγωγῆς των, ὅπως συνέβη τὸ 1956, εἶναι μάταιον νὰ συζητοῦμεν. Διότι πρόκειται περὶ ψηφοφορίας, ἡ ὁποία ἀντιβαίνει εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ διότι τὸ ἀπόρρητον, ὄχι μόνον δὲν ἐξασφαλίζεται, ἀλλὰ ὑπόκειται εἰς οἱονδήποτε ἄτοπον ἔλεγχον. Κύριοι συνάδελφοι, ὅσον ἀφορᾷ εἰδικώτερον, τὴν διάταξιν περὶ τῆς καθιερώσεως τοῦ πλειοψηφικοῦ διὰ τὰς μετέπειτα ἐκλογάς, θὰ ἦτο ἄτοπον νὰ ἐπιμένωμεν, διότι εἶναι προφανὴς ὁ σκοπὸς τῆς Κυβερνήσεως ὅπως χρησιμοποιήσῃ τοῦτο οὐχὶ ὡς ὅπλον διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιθυμεῖ νὰ ὁπλίσῃ τὴν πολιτείαν, ἀλλὰ ὡς ὅπλον ἐπηρεασμοῦ τῶν ἀμέσων ἐκλογῶν. Ἡ Κυβέρνησις δὲν μεριμνᾷ διὰ τὸ μέλλον, ἀλλὰ διὰ τὸ παρόν. Οὐσιαστικῶς ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι τὸ σύστημα τοῦ 1958 τὸ ὁποῖον μάλιστα γίνεται ἀκόμη χειρότερον διὰ τῆς προσθήκης τῆς ἀνελέγκτου ψήφου τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ πλειοψηφικοῦ. Ἡ Κυβέρνησις ἰσχυρίσθη, ὅτι σπεύδει νὰ εἰσαγάγῃ τὸ ἐκλογικὸν σύστημα τῶν μεθεπομένων ἐκλογῶν διὰ νὰ μὴ κουρασθῇ ἡ μέλλουσα Βουλὴ μὲ τὴν ψήφισιν νέου ἐκλογικοῦ συστήματος. Προφανῶς ἐπιφυλάσσει εἰς τὴν μέλλουσαν Βουλὴν τὴν ἀπὸ πενταετίας ἀναβαλλομένην τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Θὰ ηὐχόμην τὴν ἰδίαν πολιτικὴν νὰ ἐφαρμόσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸν προγραμματισμὸν τῆς οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως, ὅπου ὑπάρχει μεγάλη καθυστέρησις. Δὲν τίθεται ζήτημα, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ πλειοψηφικοῦ ἀποβλέπει εἰς σκοποὺς πολώσεως καὶ πρέπει νὰ διαγραφῇ. Θὰ ἤθελον τέλος νὰ χαρακτηρίσω ὡς μίαν παραχώρησιν τῆς Κυβερνήσεως τὴν διάταξιν διὰ τῆς ὁποίας αὐξάνεται ὁ διαιρέτης κατὰ μίαν μονάδα. Ἀλλὰ δὲν ἔκαμεν ἀπολύτως καμμίαν δήλωσιν ἡ Κυβέρνησις περὶ τοῦ τί θὰ γίνουν αἱ μονοεδρικαὶ καὶ διεδρικαὶ περιφέρειαι, διότι εἶναι προφανές, ὅτι εἰς τὰς περιφερείας αὐτὰς θὰ ἔχωμεν πλειοψηφικὸν σύστημα. Βάσει τῆς νέας ἀπογραφῆς θὰ ἔχωμεν εἰς 15 περιφερείας πλειοψηφικὸν καὶ εἰς τὰς ὑπολοίπους ἀναλογικήν. Πρέπει νὰ γίνῃ μία ἀναθεώρησις ὅλων αὐτῶν τῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι θὰ ἰσχύσουν εἰς μέγα βαθμὸν σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐφαρμόσῃ τὴν σημερινὴν ἀπογραφήν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνεφανίσθη ἀπόψε μὲ διπλοῦν προσωπεῖον, τῆς ἀλωπεκῆς καὶ τῆς λεοντῆς. Ὡμίλησα ἤδη περὶ τῆς ἀλωπεκῆς, δηλαδὴ τῶν πονηρῶν προθέσεων καὶ ἐπιδιώξεων τὰς ὁποίας μονίμως ἐπιχειρεῖ ἡ Κυβέρνησις, καὶ διὰ τοῦ ἀρχικοῦ νομοσχεδίου καὶ διὰ τῶν σημερινῶν τροποποιήσεων. Δὲν θὰ ἀσχοληθῶμεν μὲ τὸ θέμα τῆς λεοντῆς μὲ τὴν ὁποίαν ἐνεφανίσθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἄγρυπνος φρουρὸς ὄχι μόνον τοῦ πολιτικοῦ καθεστῶτος, ἀλλὰ καὶ τῶν κοινωνικῶν θεωριῶν. Ἀλλὰ εἶναι ἡ γειτνίασις, ἡ ὁποία ἐπηρέασε τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τὰς θεωρίας τὰς κοινωνικὰς τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐπειδὴ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡμίλησε περὶ ἀπειλῶν, αἱ ὁποῖαι ἐξετοξεύθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, ἐπιθυμῶ νὰ διασαφηνίσω τὴν θέσιν τῆς παρατάξεώς μας ἐν προκειμένῳ. Ἐγὼ εἶπον κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν τοῦτο: «Ὄσον ἀφορᾷ ἡμᾶς εἴμεθα, ἀποφασισμένοι νὰ ἀντιμετωπίσωμεν καθ’ οἱονδήποτε τρόπον πᾶσαν ἀπειλὴν ἢ ἐκβιασμόν». Ἡ φράσις αὐτὴ περιέχει καμμίαν ἀπειλὴν περὶ ἀνατροπῆς τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἐμφανίζει τὸ κόμμα μας ὡς ἑσμὸν ὠργανωμένων κακοποιῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπιδιώκουν νὰ διαταράξουν τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, ὥστε νὰ ἀναγκασθῇ νὰ μᾶς ἀπειλήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θὰ κινητοποιήσῃ τὰς κρατικὰς ὀργανώσεις ἐναντίον μας; Καὶ εἶναι φράσις ἐπιτρεπομένη νὰ λέγεται ἐναντίον μιᾶς πολιτικῆς ὁμάδος, ἡ ὁποία δικαιοῦται νὰ πιστεύῃ καὶ νὰ κολακεύεται, ὅτι ἀποτελεῖ μίαν ἐγγύησιν καὶ διὰ τὸ κοινωνικὸν καὶ διὰ τὸ πολιτικὸν καθεστώς; Ἐπίσης εἶπον καὶ μίαν ἄλλην φράσιν: «Εἶναι ὅμως ἀνάγκη νὰ καταστῇ σαφές, ὅτι ἡ ὕπαρξις καὶ διατήρησις τῆς δημοκρατίας εἰς τὴν χώραν ὅπου αὕτη ἐγεννήθη δημιουργεῖ εἰς ὅλους μας ὑποχρεώσεις». Ἀποτελεῖ καὶ ἡ φράσις αὐτὴ καμμίαν ἀπειλὴν εἴτε ἐναντίον τῆς δημοσίας τάξεως εἴτε ἐναντίον τοῦ καθεστῶτος, ὥστε νὰ δικαιολογήσῃ τὸ ὀργίλον ὕφος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως; Καὶ δὲν εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι ὅπως πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ ἀξιότιμος κ. ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου διεκήρυξεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ δισταγμός, ὅταν ἀπειλῆται ἡ δημοκρατία, ὅπως πιστεύομεν, ὅτι ἀπειλεῖται δι’ ἑνὸς ἐκλογικοῦ νόμου ἐπιδιώκοντος τὴν βίαν καὶ πλαστογράφησιν τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητηθῇ, ὅτι ἔχομεν χρέος ὅλοι νὰ χρησιμοποιήσωμεν τὰ ὅπλα τῆς Δημοκρατίας πρὸς ἄμυναν; Κύριοι συνάδελφοι, λυποῦμαι πάρα πολὺ διότι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἀντιμετωπίσαμεν τὸ θέμα ἐξώργισε τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἰδιαιτέρως τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἀπεχώρησε τῆς αἰθούσης. Λυποῦμαι ἐπίσης, διότι ἐθεώρησε σκόπιμον νὰ χρησιμοποιήσῃ τὴν φράσιν τὴν ὁποίαν περαίνων τὸν λόγον ἐχρησιμοποίησεν ὁμιλῶν περὶ τοῦ ἰσχυροῦ κράτους, διὰ τοῦ ὁποίου εἶναι εἰς θέσιν καὶ εἶναι ἀποφασισμένος νὰ ἀντιμετωπίσῃ καὶ οἱανδήποτε ἀπειλὴν τῆς δημοσίας τάξεως. Αἱ φράσεις αὐταὶ δὲν μᾶς ἀφοροῦν, διότι, ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἴμεθα ἡμεῖς οἱ ἀπειλοῦντες τὴν δημοσίαν τάξιν. Ἄλλοι εἶναι οἱ ἀπειλοῦντες τὴν δημοσίαν τάξιν διὰ τῶν παγίδων καὶ τεχνασμάτων. Ἀλλὰ θὰ ἤθελα νὰ ἀπευθύνω μίαν προειδοποίησιν καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς τοὺς ἀγαπητοὺς συναδέλφους τῆς πλειοψηφίας. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι εὔκολον νὰ ὁμιλῇ κανεὶς ἀπὸ θέσεως ἰσχύος ὅταν κάθεται εἰς τὰ ὑπουργικὰ ἑδώλια καὶ νὰ ἀπειλῇ. Ἀλλὰ αἱ ἀπειλαὶ αὐταὶ μοῦ θυμίζουν μίαν σελίδα, τὴν ὁποίαν ἐλπίζω νὰ ἐνθυμῆται ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ μεγάλου Ρώσου συγγραφέως Ντοστογιέφσκυ. Ὁ συγγραφεὺς αὐτὸς ὁμιλῶν διὰ μίαν ὄχι βέβαια παρομοίαν ἀλλὰ ἀνάλογον περίπτωσιν τὴν παρομοιάζει μὲ τὴν κοίτην ἑνὸς ποταμοῦ, ὁ ὁποῖος λόγῳ τοῦ χειμῶνος ἐπάγωσε, ὅπου ἐδημιουργήθησαν παγόβουνα καὶ ὅπου ἐνεκρώθη κἄθε ζωή. Καὶ διερωτᾶται πῶς εἶναι δυνατὸν αὐτὰ τὰ παγόβουνα τὰ πλήρως νεκρωμένα ζωῆς νὰ διαλυθοῦν; Προφανῶς ἡ ζωὴ ἐνεκρώθη διὰ παντὸς εἰς τὴν περιφέρειαν αὐτήν. Καὶ ὅμως ἤρκεσε μία πνοὴ τῆς ἀνοίξεως καὶ ὀλίγαι ἀκτίνες τοῦ ἡλίου διὰ νὰ λειώσουν νὰ παγόβουνα καὶ ἡ νέκρα καὶ νὰ ἀφήσῃ νὰ κυκλοφορῇ μέσα εἰς τὴν κοίτην τῆς δημοκρατίας καὶ πάλιν ἡ ζωή. Αὐτὴ ἡ στιγμή, κ. συνάδελφοι, πλησιάζει μὲ οἱονδήποτε ἐκλογικὸν νόμον καὶ ἐὰν ἐφεύρετε. (Χειροκροτήματα).
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν κ. Σ. Μαρκεζίνης, ἔχει τὸν λόγον.
§48Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤκουσα μετὰ τῆς δεούσης προσοχῆς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Φρονῶ, ὅτι κατὰ τὴν προχθεσινήν μου ἀγόρευσιν ἐξήγησα σαφῶς τὰς ἀπόψεις τῶν προοδευτικῶν ἐφ’ ὅλων γενικῶς τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ θιγέντων ἐκλογικῶν καὶ πολιτικῶν θεμάτων, ἐμμένων δὲ εἰς ὅσα ἐξέθεσα δὲν ἔχω λόγον νὰ ἐπανέλθω. Τοῦτο μόνον ἔχω νὰ δηλώσω, ὅτι καίτοι ἡ ἀποδοχὴ ἰδίᾳ τοῦ ὑπολογισμοῦ σὺν ἓν ἀποτελεῖ σημαντικὴν βελτίωσιν τοῦ νομοσχεδίου, ἡ διατήρησις ἐν τούτοις εἰς τὴν κατ’ ἐξοχὴν οὐσιώδη διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ποσοστοῦ δευτέρας κατανομῆς, αὐτοτελοῦς καθόδου εἰς τὸ πάντοτε ὑψηλὸν ἐπίπεδον τοῦ 15%, ὑποχρεώνει τὸ Κόμμα τῶν Προοδευτικῶν εἰς τὸ νὰ καταψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον.
§49Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριοι συνάδελφοι, πρὶν ἢ δώσω σύντομον ἀπάντησιν εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν κ.κ. Ἀρχηγῶν ἀπάντησιν, διὰ τῆς ὁποίας μόνον καὶ μόνον......
§50Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Δὲν θὰ ἦτο σωστότερον νὰ ὁμιλήσῃ ὁ ἐκπρόσωπος τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως καὶ κατόπιν νὰ ἀπαντήσητε εἰς τὸ σύνολον τῶν ἀγορεύσεων.
§51Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐπιλέξω μόνος μου τὴν ὥραν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ὁμιλήσω.
§52Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Εἴμεθα καὶ ἡμεῖς κόμμα καὶ θὰ ἐκφράσωμεν τὰς ἀπόψεις μας.
§53Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Δὲν τὸ ἀρνούμεθα, Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα καὶ θὰ παρακαλέσω νὰ μὴ μοῦ ἐπιβάλετε σεῖς ὁπωσδήποτε νὰ τὸ ἐγκαταλείψω.
§54Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Ἁπλῶς θὰ συναγάγωμεν συμπεράσματα.
§55Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Πολλάκις ἔχουν γίνει παρεμβάσεις τῆς Κυβερνήσεως.
§56Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Δι’ ἡμᾶς ἡ στάσις σας εἶναι ἔκδηλος.
§57Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἐπρόκειτο νὰ δώσω ὡρισμένας ἐξηγήσεις εἰς τὸν κ. ἀρχηγὸν τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, ἀναγινώσκων καὶ ἐξηγῶν τὸ κείμενον τὸ ὁποῖον ἐχρησιμοποίησε καὶ ἐπρόκειτο, ἀφοῦ θὰ ὡμιλούσατε νὰ δώσω τὴν ἀπάντησιν. Δι’ αὐτὸ εἶπον ἀφοῦ δώσω τὴν ἀπάντησιν. Εἶχον ὁπωσδήποτε δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίσατε, κ. Πρόεδρε.
§59Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἦτο ἐπαρκεστάτη ἡ ὁμιλία τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν ἂν ὁμιλήσω ἢ ὄχι. Ἐπρόκειτο νὰ δώσω ὡρισμένας ἀπαντήσεις εἰς τὰ λεχθέντα.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Μ. Γαληνός.
§61Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Ὀφείλω, κ. Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, μίαν ἐξήγησιν διὰ τὴν στάσιν τὴν ὁποίαν ἐτήρησα πρὸ ὀλίγου, ὅταν ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ χθὲς τὸ βράδυ θὰ ἐνθυμῆσθε, ὅτι μόλις εἶχον τὴν τιμὴν νὰ λάβω τὸν λόγον ἡ αἴθουσα ἐξεκενώθη ἀπὸ τοὺς βουλευτὰς τῆς Συμπολιτεύσεως, ἡγουμένου τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν συνεχείᾳ ἔλαβε τὸν λόγον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἀπηξίωσεν οἱασδήποτε ἀπαντήσεως τὴν Δημοκρατικὴν Ἕνωσιν. Νομίζω, ὅτι εὐλόγως ἔπρεπε νὰ παρεξηγήσω τὴν στάσιν αὐτήν.
§62Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Δὲν ὑπῆρξε πρόθεσις, διότι χθὲς ἤμην ἠναγκασμένος νὰ ἀποχωρήσω τῆς αἰθούσης.
§63Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Λέγω τὰ πράγματα, ὡς ἀκριβῶς συνέβησαν. Ἐλπίζω καὶ πιστεύω εἰς τὴν διαβεβαίωσίν σας ἐπὶ τοῦ τυχαίου χαρακτῆρος τοῦ συμβάντος καὶ ἑπομένως τερματίζω τὸ θέμα τοῦτο. Ἄλλωστε δὲν εἶμαι Ἀρχηγὸς Κόμματος. Ἁπλῶς ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἐκπροσωπῶ προσωρινῶς καὶ διὰ πολὺ σύντομον χρόνον, εὐτυχῶς, τὸν ἀπουσιάζοντα Πρόεδρον κ. Τσιριμῶκον. Εἰσέρχομαι τώρα εἰς τὸ κύριον θέμα τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ Δημοκρατικὴ Ἕνωσις δὲν ἔχει κανένα λόγον νὰ ἀποστῇ ἀπὸ τὴν χθεσινὴν θέσιν της μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Δι’ ἡμᾶς οὐσιαστικῶς οὐδεμία βελτίωσις ἐπῆλθεν εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἐὰν ἐξαιρέσητε τὴν προσθήκην τοῦ σὺν ἕνα τοῦ διαιρέτου. Κατὰ τὰ ἄλλα ἡ μείωσις τοῦ ποσοστοῦ τοῦ 17 εἰς 15% εἶναι πρόσθετος μηχανορραφία, πρόσθετον τέχνασμα τοῦ νόμου διὰ τὴν διάσπασιν κυρίως τῶν Κομμάτων τοῦ Κέντρου. Ἐφ’ ὅσον ἡ μείωσις τῶν ποσοστῶν δὲν ἀκολουθεῖται ἀπὸ ἀντίστοιχον μείωσιν τοῦ ποσοστοῦ τῶν συνεργαζομένων Κομμάτων, ἀλλὰ διατηρεῖται εἰς τὸ ἀρχικὸν ὕψος τῶν 25% καὶ 30%, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι πεποίθησίς μας εἶναι, ὅτι σκοπεῖται εἰδικῶς νὰ πληγοῦν τὰ Κόμματα τοῦ Κέντρου διὰ τὰ ὁποῖα πιστεύει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἀποκλείεται νὰ συνεργασθοῦν ὑπὸ τὴν ἀπειλὴν τῶν ὑψηλῶν αὐτῶν ποσοστῶν. Εἶχον τὴν τιμὴν χθὲς νὰ ἐξηγήσω τοὺς λογαριασμοὺς τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία πιστεύει, ὅτι τὸ Κέντρον ἔχει μόνον 33% καὶ ὅτι ἐὰν ἔστω ἕνα μόνον Κόμμα δὲν μετάσχῃ τοῦ συνασπισμοῦ, δὲν θὰ μπορέσῃ νὰ φθάσῃ τὸ 30%. Πρέπει νὰ εἶναι βεβαία ἡ Κυβέρνησις, ὅπως εἶμαι βέβαιος καὶ ἐγώ, εἶναι δὲ τοῦτο ἔκδηλον ἄλλωστε καὶ καὶ εἰς οἱονδήποτε ἔλθῃ εἰς ἐπαφὴν μὲ τὸν λαόν, ὅτι οἱ ὑπολογισμοὶ τῆς Κυβερνήσεως θ’ ἀποδειχθοῦν λανθασμένοι. Καὶ τὴν ἑπομένην τῶν ἐκλογῶν θὰ μετανοήσῃ ἡ ἰδία, διότι τόσα πολλὰ ἐμηχανεύθη καὶ τόσα ἐπέβαλε νὰ νομοθετηθοῦν δολίως. Κύριοι βουλευταί, νομίζω, ὅτι αἱ τροποποιήσεις τοῦ νόμου δὲν εἶναι τόσον σοβαραί, διὰ νὰ μὴ εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι καθόλου σοβαραί. Διότι, ὡς πρὸς τὴν ἀπογραφὴν ἐλάβομεν μίαν ἐπὶ πλέον ὑπόσχεσιν. Ἐλπίζω νὰ τηρηθῇ. Νομίζω, ὅμως, ὅτι δικαιοῦμαι νὰ τονίσω, ὅτι καὶ ἄλλοτε ἐλάβομεν παρομοίαν ὑπόσχεσιν, προκειμένου περὶ τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1958. Ἐπανελήφθη ἡ ὑπόσχεσις δὶς ἢ τρὶς ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ ἀπὸ ὑπεύθυνα χείλη καὶ περιέργως, ὄχι μόνον δὲν ἐτηρήθη, ἀλλὰ διὰ νόμου κατηργήθη ἡ ἀπογραφὴ ἐκείνη. Οὐδεμία ἐγγύησις ὑπάρχει, ὅτι δὲν θὰ ἐπαναληφθῇ τὸ κακὸν αὐτὸ προηγούμενον. Ὄσον ἀφορᾷ τὸ θέμα τοῦ πλειοψηφικοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνενδότως ἐμμένει ἡ Κυβέρνησις, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἄρχισεν ἤδη (καὶ ἐλέχθη τοῦτο ἀπὸ τὸν ἐκπρόσωπον τῆς Ε.Δ.Α. κ. Ἠλιοῦ), ἡ Κυβέρνησις μὲ τὴν ἐμμονήν της αὐτὴν νὰ ἐκθέτῃ σοβαρῶς καὶ τὸν ἀνεύθυνον Ἀνώτατον Ἄρχοντα, διότι κατὰ τὴν ἰδικήν μας ἐντύπωσιν, αὐτὴ ἡ ἐμμονὴ σημαίνει, ὅτι ὁ κ. Καραμανλῆς ἐξακολουθεῖ νὰ ἀπολαμβάνῃ εὐνοίας, ὥστε νὰ εἶναι εἰς θέσιν ἐὰν δὲν ἀποκτήσῃ τὴν πλειοψηφίαν ἀπὸ τὸν λαόν, νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν διὰ νὰ τὴν ἀποκτήσῃ μὲ νέας ἐκλογάς. Ἐλπίζω, ὅτι θὰ σκεφθῇ ὡριμώτερον καὶ θὰ θελήσῃ νὰ ἀποσύρῃ καὶ τὴν διάταξιν αὐτήν, ἡ ὁποία πράγματι εἶναι ὕποπτος, ἀλλὰ καὶ ἐκθέτει τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα. Θὰ ἤθελα ἐπίσης, νὰ εἴπω, κ. βουλευταί, παρεμβαίνων εἰς τὴν διαλογικὴν συζήτησιν μεταξὺ τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, σχετικῶς πρὸς τὸ νομοσχέδιον τοῦ 1952 καὶ τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν εἶχε τότε ὑποστηρίξει ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι ὅταν οὗτος παραδέχεται, ὅτι ἐπολέμησε τὸ νομοσχέδιον τοῦ 1952, ὀφείλει νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ διατὶ τότε κατεσκεύασε τὸ νομοσχέδιον τοῦ 1956 μὲ τὸν τρισυπόστατον χαρακτῆρα του, ἐφ’ ὅσον ἐπίστευεν, ὅτι αἱ περιφέρειαι πρέπει νὰ εἶναι ἴσαι καὶ ὅτι τὸ σύστημα πρέπει νὰ εἶναι ἑνιαῖον δι’ ὅλας τὰς περιφερείας. Ἑπομένως, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν, ἰδίως ὅταν θέλωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἀπὸ θέσεως ἰσχύος νὰ δίδωμεν μαθήματα, νὰ λησμονῶμεν τὰ ἰδικά μας καμώματα καὶ νὰ προβάλλωμεν κάθε ἡμέραν νέας θεωρίας, λησμονῶντας τὶ ἀρχικῶς ὑπεστηρίζαμεν. Νομίζω, κ. βουλευταί, ὅτι ἐπὶ τοῦ τροποποιουμένου ἤδη νομοσχεδίου, δὲν ἀξίζει νὰ ἀπασχολήσω τὸ Σῶμα. Ἡ Δημοκρατικὴ Ἕνωσις ἐμμένει εἰς τὰς ἀπόψεις της καὶ θὰ καταψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ κατέλθω τοῦ βήματος, ἂν δὲν δώσω ἀπὸ τῆς ἰδικῆς μας ἀπόψεως ὡρισμένας ἀπαντήσεις εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ὡμίλησε μὲ πολὺν στόμφον περὶ τῆς ἀνεντιμότητος τῶν συνεργαζομένων μὲ τὴν Ἄκραν Ἀριστεράν. Εἶχον τὴν τιμὴν καὶ χθὲς νὰ εἴπω, ὅτι ἐὰν πράγματι ἐπιθυμῶμεν νὰ μὴ ὑπάρχῃ πόλωσις καὶ ἐὰν πράγματι ἐπιθυμῶμεν νὰ μὴ ὑπάρχῃ συνεργασία μὲ τὴν Ἄκραν Ἀριστερά, θὰ πρέπει ἐν πρώτοις νὰ γνωρίσωμεν ποία καὶ πόση εἶναι ἡ δύναμις τῆς Ἄκρας Ἀριστερᾶς. Εἶναι περίεργον αὐτὸ τὸ ὁποῖον γίνεται ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν πρακτόρων της. Νὰ ἔχῃ, δηλαδὴ μίαν κολυμβήθραν, μέσα εἰς τὴν ὁποίαν νὰ βαπτίζῃ κομμουνιστὰς τοὺς συνεργαζομένους μὲ τὴν Ἄκραν Ἀριστερὰν διὰ νὰ μὴ ἠμποροῦν νὰ συνεργασθοῦν μαζί της. Ἐὰν ὑπῆρχε νόμιμον Κ.Κ.Ε., ἡ δύναμίς του δὲν θὰ ἦτο ποτὲ 25% καὶ ἐπὶ πλέον, ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἄτιμον ἐκλογικὸν σύστημα, δὲν θὰ ὑπῆρχε καμμία ἀνάγκη συνεργασίας μὲ κανὲν ἄλλο Κόμμα. Διότι, ὅπως εἶπον καὶ χθές, δὲν νομίζω, ὅτι ὑπάρχει πολιτικὸς ἄνδρας εἰς τὸν τόπον αὐτόν, ὁ ὁποῖος νά μὴ ἐπιθυμῇ νὰ κατέρχεται εἰς τὰς ἐκλογὰς μὲ τὴν ἰδικήν του σημαίαν καὶ νὰ μὴ ἐπιθυμῇ νὰ κυβερνήσῃ ἐφαρμόζων τὸ ἰδικόν του πρόγραμμα. Εἶπον δέ, ὅτι καὶ ἡμεῖς, ὅπως καὶ ὅλα τὰ Κόμματα, ἔχομεν ἰδικόν μας πρόγραμμα καὶ ἰδικάς μας ἰδεολογικὰς κατευθύνσεις. Ἑπομένως, εἶναι φυσικὸν νὰ ἐπιθυμῶμεν νὰ κατέλθωμεν αὐτοτελῶς καὶ νὰ ἀποκτήσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν ὅσην δύναμιν ἔχομεν καὶ μέσα εἰς τὸν λαόν. Ἀνέντιμοι δὲν εἶναι αἱ συνεργασίαι μὲ τὸ αʹ ἢ βʹ νόμιμον Κόμμα. Ἀνέντιμον εἶναι τὸ ἐκλογικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ ἐπιβάλῃ διὰ τῆς βίας τὴν συνεργασίαν αὐτήν. Ἀνέντιμα εἶναι τὰ μέσα, δι’ ὧν ἐπιδιώκεται ἡ ἐπικράτησις τῆς μειοψηφίας εἰς βάρος τῆς πλειοψηφίας. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἄλλη ἄποψις ἐπὶ τοῦ θέματος. Τὴν ἀποκρούει ἡ κοινὴ λογική. Δὲν δύνασθε νὰ ἐπιβάληται εἰς ἕνα Κόμμα νὰ αὐτοκτονήσῃ ψηφίζοντας ἀθλίους ἐκλογικοὺς νόμους.
§64Β. ΚΡΙΚΟΣ. Κύριε συνάδελφε, σεῖς ἔχετε τὴν δύναμιν.
§65Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Κύριε συνάδελφε, νομίζω, ὅτι μέχρις ἀποδείξεως τοῦ ἐναντίου, ἡ Δημοκρατικὴ Ἕνωσις εἶναι μικρὸν Κόμμα. Ἐλπίζω, ὅτι εἰς τὰς προσεχεῖς ἐκλογὰς θὰ ἀποδειχθῇ τὸ ἐναντίον καὶ θὰ ἀλλάξωμεν θέσεις. Θὰ ἐπαναλάβω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον καὶ χθές. Ὅτι, ὅταν μετὰ τὰς προσεχεῖς ἐκλογὰς θὰ εἶσθε ἀντιπολίτευσις, τότε θὰ ἴδω πόσον μεγάλο Κόμμα εἶσθε. Εἶναι ἀρκετὰ φαιδρὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐλέχθη, ὅτι ὁπωσδήποτε θὰ εἶσθε Κυβέρνησις. Οὐδεὶς γνωρίζει τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ. Μόνον ὡς ἀπειλὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι διὰ τεχνασμάτων καὶ διὰ τῆς βίας θὰ παραμείνῃ ὁπωσδήποτε καὶ μετὰ τὰς ἐκλογὰς εἰς τὴν ἐξουσίαν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις. Προσωπικῶς, δὲν πιστεύω, ὅτι ἔχει τοιαύτην πρόθεσιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ λέγει, μᾶλλον, διὰ νὰ σᾶς δώσῃ κουράγιο καὶ διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὴν ἀπὸ τοῦδε ἔναρξιν τῆς διαρροῆς σας. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Γαληνέ, σᾶς παρακαλῶ εἰς ἀπρόσωπον τόνον τὴν ἀγόρευσίν σας, ὥστε νὰ μὴ προκαλῆτε διακοπάς.
§67Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅταν γίνωνται διακοπαὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀπαντῶ. Κύριοι βουλευταί, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθὸς ὁ χαρακτηρισμὸς ὡς ἀνεντίμου πράξεως τῆς συνεργασίας μὲ οἱονδήποτε Κόμμα. Θὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἡ παράταξις, ἡ σήμερον κυβερνῶσα δὲν ἐδίσταζε νὰ χαρακτηρίζῃ Βενιζελοκομμουνιστικὸν τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων. Ἄν ἀποδεχθῶμεν τὴν ἀντίληψιν, ὅτι πᾶσα συνεργασία, ἔστω καὶ ἐξ ἐθνικῶν λόγων, ἢ ἐξ ἀνάγκης ἐπιβαλλομένη εἶναι πρᾶξις ἀνέντιμος, τότε τὶ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔγινε δὶς καὶ ἐπιχειρεῖται νὰ γίνῃ διὰ τρίτην φοράν, δηλαδή, ἡ διαρκῶς μειουμένη μειοψηφία εἰς λαϊκὰς ψήφους νὰ γίνεται πλειοψηφία εἰς τὴν Βουλήν; Αὐτὸ καὶ μόνον εἶναι ἀνέντιμον. Νομίζω δέ, ὅτι πρὸς ἀντιμετώπισιν μιᾶς τοιαύτης ἀνεντίμου πράξεως, πᾶσα συνεργασία εἶναι ἐπιβεβλημένη μὲ οἱονδήποτε Κόμμα. Βεβαίως, ἡ Δημοκρατικὴ Ἕνωσις, ὅπως ἐτόνισε κατ’ ἐπανάληψιν ὁ Ἀρχηγὸς αὐτῆς, ἐπιθυμεῖ τὴν αὐτοτελῆ κάθοδόν της εἰς τὰς ἐκλογάς. Εἶπον, ὅμως, καὶ χθές, ὅτι ἐπιφυλάσσομεν εἰς ἑαυτοὺς τὸ δικαίωμα, ἀναλαμβάνοντες καὶ τὴν εὐθύνην τῆς πράξεώς μας, νὰ κρίνωμεν τὶ νὰ πράξωμεν. Εἶπον δὲ ἀκόμη, ὅτι διὰ κἄθε κακὴν πρᾶξιν ὑπάρχει καὶ τὸ ἀντίδοτον, τὸ ὁποῖον θὰ εὕρωμεν καὶ θὰ τὸ ἐφαρμόσωμεν. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀπειλή. Ἀντιθέτως, ὡς ἀπειλὴ ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι θὰ σπάσῃ ἡ κεφαλὴ οἱουδήποτε ποὺ θὰ ἐπιχειρήσῃ τὴν διασάλευσιν τῆς τάξεως. Θὰ ηὐχόμην, πράγματι, ἡ Κυβέρνησις νὰ ἦτο τόσον ἰσχυρά, ὥστε νὰ θραύσῃ τὴν κεφαλὴν οἱουδήποτε ταραξίου, ἀλλὰ θὰ ἤθελα νὰ τὴν ἔβλεπα νὰ θραύσῃ πρῶτον τὰς κεφαλὰς τῶν ταραξιῶν τῆς Ε.Κ.Ο.Φ., θὰ ἤθελα νὰ τὴν ἔβλεπα νὰ διαλύῃ τὰς παρακρατικὰς ὀργανώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐξακολουθοῦν νὰ δροῦν καὶ νὰ ὑφίστανται ὡς Κράτος ἐν Κράτει, νὰ δροῦν παρὰ τὸν νόμον καὶ νὰ ὀργιάζουν καθημερινῶς. Παρὰ ταῦτα, ἠπειλήθησαν τὰ Κόμματα μὲ θραῦσιν τῆς κεφαλῆς των, ἐὰν νομίμως λειτουργοῦντα, καταγγέλλουν τὰς ἀνομίας τῆς Κυβερνήσεως. Ἡμεῖς εἴπομεν, ὅτι θὰ καταγγείλλωμεν εἰς τὸν λαὸν τὰς ἀνομίας αὐτὰς καὶ θὰ ζητήσωμεν διὰ τοῦ λαοῦ νὰ παταχθοῦν αἱ ἀνομίαι αὐταί. Καὶ ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ θραύσῃ τὰς κεφαλὰς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὁδηγοῦν τὰς ὀργανώσεις αὐτὰς εἰς ἔκνομον δρᾶσιν καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπονομεύουν τὸ πολίτευμα καὶ ἀπεργάζονται τὸν διχασμὸν εἰς τὸν τόπον αὐτόν. Κύριοι βουλευταί, πρέπει νὰ ὑπάρξῃ μεταξύ μας μία συνεννόησις, διότι κἄποτε εἰς τὸν τόπον αὐτὸν δέον νὰ παγιωθῇ ὁ ὁμαλὸς πολιτικὸς βίος. Νομίζομεν, ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ ἡ ἔπαρσις τῆς ἰδικῆς σας ἐθνικοφροσύνης καὶ ἡ διατυμπάνισις τῆς θεωρίας, ὅτι στυλοβάται τοῦ καθεστῶτος εἶσθε σεῖς, ὅλοι δὲ οἱ ἄλλοι δὲν εἶναι τίποτε. Ὀφείλω ἀκόμη νὰ σᾶς εἴπω καὶ πάλιν, ὅτι θὰ ἦτο πολὺ χρήσιμον διὰ μίαν ἔστω ἢ δύο ἐκλογικὰς περιόδους νὰ ἐκάμαμεν ἐκλογὰς μὲ ἀναλογικήν. Ὀρθότατα ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, ἔθεσε τὸ θέμα, ὑποστηρίζον, ὅτι ἡ ἀναλογικὴ εἶναι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον, ἀκριβῶς, τερματίζει τὰ πάθη. Ἀντ’ αὐτοῦ, ἀρνεῖται μέχρι στιγμῆς ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποχωρήσῃ ἀκόμη καὶ εἰς τὸ ποσοστὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο ἀνεκτὸν ἀπὸ ὅλας τὰς πλευράς, ὥστε νὰ ὑπάρξῃ ἠρεμία εἰς τὸν τόπον αὐτόν. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ Κόμμα τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ἀντιτιθέμενον ἀπολύτως εἰς τὸ νομοσχέδιον, θὰ τὸ καταψηφίσῃ. Δηλῶ ἀκόμη, ὅτι οἱαδήποτε ἀπειλὴ ἐξ ὅσων ἐξεστόμισεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μᾶς ἀφίνει ἀδιαφόρους. Καὶ ὅτι δὲν πρόκειται ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει νὰ ἀποστῶμεν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ καθήκοντός μας, συμφώνως πάντοτε πρὸς τὴν ἰδικήν μας περὶ τούτου ἀντίληψιν, ἀπέναντι τοῦ Ἔθνους καὶ τοῦ λαοῦ. (Χειροκροτήματα ἐκ τοῦ Κέντρου καὶ τῆς Ἀριστερᾶς).
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔχει τὸν λόγον.
§69Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριοι συνάδελφοι, ἐν πρώτοις εἶναι ἀνάγκη νὰ διευκρινισθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπε σχετικῶς μὲ παλαιοτέραν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου. Ὁ Πρόεδρος κ. Παπανδρέου, ἀνέγνωσε μίαν σύντομον περικοπὴν λόγου τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, λόγου ἐκφωνηθέντος τὴν 4ην Σεπτεμβρίου 1952, δηλαδή, καθ’ ἣν ἐποχὴν συνεζητεῖτο εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν τὸ ἐκλογικὸν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου εἰσήγετο τὸ πλειοψηφικόν. Πράγματι, αἱ δύο φράσεις, τὰς ὁποίας ἀνέγνωσε ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, ἐλέχθησαν, ἀλλὰ αἱ φράσεις αὐταὶ οὐδεμίαν σχέσιν εἶχον μὲ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, οὐδεμία εἶχον σχέσιν μὲ τὸ πλειοψηφικὸν καὶ λυποῦμαι, διότι ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, δείξας ἐμπιστοσύνην ἀπόλυτον εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος τοῦ ἔδωσε τὰς δύο φράσεις, δὲν ἀνεζήτησεν ἢ δὲν εἶχεν καιρὸν νὰ ἀναζητήσῃ τὴν ἀγόρευσιν ὁλόκληρον καὶ νὰ τὴν ἀναγνώσῃ, πρόκειται ἄλλωστε περὶ συντόμου ἀγορεύσεως, ὁπότε θὰ ἐπείθετο, ὅτι δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ ἐμφανίσῃ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὡς προβαίνοντα σήμερον, διὰ τῆς διατάξεως περὶ ἐπαναφορᾶς τοῦ πλειοψηφικοῦ τοῦ 1952, εἰς μίαν πρᾶξιν ἀντιφάσκουσαν κατὰ τρόπον κτυπητὸν πρὸς τὰς ἀναπτυχθείσας τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1952 ἀπόψεις του. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως καὶ ἐγώ, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἀνήκαμεν εἰς τὸ αὐτὸ Κόμμα, τὸ ὁποῖον ἦτο ὑπὲρ τοῦ πλειοψηφικοῦ. Ἀλλὰ ἠγέρθη ὁ κ. Καραμανλῆς, τότε, καὶ πράγματι, ἐκτύπησεν ἀμειλίκτως τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ διὰ ποῖον λόγον; Τὸ ἐκτύπησεν ἀμειλίκτως διὰ τρεῖς λόγους, τοὺς ὁποίους ρητῶς μνημονεύει καὶ τοὺς ὁποίους ὤφειλε, θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω ὁ κ. Παπανδρέου, ὤφειλεν ὁ κ. Παπανδρέου καὶ νὰ τοὺς γνωρίζῃ καὶ νὰ τοὺς ὁμολογήσῃ. Ὁ κ. Καραμανλῆς εἶπε πράγματι, τὰς φράσεις: «Πιστεύω, κ. συνάδελφοι, ὅτι ἡ καθιέρωσις σταθεροῦ καὶ ἀδιαβλήτου ἐκλογικοῦ συστήματος θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποτελέσῃ..... (ἀναγινώσκει).....». Καὶ ἐξηγεῖ: «Θὰ ἀναφέρω, κ. συνάδελφοι, ὡρισμένας διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, αἵτινες προδίδουν τὴν πρόθεσιν αὐτὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ καθιστοῦν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἠθικῶς ἀπαράδεκτον. Ἡ διάταξις κυρίως ἐκείνη διὰ τῆς ὁποίας καθιεροῦται διάφορος ἐκλογικὴ περιφέρεια μεταξὺ παλαιᾶς Ἑλλάδος καὶ νέων χωρῶν, εἶναι τόσον ἐξόφθαλμα κομματική, ὥστε νὰ προκαλῇ τὴν ἀγανάκτησιν παντὸς τιμίου ἀνθρώπου». Δεύτερον σημεῖον, τὸ ὁποῖον προεκάλεσε τὴν ἀντίδρασιν τότε τοῦ κ. Καραμανλῆ εἶναι τὸ ἀκόλουθον: «Ἀλλὰ ἡ Κυβέρνησις περιέλαβε καὶ ἄλλας διατάξεις ἐκτὸς αὐτῆς εἰς τὸ παρὸν νομοσχέδιον, αἵτινες ἀποβλέπουν εἰς τὴν δημιουργίαν ἐκλογικῶν πλεονεκτημάτων ὑπὲρ αὐτῆς. Ἀρνεῖται, δηλαδή, τὸ δικαίωμα εἰς τὰς ἐκλογὰς τῶν στρατιωτικῶν καὶ τῶν γυναικῶν, μὲ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα, οὔτε καὶ ἀφελεῖς θὰ ἠδύναντο νὰ ἐξαπατήσουν». Μόνον αὐτοὶ οἱ τρεῖς λόγοι ὑπῆρξαν, οἱ ὁποῖοι προεκάλεσαν αὐτὴν τὴν ἔντονον ἀντίδρασιν τοῦ νῦν Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τότε ἁπλοῦ ἐν τῇ αἰθούσῃ βουλευτοῦ, διότι εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἦσαν ἄλλα Κόμματα, τὰ Κόμματα τοῦ Κέντρου, ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ νομίζω, ὅτι δὲν ἐδικαιοῦτο ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου νὰ προβῇ εἰς αὐτὴν τὴν εὔκολον καταγγελίαν περὶ ἀντιφάσεως ἐξ ἀφορμῆς ἑνὸς σημείου, ὅπου, ὄχι μόνον ἀντίφασις δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ ὅπου σημειοῦται, ἀκριβῶς, ἡ πλήρης ἐπικύρωσις τῶν ἀπόψεων, τὰς ὁποίας τότε ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχεν ἀναπτύξει. Διότι, σήμερον διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπαναφέρεται μὲν τὸ πλειοψηφικὸν διὰ τὰς μεθεπομένας ἐκλογάς, ἀλλὰ μὲ ἑνιαῖαν περιφέρειαν, δηλαδή, μὲ ἑνιαῖον μέτρον περιφερείας, τὴν περιφέρειαν τοῦ Νομοῦ, δεύτερον μὲ τὴν ψῆφον τῆς γυναικὸς καὶ τρίτον, μὲ τὴν ψῆφον τοῦ στρατοῦ. (Χειροκροτήματα).
§70Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ποὺ λέγετε, δὲν εἶναι ὀρθόν.
§71Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Εἶναι ἀπολύτως ὀρθόν. Κύριοι, κλείνω τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα εἶναι πάντοτε χρήσιμα καὶ πρέπει ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν νὰ τὰ ἀνοίγωμεν. Δὲν ἀποκλείεται νὰ ἔχωμεν ὑποπέσει ὅλοι εἰς τὸ ἁμάρτημα τῆς ἀντιφάσεως. Δὲν ὑπάρχει πολιτικὸς ἀνὴρ πλὴν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι προσηλωμένοι εἰς δόγμα, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι, ὡς πρὸς τὴν τακτικήν των λαμβάνουν ἐντολάς, αἱ ὁποῖαι συχνὰ τοὺς ὑποχρεώνουν νὰ μεταβάλλουν τὰς ἀπόψεις των, τὰς διατυπουμένας δημοσίᾳ, δὲν ὑπάρχει πολιτικὸς ἀνήρ, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἔχῃ, ἀναλόγως τῶν περιστάσεων ἢ λόγῳ τῆς παρόδου τοῦ χρόνου, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς νεωτέρας πείρας τὴν ὁποίαν ἀπέκτησε, τῶν νεωτέρων συνθηκῶν, αἱ ὁποῖαι ἐδημιουργήθησαν, νὰ μὴν ἔχῃ ἔλθει εἰς ἀντίφασιν μὲ κἄτι τὸ ὁποῖον εἶπεν ἄλλως τε. Εἰς τὴν προκειμένην, ὅμως, περίπτωσιν ἔκαμε λάθος ὁ κ. Παπανδρέου, νομίσας, ὅτι συνέλαβε τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, περιπεσόντα εἰς ἀντίφασιν. Θὰ εἴπω τώρα δι’ ὀλίγων τὰς ἐντυπώσεις μου ὡς ἁπλοῦν μέλος τῆς Βουλῆς καὶ οὐχὶ ὡς Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὰς ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας ἀπεκόμισα ἀπὸ τὴν ἀποψινὴν συζήτησιν. Ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, μετὰ συζήτησιν δέκα ἡμερῶν τοῦ ἐκλογικοῦ νομοσχεδίου καὶ ἀφοῦ εἶχε προηγουμένως κατὰ Μάρτιον μῆνα ἐπαφὴν μὲ ὡρισμένα Κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Κατὰ τὴν ἐπαφὴν ἐκείνην ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐνόμισεν, ὅτι εἶχε τὸ ἐθνικὸν δικαίωμα, ἢ μᾶλλον τὴν ἐθνικὴν ὑποχρέωσιν, νὰ προτείνῃ εἰς ὡρισμένα Κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δύο συστήματα. Τὰ συστήματα αὐτὰ ἀπερρίφθησαν. Καθ’ ὃν χρόνον ἐγίνοντο αἱ συζητήσεις ἐκεῖναι ἐβόα ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ ὁ τύπος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἔλεγεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις προετοιμάζει τεχνάσματα, ὅτι ἔχει σατανικὰς προθέσεις καὶ ἄλλα πολλά. Ἡ Κυβέρνησις ἐκάλεσε τοὺς Ἀρχηγοὺς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, δὲν ἐδέχθη συζήτησιν καὶ ἑπομένως, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὸν ἐξαναγκάσωμεν νὰ τὴν δεχθῇ, ἡ Κυβέρνησις, λέγω, ἐκάλεσε τοὺς Ἀρχηγοὺς καὶ ἔκαμνε μίαν ἀνοικτὴν συζήτησιν. Τὰ συστήματα τὰ ὁποῖα ἐπρότεινε εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἦσαν τὸ πλειοψηφικὸν καὶ τὸ σύστημα τῶν συγγενῶν Κομμάτων. Αἱ προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐγένοντο δεκταὶ καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐσκέφθη νὰ εἰσαγάγῃ ἕνα νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ τροποποιῇ τὸν νόμον τοῦ 1958, κυρίως κατὰ τὰ σημεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καθίστων τὴν εἴσοδον τῶν Κομμάτων τοῦ Κέντρου εἰς τὴν δευτέραν κατανομὴν ἀδύνατον. Καὶ ἔκαμεν οὐσιώδη βήματα πρὸς τὴν κατεύθυνσιν αὐτὴν διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως τὸ κατέθεσεν. Ἀλλὰ καὶ πάλιν κραυγαί, βοή, ἀγανάκτησις, καταγγελίαι κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἀποβλέπει εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ἐξουσίας καὶ μὲ 37% καὶ πάλιν ἀπειλαί, εἴτε ἄμεσοι, εἴτε ἔμμεσοι, εἴτε διὰ τοῦ τύπου, εἴτε καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, δι’ ὑπονοουμένων, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις, ἀκριβῶς, διὰ ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς αἴτημα τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ἔφερεν τὸ νομοσχέδιον, διὰ νὰ ἀνταποκριθῇ καὶ εἰς τὸ αἴτημα, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ ἀποτρέψῃ καὶ ἕνα κίνδυνον. Διότι, βεβαίως, δὲν ἀνταπεκρίθη ἡ Κυβέρνησις ἁπλῶς εἰς τὸ αἴτημα καὶ οὔτε εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἀνταποκρίνεται εἰς πᾶν αἴτημα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ ἤθελε νὰ ἀποτρέψῃ ἕνα κίνδυνον, τὸν κίνδυνον νὰ χρησιμοποιήσῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις τοῦ Κέντρου ὡς πρόσχημα τὸν νόμον τοῦ 1958, ἐὰν βάσει αὐτοῦ ἐγίνοντο αἱ ἐκλογαί, διὰ τὴν προσχώρησίν της εἰς λαϊκὸν μέτωπον. Καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θέλει νὰ ἀποτρέψῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔπρεπε καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις ὑπὸ οἱασδήποτε συνθήκας νὰ θέλῃ καὶ ἐκείνη νὰ τὸ ἀποφύγῃ καὶ νὰ μὴ περιμένῃ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ τῆς παράσχῃ ὅλα τὰ μέσα διὰ νὰ μὴ στραφῇ πρὸς τὴν συνεργασίαν μὲ τὴν Ἄκραν Ἀριστεράν, ἡ Κυβέρνησις, λέγω, θέλουσα νὰ ἀποτρέψῃ αὐτὸν τὸν κίνδυνον, ἀπεφάσισε νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὸ αἴτημα περὶ εἰσαγωγῆς ἑνὸς ἐκλογικοῦ συστήματος μὲ χαμηλότερον ποσοστὸν καί, οὕτω, ὡρίσθη τὸ ποσοστὸν 17% διὰ τὰ αὐτοτελῆ Κόμματα καὶ 25% ἢ 30% διὰ τοὺς συνασπισμούς. Ἠκούσαμεν ἐπὶ 10 ἡμέρας τὰς ἀπόψεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐσημειώθησαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὀξεῖαι συζητήσεις, ἀλλ’ ἐλέχθησαν καὶ ὡρισμένα πράγματα τὰ ὁποῖα ἦσαν διδακτικὰ καὶ ἡ Κυβέρνησις κατενόησε ποῖοι ἦσαν οἱ φόβοι τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπολιτεύσεως, πέραν τῶν δηλώσεων τὰς ὁποίας καὶ ἀπόψε ἔκαμαν ὀλιγώτερον ὁ κ. Παπανδρέου καὶ περισσότερον ὁ κ. Κωστόπουλος, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι ὁπωσδήποτε τὸ 17% τοὺς εἶναι ἐπαρκές. Κύριοι συνάδελφοι, ἀφοῦ ἠκούσαμεν, ἀφοῦ ἀνεγνώσαμεν τοὺς φόβους τοὺς δεδικαιολογημένους, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τοῦ βήματος, τὰς δεδικαιολογημένας ἀνησυχίας τῶν Κομμάτων τῆς κεντρώας Ἀντιπολιτεύσεως, ἐφθάσαμεν εἰς τὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ἐξήγγειλεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἀπόψε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ὅλαι αὐταὶ αἱ τροποποιήσεις, εἶναι τροποποιήσεις, βεβαίως, καὶ χάριν τοῦ Ἔθνους, ἀλλὰ τροποποιήσεις, αἱ ὁποῖαι εὐνοοῦν τὸ Κόμματα τοῦ Κέντρου. Καὶ ποία ὑπῆρξεν ἡ ὑποδοχή; Ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα ὁ κ. Κωστόπουλος, καὶ βεβαίως, ἐξωργίσθην, ἀλλὰ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἐξῆλθον, ὄχι δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλὰ διότι εἶχον κουρασθῆ καθήμενος καὶ ποία ἦτο ἡ πρώτη του φράσις; «Νέας παγίδας στήνει ἡ Κυβέρνησις». Κύριοι, ἀρκετά. Ὑπάρχει ἕνα ὅριον λογικῆς ἀντοχῆς τῆς σκέψεώς μας, ὅταν ἀκούωμεν τοιαῦτα πράγματα, ὑπάρχει ἕνα ὅριον λογικῆς ἀντοχῆς. Ἄσχετα ἀπὸ τὴν ἠθικὴν τοποθέτησιν, δὲν θέλω νὰ κρίνω κἂν τὴν στάσιν αὐτὴν ἀπὸ ἀπόψεως ἠθικῆς, δὲν θέλω νὰ κρίνω τὴν στάσιν ἐκείνων τῶν κυρίων, οἱ ὁποῖοι ἐξακολουθοῦν νὰ ὁμιλοῦν περὶ παγίδων καὶ τεχνασμάτων ἀπὸ ἀπόψεως ἠθικῆς, δικαιοῦμαι, ὅμως, νὰ τὴν κρίνω ἀπὸ ἀπόψεως στοιχειώδους λογικῆς. Ἀνεμέναμεν, ὄχι βεβαίως, νὰ ἀνέλθῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις εἰς τὸ βῆμα καὶ νὰ εὐχαριστήσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ὄχι νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι ἡ μείωσις τοῦ 17% εἰς 15% καὶ κυρίως ἡ ἐξασφάλισις εἰσόδου τοῦ τρίτου Κόμματος ἔστω καὶ 8% ἐὰν λάβῃ, εἰς τὴν δευτέραν κατανομὴν εἶναι οὐσιώδεις παραχωρήσεις, ἀλλὰ τοὐλάχιστον νὰ μὴ ὁμιλήσῃ περὶ νέων παγίδων. Αἱ τροποποιήσεις τοῦ νομοσχεδίου, τὰς ὁποίας ἐξήγγειλεν ἡ Κυβέρνησις, ἐξασφαλίζουν εἰς τὸ Κέντρον, ἐφ’ ὅσον θὰ ἔχῃ τὸ ἴδιον τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἀγωνισθῇ, ἐκπροσώπησιν, ὄχι ἁπλῶς ἀξιοπρεπῆ, ἀλλὰ ἰσχυρὰν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Δὲν ἀνεμένομεν παρὰ ταῦτα οἱ Ἀρχηγοὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ν’ ἀνέλθουν εἰς τὸ βῆμα καὶ νὰ μᾶς εὐχαριστήσουν. Δὲν συνηθίζει ποτὲ ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ εὐχαριστῇ τὴν Κυβέρνησιν, δυστυχῶς, τὰ ἔθιμα τὰ Κοινοβουλευτικὰ ὑπῆρξαν πάντοτε αὐτά. Ἔστω καὶ ὅταν μέσα εἰς τὴν συνείδησίν των οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἀναγνωρίζουν κἄτι τὸ ἔντιμον καὶ τὸ ὡραῖον, τὸ ὁποῖον κάμνει ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἐννοοῦν δημοσίᾳ, ὅπως θὰ ὤφειλον νὰ τὸ ἀναγνωρίσουν καὶ νὰ τὸ διακηρύξουν. Ἀλλὰ δὲν ἀνεμέναμεν αὐτό, ἀνεμέναμεν, τοὐλάχιστον, μίαν κάπως ἀνωτέραν ἔναντι τῆς Κυβερνήσεως στάσιν καὶ ὄχι νὰ ἀκούσωμεν τὰ ὅσα ἠκούσαμεν, Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ κ. ἐκπρόσωπος τῆς Κ.Ε.Α. ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα ὀργίλος καὶ μαινόμενος καὶ μᾶς κατήγγειλεν, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τῶν ἡμερῶν, καθ’ ἅς ἐσκεπτόμεθα τὰς τροποποιήσεις τὰς ὁποίας ἐξήγγειλεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, τὰς ἐσκεπτόμεθα διὰ νὰ στήσωμεν ἀκόμη περισσοτέρας παγίδας εἰς τὸ δύσμοιρον Κέντρον. Αἴ, κύριοι, αὐτὸ πάει πολύ! Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα καὶ ἐξεφώνησεν ἕνα ἐθνικὸν λόγον. (Χειροκροτήματα). Ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα καὶ ἀδιαφορῶν διὰ τὰ στενῶς ἐννοούμενα συμφέροντα τοῦ Κόμματος, τοῦ ὁποίου ἡγεῖται, ἐπρότεινε τὰς τροποποιήσεις τὰς ὁποίας ἐπρότεινε. Δίδει κατ’ ἀρχὴν τὴν δυνατότητα νὰ εἰσέλθουν τέσσαρα Κόμματα, διότι τὸ Κέντρον εἶχε λάβει ἄνω τῶν 30% εἰς τὰς προηγουμένας ἐκλογὰς καὶ οὕτω θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπῃ κανείς, ὅτι τὸ 17% δὲν εἶναι δυνατὸν διπλασιαζόμενιν νὰ χωρέσῃ εἰς τὸ 30 ἢ 32%, ἐνῷ τὸ 15% χωράει διπλασιαζόμενον εἰς τὸ 30%. Δεύτερον ἐξασφαλίζει τὴν εἴσοδον ὁπωσδήποτε τρίτου Κόμματος εἰς τὴν δευτέραν κατανομήν, χωρὶς νὰ θίγῃ τὴν πιθανότητα εἰσόδου καὶ τετάρτου, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δεδομένων τοῦ 1958, δεδομένων, τὰ ὁποῖα φροντίσατε, κ. συνάδελφοι τοῦ Κέντρου, νὰ τὰ καταστήσητε εὐνοϊκώτερα δι’ ὑμᾶς, ὁπότε θὰ εἰσέλθουν τέσσαρα Κόμματα. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν δὲν συμβῇ αὐτό, σᾶς ἐξασφαλίζει ὁπωσδήποτε τὴν εἴσοδον εἰς τὴν δευτέραν κατανομήν, ἀσχέτως τοῦ ἐὰν λάβῃ τὸ τρίτον κατὰ σειρὰν Κόμμα 15%, ἢ 13%, ἢ 8%. Οὔτε αὐτὸ ἐξετιμήθη. Δὲν ἠκούσθη μία φράσις, ἡ ὁποία τὴν γενναίαν χειρονομίαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰδικώτερον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, νὰ τὴν ὑποδεχθῇ μὲ μίαν ὡραίαν ἀντίστοιχον χειρονομίαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο μὲ εἰλικρινῆ καὶ ἀνοικτὴν σκέψιν νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι πρόκειται περὶ οὐσιώδους, ὄχι περὶ ἀσημάντου, ἀλλὰ περὶ οὐσιώδους τροποποιήσεως. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ σὺν 1. Αὐτὸ πράγματι, μὲ μίαν μόνον μικρὰν φράσιν ἕκαστος, τῶν κ.κ. Ἀρχηγῶν, οἱ ὁποῖοι ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, εἶπον, ὅτι εἶναι καλόν, ὅτι τὸ ἀποδέχονται, ὅτι εἶναι εὐπρόσδεκτον. Θὰ ἔπρεπεν, ὅμως, ἡ μία φράσις νὰ διπλασιασθῇ, νὰ συμπληρωθῇ μὲ μίαν δευτέραν, ἡ ὁποία νὰ συνδυάζῃ τὸ σὺν 1 μὲ τὴν δευτέραν κατανομήν. Ὄχι διὰ νὰ ἐκφρασθοῦν εὐχαριστίαι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ διὰ νὰ καταδειχθῇ, ὅτι οἱ κ. Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων ἀνέπτυξαν τὸ θέμα πλήρως καὶ λογικῶς. Θὰ ἔπρεπεν, ἀμέσως νὰ συνδυάσουν τὸ σὺν 1 μὲ τὴν δευτέραν κατανομήν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, βασιζόμενος ἐπὶ στοιχείων ἀπολύτως δεδομένων, εἶπε, καὶ αὐτὸ ἀποδεικνύεται καὶ τὸ γνωρίζουν ἅπαντες οἱ εἰδικοὶ τοῦ Κέντρου, ἢ ὅλων τῶν Κομμάτων οἱ ἀσχοληθέντες μὲ τὰ ἐκλογικά, ὅτι μὲ τὸ σὺν 1, θὰ μειωθῇ εἰς τὸ ἥμισυ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἑδρῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ μείνουν διαθέσιμοι καὶ ἀκάλυπτοι μετὰ τὴν πρώτην κατανομήν. Ἐνῷ αἱ ἕδραι θὰ ἦσαν 100, ἤδη θὰ εἶναι 50. Καὶ δὲν εὑρέθη εἷς ἐκ τῶν κ. Ἀρχηγῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ εἴπῃ, ὅτι αὐτὸ εἶναι οὐσιῶδες, ὅτι προχωροῦμεν σχεδὸν μέχρι τῆς ἁπλῆς ἀναλογικῆς καὶ ἀφήνομεν ἀπὸ τὰς 300 ἕδρας, 50 μόνον ἕδρας, αἱ ὁποῖαι καὶ αὐταὶ θὰ κατανεμηθοῦν, οὐχὶ μεταξὺ δύο, ἀλλὰ μεταξὺ τριῶν καὶ ἐνδεχομένως, μεταξὺ τεσσάρων Κομμάτων. Καὶ αὐτὴν τὴν μεγάλην, τὴν βασικὴν καὶ ριζικὴν μεταβολὴν τοῦ νομοσχεδίου —θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος, κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, νὰ τὸν μιμηθῶ κτυπῶν τὴν χεῖρα ἐπὶ τῆς ἕδρας— αὐτὴν τὴν βασικήν, τὴν μεγίστην μεταβολήν, ἡ ὁποία τροποποιεῖ τὸ νομοσχέδιον, ὄχι ἁπλῶς οὐσιωδῶς, ἀλλὰ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος δίδει εἰς τὸ Κέντρον δυνατότητας, τὰς ὁποίας, οὔτε ἤλπιζεν, οὔτε ἠδύνατο νὰ διεκδικήσῃ τὴν μεταβολὴν αὐτήν, τὴν ὑπεδέχθη ἡ Ἀντιπολίτευσις τοῦ Κέντρου, καθ’ ὃν τρόπον ὅλοι διεπιστώσατε. Ἀντὶ τοὐλάχιστον σιωπῆς, νέαι κατηγορίαι, νέαι ἐπιθέσεις, νέαι καταγγελίαι περὶ παγίδων, περὶ τεχνασμάτων καὶ περὶ σατανικῶν διαθέσεων τῆς Κυβερνήσεως ἐξετοξεύθησαν.
§72Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν ἔχει ἀκουστικὴν ἡ Κυβέρνησις, διότι αὐτὸ τὸ εἴπομεν.
§73Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Δὲν ὡμιλήσατε μόνον σεῖς, κ. Ἀρχηγὲ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου.
§74Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τὸ γενικεύετε.
§75Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Δὲν ὡμιλήσατε μόνον ὑμεῖς. Ὡρισμένα, ὅμως, τὰ ὁποῖα εἶπον, ἀφοροῦν καὶ ὑμᾶς. Τὸ σὺν 1, ἠμπορούσατε νὰ τὸ συνδυάσετε μὲ τὸ θέμα τῆς δευτέρας κατανομῆς καὶ δὲν τὸ ἐθεωρήσατε ἀναγκαῖον, ἐνῷ ἦτο ἀναγκαῖον νὰ ἐξετάσητε εἰς ὅλην αὐτοῦ τὴν ἔκτασιν καὶ τὰς ἐπιπτώσεις, τὰς ὁποίας θὰ ἔχῃ εἰς τὴν δευτέραν κατανομὴν τὸ σὺν 1.
§76Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐὰν κάμετε τὸν κόπον νὰ ἀναγνώσητε εἰς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ τὴν ὁμιλίαν μου, θὰ ἴδητε αὐτὰ ποὺ εἶπον. Εἶπον, ὅτι ἡ προσθήκη τοῦ σὺν 1 εὐρύνει τὴν συμμετοχὴν τῆς πρώτης κατανομῆς εἰς τὰ Κόμματα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ μετάσχουν εἰς τὴν δευτέραν κατανομήν. Μειώνει τὸν ἀριθμὸν τῶν ἑδρῶν τῆς δευτέρας κατανομῆς. Καὶ εἶπον, ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ καὶ πολλὰ ἄλλα. Ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ κρίνετε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγει ἕκαστος. Εἶμαι πρόθυμος νὰ κρίνητε τὰ ὅσα εἶπον. Δὲν δέχομαι νὰ κριθῶ δι’ ὅσα δὲν εἶπον!
§77Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριοι, ἐνδεχομένως, ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, νὰ προσέθεσε ὡρισμένας φράσεις, σχετικῶς μὲ τὴν ἐπίπτωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ αὔξησις τοῦ διαιρέτου, ἀλλὰ δὲν συνήγαγεν, οὔτε ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου τὰ εὐρέα ἐκεῖνα συμπεράσματα ὡς πρὸς τὴν δευτέραν κατανομὴν τὰ ὁποῖα συμπεράσματα προκύπτουν ἀπὸ τὸ σὺν 1. Καὶ ποῖα εἶναι διὰ νὰ τὰ ἀναλύσω δι’ ὀλίγων; Αἱ 100 ἕδραι, ὅπως εἶπον, θὰ γίνουν 50, καὶ αἱ 50 θὰ κατανεμηθοῦν, ὄχι πλέον μεταξὺ δύο Κομμάτων, ὅπως ἐφοβοῦντο τὰ Κόμματα τοῦ Κέντρου, ὅτι θὰ κατενέμοντο λόγῳ τῆς ἀδυναμίας, τὴν ὁποίαν ἐξ ὑπαιτιότητός των παρουσιάζουν, ἀλλὰ θὰ γίνῃ κατανομὴ τῶν 50 μεταξὺ τριῶν καὶ ἐνδεχομένως, μεταξὺ τεσσάρων Κομμάτων. Ἑπομένως, αἱ δυνατότητες λαφυραγωγήσεως—καὶ ἠκούσατε συνεχῶς ἐπὶ ἡμέρας αὐτὰς τὰς μεγάλας λέξεις—αἱ δυνατότητες λαφυραγωγήσεως τῶν μικρῶν Κομμάτων ποῖαι εἶναι; Ἀφοῦ ἐκ τῶν 300 ἑδρῶν, αἱ 250 θὰ ἔχουν δοθῆ μὲ τὴν πρώτην κατανομὴν βάσει τοῦ ἁπλοῦ ἀναλογικοῦ συστήματος, ἀφοῦ δὲν θὰ μᾶς μείνουν παρὰ μόνον 50, ἀφοῦ τὰς 50 θὰ τὰς μοιρασθοῦν, ὄχι 2, ἀλλὰ 3 καὶ ἐνδεχομένως, 4 Κόμματα, ποῖον εἶναι τὸ μέγα πρόβλημα, τὸ ὁποῖον προκαλεῖ τὴν ἱερὰν ἀγανάκτησιν; Καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἐκπρόσωπον τῆς Ε.Δ.Α., κἄποιον λόγον εἶχεν ἐμφανισθεὶς ἀπόψε ὅπως ἐνεφανίσθη. Ὁ ἐκπρόσωπος τῆς Ε.Δ.Α. ἐστενοχωρήθη βαθύτατα σήμερον, διότι διὰ τῶν τροποποιήσεων, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξήγγειλε, κατέστησε σχεδὸν ἀδύνατον τὸ λαϊκὸν μέτωπον. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Κυβερνητικῆς πτέρυγος). Ὄχι σχεδόν, ἀλλὰ ὁπωσδήποτε ἀδύνατον. Καὶ ἦτο ἑπόμενον, νὰ ἐκμανῇ ἡ Ε.Δ.Α. καὶ ἐν ὀνόματι τῆς Ε.Δ.Α. νὰ ἐκμανῇ ὁ ἐκπρόσωπός της.
§78Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Διατὶ δὲν δέχεσθε τὴν ἁπλῆν ἀναλογικήν, ὥστε νὰ τὸ καταστήσετε ἀδύνατον;
§79Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβερνήσεως). Ἀλλά, διατὶ δὲν ἐξέφρασαν μὲ μετρημένον ἔστω τρόπον τὴν ἱκανοποίησίν των τὰ κόμματα τοῦ Κέντρου ἐκ τῶν τροποποιήσεων, τὰς ὁποίας ἐξήγγειλεν ὁ Πρωθυπουργός; Αὐτὸ εἶναι τὸ πρόβλημα. Τὸ πρόβλημα τῆς Ε.Δ.Α. δὲν ἦτο κἂν ἀνάγκη νὰ τὸ θέσω. Τὸ ἔθεσα, ἀλλὰ ἡ ἀπάντησις εἶναι αὐτόματος. Ὅλοι ἀντελήφθητε διατὶ ἀπόψε μὲ τρόπον πείσμονα, μὲ ἐμφανῆ πελιδνότητα ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα ὁ κ. Ἠλιοῦ. Συνήθως ὁμιλεῖ κατ’ ἄλλον τρόπον, ἀπόψε ἦτο πελιδνός, διότι ἔβλεπε νὰ χάνεται μία μεγάλη εὐκαιρία διὰ τὴν Ἄκραν Ἀριστεράν. Ἀλλὰ ἔχει καλῶς ὅσον ἀφορᾷ τὴν Ἄκραν Ἀριστερὰν ἢ μᾶλλον ἡ Ἄκρα Ἀριστερὰ ἔχει κακῶς.
§80Μ. ΣΒΩΛΟΥ. Καθόλου κακῶς.
§81Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβερν.). Μὲ συγχωρεῖτε κυρία Σβώλου, αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου. Ἀλλὰ τὸ Κέντρον; Τὸ Κέντρον, κύριοι, ἐλπίζω, ὅτι θὰ θελήσῃ κατὰ τὸ διάστημα τῶν τριῶν ἡμερῶν ποὺ μᾶς χωρίζουν ἀπὸ τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, νὰ σκεφθῇ ἔτι ὡριμότερον τὸ ὅλον θέμα. Δὲν ἐνόμισεν ἀπόψε, ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβῃ θέσιν ὁριστικὴν ἢ μᾶλλον ἔλαβε θέσιν ὁριστικήν, ἀλλὰ συνεδύασε τὴν ὁριστικὴν αὐτὴν θέσιν μὲ τὴν προσδοκίαν τὴν ὁποίαν διετύπωσε περὶ ἄλλων μεγαλυτέρων μεταβολῶν. Κύριοι, ἄλλαι μεταβολαὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν. Αἱ μεταβολαί, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἶναι αἱ μεγαλύτεραι δυναταί, αἱ ὁποῖαι ἀρκεῖ νὰ κατανοηθοῦν, ἀπὸ σᾶς τοὺς ἐκπροσώπους τοῦ Ἐθνικοῦ Κόμματος, ὅπως πρέπει, διὰ νὰ ἀξιοποιηθοῦν εἰς τὰς μελλούσας ἐκλογὰς καὶ ὑπὲρ ὑμῶν καὶ ὑπὲρ τοῦ Ἔθνους. Ἡ Κυβέρνησις ἐξήγγειλεν ἀπόψε τὰς τροποποιήσεις. Οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι τῆς Συμπολιτεύσεως συνεφώνησαν πρὸς τὰς τροποποιήσεις αὐτάς.
§82ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί νὰ κάνουν.
§83ΠΑΝ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβερνήσεως). Παρακαλοῦνται νὰ συμφωνήσουν, ἀλλὰ καὶ δικαιοῦμαι νὰ εἴπω, ὅτι συνεφώνησαν χειροκροτήσαντες, καθ’ ὃν τρόπον ἐχειροκρότησαν τὸν Ἀρχηγόν των. Καὶ ἀπομένει νὰ συνεννοηθῶμεν αὐτὴν τὴν στιγμὴν περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ διεξαχθῇ ἡ περαιτέρω συζήτησις. Ἡ Κυβέρνησις, ἂν ἐπιτρέπῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, προτείνει νὰ ἐπιταχυνθῇ τὸ ἔργον μας. Ὑπάρχουν πλέον δεδομέναι αἱ ἀπόψεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὑπάρχει δεδομένη ἡ τελευταία ἄποψις τῆς Κυβερνήσεως. Αἱ τροποποιήσεις ἐγένοντο ἀπόψε γνωσταί. Ἔναντι τῶν ἀπόψεων αὐτῶν τῆς Κυβερνήσεως ἔλαβον θέσιν οἱ Ἀρχηγοὶ ὅλων τῶν κομμάτων καὶ εἶναι δυνατὸν πλέον, νομίζω, νὰ εἰσέλθωμεν ἀπὸ τῆς προσεχοῦς Τρίτης εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§84ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὴν Δευτέραν.
§85ΠΑΝ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβερνήσεως). Τὴν Δευτέραν εἶναι ἑορτὴ καὶ φοβοῦμαι, ὅτι θὰ εἶναι δύσκολον εἰς τοὺς κ. συναδέλφους νὰ ἔλθουν. Θὰ παρεκαλούσαμεν, ἐὰν εἶναι δυνατόν, νὰ ὁρισθῇ καὶ ἡ Τρίτη ὡς ἡμέρα νομοθετικῆς ἐργασίας.
§86ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἠμπορεῖ.
§87ΠΑΝ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβερνήσεως). Τότε θὰ ἴδωμεν, κύριοι, ἂν προλάβωμεν νὰ περάσωμεν τὸν ἐκλογικὸν νόμον καὶ μέχρις ὅτου γίνῃ τοῦτο, τὸν Ὀκτώβριον ἢ Νοέμβριον, θὰ ἰσχύῃ ὁ νόμος τοῦ 1958. Σᾶς παρακαλῶ ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας νὰ σκεφθῆτε: Θέλετε ἐκλογικὸν νόμον μέσα εἰς πεπερασμένον χρόνον συνεδριάσεων καὶ ὄχι εἰς ἄπειρον; Συμπληροῦνται δύο ἑβδομάδες κατὰ τὰς ὁποίας γίνεται συζήτησις τοῦ ἐκλογικοῦ νομοσχεδίου. Ἀπόψε ἡ Κυβέρνησις εἶπε τὴν ὁριστικὴν τῆς γνώμην καὶ ἀνεκοίνωσε τὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας δέχεται. Ἔλαβον θέσιν ἐπ’ αὐτῶν οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων. Παρακαλεῖ, λοιπόν, ἡ Κυβέρνησις δι’ ἐμοῦ, νὰ βοηθήσετε, ὥστε νὰ περάσῃ τὸ νομοσχέδιον τὴν ἄλλην ἑβδομάδα. Δὲν θέλουν τὰ κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Εὐχαρίστως νὰ τὸ ἀφήσωμεν διὰ τὸν Ὀκτώβριον ἢ Νοέμβριον.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀφείλω νὰ κάμω μίαν διευκρίνησιν, ὅτι ἡ Ε.Δ.Α. ἐδήλωσεν, ὅτι συμφωνεῖ εἰς τὴν κατὰ συνέχειαν συζήτησιν τῆς προσεχοῦς ἑβδομάδος.
§89Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἐπειδὴ ἐπὶ μακρὸν ἠσχολήθητε μὲ τὸ ὕφος μας, ἦλθεν ἡ ὥρα τῆς ἀνταποδόσεως.
§90ΠΑΝ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβερνήσεως). Εὐχαρίστως.
§91Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐπὶ τῆς οὐσίας τὸ Δημοκρατικὸν Κέντρον εἶναι ἀπολύτως σύμφωνον καὶ δὲν νομίζει, ὅτι θὰ εἶναι μεγάλη ἀπώλεια ἐὰν ἡ συζήτησις τῆς ἐπερωτήσεως, διὰ τὴν ἐπαρχίαν δὲν συνεχισθῇ τὴν προσεχῆ Τρίτην. Ἑπομένως ἐπὶ τῆς οὐσίας τὸ Δημοκρατικὸν Κέντρον συμφωνεῖ. Λυπεῖται ὅμως, διὰ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ἠπειλήθη καὶ τὸ Κέντρον καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐν γένει διὰ τὴν περίπτωσιν ποὺ δὲν θὰ ἔμενε σύμφωνος.
§92ΠΑΝ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβερνήσεως). Κύριε Ἀρχηγὲ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, κατὰ λάθος εἰς τὸν χῶρον σας, εἰς τὸν χῶρον τοῦ Κέντρου, παρεισέφρησεν εἷς ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων, ὁ ὁποῖος ἐκπροσωπεῖ ἄλλο κόμμα, καὶ χωρὶς νὰ ἀντιληφθῶ, ὅτι εἶναι ἐκπρόσωπος ἑτέρου κόμματος. Ἀπήντησα, λοιπόν, ὡς ἐὰν ἡ ἄρνησις περὶ συνεχοῦς συζητήσεως κατὰ τὴν προσεχῆ ἑβδομάδα προήρχετο ἀπὸ τὸ Κέντρον, ἐνῷ ἀποδεικνύεται, ὅτι προήρχετο ἀπὸ ἕνα συνάδελφον ἄλλου κόμματος.
§93Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, ἡ μεταβολὴ αὐτὴ δὲν εἶναι ἀρκετὸν νὰ συμφωνήσουν τὰ κόμματα διὰ νὰ γίνῃ. Πρέπει νὰ συμφωνήσωμεν ὅλοι, διότι εἶναι διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ — καὶ ἐφιστῶ ἐπὶ τούτου τὴν προσοχήν σας.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σύμφωνοι, κ. Κύρκο, ἀλλὰ τὴν ἰδικήν σας συμφωνίαν τὴν προεξοφλῶ. Γνωρίζω, ὅτι θὰ μοῦ κάμετε τὴν χάριν νὰ συμφωνήσετε!
§95Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Ἐγώ, ὡς ἄτομον.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ξεύρω, ὅτι συμφωνεῖτε. Δὲν ὑπάρχει θέμα. Ἀλλ’ ἐγὼ ἤρχισα ἀπὸ τὴν μείζονα Ἀντιπολίτευσιν, διότι ἔβλεπα τὸν κ. Ἠλιοῦ νὰ φεύγῃ. Κατόπιν ἐπρόκειτο νὰ προχωρήσω... γεωγραφικῶς, ἂς εἴπωμεν, ἕως τοὺς ἀνεξαρτήτους κλπ. Συνεπῶς συμφωνοῦμεν ὅλοι, ὅτι ἀπὸ τῆς προσεχοῦς Τρίτης θὰ ἀρχίσῃ καὶ θὰ συνεχισθῇ ἡ κατ’ ἄρθρον συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου.
§97Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ἡμᾶς δὲν ἐλύθη τὸ πρόβλημα. Ἂς συνεχίσῃ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ θὰ σᾶς εἴπωμεν τὴν γνώμην μας.
§98ΠΑΝ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβερνήσεως). Κύριε Κύρκο, ἀκριβῶς, σεβόμενος αὐτὴν τὴν ἀρχήν, ἡ ὁποία εἶναι ἀρχὴ συνδεομένη μὲ τὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ μὲ τὸν Κανονισμόν, σεβόμενος αὐτὴν τὴν ἀρχήν, εἶπον, ὅταν ὁ κ. Μπριλλάκης ἀνεφώνησεν, ὅτι δὲν ἔχει ἀντίρρησιν ἡ Ε.Δ.Α., νὰ συνεχισθῇ καὶ τὴν Τρίτην ἡ συζήτησις, εἶπον, ὅτι αὐτὸ δὲν ἀρκεῖ, διότι καὶ εἷς ἐκ τῶν κ.κ. συναδέλφων ἐὰν διεφώνει, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ ἀπόφασις. Ἑπομένως, διετύπωσα τὴν παράκλησιν, πρὸς ὅλους, πρὸς ὅλα τὰ κόμματα καὶ ὅταν διετύπωνα τὴν παράκλησιν, ὁ κ. Γαληνὸς ἐξεδήλωσεν ἀντίδρασιν καὶ δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς, εἶπον ὅσα εἶπον, οὐχὶ μὲ τὸ νόημα, τὸ ὁποῖον ἠθέλησε νὰ ἀποδώσῃ εἰς τοὺς λόγους μου, ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος, ἀλλὰ μὲ μίαν καθαρῶς προσωπικὴν ἀντίδρασιν ἀπέναντι τοῦ ἐνδεχομένου, μιᾶς πάρα πολὺ μεγάλης παρατάσεως τῶν συζητήσεων. Θὰ ἤθελον νὰ τὸν βεβαιώσω, ὅτι αὐτὴν καὶ μόνην τὴν σημασίαν εἶχον οἱ λόγοι μου καὶ ὅτι καμμιὰ φορὰ ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ τὸ καθαρῶς ἀνθρώπινον στοιχεῖον, πρέπει νὰ ἐκδηλοῦται. Ἁπλούστατα ἠγανάκτησα ὡς ἄτομον, ὅταν εἶδον, ὅτι ὑπάρχει πρόθεσις παρατάσεως τῆς συζητήσεως, ὕστερα ἀπὸ δύο ἑβδομάδας, πέραν τῆς μιᾶς τὸ πολὺ ἑβδομάδος. Ἦτο φυσικὸν νὰ ἀντιδράσω καὶ ἐπαναλαμβάνω τὴν ἀντίδρασίν μου, διότι, ἁπλούστατα, καὶ οἱ κ. συνάδελφοι, ἀλλὰ καὶ ὁ λαὸς ὁ ἑλληνικός, ὁ ὁποῖος παρακολουθεῖ τὴν συζήτησιν καὶ ὁ ὁποῖος αὔριον θὰ ἐκτιμήσῃ τὸ μέγεθος τῆς γενναιοφροσύνης τῆς Κυβερνήσεως, θὰ κρίνουν κατὰ τρόπον δυσμενῆ, ἐκείνους, ἐξ ὑμῶν, οἱ ὁποῖοι, δὲν θὰ μᾶς βοηθήσουν νὰ τελειώσωμεν ἐντὸς μιᾶς ἑβδομάδος, ψηφίζοντες τὸ νομοσχέδιον. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§99Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε, κ. Πρόεδρε;
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠμπορῶ νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ ἐγώ;
§101Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε;
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιτρέπετε καὶ εἰς ἐμὲ νὰ δώσω τὸν λόγον εἰς τὸν ἑαυτόν μου; Ἐπιμένω καὶ θὰ παρακαλέσω νὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν. Ἡ πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως καὶ φυσικὰ καὶ τοῦ Προεδρείου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐν ἐπαφῇ μὲ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ τὸ ὁποῖον διατηρεῖ πάντοτε ἐπαφὴν μὲ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἰδίᾳ ὅταν πρόκειται διὰ τόσον σοβαρὰ ζητήματα, ὡς εἶναι τὸ νὰ δοθοῦν διὰ νομοθετικὴν ἐργασίαν, αἱ ἡμέραι καθ’ ἃς διεξάγεται ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος, πρόθεσίς μας, ἐπαναλαμβάνω, ἦτο νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ συγκατάθεσις ὑμῶν. Ἐζήτησα τὴν συγκατάθεσιν τῆς Ε.Δ.Α., ἡ ὁποία μοῦ ἐδόθη. Ἐπρόκειτο, ἐν συνεχείᾳ νὰ ζητήσω καὶ τὴν συγκατάθεσιν καὶ τῶν ὑπολοίπων κομμάτων. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κ. Κωστόπουλε, νὰ μὴ ἐπιμείνετε εἰς τὴν ἄποψίν σας, διότι θὰ ἔχωμεν τοῦτο τὸ κακόν, θὰ ὑποβληθῶμεν εἰς ὁλονυκτίους συνεδριάσεις ἕως τὰ ἐξημερώματα. Διὰ ποῖον λόγον; Ὑπάρχει δὲ διὰ τοῦ Κανονισμοῦ ὁ τρόπος νὰ γίνῃ καὶ αὐτό, τὸ ὁποῖον θέλετε καὶ αὐτό, τὸ ὁποῖον θέλει μία εὐρυτέρα πλειοψηφία τῆς Βουλῆς αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Νὰ κάμωμεν ἡμίσειαν ὥραν ἐρωτήσεις καὶ ἀμέσως νὰ τεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἐρώτημα τῆς λήξεως τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἐρωτήσεων καὶ τῆς εἰσόδου εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας. Θὰ σᾶς παρεκάλουν πάρα πολύ, κ. Κωστόπουλε, νὰ συμβάλητε καὶ σεῖς εἰς αὐτό. Ὁ κ. Κύρκος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀδιάλλακτος καὶ μὲ τὸν ὁποῖον δὲν ἔχομεν πολλὴν φιλίαν, κοινοβουλευτικήν, ὑπεχώρησε. Δὲν θὰ ὑποχωρήσητε σεῖς; Σᾶς παρακαλῶ πάρα πολύ. Εἴμεθα σύμφωνοι;
§103Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρῶτον, δὲν εἴμεθα σύμφωνοι, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαδικασίαν, ἡ ὁποία ἐτηρήθη καὶ ἡ ὁποία προεξώφλησε τὴν γνώμην μας, χωρὶς νὰ ἔχωμεν ἐρωτηθῆ.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, κ. Κωστόπουλε, δὲν ἔχει οὕτω τὸ πρᾶγμα.
§105Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι ἀνεκοινώθη, ὅτι ἐφ’ ὅσον συνεφώνησεν ἡ Ε.Δ.Α., ἔληξεν ἡ ὑπόθεσις.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπρόκειτο νὰ θέσω τὸ ἐρώτημα, κ. Κωστόπουλε, σᾶς ζητῶ συγγνώμην, ἐὰν ἀντελήφθητε, ὅτι ὑπῆρξε πρόθεσις μειώσεως πρὸς τὸ κόμμα σας ἐκ μέρους τοῦ Προεδρείου. Οὐδεμία τοιαύτη πρόθεσις.
§107Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ συνεφώνησεν ἡ Ε.Δ.Α., ἔληξεν ἡ ὑπόθεσις; Ἐπειδὴ δὲν εἴμεθα παράρτημα τῆς Ε. Δ.Α., θὰ προτείνωμεν νὰ δοθῇ ἡ Παρασκευὴ μόνον διὰ νομοθετικὴν ἐργασίαν καὶ ἡ Τρίτη νὰ μείνῃ ἡμέρα κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν προελάμβανον, ἔφευγεν ὁ κ. Ἠλιοῦ καὶ τὸν ἐκάλεσα ἀπὸ τῆς ἕδρας.
§109Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον, ὅτι ἐπράξατε κακῶς.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τέλος πάντων, σᾶς ἐξέφρασα τὴν λύπην μου.
§111Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ λύσωμεν τὴν διαφορὰν προτείνω μέσην λύσιν, νὰ συζητήσωμεν τὴν Τρίτην τὰς ἐπερωτήσεις καὶ νὰ ἔχωμεν τὴν Παρασκευὴν τὴν ἐπέκτασιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατί ἐπιμένετε εἰς αὐτό; Παρακαλῶ, μὴ ἐπιμένετε. Νομίζω, ὅτι δὲν θὰ σᾶς πικράνω, ἐὰν ἐπιμείνω. Ἀφήσατε, κ. Κωστόπουλε, θὰ ἐκδώσωμεν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§113Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, κ. Πρόεδρε. Νὰ τὸ συζητήσωμεν ἀργότερον.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι σύμφωνος ἡ Βουλή.
§115Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἡμέρας τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, συνεφωνήσαμεν προηγουμένως. Ἐὰν ὅμως ἐπιμείνῃ ἕνα κόμμα, φυσικὸν εἶναι νὰ διατεθῇ ἡ μία ἡμέρα. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄλλην πρότασιν τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἴμεθα ὅλως ἀντίθετοι, ὅτι δηλαδὴ πρέπει νὰ λήξῃ ἡ κατ’ ἀρχὴν συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου καὶ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Ὑπάρχει περιθώριον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξαντληθῇ.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καλῶς. Ἐπ’ αὐτοῦ ἐγὼ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιμείνω. Ἀλλὰ ἐπὶ τοῦ ἄλλου θέματος, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν ἤδη καὶ αὐτὴν τὴν δήλωσιν τοῦ ἐκπροσώπου τῆς Ε.Δ.Α., κατὰ μείζονα λόγον πρέπει νὰ ἐπιμείνω. Κύριε Κωστόπουλε, ἵνα μὴ καταπονηθῇ τὸ Σῶμα καὶ τὸ Προεδρεῖον, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ ἐπιμείνητε. Εἴμεθα σύμφωνοι;
§117Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῶν ἐρωτήσεων, κατόπιν νὰ γίνῃ ἐπὶ μίαν ὥραν συζήτησις ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων καί, μετὰ ταῦτα, νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴπομεν ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν νὰ κάμωμεν ἐρωτήσεις καὶ μετὰ ταῦτα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Σύμφωνοι; Θέλει κανεὶς τὸν λόγον;
§119Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κ. Γαληνέ.
§121Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος, κ. Πρόεδρε, τῆς Τρίτης, ἤθελον νὰ δηλώσω, ὅτι ἡ Δημοκρατικὴ Ἕνωσις συμφωνεῖ, ἐφ’ ὅσον δὲν θὰ ἐτερματίζετο ἀπόψε ἡ κατ’ ἀρχὴν συζήτησις.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ νὰ τερματισθῇ ἡ κατ’ ἀρχὴν συζήτησις, ἔπρεπε νὰ ἔχω τὴν ὁμόφωνον γνώμην τῶν κομμάτων. Θὰ παρακαλέσω, μόνον, νὰ γίνῃ δεκτὸν κατ’ ἀρχήν. Τὴν Τρίτην θὰ ἐπιμείνω καὶ σᾶς δηλῶ, μετὰ τὰς ἀγορεύσεις 2–3 ρητόρων, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον. Ποιοῦμαι ἔκκλησιν, διὰ νὰ μὴ μείνῃ ἀψήφιστον τὸ νομοσχέδιον, ἐπειδὴ αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς θὰ τερματισθοῦν καὶ θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ συνεδριάζωμεν ἕως τὴν 6ην πρωϊνήν. Τί κερδίζομεν ἐξ αὐτοῦ; Τὴν 6ην ἢ 7ην Ἰουνίου θὰ τερματισθοῦν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς καὶ δι’ αὐτὸ κάμνω ἔκκλησιν. Τί θέλετε, νὰ διανυκτερεύσωμεν; Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον λέγω νὰ ἐργασθῶμεν ἐντατικὰ ἐπὶ ἑπτὰ συνεδριάσεις, Τρίτην, Τετάρτην, Πέμπτην, Παρασκευήν, τὸ Σάββατον, τὴν Δευτέραν καὶ τὴν Τρίτην, ὥστε νὰ καταλήξωμεν καὶ νὰ τελειώσωμεν.
§123Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Ὑπάρχει, μήπως, κ. Πρόεδρε, καμμία συνταγματικὴ διάταξις, ἡ ὁποία ὁρίζει, ὅτι ἡ λῆξις τῆς συνόδου πρέπει νὰ κηρυχθῇ τὴν 7ην Ἰουνίου;
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, ἀλλὰ ἀπεφασίσθη.
§125Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Ἐν ὅσῳ λοιπὸν ἔχομεν ὅλον τὸν χρόνον εἰς τὴν διάθεσίν μας, διατί;
§126ΠΑΝ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβερνήσεως). Ὑπάρχει, κ. Κύρκο, τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἰσηγηθῇ καὶ νὰ προτείνῃ τὴν διακοπὴν τῆς Συνόδου διὰ διατάγματος. Λοιπόν, ἁπλούστατα, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, σᾶς λέγει τὴν 6ην ἢ 7ην Ἰουνίου θὰ τερματισθοῦν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς. Ἡ πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι αὐτή.
§127Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Ἐφ’ ὅσον θέλετε νὰ ψηφίσετε ἐκλογικὸν νόμον, νὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκθέσωμεν τὰς ἀπόψεις μας.
§128Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο λέξεις κ. Πρόεδρε, παρακαλῶ.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κ. Μπακόπουλε.
§130Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναφορικῶς πρὸς τὸ ἀναφυὲν ζήτημα, ἐὰν καὶ κατὰ πόσον διὰ τοῦ ὑπὸ ψήφισιν νομοσχεδίου μεταβάλλεται ἡ περιφέρεια μὲ τὸ εἰσαγόμενον πλειοψηφικὸν σύστημα, ἐπειδὴ ἐγὼ εἶμαι ὁ οὐσιαστικὸς ὑπεύθυνος διὰ τὴν ἄποψιν, ὅτι δὲν εἰσάγεται μεταβολὴ τῶν ἐκλογικῶν περιφερειῶν καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶναι ἡ ὥρα νὰ ἐπεκταθῶ εἰς ἀνάπτυξιν αὐτοῦ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον εὔλογον εἶναι νὰ προκαλέσῃ καὶ ἀντίλογον ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀναπτύξω τὴν ἰδικήν μου γνώμην εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν...
§131Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Δὲν παρεμβαίνω, διὰ νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐξαντλούμενον τὸ θέμα ἀπόψε. Σᾶς ἀπαντῶ, ὅμως, διὰ νὰ σᾶς πληροφορήσω, ὅτι, ἐφ’ ὅσον κατ’ ἀρχήν, ἀναγνωρίζετε, τὴν πρόθεσιν περὶ καθιερώσεως τοῦ Νομοῦ, ὡς ἐκλογικῆς περιφερείας, εἴμεθα, κατ’ ἀρχήν, σύμφωνοι. Ὅσον ἀφορᾶ τὸ νομοσχέδιον, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 3, διατηροῦνται ὡς μὴ καταργούμεναι αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου, τοῦ 1958 καὶ συνεπῶς διατηρεῖται ὁ Νομός, ὡς ἐκλογικὴ περιφέρεια εἰς ὁλόκληρον τὴν χώραν, πλὴν τῶν δύο μεγάλων ἀστικῶν κέντρων.
§132Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ δὲν εἰσάγεται μὲ τὸν νέον νόμον.
§133Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Εἰσάγεται. Σᾶς τὸ ἀνέπτυξα, κ. Μπακόπουλε.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μπακόπουλε, εἶναι θέμα νομοτεχνικὸν αὐτὸ καὶ θὰ τὸ ἴδωμεν ἐν καιρῷ. Κύριοι βουλευταί, δέχεσθε νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν διὰ τὴν προσεχῆ Τρίτην μὲ θέματα ἡμερησίας διατάξεως, ἐρωτήσεις πρῶτον καὶ κατόπιν νομοθετικὴν ἐργασίαν:
§135ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν προσεχῆ Τρίτην καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ., μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως, ἐρωτήσεις καὶ νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 11.50′ μ.μ.)