1961.05.24
3.417 στίχοι · 26.780 λέξεις · 156 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 116η
Τετάρτη 24 Μαΐου 1961
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 7.10′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Γκίλλας, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Α. ΓΚΙΛΛΑΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως, ὡς διωρθώθησαν. Εἰς τὴν σελίδα 14, στίχον 7 νὰ ἀναγραφῇ τὸ ὄνομα τοῦ παραλειφθέντος Α. Δερδεμέζη καὶ εἰς τὴν σελίδα 16 ἀντὶ Κ. Παπακωνσταντίνου (Ὑπ. Οἰκον.), νὰ γραφῇ τὸ ὀρθὸν Α. Πρωτοπαπαδάκης (Ὑπ. Συντ.).
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Κύριοι βουλευταί, μήπως θέλετε νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν;
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Συνεχίζεται ἡ αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως, συμπληρώσεως καὶ καταργήσεως διατάξεων τῆς περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νομοθεσίας». Τὸν λόγον ἔχει ὁ Κοινοβουλευτικὸς Ἐκπρόσωπος τῆς Κ. Ε.Α. κ. Σ. Κωστόπουλος, βουλευτὴς Μεσσηνίας.
§6Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ στενὸν γράμμα τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἡ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς συζήτησις τοῦ ἐκλογικοῦ νομοσχεδίου θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι σύντομος καὶ θὰ ἔπρεπε κυρίως νὰ μεταφερθῇ εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν, εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Διότι οὐσιαστικῶς τὸ ἐπίμαχον νομοσχέδιον ἀποτελεῖ ἕνα ἄθροισμα διατάξεων ἀσχέτων μάλιστα πρὸς ἀλλήλας. Τὸ ἐκλογικὸν νομοσχέδιον δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ μία ἐπιλογή, μία COMPILATIO, ὅπως θὰ ἔλεγον οἱ νομικοί, ἢ μία ἀνθολογία διὰ νὰ μεταχειρισθῶμεν μίαν μὴ νομικὴν ἔκφρασιν, εἰς τὴν ὁποίαν οἱ ἀνθολόγοι τῆς Κυβερνήσεως ἐπέλεξαν διαφόρους διατάξεις ἀσχέτους πρὸς ἀλλήλας καὶ ἀπὸ τρία διαφορετικὰ ἐκλογικὰ συστήματα. Δηλαδή, ἀπὸ τὴν ἀναλογικήν, τὴν ἐνισχυμένην τοῦ 1951, ἀπὸ τὴν ἐπηυξημένην ἀναλογικὴν τοῦ 1958 καὶ ἀπὸ τὸ πλειοψηφικὸν τοῦ 1952, τὸ ὁποῖον διὰ μιᾶς ἐμβολίμου διατάξεως ἐπαναφέρεται ὑπὸ λανθάνουσαν ἔστω μορφὴν πρὸς τὸ παρόν. Ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, πρὸς τοῦ ὁποίου, βέβαια, τὰ συμπεράσματα διαφωνῶ ριζικῶς, ἀλλὰ πρὸς τὸν ὁποῖον θὰ ἤθελα καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἀπευθύνω τὰ συγχαρητήριά μου διὰ τὴν ὄντως ἐμπεριστατωμένην εἰσήγησίν του, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀθηνῶν κ. Ράλλης, ὁμιλῶν προχθὲς ἔκαμε μίαν ἱστορικὴν ἀνασκόπησιν τῶν διαφόρων συστημάτων, τὰ ὁποῖα ἴσχυσαν τὰ τελευταῖα ἔτη καὶ ὀρθῶς διέκρινε τὴν ἀναλογικὴν τοῦ 1951 ἀπὸ τὴν ἀναλογικὴν τοῦ 1958, ὀνομάσας τὴν μὲν πρώτην ἐνισχυμένην, τὴν δὲ δευτέραν ἐπηυξημένην. Συμμερίζομαι ἀπολύτως τὴν διάκρισιν αὐτὴν καὶ καθὼς ἀντελήφθητε υἱοθέτησα ἤδη καὶ τὴν σχετικὴν ὁρολογίαν. Ἐκεῖνο, ὅμως, τὸ ὁποῖον ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ εἶμαι διατεθειμένος νὰ συμμερισθῶ, εἶναι ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ ἀξιοτίμου εἰσηγητοῦ, ὅτι διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ἐγκαταλείπεται ἡ ἐπηυξημένη ἀναλογικὴ τοῦ 1958 καὶ ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν ἐνισχυμένην ἀναλογικὴν τοῦ 1951. Κύριοι συνάδελφοι, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἑρμηνεύσω ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, τὰς ἀπόψεις τῆς παρατάξεως ἐκείνης, ἡ ὁποία πρώτη ὡμίλησε διὰ τὴν ἐνισχυμένην ἀναλογικὴν τοῦ 1951, τόσον κατὰ τὴν συζήτησιν ἡ ὁποία διεξήχθη πρὸ ὀλίγων μηνῶν ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ὅσον καὶ κατὰ τὴν προηγηθεῖσαν, ἢ μᾶλλον τὰς προηγηθείσας τῆς καταθέσεως τοῦ νομοσχεδίου ἐπαφὰς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μὲ τοὺς ἐκπροσώπους τῶν Κομμάτων. Θεωρῶ, ἑπομένως, ὑποχρέωσίν μου νὰ σπεύσω νὰ διαχωρήσω τὰς εὐθύνας μας ἀπὸ τὴν ἐπιχειρουμένην σύγχυσιν, ἡ ὁποία μάλιστα ἐνεφανίσθη κατὰ τὴν παρέμβασίν μου τῆς προηγουμένης ἑβδομάδος, υἱοθετῶν καὶ ἐπιτείνων μέχρις ἑνὸς σημείου καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἐτόνισεν, ὅτι τὸ εἰσαγόμενον ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου ἐκλογικὸν σύστημα, τυγχάνει τῆς ἐγκρίσεως καὶ τῆς ἐπιλογῆς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Κύριοι βουλευταί, δικαιοῦμαι νὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς τοῦ παρελθόντος Δεκεμβρίου, ἀλλὰ καὶ τὴν προσωπικὴν μνήμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατὰ τὴν συνάντησίν μας, ἥτις προηγήθη τῆς καταθέσεως τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα διαπιστωθῇ εὐθὺς ἀμέσως, ὅτι ὅταν ἡμεῖς ὡμιλήσαμεν περὶ ἐπαναφορᾶς τοῦ συστήματος τοῦ 1951 οὐδέποτε ἠννοήσαμεν ἕνα μεμονωμένον ποσοστὸν 17%, ἀλλὰ ὁλόκληρον τὸ σύστημα ὡς ἐφηρμόσθη τὸ 1951. Καὶ πράγματι τὸ σύστημα τοῦ 1951 περιέχει ὡρισμένα ἄλλα βασικὰ σημεῖα. Πλὴν τοῦ ποσοστοῦ τοῦ 17% περιέχει πρῶτον, ἕνα ποσοστὸν 20% διευκολύνον τὴν συνεργασίαν ὅλων τῶν Κομμάτων. Περιέχει δεύτερον, ἕνα ὡρισμένον τρόπον ἐνεργείας τῆς δευτέρας κατανομῆς, βάσει τῶν ἀδιαθέτων ὑπολοίπων καὶ ὄχι βάσει τοῦ συνολικοῦ ἀριθμοῦ τῶν ψήφων καὶ περιλαμβάνει τέλος, καὶ ἐκλογικὰς περιφερείας πολὺ ὀλιγωτέρας ἀπὸ τὰς συστηματικῶς διογκωθείσας ἐκλογικὰς περιφερείας τοῦ 1958, ἑπομένως, ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ εἶναι νοητόν, διότι οἱ ἀνθολόγοι τῆς Κυβερνήσεως ἐξέλεξαν ἀπὸ τὰ τέσσαρα αὐτὰ βασικὰ σημεῖα μόνον τὸ πρῶτον νὰ γίνεται λόγος περὶ ἐπιστροφῆς μας εἰς τὸ ἐκλογικὸν σύστημα τοῦ 1951. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, τὸ ἐκλογικὸν νομοσχέδιον ὑπενθυμίζει τὴν ρῆσιν τῆς Γραφῆς «ἡ μὲν χεὶρ Ἰσαῦ, ἡ δὲ φωνὴ Ἰακὼβ» καὶ μάλιστα τὴν ὑπερβάλλει κατὰ τοῦτο: Ὅτι δὲν εἶναι μόνον φωνὴ Ἰακώβ, ἀλλὰ καὶ τὸ σῶμα ὁλόκληρον, ἢ μᾶλλον κατὰ τὰ ¾, εἶναι τοῦ Ἰακώβ. Ἐξ ἄλλου, ὅταν ἐπροτείναμεν τὴν ἐνισχυμένην ἀναλογικὴν τοῦ 1951, δὲν τὴν ἐπελέξαμεν, οὔτε ὡς ἕνα ἰδιῶδες σύστημα, οὔτε ὡς σύστημα, τὸ ὁποῖον θὰ εἶχε μίαν μαγικὴν δύναμιν, ἰδιαιτέρως δὲ τὰ ποσοστὰ τούτου. Ρητῶς ἐξηγήσαμεν ἔκτοτε, ὅτι ἐπειδὴ τὴν Κυβέρνησιν βαρύνει ἡ ὑποψία, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1955 ἐπιδιώκει τὴν ψήφισιν διαφόρων ἐκλογικῶν συστημάτων κομμένων ἐπάνω εἰς τὰ μέτρα της καὶ τῆς ἑκάστοτε ἀνάγκης της, ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐκλεγῇ ἕνα σύστημα, ὄχι μόνον δίκαιον, ἀλλὰ καὶ ἀδιάβλητον. Ὡς τοιοῦτον ἀδιάβλητον σύστημα προετείναμεν ἕνα ἐκ τῶν τριῶν ἰσχυσάντων ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως μέχρι σήμερον. Δηλαδὴ τὴν ἁπλὴν ἀναλογικήν, τὸ πλειοψηφικὸν καὶ τὴν ἐνισχυμένην ἀναλογικήν.
§7Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ὑποχώρησις ἀπὸ τὸ πλειοψηφικόν.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Οἰκονομίδη, παρακαλῶ μὴ διακόπτετε. Δὲν εἶναι σωστὸ αὐτό.
§9Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ μὴ γίνωνται διακοπαί.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κ. Κωστόπουλε, νὰ μὴ ἀπαντᾶτε εἰς τὰς διακοπάς. Συνεχίσατε.
§11Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Προετείναμεν, λοιπόν, ἕνα ἐκ τῶν τριῶν ἰσχυσάντων συστημάτων. Τελικῶς δὲ κατελήξαμεν εἰς τὸ σύστημα τῆς ἐνισχυμένης ἀναλογικῆς, διότι ἐκρίναμεν, ὅτι τοῦτο εἶναι προσφυέστερον πρὸς τὰς σημερινὰς ἀνάγκας καὶ ἀπαιτήσεις τῆς πολιτικῆς μας ζωῆς. Ὑπὸ τοὺς ὅρους αὐτοὺς δικαιοῦμαι νὰ διατυπώσω τὸ ἐρώτημα: Ποίαν σχέσιν ἔχει τὸ δίκαιον καὶ ἀδιάβλητον ἐκλογικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐπροτείναμεν ἡμεῖς μὲ τὸ Κυβερνητικὸν νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου ἑκάστη διάταξις ἀποτελεῖ μίαν παγίδα εἰς βάρος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Κύριοι βουλευταί, εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν ἱστορίαν, καὶ δὲν ὁμιλῶ μόνον περὶ τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ περὶ ἄλλων χωρῶν, ὑπῆρξε μία ἐποχὴ τὸν παρελθόντα αἰῶνα κατὰ τὴν ὁποίαν ἐθεωρεῖτο περίπου νόμιμον τὸ ἑκάστοτε ἐν τῇ Κυβερνήσει Κόμμα νὰ θυσιάζῃ συστηματικῶς τοὺς πολιτικοὺς του ἀντιπάλους καὶ νὰ καταλαμβάνῃ τὴν ἐξουσίαν διὰ διαφόρων συστημάτων, τὰ ὁποῖα ἀποφεύγω νὰ χαρακτηρίσω καὶ τὰ ὁποῖα περιλαμβάνονται εἰς τὴν ἔννοιαν τῶν ὄχι δημοκρατικῶν. Εἶχε νομισθῆ, ὅτι ἡ περίοδος ἐκείνη ἔχει πλέον παρέλθει ἀνεπιστρεπτί. Φαίνεται, ὅμως, ὅτι παριστάμεθα μάρτυρες μιᾶς στροφῆς πρὸς τὰ ὀπίσω. Ἀπόδειξις τὰ ὅσα λαμβάνουν χώραν τὰ τελευταῖα χρόνια, ὄχι μόνον εἰς τὰς χώρας τῆς ἀπωτέρας Ἀσίας, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ὅμορον πρὸς ἀνατολὰς ἐπικράτειαν, ὅπου ἡ ἐκλογικὴ νοθεία ἔφθασε μέχρι τοιούτου σημείου τελειοποιήσεως, ὥστε νὰ μὴ περιορίζεται πλέον εἰς τὰς διοικητικὰς ἐπεμβάσεις, τὰς ὁποίας ἐγνωρίσαμεν καὶ ἐδῶ τὴν ἐποχὴν τοῦ Κωλέττη καὶ τοῦ Βούλγαρη, ἀλλὰ καὶ νὰ κατασκευάζῃ ἐκλογικοὺς νόμους, διὰ τῶν ὁποίων εἶναι ἐκ τῶν προτέρων γνωστὴ ἡ πλειοψηφία τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν δύναμαι νὰ φαντασθῶ, ὅτι ὑπὸ τὰς σημερινὰς περιστάσεις ἐπιθυμεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ μιμηθῇ τὰ συστήματα αὐτά. Διότι ἄλλως θὰ ἦτο προφανές, ὅτι δὲν πρόκειται πλέον νὰ ἀχθῶμεν εἰς ὁμαλὸν πολιτικὸν βίον. Κύριοι συνάδελφοι, ἐλέχθη κατὰ κόρον, κατὰ τὰς προηγηθείσας συζητήσεις, ὅτι τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον ἐπιδιώκει νὰ μεταβάλῃ τὴν μειοψηφίαν τῶν ψήφων εἰς πλειοψηφίαν κοινοβουλευτικῶν ἑδρῶν. Ἀνεφέρθησαν δὲ καὶ διάφοροι ἀριθμοί, εἴτε πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ἐπιχειρήματος αὐτοῦ ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, εἴτε πρὸς ἀπόκρουσιν αὐτοῦ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν πρόκειται νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἀριθμῶν αὐτῶν, διότι, ἔχω τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκουράσθη ἀπὸ τοὺς ἀριθμούς. Κατὰ τὴν ἀντίληψίν μας, ἄλλωστε, δὲν χρειάζεται νὰ μνημονευθοῦν πολλοὶ ἀριθμοὶ διὰ νὰ διαφανοῦν αἱ προθέσεις καὶ αἱ πραγματικαὶ ἐπιδιώξεις τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία τὸ ὑπέβαλε. Ἀρκοῦν δύο καὶ μόνον ἀριθμοί. Σύμφωνα μὲ τὰ ἐπίσημα στατιστικὰ στοιχεῖα, εἰς τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1956 ἡ Κυβέρνησις ἐπέτυχε τὸ 48% τῶν ψήφων καὶ ἐξέλεξεν 165 βουλευτάς. Τὸ 1958, μὲ τὸ 41% τῶν ψήφων, δηλαδὴ μὲ 20% ὀλιγωτέρας ψήφους, ἐπέτυχεν 171 βουλευτάς.
§12ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. 172 βουλευτάς.
§13Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει σημασίαν, κ. συνάδελφοι. Σημασίαν ἔχει, ὅτι ἐφ’ ὅσον διὰ τῶν ἑκάστοτε τροποποιήσεων τῶν ἐκλογικῶν συστημάτων ἡ Κυβέρνησις ἐπιτυγχάνει μὲ ὀλιγωτέρας ψήφους νὰ ἐκλέγῃ περισσοτέρους βουλευτάς, ποίαν χρείαν ἔχομεν περισσοτέρων μαρτύρων καὶ ἀποδείξεων διὰ νὰ διαγνώσωμεν τὰς ἀληθεῖς προθέσεις καὶ τὰς ἀληθεῖς ἐπιδιώξεις τῆς Κυβερνήσεως.
§14Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Ἐάν, κατὰ τὸ 1958, εἰσήρχετο εἰς τὴν βʹ κατανομὴν καὶ τρίτον κόμμα, ἡ Ε.Ρ.Ε. θὰ ἐλάμβανεν 152 ἕδρας. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: Μὲ τὸ 41% ποὺ ἔλαβεν ἡ Ε.Ρ.Ε., εἶναι ὑπερβολὴ ἐὰν ἐλάμβανεν 152 ἕδρας; Τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον γνωρίζετε, ὅτι τὰ τελευταῖα δύο συστήματα παρουσίασαν τὴν μικροτέραν ἀπόκλισιν ἀπὸ ὅλα τὰ συστήματα τοῦ παρελθόντος. Ἀνέφερεν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς μίαν διακοπήν του, μίαν ἀγόρευσιν τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, εἰς τὴν ὁποίαν ἐσχολίασε τὸ ἀποτέλεσμα ἀπὸ ἀπόψεως ἀποκλίσεως τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον καθιέρωσε τὸ Κέντρον τὸ 1952. Κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἐκείνας ὁ Συναγερμὸς μὲ ποσοστὸν 49%, ἔλαβε 240 ἕδρας καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις, μὲ 51%, 60 ἕδρας. Συνεπῶς, τὰ τελευταῖα δύο ἐκλογικὰ συστήματα ἔδωσαν τὴν μικροτέραν ἀπόκλισιν ἀπὸ ὅλα τὰ συστήματα. Ἐπαναλαμβάνω, ἐὰν τὸ 1958 εἰσήρχετο καὶ τρίτον κόμμα εἰς τὴν βʹ κατανομήν, θὰ εἴχομεν 152 ἕδρας. Ἀναλογία πολὺ λογική. Ἐὰν ἐκάματε κακὴν ἐκτίμησιν καὶ δὲν εἰσῆλθε τρίτον κόμμα εἰς τὴν βʹ κατανομήν, δὲν πταίει τὸ σύστημα, οὔτε ὁ τρόπος κατανομῆς.
§15Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως ἐδήλωσα προηγουμένως, θέλω νὰ ἀποφύγω τὴν ἀχάριστον συζήτησιν τῶν ἀριθμῶν, διότι νομίζω, ὅτι ἔχει κουρασθῆ ἡ Βουλὴ ἀπὸ τοὺς ἀριθμούς. Ἀνέφερα δύο ἀριθμούς, διὰ νὰ ἀποδείξω τὰς τάσεις καὶ τὰς ἐπιδιώξεις τῆς Κυβερνήσεως.
§16Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Ἐγὼ ἐξήγησα τὸ ἀποτέλεσμα.
§17Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σύμφωνα μὲ τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον καὶ σεῖς ἐπεκαλέσθητε καὶ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ὑποθέσεις καὶ αἱ μὴ ἐφαρμοσθεῖσαι περιπτώσεις, δὲν ἔχουν καμμίαν ἀξίαν λογικὴν σήμερον. Εἶναι τὸ ἐπιχείρημα τῆς Κυβερνήσεως διὰ τοῦ ὁποίου ἀπέκρουσεν ὡρισμένα συμπεράσματα καὶ ὡρισμένας προτάσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἂς ἀφήσωμεν τοὺς ἀριθμούς, διότι οὔτε προχείρους ἀριθμοὺς ἔχω, οὔτε εἶμαι διατεθειμένος νὰ ἐπιμείνω εἰς αὐτούς. Ἐγὼ προσπαθῶ νὰ ἀνιχνεύσω τὰς ἀληθεῖς προθέσεις καὶ ἐπιδιώξεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ περιωρίσθην μόνον νὰ σᾶς ἀναφέρω τοὺς δύο ἀριθμούς, τοὺς ὁποίους σᾶς ἀνέφερα. Ἐξ ἄλλου, τὰς ἐπιδιώξεις αὐτὰς δὲν τὰς ἀπέκρυψεν οὔτε ἡ ἰδία ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου λέγει ρητῶς, ὅτι ἡ βασικὴ καὶ πρωταρχικὴ ἐπιδίωξις καὶ ἀρετὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ὁ σχηματισμὸς ἰσχυρᾶς Κυβερνήσεως. Τὴν ἀρχὴν δὲ ταύτην περιέλαβε καὶ ὁ συμπαθέστατος συνάδελφος ἐξ Ἀθηνῶν, εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, ὁ ὁποῖος ἔφθασε καὶ μέχρι τοῦ ἀκραίου σημείου νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι σκοπὸς τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου δὲν εἶναι ἡ ἀπογραφὴ τῶν πολιτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, ἀλλ’ ὁ σχηματισμὸς ἰσχυρῶν Κυβερνήσεων. Εἶναι περιττὸν νὰ διαδηλώσω τὴν ἄκραν διαφωνίαν μου πρὸς τὴν ἀκραίαν αὐτὴν ἀντίληψιν, δεδομένου, ὅτι οἱαδήποτε ἀπομάκρυνσις ἀπὸ τὴν βάσιν τῆς ἀπογραφῆς τῶν πολιτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, θὰ ἐσήμαινε νοθείαν τῆς λαϊκῆς ἐτυμηγορίας καὶ θὰ ἐσήμαινεν ἀπόκλισιν πρὸς συστήματα ὁλοκληρωτικά, οὐδεμίαν σχέσιν ἔχοντα μὲ τὴν ἔννοιαν τῆς Δημοκρατίας. Τοῦτο, ἄλλωστε, ἀντελήφθη ἐγκαίρως καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν προχθεσινήν του παρέμβασιν ἔσπευσε νὰ δηλώσῃ, ὅτι, βεβαίως μία ἀπὸ τὰς ἀρετὰς τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου εἶναι ἡ ἐπιδίωξις σχηματισμοῦ ἰσχυρῶν Κυβερνήσεων, ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν, ὅμως, ὅτι τηροῦνται αἱ βασικαὶ ἀρχαὶ τῆς Δημοκρατίας. Εἴμεθα σύμφωνοι, μὲ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διατύπωσιν αὐτήν. Καὶ εἴμεθα πρόθυμοι καὶ ἡμεῖς νὰ δεχθῶμεν ὅτι, ἀφοῦ βασικῶς τηρηθοῦν αἱ ἀρχαὶ τῆς Δημοκρατίας, δίκαιον εἶναι νὰ ἐπιδιώξῃ τὸ ἐκλογικὸν σύστημα τὸν σχηματισμὸν μιᾶς ἰσχυρᾶς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τί ἐννοοῦμεν, ὅταν λέγωμεν ἰσχυρὰ Κυβέρνησις; Ἰσχυρὰ Κυβέρνησις εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία βασίζεται ἐπὶ ἀντιστοίχου λαϊκῆς πλειοψηφίας. Δὲν εἶναι λογικῶς δυνατὸν νὰ ἐννοοῦμεν ἰσχυρὰν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἡ ὁποία εἰς μὲν τὰς ἐκλογὰς ἐπιτυγχάνει τὴν μειοψηφίαν, χάρις δὲ εἰς τὸ ἐκλογικὸν σύστημα, μετατρέπει τὴν μειοψηφίαν τῶν ψήφων εἰς πλειοψηφίαν ἐκλογικῶν ἑδρῶν. Τὸ πρᾶγμα εἶναι αὐτονόητον. Ἐξ ἄλλου, ἡ ἀντίθετος τυχὸν ἐκδοχὴ θὰ μᾶς ὁδηγῇ εἰς μίαν πλήρη νοθείαν τῆς πολιτικῆς μας ζωῆς. Ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἀντιληφθῇ, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1955 μέχρι σήμερον ἔχει ἐξαντλήσει ὅλα τὰ ἐκλογικὰ τεχνάσματα καὶ δὲν ὑπάρχει πλέον κανὲν περιθώριον ἀνοχῆς ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου. Ἀλλὰ ἐπειδὴ γίνεται λόγος περὶ ἰσχυρῶν Κυβερνήσεων, θὰ ἦτο χρήσιμον νὰ γίνῃ μία περαιτέρω ἀποσαφήνισις. Διότι, κ. συνάδελφοι, ἰσχυρὰ Κυβέρνησις δὲν εἶναι μόνον ἡ μονοκομματικὴ Κυβέρνησις. Ἰσχυρὰ Κυβέρνησις δύναται νὰ ὑπάρξῃ, καὶ ἔχομεν πρόσφατα παραδείγματα εἰς περίπτωσιν συνεργασίας δύο ἢ περισσοτέρων κομμάτων, ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν, ὅτι μὲ τὴν σύνθεσίν της καὶ τὸ πρόγραμμά της εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀντιμετωπίσῃ ἀποτελεσματικῶς τὰ φλέγοντα καὶ ζωτικὰ ζητήματα τῆς χώρας. Ἡ μονοκομματικὴ Κυβέρνησις, ἀντιθέτως, εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις, δὲν λέγω πάντοτε, λόγῳ τῆς ἐπικρατήσεως τοῦ κομματικοῦ χαρακτῆρος, ὄχι μόνον ὑστερεῖ εἰς σύνθεσιν, ἀλλὰ καὶ λύει τὰ ζητήματα κατὰ τρόπον μονοκομματικόν. Τὸ κυριώτερον, ὅμως, ἐλάττωμά της εἶναι, ὅτι καταπιέζει τοὺς πολιτικοὺς της ἀντιπάλους κατὰ τρόπον ἀφόρητον, ὅτι ἐμποδίζει τὴν ἐλευθέραν ἐξέλιξιν τῶν πολιτικῶν ρευμάτων, τὰ ὁποῖα μοιραίως ἐδημιουργήθησαν καὶ ἐπληθύνθησαν ὕστερα ἀπὸ ἕνα πόλεμον, μίαν κατοχὴν καὶ μίαν ἀνταρσίαν καὶ εἰς τελικὴν ἀνάλυσιν συντελεῖ εἰς τὴν αὔξησιν τῆς δυνάμεως τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς. Ὅσον καὶ ἂν φαίνεται τὸ πρᾶγμα περίεργον, εἶναι μαθηματικῶς ἀποδεδειγμένον, ὅτι ἡ μονοκομματικὴ Κυβέρνησις ἐπιτυγχάνει ἐντελῶς τὸ ἀντίθετον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον οἱ θαυμασταί της ἀναμένουν ἀπὸ αὐτήν. Ἀπόδειξις εἶναι ὁ ἀπολογισμὸς τῆς πολιτικῆς μας ἱστορίας κατὰ τὰ τελευταῖα 10 ἔτη, ὁπότε ὁ τόπος ἐκυβερνήθη ἀπὸ ἰσχυρὰς μονοκομματικὰς Κυβερνήσεις καὶ ὁπότε τὸ ποσοστὸν τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς μὲ μαθηματικὴν ἀκρίβειαν, ηὐξήθη ἀπὸ 9% εἰς 24%. (Θόρυβος ἐκ τῆς δεξιᾶς, κωδωνοκρουσίαι). Ἡ Κυβέρνησις γνωρίζει ἢ πρέπει νὰ γνωρίζῃ, τὰς συνεπείας αὐτῶν τῶν πολιτικῶν συστημάτων. Πολὺ ὅμως φοβοῦμαι, ὅτι γνωρίζει ἐπίσης, ὅτι τὰ κομματικά της συμφέροντα ἐξυπηρετοῦνται ἀπὸ τὰς τάσεις αὐτάς. Κύριοι συνάδελφοι, σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι ἐνίοτε μὲ καταλαμβάνει ὁ πειρασμὸς καὶ προσπαθῶ νὰ μαντεύσω, ποία θὰ ἦτο ἡ ἀντίδρασις τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν ἀπίθανον περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν τῆς ἐχαρίζετο μία μαγικὴ ράβδος, μὲ μίαν κίνησιν, τῆς ὁποίας θὰ ἐξηφανίζετο ἡ ἄκρα ἀριστερά. Καὶ καταλήγω πάντοτε εἰς τὴν ὑποψίαν, ὅτι μετὰ φειδοῦς καὶ δισταγμοῦ θὰ ἐχρησιμοποίει τὴν μαγικὴν αὐτὴν ράβδον ἡ Κυβέρνησις, διότι τὰ κομματικά της συμφέροντα συμπίπτουν μὲ τὴν ὕπαρξιν μιᾶς ἰσχυρᾶς καὶ ἐπιφόβου ἄκρας ἀριστερᾶς. (Χειροκροτήματα ἐκ τοῦ Κέντρου, διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς Δεξιᾶς, κωδωνοκρουσίαι).
§18Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκ.). Ἡ μαγικὴ ράβδος ὑπῆρχε, τὸ σύστημα τῶν συγγενῶν κομμάτων. Διατί ἀντετάχθητε;
§19Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, μὲ ὠθεῖτε εἰς ἄλλην κατεύθυνσιν. Πάντως, τὸ σύστημα τῶν συγγενῶν κομμάτων εἶναι ἐξ ἴσου ἐπικίνδυνον διὰ τὴν αὔξησιν τῶν ψήφων πρὸς τὴν ἄκραν ἀριστεράν, διότι οἱ ὀπαδοὶ τοῦ Κέντρου, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουν νὰ ἔχουν οὐδεμίαν συγγένειαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀσφαλῶς θὰ ἐστρέφοντο πρὸς τὴν ἄκραν ἀριστεράν.
§20Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρ. Κυβ.). Οὔτε ἡ Κυβέρνησις θέλει τὴν συγγένειαν τὴν ἰδικήν σας. (Χειροκροτήματα). Ἠδύναντο, ὅμως, ὑπὸ τὸ σύστημα αὐτό, συνασπιζόμενα τὰ ἐθνικὰ κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ ἀναμετρηθοῦν μὲ τὴν Κυβέρνησιν, ἀφήνοντα κατὰ μέρος τὴν Ε.Δ.Α. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§21Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ κυβερνητικὴ παράταξις, εἶχεν, ὄντως, ἀνάγκην τῆς παρεμβάσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀλλὰ ἡ ἐρώτησις ποὺ μοῦ ἀπηύθυνεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἦτο διατί δὲν ἀπεδέχθημεν τὸ σύστημα τῶν συγγενῶν κομμάτων καὶ ἀπήντησα ἐπ’ αὐτοῦ. Εἰς τὸ σημεῖον, ὅμως, αὐτό, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀντιπαρέλθωμεν τὴν προχθεσινὴν παρέμβασιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ἀρχηγὸν τῆς Ἀγροτικῆς Φιλελευθέρας Ἑνώσεως, ἀπήγγειλεν ἕνα κατηγορητήριον ἐναντίον τῶν κομμάτων τοῦ Κέντρου, ὅτι, μὴ ἀποδεχόμενα τὸ ἐκλογικὸν νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, ὁδηγοῦν τὴν Χώραν εἰς μίαν πολιτικὴν ἀνωμαλίαν. Δὲν εἶναι αἱ λέξεις αὐταί, αὐτὴ ὅμως εἶναι περίπου ἡ ἔννοια.
§22Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.). Δὲν εἶπον τέτοιο πρᾶγμα.
§23Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπατε: «Εἶναι τὸ λάθος τῶν κομμάτων τοῦ Κέντρου, ἀναλαμβάνουν μίαν εὐθύνην κλπ.», δὲν εἶναι αἱ λέξεις σας, ἀλλὰ προσπαθῶ νὰ ἀποδώσω τὴν ἔννοιαν. Εἶναι ἀδύνατον, λοιπόν, κ. συνάδελφοι, νὰ ἀφήσωμεν ἄνευ ἀπαντήσεως τὴν ἔγκλησιν αὐτὴν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καίτοι δὲν μᾶς ἀφορᾷ, διότι τὸ κατηγορητήριον ἀπηυθύνετο ἐναντίον τῶν κομμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δὲν ἀποδέχονται τὸ 17%. Ἐν τούτοις, λόγοι στοιχειώδους ἀλληλεγγύης μὲ τὰ ἄλλα κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως μᾶς ἐπιβάλλουν νὰ δώσωμεν μίαν ἀπάντησιν. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης ὑπάρχουν κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὰ ὁποῖα εἶναι σαφῶς ἐναντίον τοῦ 17%. Θὰ μὲ διαδεχθοῦν εἰς τὸ βῆμα οἱ ἐκπρόσωποι τῶν κομμάτων αὐτῶν καὶ θὰ διατυπώσουν τὰς σκέψεις των... Ἀλλὰ ποῖον εἶναι τὸ λάθος τῶν κομμάτων αὐτῶν; Τὸ ὅτι δὲν δέχονται τὸ μοιραῖον 17%, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις αὐθαιρέτως ἐπέλεξεν ἀπὸ ἓν ἰσχύον πρὸ 10ετίας περίπου σύστημα; Καὶ διατί πρέπει νὰ καταδικασθοῦν εἰς σφαγιασμόν; Τόσον ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος, ὅσον καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, πρὸ ἡμερῶν, ἀλλὰ καὶ πρὸ ὀλίγου εἶπον, κύριοι, ἀφοῦ δὲν εἶσθε ἱκανοὶ νὰ ἐπιτύχετε τὸ 17% τὶ παραπονεῖσθε; Ἑπομένως δικαίως νὰ ὑποστῆτε τὴν τύχην σας. Τὸ λογικὸν ἅλμα, τὸ ὁποῖον περιέχεται εἰς ἕνα τοιοῦτον συλλογισμὸν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπισθῇ μὲ δύο μόνον ἐρωτήματα. Ἐλέχθη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ στοργὴν καὶ ἐνδιαφέρον πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἔθεσε τὸ 17%. Τὸ πρῶτον, λοιπόν, ἐρώτημα εἶναι τοῦτο: Ἐὰν πράγματι, ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ στοργὴν καὶ ἐνδιαφέρον διὰ τὴν ὀργάνωσιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπέλεξε τὸ 17%, διατί σταματᾷ εἰς αὐτὸ τὸ 17% καὶ δὲν βοηθεῖ καὶ τὰ ἄλλα κόμματα τὰ μικρότερα νὰ μπορέσουν νὰ ἐπιτύχουν τὸ ποσοστόν; Τὸ δεύτερον ἐρώτημα εἶναι τοῦτο: Ἐὰν πράγματι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀποφασισμένη, διότι ἀνεκάλυψε τὴν μαγικὴν ἰδιότητα τοῦ 17%, νὰ ἐμμείνῃ εἰς αὐτό, διατί τότε ἀγνοεῖ τὸ 20% τῆς συνεργασίας τῶν ἄλλων κομμάτων μὲ τὸ ὁποῖον θὰ ἐβοήθει ἡ Κυβέρνησις τὴν συνεργασίαν τῶν κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Εἶναι προφανὲς λοιπόν, ὅτι οὔτε καὶ τὸ 17% ἐπελέγη λόγῳ ἐνδιαφέροντος πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, οὔτε τὸ 20% ἐγκατελείφθη χάριν τῶν ἀπιθάνων ποσοστῶν 25 καὶ 30% διὰ νὰ ὑποβοηθηθῇ ἡ συνεργασία τῶν μικροτέρων κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§24Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμεῖ νὰ βοηθήσῃ τὰ κόμματα τοῦ Κέντρου, διατί δὲν ἐμπιστεύεται εἰς ἡμᾶς τὴν ἐκτίμησιν τῶν ἀριθμῶν;
§25Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρ. Κυβ.). Δὲν ἀρκεῖσθε εἰς τὸ νὰ γίνῃ τὸ σύστημα εἰς τὰ μέτρα σας. Τὸ θέλετε ὁπωσδήποτε, εἰς βάρος τοῦ κυβερνῶντος κόμματος. Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ δὲν συμφωνοῦμεν. (Χειροκροτήματα). Ἀλλὰ τέσσαρα κόμματα εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην ἰσχυρίζονται, ὅτι καλύπτουν τὸ 17%. Διὰ ποῖον, λοιπόν, ἐνδιαφέρεσθε; Διὰ τὸν κ. Μαρκεζίνην; Ὁ κ. Μαρκεζίνης, λέγει, ὅτι θέλει 10%. Ὅταν, λοιπόν, τέσσαρα κόμματα ἰσχυρίζονται, ὅτι διαθέτουν τὸ 17%, διὰ ποῖον νὰ ἐνδιαφερώμεθα;
§26Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι ἀποβλέπομεν εἰς ζημίαν τοῦ κυβερνῶντος κόμματος. Ἀποδεικνύω τὸ ἀντίθετον. Ὅ,τι προτείνομεν ἡμεῖς, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι δικαιοσύνη, δὲν εἶναι πλεονεξία. Τὸ κυβερνῶν κόμμα ζητεῖ πλεονέκτημα, ζητεῖ προνόμιον, ζητεῖ νὰ λάβῃ περισσοτέρας ἕδρας Βουλῆς παρ’ ὅσας λαμβάνει ψήφους λαοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου σας. Ποία εἶναι ἡ ἰδική μας πρότασις; Εἶναι ἡ δικαιοσύνη. Ὅσας ψήφους λάβομεν ἀπὸ τὸν λαόν, αὐτὴν τὴν ἀναλογίαν νὰ ἔχωμεν καὶ εἰς τὴν Βουλήν. Ποία εἶναι ἡ ἰδική σας πρότασις; Νὰ ἔχετε εἰς τὴν Βουλὴν περισσοτέραν δύναμιν ἀπὸ ὅσην ἔχετε εἰς τὸν λαόν. Δὲν ζητοῦμεν ἡμεῖς νὰ σᾶς ἀδικήσωμεν. Σεῖς ζητεῖτε νὰ μᾶς ἀδικήσετε.
§27Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρ. Κυβ.). Κατὰ τὸ παρελθὸν ὑπεστηρίξατε διάφορον θέσιν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἀναλογίας μεταξύ ψήφων καὶ ἑδρῶν, καὶ τὸ ἐμνημονεύσατε κατ’ ἐπανάληψιν, εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Εἴπατε, ὅτι ἡ ἀναλογία αὐτὴ εἶναι πρακτικῶς ἀδύνατος μὲ οἱονδήποτε σύστημα καὶ εἰς οἱανδήποτε χώραν. Κἄποτε ἀντικρούων τὸ σύστημα τοῦ 1951, ὡς τὸ πλέον ἀνέντιμον καὶ φαῦλον σύστημα — τὸ ὁποῖον τώρα ὁ κ. Κωστόπουλος ἐπικαλεῖται ὡς ἰδεῶδες καὶ ἀδιάβλητον — ἀντικρούων, λέγω, τὸ σύστημα ἐκεῖνο, εἴπατε, ὅτι εἶναι ἀγαθὸν τὸ νὰ ὑπάρχῃ σταθερὰ Κυβέρνησις, ἀλλὰ ἂν θέλετε νὰ ἔχετε σταθερὰν Κυβέρνησιν, πρέπει νὰ δώσετε τὸ πλεονέκτημα τῆς δευτέρας κατανομῆς μόνον εἰς τὸ πρῶτον κόμμα.
§28Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Πότε τὸ εἶπον αὐτό;
§29Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρ. Κυβ.). Σεῖς τὸ ἐγράψατε. Σᾶς τὸ διαβάζω: «Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ συναχθοῦν πολιτικὰ συμπεράσματα ἀπὸ τὴν πεῖραν τῶν 14 μηνῶν, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι αἱ διαφοραὶ — προσωπικαί, ἠθικαί, ἰδεολογικαὶ — καθιστοῦν ἀδύνατον ἢ δυσχερῆ τὴν συνεργασίαν τῶν κομμάτων. Καὶ θὰ πρέπει, διὰ τοῦτο, νὰ ἀναζητηθῇ ἐκλογικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον δίδει εἰς ἕνα κόμμα τὴν πλειοψηφίαν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὁπότε ἡ ὕπαρξις τῶν διαφορῶν αὐτῶν καθίσταται ἀδιάφορος. Θὰ ἔπρεπεν, ἑπομένως, ἢ νὰ προκριθῇ τὸ πλειοψηφικόν, ἢ ἂν ἐκρίνετο, ὅτι καὶ τὸ πλειοψηφικὸν δὲν ἐξασφαλίζει ἀπὸ τῆς πρώτης ἐφαρμογῆς του τὴν ὁμοιογένειαν καὶ τὴν αὐτοδύναμον πλειοψηφίαν τῆς Κυβερνήσεως, νὰ προκριθῇ σύστημα ἐνισχυμένης ἀναλογικῆς κατὰ τὸ ὁποῖον μόνον εἰς ἕν, εἰς τὸ σχετικῶς πλειοψηφοῦν Κόμμα παρέχεται ὁλόκληρος ἡ δευτέρα κατανομή, εἰς τρόπον, ὥστε νὰ ἐξασφαλίσῃ αὐτοδύναμον πλειοψηφίαν».
§30Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Εἶναι πλήρης παρερμηνεία τοῦ κειμένου μου, δὲν εἶναι πρότασίς μου. (Γέλωτες ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως). Ἐὰν ἠθέλατε νὰ προσέξητε, δὲν θὰ ἐκάμνατε τὸ λάθος νὰ γελάσετε. Εἶναι πλήρης παρερμηνεία. Ἡρμήνευον τὰς σκέψεις τῶν ἀντιπάλων μου, δὲν ἔκαμα πρότασιν. Ἡ δική μου θέσις ἦτο ἐναντίον ἐκείνου τοῦ συστήματος, ἐν τῷ συνόλῳ του. Ὑπεστήριξα καὶ τότε τὴν ἁπλῆν ἀναλογικὴν καὶ ὁ ἀγών, τὸν ὁποῖον διεξήγαγον, ἐγένετο ἐν ὀνόματι τῆς ἁπλῆς ἀναλογικῆς. Ἤλεγχον τὸ σύστημα ἑρμηνεύων τὰς σκέψεις τῶν ἀντιπάλων μου. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου μου.
§31Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρ. Κυβ.). Αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἀποδοκιμάζετε, ἄλλοι τὸ θεωροῦν ἰδεῶδες. Μὲ ποῖον νὰ συμφωνήσω ὅταν καλοῦμαι νὰ κάμω διάλογον; Μὲ τὴν Ἀντιπολίτευσιν;
§32Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, πρῶτον, θὰ ἐκκαθαρίσωμεν τὸ παρελθόν, διὰ τὸ ὁποῖον ἀτόπως ἐχειροκρότησεν ἡ Συμπολίτευσις. Ὅσα ἀνεγνώσατε, δὲν ἀπετέλουν ἀπόψεις μου. Ἀπετέλουν τρόπον ἐλέγχου τῶν ἀπόψεων τῶν ἀντιπάλων μου. Ἤλεγξα τότε τὸ σύστημα, διότι ἀπέβλεπεν εἰς κομματικοὺς σκοποὺς ἔναντι τῶν μικροτέρων κομμάτων, εἰς ἕνα τῶν ὁποίων, νομίζω, ἀνήκατε καὶ σεῖς τότε, ὅπως καὶ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ὑπεστήριξα καὶ τότε τὴν ἁπλῆν ἀναλογικήν, καὶ οὐδὲν ἄλλο σύστημα. Αὐτὰ διὰ τὸ παρελθόν. Καὶ τώρα, διὰ τὸ παρόν: Ἀφοῦ τόσην σημασίαν ἀποδίδει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ νὰ εὑρεθῇ μία ἑνιαία γραμμὴ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως πρὸς τὴν ὁποίαν θὰ ἦτο πρόθυμος νὰ συμφωνήσῃ, ἂς προβῇ εἰς τὴν δήλωσιν, ὅτι ἀποδέχεται μίαν ὁμόφωνον γνώμην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ θὰ τὴν ἔχῃ ἀμέσως.
§33Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρ. Κυβ.). Ἂν αὐτὴ ἡ ὁμόφωνος γνώμη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διατυπωθῇ κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ ἀδικῇ τὸ κυβερνῶν κόμμα ἢ ἐνδεχομένως, νὰ ὁδηγῇ τὴν χώραν εἰς περιπετείας, πιστεύετε σοβαρῶς, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς νὰ ἀρνηθοῦν τὰς ὑποχρεώσεις των ἔναντι τοῦ τόπου; Διότι, οὔτε ὀλίγον, οὔτε πολύ, τὸν τελευταῖον καιρόν, ἡ Ἀντιπολίτευσις φαίνεται, ὅτι κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι μόνον ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἔχει ηὐξημένας εὐθύνας ἀπέναντι τοῦ τόπου, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐκφέρῃ γνώμην ἐπὶ τοῦ ἐκλογικοῦ νομοσχεδίου.
§34Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Παρέχω τὴν βεβαίωσιν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον προτείνομεν πρόκειται νὰ ἀδικῇ τὴν Κυβέρνησιν ὡς ἐνδεχομένως πρῶτον κόμμα. Ἁπλῶς μειώνει τὴν ἔκτασιν τῶν προνομίων του.
§35Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, αἱ παρεμβληθεῖσαι διακοπαὶ κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον δὲν ἀφεώρων τὴν ἀγόρευσίν μου. Εἶμαι, ὅμως, ὑποχρεωμένος νὰ δώσω μίαν ἀπάντησιν εἰς τὸν ὑπαινιγμὸν τὸν ὁποῖον ἔκαμεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ σύμφωνα μὲ τὸν ὁποῖον θὰ ἦτο ἐνδεχομένως δυνατόν, ἀπὸ μίαν ἀντιπολίτευσιν, τὴν ἐντεῦθεν τῆς Ε.Δ.Α., ἐννοῶ ἀντιπολίτευσιν, ὁμοφωνοῦσαν καὶ διατυπώνω προτάσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἦσαν ἐπὶ κινδύνῳ τῶν γενικωτέρων συμφερόντων τῆς χώρας. Ἐναντίον αὐτῆς τῆς μονοπωλήσεως ἀπὸ μέρους τοῦ κυβερνῶντος κόμματος τῶν συμφερόντων τῆς χώρας, ἔχω τὸ δικαίωμα καὶ τὸ χρέος νὰ διαμαρτυρηθῶ.
§36Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρ. Κυβερν.). Ὁ καθεὶς εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἰσχυρίζεται –καὶ ὀφείλει νὰ ἰσχυρίζεται, καὶ ὀφείλει νὰ πιστεύῃ— ὅτι αἱ προτάσεις του καὶ ἡ πολιτική του ἀποβλέπουν εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τοῦ Ἔθνους. Ἀλλὰ ἐὰν ὑπάρχῃ διαφορὰ ἐκτιμήσεως ὡς πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Ἔθνους, πῶς θὰ λυθῇ αὐτὴ ἡ διαφορά; Διὰ τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς.
§37Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπανερχόμενος, ἐν πάσῃ περιπτώσει, εἰς τὸ θέμα μου, διαπιστώνω, ὅτι σύμφωνα μὲ ὅσα ἐξετέθησαν προηγουμένως, ὁ ἐκλογικὸς προγραμματισμὸς τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὠμὸς καὶ σαφής. Ἡ Κυβέρνησις ἐπιδιώκει νὰ λαφυραγωγήσῃ τὰ ἀχρησιμοποίητα ὑπόλοιπα τῶν κομμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν πρόκειται νὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν δευτέραν κατανομὴν μὲ τὸ 17%, ἀδιαφοροῦσα ἂν εἰς τὴν λαφυραγώγησιν αὐτὴν καλῆται νὰ μετάσχῃ καὶ ἡ Ἄκρα Ἀριστερά. Διότι εἶναι βέβαιον, ὅτι μὲ τὸ ποσοστὸν 17% βεβαίως ἡ Ἄκρα Ἀριστερὰ θὰ μετάσχῃ εἰς τὴν δευτέραν κατανομήν. Ἐλπίζομεν καὶ θὰ ἀγωνισθῶμεν καὶ ἡμεῖς διὰ νὰ περιορισθῇ τὸ ποσοστὸν τῆς Ἄκρας Ἀριστερᾶς ἀπὸ τὸ 24% εἰς τὸ κατώτερον ἐπίπεδον, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε νὰ φαντασθῶμεν ὅτι μὲ τὸ 17% δὲν πρόκειται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν δευτέραν κατανομήν. Εἶναι προφανές, λοιπόν, ὅτι τὸ κομματικὸν συμφέρον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀλληλέγγυον μὲ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν κομματικῶν συμφερόντων τῆς Ἄκρας Ἀριστερᾶς. Ὑπάρχει, ὅμως, καὶ κἄτι ἀκόμη χειρότερον αὐτοῦ. Διότι ἡ Ἄκρα Ἀριστερὰ παρ’ ὅλον, ὅτι, ὁμολογουμένως ἐξυπηρετεῖται ἀπὸ τὸ 17%, ἐδήλωσε, διὰ τοῦ ἁρμοδίου ἐκπροσώπου της, ὅτι παραιτεῖται τοῦ πλεονεκτήματος τούτου καὶ εὐχαρίστως δέχεται πολὺ μικρότερον ποσοστόν. Τὴν ἰδίαν δήλωσιν εἴμεθα διετεθειμένοι νὰ κάνωμεν καὶ ἡμεῖς ἂν χρειάζεται, ἀλλὰ ἐντοπίζω τὸ θέμα μεταξὺ τῆς Ἄκρας Ἀριστερᾶς καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐρωτῶ: Ἡ πολιτικὴ εὐθιξία τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἐπιτρέπει νὰ ἀρνῆται χειρονομίας, τὰς ὁποίας δέχονται τὰ ἄλλα κόμματα τὰ ἐξ ἴσου ὠφελούμενα καὶ ἡ ἐθνική της συνείδησις τῆς ἐπιβάλλει ὄντως νὰ πριμοδοτήσῃ διὰ παντὸς μέσου τὴν Ἄκραν Ἀριστεράν;
§38Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρ. Κυβ.). Ἐφ’ ὅσον ἡ Ἄκρα Ἀριστερά, ἀνεξαρτήτως ποσοστοῦ, εἰσέρχεται εἰς τὴν δευτέραν κατανομήν, πῶς λέγετε, ὅτι τὴν πριμοδοτοῦμεν; Σᾶς ἐπροτείναμεν συστήματα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀπεκλείετο τῆς Βουλῆς καὶ δὲν τὰ ἐδέχθητε. Καὶ λέγετε, ὅτι ἡμεῖς τὴν πριμοδοτοῦμεν; (Χειροκροτήματα).
§39Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἡ Ἄκρα Ἀριστερὰ πριμοδοτεῖται διὰ τῆς μὴ συμμετοχῆς τῶν μικροτέρων κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ πριμοδοτεῖται ἐξ ἴσου μὲ σᾶς καὶ μὲ τὰ ἄλλα κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὰ ὁποῖα θὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν δευτέραν κατανομήν. Ἡμεῖς ἀκολουθοῦντες τὴν Ἄκραν Ἀριστεράν, δηλοῦμεν, ὅτι δὲν θέλομεν αὐτὸ τὸ πλεονέκτημα. Τί προτείνει, ἡ Κυβέρνησις, ἐν προκειμένῳ; Ἐμμένει εἰς τὴν λαφυραγώγησιν τῶν μικροτέρων κομμάτων ἐπ’ ὠφελείᾳ ἀκόμη καὶ τῆς Ἄκρας Ἀριστερᾶς, τὸ θέμα εἶναι ἁπλοῦν.
§40Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρ. Κυβερν.). Θὰ τὸ κάμω ἁπλούστερον. Ποῖα εἶναι τὰ μικρὰ κόμματα; Ἐὰν εἰσέλθουν, ὅπως πιστεύετε, τέσσαρα κόμματα εἰς τὴν δευτέραν κατανομήν, δὲν ὑπάρχει καμμία πριμοδότησις. Θὰ μοιράσωμεν, λοιπόν, ποίας ψήφους; Τοῦ Προοδευτικοῦ Κόμματος; Τὸ Προοδευτικὸν Κόμμα πιστεύει, ὅτι εἶναι ἰσχυρότερον ἀπὸ σᾶς. Ποῖα εἶναι τὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα σφαγιάζονται; (Χειροκροτήματα).
§41Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Φαντάζομαι, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Προοδευτικοῦ Κόμματος θὰ ἀνέλθῃ μετ’ ὀλίγον εἰς τὸ βῆμα καὶ θὰ δώσῃ ἀπάντησιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου.
§42Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, θὰ ἤθελα νὰ εἴπω μόνον τοῦτο: Ἐφ’ ὅσον εἰς τὸν συλλογισμόν του ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θέτει ὡς δεδομένον ἢ ὡς ὑποτιθέμενον βασίμως, ὅτι 4 κόμματα εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν δευτέραν κατανομήν...
§43Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρ. Κυβ.). Σεῖς τὸ λέγετε.
§44Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. .... καὶ τότε δὲν ὑπάρχει πριμοδότησις, διατὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν δέχεται νὰ τεθῇ διάταξις, ἡ ὁποία νὰ ὁρίζῃ, ὅτι τὰ πρῶτα 4 κόμματα εἰσέρχονται ἐν πάσῃ περιπτώσει εἰς τὴν δευτέραν κατανομήν, ὁπότε αἴρεται αὐτομάτως ὁ κίνδυνος τῆς κλοπῆς τῶν ἰδικῶν μας ψήφων ἀπὸ τὸ πλειοψηφοῦν κόμμα;
§45Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, θεωρῶ τὸ θέμα λῆξαν καὶ θεωρῶ ὅτι εἶναι ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως, ὅτι διὰ τοῦ προτεινομένου συστήματος πρόκειται νὰ πριμοδοτηθῇ ἡ Ἄκρα Ἀριστερὰ ἀπὸ ψήφους ἐθνικοφρόνων κομμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἠμποροῦν νὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν δευτέραν κατανομήν, ἐνῷ ὑπάρχουν συστήματα διὰ τῶν ὁποίων ἡ πριμοδότησις αὐτὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφευχθῇ. Πάντως, ἐπιθυμῶ νὰ ἐκφράσω τὴν ἱκανοποίησίν μου, διότι κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῆς Ἀγροτικῆς Φιλελευθέρας Ἑνώσεως, δι’ ὅσων εἶπεν, ἀλλὰ καὶ διὰ τῶν συμπληρωματικῶν του δηλώσεων, ἐν τῷ τύπῳ, φαίνεται συμμεριζόμενος πλήρως τὴν ἄποψιν αὐτήν. Τοιουτοτρόπως εἶναι πλήρης ἡ ὁμοφωνία τῶν μεταξὺ τῆς Ε.Ρ.Ε. καὶ Ε.Δ.Α. πολιτικῶν δυνάμεων, ὅτι ἀποτελεῖ ἀνάγκην ὄχι ἁπλῶς πολιτικήν, ἀλλὰ ἀνάγκην ἐθνικὴν νὰ ἀποφευχθῇ ἡ ἐπανάληψις τοῦ σφάλματος, τὸ ὁποῖον διεπράχθη τὸ 1958 ὁπότε ἐπρογραμματίσθη ἡ λαφυραγώγησις τῶν μικρῶν κομμάτων καὶ ἐπετεύχθη ἡ πριμοδότησις τῆς Ε.Δ.Α.
§46Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἄνευ προθέσεως.
§47Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, διότι τότε μέν, τὸ 1958, δὲν ἐγνωρίζομεν, οὔτε ἐφαντάζετο κανείς, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ Ε.Δ.Α. νὰ διογκωθῇ εἰς τὰ ὅρια τὰ ὁποῖα ἔφθασε κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογάς, σήμερον, ὅμως, κ. συνάδελφοι, τὰ γνωρίζομεν, καὶ ἡ εὐθύνη ὅλων ὅσοι συντελοῦν καὶ ὅσοι ἐργάζονται πρὸς τὴν κατεύθυνσιν αὐτὴν εἶναι μεγίστη καὶ βαρυτάτη. Ὑπὸ τοὺς ὅρους αὐτούς, κ. συνάδελφοι, ἐὰν πρόκειται νὰ γίνῃ συζήτησις εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν περὶ τῶν ποσοστῶν, δι’ ἡμᾶς τρεῖς εἶναι αἱ ἐνδεικνυόμεναι λύσεις μεταξὺ τῶν ὁποίων καλεῖται νὰ ἐπιλέξῃ ἡ Κυβέρνησις: Εἶναι, πρῶτον, ἡ ἐπάνοδος εἰς τὸ σύστημα τοῦ 1951, ἀλλὰ εἰς τὸ σύστημα πλήρως, δηλαδὴ μὲ τὸ 17%, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ 20%, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει τὴν ἐπιμελῶς ἀποφευγομένην διὰ τοῦ ἐκλογικοῦ νομοσχεδίου συνεργασίαν τῶν κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θέλῃ νὰ προχωρήσῃ γεναιότερον εἰς υἱοθέτησιν τῆς ἁπλῆς ἀναλογικῆς τοῦ νόμου τοῦ 1950, δὲν ἔχομεν οὐδεμίαν ἐπ’ αὐτοῦ ἀντίρρησιν. Τέλος, ἐπειδὴ ἐρρίφθη ἡ πρότασις ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐξ Ἀρκαδίας, δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν εἰς τὸ νὰ καταργηθοῦν αὐτὰ τὰ πολωτικὰ ποσοστὰ τὰ ὁποῖα δημιουργοῦν τὴν ψυχολογίαν τῆς χαμένης ψήφου ἐπὶ τῆς ὁποίας ψυχολογίας βασίζονται τὰ μεγάλα κόμματα. Δι’ ἡμᾶς οἱονδήποτε ἐκ τῶν τριῶν συστημάτων ἐφαρμοσθῇ, εἶναι σύστημα ἐγγυόμενον μίαν πιστὴν ἀπογραφὴν τῶν πολιτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας. Ὑπάρχουν καὶ ὡρισμένα ἥσσονα θέματα, τὰ ὁποῖα ἁπλῶς θίγω, ἐπιφυλασσόμενος, ἐὰν πρόκειται νὰ μετάσχωμεν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν νὰ τὰ ἀναπτύξω τότε εὐρύτερον. Θὰ ἤθελα, ὅμως, ἀπὸ τώρα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ γεγονότος, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἤθελε ἰσχύσει ἡ νέα ἀπογραφή, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸν παλαιὸν ἐκλογικὸν διαιρέτην, δηλαδὴ νὰ αὐξηθῇ κατὰ ἕνα ὁ διαιρέτης, διότι ἰδιαιτέρως εἰς τὰς περιφερείας τῶν ὁποίων μειώνεται σημαντικῶς ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν, λόγῳ τῆς νέας ἀπογραφῆς, ὁ ἐκλογικὸς συντελεστὴς αὐξάνεται κατὰ τρόπον δυσανάλογον πρὸς τὴν παράδοσιν καὶ τὰς συνηθείας τῶν περιφερειῶν ἐκείνων. Ἐπίσης εἶναι ἀνάγκη νὰ μελετηθῇ καὶ τὸ θέμα τῶν μονοεδρικῶν καὶ διεδρικῶν περιφερειῶν, αἱ ὁποῖαι αὐξάνονται ἐφ’ ὅσον ἤθελεν ἐφαρμοσθῇ ἡ νέα ἀπογραφή. Κατὰ μίαν πρόχειρον μελέτην μου αἱ μονοεδρικαὶ περιφέρειαι γίνονται ἐννέα ἀντὶ τεσσάρων ἢ πέντε. Εἶναι προφανές, ὅτι ὑπὸ σύστημα ἀναλογικὸν δὲν εἶναι νοητὴ ἡ ὕπαρξις μονοεδρικῶν καὶ διεδρικῶν περιφερειῶν, διότι τότε πρόκειται περὶ πλειοψηφικοῦ. Θὰ πρέπει ἑπομένως αἱ περιφέρειαι αὐταὶ νὰ ἑνωθοῦν μὲ γειτονικὰς περιφερείας, μὲ τὰς ὁποίας εἴτε κατ’ ἔθιμον, εἴτε ἀπὸ λόγους οἰκονομικοὺς ἢ διοικητικούς, συνδυάζονται καλύτερον. Ἀλλὰ αὐταί, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἐπιφυλασσόμεθα νὰ διατυπώσωμεν εἰς ὡρισμένας τροπολογίας, τὰς ὁποίας θὰ συζητήσωμεν ἀργότερον. Θὰ εἰσέλθω τώρα εἰς τὰ ἄλλα βασικὰ ἐλαττώματα τοῦ νομοσχεδίου, θεωρῶν ἐξαντληθὲν τὸ θέμα τῶν ποσοστῶν τῆς βʹ κατανομῆς καὶ τοῦ τρόπου ἐνεργείας αὐτῆς. Τὰ βασικὰ αὐτὰ ἐλαττώματα εἶναι τρία: Πρῶτον, ἡ ἀπογραφή, δεύτερον, ἡ συμμετοχὴ τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων εἰς τὴν ψηφοφορίαν καὶ τρίτον, εἶναι ἡ ἐμβόλιμος διάταξις διὰ τὰς μεταπροσεχεῖς ἐκλογὰς τοῦ πλειοψηφικοῦ συστήματος. Ὅσον ἀφορᾶ εἰδικώτερον τὴν ἀπογραφήν, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ προβῶ εἰς μίαν ἱστορικὴν ἀποκατάστασιν ὡρισμένων πραγμάτων, τὰ ὁποῖα κἄπως προχείρως ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ μάλιστα ἀπὸ μέλη τῆς Κυβερνήσεως. Διότι ὑπῆρξεν ἡ τάσις νὰ ἐμφανισθῇ ἡ ἀπογραφὴ ὡς μία ἐνέργεια σχετιζομένη ἀποκλειστικὰ μὲ τὰς ἐκλογὰς καὶ τὸ ἐκλογικὸν σύστημα, ἐνῷ ὅπως ὅλοι γνωρίζομεν, πρόκειται περὶ μιᾶς γενικωτάτης λειτουργίας τοῦ Κράτους, ἡ ὁποία περιλαμβάνει βεβαίως, μέσα εἰς τοὺς σκοπούς της καὶ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, ἀλλὰ ἡ ὁποία ἔχει ἄλλους πολὺ εὐρυτέρους σκοποὺς καὶ οἰκονομικοὺς καὶ προγραμματικοὺς καὶ ἐπιστημονικούς. Τὸ πρᾶγμα γίνεται σαφές, ἀπὸ μίαν πρόχειρον ἔρευναν τοῦ τί συνέβη τὰ τελευταῖα 60 ἔτη ἀπὸ πλευρᾶς ἀπογραφῆς τοῦ πληθυσμοῦ. Εἶναι γεγονός, ὅτι τὰ τελευταῖα 60 ἔτη, μαθηματικῶς ἀνὰ δεκαετίαν διεξάγεται ἀπογραφὴ ἐν Ἑλλάδι. Ὅταν ὁμιλοῦμεν περὶ τῆς τελευταίας 60ετίας, πρόκειται περὶ ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν, οὔτε τὰ οἰκονομικὰ θέματα εἶχον τὴν ἔκτασιν τὴν σημερινήν, ἀλλ’ οὔτε καὶ αἱ ἐπιστημονικαὶ συζητήσεις καὶ τὰ ἐπιστημονικὰ συμπεράσματα, τὰ βασιζόμενα ἐπὶ τῆς στατιστικῆς, ἦσαν ἀνεπτυγμένα ὅσον σήμερον. Ὅταν ὁμιλοῦμεν περὶ δεκαετίας, ὑπάρχει, βέβαια, ἕνα μικρὸν περιθώριον λόγῳ γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἐπηρέασαν τὴν ἀπογραφὴν ἢ τὴν κατέστησαν ἀδύνατον, ἀκριβῶς κατὰ τὴν συμπλήρωσιν τῆς 10ετίας. Ἔχομεν, κατὰ συνέπειαν, ἀπογραφὴν εἰς τὸ 1896, εἰς τὸ 1907, εἰς τὸ 1920 — διότι τὸ 1917 ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκετο ἐν πολέμῳ — ἀπογραφὴν εἰς τὸ 1928, διότι ἐν τῷ μεταξὺ προσετέθησαν οἱ προσφυγικοὶ πληθυσμοὶ καὶ ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐνημερωθῇ ἡ ἀπογραφὴ βάσει τῆς νέας συνθέσεως τοῦ πληθυσμοῦ καὶ ἀπὸ τότε ἐπιστρέφομεν εἰς τὴν 10ετίαν, δηλαδὴ ἀπογραφὴ τὸ 1940, τὸ 1951 καὶ τέλος τὸ 1961. Ὅταν, λοιπόν, ἡ λειτουργία αὐτὴ μαθηματικῶς ἐπαναλαμβάνεται ἀνὰ 10ετίαν, πῶς εἶναι νοητὸν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ διατυπώνωνται ἰσχυρισμοί, ὅτι ἐὰν πράγματι ἡ Κυβέρνησις ἀπέβλεπεν εἰς τὰ κομματικὰ συμφέροντα θὰ ἦτο εὔκολον, νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἀπογραφήν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Αἱ δύο τελευταῖαι ἀπογραφαί, δηλαδὴ ἡ ἀπογραφὴ τοῦ 1951 καὶ 1961 δὲν ἔγιναν κἂν ἀπὸ ἑλληνικὴν πρωτοβουλίαν. Πρόκειται περὶ ἐκτελέσεως διεθνοῦς δεσμεύσεως, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβεν ἡ Ἑλλὰς ἔναντι τοῦ Ο.Η.Ε. Συγκεκριμένως, ἡ Ὑπηρεσία Στατιστικῆς τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, ὥρισε τὰ ἔτη 1950 καὶ 1960 μὲ μίαν διαφορὰν ἑνὸς ἔτους ἐνωρίτερον ἢ ἀργότερον, ὡς ἔτη παγκοσμίου ἀπογραφῆς. Ἡ ἀπόφασις αὕτη ἐπεκυρώθη ἀπὸ τὴν Γενικὴν Συνέλευσιν τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, τῶν ὁποίων ἡ Ἑλλὰς εἶναι μέλος, ψηφίσασα, μάλιστα, εἰς σχετικὴν ψηφοφορίαν τὴν ἀπόφασιν αὐτήν. Καὶ τέλος, τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη ὄχι μόνον ἔχουν στείλει συγκεκριμένον ἐρωτηματολόγιον εἰς τρόπον ὥστε ἡ ἀπογραφὴ νὰ λάβῃ παγκόσμιον χαρακτῆρα καὶ νὰ εἶναι δυνατὴ ἡ σύγκρισις τῶν διαφόρων ἀριθμῶν, ἀλλ’ ἀπέστειλε καὶ εἰδικὸν παρατηρητήν. Πῶς εἶναι δυνατόν, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν ψηφίσει εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη τὴν διενέργειαν ἀπογραφῆς διὰ τὸ ἔτος 1960 καὶ ἐφ’ ὅσον ἔχομεν ἀποδεχθῆ τὸ διεθνὲς ἐρωτηματολόγιον, πῶς εἶναι δυνατὸν σοβαρῶς νὰ διατυπώνωνται οἱ ἰσχυρισμοί, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἦτο εὔκολον ν’ ἀναβάλῃ τὴν ἀπογραφήν, ἐὰν ἤθελε νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ κομματικά της συμφέροντα.
§48Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρ. Κυβερν.). Ἠμπορεῖ νὰ μᾶς ἔκαμαν τὴν σύστασιν νὰ κάμωμεν ἀπογραφὴν καὶ διότι τὴν ἐδέχθημεν, μᾶς ἔστειλαν καὶ ἀντιπρόσωπον. Δὲν μᾶς ὑπεχρέωσαν. Ἐὰν ἡ χώρα ἦτο ἀπαράσκευος, ποῖος θὰ μᾶς ἐπίεζε; Τὸ λέγομεν αὐτό, διὰ νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ θέμα τῆς ἀπογραφῆς, δὲν εἶχε δόλον. Ἤθελε νὰ γίνῃ ὅ,τι ἦτο νόμιμον καὶ σωστό.
§49Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι, διότι δὲν ἔγινα σαφής, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἀντελήφθη τὶ ὑποστηρίζω. Ὑποστηρίζω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἐφ’ ὅσον ἀνέλαβε διεθνῶς ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὑποστηρίζῃ, ὅτι θὰ ἦτο εὔκολον νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑποχρεώσεως αὐτῆς, ἐφ’ ὅσον τὸ κομματικόν της συμφέρον θὰ τὸ ἐπέβαλε.
§50Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρ. Κυβερνήσεως). Δὲν θὰ ἀνελάμβανε τὴν ὑποχρέωσιν. Τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, εἰς τίποτε δὲν ἠμποροῦν νὰ ὑποχρεώσουν. Πῶς, λοιπόν, θὰ μᾶς ὑποχρέωναν νὰ κάμωμεν τὴν ἀπογραφήν; Ἐὰν δὲν ἠθέλαμεν, δὲν θὰ ἀνελαμβάναμεν τοιαύτην ὑποχρέωσιν.
§51Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἀναμφισβητήτως τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, δὲν δύνανται νὰ ἐναγάγουν τὴν Ἑλλάδα ἐνώπιον ἑνὸς Δικαστηρίου διὰ τὴν μὴ τήρησιν τῆς Διεθνοῦς της ὑποχρεώσεως. Ἐπ’ αὐτοῦ συμφωνοῦμεν ἀπολύτως καὶ ἔχετε δίκαιον. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, εἶναι δυνατὸν ἡ Ἑλλὰς νὰ μετέχῃ εἰς Γενικὴν Συνέλευσιν τοῦ Ο.Η.Ε. καὶ νὰ ψηφίζῃ ὑπὲρ τῆς διενεργείας ἀπογραφῆς κατὰ τὸ 1960 μὲ ἓν ἔτος παράτασιν καὶ νὰ ἔρχεται ἐδῶ ἐπίσημος ἐκπρόσωπος τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος νὰ ἰσχυρίζεται ἡ Κυβέρνησις, ὅτι θὰ ἠμποροῦσε νὰ ἀναλάβῃ τὴν διεθνῆ ὑποχρέωσιν, ἐὰν τὰ κομματικά της συμφέροντα τῆς τὸ ἐπέβαλον.
§52Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρ. Κυβερνήσεως). Δὲν τὸ ἔκαμεν, ἀλλὰ λέγει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἠδύνατο νὰ τὸ κάμῃ.
§53Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς εἶναι δυνατὸν αὐτό;
§54Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρ. Κυβερνήσεως). Θὰ τὴν ἔκαμνε τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1961 καὶ ὄχι τὸν Μάρτιον.
§55Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως σᾶς εἶπα ἡ Ὑπηρεσία Στατιστικῆς καὶ ἡ Συνέλευσις τοῦ Ο.Η.Ε. καθώρισαν τὸ 1960, ὡς ἔτος παγκοσμίου ἀπογραφῆς.
§56Η. ΣΑΚΑΛΗΣ. Ποῖον ἔτος ἔγινεν αὐτό;
§57Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἔγινε τὸ 1957 καὶ ἀπὸ τότε καθωρίσθη, ὅτι τὸ ἔτος 1960 θὰ εἶναι ἔτος παγκοσμίου ἀπογραφῆς, ἡ δὲ Ἑλλάς, ἐπίσης, ἐψήφισεν εἰς τὴν Συνέλευσιν τοῦ Ο.Η.Ε. τὴν σχετικὴν ἀπόφασιν. Ἐρωτῶ, εἶναι τοῦτο διεθνὴς δέσμευσις ναὶ ἢ ὄχι. Τὸ πρᾶγμα εἶναι σαφές. Ἀλλά, κ. βουλευταί, ἐξέθεσα τὴν ἱστορικὴν πλευρὰν τοῦ ζητήματος μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ἀποκαταστήσω ὡρισμένα πράγματα. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν οὐσίαν τῆς ἀπογραφῆς ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν ἤδη, ὅτι εἶναι ἀποφασισμένη νὰ διεξαγάγῃ τὰς ἐκλογὰς εἰς ἀπώτερον χρόνον εἰς τρόπον, ὥστε νὰ ἔχουν δημοσιευθῆ καὶ τὰ ἐπίσημα ἀποτελέσματα τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1961. Ἐὰν οὕτως ἔχουν τὰ πράγματα, δὲν ἔχω λόγον νὰ ἀμφισβητῶ τὴν καλὴν πίστιν τῆς Κυβερνήσεως, ἐπιβάλλεται ἡ τροποποίησις τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐπιβάλλεται ἡ τροποποίησις τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, διότι εἰς τὸ ἄρθρον λέγετε σαφῶς, ὅτι θὰ ἰσχύσῃ ὁ νόμιμος πληθυσμός, δεδομένου, ὅτι κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ, ὁ νόμιμος πληθυσμὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ πρὸ τοῦ Νοεμβρίου, ἴσως, καὶ τοῦ Δεκεμβρίου, μένομεν ἐκτεθειμένοι εἰς τὴν ἀπίθανον περίπτωσιν ποὺ θὰ διεξαχθοῦν αἱ ἐκλογαί, λόγῳ ἀπροόπτων γεγονότων, πρὸ τοῦ Δεκεμβρίου, ἢ ἴσως, καὶ πρὸ τοῦ Νοεμβρίου. Εἶναι νοητὸν εἰς τὴν ἀπίθανον αὐτὴν περίπτωσιν, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχει ἀκόμη δημοσιευθῆ ὁ νόμιμος πληθυσμός, νὰ ἐνεργηθοῦν αἱ ἐκλογαὶ βάσει τοῦ νομίμου πληθυσμοῦ τοῦ 1940; Καὶ κατὰ ποίαν λογικὴν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαρτήσωμεν τὸν ρυθμὸν τῆς πολιτικῆς μας ζωῆς ἀπὸ τὸν τρόπον ἐργασίας μιᾶς ὡρισμένης ὑπηρεσίας; Ποῖος ἄλλως τε ἐγγυᾶται, ὅτι ἡ μέλλουσα νὰ διεξαγάγῃ τὰς ἐκλογὰς Ὑπηρεσιακὴ Κυβέρνησις, καὶ θὰ ὁμιλήσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ ἐντὸς ὀλίγου, δὲν πρόκειται ὑπείκουσα εἰς ἄλλην εἰσήγησιν τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας, νὰ δημοσιεύσῃ Δ)γμα, τὸ ὁποῖον νὰ ὁρίζῃ, ὅτι ἡ νόμιμος ἀπογραφὴ δὲν ἀντιπροσωπεύει τὴν πραγματικότητα καὶ δὲν πρέπει νὰ δημοσιευθῇ; Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἐνδεχόμενα, δὲν λέγω, ὅτι εἶναι μέσα εἰς τὰς προθέσεις τῆς Κυβερνήσεως.
§58Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κατὰ τὸν τρόπον ποὺ ἔγινεν ἡ ἀπογραφὴ ὑπάρχει τὸ ἐνδεχόμενον μία Ὑπηρεσιακὴ ἢ καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις νὰ διακηρύξῃ, ὅτι ἡ νόμιμος ἀπογραφὴ δὲν ἀντιπροσωπεύει τὴν πραγματικότητα καὶ νὰ γίνῃ τὸ ἴδιον, ὅπως ἔγινε τὸ 1951. Ὅταν θὰ ὁμιλήσω θὰ ἀναφερθῶ εἰς τὸ ζήτημα αὐτό.
§59Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ ἐὰν τοῦτο εἶναι ἐνδεχόμενον ἢ ὄχι, ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὴν ἱστορίαν τοῦ τὶ ἀκριβῶς συνέβη μὲ τὴν νόμιμον ἀπογραφὴν τοῦ 1951. Ἐλέχθη ἤδη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡ σχετικὴ ἐπιστημονικὴ ἐργασία τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας ἦτο ἤδη ἑτοίμη ἀπὸ τὸ 1955, ὁ δὲ τότε Ὑπουργὸς, ὅταν ἐψηφίζετο ὁ ἐκλογικὸς νόμος εἶχεν ὑποσχεθῆ τὴν ἄμεσον δημοσίευσιν τοῦ νομίμου πληθυσμοῦ τοῦ 1951. Τοῦτο δὲν συνέβη, οὔτε τὸ 1955, οὔτε τὸ 1956, οὔτε τὸ 1957 καὶ μόνον κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1958 ἀφοῦ παραδόξως ἐκοιμᾶτο ἡ ἐπίσημος στατιστικὴ τοῦ νομίμου πληθυσμοῦ, κατόπιν εἰσηγήσεως τοῦ ἁρμοδίου Γενικοῦ Διευθυντοῦ, οἱ τότε Ὑπηρεσιακοὶ Ὑπουργοὶ ἔκριναν, ὅτι ἡ νόμιμος ἀπογραφὴ ἦτο ἐσφαλμένη. Ὑπάρχουν σκοτεινὰ σημεῖα εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, διότι εἶναι βέβαιον, ὅτι ὁ ἁρμόδιος Διευθυντὴς τῆς ὑπηρεσίας αὐτῆς, τὸν ὁποῖον καὶ τιμῶ καὶ συμπαθῶ, εἰσηγήθη, ὅτι εἶναι ἐσφαλμένη. Παρὰ τὰς διαμαρτυρίας δὲ τοῦ ἁρμοδίου Διευθυντοῦ πληθυσμοῦ Σβορώνου, ἔκτοτε διεκήρυξεν URBI ET ORBI ὅτι ἡ νόμιμος ἀπογραφὴ ἦτο ὀρθὴ καὶ διὰ τοῦτο ἠρνήθη τελικῶς νὰ μονογράψῃ τὴν ἔγγραφον εἰσήγησιν τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ πρὸς τοὺς ἁρμοδίους ὑπηρεσιακοὺς Ὑπουργούς. Ἀλλὰ ὅλα αὐτὰ εἶναι παλαιὰ ἱστορία καὶ δὲν εἰσέρχομαι εἰς αὐτήν. Τὰ ἀνέφερα μόνον διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ἀπὸ ποῖον ἐξαρτᾶται ἡ ὁμαλὴ ἐξέλιξις τοῦ θέματος τῆς ἀπογραφῆς. Ἐπαναλαμβάνω, τιμῶ τὸν ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ὑπηρεσίας ἐκείνης Γενικὸν Διευθυντήν, τιμῶ τὴν ἐπιστημονικὴν ἐργασίαν, ἡ ὁποία διεξάγεται ἐκεῖ, τιμῶ μέχρις ἑνὸς σημείου καὶ τὰς γραφειοκρατικὰς μεθόδους, ἀλλὰ πρέπει νὰ καταστῇ σαφές, ὅτι ἄλλο εἶναι τὸ θέμα τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ καὶ ἄλλο ἡ ἐπιστημονικὴ ἐργασία τῆς Γεν. Δ)νσεως Στατιστικῆς. Ἐκεῖ γίνεται μία ἐργασία ἀναλυτικὴ καὶ λεπτομερής, βάσει ἐρωτηματολογίου, τὸ ὁποῖον συνέταξαν τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη καὶ γίνεται κατὰ τρόπον, τόσον σχολαστικόν, ὥστε εἶναι δυνατὸν καὶ μία ὑποψία παρεκκλίσεως νὰ θεωρῆται ὡς δικαιολογοῦσα ἀπόρριψιν τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἀπογραφῆς, διότι εἰς τὴν ἀπογραφὴν ποτὲ δὲν ὑπάρχει βεβαιότης, ἀλλὰ μόνον πιθανότητες, ὑποψίαι καὶ παρεκκλίσεις. Ὅταν πρόκειται περὶ αὐτοῦ τοῦ πράγματος δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν τῇ ἐπιδιώξει τῆς τελειότητος καὶ τῆς κατὰ 100% ἀκριβείας τῆς ἀπογραφῆς νὰ θυσιάσωμεν τὴν σημερινὴν πραγματικότητα, χάριν μιᾶς ἀνυπάρκτου καὶ νεκρᾶς ἀπογραφῆς τοῦ 1940, ἡ ὁποία οὐδὲν ἀντιπροσωπεύει σήμερον. Ὑπὸ τοὺς ὅρους αὐτούς, δύο προτάσεις ἔχομεν νὰ κάμωμεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ πρώτη εἶναι νὰ ἐπισπεύσῃ βασικῶς τὴν ἔρευναν ἀπομονώνουσα τὸ θέμα τοῦ νομίμου πληθυσμοῦ. Νὰ δώσῃ, δηλαδή, ἐντολὴν εἰς τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν, ὅπως, ἀφήνουσα προσωρινῶς κατὰ μέρος τὴν ἄλλην ἐπιστημονικήν της ἐργασίαν, μᾶς δώσῃ μίαν ἐπείγουσαν ἀπάντησιν εἰς τὸ κραυγαλέον καὶ ἀγωνιῶδες θέμα τοῦ νομίμου πληθυσμοῦ. Ἂς ἀφήσῃ τὰς ἐρεύνας της ἐπὶ τοῦ ἐρωτηματολογίου τοῦ Ο.Η.Ε, καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων θεμάτων, τὰ ὁποῖα αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν ἐπείγουν καὶ τὰ ὁποῖα ἀνέτως δύνανται νὰ ἐρευνηθοῦν μετὰ 1 μῆνα, ὅταν θὰ εἶναι ἕτοιμα τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀπογραφῆς τοῦ νομίμου πληθυσμοῦ.
§60Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Κύριε συνάδελφε, τώρα λησμονεῖτε τὴν ὑποχρέωσιν ποὺ ὑπάρχει;
§61Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, εἶναι τόση ἡ πολιτική σας εὐθιξία, ὥστε θέλετε νὰ θυσιάσωμεν τὴν μέλλουσαν ὁμαλὴν πολιτικήν μας ζωὴν εἰς τὴν ὑποχρέωσιν αὐτήν; Ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ συμφωνήσωμεν παρ’ ὅλον ποὺ τιμῶ τὴν παρατήρησίν σας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ ἐπεῖγον εἶναι νὰ ἀπομονωθῇ τὸ ἐρώτημα τοῦ νομίμου πληθυσμοῦ. Ὑπάρχει ἕνα ἄρτιον μηχανολογικὸν συγκρότημα καὶ εἶναι γνωστὸν πῶς λειτουργοῦν τὰ συγκροτήματα τῆς ἀπογραφῆς μὲ τὸ σύστημα τῶν διατρήσεων, εἰς τρόπον, ὥστε, ἐὰν ἀπομονώσωμεν τὸ θέμα εἰς μίαν μόνον διάτρησιν, εἶναι βέβαιον, ὅτι ἐὰν δοθοῦν καὶ ὡρισμέναι ὑπερωρίαι εἰς τὴν ὑποαπασχόλητον αὐτὴν ὑπηρεσίαν, εἶναι δυνατὸν ἐντὸς 15 ἡμερῶν ἢ ἑνὸς μηνός, νὰ ἔχωμεν πλήρη καὶ ἠλεγμένην νόμιμον ἀπογραφήν. Ἡ ἄλλη σύστασις, τὴν ὁποίαν κάμω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι, ὅπως διὰ πᾶν ἐνδεχόμενον καὶ διότι δὲν γνωρίζομεν τὶ θὰ σκεφθοῦν οἱ τότε ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ ἢ ποίας εἰσηγήσεις θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ ὑπηρεσία καὶ ἡ γραφειοκρατία νὰ τοὺς κάμῃ, διὰ πᾶν ἐνδεχόμενον καὶ ἐφ’ ὅσον τὸ Σύνταγμα δὲν τὸ ἀπαγορεύει, νὰ ἀποκαταστήσωμεν εἰς τὸ νομοσχέδιον τὴν ἔννοιαν τῆς ἀπογραφῆς, ὅπως τὴν ὁρίζει τὸ Σύνταγμα. Δηλαδή, διὰ τὴν περίοδον τὴν μετὰ τὴν δημοσίευσιν τῆς νομίμου ἀπογραφῆς, νὰ ἰσχύσῃ ἡ νόμιμος ἀπογραφή, ἀλλὰ διὰ τὴν ἐκκρεμῆ περίοδον τὴν μέχρι τῆς δημοσιεύσεως τῆς νομίμου ἀπογραφῆς, νὰ ἰσχύσῃ ὁ γενικὸς πληθυσμὸς τῆς Χώρας. Τὸ Σύνταγμα δὲν ἀπαγορεύει τοῦτο καὶ εἰς τὸ παρελθὸν ἐπανειλημμένως ἐφηρμόσθη. Ἡ ἀδικία, ἡ ὁποία θὰ ἐπήρχετο εἰς ὡρισμένας περιφερείας, ἀπὸ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ γενικοῦ πληθυσμοῦ τῆς Χώρας, θὰ ἦτο ἀσυγκρίτως μικροτέρα ἀπὸ τὴν τερατώδη ἀδικίαν τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἀνυπάρκτου ἀπογραφῆς τοῦ 1940. Ἐπιπροσθέτως δέ, εἶναι εὐκολώτατον, εἶναι θέμα μιᾶς ἁπλῆς προσθέσεως ἀρτίων ἀριθμῶν νὰ εὑρεθῇ ὁ σημερινὸς πραγματικὸς πληθυσμός, διότι, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν ὡς δεδομένον τὸν γενικὸν πληθυσμὸν τοῦ 1951, ὁ ὁποῖος ἔχει δημοσιευθῆ καὶ θεωρεῖται ἔγκυρος, δὲν μένει παρὰ εἰς τὸν ἀριθμὸν αὐτὸν νὰ προσθέσωμεν τὰ ἐτήσια δημογραφικὰ στοιχεῖα τῆς αὐξήσεως τοῦ πληθυσμοῦ, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐπίσης δεδομένα, ἔγκυρα καὶ ἀναμφισβήτητα. Ἐὰν προσθέσωμεν, δηλαδή, εἰς τὸν πραγματικὸν πληθυσμὸν τοῦ 1951 τὸν ἀναμφισβήτητον καὶ κεκυρωμένον, τὴν ἐτησίαν αὔξησιν τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Χώρας, ἡ ὁποία καὶ αὐτὴ εἶναι νόμιμος, κεκυρωμένη καὶ ἀναμφισβήτητος, καταλήγομεν μαθηματικῶς εἰς μίαν ἐπιβεβαίωσιν τῶν προχείρων ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα ἐδημοσίευσε πρὸ ἡμερῶν ἡ γενικὴ στατιστικὴ ὑπηρεσία, ὡς πραγματικὸν πληθυσμόν. Ἡ Κυβέρνησις, ἂς ἀναθέσῃ εἰς ἕνα ὑπάλληλον, γνωρίζοντα ἁπλῶς πρόσθεσιν, οὐδὲ κἂν ἀφαίρεσιν, διὰ νὰ ἐπιβεβαιωθῇ, ὅτι καὶ ὁ πραγματικὸς σημερινὸς πληθυσμός, εἶναι εὔκολον νὰ ἐξακριβωθῇ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, τονίζομεν, ὅτι δι’ ἡμᾶς, ἡ ἐνέργεια ἐκλογῶν ὑπὸ τὸ καθεστὼς τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1940 καὶ μὲ οἱανδήποτε δικαιολογίαν, εἶναι ἀπαράδεκτος. Ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα, τῆς ψήφου τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἐλέχθησαν τόσον πολλὰ περὶ τῆς ἀνάγκης, ὅπως τόσον αἱ ἐθνικαὶ δυνάμεις, ὅσον καὶ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, μετάσχουν εἰς τὴν λαϊκὴν ἐτυμηγορίαν, ὥστε νὰ περιττεύῃ νὰ προσθέσω τίποτε. Ἐξ ἄλλου, ἔχομεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ Σῶμα τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν. Δὲν ὁμιλῶ περὶ ὡρισμένων ἀνωτάτων στελεχῶν, τὰ ὁποῖα ζοῦν καὶ κινοῦνται ἐντὸς τῶν εὐνοιῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ περὶ τῆς μεγάλης πλειοψηφίας τοῦ Σώματος τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν.
§62Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρ. Κυβερνήσεως). Δὲν ὑπάρχει ἀξιωματικός, οὔτε ἀνώτερος, οὔτε κατώτερος, ὁ ὁποῖος νὰ εὐνοῆται ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν εἶναι θέμα τοῦ παρόντος, ἀλλὰ γνωρίζετε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει διαμορφώσει ἀπὸ τῆς ἀνόδου της εἰς τὴν ἀρχήν, μίαν κατάστασιν εἰς τὸ στράτευμα, ἡ ὁποία δὲν ὑπῆρξε ποτὲ ἀπὸ ἀπόψεως συνοχῆς, πειθαρχίας, ἀλληλεγγύης καὶ ἀκομματίστου. Ἐγὼ ἔθεσα ἐπὶ κεφαλῆς τῶν Ἐπιτελείων, ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀνήκουν κἂν εἰς τὸ κυβερνῶν Κόμμα. Καὶ ἔπραξα τὸ αὐτὸ καὶ εἰς πλείστας ἄλλας ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους. Κἄποτε, ἐπειδὴ πολλάκις διατυπώνεται ἡ μομφή, ὅτι ἡ Κυβέρνησίς μου κομματίζεται, θὰ μνημονεύσω περιστατικά, ὀνόματα καὶ ὀργανισμούς, διὰ νὰ ἴδητε πόσον ἀκομμάτιστα πολιτεύομαι.
§63Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, πρῶτος ἐγὼ ἔπλεξα τὸ ἐγκώμιον τοῦ Ἕλληνος ἀξιωματικοῦ καὶ ἐὰν ἐξῄρεσα μίαν μικρὰν μειοψηφίαν, τὴν ἐξῄρεσα, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικότης. Κύριε Πρόεδρε, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ εἶσθε ἀπόλυτος. Δὲν πρόκειται νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος αὐτοῦ. Ἐφ’ ὅσον ὡρισμέναι ἀποφάσεις περὶ τῆς ἀνωτάτης ἡγεσίας λαμβάνονται τῇ συμμετοχῇ ἀνωτέρων κυβερνητικῶν παραγόντων, εἶναι ἑπόμενον νὰ ὑπάρχῃ ὑποψία ἀσκήσεως ὡρισμένων ἐπιρροῶν ἐπ’ αὐτῶν. Ἀλλά, ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶναι πρόθεσίς μου νὰ ὁμιλήσω ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐπαναλαμβάνω δὲ τὴν δήλωσιν, ὅτι τιμῶμεν τὰ στελέχη τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ, καὶ τονίζω, ὅτι τιμῶμεν ἰδιαιτέρως τὰ στελέχη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι περισσότερον ἐγγὺς τῶν μεγάλων μαζῶν τοῦ στρατοῦ. Τὸ ὅτι, ὅμως, τιμῶμεν τὴν ἡγεσίαν αὐτὴν τοῦ στρατοῦ, εἶναι μία ὑποκειμενικὴ κρίσις καὶ δὲν λύει τὸ θέμα τοῦ ἀδιαβλήτου τῆς ψήφου τοῦ στρατοῦ. Ἔχομεν ἄλλωστε τὸ προηγούμενον τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1956 διὰ τὰς ὁποίας ἀνεφέρθησαν καὶ ὡρισμέναι, ἀτυχῶς, περιπτώσεις, διετυπώθησαν δὲ ἀναμφισβητήτως ἐπιφυλάξεις ἐναντίον τῆς γνησιότητος τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῶν. Ἀποτελεῖ, συνεπῶς, χρέος ὅλων μας νὰ συμβάλωμεν, ὥστε τὰ ἀποτελέσματα τῶν στρατιωτικῶν τμημάτων νὰ μὴ εἶναι μόνον γνήσια, ἀλλὰ καὶ ἀδιάβλητα. Τοῦτο ἄλλωστε παρεδέχθη καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἰς τὸν ἐκλογικὸν νόμον 1958 εἶχε δεχθῆ νὰ μὴ μετάσχῃ ὁ στρατὸς εἰς τὰς ἐκλογάς. Δὲν δύναμαι νὰ ἀντιληφθῶ τὶ ἐμεσολάβησεν ἀπὸ τοῦ 1958 μέχρι σήμερον, ὥστε νὰ ἀλλάξῃ γνώμην.
§64Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρ. Κυβερνήσεως). Ἡ Κυβέρνησις δέν εἶχεν ὡς πολιτικήν της, νὰ στερηθῇ ὁ στρατὸς τῆς ψήφου. Ἠναγκάσθην, ἁπλῶς, νὰ δεχθῇ τοῦτο.
§65Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὶ ἐμεσολάβησεν;
§66Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρ. Κυβερνήσεως). Τίποτε δὲν ἐμεσολάβησεν, ἁπλούστατα, τὸ νομοσχέδιον ἔπρεπε νὰ τὸ περάσωμεν μαζί καί, ἐφ’ ὅσον τὸ ἐθέσατε ὡς ὅρον, ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ τὸ δεχθῶ. Τώρα, δὲν συμβαίνει τὸ ἴδιον. Δὲν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὸ δεχθῶ καὶ ἀποκαθιστῶ τὰ πράγματα. Πάντως, δηλῶ, ὅτι θὰ ληφθοῦν ὅλα τὰ μέτρα, ὥστε νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ γνησία ἔκφρασις τοῦ στρατοῦ.
§67Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλέχθη προχθὲς ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Ἀρχηγὸν τῆς Φ.Α.Ε.Δ.Κ., ὅπως συσταθῇ εἰδικὴ Ἐπιτροπὴ διὰ νὰ προτείνῃ τὰ ἐνδεικνυόμενα μέτρα πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ γνησίου φρονήματος τοῦ στρατοῦ. Ἐπιφυλασσόμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ ὑποβάλωμεν ἐπ’ αὐτοῦ ὡρισμένας τροπολογίας. Ἀλλὰ εἶναι χρήσιμον νὰ θίξωμεν κρίσιμα τινὰ σημεῖα ἐπὶ τοῦ ὅλου θέματος. Τὰ κρίσιμα αὐτὰ σημεῖα εἶναι ἡ ἐξακρίβωσις, ὅτι ἡ συμμετοχὴ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τῶν στρατιωτῶν εἰς τὰς ἐκλογὰς ἐξασφαλίζει τὴν ψηφοφορίαν τῶν ὄντως ἐγγεγραμμένων ἐξ αὐτῶν εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους. Διότι περὶ ἐξισώσεως ὁμιλοῦμεν, κύριοι, μὲ τοὺς ἄλλους πολίτας. Δὲν ὁμιλοῦμεν περὶ προνομίων εἰς τρόπον, ὥστε καὶ οἱ τυχὸν ἐγγεγραμμένοι εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους νὰ μετάσχουν εἰς τὰς ἐκλογάς.
§68Η. ΣΑΚΑΛΗΣ. Καὶ ἐθελονταί, κ. συνάδελφε, οἱ ὁποῖοι εἶναι 17 ἐτῶν θὰ ψηφίσουν. (Θόρυβος).
§69ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πήγαινε νὰ σαραντίσῃς καὶ μετὰ νὰ φωνάξῃς.
§70Η. ΣΑΚΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, διαμαρτύρομαι. Τὸ ζήτημα εἶναι προσωπικόν. Τὸ θέμα εἶναι προσωπικόν, διαμαρτύρομαι καὶ ζητῶ τὸν λόγον μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Κωστοπούλου.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Σακαλῆ, λυποῦμαι, ὅτι ἀρχίσατε τὴν νέαν σας σταδιοδρομίαν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Ἐλάβατε τὸν λόγον, χωρὶς νὰ ἀναγνωρίσητε, ὅτι ὑπάρχει Προεδρεῖον. Ἄλλωστε αὐτὸ τὸ ἔχω διαπιστώσει καὶ ἐκ τοῦ ὅτι δὲν μὲ ἐπεσκέφθητε κἂν πρὸ ἢ μετὰ τὴν ὁρκωμοσίαν σας. Ἀλλὰ τοὐλάχιστον, νὰ ἀντιληφθῆτε, ὅτι διὰ νὰ λάβητε τὸν λόγον χρειάζεται νὰ ζητήσητε τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὸν Πρόεδρον. Τὶ προσωπικὸν ζήτημα ὑπάρχει;
§72Η. ΣΑΚΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε.....(κωδωνοκρουσίαι). Ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ μὲ ἀκούσητε.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ θὰ ὁμιλήσητε.
§74Η. ΣΑΚΑΛΗΣ. Δὲν σᾶς ἐπεσκέφθην, διότι σᾶς ἤμουν ἀνεπιθύμητος. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§75Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ δεύτερον θέμα, τὸ ὁποῖον θὰ πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ, προκειμένου περὶ τῆς ψήφου τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, εἶναι ὁ τρόπος καὶ ὁ τόπος, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ ψηφίσῃ ὁ στρατός. Εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον, ὅπως οἱ μέλλοντες νὰ ψηφίσουν στρατιῶται καὶ δημόσιοι ὑπάλληλοι νὰ μὴ ψηφίσουν εἰς ἰδιαίτερα ἐκλογικὰ τμήματα καὶ νὰ μὴ μεταβαίνουν εἰς ταῦτα συντεταγμένοι καὶ ὁδηγούμενοι ὑπὸ ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν. Ὁ τρόπος αὐτὸς συμμετοχῆς εἰς τὴν ψηφοφορίαν δημιουργεῖ ἕνα πνεῦμα λόγῳ πειθαρχίας, τὸ ὁποῖον ἐμποδίζει τὴν ἐλευθέραν κρίσιν καὶ δὲν χρειάζεται ἰδιαιτέρα ψυχολογικὴ βία διὰ νὰ νοθευθῇ τὸ ἐκλογικὸν ἀποτέλεσμα. Πέραν τούτου δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ στρατιῶται νὰ ψηφίζουν τοὺς ὑποψηφίους τῆς περιφερείας ἀπὸ τὴν ὁποίαν κατάγονται. Διότι οἱ στρατιῶται εἶναι κατανεμημένοι εἰς ὅλας τὰς ἐνόπλους δυνάμεις, κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε διὰ τῆς ἀναγραφῆς καὶ μόλις εἰς τοὺς φακέλλους τῆς περιφερείας ἀπὸ τὴν ὁποίαν κατάγονται, ὅταν εἶναι δεδομένον, ὅτι τρεῖς κατάγονται ἀπὸ τὸν Πύργον, τρεῖς ἀπὸ τὰς Καλάμας κλπ., καθίσταται φανερὰ ἡ ψηφοφορία καὶ ἀνατρέπεται ἡ μυστικότης ταύτης περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλεῖ τὸ Σύνταγμα. Πρέπει, λοιπόν, οἱ στρατιῶται νὰ ψηφίζουν τοὺς ὑποψηφίους τῆς περιφερείας εἰς τὴν ὁποίαν ἀσκοῦν τὸ ἐκλογικόν των δικαίωμα καὶ ἐν συνεχείᾳ νὰ γίνεται ἀμέσως ἡ ἀνάμιξις τῶν ψηφοδελτίων τῶν στρατιωτικῶν τμημάτων εἰς τὰς ψηφοδόχους τῶν πολιτικῶν τμημάτων. Ἀξιόλογος ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι καὶ ἡ πρότασις τοῦ ἐπιφανοῦς νομομαθοῦς κ. Βαμβέτσου, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ στρατιῶται καὶ δημόσιοι ὑπάλληλοι θὰ πρέπει νὰ ψηφίζουν, ὄχι ὑποψηφίους, ἀλλὰ Κόμματα, ὁπότε τὰ ψηφοδέλτια θὰ ἀποστέλλωνται ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον. Νομίζω, ὅτι ὁ τρόπος αὐτὸς τῆς ψηφοφορίας εἶναι προτιμότερος ἀπὸ τοῦ νὰ ψηφίζουν τοὺς ὑποψηφίους τῆς Πατρίδος των. Διότι ἔτσι δὲν ἀνατρέπεται ἡ μυστικότης τῆς ψηφοφορίας. Θὰ ἤθελα, κ. συνάδελφοι, νὰ σᾶς ἀπασχολήσω καὶ μὲ τὸ εἰσαγόμενον πλειοψηφικὸν σύστημα. Ἔχουν τόσα πολλὰ λεχθῆ διὰ τὸν πολωτικὸν χαρακτῆρα τοῦ συστήματος αὐτοῦ καὶ ἀνεπτύχθησαν τόσον ἀναλυτικῶς τὰ ἐπιχειρήματα, ὥστε εἶναι περιττὸν νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας. Ἀδίκως ἡ Κυβέρνησις ἰσχυρίζεται, ὅτι διὰ τοῦ συστήματος αὐτοῦ προσπαθεῖ νὰ καθιερώσῃ ὁριστικὸν σύστημα διὰ τὸ ἀπώτερον μέλλον. Ἡ Κυβέρνησις, κύριοι, δὲν μεριμνᾷ διὰ τὸ ἀπώτερον μέλλον, οὔτε διὰ τὸ ἐκλογικὸν σύστημα τῶν μεταπροσεχῶν ἐκλογῶν. Μεριμνᾷ μόνον διὰ τὸ παρὸν καὶ διὰ τὰς ἐπὶ θύραις ἐκλογάς. Ἡ Κυβέρνησις προσπαθεῖ διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ νὰ ρίψῃ εἰς τὴν πλάστιγγα τῶν λαϊκῶν δυνάμεων ὅλας τὰς πολωτικὰς δυνάμεις τοῦ παρόντος καὶ τοῦ μέλλοντος. Προσπαθεῖ νὰ δημιουργήσῃ μίαν αὐστηράν, στρατιωτικήν πειθαρχίαν εἰς τὸ Κυβερνητικὸν στρατόπεδον καὶ προσπαθεῖ, ἐνδεχομένως, νὰ ἐνθαρρύνῃ καὶ ὡρισμένας διαφοροποιήσεις τῶν πολιτικῶν δυνάμεων, περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλεῖ εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ περὶ τῶν ὁποίων ἐπίσης ὡμίλησεν ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος, ὁ ἐξ Ἀθηνῶν, ὡμίλησε μάλιστα κάπως ἀτόπως, ὅσον ἀφορᾷ τὴν Κυβέρνησιν περὶ πλάνητος πολιτικοῦ βίου, ἢ δὲν ἠξεύρω τὶ ἄλλο, διότι ἀπὸ τὸν πλάνητα πολιτικὸν βίον ὠφελήθη ἀποκλειστικῶς ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλὰ αὐτὸ ἀποτελεῖ ἄλλην ἱστορίαν. Ὑπάρχει, ὅμως, κ. συνάδελφοι, καὶ μία περίπτωσις νὰ εἶναι εἰλικρινὴς ἡ Κυβέρνησις, εἰς τὴν διαδηλουμένην πρόθεσίν της, ὅτι διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ πλειοψηφικοῦ ἐπιδιώκει νὰ καθιερώσῃ ἕνα ἐκλογικὸν σύστημα, διὰ τὸ ἀπώτερον μέλλον. Ἡ περίπτωσις αὕτη θὰ ἦτο ἰσχυρὰ εἰς ἣν περίπτωσιν ἡ Κυβέρνησις εἶχε πλέον τὴν πεποίθησιν, ὅτι μὲ τὰ ἀποτελέσματα τῶν προσεχῶν ἐκλογῶν θὰ ὑφίστατο τοιαύτην φθορὰν καὶ τοιαύτην ἧτταν, ὥστε θὰ ἔπαυε πλέον νὰ εἶναι ὁ ρυθμιστὴς τῆς πλειοψηφίας ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὁπότε εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιδιώκῃ, διὰ τῆς σημερινῆς πλειοψηφίας, νὰ ρυθμίσῃ τὴν πολιτικήν μας ζωὴν διὰ μίαν ἀκόμη 4ετίαν. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη δι’ ἡμᾶς ἀποτελεῖ μίαν βεβαιότητα, ἀλλὰ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐφανταζόμην ποτέ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ τὴν διετύπωνε δημοσίως, διὰ τῆς προσθήκης τῆς διατάξεως αὐτῆς εἰς τὸ νομοσχέδιον. Ἡ διάταξις αὕτη θὰ εἶχεν, ἴσως, μίαν δικαιολογίαν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἦτο διατεθειμένη νὰ δεχθῇ τὴν ἄκρατον ἀναλογικήν, ὁπότε λόγῳ τοῦ κινδύνου, θεωρητικοῦ διὰ τὴν παροῦσαν περίπτωσιν, ἀλλὰ πάντως κινδύνου, ὁ ὁποῖος δημιουργεῖται ἀπὸ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀκράτου ἀναλογικῆς ἑνὸς κατακερματισμοῦ τῶν πολιτικῶν δυνάμεων τῆς Χώρας, θὰ ἤθελεν, ἐνδεχομένως, νὰ ὑπάρχῃ μία ἀσφαλιστικὴ δικλείς. Ἀλλά, ἐφ’ ὅσον δὲν δέχεται τὴν ἄκρατον ἀναλογικήν, ὑπὸ τὸ καθεστὼς οἱουδήποτε ἄλλου ἐκλογικοῦ συστήματος καὶ ἰδιαιτέρως τῆς ἐνισχυμένης ἀναλογικῆς μὲ τὸ 17%, ἡ ἐμβόλιμος αὐτὴ διάταξις, εἴτε προδίδει ἀδυναμίαν τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε ἀποτελεῖ μίαν προσθήκην εἰς τὰς πολιτικὰς διατάξεις καὶ τὰς ἄλλας παγίδας τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐλευθέρα νὰ ἐκλέξῃ μεταξὺ τῶν δύο τούτων ὑποθέσεων καὶ νὰ υἱοθετήσῃ οἱανδήποτε προτιμᾷ. Δι’ ἡμᾶς, ὅμως, εἶναι ἀπαραίτητον νὰ γίνῃ ἡ δήλωσις, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν τὴν ἐμβόλιμον αὐτὴν διάταξιν, ἐφ’ ὅσον ἔχει ὡς προϋπόθεσιν νὰ ἐπηρεάσῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὰς προσεχεῖς βουλευτικὰς ἐκλογάς. Θὰ ἤθελον, ὅμως, κύριοι συνάδελφοι, προτοῦ κατέλθω τοῦ βήματος νὰ σᾶς ἀπασχολήσω δι’ ὀλίγον καὶ μὲ τὸ θέμα τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία μέλλει νὰ διεξαγάγῃ τὰς προσεχεῖς ἐκλογὰς καὶ τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ἀγροτικῆς Φιλελευθέρας Ἑνώσεως, κατὰ τὴν προχθεσινήν του ἀγόρευσιν. Σπεύδω νὰ δηλώσω εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὴν ἀπόλυτον συμφωνίαν μὲ τὸν ἀξιότιμον κ. Ἀρχηγὸν τῆς Ἀγροτικῆς Φιλελευθέρας Ἑνώσεως, εἰς τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξε καὶ σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνάγκη, ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θὰ διεξαγάγῃ τὰς προσεχεῖς ἐκλογὰς νὰ εἶναι ὑπηρεσιακή. Ὑπάρχει, ὅμως, ἕνα θέμα εἰς τὸ ὁποῖον θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ σεβαστὸς φίλος καὶ πρύτανις τοῦ Κοινοβουλίου νὰ διαφωνήσω μαζί του. Εἶναι τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον εἶπεν, ὅτι ἡ συζήτησις διεξάγεται ἐκτὸς τόπου καὶ χρόνου. Φρονοῦμεν, ὅτι ὀρθότατα διεξάγεται ἡ σχετικὴ συζήτησις ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης καὶ μάλιστα συζητουμένου τοῦ ἐκλογικοῦ νομοσχεδίου, διότι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι κανένα ἐπιστημονικὸν σωματεῖον, συζητοῦν συνταγματικὰς θεωρίας, ἀλλὰ πολιτικὸν Σῶμα καί, ἐπὶ τέλους, σήμερον δὲν συζητοῦμεν φορολογικά, εἴτε οἰκονομικὰ προγράμματα, ἀλλὰ τὸ ἐκλογικὸν σύστημα, βάσει τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ διεξαχθοῦν οἱ προσεχεῖς ἐκλογαί. Μία δὲ ἐκ τῶν μεγάλων ἐγγυήσεων τοῦ τρόπου διεξαγωγῆς ἀδιαβλήτων ἐκλογῶν εἶναι ἡ μορφὴ καὶ ἡ προέλευσις τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἡ ὁποία θὰ διεξαγάγῃ τὰς ἐκλογὰς αὐτάς. Ἐπὶ τοῦ βασικοῦ αὐτοῦ θέματος, φρονῶ, κ. συνάδελφοι, ὅτι ἕκαστος ἐξ ἡμῶν καὶ ἰδιαιτέρως ἑκάστη πολιτικὴ παράταξις εἶναι ἀνάγκη νὰ λάβῃ μίαν σαφῆ καὶ ὑπεύθυνον θέσιν. Ἰδιαιτέρως, μάλιστα, ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία κατὰ τεκμήριον θὰ εἶναι ὁ ὑπεύθυνος σύμβουλος τοῦ ρυθμιστοῦ τοῦ πολιτεύματος ἐπὶ τοῦ κρισίμου τούτου θέματος. Θὰ ἀναμείνωμεν, λοιπόν, τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως καὶ δὲν θὰ δεχθῶμεν ὅπως αὕτη παραμερισθῇ ὑπὸ τὸ πρόσχημα διαφόρων συνταγματικῶν θεωριῶν, ὅπως ἐκεῖναι τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Πάντως, ὅσον ἀφορᾷ ἡμᾶς, ἐπιθυμοῦμεν νὰ διακηρύξωμεν, ὅτι ὑπὸ τὰς σημερινὰς περιστάσεις, δὲν θὰ ὑπάρχουν ἐλεύθεραι καὶ ἀδιάβλητοι ἐκλογαί, ἐφ’ ὅσον δὲν θὰ ὑπάρξῃ μία Ὑπηρεσιακὴ Κυβέρνησις. Δὲν θέλομεν νὰ ὀξύνωμεν τὴν συζήτησιν, κ. συνάδελφοι, καὶ νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ κομματικοῦ ἢ ἀκόμη περὶ ἀστυνομικοῦ κράτους. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις μᾶς προκαλέσῃ δὲν θὰ ἔχωμεν καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ μνημονεύσωμεν, ὄχι μόνον τὸ ραδιόφωνον περὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο λόγος, ἀλλὰ καὶ τὰ τηλέφωνα. Θὰ ἠθέλαμεν ἀκόμη νὰ μνημονεύσωμεν καὶ μίαν ἀδιάντροπον —συγχωρήσατέ μου τὴν λέξιν— παρακολούθησιν ἀπὸ κοινοὺς χαφιέδες, ἑνὸς ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἐτιμήθη ἀπὸ ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος, ὡς ἐθνικὸς ἥρως, καὶ ὁ ὁποῖος ἐπειδὴ σήμερον ἀπεφάσισε νὰ πολιτευθῇ ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως, κατήντησε νὰ καταδιώκεται ἀπὸ τοὺς χαφιέδες, ὡς ἕνας ὕποπτος ἐγκληματίας.
§76Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρ. Κυβερνήσεως). Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαμαρτυρηθῶ δι’ ὅσα λέγετε. Εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην καὶ εἰς ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματός σας ἐλευθέρως κυκλοφορεῖ καὶ μάλιστα κάμνει συγκεντρώσεις εἰς ἀνοικτὸν χῶρον καὶ ὑβρίζει τὴν Κυβέρνησιν. Οὐδέποτε παρενεβλήθη οἱονδήποτε ἐμπόδιον εἰς τὴν πολιτικήν του δραστηριότητα. Ἄν εἰς κἄποιο χωριὸ κἄποιος φανατικὸς πολίτης, ἐνδεχομένως, τὸν ἀπεδοκίμασεν, αὐτὸ δὲν δημιουργεῖ εὐθύνας διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Εἶναι κἄτι τὸ ὁποῖον ἐξαρτᾶται περισσότερον ἀπὸ τὴν θέλησιν τοῦ ἰδίου. Πάντως, ἡ Κυβέρνησις, οὐδένα περιορισμὸν ἐσκέφθη νὰ θέσῃ εἰς τὴν πολιτικὴν δραστηριότητα οἱουδήποτε πολιτικοῦ ἀρχηγοῦ. (Χειροκροτήματα).
§77Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, φοβοῦμαι, ὅτι δὲν ἔγινα ἀντιληπτός. Δὲν ἰσχυρίσθην, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ τεθοῦν φραγμοὶ εἰς τὴν πολιτικὴν δραστηριότητα οἱουδήποτε καὶ πολλῷ μᾶλλον, ἑνὸς ἀνθρώπου ὁ ὁποῖος διεξεδίκησε τὸν τίτλον τοῦ ἥρωος. Ἀλλὰ εἶπον τοῦτο, κ. συνάδελφοι, καὶ εἶμαι διατεθειμένος νὰ δώσω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, δύο ἀριθμοὺς τηλεφώνου, νὰ ἐπιχειρήσῃ νὰ τηλεφωνήσῃ εἰς τὸ πολιτικὸν γραφεῖον τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Κ.Ε.Α. Θὰ κάνῃ ἡμίσειαν ὥραν, συνήθως καὶ θὰ ἀκούῃ τοὺς συγκεχυμένους ἤχους τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι παρακολουθοῦν τὰς συνομιλίας. Εἶπον ἐπίσης, ὅτι ὑπάρχουν χαφιέδες, οἱ ὁποῖοι δι’ αὐτοκινήτου παρακολουθοῦν τὰς κινήσεις τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Κ.Ε.Α. Δὲν πρόκειται, βέβαια, περὶ προστασίας τῆς ζωῆς του. Ἄν πρόκειται περὶ αὐτοῦ, δηλοῦμεν, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς προστασίας ταύτης. Ἀφίνομεν, λοιπόν, εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν εὐθύνην τῆς ταπεινῆς αὐτῆς παρακολουθήσεως.
§78Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρ. Κυβερνήσεως). Κύριε συνάδελφε, ἂν πράγματι συνέβη τοιοῦτόν τι, θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ θέσητε ὑπ’ ὄψιν τῆς Κυβερνήσεως, ἀντὶ νὰ καταγγέλλετε ἀνεύθυνα πράγματα, ἢ νὰ ἀναφέρετε πράγματα, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ εὐθύνην ἡ Κυβέρνησις. Διότι, ὅταν λέγετε, ὅτι παίρνετε τὸ τηλέφωνον καὶ ἀκούετε φωνὲς τρίτων, πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι παθαίνω καὶ ἐγὼ καθημερινῶς τὸ ἴδιον. Πρόκειται περὶ μὴ ἀρτίας λειτουργίας τῶν τηλεφώνων.
§79Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε παρακολουθεῖται καὶ τὸ ἰδικόν σας τηλέφωνον. Ὑπάρχουν, φαίνεται ἀόρατοι δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι παρακολουθοῦν τὰ τηλέφωνα.
§80Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρ. Κυβερνήσεως). Ὄχι. Ἁπλῶς γίνονται παρεμβολαί.
§81Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, θὰ ἤθελα νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι πρὸ ἑνὸς περίπου μηνός, κατηγγέλθησαν ταῦτα δημοσίᾳ ἀπὸ τὸν ἴδιον τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῆς Κ.Ε.Α., ἐνώπιον δικαστηρίου εἰς τὸ ὁποῖον προσῆλθεν ὡς μάρτυς καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐφετείου, ὑπέδειξεν εἰς τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῆς Κ. Ε.Α. νὰ συλλάβῃ τοὺς παρακολουθοῦντας αὐτὸν καὶ νὰ τοὺς παραδώσῃ εἰς τὴν ἀστυνομίαν. Ἀλλά, φυσικά, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς νὰ ἐκτελοῦμεν χρέη χωροφύλακος, συλλαμβάνοντες τοὺς διαφόρους χαφιέδες. Ἐπαναλαμβάνω, δὲν θέλω νὰ ἐπιμείνω εἰς τὸ σημεῖον αὐτό. Ἐπιθυμῶ, ὅμως, νὰ καταστήσω σαφὲς ποία εἶναι ἡ θέσις μας ἐν προκειμένῳ καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν, ἐφ’ ὅσον σήμερον, χωρὶς νὰ πρόκειται περὶ ἐκλογῶν συμβαίνουν αὐτὰ τὰ πράγματα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν, ὅτι θὰ ὑπάρξουν ἐλεύθεραι καὶ ἀδιάβλητοι ἐκλογαί, ἂν δὲν ὑπάρξῃ μία Ὑπηρεσιακὴ Κυβέρνησις. Κύριοι βουλευταί, ἐτελείωσα.
§82ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μᾶς τελειώσατε.
§83Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι, κ. συνάδελφε. Ὑπάρχει καὶ τὸ καφενεῖον τῆς Βουλῆς. Ἀπὸ τὰς ἀπόψεις, αἱ ὁποῖαι ἐξετέθησαν κατέστη σαφὲς ποῖαι εἶναι αἱ βασικαὶ προϋποθέσεις, τὰς ὁποίας θεωρεῖ ἡ Κ.Ε.Α. ἀπαραιτήτους διὰ τὴν τιμίαν καὶ ἀδιάβλητον ἀπογραφὴν τῶν πολιτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας. Ἡ ὕπαρξις καὶ κατοχύρωσις τῶν προϋποθέσεων αὐτῶν εἶναι δι’ ἡμᾶς σήμερον ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ καὶ θεωροῦμεν χρέος μας νὰ δηλώσωμεν, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ συνεργασθῶμεν εἰς τὴν τελικὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ διατηροῦμεν καὶ ἀπόλυτον ἐλευθερίαν ἐνεργείας, ὅσον ἀφορᾷ τὴν συμμετοχήν μας εἰς τὰς ἐκλογάς, ἐὰν δὲν εὑρεθῇ ἕνας τρόπος διευθετήσεως τῶν βασικῶν αὐτῶν διαφορῶν. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν διατυπώνομεν ἀπειλὰς ἐναντίον οὐδενὸς καὶ μάλιστα δὲν ζητοῦμεν κἂν νὰ ἀποσυρθῇ τὸ νομοσχέδιον. Ἀντιθέτως, εἴμεθα πρόθυμοι νὰ τείνωμεν κλάδον ἐλαίας εἰς τὴν Κυβέρνησιν δηλοῦντες, ὅτι εἴμεθα ἀποφασισμένοι νὰ συνεργασθῶμεν ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς εἰς μίαν δικαιοτέραν διαρρύθμισιν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρόπον, ὥστε νὰ γίνῃ τοῦτο δεκτὸν ἀπὸ ὅλας τὰς παρατάξεις. Δὲν θὰ ἠθέλαμεν, ὅμως, ἡ δήλωσίς μας αὐτὴ νὰ ἐκληφθῇ ὡς ἔνδειξις ἀδυναμίας ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ διακηρύσσομεν, ὅτι μεθ’ ὅσης εὐκολίας εἴμεθα ἀποφασισμένοι νὰ τείνωμεν κλάδον ἐλαίας μετὰ τῆς ἰδίας εὐκολίας, εἴμεθα ἀποφασισμένοι νὰ ἀντιμετωπίσωμεν οἱανδήποτε, εἴτε ψυχολογικὴν βίαν, εἴτε ἀπειλὴν ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Δι’ ἡμᾶς δὲ ἀποτελεῖ ἀπόπειραν χονδροειδοῦς ἐκβιασμοῦ ἡ φήμη ἡ ὁποία κυκλοφορεῖ εἰς τοὺς προθαλάμους τῆς Βουλῆς καὶ ἡ ὁποία εἶδε τὸ φῶς καὶ ἀπὸ τῶν στηλῶν τῶν ἐφημερίδων σύμφωνα μὲ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν εὑρεθῇ πρὸ ὁμοφωνίας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶναι ἀποφασισμένη, εἴτε νὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον, εἴτε νὰ τὸ ἀφήσῃ ἐκκρεμὲς μέχρι τοῦ προσεχοῦς Ὀκτωβρίου. Καὶ ὁ ἐκβιασμὸς ἔγκειται εἰς τὸ ὅτι ἐὰν εἰς τὸ μεταξὺ διάστημα συμπέσῃ λόγῳ μιᾶς κρίσεως νὰ γίνουν ἐκλογαί, αἱ ἐκλογαὶ αὐταὶ θὰ γίνουν μὲ τὸ ἐκλογικὸν σύστημα τοῦ 1958. Ἀλλὰ τὸ ἐκλογικὸν ἐκεῖνο σύστημα ὑπῆρξεν εἰς τὰ ἀποτελέσματά του τόσον ὀλέθριον, — καὶ ἐννοῶ ὄχι κομματικῶς — ἀλλὰ ἐθνικῶς ὀλέθριον, ὥστε ἡ κοινὴ συνείδησις τὸ ἔχει καταδικάσει. Ἐξ ἄλλου ἡ ἰδία ἡ Κυβέρνησις ἔχει δώσει τὴν ὑπόσχεσιν, ὅτι θὰ τὸ ἀντικαταστήσῃ δι’ ἄλλου νόμου κατόπιν συνεννοήσεως μὲ τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Εἶναι ἑπομένως ὁ νόμος ἐκεῖνος τοῦ 1958 νεκρὸς καὶ δὲν ὑπάρχει καμμία δύναμις ἡ ὁποία νὰ δύναται νὰ τοῦ ἐπαναδώσῃ ζωήν. Ὅσον ἀφορᾷ ἡμᾶς, εἴμεθα, ἐπαναλαμβάνω, ἀποφασισμένοι νὰ ἀντιμετωπίσωμεν καθ’ οἱονδήποτε τρόπον πᾶσαν ἀπειλὴν ἢ ἐκβιασμόν. Ἡ Κυβέρνησις, ὅμως, ἐὰν τυχὸν υἱοθέτει μίαν τοιαύτην διαδικασίαν, θὰ ἐνεφανίζετο ὡς παίζουσα ἐν οὐ παικτοῖς. Ἐπαναλαμβάνω, κ. συνάδελφοι, ὅτι δὲν εἶναι μέσα εἰς τὰς προθέσεις μας νὰ διατυπώσωμεν ἀπειλὰς πρὸς οἱανδήποτε κατεύθυνσιν. Εἶναι ὅμως ἀνάγκη νὰ καταστῇ σαφές, ὅτι ἡ ὕπαρξις καὶ διατήρησις τῆς δημοκρατίας εἰς τὴν χώραν, ὅπου αὕτη ἐγεννήθη δημιουργεῖ εἰς ὅλους μας ὡρισμένας ὑποχρεώσεις. (Χειροκροτήματα ἐκ τοῦ Κέντρου).
§84Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι ἐπὶ τοῦ βήματος κ. Σακκαλῆ. Ἄλλωστε, τί σᾶς εἶπα;
§86Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνέγνωσε μίαν περικοπὴν παλαιοῦ ἄρθρου μου, τοῦ 1951, καὶ ἠθέλησε νὰ δώσῃ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ὑπεστήριζα ἐγὼ τότε ὡς ἐκλογικὸν σύστημα...
§87Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρ. Κυβερν.). Ὄχι, ὄχι. Τὰ εἴπατε καταπολεμῶν τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο.
§88Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τότε εἶναι ἄλλη ἡ ἔννοια, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχον ἀκουσθῆ αἱ κραυγαὶ ἀπὸ τὴν Συμπολίτευσιν. Θὰ ἀναγνώσω τὸ κείμενον, διότι τὸ θέμα εἶναι οὐσιῶδες καὶ εἶναι ζήτημα καλῆς πίστεως εἰς τὴν συζήτησιν. Κύριε Πρόεδρε, ὑπεστήριζα καὶ τότε τὴν ἁπλῆν ἀναλογικήν. Ἔγραφον εἰς τὸ ἄρθρον μου: «Ρίπτεται σήμερον σχεδὸν πανταχόθεν ὁ λίθος τοῦ ἀναθέματος ἐναντίον τῆς ἀναλογικῆς. Ἀλλ’ ὅπως εἶπον καὶ κατὰ τὸν παρελθόντα Σεπτέμβριον ὁμιλῶν εἰς τὴν Βουλήν, ἡ ἀναλογικὴ πίπτει θῦμα ἀλλοτρίων εὐθυνῶν». Ἐν συνεχείᾳ εἶπον: «Διατί ζητοῦνται εὐθῦναι ἀπὸ τὴν ἀναλογικήν;». Καὶ περαιτέρω, ἐπειδὴ ἐπροτείνετο σύστημα ἐνισχυμένης ἀναλογικῆς τριῶν κομμάτων, τοὺς εἶπον: «Ἐὰν διὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον σεῖς προτείνετε ἐπιδιώκετε σταθερὰν καὶ ὁμοιογενῆ Κυβέρνησιν, διατί δὲν πηγαίνετε κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὸ σύστημα τοῦ ἑνὸς κόμματος, τὸ ὁποῖον ἐγὼ βεβαίως θεωρῶ «ἀντιδημοκρατικόν»; Ἔκτοτε, ἑπομένως, προσδιώρισα, ὅτι τὸ θεωρῶ ἀντιδημοκρατικόν. Καὶ αὐτὴ ἡ περικοπὴ δυστυχῶς δὲν ἀνεγνώσθη. Ἰδοὺ ἡ ἀπόλυτος συνέπειά μου.
§89Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρ. Κυβερν.). Κύριε Πρόεδρε, τὸ θέμα εἶναι τὸ ἑξῆς: Ὡμιλήσατε περὶ σταθερᾶς Κυβερνήσεως.
§90Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Εἶναι ἐπίκρισις τῶν ἀντιπάλων, ὄχι ἰδική μου πεποίθησις.
§91Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρ. Κυβερν.). Ἀντιτιθέμενος πρὸς τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καταγγέλλετε ὡς ἀνέντιμον κλπ., εἴπατε τοῦτο: «Ὅτι, ἐὰν ἀποβλέπετε εἰς τὴν δημιουργίαν σταθερᾶς Κυβερνήσεως, ποὺ πράγματι εἶναι ἕνας παράγων, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ἐκτιμηθῇ καὶ δὲν ἠμπορεῖτε ἀκόμη καὶ διὰ τοῦ πλειοψηφικοῦ νὰ τὸ ἐπιτύχετε, τότε διατί δὲν δίδετε τὸ πλεονέκτημα τῆς δευτέρας κατανομῆς εἰς τὸ πρῶτον κόμμα, ἐννοῶν ὅτι, ἀφοῦ δεχόμεθα τὴν ἀρχὴν τῆς ἐνισχυμένης ἀναλογικῆς, πρέπει νὰ δοθῇ κἄποιο πλεονέκτημα εἰς τὸ πρῶτον κόμμα». Αὐτή, ἄλλωστε, εἶναι ἡ ἔννοια τῆς ἐνισχυμένης ἀναλογικῆς.
§92Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, μεταξὺ τῶν τρόπων ἐπικρίσεως ἐκείνου τοῦ συστήματος, ἔκαμα καὶ αὐτὸν τὸν συλλογισμὸν εἰς βάρος τῶν ἀντιπάλων μου. Δὲν ἐπιτρέπεται, ἑπομένως, νὰ ἐμφανισθῇ ὡς ἰδική μου πεποίθησις, τότε, εὑρισκομένη τάχα εἰς ἀντίθεσιν πρὸς ὅσα τώρα ὑποστηρίζω.
§93Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρ. Κυβερν.). Ἐὰν ἀπεβλέπατε εἰς τὴν δημιουργίαν σταθερᾶς Κυβερνήσεως, τότε, δίδετε ὅλον τὸ πλεονέκτημα εἰς τὸ πρῶτον κόμμα. Καὶ ἐδῶ, αὐτὴν τὴν στιγμήν, συζητοῦμεν περὶ ἐνισχυμένης ἀναλογικῆς. Πῶς ἀμφισβητοῦμεν, λοιπόν, τὸ δικαίωμα τῶν μεγάλων κομμάτων, νὰ ζητοῦν μίαν προνομιακὴν μεταχείρισιν;
§94Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἀλλὰ εἶναι προφανὴς ἡ εἰρωνεία τοῦ κειμένου. Ἀφοῦ θέλετε, τοὺς εἶπον, νὰ ἔχητε ὁπωσδήποτε ὁμοιογενῆ Κυβέρνησιν, δώσατε εἰς τὸ πρῶτον κόμμα τὴν πλήρη λαφυραγώγησιν τῆς δευτέρας κατανομῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ προφανὴς ἔννοια τοῦ κειμένου.
§95Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε,...
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Σακκαλῆ, δὲν ἀφήνετε νὰ ὁμιλήσουν οἱ κ. Ἀρχηγοί; Διατί τοὺς παρενοχλεῖτε;
§97Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Εἶναι προσωπικὸν θέμα, κ. Πρόεδρε.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί προσωπικὸν θέμα; Δὲν τὸ λέγετε καὶ εἰς ἐμέ; Διότι, ὁμολογῶ, ὅτι καίτοι παρακολουθῶ ἐντεταμένως τὴν συνεδρίασιν, οὐδὲν ἀντελήφθην. Πλὴν μιᾶς διακοπῆς, τὴν ὁποίαν ἐκάματε ἄνευ ἀδείας τοῦ ρήτορος καὶ ἐμοῦ.
§99Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Καὶ ἐτάσσετο ὑπὲρ τοῦ συστήματος τῆς ἁπλῆς ἀναλογικῆς. Ἔλεγεν, ὅμως, ἐν συνεχείᾳ, εἰς τὸ ἄρθρον: «Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ συναχθοῦν συμπεράσματα ἀπὸ τὴν πεῖραν τῶν 14 μηνῶν» — πρόκειται περὶ τῶν 14 μηνῶν τῆς διακυβερνήσεως τοῦ Κέντρου — «θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι αἱ διαφοραὶ προσωπικαί, ἠθικαὶ καὶ ἰδεολογικαί, καθιστοῦν ἀδύνατον ἢ δυσχερῆ τὴν συνεργασίαν τῶν κομμάτων καὶ θὰ πρέπει διὰ τοῦτο» — αὐτὰ δὲν ἀποτελοῦν προφανῶς εἰρωνείαν τοῦ θέματος — «θὰ πρέπει νὰ ἀναζητηθῇ ἐκλογικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον δίδει ἕνα κόμμα, τὴν πλειοψηφίαν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὁπότε ἡ ὕπαρξις τῶν διαφορῶν αὐτῶν καθίσταται ἀδιάφορος. Θὰ ἔπρεπεν, ἑπομένως, ἢ νὰ προκριθῇ τὸ πλειοψηφικόν, ἤ, ἂν ἐκρίνετο, ὅτι καὶ τὸ πλειοψηφικὸν δὲν ἐξασφαλίζει ἀπὸ τῆς πρώτης ἐφαρμογῆς του τὴν ὁμοιογένειαν» καὶ τὴν αὐτοδύναμον πλειοψηφίαν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ προκριθῇ σύστημα «ἐνισχυμένης» ἀναλογικῆς, κατὰ τὸ ὁποῖον μόνον εἰς ἕν, εἰς τὸ σχετικῶς πλειοψηφοῦν κόμμα, παρέχεται ὁλόκληρος ἡ δευτέρα κατανομή, εἰς τρόπον, ὥστε νὰ ἐξασφαλίσῃ αὐτοδύναμον πλειοψηφίαν. Τοῦτο, θὰ ἦτο βεβαίως ἀντιδημοκρατικόν, ἀλλὰ τοὐλάχιστον θὰ ὑπηρέτει τὸν σκοπόν, ὁ ὁποῖος τάσσεται, τὸν σχηματισμὸν αὐτοδυνάμου, ὁμοιογενοῦς, σταθερᾶς Κυβερνήσεως. Ἀντὶ τούτου, ὅμως, ἡ «τριπλῆ συμμαχία» τῶν Φιλελευθέρων, Λαϊκῶν καὶ Ε.Π.Ε.Κ., ἐνῷ καταλογίζει σήμερον εἰς τὴν ἀνάγκην συνεργασίας τῶν κομμάτων τὴν ἀδυναμίαν σχηματισμοῦ σταθερᾶς Κυβερνήσεως καὶ ρίπτει διὰ τοῦτο τὸν λίθον τοῦ ἀναθέματος κατὰ τῆς ἀναλογικῆς, ἐν τούτοις, ὑποδεικνύει σύστημα, τὸ ὁποῖον ὁδηγεῖ καὶ πάλιν εἰς σχηματισμὸν τριῶν μεγάλων κομμάτων, ἐκτὸς τοῦ πλήθους τῶν μικρῶν, τὰ ὁποῖα θὰ προέλθουν ἐκ τῆς πρώτης κατανομῆς. Διότι προσφέρεται ἡ δευτέρα κατανομὴ εἰς τὰ τρία μεγαλύτερα κόμματα. Τοιουτοτρόπως, ὅμως, ἔπειτα ἀπὸ τὰς ἐκλογὰς καθίσταται βέβαιον, ὅτι θὰ χρειασθοῦν τοὐλάχιστον δύο καὶ ἴσως, τρία κόμματα διὰ τὸν σχηματισμὸν Κυβερνήσεως».
§100Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Παρακαλῶ.
§101Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ συναγάγω τὸ συμπέρασμα.
§102Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τί νὰ συναγάγετε, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν; (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι). Ἐὰν εὑρίσκετε, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ἄξιον ἡμῶν νὰ συνεχίσητε τὴν ἀνάγνωσιν, συνεχίσατε.
§103Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Εὑρίσκω τοῦτο, κ. Πρόεδρε, πρῶτον, ὅτι σεῖς εἴχατε ταχθῆ ὑπὲρ τῆς ἁπλῆς ἀναλογικῆς. Δεύτερον, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔγινε δεκτὴ ἡ ἁπλῆ ἀναλογική, προκειμένου νὰ ἐξυπηρετηθῇ ἡ ἀνάγκη τῆς ἐξασφαλίσεως ἰσχυρᾶς καὶ αὐτοδυνάμου Κυβερνήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπηρετήσῃ τὸ σύστημα τῶν τριῶν ἢ πολλῶν κομμάτων, συνεστήσατε τὴν καθιέρωσιν συστήματος ἐνισχυμένης ἀναλογικῆς, τὸ ὁποῖον θὰ ἔδιδεν ὁλόκληρον τὴν βʹ κατανομὴν εἰς ἕνα κόμμα, εἰς τὸ πρῶτον κόμμα.
§104Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, πάντοτε ἐσεβάσθην τοὺς ἀντιπάλους μου καὶ χρησιμοποιῶ εἰς τοὺς ἀγῶνας μου τὴν καλὴν πίστιν καὶ τὴν εὐπρέπειαν τῶν κανόνων τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ. Ἐκφράζω τὴν ἔκπληξιν καὶ τὴν λύπην μου, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιστρατευθῇ αὐτὸ τὸ κείμενον καὶ νὰ ἐπιχειρηθῇ ἡ παρερμηνεία του διὰ νὰ προκληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν κοινὴν γνώμην ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ὑπεστήριζα τότε ἐγὼ σύστημα ἐνισχυμένης ἀναλογικῆς ὑπὲρ τοῦ πρώτου κόμματος ἐν ἀντιθέσει πρὸς ὅσα σήμερον ὑποστηρίζω. Οὐδέποτε τὸ ἀνέμενον. Ἐκφράζω διὰ τοῦτο τὴν βαθεῖαν λύπην μου. Ἔρχομαι εἰς τὸ κείμενον. Τὸ κείμενον, κ. Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, σημαίνει τοῦτο: Ὑποστηρίζω τὴν ἁπλῆν ἀναλογικήν, ἀποδοκιμάζω τὴν ἐνισχυμένην τῶν τριῶν κομμάτων. Καὶ ἀφοῦ λέγετε, κύριοι τῶν τριῶν κομμάτων, ὅτι τὸ σύστημα τὸ ἐφαρμόζετε διὰ νὰ προέλθῃ ὁμοιογενὴς Κυβέρνησις, διατί δὲν πηγαίνετε κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὴν ἐνισχυμένην τοῦ ἑνὸς κόμματος, μὲ τὴν ὁποίαν φθάνετε εἰς τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον σεῖς τάσσετε; Ἀλλὰ αὐτό, ἐὰν τὸ ἐπιχειρήσετε, κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην, εἶναι ἀντιδημοκρατικόν. Αὐτὸ εἶναι τὸ κείμενον. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως).
§105Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Δὲν δύναμαι νὰ ἐξηγήσω, διατί ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, ἔκρινεν, ὅτι ἠδύνατο ἡ ὑπόμνησις τοῦ παλαιοῦ αὐτοῦ κειμένου νὰ προκαλέσῃ τὴν ἀγανάκτησίν του. Ἀποκρούω ὅ,τι ἀποδίδει πέραν τῆς ἀληθοῦς προθέσεώς μου. Εἶπον καὶ πρὶν ἀρχίσω τὴν ἀνάγνωσιν, ὅτι ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου ἐτάσσετο ὑπὲρ τῆς ἁπλῆς ἀναλογικῆς. Καὶ εἶπον ἐν συνεχείᾳ, ὅτι προκειμένου νὰ ἐξασφαλισθῇ ἰσχυρὰ Κυβέρνησις καὶ νὰ ἐγκαταλειφθῇ τὸ σύστημα τῆς ἁπλῆς ἀναλογικῆς καὶ νὰ καθιερωθῇ σύστημα ἐνισχυμένης ἀναλογικῆς, ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, ἐτάσσετο ὑπὲρ τοῦ συστήματος, βάσει τοῦ ὁποίου ὁλόκληρος ἡ βʹ κατανομὴ περιήρχετο εἰς ἕνα κόμμα, μόνον εἰς τὸ πρῶτον.
§106Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγει τοιοῦτον πρᾶγμα.
§107Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Αὐτὸ τὸ λέγει σαφῶς καὶ ἀπεριφράστως. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§108Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. ... (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος ἐν μέσῳ θορύβου καὶ κωδωνοκρουσιῶν).
§109Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Τὸ κείμενον εἶναι εἰς τὴν διάθεσίν σας. Καὶ διὰ νὰ τερματίσω. Ὅσα ἐλέχθησαν, κ. Ἀρχηγὲ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, ἀναφέρονται ὄχι εἰς τὰς πεποιθήσεις σας ὑπὲρ τῆς ἁπλῆς ἀναλογικῆς ἢ ὑπὲρ τῆς ἐνισχυμένης. Εἶναι γνωστόν, καὶ δὲν χρειάζεται νὰ τὸ ἐπαναλάβωμεν, σταθερῶς εἶσθε ὑπὲρ τῆς ἁπλῆς ἀναλογικῆς. Καὶ εἶπον, ὅτι μεταξὺ τῶν διαφόρων συστημάτων ἐνισχυμένης ἀναλογικῆς, σεῖς εἴχατε ταχθῆ ὑπὲρ τῆς ἁπλῆς ἀναλογικῆς. Καὶ εἶπον, ὅτι μεταξὺ τῶν διαφόρων συστημάτων τῆς ἐνισχυμένης ἀναλογικῆς, σεῖς εἴχατε ταχθῆ ὑπὲρ συστήματος ἀπολύτου ἐνισχυμένης ἀναλογικῆς, δηλαδή, τῆς διαθέσεως ὁλοκλήρου τῆς βʹ κατανομῆς ὑπὲρ ἑνὸς κόμματος. Ταῦτα εἶπον, πᾶν δὲ ἄλλο εἶναι ξένον πρὸς τὴν οὐσίαν καὶ τὸν τύπον τῶν λόγων μου.
§110Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Εἶναι, ὡς ἐὰν ἔλεγον σήμερον, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὴν Κυβέρνησιν: «Ἀφοῦ θέλετε νὰ πλεονεκτῆτε εἰς τὴν δευτέραν κατανομὴν ἀναγράψατε μίαν διάταξιν εἰς τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, ὅτι ὁλόκληρον τὴν δευτέραν κατανομὴν λαμβάνει ἡ Ε.Ρ.Ε.». Αὐτὴν τὴν ἔννοιαν εἶχον καὶ τότε οἱ λόγοι μου. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι αὐτὸ δύνασθε νὰ τὸ ἐπικαλεσθῆτε ἐναντίον μου, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν εἶναι συζήτησις εἰς ἐπίπεδον καλῆς πίστεως. Ὑπεστήριζον καὶ τότε τὴν ἁπλῆν ἀναλογικὴν καὶ ἐμαχόμην μὲ ὅλα τὰ μέσα ἐναντίον ἐκείνου τοῦ συστήματος τὸ ὁποῖον εἶχεν ὅλους τοὺς κομματικοὺς σκοπούς, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα, ἀλλὰ ἐπὶ τέλους δὲν ἐπριμοδότει τὴν ἄκραν ἀριστεράν, ὅπως τώρα τὸ ἰδικόν σας. Καὶ μαχόμενος ἐναντίον ἐκείνου τοῦ συστήματος, ἔγραφον, ὅτι οὔτε κἂν τὸν ἐπιδιωκόμενον τάχα σκοπὸν τοῦ σχηματισμοῦ ὁμοιογενοῦς Κυβερνήσεως ἐπετύγχανεν, ἐφ’ ὅσον ἐπρόκειτο νὰ εἰσέλθουν τρία κόμματα εἰς τὴν δευτέραν κατανομήν. «Δὲν σᾶς μένει, ἔγραφον, παρὰ νὰ καταφύγητε εἰς τὸ ἀντιδημοκρατικὸν μέσον τοῦ σφετερισμοῦ ὅλης τῆς δευτέρας κατανομῆς ἀπὸ τὸ πρῶτον κόμμα». Καὶ ἐπεκαλέσθητε αὐτὴν τὴν διατύπωσιν, τὴν πλήρη εἰρωνείας καὶ ἐπικρίσεως, ὡς γνώμην εἰδικήν μου, καὶ ὡς ἀποδεικνύουσαν ἀντίθεσιν πρὸς τὰς σημερινὰς πεποιθήσεις μου! Ἐκφράζω βαθυτάτην λύπην. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα).
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κ. Σακκαλῆ. Ἐπὶ ποίου θέματος θὰ ὁμιλήσητε;
§112Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι τῆς Συμπολιτεύσεως, κατὰ κόρον ἠκούσθη εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἀπὸ χθές, ὅτι ὡς νεοεισελθὼν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν δὲν δικαιοῦμαι νὰ ὁμιλῶ.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖος τὸ εἶπεν αὐτό; Ἐὰν ἐλέχθη τοιοῦτόν τι δὲν ἦτο ὀρθόν, ἀλλ’ οὔτε καὶ δημιουργεῖ ζήτημα προσωπικόν.
§114Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε διὰ τῶν πολλῶν νὰ μᾶς ἀποστερῆτε τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖος σᾶς ἀπεστέρησε τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, κ. Σακκαλῆ; Ἐζητήσατε, μήπως τὸν λόγον νομίμως καὶ δὲν σᾶς ἐδόθη; Δὲν ὑπάρχει προσωπικὸν θέμα, κ. Σακκαλῆ. Ὁρίστε, κ. Ἀρχηγὲ τῶν Προοδευτικῶν.
§116Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, ἔχει παραβιασθῆ τὸ Σύνταγμα. Ἐὰν νομίζετε, ὅτι ἠμπορῆτε νὰ μοῦ ἀφαιρέσητε τὸν λόγον, κάμετέ το. Κύριοι συνάδελφοι, κ. Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, ἐλέχθη εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, κατὰ κόρον, ὅτι ἐπειδὴ εἶμαι νεοεισελθών, δὲν δικαιοῦμαι νὰ ὁμιλῶ. Ἐλέχθη ἐπανειλημμένως.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδέποτε, οὐδεὶς ἐστερήθη τοῦ λόγου ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς. Σεῖς δὲν ἐζητήσατε τὸν λόγον, τὸν ἐλάβατε βιαίως διακόπτων τὸν ἐκπρόσωπον τῆς Κ.Ε.Α., ἀγορεύοντα.
§118Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Ἴσως οἱ κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἐνθυμοῦνται, ὅτι ἐφοίτησα ἐπὶ 30 καὶ πλέον μῆνας εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Πιθανὸν νὰ μὴ τοὺς ἐμιμήθην, διὰ νὰ ἐπαυξήσω τήν...
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀρκετά, κ. συνάδελφε, σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν ὑφίσταται προσωπικὸν θέμα.
§120Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς εἶπον προηγουμένως, ὅτι δὲν σᾶς ἐπεσκέφθην, διότι θεωρῶ, ὅτι σᾶς εἶμαι ἀνεπιθύμητος. Καὶ τοῦτο διὰ τὸν ἑξῆς λόγον: Κατὰ τὸν ἰσχύοντα ἐκλογικὸν νόμον...
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε, παρακαλῶ, αὐτὸ τὸ θέμα. Δὲν εἶναι τοῦ παρόντος.
§122Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Κατὰ τὸν ἰσχύοντα ἐκλογικὸν νόμον, ἀνακηρύσσονται μεταξὺ τῶν βουλευτῶν καὶ οἱ ἀναπληρωματικοί, τὸ δὲ Σύνταγμα ρητῶς ὁρίζει, ὅτι οἱ βουλευταὶ οἵτινες εἶναι δήμαρχοι, δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ καταλάβουν τὴν θέσιν τοῦ βουλευτοῦ, ἀλλὰ ἐκπίπτουν αὐτομάτως. Ἀπόδειξις τὰ ἄρθρα 71 καὶ 72 τοῦ Συντάγματος. Τὴν γνώμην αὐτὴν τὴν ὑποστηρίζω...
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι προσωπικὸν θέμα. Τελειώνετε, παρακαλῶ, διότι εὑρίσκεται ἐπὶ τοῦ βήματος ὁ κ. Μαρκεζίνης. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§124Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Ἴσως δὲν σᾶς συμφέρει νὰ τὸ εἴπω. Τὴν γνώμην αὐτὴν τὴν ὑποστηρίζω, ὡς γνώμην Ἕλληνος, ὁ ὁποῖος γνωρίζει γραφὴν καὶ ἀνάγνωσιν τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης καὶ ὡς ἀνθρώπου, ποὺ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ γνωρίζῃ τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι προσυπογεγραμμένον ὑπὸ ἐγκρίτων νομομαθῶν. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἔχητε γνωμάτευσιν τῶν νομικῶν συμβούλων ἢ τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν, διὰ τὴν κατάληψιν τοῦ Δήμου τοῦ Πειραιῶς.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§126Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ κατὰ τὸν παρελθόντα Νοέμβριον διεξαχθεῖσα μακρὰ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἐνδεικνυομένου ἐκλογικοῦ νόμου καὶ αἱ ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν ἐκλογικοῦ νομοσχεδίου προηγηθεῖσαι ἐμπεριστατωμέναι ἀγορεύσεις τῶν προλαλησάντων κ. συναδέλφων, μοῦ ἐπιτρέπουν νὰ εἰσέλθω ἀμέσως εἰς τὴν ἔρευναν τῶν ἐπιμάχων θεμάτων τοῦ ἐκλογικοῦ νομοσχεδίου, ἀφοῦ ἐπ’ ὀλίγον ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπιχειρῶν νὰ ἀποδείξω τὴν ὀρθότητα τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει τὸ Κόμμα τῶν Προοδευτικῶν. Οἱ Προοδευτικοί, ὡς γνωστόν, πρόσκεινται πρὸς τὸ πλειοψηφικόν. Ἐν τούτοις, διὰ τὰς προσεχεῖς ἐκλογὰς ἐξέφρασαν τὴν γνώμην, ὅτι θὰ ἐπεβάλετο ἡ διενέργεια αὐτῶν μὲ ἁπλῆν ἀναλογικήν. Καὶ ἐπειδὴ ἐσυνήθισαν νὰ εἶναι πραγματισταὶ καὶ ταὐτοχρόνως νὰ μὴ ἐπιζητοῦν ὅλα διὰ τὸν ἑαυτόν των, ἀναγνωρίζοντες καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ ἔχῃ ὡς πλειοψηφία τὴν ἄποψίν της, προσηρμόσθησαν εἰς τὴν ἐκδηλωθεῖσαν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως ἐναντίον τῆς ἁπλῆς ἀναλογικῆς, ἐφ’ ὅσον θὰ ἐπροτείνετο ἡ ἐλαφρῶς ἐνισχυμένη ἀναλογική. Μέχρι δηλαδὴ σημείου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἠλλοίωνε τὰς βασικὰς ἐπιδιώξεις τῆς ἁπλῆς ἀναλογικῆς ἢ ἄλλως δὲν θὰ προεκάλλει τὰς συνεπείας τοῦ πλειοψηφικοῦ, ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ὑποτίθεται ἐπιδιώκεται νὰ ἀποφευχθοῦν σήμερον. Εἶχον ἀκόμη τὴν εὐκαιρίαν οἱ Προοδευτικοὶ νὰ ἐκφράσουν τὴν γνώμην, ὅτι καταρτισμὸς ἐκλογικοῦ νόμου εἰς τὸ τελευταῖον ἔτος τῆς ἐκλογικῆς περιόδου, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ, ὅτι γίνεται εἰς ἔγκαιρον ἐποχὴν καὶ ὡς ἐκ τούτου, θὰ ἦτο ματαιοπονία νὰ ἀναζητῆται τὸ ἄριστον τῶν ἐκλογικῶν συστημάτων. Τοῦτο θὰ ἔπρεπε κανονικῶς νὰ συμβῇ κατὰ τὴν πρώτην σύνοδον μετὰ τὰς ἐκλογάς. Διότι ἐκείνη ἡ περίοδος εἶναι ἡ καταλληλοτέρα ἐποχὴ διὰ τὴν ἔρευναν τοῦ ἐκλογικοῦ νομοσχεδίου. Τὸ τελευταῖον, ὅμως, ἔτος δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ τὸ καταλληλότερον καὶ συνεπῶς ἡ ἐπίτευξις ἀδιαβλήτου ἁπλῶς ἐκλογικοῦ νόμου θὰ ἦτο σημαντικὴ πρόοδος ἔναντι τῶν ἑκάστοτε συμβαινόντων τοῦ καταρτισμοῦ δηλαδὴ ἐκλογικῶν νόμων, τὴν παραμονὴν τῶν ἐκλογῶν, εἰς τὰ μέτρα τῶν ἐνδιαφερομένων. Ἡ Κυβέρνησις κατέθεσε ἐκλογικὸν νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον εἰς τὴν πραγματικότητα εὑρίσκεται πολὺ πλησίον πρὸς τὸν νόμον τοῦ 1958, προτιμήσασα ἁπλῶς ὡς πρὸς τὸν καθορισμὸν τοῦ ποσοστοῦ, τὸν θεωρούμενον ἀδιάβλητον συντελεστὴν 17% τοῦ νόμου 1951. Θὰ κάμω μίαν παρένθεσιν. Ὅταν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ὡμιλήσαμεν περὶ ἀδιαβλήτου ἐκλογικοῦ νόμου ὑπεστηρίχθη, ὅτι τοιοῦτος νόμος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ ἄλλος, παρὰ ἢ τὸ πλειοψηφικὸν ἢ ἡ ἁπλῆ ἀναλογική. Τινές, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸ Κόμμα τῶν Προοδευτικῶν, ἐδέχθησαν ὑπὸ ὡρισμένας προϋποθέσεις καὶ τὸν νόμον τοῦ 1951. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως, ἐκ τοῦ νόμου τοῦ 1951 ἐκράτησε κυρίως καὶ μόνον τὸ ποσοστὸν τοῦ 17% τῆς πρώτης κατανομῆς καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἐβελτίωσε τὸν νόμον τοῦ 1951, διότι ἐκράτησε τὸ ποσοστὸν τοῦ 17%, δι’ ὅλα τὰ κόμματα καὶ δὲν περιώρισε τὴν εἴσοδον εἰς τὴν δευτέραν κατανομὴν μόνον τῶν τριῶν πρώτων κομμάτων. Διότι, ὁ νόμος τοῦ 1951 καθώριζε τὴν εἴσοδον τῶν τριῶν μόνον πρώτων κομμάτων εἰς τὴν δευτέραν κατανομήν. Εἶναι, ὅμως, δύσκολον μὲ μόνην τὴν συγκράτησιν ἑνὸς στοιχείου τοῦ νόμου 1951, νὰ θεωρηθῇ, ὅτι τὸ ὑποβληθὲν ἐκλογικὸν νομοσχέδιον εἶναι ἀδιάβλητον. Πρέπει, ἐν τούτοις, νὰ τονίσω, ὅτι καὶ ἐὰν ἦτο ἀδιάβλητον, δὲν θὰ ἦτο ἀρκετόν. Θὰ ἦτο βεβαίως πρόοδος ἡ κατάθεσις ἀδιαβλήτου ἐκλογικοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ δὲν θὰ ἦτο τοῦτο ἐπαρκὲς διότι θὰ ἔπρεπε νὰ ἐκτιμηθῇ καὶ τὸ κατὰ τὴν συγκεκριμένην στιγμὴν ἐθνικὸν συμφέρον. Καθεὶς φυσικὰ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἔχει τὰς ἀντιλήψεις του ἐν προκειμένῳ. Ἐγὼ ἐκθέτω τὰς ἀπόψεις τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν, μὲ τὰς ὁποίας, εἶναι ἐνδεχόμενον, ἄλλοι νὰ συμφωνοῦν ἢ νὰ συμφωνοῦν ἐν μέρει ἢ ἄλλοι νὰ μὴ συμφωνοῦν ἀπολύτως. Τὸ ἐθνικὸν συμφέρον, καθ’ ἡμᾶς, θὰ ἐξυπηρετεῖτο διὰ τῆς ἁπλῆς ἀναλογικῆς ἢ τῆς ἐλαφρῶς ἐνισχυμένης, διότι θὰ ἐδίδετο ἡ εὐκαιρία μιᾶς γενικωτέρας ἀπογραφῆς τῶν πολιτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας. Ὁ σκοπὸς αὐτὸς εἶναι σημαντικώτατος, κ. βουλευταί, διότι, ἂν ἡ ἀπογραφὴ εἶναι ἀπαραίτητος προϋπόθεσις δι’ οἱανδήποτε μελέτην, τοῦτο δὲν ἔχει ὀλιγωτέραν ἀξίαν εἰς τὸν πολιτικὸν βίον. Εἶναι ἀναγκαία καὶ ἀπαραίτητος δι’ αὐτὴν τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν τῆς δημοκρατίας. Ἡ εἰσήγησις τοῦ νομοσχεδίου, ἐν μέρει, ἀποδέχεται τὴν ἀνάγκην αὐτήν, διότι μεταξὺ τῶν λόγων τοὺς ὁποίους προβάλλει διὰ νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς τὴν ὑποστήριξιν τῆς ἐνισχυμένης ἀναλογικῆς, κατὰ τὰς προσεχεῖς ἐκλογάς, εἶναι καὶ ἡ ἀναγνώρισις τῆς ἐπελθούσης κατὰ τὴν τελευταίαν περίοδον μεταβολῆς τῶν συσχετισμῶν τῶν πολιτικῶν δυνάμεων εἰς τὴν Βουλήν. Ὅταν, ὅμως, ὁμιλῶ περὶ τοιαύτης ἀπογραφῆς, ἀναφέρομαι εἰς πολὺ παλαιότερον χρόνον. Ὅλοι γνωρίζετε, ὅτι τοὐλάχιστον ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως δὲν ἐδόθη ποτὲ ἡ εὐκαιρία διὰ νὰ γίνῃ γνησία πολιτικὴ ἀναμέτρησις. Ἄλλοτε τὸ γεγονὸς ὅτι ἐτέθη ὡς βάσις τοῦ ἐκλογικοῦ ἀγῶνος τὸ καθεστωτικὸν ζήτημα, ἄλλοτε ἡ ἐμφάνισις τῆς ἀνταρσίας καὶ τοῦ συμμοριτοπολέμου καὶ ἡ ἐξ αὐτοῦ φοβία, ἄλλοτε οἱ μεσσίαι, ὡς συνέπεια τοῦ συμμοριτοπολέμου καὶ ἄλλοτε ἡ παρεμβολὴ διαφόρων ἄλλων γεγονότων, δὲν ἐπέτρεψαν τὸν σχηματισμὸν τῆς καθαρᾶς εἰκόνος. Δηλαδὴ περὶ τοῦ πῶς εἶναι σήμερον ἀκριβῶς διαμορφωμέναι αἱ πολιτικαὶ δυνάμεις τῆς χώρας. Αὐτὴ ἡ ἀνάγκη εἶναι σήμερον περισσότερον ἀπὸ ἄλλοτε ἐπείγουσα, διότι, ἴσως, αὔριον δὲν θὰ ὑπάρχῃ πλέον καιρός. Περίεργοι ἀναγκαστικαὶ συμβιώσεις, συνυπάρξεις, ἢ παράδοξοι μεταθέσεις, εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργήσουν τοιαύτας καταστάσεις, ὥστε αὔριον νὰ μὴ εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ ἀναζητήσωμεν κἂν τὴν διευκρίνισιν αὐτήν. Καὶ τοῦτο ἡμεῖς πιστεύομεν, ὅτι θὰ ἦτο εἰς βάρος τῆς ὁμαλῆς λειτουργίας τῆς δημοκρατίας. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὑποστηρίζομεν τὴν ἁπλῆν ἀναλογικήν, ἢ ἔστω τὴν ἐλαφρῶς ἐνισχυμένην, διότι δι’ αὐτῆς θὰ ἦτο δυνατὸν ἐλευθέρως οἱ Ἕλληνες πολῖται νὰ ἐκδηλώσωσι τὰς διαθέσεις των καὶ τὰς προθέσεις των, χωρὶς νὰ ἐπηρεάζωνται ἀπὸ ἄλλους παράγοντας, ὡς συμβαίνει ἐνίοτε εἴτε εἶναι οὗτοι πραγματικοί, εἴτε εἶναι παράγοντες ψυχολογικοί. Ὅσον δὲ αἱ δυνατότητες τῆς ἐκδηλώσεως κεχωρισμένως τῆς γνώμης τῶν πολιτῶν δὲν εἶναι εὔκολος, τόσον ἡ ἐμφανιζομένη εἰκὼν δὲν εἶναι τῆς πραγματικότητος. Μὲ τὴν πρότασιν τῆς ἐνισχυμένης ἀναλογικῆς μέχρι ποσοστοῦ 10% ἐνομίζαμεν καὶ νομίζομεν, ὅτι προχωροῦμεν εἰς οὐσιαστικῶς συμβιβαστικὴν λύσιν. Τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον δὲν ἐπιτυγχάνει τοὺς σκοπούς, τοὺς ὁποίους ἰσχυρίζεται ὅτι ἐπιδιώκει. Ἐλπίζω νὰ ἀποδείξω, ὅτι εἶναι πολωτικὸν καὶ ὄχι ἀντιπολωτικόν. Ἐλπίζω ἀκόμη νὰ ἀποδείξω, ὅτι ἐπιτυγχάνει τὴν αὐτόνομον Κυβερνητικὴν πλειοψηφίαν μὲ ἴσην περίπου δυναμικότητα, ὅσον καὶ μὲ τὸ 10%. Ὅσον καὶ νὰ φαίνεται αὐτὸ παράδοξον, ἐλπίζω, νὰ τὸ ἀποδείξω. Καὶ τρίτον, δὲν ἐπιτυγχάνει τὴν συνένωσιν τῶν δυνάμεων τοῦ ἐθνικοῦ Κέντρου, ὅπως ὑποστηρίζει, ὅτι ἐπιθυμεῖ, χωρὶς ταὐτοχρόνως νὰ κερδίζωμε τὸ ἀγαθὸν τῆς ἀπογραφῆς τῶν πολιτικῶν δυνάμεων. Δὲν ἀποβλέπω νὰ προλάβω κανένα ἐξ ὑμῶν. Διότι ὅλοι γνωρίζητε, ὅτι τὸ Κόμμα τῶν Προοδευτικῶν, δὲν τὸ κρύπτει, ὅτι δὲν κατέχεται ἀπὸ τὴν εὐεξίαν μὲ τὴν ὁποίαν κατέχονται ἄλλα κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἀναγνωρίζει, ὅτι ἡ πρότασις τῆς ἁπλῆς ἀναλογικῆς ἢ τοῦ 10% εἶναι πρότασις, ἡ ὁποία ἐξυπηρετεῖ καὶ τὰ κομματικά του συμφέροντα. Νομίζω, ὅτι ἡ ὁμολογία αὐτὴ δὲν ἀποτελεῖ ἀδυναμίαν, τοὐναντίον, ἀποτελεῖ δύναμιν τὸ νὰ ἔρχεται ἕνα κόμμα, τὸ ὁποῖον νὰ κάμῃ αὐτοεκτίμησιν τῆς δυνάμεώς του καὶ τῆς καταστάσεώς του καὶ νὰ λέγῃ, ὅτι ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας αὐτὸ νομίζει, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ διεκδικήσῃ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι αὐτό, ἀποτελεῖ δύναμιν. Ἐξ ἄλλου, μὴ νομίζητε, ὅτι μὲ τὴν ἔκφρασιν αὐτὴν τῆς αὐτοκριτικῆς τῆς δυνάμεώς μας, νομίζομεν οἱ Προοδευτικοί, ὅτι πράγματι ἐκπροσωποῦμεν τόσον μικρὰν δύναμιν. Κατεχόμεθα ἀπὸ τὴν αἰσιοδοξίαν, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ μὴ βραδύνουν αἱ περιστάσεις νὰ ἀποδειχθῇ ἀντίστροφος ἡ κατάστασις. Ἄλλωστε, μὴ λησμονῆτε, ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ ἔχω ὁμιλήσει καὶ πανίσχυρος καὶ μικρός. Ἔχω συνηθίσει (γέλωτες). Λοιπόν, δὲν νομίζω, ὅτι ἀποτελεῖ ἐκδήλωσιν ἀδυναμίας, ἀλλὰ τοὐναντίον δυνατὸν νὰ λέγωμεν, ὅτι ὑπὸ τὰς διαμορφωθείσας ψυχολογικὰς συνθήκας ἕνα κόμμα ἀγωνιστικόν, τὸ ὁποῖον ἀντιμετωπίζει ἐνώπιόν του τὸν κίνδυνον τῆς χαμένης ψήφου, εἶναι ἑπόμενον νὰ μὴ ἠμπορῇ νὰ ἀναπτυχθῇ ὅσον φιλοδοξεῖ καὶ ἐλπίζει. Ἀντιθέτως, ἐὰν δυνηθῇ νὰ παρακάμψῃ τὸν κίνδυνον, τότε ἡ κατάστασις ἀντιστρέφεται. Καὶ δι’ αὐτὸ πιστεύομεν, ὅτι ἐὰν ἐγίνετο ἀποδεκτὸν τὸ 10% θὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν αἴθουσαν μὲ πολὺ μεγαλύτερον ποσοστόν. Καὶ εἶμαι λίαν εὐτυχής, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως — ἐλπίζω ὄχι μόνον ἀπὸ φιλοφρόνησιν — ἐξέφρασε τὴν γνώμην, πρό τινος, ὅτι πιστεύει, ὅτι τὸ Κόμμα τῶν Προοδευτικῶν διαθέτει σημαντικὴν δύναμιν, εὑρισκόμενον εἰς ἄνοδον. Βλέπετε, λοιπόν, ὅτι εἰς τὴν πλειοψηφίαν ὑπάρχει ἡ ἀναγνώρισις ἔστω καὶ ἂν εἶναι φιλοφρόνησις. Πάντως, ἐπ’ αὐτοῦ ἡμεῖς ἐγγράφομεν προσημείωσιν (γέλωτες). Προχωρῶ, λοιπόν, καὶ λέγω, ὅτι ἔναντι τοῦ κινδύνου τῆς χαμένης ψήφου εἶμαι ὑποχρεωμένος ἐγώ, ὡς ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, νὰ ἀμυνθῶ —παρακατιὼν θὰ ἀποδείξω, ὅτι τὸ ἴδιον συμβαίνει καὶ διὰ τὰ ἄλλα κόμματα—. Ἐκτὸς τούτου, ἡ ὑποστήριξις ἐκείνου ποὺ συμφέρει τὸ κόμμα, εἶναι καὶ εὔλογος, ἀλλὰ καὶ ἔντιμος. Ἀρκεῖ ἡ ὑποστήριξις τοῦ κομματικοῦ ἐνδιαφέροντος νὰ μὴ προσκρούῃ πρὸς τὸ συμφέρον τὸ ἐθνικὸν ἢ τὸ γενικὸν καλόν. Ἡμεῖς δέ, πιστεύομεν ἀκραδάντως, ὅτι ζητοῦντες νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ἁπλῆ ἀναλογική, οὐδένα ἀδικοῦμεν, οὔτε εὔνοιαν ὑπὲρ ἡμῶν ἀποκτῶμεν. Τοὐναντίον, ζητοῦμεν νὰ διεξαχθῇ ὁ ἀγὼν μὲ ἴσους ὅρους, ἡ δὲ ἐφαρμογὴ τῆς ἀναλογικῆς, δὲν δημιουργεῖ τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους ἐμφανίζεται συνεχῶς ἡ Κυβέρνησις ὅτι φοβεῖται. Καὶ πρῶτον καὶ καλλίτερον, ἠκούσθη πάλιν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ὅτι ἡ ἀναλογικὴ ὁδηγεῖ εἰς πολυκομματισμόν, εἰς τεράστιον κατακερματισμὸν τῶν πολιτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, ἐγένετο μάλιστα ἐπίκλησις τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1950. Καὶ ἐκινδύνευε νὰ ἐντυπωσιασθῇ ἡ Βουλὴ μὲ μόνον τὴν μνείαν τοῦ κολοσσιαίου ἀριθμοῦ τῶν κομμάτων, τὰ ὁποῖα διεξήγαγον τότε τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα. Εἰς τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, ὁ σεβαστὸς ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, ὑπεστήριξεν, ὀρθῶς, ὅτι, ὑπὸ τὴν σημερινὴν πραγματικότητα, εἶναι ἀδύνατον σοβαρῶς ὁμιλοῦντες νὰ ἴδωμεν περισσότερον ἀπὸ 6 κόμματα ἀγωνιζόμενα ἐκλογικῶς. Ὑπεστήριξα ἀκόμη καὶ κἄτι ἄλλο, τὸ ὁποῖον καὶ ἡμεῖς ὁμιλοῦντες πρὸς τοὺς Πειραιεῖς ἐτονίσαμεν, ὅτι πέραν τούτου, εἶναι δύσκολον νὰ ἀγνοήσωμεν τὸ ἠθικὸν ἐπιχείρημα, ὅτι, ἐὰν ἕνα κόμμα κατορθώσῃ νὰ συγκεντρώσῃ 500.000 ψήφους, δικαιοῦται νὰ ἔχῃ τὴν ἀνάλογον ἐκπροσώπησιν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Ἐγώ, σήμερον, θὰ προσφέρω, εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νέα στοιχεῖα, ἀκριβῶς διὰ νὰ μὴ μείνῃ ἡ παραμικρὰ λανθασμένη ἐντύπωσις καὶ θὰ ἀποδείξω, πέραν τῶν ὅσον εἶπον κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ Νοεμβρίου, ὁπότε ἀνέφερα, ὅτι τὰ παραδείγματα τοῦ ἐξωτερικοῦ, τῆς Γερμανίας καὶ τῆς Γαλλίας, ἀποδεικνύουν, ὅτι τὸ ἀναλογικὸν δὲν δημιουργεῖ πάντοτε τὸν πολυκομματισμόν, ἀλλὰ περισσότερον τὸ πλειοψηφικὸν τῆς ἀπολύτου πλειοψηφίας. Θὰ ἀποδείξω, ἀπὸ τὰ πράγματα, ὅτι ἡ εἰκών, ἡ ὁποία ἐπεδιώχθη νὰ ἐμφανισθῇ εἰς τὴν Βουλήν, ἦτο εἰκὼν ἐντυπώσεως καὶ μόνον. Ἀναγινώσκω καὶ παρακαλῶ τοὺς κ. στενογράφους νὰ γράφουν: «Ἐκτὸς τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1950, ὅτε συνηγωνίσθησαν 29 κόμματα, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ συνασπισμοί, ἀριθμὸς πράγματι κολοσσιαῖος, εἰς τὸν τόπον αὐτόν, διεξήχθησαν ἐκλογαὶ μὲ τὴν ἁπλῆν ἀναλογικὴν τὸ 1926, τὸ 1932, 1936 καὶ τὸ 1946. Καὶ κατὰ μὲν τὸ 1926 συνηγωνίσθησαν 16 τὸ ὅλον κόμματα ἢ συνασπισμοί. Τὸ 1932 μόνον 13, τὸ 1936 μόνον 14. Καὶ τὸ 1946 12 κόμματα ἢ συνασπισμοί.
§127ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ ΤΗΣ ΔΕΞΙΑΣ. Μόνον;
§128Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Κάμετε ὑπομονήν. Μόνον τὸ 1950 παρουσιάσθησαν 29 κόμματα καὶ συνασπισμοί. Καὶ δι’ αὐτὸν ποὺ εἶπε τὸ «μόνον» θὰ τοῦ ἀπαντήσω, ὅτι περιέργως καὶ μὲ πλειοψηφικόν, κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1928, τὴν ἐποχὴν τῆς θυελλώδους ἐπανεμφανίσεως τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου, συνηγωνίσθησαν 13 κόμματα. Τὸ 1933, 12 κόμματα μὲ πλειοψηφικόν. Καὶ τὸ 1951, μὲ τὴν ἐνισχυμένην, 9 κόμματα. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι ἠμπορῶ νὰ εἴπω, ὅτι καὶ ἡ ἑλληνικὴ πραγματικότης ἀποδεικνύει, πέραν τοῦ ὀρθοτάτου ἐπιχειρήματος τοῦ ἀξιοτίμου κ. Παπανδρέου διὰ τὴν σημερινὴν κατάστασιν, ὅτι μόνον κατ’ ἐξαίρεσιν ἐνεφανίσθη ὁ τεράστιος αὐτὸς ἀριθμὸς κομμάτων, κατὰ τὸ 1950 καὶ μόνον. Ἀλλὰ πέραν τούτου, τὸ ποσοστὸν τοῦ 10% τῶν 500.000 ψήφων, εἶναι βαρύτατον ποσοστόν. Μὲ τὴν ἐκτίμησιν τῆς σημερινῆς πραγματικότητος, θὰ ἴδητε, ὅτι εἶναι ποσοστόν, τὸ ὁποῖον πράγματι δυσκολώτατα ἐπιτυγχάνεται. Πάλιν θὰ ἐπικαλεσθῶ τοὺς ἀριθμούς. Τὸ 1926, εἶπον, συνηγωνίσθησαν 16 κόμματα. Ἐκ τούτων, τὸ ποσοστὸν 10% τὸ συνεκέντρωσαν 3 μόνον κόμματα: ἡ Ἕνωσις τῶν Φιλελευθέρων 31,63%, τὸ Λαϊκὸν 20,27% καὶ τὸ Κόμμα τῶν Ἐλευθεροφρόνων 15,76%. Τὸ 1932 πάλιν μὲ ἀναλογικὴν ἐκ τῶν 13 κομμάτων, μόνον δύο εἰσῆλθον εἰς τὸ 10%. Οἱ Λαϊκοὶ μὲ 33,80% καὶ οἱ Φιλελεύθεροι μὲ 33,42%. Τὸ 1936, πάλιν μὲ ἁπλῆν ἀναλογικήν, ἐκ τῶν 14 κομμάτων μόνον 3 ὑπερέβησαν τὸν Ρουβίκωνα τοῦ 10%. Τὸ Λαϊκὸν Κόμμα 22%, τὸ Ριζοσπαστικὸν 19% καὶ οἱ Φιλελεύθεροι 37%. Τὸ 1946, μὲ ἁπλῆν ἀναλογικήν, ἐκ τῶν 12 κομμάτων ἢ παρατάξεων, μόνον 3 ὑπερέβησαν τὸ 10%: ἡ Ἡνωμένη Παράταξις, ἡ Ε.Π.Ε., τὸ Κόμμα Φιλελευθέρων. Τὸ 1950, μὲ ἁπλῆν ἀναλογικήν, μὲ τὰ περίφημα 29 κόμματα καὶ παρατάξεις, ὑπερέβησαν τὸ 10% 4 κόμματα: τὸ Λαϊκόν, οἱ Φιλελεύθεροι, ἡ Ε.Π.Ε.Κ., ὁ κ. Γ. Παπανδρέου. Βλέπετε, λοιπόν, ὅτι ἐν ὄψει τῶν 5 ἐκλογῶν τῶν διεξαχθεισῶν μὲ ἁπλῆν ἀναλογικὴν εἰς τὴν Ἑλλάδα, μόνον 2, 3 ἢ 4 τὸ πολὺ κόμματα ὑπερέβησαν τὸ 10%. Δικαιοῦμαι, λοιπόν, νὰ λέγω, ὅτι τὸ 10%, ὄχι μόνον δὲν εἶναι ἀσήμαντον, ἀλλὰ εἶναι ἰσχυρὸν τὸ ποσόν. Θὰ χρειασθῇ μεγάλη δύναμις καὶ χαρακτῆρος καὶ θελήσεως καὶ αὐτοπεποιθήσεως διὰ νὰ ἀντιμετωπίσῃ κανεὶς μόνος τὸν ἀγῶνα μὲ 10 ἢ καὶ 12%. Νομίζω, διὰ νὰ ὁλοκληρώσω τὴν εἰκόνα —καὶ θὰ δεχθῆτε, ὅτι εὔκολον εἶναι νὰ κατέρχωνται πολλὰ κόμματα, ἀλλὰ σημασίαν ἔχει πόσα ἐξέρχονται ἐκ τῶν ἐκλογῶν—, πρέπει νὰ εἴπω, ὅτι κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1950, τῶν περιφήμων 29 κομμάτων καὶ συνασπισμῶν, 18 κόμματα δὲν συνεκέντρωσαν οὔτε 1% καὶ ἐξ αὐτῶν 6 δὲν συνεκέντρωσαν οὔτε 0%. Αὐτὸ σημαίνει, λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι...
§129Κ. ΡΑΛΛΗΣ. ... (ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§130Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς ἀντικρούσω, σᾶς τιμῶ ἰδιαιτέρως καὶ ἐπιθυμῶ νὰ εἰσπράξητε εἰς τὸ μέλλον, ἀπὸ τὴν ἀγόρευσίν σας αὐτὴν —εἰς τὰς ἐκλογὰς δηλαδὴ—, ἀλλὰ ἁπλῶς κάμω ἀφηρημένην συζήτησιν.
§131Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Τί σημαίνει αὐτό; Ὅτι τὸ 10% ἀποτελεῖ δέλεαρ διὰ τὰ μικρὰ κόμματα;
§132Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Σημαίνει, ὅτι εἶναι δύσκολον ἀπόκτημα καὶ θὰ ἴδωμεν ποῖοι θὰ τὸ πάρουν. Καὶ ἐπανέρχομαι λέγων, ὅτι ἐὰν αὔριον γίνουν ἐκλογαὶ τὸ ἀνώτατον ὅριον κομμάτων, τὰ ὁποῖα ἠμπορεῖ νὰ κατέλθουν εἰς τὰς ἐκλογάς, θὰ εἶναι 6, ἐκτὸς ἐὰν θέλετε νὰ συμπεριλάβητε εἰς τὰ ὑποψήφια κόμματα καὶ τὸ κόμμα τῆς κ. Παλαίστη. (Γέλωτες). Ἔχει ἀκόμη λεχθῆ, ὅτι ἡ ἀποδοχὴ τοῦ 10% οὐσιαστικῶς φέρει πρὸς τὴν ἁπλῆν ἀναλογικήν, ὅπως ἐφηρμόσθη μέχρι σήμερον. Καὶ ἐδῶ, ὅμως, εἶναι ἡ πλάνη μεγάλη, διότι τὸ 10% εἰς ὅλην τὴν Ἐπικράτειαν δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ σημερινὸν 10% τῆς ἐφετειακῆς περιφερείας. Ἀπόδειξις πάλιν οἱ ἀριθμοί. Χρησιμοποιῶ καὶ ἐγὼ τοὺς ἀριθμούς, διότι εἶναι πολὺ τοῦ συρμοῦ καὶ ἄλλως τε ὅλους διασκεδάζουν. Οὕτω τὸ 1926 εἰς τὴν δευτέραν κατανομὴν εἰσῆλθον 9 κόμματα, ἐνῷ ἐὰν ἴσχυε τὸ 10%, θὰ εἰσήρχοντο μόνον 3. Τὸ 1932, εἰσῆλθον 8, ἐνῷ ἐὰν ἴσχυε τὸ 10% θὰ εἰσήρχοντο μόνον 2. Τὸ 1936, ἀντὶ τῶν 3 ποὺ θὰ εἰσήρχοντο μὲ τὸ 10%, εἰσῆλθον 8. Τὸ 1946, ἀντὶ 3 ποὺ εἰσῆλθον, θὰ εἰσήρχοντο καὶ ἄλλα δύο. Καὶ τὸ 1950, ἀντὶ τῶν 4 ποὺ θὰ εἰσήρχοντο μὲ τὸ 10%, εἰσῆλθον 9. Θὰ ἀναφέρω μάλιστα μίαν ἐνδιαφέρουσαν περίπτωσιν τοῦ 1926, ἀφορᾷ ἐπαρχιακὸν κόμμα. Κατώρθωσε μὲ 1% νὰ κερδίσῃ 2 ἕδρας. Μίαν εἰς τὸ Λασῆθι, τοῦ μακαρίτου Ρούσου Κουνδούρου, καὶ 1 ἐκ δευτέρας κατανομῆς εἰς τὸ Ἡράκλειον, τοῦ Γαλανάκη. Ἀπὸ τὴν μελέτην αὐτὴν τῶν ἀριθμῶν θὰ ἀκούσητε ἓν ἄλλο παράδοξον, ἐκ πρώτης ὄψεως, συμπέρασμα. Ὅτι, δηλαδή, τὸ 17% τοῦ νομοσχεδίου εἶναι βαρύτερον ποσοστὸν ἀπὸ τὸ 25% τοῦ νομοσχεδίου 1958. Τότε ἀδιαφόρως, καλῶς ἢ κακῶς, τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ἐθεώρει ἁπλοῦν περίπατον τὸ νὰ καταλάβῃ τὸ 25% καὶ ὑπετίμα τὴν ΕΔΑ, ὅτι ἦτο δυνατὸν ἐκείνη νὰ τὸ ἐπιτύχῃ. Εἶναι ἀδύνατον νὰ φαντασθῶ, ὅτι ἐὰν ἀνησύχει, θὰ καθώριζε μεγαλύτερον ποσοστόν, ἀφοῦ ἐρρύθμιζε μὲ τὴν Κυβέρνησιν τὸν ἐκλογικὸν νόμον. Τὸ 1961, ὅμως, διὰ νὰ ἀφήσωμεν τὰς φιλοφρονήσεως καὶ —ἀφοῦ βεβαίως ἐκφράσω καὶ ἐγὼ τὴν εὐγνωμοσύνην μου, διότι ὅλοι οἱ μεγάλοι ἔρχονται ἀρωγοὶ ἡμῶν τῶν μικρῶν, ἐκτὸς πρὸς τὸν παρὸν τῆς Κυβερνήσεως— τὸ 1961 λέγω, φοβοῦμαι, ὅτι αἱ λεγόμεναι δυνάμεις τοῦ Κέντρου, διῃρημέναι ἤδη καὶ διεκδικούμεναι ἀπὸ 3 κυρίως τάσεις —δὲν ἀναφέρω τὴν Δημοκρατικὴν Ἕνωσιν, λόγῳ τοῦ ὅτι ἠγωνίσθη μὲ ἄλλην παράταξιν— ἂν ὑπολογίζουν ἀπὸ κοινοῦ εἰς τὸ 33% —ὅπερ σημαίνει 11% διὰ κἄθε ἕνα— καθιστοῦν προφανές, ὅτι τὸ ποσοστὸν 25% τοῦ 1958 ἦτο μικρότερον οὐσιαστικῶς, ἐν σχέσει μὲ τὸ 17% τοῦ 1961. Τὸ 17% διὰ τὸ κἄθε ἕνα, λοιπόν, εἶναι βαρύτερον τοῦ 25% τοῦ 1958, διότι εἶναι βέβαιον, ὅτι οὐδὲν τῶν κομμάτων τοῦ Κέντρου δύναται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ 17% ὑπὸ τὰς συνθήκας τοῦ νόμου αὐτοῦ.
§133ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μπράβο.
§134Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἡ πολιτικὴ ζωὴ εἶναι ἔκφρασις πραγματικότητος. Ἐγὼ προσπαθῶ νὰ κάμω μίαν ἐντελῶς ἀντικειμενικὴν ἔρευναν καὶ ἐλπίζω, ὅτι θὰ ἐκτιμηθῇ. Τὸ 17% εἶναι, ὡς ἐκ τούτου, πολωτικόν. Ἠμπορεῖ καθ’ ἑαυτὸ νὰ μὴ θίγῃ, νὰ μὴ εἶναι φοβερόν, νὰ εἶναι καλλίτερον ἀπὸ τὸ 25%. Νὰ ἐπιτρέπῃ θεωρητικῶς νὰ εἰσέλθουν 3 καὶ 4 κόμματα ἐνδεχομένως εἰς τὴν βʹ κατανομήν, ἀλλὰ δὲν παύει νὰ εἶναι πολωτικόν. Δὲν εἶναι εὐθέως πολωτικόν, ὅπως τὸ πλειοψηφικόν, ἀλλὰ καὶ δὲν εἶναι ἀντιπολωτικόν, ὅπως τὸ ἀναλογικόν. Διότι τὸ ἀναλογικὸν δημιουργεῖ προϋποθέσεις μὴ πολωτικάς. Καὶ μὲ τὸ 17%, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς ἐκτιμήσεως, θὰ ἀρχίσουν ἐκδηλούμεναι αἱ δύο τάσεις συνεργασίας. Καὶ τότε θὰ προκύψουν ἄλλοι παράγοντες. Εἰς ἡμᾶς τοὺς Προοδευτικούς, ἡ θεωρία τῆς χαμένης ψήφου, εἰς τοὺς ἄλλους δὲ κατ’ ἀνάγκην ἡ θεωρία τῆς πρώτης θέσεως. Διότι ἀκούσατε, καὶ δὲν πρόκειται περὶ παρακρατήσεως ἀφορώσης μόνον τὸν τόπον αὐτόν, ἀλλὰ γενικῆς ἐφαρμογῆς. Πρό τινος ἐδιάβαζα τοῦ σημαντικωτέρου Βρεταννοῦ δημοσιολόγου καθηγητοῦ Τζένιγκς ὡρισμένας παρατηρήσεις καὶ διαπιστώσεις περὶ τῶν παραγόντων ποὺ ἐπηρεάζουν τὰς ἐκλογάς. Καὶ μεταξὺ αὐτῶν ἐξέχουσαν σημασίαν ἔχει —γράφει— τὸ ὅτι ὁ ψηφοφόρος ἕλκεται νὰ ψηφίζῃ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος τοῦ ὑπόσχεται Κυβέρνησιν. Κατὰ συνέπειαν, αἱ κεντρῶαι δυνάμεις εἶναι καταδικασμέναι νὰ ὑφίστανται πάντοτε μαρασμόν, ἂν φιλοδοξίαν ἔχουν νὰ εἰσέλθουν εἰς τὸ 17% ἢ καὶ τὸ 30%. Πρέπει νὰ ἔχουν φιλοδοξίαν νὰ καταλάβουν τὴν πρώτην θέσιν. Καὶ λέγω, ἠμπορεῖ νὰ διαμορφωθῇ ἡ ψυχολογία αὐτή; Τότε δημιουργεῖται ἡ πόλωσις μεταξὺ Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ΕΔΑ. Ἄλλως ἐξαφανίζεται τὸ Κέντρον. Δὲν εἶναι, λοιπόν, ἁπλῶς προσωπικὰ θέματα ποὺ χωρίζουν τὰς κεντρῴας δυνάμεις. Τὰ προσωπικὰ θέματα σιγὰ–σιγὰ ἐκλείπουν καὶ ὁ χρόνος τὰ μαλακώνει καὶ ἡ ἀνάγκη τὰ ἐκμηδενίζει. Ἀλλὰ ὑπάρχει ἡ ἐκτίμησις μιᾶς καταστάσεως. Ὁμιλοῦμεν περὶ πολώσεως, νομίζω, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ σταθμίσωμεν καὶ τὴν δεοντολογίαν. Ὁμιλῶ ἀντικειμενικῶς καὶ θέτω τοὺς συλλογισμοὺς μὲ ἀντικειμενικὰ κριτήρια. Δὲν ὑπάρχει τίποτε τὸ προσωπικόν. Οὔτε προσωπικῶς θέλω νὰ μὲ ἀκούετε ὁμιλοῦντα αὐτὴν τὴν ὥραν, οὔτε ὅτι ἀναφέρομαι εἰς ἄλλα πρόσωπα. Ἀπροσώπως καὶ ἁπλῶς, λέγω ὅτι ὑπάρχει πόλωσις, ὅταν δημιουργοῦνται ἀντικειμενικαὶ προϋποθέσεις πρὸς πόλωσιν. Καὶ πόλωσις δὲν ὑπάρχει, ὅταν δὲν δημιουργοῦνται ἀντικειμενικαὶ προϋποθέσεις πρὸς πόλωσιν. Ἄλλο παράδειγμα: Ἂν πρόκειται ἐγὼ νὰ κάμω ναυτικὰς ἐπιχειρήσεις εἰς τὸ Αἰγαῖον καὶ νομίζω, ὅτι μὲ τὰ πυρπολικὰ τὰ ὁποῖα διαθέτω, ἠμπορῶ νὰ κάμω θαύματα. Ἔχω τὴν αὐταπάτην, ὅτι εἶμαι ἕνας νέος Κανάρης. Εἰς μίαν, ὅμως, δεδομένην στιγμήν, ἀπαγορεύεται νὰ βγοῦν τὰ πυρπολικὰ ἀπὸ τὸ λιμάνι, παρὰ μόνον ἂν συμμαχήσω μὲ κἄποιον ἄλλον. Θὰ συμμαχήσω μὲ τὸν Τουρκικὸν ἢ μὲ τὸν 6ον Ἀμερικανικὸν στόλον φερ’ εἰπεῖν; Θὰ ἦτο ἀστεῖον νὰ προτιμήσω τὸν Τουρκικόν, θὰ ὑπάγω μὲ τὸν Ἀμερικανικόν, διότι αὐτὸς εἶναι ὁ ἰσχυρότερος. Αὐτὸς ὁ κίνδυνος δημιουργεῖ τὰς προϋποθέσεις πολώσεως. Ὅταν, δηλαδή, λέγωμεν εἰς τὴν Μεσόγειον ὑπάρχει ὁ 6ος Ἀμερικανικὸς Στόλος, δὲν ὑπάρχει ἄλλος στόλος διὰ νὰ ἐκλέξω, προτιμῶ τὸν 6ον Ἀμερικανικόν. Πάντως, ὅλα αὐτὰ εἶναι σχῆμα λόγου, διότι οὔτε Κανάρης εἶμαι, οὔτε φιλοδοξῶ νὰ ἔχω πυρπολικά. Εἰρηνικὴν πολιτικὴν ἐπιθυμῶ νὰ κάμω. Ἀλλ’ ἂς ἐπανέλθω εἰς τὴν δεοντολογίαν. Γίνεται ἔκκλησις ἐνίοτε πρὸς τὰ πατριωτικὰ αἰσθήματα. Ἀλλά, κύριοι, αἱ δεοντολογίαι ἀπὸ θέσεως ἰσχύος δὲν ἔχουν ἀξίαν. Τὸ παράδειγμα ἔχει ἀξίαν. Λοιπόν, ἡ δεοντολογία μὴ τὸ κάμετε ἐκεῖνο, διότι αὐτὸ δὲν συμφέρει ἐθνικῶς, ἔχει ἀξίαν ἂν ἅπαντες ποὺ λέγομεν μὴ τὸ κάμετε αὐτό, εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἰδίαν θέσιν. Δὲν ἠμπορεῖ ὁ κατέχων τὴν θέσιν νὰ δίδῃ μαθήματα εἰς τοὺς ἄλλους. Ἂν παράσχῃ τὴν εὐκαιρίαν μὲ αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγει νὰ γίνουν ἐκλογαὶ μὲ ἁπλῆν ἀναλογικὴν ἢ 10% διὰ τὴν δευτέραν κατανομήν, τότε ὅσοι θὰ παρεξετρέποντο ἀπὸ τὸν ἴσον δρόμον, βεβαίως θὰ εἶναι κατακριτέοι. Ὅταν, ὅμως, δὲν συμβαίνῃ αὐτό, νομίζω, ὅτι ἡ δεοντολογία δὲν ἔχει ἀξίαν. Τοῦτο ἀκόμη περισσότερον διὰ τὰς ἀπειλάς. Διότι, ἐφ’ ὅσον ὅλοι εἴμεθα εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν δημοκρατικοί, ὅλοι μαζὶ πρέπει νὰ ἀμυνθῶμεν κατὰ τοῦ κινδύνου τῆς Δημοκρατίας. Εἶπον εἰς τὴν ἀρχήν, ὅτι τὸ ποσοστὸν τοῦ 10% δὲν ἐξουδετερώνει τὰς πιθανότητος αὐτοδυνάμου πλειοψηφίας. Πρέπει νὰ κάμω μίαν παρένθεσιν. Δικαιολογῶ τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐπιδιώκοντος ἀπὸ τῆς σκοπιᾶς του ὡς ἀρχηγοῦ τοῦ μείζονος Κόμματος καὶ πρωθυπουργοῦ τῆς Χώρας, νὰ ἔχῃ κατὰ τὴν κρίσιν αὐτοῦ τὴν ἐκτίμησιν τῶν εὐθυνῶν, τὰς ὁποίας ἀναλαμβάνει καὶ ἐπίσης ἀπέναντι τοῦ Κόμματός του νὰ θέλῃ νὰ τὸ ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἰσχυρότερον. Ἐκεῖ ποὺ διαφωνῶ εἶναι, ὅταν λέγεται, ὅτι αὐτὸ ἠμπορεῖ νὰ ἐπιτευχθῇ μὲ τὸ 17%, ἐνῷ καὶ μὲ τὸ 10% ἀποκλείεται. Καὶ τοῦτο εἶναι τὸ ἐκ πρώτης ὄψεως παράδοξον, καθ’ ἣν ὥραν τὸ μεῖζον ἐθνικόφρον Κόμμα ἀγωνίζεται μὲ ἁπλῆν ἀναλογικήν, ἔστω καὶ μὲ 10%, ἐὰν ἔχῃ ἱκανότητα ἐκμεταλλεύσεως τῆς καταστάσεως καὶ μέσα διὰ προπαγάνδαν ἠμπορεῖ νὰ δημιουργήσῃ ψυχολογίαν πάντοτε στρεφομένην ἐναντίον τῶν ἄλλων μικρῶν κομμάτων. Διπλῆν ψυχολογίαν. Τὴν μίαν διατὶ δὲν πηγαίνετε μὲ ἡμᾶς, ποὺ εἴμεθα ἕνα Κόμμα, μὲ ἕνα Ἀρχηγόν, ἕνα πρόγραμμα, καὶ πηγαίνετε μὲ ἐκείνους ποὺ εἶναι 4 κόμματα, 4 ἀρχηγοὶ τεσσάρων εἰδῶν ἀντιλήψεις. Τὴν ἄλλην: Δὲν πρέπει νὰ ὑπάγητε, διότι ὑπάρχει κίνδυνος νὰ ἀνέβῃ πολὺ ἡ Ἀριστερά, ὁπότε ἡμεῖς, ὡς ἓν ἐθνικόφρων κόμμα, δὲν θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ ἐκτελέσωμεν τὴν ἀποστολήν μας. Ἀντιλαμβάνεσθε τί σημαίνει αὐτὸ διὰ τὰ μικρότερα κόμματα; Θὰ εἴπητε τότε, τί τὸ ὑποστηρίζεις; Ἔρχομαι καὶ ἐγὼ πολλὰς φορὰς καὶ διερωτῶμαι διατί; Ἀλλὰ εἶναι ἔνθεον τὸ πάθος μου νὰ ἀγωνισθῶ μόνος νὰ ἐπιδείξω τὰς δυνατότητας τοῦ κόμματός μου εἰς ἴσον ἀγῶνα. Καὶ αὐτὸ δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι πάθος μόνον, εἶναι ἀποστολή. Πρέπει, ἄλλως τε, αὐτὸ νὰ συμβαίνῃ εἰς ὅλους. Κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συζητήσεως, ἐγένετο κατ’ ἐπανάληψιν λόγος περὶ τοῦ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀσχολῆται νὰ κάμῃ νόμον, ὥστε ἡ μειοψηφία νὰ μεταβληθῇ εἰς πλειοψηφίαν καὶ νὰ κυβερνᾷ ὡς πλειοψηφία. Νομίζω, ὅτι διὰ μίαν ἀκόμη φορὰν πρέπει νὰ τεθοῦν τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν των, ἡ ὁποία εἶναι ἡ κοινοβουλευτικῶς ὀρθόδοξος. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἂν, ὅταν ἕνα κόμμα πάρῃ τὰ 40 ἢ 38%, ἠμπορῇ νὰ κυβερνᾷ τὸν τόπον δημοκρατικά. Αὐτὴ ἡ μορφὴ τῆς κοινοβουλευτικῆς Δημοκρατίας, δὲν ταὐτίζει κατ’ ἀνάγκην τὴν ἐν τῇ Βουλῇ πλειοψηφίαν μὲ τὴν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς τοιαύτην. Ἰδίως, ὅπου ἰσχύει τὸ πλειοψηφικὸν μὲ περισσότερα τῶν δύο κομμάτων, εἶναι σύνηθες νὰ βλέπετε Κυβερνήσεις μειοψηφίας εἰς τὸν λαὸν νὰ κυβερνοῦν ἐπὶ μακρὸν καὶ ἐπιτυχῶς. Αὐτὸ συνέβη εἰς τὴν Ἀγγλίαν. Διότι, ὅπως γνωρίζητε, εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἀπαντοῦν μεταβατικαὶ περίοδοι, ποὺ δὲν ἐλειτούργησεν ὁ δικομματισμός. Τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων λ.χ. τὸ 1956 ἐδιχάσθη. Τὸ Ἐργατικὸν Κόμμα ἐνεφανίσθη εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ 20οῦ αἰῶνος καὶ μέχρις ὅτου προσαρμοσθοῦν εἰς τὸν δικομματισμὸν περνᾶ περίοδος τριῶν καὶ τεσσάρων κομμάτων. Κατὰ τὰς περιόδους ἐκείνας, συνέβη ἐπανειλημμένως νὰ κυβερνοῦν μειοψηφίαι καὶ θὰ ἠμποροῦσα νὰ σᾶς κουράσω μὲ σωρείαν στατιστικῶν, ἀλλὰ δὲν τὸ κάμω. Συνέβη νὰ εἶναι εἰς τὴν ἐξουσίαν Κυβερνήσεις διαθέτουσαι τὰ 42 καὶ 40% τοῦ λαοῦ. Ἐγὼ μάλιστα διαφωνῶ, μὲ ὅσα σχετικῶς ἐλέχθησαν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Σᾶς δηλῶ, ὅτι ἂν ὁ ἐκλογικὸς νόμος εἶναι πράγματι ἀδιάβλητος, ἂν ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θὰ ἐνεργήσῃ τὰς ἐκλογὰς θὰ εἶναι ἀδιάβλητος καὶ ἂν ἡ ἀτμόσφαιρα εἶναι ἐπίσης ἀδιάβλητος εἰς μίαν τοιαύτην περίπτωσιν, ἐγὼ θὰ ἐκυβερνοῦσα καὶ μὲ 35%. Διότι προϋπόθεσις δὲν εἶναι τὸ ποσοστόν. Εἰς τὰ ὁλοκληρωτικὰ καθεστῶτα κυβερνοῦν μὲ 95%. Προϋπόθεσις εἶναι αἱ ἐκλογαί. Ἄλλωστε, ὑπάρχουν τὰ προηγούμενα, εἰς τὴν Ἀγγλίαν λχ. μὲ μικρότερον ποσοστὸν ἐκ τοῦ 40%. Ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Νορβηγίαν κατὰ τὴν περίοδον τοῦ Αʹ παγκοσμίου πολέμου, τῶν Ριζοσπαστῶν, ἐκυβέρνησε μὲ 30% τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ μὲ ἀπόλυτον φυσικὰ πλειοψηφίαν τῶν ἑδρῶν. Συνεπῶς, ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργός, μὲ ἔντιμον ἐκλογικὸν νόμον, εἰς ἀδιαβλήτους ἐκλογὰς καὶ ἀδιάβλητον ἀτμόσφαιραν κατορθώσῃ ὄχι μὲ 42%, ἀλλὰ μὲ ὀλιγώτερον νὰ πάρῃ τὴν πλειοψηφίαν, καλῶς θὰ πράξῃ νὰ κυβερνήσῃ. Ἐγὼ πάντως θὰ ἐκυβέρνων. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὰ ἐπὶ μέρους. Καὶ ὡς πρῶτον μέγα θέμα, εἶναι τὸ τῆς ἀπογραφῆς. Ἐλέχθησαν τόσα πολλὰ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ὥστε ἐγὼ δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ σᾶς ταλαιπωρήσω, ἐπαναλαμβάνων τὰ ἴδια ἐπιχειρήματα. Συνοψίζων, λέγω τὰ ἑξῆς: Ὅτι πράγματι, πιστεύω, ὅτι ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπιμεληθῇ τοῦ ζητήματος καὶ ἐπιδείξῃ τὴν νευρώδη δραστηριότητά του, ποὺ ἐπιδεικνύει εἰς ἄλλα θέματα, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀπογραφῆς ταχύτατα, διότι αἱ προθεσμίαι, τὰς ὁποίας δίδει ἡ ὑπηρεσία, μοῦ φαίνονται ἀπαραδέκτως γραφειοκρατικαί. Ἐφ’ ὅσον, λοιπόν, ἐγὼ κατ’ ἀρχὴν ἀποδέχομαι ἀγαθὴν πρόθεσιν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἔχω παρὰ νὰ ἀρκεσθῶ εἰς τὴν προσωπικήν του ἐπιμέλειαν καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι καὶ ἄμεσον καὶ ἀσφαλές. Δὲν ἀποδίδω τόσην κολοσσιαίαν σημασίαν εἰς τὴν ἀπογραφήν. Δὲν εἶναι τόσον τραγικός, ἐὰν ἐφαρμοσθῇ ὁ πραγματικὸς πληθυσμός, διότι δὲν εἶναι καὶ τόσον μεγάλη μεταβολή. Βεβαίως θὰ γίνουν μεταβολαί, ἀλλὰ ὄχι τόσαι, ὥστε νὰ εἶναι ἀποφασιστικαὶ ἐκτὸς καὶ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις, μὴ ἐλπίζουσα εἰς τὴν πλειοψηφίαν, μὲ τὸν ἐκλογικὸν νόμον ἐπιδιώκῃ νὰ πάρῃ κἄτι ἀπὸ ἐδῶ καὶ κἄτι ἀπὸ ἐκεῖ, διὰ νὰ συνθέσῃ τὴν πλειοψηφίαν αὐτήν. Ἐάν, ὅμως, ὁμιλοῦμεν ἀντικειμενικὰ καὶ ἔξω ἀπὸ σκοπιᾶς Κυβερνήσεως, θὰ ἴδωμεν, ὅτι τὸ θέμα εἶναι εἰς τὴν οὐσίαν σημαντικόν, ἀλλ’ ὄχι ὑπερβολικὰ οὐσιῶδες. Ἠθικῶς, ὅμως, εἶναι μέγα, παμμέγιστον, ὄχι μόνον διότι, ὡς ἐπανειλημμένως ἐλέχθη, δὲν εἶναι νοητὸν νὰ κάμωμεν ἐκλογὰς μὲ ἀπογραφὴν πρὸ 20 ἐτῶν, ἀλλὰ διότι τὸ ζήτημα προκαλεῖ βαρύτερον θέμα διὰ τὴν Ἑλλάδα. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ κάμω μίαν μικρὰν παρέμβασιν ἀκαδημαϊκήν, χωρὶς μὲ αὐτὸ νὰ σημαίνῃ —ἐπειδὴ τὸν τελευταῖον καιρὸν παρουσιάζονται πολλοὶ ἀκαδημαϊκοὶ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν— ὅτι καὶ ἐγὼ ἐπιδιώκω ἀκαδημαϊκὸν τίτλον. (Χειροκροτήματα). Μοῦ εἶναι καὶ ὁ νέος ἀκαδημαϊκὸς συμπαθὴς καὶ συνεπῶς δὲν ἀποτελεῖ καὶ αὐτὸ καμμίαν μομφήν, ἀλλὰ ἤθελον νὰ ἀναφερθῶ εἰς τὴν ἰδικήν μου περίπτωσιν, ὅτι δὲν ἐπιδιώκω ὑποψηφιότητα ἀκαδημαϊκήν, ἀλλὰ ὑποψηφιότητα διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Λέγω, λοιπόν, τὰ ἑξῆς: Κύριοι, ὅταν ὁμιλοῦμεν περὶ ἀναλογικῆς ἐκλογῆς, ἔχομεν δύο ἐννοίας, τὴν εὐρεῖαν ἔννοιαν, τὴν ἔννοιαν LATO SEN-SU καὶ τὴν STRICTO SENSU. Ἡ δευτέρα εἶναι τὸ ἀναλογικὸν σύστημα, ἡ ἐκλογὴ τῶν βουλευτῶν ἀναλόγως τῶν ψήφων τοῦ κόμματος καὶ ἡ πρώτη εἶναι ἡ ἐκπροσώπησις τῆς περιφερείας ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ, νομίμου ἢ πραγματικοῦ αὐτῆς. Ὅσον καὶ νὰ φαίνεται αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ἁπλοῦν, κάθε ἄλλο παρὰ εἶναι ἁπλοῦν. Ἀποτελεῖ καὶ αὐτὸ μίαν ἀπὸ τὰς κατακτήσεις τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως, πρὸ 170 ἐτῶν. Θὰ διασκεδάσητε μὲ μερικὰ παραδείγματα, τὰ ὁποῖα θὰ σᾶς ἀναφέρω, διότι κινδυνεύομεν, ἀντὶ νὰ ἐξελιχθῶμεν εἰς ἀνεπτυγμένην χώραν καὶ εἰς ὡρισμένα σημεῖα νὰ καταστῶμεν ἡ περισσότερον ὑποανάπτυκτος χώρα τοῦ κόσμου. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν μέχρι τῆς πρώτης μεγάλης ἐκλογικῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ 1884, κάθε 78.000 κάτοικοι τῶν ἀστικῶν κέντρων ἐξέλεγον ἕνα βουλευτὴν καὶ 41.200 τῶν κομητειῶν ἕνα. Ὁ ἀνταγωνισμὸς τῆς συντηρητικῆς πλευρᾶς ἀπέναντι τῶν προοδευτικῶν δυνάμεων μέγας, καὶ ὡς γνωστόν, τὰ συντηρητικὰ στοιχεῖα εἶναι τῆς ὑπαίθρου καὶ οἱ προοδευτικοὶ εἰς τὴν πόλιν. Μάχη, λοιπόν, τῶν ἐπαρχιῶν ἐναντίον τῶν ἀστικῶν περιφερειῶν. Ἐπεκράτησαν οἱ ἀγροτικοὶ μέχρις ἑνὸς σημείου καὶ συνεπῶς αἱ ἐκλογαὶ ἦσαν ψευδεῖς καὶ ἀπατηλαί. 13.700.000 κάτοικοι τῶν ἀστικῶν κέντρων, 187 βουλευταί. 12.300.000 τῶν ἀγροτικῶν κέντρων, 297 βουλευταί. Δηλαδὴ ἡ ἰδική μας ἐποχὴ εἶναι παραδειγματική, ἐν συγκρίσει μὲ ἐκείνην τὴν πρὸ 100, ὅμως, ἐτῶν. Θὰ σᾶς ἀναφέρω ἄλλο παράδειγμα, τὸ ὁποῖον κάμει τὸ παράδειγμα τοῦ συναδέλφου κ. Ἠλιοῦ μεταξὺ Θεσπρωτίας καὶ Βʹ περιφερείας Ἀθηνῶν νὰ ὠχριᾷ. Μία περιφέρεια τῆς Ἀγγλίας, τὸ Κών, ἐπὶ 5.000 κατοίκων ἔδιδεν ἕνα βουλευτὴν καὶ τὴν ἰδίαν ἐποχὴν 185.000 κάτοικοι τῆς Λίβερπουλ ἕνα βουλευτήν! Ἀναφέρει μία ἀξιόλογος ὅσον καὶ διασκεδαστικὴ μελέτη, τὴν ὁποίαν εὐτυχῶς δὲν ἐγνώριζον οἱ συντάκται τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ἡ κατάλληλος μετακίνησις τὸ 1884, 2.000 μόνον ψηφοφόρων εἰς τὸν κατάλληλον τόπον, ἐξησφάλιζε τὴν νίκην τῶν Συντηρητικῶν! Ἐπίσης εἰς τὴν Γερμανίαν συνέβαινε τὸ ἴδιον. Καθιερώθη ἐφ’ ἅπαξ ἀπογραφὴ τοῦ 1867 μέχρι τοῦ 1917, ἐπὶ 50ετίαν! Ἀκούσατε τί ἐγένετο ἐκεῖ: Τὸ Βερολῖνον, τὸ 1908 ἐξηκολούθει νὰ ἔχῃ 12 βουλευτάς, ἀντὶ 24, καὶ εἰς τὸ Ράϊχσταγκ νομοθετήματα σημαντικὰ ἀπερρίπτοντο μὲ μίαν ἀσήμαντον πλειοψηφίαν. Ἀλλὰ τί ἐξεπροσώπει αὐτὴ ἡ πλειοψηφία; Τὸ 1909 νομοθέτημα περὶ καθιερώσεως φόρου κληρονομίας. Βέβαια μεγάλη ἀντίδρασις τῶν τσιφλικούχων. Ἀπορρίπτεται τὸ νομοσχέδιον μὲ 194 ἔναντι 186. Αἱ 194 ψῆφοι ἐξεπροσώπουν 4.000.000 καὶ αἱ 186, 7.000.000. Ἐννοεῖται, ὅτι αὐτὴ ἡ ἀπαράδεκτος κατάστασις συνεδέθη μὲ τὴν περίφημον θεωρίαν BEATI POSSIDENTES τοῦ Βίσμαρκ, ὅτι μακάριοι οἱ κυβερνῶντες, ἀλλά, φυσικά, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐπιβιώσῃ τοῦ πολέμου. Καὶ σήμερον, δὲν γνωρίζω πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ περίπτωσις παραγνωρίσεως τῆς εὐρείας ἐννοίας τῆς ἀναλογικῆς, θέμα ἀληθῶς ἀπαράδεκτον. Τὸ ἔφερα τὸ ζήτημα εἰς τὸ ἀκαδημαϊκὸν πεδίον, διότι ἐπιμένω, πιστεύων εἰς τὴν ἀγαθὴν πρόθεσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἀναμιχθῇ ὁ ἴδιος καὶ νὰ τερματίσῃ ἀπαράδεκτον κατάστασιν. Δηλαδή, πράγματι, νὰ ἔχωμεν τὰ ἀποτελέσματα τοῦ πληθυσμοῦ ἐνωρίτερον καὶ νὰ γίνουν ἐκλογαὶ μὲ τὴν κατάστασιν τοῦ 1961 καὶ ὄχι μὲ τὴν πρὸ 20 ἐτῶν. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὰς προσθέτους ἐπιδοτήσεις. Ὑπάρχει ἡ ἐπιδότησις τοῦ νόμου 1951, ἡ ἐγκατάλειψις τοῦ περιφήμου σὺν 1 καὶ ἡ ἄλλη τοῦ 1958 εἰς τὴν βʹ κατανομήν. Ἐμὲ ἐνδιαφέρει ἡ πρώτη, διότι ἡ πρώτη εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐνδιαφέρει τὴν συμμετοχὴν εἰς τὴν αʹ κατανομήν. Τὸ σὺν 1 οὐσιαστικὰ ἐπιδρᾷ ἐπὶ τοῦ ποσοστοῦ, τὸ μικραίνει καὶ δίδει τὰ ἀγαθὰ εἰς ἐκείνους, ὅλους, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν τὸ χαμηλότερον ποσοστόν. Τὸ δεύτερον μοῦ εἶναι ἐλαφρῶς ἀδιάφορον, διότι ἐὰν δεχθῶμεν, ὅτι δημιουργεῖ μίαν ἄνισον κατανομὴν μεταξὺ τῶν μεγάλων, δηλαδὴ πῶς θὰ μοιράσουν τὰ ἱμάτια ἡμῶν τῶν μικρῶν πτωχῶν, ἐκεῖ, νομίζω, ὅτι ὑπάρχει λάθος τακτικῆς ἀντιμετωπίσεως. Ἡ διάταξις δὲν εἶναι ἄνισος, διότι ἀφορᾷ τοὺς διεκδικοῦντας τὴν πρώτην θέσιν. Λοιπόν, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι φιλοδοξοῦν νὰ διεκδικήσουν νὰ ἀναγνωρισθοῦν εἰς τὴν βʹ κατανομήν, δεχόμενοι τὰ ὑψηλὰ ποσοστά της, θὰ τὴν χάσουν ἐὰν ἀρκεσθοῦν νὰ διεκδικήσουν τὸ 17%. Θὰ πρέπει νὰ πολεμήσουν, διὰ νὰ πάρουν τὴν πρώτην θέσιν καὶ τότε θὰ ἀντιστραφοῦν οἱ ὅροι τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν δὲν τὸ ἐπιτύχουν, θὰ εἶναι ὑπεύθυνοι αὐτοί, ἀφ’ ἧς ἀπεδέχθησαν τὴν ἰσχυρῶς ἐνισχυμένην. Περιττὸν νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι γενικῶς ἡ ἀποδοχὴ τῶν ἀπόψεών μου, τῶν 10% δηλαδή, ἀμβλύνει τὰ ζητήματα αὐτά. Ὁ ὑποβιβασμὸς τοῦ ποσοστοῦ, δηλαδή, εἰς 10% μὲ τὰς ἐπιπτώσεις του, καθιστᾷ ἀσθενεστέρας τὰς ἀντιθέσεις. Εἰς τὸ θέμα αὐτὸ τοῦ στρατοῦ, ἀνέκαθεν ὑπεστήριξα πάντοτε, ὅτι ὁ στρατὸς πρέπει νὰ ἔχῃ ψῆφον. Βεβαίως, δὲν μοῦ ἀρέσει καὶ εἰς τὸ θέμα αὐτὸ νὰ ὑπερβάλλω. Ἠκούσθησαν φράσεις ὑπὲρ τὸ μέτρον, ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτον ἠθικῶς, ὅτι δὲν εἶναι σωστὸ καὶ ἄλλα, νὰ μὴ ψηφίζῃ ὁ στρατός. Τὸ ἀπαράδεκτον ἠθικῶς δὲν εἶναι νοητόν, διότι ἀφ’ ἧς συνεβιβάσθησαν τὸ 1958, δὲν παραδέχομαι, ὅτι συνεβιβάσθησαν ἐπὶ ἠθικῶς ἀπαραδέκτου ζητήματος. Ὑπάρχουν ἄλλωστε καὶ Συντάγματα, τὰ ὁποῖα ἠρνοῦντο ψῆφον εἰς τὸν στρατόν. Ὑπάρχουν χίλιαι δύο δικαιολογίαι καὶ συνεπῶς, καὶ ἀντίστοιχοι ἀντιρρήσεις. Ἐγὼ εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι πρέπει ὁ στρατὸς νὰ ἔχῃ ψῆφον, ἀλλ’ ἀδιάβλητον καὶ χαίρω, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι εἶναι πρόθυμος ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, εἰλικρινῶς νὰ συντρέξῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν διὰ τὴν ἐξεύρεσιν τοῦ τρόπου τῶν ἀναγκαιοτάτων ἐγγυήσεων, αἱ ὁποῖαι καὶ ἀποτελοῦν προϋπόθεσιν διὰ τὴν ἀποδοχὴν τῆς ψήφου τοῦ στρατοῦ. Νὰ ψηφίζῃ, ἀλλὰ νὰ ψηφίζῃ κατὰ τρόπον ἀδιάβλητον. Ἔρχομαι εἰς ἄλλην ἐπίμαχον διάταξιν —προσπαθῶ νὰ εἶμαι συντομώτατος διὰ νὰ μὴ ταλαιπωρῶ τὴν Βουλήν—. Εἶναι ἡ ἐπίμαχος καὶ πρωτότυπος διάταξις τῶν δύο ἐκλογικῶν νόμων. Βεβαίως, κύριοι βουλευταί, εἶναι ἐντελῶς ἄηθες Κοινοβουλευτικῶς μία Βουλὴ ἐπὶ θέματος ἐκλογικοῦ νὰ ἐπιχειρῇ νὰ δεσμεύσῃ τὴν ἑπομένην Βουλήν, ἐπὶ θέματος τὸ ὁποῖον εἶναι σημαντικώτατον μετὰ τὸ Σύνταγμα, εἶναι ὁ σημαντικώτερος νόμος. Ὅτι εἶναι ἄηθες καὶ παράδοξον, δὲν νομίζω, νὰ ὑπάρχῃ περὶ αὐτοῦ δευτέρα γνώμη. Ἐπίσης δὲν ὑπάρχει καμμία σχέσις μὲ τὰς ἄλλοτε ἀναπτυχθείσας συνταγματικὰς προτάσεις, διότι ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης δὲν εἶναι ὁ κοινὸς νομοθέτης. Διὰ νὰ κρίνῃ, λοιπόν, ἀντικειμενικῶς κανεὶς τὴν διάταξιν αὐτὴν πρέπει νὰ τὴν ἐρευνήσῃ καὶ νὰ ἐπιδιώξῃ νὰ εὕρῃ τὴν πραγματικήν της ράτσιο. Ἐπεχείρησα καὶ ἐγὼ καὶ νομίζω, ὅτι μία εἶναι καὶ ὄχι αἱ πονηραί, αἱ ὁποῖαι ἐμνημονεύθησαν. Εἶναι διάταξις εὐφυὴς καὶ ἐνδεχομένως δικαιολογημένη, ἐνῷ εἰς πᾶσαν ἄλλην περίπτωσιν, εἶναι ἀδικαιολόγητος. Καὶ ποία εἶναι; Ἐὰν ὁ νομοθέτης ἀντεμετώπιζεν, ὅτι τὴν ἑπομένην τῶν ἐκλογῶν ὁ τόπος θὰ ὡδηγεῖτο εἰς ἀκυβερνησίαν, δηλαδή, ἐπίστευεν, ὅτι δὲν θὰ διασφαλίσῃ τὴν πλειοψηφίαν κανέν Κόμμα καὶ θὰ χρειασθῇ νὰ γίνῃ Κυβέρνησις συνεργασίας καὶ ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ ἀντιμετωπισθοῦν ὅροι ἀπαράδεκτοι δι’ οἱανδήποτε συνεργασίαν καὶ συνεπῶς νὰ ἀντιμετώπιζεν ἡ Χώρα τὸ κυβερνητικὸν χάος, τότε ἐν τῇ προνοίᾳ του προβλέπει καὶ λέγει, ὅτι θὰ διευκολύνω πλέον εἰς τὴν ριζικὴν ἐκκαθάρισιν τῆς καταστάσεως, δι’ ἐκλογῶν μὲ πλειοψηφικόν. Ἀλλὰ τοῦτο προϋποθέτει, ὅτι ἡ διάταξις θὰ εἶναι συνδεδεμένη μὲ τὴν ἁπλῆν ἀναλογικήν, ἢ τὴν ἐλαφρῶς ἐνισχυμένην. Ἀλλὰ ὑπάρχει πλήρης ἐδῶ ἀντινομία, ὅταν συνδέωμεν τὴν διάταξιν αὐτὴν μὲ τὸ 17% καὶ τὰς ἄλλας παραλλήλους διατάξεις, αἱ ὁποῖαι πιθανολογοῦν κατὰ τὸν συντάκτην τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ἕνα Κόμμα θὰ ἠμπορέσῃ νὰ ἔχῃ αὐτοδύναμον πλειοψηφίαν. Τότε ἡ περαιτέρω διάταξις εἶναι περιττή. Ἀφίνω, ἄλλωστε, ὅτι ἕνα Κόμμα, τὸ ὁποῖον θὰ συνεκέντρωνε τὴν πλειοψηφίαν δὲν τὴν ἔχει ἀνάγκην, ἕνα Κόμμα, τὸ ὁποῖον θὰ μειοψηφήσῃ πολὺ δὲν θὰ ἠμπορῇ νὰ τὴν χρησιμοποιήσῃ. Συνεπῶς, θὰ ἔπρεπε νὰ συνδεθῇ μὲ τὴν ἐλαφρῶς ἐνισχυμένην ἀναλογικὴν ἢ τὴν ἁπλῆν ἀναλογικήν. Εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἐγὼ θὰ τὴν εὕρισκα εὐφυεστάτην καὶ μὴ κινδυνεύουσαν νὰ ἐκθέσῃ, ἐνδεχομένως, τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα. Βεβαίως, δὲν παραδέχομαι, ὅτι ἡ σταθερότης τῆς Κυβερνήσεως εἶναι πάντοτε συνάρτησις τῆς αὐτονόμου πλειοψηφίας. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι εἶναι θεάρεστος ἡ αὐτόνομος πλειοψηφία, ἀλλὰ σταθερότης ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ καὶ εἰς περίπτωσιν Κυβερνήσεως συνεργασίας καί, ὅπως προηγουμένως ἀνέφερον, διὰ τὴν Ἀγγλίαν θὰ τὸ πράξω πάλιν. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἀντιπαθοῦν τὰς Κυβερνήσεις συνεργασίας, τὰς ἀπεχθάνονται. Ἐν τούτοις εἰς κἄθε δύσκολον περίστασιν, εἰς Κυβέρνησιν συνεργασίας, καταφεύγουν καὶ ἐν εἰρήνῃ ἐνίοτε. Χρόνια πρὸ τοῦ πολέμου ὑπῆρχε σταθερότης κυβερνητικὴ μὲ Κυβέρνησιν συνεργασίας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὅμως, καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι συνδέουν τὴν σταθερότητα μόνον μὲ αὐτοδύναμον πλειοψηφίαν ἂν τὴν προβλέπουν καὶ τὴν πιστεύουν, ἀντινομοῦν, ἐὰν καθιερώνουν διάταξιν, ἡ ὁποία ἀρχίζει νὰ ἔχῃ ἀξίαν μόνον ἐὰν ὑπάρχῃ κίνδυνος ἀκυβερνησίας. Διότι δὲν δέχομαι ὡς ἀπολύτως εἰλικρινῆ τὴν διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου. Ὅτι ἀπέβλεψε πράγματι, νὰ ψηφίσῃ νόμον διὰ τὸ μέλλον. Ἅλμα παραλογισμοῦ Κοινοβουλευτικοῦ. Καὶ ἐπειδὴ αὐτὸ δὲν τὸ δέχομαι, ἐπιμένω εἰς τὴν ἰδικήν μου ἑρμηνείαν. Ἔρχομαι τώρα, εἰς ἄλλο θέμα. Ἔγινε καὶ προηγουμένως λόγος, ὅτι τὸν τελευταῖον καιρὸν αἱ ἐφημερίδες, πότε αἱ μέν, πότε αἱ ἄλλαι, ἀπειλοῦν αἱ μέν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ προχωρήσῃ εἰς τὸ πλειοψηφικόν, ἐὰν δὲν ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ τὸν νόμον αὐτόν, αἱ ἄλλαι, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις θὰ κάμῃ μέτωπον. Πιστεύω εἰλικρινῶς, ὅτι ὁ τρόπος αὐτὸς τῆς πολιτικῆς συζητήσεως ὑποβιβάζει τὸν πολιτικόν μας κόσμον. Οὐδὲν Κόμμα σεβόμενον τὸν ἑαυτόν του, οὔτε εἶναι δεκτικὸν ἀπειλῆς, οὔτε ἀπειλεῖ. Οὔτε πιστεύω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπειλεῖ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἄφησεν εὐκαιρίαν ποὺ νὰ μὴ ἐκθέσῃ τὰς ἀπόψεις του ὑπὲρ τοῦ πλειοψηφικοῦ. Νομίζω, ὅτι καὶ εἰς τὰς κατὰ μέρος συζητήσεις τὸ ἐξέθεσεν, ἀλλὰ δὲν ἐπροχώρει, διότι ἐξετίμα ὡρισμένην κατάστασιν καὶ ἔβλεπεν, ὅτι καὶ ἐὰν ἀκόμη ἐξησφάλιζε τὴν νίκην μὲ τὸ πλειοψηφικόν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, ἐνδεχομένως, νὰ μὴ τὸ ἀπέκλειεν ἡ παρουσιαζομένη πλέον σήμερον σημαντικωτάτη ἄμβλυνσις διὰ τὴν συνεργασίαν μὲ τὴν Ἀριστερὰν θὰ ἠδύνατο νὰ δημιουργήσῃ πραγματικότητας, ὄχι ἁπλῶς ὡς πρὸς τὸ ηὐξημένον ποσοστὸν τῆς Ἀριστερᾶς, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰς ἐνδεχομένας μονιμωτέρας συμβιώσεις. Καὶ αὐτὴ ἡ συναίσθησις τῆς εὐθύνης δὲν θὰ ἐπέτρεπε νὰ προχωρήσῃ εἰς λύσιν πλειοψηφικοῦ, χωρὶς νὰ ἐξησφάλιζε καὶ ἄλλους συνεργάτας ἐξ ἄλλων Κομμάτων. Καὶ ἐπειδὴ δὲν ἐξησφάλισε τοιούτους συνεργάτας, δι’ αὐτὸ ἐπροχώρησεν εἰς τὴν ἐνισχυμένην ἀναλογικὴν ὑπὸ τὸν Α ἢ τὸν Β τύπον. Νομίζω, ἀκόμη, ὅτι καὶ ἡ ἔρευνα τῶν ἀριθμῶν τοῦ παρελθόντος θὰ ἔκαμνε καθένα σκεπτικὸν διὰ νὰ προχωρήσῃ εἰς τὸ πλειοψηφικόν. Ἐὰν ἀνατρέξωμεν εἰς τὸ 1952, θὰ ἴδωμεν, ὅτι αἱ παρατάξεις τοῦ τότε Κόμματος Φιλελευθέρων καὶ τῆς Ε.Π.Ε.Κ. μαζὶ μὲ τὴν Ε.Δ.Α., ἐπῆραν πλειοψηφίαν εἰς τὰς περιφερείας Πειραιῶς–Ἀθηνῶν καὶ Θεσσαλονίκης. Αὐταὶ εἶναι αἱ πραγματικότητες, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἀναμετρήσῃ μία Κυβέρνησις. Συνεπῶς, ἐγὼ πιστεύω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουν ἐπίσημον προέλευσιν τοιούτου εἴδους ἀπειλαί. Δὲν εἶναι νοητὸν ἐξ ἄλλου, νὰ λέγῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτι ἐὰν δὲν μᾶς κάμετε τὸν ἐκλογικὸν νόμον ποὺ θέλομεν, θὰ κάμωμεν μέτωπον. Δὲν τὸ δέχομαι αὐτό. Ἐγὼ ἐξήγησα, ὅτι προσέξατε νὰ δημιουργήσητε, ἐὰν σᾶς ἐνδιαφέρῃ, ἀντιβιοτικὸν περιβάλλον δι’ εὐρεῖαν παράταξιν. Καὶ ἀντιβιοτικὸν εἶναι ἡ ἁπλῆ ἀναλογικὴ μὲ τὸ ἐλαφρῶς ποσοστόν. Ἐὰν δὲν τὸ κάμετε αὐτό, ἀντιθέτως, δημιουργεῖτε κατάλληλον ἔδαφος. Ἐὰν σᾶς εἶναι ἀδιάφορον, εἶναι ἄλλο θέμα. Τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ καμμίαν ἀπειλήν, εἶναι δὲ ἀνάξιον οἱουδήποτε πολιτικοῦ Κόμματος. Προέβην ἁπλῶς εἰς ἀντικειμενικὴν διαπίστωσιν, ἡ ὁποία, νομίζω, ἐκφράζει τὴν πραγματικότητα. Καὶ πιστεύω, ὅτι ἔτσι σκέπτεται καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἔτσι σκεπτόμεθα καὶ ὅλοι. Συνεπῶς, δὲν προσφέρουν αἱ ἐφημερίδες καμμίαν ὑπηρεσίαν, ὅταν παρουσιάζουν αὐτὰς τὰς ἀπειλάς, δὲν διευκολύνουν καμμίαν κατάστασιν διὰ τὴν ὁμαλὴν πλέον ἐξέλιξιν. Ἀπὸ τῆς πλευρᾶς μου μάλιστα, ὡς γνωστὸν δὲν ἐξαιρῶ κανένα, οὔτε ἐξαιρῶ 2 ἑκατ. Ἑλλήνων ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν πολιτικήν. Κάθε ἕνας, μὲ τὸν τρόπον του νὰ σκέπτεται πῶς ἠμπορεῖ νὰ ἐξυπηρετήσῃ καλλίτερον τὸν τόπον του.
§135Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρ. Κυβερνήσεως). Ἡ μὲν Κυβέρνησις οὐδεμίαν διετύπωσεν ἀπειλήν. Εἶμαι, ὅμως, ὑποχρεωμένος μετὰ λύπης μου νὰ ὑπομνήσω, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις διετύπωσεν ἀπαραδέκτους ἀπειλὰς ἀπὸ τοῦ βήματος. Συνεπῶς, παρακαλῶ νὰ μὴ θέτετε εἰς τὴν ἰδίαν μοῖραν Κυβέρνησιν καὶ Ἀντιπολίτευσιν. Βεβαίως, ἡ Κυβέρνησις δικαιοῦται νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν δέχεται τὴν ἀξίωσιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ τῆς ἐπιβάλῃ τὸ ἐκλογικὸν σύστημα τῆς ἀρεσκείας της. Κατὰ ποίαν λογικὴν θὰ ἐπιβάλετε εἰς τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς, νὰ ψηφίσῃ τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον θέλετε; Αὐτὸ θὰ ἀπετέλει ἀπόπειραν παραβιάσεως τοῦ πολιτεύματος.
§136Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅσον ἀφορᾷ τὴν Κυβέρνησιν, εἶμαι εὐτυχής, διότι ὅσα εἶπα τὰ ἐπιβεβαιώνετε. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, πέραν τοῦ ἑαυτοῦ μου ὁ ὁποῖος οὐδεμίαν ἀπειλὴν διετύπωσα ποτέ, πιστεύω, ὅτι καὶ οὔτε οἱ ἄλλοι ἀπειλοῦν καὶ τὰ ὅσα, ἐνδεχομένως, ἐγράφησαν, εἶναι ρεπορτάζ τῶν ἐφημερίδων καὶ δὲν ἔχουν ἐπίσημον προέλευσιν. Εἶναι ἁπλοῦς τρόπος ἀντιδράσεως. Συγκαταλέγομαι μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν, ὅτι ἡ προσεχὴς 4ετία θὰ εἶναι δύσκολος διὰ τὸν τόπον. Θὰ ἔχῃ νὰ ἀντιμετωπίσῃ ἡ Χώρα δύσκολα προβλήματα οἰκονομικά, κοινωνικὰ καὶ διεθνῆ. Καὶ εἷς λόγος ἐπὶ πλέον ποὺ πρέπει νὰ συνειδητοποιήσωμεν ποίαν ἀξίαν θὰ ἔχῃ ἐὰν εἰς τὴν νέαν Βουλὴν θὰ ἐκπροσωπηθοῦν κατὰ λόγον γνησίας δυνάμεως ὅλαι αἱ Ἑλληνικαὶ ροπαί, ἀντιλήψεις καὶ τάσεις. Καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν τὸ βάρος τῆς ἰδικῆς μας μάχης διὰ τὸν ἐκλογικὸν νόμον, τὸ ρίπτω εἰς τὸ ποσοστόν. Καὶ δηλῶ, ὅτι ἂν τὰ ποσοστὰ μείνουν ὡς ἔχουν, θὰ καταψηφίσω ἐκ τούτου καὶ μόνον τὸ νομοσχέδιον. Ὑπάρχουν, κύριοι, καὶ ἄμεσα προβλήματα, τὰ ὁποῖα θὰ πρέπει νὰ ἐκτιμήσῃ ἡ ἰδία ἡ Κυβέρνησις. Σήμερον αἱ ἐποχαὶ εἶναι πονηραὶ καὶ δύσκολοι, ἀφήνω, ὅτι προέκυψαν καὶ ὡρισμένα προβλήματα διὰ πρώτην φορὰν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν πραγματικότητα. Ἐνδεικτικῶς ἀναφέρω τὸ πρόβλημα τῆς Κοινῆς Ἀγορᾶς. Εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι λέγουν εὐθαρσῶς τὴν γνώμην των καὶ μὲ πλήρη συνέπειαν, δὲν πρόκειται ἐγὼ νὰ κατηγορηθῶ διὰ ἀσυνέπειαν. Θὰ ἤθελα νὰ εἴμεθα ἰσότιμα ἱδρυτικὰ μέλη. Εἶναι πάντως ἡ πρώτη φορὰ εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ βίου ποὺ ἀντιμετωπίζεται, ἐνδεχομένως, ἡ ἐπικύρωσις μιᾶς συμβάσεως μὲ τοιαύτας κολοσσιαίας πολιτικὰς ἐπιπτώσεις εἰς τὴν χώραν ἀπὸ τὴν Βουλὴν μόνον. Ἐὰν ἴσχυεν ὁ θεσμὸς τοῦ δημοψηφίσματος, τὸ πρᾶγμα θὰ ἡπλουστεύετο, μὴ ὑπάρχοντος τοῦ θεσμοῦ τοῦ δημοψηφίσματος, εἶναι εὐχῆς ἔργον νὰ ὑπάρξῃ τοὐλάχιστον πρόσφατος ἐντολὴ τοῦ λαοῦ ἐπ’ αὐτοῦ. Εἶναι σύμβασις, πράγματι ἀποφασιστική, πρέπει ὅλοι νὰ συνειδητοποιήσωμεν τὴν σημασίαν της καὶ θὰ εἶναι εὐτύχημα, ἐὰν τὴν συνειδητοποιήσῃ πρωτίστως ὁ ἴδιος ὁ λαός. Θὰ ἤρκει καὶ τοῦτο μόνον ὡς λόγος διὰ τὴν ταχυτέραν ἐνέργειαν ἐκλογῶν, διὰ νὰ σταματήσω μόνον ἐκεῖ.
§137Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρ. Κυβερνήσεως). Ἡ σκέψις αὐτὴ ὁδηγεῖ εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι καὶ αἱ 6 χῶραι, αἱ ὁποῖοι μετέχουν τῆς Κοινῆς Ἀγορᾶς, θὰ ἔπρεπε νὰ κάμουν ἐκλογὰς πρὸ τῆς συνδέσεώς των. Ἠμπορεῖ αὐτὸ νὰ εἶναι σοβαρόν; Κατὰ τὴν αὐτὴν δὲ λογικὴν καὶ ἡ Ἀγγλία, ἡ ὁποία διαπραγματεύεται τὴν εἴσοδόν της εἰς τὴν Κοινὴν Ἀγοράν, θὰ πρέπει νὰ κάμῃ ἐκλογάς;
§138Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἡ διακοπή σας, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἀνεμένετο, εὐτυχῶς δέ, διὰ σᾶς, ὅτι ἐσπεύσατε μόνος σας νὰ εἴπητε, ὅτι δὲν ὑπάρχουν αἱ ἴδιαι συνθῆκαι, καὶ πράγματι, μόνον ἐὰν σκεφθῆτε τί ἔχει προηγηθῆ μὲ τὴν Μπενελοὺξ καὶ ποῖαι σχέσεις ἐδημιουργήθησαν εἰς τοὺς λαοὺς ἐκείνους ποὺ ἀποτελοῦν τὸν κορμὸν τῆς Κοινῆς Ἀγορᾶς, καὶ πὼς οἱ λαοὶ ἐκεῖ εἶναι ἐνήμεροι ὅλων καὶ δὲν τοὺς χωρίζουν τίποτε μεταξύ των, θὰ ἴδητε τὴν διαφορὰν τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία θὰ μετάσχῃ ἐπὶ 22 χρόνια ὡς συνεταῖρος, χωρὶς δύναμιν ψήφου μὲ ἐντελῶς διάφορον θέσιν ἀπὸ ὅτι αἱ χῶραι τῆς Κεντρικῆς Εὐρώπης. Εἶναι τοῦτο σοβαρὸν καὶ δι’ αὐτὸ εἶπον, ὅτι θὰ ἦτο χρήσιμον νὰ ὑπάρξῃ λαϊκὴ ἐντολή. Ὅταν προτείνω τὰς τροποποιήσεις τοῦ Συντάγματος, προνοῶ διὰ τὴν καθιέρωσιν εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις τοῦ δημοψηφίσματος. Ὁ Ἕλλην συντάκτης τῶν παλαιοτέρων Συνταγμάτων, ὅλοι οἱ συντάκται τῶν Συνταγμάτων τοῦ παρελθόντος αἰῶνος, δὲν εἶχον ποτὲ ὑπ’ ὄψιν συμβάσεις τοιαύτης σημασίας, συμβάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀσκοῦν ἀποκλειστικὴν ἐπιρροὴν εἰς τὸ μέλλον τῆς χώρας. Ἐπειδὴ δὲ ἀποδίδω τοιαύτην σημασίαν, θὰ ἦτο ὑποτιμητικὸν νὰ νομίσητε, ὅτι ἀσκῶ ἀντιπολίτευσιν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Ἀνέφερον τὸ παράδειγμα τῆς Κοινῆς Ἀγορᾶς ἐνδεικτικῶς καὶ ὑποστηρίζω, ὅτι θὰ ἦτο χρήσιμον νὰ ὑπάρχῃ Βουλὴ καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἐξουσιοδοτημένη, ἵνα ρυθμίσῃ τὸ ζήτημα κατὰ τὸν καλλίτερον τρόπον καὶ ἵνα ἀσφαλέστερον δεσμευθῇ ἡ χώρα ἄνευ οὐδενὸς κενοῦ διὰ τὸ μέλλον. Κύριοι βουλευταί, σᾶς ἀπησχόλησα ἐπὶ πολύ, θέλω νὰ τελειώνω καὶ λέγω, ὅτι πιστεύω ἀπεριωρίστως εἰς τὴν Δημοκρατίαν καὶ πιστεύω, ὅτι ὅσον παρέχομεν τὰς δυνατότητας νὰ λειτουργῇ ἡ Δημοκρατία, τόσον τὴν καθιστῶμεν ἱκανὴν νὰ ἀνταποκριθῇ ἐναντίον τῶν μεγάλων ἀντιξοοτήτων, καὶ γνωρίζομεν, ὅτι αἱ ἀντιξοότητες αὐταὶ καθημερινῶς αὐξάνουν. Ἡ μεγίστη ὑπηρεσία τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ προσφέρωμεν εἰς τὴν Δημοκρατίαν, εἶναι νὰ τὴν ἀφήσωμεν νὰ λειτουργήσῃ. Ἀκριβῶς δέ, προκειμένου περὶ ἐκλογικοῦ νόμου, νὰ παράσχωμεν τὴν ἴσην εὐκαιρίαν εἰς τοὺς Ἕλληνας, καθ’ ὃν τρόπον ἕκαστος κρίνει νὰ προσέλθουν μεθαύριον εἰς τὰς κάλπας καὶ νὰ ψηφίσουν. Μόνον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ αὐριανὴ Βουλὴ θὰ ἀντιπροσωπεύσῃ πιστότερον τὰς ἀντιλήψεις καὶ τὰς ροπὰς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ μία τοιαύτη Βουλὴ θὰ εἶναι ἱκανὴ νὰ προσφέρῃ ἀνεκτίμητον εἰς τὸ Ἔθνος ὑπηρεσίαν καὶ πέραν τούτου εἰς τὴν Δημοκρατίαν, διὰ τὴν ὁποίαν ὅλοι ἀγωνιζόμεθα, διότι γνωρίζομεν πάντες, ὅτι εἰς τὸν τόπον αὐτὸν ἐγεννήθη καὶ ἡμεῖς ἐτάχθημεν οἱ φύλακες τῆς ζωῆς της καὶ τῆς ἐπιβιώσεώς της.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μ. Γαληνός, θὰ ὁμιλήσῃ;
§140Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Αὔριον, κ. Πρόεδρε.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μ. Κύρκος, ἔχει τὸν λόγον.
§142Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Κύριοι βουλευταί. Αἱ μέχρι σήμερον γενόμεναι συζητήσεις περὶ τοῦ σχεδίου ἐκλογικοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν, διηυκρίνισαν ὡρισμένας ἀπόψεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, σχετιζόμενα πρὸς τὸν ἐκλογικὸν νόμον ἐν γένει. Δὲν διεφώτισαν, ὅμως, ἐπαρκῶς τὴν δημιουργουμένην κατάστασιν, ἂν τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου ἤθελε τελικῶς ψηφισθῆ, ὡς ἔχει, καὶ δὲν διεφώτισαν ἐπαρκῶς τοὺς λόγους ἐκ τῶν ὁποίων ὁρμωμένη ἡ Κυβέρνησις κατέθεσεν τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον. Προτίθεμαι, κ. συνάδελφοι, νὰ ἐκθέσω τὰς ἀπόψεις μου, τόσον ὡς πρὸς τὸ πρῶτον θέμα, ὅσον καὶ ὡς πρὸς τὸ δεύτερον. Πρὸ τούτου, ὅμως, θὰ παρεκάλουν ὑμᾶς, κ. συνάδελφοι τοῦ Κέντρου καὶ τῆς Ἀριστερᾶς, νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἀπευθύνω βραχεῖαν ἀποστροφὴν πρὸς τοὺς συναδέλφους τῆς πλειοψηφίας. Ὅταν, κ. συνάδελφοι τῆς πλειοψηφίας, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 29ης παρελθόντος Νοεμβρίου, ἔλαβον τὸν λόγον περὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, διετύπωσα μετὰ πλήρους βεβαιότητος τὴν ἄποψιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ εἰσηγηθῇ τὴν ἀναλογικήν. Σεῖς τότε ἐξερράγητε εἰς γέλωτας ἀκρατήτους καὶ θορυβώδεις, τόσον μάλιστα θορυβώδεις, ὥστε αἱ ἀντηχήσεις των νὰ φθάσουν καὶ μέχρι τῶν κυρίων ἐδῶ, τῶν εἱλήτων, τοὺς ὁποίους κατ’ εὐφημισμὸν ὀνομάζομεν πρακτικογράφους. Καὶ σημειοῦται εἰς τὰ πρακτικά: «Γέλωτες ἐκ τῆς Κυβερνητικῆς παρατάξεως». Ἀπήντησα τότε: «Γελᾶτε; Ἂν ὁ Θεὸς μᾶς χαρίσῃ ὑγείαν μέχρι τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ εἰσαχθῇ τὸ ἐκλογικὸν νομοσχέδιον, θὰ ἴδωμεν ποῖος γελᾶ ἀδικαιολογήτως καὶ ποῖος γελᾶ δεδικαιολογημένως». Ὁ Πανάγαθος εἰσήκουσεν τῆς δεήσεώς μου καὶ ἐχάρισεν εἰς ὅλους ἡμᾶς ὑγείαν καὶ συζητοῦμεν αὐτὴν τὴν στιγμὴν σχέδιον ἀναλογικοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, κατατεθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἐμνήσθην τοῦ περιστατικοῦ διὰ νὰ καταθλίψω τὰς καρδίας σας. Μήτε διὰ νὰ καταστήσω δυσχερῆ τὴν θέσιν σας. Ἐμνήσθην τοῦ περιστατικοῦ διὰ νὰ ἐπαναλάβω, ἅπαξ ἔτι, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πολλάκις ὑπεστήριξα ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, ὅτι δηλαδή, ὀφείλομεν πάντοτε μετ’ ἰδιαζούσης προσοχῆς νὰ προσέχωμεν εἰς τοὺς λόγους, ὄχι τόσον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὁμόφρονες πρὸς ἡμᾶς, ἀλλὰ πρὸς τοὺς λόγους τῶν ἀντιφρονούντων καὶ νὰ τοὺς ὑποβάλωμεν ὑπὸ τὴν βάσανον τῆς σκέψεώς μας. Οὕτως εἶναι δυνατὸν νὰ συναγάγωμεν χρήσιμα διδάγματα διὰ τὴν ἐπιτέλεσιν τῆς ἀποστολῆς μας καὶ ἀπὸ τῆς γενικωτέρας ἀπόψεως, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς ἰδικῆς μας, τῆς ἀτομικῆς καὶ κομματικῆς. Καὶ ἤδη εἰσέρχομαι εἰς τὸ θέμα. Κατὰ τὴν γνώμην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁ ἐκλογικὸς νόμος σκοπὸν ἔχει καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ νὰ ἐξασφαλίσῃ καὶ πέραν τούτου νὰ διευκολύνῃ τὴν ἐλευθέραν γνησίαν καὶ ἀνεπηρέαστον ἔκφρασιν τῆς λαϊκῆς θελήσεως. Κατὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ κύριος σκοπὸς τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Ὁ κύριος σκοπὸς τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου εἶναι νὰ ἐξασφαλίσῃ ὁμοιογενῆ πλειοψηφίαν διὰ νὰ εἶναι δυνατὸς ὁ σχηματισμὸς ἰσχυρᾶς μονοκομματικῆς Κυβερνήσεως. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν ἀπόψεων εἶναι θεμελιώδης καὶ χρέος ἔχω νὰ ἐπισημάνω τὸ σημεῖον τοῦτο, διότι ἐκ τῆς διαφορᾶς αὐτῆς τῆς ἀπόψεως ἐξαρτᾶται ἀπὸ τῆς πλευρᾶς μὲ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ θεμελίωσις τοῦ σχεδίου νόμου, τὸ ὁποῖον ἐτέθη ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν, ἀπὸ τῆς πλευρᾶς δὲ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἡ κατηγορηματικὴ ἄρνησις νὰ ψηφίσῃ παρόμοιον ἐκλογικὸν νόμον. Νομίζω, κύριοι, ὅτι δὲν ἀφίσταμαι τῆς πραγματικότητος, ἐὰν ὑποστηρίξω, ὅτι ἡ ἄποψις τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι σκοπὸς τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου εἶναι, νὰ δώσῃ ἰσχυρὰν μονοκομματικὴν πλειοψηφίαν, δὲν εἶναι ἀπηλλαγμένη κομματικῆς ἰδιοτελείας, καὶ νομίζω, ὅτι ἡ ἄποψις αὐτὴ ἐφηρμόσθη, ἵνα δι’ αὐτῆς στηριχθοῦν ὅλα τὰ τεχνάσματα, ὅλαι αἱ παγῖδες, ὅλαι αἱ τάσεις λαθροχειρίας καὶ ψηφοκλοπῆς, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν εἰς τὸ προκείμενον σχέδιον νόμου. Θὰ ἐξετάσω, λοιπόν, ἐὰν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἰσηγεῖται ἡ Κυβέρνησις, ἢ ἀκόμη καὶ τὸ πλειοψηφικόν, τὸ ὁποῖον θὰ ἰσχύσῃ διὰ τὰς μεταπροσεχεῖς καὶ ἐφ’ ἑξῆς ἐκλογάς, ἔχουν τὸ εὐγενὲς πλεονέκτημα τοῦ ἀποδίδειν ἰσχυρᾶς μονοκομματικὰς πλειοψηφίας, διότι περὶ αὐτοῦ κυρίως πρόκειται. Ἐὰν ἔχουν τὸ πλεονέκτημα αὐτό, τότε ἡ Κυβέρνησις ἔχει δίκαιον. Ἐὰν ὅμως, δὲν τὸ ἔχουν, τότε ἀποδεικνύεται, ὅτι ὁλόκληρος ἡ Κυβερνητικὴ θριαμβολογία περὶ ἰσχυρῶν Κυβερνήσεων καὶ περὶ τοῦ πλεονεκτήματος τῆς ὑπάρξεως μονοκομματικῆς Κυβερνήσεως, ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀβάσιμα, εἶναι προπέτασμα πυκνοῦ καπνοῦ, μὲ ἀποκλειστικὸν σκοπὸν νὰ καλύψῃ τὰς λαθροχειρικάς της διαθέσεις ἡ Κυβέρνησις. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ ἐξετάσω ἐὰν τὸ πλειοψηφικὸν ἔχει τὰ πλεονεκτήματα αὐτὰ περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλεῖ ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις, τῆς ὁποίας τὰς σχετικὰς περικοπᾶς θὰ ἀναγνώσω καὶ ἐὰν ἡ ἁπλῆ ἀναλογικὴ ἔχει τὰ μειονεκτήματα, τὰ ὁποῖα τἄχα φοβεῖται ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλὰ πρὶν ἀπὸ ὅλα αὐτὰ θὰ ἤθελα νὰ εἴπω τοῦτο. Ὅτι ὅσοι πιστεύουν εἰς τὴν Δημοκρατίαν, θεμέλιον τῆς ὁποίας ἀποτελεῖ τὸ κυρίαρχον δικαίωμα τοῦ λαοῦ, νὰ ὁρίζῃ αὐτὸς τὴν Κυβέρνησίν του ὅπως θέλῃ, ὅσοι πιστεύουν εἰς τὴν Δημοκρατίαν, εἶναι ἀδύνατον νὰ δεχθοῦν, ὅτι διὰ τοῦ νόμου τοῦ ἐκλογικοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀσκηθῇ ἐπηρεασμὸς τῆς λαϊκῆς θελήσεως. Ὅσοι πιστεύουν εἰς τὴν Δημοκρατίαν, ὀφείλουν νὰ πιστεύουν εἰς τὸν λαόν, ὡς τὴν μόνην πηγὴν δυναμένην, νὰ πιστεύουν εἰς τὸν λαὸν ὡς ἐγκλείοντα μόνον αὐτὸς τὰς δημιουργικὰς δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι ἀσφαλίζουν τὴν πρόοδον πάσης χώρας. Δικαίωμα κηδεμονεύσεως τοῦ λαοῦ δὲν διεκδικοῦν οἱ πιστεύοντες εἰς τὴν Δημοκρατίαν. Δικαίωμα κηδεμονεύσεως τοῦ λαοῦ διεκδικοῦν μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, θεωροῦντες ἑαυτοὺς σκεύη ἐκλογῆς τῆς Θείας Προνοίας, θέλουν νὰ κυβερνήσουν τὸν λαὸν καὶ ἐναντίον τῆς θελήσεώς του. Καὶ ἔχει σημασίαν ἡ παρατήρησις αὐτή διότι τὸ νομοσχέδιον δὲν προβλέπει εἰς τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ ἀσκήσῃ τὸν μεγαλύτερον δυνατὸν ἐπηρεασμὸν ἐπὶ τοῦ λαοῦ, προκειμένου οὗτος διὰ τῆς ψήφου του νὰ ἐκφράσῃ τὴν κυρίαρχον θέλησίν του. Ἀλλὰ αὐτὸ τὸ περιβόητον πλειοψηφικὸν, ἔχει αὐτὸ τὸ εὐγενές πλεονέκτημα, τοῦ δίδειν ἐκλογικὰ ἀποτελέσματα τοιαῦτα, ὥστε ν’ ἀνακύπτουν ἐξ αὐτῶν Κυβερνήσεις μονοκομματικαὶ καὶ δὴ ἰσχυραί. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ πλειοψηφικὸν ἐφηρμόσθη ἐν Ἑλλάδι καὶ καθ’ ὃν χρόνον ἦτο ἄγνωστος ἀκόμη ἡ ἀναλογικὴ ὡς ἐκλογικὸν σύστημα εἰς τὸν τόπον μας. Ἂς ἴδωμεν ἱστορικὰ τὶ ἀπέδωσαν αἱ ἐκλογαί, αἱ ὁποῖαι διεξήχθησαν διὰ τοῦ πλειοψηφικοῦ συστήματος, διὰ νὰ ἴδωμεν ἐὰν αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, ὅτι τἄχα πιστεύει ἡ Κυβέρνησις, νὰ ἴδωμεν ἐὰν ἀνταποκρίνωνται πρὸς τὴν ἱστορικὴν ἀλήθειαν, καὶ τὴν ἱστορικὴν πραγματικότητα. Διότι δὲν ὑποθέτω νὰ ἐπεφοίτησε κατ’ ὄναρ ἐπὶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ Ἅγιον Πνεῦμα καὶ τοῦ ἐνεφύσησε αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰς ἀντιλήψεις τὰς ἐκτιθεμένας εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν. Λέγει ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις «Ἡ Κυβέρνησις πιστεύει... ..... (ἀναγινώσκει).....». Ἐὰν αὐτὰ εἶναι ἀληθῆ, ἔχει δίκαιον ὁ κ. Ὑπουργός, ἐὰν, ὅμως, δὲν εἶναι ἀληθῆ, ἀποδεικνύεται ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον προηγουμένως, ὅτι πρόκειται περὶ καθαρᾶς προσπαθείας παραπλανήσεως καὶ ἐξαπατήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Λοιπόν, τὴν 1ην τοῦ Νοεμβρίου 1920, ἐκλογαὶ μὲ πλειοψηφικόν. Ἐξ ἑνὸς τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ἐξ ἄλλου δεκαεξακέφαλος Ἀντιπολίτευσις. Νικᾶ ἡ δεκαεξακέφαλος Ἀντιπολίτευσις καὶ γίνονται Κυβερνήσεις συμμαχικαί, Κυβερνήσεις μοναδικῆς ἀσταθείας, αἱ ὁποῖαι καταλήγουν εἰς τὴν ἐθνικὴν συμφορὰν ἢ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1922. Ἐκλογαὶ τοῦ 1923 καὶ πάλιν μὲ πλειοψηφικόν. Αἱ ἐκλογαὶ αὐταὶ παρουσιάζουν τοῦτο τὸ ἰδιαίτερον γνώρισμα, ὅτι ἀπέχει ἡ ἀντίπαλος παράταξις. Εἰς τὴν Δʹ Συνταγματικὴν συνέλευσιν, ἀντιπροσωπεύεται μόνον ἡ Δημοκρατικὴ παράταξις. Ἀποτέλεσμα: Ἐν διαστήματι 15 μηνῶν, γίνονται 6 Κυβερνήσεις. Ἐφθάσαμεν μάλιστα, ἐὰν θέλετε νὰ εὐθυμήσητε καὶ ὀλίγον, νὰ ἔχωμεν καὶ Κυβερνήσεις θερινῶν διακοπῶν, καὶ κατελήξαμεν, ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ πλειοψηφικοῦ, εἰς τὴν δικτατορίαν τοῦ Παγκάλου. Τὸ 1926 ἔχομεν ἐκλογὰς μὲ ἀναλογικήν. Τὸ 1928 ἔχομεν ἐκλογὰς μὲ πλειοψηφικόν. Τὸ ἐπέβαλεν αὐθαιρέτως ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος. Εὑρίσκετο τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἰς ὅλην τὴν λάμψιν τῆς λαϊκῆς πρὸς αὐτὸν ἐμπιστοσύνης, εἰς τὸν κολοφῶνα τῆς δόξης του, καὶ καταρτίζει συνδυασμοὺς συνασπισμοῦ. Μετεῖχον αὐτῶν: Τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ἡ Δημοκρατικὴ Ἕνωσις, ἡ Προοδευτικὴ Ἕνωσις τοῦ Ζαβιτσιάνου, τὸ Ἐθνικὸν Ριζοσπαστικὸν Κόμμα τοῦ Κονδύλη. Ἀπὸ τὴν ἄλλην τὸ Λαϊκὸν Κόμμα. Νικᾶ ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος. Σχηματίζει Κυβέρνησιν μονοκομματικήν; Ὄχι. Σχηματίζει Κυβέρνησιν συμμαχικὴν τῶν τεσσάρων Κομμάτων, τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, τῆς Προοδευτικῆς Ἑνώσεως, τοῦ Ἐθνικοῦ Ριζοσπαστικοῦ Κόμματος καὶ τοῦ Κόμματος τῶν Συντηρητικῶν Δημοκρατικῶν. Ἐκλογαὶ 1932, ἀναλογική. Ἐκλογαὶ 1933 πλειοψηφικόν. Δύο συνασπισμοί, ὁ Ἐθνικὸς Συνασπισμὸς ἐξ ἑνός, Κόμμα Φιλελευθέρων, Δημοκρατικὴ Ἕνωσις, Προοδευτικοὶ κλπ. Ὁ Συνασπισμὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἐξ ἑτέρου, Λαϊκὸν Κόμμα, Ἐθνικὸν Ριζοσπαστικὸν Κόμμα. Νικᾶ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα. Γίνεται Κυβέρνησις μονοκομματική; Ὄχι. Καὶ πάλιν Κυβέρνησις συνασπισμοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος μετὰ τοῦ συμπράξαντος μετ’ αὐτοῦ Ἐθνικοῦ Ριζοσπαστικοῦ Κόμματος. Ἐκλογαὶ 1935, πάλιν πλειοψηφικόν. Πάλιν Κυβέρνησις συμμαχική. Ἐκλογαὶ τοῦ 1936 ἀναλογική. Διακόπτεται ὁ ὁμαλὸς πολιτικὸς βίος, μέχρι τοῦ 1946. Ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν Δημοκρατίαν καὶ ἔχομεν πρώτας ἐκλογὰς μὲ ἀναλογικήν. Ὅπως καὶ τὸ 1950 καὶ τὸ 1951. Κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1952 ἡγεῖται ὁ Στρατάρχης Παπάγος τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ καὶ ἔχει ὡς ἀντιπάλους τὴν Ἕνωσιν Ε.Π.Ε.Κ. — Φιλελευθέρων. Νικᾶ ὁ Ἑλληνικὸς Συναγερμός. Ἐδῶ πρέπει νὰ προσθέσω, ν’ ἀνακαλέσω μᾶλλον εἰς τὴν μνήμην σας, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Συναγερμὸς κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ ἰδίου τοῦ Στρατάρχου καὶ ἱδρυτοῦ αὐτοῦ, δὲν ἀπετέλει Κόμμα, ἀλλὰ ἕνωσιν πολιτικῶν δυνάμεων καλῆς θελήσεως. Ἐν πάσῃ περιπτώσει νικᾶ ὁ Στρατάρχης καὶ σχηματίζεται ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ. Εἶναι ἡ μόνη περίπτωσις εἰς τὴν σωρείαν τῶν περιπτώσεων ποὺ σᾶς ἀνέφερον. Σημαίνει τοῦτο, ὅτι τὸ πλειοψηφικὸν ἔχει αὐτὸ τὸ εὐγενὲς πλεονέκτημα. Παντάπασι. Ἦτο δυνατὸν ἄριστα νὰ νικήσῃ ὁ συνασπισμὸς Φιλελευθέρων–Ε.Π.Ε.Κ., ὁπότε θὰ εἴχομεν συμμαχικὴν Κυβέρνησιν. Ὅταν, λοιπόν, κ. συνάδελφοι, ἡ ἱστορία τοῦ τόπου μας 41 ὁλοκλήρων ἐτῶν, μαρτυρεῖ, ὅτι οὐδέποτε τὸ πλειοψηφικὸν ἔδωσε Κυβέρνησιν μονοκομματικήν, ἀλλὰ ἔδωσε πάντοτε Κυβερνήσεις συνεργασίας, ὅτι οὐδέποτε τὸ πλειοψηφικὸν συνετέλεσε εἰς τὸν περιορισμὸν τῶν Κομμάτων, ἀλλ’ ἀντιθέτως ηὐνόησε τὸν κατακερματισμὸν τῶν πολιτικῶν δυνάμεων καὶ τὸν πολυκομματισμόν, πῶς εἶναι δυνατὸν εἰς ἔγγραφον ἐπίσημον, ὡς εἶναι ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, νὰ ὑποστηρίζωνται αὐτὰ τὰ ἀνυπόστατα καὶ ἀσύστατα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέγνωσα προηγουμένως καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶ, ὅτι ἐπὶ πλάνης ἐγράφησαν. Ἐγώ, πιστεύω, ὅτι δύναται περὶ τούτου νὰ πλανᾶται ὁ οἱοσδήποτε ἀφελὴς πολίτης, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πλανᾶται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἐκ πλάνης. Εἶναι ἐκ προθέσεως αὐτὰ τὰ ἀσύστατα τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται ἐκεῖ διὰ νὰ δικαιολογηθῇ ἡ παρεμβολὴ τῆς διατάξεως περὶ πλειοψηφικοῦ, διὰ τὴν ὁποίαν θὰ ὁμιλήσω καὶ ἰδιαιτέρως. Ἀλλὰ ὅταν ὁλόκληρος ἡ Ἀντιπολίτευσις ζητῇ τὴν καθιέρωσιν τῆς ἁπλῆς ἀναλογικῆς ἡ Κυβέρνησις ἀπαντᾷ: Ποτέ! Διότι ἡ ἁπλῆ ἀναλογικὴ διασκορπίζει τὰς πολιτικὰς δυνάμεις, δὲν ἐπιτρέπει τὸν σχηματισμὸν ἰσχυρᾶς μονοκομματικῆς Κυβερνήσεως. Καὶ τί μὲν συμβαίνει μὲ τὴν ἀναλογικήν, τὸ ἀνέπτυξεν ὁ πρὸ ὀλίγου κατελθὼν τοῦ βήματος ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιμείνω. Ὅμως ὁ ἰσχυρισμός, ὅτι ἡ ἀναλογικὴ ἔχει τὸ ἐγγενὲς μειονέκτημα νὰ μὴ δίδῃ μονοκομματικὴν Κυβέρνησιν, εἶναι καὶ αὐτὸς ἀβάσιμος καὶ ἀντίθετος πρὸς τὴν ἱστορικὴν πραγματικότητα. Τὸ 1946 ἐνηργήθησαν εἰς τὴν χώραν μας ἐκλογαὶ μὲ ἁπλῆν ἀναλογικήν, τὴν ἁπλουστάτην δυνατὴν μορφὴν τῆς ἁπλῆς ἀναλογικῆς, καὶ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα συνεκέντρωσεν αὐτοδύναμον πλειοψηφίαν παλαῖον καθ’ ὅλων τῶν ἄλλων κομμάτων, τινῶν μάλιστα ἐξ αὐτῶν καὶ ἐν συνασπισμῷ, ὅπως ἦτο τὸ Ἐθνικὸν Ἑνωτικὸν Κόμμα τοῦ σημερινοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὸ Κόμμα τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων τοῦ κ. Σοφοκλῆ Βενιζέλου καὶ τὸ Δημοκρατικὸν Σοσιαλιστικὸν Κόμμα τοῦ κ. Παπανδρέου. Προκειμένου νὰ κατέλθουν εἰς τὸν ἀγῶνα κατήρτισαν εἰς συνασπισμὸν τῆς Ε.Π.Ε. καὶ κατῆλθον εἰς τὰς ἐκλογὰς μὲ τὴν ἁπλῆν ἀναλογικήν. Παρὰ ταῦτα, οὔτε τὸ σύστημα, οὔτε ἡ ὕπαρξις τῶν συνασπισμῶν, οὔτε ἄλλο τι ἠμπόδισαν τὸ Λαϊκὸν Κόμμα νὰ συγκεντρώσῃ αὐτοδύναμον πλειοψηφίαν. Τὶ ἀποδεικνύεται καὶ ἐξ αὐτοῦ; Ἀποδεικνύεται, ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς περὶ τοῦ θεμελιώδους τάχα μειονεκτήματος τῆς ἀναλογικῆς, τῆς διασπορᾶς τῶν πολιτικῶν δυνάμεων, εἶναι ἐξ ἴσου ἀστήρικτος, ἐξ ἴσου ἀβάσιμος, ἐξ ἴσου ἀνυπόστατος, ὅσον εἶναι καὶ ὁ ἰσχυρισμὸς περὶ τῶν πλεονεκτημάτων τάχα τὰ ὁποῖα συγκεντρώνει τὸ πλειοψηφικὸν σύστημα. Ἰδού, κ. συνάδελφοι, οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ πρὸς ἡμᾶς αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀντιτίθεται κατὰ βάσιν πρὸς τὸ ἐκλογικὸν νομοσχέδιον. Ἀλλὰ διερωτῶμαι. Πρόκειται πράγματι περὶ νέου νόμου; Πρόκειται περὶ νέου ἐκλογικοῦ νόμου; Περὶ τίνος πρόκειται; Ἔχομεν ἕνα ἐκλογικὸν νόμον τῆς ἀπολύτου πρωτοβουλίας καὶ τῆς ἀπολύτου ἀρεσκείας τῆς Κυβερνήσεως. Τὶς ὁ λόγος αὐτὸν τὸν ἐκλογικὸν νόμον νὰ τὸν μεταβάλωμεν καὶ νὰ τὸν μεταβάλωμεν πρωτοβουλίᾳ καὶ πάλιν τῆς Κυβερνήσεως; Τὶς ὁ λόγος καὶ εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ ὑφιστάμενος ἐκλογικὸς νόμος ἐπεκρίθη σφοδρῶς παρ’ ὅλων ἀνεξαιρέτως καὶ δὲν γνωρίζω, ἐγὼ τοὐλάχιστον, πλὴν τοῦ ἔχοντος τὴν πατρότητα αὐτοῦ, δὲν γνωρίζω ἐγὼ τοὐλάχιστον ἄλλον ὅστις νὰ ἐκίνησεν τὴν γλῶσσαν του ὑπὲρ τοῦ νόμου αὐτοῦ. Γνωρίζω, ὅτι πολλοὶ τὸν ἀπεκάλεσαν νόμον Μεντερικόν. Γνωρίζω, ὅτι πολλοὶ τὸν ἀπεκάλεσαν νόμον καλπονοθευτικόν. Γνωρίζω, ὅτι πολλοὶ τὸν ἀπεκάλεσαν νόμον λαθροχειρικὸν καὶ ταχυδακτηλουργικόν. Ὅτι ἄλλοι τὸν ἀπεκάλεσαν ληστρικὸν καὶ ἄλλοι τὸν ἀπεκάλεσαν ἄτιμον. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζω, ἕνα, πλὴν λέγω τοῦ φέροντος τὴν πατρότητα αὐτοῦ, δὲν γνωρίζω ἕνα, ὁ ὁποῖος νὰ ἐκίνησεν τὴν γλῶσσαν του ὑπὲρ τοῦ νόμου αὐτοῦ. Ἀκόμη, ἀκόμη καὶ ὁ φερόμενος ὡς συνεργάτης κατὰ τὴν ἐκπόνησιν τοῦ νόμου αὐτοῦ, δηλαδή, ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων τότε, καὶ νῦν Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, ὁ κ. Παπανδρέου, δὲν ἀφῆκεν εὐκαιρίαν εἰς τὴν ὁποίαν νὰ μὴ μᾶς εἴπῃ, ὅτι ἡ συγκατάθεσίς του ὑπῆρξεν ἀποτέλεσμα ἐκβιασμοῦ. Βεβαίως, ἐκεῖνος, δὲν μετεχειρίσθην αὐτὸν τὸν χαρακτηρισμόν, ἀλλὰ εἰς ἐμὲ ἀρέσει νὰ λέγωνται τὰ πράγματα μὲ τὴν καθαρῆν των ὀνομασίαν, νὰ λέγεται ἡ σκάφη, σκάφη καὶ τὰ σύκα, σύκα. Εἶπεν, δηλαδή, ὁ κ. Παπανδρέου: Ὅταν εὑρέθημεν ἐνώπιον τοῦ διλήμματος κατόπιν τῆς δηλώσεως τῆς Κυβερνήσεως τὶ νὰ δεχθῶμεν, τὸν νόμον τοῦ 1956 ἢ νὰ δεχθῶμεν αὐτὸν, ἐθεωρήσαμεν, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1956 ἦτο ἀπείρως χειρότερος αὐτοῦ καὶ ἐδέχθημεν αὐτὸν ἀντὶ τοῦ νόμου τοῦ 1956. Δὲν γνωρίζω, ὅτι εὑρίσκομαι μακρὰν τῆς πραγματικότητος, λέγων, ὅτι αὐτὸς δὲν ἀποτελεῖ ἄλλο τι, εἰ μὴ ἕνα ἐκβιασμόν. Εἶναι, λοιπόν, ὁ νόμος αὐτὸς καταδικασμένος εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν μὲ τοὺς χαρακτηρισμοὺς, οἱ ὁποῖοι ἀπεδόθησαν ἀπὸ ὅλον τὸν κόσμον, εἴτε ὁ κόσμος αὐτὸς ἐκφράζει τὰς ἀντιλήψεις του διὰ τοῦ τύπου, εἴτε διὰ τῶν ὀργανωμένων Κομμάτων, εἴτε κατ’ ἄλλον τρόπον. Ὅταν, λοιπόν, πρόκειται νὰ μεταβάλωμεν τὸν νόμον, βεβαίως, πρέπει νὰ τὸν μεταβάλωμεν αἴροντες ὅλας ἐκείνας τὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι προκαλοῦν τοὺς βαρεῖς αὐτοὺς χαρακτηρισμούς. Ἀλλὰ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν τὶ συμβαίνει, κ. συνάδελφοι; Τὶ ἔφερεν, ἐνώπιόν μας, ἡ Κυβέρνησις, νὰ ψηφίσωμεν; Ἔφερεν τὸν ἴδιον ἐκλογικὸν νόμον ἐπηυξημένον καὶ βελτιωμένον, ὄχι κατὰ τὴν ἀντίληψιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐξέφερον περὶ αὐτοῦ τοὺς ἀφορισμοὺς περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα, ἀλλὰ βελτιωμένον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς ἐπαυξήσεως καὶ ἐπιδεινώσεως τῶν ἀφορισμῶν αὐτῶν. Ἠρεύνησε κανεὶς ἐξ ὑμῶν ποτέ, ποία διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον καλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν, ὡς νέον ἐκλογικὸν τἄχα νόμον, καὶ αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος ἰσχύει σήμερον; Ὑπάρχει μία διαφορά. Ἡ ἐλάττωσις τῶν ποσοστῶν. Ἔναντι αὐτῆς τῆς «μεγάλης τῆς καταπληκτικῆς παραχωρήσεως», τὴν ὁποίαν κάμνει ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὴν ἐξαναστᾶσαν κοινὴν γνώμην καὶ πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, προστίθενται δύο— παρακαλῶ νὰ σημειωθοῦν ἐντὸς εἰσαγωγικῶν— «ἀθῶαι καὶ ὅλως ἀνιδιοτελεῖς, κομματικῶς», προσθῆκαι. Ἡ μία ἡ ἀφορῶσα, ὄχι εἰς τὴν ψῆφον τοῦ στρατοῦ, ὅπως λέγεται, ἀλλὰ εἰς τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον θὰ ψηφίσῃ ὁ στρατός, τὰ Σώματα Ἀσφαλείας καὶ οἱ Δημόσιοι Ὑπάλληλοι. Διότι καθ’ ὅσον ἐγώ, τοὐλάχιστον, γνωρίζω, δὲν ὑπάρχει θετὴ διάταξις νόμου, στεροῦσα τοὺς ἄνδρας τῶν ἐνόπλων δυνάμεων, τοῦ δικαιώματος νὰ ψηφίζουν, ὑπὸ τὰς ἰδίας συνθήκας καὶ ἐγγυήσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ψηφίζουν καὶ ὅλοι οἱ πολῖται. Δὲν πρόκειται, λοιπόν, νὰ στερήσωμεν τὰ παιδιὰ τοῦ λαοῦ, τὰ ὁποῖα ἐκτελοῦν τὸ πρὸς τὴν Πατρίδα καθῆκον των, τοῦ δικαιώματος νὰ ψηφίσουν. Ποῖος τὸ εἶπεν αὐτό; Οὐδείς. Ὁ νόμος ὁρίζει καὶ ὁ νόμος εἶναι κυρίαρχος. Δὲν πρόκειται, συνεπῶς, περὶ αὐτοῦ. Πρόκειται νὰ καθορίσωμεν τώρα ἡμεῖς νέον τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον αἱ 200.000 τῶν ἐνόπλων δυνάμεων καί, δὲν γνωρίζω, πόσαι χιλιάδες Δημοσίων Ὑπαλλήλων, θὰ ψηφίσουν, ὅπως ἡμεῖς θέλωμεν. Ὑπάρχει, λοιπόν, πρώτη ἡ διάταξις αὐτή, ἡ ἐντελῶς «ἀθώα», ἡ διάταξις περὶ τοῦ τρόπου τῆς ψήφου τοῦ στρατοῦ καὶ ὑπάρχει καὶ ἡ δευτέρα διάταξις, περὶ τοῦ πλειοψηφικοῦ. Προκειμένου, ὅμως, περὶ τῆς ψήφου τοῦ στρατοῦ, ἐπειδὴ ἐλέχθη, παρὰ τινος, τῶν κ.κ. Ὑπουργῶν, ὅτι ὅσοι καταγγέλουν τὰ γενόμενα τὸ 1956, ὑβρίζουν τὸν στρατόν, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ὑβρίζουν τὸν στρατόν, οἱ καταγγέλλοντες ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐγένοντο τὸ 1956, ἀλλὰ ὑβρίζουν τὸν στρατόν, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἰσηγοῦνται τοιούτου εἴδους διατάξεις, διὰ τῶν ὁποίων δὲν ἐπιδιώκουν ἄλλο τι, εἰ μὴ νὰ μεταβάλλουν τὰς ἐνόπλους δυνάμεις εἰς ἀνδράποδα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν. Καὶ θὰ ἔλεγον, πρὸς τὸν κ. Ἀρχηγὸν τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, ἐὰν ἦτο παρών, ὅτι εἶναι βεβαία, βεβαιοτάτη, ἡ πεποίθησίς μου, ὅτι, ἐφ’ ὅσον θὰ ὑπάρξῃ ἡ διάταξις αὐτή, δὲν πρόκειται, πλέον, νὰ ἴδωμεν τὴν διαφορὰν τοῦ 25%, ἡ ὁποία παρουσιάσθη τὸ 1956, οὔτε πρόκειται νὰ ἀκούσωμεν δικαστικὸν ἀντιπρόσωπον, ὁ ὁποῖος νὰ μᾶς εἴπῃ, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Παπανδρέου, «Κατεμετρήθησαν τὰ ψηφοδέλτια. Εὑρέθησαν, ἀνήκοντα ὅλα εἰς τὸ Κόμμα τῆς Ε.Ρ.Ε.». «Καὶ τότε εἶπον: ἂς βάλωμεν καὶ δύο–τρία εἰς ἄλλα Κόμματα, διὰ νὰ φανῇ, ὅτι ἔγινε κἄτι». Ἔ, λοιπόν, βεβαιῶ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ὅτι κατὰ τὴν ἀπόλυτον πεποίθησίν μου καὶ οὔτε 25% θὰ δοθῇ, οὔτε δικαστικὸς ἀντιπρόσωπος θὰ εὑρεθῇ, διὰ νὰ εἴπῃ αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Παπανδρέου. Ἑκατὸν τοῖς ἑκατὸν τὰ ψηφοδέλτια θὰ πέσουν, ὅλα, ὑπὲρ τῆς Ε.Ρ.Ε. Διότι, ἡ ἔκτοτε κεκτηθεῖσα πεῖρα ἐπαρκῶς διεφώτισεν τοὺς εἰσηγουμένους τὴν ψήφισιν αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου καὶ δὲν πρόκειται, αὐτὴν τὴν φοράν, νὰ κάμουν τὴν χάριν, νὰ διαφύγῃ τὸ 25%. Χρήσιμον εἶναι καὶ τὸ 23% αὐτό, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ποσοστὸν τοῦ 35%–37%, ἐὰν θέλετε καὶ τοῦ 38%, τὸ ὁποῖον μετέχοντος καὶ τρίτου Κόμματος εἰς β κατανομήν, θὰ δώσῃ εἰς τὴν Ε.Ρ.Ε., τὴν αὐτοδύναμον πλειοψηφίαν, τῆς ὁποίας ἔχουν ἀνάγκην. Αὐτὴ εἶναι, κύριοι, ἡ σημασία τοῦ σήμερον συζητουμένου νομοσχεδίου. Καὶ πρώτη καὶ ὑψηλοτάτη πανουργία καὶ παγίς, εἰς τὴν ὁποίαν, δυστυχῶς, ἐνεπέσαμεν, ὅλη ἡ Ἀντιπολίτευσις, δεχθέντες νὰ συζητήσωμεν, εἶναι, ὅτι μᾶς φέρει τὸν ἴδιον ἐκλογικὸν νόμον, τὸν ὑφιστάμενον, ἁμαρτωλότερον, κατὰ ὡρισμένας προσθήκας. Καὶ πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ὑπέστημεν αὐτὴν τὴν ὑψηλοτάτην πανουργίαν καὶ ἐνεπέσαμεν εἰς αὐτήν, τὴν ἐπιδεξίως στηθεῖσαν παγίδα, διότι ἄλλως θὰ ἔπρεπε νὰ εἴπωμεν ἐξ ἀρχῆς: «Τί εἴπατε παρακαλῶ; Τὶ εἶναι αὐτὸ ποὺ ἐφέρατε; Αὐτὸ εἶναι ὁ ἐκλογικὸς νόμος τοῦ 1958. Οὔτε μάσκα δὲν ἐβάλατε. Εἶναι εἰδεχθέστερος καὶ τοῦ 1958. Καὶ περὶ αὐτοῦ θέλετε νὰ συζητήσωμεν; Πηγαίνετε. Δὲν γίνεται συζήτησις». Αὐτὸ ἔπρεπε νὰ εἴπωμεν. Ἀλλὰ ἐπέσαμεν εἰς τὴν παγίδα. Διότι, δυστυχῶς, ἡ παράταξις τοῦ Κέντρου, ἡ Ἀριστερὰ τοῦ Κέντρου καὶ ἡ Ἀριστερά, δὲν ἔχουν ἀκόμη ἐξοικιωθῆ εἰς τὰς ὑψηλὰς πανουργίας τῆς παρατάξεως ἐκείνης. Δὲν ἔχουν ἀκόμη ἀσκηθῆ καὶ ἔχουν ἕνα μεγάλον ποσοστὸν ἀφελείας καὶ καλῆς πίστεως. Ἐὰν αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγω, δὲν εἶναι ἀκριβῆ, θὰ παρεκάλουν νὰ μοῦ ἔλεγε κἄποιος: «Κύριε, πλανᾶσθε! Δὲν εἶναι ἔτσι. Ἰδοὺ μία βελτίωσις. Ἰδοὺ καὶ δευτέρα». Ἀλλά, ὅπως βλέπετε, δὲν ἐγείρεται οὐδεμία ἀντίρρησις, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις. Ἀλλά, κύριοι, αὐτὴ ἡ «γενναία παραχώρησις» πρὸς τὰ Κόμματα τοῦ Κέντρου, ἡ ἀποδεικνύουσα τὴν ἰδιοτέλειαν τῆς Κυβερνήσεως, τὶ εἶναι πράγματι; Ἄς τὸ ἴδωμεν ἀπὸ κοντά. Τὸ 1958, ὡς γνωρίζετε, ἔγινε μία κἄποια συνεργασία μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων καὶ ἐπειδὴ τότε ἐθεωρεῖτο, ὅτι ὁπωσδήποτε τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων θὰ συνεκέντρωνε τὸ 25% καὶ ὁπωσδήποτε ἡ Ε.Δ.Α, δὲν θὰ συνεκέντρωνε τὸ 25%, ἐτέθη τὸ 25%, ἵνα δι’ αὐτοῦ μετάσχῃ εἰς τὴν β κατανομὴν τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων. Ἀλλὰ ἐσκέφθησαν οἱ διατυπώσαντες τὴν διάταξιν αὐτήν: «Καλά, τὸ 25%. Ἀλλὰ ἐὰν ὁ διάβολος σπάσῃ τὸ ποδάρι του καὶ συγκεντρώσῃ τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων 25% πλὴν μιᾶς ψήφου, τὶ θὰ γίνῃ; Δὲν θὰ μπῇ εἰς τὴν β κατανομήν; Ὄχι. Ἐν τούτοις πρέπει νὰ μπῇ. Καὶ ἐτέθη ἡ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν αὐτοτελὲς Κόμμα καὶ μὴ συγκεντροῦν τὸ 25%, ἐφ’ ὅσον εἶναι δεύτερον κατὰ σειράν, εἰσέρχεται εἰς τὴν β κατανομήν. Ἀλλά, θέλετε ὁ διάβολος, θέλετε ὁ Ὕψιστος, τὰ πράγματα ἦλθαν ἔτσι, ὥστε τὸ 25% νὰ τὸ συγκεντρώσῃ ἡ Ε.Δ.Α. Τώρα, λοιπόν, τὶ γίνεται; Καθορίζει τὸ 17%, διὰ τὴν εἴσοδον εἰς τὴν βʹ κατανομήν. Ὑπάρχει σώφρων ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἠμπορῇ νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι τὸ 17%, ὑπὸ τὰς πλέον δυσμενεῖς περιστάσεις, θὰ τὸ συγκεντρώσῃ ὁπωσδήποτε ἡ Ε.Δ.Α.; Ὄχι. Ἡ Ε.Δ.Α., λοιπόν, αὐτοδυνάμως εἰσέρχεται εἰς τὴν β κατανομήν. Τὶ γίνεται, ὅμως, πάρα πέρα; Διάταξις εὐνοοῦσα, ὡς ἡ διάταξις τοῦ 1958, δὲν ὑπάρχει. Ἑπομένως, Κόμμα τοῦ Κέντρου, διὰ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν β κατανομήν, πρέπει νὰ συγκεντρώσῃ 17%. Νὰ μὴ τοῦ λείψῃ οὔτε μία ψῆφος. Ἀλλά, κ. συνάδελφοι, ὅσοι θέλουν νὰ ἅπτωνται τῆς πραγματικότητος καὶ νὰ μὴ πλανῶνται ἀνὰ τὰ νέφη, δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ ἔχουν ὑπ’ ὄψει των τὰς μεταβολάς, αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον εἰς τὸν χῶρον τοῦ Κέντρου ἀπὸ τοῦ 1958 καὶ μέχρι σήμερον. Μεταβολὴ πρώτη: Τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἐδιχάσθη. Μεταβολὴ δευτέρα: Ἡ Ε.Π.Ε.Κ. ἐξέλιπε. Μεταβολὴ τρίτη: Τὸ Δημοκρατικὸν Κόμμα Ἐργαζομένου Λαοῦ, δὲν ὑπάρχει. Ὅλα αὐτὰ μαζὶ μὲ τὸ Προοδευτικὸν καὶ τὸ Ἀγροτικὸν Κόμμα, εἶχον συγκεντρώσει τὸ 1958 τὸ 32%. Μετὰ τὰς ἀνακατατάξεις, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα ἀνωτέρω, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συγκεντρωθῇ ἀπὸ ἕνα Κόμμα τὸ 17%, τὸ ὁποῖον 17% εἶναι τὸ ἥμισυ τῆς ὅλης δυνάμεως, τὴν ὁποίαν συνεκέντρωσε τὸ Κέντρον τὸ 1958, δίδον τὴν μάχην ὑπὸ τὰς πλέον εὐνοϊκὰς δι’ αὐτὸ συνθήκας, ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει, ὑπὸ συνθήκας ἀπείρως εὐνοϊκωτέρας ἀπὸ τὰς συνθήκας τὰς σημερινάς; Τί, λοιπόν, γίνεται; Καθίσταται ἡ θέσις τοῦ Κέντρου δυσχερεστέρα διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ. Αὐτὴ ἡ «παραχώρησις», δηλαδή, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ ἡ μεταξωτὴ κλωστή, μὲ τὴν ὁποίαν, εὐμενῇ συγκαταθέσει τῆς Κυβερνήσεως, περιβάλλεται ὁ τράχηλος τοῦ Κέντρου μέχρις ὅτου ἐκπνεύσῃ ἀπὸ τὴν ἀσφυξίαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ σημασία τῆς «μεγάλης παραχωρήσεως», τὴν ὁποίαν, «ἐν τῇ κομματικῇ της ἀνιδιοτελείᾳ καὶ τῇ συγκαταβάσει της πρὸς τὸ Κέντρον», κάμνει ἡ Κυβέρνησις. Καὶ ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὴν περιβόητον διάταξιν τοῦ πλειοψηφικοῦ. Τὶ ἔννοιαν ἔχει ἡ διάταξις αὐτή; Ἕνα λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον παρενεβλήθη ἡ διάταξις, ἐξέθεσε πρὸς ὑμᾶς ὁ Πρόεδρος, κ. Παπανδρέου. Καὶ εἶπεν, ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ ἀποβλέπει εἰς τὸ νὰ δημιουργήσῃ ψυχολογίαν πλειοψηφικοῦ, ἡ ὁποία συντελεῖ εἰς τὸ νὰ καταπλεονεκτήσῃ ἡ Ε.Ρ.Ε. τῶν ἄλλων Κομμάτων. Ἀλλά, κατὰ τὴν ἐμήν, ταπεινήν, γνώμην, ὑπάρχει καὶ ἕνας ἄλλος λόγος. Δὲν ὑποθέτω ὁ λόγος αὐτὸς νὰ διέφυγεν ἀπὸ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου. Διότι καὶ πεῖραν μεγάλην ἔχει καὶ εἰδίκευσιν μεγάλην ἔχει περὶ τὰ ἐκλογικά. Ἁπλῶς —γνώμη μου εἶναι— δὲν ἠθέλησε νὰ κατονομάσῃ τὸν λόγον αὐτόν. Δι’ ἐμὲ ὑπάρχει δεύτερος λόγος. Καὶ ὁ δεύτερος αὐτὸς λόγος, δὲν ἀφορᾷ ἡμᾶς. Ἀφορᾷ τὴν παράταξιν τὴν Κυβερνητικήν. Εἶναι, ὡς νὰ λέγῃ, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Ρ.Ε., εἰς τοὺς βουλευτὰς τῆς Ε.Ρ.Ε.: Κύριοι, προσέξατε. Σᾶς προειδοποιῶ ἀπὸ τοῦδε. Σταθῆτε εἰς τὴν θέσιν σας. Μὴ τολμήσῃ νὰ μετακινηθῇ κανείς, διότι βλέπει, ὅτι ἡ θύελλα ἐπέρχεται καὶ θέλει νὰ ἀναζητήσῃ ἀλλαχοῦ ἀσφαλεστέραν στέγην. Μὴ μετακινηθῇ κανείς. Θὰ προτιμήσητε τὸν προσωρινὸν θάνατον. Ἐγὼ εἶμαι ἐδῶ. Ὡς ὁ Κύριος ἀνέστησε τὸν Λάζαρον, ἔτσι καὶ ἐγὼ θὰ σᾶς ἀναστήσω διὰ τοῦ πλειοψηφικοῦ. Ἀλλοίμονόν σας, ὅμως, ἐὰν μετακινηθῆτε. Τότε ὁ θάνατός σας εἶναι ὁριστικός. Θὰ ἐπέλθῃ, διότι θὰ ἐφαρμόσω τὸ πλειοψηφικόν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως τοῦ πλειοψηφικοῦ. Ἀλλὰ τώρα, κύριοι, μοῦ ἔρχεται ἡ διάθεσις ὕστερα ἀπὸ αὐτὴν τὴν αὐστηρότητα νὰ εὐθυμήσωμεν καὶ ὀλίγον. Ἐκεῖ, ποὺ λέγει περὶ πλειοψηφικοῦ —δι’ αὐτὸ ἐπέστησα τὴν προσοχήν σας — δὲν λέγει, ὅτι τὸ πλειοψηφικὸν θὰ ἰσχύσῃ εἰς τὰς μεταπροσεχεῖς ἐκλογάς. Λέγει, ὅτι θὰ ἰσχύσῃ εἰς τὰς μεταπροσεχεῖς καὶ ἐφ’ ἑξῆς ἐκλογάς. Καὶ δὲν τὸ λέγει μίαν φοράν, ὥστε νὰ εἴπῃ κανείς, ἔ, ἔφυγε ἡ πέννα καὶ ἔγραψε καὶ μίαν λέξιν «ἐφ’ ἑξῆς», δὲν ἐχάλασεν ὁ κόσμος. Ἀναφέρεται δύο φοράς: «Εἰς τὰς μεταπροσεχεῖς καὶ ἐφ’ ἑξῆς». Τὶ σημαίνει αὐτό; Αὐτό, κύριοι, δὲν σημαίνει τίποτε ἄλλο ἢ μή, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Ρ.Ε. ἀνακηρύσσει ἑαυτὸν δεσπότην τῆς Ἑλλάδος. Δεσπότην, ὄχι τοῦ παρόντος, ὄχι τοῦ ἀμέσου — ἂς τὸ εἴπωμεν ἔτσι — μέλλοντος, ἀλλὰ τοῦ μέλλοντος τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν αἰωνιότητα. «Ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς, ὁσάκις πρόκειται νὰ γίνουν ἐκλογαί, ἐγώ, ὁ Κωνσταντῖνος Καραμανλῆς, διατάσσω, αἱ ἐκλογαὶ νὰ γίνωνται μὲ τὸ πλειοψηφικόν», Τὶ νὰ εἴπῃ τώρα κανείς; Τὶ νὰ εἴπῃ κανείς, ὅταν εἰς ἐπίσημα κείμενα βλέπει τοιαύτας διατάξεις; Τὶ νὰ εἴπῃ κανεὶς καὶ πῶς νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν ψυχολογίαν τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δέχονται νὰ θέσουν τὴν ὑπογραφήν των κάτω ἀπὸ τοιαύτας διατάξεις; Ἰδού, κύριοι συνάδελφοι, μία παρατήρησις, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ἐπρόσεξε. Δὲν εἶναι ἀσήμαντον τὸ πρᾶγμα. Δὲν εἶναι καθόλου ἀσήμαντον. Εἶναι χαρακτηριστικὸν τῆς κρατούσης παρὰ τῇ Κυβερνήσει νοοτροπίας. Ὅπως δὲν εἶναι καθόλου τυχαῖον τὸ γεγονός, ὅτι ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξεδήλωσε προχθὲς κατὰ τὴν συζήτησιν, τὴν προτίμησίν του διὰ τὸν δόλον παρὰ διὰ τὴν βίαν. Δὲν εἶναι τυχαῖον τὸ γεγονός, ὅτι ἐπροτιμήθη ὁ δόλος, διότι αὐτὸν τὸν δόλον ἀσκοῦν, πράγματι, αὐτὸν τὸν δόλον διατηροῦν, διὰ τοῦ δόλου ἀπέκτησαν τὴν πλειοψηφίαν τὴν ὁποίαν ἔχουν, διὰ τοῦ δόλου ἐννοοῦν νὰ τὴν ἀποκτήσουν ἐκ νέου, διότι δὲν ἔχουν τὰ κότσια νὰ ἀσκήσουν τὴν ἀπροκάλυπτον δικτατορίαν. Ἡ ἀπροκάλυπτος δικτατορία, δὲν εἶναι σχῆμα ἁπλοῦν, τὸ εἶπεν ὁ κ. Παπανδρέου, δὲν εἶναι σχῆμα ἁπλοῦν, δὲν ἔχουν τὰ κότσια νὰ τὴν ἀσκήσουν καὶ δι’ αὐτὸ δὲν τὸ κάμνουν. Ἀλλὰ ἔχουν ὑπ’ ὄψιν των, ἴσως, καὶ συμβουλὰς τοῦ συμμαχικοῦ παράγοντος, ὅτι τὸ διεθνὲς κλῖμα, διὰ τὴν Ἑλλάδα, τοὐλάχιστον, δὲν ἀνέχεται δικτατορίαν. Ἠμπορεῖ νὰ τὴν ἀνέχεται διὰ τὴν Κορέαν, φέρ’ εἰπεῖν, ἠμπορεῖ νὰ τὴν ἀνέχεται ἀκόμη καὶ διὰ τὴν Τουρκίαν, ἀλλὰ διὰ τὴν Ἑλλάδα, δὲν ἀνέχεται τὸ διεθνὲς κλῖμα δικτατορίαν ἀπροκάλυπτον. Ἀνέχεται, ὅμως, τὴν δόλιον δικτατορίαν, ἡ ὁποία ὑπὸ τὸ ἔνδυμα τῆς Δημοκρατίας ἔχει ὅλα τὰ χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα ἑνὸς καθαρῶς φασιστικοῦ Κράτους. Θέλετε τὴν ἀπόδειξιν αὐτοῦ; Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν βουλευτὴς τοῦ Κόμματος τῆς Ε. Δ.Α. ἐν μέσαις Ἀθήναις, ἐν μέσῃ πλατείᾳ Συντάγματος, ἐν μέσῃ μεσημβρίᾳ ὑπέστη δολοφονικὴν ἐπίθεσιν. Τὸν ἄθλιον δὲν ἔπεσεν ὑπὸ τὰ πλήγματα, ὥστε ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ θεωρήσῃ τὸ γεγονὸς σοβαρὸν καὶ ἄξιον νὰ τύχῃ συζητήσεως πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Ἐπέζησεν!! Καὶ διότι ἐπέζησεν, ἔστω ὑποστὰς τὴν ἐγκεφαλικὴν διάσεισιν καὶ ὅλα τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα τὸν κρατοῦν ἐπὶ 15 ἤδη ἡμέρας εἰς τὴν κλίνην, διότι ἐπέζησε, τὸ γεγονὸς αὐτὸ εἶναι ἀσήμαντον. Καὶ ὅταν ἐζητήθη ἡ πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως συζήτησις, ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ φλογερὸς ὑπερασπιστὴς τῆς Δημοκρατίας, ἀπήντησεν: Μὰ τὶ εἶναι αὐτὰ ποὺ λέγετε τώρα; Διὰ ψύλλου πήδημα θὰ ἔρχεσθε κάθε φορὰν νὰ ζητῆτε πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως συζήτησιν; Ἔ!, κύριοι! Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἀπήντησεν καὶ ὁ Μουσσολίνι, ὅταν ἐδολοφονήθη ὁ ΜΑΤΕΟΤΙ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἀπήντησε καὶ ὁ Γκαῖριγκ, ὅταν ἐνέπρησε τὸ Ράϊχσταγκ. Ἔτσι, λοιπόν, τίθενται τὰ ζητήματα! Ἀλλά, κ. συνάδελφοι, ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἀσχέτως κομμάτων, ἀναγινώσκων τὸν τύπον καὶ βλέπων ὅσα καταγγέλλονται εἰς βάρος αὐτοῦ τοῦ διαβοήτου ἐκλογικοῦ νόμου διερωτᾶται διὰ ποῖον λόγον νὰ μὴ γίνουν ἐκλογαί, αἱ ὁποῖαι νὰ ἐγγυῶνται τὴν ἐλευθέραν, γνησίαν καὶ ἀνεπηρέαστον ἐκδήλωσιν τῆς θελήσεως αὐτοῦ; Διατί; Διὰ ποῖον λόγον νὰ μὴ ἐνεργοῦνται ἐκλογαὶ κατὰ τὰς ὁποίας ὅλα τὰ Κόμματα, μικρὰ ἢ μεγάλα θὰ μετάσχουν ἰσοτίμως; Αὐτὰ τὰ περὶ πλεονεκτημάτων, τάχα, τοῦ πλειοψηφικοῦ καὶ μειονεκτημάτων τῆς ἀναλογικῆς, ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν ἔχουν καμμίαν ἀξίαν. Ἀντιθέτως, ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ ἀναλογικὴ καὶ τὴν εὐχέρειαν παρέχει πρὸς σχηματισμὸν μονοκομματικῶν Κυβερνήσεων, ἂν ὁ λαὸς τὸ θέλῃ, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως ἐξασφαλίζει καὶ τὴν ἰσότιμον μεταχείρισιν ὅλων τῶν Κομμάτων. Διὰ ποῖον, λοιπόν, λόγον νὰ μὴ γίνωνται ἐκλογαὶ κάτω ἀπὸ ἕνα ἐκλογικὸν νόμον τὸν ὁποῖον θὰ ἐπεξεργάζεται μία Διακομματικὴ Ἐπιτροπή, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ καταπλεονέκτησις ἑνὸς Κόμματος ἀπὸ μέρους τοῦ ἄλλου; Διότι ἐὰν ἕνας τέτοιος νόμος ἐγίνετο, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν εἰς τὴν Ε.Ρ.Ε., ὄχι τὴν πλειοψηφίαν νὰ κατακτήσῃ, ὄχι νὰ διατηρήσῃ τὸ ποσοστὸν τοῦ 40% τοῦ 1958, ἀλλὰ θὰ ὑφίστατο μεγάλην ἀβαρίαν τῶν λαϊκῶν της δυνάμεων, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν φλογερὰν ἀποστροφὴν τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν παράταξιν τῆς πλειοψηφίας, τῆς Κοινοβουλευτικῆς πλειοψηφίας, δηλαδή, ὅτι: «Ἡμεῖς εἰς τὰς προσεχεῖς ἐκλογάς, ὄχι 40%, ἀλλὰ καὶ 45 καὶ 50 καὶ 60% θὰ συγκεντρώσωμεν». Ἐν ἀντιθέσει πρὸς αὐτὰ τὰ ὁποῖα βέβαια ἐκ καθήκοντος εἶπε καὶ οὐχὶ διότι τὰ πιστεύει, ἀλλὰ τὰ εἶπε διὰ νὰ τονώσῃ τὴν παράταξίν του, ἡμεῖς, ὄχι πλέον ἐκ καθήκοντος, ἀλλὰ ἀντικειμενικῶς κρίνοντες τὴν κατάστασιν, λέγομεν, ὅτι: Ἀπὸ τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ γίνῃ ἕνας ἀδιάβλητος ἐκλογικὸς νόμος τῆς κοινῆς ἐγκρίσεως, ὅλων τῶν Κομμάτων καὶ θὰ ἐνεργηθοῦν βουλευτικαὶ ἐκλογαί, πράγματι ἐλεύθεραι, ἡ Ε.Ρ.Ε. θὰ ὑποστῇ καθίζησιν. Καὶ τώρα πάλιν ὁ λαὸς διερωτᾶται: Ὡραῖα, θὰ ὑποστῇ καθίζησιν ἡ Ε.Ρ.Ε. Καὶ εἶναι τόσον σπουδαῖον τὸ πρᾶγμα; Μήπως εἶναι τὸ πρῶτον ἢ τὸ τελευταῖον Κόμμα τὸ ὁποῖον ὑπέστη καθίζησιν; Ὄχι. Προορισμὸς τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν εἶναι νὰ ἀναλίσκωνται ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ λαοῦ. Ἐὰν ὑποστῇ, λοιπόν, καθίζησιν, διότι ἀσκήσασα τὴν ἐξουσίαν ἐπὶ μίαν ἑξαετίαν ἐδημιούργησεν, εἴτε δεδικαιολογημένως, εἴτε ἀδικαιολογήτως ἀντιθέσεις πρὸς αὐτήν, τὶ τὸ σπουδαῖον; Καὶ διὰ νὰ μὴ ὑποστῇ καθίζησιν ἡ Ε.Ρ.Ε. πρέπει νὰ καταλύσωμεν τὴν Δημοκρατίαν, νὰ στραγγαλίσωμεν τὴν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, νὰ ταχυδακτυρουργήσωμεν, ὥστε τὴν μειοψηφίαν νὰ τὴν κάμωμεν κατ’ ἀνάγκην πλειοψηφίαν; Ἰδοὺ τὸ δεύτερον ἐρώτημα, κύριοι. Ἀλλὰ τὸ δεύτερον ἐρώτημα ἀναγκάζει ἡμᾶς εὐθέως νὰ θέσωμεν τὸν δάκτυλον ἐπὶ τὸν τύπον τῶν ἥλων. Διατὶ ἡ Ε.Ρ.Ε. ἐπιδιώκει, ἀντὶ πάσης θυσίας, ἀντὶ οἱουδήποτε μέσου, τεχνασμάτων, λαθροχειριῶν, δακτυλουργιῶν καὶ ἐπειδὴ αὐτὰ κρίνονται ἀνεπαρκῆ, τρομοκρατίας, ἐκφοβισμοῦ τοῦ λαοῦ, ὅπως κατηγγέλθη καὶ ἀπὸ τὸν κ. Παπανδρέου καὶ ἀπὸ τὸν κ. Γρίβαν νὰ διατηρηθῇ εἰς τὴν ἐξουσίαν; Διατί; Διατί; Μία ἡ ἀπάντησις. Διότι ἡ Ε.Ρ.Ε. τρέμει. Διότι ἡ Ε.Ρ.Ε. κατέχεται ἀπὸ τὸν πανικὸν μήπως καὶ ἄλλο βλέμμα πλὴν τοῦ ἰδικοῦ της πέσῃ ἐπὶ τῶν ἀπορρήτων φακέλλων τοὺς ὁποίους κρατεῖ ἑρμητικῶς κλεισμένους. Ὑπάρχει ὁ φάκελλος τοῦ Κυπριακοῦ. Ὑπάρχει ὁ φάκελλος τοῦ Μέρτεν, τὸν ὁποῖον ἠρνήθη νὰ καταθέσῃ, καίτοι ἡ κατάθεσις ἠξιώθη ἀπὸ ὁλόκληρον τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Ὑπάρχει ὁ φάκελλος τῶν συμβάσεων. Ὑπάρχει ὁ φάκελλος τῶν μυστικῶν κονδυλίων. Ὑπάρχουν τόσων εἰδῶν ἄλλοι φάκελλοι, ἄγνωστοι εἰς ἡμᾶς, γνωστοὶ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐὰν ἠνοίγοντο καὶ περιείρχοντο εἰς γνῶσιν τοῦ λαοῦ, δὲν θὰ ὑπῆρχεν, κ. βουλευταί, ὁδὸς διαφυγῆς διὰ τὴν Ε.Ρ.Ε. Μία θὰ ὑπῆρχεν ὁδός. Ἡ ἄγουσα ἐνώπιον τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου. Καὶ πρέπει νὰ γνωρίζετε —καὶ πρέπει νὰ γνωρίζῃ τὸ Κέντρον καὶ ἀναλόγως νὰ προσαρμόσῃ τὴν τακτικήν του— ὅτι ἡ Ε.Ρ.Ε. εἰς τὰς προσεχεῖς ἐκλογὰς δὲν πρόκειται νὰ προσέλθῃ εἰς μίαν ἐκλογικὴν ἀναμέτρησιν πρὸς τοὺς ἀντιπάλους της, ὡς συμβαίνει εἰς ὅλας τὰς Δημοκρατίας. Ἡ Ε.Ρ.Ε. πρόκειται νὰ διεξαγάγῃ ἀγῶνα ἐπιβιώσεως. Ἐνώπιον αὐτῆς τίθεται σκληρὸν τὸ δίλημμα. Ἢ θὰ κατακτήσῃ διὰ παντὸς μέσου, διὰ πυρὸς καὶ διὰ σιδήρου ἐν ἀνάγκῃ τὴν πλειοψηφίαν τῶν βουλευτῶν, ἢ ἄλλως τὴν ἀναμένει ἡ καταισχύνη καὶ ὁ δημόσιος στιγματισμός. Δέν ὑπάρχει τρόπος διαφυγῆς διὰ τὴν Ε.Ρ.Ε. Αὐτὸ εἶναι τὸ σκληρὸν δίλημμα. Καὶ ἐν γνώσει αὐτοῦ, ἐν γνώσει τοῦ τὶ εἴδους ἀγῶνα πρόκειται νὰ διεξαγάγωμεν, ὀφείλομεν, κ. συνάδελφοι, ὄχι μόνον οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν παράταξιν τοῦ Κέντρου, τῆς Ἀριστερᾶς τοῦ Κέντρου, ὅπως ὁ ὁμιλῶν, καὶ τῆς Ἀριστερᾶς, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι οἱ ἔντιμοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ζωηρὰς ἀμφιβολίας, ἢ ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν ἔχουν λόγον νὰ εἶναι τόσον ἱκανοποιημένοι ἀπὸ τὴν μέχρι σήμερον διαχείρισιν καὶ τῶν ἐθνικῶν καὶ τῶν ἄλλων ζητημάτων ἀπὸ τὴν Ε.Ρ.Ε., ὀφείλομεν, κ. συνάδελφοι, καὶ ἔχομεν ὅλοι τὴν ὑποχρέωσιν, νὰ ἀντιμετωπίσωμεν καὶ τὸν ἐκλογικὸν νόμον καὶ τὰς προσεχεῖς ἐκλογὰς ὑπὸ τὸ πνεῦμα ὑπὸ τὸ ὁποῖον σᾶς ὡμίλησα προηγουμένως. Ὄχι διότι ἀγόμεθα ἀπὸ σπουδὴν διὰ τὴν κατάληψιν τῆς ἐξουσίας. Ὄχι δι’ αὐτά. Ἡ τελευταία σκέψις ἡ ὁποία θὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ θὰ εἶναι αὐτή. Ἀλλά, διότι διὰ τῆς ὑπὸ ταύτας τὰς συνθήκας κατακτήσεως τῆς πλειοψηφίας καὶ τῆς ἀνανεώσεως τῆς ἐντολῆς πρὸς τὴν Ε.Ρ.Ε. ὀρθοῦνται τεράστιοι κίνδυνοι, καὶ διὰ τὸ Ἔθνος καὶ διὰ τὸν λαὸν καὶ διὰ τὴν Δημοκρατίαν. Πανικὸς συνέχει τὴν Ε.Ρ.Ε., τὴν Κυβέρνησιν ἐννοῶ. Πανικὸς συνέχει τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ καὶ μόνον, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ κληθῇ νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν ἐξουσίαν. Ἀλλ’ ὁ πανικὸς δὲν κατέχει μόνον τὴν Κυβέρνησιν. Ὁ πανικὸς κατέχει καὶ ὅλα τὰ μονοπωλιακὰ συγκροτήματα, ἐγχώρια καὶ ξένα, καὶ ὅλα τὰ ὠργανωμένα συμφέροντα, τὰ ὁποῖα ὑποστηρίξαντα τὴν Ε.Ρ.Ε. καὶ αὐτά, ἐπέτυχον δι’ αὐτῆς ἐπὶ ἓξ ὁλόκληρα ἔτη νὰ καταληστεύουν τὸν δημόσιον πλοῦτον, νὰ ἀπομυζοῦν ἀκορέστως τὸν ἱδρῶτα καὶ τὸ αἷμα τοῦ λαοῦ καὶ νὰ τὸν φέρουν εἰς τὴν σημερινὴν ἐξαθλίωσιν, εἰς τὴν σημερινὴν δυστυχίαν. Ὅλοι οἱ Νιάρχοι τῶν 11.000 δραχμ. ἐτησίου εἰσοδήματος, γνωρίζουν, ὅτι ἀπὸ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ παύσῃ ὑφισταμένη ἡ Ε.Ρ.Ε., καὶ θὰ τὴν διαδεχθῇ μία ἄλλη Κυβέρνησις, πρῶτον θὰ σταματήσῃ ἡ ἐκμετάλλευσις, ἡ καταλήστευσις, δεύτερον, θὰ κληθοῦν, καταγγελομένων τῶν συμβάσεων, νὰ ἐπιστρέψουν τὰ ἀνόμως διαρπαγέντα. Ἰδού, λοιπόν, ὅτι μεταξὺ τῆς Ε.Ρ.Ε., ἀφ’ ἑνὸς καὶ ὅλων αὐτῶν τῶν ὠργανωμένων μονοπωλιακῶν συγκροτημάτων ὑπάρχει μία ἱερὰ συμμαχία, κατὰ τῆς ὁποίας θὰ κληθῇ νὰ παλαίσῃ ὁ λαός. Καὶ τὴν ἱερὰν αὐτὴν συμμαχίαν ὁ λαὸς πρέπει, ὀφείλει, νὰ τὴν κατασυντρίψῃ, χάριν τῆς σωτηρίας καὶ αὑτοῦ καὶ τοῦ Ἔθνους. Κύριοι βουλευταί, αἱ δυνάμεις τῆς πολιτικῆς, τῆς οἰκονομικῆς καὶ τῆς κοινωνικῆς ἀντιδράσεως, ἐπὶ ἑνὸς καὶ μόνον παράγοντος ὑπολογίζουν, ἐπὶ ἑνὸς καὶ μόνον παράγοντος στηρίζονται. Ἐπὶ τῆς διασπάσεως τῶν δυνάμεων τῆς Δημοκρατίας καὶ τῆς προόδου. Ἐὰν ἀποκατασταθῇ εὐρεῖα συνεργασία τῶν δυνάμεων τῆς Δημοκρατίας, θὰ ἴδητε τὰς δυνάμεις τῆς κοινωνικῆς ἀντιδράσεως νὰ τρέπωνται πανικόβλητοι εἰς φυγὴν καὶ ἐγκαταλείπουσαι τὰ ὅπλα καὶ τὸ νομοσχέδιον νὰ μεταβάλλωνται εἰς λευκὰς περιστεράς, ἵνα διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ ἐπιτύχουν τὴν ἐξασφάλισιν ἐλαφρυντικοῦ τινός. Ἀλλὰ ὅσον ὑπάρχει μεταξὺ ἡμῶν ἡ διάσπασις, αἱ δυνάμεις αὐταὶ ἀποθρασύνονται, αἱ δυνάμεις αὐταὶ αὐθαδιάζουν, καὶ αἱ δυνάμεις αὐταὶ θὰ ἐπανέλθουν, τυχὸν λαμβάνουσαι τὴν πλειοψηφίαν τὴν ψευδῆ, περὶ τῆς ὁποίας ὡμιλήσαμεν, θὰ ἐπανέλθουν σκληρότεραι ἀπέναντι τοῦ λαοῦ. Πιστεύω, ὅτι τὸ περιστατικὸν Μπρακατσούλα, δὲν ἐξετιμήθη ἐπαρκῶς, οὔτε κἂν ἀπὸ τὴν πτέρυγα μετὰ τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ συμπράξω πρὸ 3 ἐτῶν. Τὸ περιστατικὸν Μπρακατσούλα ἀπευθύνεται πρὸς τοὺς ψηφοφόρους τῆς ἰδικῆς μας παρατάξεως, τῆς παρατάξεως τοῦ 25% τοῦ 1958, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως ἀπευθύνεται καὶ πρὸς τοὺς ψηφοφόρους τοῦ Κέντρου. Λέγουν, δηλαδή, πρὸς τοὺς ψηφοφόρους τοὺς ἰδικούς μας. Βλέπετε; Εἴδατε τὶ τὸν ἐκάμαμε τὸν βουλευτήν σας; Ἔ, σκεφθῆτε τὶ θὰ πάθουν μεθαύριον, ποὺ δὲν θὰ εἶναι βουλευταὶ καὶ σκεφθεῖτε, τὶ θὰ πάθετε καὶ σεῖς. Λοιπόν, ἔχετε τὸν νοῦ σας. Αὐτὸ εἶναι. (Γέλωτες).
§143Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Μὴ γελᾶτε.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θὰ τοὺς ἐπετρέψετε νὰ μειδιάσουν; Ποῦ ἠκούσατε νὰ βάλωμεν περιορισμὸν εἰς τὸ μειδίαμα;
§145Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Αὐτὸ εἶναι μία προειδοποίησις, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸ 25% τοῦ 1958. Ἀλλὰ ἡ Κυβέρνησις ἐν τούτῳ πλανᾶται. Ἡ Κυβέρνησις, ὑπολογίζουσα, ὅτι διὰ τῆς μεθόδου αὐτῆς, διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ, εἶναι δυνατὸν νὰ καταπτοήσῃ τοὺς ἰδικούς μας ψηφοφόρους καὶ νὰ τοὺς ἐξαναγκάσῃ, ἂν μὴ τὶ ἄλλο, νὰ ἀποφύγουν νὰ προσέλθουν εἰς τὴν κάλπην, πλανᾶται πλάνην οἰκτράν. Διότι οἱ ἰδικοί μας ψηφοφόροι εἶναι παλαιοὶ πολεμισταί. Οἱ ἰδικοί μας ψηφοφόροι ἔχουν ἀποκτήσει ἐξάσκησιν μακρὰν εἰς τὰ ἀναμορφωτήρια, τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησε ἡ Κυβέρνησις, εἰς τοὺς Παρθενῶνας φέρ’ εἰπεῖν τῆς Μακρονήσου, καὶ εἰς τοὺς ἄλλους Παρθενῶνας καὶ ἔμαθαν νὰ ἀποθνήσκουν, ἀλλὰ νὰ μὴ παραδίδουν τὰ δικαιώματα τὰ κυριαρχικὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τὰ συμφέροντά του. (Χειροκροτήματα). Ἀλλά, κ. συνάδελφοι, ὑπάρχει ἕνα SOLE δι’ ἡμᾶς, ὑπάρχει μία ἐλπὶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ πτοήσῃ τοὺς δημοκράτας ψηφοφόρους τοῦ Κέντρου καὶ ἐκεῖ ὁ ἐκφοβισμός, ἐφ’ ὅσον δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἡ ὁμαλὴ ἀντιμετώπισις, ἐκεῖ ὁ ἐκφοβισμὸς ἠμπορεῖ πράγματι, νὰ ἀποδώσῃ ὠφέλη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἠμπορῇ νὰ ἀποδώσῃ ὠφέλη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, προκειμένου περὶ μιᾶς ἄλλης κατηγορίας ψηφοφόρων, μεγάλη κατηγορία ψηφοφόρων, οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν τὸ 1958 τὴν Κυβέρνησιν, καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν καμμίαν διάθεσιν νὰ ψηφίσουν καὶ τὸ 1961 τὴν Κυβέρνησιν. Οἱ ὁποῖοι ἀντιθέτως ἐπιθυμοῦν νὰ ψηφίσουν ἄλλην παράταξιν, ἱκανὴν νὰ ἀνατρέψῃ τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ε.Ρ.Ε. Ἔτσι, κύριοι συνάδελφοι, διαμορφοῦται ἡ κατάστασις. Καὶ χρέος ἡμῶν ὅλων, εἶναι ἐνώπιον τοῦ ἐθνικοῦ διλήμματος αὐτὴν τὴν στιγμὴν καὶ τοῦ κινδύνου, ὄχι πλέον ἐγκαταλείψεως τῆς Ἑλλάδος, ὄχι κινδύνου ἐφαρμογῆς πολιτικῆς ὑποτελείας καὶ ἐθελοδουλείας, τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὴν ἀντιμετωπίζομεν, ἀλλὰ κινδύνου καταποντισμοῦ ἐθνικοῦ καὶ τῆς ἐξαθλιώσεως τοῦ λαοῦ μας εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε νὰ ζηλεύῃ τὸ καθεστὼς τοῦ Ἴμπν Σαούντ, ἢ τοῦ Κουβαΐτ, καὶ μὲ τὸ δισάκκι εἰς τὴν πλάτην νὰ ἀπέρχωνται εἰς τὰ σκλαβοπάζαρα τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἐγκαταλείποντες τὸ ἱερὸν ἔδαφος τῆς πατρίδος, τὸ ὁποῖον καὶ οἱ γονεῖς των, ἀλλὰ καὶ οἱ ἴδιοι ἐπότισαν μὲ τὸ αἷμα των, ἐνώπιον τοιούτων κινδύνων, νὰ σταθῶμεν μὲ προσοχὴν καὶ εὐλάβειαν. Πρέπει νὰ ἔχετε ἀναγνώσει μίαν ἐπιστολὴν ἑνὸς γενναίου στρατιώτου, τοῦ στρατηγοῦ κ. Μπενηψάλτη, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, δημοσιευθεῖσαν εἰς τὴν Ἑστίαν, ὅπου θὰ ἴδατε ποία κατάστασις ἔχει δημιουργηθῆ σήμερον διὰ τὸν λαὸν καὶ θὰ σκεφθῆτε ποία κατάστασις θὰ ἐπακολουθήσῃ. Καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἔχομεν ὑποχρέωσιν ὅλοι νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὴν περίπτωσιν, ὑπὸ τὸ πρίσμα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ὑποδείξω. Διότι, ἀνεξαρτήτως τοῦ τί θὰ εἶναι ὁ ἐκλογικὸς νόμος, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ ψηφίσῃ ἡ πλειοψηφία, αἱ δυνάμεις τῆς δημοκρατίας καὶ τῆς προόδου, εἶναι τόσον ἰσχυραί, ὥστε νὰ θριαμβεύσουν. Μόνον κατὰ τὸν τρόπον αὐτόν, δηλαδὴ διὰ τῆς ἀπὸ τοῦδε συνεργασίας ὅλων, θὰ ἠμπορούσαμεν νὰ ἀποτρέψωμεν τοὺς κινδύνους, οἱ ὁποῖοι ἐπαπειλοῦν καὶ τὸ Ἔθνος καὶ τὸν λαόν. Κύριοι συνάδελφοι, ἀκούσατε τῆς φωνῆς ἑνὸς παλαιοῦ ἀγωνιστοῦ τῆς δημοκρατίας, ἀκούσατε τῆς φωνῆς ἑνὸς ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἐπὶ 40 ὁλόκληρα ἔτη εὑρέθη πάντοτε εἰς τὰς κορυφογραμμὰς τῶν ἀγώνων τῆς δημοκρατίας καὶ ἀκούσατε ὅλων ἡμῶν τὴν ἐπιρροήν, διὰ νὰ ἀποκατασταθῇ ἡ συνεργασία τῶν δυνάμεων τῆς δημοκρατίας καὶ τῆς προόδου. Αὐτὴν τὴν συνεργασίαν ὁ λαὸς τὴν ἔχει ἤδη ἀποκαταστήσῃ καὶ εἰς τοὺς ἀγῶνας του τοὺς κοινωνικοὺς καὶ εἰς τοὺς ἀγῶνας του τοὺς οἰκονομικούς, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς ἀγῶνας του τοὺς πολιτικούς, καὶ θέλει νὰ ἴδῃ τὴν πολιτικὴν ἡγεσίαν τιθεμένην ἐπὶ κεφαλῆς αὐτοῦ. Πιστεύει ὁ λαὸς εἰς τὴν νίκην του. Δὲν τοῦ ἀρκεῖ ὅμως ἡ ἁπλῆ νίκη. Ζητεῖ τὴν ἀξιοποίησιν τῆς νίκης. Καὶ ἡ ἀξιοποίησις τῆς νίκης θὰ γίνῃ, ὅταν ἐπὶ κεφαλῆς τῆς εὐρυτάτης αὐτῆς δημοκρατικῆς συνεργασίας, τεθῇ ἡ πολιτικὴ ἡγεσία. Θὰ ἀπευθύνω πρὸς ὅλους ὑμᾶς παράκλησιν καὶ θὰ σᾶς εἴπω, ὅτι θὰ εἶναι πολὺ πικρόν, θὰ εἶναι πολὺ θλιβερὸν δι’ ἡμᾶς, νὰ ἀναγράψῃ μίαν ἡμέραν ἡ ἱστορία... Εἶχον εἰς χεῖρας των τὴν σωτηρίαν τῆς Ἑλλάδος καὶ τὴν σωτηρίαν τοῦ λαοῦ. Ἐξ αἰτίας τῶν δισταγμῶν καὶ ἐξ αἰτίας τῆς ἀναποφασιστικότητός των ἐχάθη ἡ εὐκαιρία αὐτή. Ἐνίκησεν ὁ ἑλληνικὸς λαός, ἀλλὰ ἀντὶ ἡ Ἑλλὰς νὰ ὁδηγηθῇ εἰς τὴν πρόοδον, τὴν εὐημερίαν, τὴν προκοπήν, ὡδηγήθη εἰς τὸ βάραθρον τῆς καταστροφῆς». Δὲν ἐπιθυμῶ, κ. συνάδελφοι, τοιοῦτον ἐπιτύμβιον νὰ ὑπάρξῃ δι’ ὅλους ὑμᾶς ἀπὸ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς ἱστορίας, ὅπως θὰ ὑπάρξῃ ἀναμφισβητήτως, καὶ δι’ αὐτὸ ἐπαναλαμβάνω τὴν ἔκκλησίν μου: Γενῆτε κήρυκες, γενῆτε σκαπανεῖς, γενῆτε ἐργάται τῆς ἀποκαταστάσεως, τῆς εὐρείας δημοκρατικῆς συνεργασίας). (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀριστερᾶς). (Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τὴν προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Α. Καμβύσης).
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Εὐαγγελίδης ἔχει τὸν λόγον.
§147ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ διακόψωμεν.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, εἶναι ἐγγεγραμμένοι νὰ ὁμιλήσουν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου 39 ρήτορες. Ἐὰν ἡ ὁμιλία ἑκάστου βουλευτοῦ διαρκέσῃ ἐπὶ 1½ ὥρας, ὅσον δηλαδὴ καὶ τοῦ κ. Κύρκου, τότε ἀντιλαμβάνεσθε, ὅτι θὰ πρέπει νὰ συζητῆται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τοὐλάχιστον μέχρι τὸ τέλος Ἰουνίου. Θὰ πρέπει συνεπῶς νὰ συνεχίσωμεν διὰ νὰ δοθῇ οὕτω ἡ εὐκαιρία εἰς ὅλους τοὺς συναδέλφους νὰ διατυπώσουν τὰς ἀπόψεις των.
§149Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, εἴπατε, ὅτι εἶναι ἐγγεγραμμένοι 39 συνάδελφοι νὰ ὁμιλήσουν καὶ ὅτι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν μέχρι τὸ τέλος Ἰουνίου. Παρατηρῶ, ὅμως, ὅτι ἐνῷ ἡ συνεδρίασις θὰ πρέπει νὰ ἀρχίζῃ εἰς τὰς 6.30′, τελευταίως ἀρχίζομεν τὴν συνεδρίασιν εἰς τὰς 7, πολλάκις δὲ καὶ εἰς τὰς 7.30′. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἑκάστην ἑσπέραν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλοῦν 6–7 ρήτορες, ὁπότε ἐντὸς μιᾶς ἑβδομάδος θὰ ὁμιλήσουν πάντες οἱ ἐγγεγραμμένοι ρήτορες. Δὲν νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἡ ὀρθοτέρα ἀντιμετώπισις τοῦ ζητήματος θὰ εἶναι νὰ ὁμιλοῦν οἱ συνάδελφοι ἐνώπιον κενῶν ἑδωλίων, ὅταν πρόκειται μάλιστα περὶ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Σήμερον ὡμίλησαν δύο πολιτικοὶ ἀρχηγοὶ καὶ ἡ Βουλὴ ἀναμφισβητήτως κατεπονήθη. Θὰ παρεκάλουν, λοιπόν, νὰ διακόψωμεν τὴν συνεδρίασιν.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλή, κ. Ἠλιοῦ, πράγματι καθυστερεῖ εἰς τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως, τοῦτο ὅμως, διότι δὲν προσέρχονται ἐγκαίρως οἱ κ.κ. βουλευταί. Ἤδη ὅμως ὁ κ. Εὐαγγελίδης ἀνῆλθεν εἰς τὸ Βῆμα, ἂς ὁμιλήσῃ καὶ μετὰ λύομεν τὴν συνεδρίασιν.
§151Ι. ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, κ. Ράλλης, εἰσηγούμενος τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον, εἶπεν, ὅτι ἔχει τοῦτο πέντε ἀρετὰς καὶ μάλιστα ἀπηρίθμησεν αὐτὰς τὰς ἀρετάς. Ἡμεῖς, κ. βουλευταί, θὰ ἠρκούμεθα νὰ εἶχε μίαν μόνον ἀρετήν. Νὰ ἦτο δηλαδὴ ἔντιμον. Δυστυχῶς, ὅμως, αὐτὴν τὴν ἀρετὴν δὲν τὴν ἔχει. Ὡς ἀνελύθη ὑπὸ τῶν κ.κ. Ἀρχηγῶν καὶ τῶν λοιπῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ποὺ ὡμίλησαν μέχρι τοῦδε, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον τροποποιεῖ τὸν ἐκλογικὸν νόμον τοῦ 1958 εἴς τινα σημεῖα αὐτοῦ, νόμον δηλαδή, ὁ ὁποῖος κατεκρίθη παρ’ ὅλων καὶ ἀκόμη ἐγκατελείφθη καὶ ὑπὸ αὐτῆς τῆς καταρτισάσης αὐτὸν Κυβερνήσεως, τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον, λέγω, τροποποιεῖ τὸν νόμον τοῦ 1958 ἔτι ἐπὶ τὰ χείρω καὶ μὲ τὰς τροποποιήσεις αὐτὰς τὸν καθιστᾷ ἔτι ὀλιγώτερον σύμφωνον μὲ τὴν ἐκλογικὴν δικαιοσύνην. Τὴν ἐξήγησιν, διατί συμβαίνει αὐτό, μᾶς τὴν ἔδωσε, κατὰ τρόπον θεωρητικόν, ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος μᾶς εἶπεν, ὅτι ὁ «ἔντιμος δόλος» εἶναι ἐπιτετραμμένος, ὅταν πρόκειται δι’ αὐτοῦ νὰ ἐπιτευχθῇ κἄποιος σκοπός. Αὐτὸς ὁ ἔντιμος δόλος μοῦ ὑπενθυμίζει τὰς παλαιότερον ἐξενεχθείσας φράσεις «μικρὰ καὶ ἔντιμος Ἑλλάς», ἢ τὴν προσφατώτερον διατυπωθεῖσαν «ἔντιμος πενία» κλπ. Νομίζω, ὅμως, ὅτι ἡ φράσις «ἔντιμος δόλος» εἶναι ἔτι ἀποκρουστικώτερος ἀπὸ ὅλας αὐτὰς τὰς ἐκφράσεις, ὅταν διὰ τοῦ ἐντίμου αὐτοῦ δόλου, ἡ κατανομὴ τῶν ἑδρῶν εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι τελείως διάφορος ἀπὸ τὴν ἐκδηλουμένην καὶ τὴν πραγματικὴν τοῦ λαοῦ θέλησιν. Λέγεται, εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, κ. βουλευταί, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔστρεξεν εἰς τὴν μείωσιν τῶν ποσοστῶν διὰ τὴν εἴσοδον ἑνὸς κόμματος εἰς τὴν δευτέραν κατανομήν, διὰ νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς σημερινὰς πολιτικὰς ἀνακατατάξεις. Τὸ νομοσχέδιον τοῦ 1958 εἶχε γίνει κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ ἐξασφαλίσῃ εἰς τὸν ὑπὸ τὸν αὐτὸν Πρόεδρον, ὑφ’ ὃν καὶ ἡ σημερινὴ τότε Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ πλειοψηφίαν εἰς τὴν Βουλὴν μὲ ἀρκετὰ ἐξησθενημένην, ἔναντι τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1956, μειοψηφίαν εἰς τὸν λαόν. Ἀλλὰ καὶ ἡ σημερινὴ τροποποίησις, ὡς πρὸς τὰ ποσοστά, γίνεται, κ. βουλευταί, διότι μὲ τὴν σημερινὴν κατανομὴν τῶν πολιτικῶν δυνάμεων εἶναι βεβαία ἡ Κυβέρνησις, ὅτι, πλὴν αὐτῆς, εἰς τὴν δευτέραν κατανομὴν δὲν πρόκειται νὰ εἰσέλθῃ ἄλλο κόμμα, ἐκτὸς ἀπὸ ἓν εἰσέτι. Ἄλλο ζήτημα τί θὰ συμβῇ. Συνεπῶς ἡ Κυβέρνησις δὲν προσαρμόζεται πρὸς τὰς σημερινὰς πολιτικὰς ἀνακατατάξεις, ἀλλ’ ἁπλῶς ἐμφανίζεται, ὅτι τροποποιεῖ τὸν νόμον τοῦ 1958, χωρὶς εἰς τὴν οὐσίαν τοῦτο νὰ ἔχῃ θετικόν τι ἀποτέλεσμα. Μὲ τὸ ποσοστὸν μάλιστα τοῦ 25% καὶ 30% διὰ τοὺς συνασπισμοὺς ἀποκλείει τῆς δευτέρας κατανομῆς ὁπωσδήποτε δύο ἢ τρία μικρὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα, ἴσως, νὰ συνεφώνουν εἰς μίαν σύμπραξιν, διὰ νὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν δευτέραν κατανομήν. Συνεπῶς, ὁ «ἔντιμος δόλος», περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰς οὐδὲν ἄλλο ἀποβλέπει, εἰ μὴ μόνον εἰς τὴν ἐξασφάλισιν πλειοψηφίας τῆς Ε.Ρ.Ε. εἰς ἕδρας ἐν τῇ Βουλῇ καὶ μὲ ποσοστὰ εἰς ψήφους τοῦ λαοῦ πολὺ ὀλιγώτερα ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ εἶχε λάβει τὸ 1958. Ἂς ἴδωμεν, ὅμως, τώρα, καὶ τὰς λοιπὰς τροποποιήσεις. Μία οὐσιώδης τροποποίησις ἀναφέρεται εἰς τὴν ψῆφον τοῦ στρατοῦ. Οὐδείς, κ. βουλευταί, διενοήθη νὰ στερήσῃ ἓν, οἱοδήποτε, τμῆμα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος. Ὅμως οὐδεὶς ἐπιθυμεῖ ἡ ἄσκησις τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος ὑπό τινων νὰ γίνεται κατὰ τρόπον ἐρχόμενον εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὰς καθιερωμένας γενικῶς ἀρχὰς καὶ συνταγματικὰς διατάξεις, περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀποκτήσεως τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος καὶ ψηφοφορίας. Εἰς τὴν ἐκλογικὴν παρῳδίαν τοῦ 1956 τῆς ψήφου τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, κ. βουλευταί, δὲν θὰ πρέπει ποτὲ νὰ ἐπανέλθωμεν. Ὁ ἐκλογικὸς νόμος καὶ τὸ Σύνταγμα ἀκόμη καθορίζουν μίαν σειρὰν προϋποθέσεων διὰ νὰ ἀποκτήσῃ ὁ πολίτης τὸ δικαίωμα τῆς ψήφου. Καὶ ὅλαι αὐταὶ αἱ διατάξεις ἐτέθησαν διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ γνησία ἐκδήλωσις τοῦ λαϊκοῦ φρονήματος. Πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν ἀπῃτήθη μάλιστα καὶ ἡ σύμπραξις τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἐνῷ ἡ σύνταξις τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων εἶναι τύποις καὶ οὐσίᾳ διοικητικὴ πρᾶξις. Αἱ ἐγγυήσεις ὅμως τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ ἡ χορήγησις ἐνδίκων μέσων κατὰ παραλείψεως νομίμου ἐγγραφῆς ἢ ἐνεργείας ἀνωμάλου τοιαύτης ἐδόθησαν ἀκριβῶς, διότι ἡ σύνταξις τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων εἶναι οὐσιωδέστατον τμῆμα τῆς διαδικασίας τῆς ἐκφράσεως τῆς λαϊκῆς θελήσεως, ἀφοῦ αὕτη διαμορφώνει τὴν σύνθεσιν τοῦ ἐκλογικοῦ σώματος. Μὲ τὸ σύστημα τῆς ψηφίσεως τῶν στρατιωτικῶν καὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, κατὰ τὸν τρόπον ποὺ ἐπαναφέρει τὸ παρὸν νομοσχέδιον, εἶναι πλήρης ἡ ἀπουσία οἱασδήποτε ἐγγυήσεως διὰ τὴν κατάρτισιν τῶν ἰδιοτύπων αὐτῶν ἐκλογικῶν καταλόγων. Θὰ καταρτίζωνται, οὗτοι, βάσει ὑπευθύνου δηλώσεως τῶν στρατιωτῶν ἢ ὑπαλλήλων, ἀπὸ τὸν Διοικητὴν τῆς Μονάδος, ἢ τὸν προϊστάμενον τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ καμμία ἐγγύησις, οὔτε ὡς πρὸς τὴν ἡλικίαν, οὔτε ὡς πρὸς τὰ ἄλλα προσόντα τῶν δικαιουμένων νὰ ἐγγραφοῦν εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους. Θὰ συμβῇ, οὕτω, ὅ,τι συνέβη τὸ 1956, ὅταν ἀνήλικοι πρότακτοι τοῦ Ναυτικοῦ καὶ ἐθελονταὶ τοῦ Στρατοῦ καὶ τῆς Ἀεροπορίας ἐψήφισαν! Δὲν θὰ ὑπάρχῃ κανεὶς ἔλεγχος καὶ οὕτω θὰ ψηφίσουν καὶ πάλιν καὶ αὐτοὶ καὶ οἱ ἡμερομίσθιοι καὶ ἐπὶ συμβάσει δημόσιοι, ἀρκετοὶ τῶν ὁποίων στεροῦνται τοῦ πρώτου προσόντος, τῆς ἐνηλικότητος.
§152Λ. ΜΠΑΤΡΙΝΟΣ. Διὰ νὰ διορισθοῦν ἔκτακτοι ὑπάλληλοι πρέπει νὰ ἔχουν ἐκπληρώσει τὰ στρατιωτικά των καθήκοντα.
§153Ι. ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Ὑπάρχουν ἡμερομίσθιοι ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ἐκπληρώσει τὰς στρατιωτικάς των ὑποχρεώσεις. Διὰ τοὺς μονίμους ἀπαιτεῖται ἡ ἐκπλήρωσις τῆς στρατιωτικῆς ὑποχρεώσεως. Λέγω, λοιπόν, ὅτι πρῶτον, τὸ προσὸν τῆς ἡλικίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξασφαλισθῇ. Πέραν τούτου, διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ συντάξεως τῶν εἰδικῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, ὑπάρχει εὐρὺ στάδιον ἀνωμαλιῶν, τὰς ὁποίας κολάζει ὁ ἐκλογικὸς νόμος. Δηλαδὴ παραβιάζεται τὸ μυστικὸν τῆς ψηφοφορίας, διότι, ἐφ’ ὅσον δὲν θὰ ψηφίζουν τοὺς ὑποψηφίους τῆς περιοχῆς, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ψηφοφοροῦν, ἀλλὰ τοὺς ὑποψηφίους τῆς περιοχῆς, ἐξ ἧς κατάγονται καὶ δεδομένου, ὅτι εἰς μίαν στρατιωτικὴν μονάδα ἢ εἰς μίαν δεδομένην ὑπηρεσίαν, δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ μόνον ἕνας ἢ δύο καταγόμενοι ἀπὸ τὴν Αʹ ἢ Βʹ περιφέρειαν, εἶναι πλέον γνωστόν, τί ἐψήφισαν ὅταν ἀνοιγοῦν οἱ φάκελλοί των. Οὕτω, θὰ ὑπάρχῃ πίεσις διὰ νὰ ψηφίσουν κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ διοικητοῦ τῆς μονάδος ἢ τοῦ διευθυντοῦ τῆς ὑπηρεσίας, διότι θὰ γνωρίζουν, ὅτι τὸ τί ἐψήφισαν, θὰ ἀποκαλυφθῇ εὐθὺς ἀμέσως. Ὅλα αὐτὰ ἀποδεικνύονται ἀπὸ τὰς καταγγελίας ποὺ ἐγένοντο εὐθὺς μετὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1956 ἀπὸ τὸν κ. Βενιζέλον καὶ ἄλλους βουλευτάς. Προχθὲς δὲ καὶ ὁ συνάδελφος κ. Ζίγδης, ἀνέφερε τοιαύτας περιπτώσεις εἰς τὴν Ρόδον, ὅπου εὑρέθησαν ψηφοδέλτια ἀτσαλάκωτα ριφθέντα δηλαδὴ ἐκ τῶν ὑστέρων καὶ ἠσκήθη πίεσις ἐπὶ τῶν τοιούτων ψηφοφόρων στρατιωτῶν καὶ ὑπαλλήλων. Ἡ χαρακτηριστικὴ διαφορὰ κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1956, μεταξὺ τῆς κομματικῆς προτιμήσεως τῶν ψηφισάντων εἰς τὰ στρατιωτικὰ καὶ δημοσιοϋπαλληλικὰ τμήματα καὶ τὰ ἄλλα ὅσα κατηγγέλθησαν συγκεκριμένως, μαρτυροῦν περὶ τοῦ ἀληθοῦς καὶ τῶν σημερινῶν προβλέψεων. Τὸ λεχθὲν ἀπὸ τὸν Εἰσηγητὴν τῆς πλειοψηφίας, ὅτι οἱ στρατιῶται πρέπει νὰ ψηφίσουν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον διὰ νὰ μὴ χάσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ψήφου «τὸ ἄνθος καὶ ἡ καρδιὰ τοῦ λαοῦ», δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ ὁ «ἔντιμος δόλος» νὰ προστεθοῦν μερικαὶ ἑκατοντάδες χιλιάδων ψήφων ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως. Ἂν ἦτο πραγματικὸν τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ψηφίσῃ τὸ ἄνθος τοῦ λαοῦ, δὲν εἶχε παρὰ νὰ λάβῃ ἀδιάβλητα μέτρα καὶ συμφωνοῦντα πρὸς τὸ Σύνταγμα, δηλαδὴ νὰ μὴ στερῇ τοὺς ἑτεροδημότας ποὺ ἔχουν ἐγκατασταθῆ, μετὰ τὴν 1.1.1948, τοῦ δικαιώματος τῆς ψήφου. Μεταξὺ δὲ αὐτῶν εἶναι καὶ ἑκατοντάδες χιλιάδες νέοι ἀποστρατευθέντες προσφάτως, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ ψηφίζουν ὡς ἑτεροδημόται μολονότι ἐξεπλήρωσαν τὰς στρατιωτικάς των ὑποχρεώσεις, ὅπως τὰς ἐκπληροῦν καὶ οἱ νῦν ὑπηρετοῦντες εἰς τὸν στρατόν. Δὲν πρόκειται, ἑπομένως, περὶ ἐνδιαφέροντος νὰ δοθῇ ἡ εὐχέρεια εἰς τοὺς στρατιώτας καὶ δημοσίους ὑπαλλήλους νὰ ἐκπληρώσουν τὸ ἐκλογικόν των δικαίωμα, ἀλλὰ περὶ ἐνδιαφέροντος πῶς ἡ Ε.Ρ.Ε. θὰ καρπωθῇ μερικὰς χιλιάδας ψήφων ἀκόμη. Πέραν τῆς διατάξεως αὐτῆς ὑπάρχει τὸ θέμα τῆς ἀπογραφῆς. Μετὰ ἀπὸ ὅσα ἐλέχθησαν, ὑπεθέταμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔσπευδε νὰ δεχθῇ διὰ τὸν καθορισμὸν τῶν βουλευτικῶν ἑδρῶν τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1961. Ἀλλὰ μεσολαβεῖ ὁ «ἔντιμος δόλος», ὁ ὁποῖος ἐκφράζεται μὲ τὸ ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ τοῦτο, διότι πρέπει νὰ ἐξακριβωθῇ ἀπολύτως καὶ ὁ νόμιμος πληθυσμὸς ὅστις εἶναι διάφορος τοῦ πραγματικοῦ πληθυσμοῦ κατά τι ποσοστόν. Δέχεται ὅμως ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ἀπογραφὴ τοῦ 1940, ποὺ ἀπέχει κατὰ πολὺ περισσότερον ἀπὸ ἀπόψεως νομίμου πληθυσμοῦ ἀπὸ τὴν σημερινὴν πραγματικότητα. Αὐτὸ τὸ θεωρεῖ ὀλιγώτερον σημαντικὸν παρὰ τὸ ὅτι εἶναι τεραστία ἡ διαφορά. Καὶ ἠθέλησε νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ διαφορὰ εἰς ἕδρας μεταξὺ τῶν διαφόρων ἐκλογικῶν περιφερειῶν εἶναι μικρά, ἀλλὰ οἱ ἀριθμοὶ διαψεύδουν αὐτὴν τὴν ἄποψιν. Πρόκειται περὶ διαφορᾶς δεκάδων ἑδρῶν ὑπὲρ τῶν ἐκλογικῶν περιφερειῶν Ἀθηνῶν, Πειραιῶς καὶ Θεσσαλονίκης, ὅπου ἡ ἀναλογία τῶν ψηφοφόρων τῆς Ε.Ρ.Ε. εἶναι πολὺ μικροτέρα ἔναντι τῶν περιφερειῶν, αἵτινες χάνουσιν ἕδρας, λόγῳ μειώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κατοίκων των. Ἡ Κυβέρνησις, διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ, ὑπεστήριξεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δημοσιευθοῦν τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1961, ὡς πρὸς τὸν πραγματικὸν πληθυσμὸν πρὸ τοῦ Ὀκτωβρίου, καὶ ὡς πρὸς τὸν νόμιμον πρὸ τοῦ Δεκεμβρίου. Παρεδέχθη, ὅμως, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1928 ἐδημοσιεύθησαν τὸν Δεκέμβριον καίτοι ἡ ἀπογραφὴ εἶχε γίνει δύο μῆνας ἀργότερον δηλαδὴ τὸν Μάϊον, ἐνῷ ἡ ἀπογραφὴ τοῦ 1961 ἐγένετο τὸν Μάρτιον. Ἀλλὰ τὸ 1928 δὲν ὑπῆρχον οὔτε μηχανογραφικὴ ὑπηρεσία, οὔτε τὰ σημερινὰ μέσα καὶ ἐν τούτοις ἐντὸς 7 μηνῶν ἐδημοσιεύθησαν τὰ ἀποτελέσματα, ἐνῷ σήμερον θὰ χρειασθοῦν 9 μῆνας! Αὐτὸ καὶ μόνον ἀποδεικνύει πρόφασιν ἐν ἁμαρτίαις καὶ προσχήματα, ἀποκαλύπτοντα τὸν «ἔντιμον δόλον». Ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι διατάξεις ποὺ συνάδουν πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ «ἐντίμου δόλου». Γίνονται βαρύτεραι αἱ ποιναὶ διὰ τοὺς μὴ ψηφίζοντας. Βεβαίως ὅλοι μας θέλομεν ὁ ἀριθμὸς τῶν ψηφιζόντων νὰ προσεγγίζῃ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐγγεγραμμένων εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους, ἀλλὰ ἀποτελεῖ φαρισαϊσμὸν τὸ νὰ προσποιῆται ἡ Κυβέρνησις, ὅτι θέλει ὅλοι νὰ ψηφίζουν καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ διατηρῇ ἐν ἰσχύϊ διατάξεις, διὰ τῶν ὁποίων ἀπαγορεύει τὸ δικαίωμα ψήφου εἰς ἑκατοντάδας χιλιάδας ἑτεροδημοτῶν. Καὶ ἂς μὴ θελήσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι ἠμποροῦν νὰ πᾶνε εἰς τὰς ἐπαρχίας των καὶ νὰ ψηφίσουν ἐκεῖ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἐργαζόμενοι ἄνθρωποι νὰ μεταβοῦν εἰς τὰς ἐπαρχίας των καὶ διὰ λόγους οἰκονομικούς, ἀλλὰ καὶ διὰ λόγους ἀνάγκης, μὴ ἀπομακρύνσεως ἀπὸ τὸ ἐπάγγελμά των καὶ τὰς ἐργασίας των, εἴτε ἐργάζονται ὡς ὑπάλληλοι, εἴτε ὡς ἐπαγγελματίαι, εἴτε ὡς ἐργάται. Ἡ σκοπιμότης, τὴν ὁποίαν ἐξυπηρετεῖ ἡ διάταξις αὐτή, εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν εἶχον καὶ πρὸ 4μήνου ἐκθέσει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἡ Κυβέρνησις, διὰ τῶν ἀστυνομικῶν ἀρχῶν, παρέχει ἀφειδῶς βεβαιώσεις πρὸς τοὺς ἑτεροδημότας φίλους της, προκειμένου οὗτοι νὰ ἐγγραφοῦν εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους καὶ παρεμβάλλει μυρίας δυσχερείας εἰς τοὺς κεντρώους καὶ ἰδίᾳ εἰς τοὺς ἀριστεροὺς ψηφοφόρους. Εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς 20ῆς Ἰανουαρίου 1961 ἔχει καταγγελθῆ παρ’ ἐμοῦ, ὅτι σωρεία βεβαιώσεων ὑπογεγραμμένων ἐν λευκῷ ὑπὸ τοῦ ἀστυνομικοῦ διευθυντοῦ Χαλκίδος, εὑρέθη πρὸς ἐφοδιασμὸν διὰ βιβλιαρίων ὀπαδῶν τῆς Ε.Ρ.Ε. Κύριοι συνάδελφοι, ὑπάρχει καὶ ἄλλη διάταξις, ἡ ὁποία ἐμπίπτει εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ «ἐντίμου δόλου». Εἶναι ἡ διάταξις περὶ θεσπίσεως διὰ τὰς μεταπροσεχεῖς καὶ ἐφεξῆς ἐκλογὰς τοῦ πλειοψηφικοῦ. Ἡ Κυβέρνησις ἰσχυρίζεται, ὅτι στηρίζεται εἰς τὴν ὀρθὴν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν ὅλοι ἀποδεχόμεθα, ὅτι ὁ ἐκλογικὸς νόμος, ὁ ψηφιζόμενος ὑπὸ τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ ἰσχύῃ διὰ τὰς μεταπροσεχεῖς ἐκλογάς. Ἡ Κυβέρνησις κάμνει χρῆσιν τῆς ἀρχῆς αὐτῆς διὰ κομματικὴν ἐκμετάλλευσιν καὶ ὄχι διὰ νὰ τὴν ἐφαρμόσῃ, διότι πιστεύει, ὅτι θὰ ἐπηρεάσῃ τοὺς ψηφοφόρους μὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ προσεχὴς Βουλὴ δὲν θὰ εἶναι βιώσιμος, ἀλλὰ θὰ διαλυθῇ καὶ μάλιστα, ὅτι τὴν ἐντολὴν τῆς διαλύσεως θὰ ἔχῃ ἡ Ε.Ρ.Ε. Ἔτσι ἐπιδιώκει νὰ κρατήσῃ καὶ τὴν συνοχὴν τῶν μελῶν τῆς Ε.Ρ.Ε., τὰ ὁποῖα διαβλέπουν, ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐκλεγοῦν βουλευταὶ μὲ τὴν ἀναλογικὴν ὥστε νὰ ἐλπίζουν, ὅτι εἰς τὰς μεταπροσεχεῖς ἐκλογὰς μὲ τὸ πλειοψηφικὸν νὰ βγοῦν. Αὐταὶ εἶναι αἱ διατάξεις αἱ ὁποῖαι καθιστοῦν τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον χεῖρον τοῦ νομοθετήματος τοῦ 1958 καὶ ἀποβλέπουν εἰς τὸν βιασμὸν τῆς λαϊκῆς θελήσεως. Ἀλλὰ ἡ Κυβέρνησις ἔχει καὶ ἄλλα μέσα. Τὴν βίαν, τὴν τρομοκρατίαν καὶ τὰς πιέσεις εἰς βάρος παντὸς ἀντιφρονοῦντος πολίτου μὲ τὰς συλλήψεις, ἐκτοπίσεις, ξυλοδαρμούς, στερήσεις ἐργασίας, προπηλακισμούς, ποὺ ἔφθασαν ν’ ἀσκοῦνται καὶ κατὰ βουλευτῶν. Καὶ ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις οὐσιαστικῶς διασύρεται καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐνώπιον τῆς παγκοσμίου κοινῆς γνώμης μὲ τὰ συστήματα τὰ ὁποῖα θεσπίζει, ἐν τούτοις τὰ μεταχειρίζεται διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἄλλως νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν λαϊκὴν πλειοψηφίαν, ἐνῷ κατέχεται ἀπὸ τὴν μανίαν νὰ μὴ παραδώσῃ ποτὲ τὴν ἐξουσίαν. Δι’ αὐτὸ λαμβάνει αὐτὰ τὰ δόλια μέτρα καὶ μετέρχεται αὐτὰς τὰς μεθόδους. Ἔχει βαθεῖαν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἀντιλαϊκὴ πολιτική της τὴν ἔχει ἀποξενώσει ἀπὸ τὴν λαϊκὴν ὑποστήριξιν. Τοῦτο συμβαίνει, διότι εἰς κάθε τομέα δημοσίας δράσεως ἤσκησεν ἀντεθνικὴν καὶ ἀντιλαϊκὴν πολιτικήν. Ἐγκατέλειψε τὴν Κύπρον εἰς τοὺς Ἄγγλους καὶ ἐπανέφερε τοὺς Τούρκους εἰς αὐτήν, ἤσκησε ξενόδουλον καὶ ψυχροπολεμικὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν, ἠμνήστευσε τὸν Μέρτεν καὶ τοὺς ἄλλους ἐγκληματίας πολέμου, παρὰ τὴν ἀντίθεσιν τοῦ λαϊκοῦ αἰσθήματος, ἔλαβεν ἀντιλαϊκὰ μέτρα εἰς τὸν οἰκονομικὸν τομέα καὶ ἐναντίον τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου καὶ μὲ τὰς χαμηλὰς τιμὰς ἀσφαλείας, καὶ τὸ οὐσιαστικὸν κλείσιμον τῶν ἀνατολικῶν ἀγορῶν καθήλωσε τὰ ἡμερομίσθια καὶ τοὺς μισθοὺς τῶν ἐργαζομένων εἰς ἀπιστεύτως χαμηλὰ ἐπίπεδα, ἐνέτεινε τὴν φορολογικὴν πίεσιν εἰς βάρος τῶν πτωχῶν καὶ μεσαίων στρωμάτων, ἐνῷ παραμένουν ἀσύδοτοι οἱ μεγαλοεισοδηματίαι τύπου Νιάρχου, παρέδωσε μὲ σκανδαλώδεις συμβάσεις τὸν ἐθνικὸν πλοῦτον εἰς ξένα καὶ ἐντόπια μονοπώλια κ.λ.π. Συνεπείᾳ ὅλων αὐτῶν ἀπεξενώθη περισσότερον τοῦ λαοῦ καὶ ἀποβλέπουσα τὸ κοινὸν αἴσθημα, καταφεύγει εἰς ἕνα νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον νοθεύει τὴν λαϊκὴν βούλησιν καὶ μεταφράζει τὴν μειοψηφίαν εἰς πλειοψηφίαν. Ὑπάρχει ὅμως, κ. συνάδελφοι, ὁ τρόπος ἀντιδράσεως κατὰ τῶν προθέσεων αὐτῶν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀσφαλῶς ὁ λαὸς θὰ εὕρῃ τὸν τρόπον ἑνούμενος εἰς ἕνα ἑνιαῖον μέτωπον σωτηρίας τῆς δημοκρατίας, νὰ ματαιώσῃ τὰ σχέδια τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ στρέψῃ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον ἐναντίον ἐκείνων ποὺ τὸ ἐθέσπισαν. Ἐὰν ὁ λαὸς ἑνωθῇ εἰς ἓν εὐρὺ μέτωπον δημοκρατικῆς συνεργασίας, τότε οὐδὲν μέτρον τῆς Κυβερνήσεως θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ ἀντιταχθῇ εἰς τὴν πανίσχυρον θέλησίν του, ἡ ὁποία θὰ παρασύρῃ ὡς χαρτίνους πύργους τὰ καλπονοθευτικὰ νομοθετήματα καὶ θὰ ἐπιτύχῃ, ὥστε ν’ ἀναδειχθῇ ἐκ τῶν προσεχῶν ἐκλογῶν Κυβέρνησις, ἡ ὁποία σκοπὸν θὰ ἔχῃ νὰ μεριμνᾷ διὰ τὸν λαόν, νὰ ἐνδιαφέρεται διὰ τὴν πρόοδον τοῦ τόπου καὶ νὰ ἐξάγῃ τὸν τόπον αὐτὸν ἀπὸ τὸν μαρασμόν, τὴν ἀνέχειαν καὶ τὴν πεῖναν, νὰ ἐξασφαλίσῃ εἰρήνην καὶ ὁμαλότητα εἰς τὸν τόπον καὶ ν’ ἀποκαταστήσῃ τὴν ἐθνικὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ ἴσην φιλίαν μὲ ὅλους τοὺς λαούς. Κύριοι βουλευταί, ἐλπίζω, ὅτι αἱ συζητήσεις αὐταί, αἱ ὁποῖαι ἐπὶ ἡμέρας διεξάγονται εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ θὰ συνεχισθοῦν εἰσέτι, θὰ χρησιμεύσουν, ὥστε ὁ ἑλληνικὸς λαὸς νὰ κατανοήσῃ ἀπολύτως, ὅτι διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου ἐπιδιώκεται, ὥστε τὰς διαθέσεις της τὰς καλπονοθευτικὰς νὰ τὰς στρέψῃ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§155ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ σήμερον καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ. μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 0,30′ π.μ.)