1957.02.21
2.429 στίχοι · 18.307 λέξεις · 106 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 52α
ΠΕΜΠΤΗ 21 Φεβρουαρίου 1957
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 6.50′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ὁ βουλευτὴς κ. Ε. Σκορδίλης αἰτεῖται δίμηνον ἀπουσίας ἄδειαν προκειμένου νὰ μεταβῇ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, ἐγκρίνεται.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Κ. Ἀποσκίτης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κ.λ.π.
§4Κ. ΑΠΟΣΚΙΤΗΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ κ. Δ. Ἀλιπράντης (Ὑφυπουργὸς Οἰκονομικῶν) καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως συνταξιοδοτικῶν διατάξεων ἀφορωσῶν εἰς προσωπικὸν Νοσηλευτικῶν Ἱδρυμάτων Ν. Δ. 2592)1953 κ.λ.π.». Ἡ ἐπὶ τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας Κοινοβολευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κωδικοποιήσεως τῶν περὶ τοῦ Πατριωτικοῦ Ἱδρύματος Κοινωνικῆς Προνοίας καὶ Ἀντιλήψεως κειμένων διατάξεων καὶ ἐξουσιοδοτήσεως πρὸς τροποποίησιν καὶ συμπλήρωσιν ἐνίων ἐξ αὐτῶν». Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Μακρόπουλος, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χορηγήσεως ἐξουσιοδοτήσεως πρὸς συμπλήρωσιν, τροποποίησιν καὶ κατάργησιν τοῦ ἰσχύοντος ἐνοικιοστασίου». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. Κοκκέβης, Ε. Κοθρῆς, Α. Βαχλιώτης, Κ. Χριστόπουλος, Χ. Σκουτέρης καὶ Ε. Βενιζέλος, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως ἰσχυουσῶν διατάξεων «περὶ Τ.Α.Ο. Χωροφυλακῆς». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Σ. Χούτας καὶ Π. Τζαννετάκης, καταθέτουσι τροπολογίας ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀτελοῦς εἰσαγωγῆς καὶ μειώσεως δασμῶν ἐνίων εἰδῶν γενικῆς καταναλώσεως καὶ τροποποιήσεως δασμολογικῶν καὶ τελωνειακῶν τινων διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δ. Παπασπύρου, Δ. Βρανόπουλος, Δ. Παπαδημητρίου καὶ Ε. Κεφαλογιάννης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀτελοῦς εἰσαγωγῆς καὶ μειώσεως δασμῶν ἐνίων εἰδῶν γενικῆς καταναλώσεως καὶ τροποποιήσεως δασμολογικῶν καὶ τελωνειακῶν τινων διατάξεων». Ὁ βουλευτὴς κ. Μ. Μ. Πίσπας, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκτελωνιστῶν, διασαφιστῶν καὶ βοηθῶν ἐκτελωνιστῶν». Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Βουδούρης, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως συνταξιοδοτικῶν διατάξεων ἀφορωσῶν εἰς προσωπικὸν Νοσηλευτικῶν Ἱδρυμάτων Ν. Δ. 2592) 1953 κ.λ.π.». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δ. Θανόπουλος Ε. Ἀρβανιτάκης, Α. Πετραλιᾶς, Μ. Στεφανίδης, Γ. Κλῆς, Β. Πανούσης, Ι. Τριανταφυλλίδης, Ι. Ἰντζές, Β. Κρῖκος, καὶ Ι. Παπαρτεμίου, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαβαθμίσεως καὶ ἐντάξεως προσωπικοῦ κατέχοντος προσωρινὰς θέσεις τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ ἀπὸ 3.4.54 Β. Διατάγματος «περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Ν. Δ. 2500)53 ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν Ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου Κοινωνικῆς Προνοίας» καὶ τακτοποιήσεως ἑτέρων τινῶν κατηγοριῶν προσωπικοῦ». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. Βαχλιώτης, Ε. Κοθρῆς, Α. Καλαντζάκος, Μ. Καροῦσος, Β. Πανούσης καὶ Φ. Κατσιάμπας, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαβαθμίσεως καὶ ἐντάξεως προσωπικοῦ κατέχοντος προσωρινὰς θέσεις τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ ἀπὸ 3.4.54 Β. Διατάγματος «περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Ν. Δ. 2500)53 ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν Ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου Κοινωνικῆς Προνοίας» καὶ τακτοποιήσεως ἑτέρων τινῶν κατηγοριῶν προσωπικοῦ». Ὁ βουλευτὴς κ. Χ. Ψαρρός, καταθέτει τροπολογίας ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαβαθμίσεως καὶ ἐντάξεως προσωπικοῦ κατέχοντος προσωρινὰς θέσεις τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ ἀπὸ 3.4.54 Β. Διατάγματος «περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Ν. Δ. 2500)53 ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν Ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου Κοινωνικῆς Προνοίας» καὶ τακτοποιήσεως ἑτέρων τινῶν κατηγοριῶν προσωπικοῦ». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ε. Ἀθανασάκος καὶ Φ. Πιτούλης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαβαθμίσεως καὶ ἐντάξεως προσωπικοῦ κατέχοντος προσωρινὰς θέσεις τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ ἀπὸ 3.4.54 Β. Διατάγματος «περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Ν. Δ. 2500)53 ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν Ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου Κοινωνικῆς Προνοίας» καὶ τακτοποιήσεως ἑτέρων τινῶν κατηγοριῶν προσωπικοῦ». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ε. Ἀθανασάκος, Γ. Ρουμάνης, Α. Μίχας καὶ Α. Καρασπήλιος, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαβαθμίσεως καὶ ἐντάξεως προσωπικοῦ κατέχοντος προσωρινὰς θέσεις τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ ἀπὸ 3.4.54 Β. Διατάγματος «περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Ν. Δ. 2500)53 ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν Ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου Κοινωνικῆς Προνοίας» καὶ τακτοποιήσεως ἑτέρων τινῶν κατηγοριῶν προσωπικοῦ». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Π. Βαρδινογιάννης, Ε. Κοθρῆς καὶ Ε. Βενιζέλος, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαβαθμίσεως καὶ ἐντάξεως προσωπικοῦ κατέχοντος προσωρινὰς θέσεις τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ ἀπὸ 3.4.54 Β. Διατάγματος «περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Ν. Δ. 2500)53 ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν Ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου Κοινωνικῆς Προνοίας» καὶ τακτοποιήσεως ἑτέρων τινῶν κατηγοριῶν προσωπικοῦ». Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Νικολίτσας καταθέτει τροπολογίας ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαβαθμίσεως καὶ ἐντάξεως προσωπικοῦ κατέχοντος προσωρινὰς θέσεις τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ ἀπὸ 3.4.54 Β. Διατάγματος «περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Ν. Δ. 2500)53 ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν Ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου Κοινωνικῆς Προνοίας» καὶ τακτοποιήσεως ἑτέρων τινῶν κατηγοριῶν προσωπικοῦ». Ὁ βουλευτὴς Ἕβρου κ. Γ. Κλῆς, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Ἑλλήνων Ἀποστράτων Ἀξιωματικῶν Ἀλεξανδρουπόλεως, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν μὴ εἰσέτι ἐπίλυσιν τῶν ἐκκρεμούντων συνταξιοδοτικῶν αἰτημάτων αὐτῶν. Ὁ βουλευτὴς Ἕβρου κ. Γ. Κλῆς, καταθέτει ἀναφορὰς τῶν κατοίκων τῶν χωρίων Μάνης καὶ Εὐγενικοῦ, ζητούντων ἀποστολὴν συνεργείου πρὸς διευθέτησιν ὑφισταμένης διαφορᾶς μεταξὺ τῶν κατοίκων τῶν χωρίων Εὐγενικοῦ καὶ Σιτοχωρίου πρὸς πρόληψιν ἐπεισοδίων. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας καὶ Εὐρυτανίας κ. Γ. Μπουρδάρας, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἰατρικοῦ Συλλόγου Ἀγρινίου, ζητοῦντος ἐφαρμογὴν τοῦ Ν. Δ. 3623) 16.11.56 «περὶ καθορισμοῦ κατωτάτου ὁρίου ἰατρικῆς ἀμοιβῆς, καθ’ ὅσον ἐξακολουθεῖ ἀκόμη ἡ παλαιὰ τακτική. Ὁ βουλευτὴς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας κ. Κ. Χριστόπουλος, διὰ τηλεγραφήματός του ἀναφέρει ὅτι ὁ πλοίαρχος Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ χρησιμοποιεῖ ἰδιόκτητον αὐτοκίνητον μὲ παλαιὸν ἀριθμὸν 12.480 μὲ προσωρινὴν 4ήμερον ἄδειαν κυκλοφορίας Ἐφορίας Αὐτοκινήτων ὡς καὶ ἀδικαιολογήτως δύο ναύτας. Ὁ βουλευτὴς Ἀρκαδίας κ. Μ. Καροῦσος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἀνωτάτης Συνομοσπονδίας Πολυτέκνων, ζητούσης διατήρησιν τοῦ κεκτημένου δικαιώματος ἐκπτώσεως τῶν πολυτέκνων ἐπὶ τῶν τιμολογίων τῶν ὑπεραστικῶν λεωφορείων κ.λ.π. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Ι. Διαμαντόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν Μικροϊδιοκτητῶν Λαυρίου, διαμαρτυρομένων διὰ μελετωμένην παράτασιν ἐνοικιοστασίου καὶ ζητούντων ἄρσιν αὐτοῦ. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ε. Βενιζέλος, Κολοκυθᾶς καὶ Ε. Κεφαλογιάννης, καταθέτουν ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Μικροϊδιοκτητῶν Ἀθηνῶν– Πειραιῶς καὶ περιχώρων, διαμαρτυρομένης διὰ μελετωμένην παράτασιν ἐνοικιοστασίου καὶ ζητούσης ἄρσιν αὐτοῦ. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Κ. Πετρόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἰατρικοῦ Συλλόγου Τριχωνίδος, διαμαρτυρομένου διὰ τὴν μὴ ἐφαρμογὴν ὑπὸ τοῦ Ταμείου τῆς περιφερείας των τοῦ Ν. Δ. 3623)16.11.56 «περὶ καθορισμοῦ κατωτάτου ὁρίου ἰατρικῆς ἀμοιβῆς» κλπ. Ἡ Ἐπιμορφωτικὴ Φοιτητικὴ Ἕνωσις Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ζητεῖ ὅπως εἰς τὸ κατατεθὲν νομοσχέδιον περὶ ὀργανώσεως τῶν Ἀστικῶν Συγκοινωνιῶν τῆς ὡς ἄνω πόλεως περιληφθῇ διάταξις χορηγήσεως εἰσιτηρίων ἡμιατελείας εἰς ἅπαντας τοὺς φοιτητὰς κ.λ.π. Ὁ βουλευτὴς Φθιώτιδος κ. Β. Κρῖκος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Δημάρχου Ἀμφίσσης, καὶ λοιπῶν, ζητούντων ἀπόρριψιν τοῦ αἰτήματος χορηγήσεως γενικῆς ἀμνηστίας. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Α. Σχινᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐθνικοῦ Συνδέσμου Ὀρυζοκαλλιεργητῶν Μεσσηνίας, ζητοῦντος χορήγησιν πιστώσεως διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου διευθετήσεως χειμάρρου κάτω Μεσσηνίας πρὸς προστασίαν τῆς ἐκ τῶν πλημμυρῶν καταστροφῆς 15.000 στρεμμάτων καλλιεργουμένων δι’ ὀρύζης. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Λ. Ἀνωγειαννάκης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου Ρήγα Φεραίου, ζητοῦντος νομοθετικὴν ρύθμισιν τῶν οἰκοπέδων τῶν
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Βʹ συζήτησις τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκρίσεως διαθέσεως τῶν εἰσοδημάτων τῆς περιουσίας τοῦ κληροδοτήματος Πέτρου Χρυσοχόου, ὑπὲρ ἀποκαταστάσεως ὀρφανῶν κορασίδων τοῦ τελευταίου παγκοσμίου πολέμου καὶ τοῦ συμμοριτοπολέμου».
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἐγκρίσεως, διαθέσεως τῶν εἰσοδημάτων τῆς περιουσίας τοῦ κληροδοτήματος Πέτρου Χρυσοχόου ὑπὲρ ἀποκαταστάσεως ὀρφανῶν κορασίδων τοῦ τελευταίου παγκοσμίου πολέμου καὶ τοῦ συμμοριτοπολέμου». Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 740 ἀπὸ 2 Μαΐου 1955 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου».
§8ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 740 ἀπὸ 2 Μαΐου πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου». Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Κλῆς ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§10Γ. ΚΛΗΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν).
§11Λ. ΔΕΡΤΙΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει μία οὐσιώδης παράλειψις, ἡ ὁποία καθιστᾷ ἄλλωστε καὶ ἀσαφῆ τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὑπεστήριξα χθὲς τὴν ἀποδοχὴν τῆς τροπολογίας τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἀνέπτυξα τὴν τροπολογίαν. Δὲν ἀναφέρεται τίποτε εἰς τὰ πρακτικά. Θὰ παρακαλέσω νὰ ἀναγραφῇ σήμερον ἡ ἀνάπτυξις τῆς τροπολογίας, διότι ἄλλωστε δὲν ἔχει καμμίαν ἔννοιαν ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι ἀποδέχεται τὴν τροπολογίαν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σήμερον ἐψηφίσθη ἡ τροπολογία σας;
§13Λ. ΔΕΡΤΙΛΗΣ. Ἡ τροπολογία ἀνεπτύχθη ὑπ’ ἐμοῦ καὶ ἐγένετο δεκτὴ χθές, ἀλλὰ δὲν ἀναφέρεται τίποτε εἰς τὰ πρακτικά.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ καταχωρηθῇ, λοιπόν, σήμερον.
§15Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. Κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, ὅταν συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς συνταξιοδοτήσεως, τῆς ἀφορώσης τὸ προσωπικὸν τῶν Νοσηλευτικῶν Ἱδρυμάτων, εἶχον ζητήσει εἰς τὸ ἄρθρον 1, μετὰ τὰς λέξεις «Νοσηλευτικῶν Ἱδρυμάτων κοινωφελοῦς χαρακτῆρος», νὰ προστεθῇ, ἢ «Δημοτικῶν Νοσοκομείων». Τοῦτο τὸ ἀπεδέχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλά, δυστυχῶς, οὔτε εἰς τὰ πρακτικὰ ἀναγράφεται, οὔτε εἰς τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου.
§16Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ (Ὑφυπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε συνάδελφε, τὴν Δευτέραν θὰ ἐπανέλθῃ τὸ νομοσχέδιον πρὸς συζήτησιν καὶ τὸ ρυθμίζομεν.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν ἔλθῃ εἰς βʹ συζήτησιν τακτοποιεῖται.
§18Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. Οὐδὲν ἀναγράφεται εἰς τὰ πρακτικά. Οὔτε ὅτι ἀπεδέχθη τὴν προσθήκην ὁ κ. Ὑπουργός, οὔτε ὅτι ἐγὼ ὑπεστήριξα αὐτὴν τὴν ἄποψιν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως ὡς διωρθώθησαν. Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χορηγήσεως ἐξουσιοδοτήσεως πρὸς συμπλήρωσιν τροποποίησιν καὶ κατάργησιν τοῦ ἰσχύοντος ἐνοικιοστασίου». Ὁ κ. Ι. Ἰντζές, ἔχει τὸν λόγον.
§20Ι. ΙΝΤΖΕΣ. Διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου ζητεῖται ἡ ἐξουσιοδότησις τοῦ Σώματος, ἵνα διὰ Β. Διατάγματος, προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τροποποιηθῇ τὸ ἰσχῦον ἐνοικιοστάσιον. Τὸ Διάταγμα προβλέπεται νὰ ἐκδοθῇ ἐντὸς τριῶν μηνῶν καὶ ἕως τότε ζητεῖται ἡ παράτασις τοῦ ἰσχύοντος ἐνοικιοστασίου. Εἰσηγοῦμαι τὴν ἐπιψήφισίν του.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ἀλλαμανῆς, ἔχει τὸν λόγον.
§22Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν αἰτουμένην ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως παράτασιν τοῦ λήγοντος μετ’ ὀλίγον ἐνοικιοστασίου, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ τὴν ἀρνηθῇ. Εἶναι μία κοινωνικὴ ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀντιμετωπίσῃ καὶ ἡ Βουλὴ δὲν ἠμπορεῖ νὰ τῆς ἀρνηθῇ τὴν συνδρομήν της. Βεβαίως, ὀρθότερον θὰ ἦτο, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ μὴ συνεζητεῖτο ὀλίγον πρὶν ἢ ἐκπνεύσῃ τὸ ἰσχῦον σήμερον ἐνοικιοστάσιον, ἀλλὰ νὰ ἤρχετο ἐγκαίρως, ὥστε νὰ παρασχεθῇ ἡ εὐκαιρία εἰς τὴν Βουλὴν νὰ συζητήσῃ καὶ ἐπὶ τῆς οὐσίας. Ἀλλὰ τοῦτ’ αὐτό, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἰσχύει, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἕτερον σκέλος τοῦ νομοσχεδίου, ὡς αὐτὸ τοὐλάχιστον διετυπώθη, μετὰ τὴν συζήτησιν ἐκ μέρους τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τὴν τροποποίησιν εἰς τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς προέβη, μετὰ τὴν κατάθεσίν του. Ἐννοῶ, τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τῆς ὁποίας, δίδεται ἐν λευκῷ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ἐξουσιοδότησις καὶ νὰ καταργήσῃ καὶ νὰ τροποποιήσῃ καὶ νὰ συμπληρώσῃ καὶ νὰ παρατείνῃ ἐπ’ ἀόριστον χρόνον τὸ ἰσχῦον ἐνοικιοστάσιον. Βεβαίως, δὲν εἶναι τὸ Σῶμα τὸ ἰδικόν μας συγκεκροτημένον οὕτω πως, ὥστε νὰ προσφέρεται ἵνα συμβάλῃ ὥστε ἀρτίως νὰ διαμορφωθῇ ἓν νομοθέτημα, ὡς τὸ ἐνοικιοστασιακόν. Καὶ ἡ παλαιοτέρα πρακτικὴ ἔχει πείσει ὅτι δὲν προσφέρεται τὸ Σῶμα τῆς Βουλῆς διὰ τὴν διατύπωσιν ἑνὸς ἐνοικιοστασίου μέχρι καὶ τῶν τελευταίων λεπτομερειῶν. Ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ σημείου αὐτοῦ μέχρι τοῦ ἀκραίου σημείου τὸ ὁποῖον ἐμφανίζει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ὑπάρχει τεραστία ἀπόστασις. Θὰ εἶχον τὴν γνώμην ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἔπρεπε νὰ καθιερώνῃ πλαίσια, ἐντὸς τῶν ὁποίων νὰ κινηθῇ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, πλαίσια, ἀναφερόμενα εἰς τὰ βασικὰ σημεῖα, εἰς τὰ ἐριστὰ θὰ ἔλεγον σημεῖα, τοῦ ἐνοικιοστασιακοῦ θεσμοῦ. Φερ’ εἰπεῖν, θὰ ἠδύνατο τὸ νομοσχέδιον νὰ παράσχῃ ἐξουσιοδότησιν ὅπως ἐντὸς ὡρισμένου πλαισίου κινηθῇ ἡ Κυβέρνησις καὶ εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν περίπτωσιν τῶν ἐκμισθωτῶν μικροϊδιοκτητῶν ἢ «μισθοσυντηρήτων καὶ μισθωτῶν» εὐπόρων καὶ πλουσίων, περίπτωσιν διὰ τὴν ὁποίαν κοινὴ συνείδησις ἔχει γίνει ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ παρατείνεται αὐτὴ ἡ ἐκμετάλλευσις πλουσίων μισθωτῶν εἰς βάρος δυσπραγούντων μικροϊδιοκτητῶν. Δὲν βλέπω, ἐξ ἄλλου, διατὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἠθέλησε νὰ καινοτομήσῃ μὲ τὸ νομοσχέδιόν του καὶ δὲν ἠκολούθησε τὸ παράδειγμα τοῦ προκατόχου του, ὥστε νὰ ὑπάρξῃ πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ Β. Δ)τος ἡ προεπεξεργασία ἀπὸ Ἐπιτροπήν, τῆς ὁποίας ἡ σύνθεσις νὰ προεβλέπετο εἰς τὸ νομοσχέδιον. Κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην, κύριε Πρόεδρε, θὰ ἦτο δυνατὸν – καὶ ζητῶ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ περιορισθῇ μόνον εἰς τὴν τρίμηνον ἢ δίμηνον παράτασιν, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ τοῦ παραχωρήσῃ τὴν παράτασιν τῆς ἰσχύος τοῦ ἐνοικιοστασίου – νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ ἄλλου σκέλους τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ νὰ φέρῃ νομοσχέδιον ἄλλο, ὑπὸ τοῦ ὁποίου νὰ προβλέπωνται πλαίσια ἐντὸς τῶν ὁποίων θὰ κινηθῇ ἡ Κυβέρνησις, μὴ ἐξαιρουμένου καὶ τοῦ ἐπιπέδου τῶν μισθωμάτων καὶ τῆς ἐνδεχομένης αὐξήσεως αὐτῶν, καὶ νὰ προβλέπεται ἡ συγκρότησις Ἐπιτροπῆς μὲ σύνθεσιν ἐγγυωμένην τὴν ὀρθὴν ἀντιμετώπισιν τῶν ζητημάτων ποὺ ἀνακύπτουν καὶ μὲ τὴν γνώμην, ὄχι τὴν σύμφωνον γνώμην, τῆς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἐνοικιοστασίου. Ὑπ’ αὐτὰς τὰς προϋποθέσεις θὰ ἔδιδα τὴν ψῆφον μου ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Παπασπύρου, ἔχει τὸν λόγον. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Γʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Π. Οἰκονομίδης).
§24Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι, ἔρχονται ὡρισμένες ὧρες, ποὺ αἰσθάνεται κανεὶς κἄποιαν ἱκανοποίησιν Ἐγώ, αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀνερχόμενος εἰς τὸ βῆμα τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας πρέπει νὰ ἐξομολογηθῶ τὴν ἱκανοποίησιν τὴν ὁποίαν αἰσθάνομαι διότι διὰ δευτέραν φορὰν ἡ πέμπτη Συναγερμικὴ Κυβέρνησις ἔρχεται νὰ ζητήσῃ ἐξουσιοδότησιν διὰ νὰ λύσῃ τὸ θέμα τοῦ ἐνοικιοστασίου. Ὅταν ἐγὼ εἰς τὰ 1951 καὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1952, ἔφερα τὸ νομοσχέδιον, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τῆς Κυβερνήσεως Πλαστήρα – Βενιζέλου, διὰ νὰ ζητήσω τὴν ἐξουσιοδότησιν πρὸς ρύθμισιν τῶν θεμάτων τοῦ ἐνοικιοστασίου, ὑπέστην μίαν ἄνευ προηγουμένου ἐπίθεσιν ἀπὸ τὴν πλευρὰν αὐτήν, ἡ ὁποία μοῦ ἀπέδωσε τὴν κατηγορίαν ὅτι ἀσεβῶ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, πρὸς τοὺς Κοινοβουλευτικοὺς θεσμούς, ζητῶν νὰ ρυθμίσω τοιοῦτον θέμα δι’ ἐξουσιοδοτήσεως. Εἰς τὰ 1954 ἔληξεν τὸ ἐνοικιοστάσιον, καὶ παρὰ τὰ διακηρυχθέντα ἀπὸ τὸ κόμμα τοῦ Συναγερμοῦ, ἐν σχέσει μὲ τὸν θεσμὸν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ὁ Συναγερμὸς ἐπελήφθη τοῦ θέματος τοῦ ἐνοικιοστασίου δι’ ἐξουσιοδοτήσεως. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἐνῷ εἶχε σαφῶς προδιαγράψει καὶ ἀναγγείλει τὴν πολιτικὴν ἐπὶ τοῦ ἐνοικιοστασιακοῦ θέματος, ὑπανεχώρησεν καὶ μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ πρώτου διατάγματος ἠναγκάσθη διὰ δύο ἢ τριῶν νομοθετημάτων, εὐθὺς ἀμέσως, ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς δημοσίας γνώμης καὶ ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων, νὰ προέλθῃ εἰς ἄμεσον μεταρρύθμισιν. Καὶ τώρα, τὸ κόμμα σας, παρὰ τὰ διακηρυχθέντα ἐν σωτηρίῳ ἔτει 1951 καὶ 1952, ἀκολουθεῖ τὴν αὐτὴν τακτικήν, διότι ὀρθότατα ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διέγνωσεν.....
§25Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγουν, ὅτι ἦτο ἄλλο κόμμα τότε.
§26Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Λέγουν ὅτι ἦτο ἄλλο, ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ κοινὴ συνείδησις. Βλέπω πῶς ἀπαρνεῖσθε τὸν γεννήτορά σας. Καὶ τέλος πάντων δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀποδεχθῶ αὐτὴν τὴν εὐκολίαν, μὲ τὴν ὁποίαν ἀπαρνεῖσθε καὶ τὸν γεννήτορα καὶ τὴν πολιτικὴν παράταξιν ἀπὸ τὴν ὁποίαν προέρχεσθε. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, κύριοι συνάδελφοι, αὐτὴ εἶναι μία ἱκανοποίησις, τὴν ὁποίαν ὡς ὑποστὰς τὰς δριμείας ἐπικρίσεις τῆς παρατάξεώς σας, αἰσθάνομαι τὸ χρέος νὰ ἐπισημάνω αὐτὴν τὴν στιγμήν. Πέραν, ὅμως, αὐτῆς τῆς ἠθικῆς ἱκανοποιήσεως, αἰσθάνομαι μίαν ἀνησυχίαν ἐπὶ ἑνὸς θέματος τὸ ὁποῖον ἔχει τόσον μεγάλην κοινωνικὴν σημασίαν. Καὶ πιστεύω ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος μέχρι πρό τινος εἶχεν ἐξαγγείλει ὅτι μέχρι τῆς 28) 2, θὰ ἐδημοσίευε τὸ Διάταγμα, τὸ ρυθμίζον τὰς μισθωτικὰς σχέσεις, ἠναγκάσθη πρὸ τοῦ κυκεῶνος τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ ἀντιμετωπίσῃ, νὰ προέλθῃ εἰς ἄλλην σώφρονα ἀντιμετώπισιν τοῦ θέματος, καὶ νὰ ἐπιζητήσῃ τὴν τρίμηνον αὐτὴν προθεσμίαν διὰ τὴν εὐρυτέραν μελέτην ὅλων τῶν ἐπιμάχων θεμάτων. Θὰ μοῦ συγχωρήσῃ, ὅμως, ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, νὰ διατυπώσω τὴν ἄποψιν ὅτι θὰ ἔπρεπε τόσον εἰς τὸ νομοσχέδιον, ὅσον καὶ εἰς τὴν ὑποστήριξιν τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ, νὰ διαγράψῃ τὴν εὐρυτέραν πολιτικήν, ἐπὶ τῶν ἐνοικιοστασιακῶν θεμάτων, ποὺ πρόκειται νὰ ἀσκήσῃ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις. Θὰ ἔπρεπε, τοὐλάχιστον ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, δίδουσα τὴν ἐξουσιοδότησιν διὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ νέου Διατάγματος τοῦ ἐνοικιοστασίου, νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν της κατὰ ποῖον τρόπον ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις θὰ ἀντιμετωπίσῃ ἓν πρόβλημα ποὺ ἀφορᾷ εἰς τὰς εὐρυτέρας λαϊκὰς τάξεις καὶ ἰδιαίτερα ποὺ ἀφορᾷ εἰς τὴν ζωὴν καὶ τὴν ὕπαρξιν τῶν μισθωτῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐνδεχόμενον αὔριον νὰ ἀπολέσουν δικαιώματα καὶ δικαιώματα μάλιστα ἀναγόμενα εἰς τὸ θέμα τῆς στέγης ποὺ συνάπτεται κατὰ τρόπον ἀπόλυτον μὲ αὐτὴν ταύτην τὴν ζωὴν των ἢ τῶν οἰκογενειῶν των. Πέραν αὐτῆς τῆς παρακλήσεως τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἰδιαίτερα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διὰ νὰ ἐνωτισθῶμεν καὶ ἡμεῖς τὴν ἄποψίν του ἐπὶ τῶν θεμάτων ποὺ ἀφοροῦν γενικώτερον τὰς μισθώσεις. Θὰ εἶχον νὰ παρατηρήσω ὅτι τὸ τρίμηνον διάστημα τὸ ὁποῖον καθορίζεται εἰς τὸ νομοσχέδιον δὲν θὰ ἐκρίνετο ἐπαρκὲς διὰ τὴν μελέτην καὶ ἀποσαφήνισιν ὅλων αὐτῶν τῶν προβλημάτων, τὰ ὁποῖα κατὰ τρόπον ὀξύτατον ἐμφανίζονται. Δὲν θέλω, κύριοι συνάδελφοι, νὰ γίνω μάντις καὶ προφήτης, αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἀλλὰ διαισθάνομαι ὅτι πρὶν παρέλθῃ τὸ τρίμηνον, ἓν νέον νομοσχέδιον θὰ ἔλθῃ διὰ νὰ ζητήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης παράτασιν τῆς τριμήνου προθεσμίας. Θὰ εἶχον, λοιπόν, τὴν τιμὴν νὰ προτείνω νὰ ὑπάρξῃ τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ παρατείνῃ δι’ ἄλλο ἓν τρίμηνον τὴν ἰσχύν του.
§27Β. ΚΡΙΚΟΣ. Ἕνα χρόνον.
§28Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Σεῖς εἴπητε χρόνον, ἐγὼ λέγω τρίμηνον. Βλέπετε πόσον καλόπιστα ἀσκοῦμεν τὸ ἔργον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ πόσον ἐρχόμεθα ἐπὶ τεραστίων θεμάτων φίλοι καὶ σύμμαχοι τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ ὑποστηρίξωμεν ὅτι τοιαῦτα θέματα ἔχουν ἀνάγκην μιᾶς σοβαρωτέρας μελέτης, μιᾶς ὀρθολογιστικῆς ἀντιμετωπίσεως. Εἶπεν ὁ προλαλήσας συνάδελφός μου κ. Ἀλλαμανῆς, ὅτι θὰ ἦτο σκόπιμος ἡ σύστασις μιᾶς Ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν πάντοτε τὰ ἑκάστοτε κατατιθέμενα νομοσχέδια νὰ ὑποβάλωνται, ὄχι βεβαίως μὲ σύμφωνον γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς, διότι τὴν πολιτικὴν εὐθύνην ἐπὶ τοιούτων θεμάτων τὴν ἔχει ἡ Κυβέρνησις καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ θέμα τῆς εὐθύνης αὐτῆς νὰ τὸ ἐπωμισθοῦν δημόσιοι λειτουργοὶ ἢ δικαστικοὶ λειτουργοί. Ἀλλὰ μία μελέτη τῶν προβλημάτων αὐτῶν ἀπὸ ἁρμόδια πρόσωπα καὶ ἰδιαιτέρως ἀπὸ δικαστικοὺς λειτουργούς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἐγκύψει εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν προβλημάτων αὐτῶν, ποὺ ἔχουν ὑπ’ ὄψιν των κατὰ τρόπον ἀποφασιστικόν, τὴν ἐπίδρασιν τὴν ὁποίαν ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὰς μισθώσεις ἀσκοῦν εἰς τὸ κοινωνικὸν σύνολον, μία Ἐπιτροπὴ πλαισιωμένη ἀπὸ δικαστικοὺς λειτουργοὺς καὶ τοὺς ἁρμοδίους ἀνωτάτους ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, θὰ εἰσέφερε πολλά, ὥστε ἐντὸς μιᾶς τακτῆς προθεσμίας νὰ ὑπάρξῃ μία πλήρης μελέτη ὅλων τῶν προβλημάτων ποὺ ἔχουν δημιουργηθῆ εἰς τὰ θέματα τῶν μισθώσεων. Καὶ πέραν τούτου, κύριε Ὑπουργέ, ἐπίστευον ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν εἰς τὸ νομοσχέδιον νὰ ὑπάρξῃ ὡρισμένη δέσμευσις καὶ εἰδικώτερον τὸ θέμα τῆς ἐπαγγελματικῆς στέγης, τὸ ὁποῖον κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐνδιαφέρει ὄχι μόνον τὰς ἐπαγγελματικὰς τάξεις, ἀλλὰ εἶναι συνάρτησις εἰς τὸ θέμα τοῦ τιμαρίθμου καὶ εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν οἰκονομικὴν ζωὴν τῆς Ἑλλάδος. Νομίζω ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ ὑπάρξῃ μία δέσμευσις τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον ἀφορᾶ τὴν προστασίαν τῆς ἐπαγγελματικῆς στέγης. Θὰ γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ ὅτι εἰς Κράτη ποὺ δὲν ἰσχύει ἡ ἀναγκαστικὴ παράτασις τῶν μισθώσεων, ὑπάρχει θετικὴ διάταξις προστατεύουσα τὴν ἐπαγγελματικὴν στέγην. Χωρὶς νὰ θίγωνται τὰ δικαιώματα τῆς ἰδιοκτησίας μὲ μίαν ἐναρμόνισιν δικαιωμάτων καὶ καθορισμὸν λογικῶν μισθωμάτων, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ καθορισθῇ καὶ ἡ εὐρυτέρα προστασία τῆς ἐπαγγελματικῆς στέγης. Τὸ πρόβλημα εἶναι ὀξύτατον καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ ἀπασχολήσῃ πάρα πολύ, τὸ θέμα αὐτό, τὴν γενικωτέραν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδιαιτέρως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐπωμισθῆ αὐτὸ τὸ βάρος, ἀλλὰ πιστεύω ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, ἀποβλέπουσα εἰς τὰ γενικώτερα συμφέροντα τοῦ λαοῦ, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ θεσπίσῃ διάταξιν περιοριστικὴν ὅσον ἀφορᾶ τὴν προστασίαν τῆς ἐπαγγελματικῆς στέγης. Καὶ πέραν τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ ἐξουσιοδότησις, τὴν ὁποίαν ζητεῖτε νὰ εἶναι εὐρυτέρα. Ὄχι μόνον τὰ θέματα τῆς ἀναγκαστικῆς παρατάσεως τῶν μισθώσεων νὰ ρυθμίσητε, ἀλλὰ εὐρύτερον τὰ θέματα ποὺ ἀφοροῦν τὰς ἀστικὰς μισθώσεις νὰ ἔχητε ἐξουσιοδότησιν νὰ τὰ καθορίσητε καθ’ οἱονδήποτε τρόπον καθορίζει τὸ κοινωνικὸν συμφέρον. Δηλαδή, θὰ ἐξηγηθῶ: Συνέπεσε ἀπὸ μίαν ἀβλεψίαν εἰς μίαν διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου ποὺ εἶχον τὴν τιμὴν εἰς τὰ 1951 νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, νὰ καθορισθῇ ἀπὸ τὸ Ἀνώτατον Διοικητικὸν Δικαστήριον, ὅτι διὰ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἀφεώρων εἰς τὸν καθορισμὸν ἑνὸς ἀνωτάτου ὁρίου μισθώματος, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἡ κατὰ νόμον ἐξουσιοδότησις καὶ δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ἀνωτάτου Διοικητικοῦ Δικαστηρίου, διότι τὰ τακτικὰ δικαστήρια, καὶ τὰ κατώτερα καὶ τὰ ἀνώτερα, ἀπεδέχθησαν ὡς συνταγματικὴν τὴν διάταξιν, καὶ ὡς ἀναφερομένην μέσα εἰς τὴν ἐξουσιοδότησιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβα ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Τὸ Ἀνώτατον, ὅμως, Διοικητικὸν Δικαστήριον, ἄλλως πως ἑρμηνεῦσαν τὴν δοθεῖσαν εἰς ἐμὲ ἐξουσιοδότησιν, ἀπεδέχθη δι’ ἀποφάσεώς του, ὅτι ἦτο ἔξω τῆς ἐξουσιοδοτήσεως ὁ καθορισμὸς ἄλλων θεμάτων, πέραν τῶν ἐνοικιοστασιακῶν. Κύριε Ὑπουργέ, τὸ θέμα τῆς στέγης, ἀφορᾷ ἓν ὀξύτατον κοινωνικὸν πρόβλημα. Ἐγὼ δὲν λέγω νὰ τὸ ἀποδεχθῆτε, ὡς τὸ εἰσηγοῦμαι, ἀλλὰ πρέπει ἡ ἐξουσιοδότησις, τὴν ὁποίαν θὰ πάρητε ἀπὸ τὴν Βουλήν, νὰ εἶναι εὐρυτέρα καὶ ἐὰν αἱ περιστάσεις τὸ ἐπιτρέπουν, ἐὰν ἐκ τῆς γενικωτέρας μελέτης, ποὺ θὰ κάμητε ἐπὶ τοῦ μεγάλου αὐτοῦ κοινωνικοῦ προβλήματος, πεισθῆτε ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρξῃ καὶ ἓν ἀνώτατον ὅριον, μέσα εἰς τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ κινοῦνται αἱ ἐλεύθεραι μισθώσεις, νὰ μὴ διστάσητε νὰ ἔχητε τὸ θάρρος νὰ τὸ πράξητε. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀποστολὴ τῶν Κυβερνήσεων καὶ αὐτὴ ἡ εὐθύνη τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, ὅταν θέλουν νὰ προστατεύσουν τὸ κοινωνικὸν σύνολον. Ὅλα τὰ πράγματα εἰς τὸν τόπον μας εὑρίσκονται, λόγῳ τῶν γενικωτέρων συνθηκῶν, ὑπὸ ἕνα περιορισμόν. Δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ θέμα τῶν μισθωμάτων νὰ κρίνεται κατὰ τρόπον ἀσύδοτον. Πρέπει νὰ ὑπάρξῃ καὶ ἐπὶ τῶν ἐλευθέρων μισθώσεων ἕνας σαφὴς καὶ καθωρισμένος ἔλεγχος, ἕνας περιορισμός, διότι δὲν εἶναι δυνατόν, κύριε Ὑπουργέ, ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος προσφέρει στέγην νὰ ἐκμεταλλεύεται, κατὰ τρόπον ἀπαράδεκτον, τὰς ἀνάγκας τοῦ μισθωτοῦ.
§29Β. ΚΡΙΚΟΣ. Οἱ μισθωταὶ ἐκμεταλλεύονται τὰ ἀκίνητα.
§30Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Ἄποψίς σας καὶ ἄποψίς μου, κύριε συνάδελφε. Ἐγὼ ὑποστηρίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἀσκεῖ τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν οἰκονομικὴν ἰσορροπίαν εἰς τὸν τόπον μας, πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ αὐτὴν τὴν εὐχέρειαν. Ἐγὼ δὲν ὑποστηρίζω ὅτι πρέπει νὰ θεσπίσωμεν θετικὴν διάταξιν. Ἀλλὰ νὰ δοθῇ τόσον εὐρεῖα ἐξουσιοδότησις, ὥστε, ἐὰν τυχὸν ἐπιστῇ ἡ ἀνάγκη ἡ Κυβέρνησις νὰ δύναται νὰ ἐφαρμόσῃ καὶ αὐτὸ τὸ μέτρον. Διότι, πιστεύω, ὅτι πέραν τῶν ἐνοικιοστασιακῶν μισθώσεων τὸ θέμα γενικώτερον τῶν μισθωτικῶν σχέσεων ἐπὶ ἀστικῶν ἀκινήτων ἔχει ἀνάγκην εὐρυτέρας καὶ πλέον θαρραλέας ἀντιμετωπίσεως. Αὐτά, κύριε Ὑπουργέ, ὑποστηρίζω καὶ πιστεύω ὅτι εἰς τὴν κρίσιν σας καὶ εἰς τὴν συνείδησίν σας θὰ παίξουν κάποιον ρόλον.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Μακρόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§32Σ. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, προερχόμενος ἀπὸ τὴν ἐνεργὸν δικηγορίαν, ἔχω ἄμεσον ἀντίληψιν τῆς ποικιλίας τῶν θεμάτων ποὺ ἀντιμετωπίζονται ὑπὸ τῆς ἐνοικιοστασιακῆς νομοθεσίας. Τοιαῦτα θέματα, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λυθῶσιν δι’ ἀποφάσεως τοῦ Σώματος. Παρὰ ταῦτα, νομίζω, ὅτι εἶναι ἐξ ἴσου ἀληθὲς ὅτι τὸ Σῶμα δικαιοῦται καὶ ὑποχρεοῦται εἰς ὡρισμένα θέματα, ἐφ’ ὧν ζητεῖται ἡ ἐξουσιοδότησις, νὰ προβαίνῃ εἰς ὑποδείξεις καὶ θέσπισιν γενικῶν κανόνων δικαίου, χαρασσόντων γενικὰς κατευθύνσεις. Πιστεύω εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τεθοῦν περιορισμοὶ γενικῆς φύσεως, ἐντὸς τῶν ὁποίων θὰ κινηθῇ ἡ Κυβέρνησις. Διὰ τῆς κατατεθείσης τροπολογίας μου, κύριοι βουλευταί, προτείνω νὰ θεσπισθῇ ἓν ἀνώτατον ὅριον ἐνοικιοστασιακῆς δεσμεύσεως τῶν μισθίων. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἓν ἐνοικιοστασιακὸν δικαίωμα νὰ μετατρέπεται εἰς κληρονομικὸν δικαίωμα. Αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἐπιδιώκει ἡ τροπολογία μου.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἠ. Ἡλιοῦ, ἔχει τὸν λόγον.
§34Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι τὸ Σῶμα πρέπει νὰ εἶναι ἐπιφυλακτικόν, λόγῳ τῆς εὐρύτητος τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ἡ ὁποία ζητεῖται διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοθετήματος. Ἐξουσιοδοτήσεως, ἡ ὁποία τείνει μέχρι τοῦ ὁρίου πλήρους καταργήσεως ἢ συμπληρώσεως τοῦ ἰσχύοντος ἐνοικιοστασίου, χωρὶς νὰ μᾶς εἶναι γνωσταὶ αἱ κατευθυντήριοι γραμμαὶ τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι πράγματι ὑπῆρξεν ἀτύχημα τὸ γεγονὸς ὅτι ἐθεωρήθη ἡ ρύθμισις τοῦ ἐνοικιοστασίου, ὡς ἀνήκουσα εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης. Τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν, διότι τελικῶς ἡ μίσθωσις λαμβάνει τὴν μορφὴν ἐννόμου σχέσεως, ἀλλὰ ὄπισθεν τῆς μορφῆς αὐτῆς κρύπτεται οἰκονομικὴ σχέσις τόσον εὐρείας ἐφαρμογῆς, ὥστε οὐδεὶς δύναται νὰ μὴ συνάψῃ αὐτήν, διότι ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν εἴδους πρωτίστης ἀνάγκης καὶ ἡ ὁποία ἐνίοτε ἄγει, ἐκ τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης ρυθμίσεως εἰς οἰκονομικὴν ἐξαθλίωσιν ὡρισμένης κατηγορίας πολιτῶν. Θὰ ἔπρεπε ἐν τῇ ἐπεξεργασίᾳ τοιούτων νομοσχεδίων νὰ μετέχῃ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, διότι, τὸ ἐνοικιοστάσιον, ὅταν λέγωμεν ὅτι ρυθμίζει κοινωνικὸν πρόβλημα, δὲν σημαίνει ὅτι ἄνευ ἐνοικιοστασίου θὰ ἐξηφανίζοντο αἱ στέγαι, ἀλλ’ ὅτι πολλοὶ στεγαζόμενοι ἐνοικιοστασιακῶς, θὰ ἦτο ἀδύνατον, ἄνευ ἐνοικιοστασίου νὰ καλύψουν τὴν ἀνάγκην στεγάσεως. Εἶναι, ἑπομένως, τὸ ἐνοικιοστάσιον νόμος διατιμήσεως καὶ ἀνήκει, ἑπομένως, εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τὴν οὐσιαστικὴν τοῦ Ὑπουργείου Συντονισμοῦ, ὡς νόμος συναφὴς πρὸς τὸ ὕψος τιμῶν καὶ μισθῶν. Κοινωνιολογικῶς, ἐνῷ τὸ ἐνοικιοστάσιον, ἐμφανίζεται ὡς προστασία τοῦ μισθοσυντηρήτου, δὲν συμβαίνει τοιοῦτον. Ἀνήκει, εἴτε τὸ ὁμολογοῦμεν, εἴτε ὄχι, εἰς τὴν ἐκδήλωσιν τοῦ ἀναποτρέπτου οἰκονομικοῦ νόμου, ὅτι τὸ κρατοῦν κοινωνικὸν καθεστὼς ὁδηγεῖ κατ’ ἀνάγκην εἰς τὴν βαθμιαίαν συντριβὴν καὶ ἐξαφάνισιν τῶν μεσαίων στρωμάτων καὶ τὴν συγκέντρωσιν τοῦ κοινωνικοῦ πλούτου σὲ λίγα χέρια. Διότι, οἱ μὲν μισθοσυντήρητοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδεχθοῦν ἐργασίαν, ἐὰν αὕτη δὲν τοὺς προσφέρῃ τὸ κατώτατον ὅριον συντηρήσεως, ἐντὸς δὲ τοῦ κατωτάτου αὐτοῦ ὁρίου συντηρήσεως περιλαμβάνεται καὶ ἡ στέγη. Ἔρχεται, ὅμως, εἰς ἀνωμάλους περιόδους ἓν νομοθέτημα καὶ δεσμεύει τὴν μικροϊδιοκτησίαν, διὰ νὰ προστατεύσῃ, δῆθεν, τοὺς μισθοσυντηρήτους, ἐνῷ εἰς τὴν πραγματικότητα ὠφελεῖται ὁ ἐργοδότης, ὁ ὁποῖος ὤφειλε νὰ καταβάλῃ εἰς τὸν ἐργάτην ἢ τὸν ὑπάλληλον ἀποδοχάς, αἱ ὁποῖαι νὰ καλύπτουν ὅλας τὰς ἀνάγκας του, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ ἡ στέγη. Παραλλήλως, τὸ βάρος αὐτὸ ἐπιπίπτει ἐπὶ μιᾶς ἄλλης, ἐξ ἴσου συμπαθοῦς καὶ πασχούσης τάξεως, τῶν μικροϊδιοκτητῶν, οἱ ὁποῖοι τοὺς μισθοσυντηρήτους βλέπουν ὡς ἀδικητάς των καὶ σφετεριστάς, ἐνῷ οἱ μισθοσυντήρητοι δὲν καρποῦνται, δὲν ἀποταμιεύουσι τὸ μὴ πληρωνόμενον μέρος τοῦ μισθώματος, δὲν γίνονται πλουσιώτεροι κατ’ αὐτό, ἀλλ’ εἰσπράττουν, μὲ ὄφελος τῶν ἐργοδοτῶν καὶ μόνον ὀλιγώτερον ἀπὸ τὴν κοινωνικῶς πρέπουσαν ἀμοιβὴν ἐργασίας, καὶ τὸ περίσσευμα ἀποτελεῖ ὑπερκέρδος τοῦ ἐργοδότου. Καὶ ἑπομένως, τὸ ἐνοικιοστάσιον δὲν εἶναι ἔργον, οὔτε τοῦ ἀξιολόγου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, οὔτε τῶν ἀξιολόγων ἀνωτάτων δικαστικῶν, ἀλλὰ εἶναι ἔργον οἰκονομικῆς πολιτικῆς, καὶ μάλιστα συντονιστικῆς πολιτικῆς, νὰ ἐξεύρῃ τοὺς τρόπους καὶ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα θὰ ἄρουν τὴν ἀντινομίαν καὶ θὰ ἐπιτρέψουν τὴν ἱκανοποίησιν καὶ τοῦ αἰτήματος τῶν μισθοσυντηρήτων, νὰ μὴ εὑρεθοῦν εἰς πλήρη ἐξαθλίωσιν, λόγῳ ὑπερτιμήσεως τῆς στέγης, μὴ δυνάμενοι νὰ ἀντιμετωπίσουν αὐτὴν μὲ τὰ μᾶλλον συμπιεζόμενα σήμερον εἰσοδήματά των. Θὰ ἔλεγον, λοιπόν, ὅτι θὰ ἔπρεπε, κατὰ πᾶσαν περίπτωσιν, ἡ ἐξουσιοδότησις αὐτὴ νὰ εἶναι ἐξουσιοδότησις μᾶλλον παρατάσεως καὶ ὄχι καταργήσεως καὶ ὄχι συμπληρώσεως, ἢ τροποποιήσεως, ἐπὶ τῷ τέλει ἀνατιμήσεως μὲν τῶν ἐνοικίων, διὰ νὰ μὴ χειροτερεύουν οἱ ὅροι ζωῆς τῶν μισθοσυντηρήτων. Βεβαίως, θὰ ἦτο εὐκταῖον καὶ θὰ ἦτο σκόπιμον καὶ ὀρθὸν ὑπὸ τὴν μορφὴν ἐπιδόματος ἐνοικίου, νὰ ἐδίδετο πρόσθετος παροχὴ εἰς τοὺς μικροϊδιοκτήτας διὰ νὰ ἀντιμετωπισθῇ καὶ ἡ ἀδικία ἡ μονίμως καὶ παγίως προσγενομένη εἰς τὴν μικρὰν ἰδιοκτησίαν. Αὐτό, ὅμως, θὰ ἔπρεπε ἐπίσης νὰ ἀπετέλει θέμα μελέτης, οἰκονομικῆς μελέτης, συντονισμένης. Δὲν εἶναι δυνατὸν παρ’ οἱανδήποτε ἐκτίμησιν καὶ ἐὰν τρέφῃ κανεὶς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τὸ δικαστικὸν Σῶμα καὶ τοὺς δικαστικοὺς λειτουργούς, νὰ μὴ διατυπώσῃ τοὺς δισταγμοὺς αὐτούς, ὅταν σκεφθῶμεν, ὅτι εἰς τὴν παράτασιν τοῦ 1952, ὅπου μετέσχον εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν τοῦ Διατάγματος ἀνώτατοι δικαστικοὶ λειτουργοί, συνέβη τοῦτο τὸ ἄτοπον. Τὰ μισθώματα, τότε, ἦσαν εὐτελέστερα τῶν σημερινῶν, ἦσαν κυριολεκτικῶς γελοῖα καὶ οἱ κ. κ. ἀνώτατοι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι εἶχον τὴν εὐμενῆ τύχην νὰ χαρακτηρίζωνται ἀπὸ τὸ ἐνοικιοστάσιον ὡς μισθοσυντήρητοι ἐξισούμενοι πρὸς τὸν ἡμερομίσθιον ἐργάτην, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει παρὰ 300–400 δρχ. εἰσόδημα τὸν μῆνα. Ἐνομίσθη, λοιπόν, τότε, ὅτι ἔργον δικαιοσύνης ἦτο, καὶ ὀρθῶς τὸ ἐνόμισαν, ὡς πρὸς τὴν κατηγορίαν τοῦ ἰδικοῦ των εἰσοδήματος, νὰ διπλασιασθῇ ὁ συντελεστὴς εἰσοδήματος, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δι’ αὐτοὺς ἦτο πρᾶξις δικαιοσύνης καὶ θὰ ἠμποροῦσε, ἑπομένως, νὰ εἶναι ἀκόμη μεγαλύτερος δι’ αὐτὴν τὴν βαθμίδα, διὰ τοὺς ἐργάτας, ὅμως, ἦτο κἄτι τὸ ἐξοντωτικόν. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ὅλη αὐτὴ ἡ πρόχειρος ἀνασκόπησις, ἡ ὁποία θὰ ἠμποροῦσε νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς ἄλλας δυνατότητας τακτοποιήσεως, αἱ ὁποῖαι παρέχονται εἰς τὸ Κράτος διὰ τὰ ζητήματα τῶν λαϊκῶν τάξεων, τῶν ἀδικουμένων μικροϊδιοκτητῶν καὶ τῶν ἐπίσης ἀδικουμένων μισθοσυντηρήτων, ἀπολήγουν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἐξουσιοδότησις ἄλλη εὐρυτέρα, πέραν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως τῆς παρατάσεως, καὶ ὄχι ἐξουσιοδότησις, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς αὐξήσεως ἄνευ συγχρόνου ἀντιμετωπίσεως τοῦ ὕψους τῶν μισθῶν. Εἶναι ἓν αἴτημα διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν ὑπευθύνως σταθμίζουσα τὰ πράγματα νὰ ὁδηγήσῃ εἰς ἐξαθλίωσιν τὰς μάζας τῶν ἐργαζομένων. Αὐτὰ εἶναι ἐπικίνδυνα. Ἄνευ ἀναπροσαρμογῆς μισθῶν καὶ ἡμερομισθίων αὔξησις τῶν μισθωμάτων θὰ ἦτο κἄτι, τὸ ὁποῖον ὁ λαὸς θὰ ἔβλεπεν μὲ μάτι ὄχι καλόν. Ἡ τροπολογία τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, ἐνῷ οὐδαμῶς ἀντιμετωπίζει τὴν μικρὰν ἰδιοκτησίαν, τὴν προοριζομένην διὰ κατοικίαν, δημιουργεῖ ἓν ὀξὺ πρόβλημα, ὡς πρὸς τὴν ἐπαγγελματικὴν στέγην. Συμμερίζομαι καὶ ἐγὼ τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Παπασπύρου, ὅτι τὸ θέμα τῆς ἐπαγγελματικῆς στέγης ἐπίσης εἶναι ἓν θέμα δυσχερές, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει διαφόρους ἀπόψεις καὶ τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ λυθῇ διὰ μιᾶς λύσεως τόσον ἁπλουστευμένης. Νομίζω, ἑπομένως, ὅτι ἡ τροπολογία αὐτὴ δὲν πρέπει νὰ γίνῃ δεκτή.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μαῦρος, ἔχει τὸν λόγον.
§36Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ προβλήματος τοῦ ἐνοικιοστασίου, νομίζω, ὅτι ἀπέτυχον ὅλοι σχεδόν, θὰ ἔλεγον ὅλαι αἱ μέχρι τοῦδε Κυβερνήσεις ἀπέτυχον, διότι τὸ θέμα δὲν ἐλύθη ποτέ. Καὶ παλαιότερον κάθε χρόνον τὸ πρόβλημα αὐτὸ ἀνεστάτωνε τὴν κοινωνίαν, διότι εἰς ὡρισμένην ἐποχὴν ἔληγε τὸ παλαιὸν ἐνοικιοστάσιον, τοῦ ὁποίου διαρκῶς ἐψηφίζετο παράτασις. Τὸ θέμα τοῦτο ἐδημιούργει πάντοτε ἄπειρα προβλήματα κοινωνικὰ καὶ κατετάρασσε οὐσιαστικῶς τὰς διαφόρους τάξεις. Ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος λήγει μετ’ ὀλίγον, διαφέρει τῶν παλαιῶν κατὰ τὸ ὅτι ἐπεξέτεινε τὸ διάστημα τοῦ ἔτους εἰς διετίαν, καὶ συνεπῶς ἡ ἀναστάτωσις ἐπέρχεται ἀνὰ διετίαν. Ἡ ἀντιμετώπισις αὐτοῦ τοῦ μεγάλου προβλήματος, εἶναι δυσχερής, ἂς σημειωθῇ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ὅτι δὲν εἶναι πρόβλημα, ὅπως ὀρθῶς ἐλέχθη πρὸ ὀλίγου ἀρμοδιότητος δικαιοσύνης — ἴσως τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης ἔχει ἁρμοδιότητας περισσότερον τυπικὰς — ἀλλὰ εἶναι θέμα κοινωνικὸν καὶ οἰκονομικὸν καὶ ὡς τοιοῦτον ἀφορᾷ ὁλόκληρον τὴν Κυβέρνησιν. Εἰς ἄλλας χώρας, ὅπου τὸ πρόβλημα παρουσιάζεται μὲ τὴν ἰδίαν ὀξύτητα, τὸ ἀντιμετώπισαν διὰ παγίων νομοθετημάτων. Δὲν εἶναι δυνατὸν κάθε χρόνον ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ἀσχολοῦνται μὲ τὸ ἐνοικιοστάσιον. Εἰς τὴν Γαλλίαν ἡ ρύθμισις γίνεται διὰ μίαν πενταετίαν. Πόθεν προῆλθεν τὸ ἐνοικιοστάσιον, κ. κ. βουλευταί, ὡς φαινόμενον κοινωνικόν; Ἀπὸ τὴν ἔλλειψιν στέγης, ὀφειλομένην εἰς ἔκτακτον περίστασιν. Κατὰ τοὺς πολέμους, γίνονται καταστροφαὶ καὶ δὲν γίνεται ἀνοικοδόμησις. Εὑρέθημεν καὶ ἡμεῖς τὸ 1945 πρὸ ἑνὸς κολοσσιαίου κενοῦ, τὸ ὁποῖον εἶχον δημιουργήσει τὰ οἰκήματα, τὰ ὁποῖα κατεστράφησαν, ἐπὶ πλέον δὲ ὁ πληθυσμὸς ἔφυγε ἀπὸ τὴν ὕπαιθρον καὶ συνεσσωρεύθη εἰς τὰς πόλεις. Ἄρα, τὸ ἐνοικιοστάσιον εἶναι ἀπόρροια ἀνάγκης καὶ ἡ ὁριστικὴ λύσις του θὰ ὑπάρξῃ ἐφ’ ὅσον θὰ ὑπάρχῃ ἐπάρκεια στέγης. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει στεγαστικὸν πρόβλημα θὰ ὑπάρχῃ καὶ ἐνοικιοστάσιον. Τὸ φαινόμενον τοῦτο παρατηρεῖται εἰς ὁλόκληρον τὸν κόσμον καὶ καθίσταται τοσούτῳ μᾶλλον δυσχερέστερον, διότι ἀνήκει εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν προβλημάτων, εἰς τὰ ὁποῖα αἱ διαμαχόμεναι τάξεις ἔχουν καὶ αἱ δύο δίκαιον. Ὅποιον ἀκούσητε ἐκ τῶν δύο παρατάξεων, ἐνοικιαστὴν ἢ ἰδιοκτήτην, θὰ σᾶς πείσῃ, ὅτι ἔχει δίκαιον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ζητεῖ ἐξουσιοδότησιν διὰ νὰ ρυθμίσῃ τὸ θέμα μὲ διάταγμα. Δὲν ὑπάρχει, κύριοι βουλευταί, ἄλλη λύσις. Ὅσοι ἐξ ὑμῶν διατελέσατε μέλη τῆς Βουλῆς 1946–50 θὰ ἐνθυμῆσθε ὑπὸ ποίας συνθήκας ἐπεξειργάσθημεν τὸ ἐνοικιοστάσιον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ψηφισθῆ τὴν τετραετίαν ἐκείνην. Ὁ κάθε ἕνας ἐξ ἡμῶν εἶχεν παρουσιασθῆ μὲ ἑκατοντάδας τροπολογιῶν. Ἠσχολήθημεν μίαν ἑσπέραν μέχρι τῆς 6ης πρωϊνῆς μὲ μίαν ὡρισμένην διάταξιν, ἡ ὁποία ἀφεώρα μίαν περίπτωσιν. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι μέσα εἰς τὰς δικαίας αὐτὰς περιπτώσεις, χάνομεν τὴν γενικὴν γραμμὴν καὶ δὲν γνωρίζομεν τί κάμνομεν. Συνεπῶς, νομίζω, ἡ διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος ρύθμισις τοῦ θέματος εἶναι ἡ μόνη ἐνδεδειγμένη, διότι, ἂν τὸ θέμα θὰ ἤρχετο εἰς τὴν Βουλήν, ἴσως θὰ ἐχρειάζετο ἑξάμηνον διὰ νὰ λύσωμεν ὅλα τὰ ἐπὶ μέρους προβλήματα. Ἀλλὰ ἡ ἐξουσιοδότησις τὴν ὁποίαν ζητεῖ ὁ κ. Ὑπουργός, εἶναι μᾶλλον εὐρεῖα καί, καθὼς ἐτονίσθη ἀπὸ τοὺς κ.κ. συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν πρὸ ἐμοῦ, θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχουν ὡρισμένα πλαίσια. Δὲν νομίζω δὲ ὅτι εἰς τὸ σημεῖον τὸ χρονικόν, εἰς τὸ ὁποῖον ἐφθάσαμεν, εἶναι δυνατὸν τὴν στιγμὴν αὐτὴν νὰ χαράξωμεν τὰ πλαίσια ἐντὸς τῶν ὁποίων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ ρυθμίσῃ τὸ θέμα τοῦ ἐνοικιοστασίου. Ἀλλὰ τὸ ὀλιγώτερον, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ, εἶναι νὰ μᾶς ἀναπτύξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος, τὰς βασικὰς γραμμὰς ἐντὸς τῶν ὁποίων θὰ κινηθῇ. Συμφωνῶ ἐπίσης μὲ τὸ ὅτι ἡ προθεσμία τῶν τριῶν μηνῶν εἶναι ἀνεπαρκής, διότι δὲν εἶναι θέμα τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης, ἀλλὰ θέμα ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ ἤθελον νὰ εἴπω δύο λέξεις διὰ τὸ θέμα τῆς ἐπαγγελματικῆς στέγης. Τὸ θέμα τῆς ἐπαγγελματικῆς στέγης εἶναι ἐντελῶς διάφορον ἀπὸ τὸ θέμα τοῦ ἐνοικιοστασίου, καὶ ὅπως ἐλέχθη, τὸ θέμα ὑπάρχει καὶ ἐκεῖ ὅπου δὲν ἰσχύει ἐνοικιοστάσιον. Θὰ σᾶς ἀναφέρω ἓν παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ μίαν μεγάλην ἐμπορικὴν ἐπιχείρησιν τῶν Ἀθηνῶν, τὴν ὁποίαν δὲν θὰ ὀνομάσω, διὰ νὰ ἀντιληφθῆτε ἐν ὅλῃ του τῇ ἐκτάσει τὸ πρόβλημα τοῦτο. Ὑπάρχει μία μεγάλη ἐπιχείρησις εἰς τὰς Ἀθήνας, τῆς ὁποίας ὁ φόρος Δʹ κατηγορίας ἑνὸς ἐκ τῶν τελευταίων ἐτῶν ὑπερέβη τὰ 20 δισεκατομμύρια δραχμῶν πρὸ τῆς ἀναπροσαρμογῆς. Ἡ ἐπιχείρησις αὐτὴ ἀπασχολεῖ πολλὰς ἑκατοντάδας ὑπαλλήλων, ἔχει συμβάσεις μακροχρονίους, μὲ ἐργοστάσια ἐσωτερικοῦ καὶ ἐξωτερικοῦ, διὰ τὴν προμήθειαν εἰδῶν τὰ ὁποῖα χρειάζεται διὰ τὴν ἐμπορίαν τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ. Ἀντιλαμβάνεσθε τὶ θὰ συνέβαινε διὰ τὸ ὑπαλληλικὸν προσωπικὸν καὶ τὰ συμφέροντα τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρουν χιλιάδας πολιτῶν, ἐὰν μίαν στιγμὴν ὁ ἰδιοκτήτης, ἀπὸ πεῖσμα, εἴπῃ εἰς τὸν ἐπιχειρηματίαν αὐτὸν ὅτι ἀρνεῖται νὰ παρατείνῃ τὴν σύμβασιν. Τί θὰ γίνῃ τὴν πρωΐαν τῆς ἑπομένης; Μὲ τὸ παράδειγμα τοῦτο ἀντιλαμβάνεσθε πόσον σπουδαῖον εἶναι τὸ θέμα τῆς ἐπαγγελματικῆς στέγης, ἡ ὁποία προστατεύεται καὶ εἰς χώρας ὅπου ἀγνοεῖται ὁ θεσμὸς τοῦ ἐνοικιοστασίου. Ἀλλ’ ἡ προστασία τῆς ἐπαγγελματικῆς στέγης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται εἰς βάρος τοῦ ἰδιοκτήτου. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι σήμερον αἱ ἐπιχειρήσεις εἶναι δυνατόν, παρ’ ὅσα λέγουν, νὰ πληρώσουν μισθώματα μεγαλύτερα, ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα καταβάλλουν. Καὶ ἡ τάσις πρέπει νὰ εἶναι πῶς θὰ φθάσωμεν μίαν ἡμέραν κλιμακηδὸν περίπου εἰς τὰ ἐλεύθερα μισθώματα. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ μὲ νομοθετήματα τὰ ὁποῖα κάθε χρόνον ἔρχονται εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ μορφὴν παρατάσεων. Εἰς τὴν Γαλλίαν ἔγινε τὸ ἑξῆς: Ὅταν ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ἀντιμετώπισε τὸ πρόβλημα τοῦ ἐνοικιοστασίου ὀξύ, ὀξύτερον — διότι ἐκεῖ οὐδεμία νέα οἰκοδομὴ ἔγινε τὰ τελευταῖα 20 χρόνια — τὸ ἀντιμετώπισε δι’ ἑνὸς βασικοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος προέβλεψε τὴν βαθμιαίαν ἄρσιν τοῦ ἐνοικιοστασίου εἰς διάστημα 6–7–8 ἐτῶν. Ὁ ἐνοικιαστὴς γνωρίζει ποία θὰ εἶναι ἡ τύχη του τὸ 1959, προβλέπονται δὲ αὐξήσεις ἀνὰ ἑξάμηνον καὶ ὄχι ἐξ ἀπήνης αὐξήσεις, αἱ ὁποῖαι νὰ δημιουργοῦν προβλήματα ἀποτόμου ἀναπροσαρμογῆς οἰκογενειακῶν προϋπολογισμῶν. Εἰς τὴν Γαλλίαν, λοιπόν, εἶναι γνωστὸν τὸ ἐνοίκιον ποὺ θὰ καταβληθῇ τὸ 1960 ἢ τὸ 1961, ὁπότε δὲν θὰ ὑπάρχῃ θέμα ἐνοικιοστασίου, διότι θὰ ἔχῃ λυθῆ μὲ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν δυνάμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν τὴν ψήφισιν τοῦ σχεδίου νόμου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐκεῖνο ποὺ δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν εἶναι νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐὰν ἔχῃ ἤδη καταλήξει εἰς ποῖα πλαίσια περίπου θὰ κινηθῇ ἐκδίδων τὸ Διάταγμα, διὰ τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ τοῦ παράσχωμεν τὴν ἐξουσιοδότησίν μας.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Τρουλλινός, ἔχει τὸν λόγον.
§38Γ. ΤΡΟΥΛΛΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐκφράσω τὴν ἀνησυχίαν ἡ ὁποία μὲ κατέχει τόσον ἐκ τοῦ περιεχομένου τοῦ Διατάγματος ὅσον καὶ διὰ τὸν χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἔρχεται τοῦτο ἐνώπιον τοῦ Σώματος. Διότι, διερωτῶμαι, τὸ μεγάλο αὐτὸ θέμα, θέμα κοινωνικόν, σχετιζόμενον μὲ τὴν ὅλην κοινωνικὴν καὶ οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς Χώρας, δὲν ἀπησχόλησε ἄραγε ἀκόμη τὴν Κυβέρνησιν; Δὲν ἔχει ἄραγε ἡ Κυβέρνησις, δέκα ἡμέρας πρὸ τῆς λήξεως τοῦ ἐνοικιοστασίου, δὲν ἔχει καθορίσει ἀκόμη τὰς γενικὰς γραμμὰς τῆς πολιτικῆς της ἐπ’ αὐτοῦ καὶ δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ τὴν ἔχῃ ἀπασχολήσει τοῦτο ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς ἀνόδου της εἰς τὴν ἐξουσίαν; Καί, διερωτῶμαι, θὰ ἀρκέσῃ τὸ τρίμηνον, τὸ ὁποῖον τῆς ὑπολείπεται καὶ ἐντὸς τοῦ ὁποίου θὰ γίνῃ ἡ παράτασις τοῦ ἐνοικιοστασίου, διὰ νὰ διαμορφώσῃ μίαν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ἤδη διαμορφώσει ἢ μήπως ἐλλείπει τὸ θάρρος ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὸ ἀντιμετωπίσῃ καὶ νομίζει ὅτι διὰ τῆς παρελκύσεως τοῦ τριμήνου εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφύγῃ τὴν ρύθμισίν του; Διότι εἶναι δυνατόν, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ τάξις τῶν ἐνοικιαστῶν καὶ ἰδιοκτητῶν εὑρίσκονται ἐπὶ ποδὸς πολέμου, εὑρίσκονται εἰς διχόνοιαν, κατάστασις ἡ ὁποία θὰ παραταθῇ καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ κατέχῃ τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς ἡ ἀγωνία, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ κατάστασις αὐτὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ ἔχῃ ἤδη κατασταλάξει εἰς τὰς ἀποφάσεις της διὰ τὴν ἄρσιν τῆς διχονοίας; Κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, δὲν ἀνῆλθον διὰ νὰ προτείνω λύσεις δι’ ἓν θέμα, τὸ ὁποῖον εἶναι δύσκολον, ἀλλὰ διὰ νὰ ψέξω τὴν Κυβέρνησιν, πάντοτε καλῇ τῇ πίστει, ὅτι δὲν ἔχει διαμορφώσει μίαν πολιτικὴν ἐπὶ τοῦ σοβαροῦ αὐτοῦ προβλήματος. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ περιεχόμενον τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, εἶναι δυνατὸν ἐρήμην τοῦ Σώματος νὰ ζητηθῇ ἡ ἐξουσιοδότησις αὐτοῦ, εἶναι δυνατὸν ἡ Ἀντιπροσωπεία τοῦ Ἔθνους νὰ μὴ λάβῃ γνῶσιν κατὰ ποῖον τρόπον θὰ ρυθμισθῇ τὸ θέμα τοῦτο; Θὰ ἔπρεπε, νομίζω, τὸ περιεχόμενον τῆς ἐξουσιοδοτήσεως νὰ περιλαμβάνῃ τοὐλάχιστον τὰς γενικὰς γραμμὰς τῆς πολιτικῆς τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ αἱ γενικαὶ αὐταὶ γραμμαὶ νὰ τεθοῦν ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ Σώματος. Καί, περαιτέρω, νὰ προχωρήσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν λεπτομερειακὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ θέματος καὶ τὴν ἔκδοσιν τοῦ Διατάγματος τὸ ὁποῖον θὰ ἀντιμετωπίζῃ τὸ θέμα εἰς τὰς λεπτομερείας του. Εἶναι ἀπαράδεκτον νὰ μὴ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλὴ μὲ τὰς γενικὰς γραμμὰς τοῦ προβλήματος, νὰ μὴ ἀκουσθῇ ἡ φωνὴ τῆς Βουλῆς πῶς σκέπτεται καὶ πῶς νομίζει ὅτι πρέπει νὰ τὸ ἀντιμετωπίσῃ. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι ὁ χρόνος εἰς τὸν ὁποῖον ἔρχεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, εἰς τὰς 12 παρὰ 5′, σημαίνει ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὔτε πολιτικὴν ἔχει χαράξει ἐπὶ τοῦ προκειμένου, οὔτε τὸ ἀπαιτούμενον θάρρος νὰ φέρῃ τὸ θέμα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ τὴν λύσιν του. Τοῦτο θὰ συντελέσῃ ὥστε καὶ οἱ ἐνοικιασταὶ καὶ οἱ ἰδιοκτῆται νὰ ἐξακολουθήσουν νὰ εὑρίσκωνται εἰς ἀγωνίαν καὶ ἐξέγερσιν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζω, κύριε Ὑπουργέ, ποῦ δύναται νὰ ὁδηγήσῃ.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Νικολίτσας, ἔχει τὸν λόγον.
§40Ι. ΝΙΚΟΛΙΤΣΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὄντως τὸ ἐνοικιοστάσιον εἶναι ἓν κοινωνικὸν ζήτημα καὶ ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ ἀντιμετωπίσῃ ὡς τοιοῦτον. Νομίζω καὶ ἐγώ, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἁπλούστερος τρόπος τῆς ἀντιμετωπίσεως τοῦ ἐνοικιοστασίου. Δηλαδή, κατὰ ὡρισμένα χρονικὰ διαστήματα νὰ ὑπάρχῃ μία μικρὰ αὔξησις τοῦ ἐνοικιοστασίου, ἡ ὁποία θὰ ἐπιτρέψῃ καὶ ὁ μισθωτὴς καὶ ὁ ἰδιοκτήτης νὰ γνωρίζουν τὶ πρόκειται νὰ συμβῇ μεταξὺ 10 μηνῶν ἢ ἑνὸς ἔτους. Ἀλλὰ σήμερον αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατόν, διότι, ἄλλος τρόπος ἀπὸ τὴν ἐξουσιοδότησιν δὲν ὑπάρχει καὶ δι’ αὐτὸ συμφωνῶ μὲ τὴν παροχὴν ἐξουσιοδοτήσεως. Λαμβάνω ἀφορμὴν ἀπὸ τὰς περιπτώσεις τὰς ὁποίας ἀνέφερον ὁ κ. Ἀλλαμανῆς καὶ ὁ κ. Μπακόπουλος, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τὰς μελετήσῃ, θὰ προσθέσω καὶ μίαν ἄλλην περίπτωσιν, ἡ ὁποία νομίζω ὅτι εἶναι ἀξία προσοχῆς. Σκοπὸς τοῦ ἐνοικιοστασίου εἶναι ἡ προστασία τῶν ἀπορωτέρων τάξεων καὶ ἡ μὴ ἐπαύξησις τοῦ τιμαρίθμου. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ δικαιολογηθῇ παράτασις τοῦ ἐνοικιοστασίου ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Βεβαίως ἡ δικαιολογία ἦτο ἀπόλυτος μετὰ τὸν πόλεμον καὶ διὰ τὰ πρῶτα πέντε ἢ δέκα ἔτη, διότι τότε ὑπῆρχε ἔλλειψις στέγης. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθῇ αὐτὴ ἡ παράτασις, ἡ ὁποία παράτασις εἶναι 20 ἕως 30 ἔτη, δι’ οἰκοδομὰς ἃς κατέχει τὸ Δημόσιον μὲ εἰδικοὺς νόμους εἰς τὸ ἐνοικιοστάσιον. Ὡς οἱ πλεῖστοι τῶν κυρίων βουλευτῶν γνωρίζουν, ἡ μίσθωσις ὑπὸ τοῦ Δημοσίου γίνεται διὰ τρία ἔτη καὶ αὐτὴ παρατείνεται διὰ νόμου, καὶ ὑπάρχουν ἀκίνητα ποὺ κατέχει τὸ Δημόσιον 20 καὶ 30 ἔτη. Νομίζω ὅτι ἐδῶ δὲν ὑπάρχει καμμία δικαιολογία, δι’ ἕνα πτωχὸν μισθωτὴν ἴσως νὰ εἶναι δίκαιον, ποία δικαιολογία ὑπάρχει διὰ τὸ Δημόσιον ὅταν προσφέρωνται σήμερον ἀναρίθμητα ἀκίνητα; Νομίζω ὅτι ἡ περίπτωσις αὐτὴ μαζὶ μὲ τὰς ἄλλας, πρέπει νὰ ἀπασχολήσουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Ζάκκας, ἔχει τὸν λόγον.
§42Α. ΖΑΚΚΑΣ. Κύριοι βουλευταί, οὐσιαστικῶς τὸ ἐνοικιοστάσιον εἶναι μία πρᾶξις πολιτειακή, διατιμήσεως ἑνὸς πολυτίμου ἀγαθοῦ: Τῆς στέγης τῶν ἀνθρώπων. Θὰ ἦτο εὐκταῖον εἰς κάθε Κοινωνίαν, τὰ μέλη της, οἱ ἄνθρωποι, νὰ μὴ ἦσαν ὑποχρεωμένοι νὰ στεγάζωνται μὲ τὴν ἐπέμβασιν τῆς Πολιτείας, ἡ ὁποία νὰ τοὺς προφυλάσσῃ ἀπὸ ὑπερβολικὰς ἀξιώσεις τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν οἰκημάτων. Εὐκταῖον, δηλαδή, θὰ ἦτο ἡ ἀνάγκη τῆς στέγης νὰ ἱκανοποιῆται μὲ κάθε φροντίδα πρὸς ἐξασφάλισιν εἰς τὸν δεόμενον ἰδίας κατοικίας. Αὐτό, ὅμως, εἶναι ἄλλο θέμα. Εἰς τὴν Χώραν μας, κακῶς, νομίζω, ἐπεκράτησεν νὰ ἀποτελῇ ἀντικείμενον τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης τὸ ἐνοικιοστάσιον. Αὐτὸ θὰ ἔπρεπε νὰ καθορίζεται κατόπιν συζητήσεως μεταξὺ οἰκονομολόγων, ἐπιστημόνων εἰδικευμένων εἰς τὰ κοινωνιολογικά, ἐκπροσώπων τῶν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων, καὶ δικαστῶν, διότι καὶ ἡ πλευρὰ ἡ νομικὴ δὲν πρέπει νὰ παραγνωρίζεται. Συνήθως ἐδῶ ρυθμίζεται δι’ ἑνὸς Διατάγματος. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ καὶ διαφορετικά, διότι ἐὰν ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ νὰ τὸ ρυθμίσῃ, δὲν θὰ φθάσῃ ποτὲ εἰς ἕνα διακανονισμὸν ὁπωσδήποτε ἄρτιον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τοῦ νομοσχεδίου του, ζητεῖ ἐξουσιοδότησιν διὰ τὴν ἔκδοσιν ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἑνὸς διατάγματος ἐνοικιοστασιακοῦ. Βεβαίως αὐτὸ εἶναι ὀρθόν, ἀλλὰ εἶναι ὀρθὸν νὰ μᾶς ἀναπτύξῃ τὰς κυρίας σκέψεις αἱ ὁποῖαι, κατ’ αὐτόν, πρέπει νὰ ἐπικρατήσουν, κατὰ τὴν κατάρτισιν τοῦ διατάγματος. Σήμερον, εἰς τὰς δώδεκα παρὰ πέντε, ἔρχεται καὶ μᾶς ζητεῖ αὐτὴν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν, τὴν ὁποίαν πάντως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τοῦ ἀρνηθῶμεν. Κατ’ ἐμὲ θὰ ἔπρεπε νὰ εἴχαμεν μίαν βεβαίωσίν του, ὅτι ἡ ρύθμισις τοῦ ἐνοικιοστασίου θὰ γίνῃ μὲ ἀνάλογον βελτίωσιν τῶν μισθῶν καὶ συντάξεων. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἓν μέγα μέρος τῶν ἀνθρώπων ζῇ ἀπὸ τὰς συντάξεις. Ὡς εἶναι γνωστόν, σήμερον, ὅτι οἱ μισθοὶ καὶ αἱ συντάξεις ἔχουν καθορισθῆ βάσει τῆς σκέψεως ὅτι ἡ στέγη εἶναι πολὺ εὐθηνή. Εἶναι ἐπίσης γνωστόν, ὅτι παλαιότερον, ὅτε αἱ συνθῆκαι προσφορᾶς καὶ ζητήσεως κατοικιῶν ἦσαν ἰσορροπημέναι, ὑπελογίζετο ὅτι τὸ 25% τοῦ εἰσοδήματος διετίθετο δι’ ἐνοίκιον. Σήμερον αὐτὸ τὸ ποσοστὸν δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν πραγματικότητα, διότι εἶναι μεγάλη ἡ δυσαναλογία μεταξὺ διαθεσίμων κατοικιῶν καὶ ἐνοικιαστῶν. Θὰ πρέπει ἡ Κυβέρνησις, διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ μᾶς δώσῃ τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι θὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ρύθμισιν τοῦ ἐνοικιοστασίου καὶ συγχρόνως θὰ χορηγήσῃ καὶ ἀνάλογον αὔξησιν τῶν μισθῶν καὶ συντάξεων, πρὸς τὴν ἐξ αὐτοῦ ἐπιβάρυνσιν. Βεβαίως, δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὅτι δὲν δεχόμεθα τὸ εἰσηγούμενον νομοσχέδιον, ὅταν μάλιστα ἡ μικροϊδιοκτησία ἀποτελῇ καρπὸν μακροχρονίου ἀποταμιεύσεως καὶ ἐπέχει τὴν θέσιν μιᾶς συντάξεως καὶ πρέπει, συνεπῶς, νὰ εἶναι σεβαστὰ καὶ αὐτῆς τὰ δικαιώματα. Θὰ παρεκάλουν, ὅμως, καὶ πάλιν νὰ ἐκτεθοῦν εἰς τὴν Βουλὴν αἱ κατευθυντήριοι σκέψεις αἱ ὁποῖαι θὰ πρυτανεύσουν κατὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ διατάγματος, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ δέσμευσις ἀπέναντι τῆς Βουλῆς καὶ ἀπέναντι τοῦ Λαοῦ, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ εἶναι ὡπλισμένος ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἔναντι πιέσεων ἐξ οἱασδήποτε πλευρᾶς.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Φιλοσοφόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§44Β. ΦΙΛΟΣΟΦΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται, κύριοι βουλευταί, ἡ ἰδία κακὴ ἱστορία. Δηλαδὴ τὴν δωδεκάτην ὥραν, τὰς παραμονὰς τῆς λήξεως τοῦ ἐνοικιοστασίου, νὰ παρουσιάζεται τὸ φαινόμενον, ἡ Κυβέρνησις νὰ εἶναι ἀνέτοιμος, νὰ μὴ δύναται, δηλαδή, νὰ ἐμφανίσῃ τὴν ρύθμισιν ἐκείνην, τὴν ἔμφρονα, ἐπὶ τῶν ἀνακυπτόντων ζητημάτων τῆς ρυθμίσεως τῆς στέγης. Τὸ πρᾶγμα ἔχει καὶ τὴν οὐσιαστικὴν σημασίαν, ὅτι μεταξὺ τῶν ἀντιτιθεμένων συμφερόντων, μεταξὺ τῆς παρατάξεως τῶν ἐκμισθωτῶν καὶ ἐκείνης τῶν μισθωτῶν, νὰ γίνωνται παντὸς εἴδους συναλλαγαί, ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ φόβου καὶ τῆς ἀμφιβολίας, ποία θὰ εἶναι ἡ στεγαστικὴ προστασία τοῦ νέου ἐνοικιοστασίου. Ἤδη εὑρισκόμεθα πρὸ τῆς προτάσεως τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται α) πίστωσις χρόνου πρὸς παρασκευὴν τοῦ νέου ἐνοικιοστασίου, β) ἐξουσιοδότησις τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος ἐν λευκῷ πρὸς ἐπίλυσιν τῶν ζητημάτων τοῦ ἐνοικιοστασίου. Ὡς πρὸς τὴν πρώτην περίπτωσιν, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως. Πρέπει ἡ προθεσμία νὰ δοθῇ ἴσως ἐν ἀνάγκῃ καὶ μεγαλυτέρα, ἐὰν πρόκειται ὁ μακρότερος κατά τι χρόνος νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀποτελεσματικωτέραν, ἀπὸ ἀπόψεως εὐθυκρισίας, ἀντιμετώπισιν τῶν πραγμάτων. Ἐπὶ τῆς δευτέρας περιπτώσεως τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, χρειάζεται μία ἐπιφύλαξις τοῦ Σώματος, ἐν ὄψει τῶν εὐθυνῶν, τὰς ὁποίας ἀναλαμβάνομεν. Διότι, μία ἐν λευκῷ παροχὴ ἐξουσιοδοτήσεως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν πρὸς ἐπίλυσιν τοῦ ζητήματος τοῦ ἐνοικιοστασίου, τόσον σοβαροῦ νομοθετήματος κοινωνικοῦ, νομοθετήματος τὸ ὁποῖον, ὡς γνωστόν, θεσπίζει διατάξεις ἀποκλινούσας ἀπὸ τὰ καθιερωμένα, διατάξεις ἀναγκαστικάς, ἐπιβαλούσας στέρησιν τῆς ἐλευθέρας διαχειρίσεως τῶν μισθίων ἐκ μέρους τῶν ἐκμισθωτῶν, ὡς ἐκ τῆς σημερινῆς διαμορφώσεως τῶν συνθηκῶν, ἐπιβαλλομένας διὰ τὴν εὔρυθμον κοινωνικὴν λειτουργίαν, τὴν ὁποίαν διαταράσσει ἡ κατὰ ἕνα οἱονδήποτε τρόπον ἀποστέρησις τῆς στέγης, ὅπως ἐπίσης θὰ διαταράξῃ τὰς τάξεις τῆς μικροϊδιοκτησίας, κυρίως, ὅταν αὕτη καταδικασθῇ εἰς τήν, διὰ τῆς στερήσεως δικαιολογημένων μισθωμάτων, στέρησιν τῶν μόνων καὶ ἀναγκαίων ἐφοδίων τῆς ζωῆς, μᾶς παρεμποδίζει ἀπὸ τοῦ νὰ ἐκφράσωμεν τὴν γνώμην μας ἐπὶ τῶν καθέκαστα περιπτώσεων, ἐνῷ θὰ ἔπρεπε, ἐπὶ κεφαλαιωδῶν, τοὐλάχιστον, ζητημάτων, νὰ μὴ παραλείπεται ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὑπέχομεν, ὡς νομοθετικὸν Σῶμα εὐθύνας. Ἡ παροχὴ ἐν λευκῷ τῆς αἰτουμένης ἐξουσιοδοτήσεως, ἀποτελεῖ ἀπεμπόλησιν τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς, παρὰ τὴν εὐθύνην τὴν ὁποίαν ἕκαστος ἐξ ἡμῶν θὰ ὑπέχῃ αὔριον ἐκ τῆς α ἢ β λύσεως ἢ τροπῆς, τὴν ὁποίαν θὰ λάβωσι τὰ ἐνοικιοστασιακὰ προβλήματα. Διὰ τοῦτο, καὶ ἐν ὄψει τοῦ φόβου, τὸν ὁποῖον διετύπωσαν κατὰ τὴν ἀποψινὴν συνεδρίασιν ἄλλοι καὶ ἐκλεκτοὶ ὁμιληταί, μὲ πεῖραν κοινοβουλευτικήν, ὅτι ἡ ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησις τοιούτου νομοσχεδίου, θὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς ἀτέρμονας συζητήσεις, ἐπὶ βλάβῃ τῆς ταχείας ρυθμίσεως τοῦ ζητήματος, προτείνω τὴν ἄποψιν νὰ περιορισθῶμεν κατὰ τὴν ἀποψινὴν συνεδρίασιν εἰς τὴν παροχὴν τοῦ χρονικοῦ περιθωρίου, ὅπερ ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις, καὶ νὰ ἀξιώσωμεν, ὅπως διὰ νέου νομοσχεδίου, εἰσαχθῶσιν αἱ κεντρικαὶ γραμμαὶ ἐντὸς τῶν ὁποίων θὰ καταρτισθῇ τὸ διάταγμα τοῦ νέου ἐνοικιοστασίου. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἐπιτυγχάνονται δύο τινά. Πρῶτον, τὸ Σῶμα δὲν θὰ τελῇ ἐν ἀγνοίᾳ τῶν κυρίων σημείων ἐντὸς τῶν ὁποίων θὰ κινηθῇ τὸ νέον ἐνοικιοστάσιον, καὶ ἡ ψῆφος ἡ ἐξουσιοδοτικὴ θὰ εἶναι ψῆφος γνώσεως καὶ ἀρτιωτέρας συνειδήσεως. Δεύτερον ὁ κ. Ὑπουργός, ἢ μᾶλλον οἱ κ. κ. Ὑπουργοί, ἐφ’ ὅσον θὰ δεσμεύωνται ὑπὸ περιθωρίων τεθειμένων ὑπὸ τῆς Βουλῆς, μὲ ἠρεμωτέραν συνείδησιν εὐθύνης, θὰ προβαίνωσιν εἰς τὴν λύσιν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα σωρηδὸν θὰ τὰ εἰσηγοῦνται τὰ ἀντίθετα συμφέροντα ἰδιοκτητῶν καὶ μισθωτῶν. Πρὶν κατέλθω τοῦ βήματος, αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω, ἐξ ἀφορμῆς καὶ ὡς ἐκ τῆς προτιμήσεως τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθησαν προηγούμενοι ὁμιληταί, ὡς πρὸς τὴν ἐπαγγελματικὴν στέγην, ὅτι διαφωνῶ μὲ τὰς ἀπόψεις αὐτάς. Νομίζω καὶ πιστεύω, ὅτι ἂν θὰ πρέπει νὰ γίνῃ χρῆσις τῆς λέξεως «προτίμησις», αὕτη δηλαδὴ ἡ ἐνοικιοστασιακὴ προστασία, θὰ πρέπει νὰ δοθῇ εἰς τὴν στέγην τῆς κατοικίας. Διότι ἡ κατοικία ἀφορᾶ τὴν ζωὴν τῶν λαϊκῶν καὶ δημοσιοϋπαλληλικῶν τάξεων, ἐνῷ ἡ ἐπαγγελματικὴ στέγη καὶ δὴ τῶν μεγαλυτέρων ἐπιχειρήσεων, ἀφορᾶ τὴν ἐπιχείρησιν, τὸ ἐμπορικὸν κέρδος. Μεταξὺ τῶν δύο ἀπόψεων ἡ ἐξασφάλισις τῆς ζωῆς εἶναι πολυτιμότερον ἀγαθόν. Δὲν θέλω μὲ τοῦτο νὰ ὑποστηρίξω ὅτι ἡ ἐπαγγελματικὴ στέγη δὲν πρέπει νὰ προστατευθῇ. Διότι καὶ ἡ ἐπαγγελματικὴ στέγη ἔχει τὰς δεδικαιολογημένας ἀπαιτήσεις της ἀπὸ πολλῶν πλευρῶν. Δὲν δυνάμεθα, ὅμως, νὰ ὁμιλῶμεν περὶ προτιμήσεως τῆς προστασίας τῆς ἐπαγγελματικῆς στέγης ἔναντι τῆς στέγης τῆς κατοικίας. Ἕνας συγκερασμὸς τῶν πραγμάτων καὶ δὴ μὲ τρόπον ὁ εὔπορος μισθωτὴς τῆς ἐπαγγελματικῆς στέγης, ὁ ἀποκομίζων ἐκ τοῦ μισθίου κέρδη δυνάμενα νὰ ἐξυπηρετήσωσι κατὰ ἕνα τρόπον τὴν μικρὰν ἰδιοκτησίαν, νὰ συνεισφέρῃ πρὸς αὔξησιν τοῦ μισθώματος τῆς κατοικίας, τῶν μικροϊδιοκτητῶν ἐκμισθωτῶν. Δὲν παραλείπω, διότι ἀνήκω εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἐν ἐνεργείᾳ δικηγόρων, καὶ ἔχω ἄμεσον ἀντίληψιν πολλῶν περιστατικῶν, κατὰ τὰ ὁποῖα παρὰ τὴν διαφαινομένην ἐν τῷ ἰσχύοντι ἐνοικιοστασίῳ πρόθεσιν τῆς ἐξυπηρετήσεως τῆς πολιτικῆς τῆς ἄρσεως μίαν ἡμέραν τοῦ ἐνοικιοστασίου νὰ παρατηρήσω ὅτι ἐξακολουθοῦν νὰ θεσπίζωνται διατάξεις ἀπομακρυνόμεναι ἀπὸ τὴν ἀντίληψιν αὐτήν. Π. χ. εἰς παλαιότερον ἐνοικιοστάσιον ὑπάρχει διάταξις καθ’ ἣν ἐὰν ὁ μισθωτὴς κατὰ μίαν περίοδον προέβη εἰς ἀγορὰς ἀκινήτων πολλαπλασίας ἀξίας τοῦ μισθίου νὰ μὴ προστατεύεται ὑπὸ τοῦ ἐνοικιοστασίου. Ἡ διάταξις αὕτη ἐν τῷ ἰσχύοντι ἐνοικιοστασίῳ κατηργήθη, διότι ὁ τοιοῦτος μισθωτής, ὁ ἀγοράσας ἀκίνητα πολλαπλασίας ἀξίας, ὑποχρεοῦται μόνον εἰς τὴν πληρωμὴν ηὐξημένου μισθώματος. Ἀνακολουθία ἐξόφθαλμος διὰ τὸν νομοθέτην τὸν ἐπαγγελλόμενον προοδευτικὸν περιορισμὸν τῆς ἐνοικιοστασιακῆς προστασίας. Διὰ τοὺς λόγους, καὶ ἄλλους πολλοὺς τοιούτους, κύριοι συνάδελφοι, θὰ πρέπει, ἐκ τῶν γενικῶν γραμμῶν τὰς ὁποίας θὰ πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ θέσῃ ὑπ’ ὄψει τοῦ Σώματος τῆς Βουλῆς, νὰ διαφαίνεται καὶ ἡ πρόθεσις τοῦ νομοθέτου ὅτι θὰ πολιτευθῇ μὲ τρόπον προοδευτικῆς καὶ δεδικαιολογημένης ἄρσεως τοῦ ἐνοικιοστασίου καὶ ὡρισμένας περιπτώσεις διὰ νὰ φθάσωμεν μίαν ἡμέραν εἰς τὴν ἐλευθέρωσιν τῆς ἰδιοκτησίας.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Μπακόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§46Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου, ζητεῖ ἐξουσιοδότησιν διὰ δύο τινά· ἀφ’ ἑνὸς μὲν διὰ τὴν παράτασιν τοῦ ἐνοικιοστασίου καὶ διὰ τὴν ρύθμισιν τῶν ἀπειροπληθῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα θίγονται διὰ τοῦ ἐνοικιοστασίου, ἀφ’ ἑτέρου, ὅμως, ἐξουσιοδότησιν καὶ διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ ἐνοικιοστασίου καὶ ἐπάγεται ὅτι ἀμφότερα τὰ θέματα αὐτὰ θὰ ρυθμισθῶσι διὰ διατάγματος ἐφ’ ἅπαξ ἐκδιδομένου, ἐντὸς 3 μηνῶν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου. Ἐφ’ ὅσον, ὅμως, τὸ διάταγμα περὶ οὗ προβλέπει τὸ νομοσχέδιον θὰ ἐκδοθῇ ἐντὸς τριμήνου καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ διατάγματος αὐτοῦ νὰ καταργήσῃ τὸ ἐνοικιοστάσιον, προβάλλει ἀφ’ ἑαυτοῦ τὸ ἐρώτημα, ἀντιμετωπίζει ἡ Κυβέρνησις τὴν δυνατότητα καταργήσεως τοῦ ἐνοικιοστασίου ἐντὸς τριμήνου ἀπὸ σήμερον; Ἐπ’ αὐτοῦ νομίζω ὅτι εἶναι ἀπαραίτητος μία διευκρίνισις πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὴν Κοινὴν Γνώμην, ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς σιωπᾷ καὶ ἡ σιωπή του μὲ ἄγει εἰς περαιτέρω σκέψεις, ὅτι δὲν τολμᾷ βεβαίως νὰ ἀποβλέπῃ εἰς τὴν ἄμεσον κατάργησιν τοῦ ἐνοικιοστασίου ἐντὸς τριμήνου, ἀλλὰ πάντως ζητεῖ τὴν ἐξουσιοδότησιν ὅπως εἰς τὸ διάταγμα ὁμιλήσῃ καὶ περὶ καταργήσεως τοῦ ἐνοικιοστασίου, σήμερον, αὔριον, μετὰ ἕνα ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα, ποῖον; Ἀκαθόριστον. Ἄρα ἐπιτείνομεν. Καὶ ἰδοὺ διατὶ αἱ παρατηρήσεις τῶν ἀξιοτίμων προλαλησάντων κ. συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν διευκρινίσεις ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, περὶ καθορισμοῦ γενικῶν γραμμῶν τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἦσαν βασιμώτατοι. Εἶμαι περίεργος νὰ ἀκούσω τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἐνδεχομένως θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δώσῃ ὁ κ. Ὑπουργός. Θὰ ἠδυνάμην, ὅμως, ἐκ τῶν προτέρων νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἐὰν σκοπὸς τῆς διατάξεως περὶ καταργήσεως τοῦ ἐνοικιοστασίου εἶναι νὰ δοθῇ εὐχέρεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅπως διὰ τοῦ διατάγματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκδώσῃ, θεσπίσῃ κατάργησιν τοῦ ἐνοικιοστασίου, μετὰ ὡρισμένον χρόνον, ἐπιθυμῶ νὰ ἐρωτήσω, μὲ ποίαν μαντικὴν δύναμιν ἡ Κυβέρνησις προβλέπει ὅτι μετὰ τὸν χρόνον τὸν ὁποῖον ἐνδεχομένως θὰ ὥριζε τὸ διάταγμα, αἱ κοινωνικαὶ καὶ οἰκονομικαὶ συνθῆκαι τοῦ τόπου αὐτοῦ, αἱ ἀνάγκαι τοῦ λαοῦ μας, θὰ ἐπιτρέπουν τὴν κατάργησιν τοῦ ἐνοικιοστασίου καὶ ποίαν περαιτέρω νομικὴν ἀξίαν θὰ ἔχῃ; Ἡ ἀπὸ τοῦδε προαναγγελία ὅτι μετά τινα χρόνον καταργεῖται τὸ ἐνοικιοστάσιον, δὲν θὰ ἔχῃ καμμίαν νομικὴν ἀξίαν, διότι ἡ μέλλουσα Κυβέρνησις θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναβάλῃ τὸν χρόνον αὐτῆς τῆς καταργήσεως τοῦ ἐνοικιοστασίου. Καὶ ἑπομένως, δὲν βλέπω οὐσιαστικὸν λόγον, δικαιολογοῦντα τὴν αἴτησιν περὶ παροχῆς ἐξουσιοδοτήσεως διὰ τὴν κατάργησιν. Καί, περαιτέρω, προβάλλει τὸ ἐρώτημα: Εἶναι ἀνάγκη νὰ παραταθῇ τὸ ἐνοικιοστάσιον; Καὶ ἡ παράτασις αὐτὴ πρέπει νὰ εἶναι πλατωνικὴ ἀπὸ τὴν ἄποψιν ὅτι δὲν θὰ ἀντιμετωπίζῃ, ἐπὶ τέλους, τερματισμὸν τοῦ θεσμοῦ τοῦ ἐνοικιοστασίου; Ὡς πρὸς τὸ θέμα αὐτό, κύριοι βουλευταί, ἐγὼ προσωπικῶς τάσσομαι ὑπὲρ τῆς παρατάσεως τοῦ ἐνοικιοστασίου καὶ τὴν γνώμην αὐτὴν δὲν τὴν διατυπώνω τὸ πρῶτον σήμερον. Ἀνέκαθεν ἐτάχθην ὑπὲρ τῆς παρατάσεως τοῦ ἐνοικιοστασίου. Διότι πιστεύω ὅτι τὸ ἐνοικιοστάσιον θεραπεύει τὴν ἀνάγκην τῆς στέγης καὶ τὴν οἰκονομικὴν προστασίαν τῶν ἀσθενεστέρων. Κύριοι βουλευταί, ἐλέχθη καὶ σήμερον ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ὅτι τάχα ἡ παράτασις τοῦ ἐνοικιοστασίου ἄγει εἰς τὴν δήμευσιν τῆς ἀκινήτου ἰδιοκτησίας.
§47Σ. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον, ἡ ὑπέρμετρος παράτασις τοῦ ἐνοικιοστασίου, ἡ ἐμφάνισις τῶν διαδόχων, αἱ οἰκίαι κληρονόμων, καταλήγει εἰς δήμευσιν.
§48Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν εἶμαι θιασώτης τῆς παλαιᾶς ἀντιλήψεως περὶ τῆς ἱερότητος τῆς ἀκινήτου ἰδιοκτησίας. Τὴν σέβομαι, τὴν ἀναγνωρίζω ὡς μίαν κοινωνικὴν ἀνάγκην, ἀλλὰ τὴν ἱερότητα δὲν τὴν ἀποδέχομαι καὶ δὲν τὴν ἀποδέχεται κανεὶς σήμερον εἰς τὰ πολιτισμένα κράτη. Διότι καὶ ἡ νομοθεσία τῶν διαφόρων κρατῶν καὶ ἡ νομολογία τῶν δικαστηρίων ἀναγνωρίζουν ὅτι αἱ κοινωνικαὶ ἀνάγκαι ἐπιτρέπουν τὴν ἐπιβολὴν περιορισμῶν ἐπὶ τῆς ἰδιοκτησίας. Καὶ ὅλα τὰ δικαστήρια, καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἀλλαχοῦ, ἀναγνωρίζουν ὅτι τὸ ἐνοικιοστάσιον εἶναι μία ἐπιτρεπτὴ ἐπιβάρυνσις τῆς ἰδιοκτησίας, χάριν τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου. Κύριοι βουλευταί, τὴν ὀρθότητα τῆς σκέψεώς μου, τὴν στηρίζει ὁ ἑξῆς συλλογισμός, ἀπορρέων ἐκ τῆς πραγματικῆς καταστάσεως. Ἐλέχθη πρὸ ὀλίγου, καὶ εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ θεσμὸς τοῦ ἐνοικιοστασίου εἰσήχθη μεταπολεμικῶς, διότι οἱ πόλεμοι ἔφερον ἀναστάτωσιν εἰς τὴν οἰκονομικὴν ζωὴν τοῦ τόπου. Πρῶτον περιορισμὸν τῆς ἀνοικοδομήσεως, ἄρα κρίσιν τῆς στέγης καὶ δεύτερον, μετάθεσιν τῶν οἰκονομικῶν δυνατοτήτων διαφόρων τάξεων τοῦ λαοῦ. Παίρνω ὡς βάσιν τὴν θέσιν τριῶν Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι προπολεμικῶς εἶχον, ἂς ὑποθέσωμεν, 100.000 δραχμὰς ἕκαστος καὶ ὁ ἕνας τὰς διέθεσε ἀγοράζων ὁμολογίας ἐθνικῶν δανείων, πειθόμενος καὶ εἰς τὰς ἐκκλήσεις τῶν Κυβερνήσεων πρὸς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων, καὶ ὁ ἄλλος, ἔχων καὶ αὐτὸς ἴσον ποσόν, χρημάτων, τὰ διέθεσεν εἰς ἐνυπόθηκα δάνεια καὶ ὁ τρίτος ἠγόρασεν ἕνα σπίτι. Ὁ τρίτος σήμερον ἔχει τὸ σπίτι, οἱ ἄλλοι δὲν ἔχουν τίποτε. Ἡ Πατρὶς δὲν θὰ λάβῃ αὐτοὺς ὑπ’ ὄψιν; Καὶ θέτω τὸν συλλογισμὸν τοῦτον, ὡς βάσιν τῶν σκέψεών μου, ὡς γενικὴν γραμμήν. Ἀναγνωρίζω, βεβαίως, ὅτι ἐν τῷ πλαισίῳ τῆς γενικῆς αὐτῆς γραμμῆς, ὑπάρχει διαφορισμὸς καὶ διαφορισμὸς πολύς. Ἀλλὰ αὐτὴν τὴν γενικὴν γραμμὴν πρέπει νὰ λάβῃ κανεὶς ὑπ’ ὄψιν, ὅταν κρίνῃ ἐὰν πρέπει νὰ παραταθῇ τὸ ἐνοικιοστάσιον ἢ ὄχι. Ἀκόμη δὲ περισσότερον, πάλιν ὡς γενικὴν γραμμὴν τὸ λέγω, τὸ ἰσχῦον ἐνοικιοστάσιον δίδει τὴν δυνατότητα αὐξήσεως τῶν προπολεμικῶν ἐνοικίων, μέχρι τοῦ 300πλασίου, δηλαδή, παρέχει τὴν εὐχέρειαν αἰτήσεως μισθώματος ἀπὸ τὸν ἰδιοκτήτην, σχεδόν, εἰς χρυσόν, 300 φορὲς περισσότερον, ἐνῷ 320 ἔχει ἡ λίρα. Δὲν εἶναι ἱκανοποιητικὸν αὐτό; Ἱκανοποιητικὸν πάλιν, τὸ τονίζω, ὡς γενικὸν μέτρον ἀντιμετωπίσεως τῶν κοινωνικῶν ἀναγκῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ἑπομένως, αὐτὸ ποὺ θὰ εἴπω, δὲν ἀφορᾷ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Μακρόπουλον, ἀφορᾷ ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ὁμιλοῦν περὶ δημεύσεως τῆς ἀκινήτου ἰδιοκτησίας. Ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ ἔχομεν ἐξάτμισιν τῆς κινητῆς περιουσίας, ἀπὸ τὴν ἄλλην διατήρησιν τῆς ἀκινήτου περιουσίας καὶ εἰσόδημα, ἂν ὄχι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ πάρουν σήμερον, ἀλλὰ τοὐλάχιστον σχεδὸν πλησιάζον τὴν τιμὴν τοῦ χρυσοῦ.
§49Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐλάβατε ὑπ’ ὄψει τοὺς ἰδιοκτήτας, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐνυπόθηκον περιουσίαν.
§50Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀρθὴ ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου κ. συναδέλφου, ἀλλὰ ἐγὼ συζητῶν τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, διότι δὲν συζητοῦμεν αὐτάς. Τοὐναντίον τάσσομαι ὑπὲρ τῆς ἀπόψεως, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ συνάδελφος κ. Ἀλλαμανῆς, νὰ δοθῇ ἐξουσιοδότησις διὰ τὴν παράτασιν τοῦ ἐνοικιοστασίου, ὅπως ἰσχύει σήμερον καὶ μετὰ τρίμηνον, μετὰ ἑξάμηνον, ὅταν νομίσῃ ἡ Κυβέρνησις ὅτι εἶναι διατεθειμένη νὰ δώσῃ οἱανδήποτε παράτασιν ποὺ νομίζει ὅτι τῆς χρειάζεται, διὰ νὰ συστηματοποιήσῃ τὴν ἰδικήν της ἄποψιν ἐπὶ τῆς πολιτικῆς τὴν ὁποίαν θὰ ἀκολουθήσῃ ἐπὶ τοῦ ἐνοικιοστασίου, τότε νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἕνα νομοθέτημα, ζητοῦσα πάλιν ἐξουσιοδότησιν, ἀλλὰ ἐντὸς ὡρισμένων πλαισίων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐκδηλώνουν τὴν Κυβερνητικὴν πολιτικήν. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι πιστεύουν ὅτι νομοθέτημα περὶ ἐνοικιοστασίου, ἐν τῇ ὁλότητί του, δύναται νὰ συζητηθῇ εἰς τὴν Βουλήν. Εἶναι τόσα τὰ ἀντιμαχόμενα συμφέροντα καὶ τὰ λεπτομερειακὰ θέματα, ὥστε ἡ συζήτησις εἰς τὴν Βουλὴν θὰ εἶναι ἀδύνατος. Ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου, μέχρι τοῦ νὰ μὴ ἔχωμεν καμμίαν ἐκδήλωσιν τῶν γενικῶν γραμμῶν τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ μεγάλου αὐτοῦ κοινωνικοῦ θέματος, ὑπάρχει μεγάλη ἀπόστασις. Καὶ ἤδη, ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα τῆς ἐπαγγελματικῆς στέγης. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, κύριοι βουλευταί, κατὰ τὴν ὁποίαν μοῦ δίδεται ἡ εὐκαιρία νὰ λάβω θέσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Καὶ ἄλλοτε, εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, μοῦ ἐδόθη ἡ εὐκαιρία νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου, καὶ τότε ἐτάχθην ὑπὲρ τῆς ἀπολύτου προστασίας τῆς ἐπαγγελματικῆς στέγης. Κύριοι βουλευταί, τὸ ζήτημα τῆς ἐπαγγελματικῆς στέγης, δὲν εἶναι μόνον ζήτημα μισθώματος. Εἶναι καὶ ζήτημα μισθώματος, ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ζήτημα μισθώματος καὶ ἴσως–ἴσως, τὸ ζήτημα μισθώματος ἔρχεται εἰς δευτέραν μοῖραν. Τὸ πρῶτον εἶναι ἡ ἐξασφάλισις μιᾶς ἡσυχίας εἰς τὸν ἐμπορικὸν καὶ ἐπαγγελματικὸν κόσμον τοῦ τόπου, ὁ ὁποῖος, ἐπὶ τέλους, ἀποτελεῖ μίαν τῶν βάσεων τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος. Τὸ μαγαζὶ δὲν ἔχει τὴν ἀξίαν τὴν μισθωτικὴν μόνον, ἔχει τὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν τοῦ ἔδωκε ἡ δρᾶσις ἐκείνου, ὁ ὁποῖος εἰργάσθη τὸ μαγαζί. Ἡ μία ἄποψις εἶναι αὐτή. Ἡ ἄλλη ἄποψις εἶναι ὅτι τὸν ἐπαγγελματίαν τὸν γνωρίζει ἡ πελατεία εἰς ὡρισμένην θέσιν. Δὲν ἐπιτρέπεται ἡ δολοφονία — δὲν εἶναι βαρεῖα ἡ λέξις — τοῦ ἐπαγγελματίου αὐτοῦ, διὰ τῆς ἐξώσεώς του καὶ τοῦ ἐξαναγκασμοῦ νὰ εὕρῃ ἐπαγγελματικὴν στέγην ὁπουδήποτε ἀλλοῦ, εἰς ἄλλην τοποθεσίαν, μὴ προσφερομένην διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἐπαγγέλματός του.
§51Κ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΗΣ. Ἐπὶ τέλους.....
§52Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλο τὸ θέμα τοῦ μισθώματος. Ἡ ἐξασφάλισις τῆς στέγης εἶναι ζήτημα νόμου. Ὁ καθορισμὸς τοῦ μισθώματος εἶναι θέμα δικαστηρίου. Ἕτερον ἑκάτερον. Ἑπομένως, τὸ «ἐπὶ τέλους» δὲν εἶχε καμμίαν θέσιν.
§53Κ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΗΣ. Εἶχε, διότι δὲν ἠμπορεῖ ἐπὶ 400 χρόνια νὰ ὑπάρχῃ ἐνοικιοστάσιον. Εἰς κανένα κράτος δὲν γίνεται αὐτό. Κατηγορούμεθα, οἱ βουλευταί, διότι εἴμεθα κατὰ πλειονότητα ἐνοικιασταὶ καὶ δημεύομεν τὴν περιουσίαν τοῦ κόσμου. Δὲν τολμῶμεν νὰ ἀντικρύσωμεν τοὺς ἰδιοκτήτας, κύριε συνάδελφε. Ἐὰν εἶσθε ἐνοικιαστής, νὰ ἐκθέσητε τὰς προσωπικάς σας ἀπόψεις καὶ ὄχι τοῦ Κόμματος.
§54Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου, ἐδήλωσα ρητῶς καὶ κατηγορηματικῶς, ὅτι ἐκφράζω προσωπικήν μου γνώμην καὶ προσέθεσα ὅτι τὸ τονίζω αὐτό, δηλαδὴ νὰ μὴ θεωρηθῇ ὅτι ἐκφράζω γνώμην τοῦ Κόμματος. Ἑπομένως, ἡ παρατήρησις τοῦ ἀγαπητοῦ φίλου ἦτο ἀπολύτως ἐσφαλμένη. Μοῦ εἶπεν ὅτι εἶμαι ἐνοικιαστής. Κύριοι συνάδελφοι, οὔτε ἐνοικιαστής, οὔτε ἰδιοκτήτης εἶμαι, οὔτε πλούσιος, οὔτε πτωχός, ζῶ ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματός μου καὶ ἐξ οὐδενὸς ἄλλου μέσου. Αὐτὸ νὰ τὸ γνωρίζητε καὶ σεῖς, νὰ τὸ γνωρίζῃ καὶ πᾶς τις.
§55Κ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΗΣ. Δὲν τὸ εἶπον προσωπικῶς πρὸς σᾶς, διότι βαρυνόμεθα ὅλοι μὲ αὐτό.
§56Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἴπατε, ἀλλὰ τὸ διορθώνετε. Πρὸς τιμήν σας, ὅτι τὸ διορθώνετε, πρὸς βλάβην σας, ὅμως, ὅτι τὸ εἴπατε. Ἦτο ἀπολύτως σφαλερὰ ἡ διακοπὴ τοῦ ἀξιοτίμου κ. συναδέλφου, διότι, ἐνῷ μέχρι τοῦδε ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐγένετο ἀφ’ ὑψηλοῦ καὶ κατὰ τρόπον ἀντικειμενικόν, ἠθέλησε διὰ τῆς διακοπῆς του τῆς ἀστόχου, ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ὁ ἴδιος εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀνακαλέσῃ, νὰ δώσῃ εἰς τὴν συζήτησιν, προσωπικὸν χαρακτῆρα. Αὐτὸ εἶναι ἀπαράδεκτον.
§57Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Πράγματι, κύριε συνάδελφε, καὶ κύριε Πρόεδρε, εἶναι προφανές, ὅτι ἡ διακοπὴ τοῦ κ. Ταλιαδούρη — καὶ μετὰ τὴν δήλωσίν του ἐπεβεβαιώθη — δὲν εἶχεν ἀπολύτως κανένα προσωπικὸν χαρακτῆρα. Ἦτο τρόπος τοῦ λέγειν καὶ ἀφεώρα, τὴν προσωπικὴν ἄποψίν του. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, βεβαίως, ἐπιβεβαιώνεται, ἁπλῶς, ὅτι, ἐντὸς τοῦ Κόμματος ἐπὶ τοῦ θέματος, ἐκφράζονται ἐλευθέρως γνῶμαι. Διότι, δὲν εἶναι θέμα ἐμπιστοσύνης, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ γραμμὴ τοῦ κόμματος. Θὰ ὁμιλήσω κατόπιν καὶ θὰ ἀναπτύξω εὐρύτερον τὸ θέμα. (Χειροκροτήματα).
§58Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, συνεστήθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ ἀξιοτίμους ἀγορητάς, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν, νὰ ἐκδώσῃ μόνη της τὸ διάταγμα τοῦ ἐνοικιοστασίου, ρυθμίσεως τοῦ θέματος τοῦ ἐνοικιοστασίου, χωρὶς νὰ συμβουλευθῇ προηγουμένως μίαν Ἐπιτροπὴν α ἢ β συνθέσεως. Δὲν τάσσομαι ὑπὲρ τῆς συστάσεως αὐτῆς. Βεβαίως, ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν εὐχέρειαν νὰ συμβουλευθῇ τὸν οἱονδήποτε, εἴτε ἄτομον, εἴτε καὶ συλλογικὸν ὄργανον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκλέξῃ, νὰ τὸ συμβουλευθῇ καὶ νὰ κανονίσῃ τὴν πολιτικήν της. Ὀρθόν, ὅμως, εἶναι, ἀπὸ ἀπόψεως κοινοβουλευτικῆς, νὰ μὴ θέλωμεν νὰ ἐπιρρίψωμεν τὴν εὐθύνην τοῦ θεσμοῦ τοῦ ἐνοικιοστασίου καὶ τῆς ρυθμίσεως τοῦ ἐνοικιοστασίου εἰς τὴν γνώμην τῆς α ἢ τῆς β Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ὅσον καὶ ἐὰν εἶναι συμβουλευτική, ἐνδεχομένως θὰ ἀπαλύνῃ τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως. Νὰ παραμείνῃ ἀκεραία ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον θὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ θέμα, κατὰ τὸν ἕνα ἢ ἄλλον τρόπον, εὐθύνη καὶ κοινοβουλευτικὴ καὶ ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον, ἐν τέλει, θὰ εἶχον νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι, νὰ θελήσῃ νὰ ἐξετάσῃ λεπτομερέστερον, ἀπὸ καθαρῶς ἐπιστημονικῆς ἀπόψεως, ἐὰν καὶ κατὰ πόσον ἡ ἀπόλυτος εὐρύτης ἐξουσιοδοτήσεως, τὴν ὁποίαν πληροῖ τὸ νομοσχέδιον, εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὸ Σύνταγμα. Βεβαίως, ὑπάρχει νομολογία τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, ὅτι ὡς πρὸς τὸ ἐνοικιοστάσιον ἔχουσι τὰ δικαστήρια κἄπως εὐρυτέραν ἐξουσιοδότησιν τῆς συνήθους. Νομίζω, ὅτι ἡ ἀπόλυτος εὐρύτης, τὴν ὁποίαν περιέχει τὸ νομοσχέδιον, πιθανὸν νὰ δημιουργήσῃ ζήτημα συνταγματικότητος καὶ ὑποβάλλω τὴν γνώμην, ἐὰν θέλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, νὰ ἐξετάσῃ λεπτομερέστερον τὸ θέμα.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ἔχει τὸν λόγον.
§60Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ θέμα τοῦ ἐνοικιοστασίου εἶναι, πράγματι, δυσχερέστατον καὶ ὅπως ὀρθῶς ἐλέχθη, δὲν εἶναι θέμα τεχνικόν, ὥστε νὰ ἀνήκῃ εἰς τὴν ἁρμοδιότητα οἱασδήποτε Ἐπιτροπῆς. Εἶναι θέμα οἰκονομικὸν καὶ κοινωνικόν. Καὶ ἑπομένως θέμα πολιτικῆς γραμμῆς τῶν Κυβερνήσεων. Ἐντὸς τοῦ πλαισίου τῆς γενικῆς πολιτικῆς τῶν Κυβερνήσεων ἠμποροῦν αἱ τεχνικαὶ Ἐπιτροπαί, νὰ ρυθμίσουν τὰς λεπτομερείας τῆς ἐφαρμογῆς, ἀλλὰ δὲν ἀνήκει εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς νὰ χαράξουν τὴν κοινωνικὴν καὶ τὴν οἰκονομικὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἐκφράζει τὸ ἐνοικιοστάσιον. Θὰ ἐπεθύμουν, ἐπίσης, νὰ τονίσω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐπανειλημμένως ἔχω ἐκφράσει καὶ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐσφαλμένως ἐμφανίζεται ἑκάστοτε ὡς ὑφιστάμενον τὸ δίκαιον εἰς τὴν μίαν ἐκ τῶν δύο ἀντιπάλων κοινωνικῶν τάξεων. Εἰς τὴν πραγματικότητα ὑπάρχουν καὶ πλούσιοι ἐνοικιασταὶ καὶ πλούσιοι ἰδιοκτῆται, πτωχοὶ ἐνοικιασταὶ καὶ πτωχοὶ ἰδιοκτῆται. Καὶ μία ἀληθὴς κοινωνικὴ πολιτικὴ πρέπει νὰ ἀνεύρῃ τοὺς πτωχοὺς καὶ τῶν δύο κοινωνικῶν τάξεων, διὰ νὰ τοὺς προστατεύσῃ. Αὐτὴ εἶναι δημιουργικὴ κοινωνικὴ πολιτική. Ἐπίσης, ὅσον εἶναι ἀληθές, ὅτι τὸ ἐνοικιοστάσιον ἦτο ἀπολύτως ἐπιβεβλημένον κατ’ ἀρχὰς καὶ μέχρι τοῦδε, ἐπίσης, εἶναι βέβαιον, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ εἶναι ἀτέρμον. Θὰ χρειασθῇ μία δημιουργικὴ προοπτικὴ πολιτική, μὲ ἀντίστοιχον οἰκονομικὴν πολιτικὴν καὶ ἐπὶ τῶν μισθῶν καὶ ἀμοιβῶν. Ἐπιβάλλεται νὰ χαραχθῇ μία σύνθετος δημιουργικὴ πολιτική, μὲ προοπτικὴν κλιμακώσεως καὶ τελικοῦ τερματισμοῦ τοῦ ἐνοικιοστασίου εἰς ὡρισμένον χρόνον. Ἐὰν τότε αἱ προϋποθέσεις αὗται δὲν ἔχουν ἐπαληθεύσει, θὰ ὑπάρξουν Κυβερνήσεις καὶ θὰ ὑπάρξουν Βουλαί, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπανακτιμήσουν τὴν κατάστασιν καὶ θὰ λάβουν τὰ ἀντίστοιχα μέτρα. Δὲν ψηφίζομεν συνταγματικὴν διάταξιν, ψηφίζομεν νόμον, ὁ ὁποῖος θὰ δύναται νὰ τροποποιηθῇ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ εἰδικὸν θέμα τῆς ἐπαγγελματικῆς στέγης, νομίζω, ὅτι ὀρθότατα ἐτέθη τὸ θέμα. Ὑπάρχουν δύο χωριστὰ ζητήματα. Τὸ δικαίωμα ἐπὶ τῆς στέγης καὶ τὸ δίκαιον μίσθωμα. Ἐπὶ τῆς ἐπαγγελματικῆς στέγης, καὶ κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην, ἔχει δικαίωμα ὁ ἐνοικιαστὴς — ἐπαγγελματίας, ἐφ’ ὅσον θὰ καταβάλῃ δίκαιον μίσθωμα. Διότι — τὸ ὑπεστήριξα καὶ ἄλλοτε καὶ ἐνώπιον τῶν συγκεντρώσεων τῶν ἐπαγγελματιῶν — τὸ κατάστημα δὲν ἀποτελεῖται μόνον ἀπὸ τὴν στέγην. Ἀποτελεῖται καὶ ἀπὸ τὴν στέγην καὶ ἀπὸ τὴν πελατείαν. Διότι, ἡ πελατεία δὲν ὀφείλεται μόνον εἰς τὴν στέγην, ὀφείλεται εἰς τὴν δημιουργικὴν δραστηριότητα τοῦ ἐπαγγελματίου, ὁ ὁποῖος ἀσκεῖ τὸ ἐπάγγελμα. Ἑπομένως, εἶναι συνάρτησις καὶ τῶν συντελεστῶν. Ἀλλὰ ὅσον τοῦτο εἶναι βέβαιον ὑπὲρ τοῦ ἐπαγγελματίου, ἄλλο τόσον βέβαιον εἶναι ὑπὲρ τοῦ ἰδιοκτήτου, ὅτι τὸ μίσθωμα πρέπει νὰ εἶναι δίκαιον. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μας, διὰ τὴν ἐπαγγελματικὴν στέγην. Καθ’ ὅσον ἀφορᾶ συγκεκριμένως τὸ νομοσχέδιον, ὀρθῶς ἐλέχθη ὅτι δημιουργεῖ συνταγματικὸν θέμα, κατὰ πόσον εἶναι δυνατὸν νὰ ὑφίσταται μία ἀπόλυτος ἐξουσιοδότησις, ἡ ὁποία οὐσιαστικῶς, ἀπαλλοτριώνει τὸ νομοθετικὸν δικαίωμα τῆς Βουλῆς καὶ τὸ παραδίδει εἰς τὴν διοίκησιν, εἰς τὸ διάταγμα. Δεύτερον, περιέχει ἐπίσης, ὅπως ὀρθότατα εἶπεν ὁ φίλος κ. Μπακόπουλος, καὶ τὴν δυνατότητα τῆς καταργήσεως. Εἶναι τόσον οὐσιώδης αὐτὴ ἡ διάταξις, ὥστε, πράγματι καὶ αὐτὴ μόνη νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἐκθέσῃ τὰς σκέψεις της, ὑπὸ ποίας προϋποθέσεις θὰ ἐνόμιζεν ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ φθάσῃ καὶ εἰς τὴν κατάργησιν. Εἰς τὸ κείμενον τοῦ σχεδίου νόμου, τὸ ὁποῖον ἔρχεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὑπάρχει τὸ αἴτημα τριμήνου παρατάσεως, ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἡ ἐξουσιοδότησις τῆς ρυθμίσεως τοῦ θέματος. Εἶναι δύο χωριστὰ ζητήματα. Καθ’ ὅσον ἀφορᾶ τὸ αἴτημα τῆς προσωρινῆς παρατάσεως, νομίζω, ὅτι ὅλη ἡ Βουλὴ εἶναι σύμφωνος. Διάφορον, ὅμως, εἶναι τὸ θέμα τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ὅπως ἐντὸς αὐτῆς τῆς μικρᾶς χρονικῆς προθεσμίας, ἡ Κυβέρνησις ἐκδώσῃ τὸ διάταγμα τῆς ὁριστικῆς ρυθμίσεως. Νομίζω, ὅτι δίκαιον εἶναι τὸ αἴτημα τῆς Βουλῆς, ὅπως ἡ Κυβέρνησις καθορίσῃ γενικὰς ἀρχάς, ἐντὸς τῶν ὁποίων θὰ ρυθμίσῃ ὁριστικῶς τὸ ἐνοικιοστάσιον. Συμπεραίνων, προτείνω: Νὰ δοθῇ ἡ προσωρινὴ παράτασις τοῦ ἐνοικιοστασίου καὶ ταυτοχρόνως νὰ παρακληθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ διατυπώσῃ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐξουσιοδότησιν, ἓν νέον σχέδιον νόμου, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ προσδιορίζωνται αἱ γενικαί του ἀρχαί, ὥστε, κατὰ τρόπον δημιουργικὸν καὶ ὄχι προσωρινόν, πρόχειρον καὶ ἐμπειρικόν, νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὴν λύσιν ἑνός, πράγματι, μεγάλου κοινωνικοῦ προβλήματος.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Κανελλόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§62Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι αὐτονόητον, δὲν ἠμφισβητήθη τοῦτο, ἄλλωστε, ἀπὸ οὐδένα ἐκ τῶν κ. κ. συναδέλφων, ὅτι πρέπει νὰ δώσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐξουσιοδότησιν πρὸς ρύθμισιν τοῦ προβλήματος τοῦ ἐνοικιοστασίου. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἤδη, κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ἐσημειώθη οὐσιώδης πρόοδος πρὸς τὴν ἐπίτευξιν κἄποιας σχετικῆς δικαιοσύνης, εἰς τὰ θέματα τοῦ ἐνοικιοστασίου. Βεβαίως, δεδομένου ὅτι ἡ δικαιοσύνη αὐτὴ ὑπῆρξε καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι σχετική, φυσικὸν εἶναι νὰ ἔχουν προκληθῆ καὶ νὰ ἐξακολουθοῦν ἐκδηλούμεναι μεγάλαι δυσαρέσκειαι καὶ μεγάλαι ἀντιθέσεις. Ἡ πεῖρα, ὅμως, τῶν τελευταίων ἐτῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Ὑπουργὸν καὶ εἰς ὁλόκληρον τὴν Κυβέρνησιν, ὥστε βάσει αὐτῆς, νὰ καταλήξουν, ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἰδιαιτέρως εἰς τὴν διατύπωσιν ἑνὸς νομοθετήματος, δηλαδὴ εἰς τὴν τροποποίησιν τὴν ἐνδεχομένως οὐσιώδη, τοῦ περὶ ἐνοικιοστασίου νόμου, τοῦ μέχρι τοῦδε ἰσχύοντος. Ἡ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων καὶ ἄλλοτε διατυπωθεῖσα καὶ ἀπόψε ὀρθότατα καὶ αὐτονοήτως ἐπαναληφθεῖσα ἄποψις, ὅτι ὑπάρχουν καὶ μεταξὺ τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ μεταξὺ τῶν μισθωτῶν, πλούσιοι καὶ πτωχοί, δίκαιοι καὶ ἀδικοπραγοῦντες, ἡ ἄποψις αὐτὴ εἶναι, βεβαίως, ὀρθή. Τί εἶναι τὸ δύσκολον; Νὰ ἐξακριβωθοῦν καὶ νὰ διαπιστωθοῦν τὰ ὅρια μεταξὺ τοῦ πτωχοῦ καὶ τοῦ πλουσίου, μεταξὺ τοῦ πάσχοντος καὶ τοῦ ταλαιπωρουμένου κοινωνικῶς καὶ οἰκονομικῶς ἰδιοκτήτου ἢ μισθωτοῦ καὶ τοῦ μὴ ταλαιπωρουμένου. Δὲν ἔχομεν, εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, τὴν δυνατότητα τῆς θεσπίσεως ἑνὸς κριτηρίου, τυπικῶς ἀπολύτου, ὅπως εἶναι τὸ κριτήριον τῆς ἀπορίας. Γνωρίζετε, ὅτι καὶ αὐτὸ ἀκόμη τὸ κριτήριον τῆς ἀπορίας δὲν εἶναι τυπικῶς ἀπόλυτον καὶ θὰ ἐνθυμῆσθε, ὅτι χθὲς μόλις, συζητοῦντες ἓν νομοσχέδιον, ἀφῃρέσαμεν τὴν λέξιν «ἄποροι ἐργαζόμενοι», διότι περιέχει κἄποιαν ἀντίφασιν. Ὁ ἐργαζόμενος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἄπορος. Ἔχει κἄποιον εἰσόδημα, ἀλλὰ ἁπλούστατα εἶναι μικρόν, εἶναι ἐλάχιστον. Δυστυχῶς, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐργάζεται, ταλαιπωρεῖται κοινωνικῶς καὶ οἰκονομικῶς, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι κἄτι εἰσπράττει, κἄτι λαμβάνει. Κύριοι συνάδελφοι, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λαμίας καὶ ἀγαπητὸς συνάδελφος κ. Μακρόπουλος, διετύπωσε τροπολογίαν, ἡ ὁποία ἀνεπτύχθη ὑπ’ αὐτοῦ καὶ ὑπεστηρίχθη ἐν πολλοῖς καὶ ὑπὸ ἄλλων ἐκ τῶν κ.κ. συναδέλφων, καὶ ἂν δὲν ἀπατῶμαι καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Νικολίτσα. Νομίζω, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι εἶναι συμπαθὴς ἡ σκέψις, ἡ ὁποία ὤθησε τὸν κ. Μακρόπουλον εἰς τὴν διατύπωσιν τῆς τροπολογίας του ταύτης, νομίζω, ὅμως, ὅτι ἡ τροπολογία του αὕτη βασίζεται ἐπὶ ἑνὸς πάρα πολὺ ἐξωτερικοῦ κριτηρίου, τοῦ κριτηρίου τοῦ χρόνου, ἐνῷ τὸ κύριον καὶ θεμελιῶδες κριτήριον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὅλοι μας ἀναγνωρίζομεν καὶ τὸ ὁποῖον διετύπωσεν ἐπιγραμματικῶς ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων. Βεβαίως καὶ ὁ χρόνος, ἀναμφισβητήτως, ἔχει κἄποιαν σημασίαν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν — ἄλλωστε ὁ ἴδιος ὁ κ. Μακρόπουλος εἶπεν, ὅτι ἐνδεικτικῶς εἰς τὴν τροπολογίαν του ὁρίζει τὴν 20ετίαν — δὲν εἶναι δυνατόν, λέγω, νὰ εἴπωμεν ὅτι πρέπει νὰ ἀρθῇ τὸ ἐνοικιοστάσιον διὰ πάντα, ὅστις πέραν τῆς 20ετίας κατέχει ὡς μισθωτὴς ἓν ἀκίνητον. Δυνατόν, τινὲς ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται καὶ 30 ἔτη εἰς ἓν ἀκίνητον, νὰ πρέπει νὰ μείνουν, διότι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἶναι κύριος τοῦ ἀκινήτου, εἶναι μία ἑταιρία, φερ’ εἰπεῖν, ἢ καὶ ἕνας πάμπλουτος ἰδιοκτήτης καὶ δυνατὸν εἰς ἄλλας περιπτώσεις, εἰς τὰς ὁποίας μόλις πρὸ 7–8 ἐτῶν ἔχει συναφθῆ ἡ σχέσις μεταξὺ ἰδιοκτήτου καὶ μισθωτοῦ, νὰ πρέπει νὰ παύσῃ ἡ σχέσις αὐτή, νὰ ἀρθῇ, νὰ διακοπῇ, ὡς ἔχει συμβῆ ἄλλωστε, βάσει καὶ τοῦ τελευταίου ἐνοικιοστασίου εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις. Κύριοι συνάδελφοι, ὁ ἀξιότιμος καὶ συμπαθέστατος εἰς ἐμέ, καὶ ἐλπίζω καὶ εἰς ὅλους τοὺς ἄλλους συναδέλφους, ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος κ. Μπακόπουλος, εἶπε κἄτι, τὸ ὁποῖον, βεβαίως, εἶναι κατ’ ἀρχὴν ὀρθόν. Εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς τὸν αἰῶνα μας νὰ πιστεύσωμεν εἰς τὴν ἱερότητα τῆς ἰδιοκτησίας, ὅπως ἐπίστευον ἢ προσεποιοῦντο ὅτι ἐπίστευον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸν 18ον αἰῶνα ἐχαρακτήρισαν τὴν ἰδιοκτησίαν ὡς ἱεράν. Συμφωνῶ πρὸς τὴν ἄποψιν αὐτήν, ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ κάμω μίαν οὐσιώδη τροποποίησιν τῆς διατυπώσεως, ἡ ὁποία ἐν μέρει ἀναιρεῖ τὴν κατηγορηματικότητα τῆς σκέψεως, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Μπακόπουλος διετύπωσεν. Ἐὰν δὲν εἶναι — καὶ δὲν εἶναι — ἱερὰ ἡ ἰδιοκτησία, ἀναμφιβόλως εἶναι ἱερὸς ὁ μόχθος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐργαζόμενοι ἐπὶ δεκαετίας καὶ προβλέποντες τὸ γῆρας ἢ προβλέποντες τὰς δυσχερείας, εἰς τὰς ὁποίας θὰ εὑρεθοῦν, προκειμένου νὰ ἀποκαταστήσουν ἕνα παιδί τους ἐνεσωμάτωσαν τὰς οἰκονομίας των, αἱ ὁποῖαι κατὰ τρόπον αἱματηρὸν ἐπεβλήθησαν ὑπὸ τῶν ἰδίων εἰς βάρος τῶν ἑαυτῶν των, ἐνεσωμάτωσαν τὰς οἰκονομίας των εἰς ἓν ἀκίνητον. Ὁ μόχθος αὐτὸς εἶναι ἱερός. Ἡ ἰδιοκτησία ἠμπορεῖ νὰ μὴ εἶναι, ὁ μόχθος των, ὅμως, εἶναι ἱερός, ὅπως εἶναι ἱερὸς καὶ ὁ ἐπαγγελματικὸς μόχθος ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐργαζόμενος εἰς μίαν περιοχὴν ἐπὶ 10ετίας καὶ ἀξιοποιήσας ἐν πολλοῖς διὰ τοῦ ἰδικοῦ του μόχθου τὴν περιοχὴν αὐτὴν ἢ τετράγωνον αὐτῆς ἢ συνοικίαν, ἔχει τὴν φυσικὴν ἀξίωσιν—καὶ ἐδῶ ὁμιλῶ περὶ ἱερᾶς σχέσεως τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὴν τοποθεσίαν αὐτήν, — ἔχει τὴν φυσικὴν ἀξίωσιν νὰ προστατευθῇ ὑπὸ τὴν μορφὴν τῆς προστασίας τῆς ἐπαγγελματικῆς στέγης. Καὶ εἰς τὴν πρώτην περίπτωσιν καὶ εἰς τὴν ἄλλην περίπτωσιν, ὑπάρχει ἐνσωματωμένη εἰς τὸ ἀκίνητον εἴτε ὑπὸ τοῦ ἰδιοκτήτου προσδοθεῖσα, εἴτε ὑπὸ τοῦ ἐπαγγελματίου μισθωτοῦ ἀξία, ἀξία ἠθική, ὀφειλομένη εἰς μόχθον, καταβληθέντα ὑπ’ αὐτοῦ ἢ τοῦ ἄλλου. Αὐτὸν τὸν μόχθον καλεῖται νὰ ἐξετάσῃ ὁ ἀγαπητὸς καὶ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὡς καὶ οἱ τεχνικοί του, εἰς τοὺς ὁποίους θὰ δώσῃ τὰς κατευθύνσεις, καὶ οἱ ὁποῖοι θὰ τὸν βοηθήσουν καὶ ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία, θὰ ἐγκρίνῃ τὸ διάταγμα. Φαντάζομαι ὅτι θὰ προβλέπῃ τὸ σχέδιον νόμου, τὴν ἔκδοσιν διατάγματος, προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὥστε καὶ ὁλόκληρον τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὅπως συνέβη εἰς τὸ παρελθόν, εἰς παρομοίας περιπτώσεις, νὰ συζητήσῃ τὸ θέμα αὐτό. Τὸ δὲ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτάς, ἀσχέτως ἐὰν βασίζεται ἐπὶ μιᾶς πλευρᾶς τῆς Βουλῆς, ἐκπροσωπεῖ κατ’ οὐσίαν ὁλόκληρον τὴν Βουλήν, διότι ἐκεῖ θὰ ὑπάρχουν Ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι θὰ κλίνουν ὑπὲρ τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης ἀπόψεως.
§63ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διότι, ἐνθυμοῦμαι ὅτι πάντοτε τὴν τελευταίαν στιγμὴν φέρεται ὁ κῶδιξ πρὸς ψήφισιν.
§64Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν συνέβη αὐτό, εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις τὰς ὁποίας γνωρίζω, ἐξητάσθη λεπτομερῶς ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τὸ ἐνοικιοστάσιον. Ἐπαναλαμβάνω, ὁ μόχθος εἶναι ἱερὸς καὶ ἐμμέσως εἶναι ἡ ἰδιοκτησία τοῦ μοχθοῦντος διὰ νὰ δημιουργήσῃ κἄτι ἱερά, ὅπως εἶναι καὶ ὁ μόχθος τοῦ ἐπαγγελματίου ἱερός, ὅπως εἶναι καὶ ὁ μόχθος τοῦ ἐξηρτημένου καὶ ἀπὸ ἰδιωτικὴν ἐπιχείρησιν, ἀλλὰ κυρίως ἀπὸ τὸ Κράτος ἀκόμη ἱερώτερος καὶ εἶναι φυσικὸν νὰ ζητῇ ὁ περὶ οὗ πρόκειται τὴν προστασίαν μας. Πάντως ὅσον ἀφορᾷ εἰδικώτερον τὴν ἐπαγγελματικὴν στέγην θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι τόσον δύσκολον ὅσον πολλοὶ τὸ προβάλλουν. Ἐνῷ εἶμαι μᾶλλον ὑπὲρ τῆς ἰδιοκτησίας, ἀπὸ ἀπόψεως νομοθετικῆς προστασίας, καὶ αὐτὴ εἶναι μία γραμμή, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, καὶ εἶμαι ἀπολύτως ὑπὲρ τῆς ἰδιοκατοικήσεως, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἔχει προωθηθῆ, ἀλλὰ πρέπει καὶ ὁριστικὰ νὰ λυθῇ, ἐνῷ εἶμαι ὑπὲρ τῆς μικρᾶς ἰδιοκτησίας ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐνσαρκώνουν εἰς ἀκίνητον τὸν ἱερὸν μόχθον ἑνὸς Ἕλληνος μικροαστοῦ ἢ ἐργάτου ἢ καὶ ἀστοῦ μὴ ἔχοντος ὅμως, πλουτοκρατικὴν ὑπόστασιν, ἔχω ἐξ ἄλλου τὴν γνώμην, ὅτι ἡ ἐπαγγελματικὴ στέγη δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τοὺς πράγματι μοχθήσαντας ἰδιοκτήτας ἢ ἔχει μόνον εἰς ἐξαιρετικὰς περιπτώσεις σχέσιν πρὸς αὐτήν. Διατί; Διότι τὰ περισσότερα ἀκίνητα εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι ἐγκατεστημένοι οἱ ἐπαγγελματίαι καὶ οἱ ἔμποροι, εἶναι ἀκίνητα εἰς τὰ κέντρα τῶν πόλεων. Φερ’ εἰπεῖν, αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰς τὰς συνοικίας τῶν Ἀθηνῶν, ὅπου ἔχει ἐπεκταθῆ ἡ τάσις τῆς ἱδρύσεως πολυκατοικιῶν, μένουν ἀνενοικίαστα τὰ περισσότερα ἀπὸ τὰ καταστήματα, ὅπως εἰς τὸ τέρμα τῆς Λεωφόρου Ἀλεξάνδρας, πολλὰ εἰς τὸ τέρμα τῆς ὁδοῦ Πατησίων, πολλὰ πρὸς τὴν κατεύθυνσιν τῆς Κηφισιᾶς, μετὰ τοὺς Ἀμπελοκήπους, ὅπου ἔχουν κτισθῆ τόσες πολυκατοικίες, μένουν ἀνενοικίαστα τὰ περισσότερα καταστήματα, διότι ζητοῦν οἱ ἰδιοκτῆται πολλά. Θὰ ἀναγκασθοῦν νὰ πέσουν καὶ θὰ ἰδῆτε ὅτι θὰ ἔλθῃ ἡ εὐχάριστος στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ζητήσουν ἐνοίκιον μικρότερον ἐκείνου, τοῦ ὁποίου, ἐνδεχομένως, πληρώνει καὶ ὁ προστατευόμενος ὑπὸ τοῦ ἐνοικιοστασίου ἐπαγγελματίας. Εἰς τὰ κέντρα, ὅμως, τῶν πόλεων, ἰδίως εἰς κέντρα, τὰ ὁποῖα εἶναι κυρίως μεγάλης λαϊκῆς ἐπαγγελματικῆς κινήσεως καὶ οὐχὶ κέντρα μεγάλων ἐμπορικῶν καταστημάτων, τὰ ὁποῖα πωλοῦν εἰς τοὺς πλουσίους εἴδη πολυτελείας, εἰς τὰ κέντρα αὐτὰ ἡ προστασία τῆς ἐπαγγελματικῆς στέγης δὲν βλάπτει τὸν πραγματικὸν ἰδιοκτήτην, ὁ ὁποῖος ἐνεσωμάτωσε ἱερὸν μόχθον εἰς μίαν μικρὰν κατοικίαν ἀλλὰ πλήττει ὡρισμένας ἑταιρίας, ὡρισμένους ὀργανισμούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουν περιθώρια ἀντοχῆς. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς εἶναι δυνατὸν νὰ πλήττωνται χωρὶς νὰ καταστρέφωνται. Πάντως, καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι ἀπόλυτον καὶ παρακαλῶ ὅπως εἰς τὸ νέον ἐνοικιοστάσιον, εἰς τὰς τροποποιήσεις τοῦ ἐνοικιοστασίου, τὰς ὁποίας θὰ ἐπιχειρήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός, τὸ σημειώνω αὐτό, διότι εἰς τὰ παλαιότερα δὲν τὸ ἐπροσέξαμεν, παρακαλῶ, λοιπόν, τὸν κ. Ὑπουργόν, νὰ προσέξῃ ὅτι καὶ εἰς τὰς περιπτώσεις τῆς ἐπαγγελματικῆς στέγης, εἰς τὰ κέντρα ὑπάρχουν καὶ ἐξαιρέσεις. Κύριοι συνάδελφοι, ἐλέχθη ὅτι θὰ πρέπει ἐδῶ εἰς τὴν Βουλήν, νὰ θεσπίσωμεν τὰ πλαίσια, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις θὰ κινηθῇ, ἐκδίδουσα τὸν νόμον, δηλαδὴ τὸ νομοθετικοῦ περιεχομένου διάταγμα, διὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ ὁποίου ζητεῖ τὴν συγκατάθεσιν καὶ ἐξουσιοδότησιν. Κατ’ ἀρχὴν καὶ θεωρητικῶς, συμφωνῶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ μὴ φέρῃ ἁπλῶς ἓν νομοσχέδιον τοιαύτης γενικότητος, ἀλλὰ νὰ ὁρίσῃ τὰς γενικὰς ἀρχὰς καὶ πάλιν γενικαὶ θὰ ἦσαν αἱ ἀρχαὶ καὶ ἑπομένως ὀλίγον θὰ ἐβοηθοῦσαν τὴν ὅλην ὑπόθεσιν, νὰ θέσῃ τὰς γενικὰς ἀρχάς, νὰ θεσπίσῃ τὰ πλαίσια ἐντὸς τῶν ὁποίων θὰ λάβῃ τὴν ἐξουσιοδότησιν. Θὰ προτιμοῦσα καὶ ἐγὼ νὰ τὸ κάμῃ, ἀλλὰ πρῶτον δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ τὸ ἀπαιτήσωμεν, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν ἀλλέως, πρέπει νὰ τοῦ δώσωμεν τὴν ἐξουσιοδότησιν κυρίως διὰ τὴν παράτασιν, ἀλλὰ θὰ σᾶς εἴπω καὶ κἄτι ἄλλο· δὲν ἠξεύρω, ἐὰν θὰ ἦτο δυνατόν, τὰ πλαίσια αὐτὰ νὰ εἶχον πρακτικὴν σημασίαν οὐσιώδη, πέραν μιᾶς περιπτώσεως, ἡ ὁποία θὰ ἦτο δυνατὸν καὶ πρακτικῶς νὰ ἔχῃ ἄμεσον ἀποτέλεσμα καὶ μία ἄλλη, ἡ ὁποία θεωρητικῶς θὰ εἶχεν, ἀλλὰ πρακτικῶς θὰ εἶχε μόνον μικρὸν ἀποτέλεσμα. Ποία εἶναι ἡ περίπτωσις ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ εἶχεν τακτικὴν σημασίαν; Ἡ περίπτωσις τῆς ἰδιοκατοικήσεως. Ἀλλὰ καὶ σήμερον θὰ ἠμποροῦσε νὰ τὸ δηλώσῃ αὐτὸ ὁ κ. Ὑπουργός, τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον ἐν πολλοῖς τὸ θέμα ἔχει λυθῆ ἐπὶ τῇ βάσει καὶ τοῦ ἰσχύοντος ἐνοικιοστασίου καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διαφόρων δικαστικῶν ἀποφάσεων αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἐκδοθῆ, βάσει τοῦ ἰσχύοντος ἐνοικιοστασίου. Ἀλλὰ δὲν ἔχει πλήρως λυθῆ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς πρέπει πρὸς τὴν κατεύθυνσιν αὐτὴν νὰ κάμῃ πᾶν τὸ δυνατόν. Τὸ δεύτερον εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν προστασίαν τῶν ἰδιοκτητῶν ἢ ἀντιστοίχως τῶν μισθωτῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι λόγῳ οἰκονομικῶν συνθηκῶν, ἄξιοι προστασίας. Αὐτό, ὅμως, τὸ δεύτερον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μπῇ εἰς διατύπωσιν νόμου καὶ νὰ ἀποτελέσῃ πλαίσιον, νομικῶς καὶ πρακτικῶς δυνάμενον νὰ ἔχῃ συνεπείας. Αὐτά, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, εἶχον νὰ σᾶς εἴπω καὶ θὰ παρακαλέσω νὰ δώσωμεν ὅλοι εἰς τὸ θέμα αὐτό, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀναταράξει τὴν κοινωνίαν καὶ τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται εἰς τὴν κοινωνίαν ὡς δίλημμα, ἐνῷ εἶναι πρόβλημα καὶ δύναται νὰ λυθῇ, νὰ δώσωμεν εἰς τὸ θέμα αὐτὸ τὴν πρέπουσαν λύσιν. Θὰ ἴδατε, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὰς ἐφημερίδας, τινὲς ἴσως νὰ παρηκολουθήσατε ἐκ τοῦ ἐγγύς, τὸ τί συνέβη πρὸ ἡμερῶν, κατὰ τὴν συγκέντρωσιν τῶν ἰδιοκτητῶν. Συμμερίζομαι τὸν πόνον των, γνωρίζω ὅτι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν, ὄχι ὅλοι, ἐξηγέρθησαν ἀπὸ πόνον εἰλικρινῆ, ὄχι ὅλοι, ἐπαναλαμβάνω, διότι μεταξὺ αὐτῶν ἦσαν καὶ πλούσιοι, ἦσαν καὶ ἄνθρωποι τοὺς ὁποίους δὲν εἶναι ἀνάγκη, ἀμέσως, τοὐλάχιστον, νὰ προστατεύσῃ ἡ Πολιτεία, αἴρουσα καὶ καταργοῦσα τὸ ἐνοικιοστάσιον. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, καὶ ἀπὸ τὴν μίαν πλευράν, ὅπως κατεδείχθη, καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν συγκέντρωσιν, ἡ ὁποία ἐγένετο καὶ ἡ ὁποία, δυστυχῶς, εἶχεν ὡρισμένας ἀνεπιθυμήτους ἐκδηλώσεις, καὶ συνεπείας, καὶ ἐλπίζω εἰς τὸ μέλλον νὰ μὴ ἐπαναληφθοῦν αὐτὰ τὰ ὁποῖα συνέβησαν, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην μεριά, ἔχει δημιουργηθῆ ἓν πνεῦμα ἐντάσεως καὶ ἀγωνίας. Θὰ πρέπει ὅλοι μας νὰ συμβάλωμεν εἰς τὸν κατευνασμὸν αὐτῆς τῆς ἀνωμαλίας καὶ αὐτῆς τῆς ἀνησυχίας, ἀλλά, κυρίως, θὰ πρέπει αὐτὸς οὗτος ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τοῦ νέου νόμου τὸν ὁποῖον θὰ καταρτίσῃ νὰ προβῇ εἰς τὸν διὰ τῶν πράξεων καὶ τῶν διατάξεων, τὰς ὁποίας θὰ περιλάβῃ εἰς τὸ νέον ἐνοικιοστάσιον, πραγματικὸν καὶ οὐσιαστικὸν κατευνασμὸν τῆς ἀντιθέσεως μεταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ μισθωτῶν. Ἔκαμα ἕνα ὑπαινιγμόν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ διλήμματος. Πιστεύω, πράγματι, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν εἶναι δίλημμα. Δὲν εὑρισκόμεθα ἐνώπιον διλήμματος, ἀλλὰ ἐνώπιον προβλήματος. Δὲν ὑπάρχει οὐδεμία περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ μὲ ἐπεσκέφθησαν, εἴτε μισθωτοί, εἴτε ἰδιοκτῆται, καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐνῷ ἡ συζήτησις ἤρχισε μὲ τὴν ἀπόλυτον καὶ κατηγορηματικὴν ὑποστήριξιν τῆς μιᾶς ἐκ τῶν δύο ἀπόψεων, νὰ μὴ ἐπροχωρήσαμεν, ἀπὸ κοινοῦ συζητοῦντες, τὸ θέμα, εἰς συμβιβαστικωτέραν ἄποψιν. Διατί; Διότι, πράγματι, ὑπάρχει δυνατότης συμβιβασμοῦ, ὄχι μόνον συμβιβασμοῦ, ὑπάρχει ταυτότης, ὑπάρχει δυνατότης, ἐν πάσῃ περιπτώσει, συμβιβασμοῦ μεταξὺ τοῦ ἱεροῦ μόχθου τοῦ ἐνσωματωμένου εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν καὶ τοῦ ἱεροῦ μόχθου τῶν ἐπαγγελματιῶν ἢ τῶν οἰκογενειῶν τῶν μισθωτῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐργαζόμενοι καί, ὑπὸ δυσχερεῖς καὶ δυσμενεῖς συνθήκας, συμβάλλοντες εἰς τὴν οἰκονομικὴν ζωὴν τῆς Κοινωνίας.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Ταλιαδούρης, ἔχει τὸν λόγον.
§66Κ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐφ’ ὅσον ὡμίλησεν ὁ κ. Ἀρχηγός, ὁ ὁποῖος τόσον ὀρθῶς ἐτοποθέτησεν τὰ ζητήματα, τὰ φλέγοντα ζητήματα τοῦ ἐνοικιοστασίου, περιττεύει καὶ νὰ ἐκθέσω ὅ,τι δήποτε.
§67Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Νὰ δώσητε ἐξηγήσεις.
§68Κ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΗΣ. Νὰ δώσω τὴν ἐξήγησιν, εἶμαι πρόθυμος.
§69Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Καὶ αἱ ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας τόσον ἐπιμόνως ζητεῖ ὁ κ. Παπασπύρου, ἔχουν δοθῆ.
§70Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ δηλώσω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ παρέμβασις τοῦ κ. Παπασπύρου, δὲν εἶχεν οὐδεμίαν θέσιν. Δὲν ἔχομεν τίποτε προσωπικόν. Ἐξέφρασε μίαν γνώμην, ἡ ὁποία προήρχετο ἐκ παρεξηγήσεως. Ἑπομένως, οὔτε προσωπικὸν θέμα ὑφίσταται, οὔτε μείωσις τῆς ἐκτιμήσεως.
§71Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Οὔτε κἄν γενικὸν θέμα.
§72Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον ὅσα εἶπον ἐγὼ δὲν εὑρίσκονται εἰς οὐδεμίαν ἀντίθεσιν πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγός μου. Τὰ εἶπεν ὡραιότατα καὶ συνεπλήρωσεν, ἀλλὰ διαφωνία δὲν ὑπῆρξεν καὶ ἐφ’ ὅσον ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος ἔμεινε σύμφωνος, οὐδὲν θέμα ὑπάρχει.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Κηπουρός, ἔχει τὸν λόγον.
§74Π. ΚΗΠΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὀρθῶς αἰτεῖται ἡ δι’ ἐξουσιοδοτήσεως ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου. Λόγῳ τῆς φύσεως τοῦ θέματος καὶ τῶν περιπλόκων περιπτώσεων, θὰ ἦτο ἀδύνατον, καὶ ὀρθῶς οἱ κ.κ. συνάδελφοι παρετήρησαν, νὰ συζητηθῇ τὸ θέμα εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπεσήμανε μίαν περίπτωσιν ὁ κ. Μπακόπουλος. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ διατύπωσις περὶ καταργήσεως τοῦ ἐνοικιοστασίου εἶναι καθαρῶς φραστικὴ καὶ τεχνική. Εἶμαι βέβαιος ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τῆς φράσεως αὐτῆς, δὲν ὑποδηλοῖ πιθανώτατα κατάργησιν τοῦ ἐνοικιοστασίου διὰ τῆς διαδικασίας τῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Ἔκαμε μίαν ὀρθοτάτην παρατήρησιν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ὅτι ὑπάρχουν καὶ πτωχοὶ ἰδιοκτῆται καὶ πτωχοὶ ἐνοικιασταὶ καὶ ἀσφαλῶς θὰ φροντίσῃ ὁ κ. Ὑπουργός, μὲ τὴν πεῖραν τοῦ παρελθόντος, δοθέντος ὅτι τὸ ἐνοικιοστάσιον ἤδη ἰσχύει ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, διὰ τῆς πείρας τοῦ παρελθόντος, πρέπει νὰ εὕρῃ τὸν τρόπον, ὥστε νὰ προστατεύσῃ καὶ τοὺς πτωχοὺς ἰδιοκτήτας, ἀλλὰ νὰ ἀποβλέψῃ, κυρίως, εἰς τὴν προστασίαν τῆς στέγης, τῆς ἐπαγγελματικῆς. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι δὲν ἦλθεν ἡ ἐποχὴ ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ ἐπαγγελματικὴ στέγη νὰ μὴ προστατευθῇ. Διότι τὸ ἐνοικιοστάσιον, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, ἔχει καὶ τεραστίαν, κατὰ τὴν γνώμην μου, οἰκονομικὴν σημασίαν. Ἡ ἐπίδρασις ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς ζωῆς τοῦ τρόπου τῆς ρυθμίσεως τοῦ ἐνοικιοστασίου, εἶναι σοβαρωτάτη. Νομίζω, ὅτι δὲν ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον, νὰ μὴ ζητοῦμεν τὴν τακτοποίησιν καὶ τὴν προστασίαν τῆς ἐπαγγελματικῆς στέγης. Ὀρθῶς, ἐτονίσθη ὅτι, βεβαίως, δίκαιον ἔχει καὶ ὁ ἰδιοκτήτης, ἀλλ’ ἐπίσης ἕν μέρος τῆς ἀξίας τῆς ἐπαγγελματικῆς στέγης τὴν δίδει καὶ ὁ ἐπαγγελματίας διὰ τοῦ μόχθου καὶ τῆς προσπαθείας του καί, ἑπομένως, θὰ ἔπρεπε νὰ προστατευθῇ. Ὀρθοτάτη εἶναι ἐπίσης ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Μπακοπούλου, ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς προστασίας τῆς ἐπαγγελματικῆς στέγης, τὸ ζήτημα τοῦ μισθώματος εἶναι, μᾶλλον, δευτερεῦον ζήτημα καὶ εἶναι ζήτημα συνθηκῶν καὶ νομίζω ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργός, διὰ τοῦ διατάγματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκδώσῃ, θὰ καταβάλῃ προσπάθειαν προστασίας, ὑπὸ τὰς παρούσας συνθήκας, τῆς ἐπαγγελματικῆς στέγης, θὰ εὕρῃ τὸν δίκαιον τρόπον τῆς προστασίας τῶν μικροϊδιοκτητῶν καί, κυρίως, ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν μοναδικὸν πόρον τὰ εἰσοδήματα ἐκ τῆς μικροϊδιοκτησίας.
§75Σ. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξ ἀφορμῆς τῆς τροπολογίας μου, κύριε Πρόεδρε, ἐκινδύνευσα νὰ ἐμφανισθῶ, ὡς πιστεύων ἀπηρχαιωμένας ἀρχάς. Εἶπεν ὁ συνάδελφος κ. Μπακόπουλος.....
§76Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅ,τι εἶπον, δὲν ἀφορᾷ σᾶς.
§77Σ. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστῶ. Διότι προκύπτει ἐξ αὐτῆς τῆς τροπολογίας μου, ὅτι δὲν θεωρῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἰδιοκτησίαν μὲ τὴν σκουριασμένην ἐκείνην ἀντίληψιν τοῦ ἱερότητος. Πιστεύω ὅτι τὸ ἐνοικιοστάσιον ἀποτελεῖ ἔννομον καὶ ἐπιβεβλημένην δέσμευσιν. Ἀλλ’ ὡς εἶπον, εἶναι τοῦτο ἀληθές, εἶναι ἐξ ἴσου, ὅμως, ἀληθές, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐπεκτείνεται εἰς τὸ ἄπειρον καὶ νὰ λαμβάνῃ τὴν μορφὴν κληρονομικοῦ δικαιώματος, μεταβιβαζομένου ἀπὸ πατρὸς εἰς υἱόν. Αὐτὸν τὸν σκοπόν, κυρίως, ἐπιδιώκει ἡ τροπολογία μου, ἡ ὁποία προσπαθεῖ νὰ τάξῃ ἓν ἀνώτατον ὅριον ἐνοικιοστασιακῆς δεσμεύσεως. Ἐπρότεινα καὶ ἐτόνισα τὴν 20ετίαν. Ἐναπόκειται εἰς τὸ Σῶμα ἄν θέλῃ νὰ τὴν δεχθῇ. Πάντως, ἕν εἶναι γεγονός, ὅτι ἡ τροπολογία μου οὐδόλως δεσμεύει τὴν Κυβερνητικὴν πρωτοβουλίαν, ἔναντι τοῦ κατωτάτου ὁρίου τὸ ὁποῖον θὰ θέσῃ ἡ Βουλή, ἐνδεχομένως.
§78Δ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΟΣ. Δὲν ἤμην τὸ πρῶτον ἐντὸς τῆς αἰθούσης, ὅταν ὁ κ. Μακρόπουλος ἀνέπτυξε τὴν τροπολογίαν του. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ παρατηρήσω καὶ εἰς τὸν κ. Μακρόπουλον καὶ εἰς οἱονδήποτε ἄλλον συνάδελφον ὁ ὁποῖος θὰ συνεφώνει μὲ τὴν τροπολογίαν, ὅτι τοῦτο δὲν σημαίνει τίποτε ἄλλο, παρὰ τὴν ἄρσιν τοῦ ἐνοικιοστασίου. Νομίζετε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἐπέστη ὁ καιρὸς κατὰ τὸν ὁποῖον εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, ἐπὶ τῆς ἄρσεως τοῦ ἐνοικιοστασίου; Ἐὰν τὸ νομίζετε, ἐγὼ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαφωνήσω μαζί σας καὶ νὰ ἀποδείξω ἐν συνεχείᾳ ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, διότι χρειάζονται πολλὰ πράγματα καὶ πολλαὶ προϋποθέσεις διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον αὐτό.
§79Α. ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μερικαὶ χιλιάδες λίραι τὰς ὁποίας ἐπῆραν ὡρισμένοι ἐπαγγελματίαι.....
§80Δ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ὁ θόρυβος ὁ ὁποῖος ἠγέρθη ἐκ μέρους μιᾶς κατηγορίας ἰδιοκτητῶν, ἠγέρθη ἐκ τῶν μεγάλων ἰδίᾳ ἰδιοκτητῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπανειλημμένως ηὐνοήθησαν ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας σκανδαλωδῶς καὶ οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν προπολεμικὴν περίοδον, μέχρι τοῦ πολέμου, ἦσαν κύριοι αὐτῶν τῶν ἀκινήτων, ἀπὸ τὰ κεραμίδια καὶ ἐπάνω. Καὶ ἦλθεν ἡ ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ τόπος αὐτὸς ἔγινε παρανάλωμα τοῦ πυρός, ἐδῃώθη τελείως, δὲν ἔμεινε κανένα περιουσιακὸν στοιχεῖον, δὲν ἔμεινε καμμία περιουσία εἰς τὸν πολίτην τὸν ἐργαζόμενον καὶ ἀπέμεινεν τὸ περιουσιακὸν στοιχεῖον τῆς ἰδιοκτησίας προστατευθὲν καὶ ὑπὸ τοῦ νόμου 18, ὁ ὁποῖος κατήργησε ὅλα τὰ ἐνυπόθηκα βάρη ἐπὶ τῶν ἀκινήτων καὶ ἦλθεν ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγένοντο βομβαρδισμοὶ κατὰ τῶν διαφόρων πόλεων τῆς Ἑλλάδος.
§81ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Σπίτια ἐβομβαρδίσθησαν.
§82Δ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΟΣ. Οἱ ὁποῖοι ἔφερον καταστροφὰς καὶ ἐπὶ τῶν ἀκινήτων καὶ ἐπιχειρήσεων καὶ εἴχομεν τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ μὲν ἰδιοκτήτου τοῦ ἀκινήτου νὰ τοῦ ἀπομείνῃ ὡς περιουσιακὸν στοιχεῖον, ἔστω καὶ τὸ οἰκόπεδον, ἐνῷ τοῦ ἐπιχειρηματίου δὲν τοῦ ἀπέμεινε οὐδὲν περιουσιακὸν στοιχεῖον καὶ οὐδεμία ἱκανοποίησις ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας. Νομίζω, λοιπόν, κύριε Ὑπουργὲ καὶ κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τῆς τροπολογίας τῆς ὑποβληθείσης ἐκ μέρους τοῦ συναδέλφου ἐκ Φθιώτιδος κ. Μακροπούλου, ἡ ὁποία δὲν σημαίνει τίποτε ἄλλο, παρὰ τὴν ἄρσιν τοῦ ἐνοικιοστασίου. Ἐὰν νομίζῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἐὰν νομίζῃ ἡ Κυβέρνησις ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσῃ πρὸς τὸ σημεῖον αὐτό, ἂς προχωρήσῃ. Ἐγὼ ἐπισημαίνω τὸ σημεῖον καὶ ὑποστηρίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν τοῦτο νὰ γίνῃ, διότι ἐὰν μὲ προκαλέσητε ἀκόμη, θὰ σᾶς ἀναφέρω ὀνόματα ἰδιοκτητῶν, οἱ ὁποῖοι προσεταιρίσθησαν τὸν μόχθον καὶ τὸν ἱδρῶτα καὶ τὸ αἷμα τῶν ἐργαζομένων εἰς τὰ Ἀσφαλιστικὰ Ταμεῖα. Κύριε Πρόεδρε, εἶχον τὴν τιμήν, προπολεμικῶς, νὰ εἶμαι ἀντιπρόεδρος τοῦ Ταμείου Λιμενεργατῶν Πειραιῶς, τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων τῶν σκληρῶς, σκληρότατα ἐργαζομένων, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Κατὰ τὴν ἐποχήν, τὴν ὁποίαν ὑπῆρχε ἄνεσις οἰκονομικὴ τοῦ τόπου καὶ ἐφηρμόσθη μία πολιτική, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ Ἀσφαλιστικοὶ Ὀργανισμοὶ ἐχορήγουν ἐνυπόθηκα δάνεια διὰ τὴν ἀνέγερσιν οἰκημάτων. Ἐπιχείρησις ἰδιοκτησίας μεγάλη ἐν Ἀθήναις, ἔλαβε δάνειον ἀπὸ τὸν Ὀργανισμὸν αὐτὸν 10 ἑκατομ. δραχ. τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, μὲ τόκον 5%. Ἦλθεν ὁ πόλεμος, ἦλθεν ἡ κατοχὴ καὶ μέχρι τοῦ νόμου 18 εἶχε καταβάλει 3,5 ἑκατ. δραχμῶν, ἔναντι τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ. Ἠξεύρετε τὶ ἔγινε τὸ ὑπόλοιπον δάνειον, δὲν ἐθεώρησεν ὑποχρέωσίν του ὁ οὕτω εὐεργετηθεὶς νὰ προσφέρῃ εἰς τοὺς οὕτω σκληρῶς ἐργαζομένους ἀνθρώπους, οὔτε ἓν ψιχίον, ὀχληθεὶς πρὸς τοῦτο πάλιν ὑπὸ τοῦ ὑποφαινομένου, Προέδρου τῆς ὀργανώσεως, κατὰ τὴν περίοδον τοῦ 1947 μέχρι 1952. Ἔχω περίπτωσιν ἄλλην, κατὰ τὴν ὁποίαν προπολεμικῶς ἐπίσης, ἰδιοκτήτης μεγάλης ἐπιχειρήσεως ἔλαβε δάνειον ἀπὸ τὸ Ταμεῖον Ἐπαγγελματιῶν καὶ Βιοτεχνῶν 10 ἑκατομ., ἡ ἐπιχείρησις τῶν Καμμένων Βούρλων, κύριοι βουλευταί, ἐκ τῆς περιοχῆς ἐκείνης καταγόμενοι, καὶ τὸ δάνειον ἐκεῖνο ἔλαβε τὴν αὐτὴν τύχην, ἢ ἐπεστράφη κατὰ τὴν περίοδον τοῦ πληθωρισμοῦ.
§83Α. ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ οἱ ἐπαγγελματίαι ἔλαβον δάνεια.
§84Δ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΟΣ. Ἐὰν ὑπῆρξε περίπτωσις ἐπαγγελματιῶν, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον δάνειον καὶ αὐτοὶ ἀπήλαυσαν τῶν αὐτῶν εὐεργετημάτων.
§85Π. ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΡΗΣ. 4,5 ἑκατομ. ἔδωσε προπολεμικῶς δάνειον ἡ (δὲν ἠκούσθη)....
§86Δ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΟΣ. Εἶναι γεγονὸς ὅτι καὶ ὁ Πρόεδρος τῶν μεγαλοϊδιοκτητῶν Ἀθηνῶν, ὁ ὁποῖος εἶχε παύσει νὰ εἶναι ἰδιοκτήτης ἀπὸ τὰ μεγάλα δάνεια, τὰ ὁποῖα ὤφειλεν, ἔγινε καὶ πάλιν ἰδιοκτήτης καὶ σήμερον παρουσιάζεται ὡς κοπτόμενος καὶ ὡς φρουρὸς τῆς ἱερότητος τῆς ἰδιοκτησίας, ὡς ἐὰν ὅλοι ἡμεῖς οἱ ἄλλοι Ἕλληνες μικροαστοί, οἱ ὁποῖοι ἐργαζόμεθα σκληρῶς ἀπὸ πρωΐας μέχρι βαθείας νυκτός, νὰ μὴ μᾶς ἐνδιαφέρῃ ἡ ἄποψις αὐτή, ὡς ἐὰν νὰ μὴ εἴμεθα μικροϊδιοκτῆται, ὡς ἐὰν νὰ μὴ εἴμεθα εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτήν, ποὺ ἀδικοῦνται. Καὶ ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι ὑπάρχει κατηγορία ἐμπόρων, βιοτεχνῶν καὶ ἐπαγγελματιῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐνοικιασταὶ τῶν καταστημάτων, ὀφείλουν νὰ γνωρίζουν οἱ κ. κ. συνάδελφοι, ὅτι καὶ αὐτὸ συμβάλλει οὐσιαστικῶς εἰς τὴν ἀξιοποίησιν πάσης περιοχῆς, πλὴν τῶν κεντρικῶν κυρίων περιοχῶν, οἱ ὁποῖοι ἴσως νὰ μὴ ἔχουν ἀνάγκην τῆς ἱκανότητος αὐτῆς. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ σημεῖον αὐτὸ ἀκόμη συζητοῦντες, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας εἰς ὡρισμένα σημεῖα διεδέχθησαν ἀλλήλους ἐνοικιασταὶ καταστημάτων καὶ ἄλλοι μὲν ἐξ αὐτῶν ἠτύχησαν παταγωδῶς, τοῦτο ὀφείλεται, βεβαίως, εἰς τὴν ἀνικανότητά των, ἄλλοι δὲ ηὐτύχησαν, διότι ὑπῆρξαν ἱκανοὶ καὶ συνέβαλον ἐν συνεχείᾳ εἰς τὴν ἀξιοποίησιν τοῦ κτιρίου. Εἶναι δυνατὸν νὰ παραγνωρίζεται τὸ σημεῖον αὐτὸ ἐκ μέρους οὐδενὸς ἐξ ἡμῶν; Δὲν νομίζω. Νομίζω, λοιπόν, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς τὴν σκέψιν σας νὰ εὕρῃ ἀπήχησιν ἡ τροπολογία ἡ ὑποβληθεῖσα ἐκ μέρους τοῦ συναδέλφου κ. Μακροπούλου, ἡ ὁποία, ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ ὁλοκληρωτικὴ ἄρσις τοῦ ἐνοικιοστασίου.
§87Β. ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελον νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Πετροπουλάκον. Βεβαίως, πρέπει νὰ προστατευθῇ ἡ ἐπαγγελματικὴ στέγη, ἀλλὰ πρέπει νὰ προστατευθῇ καὶ ἡ ἰδιοκτησία ἡ ἀστική, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τοῦ ἀστικοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι καιρὸς νὰ σταματήσῃ αὐτὴ ἡ δίωξις ἐναντίον τῆς ἰδιοκτησίας. Διότι, εἰς τὸν τόπον μας καὶ παντοῦ, οἱ ἄνθρωποι εὐκολώτερα λησμονοῦν τὴν ἀπώλειαν τῶν οἰκείων των, παρὰ τὴν ἀπώλειαν τῆς ἰδιοκτησίας των. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ ἰδιοκτησία εἶναι ἱερὸν καὶ ἡ ἰδιοκτησία ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος τῆς Χώρας μας. Πρέπει νὰ προστατευθῇ καὶ ἡ ἐπαγγελματικὴ στέγη, ἀλλὰ καὶ ἐκ παραλλήλου καὶ ἡ ἰδιοκτησία, ἡ μικροϊδιοκτησία, ἂν θέλετε. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Μητσοτάκης, ἔχει τὸν λόγον.
§89Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ παρακολούθησις τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία γίνεται ἀπόψε ἐδῶ, ἀποδεικνύει, νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ ἐνοικιοστασίου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπὸ τὰ βασικώτερα κοινωνικὰ προβλήματα, ἀντιμετωπίζεται ἕως σήμερον καὶ ἀντιμετωπίζεται καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τρόπον ἐμπειρικόν, κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος, τὴν διευκολύνει καὶ κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος τὴν ἐμποδίζει νὰ θέσῃ τὸν δάκτυλον ἐπὶ τὸν τύπον τῶν ἥλων. Ἀληθὲς εἶναι ὅτι τοῦτο ἐγένετο συνεχῶς περίπου μέχρι σήμερον καὶ ἀληθὲς εἶναι ὅτι τὸ πρόβλημα τοῦ ἐνοικιοστασίου εἶναι ἀπὸ τὰ δυσκολώτερα κοινωνικὰ προβλήματα, τὰ ὁποῖα ἡ μεταπελευθερωτικὴ Ἑλλὰς ἔχει νὰ ἀντιμετωπίσῃ. Ἀκριβῶς, ὅμως, διὰ τὸν λόγον αὐτόν, ἐγώ, τοὐλάχιστον, προσωπικῶς, πιστεύω ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ἓν ἀπὸ τὰ θέματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀπησχόλουν ἐν τῇ οὐσίᾳ των τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Βεβαίως, εἶμαι σύμφωνος μὲ τὴν ἄποψιν –διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ διαφορετικὰ ὅτι ἡ τεχνικὴ τοῦ ἐνοικιοστασίου, δηλαδὴ αἱ λεπτομερειακαί του διατάξεις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσουν ἀντικείμενον συζητήσεως εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, διότι ἀληθῶς θὰ ἐκινδυνεύαμεν νὰ συζητοῦμεν ἓν ἔτος περὶ τοῦ ἐνοικιοστασίου, χωρὶς νὰ τελειώνωμεν. Αἱ γενικαί του γραμμαί, πρέπει νὰ ἀποτελέσουν ἀντικείμενον συζητήσεως, καὶ πρὸ παντός, χρέος ἔχει ἡ ὑπεύθυνος Κυβέρνησις τοῦ τόπου, νὰ κατατοπίσῃ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἐπὶ τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν, ἐπὶ τοῦ προκειμένου, πρόκειται νὰ ἀκολουθήσῃ. Ἐὰν διαβάσῃ ἕνας ἐξ ἡμῶν, ἐὰν διαβάσῃ, οἱοσδήποτε Ἕλλην πολίτης, τὸ σχέδιον νόμου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐνώπιόν μας, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι δυνατὸν νὰ καταλήξῃ εἰς κάποιον συμπέρασμα διὰ τοῦ τί πιστεύει ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου; Εἶναι δυνατὸν νὰ καταλήξῃ εἰς οἱονδήποτε συμπέρασμα περὶ τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἀκολουθεῖ; Κύριοι συνάδελφοι, μὲ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ἐὰν ψηφισθῇ ὡς ἔχει, ἡ Κυβέρνησις θὰ ἠμπορῇ ἐντὸς τοῦ τριμήνου νὰ καταργήσῃ πλήρως τὸ ἐνοικιοστάσιον, ἠμπορεῖ ἐὰν θέλῃ νὰ τὸ διατηρήσῃ, ἠμπορεῖ νὰ τὸ ἐπαυξήσῃ, ἠμπορεῖ νὰ τὸ ἐπεκτείνῃ, ἠμπορεῖ νὰ τὸ ἀμβλύνῃ, ἠμπορεῖ νὰ ἐξαιρέσῃ ἕνα οἱονδήποτε Ἕλληνα πολίτην. Δὲν νομίζετε ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ ὑπερβολικὴν ἐξουσιοδότησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀποτελεῖ ἀπεμπόλησιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Σώματος; Δὲν στηρίζομαι, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὰς στενάς, τυπικὰς συνταγματικὰς ἢ ἔστω καὶ κοινοβουλευτικὰς ἀπόψεις. Ἀντιμετωπίζω τὸ εὐρύτερον πολιτικὸν θέμα καὶ λέγω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις ἐν ὄψει τῆς συζητήσεως αὐτοῦ τοῦ σχεδίου νόμου, νὰ μὴ βγῇ νὰ μᾶς εἰπῇ τί, ἐπὶ τέλους πιστεύει περὶ τοῦ ἐνοικιοστασίου. Εἶναι τὸ ἐνοικιοστάσιον ἓν πάγιον καθεστώς, τὸ ὁποῖον θὰ πρέπει αἰωνίως νὰ συνεχισθῇ; Πιστεύει ἡ Κυβέρνησις ὅτι θὰ πρέπει κάποτε νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ καταργηθῇ τὸ ἐνοικιοστάσιον; Καὶ ποία, μὲ δύο λόγια, ἡ κεντρικὴ κατευθυντήριος γραμμὴ της ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου; Κύριοι, πιστεύω ὅτι ὡς πρὸς τὸ θέμα τοῦ ἐνοικιοστασίου γενικώτερον τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος μετὰ τὸ 1945 ἠκολούθησε τὸν χειρότερον δυνατὸν δρόμον. Τὸ θέμα τοῦ ἐνοικιοστασίου, δὲν εἶναι θέμα, τὸ ὁποῖον ἀναγκαίως φέρει εἰς ἀντίθεσιν δύο τάξεις τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ὁ κ. Ἠλιοῦ, ἔκαμε μίαν τοποθέτησιν, ἡ ὁποία κατὰ βάσιν εἶναι σωστή. Δὲν εἶναι ἀναγκαίως ἀντίπαλα στρατόπεδα οἱ ἰδιοκτῆται μὲ τοὺς ἐνοικιαστάς. Ἐὰν πρέπει νὰ προστατευθῇ ὁ πτωχὸς ἐνοικιαστής, αὐτὸ εἶναι χρέος τοῦ Κράτους, ἀποτελεῖ πάντοτε λάθος τῆς οἱασδήποτε κρατικῆς πολιτικῆς τὸ νὰ προστατεύῃ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, τὸν εὐθηνόν, θὰ ἔλεγον, ἴσως, καὶ ἔν τινι μέτρῳ, εἴς τινας περιπτώσεις προκλητικώτατα τὴν μίαν τάξιν εἰς βάρος μιᾶς ἄλλης τάξεως, Ἑλλήνων, ἐπίσης πολιτῶν. Τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, θὰ ἔπρεπε νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ πρόβλημα τοῦ ἐνοικιοστασίου — ὅπως ὄντως εἶναι — ὡς πρόβλημα ὄχι στενῆς νομικῆς διατυπώσεως ἑνὸς νομοθετήματος ἀπὸ τὸν ἑκάστοτε Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ ὡς σύνθετον κοινωνικὸν καὶ οἰκονομικὸν πρόβλημα, ὅπως ὀρθότατα ἐλέχθη, νὰ τὸ συναρτήσῃ μὲ τὸ πρόβλημα τῆς κοινωνικῆς διαρθρώσεως, νὰ τὸ συναρτήσῃ μὲ τὸ πρόβλημα τῶν μισθῶν καὶ ἡμερομισθίων, νὰ τὸ συναρτήσῃ καὶ μὲ πολλὰ ἄλλα ἀκόμη προβλήματα, ὅπως π. χ. μὲ τὸ πρόβλημα τῆς ἀνοικοδομήσεως, ἡ ὁποία εἶναι ἀνάγκη νὰ πραγματοποιηθῇ εἰς τὰς Ἑλληνικὰς πόλεις, αἱ ὁποῖαι δὲν χωροῦν πλέον τὸν πληθυσμόν, ὁ ὁποῖος συνέρευσε μετὰ τὴν κατοχὴν καὶ τὸν πόλεμον εἰς αὐτάς. Τοῦτο, κύριοι, δὲν γίνεται. Μέχρι σήμερον ὅλες οἱ Κυβερνήσεις περίπου εὑρῆκαν ἕνα ἐνοικιοστάσιον, τὸ συνεχίζουν, συζητοῦν περὶ μικρῶν αὐξομειώσεων τῶν ἐνοικίων, συζητοῦν περὶ λεπτομερειακῶν περιπτώσεων, οὔτε, ὅμως ἡ Κυβέρνησις, οὔτε καὶ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία μέχρι σήμερον, τοὐλάχιστον, ἀπὸ τὸ 1946, ποὺ παρακάθημαι εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, δὲν εἶδα νὰ κάμνουν μίαν σοβαρὰν συζήτησιν περὶ τοῦ ἐνοικιοστασίου. Ἐγὼ προσωπικῶς, κύριοι, πιστεύω κατὰ βάσιν ὅτι τὸ ἐνοικιοστάσιον πρέπει νὰ ἀντιμετωπισθῇ, ἀφαιρουμένων τῶν εἰδικωτέρων ἐνδιαφερόντων τῶν ἐνδιαφερομένων τάξεων, νὰ ἀντιμετωπισθῇ ἀπὸ τὸ Κράτος, ἀπὸ σκοπιᾶς ἀνωτέρας, ἐν ὄψει τοῦ γενικωτέρου συμφέροντος καὶ πρὸς τὴν κατεύθυνσιν πάντοτε νὰ μὴ φέρῃ εἰς ἀντίθεσιν τὰς δύο ἀντιμαχομένας τάξεις. Τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος πρέπει νὰ ξεκινήσῃ ἀπὸ μίαν βασικὴν ἀρχήν. Πρέπει νὰ ξεκινήσῃ ἀπὸ τὴν ἀρχήν, ὅτι ὑπάρχει ἀτομικὴ ἰδιοκτησία εἰς τὸν τόπον μας. Δὲν ὑποστηρίζω, κύριοι, ὅτι ἡ ἀτομικὴ ἰδιοκτησία εἶναι ἱερά. Δὲν ὑποστηρίζω τὴν ἄποψιν, ὅτι δὲν ἠμποροῦν νὰ τεθοῦν περιορισμοὶ εἰς τὴν ἀτομικὴν ἰδιοκτησίαν. Πιστεύω, ὅμως, ὅτι ὅλοι οἱ Ἕλληνες ἰδιοκτῆται πρέπει νὰ εἶναι ἴσοι ἀπέναντι τοῦ νόμου. Ἐὰν ὑπάρχουν παράπονα, ὅσον ἀφορᾶ τὴν μεταχείρισιν τῆς Ἑλληνικῆς ἰδιοκτησίας, τῆς ἀτομικῆς ἰδιοκτησίας, αὐτὰ πρέπει νὰ ἀποτελέσουν ἀντικείμενον κρατικῆς μερίμνης καὶ ἀντιμετωπίσεως, ξέχωρα ἀπὸ τὸ ἐνοικιοστάσιον. Τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ὀρθότατα ὁ ἐκλεκτὸς ἐκ Πειραιῶς κ. συνάδελφος ἔθεσε, τῆς ἀνακουφίσεως τῶν ἰδιοκτητῶν ἀπὸ ὑπέρμετρα προπολεμικὰ χρέη, ἐνυπόθηκα, τὰ ὁποῖα ἐδραχμοποιήθησαν καὶ ἐξηνεμίσθησαν κατὰ τὴν κατοχὴν καὶ δὲν ἐπῆραν μιὰ δεκάρα, εἶναι ἓν βασικὸν θέμα. Ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν καὶ ὄχι εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἀφορᾷ γενικώτερα τὸ πρόβλημα ὅλους μας, ὅτι μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν καμμία Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἐτόλμησε νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ πρόβλημα αὐτὸ καὶ νὰ καλέσῃ ἐκείνους ποὺ ὠφελήθησαν, νὰ πληρώσουν. Συνεζητήθη πολλὲς φορές, ἐψηφίσθη καὶ εἰδικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος δὲν ἐφηρμόσθη καὶ ὑπάρχει ἔκτοτε μία ἠθική, τοὐλάχιστον, ἐκκρεμότης, διότι ἡ πολιτικὴ ἐκκρεμότης ἀμφιβάλλω ἂν ὑπάρχῃ ἐφ’ ὅσον παρῆλθε τόσος χρόνος. Αὐτὸ τὸ θέμα ποτὲ δὲν ἀντιμετωπίσθη. Καὶ ἐνθυμούμεθα τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ πρόβλημα αὐτὸ καὶ νὰ εἰσπράξῃ ἓν μέρος, τοὐλάχιστον ἀπὸ τὴν διαφοράν, τὴν ὁποίαν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ὠφελήθησαν, ὅταν θὰ ἔρχεται τὸ ἐνοικιοστάσιον πρὸς συζήτησιν. Ἐξ ἀντιθέτου, κύριοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραγνωρίσῃ κανεὶς ὅτι μὲ τὰ ὑπάρχοντα ἡμερομίσθια καὶ τοὺς ὑπάρχοντας μισθοὺς δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον τὸ Κράτος νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν κατάργησιν τοῦ ἐνοικιοστασίου γενικώτερα, διότι οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι σήμερα ἔχουν στοιχειωδῶς στέγην, θὰ εὑρεθοῦν ἄστεγοι καὶ τὰ μεροκάματα καὶ οἱ μισθοὶ των εἶναι ἀνεπαρκεῖς διὰ νὰ ἀντιμετωπίσουν τὸ δημιουργούμενον στεγαστικόν των πρόβλημα. Ποία, λοιπόν, θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ἡ λογικὴ συνέπεια; Ὄχι μέσα σὲ ἕνα ἕως τρεῖς μῆνες, ἀλλὰ μέσα σὲ 10 χρόνια, πάντως θὰ ἔπρεπε νὰ εἴχαμεν πλησιάσει εἰς τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον ἡ ἀντιμισθία, ἡ ἀμοιβή, τῶν Ἑλλήνων ἐργαζομένων νὰ τοὺς ἐπιτρέπῃ, κοντὰ εἰς τὰ ὑπόλοιπα ἔξοδα ποὺ ἔχουν, νὰ ἀντιμετωπίσουν καὶ τὸ πρόβλημα τῆς στέγης. Ἔπρεπε τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος νὰ εἶχε πλησιάσει ἐγγύτερον πρὸς τὸ σημεῖον αὐτό. Καὶ νὰ σᾶς θυμίσω καὶ κάτι ἄλλο: Δημιουργοῦνται συνθῆκαι ἀναμφισβητήτου ἀνισότητος. Πόσον εἶναι τὸ ποσοστὸν τῶν Ἑλλήνων μισθωτῶν, οἱ ὁποῖοι ὠφελοῦνται ἀπὸ τὸ ἐνοικιοστάσιον; Πόσον εἶναι τὸ ποσοστὸν τῶν Ἑλλήνων δημοσίων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦν εἰς ἐνοικιοστασιακὰ σπίτια; Λέγουν 10%, ἴσως εἶναι 20%, ἂν θέλετε. Βέβαιον εἶναι ὅτι οἱ πολλοὶ δὲν κατοικοῦν εἰς ἐνοικιοστασιακὰ σπίτια καὶ οἱ πολλοὶ αὐτοὶ κατὰ κἄποιον τρόπον ζοῦν· οἱ ὑπόλοιποι, οἱ ὁποῖοι εἶναι στεγασμένοι εἰς ἐνοικιοστασιακὰ σπίτια, ἀποτελοῦν τὴν μειοψηφίαν. Κατὰ συνέπειαν, τὸ Κράτος δὲν ἀντιμετωπίζει εἰς τὴν βάσιν του τὸ πρόβλημα, κρατῶντας τὸ ἐνοικιοστάσιον. Διότι ἐξαθλιωμένος εἶναι ὁ δημοσιοϋπαλληλικὸς κόσμος. Τὸ Κράτος δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ καταφύγῃ ποτὲ εἰς αὐτὴν τὴν ὁδὸν τῆς εὐκολίας εἰς τὸ νὰ ἐπιρρίπτῃ εἰς βάρος μιᾶς τάξεως ὀφέλη τὰ ὁποῖα δίδει εἰς ἄλλην τάξιν. Αὐτό, κύριοι, ἀποτελεῖ μίαν γενικωτέραν ὑποψίαν, τὴν ὁποίαν ἔχω καὶ ἡ ὁποία συνεχῶς διὰ παραδειγμάτων ἐπαληθεύεται. Προσφάτως εἴχομεν εἰς τὴν Κρήτην ἓν πρόβλημα ὀξύτατον. Τὸ πρόβλημα τῆς ἀντιθέσεως μεταξὺ τῶν πολυτέκνων καὶ τῶν λεωφορειούχων. Τὰ λεωφορεῖα εἰς τὴν Κρήτην εἶναι ἐξαθλιωμένα. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ οἱ πολύτεκνοι δικαιοῦνται νὰ χρησιμοποιοῦν ἀτελῶς τὰ λεωφορεῖα ἢ καταβάλλοντες τὸ ½ εἰσιτήριον εἰς τὰ ὑπεραστικὰ λεωφορεῖα. Ἀποτέλεσμα: Ἐπειδὴ συμβαίνει οἱ χωρικοὶ τοῦ νησιοῦ μας νὰ εἶναι συνήθως πολύτεκνοι, συνέβαινε συχνότατα τὸ ἥμισυ τῶν ἐπιβατῶν ἑνὸς λεωφορείου νὰ εἶναι πολύτεκνοι, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι θὰ ἔπρεπε καὶ αὐτοὶ νὰ τύχουν μιᾶς προστασίας. Διερωτώμεθα καὶ ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ ἂν θὰ ἔπρεπε τὸ Κράτος νὰ κάμνῃ πολιτικὴν ὑπὲρ τῶν πολυτέκνων. Τὸ Κράτος θὰ πρέπει νὰ κάμνῃ πολιτικὴν ὑπὲρ μιᾶς οἱασδήποτε τάξεως ὅταν νομίζῃ ὅτι πρέπει νὰ τὴν κάμνῃ, πάντοτε, ὅμως, εἰς βάρος τοῦ συνόλου καὶ ὄχι εἰς βάρος μιᾶς τάξεως. Αὐτὸ δὲν εἶναι μόνον βασικὸν πολιτικὸν ἀξίωμα, εἶναι καὶ σκοπιμότης πολιτική, ἡ ὁποία τὸ ὑπαγορεύει. Ἄλλως φθάνομεν εἰς αὐτὴν τὴν ὀξεῖαν ἀντίθεσιν μεταξὺ τάξεων, ὡσὰν καὶ αὐτὴν τὴν ὁποίαν ζῶμεν καθημερινῶς. Καὶ ἐπὶ προσθέτως, ἐπειδὴ τὸ πρόβλημα τοῦ ἐνοικιοστασίου μέχρι σήμερον δὲν ἀντιμετωπίσθη, ὡς κοινωνικὸν πρόβλημα, μὲ μίαν μακροτέραν προοπτικὴν ὡρισμένων ἐτῶν, μετὰ τὴν πάροδον τῶν ὁποίων θὰ πρέπει νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ ἐνοικιοστασίου, δι’ αὐτὸ συμβαίνει καὶ ἓν ἄλλο πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπαράδεκτον. Δι’ αὐτὸ συμβαίνει τὰ πολιτικὰ κόμματα καὶ ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ νὰ προσαρμόζωμεν τὰς πεποιθήσεις μας καὶ τὰς ἀντιλήψεις μας ἀναλόγως, περίπου, τοῦ ἀκροατηρίου τὸ ὁποῖον ἔχομεν, καὶ ἄλλως νὰ ὁμιλοῦμεν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας καὶ ἄλλως εἰς τοὺς ἐνοικιαστὰς καὶ νὰ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι καὶ εἰς τοὺς μὲν καὶ εἰς τοὺς δὲ νὰ δίδωμεν δίκαιον καὶ νὰ μὴ ἠμποροῦμεν νὰ ἐξέλθωμεν ἀπὸ τὸ ἀδιέξοδον εἰς τὸ ὁποῖον εὑρισκόμεθα. Ἐγὼ προσωπικῶς πιστεύω εἰς αὐτὴν τὴν βασικὴν ἀρχὴν καὶ νομίζω ὅτι ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς ἀποψινῆς συζητήσεως, χρέος ἔχει ὁ ἀξιότιμος παριστάμενος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὡς ἐκπροσωπῶν τὴν Κυβέρνησιν, τοὐλάχιστον πρὶν ψηφισθῇ τὸ νομοθέτημα αὐτὸ νὰ μᾶς εἴπῃ τί ἔχει κατὰ νοῦν, ἐν γενικαῖς γραμμαῖς ἡ Κυβέρνησις, ποῦ νομίζει ὅτι πρέπει νὰ ὁδηγηθῇ ἡ ὑπόθεσις αὐτή, ποῖαι εἶναι αἱ προοπτικαί της καὶ ποῖαι αἱ προσδοκίαι της, ὥστε τοὐλάχιστον ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ὑποτίθεται ὅτι ἀποτελοῦμεν τὸ βουλευόμενον τμῆμα τοῦ Ἔθνους, τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, δίδοντες τὴν ψῆφον μας ὑπὲρ τοῦ νομοθετήματος νὰ γνωρίζωμεν, ἐν γενικαῖς γραμμαῖς τί ψηφίζομεν. Τὸ ἀντίθετον ἐκτὸς τοῦ ὅτι θὰ ἦτο πολιτικῶς ἀπαράδεκτον θὰ ἦτο καὶ ἀπὸ ἀπόψεως κοινοβουλευτικῆς τάξεως ἀπαράδεκτον.
§90Π. ΝΤΕΝΤΙΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα τὸν λόγον διὰ νὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν, ὅπως, ὅταν ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἐπαγγελματικῆς στέγης γενικῶς, λάβῃ ὑπ’ ὄψει του καὶ τὴν ἐπαγγελματικὴν στέγην τῶν ἰατρῶν καὶ ἰδίως τῶν ἰατρῶν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν τοὺς τίτλους τῶν καθηγητῶν καὶ τῶν πριγκήπων τῆς ἰατρικῆς.
§91Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριοι συνάδελφοι, ἀναμφισβητήτως ἐξετέθησαν πολλαὶ ἀπόψεις ἐπὶ τοῦ θέματος τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ ἀπόψε τὸ Σῶμα. Εἶναι προφανὲς ὅτι ἡ διαλογικὴ συζήτησις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμβάλῃ εἰς τὴν πρόοδον τῆς συζητήσεως. Καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἀπέφυγον καὶ ἀπέφυγον μετ’ ἐπιμονῆς καὶ συστηματικῶς νὰ παρέμβω κατὰ τὴν ὁμιλίαν οἱουδήποτε ρήτορος, διότι ἀκριβῶς ἔχω τὴν πίστιν, ὅτι θέμα ὅπως τὸ ἐνοικιοστάσιον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προαχθῇ διὰ διακοπῶν καὶ διὰ διαλογικῶν συζητήσεων. Νομίζω, ἑπομένως, ὅτι οἱ κύριοι συνάδελφοι, ὅσοι ἐξέθεσαν τὰς ἀπόψεις των καὶ ὅσοι δὲν τὰς ἐξέθεσαν, νὰ ἔχουν τὴν καλωσύνην νὰ ἀκούσουν καὶ τὴν ἰδικήν μου ἄποψιν, καὶ δὲν θὰ θεωρήσουν ἐπιβεβλημένην καὶ ἀπαραίτητον τὴν ἐπιστροφὴν εἰς τὴν συζήτησιν τὴν ὁποίαν παρακαλῶ νὰ κλείσῃ ἡ ἰδική μου ἀπάντησις. Τὸ νομοσχέδιον ἀφορᾷ ἐξουσιοδότησιν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἔκδοσιν νέου διατάγματος ρυθμιστικοῦ τοῦ ἐνοικιοστασίου καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὴν παράτασιν τοῦ ἰσχύοντος σήμερον ἐνοικιοστασίου μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ νέου αὐτοῦ διατάγματος. Δὲν ἀφορᾷ, ἑπομένως, τὴν ρύθμισιν τῆς ἐπαγγελματικῆς στέγης, διὰ τὴν ὁποίαν θὰ δοθῇ ἄλλοτε ἡ εὐκαιρία νὰ ἐκθέσω καὶ ἐγὼ τὰς ἀπόψεις μου, ἀπόψεις αἱ ὁποῖαι δὲν ἀφίστανται οὐσιωδῶς ἐκείνων αἱ ὁποῖαι ἠκούσθησαν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν τὴν ἑσπέραν ταύτην. Πρόκειται περὶ τοῦ ἐνοικιοστασίου ὑπὸ τὴν καθιερωμένην εἰς τὸν τόπον μας μορφὴν συνδυαζομένην μὲ τὴν ρύθμισιν τοῦ μισθώματος εἰς ἐπίπεδα ἀπέχοντα, δὲν θέλω νὰ προσθέσω ἂν ἡ διαφορὰ εἶναι μεγάλη ἢ μικρά, πάντως εἰς ἐπίπεδα ἀπέχοντα τοῦ ὁρίου τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ ὡς μίσθωμα διὰ συμβάσεως διαπραγματευομένης ἐλευθέρως καὶ ὑπὸ ὁμαλὰς συνθήκας. Τὸ ἐνοικιοστάσιον μοιραία συνέπεια ἐξαιρετικῶν περιστάσεων, καὶ ἀναγκῶν, ἀποτελεῖ ἀναμφισβητήτως ἀνωμαλίαν, ὅπως διεπίστωσαν ὅλοι οἱ ὁμιλήσαντες, καὶ πᾶσα ἀνωμαλία εἶναι φυσικὸν κἄποτε νὰ κλείσῃ. Ἀλλὰ ἀναμφισβητήτως δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι συνέτρεξαν αἱ περιστάσεις διὰ νὰ φθάσῃ κανεὶς εἰς τὸ ἄμεσον κλείσιμον τῆς ὑποθέσεως τοῦ ἐνοικιοστασίου, διὰ τῆς ἄρσεως τῆς προστασίας τῆς στέγης, τῆς στέγης τῆς ἀσκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματος καὶ τῆς στέγης τῆς κατοικίας. Καὶ ὑποθέτω ὅτι ἡ δήλωσις αὐτὴ θὰ ἱκανοποιήσῃ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐξεδήλωσαν ἀνησυχίας ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν διὰ τοῦ νέου διατάγματος τοῦ ἐνοικιοστασίου νὰ φθάσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς ἀπότομον ἄρσιν τῆς προστασίας τῆς στέγης. Ἀναμφισβητήτως ἐπίσης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραμείνῃ στατικὴ ἡ κατάστασις ἡ ὁποία ἔχει δημιουργηθῇ διὰ τοῦ ἐνοικιοστασίου. Διότι, ὅπως ἔλεγον, ἀποτελεῖ ἀνωμαλίαν, πρέπει κἄποτε νὰ ἐκλείψῃ καὶ θὰ ἐκλείψῃ διὰ τῆς προπαρασκευῆς τοῦ ἐδάφους, τὸ ὁποῖον θὰ διευκολύνῃ τὴν μετάβασιν ἀπὸ τοῦ σημερινοῦ καθεστῶτος εἰς τὸ καθεστὼς τῆς ἐλευθέρας μισθωτικῆς σχέσεως. Τὸ διάταγμα ἀναμφισβητήτως δὲν εἶναι καθόλου νομικόν, ἀλλὰ εἶναι, ὅπως ἐτονίσθη, κοινωνικὸν καὶ οἰκονομικόν. Καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ τὴν εὐθύνην τῆς νομοθετικῆς διατυπώσεως τοῦ κειμένου τοῦ διατάγματος τὸ ὁποῖον θὰ ἐπακολουθήσῃ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν, κατ’ οὐσίαν, ὅμως, ἀφορᾷ θέμα γενικωτέρου κυβερνητικοῦ ἐνδιαφέροντος. Καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν καὶ ἡ ἐξουσιοδότησις παρέχεται εἰς ὁλόκληρον τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ ὄχι εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ εἶναι ἐπίσης, κύριοι συνάδελφοι, ἀληθές, ὅτι μέχρι σήμερον, ἐξαιρέσει τοῦ διατάγματος τοῦ 1955, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ κανεὶς ὅτι ἐπροχώρησε κἄπως, πρέπει νὰ ἀναγνωρισθῇ ὅτι μέχρι σήμερον δὲν ἀπεδόθη ἡ ὀφειλομένη σημασία εἰς ἕνα ζήτημα τόσης κοινωνικῆς σημασίας καὶ σπουδαιότητος. Θεωρῶ, μάλιστα, ἀτύχημα, ὅτι εἰς μίαν περίοδον πρὸ τοῦ 1955, ἐπεξετάθη ἡ προστασία καὶ τοῦ ἰσχύοντος ἐνοικιοστασίου καὶ ἐπὶ ἄλλων σχέσεων αἱ ὁποῖαι ἐδημιουργήθησαν μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ὁμαλότητος εἰς τὸν τόπον μας καὶ ἐδημιούργησεν ἀκόμη περισσοτέρας ἐπιπλοκὰς εἰς τὸ ζήτημα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, εἶπον ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραμείνωμεν καὶ ἀποκλειστικῶς προσηλωμένοι εἰς τὴν σημερινὴν γνωστὴν ἔννοιαν τῆς προστασίας τῆς στέγης διὰ τοῦ ἐνοικιοστασίου. Δὲν θέλω νὰ ἀναφερθῶ εἰς τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν ἔλαβεν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας προσφάτως, δι’ ἀποφάσεώς του, ἐξ ἀφορμῆς διατάξεως τοῦ ἰσχύοντος ἐνοικιοστασίου, ἐν σχέσει μὲ τὴν προστασίαν τῶν δι’ ἐπιτάξεως στεγασθέντων εἰς ἰδιωτικὰ οἰκήματα. Ἀναμφισβητήτως τὸ ἐνοικιοστάσιον τὸ ἐπέβαλον αἱ ἐξαιρετικαὶ συνθῆκαι τὰς ὁποίας διήλθομεν καὶ τὰς ὁποίας δὲν ἔχει ἀκόμη προσπεράσει ἡ Χώρα μας. Διὰ τὸν λόγον αὐτόν, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι ἡ προστασία τῆς στέγης ἢ ἡ ἀναγκαστικὴ παράτασις τῆς μισθώσεως θὰ ἦτο δυνατὸν ποτὲ νὰ θεωρηθῇ, ὑπὸ τὰς συνθήκας ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελοῦμεν, ὡς ἀντιβαίνουσα εἰς τὴν προστασίαν τῆς ἰδιοκτησίας, τὴν συνταγματικῶς κατοχυρωμένην, καίτοι κατὰ τὴν ἐπεξεργασίαν τοῦ ἰσχύοντος σήμερον ἐνοικιοστασίου εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1955, ὁ εἷς ἢ ἀμφότεροι οἱ Εἰσηγηταί, διετύπωσαν τὴν ἄποψιν ὅτι ἡ ἐπὶ μακρὸν παράτασις τῆς προστασίας τῆς στέγης ὑπὸ τοῦ ἐνοικιοστασίου, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀντιβαίνουσα εἰς τὴν συνταγματικὴν προστασίαν τῆς ἰδιοκτησίας. Ὑπολογίζω, ὅμως, ὅτι δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας νὰ ἐπικρατήσῃ ἡ ἄποψις αὐτὴ καὶ νὰ θεωρηθῇ ὅτι τὸ ἐνοικιοστάσιον, ἡ προστασία τῆς στέγης, ἡ ἀναγκαστικὴ παράτασις τῶν μισθώσεων κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος θὰ παρεσκεύαζε τὴν ἔξοδον ἀπὸ τὴν ἀνωμαλίαν καὶ τὴν εἴσοδον εἰς τὰς σχέσεις τῆς ἐλευθέρας μισθώσεως, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ἀντισυνταγματική. Νομίζω ὅτι δι’ ὅσων ἐξετέθησαν, ἐτέθησαν καὶ τὰ δύο πλαίσια, τὰ ὁποῖα ἐζητοῦντο, ἐντὸς τῶν ὁποίων θὰ κινηθῇ ἡ Κυβέρνησις ἡ ἐξουσιοδοτημένη διὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ διατάγματος περὶ ἐνοικιοστασίου, διότι οὔτε ἀπότομος ἄρσις τοῦ ἐνοικιοστασίου εἶναι δυνατὴ ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας, οὔτε ἐπίσης εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπαχθοῦν νέαι σχέσεις εἰς τὸ ἐνοικιοστάσιον, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπήγοντο μέχρι σήμερον. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται, εἶναι, ἐπαναλαμβάνω διὰ τρίτην φοράν, νὰ παρασκευασθῇ τὸ ἔδαφος διὰ τὴν ὁμαλὴν λύσιν τοῦ προβλήματος, διὰ τὴν ἀνώδυνον, κατὰ τὸ δυνατόν, ἔξοδον ἐκ τοῦ δυσχεροῦς προβλήματος εἰς τὸ ὁποῖον εὑρισκόμεθα. Τὴν δυσφορίαν ἐκ τοῦ ἐνοικιοστασίου, ἐπιτείνει ἡ ἀδυναμία τοῦ ἰδιοκτήτου νὰ ἰδιοκατοικήσῃ. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος κ. Κανελλόπουλος, ἐπεσήμανε ἀναμφισβητήτως ἓν ἀπὸ τὰ πλέον εὐαίσθητα σημεῖα τοῦ ἐνοικιοστασίου. Μέχρι σήμερον ἔχει σημειωθῆ ἀρκετὴ πρόοδος καὶ πρέπει νὰ λεχθῇ ὅτι ἔχουν ἱκανοποιηθῆ σημαντικαὶ περιπτώσεις ἰδιοκατοικήσεως ἰδιοκτητῶν εἰς τὰ διὰ τοῦ ἐνοικιοστασίου δεσμευμένα ἀκίνητά των. Νομίζω ὅτι ἡ ἄποψις ἡ ὁποία διετυπώθη ἀπὸ τὸν κ. Κανελλόπουλον ἀξίζει νὰ τύχῃ ἰδιαιτέρας προσοχῆς καὶ θὰ πρέπει νὰ ἀντιμετωπισθῇ διὰ τοῦ νέου διατάγματος τοῦ ἐνοικιοστασίου ἡ διευκόλυνσις περαιτέρω τῆς ἰδιοκατοικήσεως τῶν ἀδυνάτων ἰδιοκτητῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι δυνατὸν στερούμενοι τῆς ἰδιοκτήτου στέγης των νὰ καταβάλλουν ἐνοίκια ηὐξημένα ἢ καὶ μὴ ηὐξημένα, προστατευόμενοι διὰ τοῦ ἐνοικιοστασίου, εἰς ξένην ἰδιοκτησίαν καὶ ἐκεῖνοι. Εὑρισκόμεθα, ἀγαπητοὶ κύριοι συνάδελφοι, ἐνώπιον ἑνὸς προβλήματος, τὸ ὁποῖον τείνει νὰ χωρίσῃ τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν εἰς δύο στρατόπεδα καὶ εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ὑπάρχουν ἑκατέρωθεν πολλὰ ζητήματα καὶ ὅτι ἔχει δημιουργηθῆ ὀξύτης, ἡ ὁποία εἶναι εὐεξήγητος, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου. Ἐὰν ἀκούσῃ κανεὶς αὐτοτελῶς καὶ κεχωρισμένως τὰς ἀπόψεις καὶ τῆς ἄλλης κατηγορίας, καταλήγει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι χάος μέγιστον διαχωρίζει τὰ δύο ἀντιφερόμενα μέρη. Δὲν γνωρίζω ἐὰν διὰ τῆς ἐπὶ τὸ αὐτὸ συζητήσεως τῶν ἀντιπροσώπων τῶν δύο ἀντιφερομένων συμφερόντων θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ καμμία προσέγγισις καὶ συνεννόησις. Ὑποστηρίζεται ἀπὸ τὴν μίαν ἄποψιν ὅτι ἡ ἰδιοκτησία κατά τινα τρόπον διετήρησε τὴν ἀξίαν της, παρὰ τὰς ἐσωτερικὰς θυέλλας καὶ τὰς ἀνωμαλίας. Παρέχεται ἡ ἀπάντησις ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Καὶ ἐὰν ἡ ἰδιοκτησία διετήρησε τὴν ἀξίαν της μέσα εἰς τὴν θύελλαν ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐπέρασε ἡ Χώρα μας καὶ ὁ λαός μας, τοῦ γεγονότος αὐτοῦ πρέπει νὰ ἐπωφεληθῇ ὁ τυχαῖος μισθωτὴς τῆς κατοικίας ἢ τοῦ καταστήματος τὸ ὁποῖον προστατεύεται ἀπὸ τὸ ἐνοικιοστάσιον ἢ ὁλόκληρον τὸ κοινωνικὸν σύνολον; Καὶ ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ κανεὶς ὅτι τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἰδιοκτησία τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου διετήρησε τὴν ἀξίαν της, νομιμοποιεῖ τὸν σημερινὸν μισθωτήν, νὰ παραμένῃ μὲ μειωμένον μίσθωμα εἰς τὴν στέγην ἐκείνην; Ἀναμφισβητήτως ὑπάρχουν περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας οἱ ἰδιοκτῆται τοῦ ἀκινήτου ἀπηλλάγησαν βαρῶν ἀκριβῶς ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἀνωμαλίας, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη εἰς τὸν τόπον μας καὶ ἀπηλλάγησαν πολλῶν βαρῶν τὰ ὁποῖα οὐσιαστικῶς εἶχον ἐξανεμίσει προπολεμικῶς ὁλόκληρον τὴν ἀξίαν τῆς ἰδιοκτησίας. Καὶ ὑπάρχουν ἀναμφισβητήτως περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας ἐπαγγελματίαι οἱ ὁποῖοι ἀνεδείχθησαν διὰ τοῦ ἱδρῶτος καὶ τοῦ μόχθου των, ἀπώλεσαν τὴν ἰδιοκτησίαν των ἀπὸ βομβαρδισμοὺς ἢ ἀπὸ ἄλλας πολεμικὰς αἰτίας. Ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτοὺς ὑπάρχει ἡ ἀπάντησις τῆς ἄλλης πλευρᾶς: Καὶ ἐὰν ὁ τάδε ἐπαγγελματίας τοῦ Πλατυστόμου ἀπεκέρδισε τὸ δάνειον τὸ ὁποῖον εἶχε πάρει προπολεμικῶς καὶ δὲν τὸ ἔδωσε, καὶ ἐὰν ὡρισμένοι ἐπαγγελματίαι τοῦ Πειραιῶς κατεστράφησαν καὶ ἀπώλεσαν ὅ,τι εἶχον δημιουργήσει διὰ τοῦ κόπου των μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης, ἆράγε αὐτὸ τὸ πρᾶγμα δικαιολογεῖ ἄλλους μισθωτὰς οἱ ὁποῖοι δὲν ἔπαθαν τίποτε, νὰ καρποῦνται τὴν ἰδιοκτησίαν ἄλλων ἰδιοκτητῶν, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται κατεστραμμένοι κατά τινα τρόπον ἀπὸ ἄλλας πολεμικὰς ἢ ἄλλας αἰτίας; Ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ἡ ἰδιοκτησία, ὅπως εἶναι ἀναμφισβήτητον κατ’ ἐμέ, πρέπει νὰ ὑπηρετῇ τὸ κοινωνικὸν συμφέρον καὶ πρέπει νὰ ὑποχωρῇ πρὸ τοῦ κοινωνικοῦ συμφέροντος, θὰ πρέπει νὰ ἐξαχθῇ ἐξ αὐτοῦ τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ συγκεκριμένη ἰδιοκτησία τοῦ ὡρισμένου ἰδιοκτήτου, ὁ ὁποῖος ἔτυχε νὰ ἔχῃ μισθωτὴν τὸ 1940, μόνον αὐτὴ ἡ ἀκίνητος ἰδιοκτησία πρέπει νὰ ὑπηρετῇ τὸ κοινωνικὸν σύνολον καὶ ὄχι ἡ ἰδιοκτησία τοῦ ἄλλου πολίτου, ὁ ὁποῖος ἔτυχε νὰ μὴ ἔχῃ μισθωτὴν τὸ 1940; Καὶ ἡ ἀδικία, ἡ ὁποία δύναται νὰ δημιουργηθῇ ἐντεῦθεν, καθίσταται πλέον ἔκδηλος ὅταν ὁ πτωχὸς καὶ ὁ ἀσθενὴς ἰδιοκτήτης, ὅταν εἶναι μικρὸς καὶ ἀδύνατος καὶ εἶναι ἄξιος καὶ ἐκεῖνος προστασίας, θὰ πρέπει ἐκεῖνος νὰ φέρῃ τὸ βάρος τῆς κοινωνικῆς πολιτικῆς τῆς στέγης καὶ νὰ μὴ ἔχῃ καμμίαν ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου ἡ ἰδιοκτησία ἡ μεγάλη, ἡ ἰδιοκτησία ἐκείνη, ἡ ὁποία δὲν ἔτυχε νὰ ἔχῃ μισθωτὰς τὸ 1940; Εἶναι, κύριοι συνάδελφοι, πολυσύνθετον τὸ πρόβλημα καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λυθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον παρὰ μόνον διὰ τῆς ἐξουσιοδοτήσεως τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἔκδοσιν ἑνὸς διατάγματος, τὸ ὁποῖον θὰ κινηθῇ ἐντὸς τῶν πλαισίων ποὺ εἶπον προηγουμένως καὶ τὸ ὁποῖον πάντοτε πρέπει νὰ ἀποβλέπῃ εἰς τὴν προπαρασκευὴν τῶν προϋποθέσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπιτρέψουν τὴν ἐπάνοδόν μας εἰς τὰς ὁμαλὰς μισθωτικὰς σχέσεις. Δὲν φοβοῦμαι τὴν ἀντισυνταγματικότητα τῆς εὐρείας ἐξουσιοδοτήσεως τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον προβλέπει. Μὲ ἀπησχόλησε καὶ ἐμένα τὸ θέμα αὐτὸ καὶ διεπίστωσα ὅτι καὶ τὰ τακτικὰ δικαστήρια καὶ τὰ διοικητικὰ δικαστήρια ἐδέχθησαν εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν τοῦ ἐνοικιοστασίου ὡς νόμιμον καὶ συνταγματικὴν τὴν ἐξουσιοδότησιν, ὅπως διαγράφεται εἰς τὸ σημερινὸν νομοσχέδιον. Μάλιστα, θὰ ἠδυνάμην νὰ προσθέσω ὅτι πανομοιότυπα ὑπῆρξαν ὅλα τὰ νομοσχέδια ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων παρεσχέθη μέχρι σήμερον ἐξουσιοδότησις εἰς τὰς διαφόρους, κατὰ καιρούς, Κυβερνήσεις, διὰ τὴν ρύθμισιν τοῦ προβλήματος τοῦ ἐνοικιοστασίου. Διότι καὶ τοῦ 1951, νομίζω, καὶ τοῦ 1952 καὶ τοῦ 1955 οἱ ἐξουσιοδοτικοὶ νόμοι εἶχον ἀκριβῶς τὸ περιεχόμενον τοῦ σημερινοῦ νομοσχεδίου. Οὕτως ἔχει, κύριοι συνάδελφοι, τὸ θέμα τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ δικαίως ἀπόψε τὸ Σῶμα. Καὶ αὗται εἶναι αἱ ἀντιλήψεις ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων θὰ συνταχθῇ καὶ θὰ διατυπωθῇ τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον θὰ πρέπει νὰ ἐκδοθῇ μὲ πρότασιν ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἀναμφισβητήτως, κύριοι συνάδελφοι, ἡ εὐθύνη τῆς ἐκδόσεως τοῦ διατάγματος εἶναι καὶ ἀνήκει πάντοτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§92Α. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, θέμα Ταμείου Ἐνοικιοστασίου ἀντιμετωπίζεται;
§93Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικ.). Κύριε συνάδελφε, δὲν δύναμαι νὰ σᾶς δώσω συγκεκριμένην ἀπάντησιν. Νομίζω, ὅμως, ὅτι ὅσα εἶπον προηγουμένως, παρέχουν τοὐλάχιστον τὴν ἐντύπωσιν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐὰν δὲν πρόκειται νὰ γίνῃ Ταμεῖον Ἐνοικιοστασίου, πάντως καὶ τὴν Κυβέρνησιν ἀπασχολεῖ τὸ πρόβλημα αὐτό. Τὸ πρόβλημα, δηλαδή, τῆς ἐξασφαλίσεως ἑνὸς τρόπου ἐνισχύσεως τῶν μικρῶν ἰδιοκτητῶν, οἱ ὁποῖοι ὑφίστανται τὸ μέγιστον βάρος, ἐκ τῆς παραμονῆς εἰς τὰ ἀκίνητά των μισθωτῶν μισθοσυντηρήτων. Διότι, εἶναι γνωστόν, ὅτι οἱ μισθοσυντήρητοι πληρώνουν τὸ 0,9 ἢ τὸ 0,18 τοῦ βασικοῦ, τὸ ὁποῖον συνεπάγεται σὲ ἀστικὴν ἀποστέρησιν τοῦ εἰσοδήματος. Λέγω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὅσαι ἐξετέθησαν ἀπόψεις, παρέχουν τὰ πλαίσια, ἐντὸς τῶν ὁποίων θὰ κινηθῇ ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ διατάγματος. Προσέθεσα ἐπίσης ὅτι δὲν μὲ ἀνησυχεῖ ὁ τρόπος αὐτὸς τῆς εὐρείας ἐξουσιοδοτήσεως, διότι ἐκρίθη καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ ἐθεωρήθη νόμιμος.
§94Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Τὸ τρίμηνον θὰ ἐπαρκέσῃ;
§95Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικ.). Θὰ ἐπαρκέσῃ ἀπολύτως. Δὲν θὰ ἦτο ἀναγκαῖον νὰ προσθέσω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ προχωρήσει εἰς τὴν μελέτην τοῦ ζητήματος καὶ ἐὰν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκδοθῇ σήμερον τὸ νέον διάταγμα, δὲν σημαίνει ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει προχωρήσει, ὄχι μόνον εἰς τὴν ἔρευναν ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν ὡρισμένων θεμάτων διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιλυθοῦν τὰ ὀξύτατα προβλήματα τὰ ὁποῖα ἐμφανίζει τὸ ἐνοικιοστάσιον. Ἑπομένως θὰ ἐπαρκέσῃ τὸ τρίμηνον. Καὶ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ βραχέος χρονικοῦ διαστήματος θὰ παρεκάλουν τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ οὔτε εἰς τὴν περιγραφὴν καὶ εὐρυτέρων πλαισίων τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καθορισθοῦν καὶ νὰ μὴ ἐπιμείνῃ ἐπίσης εἰς τὴν παράτασιν τὴν μεγαλυτέραν τοῦ σήμερον ἰσχύοντος διατάγματος, διότι ἡ Κυβέρνησις, νομίζω, ὅτι ἐντὸς τοῦ τριμήνου θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκδώσῃ τὸ νέον διάταγμα. Τὴν εὐθύνην τῆς ἐκδόσεως τοῦ νέου διατάγματος τὴν φέρει ἡ Κυβέρνησις καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν μεταθέσῃ εἰς οἱονδήποτε ἄλλον, ἀλλὰ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ προβλήματος κατ’ ἐξοχὴν κοινωνικοῦ, ἡ Κυβέρνησις νομίζει ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἀκούσῃ ὄχι μόνον τὰς ἀπόψεις τῶν ἐνδιαφερομένων συμφερόντων, ἀλλὰ καὶ τὰς ἀπόψεις τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς Χώρας. Τοῦτο, ὄχι διὰ νὰ μετατεθῇ ἡ εὐθύνη ἐκδόσεως τοῦ διατάγματος εἰς τὰ κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀλλὰ διὰ νὰ ἀκουσθοῦν ἀντιλήψεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπηρεάσουν καὶ τὴν Κυβέρνησιν ἐφ’ ὅσον αἱ ἀντιλήψεις αὐταὶ θὰ ἀπορρέουν ἀπὸ τὴν ὀρθὴν ἐκτίμησιν τῆς πραγματικότητος, ἐπὶ ἑνὸς ὀξυτάτου θέματος, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐξοχὴν δημιουργεῖ θέματα μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. (Χειροκροτήματα).
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καρτάλης, Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος, ἔχει τὸν λόγον.
§97Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐδικαίωσε τοὺς συναδέλφους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν ὅπως ἐπὶ τοῦ πρώτου ἐδαφίου διεξαχθῇ ψηφοφορία, καὶ τοῦτο διότι ἡ ὅλη ἀντίληψις τὴν ὁποίαν ἐξέθεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν προβλημάτων τοῦ ἐνοικιοστασίου ἦτο καθαρῶς νομική. Καὶ μᾶς ἐπανέλαβε τὴν ἄποψιν, τὴν ὁποίαν ἐξέθεσαν καὶ ἄλλοι συνάδελφοι, ὅτι ὑπάρχει μία διαμάχη εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ἐνοικιοστασίου, δύο τάξεων. Ἐζήτησεν περαιτέρω ὁ κ. Ὑπουργός, ὅπως κατὰ τὴν κατάρτισιν τοῦ διατάγματος ἀκουσθοῦν καὶ αἱ γνῶμαι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ διευκρινισθῇ τὸ ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει καταλάβει περὶ τίνος προβλήματος πρόκειται, διότι τὸ θέμα τοῦ ἐνοικιοστασίου δὲν εἶναι θέμα ρυθμίσεως τῶν σχέσεων μισθωτῶν καὶ ἰδιοκτητῶν ἀλλὰ εἶναι μία ρύθμισις εἰσοδημάτων. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετάζωμεν τὸ ἐνοικιοστάσιον μεμονωμένως, ὅταν δὲν γνωρίζωμεν ποία εἶναι ἡ πολιτικὴ εἰσοδημάτων τῆς Κυβερνήσεως. Ὡς ἐκ τούτου ἡ παράτασις τὴν ὁποίαν ζητεῖ ὁ κ. Ὑπουργός, ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι ἡ Κυβέρνησις εὑρισκομένη ἐπὶ ἓν ἔτος εἰς τὴν ἀρχήν, οὐδὲν πρόγραμμα ἐν προκειμένῳ παρουσίασεν καὶ θέλει ἐντὸς τριμήνου νὰ ρυθμίσῃ τὸ ἐνοικιοστάσιον. Νομίζω, ὅτι ὤφειλε ἡ Κυβέρνησις, ἐφ’ ὅσον λήγει τὸ ἐνοικιοστάσιον ἐντὸς 5 ἡμερῶν νὰ εἶχε λύσει τὸ θέμα.
§98Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικ.). Τὸ νομοσχέδιον ἀποσκοπεῖ εἰς τὴν παράτασιν τοῦ ἰσχύοντος ἐνοικιοστασίου καὶ εἰς τὴν ἐξουσιοδότησιν διὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ νέου διατάγματος. Θὰ ἤθελον ἐπίσης νὰ τονίσω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀπόλυτον ἀδυναμίαν νὰ δεχθῶ οἱανδήποτε τροπολογίαν οὐσιαστικοῦ περιεχομένου.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ἀλλαμανῆς, ἔχει τὸν λόγον.
§100Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Ἐὰν ἐπιμείνῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅπως εἰς τὴν ἐξουσιοδότησιν περιληφθῇ καὶ ἡ κατάργησις τοῦ ἐνοικιοστασίου ὅπως ἐπίσης καὶ ἡ ἐπ’ ἀόριστον παράτασις αὐτοῦ, εἶναι φυσικὸν ἡ μὲν ἐξουσιοδότησις διὰ τὴν κατάργησιν νὰ ἀνησυχήσῃ τοὺς μισθωτὰς ἡ δὲ ἐξουσιοδότησις διὰ τὴν ἐπ’ ἀόριστον χρόνον παράτασιν, τοὺς ἰδιοκτήτας. Θὰ παρεκάλουν, συνεπῶς, τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως δεχθῇ νὰ μὴ περιληφθῇ εἰς τὴν ἐξουσιοδότησιν ἡ πλήρης κατάργησις τοῦ ἐνοικιοστασίου, ὅπως ἐπίσης καὶ ἡ ἐπ’ ἀόριστον παράτασις αὐτοῦ.
§101Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικ.). Εἶπον προηγουμένως ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταργηθῇ ἐξ ἀπίνης τὸ ἐνοικιοστάσιον, καὶ δὲν ἀντιλαμβάνομαι πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργήσῃ τοιαύτας ἀνησυχίας ἡ διατύπωσις τῆς διατάξεως αὐτῆς, ἡ ὁποία ἄλλως εἶναι ἀπαραίτητος, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον μία διάταξις τοῦ ἐνοικιοστασίου ἡ ὁποία θεσπίζει π. χ. ὅτι προστατεύεται ὁ μισθωτὴς ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔχει αὐτὴν ἢ ἐκείνην τὴν ἰδιότητα, νὰ κριθῇ ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῇ. Δὲν θὰ ἔπρεπε ὁ κ. συνάδελφος νὰ λησμονήσῃ ἐν προκειμένῳ ὅτι κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον παρεσχέθη καὶ εἰς τὸ παρελθὸν ἡ ἐξουσιοδότησις εἰς Κυβέρνησιν τῆς ὁποίας καὶ οὗτος μετεῖχε. Οὐδεμία, συνεπῶς, ἀνησυχία δύναται νὰ δημιουργηθῇ ἐκ τῆς ἐν λόγῳ διατυπώσεως.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ἔχει τὸν λόγον.
§103Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ θέματος, δὲν παρέσχε ἱκανοποίησιν εἰς τὸ ἰδικόν μας αἴτημα τοῦ προσδιορισμοῦ γενικῶν ἀρχῶν ἐντὸς τοῦ ὁποίου θὰ κινηθῇ ἡ ἔκδοσις τοῦ διατάγματος πρὸς ρύθμισιν τοῦ ἐνοικιοστασίου. Προσέθεσε μόνον ὅτι ἐνδεχομένως θὰ ἐπεκαλεῖτο καὶ τὴν γνώμην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διὰ τὴν ρύθμισιν τοῦ θέματος. Ἐπιθυμῶ νὰ ὑπενθυμίσω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐτόνισα εἰς τὴν σύντομον προγενεστέραν ὁμιλίαν μου, ὅτι τὸ θέμα τοῦ ἐνοικιοστασίου δὲν εἶναι θέμα τεχνικόν. Εἶναι συνάρτησις τῆς κοινωνικῆς καὶ οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, μὲ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς, ὅπως εἶναι γνωστόν, διαφωνοῦμεν. Ἀλλὰ ἐξενίσθην ἀπὸ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ δι’ ἕνα πρόσθετον λόγον. Ἐθεώρησε σήμερον χρήσιμον τὴν συμβολὴν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, τοῦ ἐνοικιοστασίου. Καὶ ὅμως, ὑπῆρξαν εἰς τὸ παρελθὸν γενικώτερα θέματα καὶ μάλιστα ἐθνικά, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις ἐπέμεινε ν’ ἀγνοήσῃ τὴν γνώμην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Δὲν ὁμιλῶ διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι δὲν ἔχει αὐτὸς τὴν εὐθύνην.
§104Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικ.). Ἡ εὐθύνη εἶναι ἑνιαία καὶ ἀδιαίρετος.
§105Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὡς Ὑπουργός, συμμετέχητε βεβαίως, εἰς τὰς γενικὰς εὐθύνας τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ ἡ ἀμεσωτέρα εὐθύνη βαρύνει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Κύριε Ὑπουργέ, ὑπάρχει παράδοσις πολιτικὴ εἰς τὴν Χώραν νὰ λειτουργῇ συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, πρὸς συζήτησιν τῶν Ἐθνικῶν θεμάτων. Καὶ ἡ ἀρχὴ αὐτή, ἐτηρήθη πάντοτε εἰς τὸ παρελθόν. Διὰ πρώτην φορὰν ἡ ἀρχὴ αὕτη δὲν ἐτηρήθη, εἰς τὰς ἡμέρας τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐνῷ μάλιστα ἐπρόκειτο περὶ κρισίμου Ἐθνικοῦ θέματος. Οὔτε Συμβούλιον Ἀρχηγῶν, ἐκάλεσεν ἡ Κυβέρνησις, ὡς ὤφειλεν, οὔτε Συμβούλιον Στέμματος. Εἶναι, ἑπομένως, εὔλογον, νὰ ἀπορήσωμεν, διατὶ πρόκειται νὰ ζητηθῇ ἡ γνώμη μας διὰ τὸ ἐνοικιοστάσιον, ἐνῷ δὲν ἐθεωρήθη χρήσιμος εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ μεγάλου Ἐθνικοῦ θέματος. (Χειροκροτήματα).
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαντληθέντος τοῦ καταλόγου τῶν ἀγορητῶν, καὶ μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, κηρύσσομεν περαιωμένην τὴν συζήτησιν. Κύριοι βουλευταί, ὑπεβλήθη πρότασις ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας. Ἀλλὰ διαπιστώνων, ὅπως καὶ σεῖς διαπιστώνητε, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ λύσω τὴν συνεδρίασιν. Ἐλλείψει ἀπαρτίας λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6.30′ μ. μ., μὲ ἀντικείμενον Ἡμερησίας Διατάξεως ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις. (Ὥρα 10.40′ μ. μ.)