1960.05.06
4.596 στίχοι · 33.204 λέξεις · 163 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 89η
Παρασκευή, 6 Μαΐου 1960
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 6.50′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Παυλόπουλος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Α. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3Α. ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν σελίδα 15 τῶν πρακτικῶν καὶ εἰς τὴν 4ην στήλην φέρομαι ὡς μὴ ψηφίσας, ἐνῷ ἐψήφισα «ὄχι».
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως, ὡς διωρθώθησαν. Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Πλατῆς ζητεῖ μηνιαίαν ἄδειαν ἀπουσίας, προκειμένου νὰ ἀναχωρήσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§5ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται, ἐγκρίνεται.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Γκίλλας, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§7Α. ΓΚΙΛΛΑΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς κ. Ε. Ἀθανασάκος, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὀργανώσεως τοῦ Ἀντιφυματικοῦ Ἀγῶνος». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Α. Παυλόπουλος καὶ Δ. Λαντζούνης, καταθέτουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὀργανώσεως τοῦ Ἀντιφυματικοῦ Ἀγῶνος». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Τ. Μιχαηλίδης, Γ. Κατσαφάδος καὶ Χ. Μπουγᾶς, καταθέτουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 162)59 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ περὶ ρυθμίσεως τρόπου ἐξοφλήσεως καθυστερουμένων ἀσφαλιστικῶν εἰσφορῶν καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Καλλωπιστικοῦ καὶ Φιλανθρωπικοῦ Συλλόγου «Ἡ Ἀλληλεγγύη» Νταμάρια–Αἰγάλεω, αἰτουμένου τὴν μὴ ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ σχεδίων πόλεων κειμένων διατάξεων κ. λ. π.». Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν ὑπαλλήλων Βʹ Κατηγορίας Ὑπουργείου Γεωργίας, τοῦ Δασικοῦ καὶ Γεωπονικοῦ Κλάδου, αἰτουμένων τὴν ἀποκατάστασιν τῆς προσγινομένης αὐτοῖς ἀδικίας ἐκ τῆς ψηφίσεως τοῦ Ν. 4030)59. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως Ἐργοστασιαρχῶν Τορνευτικῆς Ξύλου, αἰτουμένης τὴν προστασίαν τῶν ἐν λόγῳ ἐγχωρίων ἐπιχειρήσεων παραγωγῆς τροχίσκων. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν ἐπαγγελματικῶν καὶ βιοτεχνικῶν τάξεων Νομοῦ Μαγνησίας καὶ Γενικῆς Συνομοσπονδίας Ἐπαγγελματιῶν–Βιοτεχνῶν Ἑλλάδος, αἰτουμένων τὴν εἰς 60 δόσεις ἐξόφλησιν πασῶν τῶν ὀφειλῶν των πρὸς τοὺς ἀσφαλιστικοὺς ὀργανισμούς. Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Τριανταφυλλίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου Γονέων καὶ Κηδεμόνων μαθητῶν Ἀλεξανδρουπόλεως, αἰτουμένων τὸν διαχωρισμὸν τοῦ Γυμνασίου Ἀλεξανδρουπόλεως εἰς τοιοῦτον Ἀρρένων καὶ Θηλέων, λόγῳ τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ τῶν μαθητῶν (502 ἄρρενες καὶ 608 θήλεις). Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ε. Μπενᾶ, Δ. Καρακουλουξῆς καὶ Ι. Παπαδημητρίου, καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου Κερατσινίου αἰτουμένου, ὅπως ἀποσυρθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπιβολῆς φόρων ἐπὶ τῶν αὐθαιρέτων κτισμάτων κλπ. Ὁ βουλευτὴς Εὐβοίας κ. Μ. Στεφανίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου Ἀποστράτων Ἀξιωματικῶν Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ, ζητοῦντος τὴν ἀποκατάστασιν τῶν γενομένων εἰς βάρος των ἀδικιῶν. Ὁ βουλευτὴς Εὐβοίας κ. Μ. Στεφανίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἀνωτάτης Συνομοσπονδίας Συνταξιούχων Ἑλλάδος, ζητούσης τὴν βελτίωσιν τῆς θέσεως τῶν συνταξιούχων καὶ ἀναπήρων τῆς Ἑλλάδος καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ ΙΚΑ καὶ τῶν κλαδικῶν ἀσφαλιστικῶν Ταμείων. Ἀπαντήσεις τῶν διαφόρων Ὑπουργείων. Ι. Ὑπουργείου Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ. Ὑμέτερον ὑπ’ ἀριθ. 4715)3799)4.4.60, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν σχετικὴ ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ Χίου κ. Νικ. Ζορμπᾶ. Ἐπὶ τοῦ ἐν θέματι ἀντικειμένου, ἔχομεν ἤδη γνωρίσει ὑμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 9629)116)3.2.60 προγενεστέρου ἡμῶν ἐγγράφου, οὗτινος ἀντίγραφον ἐπισυνάπτομεν καὶ προσθέτομεν, ὅτι ἔκτοτε δὲν ἐμεσολάβησε νεώτερόν τι γεγονός, ὥστε νὰ μεταβληθῶσιν οἱ ὅροι καὶ συνθῆκαι, ἐφ’ ὧν ἐρείδεται ἡ τοιαύτη ἐξαγορά, ὥστε νὰ καθίσταται ἐφικτὴ ἡ ἐκ τῶν κειμένων διατάξεων περαιτέρω παρέκκλισις. Ἐν Ἀθήναις τῇ 8 Ἀπριλίου 1960
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΑΝΔΡΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ
β) Ὑμέτερον ὑπ’ ἀριθ. 956)22.1.60, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ἀπὸ 14.1.60 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ Χίου κ. Ν. Ζορμπᾶ. Ἐπὶ τοῦ ἐν θέματι ἀντικειμένου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ ἑπόμενα: 1. Διὰ τοῦ καταρτιζομένου ἤδη νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Ν. 3170)55 «περὶ Ν. Α.Τ.» (Φ.Ε.Κ. 76 Αʹ)55), λαμβάνεται μέριμνα τροποποιήσεως ἐπὶ τὸ ἐξυπηρετικώτερον, τῶν περὶ ἐξαγορᾶς ὑπηρεσίας ναυτικῶν, κτηθείσης ἐπὶ ξένων πλοίων κειμένων διατάξεων (2 ἄρθρ. 45 ἄνω νόμου). 2. Κατὰ τὰς κειμένας σήμερον διατάξεις, ἡ ἐξαγορὰ τοιαύτης ὑπηρεσίας, δέον νὰ συντελῆται ἐντὸς 2ετίας ἀπὸ τῆς ἀπολύσεως τοῦ ναυτικοῦ ἐκ τοῦ ὑπὸ ξένην σημαίαν τελοῦντος πλοίου, ἐνῷ διὰ τῆς νεοεισαγομένης διατάξεως ἐπιτρέπεται αὕτη μέχρι 5ετίας. 3. Ὡς πρὸς τὴν μὴ καταβολὴν τοῦ 3% προσθέτου τέλους, γνωρίζομεν ὑμῖν, ὅτι ἡ αἰτουμένη ἀπαλλαγὴ ἐκ τῆς ὑποχρεώσεως καταβολῆς τούτου δὲν εἶναι ἐφικτὸν νὰ υἱοθετηθῇ, διὰ τοὺς κάτωθι λόγους: α) Διότι ἡ ἄνευ ἐπιβαρύνσεως τινὸς ἐξαγορὰ κατὰ τὸ δοκοῦν καὶ τὰ ἑκάστοτε συμφέροντα τῶν ἐνδιαφερομένων ναυτικῶν, θὰ συνεπήγετο τὴν ἐξαιρετικὴν καὶ ἄνισον μεταχείρισιν τῆς κατηγορίας ταύτης τῶν ναυτικῶν, ἔναντι τοῦ συνόλου τῶν ἠσφαλισμένων, οἵτινες ἐμπροθέσμως ἐξεπλήρωσαν τὰς πρὸς τὸ Ἵδρυμα ὑποχρεώσεις των. βʹ) Διότι ἡ μὴ ἐμπρόθεσμος ἐκπλήρωσις τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης συνεπάγεται ἀποθετικὴν καὶ θετικὴν διὰ τὸ ΝΑΤ ζημίαν. Ἡ ἀποθετικὴ ζημία συνίσταται εἰς τὴν ἀποστέρησιν τοῦ ἱδρύματος ἐκ προσόδων, ἃς θὰ ἐκαρποῦτο τοῦτο, ἐὰν τὰ ἐκ τῆς κατηγορίας ταύτης ἔσοδα, πραγματοποιούμενα ἐγκαίρως ἀπέδιδον, ὡς κεφάλαια πλέον τοῦ ΝΑΤ, τὰς ἐκ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῆς περιουσίας προκυπτούσας προσόδους. Ἡ θετικὴ ζημία, ἥτις εἶναι καὶ σοβαρωτέρα ἐν προκειμένῳ, προκύπτει ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι διὰ τῆς ἐξαγοραζομένης ἄνευ ἐπιβαρύνσεως τινὸς ὑπηρεσίας, ἀναγνωρίζονται δικαιώματα ὑπὲρ τῶν ναυτικῶν, προκαλοῦντα σοβαρὰν διὰ τὸ Ἵδρυμα οἰκονομικὴν ἐπιβάρυνσιν, χωρὶς νὰ ὑφίστανται ἀσφαλιστικῶς αἱ προϋποθέσεις ἰσοδυνάμων οἰκονομικῶς εἰσφορῶν πρὸς τὰ ἐκ τοῦ ἀναγνωριζομένου χρόνου δημιουργούμενα δικαιώματα (συμπλήρωσις διὰ τῆς ἐξαγοραζομένης ὑπηρεσίας προσόντων συνταξιοδοτήσεως, ἐπιδοτήσεως καὶ ὑγειονομικῆς περιθάλψεως). Γενικώτερον γνωρίζομεν ὑμῖν, ὅτι ἡ καταβολὴ προσθέτων τελῶν, συνεπείᾳ τῆς μὴ ἐγκαίρου ἐκπληρώσεως τῶν πρὸς τὸ ΝΑΤ ὑποχρεώσεων τῶν παρ’ αὐτῷ ἠσφαλισμένων, δὲν εἶναι κάτι τὸ ἰδιότυπον, ἀλλ’ ἰσχύει ἀναλόγως καὶ παρ’ ἄλλοις Ὀργανισμοῖς καὶ παρ’ αὐτῷ τούτῳ τῷ Δημοσίῳ. Ἐν Πειραιεῖ τῇ 3 Φεβρουαρίου 1960
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΑΝΔΡΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΙΙ. Τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Γ. Σπηλιοπούλου, Α. Λασκαρίδη, Χ. Μπουσίου, Α. Κακογιάννη καὶ Σ. Καρασάββα. Εἰς ἀπάντησιν ἐπὶ τῆς κατατεθείσης ὑμῖν ὑπ’ ἀριθμ. 1314 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Γ. Σπηλιοπούλου, Α. Λασκαρίδη, Χ. Μπουσίου, Α. Κακογιάννη καὶ Σ. Καρασάββα, διαβιβασθείσης ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3190)5.3. 1960 ὑμετέρου ἐγγράφου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ κάτωθι: 1) Ἡ Κυβέρνησις παρηκολούθησε μετὰ προσοχῆς τὰς διαμορφωθείσας ἐξελίξεις εἰς τὰς ἀγορὰς χωρικῶν καπνῶν, κατόπιν τῆς προσφάτου νομισματικῆς ὑποτιμήσεως ἐν Τουρκίᾳ καὶ ἔλαβε, πρὸς ἀντιμετώπισιν αὐτῶν, τὰς ἀκολούθους ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι προστατεύουν πλήρως τοὺς καπνοπαραγωγοὺς καὶ τὸ γενικώτερον καπνικὸν συμφέρον τῆς χώρας. α) Ἀπαγόρευσις τῆς ἀγοραπωλησίας ἐπὶ καπνῶν, ἀξίας κατωτέρας τῶν 8 δραχμῶν κατὰ χιλ)μον καὶ ἐξαγορὰ αὐτῶν ὑπὸ τοῦ Ἐθνικοῦ Ὀργανισμοῦ Καπνοῦ, πρὸς ἀποσυμφόρησιν τῆς καπναγορᾶς ἐκ τῆς πλεοναζούσης ποσότητος κατωτέρων καπνῶν. β) Καθολικὴ παρέμβασις τοῦ ἀνωτέρω Ὀργανισμοῦ εἰς τὴν καπναγορὰν χωρικῶν καπνῶν ἐσοδείας 1959, βάσει τῶν ἐξαγωγικῶν τιμῶν ΦΟΜΠ τῶν καπνῶν ἐσοδείας 1958, πλὴν τῶν παραγομένων καὶ εἰς Τουρκίαν ποικιλιῶν Σαμψοῦντος, Κεντρικῆς Μακεδονίας καὶ Μυρωδάτων Σμύρνης, Νήσων, διὰ τῆς ὁποίας αἱ ἐν λόγῳ τιμαὶ μειοῦνται κατὰ 5%. Ἡ ὡς ἄνω μείωσις τῆς τιμῆς κατέστη ἐπιβεβλημένη, πρὸς ἀντιμετώπισιν τοῦ συναγωνισμοῦ τῶν ὁμοειδῶν ποικιλιῶν καπνοῦ Τουρκίας. γ) Εἰδικώτερον, διὰ τὴν ἐνίσχυσιν τῶν παραγωγῶν κλασσικῶν καπνῶν, ἀπεφασίσθη ἡ διάθεσις ποσοῦ δραχμῶν 335.000.000 διὰ τὴν ἐκτέλεσιν πενταετοῦς προγράμματος ἀποβλέποντος εἰς τὴν ἀναμόρφωσιν τῆς οἰκονομίας τῶν παραγωγῶν, πρὸς ἀπόκτησιν σταθεροῦ εἰσοδήματος ἐξ ἄλλων πηγῶν. 2) Ἡ διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ὑπ’ ἀριθ. 163)57 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, προώθησις τῆς ἐξαγωγῆς καπνῶν καὶ σουλτανίνας εἰς χώρας διμερῶν κλῆριγκ, ἐπιδιώκεται πάντοτε καὶ κάθε εὐκαιρία πραγματοποιήσεως ταύτης τυγχάνει ἀναλόγου μεταχειρίσεως. Ἐν Ἀθήναις τῇ 12 Ἀπριλίου 1960
Ὁ Ὑπουργὸς
Λ. ΔΕΡΤΙΛΗΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Σ. Ἡλιοπούλου, Ι. Εὐαγγελίδη, Δ. Καρακουλουξῆ καὶ Δ. Γιαχνῆ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὡς ἄνω ἐγγράφου ὑμῶν, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ φέρωμεν εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς καὶ τῶν ἐρωτώντων κ.κ. βουλευτῶν, ὅτι: 1) Τὰ ξύλινα μασούρια ὑφαντουργίας, ἔχουν ὑπαχθῆ εἰς εἰδικὸν πίνακα μηχανημάτων καὶ ἐξαρτημάτων διὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ὁποίων ἀπαιτεῖται εἰδικὴ ἔγκρισις τοῦ Ὑπουργείου Βιομηχανίας (ἀπόφ. Ὑπουργείου Ἐμπορίου καὶ Βιομηχανίας 6613)21.1.59, ΦΕΚ τεῦχος Βʹ 35)2.2. 1959). Κατὰ συνέπειαν, ἡ χορήγησις ἐγκρίσεως εἰσαγωγῆς, ὡς ἡ ἀναφερομένη ἐν τῇ ἐρωτήσει, ἀφορᾷ τὸ Ὑπουργεῖον Βιομηχανίας. 2) Ὅσον ἀφορᾶ τοὺς τροχίσκους κλωστοβιομηχανίας, ὑπάγονται εἰς τὸν πίνακα εἰσαγωγῆς Φ. 50, ἀπαιτουμένης προκαταβολῆς 70% τῆς ἀξίας των, ἅμα τῇ παραγγελίᾳ. Διὰ τὸ εἶδος τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχύσουν οἱ περιορισμοὶ τῶν ξυλίνων μασουρίων, διότι δὲν εἶναι ἐξαρτήματα μηχανῶν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 21 Ἀπριλίου 1960
Ὁ Ὑπουργὸς
Λ. ΔΕΡΤΙΛΗΣ
γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Βρανοπούλου. Εἰς ἀπάντησιν ἐπὶ τῆς ἀπὸ 18.3.60 καὶ ὑπ’ ἀριθ. 1470 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Βρανοπούλου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι, τὸ περιεχόμενον ἐν τῇ ἐρωτήσει ταύτῃ θέμα, ἀπασχολεῖ ἀπὸ μακροῦ τὴν Κυβέρνησιν, ὑπογραφείσης σχετικῆς συμβάσεως, ἐν τῷ πλαισίῳ τῆς Ἰνδο–Εὐρωπαϊκῆς συνεργασίας, δι’ ἧς ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως μεριμνήσῃ διὰ τὴν σύνταξιν νομοθετήματος, προβλέποντος τὴν ἐπιβολὴν τῆς ὑποχρεωτικῆς ἀσφαλίσεως τῶν αὐτοκινήτων καὶ ἐν Ἑλλάδι. Ἤδη, ἡ κύρωσις τῆς ἐν λόγῳ συμβάσεως, εὑρίσκεται ἐπὶ θύραις, κατατεθέντος τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν Γραμματείαν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Μετὰ δὲ τὴν κύρωσιν ταύτην, θέλει συνταχθῇ ὁ σχετικὸς νόμος. Ἐν Ἀθήναις τῇ 14 Ἀπριλίου 1960
Ὁ Ὑπουργὸς
Λ. ΔΕΡΤΙΛΗΣ
ΙΙΙ. Τοῦ Ὑπουργείου Προεδρίας Κυβερνήσεως. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ι. Δραγονέτη, Δ. Γιαχνῆ, Γ. Εὐαγγέλου, Ε. Μπενᾶ καὶ Ι. Παπαδημητρίου. Ἡ θέσις, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ θέματος εἰς ὃ ἀναφέρεται ἡ ἐρώτησίς σας, ἀνεπτύχθη διὰ μακρῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, κατὰ τὰς συζητήσεις ἐπὶ τοῦ σχετικοῦ νόμου, δύναται δὲ νὰ συνοψισθῇ εἰς τὰ ἑξῆς: 1) Τὸ ἐκ τοῦ ἀγγελιοσήμου ποσοστὸν 2%, ὅπερ διεξεδίκησεν ἡ Ἕνωσις Ἐργατῶν Τύπου, δὲν ἀνῆκεν εἰς αὐτήν, ἀλλ’ εἰς τὴν Ἕνωσιν Συντακτῶν Ἡμερησίων Ἐφημερίδων Ἀθηνῶν. 2) Οἱ ἐργάται Τύπου εἶχον ἤδη, ἀπὸ τοῦ 1951 ἐπιτύχει τὴν ὑπὲρ τοῦ ἀσφαλιστικοῦ Ταμείου των αὔξησιν τοῦ ποσοστοῦ ἐκ τοῦ ἀγγελιοσήμου ἀπὸ 1% εἰς 3%, δυνάμει τοῦ νόμου 1872)51. 3) Τὸ ἐκ τοῦ ἀγγελιοσήμου ἔσοδον, τὸ περιεχόμενον δυνάμει τοῦ ψηφισθέντος νόμου εἰς τὴν Ἕνωσιν Ἰδιοκτητῶν Ἡμερησίων Ἐφημερίδων Ἀθηνῶν, δὲν πρόκειται νὰ τὸ καρπωθοῦν οἱ ἐκδόται τῶν ἐν λόγῳ ἐφημερίδων, ἀλλ’ ὅπως σαφῶς ἐτονίσθη εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ ποσοστὸν τοῦτο θὰ διατεθῇ διὰ τὴν ἐπὶ ἐπιστημονικῶν βάσεων ὀργάνωσιν τῆς ἐργασίας πρὸς αὔξησιν τῶν διὰ τοῦ Τύπου διαφημίσεων. Οὕτω δέ, ὄχι μείωσις, ἀλλ’ ἀντιθέτως αὔξησις τῶν ἐσόδων τῶν ἐκ τοῦ ἀγγελιοσήμου τροφοδοτουμένων ἀσφαλιστικῶν ὀργανισμῶν θὰ ἐπέλθῃ. Κατὰ συνέπειαν, αἱ ἐν προκειμένῳ αἰτιάσεις τῶν ἐργατῶν Τύπου, εἶναι ὅλως ἀδικαιολόγητοι. Ἐν Ἀθήναις τῇ 25 Ἀπριλίου 1960
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Τ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Μ. Σβώλου, Δ. Γιαχνῆ, Γ. Αὐγεροπούλου καὶ Σ. Ἡλιοπούλου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὕπερθεν μνημονευομένου ὑμετέρου δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Μ. Σβώλου, Δ. Γιαχνῆ, Γ. Αὐγεροπούλου καὶ Σ. Ἡλιοπούλου ἀναφερομένη εἰς ἐνίσχυσιν τοῦ ἐν Μελισσίοις–Ἀττικῆς Ἀθλητικοῦ Ὁμίλου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ ἀκόλουθα: 1. Ἡ Γενικὴ Γραμματεία Ἀθλητισμοῦ, ἐνισχύει βεβαίως δι’ ἐπιχορηγήσεων ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ της τὰς ἀθλητικὰς ὀργανώσεις. Ἐπὶ τῆς χορηγήσεως, ὅμως, τῶν ἐνισχύσεων τούτων, γνωμοδοτεῖ προηγουμένως τὸ παρὰ τῇ ΓΓΑ ἁρμόδιον Συμβούλιον κρῖνον, βάσει ἀντικειμενικῶν κριτηρίων καὶ λαμβάνον ὑπ’ ὄψιν πρῶτον, τὰς δυνατότητας τοῦ προϋπολογισμοῦ ΓΓΑ. Δεύτερον, τὴν ἀθλητικὴν σημασίαν ἑκάστης ὀργανώσεως καὶ τὴν ἀνάγκην ἀναπτύξεως τῆς δράσεως αὐτῆς. Αὐτονόητον καθίσταται, ὅτι εἰς τὴν παροχὴν ἐνισχύσεων, προηγοῦνται κατὰ κανόνα αἱ Ὁμοσπονδίαι, ὡς καὶ αἱ Ὀργανώσεις, αἱ συγκεντροῦσαι μέγα ἀριθμὸν ἀθλουμένων νέων. 2. Τηρουμένων τῶν ἀνωτέρω προϋποθέσεων καὶ ὑπὸ τὸ ἐκτεθὲν πνεῦμα θέλει κριθῆ καὶ ἡ περίπτωσις τῆς ἐνισχύσεως τοῦ ἐν Μελισσίοις–Ἀττικῆς Ἀθλητικοῦ Ὁμίλου, ἐφ’ ὅσον ὑποβληθῇ τῇ Γ.Γ. Ἀθλητισμοῦ σχετικὴ αἴτησις. Ἐν Ἀθήναις τῇ 28 Μαρτίου 1960
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Τ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ
γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Μ. Σβώλου, Κ. Δεσποτοπούλου καὶ Δ. Γιαχνῆ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3340)8.3.60 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1356 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Μ. Σβώλου, Κ. Δεσποτοπούλου καὶ Δ. Γιαχνῆ, περὶ τῆς ἀνάγκης κατασκευῆς προβλῆτος εἰς τὴν νῆσον Μῆλον, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσωμεν ὑμᾶς, ὅτι ἐν τῷ σχεδίῳ τοῦ πενταετοῦς προγράμματος τουριστικῆς ἀναπτύξεως τοῦ ΕΟΤ, ἔχει περιληφθῆ ἡ κατασκευὴ τουριστικοῦ ξενῶνος, μετὰ τὴν ἔνταξιν δὲ τούτου εἰς ἐτήσιον πρόγραμμα, θέλει ἀμέσως ἐπακολουθήσει ἡ ἐξέτασις τοῦ ζητήματος κατασκευῆς μικρᾶς ἀποβάθρας, πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν ἐπισκεπτῶν. Ἐπὶ τοῦ παρόντος, ὅμως, ἐλλείψει πιστώσεων, δὲν ἀντιμετωπίζεται ἡ ἐκτέλεσις τοῦ ὡς ἄνω ἔργου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 30 Μαρτίου 1960
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ
δʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Β. Θανασέκου, Δ. Γιαχνῆ καὶ Κ. Δεσποτοπούλου. Ἐπὶ ἐρωτήσεως ὑπ’ ἀριθ. 1179 βουλευτῶν περὶ ἱδρύσεως τουριστικοῦ ξενοδοχείου Μυκόνου. Συμπληρωματικῶς πρὸς τὴν δοθεῖσαν ὑμῖν ἀπάντησιν ὑπ’ ἀριθ. 522)Τ)12.3.60 εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 1179 ἐρώτησιν τῶν βουλευτῶν κ.κ. Β. Θανασέκου, Δ. Γιαχνῆ καὶ Κ. Δεσποτοπούλου, περὶ τοῦ ἐν θέματι ἀντικειμένου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ κοινοποιήσωμεν ὑμῖν ἐν συνημμένῳ ἀντιγράφῳ σχετικὴν ἀναφορὰν τοῦ Δήμου Μυκονίων ὑπ’ ἀριθμ. 247)22.3.60 καὶ νὰ παρακαλέσωμεν διὰ τὰ καθ’ ἡμᾶς. Ἐν Ἀθήναις τῇ 12 Ἀπριλίου 1960
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ
Ἐπὶ τῇ ὑπ’ ἀριθ. 1179 ἐρωτήσει τῶν βουλευτῶν κ. κ. Κ. Δεσποτοπούλου κλπ. «περὶ ἱδρύσεως τοῦ ἀνεγειρομένου τουριστικοῦ ξενοδοχείου Μυκόνου». Πρὸς Τὸ Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν Γενικὴν Διεύθυνσιν Διεύθυνσιν Τοπικῆς Αὐτοδιοικήσεως Εἰς ἐκτέλεσιν τῶν ὑπ’ ἀριθ. 17012)19.2.60 καὶ 27922) 17.3.60 ὑμετέρων διαταγῶν περὶ τοῦ ἐν περιλήψει ἐπιδηλουμένου θέματος, λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλωμεν συνημμένως ἀντίγραφον τῆς ὑπ’ ἀριθ. 247)22.3.60 ἀναφορᾶς πρὸς ἡμᾶς τοῦ Δημάρχου Μυκονίων, περὶ τοῦ θιγομένου ζητήματος. Ἐν Ἑρμουπόλει τῇ 28 Μαρτίου 1960
Ὁ Νομάρχης Κυκλάδων
Α. ΛΕΒΙΔΗΣ
Πρὸς
Τὸν κ. Νομάρχην Κυκλάδων
ΣΥΡΟΝ
Εἰς ἀπάντησιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 5232)21.3.1960 ὑμετέρας διαταγῆς, λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ ἀναφέρωμεν, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ὑδρεύσεως Μυκόνου, μέλη τῆς ὁποίας τυγχάνουσι τόσον ὁ Δήμαρχος, ὅσον καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἐνεργοῦσα διὰ λογαριασμὸν καὶ χρημάτων τῶν ἐν Ζολιὲττ τῆς Ἀμερικῆς Κοινότητος τῶν Μυκονίων, ἀποπεράτωσε τὸ δίκτυον ὑδρεύσεως τμήματος τῆς πόλεως Μυκόνου ἐκ τοῦ Δημοτικοῦ φρέατος «Ἀργύραινα» πρὸ 40 περίπου ἡμερῶν καὶ μετὰ τὰς ἐπιτυχεῖς δοκιμάς, θέλει ἀρχίσει ἡ κανονικὴ ὑδροληψία ἐντὸς τῶν ἡμερῶν. 2) Ὅσον ἀφορᾷ τὰς φήμας περὶ ὑδρεύσεως ἐκ τοῦ φρέατος τούτου τοῦ ἀνεγειρομένου τουριστικοῦ ξενοδοχείου, οὐδεμίαν πληροφορίαν ἐπίσημον εἴχομεν, οὔτε ποτὲ μᾶς ἐζητήθη παρ’ οὐδενὸς τὶ τὸ τοιοῦτον. Ἀπεναντίας, ἡ Ἐπιτροπή, πρὸς πλήρη ἐξασφάλισιν ὑδρεύσεως τοῦ κοινοῦ, ἤρχισε καὶ τὴν κατασκευὴν τοῦ δικτύου ὑδρεύσεως καὶ ἐκ τοῦ ἑτέρου φρέατος Βρύσης, ἥτις ἐργασία θὰ ἔχῃ περατωθῇ μέχρι τῆς 15ης περίπου Ἀπριλίου, οὕτως ὥστε νὰ ὑδρευθῇ καὶ τὸ ἕτερον μέλος τῆς πόλεως. Εὐπειθέστατος
Ὁ Δήμαρχος Μυκονίων
Δ. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ
IV. Τοῦ Ὑπουργείου Κοιν. Προνοίας. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Μ. Σβώλου, Δ. Γιαχνῆ, Σ. Ἠλιοπούλου καὶ Γ. Αὐγεροπούλου. Ἐν συνεχείᾳ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. Υ.Μ. 794)17.3.60 ἡμετέρου, ἐν σχέσει πρὸς τὴν συγκέντρωσιν καὶ καῦσιν τῶν ἀπορριμμάτων περιοχῆς Καλογρέζης, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν, ὅτι ἡ διάθεσις τῶν ἀπορριμμάτων εἰς τὴν περιοχὴν ἔνθα νῦν τὸ Δημοτικὸν Γήπεδον, ἀπέβλεπεν εἰς τὴν ἀξιοποίησιν τῆς ὑπαρχούσης φυσικῆς κοιλότητος τοῦ ἐδάφους καὶ ἐπέτρεψεν ἀκριβῶς τὴν δημιουργίαν τοῦ σημερινοῦ γηπέδου. Αὕτη θὰ συνεχισθῇ μέχρι πληρώσεως τῆς ὑπαρχούσης εἰσέτι εἰς τὸν ὑπ’ ὄψιν χῶρον μικρᾶς κοιλότητος, λαμβανομένων παραλλήλως μέτρων διὰ τὴν προστασίαν τῆς δημοσίας ὑγείας (ἄμεσος κάλυψις τῶν ἀπορριμμάτων διὰ χώματος κλπ.). Μετὰ τὴν ἐπιχωμάτωσιν τῆς ἀνωτέρω κοιλότητος, ὁ Δῆμος Ν. Ἰωνίας θὰ ἐναποθέτῃ τὰ ἀπορρίμματά του εἰς τὴν ἐγκριθεῖσαν ἤδη ὑπὸ τῆς Ὑγειονομικῆς Ἐπιτροπῆς θέσιν εἰς «Ρέμα Σουνιᾶ». Πάντως, ἡ ἐναπόθεσις ἀπορριμμάτων εἰς τὴν ρηθεῖσαν θέσιν παρακολουθεῖται ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας ἡμῶν ἀνελλιπῶς καὶ εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν διαπιστωθῇ δημιουργία ἀνθυγιεινῆς καταστάσεως εἰς βάρος τῆς δημοσίας ὑγείας, θὰ ἀπαγορευθῇ ἀμέσως ἡ περαιτέρω χρῆσις τοῦ ἀνωτέρω χώρου διὰ τὴν ἐναπόθεσιν ἀπορριμμάτων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 23 Ἀπριλίου 1960
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Ι. ΨΑΡΡΕΑΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Θ. Λυμπερίδη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἀνωτέρω ὑπ’ ἀριθ. 4012)3207)ἐ.ἔ. ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Θ. Λυμπερίδη, σχετικῶς πρὸς τὴν ὕδρευσιν καὶ λειτουργίαν εἰς Νικησιάννην–Καβάλας Ἐθνικοῦ Ἀγροτικοῦ Νηπιοτροφείου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι οἱ Ἐθνικοὶ Παιδικοὶ Σταθμοὶ καὶ τὰ Ἐθνικὰ Ἀγροτικὰ Νηπιοτροφεῖα ἀποτελοῦν ἕνα ἀπὸ τὰ σπουδαιότερα προγράμματα παιδικῆς προστασίας τοῦ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργείου καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἤδη λειτουργούντων καθ’ ἅπασαν τὴν χώραν εἶναι πράγματι ἀνεπαρκὴς διὰ νὰ καλύψῃ τὰς ἀνάγκας τῶν δεομένων προστασίας νηπίων ἐργαζομένων ἢ ὁπωσδήποτε μὴ δυναμένων νὰ ἐπιμεληθοῦν τῶν τέκνων των μητέρων. Ἡ ἵδρυσις ὅμως νέων τοιούτων ἱδρυμάτων εἶναι ἐξηρτημένη ἐκ τῶν διατιθεμένων ἑκάστοτε σχετικῶν πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι πρὸς τὸ παρὸν δὲν ἐπιτρέπουν τὴν σύστασιν νέων ἱδρυμάτων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 21 Ἀπριλίου 1960
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΣΤΡΑΤΟΣ
γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Βαλούρδου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὡς ἄνω ἐγγράφου ὑμῶν, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Βαλούρδου, καταχωρηθεῖσα ὑπ’ αὔξ. ἀριθ. 1486 βιβλίου ἐρωτήσεων, σχετικῶς μὲ τὸ ἐν περιλήψει θέμα, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι, διὰ τὸν διορισμὸν τῶν μελῶν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ θεραπευτηρίου «Ὁ Εὐαγγελισμός», τὸ Ὑπουργεῖον Κοινωνικῆς Προνοίας, οὐδεμίαν ἁρμοδιότητα ἔχει, καθ’ ὅσον ὁ διορισμὸς τῶν μελῶν τοῦ ἐν λόγῳ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, ἐνεργεῖται συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 3 τοῦ ἀπὸ 5.12.51)10.1.52 Β. Δ)τος. Ἐν Ἀθήναις τῇ 13 Ἀπριλίου 1960
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Ι. ΨΑΡΡΕΑΣ
δʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Β. Θανασέκου, Κ. Δεσποτοπούλου καὶ Δ. Γιαχνῆ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3338)2668)8.3.60 ὑμετέρου, ἐν σχέσει πρὸς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 1354)5.3.60 ἐρώτησιν τῶν βουλευτῶν κ.κ. Β. Θανασέκου, Κ. Δεσποτοπούλου καὶ Δ. Γιαχνῆ, διὰ τὴν ἐπίλυσιν τοῦ προβλήματος τῆς ὑδρεύσεως διαφόρων χωρίων καὶ Κοινοτήτων τῆς νήσου Ἄνδρου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν, ὅτι αἱ συνταχθεῖσαι σχετικαὶ ὑδρογεωλογικαὶ ἐκθέσεις ὑπὸ γεωλόγου τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας, διεβιβάσθησαν εἰς τὴν Τεχνικὴν Ὑπηρεσίαν τῆς Νομαρχίας Κυκλάδων, ἥτις καὶ διετάχθη, ὅπως προβῇ εἰς τὴν σύνταξιν τῶν τεχνικῶν μελετῶν τῶν ἔργων ὑδρεύσεως τῶν Κοινοτήτων ὅρμου Κορθίου, Καππαριᾶς, Κοχύλου καὶ Παλαιοκάστρου, ὡς καὶ τῶν χωρίων καὶ συνοικισμῶν αὐτῶν. Μετὰ τὴν σύνταξιν τῶν μελετῶν τούτων, τὴν λῆψιν σχετικῶν ἀποφάσεων ὑπὸ τῶν οἰκείων Κοινοτικῶν Συμβουλίων καὶ τὴν ρύθμισιν τοῦ θέματος κυριότητος τῶν πηγῶν, τὸ Νομαρχιακὸν Ταμεῖον Κυκλάδων, θὰ προβῇ εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν τῶν ἀνωτέρω κοινοτήτων, διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων, ὑπὸ τὴν ὑγειονομικὴν παρακολούθησιν τῆς ἡμετέρας ὑπηρεσίας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 23 Ἀπριλίου 1960
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Ι. ΨΑΡΡΕΑΣ
V. Τοῦ Ὑπουργείου Ἐθν. Παιδείας. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4472)30.3.1960 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1534 ἐ.ἔ. ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσωμεν ὑμᾶς, ὅπως πληροφορήσητε τὸν ἐρωτῶντα κ. συνάδελφον, ὅτι διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 137740)21. 11.59 ἡμετέρου ἐγγράφου, παρεσχέθησαν εἰς αὐτὸν σχετικαὶ πληροφορίαι. Ἐν Ἀθήναις τῇ 28 Ἀπριλίου 1960
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Μ. Σβώλου, Γ. Βαλούρδου, Γ. Αὐγεροπούλου, Σ. Ἡλιοπούλου καὶ Δ. Γιαχνῆ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3786)3057)16.3.1960 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ κατατεθεῖσα εἰς τὴν Βουλὴν ὑπ’ ἀριθ. 1414)12.3.1960 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Μ. Σβώλου, Γ. Βαλούρδου, Γ. Αὐγεροπούλου, Σ. Ἡλιοπούλου καὶ Δ. Γιαχνῆ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσωμεν ὑμᾶς ὅπως πληροφορήσητε τοὺς ἐρωτῶντας κ.κ. συναδέλφους, ὅτι ἤδη διὰ σημαντικῆς κρατικῆς ἐνισχύσεως καὶ διὰ μερικῆς ἐξυπηρετήσεως τοῦ συναφθέντος δανείου 400.000 θὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἀποπεράτωσις τοῦ διδακτηρίου τοῦ Αʹ δημοτικοῦ σχολείου Χολαργοῦ. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ θέμα τῆς ἀνεγέρσεως διδακτηρίων διὰ τὸ Βʹ δημοτικὸν σχολεῖον Χολαργοῦ καὶ διὰ τὸ Γυμνασιακὸν Παράρτημα, τοῦτο ἐξετάζεται ἐν τῷ πλαισίῳ τῆς ἀντιμετωπίσεως τοῦ διδακτηριακοῦ θέματος τῆς χώρας. Διὰ τὴν ἀνέγερσιν διδακτηρίου εἰς τὸν συνοικισμὸν Παπάγου, συνεστήθη διὰ τῆς ἀπὸ 5.11.1959 ἀποφάσεως τῆς Νομαρχίας Ἀττικῆς ἐπιτροπὴ ἐκλογῆς γηπέδου, ἥτις ἐξετάσασα ἐπὶ τόπου τὰ ὑποδειχθέντα αὐτῇ γήπεδα, ἐξέλεξε τὸ καταλληλότερον. Πλὴν ὅμως, ὁ Ὀργανισμὸς τοῦ συνοικισμοῦ, ἐπανεξετάσας τὸ θέμα, ὑπέδειξεν ἡμῖν διὰ τοῦ ἀπὸ 3.3.1960 ἐγγράφου αὐτοῦ νέον γήπεδον, τὸ ὁποῖον ὅμως ἡ Ἐπιτροπὴ ἔκρινεν ὡς ἀκατάλληλον. Μετὰ τὴν τελικὴν ἐκλογὴν γηπέδου καὶ τὴν δωρεὰν παραχώρησιν αὐτοῦ εἰς τὴν σχολικὴν ἐφορείαν, ἡ παρ’ ἡμῖν Ὑπηρεσία θὰ συντάξῃ ἀνάλογον μελέτην διὰ τὴν ἐν καιρῷ ἀνέγερσιν τοῦ διδακτηρίου. Ὡς πρὸς τὴν ἐπάνδρωσιν τοῦ Γυμνασιακοῦ Παραρτήματος Χολαργοῦ διὰ διδακτηριακοῦ προσωπικοῦ εἶναι γνωστόν, ὅτι τὰ Γυμνασιακὰ Παραρτήματα ἱδρύονται ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν τῆς καλύψεως τῶν εἰς προσωπικὸν ἀναγκῶν ὑπὸ τῶν αἰτούντων ἐνδιαφερομένων. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς νέας ἐκπαιδευτικῆς πολιτικῆς, τὸ Ὑπουργεῖον μελετᾷ τὴν περαιτέρω τύχην αὐτῶν διὰ τῆς ἀνεξαρτοποιήσεώς των ἢ τὴν δημιουργίαν ἀντ’ αὐτῶν τεχνικῶν ἢ ἄλλων ἐπαγγελματικῶν σχολείων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 24 Ἀπριλίου 1960
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ
γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Π. Βαρδινογιάννη. Εἰς ἀπάντησιν τῶν ὑπ’ ἀριθ. 4276)461)31.3.1960 καὶ 4610)1090)3731)31.3.1960 ὑμετέρων ἐγγράφων, σχετικῶς μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 1506 ἐρώτησιν καὶ τὴν ὑπ’ ἀριθ. Π. Ν. 1090 ἀναφορὰν τοῦ βουλευτοῦ κ. Π. Βαρδινογιάννη, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσωμεν ὅπως πληροφορήσητε τὸν ἐρωτῶντα κ. συνάδελφον, ὅτι οὐδέποτε ἐλήφθη ἀπόφασις περὶ ἱδρύσεως Γʹ Ἐκπαιδευτικῆς Περιφερείας Στοιχειώδους Ἐκπαιδεύσεως εἰς Ρέθυμνον. Τὸ θέμα τῆς ἱδρύσεως νέων ἐκπαιδευτικῶν περιφερειῶν εὑρίσκεται εἰσέτι εἰς τὸ στάδιον τῆς μελέτης. Ἐν Ἀθήναις τῇ 28 Ἀπριλίου 1960
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ
δʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Δ. Γιαχνῆ, Β. Θανασέκου καὶ Κ. Δεσποτοπούλου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 39)86)3181)19.3.1960 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ κατατεθεῖσα εἰς τὴν Βουλὴν ὑπ’ ἀριθ. 1437)15.3.1960 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Δ. Γιαχνῆ, Β. Θανασέκου καὶ Κ. Δεσποτοπούλου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσωμεν ὑμᾶς ὅπως πληροφορήσητε τοὺς ἐρωτῶντας κ.κ. συναδέλφους, ὅτι κατόπιν εἰσηγήσεως τοῦ οἰκείου Ἐπιθεωρητοῦ Δημοτικῶν Σχολείων καὶ ὑποβολῆς ἡμῖν ὡρισμένων λεπτομερειῶν σχετικῶς μὲ τὴν θέσιν τοῦ διδακτηρίου Κώμης–Τήνου, ἐπελήφθη ἤδη ἡ παρ’ ἡμῖν Τεχνικὴ Ὑπηρεσία τῆς συντάξεως μελέτης διὰ τὴν προσθήκην μιᾶς αἰθούσης. Διὰ τὴν χρηματοδότησιν τοῦ ἔργου ὑπεδείξαμεν ἤδη πρὸς τὸ Νομαρχιακὸν Ταμεῖον Κυκλάδων ὅπως ἐξετάσῃ τὴν χορήγησιν πιστώσεων κατὰ τὴν κατανομὴν τῶν εἰς τὴν διάθεσιν αὐτῶν τιθεμένων πιστώσεων. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀνάγκης ἀμέσου ἐπισκευῆς τοῦ Διδακτηρίου Κώμης δι’ ἐγγράφου ἡμῶν πρὸς τὸν Νομομηχανικὸν Κυκλάδων, ἐζητήσαμεν ὅπως ἐξετάσῃ καὶ συντάξῃ προϋπολογισμὸν δαπάνης διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀπαραιτήτων ἐπισκευῶν καὶ εἰσηγηθῇ ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ Νομαρχιακὸν Ταμεῖον διὰ τὴν χορήγησιν ἀναλόγου πιστώσεως. Ἐν Ἀθήναις τῇ 10 Ἀπριλίου 1960
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ
εʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Χ. Γραμματίδη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3780)3051)163.1960 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1422 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Χ. Γραμματίδη, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσωμεν, ὅπως πληροφορήσητε τὸν ἐρωτῶντα κ. συνάδελφον, ὅτι ὡς γνωστὸν ἡ ἵδρυσις παραρτημάτων τῶν Γυμνασίων ἐγένετο ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν τῆς καλύψεως τῶν εἰς προσωπικὸν ἀναγκῶν ὑπὸ τῶν αἰτούντων ἐνδιαφερομένων. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς νέας ἐκπαιδευτικῆς πολιτικῆς τῆς καθιερωθείσης διὰ τοῦ Ν. Δ. 3971)1959 τὸ Ὑπουργεῖον μελετᾶ τὴν περαιτέρω τύχην αὐτῶν διὰ τῆς ἀνεξαρτοποιήσεως αὐτῶν ἢ τῆς δημιουργίας ἀντ’ αὐτῶν τεχνικῶν ἢ ἄλλων ἐπαγγελματικῶν σχολείων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 19 Ἀπριλίου 1960
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ
VI) Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ. Ἐν σχέσει πρὸς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 4915)4040)60 ὑμέτερον ἔγγραφον, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡ ὑπ’ ἀριθ. βιβλ. ἐρωτ. 1568 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ, μετὰ σχετικοῦ ψηφίσματος τοῦ Συλλόγου Κοινοτικῶν Ὑπαλλήλων τοῦ Νομοῦ Χίου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἑξῆς: Διὰ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 3913)58, 3893)58, 3892)58 καὶ 3896) 1958 νομοσχεδίων ἐπελύθησαν τὰ πλεῖστα ἐκ τῶν αἰτημάτων τῶν δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν ὑπαλλήλων, ἅτινα διετυποῦντο εἰς διάφορα ψηφίσματα ἢ ὑπομνήματα τῶν τοπικῶν ὀργανώσεων τῶν ἐν λόγῳ ὑπαλλήλων ὑποβληθέντα κατὰ τὸ παρελθὸν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὰ ἐν τῷ ὡς ἄνω ψηφίσματι περιλαμβανόμενα αἰτήματα, γνωρίζομεν, ὅτι 1) ἡ σύστασις ἑνιαίου ταμείου μισθοδοσίας κοινοτικῶν ὑπαλλήλων, ἐκτὸς τοῦ ὅτι παρουσιάζει πλείστας ὅσας τεχνικὰς δυσχερείας, ἀντίκειται καὶ πρὸς τὴν οἰκονομικὴν αὐτοτέλειαν καὶ ἀνεξαρτησίαν τῶν ὀργανισμῶν τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως, διότι ἡ τυχὸν λῆψις τοιούτου νομοθετικοῦ μέτρου θὰ ἀποβῇ εἰς βάρος τῶν εὐπόρων κοινοτήτων. 2) Ἡ ὑπαγωγὴ ἁπάντων τῶν κοινοτικῶν ὑπαλλήλων εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Ν. 1726)51 ἀνεξαρτήτως ἐσόδων, δὲν καθίσταται δυνατή, διότι ἡ ὑπαγωγὴ τῶν ἐν λόγῳ ὑπαλλήλων εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τούτου δημιουργεῖ πρόσθετον οἰκονομικὴν (π.χ. αὔξησιν ἀποδοχῶν ὑπαλλήλων, καταβολὴν εἰς αὐτοὺς ἐπιδομάτων, αὔξησιν συντάξεων κλπ.) εἰς τὰς Κοινότητας, γεγονὸς ὅπερ θὰ καταστήσῃ ἔτι δυσχερεστέραν τὴν λειτουργίαν τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτῶν εἰς βάρος τοῦ συνόλου. 3) Ὡς πρὸς τὴν μνημονευομένην κατάργησιν τῆς παρ. 2 τοῦ ἄρθρου 51 τοῦ Ν. 1726)51, σημειοῦμεν, ὅτι τὸ θέμα τοῦ καθορισμοῦ τῆς μισθοδοσίας τῶν κοινοτικῶν ὑπαλλήλων ἐρρυθμίσθη ἐσχάτως διὰ τῶν ἄρθρων 1 καὶ 2 τοῦ Ν. Διατάγματος 3892)58 εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐξασφαλίζεται τόσον ἡ δυνατότης καθορισμοῦ μεγαλυτέρου τοῦ καταβαλλομένου ἤδη εἰς τοὺς ἐν λόγῳ ὑπαλλήλους, μισθοῦ, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουν ἀντιστοίχως ἔσοδα ὅσον καὶ ἡ πληρωμὴ τακτικῶς τῶν ἀποδοχῶν τῶν ὑπαλλήλων τούτων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 26 Ἀπριλίου 1960
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΜΑΚΡΗΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Χ. Φιλίππου, Β. Μπρακατσούλα καὶ Α. Τσιπώρη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4457)60 ὑμετέρου ἐγγράφου καὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1519 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Χ. Φιλίππου, Β. Μπρακατσούλα καὶ Α. Τσιπώρη, περὶ τοῦ ἐν περιλήψει θέματος, ἔχομεν τὴν τιμὴν, κατόπιν ἀναφορᾶς τοῦ Νομάρχου Καρδίτσης, νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἀκόλουθα: Εἰς τὸ χωρίον Φτελοπούλα κατεσκευάσθη, διὰ κρατικῆς ἀρωγῆς, τὸ ἔτος 1954, μετὰ τοὺς Θεσσαλικοὺς σεισμούς, ξυλόπηκτον διδακτήριον κατάλληλον καὶ ἀντισεισμικὸν, βάσει σχεδίου τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας. Εἰς τὸ διδακτήριον τοῦτο λειτουργεῖ τὸ δημοτικὸν σχολεῖον μὲ δύο διδασκάλους καὶ 83 μαθητάς. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Νομαρχιακοῦ Ταμείου Καρδίτσης, τοῦ ἔτους 1960, ἔχει συμπεριληφθῆ καὶ ἡ ἀνέγερσις 2)θεσίου διδακτηρίου ἐν Φτελοπούλᾳ. Ἐν Ἀθήναις τῇ 26 Ἀπριλίου 1960
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΜΑΚΡΗΣ
γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Σχινᾶ. Εἰς ἀπάντησιν ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4835)5.4.1960 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1565 ἐ.ἔ. ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Σχινᾶ, ἀφορῶσα εἰς τὴν τοποθέτησιν καθοδηγητικῶν πινακίδων καὶ ἀριθμῶν εἰς τὰς νεοανεγειρομένας οἰκοδομὰς εἰς τὸν κεντρικὸν τομέα τῆς Πρωτευούσης, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι τὸ ἡμέτερον Ὑπουργεῖον, παρακολουθεῖ, μετ’ ἰδιαιτέρου ἐνδιαφέροντος τὸ ζήτημα τοῦτο, ὡς προκύπτει ἐκ τῶν συναποστελλομένων ὑπ’ ἀριθ. 38499)174)22.5.1959 καὶ 15980)51)12.2.1960 ἐγκυκλίων του. Ἐν Ἀθήναις τῇ 26 Ἀπριλίου 1960
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΜΑΚΡΗΣ
δʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Δ. Κελτεμλίδη, Ι. Γιαλώφα, Ε. Γιαρένη καὶ Β. Ἐφραιμίδη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3341 ὑμετέρου ἐγγράφου καὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1357 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. Δ. Κελτεμλίδη, Ι. Γιαλώφα, Ε. Γιαρένη καὶ Β. Ἐφραιμίδη, περὶ τοῦ ἐν περιλήψει θέματος, ἔχομεν τὴν τιμὴν κατόπιν ἀναφορᾶς τοῦ Νομάρχου Θεσσαλονίκης νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἀκόλουθα: Ἡ ὁδὸς Ἐλεούσης προβλέπεται νὰ κατασκευασθῇ διὰ τοῦ καταρτιζομένου Βʹ Πίνακος τοῦ Προγράμματος Μ. Κ.Ε. τοῦ ἔτους 1960. Ἡ διαπλάτυνσις τῆς πεζογεφύρας ἐπὶ τῆς περιφερειακῆς διώρυγος «Βαρδαρόβασι», οὕτως ὥστε νὰ καταστῇ βατὴ εἰς τροχοφόρα, εἶναι ἀνέφικτος, λόγῳ τῆς ἀπαιτουμένης μεγάλης δαπάνης, δυσαναλόγου πρὸς τὸν ἐξυπηρετηθησόμενον δι’ αὐτῆς πληθυσμόν, διότι θὰ ἀπαιτηθῇ ἡ ἀποξήλωσις τῆς πεζογεφύρας καὶ ἡ κατασκευὴ κανονικῆς γεφύρας δαπάνης 2.000.000 δραχμῶν. Ἡ ἐπικοινωνία τοῦ οἰκισμοῦ μετὰ τῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ Βεροίας προκειμένου περὶ βαρέων ὀχημάτων εἶναι ἐφικτὴ μέσῳ τοῦ πρὸς ἀνατολὰς μεγάλου φράγματος καὶ τοῦ ἐκεῖθεν ἀναχώματος μέχρι τῆς γεφύρας Ἀξιοῦ, διὰ συνολικῆς διαδρομῆς 4.000 μέτρων. Ἐξ ἄλλου διὰ τῆς πεζογεφύρας εἶναι ἐφικτὴ ἡ διέλευσις κάρρων καὶ μὲ ποίαν τινὰ δυσχέρειαν ἐλαφρῶν ὀχημάτων κατόπιν διαδρομῆς 1.600 μέτρων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 26 Ἀπριλίου 1960
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΜΑΚΡΗΣ
εʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Μ. Κανάρη, Ι. Δραγονέτη καὶ Κ. Σωτηρίου. Ἔχομεν τὴν τιμὴν, εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4449 ἀπὸ 30.3.1960 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Μ. Κανάρη, Ι. Δραγονέτη καὶ Κ. Σωτηρίου, σχετικὴ μὲ ἀπόλυσιν συλληφθέντος Πέτρου Παπακώστα, νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ὁ ἐν θέματι ἀφέθη ἐλεύθερος. Ἐν Ἀθήναις τῇ 26 Ἀπριλίου 1960
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ
στʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Β. Μπρακατσούλα, Χ. Φιλίππου καὶ Α. Τσιπώρη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4458)30.3.1960 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη τῷ Ὑπουργείῳ ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1520 ἐ.ἔ. ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Β. Μπρακατσούλα, Χ. Φιλίππου καὶ Α. Τσιπώρη, ἀφορῶσα εἰς τὸν τρόπον τῆς λειτουργίας τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου καὶ εἰς τὴν ἀνάγκην χρηματοδοτήσεως τῶν κοινοτήτων Ἀμπελικοῦ, Ριζοβουνίου καὶ Φτελοπούλας–Καρδίτσης, διὰ τὴν ἀνέγερσιν κοινοτικοῦ καταστήματος, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Καθ’ ἅ ἀνέφερεν ἡμῖν ἡ Νομαρχία Καρδίτσης, αἱ ἀνωτέρω κοινότητες στεροῦνται ὄντως κοινοτικοῦ καταστήματος καὶ δὲν καθίσταται δυνατή, ἐπὶ τοῦ παρόντος, ἡ ἀνέγερσις τοιούτου δι’ ἰδίων πόρων, καθ’ ὅσον αἱ κοινότητες αὗται ἐλάχιστα ἔσοδα πραγματοποιοῦν (τακτικὰ ἔσοδα 1959, Ἀμπελικὸν 17.600, Ριζοβούνιον 18.300, Φτελοπούλα 20.700), οὔτε διὰ χρηματοδοτήσεως ἐκ τῶν πιστώσεων τοῦ προγράμματος Μικρῶν Κοινωφελῶν Ἔργων (Μ.Κ.Ε.) καθ’ ὅσον δὲν χορηγοῦνται δάνεια διὰ τὸν σκοπὸν τοῦτον. Ἐκτὸς τούτου ἡ μὲν Κοινότης Ἀμπελικοῦ βαρύνεται διὰ δανείου δραχμ. 150.000, ἡ δὲ τοιαύτη Φτελοπούλας διὰ τοιούτου δραχμ. 65.000 διὰ τὴν ἐκτέλεσιν διαφόρων κοινωφελῶν ἔργων. Ἡ κοινότης Φτελοπούλας ἀνέγραψεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τρέχοντος οἰκον. ἔτους πίστωσιν ἐκ δραχμ. 9.000 διὰ τὴν ἀνέγερσιν κοινοτικοῦ καταστήματος. Συναφῶς γνωρίζομεν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον παρακολουθεῖ μετὰ ἰδιαιτέρου ἐνδιαφέροντος τὴν ἀπόκτησιν ἰδιοκτήτου καταστήματος παρ’ ὅλων τῶν κοινοτήτων τοῦ Κράτους, πρὸς τοῦτο δὲ ἔχουν ἐκδοθῆ αἱ ἐν ἀντιγράφῳ συναποστελλόμεναι ὑπ’ ἀριθ. 19910)60)1.3.1958 καὶ 53308)12.8.59 ἐγκύκλιοι τοῦ Ὑπουργείου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 26 Ἀπριλίου 1960
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΜΑΚΡΗΣ
ζʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κκ. Β. Ἐφραιμίδη, Ν. Καθαροσπόρη καὶ Σ. Καρασάββα. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1751)1389)5.2.1960 ἐγγράφου σας, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν τῆς Ε.Δ.Α. κ.κ. Β. Ἐφραιμίδη, Ν. Καθαροσπόρη καὶ Σ. Καρασάββα περὶ τῶν μεταναστευσάντων εἰς Ἅγιον Δομένικον Ἑλλήνων, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ κάτωθι: α) Ἅμα τῇ πληροφορίᾳ περὶ τῆς ὑπόπτου καὶ ἀνωμάλου μεταναστεύσεως Ἑλλήνων διὰ τὴν Δημοκρατίαν τοῦ Ἁγίου Δομενίκου, δι’ ἐγκαίρου ἐπεμβάσεως αἱ ὑφ’ ἡμᾶς Ἀρχαὶ ἐματαίωσαν τὴν ἔξοδον ἐκ τῆς χώρας τοῦ μεγαλυτέρου ἀριθμοῦ ἐκ τῶν προεγγραφέντων διὰ μετανάστευσιν εἰς τὴν ἐν λόγῳ Δημοκρατίαν Ἑλλήνων ἀνακοπείσης ἐν ταὐτῷ τῆς δράσεως τῶν ὑπευθύνων προσώπων. β) Οἱ ὑπαίτιοι τῆς ἀνωμάλου μεταναστεύσεως συνελήφθησαν καὶ παρεπέμφθησαν εἰς τὴν Δικαιοσύνην. Κατὰ τὰ λοιπὰ σημεῖα ἡ ἐρώτησις ἀναφέρεται εἰς ζητήματα ἐκτὸς τῆς ἁρμοδιότητος ἡμῶν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 21 Ἀπριλίου 1960
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ
ηʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Β. Μπρακατσούλα, Χ. Φιλίππου καὶ Α. Τσιπώρη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1354)60 ὑμετέρου ἐγγράφου καὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1067 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Β. Μπρακατσούλα, Χ. Φιλίππου καὶ Α. Τσιπώρη, περὶ τοῦ ἐν περιλήψει θέματος, ἔχομεν τὴν τιμὴν, κατόπιν ἀναφορᾶς τοῦ Νομάρχου Καρδίτσης, νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἀκόλουθα: Κατόπιν διαταγῆς τῆς Νομαρχίας ἐλήφθησαν ὑπὸ τῆς Τ.Υ.Δ.Κ. τὰ ἀπαιτούμενα στοιχεῖα καὶ συντάσσεται παρ’ αὐτῆς ἡ τεχνικὴ μελέτη προϋπολογισμοῦ δαπάνης περίπου 350 χιλ. δραχμῶν. Τὸ ἔργον θὰ ἐνταχθῇ εἰς τὸ πρόγραμμα μεγαλυτέρων ἔργων τοῦ Νομαρχιακοῦ Ταμείου τοῦ τρέχοντος ἔτους πρὸς χρηματοδότησιν ἐκ τῶν Πιστώσεων Δημοσίων Ἐπενδύσεων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 22 Ἀπριλίου 1960
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΜΑΚΡΗΣ
θʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Κ. Δεσποτοπούλου, Β. Θανασέκου, Μ. Σβώλου καὶ Δ. Γιαχνῆ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2110)60 ὑμετέρου ἐγγράφου καὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1179 ἐρωτήσεως τῶν κ.κ. βουλευτῶν Κ. Δεσποτοπούλου, Β. Θανασέκου, Μ. Σβώλου καὶ Δ. Γιαχνῆ, περὶ ὑδρεύσεως τοῦ ἀνεγειρομένου τουριστικοῦ ξενοδοχείου Μυκόνου ἐκ τῆς πηγῆς Ἀργύραινας, ἔχομεν τὴν τιμὴν, κατόπιν ἀναφορᾶς τοῦ Νομάρχου Κυκλάδων καὶ τοῦ Δημάρχου Μυκόνου, νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἀκόλουθα: Δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ πληροφορία καθ’ ἣν τὸ νερὸ τῆς πηγῆς «Ἀργύραινας» θὰ χρησιμοποιηθῇ διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἀνεγειρομένου Τουριστικοῦ Ξενοδοχείου. Πρὸ δύο περίπου μηνῶν ἔχει ἀποπερατωθῆ τὸ δίκτυον ὑδρεύσεως τμήματος τῆς πόλεως Μυκόνου ἐκ τοῦ Δημοτικοῦ φρέατος «Ἀργύραινας». Πρὸς πλήρη ἐξασφάλισιν τῆς ὑδρεύσεως τοῦ κοινοῦ ἤρχισεν ἡ κατασκευὴ τοῦ δικτύου ὑδρεύσεως καὶ ἐκ τοῦ ἑτέρου φρέατος Βρύσης ἥτις θὰ ἔχῃ περατωθῆ μέχρι τῆς 15ης Ἀπριλίου ἐ.ἔ. οὕτως ὥστε νὰ ὑδρευθῇ καὶ τὸ ἕτερον μέρος τῆς πόλεως. Ἐν Ἀθήναις τῇ 22 Ἀπριλίου 1960
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΜΑΚΡΗΣ
ιʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ι. Εὐαγγελίδη, Σ. Ἡλιοπούλου, Γ. Πρίφτη, Η. Ἡλιοῦ, καὶ Β. Ἐφραιμίδη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1163)20.1.60 ὑμετέρου ἐγγράφου καὶ ἐν συνεχείᾳ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 23)2)38 ἀπὸ 28. 1.60 σχετικοῦ ἡμετέρου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1040)21.1.60 ἐρωτήσεως τῶν ἐν θέματι, ὅτι αἱ ἐν λόγῳ τοιχοκολλήσεις ἀπεικόνιζον θηριωδίας τῶν ἀναρχοκομμουνιστῶν κατὰ τὸ Δεκεμβριανὸν Κίνημα 1944 καὶ τὸν συμμοριτοπόλεμον εἰς βάρος τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 4 Ἀπριλίου 1960
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ
ιαʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Μ. Σβώλου, Ι. Εὐαγγελίδη καὶ Ν. Κιτσίκη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1172)964 ἀπὸ 26.1.1960 ὑμετέρου ἐγγράφου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν ἐν θέματι, ὅτι ἐκ τῆς ἐνεργηθείσης ἐρεύνης διεπιστώθη τὸ νόμιμον τῆς ἐνεργείας τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν καὶ ὅτι αἱ αἰτιάσεις τῶν ἐρωτώντων κ.κ. βουλευτῶν εἰσὶ ἀβάσιμοι. Ἐν Ἀθήναις τῇ 4 Ἀπριλίου 1960
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ
ιβʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Β. Θανασέκου, Κ. Δεσποτοπούλου καὶ Δ. Γιαχνῆ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3338)60 ὑμετέρου ἐγγράφου καὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1354 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Β. Θανασέκου, Κ. Δεσποτοπούλου καὶ Δ. Γιαχνῆ, περὶ τοῦ ἐν ἐπικεφαλίδι θέματος, ἔχομεν τὴν τιμὴν, κατόπιν ἀναφορᾶς τοῦ Νομάρχου Κυκλάδων, νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἀκόλουθα: Ἅπασαι αἱ ἐκθέσεις τοῦ γεωλόγου τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας κ. Γ. Κολιοπούλου, διεβιβάσθησαν εἰς τὴν Τεχνικὴν Ὑπηρεσίαν τῆς Νομαρχίας, ἵνα προβῇ εἰς τὴν σύνταξιν τῶν μελετῶν τῶν ἔργων ὑδρεύσεως τῶν Κοινοτήτων Νήσων Ἄνδρου, Ὅρμου Κορθίου, Κορθίου, Καππαριᾶς, Κοχύλου καὶ Παλιοκάστρου συνοικισμῶν καὶ χωρίων αὐτῆς. Μετὰ τὴν σύνταξιν τῶν μελετῶν καὶ τὴν λῆψιν τῶν σχετικῶν ἀποφάσεων ὑπὸ τῶν ἐνδιαφερομένων κοινοτικῶν συμβουλίων, τὸ Νομαρχιακὸν Ταμεῖον Κυκλάδων θὰ χρηματοδοτήσῃ τὰ ἐν λόγῳ ἔργα πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτῶν. Ἐπὶ τούτοις, γνωρίζομεν, ὅτι αἱ ὑπὸ τοῦ γεωλόγου κ. Κολιοπούλου ὑποδεικνυόμεναι πηγαὶ ἢ θέσεις διανοίξεως φρεάτων τυγχάνουσιν ἰδιωτικαὶ οἱ δὲ ἰδιοκτῆται αὐτῶν ὑπέβαλον διαμαρτυρίαν ἵνα ἀποτραπῇ ἡ ἐκτέλεσις τῶν προβλεπομένων ἐργασιῶν. Ἤδη ἡ Νομαρχία μελετᾷ τὸν τρόπον παρακάμψεως τοῦ κωλύματος τούτου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 22 Ἀπριλίου 1960
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΜΑΚΡΗΣ
ιγʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Γ. Ἀράπη, Α. Τσιάρα, Δ. Παινέζη, Ι. Δραγονέτη, Α. Ζάκκα καὶ Σ. Μερκούρη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1748)1386 ἀπὸ 5.2.1960 ὑμετέρου ἐγγράφου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν ἐν θέματι, ὅτι δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς τὴν ἀλήθειαν αἱ διατυπωθεῖσαι αἰτιάσεις τῶν παρουσιασθέντων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον πολιτῶν καὶ χαρακτηριστικὸν εἶναι τὸ γεγονὸς, ὅτι ἐνεσωματώθησαν εἰς τὴν ἀναφορὰν τῶν ἐρωτώντων βουλευτῶν ὅλως ἀβασανίστως. Ἐν Ἀθήναις τῇ 4 Ἀπριλίου 1960
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ
VII) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Βαλούρδου. Ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἀπὸ 30.3.1960 ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Βαλούρδου, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παράσχω ὑμῖν τὰς κάτωθι πληροφορίας. Ἡ ἐν Ὀττάβᾳ Ἑλληνικὴ Β. Πρεσβεία στεγάζεται ἀπὸ τῆς ἱδρύσεώς της (1942): ἐν τῷ ξενοδοχείῳ CHATEAU LAURIER. Τὸ καταβαλλόμενον σήμερον μίσθωμα κατόπιν ἀλληλοδιαδόχων αὐξήσεων ἀνέρχεται εἰς δολλάρια Καναδικὰ 50 ἡμερησίως διὰ τρία δωμάτια–γραφεῖα Πρεσβείας καὶ κατοικία Πρέσβεως. Τὸ μίσθωμα εἶναι σημαντικόν, ἀλλὰ συγκρινόμενον μὲ ἐκεῖνο ἄλλων ἐν Ὀττάβᾳ Πρεσβειῶν, ὅπου ὑπάρχει ἀνάλογος σπάνις στέγης, οὐδόλως δύναται νὰ θεωρηθῇ ὑπερβολικόν. Πάντως ἀπό τινος χρόνου ἀναζητεῖται λύσις οἰκονομικωτέρα στεγάσεως τῆς Πρεσβείας Ὀττάβας. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει γενικῶς, ὡς πρόγραμμα τὴν στέγασιν τῶν κυριωτέρων Πρεσβειῶν εἰς ἰδιόκτητα κτίρια, ἔχει δὲ ἐπιτελεσθῆ ἀρκετὴ ἐργασία πρὸς τὴν κατεύθυνσιν ταύτην. Ἡ ὁλοκλήρωσις ὅμως τοῦ προγράμματος τούτου, δὲν δύναται νὰ γίνῃ παρὰ σταδιακῶς. Διὰ τὸ τρέχον ἔτος ἀντιμετωπίζεται ἡ συμπλήρωσις καὶ διαρρύθμισις τοῦ ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ ἀγορασθέντος ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου κτιρίου, διὰ τὴν στέγασιν ἁπασῶν τῶν ἐκεῖ Ὑπηρεσιῶν μας καὶ ἀπαλλαγὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκ τῆς δαπάνης τῶν καταβαλλομένων μισθωμάτων. Ὡσαύτως ἡ μετασκευὴ τοῦ ἐν Παρισίοις ἰδιοκτήτου καὶ πεπαλαιωμένου Μεγάρου τῆς ἡμετέρας Β. Πρεσβείας, εἰς τὸ ὁποῖον ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν δὲν ἔγιναν ἐπισκευαί. Τέλος δὲ ἐπιτελεῖται ἡ ἐπισκευὴ τοῦ κατερειπωθέντος ἐκ τῆς μακρᾶς ἐγκαταλείψεως τοῦ ὡσαύτως ἰδιοκτήτου Μεγάρου τῆς ἐν Βουκουρεστίῳ Πρεσβείας ἡμῶν, ὡς καὶ ἡ ἀνοικοδόμησις τῶν γραφείων αὐτῆς. Ἐν Ἀθήναις τῇ 23 Ἀπριλίου 1960
Ὁ Ὑπουργὸς
Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ
VIII) Τοῦ Ὑπουργ. Συγκ. καὶ Δημ. Ἔργων. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ι. Εὐαγγελίδη, Κ. Δεσποτοπούλου, Β. Θανασέκου καὶ Δ. Γιαχνῆ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3769)3040)16.3.60 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ι. Εὐαγγελίδη, Κ. Δεσποτοπούλου, Β. Θανασέκου καὶ Δ. Γιαχνῆ, ἐν σχέσει μὲ ἐκτέλεσιν διαφόρων ἔργων εἰς Φηρὰ Νήσου Θήρας εἰς βάρος τῶν πιστώσεων ἀποκαταστάσεως σεισμοπαθῶν, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι λόγῳ τοῦ λίαν περιωρισμένου τῶν πιστώσεων τοῦ ὑπὸ ἐκτέλεσιν προϋπολογισμοῦ σεισμοπαθῶν, δὲν θὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἐν τῇ ἐρωτήσει ἔργων ἡμετέρας ἁρμοδιότητος. Ἐν Ἀθήναις τῇ 25 Ἀπριλίου 1960
Ὁ Ὑφυπουργὸς Οἰκισμοῦ
Ε. ΚΕΦΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Βαλούρδου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4714)4.4.60 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1559 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Βαλούρδου, ἐν σχέσει μὲ τὴν μείωσιν τοῦ τόκου τῶν χορηγουμένων δανείων ὑπὸ τοῦ Ταχυδρομικοῦ Ταμιευτηρίου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ ἀκόλουθα: Κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ Ταχυδρομικοῦ Ταμιευτηρίου, τὸ ἐπιτόκιον τῶν μέχρι τοῦδε χορηγηθέντων ὡς καὶ τῶν χορηγηθησομένων οἰκοδομικῶν δανείων ἐμειώθη ἀπὸ 1ης Ἰανουαρίου ἐ.ἔ. εἰς 8% δι’ ἅπαντας, τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, πλὴν τῶν ταχυδρομικῶν τοιούτων, δι’ οὓς καθωρίσθη ἐπιτόκιον 6,5%. Ἡ ἐργασία διὰ τὸν καθορισμὸν τῶν νέων μειωμένων τοκοχρεωλυτικῶν δόσεων ὁλοκληροῦται ἤδη, πρόκειται δὲ κατ’ αὐτὰς νὰ ἀνακοινωθῶσιν αὗται εἰς τοὺς οἰκείους διατάκτας καὶ ἅπαντα τὰ Δημόσια Ταμεῖα, ὥστε ἀπὸ 1ης Ἰουλίου ἐ.ἔ. νὰ γίνῃ ἔναρξις τῆς κρατήσεως αὐτῶν ἑνιαίως, δι’ ἅπαντας τοὺς δανειούχους. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀπὸ 1.1.60 μέχρι τῆς ὡς ἄνω ἡμερομηνίας διαφορὰς ὑπὲρ τῶν ὀφειλετῶν, αὗται θὰ ἐκπεσθῶσιν ἐκ τοῦ ὑπολοίπου τοῦ κατὰ τὴν 31.12.60 ὀφειλομένου δανείου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 20 Ἀπριλίου 1960
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Θ. ΚΟΝΙΤΣΑΣ
γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Πλατῆ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4474)30.3.60 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1535, ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Πλατῆ, ἐν σχέσει μὲ τὴν χορήγησιν εἰς τοὺς καρροποιοὺς καὶ τοὺς συναφεῖς ἐπαγγελματίας ἀδειῶν κυκλοφορίας φορτηγῶν αὐτοκινήτων ἢ ἀποζημιώσεως, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν, ὅτι ἡ χορήγησις ἀδειῶν κυκλοφορίας φορτηγῶν αὐτοκινήτων δημοσίας χρήσεως δὲν καθίσταται δυνατή, καθ’ ὅσον ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τοιούτων εἶναι κατὰ πολὺ μεγαλύτερος τοῦ ἀπαιτουμένου διὰ τὰς μεταφορὰς καὶ οὐδεμία σκέψις ὑπάρχει διὰ τὴν χορήγησιν νέων ἀδειῶν κυκλοφορίας. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα τῆς ἀποζημιώσεως, τοῦτο ἀνάγεται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 14 Ἀπριλίου 1960
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Θ. ΚΟΝΙΤΣΑΣ
δʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Ἀρβανιτάκι. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4015)19.3.1960 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1466 ἐ.ἔ. ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Ἀρβανιτάκι, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι λόγῳ τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης κατασκευῆς καὶ ἀνακαινίσεως τοῦ πρωτεύοντος καὶ βασικοῦ ἐθνικοῦ δικτύου τῆς Χώρας δὲν διετέθησαν πιστώσεις κατὰ τὸ τρέχον ἔτος διὰ τὸ ὑπόλοιπον ἐθνικὸν δίκτυον. Ἡ ὁδὸς ἀπὸ Χαλκίδος εἰς Λουτρὰ Αἰδηψοῦ μέχρι τῆς ἀνακαινίσεώς της θὰ συντηρῆται ἐκ πιστώσεων τοῦ Ὑπουργείου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 20 Ἀπριλίου 1960
Ὁ Ὑπουργὸς
Σ. ΓΚΙΚΑΣ
εʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Λαυρεντίδη. Εἰς ἀπάντησιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1026 ἐ.ἔ. ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Λαυρεντίδη, σχετικῶς μὲ τὴν ἀνακατασκευὴν τῆς ὁδικῆς γεφύρας ἐπὶ τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοῦ Σ.Σ. Σιδηροκάστρου, Ν. Πετριτσίου Ροδοπόλεως, ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Στρυμόνος, καταστραφείσης ἐν ἔτει 1935, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ κάτωθι: Ἡ ἀνακατασκευὴ τῆς γεφύρας δὲν συμπεριελήφθη εἰς τὸ πρόγραμμα κατασκευῆς ὁδῶν καὶ γεφυρῶν ἐκ πιστώσεων Δημοσίων Ἐπενδύσεων τοῦ τρέχοντος ἔτους, λόγῳ τῆς ἀνάγκης ἀνακαινίσεως καὶ κατασκευῆς τοῦ πρωτεύοντος καὶ βασικοῦ ἐθνικοῦ δικτύου καὶ λόγῳ τῆς ἀπαιτουμένης μεγάλης δαπάνης διὰ τὴν κατασκευὴν της ἐν συνδυασμῷ μὲ τὴν γενικωτέραν ἀνακαίνισιν ὁλοκλήρου τοῦ ἐπαρχιακοῦ δικτύου τῆς ἐν λόγῳ περιοχῆς. Τὸ Ὑπουργεῖον ἀναγνωρίζον τὴν χρησιμότητα τῆς γεφύρας, περιέλαβε τὴν ἐκτέλεσιν ταύτης εἰς τὸ προσωρινὸν πενταετὲς πρόγραμμα ὁδοποιΐας. Ἤδη ἡ ἁρμοδία Διεύθυνσις τοῦ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργείου ἔχει συγκεντρώσει ἅπαντα τὰ στοιχεῖα τὰ ἀναγκαιοῦντα διὰ τὴν μελέτην τῆς ἀνακατασκευῆς της. Ἐν Ἀθήναις τῇ 20 Ἀπριλίου 1960
Ὁ Ὑπουργὸς
Σ. ΓΚΙΚΑΣ
στʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Ε. Μπενᾶ, Ι. Παπαδημητρίου, Κ. Σωτηρίου καὶ Δ. Καρακουλουξῆ. Εἰς ἀπάντησιν τῆς διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4709 ἀπὸ 4.4.1960 ὑμετέρου ἐγγράφου ἀποσταλείσης ὑπ’ ἀριθ. 1552)31.3. 1960 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Κ. Σωτηρίου, Δ. Καρακουλουξῆ κλπ., ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν, ὅτι ἡ νῆσος τῆς Σαλαμῖνος ἐπὶ τοῦ παρόντος ἐπικοινωνεῖ μετὰ τοῦ συγκροτήματος τῆς Πρωτευούσης διὰ μιᾶς τηλεφωνικῆς συνδέσεως μέσῳ τῆς δευτερευούσης ἐγκαταστάσεως τοῦ Ναυστάθμου ἔχει γίνει ὅμως ὑπὸ τοῦ ΟΤΕ πρόβλεψις εἰς τὸ τριετὲς πρόγραμμα ἐπεκτάσεως τῶν ἐγκαταστάσεων τῆς αὐτομάτου ἀστικῆς τηλεφωνίας (1961–1963) δι’ ἐγκατάστασιν εἰς τὴν ὁμώνυμον Πρωτεύουσαν τῆς νήσου Σαλαμῖνος αὐτομάτου Τηλεφωνικοῦ Κέντρου 500 παροχῶν δι’ οὗ θὰ ἐξασφαλισθῇ ἐπαρκῶς ἡ ἐπικοινωνία τῶν κατοίκων τῆς νήσου ταύτης μετὰ τοῦ συγκροτήματος τῆς πρωτευούσης. Διὰ τὸ μεταβατικὸν διάστημα μέχρι τῆς λειτουργίας τοῦ ἀνωτέρω κέντρου ἐγένετο προεργασία δι’ ἐγκατάστασιν 5 κοινοχρήστων τηλεφωνικῶν συνδέσεων εἰς Σαλαμῖνα (πρωτεύουσα) Ἀμπελάκια, Καματερό, Σελήνια καὶ Παλούκια. Ἡ λειτουργία τῶν συνδέσεων τούτων ἐλπίζεται, ὅτι θὰ πραγματοποιηθῇ συντόμως. Ἐν Ἀθήναις τῇ 14 Ἀπριλίου 1960
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Θ. Ι. ΚΟΝΙΤΣΑΣ
ζʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Ι. Εὐαγγελίδη, Μ. Σβώλου, Γ. Αὐγεροπούλου, Σ. Ἠλιοπούλου καὶ Δ. Γιαχνῆ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4922)7.4.60 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1576 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ. κ. Ι. Εὐαγγελίδη, Μ. Σβώλου, Γ. Αὐγεροπούλου, Σ. Ἠλιοπούλου καὶ Δ. Γιαχνῆ, ἐν σχέσει μὲ τὴν μείωσιν τῆς τιμῆς εἰσιτηρίου τῆς λεωφορειακῆς γραμμῆς Βριλλησίων καὶ ἐγκατάστασιν τηλεφώνου εἰς τὸν συνοικισμὸν Πάτωμα ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ ἀκόλουθα: 1) Μείωσις τῶν τιμῶν τῶν εἰσιτηρίων τῶν ἀστικῶν λεωφορειακῶν γραμμῶν τῆς Πρωτευούσης δὲν εἶναι δυνατή, λαμβανομένου μάλιστα ὑπ’ ὄψει, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἠναγκάσθη ἐσχάτως νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀναπροσαρμογὴν τῶν τιμῶν τῶν εἰσιτηρίων τῶν ὡς ἄνω γραμμῶν, πρὸς κάλυψιν τῶν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1955 καὶ ἐντεῦθεν μεσολαβησασῶν ἐπιβαρύνσεων τοῦ κόστους τοῦ κομίστρου, λόγῳ αὐξήσεως τῶν ἀποδοχῶν τοῦ προσωπικοῦ τῶν λεωφορείων, τῶν καυσίμων, λιπαντικῶν, ἀνταλλακτικῶν κλπ. καὶ τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων ἐξωραϊσμοῦ καὶ ὁδοποιΐας ἐν τῇ περιοχῇ τῆς Πρωτευούσης. 2) Κατὰ παρασχεθείσας ὑπὸ τοῦ ΟΤΕ πληροφορίας, μελετᾶται ἡ τοποθέτησις τηλεφωνικοῦ θαλάμου εἰς τὴν περιοχὴν τοῦ συνοικισμοῦ Πάτωμα, πρὸς πληρεστέραν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἀναγκῶν ἐπικοινωνίας τῶν κατοίκων μέσῳ τοῦ κοινοχρήστου τούτου τηλεφώνου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 28 Μαρτίου 1960
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Θ. Ι. ΚΟΝΙΤΣΑΣ
ηʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Δ. Καρακουλουξῆ, Ε. Μπενᾶ καὶ Ι. Παπαδημητρίου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3999)19.3.1960 ὑμετέρου ἐγγράφου δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1450 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ. κ. Δ. Καρακουλουξῆ, Ε. Μπενᾶ καὶ Ι. Παπαδημητρίου ἐν σχέσει μὲ τὴν καθιέρωσιν λεωφορειακῆς γραμμῆς Νεαπόλεως Κρήνης Ἁγίου Γεωργίου Λεωφόρου Π. Ράλλη Ἀθηνῶν, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ ἀκόλουθα: Ἡ ἔγκρισις λειτουργίας νέας λεωφορειακῆς γραμμῆς ἐπεκτάσεως ὑφισταμένης τοιαύτης ἐν τῇ ἀστικῇ περιοχῇ Ἀθηνῶν–Πειραιῶς δὲν καθίσταται ἐπὶ τοῦ παρόντος ἐφικτή. Τὸ θέμα τοῦτο εἶναι γενικώτερον καὶ ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς δυνάμεως τοῦ διατιθεμένου νῦν ἀριθμοῦ λεωφορείων ἥτις θὰ πραγματοποιηθῇ ἐντὸς τοῦ προσεχοῦς θέρους. Ἐν Ἀθήναις τῇ 28 Μαρτίου 1960
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Θ. Ι. ΚΟΝΙΤΣΑΣ
θʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Ι. Εὐαγγελίδη, Ε. Μπενᾶ καὶ Α. Μπριλλάκη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4149)22.3.1960 ὑμετέρου ἐγγράφου δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1488 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ. κ. Ι. Εὐαγγελίδη, Ε. Μπενᾶ καὶ Α. Μπριλλάκη, ἐν σχέσει μὲ τὴν καθυστέρησιν ἀποσταλείσης εἰς Αἴγιναν ἐπιστολῆς ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ ἀκόλουθα: Ἡ πρὸς Γεώργ. Σταυρέκαν ἐπιστολὴ τοῦ βουλευτοῦ κ. Εὐαγγελίδη, περὶ ἧς ἀνωτέρω ἡ ἐρώτησις ἔχει ταχυδρομηθῆ ὡς συνήθης τὴν 13 Φεβρουαρίου ἐ. ἔ. καὶ περὶ ὥραν 18 ὡς προκύπτει ἐκ τῆς φωτοτυπίας τοῦ φακέλλου της. Δεδομένου, ὅτι τὸ Ταχυδρομεῖον Ἀθηνῶν ἀποστέλλει καθ’ ἑκάστην εἰς Αἴγιναν Ταχυδρομικὸν σάκκον ἡ ἀνωτέρω ἐπιστολὴ ἔδει νὰ περιέλθῃ εἰς τὸ Ταχυδρομεῖον Αἰγίνης τὴν ἑπομένην, ἤτοι τὴν 14 Φεβρουαρίου. Ἐν τούτοις ἐκ τῆς φωτοτυπίας τοῦ χρονολογικοῦ σημάντρου τοῦ ἐν λόγῳ γραφείου φέρεται ἡ ἐπιστολὴ περιελθοῦσα εἰς αὐτὸν τὴν 6 Μαρτίου. Μία τοιαύτη καθυστέρησις δὲν εἶναι βεβαίως νοητή. Ἐν προκειμένῳ ἂν ἀποκλεισθῇ ἡ περίπτωσις, ὅτι ἐξ ἀμελείας τοῦ διανομέως Αἰγίνης κατὰ τὴν περιστροφὴν τῶν τροχῶν τοῦ σημάντρου ἔχει ἐσφαλμένως ἀποτυπωθῆ ἡ ὡς ἄνω χρονολογία τῆς 6 Μαρτίου εἶναι δυνατὸν νὰ πρόκειται περὶ τῶν ἐμφανιζομένων εἰς ὅλας τὰς χώρας ἐν τῇ διαχειρίσει τῆς ἀλληλογραφίας σπανίων περιπτώσεων καθυστερήσεων λόγῳ τοῦ ὅτι μία ἐπιστολὴ παρεισέφρησεν εἰς δέσμην ἐντύπων ἢ εἰς σχισμὴν τινὰ τοῦ θυριδωτοῦ κατὰ τὴν ταξινόμησιν. Εἰς ποῖον ἀκριβῶς στάδιον διαχειρίσεως θὰ ἔλαβε χώραν ἡ καθυστέρησις δὲν δύναται νὰ καθορισθῇ διότι αἱ συνήθεις ἐπιστολαὶ ἐν τῷ Ταχυδρομείῳ Ἀθηνῶν, λόγῳ τοῦ ὄγκου τοῦ ἔργου τοῦ Γραφείου τούτου διέρχονται ἀπὸ πολλὰ ἐπὶ μέρους στάδια διαχειρίσεως μέχρι τῆς ἐγκλείσεώς των εἰς τὸν οἰκεῖον Ταχυδρομικὸν σάκκον. Ἐν Ἀθήναις τῇ 1 Ἀπριλίου 1960
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Θ. Ι. ΚΟΝΙΤΣΑΣ
ιʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Χ. Φιλίππου, Β. Μπρακατσούλα καὶ Α. Τσιπώρη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2620)22.2.60 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1234 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ. κ. Χ. Φιλίππου, Β. Μπρακατσούλα καὶ Α. Τσιπώρη, ἐν σχέσει μὲ τὴν καθιέρωσιν τοπικῆς συγκοινωνίας Σοφάδων–Καρδίτσης, ἐν συνεχείᾳ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. Υ. 15524)26.2.60 ἐγγράφου μας, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν, ὅτι εὐθὺς ὡς ἐτέθη τὸ ἐν λόγῳ θέμα ὑπ’ ὄψιν τῆς Νομαρχίας, αὕτη ἐν συνεργασίᾳ μετὰ τῶν ἐνδιαφερομένων μελετᾷ τὴν κατὰ τὸ δυνατὸν διευθέτησίν του. Ἐν Ἀθήναις τῇ 12 Ἀπριλίου 1960
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Θ. Ι. ΚΟΝΙΤΣΑΣ
ιαʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Μ. Σβώλου, Γ. Αὐγεροπούλου, Σ. Ἡλιοπούλου, Δ. Γιαχνῆ καὶ Ι. Εὐαγγελίδη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4925)7.4.60 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1579 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ. κ. Μ. Σβώλου, Γ. Αὐγεροπούλου, Σ. Ἡλιοπούλου, Δ. Γιαχνῆ καὶ Ι. Εὐαγγελίδη, ἐν σχέσει μὲ τὴν αὔξησιν τῶν λεωφορείων τῶν γραμμῶν Ἡλιουπόλεως καὶ τὴν μείωσιν τοῦ εἰσιτηρίου τῶν γραμμῶν τούτων, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ ἀκόλουθα: 1) Ἡ ἐνίσχυσις τῶν λεωφορειακῶν γραμμῶν τῆς Πρωτευούσης, ἐν αἷς καὶ αἱ γραμμαὶ τῆς Ἡλιουπόλεως δὲν καθίσταται ἐφικτὴ ἐπὶ τοῦ παρόντος, ἀλλὰ θ’ ἀντιμετωπισθῇ ἐφ’ ὅσον κριθῇ ἁρμοδίως ἡ ἀνάγκη πυκνώσεως τῶν δρομολογίων, μετὰ τὴν τοποθέτησιν νέου ἀριθμοῦ λεωφορείων, ἥτις ὑπολογίζεται, ὅτι θὰ πραγματοποιηθῇ ἐντὸς τοῦ τρέχοντος ἔτους. 2) Μείωσις τοῦ ἰσχύοντος τιμολογίου εἰσιτηρίου τῶν λεωφορειακῶν γραμμῶν Ἡλιουπόλεως καὶ καθιέρωσις ἐπ’ αὐτῶν νέων τμηματικῶν εἰσιτηρίων, πέραν τῶν ἤδη ὑφισταμένων τοιούτων, δὲν εἶναι δυνατή, διότι συνεπάγεται αὔξησιν τῆς τιμῆς τοῦ εἰσιτηρίου ὁλοκλήρου τῆς διαδρομῆς, ἣν δὲν δυνάμεθα νὰ υἱοθετήσωμεν. Ἐξ ἄλλου, τὸ κόμιστρον τῶν λεωφορείων δὲν καθορίζεται μόνον βάσει τῆς χιλιομετρικῆς ἀποστάσεως τῆς διαδρομῆς ἑκάστης γραμμῆς, ἀλλὰ καὶ πολλῶν ἑτέρων παραγόντων, ὡς εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ ὁδικοῦ δικτύου, ἡ ἐπιβατικὴ κίνησις, αἱ ἐν γένει συνθῆκαι ἐκμεταλλεύσεως τοῦ οἰκείου ΚΤΕΛ κλπ. 3) Διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 113365)16.3.60 ἀποφάσεως ἐνεκρίθη ὁ τερματισμὸς ἁπάντων τῶν λεωφορείων τῆς γραμμῆς Ἡλιουπόλεως εἰς τὸ νέον τέρμα (Ἄνω Ἡλιούπολις). Ἐν Ἀθήναις τῇ 13 Ἀπριλίου 1960
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Θ. Ι. ΚΟΝΙΤΣΑΣ
ΙΧ. Τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Σ. Καρασάββα, Γ. Εὐαγγελίδη καὶ Ι. Παπαδημητρίου. Ἔχομεν τὴν τιμὴν ἐν σχέσει πρὸς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 2006) 1569 ἐ. ἔ., ὑμέτερον ἔγγραφον καὶ τὴν διὰ τούτου διαβιβασθεῖσαν ἐρώτησιν τῶν βουλευτῶν κ. κ. Σ. Καρασάββα, Γ. Εὐαγγέλου καὶ Ι. Παπαδημητρίου ἀφορῶσαν θέματα ἐργατικῆς νομοθεσίας νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἁρμοδιότητα ἐποπτείας ἔχουν τὰ Ὑπουργεῖα Ἐργασίας καὶ Βιομηχανίας ἡ δὲ ἐφαρμογὴ τῶν ποινικῶν διατάξεων γίνεται αὐτεπαγγέλτως ὑπὸ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς. Ἐν Ἀθήναις τῇ 11 Ἀπριλίου 1960
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ
Χ. Τοῦ Ὑπουργείου Βιομηχανίας. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Α. Τσιάντου, Ε. Σκούρα, Ι. Σιαφλέκη, Π. Καπνίση καὶ Ι. Δραγονέτη. Εἰς ἀπάντησιν τῆς διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4704)4.4.1960 ὑμετέρου ἐγγράφου διαβιβασθείσης ἡμῖν ἐρωτήσεως ὑπ’ ἀριθ. 1547 τῶν βουλευτῶν κ. κ. Α. Τσιάντου, Ε. Σκούρα, Ι. Σιαφλέκη, Π. Καπνίση καὶ Ι. Δραγονέτη καὶ ἐν συνεχείᾳ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. Πρωτ. 13397)13.1.1960 ἐγγράφου μας σχετικῶς μὲ τὸ θέμα εἰσαγωγῆς πετρελαιομηχανῶν δι’ ἀντλητικὰ συγκροτήματα ἰσχύος μέχρι 16 ἵππων δι’ ἃς διετυπώσαμεν τὴν ἄποψιν ἡμῶν περὶ ἀπαγορεύσεως εἰσαγωγῆς τούτων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἅτε κατασκευαζομένων καταλλήλως καὶ ἐπαρκῶς παρὰ τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσωμεν τὰ ἀκόλουθα: Ἐπὶ τοῦ ἐν τῇ ἀνωτέρω ἐρωτήσει προβαλλομένου ἐπιχειρήματος, ὅτι αἱ ἐν λόγῳ πετρελαιομηχαναὶ εἰσάγονται ἐν τῇ χώρᾳ ὑπὸ τὸ πρόσχημα ἐκθεμάτων εἰς τὴν Δ. Ε. Θεσσαλονίκης ὁπότε καταστρατηγεῖται ἡ ἀπαγόρευσις τῆς εἰσαγωγῆς των δι’ ἀποφάσεως τῆς Διοικήσεως Ἐξωτερικοῦ Ἐμπορίου τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου καθορίζεται ἡ κατανομὴ τοῦ ποσοῦ συναλλάγματος διὰ τὰς ἐπισήμως συμμετεχούσας χώρας εἰς τὴν Δ. Ε. Θεσσαλονίκης πρὸς εἰσαγωγὴν μηχανημάτων κλπ. εἰδῶν, ἅτινα ἐκτίθενται καθ’ ἑκάστην περίοδον ἐν αὐτῇ καὶ διαγράφεται διὰ ταύτης ἐπὶ πλέον ἡ ἀκολουθητέα διαδικασία εἰσαγωγῆς των. Εἰδικώτερον διὰ τὰς πετρελαιομηχανὰς καὶ ἑτέρας κατηγορίας μηχανημάτων ἐπαρκῶς καὶ καταλλήλως κατασκευαζομένων ὑπὸ τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας τὸ ποσοστὸν συναλλάγματος περιορίζεται σημαντικῶς, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐξασφαλίζεται ἡ προστασία τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας καὶ νὰ μὴ καταστρατηγῆται ἡ σχετικὴ ἀπόφασις περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς εἰσαγωγῆς τούτων. Ἄλλως τε, σημαντικαὶ ποσότητες πετρελαιομηχανῶν, αἵτινες ἐξετέθησαν κατὰ τὸ παρελθὸν εἰς τὴν Δ. Ε. Θεσσαλονίκης δὲν εἰσήχθησαν ἐν τῇ χώρᾳ καὶ οἱ ἐνδιαφερόμενοι ὑπεχρεώθησαν νὰ ἐπιστρέψωσι ταύτας εἰς τὰς χώρας ἐξ ὧν ἀπεστάλησαν. Συνημμένως ἀποστέλλομεν τὰς αἰτηθείσας σχετικὰς κοινὰς ἀποφάσεις τῶν Ὑπουργῶν Ἐμπορίου καὶ Βιομηχανίας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 14 Ἀπριλίου 1960
Ὁ Ὑπουργὸς
Ν. ΜΑΡΤΗΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως οὗ βουλευτοῦ κ. Ε. Ἀρβανιτάκι. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4014)3209 ἐ. ἔ. ὑμετέρου ἐγγράφου δι’ οὗ διαβιβάζετε ἡμῖν τὴν κατατεθεῖσαν ἐνώπιον ὑμῶν καὶ καταχωρηθεῖσαν ὑπ’ αὔξ. ἀριθ. 1465 ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Ἀρβανιτάκι, σχετικῶς πρὸς τὴν ἀπορρόφησιν ὑπὸ τῆς ΗΕΑΠ τῶν λιγνιτῶν τῶν Ἀνθρακωρυχείων Παλιούρων, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Ἡ ΗΕΑΠ, πρὸς κάλυψιν τῶν εἰς λιγνίτην ἀναγκῶν αὑτῆς διὰ τὸ τρέχον ἔτος προεκήρυξε δημοπρασίαν. Κατὰ τὴν δημοπρασίαν ταύτην εἰς ἣν ἔλαβον μέρος πολλὰ λιγνιτωρυχεῖα τῆς χώρας, ἐν οἷς καὶ τὰ τῶν Παλιούρων, τελευταῖοι μειοδόται ἀνεδείχθησαν τὰ λιγνιτωρυχεῖα Κύμης (μὲ τιμὴν δραχ. 788 ἀνὰ τόννον ἀνοιγμένον εἰς 10.000 KG)CAL) καὶ τὰ λιγνιτωρυχεῖα Ἄβαντος (μὲ τιμὴν 793 δραχ. τόννον 10.000 KG)CAL). Ἡ τιμὴ προσφορᾶς λιγνίτου Παλιούρων ἀνερχομένη εἰς 827 δραχ. τόνν. ὑπῆρξε μία τῶν ὑψηλοτέρων τιμῶν. Κατόπιν τῶν ἀποτελεσμάτων τούτων ἡ ΗΕΑΠ κατεκύρωσε τὴν δημοπρασίαν ἐπ’ ὀνόματι τῶν τελευταίων μειοδοτῶν Κύμης διὰ 135.000 τόννους καὶ Ἄβαντος διὰ 15.000 τόννους, ὑπερκαλυφθεισῶν οὕτω τῶν εἰς λιγνίτην ἀναγκῶν αὐτῆς διὰ τὸ τρέχον ἔτος. Ἐν Ἀθήναις τῇ 21 Ἀπριλίου 1960
Ὁ Ὑπουργὸς
Ν. ΜΑΡΤΗΣ
γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Ι. Εὐαγγελίδη, Κ. Δεσποτοπούλου, Β. Θανασέκου καὶ Δ. Γιαχνῆ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3869)3040)16.3.1960 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1410 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ. κ. Ι. Εὐαγγελίδη, Κ. Δεσποτοπούλου, Β. Θανασέκου καὶ Δ. Γιαχνῆ, διὰ τοὺς κ. κ. ὑπουργοὺς Συγκοινωνιῶν καὶ Δημοσίων Ἔργων, τῶν Ἐσωτερικῶν, Παιδείας, Βιομηχανίας καὶ Οἰκισμοῦ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ὡς πρὸς τὴν ἐρώτησιν τὴν ἀφορῶσαν ἡμᾶς, ἤτοι τῆς διατηρήσεως τοῦ παρεχομένου ἠλεκτρικοῦ ρεύματος ἐκ τῶν ἐγκαταστάσεων τοῦ Γραφείου Οἰκισμοῦ Θήρας μέχρις ἀναλήψεως τοῦ φωτισμοῦ τῆς Θήρας ὑπὸ τῆς ΔΕΗ, ἁρμόδιον νὰ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκισμοῦ. Καθ’ ἡμᾶς οὐδεμίαν ἀντίρρησιν ἔχομεν νὰ ἐξακολουθήσῃ ὁ παρεχόμενος φωτισμὸς παρὰ τοῦ Γραφείου Οἰκισμοῦ Θήρας μέχρις ἀναλήψεως τούτου παρὰ τῆς ΔΕΗ. Ἐν Ἀθήναις τῇ 20 Ἀπριλίου 1960
Ὁ Ὑπουργὸς
Ν. ΜΑΡΤΗΣ
ΧΙ. Ὑπουργείου Γεωργίας. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Π. Βαρδινογιάννη. Εἰς ἀπάντησιν τῆς διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4275)24.3.60 ὑμετέρου ἐγγράφου διαβιβασθείσης ἡμῖν ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Π. Βαρδινογιάννη, σχετικῶς μὲ τὰ ὁριστικὰ παραχωρητήρια τῶν προσφύγων κληρούχων τῆς τέως Ε.Α. Π., ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: 1. Διὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν ὁριστικῶν παραχωρητηρίων τῶν προσφύγων καὶ κληρούχων ὑφίστανται πλεῖσται δυσχέρειαι, ὀφειλόμεναι κυρίως εἰς τὸ ὅτι δὲν συνετελέσθησαν εἰσέτι, λόγῳ ἐλλείψεως ἐπαρκοῦς προσωπικοῦ, αἱ ὁριστικαὶ διανομαὶ ἢ αἱ τακτοποιήσεις πλημμελῶν διανομῶν κτημάτων τινῶν, ὡς καὶ τοῦ μεγίστου μέρους τῶν συνοικισμῶν τῆς τέως ΕΑΠ, ὡς ἐπίσης καὶ τὸ ὅτι καθυστερεῖ διὰ τὸν αὐτὸν λόγον ἡ ἔκδοσις διοικητικῶν πράξεων τῶν ἐξωτερικῶν ὑπηρεσιῶν διευκρινιστικῶν τῶν ἐπὶ τοῦ κλήρου δικαιωμάτων τῶν κληρούχων καὶ ἰδίᾳ πράξεων ἀναγνωρίσεως τῶν κληρονόμων τῶν δεκάδων χιλιάδων ἀποβιωσάντων κληρούχων τῶν παραμεθορίων περιοχῶν, ἐπ’ ὀνόματι τῶν ὁποίων καὶ μόνον ἐκδίδονται κατὰ νόμον οἱ τίτλοι, μετὰ προηγούμενον ἔλεγχον τῶν κοινωνικῶν των φρονημάτων διὰ λόγους ἀσφαλείας τῶν περιοχῶν τούτων. 2. Παρὰ τὰς ὑφισταμένας ὅμως ὡς ἄνω δυσχερείας καὶ τὴν ἔλλειψιν ἰδίᾳ διοικητικοῦ ἐποικιστικοῦ προσωπικοῦ, ἐξεδόθησαν ἐπὶ συνόλῳ 170.000 κληρούχων τῆς τέως Ε. Α.Π., 90.000 παραχωρητήρια (82.000 διὰ κλήρους ἀγρῶν καὶ 8.000 διὰ κλήρους οἰκοπέδων). 3. Σημειωτέον, ὅτι, ἐκτὸς τῶν παρὰ τῆς τέως ΕΑΠ ἀποκατασταθέντων προσφύγων κληρούχων, εἶναι καὶ οἱ κατὰ τὸν Ἀγροτικὸν νόμον ἀποκατασταθέντες γηγενεῖς τοιοῦτοι, ἀνερχόμενοι εἰς 164.000. Διὰ τοὺς δευτέρους τούτους κληρούχους ἐξεδόθησαν 128.000 παραχωρητήρια ἀγρῶν καὶ 32.000 τοιαῦτα οἰκοπέδων. Ἐξεδόθησαν ἐπίσης καὶ 20.000 παραχωρητήρια διὰ κλήρους τοῦ νέου ἐποικιστικοῦ προγράμματος (νέαι ἀπαλλοτριώσεις–ἀναδασμός). 4. Τὸ Ὑπουργεῖον, ἐν ὄψει τῶν ἀνωτέρω δυσχερειῶν καὶ τῶν δυνατοτήτων τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν παραλείπει νὰ μελετᾷ καὶ νὰ λαμβάνῃ οἱονδήποτε δυνάμενον νὰ ληφθῇ συμπληρωματικὸν μέτρον πρὸς ἄρσιν τῶν δυσχερειῶν τούτων καὶ ἐλπίζει, ὅτι θὰ ἐπιταχύνῃ, ἐν τῷ μέτρῳ τοῦ δυνατοῦ, τὸν ὑφιστάμενον καὶ ἤδη γοργὸν ρυθμὸν πρὸς τὴν κατεύθυνσιν ταύτην. Ἐν Ἀθήναις τῇ 8 Ἀπριλίου 1960
Ὁ Ὑφυπουργὸς
ΔΗΜ. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ
XII. Τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Βαλούρδου. Εἰς ἀπάντησιν τῆς διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. πρωτ. 5120)13.4. 1960 ὑμετέρου πρὸς ἡμᾶς ἐγγράφου διαβιβασθείσης ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Βαλούρδου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ φέρωμεν εἰς γνῶσιν ὑμῶν, ὅτι τὸ Τζάνειον Νοσοκομεῖον Πειραιῶς δὲν ἀποτελεῖ κληροδότημα, οὔτε ἐποπτεύεται ὡς τοιοῦτον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, οὔτε ἡ διοίκησις αὐτοῦ προεδρεύεται ὑπὸ τοῦ Διευθυντοῦ Ἐθνικῶν Κληροδοτημάτων. Ὁ Διευθυντὴς Ἐθνικῶν Κληροδοτημάτων, ὡς ἰδιώτης καὶ οὐχὶ ὑπὸ τὴν ὑπαλληλικήν του ἰδιότητα, συμμετέχει εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Ζαννείου Ὀρφανοτροφείου Ἀρρένων Πειραιῶς ἀπὸ τοῦ ἔτους 1934, τὰ τελευταῖα δὲ ἔτη εἶναι Πρόεδρος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, ὅλως δὲ συμπτωματικῶς ὑπὸ τὴν δημοσιοϋπαλληλικήν του ἰδιότητα εἶναι τὴν περίοδον ταύτην καὶ Διευθυντὴς Ἐθνικῶν Κληροδοτημάτων, δυνάμενος ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν δι’ ἁπλῆς ἀποφάσεως τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ μετατεθῇ εἰς οἱανδήποτε ἄλλην Διεύθυνσιν. Τὸ Ζάννειον Ὀρφανοτροφεῖον Ἀρρένων Πειραιῶς συνεστήθη τῷ 1873 ὑπὸ τῆς Φιλανθρωπικῆς Ἑταιρείας Πειραιῶς ἀποτελούσης Σωματεῖον, ἤτοι Νομικὸν Πρόσωπον Ἰδιωτικοῦ Δικαίου καὶ ἔκτοτε ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ Σωματείου λειτουργεῖ, ἐξελίσσεται καὶ ὑφίσταται. Σημειωτέον, ὅτι, λόγῳ τῆς τοιαύτης ἰδιότητός του εἶχε ζητηθῆ ἀπὸ ἐτῶν παρὰ τοῦ ἱδρύματος ἡ, κατὰ τὸ ἄρθρον 97 παρ. 3, ἐξαίρεσις τούτου ἀπὸ τῆς ἐποπτείας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἥτις καὶ δὲν προωθήθη ἀκριβῶς ἐκ λόγων εὐθιξίας τοῦ Προέδρου τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ Ἱδρύματος. Ὑπὸ τὴν ἰδιότητά του ταύτην, τὸ φιλανθρωπικὸν τοῦτο Σωματεῖον δέχεται, ὅπως ὅλα τὰ φιλανθρωπικὰ Σωματεῖα καὶ ἱδρύματα, δωρεὰς καὶ κληροδοτήματα. Ἐπί τῶν κληροδοτημάτων δὲ τούτων καὶ μόνον ἀσκεῖται ἡ κατὰ νόμον ἐποπτεία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, συνισταμένη εἰς τὴν παρακολούθησιν τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ σκοποῦ τῶν διαθετῶν. Ὡς ἐμφαίνεται ἐκ συναποστελλομένης ἐκθέσεως λειτουργίας τοῦ Ὀρφανοτροφείου τούτου, κατὰ τὴν εἴσοδον τοῦ σημερινοῦ Προέδρου του εἰς τὴν διοίκησιν αὐτοῦ εἶχε δύναμιν ὀγδοήκοντα (80) τροφίμων, σήμερον δὲ ἡ δύναμις τῶν τροφίμων ἀνέρχεται εἰς τετρακοσίους (400), κατ’ ἀκολουθίαν ὁ σκοπὸς ὁ ἐπιδιωκόμενος ὑπὸ τῶν ἀφεθέντων ὑπὲρ τοῦ φιλανθρωπικοῦ τούτου ἱδρύματος (Σωματείου), εἶναι προφανές, ὅτι ἐκπληροῦται εἰς τὸ ἀκέραιον καὶ ὑπερηκόντισε πᾶσαν ἀνθρωπίνην προσδοκίαν. Πρέπει νὰ τονισθῇ, ὅτι τὸ ἵδρυμα τοῦτο, ὅταν ἄλλα ἱδρύματα πολὺ πλουσιώτερα αὐτοῦ ἐκάμφθησαν κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου καὶ τῆς ἐχθρικῆς κατοχῆς, καὶ ἢ ἔκλεισαν καὶ παραμένουν ἀκόμη κλειστὰ ἢ ἐμείωσαν τὸν ἀριθμὸν τῶν τροφίμων αὐτῶν, κατ’ ἐξαίρεσιν, παρ’ ὅλον ὅτι εἶναι τὸ πτωχότερον τῶν εἰς τὸ εἶδος του ἱδρυμάτων, ὄχι μόνον κατώρθωσε νὰ λειτουργῇ καὶ νὰ ἐξελίσσεται διαρκῶς ἐπὶ τὰ βελτίω, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀποκτήσῃ ἀμέριστον τὴν ἀγάπην, στοργὴν καὶ ἐκτίμησιν τοῦ Πειραϊκοῦ ἰδίᾳ λαοῦ, χάρις εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ὀφείλει τὴν ὅλην ἐξέλιξίν του. Σημειωτέον, ὅτι οἱ ἐργαζόμενοι εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ ἱδρύματος τούτου ὄχι μόνον οὐδεμίαν ἀμοιβὴν ἢ ἀποζημίωσιν ἢ ὑφ’ οἱονδήποτε τύπον ἀπολαυὴν ἔχουσιν, ἀλλ’ ἐργάζονται ἀθορύβως, σεμνῶς καὶ ἀνιδιοτελῶς ἐπὶ σειρὰν δεκαετηρίδων προσφέρουσι καὶ ἐκ τοῦ πτωχοῦ των βαλαντίου πᾶν τὸ δυνατόν, πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ ἱεροῦ σκοποῦ, ὃν ἐπιτελοῦσιν. Καθ’ ἡμᾶς καὶ κατὰ τὸ Συμβούλιον Ἐθνικῶν Κληροδοτημάτων, τοῦ ὁποίου, ὡς γνωστόν, προεδρεύει ὁ ἑκάστοτε Πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ Ἀντιπρόεδρος ἐτύγχανε, μέχρι τῆς προαγωγῆς του, ὁ νῦν Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου, οὔτε νομικόν, οὔτε ἠθικὸν πρὸ παντὸς κώλυμα ὑφίσταται συμμετοχῆς δημοσίων ὑπαλλήλων, εἴτε μελῶν τοῦ Συμβουλίου Ἐθνικῶν Κληροδοτημάτων εἰς φιλανθρωπικὰ σωματεῖα καὶ ἱδρύματα, ὅταν προσφέρωνται ὑπηρεσίαι ἀνιδιοτελεῖς καὶ ἐπὶ θυσίᾳ τῶν προσωπικῶν συμφερόντων τῶν μελῶν αὐτῶν, ἀντιθέτως μάλιστα, ὁ νόμος 2039 ἐπιτάσσει εἰς τὸ ἄρθρον 3 παράγρ. 1 (περιπτώσεις ηʹ καὶ θʹ) τὴν εἰς τὸ Συμβούλιον συμμετοχὴν ὡς μελῶν δύο προσώπων λαμβανομένων ἐκ τῶν διοικήσεων τῶν σπουδαιοτέρων κοινωφελῶν ἱδρυμάτων ἢ μεταξὺ τῶν διακριθέντων διὰ κοινωφελῆ δρᾶσιν. Παρὰ ταῦτα, ὁσάκις συζητοῦνται παρὰ τοῦ Συμβουλίου Ἐθνικῶν Κληροδοτημάτων θέματα ἱδρυμάτων, εἰς ἃ μέλη τοῦ Συμβουλίου μετέχωσι τῆς διοικήσεως τῶν ἱδρυμάτων τούτων, ταῦτα δηλοῦσι κώλυμα καὶ ἀπέχουσι τῆς συζητήσεως. Κατ’ ἀκολουθίαν, δὲν πρόκειται περὶ σχέσεως ἐλέγχου καὶ ἐλεγχομένου, ὡς ἐὰν πρόκειται περὶ κερδοσκοπικῶν ἐπιχειρήσεων, ἀλλὰ περὶ ἐλέγχου ἐκκαθαρίσεως καὶ διαχειρίσεως κληροδοτημάτων, ὁπότε τὰς σχετικὰς πράξεις ὑπογράφει ὁ Ἀντιπρόεδρος τοῦ Φιλανθρωπικοῦ τούτου ἱδρύματος, εἰς ἃς οὐδέποτε συμμετέχει, διὰ λόγους καὶ μόνον εὐθιξίας ὁ Πρόεδρος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ Ζαννείου Ὀρφανοτροφείου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 26 Ἀπριλίου 1960
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
Συζήτησις καὶ λῆψις ἀποφάσεως ἐπὶ τοῦ ἀσυμβιβάστου ἢ μὴ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος πρὸς τὴν ἰδιότητα τοῦ μέλους τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Ἀνωνύμου Ἑταιρείας Ὑδραυλικῶν καὶ Ἐξυγιαντικῶν Ἔργων. Ὁ κ. Ι. Ζίγδης, ἔχει τὸν λόγον.
§9Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ὁ καθηγητὴς κ. Σγουρίτσας, ἀναφερόμενος εἰς τὰς περὶ ἀσυμβιβάστου τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος διατάξεις τοῦ Συντάγματος πρὸς ὡρισμένας ἐπαγγελματικὰς ἀσχολίας, λέγει, ὅτι, σκοπὸς τῶν διατάξεων τούτων εἶναι νὰ διαφυλάξῃ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος καὶ τὸ κῦρος τῆς Βουλῆς. Ἡ Νέα Πολιτικὴ Κίνησις ἐκινήθη ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος, ἀκριβῶς ἐκ τοῦ πνεύματος τούτου. Ἐζήτησε πράγματι τὴν κατάθεσιν ἐγγράφων εἰς τὴν Βουλήν, μόλις τὸ θέμα ἀνεκινήθη ἐκ τοῦ τύπου καὶ ἀφοῦ ἐμελέτησε ταῦτα, ἐζήτησεν ἐν συνεχείᾳ νὰ κληθῇ τὸ Σῶμα νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τοῦ ἀσυμβιβάστου τῆς βουλευτικῆς ἰδιότητος ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ βουλευτοῦ κ. Κορόζου, διότι ἐπείσθη, ὅτι πράγματι ὑπῆρχε θέμα. Ἔπραξε τοῦτο, χωρὶς νὰ κινηθῇ ἀπὸ προσωπικὰ ἐλατήρια — ὁ κ. Κορόζος εἶναι συμπαθής, εἰς τὸν ὁμιλοῦντα — τοὐλάχιστον, οὔτε ἀπὸ κομματικὰ ἐλατήρια ἐκινήθη πρὸς τοῦτο. Ἐκινήθη μόνον ἀπὸ τὴν συναίσθησιν τοῦ καθήκοντος νὰ διαφυλάξῃ τὸ κῦρος τῆς Βουλῆς. Ἡ Νέα Πολιτικὴ Κίνησις ἐπιτελεῖ οὕτω καθῆκον οὐχὶ εὐχάριστον, ἀλλὰ καθῆκον ἀναπόδραστον. Ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ ζητήσῃ, ὅπως τὸ θέμα τοῦτο λυθῇ ἀπὸ τὸ κυρίαρχον Σῶμα, τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Ποῖαι διατάξεις τοῦ Συντάγματος καθιεροῦσι τὸ ἀσυμβίβαστον τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος; Τὸ ἄρθρον 71 παράγραφος 8 τοῦ Συντάγματος, λέγει, ὅτι ὁ βουλευτὴς δὲν πρέπει νὰ εἶναι ἐργολάβος τοῦ Δημοσίου καὶ προσθέτει, ὅτι, ἐὰν εἶναι μέλος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου Ἑταιρείας, ἡ ὁποία ἔχει ἐργολαβικὰς σχέσεις μὲ τὸ Δημόσιον, αἱ πράξεις τῆς ἑταιρείας εἶναι ἄκυροι. Τὸ Σύνταγμα, δὲν θέλει ὁ βουλευτὴς νὰ ἔχῃ ἐργολαβικὰς σχέσεις μὲ τὸ Δημόσιον, οὔτε ἐπιτρέπει εἰς τὴν ἑταιρείαν, τῆς ὁποίας μέλος τοῦ Δ.Σ. εἶναι βουλευτής, ἐγκύρως νὰ συναλλάσσεται μὲ τὸ Δημόσιον. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη διάταξις. Ἡ δευτέρα διάταξις εἶναι τὸ ἐδάφιον 5, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι, «τὰ καθήκοντα τοῦ βουλευτοῦ εἶναι ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ ἔργα τοῦ διευθυντοῦ ἢ ἄλλου ἀντιπροσώπου διοικητικοῦ ἢ ἐμμίσθου νομικοῦ συμβούλου καὶ ὑπαλλήλων ἐμπορικῶν ἑταιρειῶν ἢ ἐπιχειρήσεων ἀπολαυουσῶν εἰδικῶν προνομίων ἢ τακτικῆς ἐπιχορηγήσεως, δυνάμει εἰδικοῦ νόμου». Καὶ ἐν συνεχείᾳ λέγει, «οἱ διατελοῦντες εἴς τινα τῶν κατηγοριῶν τούτων ὀφείλουσιν ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν, ἀφ’ ἧς καταστῇ ὁριστικὴ ἡ ἐκλογὴ αὐτῶν, νὰ δηλώσωσιν ἐπιλογὴν μεταξὺ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος καὶ τῶν ὡς ἄνω ἔργων. Ἐν παραλείψει τῆς τοιαύτης δηλώσεως, ἐκπίπτουσιν αὐτοδικαίως τοῦ ἀξιώματος τοῦ βουλευτοῦ». Τὸ ἄρθρον 72, καθορίζει τὰ ἀκόλουθα: «Βουλευταὶ ἀποδεχόμενοι οἱονδήποτε τῶν ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ ἀναφερομένων καθηκόντων ἢ ἔργων, ἐκπίπτουσιν αὐτοδικαίως τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος. Ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται περὶ τῶν περιπτώσεων, καθ’ ἃς, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ προηγουμένου καὶ τοῦ παρόντος ἄρθρου, ἐπέρχεται ἔκπτωσις τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος». Νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναγνώσω ὡρισμένα ἀποσπάσματα τῶν συζητήσεων τῶν Ἐπιτροπῶν Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 καὶ τοῦ παρόντος, διὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα. Εἰς τὴν πρώτην Ἐπιτροπὴν Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, εἰς τὴν σελίδα 66 τῆς 5)4)1911, ὁ ἀείμνηστος Ἐλευθέριος Βενιζέλος, προκληθείς, εἶπε τὰ ἀκόλουθα: «... ..... (ἀναγινώσκει).....». Αὐτὴ ἦτο ἡ ἀντίληψις τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου. Εἰς τὸ νέον Σύνταγμα ἀνεγράφη διάταξις ἀπαγορευτική. Τὸ θέμα συνεζητήθη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Ἀναθεωρήσεως τοῦ νέου Συντάγματος καὶ συνεζητήθη ἅπαξ καὶ εἰς τὴν σελίδα 206 τῶν πρακτικῶν, ἀναφέρονται τὰ ἑξῆς: «..... (ἀναγινώσκει).....». Δηλαδὴ καὶ ὅταν ἐπιτάξῃ τὸ Κράτος ἑταιρείαν, τῆς ὁποίας μέλος τοῦ Δ.Σ. εἶναι βουλευτής, πρέπει ὁ βουλευτὴς νὰ ἐκπέσῃ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος, ἐὰν δὲν ἔχῃ παραιτηθῆ τῆς ἑταιρείας. Αὐτὴ ἡ αὐστηροτέρα ἀντίληψις διέπει σήμερον τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα. Ὅταν ἀνέκυψε τὸ θέμα τοῦ συναδέλφου κ. Κορόζου εἰς τὸν Τύπον, ἡ Νέα Πολιτικὴ Κίνησις ἠθέλησε νὰ διερευνήσῃ τὸ θέμα διὰ νὰ μὴ ἀφίσῃ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ὁ πολιτικὸς κόσμος πίπτει θῦμα σκευωριῶν. Βάσει τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης καὶ χάριν τῶν θεσμῶν καὶ τοῦ κύρους τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, ἡ Νέα Κίνησις ἐζήτησε τὴν κατάθεσιν τῶν φακέλλων, τοὺς ὁποίους καὶ ἐμελέτησεν. Βάσει τῶν ἐπισήμων στοιχείων, προκύπτουν τὰ ἑξῆς: 1) Ὅτι ὁ Κωνσταντῖνος Κορόζος, εἶναι μέλος τοῦ Δ. Σ. τῆς Ἑταιρείας Ὑδραυλικῶν καὶ Ἐξυγιαντικῶν Ἔργων, ἀφ’ ἧς ἐξελέγη βουλευτὴς τὴν 11ην Μαΐου 1958. 2) Ὅτι ἡ Ἑταιρεία Ὑδραυλικῶν καὶ Ἐξυγιαντικῶν Ἔργων ἀπολαύει εἰδικῶν προνομίων, δυνάμει εἰδικῶν νόμων καὶ 3) Ὅτι ὁ Κωνσταντῖνος Κορόζος, βάσει τοῦ ἄρθρου 71 τοῦ Συντάγματος, ἐφ’ ὅσον δὲν παρῃτήθη τῆς Ἑταιρείας, ἐξέπεσε τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος ὀκτὼ ἡμέρας ἀφ’ ἧς ἐξελέγη βουλευτής. Αὐτὰ τὰ συμπεράσματα προκύπτουν, βάσει ἐπισήμων στοιχείων, τὰ ὁποῖα θὰ θέσω ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ σχηματίσῃ γνώμην. Θὰ εἶμαι εὐτυχής, ἐὰν ὁ κ. Κορόζος ἀναιρέσῃ τὰ ἐπίσημα αὐτὰ στοιχεῖα καὶ ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν ἔχουν οὕτω, διότι, ὅπως εἶπα, ἐπιτελοῦμεν καθῆκον ὄχι εὐχάριστον. Πρώτη διαπίστωσις: Τὸ ὅτι ὁ κ. Κορόζος, εἶναι μέλος τοῦ Δ.Σ. τῆς Α.Ε. Ὑδραυλικῶν καὶ Ἐξυγιαντικῶν Ἔργων προκύπτει ἀπὸ τὰ ἀκόλουθα ἐπίσημα στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἔθεσεν ὑπ’ ὄψει μας τὸ Ὑπουργεῖον. Εἰς τὸ «Δελτίον» τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ δημοσιεύεται ἡ σύνθεσις καὶ μεταβολὴ τῶν Διοικητικῶν Συμβούλων τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν αὐτῶν, εἰς τὴν παράγρ. 410 τῆς 31.8.1957 ἀναγράφεται, ὁ κ. Κορόζος, ὡς Πρόεδρος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Ἑταιρείας. Δὲν θὰ ἀναφερθῶ εἰς προηγούμενα ἔτη, διότι πράγματι ἡ Ἑταιρεία αὐτὴ ἦτο ὑπόδειγμα ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς συμμορφώσεως εἰς τὴν ἐπιταγὴν τοῦ νόμου καὶ ἀπέστειλε κατὰ τὰ μέχρι τοῦ 1958 ἔτη, ἁπάσας τὰς ἐπερχομένας μεταβολὰς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐμπορίου, αἱ ὁποῖαι καὶ ἐδημοσιεύοντο εἰς τὸ «Δελτίον» Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν. Εἰς τὰς 11 Αὐγούστου 1958, συνῆλθεν ἡ Γενικὴ Συνέλευσις τῆς Ἑταιρείας αὐτῆς. Ὡς ἐξάγεται ἐκ τῆς σελίδος 7 τῶν πρακτικῶν της καὶ ἀφοῦ ἐξήντλησε τὰ ἄλλα θέματα τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, προέβη, συμφώνως τῷ νόμῳ καὶ τῷ Καταστατικῷ της εἰς ἐκλογὴν μελῶν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου. Μεταξὺ αὐτῶν καὶ τοῦ κ. Κορόζου. Εἰς εἰδικὴν μάλιστα παράγραφον τῶν πρακτικῶν αὐτῶν ἀναφέρεται, ὅτι ἡ Γενικὴ Συνέλευσις ἐγκρίνει τὴν ἐπανεκλογὴν τοῦ κ. Κ. Κορόζου, ὡς μέλους τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν χρῆσιν. Εἰς τὰς 27 Ἰουνίου 1959, συνῆλθε καὶ πάλιν ἡ Γενικὴ Συνέλευσις τῆς ἰδίας Ἑταιρείας καὶ εἰς τὴν σελίδα 1 τῶν πρακτικῶν, ἀναγράφεται, ὅτι Προεδρεύων τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως εἶναι ὁ πρεσβύτερος τῶν συμβούλων τῆς Ἑταιρείας κ. Κ. Κορόζος. Ἀναφέρει, ἐπίσης, τὸν κατάλογον καὶ τὰς ἰδιότητας τῶν μετόχων τῆς Ἑταιρείας, ἐξ οὗ προκύπτει, ὅτι ὁ κ. Κ. Κορόζος, τυγχάνει κύριος 350 μετοχῶν. Εἰς τὴν σελίδα 2 τῶν ἰδίων πρακτικῶν ἀναγράφεται ἡ ὁριστικὴ ἐκλογὴ ὡς Προέδρου τῆς Συνελεύσεως τοῦ κ. Κορόζου. Εἰς δὲ τὴν σελίδα 8 ἀναφέρεται ἡ ἐκλογὴ του ὡς συμβούλου διὰ τὴν προσεχῆ χρῆσιν, ὡς ἡ ἐπικύρωσις τῆς ἐπανεκλογῆς τοῦ Συμβουλίου τοῦ 1958 ὡς συμβούλου, διότι ἐπῆλθε μεταβολὴ εἰς τὸ Καταστατικὸν καὶ ἡ θητεία τῶν μελῶν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου ἀπὸ μονοετὴς ἔγινε 3ετής. Ἑπομένως, ὁ κ. Κ. Κορόζος, ἦτο μέλος τοῦ Δ. Σ. τῆς Ἑταιρείας αὐτῆς, ὅταν ἐξελέγη βουλευτὴς κατὰ τὸ ἔτος 1958 καὶ ἐπανεξελέγη ἐπίσης ὡς μέλος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου μετὰ τὴν ἐκλογήν του ὡς βουλευτοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1958, ἐπανεκλεγεὶς ἐπίσης ὡς μέλος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τὸν Ἰούνιον τοῦ 1959. Κύριοι συνάδελφοι, περὶ παραιτήσεων τοῦ κ. Κορόζου ἀπὸ μέρους τοῦ Δ.Σ. τῆς Ἑταιρείας, οὐδὲν στοιχεῖον ἀναφέρεται εἰς τὰ ἐπίσημα τεθέντα ὑπ’ ὄψιν μας στοιχεῖα, πέραν τούτου, συμφώνως μὲ τὸ ἄρθρον 71 τοῦ Συντάγματος, ὁ κ. Κορόζος ἔπρεπε νὰ κάμῃ δήλωσιν ἐπιλογῆς ἀξιώματος. Τοῦτο, ἐπίσης, παρέλειψε νὰ κάμῃ. Τὸν Αὔγουστον τοῦ 1958, ὡς προηγουμένως ἀνέφερον, ἐπανεκλέγεται ὡς μέλος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Ἑταιρείας, δηλαδή, μετὰ τὴν ἐκλογήν του ὡς βουλευτοῦ, καὶ ἐν τούτοις, δὲν παραιτεῖται. Ὅπως ἐπίσης δὲν ἔκαμε τὸ ἴδιον καὶ εἰς τὴν Γενικὴν Συνέλευσιν τοῦ 1959, ἀλλά, ὡς Πρόεδρος μάλιστα τῆς Συνελεύσεως ὑπέγραψε καὶ διεβίβασεν εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον τὰ τῆς ἐκλογῆς του. Ἡ παραίτησις ἑνὸς Συμβούλου μιᾶς Ἀνωνύμου Ἑταιρείας εἶναι γνωστὸν κατὰ ποῖον τρόπον γίνεται, δημοσιεύεται, ὅμως, διὰ τοῦ «Δελτίου» Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν. Καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο εἶναι ρητὴ ἡ διάταξις τοῦ Προεδρικοῦ Διατάγματος 16)29 τοῦ 1930. Πρέπει, δηλαδή, νὰ καταστῇ γνωστὴ ἡ παραίτησις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐμπορίου καὶ ἡ ἐν συνεχείᾳ δημοσίευσις τοῦ ὀνοματεπωνύμου τοῦ παραιτηθέντος εἰς τὸ «Δελτίον» Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν. Εἶναι ρητὴ ἡ διάταξις καὶ θὰ σᾶς ἀναγνώσω ἐπὶ λέξει τὶ ἀναφέρει: «...... (ἀναγινώσκει) ......». Ὑπάρχει ἐπίσης σωρεία ὑπουργικῶν ἐγκυκλίων καὶ ἀποφάσεων περὶ δημοσιεύσεως μεταβολῶν μελῶν Διοικητικοῦ Συμβουλίου Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν εἰς τὸ «Δελτίον» Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν. Ἀνέφερον καὶ προηγουμένως, ὅτι ἡ ἑταιρεία αὕτη μέχρι τοῦ ἔτους 1957 ὑπῆρξε πράγματι ὑπόδειγμα τῆς τηρήσεως τῆς διατάξεως αὐτῆς. Ἀπὸ τοῦ ἔτους ὅμως 1958 χάνει τὴν καλὴν αὐτὴν συνήθειαν καὶ δὲν ὑπάρχει ἔκτοτε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐμπορίου μεταβολὴ τῶν μελῶν τῆς ἑταιρείας αὐτῆς. Τὸ Ὑπουργεῖον γνωρίζει, ὅτι Πρόεδρος τῆς ἑταιρείας εἶναι ὁ κ. Κ. Κορόζος. Ἀγόμεθα ὅθεν, ἀκραδάντως, εἰς τὸ συμπέρασμα ἐκ τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερον, ὅτι πράγματι ὁ κ. Κ. Κορόζος εἶναι Πρόεδρος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς ἑταιρείας αὐτῆς. Ἀλλὰ ὑπάρχει, κύριοι συνάδελφοι, ἀκόμη καὶ ἓν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἐπιθυμῶ νὰ θέσω ὑπ’ ὄψει τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ὁ κ. Κ. Κορόζος, προκειμένου νὰ κατέλθῃ εἰς τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς τῆς 11ης Μαΐου 1958, κατέθεσεν εἰς τὸν Πρόεδρον Πρωτοδικῶν Λεβαδείας, τὴν ἑξῆς ὑπεύθυνον ἔγγραφον δήλωσίν του. Πρὸς Τὸν Πρόεδρον Πρωτοδικῶν Λεβαδείας Τυγχάνων Σύμβουλος τῆς Ἀνωνύμου Ἑταιρείας ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Ἑλληνικὴ Ἑταιρεία Ὑδραυλικῶν καὶ Ἐξυγιαντικῶν Ἔργων Α.Ε.», ἐξελέγην καὶ διατελῶ Πρόεδρος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου. Ἡ ὡς ἄνω ἑταιρεία εἶναι νομικὸν πρόσωπον ἰδιωτικοῦ δικαίου καὶ ἔχει ἀναλάβει ἐργολαβικῶς διὰ συμβάσεως μετὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου τὴν κατασκευὴν τῶν ὑπονόμων τῆς περιοχῆς τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης καὶ ἐκ τούτου οὐδὲν κώλυμα πρὸς ἀνακήρυξίν μου ὑφίσταται ἐκ τοῦ ἄρθρου 71 τοῦ Συντάγματος, ἴσως δὲ οὔτε καὶ ἀσυμβίβαστον πρὸς τὰ καθήκοντα τοῦ βουλευτοῦ ἅτε τῆς ἑταιρείας ταύτης μὴ ἀπολαυούσης εἰδικοῦ προνομίου ἢ ἐπιχορηγήσεώς τινος ὑπὸ τοῦ Κράτους. Ἐν τούτοις καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς νόμῳ ὑποχρεώσεως, ἀλλ’ ἐξ ὑποκειμενικῶν μου λόγων ὑπαγορευομένων ἀπὸ τὴν ἀντίληψίν μου περὶ μὴ διατηρήσεως κατὰ τὴν ἐκλογικὴν περίοδον τοῦ ἀξιώματος τούτου, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἴσως θὰ παρῃτούμην μετὰ τὴν τυχὸν ἐκλογήν μου ὡς βουλευτοῦ, ὑποβάλλω διὰ τῆς παρούσης μου καὶ συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 24 τοῦ νόμου 3457)55 τὴν παραίτησίν μου ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ τε συμβούλου καὶ Προέδρου τῆς Ἀνωνύμου Ἑταιρείας ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Ἑλληνικὴ Ἑταιρεία Ὑδραυλικῶν καὶ Ἐξυγιαντικῶν Ἔργων Α.Ε.», ἑδρευούσης ἐν Ἀθήναις (ὁδὸς Σοφοκλέους 4). Ἐν Ἀθήναις τῇ 19 Ἀπριλίου 1958 Κύριοι συνάδελφοι, οὔτε ἀπὸ τὸ Σύνταγμα, οὔτε ἀπὸ τὸν νόμον ὑπῆρχε θέμα μὴ ἐκλογιμότητος τοῦ κ. Κορόζου ὡς βουλευτοῦ, ἐὰν ἦτο μέλος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου κοινῆς ἑταιρείας ἢ ἐπιχειρήσεως ἰδιωτικοῦ δικαίου μὴ ἐπιχορηγουμένης καὶ ἐχούσης σχέσιν μὲ τὸ Δημόσιον. Ἐὰν ἐπρόκειτο βεβαίως περὶ Νομικοῦ Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, βεβαίως ὑπῆρχε κώλυμα ἐκλογιμότητος. Ἀλλὰ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν τῆς διαβιβασθείσης ἐγγράφου δηλώσεως τοῦ κ. Κορόζου πρὸς τὸν Πρόεδρον Πρωτοδικῶν ἀναφέρεται, ὅτι πρόκειται περὶ ἑταιρείας ἰδιωτικοῦ δικαίου, δι’ ὃ καὶ ὁ Πρόεδρος Πρωτοδικῶν, ἔχων ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν ὑπῆρχε νομικὸς λόγος διὰ νὰ τὴν ὑποβάλῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐμπορίου, ὡς ὁρίζει ὁ νόμος, πρὸς δημοσίευσιν, τὴν ἔθεσεν εἰς τὸ φάκελλον. Ἡ παραίτησις τοῦ κ. Κορόζου, ἄλλωστε, ἦτο μόνον διὰ τὴν ἐκλογικὴν περίοδον, ἦτο περιωρισμένης διαρκείας, δι’ ὃ καὶ ὁ Πρόεδρος Πρωτοδικῶν Λεβαδείας ἀφῆκε τὴν δήλωσιν αὐτὴν εἰς τὸν σχετικὸν φάκελλον. Πάντως, σᾶς ὑπενθυμίζω καὶ πάλιν τὴν ἀπόφασιν τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως τοῦ ἔτους 1958, διὰ τῆς ὁποίας ἐκυρώθη ἡ ἐπανεκλογὴ τοῦ κ. Κορόζου ὡς μέλους τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς ἑταιρείας διὰ τὴν πρὸ τῆς 11ης Αὐγούστου χρῆσιν. Καὶ ἑπομένως, ὁ κ. Κορόζος, ἀποδεχόμενος τὴν ἐπανεκλογήν του, θεωρεῖται, ὅτι ἀποδέχεται, ὅτι ὑπῆρξε μέλος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου κατὰ τὴν μετὰ τὰς ἐκλογὰς περίοδον καὶ ὅταν ὁριστικοποιήθη ἡ ἐκλογή του. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη διαπίστωσις. Ἡ δευτέρα εἶναι, ὅτι ἡ ἀνώνυμος ἑταιρεία ὑδραυλικῶν καὶ ἐξυγιαντικῶν ἔργων εἶναι ἀναμφισβητήτως προνομιακή, σύμφωνα μὲ τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος, δηλαδὴ τυγχάνει εἰδικοῦ προνομίου, χορηγηθέντος εἰς αὐτὴν δι’ εἰδικοῦ νόμου. Νὰ τὸ ἰδῶμεν καὶ αὐτό. Κύριοι συνάδελφοι, γνωρίζετε, ὅτι προπολεμικῶς, διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ συστήματος ὑπονόμων τῆς πρωτευούσης, εἶχε συσταθῆ ἑταιρεία ὑπονόμων. Καὶ διὰ συμβάσεως μὲ τὸ Κράτος, ἡ ἐπιχείρησις αὐτή, ἀπὸ τοῦ 1932, ἀνέλαβε τὴν κατάρτισιν τῆς μελέτης τῶν ἔργων ἀποχετεύσεως τῆς πρωτευούσης. Ἡ ἰδία ἑταιρεία συνῆψε βραδύτερον δύο συμβάσεις μὲ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων, κυρωθείσης διὰ δύο Ἀναγκαστικῶν νόμων. Τοῦ ἀναγκαστικοῦ νόμου τῆς 23.1.1936 καὶ τοῦ Ἀναγκαστικοῦ νόμου 2159)39. Διὰ τῶν δύο αὐτῶν συμβάσεων ἐδίδετο εἰς τὴν ἑταιρείαν αὐτὴν τῶν ὑπονόμων τὸ ἀποκλειστικὸν προνόμιον τῆς κατασκευῆς τοῦ συστήματος τῶν ὑπονόμων τῆς πρωτευούσης. Μετὰ τὸν πόλεμον, ἡ ἑταιρεία ἤλλαξεν ἐπωνυμίαν. Ὠνομάσθη δηλαδὴ Α.Ε. Ὑδραυλικῶν καὶ Ἐξυγιαντικῶν Ἔργων. Τὸ 1953 ἐξεδόθη τὸ Ν. Διάταγμα 2722 περὶ Ὀργανισμοῦ ἀποχετεύσεως τῆς πρωτευούσης. Εἰς τὸ ἄρθρον 12 τοῦ νόμου ἐκείνου περιλαμβάνεται διάταξις, εἰδικῶς ἀναφερομένη εἰς τὴν περὶ ἧς πρόκειται ἑταιρείαν, τῆς ὁποίας αἱ προαναφερθεῖσαι συμβάσεις δύνανται διὰ διατάγματος νὰ τροποποιηθοῦν, ὡς πρὸς τοὺς ὅρους καὶ τὰ ἔργα. Τὸ κείμενον, κύριοι εἶναι σημαντικὸν καὶ θὰ σᾶς τὸ ἀναγνώσω. Λέγει, λοιπόν, τὸ ἄρθρον 12 τοῦ Ν. Δ. 2722) 1953: «...... (ἀναγινώσκει) .....». Δηλαδή, ὁ νόμος λέγει, ὅτι διὰ Β. Διατάγματος δύναται, μετὰ σύμφωνον γνώμην τοῦ Συμβουλίου Δημοσίων Ἔργων, νὰ γίνῃ ἀναθεώρησις τῆς συμβάσεως. Βάσει, λοιπόν, τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ Ν.Δ. 2722)53, ἐξεδόθη τὸ Β. Διάταγμα τῆς 31ης Ἰουλίου 1954, ὑπογραφόμενον ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τότε τῶν Δημοσίων Ἔργων κ. Κ. Καραμανλῆν καὶ τὸν τότε ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν κ. Παπαγιάννην, τὸ ὁποῖον κυρώνει τὴν τροποποιηθεῖσαν τῆς 7ης Ἰουλίου 1954 σύμβασιν, ποὺ ὑπέγραψαν ἐκ μέρους μὲν τῆς Κυβερνήσεως οἱ δύο προαναφερθέντες ὑπουργοί, ἐκ μέρους δὲ τῆς ἑταιρείας οἱ κ.κ. Κορόζος καὶ Στουπάθης. Κύριοι συνάδελφοι, αἱ διατάξεις τῆς νέας συμβάσεως δὲν ἀπέχουν ποσῶς ἀπὸ τὰς διατάξεις τῶν προηγουμένων συμβάσεων, παρὰ εἰς λεπτομερειακὰ σημεῖα. Πράγματι δέ, διὰ τῆς συμβάσεως αὐτῆς δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ὑπουργοὺς νὰ συμβάλλωνται ἄνευ διαγωνισμοῦ καὶ ὑπὸ ὅλως ἐξαιρετικοὺς ὅρους, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ ἡ χορήγησις τῆς ἀτελείας τῶν εἰσαγομένων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ μηχανημάτων καὶ παντὸς ἔτι ὑλικοῦ ἀπὸ κάθε δασμὸν καὶ φόρον, ὡς καὶ τῆς ἀτελείας ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου.
§10Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Τὰ μηχανήματα αὐτὰ ἀνήκουν εἰς τὸ Δημόσιον ἢ εἰς τὴν Ἑταιρείαν;
§11Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλοῦσα, κ. συνάδελφε, νὰ μὲ ἀφήσητε νὰ συνεχίσω τὴν σειρὰν τῶν σκέψεών μου ἄνευ διακοπῆς, διότι θὰ ἔλθω καὶ εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς πληροφορεῖ, ὅτι οἱ δασμοί, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ὑπεχρεοῦτο εἰς καταβολὴν ἡ ἑταιρεία ἀπὸ τοῦ 1954 μέχρι τοῦ 1960 ἀνέρχονται εἰς 3½ ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ χαρτόσημον, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς λέγει, ὅτι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ὑπολογίσῃ τὸ σχετικὸν ποσόν. Πρέπει, ὅμως, κύριοι συνάδελφοι, νὰ σᾶς τονίσω καὶ τοῦτο: ἀρχικὴ σύμβασις ὁμιλεῖ περὶ ἔργων ἀξίας 105 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Συμβαίνει, ὅμως, μὲ τὴν ἀπάντησιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Δημοσίων Ἔργων νὰ ἔχουν ἐκτελεσθῆ μέχρι σήμερον ἔργα 304.750 χιλιάδων δραχμῶν, ἐκ τῶν ὁποίων 40,4 ἑκατ. εἶναι τὸ ἐξ 7% ἐργολαβικὸν κέρδος καὶ τὸ ἐξ 9% ποσοστὸν τῶν γενικῶν ἐξόδων ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν κατασκευαζομένων ἔργων. Ὑπάρχει εἰς τὸν φάκελλον, κατατεθεὶς ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Συγκοινωνιῶν, πλήρης κατάλογος τῶν συμβάσεων διὰ τὴν ἐκτέλεσιν νέων ἔργων, αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν εἰδικώτερον τὴν μετὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ 1958 περίοδον. Αἱ συμβάσεις αὐταὶ εἶναι περίπου 10 τὸν ἀριθμὸν καὶ ἀναφέρονται εἰς σοβαρὰ ἔργα, σημαντικῆς ἀξίας. Ἐκτὸς τῶν συμβάσεων αὐτῶν, δι’ ἐκτέλεσιν νέων ἔργων ἀπὸ τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1958 καὶ ἐντεῦθεν ὑπάρχουν καὶ ἄλλου εἴδους συμβάσεις μὲ τὴν ἑταιρείαν αὐτήν, διὰ τῆς πρώτης κατηγορίας αὐτῶν. Τὸ Ὑπουργεῖον Δημοσίων Ἔργων καὶ ὁ ΟΑΠ ἀναθέτουν εἰς τὴν ἑταιρείαν τὴν συντήρησιν τοῦ συστήματος ὑπονόμων τῆς πρωτευούσης. Διὰ τῆς δευτέρας κατηγορίας ἀναθέτουν εἰς αὐτὴν τμῆμα τῶν ἁρμοδιοτήτων διὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ δικτύου, δηλαδὴ ἐν προκειμένῳ ἡ ἑταιρεία ὑπεισέρχεται εἰς ἁρμοδιότητας δημοσίου δικαίου. Κύριοι βουλευταί, αὐτὴ εἶναι ἡ ἑταιρεία καὶ αὐτὴ ἐν γενικαῖς γραμμαῖς ἡ σύμβασις, ἡ ὁποία τὴν συνδέει μὲ τὸ Δημόσιον. Καὶ βεβαίως δὲν θὰ ἠσχολούμην ποσῶς μὲ τὸ θέμα, ἐὰν εἶναι προνομιοῦχος ἢ ὄχι, ἐὰν εἰς τὸν φάκελλον δὲν περιελαμβάνετο ἔγγραφον τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ ὁποίου δὲν ἐζητήθη ἡ κατάθεσις, διὰ τοῦ ὁποίου πειρᾶται ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἡ ἑταιρεία δὲν εἶναι προνομιοῦχος καὶ ὅτι, ἐὰν ὑπάρχουν προνόμια (ἀπαλλαγαί, δασμοὶ καὶ χαρτόσημα), ὑπάρχουν ὑπὲρ τοῦ ἐργοδότου! Ἐφ’ ὅσον, λοιπόν, τίθεται ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν θέμα, ἐὰν εἶναι ἢ ὄχι προνομιοῦχος ἡ ἑταιρεία, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ θέματος. Βέβαια, θὰ ἔπρεπε πρωτίστως νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον του διὰ δύο δημοσιευμάτων του κατατάσσει τὴν ἑταιρείαν αὐτὴν μεταξὺ τῶν προνομιούχων. Τὸ πρῶτον δημοσίευμα, λέγει τὰ ἑξῆς: Στατιστικὴ παρακολούθησις ἀτελειῶν. Ἀθῆναι 1959. Σελὶς 16, ἀναφέρει: «...... (ἀναγινώσκει) ......». Ὑπάρχει ὅμως καὶ τὸ Μηνιαῖον Δελτίον Στατιστικῶν Στοιχείων τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν (τόμος 2 ἀριθ. σελ. 38), εἰς τὸ ὁποῖον ἀναφέρονται τὰ ἑξῆς: «...... ...... (ἀναγινώσκει) ......». Ἡ ἑταιρεία, δηλαδή, κατατάσσεται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου μεταξὺ τῶν ἀπολαυουσῶν εἰδικῶν προνομίων. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, ἐφ’ ὅσον τὸ θέμα τοῦ προνομίου ἐτέθη καὶ ἀνεξαρτήτως τῆς μαρτυρίας τῶν ἐπισήμων δημοσιεύσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἂς ἴδωμεν τὶ εἶναι προνόμιον. Ἡ ἔννοια τοῦ προνομίου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνταυτισθῇ μὲ τὴν χαριστικὴν πρᾶξιν. Δὲν εἶναι χαριστικὴ πρᾶξις μιὰ ἐξαιρετικὴ παροχὴ πρὸς τὸν ἀνάδοχον, ἀπὸ τὴν ὁποίαν περίπτωσιν ἀναμένει συγκεκριμένον ὄφελος. Ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ προνομίου περιέχεται πάντοτε τὸ στοιχεῖον, ὅτι αὐτὸ εἶναι τελικῶς ὄχι μόνον ὑπὲρ τοῦ ἀναδόχου, διότι τότε θὰ ἦτο δωρεά, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Ἐπίσης, δὲν εἶναι τὸ προνόμιον ἀναγκαστικῶς μονοπώλιον. Τὸ μονοπώλιον εἶναι τὸ εἶδος καὶ ὄχι τὸ γένος τῶν προνομίων. Ὁ κ. Μπαλῆς λέγει, ὅτι «προνόμιον εἶναι πλεονέκτημα διδόμενον κατ’ ἐξαίρεσιν τοῦ ἰσχύοντος δικαίου». Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τοὺς Συνταγματολόγους, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναφερθῶ εἰς ὅσα λέγει ὁ Σγουρίτσας: «...... (ἀναγινώσκει) ......».
§12Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Ἔχει καὶ ὑποσημείωσιν καὶ θὰ πρέπει νὰ τὴν ἀναγνώσητε, διὰ νὰ εἶναι ἀδιαίρετον τὸ κείμενον.
§13Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κάμνει τὸν διαχωρισμὸν προνομίου παραχωρουμένου δι’ εἰδικοῦ νόμου, εἰς πρόσωπον ἢ πρόσωπα καὶ προνομίων ποὺ παρέχονται εἰς πάντα τὰ πρόσωπα καὶ τὰς ὀργανώσεις, ἅτινα ἔχουν συμφέρον εἰς τὴν ρυθμιζομένην περίπτωσιν. Προνόμιον κατὰ τὸ Σύνταγμα εἶναι τὸ διδόμενον εἰς τὴν Πάουερ. Δὲν εἶναι αἱ διατάξεις τοῦ νόμου περὶ προσελκύσεως ξένων κεφαλαίων. Ὁ ἀείμνηστος Σβῶλος, λέγει σχετικῶς τὰ ἑξῆς: «Ι. Τὸ ἄρθρον 71 παράγρ. 2 τοῦ Συντάγματος 1864)11 καὶ τοῦ ἄρθρου 40 παράγρ. 3 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 ὁρίζουν, ὅτι τὰ «καθήκοντα τοῦ βουλευτοῦ εἶναι ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ ἔργα τοῦ διευθυντοῦ ἢ ἄλλου διοικητικοῦ ἀντιπροσώπου ἢ διοικητικοῦ ἢ νομικοῦ συμβούλου καὶ ὑπαλλήλων ἐμπορικῶν ἑταιρειῶν ἢ ἐπιχειρήσεων, ἀπολαυουσῶν εἰδικῶν προνομίων ἢ τακτικῶν ἐπιχορηγήσεων, δυνάμει εἰδικῶν νόμων». Τὰ δύο Συντάγματα διαφέρουν ἀλλήλων κατά τι εἰς τὸ σημεῖον αὐτό. Ὁπωσδήποτε οἱ κατέχοντες τὰς θέσεις ταύτας δύνανται νομίμως νὰ ἐκλεγοῦν βουλευταί, δὲν δύνανται ὅμως νὰ κατέχουν καὶ τὰς δύο θέσεις. Ὁ λόγος τῆς διατάξεως ταύτης εἶναι, ὅτι οἱ τοιοῦτοι ἀντιπρόσωποι ἢ ὑπάλληλοι ἐπιχειρήσεων, στενῶς συνδεομένων μὲ τὸ Κράτος διὰ συμφερόντων, καθίστανται ὕποπτοι, ὅτι θὰ μεταχειρισθοῦν τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα ὑπὲρ τῶν ἰδιωτικῶν αὐτῶν συμφερόντων καὶ τὰ ὄχι ὑπὲρ γενικοῦ συμφέροντος. Ἄν θεωρηθῇ, ὅτι θέσις εἰς ἐπιχείρησίν τινα δημιουργεῖ ἀσυμβίβαστον πρὸς τὴν ἰδιότητα τοῦ βουλευτοῦ, δέον ἡ ἐπιχείρησις νὰ ἀναλαμβάνῃ εἰδικοῦ (ἐξαιρετικοῦ) προνομίου ἢ τακτικῆς ἐπιχορηγήσεως, δυνάμει εἰδικῶν νόμων. Τοιαῦται ἐπιχειρήσεις εἶναι λ.χ. ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος. (Προνόμιον ὑποχρεωτικῆς καταθέσεως χρημάτων ὡρισμένων νομικῶν προσώπων), ἡ Ἑταιρεία Μεταφορῶν (προνόμιον συγκοινωνίας) κλπ. Δὲν περιλαμβάνονται, ὅμως, ἐπιχειρήσεις, μετέχουσαι πλεονεκτημάτων παρεχομένων εἰς πάσας τὰς ὁμοειδεῖς ἐπιχειρήσεις, λ.χ. προνόμια ἀναγκαστικῆς ἐκτελέσεως παραχωρούμενα εἰς πάσας τὰς Τραπέζας». Ἀπὸ τὰ κείμενα αὐτά, νομίζω, ὅτι ἡ διαστολὴ μεταξὺ ἐπιχειρήσεων ἀπολαμβανουσῶν εἰδικῶν προνομίων, βάσει εἰδικοῦ νόμου καὶ τῶν λοιπῶν, εἶναι σαφής. Καὶ προκύπτει ἀδιάσειστον συμπέρασμα, ὅτι ἡ Α.Ε. Ὑδραυλικῶν καὶ Στεγαστικῶν Ἔργων ἑταιρεία ἐμπίπτει εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος περὶ ἑταιρειῶν ἀπολαυουσῶν εἰδικῶν προνομίων. Διότι, διὰ τοῦ εἰδικοῦ Νόμου 2822)53 καὶ τοῦ εἰς ἐκτέλεσιν αὐτοῦ ἐκδοθέντος Διατάγματος παρεχωρήθη τὸ δικαίωμα τῆς ἄνευ διαγωνισμοῦ ἀναλήψεως ἔργων τοῦ Δημοσίου, ὑπὸ ὅρους τῶν ὁποίων εἷς ἕκαστος καὶ ὅλοι μαζὶ ἀποτελοῦν εἰδικὸν προνόμιον, τοῦ ὁποίου δὲν δύναται νὰ ἀπολαύσῃ οἱαδήποτε ἄλλη ἐργοληπτικὴ ἑταιρεία. Ἡ ἔννοια τοῦ προνομίου δὲν περιορίζεται εἰς τὸ α ἢ β στοιχεῖον τῆς συμβάσεως, ἀλλὰ εἰς τὴν ἄνευ διαγωνισμοῦ ἀνάθεσιν ἐργασιῶν, τὴν χρηματοδότησίν της καὶ τοὺς ἄλλους ὅρους τοὺς ὁποίους δὲν θὰ ἀνέφερον ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἀνέφερεν εἰς τὸ ἔγγραφόν του διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι δὲν ὑπάρχει προνόμιον. Διὰ τοῦ ἄρθρου 24 παρέχεται ἀτέλεια εἰς τὴν Ἑταιρίαν καταβολῆς δασμῶν καὶ φόρων ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων ὑπ’ αὐτῆς μηχανημάτων, ὑλικῶν κλπ. Τὸ ἄρθρον 24 λέγει... ... (ἀναγινώσκει).... Σημειώσατε παρακαλῶ τὴν λέξιν «πάντα»... (ἀναγινώσκει).... Βλέπετε ὁποία εὐρεῖα ἀπαλλαγὴ δασμῶν καὶ φόρων παρέχεται δι’ ὅλα τὰ εἴδη.
§14Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ νὰ ἀναγνώσητε καὶ τὰς ὑπολοίπους παραγράφους.
§15Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Θὰ τὰς ἀναγνώσω ὅλας. Εἰς τὴν παράγραφον 1, ὑπάρχει διάταξις ἀναφερομένη εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν τῆς ἑταιρείας ἀπὸ τοῦ χαρτοσήμου, ἥτις λέγει....... ... (ἀναγινώσκει).... Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, περιωρίσθη εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ χαρτοσήμου καὶ τὴν ἀτέλειαν, ὡς στοιχεῖα ἐνδεχομένως τοῦ προνομίου διὰ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι τὸ προνόμιον δὲν εἶναι ὑπὲρ τῆς ἑταιρείας, ἀλλὰ ὑπὲρ τοῦ ἐργοδότου, τοῦ Δημοσίου!
§16Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Θὰ ἦτο χρήσιμον διὰ τὴν συζήτησιν νὰ ἀναγνώσητε καὶ τὰς παραγράφους 3 καὶ 4.
§17Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ἐγὼ ὑποστηρίζω τὴν θέσιν καὶ θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ τὴν ἀναπτύξω, ὅπως ἐγὼ ἀντιλαμβάνομαι. Αἱ διατάξεις αὗται τὰς ὁποίας θέλετε νὰ ἀναγνώσω δὲν μεταβάλλουν εἰς τίποτε τὴν οὐσίαν τῶν ὅσων ὑποστηρίζω καὶ περιορίζομαι νὰ ἀναγνώσω ἐκείνας τὰς ὁποίας θεωρῶ χρησίμους.
§18Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Γίνεται συζήτησις ἐπὶ τοῦ βασικοῦ κειμένου τῆς συμβάσεως καὶ νομίζω, ὅτι εἶσθε ἕτοιμος ὅπως εἴπητε, νὰ ἀποκρούσητε τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ ἐγγράφου μου. Τὸ ἔγγραφον δὲν περιλαμβάνει ἐπιχειρήματα, ἐκθέτει γεγονότα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σχηματίσῃ γνώμην ἡ Βουλὴ χωρὶς νὰ ἔχῃ τὰ κείμενα. Ὅπως ὁ Δικαστὴς πρέπει νὰ γνωρίζῃ τοὺς νόμους διὰ νὰ ρυθμίσῃ τὰς σχέσεις, οὕτω καὶ ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν κειμένων διὰ νὰ σχηματίσῃ γνώμην. Ἐὰν σᾶς κουράζῃ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ κειμένου, προσφέρομαι νὰ τὸ ἀναγνώσω ἐγώ, διότι λύεται τὸ ζήτημα ἂν ἀναγνωσθῇ τὸ κείμενον.
§19Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Τότε θὰ πρέπει νὰ ἀναγνώσω τὸν νόμον ἀπὸ τὴν ἀρχὴν μέχρι τέλους. Νομίζω, ὅτι θὰ δώσω ἐξαντλητικῶς ὅλα τὰ στοιχεῖα τοῦ νόμου, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν κατατόπισιν τοῦ Σώματος ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἀλλὰ νὰ ἀναγνώσω ὁλόκληρον τὴν σύμβασιν δὲν θὰ τὸ κάμω.
§20Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ὄχι ὁλόκληρον τὸ κείμενον, ἀλλὰ δύο παραγράφους. Ἐπὶ 10λεπτον ἀσχολεῖσθε νὰ δικαιολογήσητε διατὶ δὲν θὰ τὰ ἀναγνώσητε, ἐνῷ ἐντὸς 2λέπτου θὰ τὰ εἴχατε ἀναγνώσει. Σᾶς παρεκάλεσε ἡ Κυβέρνησις νὰ τὰ ἀναγνώσητε. Ἡ ἐπιμονή σας νὰ ἀρνηθῆτε ἀντιτίθεται, νομίζω, εἰς τοὺς κανόνας καλῆς πίστεως. Σᾶς παρακαλοῦμεν νὰ ἀναγνώσητε ὀλίγας γραμμάς. Εἶναι παράκλησις τῆς Κυβερνήσεως.
§21Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν γνωρίζει προφανῶς, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ὀλίγων γραμμῶν, ἀλλὰ περὶ ὁλοκλήρου σελίδος, καὶ ἐπιμένει νὰ ἀναγνώσω τὰς δύο αὐτὰς παραγράφους. Ἐφ’ ὅσον ἐπιμένει θὰ τὸ πράξω, παρ’ ὅλον, ὅτι κινδυνεύει διὰ τῆς ἀναγνώσεως τῶν κειμένων νὰ καταστραφῇ ἡ συνέχεια τοῦ λόγου μου. (Ἀναγινώσκει τὰς παραγράφους 3 καὶ 4 τοῦ ἄρθρου 24 τῆς συμβάσεως).
§22Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἀνεξαρτήτως τῆς γνώμης μου ἐπὶ τῆς οὐσίας, ἤθελα νὰ πληροφορηθῶ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργόν, κατὰ τὶ μεταβάλλει τὴν ἐπιχειρηματολογίαν του ἡ ἀνάγνωσις τῶν δύο αὐτῶν παραγράφων ἀνεξαρτήτως τοῦ ὀρθοῦ ἢ μὴ αὐτῆς.
§23Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ὅταν θὰ λάβω τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, θὰ ἀκούσητε τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον ἐζήτησα τὴν ἀνάγνωσιν τῶν δύο ἐκείνων παραγράφων. Ἀνεξαρτήτως ὅμως αὐτοῦ, νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ προκειμένου νὰ κρίνῃ περὶ ἑνὸς ζητήματος θὰ πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της τὰ κείμενα.
§24Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ἐάν, κ. βουλευταί, ὑπῆρχεν ἔστω καὶ ἴχνος διατάξεως ἐκ τῆς ὁποίας θὰ ἀνηροῦντο τὰ ὅσα ἐπεκαλέσθην ἐγὼ πρῶτος, θὰ προέβαινον εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῆς διατάξεως ἐκείνης, διότι ἐπιθυμῶ πάντοτε νὰ εἶμαι ἀκριβολόγος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, λέγει τὰ ἑξῆς διὰ νὰ ἀναιρέσῃ τὴν προνομιακὴν φύσιν, τὴν ἀνταλλαγήν. Τὰ ἔργα, λέγει, γίνονται ἀπολογιστικῶς. Δηλαδή, θὰ πληρώσῃ τὸ Δημόσιον εἰς τὴν ἑταιρείαν ὅσα θὰ ἐξοδεύσῃ ἡ ἑταιρεία καὶ ἐπὶ πλέον τὰ γενικὰ ἔξοδα καὶ τὸ καθωρισμένον ποσοστὸν κέρδους. Ἐὰν συνεπῶς, λέγῃ δὲν καταβληθοῦν δασμοὶ καὶ χαρτόσημα, ἡ ἀξία τῶν ἔργων θὰ εἶναι μικροτέρα καὶ συνεπῶς μικρότερον θὰ εἶναι τὸ ποσοστὸν κέρδους ὡς καὶ τὸ ποσοστὸν τῶν γενικῶν ἐξόδων. Ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Ὑπουργός, ὢν δόκιμος συγγραφεύς, ὑποστηρίζει τοιαῦτα πράγματα. Τὸ ποσοστὸν τοῦ κέρδους κ. Ὑπουργέ, ὅπως καὶ τὸ ποσοστὸν τῶν γενικῶν ἐξόδων εἶναι ἀντικείμενον συμφωνίας. Ἐὰν ἐλαμβάνετο ὑπ’ ὄψιν, ὅτι θὰ κατεβάλλοντο οἱ δασμοὶ καὶ τὸ χαρτόσημον, τότε τὸ ποσοστὸν κέρδους καὶ τῶν γενικῶν ἐξόδων θὰ ἦτο μικρότερον. Τὸ ὅτι δὲν πρόκειται περὶ προνομίου ἀποβαίνοντος εἰς ὄφελος τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ περὶ προνομίου τεθέντος πρὸς ὄφελος τοῦ ἀναδόχου, ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τούτου. Διότι ὁ ἀνάδοχος ἀπαλλασσόμενος τῆς ὑποχρεώσεως καταβολῆς τῶν δασμῶν καὶ τοῦ χαρτοσήμου χρειάζεται μικρότερα κεφάλαια κινήσεως καὶ συνεπῶς θὰ καταβάλῃ μικροτέρους τόκους. Περαιτέρω ὁ κ. Ὑπουργός, προβάλλει καὶ ἓν ἄλλο ἐπιχείρημα. Λέγει, ὅτι μετὰ τὸ πέρας τῶν ἔργων τὰ μηχανήματα, αἱ ἐγκαταστάσεις κλπ. τῶν ὁποίων ἡ ἀξία ἐνεσωματώθη εἰς τὴν ἀξίαν τῶν ἔργων θὰ περιέλθουν εἰς τὸ Δημόσιον. Τὶ ἐξ αὐτοῦ ἐξάγεται, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω. Εἰς ὅλας τὰς περιπτώσεις μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συμβάσεως αἱ ἐγκαταστάσεις περιέρχονται εἰς τὸ Δημόσιον. Ἐξ αὑτοῦ οὐδόλως ἐξάγεται, ὅτι δὲν ἔχει τεθῆ εἰδικὸν προνόμιον. Εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς Πάουερ π.χ. τὸ αὐτὸ πρόκειται νὰ συμβῇ. Ἐξάγεται ἐξ αὐτοῦ, ὅτι ἡ Πάουερ δὲν ἔχει προνόμιον; Ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ ὑπομνήσω καὶ τὸ ἑξῆς εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν. Εἰς τὸ ἄρθρον 24 γίνεται λόγος περὶ τῆς ἀπαλλαγῆς πάντων τῶν μηχανημάτων καὶ λοιπῶν ὑλικῶν ἐκ τῶν δασμῶν. Εἰς τὴν παράγραφον ὅμως 5 τοῦ ἄρθρου 7 ἀναγράφονται τὰ ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει τὴν παράγραφον 5 τοῦ ἄρθρου 7 τῆς συμβάσεως. Δηλαδὴ πρόκειται περὶ μηχανημάτων ἡ ἀξία τῶν ὁποίων ἐνεσωματώθη εἰς τὰ ἔργα.
§25Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ὄχι.
§26Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Κάμνετε λάθος.
§27Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριοι, αὐτὰ λέγει τὸ ἄρθρον. Δηλαδὴ εἰς τὴν πλέον κοινὴν γλῶσσαν θὰ ἐλέγομεν περὶ μηχανημάτων τῶν ὁποίων ἡ ἀξία ἀπεσβέσθη. Περαιτέρω ὅμως ὑπάρχει καὶ ἡ παράγραφος 3 τοῦ ἄρθρου 5 εἰς τὴν ὁποίαν ἀναγράφονται τὰ ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει τὴν παράγραφον 3 τοῦ ἄρθρου 5 τῆς συμβάσεως). Κατὰ συνέπειαν τὸ ἄρθρον 24 ὁμιλεῖ διὰ πᾶν μηχάνημα καὶ ἐργαλεῖον, ἐνῷ ἡ παράγραφος 3 τοῦ ἄρθρου 5 ἀφορᾷ τὰ μηχανήματα, τῶν ὁποίων ἡ ἀξία δὲν ἐνσωματοῦται εἰς τὰ ἔργα. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ἡ δασμολογικὴ ἀπαλλαγὴ ἀποβαίνει καθαρῶς ὑπὲρ τῆς ἑταιρείας.
§28Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Φαίνεται, ὅτι γίνεται σύγχυσις μεταξὺ παραχωρήσεως ὑπηρεσίας καὶ συμβάσεως ἐκτελέσεως ἔργων. Αἱ παραχωρησιοῦχοι ἑταιρεῖαι βαρύνονται διὰ διαφόρων ὅρων, μεταξὺ τῶν ὁποίων κύριος καὶ πρωτεύων εἶναι ἡ περιέλευσις εἰς τὰς παραχωρησιούχους ὅλων τῶν ἐγκαταστάσεων περὶ ὧν πρόκειται, διὰ τῶν ὁποίων ἐκτελεῖται ἡ παραχωρηθεῖσα ὑπηρεσία, μεταφορά, φωτισμὸς κ.ο.κ. Διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων ὑπάρχουν διάφορα συστήματα. Εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν ἡ σύμβασις ἐχρησιμοποίησε τὸ ἀπολογιστικὸν σύστημα.
§29Δ. ΚΩΣΤΗΣ. Ἄνευ δημοπρασίας.
§30Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ὅταν θὰ ὁμιλήσουν οἱ ἐντεταλμένοι, δι’ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, θὰ ἀκούσητε τὴν ἀπάντησιν. Κύριε Κωστῆ, θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπολογίσητε, ὅτι συνάδελφος μοῦ ἔχει παραχωρήσει τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω, διακόπτων τὴν ἀγόρευσίν του καὶ δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ παρεμβάλητε ἄλλα θέματα διὰ νὰ μὲ παρασύρετε εἰς ἄλλην συζήτησιν, διότι ἔδωσα τὴν ὑπόσχεσιν, ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῶ εἰς τοῦτο μόνον τὸ θέμα. Ἄν μοῦ ἐπέτρεπεν ὁ κ. Ζίγδης, θὰ σᾶς ἔδιδα τὴν ἀπάντησιν ἐπ’ αὐτοῦ τὸ ὁποῖον ἀνεκινήσατε τώρα.
§31Δ. ΚΩΣΤΗΣ. Ἐργασία ἀπολογιστικὴ ἄνευ δημοπρασίας.
§32Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἡ ἐκτέλεσις τοῦ περὶ οὗ πρόκειται ἔργου, τοῦ συμφωνηθέντος διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ 1954, γίνεται ἀπολογιστικῶς. Τὸ φυσικώτερον θὰ ἦτο, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ συνήθους ἔργου, νὰ διαθέτῃ ὁ ἐργολάβος τὸν μηχανικὸν ἐξοπλισμόν, νὰ προβαίνῃ δὲ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου. Μηχανήματα καὶ ἐργαλεῖα ἔχει ὁ ἐργολάβος, πᾶς ἰδιώτης, ἢ πᾶσα ἑταιρεία ἀναλαμβάνουσα τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου. Καὶ διὰ τοῦ μηχανικοῦ της ἐξοπλισμοῦ προβαίνει εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς συμβάσεως. Εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν ἐπρόκειτο περὶ ἔργων σημαντικῶν καὶ εἰδικῆς, ὅπως φαίνεται φύσεως. Καὶ διὰ τῆς συμβάσεως ὡρίσθη, ὅτι ὁ ἐργοδότης, Δημοσία οὐσιαστικῶς Ὑπηρεσία, ὁ Αὐτόνομος Ὀργανισμὸς Ἀποχετεύσεως τῆς Πρωτευούσης ὑποχρεοῦται νὰ θέσῃ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ἐργολάβου τὸν ἐξοπλισμόν, τὸν ὁποῖον διαθέτει. Ἀνέλαβεν ἐπίσης τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξασφαλίζῃ καὶ νὰ ἐφοδιάζῃ τὸν ἐργολάβον μὲ ὅλα τὰ μηχανήματα καὶ τὰ ἐργαλεῖα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου. Τὰ μηχανήματα καὶ τὰ ἐργαλεῖα, τὰ ὁποῖα φυσικὰ δὲν ἐνσωματοῦνται, ἀλλὰ ἀνήκουν καὶ παραμένουν κατὰ τὴν σύμβασιν εἰς τὴν κυριότητα τοῦ ἐργοδότου, τοῦ Ὀργανισμοῦ Ἀποχετεύσεως καὶ ὄχι τοῦ ἐργολάβου, ἐπαναλαμβάνω, τὰ μηχανήματα, τὰ ὁποῖα ὡς εἶναι ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων δὲν ἐνσωματοῦνται εἰς τὰ ἔργα, ἐξακολουθοῦν νὰ ἀνήκουν εἰς τὴν κυριότητα τοῦ ἐργοδότου. Ὁ ἐργολάβος, ὁ ἀνάδοχος, ἡ ἑταιρεία περὶ τῆς ὁποίας γίνεται ἡ συζήτησις, ἔχει δικαίωμα νὰ κάμνῃ χρῆσιν τῶν μηχανημάτων καὶ τῶν ἐργαλείων καὶ ἔχει ἀναλάβει τὴν ὑποχρέωσιν τῆς συντηρήσεως καὶ ἐπιμελείας, καλῆς διαφυλάξεως καὶ παραδόσεως μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ ἔργου ἐν καλῇ καταστάσει εἰς τὸν κύριον, δηλ. εἰς τὸν Ὀργανισμὸν Ἀποχετεύσεως Πρωτευούσης, μὲ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀποκαταστήσῃ καὶ πᾶσαν ζημίαν, πλὴν ἐκείνων αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον λόγῳ τῆς συνήθους χρήσεως ἢ ἐξ ἀνωτέρας βίας. Ἀκόμη ὡρίσθη, ὅτι ὁ ἐργοδότης, ὁ Ὀργανισμὸς Ἀποχετεύσεως δύναται νὰ ἐξασφαλίσῃ καὶ διὰ μισθώσεως μηχανήματα καὶ ἐργαλεῖα ἀπαραίτητα διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου. Καὶ λαμβάνεται διὰ τῆς συμβάσεως πρόνοια περὶ ὅλων τούτων καὶ περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀναδόχου ὅπως προβῇ εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῶν μηχανημάτων δαπάναις τοῦ ἐργοδότου, τηρουμένων ὅμως ὡρισμένων διατυπώσεων. Καὶ ὁρίζεται εἰς τὴν σύμβασιν, ὅτι ἐὰν ὁ ἀνάδοχος, διὰ τὴν μίσθωσιν ἢ διὰ τὴν προμήθειαν μηχανημάτων καὶ ἐργαλείων, ἀπαραιτήτων κατὰ τὴν κρίσιν τῆς εἰδικῆς ἐποπτευούσης Ἐπιτροπῆς, ὑποβληθῆ εἰς δαπάνας, αἱ δαπάναι αὗται καταλογίζονται εἰς τὸ κόστος τοῦ ἔργου καὶ ἐπαυξάνουν τοῦτο. Καὶ ὁρίζεται ἐν συνεχείᾳ, ὅτι ἀπαλλάσσεται ἡ σύμβασις τοῦ χαρτοσήμου καὶ τὰ εἰσαγόμενα ὑλικὰ καὶ τὰ εἰσαγόμενα μηχανήματα καὶ τὰ εἰσαγόμενα ἐργαλεῖα. Καὶ γεννᾶται τὸ ζήτημα, βάσει τῆς τελωνειακῆς νομοθεσίας, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπεύθυνος διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ δασμοῦ εἶναι ὁ κύριος τοῦ εἰσαγομένου ἐμπορεύματος καὶ δὴ ἀσχέτως πρὸς τὰς διατάξεις τῆς συμβάσεως, ποῖος εἶναι ὁ κύριος τοῦ εἰσαγομένου ἐμπορεύματος καὶ ποῖος πρέπει νὰ πληρώσῃ τὸν δασμόν, ὁ ἐργοδότης, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ κύριος τῶν εἰσαγομένων, ὁ Ὀργανισμὸς δηλαδή, Ἀποχετεύσεως, ἢ ὁ ἀνάδοχος, ὁ ὁποῖος θὰ κάμῃ χρῆσιν αὐτῶν καὶ δὴ μόνον διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου αὐτοῦ, οὐχὶ δὲ καὶ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν οἱουδήποτε ἄλλου, ἔργου; Νομίζω, ὅτι ἡ δασμολογικὴ ὑποχρέωσις σύμφωνα μὲ τὰ γενικῶς κρατοῦντα, βαρύνει ἐν προκειμένῳ τὸν ἐργοδότην ὡς κύριον τῶν εἰσαγομένων ἐμπορευμάτων. Καὶ ταῦτα μὲν βάσει τῶν γενικῶς κρατούντων καὶ ἀσχέτως τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως. Ἐν προκειμένῳ, ἡ σύμβασις ἠθέλησε νὰ δώσῃ τὴν εὐχέρειαν εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Δημοσίων Ἔργων νὰ ἀπαλλάξουν τῆς καταβολῆς δασμοῦ κλπ. τὸν ἐργοδότην, τὸν βαρυνόμενον μὲ τοὺς δασμούς. Καὶ ὁρίζεται εἰς τὸ ἄρθρον 24 παράγρ. 2: «Πάντα τὰ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰσαγόμενα........... δύνανται νὰ ἀπαλλαγοῦν τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ καὶ παντὸς εἰδικοῦ φόρου ὑπάρχοντος ἢ ἐπιβληθησομένου κατόπιν ἀποφάσεως τῶν Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Δημοσίων Ἔργων, μετὰ γνώμην τοῦ Συμβουλίου Δημοσίων Ἔργων».
§33Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Τὸ ὅτι «δύναται» ἀποτελεῖ ἀναίρεσιν τοῦ ἐπιχειρήματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§34Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Καὶ ὁρίζεται ἐν συνεχείᾳ «ἐν περιπτώσει ἐγκρίσεως τῶν κατὰ τὴν παράγραφον 2 ἀπαλλαγῶν, ὁ ἐργοδότης ὑποχρεοῦται ὅπως κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ἔργου μεριμνᾷ διὰ τὴν ἔγκαιρον παροχὴν τῆς ἀδείας πρὸς ἀτελῆ εἰσαγωγὴν ἐν γένει τῶν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς κομιζομένων μηχανημάτων .................. τοῦ ἀναδόχου ὑποχρεουμένου νὰ ὑποβάλῃ ἁπλῶς τοὺς ἀναγκαιοῦντας καταλόγους καὶ ἄλλα στοιχεῖα τῶν μεταφερομένων εἰδῶν κλπ...........». Καὶ προβλέπεται ἐν συνεχείᾳ, διὰ τῆς παραγράφου 4, τί θὰ πράξῃ ὁ ἐργολάβος, ὁ ἀνάδοχος τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου, εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν οἱ Ὑπουργοὶ Δημοσίων Ἔργων καὶ Οἰκονομικῶν καθυστερήσουν ἢ παραλείψουν νὰ ἐκδώσουν τὴν ἀπόφασιν τῆς παροχῆς τῆς ἀτελείας. Τί θὰ κάμῃ ὁ ἀνάδοχος; Καὶ περιελήφθη διάταξις, ἡ ὁποία κατοχυρώνει τὰ δικαιώματα πλέον καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ ἀναδόχου. Ἐν περιπτώσει βραδύτητος εἰς τὴν ἔκδοσιν τῆς κατὰ τὰ ἀνωτέρω ἀδείας ἀτελείας, ἐξ ἧς δύναται νὰ ἐπέλθῃ καθυστέρησις εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων, δύναται ὁ ἀνάδοχος, ἐγκρίσει τοῦ ἐποπτεύοντος τῶν ἔργων, νὰ καταβάλῃ διὰ λογαριασμὸν τοῦ ἐργοδότου —αὐτὸ ἔχει σημασίαν— διὰ λογαριασμὸν τοῦ ἐργοδότου, πᾶν ποσὸν διὰ τοὺς ἀξιουμένους φόρους κλπ. ἀναλαμβάνων τοῦτο μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς σχετικῆς ἀδείας. Ἐν ᾗ περιπτώσει τὰ καταβληθέντα ποσὰ δὲν ἐπιστραφοῦν ἐντὸς τεσσάρων μηνῶν ἀπὸ τῆς καταβολῆς, δικαιοῦται ὁ ἀνάδοχος νὰ καταλογίσῃ εἰς τὰς δαπάνας ἀξίας τοῦ ἔργου ὁριστικῶς τὸ ποσὸν τῶν καταβληθέντων δασμῶν, ἀναγράφων ταύτας εἰς χωριστὰς καταστάσεις καὶ οὕτω καθεξῆς. Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἁπλῆ ἀνάγνωσις τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 24 ἀποδεικνύει, ὅτι αἱ ἀπαλλαγαὶ ἔχουν δοθῆ ὑπὲρ τοῦ ἀναδόχου, ἐργοδότου, διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου. Ὁ ἀνάδοχος, διὰ τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν καθυστερήσει ἡ ἔκδοσις τῆς ἀδείας, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προκαταβάλῃ τὸν φόρον, μὲ τὸ δικαίωμα τῆς ἀναζητήσεως τοῦ καταβληθέντος ποσοῦ ἀπὸ τὸν ὑπόχρεον. Καὶ ὑπόχρεος εἶναι ὁ ἐργοδότης, ὁ Ὀργανισμὸς ἐκτελέσεως τῶν ἔργων. Ὁρίζεται ἐν συνεχείᾳ εἰς τὴν παράγραφον 5 τοῦ ἄρθρου 7: «Ἅπαντα τὰ μηχανήματα, ἐργαλεῖα, ὑλικὰ ἐγκαταστάσεως κλπ. ἐφόδια... (ἀναγινώσκει) ........». Καὶ ὁρίζεται ἐν συνεχείᾳ εἰς τὴν παράγραφον 8 τοῦ ἄρθρου 8: «Πάντα τὰ μηχανήματα καὶ ἐργαλεῖα, θὰ χρεώνωνται κατὰ κατηγορίας... (ἀναγινώσκει) ......». Κύριοι συνάδελφοι, ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Τσιριμῶκος θὰ εἶναι πλέον εὐχαριστημένος. Ἀλλὰ τὸν πληροφορῶ, ὅτι ἡ ἀπάντησίς μου δὲν ἐξηντλήθη καὶ θὰ ἐπανέλθω.
§35Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του, κατέστησεν ἔτι ἀσθενέστερα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα εἶχε διατυπώσει εἰς τὸ ἔγγραφόν του. Διὰ τὸν λόγον αὐτόν, νομίζω, ὅτι δὲν χρειάζεται ἀπάντησις εἰς τὰ ὅσα εἶπε, διότι οὐδεὶς λόγος συντρέχει νὰ εἰσέλθωμεν εἰς ὑπολεπτομερείας. Τὸ προνόμιον τῆς ἑταιρείας δὲν περιορίζεται μόνον εἰς τὰς διατάξεις περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ δασμῶν καὶ χαρτοσήμου, ὡς ἤδη ἀνέλυσα, ἂν καὶ αὐτὴ αὕτη ἡ διάταξις περὶ δασμῶν καὶ χαρτοσήμου, ὡς εἶναι διατυπωμένη, ἀποτελεῖ προνόμιον ὑπὲρ τοῦ ἀναδόχου. Ὅταν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικά, θὰ ἀντιληφθῇ τὸ σημεῖον ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἤρχισε καὶ τὸ σημεῖον τὸ ὁποῖον καταλήγει. Ἰδιαιτέρως ἐπιθυμῶ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς λέξεως «δύναται» τοῦ ἄρθρου 24, ἡ ὁποία καὶ μόνον ἀποτελεῖ ἀνατρεπτικὴν ἀπάντησιν πάσης ἐπιχειρηματολογίας τοῦ κ. ὑπουργοῦ. Τὸ θέμα τοῦ προνομίου ἔγκειται εἰς ὁλόκληρον τὴν Σύμβασιν, διὰ τῆς ὁποίας, ἄνευ διαγωνισμοῦ, τὸ Κράτος ἀναθέτει εἰς ὡρισμένην Ἑταιρείαν τὴν ἐκτέλεσιν ὡρισμένων ἔργων καὶ ὑπὸ ὅρους, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθοῦν εἰς ἄλλην ἑταιρείαν, ἐκτὸς ἐὰν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θελήσῃ νὰ παρανομήσῃ. Κύριοι, ἐτερμάτισα τὴν ἀνάπτυξιν τῶν δύο βασικῶν σημείων τοῦ συζητουμένου θέματος. Νομίζω, ὅτι προέκυψεν ἀναντιρρήτως, ὅτι ὁ κ. Κορόζος εἶναι μέλος τοῦ Δ.Σ. τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος ἑταιρείας καὶ ὅτι ἡ ἑταιρεία αὐτὴ εἶναι προνομιοῦχος, κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 71 τοῦ Συντάγματος. Κατὰ συνέπειαν ὁ κ. Κορόζος ἔχει ἐκπέσει τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος, ὡς μὴ δηλώσας ἐπιλογὴν 8 ἡμέρας μετὰ τὴν ἐκλογὴν του ὡς βουλευτοῦ. Ἐὰν δὲν δεχθῆτε αὐτὴν τὴν λύσιν, τότε θὰ πρέπει νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι ὅλαι αἱ συμβάσεις μετὰ τῆς ἐν λόγῳ ἑταιρείας εἶναι ἄκυροι, διότι ὡς καθορίζει ἡ ἄλλη σχετικὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος: «...... (ἀναγινώσκει) ........». Κύριοι βουλευταί, ἀνεξαρτήτως πολιτικῆς τοποθετήσεως, εὑρίσκεσθε πρὸ τοῦ ἀμιλείκτου διλήμματος. Ἢ ὁ κ. Κορόζος ἐξέπεσε τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος, διότι τυγχάνει μέλος τοῦ Διοικ. Συμβουλίου προνομιούχου ἑταιρείας ἢ ἡ ἐν λόγῳ ἑταιρεία δὲν εἶναι προνομιοῦχος, ὁπότε, ἐπαναλαμβάνω, ὅλαι αἱ συμβάσεις αὐτῆς μετὰ τοῦ Δημοσίου, ἀπὸ τὴν ἐκλογὴν τοῦ 1958, εἶναι ἄκυροι καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει προκύπτει εὐθύνη τῶν ὑπογραψάντων αὐτὰς ὑπουργῶν, κατὰ τὸν νόμον περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν. Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι ἀπὸ ὅλην τὴν ἀγόρευσίν μου καὶ ἀπὸ τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα προσεκόμισα, θὰ ἐπείσθητε, ὅτι ἐζήτησεν ἡ Νέα Πολιτικὴ Κίνησις νὰ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλὴ μὲ ἕνα θέμα θεσμῶν καὶ ὄχι μὲ προσωπικὸν θέμα. Καλεῖσθε νὰ κρίνητε τὸ ζήτημα μὲ αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν καὶ μὲ αὐτὰ τὰ κριτήρια. Αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἐτέθησαν πρὸς περιφρούρησιν βασικῶν θεσμῶν τοῦ πολιτεύματος. Ἀλλὰ πέραν τοῦ Συντάγματος, ὁ ὕψιστος θεματοφύλαξ τῶν θεσμῶν τοῦ πολιτεύματος εἶναι ἡ πολιτικὴ εὐθιξία. Γνωρίζετε ὅλοι, ὅτι πλεῖστοι συνάδελφοι, ὅταν ἐξελέγησαν βουλευταὶ ἢ ἀνέλαβον ἀξιώματα ὑπουργικά, ἔσπευσαν νὰ παραιτηθοῦν ἀπὸ συμβούλια ἰδιωτικῶν μὴ προνομιούχων ἑταιρειῶν, ἂν καὶ δὲν εἶχον οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν πρὸς τοῦτο. Καὶ ἐνήργησαν ὑπὸ τὴν ἀντίληψιν, ὅτι ἡ γυνὴ τοῦ Καίσαρος δὲν πρέπει νὰ εἶναι μόνον τιμία, ἀλλὰ καὶ νὰ φαίνεται τιμία. Εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ὁ πολιτικὸς κόσμος ἐπέδειξε πάντοτε μεγάλην εὐθιξίαν. Γνωρίζετε τὴν περίπτωσιν ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἠναγκάσθη ὑπὸ τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ νὰ ὑποβάλῃ τὴν παραίτησίν του, διότι συνέβη ἕνας συγγενὴς τοῦ ὑπουργοῦ νὰ εὑρίσκεται εἰς κἄποιαν σχέσιν ἐργολαβίας μὲ ἀσήμαντον τινὰ ἑταιρείαν. Ὑπάρχει ἀκόμη ἀπόφασις ἐκλογοδικείου, ἡ ὁποία ἠκύρωσε τὴν ἐκλογὴν ὡς βουλευτοῦ Θεσσαλονίκης τοῦ κ. Λίτινα, διότι δὲν ἔσπευσε νὰ παραιτηθῇ ἀπὸ μέλος τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς Ρεθύμνης. Ὁ πολιτικὸς κόσμος πρέπει νὰ ἐνδιαφερθῇ διὰ τὴν τήρησιν ἑνὸς τοιούτου βασικοῦ θεμελίου τοῦ πολιτεύματος. Τοῦ ἀδιαβλήτου τῆς σχέσεως βουλευτοῦ καὶ Δημοσίου. Φαντασθῆτε ἐὰν τοῦτο δὲν γίνῃ δεκτόν, ὅτι ἡ Βουλὴ τοῦ μέλλοντος θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαρτίζεται ἀπὸ 300 ἐργολάβους. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ θέμα δὲν εἶναι προσωπικόν. Εἶναι θέμα διαφυλάξεως τοῦ πολιτεύματος, εἶναι θέμα στοιχειώδους πολιτικῆς, ἀλλὰ καὶ ἠθικῆς τάξεως. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πλευρᾶς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως).
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Βοιωτίας κ. Κ. Κορόζος, ἔχει τὸν λόγον.
§37Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Κύριοι βουλευταί, λυποῦμαι, διότι ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ βήματος συνάδελφος, ἠθέλησε νὰ παρομοιάσῃ τὴν περίπτωσιν τὴν ἰδικήν μου μὲ τὴν περίπτωσιν ἑνὸς ἐργολάβου.
§38ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως). Δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἐργολάβων.
§39Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Ὁ συνάδελφος κ. Ζίγδης, ὁμιλῶν εἶπεν, ὅτι ἐὰν δὲν ἐφαρμοσθοῦν αἱ κείμεναι διατάξεις εἶναι ἐνδεχόμενον ἡ μέλλουσα Βουλὴ νὰ ἀποτελῆται ἀπὸ ἐργολάβους. Ἡ περικοπὴ αὐτὴ δημιουργεῖ καὶ προσωπικὸν ζήτημα, ἀλλὰ θίγει καὶ ὁλόκληρον ἴσως τὴν Βουλήν, διότι ἐγὼ προσωπικῶς οὐδέποτε εἰς τὸν βίον μου ὑπῆρξα ἐργολάβος καὶ ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει ὑπῆρξα ἁπλῶς σύμβουλος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου μιᾶς Ἀνωνύμου Ἑταιρείας, ἴσως δὲ ἐξ ὑμῶν τινές, κ. συνάδελφοι, νὰ εἴχατε, εἰς περιπτώσεις μὴ ἀσυμβιβάστου, ἀποδεχθῆ θέσεις Νομικῶν συμβούλων, ἢ μελῶν Διοικ. Συμβουλίου εἰς Ἑταιρείας. Εἶναι τὶ τὸ μεμπτὸν ἢ μὴ ἠθικόν; Καὶ θίγονται ἐξ αὐτοῦ οἱ βασικοὶ θεσμοὶ τοῦ πολιτεύματος. Κύριοι συνάδελφοι, ὁ συνάδελφος κ. Ζίγδης, ἠθέλησε νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι τὸν ἔφερε εἰς τὸ βῆμα ἡ πληροφορία μόνον ἡ ὁποία ἀνεγράφη εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ ὅτι ἰδιαιτέρως ἐκτιμῶν ἐμὲ προσωπικῶς, δὲν τάσσεται ἐναντίον μου, ἀλλὰ τὸ πράττει διὰ νὰ διαφυλάξῃ τοὺς θεσμοὺς τοῦ πολιτεύματος. Εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους, κ. συνάδελφοι, ἡ πολιτεία μου ὡς δημοσίου ἀνδρός, δεδομένου, ὅτι ἐξελέγην πλειστάκις βουλευτής, πολιτευόμενος ἐπὶ μίαν 30ετίαν καὶ διατελέσας ἐπίσης κατ’ ἐπανάληψιν ὑπουργός, πάντοτε ἐπολιτεύθην ἐντὸς τοῦ πλαισίου τῶν θεσμῶν τοῦ πολιτεύματος καὶ πάντοτε ἐπροστάτευσα τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου. Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα. Κύριοι συνάδελφοι, μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου, τῆς προτάσεώς του περὶ ἐκπτώσεώς μου ἐκ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος, λόγῳ δῆθεν ἀσυμβιβάστου τούτου καὶ τῆς ἄλλοτε ἰδιότητός μου τοῦ Διοικητικοῦ Συμβούλου τῆς Ἀνωνύμου Ἑταιρείας Ὑδραυλικῶν καὶ Ἐξυγιαντικῶν Ἔργων, θὰ εἰσέλθω ἀμέσως εἰς τὸ κύριον θέμα τοῦ νομικῶς ὀρθοῦ ἢ μὴ τῆς προτάσεως ταύτης μὲ μόνην τὴν παρέκβασιν, ὅτι δὲν θὰ μοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ παραλείψω νὰ φέρω εἰς γνῶσιν τοῦ Σώματος τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἐπεχειρήθη νὰ αἰφνιδιασθῇ καὶ ἐπηρεασθῇ ἡ κοινὴ γνώμη καὶ νὰ δημιουργηθῇ ὁ διὰ τοῦ Τύπου θόρυβος. Τὴν 5ην Ἀπριλίου, ἡ ἡμερησία ἐφημερὶς «Ἐλευθερία» ἀνέγραφεν, ὅτι σημαντικὸν κοινοβουλευτικὸν ζήτημα προέκυψεν ἐκ τῆς διαπιστώσεως, ὅτι εἶχον ἐκπέσει αὐτοδικαίως ἀπὸ τοῦ ἀξιώματός μου ἀπὸ τοῦ 1958, λόγῳ ἀσυμβιβάστου τῆς ἰδιότητός μου ὡς μέλους τοῦ Δ. Σ. τῆς Α. Ε. Ὑδραυλικῶν καὶ Ἐξυγιαντικῶν Ἔργων πρὸς τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα. Τὸ αὐτὸ δημοσίευμα, ἀφοῦ ὅλως ἀβασίμως καὶ αὐθαιρέτως ἐχαρακτήρισε τὴν Ἑταιρείαν ταύτην ὡς προνομιοῦχον, ἤτοι ὡς ἀπολαύουσαν εἰδικοῦ προνομίου δυνάμει εἰδικοῦ νόμου προσθέτει, ὅτι ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπέβαλον ἐντὸς 8ημέρου τὴν ἐκ τοῦ Συντάγματος καθωρισμένην δήλωσιν ἐπιλογῆς μεταξὺ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος καὶ τῆς θέσεώς μου ταύτης, ἀλλ’ ἐξηκολούθησα κατέχων τὴν θέσιν ταύτην, εἶχον τότε ἐκπέσει αὐτοδικαίως τοῦ ἀξιώματός μου. Ἀπὸ τὴν αὐτὴν ἐφημερίδα ἐπληροφορούμην καὶ τὸ ὅτι ὑπὸ τινων συναδέλφων τῆς Νέας Πολιτικῆς Κινήσεως, εἶχε ζητηθῆ ἡ κατάθεσις ὡρισμένων ἐγγράφων ἀφορώντων τὴν ἑταιρείαν ταύτην, ἐνῷ ἐν συνεχείᾳ ἄλλαι ἐφημερίδες ἐκ τοῦ ἀντιπολιτευομένου τύπου, ἐπεχείρουν τὸ θέμα τοῦ δῆθεν ἀσυμβιβάστου τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος πρὸς τὴν ἰδιότητα τοῦ μέλους τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς ἑταιρείας ταύτης, νὰ μετατρέψουν εἰς ὕπαρξιν ἠθικοῦ θέματος διὰ τὴν Κυβέρνησιν μὲ τὸ ἐπιχείρημα τῆς προνομιακῆς δῆθεν μεταχειρίσεως μιᾶς Ἑταιρείας τῆς ὁποίας ἐγὼ ἤμην μέλος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου. Ἐπηκολούθησε, κ. συνάδελφοι, σωρεία δημοσιευμάτων μὲ καταφανῆ τὴν προσπάθειαν νὰ ἐπηρεάσουν πάντα ἀναγνώστην των, νὰ θίξουν ὑπολήψεις ἀποκαλοῦντες με προσωπικῶς ἐργολάβον, ἐνῷ ἐτέλουν ἐν γνώσει, ὅτι δὲν ἤμην παρὰ ἓν σύνηθες μέλος ἑνὸς Διοικητικοῦ Συμβουλίου μιᾶς Ἀνωνύμου Ἑταιρείας. Ἐγώ, ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἐρωτηθεὶς ὑπὸ δημοσιογράφων, ἠρκέσθην καὶ τότε ὡς καὶ εἰς μεταγενεστέρας δηλώσεις μου διὰ τοῦ τύπου, νὰ εἴπω, ὅτι οὐδὲν ἀσυμβίβαστον δι’ ἐμὲ ὑφίσταται ἐλλείψει τῶν συνταγματικῶν προϋποθέσεων. Εἰς ἐκπλήρωσιν δὲ συνταγματικῆς διατάξεως, ἔσπευσα αὐθημερὸν νὰ καταθέσω καὶ εἰς τὸ προεδρεῖον τῆς Βουλῆς δι’ ἐπιστολῆς μου, τὴν δήλωσιν ταύτην, ἐπιφυλαχθεὶς ἐφ’ ὅσον τὸ θέμα θὰ ἐφέρετο καὶ παρ’ ἐμοῦ τοῦ ἰδίου ἐνώπιον τοῦ Σώματος τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας νὰ ἐκθέσω πρὸς τοῦτο καὶ μόνον τὰς ἀπόψεις μου, προκειμένου τοῦτο νὰ ἐκτιμήσῃ καὶ τὰ νομικὰ καὶ τὰ οὐσιαστικὰ στοιχεῖα ἐκ τῶν ὁποίων θὰ ἀπορρεύσῃ ἡ ὀρθὴ ἑρμηνεία τῆς ὑπάρξεως ἢ μὴ «εἰδικοῦ προνομίου» διὰ τὴν Ἑταιρείαν ταύτην, ὥστε ἐκ τοῦ λόγου τούτου νὰ ἀνακύπτουν ἢ μὴ καὶ ἡ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος προβλεπομένη περίπτωσις τοῦ «ἀσυμβιβάστου». Κύριοι βουλευταί, κατ’ ἀρχὴν πρέπει νὰ δηλώσω εἰς τὸ Σῶμα, πρὶν ἢ ἀκόμη προβῶ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν λόγων δι’ ὧν θὰ ἀποδείξω, ὅτι ἡ περὶ ἧς πρόκειται ἑταιρεία δὲν ἀπολαύει «εἰδικοῦ τινος προνομίου», ὅτι κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἀνακηρύξεώς μου ὡς ὑποψηφίου βουλευτοῦ τοῦ Νομοῦ Βοιωτίας, ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου τῶν ἐν Λεβαδείᾳ Πρωτοδικῶν, δὲν εἶχον κἂν τὴν θέσιν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβούλου τῆς ἑταιρείας ταύτης, δοθέντος, ὅτι δι’ αἰτήσεώς μου ἀπὸ 19ης Ἀπριλίου 1958 εἶχον ὑποβάλει τὴν παραίτησίν μου πρὸς τὸ Δ. Σ. τῆς ἑταιρείας δι’ ὑποκειμενικούς μου καθαρῶς λόγους, καὶ ὄχι λόγῳ τοῦ ἀσυμβιβάστου εἰς περίπτωσιν ἐκλογῆς μου ὡς βουλευτοῦ, ὅπερ καὶ ἔκαμε ταύτην ἀποδεκτήν. (Καταθέτει σχετικὴν ἀπόδειξιν παραλαβῆς). Καίτοι δὲ δὲν ὑπῆρχε νομικός τις λόγος, διότι πλὴν τοῦ ὅτι δὲν ὑπῆρχε «προνόμιον» ἡ παραίτησις ἐνώπιον Πρωτοδικῶν εἶναι ἀναγκαία μόνον διὰ τὴν ἐκλογιμότητα καὶ ὄχι διὰ τὸ ἀσυμβίβαστον ἐν τούτοις, ἐκτὸς τῆς πρὸς τὸ Δ. Σ. τῆς Ἑταιρείας ὑποβληθείσης παραιτήσεώς μου τὴν 19ην Ἀπριλίου 1958 ὑπέβαλα τὴν παραίτησίν μου ταύτην καὶ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῶν ἐν Λεβαδείᾳ Πρωτοδικῶν, εἰς τὴν ὁποίαν ρητῶς ἀναγράφεται, ὅτι ὑποβάλλων ταύτην ἐξ ὅλως ὑποκειμενικῶν μου λόγων καὶ ὄχι διὰ περίπτωσιν ἀσυμβιβάστου ἐν περιπτώσει ἐκλογῆς μου, διότι τοιοῦτον διὰ τὴν Ἑταιρείαν ταύτην ἐλλείψει παντὸς εἰδικοῦ προνομίου δὲν ὑφίσταται. (Καταθέτει ἀποδεικτικὸν ἐπιδόσεως πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον Πρωτοδικῶν Λεβαδείας). Καὶ ἐρωτῶ, ἐφ’ ὅσον κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐκλογῆς μου δὲν εἶχον τὴν ἰδιότητα τοῦ μέλους τοῦ Δ. Σ. τῆς Ἑταιρείας ταύτης, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συντρέχουν αἱ προϋποθέσεις τοῦ ἄρθρου 71 παρ. 5 καὶ 6, ὥστε ἀσχέτως πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς Ἑταιρείας ταύτης ὡς προνομιούχου ἢ μή, νὰ ὑφίσταται δι’ ἐμὲ ὑποχρέωσις νὰ δηλώσω ἐπιλογὴν ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν μεταξὺ τοῦ βουλευτικοῦ μου ἀξιώματος καὶ τῆς ἀνυπάρκτου πλέον θέσεως, ὥστε ἐν παραλήψει τοιαύτης δηλώσεως νὰ ἔχω ἐκπέσει αὐτοδικαίως τοῦ ἀξιώματός μου; Συνεπῶς ἡ ὅλη ἐπιχειρηματολογία καὶ πρότασις περὶ ἐκπτώσεώς μου, διὰ παράλειψιν τοιαύτης δηλώσεως, κατὰ τὸ ἄρθρον 71 τοῦ Συντάγματος, εἶναι ἀπολύτως ἀβάσιμος καὶ δὲν εὐσταθεῖ. Ὑπεστηρίχθη ὅμως σήμερον, ὅτι ὡς ἐκ τῶν Πρακτικῶν τῶν Γενικῶν Συνελεύσεων τῆς ἑταιρείας ταύτης, τῶν ἐτῶν 1958, 1959, προκύπτει μεταγενεστέρως καὶ καθ’ ὃν χρόνον ἤμην βουλευτὴς διετέλεσα καὶ μέλος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς ἑταιρείας αὐτῆς καὶ ὅτι ἐὰν ἡ σύμπτωσις τῶν δύο αὐτῶν ἰδιοτήτων μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς παραιτήσεώς μου προκαλῇ τὸ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 71 καὶ 72 τοῦ Συντάγματος προβλεπόμενον ἀσυμβίβαστον λόγῳ ὑπάρξεως δῆθεν εἰδικοῦ προνομίου τῆς ἑταιρείας ταύτης. Ἀπαιτεῖται συνεπῶς καὶ κυρίως νὰ ἐρευνηθῇ καὶ ἑρμηνευθῇ κατὰ πρῶτον λόγον ἐὰν καὶ κατὰ πόσον ἡ περὶ ἧς πρόκειται ἑταιρεία, εἶναι προνομιοῦχος ἐκ παραχωρήσεως εἰδικοῦ προνομίου δυνάμει εἰδικοῦ νόμου εἰς ταύτην. Πρὸς πλήρη ἔρευναν καὶ ἐκτίμησιν τῶν στοιχείων τῶν ἀποδεικνυόντων τὴν ἔλλειψιν ἢ μὴ τοῦ εἰδικοῦ τούτου προνομίου, θὰ εἶναι ἀνάγκη, κ. βουλευταί, νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπ’ ὀλίγον κατ’ ἀρχὴν μὲ τὸ ἱστορικὸν τῆς ἑταιρείας ταύτης καὶ τῶν συμβάσεων αὐτῆς. Ἐν ἔτει 1931 συνεστήθη Ἀνώνυμος Ἑλληνικὴ Ἑταιρεία κατασκευῆς ὑπονόμων Ἀθηνῶν–Πειραιῶς καὶ Περιχώρων μὲ συμμετοχὴν τῶν Τραπεζῶν Ἐθνικῆς, Κτηματικῆς, τῆς Ἑνώσεως τῶν Ἑλληνικῶν Ἐργολητικῶν ἑταιρειῶν καὶ ἄλλων τινῶν μετόχων καὶ μὲ σκοπὸν τὴν μελέτην καὶ κατασκευὴν δικτύου ὑπονόμων καὶ ἀποχετεύσεως τῶν ὀμβρίων ὑδάτων ὑδρεύσεως τῶν ἄνω περιοχῶν κλπ. Συνεστήθη δηλονότι μία ἀνώνυμος ἑταιρεία ὡς καθαρὸν πρόσωπον ἰδιωτικοῦ δικαίου μὲ τοὺς ὡς ἄνω σκοπούς. Ἡ ἑταιρεία αὐτὴ προέβη εἰς τὴν σύνταξιν μελέτης τῶν ἄνω σκοπῶν ἀποχετεύσεως ἣν καὶ ἐπεράτωσε κατὰ τὸ ἔτος 1935. Τότε διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ Νοεμβρίου 1935 ἀνετέθη εἰς τὴν ἑταιρείαν ταύτην ἡ κατασκευὴ τμήματος τῆς ὡς ἄνω μελέτης ὑπὸ τοὺς ἐν τῇ συμβάσει ταύτῃ ὅρους. Ἐπηκολούθησεν ὡσαύτως ἐν ἔτει 1939 νέα σύμβασις διὰ τῆς ὁποίας καθορίζονται λεπτομερέστερον τὰ ἐκτελεσθέντα ἔργα μὲ κύριον ἔργον τὸν καλούμενον «κεντρικὸν ἀποχετευτικὸν ἀγωγὸν». Λόγῳ ὅμως τοῦ πολέμου, καὶ τῆς ἐπακολουθησάσης κατοχικῆς περιόδου καὶ τῶν γνωστῶν συνθηκῶν τῆς Χώρας, ἐν συνεχείᾳ, ἐλάχιστον μόνον μέρος τῶν προγραμματισθέντων ἐξετελέσθη μέχρι τοῦ ἔτους 1950. Τότε ἀπεφασίσθη καὶ διὰ τοῦ νόμου 1475)1950 «περὶ συστάσεως ὀργανισμοῦ ἀποχετεύσεως τῆς περιφερείας πρωτευούσης», ὅστις ἀποτελεῖ νομικὸν πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου καὶ τοῦ ὁποίου ὡς σκοπὸς καθορίζεται ἐν τῷ νόμῳ ἢ ἐν γένει κατασκευὴ τοῦ δικτύου ἀποχετεύσεως Πρωτευούσης ἔτι δὲ καὶ ἡ συντήρησις, διοίκησις καὶ ἐκμετάλλευσις ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ δικτύου τούτου. Ἅπαντα τὰ ἐκτελεσθέντα τότε ἔργα ἀποχετεύσεως καὶ τὰ μέλλοντα νὰ ἐκτελεσθῶσιν ἐφεξῆς, ἀπετέλεσαν περιουσίαν τοῦ Ὀργανισμοῦ τούτου. Λόγῳ ἀναφυεισῶν δυσχερειῶν, ὡς φαίνεται περὶ τὴν λειτουργίαν τοῦ Ὀργανισμοῦ τούτου ὁ ἀνωτέρω εἰδικὸς νόμος τοῦ Ο.Α.Π. ἐτροποποιήθη εἴς τινα σημεῖα μεταγενεστέρως διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2722)1953 Ν. Δ)τος «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων, τῶν ἀφορωσῶν τὸν Ὀργανισμὸν ἀποχετεύσεως πρωτευούσης». Κατὰ τὸ ἄρθρον 12 τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2722)1953, Ν. τούτου Διατάγματος, τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον προέβη εἰς τὴν σύναψιν τῆς ἰσχυούσης ἀπὸ 17.7.1954 τελευταίας συμβάσεως μετὰ τῆς «Ἑλληνικῆς Ἑταιρείας Ὑδραυλικῶν καὶ Ἐξυγιαντικῶν Ἔργων (ὡς αὕτη μετωνομάσθη οὕτω ἀπὸ τοῦ ἔτους 1949)». Διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης, ἥτις κατ’ οὐδὲν ἀπολύτως διαφέρει τῶν δύο προηγουμένων συμβάσεων τῶν ἐτῶν 1936 καὶ 1939, καθωρίσθη δὲ ἐκ νέου μόνον ἐπὶ τὸ λεπτομερέστερον τὸ τμῆμα τῶν ἐκτελεστέων ἔργων, ἐμειώθησαν μόνον τὰ ὑπὲρ τοῦ ἀναδόχου ποσοστὰ κατὰ 2½%, ἤτοι ἐπὶ τὸ δυσμενέστερον διὰ τὸν ἀνάδοχον. Αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ μόνη τροποποίησις, ἐνῷ διὰ τοῦ τελευταίου αὐτῆς ἄρθρου κατηργοῦντο ἅπασαι αἱ προηγούμεναι συμβάσεις. Τὸ ἔργον τοῦτο τὸ προγραμματιζόμενον ὑπὸ τῆς συμβάσεως 1954 ἐκτελεῖ ἔκτοτε καὶ μέχρι σήμερον ἡ ἀνάδοχος ἑταιρεία εἰς ἐκπλήρωσιν ἀνειλημμένων ὑποχρεώσεών της.
§40Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπατε, κ. συνάδελφε, ὅτι εἰς τὸν Ο.Α.Π. τὸ Δημόσιον μετεβίβασεν ὅλα τὰ ἔργα. Τοῦ ἔδωσε κεφάλαια; Εἶχε ἰδικά του κεφάλαια;
§41Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Τοῦ ἐξεχώρισεν ὡρισμένους πόρους τὸ Δημόσιον, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ὁ Ο.Α.Π. χρηματοδοτεῖ τὰ ἔργα.
§42Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Πρόκειται περὶ νόμου. Ἐξεχωρήθησαν πόροι εἰς τὸν Ο. Α.Π., οἱ ὁποῖοι καὶ ἀποτελοῦν τὸ κεφάλαιον τῆς ἑταιρείας.
§43Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπομένως ἐργοδότης εἶναι ὁ Ο.Α.Π. καὶ ἐκτελεῖ τὰ ἔργα μὲ ἰδικήν του περιουσίαν ἐνισχυόμενος ὑπὸ τοῦ Κράτους.
§44Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Περαιτέρω θὰ πρέπει νὰ καθορισθῇ ἡ μορφὴ τῆς συμβάσεως ταύτης. Ἡ σύμβασις αὐτὴ ὡς καὶ αἱ προηγούμεναι δύο, ἀφορᾷ ἐκτέλεσιν ἔργων κατ’ ἐντολὴν καὶ διὰ λογαριασμὸν τοῦ ἐργοδότου, κατὰ τὸ ἀπολογιστικὸν σύστημα. Ὑπὸ τὸ σύστημα τοῦτο, ὅλαι αἱ δαπάναι καταβάλλονται ὑπὸ τοῦ ἐργοδότου καὶ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν ἔγκρισιν τούτου ὁ ἀνάδοχος ἀγοράζει διὰ χρημάτων τοῦ ἐργοδότου πάντα τὰ μηχανήματα, ἐργαλεῖα κλπ., ἅτινα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ ἔργου. Οὕτω εἰς τὸν ἐργοδότην ἀνήκει ὄχι μόνον τὸ κατασκευασθησόμενον ἔργον, ἀλλὰ καὶ τὰ μηχανήματα, ἐργαλεῖα κλπ., δι’ ὧν τοῦτο κατεσκευάσθη καὶ ἅτινα ἠγοράσθησαν διὰ χρημάτων καὶ διὰ λογαριασμὸν τοῦ ἐργοδότου.
§45Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Κύριε συνάδελφε, τὸ φλέγον σημεῖον εἶναι, ἐὰν τὰ ἐργαλεῖα, διὰ τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν φορολογικαὶ ἀπαλλαγαὶ, ἀνήκουν εἰς τὸ Δημόσιον.
§46Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ταῦτα καταφαίνονται ἐκ τῆς Συμβάσεως γενικῶς καὶ ἐκ τῶν ἑξῆς διατάξεων αὐτῆς εἰδικώτερον: Ἐκ τοῦ ἄρθρου 1ον, δι’ οὗ καθορίζεται ἡ χρηματοδότησις τῆς ἀξίας τῶν ἔργων ὑπὸ τοῦ ἐργοδότου. Ἐκ τοῦ ἄρθρου 7ου, παράγρ. 5, καθ’ ὃ ἅπαντα τὰ μηχανήματα, ἐργαλεῖα, ὑλικά, ἐγκαταστάσεις κλπ. ἐφόδια, προμηθευθέντα ὑπὸ τοῦ ἀναδόχου, ἀποτελοῦν περιουσίαν τοῦ ἐργοδότου καὶ παραδοθήσονται αὐτῷ διὰ πρωτοκόλλου μετὰ τὸ πέρας τῶν ἔργων ἐν καλῇ καταστάσει συντηρήσεως, τοῦ ἀναδόχου ὑπέχοντος πᾶσαν εὐθύνην διὰ τὰς προσγενομένας φθορὰς κλπ. Ἐκ τοῦ ἄρθρου 8ου, καθ’ ὃ ἡ ἀγορὰ μηχανημάτων, ἐργαλείων καὶ ὑλικῶν γίνεται ἐπιμελείᾳ καὶ φροντίδι τοῦ ἀναδόχου, ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ ἐργοδότου. Τὰ ἀγοραζόμενα ἐναποτίθενται εἰς εἰδικὰς ἀποθήκας καὶ ἐνεργοῦνται τακτικαὶ ἀπογραφαὶ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ ἐργοδότου, διότι εἰς αὐτὸν ἀνήκουν πάντα τὰ ἀνωτέρω εἴδη. Ἐκ τοῦ ἄρθρου 16ου, καθ’ ὃ εἰς τὴν καταβαλλομένην ὑπὸ τοῦ ἐργοδότου ἀξίαν τῶν ἔργων περιλαμβάνονται μεταξὺ ἄλλων αἱ δαπάναι προμηθείας μηχανημάτων, ἐργαλείων καὶ ὑλικῶν. Ἄρα ταῦτα ἀνήκουν εἰς τὸν ἐργοδότην. Ἐξ ἑτέρου, κ. συνάδελφοι, ὁ ἀνάδοχος, κατὰ τὸ ἀπολογιστικὸν σύστημα, περιορίζεται μόνον εἰς τὸ νὰ ἀναλάβῃ ἕν ποσὸν διὰ τὰ γενικὰ ἔξοδα καὶ ἕν ἕτερον δι’ ἐργολαβικόν του ὄφελος, ὑπολογιζόμενα ἀμφότερα ὡς ποσοστὰ ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν ἔργων γενικῶς εἰς ἣν περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἀξία τῶν μηχανημάτων, ἐργαλείων, κλπ. (ἄρθρα 17 καὶ 18 τῆς Συμβάσεως).
§47Α. ΖΑΚΚΑΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν εἶναι κοινῆς ὠφελείας Ἑταιρεία;
§48Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν ὑπ’ ἀριθ. 291)2.5.51 γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου τοῦ Κράτους, διὰ νὰ ἴδητε ποῖαι εἶναι ἑταιρεῖαι κοινῆς ὠφελείας, ἐν ᾧ ἡ Ἑταιρεία Ὑδραυλικῶν καὶ Ἐξυγιαντικῶν Ἔργων δὲν εἶναι ἑταιρεία κοινῆς ὠφελείας, ἀλλ’ ἁπλῶς κατασκευάστρια τοιαύτη. Τὸ κατασκευαζόμενον ἔργον δύναται νὰ εἶναι ἔργον δημοσίας ὠφελείας ὅπως πᾶν κατασκευαζόμενον δημόσιον ἔργον. Ἡ ἀνάδοχος ὅμως τῆς κατασκευῆς αὐτοῦ ἑταιρεία δὲν τυγχάνει ἑταιρεία κοινῆς ὠφελείας καθ’ ὅσον, ὡς εἶναι παγίως παραδεδεγμένον, ἑταιρεία κοινῆς ὠφελείας, δὲν εἶναι ἁπλοῖ κατασκευασταὶ τοιαῦται, ἀλλὰ μόνον ἐκεῖναι, αἵτινες συνδέονται διὰ συμβάσεως παραχωρήσεως Δημοσίας Ὑπηρεσίας καὶ ὑπὸ τοιαύτην ἰδιότητα ἔρχονται εἰς ἄμεσον σχέσιν καὶ ἐπαφὴν μὲ τὸ κοινὸν παρέχουσαι πρὸς αὐτὸ τὰς ἐκ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ σχετικοῦ ἔργου ὑπηρεσίας των. Τοῦτ’ αὐτὸ ἐδέχθη προκειμένου περὶ τῆς ἰδίας ἑταιρείας καὶ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον τοῦ Κράτους διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 291 καὶ 1951 γνωμοδοτήσεώς του ἐπὶ τεθέντος αὐτῷ ἐρωτήματος ἐξ ἄλλης τότε ἀφορμῆς καὶ συγκεκριμένως εἶπε τὰ ἑξῆς ἐπὶ λέξει τό, καὶ παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰς σχετικὰς περικοπὰς τῆς γνωμοδοτήσεως αὐτῆς τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου τοῦ Κράτους. Τοῦτο λέγει «ὡς παραχωρηθεῖσα δημοσία ὑπηρεσία ἢ ἐπιχείρησις πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἡ ἱκανοποιοῦσα πολιτειακοὺς σκοποὺς ἢ ὁπωσδήποτε ἀνάγκας γενικοῦ συμφέροντος διὰ τῆς χρησιμοποιήσεως μεθόδων προσιδιαζουσῶν εἰς τὴν δημοσίαν διοίκησιν. Ὡς τοιαῦται δὲν ἔχουσιν ἰδίᾳ κριθῆ αἱ ἐπιχειρήσεις κοινῆς ὠφελείας αἱ ὑποκείμεναι εἰς τὸν ἀστυνομικὸν κανονισμὸν τῆς Πολιτείας καὶ ὧν σκοπὸς εἶναι ἡ παροχὴ ὑπηρεσίας εἰς πάντας ἀνεξαιρέτως ἐπὶ τῇ καταβολῇ ὡρισμένου ἀνταλλάγματος, ὅπως αἱ ἐπιχειρήσεις διανομῆς ἠλεκτρικοῦ ρεύματος ἢ ὕδατος καὶ εἰς ἃς ἐπὶ πλέον παρεχωρήθησαν προνόμια τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας, ὅπως ἡ εἴσπραξις τῶν ἐσόδων αὐτῶν κατὰ τοὺς ΝΕΔΕ ἢ καθιέρωσις μονοπωλίου κ. ἄ. Τὰ στοιχεῖα ταῦτα κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Ν.Σ.Κ. δὲν ἀνευρίσκονται εἰς τὴν περὶ ἧς ἤδη πρόκειται Ἀνών. Ἑλληνικὴν Ἑταιρείαν Κατασκευῆς Ὑπονόμων Ἀθηνῶν Πειραιῶς καὶ Περιχώρων. Διότι ἡ ἑταιρεία αὕτη ἔχει ἀναλάβει δυνάμει τῶν μετὰ τοῦ Δημοσίου συμβάσεων τῶν κυρωθεισῶν ὑπὸ τοῦ Α. Ν. τῆς 22)13.1.1936 (Ε. Κ. 46) καὶ 2150 τῆς 24)29.12.1939 (Ε. Κ. 556) τὴν κατασκευὴν τμήματος τοῦ δικτύου τῶν ὑπονόμων Ἀθηνῶν–Πειραιῶς καὶ Περιχώρων καὶ συναφῶν πρὸς τοῦτο ἔργων. Καὶ ἀληθῶς μὲν τὰ ἔργα ταῦτα εἶναι καὶ κηρύσσονται ὑπὸ τοῦ νόμου ὡς ἔργα δημοσίας ὠφελείας (ἄρθρον 3 Α. Ν. 22)23.1. 1936, ἄρθρον 5 Α. Ν. 2159) τοῦτο ὅμως δὲν ἀρκεῖ διότι ἡ ἁπλῆ κατασκευὴ ἔργου ἀφορῶντος τὸ γενικὸν συμφέρον δὲν συνιστᾷ καὶ ἄσκησιν κατὰ παραχώρησιν δημοσίας ὑπηρεσίας, ἐφ’ ὅσον δὲν συνδέεται καὶ πρὸς ἐκμετάλλευσιν τῶν ἔργων τούτων διὰ μεθόδων προσιδιαζουσῶν εἰς τὴν δημοσίαν διοίκησιν. Τοιαύτην δὲ ἐκμετάλλευσιν οὐδόλως ἀσκεῖ ἡ προκειμένη ἑταιρεία». Ἑπομένως, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἑταιρείας κοινῆς ὠφελείας. Δὲν παραλείπω δὲ νὰ σημειώσω, ὅτι ἐξ ἀφορμῆς ἀγωγῶν τινων ἐνδιαφερομένων νὰ χαρακτηρίσουν, διὰ προσωπικούς των λόγους, τὴν ἑταιρείαν ταύτην ὡς ἑταιρείαν κοινῆς ὠφελείας, τὰ Δικαστήρια Ἀθηνῶν, ὅλων τῶν βαθμῶν, ἀπεφάνθησαν, ὅτι αὕτη δὲν εἶναι ἑταιρεία κοινῆς ὠφελείας (καταθέτω τὰς σχετικὰς ἀποφάσεις). Καὶ τώρα, κ. συνάδελφοι, ἔρχομαι εἰς τὸ θέμα ἐὰν ἡ ἑταιρεία αὕτη εἶναι προνομιοῦχος. Ἡ σύμβασις αὕτη καὶ ὑπὸ τὴν ἐκτεθεῖσαν ὑφὴν αὐτῆς οὐδὲν ἀπολύτως προνόμιον ὑπὲρ τῆς κατασκευαστρίας ἑταιρείας διαλαμβάνει. Διότι προνόμιον εἶναι ἡ διὰ τούτου παροχὴ ὠφελείας εἰς τὸν ὑπὲρ οὗ αὕτη καὶ κατ’ ἐξαίρεσιν τῆς γενικῆς ρυθμίσεως διὰ τῆς κοινῆς εἰς πάντας νομοθεσίας. Ἀπὸ τὴν ὅλην ἀνάπτυξιν τῶν διατάξεων τῶν καθοριζουσῶν τὴν γενικὴν μορφὴν τῆς ἰσχυούσης συμβάσεως, οὐδαμόθεν προκύπτει ἡ παραχώρησις «εἰδικοῦ προνομίου» πρὸς τὴν ἑταιρείαν ταύτην ὑπὸ τὴν νομικὴν γενικῶς, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐν τῷ Συντάγματι διατυπουμένην, ἔννοιαν τοῦ εἰδικοῦ προνομίου». Ὡς γνωστόν, αἱ διατάξεις τοῦ δικαίου εἶναι κατὰ κανόνα γενικαὶ καὶ ἀφῃρημέναι. Ὑπάρχουν ἐν τούτοις καὶ διατάξεις αἱ ὁποῖαι κατ’ ἐξαίρεσιν ἀφοροῦν ὡρισμένον πρόσωπον, ὡρισμένον πρᾶγμα, εἴτε ὡρισμένην ἔννομον σχέσιν. Αἱ τοιαῦται διατάξεις ἀποκαλοῦνται ἀτομικαὶ διατάξεις ἢ προνόμια, αἵτινες ὅμως διακρίνονται περαιτέρω ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰς νομίμους διατάξεις μεμονωμένων περιπτώσεων δι’ ὧν ρυθμίζεται συγκεκριμένον θέμα καὶ δὴ ἓν ἢ πλείονα τοιαῦτα, καὶ ἀφ’ ἑτέρου εἰς νομίμους διατάξεις μεμονωμένων προσώπων —καὶ ἐδῶ ἑνὸς ἢ πλειόνων— ἀφορώσας τὰ εἰρημένα ἓν ἢ πλείονα πρόσωπα.
§49Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐφ’ ὅσον ἰσχυρίσθητε, ὅτι παρῃτήθητε πρὸ τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1958 δὲν εἶναι ἀνάγκη πλέον νὰ προβῆτε εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ Συνταγματικοῦ μέρους τοῦ θέματος. Τὸ θέμα ἔγκειται εἰς τὸ ἐὰν παρῃτήθητε ἢ δὲν παρῃτήθητε. Ἐὰν παρῃτήθητε δὲν ὑπάρχει θέμα.
§50Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Σᾶς ἀπέδειξα, κ. συνάδελφε, δι’ ἐγγράφων, ὅτι τότε παρῃτήθην. Καὶ εἶπα τότε, ὅτι παρῃτήθην, μολονότι δὲν δέχομαι, ὅτι ἡ ἐν λόγῳ Ἑταιρεία τυγχάνει εἰδικῶν προνομίων. Ὅμως, ὅπως θὰ σᾶς ἐξηγήσω κατωτέρω ἀπεδέχθην ἐπανεκλογήν μου δι’ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου 1958 μέχρι τοῦ Φεβρουαρίου 1960. Διότι τὴν 11ην Μαρτίου 1960, ὡς προκύπτει ἀπὸ τὴν σχετικὴν ἀπόδειξιν παραλαβῆς τὴν ὁποίαν ἔχω εἰς χεῖρας μου καὶ τὴν ὁποίαν καταθέτω, ὑπέβαλον ἐκ νέου τὴν παραίτησίν μου ἀπὸ Πρόεδρον τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου ὅσον καὶ ἀπὸ Σύμβουλος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου καὶ συνεπῶς, ὑφίσταται ἀνάγκη καὶ παρακαλῶ νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ συνεχίσω τὰς σκέψεις μου ἐπὶ τῶν προνομίων. Κύριοι συνάδελφοι, διάκρισις τῶν προνομίων εἶναι περαιτέρω ἡ ἀφορῶσα προνόμια παρέχοντα εὔνοιαν καὶ προνόμια προκαλοῦντα ζημίαν.
§51Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριε συνάδελφε, κατὰ τὸ ἀπολογιστικὸν σύστημα ὑπάρχει περίπτωσις νὰ ἔχῃ ζημίαν ὁ ἐργολάβος;
§52Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Βεβαίως καὶ δύναται νὰ ἔχῃ, κ. συνάδελφε. Εἰδικῶς εἰς τὴν ἑταιρείαν αὐτὴν ὑπάρχει ζημία, διότι κατὰ τοὺς γενικοὺς ἰσολογισμοὺς τῆς ἑταιρείας τοὺς κατατεθέντας εἰς τὰ αἰτηθέντα ἔγγραφα, καθ’ ὅλην τὴν ἑξαετίαν προκύπτει σαφὴς ζημία λόγῳ ἀνάγκης αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ της πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών της ἔναντι τοῦ ἐργοδότου· ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ μὴ ἔχω διακοπὰς διὰ νὰ συνεχίσω τὰς σκέψεις μου ἐπὶ τῶν νομικῶν θεμάτων εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ὁποίων εἰσῆλθον. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι προφανὲς ὅθεν, ὅτι ἡ συνταγματικὴ διάταξις δὲν ἀγορᾷ πᾶσαν ἐν γένει ἑταιρείαν ἡ μετὰ τῆς ὁποίας σχέσις τοῦ Κράτους ὑπάγεται εἰς ἐξαιρετικὴν προνομιακὴν ρύθμισιν, ἀλλὰ μόνον ἑταιρείας, αἵτινες ἀπολαύουν εἰδικῶν προνομίων αὐταὶ αἱ ἴδιαι, ὑπάγονται δηλαδὴ εἰς τὴν ἀνωτέρω κατηγορίαν προνομιακῶν ρυθμίσεων ἀφορωσῶν πρόσωπα φυσικὰ ἢ νομικά, οὐχὶ δὲ καὶ εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἐξαιρετικῶν προνομιακῶν ρυθμίσεων ἀφορωσῶν καταστάσεις. Ἀκόμη περισσότερον προφανὲς εἶναι, ὅτι ἡ συνταγματικὴ διάταξις ἀφορᾷ μόνον τὰς παρεχούσας ὠφέλειαν προνομιακὰς ἀτομικὰς ρυθμίσεις οὐχὶ δὲ καὶ τὰς μὴ παρεχούσας ὠφέλειαν, ἀλλὰ προκαλούσας βλάβην τοιαύτας, ἀφορᾷ δηλαδὴ τὰ ἀτομικὰ εὐμενῆ προνόμια, τὰ (PRIVILEGIA FABORABILIA), οὐχὶ δὲ καὶ τὰ δυσμενῆ τοιαῦτα PRIVELEGIA ODIOSA). Περὶ τῶν ἀνωτέρω, οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν καταλείπει ἡ φρασεολογία τῆς συνταγματικῆς διατάξεως «... ἀπολαυουσῶν εἰδικῶν προνομίων». Ὑπεστηρίχθη, ἐπίσης, ὅτι ὑφίσταται προνόμιον, λόγῳ τῶν δασμολογικῶν ἀπαλλαγῶν τοῦ ἄρθρου 24 τῆς συμβάσεως. Ἀλλὰ αἱ δασμολογικαὶ ἀπαλλαγαὶ αἵτινες περιέχονται ἐν τῷ ἄρθρῳ 24 τῆς ἰσχυούσης συμβάσεως (ὁμοιοτύπως ἀντιγράφεται τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐκ τῶν καταργηθεισῶν συμβάσεων τῶν ἐτῶν 1936 καὶ 1939) ἀνεξαρτήτως τῆς μὴ ἰσχύος αὐτῶν καὶ περὶ ἧς θὰ εἴπω ἀμέσως, εἶναι ἀπαλλαγαὶ ὑπὲρ τοῦ ἐργοδότου ὀργανισμοῦ ἀποχετεύσεως καὶ οὐχὶ ὑπὲρ τῆς κατασκευαστρίας ἑταιρείας. Ἐν τῇ συμβάσει ταύτῃ μεταξὺ ἐργοδότου ὀργανισμοῦ καὶ τῆς ἀναδόχου ἑταιρείας, καθορίζεται, ὅτι ἡ ἀνάδοχος ἑταιρεία ὑποχρεοῦται εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ἀναγκαιούντων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ μηχανημάτων, ἐργαλείων κλπ., διὰ λογαριασμὸν καὶ δαπάναις τοῦ ἐργοδότου ὀργανισμοῦ εἰς τὴν κυριότητα τοῦ ὁποίου καὶ ἀνήκουσι ταῦτα τῆς ἀναδόχου ἑταιρείας ἐπεχούσης ἐν προκειμένῳ θέσιν θεματοφύλακος τῶν πραγμάτων τούτων τοῦ ὀργανισμοῦ. Καταθέτω καὶ σχετικὴν βεβαίωσιν τοῦ Ὑπουργείου Δημοσίων Ἔργων ἔχουσαν ὡς ἑξῆς: «...... (ἀναγινώσκει) ......». Καὶ ναὶ μὲν διὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν πραγμάτων τούτων τοῦ ὀργανισμοῦ ἡ σύμβασις (ἐν ἄρθρῳ 24 αὐτῆς) προβλέπει ἀπαλλαγὰς δασμολογικὰς καὶ λοιπά, αὗται ὅμως ἀφορῶσιν οὐσιαστικῶς τὸν ἐργοδότην ἤτοι τὸν Ο.Α.Π. ὁ ὁποῖος καὶ μόνον ὠφελεῖται ἐκ τῶν ἀπαλλαγῶν τούτων λόγῳ μειώσεως κατὰ τὸ ποσὸν αὐτῶν τῶν πρὸς τὴν ἀνάδοχον ἑταιρείαν ὑποχρεώσεών του. Ἀντιθέτως, ἐὰν δὲν ἐθεσπίζοντο αἱ ἀπαλλαγαὶ αὗται ὁ καταλογισμὸς τῶν δασμῶν κλπ., εἰς τὴν ἀξίαν τῶν ἔργων, θὰ ηὔξανε πρὸς ὄφελος τῆς ἀναδόχου ἑταιρείας τὸ ποσὸν τοῦ κόστους τούτων ἐπὶ τοῦ ὁποίου καὶ ὑπολογίζεται τὸ ἐργολαβικὸν κέρδος αὐτῆς. Κατὰ ταῦτα λοιπὸν καὶ ὑπὸ τὸ ἐκτεθὲν ἀπολογιστικὸν σύστημα ἐν τῷ ἀνωτέρῳ 24 ἄρθρῳ τῆς συμβάσεως προβλεπόμεναι ἀπαλλαγαὶ εἶναι δυνατὸν μὲν νὰ ἐμφανίζουν ρύθμισιν ἐξαιρετικὴν ὑπὸ τὴν ἐκτεθεῖσαν ἔννοιαν ρυθμίσεως συγκεκριμένου θέματος, κατ’ οὐδένα ὅμως τρόπον καὶ λόγον εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελοῦν ἀπόλαυσιν προνομίων ἐκ μέρους τῆς ἐργολάβου ἑταιρείας ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς παραγράφου 5 τοῦ ἄρθρου 71 τοῦ Συντάγματος. Πρόκειται δηλονότι περὶ ἀπαλλαγῆς μόνον τοῦ ἐργοδότου ὀργανισμοῦ ἀφοῦ εἰς τὴν πλήρη κυριότητα τούτου ἀνήκουσι τὰ μηχανήματα κλπ., τὰ ὁποῖα ἠγοράσθησαν διὰ χρημάτων τοῦ ἐργοδότου τούτου καὶ ἅτινα μηχανήματα παραχωρεῖ οὗτος εἰς τὴν ἀνάδοχον, λόγῳ χρησιδανείου κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἔργων ἵνα χρησιμεύσωσι ἀποκλειστικῶς διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τῆς συμβάσεως. Εἶναι ἀξιοσημείωτον ἐν τούτῳ, ὅτι ἡ σύμβασις ἐν ἄρθρῳ 24 παρ. 2 ἀκριβολογοῦσα πλήρως δὲν ὁμιλεῖ περὶ ἀπαλλαγῶν τοῦ ἀναδόχου ἀλλὰ τῶν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰσαγομένων μηχανημάτων κλπ., ἀπὸ δασμῶν κλπ. Πρόκειται δηλαδὴ περὶ ἐξαιρετικῆς ρυθμίσεως ἀφορώσης τὴν σχέσιν αὐτὴν καθ’ ἑαυτὴν καὶ οὐχὶ τοῦ ἀναδόχου. Καὶ ἡ ἐξαιρετικὴ αὕτη ρύθμισις γίνεται διὰ νὰ ὠφεληθῇ ὁ ἐργοδότης ὑπὸ τὴν ἔννοιαν μικροτέρου βάρους τοῦ ἔργου. Ἐὰν δὲν ἐλαμβάνετο πρόνοια τῆς τοιαύτης ἐξαιρετικῆς ρυθμίσεως ὑπὲρ τῆς σχέσεως καὶ οὐχὶ πάντως προνομιακῆς διὰ τὸν ἀνάδοχον ρυθμίσεως, τὸ ἔργον θὰ ἐκόστιζε περισσότερον ὡς καὶ προηγουμένως εἶπον. Ἄν δὲν προεβλέπετο ἀπαλλαγὴ τῶν δασμῶν διὰ τὰ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγόμενα εἴδη, ἡ ὑπὸ τοῦ ἐργοδότου καταβαλλομένη ἀξία τῶν ἔργων θὰ ἦτο μεγαλυτέρα κατὰ τὸ ὕψος τῶν δασμῶν. Ὡς πρὸς τὸ τελευταῖον τοῦτο σημειωτέον, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἀποτελεῖ ἀτομικὸν προνόμιον τοῦ ἀναδόχου, ἀλλὰ τοὐναντίον ἀποτελεῖ δυσμενῆ διὰ τὸν ἀνάδοχον ρύθμισιν. Διότι ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν αὕτη, οὗτος θὰ εἰσέπραττε τὰ ποσοστά του γενικῶν ἐξόδων καὶ ἐργολαβικοῦ ὀφέλους ἐπὶ ἀνωτέρας συμπεριλαμβανούσης καὶ τοὺς δασμοὺς ἀξίας ἔργων. Σημειωτέον, ἀκόμη, ὅτι ἡ σύμβασις ἀκριβολογοῦσα πάντοτε καὶ ἐπὶ τῷ σκοπῷ, ὅπως οὐδὲν εὐμενὲς προνόμιον παραχωρηθῇ εἰς τὸν ἀνάδοχον ἐργολάβον, ρητῶς μνημονεύει αὐτὸν (ἐν ἄρθρῳ 24 πάντοτε) ὡς ὑποκείμενον εἰς ἁπάσας τὰς κατὰ τοὺς κειμένους νόμους φορολογικὰς ὑποχρεώσεις τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν. Ἐδῶ γίνεται πλέον μνεία ἀναδόχου καὶ οὐχὶ τῆς συμβάσεως διότι ἡ ἀπαλλαγὴ αὕτη καὶ μόνον, ἀπὸ τῶν ἑταιρικῶν φόρων, θὰ ἀπετέλει προνόμιον καὶ τοιοῦτον ὄχι μόνον δὲν παρέχεται εἰς τὸν ἀνάδοχον ἀλλὰ καὶ ρητῶς ἀποκλείεται. Ἀλλὰ καὶ ἄνευ τῶν δασμολογικῶν ἀπαλλαγῶν τοῦ ἄρθρου 24 τῆς προμνησθείσης συμβάσεως δέον νὰ σημειωθῇ, ὅτι: Κατὰ τὰς γενικὰς διατάξεις τοῦ Τελωνειακοῦ Κώδικος (ἄρθρον 25, 29, 50, 54, 63 κλπ.) ὑπόχρεως πρὸς πληρωμὴν τῶν δασμῶν ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων ἐμπορευμάτων (ὑλικῶν, μηχανημάτων, ἐργαλείων κλπ.) θὰ ἦτο ἐν πάσῃ περιπτώσει ὁ ἐργοδότης ὡς κύριος αὐτῶν, καὶ συνεπῶς, αἱ διατάξεις αὗται ἐτέθησαν κατ’ ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τοῦ Τελωνειακοῦ Κώδικος ὑπὲρ τοῦ ἐργοδότου καὶ κυρίου τῶν εἰσαγομένων. Ἀλλά, κ. συνάδελφοι, θὰ σᾶς εἴπω καὶ θὰ ἐξηγήσω τώρα, ὅτι καὶ τὸ περιεχόμενον τοῦ ἄρθρου 24 τῆς συμβάσεως καὶ τὸ περιέχον τὰς φορολογικὰς ἀπαλλαγάς, εἶναι ἄκυρον. Ἄν ὑπετίθετο, ὅτι ἡ ἀπὸ 17 Ἰουλίου 1954 σύμβασις θεσπίζει πράγματι ἀπαλλαγὰς ἀπὸ τελῶν, δασμῶν καὶ εἰσφορῶν εἰς βάρος τοῦ ἀναδόχου, τὸ πρᾶγμα θὰ ἐστερεῖτο οἱασδήποτε νομικῆς σημασίας, διότι ὑπὸ τοιαύτην ἐκδοχὴν τὸ ἄρθρον 24 τῆς ἐν λόγῳ συμβάσεως, κυρωθείσης διὰ τοῦ Β. Δ. τῆς 31 Ἰουλίου — 5 Αὐγούστου 1954 κατ’ ἐξουσιοδότησιν τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ Ν. Δ. 2722)1953, θὰ ἦτο ἄκυρον, ἀντιβαῖνον εἰς τὸ ἄρθρον 50 ἐδάφ. 2 τοῦ Συντάγματος (1952) καθ’ ὃ μεταξὺ ἄλλων καὶ ἀπὸ τῆς φορολογίας ἀπαλλαγαὶ ἢ ἐξαιρέσεις...... δὲν δύνανται ν’ ἀποτελέσωσιν ἀντικείμενον νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Ἕνεκα τούτου, τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν ἐπέτρεψε τὴν εἰσαγωγὴν τῶν μηχανημάτων τούτων κλπ. μετὰ τὴν καταβολὴν τῶν δασμῶν διὰ καταθέσεως ἰσοπόσου πρὸς τοὺς δασμοὺς χρηματικῆς ἐγγυήσεως Τραπέζης, βαρυνούσης καὶ δεσμευούσης τὸν λογαριασμὸν χρηματοδοτήσεως τοῦ ἐργοδότου καὶ κυρίου τῶν εἰσαγομένων μηχανημάτων. Τὰς ἀπόψεις μας ταύτας περιέχει καὶ ἀποδέχεται καὶ τὸ Δ. 2608 τῆς 7.4.1960 ἔγγραφον τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων καὶ τὸ ὁποῖον, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, περιλαμβάνει καὶ τὰ ἑξῆς, ἐπὶ λέξει, ἐν σχέσει μὲ τὰς δασμολογικὰς ταύτας ἀπαλλαγὰς τοῦ ἄρθρου 24 τῆς ἰσχυούσης συμβάσεως καὶ τὰ ὁποῖα καλὸν εἶναι, ἀφοῦ δὲν ἐχρησιμοποιήθησαν ἐν τῷ συνόλῳ των ἀπὸ τὸν προηγηθέντα κ. βουλευτήν, νὰ τὰς ἀκούσῃ τὸ Σῶμα, ἀσχέτως πρὸς τὴν πιθανὴν ἐμφάνισιν τούτων παρ’ αὐτοῦ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ ἔγγραφον ἐν ἀρχῇ ὁμιλεῖ περὶ τῶν συμβάσεων, καθ’ ὃν τρόπον καὶ ἐγὼ ἐξέθεσα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ περαιτέρω ἀναλῦον ὡρισμένα ἄρθρα τῆς συμβάσεως, λέγει ἐπὶ λέξει: Διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης (ἄρθρον 1) προβλέπεται ἡ κατασκευὴ τῶν ἐν αὐτῇ λεπτομερῶς ἀναφερομένων ἔργων, συναφῶν πρὸς τὸ δίκτυον ἀποχετεύσεως Ἀθηνῶν–Πειραιῶς καὶ Περιχώρων (συμπλήρωσις καὶ ἀποπεράτωσις τοῦ κεντρικοῦ ἀποχετευτικοῦ ἀγωγοῦ, ἀποχέτευσις δικτύου ἀκαθάρτων περιοχῆς Σούδας εἰς κεντρικὸν ἀποχετευτικὸν ἀγωγὸν κλπ.). Τὰ ἐν λόγῳ ἔργα χαρακτηρίζονται ὡς ἔργα δημοσίας ἀνάγκης καὶ ὠφελείας (ἄρθρον 3), ἐκτελοῦνται δὲ βάσει ἐγκεκριμένων μελετῶν (ἄρθρον 3) ὑπὸ τὴν παρακολούθησιν καὶ ἐπίβλεψιν εἰδικῶς πρὸς τοῦτο συσταθείσης εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Συγκοινωνιῶν καὶ Δημοσίων Ἔργων ὑπηρεσίας (ἄρθρον 11). Διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τούτων, ὁ ἀνάδοχος ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως ἐξεύρῃ, ἀγοράζων ἢ ἐνοικιάζων, πάντα τὰ ἀπαιτηθησόμενα μηχανήματα, ἐργαλεῖα κλπ. Ἡ ἀγορὰ ἢ μίσθωσις τούτων ἐνεργεῖται διὰ δημοσίου συναγωνισμοῦ, ἐπιμελείᾳ καὶ φροντίδι τοῦ ἀναδόχου καὶ κατόπιν ἐγκρίσεως τῆς συσταθείσης εἰδικῆς ὑπηρεσίας (ἄρθρον 8). Αἱ δαπάναι προμηθείας καὶ ἐνοικιάσεως μηχανημάτων καὶ ἐργαλείων περιλαμβάνονται εἰς τὴν ἀξίαν τῶν ἀνατεθέντων διὰ τῆς συμβάσεως ἔργων, εἰς τὴν ὁποίαν προστίθενται καὶ οἱ τυχὸν ὑπὸ τοῦ ἀναδόχου καταβληθησόμενοι δασμοί, φόροι, τέλη ἢ δικαιώματα ἐν γένει (ἄρθρον 16). Τὰ κατὰ τ’ ἀνωτέρω ἀγοραζόμενα μηχανήματα κλπ. θὰ χρησιμοποιοῦνται ἀποκλειστικῶς εἰς τὰ ἔργα ἐκεῖνα, μετὰ τὴν κατασκευὴν τούτων πρόκειται νὰ παραδοθῶσιν εἰς τὸν ἐργοδότην, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου θὰ παραμείνουν ὁριστικῶς, τοῦ ἀναδόχου εὐθυνομένου ἔναντι τούτου διὰ πᾶσαν βλάβην ἢ φθορὰν αὐτῶν, ἐξαιρέσει τῶν ὀφειλομένων εἰς τὴν συνήθη χρῆσιν ἢ ἀνωτέραν βίαν (ἄρθρον 7 συμβάσεως). Ἐξ ἄλλου, εἰς τὸ ἄρθρον 24 τῆς αὐτῆς συμβάσεως, προβλέπει δασμολογικὰς ἀπαλλαγὰς εἰς οἵαν ἔκτασιν προέβλεπον ταύτην καὶ αἱ συμβάσεις τῶν ἐτῶν 1936 καὶ 1939. Κατὰ τὸ προμνησθὲν ἄρθρον 24, πάντα τὰ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰσαγόμενα μηχανήματα, ἐργαλεῖα κλπ. εἴδη, ἅτινα ἀναγκαιοῦσι διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων, ἀπαλλάσσονται δασμῶν καὶ φόρων, ὑποχρεουμένου ἅμα τοῦ ἐργοδότου, ὅπως μεριμνᾷ διὰ τὴν ἔγκαιρον παροχὴν ἀδείας πρὸς ἀτελῆ εἰσαγωγὴν τούτων. Εἰς περίπτωσιν καθυστερήσεως τῆς περὶ ἀτελείας ἀποφάσεως, ἐξ ἧς δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ καθυστέρησις εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων, δύναται ὁ ἀνάδοχος, ἐγκρίσει τῆς ἐποπτευούσης εἰδικῆς ὑπηρεσίας νὰ καταβάλῃ διὰ λογαριασμὸν τοῦ ἐργοδότου τὸ εἰς τοὺς ἀξιουμένους δασμοὺς κλπ. ἀντιστοιχοῦν ποσόν, ἀναλαμβάνων τοῦτο μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως. Ἡ αὐτὴ διάταξις προβλέπει καὶ ἀπαλλαγὴν ἐκ τῶν τελῶν χαρτοσήμου (συμβάσεως, πληρωμῶν κλπ.), ἡ καταβολὴ τῶν ὁποίων θὰ ἐπεβάρυνε τὴν ἀξίαν τῶν ἔργων (ἄρθρον 6 παράγραφος 3 συμβάσεως). Τέλος, εἰς τὸ ἄρθρον 29 τῆς ἰδίας συμβάσεως, ὁρίζεται, ὅτι ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ κυρωτικοῦ αὐτῆς Β. Διατάγματος, γενομένης τὴν 5.8.1954, καταργοῦνται αἱ προϋφιστάμεναι συμβάσεις τῶν ἐτῶν 1936 καὶ 1939. Συνεπῶς, ἀπὸ τῆς ἡμερομηνίας ταύτης, 5.8.1954, ἔπαυσεν ἰσχύουσα ἡ ὑπὸ τοῦ ὡς ἄνω ἄρθρου 24 τῆς συμβάσεως τοῦ 1936 προβλεπομένη ἀπαλλαγή. Ἐξ ὅλων τούτων προκύπτει, ὅτι ἡ θεσπισθεῖσα ἀπαλλαγὴ ἀφορᾷ οὐσιαστικῶς τὸν ἐργοδότην, μειοῦσα κατὰ τὸ ποσὸν αὐτῆς τὰς πρὸς τὸν ἀνάδοχον ὑποχρεώσεις τούτου, δεδομένου, ὅτι τὰ εἰσαγόμενα μηχανήματα κλπ. ἀπομένουν ὑπὲρ τοῦ ἐργοδότου, ἐνῷ ἡ ἀξία των καταλογίζεται εἰς τὴν ἀξίαν τῶν ἔργων (ἄρθρον 16 συμβάσεως). Σημειωτέον, ὅτι ὁ καταλογισμὸς τῶν δασμῶν εἰς τὸ κόστος τῶν ἔργων, ἂν δὲν παρείχετο ἀπαλλαγή, θὰ ηὔξανε τὸ ποσόν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὑπολογίζεται τὸ ἐργολαβικὸν κέρδος τοῦ ἀναδόχου. Ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῆς νέας ταύτης ἀπὸ 17.7.54 συμβάσεως ἀνέκυψε τὸ θέμα, ὅτι ἡ δι’ αὐτῆς παρασχεθεῖσα δασμολογικὴ ἀπαλλαγὴ ἀντέκειτο εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 59 τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὰς ὁποίας ἀπαλλαγὴ ἐκ τῆς φορολογίας μόνον διὰ νόμου δύναται νὰ παρασχεθῇ. Μέχρι τῆς νομοθετικῆς ρυθμίσεως τοῦ ἀνακύψαντος ζητήματος καὶ ἐπὶ σκοπῷ τῆς μὴ καθυστερήσεως τοῦ ρυθμοῦ τῶν ἔργων, ἐπετράπη, ὅπως τὰ βάσει τῆς συμβάσεως εἰσαγόμενα καὶ διὰ τὰ ἀναληφθέντα ἔργα προοριζόμενα μηχανήματα κλπ. παραδίδωνται εἰς τὸν ἀνάδοχον ἐπὶ τῇ καταθέσει τραπεζιτικῆς ἐγγυήσεως διὰ τοὺς ἀναλογοῦντας δασμοὺς καὶ φόρους».
§53Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἡ σύμβασις ὁρίζει εἰς τὸ ἄρθρον 24 παράγρ. 2, ὅτι διὰ κοινῆς ἀποφάσεως τῶν δύο ὑπουργῶν δύναται νὰ ἀπαλλαγοῦν τῶν εἰσαγωγικῶν δασμῶν τὰ μηχανήματα καὶ τὰ ἐργαλεῖα, τὰ ὁποῖα εἰσάγονται ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου. Καὶ ὅπως ὀρθῶς εἴπατε, ὅπως τονίζεται καὶ εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ ἐξουσιοδότησις αὕτη δὲν εἶναι ἰσχυρὰ πλέον μετὰ τὸ ἄρθρον 59 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ὁρίζει, ὅτι τὸ ἀντικείμενον τοῦ φόρου, ἢ αἱ ὑπ’ αὐτοῦ ἀπαλλαγαὶ κλπ. δὲν δύνανται νὰ ἀποτελέσουν ἀντικείμενον νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Ἀνέκυψε τὸ ζήτημα, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἐὰν τὸ δελτίον οἱασδήποτε περιόδου καὶ ὑπὸ οἱονδήποτε ὑπουργόν, θεωρῇ προνομιοῦχον τὴν ἑταιρείαν καὶ ὄχι τὸν ἐργοδότην, ἀνέκυψε τὸ ζήτημα, ἐὰν ἐργοδότης, ὁ βαρυνόμενος κατὰ τὴν σύμβασιν καὶ τὸν νόμον μὲ τὴν καταβολὴν τοῦ δασμοῦ, θὰ ἀπαλλαγῇ τῶν δασμῶν βάσει τῆς δυνητικῆς ταύτης διατάξεως τῆς παραγράφου 2 τοῦ ἄρθρου 24 ἢ θὰ ὑποχρεωθῇ εἰς τὴν πληρωμὴν λόγῳ τοῦ συναλλαγματικοῦ περιορισμοῦ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, δεσμευόμενον ἀπὸ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 59 τοῦ Συντάγματος, εἶπεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ παράσχῃ ἀπαλλαγήν, διότι αὕτη θὰ ἀντέκειτο εἰς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Εἰς τὴν οὐσίαν δηλαδὴ δὲν ὑπάρχει κἂν ἀπαλλαγὴ οὔτε ὑπὲρ τοῦ ἀναδόχου οὔτε ὑπὲρ τοῦ ἐργοδότου, διότι ἡ ἀπαλλαγὴ προβλέπεται ὡς δυνητικὴ καὶ δὲν παρεσχέθη ἀκριβῶς διότι ἀντίκειται εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 59 τοῦ Συντάγματος. Εἰσαγωγεύς ὅμως τῶν μηχανημάτων καὶ τῶν ἐργαλείων εἶναι ὁ ἐργοδότης καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ διευκολύνῃ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν μηχανημάτων καὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τοῦ Ο.Α.Π. Καὶ τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν ἀπεδέχθη τὴν λύσιν τῆς καταθέσεως ἀντὶ τῆς καταβολῆς τοῦ δασμοῦ μέχρις ὅτου ρυθμισθῇ νομοθετικῶς τὸ ζήτημα, ἐὰν θὰ δοθῇ ἡ ὑπεσχημένη ἀπαλλαγὴ εἰς τὸν ἐργοδότην.
§54Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Συνεχίζων, κ. συνάδελφοι, θὰ ἐκθέσω ἤδη τὴν παρὰ τῇ ἑταιρείᾳ ταύτῃ θέσιν μου καὶ τοῦτο διὰ νὰ ἐνημερώσω ἀφ’ ἑνὸς περὶ ταύτης τὸ Σῶμα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ δώσω οὕτω καὶ εἰς τὸν ἐρωτήσαντά με συνάδελφον, κ. Μπρεδήμαν, τὴν ἐξήγησιν τῆς ἀνάγκης τῆς ἐξετάσεως τοῦ θέματος τοῦ προνομίου ἢ μὴ καὶ μετὰ τὴν παραίτησίν μου τοῦ 1958. Κύριοι, ὑπὸ τῆς μετόχου Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐν ἔτει 1950, ὡρίσθην μέλος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς ἑταιρείας ταύτης, παρέμεινα δὲ ὡς μέλος καὶ Πρόεδρος τῆς ἑταιρείας ταύτης μέχρι τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1958 ὅτε καὶ παρητήθην καὶ περὶ τῆς ὁποίας παραιτήσεώς μου σᾶς ὡμίλησα ἐν ἀρχῇ τῆς ἀγορεύσεώς μου. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ πληροφορήσω, ὅτι αἱ ἀνάγκαι τῆς ἑταιρείας ταύτης πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ἀνειλημμένων ὑποχρεώσεών της, ἦσαν τοιαῦται, ὥστε τόσον κατὰ τὴν περίοδον 1931–1950 ὅσον καὶ τὴν περίοδον 1950–1958 συμπεριλαμβανομένου καὶ κατὰ τοὺς κατατεθέντας ἰσολογισμοὺς αὐτῆς, ἐβαρύνετο διαρκῶς μὲ ζημίαν (τοῦτο μάλιστα ἠνάγκασε καὶ ἡμᾶς ὅλους τοὺς συμβούλους νὰ παραιτηθῶμεν μέχρι καὶ τοῦ 1957 καὶ αὐτῆς τῆς ὀλιγοδράχμου (ἐκ 30 δραχμῶν νομίζω) μηνιαίας ἀποζημιώσεώς μας). Παρὰ ταῦτα, ἡ ἑταιρεία ἐξηκολούθησε τὰς ἐργασίας της καίτοι ζημιουμένη, διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους: 1) διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ πιστῶς καὶ ἐκτελέσῃ καλῶς τὰς ἀνειλημμένας ὑποχρεώσεις της ἔναντι τοῦ ἐργοδότου της καὶ διατηρήσῃ τὸ κῦρος της ὡς καλῶς ὠργανωμένης ἀπὸ ἀπόψεως ἐμψύχου ὑλικοῦ ἑταιρείας καὶ 2) χάριν τοῦ ἐμψύχου της ὑλικοῦ, τὸ ὁποῖον διαλυομένης τυχὸν τῆς ἑταιρείας, θὰ εὑρίσκετο ἄνευ ἀποζημιώσεως εἰς τοὺς δρόμους. Τὸ θέμα αὐτὸ ἀπησχόλησε πλειστάκις τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς ἑταιρείας καὶ κατ’ ἐπανάληψιν ἐτέθη ζήτημα διαλύσεως τῆς ἑταιρείας ἐκ μέρους τῶν μετόχων καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι χάριν τῶν ἀνωτέρω δύο σκοπῶν τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον ἐπέμεινεν εἰς τὴν διατήρησίν της καὶ συνέχισιν τῶν ἐργασιῶν της. Προσπάθεια ἀνορθώσεώς της εἶχεν ἀναληφθῆ παρ’ ἐμοῦ πρὸ τῆς ἀναφερθείσης παραιτήσεώς μου, διακοπεῖσα ὅμως κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο. Ἔκκλησις καὶ πάλιν ἐγένετο πρὸς ἐμὲ ἐκ μέρους τῶν μετόχων νὰ ἀναλάβω διὰ τὸ χρονικὸν διάστημα νὰ ὁλοκληρώσω τὴν ἀναφερθεῖσαν αὐτὴν προσπάθειαν τῆς οἰκονομικῆς ἀνορθώσεως τῆς ἑταιρείας καὶ ἀφοῦ καὶ πάλιν τὸ τονίζω παρ’ ὅλων τῶν Νομικῶν Συμβούλων μας καὶ νομομαθῶν τῆς χώρας μας διὰ πολλοστὴν φορὰν μοὶ παρεσχέθη ἡ διαβεβαίωσις, ὅτι ἐκ τῶν ἀνωτέρω ἐκτεθέντων λόγων οὐδὲν κώλυμα ὑφίσταται πρὸς ἐπάνοδόν μου εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς ἑταιρείας ταύτης ἐπανῆλθον —ἀφοῦ ἐδήλωσα, ὅτι τὸ πράττω δι’ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα κατὰ τὸ ὁποῖον καὶ κατέβαλα μετὰ τῶν λοιπῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου τὰς ὀφειλομένας προσπαθείας— ὄχι διὰ τὰς σχέσεις τῆς ἑταιρείας μετὰ τοῦ Δημοσίου, αἵτινες σχέσεις ἦσαν ἀνειλημμέναι καὶ συμπεφωνημέναι ἀπὸ τοῦ 1954, ἀλλὰ πρὸς ἐσωτερικὴν καὶ μόνον ἀναδιοργάνωσιν τῆς ἑταιρείας, ἥτις καὶ ἐπετεύχθη καὶ ἀναφέρεται εἰς τὰ πρακτικὰ τῶν Γενικῶν Συνελεύσεων τῶν ἐτῶν 1958 καὶ 1959. Ἀπὸ τοῦ Δεκεμβρίου παρελθόντος ἔτους, τέλος, ὑπέβαλα τὴν παραίτησίν μου εἰς τὸ Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον μετὰ πολλὰς ἀρνήσεις ἐδέχθη ταύτην βραδύτερον κατὰ Μάρτιον ἐ. ἔ. Δὲν πιστεύω νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ μοῦ καταλογισθῇ τόση ἄγνοια καὶ ἐπιπολαιότης ἀκόμη, ὥστε νὰ ἐπανέλθω διακυβεύων τὸ βουλευτικόν μου ἀξίωμα διὰ μίαν ἄμισθον καὶ ἄνευ προσωπικοῦ μου συμφέροντος θέσιν. Θὰ ἐξετάσω τώρα, κ. συνάδελφοι, τὸ θέμα τῆς ἐλλείψεως τῶν Συνταγματικῶν προϋποθέσεων πρὸς ἔκπτωσίν μου ἀπὸ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος. Βάσει καὶ τῆς κατατεθείσης αἰτήσεως καὶ τῶν ἀναπτυχθεισῶν νομικῶν ἀπόψεων καὶ τῶν πραγματικῶν γεγονότων συμπερασματικῶς προκύπτουσι τὰ ἑξῆς: Κατὰ τὸ ἄρθρον 71 ἐδάφ. 5 καὶ 6 τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος «τὰ καθήκοντα τοῦ βουλευτοῦ εἶναι ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ ἔργα τοῦ διευθυντοῦ ἢ ἄλλου ἀντιπροσώπου διοικητικοῦ ἢ ἐμμίσθου νομικοῦ συμβούλου καὶ ὑπαλλήλου ἐμπορικῶν ἑταιρειῶν ἢ ἐπιχειρήσεων ἀπολαυουσῶν εἰδικῶν προνομίων ἢ τακτικῆς ἐπιχορηγήσεως δυνάμει εἰδικοῦ νόμου». «Οἱ διατελοῦντες εἴς τινα τῶν κατηγοριῶν τούτων ὀφείλουσιν ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν, ἀφ’ ἧς καταστῇ ὁριστικὴ ἡ ἐκλογὴ αὐτῶν, νὰ δηλώσωσιν ἐπιλογὴν μεταξὺ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος καὶ τῶν ὡς ἄνω ἔργων. Ἐν παραλείψει τῆς τοιαύτης δηλώσεως ἐκπίπτουσιν αὐτοδικαίως τοῦ ἀξιώματος τοῦ βουλευτοῦ». Ἐξ ἄλλου, κατὰ τὸ ἄρθρον 72 ἐδ. 1 τοῦ Συντάγματος: «Βουλευταὶ ἀποδεχόμενοι οἱονδήποτε τῶν ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ ἀναφερομένων καθηκόντων ἢ ἔργων, ἐκπίπτουσιν αὐτοδικαίως τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος». Συνεπῶς, κατὰ τὰ ἀνωτέρω ἐκτεθέντα θὰ ἐγεννᾶτο ζήτημα ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 72 ἐδάφ. 1 ὄχι διὰ τὴν περίοδον καθ’ ἣν ἐξελέγην βουλευτὴς—ἀφοῦ παρῃτήθην πρὸ τῶν ἐκλογῶν— καὶ δὲν ἐγεννᾶτο, ὡς εἶπον, ζήτημα ἐπιλογῆς ἢ ἀσυμβιβάστου κἄν, ἀλλὰ διὰ τὴν μετά τινας μῆνας ἐπανεκλογήν μου καὶ τοῦτο ὅμως ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ ἑταιρεία αὕτη ἀπολαύῃ εἰδικῶν προνομίων ἢ τακτικῆς ἐπιχορηγήσεως δυνάμει εἰδικοῦ νόμου. Μετὰ τὸ προηγουμένως παρ’ ἐμοῦ ἀναπτυχθὲν ἱστορικὸν τῶν συμβάσεων τῆς ἑταιρείας, μοναδικὸν κείμενον διέπον τὰς μεταξὺ τοῦ Κράτους καὶ τῆς ἑταιρείας ταύτης σχέσεις εἶναι ἡ ἀπὸ 17 Ἰουλίου 1954 σύμβασις ἡ κυρωθεῖσα διὰ τοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος τῆς 31ης Ἰουλίου 1954. Κατὰ ταύτην, ὡς καὶ ἀνωτέρω ἀνεπτύξαμεν καὶ αὐταὶ αἱ ἐν ἄρθρῳ 24 τῆς συμβάσεως ἀναφερόμεναι ἀπαλλαγαί, ἀδιαφόρως τοῦ κύρους τῆς διατάξεως ταύτης, ὡρίσθησαν πρὸς τὸ συμφέρον καὶ ὠφέλειαν αὐτοῦ τούτου τοῦ ἐργοδότου, εἰς τὴν κυριότητα τοῦ ὁποίου ἀνήκουσι πάντα τὰ εἰσαγόμενα μηχανήματα κλπ., καὶ διὰ δαπανῶν τοῦ ὁποίου ἀγοράζονται, τῆς ἑταιρείας ταύτης ἐπεχούσης, ὡς εἶπον καὶ προηγουμένως, λόγῳ χρησιδανείου, θέσιν θεματοφύλακος τῶν πραγμάτων τούτων τοῦ ἐργοδότου. Ἀλλὰ καὶ ἡ μοναδικὴ αὕτη σύμβασις ἐκυρώθη διὰ Β. Διατάγματος, ἐκδοθέντος κατ’ ἐξουσιοδότησιν τοῦ Ν. Διατάγματος 2722)1953. Ἐκ τοῦ λόγου δὲ τούτου τὸ περιέχον τὰς φορολογικὰς ἀπαλλαγὰς ἄρθρον 24 τῆς συμβάσεως εἶναι ἄκυρον, ὡς ἀντικείμενον εἰς τὸ ἄρθρον 59 ἐδάφ. 2 τοῦ Συντάγματος (ἀνάγνωσις τοῦ ἄρθρου). Συνεπῶς, ἀσυμβίβαστον βουλευτικοῦ ἀξιώματος καὶ μέλους τοῦ Συμβουλίου τῆς ἑταιρείας ταύτης δι’ ἐμὲ δὲν ὑφίσταται, ἐφόσον δὲν ὑφίστανται αἱ προϋποθέσεις τοῦ ἄρθρου 71 ἐδάφ. 5 τοῦ Συντάγματος ἀπαιτοῦντος «εἰδικὰ προνόμια» ἢ «τακτικὰς ἐπιχορηγήσεις» δυνάμει εἰδικοῦ νόμου καὶ ἀφοῦ ὅλως ἐπικουρικῶς καὶ ἡ περὶ ἀπαλλαγῶν κλπ. διάταξις, σὺν τοῖς ἄλλοις, εἶναι καὶ ἄκυρος ἅτε μὴ ἐκδοθέντος εἰδικοῦ τυπικοῦ νόμου κατὰ τὸ ἄρθρον 22 τοῦ Συντάγματος ἢ πρὸς τοιοῦτον νόμον ἰσοδυναμοῦντος Β. Διατάγματος κατὰ τὸ ἄρθρον 35 ἐδάφ. 2 τοῦ Συντάγματος. Ἀνεφέρθη ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου του ὁ κ. Ζίγδης καὶ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 71 παράγρ. 8 τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ ζήτημα ἐκπτώσεως ἐκ τῶν διατάξεων τῆς παραγράφου 8 τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου 71 τοῦ Συντάγματος, δὲν ὑφίσταται. Ἡ παράγραφος 8 τοῦ ἄρθρου 71, προβλέπει ἀκυρότητα τῆς πράξεως καὶ ἔκπτωσιν ἐκ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος εἰς τὰς περιπτώσεις ἀναλήψεως ἐργολαβίας δημοσίων ἔργων ὑπὸ βουλευτοῦ ἢ ὑπὸ ἑταιρειῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἔργα διευθυντοῦ ἢ διοικητικοῦ ἢ νομικοῦ συμβούλου ἐκτελεῖ βουλευτής. Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο «οἱ βουλευταὶ δὲν δύνανται νὰ ἐνοικιάζωσι ἀγροτικὰ κτήματα τοῦ Δημοσίου ἢ νὰ ἀναλαμβάνωσι Κρατικὰς προμηθείας ἢ ἐργολαβικὰς ἐκτελέσεις ἔργων ἢ ἐνοικιάσεις δημοσίων φόρων ἢ νὰ δέχωνται παραχωρήσεις ἐπὶ Δημοσίων κτημάτων». Ἡ παράβασις τούτων ἐπιφέρει ἔκπτωσιν ἀπὸ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος καὶ ἀκυρότητα τῆς πράξεως. Συνεπῶς, προκειμένου περὶ πράξεως οὐχὶ τοῦ φυσικοῦ προσώπου, ἐμοῦ τοῦ βουλευτοῦ, ἀλλὰ τοῦ νομικοῦ προσώπου οὗτινος μετεῖχον, δὲν γεννᾶται ποσῶς ζήτημα ἐκπτώσεως. Εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην ὁ νομοθέτης ἠθέλησεν, ὅπως ὁ ἐν ἐνεργείᾳ βουλευτὴς μὴ ἐκμεταλλευθῇ τὸ βουλευτικόν του ἀξίωμα διὰ σκοποὺς ἰδιοτελεῖς, ἐπιτυγχάνων τὴν εἰς αὐτὸν ἐνοικίασιν Δημοσίων ἀγροτικῶν κτημάτων, ἀνάθεσιν Κρατικῶν προμηθειῶν ἢ ἐργολαβικὴν ἀνάληψιν Δημοσίων ἔργων. Ἀπαγορεύεται δηλονότι εἰς ἓν ἐνεργείᾳ βουλευτὰς προσωπικῶς παρ’ αὐτῶν ἡ ἀνάληψις τοιούτων ἔργων καὶ ὁ λόγος εἶναι προφανής, ὡς εἶπον, ὅτι δηλαδὴ ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης ἐθεώρησεν, ὅτι ἡ ἰδιότης τοῦ βουλευτοῦ δύναται νὰ ἀγάγῃ εἰς σύναψιν συμβάσεως εὐνοϊκῆς δι’ αὐτὸν καὶ βλαπτικῆς ἐνδεχομένως διὰ τὸ δημόσιον συμφέρον. Καὶ εἰς τὰς περιπτώσεις ταύτας ἀπαγγέλλει καὶ ἀκυρότητα καὶ ἔκπτωσιν. Ἀλλ’ ἐρωτᾶται, ποίαν σύμβασιν συνῆψα ἐγὼ μετὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ Ο.Α.Π. προσωπικῶς; Καὶ ποίαν βλάβην ἐπήνεγκα εἰς τὸ δημόσιον συμφέρον, ἀφοῦ βάσει τῶν αὐτῶν ὅρων ἐκτελεῖται ἡ σύμβασις τοῦ 1954 καὶ μάλιστα σᾶς εἶπον μὲ ὅρους προκαλέσαντας καὶ ζημίαν εἰς τὴν ἑταιρείαν; Εἰς ἀκροτελεύτιον παράγραφον τοῦ αὐτοῦ ἐδαφίου 8 τοῦ ἄρθρου 71 ἀπολύτως κεχωρισμένως ἀπὸ τὸ προηγούμενον ἐδάφιον προβλέπεται ἀκυρότης μόνον ὅταν τὰς πράξεις ταύτας ἐπιχειρῇ ἐμπορικὴ ἑταιρεία ἢ ἐπιχείρησις εἰς τὴν ὁποίαν βουλευτὴς ἐν ἐνεργείᾳ ἀσκεῖ ἔργα διευθυντοῦ ἢ διοικητικοῦ ἢ νομικοῦ συμβούλου ἢ εἶναι ὁμόρρυθμος ἢ ἑτερόρρυθμος ἑταῖρος (ἀνάγνωσις ἀπὸ τὸ ἄρθρον). Κατὰ συνέπειαν, ἐφ’ ὅσον ἡ προκειμένη σύμβασις συνήφθη εἰς χρόνον (τὸ ἔτος 1954) καθ’ ὃν ἐγὼ δὲν εἶχον τὴν βουλευτικὴν ἰδιότητα, εἰς χρόνον δηλαδὴ τελείως «ἀνύποπτον» τὸ δὲ νομικὸν πρόσωπον τὸ συνάψαν τὴν σύμβασιν ταύτην ἁπλῶς καὶ μόνον ἐκτελεῖ καὶ σήμερον ἀκόμη τὰς ἐκ τῆς νομίμως οὕτω, συναφθείσης συμβάσεως ἀπορρεούσας ὑποχρεώσεις του, δὲν δημιουργεῖ οὔτε κἂν θέμα ἀκυρώσεως τῶν πράξεων τούτων κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ τελευταίου τούτου ἐδαφίου τῆς παραγράφου 8 τοῦ ἄρθρου 71 τοῦ Συντάγματος. Μία ἐπέκτασις τῆς Συνταγματικῆς διατάξεως καὶ εἰς τὸν τομέα τῆς ἐκτελέσεως ὑποχρεώσεων ἐκ συμβάσεως, ὡς εἶπον, ἀναληφθείσης εἰς ἀνύποπτον χρόνον, ἀποκλείεται καὶ ἐκ τοῦ ρητοῦ γράμματος τῆς Συνταγματικῆς διατάξεως, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς λογικῆς αὐτῆς ἑρμηνείας καὶ τοῦ κατὰ τὰ ἀνωτέρω ἐκτεθέντος σκοποῦ αὐτῆς. Θὰ ἦτο πράγματι νομικῶς σόλοικον νὰ ἀκυρωθῇ ἐκ τῶν ὑστέρων σύμβασις, ἀνεπίληπτος ὅτε αὕτη συνωμολογήθη, μόνον καὶ μόνον ἐκ τοῦ λόγου, ὅτι συνεχιζομένης νῦν τῆς ἐκτελέσεως αὐτῆς, μέλος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς ἑταιρείας ἐξελέγη ἐπὶ χρονικόν τι διάστημα βουλευτής. Τὰς ἀπόψεις ταύτας δὲν ὑποστηρίζω μόνον ἐγώ, ἑρμηνεύων κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν μου τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἁπάσας τὰς παρ’ ἐμοῦ ὑποστηριχθείσας ἀπόψεις τόσον ἐπὶ τῶν ἐδαφ. 5 καὶ 6 ὅσον καὶ τῶν δύο ἐδαφίων τῆς 8ης παραγράφου τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου καὶ τῆς περὶ ἀκυρότητος τοῦ ἄρθρου 24 τῆς συμβάσεως «περὶ τῶν δασμολογικῶν καὶ ἄλλων ἀπαλλαγῶν» ἐλλείψει εἰδικοῦ τυπικοῦ νόμου κλπ., στηρίζω εἰς γνώμας συναδέλφων ἐκ τῶν πλέον διακεκριμένων τῆς Πρωτευούσης, ἃς ἐζήτησα καὶ ἔλαβα καὶ πρὸ τῆς νέας ἐκλογῆς μου ὡς συμβούλου παρὰ τῇ αὐτῇ ἑταιρείᾳ καὶ μετὰ τὴν δημιουργίαν τελευταίως τοῦ συζητουμένου θέματος, τινῶν δὲ ἐξ αὐτῶν ἐζήτησα καὶ ἔλαβον ἐπισήμους ἐγγράφους γνωμοδοτήσεις των. Αἱ γνωμοδοτήσεις αὗται εἶναι τοῦ διακεκριμένου συναδέλφου Ἀθηνῶν καὶ ἄλλοτε μέλους τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τῆς πρώτης Ἐπιτροπῆς τῆς συντάξεως τοῦ Συντάγματος κ. Ἀλεξάνδρου Βαμβέτσου καὶ τῶν διακεκριμένων ἐπίσης συναδέλφων Νικολάου Μασουρίδη καὶ Ἀγγέλου Τσιτσεκλῆ, μὲ τὸ πολυσέλιλον περιεχόμενον τῶν ὁποίων δὲν πρόκειται νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, διότι περιέλαβον τὰς ἀπόψεις των ἐν περιλήψει εἰς τὰ ὅσα ἐξέθεσα ἐνώπιον τοῦ Σώματος. Περιορίζομαι ἐκ τούτων νὰ ἀναγνώσω μόνον βάσει τοῦ ἐκτεθέντος ἱστορικοῦ τὰ συμπεράσματα τῶν εἰς χεῖρας μου γνωμοδοτήσεών των, ἅτινα ἔχουσιν ὡς ἑξῆς: Δὲν ὑφίσταται ἀσυμβίβαστον διὰ τὸν βουλευτὴν κ. Κ. Κορόζον, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑφίστανται αἱ προϋποθέσεις τοῦ ἄρθρου 71 ἐδάφ. 5 τοῦ Συντάγματος ἀφοῦ καὶ αὐτὴ ἡ περὶ ἀπαλλαγῶν κλπ. διάταξις εἶναι ἄκυρος, ὡς ἐπίσης δὲν ὑφίσταται ζήτημα ἐκπτώσεως ποσῶς τούτου προκειμένου περὶ πράξεως οὐχὶ τοῦ φυσικοῦ προσώπου τοῦ βουλευτοῦ, ἀλλὰ νομικοῦ προσώπου οὗτινος μετεῖχεν οὗτος· ἀλλὰ οὔτε ἀκυρότης κἂν τῶν πράξεων ἐπέρχεται, ἀφοῦ ἡ ἐν τῷ ἱστορικῷ σύμβασις συνωμολογήθη 4 ὁλόκληρα ἔτη πρὸ τῆς ἐκλογῆς τούτου ὡς βουλευτοῦ. Καταθέτω, κ. συνάδελφοι, εἰς τὸ Προεδρεῖον τὴν γνωμοδότησιν τοῦ κ. Βαμβέτσου, ὡς καὶ τὴν ἑτέραν, διὰ νὰ δυνηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ γνῶσιν.
§55Δ. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουν ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας.
§56Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Κύριε συνάδελφε, μεταξὺ τῶν γνωμῶν τοῦ κ. Ἀλεξάνδρου Βαμβέτσου καὶ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, δὲν ξεύρω ποίων ἀποφάσεων ἐννοεῖτε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ διαφορά.
§57Δ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Ἡ γνωμοδότησις τοῦ κ. Βαμβέτσου εἶναι γενικὴ ἢ εἰδική;
§58Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Εἶναι εἰδικὴ καὶ ἀφορᾷ ἐμέ, τὸν Κ. Κορόζον. Οὕτω, κ. συνάδελφοι, ἐν τελευταίᾳ ἀναλύσει, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι οὐδὲν τῶν ἐκ τοῦ ἄρθρου 71 τοῦ Συντάγματος προβλεπομένων κωλυμάτων ὑφίσταται εἴτε νόμῳ εἴτε καὶ οὐσίᾳ ἀκόμη ἐφ’ ὅσον σαφῶς ἐκ τῶν ἐκτεθέντων προκύπτει, ὅτι ἡ περὶ ἧς πρόκειται ἑταιρεία οὐδενὸς εἰδικοῦ προνομίου δυνάμει εἰδικοῦ νόμου ἀπολαύει. Οὔτε καὶ πράξεις ὑπὸ τὴν ἰδιότητά μου ὡς βουλευτοῦ συνῆψα προσωπικῶς ἐκ τῶν ἀπαγορευομένων ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, καὶ συνεπῶς, δὲν γεννᾶται καθ’ οἱανδήποτε τῶν περιπτώσεων τούτων θέμα ἀσυμβιβάστου καὶ ἐκπτώσεώς μου ἀπὸ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος. Ἴσως νὰ σᾶς ἐκούρασα, κ. βουλευταί, μὲ τὰς λεπτομερείας τοῦ ὅλου τούτου θέματος, ἀλλὰ προκειμένου ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, ὡς μόνον κατὰ τὸ Σύνταγμα ἁρμόδιον ὄργανον νὰ κρίνῃ καὶ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς προτάσεως τοῦ ἀσυμβιβάστου ἢ μὴ τῆς ἰδιότητός μου ἐπί τι χρονικὸν διάστημα ὡς μέλους τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Α. Ε. Ὑδραυλικῶν καὶ Ἐξυγιαντικῶν Ἔργων καὶ τοῦ βουλευτικοῦ μου ἀξιώματος, ἐθεώρησα σκόπιμον νὰ ἐπιμείνω περισσότερον ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τούτων καὶ μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐξέθεσα τὰ πάντα ἐνώπιον τοῦ Σώματος μὲ πλήρη εἰλικρίνειαν καὶ ἀντικειμενικότητα. Κύριοι συνάδελφοι, δι’ ὅλων ὅσων ἐξέθεσα σᾶς ἀπέδειξα μὲ πλήρη ἀντικειμενικότητα, ὅτι αἱ προσφερθεῖσαι ἐπιστημονικαὶ κυρίως ὑπηρεσίαι μου εἰς μίαν ἀνώνυμον ἑταιρείαν δὲν προσέκρουον κατὰ τὸ Σύνταγμα εἰς τὸ βουλευτικόν μου ἀξίωμα, ἅτε ταύτης μὴ ἀπολαυούσης οὐδενὸς εἰδικοῦ προνομίου, δι’ εἰδικοῦ νόμου παραχωρηθέντος, μετέχων δὲ τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου ταύτης, οὐδεμίαν πρᾶξιν ἐνήργησα δυναμένην νὰ βλάψῃ τὸ δημόσιον συμφέρον, γεγονὸς εἰς τὸ ὁποῖον κυρίως ἀπέβλεψεν ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης. Κατὰ τὴν μακράν μου Κοινοβουλευτικὴν σταδιοδρομίαν ἀπὸ τοῦ 1932 ἕως σήμερον, ὑποθέτω, ὅτι ἔδωσα δείγματα καὶ τοῦ χαρακτῆρος μου καὶ τῆς ἐντιμότητός μου καὶ κυρίως τῆς προσηλώσεώς μου εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ δημοσίου συμφέροντος. Ζητῶ, ὅθεν, διὰ τοὺς ἐκτεθέντας λόγους, ἀπὸ τὸ Σῶμα, νὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν ἀνυπαρξίαν τῶν συνταγματικῶν κωλυμάτων καὶ ἀπορρίψῃ τὴν πρότασιν περὶ ἀσυμβιβάστου τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος καὶ τῆς θέσεως τοῦ διοικητικοῦ συμβούλου τῆς μνησθείσης ἑταιρείας.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχει τὸν λόγον.
§60Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω ἀφοῦ ἀκουσθοῦν καὶ ἄλλοι ρήτορες, ὡς εἶναι ὁ κ. Τσιριμῶκος καὶ ἄλλοι. Ἐὰν ἔλαβα προηγουμένως τὸν λόγον, τὸ ἔπραξα διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Ζίγδην, διὰ τὴν ἑρμηνείαν τὴν ὁποίαν ἔδωσεν εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ λόγον ἔχει, ὁ κ. Ν. Μπακόπουλος.
§62Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐλέχθη, καὶ ὀρθῶς ἐλέχθη, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ζητήματος προσωπικοῦ. Πρόκειται περὶ θέματος γενικωτέρου, ὄχι μόνον διότι ἀφορᾷ εὐθέως εἰς τὴν σύνθεσιν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ἀλλὰ καὶ διότι ἐξ ἀφορμῆς τοῦ θέματος τούτου ἐδημιουργήθη καὶ διὰ τὴν δημοσίαν γνώμην θέμα ὀξύ, καὶ ὄργανα τοῦ Τύπου ἀπὸ τὰ σοβαρώτερα τοῦ τόπου ἐδημοσίευσαν πρόκλησιν πρὸς ὅλους τοὺς βουλευτὰς νὰ λάβουν θέσιν ἐπὶ τοῦ θέματος. Δὲν γνωρίζω ἐκ τῶν προτέρων ἐὰν καὶ κατὰ πόσον τὰ ὄργανα τοῦ Τύπου ποὺ ἔκαμαν τὴν ὑπόδειξιν αὐτήν, θὰ ἔχουν τὴν εὐθιξίαν νὰ διαφωτίσουν τὴν κοινὴν γνώμην ἐπὶ τῶν ἀπόψεων τῶν βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι δεχόμενοι τὴν πρόκλησιν θὰ λάβουν τὸν λόγον.
§63Κ. ΑΠΟΣΚΙΤΗΣ. Θὰ ὁμιλήσωμεν ὅλοι.
§64Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει σημασίαν, κ. συνάδελφε, ἐὰν θὰ λάβουν ὅλοι τὸν λόγον. Σημασίαν ἔχει ἐὰν αὐτὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἐκθέσουν οἱ κ. συνάδελφοι, ποὺ θὰ λάβουν τὸν λόγον θὰ δημοσιευθοῦν ἀπὸ τὰ ὄργανα τοῦ Τύπου διὰ νὰ διαφωτισθῇ οὕτω ἡ κοινὴ γνώμη ἐπὶ τοῦ θέματος. Κύριοι βουλευταί, τὸ θέμα εἶναι σαφὲς καὶ ἔχει οὕτω: Ὁ Α βουλευτής, μέλος διοικητικοῦ συμβουλίου τῆς τάδε ἑταιρείας ἐξέπεσεν ἢ ὄχι τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος κατὰ τὸ ἄρθρον 71 τοῦ Συντάγματος. Τὸ ἄρθρον 71 προβλέπει δύο περιπτώσεις ἀναφερομένας πρὸς τὸν βουλευτήν. Λέγω δὲ δύο διότι ἐθίγησαν ἀπόψε. Κατὰ τὴν ἐμὴν ὅμως γνώμην μία περίπτωσις ὑπάρχει, ἡ περίπτωσις ἡ ὁποία διαγράφεται εἰς τὴν παράγραφον 5 τοῦ ἄρθρου 71 ὄχι δὲ καὶ ἡ εἰς τὴν παράγραφον 8. Τὸ ἄρθρον 71 εἰς τὴν παράγραφον 5 ὁρίζει, ὅτι τὰ καθήκοντα τοῦ βουλευτοῦ εἶναι ἀσυμβίβαστα ἐὰν εἶναι μέλος διοικητικοῦ συμβουλίου ἐμπορικῆς ἑταιρείας ἢ ἐπιχειρήσεως ἀπολαυούσης εἰδικοῦ προνομίου ἢ ἐπιχορηγήσεως δι’ εἰδικοῦ νόμου. Ὅτι ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος συνάδελφος εἶναι μέλος διοικητικοῦ συμβουλίου εἶναι ἀναμφισβήτητον. Δὲν εἶναι σήμερον. Ἦτο μέχρι χθές. Ἐμπίπτει τάχα εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 72 ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ ἄρθρον 71 παράγρ. 5 τοῦ Συντάγματος; Ἐὰν ναί, τότε ἐκπίπτει τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος. Δὲν ἔχει σημασίαν ἐὰν εἶναι καὶ σήμερον. Ἀρκεῖ ὅτι ὑπῆρξεν ἀπὸ τῶν ἐκλογῶν καὶ ἐντεῦθεν, ἀδιάφορον ἐπὶ πόσον χρόνον. Τὸ πρῶτον λοιπὸν θέμα εἶναι λελυμένον. Οὐδεμία ἀμφισβήτησις ὑπάρχει καὶ ὡς πρὸς τὸ ὅτι ἡ περὶ ἧς πρόκειται ἑταιρεία εἶναι ἐμπορικὴ ἑταιρεία καὶ ἐπιχείρησις. Ἀπολαμβάνει ὅμως προνομίων καὶ τακτικῆς ἐπιχορηγήσεως δι’ εἰδικοῦ νόμου; Τὸ ὅτι ἀπολαμβάνει τακτικῆς ἐπιχορηγήσεως οὐδεὶς τὸ ὑπεστήριξε καὶ ἐξ ὅσων ἐξετέθησαν οὐδὲν στοιχεῖον ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ ἑταιρεία ἔχει ἢ εἶχεν οὐδεμίαν ἐπιχορήγησιν τοῦ Κράτους οὔτε δι’ εἰδικοῦ νόμου οὔτε διὰ διοικητικῆς πράξεως παραχωρηθεῖσαν. Ἑπομένως, τὸ σκέλος τοῦτο τῆς παραγράφου 5 τοῦ ἄρθρου 71 τοῦ Συντάγματος δὲν ἔχει ἐφαρμογήν. Ἀπολαμβάνει ὅμως προνομίων βάσει εἰδικοῦ νόμου; Ἀνεπτύχθη τί ἐστὶ προνόμιον. Βεβαίως δὲν εἶναι δωρεά, δὲν εἶναι χαριστικὴ πρᾶξις, διότι καὶ τὸ Σύνταγμα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὁμιλῇ καὶ νὰ λέγῃ, ὅτι ἐκπίπτει ὁ βουλευτὴς ὅταν ἀπολαμβάνῃ χαριστικῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν εἶναι ἑπομένως χαριστικὴ πρᾶξις ἀλλὰ πρέπει νὰ εἶναι κἄτι τὶ τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἀπολαμβάνῃ ἄλλος. Ὁ ἀξιότιμος καὶ ἀγαπητὸς συνάδελφος κ. Ζίγδης ἐπεκαλέσθη τὴν γνώμην τοῦ Καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου κ. Σγουρίτσα, ὅτι ὑπάρχει προνόμιον ὅταν παρέχεται ἐκ τοῦ νόμου πλεονέκτημά τι οἰκονομικῆς φύσεως εἰς τὴν αʹ ἢ βʹ ἐμπορικὴν ἑταιρείαν ἢ ἐπιχείρησιν, τὸ ὁποῖον δὲν παρέχεται εἰς ἄλλους, καὶ ὅπως ἀνέγνωσεν ὁ κ. Ζίγδης, ὁ κ. Σγουρίτσας, ἐπάγεται, ὅτι δὲν ὑπάρχει προνόμιον ὅταν ἡ αὐτὴ μεταχείρισις ἐφαρμόζεται εἰς ὅλας τὰς ἀναλόγους περιπτώσεις. Αὐτὸ ὅμως ἰσχύει καὶ ἐν προκειμένῳ, διότι οὐδὲν προνόμιον παρέχεται ἀλλὰ πᾶν ὅ,τι ἐφαρμόζεται διὰ τὴν ἐν λόγῳ ἑταιρείαν, ἐφαρμόζεται καὶ δύναται νὰ ἐφαρμόζεται εἰς πᾶσαν ἄλλην ὁμοειδῆ ἐπιχείρησιν. Πᾶν ὅ,τι ἐφαρμόζεται βάσει τῆς συμβάσεως μὲ τὴν ἑταιρείαν αὐτήν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ δι’ ἄλλων ταὐτοσήμων συμβάσεων μὲ ἄλλας ἑταιρείας. Ἑπομένως, δὲν ὑπάρχει προνόμιον. Περαιτέρω, εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοὺς δασμούς. Τὸ ἄρθρον 24 τῆς συμβάσεως καὶ εἰδικώτερον αἱ παράγραφοι 1, 2, 3 καὶ 4 αὐτοῦ δὲν ἀποτελοῦν κανένα προνόμιον ὑπὲρ τῆς ἐργολαβικῆς αὐτῆς ἑταιρείας, διότι αἱ ἀπαλλαγαὶ δὲν ἀφοροῦν εἰς αὐτήν. Τὸ ἄρθρον τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἑρμηνευθῇ ἀπομονούμενον ἀπὸ τὰ ἄλλα ἄρθρα, ἀλλ’ ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ σύνολον τῆς συμβάσεως. Πρόκειται περὶ ἐργολαβικῆς συμβάσεως, διὰ τῆς ὁποίας ἀνατίθενται ὡρισμένα ἔργα εἰς ὡρισμένην ἑταιρείαν καὶ ἡ ἀνάθεσις γίνεται δι’ ἀπολογιστικοῦ συστήματος. Ἐξ ὅσων γνωρίζω, ἀπολογιστικὸν σύστημα θὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ ἐργοδότης, ἀδιάφορον ποῖος εἶναι, ἀναθέτει τὴν ἐκτέλεσιν ἔργου ἄνευ ἐκ τῶν προτέρων καθορισμοῦ τιμῆς καὶ ἀφοῦ δίδεται ἀπολογισμὸς ποῖα τὰ πραγματικὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐλεγχθοῦν, θὰ πληρωθοῦν τὰ ἔξοδα καὶ θὰ καταβληθῇ κέρδος κατὰ ποσοστὸν ἐπὶ τοῦ κόστους. Τὸ ἄρθρον 24 ρυθμίζει τὸν τρόπον καταβολῆς τῶν δασμῶν. Καὶ λέγω τὸν τρόπον καταβολῆς, διότι οὐσιαστικῶς δὲν πρόκειται περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν δασμῶν. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχε τὸ ἄρθρον 24, τὸ κόστος τῶν ἔργων θὰ ἐπεβαρύνετο μὲ τοὺς δασμοὺς καὶ ἑπομένως, θὰ ἦτο ηὐξημένον καὶ οὕτω τὸ ποσοστὸν κέρδους τῆς ἑταιρείας θὰ ἦτο αὐτομάτως ηὐξημένον καθ’ ὅσον θὰ ὑπελογίζετο ἐπὶ ηὐξημένου κόστους. Τὸ ἄρθρον 24 ἔρχεται καὶ λέγει, ὅτι δὲν θὰ ὑπολογίζωνται οἱ δασμοὶ εἰς τὴν ἀξίαν τῶν ἔργων καὶ ἑπομένως, δὲν θὰ ἔχῃ ἡ ἑταιρεία νὰ ἀπολαύῃ κέρδος καὶ ἐπ’ αὐτοῦ. Καὶ ἐρωτῶ, εἶναι προνόμιον τοῦτο; Εἰς τὴν Νομικὴν ἔχομεν δύο εἰδῶν προνόμια. Τὸ δυσμενὲς προνόμιον καὶ τὸ εὐμενὲς προνόμιον. Αὐτὸ εἶναι δυσμενὲς προνόμιον, διότι ἀποστερεῖ τὴν ἑταιρείαν ἑνὸς κέρδους καὶ ἡ ἑταιρεία μὲ τὴν δέσμευσιν αὐτὴν νὰ μὴ πληρώνῃ δασμοὺς δὲν θὰ ἔχῃ κέρδος ἐπὶ τῶν δασμῶν. Ὡς πρὸς τὸ θέμα τοῦ ἀδυνάτου τῆς ἀπαλλαγῆς κατόπιν τῆς ψηφίσεως τοῦ νέου Συντάγματος, κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπεται ἀπαλλαγὴ φόρου κατ’ ἐξουσιοδότησιν νόμου, τὸ Κράτος ὑπεχρέωσε τὴν ἑταιρείαν νὰ καταβάλῃ αὐτὴ τοὺς δασμοὺς δίδουσα ἐγγυητικὰς ἐπιστολὰς Τραπέζης καὶ ἑπομένως, ἀπὸ ἀπόψεως τυπικῆς νομικῆς δὲν ὑπάρχει πλέον κἂν θέμα καταβολῆς τῶν δασμῶν.
§65Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Θὰ πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ ρυθμισθῇ διὰ νόμου τὸ θέμα καὶ ἢ θὰ ἀπαλλαγῇ τῶν δασμῶν ὁ ἐργοδότης, ἢ θὰ ὑποχρεωθῇ εἰς τὴν ἀπόδοσιν αὐτῶν.
§66Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ἡ καταβολὴ τῶν δασμῶν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δι’ ἐγγυητικῶν ἐπιστολῶν Τραπεζῶν; Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θὰ γίνεται καμμία εἴσπραξις. Ἀλλὰ καὶ πέραν αὐτοῦ, δὲν σᾶς καταπλήσσει τὸ γεγονός, ὅτι ἡ ἐκκρεμότης αὕτη ὑπάρχει ἀπὸ τοῦ 1954 καὶ ἐπὶ τόσα ἔτη καὶ μέχρι σήμερον δὲν ἐτακτοποιήθη;
§67Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἔλθωμεν καὶ εἰς αὐτό. Πάντως, δὲν χρειάζεται ἰδιαιτέρα νομικὴ γνῶσις ἢ ἐμβρίθεια περὶ τὰ οἰκονομικὰ θέματα διὰ νὰ γνωρίσῃ κανείς, ὅτι εἰς περίπτωσιν ὑπάρξεως ἐγγυητικῆς ἐπιστολῆς ἡ Τράπεζα θὰ ὑποχρεωθῇ νὰ πληρώσῃ ἐὰν ἀποφασισθῇ ἡ καταβολὴ τῶν φόρων.
§68Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἀσχέτως αὐτοῦ, τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον χρηματοδοτεῖ τὸν ὀργανισμὸν καὶ διὰ τῆς νομοθεσίας ἔχει ἐξασφαλίσει πόρους ὑπὲρ αὐτοῦ χάριν τοῦ ἐπιτελουμένου ἔργου, δὲν ἐπείγεται νὰ εἰσπράξῃ τοὺς δασμούς, οἱ ὁποῖοι μοιραίως θὰ πληρωθοῦν ἀπὸ τοὺς πόρους, τοὺς ὁποίους τὸ Δημόσιον ἔχει ἐξασφαλίσει ὑπὲρ τοῦ ὀργανισμοῦ.
§69Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Τοὺς δασμοὺς ὑποχρεοῦται νὰ τοὺς καταβάλῃ ἡ ἑταιρεία.
§70Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Τοὺς δασμοὺς ὑποχρεοῦται νὰ τοὺς καταβάλῃ ὁ ὀργανισμός. Ἐὰν συνεπεία τῆς συνταγματικῆς ἐμπλοκῆς ὑποχρεωθῇ ἡ ἑταιρεία νὰ προβῇ εἰς καταβολὴν τῶν δασμῶν, τότε βάσει τῶν ρητῶν ὁρισμῶν τοῦ ἄρθρου 24 τῆς συμβάσεως θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ τοὺς καταλογίσῃ εἰς τὴν ἀξίαν τῶν ἔργων, τὴν ὁποίαν ὑποχρεοῦται νὰ πληρώσῃ τελικῶς ὁ ἐργοδότης Ὀργανισμὸς Ἀποχετεύσεως.
§71Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐμμένω, κ. βουλευταί, εἰς τὴν ἄποψίν μου περὶ τῆς ἐγγυητικῆς ἐπιστολῆς. Ὁ κ. Ζίγδης, μὲ ἠρώτησεν ἐὰν θεωρῶ παράδοξον, τὸ ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν δὲν ἐρρύθμισε τὸ θέμα αὐτὸ τῶν δασμῶν ἐπὶ τόσα ἔτη. Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος δὲν θὰ εἰσέλθω. Δὲν εἶναι θέμα τῆς σημερινῆς συζητήσεως. Εἶναι ζήτημα εὐθύνης τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἀντικείμενον ἐπερωτήσεως δι’ ὅσους ἐπιθυμοῦν νὰ τὸν ἐλέγξουν. Χωρίς, κ.κ. βουλευταί, νὰ θέλω νὰ ὑποδείξω εἰς οὐδένα τί πρέπει νὰ πράξῃ, ἐγὼ ἐὰν ἤμην ἑταιρεία, θὰ ἐζήτουν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον ἐντὸς τακτῆς προθεσμίας νὰ ρυθμίσῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα. Πάντως, ἐὰν ἤμην μέτοχος, θὰ ἤλεγχον τὸ Συμβούλιον διὰ τὴν ἀπεμπόλησιν τῶν συμφερόντων τῆς ἑταιρείας. Διότι ἀπεμπόλησιν ἀποτελεῖ ἡ μὴ ἐπιδίωξις τῆς ρυθμίσεως τοῦ θέματος καὶ τῆς καταβολῆς ἐνδεχομένως τῶν δασμῶν ὁπότε θὰ ηὐξάνοντο τὰ κέρδη τῆς ἑταιρείας. Ὑποστηρίζω λοιπόν, ὅτι ἡ μὴ καταβολὴ τῶν δασμῶν, δὲν ἀποτελεῖ προνόμιον καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν ἀποτελεῖ προνόμιον θεσπισθὲν εἰδικῶς διὰ νόμου, ὡς ἀπαιτεῖ τὸ Σύνταγμα. Εἶπον προηγουμένως, ὅτι ἡ σύμβασις αὐτὴ ἐγένετο τελευταίως καὶ ἐπεκυρώθη διὰ Νομοθετικοῦ Διατάγματος ἐκδοθέντος κατὰ νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν. Ἡ σύμβασις αὐτή, κ.κ. βουλευταί, δὲν εἶναι κἄτι νέον. Ἀποτελεῖ ἀντίγραφον παλαιοτέρας συμβάσεως γενομένης ἀρχικῶς κατ’ ἐπιταγὴν τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου. Ἐπιθυμῶν δηλαδή, ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος νὰ δημιουργήσῃ ἕνα ἀποχετευτικὸν ὀργανισμὸν διὰ τὴν πρωτεύουσαν, ὑπεχρέωσε τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ συνεργασθῇ μὲ ὡρισμένας ἄλλας ἐργοληπτικὰς ἑταιρείας καὶ νὰ δημιουργήσῃ τὴν ἑταιρείαν ὑπονόμων, τῆς ὁποίας σκοπὸς ἦτο ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἀποχετευτικῶν ἔργων τῆς πρωτευούσης. Ἐπειδὴ ἡ ἑταιρεία ὑπονόμων ἐχρεωκόπησεν ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῶν μέσων, ἦλθε τὸ 1951 τὸ Κράτος καὶ ἐδημιούργησε τὸν Ὀργανισμὸν Ἀποχετεύσεως Πρωτευούσης εἰς τὸν ὁποῖον παρεχώρησεν ὡρισμένα κεφάλαια καὶ ὡρισμένους πόρους. Ἐργοδότης πλέον δὲν εἶναι τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ ὁ Ο.Α.Π., ὁ ὁποῖος καὶ ὑπογράφει τὴν σύμβασιν τοῦ 1954. Τὴν σύμβασιν βεβαίως, τὴν ὑπογράφουν δύο ὑπουργοί. Δὲν τὴν ὑπογράφουν ὅμως διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ διὰ λογαριασμὸν τοῦ Ο.Α.Π. Αὐτό, κ.κ. βουλευταί, ἔχει σημασίαν διὰ τὴν ἀντίκρουσιν τοῦ δευτέρου σκέλους τῆς αἰτήσεως κατὰ τὸ ὁποῖον ὑπάρχει τὸ ἀσυμβίβαστον καὶ ἐκ τῆς παραγράφου 8 τοῦ ἄρθρου 71 τοῦ Συντάγματος. Ἡ ἐν λόγῳ διάταξις λέγει τὰ ἑξῆς «... (ἀναγινώσκει τὴν παράγραφον 8 τοῦ ἄρθρου 71 τῆς συμβάσεως) ...». Ἐν προκειμένῳ, ἐρωτᾶται ὁ συνάδελφος, ἀνέλαβε τὴν ἐκτέλεσιν δημοσίων ἔργων; Προσωπικῶς ὁ κ. συνάδελφος δὲν ἀνέλαβε τὴν ἐκτέλεσιν δημοσίων ἔργων. Λέγει ὅμως ἐν συνεχείᾳ ἡ διάταξις τῆς παραγράφου 8 τοῦ ἄρθρου 71 τοῦ Συντάγματος, ἡ παράβασις συνεπάγεται ἔκπτωσιν ἀπὸ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος καὶ ἀκυρότητα τῶν γενομένων πράξεων. Ἐκεῖ τίθεται τελεία. Καὶ ἐν συνεχείᾳ, ἀναγράφεται, ὅτι αἱ πράξεις αὐταὶ εἶναι ἄκυροι καὶ ὅταν ἐγένοντο ὑπὸ ἐμπορικῆς ἑταιρείας ἢ ἐπιχειρήσεως εἰς τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς ὁποίας μετέχει βουλευτής. Προσέξατε, κύριοι βουλευταί, τὴν διαφοράν. Ἐὰν ὁ ἴδιος ὁ βουλευτὴς ἀναλάβῃ τὴν ἐκτέλεσιν δημοσίων ἔργων, καὶ ἡ συμφωνία εἶναι ἄκυρος καὶ ὁ βουλευτὴς ἐκπίπτει τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος. Εἰς τὸ δεύτερον ὅμως σκέλος αὐτῆς, ἡ διάταξις δὲν ὁμιλεῖ περὶ ἐκπτώσεως ἐκ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος, ἀλλὰ μόνον περὶ ἀκυρότητος τῆς γενομένης συμβάσεως. Ὅταν δηλαδὴ πρόκειται περὶ ἑταιρείας ἢ ἐπιχειρήσεως εἰς τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς ὁποίας μετέχει βουλευτής, τὸ Σύνταγμα ἐπιτάσσει μόνον τὴν ἀκυρότητα τῆς συναφθείσης συμβάσεως καὶ οὐχὶ καὶ τὴν ἔκπτωσιν ἐκ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος. Τὸ πρᾶγμα καθίσταται πλέον κατάδηλον ἐὰν ἀνατρέξωμεν καὶ εἰς τὴν συνταγματικὴν ἱστορίαν. Ἡ ἐν λόγῳ διάταξις δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911. Προσετέθη εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 καὶ ἐκεῖ εἰς δύο διάφορα ἄρθρα. Εἰς τὸ ἄρθρον 40 ἀναγράφεται τὸ πρῶτον σκέλος τῆς διατάξεως τῆς παραγράφου 5 τοῦ ἄρθρου 71 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1952. Δηλαδὴ ἡ διάταξις περὶ ἀκυρότητος τῆς πράξεως καὶ ἐκπτώσεως ἐκ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος. Ἔρχεται ἐν συνεχείᾳ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 μετὰ 18 ὅλα ἄρθρα καὶ γράφει εἰς τὸ ἄρθρον 58 τὰ ἑξῆς: «... (Ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον 58 τοῦ Συντάγματος 1927) ...». Ἡ παράβασις δηλαδὴ εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην ἐπιφέρει μόνον τὴν ἀκυρότητα τῶν πράξεων. Ἐὰν δηλαδὴ εἴχομεν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ κἂν συζήτησις περὶ ἐκπτώσεως ἐκ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1952, κύριοι βουλευταί, δὲν κάμνει τίποτε ἄλλο, παρὰ τὰς δύο αὐτὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι εἰς δύο διάφορα ἄρθρα, τὸ 40 καὶ τὸ 58, τὰς συνδέει εἰς ἓν ἄρθρον μὲ διαφόρους παραγράφους χωρὶς νὰ μεταβάλῃ καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν ἔννοιαν αὐτῶν. Ἀσυμβίβαστον λοιπὸν δὲν ὑπάρχει καὶ ἐκ τῆς παραγράφου 5 καὶ ἐκ τῆς παραγράφου 8 τοῦ ἄρθρου 71 τοῦ Συντάγματος. Τὸ γεγονὸς βεβαίως, ὅτι ὁ συνάδελφος κ. Κορόζος ἔπαυσε σήμερον νὰ ἀποτελῇ μέλος τῆς ἐν λόγῳ ἑταιρείας οὐδένα ρόλον παίζει. Ἀρκεῖ, ὅτι ὑπῆρξε μέλος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου αὐτῆς ἀπὸ τῆς ἐκλογῆς του ὡς βουλευτοῦ μέχρι τοῦδε ἐπὶ διάστημα μεγαλύτερον τῶν 8 ἡμερῶν. Ἐὰν συνεπῶς ἐνέπιπτεν εἰς τὸ ἀσυμβίβαστον τοῦ ἄρθρου 71 τοῦ Συντάγματος θὰ εἶχεν ἐκπέσει τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος ἀνεξαρτήτως τοῦ ἐὰν σήμερον ἔπαυσε νὰ εἶναι μέλος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς ἐν λόγῳ ἑταιρείας. Κύριοι βουλευταί, τὸ θέμα τοῦ ἀσυμβιβάστου δὲν ἔρχεται διὰ πρώτην φορὰν ἐνώπιον τοῦ Σώματος, κατὰ τοὺς προσφάτους χρόνους. Εἶχε τεθῆ καὶ πάλιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς κατὰ τὸν Μάρτιον τοῦ 1958 ἐπὶ Κυβερνήσεως τοῦ κ. Γεωργακοπούλου. Τότε ἡ Ἀριστερὰ διὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἠλιοῦ, προέβαλε τὸ ἀσυμβίβαστον τῆς ὑπουργικῆς ἰδιότητος πολλῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως κ. Γεωργακοπούλου, διότι εἴτε ὁ εἷς ἦτο Πρόεδρος τοῦ Ἐρυθροῦ Σταυροῦ, εἴτε ὁ ἕτερος Διοικητὴς τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης κλπ., ἐδόθησαν αἱ δέουσαι ἐξηγήσεις καὶ δὲν ἐγένοντο δεκταὶ αἱ αἰτιάσεις αὐταὶ χωρὶς μάλιστα νὰ ληφθῇ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς. Αἱ αἰτιάσεις ἐστηρίχθησαν εἰς τὴν οἰκείαν διάταξιν τοῦ Συντάγματος κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ ἰσχύοντα διὰ τοὺς βουλευτὰς ἰσχύουν καὶ διὰ τοὺς ὑπουργούς. Διὰ τοῦ Ὑπουργείου Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως ἐπεζητήθη τότε γνωμοδότησις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου τοῦ Κράτους, καὶ πράγματι ἐξεδόθη ἡ ὑπ’ ἀριθ. 273) 18.3.58 γνωμοδότησις τῆς Ὁλομελείας λέγουσα τὰ ἑξῆς: «Κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 77 τοῦ Συντάγματος συντρέχει περίπτωσις τοῦ ἀσυμβιβάστου, ἐφ’ ὅσον ἡ ἐμπορικὴ ἑταιρεία ...... (ἀναγινώσκει) ......». Αὐτὰ λέγει τὸ Νομικὸν Συμβούλιον τοῦ Κράτους. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ζίγδης ἐπεκαλέσθη καὶ τὰ πρακτικὰ τῆς συζητήσεως τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος καὶ κατὰ συνέπειαν δικαιοῦμαι νὰ τὰ μεταχειρισθῶ καὶ ἐγώ. Συζητουμένης τότε τῆς προτάσεως ὡς πρὸς τὴν σκοπιμότητα τοῦ ἀσυμβιβάστου διὰ τὴν ἰδιότητα τοῦ βουλευτοῦ, πολλοὶ βουλευταί, ἐτάχθησαν ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τοῦ ἀσυμβιβάστου, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἔγκριτοι νομομαθεῖς, ὡς ὁ κ. Βαμβέτσος, ὁ συνάδελφος κ. Παπαρρηγόπουλος καὶ ὁ κ. Μαῦρος. Εἰδικώτερον ὁ κ. Μαῦρος, τὸ κῦρος τοῦ ὁποίου οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ τόσον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὅσον καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης, εἶπε συγκεκριμένως τάδε: «Κύριοι, νομίζω, ὅτι τὸ θέμα... (ἀναγινώσκει) .....». Ἤκουσα παρ’ ἀξιοτίμου συναδέλφου λέγοντος, ὅτι πάντα ταῦτα οὐδεμίαν ἔχουσιν ἰσχύν. Ὄντως. Ἰσχὺν ἔχει αὐτὸ τοῦτο τὸ περιεχόμενον τοῦ Συντάγματος, καὶ οὐχὶ αἱ διατυπωθεῖσαι τυχὸν γνῶμαι. Παρὰ ταῦτα ἐμνημόνευσα ὅσα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Μαύρου ἐλέχθησαν καὶ τὰ ἐπεκαλέσθην ὡς ἑρμηνευτικὸν βοήθημα. Καὶ ὀφείλομεν κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Μαύρου νὰ εἴμεθα λίαν φειδωλοὶ εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν περιπτώσεων ὡς ἀσυμβιβάστων καὶ νὰ τὰς ἑρμηνεύωμεν στενῶς, πέραν τοῦ γενικοῦ κανόνος κατὰ τὸν ὁποῖον καὶ αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος στενῶς ἑρμηνεύονται. Κατὰ συνέπειαν, δὲν ὑπάρχει ἀσυμβίβαστον διὰ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, περὶ οὗ τὸ θέμα ἐτέθη καὶ θὰ ψηφίσω ἐναντίον τῆς προτάσεως.
§72Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἐπειδὴ ἡ συζήτησις, κ. συνάδελφοι, πρέπει νὰ διεξάγεται ἐπὶ τῇ βάσει κειμένων, τὰ ὁποῖα δὲν εὑρίσκονται τὴν στιγμὴν ταύτην εἰς τὴν διάθεσιν παντὸς συναδέλφου, ἐπιθυμῶ νὰ προσθέσω τὰ ἑξῆς. Κατὰ τὸ ἔτος 1953, ὁ νόμος 2722 ἐπέτρεψε τὴν τροποποίησιν τῆς συμβάσεως, περὶ ἧς ὁ λόγος καὶ τὴν σύναψιν νέας, ἥτις καὶ ὑπεγράφη ὑπὸ ὅρους, οἱ ὁποῖοι ἀφίστανται τῶν παλαιῶν ὅρων, ὅπως ἐξέθεσε καὶ ὁ κ. Κορόζος. Πέραν ὅμως, τῶν νέων τούτων ὅρων, ἤτοι τῆς μειώσεως τοῦ ποσοστοῦ κέρδους κλπ., ἤτοι διαρρυθμίσεων πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ ἐργοδότου ὀργανισμοῦ, διὰ τῆς νέας συμβάσεως ἀναγνωρίζεται εἰς τὴν ἀνάδοχον ἑταιρείαν τὸ δικαίωμα νὰ ἀναζητήσῃ τοὺς τυχὸν καταβληθέντας δασμούς, ἐὰν δὲν ἀποδοθοῦν ἐντὸς τετραμήνου ἀπὸ τῆς πληρωμῆς.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μ. Γαληνός, ἔχει τὸν λόγον.
§74Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν θὰ ἀσχοληθῶ μὲ τὸ συνταγματικὸν θέμα, ἀλλὰ θὰ ἀσχοληθῶ μὲ τὸ θέμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον οὐδόλως ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος καὶ σεβαστὸς συνάδελφος κ. Μπακόπουλος, ὑποστηρίξας, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀσυμβίβαστον. Πράγματι, δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀσυμβίβαστον, ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι δικαιοῦται νὰ ἀποφανθῇ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ πολιτικὴ εὐθιξία, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ ἐκπροσωπῶμεν τὸν Λαόν, ὀφείλομεν νὰ ἐπιδεικνύωμεν ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν εἰς μεγαλύτερον βαθμὸν παντὸς ἄλλου. Ἑπομένως, τὸ ζήτημα θὰ τὸ ἐξετάσω ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς ἠθικῆς τάξεως. Ἀπὸ τοῦ 1933 ὑπῆρχεν ἡ ἑταιρεία ὑπονόμων. Τὸ 1950 δι’ ἑνὸς νέου νόμου, ἀνανεοῦται ἡ προσπάθεια ὅπως ἡ πρωτεύουσα ἀποκτήσῃ ὑπονόμους. Τὸ 1954 ἐμφανίζεται ὁ συνάδελφος κ. Κορόζος, πολιτευτὴς καὶ διατελέσας ὑπουργός, ὡς πρόεδρος μιᾶς ἑταιρείας, ἡ ὁποία δημιουργεῖται καὶ ἡ ὁποία ἀναλαμβάνει μονοπωλιακῶς καὶ ἄνευ δημοπρασίας καὶ μὲ ἀποκλειστικότητα τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου κατασκευῆς ὑπονόμων εἰς τὴν πρωτεύουσαν. Ἀπαντήσατέ μου, ἐὰν δύναται ἄλλος τις νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ τοῦ ἔργου.
§75Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Ἡ σύμβασις ἀναθέτει εἰς τὴν ἑταιρείαν τὴν ἐκτέλεσιν τμήματος τοῦ ἔργου.
§76Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Βεβαίως, τῆς ἀνατίθεται τμῆμα τοῦ ἔργου. Ἀργότερον θὰ τῆς ἀνατεθῇ καὶ ἄλλον τμῆμα καὶ τμηματικῶς θὰ ἀναλάβῃ ὁλόκληρον τὸ ἔργον. Δύναται ἄλλος τις νὰ ὑπογράψῃ παρομοίαν σύμβασιν καὶ νὰ ἀναλάβῃ παρόμοιον ἔργον; Οὐδείς. Καὶ τί εἶναι αὐτὴ ἡ Ἑταιρεία; Ἀναλαμβάνει τὴν ἐκτέλεσιν ἔργου χωρὶς νὰ διαθέτῃ ἰδικά της χρήματα. Ἀναλαμβάνει τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου ἀπολογιστικῶς. Ἡ ἑταιρεία δὲν ἔχει οὐδεμίαν ζημίαν, ἀλλ’ ἀντιθέτως ἔχει κέρδη 14%, τὰ ὁποῖα κέρδη διανέμονται εἰς κέρδη καὶ γενικὰ ἔξοδα καὶ οὕτω ἔχει ἕνα ἀκόμη κέρδος τοῦ ἀφορολογήτου τῶν γενικῶν αὐτῶν ἐξόδων.
§77Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου 24 τῆς Συμβάσεως, λέγει, ὅτι ἡ ἑταιρεία ὑπόκειται εἰς ἁπάσας τὰς φορολογίας. Παρέχω τὴν πληροφορίαν, ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν τετραετίαν ἡ ἑταιρεία ἐπλήρωσε 4.500.000 φόρους.
§78Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν εἶπον, ὅτι ἡ ἑταιρεία δὲν πληρώνει φόρους. Εἶπον, ὅτι ποσοστὸν τῶν κερδῶν της δὲν φορολογεῖται, διότι περιέχεται εἰς τὰ γενικὰ ἔξοδα τὰ ὁποῖα εἶναι ἀφορολόγητα. Οἱαδήποτε ἐπιχείρησις ἔχει δικαίωμα νὰ ἐκπέσῃ τῆς φορολογίας εἰς τὰ γενικά της ἔξοδα, πλὴν τῶν γεωργῶν. Ἐκ τῶν κερδῶν, ἐπαναλαμβάνω, τῆς ἑταιρείας ποσὸν 5.000.000 περιέρχεται εἰς τὰ γενικὰ ἔξοδα καὶ οὕτω μένει ἀφορολόγητον. Εἶναι καὶ αὐτὸ μία χαριστικὴ πρᾶξις ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ κ. συναδέλφου. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Α Ἀντιπρόεδρος κ. Λ. Μπατρῖνος).
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Γαληνέ, ἡ σημερινὴ συζήτησις καὶ ἡ Ἡμερησία Διάταξις καὶ ἡ ἐρώτησις τῶν κ.κ. βουλευτῶν ἔγκειται εἰς τοῦτο: «Συζήτησις καὶ λῆψις ἀποφάσεως ἐπὶ τοῦ ἀσυμβιβάστου ἢ μὴ τοῦ βουλευτοῦ..... (ἀναγινώσκει).....». Συνεπῶς εἶσθε ἐκτὸς θέματος.
§80Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Θεωρῶ τὴν διατύπωσιν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ὡς ὅλως προσωρινήν, διότι τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι μία γενικὴ τοποθέτησις τοῦ θέματος, εἶναι πρόβλημα ἐκπτώσεως ἢ μὴ ἑνὸς συγκεκριμένου βουλευτοῦ καὶ παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του, ὅτι τὸ τεθησόμενον θέμα, εἶναι θέμα ἀφορῶν προσωπικῶς τὸν κ. Κορόζον, μὲ ὅλα τὰ ἐπακόλουθά του.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ διαφωνῶ.
§82Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐὰν ἔχετε διαφωνίαν ἐπ’ αὐτοῦ, πρέπει νὰ διεξαχθῇ συζήτησις, διότι ὅλη ἡ ὑπόλοιπος συζήτησις εἶναι τελείως περιττὴ καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ συζήτησις κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἐρώτημα εἶναι ἐὰν ὑπάρχῃ ἀσυμβίβαστον τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος πρὸς τὸ μέλος τοῦ Δ. Συμβουλίου τῆς συγκεκριμένης ἑταιρείας καὶ ἐπ’ αὐτοῦ διεξάγεται ἡ συζήτησις.
§84Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε, ἀποτελεῖ μίαν πρωτοτυπίαν ἔξω τῶν δυνατοτήτων τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ δὲν ἀποτελεῖ οὔτε συνταγματικὸν Δικαστήριον, οὔτε τίθεται ἐνώπιόν της σχέδιον νόμου περὶ ἑρμηνείας τῶν προνομίων τῆς συγκεκριμένης ἑταιρείας. Ἡ Βουλὴ ἀπασχολεῖται μὲ τὸ ἐὰν ὁ κ. Κορόζος ἔχῃ ἀξίωμα, ἕνεκα τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ ἐκπέσῃ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος καὶ ἐὰν ἀνατρέξητε εἰς ὅλα τὰ σχετικά, βάσει τῶν ὁποίων δύνασθε νὰ θέσητε ἕνα θέμα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, αὐτὸ θὰ θέσητε.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ πιθανὸν νὰ πεισθῇ ὁ βουλευτὴς ὁ ὁποῖος θὰ δώσῃ τὴν ψῆφον του, ὅτι δὲν εἶναι ἀσυμβίβαστοι αἱ δύο ἰδιότητες, ὁπότε θὰ λυθῇ τὸ θέμα.
§86Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἶναι ἄλλο ζήτημα, τὸ ποῖον εἶναι τὸ περιεχόμενον τοῦ αἰτήματος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ὁ βουλευτὴς θὰ ψηφίσῃ ὑπὲρ τῆς ἐκπτώσεως καὶ ἄλλο τὸ τί ψηφίζει. Δὲν ἑρμηνεύομεν τὸν νόμον ἐδῶ, ἀλλὰ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ τί λέγει τὸ σκεπτικόν.....
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πάντως, ἡ οὐσία αὐτὴ εἶναι, τοῦ θέματος.
§88Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ ἀντελήφθην ἐξ ὑπαρχῆς τὸ θέμα καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὸ ἔθεσαν, ὅτι εἶναι τοιοῦτον ἐκπτώσεως βουλευτοῦ καὶ ὄχι θέμα εἴτε πολιτικῆς μάχης Κυβερνήσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως, εἴτε κομματικῆς ὑποθέσεως τῆς νέας πολιτικῆς κινήσεως ἔναντι τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ τῷ λόγῳ τούτῳ πιστεύω, ὅτι ὅλη ἡ συζήτησις πρέπει νὰ διεξαχθῇ εἰς αὐτὸν τὸν τόνον. Ἄλλως ἐὰν καταφύγωμεν εἰς οἱονδήποτε ἐφεύρημα δικονομικῶς ἀπαράδεκτον διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὴν οὐσίαν τοῦ θέματος ποὺ εἶναι ἡ διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας ἀπόφασις, ἐὰν ὁ συγκεκριμένος βουλευτὴς πρέπει νὰ ἐκπέσῃ τοῦ ἀξιώματος. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει κάμνομεν μίαν περιττὴν συζήτησιν τελείως θεωρητικὴν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀξίας.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤθελον νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι ἀκριβῶς ἄσχετον τὸ ζήτημα. Ἐγὼ παρεκάλεσα τὸν κ. Γαληνὸν νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον εἶναι περὶ τοῦ ἀσυμβιβάστου ἢ μὴ τῶν δύο ἰδιοτήτων καὶ ὄχι τί κερδίζει καὶ πόσον κερδίζει ἡ τάδε ἑταιρεία.
§90Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Καὶ φρονῶ, κ. Πρόεδρε, ὅτι μὲ ὅσα λέγω ἀποδεικνύεται τὸ ἀσυμβίβαστον τοῦ ἀξιώματος τοῦ βουλευτοῦ μὲ τὸ ἀξίωμα τοῦ μέλους τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου προνομιούχου ἑταιρείας, ὡς ἐκείνη εἰς τὴν ὁποίαν μετέχει ὁ κ. συνάδελφος. Τὸ ἀσυμβίβαστον ἔχει δύο σκέλη. Ἔχει τὸ νομικὸν καὶ τὸ ἠθικὸν σκέλος. Ἐγὼ ἀναπτύσσω τὰς ἀπόψεις μου ἐπὶ τοῦ ἠθικοῦ σκέλους καὶ νομίζω, ὅτι ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν ἐκπέσῃ ὁ κ. συνάδελφος τοῦ ἀξιώματός του, ἠθικῶς θὰ πρέπει νὰ παραιτηθῇ μόνος του. Νομίζω, ὅτι ἀποτελεῖ σκάνδαλον νὰ συνάπτῃ Συμβάσεις μετὰ τοῦ Δημοσίου ὡς μέλος προνομιούχου ἑταιρείας ἐν ἐνεργείᾳ πολιτικός.
§91Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Πότε ἔγινεν ἡ σύμβασις, κ. συνάδελφε;
§92Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Τὸ 1954.
§93Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Τί ἤμουν τότε, κ. συνάδελφε, ἤμουν βουλευτής; Ἀποτελεῖ τοῦτο σκάνδαλον, ὅτι μὴ ὢν βουλευτὴς ὑπέγραψα τὴν σύμβασιν αὐτήν;
§94Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Κύριε συνάδελφε, λέγων ἐν ἐνεργείᾳ πολιτικός, ἐννοῶ καὶ τὸν πολιτικὸν ἐκεῖνον ποὺ ἂν καὶ ἀπέτυχεν εἰς τὰς ἐκλογὰς ἐξακολουθεῖ νὰ ἀναμιγνύεται ἐνεργῶς εἰς τὴν πολιτικήν. Σεῖς παρὰ τὴν ἀποτυχίαν σας εἰς τὰς ἐκλογάς, ἀνεμιγνύεσθε ἀνέκαθεν εἰς τὴν πολιτικὴν καταλαμβάνοντες σημαντικὰς κυβερνητικὰς θέσεις ὡς Πρόεδρος τοῦ Ο.Τ.Ε. κλπ. Τὴν ἄποψιν αὐτὴν ὑποστηρίζω καὶ διὰ τὸν ἑαυτόν μου. Δὲν νομίζω, ὅτι ἂν ἀποτύχω εἰς μίαν ἐκλογήν, ὅτι δύναμαι νὰ συνάψω μίαν σύμβασιν μετὰ τοῦ Δημοσίου τὴν ὁποίαν νὰ διατηρήσω καὶ μετὰ τὴν ἐκλογήν μου ὡς βουλευτής. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς πάντα πολιτικὸν ἐν ἐνεργείᾳ νὰ κάμνῃ παρομοίας ἐπιχειρήσεις.
§95Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Κάμνω ἐγὼ ἐπιχειρήσεις, κ. συνάδελφε; Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λέγωνται τοιαῦτα πράγματα. Οὔτε ἐπιχειρήσεις κάμνω, οὔτε ἐργολάβος εἶμαι, καὶ δὲν σᾶς ἐπιτρέπω νὰ ὁμιλῆτε περὶ ἠθικῆς.
§96Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Τερματίζων, κ. Πρόεδρε, δηλῶ, ὅτι θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ ἀσυμβιβάστου τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος πρὸς τὰ καθήκοντα τοῦ μέλους Διοικητικοῦ Συμβουλίου προνομιούχου ἑταιρείας, διότι πράγματι εἶναι προνομιοῦχος ἡ περὶ οὗ ὁ λόγος ἑταιρεία καὶ συνεπῶς ὑφίσταται τὸ ἀσυμβίβαστον.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Ἠλιοῦ, ἔχει τὸν λόγον.
§98Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι, ἀνέρχομαι εἰς τὸ βῆμα μὲ αἰσθήματα ἀνάμικτα καὶ μὲ προσπάθειαν ἐπιδείξεως μετριοπαθείας καὶ ὄχι ἀντιδικίας, δεδομένου, ὅτι οὔτε ἐγὼ προσωπικῶς, οὔτε τὸ κόμμα τὸ ὁποῖον ἐκπροσωπῶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἔχει ὁ,τιδήποτε μὲ πρόσωπα. Ἔχει ὡρισμένας ἀρχάς, ἔχει ὡρισμένας ἐπιδιώξεις, δὲν ἔχει ὅμως τίποτε μὲ συγκεκριμένα πρόσωπα. Ἐγὼ δὲ συγκεκριμένως μὲ τὸν κ. Κορόζον, λόγῳ τῆς μακρᾶς δικηγορικῆς μας σταδιοδρομίας ἔχω καὶ ἕνα προσωπικὸν σύνδεσμον. Πιστεύω, ὅτι ὀρθῶς καὶ ὄχι προώρως ἀνεκινήθη ἕνα ζήτημα ἀπὸ τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως. Ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία δὲν εἶναι λέσχη πνευματικῶν ἀσκήσεων. Ἐνώπιον αὐτῆς ὑπάρχει ἕνα συγκεκριμένον θέμα. Τὸ θέμα εἶναι ἐὰν ὁ κ. Κορόζος εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ ἔχῃ τὴν βουλευτικὴν ἰδιότητα, ἢ δέον νὰ ἐκπέσῃ αὐτῆς ἐφ’ ὅσον κατέχει παραλλήλως καὶ τὸ ἀξίωμα τοῦ μέλους Διοικητικοῦ Συμβουλίου συγκεκριμένης ἑταιρείας. Πᾶσα ἀντίθετος γνώμη θὰ ἦγεν εἰς τὴν περιγραφὴν τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ ὁποία ἀναφέρεται εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Σώματος διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας ἐπὶ προσωπικῶν ζητημάτων. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὰς συνταγματικὰς διατάξεις καὶ τοὺς θεσμούς. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι κομματικόν, δεδομένου, ὅτι τὴν κενουμένην θέσιν καταλαμβάνει βουλευτὴς ἀνήκων εἰς τὸ ἴδιον κόμμα. Κύριοι βουλευταί, κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 καὶ κατὰ τὴν ἑρμηνείαν ποὺ δίδει ὁ ἀείμνηστος Σαρίπολος, ἡ ἔννοια τοῦ αὐτοδικαίου ἐσήμαινεν, ὅτι δὲν ἀπητεῖτο κἂν ἀπόφασις τοῦ Σώματος, ἡ δὲ Κυβέρνησις ὑπεχρεοῦτο ἀμέσως νὰ προκηρύξῃ ἀναπληρωματικὰς ἐκλογάς. Ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τοῦ αἰῶνος ἢ μᾶλλον ἓν ἔτος πρὶν νὰ ἀρχίσῃ ὁ αἰών μας, ἀρχικῶς ὁ ἀείμνηστος Δραγούμης κατόπιν ὁ Βοζίκης καὶ ἔπειτα ὁ Τριανταφυλλάκος, εἰς ἀγορεύσεις των μακράς, ὡμίλησαν ἐπανειλημμένως διὰ τὸ ἀσυμβίβαστον. Τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τρεῖς Τράπεζαι ἐν Ἑλλάδι εἶχον τὸ προνόμιον τὸ ἐκδοτικόν. Αἱ τρεῖς Τράπεζαι αὐταὶ ἦσαν ἡ Ἐθνική, ἡ Ἰονικὴ καὶ ἡ Τράπεζα Κρήτης. Αἱ Τράπεζαι αὐταὶ ἐφρόντιζαν, ἔπειτα ἀπὸ κἄθε ἐθνικὴν συμφοράν, νὰ βάζουν εἰς τὰς Κυβερνήσεις παράγοντας προσκειμένους πρὸς αὐτάς, διὰ νὰ ἐπιτυγχάνουν προνόμια. Διὰ μακρῶν εἰς συζητήσεις των ἐνώπιον τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, τόσον ὁ Δραγούμης, ὅσον καὶ ὁ Βοζίκης, περιγράφουν τὴν εἰσβολὴν τῶν σκοτεινῶν δυνάμεων τοῦ χρήματος, αἱ ὁποῖαι διὰ τῆς εἰσόδου των εἰς τὴν Βουλὴν ἢ διηύρυναν καὶ ἐσταθεροποίουν τὰ προνόμια ποὺ ἤδη εἶχαν ἢ ἐπετύγχανον προνόμια. Ὁ Βοζίκης ἔλεγε τὰ ἀκόλουθα: «Ἐγὼ ζητῶ ὄχι μόνον νὰ εἶναι ἡ Βουλὴ ἠθική, ἀλλὰ καὶ νὰ φαίνεται τοιαύτη. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἡ σύζυγος τοῦ Καίσαρος». Καὶ μὲ παρρησίαν κατωνόμαζε τὰ πρόσωπα καὶ τοὺς παράγοντας τοὺς ἰσχυρούς, οἱ ὁποῖοι δὲν ὠφέλησαν τὸν τόπον. Καὶ συνεχίζει μὲ περισσοτέρας λεπτομερείας ὁ Πώπ. Ὁ δὲ Στέφανος Δραγούμης, ἔλεγε τὰ ἑξῆς: «Ἡ συντομωτέρα ἀλλὰ καὶ πειστικωτέρα δικαιολογία εὕρηται ἐν κειμένῳ ἐκκλησιαστικῷ. Δὲν δύναται νὰ δουλεύῃ τις καὶ Θεῷ καὶ Μαμμωνᾷ». Ἦτο ἡ ἐποχὴ ποὺ ἀνεμιγνύοντο εἰς τὰς ὑποθέσεις τῶν Τραπεζῶν, τῶν Σιδηροδρόμων κλπ., ὁ Μάτσας, ὁ Πεσμαζόγλου καὶ ἄλλοι. Τώρα ἂς ἴδωμεν ποῖαι προϋποθέσεις ἀπαιτοῦνται διὰ νὰ δοθῇ ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ ἀσυμβιβάστου. Διότι παρὰ τὰς ἀντιρρήσεις, παρὰ τὰς διαψεύσεις, παρὰ τὴν τακτικὴν τῆς συσκοτίσεως, σήμερον ξεκαθαρίζει, ὅτι ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου 1958 μέχρι τοῦ Φεβρουαρίου 1960 ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Βοιωτίας ἦτο σύμβουλος τῆς ἑταιρείας αὐτῆς. Ἐπίσης ἂς ἐξετάσωμεν ἐὰν ἡ ἑταιρεία εἶναι προνομιοῦχος. Κύριοι συνάδελφοι, ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸ μηνιαῖον δελτίον τῆς Στατιστικῆς Ὑπηρεσίας, τὸ ὁποῖον δημοσιεύει τὴν κατάστασιν τῶν ἀπαλλασσομένων φορολογικῶς ὀργανισμῶν καὶ ἑταιρειῶν καὶ μεταξὺ ἄλλων ἀναφέρεται καὶ ἡ ἑταιρεία κατασκευῆς ἐξυγιαντικῶν ἔργων. Ὥστε τὸ θεώρημα τοῦ σεβαστοῦ συναδέλφου κ. Μπακοπούλου, δὲν εὐσταθεῖ. Αὐτὴ ἡ συλλογιστικὴ τοῦ κ. συναδέλφου, εἶναι συλλογιστικὴ τὴν ὁποίαν δὲν δύναμαι νὰ παρακολουθήσω. Αὐτὸ τὸ προνόμιον τῆς ἀτελείας παραχωρεῖται εἰς τὸ Ν.Α.Τ.Ο., εἰς τὸν Κρατικὸν Ὀργανισμὸν Μηχανημάτων Δημοσίων Ἔργων, εἰς τὸν Ὀργανισμὸν Σεισμοπλήκτων καὶ εἰς τὴν ἑταιρείαν τοῦ κ. Κορόζου.
§99Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐγὼ δὲν ἔχω ἑταιρείαν.
§100Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, εἶπα, ὅτι δὲν ὑπάρχει προνόμιον, διότι πᾶν, ὅ,τι διαλαμβάνει ἡ σύμβασις δύναται νὰ παραχωρηθῇ καὶ εἰς οἱανδήποτε ἄλλην ἑταιρείαν. Δὲν δέχομαι τὸν ἰσχυρισμόν σας, ὅτι ἡ ἄποψίς μου εἶναι ἀνεπίδεκτος ὑπερασπίσεως.
§101Η. ΗΛΙΟΥ. Τώρα, ὁ κ. συνάδελφος, δίδει δύο ἐξηγήσεις. Πρῶτον, ἐπανέλαβεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ἀποτελέσῃ δικαιολογίαν, ὅτι δηλαδή, ἐπειδὴ ἓν προνόμιον δύναται νὰ δοθῇ καὶ εἰς ἄλλον, δὲν εἶναι προνόμιον. Ἕως τὴν στιγμὴν ποὺ δὲν δίδεται εἰς ὅλας τὰς ὁμοειδεῖς ἐπιχειρήσεις, ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι προνόμιον. Καὶ δεύτερον, ὅτι δὲν παρέχεται φορολογικὴ ἀπαλλαγή. Τὸ δεύτερον τοῦτο ἀποτελεῖ ἀμφισβήτησιν κατ’ οὐσίαν καὶ θὰ τὸ συζητήσωμεν. Θὰ πεισθῇ δὲ ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι συμβαίνει τὸ ἀντίθετον. Ὁ βασικὸς συλλογισμός, ὅτι εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν περιέχονται καὶ οἱ δασμοὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους ὁ ἐργολάβος θὰ ἐλάμβανε κέρδος καὶ ὅτι συνεπῶς ἐφ’ ὅσον δὲν συμβαίνει τοῦτο, εἶναι πρὸς ὄφελος τοῦ ἐργολάβου καὶ ὄχι τοῦ ἐργολάβου εἶναι ἕνας σοφιστικὸς συλλογισμός, διότι ὅπως εἶπον ἀπαλλαγαὶ δίδονται μόνον εἰς 3–4 περιπτώσεις μία μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ ἡ περίπτωσις τῆς ἑταιρείας τῆς ὁποίας Πρόεδρος εἶναι ὁ κ. συνάδελφος. Κύριοι βουλευταί, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρέχεται τὸ ἀδασμολόγητον καὶ αἱ ἀτέλειαι χωρὶς μεγάλους κινδύνους ἂν καὶ εἰς ποῖον ποσὸν τὰ ἀδασμολόγητα ὑλικὰ θὰ ἐνσωματωθοῦν εἰς τὰ ἔργα ἢ θὰ διοχετευθοῦν εἰς τὴν ἀγοράν. Ἀλλὰ ἐδῶ, κύριοι συνάδελφοι, ἐγένετο ἕνας διαχωρισμὸς τῶν διατάξεων τῆς συμβάσεως τοῦ 1954. Ὁ κ. συνάδελφος δὲν μᾶς εἶπε τίποτε διὰ τὰ ἄρθρα 17 καὶ 18. Τὸ ἄρθρον 17 ὁμιλεῖ διὰ τὰ γενικὰ ἔξοδα τὰ ὁποῖα εἶναι 9% καὶ ἀναφέρει εἰς τί συνίστανται τὰ γενικὰ ἔξοδα. Ἐπίσης λέγει, ὅτι 7% εἶναι τὸ ἐργολαβικὸν κέρδος. Ἑπομένως δίδεται πέραν πάσης κοστολογήσεως εἰς τὸν ἐργολάβον ἕνα 16%. Καὶ αὐτὸ εἰς ἔργα χωματουργικὰ ἐνῷ εἰς οἰκοδομὰς καὶ σιδηρᾶς κατασκευὰς ποὺ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκρυβῇ τίποτε, ὁρίζεται ποσοστὸν κέρδους 15% καὶ ἐπὶ τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ οἱ ἐργολάβοι μειοδοτοῦν καὶ παρ’ ὅλα ταῦτα κερδίζουν καὶ στὰ χωματουργικά, τὰ τελείως σκοτεινά, ὅπου εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελοῦνται 30 καὶ νὰ χρεώνωνται 100, δίδεται 16%. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 17 εἶναι σαφές, ὅτι εἰς τὸ 9% εἶναι συνυπολογισμέναι καὶ αἱ φορολογικαὶ ἐπιβαρύνσεις τῆς ἑταιρείας. Προνόμιον, κύριοι συνάδελφοι, δὲν θὰ πῇ σκανδαλώδης παροχή, διότι αὐτὸ ἀποκλείεται ἀπὸ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος. Τὸ πολίτευμα προβλέπει ὡρισμένα προνόμια εἰς ἰδιαζούσας περιπτώσεις καὶ εὑρίσκομεν, ὅτι τὸ προνόμιον θὰ ἐχορηγήθη πάντοτε διὰ κἄποιαν εὔλογον αἰτίαν. Εἶναι βεβαιωμένον ἀπὸ δημόσιον ἔγγραφον, ὅτι μία ἀπὸ τὰς 4 περιπτώσεις εἰς τὰς ὁποίας ἐχορηγήθη δασμολογικὴ καὶ φορολογικὴ ἀπαλλαγή, τοὐτέστιν εἰδικὸν προνόμιον, εἶναι καὶ ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος ἑταιρεία. Ἐφευρέθη ἀπόψε κἄτι καινούργιο ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν λέγει, ὅτι, λόγῳ τῆς διατάξεως 59 τοῦ Συντάγματος, δὲν ἐπιτρέπεται ἐξουσιοδότησις κλπ. Ὅμως, εἰς τὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα κατετέθησαν, ὑπάρχει καὶ ἕνα ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν, τὸ ὑπ’ ἀριθ. 2603)7.4.60, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ἕως τώρα, αἱ ἀπαλλαγαὶ αὐταὶ ἐκόστισαν 3½ ἑκατομμύρια.
§102Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Αὐτό, κ. συνάδελφε, εἶναι τὸ ὕψος τῶν δασμῶν.
§103Η. ΗΛΙΟΥ. Ὄχι, κ. συνάδελφε, εἶναι τὸ ὕψος τῶν ἀπαλλαγῶν καὶ ἤδη, κύριοι συνάδελφοι, εἰσέρχομαι εἰς τὸ οὐσιαστικώτερον μέρος. Μᾶς εἶπον ἀπόψε, ὅτι ἡ ἑταιρεία ζημιώνει. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Κορόζος, νὰ μὴ τὸ δεχθῶ αὐτὸ καὶ οὔτε νὰ συμμερισθῶ τὴν ἀγανάκτησίν του, διότι ἀπόψε ἀπεκλήθη ἐργολάβος. Ἐὰν δὲν ἦσθε ἐργολάβος, μετέχετε εἰς τὴν ἑταιρείαν κατὰ ἕνα 20%.
§104Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Εἶμαι πληρεξούσιος τρίτων μετόχων. Γνωρίζετε, κ. συνάδελφε, πῶς γίνονται αἱ ἐκπροσωπήσεις τῶν μετόχων εἰς τὰς γενικὰς συνελεύσεις τῶν ἑταιρειῶν.
§105Η. ΗΛΙΟΥ. Ἐφ’ ὅσον τώρα δίδετε αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν, τὸ παραδέχομαι καὶ τὸ κρατῶ ὑπὸ σημείωσιν. Πάντως, ἐκπροσωπεῖτε μίαν ἑταιρείαν, ἡ ὁποία μὲ κεφάλαιον 1 ἑκατομμύριον δραχμῶν, ἔλαβεν ἐργολαβίας ἀπὸ τὸ Δημόσιον ἀνερχομένας εἰς 350 ἑκατ. δραχμὰς καὶ μὲ ποσοστὸν κέρδους 16%, ἡ ἑταιρεία αὐτὴ ἔχει κέρδος 40 ἑκατ. δραχμάς. Ἀλλὰ ἐκεῖνο ποὺ μοῦ προξενεῖ ἐντύπωσιν εἶναι, ὅτι, ἐνῷ ἑταιρεία πραγματοποιεῖ ζημίας καὶ ἐνῷ ἀναλαμβάνει μὲ τὴν ἀρχικὴν σύμβασιν τοῦ 1954 τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων 77.000.000 δέχεται, παρὰ τὰς ζημίας τὰς ὁποίας ὑφίσταται, νὰ φθάσῃ τὸ ποσὸν αὐτὸ δι’ ὑπερβάσεων εἰς 289.626.184 καὶ νὰ ἀναλαμβάνῃ μεταξὺ 24 Ἰουνίου 1959 καὶ 4 Φεβρουαρίου 1960 τὴν ἐκτέλεσιν ἄλλων ἔργων ποσοῦ πολλῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν, 8 ἑκατομμυρίων καὶ 10,5 ἑκατομμυρίων καὶ ἄλλων 10,5 ἑκατομμυρίων καὶ ἄλλων 3.450.000 καὶ ἄλλων 718 χιλ. καὶ ἄλλων 1.590.000 καὶ ἄλλων 2 ἑκατ. καὶ ἄλλων 2 ἑκατ. Δηλαδή, εἶναι πραγματικὰ συγκινητικὴ προσφορὰ τῆς ἑταιρείας αὐτῆς νὰ ζημιώνῃ ἀπὸ τὴν μίαν πλευρὰν καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην ἐν τούτοις νὰ ἐξακολουθῇ νὰ ἀναλαμβάνῃ τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων πολλῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν παρὰ τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας, ὡς λέγει, ὑφίσταται. Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι ἐδῶ δὲν πρέπει νὰ κάμωμεν μίαν διάκρισιν καὶ ἕνα λεπτὸν νομικισμόν. Δὲν πρέπει νὰ κάμνωμεν διακρίσεις, τὰς ὁποίας δὲν ξεύρομεν πῶς θὰ κρίνῃ ὁ κόσμος. Εἰς τὸν Ὀργανισμὸν αὐτὸν ἔχει δοθῆ ὁ πόρος τοῦ 3% τῆς φορολογίας οἰκοδομῶν, καθὼς καὶ ἄλλοι πόροι, προερχόμενοι ἐπίσης ἐκ φορολογίας καὶ τοὺς ὁποίους τὸ Δημόσιον τοὺς ἔθεσεν εἰς ἄλλον κορβανᾶν, τὸν ὁποῖον ὀνομάζει ΟΑΠ. Ἐδῶ, ὅμως, ἀντιθέτως, κ. συνάδελφοι, εἰς τὴν σύμβασιν τοῦ 1954 συμβάλλονται καὶ ὑπογράφουν ἀπ’ εὐθείας ὁ κ. Κωνστ. Καραμανλῆς ὡς ὑπουργὸς τῶν Δημοσίων Ἔργων καὶ ὁ κ. Κ. Κορόζος, χωρὶς νὰ ἀναφέρουν ἄλλους εἰς τὴν σύμβασιν αὐτήν. Ἄρα πρόκειται περὶ συμβάσεως μὲ τὸ Δημόσιον οὐσιαστικὰ καὶ τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα δίδονται διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων εἶναι χρήματα τοῦ λαοῦ, τὰ ὁποῖα προέρχονται ἀπὸ διαφόρους φορολογίας καὶ συνεπῶς ὁ ΟΑΠ εἶναι ἕνας εἰδικὸς Ὀργανισμός, ὁ ὁποῖος χρηματοδοτεῖται ἀπὸ χρήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, προερχόμενα ἐκ τῆς φορολογίας. Κατὰ συνέπειαν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πείσωμεν τὸν λαόν, ὅτι δὲν ὑπάρχει σύμβασις μεταξὺ Δημοσίου καὶ ἑταιρείας. Νομίζω, συνεπῶς, κατόπιν τῶν ὅσων ἐξέθεσα, ὅτι ἀναμφισβητήτως ὑπάρχει παράβασις τοῦ ἄρθρου 71 παράγρ. 8 τοῦ Συντάγματος περὶ ἀσυμβιβάστου, παρ’ ὅσα ἐὰν ἠθέλησε νὰ ἐπικαλεσθῇ περὶ τοῦ ἀντιθέτου ὁ κ. Κορόζος. Καλῶς τὰ θέτει, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὁ ἀείμνηστος ἀνὴρ Στέφανος Δραγούμης, ὅτι δηλαδή, παρὰ τὰ ἐξαιρετικὰ προσόντα ἑνὸς προσώπου, δὲν εἶναι εὔκολον τὸ πρόσωπον αὐτὸ νὰ ἐργάζεται εἰς δύο κυρίους.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Κωστῆς, ἔχει τὸν λόγον.
§107Δ. ΚΩΣΤΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἀναγνωρίζω τὴν κόπωσιν τοῦ Σώματος καὶ συνεπῶς δὲν θὰ ἀπασχολήσω τοῦτο ἐπὶ μακρόν, ἀλλὰ ἁπλῶς μόνον ἐπιθυμῶ νὰ θέσω 2–3 ἐρωτήματα. Κατὰ σύμπτωσιν, συμβαίνει νὰ προέρχωμαι ἀπὸ τὸν κλάδον τῶν τεχνικῶν ἐκείνων τῶν ἐχόντων ἄμεσον συγγένειαν μὲ τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων τοῦ Δημοσίου καὶ μὲ τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων Νομικῶν Προσώπων καὶ Ὀργανισμῶν Δημοσίου Δικαίου. Τίθεται τὸ ἐρώτημα συνεπῶς, εἶναι προνομιοῦχος ἡ ἑταιρεία αὐτή, ναὶ ἢ ὄχι; Τὰ ἔργα, κύριοι συνάδελφοι, ἐκτελοῦνται εἴτε μὲ βάσιν τιμὴν μονάδος, εἴτε ἀπολογιστικῶς, πάντοτε ὅμως κατόπιν δημοπρασίας. Καὶ ὅταν τὰ ἔργα ἐκτελοῦνται ἀπολογιστικῶς, ἡ ἔκπτωσις εἰς τὸν ἀνάδοχον δίδεται ἐπὶ τοῦ ποσοστοῦ γενικῶν ἐξόδων καὶ ἐργολαβικοῦ κέρδους. Παράδειγμα θὰ σᾶς ἀναφέρω τὰ πράγματι ἐκτελεσθέντα τεράστια ἀποχετευτικὰ ἔργα τοῦ Ἀξιοῦ καὶ τοῦ Ἀλιάκμονος, τὰ ὁποῖα οὐδόλως εἶναι δυνατὸν νὰ συγκριθοῦν πρὸς τὰ ὑπὸ τῆς ἑταιρείας αὐτῆς ἐκτελεσθέντα ἀποχετευτικὰ ἔργα. Διὰ τὰ ἀποχετευτικὰ ἔργα τοῦ Ἀλιάκμονος, τὰ ὁποῖα ἐξετελέσθησαν ἀπολογιστικῶς, κατόπιν δημοπρασίας, ἐδόθη, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη μου, ἔκπτωσις 19%, διὰ δὲ τὰ ἔργα τοῦ Ἀξιοῦ ἔκπτωσις 17%. Καὶ ἐρωτᾶται, κύριοι βουλευταί. Ὅταν μία ἑταιρεία ἐκτελῇ ἔργα, χρηματοδοτουμένη μὲ χρήματα τοῦ Δημοσίου καὶ ἄνευ μάλιστα δημοπρασίας, τυγχάνει, ναὶ ἢ ὄχι, προνομιακῆς μεταχειρίσεως; Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ φέρω ὡς παράδειγμα τὸν ἑαυτόν μου καὶ 2 ἢ 3 ἄλλους συναδέλφους εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, οἱ ὁποῖοι ἀφ’ ἧς ἐξελέγησαν βουλευταί, οὐδέποτε πλέον ἀνελάβαμεν τὴν ἐκτέλεσιν ἐργολαβικῶν ἔργων, νεκρώσαντες τὸ δίπλωμα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν. Οἱ κύριοι συνάδελφοι, προηγουμένως ἀνέφερον, ὅτι ὁ κ. Κορόζος δὲν ἐξετέλεσε προσωπικῶς ἔργον, ἀλλὰ ἀπροσώπως καὶ διὰ λογαριασμὸν μιᾶς μεγάλης ἑταιρείας. Εἶναι, ὅμως, γνωστόν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων συνιστῶνται μεγάλαι ἑταιρεῖαι, αἱ ὁποῖαι καὶ ἀναλαμβάνουν τὴν ἐκτέλεσιν δημοσίων ἔργων. Καὶ τίθεται τὸ ἐρώτημα, ἐὰν ἡ ἄποψις αὐτὴ τῶν κυρίων συναδέλφων ἦτο ὀρθή, ἐγὼ θὰ ἠδυνάμην νὰ εἶμαι ἐκπρόσωπος μιᾶς τοιαύτης μεγάλης ἑταιρείας, ἡ ὁποία νὰ ἔχῃ ἀναλάβει ἔργα τοῦ Δημοσίου; Καὶ ἐδῶ ἀκριβῶς τίθεται τὸ σοβαρὸν ἐρώτημα. Ἐὰν οἱ συνάδελφοι ἀπαντήσουν ναί, τότε καὶ ἡμεῖς αὔριον ἔχομεν κάθε νόμιμον δικαίωμα νὰ δεχθῶμεν καὶ μετάσχωμεν ὡς ἐκπρόσωποι τῶν μεγάλων τεχνικῶν αὐτῶν ἑταιρειῶν.
§108Σ. ΓΚΙΚΑΣ. (Ὑπ. Δημ. Ἔργων καὶ Συγκοινωνιῶν). Κύριε συνάδελφε, ὅπως γνωρίζετε, κάλλιον ἐμοῦ, διότι εἶσθε τεχνικός, τὰ ἀπολογιστικὰ ἔργα ἐκτελοῦνται εἴτε λόγῳ εἰδικεύσεως, εἴτε λόγῳ κατεπείγοντος. Ἐκ τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθητε, τοῦ Ἁλιάκμονος καὶ τοῦ Ἀξιοῦ, μέρος ἐγένετο ἀπολογιστικῶς, τὰ δὲ ἄλλα ἐγένοντο δι’ ἐργολαβιῶν.
§109Δ. ΚΩΣΤΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, τὸ γνωρίζω αὐτό, ὅπως ἐπίσης γνωρίζω, ὅτι ἑκάστη ἑταιρεία, προκειμένου νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐκτέλεσιν ἑνὸς ἔργου, ὀφείλει νὰ προσκομίσῃ πιστοποιητικὸν προεργασίας ἐκτελέσεως προηγουμένων ἔργων. Αὐτό, ἄλλωστε, ρυθμίζεται σὺν τῷ χρόνῳ καὶ δι’ ὅλους τοὺς ἐργολάβους, ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον Δημοσίων Ἔργων.
§110Σ. ΓΚΙΚΑΣ. (Ὑπ. Δημ. Ἔργων καὶ Συγκοινωνιῶν). Κύριε συνάδελφε, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔργα ἀποχετεύσεως, ἡ Ἑταιρεία Ὑπονόμων ἢ ἡ Ἀνώνυμος Ἑταιρεία Ἐξυγιαντικῶν Ἔργων καὶ Ἀποχετεύσεως, ὡς ἀποκαλεῖται σήμερον, ἔχει μακροτάτην πεῖραν, ἡ ὁποία ἀναφέρεται ἀπὸ τὸ ἔτος 1931. Ἴσως, βεβαίως, αὐτὸ νὰ εἶναι πλεονέκτημα, ἀλλὰ τὸ Δημόσιον δὲν παρέλειψε νὰ ἐνισχύσῃ καὶ ὡρισμένους ἄλλους ἐργολάβους νὰ ἀσχοληθοῦν μὲ ἀποχετευτικὰ ἔργα. Ἀτυχῶς, ἡ προσπάθεια αὕτη δὲν εὐοδώθη· εἴχομεν δὲ καὶ ἀτυχήματα. Εἷς ἐργολάβος, ὁ ὁποῖος εὑρέθη κατάλληλος, ἔτυχε τῆς ἀμερίστου ἐνισχύσεως τοῦ Ὑπουργείου. Θὰ ἦτο, συνεπῶς, πολὺ ἐπικίνδυνον, νὰ ἐγκαταλείψωμεν μίαν ἑταιρείαν μὲ μακρὰν πεῖραν καὶ παράδοσιν, ἀλλὰ καὶ ὀργάνωσιν εἰς τὰ θέματα τῶν ἀποχετεύσεων.
§111Δ. ΚΩΣΤΗΣ. Δηλαδή, τὸ Δημόσιον τῆς ἀνεγνώρισε προνομιακὴν ἐκτέλεσιν, κ. Ὑπουργέ.
§112Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀπάντησις, κ. Ὑπουργέ, εἶναι τὸ Σύνταγμα, ὅταν ὁμιλῇ περὶ προνομίου, ὁμιλεῖ διὰ προνόμιον παραχωρηθὲν διὰ νόμου καὶ ὄχι διὰ διοικητικῆς πράξεως, διὰ πράξεως τοῦ ὑπουργοῦ. Ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σεῖς ἐδώσατε, τὰ ἐδώσατε διὰ πράξεως ἰδικῆς σας, ὄχι διὰ νόμου. Ἄρα, δὲν ἐμπίπτουν εἰς τὰς ἀπαγορευτικὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος.
§113Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, σᾶς ἐρωτῶ, ἐὰν ἐδώσατε ἄλλα ἔργα εἰς ἑταιρείας ἀπολογιστικῶς ἢ διὰ δημοπρασίας.
§114Σ. ΓΚΙΚΑΣ. (Ὑπ. Δημ. Ἔργων καὶ Συγκοινωνιῶν). Κύριε συνάδελφε, πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι ὑπάρχει εἰδικὴ διάταξις, ἡ ὁποία δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ὑπουργὸν νὰ δίδῃ ἀναλήψεις ἔργων ἀπολογιστικῶς. Τοῦτο ἔπραξα καὶ ἐγὼ καὶ μὲ τὴν σύμφωνον γνώμην τοῦ Συμβουλίου Δημ. Ἔργων.
§115Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Τὸ ἐρώτημά μου εἶναι, ἐὰν ἐδώσατε, κ. Ὑπουργέ, ἔργα ἄνευ δημοπρασίας καὶ ἀπολογιστικῶς εἰς ἄλλας ἑταιρείας.
§116Σ. ΓΚΙΚΑΣ. (Ὑπ. Δημ. Ἔργων καὶ Συγκοινωνιῶν). Ἔχουν δοθῆ, κ. συνάδελφε, ἀπολογιστικῶς καὶ μὲ ὡρισμένα προνόμια, ὅπως εἶναι ἡ περίπτωσις τῶν ἔργων τῆς Ὑλίκης.
§117Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ἐάν, κ. Ὑπουργέ, ἐδώσατε προνόμια, παρανομήσατε. Ἀλλὰ αὐτὰ τὰ προνόμια δὲν δύνασθε νὰ τὰ δώσητε μὲ σύμβασιν εἰς τοιούτου εἴδους ἑταιρείαν.
§118Δ. ΚΩΣΤΗΣ. Κύριοι βουλευταί, πράγματι ὑπάρχει ἀνάγκη εἰς τὴν περίπτωσιν θεομηνίας νὰ ἐκτελεσθῇ ἓν ἔργον ἀπολογιστικῶς. Τοῦτο τὸ ἐπιτρέπει ὁ νόμος 5367. Τὶ συμβαίνει, ὅμως, εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτάς; Πρῶτον, ὑπάρχει ἡ ἀνάγκη τοῦ κατεπείγοντος καὶ δεύτερον, μετὰ τὸ πέρας τοῦ ἔργου γίνεται ἀπολογισμὸς καὶ παραλαβὴ τοῦ ἔργου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν συμβαίνει μὲ τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος ἑταιρείαν.
§119Σ. ΓΚΙΚΑΣ. (Ὑπ. Δημ. Ἔργων καὶ Συγκοινωνιῶν). Κύριε συνάδελφε, δὲν ἔχετε δίκαιον, διότι γίνεται αὐστηρότατος ἔλεγχος εἰς κάθε ἔργον, οἰκονομικῶς καὶ τεχνικῶς. Τοῦτο προβλέπεται ἄλλωστε καὶ ἀπὸ τὴν σύμβασιν.
§120Δ. ΚΩΣΤΗΣ. Ποῦ τὸ λέγει ἡ σύμβασις αὐτό, κ. Ὑπουργέ;
§121Σ. ΓΚΙΚΑΣ. (Ὑπ. Δημ. Ἔργων καὶ Συγκοινωνιῶν). Συνεχίσατε καὶ θὰ σᾶς τὸ εἴπω ἀμέσως.
§122Δ. ΚΩΣΤΗΣ. Θὰ σᾶς τὸ εἴπω ἐγώ, κ. Ὑπουργέ. Εἰς τὸ ἄρθρον 19 ὁμιλεῖ ἡ σύμβασις περὶ προσωρινῆς καὶ περιοριστικῆς παραλαβῆς τοῦ ἔργου καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 2 λέγει τὰ ἑξῆς: «...... (ἀναγινώσκει) ......». Δὲν ὁμιλεῖ περὶ ποιοτικῆς καὶ ποσοτικῆς παραλαβῆς τοῦ ἔργου, οὐδὲ περὶ κοστολογήσεως. Διότι τὸ ἔργον μετρεῖται πάντοτε εἰς μονάδας, κοστολογεῖται καὶ γίνεται ἀπολογισμός. Τοιοῦτόν τι δὲν ἀναφέρεται εἰς τὴν σύμβασιν. Ἰδοὺ διατὶ ἡ ἑταιρεία αὕτη ἀπολαμβάνει εἰδικοῦ προνομίου.
§123Σ. ΓΚΙΚΑΣ. (Ὑπ. Δημ. Ἔργων καὶ Συγκοινωνιῶν). Περὶ τοῦ ἐλέγχου προβλέπουν, κ. συνάδελφε, τὰ ἄρθρα 11 καὶ 12 τῆς συμβάσεως.
§124Δ. ΚΩΣΤΗΣ. Ἀνέγνωσα καὶ τὰ πρακτικὰ τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως καὶ διεπίστωσα παντοῦ δημαγωγίαν, ἀλλ’ οὐδαμοῦ ἀνέγνωσα περὶ ἐκτελέσεως αὐτῶν, ὅπως εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Δημοσίων Ἔργων. Ἐὰν εἶχεν αὐτὰ τὰ δεδομένα, θὰ ἔλεγα: Μάλιστα, εἰσέπραξεν αὐτὰ τὰ χρήματα καὶ ἐξετέλεσεν αὐτὰ τὰ ἔργα μὲ τὰς τρεχούσας τιμὰς καὶ τὰ κοστολογῶ. Ἀποδεικνύεται, λοιπόν, ὅτι ἀπὸ τὴν σύμβασιν αὐτὴν ἡ ἑταιρεία ἔχει ἄνευ προηγουμένου προνόμιον, ὡς πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν καὶ παραλαβὴν τοῦ ἔργου, καὶ ἂν δὲν γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις, θὰ γίνωμεν ὅλοι ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ τεχνικοί, ἐργολάβοι.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Μπουρνιᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§126Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, φοβοῦμαι, ὅτι τὸ θέμα ἐξέφυγεν ἀπὸ τὴν ὀρθὴν βάσιν. Φοβοῦμαι ἀκόμη, ὅτι οἱ ὑπογράψαντες τὴν πρότασιν ἀπηλλοτρίωσαν τὸ θέμα εἰς ἄλλους, οἵτινες τὸ μετέφεραν ἐπὶ νέας βάσεως, διότι, ἐνῷ ἐκλήθημεν νὰ ἀποφανθῶμεν, ἐὰν ὑπάρχῃ περίπτωσις ἐφαρμογῆς τῶν ἄρθρων 71 καὶ 72 τοῦ Συντάγματος, ἐδῶ ὁμιλοῦμεν περὶ ἐργολαβιῶν, περὶ τρόπου ἀναθέσεως ἐργολαβιῶν, περὶ τρόπου ἀναθέσεως ἔργων καὶ περὶ πλείστων ἄλλων καὶ ὄχι ἐπὶ τοῦ Συνταγματικοῦ, νομικοῦ καὶ ἠθικοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον συνδέεται μὲ τὴν ἠθικὴν ἀκτινοβολίαν τοῦ βουλευτοῦ. Διὰ πρώτην φοράν, ἤκουσα νὰ ὑποστηρίζεται, ὅτι συνήθεις φορολογικαὶ ἀπαλλαγαὶ καὶ διευκολύνσεις ἀποτελοῦν τὰ εἰδικὰ προνόμια καὶ μάλιστα δι’ εἰδικοῦ νόμου παρεχόμενα, τὰ ὁποῖα διὰ τοὺς βουλευτὰς τοὺς συμμετέχοντας εἰς τὰς ἐπιχειρήσεις ποὺ ἔτυχον αὐτῶν τῶν διευκολύνσεων, δύνανται νὰ ἐπισύρουν τὰς αὐστηρὰς κυρώσεις τῶν ἄρθρων 71 καὶ 72 τοῦ Συντάγματος. Ἀνεφέρθη τὶ λέγει ὁ καθηγητὴς κ. Σγουρίτσας. Ἀλλὰ πέραν τοῦ κειμένου, ὑπάρχει καὶ ὑποσημείωσις, ἥτις εἶναι διαφωτιστική, ὡς πρὸς τὸν προσδιορισμὸν καὶ τὴν ἔννοιαν τῶν προνομιούχων ἑταιρειῶν. Λέγει ὁ κ. καθηγητής: «... ...... (ἀναγινώσκει)......». Ἀλλοίμονον σήμερον, ποὺ διὰ νόμων δίδομεν φορολογικὰ κίνητρα εἰς εὐρεῖαν κλίμακα, ἐὰν καθιερωθῇ, ὅτι αὐταὶ αἱ διευκολύνσεις ἐπισύρουν διὰ τοὺς βουλευτὰς, οἵτινες μετέχουν τῶν ἐπιχειρήσεων, οἵτινες ἐπωφελοῦνται τῶν φορολογικῶν αὐτῶν κινήτρων, τὰς αὐστηρὰς κυρώσεις τῶν ἄρθρων 71 καὶ 72 τοῦ Συντάγματος. Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐν προκειμένῳ ἑταιρεία ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας θέλει τὸ Σύνταγμα καὶ ἑπομένως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ κύρωσις διὰ τὸν βουλευτήν, ὁ ὁποῖος μετεῖχεν εἰς αὐτὴν καὶ ἀπορῶ διατὶ ἡ παραίτησις ἡ ὑποβληθεῖσα τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν καὶ πρὸ τῆς ἀνακηρύξεως, ἐθεωρήθη καὶ αὐτὴ ὡς κἄτι ἀνώμαλον. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔκαμεν, ἐθεωρήθη κἄτι τὸ ἄτοπον, ἐνῷ ἠδύνατο νὰ παραιτηθῇ μετὰ τὴν ἐκλογὴν του ἐντὸς τακτῆς προθεσμίας. Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δημιουργηθῇ θέμα μόνον διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς παραγρ. 8 τοῦ ἄρθρου 71 καὶ νὰ ἐθεωροῦντο ἄκυροι αἱ ὑπογραφεῖσαι πράξεις, ἀλλὰ καὶ τότε θὰ ἀπῃτεῖτο ἡ σύμβασις νὰ ἐγένετο κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συμμετοχῆς τοῦ βουλευτοῦ, ἐνῷ ἐν προκειμένῳ ἐγένετο κατὰ πολὺ προγενέστερον χρόνον. Ἑπομένως, δὲν εἶναι δυνατόν, νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἡ διάταξις τῆς παραγρ. 8. Ἐπίσης, δὲν εἶναι δυνατόν, οὔτε συζήτησις νὰ γίνεται περὶ ἀκυρώσεως πράξεων, αἵτινες ἐγένοντο εἰς τὸ παρελθόν, ἐὰν μεταγενεστέρως ὑπεισέλθῃ εἰς τὴν ἑταιρείαν ἕνας βουλευτής. Περαιτέρω, δι’ ἡμᾶς, ἡ λέξις «δύναται» ποὺ περιέχεται εἰς τὸ ἄρθρον 24 τῆς συμβάσεως, δὲν ἔχει τὴν σημασίαν, τὴν ὁποίαν ἠθέλησαν νὰ δώσουν εἰς ἀπάντησιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Δι’ ἡμᾶς ἔχει σημασίαν, ἐὰν ἔχῃ ἡ ἑταιρεία ἀπαλλαγὴν καὶ εὔνοιαν, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἐξαιρετικοῦ καὶ ἀποκλειστικοῦ προνομίου τοῦ ἄρθρου 71. Ἀπεδείχθη, ὅτι αἱ ἀπαλλαγαὶ τοῦ χαρτοσήμου, τῶν δασμῶν καὶ τῆς εἰσφορᾶς, δὲν περιέρχονται εἰς τὴν ἀνάδοχον ἑταιρείαν, ἀλλὰ εἰς τὸν ἐργοδότην, δηλαδὴ τὸν ὀργανισμὸν ἀποχετεύσεως. Συνεπῶς, καὶ αἱ ἀπαλλαγαὶ τοῦ ἄρθρου 24 καὶ ἡ δι’ αὐτεπιστασίας καὶ ἄνευ διαγωνισμοῦ ἀνάθεσις τοῦ ἔργου, κατόπιν τῶν δηλώσεων τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Δημοσίων Ἔργων, ὅτι τοῦτο γίνεται χάριν τοῦ δημοσίου συμφέροντος καὶ ὅτι καὶ εἰς ἄλλας ἑταιρείας παρεχωρήθησαν τοιαῦται διευκολύνσεις, δὲν ἀποτελοῦν ἀποκλειστικὴν παραχώρησιν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λέγεται, ὅτι ἀποτελοῦν προνόμια. Τὸ ἄρθρον 24 λέγει, ὅτι ἡ ἑταιρεία ὑπόκειται εἰς ὅλας τὰς φορολογικὰς ὑποχρεώσεις, εἰς τὰς ὁποίας ὑπόκεινται ὅλαι αἱ ἀνώνυμοι ἑταιρεῖαι. Ἰδού, κύριοι, διατὶ κατὰ συνείδησιν καὶ ἔχων ἐπίγνωσιν τοῦ ὅρκου, τὸν ὁποῖον ἔχω δώσει, θὰ ψηφίσω κατὰ τῆς προτάσεως. Πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ὅλοι, ὅτι ψηφίζοντες εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, νομολογοῦμεν διὰ τὸ μέλλον. Καὶ δὲν εἶναι δυνατόν, σκεπτόμενοι κομματικῶς, νὰ δώσωμεν εἰς τοὺς ἐπιγιγνομένους μίαν ἐσφαλμένην νομολογίαν, σχετιζομένην μὲ τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα. Περαίνων, κ.κ. βουλευταί, ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον νὰ διαμαρτύρεται διὰ τὴν σύνταξιν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Δὲν νομίζω, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἔχομεν νὰ ἀποφασίσωμεν ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος. Ἐὰν ὑπάρξῃ περίπτωσις ἐκπτώσεως, ἡ ἔκπτωσις δὲν θὰ γίνῃ διὰ τῆς ἀποφάσεώς μας ἀπὸ σήμερον. Θὰ γίνῃ EX TUNG ἀπὸ τότε, δηλαδή, ποὺ ἔλαβε χώραν ὁ λόγος τῆς ἐκπτώσεως. Σήμερον, ἁπλῶς θὰ ἀποφασίσωμεν, ἐὰν ὑπάρχουν αἱ προϋποθέσεις αἱ συνταγματικαί, δηλαδή, θὰ ἀναγνωρίσωμεν, ἐὰν ὁ βουλευτής, διὰ τὰς περιπτώσεις αὐτὰς ἐξέπεσεν ἢ οὒ ἐκ τοῦ ἀξιώματός του.
§127Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριοι βουλευταί, θεωρῶ καθῆκον μου νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπ’ ὀλίγα μόνον λεπτὰ τῆς ὥρας, διότι μὲ ἐνδιαφέρει περισσότερον τὸ ζήτημα ἀρχῆς ἀπὸ τὴν ὅλην ὑφὴν τῆς ὑποθέσεως κατ’ οὐσίαν, ἡ ὁποία ἄλλως τε, ἐξετέθη διὰ μακρῶν, τόσον ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Δωδεκανήσου κ. Ζίγδην, ὅσον καὶ ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Λέσβου κ. Ἠλιοῦ. Νομίζω, ὅτι πράγματι, ἐγκαίρως ἔθεσα τὸ θέμα τοῦ τρόπου τῆς ψηφοφορίας ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, διότι ἤθελα νὰ δώσω τὸν καιρὸν εἰς τὸ Προεδρεῖον νὰ ἐξετάσῃ ἄλλην μίαν φορὰν τὸ ζήτημα καὶ νὰ προτείνῃ πρὸς τὴν Βουλὴν ὀρθὴν τοποθέτησιν τοῦ ζητήματος, διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ λύσις αὐτοῦ ἐν τῷ μέσῳ ἐκνευρισμοῦ καὶ ἀντεγκλήσεων, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε τὸ Σύνταγμα, οὔτε ὁ Κανονισμὸς νὰ μεταβάλλεται ἐν μέσῳ ὀξύτητος, ἡ ὁποία κάμνει ὥστε ὁ γνωρίζων, ὅτι δύναται νὰ διαθέσῃ τὴν πλειοψηφίαν εἰς τὴν λύσιν ἑνὸς ζητήματος νὰ μεταβάλῃ τὴν ὅλην ἔννοιαν τοῦ Κανονισμοῦ. Πράγματι, κύριοι, ὑπάρχει ἓν ἄρθρον εἰς τὸν Κανονισμόν, τὸ ὑπ’ ἀριθ. 73, τὸ ὁποῖον καθορίζει, ὅτι διεξάγεται μυστικὴ ψηφοφορία ἐπὶ ἀρχαιρεσιῶν, πᾶσαν ἐκλογὴν προσώπων, ὡς καὶ ἐπὶ ὅλων τῶν ζητημάτων τῶν ἀφορώντων εἰς πρόσωπα ὀνομαστὶ ἀναφερόμενα ἐντὸς ἢ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπιταγὴ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τὸ προκείμενον ζήτημα εἶναι θέμα, ἀφορῶν πρόσωπον ὀνομαστὶ ἀναφερόμενον. Διότι, ἐὰν τοιοῦτον πρᾶγμα δὲν ὑπῆρχε, δὲν θὰ εἶχε γεννηθῆ ἡ συζήτησις. Διὰ ποῖον λόγον συζητοῦμεν, διὰ νὰ ἑρμηνεύσωμεν ὡς συνταγματολόγοι καθηγηταὶ ἢ Ἀρεοπαγῖται, πρὸς τοὺς ὁποίους παρεπέμφθησαν ὑποθέσεις ἄνευ εἰδικοῦ περιεχομένου, διὰ νὰ κρίνουν μίαν διάστασιν γνωμῶν μεταξὺ ἄλλων δικαστηρίων; Ἐδῶ, ἔξω καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ἀνεφέρθη τὸ συγκεκριμένον πρόσωπον τοῦ συναδέλφου ἐκ Λεβαδείας, ὅτι κατέχει ἓν ἀξίωμα, ἕνεκα τοῦ ὁποίου εἶναι ἔκπτωτος τοῦ βουλευτικοῦ του ἀξιώματος. Ἑπομένως, πρόκειται περὶ προσωπικοῦ θέματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ ἀποφανθῶμεν. Καὶ νομίζω, ὅτι καὶ ἄλλην μίαν φορὰν εἶχον τὴν ἀφορμὴν νὰ δηλώσω, ὅτι ἡ μυστικὴ ψηφοφορία ἡ ἐφευρεθεῖσα διὰ τῶν Κανονισμῶν, γίνεται μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ἀποχρωματίσῃ πολιτικῶς τὴν γνώμην τὴν ἐκφραζομένην ἐπὶ θεμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν κομματικὴν διαμάχην ἢ τὴν πολιτικὴν τοποθέτησιν ἑκάστου. Δυστυχῶς, καὶ εἰς τὸ προκείμενον θέμα φοβοῦμαι, ὅτι ἐκ πλευρᾶς Κυβερνήσεως, δὲν ἠθελήθη ἐξ ὑπαρχῆς νὰ δοθῇ ὁ ἁρμόζων τόνος εἰς τὸ ζήτημα. Διότι καὶ τὸ μὴ ζητηθὲν ἔγγραφον ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν καὶ αἱ ἐνταῦθα ἐκδηλώσεις ἐκ μέρους τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως ἀποδεικνύει, ὅτι τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως ὄχι μόνον εἶχον σχηματισμένην μίαν προσωπικὴν γνώμην, ἀλλὰ ἤθελον ἡ γνώμη αὐτὴ νὰ ἐκδηλωθῇ τὸ ταχύτερον καὶ ὀξύτατα, ὡς ἐὰν θὰ ὑπεῖχεν εὐθύνην ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν ἕνα μέλος τῆς Βουλῆς δὲν εἶχε προβῆ ἐγκαίρως εἰς παραίτησιν ἀπὸ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος ἢ ἀπὸ τῆς θέσεως τὴν ὁποίαν εἶχε. Παρακαλῶ, ποῦ εὑρίσκεται ἡ κυβερνητικὴ εὐθύνη εἰς τὸ σημεῖον αὐτό; Εἰς τὸ ὅτι δὲν ἀντελήφθη ἡ Κυβέρνησις ἐγκαίρως, ὅτι ὑπῆρχε κἄποιο ἀσυμβίβαστον εἰς ἕνα τῶν κυβερνητικῶν βουλευτῶν, δὲν θὰ τῆς προσῆπτεν εὐθύνην οὐδείς, διότι ἐπὶ τέλους, κἄθε βουλευτὴς πρέπει νὰ κάνῃ τὸ καθῆκον του καὶ μόνος του νὰ κρίνῃ πότε θὰ πρέπει νὰ παραιτηθῇ, ἀπὸ τὸ ἕνα ἀξίωμα ἢ τὸ ἄλλο, ὅπως τοῦ ἐπιβάλλει τὸ Σύνταγμα καὶ νὰ κάμῃ ἐπιλογήν, διότι τὸ Σύνταγμα ἀπαιτεῖ, ὅταν κανεὶς ἔχῃ μίαν θέσιν ἀσυμβίβαστον πρὸς τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα, νὰ κάμῃ ἐπιλογήν, Δὲν νομίζω, ὅτι ὑπάρχει θέμα εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως. Ἀνακύπτει θέμα εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς ὀξύτητος, ἡ ὁποία ἐδόθη ἐκ μέρους ὡρισμένων μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἐν τῇ ὑπερασπίσει τῆς θέσεως τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Λεβαδείας. Ἀντιλαμβάνομαι, κύριοι, ὅτι ὑπῆρξεν ἕνα αἴσθημα φιλίας καὶ συναδελφικῆς ἀλληλεγγύης μεταξὺ συναδέλφων, ἰδίως ἀνηκόντων εἰς τὸ αὐτὸ κόμμα. Ἀντιλαμβάνομαι, ὅτι δύναταί τις νὰ ἔχῃ μίαν βαθεῖαν ἐκτίμησιν πρὸς ἕνα πρόσωπον καὶ λόγῳ τούτου νὰ ἐπηρεάζεται εἰς τὴν ἐν γένει γνώμην περὶ τῶν συγκεκριμένων θεμάτων ποὺ τὸ ἀφοροῦν. Ἴσως αὐτὸ νὰ ἄγῃ μόνον εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι θὰ ἔπρεπε περὶ αὐτῶν τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα τίθενται ἀπὸ τὸ Σύνταγμα περὶ τοῦ συμβιβαστοῦ ἢ ὄχι, νὰ μὴ τὰ κρίνῃ ἡ Βουλή, ἀλλὰ νὰ τὰ κρίνῃ εἰδικὸν συνταγματικὸν δικαστήριον, οὕτως ὥστε οὔτε θέματα προσωπικῆς ἀλληλεγγύης, οὔτε θέματα κομματικῆς ἀλληλεγγύης νὰ τίθενται ἐκεῖ ὅπου οὔτε τὸ Σύνταγμα ἐνομοθέτησεν, οὔτε ἄλλος τὶς ἦτο δυνατὸν νὰ φαντασθῇ, ὅτι τίθενται θέματα τοιαῦτα. Διότι, θὰ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω, Διὰ ποῖον λόγον λέγει τὸ Σύνταγμα, ὅτι ὁ βουλευτὴς ἐκπίπτει αὐτοδικαίως; Δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐκπίπτει ὁ βουλευτὴς ὁ ἀνήκων τυχὸν εἰς τὴν μειοψηφίαν; Διότι, ἐὰν ἐφαντάζετο ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης, ὅτι μόνον βουλευτὴς ἀνήκων εἰς τὴν μειοψηφίαν δύναται νὰ ἐκπέσῃ τοῦ ἀξιώματός του, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ εἴπῃ. Καὶ ὁ βουλευτὴς ὁ ἀνήκων εἰς τὴν πλειοψηφίαν, τιθεμένου θέματος ἀλληλεγγύης καὶ δὴ κυβερνητικῆς, δὲν δύναται ποτὲ νὰ ἐκπέσῃ, διότι πῶς θὰ σχηματισθῇ ἡ πλειοψηφία κρίνουσα, ὅτι εἶναι ἔκπτωτος, ἐὰν ἡ πλειοψηφία αὐτὴ σχηματισθῇ μόνον βάσει κομματικῶν κριτηρίων; Δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι, ἐὰν ποτὲ καταλήξωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρξῃ κἄποια ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος, ἴσως καὶ ἐκ τῶν διατάξεων ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναθεωρηθοῦν ἢ νὰ ἐφευρεθοῦν θὰ ἦτο ἡ ἵδρυσις συνταγματικοῦ δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον νὰ κρίνῃ ὑπεράνω κομματικῶν ἢ προσωπικῶν συμπαθειῶν μεταξὺ βουλευτῶν αὐτὰ τὰ θέματα. Κύριοι βουλευταί, ὑπῆρξεν ἕνας διάλογος μεταξὺ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Λεβαδείας καί τινος τῶν ρητόρων, κατὰ πόσον εἰς τὸ θέμα αὐτό, ἐνυπάρχει χροιὰ ἢ ποσοστὸν ἠθικῆς μειώσεως τοῦ βουλευτοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἠθικὸν ζήτημα ἐν προκειμένῳ, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, αἱ ψηφοφορίαι δὲν ἔχουν καμμίαν ἀξίαν. Δὲν λύονται τὰ ἠθικὰ θέματα διὰ πλειοψηφίας. Ἐὰν πράγματι ἐνυπάρχῃ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἀφορμὴ ἠθικῆς κατακρίσεως τοῦ συναδέλφου, τοῦ ὁποίου τὸ συγκεκριμένον θέμα κρίνεται, ὅση πλειοψηφία καὶ ἐὰν ἐσχηματίζετο ἐν τῇ Βουλῇ, πᾶς τις εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐξακολουθῇ νὰ ἔχῃ τὴν ἐξ ἀπόψεως ἠθικὴν κρίσιν του περὶ αὐτοῦ, εἴτε δημοσιογράφος εἴτε πολιτευτὴς εἶναι. Τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον τίθεται πρὸ ἡμῶν, δὲν εἶναι θέμα ἠθικὸν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος εἶναι ταὐτοχρόνως καὶ βουλευτὴς καὶ Πρόεδρος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου μιᾶς ἑταιρείας, διαπράττει ἠθικὸν παράπτωμα. Ἐὰν τοῦτο ἐτίθετο, ἄλλας συνεπείας θὰ εἶχεν, ἴσως νομικάς. Τὸ θέμα τίθεται καθ’ αὑτό, ἀνεξαρτήτως τῆς ἠθικῆς ποιότητος ἢ ἀκόμη τοῦ ἠθικοῦ ὕψους τοῦ ἀνθρώπου, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται. Τὸ Σύνταγμα δὲν ἐνδιαφέρεται διὰ τὸ συγκεκριμένον πρόσωπον, διότι δύναται κανεὶς νὰ εἶναι ἀνήθικος, νὰ ζημιώσῃ κατέχων τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα, χωρὶς νὰ εἶναι πρόεδρος προνομιούχου ἑταιρείας. Τὸ Σύνταγμα ἐνδιαφέρεται νὰ προφυλάξῃ τοὺς θεσμοὺς καὶ ὄχι νὰ προφυλάξῃ ἁπλῶς τὴν Βουλὴν ἀπὸ τὴν εἴσοδον εἰς αὐτὴν ἠθικῶν ἢ ἀνηθίκων προσώπων, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ τὸ πράξῃ, παρὰ μόνον ἀπαγορεύων τὴν ἐκλογὴν βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχει καταδικασθῆ κατὰ τὸν αʹ ἢ βʹ τρόπον διὰ τὸ αʹ ἢ βʹ ἀδίκημα. Ἑπομένως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαρτηθῇ ἡ κρίσις περὶ τοῦ ἀσυμβιβάστου ἐξ ἠθικῆς τινος κρίσεως. Ὀρθῶς τὸ Σύνταγμα ἠθέλησε νὰ θέσῃ κἄποιον φραγμὸν σχέσεων μεταξὺ οἰκονομικῆς ζωῆς καὶ πολιτικῆς ἡγεσίας τοῦ τόπου, τὴν ὁποίαν ἀποτελεῖ ἡ Βουλή. Καὶ δὲν θέλει νὰ ἀποκλείσῃ κανένα ἀπὸ τὴν παρουσίαν εἰς τὴν Βουλήν, οὔτε τὸν δικηγόρον, οὔτε τὸν ἰατρόν, οὔτε τὸν ἐργάτην, οὔτε τὸν ἀγρότην, οὔτε τὸν ἐπιχειρηματίαν. Δὲν θέλει νὰ λείψῃ ἀπὸ τὴν Βουλὴν ὁ οἰκονομικὸς παράγων τοῦ τόπου ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς διευθύνσεως μίας βιομηχανίας ἢ μιᾶς Τραπέζης ἢ μιᾶς οἱασδήποτε ἄλλης οἰκονομικῆς ἐπιχειρήσεως. Θέλει νὰ ἀποκλείσῃ τὴν παρουσίαν μόνον ἐκείνων ποὺ ἔχουν μίαν τοιαύτην οἰκονομικὴν σχέσιν μὲ τὸ Δημόσιον, λόγῳ εἰδικῶν νόμων προνομιακῶν, οἱ ὁποῖοι παρέχουν εἰς τὸ κοινὸν τὴν ἐντύπωσιν, ὀρθῶς, ὅτι συμπλέκεται ἡ ἰδιότης των ὡς διευθυντῶν μιᾶς ἑταιρείας ἐχούσης προνόμια μὲ τὴν ἰδιότητά των ὡς βουλευτῶν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατόν, παρὰ νὰ εἶναι ζημιογόνον, τοὐλάχιστον ἐνδεχομένως ζημιογόνον διὰ τὸ δημόσιον συμφέρον. Καὶ ἐκεῖ ἔγκειται τὸ ζήτημα. Ἀπὸ κεῖ καὶ κάτω οὐδὲν ἐξετάζω καὶ ἐγὼ ἐντελῶς ἀπέφυγα καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἀποφύγω τὴν πολιτείαν τοῦ συγκεκριμένου βουλευτοῦ ὡς Προέδρου τῆς ἑταιρείας ἢ ὡς ἀνθρώπου, ἢ ὡς ἀτόμου ἢ ὡς πολιτικοῦ. Δύναται νὰ εἶναι ἄψογος καὶ ὑπεράνω πάσης ὑποψίας. Δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν αὐτό. Εἶναι τὸ θέμα, ἐὰν ἡ ἑταιρεία, τῆς ὁποίας ἦτο ἢ εἶναι Πρόεδρος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου εἶναι προνομιοῦχος ἢ ὄχι καὶ ἑπομένως, ἐὰν ὀρθῶς ἢ ὄχι κρίνωμεν, ἐὰν πρέπει νὰ εἶναι ἔκπτωτος τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος. Ὅτι μὲ ἔκανε, κ. συνάδελφε, νὰ λάβω τὸν λόγον εἶναι αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶπε περὶ τὸ τέλος τῆς ἀγορεύσεώς του ὁ προηγούμενος συνάδελφος. Εἶπεν, ὅτι νομολογοῦμεν. Πράγματι, κύριοι βουλευταί, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ μιᾶς μόνον περιπτώσεως καὶ διὰ τὸν συγκεκριμένον ἄνθρωπον θὰ ἔλεγα, ὅτι δὲν θὰ ἤξιζε τὸν κόπον νὰ γίνεται συζήτησις. Ἀλλά, ἐὰν σκεφθῶμεν πράγματι τὰ ἀποτελέσματα μιᾶς τοιαύτης ἢ ἄλλης ἑρμηνείας τοῦ συγκεκριμένου θέματος θὰ ἴδωμεν, ὅτι πρέπει νὰ εἴμεθα πολὺ περισσύτερον προσεκτικοί. Διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀνοίξωμεν τὴν θύραν εἰς πρακτικήν, διὰ τῆς ὁποίας θὰ καταργηθῇ ἡ προφύλαξις, τὴν ὁποίαν εἶχε προβλέψει ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης χάριν τῆς ὑψηλῆς στάθμης τοῦ Κοινοβουλίου καὶ χάριν τῆς ὑπολήψεως τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Καὶ νομίζω, ὅτι, ἐὰν πράγματι διὰ τῆς ψηφοφορίας μας θὰ νομολογήσωμεν, θὰ κάνωμεν ἄσχημα νὰ νομολογήσωμεν πρὸς τὴν κατεύθυνσιν τὴν ὁποίαν μᾶς ὑπέδειξεν ὁ κατελθὼν τοῦ βήματος συνάδελφος. Διότι τίποτε, ἀπολύτως τίποτε, δὲν θὰ ἦτο πλέον νὰ ἐμποδίσῃ οἱονδήποτε πολιτευτὴν νὰ περιφρονῇ ἀπολύτως τὸ ἄρθρον 1 τοῦ Συντάγματος, διότι θὰ ἔχῃ ἀναγνωρίσει τὸ προηγούμενον, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι τόσον εὐρύ, ὥστε θὰ εἶναι δυνατὸν πᾶσα τοιαύτη ἀνάλογος περίπτωσις νὰ διασωθῇ, ἐνῷ μέχρι σήμερον εἴχομεν τὸ προηγούμενον τοῦ δυστυχοῦς συναδέλφου Ρεθύμνης, τοῦ ὁποίου ἡ ἐκλογὴ δὲν ἐπεκυρώθη, διότι ἦτο μέλος τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς Ρεθύμνης. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἕνας λόγος. Ὁ δεύτερος λόγος εἶναι, διότι ὅλα τὰ θέματα στασιάζονται, κύριοι συνάδελφοι, ὑπάρχουν ὅμως μερικὰ θέματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐξετάζωμεν μὲ τὸ πνεῦμα μὲ τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Δὲν ἤκουσα ἀπὸ κανένα συνάδελφον, ἴσως διότι δὲν ἤμουν καθ’ ὅλην τὴν συζήτησιν ἐντὸς τῆς αἰθούσης, νὰ ἀναφέρεται μία παράγραφος τοῦ ἄρθρου 71, ἡ ὁποία δείχνει ποῖον πνεῦμα ἐνέπνευσε τὸν συνταγματικὸν νομοθέτην, εἶναι μία παράγραφος, ἡ ὁποία λέγει: «Νόμος δύναται νὰ καθιερώσῃ τὸ ἀσυμβίβαστον τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος καὶ πρὸς ἕτερα ἔργα». Δηλαδή, ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης, δὲν ἠθέλησε νὰ περιορισθῇ μόνον εἰς αὐτὰ τὰ ὁποῖα ὥρισεν, ἀλλὰ ἤθελε νὰ δώσῃ κατεύθυνσιν πρὸς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν καὶ διὰ νόμου ἀκόμη νὰ θεσπίσῃ ἀσυμβίβαστον τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος, κατ’ ἐξουσιοδότησιν τοῦ συνταγματικοῦ νομοθέτου, διότι δι’ αὐτῆς, ὁ περιορισμὸς εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν θὰ ἦτο ἐναντίον τῆς ποιότητος τοῦ ἐθνικοῦ βίου. Ἀντιθέτως, ὁ νομοθέτης ἠθέλησε καὶ διὰ νόμου νὰ νομοθετήσωμεν, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφευρεθοῦν τρόποι, διὰ τῶν ὁποίων θὰ παρεκάμπτετο τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος καὶ ἠθέλησε νὰ ἐξουσιοδοτήσῃ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, νὰ θέση τέρμα εἰς αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴν προσπάθειαν, διότι ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης ἐπέμεινεν, ὅτι τὸ Κοινοβούλιον πρέπει νὰ διασωθῇ ἀπὸ αὐτὴν τὴν συμπλοκὴν μεταξὺ προνομιακῶν ἐπιχειρήσεων καὶ Δημοσίου. Αὐτὴ ἡ καθοδήγησις τοῦ συνταγματικοῦ νομοθέτου εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχωμεν βαθύτερα ὑπ’ ὄψιν, ὄχι μόνον δὲν ἐπιτάσσει τὴν περιοριστικὴν ἑρμηνείαν τοῦ Συντάγματος αὐτοῦ, ἀλλὰ προσπαθεῖ ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης νὰ διευρύνῃ τὴν ἔννοιαν καὶ νὰ δώσῃ τὴν ἐντολὴν καὶ τὴν κατεύθυνσιν πρὸς τὴν Βουλήν, νὰ προχωρήσῃ, ἔστω πρὸς θέσπισιν καὶ ἄλλων ἀσυμβιβάστων, διότι ἔπρεπε νὰ προφυλαχθῇ τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα.
§128Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι μία διάταξις, ἡ ὁποία, καίτοι ἀπὸ τοῦ 1911 ἰσχύει, οὐδέποτε ἐφηρμόσθη. Συμφωνῶ μαζί σας, ἀλλὰ πρέπει νὰ λάβετε ὑπ’ ὄψει σας καὶ αὐτὸ τὸ θέμα.
§129Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἴσως, διότι δὲν ἐχρειάσθη.
§130Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἴσως, εἶναι καὶ μία ἀπόδειξις, ὅτι τὸ πνεῦμα εἶναι μᾶλλον περιοριστικόν.
§131Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κατὰ τὴν κρίσιν μου, εἶναι τὸ ἀντίθετον, ὅτι ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς χώρας δὲν παρέσχεν ἀρκετὰς ἀφορμάς, ὥστε νὰ πρέπει νὰ ἔλθῃ ὁ τακτικὸς νομοθέτης καὶ νὰ διευρύνῃ, τοῦτο εἶναι πρὸς τιμὴν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, ὅτι πράγματι ὑψώθη καὶ ἐκρατήθη μακρὰν αὐτοῦ τοῦ εἴδους τῆς συμπλοκῆς μεταξὺ τῆς οἰκονομικῆς ζωῆς καὶ τῆς πολιτικῆς.
§132Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Εἶναι ἕνα θέμα, διὰ τὸ ὁποῖον ὁ κοινὸς νομοθέτης πρέπει νὰ λάβῃ μέτρα συντόμως, εἶναι τὸ θέμα τῶν ἐπὶ συμβάσει συμβούλων εἰς ὀργανισμοὺς Δημοσίου Δικαίου, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ διὰ πολλοὺς βουλευτὰς περιγραφὴν πράγματι τῶν βασικῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 71. Νομίζω, ὅτι, ἀφοῦ ἐτέθη ζήτημα ἀπὸ συνάδελφον, ἡ ἀπάντησις εἶναι, ὅτι εἶναι καιρὸς ὁ κοινὸς νομοθέτης νὰ ἀσχοληθῇ μὲ τὸν περιορισμὸν τῶν ἐπαγγελματικῶν ἀσχολιῶν τῶν βουλευτῶν, τοὐλάχιστον ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον δημιουργεῖ ζήτημα καὶ ἠθικὸν καὶ κοινωνικὸν καὶ γενικώτερον.
§133Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἶμαι σύμφωνος ἀπολύτως, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι πιστεύω προσωπικῶς, ὅτι ἡ παράδοσις καὶ ἡ κατάστασις πρὸ τῆς ὁποίας εὑρισκόμεθα, εἶναι παράδοσις καὶ κατάστασις λίαν ἐνθαρρυντική. Ἀλλοίμονον, ἐὰν ἀπὸ αὐτὸν ἐκφύγωμεν καὶ ἂν πράγματι μαχόμενοι ὑπὲρ τῆς εὐρείας καὶ ὄχι περιοριστικῆς ἑρμηνείας τοῦ Συντάγματος εἶναι, διότι πιστεύω, δὲν γνωρίζω, ἐὰν ὑπάρχουν ἄλλαι χῶραι, εἰς τὰς ὁποίας ἡ πλήρης ἀνάμιξις εἰς τὴν οἰκονομικὴν ζωὴν τῶν βουλευτῶν δὲν ἐμποδίζει τὴν ἀνάπτυξίν των ἢ τὴν ἠθικήν των πορείαν, πιστεύω, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐὰν φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ ἀδιαφοροῦμεν δι’ αὐτά, τὰ ὁποῖα πάντοτε γνωρίζομεν, ὅτι εἶναι μακρὰν τῆς πολιτικῆς ζωῆς τοῦ τόπου, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἠμποροῦν νὰ γίνουν πρόξενοι πολλῶν δεινῶν διὰ τὴν χώραν.
§134Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἡ παρατήρησις τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Ζίγδης, μοῦ ἐπιβάλλει νὰ τὸν παρακαλέσω νὰ τὴν διορθώσῃ, νὰ τὴν ἀναθεωρήσῃ ἢ νὰ τὴν ἐπικυρώσῃ, διότι διὰ τῆς παρατηρήσεως ταύτης θὰ δημιουργηθῇ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι αὔριον, δημοσιευομένης ταύτης, ὅτι ὑπάρχουν βουλευταί, οἱ ὁποῖοι περιφρονοῦν τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ ἐκτὸς τῆς ἰδιότητός των ὡς βουλευτῶν, προβαίνουν καὶ εἰς τὴν σύναψιν συμβάσεως μὲ Ὀργανισμοὺς Δημοσίου Δικαίου. Ἐγώ, τοὐλάχιστον, δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου οὔτε μίαν τοιαύτην περίπτωσιν, καὶ ἐὰν τυχὸν ὑπῆρχε μία ἔστω περίπτωσις, δὲν θὰ ἦτο ἐπιτετραμμένον αὐτὴν τὴν περίπτωσιν νὰ τὴν ἀναγάγῃ ὁ κ. Ζίγδης εἰς κανόνα.
§135Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, κ. Ἀντιπρόεδρε, νὰ πράξῃ τοῦτο ὁ κ. Ζίγδης μετὰ τὴν ἀγόρευσίν μου.
§136Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Θὰ ἔπρεπε καὶ σεῖς, κ. Τσιριμῶκο, νὰ διαμαρτυρηθῆτε καὶ σεῖς, ὡς μέλος τῆς Βουλῆς.
§137Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Φαίνεται, κ. Ἀντιπρόεδρε, ὅτι σᾶς ἠνώχλησε τότε ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Ζίγδη, ὥστε δὲν παρετηρήσατε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ εἶπον, μετὰ τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Ζίγδη. Διότι, δι’ ὅσων εἶπα, ἔδωσα τὸν τόνον εἰς τὴν παράδοσιν, ἡ ὁποία ὑπάρχει. Διότι, ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς χώρας, τελεῖ τοὐλάχιστον μὲ τὸ δέος, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ κριθῇ ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, ὅτι ξεφεύγει ἀπὸ τὴν παράδοσιν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου ποὺ ἦτο ἡ ἀπομάκρυνσις ὅσον τὸ δυνατὸν μακρύτερον ἀπὸ τὰ ὠργανωμένα συμφέροντα, τὰ ὁποῖα ἔχουν μὲν τὴν θέσιν των νομίμως ἐν τῇ Κοινωνίᾳ, οὐδέποτε, ὅμως, ἐκρίθησαν, ὅτι νομίμως ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς χώρας, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναμιγνύεται μὲ αὐτά. Τούτων οὕτως ἐχόντων, νομίζω, ὅτι ἔχει σημασίαν ἡ ψηφοφορία, τὴν ὁποίαν θὰ κάμωμεν καὶ ἔχει σημασίαν καὶ ἀπὸ τὴν πλευράν, τὴν ὁποίαν ἔθεσεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι διὰ τῆς ψήφου μας θὰ δείξωμεν ἐὰν ἡ μεγάλη πλειοψηφία τῆς Βουλῆς αὐτῆς πιστεύῃ ἢ δὲν πιστεύῃ, ὅτι πρέπει νὰ ἑρμηνεύσῃ τὸ Σύνταγμα κατὰ τὸ πνεῦμα ποὺ τὸ ἔχει ἐμπνεύσει ἐκεῖνο καὶ πρέπει νὰ προφυλάξῃ τὸν πολιτικὸν κόσμον τῆς χώρας ἀπὸ συκοφαντίας ἔστω. Ὡς πρὸς τὸ θέμα αὐτὸ ἀπὸ ἀπόψεως οὐσίας, νομίζω, ὅτι τὰ δύο σκέλη τοῦ ζητήματος ἦσαν πρῶτον ἐὰν ὁ κ. Κορόζος ἦτο Πρόεδρος ἢ μέλος τοῦ Δ. Συμβουλίου τῆς περὶ ἧς πρόκειται ἑταιρείας καὶ δεύτερον, ἐὰν ἡ ἑταιρεία αὕτη ἔχῃ πράγματι προνόμιον. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον τὸ ἐδήλωσεν ὁ ἴδιος, ὅτι παρῃτήθη τὸν Μάρτιον τοῦ 1960. Ἑπομένως πράγματι ὑπῆρχε ζήτημα διὰ τὸν χρόνον κατὰ τὸν ὁποῖον ἦτο μέλος ταὐτοχρόνως τοῦ Δ. Συμβουλίου τῆς ἑταιρείας ταύτης καὶ βουλευτής. Ἑπομένως ἐδῶ ἔγκειται τὸ ζήτημα καὶ εἶναι ἀνοικτόν. Δεύτερον, ὡς πρὸς τὸ θέμα τῶν προνομίων ἠκούσθησαν τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα ἦτο δυνατὸν νὰ λεχθοῦν καὶ ἀπὸ τὴν μίαν καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην πλευράν. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν εἰς τὸν νέον Κανονισμὸν θὰ τεθῇ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ παρακαλῆται τοὐλάχιστον ἕνας ἕκαστος βουλευτὴς νὰ μὴ ἐπαναλαμβάνῃ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν συναδέλφων του. Ἐγὼ πράττω τοῦτο αὐτοβούλως. Ἀνεπτύχθησαν συνεπῶς τὰ ἐπιχειρήματα καὶ ἀπὸ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης πλευρᾶς καὶ ἑπομένως δὲν μένει παρὰ νὰ δηλώσῃ τις, ποῖα ἐπιχειρήματα ἔπεισαν τὸν ἴδιον περὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Ἐγὼ πείθομαι ἀπολύτως ἑρμηνεύων τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος ὑπὸ τὸ πνεῦμα ποὺ εἶπον προηγουμένως, ὅτι ἀναμφισβητήτως δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ κανείς, ὅτι πράγματι πρόκειται περὶ ἑταιρείας ἡ ὁποία ἀπολαύει προνομίων. Θὰ ἤθελον νὰ σημειώσω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ ἔννοια τοῦ προνομίου νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἀφορᾷ μόνον ἐξαιρετικὰ προνόμια, κτυπητά, ἐντυπωσιακὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχει βάλει ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου. Ὅταν ὁμιλοῦμεν περὶ προνομίων κατὰ τὴν διάταξιν αὐτὴν τοῦ Συντάγματος, ἐννοοῦμεν τὴν ἐξαιρετικὴν ὑπὸ εἰδικοῦ νόμου μεταχείρισιν μιᾶς ἑταιρείας καὶ ὄχι τὴν ἀπόδοσιν εἰς αὐτὴν εἴτε προνομίου, εἴτε εἰδικῆς μεταχειρίσεως ποὺ δίδονται εἰς ὅλας τὰς ὁμοειδεῖς ἑταιρείας ἢ εἰς ὅλα τὰ ὁμοειδῆ ἐπαγγέλματα. Ἐδῶ καὶ μόνον τὸ γεγονός, ὅτι ἡ ἑταιρεία αὐτὴ ἐκτελεῖ ἔργα δι’ εἰδικοῦ νόμου ἀποκλειστικῶς καὶ ἄνευ μειοδοσίας αὐτὸ καὶ μόνον καὶ ἂν ἀκόμη δὲν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει μας τὰ λεχθέντα περὶ δασμολογικῶν ἀπαλλαγῶν, αὐτὸ καὶ μόνον εἶναι προνόμιον δι’ εἰδικοῦ νόμου χορηγηθέν. Διότι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ γενικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ ἐπιτρέπῃ ἐνδεχομένως τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων ἀπολογιστικῶς εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις, ἀλλὰ ἐκεῖ δὲν εἶναι προνόμιον, διότι δύναται τὸ Δημόσιον νὰ ἀναθέσῃ τὸ ἔργον αὐτὸ εἰς ὡρισμένους ἀνθρώπους καὶ ὑπὸ ὡρισμένας προϋποθέσεις, τοὐτέστι κυρίως λόγῳ τοῦ κατεπείγοντος. Διότι γνωρίζομεν ὅτι, ὅτι τὸ ἀπολογιστικὸν σύστημα οὐδέποτε ἐθεωρήθη, ὅτι ἦτο ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου· ἐὰν ἦτο ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου θὰ καθιεροῦτο. Δίδεται ὅμως εἰς μίαν ἑταιρείαν ἀποκλειστικῶς δι’ εἰδικοῦ νόμου μὲ ὅλας τὰς ἀπαλλαγάς, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀπαλλαγαὶ προνομιακαί, αἱ ὁποῖαι σαφῶς ἐκτίθενται εἰς τὸν νόμον. Καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον πιστεύω, ὅτι πράγματι πρόκειται περὶ προνομίου. Ἀλλὰ τί χρείαν ἄλλων ἐπιχειρημάτων ἔχομεν ὅταν ὁ ἴδιος ὁ κ. Κορόζος προκειμένου νὰ ὑποβάλῃ ὑποψηφιότητα ἐθεώρησεν ἐκείνην τὴν στιγμὴν ὑποχρέωσίν του νὰ ὑποβάλῃ ταὐτοχρόνως τὴν παραίτησίν του ἀπὸ τὸ ἀξίωμα τοῦ Προέδρου τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, τὴν ὁποίαν κατεῖχεν. Ἐνῷ εἰς οὐδεμίαν περίπτωσιν ἦτο δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἀκύρωσις λέγεται, ἐνῷ ἦτο βέβαιον, ὅτι δύναται νὰ παραιτηθῇ καὶ νὰ κάμῃ ἐπιλογὴν μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν ἀξιωμάτων μετὰ τὴν ἐκλογήν του, παρὰ ταῦτα ἠθέλησε καὶ ἠθικῶς—ὁ ἴδιος ἔδωσεν ἠθικὸν περιεχόμενον— καὶ νομικῶς νὰ τακτοποιηθῇ παραιτούμενος τοῦ ἀξιώματος αὐτοῦ ταὐτοχρόνως μὲ τὴν ὑποβολὴν τῆς ὑποψηφιότητός του. Ὅταν ὁ ἴδιος ἡρμήνευσε τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος καὶ ἠθικῶς καὶ νομικῶς ὥστε νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν παραίτησιν ζητοῦμεν ἡμεῖς νὰ μεταβάλωμεν τὴν ἑρμηνείαν αὐτήν; Ζητοῦμεν μόνον νὰ παρακολουθήσωμεν τὴν μεταβολὴν τῆς γνώμης τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. συνάδελφος, ἀποδεχθεὶς τὴν ἐκλογὴν του κατ’ Αὔγουστον 1958, καὶ δεχόμεθα νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν πρώτην ἑρμηνείαν καὶ πιστεύομεν, ὅτι τότε εἶχε δίκαιον ὁ κ. συνάδελφος, ὑποβαλὼν τὴν παραίτησίν του καὶ ὄχι σήμερον.
§138Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Ἐὰν δὲν ἀνεγινώσκατε τὸ κείμενον τῆς παραιτήσεώς μου ἐδικαιοῦσθο νὰ τὰ λέγετε αὐτά, ἀλλὰ ὅπως ἴδατε εἰς τὴν παραίτησίν μου, παρῃτήθην ἐξ ὑποκειμενικῶν λόγων χωρὶς νὰ ὑφίσταται οὐδεὶς λόγος ἀπολύτως ἀσυμβιβάστου.
§139Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀντιδικήσω μαζί σας.
§140Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Σᾶς ἐκτιμῶ, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λέγετε πράγματα τὰ ὁποῖα σεῖς ὁ ἴδιος δὲν τὰ πιστεύετε.
§141Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε καὶ ἐμένα νὰ ἀπαντήσω διότι καὶ ἐγὼ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀκούω πράγματα τὰ ὁποῖα δὲν μοῦ ἀρέσουν. Κύριε συνάδελφε, εἴπατε, ὅτι παρῃτήθητε ἐξ ὑποκειμενικῶν λόγων. Ὡραῖα. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ὑποκειμενικῶν καὶ προσωπικῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι σᾶς ἠνάγκαζον νὰ παραιτηθῆτε ἀπὸ τὴν θέσιν σας, ὅταν θὰ παραιτεῖσθο ἀπὸ τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον θὰ ἐστέλλατε τὴν παραίτησίν σας εἰς τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς ἑταιρείας.
§142Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Ἐγένετο αὐτό, κ. συνάδελφε, ὅπως σᾶς εἶπον· ἡ ὑποβολὴ τῆς παραιτήσεώς μου καὶ εἰς τὸν Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν ἐγένετο ἄνευ ὑποχρεώσεως νομικῆς ἀφοῦ ἀφεώρα τὴν ἐκλογιμότητα καὶ ὄχι τὸ ἀσυμβίβαστον, ὅπερ ρητῶς ἀπέκρουσα ἐντὸς τοῦ κειμένου τῆς παραιτήσεως ταύτης ἔκτοτε.
§143Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἡ ὑποβολὴ πρὸς τὸν Πρόεδρον Πρωτοδικῶν τῆς παραιτήσεώς σας ταὐτοχρόνως μὲ τὴν ὑποβολὴν τῆς ὑποψηφιότητός σας, σημαίνει, ὅτι εἴτε ὑποκειμενικὸς λόγος ἦτο, εἴτε προσωπικὸς εἴτε πολιτικὸς εἴτε νομικός, ἐπιστεύετε, ὅτι ἡ θέσις σας ἐμποδίζει τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα καὶ ἑπομένως θὰ ἐζημίωνε τὴν ἐκλογήν σας.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§145Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Ἐκ τῆς συζητήσεως κύριε Πρόεδρε, προέκυψαν ὡρισμένα ἐρωτήματα καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως δώσῃ ἀπάντησιν ἐπὶ τούτων, ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ μορφώσῃ σαφῆ γνώμην ἐπὶ τοῦ συζητουμένου καὶ τεθέντος θέματος. Κατὰ τὸ 1950 ἐδημοσιεύθη ὁ νόμος 1485 «περὶ Ὀργανισμοῦ Ἀποχετεύσεως τῆς περιοχῆς πρωτευούσης». Κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νόμου τούτου, σκοπὸς τοῦ Ὀργανισμοῦ τούτου εἶναι ἡ συμπλήρωσις τοῦ δικτύου ἀποχετεύσεως τῶν ὀμβρίων καὶ ἀκαθάρτων ὑδάτων τῆς ἄνω περιοχῆς καὶ ἡ συντήρησις, διοίκησις καὶ ἐκμετάλλευσις ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ εἰρημένου δικτύου. Ὁ νόμος 1475)50 ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ Ν.Δ. 2722)53 τὸ ὁποῖον διετήρησε τὸν σκοπὸν αὐτοῦ ἀνέφικτον, διὰ τοῦ ἄρθρου δὲ 14 τούτου παρεῖχε τὴν εὐχέρειαν μεταβιβάσεως τῶν ἁρμοδιοτήτων τοῦ ὀργανισμοῦ ἀποχετεύσεως εἰς τοὺς δήμους καὶ τὰς κοινότητας, τῆς περιοχῆς τέως διοικήσεως πρωτευούσης. Ὁ ὀργανισμὸς αὐτὸς καίτοι εὑρίσκεται ἐν λειτουργίᾳ ἀπὸ τοῦ 1950 δὲν κατώρθωσε νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ἔργον διὰ τὸ ὁποῖον προωρίζετο καὶ παραμένει μοναδικὸς ἐκτελεστὴς τῶν ἔργων ἀποχετεύσεως τῆς περιοχῆς πρωτευούσης ἡ ἑταιρεία ΥΔΡΕΞ. Ἐρωτᾶται συνεπῶς, διὰ ποῖον λόγον συνεστήθη ὁ ὀργανισμὸς ἀποχετεύσεως καὶ διατὶ δὲν κατώρθωσε, παρὰ τὴν παρέλευσιν τόσων ἐτῶν νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ἔργον τῆς ἀποχετεύσεως δι’ ὃ συνεστήθη; Μήπως τὸ εἰδικὸν προνόμιον τὸ ὁποῖον παρεχωρήθη εἰς τὴν ΥΔΡΕΞ εἶναι ἐκεῖνο ποὺ καθιστᾷ τὴν ἑταιρείαν αὐτὴν μόνιμον καὶ σταθερὸν ἐκτελεστὴν τοῦ ἔργου; Θὰ ἤθελα ἀκόμη νὰ γνωρίζω ἐὰν ἐκτὸς τῆς ΥΔΡΕΞ ὑπεβλήθη ἑτέρα τις προσφορὰ εἰς τὸν ὀργανισμὸν ἀποχετεύσεως ἄλλης τεχνικῆς ἑταιρείας διὰ τὴν ἐκτέλεσιν παρομοίου ἔργου μὲ μικρότερον ποσοστὸν κέρδους καὶ ἐὰν ναί, διατί δὲν ἐγένετο δεκτὴ ἡ προσφορά της; Διότι ἐὰν προσῆλθεν εἰς τὸν Ο.Α.Π. καὶ ἄλλος οἶκος καὶ κατασκευαστὴς ἔργων ἀποχετεύσεως καὶ ἀνέλαβε τοιοῦτον ἔργον ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους μὲ τὴν ΥΔΡΕΞ θὰ ἠδύνατο νὰ ἀμφισβητηθῇ ἡ ὕπαρξις προνομίου διὰ τὴν ΥΔΡΕΞ. Ἐὰν ὅμως δὲν προσέφερεν ἄλλος οἶκος, προκύπτει σαφῶς ἡ ὕπαρξις τοῦ προνομίου καὶ δὴ εἰδικοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 71 τοῦ Συντάγματος διὰ τὴν ΥΔΡΕΞ, τὸ ὁποῖον ἐμποδίζει τὴν ἐμφάνισιν συναγωνιστῶν. Ἐπίσης θὰ ἤθελα ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Δημ. Ἔργων νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ἐὰν τὸ καθεστὼς τῆς δυαρχίας διὰ τῆς συνυπάρξεως τοῦ ΟΑΠ καὶ τῆς ΥΔΡΕΞ μὲ μοναδικὸν ἐκτελεστὴν τῶν ἔργων τὴν ΥΔΡΕΞ θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ ὑφίσταται. Ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ ΥΔΡΕΞ νὰ ἐκτελῇ τὸ ἔργον κατὰ κύριον λόγον, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει διατὶ παρεμβάλλεται ὁ Ὀργανισμὸς Ἀποχετεύσεως καὶ διατὶ τὸ Ὑπουργεῖον δὲν συγχωνεύει τὴν ἑταιρείαν μὲ τὸν ὀργανισμὸν ἢ δὲν καταργεῖ τὸν ΟΑΠ ἀφοῦ δὲν ἐκτελεῖ τὸν σκοπόν του; Θὰ ἤθελα ἐπίσης νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Δημ. Ἔργων ἀπὸ τοῦ 1958, ὅτε παρῃτήθη ὁ κ. Κορόζος ἀπὸ πρόεδρος τῆς ἑταιρείας ποῖος εἶναι πρόεδρος, πῶς διοικεῖται αὕτη; Καὶ ἐφ’ ὅσον αἱ μετοχαί της εἶναι ὀνομαστικαί, ποῖοι εἶναι οἱ κάτοχοι τῶν μετοχῶν της ποὺ ἔχουν τόσην ἰσχύν, ὥστε νὰ ἐμποδίζουν τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων 1475)50 καὶ 2722)1953 καὶ νὰ καθιστοῦν πανίσχυρον τὴν ΥΔΡΕΞ; Ἐπὶ τῶν ἐρωτημάτων τούτων θὰ ἤθελα μίαν ἀπάντησιν.
§146Σ. ΓΚΙΚΑΣ. (Ὑπ. Δ. Ἔρ. καὶ Συγκ.). Θὰ ἤθελα νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν συνάδελφον κ. Ζορμπᾶν, ὅτι ὁ ὀργανισμὸς ἀποχετεύσεως εἶναι τὸ ὑπεύθυνον ὄργανον, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἐκτελέσῃ ὁ ἴδιος τὸ ἔργον. Ἐπίσης ἐπιθυμῶ νὰ πληροφορήσω τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι δὲν γνωρίζω ἂν ὑπεβλήθη προσφορὰ ἄλλης ἑταιρείας μὲ πλέον συμφέροντας ὅρους. Τὸ ποῖος εἶναι πρόεδρος δὲν γνωρίζω, ἐκεῖνος μὲ τὸν ὁποῖον συνεργάζομαι εἶναι ὁ γενικὸς διευθυντής.
§147Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, .....
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐζητήσατε τὸν λόγον.
§149Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ἐπρόκειτο νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔτσι ἀντελήφθην.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θέλει νὰ ὁμιλήσῃ.
§151Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διετύπωσεν ἕν ἐρώτημα πρὸς ἐμέ, ἤ, μᾶλλον, μίαν πρόκλησιν. Θέλω νὰ δηλώσω, ὅτι ἔχω ὑπ’ ὄψει μου δύο συγκεκριμένας περιπτώσεις συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐπὶ συμβάσει εἰς Ν.Π.Δ.Δ. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ τὸ θεωρῶ περιγραφὴν τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 70 τοῦ Συντάγματος καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον, ἐφόσον θέλει νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν διαλεύκανσιν καὶ τὴν θεραπείαν τοῦ πράγματος, νὰ κληθοῦν οἱ συνάδελφοι ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον καὶ νὰ δηλώσουν εἰς ποῖον Νομικὸν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου εἶναι τυχὸν νομικοὶ σύμβουλοι ἢ ἄλλως ἐπὶ συμβάσει.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ζίγδη, ὀρθότερον θὰ ἦτο, ὅταν λέγετε κἄτι, νὰ τὸ εἴπητε καθαρά. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἀφήνετε νὰ πλανᾶται εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἀορίστως μία μομφή. Θὰ κυκλοφορήσουν αὔριον αἱ ἐφημερίδες μὲ μίαν τοιαύτην κατηγορίαν κατὰ τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Πρέπει νὰ εἴπητε: Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου αὐτὸ καὶ αὐτό. Ἀλλοίμονον ἂν ἐγκαινιασθῇ τὸ σύστημα αὐτό. Δὲν θέλω νὰ τὸ χαρακτηρίσω. Ἐκπροσωπῶν τὸ Σῶμα αὐτὴν τὴν στιγμὴν σᾶς καλῶ νὰ εἴπητε, ὅ,τι ἔχετε νὰ εἴπητε, ἐν ὀνόματι τοῦ γοήτρου ἀπέναντι τῶν κυρίων βουλευτῶν, ἀσχέτως κομματικῆς τοποθετήσεως. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§153Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, ἀπὸ μνήμης αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀναφέρω συγκεκριμένως παρὰ ἓν ἢ δύο ὀνόματα. Τότε ὅμως τὸ πρᾶγμα θὰ θεωρηθῇ, ὅτι εἶναι προσωπικόν. Εἰς σᾶς καὶ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ τὸ εἴπω.
§154ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τὸ εἴπητε τώρα.
§155Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ὄχι, διότι θὰ θεωρηθῇ προσωπικὸν τὸ πρᾶγμα.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ζίγδη, ἀμυνόμενος τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ἐκεῖνο ποὺ δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω εἶναι, ὅτι ἐκφράζω τὴν λύπην μου διὰ τὴν μεταχείρισιν, τὴν ὁποίαν κάμνετε πρὸς ὁλόκληρον τὸ Σῶμα καὶ νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ ἐπέμβασίς σας ὑπῆρξεν ἀτυχής.
§157Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὰς κρίσεις σας θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ μὴ τὰς συμμερισθῶ ποσῶς, διότι σᾶς ἐξήγησα διὰ ποῖον λόγον δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ ἀναφέρω τώρα. Ἄλλωστε δὲν νομίζω, ὅτι ὑπάρχει λόγος περὶ τὸ τέλος τῆς συζητήσεως νὰ δημιουργήσωμεν ἀντιδικίαν. Θὰ ἤθελα, ἐπίσης, κ. Πρόεδρε, ἐπειδὴ ὁ συνάδελφος κ. Κορόζος ἀνεφέρθη εἰς τὴν ὁμιλίαν μου καὶ εἶπεν, ὅτι συμμετέσχεν εἰς τὴν γενικὴν συνέλευσιν τοῦ 1958, τοῦτο δὲν φαίνεται ἀπὸ τὰ πρακτικά, ἡ γενική, ὅμως, συνέλευσις ἐκείνη τὸν ἐξέλεξε μέλος τῆς διοικήσεως καὶ ἐπεκύρωσε τὴν ἐπανεκλογήν του διὰ τὴν πρὸ τοῦ Αὐγούστου 1958 χρῆσιν. Ἐξ αὐτοῦ συμπεραίνεται, ὅτι ἂν καὶ ὑπέβαλε τὴν παραίτησίν του, ἐπανεξελέγη καὶ πάλιν καὶ ἑπομένως, ἦτο μέλος τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τῆς ἑταιρείας ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐκλογῆς του. Ἑπομένως, ἀπεδείχθη τὸ πρῶτον μέρος τοῦ ἰσχυρισμοῦ μας, ὅτι ὁ συνάδελφος κ. Κορόζος ἦτο μέλος τῆς διοικήσεως τῆς ἐν λόγῳ ἑταιρείας καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς βουλευτικῆς ἰδιότητός του. Τὸ δεύτερον θέμα εἶναι τοῦ προνομίου. Νομίζω, ὅτι ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ὁ κ. ὑπουργὸς Δημοσίων Ἔργων, ἀποτελεῖ ἀναγνώρισιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου. Ἕν ἄλλο σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἐπιθυμῶ νὰ προσθέσω, εἶναι τὸ ἑξῆς: Κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου 3330 αἱ ἑταιρεῖαι ὑδρεύσεως καὶ παροχετεύσεως, εἶναι ὑποχρεωμέναι νὰ ἔχουν ὀνομαστικὰς μετοχάς. Ἑπομένως, ὁ κ. συνάδελφος θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ μᾶς ἐνημερώσῃ ποῖοι εἶναι οἱ κάτοχοι τῶν τίτλων. Κύριοι συνάδελφοι, ἢ θὰ δεχθῆτε, ὅτι εἶναι ἔκπτωτος ὁ κ. Κορόζος, ἢ θὰ δεχθῆτε, ὅτι αἱ πράξεις τῆς ἑταιρείας εἶναι ἄκυροι κατὰ τὸ διάστημα ποὺ εἶναι βουλευτής. Ἀπὸ τὸ δίλημμα αὐτό, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ διαφύγετε.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐξαντληθέντος τοῦ καταλόγου τῶν ἐγγεγραμμένων νὰ ὁμιλήσουν, κηρύσσεται περαιωμένη ἡ συζήτησις. Θὰ προχωρήσωμεν καὶ εἰς τὴν ψηφοφορίαν. Τὸ ἐρώτημα τίθεται ὡς εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει καὶ ἀνεπτύχθη ὑπὸ τοῦ συναδέλφου κ. Ζίγδη. Λῆψις ἀποφάσεως ἐπὶ τοῦ ἀσυμβιβάστου ἢ μὴ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος πρὸς τὴν ἰδιότητα τοῦ μέλους τοῦ Δ. Συμβουλίου τῆς Ἀνωνύμου Ἑταιρείας Ὑδραυλικῶν καὶ Ἐξυγιαντικῶν ἔργων.
§159ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πῶς θὰ ψηφίσωμεν;
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ συμφωνοῦντες μὲ τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Ζίγδη, θὰ ψηφίσουν ΝΑΙ. Οἱ μὴ συμφωνοῦντες πρὸς τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Ζίγδη, θὰ ψηφίσουν ΟΧΙ. (Καλοῦνται ὡς ψηφολέκται ἐπὶ τοῦ καταλόγου οἱ κ.κ. Α. Παυλόπουλος καὶ Δ. Κωστῆς καὶ ἐπὶ τῆς ψηφοδόχου οἱ κ. κ. Ι. Κεφαλογιάννης καὶ Η. Μπρεδήμας καὶ ἄρχεται μυστικὴ διὰ ψηφοδελτίων ψηφοφορία). (Διεξαχθείσης τῆς ψηφοφορίας καὶ γενομένης διαλογῆς ἀνακοινοῦται ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τὸ ἑξῆς ἀποτέλεσμα:)
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 205. Εὑρέθησαν ψηφοδέλτια μὲ τὸ ΝΑΙ 69. Εὑρέθησαν ψηφοδέλτια μὲ τὸ ΟΧΙ 131. Εὑρέθησαν καὶ 5 λευκά. Συνεπῶς, τὸ Σῶμα ἀπεφάνθη, ὅτι «δὲν ὑπάρχει ἀσυμβίβαστον τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος πρὸς τὴν ἰδιότητα τοῦ μέλους τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Ἀνωνύμου Ἑταιρείας Ὑδραυλικῶν καὶ Ἐξυγιαντικῶν Ἔργων». Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§162ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν καὶ ὥραν 6.30′ μ. μ. μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 01.40′ π. μ.)