1957.12.02
2.959 στίχοι · 21.662 λέξεις · 125 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 30ὴ
ΔΕΥΤΕΡΑ 2 Δεκεμβρίου 1957
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 6.55′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Δ. Παπαδημητρίου, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Δ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως, ὡς φραστικῶς διωρθώθησαν, κατόπιν παρατηρήσεων τοῦ βουλευτοῦ κ. Θ. Τσάτσου. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Ἀνδρεάδης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κ.λ.π.
§4Γ. ΑΝΔΡΕΑΔΗΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Σ. Παπαπολίτης, Κ. Πετρόπουλος, Ε. Μπακλατζῆς, Λ. Λυμπέρης, Γ. Ἀναγνωστόπουλος, Ε. Πέτσος, Ι. Γιαννιδάκης, Ι. Γιαμᾶς, Σ. Τσιαπάρας, Α. Γιαννόπουλος, Θ. Ἀνδρεάδης, Τ. Γεωργίου, Β. Φιλοσοφόπουλος, Ι. Τριανταφυλλίδης καὶ Δ. Θεοχαρίδης, καταθέτουσι, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος, πρότασιν νόμου, «περὶ καταργήσεως τῶν ἄρθρων 1, 2 καὶ 3 καὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 6, 10 καὶ 16 τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3768)1957 Ν. Δ. «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων διατάξεων καὶ τροποποιήσεως συνταξιοδοτικῶν τινων διατάξεων». Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀντικαταστάσεως τῶν ἄρθρων 3 καὶ 4 τοῦ Ν. Δ. ὑπ’ ἀριθ. 3414)55 «περὶ διοικήσεως τοῦ Ἱδρύματος Φιλανθρωπικὰ Καταστήματα Μυτιλήνης». Ἡ ἐπὶ τῆς Γεωργίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως τοῦ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν καὶ παροχῆς ἐξουσιοδοτήσεως πρὸς συμπλήρωσιν, τροποποίησιν καὶ κατάργησιν τούτου». Ἡ ἐπὶ τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας Κοινοβολευτικὴ Ἐπιτροπή, καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ἐθνικῆς Κτηματικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος συμβάσεως περὶ οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως τῶν πληγέντων ὑπὸ τῶν σεισμῶν καὶ θεομηνιῶν πάσης φύσεως». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δ. Θανόπουλος καὶ Μ. Γλύκας, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως, συμπληρώσεως καὶ καταργήσεως διατάξεών τινων περὶ ἰαματικῶν πηγῶν καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. Παπαχρήστου καὶ Μ. Μυριδάκης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως, συμπληρώσεως καὶ καταργήσεως διατάξεών τινων «περὶ καταργήσεως πηγῶν καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Λιαροῦτσος, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ ὀργανώσεως καὶ λειτουργίας τῆς Ἀνωτάτης Σχολῆς Καλῶν Τεχνῶν ἰσχυουσῶν διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δ. Βρανόπουλος καὶ Δ. Παπαδημητρίου, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χορηγήσεως δανείων ὑπὸ τοῦ Ταμείου Παρακαταθηκῶν καὶ Δανείων διὰ τὴν ἀνέγερσιν ἢ διασκευὴν ξενοδοχείων κ.λ.π.». Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Ἰωάννου, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χορηγήσεως δανείων ὑπὸ τοῦ Ταμείου Παρακαταθηκῶν καὶ Δανείων διὰ τὴν ἀνέγερσιν ἢ διασκευὴν ξενοδοχείων κ.λ.π.». Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Κίνιας, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκκοκίσεως βάμβακος». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ε. Μπακλατζῆς, Κ. Πετρόπουλος. Λ. Λυμπέρης καὶ Γ. Ἀναγνωστόπουλος, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ρυθμίσεως ζητημάτων προσωπικοῦ Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος καὶ Ἀθηνῶν». Ὁ βουλευτὴς Εὐβοίας κ. Μ. Στεφανίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Κωνσταντίνου Βλαχογιάννη, κατοίκου Κύμης, διαμαρτυρομένου διὰ τὴν ἀπόρριψιν τῆς αἰτήσεώς του ἀπονομῆς συντάξεως, ὡς ἀναπήρου πολέμου καὶ ζητοῦντος ἐπανεξέτασιν αὐτοῦ παρὰ τῆς Α.Σ.Υ.Ε. κ.λ.π. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. Λασκαρίδης, Ι. Παπαδημητρίου καὶ Κ. Τσιγάρας, καταθέτουσι ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Συνταξιούχων Καπνεργατῶν Δράμας, ζητούσης ἔνταξιν τῶν συνταξιούχων καπνεργατῶν εἰς τὸ Ι.Κ.Α., τὴν ψήφισιν νέου Κώδικος Συντάξεων καὶ αὔξησιν τῶν συντάξεων κατὰ 50%. Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Λασκαρίδης, διὰ τηλεγραφήματός του ζητεῖ τὴν κατὰ προτίμησιν πρόσληψιν εἰς τὰ ἐκτελούμενα ἔργα τῶν μὴ ἐπιδοτουμένων ἀνέργων τῆς πόλεως Καβάλας κ.λ.π. Ὁ βουλευτὴς Θεσπρωτίας–Ἰωαννίνων κ. Χ. Παπασταύρου, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Δασικῶν Συνεταιρισμῶν Κονίτσης–Ζαγορίου–Μετσόβου, διαμαρτυρομένης διὰ μελετωμένην παραχώρησιν δασῶν Ζαγορίου εἰς Αʹ Δασικὸν Σύνδεσμον Ζαγορίου. Ὁ βουλευτὴς Θεσπρωτίας–Ἰωαννίνων κ. Χ. Παπασταύρου, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Λεπτοκαρυᾶς, Ζαγορίου, ζητούντων ἀπόδοσιν τῶν δασοτεμαχίων «Κουρὶ» τὰ ὁποῖα ἔκπαλαι καὶ ἀπὸ Τουρκοκρατίας ἀνῆκον εἰς αὐτοὺς Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἀνωτάτης Συνομοσπονδίας Γονέων Μαθητῶν Ἑλλάδος, ζητούσης κατάργησιν τοῦ ν. 3588)56 «περὶ ἐπιβολῆς ἐκπαιδευτικῆς εἰσφορᾶς κ.λ.π.». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Κ. Τσιγάρας καὶ Γ. Εὐαγγέλου, καταθέτουν ἀναφορὰν τῆς Ὁμοσπονδίας κατόχων Ἀνταλλαξίμων καὶ Ἀστέγων Βορείου Ἑλλάδος, ζητούσης κατόπιν τῆς ψηφίσεως τοῦ Ν. Δ. 3713)57, τὴν ἄμεσον ἔναρξιν τοῦ ἔργου τῆς παραχωρήσεως καὶ ὁριστικοποιήσεως τῆς κατοχῆς τῶν οἰκοπέδων παρὰ τῶν κατόχων των. Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Νικ. Κυρλαγκίτση, ζητοῦντος χορήγησιν πολεμικῆς συντάξεως εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν ἐν διατεταγμένῃ ὑπηρεσίᾳ ἐν εἰρήνῃ πεσόντων στρατιωτικῶν. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. Λασκαρίδης καὶ Ι. Παπαδημητρίου, καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως τῶν Συλλόγων Ἀκτημόνων Καλλιεργητῶν Νομῶν Καβάλας καὶ Δράμας, ζητοῦντος τὴν κατάργησιν τῆς εἰσφορᾶς ἐξ 7 ὀκάδων σίτου κατὰ στρέμμα ἐκ τῶν Τεναγῶν Φιλίππων, νομοθετικὴν ρύθμισιν τῶν χρεῶν τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν κ.λ.π. Ὁ βουλευτὴς κ. Θ. Ἀνδρεάδης, διὰ τηλεγραφήματός του, ζητεῖ ἄμεσον κατάθεσιν εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ν. 1641)1919, «περὶ φορολογίας κληρονομιῶν, δωρεῶν κλπ.», ἵνα ἀπαλλαγοῦν οἱ κληρονόμοι ἀγροτικῶν περιουσιῶν τοῦ ἐπαχθοῦς μέχρι σήμερον φόρου κληρονομίας κλπ.». Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Γωνιάδης, διὰ τηλεγραφήματός του, ζητεῖ ἐπίσπευσιν τῆς χορηγήσεως τίτλων κυριότητος εἰς τοὺς ἀπὸ 30ετίας κληρούχους τοῦ Νομοῦ Κιλκίς. Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Οἰκοδομικοῦ Συνεταιρισμοῦ Ἀστέγων περιοχῆς Αἰγάλεω «Ὁ Ἅγιος Σπυρίδων», ζητοῦντος λῆψιν μέτρων χαρακτηρισμοῦ ὡς ἀρτίων τῶν οἰκοπέδων τῶν κειμένων πέραν τῆς περιοχῆς κτήματος Ματρώζου, μέχρι τῆς στάσεως Πηγαδάκη, ἑκατέρωθεν τῆς λεωφόρου Καβάλας (Ἀθηνῶν), λαμβανομένου ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἡ ἀγορὰ τούτων ἐγένετο πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ ἀπαγορευτικοῦ διατάγματος. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Μπακατσέλος, Ι. Παπαηλιάκης, Α. Ἀνωγειανάκης καὶ Π. Ξενοδοχειάρης, καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου Συνοικισμῶν Κολοκοτρώνη–Ρήγα Φεραίου, ζητοῦντος ταχεῖαν ἐπάνδρωσιν τῶν γραφείων Δ.Α.Π. Θεσσαλονίκης, διὰ τὴν ἐπίσπευσιν τῆς ὁριστικῆς παραχωρήσεως τῶν ὑπὸ τῶν μελῶν του κατεχομένων οἰκοπέδων. Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Παναγ. Ἀντύπα, ζητοῦντος διορισμόν του ὡς καθηγητοῦ Φιλολογίας εἰς ἰδιωτικὸν σχολεῖον κατὰ προτίμησιν, ἐφ’ ὅσον τυγχάνει ἀνάπηρος ἀστυνομικὸς τοῦ νόμου 1579)1950 κ.λ.π. Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Γενικῆς Συνομοσπονδίας Ἐργατῶν Ἑλλάδος, ζητούσης ἀπαλλαγὴν τῶν τέκνων τῶν ἐργατῶν καὶ ἰδιωτικῶν ὑπαλλήλων ἐκ τῶν πάσης φύσεως ἐκπαιδευτικῶν τελῶν καὶ εἰσφορῶν, ἐξομοιουμένων πρὸς τὰ τέκνα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων κ.λ.π. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. Λασκαρίδης καὶ Ι. Παπαδημητρίου, καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Σωματείου καπνεργατῶν Καβάλας «Ἡ Ἐθνικὴ Ἕνωσις», ζητοῦντος ἀπαλλαγὴν τῶν τέκνων τῶν ἀνέργων καπνεργατῶν, τὰ ὁποῖα φοιτοῦν εἰς τὰ σχολεῖα Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, ἐκ τῆς ἐκπαιδευτικῆς εἰσφορᾶς. Ὁ βουλευτὴς Εὐβοίας κ. Μ. Στεφανίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἀναγκαστικοῦ Συνεταιρισμοῦ Ἀμπελοκτημόνων Χαλκίδος, ζητοῦντος ἠλεκτροδότησιν παρὰ τῆς Δ.Ε.Η. τοῦ ἐν Χαλκίδι οἰνοποιείου του, ἄνευ οἰκονομικῆς του ἐπιβαρύνσεως. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Δ. Λαντζούνης, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Πανελληνίου Ὁμοσπονδίας Συνταξιούχων Σιδηροδρομικῶν, ζητούσης λῆψιν μέτρων στεγάσεως τῶν ἀστέγων σιδηροδρομικῶν. Ἀπαντήσεις Ὑπουργείων ἐπὶ ἐρωτήσεων τῶν κ. κ. βουλευτῶν: Ι) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου καὶ Βιομηχανίας. α) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Γεωργίου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 10774) 8784) 6.11.57 ὑμετέρου ἐγγράφου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπὸ 31.10.57 κατατεθεῖσαν ἡμῖν ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. ἢ Τάκη Γεωργίου. Εἰς τὴν ὑπηρεσίαν Λίμνης Κάρλας τοῦ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργείου σήμερον ὑπηρετοῦσι δέκα (10) ὑπάλληλοι ἐπὶ συμβάσει ἐργασίας σχέσεως Δημοσίου Δικαίου προσληφθέντες κατὰ τὸ ἀπὸ 12.1.55 καὶ ἐντεῦθεν χρονικὸν διάστημα. Διὰ τοῦ νόμου 3642) 56 παρεσχέθη ἡ εὐχέρεια μονιμοποιήσεως τῶν περιφερειακῶν ἐκτάκτων καὶ ἐπὶ συμβάσει Δημοσίου Δικαίου ὑπαλλήλων τῆς Ὑπηρεσίας Ἁλιείας τοῦ Ὑπουργείου Βιομηχανίας, ἐν οἷς καὶ οἱ παρὰ τῇ ὑπηρεσίᾳ Λίμνης Κάρλας ὑπηρετοῦντες τοιοῦτοι, ἐφ’ ὅσον θὰ ἐκέκτηντο τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου τούτου ὁριζόμενα προσόντα. Ἐκ τῶν ἐν λόγῳ ὑπαλλήλων ἐμονιμοποιήθησαν οἱ ἔχοντες τὰ νόμιμα προσόντα ἀνερχόμενοι εἰς πέντε (5) ἐν συνόλῳ ἐξ ὧν ὁ εἷς (1) ἐπὶ συμβάσει Δημοσίου Δικαίου τῆς ὑπηρεσίας Λίμνης Κάρλας. Νέον μέτρον μονιμοποιήσεως τῶν ἐν λόγῳ ὑπαλλήλων δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ ληφθῇ καθ’ ὅσον ἐν τῇ περιφερείᾳ τῆς Λίμνης Κάρλας ἐκτελοῦνται ἤδη ἐγγειοβελτιωτικὰ ἔργα, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων, προβλέπεται μέγας περιορισμὸς τῆς ἐκτάσεως ταύτης καὶ κατ’ ἀκολουθίαν ἀνάλογος περιορισμὸς τοῦ ἁλιευτικοῦ ἐνδιαφέροντος. Μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῶν ὡς ἄνω ἔργων καὶ τὴν ὁριστικὴν διαρρύθμισιν τοῦ καλυπτομένου ὑπὸ τῶν ὑδάτων χώρου, θὰ κριθῇ ἐὰν θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τοῦ Κράτους ἐκμετάλλευσις τῆς περὶ ἧς πρόκειται Λίμνης ἢ θὰ κριθῇ συμφερωτέρα, λόγῳ τοῦ ἐνδεχομένου περιορισμοῦ τῶν δυνατοτήτων τῆς ἁλιευτικῆς ἀναπτύξεως τοῦ χώρου, ἢ δι’ ἄλλου τρόπου ἐκμετάλλευσις τῆς ἐν λόγῳ λίμνης, ὅτε δὲν θὰ εἶναι δυνατὴ ἡ διατήρησις τοῦ ὑπηρετοῦντος ἐκτάκτου προσωπικοῦ παρὰ τῇ λίμνῃ ταύτῃ. Ἐν Ἀθήναις τῇ 15 Νοεμβρίου 1957
Ὁ Ὑπουργὸς
Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ
β) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Γ. Κιτσίκη, Γ. Εὐαγγέλου κ.λ.π. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 387) 11.11.1957 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Ν. Κιτσίκη, Γ. Εὐαγγέλου κ.λ.π., διαβιβασθείσης ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 11267) 9209) 15.11.1957 ὑμετέρου ἐγγράφου ἐπὶ θεμάτων τῆς Δημοτικῆς Ἐπιχειρήσεως Φωταερίου Ἀθηνῶν, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι ἐπὶ τῶν ἰδίων ἀκριβῶς θεμάτων ἀπηντήσαμεν ἤδη ὑμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 82716) 30.10.57 ἡμετέρου ἐγγράφου καὶ εἰς ἀπάντησιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 95) 18.10.57 ἐπερωτήσεως τῶν ἰδίων βουλευτῶν. Συνημμένως ἀποστέλλομεν ἀντίγραφον τοῦ ὡς ἄνω ὑπ’ ἀριθ. 82816) 30.10.57 ἐγγράφου μας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 20 Νοεμβρίου 1957
Ὁ Γεν. Γραμματεὺς
Κ. ΑΣΚΗΤΟΠΟΥΛΟΣ
γ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Κιτσίκη κ.λ.π. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 95)18.10.57 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Ν. Κιτσίκη, Γ. Εὐαγγέλου, Α. Πατσιαντᾶ, Ι. Παπαδημητρίου καὶ Γ. Σπηλιοπούλου, διαβιβασθείσης ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 10200)8324)24.10.1957 ὑμετέρου ἐγγράφου, περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς Δημοτικῆς Ἐπιχειρήσεως Φωταερίου Ἀθηνῶν, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: 1. Ἡ ἐπιδότησις τοῦ γαιάνθρακος διεκόπη τὸ ἔτος 1951, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡ ὡς ἄνω Δημοτικὴ Ἐπιχείρησις ἐκάλυπτεν ἀφ’ ἑαυτῆς τὰς δαπάνας ἐκμεταλλεύσεώς της. 2. Ὡς πρὸς τὴν ὑψηλὴν τιμὴν τοῦ γαιάνθρακος, αὕτη ἐνεφανίσθη κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα τῆς κρίσεως τοῦ Σουέζ, ἤδη ὅμως αἱ τιμαὶ ἐπανῆλθον εἰς ἐπίπεδα χαμηλότερα τῶν ἀρχικῶν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐλπίζεται ἡ πλήρης ἀντιμετώπισις τῆς ἐλλειμματικῆς ἐκμεταλλεύσεως τῆς ἐπιχειρήσεως, κατόπιν μάλιστα καὶ τῆς ἀναδρομικῶς ἐγκριθείσης αὐξήσεως τῆς τιμῆς τοῦ φωταερίου. 3. Ὅσον ἀφορᾶ τὸ ζήτημα τῆς ἀνασυγκροτήσεως καὶ τοῦ συγχρονισμοῦ τῶν ἐγκαταστάσεων τῆς ἐπιχειρήσεως, τοῦτο ἐξητάσθη ὑπὸ τοῦ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργείου, πλὴν ὅμως ἀπαιτοῦνται σημαντικὰ κεφάλαια, ἡ ἐξεύρεσις τῶν ὁποίων δὲν εἶναι εὐχερής. Ἐν Ἀθήναις τῇ 30 Νοεμβρίου 1957
Ὁ Ὑπουργὸς
Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ
ΙΙ) Τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν. α) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Γ. Μπακατσέλου, Α. Ἀνωγειανάκη καὶ Ι. Παπαηλιάκη. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 209 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Γ. Μπακατσέλου κ.λ.π., διαβιβασθείσης ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 10307)8395)25.10.57 ἐγγράφου σας, σχετικῶς μὲ τὴν καταβολὴν ἀποζημιώσεως εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας ἀπαλλοτριωθέντων ἀκινήτων των διὰ τὴν ἵδρυσιν τοῦ ἀεροδρομίου Μεγάλης Μίκρας Θεσσαλονίκης, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι διὰ τὴν καταβολὴν ἀποζημιώσεως τῶν ἐμπροθέσμως ἀποδεχθέντων τὴν ὑπ’ ἀριθ. 1)55 ἀπόφασιν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ν. 2000)52 δικαιούχων ἐξεδόθη ὑπὸ τῆς Δ)νσεως Ἐντελλ. Ἐξόδων τοῦ ἰδίου Ὑπουργείου τὸ ὑπ’ ἀριθ. 12793)57 χρηματικὸν ἔνταλμα ἐκ δραχ. 3.186.143 καὶ ἐπὶ τοῦ Ταμείου Πληρωμῶν Θεσσαλονίκης, ὡς τοῦτο ἐγνώρισεν ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀρ. Θ.1485)313) Ν.968)15.10.1957 ἐγγράφου της ἡ ὡς ἄνω Διεύθυνσις Ἐντελλομένων Ἐξόδων. Διὰ τοὺς ἐκπροθέσμως ἀποδεχθέντας τὴν αὐτὴν ὡς ἄνω 1)55 ἀπόφασιν, κατόπιν τοῦ τελευταίως δημοσιευθέντος Ν. Δ. 3717)57, δι’ οὗ καθίσταται δυνατὴ ἡ καταβολὴ καὶ εἰς τούτους, τῆς ἀποζημιώσεως, ἤρξατο ὁ ἔλεγχος διὰ τὴν ἐκκαθάρισιν καὶ πληρωμὴν τῶν δικαιούχων. Διὰ τοὺς μὴ ἀποδεχθέντας τὴν ὡς ἄνω ἀπόφασιν τῆς Ἐπιτροπῆς ν. 2000)52 ἐκινήθησαν αἱ λοιπαὶ διαδικασίαι καθορισμοῦ τιμῆς μονάδος καὶ ἀναγνωρίσεως δικαιούχων, μετὰ τὸ πέρας τῶν ὁποίων θέλει καταστῆ δυνατὴ ἡ καταβολὴ καὶ εἰς τούτους τῆς σχετικῆς ἀποζημιώσεως. Ἐν Ἀθήναις τῇ 22 Νοεμβρίου 1957
Ὁ Ἀναπληρωτὴς Γεν. Διευθυντὴς
Α. ΜΟΥΖΑΚΗΣ
β) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Η. Σκυλλάκου. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 154 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Η. Σκυλλάκου, διαβιβασθείσης ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 10179) 8303) 24.10.57 ἐγγράφου σας, σχετικῶς μὲ τὴν καταβολὴν ἀποζημιώσεως εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας ἀπαλλοτριωθέντων ἀκινήτων των διὰ τὴν ἐπέκτασιν τοῦ ἀεροδρομίου Λαρίσης, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ κάτωθι: Πρὸς τακτοποίησιν τοῦ προκύψαντος μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου τοῦ Κράτους, θέματος νομιμοποιήσεως τῆς καταβολῆς τῆς ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ὀφειλομένης ἀποζημιώσεως εἰς τοὺς δικαιούχους ἐξ ἀπαλλοτριώσεως κτημάτων των διὰ στρατιωτικὰς ἀνάγκας (ἐπέκτασις τοῦ ἀεροδρομίου Λαρίσης) παρέστη ἀνάγκη τῆς διὰ νόμου ρυθμίσεως αὐτοῦ. Μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου 3.717) 57 (Φ.Ε.Κ. 131) 23.7.57) δι’ οὗ ρυθμίζεται καὶ τὸ προκῦψαν ὡς ἄνω ζήτημα, ἀπεδέχθημεν τὰς ὑπ’ ἀριθ. 17 καὶ 18 τοῦ 1955 ἀποφάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ν. 2000) 52, δι’ ὧν καθωρίσθη ἡ ὀφειλομένη τοῖς δικαιούχοις ἀποζημίωσις καὶ ἀνεγνωρίσθησαν οὗτοι δικαιοῦχοι ταύτης μειωμένη, συμφώνως πρὸς σχετικὰς γνωμοδοτήσεις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου τοῦ Κράτους, κατὰ ποσοστὸν 10% καὶ ἐγνωστοποιήσαμεν ταῦτα ἐγκαίρως πρὸς τοὺς ἐνδιαφερομένους. Ἐπηκολούθησαν αἱ κατὰ νόμον δηλώσεις ἀποδοχῆς τῶν ἐνδιαφερομένων, περὶ ὧν προβλέπει τὸ ἄρθρον 25 τοῦ ὡς ἄνω νόμου, αἱ πλεῖσται τῶν ὁποίων περιῆλθον τῇ ὑπηρεσίᾳ μας τὴν 30.9.57 καὶ αἱ ὑπόλοιποι προσφάτως. Ἤδη ἤρξατο ἡ προεργασία, ἐλέγχου τῶν δικαιολογητικῶν καὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως τῆς ἀποζημιώσεως ἑκάστου τῶν δικαιούχων πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ταχυτέρας πληρωμῆς τούτων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 22 Νοεμβρίου 1957 Ὁ Ὑφυπουργὸς καὶ ἀ. α.
Ὁ Ἀναπληρωτὴς Γεν. Διευθυντὴς
Α. ΜΟΥΖΑΚΗΣ
γ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Παπαστεργίου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 11257) 15.11.57 ὑμετέρου ἐγγράφου, καὶ ἐν σχέσει μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 375 ἐ. ἔ. ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Γρ. Παπαστεργίου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι, τὸ θέμα τῆς χορηγήσεως τῆς προσαυξήσεως λόγῳ πολυετοῦς ὑπηρεσίας καὶ εἰς τοὺς συνταξιούχους τῶν Ὀργανισμῶν Τοπικῆς Αὐτοδιοικήσεως, οἵτινες διέπονται ὑπὸ ἰδίων συνταξιοδοτικῶν διατάξεων, ἐρρυθμίσθη διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 2036) 57 ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 25 Νοεμβρίου 1957
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ
δ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Π. Πινάτση. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἀνωτέρω ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 350) 4.11.57 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Π. Πινάτση, σχετικῶς μὲ τὸ νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργείου Κοινωνικῆς Προνοίας «περὶ ἀποτιμήσεως, χρεώσεως καὶ ἐξοφλήσεως τῆς ὑπὸ τοῦ Κράτους παρασχεθείσης πρὸς ἰδιώτας πολεμοπαθεῖς κ.λ.π. στεγαστικῆς βοηθείας πάσης φύσεως», ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι ἡ ἐπὶ τοῦ ἐν λόγῳ νομοσχεδίου ἔκθεσις τῆς Γ.Δ.Δ.Λ. ἀπεστάλη ἤδη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Κοινωνικῆς Προνοίας διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 223613)26.9.1957 ἡμετέρου ἐγγράφου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 22 Νοεμβρίου 1957 Ἐντολῇ Ὑπουργοῦ
Ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς
Ε. ΔΑΛΑΜΑΓΚΑΣ
ε) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Γ. Μπακατσέλου, Μ. Τοσουνίδη, Ι. Παπαηλιάκη κ.λ.π. Ἐπὶ τῆς διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 11481)19.11.1957 ὑμετέρου ἐγγράφου διαβιβασθείσης ἡμῖν ἐν ἀντιγράφῳ ἀπὸ 14. 11.57 καὶ ὑπ’ αὔξ. ἀριθ. 437 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Γ. Μπακατσέλου, Μ. Τσουουνίδη, Ι. Παπαηλιάκη καὶ λοιπῶν, περὶ καταργήσεως διατάξεων τοῦ Ν.Δ. 3419)1955 «περὶ παρασκευῆς καὶ διαθέσεως ἀφρώδους οἰνοπνευματούχου ποτοῦ ὑπὸ τὸ ὄνομα «οἰνόζυθος» ἐξ ἀμπελίτου οἴνου ὡς καὶ φορολογήσεως αὐτοῦ», ὥστε νὰ καταστῇ ἐφικτὴ ἡ ἵδρυσις ἐργοστασίων παρασκευῆς οἰνοζύθου πρὸς ἀνακούφισιν τῶν οἰνοπαραγωγῶν τῆς χώρας, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἀκόλουθα: 1. Ἐπὶ τῆς αἰτουμένης καταργήσεως τῶν διὰ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Ν. Δ. 3419)1955 ἐπιβαλλομένων φόρων καταναλώσεως καὶ κύκλου ἐργασιῶν ἐπὶ τοῦ οἰνοζύθου. Τὸ ποτὸν τοῦτο, ὡς προσομοιάζον πρὸς τὸν ζῦθον θὰ ἐπιφέρῃ μείωσιν τῆς καταναλώσεως τοῦ ζύθου καὶ κατὰ συνέπειαν μείωσιν τῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου, ἐκ τῆς φορολογίας τοῦ ζύθου, ἅτινα ἔσοδα κατὰ τοὺς 10 πρώτους μῆνας τοῦ τρέχοντος οἰκονομικοῦ ἔτους ἀνῆλθον εἰς δραχ. 106.095.480 καὶ μέχρι τέλους τοῦ ἔτους θὰ ὑπερβῶσι τὰς 11.000.000 δραχμάς. Τὸ αὐτὸ ἰσχύει καὶ διὰ τὸν φόρον κύκλου ἐργασιῶν. Ἐξ ἄλλου, ὁ ἐπὶ τοῦ οἰνοζύθου ἐπιβαλλόμενος φόρος καταναλώσεως ἐκ δραχμῶν 2,50 κατὰ χιλιόγραμμον, εἶναι μικρότερος τοῦ εἰς τὸν ζῦθον ἀναλογοῦντος φόρου καταναλώσεως βύνης, ἐξ ἧς παρασκευάζεται ὁ ζῦθος καὶ ὅστις φόρος ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 3,50 περίπου κατὰ χιλιόγραμμον ζύθου. Διὰ τοὺς ἀνωτέρω ἐκτεθέντας λόγους δὲν εἶναι δυνατὴ ὄχι μόνον ἡ κατάργησις, ἀλλὰ οὔτε ἡ μείωσις τοῦ φόρου τούτου καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ τροποποίησις τῶν λοιπῶν διατάξεων τοῦ Ν. Δ. καὶ τῆς εἰς ἐκτέλεσιν τούτου ἐκδοθείσης ὑπ’ ἀριθ. 57328)5714)17.11.1957 Ὑπουργικῆς ἀποφάσεως, αἵτινες διατάξεις ἐθεωρήθησαν ἐπιβεβλημέναι καὶ ἐθεσπίσθησαν διὰ τὴν ἀσφαλῆ εἴσπραξιν τοῦ φόρου τούτου καὶ ἀποφυγὴν ζημίας τοῦ Δημοσίου. 2. Ἐκ τῆς προστασίας τῆς οἰνοπαραγωγῆς. Τὸ ποτὸν τοῦτο συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ προμνησθέντος Ν. Δ. θὰ παρασκευάζηται ἐξ οἴνου ἀμπελίτου, ἀραιουμένου δι’ ὕδατος ὁ δὲ οἰνοπνευματικὸς βαθμὸς τούτου δέον νὰ εὑρίσκεται μεταξὺ 4–5 βαθμῶν. Τοῦτο σημαίνει ὅτι ἐξ ἑνὸς χιλιογράμμου οἴνου θὰ παρασκευάζωνται τρία χιλιόγραμμα ζύθου καὶ συνεπῶς ἂν ὑποτεθῇ, τοῦθ’ ὅπερ ἀδύνατον, ὅτι τὸ ποτὸν τοῦτο ἤθελεν ἀντικαταστήσει τὸν ζῦθον ἐξ ὁλοκλήρου, οὗτινος ἡ ἐτησία κατανάλωσις ἀνέρχεται εἰς 30.000.000 περίπου χιλιόγραμμα, τότε διὰ τὴν παρασκευὴν ἴσης ποσότητος οἰνοζύθου θὰ ἀπαιτηθῶσι 10.000.000 περίπου χιλιόγραμμα οἴνου. Ἔναντι τῆς ἐτησίας παραγωγῆς 420.000.000 περίπου χιλιογράμμων οἴνου, ἡ ἀνακούφισις τῶν οἰνοπαραγωγῶν θὰ εἶναι ἐλαχίστη. Αὔξησις τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου ἐν τῇ Χώρᾳ δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ μόνον διὰ τῆς ἐπιμελημένης παρασκευῆς τῶν διαφόρων τύπων τούτου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 28 Νοεμβρίου 1957
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ
ΙΙΙ) Τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης. α) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Μ. Γαληνοῦ. Ἔχομεν τὴν τιμήν, ἐν σχέσει πρὸς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 11. 545) 9543 ἐ. ἔ. ὑμέτερον ἔγγραφον, καὶ τὴν διὰ τούτου διαβιβασθεῖσαν ἡμῖν ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Μ. Γαληνοῦ, νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἡ ἀνάκρισις κατὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Παπαεμμανουήλ, διεξήχθη ἐντὸς τῶν δικονομικῶν πλαισίων, καὶ ἐντὸς τοῦ ἀπολύτως ἀναγκαίου πρὸς διερεύνησιν τῆς ὑποθέσεως χρόνου, δοθέντος ὅτι αὕτη συνέχεται μὲ τὴν ὅλην ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν διαχείρισιν τοῦ Σισμανογλείου καὶ ὅτι πρὸ διμήνου μόλις ὑπεβλήθη ἡ σχετικὴ ἔκθεσις τῶν διορισθέντων πραγματογνωμόνων. Συμπληρωθείσης ἤδη τῆς ἀνακρίσεως ἡ δικογραφία ὑπεβλήθη εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Πλημμελειοδικῶν Ἀθηνῶν, πρὸς ὑποβολὴν τῆς προτάσεως εἰς τὸ ἁρμόδιον Συμβούλιον διὰ τὴν ἔκδοσιν βουλεύματος ἐπὶ τῆς οὐσίας. Τίποτε ἀπολύτως δὲν παρημπόδισεν οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ παρεμποδίσῃ τὴν ὑπὸ τοῦ νόμου διαγραφομένην πορείαν τῆς ὑποθέσεως. Ἐν Ἀθήναις τῇ 25 Νοεμβρίου 1957
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
β) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Γ. Αὐγεροπούλου, Ε. Πρωϊμάκη, Β. Ἐφραιμίδη καὶ Α. Μπριλλάκη. Ἔχομεν τὴν τιμήν, ἐν σχέσει πρὸς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 11. 475) 9448 ἐ. ἔ. ὑμέτερον ἔγγραφον καὶ τὴν διὰ τούτου διαβιβασθεῖσαν ἡμῖν ἐρώτησιν τῶν βουλευτῶν κ. κ. Γ. Αὐγεροπούλου, Ε. Πρωϊμάκη, Β. Ἐφραιμίδη καὶ Α. Μπριλλάκη, νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι δι’ ἐγκυκλίου τοῦ Ὑπουργείου πρὸς τοὺς Διευθυντὰς τῶν Φυλακῶν τοῦ Κράτους ἐζητήθησαν τὰ διὰ τῆς ἐν λόγῳ ἐρωτήσεως αἰτούμενα στοιχεῖα, δοθέντος ὅτι ὑφ’ ὅρον ἀπόλυσις τῶν ἐκτισάντων τὰ ⅔ τῆς ποινῆς καταδίκων ἀνάγεται εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν ἁρμοδιότητα τῶν Συμβουλίων Πλημμελειοδικῶν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 25 Νοεμβρίου 1957
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
IV) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας. α) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Κ. Τσιγάρα, Η. Σκυλλάκου, Α. Πατσιαντᾶ, Ι. Παπαδημητρίου, Β. Ἐφραιμίδη, Π. Πετροπουλάκη καὶ Ι. Μπούτου. Εἰς ἀπάντησιν τῶν ὑπ’ ἀριθ. 10762)8772)6.11.1957 καὶ 10368)8549)29.10.1957 ὑμετέρων ἐγγράφων καὶ τῶν δι’ αὐτῶν διαβιβασθεισῶν ἡμῖν ἐρωτήσεων τῶν βουλευτῶν κ. κ. Κ. Τσιγάρα, Ἐλ. Σκυλλάκου, Ἀντ. Πατσιαντᾶ, Ι. Παπαδημητρίου, Β. Ἐφραιμίδη, Π. Πετροπουλάκη καὶ Ι. Μπούτου, ἐν σχέσει μὲ τὰ αἰτήματα τοῦ ἀπεργήσαντος προσωπικοῦ τῶν Ε.Η.Σ., οὗτινος ἡ ἀπεργία ἐτερματίσθη ἤδη, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἑξῆς: Ἡ κοινοποίησις οἰκονομικῶν διεκδικήσεων τῶν μισθωτῶν τῶν διαφόρων ἰδιωτικῶν ἐπιχειρήσεων, ἀποτελεῖ κατ’ ἀρχὴν συμφώνως πρὸς τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν μας, θέμα συμφωνίας μεταξὺ τῶν ἐνδιαφερομένων μερῶν καὶ ὑπογραφῆς συλλογικῆς συμβάσεως ἐργασίας. Ἐν περιπτώσει ἀσυμφωνίας, παρέμβασις τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργείου, πρὸς παραπομπὴν τῆς διενέξεως εἰς διαιτησίαν, εἶναι δυνατὴ μόνον κατὰ τὴν διαδικασίαν τὴν διαγραφομένην ὑπὸ τοῦ νόμου 3239) καθ’ ἣν νὰ ἀπαιτῆται πρὸς τοῦτο αἴτησις τῶν ἐνδιαφερομένων. Τοιαύτη ὅμως αἴτησις πρὸς ἐφαρμογὴν τῆς ὡς εἴρηται διαδικασίας οὐδαμόθεν ὑπεβλήθη ἡμῖν μέχρι τοῦ τερματισμοῦ τῆς ἐν λόγῳ ἀπεργίας καὶ τοῦτο ἴσως λόγω τῶν συνεπειῶν ἃς συνεπάγεται ἡ κίνησις τῆς εἰρημένης διαδικασίας κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ὁποίας ἀπαγορεύεται πᾶσα προσπάθεια τῶν ἐνδιαφερομένων πρὸς ἐκβιασμὸν εὐνοϊκῆς ὑπὲρ αὐτῶν λύσεως ἐπὶ τῆς ἐκδηλωθείσης διενέξεως διὰ διακοπῆς ἐργασίας (ἀπεργία). Ἐν Ἀθήναις τῇ 21 Νοεμβρίου 1957
Ὁ Ὑπουργὸς
Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ
β) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Β. Θανασέκου, Ι. Παπαδημητρίου καὶ Α. Πατσιαντᾶ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 10753)8763) 6.11.57 ὑμετέρου ἐγγράφου καὶ τῆς δι’ αὐτοῦ διαβιβασθείσης ἡμῖν ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Β. Θανασέκου, Ι. Παπαδημητρίου καὶ Α. Πατσιαντᾶ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἑξῆς: Ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἰσχύει ἐν Ἑλλάδι ἡ αὐτὴ ἀμοιβὴ διὰ τὸν κύριον ὄγκον τῶν ἰδιωτικῶν ὑπαλλήλων ἀνεξαρτήτως φύλου (Δημόσιοι ὑπάλληλοι, Τραπεζιτικοί, ὑπάλληλοι Ὀργανισμῶν ἐπιχειρήσεων κοινῆς ὠφελείας). Ἐξ ἄλλου κατὰ γενικὴν ἑρμηνευτικὴν ἀρχὴν εἰς ὅσας κατηγορίας μισθωτῶν διὰ κλαδικῶν συλλογικῶν συμβάσεων ἐργασίας κ.λ.π. δὲν γίνεται διάκρισις φύλου, αἱ ἐν αὐταῖς καθοριζόμεναι ἀμοιβαὶ ἰσχύουν τόσον διὰ τοὺς ἄνδρας ὅσον καὶ διὰ τὰς γυναῖκας. Μόνον ὅπου ρητὴ γίνεται διάκρισις τοῦ φύλου, ἰσχύει διαφορισμὸς ἀποδοχῶν μεταξὺ ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν. Καὶ εἰς πλείστας ὅμως τοιαύτας συλλογικὰς συμβάσεις ἐργασίας γίνεται μνεία ὅτι αἱ γυναῖκες αἱ ἀσχολούμεναι εἰς ἐργασίας ἀνδρὸς δικαιοῦνται τοῦ δι’ αὐτοὺς καθοριζομένου ἡμερομισθίου (βλέπε τοιαύτας συλλογικὰς συμβάσεις βιβλιοδετῶν, τυπογράφων, βυρσοδεψεργατῶν κλπ.). Τὸ θέμα τῆς ἐπικυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 100 διεθνοῦς συμβάσεως ἐργασίας «περὶ ἴσης ἀμοιβῆς δι’ ἴσην ἐργασίαν» παρουσιάζει ἐν τῇ πράξει δυσχερείας κυρίως ὡς πρὸς τὴν ἐξεύρεσιν μεθόδου ἢ συστήματος ἀντικειμενικῆς μετρήσεως τῆς ἴσης ἐργασίας, ἥτις τίθεται ὡς προϋπόθεσις διὰ τὴν ἴσην ἀμοιβήν. Μὲ τὴν μελέτην τοῦ προβλήματος τούτου ἀσχολοῦνται ἤδη αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ Ὑπουργείου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 23 Νοεμβρίου 1957
Ὁ Ὑπουργὸς
Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ
γ) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Παιδείας. α) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Η. Σκυλλάκου. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 422 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Η. Σκυλλάκου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ὁ Νομὸς Λαρίσης ηὐνοήθη ἰδιαιτέρως κατὰ τὴν κατανομὴν τῶν πιστώσεων τοῦ τρέχ. οἰκον. ἔτους. Οὕτω, ἐπὶ συνόλου πιστώσεων δραχμῶν 84.995.000, αἱ ὁποῖαι διετέθησαν διὰ τὰς ἀποπερατώσεις ἢ ἐπισκευὰς τῶν διδακτηρίων τοῦ Κράτους, διετέθησαν διὰ τὸν Νομὸν Λαρίσης δραχμαὶ 4.283.000. Ἐν Ἀθήναις τῇ 25 Νοεμβρίου 1957
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
β) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Θεοχαρίδη. Ἔχομεν τὴν τιμὴν, νὰ γνωρίσωμεν ὅτι, προκειμένου ἡ Τεχνικὴ Ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου νὰ προβῇ εἰς τὴν σύνταξιν τῆς μελέτης ἀνεγέρσεως τοῦ Γυμνασίου Ἀμυνταίου, τελεῖ ἐν ἀναμονῇ τῆς ὑποβολῆς στοιχείων τὰ ὁποῖα ἐζήτησε παρὰ τῆς Νομαρχίας Φλωρίνης διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 130032) 22.10.57 ἐγγράφου της. Ἐν καιρῷ δὲ θὰ ἐξετασθῇ καὶ τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα. Ἐν Ἀθήναις τῇ 25 Νοεμβρίου 1957
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
γ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Βασαρδάνη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 10758 τῆς 6.11.57 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Βασαρδάνη, ἀφορῶσα εἰς τὴν λειτουργίαν τῶν Γυμνασίων τοῦ Νομοῦ Καρδίτσης, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσωμεν ὅπως πληροφορήσητε τὸν ἐρωτῶντα βουλευτὴν ὅτι δι’ ἐρωτήματος ἡμῶν ἀπευθυνθέντος πρὸς τὸ Ὑπηρεσιακὸν Συμβούλιον Μ. Ε. ἐζητήθη ἡ πλήρωσις μέρους τῶν ὑφισταμένων κενῶν θέσεων τῶν σχολείων τοῦ ὡς εἴρηται Νομοῦ διὰ τοποθετήσεως καθηγητῶν ἐκ τῶν διορισθησομένων κατ’ αὐτάς. Αἱ ἀνάγκαι τῶν Σχολείων Μέσης Ἐκπαιδεύσεως εἰς διδακτικὸν προσωπικὸν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἱκανοποιηθῶσι λόγῳ τοῦ περιωρισμένου τῶν ὀργανικῶν θέσεων, διὰ τὸν λόγον δὲ τοῦτον ἀντιμετωπίζεται ἡ λῆψις νομοθετικοῦ μέτρου περὶ αὐξήσεως τῶν θέσεων τούτων, ἐπὶ τῷ τέλει ὅπως καταστῇ ἐφικτὴ ἡ ὁμαλὴ καὶ εὔρυθμος λειτουργία τῶν σχολείων Μέσης Ἐκπαιδεύσεως. Ἐν Ἀθήναις τῇ 23 Νοεμβρίου 1957
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
δ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Τριανταφυλλίδη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 11383 ἐ. ἔ. ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 409 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Τριανταφυλλίδη, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσωμεν ὑμᾶς, ὅπως πληροφορήσητε τὸν ἐρωτῶντα βουλευτήν, ὅτι ἡ ἀπόσπασις τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος δημοδιδασκαλίσσης τῶν δημοτικῶν σχολείων Κάτω Σουλίου Μαραθῶνος, ἐγένετο πρὸς πλήρωσιν ἐπιτακτικῶν ἀναγκῶν τῆς Κεντρικῆς Ὑπηρεσίας, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Ν. Δ. 3628)57. Ἤδη διωρίσθη ἑτέρα δημοδιδασκάλισσα καὶ τίθεται εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ Δημοτικῶν Σχολείων Αʹ Περιφερείας Ἀθηνῶν διὰ νὰ τοποθετηθῇ εἰς τὸ Σχολεῖον Κάτω Σουλίου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 26 Νοεμβρίου 1957
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
ε) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Γωνιάδη. Εἰς ἀπάντησιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 415 ἐ. ἔ. ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Γωνιάδη, περὶ καταβολῆς εἰς τοὺς ἱερεῖς δημοδιδασκάλους ἐκτὸς τοῦ μισθοῦ τοῦ δημοδιδασκάλου καὶ τοῦ ἐφημερίου, ἐξ ἧς θέσεως λαμβάνουσι σήμερον τὸ ἥμισυ τοῦ βασικοῦ αὐτῶν μισθοῦ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι τὸ θέμα τοῦτο μελετᾶται ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς ὑπηρεσίας ἡμῶν ἐν συναρτήσει πρὸς τὸ ὅλον μισθολογικὸν θέμα τῶν ἐφημερίων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 28 Νοεμβρίου 1957
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
στ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Η. Σκυλλάκου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 11397) 9320) 16.11.57 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 423) 57 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Η. Σκυλλάκου, περὶ ἱδρύσεως Δημοτικῶν Σχολείων ἐν τῇ πόλει τῆς Λαρίσης, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι εἰς ὑπογραφὲν παρ’ ἡμῶν Β. Δ. καὶ ἀποσταλὲν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν διὰ τὴν ὑπογραφήν του καὶ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τοῦ Ὑπουργείου τούτου συμπεριελήφθη ἡ ἵδρυσις τεσσάρων Δημοτικῶν Σχολείων εἰς τὴν πόλιν τῆς Λαρίσης, δι’ ὧν δημιουργοῦνται 13 νέαι ὀργανικαὶ θέσεις δημοδιδασκάλων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 28 Νοεμβρίου 1957
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
ζ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Λυμπέρη. Εἰς ἀπάντησιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 10949) 11.11.57 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 327 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Λυμπέρη, ἀφορῶσα εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ Γυμνασίου Ἀρρένων Καβάλας, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσωμεν, ὅπως πληροφορήσητε τὸν ἐρωτῶντα βουλευτὴν ὅτι δὲν ὑφίσταται θέμα ἐλλείψεως Φιλολόγων Καθηγητῶν εἰς τὸ Γυμνάσιον Ἀρρένων Καβάλας οὐδὲ οὐσιαστικὴ περικοπὴ φιλολογικῶν ὡρῶν ἐκ τῶν προβλεπομένων ὑπὸ τοῦ ἰσχύοντος ἀναλυτικοῦ προγράμματος. Εἰδικώτερον ὡς προκύπτει ἐκ τῆς ὑποβληθείσης ἡμῖν ὑπ’ ἀριθ. 70) 19.11.1957 τηλεγραφικῆς ἀναφορᾶς τοῦ Γυμνασιάρχου τοῦ Γυμνασίου Ἀρρένων Καβάλας, περιεκόπησαν προσωρινῶς κατὰ μῆνα Νοέμβριον ἀνὰ μία φιλολογικὴ ὥρα εἰς τὰς Δʹ καὶ Εʹ τάξεις, τρεῖς εἰς τὴν ΣΤʹ, μία εἰς τὴν Ζʹ κλασσικοῦ, οὐδεμία εἰς Ζʹ πρακτικοῦ, πέντε εἰς Ηʹ κλασσικοῦ καὶ τρεῖς εἰς Ηʹ πρακτικοῦ. Ἐκ τῶν ἀνωτέρω καταφαίνεται ὅτι τὸ Γυμνάσιον τοῦτο λειτουργεῖ ὁμαλῶς ἐν συγκρίσει πρὸς ἕτερα σχολεῖα εἰς ἃ ὑφίστανται σοβαραὶ ἐλλείψεις εἰς διδακτικὸν προσωπικόν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 25 Νοεμβρίου 1957
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
η) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Ν. Κιτσίκη, Γ. Σπηλιοπούλου, Η. Ἠλιοῦ καὶ Β. Ἐφραιμίδη. Εἰς ἀπάντησιν πρὸς τὴν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 11537 ἐ. ἔ. ὑμετέρου ἐγγράφου, διαβιβασθεῖσαν ἡμῖν ὑπ’ ἀριθ. 456 ἐρώτησιν τῶν βουλευτῶν κ. κ. Ν. Κιτσίκη, Γ. Σπηλιοπούλου, Ἠλ. Ἠλιοῦ καὶ Β. Ἐφραιμίδη περὶ ἐξαγωγῆς ὑπὸ τοῦ τέως Πρεσβευτοῦ τῶν Η.Π.Α. δύο Μυκηναϊκῶν ἀγγείων, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν νὰ ἀκόλουθα: Κατόπιν αἰτήσεως τοῦ ὑπαλλήλου τῆς Ἀμερικανικῆς Πρεσβείας κ. Ἄλεξ Μανσέσκι, ἐπετρέψαμεν τὴν ἐξαγωγὴν δύο μικρῶν ψευδοστόμων ἀμφορέων Μυκηναϊκῆς ἐποχῆς, ἀφοῦ τὰ δύο ταῦτα ἀγγεῖα προσήχθησαν ὑπὸ τούτου καί, ὅπως συμβαίνει εἰς ὁμοίας περιπτώσεις, ἐτέθησαν ὑπ’ ὄψιν τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Συμβουλίου, ὅπερ κατὰ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 39)7.11. 57 συνεδρίαν του ἐγνωμάτευσεν ὅτι δὲν εἶναι χρήσιμα διὰ τὰ Μουσεῖα τοῦ Κράτους. Τὰ ἀγγεῖα ταῦτα δὲν προέρχονται ἀπὸ Μουσεῖα τοῦ Κράτους ἀλλ’ ἠγοράσθησαν παρὰ τοῦ αἰτησομένου τὴν ἐξαγωγὴν ἀπὸ τὸ ἐνταῦθα καὶ ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Πανδρόσου 50 κατάστημα τοῦ Ι. Μαρτίνου, ἀντὶ δραχμῶν 600. Ἡ ἐξαγωγὴ ἐπετράπη ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς καταβολῆς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν διαχειρίσεως Ἀρχαιολογικῶν Πόρων σχετικοῦ ποσοῦ κατ’ ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ κ. ν. 5351)1932 «περὶ ἀρχαιοτήτων» (Φ.Ε.Κ. 275)1932). Ἐπιπροσθέτως γνωρίζομεν ὅτι συχνάκις χορηγοῦνται τοιαῦται ἄδειαι ἐξαγωγῆς ἀσημάντου ἀξίας ἀρχαίων, πωλουμένων παρὰ τῶν νομίμως λειτουργούντων ἀρχαιοπωλείων, κατόπιν ἀποφάσεως πάντοτε τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον ἐξετάζει τὰ πρὸς ἐξαγωγὴν ἀρχαῖα. Ἀνάμιξις τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀμερικανικῆς Σχολῆς καὶ τοῦ κ. ΚΑΣΚΕΫ δὲν ὑπάρχει τὸ παράπαν εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, ἥτις ἄλλωστε εἶναι καθαρὰ καὶ ἔχει διεκπεραιωθῆ συμφώνως πρὸς τὰς κειμένας διατάξεις. Ἀλλὰ οὐδέποτε ὁ Διευθυντὴς τῆς ὡς ἄνω Σχολῆς ὡς ἐπίσης καὶ οἱ Διευθυνταὶ τῶν ἄλλων ἐν Ἑλλάδι ξένων ἀρχαιολογικῶν Σχολῶν, ἔδωσαν ἀφορμὴν νὰ παρεξηγηθῇ ἡ συμπεριφορά των ἢ διαπιστωθῇ περιφρόνησις πρὸς τοὺς νόμους τῆς χώρας, ἥτις τοὺς φιλοξενεῖ. Ὡς πρὸς τὸ τέταρτον σημεῖον τῆς ἐρωτήσεως σᾶς γνωρίζομεν, ὅτι ἐκ μέρους τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ὑπηρεσίας καταβάλλεται, καίτοι τὰ εἰς τὴν διάθεσίν της μέσα εἶναι ἀνεπαρκῆ, πᾶσα δυνατὴ προσπάθεια διὰ τὴν περιφρούρησιν τῆς πατρικῆς κληρονομίας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 27 Νοεμβρίου 1957
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
θ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Θεοχαρίδη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 11492)19.11.1957 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 449 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Θεοχαρίδη, ἀφορῶσα εἰς τὴν πλήρωσιν τῶν κενῶν θέσεων καθηγητῶν ξένων γλωσσῶν, τεχνικῶν καὶ Ὠδικῆς τῶν Γυμνασίων Φλωρίνης καὶ Ἀμυνταίου ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσωμεν ὅπως πληροφορήσητε τὸν ἐρωτῶντα βουλευτήν, ὅτι ἐζητήθη ὑφ’ ἡμῶν ἔγκρισις τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν πρὸς διορισμὸν ἀριθμοῦ τινος καθηγητῶν τῶν ἀνωτέρω εἰδικοτήτων μετὰ δὲ τὴν παροχὴν τῆς ἐγκρίσεως ταύτης θὰ ληφθῇ μέριμνα διὰ τὴν ἐν τῷ μέτρῳ τοῦ δυνατοῦ, ἀντιμετώπισιν τῶν ὑφισταμένων ἀναγκῶν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 27 Νοεμβρίου 1957
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
ι) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Θεοχαρίδη. Εἰς ἀπάντησιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 444 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Θεοχαρίδη, περὶ λήψεως νομοθετικοῦ μέτρου τῆς χειροτονίας ἀποφοίτων δημοτικῶν σχολείων ὡς ἐφημερίων παραμεθορίων περιοχῶν, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσωμεν ὑμᾶς, ὅτι διὰ καταρτισθέντος νομοσχεδίου, ὅπερ ἀπεστάλη εἰς τὴν ἐξ Ὑπουργῶν Οἰκονομικὴν Ἐπιτροπὴν πρὸς τελικὴν ἔγκρισιν καὶ κατάθεσιν πρὸς ψήφισιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, λαμβάνεται πρόνοια χειροτονίας ἱερέων καὶ πρὸ τῆς φοιτήσεώς των εἰς Ἐκκλησιαστικὰ Φροντιστήρια πρὸς διορισμόν των εἰς κενὰς ἐφημεριακὰς θέσεις παραμεθορίων περιοχῶν καὶ καταβολῆς τούτοις ὡς ἐπιδόματος ἐπὶ πλέον τοῦ μισθοῦ των τοῦ ἡμίσεος αὐτοῦ. Οὗτοι δέον νὰ κέκτηνται γραμματικὰς γνώσεις 4ης τάξεως Γυμνασίου καὶ νὰ εἶναι ἀπόφοιτοι Γυμνασίου. Ἡ χειροτονία ἱερέων μὲ γραμματικὰς γνώσεις μόνον τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου, δὲν εὑρίσκει τόσον τὴν Ἐκκλησίαν, ὅσον καὶ ἡμᾶς συμφώνους, διότι ἀπὸ πάσης ἀπόψεως ἐπιβάλλεται ἡ ἀνύψωσις τοῦ μορφωτικοῦ ἐπιπέδου τοῦ κλήρου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 28 Νοεμβρίου 1957
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Ψήφισις τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ προστασίας καὶ διοικήσεως τῶν Δημοσίων κτημάτων κειμένων διατάξεων, ὡς καὶ τῶν διεπουσῶν τὸν ἐν Δωδεκανήσῳ Ὀργανισμὸν ν. 2100) 1952 κ.λ.π.».
§6Ι. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τοῦ ἑξῆς: Κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου κατ’ ἀρχήν, ἐζήτησα τὸν λόγον καὶ ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ ἀναπτύξω τὴν ἄποψιν τῆς πόλεως τῆς Ἀλεξανδρουπόλεως, σχετικῶς μὲ τὴν περιοχὴν τὴν διεκδικουμένην ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, ὡς διαδόχου τῆς Γαλλοελληνικῆς Ἑταιρίας καὶ ἐν συμφωνίᾳ μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἀπεφασίσθη νὰ προστεθῇ εἰς τὸ τέλος εἰδικὸν ἄρθρον ρυθμίζον τὸ ζήτημα τῆς πόλεως Ἀλεξανδρουπόλεως. Τὴν ὑπόθεσιν συμπαθεῖ ἐξ ἴσου καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§7Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ (Ὑφυπ. Οἰκονομικῶν). Τὸ ὅλον θέμα θὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τοῦ Σώματος δι’ ἰδίου νομοσχεδίου, διότι παρουσιάζει ἰδιομορφίαν.
§8Χ. ΨΑΡΡΟΣ. Εἰς τὴν παράγραφον 11 τοῦ ἄρθρου 1 ἐκεῖ ποὺ λέγει «ἐξαιρετικῶς ἐπὶ διεκδικήσεως μεταξὺ ἰδιωτῶν ἐπὶ κτήματος μὴ κλπ.», τὸ «μὴ» εἶναι τελείως ἀδικαιολόγητον.
§9Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ (Ὑφυπ. Οἰκονομικῶν). Μάλιστα, ἐκεῖνο τὸ «μὴ» δὲν ἔχει θέσιν καὶ παρακαλῶ νὰ διαγραφῇ.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπῶς γίνεται δεκτὸν εἰς τὸ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου;
§11ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς τὸ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ προστασίας καὶ διοικήσεως τῶν δημοσίων κτημάτων κειμένων διατάξεων, ὡς καὶ τῶν διεπουσῶν τὸν ἐν Δωδεκανήσῳ Ὀργανισμὸν ν. 2100)1952 κ.λ.π.».
§13Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ (Ὑφυπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, κατὰ παράκλησιν τοῦ κ. συναδέλφου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, δέχομαι νὰ συζητηθῇ πρῶτον τὸ ἰδικόν του.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Ν. Δ. 613)1948 καὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν Εἰδικῶν Ἐμμίσθων Ληξιαρχείων κειμένων διατάξεων».
§15ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Ν. Δ. 613)1948 καὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν Εἰδικῶν Ἐμμίσθων Ληξιαρχείων κειμένων διατάξεων». Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ Α.Ν. 2765)1941 περὶ ἐμπορικῶν ἀντιπροσώπων εἰσαγωγῆς»
§17ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ Α. Ν. 2765)1941 «περὶ ἐμπορικῶν ἀντιπροσώπων εἰσαγωγῆς». Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ Ν. Δ. 2730)1953 «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἰταλίας συμφωνίας διὰ τὸν ὁριστικὸν διακανονισμὸν τῶν ἀπορρεόντων ἐκ τῶν οἰκονομικῶν τῆς μεταξὺ τῶν Συμμάχων καὶ συνησπισμένων Δυνάμεων καὶ τῆς Ἰταλίας Συνθήκης Εἰρήνης ζητημάτων, ἅτινα παρέμειναν ἐκκρεμῆ μεταξὺ τῶν δύο χωρῶν καὶ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ν. 3295) 1955 «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως ἐνίων διατάξεων τοῦ Ν.
Δ. 1730)1953».
§19ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ Ν. Δ. 2730)1953 «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἰταλίας συμφωνίας διὰ τὸν ὁριστικὸν διακανονισμὸν τῶν ἀπορρεόντων ἐκ τῶν οἰκονομικῶν τῆς μεταξὺ τῶν Συμμάχων καὶ συνησπισμένων Δυνάμεων καὶ τῆς Ἰταλίας Συνθήκης Εἰρήνης ζητημάτων, ἅτινα παρέμειναν ἐκκρεμῆ μεταξὺ τῶν δύο χωρῶν καὶ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ν. 3295) 1955 «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως ἐνίων διατάξεων τοῦ Ν.
Δ. 1730)1953».
Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διατηρήσεως ἐν ἰσχύϊ ρυμοτομικῶν διαγραμμάτων τοῦ Ὑπουργείου Κοινωνικῆς Προνοίας ἐπὶ ἐκτάσεων ἀπαλλοτριωθεισῶν δι’ ἀστικὴν ἀποκατάστασιν προσφύγων».
§21ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τὸ σχέδιον νόμου «περὶ διατηρήσεως ἐν ἰσχύϊ ρυμοτομικῶν διαγραμμάτων τοῦ Ὑπουργείου Κοινωνικῆς Προνοίας ἐπὶ ἐκτάσεων ἀπαλλοτριωθεισῶν δι’ ἀστικὴν ἀποκατάστασιν προσφύγων». Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ ὀργανώσεως καὶ λειτουργίας τῆς Ἀνωτάτης Σχολῆς Καλῶν Τεχνῶν ἰσχυουσῶν διατάξεων».
§23Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐθν. Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων). Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρεκάλουν ὅπως γίνῃ δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν βʹ συζήτησιν νὰ παρασχεθῇ ἡ εὐχέρεια εἰς τοὺς κυρίους βουλευτὰς ὅπως ἀναπτύξουν εὐρύτερον τὰς ἀπόψεις των, ἐὰν θέλουν.
§24Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελον νὰ κάμω ὡρισμένας παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου. Ἐφ’ ὅσον, ὅμως, θὰ παρασχεθῇ ἡ εὐχέρεια κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν νὰ ἀναπτύξω εὐρύτερον τὰς ἀπόψεις μου, δέχομαι ὅπως γίνῃ τοῦτο δεκτόν.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ σχέδιον νόμου κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον;
§26ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ ὀργανώσεως καὶ λειτουργίας τῆς Ἀνωτάτης Σχολῆς Καλῶν Τεχνῶν ἰσχυουσῶν διατάξεων». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καθορισμοῦ ἐνίων δαπανῶν ἀνοικοδομήσεως ἀνεγειρομένων ὑπὸ τοῦ Ο.Δ.Ε.Π. ἀστικῶν ἀκινήτων καὶ τρόπου καταλήψεως αὐτῶν».
§28Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Παιδ.). Παρακαλῶ τοὺς κ. κ. συναδέλφους νὰ κάμουν δεκτὸν τὸ ὑπ’ ἀριθ. 15 νομοσχέδιον ὡς ἐτροπολογήθη ἀπὸ τὴν ἁρμοδίαν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν ὅπως διορθωθῇ ἕν τυπικὸν λάθος. Δηλαδὴ ἡ ἡμερομηνία 2 Ἰανουαρίου 1947 πρέπει νὰ γίνῃ 1 Ἰανουαρίου 1957, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτόν, μὲ τὴν τροποποίησιν αὐτήν;
§30Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Εἶναι μόνη συζήτησις, κύριε Πρόεδρε. Ἐὰν ἦτο εἰς πρώτην συζήτησιν δὲν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν. Εἶναι θέμα, κύριε Ὑπουργέ, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει κάπως γενικώτερον.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Παπασταύρου, ἐὰν θέλετε νὰ τὸ συζητήσωμεν, νὰ τὸ κρατήσωμεν.
§32Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ κρατηθῇ τὸ νομοσχέδιον, κύριε Πρόεδρε, διότι συγκεκριμένως σᾶς ἀναφέρω μερικὰ περιστατικά, τὰ ὁποῖα νομίζω ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ τὰ ὑπαγάγωμεν εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτό, τὸ ὁποῖον ψηφίζαμεν τώρα.
§33Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Παιδ.). Παρακαλῶ, νὰ μὴ ἔχητε ἀντίρρησιν, διότι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἰσάγεται ὑπὸ τὴν μορφὴν ὑπὸ τὴν ὁποίαν εἰσάγεται λόγῳ ἀκριβῶς τοῦ ἐπείγοντος τῆς ἀνάγκης τῆς ρυθμίσεως τοῦ ζητήματος αὐτοῦ.
§34Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Δὲν γνωρίζω ὅτι θὰ φέρετε ἄλλο νομοσχέδιον.
§35Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Παιδ.). Μὲ τὸ νὰ κρατήσωμεν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν κερδίζομεν τίποτε, διότι δὲν εἶναι ἀκόμη ὥριμον τὸ θέμα αὐτό.
§36Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Κύριε Ὑπουργέ, εἶναι μοναδικὴ εὐκαιρία νὰ ρυθμισθοῦν αἱ ἑξῆς περιπτώσεις, αἱ ὁποῖαι δυστυχῶς ἀπὸ τοὺς ἰσχύοντας νόμους περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ο.Δ.Ε.Π. καθιστοῦν ἀδύνατον τὴν διευκόλυνσιν μεταβιβάσεως ἀκινήτων τοῦ Ο.Δ.Ε.Π. πρὸς Κοινότητας ἐπεμβάσει καὶ αὐτοῦ ἀκόμη τοῦ Δημοσίου.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἐὰν πρόκειται νὰ γίνῃ συζήτησις, θὰ τὸ κρατήσωμεν τὸ νομοσχέδιον.
§38Σ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἠθέλησε νὰ συζητήσῃ γενικώτερον τὸ θέμα τοῦ Ο.Δ.Ε.Π., ἀλλὰ ἀντιμετώπισε τὰ συγκεκριμένα θέματα τὰ ἐπείγοντα.
§39Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Παιδ.). Παρακαλῶ τὸν κ. Παπασταύρου νὰ μὴ ἐπιμείνῃ διὰ νὰ διευκολυνθῇ ἡ ἀξιοποίησις τῆς ἀκινήτου περιουσίας τοῦ Ο.
Δ.Ε.Π.
§40Α. ΚΑΜΒΥΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον εἶναι τυπικώτατον καὶ προβλέπει μίαν ταμειακὴν διευκόλυνσιν εἰς τὸν Ο.Δ.Ε.Π. εἰς τὸ νὰ ἀντιμετωπίσῃ ἀμέσως τὰς ἀνάγκας του. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ὑποστηρίζων τὴν ἄποψιν ἔχει ἀπολύτως δίκαιον.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον;
§42ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ὡς ἐτροποποιήθη, συμπληρουμένου καὶ τοῦ τίτλου του προστιθεμένων τῶν λέξεων «καὶ περὶ τροποποιήσεως τῆς περὶ τοῦ Τ.Α.Κ.Ε. νομοθεσίας», τὸ σχέδιον νόμου «περὶ καθορισμοῦ ἐνίων δαπανῶν ἀνοικοδομήσεως ἀνεγειρομένων ὑπὸ τοῦ Ο.Δ.Ε.Π. ἀστικῶν ἀκινήτων καὶ τοῦ τρόπου καλύψεως αὐτῶν καὶ περὶ τροποποιήσεως τῆς περὶ τοῦ Τ.Α.Κ.Ε. νομοθεσίας». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τοῦ δικαστηρίου τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῆς ἐνώπιον αὐτοῦ διαδικασίας ἐπὶ τῶν πολιτικῶν δικῶν».
§44Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν θὰ εἶχε ἀντίρρησιν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ μὴ συζητηθῇ εἰς μόνην ἀνάγνωσιν. Εἰς μόνην συζήτησιν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ ἕνα τόσον σοβαρὸν νομοσχέδιον, οὔτε ἄλλωστε εἶναι καὶ ἐπεῖγον, ὥστε νὰ συζητηθῇ καὶ πρὸ τῶν ἑορτῶν. Ἐξ ἄλλου ἔχομεν τώρα δύο συνεδριάσεις ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος κενὰς σχεδόν. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλὴν ἐὰν δέχεται ἢ ὄχι νὰ συζητηθῇ εἰς δύο ἀναγνώσεις τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
§45Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον, ὡς φαίνεται, ἔχει κατατεθῆ εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ τὰς 13.12.1956. Ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ τὸ ψηφίσῃ κατὰ τὴν κανονικὴν διαδικασίαν εἰς δύο ἀναγνώσεις, δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν, ἂς ὑποβληθῇ πρότασις ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ ὑποβληθῇ μάλιστα μέχρι τέλους τῆς διαδικασίας τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν νομίζετε ὅτι χρειάζεται μετὰ τὴν πρώτην συζήτησιν ἐπανασυζήτησις, τότε ἂς ὑποβληθῇ πρότασις καὶ νὰ τὸ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ εἰς δύο ἀναγνώσεις. Ἐὰν ὅμως ὅλα τὰ ζητήματα ἐξαντληθοῦν ἀπὸ τὴν πρώτην συζήτησιν καὶ δὲν ἀπομένει εἰς τὴν συνείδησιν κανενὸς συναδέλφου ἡ ἀνάγκη τῆς συζητήσεως εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, διατὶ νὰ γίνῃ τοῦτο;
§46Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Λείπουν οἱ περισσότεροι καὶ οἱ ἁρμοδιώτεροι τῶν συναδέλφων. Πάντως, κύριε Πρόεδρε, θὰ ὑποβάλωμεν σχετικὴν πρότασιν.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπουσιάζοντος τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειοψηφίας κ. Γαλενιανοῦ, ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας κ. Θ. Τσάτσος, ἔχει τὸν λόγον.
§48Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ μεταρρύθμισις τῆς πολιτικῆς ἡμῶν δικονομίας, ἀπαραιτήτως καὶ ἐκ τοῦ λόγου τῆς παλαιότητος τοῦ κειμένου τῆς ἰσχυούσης πολιτικῆς δικονομίας, ἔχει ἀποβῆ πολὺ περισσότερον αἰσθητὴ ἀφ’ ἧς ἴσχυσεν ὁ νέος Ἀστικὸς Κῶδιξ. Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ οὐσιαστικοῦ δικαίου χωρὶς ἀντίστοιχον δικονομικὴν διαδικασίαν εἶναι κἄτι τὸ ἀνέφικτον. Τότε μόνον κατορθοῦται ἡ καλὴ ἐφαρμογὴ οὐσιαστικῶν διατάξεων δικαίου ὅταν αἱ δικονομικαὶ διατάξεις αἱ ὁποῖαι διέπουν τὸν τρόπον τῆς ἀπονομῆς τοῦ δικαίου, ἔχουν προσαρμοσθῆ πρὸς τὸ ἰσχῦον οὐσιαστικὸν δίκαιον. Διὰ τοῦτο πρέπει τὸ Σῶμα νὰ διατηρήσῃ πάντοτε τὴν ἐλπίδα, ὅτι ταχέως θὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιόν του ὁλόκληρος ἡ πολιτικὴ δικονομία, ἡ ὁποία ἔχει καταρτισθῆ ἀπὸ Ἐπιτροπὴν εἰδικῶν καὶ ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἔχει τύχει πολλαπλῶν ἐπεξεργασιῶν. Ἤδη ἐνώπιον ἡμῶν ἐμφανίζεται τμῆμα τῆς νέας δικονομίας ἢ μᾶλλον ἀπάνθισμα ἐξ ἑνὸς τμήματος τῆς νέας δικονομίας, καὶ ἀφορᾷ τὸ τμῆμα τοῦτο τὴν διαδικασίαν ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου. Δὲν θὰ ἠδυνάμην εὐκόλως νὰ ὁμιλήσω περὶ μιᾶς γενικῆς ἀρχῆς διεπούσης τὰς διατάξεις ὅλας αἱ ὁποῖαι πρόκειται σήμερον νὰ κριθοῦν παρ’ ἡμῶν. Θὰ περιορισθῶ νὰ ἐξάρω κατ’ ἀρχὴν ὡρισμένα ἐκ τῶν θεμάτων τὰ ὁποῖα ρυθμίζονται ἀπὸ τὰς ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν διατάξεις. Διὰ τοῦ ἄρθρου 3 παράγραφος 4 τοῦ σχεδίου νόμου καθιεροῦται ἡ ἀρχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ἀναιρουμένης τῆς ἀποφάσεως τοῦ κατ’ οὐσίαν δικάσαντος δικαστηρίου, εἴτε ὑπὸ τῆς ὁλομελείας, εἴτε ὑπὸ τμήματος, τὸ δικαστήριον τῆς παραπομπῆς δεσμεύεται ἐκ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου, εἴτε πρόκειται περὶ τῆς ὁλομελείας, εἴτε πρόκειται περὶ τμήματος. Ἡ ἰδική μου γνώμη ἐν προκειμένῳ, εἶναι διάφορος. Ἀμφιβάλλω ἐὰν εἶναι ὀρθὸν νὰ δεσμευθῇ τὸ δικαστήριον τῆς παραπομπῆς τοῦ ὁποίου καλεῖται νὰ κρίνῃ μετὰ τὴν ἀναίρεσιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ προηγουμένως δικάσαντος δικαστηρίου τῆς οὐσίας. Καὶ ὁ λόγος εἶναι ὁ ἑξῆς: Τὰ δικαστήρια τῆς οὐσίας, ὑπὸ τὴν πίεσιν τοῦ τρόπου καθ’ ὃν ἐμφανίζονται τὰ προβλήματα τὰ κοινωνικά, ἄγονται εἰς τὴν ἀναζήτησιν, καὶ πολλάκις εἰς τὴν ἀνεύρεσιν, νέων λύσεων καὶ τὰ καθαρῶς νομικὰ ζητήματα, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα καλοῦμεν ζητήματα δογματικά, εἶναι θέματα τὰ ὁποῖα, ἔν τινι μέτρῳ, ὑφίστανται τὸν ἐπηρεασμὸν ἐκ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν ρυθμίζεται ἡ οὐσία τοῦ πράγματος, πέραν οἱασδήποτε νομικῆς σκέψεως. Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης ἔχει δοθῆ μία διέξοδος εἰς τὴν προσπάθειαν τῆς ἀναζητήσεως νέων λύσεων, διότι ὅταν ἀναιρῇ τμῆμα καὶ παραπέμπεται ἡ ὑπόθεσις, πάλιν, εἰς δικαστήριον οὐσίας καὶ τὸ δικαστήριον οὐσίας ἐμμένει εἰς τὴν ἄποψιν ἐκείνην τὴν ὁποίαν εἶχε τὸ δικαστήριον τῆς οὐσίας τοῦ ὁποίου ἡ ἀπόφασις ἀνῃρέθη, σημαίνει ὅτι τὸ δικαστήριον τῆς οὐσίας τὸ ὁποῖον ἔκρινεν ἐκ δευτέρου, μετ’ ἀναίρεσιν καὶ ἐμμένει εἰς μίαν ἀπόφασιν ἀντίθετον πρὸς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου ἄγεται εἰς μίαν τοιαύτην σκέψιν ἐκ μιᾶς ἐμβριθοῦς μελέτης τοῦ ζητήματος καί, ἀσφαλῶς, ἄγεται εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ νὰ ἐμμένῃ εἰς ὅσα ἔκρινε τὸ δικαστήριον τῆς οὐσίας τοῦ ὁποίου ἀνῃρέθη ἡ ἀπόφασις διότι, σήμερον, ἀμφισβητεῖται ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου. Κατ’ ἀκολουθίαν, ὑποστηρίζω, ὅτι, ἐν προκειμένῳ, θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ διατηρηθῇ ἡ διάταξις ἡ ὁποία θεσπίζει ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς ὁλομελείας δεσμεύει τὸ δικαστήριον τῆς παραπομπῆς ὄχι ὅμως καὶ ἡ ἀπόφασις τῶν τμημάτων. Ἀνάλογος πρέπει νὰ εἶναι καὶ ἡ διάρθρωσις τοῦ ἄρθρου 5 κατὰ τρόπον ὥστε νὰ ἀποτελῇ λόγον ἀναιρέσεως ἢ παραβιάσεως ἢ μὴ συμμόρφωσις πρὸς τὴν ἀναιρετικὴν ἀπόφασιν, ὅταν αὕτη προέρχεται ἐκ τῆς ὁλομελείας, νὰ μὴ ἀποτελῇ ὅμως, λόγον ἀναιρέσεως, ὅταν ἡ μὴ συμμόρφωσις ἀποτελῇ τὴν ᾐτιολογημένην διαφωνίαν τοῦ δικαστηρίου τῆς οὐσίας πρὸς τὸ τμῆμα τοῦ Ἀρείου Πάγου, διαφωνίαν τὴν ὁποίαν θὰ ὤφειλε νὰ ἄρῃ ἡ ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου. Δεύτερον θέμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ τῆς Βουλῆς, εἶναι ἡ εἰσαγωγή, ὡς λόγου ἀναιρέσεως, τῆς παραβιάσεως τῶν ἑρμηνευτικῶν κανόνων. Κύριοι βουλευταί, γνωρίζετε, ὅτι κατὰ τὴν παγίαν νομολογίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἡ παραβίασις ἑρμηνευτικοῦ κανόνος δὲν ἀποτελεῖ λόγον ἀναιρέσεως. Θεωρεῖ ὅτι ἡ προτεινομένη λύσις εἶναι ἡ ὀρθή. Εἶναι ἡ ἐπιστημονικῶς ὀρθή. Ὁ ἑρμηνευτικὸς κανὼν εἶναι κανὼν δικαίου καὶ δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ διαχωρίσωμεν τοὺς κανόνας δικαίου εἰς κανόνας, τῶν ὁποίων ἡ παραβίασις θεμελιοῖ λόγον ἀναιρέσεως καὶ εἰς κανόνας, τῶν ὁποίων ἡ παραβίασις δὲν θεμελιοῖ λόγον ἀναιρέσεως. Ἡ ἄποψις αὐτὴ εἶναι περιττὸν νὰ ἀναπτυχθῇ διότι, ὅλοι οἱ ἀσχοληθέντες μὲ τὸ θέμα, γνωρίζουν ὅτι ἀπὸ θεωρητικῆς ἀπόψεως, ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἐπικρίνεται ἡ κρατήσασα ἐν τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ νομολογία, καθ’ ἣν ἡ παραβίασις τοῦ ἑρμηνευτικοῦ κανόνος δὲν συνιστᾷ λόγον ἀναιρέσεως. Θὰ ἐπεθύμουν, ὅμως, νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς ἀνάγκης νὰ λάβῃ θέσιν ὁ νομοθέτης εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὸ θέμα τῶν γενικῶν ἀρχῶν τοῦ Δικαίου. Κύριοι βουλευταί, γνωρίζετε ὅτι ἀπὸ τῆς εἰσαγωγῆς ἐν Ἑλλάδι τοῦ θεσμοῦ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἓν μέγα μέρος τῶν ἐπιδικιῶν ἐπιλύεται ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον ἐργάζεται ὄχι τόσον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων διατάξεων, ὅσον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γενικῶν ἀρχῶν τοῦ Δημοσίου Δικαίου, τὰς ὁποίας ἐξάγει καὶ τῶν εἰδικωτέρων διατάξεων αἱ ὁποῖαι ἔχουν θεσπισθῆ, ὡς πρὸς ἕκαστον ζήτημα, διοικητικὸν ἢ συνταγματικόν. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, στηρίζει, πολλάκις, τὴν ἀκύρωσιν τῆς διοικητικῆς πράξεως εἰς ἀρχὴν γενικὴν τοῦ Δικαίου. Ἂν ὁ Ἄρειος Πάγος κληθῇ νὰ κρίνῃ κατὰ πόσον, δικαστήριον τῆς οὐσίας τὸ ὁποῖον κρίνει παρεμπιπτόντως διὰ νὰ ἀποφασίσῃ ἐπὶ ἀγωγῆς ἀποζημιώσεως τὸ αὐτὸ νομικὸν ζήτημα καὶ κρίνῃ τοῦτο κατὰ διάφορον τρόπον, δὲν θὰ δεχθῇ νὰ ἐξετάσῃ τὸν λόγον ἀναιρέσεως, ὁ ὁποῖος θὰ στηριχθῇ εἰς τὴν παράβασιν τῆς γενικῆς ἀρχῆς τοῦ Δικαίου. Καὶ ἔχει δημιουργηθῆ μία ἐπικίνδυνος διάσπασις τῆς νομολογίας τῶν δύο ἀνωτάτων δικαστηρίων, ἡ ὁποία ἔχει ἀπασχολήσει πολὺ τοὺς ἀσχοληθέντας μὲ τὸ ζήτημα τοῦ συντονισμοῦ, οὕτως εἰπεῖν, τῆς νομολογίας τῶν δύο Ἀνωτάτων Δικαστηρίων. Εἶναι ἐπικίνδυνον διὰ τὴν ἑνότητα τῆς δημοσίας τάξεως, ὁ μὲν Ἄρειος Πάγος νὰ θεωρῇ ὅτι αἱ γενικαὶ ἀρχαὶ τοῦ Δικαίου δὲν δύνανται νὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψει παρ’ αὐτοῦ πρὸς ἐξέτασιν, λόγῳ ἀναιρέσεως, τὸ δὲ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, δικαστήριον ἀκυρωτικόν, νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν ἀκύρωσιν τῆς δικαστικῆς πράξεως διότι παρεβιάσθη μία γενικὴ ἀρχή, τοῦ Δικαίου, ὅπως π. χ. διὰ νὰ σᾶς ἀναφέρω ἓν καὶ μόνον παράδειγμα ἡ πρὸς ἠτιολόγησιν ὑποχρέωσις. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας δέχεται ὅτι ἡ διοίκησις ὑποχρεοῦται νὰ αἰτιολογῇ τὰς δεκτικὰς αἰτιολογικὰς πράξεις. Ἂν κατὰ τὴν ἔκδοσιν διοικητικῆς τινος πράξεως ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ ποὺ προβαίνει εἰς τὴν ἔκδοσιν αὐτὴν παραβαίνῃ τὴν ἐπιταγήν, ἡ ὁποία ἐκ τῆς γενικῆς ἀρχῆς τοῦ Δικαίου ἀπορρέει, περὶ αἰτιολογήσεως τῶν διοικητικῶν πράξεων, τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας θὰ προβῇ εἰς τὴν ἀκύρωσιν τῆς πράξεως. Ἂν ὁ πολίτης δὲν θελήσῃ νὰ καταφύγῃ ἢ δὲν προφθάσῃ νὰ καταφύγῃ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ ἐγείρῃ ἀποζημίωσιν, θὰ ἔχῃ τὸ δικαστήριον τὸ πολιτικὸν νὰ κρίνῃ, παρεμπιπτόντως, τὴν νομιμότητα τῆς διοικητικῆς πράξεως, διὰ ν’ ἀποφασίσῃ ἂν, ὀφείλῃ ἢ δὲν ὀφείλῃ νὰ ἐπιδικάσῃ ἀποζημίωσιν εἰς τὸν ἐκ τῆς ἀναιτιολογήτου πράξεως ζημιωθέντα πολίτην. Ἐὰν τὸ δικαστήριον τῆς οὐσίας, κακῶς ἀντιλαμβανόμενον τὸ ζήτημα, θεωρήσῃ ὅτι ἡ πρᾶξις, καίτοι ἀναιτιολόγητος, ἦτο νόμιμος, ὁ ἀδικούμενος πολίτης δὲν θὰ δύναται νὰ προσβάλῃ, δι’ αἰτήσεως ἀναιρέσεως, ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου τὴν ἀπόφασιν τοῦ δικαστηρίου τῆς οὐσίας, καίτοι διὰ τὸν ἀσχολούμενον μὲ τὸ δημόσιον δίκαιον εἶναι περίπου αὐτόδηλον, ὅτι ἡ πρᾶξις, ἡ ἀναιτιολόγητος, εἶναι πρᾶξις ἀκυρώσεως, μὴ δικαιουμένη νὰ παραγάγῃ νόμιμα ἀποτελέσματα. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης, θὰ εἰσηγούμην εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὴν ρύθμισιν τοῦ ζητήματος, καθιεροῦντες ὅτι ἡ παραβίασις τῶν γενικῶν ἀρχῶν τοῦ Δικαίου ἀποτελεῖ λόγον ἀναιρέσεως. Εἶναι ὁ μόνος τρόπος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπιτρέψῃ νὰ συντονίσωμεν τὴν νομολογίαν τῶν δύο Ἀνωτάτων Δικαστηρίων. Τρίτον θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπίσης νομίζω, ὅτι ἐκ προοιμίου πρέπει νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ τοῦ Σώματος, εἶναι τὸ θέμα τῆς ἀναστολῆς τῶν βαλλομένων δι’ αἰτήσεως ἀναιρέσεως ἀποφάσεων. Μέχρι πρό τινος τὸ Δημόσιον Δίκαιον περιελάμβανε θεσμοὺς καὶ ἐννοίας ἐκ τοῦ Ἰδιωτικοῦ Δικαίου. Ἡ μακρὰ ἐφαρμογὴ τοῦ Ἰδιωτικοῦ Δικαίου εἶχεν ὑποβοηθήσει τὴν διαμόρφωσιν τελείου δόγματος, ὥστε τὸ δημόσιον δίκαιον νὰ ἀνευρίσκῃ εἰς αὐτὸ σφάλματα. Ἤδη ἀρχίζει νὰ παραλαμβάνῃ τὸ ἰδιωτικὸν δίκαιον βαθμοὺς ἐκ τοῦ Δημοσίου Δικαίου. Ὁ θεσμὸς τῆς ἀναστολῆς εἰσήχθη βάσει τοῦ νόμου 3713 καὶ ἔδωσεν ἀγαθὰ ἀποτελέσματα. Τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ ὅ,τι ὁ ὑποβάλλων αἴτησιν ἀκυρώσεως, δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸ δικαστήριον τὴν ἀναστολὴν τῆς πράξεως. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἀποφεύγει τὸ Δημόσιον τὴν ζημίαν τὴν ὁποίαν θὰ ὑπεῖχεν, ἐὰν ἡ πρᾶξις εἶχεν ἐκτελεσθῇ. Ἤδη προτείνεται νὰ εἰσαχθῇ ὁ θεσμὸς τῆς ἀναστολῆς εἰς τὴν ἀναιρετικὴν διαδικασίαν. Ὁ θεσμὸς εἶναι ὀρθός, διότι πολλάκις ἡ ἐκτέλεσις τῆς ἀποφάσεως καθιστᾷ πλατωνικὴν τὴν διαδικασίαν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον. Νομίζω ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ θεσμοῦ ἀποτελεῖ μέγα βῆμα καὶ εἶναι πρὸς τιμὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἡ πρωτοβουλία καὶ ἡ εὐθύνη, τὴν ὁποίαν ἀναλαμβάνει. Πλὴν τῆς ἀναστολῆς, μεταφέρεται ἐκ τῆς διαδικασίας τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εἰς τὴν ἀναίρεσιν, ἡ διαδικασία καὶ ὁ θεσμὸς τῆς γραπτῆς εἰσηγήσεως. Ὁ θεσμὸς αὐτὸς εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας ἐπέτυχεν, ἀλλὰ ἀμφιβάλλω, ἐὰν θὰ ἐπιτύχῃ καὶ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον. Εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας οἱ εἰσηγηταὶ προπαρασκευάζουν τὴν ὑπόθεσιν καὶ ὁ εἰσηγούμενος Σύμβουλος τῆς Ἐπικρατείας, εἰσηγεῖται βάσει τοῦ συγκεντρωμένου ὑλικοῦ, ἐπιστημονικοῦ, νομοθετικοῦ, νομολογικοῦ κ.λ.π. Ὁ εἰσηγητὴς τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας εἰσηγεῖται ἔχων μακρὰν πεῖραν, διότι θὰ ἔχῃ κατὰ κανόνα ὑπηρετήσει καὶ ὡς Πάρεδρος καὶ θὰ ἔχῃ ἀποκτήσει τὴν συνήθειαν ἀντιμετωπίσεως τῆς προφορικῆς συζητήσεως. Εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, ὅμως, δὲν ὑπάρχουν εἰσηγηταί, καὶ ὁ Ἀρεοπαγίτης θὰ κληθῇ νὰ διεξαγάγῃ συζήτησιν, χωρὶς σχετικὴν πεῖραν. Διὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, θὰ εἶναι ἄκρως ἐπικίνδυνος ἡ μεταφορὰ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον τοῦ θεσμοῦ τῆς γραπτῆς εἰσηγήσεως, ἐλλείψει τῶν προϋποθέσεων, αἱ ὁποῖαι ὑφίστανται εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Κύριοι βουλευταί, ἡ διαλεκτικὴ τῆς δικανικῆς συζητήσεως ἐξασφαλίζει τὴν πληρεστέραν ἀναζήτησιν τῆς ἀληθείας. Εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας συνάδει, λόγῳ τῆς ἀντικειμενικότητος τῆς ἐρεύνης, ἡ προηγουμένη εἰσήγησις. Εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, παρὰ τὸν περιορισμὸν τῆς ἐφαρμογῆς τῆς δικονομικῆς ἀρχῆς, τοῦ ἄνευ ἐπικουρίας δικάζεσθαι, θὰ ἦτο ἐπικίνδυνον νὰ εἰσαγάγωμεν τὸν θεσμὸν τῆς γραπτῆς εἰσηγήσεως, ὁ ὁποῖος ἴσως νὰ διευκολύνῃ τοὺς δικηγόρους ἐπ’ Ἀρείῳ Πάγῳ, ἀλλὰ θὰ ἦτο ἐπικίνδυνος διὰ τὸ Σῶμα. Διότι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξουν πολλαὶ περιπτώσεις, ὅπου θὰ ἐμφανισθοῦν οἱ Ἀρεοπαγῖται, οἱ ὑποστηρίξαντες μίαν μὴ ἐπικρατήσασαν ἄποψιν, διὰ νὰ ὑποστοῦν τὴν βάσανον μιᾶς προφορικῆς συζητήσεως μὲ δικηγόρους, οἱ ὁποῖοι πολλάκις θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ δώσουν εἰς τὴν συζήτησιν μίαν μορφὴν ὄχι ἐποικοδομητικὴν τοῦ ἀξιώματος τοῦ δικαστοῦ τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστηρίου. Εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας δὲν εἶναι τὸ ἴδιον. Διότι, πρῶτον, οἱ πλεῖστοι τῶν συμβούλων πρὶν ἢ γίνουν σύμβουλοι καὶ ἦσαν Πάρεδροι, ἔχουν ἀποκτήσει τὴν συνήθειαν, τὴν ἄσκησιν τῆς συζητήσεως. Καί, δεύτερον, διότι ὑπάρχει ἡ βοήθεια τοῦ εἰσηγητοῦ. Ἐὰν ἦτο ὁ ἀξιότιμος κύριος Ὑπουργὸς εἰς θέσιν νὰ εἰσηγηθῇ, ἀσφαλῶς θὰ εἰσηγεῖτο τὴν ὕπαρξιν βοηθῶν δικαστῶν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, οἱ ὁποῖοι θὰ προπαρεσκεύαζον τοὺς φακέλλους. Ἀλλὰ σήμερον, ὑπομιμνήσκω τὴν δυσάρεστον ἔλλειψιν ἀνθρωπίνου ὑλικοῦ, τὴν ὁποίαν καθ’ ἑκάστην ἀντιμετωπίζομεν.
§49Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἀναμφισβητήτως ὑπάρχουν εἰσηγηταί, οἱ ὁποῖοι παρασκευάζουν τὸ ὑλικόν. Ἀλλ’ εἰς τὰς ὑποθέσεις τὰς ἀγομένας ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου ἔχουν προηγηθῆ δύο δικαστικαὶ ἀποφάσεις τῶν δύο βαθμῶν δικαιοδοσίας. Ἔχουν ἀποφανθῆ οἱ τρεῖς δικασταὶ τοῦ Πρωτοδικείου καὶ οἱ πέντε δικασταὶ τοῦ Ἐφετείου, ἔχει δηλαδὴ ὑποστῆ βάσανον ἡ ἀπόφασις καὶ τὸ ὑλικόν, βάσανον πληρεστέραν ἐκείνης τὴν ὁποίαν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ παρασκευάσῃ ὁ εἰσηγητὴς τοῦ συμβούλου τῆς Ἐπικρατείας ἐπὶ μιᾶς ὑποθέσεως, ἡ ὁποία βασίζεται μόνον ἐπὶ τῆς πράξεως τῆς διοικήσεως. Ὑπάρχει, λοιπόν, μία διαφορὰ εἰς τὰς ὑποθέσεις τὰς ἀγομένας ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§50Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, εἶναι ἐν πολλοῖς ἀκριβής. Ἀλλὰ δὲν εἶναι πάντοτε ἀκριβής. Ἐνδέχεται οἱ λόγοι τῆς ἀναιρέσεως νὰ εἶναι λόγοι οἱ ὁποῖοι ἐν ἐκτάσει συζητοῦνται, οὕτως εἰπεῖν προκύπτουν μετὰ τὴν συζήτησιν ἐνώπιον τοῦ Πρωτοδικείου καὶ ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου.
§51Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Μὲ συγχωρῆτε, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν εἶναι ὅλοι οἱ βουλευταὶ δικηγόροι, θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπομνήσω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσαχθῇ λόγος ἀναιρέσεως εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον ἐὰν δὲν ἔχῃ προταθῆ ἀπὸ τὸ δικαστήριον τῆς οὐσίας. Ἑπομένως, ὁπωσδήποτε θὰ ἔχῃ ἀσχοληθῆ τὸ δικαστήριον τῆς οὐσίας ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἀναιρέσεως.
§52Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἀναμφισβητήτως. Ἀλλὰ πολλάκις τὸ θέμα ἐκεῖ προτείνεται διὰ μιᾶς φράσεως καὶ δὲν διεξάγεται ἀκριβῶς ἐπ’ αὐτοῦ ἡ συζήτησις. Δηλαδὴ ὁ δικηγόρος ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν συνήθειαν τῆς διαδικασίας τοῦ Ἀρείου Πάγου πολλάκις ἐκπλήσσεται ὅτι τὸ θέμα τὸ ὁποῖον ἀποβαίνει τὸ κύριον ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀπησχόλησεν ἐλάχιστα τὴν διαδικασίαν εἰς τὸν πρῶτον καὶ τὸν δεύτερον βαθμὸν τῆς οὐσίας, καὶ λαμβάνει ἔκτασιν μόνον ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου. Αὐτὸ θὰ τὸ γνωρίζουν καὶ οἱ ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου δικηγοροῦντες συνάδελφοι, ἀλλὰ καὶ οἱ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων οὐσίας, κυρίως εἰς τὰ Ἐφετεῖα τῶν Ἐπαρχιῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ βλέπουν πολλάκις ὅτι αἱ ὑποθέσεις τὰς ὁποίας ἀποστέλλουν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον προσλαμβάνουν μίαν μορφὴν τελείως διάφορον ἐκείνης τὴν ὁποίαν εἶχον ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου τῆς οὐσίας. Πλέον τούτου, πολλάκις, ἡ ὑπόθεσις συζητεῖται καὶ εἶναι γνωστὸν ὅτι ὑπάρχει ὁ ἄλφα ἢ ὁ βῆτα λόγος ἀναιρέσεως. Ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν ἔχει πλέον σημασίαν ἐὰν ὑπάρχῃ ἡ ἄλφα ἢ ἡ βῆτα ἀμφιβολία, ἀλλὰ ποία εἶναι ἡ σωρεία τῶν νομικῶν ἐπιχειρημάτων τὰ ὁποῖα στηρίζουν τὸν ἄλφα ἢ τὸν βῆτα λόγον ἀναιρέσεως. Εἶχον τὴν εὐκαιρίαν πρό τινος νὰ παρακολουθήσω τὸ τέλος τῆς διαδικασίας μιᾶς ὑποθέσεως, ἡ ὁποία ἤρχισεν εἰς τὴν Θεσσαλονίκην καὶ ὅπου εἶχε γεννηθῆ ἕνα πολύπλοκον θέμα ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου καὶ Δικαίου προσωπικῆς καταστάσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὸ κῦρος μιᾶς ὀνοματοδοσίας. Τὸ θέμα, ἀναμφισβητήτως, εἶχε προκύψει ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων τῆς οὐσίας. Ἀλλ’ ἡ συνέχεια τῶν ζητημάτων, ἡ ὁποία προέκυψεν ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διαφωτισθῇ ἀπὸ τὰς ἀποφάσεις τοῦ Πρωτοδικείου καὶ τοῦ Ἐφετείου Θεσσαλονίκης, διότι μετεφέρθη ἡ βαρύτης εἰς ἄλλα ζητήματα καὶ ὁμολογῶ ὅτι ἐὰν δὲν εἶχεν ἐμφανισθῆ, ἐξ ἀφορμῆς τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, καὶ μία μικρὰ διατριβὴ τοῦ ἀειμνήστου Δωροθέου, δὲν θὰ εἶχε διαφωτισθῆ ἡ ὑπόθεσις. Διὰ τοῦτο, φοβοῦμαι ὅτι ἡ παρηγορία τῆς ὑπάρξεως τῆς Δευτεροβαθμίου καὶ τῆς Τριτοβαθμίου ἀποφάσεως, εἶναι μία παρηγορία ἐπαρκὴς εἴς τινας μόνον περιπτώσεις. Εἰς τὰς ἄλλας νομίζω ὅτι δικαιολογεῖται ἡ ἀνησυχία τὴν ὁποίαν ἔχει ἐκφράσει ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐγὼ δὲ τὴν συμμερίζομαι.
§53Γ. ΤΡΟΥΛΛΙΝΟΣ. Ἐξετάζετε μίαν ἄποψιν πάρα πολὺ σοβαρὰν καὶ μὲ τὴν πληρότητα μὲ τὴν ὁποίαν συνήθως ἐξετάζετε τὰ θέματά σας. Ἐκεῖ ποὺ θέλω νὰ μοῦ δώσητε μίαν ἐξήγησιν εἶναι τοῦτο: Διατὶ κάμνετε μίαν διάκρισιν εἰς τοὺς φόβους σας διὰ τὴν τύχην τῆς εἰσηγήσεως ἀπὸ μέρους ἑνὸς Συμβούλου Ἐπικρατείας καὶ ἀπὸ μέρους ἑνὸς Ἀρεοπαγίτου Διότι καὶ εἰς τὰς δύο περιπτώσεις εἶναι πιθανὸν ἡ εἰσήγησις νὰ μὴ γίνῃ ἀποδεκτὴ καί, ἑπομένως, νὰ διακυβευθῇ τὸ κῦρος καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸν Σύμβουλον Ἐπικρατείας καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸν Ἀρεοπαγίτην. Διατὶ κάμνετε τὴν διάκρισιν αὐτήν;
§54Α. ΖΑΚΚΑΣ. Μὲ συγχωρῆτε, κύριε Τσάτσο, ἀλλὰ θὰ ἤθελον νὰ σᾶς ἀκούσω ἐξετάζοντα καὶ τὸ θέμα τοῦ πῶς θὰ γίνῃ καλλιτέρα ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου. Διότι, ἕως τώρα, νομίζω, ἐνδιαφέρεσθε νὰ μὴ διακυβευθῇ τὸ κῦρος τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐγὼ ἐνδιαφέρομαι ὅμως, καὶ διὰ τὸ πῶς θὰ γίνῃ καλλιτέρα ἡ ἀπόφασις ἡ ὁποία θὰ ἐκδοθῇ. Αὐτὸ θὰ ἤθελον νὰ ἐξετάσητε καὶ νὰ σᾶς ἀκούσω καὶ ἐγὼ μὲ ὅλην τὴν ἐκτίμησιν τὴν ὁποίαν γνωρίζετε ὅτι σᾶς ἔχω.
§55Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν πρῶτον ἐκ τῶν διακοψάντων κ. κ. συναδέλφων εἶναι ἡ ἑξῆς: Εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ὑπάρχουν οἱ εἰσηγηταί, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν ἕνα βοηθητικὸν προσωπικὸν πολύτιμον διὰ τὸν εἰσηγητὴν Σύμβουλον τῆς Ἐπικρατείας, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ εἶναι βέβαιος ὅτι θὰ ἔχῃ ἐντὸς ταχέως χρόνου, ἐντὸς τῆς τασσομένης παρ’ αὐτοῦ προθεσμίας, πλήρη τὴν νομολογίαν, πλήρη τὴν νομοθεσίαν καὶ μίαν εὐρυτάτην ἀνάλυσιν τῶν θεωρητικῶς ὑποστηριχθεισῶν ἐν προκειμένῳ γνωμῶν. Ἐπὶ πλέον, ἔχει τὴν ἄσκησιν τὴν ὁποίαν ἀπέκτησεν ὡς Πάρεδρος κατὰ μίαν περίοδον τῆς σταδιοδρομίας του καθ’ ἣν δὲν κατεῖχε τὸν βαθμὸν τοῦ Συμβούλου τῆς Ἐπικρατείας καὶ ὅπου ἡ μὴ ἐπικράτησις τῆς ἀπόψεώς του, ἐφ’ ὅσον εἶναι μάλιστα δικαστὴς ἄνευ ψήφου, δὲν ἔχει τὴν σημασίαν τὴν ὁποίαν θὰ εἶχε βραδύτερον. Νομίζω ὅτι οἱ δύο αὐτοὶ παράγοντες, εἶναι οὐσιώδεις, χωρὶς νὰ ἴδωμεν ποσῶς ὅτι εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις ἡ ὕπαρξις τῶν δύο ἀποφάσεων τῆς οὐσίας, τὴν ὁποίαν ἐτόνισεν ὁ κ. Ὑπουργός, εἶναι ἀντίρροπον στοιχεῖον ἀλλὰ δὲν ὑφίσταται πάντοτε.
§56Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὁ εἰσηγητής, κύριε συνάδελφε, τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἔργον κυρίως ἔχει τὴν συγκέντρωσιν τοῦ πραγματικοῦ ὑλικοῦ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίχθη ἡ προσβαλλομένη πρᾶξις, ὡς ἐπίσης καὶ ἡ συγκέντρωσις τῆς νομοθεσίας καὶ λοιπῶν στοιχείων, τῶν ἀπαιτήσεων διὰ τὸν εἰσηγητὴν Σύμβουλον τῆς Ἐπικρατείας. Εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, τοιαύτη ἀνάγκη δὲν ὑφίσταται. Συγκέντρωσις τῆς κειμένης νομοθεσίας δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ ὡς οὖσα ἕτοιμος ἀπὸ τὰ δικαστήρια τῆς οὐσίας. Ἐξ ἄλλου, τὴν νομοθεσίαν ὁ Ἀρεοπαγίτης τὴν γνωρίζει ὡς ἀσκήσας τὰ καθήκοντα τοῦ δικαστοῦ τῆς οὐσίας ἐπὶ 25 ἢ 30 ἔτη. Ὁ Ἀρεοπαγίτης μόνον ἑρμηνείαν θὰ κληθῇ νὰ κάμῃ τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἐφηρμόσθη ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου τῆς οὐσίας. Καὶ ἂν ἔχῃ ἐθισθῆ εἰς τὴν προφορικὴν τῶν ζητημάτων ἀνάπτυξιν, ὁποιοσδήποτε ὡς δικαστὴς τῆς οὐσίας, ἐπὶ μακρὰ ἔτη ἠσχολήθη μὲ τὸν ἔλεγχον τῶν προτάσεων καὶ τῶν ἰσχυρισμῶν τῶν διαδίκων. Ἐπὶ ἔτη ἠσχολήθη νὰ διατυπώνῃ σκέψεις καὶ αἰτιολογίας τῆς ἀποδοχῆς ἢ ἀποκρούσεως προβαλλομένης ἀπὸ τοὺς διαδίκους ἑρμηνείας τοῦ νόμου.
§57Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Φοβοῦμαι, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι οἱ Ἀρεοπαγῖται στεροῦνται τῶν βοηθῶν ποὺ ἔχουν οἱ Σύμβουλοι τῆς Ἐπικρατείας καὶ τῆς ἀναγκαιούσης πείρας, προκειμένου περὶ προφορικῆς συζητήσεως θὰ εὑρεθοῦν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διεξαγάγουν συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι δι’ αὐτοὺς θὰ εἶναι πολλάκις δυσάρεστοι. Ὁ Σύμβουλος τῆς Ἐπικρατείας ἀσκήσας τὰ καθήκοντα τοῦ Παρέδρου, ἔχει συνηθίσει εἰς τὴν προφορικὴν συζήτησιν. Ὁ Ἀρεοπαγίτης δὲν ἔχει τοιαύτην πεῖραν, διότι οὐδέποτε ὡς δικαστὴς τῆς οὐσίας ἔσχε τὴν εὐκαιρίαν προφορικῆς ἀναπτύξεως ὑποθέσεως ἀστικῆς. Νομίζω, ὅτι πιέζομεν τοὺς δικαστὰς νὰ κάμνουν κἄτι, τὸ ὁποῖον δεδικαιολογημένως ἀποφεύγουν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ δεύτερος τῶν διακοψάντων, κ.κ. συναδέλφων, ἔχω νὰ εἴπω τὸ ἑξῆς: Ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης δὲν βελτιοῦται μόνον μὲ τὴν βελτίωσιν τῆς ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου διαδικασίας, οὔτε ἀκόμη μόνον μὲ τὴν βελτίωσιν τῶν διατάξεων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ἐν γένει. Ὑπάρχουν ἄλλα ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν σχέσιν μὲ τὸ θέμα ποὺ συζητοῦμεν. Εἶναι ἐλαττώματα ἂς εἴπωμεν, ἀλλογενῆ.
§58Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἀνεξαρτήτως τῆς ἐκτάσεως, τὴν ὁποίαν θὰ ἠδύνατο νὰ δώσῃ τις εἰς τὸ περιεχόμενον τῆς ἐρωτήσεως τοῦ κ. Ζάκκα, νομίζω, κύριε συνάδελφε, ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ λεχθῇ καὶ τὸ ἑξῆς: Ὅτι, δηλαδή, ἡ εἰσαγωγὴ τῆς εἰσηγήσεως εἰς τὴν ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου διαδικασίαν, ἀσφαλῶς θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν καλλιτέραν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, τοὐλάχιστον εἰς τὴν εἰσαχθεῖσαν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον ὑπόθεσιν.
§59Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Φοβοῦμαι, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι ἡ διάταξις αὐτή, θὰ ἔχῃ τὴν τύχην, τὴν ὁποίαν εἶχε καὶ ἄλλη παρομοία διάταξις τῆς πολιτικῆς δικονομίας. Θὰ εὑρεθῇ τρόπος, δηλαδή, νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἡ διάταξις αὐτή, ὡς τὴν φαντάζεσθε σήμερον.
§60Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζετε, κύριε συνάδελφε, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον ἐκ τῆς ὑπάρξεως εἰσηγήσεως δικαστής τις νὰ προκαταληφθῇ καὶ νὰ ἐπιμένῃ ἐπὶ τῆς ἀπόψεώς του μεταγενεστέρως, εἰς τὸ Συμβούλιον, χωρὶς νὰ πιστεύῃ ἐπὶ τῆς ἀπόψεώς του μεταγενεστέρως εἰς τὸ Συμβούλιον, χωρὶς νὰ πιστεύῃ ἀπόλυτα εἰς αὐτήν;
§61Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὁ θεσμὸς αὐτός, κύριε συνάδελφε, ἔχει καὶ πλεονεκτήματα καὶ μειονεκτήματα. Τὸ κύριον πλεονέκτημα εἶναι ὅτι ἐκ τῆς ὑπάρξεως τῆς εἰσηγήσεως, ἡ συζήτησις δὲν θὰ ἔχῃ πλέον τὴν τάσιν τῆς ἀπεραντολογίας. Ἔχομεν, ὅμως, τὸν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον εἰς τὴν διακοπὴν σας ὀρθότατα ἐτονίσατε. Ὁ κίνδυνος νὰ ἐμμένῃ εἷς δικαστὴς εἰς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν δημοσίᾳ ἐξέφρασεν εἶναι σοβαρός. Ἴσως θὰ ἦτο καλλίτερον ἡ εἰσήγησις νὰ ἐγένετο ἀπὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ συμμετέχῃ μεταγενεστέρως τοῦ Συμβουλίου, ἢ ἀπὸ πρόσωπον μὴ ἔχον ψῆφον. Κύριοι βουλευταί, τὸ τελευταῖον θέμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας εἶναι τὸ θέμα τῆς ἐκδικάσεως τῆς οὐσίας κατὰ τὸ ἄρθρον 24 τοῦ σχεδίου ἀπὸ τὸν Α. Ν. Ὁρίζει τὸ ἄρθρον 24 τοῦ σχεδίου: «.... (ἀναγινώσκει) ....». Εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν ἡ διαφωνία μου εἶναι ἀπόλυτος. Ἡ νοοτροπία μεταξὺ τοῦ δικαστοῦ τῆς οὐσίας καὶ τοῦ ἀκυρωτικοῦ δικαστοῦ καὶ εἶναι καὶ πρέπει νὰ εἶναι διάφορος. Ὁ δικαστὴς ὁ ἀκυρωτικός, δὲν δικάζει τὴν ὑπόθεσιν, δικάζει τὰ θέματα τὰ νομικά, τὰ ὁποῖα ἔκρινεν ἡ ἀπόφασις τοῦ δικαστηρίου τῆς οὐσίας. Ἡ ἀπόφασις εἶναι τὸ πραγματικὸν ἀντικείμενον τῆς ἀκυρωτικῆς δίκης. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ὁ δικαστής, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ κρίνῃ ἀνεπηρέαστος τὰ νομικὰ ζητήματα, καὶ δικαστὴς τῆς οὐσίας. Διότι, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἐπηρεασθῇ εἴτε εἰς τὴν κρίσιν του τὴν τυπικὴν ἀπὸ τὴν οὐσίαν, εἴτε εἰς τὴν κρίσιν του τὴν οὐσιαστικήν, ἀπὸ τὸν τύπον. Εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν ἡ πεῖρα μου, ὅσην ἔχω ἐκ τῆς ἤδη μακρᾶς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ἀσκήσεως τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος μὲ ἀναγκάζει νὰ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὴν ἔκκλησιν νὰ μὴ μεταφέρῃ τὴν διάταξιν αὐτὴν ἐκ τοῦ σχεδίου εἰς τὸ ἰσχῦον Δίκαιον. Εἶναι μία διάταξις ἐπικίνδυνος, διότι ἀφ’ ἧς στιγμῆς οἱ δικασταὶ τοῦ τύπου γίνουν καὶ δικασταὶ τῆς οὐσίας, εἴτε δὲν θὰ ἔχωμεν εἰς τὴν μίαν ὑπόθεσιν δικαστὴν τοῦ τύπου, εἴτε δὲν θὰ ἔχωμεν εἰς τὴν ἄλλην δικαστὴν τῆς οὐσίας. Εἶναι ἀδύνατον τὸ ἕνα στοιχεῖον νὰ μὴ ἐπηρεάζῃ τὸ ἄλλο. Ὑπῆρξε σοφή, κατ’ ἐμέ, ἡ διάκρισις, ὑπῆρξε σοφὸς ὁ διαχωρισμὸς τὸν ὁποῖον αἰώνων πεῖρα καθιέρωσε καὶ πρέπει νὰ ἐμμείνωμεν εἰς αὐτόν. Κύριοι βουλευταί, βεβαίως, δὲν ἐξήντλησα τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα προκύπτουν ἐκ τοῦ ὅλου σχεδίου νόμου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν. Εἶναι ἀπὸ τὰ σημαντικώτερα νομοθετήματα τὰ ὁποῖα συνεζήτησεν ἡ παροῦσα Βουλή. Εἶναι ἀπὸ τὰ σχέδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀπολήξουν εἰς νόμον, ὁ ὁποῖος θὰ ἰσχύσῃ ἐπὶ μακρόν. Δὲν πρόκειται περὶ νομοθετήματος, τοῦ ὁποίου τὰ ἀποτελέσματα εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνατραποῦν τὴν ἑπομένην. Παρόμοιοι νόμοι ψηφίζονται ἅπαξ καὶ ἰσχύουν ἐπὶ μακρόν. Καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπῆρξεν ὁ σεβασμὸς τῶν νόμων αὐτῶν μέγας παρὰ τὸ παρ’ ἡμῖν εὐμετάβλητον τῆς συνθέσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἐπιβάλλεται μακρὰ ἀντικειμενικὴ συζήτησις, συζήτησις θὰ ἔλεγον λεπτομερειακή, ἡ ὁποία πρέπει νὰ εἶναι ἀπηλλαγμένη ἀπὸ οἱανδήποτε προκατάληψιν ὑπὲρ ἢ κατὰ οἱασδήποτε ἀπόψεως, ὥστε τὸ ἔργον μας αὐτὸ νὰ εἶναι πράγματι προϊὸν ἀσκήσεως τοῦ λειτουργήματός μας ἐν πλήρει συνειδήσει τοῦ μεγέθους τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ὑπέχομεν ἐν ὄψει κυρίως τῆς διαρκείας τῆς ἰσχύος παρομοίων διατάξεων. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὀφείλω ἐγὼ ὁ βουλευτὴς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ συγχαρῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, διότι εἶχε τὴν πρωτοβουλίαν τῆς καταθέσεως τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐλπίζω, ὅτι θὰ θελήσῃ νὰ ἀκούσῃ μετὰ τῆς δεούσης προσοχῆς τὰς ὀλίγας παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας διετυπώσαμεν, αἱ ὁποῖαι, νομίζω, ὅτι θὰ ἀποβοῦν χρήσιμοι διὰ τὴν βελτίωσιν τοῦ νομοσχεδίου. (Χειροκροτήματα).
§62Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, εἶναι γνωστὴ ἡ μεγάλη σας πεῖρα καὶ ἡ ἀρτία νομικὴ κατάρτισίς σας καὶ θὰ ἐπεθύμουν νὰ σᾶς ἐρωτήσω, ἐπειδὴ ὡμιλήσατε προηγουμένως περὶ τοῦ τεραστίου ἀριθμοῦ τῶν ὑποθέσεων μὲ τὰς ὁποίας ἐπιβαρύνεται τὸ Ἀνώτατον Ἀκυρωτικόν, ἐὰν ὁ ὑπάρχων σήμερον ἀριθμὸς τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, ἀνερχόμενος εἰς 22, εἶναι στοιχειωδῶς ἐπαρκὴς διὰ τὴν ἐκδίκασιν ὅλων τῶν ὑποθέσεων, αἵτινες ἄγονται ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅταν μάλιστα σκεφθῇ κανεὶς ὅτι τὸ 1877, ὅτε ἱδρύθη ὁ Ἄρειος Πάγος ὁ ἀριθμὸς τῶν Ἀρεοπαγιτῶν ἀνήρχετο εἰς 15.
§63Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὁ ἀριθμὸς τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, εἶναι κατὰ τὴν γνώμην μου, ἀνεπαρκής. Ἀλλὰ θὰ εὑρεθῇ τὸ Σῶμα, ἐὰν ἀποφασίσῃ, τὴν αὔξησίν του, εἰς μίαν ἀντίθεσιν πρὸς τὰ περιθώρια, τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπει τὸ Γενικὸν Λογιστήριον. Καὶ εἶμαι διατεθειμένος, νὰ προχωρήσω εἰς τὴν συζήτησιν, μόνον ἐὰν μείνωμεν ὅλοι σύμφωνοι ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν παρόμοια θέματα οὐσίας, καὶ τὰ ὁποῖα ἀπὸ ἀπόψεως δαπανῶν δὲν θέτουν ἐν κινδύνῳ τὸν Προϋπολογισμόν, νὰ ὁροθετῶνται μὲ τὴν ψυχολογίαν σταγονομέτρου ἀπὸ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον. Ἐὰν εἴμεθα σύμφωνοι εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, νὰ προχωρήσωμεν. Ἄλλως, εἶναι περιττὴ ἡ συζήτησις, διότι τὸ κῦρος τοῦ Σώματος ὑποβιβάζεται, ὅταν ἀπολήγομεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρξουν πέντε νέοι Ἀρεοπαγῖται καὶ ἐν τούτοις, δεχόμεθα τοὺς δύο μόνον, διότι ταῦτα φθέγγεται τὸ Γενικὸν Λογιστήριον. Δὲν θέλω νὰ ὑποτιμήσω καθόλου τὴν ἀποστολὴν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ὡς φραγμοῦ διὰ τὴν δημιουργίαν ὑπερμέτρων δαπανῶν, ἀλλὰ ἡ ἀντίληψις ὅτι καὶ εἰς παρομοίας περιπτώσεις εἶναι ἀνάγκη νὰ τηρῆται τὸ μέτρον τῆς ἐσχάτης ἀκριβείας καὶ νὰ λέγωμεν ὅτι θὰ εἶναι δύο ἢ τρεῖς καὶ ὄχι πέντε οἱ νέοι Ἀρεοπαγῖται, εἶναι κἄτι τὸ ὁποῖον ὑπερβαίνει τὰ ὅρια τῆς πραγματικῆς του κατὰ τὸ Σύνταγμα ἁρμοδιότητος.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐγερθείσης ἀντιρρήσεως διὰ τὴν εἰς μίαν καὶ μόνην συζήτησιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου καὶ ὑπογραφείσης τῆς ἀντιρρήσεως ὑπὸ 20 βουλευτῶν σύμφωνα μὲ τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος, τὸ παρὸν σχέδιον νόμου ὑπόκειται εἰς τὴν τακτικὴν διαδικασίαν. Συνεπῶς, ἡ σημερινὴ συζήτησις εἶναι ἡ αʹ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον συζήτησις. Ὁ κ. Δ. Βρανόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§65Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου. Ἐπιφυλασσόμενος εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν νὰ λάβω τὸν λόγον, εἰσηγοῦμαι τὴν ψήφισιν τούτου κατ’ ἀρχήν.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Τρουλλινός, ἔχει τὸν λόγον.
§67Γ. ΤΡΟΥΛΛΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ ἔχω μίαν λέξιν νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου. Νομίζω, ὅτι εἶναι πολὺ ἐπικίνδυνον νὰ μεταβληθῇ τὸ Ἀνώτατον Δικαστήριον ἀπὸ δικαστήριον ἀκυρωτικὸν εἰς δικαστήριον οὐσίας. Εἶναι ἀδύνατον ἐπίσης ὁ Ἄρειος Πάγος νὰ γίνῃ καὶ Δικαστήριον οὐσίας καὶ τύπου. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ σταθῶμεν εἰς τὰ μέχρι σήμερον ἰσχύοντα καὶ τὸ Ἀνώτατον αὐτὸ δικαστήριον θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ ἀποφαίνεται ὡς ἀκυρωτικὸν δικαστήριον καὶ ὄχι ὡς δικαστήριον οὐσίας. Περαιτέρω δὲν βλέπω καὶ τὴν σκοπιμότητα τὴν ὁποίαν ἐξυπηρετεῖ ἡ προτεινομένη μεταβολή. Νομίζω ἐξ ἑτέρου, ὅτι ἀρκετὴν ἐγγύησιν διὰ τὴν κρίσιν τῆς οὐσίας ἀποτελεῖ ἡ ὕπαρξις δύο δικαστηρίων τῆς οὐσίας, τῶν ὁποίων κατὰ ἔμμεσον τρόπον τὸ κῦρος καὶ ἡ ἐπάρκεια τίθεται ἐν ἀμφιβόλῳ μὲ τὰς προτεινομένας διατάξεις τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ νομοσχεδίου.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Τσουκαλᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§69Α. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἐπιφυλασσόμενος, κύριε Ὑπουργέ, νὰ διατυπώσω καὶ ἐγὼ ὡρισμένας παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν ἄρθρων, θὰ ἤθελον νὰ διατυπώσω μίαν ἄλλην παρατήρησιν γενικῆς φύσεως, ἡ ὁποία νομίζω, ὅτι μᾶλλον συνδέεται μὲ τὸ θέμα τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Τὴν παρατήρησιν αὐτήν, εἶχον ἐκθέσει καὶ ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης, τότε, καὶ ἡ παρατήρησις εἶναι αὕτη. Ὅτι διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, καθιεροῦται μία ριζικὴ δύναταί τις εἰπεῖν μεταβολή, εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν ἀκυρωτικὴν διαδικασίαν. Ἀλλὰ ἡ μεταβολὴ αὕτη, ἐντοπίζεται μόνον ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ὑποθέσεων. Νομίζω, ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ μίαν δυσαρμονίαν, μίαν ἀνωμαλίαν εἰς τὴν ἀκυρωτικὴν διαδικασίαν, διότι, ὡς γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, ἡ ἀκυρωτικὴ διαδικασία εἶναι μία. Ἡ μορφὴ ὑπὸ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ διεξάγεται ἡ συζήτησις ἐνώπιον τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστηρίου καὶ ὀφείλει νὰ εἶναι ἡ αὐτή. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι νοητὸν νὰ ἔχωμεν δύο Ἀρείους Πάγους, ὁ ἕνας ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ὑποθέσεων νὰ δικάζῃ κατὰ τὸν αʹ τρόπον μὲ εἰσηγητὰς ἐκθέτοντας τὰς ἀπόψεις των καὶ ὁ βʹ κατὰ διάφορον τρόπον. Τὰς παρατηρήσεις αὐτάς, διετύπωσα καὶ εἰς τὴν εἰδικὴν Ἐπιτροπὴν τῆς ποινικῆς δικονομίας, τῆς ὁποίας μοῦ ἐκάματε τὴν τιμὴν νὰ μὲ καταστήσητε μέλος, ἀλλὰ ἐκεῖ παρέμεινεν ἐκκρεμὲς τὸ θέμα ὡς εὐνόητον, διότι εἶναι μακρᾶς πνοῆς ἡ συζήτησις. Ἐφ’ ὅσον δὲν πρόκειται νὰ τερματισθῇ ἀπόψε ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἤθελον νὰ θέσω ὑπὸ τὴν κρίσιν σας τὸ θέμα αὐτό, κύριε Ὑπουργέ, νὰ τὸ μελετήσητε, νὰ τὸ σκεφθῆτε καὶ νὰ τὸ γενικεύσωμεν, διότι θὰ ἀποτελέσῃ ἐξαίρεσιν μοναδικὴν εἰς ὅλας τὰς χώρας τοῦ κόσμου, νὰ ὑπάρχουν δύο διάφοροι μορφαὶ ἀκυρωτικῆς διαδικασίας.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Σκορδίλης, ἔχει τὸν λόγον.
§71Ε. ΣΚΟΡΔΙΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελον νὰ ἐξάρω τὴν σπουδαιότητα τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου. Εἰς πολλὰ σημεῖα, συμφωνῶ μὲ τὸν εἰσηγητὴν τῆς μειοψηφίας κ. Θ. Τσάτσον. Θὰ ὑπογραμμίσω δύο σημεῖα, εἰς ἓν τὸ ὁποῖον συντάσσομαι μὲ τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Τσάτσου, καὶ εἰς τὰ ἄλλα δύο, τὰ ὁποῖα διαφωνῶ μὲ αὐτόν. Αὐτό, μὲ τὸ ὁποῖον συμφωνῶ, εἶναι τὸ θέμα τῆς μὴ ἐξετάσεως τῆς οὐσίας ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον. Ὅπως ἐτονίσθη καὶ ἀπὸ τὸν προλαλήσαντα κ. συνάδελφον, δὲν θὰ πρέπει ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει τὸν Ἄρειον Πάγον νὰ τὸν μεταβάλωμεν εἰς δικαστήριον οὐσίας. Ὁ Ἄρειος Πάγος, εἶναι καὶ πρέπει νὰ παραμείνῃ, ἀκυρωτικὸν δικαστήριον. Τὸ δεύτερον σημεῖον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Τσάτσου, εἶναι τὸ θέμα, τὸ ἀφορῶν τὸν θεσμὸν τοῦ εἰσηγητοῦ. Ἐνώπιον τοῦ εἰσηγητοῦ Ἀρεοπαγίτου, θὰ προσαχθῇ τὸ ἀποδεικτικόν, τὸ ὁποῖον ἐπέρασεν, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ἀπὸ τὴν κρισάρα δύο δικαστηρίων ποινικῶν, τὰ ὁποῖα ἐξήτασαν τὴν ὑπόθεσιν μὲ κάθε λεπτομέρειαν, ἐφήρμοσαν τὸν νόμον, ὅπως ἔπρεπε νὰ τὸν ἐφαρμόσουν καὶ νομίζω, ὅτι διευκολύνεται καλλίτερον τὸ ἔργον τοῦ εἰσηγητοῦ, ὅταν ἔχει παράλληλα καὶ τὴν βοήθειαν τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ ὁποῖος καὶ κάμνει ἔν τινι μέτρῳ μέχρι σήμερον, τὴν εἰσήγησιν ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ πρέπει ἰδιαιτέρως νὰ τονισθῇ, εἶναι ὅτι ἐὰν σήμερον παρουσιάζεται φόρτος ἐργασίας ἐνώπιον τοῦ Ἀκυρωτικοῦ Δικαστηρίου, δὲν εἶναι τόσον ὁ ὄγκος τῶν ὑποθέσεων, ὅσον τὸ γεγονός, ὅτι οἱ ὑπηρετοῦντες σήμερον Ἀρεοπαγῖται ἐν πολλοῖς δὲν δύνανται λόγῳ ἡλικίας, νὰ ἐκπληρώσουν τὰ καθήκοντά των. Θὰ μοῦ εἴπητε, ὅτι θὰ πρέπει νὰ τροποποιήσωμεν τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ὁρίζει τὸ ὅριον τῶν 70 ἐτῶν. Δὲν εἶμαι ἐγώ, ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ τὸ ὑποστηρίξω, δεδομένου ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ τὸ πράξῃ. Πάντως, εἶναι γεγονὸς ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ κυριωτέρα αἰτία συνίσταται εἰς αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Ἄλλος ἕνας λόγος τὸν ὁποῖον δὲν ἔχομεν προσέξει μέχρι σήμερον, εἶναι τὸ γεγονός, ὅτι δὲν ἔχομεν προωθήσει τοὺς Πρωτοδίκας. Νομίζω, ὅτι ὑπάρχει διάταξις, ἡ ὁποία δὲν ἐφαρμόζεται, κατὰ τὴν ὁποίαν ὡρισμένους ἐκλεκτοὺς Πρωτοδίκας, οἱ ὁποῖοι δεικνύουν ἐπίδοσιν, θὰ ἔπρεπε τὸ ἁρμόδιον Συμβούλιον νὰ τοὺς προωθήσῃ. Νομίζω, ὅτι ὑπάρχει διάταξις εἰς τὸν Ὀργανισμὸν τῶν Δικαστηρίων, κατὰ τὴν ὁποίαν, Πρωτοδίκης, συμπληρώνων, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, 10ετῆ ὑπηρεσίαν, ἐφ’ ὅσον ἀποδειχθῇ ὅτι ἔχει ὅλα τὰ προσόντα διὰ νὰ προαχθῇ, προάγεται εἰς τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν, θὰ πρέπει ἡ διάταξις αὕτη νὰ ἐφηρμόζεται. Νομίζω, ὅτι αἱ παρατηρήσεις αὗται, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐν καιρῷ νὰ τύχουν τῆς δεούσης ἐφαρμογῆς.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Κρασαδάκης, ἔχει τὸν λόγον.
§73Ν. ΚΡΑΣΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐγὼ τάσσομαι ὑπὲρ τῆς ἀποδοχῆς τοῦ νομοσχεδίου, δι’ οὓς λόγους ἐξέθεσε ὁ ἐξαίρετος συνάδελφος κ. Τσάτσος καὶ δι’ ἄλλον ἀκόμη λόγον, διότι ἕως ὅτου ἔλθῃ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν τὸ νομοσχέδιον καὶ συζητηθῇ βέβαια κατὰ τρόπον ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ κανεὶς ἐκτεταμένον, ὑπέστη τὴν ἐπεξεργασίαν τῆς Συντακτικῆς Ἐπιτροπῆς. Αἱ παρατηρήσεις τὰς ὁποίας ὁ κ. Τσάτσος ἔκαμεν, πράγματι δὲν θὰ μὲ εὕρουν σύμφωνον μόνον εἰς τὸ σημεῖον τῆς εἰσηγήσεως καὶ ἰδίως, διὰ τὴν ἐξέτασιν διαφόρων γνωμῶν, τὰς ὁποίας θέτομεν. Εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἡ ὑπόθεσις ἔχει ἀντίδικον πάντοτε τὸ Δημόσιον. Εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον ἀντιθέτως, ὁ εἰσηγητὴς μαζὶ μὲ τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα εἶναι τεταγμένα νὰ τὸν βοηθοῦν, ἔχει πράγματι ὑποχρέωσιν καὶ καθῆκον, νὰ συλλέξῃ ὑλικόν, τὸ ὁποῖον εἰς τὴν ἀντίστοιχον διαδικασίαν ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὸ καθῆκον αὐτό, τὸ ἐπιτελεῖ πάντοτε ὁ διάδικος. Καὶ ἐκεῖ μέν, εἰς τὴν διαδικασίαν τὴν ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, ὁ εἰσηγητὴς παρουσιάζει τὸν φάκελλον. Δὲν ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν καὶ τὸ καθῆκον ὅπως ἔχει ὁ δικαστὴς προκειμένου περὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου νὰ γνωρίζῃ τὸν νόμον. Διότι προκειμένου περὶ ἀκυρώσεως πράξεως τῆς διοικήσεως, ἥτις διοίκησις, ἔχει ἐκδώσει προηγουμένως ἀποφάσεις ἐγκυκλίους καὶ ἐν συνεχείᾳ δικόγραφα διαδικασίας, τὰ ὁποῖα δὲν ὑποχρεώνουν τὸν εἰσηγητὴν τῆς ὑποθέσεως, νὰ τὰ γνωρίζῃ, αὐτὸ τὸ καθῆκον ἔχει ὁ εἰσηγητής, νὰ τὰ συλλέξῃ, εἰς τὸ ὁποῖον τὸν βοηθεῖ πολὺ ὁ Πάρεδρος. Εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, οἱ διάδικοι ἔχουν τὸ καθῆκον καὶ ὁ δικαστὴς ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ τὸ δίκαιον καὶ ἐφ’ ὅσον τὸ γνωρίζει, ἔχει καθῆκον ἐν συνεχείᾳ νὰ τὸ συνθέσῃ καὶ νὰ πλαισιώσῃ. Ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα οἱ διάδικοι εἰς τὸν αʹ καὶ εἰς τὸν βʹ βαθμὸν ἔχουν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πράγματι ἀποτελεῖ ἐνδοιασμὸν εἶναι, κατὰ πόσον σήμερον ὁ Ἀρεοπαγίτης θὰ εἶναι εἰς θέσιν, εἰς μίαν προφορικὴν συζήτησιν, νὰ εἶναι εἰς τὸ αὐτὸ ὕψος κύρους πρὸ παντός, μὲ τὸν ἀντίστοιχον τοῦ Σώματος αὐτοῦ εἰσηγητὴν σύμβουλον τῆς Ἐπικρατείας, διότι ἡ προφορικὴ συζήτησις, προϋποθέτει πληρότητα γνώσεων καὶ ἐπὶ θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἐκφεύγουν πιθανότατα ἐν πολλοῖς τὴν μορφὴν τοῦ εἰδικοῦ καὶ συγκεκριμένου φακέλλου. Εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τὸ θέμα εἶναι εὐκολώτερον, ἀλλὰ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, τὸ θέμα καθίσταται δυσκολώτερον, διότι εἰς μίαν ἀντιδικίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ διάδικοι θὰ εἶναι ἐνδεχόμενον κατὰ τὴν προφορικὴν συζήτησιν νὰ προβάλουν θέματα, τὰ ὁποῖα δύνανται ἐκ τοῦ νόμου, νὰ προβληθοῦν ἐνδεχομένως, τότε ὁ εἰσηγητὴς δικαστὴς Ἀεροπαγίτης νὰ ἔχῃ εὑρεθῇ κατὰ πάντα ἕτοιμος, ὥστε νὰ ἀνθέξῃ εἰς τὸ κῦρος μιᾶς συζητήσεως ἀνωτάτου βαθμοῦ, ὅπως εἶναι ἡ συζήτησις ἐνώπιον τοῦ Ἀκυρωτικοῦ Δικαστηρίου. Ἡ διαδικασία, κύριοι, τοῦ Ἀρείου Πάγου, κατέστη προσιτὴ πλέον μόνον διὰ τοὺς πλουσίους διαδίκους, καθ’ ὅσον αὕτη ἐγένετο τόσον παλυδάπανος. Τὸ 9)10 τῶν ὑποθέσεων ποὺ ἔχουν ἀνάγκην νὰ προσφύγουν εἰς αὐτόν, δὲν δύνανται νὰ φθάσουν πρὸ αὐτοῦ, λόγῳ τῶν ὑπερόγκων δαπανῶν. Καὶ τὸ ἐλάττωμα τοῦτο δὲν εἶναι ὀργανικόν, διότι ἔχομεν ἐξαιρέτους δικαστὰς καὶ ἰδίως εἰς τὸ Ἀνώτατον αὐτὸ Δικαστήριον. Δυστυχῶς, ὅμως, ὅλαι αἱ ὑποθέσεις τῶν πενεστέρων διαδίκων ἀγωνιοῦν νὰ φθάσουν μέχρι τοῦ Πρωτοδικείου καὶ πρέπει νὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ φθάσουν καὶ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον. Ἐφ’ ὅσον, κύριε Ὑπουργέ, διὰ τοῦ συζητουμένου σχεδίου νόμου, ἀποδεικνύεται, ὅτι ἀποδίδετε σημασίαν εἰς τὴν ὀρθὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, προχωρήσατε ἔτι περαιτέρω καὶ θὰ παράσχητε ὑπηρεσίας εἰς τὴν δοκιμαζομένην κοινωνίαν, ὅταν παράσχητε τὰ μέσα ὥστε καὶ ὁ μέσος διάδικος νὰ δύναται νὰ φθάσῃ μέχρι τοῦ Ἀρείου Πάγου. Θὰ ἀναμείνωμεν νὰ ἴδωμεν συντόμως τοιοῦτον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον καὶ θὰ κοσμήσῃ τὴν σειρὰν τῶν νομοσχεδίων σας.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Καλκάνης, ἔχει τὸν λόγον.
§75Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἐμέ, κύριε Πρόεδρε, δὲν μὲ ξενίζει τὸ ἄρθρον 4, τὸ ὁποῖον μάλιστα θεωρῶ καὶ ἐπιβεβλημένον. Δὲν εἶναι ὀρθὸν τὸ λεχθέν, ὅτι οἱ Ἀρεοπαγῖται δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ κρίνουν ἐπὶ θεμάτων οὐσίας. Οἱ Ἀρεοπαγῖται ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν διετέλεσαν δικασταὶ τῆς οὐσίας καὶ ὡς Πρωτοδίκαι καὶ ὡς Ἐφέται. Τὸ ἄρθρον λέγει τὰ ἑξῆς: «...(Ἀναγινώσκει)...» Ὅτι δηλαδή, ὁ Ἄρειος Πάγος δὲν δύναται νὰ κρίνῃ καὶ τὴν οὐσίαν ὅταν ἡ ὑπόθεσις δὲν ἔχῃ ἀνάγκην περαιτέρω διευκρινίσεως κατὰ τὸ πραγματικὸν αὐτῆς μέρος. Τοῦτο εἶναι κἄτι, τὸ ὁποῖον κατ’ οὐσίαν καὶ σήμερον συμβαίνει. Διότι, καὶ ἤδη ἐπὶ παραβάσεως δικαστικοῦ νόμου ὁ Ἄρειος Πάγος παραπέμπει τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ δεύτερον τμῆμα αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον δικάζει τὴν οὐσίαν. Πάντοτε νόμῳ γίνεται αὐτὸ καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν πρέπει νὰ ξενίζῃ κανένα. Ἐξ ἄλλου ἀπὸ αὐτὸ ἀποδεικνύεται ὅτι οἱ Ἀρεοπαγῖται ἔχουν τὴν ἱκανότητα νὰ δικάζουν καὶ ἐπὶ τῆς οὐσίας. Ἑπομένως, τὸ θέμα εἶναι ἐκκαθαρισμένον. Διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ, ἐπιπροσθέτως, θὰ τερματίζεται καὶ ἡ ἀτελεύτητος διαδικασία τῆς παραπομπῆς εἰς ἄλλο Ἐφετεῖον κ.λ.π., ὁπότε δημιουργεῖται φαῦλος κύκλος πράγματι πίθος Δαναΐδων, καθ’ ὅσον θὰ ὑπάρχῃ πάλιν δικαίωμα ἀναιρέσεως κ.λ.π., ὅτε ταλαιπωροῦνται οἱ διάδικοι ἐπὶ μακρὸν καὶ οἰκονομικῶς ἐξαντλοῦνται. Χάριν, ἑπομένως, τῆς δικαιοσύνης καὶ τῶν διαδίκων, πρέπει τὸ ἄρθρον τοῦτο νὰ γίνῃ δεκτόν. Περαίνων, θὰ ἤθελον νὰ τονίσω, ὅτι ὁ φόρτος τῶν ὑποθέσεων παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ εἶναι τεράστιος καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν Ἀρεοπαγιτῶν μικρός. Συντρέχει ἑπομένως ἀπόλυτος καὶ ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ των διὰ νὰ δύναται τὸ Ἀνώτατον Δικαστήριον νὰ ἐπιτελέσῃ τὴν ἀποστολήν του πλήρως.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Οἰκονομίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§77Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι εἶναι προτιμοτέρα ἡ θαρραλέα διατύπωσις διατάξεως, καθ’ ἣν εἰς ὡρισμένην περίπτωσιν, ὡς εἶναι ἡ περίπτωσις καθ’ ἣν δὲν ἔχει ἀνάγκην περαιτέρω διευκρινίσεως κατὰ τὸ πραγματικὸν αὐτῆς μέρος ἡ ὑπόθεσις, ὁ Ἄρειος Πάγος ἐπιλαμβάνεται τῆς οὐσίας καὶ δικάζει ἀπὸ τὸ μὴ διαμφισβητούμενον γεγονὸς ὅτι πλὴν τοῦ ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος παραπέμπει τὴν ὑπόθεσιν εἰς τμῆμα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος δὲν ἦτο πολλάκις ἀνεπηρέαστος ἀπὸ τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως καὶ δὲν δύναται νὰ λεχθῇ ὅτι κακῶς τοῦτο ἐγένετο.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Τρουλλινός, ἔχει τὸν λόγον.
§79Γ. ΤΡΟΥΛΛΙΝΟΣ. Κατόπιν τῶν ὅσων εἶπεν ὁ κ. Καλκάνης, θὰ ἤθελον, κύριε Πρόεδρε, νὰ προσθέσω ὀλίγα τινὰ εἰς ἀντίκρουσιν. Σήμερον βαδίζομεν πρὸς τὴν ἄποψιν, ὅτι διαδικασία πρέπει νὰ γίνεται ἐνώπιον τοῦ δικάζοντος δικαστοῦ καὶ δι’ αὐτὸ καὶ αἱ ἔνορκοι ἐξετάσεις τῶν μαρτύρων γίνονται ἐνώπιόν του κατὰ τὸ δυνατόν, διότι οὕτω διασφαλίζεται ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ ἀλήθεια. Ἀφοῦ, λοιπόν, ἡ ὀρθὴ αὕτη τάσις ἐπικρατεῖ πῶς εἶναι δυνατὸν σήμερον, νὰ τὴν ἀνατρέψωμεν καὶ νὰ θεσπίσωμεν, ὅτι δικαστήριον μακρὰν τόπου καὶ χρόνου εὑρισκόμενον θὰ δικάζῃ ἐπὶ τῆς οὐσίας, ὅταν μάλιστα τὸ δικαστήριον τοῦτο εὑρίσκεται τόσον ὑψηλὰ ὥστε μοιραίως νὰ εἶναι ἀπομεμακρυσμένον ἀπὸ τὰ πράγματα περισσότερον ἀπὸ τὰ δύο δικαστήρια τῆς οὐσίας. Εἶναι καὶ αὐτὸς εἷς οὐσιώδης λόγος, ὁ ὁποῖος συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς μὴ ἀποδοχῆς τῆς διὰ τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ νομοσχεδίου θεσπιζομένης ἀρχῆς.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔχει τὸν λόγον.
§81Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Νομίζω, ὅτι δύναμαι νὰ συμμερισθῶ τὴν γενικὴν ἱκανοποίησιν τῶν κ.κ. συναδέλφων διὰ τὸν ἀντικειμενικὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον διεξάγεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει πολιτικὰς ἐπιδιώξεις καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἀποβλέπομεν ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον εἰς τὴν ὀρθοτέραν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Καὶ ἐπωφελοῦμαι τῆς εὐκαιρίας νὰ ἐκφράσω τὰς εὐχαριστίας μου πρὸς τὸν ἀξιότιμον εἰσηγητὴν τῆς μειοψηφίας διὰ τὴν μνείαν τὴν ὁποίαν ἔκαμε περὶ τῶν ἀγαθῶν προθέσεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Νομίζω, ὅτι τὸ θέμα ἀξίζει ἰδιαιτέρας προσοχῆς. Εἶναι βέβαιον ὅτι ἡ ὀρθὴ ἀπονομὴ τῆς Δικαιοσύνης γενικώτερον ἐξαρτᾶται βεβαίως ἀπὸ τὴν καλὴν λειτουργίαν τῶν δικαστηρίων τῆς οὐσίας, ἔν τινι μέτρῳ, ὅμως, καὶ ἀπὸ τὰς κατευθύνσεις τὰς ὁποίας τὸ Ἀκυρωτικὸν δίδει εἰς τὴν διαμόρφωσιν τῆς συνομολογίας καὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ δικαίου. Εἰς τὸν τόπον μας ἐφαρμόζεται ἡ Πολιτικὴ Δικονομία τοῦ 1834. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ἀντιβασιλεὺς συνέταξε τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν, ἐγένοντο τεράστιαι μεταβολαὶ εἰς τὰς ἀντιλήψεις, αἱ ὁποῖαι ἐκράτουν τότε περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Εἰς τὴν χώραν μας κατηρτίσθησαν ἑκάστοτε ἐπανειλημμένως Ἐπιτροπαί, συντάξεως σχεδίου Πολιτικῆς Δικονομίας. Ἡ τελευταία Ἐπιτροπὴ ἔχει ἐπεξεργασθῆ ὁλόκληρον περίπου τὴν ὕλην τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ἤδη ἔχει ἐκτυπωθῆ ἀπὸ ἔτους καὶ διενεμήθη εἰς ὅλους τοὺς ἀσχολουμένους μὲ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ δικαίου, τὸ σχέδιον τῆς Συντακτικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, τὸ ὁποῖον ἐξαντλεῖ ὅλην τὴν ὕλην τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ἐξαιρέσει τοῦ τμήματος περὶ ἀναγκαστικῆς ἐκτελέσεως. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαπιστώσω, μετὰ λύπης μου, ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς οὔτε οἱ Δικηγορικοὶ Σύλλογοι, οὔτε τὰ δικαστήρια, εἰς τὰ ὁποῖα ἀπεστάλη τὸ σχέδιον τῆς Συντακτικῆς Ἐπιτροπῆς, ὑπέβαλον παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ σχεδίου τὸ ὁποῖον ἐξετυπώθη διὰ νὰ ὑποστῇ τὴν βάσανον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀσχοληθοῦν εἰς τὸ μέλλον μὲ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ. Ἔπρεπε δὲ νὰ εἶχε προκληθῆ τὸ ἐνδιαφέρον τῶν νομικῶν, διότι τὸ δημοσιευθὲν σχέδιον εἰσάγει βασικὰς καὶ θεμελιώδεις μεταβολὰς εἰς τὸ δικονομικὸν σύστημα. Ἤδη ἡ Συντακτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐπεξεργάζεται καὶ τὸ τελευταῖον τμῆμα, τὸ τῆς ἐκτελέσεως, ἔχω δὲ τὴν πληροφορίαν ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Συντακτικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι ἐντὸς τοῦ μηνὸς θὰ ἐξαντληθῇ καὶ τὸ τμῆμα αὐτό, ὥστε περὶ τὸ τέλος τοῦ ἔτους νὰ ἔχῃ τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης πλῆρες σχέδιον ὅλης τῆς ὕλης τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Θὰ ἐπακολουθήσῃ δὲ ἡ ταχεῖα ἐκτύπωσις καὶ τοῦ τμήματος αὐτοῦ, διὰ νὰ τεθῇ ὑπ’ ὄψει τῶν Δικηγορικῶν καὶ Δικαστικῶν Συλλόγων. Ἐλπίζω, ὅτι ταχέως τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ εἰσηγηθῇ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ κείμενον τῆς νέας Πολιτικῆς Δικονομίας, διὰ νὰ ζητήσῃ τὴν ψῆφον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Βεβαίως τὸ σχέδιον τῆς Συντακτικῆς Ἐπιτροπῆς ἔχει τεθῆ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον καὶ Ἀναθεωρητικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἀποτελεῖται ἀπὸ ἐπιστήμονας ἀσχολουμένους εἰς τὴν πρᾶξιν καὶ τὴν θεωρίαν μὲ θέματα τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ ἐπροχώρησεν ἀρκετὰ εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν τῆς ὕλης, εὑρίσκεται δὲ τώρα εἰς τὸ τέλος τοῦ κεφαλαίου τῆς ἑκουσίας δικαιοδοσίας. Ἀπομένει νὰ ἐπεξεργασθῇ καὶ τὸ κεφάλαιον περὶ διαιτησίας, εἰς τρόπον ὥστε καὶ ἡ Ἀναθεωρητικὴ Ἐπιτροπὴ νὰ εἶναι ἐντὸς ὀλίγου ἑτοίμη νὰ ἀσχοληθῇ μὲ τὸ τελευταῖον, τῆς ἀναγκαστικῆς ἐκτελέσεως. Ἐκ τοῦ σχεδίου τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ἀπεσπάσθη τὸ τμῆμα τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον περὶ τῆς ἀναιρετικῆς διαδικασίας ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου. Δὲν ὑποστηρίζω ὅτι τὸ σχέδιον τοῦτο ἀποτελεῖ πλήρη ἀντιγραφὴν τοῦ σχεδίου τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, διότι ἡ πλήρης ἐφαρμογὴ τοῦ κεφαλαίου τούτου τοῦ σχεδίου τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας προϋποθέτει ἐφαρμογὴν καὶ τῶν λοιπῶν διατάξεων τοῦ σχεδίου καὶ δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἰσχύσουν αἱ διατάξεις αἱ ἀναφερόμεναι εἰς τὴν ἀναιρετικὴν διαδικασίαν ἐν τῷ συνόλῳ ἰδίᾳ μάλιστα ὡς πρὸς τοὺς λόγους τῆς ἀναιρέσεως, χωρὶς προηγουμένως νὰ τεθοῦν εἰς ἐφαρμογὴν καὶ αἱ λοιπαὶ διατάξεις τοῦ σχεδίου τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Παραλλήλως τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης καὶ μέχρι τῆς ἰσχύος τῆς νέας Πολιτικῆς Δικονομίας ἔχει καταρτίσει σχέδιον ἑνοποιήσεως τῶν εἰδικῶν διαδικασιῶν αἱ ὁποῖαι διευκολύνουν τὴν ἐκδίκασιν τῶν ὑποθέσεων αἱ ὁποῖαι καθημερινῶς ἀπασχολοῦν τὸν πολίτην, ἰδίᾳ τὸν μικρὸν ἀστὸν καὶ τὸν ἀγρότην, εἰς τὰς καθ’ ἡμέραν σχέσεις. Τὸ σχέδιον τοῦτο τῆς ἑνοποιήσεως τῶν εἰδικῶν διαδικασιῶν ὑπέστη καὶ αὐτὸ τὴν ἐπεξεργασίαν καὶ τὸν ἔλεγχον τῆς Συντακτικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας καὶ εὑρίσκεται σήμερον εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργῶν. Ἡ ἀπόσπασις τοῦ περὶ ἀναιρέσεως τμήματος ἐκ τοῦ σχεδίου τῆς νέας Δικονομίας καὶ ἡ ἐπιψήφισις αὐτοῦ πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς νέας Δικονομίας, συνεστήθη καὶ ὑπὸ τῆς Συντακτικῆς Ἐπιτροπῆς. Πλὴν τοῦ ὅτι τὸ σχετικὸν τμῆμα τοῦ σχεδίου θὰ ὑποστῇ τὸν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς ἔλεγχον μέχρι τῆς εἰσαγωγῆς εἰς τὴν Βουλὴν ὁλοκλήρου τοῦ σχεδίου τῆς νέας Δικονομίας πρόκειται εὐθὺς ἀμέσως νὰ ἀσκήσῃ ἐνεργητικὴν ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης γενικῶς. Καὶ τοῦτο διότι αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν τέμνουν μόνον τὰς κρινομένας διαφορὰς ἀλλ’ ἐπὶ πλέον ἀποτελοῦν τὸν ὁδηγὸν τῶν δικαστηρίων τῆς οὐσίας εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων καὶ τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ σπουδαιοτέρα ἀποστολὴ τοῦ ἀκυρωτικοῦ εἰς πᾶσαν χώραν. Δὲν χρειάζεται δὲ ἀνάπτυξιν τὸ ἀναμφισβήτητον γεγονὸς τῆς σπουδαίας ἐπιδράσεως τοῦ ἀκυρωτικοῦ ἐπὶ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Αὐτὸς ὑπῆρξεν εἷς ἐκ τῶν λόγων διὰ τοὺς ὁποίους ἐκρίθη ἐπιβεβλημένη ἡ ἄμεσος ψήφισις τοῦ κεφαλαίου, τῆς ἀναιρετικῆς διαδικασίας. Πρέπει νὰ προστεθῇ ὅτι τὸ νέον σύστημα τῆς ἀναιρετικῆς διαδικασίας δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀπροσκόπτως ὑπὸ τὴν ὑπάρχουσαν διάρθρωσιν τῆς δικαιοσύνης καὶ μὲ τὴν ὑφισταμένην ὀργάνωσιν. Ἀντιθέτως, ἡ ἐφαρμογὴ τῆς νέας Δικονομίας εἰς τὴν κατὰ πρῶτον βαθμὸν διάγνωσιν τῶν ὑποθέσεων προϋποθέτει σημαντικὰς μεταβολάς, αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν καὶ τῆς Γραμματείας, ἰδίᾳ μάλιστα κατὰ τὴν πρώτην περίοδον τῆς ἐφαρμογῆς, ἐξασφάλισιν περισσοτέρων ἀκροατηρίων καὶ γραφείων, διὰ τὴν κατ’ ἰδίαν ἐργασίαν ἑκάστου δικαστοῦ, ὁ ὁποῖος καλεῖται νὰ ἐπεξεργασθῇ ἐν τῷ συνόλῳ τὴν διαφορὰν κατὰ τὸ πραγματικὸν καὶ τὸ νομικὸν αὐτῆς μέρος. Τὸ συζητούμενον νῦν νομοσχέδιον εἰσάγει βασικὰς μεταβολὰς εἰς τὴν ἀναιρετικὴν διαδικασίαν. Εἶναι γνωστὴ ἡ διαδικασία ἡ ὁποία ἀκολουθεῖται σήμερον ἐνώπιον τοῦ ἀκυρωτικοῦ καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ τονισθῇ ἡ τυπικολατρεία ἡ ὁποία διέπει τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν τοῦ 1834. Κατὰ τὰς διατάξεις αὐτὰς οἱ λόγοι ἀναιρέσεως δύνανται νὰ διαχωρισθῶσιν εἰς δύο ὁμάδας. Εἰς τὰς δικονομικὰς παραβάσεις καὶ εἰς τὰς παραβάσεις τοῦ οὐσιαστικοῦ νόμου. Καὶ διὰ μὲν τὰς παραβάσεις τοῦ οὐσιαστικοῦ νόμου, μετὰ τὴν ἀναιρετικὴν ἀπόφασιν τοῦ πρώτου τμήματος τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἡ ὑπόθεσις εἰσάγεται εἰς τὸ Βʹ τμῆμα τὸ ὁποῖον κρίνει καὶ τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως. Μόνον ἐὰν τοῦτο διαφωνήσῃ ἐπὶ τῆς νομικῆς λύσεως τὴν ὁποίαν ἔδωσε τὸ Αʹ τμῆμα, τότε ἡ ὑπόθεσις παραπέμπεται εἰς τὴν Ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἡ ὁποία λύει τὴν διαφορὰν ἐπὶ τοῦ νομικοῦ θέματος καὶ ἀναπέμπει τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ Βʹ τμῆμα, τὸ ὁποῖον δεσμεύεται ἐκ τῆς ἀποφάσεως τῆς Ὁλομελείας ἐπὶ τοῦ νομικοῦ θέματος, καὶ δικάζει τὴν ὑπόθεσιν κατ’ οὐσίαν. Ἀντιθέτως, ἐπὶ δικονομικῶν παραβάσεων ἡ ὑπόθεσις παραπέμπεται καὶ πάλιν εἰς τὰ δικαστήρια τῆς οὐσίας καὶ οὕτω ἀποδεικνύεται κατὰ τίνα τρόπον ὁ νομοθέτης τοῦ 1834, ὅτι δίδει μεγαλυτέραν σημασίαν εἰς τὰς παραβάσεις τῶν τύπων. Δὲν λέγω, ὅτι τὰ δικαστήρια εἶναι δυνατὸν νὰ δικάζουν χωρὶς δικονομίαν ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι δικαιολογεῖται ἡ προνομιακὴ αὐτὴ μεταχείρισις τῶν λόγων ἀναιρέσεως, τῶν ἀναφερομένων εἰς τὴν παράβασιν τῶν δικονομικῶν τύπων, διότι μόνον ἐπὶ δικονομικῶν παραβάσεων ἡ ὑπόθεσις παραπέμπεται εἰς τὸ δικαστήριον τῆς οὐσίας. Ἡ νέα ἀπόφασις εἶναι δυνατὸν νὰ προσβληθῇ ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ πάλιν. Καὶ ἐὰν μὲν ἡ νεωτέρα ἀπόφασις προσβληθῇ διὰ τὸν αὐτὸν νομικὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἀνῃρέθη ἡ πρώτη ἀπόφασις, ἡ ὑπόθεσις θὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐὰν ὅμως ἡ ἀπόφασις τοῦ κατὰ παραπομπὴν ἑκάστοτε δικαστηρίου προσβληθῇ δι’ ἄλλον λόγον, ἡ αἴτησις ἀναιρέσεως θὰ εἰσαχθῇ καὶ πάλιν εἰς τὸ πρῶτον τμῆμα ὁπότε, δυνατὸν νὰ ἔχωμεν καὶ πάλιν ἀπόφασιν ἀναιρετικὴν διὰ δικονομικὰς παραβάσεις καὶ νέαν παραπομπὴν εἰς τὸ δικαστήριον τῆς οὐσίας, ἢ ἀναίρεσιν διὰ παράβασιν οὐσιαστικοῦ νόμου, ὁπότε θὰ ἔχωμεν παραπομπὴν εἰς τὸ Βʹ τμῆμα μὲ ἐνδεχόμενον διαφωνίας καὶ παραπομπὴν εἰς τὴν Ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Εἶναι δυνατόν, ἑπομένως, θεωρητικῶς, ἔχει ἐμφανισθῆ δὲ τοῦτο καὶ εἰς τὴν πρᾶξιν, εἶναι δυνατὸν ἡ αὐτὴ ὑπόθεσις νὰ φθάσῃ δὶς καὶ τρὶς στὸν Ἄρειον Πάγον καὶ ὁ διάδικος νὰ ταλαιπωρῆται κατὰ τρόπον ἐντελῶς ἀπαράδεκτον ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας, διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ ἐπὶ τέλους τὴν ἔκδοσιν μιᾶς ἀποφάσεως, ἡ ὁποία νὰ ἀπαντᾷ εἰς τὸ αἴτημά του, διὰ τὴν δικαίωσιν τοῦ ὁποίου ἤσκησε τὴν ἀγωγήν. Αὐτὸς ἦτο ὁ σημαντικώτερος λόγος, ὁ ὁποῖος ἐνέπνευσεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν σκέψιν τῆς ἀναθέσεως τῆς διαδικασίας τῆς οὐσίας εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον. Εἶπεν προηγουμένως, εὐστόχως, ὁ κ. Καλκάνης, ὅτι ἤδη ὁ Ἄρειος Πάγος δικάζει ἐπὶ τῆς οὐσίας. Βεβαίως, ὁ Ἄρειος Πάγος δικάζει ἐπὶ τῆς οὐσίας, ἀναιρῶν οἱανδήποτε ἀπόφασιν Ἐφετείου ἢ Πρωτοδικείου, διὰ παράβασιν οὐσιαστικοῦ νόμου. Κρίνει, ἐπὶ πλέον ὅμως, ὁ Ἄρειος Πάγος καὶ τὴν οὐσίαν ἐπὶ σημαντικῶν διαφορῶν καὶ μάλιστα ἀνεξαρτήτως τοῦ λόγου τῆς ἀναιρέσεως τῆς ἀποφάσεως τοῦ δικαστηρίου τῆς οὐσίας. Τοῦτο συμβαίνει ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἐπὶ ἀναιρέσεως ἀποφάσεως ἐκδοθείσης κατὰ τὴν διαδικασίαν τοῦ νόμου ΒΧΗʹ. Θὰ κρίνῃ καὶ ἐπὶ τῆς οὐσίας, ἐφ’ ὅσον βεβαίως, τὸ πραγματικὸν μέρος τῆς ὑποθέσεως εἶναι διηυκρινισμένον καὶ δὲν χρήζει περαιτέρω ἐξετάσεως. Δηλαδὴ ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν μέγα μέρος τῶν πολιτῶν, κρίνονται κατ’ οὐσίαν ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον. Ὅλαι αἱ διαφοραὶ τῆς ἐργατικῆς νομοθεσίας κρίνονται κατ’ οὐσίαν ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον. Αἱ ἀποφάσεις τῆς ἐργατικῆς νομοθεσίας δὲν ἀναπέμπονται εἰς τὰ δικαστήρια τῆς οὐσίας μετὰ τὴν ἀναίρεσιν τῆς ἀποφάσεως, ἀλλὰ κρίνονται κατ’ οὐσίαν ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον. Καὶ ὁλόκληρος ὁ θεσμὸς τῆς ἀνατροπῆς τῶν ἀγοραπωλησιῶν τῆς κατοχῆς, βάσει τοῦ Α. Ν. 1323 ἐκρίθη κατ’ οὐσίαν ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον, διότι αἱ ὑποθέσεις ἐξεδικάσθησαν κατὰ τὴν διαδικασίαν τοῦ ΒΧΗʹ νόμου. Ὁ Ἄρειος Πάγος εἰς πάσας τὰς περιπτώσεις ταύτας καὶ ἀνεξαρτήτως τοῦ λόγου τῆς ἀναιρέσεως τῆς ἀποφάσεως καλεῖται νὰ κρίνῃ κατ’ οὐσίαν. Δὲν εἶναι, λοιπόν, ἄγνωστος εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον ἡ κρίσις ἐπὶ τῆς οὐσίας. Καὶ ὅσα ἐξετέθησαν προηγουμένως περὶ τῶν ταλαιπωριῶν, τὰς ὁποίας συνεπάγεται ἡ σημερινὴ διαδικασία μὲ τὴν ἐνδεχομένην ἀλλεπάλληλον ἀναπομπὴν τῆς ὑποθέσεως εἴτε εἰς τὴν Ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου, εἴτε εἰς τὰ δικαστήρια τῆς οὐσίας νομίζω, ὅτι δικαιολογοῦν τὴν σκέψιν τῆς Ἐπιτροπῆς περὶ τῆς ἀναθέσεως τῆς ἐκδικάσεως τῆς οὐσίας εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον. Ὑπάρχει ἐπὶ πλέον τὸ παράδειγμα τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον κρίνει καὶ αὐτὸ ἐπὶ τῆς οὐσίας ἐπὶ ἀναιρέσεως ἀποφάσεως διοικητικῶν δικαστηρίων. Τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας μετὰ τὴν ἀναίρεσιν οἱασδήποτε ἀποφάσεως διοικητικοῦ δικαστηρίου, κρίνει ἐπὶ τῆς οὐσίας, ἐφ’ ὅσον τὸ πραγματικὸν μέρος εἶναι πλήρως διηυκρινισμένον καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην παραπομπῆς εἰς τὸ δικαστήριον τὸ ὁποῖον ἐξέδωσε τὴν ἀναιρεθεῖσαν ἀπόφασιν. Αὐτὴ εἶναι μία οὐσιώδης μεταβολή, τὴν ὁποίαν συνεπάγεται τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχει τεθῆ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Θὰ ἤθελον εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο νὰ δώσω ἀπάντησιν εἰς τὸ λεχθὲν ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Ρεθύμνης, ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν ὁ δικαστής, ὁ ὁποῖος διεξαγάγει τὰς ἀποδείξεις νὰ κρίνῃ ἐπὶ τῆς οὐσίας. Βεβαίως, διὰ τὴν διάγνωσιν τῆς οὐσίας ἔχει ἀξίαν, ἐὰν θὰ ἦτο δυνατὸν ὁ ἴδιος δικαστὴς νὰ διεξαγάγῃ τὰς ἀποδείξεις, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων θὰ ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασίν του. Εἰς τὸν πρῶτον βαθμὸν βεβαίως, πρέπει καὶ δύναται νὰ ἐπιδιωχθῇ τοῦτο. Δὲν εἶναι νοητὸν ὅμως μετὰ τὸν πρῶτον βαθμόν. Διότι κατὰ κανόνα εἰς τὸν πρῶτον βαθμὸν γίνεται ἡ συγκέντρωσις τοῦ ὑλικοῦ ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ κρίνουν τὰ δικαστήρια. Ὅταν ἡ ἀπόφασις φύγῃ ἀπὸ τὸν πρῶτον βαθμὸν καὶ φθάνῃ εἰς τὸ Ἐφετεῖον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀξιώσῃ τις ἑνότητα εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἀποδείξεων καὶ τὴν διάγνωσιν τῆς οὐσίας διότι τὸ Ἐφετεῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιλάβῃ εἰς τὰ μέλη του τὸν εἰσηγητὴν τῆς ὑποθέσεως, ὁ ὁποῖος διεξήγαγε τὰς ἀποδείξεις εἰς τὸν πρῶτον βαθμόν. Καὶ κατ’ ἀνάγκην θὰ ἀπομακρυνθῶμεν τῆς ἀρχῆς αὐτῆς. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπίσης, νὰ ἀξιώσωμεν εἰς τὴν τελικὴν κρίσιν τῆς ὑποθέσεως συμμετοχὴν τοῦ δικαστοῦ, ὁ ὁποῖος διεξήγαγε τὰς ἀποδείξεις ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ μέρους τῆς ὑποθέσεως. Ἡ ἑτέρα βασικὴ καινοτομία, τὴν ὁποίαν εἰσάγει εἰς τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἡ καθιέρωσις τῆς γραπτῆς εἰσηγήσεως. Εἰς τὴν οὐσίαν δὲν πρόκειται περὶ νέου θεσμοῦ. Ἡ ἰσχύουσα δικονομία τοῦ 1834 ὁρίζει, ὅτι ἡ συζήτησις εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἀναγνώσεως τῆς ἐκθέσεως τοῦ Εἰσηγητοῦ. Εἰς τὴν πρᾶξιν ἡ διάταξις ἠτόνισε καὶ δὲν ἐφαρμόζεται.
§82Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Δὲν ἠτόνισεν.
§83Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἡ διάταξις αὐτὴ ἠτόνισεν εἰς τὴν πρᾶξιν καὶ σήμερον ἔχει ἀπομείνει ὁ τύπος. Ὁ Πρόεδρος τοῦ δικαστηρίου μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τῶν ὀνομάτων τῶν διαδίκων ἐκ τοῦ πινακίου ὁρίζει τὸν εἰσηγητὴν, ὁ ὁποῖος περιορίζεται νὰ ἀναγνώσῃ ἐκ τοῦ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐγχειριζομένου δικογράφου τὰ ὀνόματα ἀναιρεσίοντος καὶ ἀναιρεσιβλήτου καὶ νὰ προσθέσῃ ὅτι προσβάλλεται ἡ ἀπόφασις τοῦ ἐκδόντος ταύτην δικαστηρίου, «διὰ τοὺς ἐν τῷ ἀναιρετηρίῳ λόγους». Ἐκεῖ κατήντησεν ἡ εἰσήγησις τὴν ὁποίαν εἶχεν καθιερώσει ἡ δικονομία τοῦ 1834. Οὔτε λόγους ἀναιρέσεως ἀναφέρει, οὔτε τὸ πραγματικὸν μέρος τῆς ὑποθέσεως ἐπὶ τῆς ὁποίας κρίνει, ὑπενθυμίζει εἰς τὸ δικαστήριον. Νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις περὶ ἐγγράφου καταθέσεως εἰσηγήσεως θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ὀρθοτέραν ἀπονομὴν τοῦ δικαίου. Ἡ ὕπαρξις γραπτῆς εἰσηγήσεως θὰ κατευθύνῃ τὴν συζήτησιν εἰς τὰ οὐσιώδη θέματα τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐνδιαφέρουν καὶ νὰ ἀπασχολήσουν τὸν δικαστὴν εἰς τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως καὶ θὰ ἀποκλείσῃ ἀπεραντολογίαν καὶ ἐκτροπὴν τῆς συζητήσεως εἰς θέματα ἄσχετα μὲ τὸ κύριον ἀντικείμενον τῆς ὑποθέσεως. Τὴν ἀνάγκην τῆς ὑπάρξεως εἰσηγήσεως ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἑλληνικῆς πραγματικότητος ἑκάστοτε ἔχουν ὅλοι διαπιστώσει. Περιορίζομαι νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τοὺς δικηγοροῦντας καὶ τοὺς ἀσχολουμένους μὲ τὰ νομικά, ὅτι ὁ ἀείμνηστος Εἰσαγγελεὺς Γιδόπουλος μὲ λίαν ἔντονον φρασεολογίαν εἶχεν ἄλλοτε ὑποστηρίξει τὴν ἀνάγκην τῆς καθιερώσεως τῆς γραπτῆς εἰσηγήσεως, ἡ ὁποία, ὅπως ἔλεγε, θὰ συντελέσῃ τὰ μέγιστα εἰς τὴν ὀρθοτέραν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Διότι πράγματι οἱ δικηγόροι οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ὑπερασπίσουν τὰ ἀντικρουόμενα συμφέροντα ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ θὰ ὑποστηρίξουν τὴν κύρωσιν ἢ ἀναίρεσιν τῆς ἀποφάσεως τῆς προσβληθείσης εὐχερέστερον θὰ ἀναπτύξουν τὰ ἐπιχειρήματα αὐτῶν καὶ θὰ βοηθήσουν εἰς τὴν ὀρθὴν ἐκτίμησιν τῆς ὑποθέσεως καὶ εἰς τὴν ὀρθὴν κρίσιν τοῦ δικαστηρίου, ὅταν γνωρίζουν ἐκ τῶν προτέρων τὰ θέματα τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἀπασχολήσουν τὸ δικαστήριον καὶ τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν ἔλαβεν εἷς ἐκ τῶν δικαστῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ εἰσηγητὴς τῆς ὑποθέσεως. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητηθῇ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ὕπαρξις εἰσηγητοῦ, ἡ ἀνάγνωσις τῆς εἰσηγήσεως, ἡ ἀπάντησις τῶν δικηγόρων ἐπὶ τῆς εἰσηγήσεως, θὰ συντελέσουν εἰς τὴν ὀρθοτέραν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης καὶ εἰς τὴν καλυτέραν ἀπονομὴν τῶν νόμων. Νομίζω, ὅτι αὐτὸ εἶναι αὐταπόδεικτον καὶ δὲν χρῄζει περαιτέρω ἀναπτύξεως. Διετυπώθη ἡ μομφή, καὶ εἰς αὐτὸ θέλω νὰ ἀπαντήσω, διότι εἰς αὐτὸ ἔγκειται ἡ διαφωνία τῶν κ.κ. συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἀντιτίθενται εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τῆς διατάξεως ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ μειωθῇ τὸ κῦρος τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστηρίου, ὅταν ὁ εἰσηγητὴς θὰ ἐκφράσῃ ἄποψιν ἡ ὁποία δὲν θὰ ἐπικρατήσῃ εἰς τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως. Νομίζω ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι ἀσύνηθες εἰς τὰ δικαστήρια. Ὑπάρχει εἰς πολλὰς ἀποφάσεις, ἀνεξαρτήτως ἐὰν δὲν διατυπώνεται διαφωνία, ἡ ὁποία πολλάκις ὀφείλεται εἰς τὸν εἰσηγητὴν τῆς ὑποθέσεως. Αὐτὸ θὰ γίνεται πλέον προφορικῶς εἰς τὸ ἀκροατήριον. Οἱ ἀπασχολούμενοι μὲ τὴν δικηγορίαν γνωρίζουν ὅτι ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις αἱ ὁποῖαι κινοῦνται εἰς θέματα τὰ ὁποῖα βεβαίως πρέπει νὰ περιλαμβάνωνται εἰς τοὺς λόγους τῆς ἀναιρέσεως, ἀλλὰ οἱ ὁποῖοι δὲν δίδουν λύσιν καὶ ἐμφανίζουν ἀπόψεις αἱ ὁποῖαι δὲν διετυπώθησαν καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν ἀπησχόλησαν καθόλου, οὔτε τὸν εἰσηγητήν, ὁ ὁποῖος ἀνέπτυξε τὴν ὑπόθεσιν, οὔτε τοὺς διαδίκους οἱ ὁποῖοι ἠσχολήθησαν μὲ τὴν ὑπόθεσιν. Καθ’ ἡμέραν εἰς τὰ δικαστήρια καὶ εἰς τὰ συμβούλια διατυποῦνται μειοψηφίαι. Εἶναι γεγονὸς μάλιστα, ὅτι οἱ διατυποῦντες τὴν μειοψηφίαν, ἐπιμένουν εἰς τὴν ἀναγραφὴν τῆς διαφωνίας των. Καὶ οὐδεὶς ποτὲ ἐθεώρησεν ἑαυτὸν μειωμένον διότι εὑρέθη μειοψηφῶν. Ἀλλ’ οὔτε καὶ οἱ ἀσχολούμενοι εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, ἠρνήθησαν τὴν ὀφειλομένην τιμήν, εἰς τὸν ἄξιον δικαστὴν διότι ἐμειοψήφισεν, εἰς τὴν ἔκδοσιν οἱασδήποτε ἀποφάσεως. Ἡ διαφωνία δὲν συνιστᾷ ἀδυναμίαν. Ἀντιθέτως ἐκδηλώνει ἐρευνητικὴν διάθεσιν καὶ ἀνεξαρτησίαν σκέψεως καὶ κρίσεως. Δὲν θίγεται, ἑπομένως, τὸ κῦρος τοῦ δικαστοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ ἄποψις δὲν θὰ ἐπικρατήσῃ εἰς τὸ δικαστήριον, ὅπως δὲν θίγεται καὶ ὁ Εἰσαγγελεύς, τοῦ ὁποίου καθημερινῶς τὰ Ποινικὰ Δικαστήρια δὲν ἀποδέχονται τὴν πρότασιν, ὅπως δὲν θίγεται καὶ τοῦ εἰσηγητοῦ Παρέδρου, εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τοῦ ὁποίου τὴν ἐπ’ ἀκροατηρίῳ ἀναγινωσκομένην εἰσήγησιν δὲν ἀποδέχεται τὸ δικαστήριον καὶ ὁ ὁποῖος συχνά, μετὰ τὴν εἰσήγησίν του, δὲν ἀποκλείεται νὰ ὑπαναχωρήσῃ διὰ νὰ προσχωρήσῃ εἰς τὴν ἀντίθετον ἄποψιν. Ἐλέχθη ὅτι ἡ ὕπαρξις γραπτῆς εἰσηγήσεως εἰς τὴν διαδικασίαν τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας διευκολύνεται διότι τὸν εἰσηγητὴν τῆς ὑποθέσεως θὰ βοηθήσῃ ὁ εἰσηγητής, ὁ ἐπὶ βαθμῷ εἰσηγητοῦ ὑπηρετῶν εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας, ὁ ὁποῖος θὰ παρασκευάσῃ τὴν ὑπόθεσιν.
§84Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὁ ἕνας εἶναι εἰσηγούμενος, ὁ ἄλλος εἶναι εἰσηγητής.
§85Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Μάλιστα, ὁ εἷς εἰσηγεῖται ἐνῷ ὁ ἄλλος ἔχει βαθμὸν εἰσηγητοῦ.
§86Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Σᾶς διευκολύνω λεκτικῶς.
§87Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Εὐχαριστῶ πολύ. Ἀντιθέτως, εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, δὲν ὑπάρχει ὁ βοηθός, ὁ ὁποῖος θὰ διευκολύνῃ τὸν εἰσηγούμενον Ἀπήντησα προηγουμένως, ὅταν ὡμίλει ὁ ἀξιότιμος κ. Θ. Τσάτσος, ὅτι εἰς τὴν διαδικασίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν εἶναι ἀναγκαία ἡ ὕπαρξις τοῦ εἰσηγητοῦ, βοηθοῦ τοῦ εἰσηγουμένου, διότι ἡ ὑπόθεσις ἔχει πλήρως διευκρινισθῆ διὰ τῆς ἐκδόσεως δύο δικαστικῶν ἀποφάσεων πολυμελῶν, ὡς ἐτονίσθη, δικαστηρίων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχουν διευκρινίσει πλήρως τὴν ὑπόθεσιν, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἦσαν ἐνήμερα τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, αἱ ὁποῖαι διέπουν τὴν σχέσιν ἀφ’ ἧς ἡ προσβαλλομένη ἀπόφασις. Ἀντιθέτως εἰς τὴν διαδικασίαν τὴν ἀκυρωτικὴν ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ὑπάγεται ἡ ὑπόθεσις ἡ διοικητική, ὅπως ἐξεδόθη ἀπὸ τὸ διοικητικὸν ὄργανον, χωρὶς νὰ ἔχῃ προηγηθῆ ἐπεξεργασία τις, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἐκδοθῆ πολλάκις ἡ πρᾶξις τῆς διοικήσεως, μὲ τὴν γνώμην οἱουδήποτε Συμβουλίου. Ἐκεῖ εἶναι δικαιολογημένη ἡ διευκόλυνσις τοῦ ἔργου τοῦ εἰσηγουμένου Ἐπὶ πλέον πρέπει νὰ δεχθῶμεν, ὅτι ἡ ὕλη, ἐπὶ τῆς ὁποίας πρόκειται νὰ δικάσῃ ὁ δικαστὴς τοῦ ἀκυρωτικοῦ, ὁ Ἀρεοπαγίτης, εἶναι ὕλη παραδεδομένη εἰς τοὺς διαφόρους Κώδικας, τοὺς ὁποίους, ἐὰν δὲν ἔχῃ δικαίωμα νὰ ἀγνοῇ ὁ τελευταῖος πολίτης, πολὺ περισσότερον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγνοῇ ὁ Ἀρεοπαγίτης. Ἀντιθέτως ἡ νομοθεσία, ἡ διοικητική, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ βασισθῇ ἡ ἔκδοσις μιᾶς πράξεως τῆς διοικήσεως καὶ ἐπὶ τοῦ κύρους τῆς ὁποίας θὰ κληθῇ ἐν συνεχείᾳ νὰ ἀποφανθῇ τὸ διοικητικὸν δικαστήριον, εἶναι νομοθεσία, καθημερινῶς μεταβαλλομένη καὶ ἡ ὁποία διακρίνεται διὰ τὴν ἀστάθειαν, ἡ ὁποία τὴν διέπει. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι θὰ ἦτο πάρα πολὺ νὰ ἀξιώσωμεν τὴν καθιέρωσιν καὶ ἑνὸς βοηθοῦ εἰσηγητοῦ πλησίον τοῦ εἰσηγουμένου τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον. Πρέπει νὰ καταστήσω γνωστὸν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν ὅτι ἡ Ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου εἶναι ἀντίθετος πρὸς ἀμφοτέρας τὰς ἀρχὰς αὐτάς, — καὶ πρὸς τὴν κατάθεσιν ἐγγράφου εἰσηγήσεως καὶ τὴν ἀνάπτυξιν αὐτῆς ὑπὸ τοῦ εἰσηγητοῦ καὶ πρὸς τὴν ἐκδίκασιν τῆς οὐσίας ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον.
§88Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Μοῦ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν; Ὑπάρχει ἡ ἄποψις διὰ τὸ θέμα τῆς εἰσηγήσεως, ὅτι εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον ὑπάρχει Εἰσαγγελία, ἡ ὁποία ἐρευνᾷ καὶ εἰσηγεῖται τὴν λύσιν τῶν νομικῶν θεμάτων, ἐνῷ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας δὲν ὑπάρχει ὁ θεσμὸς τοῦ Εἰσαγγελέως. Ἔχει, λοιπόν, βασιμότητα ὁ ἰσχυρισμός, ὅτι εἶναι ματαία ἡ εἰσήγησις μετέχοντος τοῦ Εἰσαγγελέως εἰς τὴν σύνθεσιν τοῦ δικαστηρίου. Ἡ ἄποψις αὐτὴ ὑποστηρίζεται ὑπὸ τῶν πλέον ἁρμοδίων νομικῶν κύκλων καὶ ὑπεστηρίχθη σοβαρῶς εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν κατὰ τὴν ἐπεξεργασίαν τοῦ νομοσχεδίου.
§89Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Καὶ εἰς ἐμὲ μένει ἕνα ἐρώτημα, ποίαν ἔννοιαν θὰ ἔχῃ ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐφ’ ὅσον θὰ ὑπάρχῃ εἰσηγητὴς ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως.
§90Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἔλεγον, προηγουμένως, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν χρειάζεται βοηθὸς εἰσηγητὴς τοῦ εἰσηγουμένου τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, ὅτι αἱ ὑποθέσεις αὐταὶ ἔχουν πλήρως καὶ ἀπολύτως διευκρινισθῆ, ἀπὸ δύο δικαστήρια τῆς οὐσίας, καί, ἔτι πλέον, ἔχουν κατατεθῆ καὶ αἱ προτάσεις τῶν διαδίκων ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, αἱ ὁποῖαι ἀπαντοῦν ἢ ὑποστηρίζουν τοὺς λόγους τῆς ἀναιρέσεως καί, κατὰ συνέπειαν, ὁ εἰσηγητὴς Ἀρεοπαγίτης προκειμένου νὰ συντάξῃ τὴν ἔκθεσίν του δὲν θὰ ἔχῃ μόνον ὑπ’ ὄψιν του τὰς ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων τῆς οὐσίας, ἀλλ’ ἐπὶ πλέον καὶ τὰς ἐπιστημονικὰς ἀπόψεις, τὰς ὁποίας ἔχουν ἐκθέσει οἱ δικηγόροι τοῦ ἀναιρεσίοντος καὶ τοῦ ἀναιρεσιβλήτου. Τὸ ἔργον τῆς εἰσηγήσεως ἐπὶ τῶν ὑπαγομένων εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον ὑποθέσεων ἀνήκει εἰς τοὺς Ἀρεοπαγίτας. Ἄλλη εἶναι ἡ ἀποστολὴ τοῦ Εἰσαγγελέως. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου θὰ ἐκθέσῃ εἰς τὸ δικαστήριον ἀπόψεις ἐπὶ γενικῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα συνέρχονται μὲ βασικοὺς θεσμοὺς τοῦ δικαίου καὶ τὰ ὁποῖα ἔχουν σχέσιν μὲ τὴν δημοσίαν τάξιν. Δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἀναμένωμεν ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου τὴν ἐξέτασιν καὶ τὴν εἰσήγησιν ἐπὶ ὅλων τῶν λόγων ἀναιρέσεως, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸ πλεῖστον διὰ νὰ μὴ εἴπω κατὰ κανόνα, δὲν ἔχουν σχέσιν μὲ τὴν ἀποστολὴν τῆς Εἰσαγγελίας τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ εἰσήγησις ὅπως καὶ ἡ ἔκδοσις τῆς ἀποφάσεως εἶναι ἔργον τῶν Ἀρεοπαγιτῶν. Καὶ δὲν πρέπει τὸ ἔργον αὐτὸ νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τοὺς ὤμους ἄλλων. Εἶμαι δὲ βέβαιος, παρ’ ὅλους τοὺς δισταγμοὺς καὶ τὰς ἐκδηλωθείσας ἀμφιβολίας, ὅτι οἱ Ἀρεοπαγῖται θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀνταποκριθοῦν καὶ εἰς τὸ βάρος αὐτὸ καὶ εἰς τὴν προσδοκίαν, ὅτι διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νέου συστήματος θὰ διευκολυνθῇ ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης καὶ θὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ὀρθοτέρα ἑρμηνεία καὶ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου. Ὑπάρχει σήμερον ἡ Ὁλομέλεια, ἡ ὁποία ἔχει ἁρμοδιότητα καὶ ἀσχολεῖται ἐπὶ ἀναιρέσεων δι’ ὑπέρβασιν δικαιοδοσίας μόνον ἢ διὰ τὴν λύσιν τῶν διαφωνιῶν μεταξὺ τοῦ Αʹ καὶ Βʹ τμήματος, ἐπὶ ἀναιρέσεως ἀποφάσεως διὰ παράβασιν οὐσιαστικοῦ νόμου. Τὸ νέον διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου εἰσαγόμενον σύστημα, διευκολύνει νὰ ἀκούεται ἡ γνώμη τῆς Ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου μὲ τὸ μεγαλύτερον κῦρος τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ διαθέτῃ αὕτη εἰς πλείονας περιπτώσεις. Διότι παρέχεται ἡ εὐχέρεια εἰς τὸν Πρόεδρον καὶ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου νὰ παραπέμπουν εὐθὺς ἀμέσως, ἄνευ εἰσαγωγῆς εἰς τὸ Τμῆμα τῶν εἰς τὴν Ὁλομέλειαν ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι λόγω τῶν ἐμφανιζομένων νομικῶν ζητημάτων δημιουργοῦν δυσχερείας ἢ δημιουργοῦν ζητήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουν εὐρυτέραν ἀπήχησιν εἰς τὴν κοινωνίαν. Ἐπίσης ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον, ὅτι καὶ τὸ δικάζον Τμῆμα θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ παραπέμπῃ τὴν ἐκδίκασιν τῆς ὑποθέσεως εἰς τὴν Ὁλομέλειαν. Θὰ ἤθελον τώρα νὰ ζητήσω νὰ ἀποδεχθῇ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία καὶ μίαν ἄλλην προσθήκην, βάσει τῆς ὁποίας θὰ εἶναι ὑποχρεωτικὴ πλέον ἡ παραπομπὴ τῆς ὑποθέσεως εἰς τὴν Ὁλομέλειαν, ἐὰν ἡ πλειοψηφία τοῦ Τμήματος διαμορφοῦται μὲ διαφορὰν μιᾶς ψήφου, εἰς τρόπον ὥστε ἐπὶ θέματος τὸ ὁποῖον λύεται δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου νὰ ὑπάρχῃ σημαντικὴ πλειοψηφία, ἡ ὁποία νὰ ἐπιβάλῃ τὴν νομικὴν λύσιν διὰ τοῦ κύρους, τὸ ὁποῖον θὰ προσδίδῃ καὶ ἡ θέσις καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν δικαστῶν. Νομίζω, ὅτι ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου δὲν χρειάζεται νὰ προσθέσω τι ἄλλο. Εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν ἄρθρων θὰ μοῦ δοθῇ ἡ εὐκαιρία νὰ ἐξηγήσω τοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν τὴν διατύπωσιν τῶν διατάξεων αὐτῶν.
§91Α. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν μοῦ ἐδώσατε ἀπάντησιν διὰ τὴν ἀνάγκην τῆς εὐθυγραμμίσεως τῶν δύο διαδικασιῶν.
§92Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Καὶ ἐγώ, κύριε Ὑπουργέ, ἔχω μίαν ἀπορίαν...
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὰ ἀφήνετε αὐτὰ εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν;
§94Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Εἶναι ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Ἐὰν κατὰ τὴν ἐπ’ ἀκροατηρίῳ ἀνάπτυξιν τῶν νομικῶν ἀπόψεων ἐκ μέρους τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς ὑποθέσεως προκληθῇ ἀντιγνωμία καὶ ἀντίθεσις, ποία θὰ εἶναι ἡ ἐντύπωσις εἰς τὸ ἀκροατήριον, ἀφ’ ἑνός, καὶ ποία ἡ θέσις τῶν διαδίκων, ὅταν ὁ μὲν Εἰσαγγελεὺς θὰ ὁμιλῇ ἐξ ἀπορρήτων, δηλαδὴ ἐπὶ γενικῶν ἀπόψεων, ποὺ δὲν θὰ γνωρίζουν οἱ διάδικοι, ἐνῷ ὁ εἰσηγητὴς θὰ ὁμιλῇ ἐπὶ ἀπόψεων τῶν ὁποίων οἱ διάδικοι θὰ λάβουν ἐγκαίρως γνῶσιν. Δὲν νομίζετε, ὅτι ἔτσι καθίσταται ἐν τοῖς πράγμασι, ἡ θέσις τοῦ Εἰσαγγελέως περιττὴ καὶ ὄχι μόνον περιττὴ ἀλλὰ καὶ κἄπως ἐκτεθειμένη, νὰ ἔλθῃ εἰς μίαν σύγκρουσιν ἐκ προοιμίου μὲ τὸν εἰσηγητὴν τῆς ὑποθέσεως Ἀρεοπαγίτην;
§95Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δὲν συμμερίζομαι τοὺς φόβους σας ἐπὶ τοῦ πρώτου σημείου. Ἡ γνώμη τοῦ εἰσηγητοῦ θὰ εἶναι γνωστὴ διότι θὰ ἔχῃ κατατεθῆ ἔγγραφος εἰσήγησίς του. Θὰ διατυπωθοῦν ἀντίθετοι ἀπόψεις ἀναμφισβητήτως. Ὁ εἷς τοὐλάχιστον ἐκ τῶν διαδίκων δὲν θὰ εἶναι ἱκανοποιημένος ἐκ τῆς ἀπόψεως τὴν ὁποίαν θὰ ἀναπτύξῃ ὁ εἰσηγητής. Αὐτό, ὅμως, δὲν σημαίνει ὅτι θὰ δημιουργήσῃ μείωσιν τοῦ γοήτρου τῆς δικαιοσύνης, διότι εἶναι φυσικὸν νὰ ὑπάρχουν ἀντιθέσεις εἰς τὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων καὶ εἰς τὴν ἀντίληψιν περὶ τῆς ἑρμηνείας αὑτῶν. Δὲν κλονίζει τὸ κῦρος τῆς δικαιοσύνης ἡ προσβολὴ τῆς ἀποφάσεως, ἡ ὑποβολὴ αὐτῆς ὑπὸ τὸν ἔλεγχον ἄλλου δικαστηρίου. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ κλονίσῃ τὸ κῦρος τοῦ δικαστηρίου τὸ γεγονὸς ὅτι εἷς δικαστὴς θὰ ἐκθέσῃ ἄποψιν, τὴν ὁποίαν θὰ ἀντικρούσῃ ὁ δικηγόρος; Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίζωμεν σήμερον ὅτι μειοῦται τὸ κῦρος τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας διότι οἱ δικηγόροι ὑποστηρίζουν ἀπόψεις ἀντιθέτους πρὸς ἐκείνας τὰς ὁποίας ὑπεστήριξεν ὁ εἰσηγητής; Τί θὰ γίνῃ ὁ Εἰσαγγελεύς; Ὁ Εἰσαγγελεὺς θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ ἀσκῇ τὴν ἀποστολὴν τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀσκῇ ἡ Εἰσαγγελικὴ Ἀρχή; Νὰ γνωμοδοτῇ καὶ νὰ ἀκούεται ἐπὶ θεμάτων γενικωτέρου ἐνδιαφέροντος, τὰ ὁποῖα συνέχονται μὲ τὸ δημόσιον συμφέρον καὶ ὄχι ἐπὶ ζητημάτων τὰ ὁποῖα εἶναι στενῶς προσδεδεμένα μὲ τὰ ἰδιωτικὰ συμφέροντα. Εἶπεν ὁ κ. Τσουκαλᾶς ὅτι παρίσταται ἀνάγκη ἑνοποιήσεως τῆς διαδικασίας καὶ ἐπὶ τῶν διαφορῶν τῆς Ποινικῆς διαδικασίας. Δὲν ἀμφισβητῶ καθόλου τὴν ὀρθότητα τῆς παρατηρήσεως καὶ δὲν ἔχω δυσχέρειαν νὰ θέσω τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ὁ ἴδιος μετέχει καὶ νὰ ζητήσω καὶ αὐτῆς τὴν γνώμην διὰ νὰ ἐπιδιώξω τὴν εἰσαγωγὴν σχετικοῦ νομοθετήματος.
§96Α. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ὑπάρχει, κύριε Ὑπουργέ, μία ἀνωμαλία διότι ὑφίστανται θέματα τὰ ὁποῖα ἅπτονται ἀμφοτέρων τῶν δικονομιῶν, ὅπως εἶναι αὐτὸ τὸ συγκεκριμένον, ὅπως εἶναι τὸ θέμα τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων. Προχθὲς ἐτέθη ζήτημα ὄχι μόνον εἰς τὰ δικαστήρια τὰ ὁποῖα ἀπαρτίζονται ἀπὸ πολλοὺς δικαστάς, ἐκ ποινικῶν δικαστῶν διαχωρισμένων τῶν ποινικῶν ἀπὸ τοὺς πολιτικοὺς καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς. Εἶναι ἐνδεχόμενον αὐτὸ νὰ δημιουργήσῃ σύγκρουσιν ἢ διαφωνίας. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι ἐπ’ αὐτῶν τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα κατ’ ἀνάγκην ἅπτονται ἀμφοτέρων τῶν Ἐπιτροπῶν, θὰ ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ μία ριζικὴ λύσις ἐφεξῆς, διὰ νὰ ἀποφαίνωνται αἱ Ἐπιτροπαί, ἐν ἀνάγκῃ, ἐν κοινῇ συνεδρίᾳ. Διότι δημιουργοῦνται ζητήματα. Τώρα θὰ φέρωμεν νέον νομοθέτημα, ἂν τὸ φέρωμεν, ἂν διαφωνήσῃ, ἂς εἴπωμεν, ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, καὶ θὰ παρουσιάζεται αὐτὸ τὸ μοναδικὸν εἰς τὸν κόσμον φαινόμενον ἀκυρωτικῆς διαδικασίας νὰ δικάζῃ κατ’ ἄλλον τρόπον τὰς πολιτικὰς ὑποθέσεις καὶ κατ’ ἄλλον τὰς ποινικάς. Νομίζω, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα αὐτὸ κατ’ ἀρχήν. Τὸ ἴδιον θέμα νὰ ρυθμίζεται ἐν κοινῇ συνεδρίᾳ τῶν δύο Ἐπιτροπῶν, διότι ὑπάρχουν κοινὰ θέματα.
§97Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μεθ’ ὅσα μᾶς ἐγνώρισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δὲν θὰ εἶχον παρὰ νὰ προσθέσω πολὺ ὀλίγα, ἰδίως ἐπὶ τῆς περιπτώσεως τοῦ ἄρθρου 24, ποὺ θεσμοθετεῖ τὸν διορισμὸν εἰσηγητοῦ ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ὑποθέσεων. Συμφωνῶ ἀπολύτως, μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι ὁ Ἄρειος Πάγος, καίτοι ἀκυρωτικὸν δικαστήριον καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἦτο δικαστήριον οὐσίας, ἀφοῦ διὰ κακὴν ἑρμηνείαν ἢ διὰ κακὴν ἐφαρμογὴν νόμου ἐκράτει τὴν ὑπόθεσιν καὶ τὴν ἐδίκαζεν ὡς δικαστήριον οὐσίας. Ὁ θεσμὸς αὐτὸς ἄλλωστε ἐφαρμόζεται καὶ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ ὁμολογῶ ὅτι ἀπέδωκε τὰ καλύτερα ἀποτελέσματα. Ἑπομένως, δὲν ἔχω τίποτε ἄλλο νὰ προσθέσω, παρὰ μόνον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐπὶ τῆς ἄλλης σοβαρᾶς περιπτώσεως, τοὐτέστι τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν θέσεων τῶν Ἀρεοπαγιτῶν. Τὸ θεωρῶ σοβαρώτατον τὸ θέμα αὐτό, διότι δὲν ἀφορᾷ μόνον, κύριε Πρόεδρε, καὶ κύριοι συνάδελφοι, τοὺς Ἐφέτας, τὸ θέμα αὐτό, ἀφορᾷ ὁλόκληρον τὸ δικαστικὸν Σῶμα. Μόνον ἡ Σπαρτιατικὴ πραγματικῶς παράδοσις, μόνον ἡ ἐξαντλητικὴ ἐργατικότης τῶν Ἑλλήνων δικαστῶν δὲν ἔχει μεταβάλει εἰς μαρασμὸν τὸν ζῆλον των κατὰ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Ὁ Ἄρειος Πάγος εἶναι γνωστόν, μέχρι τοῦδε, προτοῦ θεσμοθετηθῇ τὸ ἄρθρον 24, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀντεπεξέλθῃ εἰς τὰς πολυπλόκους ὑποθέσεις τὰς ὁποίας ἐδίκαζε καὶ ὡς ἀκυρωτικὸν καὶ ὡς Δικαστήριον οὐσίας. Ἤδη θὰ κρατῇ νὰ δικάσῃ αὐτὸς διὰ τοῦ ἄρθρου 24, μεγάλον ἀριθμὸν ὑποθέσεων. Ἀντιλαμβάνεσθε, λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ μία μέριμνα νὰ ἀνακουφισθῇ ὁλόκληρον τὸ Δικαστικὸν Σῶμα. Καὶ θὰ ἀνακουφισθῇ, ἂν ὁ ἀριθμὸς τῶν τριῶν θέσεων ποὺ προτείνει ὁ κ. Ὑπουργὸς αὐξηθῇ τοὐλάχιστον εἰς τὸ διπλάσιον. Διότι, κύριε Πρόεδρε, ὅταν πρὸ 80ετίας περίπου ἱδρύθη ὁ Ἄρειος Πάγος, ἱδρύθη μὲ 15 Ἀρεοπαγίτας. Ἐπιβάλλεται ἡ αὔξησις, ὅταν ὁ κύριος Ὑπουργός, ὁ ἴδιος, ηὔξησεν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του τὰς θέσεις τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου κατὰ 2 καὶ τὴν θέσιν τοῦ Ἀντιπροέδρου κατὰ 1. Ὅταν ὁ Ἄρειος Πάγος ἱδρύθη τὸ 1878 τὰ ὅρια τῆς Ἑλλάδος ἦσαν εἰς τὸν Δομοκὸν καὶ σήμερον ἔχει διπλασιασθῆ ἡ ἔκτασις καὶ ἔχει τριπλασιασθῆ ὁ πληθυσμός. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται ἡ ἀπονομὴ τῆς Δικαιοσύνης μὲ τόσον ἐλάχιστον ἀριθμὸν δικαστῶν; Παρακαλῶ, ἑπομένως, τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ καὶ θὰ προτείνωμεν καὶ σχετικὴν τροπολογίαν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Κάμνω τὴν ἐρώτησιν πρὸς τὸν διακεκριμένον συνάδελφον, τὸν κ. Τσάτσον, ἂν εἶναι δυνατόν, μὲ τὸν φόρτον ποὺ ἔχει ὁ Ἄρειος Πάγος, νὰ γίνῃ κανονικὴ ἀπονομὴ τῆς Δικαιοσύνης, μὲ τὸν ὑπάρχοντα ἀριθμὸν τῶν Ἀρεοπαγιτῶν. Μοῦ εἶπε «συμφωνῶ», ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν καὶ τί περίπου λέγει τὸ Γενικὸν Λογιστήριον. Διαφωνῶ ριζικῶς μὲ τὸ θέμα αὐτό. Ἔλεγον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, εἰς ἐπανειλημμένας συνεδριάσεις, δὲν ἠμπορεῖ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, νὰ εἶναι ἀνώτερον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ὅταν ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία πεισθῇ καὶ ἀποφασίσῃ ὡρισμένον θέμα καὶ τὸ ψηφίσῃ, πρέπει αὐτὸ νὰ γίνῃ καὶ νόμος καὶ ὀφείλει τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ὅπως καὶ κάθε ἄλλη κρατικὴ ὑπηρεσία νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ ἐξετάσῃ τὸ θέμα. Δὲν ξεύρω ἂν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ἀπόψε κατ’ ἄρθρον, ἀλλὰ ἐγὼ θὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν, διότι τὸ θεωρῶ σοβαρώτατον τὸ θέμα αὐτό.
§98Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, λαμβάνω τὸν λόγον μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ συμπληρώσω τὴν ἐπιχειρηματολογίαν τὴν ὁποίαν ἔθεσα ἐνώπιόν σας καὶ ἐνώπιον τοῦ Σώματος, ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα τῆς εἰσηγήσεως. Ἡ ἀνησυχία τὴν ὁποίαν ἔχω εἶναι ἀνησυχία τὴν ὁποίαν συμμερίζεται καὶ ὁ νομοθέτης. Ὁ νομοθέτης, ὁ ἀφῃρημένος, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ὑποτίθεται ὅτι ἔχει θεσπίσει ὁλόκληρον τὸ δικονομικόν μας δίκαιον, ὁ νομοθέτης ἀπαγορεύει εἰς τὸν δικηγόρον νὰ ὁμιλήσῃ μετὰ τὸν Εἰσαγγελέα. Ὁ Εἰσαγγελεὺς ἀγορεύει τελευταῖος ἐπὶ περιπτώσεων καθ’ ἃς ὑποστηρίζει κατὰ τὴν ποινικὴν διαδικασίαν τὴν ἀναίρεσιν ὑπὲρ τοῦ νόμου. Δεύτερον, ὁ νομοθέτης ἀπαγορεύει τὴν δημοσίευσιν τῆς μειοψηφίας ἡ ὁποία ὑπάρχει πολλάκις καὶ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον. Δὲν ὑπάρχει δημοσίευσις.
§99Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὄχι. Τοῦτο καθιερώθη ἐκ τῆς πράξεως εἰς τὰ δύο ἀκυρωτικά, τὸν Ἄρειον Πάγον καὶ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς παρέχει καὶ τὴν ἐξήγησιν τῆς δικαιολογίας τοῦ μέτρου. Εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἠκούσθη, ὡς γνωστόν, εἰς τὸ ἀκροατήριον ἡ τυχὸν ἀντίθετος πρὸς τὴν κρατήσασαν ἄποψιν γνώμη τοῦ εἰσηγητοῦ, πλὴν αὕτη δὲν καταχωρίζεται εἰς τὴν ἀπόφασιν ὡς μειοψηφία. Ὀφείλεται τοῦτο εἰς τὴν ἀντίληψιν ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῶν ἀκυρωτικῶν δὲν τέμνουν ἁπλῶς τὰς κρινομένας διαφορὰς ἀλλὰ δίδουν τὴν ἔννοιαν καὶ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου ὡς ὁδηγὸν τῶν Δικαστηρίων καὶ τῆς Διοικήσεως. Καὶ μὲ τὴν τοιαύτην ἀκριβῶς ἀποστολὴν τῶν ἀποφάσεων τῶν ἀκυρωτικῶν, ἡ πρᾶξις ἐπιζητεῖ νὰ προσδώσῃ μεῖζον κῦρος διὰ τῆς μὴ ἀναγραφῆς τῆς μειοψηφίας.
§100Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Δὲν γνωρίζω, δὲν θέλω νὰ ἐπιμείνω ἐπὶ τοῦ θέματος, ἐν πάσῃ περιπτώσει οὐδέποτε ἐδημοσιεύθη ἡ μειοψηφία εἰς ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Διατί; Διότι ὁ νομοθέτης πιστεύει ὅτι, δὲν πρέπει νὰ ἀκουσθῇ μία γνώμη ἡ ὁποία ἀντικρούει τὴν γνώμην τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ διότι πιστεύει ὅτι ἀφ’ ἧς στιγμῆς διετυπώθη ἡ ἀπόφασις πρέπει ἡ ἀπόφασις νὰ ὑποτίθεται ὅτι ἐλήφθη καὶ ὅτι εἶναι ἀπόφασις ἡ ὁποία ἐκφράζει τὴν γνώμην ὁλοκλήρου τοῦ Δικαστηρίου. Πάντα ταῦτα βεβαίως δὲν εἶναι ἀποφασιστικὰ ἐπιχειρήματα εἶναι ἔνδειξις ὑπὲρ τῆς ἀπόψεως ὅτι τὸ νὰ ἐπιτρέψωμεν νὰ διεξαχθῇ μία συζήτησις βάσει μιᾶς εἰσηγήσεως τὴν ὁποίαν ἐκ τῶν προτέρων θὰ γνωρίζῃ ὁ δικηγόρος εἶναι κἄτι τὸ ὁποῖον δημιουργεῖ ὡρισμένους κινδύνους καὶ ἐπιτρέψατέ μου, κύριε Ὑπουργέ, νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τοῦ ὅτι ἐν προκειμένῳ ἁρμοδιώτεροι νὰ γνωρίζουν μὲ μίαν πραγματικὴν καταμέτρησιν τοῦ κινδύνου ἀναλόγως τοῦ πῶς ἐμφανίζεται ὡς ἐκ τῆς διαμορφώσεως τῆς συνθέσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου, τῶν συνηθειῶν αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἀναπτυχθῆ καὶ τοῦ χαρακτῆρος, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐκεῖ διαμορφωθῆ, εἶναι ἀκριβῶς ὁ προϊστάμενος τοῦ δικαστηρίου, ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ὁ Εἰσαγγελεύς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν γνώμην αὐτήν. Δὲν λέγω ὅτι καὶ αὐτὸ εἶναι ἕνα ἐπιχείρημα ἀπόλυτον, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀντικειμενικότητα ἡ ὁποία σᾶς χαρακτηρίζει δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἐκτιμήσητε δεόντως ὅτι τὴν γνώμην αὐτὴν τὴν ὑποστηρίζουν καὶ τὰ δύο αὐτὰ πρόσωπα.
§101Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριοι βουλευταί, εἶναι γεγονὸς ὅτι ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου εἶναι ἐναντίον τῆς εἰσηγήσεως. Πρέπει νὰ προσθέσω, μὲ ὅλην τὴν ὀφειλομένην τιμὴν εἰς τὸ κῦρος τοῦ ἀξιώματος καὶ τῆς προσωπικότητος ἀμφοτέρων, ὅτι ἡ ἀντίρρησις αὐτῶν δὲν μοῦ ἔδωσε στοιχεῖα πείθοντα περὶ τῆς ὀρθότητος τῆς ἀντιθέτου ἀπόψεως. Ἀκόμη, ἔχω λόγους νὰ πιστεύω, ὅτι καὶ ἐκεῖνοι ἐτάχθησαν ὑπὲρ τῆς ἀντιθέτου ἀπόψεως διὰ λόγους κατὰ βάσιν περιστατικούς. Δὲν συμμερίζομαι τοὺς φόβους οἱ ὁποῖοι διετυπώθησαν. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος θὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ἀποστολήν, τὴν ὁποίαν τοῦ δίδει τὸ νομοθέτημα τοῦτο. Ἀπὸ τὸν Πρόεδρον καὶ τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, οἱ ὁποῖοι εἶναι μόνιμα μέλη τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον ἐνεργεῖ τὰς προαγωγὰς τῶν Δικαστῶν, ἐξαρτᾶται καὶ ἡ συγκρότησις τοῦ Ἀρείου Πάγου, οὕτως ὥστε νὰ ἀποτελῆται ἀπὸ Ἀρεοπαγίτας, οἱ ὁποῖοι ν’ ἀνταποκρίνωνται πλήρως εἰς τὴν ἀποστολήν των. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὴν γνώμην αὐτὴν τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀλλὰ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ἐπίσης καὶ τὴν ἀντίθετον γνώμην τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζουν διαπρεπεῖς δικασταί, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ Ἀντεισαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου κ. Κόλλιας, ὁ ὁποῖος τονίζει ὅτι πρέπει ἡ ἔγγραφος εἰσήγησις νὰ τίθεται ὑπ’ ὄψει τοῦ Δικαστηρίου καὶ νὰ ἐπακολουθῇ ἡ ἀνάπτυξις τῆς ὑποθέσεως μὲ τὴν σκέψιν ὅτι ἡ ἐκ προοιμίων ἔκφρασις γνώμης οὐδὲν τὸ ἄτοπον ἐνέχει, διότι ὑποτίθεται ὅτι δὲν εἶναι ἡ τελική, εἶναι δὲ ἔργον ἀνωτέρας ἀντιλήψεως ἡ ἀναθεώρησις τῆς πλάνης. Εἶναι ἀσφαλῶς προτιμότερον νὰ ἐλέγχηται ἡ γνώμη τοῦ ἐπ’ ἀκροατηρίῳ ὁμιλοῦντος εἰσηγητοῦ, παρὰ νὰ ἐπικρίνηται ἐκ τῶν ὑστέρων ὁλόκληρον τὸ δικαστήριον διὰ τὴν ἐκδοθεῖσαν ἀπόφασιν. Διότι πράγματι ἡ ὀρθὴ ἀπόφασις τῆς Δικαιοσύνης πρέπει νὰ τίθεται ὑπεράνω τῆς προσωπικῆς φιλοτιμίας.
§102Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, λυποῦμαι διότι δὲν ἤμην ἐξ ἀρχῆς τῆς συζητήσεως ἐδῶ ἀλλὰ ἀπουσίαζα εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ μόλις ἐπέστρεψα. Ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἐπὶ τῆς ὁποίας καὶ μόνον θὰ περιορισθῶ, ὀλίγα τινὰ ἔχω νὰ εἴπω. Ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου νομίζω ὅτι περιλαμβάνεται μόνον εἰς τὰ ἄρθρα 18 καὶ 19 καὶ ἔν τινι μέτρῳ ἐπικουρικῶς εἰς τὸ ἄρθρον 6. Τὰ ἄλλα ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου ἐπιφέρουν τροποποιήσεις εἰς κειμένας διατάξεις τῆς πολιτικῆς δικονομίας, αἱ ὁποῖαι καθορίζουν τὰ τῆς διαδικασίας ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, διατάξεις ὅμως αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν γενικωτέραν σημασίαν διὰ τὴν ὁλοκλήρωσιν τῆς ἀποστολῆς τοῦ ἀνωτάτου ἀκυρωτικοῦ Δικαστηρίου τῆς χώρας, σύμφωνα μὲ τὰς ἑκάστοτε ἀνάγκας τῆς ἀπονομῆς τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ μεγάλη μεταρρύθμισις τὴν ὁποίαν φέρει τὸ νομοσχέδιον, ἡ ὁποία μοῦ προξενεῖ ἰδιαιτέραν εὐχαρίστησιν, εἶναι ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πείρας τὴν ὁποίαν ἀπεκτήσαμεν καὶ ὡς νομικοὶ καὶ ὡς δικαστικοὶ καὶ ὡς δικηγόροι καὶ ὡς δικασταὶ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς διαδικασίας ἐνώπιον τοῦ ἄλλου ἀκυρωτικοῦ δικαστηρίου τῆς χώρας, τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἡ πεῖρα τὴν ὁποίαν ἀπεκτήσαμεν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῆς εἶναι ὁδηγὸς ὁ ὁποῖος ὡδήγησε τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὀρθῶς κατ’ ἐμὴν γνώμην νὰ εἰσαγάγῃ τὴν καινοτομίαν αὐτὴν εἰς τὴν διαδικασίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ὑποτιμητικὸν διὰ τὴν ἔννοιαν τῶν παλαιῶν δικαστηρίων ὅτι ὁσάκις ἡ κοινωνία ἐν τῇ ὁλότητί της, τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης τὸ ὁποῖον ἐκπροσωπεῖ τὰς ἀντιλήψεις τῆς κοινωνίας ὡς πρὸς τὸ θέμα τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, ἡ ὁποία προώρισται ἐκ τῆς ἀποστολῆς της νὰ ρυθμίζῃ διὰ νόμου ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ διορθωθοῦν, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ὑποτιμητικὸν διὰ τὴν παλαιὰν τακτικὴν λεγομένην δικαιοσύνην τὸ ὅτι εἰσάγεται καὶ δι’ αὐτὴν ἡ καινοτομία τὴν ὁποίαν ἀπεκτήσαμεν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς ἀναλόγου διατάξεως εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον ἐπαναλαμβάνω διὰ νὰ εἶμαι σαφέστερος πρὸς πᾶσαν κατεύθυνσιν, καὶ ἐκεῖνο εἶναι ἀκυρωτικὸν δικαστήριον μὲ μίαν διαφοράν, ὅτι αἱ ἀνάγκαι πάλιν τοῦ κοινωνικοῦ βίου, αἱ ἀνάγκαι αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἀπὸ τὴν σύγκρουσιν τῆς Διοικήσεως καὶ τῶν διοικουμένων ἤγαγεν εἰς τὴν ἵδρυσιν εἰδικῶν διοικητικῶν δικαστηρίων, ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ὁποίων εἶναι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ὡς ἀκυρωτικὸν δικαστήριον, κατ’ ἀνάλογον ἀκριβῶς τρόπον, ὅπως ὁ Ἄρειος Πάγος εἶναι ἐπὶ κεφαλῆς τῶν τακτικῶν δικαστηρίων, τὰ ὁποῖα λύουν διαφορὰς μεταξὺ ἀτόμων. Ἡ ἀρχὴ αὐτὴ εἶναι ἀξία βραβεύσεως, ἐπέτυχεν ἀπολύτως καὶ εἰδικώτερον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν νομολογίαν τῶν δύο ἀνωτάτων ἀκυρωτικῶν δικαστηρίων τοῦ τόπου, ἐνδείκνυται εἶναι ἐπιβεβλημένον χάριν τοῦ κύρους τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων, χάριν τοῦ κύρους τῆς δικαιοσύνης νὰ γίνεται λεπτομερής, ἐξονυχιστικὴ καὶ ἀπὸ πάσης πλευρᾶς, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ ἡ λέξις, κατὰ τὸ ἀνθρωπίνως δυνατὸν πειστικὴ ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης καθ’ ὃν τρόπον αὕτη διατυποῦται εἰς τὴν ἐκδιδομένην ἀπόφασιν. Τί γίνεται εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ὑποβάλλεται ἡ ἀκυρωτικὴ αἴτησις, εἰδοποιεῖται ἡ Διοίκησις, λαμβάνει γνῶσιν τῶν ἀπόψεων τοῦ ἀναιρεσείοντος ἢ τοῦ αἰτουμένου τὴν ἀκύρωσιν, δὲν κάμνω διάκρισιν τῶν δύο ὅρων, διότι καὶ ὅταν δικάζῃ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας κατ’ ἀναίρεσιν καὶ ὅταν δικάζῃ κατ’ αἴτησιν τοῦ ἐνδιαφερομένου ἀκυρωτικὴν ἰδιότητα ἀσκεῖ, λαμβάνει γνῶσιν ἡ Διοίκησις χωρὶς ἐκ τοῦ νόμου οὔτε ἐκ τῆς φύσεως τῆς διαφορᾶς νὰ εἶναι ἀντίδικος τοῦ αἰτοῦντος ἡ διοίκησις, διότι ἀντίδικος εἶναι μόνον εἰς τὴν ἀναίρεσιν. Ὁρίζεται ἀμέσως εἰσηγητὴς τῆς ὑποθέσεως, εἰς τὸν ὁποῖον παραπέμπεται ἡ ὑπόθεσις καὶ προσέξατε, ὁ εἰσηγητὴς εὑρίσκεται εἰς στενήν, στενωτάτην ἐπαφὴν μὲ τὸν δικηγόρον, ἀλληλοβοηθοῦνται, ἀλληλοσυμπληροῦνται καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ δικάσιμος ἔρχεται ἀπὸ πάσης πλευρᾶς ὥριμος ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ ἀκροατήριον, ὁ εἰσηγητὴς ὁμιλεῖ πρῶτος καὶ ἀναπτύσσει τὴν ὑπόθεσιν, ὅπως ἐκεῖνος τὴν ἀντελήφθη, καὶ προτείνει τί πρέπει νὰ περιλάβῃ ἡ ἐκδοθησομένη ἀπόφασις. Ὁμιλοῦν ἐπίσης οἱ δικηγόροι, ἐν ἀνάγκῃ καὶ δευτερολογοῦν. Καὶ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν διευθύνοντα τὴν διαδικασίαν Πρόεδρον τοῦ δικαστηρίου νὰ κανονίσῃ τὰ ὅρια τῆς ἀγορεύσεως ἑνὸς ἑκάστου. Τοιοῦτον πρᾶγμα εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον μέχρι τοῦδε δὲν ὑπάρχει. Ὑπῆρχε μία παρωδία εἰσηγήσεως, ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐξεφώνει τὰ ὀνόματα τοῦ ἀναιρεσείοντος. Εἰσηγητὴς ὁ κύριος τάδε ἐπῆρε τὴν αἴτησιν ἀναιρέσεως. Ὁ ὁριζόμενος ἐκείνην τὴν στιγμὴν Ἀρεοπαγίτης τί κάμνει; Ἀναίρεσις ὁ τάδε κατὰ τοῦ δεῖνα. Εἶναι διαφώτισις αὐτὴ τοῦ Δικαστηρίου; Εἶναι ὑποβοήθησις διὰ τὴν διαλεύκανσιν τῆς ὑποθέσεως εἰς τρόπον, ὥστε νὰ γεννᾶται ἡ ἐμπιστοσύνη καὶ εἰς τὸν ἡττώμενον καὶ εἰς τὸν νικῶντα καὶ εἰς τὴν Κοινωνίαν, ὅτι πραγματικῶς ἐγένετο ἐξονυχιστικὴ ἐξέτασις τῆς ὑποθέσεως; Δὲν ὁμιλῶ, κύριε Πρόεδρε, περὶ τοῦ περιεχομένου τῆς ἀποφάσεως. Εἶναι δυνατὸν ἀπόφασις τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστηρίου, ἐκδοθεῖσα μετὰ ἤρεμον σκέψιν, μετὰ ἐνδελεχῆ ἔρευναν νὰ εἶναι, κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Α ἢ Β νομικοῦ ἐσφαλμένη. Τοῦτο δὲν προσβάλλει, δὲν θίγει τὸ κῦρος τῆς δίκης, διότι ἀνέκαθεν ἀπὸ ἀρχαίων χρόνων, ὁπότε ὑπάρχουν δικασταὶ καὶ ἀπονέμεται ἡ δικαιοσύνη, ἰσχύει τὸ ρητόν, τὸ ἐκ τῆς πράξεως ἐπιβληθὲν «Τὸ δεδικασμένον ἀντὶ τῆς ἀληθείας ἔχεται». Διὰ νὰ θεωρῆται καὶ ἐν τῇ οὐσίᾳ ἀληθὴς ἡ ἀπόφασις, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχουν ὅλοι οἱ συντελεσταὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον δημιουργοῦν τὴν ἐντύπωσιν εἰς τὴν Κοινωνίαν ὅτι εἶναι προϊὸν ἐνδελεχοῦς μελέτης. Καὶ διὰ τοῦτο, τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον νομίζω ὅτι ὡς μόνην βασικὴν ἀρχὴν ἔχει τὴν εἰσαγωγὴν αὐτῆς τῆς ἀρχῆς καὶ διὰ τὴν διαδικασίαν ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου. Τί λέγει; Θὰ ὑποβληθῇ ἀναίρεσις. Θὰ ὁρισθῇ εἰσηγητὴς δικαστής. Γνωρίζω ὅτι ὑπῆρξαν ἀντιρρήσεις καὶ ἐκ μέρους τοῦ Ἀρείου Πάγου ὅτι δὲν θὰ ἦτο ὀρθὸν ὁ εἰσηγητὴς Ἀρείου Πάγου νὰ ἐκδώσῃ ἔγγραφον εἰσήγησιν. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἕωλος αὐτὴ ἡ ἄποψις. Μάταιος ὁ φόβος. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχουν πολλάκις περιπτώσεις ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ εἰσηγητής, ἐκθέσας τὴν ἄποψίν του, ἀναπτύξας καὶ τὸ οὐσιαστικὸν καὶ τὸ νομικὸν θέμα τῆς ὑποθέσεως, λεπτομερέστατα καὶ εἰσηγηθεὶς ἀποδοχὴν ἢ ἀπόρριψιν τῆς ὑπὸ κρίσιν αἰτήσεως, εὑρέθη εἰς τὴν ἀπόφασιν ἐκτεθειμένος. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, ὅταν ἡ ἀπόφασις ἦτο ἀντίθετος, εἰς οὐδενὸς τὴν σκέψιν ἐπέρασε ποτὲ ὅτι ὁ εἰσηγητὴς αὐτὸς ἐμειώθη κατ’ ἐλάχιστον, εἴτε ἀπὸ ἀπόψεως νομικῆς ἱκανότητος, εἴτε ἀπὸ ἀπόψεως ὀρθῆς κρίσεως. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι οἱ ἐνδοιασμοί, ὅτι τάχα θὰ ἤθελε νὰ μειωθῇ τὸ κῦρος τοῦ Δικαστοῦ, ἐὰν ἡ εἰσήγησίς του δὲν γίνῃ δεκτή, δὲν εἶναι ὀρθοί, δὲν εἶναι βάσιμοι. Ὅπως ἐκ παραλλήλου, ἡ ἀπόφασις τόσον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὅσον καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τοῦ οἱουδήποτε Δικαστικοῦ καὶ συλλογικοῦ ὀργάνου σπανίως, ἐκδίδεται ὁμοψήφως. Ἐσκέφθη ποτὲ κανείς, ὅτι ἡ μειοψηφία μειώνεται; Πῶς εἶναι δυνατόν, ἐφ’ ὅσον τὰ πράγματα οὕτω ἐκτυλίσσονται εἰς τὴν ἱστορίαν ὅλων τῶν Κρατῶν, κατὰ τὴν διάρκειαν ὅλων τῶν αἰώνων, κατὰ τοὺς ὁποίους ὑπάρχουν Δικαστήρια, πῶς εἶναι δυνατὸν εἰς τὰ 1957 νὰ εἴπωμεν ἡμεῖς, ὅτι ἂν ὁ εἰσηγητὴς ἐκδώσῃ εἰσήγησιν, ἡ ὁποία δὲν θὰ γίνῃ δεκτή, ὅτι ἔπεσεν ὡς δικαστής. Δὲν εἶναι βάσιμον αὐτό. Δι’ αὐτό, κ. Πρόεδρε, τόσον εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ὅσον καὶ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον ἐτηρήθη ἡ ἀρχὴ νὰ μὴ ἀναγράφεται εἰς τὸ κείμενον τῆς ἐκθέσεως ἀπόφασις ἀπὸ μειοψηφίαν. Ἐνῷ ἡ μειοψηφία τῶν δικαστῶν ἀναγράφεται πάντοτε. Εἰς τὰς ἀποφάσεις τῶν κατωτέρου βαθμοῦ δικαστηρίων ἀναγράφεται ὡς πρώτη.
§103Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τοὐλάχιστον οἱ Δικασταὶ θεωροῦν ὡς τίτλον τιμῆς νὰ ἀναγράφεται ἡ μειοψηφία, χωρὶς νὰ θεωροῦν ὅμως ὅτι ἡ πλειοψηφία δὲν ἐδέχθη τὴν ἄποψίν των.
§104Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤκουσα πρὸ ὀλίγου ὅτι ἂν ἡ εἰσήγησις εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὴν γνώμην τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου θὰ καταστραφῇ ἡ δικαιοσύνη. Αὐτὸ δὲν εἶναι ὀρθόν. Σέβομαι τὴν γνώμην τῶν ἐχόντων ἀντίθετον ἄποψιν. Εἰς ὅλα τὰ ζητήματα ὑπάρχουν διάφοροι ἀπόψεις. Νομίζω ὅτι ὅταν πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν τὰ τῆς διαδικασίας τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστηρίου, πρέπει νὰ λεχθῇ ὅτι πρόκειται περὶ κεφαλαιώδους ζητήματος. Διὰ τοῦτο, παρ’ ὅλον τὸν σεβασμὸν ποὺ ἔχω πρὸς τὰς γνώμας των, δὲν θὰ τὸ θεωρήσουν προσωπικὴν διαφορὰν μαζί των τὸ ὅτι ἔχομεν διάφορον ἀντίληψιν τοῦ θέματος τούτου. Καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου εἶναι ἕνας ἀνώτατος Δικαστής, καὶ ὁ Ἀρεοπαγίτης εἶναι ἕνας ἀνώτατος Δικαστής. Εἰς ὅλας τὰς περιπτώσεις ὑπάρχουν διάφοροι γνῶμαι. Λόγος μειώσεως ὑπάρχει ἐπὶ τῆς κακῆς, τυχόν, ἀσκήσεως τοῦ δικαιώματός των. Ἀκόμη καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἂν ἴδῃ ὅτι κακοπίστως ἀσκεῖ τὰ καθήκοντά του ὁ Δικαστής, ἔχει τὸ δικαίωμα πειθαρχικῆς διώξεως. Διότι ἠκούσθη ἡ εἰσήγησις τοῦ Δικαστοῦ, ἡ ἀγόρευσις τῶν Δικηγόρων καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν καὶ οἱ ὁποῖοι, μοιραίως θὰ διαφωνήσουν. Καὶ ὑποθέσατε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ Δικηγόρος τῶν ἀναιρεσιβλήτων εἶναι ἀπὸ τοὺς πλέον διακεκριμένους τοὺς ὁποίους ἔχει ὁ τόπος μας. Ὁ εἷς θὰ εἶναι μὲ τὸ μέρος τοῦ νικητοῦ, ὁ ἄλλος μὲ τὸ μέρος τοῦ ἡττηθέντος. Μειώνεται ἠθικῶς τάχα; Θὰ ἔχωμεν λοιπὸν τὴν εἰσήγησιν τοῦ εἰσηγητοῦ ἔγγραφον καὶ θὰ ἔχουν λάβει γνῶσιν αὐτῆς ἐγκαίρως οἱ δικηγόροι. Δὲν ἐμειώθη ποτὲ τὸ κῦρος τοῦ εἰσηγητοῦ ὅτι συνειργάσθη μὲ τὸν δικηγόρον. Καὶ ἡ συνεργασία αὕτη συντελεῖ εἰς τὴν διαλεύκανσιν τῆς ὑποθέσεως καὶ εἰς τὴν ἐμφάνισίν της ἐνώπιον τοῦ ἀκροατηρίου κατὰ τὸν ὡριμώτερον δυνατὸν τρόπον. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ᾐσθάνθην ποτὲ καμμίαν μείωσιν —καὶ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὅτι εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας δὲν εἶμαι ὁ τελευταῖος τροχὸς—δὲν ᾐσθάνθην ποτὲ μείωσιν ὅτι εἰς τὴν συνομιλίαν μου μὲ τὸν εἰσηγητὴν διεφωτίσθην ἢ εἶδα ὅτι ἐπλανήθην, ὅπως δὲν ᾐσθάνθην καμμίαν ὑπερηφάνειαν ὅτι ἐκ τῆς ἰδικῆς μου εἰσηγήσεως διεφωτίσθη ἐκεῖνος. Καὶ παρ’ ὅλην τὴν ἀμοιβαίαν αὐτὴν διαφώτισιν, εὑρέθημεν πρὸ ἀποφάσεως ἀντιθέτου πρὸς τὴν ἰδικήν μας γνώμην. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν καμμία μείωσις κύρους οὔτε προσώπων, οὔτε θεσμῶν. Τοὐναντίον, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ μείωσις προσώπων, ὑπάρχει ἐξύψωσις τοῦ θεσμοῦ. Ἔρχεται λοιπὸν τὸ ζήτημα: Πρέπει εἰς τὰς ἀποφάσεις τῶν ἀκυρωτικῶν δικαστηρίων νὰ ἀναγράφεται ἡ μειοψηφία; Καὶ πρέπει εὐχερῶς νὰ μεταβάλλεται ἡ νομολογία τῶν ἀνωτάτων δικαστηρίων; Κύριε Πρόεδρε, ἐπεκράτησεν ἡ ἀρχὴ ὅτι δὲν εἶναι σκόπιμον νὰ ἀναγράφεται ἡ μειοψηφία εἰς τὰς ἀποφάσεις τῶν ἀκυρωτικῶν δικαστηρίων, διότι, κατὰ γενικὴν γραμμήν, ὑποτίθεται ὅτι ἡ νομολογία τῶν ἀνωτάτων δικαστηρίων εἶναι ὁ ὁδηγὸς τῶν δικαστῶν ἐπὶ τῶν οὐσιαστικῶν διαφορῶν πρὸς ἀποσαφήνισιν τῶν ὑπὸ τὴν κρίσιν των ζητημάτων καὶ συνεπῶς δὲν πρέπει νὰ δηλοῦται ἡ μειοψηφία, διὰ νὰ ἔχῃ μεγαλύτερον κῦρος ἡ ἀπόφασις. Ἐγὼ προσωπικῶς δὲν ἀποδέχομαι τὴν ὀρθότητα τῆς σκέψεως αὐτῆς. Δὲν θὰ ἔβλαπτε νομίζω κατὰ τίποτε τὸ κῦρος τῆς ἀποφάσεως ἡ ἀναγραφὴ καὶ τῆς μειοψηφίας. Τοὐναντίον, θὰ ὠφέλει καὶ τὸν νομικὸν κόσμον, διότι θὰ ἔδιδεν ἀφορμὴν νὰ σκεφθῇ ἐπιστημονικώτερον ποία εἶναι κατὰ τὴν κρίσιν ἑκάστου μελετητοῦ ἡ ὀρθοτέρα ἄποψις, εἰς τρόπον ὥστε ἐκ τῆς ἐπιστημονικῆς μελέτης καὶ τῆς ἀναπτύξεως ὅλων τῶν ἀπόψεων εἰς τὰ νομικὰ περιοδικὰ νὰ συντελέσῃ εἰς τὸ νὰ διαμορφωθῇ μία νέα κατάστασις τῆς νομικῆς σκέψεως. Παρέστην εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον καὶ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας εἰς περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας αἱ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐκδοθεῖσαι ἀποφάσεις καὶ ἡ ὑπάρχουσα νομολογία ἦτο καταδήλως ἐσφαλμένη, συγκρινομένη μὲ τὴν σύγχρονον ἀντίληψιν. Ἐν τούτοις, τὰ δικαστήρια, στενῶς ἑρμηνεύοντα τὴν κατάστασιν αὐτὴν καὶ στερρῶς ἐχόμενα τῆς ἀρχῆς ὅτι δὲν πρέπει νὰ μεταβάλουν τὴν νομολογίαν, ἐμμένουν εἰς τὴν κακὴν χρῆσιν διὰ νὰ μὴ μεταβληθῇ ἡ νομολογία. Ὑπάρχουν βεβαίως περιπτώσεις μεταβολῆς τῆς νομολογίας. Ἀλλὰ θὰ ἤθελα νὰ διευκολύνεται τοῦτο διότι τίποτε δὲν ὑπάρχει τὸ ἀμετάβλητον. Ἑπομένως καὶ ἐὰν ὁ Ἄρειος Πάγος ἐπλανήθη εἰς μίαν ἀπόφασιν, τὸ νὰ ἐμμένῃ εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν ἐκ τοῦ φόβου τῆς μεταβολῆς τῆς νομολογίας, νομίζω ὅτι δὲν ἐξυπηρετεῖ κατὰ τὸν ὀρθὸν τρόπον τὴν ἔννοιαν τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερεῖς παρατηρήσεις. Ἐπικουρικῶς λέγω ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἐκδηλώνεται κατὰ τὸ ἄρθρον 6. Μέχρι τοῦδε ὁ Ἄρειος Πάγος ἐδέχετο ὅτι λόγος ἀναιρέσεως εἶναι ἡ παράβασις τοῦ γραπτοῦ δικαίου, ἢ παράβασις γραπτῆς διατάξεως τοῦ νόμου. Παράβασις ὅμως τῶν γενικῶν ἀρχῶν τοῦ Δικαίου, τῶν ἀγράφων, δὲν ἀποτελεῖ λόγον ἀναιρέσεως. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἐξ ἀντιθέτου, ἐδημιούργησε κατ’ ἀναλογίαν τοῦ ΚΟΝΣΕΪΓ ΝΤ’ ΕΤΑ τῆς Γαλλίας, ἐδημιούργησε γενικὴν ἀρχὴν τοῦ Δημοσίου Δικαίου καὶ ἐδέχθη ὅτι ἡ παράβασις τῶν γενικῶν ἀρχῶν τόσον τοῦ Δημοσίου, ὅσον καὶ τοῦ Ἰδιωτικοῦ Δικαίου, ἀποτελεῖ λόγον ἀναιρέσεως. Καὶ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀκολουθεῖ τὴν νομολογίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Διὰ τοῦ ἄρθρου 6 εἰσάγεται μία οὐσιώδης καινοτομία, διότι καθιερώνεται ὡς λόγος τῆς ἀναιρέσεως καὶ ἡ παράβασις τῶν ἑρμηνευτικῶν κανόνων τοῦ Δικαίου, τῶν γενικῶν ἀρχῶν τῶν ἀφορωσῶν τὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων.
§105Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Γραπτῶν κανόνων, ὡς πρὸς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ Δικαίου.
§106Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ ἡ διάταξις αὐτή, συμφώνως πρὸς μίαν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν ἔχομεν ὑποβάλει μετὰ τοῦ κ. Τσάτσου, καὶ τοῦ κ. Τσουκαλᾶ, ὅτι ἡ παράβασις τῶν γενικῶν ἀρχῶν τοῦ Δικαίου ἀποτελεῖ καὶ αὐτὴ λόγον ἀναιρέσεως. Εἶναι καθιερωμένον, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι αἱ γενικαὶ ἀρχαὶ τοῦ δικαίου ἀποτελοῦν καὶ αὗται μέρος τοῦ ἰσχύοντος δικαίου. Νομίζω ὅτι τὰ ἄρθρα 18, 19 καὶ 26 ἀφοροῦν εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Ὡς πρὸς τὰς λεπτομερειακὰς διατάξεις, θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Λυμπέρης ἔχει τὸν λόγον.
§108Λ. ΛΥΜΠΕΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν θὰ ἐλάμβανα τὸν λόγον, ἀφοῦ ἄλλοι νομικοί, ἁρμοδιώτεροι ἡμῶν τῶν ἐπαρχιωτῶν, ὡμίλησαν ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἤθελα ὅμως νὰ τονίσω τοῦτο. Ὅτι, κατὰ ἕνα τρόπον, ἀκαίρως ἔρχεται τὸ νομοσχέδιον. Ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης εἶναι ἑνιαία καὶ ἀρχίζει διὰ μίαν ὑπόθεσιν ἀπὸ τὸ Πρωτοβάθμιον Δικαστήριον καὶ καταλήγει εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον. Κατὰ κανόνα, ὅσον ἀφορᾷ τὴν οὐσιαστικὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης καὶ ὄχι τὴν παράβασιν νόμων ἢ δικονομικῶν διατάξεων, ἡ ὑπόθεσις «στραβώνει» εἰς τὸ πρωτοβάθμιον δικαστήριον κατὰ τὸ στάδιον τῆς διεξαγωγῆς τῶν ἀποδείξεων καὶ τὸ στράβωμα αὐτὸ κατ’ οὐδένα τρόπον εἶναι δυνατὸν νὰ διορθωθῇ, ὁσονδήποτε σοφὴ καὶ ἂν εἶναι ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστηρίου. Κύριε Ὑπουργέ, γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ πῶς διεξάγονται αἱ ἀποδείξεις εἰς τὸ Πρωτοβάθμιον Δικαστήριον. Διεξάγονται ἐνώπιον ἑνὸς γραφέως μὲ τὴν συμπαράστασιν τῶν δύο δικηγόρων. Ἐὰν κατὰ τύχην ὁ ἕνας δικηγόρος ὁ ὁποῖος ἔχῃ ἄδικον, εἶναι «καπάτσος» ὅ,τι λέγει ἐκεῖνος γράφεται καὶ οἱ μάρτυρες δὲν γνωρίζουν ἐὰν αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐγράφησαν εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπον. Ἐὰν λοιπὸν κατὰ τὸν πρῶτον βαθμὸν καὶ εἰς τὸ στάδιον τῆς διεξαγωγῆς τῶν ἀποδείξεων λάβῃ τὸν κακὸν αὐτὸν δρόμον μία ὑπόθεσις κατὰ τίνα τρόπον εἶναι δυνατὸν νὰ διορθωθῇ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, ὁ ὁποῖος θὰ ἐξετάσῃ ἐὰν ἔγινε παράβασις νόμου ἢ δικονομικῆς διατάξεως. Διὰ νὰ εἶναι ἀπολύτως ὀρθὴ ἡ συγκρότησις τοῦ Δικαστηρίου τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ νὰ εἶναι ἡ διαδικασία σύμφωνος μὲ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ περιλάβῃ τὸ νομοσχέδιον, εἶναι ἀνάγκη προηγουμένως νὰ ρυθμίσωμεν τὸ θέμα τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων πρώτου καὶ δευτέρου βαθμοῦ, κυρίως ὅμως ἐνώπιον τοῦ Πρωτοδικείου. Καθ’ ἣν στιγμὴν ἐφθάσαμεν μέχρι τοῦ σημείου νὰ στηρίζεται ἡ ὅλη διεξαγωγὴ τῶν ἀποδείξεων εἰς χεῖρας ἑνὸς γραφέως, ὁ ὁποῖος διατυπώνει τὰς μαρτυρικὰς ἀποδείξεις, εἶναι ὑπερβολὴ νὰ συζητῶμεν πῶς θὰ ἀποδοθῇ δικαιοσύνη ἐνώπιον τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου. Ὅταν τὸ πρῶτο σκαλοπάτι εἶναι σάπιο καὶ πατήσῃ ἐπ’ αὐτοῦ ἕνας ἄνθρωπος θὰ σκοτωθῇ καὶ δὲν θὰ φθάσῃ βεβαίως ποτὲ στὸ τελευταῖον σκαλοπάτι. Τὸ ἴδιον συμβαίνει καὶ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν. Ὁσονδήποτε καὶ ἂν θελήσωμεν νὰ ἑρμηνεύσωμεν ὀρθῶς τοὺς νόμους διὰ τὴν καλὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, δὲν θὰ τὸ ἐπιτύχωμεν μὲ τὴν σήμερον ὑφισταμένην κατάστασιν, διότι ἡ οὐσία τῆς ὑποθέσεως ἔχει τεραστίαν καὶ βασικὴν σημασίαν ὅπως ἐκτίθεται πρωτοβαθμίως. Πρέπει λοιπὸν νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι πρέπει νὰ ρυθμίσωμεν κατὰ πρῶτον λόγον τὰ πράγματα εἰς τὸ Πρωτοβάθμιον καὶ τὸ Δευτεροβάθμιον Δικαστήριον καὶ βάσει τῶν δεδομένων καὶ τῶν νομικῶν κανόνων τοὺς ὁποίους θὰ θεσπίσωμεν διὰ τὸν πρῶτον καὶ τὸν δεύτερον βαθμὸν τῆς δικαιοσύνης, νὰ κάμωμεν καὶ τοὺς κανόνας διὰ τὰ Ἀνώτατα Δικαστήρια. Ὅσον ἀφορᾶ τὴν εἰσήγησιν ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, συμφωνῶ καὶ ἐγὼ ὅτι πρέπει νὰ γίνεται. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ βασίζεται πολλάκις λόγῳ φόρτου ἐργασίας τὸ Δικαστήριον τοῦ Ἀρείου Πάγου ἁπλῶς καὶ μόνον εἰς τὴν εἰσήγησιν. Θὰ πρέπει νὰ γίνεται βάσανος τῆς εἰσηγήσεως κατὰ τρόπον οὐσιώδη, νὰ γίνεται λεπτομερὴς συζήτησις ἐπ’ αὐτῆς καὶ μετὰ ταῦτα νὰ ἐκδίδεται ἀπόφασις. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ὑπόθεσιν εἰς τὴν ὁποίαν εἰσηγητὴς ἀνωτάτου δικαστηρίου ἀνέφερεν ὅτι δὲν ἰσχύουν τὰ ἄρθρα τάδε καὶ τάδε τοῦ τάδε νόμου, ἐνῷ εἰς τὴν πραγματικότητα ὅλα τὰ ἄλλα εἶχον παύσει νὰ ἰσχύουν, πλὴν τῶν ἄρθρων αὐτῶν. Καί, δυστυχῶς, τὸ ἀνώτατον δικαστήριον, ἐπειδὴ ἐπέρασε τὴν ὑπόθεσιν τροχάδην, ἐδέχθη τὴν εἰσήγησιν αὐτήν. Κατὰ συνέπειαν, κύριε Ὑπουργέ, θὰ πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ γίνεται βάσανος τῆς εἰσηγήσεως, διότι φοβοῦμαι πολὺ μήπως καταλήξωμεν νὰ βασίζεται ἡ ἀπόφασις μόνον εἰς τὴν εἰσήγησιν τοῦ εἰσηγητοῦ δικαστοῦ. Ἐὰν ἀποφευχθῇ τοῦτο, ἡ εἰσήγησις καὶ ἐπιβεβλημένη καὶ σκόπιμος εἶναι.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Παπασπύρου ἔχει τὸν λόγον.
§110Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, πολὺ ὀλίγα θὰ εἴπω. Εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης ἔγινε μακροτάτη συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἐπιμάχου νομοσχεδίου καὶ ἠμπορῶ νὰ εἴπω ὅτι ἐν τῷ συνόλῳ ὅλοι οἱ συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι προέρχονται ἀπὸ τὸν νομικὸν κόσμον, εὑρέθησαν σύμφωνοι ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοθετήματος. Μὲ τὴν εὐκαιρίαν αὐτὴν θέλω νὰ τονίσω τὴν ὡραίαν προσπάθειαν καὶ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἀλλὰ καὶ νὰ ἐξάρω τὸν ὑψηλὸν τόνον μὲ τὸν ὁποῖον διεξάγεται ἡ συζήτησις καὶ ὁ ὁποῖος ἀποδεικνύει μὲ πόσην ἀγάπην ἡ Βουλὴ στρέφεται πρὸς τὰ θέματα ποὺ ἀφοροῦν τὴν δικαιοσύνην. Ἤκουσα μετὰ προσοχῆς τὰ ὅσα ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι, πέραν τῶν ὅσων ἐπὶ τῆς ἀκυρωτικῆς διαδικασίας ἠκούσθησαν ἀποδίδω ἰδιαιτέραν σημασίαν εἰς ὅσα ὁ τελευταῖος ἐκ τῶν ὁμιλητῶν κ. Λυμπέρης ἐσημείωσε. Διότι μὲ τὴν εὐκαιρίαν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ τὸ ὁποῖον ἀφορᾶ τὴν ἀναμόρφωσιν τῶν δικαστικῶν πραγμάτων εἰς τὸ ἀκυρωτικὸν Δικαστήριον, ὀρθὸν θὰ εἶναι νὰ ἐπισπευθῇ ἡ ἀναμόρφωσις τῶν δικαστικῶν πραγμάτων καὶ διὰ τὰ δικαστήρια τῆς οὐσίας. Βεβαίως ὁ Ἄρειος Πάγος εἶναι ὁδηγός, διότι ἡ νομολογία του εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία καθορίζει τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων καὶ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐπιστήσω ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς συζητήσεως αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ, διὰ τὴν ἐπίσπευσιν τῆς ἀναμορφώσεως τοῦ δικονομικοῦ μας συστήματος. Ἂς μὴ λησμονῶμεν, ὅτι μέγα πλῆθος τῶν ὑποθέσεων κρίνεται ἀπὸ τὰ δικαστήρια τῆς οὐσίας καὶ οἱ ἀπηρχαιωμένοι δικονομικοὶ θεσμοὶ εἶναι τυραννικοὶ διὰ τοὺς δικαζομένους καὶ ἀπαράδεκτοι διὰ τὴν ἐποχήν μας. Ἀλλά, πέραν τούτων, ὑπάρχει τὸ μέγα θέμα τοῦ ἐμψύχου ὑλικοῦ τῆς δικαιοσύνης. Μὲ τὴν εὐκαιρίαν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, πρέπει νὰ ἀκουσθοῦν ὡρισμέναι ἀλήθειαι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Αἴσθημα φυγῆς ἔχει καταλάβει τοὺς Ἕλληνας δικαστάς. Θεωρεῖται εὐτυχὴς καὶ προνομιοῦχος, ἐκεῖνος ποὺ ἠμπορεῖ νὰ μεταπηδήσῃ εἰς ἄλλην ὑπηρεσίαν, ἢ νὰ ἀποχωρήσῃ τοῦ κλάδου. Ἡ ἐργασία τῶν δικαστῶν εἶναι σκληρά, βασανιστικὴ καὶ πλήρης εὐθυνῶν. Καὶ ἐνῷ ἔχουν αὐτὸ τὸ βάρος οἱ Ἕλληνες δικασταί, αἱ ἀπολαυαί των εἶναι πενιχραί, εἶναι ἀπολαυαὶ πείνης. Ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης, περιέλαβεν εἰς τὸ ἄρθρον 87 τοῦ Συντάγματος διάταξιν, εἰς ἣν καθορίζεται ὅτι αἱ ἀποδοχαὶ τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, πρέπει νὰ εἶναι ἀνάλογοι πρὸς τὸ λειτούργημα αὐτῶν. Μὲ τὴν διάταξιν αὐτήν, ἠθέλησε νὰ ἀπομονώσῃ τὰ θέματα τῆς δικαιοσύνης ἀπὸ τοὺς ἄλλους κλάδους. Διότι, πράγματι, ὁ δικαστὴς πέραν τοῦ βάρους τῆς καταθλιπτικῆς ἐργασίας καὶ τῶν μεγάλων εὐθυνῶν, ἔχει ἰδιάζουσαν ἀποστολήν. Διὰ νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὸ ἔργον του δὲν πρέπει νὰ περισπᾶται ἀπὸ τὴν σκληρότητα τῶν ἀναγκῶν τῆς ζωῆς. Ὅταν ὁ Ἐλευθ. Βενιζέλος καὶ ὁ Νικ. Δημητρακόπουλος καθώρισαν τὸν μισθὸν τοῦ Προέδρου καὶ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου πολὺ ἀνώτερον τοῦ μισθοῦ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἠθέλησαν νὰ προσδώσουν τὴν ὀφειλομένην ἔμφασιν εἰς τὸ ὑψηλὸν λειτούργημά των καὶ νὰ προσελκύσουν εἰς τὰς δικαστικὰς τάξεις τοὺς ἀριστεῖς τῶν νομικῶν. Ἤδη, ὅμως, οἱ δικαστικοὶ ἔρχονται τελευταῖοι σχεδὸν εἰς τὰς ἀπολαυάς. Ἡ μικρὰ βελτίωσις τῶν ἀποδοχῶν των ἔγινε κατὰ τὸ 1952 ἐπὶ Κυβερνήσεως Πλαστήρα Βενιζέλου, μὲ τὴν συμφωνίαν ὅλων τῶν κομμάτων, ἐξηνεμίσθη μὲ τὴν ὑποτίμησιν τῆς δραχμῆς καὶ τὴν αὔξησιν τοῦ τιμαρίθμου. Οἱ τὸ πρῶτον διοριζόμενοι μηχανικοί, ἔχουν ἀποδοχὰς ἴσας μὲ τοὺς Ἐφέτας καὶ Ἀρεοπαγίτας. Ὀρθὸν καὶ δίκαιον εἶναι, νὰ ἀμείβωνται οἱ μηχανικοὶ καὶ οἱ Δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ παραγνωρίζωμεν τὴν ἀνάγκην τῆς βελτιώσεως τῶν δικαστικῶν ἀποδοχῶν. Εἰς τοὺς κρατικοὺς λειτουργοὺς ποὺ ἐμπιστευόμεθα νὰ κρίνουν περὶ τῆς ζωῆς μας, τῆς τιμῆς μας, τῆς ἐλευθερίας μας καὶ τῶν περιουσιακῶν δικαίων τῶν πολιτῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δίδωμεν μισθοὺς πείνης. Πρέπει νὰ τοὺς θωρακίσωμεν κατὰ πάσης βιοτικῆς ἀντιξοότητος καὶ οἱουδήποτε περισπασμοῦ. Καὶ μόνον μὲ τὴν βελτίωσιν τῶν ἀποδοχῶν, θὰ προσελκύσωμεν εἰς τὸν κλάδον τοὺς καλυτέρους. Διότι, ἤδη, ἐκδηλοῦται ἀπροθυμία συμμετοχῆς εἰς τοὺς διεξαγομένους διαγωνισμούς.
§111Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Διὰ τὰ φορολογικὰ Δικαστήρια, δὲν ὑπῆρχον ὑποψήφιοι.
§112Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὑπῆρξε περιωρισμένος ἀριθμός, ἀλλὰ πρὸς συμπλήρωσιν 20 θέσεων Παρέδρων προσῆλθεν ἑξαπλάσιος ἀριθμὸς καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ὑπῆρξε, λίαν ἱκανοποιητικόν. Ὅπως δὲ μοῦ ἀνεκοίνωσαν ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἔμειναν ἱκανοποιημένοι ἀπὸ ὅλους, ποὺ ἔδωσαν ἐξετάσεις.
§113Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Δὲν ἀμφισβητῶ τοὺς ἀριθμοὺς τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ θὰ ἔπρεπεν ὁ ἀριθμὸς νὰ εἶναι πολλαπλάσιος. Μόνον, μὲ τὴν ἱκανοποιητικὴν βελτίωσιν τῶν ἀποδοχῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτρέψωμεν τὴν ἀπειλουμένην ἀραίωσιν τοῦ Σώματος καὶ νὰ δημιουργήσωμεν φυτώριον δικαστικῶν, οἵτινες θὰ ἀνέλθουν εἰς τὰς ἀνωτάτας βαθμίδας. Ἰδιαιτέρα μέριμνα, πρέπει νὰ ληφθῇ καὶ διὰ τοὺς ὑπηρετοῦντας εἰς τὴν Γραμματείαν τῶν δικαστηρίων, οἵτινες πολλὰ προσφέρουν καὶ πολὺ συντελοῦν εἰς τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν τῆς δικαιοσύνης. Πάντα ταῦτα, δὲν τὰ ἀναφέρω μὲ ἀντιπολιτευτικὴν διάθεσιν. Γνωρίζω, τὰς φιλοτίμους προσπαθείας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τὰς ἀπολαυὰς τῶν δικαστικῶν καὶ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς συζητήσεως τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, ἐπωφελοῦμαι τῆς εὐκαιρίας νὰ ἐπισημάνω τὴν μεγάλην ἀνάγκην, τῆς τακτοποιήσεως τοῦ θέματος αὐτοῦ. Πιστεύω, ὅτι ἀνάλογα εἶναι τὰ αἰσθήματα ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς. Παρακαλῶ, τὸν κ. Ὑπουργόν, νὰ μεταβιβάσῃ τὴν ὁμόθυμον αὐτὴν ἄποψιν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοὺς οἰκονομικοὺς Ὑπουργούς. Διὰ τὸ θέμα, ποὺ ἔθιξεν ὁ κ. Βρανόπουλος ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἀριθμὸν τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, σημειῶ ὅ,τι, ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, εἰσηγουμένου τοῦ τότε Προέδρου καὶ νῦν Ὑπουργοῦ Γεωργίας κυρίου Ἀδαμοπούλου, ἀπεδέχθη τὴν αὔξησιν τῶν θέσεων τῶν Ἀρεοπαγιτῶν κατὰ ἑπτά. Ἐτονίσθη τότε καὶ ἐγένετο ἀποδεκτόν, ὅτι μόνον μὲ τὴν δημιουργίαν πλήρους τμήματος, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδώσῃ τοὺς ἀναμενομένους καρπούς, ἡ θεσπιζομένη ἀκυρωτικὴ διαδικασία. Ἐλπίζω, ὅτι θὰ εὑρεθῇ σύμφωνος ὁ κ. Ὑπουργός, πρὸς τὴν ὁμόθυμον ἄποψιν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς. Εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, θὰ ἐκθέσω εὐρύτερον τὰς ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἀντιλήψεις μου.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ν. Κρασαδάκης ἔχει τὸν λόγον.
§115Ν. ΚΡΑΣΑΔΑΚΗΣ. Ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι τότε Ἀντιπρόεδρος, μετὰ εὐρυτάτην συζήτησιν, παρεδέχθη εἰδικῶς τὸ ἄρθρον, καθ’ ὃ προβλέπεται εἰδικὴ μισθολογικὴ μεταχείρισις τῶν δικαστικῶν. Αὐτὴν τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος νομίζομεν, ὅτι τώρα ἐπιβάλλεται νὰ ἀξιοποιήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός, διότι δὲν εἶναι ἀδύνατον ὁ δικαστής, ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ ἐπιτελῇ τὴν ἀποστολήν του καὶ νὰ ἀποδίδῃ καὶ παράλληλα νὰ ἔχῃ τὸ παράπονον, ὅτι ἀποτελεῖ παρίαν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου.
§116Α. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μετέδωσεν ἀπόψε ἐπισήμως μίαν εὐχάριστον εἴδησιν ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ Συντάξεως τῆς Νέας Πολιτικῆς Δικονομίας ἔχει περατώσει σχεδὸν τὸ ἔργον της, πλὴν ὡρισμένων ἄρθρων τοῦ τμήματος ἐκτελέσεως καὶ θὰ ἔχῃ τὴν τιμὴν μέχρι τοῦ τέλους τοῦ ἔτους ἢ τῶν ἀρχῶν τοῦ ἑπομένου νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας πρὸς ψήφισιν τὸν νέον κώδικα τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Ἡ εἴδησις θὰ χαροποιήσῃ ὄχι μόνον τὸν νομικὸν κόσμον, ἀλλὰ καὶ τὸν κόσμον τῶν διαδίκων, διότι οἱ προσφεύγοντες εἰς τὰ Πολιτικὰ Δικαστήρια ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας, δὲν δύνανται νὰ ἀπολαύσουν ταχέως τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Εἶναι γνωστόν, ὅτι αἱ διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ἰσχύουσαι ἀπὸ 100 σχεδὸν ἐτῶν, εἶναι ἀναχρονιστικαί, ὥστε βαθμιαίως δημιουργοῦν καὶ προκαλοῦν τὴν ἀντίθεσιν τοῦ Λαοῦ καὶ ἰδίᾳ τῶν διαδίκων. Τούτου ἕνεκεν περιωρίσθη σημαντικῶς ὁ ἀριθμὸς τῶν προσφευγόντων εἰς τὰ Πολιτικὰ Δικαστήρια καὶ αἱ ἀποφάσεις τῶν Πολιτικῶν Δικαστηρίων μειοῦνται κατ’ ἔτος. Τοῦτο σημαίνει ὅτι οἱ διάδικοι ἀποφεύγουσι νὰ προσφεύγουν εἰς τὴν Πολιτικὴν Δικαιοσύνην λόγῳ τῶν πολλῶν διατυπώσεων καὶ τῆς μακρᾶς διαδικασίας ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται. Θὰ ἤθελα νὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κύριον Ὑπουργόν, ὅπως ἀναλάβῃ ὁ ἴδιος τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν παρακολούθησιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς συντάξεως τοῦ Κώδικος διὰ τὴν ταχυτέραν περαίωσιν τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς. Ἂς ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ὁ Μέγας Ἐλευθέριος Βενιζέλος, ὅτε συνετάσσετο ὁ Ἀστικὸς Κῶδιξ παρίστατο ὁ ἴδιος εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς, ὡς ἐπίσης καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐλάμβανον μέρος εἰς τὰς συζητήσεις. Τοῦτο σημαίνει ὅτι ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος ἔδιδε μεγάλην σημασίαν εἰς τὴν ἀνάγκην ψηφίσεως νέου Ἀστικοῦ Κώδικος, ὁ ὁποῖος ἔχει ἤδη τεθῆ ἐν ἰσχύϊ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ συμβάλῃ ὥστε νὰ ἀποκτήσῃ ἡ χώρα νέον Κώδικα τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Ἐφ’ ὅσον ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν ὅτι πολὺ ταχέως θὰ ἔλθῃ πρὸς ψήφισιν ὁ Κῶδιξ τῆς πολιτικῆς Δικονομίας, αἱ διατάξεις ποὺ εἰσάγονται ἤδη, θὰ περιληφθοῦν εἰς τὸν Κώδικα. Εἶναι ὅμως σύμφωνοι αἱ διατάξεις αὗται πρὸς τὰς προτάσεις τῆς ἁρμοδίας Ἐπιτροπῆς; Διότι πράγματι αἱ εἰσαγόμεναι διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου διατάξεις εἶναι καινοφανεῖς. Διὰ τοῦ ἄρθρου 6 εἰσάγεται ὀρθῶς τὸ δικαίωμα τοῦ Ἀρείου Πάγου νὰ ἐπιλαμβάνεται τοῦ θέματος ἑρμηνευτικῶν κανόνων.
§117Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δὲν δύναμαι νὰ ἀντιληφθῶ, κύριοι συνάδελφοι, διατὶ αὐτὴ ἡ ἰδιαιτέρα ἐπιμονὴ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6. Τὸ ἄρθρον 6 δὲν ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου. Τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου τὴν ἀποτελοῦν αἱ διατάξεις περὶ ἐκδικάσεως τῆς οὐσίας καὶ περὶ καθιερώσεως τῆς γραπτῆς εἰσηγήσεως.
§118Α. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ἐπικροτῶ τὴν διάταξιν, κύριε Ὑπουργέ. Περαιτέρω, ὀρθῶς εἰσάγεται ἡ διαδικασία τῆς ἀναστολῆς ἀποφάσεων μὴ προσβαλλομένων. Ὀρθῶς ἐπίσης περιορίζονται αἱ προθεσμίαι ἀσκήσεως δικαιώματος ἀναιρέσεως κατ’ ἀλλοδαπῶν καὶ ἀγνώστων. Ὡς πρὸς τὴν καθιέρωσιν τῆς ὑποχρεώσεως ἐγγράφων εἰσηγήσεων, ἐλπίζω, ὅτι ὁ θεσμὸς θὰ ἐπεκταθῇ περαιτέρω καὶ διὰ τὰ πρωτοβάθμια δικαστήρια ὥστε νὰ ἐμφανίζωνται αἱ ἀπόψεις τῶν εἰσηγητῶν καὶ οἱ δικηγόροι νὰ ἀντιμετωπίζουν εὐχερέστερον τὰ θέματα καὶ γίνεται καλυτέρα ὑπεράσπισις τῆς ὑποθέσεως. Εὑρίσκω ἐπίσης ὀρθὴν τὴν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑποχρεοῦται ὁ Ἄρειος Πάγος νὰ κρατῇ τὴν ὑπόθεσιν πρὸς οὐσιαστικὴν ἔρευναν ἐφ’ ὅσον ἀναιρέσῃ τὴν ἀπόφασιν διὰ νὰ μὴ συνεχισθῇ ὁ χρονισμὸς τῶν ὑποθέσεων. Τερματίζων, κύριοι συνάδελφοι, ἔχω νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ ὅτι ἐνδείκνυται ἡ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀρεοπαγιτῶν, ἀλλὰ περαιτέρω ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ πρέπει νὰ λάβῃ μέριμναν διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ καὶ τῶν κατωτέρων δικαστῶν δηλ. τῶν πρωτοδικῶν καὶ τῶν εἰρηνοδικῶν. Πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἀπὸ τὰς κατωτέρας βαθμίδας ἡ ἐνίσχυσις τῆς Δικαιοσύνης καὶ νὰ φθάσωμεν μέχρι τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀρεοπαγιτῶν. Γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας Πρωτοδικεῖα λειτουργοῦν μὲ τρεῖς μόνον δικαστὰς καὶ Εἰρηνοδικεῖα μένουν κλειστά. Μὲ αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις καταλήγων, τονίζω, ὅτι δέον νὰ γίνῃ δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου. Εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν ἐπιφυλάσσομαι, ὅπως λάβω τὸν λόγον καὶ ἀναπτύξω ὡρισμένας τροποποιήσεις.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαντληθέντος τοῦ καταλόγου τῶν ἐγγεγραμμένων νὰ ὁμιλήσωσιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, κηρύσσομεν περαιωμένην τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν αὐτοῦ. Ἐρωτᾶται ἡ Ἐπιτροπή, δέχεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν;
§120Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρεκάλουν τὴν Βουλήν, ἐφ’ ὅσον ἐτερματίσθη ἡ κατ’ ἀρχὴν συζήτησις, νὰ δεχθῇ νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον εἰς αʹ συζήτησιν καὶ κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν νὰ συζητηθοῦν αἱ τροπολογίαι;
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον αʹ συζήτησιν καὶ κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν νὰ συζητηθοῦν αἱ τροπολογίαι;
§122ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπῶς, ἐγένετο δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον εἰς αʹ συζήτησιν τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τοῦ Δικαστηρίου τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῆς ἐνώπιον αὐτοῦ διαδικασίας ἐπὶ τῶν πολιτικῶν δικῶν». Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§124ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ. μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως ἀναφορὰς ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις. (Ὥρα 10.30′ μ. μ.).