1955.03.17
3,373 rows · 25,759 words · 152 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 60η
Πέμπτη 17 Μαρτίου 1955
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 6.45′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Κ. Γιαννούσης ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Ι. Ἰντζὲς ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Ι. ΙΝΤΖΕΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς Χίου κ. Ι. Μαυριδόγλου καταθέτει ἀναφορὰν ἐκτάκτων Διοικητικῶν ὑπαλλήλων Κέντρου Κοινωνικῆς Προνοίας Χίου, ζητούντων μονιμοποίησιν καὶ ἔνταξιν αὐτῶν εἰς ἀνάλογον πρὸς τὰ ἔτη ὑπηρεσίας βαθμόν. Ὁ βουλευτὴς Βονίτσης καὶ Ξηρομέρου κ. Χ. Μαυρομμάτης καταθέτει ἀναφορὰν καλλιεργητῶν Βονίτσης ζητούντων χορήγησιν πιστώσεως πρὸς διευθέτησιν τοῦ χειμάρρου Μοναστηρακίου, ὅστις τελευταίως πλημμυρήσας κατέστρεψεν ὑπὲρ τὰ 800 στρέμματα καλλιεργησίμου πεδιάδος Βονίτσης. Οἱ βουλευταὶ Μεσολογγίου κ. κ. Π. Σταυρόπουλος καὶ Χ. Εὐαγγελάτος καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τῶν Κοινοτήτων Μαχαλᾶ, Παπαδάτου, Μπαμπίνης, Χρυσοβίτσης κλπ., Αἰτωλοακαρνανίας, ζητούντων ἀπαλλαγὴν ἐκ τοῦ χαρτοσήμου τῶν συναφθέντων ἢ συναφθησομένων δανείων ὑπὸ τοῦ Εἰδικοῦ Ταμείου Ὑδρεύσεως Ξηρομέρου, σκοπὸς τοῦ ὁποίου εἶναι ἡ ὕδρευσις ὀκτὼ Κοινοτήτων τῆς Ἐπαρχίας Βονίτσης καὶ Ξηρομέρου. Ὁ βουλευτὴς Φθιώτιδος κ. Ν. Πετρίδης καταθέτει ἀναφορὰν ἐκτάκτων ἡμερομισθίων Διοικητικῶν ὑπαλλήλων Κέντρων Κοινωνικῆς Προνοίας Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, ζητούντων μονιμοποίησιν αὐτῶν καὶ ἔνταξίν των εἰς ἀνάλογον πρὸς τὰ ἔτη ὑπηρεσίας βαθμόν. Ὁ βουλευτὴς Χίου κ. Ν. Ζορμπᾶς καταθέτει ἀναφορὰν κατοίκων Λουτροπόλεως Μεθάνων ζητούντων κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ Μεθάνων–Τακτικουπόλεως–Ναυπλίου πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς τουριστικῆς κινήσεως εἰς τὰς ἐν λόγῳ πόλεις. Οἱ βουλευταὶ Βερροίας κ. Κ. Χατζηγρηγοριάδης, Δ. Χατζηδημητρίου, Ε. Πιπῖνος καὶ Χ. Βόσκογλου καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Ἐργατοϋπαλληλικοῦ Κέντρου Ναούσης ζητοῦντος οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν τῆς Βιομηχανίας τῆς πόλεως καὶ τῶν ἀγροτῶν περιοχῆς πληγέντων ἐκ τοῦ τελευταίου παγετοῦ. Ὁ βουλευτὴς Ἐδέσσης κ. Θ. Ἀνδρεάδης διὰ τηλεγραφήματός του ἀναφέρει τὰς ἐκ τῶν τελευταίων παγετῶν προκληθείσας καταστροφὰς εἰς τὴν φρουτοπαραγωγικὴν περιφέρειαν Ἐδέσσης, Σκόδρας, Ἀλμωπίας καὶ Ναούσης καὶ ζητεῖ ἀναστολὴν καταβολῆς τῶν πρὸς τὴν Α.Τ.Ε. ὀφειλῶν τῶν φρουτοπαραγωγῶν, χορήγησιν εἰς αὐτοὺς μακροπροθέσμων δανείων κλπ. Ὁ βουλευτὴς Βεροίας κ. Δ. Χατζηδημητρίου διὰ τηλεγραφήματός του ἀναφέρει τὴ προκληθεῖσαν ἀγανάκτησιν τῶν ἀκτημόνων περιοχῆς Παλαιοχωρίου–Ἀλεξανδρείας διὰ τὴν παραχώρησιν παρὰ τῆς Διευθύνσεως Γεωργίας Βορείου Ἑλλάδος 50 στρεμμάτων γεωπονικοῦ κλήρου πρὸς τὸν γεωπόνον Τάσου καὶ ζητεῖ ἀκύρωσιν καὶ διανομὴν τῆς ἐν λόγῳ ἐκτάσεως εἰς ἀκτήμονας περιοχῆς. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς κ. Δ. Ἀλιπράντης καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Προσωπικοῦ Φωταερίου Πειραιῶς ζητούσης ὅπως κατὰ τὴν προσεχῆ διὰ νόμου ρύθμισιν τῶν ἀφορώντων τὴν Ἑταιρίαν Φωταερίου προστατευθῇ τὸ προσωπικὸν ὑπαγόμενον εἰς τὸ Ι.Κ.Α. καὶ νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ ἑταιρία νὰ ἐφαρμόσῃ ἐσωτερικὸν κανονισμόν. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς κ. Δ. Ἀλιπράντης καταθέτει ἀναφορὰν τῆς «Πανελληνίου Ἑνώσεως Τεχνιτῶν Μακαρονοποιῶν» ἀναφερομένης εἰς τὴν παρατηρουμένην ἀνεργίαν τοῦ κλάδου των καὶ ζητούσης τὴν λῆψιν τῶν ἐνδεικνυομένων μέτρων πρὸς ἀντιμετώπισίν της. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δ. Χατζηδημητρίου, Κ. Χατζηγρηγοριάδης, Α. Χατζηνώτας, Ε. Πιπῖνος καὶ Χ. Βόσκογλου καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Γεωργικοῦ Συνεταιρισμοῦ Ναούσης, ζητοῦντος οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν τῶν παραγωγῶν διὰ τῆς χορηγήσεως μεσοπροθέσμων δανείων, πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν ἐκ τοῦ παγετοῦ καταστροφῶν κλπ. Οἱ βουλευταὶ Χίου κ. Ν. Ζορμπᾶς καὶ Παρνασσίδος κ. Α. Γκελεστάθης καταθέτουν ἀναφορὰς τῶν ἐπαγγελματοβιοτεχνῶν Παραμυθίας–Θεσπρωτίας καὶ Ἰτέας διαμαρτυρομένων διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ ἐνοικιοστασίου εἰς πόλεις κάτω τῶν 3000 κατοίκων καὶ ζητούντων ἀναστολὴν ἰσχύος αὐτοῦ. Ὁ βουλευτὴς Χίου κ. Ν. Ζορμπᾶς καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως Τεχνιτῶν Μακαρονοποιῶν, ζητούσης ἐθελουσίαν ἔξοδον τῶν μακαρονοτεχνιτῶν ἡλικίας ἄνω τῶν 50 ἐτῶν τῶν ἐχόντων 3.000 καταβολὰς εἰς τὸν Ἀσφαλιστικόντων Ὀργανισμόν, πιστὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Ν. 2018 διὰ τοὺς κάτω τῶν 50 ἐτῶν, συνέχισιν τῆς ἐκτάκτου ἐπιδοτήσεως τῶν ἀνέργων κλπ. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Π. Βουδούρης καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Ἀναπήρων παθόντων ἐν εἰρήνῃ ἀξιωματικῶν Βορείου Ἑλλάδος, ζητούσης ἐπίλυσιν τοῦ ζητήματος τῆς συνταξιοδοτήσεως τῶν παθόντων ἐν εἰρηνικῇ περιόδῳ, καὶ ἐπέκτασιν καὶ εἰς τοὺς αὐτοὺς τῶν εὐεργετικῶν διατάξεων τῶν ἰσχυουσῶν διὰ τοὺς ἀναπήρους πολέμου κλπ. Οἱ βουλευταὶ Θεσσαλονίκης κ. Π. Βουδούρης καὶ Κοζάνης κ. Δ. Ζησόπουλος, καταθέτουν ἀναφορὰς τοῦ Σωματείου Ὑπαιθρίων χειροποιήτων ὀπτοπλίνθων Θεσσαλονίκης «ἡ Μεταμόρφωσις», ζητοῦτος ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ ἐγκατάστασις μηχανῶν παραγωγῆς πλίνθων εἰς πάντα αἰτοῦντα, πρὸς αὔξησιν τῆς παραγωγῆς καὶ μείωσιν τῆς τιμῆς αὐτῶν. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Π. Βουδούρης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐθνικοῦ Σωματείου Ἐργατοτεχνιτῶν στρατιωτικῶν καταστημάτων «ἡ Μεγάλη Ἑλλάς», ζητοῦντος συμπλήρωσιν τοῦ καταρτιζομένου νομοσχεδίου «περὶ μονιμοποιήσεως ἐκτάκτων στρατιωτικῶν ὑπαλλήλων» ἐπὶ τῷ τέλει μονιμοποιήσεως τῶν ἤδη ὑπηρετούντων ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἐργατοτεχνιτῶν, κατόπιν προτάσεων τῶν Διοικητῶν των κλπ. Ὁ βουλευτὴς Χίου κ. Ν. Ζορμπᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν συγγενῶν κρατουμένων εἰς φυλακὰς Τριπόλεως, ζητούντων μὴ μεταγωγὴν τῶν φυματικῶν κρατουμένων, ἐκ τῶν ἐν λόγῳ φυλακῶν, εἰς ἄλλας τοιαύτας. Οἱ βουλευταὶ Μεσολογγίου κ.κ. Π. Σταυρόπουλος καὶ Χ. Εὐαγγελᾶτος, καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου Γεωργικοῦ Πιστωτικοῦ Συνεταιρισμοῦ Κάτω Μακρυνοῦς, ζητοῦντος χορήγησιν τῆς δευτέρας δόσεως πλασματικῶν δανείων εἰς σεισμοπαθεῖς καπνοπαραγωγούς. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Π. Μόντζαλας καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Σωματείων τῆς Ὁμοσπονδίας Ἐπαγγελματιῶν Βιοτεχνῶν Νομοῦ Σερρῶν καὶ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Σερρῶν, ζητούντων προστασίαν τῆς ἐπαγγελματικῆς στέγης, μὴ αὔξησιν τῶν ἐνοικίων διὰ τοὺς ἔνθεν τοῦ Στρυμόνος καὶ μέχρι Ἕβρου ἐπαγγελματίας, κατάργησιν τῶν ὑπὲρ τρίτων φόρων κλπ. Ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Π. Πινάτσης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Φιλοπροοδευτικοῦ Συλλόγου Ἀνατολικῶν Συνοικισμῶν Δράμας «ἡ Ἀκρόπολις», αἰτοῦντος οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς ἡμιτελοῦς οἰκοδομῆς τοῦ Γʹ Δημοτικοῦ Σχολείου τοῦ Συνοικισμοῦ, μέλλοντος νὰ στεγάσῃ περὶ τοὺς 400 μαθητάς. Ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Π. Πινάτσης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος Κοκκινογείων Δράμας, ζητοῦντος οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν τῆς Κοινότητός του ἐκ τῶν παρὰ τοῦ Αὐτονόμου Ὀργανισμοῦ Καπνοῦ πραγματοποιηθέντων κερδῶν, ἐκ τῆς πωλήσεως καπνῶν ἐσοδείας 1949 καὶ παλαιοτέρων, συγκεντρωθέντων καὶ ἐπεξεργασθέντων παρὰ τοῦ Κράτους, πρὸς κατασκευὴν τοῦ ὑδραγωγείου τῆς Κοινότητος, ὑδρευομένης μέχρι σήμερον ἐκ τῶν θολῶν καὶ μολυσμένων ὑδάτων τοῦ ποταμοῦ Ἀγγίτου. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Π. Βουδούρης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος Βαθυλάκκου – Θεσσαλονίκης, ζητοῦντος χορήγησιν καὶ εἰς τὴν Κοινότητα αὐτὴν ἠλεκτρικοῦ ρεύματος παρὰ τῆς ΔΕΗ. Οἱ βουλευταὶ Χίου κ. Ν. Ζορμπᾶς καὶ Κατερίνης κ. Κ. Δημόπουλος, καταθέτουν ἀναφορὰς ἀδικηθέντων ἀποστράτων Ἀξιωματικῶν Χωροφυλακῆς Βορείου Ἑλλάδος Α.Ν. 19)11)1935, ζητούντων ὅπως ληφθῇ νομοθετικὴ μέριμνα διὰ τὴν χορήγησιν καὶ εἰς αὐτοὺς ἐφ’ ἅπαξ βοηθήματος παρὰ τοῦ Ταμείου Ἀρωγῆς Ἀξιωματικῶν Χωροφυλακῆς, ὅπως ἐγένετο καὶ διὰ τοὺς συναδέλφους των Ἀξιωματικοὺς τοῦ Στρατοῦ Ξηρᾶς. Ὁ κ. Α. Στρᾶτος (Ὑπ. Ἐργασίας), καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ καταγγελίας τῆς σχέσεως ἐργασίας διατάξεων». Ἡ ἐπὶ τοῦ Ἐμπορίου Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῶν ὑπ’ ἀριθ. 216)31.3.53 καὶ 417)1.6. 53 Πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τῆς ἀπὸ 22–46 ἀποφάσεως τοῦ Κυβερνητικοῦ Οἰκονομικοῦ Συμβουλίου καὶ τῆς βάσει ταύτης ἐκδοθείσης ὑπ’ ἀριθ. Ε. 61157) 5121)28.6.46 κοινῆς ἀποφάσεως τῶν Ὑπουργῶν Οἰκονομικῶν καὶ τέως Ἐφοδιασμοῦ». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Θ. Κιζάνης, Χ. Γιουσούφ, Ε. Σαββόπουλος, Κ. Βοβολίνης, Ε. Ζαννῆς, Χ. Παπασταύρου, Η. Ἀναστασόπουλος, Δ. Πετροπουλάκος, Κ. Χατζηγρηγοριάδης, Χ. Ρῖζος, Σ. Τζουβάρας καὶ Α. Γκελεστάθης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως προθεσμίας ἐξετάσεων τῶν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 132)1946 Ν.Δ. ὑπαγομένων φοιτητῶν καὶ περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως Πανεπιστημιακῶν τινων κ.λ.π. διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Δ. Ἀλιπράντης, Δ. Πετροπουλάκος, Η. Σακαλῆς, Γ. Κατσαφᾶδος καὶ Ἐ. Σαββόπουλος, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ καταγγελίας τῆς σχέσεως ἐργασίας διατάξεων».
§5Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ τὰ διανεμηθέντα σήμερον πρακτικὰ ὑπάρχει καὶ ἕνα ἀνώνυμον δημοσίευμα. Νομίζω, ἀνεξαρτήτως τοῦ περιεχομένου αὐτοῦ, τοιαῦτα δημοσιεύματα δὲν πρέπει νὰ διανέμωνται. Ἀναφέρω τοῦτο πρὸς ὑμᾶς, κ. Πρόεδρε, διὰ νὰ ἐνεργήσητε τὰ δέοντα.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸ δημοσίευμα αὐτό. Πάντως θὰ ἐξετάσω πῶς διενεμήθη.
§7Ε. ΓΟΝΗΣ. Τὸ δημοσίευμα εἶναι τοῦ τμήματος διαφωτίσεως τῆς Ἐργατικῆς Ἑστίας καὶ ἐγὼ εἶμαι ὑπεύθυνος διὰ τὴν διανομήν του.
§8Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Τὸ δημοσίευμα εἶναι ἀνώνυμον καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ διανεμηθῇ.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘ. ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ καταγγελίας τῆς σχέσεως ἐργασίας διατάξεων». Ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας κ. Σταυρόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§10Π. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ διαταραχὴ τῆς ἰσορροπίας μεταξὺ προσφορᾶς καὶ ζητήσεως ἐργατικῶν χειρῶν, ὀφειλομένη ἑκάστοτε εἰς αἴτια κοινωνικὰ καὶ οἰκονομικά, δημιουργοῦν τὸ πρόβλημα τῆς ἀνεργίας, μὲ ἔντασιν ἀνάλογον πρὸς τὴν ἐπίδρασιν τὴν ὁποίαν ἀσκοῦν τὰ προκαλοῦντα ταύτην αἴτια εἰς τὴν ἀγορὰν ἐργασίας. Ἡ οἰκονομικὴ καὶ κοινωνικὴ ἐξέλιξις τῶν δύο τελευταίων αἰώνων προεκάλεσεν εἰς ὅλας τὰς χώρας διαταραχὰς εἰς τὴν προσφορὰν καὶ ζήτησιν ἐργατικῶν χειρῶν, ὥστε νὰ καταστήσῃ ἀναγκαίαν τὴν ἐπέμβασιν τῆς κρατικῆς ἐξουσίας πρὸς ρύθμισιν τῆς ἀγορᾶς ἐργασίας καὶ τὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ θέματος τῆς ἀνεργίας, οὕτως ὥστε νὰ διασφαλίζεται ἡ κοινωνικὴ εἰρήνη. Ἐν Ἑλλάδι, κ. συνάδελφοι, μέχρι τοῦ 1920 ἴσχυε τὸ καθεστὼς τῆς ἀπολύτου ἐλευθερίας καὶ αἱ ἀπολύσεις τῶν ἐργαζομένων γενικῶς, ἐγένοντο ἄνευ οἱασδήποτε συνεπείας διὰ τοὺς ἐργοδότας. Ὁ νόμος 2112 τοῦ 1920 περὶ καταγγελίας τῆς συμβάσεως ἐργασίας καὶ τὸ κατ’ ἐξουσιοδότησιν τούτου ἐκδοθὲν Β.Δ. τοῦ Ἰουλίου 1920 περὶ ἐπεκτάσεως τοῦ νόμου 2112 καὶ ἐπὶ τῶν ἐργατῶν, τεχνιτῶν καὶ ὑπηρετῶν, ἀποτελοῦν τὴν πρώτην κρατικὴν παρέμβασιν εἰς τὴν κρατοῦσαν μέχρι τότε κατάστασιν. Διὰ τῶν νομοθετημάτων τούτων, ὑπεχρεώθη ὁ ἐργοδότης, ὅπως προειδοποιῇ τὸν μισθωτὸν περὶ τῆς μελλούσης ἀπολύσεώς του πρὸ ὡρισμένου χρόνου, ἀνάλογα πρὸς τὸν χρόνον τῆς παρ’ αὐτῷ ὑπηρεσίας του. Ταὐτοχρόνως προεβλέπετο καὶ ἡ καταβολὴ ἀποζημιώσεως εἰς τὸν μισθωτὸν διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς ἀπολύσεως τούτου ἄνευ προειδοποιήσεώς του. Ὁ νόμος 2112 ἐτροποποιήθη κατὰ τὸ ἔτος 1930 διὰ τοῦ νόμου 4558. Τὸ 1939 διὰ τοῦ Α.Ν. 2000 καθιεροῦται τὸ σύστημα τῆς ἐκ περιτροπῆς ἐργασίας, ὅπερ καὶ ἴσχυσε μέχρι τοῦ 1941, ὅτε διὰ τοῦ Ν.Δ. 424 εἰσήχθη τὸ σύστημα τῆς κατ’ ἐπιχείρησιν ἀσφαλίσεως τῶν μισθωτῶν κατὰ τοῦ κινδύνου τῆς ἀνεργίας, μὲ ἀποκλειστικὴν ἐπιβάρυνσιν τῆς ἐπιχειρήσεως. Διὰ τοῦ Ν.Δ. 424 ἀπηγορεύθη ἡ ἀπόλυσις παντὸς ἐργαζομένου, ἐπετρέπετο δὲ αὕτη δι’ ὡρισμένους μόνον λόγους ἀναγομένους εἰς ἀποδεδειγμένην ἀκαταλληλότητα, ἀνεπάρκειαν ἢ ἀνάρμοστον συμπεριφορὰν τοῦ μισθωτοῦ. Οἱ ἐργοδόται ἐξ ἄλλου, ὑπὸ τὸ καθεστὼς τοῦ Ν.Δ. 424, ἐβαρύνοντο μὲ τὴν μισθοδοσίαν τοῦ προσωπικοῦ καὶ ἀδιαφόρως ἂν ἀπησχολεῖτο τοῦτο ἢ ὄχι. Τὸ νομοθετικὸν τοῦτο διάταγμα, κύριοι βουλευταί, δὲν ὑπῆρξε προϊὸν ὁμαλῆς ἐξελίξεως τῶν κοινωνικῶν καὶ οἰκονομικῶν συνθηκῶν τῆς χώρας, ἀλλ’ ἐπεβλήθη ἐκ λόγων ἐθνικῆς σκοπιμότητος, διότι διὰ τοῦ ὁμοιομόρφου αὐτοῦ συστήματος ἀσφαλίσεως τῆς ἀνεργίας εἰς βάρος τῶν ἐργοδοτῶν ἀπεφεύχθη ἡ δημιουργία ἀνέργων, ἥτις θὰ παρεῖχεν εἰς τοὺς κατακτητὰς τὴν εὐκαιρίαν νὰ προμηθευθοῦν ἑλληνικὰς ἐργατικὰς χεῖρας διὰ τὴν πολεμικήν των προσπάθειαν. Ἡ ζωὴ τοῦ νόμου ἐτερματίσθη εὐθὺς ἀμέσως μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Πατρίδος μας. Διὰ τοῦ Ν. 44 τοῦ Ὀκτωβρίου 1944 ἐπετράπη εἰς τὰς βιομηχανικὰς ἐπιχειρήσεις νὰ ἀπαλλαγοῦν τοῦ πλεονάζοντος προσωπικοῦ των καὶ καθιερώθη ἡ καταβολὴ ἐπιδόματος ἀνεργίας εἰς τοὺς ἀπολυομένους. Τὸν Ν. 44 ἀντικατέστησεν ὁ Ν. 118 τοῦ 1945 περὶ ἀσφαλίσεως τῆς ἀνεργίας τῶν μισθωτῶν τῶν βιομηχανικῶν ἐπιχειρήσεων, εἰς τὸν ὁποῖον ὑπήχθησαν κατ’ ἀρχὰς αἱ βιομηχανικαὶ ἐπιχειρήσεις τῆς τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης, δι’ ὑπουργικῶν δὲ ἀποφάσεων, κατ’ ἐξουσιοδότησιν τοῦ νόμου ἐπεξετάθη ἡ ἰσχύς του καὶ ἐπὶ τῶν βιομηχανικῶν ἐπιχειρήσεων Θεσσαλονίκης, Πατρῶν καὶ ἄλλων τινῶν πόλεων. Ὁ νόμος οὗτος ἐτροποποιήθη καὶ συνεπληρώθη διὰ τοῦ Ν.Δ. τοῦ Μαΐου 1946, διὰ τοῦ ὁποίου ὑπήχθησαν εἰς τὴν ἀσφάλισιν ἀνεργίας καὶ οἱ μισθωτοὶ τῶν ἐμπορικῶν, βιοτεχνικῶν καὶ ἐπαγγελματικῶν ἐπιχειρήσεων, ὡς καὶ οἱ μισθωτοὶ τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν. Διὰ τοῦ Ν. 118 ἀφ’ ἑνὸς συνεστήθη τὸ Ταμεῖον Ἀνεργίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ προεβλέπετο καὶ ἡ καταβολὴ ἀποζημιώσεως εἰς τοὺς ἀπολυομένους μισθωτοὺς βάσει τῶν διατάξεων τοῦ Ν. 2112 τῶν ἀναφερομένων εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς ἀπροειδοποιήτου καταγγελίας τῆς συμβάσεως ἐργασίας. Καὶ ὡς εἶναι γνωστόν, κύριοι βουλευταί, ὁ Νόμος 118 κατηργήθη διὰ τοῦ Ν. Δ. 2961)54 «περὶ συστάσεως ὀργανισμοῦ ἀπασχολήσεως καὶ ἀσφαλίσεως ἀνεργίας», διὰ τοῦ ὁποίου συνεστήθη αὐτοτελὴς φορεὺς ἀσφαλίσεως κατὰ τῆς ἀνεργίας. Μεταξὺ τῶν καταργηθεισῶν διατάξεων τοῦ Ν. 118 ἦσαν καὶ αἱ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 9 τούτου, ἀφορῶσαι τὰ τῆς ἀποζημιώσεως τῶν μισθωτῶν ἐν περιπτώσει καταγγελίας τῆς συμβάσεως ἐργασίας. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ Ν. 118 ὑπῆρξεν ἀντικείμενον σφοδρῶν ἐπικρίσεων καὶ παρὰ πλείστων ἠμφισβητήθη ἡ σκοπιμότης της. Εἶναι ὁμοίως ἀληθὲς ὅτι καὶ τὴν κατάργησιν τῆς ἐν λόγῳ διατάξεως συνέστησε καὶ αὐτὸ τοῦτο τὸ Διεθνὲς Γραφεῖον Ἐργασίας. Ἀλλὰ παρὰ τὴν πολεμικὴν ταύτην πρέπει νὰ ὑποστηριχθῇ, κ. συνάδελφοι, ὅτι αἱ οἰκονομικαὶ καὶ κοινωνικαὶ συνθῆκαι τῆς χώρας μας, δὲν ἐπιτρέπουν τὸ ἅλμα αὐτὸ τὸ ὁποῖον θὰ ἐδικαιολογεῖτο μόνον εἰς τὴν περίπτωσιν δημιουργίας ἀπολύτως εὐνοϊκῶν προϋποθέσεων διὰ τὴν οἰκονομίαν τοῦ τόπου. Μὲ βάσιν αὐτὴν τὴν διαπίστωσιν τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου ἐπαναφέρει ἀπολύτως τὰς διατάξεις τοῦ Ν. 118 ἐν σχέσει μὲ τοὺς ἐργάτας, τεχνίτας καὶ ὑπηρέτας. Διὰ τὰς κατηγορίας αὐτὰς τῶν μισθωτῶν, πᾶσα ἀπόλυσίς των ὑποχρεοῖ τὸν ἐργοδότην εἰς τὴν ἄμεσον καταβολὴν τῆς ἀποζημιώσεως ὡς ἀκριβῶς συνέβαινεν, ὅτε ἴσχυεν ὁ Ν. 118. Ἐν σχέσει μὲ τὴν ἀπόλυσιν τῶν ὑπαλλήλων, τὸ νομοσχέδιον προβλέπει διὰ μὲν τὴν περίπτωσιν τῆς ἀπροειδοποιήτου ἀπολύσεως, τὴν καταβολὴν ὁλοκλήρου τῆς ἀποζημιώσεως ὡς καθώριζε ταύτην καὶ ὁ Ν. 118, καταβαλλομένην ὅμως ἤδη εἰς δόσεις, διὰ δὲ τὴν περίπτωσιν τῆς προειδοποιήσεως, πρὸ ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος, ἀναλόγως τῶν ἐτῶν ὑπηρεσίας, τὸ ἥμισυ τῆς ἀποζημιώσεως βάσει τῶν διατάξεων τοῦ Ν. 2112, διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς ἀπροειδοποιήτου καταγγελίας τῆς συμβάσεως ἐργασίας. Αἱ διατάξεις αὐταί, κ. βουλευταί, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν καὶ τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου μὲ εὑρίσκουν ἀπολύτως σύμφωνον. Δὲν θὰ ἐπεκταθῶ περισσότερον ἐπὶ τῶν διατάξεων τούτων, τῶν ὁποίων ἡ σκοπιμότης εἶναι πρόδηλος, ἐπιφυλασσόμενος νὰ πράξω τοῦτο ἐὰν παραστῇ ἀνάγκη εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Τὸ νομοσχέδιον ἐξ ἄλλου, καινοτομεῖ εἰς τὸ ἄρθρον 8 καὶ παρέχει τὴν εὐχέρειαν εἰς τὸν μισθωτόν, τὸν ἔχοντα 15ετῆ ὑπηρεσίαν καὶ συμπληρώσαντα τὸ 65ον ἔτος τῆς ἡλικίας του, νὰ ἀποχωρῇ τῆς ὑπηρεσίας τῇ συγκαταθέσει τοῦ ἐργοδότου, λαμβάνων τὸ ἥμισυ τῆς ὑπὸ τοῦ Ν. 2112 προβλεπομένης ἀποζημιώσεως διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς ἀπροειδοποιήτου καταγγελίας τῆς συμβάσεως ἐργασίας. Κύριοι βουλευταί, δὲν ὑπάρχει νομίζω, οὐδεὶς εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ εὔχεται ὅπως ἡ οἰκονομία τοῦ τόπου ἀνορθωθῇ μέχρι τοῦ σημείου ὥστε πᾶς ἔχων ἀνάγκην ἐργασίας νὰ εὑρίσκῃ ἀμέσως ἀπασχόλησιν καὶ μὲ ἀποδοχὰς ἱκανοποιητικάς. Μέχρις ὅτου ὅμως φθάσωμεν εἰς τὴν εἰδυλλιακὴν αὐτὴν ἐποχὴν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ διασφαλίζωμεν τὴν θέσιν τοῦ μοχθοῦντος μισθωτοῦ τοῦ σπουδαιοτάτου αὐτοῦ συντελεστοῦ τῆς παραγωγῆς, ἐντὸς ὅμως πάντοτε τῶν δυνατοτήτων τῆς οἰκονομίας μας. Τὸν σκοπὸν τοῦτον ἀκριβῶς ἐν τῷ προαναφερθέντι συνδυασμῷ ἐπιδιώκει τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου, ἡ ὑποβολὴ τοῦ ὁποίου εἶναι πρὸς τιμὴν τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῆς Ἐργασίας. Εἰσηγοῦμαι ὅθεν ὅπως γίνῃ κατ’ ἀρχὴν δεκτὸν παρ’ ἡμῶν τὸ προκείμενον σχέδιον νόμου. (Χειροκροτήματα).
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Γονῆς ἔχει τὸν λόγον.
§12Ε. ΓΟΝΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὑπὸ τὴν κρίσιν καὶ ψῆφον ἡμῶν ἔρχεται νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον προεκάλεσε ἐξαιρετικὴν συγκίνησιν εἰς τὴν κοινὴν γνώμην. Ὁ σκοπὸς διὰ τὸν ὁποῖον ἀνέρχομαι εἰς τὸ βῆμα, εἶναι διότι κατὰ τὰς συζητήσεις, τὰς ὁποίας εἶχον καὶ μετὰ συναδέλφων καὶ μετὰ ἐργατικῶν στελεχῶν καὶ ἄλλων παραγόντων τῆς κοινῆς γνώμης, διεπίστωσα, ὅτι οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν ἦσαν ἀνημέρωτοι καὶ ἀδιαφώτιστοι ἐπὶ ὡρισμένων θεμελιωδῶν σημείων τοῦ νόμου τούτου. Εἶναι γνωστὴ ἡ ἱστορία μου, εἰς τὸ ἐργατικὸν κίνημα, καὶ δὲν νομίζω, ὅτι καὶ ἐν προκειμένῳ ἀπέστην τῆς ἱστορίας ταύτης. Διανύομεν ὅμως μίαν ἐποχήν, ἀναμφισβητήτως ἐποχὴν συγχύσεως. Καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν αὐτήν, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διακρίνει τὴν πολιτικὴν ἡγεσίαν, εἶναι νὰ εὕρῃ τὸν ὀρθὸν δρόμον καὶ τὴν ὀρθὴν λύσιν καὶ νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ καθῆκον της ἐπιβάλλων ταύτην διὰ τῆς κοινωνικῆς τεχνικῆς. Διότι ἀληθῶς, πάρα πολλοὶ ἄνθρωποι θὰ ἤθελον νὰ ἐπιτελέσουν τὸ καθῆκον των, ἀλλὰ δὲν τὸ γνωρίζουν. Ἰδοὺ διατὶ—τὸ ἐπαναλαμβάνω—ἡ πολιτικὴ ἡγεσία ἔχει ὑποχρέωσιν διὰ τὴν ἀνεύρεσιν τοῦ ὀρθοῦ δρόμου. Ὅταν, κύριοι, ὁ Ἑλληνικὸς Συναγερμός, ἦλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ὑπὸ τὴν πανηγυρικὴν ἐτυμηγορίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, νομίζω, ὅτι ἦλθε δι’ ἐκεῖνα τὰ ὀλίγα καὶ εὔστοχα λόγια τοῦ Στρατάρχου, ὁ ὁποῖος διεκήρυξε, «ἦλθον διὰ νὰ εἶμαι χρήσιμος καὶ οὐχὶ εὐάρεστος». Πρῶτον λοιπόν, ἔργον τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ, ὑποτίθεται—ἐγὼ τοὐλάχιστον τὸ πιστεύω—ὅτι ἦτο ἡ ἀνασυγκρότησις καὶ ὀργάνωσις τῆς Ἑλληνικῆς οἰκονομίας. Καὶ εἰς τὸν τομέα τὸν ὁποῖον μοῦ ἐνεπιστεύθη ὁ Στρατάρχης, τῆς κοινωνικῆς πολιτικῆς, ἐφηρμόσθη ἡ ἄποψις τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ διὰ τῶν ληφθέντων μέτρων καὶ διὰ τῆς περιφήμου διακηρύξεως τοῦ Στρατάρχου τῆς 15. 2.55. Πόσον δὲ εὔστοχος καὶ φιλεργατικὴ ἦτο ἡ διακήρυξις αὐτή, ἔχω ἀνὰ χεῖρας τὸ ἐπίσημον ὄργανον τῆς Γ.Σ. Ε.Ε., εἰς τὸ ὁποῖον ἡ Διοίκησίς της, παρὰ τὰς ἀντιθέσεις ποὺ εἶχε μὲ τὸν τότε ὑπουργόν Ἐργασίας, (ἐμέ), οὐδὲν ἄλλο ἠξίωσεν ἢ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς διακηρύξεως τοῦ Στρατάρχου, δι’ ἧς ἐθεμελιώθη διὰ πρώτην φορὰν εἰς τὴν χώραν μας ἡ κοινωνικὴ πολιτικὴ διὰ πολλὰ ἔτη.
§13Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Διατὶ εἶχεν ἀντιθέσεις;
§14Ε. ΓΟΝΗΣ. Διὰ διαφορὰν ἀπόψεων. Ἡ ἰδία ἡ Γενικὴ Συνομοσπονδία Ἐργατῶν, καὶ κατὰ τὴν πανηγυρικὴν ἡμέραν τῶν ἐργατῶν τῆς 1ης Μαΐου 1954, δὲν εἶχε ζητήσει οὐδὲν ἄλλο, παρὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς διακηρύξεως τοῦ Στρατάρχου Παπάγου. Παρὰ τὰς ἐπανειλημμένας ἐκδηλώσεις τῶν διαφωνιῶν μου, ἐξ ἀφορμῆς ἄλλων τινῶν παραγόντων, περὶ τῶν ὁποίων θὰ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω, ὅλα τὰ μέτρα ποὺ εἴχομεν λάβει μέχρι τῆς καταργήσεως τοῦ Ν. 118, ἐλήφθησαν ἐν συμφωνίᾳ μὲ τὴν
Γ.Σ.Ε.Ε.
Ὑπενθυμίζω, κ. συνάδελφοι, ποίαν ἀντίδρασιν φέρ’ εἰπεῖν, ἔφερε τὸ περίφημον καπνεργατικὸν νομοσχέδιον, Τοῦτο ὅμως, ἐγένετο μὲ τὴν συγκατάθεσιν τῆς ἐργατικῆς ἡγεσίας. Καὶ ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ ὑπῆρξεν ὄντως γενναιόδωρος, ἀπὸ ἀπόψεως παροχῶν, ἐν σχέσει μὲ τοὺς ἀπερχομένους καπνεργάτας. Πιστεύω δὲ, ὅτι σήμερον δὲν ὑπάρχει κανείς, ὁ ὁποῖος νὰ δύναται νὰ χαρακτηρίσῃ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ὡς ἀντεργατικόν, ὅταν ὅλοι ἐδῶ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει τὰ λαμπρὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἀπέδωσε διὰ τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀποβλέψῃ πᾶσα Κυβέρνησις σεβομένη ἑαυτήν. Ἐζητήσαμεν ἀπὸ τοὺς ἐργάτας μίαν θυσίαν, τὴν ὁποίαν οὗτοι ὡς καὶ ἡ ἐργατικὴ ἡγεσία ἀπεδέχθησαν. Ὅλα τὰ παρ’ ἐμοῦ εἰσηγηθέντα μέτρα ἠμπορεῖ νὰ κατεκρίθησαν ὡς ἀντεργατικά, παρ’ ὀλίγων δημαγωγῶν, ἀλλὰ ἐκ τῶν ἐπιτευχθέντων ἀποτελεσμάτων ἐκρίθησαν κυριολεκτικῶς σκεπτικά. Διότι, νομίζω, ὅτι ὑπὲρ τὸ θέμα τῆς τυχὸν διαφωνίας, τὰ ἤδη ἐπιτευχθέντα ἀποτελέσματα θὰ ἔχουν πείσει περὶ τῆς ὀρθότητος, τῶν ληφθέντων τούτων μέτρων πάντα καλόπιστον κριτήν. Μεγίστη ὑπῆρξε, κ. συνάδελφοι, διάστασις γνωμῶν, ὡς ὀρθῶς παρατηρεῖ καὶ ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τῶν ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίων, ὅτι ὁ Ν. 118 ἦτο ἐκ τῶν μᾶλλον ὁριζομένων. Ὑπῆρχον πολλοί οἱ ὁποῖοι ἤθελον τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου τούτου. Τὸ δέ περίεργον τῆς ὑποθέσεως, διότι δυστυχῶς πολλὲς φορὲς οἱ ἄνθρωποι ξεχνοῦν τὰ ἴδιά των ἔργα εἶναι, ὅτι εἰς τὸ Ἐργατικὸν Βῆμα τὸ ἐπίσημον ὄργανον τῆς ΓΣΕΕ τῆς 30)6)45 δημοσιεύεται σειρὰ αἰτημάτων τῆς Γενικῆς Συνομοσπονδίας μεταξὺ τῶν ὁποίων ζητεῖται ὑπὸ τοῦ κ. Μακρῆ καὶ ἡ κατάργησις τῶν διατάξεων τοῦ Ν. 118, διότι εὕρισκεν ὅτι παρεῖχον ἀσυδοσίαν εἰς τοὺς ἐργοδότας! Ἀλλὰ τὸ θέμα τῆς ἀνασυγκροτήσεως καὶ ὀργανώσεως τῆς ἑλληνικῆς οἰκονομίας, πρὸς τὴν ὁποίαν ἐπαναλαμβάνω, ὅτι πᾶσα σοβαρὰ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἀποβλέπῃ, ἀπετέλεσε κ. συνάδελφοι, μέριμνα, φυσικά, καὶ ἄλλων Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων. Πρὸς τοῦτο, αἱ παρελθοῦσα Κυβερνήσεις ἐζήτησαν καὶ τὴν γνώμην ξένων Ὀργανισμῶν καὶ ξένων ἐμπειρογνωμόνων. Μεταξὺ τούτων ἦτο καὶ τὸ Διεθνὲς Γραφεῖον Ἐργασίας, τὸ ὁποῖον ἀπέστειλεν εἰς Ἑλλάδα τὴν ἀποστολὴν, ἥτις μετὰ μακρὰν παραμονὴν καὶ μελέτην συνέταξεν ἔκθεσιν ἐκ 332 σελίδων, ἤτοι ὁλόκληρον τόμον περὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ κοινωνικοῦ προβλήματος ἐν σχέσει μὲ τὴν Ἑλληνικὴν οἰκονομίαν. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν ὑπάρχει κανεὶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, νὰ κατηγορήσῃ τὸ Διεθνὲς Γραφεῖον Ἐργασίας ἐπὶ ἀντεργατισμῷ. Διότι, ἡ κατάργησις αὐτοῦ ἐχαρακτηρίσθη καὶ πάλιν ὅπως καὶ προηγουμένως ὡς ἀντεργατική. Ἰδοὺ λοιπόν, τί λέγει ἡ ἔκθεσις αὐτὴ, τοῦ Διεθνοῦς Γραφείου Ἐργασίας, ἡ ὁποία ἐρευνᾷ, ὡς πρὸ ὀλίγου εἶπον, τὸ σύνολον τοῦ Ἑλληνικοῦ προβλήματος τοῦ κοινωνικοῦ ἐν σχέσει μὲ τὸ οἰκονομικὸν πρόβλημα καὶ ἐν συναρτήσει μὲ τὴν ὅλην πολιτικὴν καὶ ἰδιαιτέρως τὴν Ἑλληνικὴν Ἐργατικὴν Νομοθεσίαν. Ἀσχολεῖται διὰ μακρῶν μὲ τοὺς νόμους μας, ἀλλὰ εἰδικῶς μὲ τὸν Ν. 118. Ὡς ἀνέφερον, δὲν περιωρίσθη εἰς ὀλίγας γραμμὰς καὶ μετὰ πολλὰς παρατηρήσεις συμπεραίνει: «Ἡ Ἀποστολὴ ἐπισείει ἑπομένως τὴν προσοχὴν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς Ἐργατικῆς Νομοθεσίας ἡ ὁποία εὑρίσκει πολὺ προκεχωρημένην καὶ βαδίσασαν πολὺ μακράν, συνιστᾷ τὴν ἀναθεώρησιν δι’ αὐτὴν τὴν ἐνέργειαν, καὶ ἐν συνεχεία διὰ νὰ μὴ σᾶς ἀπασχολῇ περισσότερον ἐπὶ τοῦ περιεχομένου ὅλης τῆς ἐκθέσεως, ἐφιστᾷ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἰδιαιτέρως ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἑπόμενα σημεῖα: 1ον) Τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ ἐργοδότου νὰ πληρώσῃ εἰς τὸ Ταμεῖον Ἀνεργίας, ἐν σχέσει μὲ τὴν ἀπόλυσιν, ὡρισμένον ποσόν, καὶ ὅλως ἰδιαιτέρως ἐφιστᾷ τὴν προσοχὴν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 9, παράγραφος 6, 7 τοῦ νόμου 118)45. Χαρακτηρίζει δὲ ἐν συνεχείᾳ τὴν νομοθεσίαν αὐτήν, ὡς τρὲ ἀβανσὲ (πολὺ προχωρημένην) καὶ βαδίσασαν πολὺ μακρὰν διὰ τὴν Ἑλληνικὴν οἰκονομίαν. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἀπάντησις τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἐπὶ τῶν συμπερασμάτων τῆς Ἐπιτροπῆς αὐτῆς, καταλήγει εἰς τὴν ἀναγνώρισιν, ὅτι πράγματι, ὀρθῶς ἡ Ἐπιτροπὴ ἔκρινε τὴν Ἑλληνικὴν νομοθεσίαν καὶ ἀναγνωρίζει τὴν ἀνάγκην τῆς καταργήσεως. Ἀλλὰ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα, λέγουν οἱ Ἕλληνες, μὴ ξεχνᾶτε ὅμως, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι συχνὰ προχωρημένη εἰς τὴν ἐργατικὴν νομοθεσίαν καὶ ἐν προκειμένῳ πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ διαρκὴς πρόοδος τῶν Ἑλλήνων νομοθετῶν τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας. Πέραν τούτου, κ. συνάδελφοι, πληροφορῶ τὸ Σῶμα, ὅτι, ὅταν ἦλθεν ἡ Ἀμερικανικὴ Ἀποστολὴ βοηθείας ἐν Ἑλλάδι τὸ 1948 ἠρεύνησε τὸ θέμα τῆς Ἑλληνικῆς οἰκονομίας καὶ ὑπέβαλε μίαν σειρὰν ἐρωτημάτων, ἔλαβε τὰς ἀπαντήσεις καὶ τελικῶς συνήφθη μία σύμβασις, μεταξύ, ἀφ’ ἑνὸς μὲν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἀμερικανικῆς Ἀποστολῆς ἀφ’ ἑτέρου, διὰ τῆς ὁποίας ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀνελάμβανε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταργήσῃ ὡρισμένους νόμους καὶ ὡρισμένας διατάξεις, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸν νόμον 118. Τοῦτο ἠγνοήθη παρ’ ὅλων παντελῶς. Πλὴν τούτου ἐν συνεχείᾳ ἡ Κυβέρνησις προσεκάλεσε δύο Ἀμερικανοὺς ἐμπειρογνώμονας πραγματικὰς κορυφὰς τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης, οἱ ὁποῖοι ὡς πρῶτον μέτρον –ἀδιστάκτως– εἶπον, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ καταργηθῇ ὁ νόμος 118 καὶ ὁ νόμος 2112. Περίληψις ταύτης ἐδημοσιεύθη τότε εἰς τὸν τύπον. Ὄχι μόνον, δηλαδή, ἔπρεπε νὰ καταργηθῇ ὁ ν. 118, ἀλλὰ καὶ ὁ νόμος 2112. Θὰ σᾶς ἀναφέρω, κύριοι, ἐν συνεχείᾳ ἕνα ἐπεισόδιον τὸ ὁποῖον μοῦ συνέβη εἰς τὴν Σουηδίαν, ὅταν ἤμην ὑπουργός. Ὑπάρχει μία Σουηδικὴ ἑταιρεία SKF, ἡ ὁποία εἶχεν ἕνα παράρτημα εἰς Ἀθήνας εἰς τὴν ὁδὸν Πατησίων. Γνωρίζετε ὅτι ἐν Σουηδίᾳ κυβερνᾷ αὐτὴ αὕτη ἡ Γεν. Συνομοσπονδία Ἐργατῶν Σουηδίας. Ὄχι δηλαδή, ἁπλῶς τὸ Σοσιαλιστικὸν Κόμμα, ἀλλὰ αὐτὴ αὕτη ἡ Γεν. Συνομοσπονδία Ἐργατῶν Σουηδίας. Εἰς τὸ τέλος τῆς συνομιλίας μας παρεκλήθην νὰ ἐξηγήσω τὶ συμβαίνει μὲ ἕνα νόμον 2112 καὶ 118. Καὶ τοὺς ἐξήγησα περὶ τίνος πρόκειται: Τὸ ἐν Ἀθήναις ὑποκατάστημα τῆς Σ.Κ.Φ. ἀπησχόλει προπολεμικῶς περὶ τοὺς 30 ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι ἐγήρασαν ἐν τῷ μεταξὺ καὶ φυσικὸν εἶναι νὰ θέλῃ νὰ προσλάβῃ νέους προκειμένου νὰ ἀναπτύξῃ τὸ ἐν Ἀθήναις ὑποκατάστημά της, ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἔπρεπε νὰ ἀπολύσῃ τοὺς παλαιοὺς καὶ νὰ προσλάβῃ νέους, ἀλλὰ διὰ νὰ τοὺς ἀπολύσῃ, σύμφωνα μὲ τὰς διατάξεις τὰς τρομερὰς τοῦ ν. 118 ὅπως λέγει καὶ ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις, ἔπρεπε νὰ προκαταβληθῇ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως τῶν γερόντων ἐκείνων ὑπαλλήλων. Καὶ ἐπειδὴ τὸ ποσὸν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ καταβάλῃ ἡ ἐπιχείρησις ἡ ὁποία παρέμεινε κλειστή, ἐφ’ ᾧ καὶ διηρωτῶντο καὶ αὐτοὶ περὶ τίνος πρόκειται. Ἔδωσα λοιπὸν τὰς ἀναγκαίας ἐξηγήσεις καὶ ἔκπληκτος ὁ βόρειος ἐργατικὸς Σοσιαλισμὸς ἠρώτησεν, πῶς εἶναι δυνατὸν μία πτωχὴ χώρα, ὡς ἡ Ἑλλάς, νὰ ἔχῃ τοιαύτην νομοθεσίαν καὶ πῶς εἶναι τοῦτο καὶ πῶς εἶναι τὸ ἄλλο. Ἦτο ἀδύνατον, σᾶς διαβεβαιῶ νὰ καταλάβῃ ἡ βόρειος νοοτροπία, τὶ ἡμεῖς οἱ κατ’ αὐτοὺς «προχωρημένοι» εἴχομεν πράξει ἐν Ἑλλάδι καὶ ἠρώτα: Μά, δὲν ἀντιλαμβάνεται ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν ἀντέχει εἰς τοιούτους νόμους ἡ οἰκονομία, καὶ δὴ μία πτωχὴ οἰκονομία ὅπως τῆς χώρας σας; Ὅταν ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι θεωρούμεθα πλούσιοι καὶ εἴμεθα πλούσιοι, οὐδέποτε ἐσκέφθημεν τοιαύτην νομοθεσίαν; Τοιαῦτα ἐπεισόδια, κύριοι, εἶναι πάρα πολλά. Ἀλλά, διατί, κύριοι, ἤχθημεν εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτήν; Διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον κ. συνάδελφοι, ὅτι διὰ τὸν ἀληθῆ πολιτικὸν ἄνδρα ὑπάρχει ἓν δίλημμα, ἢ νὰ βαδίσῃ, καὶ εἶπον ἐπανειλημμένως εἰς τὰς ὁμιλίας μου, τὴν ὁδὸν τῆς δημαγωγίας καὶ ὅτι θὰ συνεχίσωμεν νὰ ρέβωμεν ὑπὸ τὸ καθεστὼς αὐτὸ μὴ ἀποτολμῶντες τὴν λῆψιν τῶν ἐπιβαλλομένων μέτρων ἢ νὰ βαδίσῃ τὴν ὁδὸν τοῦ καθήκοντος ἐξευρίσκον καὶ ἐπιβάλλον τὸ ὀρθὸν διὰ τὴν πραγματικὴν ἀνασυγκρότησιν τῆς Ἑλληνικῆς οἰκονομίας. Καὶ δι’ ἐμὲ τὸ δεύτερον συνιστῶ, τὸ καθῆκον τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν εἰς αὐτὸ πιστεύω καὶ αὐτὸ ἐξηγεῖ τὴν πολιτικήν μου δρᾶσιν. Εἰς τὴν συζήτησιν, ἐπαναλαμβάνω, διέγνωσα κάποιαν ἄγνοιαν ἢ καὶ ὁλοσχερῆ τοιαύτην. Ὑπάρχει φυσικὰ ἡ δημαγωγία, ὑπάρχουν ὅμως καὶ ἄνθρωποι ἀπολύτως καλῆς θελήσεως, οἱ ὁποῖοι ἀντεστρατεύθησαν εἰς τὴν κατάργησιν εἴτε ἀπὸ συναισθηματισμὸν εἴτε καὶ ἀπὸ ἄγνοιαν εἴτε ἀπὸ τὴν προπαγάνδαν. Ἀλλὰ πιστεύω, κ. συνάδελφοι, ὅτι ἡ πολιτικὴ δὲν ἔχει νὰ κάμῃ μὲ συναισθηματισμοὺς ἀλλὰ εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εὑρίσκει ὡς ὀρθὸν καὶ νομίζει ὅτι ὡς τοιοῦτον πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ. «Πειρῶ μένε πείθειν αὐτοὺς πράττε δὲ καὶ ἀκόντων ὅταν τῆς δικαιοσύνης ὁ λόγος ἄγῃ» ὡς ἔλεγεν ὁ Μᾶρκος Ἀντώνιος. Πληροφορῶ τὸ Σῶμα, κ. συνάδελφοι, ὅτι δὲν ὑπάρχει συγγραφεὺς ἀσχοληθεὶς μὲ τὸ θέμα τῆς ἀνεργίας ἢ οἰκονομολόγος οἱασδήποτε ὁλκῆς καὶ ἀποχρώσεως, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τοῦ προκειμένου νὰ διαφωνῇ. Ὁ περίφημος οἰκονομολόγος Κράϋνες ἄριστος καὶ μέγας καθηγητὴς, ἱδρυτὴς σχολῆς, Πρόεδρος τῆς δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς ΚΤΕ, διεκήρυξε τὴν μεγάλην ἀλήθειαν ὅτι «πᾶσα ἐπιβάρυνσις καὶ πᾶσα δέσμευσις τῆς οἰκονομίας εἶναι ἀντιαπασχολικὴ ἀκόμη καὶ 1% τόκος. Καὶ γεννᾶται, ἤδη τὸ ἐρώτημα, διὰ νὰ εἶμαι σύντομος, ποῖον εἶναι ἀντεργατικόν; Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀνοίγει τὸν δρόμον εἰς τὴν πρόσληψιν διὰ νὰ δώσωμεν ἐργασίαν εἰς ὅλους, δηλαδή, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀπορροφᾶ τὴν ἀνεργίαν, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γονιμοποιεῖ τὰς ἐπιχειρήσεις ἢ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καθιστᾶ βραχνὰν, βρόγχον, τρόμον τὴν πρόσληψιν ἑνὸς ἐργάτου, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπωθεῖ τὴν πρόσληψιν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δημιουργεῖ ἐν ὀλίγοις τὴν ἀνεργίαν; Ὅ,τιδήποτε καὶ ἂν λέγεται κ. συνάδελφοι τὸ γεγονὸς εἶναι ἕνα, ὅτι ὅταν παρελάβομεν τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τὴν προκάτοχον, κατ’ ἐπίσημον ἔγγραφον ὁμολογίαν τοῦ τότε ὑπουργοῦ Οἰκονομικῶν, εὕρομεν 180.000 ἀνέργους. Καί, ἦτο δυνατὸν εὐκόλως νὰ διαπιστωθῇ τὸ γεγονὸς τοῦτο ἐκ τῆς ἐπιτοπίου μεταβάσεως ἣν καὶ ἐπεχειρήσαμεν. Ἰδού, ἕνα παράδειγμα ἁπλοῦν ἀπορροφήσεως τῆς ἀνεργίας, τὸ ὁποῖον θὰ ἀναφέρω, τὸ καπνεργατικόν. Οὐδέποτε εἰς τὴν καπνεργασίαν, κ. συνάδελφοι, ἀπησχολήθησαν πλέον τῶν 18.000 καὶ διὰ μίαν μικρὰν περίοδον τῶν 19 χιλιάδων ἐργατῶν. Ἐφέτος ὑπερέβημεν τὰς 30 χιλιάδας διὰ τὴν αὐτὴν χρονικὴν περίοδον. Διατί;
§15ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι καὶ ὁ γυναικεῖος κόσμος.
§16Ε. ΓΟΝΗΣ. Κύριοι, τὸ κοινωνικὸν θέμα δὲν ἔχει ἄρρενας καὶ θήλεις. Ἀντιμετωπίζεται ὡς πρόβλημα ἀπασχολήσεως. Εἴτε οἱ ἐργαζόμενοι εἶναι ἄρρενες εἴτε εἶναι θήλεις, μάλιστα μετὰ τὴν ἐξίσωσιν τῶν δικαιωμάτων ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν. Τὸ θέμα, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ὅτι παρελάβομεν 180 χιλιάδας ἀνέργων καὶ ἔχομεν καὶ 60 χιλ. νέους ριπτομένους εἰς τὴν ἀγορὰν ἐργασίας κατ’ ἔτος. Εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν Θεσσαλονίκην ὅταν μετέβην εὐθὺς μετὰ τὴν ὑπουργοποίησίν μου εὗρον 24 χιλιάδας ἀνέργους ἐνῷ ἡ τελευταία ἀπογραφὴ τοῦ 1954 φέρει μόνον 4 ἢ 5 χιλιάδας. Ἀλλὰ ἀκόμη διὰ νὰ ἔχωμεν κάποιο σχετικὸν στοιχεῖον, ὄχι ἀπόλυτον, διότι δὲν δυνάμεθα δυστυχῶς ἀκόμη νὰ ἔχωμεν τὴν τελειότητα τῶν μέσων, τὴν ὁποίαν διαθέτουν ἄλλαι χῶραι, διὰ νὰ τὴν εὕρωμεν, ἔχομεν ὅμως κάτι καὶ εἰς τὴν χώραν μας. Καὶ κατὰ τὸ 1953 καὶ κατὰ τὸ 1954 διέταξα μίαν ἀπογραφὴν τῶν ἀνέργων μὲ τὴν συνεργασίαν πάντων τῶν δυνατῶν συντελεστῶν καὶ μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ αἱ ἐργατικαὶ ὀργανώσεις καὶ μᾶς ἔδωσε διὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1954 ἀνεργίαν 32 χιλιάδας ἐργατῶν. Ἠμφισβητήθη πανταχόθεν ὁ ἀριθμὸς αὐτός. Ἀλλὰ ἦλθε τὸ ἐπίδομα, τὸ ὁποῖον ἐδώσαμεν, ἐγὼ καὶ ὁ κ. συνάδελφος, διὰ νὰ ἐπιβεβαιώσῃ τὴν ἀλήθειαν τοῦ ἀριθμοῦ τούτου, σχετικῶς, ἐπαναλαμβάνω, διότι καὶ ἐγὼ καὶ ἐν συνεχείᾳ ὁ κ. συνάδελφος κατεστήσαμεν τὴν ἀπογραφὴν εἰς τὰ γραφεῖα εὑρέσεως ἐργασίας ἑλκυστικήν, διότι προείπομεν, ὅτι ἐκεῖνοι μόνον θὰ λάβουν ἐπιδόματα, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχουν ἀπογραφῆ εἰς τὸ ἁρμόδιον γραφεῖον ἀνεργίας. Μὴ λησμονῆτε δὲ, κύριοι, ὅτι οἱ ἐπιδοτηθέντες τὸν Δεκέμβριον 1954 εἶναι 49 χιλιάδες. Τί σημαίνει τοῦτο κύριοι; Πλήρη δικαίωσιν καὶ ἐπαλήθευσιν τοῦ δοθέντος ἀριθμοῦ τῶν 32 χιλιάδων. Διότι μὴ λησμονῆτε ὅτι ἡ ἀπογραφὴ ἐγένετο κατὰ τὸν Σεπτέμβριον καὶ ἐν τῷ μεταξὺ ἤρχισεν ἡ ἐποχιακὴ λεγομένη ἀνεργία διότι ἔπαυσεν ἢ περιωρίσθη ἡ ἀπασχόλησις πολλῶν ἐκ τῶν καπνεργατῶν, οἰκοδόμων, κλπ. κατὰ τοὺς χειμερινοὺς μῆνας. Ὅταν, λοιπόν, οἱ ἐπιδοτηθέντες μὲ εὐρυτάτας προϋποθέσεις ἀνῆλθον εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν 49 χιλιάδων ἀναμφισβητήτως ὁ ἀριθμὸς τῆς ἀπογραφῆς τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1954 ἢ καὶ ὁ ἀνάλογος τοῦ 1953 εἶναι ἀληθής. Ἡμεῖς λοιπὸν ἔχομεν τὴν ἀπογραφήν, οἱ ἄλλοι ὅμως οἱ ἀμφισβητοῦντες τὶ ἔχουν; Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, ἕτερον εἶναι τὸ θέμα τῆς ἀπασχολήσεως καὶ ἕτερον εἶναι τὸ θέμα τῆς ὑποαπασχολήσεως ἢ τῶν γεωργικῶν χειρῶν, αἱ ὁποῖαι καθ’ ὡρισμένας ἐποχὰς δὲν ἐργάζονται. Ἐδῶ ὁμιλοῦμεν περὶ τῆς ἀνεργίας ἐκείνης τὴν ὁποίαν ὅλοι ἔχομεν ὑπ’ ὄψει, ἐκείνην ἣν εὕρομεν καὶ τὴν ὁποίαν περιωρίσαμεν διὰ σειρᾶς μέτρων τῶν μέτρων ἀποκληθέντων ἀντεργατικῶν. Διότι, δὲν εἶναι μόνον τὸ καπνεργατικὸν κ. συνάδελφοι, οὔτε μόνη ἡ κατάργησις τοῦ ν. 118 ἡ ὁποία ἤνοιξε τὰς πύλας καὶ παρώθησεν εἰς τὴν πρόσληψιν. Ἀλλὰ ἠνοίξαμεν 49 κλειστὰ ἐπαγγέλματα. Ἀνοίγοντες τὴν καπνεργασίαν, ἀνοίγοντες τὰ ἐπαγγέλματα καὶ καταργοῦντες τὰς διατάξεις τοῦ 118 ἐδώσαμεν τὸ αἴσθημα τῆς ἐμπιστοσύνης εἰς τὰς ἐπιχειρήσεις καὶ ἐξ αὐτῶν ἤρχισεν ἡ ἀπορρόφησις τῶν ἀνέργων. Διότι εἶπον πλειστάκις, καὶ τώρα ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὑγιὴς πολιτικὴ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀποβλέπει εἰς τὴν ὀργάνωσιν τῆς οἰκονομίας καὶ δὲν λησμονεῖ, ὅτι εἶναι ἀστικὸν τὸ καθεστώς, καὶ προσέθετον παραβολικῶς: Πρῶτον θὰ ὑπάρξῃ ἡ ἀγελάδα καὶ κατόπιν θὰ ἴδωμεν πῶς θὰ τὴν ἀμέλγωμεν καὶ κατὰ τίνα τρόπον θὰ μοιράσωμεν τὸ γάλα. Οἱ ἄλλοι ἐπιθυμοῦν νὰ σφάξωμεν τὴν ἀγελάδα, νὰ πάρουν τὸ τομάρι καὶ νὰ τὸ πωλήσουν. Ἀλλὰ κατόπιν τί θὰ γίνῃ; Διότι ὅλοι οἱ συναισθηματισμοί, προσκρούουν εἰς τὴν σκληρὰν πραγματικότητα καὶ τότε δὲν ἀκούονται τὰ λόγια τῆς δημαγωγίας ἀλλὰ τῆς πραγματικότητος. Βαθεῖα εἶναι ἡ πίστις μου, κύριοι, διὰ τῶν συναισθηματισμῶν δὲν λύονται τὰ σοβαρὰ προβλήματα, ὅπως δὲν λύονται ὅταν κολακεύωμεν ἔσωθεν καὶ ἔξωθεν τὰ πάθη τῶν μαζῶν ἐκμεταλλευόμενοι τὴν ἄγνοιαν τούτων. Ἀκόμη θὰ ἤθελα νὰ προσθέσω. Καὶ νὰ μὴ μᾶς διαφεύγῃ, ὅτι ναὶ μὲν ἔχομεν δημοκρατίαν ἀλλ’ εἰς αὐτὴν οἱ ὀλίγοι ἔχουν τὴν εὐθύνην καὶ οἱ πολλοὶ τὴν ἀσυδοσίαν. Καὶ ἐδῶ διακρίνεται ὁ ἔχων συναίσθησιν τῆς εὐθύνης ἡγέτης ἀπὸ τὸν οὐραγὸν τῆς μάζης, ἀπὸ ἐκεῖνον ὅπου ἀντλεῖ τὸ θάρρος ἀπὸ τὴν γνῶσιν τοῦ θέματος καὶ γενικώτερον ἀπὸ τὴν ἀντίληψιν εὐθύνης καὶ προχωρεῖ πρὸς τὴν ἐπιβολὴν τοῦ ὀρθοῦ, ἔναντι τοῦ ἄλλου, τοῦ ἀβούλου, τοῦ ἄγοντος τὴν δημαγωγίαν. Ἔχομεν καὶ εἰς τὴν ζωήν μας ἱστορίας ἡγετῶν. Ἑνὸς εἰπόντος ὄχι καὶ παραδοθέντος. Ἔχομεν καὶ εἰς τὴν ἰδικήν μας ἱστορίαν παραδείγματα ἡγετῶν. Ἑνὸς εἰπόντος Ὄχι καὶ παραδοθέντος ὑπὸ τῆς ἱστορίας ὡς ἀληθοῦς Ἡγέτου καὶ ἑτέρου ἀκολουθήσαντος τὴν φωνὴν τοῦ ὄχλου εἰς τὴν ἰδίαν πλατεῖαν ἀλλὰ ἀγνοηθέντος ὑπὸ τῆς ἱστορίας. Φαντάζεταί τις, λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι οἱ Ἀμερικανοὶ ἐμπειρογνώμονες, ἡ Ἀμερικανικὴ Ἀποστολὴ τὸ 1948, τὸ Διεθνὲς Γραφεῖον Ἐργασίας τὸ 1949, οἱ οἰκονομολόγοι καὶ πάντες οἱ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἀσχοληθέντες, ὅταν συνιστοῦν ἢ διδάσκουν ὅτι, ὅταν ἐλαφρύνετε τὰς ἐπιχειρήσεις ἀπὸ τὰ βάρη καὶ τὰς ἀπαλλάξητε τῶν ὑπερβολικῶν δεσμεύσεων θὰ σταματήσῃ ἡ ἀνεργία, φαντάζεσθε, λέγω, ὅτι ὅλοι αὐτοὶ εἶναι ἀντεργάται ἢ ὅτι πλανῶνται; Ὄχι προφανῶς. Διότι ὅλα αὐτὰ εἶναι δεδομένα τῆς πείρας καὶ ἐπιστήμης καὶ ὀρθῶς λέγουν ὅτι, πᾶσα ἐπιβάρυνσις καὶ πᾶσα δέσμευσις εἶναι ἀντιαπασχολικαί. Καὶ τοῦτο ἐγὼ πιστεύω. Αὐτὸς εἶναι ὁ φόβος πάσης ἐπιχειρήσεως καὶ ἰδίᾳ τοῦ μικροεπιχειρηματίου. Μὴ ξεχνᾶτε, κύριοι, πρὸς τούτοις ὅτι, εἰς τὴν Ἑλλάδα ἔχομεν περίπου 300.000 ἐπιχειρήσεις. Ἐὰν λοιπόν, αἱ ἡμίσειαι, δὲν ἔχουν τὸν φόβον αὐτόν, καὶ προσλάβουν ἀπὸ ἕνα καὶ μόνον ἐργάτην, τότε θὰ ἀπορροφηθοῦν 150.000 ἐργάται. Αὐτὸ ἔβγαλεν ἡ πεῖρα καὶ ἐδίδαξεν ἡ ἐπιστημονικὴ θεωρία. Καὶ αὐτὴν ἐγὼ ἠκολούθησα. Καὶ εἶμαι, κύριοι, ὄντως ὑπερήφανος διὰ τὸ ἔργον μου τοῦτο. Ἔπειτα ἐν σχέσει μὲ τὴν ἀσκηθεῖσαν δημαγωγίαν, κ. συνάδελφοι, πρέπει νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν ὅτι οἱ νόμοι 118 καὶ 2112 δὲν ἀφοροῦν ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους καὶ ἐργάτας, ἀλλὰ μέρος μόνον αὐτῶν, οἱ σιδηροδρομικοί, οἱ ναυτικοί, οἱ τραπεζιτικοί, κλπ. δὲν ἐπηρεάζονται ἀπὸ τὸν νόμον 118 καὶ γενικῶς ὅπου ὑπάρχει Κανονισμός. Ἀπὸ μηνῶν, λοιπόν, μερικαὶ φωναὶ ἠκούσθησαν ἄνευ σοβαρᾶς ἀπηχήσεως, ἀλλὰ ἐκ τῶν ὑστέρων ἔλαβεν ἔκτασιν ἡ κατὰ τοῦ ν. 118 δημαγωγία. Διότι ἐπηκολούθησαν δύο γεγονότα. Τὸ ἓν ἐν γνώσει μου καὶ τὸ ἕτερον ἐν ἀγνοίᾳ μου. Ἐν γνώσει μου, ἡ κατάργησις τῆς ὑποχρεωτικῆς εἰσφορᾶς ὑπὲρ τοῦ κ. Μακρῆ, τὸ δίδραχμον κατὰ μῆνα χαράτσι ἀπὸ τοῦ 1946. Τὸ δ’ ἕτερον, τὸ ἐν ἀγνοίᾳ μου: αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ μετά τινας μῆνας. Καὶ δὲν εἶναι ὀλίγοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπέδωσαν τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν εἰς τὸν ν. 118. Ἐξ αὐτῶν, ἄλλοι μὲν παρεσύρθησαν ὑπὸ τῆς προπαγάνδας τῶν ἐνδιαφερομένων καὶ ἀγνοοῦντες κατέκρινον τὸ μέτρον. Ἄλλοι ἔχοντες συμφέρον διὰ τὴν ἰσχὺν τοῦ ν. 118 καὶ ἄλλοι ἄκριτοι καὶ πολιτικῶς ἀγράμματοι καὶ ἐζήτουν ὅλοι ἕνα ἐξιλαστήριον θῦμα, τὸν ὑπουργὸν τῆς Ἐργασίας.
§17Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Δὲν μᾶς ἀναπτύσσετε τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου 118;
§18Ε. ΓΟΝΗΣ. Τὸ ἓν ὡς εἶπον, τὸ ἐν γνώσει μου, ἦτο ἓν ρωμαλέον μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔλαβον ὡς ὑπουργὸς τῆς Ἐργασίας, μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ νόμου 118. Κατηργήσαμεν τὴν ὑποχρεωτικὴν εἰσφορὰν ὑπὲρ τῆς Γ. Σ.Ε.Ε., τὴν ὁποίαν μετεφέραμεν εἰς τὴν Ἐργατικὴν Ἑστίαν. Καὶ τοῦτο ἐπράξαμεν ὀρθῶς, α) Διότι ἐνῷ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας εἶναι περὶ τὰ 7 δὶς δραχμῶν ἐτησίως, μὲ πραγματοποίησιν δαπανῶν περὶ τὰ 5.500 ἕως 6 δίς, τὰ ἔσοδα τῆς Γ.Σ.Ε.Ε. καὶ τῶν μετ’ αὐτῆς ἦσαν περὶ τὰ 18 δὶς δραχμῶν. Τοῦτο ἦτο λάθος τοῦ νῦν ὑπουργοῦ τῆς Ἐργασίας, ὅστις παρεχώρησε ταύτην τὸ 1946 ὅταν ἦτο ὑπουργὸς Ἐργασίας. β) Διότι ἡ ὑποχρεωτικὴ εἰσφορὰ εἶναι καὶ ἀντισυνδικαλιστικὴ καὶ ἐναντίον τοῦ ἐλευθέρου δημοκρατικοῦ συνδικαλισμοῦ. Ἐπειδή λοιπόν, ἐθίγοντο «κεκτημένα δικαιώματα» μερικῶν ἐργατοκαπήλων, οἱ ὁποῖοι καὶ ἐδημιούργησαν κατὰ κύριον λόγον ὅλον αὐτὸν τὸν θόρυβον, διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ ν. 118, ὄχι φυσικὰ ἀπὸ ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῶν ἐργαζομένων, ἀλλὰ προδήλως διὰ τὴν κατάργησιν τῆς ὑποχρεωτικῆς εἰσφορᾶς, ἡ ὁποία τοὺς ἐστέρησε τοῦ κολοσσιαίου αὐτοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἶχον καὶ ἐνέμοντο ἀπὸ τοῦ 1946, ἐξεστράτευσαν ἐναντίον μου μὲ σημαίαν τὸν νόμον 118. Ἡμεῖς ἐκχωρήσαντες τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὴν Ἐργατικὴν Ἑστίαν ἀπὸ 1ης Σεπτεμβρίου 1954 οἰκοδομοῦμεν εἰς 40 πόλεις τῆς Ἑλλάδος τὰ Ἐργατικὰ Κέντρα τῆς Ἐργατικῆς Ἑστίας καὶ λύομεν εἰς 40 ἐργατικὰς πόλεις, ἓν θεμελιωδέστατον θέμα, διὰ τὰ συνδικᾶτα, τὸ τῆς στεγάσεως τῶν ἐργατικῶν ὀργανώσεων μὲ γραφεῖα, μὲ αἰθούσας συνελεύσεων, μὲ θέατρον, μὲ βιβλιοθήκην καὶ ἄλλα παραρτήματα. Καὶ πάντα ταῦτα εἰς διάστημα ὀλίγων μηνῶν καὶ μὲ τὰ ἔσοδα τῶν ὀλίγων αὐτῶν μηνῶν. Ἀντιλαμβάνεσθε, κύριοι, καὶ τὴν διαφορὰν καὶ τὸ μέγεθος τοῦ πακτωλοῦ τούτου τὸν ὁποῖον, ἐνέμοντο οἱ ἐργατοκάπηλοι ἀνεξελέγκτως καὶ ἀσυδότως. Καὶ ἡμεῖς μὲν ὡς εἶπον μὲ τὰ ἴδια ἔσοδα ὀλίγων μηνῶν αὐτὰ ἐπράξαμεν. Ἀλλ’ οἱ ἐργατοκάπηλοι τί ἔκαμαν τὰ τόσα χρήματα, ἐπὶ τόσα ἔτη; Ὅσον εὔλογος εἶναι ἡ ἀπάντησις ἄλλο τόσον εὔλογος εἶναι ἡ λύσσα τῶν ἐργατοκαπήλων μὲ τὴν ὁποίαν διὰ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν Δημοτικῶν ἐκλογῶν, τῶν κατὰ μοιραίαν σύμπτωσιν καὶ ἄγνοιά μου ἐπακολουθησασῶν ἐδημαγώγησαν. Διότι οὔτε ἐγὼ οὔτε οἱ περισσότεροι ὑπουργοὶ ἐγνώριζον ὅτι θὰ ἐπηκολούθουν αἱ Δημοτικαὶ ἐκλογαί. Ἄν τὸ ἐγνώριζον ἴσως ν’ ἀνέβαλον τὴν λῆψιν τῶν μέτρων διὰ χρόνον μετὰ τὰς ἐκλογάς. Ἀλλ’ εἶναι πάντως τὸ ὀλιγώτερον λάθος, νὰ ἀποδίδωνται τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἐκλογῶν εἰς τὸν νόμον 118, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἀκρισία καὶ κακοπιστία. Ἐν πάσῃ περιπτώσει περὶ τὸ μέτρον τοῦτο καὶ ἂν δὲν ἦτο τοῦτο περὶ κάποιο ἄλλο, ἤρχισε καὶ ἐτερμάτισε τὴν πολιτικήν της ἡ Γ.Σ.Ε.Ε. καὶ γνωρίζετε βεβαίως πολὺ καλὰ ὅτι εἰς καμμίαν δημαγωγικὴν ἐκστρατείαν δὲν λείπουν οἱ στρατιῶται, οἱ ὁποῖοι θὰ στρατευθοῦν, ὅπερ συνέβη καὶ ἐν προκειμένῳ, καθ’ ἣν, τὸ μέτρον αὐτὸ ἔπρεπε, νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀντεργατικόν. Διότι ὡς τοιοῦτον συνέφερεν νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν δημαγωγίαν τῶν ἐργατοκαπήλων διὰ τὰ ἴδιά των συμφέροντα φυσικὰ χωρὶς νὰ ὑπολογίζουν ὅτι διὰ τῆς ἰσχύος τοῦ Ν. 118 δι’ οὓς λόγους σᾶς ἀνέφερα ἐπλήττετο ὁ κομμουνισμός. Καὶ θὰ ἐξηγήσω κ. συνάδελφοι, διατὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν λόγον νὰ ἐμμένουν εἰς τὸ παλαιὸν ἄρθρον εἶναι μόνον οἱ κομμουνισταὶ καὶ οἱ συνοδοιπόροι. Διαρκούσης τῆς κατοχῆς εἶχε ψηφισθῆ εἷς περίφημος νόμος, ὁ 424, ὁ ὁποῖος καθιέρωνε τὴν μονιμότητα τῶν ἐργατῶν εἰς τὰς ἐπιχειρήσεις ἀνεξαρτήτως δυναμικότητος καὶ προϋποθέσεων. Ἡ μονιμότης, αὐτὴ καὶ ἐφιστῶ ἐπὶ τούτου ἰδιαιτέρως τὴν προσοχήν σας ἔδιδεν εἰς τὴν κομμουνιστικὴν προπαγάνδαν ὅλας τὰς δυνατότητας τῆς ἀποθρασύνσεως καὶ τῆς ἀπειθαρχίας τῶν κομμουνιστῶν. Διότι δὲν εἶχεν ὁ ἐργοδότης τὸ δικαίωμα τῆς ἀπολύσεως. Τὸ ἄρθρον 9 τοῦ Ν. 118 εἶχε συνταχθῆ ἀπὸ τὸν Πορφυρογέννην, τὸν κομμουνιστὴν ὑπουργὸν Ἐργασίας. Εἶναι καὶ αὐτό, καὶ τὸ τονίζω κύριοι, αἴτημα τῶν κομμουνιστῶν. Διότι δι’ αὐτοῦ θέλουν ἓν εἶδος μονιμοποιήσεως τῶν ἐργατῶν, διὰ νὰ δύναται ἡ προπαγάνδα των νὰ ὑποσκάπτῃ καὶ διαβιβρώσκῃ τὰ θεμέλια τῆς ἐπιχειρήσεως καὶ γενικώτερον τῆς Ἑλληνικῆς Οἰκονομίας καὶ Κοινωνίας. Ἤδη καταργηθέντος τοῦ Ν. 424 καὶ τῆς ἐκ τούτου μονιμοποιήσεως ἐφεῦρον τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ Ν. 118 ὡς νέον εἶδος, ἐμμέσου μονιμοποιήσεως ὡς ἐκ τῆς ἀδυναμίας πολλῶν ἐπιχειρήσεων νὰ προκαταβάλλουν ὁλόκληρον τὴν ἀποζημίωσιν. Διότι γνωρίζετε ὅτι κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Ν. 118 ἡ μὴ προκαταβολὴ ταύτης καθιστᾷ ἄκυρον τὴν ἀπόλυσιν. Διὰ νὰ μὴν ἀπαριθμήσω ἄλλας ἀκυρότητας σοβαρὰς καὶ τὰ ἀποτελέσματά των, τὰς ὁποίας παρεδέχθησαν ὡς καταστρεπτικὰς καὶ βουλευταὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἑπομένως τὸ πρῶτον μέτρον ὅπερ ἔδει νὰ ληφθῇ ἅμα τῇ λειτουργίᾳ τοῦ Κοινοβουλίου μετὰ τὴν κατοχὴν θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ἡ κατάργησις τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ νόμου 118, ἀφοῦ μάλιστα τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου 118 εἶχε ζητήσει καὶ ὁ κ. Μακρῆς. Ἐὰν ὑπῆρχε βέβαια στοιχειώδης νοῦς, γνῶσις καὶ συνείδησις. Δὲν τὴν ἔκαμαν οἱ προγενέστεροι, ἴσως διότι δὲν ἐγνώριζον, ἴσως διότι δὲν ἐτόλμων. Τὴν ἀπετολμήσαμεν ὅμως ἡμεῖς πιστεύοντες εἰς τὰ εὐεργετικὰ ἀποτελέσματα διὰ τὴν οἰκονομίαν μας καὶ διὰ τοὺς ἐργάτας. Καὶ εἶμαι ὄντως ὑπερήφανος διὰ τοῦτο. Καὶ ἐν προκειμένῳ τὸ θάρρος μας ἠντλήσαμεν ἀπὸ ὅσα προηγουμένως ἀνέφερον. Διότι τὸ πρώτιστον σημεῖον, διὰ νὰ προχωρήσῃ ἡ οἰκονομία εἰς μίαν κοινωνίαν εἶναι ἐκεῖνο ποὺ ἀποκαλῶ ἠθικὴν τῆς ἐργασίας. Τοῦτο πρέπει νὰ γίνῃ κατανοητὸν παρ’ ὅλων. Εἰς αὐτὴν περιλαμβάνεται καὶ ἡ πειθαρχία ἐν τῇ ἐργασίᾳ καὶ αὐτὴν ἀπεκαταστήσαμεν. Ἄνευ τῆς ἠθικῆς τῆς ἐργασίας, κύριοι, δὲν ὑπάρχει παραγωγικότης, δὲν ὑπάρχει οἰκονομία ὑγιής. Ἀλλ’ ἐχρειάζετο θάρρος, ὅπως καὶ εἰς τὸ καπνεργατικὸν καὶ εἰς τ’ ἄλλα μέτρα. Αὐτὴ ἄλλωστε ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἡ ἀποστολὴ τῆς ἡγεσίας. Καὶ αὐτὴ πρέπει νὰ τὰ ἐπιβάλλῃ διὰ τῆς λεγομένης κοινωνικῆς τεχνικῆς. Διὰ τὸ γενικὸν συμφέρον τῆς οἰκονομίας, ἀλλὰ καὶ αὐτῶν τούτων τῶν ἐργαζομένων καὶ γενικώτερον τοῦ Ἔθνους. Εἶναι δὲ ἡ κατάργησις αὐτὴ τοῦ νόμου 118 εὐεργετικὴ δι’ ὅσους λόγους σᾶς εἶπον καὶ διότι ἀπορροφᾷ τὴν ἀνεργίαν. Δὲν ὑπάρχει, ὡς γνωστόν, μεγαλυτέρα κατάρα διὰ τὸν ἐργάτην ἀπὸ αὐτήν. Ἀλλὰ τίνος εἶναι ἔργον, ἂν μὴ τοῦ πολιτικοῦ ἀνδρός, νὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν ἠθικὴν τῆς ἐργασίας, εἰς τὴν ὁποίαν περιλαμβάνεται, ὡς σᾶς εἶπον καὶ ἡ πειθαρχία τῆς ἐργασίας; Ὅταν, κύριοι, ὁ Λένιν κατέλαβε τὴν ἐξουσίαν εἰς τὴν Ρωσσίαν, μεταξὺ τῶν πρώτων ἄρθρων, τὰ ὁποῖα ἔγραψεν ἦτο καὶ τὸ ἑξῆς: Εἶναι ἀνάγκη τάχιστα νὰ ἐπαναφέρωμεν τὴν πειθαρχίαν εἰς τὴν ἐργασίαν καὶ πρὸς τοῦτο ἐθεσπίσαμεν τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου, αὐτὰ ἔλεγεν ὁ Λένιν. Ἀλλά, πλὴν τούτων, κύριοι, πρὸς τοῦτο ἔπρεπε ν’ ἀνοίξωμεν τὰς θύρας εἰς τοὺς νέους διὰ τοὺς ὁποίους ἐνδιεφέρθην ἰδιαιτέρως διὰ σειρᾶς μέτρων. Οὔτε εἶναι νοητὴ δι’ ἐμὲ κοινωνικὴ πολιτική, ἡ ὁποία ἀδιαφορεῖ διὰ τοὺς νέους, πρὸς τοὺς ὁποίους ἰδιαιτέρως ἐστράφησαν αἱ κομμουνιστικαὶ σειρῆνες. Καὶ ἡ ἀπορρόφησις τούτων ὑπῆρξε καταπληκτική, λόγῳ τῶν ὑπ’ ἐμοῦ ληφθέντων μέτρων ὡς ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ ἀσφαλιστικὰς εἰσφοράς, ἄνοιγμα κλειστῶν ἐπαγγελμάτων κλπ. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφισβητήσεως, ὅτι ἡ κατάστασις ἣν εὗρον, μὲ τὰς δεσμεύσεις, τὰς ἐπιβαρύνσεις καὶ τὰ κλειστὰ ἐπαγγέλματα, ἔφερε τὰς μικρὰς κυρίως ἐπιχειρήσεις εἰς κατάστασιν ἀπογνώσεως. Καὶ ναὶ μὲν συχνότατα, ὅλοι οἱ πολιτικοὶ ὅταν εὑρίσκωνται πρὸ τῶν ἐπαγγελματιῶν, βιοτεχνῶν κλπ., ὁμιλοῦν περὶ σπονδυλικῆς στήλης κλπ., ἀλλ’ οὐδεὶς τοὺς προστατεύει σοβαρῶς ἔναντι τῶν πάσης φύσεως βαρῶν καὶ δεσμεύσεων. Ἡμεῖς συνεχίζοντες καὶ ὄντες συνεπεῖς πρὸς τοὺς λόγους καὶ τὰς ἐπαγγελίας ἐλάβομεν καὶ θὰ ἐλαμβάνομεν μέτρα ἀποδεικνύοντα τὸ ὑπὲρ αὐτῶν ἐνδιαφέρον. Ἢ μήπως δὲν θὰ ἔπρεπε καὶ δι’ αὐτοὺς νὰ ἐνδιαφερθῶμεν; Ἀποδίδω, κύριοι, κολοσσιαίαν σημασίαν εἰς ὅλα τ’ ἀνωτέρω καὶ ἰδίᾳ εἰς τὰς δεσμεύσεις καὶ ἐπιβαρύνσεις καὶ τὴν ἠθικὴν τῆς ἐργασίας, ἄνευ τῆς ὁποίας, πιστεύω καὶ διακηρύσσω εἶναι ἀδύνατον νὰ ὀργανώσωμεν καὶ ἀνασυγκροτήσωμεν τὴν Ἑλληνικὴν Οἰκονομίαν, ἐξ ἧς καὶ μόνον θὰ ἀνέλθῃ τὸ βιοτικὸν ἐπίπεδον τῶν ἐργαζομένων καὶ γενικώτερον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ ποτὲ ἂν συνεχίσωμεν τὴν ὑποταγὴν εἰς τοὺς πάσης φύσεως δημοκόπους. Δὲν εἶναι, κύριοι, τόσον πτωχὴ ἡ χώρα, ὅσον συνήθως λέγεται. Πτωχὰ ὑπῆρξαν τὰ μυαλά μας. Διότι δὲν ἐβαδίσαμεν τὸν ὀρθὸν δρόμον, καὶ δὲν ἐμεριμνήσαμεν ὅσον ἔπρεπε διὰ τὴν ὀργάνωσιν τῆς Ἐθνικῆς μας οἰκονομίας. Πτωχὴ θὰ ἦτο ἡ χώρα, ἐὰν εἶχον οἱ πολιτικοὶ μεριμνήσει νὰ ἐξαντλήσουν ὅ,τι ὁ Θεὸς καὶ ἡ φύσις ἔδωσαν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ δὲν ἔπραξαν τοῦτο, ἀτυχῶς ὡς τώρα. Διότι αἱ παλαιαὶ πολιτικαὶ ἡγεσίαι κατετρίβοντο περὶ τὰ μικρὰ, δηλαδή, τοὺς διορισμούς, τὰς παύσεις κλπ. Ἐνῷ παρημέλησαν τὴν ὀργάνωσιν τῆς οἰκονομίας τῆς χώρας. Καὶ οὕτω πρὶν κἂν θεμελιωθῇ ἡ Ἑλληνικὴ οἰκονομία, τὴν ἔπνιξαν διὰ δῆθεν προοδευτικῶν νόμων, εἰς τὴν νηπιακὴν ἡλικίαν της καὶ κατέστησαν τὴν θέσιν τῆς ἐπιχειρήσεως ἐξαιρέτως δύσκολον, ἐπικίνδυνον καὶ σχεδὸν ἀδύνατον. Καὶ τὸ χειρότερον ὅτι τῆς καθιστοῦν διαρκῶς δυσκολωτέραν τὴν περαιτέρω ἀνάπτυξίν της, δι’ ὃ βλέπετε, ὅτι καὶ τὸ χρῆμα ἢ κρύπτεται ἢ φυγαδεύεται ἢ τοποθετεῖται ἀντιοικονομικῶς εἰς οἰκοδομὰς διὰ περισσοτέραν ἀσφάλειαν. Διότι καὶ διὰ τοῦ νόμου 118 ὡς ὁμολογεῖ καὶ ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις, ὡς ἄλλως τε καὶ οἱ ἄλλοι συνάδελφοι, ἀνομολογοῦν ὅτι προκύπτουν ἐκ τοῦ νόμου 118 πλὴν τῶν ἄλλων καὶ πολλαὶ ἀκυρότητες, τόσαι, ὥστε, οὐχὶ ὀλίγοι οἱ λεγόμενοι ἐργατολόγοι δικηγόροι Ἀθηνῶν, νὰ ἔχουν κτίσει πολυκατοικίας εἰς βάρος τοῦ πραγματικοῦ ἐπιχειρηματίου. Αὐτὰς τὰς ἀκυρότητας καὶ αὐτὴν τὴν θλιβερὰν κατάστασιν προσεπάθησα κατά τι μέτρον νὰ τὰς διορθώσω, τοῦτο ἀκόμη καὶ διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ὅσον καὶ ἂν κατὰ δειλόν τινα τρόπον ὁμολογεῖται ἐπιχειρεῖται. Ἀλλὰ τὸ ριζικὸν μέτρον, τὸ σωτήριον, ἦτο ἡ κατάργησις τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ νόμου 118, ἡ ἀπ’ ἀρχῆς, ἣν εἰσηγήθημεν ἡμεῖς διὰ νὰ σταματήσωμεν μερικὰ θλιβερὰ ἀποτελέσματα παρεμποδίζοντα τὴν ἀνάπτυξιν τῆς οἰκονομίας καὶ τῆς ἐπιχειρήσεως εἰς τὴν πρόσληψιν τῶν ἐργατῶν, τὴν ὕπαρξίν της καὶ τὴν περαιτέρω ἀνάπτυξίν της. Ἔχω λάβει, κύριοι συνάδελφοι, ἑκατοντάδας διὰ νὰ μὴ σᾶς εἴπω χιλιάδας, ἐπιστολῶν ἀπὸ ὅλην τὴν Ἑλλάδα, ἐν σχέσει μὲ τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ νόμου 118. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε, ἐξ ὅλων αὐτῶν νὰ σᾶς διαβάσω μίαν σύντομον, γνωστοῦ βιοτέχνου, τοῦ κ. Ἀξελοῦ ἀπὸ τὸν Βόλον: «Ἀξιότιμε κ. ὑπουργέ, ἕνα ἀπὸ τὰ εὐεργετικώτερα μέτρα ἦτο ἡ κατάργησις τοῦ νόμου 118. Ἀνεπνεύσαμεν κυριολεκτικῶς. Τώρα μόλις ἤκουσα, ὅτι θὰ ἐπανέλθῃ ὁ νόμος 118 γιὰ νὰ μὴ καταστραφῶ ἀπέλυσα μερικοὺς ἐργάτας, ἐνῷ ὅταν τὸν κατηργήσατε πῆρα 50 γιατὶ δὲν φοβόμουνα. Τώρα ὄχι λίγοι ἐργάτες μὲ βρίζουν καὶ μοῦ λένε «ἂν μπορῇς ρὲ ἀπόλα μας». Πῶς νὰ ἐργασθοῦμε ἔτσι; Αὐτὰ δὲν τὰ βλέπουν οἱ συνάδελφοί σας; κλπ.». Ὀλίγα λόγια, ἀλλὰ σοφὰ καὶ ἀξιοπρόσεκτα, τὰ ἐν τῇ ἐπιστολῇ. Πότε θὰ ἴδωμεν ἂν τὰ μέτρα εἶναι σωστὰ ἢ ὄχι; Ὀρθὰ ἢ ἐσφαλμένα; Μόνον ὅταν τὰ ἀποτελέσματα τούτων εἶναι ὀρθά, ὅταν δηλαδὴ εἶναι σύμφωνα πρὸς τὸ γενικὸν συμφέρον καὶ τείνουν εἰς τὸ νὰ βοηθήσουν τὴν ἀνάπτυξιν τῆς οἰκονομίας. Ὅταν λοιπὸν θεσπίζωμεν ἓν μέτρον ἢ καταργῶμεν ἓν ἄλλο, πρέπει κατ’ ἐμέ, ὡς πρὸς τὰ ἀποτελέσματα αὐτὰ ν’ ἀποβλέψωμεν. Καὶ σήμερον δὲν ἔχετε μόνον τὴν ἐπιστημονικὴν θεωρίαν ὑπ’ ὄψιν, ἀλλὰ τὰ λαμπρὰ ἀποτελέσματα τῶν ληφθέντων τούτων μέτρων. Βεβαίως, αἱ φωναὶ τῆς δημαγωγίας, κύριοι, ἀκούονται πανταχόθεν, ἀλλ’ εἶναι τοῦτο φυσικόν. Ἀλλὰ σεῖς πρέπει νὰ ἴδετε: Ἂν χάρις εἰς τὰ μέτρα μου ἐβελτιώθη ἡ οἰκονομία καὶ ἂν περιωρίσθη, τόσον σημαντικῶς ἡ ἀνεργία, ὅπως ἀπέδειξα. Ἤδη μὲ τὴν ἐπαναφοράν, θὰ πλημμυρίσῃ ἡ χώρα ἀπὸ ἀνεργίαν καὶ πάλιν. Τοῦτο προλέγω καὶ τοῦτο θὰ γίνῃ. Καὶ τότε οἱ δημαγωγοὶ δὲν θὰ εὕρουν τὸν ἑαυτόν των ὑπαίτιον, ἀλλὰ θὰ ἐπιτεθοῦν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως διὰ νέας δημαγωγίας καὶ νέων αἰτημάτων των. Καὶ ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις ἀδυνατεῖ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰ αἰτήματά των θ’ ἀσκῆται δριμεῖα πολεμικὴ κατ’ αὐτῆς καὶ θὰ εἰσπράξῃ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀνοησίας καὶ τῆς ὑποχωρήσεως. Ὁμοῦ ὅμως, μὲ τὴν κατάργησιν τοῦ ἄρθρου 9 νόμου 118, διὰ τοῦ νόμου 2961, ηὐξήσαμεν τὸ ἐπίδομα ἀνεργίας, ἀπὸ 12 δραχμὰς εἰς τὰ ⅔ τοῦ κατωτάτου ἤτοι μὲ τὰ οἰκογενειακὰ ἐπιδόματα, τὸ ἐπίδομα ἀνῆλθεν εἰς δραχμὰς 35 περίπου, ἡμερησίως, ἔναντι τῶν 12. Εἶναι μήπως καὶ τοῦτο ἀντεργατικόν; Ἀλλ’ αὐτὸ κανεὶς ἐκ τῶν κραυγαζόντων, καὶ εὐλόγως, δὲν τὸ ἀναφέρει.
§19Δ. ΘΕΟΧΑΡΙΔΗΣ. Ἀπὸ ἐργάτας ἔχετε ἐπιστολάς;
§20Ε. ΓΟΝΗΣ. Μάλιστα. Ἔχω καὶ ἀπὸ ἐργάτας, κύριε συνάδελφε. Ἰδοὺ καὶ ἀπὸ ἕνα ἐργάτην καὶ διακεκριμένον μάλιστα ἐργάτην, ἐξαίρετον συνδικαλιστήν, ὄχι Γονικόν, ἀλλ’ ἐχθρόν του. «Ἐφημερὶς τῶν πετρελαιοεργατῶν ὁ Πετρελαιοεργάτης». Εἰς αὐτὴν ὁ ἐργάτης αὐτὸς γράφει: Ὁ νόμος 118 δὲν εἶναι τὸ κακόν. Διότι ὁ ἐργάτης θὰ πάρῃ τὴν ἀποζημίωσίν του καὶ πάλιν ἐργαζόμενος. Ἡ ρίζα τοῦ κακοῦ εὑρίσκεται εἰς τὴν διάφορον μεταχείρισιν τῶν ἐργατῶν ἀπὸ τοὺς ἰδιωτικοὺς ὑπαλλήλους.
§21Κ. ΜΠΑΚΟΛΛΑΣ. Ποῦ ὑπηρετοῦσεν αὐτός.
§22Ε. ΓΟΝΗΣ. Εἰς τὸν Πειραιᾶ. Ἄλλωστε τὶ ἐνδιαφέρει.
§23Κ. ΜΠΑΚΟΛΛΑΣ. Εἰς ποίαν ἐπιχείρησιν; Ἔχει σημασίαν αὐτό. Διότι εἶναι ἐκεῖ ποὺ ἐβγάλατε μίαν παράνομον διαταγὴν ποὺ σᾶς τὴν ἠκύρωσε τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας.
§24Ε. ΓΟΝΗΣ. Κάνετε καὶ πάλιν λάθος καὶ σπεύδετε πάρα πολύ. Περὶ ποίας ἀκυρώσεως ὁμιλεῖτε;
§25Κ. ΜΠΑΚΟΛΛΑΣ. Διὰ τὴν ἀπόφασιν βάσει τῆς γνωστῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν σᾶς ἠκύρωσε τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας.
§26Ε. ΓΟΝΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, διὰ μίαν ἀκόμη φορὰν συλλαμβάνεσθε καὶ σπεύδων καὶ ἀγνοῶν τὸ θέμα. Ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἀφεώρα τὴν Ἐριουργίαν. Ἐδῶ πρόκειται περὶ πετρελαιοεργάτου.
§27Κ. ΜΠΑΚΟΛΛΑΣ. Γνωρίζετε πολὺ καλὰ τὸ ἔργον τῶν χειρῶν σας.
§28Ε. ΓΟΝΗΣ. Νὰ εἶσθε εὐπρεπέστερος εἰς τὰς ἐκφράσεις σας, κύριε συνάδελφε. Ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας ἀφεώρα, ἐπαναλαμβάνω, τὴν Ἐριουργίαν καὶ εἶναι τελείως ἄσχετος μὲ τὰς πετρελαιοειδεῖς ἐπιχειρήσεις. Ἐγὼ σᾶς λέγω, περὶ τοῦ πετρελαιοεργάτου. Μὲ συγχωρεῖτε ἀλλὰ εἶσθε καὶ κακῆς πίστεως καὶ ἀκατατόπιστος. Ἐγὼ σᾶς ὁμιλῶ περὶ τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ. Ἐπειδὴ μὲ ἠρώτησεν εἷς συνάδελφος, ἐὰν καὶ ἀπὸ ἐργάτας ἔλαβον ἐπιστολὰς. Καὶ ἀπαντῶ, ὅτι οἱ καλοὶ ἐργάται λέγουν τὸ ἴδιον, ὄχι ὅμως καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πηγαίνουν εἰς τὴν ἐργασίαν διὰ νὰ διαλύσουν τὴν ἐπιχείρησιν. Διότι, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι δικαίωμα τοῦ καθ’ ἑνὸς νὰ φρονῇ ὅ,τι θέλει, ἀλλά ἐπαναλαμβάνω, τὸ ζήτημα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα ποῖα θὰ εἶναι καὶ ποῦ θὰ μᾶς ὁδηγήσουν. Ἐδῶ εἶναι μία ἐπιστολὴ ἐργάτου ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι ὀρθῶς ἐγένετο κλπ. Καὶ περὶ τῶν εὐεργετικῶν ἀποτελεσμάτων τῆς καταργήσεως, οὐδεμίαν σοβαρὰν ἀντίρρησιν ἤκουσα, ἑπομένως εἶναι δι’ ἐμὲ ὅλος ὁ θόρυβος καὶ ὅλη ἡ δημαγωγία ἀντίλαλος τῶν κομμουνιστῶν καὶ τῶν ἀνατρεπτικῶν δυνάμεων. Μήπως καὶ δι’ ἓν ἄλλο μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐλήφθη ἐπὶ Κυβερνήσεώς μας ὡς σᾶς εἶπον, τὸ καπνεργατικὸν δὲν ἐλέχθησαν οἱ ἴδιοι χαρακτηρισμοὶ ὡς ἀντεργατικοῦ μέτρου; Σήμερον ὅμως, ὅλοι ἐκτιμοῦν τ’ ἀποτελέσματα. Τὸ ἄρθρον 9 τοῦ ν. 118 ἐπέφερε τὴν ἀδυναμίαν τῆς ἐπιχειρήσεως εἰς τὴν προκαταβολικὴν ἀποζημίωσιν. Καὶ ἐδῶ εἶναι τὸ ὅλον θέμα καὶ δι’ αὐτὸ εἶναι ἀνάγκη νὰ κάμω μίαν ἀκόμη διασάφησιν. Ὅπως ἔχετε ὑπ’ ὄψει σᾶς κύριοι συνάδελφοι, δὲν κατηργήσαμεν ἡμεῖς τὸν νόμον περὶ ἀποζημιώσεως τῶν ἐργατῶν καὶ ὑπαλλήλων, ἀλλὰ κατηργήσαμεν τὴν φοβερὰν ἐκείνην διάταξιν, ἡ ὁποία ἔλεγεν, ὅτι εἶναι ἄκυρος ἡ ἀπόλυσις ἐὰν προκαταβολικῶς δὲν καταβληθῇ ἡ ἀποζημίωσις. Καὶ ἐρωτῶ: Τί ὠφελήθησαν ἀπὸ τὸ ἄρθρον 9 τοῦ ν. 118 οἱ ἐργάται τοῦ Παπαγεωργίου Βόλου ἢ τοῦ Ἀναστασοπούλου Πατρῶν ἢ τὴν Α.Κ. Ε.Π. τῆς Σύρου; Κανεὶς δὲν ἠρώτησε πότε ἀπολύονται ἀπὸ τὴν ἐπιχείρησιν οἱ ἐργάται; Εἰς τὰ καλὰ καθούμενα, ἀπολύουν τοὺς ἐργάτας αἱ ἐπιχειρήσεις; Ὄχι, βεβαίως. Ἀλλὰ ὅταν εὑρίσκωνται εἰς δυσχέρειαν καὶ ἀδυναμίαν. Ὁ Παπαγεωργίου εἰς τὶ ὠφελήθη μὲ τὸ ὅτι ἔφθινε καθημερινῶς ἡ ἐπιχείρησίς του; Ἐὰν ὅμως εἶχε τὴν ἐλαστικότητα ἡ ἐπιχείρησις αὕτη νὰ ἀπολύῃ σήμερον 50, αὔριον 100, μεθαύριον 150 ἕως ὅτου φθάσῃ εἰς τὸ ἰσοζύγιον τῶν ἀναγκῶν τῆς ἐπιχειρήσεως, οὔτε τὸ ἐργοστάσιον τοῦ Παπαγεωργίου θὰ ἔκλειεν, οὔτε οἱ ἐργάται θὰ ἔμεναν μὲ τὰς ἐπιδοτήσεις τὰς πάσης φύσεως. Διότι, ἐφθάσαμε νὰ δανείσωμεν–ἐπιδοτήσωμεν τὸ ἐργοστάσιον Παπαγεωργίου μὲ 48 δισεκατ. δραχμῶν.
§29Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Τὸ ἐργοστάσιον ἔκλεισε μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου 118.
§30Ε. ΓΟΝΗΣ. Κύριε συνάδελφε, περὶ ἰατρικῆς δὲν ἠξεύρω τίποτε, ἀλλὰ ἀπὸ ἐργατικὰ κάτι γνωρίζω. Ὅταν ἔγινα ὑπουργός, τὸν πρῶτον μῆνα μεταβὰς εἰς Βόλον, εὗρον τὴν ἐπιχείρησιν τοῦ ἐργοστασίου μὴ καταβάλουσα τοὺς μισθοὺς εἰς τοὺς ἐργάτας καὶ ἐδώσαμεν ἡμεῖς ἐπιχορήγησιν καὶ ξαναδώσαμεν ἐπανειλημμένως ἐπιχορηγήσεις, ὅλοι οἱ ὑπουργοὶ ἠσχολήθησαν μὲ τὸ θέμα τῆς συγκρατήσεως τῆς ἐπιχειρήσεως Παπαγεωργίου καὶ ἐπιθυμῶ τοὐλάχιστον εἰς μερικὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι πασίγνωστα, νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀντίρρησις. Ἀλλὰ τελικῶς ἡ ἐπιχείρησις αὕτη ἐπτώχευσε, διότι καὶ ἐπὶ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως ὑπῆρχεν ἡ πληγὴ αὕτη......
§31Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Καὶ ποῦ ἐχρησιμοποιήθησαν τὰ χρήματα αὐτά;
§32Ε. ΓΟΝΗΣ. Εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν ἐργατῶν καὶ πρώτας ὕλας.
§33Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Ἔκαμεν ἐπέκτασιν τῶν ἐγκαταστάσεών του καὶ νέας ἐγκαταστάσεις.
§34Ε. ΓΟΝΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐπαναλαμβάνω, διὰ τὴν ἰατρικὴν ἐγὼ δὲν γνωρίζω τίποτε, ἀλλὰ διὰ τὰ ἐργατικὰ, κάτι ξεύρω. Σᾶς λέγω, ὅτι τὸ θέμα αὐτῆς τῆς ἐπιχειρήσεως, προϋπῆρχε τῆς ἰδικῆς μας Κυβερνήσεως καὶ ἐπικαλοῦμαι μάρτυρας τοὺς συναδέλφους, ὅταν μετέβην εἰς τὸν Βόλον. Τότε μᾶς παρεκάλεσε νὰ τὸν διευκολύνωμεν καὶ νὰ τοῦ δώσωμεν οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν καὶ διευκολύνσεις, διότι ἐπρόκειτο τὰ Χριστούγεννα τοῦ 52 τὸ ἐργοστάσιον νὰ κλείσῃ. Ὅταν δὲ μετέβην ἐκεῖ, ἡ ἐπιχείρησις καθυστέρει ἤδη, 15 καὶ 30 ἡμερῶν ἡμερομίσθια. Αὐτὰ εἶναι πασίγνωστα καὶ καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν ὀνόματι ἄλλης διαθέσεως, νὰ τὸ ἀμφισβητήσῃ κανείς. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἔκαμε πᾶν τὸ δυνατὸν καὶ ὑπερβαλόντως νὰ τὴν ἐνισχύσῃ καὶ ὄχι μόνον αὐτήν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπιχείρησιν Γκλαβάνη καὶ ἄλλας ἐπιχειρήσεις. Καὶ ὄντως ἐνίσχυσεν οἰκονομικῶς ἀρκετὰ καὶ γενναίως. Εἰς τὴν ἐπιχείρησιν Γκλαβάνη μάλιστα, ἔκαμε καὶ ἕνα πείραμα: Ἤθελαν οἱ ἐργάται νὰ κάμουν ἕνα συνεταιρισμὸν καὶ δι’ αὐτοῦ ν’ ἀπασχολοῦνται, τοὺς ἐβοηθήσαμεν οἰκονομικῶς, ἀλλά, δυστυχῶς, ὁ συνεταιρισμὸς αὐτὸς δὲν ἠδυνήθη νὰ εὐημερήσῃ. Λέγω, λοιπόν, εἰς τὶ ὠφέλησαν αὐτοὶ οἱ δῆθεν προστατευτικοὶ νόμοι τοὺς ἐργάτας Παπαγεωργίου κλπ.; Ἔλαβον καμμίαν ἀποζημίωσιν; Ὄχι. Ἀλλ’ εἶναι προστατευτικὸς ὁ νόμος αὐτὸς ὁ συντείνων εἰς τὴν κατάρρευσιν τῆς ἐπιχειρήσεως. Θέτω τοῦτο πρὸ τῆς συνειδήσεως παντὸς ἐντίμου ἀνθρώπου. Ἢ ἀντιθέτως ὁ νόμος αὐτὸς ὁδηγεῖ εἰς τὴν δημιουργίαν τῆς ἀνεργίας, ὅπως ἐγὼ πιστεύω καὶ μετ’ ἐμοῦ καὶ οἱ Ἀμερικανοὶ «ἐξπὲρ» καὶ ὅλοι οἱ ἀσχοληθέντες μὲ τὸ θέμα τοῦτο, ὁπότε δὲν εἶναι φιλεργατικός; Διότι μεγαλυτέρα κατάρα διὰ τὸν ἐργάτην, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἡ ἀνεργία, αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς κατάρα διὰ τὸν ἐργάτην. Ἄν λοιπόν, ἡ κατάργησις τοῦ νόμου αὐτοῦ φέρῃ εἰς τὴν ἐξεύρεσιν τῆς ἐργασίας, τότε καὶ μόνον τότε, ὁ νόμος εἶναι φιλεργατικός. Ἀλλὰ εἶχα καὶ ἄλλο θέμα ν’ ἀντιμετωπίσω, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ κοινωνικὴ πολιτικὴ διευθυνομένη ἀπὸ ἐμὲ ἦτο ἀδύνατον νὰ κλείσῃ τοὺς ὀφθαλμούς της. Τὸ μέγα πρόβλημα τῆς νεολαίας. Ἕως πότε θὰ παρέμενον οἱ νέοι σαλταδόροι; Ἕως πότε ἡ πολιτεία θὰ τοὺς ἠρνεῖτο ἐργασίαν; Καὶ διὰ τοὺς νέους ἔλαβον σειρὰν μέτρων μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου 118. Ἀλλά, ὑπὲρ ἐμὲ καὶ ὑμᾶς ὑπάρχουν στατιστικὰ στοιχεῖα ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἰσηγηθῶ. Παρ’ ὅτι ἦτο φυσικὸν ν’ ἀναμένεται διὰ μικρὸν χρονικὸν διάστημα αὐτὴ ἡ πίεσις ἡ ἀπὸ ἐτῶν ὑφισταμένη, νὰ δημιουργήσῃ προσωρινῶς κῦμα ἀθρόων ἀπολύσεων, ἐν τούτοις, καμμία σοβαρὰ ἐπιχείρησις δὲν προέβη εἰς ἀπολύσεις καὶ εἴχομεν περισσοτέρας προσλήψεις, σχεδὸν διπλασίας τῶν ἀπολύσεων. Αὐτὰ λέγουν τὰ ἐπίσημα, τὰ ἀναμφισβήτητα στοιχεῖα τῶν γραφείων εὑρέσεως ἐργασίας. Ἀλλά, πέραν τούτου, κύριοι, μερικοὶ συνάδελφοι τοῦ Κέντρου, ἔχουν πάθει κάποιαν ἀμνημοσύνην. Τὸ 1951, καὶ 1952, κύριοι συνάδελφοι ἐσημειώθη τέτοιο κῦμα πρωτοφανῶν ἀπολύσεων ὑπάρχοντος τοῦ νόμου 118, ὥστε ἡ Κυβέρνησις ἐψήφισε τὸν νόμον 2222. Διατί ἔγιναν αἱ ἀπολύσεις ἐκεῖναι; Διότι, ἁπλούστατα, αἱ οἰκονομικαὶ συνθῆκαι τῆς ἐποχῆς αὐτῆς, ἐδημιούργησαν κῦμα ἀπολύσεων, ὥστε ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κέντρου νὰ ψηφίσῃ τὸν νόμον 2222, διὰ ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὸ κῦμα τῶν ἀπολύσεων, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, τὸν ἀντιοικονομικόν, καὶ μὲ ὕποπτον τρόπον, διότι καὶ ἡ ἰσχύς του ἦτο περιωρισμένη καὶ ἠρτημένη ἀπὸ τότε ἐὰν θὰ γίνουν ἐκλογαὶ ἢ ὄχι, καὶ ἐθέσπισαν αὐτὸ πρωτάκουστον: Ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς θὰ ἰσχύσῃ ἐὰν τὸ ἀποφασίσῃ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Θὰ ἀπεφάσιζε τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἐὰν θὰ ἐπηγαίναμεν εἰς τὰς ἐκλογὰς καὶ ἐὰν μὲν ἐπηγαίναμεν θὰ ἔλεγαν εἰς τοὺς ἐργάτας: Ἰδοὺ σᾶς προστατεύομεν, διότι σᾶς ἐκάμαμεν ἕνα νόμον κατὰ τῶν ἀπολύσεων, ἄλλως, δὲν θὰ τὸν ἐδημοσίευον. Λέγω, λοιπόν, ὅτι τὸ κῦμα τῶν ἀπολύσεων ἦτο μέγα ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ Κέντρου, ὄχι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας. Καὶ ἐνῷ δὲν ἀντιμετωπίσθη δεόντως ἡ ἀνεργία ἀλλὰ δημαγωγικῶς, ἔκλεισε μερικὰς ἀκόμη ἐπιχειρήσεις ὁριστικῶς καὶ ὑπὸ τὸν Ν. 118 χωρὶς τίποτε νὰ ὠφεληθοῦν οἱ ἐργάται. Ἡμεῖς παρελάβομεν 180.000 ἀνέργους, καὶ εἶναι πρὸς τιμὴν τῆς κοινωνικῆς πολιτικῆς τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ὅτι τοὺς ἐφθάσαμεν εἰς τὰς 32 χιλιάδας καὶ τοῦτο χάρις εἰς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν, μέτρα χαρακτηρισθέντα ἀντιδημοτικά, ἀποδειχθέντα δὲ σωστικά. Ἀλλὰ δὲν ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα αὐτό, κ. συνάδελφοι, εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν. Ἐφθάσαμεν ἐκεῖ συνεπείᾳ ὡρισμένων μέτρων ὀρθῶν. Διότι, ἡ ὀρθότης φαίνεται ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος καὶ ὄχι ἐκ τῶν συναισθημάτων. Ὅλοι συμπονοῦμεν τοὺς ἐργάτας καὶ πιστεύω ἴσως μὲ ὅλους, ἂν ὄχι περισσότερον, ἐγώ, καὶ δὲν ὑπάρχει ἀποκλειστικότης ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου. Ἀλλὰ τὸ εὑρίσκειν τὸ ὀρθὸν εἶναι τὸ δύσκολον εἰς τὸ μέσον τῆς συνοχῆς αὐτῆς τῆς συγχύσεως καὶ τὸ δυσκολώτερον ἀκόμη ὅλων εἶναι, ὅσον περίεργον καὶ ἐὰν τοῦτο φαίνεται, νὰ γνωρίζῃ κανεὶς τὸ συμφέρον του. Ἦτο καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ γνωρίζουν οἱ ἐργάται ποὺ τοὺς ὡδήγησεν ἡ δημαγωγία τῶν ἡγετῶν των καὶ ὅτι αὐτοὶ οἱ ἐργατέμποροι κλείουν τὰς θύρας τῶν ἐργοστασίων καὶ δημιουργοῦν τὴν ἀνεργίαν, διότι ἐκεῖ βασίζεται τὸ ὅλον θέμα καὶ πάντως ποτὲ εἰς τὴν ὑποταγὴν τῆς δημαγωγίας. Ἀλλὰ χρειάζεται πρὸς τοῦτο ἀπαραιτήτως ἐπαρκὴς διαφώτισις. Κατὰ τοῦτο διαφέρουν, ἐπαναλαμβάνω, οἱ ἀληθεῖς ἡγέται τῆς πολιτείας ἀπὸ τοὺς οὐραγούς, οἱ ὁποῖοι ἐνδιαφέρονται μόνον διὰ τὴν δημαγωγίαν ἔσωθεν καὶ ἔξωθεν. Ἀλλ’ ἡ διαφώτισις, Κυβερνητικὴ καὶ Κρατικὴ δυστυχῶς, ἐστερήθη ἑαυτὴν τοῦ μέτρου καὶ ἐμοῦ, ἀλλ’ αὐτὸ ἀφήνω νὰ τὸ κρίνουν ἄλλοι. Αὐτά, κ. συνάδελφοι, εἶχον ἐν ὀλίγοις νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς. Καὶ ἐπειδὴ πολλὰ ἐλέχθησαν ἐν σχέσει μὲ τὸ θέμα τοῦτο καὶ ἐπειδὴ καὶ σεῖς πολλὰ ἠκούσατε, ἐνόμισα ὑποχρέωσίν μου νὰ ἐκθέσω ἐν ὀλίγοις, περὶ τίνος ἀκριβῶς ἐπρόκειτο. Δὲν εἶναι εὔκολον, κύριοι, νὰ λαμβάνῃ κανεὶς τὴν εὐθύνην τοιούτων μέτρων, ἀλλὰ πιστεύω ὅτι ὅταν τοῦτο ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ὀρθότητα καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ πίστις καὶ ἡ ἀντίληψίς μου περὶ τοῦ καθήκοντος, νομίζω, ὅτι ἀξίζει τὸν κόπον νὰ πέφτῃ κανεὶς διὰ νὰ δικαιωθῇ ἀπὸ τὰ πράγματα, ὅπως μὲ ἐδικαίωσαν καὶ ὅπως θὰ μὲ δικαιώσουν. Ἡ ἐκτέλεσις τοῦ καθήκοντος ὑπῆρξε δι’ ἐμὲ πάντοτε ὑψίστη ἐπιταγή. Καὶ ἔφυγα ὄντως ὑπερήφανος καὶ χωρὶς πικρίαν.
§35Γ. ΠΑΜΠΟΥΚΑΣ. Κατηγορεῖτε τὸ παρὸν νομοσχέδιον ὡς ἀντιεργατικόν;
§36Ε. ΓΟΝΗΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Ἐργασίας, εἰσηγούμενος τὸ νέον μέτρον τῆς ἀνακλήσεως, ἐξήγησε τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους τὸ εἰσηγεῖται. Ἀτυχῶς ἡ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος ὄχι διὰ πρώτην φοράν, χαρακτηρίζεται ἀπὸ ἀσυνέχειαν, ἀσυνέπειαν καὶ ἀντιρρήσεις. Τοῦτο συνέβη καὶ νῦν. Εἶναι τοῦτο ἀτύχημα, μέγιστον, κ. βουλευταί, διότι δι’ ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐνσυνειδήτως συνεζητήθη πρὸ μηνῶν, ἔρχεται ἡ ἰδία ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ ἀποδείξῃ ὅτι εἶναι ἀσυνεπὲς νὰ ἐπανασυζητήσῃ τὸν παρὸν νομοσχέδιον, ἐνῷ ὤφειλε νὰ ἐμμείνῃ εἰς αὐτὸ ἀδιαφοροῦσα διὰ τὰς κραυγὰς τοῦ πεζοδρομίου.
§37Γ. ΠΑΜΠΟΥΚΑΣ. Εἶσθε ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου;
§38Ε. ΓΟΝΗΣ. Ἠγόρευσα τόσην ὥραν ἀλλὰ δὲν ἠθελήσατε νὰ ἀντιληφθῆτε τί εἶπον. Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον εἶναι ὀρθὸν καὶ ἀνοίγῃ πύλας διὰ προσλήψεις ἐργατῶν, αὐτὸ εἶναι φιλεργατικὸν καὶ τοῦτο ἐπετυγχάνετο μὲ τὴν κατάργησιν τοῦ Ν. 118. Τοῦτο, τὸ ὑπὸ κρίσιν, τὸ ὁποῖον θὰ δημιουργήσῃ ἀσφαλῶς ἀνεργίαν, τὸ κρίνω ἐπιβλαβὲς διὰ τὴν οἰκονομίαν τῆς χώρας, ἐπιβλαβὲς διὰ τὴν ἀπασχόλησιν καὶ καταστρεπτικὸν τῶν μικρῶν ἐπιχειρήσεων, δεῖγμα τῶν ὁποίων ἐλάβατε προχθές, ἀλλὰ κανεὶς δὲν τὸ ἀντελήφθη. Ἀλλὰ μερικοὶ ἄνθρωποι ἀντιλαμβάνονται συνήθως, ὅ,τι τοὺς ἀρέσει καὶ ὅ,τι τοὺς συμφέρει.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Κουντούρης ἔχει τὸν λόγον.
§40Ν. ΚΟΥΝΤΟΥΡΗΣ. Κύριοι βουλευταί, πρὸ ἑπτὰ μόλις μηνῶν, τὸν παρελθόντα Αὔγουστον, ἡ κυβέρνησις τοῦ Συναγερμοῦ ἔφερεν ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, σχέδιον νομ. διατάγματος περὶ Ὀργανισμοῦ Ἀπασχολήσεως καὶ Ἀνεργίας. Διὰ τοῦ σχεδίου ἐκείνου νόμου, ἀνέτρεψεν τὸ ὑφιστάμενον καθεστὼς ἀσφαλίσεως τῆς ἀνεργίας κατὰ βάσιν διότι ἀφῄρεσε πρῶτον τὴν ἄσκησιν τῆς ἀσφαλίσεως ταύτης ἀπὸ τὸ Ι.Κ.Α. καὶ τὴν παρέδωσεν εἰς νέον φορέα, εἰδικῶς ὀργανούμενον νέον ὀργανισμόν. Δεύτερον, ἐπέβαλεν εἰσφορὰν ἀσφαλίσεως ἀνεργίας εἰς τοὺς ἐργάτας μὴ ὑφισταμένη προηγουμένως. Τρίτον, περιώρισε τὰ ἐπιδόματα ἀνεργίας περίπου εἰς τὸ ἥμισυ τῆς κλίμακος ἡ ὁποία ἕως τότε ἴσχυεν. Τέταρτον, ηὔξησε τὰς προϋποθέσεις διὰ τὴν λῆψιν τοῦ ἐπιδόματος ἀνεργίας, περιορίσασα οὕτω σημαντικώτατα τὴν δυνατότητα ὑποστηρίξεως τῶν ἀπολυομένων ἢ τῶν εὑρισκομένων φυσιολογικῶς ἐν ἀνεργίᾳ ἐργατῶν καὶ τέλος, πέμπτον, κατήργησεν τὸν Ν. 118 καταστάντος οὕτως ἐπιμάχου τοῦ θέματος ἐπαναφορᾶς τοῦ νόμου τούτου ἐν ἰσχύϊ. Τὸ σήμερον συζητούμενον νομοσχέδιον, ἀπὸ ὅλα τὰ προηγούμενα πέντε σημεῖα, σκοπεῖ νὰ ἐπανορθώσῃ καὶ τοῦτο μερικῶς μόνον τὸ πέμπτον. Ἐνῷ δηλαδὴ διὰ τοῦ Ν. Δ. 2961 κατηργήθη ὁ νόμος 118, κατηργήθη τουτέστιν ἡ ὑποχρέωσις τοῦ ἐργοδότου νὰ πληρώνῃ συγχρόνως μὲ τὴν ἀπόλυσιν εἰς τὸν ἀπολυόμενον μισθωτὸν τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου 2112 τοῦ 1920 καὶ τοῦ συναφοῦς διατάγματος τοῦ Ἰουλίου 1920 καθοριζομένων ἀποζημιώσεων. Τώρα διὰ τοῦ ὑπὸ ψήφισιν νομοσχεδίου ἐπαναφέρεται καὶ πάλιν μερικῶς ἡ ὑποχρέωσις τῆς ἀμέσου καταβολῆς τῆς ἀποζημιώσεως ταύτης. Ἐντὸς βραχυτάτου χρονικοῦ διαστήματος, ἐντὸς ἑπτὰ μόλις μηνῶν, παρέχεται οὕτω προφανὲς τὸ παράδειγμα, ἡ κυβέρνησις νὰ ἀνατρέπῃ τὸ ἴδιόν της ἔργον καὶ θὰ ἦτο εὐκταῖον ἡ ἐπανόρθωσις τοῦ λάθους νὰ ἦτο τοὐλάχιστον πλήρης. Ἀλλὰ οὔτε αὐτὸ δὲν συμβαίνει. Διότι ἐνῷ ὁ νόμος 118 ὥριζεν ἄμεσον τὴν πληρωμὴν ὁλοκλήρου τῆς κατὰ τὸν νόμον 2112 ὀφειλομένης ἀποζημιώσεως, τὸ ὑπὸ ψήφισιν σχέδιον νόμου, λέγει ὅτι μόνον διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς ἀπολύσεως ἐργατῶν, τεχνιτῶν καὶ ὑπηρετῶν, ἡ καταβολὴ τῆς ἀποζημιώσεως εἶναι ἄμεσος, διὰ δὲ τὴν περίπτωσιν ἀπολύσεως ὑπαλλήλων ἡ ἄμεσος πληρωμὴ τῆς ἀποζημιώσεως φθάνει μόνον μέχρι τῶν ὀφειλομένων ἐκ μισθῶν, διὰ δὲ τοὺς ὑπολοίπους κλιμακώνει ταύτην εἰς δόσεις τριμηνιαίας. Συνεπῶς, διὰ τοῦ ὑποστηριζομένου σήμερον σχεδίου νόμου δὲν ἀποδίδεται εἰς τὴν ἐργατικὴν τάξιν πᾶν ὅ,τι αὕτη εἶχεν διὰ τοῦ καταργηθέντος νόμου 118, ἀποδίδεται κάτι ὀλιγώτερον ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶχεν. Ἀλλὰ πέραν αὐτοῦ ὑπάρχει ἀκόμη καὶ ἡ ἐξέτασις τῶν ἄλλων σημείων, τῶν ἄλλων ἀπωλειῶν τὰς ὁποίας ὑπέστη ἡ ἐργατικὴ τάξις διὰ τοῦ ψηφισθέντος Ν. Δ. τὸν παρελθόντα Αὔγουστον. Καὶ ἂς ἀρχίσωμεν ἀπὸ ἕνα, τὸ ὁποῖον εἶναι καταφανέστατον καὶ σημαντικώτατον.
§41Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. (Ὑπ. Ἐργασίας). Κύριε συνάδελφε, ὁμιλοῦμεν ἐπὶ ἑνὸς νομοσχεδίου. Ἐσεῖς θέλετε νὰ ὁμιλήσετε ἐπὶ ἑνὸς ἄλλου νόμου. Νομίζω ὅτι εἶσθε ὀλίγον ἐκτὸς τοῦ θέματος. Παρ’ ὅλον τὸ σεβασμὸν ποὺ ἔχω πρὸς ὑμᾶς, νομίζω ὅτι εἶσθε ὀλίγον ἐκτὸς τοῦ θέματος.
§42Ν. ΚΟΥΝΤΟΥΡΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τὸ σημερινὸν τροποποιεῖ τὸ Ν. Δ. 2961. Ὀρθὸν εἶναι, νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν ἡ τροποποίησις αὐτὴ εἶναι ἐκείνη ποὺ ἔπρεπε νὰ εἶναι.
§43Α. ΣΤΡΑΤΟΣ (Ὑπ. Ἐργασίας). Κατόπιν συνεννοήσεων μετὰ τῶν ἐργατικῶν καὶ ἐργοδοτικῶν ὀργανώσεων, γίνεται τώρα πλήρης μελέτη ἐπὶ τοῦ ἀσφαλιστικοῦ ζητήματος ἀνεργίας καὶ προσεχῶς ἀφοῦ τελειώσῃ ἡ μελέτη αὐτή, θὰ ἔλθῃ, νομοσχέδιον ἐπὶ ὅλου τοῦ ζητήματος τοῦ ἀσφαλιστικοῦ.
§44Ν. ΚΟΥΝΤΟΥΡΗΣ. Ὑπῆρξε λοιπὸν ἡ ἀναφορά μου προφανῶς ὠφέλιμος διότι μᾶς παρέσχεν...
§45Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. (Ὑπ. Ἐργασίας). Οὐδεμίαν ἀπολύτως σχέσιν ἔχει μὲ τὴν ἀναφοράν σας τὰ ὅσα εἶπον.
§46Ν. ΚΟΥΝΤΟΥΡΗΣ. Μᾶς παρέσχε τὴν εὐκαιρίαν νὰ πληροφορηθῶμεν ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τὴν πρόθεσίν του περὶ ἐπανορθώσεως καὶ ἄλλων ἀτελειῶν τὰς ὁποίας εἶχε τὸ
Ν. Δ. 2961.
§47Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε συνάδελφε, ὅταν ἔλθουν οἱ νόμοι θὰ ἐξετασθοῦν. Σήμερον ἐξετάζετε σεῖς καθ’ ὃν τρόπον κρίνετε τὴν συνέχισιν τῶν νόμων, ὡς ἔχετε δικαίωμα.
§48Α. ΣΤΡΑΤΟΣ (Ὑπ. Ἐργασίας). Ἔκαμα μίαν δήλωσιν, διὰ νὰ μὴ συζητοῦμεν ἀσκόπως.
§49Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὅταν ἔλθουν οἱ νόμοι θὰ κριθοῦν. Σήμερον ὁ ἐπὶ τοῦ βήματος συνάδελφος συσχετίζει τοὺς νόμους μας. Ὅταν πρόκειται περὶ νομοθετικῆς συζητήσεως ἀπόκειται εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τοῦ ὁμιλητοῦ, νὰ κάμῃ ὡς θέλει τὴν συσχέτισιν τῶν εἰδικῶν νόμων. Εἰς τὰ νομοθετικὰ θέματα, ἡ ἔκτασις τῆς συζητήσεως, εἶναι ἀπολύτως ἀπεριόριστος. Ὑπὸ τὴ ἔννοιαν αὐτήν, ἀπευθύνω εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τὴν παράκλησιν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν παρατήρησιν αὐτήν.
§50Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. (Ὑπ. Ἐργασίας). Ἐγὼ ἁπλῶς ἔκαμα τὴν διακοπήν, διὰ νὰ μὴν ἀπομονώνεται ἡ συζήτησις.
§51Ν. ΚΟΥΝΤΟΥΡΗΣ. Ἄλλωστε εἶναι προφανές, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Ἐργασίας, συμφωνεῖ μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, ὅτι δύναται ὁ ἐπὶ τοῦ βήματος ρήτωρ, νὰ ἐκφράσῃ καὶ ἄλλας σκέψεις, διότι ὅταν ἠγόρευεν ὁ κ. Γονῆς, ἀνεφέρθη ἐπὶ παντὸς ἄλλου θέματος σχετικοῦ μὲ τὴν ἐργασίαν, χωρὶς νὰ ὑποστῇ διακοπὴν ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Ἐργασίας, ὁ ὁποῖος τὴν ἤκουσεν ψυχραίμως ἐπὶ 53′ τῆς ὥρας. Συνεχίζων τὰς σκέψεις μου, λέγω ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι διατάξεις τοῦ νόμου 2961, αἱ ὁποῖαι ἀφῄρεσαν δικαιώματα τῆς ἐργατικῆς τάξεως, καὶ τὰ ὁποῖα θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποκαθίστανται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νόμου, ἐφ’ ὅσον οὗτος, λέγεται νόμος τροποποιητικὸς τοῦ Ν. Δ. 2961. Καὶ μία ἀπὸ τὰς διατάξεις αὐτάς, εἶναι ἡ ἀναφερομένη εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἡμερομισθίων, τὰ ὁποῖα θὰ παρέχωνται εἰς τοὺς ἀνέργους. Διὰ τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ νόμου αὐτοῦ παρέχεται ἐπίδομα ἀνεργίας σημαντικῶς κατώτερον τοῦ ἰσχύοντος. Τοῦτο ἀπετέλεσε πλῆγμα κατὰ τῆς ἐργατικῆς τάξεως καὶ εἰς τὴν ἐπανόρθωσιν αὐτοῦ, ἀπεσκόπει ἡ πρότασις νόμου, ἡ ὁποία θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχε συζητηθῆ πρώτη, διότι ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος ὑποβληθεῖσα ὑπὸ 15 βουλευτῶν τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων πρότασις τὴν 13.1.55 δὲν συνεζητήθη μέχρι σήμερον, παρ’ ὅλην τὴν χθεσινὴν εὐρεῖαν συζήτησιν, καὶ οὔτε κἂν εἰς τὴν σημερινὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας ἀνεγράφη, ὥστε νὰ δύναται νὰ συζητηθῇ. Θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχε προηγηθῆ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως ἐκείνης, ἡ ὁποία περιέχει τὴν ἀποκατάστασιν ὅλων τῶν δικαιωμάτων τῶν ἐργατῶν, τὰ ὁποῖα κατηργήθησαν διὰ τοῦ Ν.
Δ. 2961.
§52Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Οὐδεὶς ἦλθεν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἐκ τῶν Φιλελευθέρων, ἢ τῆς ΕΠΕΚ, διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ νομοσχέδιον.
§53Ν. ΚΟΥΝΤΟΥΡΗΣ. Τρεῖς φορὰς παρέστην καὶ συνεφώνησα μὲ τὸν Πρόεδρον τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ὅτι ναὶ μὲν ἡ πλειοψηφία θὰ ἀπέρριπτεν τὴν πρότασιν νόμου, ἀλλ’ ὅτι οὗτος θὰ τὴν παρέδιδεν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ ἦτο σύμφωνος ὅτι θὰ ἀνεγράφετο πρώτη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Κατόπιν τούτων ἥσυχος ἀπεχώρησα διὰ τὴν περιφέρειάν μου.
§54Δ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΟΣ. Δὲν εἶχε τοιοῦτον δικαίωμα ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς.
§55Ν. ΚΟΥΝΤΟΥΡΗΣ. Ἡ συμφωνία μας ἦτο ὅτι θὰ παρεδίδατε τὴν πρότασιν.
§56Δ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΟΣ. Συνεζητήθη ἡ πρότασις πρὸ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἀπερρίφθη. Ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ συνῆλθεν εἰς δύο συνεδριάσεις καὶ οὐδεὶς παρέστη ἐκ τῶν Φιλελευθέρων βουλευτῶν.
§57Ν. ΚΟΥΝΤΟΥΡΗΣ. Αὐτὸ εἶπα καὶ ἐγώ, ὅτι τὴν παραδώσατε εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καθ’ ὃ εἴχατε ὑποχρέωσιν, χωρὶς ὅμως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ τὴν ἀναγράψῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὅταν τοῦτο εἶχε συμβῆ, τότε τὸ Σῶμα θὰ ἠδύνατο νὰ συζητήσῃ τὴν πρότασιν αὐτήν, ἡ ὁποία εἶναι πληρεστέρα, διότι ἐπανορθώνει ὅλας τὰς ὑπὸ τοῦ Ν. Δ. 2961 προσγενομένας ἀδικίας εἰς τοὺς ἐργάτας. Ἐλπίζω ὅτι συντόμως θὰ ἔλθῃ νόμος, ὁ ὁποῖος θὰ λέγῃ, αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἀναφέρει ἡ ἰδική μας πρότασις νόμου.
§58Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. (Ὑπ. Ἐργασίας). Τὸ ἀσφαλιστικὸν τμῆμα εἶναι πολὺ λεπτὸν καὶ θέλει πολλὴν μελέτην.
§59Ν. ΚΟΥΝΤΟΥΡΗΣ. Πάντως, ἐλπίζω ὅτι συντόμως ὁ κ. ὑπουργὸς θὰ φέρῃ εἰς τὸ Σῶμα τοιαύτας πληροφορίας, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν ἐὰν ἐπιβάλλεται ἢ ὄχι ἡ ἐπαναφορὰ εἰς τὸ πρῶτον σύστημα. Ἐπίσης ἀναμένομεν ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὸ Σῶμα ποῖα τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Ν. Δ. 2961, ὅσον ἀφορᾷ τὴν δρᾶσιν καὶ ἀποδοτικότητα τοῦ Ὀργανισμοῦ διότι ὑπάρχει καὶ πρότασις πλήρους καταργήσεως τοῦ διατάγματος αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν ὑπογράφουν οἱ συνάδελφοι τῆς ΕΠΕΚ καὶ ἡ πρότασις αὐτὴ δύναται νὰ καταπολεμηθῇ, ἐὰν ἔλθουν ἐνώπιον τοῦ Σώματος στατιστικὰ δεδομένα, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ ἀποδεικνύεται ὅτι ἐκ τῆς ἀποδόσεως τοῦ Ὀργανισμοῦ κατὰ τὸ διανυθὲν ἑπτάμηνον διάστημα, ὀρθὴ ὑπῆρξεν ἡ δημιουργία του. Ἐὰν τὸ διάστημα τῶν ἑπτὰ μηνῶν, δὲν εἶναι ἀρκετόν, νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. ὑπουργὸς πόσος καιρὸς χρειάζεται ἀκόμη, διὰ νὰ πεισθῶμεν ὅτι ἦτο ὀρθὸς ὁ δρόμος, τὸν ὁποῖον ἠκολούθησεν ἡ κυβέρνησις τὸν Αὔγουστον τοῦ 1954 ἱδρύσασα τὸν νέον αὐτὸν ὀργανισμόν. Ἐπὶ τοῦ συζητουμένου θέματος τῆς ἐπαναφορᾶς τοῦ ἄρθρου 9 νόμου 118 ὁ κ. Γονῆς ὁμιλήσας ἀντετάχθη πρὸς τὴν ἄποψιν τὴν κυβερνήσεως καὶ τοῦ Κόμματος εἰς τὸ ὁποῖον μετέχει καὶ μᾶς εἶπεν ὅτι ὁ νόμος 118 ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων του ἀποβαίνει ἀντεργατικός, διότι μὲ τὸ νὰ ὑποχρεοῦται ὁ ἐργοδότης νὰ πληρώσῃ ἀμέσως τὴν ἀποζημίωσιν, ὅταν θὰ ἀπολύσῃ ἕναν ἐργάτην, ἀναγκάζεται νὰ μὴ προσλάβῃ ἄλλον. Καὶ εἶπεν ἐπίσης, ὅτι οἱ κακοὶ ἐργάται διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ προστατεύονται. Παρέλειψεν ὅμως νὰ ἀναφέρῃ ὅτι ἡ κατὰ τὸν νόμον 118 καταβαλλομένη ἀποζημίωσις, καταβάλλεται εἰς ἐργάτην, ὁ ὁποῖος ἔχει τοὐλάχιστον δύο ἐτῶν ὑπηρεσίαν εἰς τὴν ἐπιχείρησιν. Ἄρα ὁ κακὸς ἐργάτης δὲν θὰ ἔχῃ διατηρηθῆ ἐπὶ διετίαν. Οὐδεὶς ἐργοδότης εἶναι τόσον βραδείας ἀντιλήψεως, ὥστε ἐπὶ μίαν διετίαν νὰ μὴ δύναται νὰ ἀντιληφθῇ τὴν ποιότητα τῶν ἐργατῶν του. Ὁ νόμος προστατεύει τοὺς καλοὺς ἐργάτας, ἐκ τοῦ ἐνδεχομένου κινδύνου τῆς ἀπολύσεώς των καὶ τοὺς προστατεύει διὰ τῆς ἀμέσου καταβολῆς τῆς ἀποζημιώσεως, ὥστε ὅταν θὰ φθάσουν νὰ ἔχουν ἡμερομίσθια, νὰ ἔχουν τότε τοὐλάχιστον νὰ ζήσουν μέχρις ὅτου εὕρουν ἐργασίαν.
§60Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. (Ὑπ. Ἐργασίας). Δὲν εἶναι δύο ἔτη. Εἶναι δύο μῆνες, κ. συνάδελφε.
§61Ν. ΚΟΥΝΤΟΥΡΗΣ. Ἐὰν δὲν ἔχῃ δύο ἔτη ὑπηρεσίαν, δὲν δικαιοῦται νὰ πάρῃ κανένα ἡμερομίσθιον.
§62Α. ΣΤΡΑΤΟΣ (Ὑπ. Ἐργασίας). Διὰ τοὺς ἐργάτας εἶναι ἀπὸ δύο μῆνας καὶ ἄνω.
§63Ν. ΚΟΥΝΤΟΥΡΗΣ. Διὰ τοὺς ὑπαλλήλους εἶναι δύο ἔτη. Διὰ τὸν ἐργάτην ὅταν ἔχῃ δύο μῆνας παίρνει ἓξ ἡμερομίσθια.
§64ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἔχετε δίκαιον κ. συνάδελφε. Ὁ νόμος λέγει μέχρι δύο ἔτη.
§65Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. (Ὑπ. Ἐργασίας). Ὁ νόμος λέγει «ἀπόλυσις ἰδιωτικοῦ ὑπαλλήλου, ὅστις προσελήφθη ἐπὶ χρόνῳ μὴ ὡρισμένῳ, ἐφ’ ὅσον οὗτος διαρκέσῃ ὑπὲρ τοὺς δύο μῆνας δὲν δύναται κλπ.» Τὸ λέγει, δύο μῆνας.
§66Ν. ΚΟΥΝΤΟΥΡΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει καὶ ἡ χρονικὴ αὕτη περίοδος, εἶναι ἐπαρκὴς διὰ νὰ γνωρίσῃ ὁ ἐργοδότης ποῖος εἶναι ὁ ἄχρηστος ἐργάτης καὶ νὰ τὸν βγάλῃ. Καὶ μοῦ ὑπενθυμίζει ἡ περίπτωσις αὐτῆς τῆς ἐκτελέσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ προλαλήσας συνάδελφος, ὁ κ. Γονῆς, ἐπὶ τῆς θεωρητικῆς οἰκονομολογικῆς ἀρχῆς, ὅτι πᾶσα ἐπιβάρυνσις ἔστω καὶ 1%, τῆς ἐπιχειρήσεως, εἶναι ἀντεργατική, διότι προκαλεῖ ἐλάττωσιν τῆς ἀπασχολήσεως, μοῦ ὑπενθυμίζει μίαν ἀνάλογον περίστασιν, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσα εἰς τὰ πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς τοῦ 1911 ἕως 1912, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾶ ἡ μνήμη, ὅταν διὰ πρώτην φορὰν ἡ κυβέρνησις τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου ἐθέσπιζε τὴν ἐπιβολὴν ἐπὶ τῶν βιομηχανικῶν ἐπιχειρήσεων εἰσφορᾶς ἀσφαλείας, διὰ τὰ ἀτυχήματα κατὰ τὴν ἄσκησιν τῆς ἐργασίας. Καὶ τότε, ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ἠκούσθη ἡ προφητεία ὅτι ἡ ἐπιβολὴ τῆς τοιαύτης βαρείας εἰσφορᾶς ἐπὶ τῆς ἑλληνικῆς βιομηχανίας θὰ προεκάλει τὸν μαρασμὸν καὶ τὸν θάνατόν της. Καὶ ἀπήντησεν ὁ μέγας πολιτικὸς ἡγέτης, ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος. «Ἂς παύσουν νὰ ὁραματίζωνται τὸν μαρασμὸν τῆς βιομηχανίας ἐκ τῆς ἐπιβολῆς τῆς μικρᾶς εἰσφορᾶς. Ἡ ἑλληνικὴ βιομηχανία θὰ ἀνδρωθῇ καὶ θὰ μεγαλώσῃ διότι ἀντέχει εἰς τὴν ἐπιβολὴν τῆς εἰσφορᾶς καὶ διότι ἔχει ἀνάγκην νὰ ἐπιζήσῃ». Καὶ ἀπεδείχθη ὅτι εἶχε δίκαιον ὁ Βενιζέλος, καὶ ὅτι κάθε φορὰ ποὺ ὁμιλοῦν — ὅσοι θέλουν θὰ προστατεύσουν δῆθεν τοὺς ἐργοδότας — πὼς μὲ τὴν ἐπιβολὴν τῶν βαρῶν θὰ καμφθῇ ἡ βιομηχανία, δὲν προβλέπουν τίποτε τὸ ὀρθὸν καὶ τὸ ἀσφαλές. Τοῦτ’ αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν. Ἴσχυσεν ὁ νόμος 118 ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν. Ἐπροστάτευσε τοὺς ἐργάτας καὶ ὄχι μόνον δὲν ἐκάμφθη ἡ ἑλληνικὴ βιομηχανία, ἀλλὰ προώθησε σημαντικώτατα, ἀπὸ τοῦ 1945–54, ποὺ κατηργήθη. Καὶ τώρα ποὺ θὰ ἐπανέλθῃ ἐν ἰσχύϊ πάλιν δὲν θὰ καμφθῇ ἡ ἑλληνικὴ βιομηχανία, ἀλλὰ θὰ ἀνδρωθῇ καὶ συγχρόνως θὰ ὑποστηρίζωνται καὶ τὰ δίκαια τῶν ἐργατῶν. Καὶ διὰ νὰ εἶμαι συγκεκριμένος, ἡμάρτησεν ἡ κυβέρνησις τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ, τὸν Αὔγουστον τοῦ 1954 ὅτε διὰ τοῦ Ν. Δ. 2961 κατήργησε κεκτημένα δικαιώματα τῶν ἐργατῶν καὶ μετανοοῦσα σήμερον, ἀποκαθιστᾷ μέρος μόνον τῆς βλάβης, τὴν ὁποίαν ἐπροξένησε. Ἡ μετάνοια συνεπιφέρει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν συγγνώμην ὅταν εἶναι πλήρης καὶ ὅταν εἶναι εἰλικρινής. Εἰς τὴν παροῦσαν περίπτωσιν ἡ μετάνοια οὔτε εἰλικρινὴς εἶναι, — διότι τότε θὰ ἦτο πλήρης, — ἀλλὰ ἀσφαλῶς δὲν εἶναι πλήρης καὶ διὰ τοῦτο δὲν θὰ ἐπιτύχῃ τὴν συγγνώμην τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἡ ἐργατικὴ μᾶζα τῆς Ἑλλάδος δὲν θὰ λησμονήσῃ ὅσα ὑπέστη ἐπὶ κυβερνήσεως τοῦ Συναγερμοῦ. Δὲν θὰ τῆς δώσῃ συγγνώμην, ἀλλὰ θὰ τὴν καταδικάσῃ ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς κρίσεως. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὸν λόνον.
§68Ι. ΝΙΚΟΛΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Κύριοι βουλευταί, ἤθελον νὰ παρακαλέσω, ἐὰν θὰ ἦτο δυνατόν, νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, διὰ νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀποκεντρώσεως. Διότι πλησιάζει νὰ ἀναγράφεται εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἐπὶ ἑβδομάδας χωρὶς νὰ δύναται νὰ προχωρήσῃ.
§69Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Ἐμπλοκή.
§70Ι. ΝΙΚΟΛΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Πράγματι, ἐμπλοκή. Ἤθελον, ἐὰν εἶναι δυνατόν, νὰ ἐδέχετο ἡ Βουλὴ τὴν διακοπὴν αὐτὴν καὶ εἰδικώτερον ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Ἐργασίας.
§71Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. (Ὑπ. Ἐργασίας). Ἐγὼ δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω νὰ ὁρισθῇ τακτὴ ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ τὸ τελειώσωμεν.
§72Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Νὰ κανονίσετε μεταξύ σας.
§73Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. (Ὑπ. Ἐργασίας). Νὰ ὁρίσωμεν τὴν Τετάρτην διὰ νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὴν πρότασιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν;
§75ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις τοῦ ἀνωτέρω νομοσχεδίου διακόπτεται. Συνέχεια τῆς αʹ συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως». Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ζορμπᾶς.
§77Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ὅταν ἤρχισα τὴν μελέτην τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, τὴν ἤρχισα μὲ ἕνα αἴσθημα αἰσιοδοξίας καὶ ἀγάπης πρὸς τὸ κρινόμενον νομοσχέδιον διὰ τρεῖς λόγους. Τὸ αἴτημα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον εἶναι καθολικόν, τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Εἰς ὅλο τὰ σημεῖα τῆς Ἐπικρατείας ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ζητεῖ τὴν ἀπολύτρωσίν του ἀπὸ τὸ Κέντρον, ἀπὸ τὴν πρωτεύουσαν. Ἡ ἐπαρχία ζητεῖ τὰ δικαιώματά της, Ὅλοι μας ἐρχόμενοι εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, μεταφέρομεν τὸ αἴσθημα αὐτὸ τῆς ἐπαρχίας, ἡ ὁποία εἰς κάθε περίστασιν ἀναμένει αὐτὴν τὴν ποθητὴν ἀπολύτρωσιν. Συνεπῶς, τὸ θέμα συγκινεῖ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, καὶ ὀφείλει νὰ συγκινήσῃ καὶ ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ τὸν ἐκπροσωπῶμεν καὶ οἱ ὁποῖοι ἔχομεν τὴν δύναμιν, τὸν πόθον αὐτὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ τὸν μεταβάλωμεν εἰς θετικὴν διάταξιν. Δεύτερος λόγος, ὁ ὁποῖος μὲ ὤθησεν εἰς τὸ νὰ μελετήσω τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, εἶναι διότι εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου περιφέρειαν, κατὰ τὰ χρόνια τῆς σκληρᾶς δουλείας ὑπὸ τὸν Τουρκικὸν ζυγόν, ἀνεπτύχθη κατὰ τρόπον περίλαμπρον ὁ δίδυμος ἀδελφὸς τοῦ θεσμοῦ τῆς διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως, ὁ θεσμὸς τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως, ὑπὸ τὴν μορφὴν τῆς Δημογεροντίας. Καὶ ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐξ ἀταβισμοῦ ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ κανείς, ἔχομεν μέσα μας τὰς ἀναμνήσεις τῶν αἰώνων τῆς δράσεως, αὐτοῦ τοῦ λαμπροῦ θεσμοῦ τῆς Δημογεροντίας, γνωρίζομεν τὶ ἐπετέλεσε διὰ τὸ Ἔθνος ὁ θεσμὸς αὐτὸς καὶ τὶ ἠμπορεῖ νὰ ἐπιτελέσῃ ἕνας καλὸς θεσμὸς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως. Διατιθέμεθα, λοιπόν, καὶ ἐκ τοῦ ἱστορικοῦ αὐτοῦ λόγου, εὐμενῶς, εὐμενέστατα, ἀπέναντι τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, προσφορᾶς αὐτοῦ τοῦ ἐξαιρετικοῦ θεσμοῦ τῆς διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως. Ἄλλος λόγος, ποὺ μὲ ἔκαμε νὰ προσέξω εἰς τὴν μελέτην τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου καὶ νὰ εἶμαι προσεκτικὸς καὶ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἀπόψεών μου, εἶναι τὸ γεγονός, ὅτι ὁ εἰσάγων τὸ νομοσχέδιον, ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶναι ἕνας κατ’ ἐξοχὴν μελετηρὸς ὑπουργός, ὁ ὁποῖος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἰσηγεῖται, τὸ κατανοεῖ καὶ τὸ γνωρίζει καὶ τὸ ὑποστηρίζει. Τὸν ἀντιμετώπισα ὡς ἀντιπολιτευόμενος ἀπὸ τῆς ἕδρας αὐτῆς εἰς τρία σοβαρὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν παροῦσαν περίοδον. Εἰς τὸν Κώδικα περὶ Δήμων καὶ Κοινοτήτων, εἰς τὸν νόμον «περὶ ἐσόδων τῶν Δήμων καὶ Κοινοτήτων» καὶ εἰς τὸν νόμον «περὶ ἀγροφυλακῆς». Εἶχον μελετήσει λέξιν πρὸς λέξιν, διάταξιν πρὸς διάταξιν καὶ ἔκρινα, καθ’ ὃ ὤφειλον, ὄχι ἐκ στενῆς ἀντιπολιτευτικῆς διαθέσεως, ἀλλὰ ἐκ τῆς ἀνάγκης νὰ συντελέσω εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων. Τὸν εἶδον τότε μελετηρότατον, νὰ ἀντικρούῃ τὰς ἀπόψεις μου. Ἔχομεν συνεπῶς, νὰ ἀναμετρηθῶμεν μὲ ὑπουργὸν γνωρίζοντα ἄριστα τὰ θέματα καὶ δυνάμενον νὰ ὑποστηρίζῃ τὰς ἀπόψεις του καὶ πρέπει νὰ προσέξωμεν εἰς τὴν ἀντιμετώπισίν του. Μὲ αὐτὴν τὴν προϋπόθεσιν ἤρχισα τὴν μελέτην τοῦ νομοσχεδίου καὶ θὰ ἤμην εὐτυχὴς ἐὰν μοῦ ἐδίδετο ἡ εὐκαιρία πλήρως νὰ συμφωνήσω, πρὸς τὴν αἰσιοδοξίαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν διαπνέεται, ἐξ ἀγαθοῦ συνειδότος, ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ μὲ τὴν διακηρυχθεῖσαν αἰσιοδοξίαν, ὅτι τὸ παρὸν νομοσχέδιον εἶναι ἓν νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον πράγματι ἀνοίγει τὴν θύραν τῆς ἀποκαταστάσεως αὐτοῦ τοῦ θεσμοῦ τῆς διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως. Ἐγὼ νομίζω καὶ ἔχω μερικοὺς δισταγμούς, ὅτι δυστυχῶς καὶ διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ, δὲν ἀνοίγεται ἡ θύρα, ἡ ποθητή, εἰς ὅλους μας, διὰ νὰ ἀπολαύσωμεν τὸν θεσμὸν αὐτὸν τῆς διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως. Ὅταν ἤρχισε νὰ συντάσσεται τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον ἢ μᾶλλον, ὅταν ἤρχισεν ἡ Κυβέρνησις νὰ διακηρύσσῃ τὴν πρόθεσίν της, διὰ τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἐδηλώθη, ὅτι θὰ πρόκειται περὶ ἑνὸς νόμου, ὁ ὁποῖος πράγματι θὰ δώσῃ λύσιν εἰς τὸ αἴτημα τοῦτο τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τῆς πλήρους ἀποκαταστάσεως τῆς διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως. Ὅταν πρὸ ἡμερῶν, ὁ ἀξιότιμος προεδρεύων τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἔκαμε μικρὰν εἰσήγησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀντιληφθεὶς φαίνεται τὴν πραγματικότητα καὶ ἀντιληφθεὶς ἐκ τῆς μελέτης του, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν ἦτο ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἀπέβλεπεν ἡ Κυβέρνησις, τὸ ὁποῖον διεκήρυξεν ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ εἶναι ἕνα νομοσχέδιον, σχετικῆς ἀντοχῆς, σχετικῆς προσπαθείας, εἰς τὴν προσπάθειαν τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως, εἶπεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀποτελεῖ τὸ πρῶτον βῆμα, πρὸς ἐπίτευξιν τῆς διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως, μετριάσας οὕτω τὴν ἐντύπωσιν, ἡ ὁποία εἶχε δημιουργηθῆ, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ἀποτελεῖ πράγματι νόμον θεμελιώδη τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως. Ἐφ’ ὅσον αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις, διὰ τοῦ Προεδρεύοντος αὐτῆς, ἀναγνωρίζει, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς —καὶ ὑπαινίχθη εἰς τὴν πρώτην δήλωσίν της— ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς δὲν εἶναι ὁ βασικός, ὁ θεμελιώδης, ὁ τέλειος, ἀλλὰ εἶναι ἕνας νόμος τῶν πρώτων βημάτων, μᾶς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ τὸν μελετήσωμεν καὶ ἡμεῖς καὶ νὰ τὸν κρίνωμεν μὲ τὴν μετριόφρονα αὐτὴν ἀντίληψιν, τὴν ὁποίαν ἐξεδήλωσεν καὶ ἡ Κυβέρνησις. Τί θὰ εἴπῃ κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ λαοῦ καὶ τῆς ἐπιστήμης, διοικητικὴ ἀποκέντρωσις; Θὰ εἴπῃ, τὸ Κράτος νὰ πλησιάσῃ τὸν πολίτην εἰς τὴν ἐσχατιὰν τῆς Ἐπικρατείας, νὰ δύναται ὁ πολίτης νὰ ἐπιλύῃ τὰ ζητήματά του, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ καταφεύγῃ εἰς τὸ ὑδροκέφαλον κέντρον, εἰς τὴν πρωτεύουσαν, καὶ διὰ τὰ ἁπλούστατα τῶν αἰτημάτων του. Ἂς ἴδωμεν, ἐὰν τοῦτο ἐπιτυγχάνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἠμπορῇ ὁ πολίτης τῆς ἐσχατιᾶς τῆς Ἐπικρατείας νὰ ἐπιλύῃ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὰ ζητήματά του. Τὸ ἰδεῶδες σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ φθάσῃ ὁ θεσμὸς τῆς διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως, εἶναι τὸ ἑξῆς: Νὰ ὁρισθοῦν αἱ διοικητικαὶ περιφέρειαι, Νομοί, Διοικήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπὶ τόπου αὐτοδιοικούμεναι ἔχουσαι τὸ «ἐμπέριουμ», τὴν ἐξουσίαν, νὰ ἐπιλύουν τὰ προβλήματα τῶν πολιτῶν, νὰ καταστοῦν αὐτοδύναμοι εἰς τὴν δικαιοδοσίαν των καὶ κάθε περιφέρεια νὰ αὐτοδιοικῆται καὶ νὰ ἐπιλύῃ ἐπὶ τόπου τὰ προβλήματά της, βάσει τῶν γραμμῶν τῆς γενικῆς Κυβερνητικῆς πολιτικῆς, χωρὶς τὴν παρέμβασιν τοῦ Κέντρου. Ἡ Κυβέρνησις κρατοῦσα δι’ ἑαυτὴν ἐλάχιστα τὴν ἐθνικὴν ἄμυναν, τὴν ἐθνικὴν ἀσφάλειαν καὶ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν, νὰ ὀργανώσῃ ἐπιτελικὰ μόνον γραφεῖα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις νὰ κατευθύνουν καὶ νὰ δίδουν τὰς γενικὰς γραμμὰς τῆς διοικήσεως, ὥστε νὰ νομοθετῇ διὰ τῆς Βουλῆς, καὶ εἰς ὅλην τὴν Ἐπικράτειαν νὰ ἐφαρμόζωνται τὰ ἴδια συστήματα. Ἐὰν αὐτό, ἐπιτευχθῇ καὶ τὰ πολυπρόσωπα καὶ πολυδαίδαλα συστήματα τὰ γραφειοκρατικά, ἀντικατασταθοῦν μὲ μικρὰ ἐπιτελικὰ Ὑπουργεῖα, τότε δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ θεσμὸς τῆς διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως, ὅπως τὸν θέλει ὁ λαός. Διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς αὐτὸ τὸ ἰδεῶδες, δύο μέθοδοι ὑπάρχουν: Ἡ μία ἡ ἐπαναστατική. Νὰ ἔλθῃ μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία νὰ εἶναι ἀποφασισμένη νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν θεσμὸν αὐτόν, καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι, δι’ ἑνὸς νόμου καταργεῖ τὰ Ὑπουργεῖα καὶ τὰ μεταβάλλει εἰς ἐπιτελικὰ γραφεῖα καὶ δημιουργεῖ τὰς περιφερείας, εἰς τὰς ὁποίας δίδει πλήρη ἐξουσίαν νὰ λύουν τὰ προβλήματα τῶν πολιτῶν καὶ τῶν περιοχῶν των. Ἐὰν δὲν ἠμπορῇ νὰ εὑρεθῇ αὐτὴ ἡ ἐπαναστατικὴ Κυβέρνησις, ὥστε δι’ ἑνὸς ἐπαναστατικοῦ νόμου νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ σύστημα αὐτό, τότε ἐὰν θέλωμεν πράγματι νὰ μεταβῶμεν κάποτε εἰς τὸν θεσμὸν αὐτόν, πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν μέθοδον τὴν συντηρητικήν, τοῦ σιγὰ–σιγὰ, νὰ τροφοδοτοῦμεν δι’ ἁρμοδιοτήτων, τὰς περιφερείας καὶ νὰ ἀφαιροῦμεν ἀπὸ τὸ Κέντρον, ὥστε μετὰ πάροδον ὡρισμένων ἐτῶν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἰδεῶδες ποὺ θέλομεν. Φαίνεται, ὅτι ἡ πολιτικὴ ὅλων τῶν Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων, ἀκολουθεῖ τὸ πνεῦμα τῆς δευτέρας τακτικῆς, τῆς συντηρητικῆς καὶ εἰς σειρὰν νόμων, οἱ ὁποῖοι ἐξεδόθησαν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, τὰ μεταπολεμικά, δίδεται ἡ εὐχέρεια τῆς μεταβιβάσεως ἁρμοδιοτήτων ἐκ τοῦ Κέντρου εἰς τὰς περιφερείας καὶ ἀνοίγεται ἡ θύρα τῆς ἐξόδου ἐκ τῆς πρωτευούσης πρὸς τὴν περιφέρειαν, ἀρχίζει μιὰ προσπάθεια ἀποκαταστάσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως. Καὶ αὐτοὶ οἱ νόμοι τοῦ 1950 καὶ 1951 ἀποτελοῦν νόμους βασικοὺς ἐφαρμογῆς τοῦ συστήματος τῆς ἀποκεντρώσεως. Ἐὰν δὲ ἐφηρμόζοντο καὶ δὲν παρουσιάζοντο αἱ κατ’ αὐτῶν ἀντιδράσεις, θὰ εἶχον ἤδη συντελεσθῆ πολλὰ βήματα πρὸς τὸ σημεῖον τοῦτο. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, συγκρινόμενον μὲ τοὺς προηγουμένους νόμους, δὲν δύναται νὰ κριθῇ ὡς ἐπαναστατικὸν ἢ ριζοσπαστικὸν, ὡς ἀνοῖγον νέας τινὰς ὁδούς. Ἀκολουθεῖ τὴν πεπατημένην, τὴν συντηρητικὴν ὁδόν, τῶν προηγουμένων νόμων, καὶ χαρακτηρίζεται ὑπὸ τῶν ἰδίων μὲ αὐτούς, ἐλαττωμάτων. Οἱ προηγούμενοι νόμοι ἔθετον ὅρους καὶ προϋποθέσεις διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ θεσμοῦ, τῶν διαταγμάτων ἀποκεντρώσεων. Ἔθετον ὡς ὅρον ἐκδόσεως διαταγμάτων ἐκ τῶν κατὰ μέρους Ὑπουργείων, διὰ τῶν ὁποίων θὰ παραχωροῦντο αἱ ἁρμοδιότητες πρὸς τὸν Νομάρχην, ἐπιφορτισθέντα μὲ καθήκοντα Γεν. Διοικητοῦ. Ὁ ὅρος ὅμως οὗτος, ἐξεπληρώθη, καὶ οἱ νόμοι παρέμειναν γράμματα κενά, ἰσχύοντες ἄχρι τοῦδε, χωρὶς νὰ ἐφαρμόζωνται. Διατάγματα, μεταβιβάζοντα ἁρμοδιότητας ἐκ τοῦ κέντρου, εἰς τὴν περιφέρειαν, ἐξεδόθησαν, ἐλάχιστα, καὶ ἀντὶ ἄλλου καλοῦ σύγχυσιν προεκάλεσαν. Τὸ ἴδιο σφάλμα, ἐπαναλαμβάνει καὶ τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου. Ἐξαρτᾶ τὴν ἐφαρμογήν του, ἐκ τῆς ἐκδόσεως εἰδικῶν διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ καθορίζουν πλέον μεταβιβαζομένας ἁρμοδιότητας, ἀλλὰ ἐκείνας ποὺ θὰ κρατήσῃ δι’ ἑαυτό, τὸ κέντρον. Τοῦτο ὅμως ἀποτελεῖ βασικὸν ἐλάττωμα τοῦ νομοσχεδίου, διότι λόγῳ τῆς μὴ ἐκδόσεως τῶν ὑπὸ τῶν παλαιοτέρων νόμων προβλεπομένων διαταγμάτων, προκαλεῖ εὔλογον τὸν φόβον ἡμῶν, ὅτι καὶ τὰ νεώτερα διατάγματα δὲν θὰ ἐκδοθῶσι καὶ συνεπῶς καὶ ὁ νέος νόμος θὰ ἀτονήσῃ. Ἡ κρίσις δὲ αὕτη δὲν εἶναι μόνον ἰδική μας. Ἰδού, πῶς εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, κρίνει τὸ νομοσχέδιον, εἰδικὸς ἐπιστήμων, ὁ καθηγητὴς κ. Γ. Δασκαλάκης: «Τὸ σχέδιον νόμου ἀκολουθεῖ, ὅπως ἐλέχθη μίαν «ἐλαστικὴν» καὶ «εὔκαμπτον» πολιτικὴν εἰς τὸν καθορισμὸν τῶν ὑπουργικῶν ἁρμοδιοτήτων ποὺ πρόκειται νὰ μεταβιβασθοῦν εἰς τοὺς Νομάρχας. Βασιλικὰ διατάγματα καὶ κοιναὶ ἀποφάσεις ποὺ θὰ ἐκδοθοῦν ἀπὸ τὰ καθ’ ἕκαστα Ὑπουργεῖα ἰδιαιτέρως, θὰ καθορίσουν τελικῶς τί θὰ «μεταβιβασθῇ» καὶ τί θὰ «κρατηθῇ» εἰς τὸ Κέντρον. Ἡ ἐξήγησις εἶναι ἁπλῆ. Ἡ κατάρτισις τοῦ νόμου θὰ ἦτο «ντὲ φάκτο» ἀδύνατος, ἐὰν ἔπρεπε νὰ ἀπαριθμηθοῦν εἰς τὰς διατάξεις του ὅλαι αἱ εἰδικαὶ ἁρμοδιότητες τῶν Ὑπουργείων, τὰς ὁποίας θὰ ἀσκοῦν ἐφεξῆς οἱ Νομάρχαι. Ἀλλὰ καὶ ἡ καλῶς ἐννοουμένη «σκοπιμότης» δὲν θὰ ἠμποροῦσε νὰ ἐξυπηρετηθῇ ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὸν νόμον ἡ δυνατότης προσαρμογῆς εἰς τὰς ἑκάστοτε παρουσιαζομένας ἀνάγκας. Τὰ πλεονεκτήματα αὐτὰ τοῦ νόμου δύνανται νὰ ὁδηγήσουν εἰς τὴν ἀποτυχίαν του. Παρ’ ὅλας τὰς ἐγγυήσεις τὰς ὁποίας προβλέπει, ἰδίως διὰ τὴν ἀφαίρεσιν ἁρμοδιοτήτων ἀπὸ τοὺς Νομάρχας, ἀφίνει ἐν τούτοις εὐρύτατα περιθώρια ὅπως αἱ Κεντρικαὶ Ὑπηρεσίαι κρατήσουν ὅλας τὰς «ἀποφασιστικὰς» ἁρμοδιότητας εἰς τὰς χεῖρας των. Τὸ παράδειγμα τῶν ἑπτὰ διαταγμάτων, ποὺ ἐξεδόθησαν ὑπὸ τὸ προηγούμενον νομοθετικὸν καθεστώς, διὰ τῶν ὁποίων «ἐξεχωρήθησαν» ἁρμοδιότητες τοῦ Κέντρου εἰς τοὺς Νομάρχας εἶναι ἐξόχως χαρακτηριστικόν. Μικροσκοπικὴ ἀνάλυσις δὲν θὰ ἀνεύρῃ εἰς αὐτὰ οὔτε ἴχνη ἐξουσίας, οὔτε μόρια «ὑπαρκτῶν» δικαιωμάτων. Ἐὰν εἰς αὐτὰ προστεθῇ ὅτι, ὁ νομοθέτης ἀποφεύγει τὸν ἄμεσον καὶ συγκεκριμένον σύνδεσμον τῆς μεταβιβάσεως ἁρμοδιοτήτων μὲ τὴν ἐπάνδρωσιν τῶν περιφερειακῶν Ὑπηρεσιῶν δι’ ὑπαλλήλων τοῦ Κέντρου, βλέπει κανεὶς ὅτι οἱ κίνδυνοι ὑπονομεύσεως τοῦ νομοθετήματος καθίστανται μεγαλύτεροι». Ἀνέγνωσα τὴν περικοπὴν αὐτὴν τῶν συμπερασμάτων τοῦ ἐπιφανοῦς ἐπιστήμονος, διὰ νὰ ἐπισημάνω μίαν τῶν ἀδυναμιῶν τοῦ νομοσχεδίου, τὴν ὁποίαν, ὡς προεῖπον, εἶχον καὶ ὅλοι οἱ προηγούμενοι. Ἡ ἐξάρτησις τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ἐκ τῆς ἐκδόσεως διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἄγνωστον εἰς ἡμᾶς ἂν θὰ ἐκδοθοῦν καὶ τί θὰ περιέχουν καὶ τὰ ὁποῖα μάλιστα θὰ δύνανται ἀνέτως καὶ νὰ τροποποιοῦνται καὶ νὰ καταργοῦνται. Αὐτὴ εἶναι ἡ βασικὴ ἀδυναμία τοῦ νομοσχεδίου, ἥτις μᾶς καθιστᾷ διστακτικούς, ἂν καὶ τὸ παρὸν νομοσχέδιον θὰ προωθήσῃ τὸν θεσμόν. Δευτέρα ἀδυναμία τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ μὴ θέσπισις θετικῆς διατάξεως ἐπανδρώσεως τῶν περιφερειακῶν ὑπηρεσιῶν διὰ μεταθέσεως ὑπαλλήλων ἐκ τοῦ Κέντρου, ἀλλὰ καὶ τοῦτο, διὰ τοῦ ἄρθρου 29, ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἐκδόσεως διαταγμάτων. Ἀμφιβάλλω ἐὰν αἱ Κεντρικαὶ Ὑπηρεσίαι ποὺ θίγονται ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ θεσμοῦ τῆς διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως θὰ συμβάλλουν εἰς τὴν ἔκδοσιν τῶν διαταγμάτων τούτων. Καὶ ἂν ἀναγκασθοῦν ἀπὸ τὸ ἐδάφιον στʹ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου νὰ τὰ ὑποβάλουν, πολὺ φοβοῦμαι ὅτι αἱ παραχωρούμεναι ἁρμοδιότητες δὲν θὰ εἶναι οὐσιώδεις οὔτε δὲ καὶ ἰσοϋψεῖς, καὶ πιθανὸν νὰ δώσουν εἰς τοὺς Νομάρχας μόνον τὰς ἁρμοδιότητας ποὺ ἔχουν ἤδη. Φοβοῦμαι ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς θὰ ἀπογοητευθῇ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου. Πιθανὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ πιστεύῃ εἰς τὸν θεσμὸν καὶ νὰ θέλῃ νὰ τὸν ἐπιβάλῃ. Ἡ μέθοδος ὅμως ποὺ ἠκολούθησεν— ὁμοία ἐκείνης ποὺ ἠκολούθησαν προηγούμεναι Κυβερνήσεις —δὲν τὴν βοηθεῖ εἰς τὴν ἐπιτυχίαν. Ἀφίνεται ἔκθετος εἰς τὴν ἀντίδρασιν τῆς γραφειοκρατείας καὶ τῶν θιγομένων Κεντρικῶν Ὑπηρεσιῶν καὶ ἄλλων συμφερόντων. Καὶ τοῦτο εἶναι θανάσιμον διὰ τὸ νομοσχέδιον ἐλάττωμα. Προσφορωτέρα μέθοδος θὰ ἦτο τὸ νομοσχέδιον νὰ περιλάβῃ θετικῶς τὰς διατηρουμένας ἁρμοδιότητας τῶν Ὑπουργείων, ὅτι δηλ. πρόκειται νὰ περιλάβουν τὰ διατάγματα, ἵνα ἐλεγχθοῦν αὗται καὶ ἀποτελοῦν ὁμοιόμορφον σύνολον, ἵνα οἱ Νομάρχαι ἔχουν δι’ ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα τὰς αὐτὰς ἁρμοδιότητας. Διότι τώρα ὑπάρχει κίνδυνος, εἷς ὑπουργὸς νὰ δώσῃ τὰ πάντα εἰς τὸν Νομάρχην καὶ ὁ ἄλλος ἐλάχιστα, ὁπότε σύγχυσις θὰ ἐπέλθῃ καὶ ὁ Νομάρχης, ὡς ὑπουργὸς Βιομηχανίας π. χ., θὰ ἔχῃ μεγάλας ἁρμοδιότητας, ὡς ὑπουργὸς δὲ Κοινων. Προνοίας ἐλαχίστας. Τοῦτο θὰ ἀποτελέσῃ βασικὴν ἀδυναμίαν τοῦ συστήματος καὶ τοῦ θεσμοῦ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς. Θὰ ἔδει νὰ εἶχον ἐνταλθῆ οἱ κ.κ. ὑπουργοὶ ἀπὸ τὸν κ. πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μελετήσουν καθ’ ἕκαστα ἕκαστος τί ἁρμοδιότητας θὰ κρατήσῃ δι’ ἑαυτὸν καὶ τὸ σύνολον τῶν προτάσεων τῶν ὑπουργῶν, μελετώμενον καὶ συντονιζόμενον, νὰ περιληφθῇ ὡς θετικὴ διάταξις εἰς τὸν νόμον. Οὕτω θὰ ἐξέλειπεν ἡ βασικὴ ἀδυναμία τοῦ νομοσχεδίου καὶ θὰ διεσκεδάζοντο οἱ φόβοι μας.
§78Ι. ΝΙΚΟΛΙΤΣΑΣ (Ὑπ. Ἐσωτ.). Αὐτὰ ποὺ εἴπατε ἐγένοντο, ἐνετάλησαν οἱ ὑπουργοὶ καὶ εἰργάσθησαν ἐπὶ 8μηνον. Τὰ διατάγματα εἶναι ἤδη ἕτοιμα καὶ δὲν ὑπολείπεται παρὰ ἡ ψήφισις καὶ ἡ δημοσίευσις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, διὰ νὰ δημοσιευθοῦν καὶ αὐτά. Ἡ δὲ προθεσμία ἔχει ταχθῆ διὰ τὴν 31 Μαΐου.
§79Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι θὰ ἀπογοητευθῇ ὁ κ. ὑπουργός, διότι καὶ ἐὰν δημοσιευθοῦν, δὲν θὰ παρέχουν εἰς τοὺς Νομάρχας τὰς ἁρμοδιότητας ἐκείνας τὰς ὁποίας αὐτὸς θέλει καὶ ἐκείνας τὰς ὁποίας τὸ νομοσχέδιον ὑπολαμβάνει. Τὸ περιεχόμενον τῶν διαταγμάτων αὐτῶν ἔπρεπε νὰ ἦτο ἤδη ἕτοιμον καί, ὡς εἶπον, νὰ περιελαμβάνετο εἰς τὸ νομοσχέδιον ὡς θετικὴ διάταξις, ἵνα ἐξασφαλισθῇ ἡ θέσπισίς της. Ὅπως θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχε προβλεφθῆ θετικῶς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἡ ἐπάνδρωσις, ἀκριβὴς κατὰ νόμον ἐπάνδρωσις τῶν περιφερειακῶν ὑπηρεσιῶν, διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ὁμαλὴ καὶ ἐπαρκὴς λειτουργία των, ὅταν τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν ὁ παρὼν νόμος. Ἔπρεπεν ὀρθολογικῶς διὰ τὴν ὀργάνωσιν τοῦ συστήματος ἀποκεντρώσεως, τὸ περιεχόμενον τῶν διαταγμάτων νὰ περιέχεται εἰς τὸ νομοσχέδιον, ὥστε αἱ παρεχόμεναι ἁρμοδιότητες νὰ εἶναι ἰσοϋψεῖς δι’ ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα καὶ διὰ νὰ γνωρίζουν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς καὶ ὁ λαὸς καὶ αἱ περιφερειακαὶ ὑπηρεσίαι τὶ μεταβιβάζεται καὶ τὶ κρατεῖται εἰς τὸ Κέντρον καὶ νὰ ἀποφευχθῇ ἡ σύγχισις ποὺ θὰ προκύψῃ ἐὰν αἱ μεταβιβαζόμεναι ἁρμοδιότητες δὲν εἶναι ἰσοϋψεῖς δι’ ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα. Ὁ τρόπος ἑπομένως τῆς ὀργανώσεως τῆς ἀποκεντρώσεως διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, δὲν εἶναι ὀρθολογικὸς καὶ προκαλεῖ δυσπιστίαν καὶ φόβους μὴ ἐφαρμογῆς του, ὡς οἱ προηγούμενοι νόμοι.
§80Χ. ΣΟΛΟΜΩΝΙΔΗΣ. Αὐτὸ ποὺ λέγετε κ. συνάδελφε, ὁ κ. ὑπουργὸς τὸ ἔχει κάνει.
§81Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Ἔπρεπε, κ. συνάδελφε, αἱ διατάξεις τῶν διαταγμάτων τούτων νὰ περιληφθοῦν εἰς τὸν νόμον, ἐὰν θέλωμεν, πράγματι ν’ ἀποτελέσῃ ὁ νόμος αὐτὸς τὸ πρῶτον βῆμα, ἢ προτιμᾶτε τὴν θετικὴν ἀφετηρίαν, διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ θεσμοῦ τῆς ἀποκεντρώσεως. Καὶ λέγω τοῦτο, διότι ἐὰν μελετήσωμεν τοὺς προηγουμένους νόμους, περὶ τὸ αὐτὸ θέμα, θὰ ἴδωμεν, νὰ λέγουσιν ἀκριβῶς τὰ ἴδια. Θὰ ἔπρεπε, λόγῳ τῆς παρουσιασθείσης ἀντιδράσεως κατὰ τῶν παλαιοτέρων νόμων, διὰ τοῦ νέου νόμου νὰ κατοχυρωθοῦν αἱ παραχωρούμεναι ἁρμοδιότητες καὶ νὰ κατοχυρωθῇ ἐπίσης ἡ παρεχομένη εἰς τοὺς νομάρχας ἐξουσία, νὰ καθορισθῇ δὲ καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαλλήλων ποὺ θὰ ἐπανδρώσουν τὰς περιφερειακὰς ὑπηρεσίας ὑπὸ τὴν νέαν μορφήν των, διότι πῶς θὰ ἐφαρμόσῃ τὴν νέαν ἐξουσίαν του ὁ Νομάρχης, ὅταν δὲν προβλέπεται εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ προσωπικὸν μὲ τὸ ὁποῖον θὰ ἐνισχυθῇ ἐν τῇ περιφερείᾳ; Καὶ ὀφείλει νὰ ἐνισχυθῇ μὲ ἐπαρκὲς καὶ ἀριθμητικῶς καὶ ποιοτικῶς προσωπικόν, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἀσκήσῃ ἐπαρκῶς καὶ ὑπὲρ τοῦ λαοῦ τὰς νέας ἁρμοδιότητάς του. Πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ Νομάρχης, πλαισιούμενος μὲ κατωτέρους συνήθως ὑπαλλήλους, νὰ ἀσκήσῃ Κυβερνητικὴν πολιτικήν, ὡς τὴν διακηρύσσει τὸ νομοσχέδιον; Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν οἱ σήμερον ἀνεπαρκεῖς ἀριθμητικῶς ὑπάλληλοι τῆς περιφερείας, νὰ ἐπαρκέσουν εἰς τὰ νέα πρόσθετα καθήκοντά των, ὅταν καὶ σήμερον δὲν δύνανται νὰ ἐπαρκέσουν; Ἐὰν κ. συνάδελφοι, πρόκειται νὰ περιπλέξωμεν τοὺς πολίτας καὶ τὰς ὑποθέσεις των, αἱ λύσεις τῶν ὁποίων θὰ καθυστεροῦν περισσότερον ἢ σήμερον, αἰρέτω τοιαύτη ἀποκέντρωσις. Τοιαύτην ἀποκέντρωσιν δὲν ζητᾷ ὁ λαὸς καὶ δὲν τὴν θέλει, διότι δὲν τὸν ἐξυπηρετεῖ.
§82Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ ηὐτύχησα νὰ εὑρεθῶ ἐπὶ κεφαλῆς τῆς Διοικήσεως, σᾶς δίδω τὴν πληροφορίαν, ὅτι ἡ περισσοτέρα ἐργασία κατὰ τὰ ¾ δηλαδή, γίνεται εἰς τὸν Νομὸν καὶ ἀποστέλλεται μετὰ ταῦτα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον πρὸς ἔγκρισιν. Ἔν τινι, ἑπομένως μέτρῳ, εἶναι ἀληθὲς αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὑπεστηρίξατε. Δὲν θὰ χρειασθῶμεν τόσον προσωπικόν.
§83Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Ἐγώ, κ. συνάδελφε, ἐξηγῶ, ὅτι διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος αὐτὸς πρέπει αἱ περιφέρειαι νὰ ἐμπλουτισθοῦν μὲ προσωπικὸν κατάλληλον ν’ ἀναλάβῃ τὸ βάρος τῶν νέων καθηκόντων, ποὺ ἐπωμίζεται ἡ ἐπαρχία, καὶ ἔπρεπε τὸ νομοσχέδιον αὐτό, νὰ προβλέπῃ δι’ αὐτὸν τὸν ἐμπλουτισμόν.
§84Ι. ΝΙΚΟΛΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Τὸν δίδει ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 29.
§85Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Τὸ ἄρθρον 29, κ. ὑπουργέ, δὲν δίδει τὴν βεβαιότητα αὐτῆς τῆς ἐκτελέσεως καὶ ἐπειδὴ γνωρίζω, ποῖαι εἶναι αἱ ἀνάγκαι τῶν ἐπαρχιῶν, σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ προσωπικὸν δὲν ἐπαρκεῖ. Ὑπάρχει συνεπῶς, ἀντινομία εἰς τὸ νομοσχέδιον καὶ φοβοῦμαι, ὅτι δὲν θὰ ἀποτελέσῃ τοῦτο ὡς προσδοκᾶται, τὸ πρῶτον βῆμα διὰ τὴν ἀποκέντρωσιν. Ἄλλη ἀδυναμία τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι ὅτι αἱ παρεχόμεναι ὑπ’ αὐτοῦ εἰς τὴν περιφέρειαν ἁρμοδιότητες εἶναι ἀόριστοι, ἐν πολλοῖς συμπλέκονται αἱ ἁρμοδιότητες τοῦ Νομάρχου, μὲ τὰς ἁρμοδιότητας τῶν περιφερειακῶν ὑπηρεσιῶν, καὶ ἡ μελέτη τῶν εἰδικῶν διατάξεων τούτων, προκαλεῖ μίαν σύγχισιν, ἡ ὁποία δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὸ νομοσχέδιον. Καὶ τὸ κεφάλαιον τοῦ νομαρχιακοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν εἶναι ἐπαρκὲς καὶ προκαλεῖ σκέψεις καὶ φόβους καὶ δισταγμούς. Σήμερον, κ. συνάδελφοι, ὅπως γνωρίζετε, ὁ κάθε Νομάρχης προβαίνει κατ’ ἀρχὴν εἰς προγραμματισμὸν τῶν ἔργων τῆς περιφερείας του, ἀναφέρεται ἐν συνεχείᾳ εἰς τὸν ἁρμόδιον ὑπουργόν, καὶ ὁ κάθε ὑπουργός, τοῦ παρέχει ὅσας πιστώσεις δύναται διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ προγράμματός του. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰσάγεται ἡ καινοτομία, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Νομάρχης ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὸν Νομαρχιακὸν Συμβούλιον, θὰ καταρτίσῃ ἕνα προϋπολογισμόν, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι ἀρκετὰ διωγκωμένος καὶ θὰ θέλῃ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐτοῦ νὰ ἐπιληφθοῦν ἢ ἂν θέλετε νὰ ἀντιμετωπισθοῦν ὅλα τὰ ἐκκρεμῆ καὶ ἀπασχολοῦντα τὴν περιφέρειάν του προβλήματα. Αὐτοὶ οἱ διωγκωμένοι, ὅπως τοὺς ἐχαρακτήρισα, προϋπολογισμοὶ τῶν 49 Νομῶν τῆς Ἑλλάδος θὰ ὑποβληθοῦν εἰς τὰ κατὰ μέρος Ὑπουργεῖα καὶ τὸ Γεν. Λογιστήριον, τὸ ὁποῖον θὰ τοὺς ἐπιστρέψῃ ἀρκετὰ περιωρισμένους. Ὁ νέος ὅμως οὗτος τρόπος ἐπιδιώξεως τῶν πιστώσεων διὰ τὴν περιφέρειαν, καὶ περίπλοκος εἶναι καὶ οὐδὲν θετικὸν προσθέτει, ἀλλὰ μᾶλλον πολλαπλασιάζει διὰ περιττῆς ἐργασίας τὴν ἀπασχόλησιν τοῦ κέντρου καὶ τῆς περιφερείας. Θὰ ἔπρεπε ἢ νὰ ἀφεθοῦν τὰ πράγματα ὡς ἔχουν σήμερον ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἢ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν κατάρτισιν εἰδικῶν περιφερειακῶν προϋπολογισμῶν, ὡς γίνεται σήμερον, π. χ. διὰ τὴν Δωδεκάνησον καὶ ἐσόδων καὶ ἐξόδων.
§86Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Ἔτσι ὅπως μᾶς τὰ λέτε, κ. συνάδελφε, θέλετε τὸν Νομὸν διοίκησιν πρώτου βαθμοῦ. Εἶναι δυνατὰ αὐτὰ τὰ πράγματα σήμερον;
§87Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Ὁ προτεινόμενος τρόπος καταρτίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν εἶναι κατὰ τὴν γνώμην μου ὀρθός· καὶ σύγχισιν καὶ καθυστέρησιν θὰ φέρῃ, χωρὶς νὰ προάγῃ τὸν θεσμόν. Ἀλλά, τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, ἀναθέτει καθήκοντα Ἐπιτρόπου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, εἰς τὸν κατὰ τόπους οἰκονομικὸν ἔφορον. Ἀπὸ αὐτὸ συνάγω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν σοβαρεύεται. Ὅταν γνωρίζωμεν πόσον εἶναι ἐπιβαρυμένος μὲ τὰ κύρια καθήκοντά του ὁ οἰκ. ἔφορος διερωτώμεθα πῶς θὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰ νέα πρόσθετα καθήκοντά του, ἐκτὸς ἐὰν πιστεύσωμεν, ὅτι τὰ καθήκοντα ταῦτα θὰ εἶναι θεωρητικά, διότι οὐδὲν ἔνταλμα θὰ ἐκδοθῇ εἰς τὴν ἐπαρχίαν. Μὲ ποίαν ἐλαφρὰν συνείδησιν θὰ ἐπιφορτίσωμεν τὸν οἰκον. ἔφορον μὲ καθήκοντα ἐλεγκτοῦ δαπανῶν καὶ μὲ εὐθύνας σοβαράς, ὅταν δὲν γνωρίζωμεν ἐὰν ἔχῃ εἰδικότητα ἢ χρόνον διὰ νὰ τὰ ἀσκήσῃ; Ἐκτὸς ἐὰν θέλωμεν, τὸν ἔφορον ἁπλῶς ὑπογραφέα τῶν ἐνταλμάτων, χωρὶς νὰ ἐλέγχῃ ταῦτα. Ἀλλὰ πῶς θὰ τὸν διαφυλάξωμεν ἀπὸ σφάλματα καὶ εὐθύνας; Χωρὶς εἰδικὸν προσωπικόν, χωρὶς ἐπαρκῆ χρόνον, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀξιώσωμεν ἀπὸ τὸν οἰκον. ἔφορον νὰ ἐκτελέσῃ καὶ τὰ καθήκοντα ταῦτα; Νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν σοβαρεύεται καὶ τὸ σημεῖον τοῦτο μὲ κάμνει νὰ διστάζω νὰ πιστεύσω, ἐὰν ὁ σκοπός του εἶναι νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν θεσμὸν τῆς ἀποκεντρώσεως ἢ ἄλλο τι. Ὡς πρὸς τὰς παρεχομένας ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου ἁρμοδιότητας εἰς τὸν Νομάρχην διὰ τὴν διοίκησιν τοῦ προσωπικοῦ, παρατηρῶ ὅτι οὐδὲν νέον προστίθεται, διότι αἱ ἁρμοδιότητες αὗται παρέχονται ὑπὸ τῶν κειμένων νόμων. Ὡς πρὸς τὸ Νομαρχιακὸν Συμβούλιον, ἔχω νὰ παρατηρήσω, ὅτι καὶ τοῦτο ὑφίσταται ἐν τοῖς πράγμασι καὶ σήμερον. Κάθε σώφρων Νομάρχης, συμβουλεύεται τὰς ὑπηρεσίας του καὶ προκαλεῖ συμβούλια αὐτῶν, πρὸς μελέτην τοπικῶν προβλημάτων. Ἀπὸ τὸ ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου προβλεπόμενον Νομαρχιακὸν Συμβούλιον, λείπει τὸ λαϊκὸν στοιχεῖον. Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, τὸ Συμβούλιον εἶναι ἰσχνὸν καὶ ἀτελὲς καὶ πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι δὲν θὰ προκόψῃ καὶ δὲν πρόκειται νὰ προσφέρῃ εἰς τὰς ἐπαρχίας τίποτε πέραν τῶν ὅσων σήμερον προσφέρει. Αὐταὶ εἶναι αἱ ἀδυναμίαι τοῦ νομοσχεδίου, ποὺ μὲ κάμνουν διστακτικὸν ὡς πρὸς τὴν ἐπιτυχίαν του καὶ ἴσως νὰ μεταδίδω τὴν ἀπαισιοδοξίαν μου καὶ εἰς ὑμᾶς, κ. βουλευταί, καὶ εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Εὔχομαι αἱ ἀδυναμίαι αὐταὶ τοῦ νομοσχεδίου νὰ διαψευσθοῦν καὶ νὰ μείνω ἐγὼ μόνον μὲν τὴν ἀπαισιοδοξίαν μου. Ἀλλ’ εἰς τὸ νομοσχέδιον εὗρον καὶ δύο ἄλλας διατάξεις, αἱ ὁποῖαι μὲ ἀναγκάζουν νὰ μὴ τὰς παρέλθω ἀπαρατηρήτους. Εἶναι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 24, ἡ ὁποία ἕνα ἴχνος ὑπηρεσιακότητος ποὺ εἶχεν ἡ ἐκλογὴ τῶν Νομαρχῶν, τὸ ἀπήλειψε καὶ ἐγκαταλείπομεν πλέον τὸν ἐπιτυχόντα θεσμὸν τοῦ ὑπηρεσιακοῦ Νομάρχου καὶ ἐπανερχόμεθα εἰς τὸν κομματικὸν Νομάρχην. Ὅταν, κ. συνάδελφοι, φθάσωμεν εἰς τὸ τέλειον ἀποκεντρωτικὸν σύστημα, τότε πρέπει νὰ φθάσωμεν καὶ εἰς τὸν κομματικὸν Νομάρχην. Σήμερον ὅμως, χωρὶς κἄν νὰ ἀρχίσωμεν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ συστήματος, πρωθυοτέρως ἡ Κυβέρνησις φθάνει εἰς τὸν κομματικὸν Νομάρχην. Ἡ ἄλλη διάταξις ποὺ μὲ ἐξένισεν, εἶναι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 30, ἡ ὁποία ἀντιφάσκει πρὸς τὴν οἰκονομίαν τοῦ ὅλου νομοσχεδίου, διότι ἐνῶ ὁμιλοῦμεν περὶ ἐνισχύσεως τοῦ Νομάρχου καὶ τῆς περιφερείας, δημιουργοῦμεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν δύο γενικὰς διευθύνσεις δίδοντες οὕτω εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀποκεντρώσεως, τὸ σύνθημα, ὄχι τῆς διαλύσεως, ὡς θὰ ἔδει, ἀλλὰ τῆς ἐνδυναμώσεως ἔτι πλέον τῶν κεντρικῶν ὑπηρεσιῶν, εἰς βάρος τῆς περιφερείας. Καὶ αὐτὴ ἡ διάταξις προδίδει, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν πιστεύει εἰς τὸν θεσμὸν ποὺ ἐπικαλεῖται. Αἱ διατάξεις περὶ διαβαθμίσεως τοῦ προσωπικοῦ τῶν Νομαρχιῶν, μὲ εὑρίσκουν σύμφωνον ἀλλὰ ἐπ’ αὐτῶν θὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Κύριοι συνάδελφοι, λυποῦμαι, ἀλλὰ φοβοῦμαι ὅτι, καὶ ὁ νέος νόμος ποὺ θὰ ψηφισθῇ περὶ ἀποκεντρώσεως, θὰ εἶναι ἕνας νόμος ποὺ δὲν θὰ δώσῃ εἰς τὸν λαόν μας, αὐτὸ ποὺ ἐπιθυμεῖ καὶ αὐτὸ ποὺ τὸ Σύνταγμα ἐπιτάσσει. Θὰ ἀκολουθήσῃ τὴν τύχην τῶν προηγουμένων σχετικῶν νόμων, διότι ἔχει καὶ τὰς ἀτελείας καὶ ἐλαττώματά των. Ἕνα εἶναι βέβαιον, ὅτι θὰ προκύψῃ ἐκ τοῦ νόμου τούτου. Ὅτι αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ κέντρου τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν μὲ τὰς δύα νέας Γεν. Διευθύνσεις, θὰ διογκωθοῦν χωρὶς νὰ ἐνισχυθοῦν αἱ περιφερειακαὶ ὑπηρεσίαι καὶ, ὅτι οἱ Νομάρχαι θὰ γίνουν κομματικοί, καταλυομένου τοῦ θεσμοῦ τῶν ὑπηρεσιακῶν Νομαρχῶν. Καὶ ἕνα εἶναι παρήγορον, ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου 5 — ἄρθρου σπουδαίου — διασφαλίζεται ἡ σήμερον κρατοῦσα κατάστασις εἰς τὰς Νομαρχίας καὶ θὰ γνωρίζωμεν ὅτι καὶ μετὰ τὸν νόμον τοῦτον, οἱ Νομάρχαι θὰ ἔχουν ὅσας μέχρι τοῦδε ἁρμοδιότητας, χωρὶς καμμίαν ἐπαύξησιν ἢ βελτίωσιν τοῦ θεσμοῦ τῆς Δ. ἀποκεντρώσεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐντύπωσίς μου ἐκ τῆς μελέτης τοῦ νομοσχεδίου. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πλευρᾶς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως).
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀθ. Παπαθανάσης ἔχει τὸν λόγον.
§89ΑΘ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Θὰ ἦτο, κύριοι βουλευταί, ἀσυγχώρητος κοινοτοπία ἡ ἔξαρσις τῆς σημασίας καὶ τῆς σοβαρότητος τὴν ὁποίαν ἐνέχει ἡ καλὴ ὀργάνωσις καὶ λειτουργία τῆς διοικήσεως ἑνὸς κράτους ἀξίου τοῦ προορισμοῦ καὶ τῆς ἀποστολῆς του. Ὁ σκοπὸς αὐτὸς διὰ νὰ διασφαλίζεται καὶ προάγεται, ὅπως συμβαίνει καὶ εἰς πᾶσαν ἰδιωτικὴν ἐπιχείρησιν, πρέπει ἡ λειτουργία τοῦ μηχανισμοῦ τῆς διοικήσεως, ὄχι μόνον νὰ εἶναι εὔρυθμος καὶ ταχεῖα, ἀλλὰ καὶ νὰ εἶναι προσιτὴ εἰς τοὺς πολίτας, δίδουσα ἀμέσως καὶ ὀρθῶς τὰς προσηκούσας λύσεις, εἰς τὰς ἑκάστοτε ἐμφανιζομένας ἀνάγκας. Διὰ τοῦτο παραμένει ἀξίωμα ἐπιγραμματικὸν καὶ ἀκατάλυτον τὸ ἀπόφθεγμα τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ Ναπολεοντίου Κώδικος, τοῦ 1948 περὶ τῆς διοικήσεως τοῦ Ναπολέοντος τοῦ Γʹ καθ’ ὃ «δύναταί τις νὰ κυβερνᾷ ἐκ τοῦ μακρόθεν ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ διοικῇ καλῶς, παρὰ μόνον ἐκ τοῦ πλησίον». Ἀποτελεῖ λοιπόν, βασικὸν στοιχεῖον μιᾶς καλῆς ὠργανωμένης διοικήσεως τὸ προσιτὸν αὐτῆς, δηλαδή, ἡ καλὴ ὀργάνωσις τῆς διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως ἀποτελεῖ σπουδαῖον στοιχεῖον τῆς καλῆς διοικήσεως. Πρὸς τοιαύτην βελτίωσιν τῆς διοικήσεως, ἀποβλέπει, κ. βουλευταί, τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον «περὶ διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως». Δὲν καλύπτει παρὰ ἕνα μόνον τομέα αὐτῆς καὶ ὄχι τὴν πλήρη ἀποκέντρωσιν καὶ ὀρθῶς ἡ Κυβέρνησις μετὰ τόσης περισκέψεως προχωρεῖ εἰς τὸ ἔργον τῆς πλήρους ἀποκεντρώσεως, τὴν ὁποίαν ἐπηγγέλθη πρὸς τὸν ἑλληνικὸν λαόν. Διότι, κύριοι, ὅπως εἶναι εἰς ὅλους μας γνωστόν, ἡ διοικητικὴ ἀποκέντρωσις δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ διττῶς εἴτε διὰ τῆς λεγομένης κρατικῆς ἀποκεντρώσεως, δηλαδὴ τῆς ἀποσυγκεντρώσεως, δηλαδὴ τῆς ἀναθέσεως μέρους, ἢ τοῦ συνόλου, ἢ τοῦ μεγάλου μέρους τῶν ἐνεργειῶν καὶ τῶν ἐξουσιῶν τοῦ Κέντρου εἰς ὄργανα κρατικὰ περιφερειακά, εἴτε διὰ τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως, δηλαδὴ τῆς ἀναθέσεως τῆς ἐξυπηρετήσεως τῶν τοπικῶν συμφερόντων εἰς αἱρετὰ Συμβούλια. Ἡ ἐπικράτησις ἡ πλήρης, ἢ μονομερὴς τοῦ ἑνὸς ἐκ τῶν συστημάτων τούτων, οὔτε ἐν τῇ ἐπιστήμῃ, οὔτε ἐν τῇ πρακτικῇ ἐπιδοκιμάζεται. Ἡ λεγομένη ἐναρμόνισις ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ συγκερασμοῦ τῆς συγκεντρώσεως, τόσον πρὸς τὴν κρατικὴν ἀποκέντρωσιν, ὅσον καὶ πρὸς τὴν αὐτοδιοίκησιν, ἀποτελεῖ τὸ ὀρθὸν Διοικητικὸν σύστημα μιᾶς συγχρόνου χώρας σύμφωνα πρὸς τὴν νεωτέραν ἐξέλιξιν τῆς λειτουργίας τῶν κρατικῶν ὑπηρεσιῶν διὰ τὴν ταχεῖαν καὶ ἄμεσον ἀντιμετώπισιν τῶν κοινωνικῶν καὶ οἰκονομικῶν ἀναγκῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλουν τὴν κρατικὴν παρέμβασιν. Δηλαδὴ διὰ νὰ μὴ καθίσταται ἡ Κεντρικὴ ἐξουσία τυραννικὴ καὶ ἀποπνικτικὴ τῆς ἐλευθέρας λαϊκῆς ἐξελίξεως, πρέπει ἡ Κεντρικὴ διοίκησις νὰ περιορίζεται εἰς τὸ λεγόμενον καθαρῶς Ἐπιτελικὸν ἔργον. Δηλαδὴ αἱ γενικαὶ γραμμαί, αἱ γενικαὶ κατευθύνσεις τῆς κρατικῆς δραστηριότητος πρέπει νὰ καθορίζωνται καὶ ἐκπέμπονται διὰ τοῦ Κέντρου πρὸς τοὺς καθ’ ἕκαστον κλάδους καὶ τομεῖς τῆς διοικήσεως ἅπασαι δὲ αἱ ἄλλαι διοικητικαὶ ἐνέργειαι νὰ κατανέμωνται καὶ ἀνατίθενται αἱ μὴ κυρίως κρατικαὶ εἰς τὰς περιφερειακὰς κρατικὰς ἀρχάς, ἡ δὲ ἐξυπηρέτησις τῶν τοπικῶν ἀναγκῶν καὶ συμφερόντων εἰς τὰς αἱρετὰς ἀρχὰς τῆς αὐτοδιοικήσεως. Τὸ τεθέν, συνεπῶς, εἰς τὸν Ἕλληνα νομοθέτην ζήτημα ἦτο ἂν ἡ νομοθετικὴ μεταρρύθμισις θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπεκταθῇ εἰς τὴν εἰσαγωγὴν συγχρόνως ἀμφοτέρων τῶν συστημάτων ἀποκεντρώσεως δηλαδὴ καὶ τῆς κρατικῆς καὶ τῆς αὐτοδιοικήσεως ἢ τὴν βαθμιαίαν εἰσαγωγὴν πρῶτον τοῦ ἑνὸς καὶ κατόπιν τοῦ ἄλλου καὶ ποίου πρῶτον. Εἶναι προφανές, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἐνῷ ἀμφότερα ἐπιδιώκουν τὴν ἐξυπηρέτησιν διοικητῶν ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας πρότερον ἐξυπηρέτει ἡ συγκέντρωσις τῆς διοικήσεως, τὰς ἀνάγκας ταύτας ἑκατέρων τῶν διοικητικῶν αὐτῶν συστημάτων, τὰς ἐξυπηρέτει κατὰ διάφορον τρόπον καὶ δι’ ὑπαλλήλων οὐ μόνον διαφόρου προελεύσεως, ἀλλὰ καὶ διαφόρου νοοτροπίας. Ὁ νομοθέτης, τοῦ νομοσχεδίου ἔκρινε, καὶ ὀρθῶς, ὅτι πρέπει νὰ προχωρήσῃ δι’ αὐτοῦ πρῶτον εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀποκεντρώσεως τῆς κρατικῆς δηλαδὴ νὰ προχωρήσῃ εἰς τὸ σύστημα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ἁπλῆν τροποποίησιν τοῦ ἐν ἰσχύϊ διοικητικοῦ συστήματος τῆς ἀποκεντρώσεως, ἥτις δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ διὰ τῆς ἐκχωρήσεως καὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ ὑπάρχοντος ὑπαλληλικοῦ προσωπικοῦ, τὸ ὁποῖον ἐξοικειούμενον μὲ αὐτὰς καὶ ἔχων πεῖραν τῶν διοικητικῶν ζητημάτων δύναται εὐχερέστερον καὶ ἐπωφελέστερον νὰ προαχθῇ καὶ ἐπιληφθῇ τῆς ἁρμοδιότητος τῆς ἐπιλύσεως αὐτῶν ἀφοῦ μάλιστα ἐπὶ πολλῶν θεμάτων ἔχει ἀσκήσει καὶ ἀποκεντρωτικὰς ἁρμοδιότητας. Ἡ εἰσαγωγὴ ὅμως καὶ τοῦ συστήματος τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως ἀποτελεῖ ὄχι ἁπλῆν τροποποίησιν τοῦ ἰσχύοντος διοικητικοῦ συστήματος, ἀλλὰ τὴν εἰσαγωγὴν νέου θεσμοῦ μεταβιβάζοντος εὐρείας ἁρμοδιότητας θεσμοῦ τοῦ ὁποίου ἡ ἐφαρμογὴ ἐπαφίεται εἰς τοπικὰς αἱρετὰς ἀρχάς, ἀποτελουμένας ἀπὸ ἁπλοῦς πολίτας μὴ ἔχοντας οὕτω τὴν διαπαιδαγώγησιν οὔτε τὴν εἰδικότητα καὶ πεῖραν τῶν προβλημάτων καὶ ὀρθῶς ἡ Κυβέρνησις δὲν προχωρεῖ εἰς αὐτό. Ὀρθῶς, ἔκρινεν, ὅτι δὲν εἶναι ἀκόμη ὥριμος ἡ κατάστασις πρὸς εἰσαγωγὴν τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ καὶ προαγωγὴν τῆς ὑφισταμένης τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως πρώτου βαθμοῦ καὶ ὀργανώσεώς του εἰς ἀνωτέραν κλίμακα. Ἔπειτα εἰς τὰς ἀποκεντρωμένας κρατικὰς ἀρχὰς δύνανται νὰ ἀνατεθοῦν καὶ καθήκοντα εὐρύτερα καὶ μάλιστα ἀπαιτοῦντα ὁμοιόμορφον ἐκτέλεσιν (ὡς τηλεφ. κλπ.), ἐνῷ διὰ τὴν τοιαύτην ἀνάθεσιν δὲν παρέχει τὰ ἀναγκαῖα ἐχέγγυα ἡ πρωτοβουλία τῶν τοπικῶν Ἀρχῶν Αὐτοδιοικήσεως. Ἡ ἀπόφασις καὶ ἡ κρίσις ἐπὶ διοικητικῶν ὑποθέσεων ὅπως ἡ διαχείρισις καὶ ἐκτέλεσις ἀπαιτεῖ πολλάκις γνώσεις εἰδικὰς καὶ ἐμπειρίαν. Διὰ τοῦτο καὶ ὑποθέσεις τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως ἀνατίθενται εἰς κρατικὰ ὄργανα, ὡς βεβαίωσις φόρων, ἐκδίκασις ἐνστάσεων κλπ. (Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τὴν προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Βʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Γ. ΠΛΑΤΗΣ). Ἀλλὰ πέραν αὐτοῦ, ἡ οἰκονομικὴ πλευρὰ τοῦ συστήματος παρέχει διοικητικὰς δυσχερείας, διότι θὰ ἀπῃτεῖτο ἡ δημιουργία νέων πόρων ἐκτὸς τοῦ κρατικοῦ προϋπολογισμοῦ. Καὶ ναὶ μὲν καὶ τὸ σύστημα τῆς κρατικῆς ἀποκεντρώσεως πρέπει νὰ συνδυάζεται μὲ ἀνάλογον οἰκονομικὴν ἀποκέντρωσιν, ἡ ὁποία θὰ παρέχῃ τὴν δυνατότητα τῆς ἀμέσου καὶ εὐκόλου ἀντιμετωπίσεως τῶν τοπικῶν ἀναγκῶν, ἀλλ’ ἡ οἰκονομικὴ αὕτη ἀποκέντρωσις θὰ εἶναι κυρίως ταμιακὴ ἐντὸς τῶν προβλέψεων τοῦ κρατικοῦ προϋπολογισμοῦ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι διὰ τὴν ὀργάνωσιν τῆς διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως κατὰ τὸ σύστημα τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ ἡ ἐπιθυμία καὶ ἡ προσπάθεια ὑπῆρξεν ἀρχαιοτάτη. Ἀπὸ τῆς πρώτης αὐτοῦ ὀργανώσεως τοῦ Βασιλείου, διὰ τοῦ Β. Δ. τοῦ 1833 «περὶ διαιρέσεως τοῦ Βασιλείου καὶ τῆς διοικήσεώς του», ἡ Χώρα εἶχε διαιρεθῆ εἰς Νομούς, Ἐπαρχίας, καὶ Δήμους. Ἑκάστη τῶν διαιρέσεων τούτων θὰ ἦτο οὐ μόνον διοικητικὴ περιφέρεια ἀλλὰ καὶ περιφέρεια τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως. Παρ’ ἑκάστῳ Νομάρχῃ ἐγκαθίστατο Νομαρχιακὸν Συμβούλιον ἤτοι ὄργανον αἱρετόν. Ἀλλὰ παρὰ τὴν πανταχόθεν ἐκδηλωθεῖσαν διάθεσιν ὀργανώσεως καὶ ἀναπτύξεως τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως εἰς εὐρυτέρους κύκλους καὶ τὴν ἐντεῦθεν ὀργάνωσιν ἀποκεντρωτικῶν τῆς διοικήσεως τῆς Χώρας, δὲν ἐτελεσφόρησεν ἡ προσπάθεια. Διότι ἐπανειλημμένως νομοθετηθέντα καὶ τὰ Ἐπαρχιακὰ καὶ τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια, κατηργήθησαν καὶ παραμένουν μόνον ὡς κατωτέρα μονὰς αὐτοδιοικήσεως ὁ Δῆμος καὶ ἡ Κοινότης. Ἦτο, λοιπόν, κύριοι, ὀρθὴ ἡ γνώμη καὶ ἡ ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως νὰ προτιμήσῃ τὴν εἰσαγωγὴν ἐκ τῶν δύο τρόπων τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἀποκεντρώσεως, πρῶτα, τὸν θεσμόν, τὸ σύστημα, τῆς Κρατικῆς ἀποκεντρώσεως, δηλαδὴ τῆς μεταβιβάσεως καὶ καταπιστεύσεως τοῦ συνόλου σχεδὸν τῶν ἁρμοδιοτήτων τοῦ Κέντρου, πλὴν ὡρισμένων ἐξαιρέσεων, εἰς τὰς περιφερειακὰς Κρατικὰς ἀρχάς, χωρὶς νὰ προβῇ συνάμα καὶ εἰς τὴν ὀργάνωσιν ἀνωτέρων βαθμῶν τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως. Διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰσαγομένου συστήματος ἀποκεντρώσεως καὶ τῆς διαχειρίσεως ὑπὸ κρατικῶν ὑπαλλήλων ἐμπείρων καὶ ἐπαγγελματικῶς κατηρτισμένων τῆς ἐκχωρουμένης κρατικῆς ἐξουσίας ἐν τῷ μέτρῳ τοῦ δυνατοῦ καὶ τοῦ ἐπιτρεπτοῦ, ἐπιδιώκει ἡ Κυβέρνησις ἀναθέτουσα εἰς τὰ περιφερειακὰ αὐτὰ ὄργανα, τῆς Διοικήσεως, εἰς τοὺς προϊσταμένους τῶν περιφερειακῶν ὑπηρεσιῶν καὶ μὲ συμμετοχὴν εἰς τὰ παρὰ τῇ Νομαρχίᾳ Νομαρχιακὰ Συμβούλια καὶ αἱρετῶν μελῶν ἀντιπροσώπων καὶ φορεῖς τῶν ἀντιλήψεων καὶ τῶν ἀπόψεων τῶν τοπικῶν Συμβουλίων πρώτου βαθμοῦ τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως, ἐπιδιώκει λέγω, τὴν ἐν ἁρμονίᾳ συνεργασίαν Κρατικῶν ὀργάνων καὶ αὐτοδιοικήσεως, τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς ὅλης Διοικήσεως. Τὰ αἱρετὰ μέλη αὐτά, μετέχοντα τῆς Διοικήσεως, μετέχοντα τῆς μελέτης τῶν ζητημάτων, θὰ καθίστανται μέτοχοι ταὐτοχρόνως καὶ τῆς εὐθύνης, ὥστε βαθμιαίως νὰ πραγματοποιεῖται καὶ ἡ ἀνάλογος διαπαιδαγώγησις τῶν περιφερειακῶν αὐτῶν ὀργάνων, εἰς τὴν ἄσκησιν καὶ τὴν διαχείρισιν δημοσίας ἐξουσίας, ὥστε βαθμιαίως νὰ φθάσωμεν καὶ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν παραλλήλως καὶ τοῦ συμπληρωματικοῦ θεσμοῦ, τοῦ ἑτέρου σκέλους τῆς ἀποκεντρώσεως, τοῦ θεσμοῦ τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως, τῆς αὐτοδιοικήσεως ἀνωτέρου βαθμοῦ. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τῆς συζητήσεως, θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ κάμω μίαν σύστασιν εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τοῦτο ἀποτελεῖ προσωπικήν μου γνώμην ὅπως τὰ Συμβούλια αὐτά, ὑποστοῦν καὶ μίαν μεγαλυτέραν διεύρυνσιν λαϊκήν. Καὶ τοῦτο θὰ ἦτο ἐπιτευκτὸν διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μελῶν, τῆς ἐκλογῆς δηλαδή, περισσοτέρων προσώπων ἀπὸ ἑκάστην περιφέρειαν, ἀπὸ ἑκάστην ἐπαρχίαν ἢ καὶ διὰ τῆς συμμετοχῆς ἐκπροσώπων τῶν ὠργανωμένων ἐπαγγελματικῶν τάξεων, ὡς τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου, τῆς Ὁμοσπονδίας τῶν Ἐπαγγελματιῶν, διὰ προσώπων ὑποδεικνυομένων ὑπ’ αὐτῶν καὶ διοριζομένων ἀπὸ τὸν Νομάρχην. Ἴσως, μοῦ εἴπητε —καὶ προλαμβάνω νὰ κάμω ἐγὼ τὴν παρατήρησιν— καὶ προσθήκην καὶ ἑνὸς ἐκπροσώπου τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῶν Ἑνώσεων Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν, διὰ νὰ εἶναι μεγαλυτέρα ἡ συμμετοχὴ τοῦ λαϊκοῦ στοιχείου εἰς τὴν ἀποκέντρωσιν. Ὑποστηρίζων, ταῦτα, κ. βουλευταί, σπεύδω νὰ ἀποκρούσω ἐκ τῶν προτέρων μίαν πιθανὴν παρατήρησιν: Διατὶ νὰ τοὺς διορίζῃ ὁ Νομάρχης; Λέγω νὰ τοὺς διορίζῃ ὁ Νομάρχης, διότι διατρέχομεν μίαν περίοδον ὑπόπτων περιστάσεων, ὑπόπτων κινήσεων καὶ καλύτερον εἶναι νὰ τοὺς ὁρίζῃ ὁ Νομάρχης, ἵνα ἔχει καὶ τὴν εὐθύνην ἢ νὰ προτείνῃ δύο τὸ Δ. Συμβούλιον καὶ ἐξ αὐτῶν ὁ Νομάρχης νὰ ἐκλέγῃ τὸν ἕνα. Φρονῶ, ὅτι θὰ ἦτο λίαν χρήσιμος ἡ διεύρυνσις τοῦ Συμβουλίου, διὰ τοιούτων λαϊκῶν ἐκπροσώπων. Ἐπανερχόμενος εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, κ. βουλευταί, φρονῶ, ὅτι ὑπῆρξεν ἐπιτυχής, ἡ γραμμή, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν κατάρτισιν καὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον, πλὴν τῶν γενικωτέρων λόγων, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξα ἐν τελευταίᾳ ἀναλύσει, ἡ ἀντίληψις ἡ λαϊκή, τὸ λαϊκὸν αἴτημα, δὲν εἶναι ὑπὲρ τῆς διευρύνσεως ἢ τῆς δημιουργίας ἀνωτέρων βαθμῶν τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως, ἀλλὰ τὸ αἴτημα τοῦ λαοῦ, κυρίως, ζητεῖ καὶ ἐννοεῖ τὴν Κρατικὴν ἀποκέντρωσιν ὡς διοίκησιν προσιτήν, δηλαδή, ζητεῖ προσιτὸν τῆς Κρατικῆς Διοικήσεως, τὸ ἄμεσον τῆς δράσεώς της καὶ τῆς ἐπαφῆς τοῦ πολίτου μὲ αὐτήν. Τοιοῦτον, νομίζω ὅτι ὑπῆρξε τὸ λαϊκὸν αἴσθημα καὶ τοιοῦτον εἶναι καὶ ὡς τοιοῦτον φρονῶ, ὅτι ἱκανοποιεῖται πλήρως διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἕτερον οὐσιῶδες θέμα, τὸ ὁποῖον, δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ ἀπασχολήσῃ τὸν νομοθέτην, τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι τὰ τῆς ἐδαφικῆς ἐκτάσεως τῶν ἀποκεντρουμένων περιφερειῶν. Δηλαδή, θὰ ἀκολουθήσωμεν τὰς μεγάλας διοικήσεις, τὴν μεγάλην περιφέρειαν ἢ τὴν μικροτέραν περιφέρειαν, τὸν Νομόν; Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὸ σύστημα τῶν μεγάλων Διοικήσεων παρέχει ὡρισμένα ἀξιόλογα πλεονεκτήματα καὶ ἕνα ἐξ αὐτῶν, διὰ μίαν χώραν μικράν, ὡς εἶναι ἡ Ἑλλάς, εἶναι καὶ τὸ τῆς ἐξευρέσεως προσώπων, προσώπων ἱκανῶν ὄχι μόνον νὰ ἀναλάβουν τὴν Διοίκησιν, ἀλλὰ καὶ προσώπων, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ὀργάνωσιν τῶν ἀποκεντρουμένων ὑπηρεσιῶν, διότι αἱ ἀποκεντρούμεναι ὑπηρεσίαι ἔχουν ἕνα σπουδαιότατον ρόλον νὰ παίξουν καί, ἑπομένως, ἡ ὀργάνωσις διὰ καταλλήλων προσώπων, εἰδικευμένων προσώπων, καὶ ἐπιστημονικῶς παρασκευασμένων εἶναι σπουδαῖον στοιχεῖον. Φρονῶ, κύριοι, ὅτι εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, ἡ Κυβέρνησις ἰδιαιτέρως θὰ προσέξῃ, διότι οἱ ἀνώτεροι κλάδοι, οἱ ἀποκεντρούμενοι, πρέπει νὰ ἔχουν ἐπικεφαλῆς των καὶ πρόσωπα ἱκανὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχουν πεῖραν καὶ κῦρος, ὥστε νὰ δύνανται νὰ ἐπιληφθοῦν τῆς ἐπιλύσεως καὶ τῶν σοβαροτέρων ζητημάτων, ἀλλὰ καὶ νὰ δύνανται νὰ διαφωτίσουν, ὡς ἐπιτελεῖον περιφερειακόν, τὸν Νομάρχην. Διότι, ἐὰν τὰ πρόσωπα αὐτά, δὲν εὑρίσκονται εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς των, οἱ φόβοι ἀποτυχίας τοῦ θεσμοῦ εἶναι σοβαροί. Ἔχει αὐτὰ τὰ πλεονεκτήματα, ὡς πρὸς τὴν ἐξεύρεσιν προσώπων ἱκανῶν, ἡ μεγάλη περιφέρεια, ἡ Γενικὴ Διοίκησις. Ἀλλὰ ὅταν, κύριοι βουλευταί, διὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς ἀποκεντρώσεως καὶ κατὰ τὴν ἀντίληψιν, καὶ κατὰ τὸν πόθον καὶ τὸ αἴτημα τοῦ λαοῦ, ἐπιδιώκωμεν νὰ φέρωμεν τὴν Διοίκησιν ἐγγύτερον πρὸς τὸν πολίτην, διὰ τὴν ταχυτέραν ἐπίλυσιν τῶν ὑποθέσεών του, ἵνα οὕτω καταστῇ ἡ Διοίκησις προσιτὴ εἰς τὸν πολίτην, πρέπει κατὰ κύριον λόγον, εἰς τοῦτο νὰ ἀποβλέψωμεν καὶ νὰ προσέξωμεν, μήπως διὰ τῶν μεγάλων διοικητικῶν περιφερειῶν δημιουργήσωμεν, καὶ ἀσφαλῶς θὰ δημιουργήσωμεν, νέας μεγαλυτέρας δυσχερείας ἐπικοινωνίας τοῦ πολίτου μὲ τὴν Διοίκησιν. Διότι, κύριοι συνάδελφοι, εἰς μίαν χώραν, ὅπως εἶναι ἡ Ἑλλάς, τῆς ὁποίας ἡ γεωγραφικὴ ἔκτασις κατατέμνεται ἀπὸ δυσδιαβάτους ὀροσειράς, ἀπὸ ποταμούς, ἀπὸ λίμνας, ἀπὸ θαλάσσας, καὶ θαλάσσας ταραχώδεις, αἱ συγκοινωνίαι δὲν εἶναι εὔκολοι. Ὑπεστηρίχθη ἀπὸ ἕνα, τῶν κ. συναδέλφων, δὲν ἐνθυμοῦμαι τίνα, ἕνα ἐκ τῶν κυρίων εἰσηγητῶν, πιστεύω τοῦ Προοδευτικοῦ Κόμματος, ὅτι πρέπει ἡ διοίκησις νὰ ὀργανωθῇ κατὰ εὐρείας περιφερείας καὶ νὰ γίνουν δέκα Διοικήσεις. Τοῦτο εἶναι ἕνα παλαιότερον σχέδιον ἀποκεντρώσεως, τὸ ὁποῖον εἶχε συνταχθῆ ἀπὸ τὸ κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνῆκον, τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, τὸ ὁποῖον ὅμως σχέδιον, καίτοι καταρτισθὲν ἀπὸ Ἐπιτροπὴν σοβαρῶν προσώπων, ἐν τούτοις ὑπῆρξεν ἀτυχές, καὶ τόσον ἀνεδαφικόν, ὥστε δὲν εἶδε τὸ φῶς. Εἶναι εὔκολος, κύριοι βουλευταί, ἡ ἐπὶ τοῦ χάρτου οἱασδήποτε κλίμακος διαίρεσις τῆς χώρας εἰς διαμερίσματα, ἀλλὰ διὰ τοὺς γνωρίζοντας τὴν πραγματικὴν κατάστασιν τῶν συγκοινωνιῶν, ἡ πραγματικότης εἶναι πολὺ διάφορος, παρέχει τόσας δυσχερείας, ὥστε ὄχι μόνον δὲν διευκολύνει ἀλλ’ ἀντιθέτως δυσχεραίνει τὴν προσέγγισιν τοῦ πολίτου πρὸς τὴν Διοίκησιν. Διότι, ὅταν ὁμιλοῦμεν, κύριοι, περὶ ἀναπτύξεως τῶν συγκοινωνιῶν σήμερον, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν κατὰ βάσιν, κατὰ σκέψιν μίαν εὐκολίαν συγκοινωνιῶν ἡ ὁποία θὰ ἐπιτρέπῃ εἰς τὸν πολίτην νὰ φεύγῃ τὴν πρωΐαν ἀπὸ τὸ σπίτι του καὶ τὸ βράδυ νὰ ἐπανέρχεται εἰς αὐτὸ ἀφοῦ τακτοποιήσῃ τὴν ὑπόθεσίν του μὲ τὴν διοίκησιν, ἢ ἐὰν ὄχι αὐθημερόν, τοὐλάχιστον τὴν ἑπομένην. Σήμερον ὅμως ὅταν εἰς πλεῖστα διαμερίσματα τῆς Ἑλλάδος ὅπου ὁ πολίτης εἶναι ὑποχρεωμένος διὰ νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἕδραν τῆς περιφερείας τῆς Νομαρχίας, ἔστω καὶ ὄχι τῆς μεγαλυτέρας διοικήσεως, χρειάζεται νὰ καταναλώσῃ χρόνον συνήθη καὶ πορείαν μιᾶς ἡμέρας πολλάκις πεζῇ διὰ μέσων ἐπικινδύνων διαβάσεων διὰ νὰ φθάσῃ εἰς ἕνα κόμβον συγκοινωνιακῆς ἀρτηρίας καὶ ὅταν φθάσῃ ἐκεῖ, νὰ ὑπάρξῃ τυχερὸς νὰ εὕρῃ μέσον συγκοινωνίας, διότι τὸ λεωφορεῖον ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ περάσει πρὸ μιᾶς ὥρας ἢ πρὸ πέντε λεπτῶν, ὁπότε θὰ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ περιμένῃ ἐκεῖ τὴν διέλευσιν τῆς ἄλλης ἡμέρας, διὰ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Νομαρχίαν καὶ μὲ τὰς αὐτὰς δυσχερείας νὰ ἐπιστρέψῃ. Δὲν νομίζω, ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ νόημα τῆς ἀποκεντρώσεως τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν. Κύριοι συνάδελφοι, διὰ νὰ σᾶς φέρω ἕνα παράδειγμα. Τὸν Νομὸν Αἰτωλοακαρνανίας διασχίζει ἀδιάβατος ὁ Ἀχελῶος ποταμὸς, ποταμὸς δυσδιάβατος καὶ τὸ θέρος τὸν χειμῶνα δὲ κατὰ μείζονα λόγον. Ἀπὸ τῶν ὁρίων τῆς Θεσσαλίας μέχρι τῶν ἐκβολῶν του, ἔχει δύο μόνον γεφύρας εἰς μίαν διαδρομὴν 120–150 χιλιομέτρων. Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπόν, νὰ ὁμιλοῦμεν περὶ ἀναπτύξεως τῶν συγκοινωνιῶν, ὅταν παραλλήλως ἔχωμεν θαλάσσας τόσον ταραχώδεις καὶ τρικυμιώδεις, ὥστε πολλάκις νὰ διακόπτεται ἡ συγκοινωνία ὄχι μόνον μετὰ τῶν νήσων, ἀλλὰ καὶ τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος πρὸς τὴν Πελοπόννησον; Τί θὰ γίνουν τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν; Πολλάκις ἐπὶ 3–4 ἡμέρας ἡ Αἰτωλοακαρνανία δὲν ἔχει συγκοινωνίαν μὲ τὰς Πάτρας. Ἐὰν συμπέσῃ ὁ πολίτης νὰ ἔχῃ μίαν ἐπιτακτικὴν ἀνάγκην προσωπικῆς ἐπικοινωνίας μὲ τὴν διοίκησιν, τὶ θὰ γίνῃ; Δὲν φρονῶ, ἑπομένως, ὅτι προσαρμόζονται πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν πραγματικότητα αἱ εὐρεῖαι περιφέρειαι, αἱ περιφέρειαι τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι αἱ συγκοινωνίαι ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἔχουσιν ὀργανωθῇ συγκεντρωτικῶς πρὸς τὴν Πρωτεύουσαν, καὶ κατὰ δεύτερον λόγον, πρὸς τὰς Πρωτευούσας τῶν Νομῶν. Εἶναι λοιπὸν ἐκ τῶν πραγμάτων ἐπιβεβλημένη ἡ καθιέρωσις τοῦ Νομοῦ ὡς βασικῆς μονάδος αὐτοδιοικήσεως. Ἐπὶ πλέον, ὁ Νομὸς ἀποτελεῖ καὶ συνείδησιν, εἶναι ἑδραιωμένος εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὡς μονὰς διοικήσεως, διὰ τῆς μακροχρονίου ἀσκήσεως τῆς διοικήσεως καὶ ἐπὶ πλέον τῆς συνυφάνσεως αὐτοῦ μὲ τὴν τοπικὴν αὐτοδιοίκησιν. Ἐκτὸς τούτου, κύριοι, δὲν πρέπει νὰ παρορᾶται, ὅτι οἱ θεσμοὶ καὶ μάλιστα οἱ νέοι θεσμοί, ἵνα κατοχυροῦνται καὶ ἐπιτυγχάνουν πρέπει νὰ ἀνταποκρίνωνται καὶ νὰ ἱκανοποιοῦν ὑφισταμένας πραγματικὰς καταστάσεις. Διότι, εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ ἀνάπτυξις, ἡ αὔξουσα καθημερινῶς ἀνάπτυξις τῆς οἰκονομίας καὶ τῆς τεχνικῆς τῶν Κρατῶν δημιουργοῦν αὐτομάτως προσαύξησιν τῆς συγκεντρώσεως, τάσιν συγκεντρώσεως ἁρμοδιοτήτων πρὸς τὰ ἀνώτερα κλιμάκια τῆς διοικήσεως. Ἐὰν ἡ τοπικὴ ἀποκέντρωσις, περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλοῦμεν καὶ διὰ τὴν ὁποίαν ἐνδιαφερόμεθα, δὲν στηρίζεται, δὲν ὑποβοηθεῖται καὶ ἀπὸ πραγματικὴν κατάστασιν, τότε ὁ θεσμὸς αὐτὸς ποῦ θὰ στηρίζεται; Νομίζω, λοιπόν, ὅτι ὀρθῶς τὸ νομοσχέδιον εὗρε ὡς μονάδα διοικήσεως τὸν Νομόν. Ἡ διοίκησις κυρίως ὡς ὀργανισμὸς τοῦ Κράτους, περιλαμβάνει τὸ μεῖζον μέρος τῶν ἐπιδιώξεων καὶ τῆς δράσεως αὐτοῦ καὶ ὁ κύκλος αὐτὸς καθ’ ἑκάστην διευρύνεται, ἐφ’ ὅσον εἰσέρχεται εἰς τὰς οἰκονομικὰς καὶ κοινωνικὰς σχέσεις τῶν πολιτῶν. Διὰ τοῦτο ὁ Νομάρχης, ἵνα ἀνταποκριθῇ εἰς τὸ βαρὺ αὐτὸ ἔργον, πρέπει ἐκτὸς τῆς ἰδίας ἱκανότητος νὰ πλαισιοῦται μὲ ὑπαλληλικὸν προσωπικὸν ἐπιστημονικῶς καταρτιζομένου καὶ ἐξειδικευμένου. Κύριοι συνάδελφοι, ἐλέχθη καὶ ἕνα ἄλλο, ὅτι τὸ νομοσχέδιον καλῶς ἔχει. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, τὸν ὁποῖον ἰδιαιτέρως ἐπρόσεξα καὶ ἦτο ἄξιος προσοχῆς μεγάλης λόγῳ τῆς πείρας του τῆς ὑπαλληλικῆς, τὴν ὁποίαν εἶχεν, εἶπεν ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καλύπτει ὅλον τὸ πνεῦμα τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, ἀλλὰ ἔχει καὶ ἕνα μεγάλο ἐλάττωμα ὅτι ἀντὶ νὰ παρέχῃ ἢ μᾶλλον νὰ μεταβιβάζῃ τὴν ἀποφασιστικὴν ἐξουσίαν εἰς τοὺς προϊσταμένους τῶν περιφερειακῶν ὑπηρεσιῶν, παρεμβάλλει τὸν Νομάρχην διὰ τὴν τελικὴν ἀπόφασιν. Ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ συνάδελφος κ. Λαμπρόπουλος νὰ τοῦ εἴπω, ὅτι αἱ Δημόσιαι ὑπηρεσίαι ἔχουν καὶ αὐταὶ ἀνάγκην μιᾶς ἑνότητος, ἑνὸς συντονισμοῦ, καὶ τὸν συντονισμὸν καὶ τὴν ἑνότητα αὐτὴν ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ τὴν διασφαλίσῃ εἶναι ὁ Νομάρχης. Ἀλλὰ ἐκτὸς τούτου, παρεῖδεν ὁ κ. συνάδελφος καὶ τὸ ὅτι οἱ προϊστάμενοι τῶν Περιφερειακῶν ὑπηρεσιῶν πολλάκις ἔχουσιν τὴν ὑπηρεσιακὴν ἀντίληψιν τῶν ζητημάτων, ἡ ὁποία δύναται νὰ εἶναι καθ’ ἑαυτὴν ὀρθὴ ἀλλὰ νὰ μὴ εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν πολιτικὴν τὴν ἀκολουθουμένην ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ὁσονδήποτε ὀρθὴ καὶ ἂν εἶναι ἡ γνώμη του ὑπηρεσιακῶς καὶ ἐπαγγελματικῶς, ἐφ’ ὅσον ἀντιτίθεται πρὸς τὴν γραμμὴν τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἠμπορεῖ νὰ εὐσταθήσῃ. Διότι σᾶς δίδω, κύριοι, πρόχειρον παράδειγμα, τὸ ἑξῆς: Ἡ Κυβέρνησις, βλέπουσα δυσχερείας εἰς τὴν διάθεσιν τῆς ὀρύζης, συνιστᾶ καὶ ἐνθαρρύνει τὴν αὔξησιν τῆς καλλιεργείας τοῦ βάμβακος. Ὁ Α, δὲ ἔστω, προϊστάμενος ὑπηρεσίας, ἔχων ὀρθὴν ἴσως γνώμην ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐπιστημονικῶν του γνώσεων καὶ τῶν δεδομένων.......
§90Α. ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως.
§91Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Βεβαίως ἀλλ’ ἀντιτιθεμένη πρὸς τὰς ἀντιλήψεις τῶν ὑπαλλήλων. Θὰ σᾶς εἴπω τὶ συνέβη εἰς τὴν περιφέρειάν μου καὶ ἰδιαιτέρως εἰς τὴν περιφέρειαν τῆς πατρίδος τοῦ κ. Χαβίνη. Οἱ καπνοκαλλιεργηταί, ἐνθαρρυθέντες ἀπὸ τὰς συστάσεις τῆς Κυβερνήσεως, ἐκαλλιέργησαν καπνὰ ἀρωματικὰ τὰ ὁποῖα ἔχουν εὔκολα τὴν διάθεσιν. Ὁ προϊστάμενος μιᾶς ὑπηρεσίας ἐκεῖ εἶχε διάφορον γνώμην, ὅτι διὰ λόγους ἐδαφολογικοὺς πρέπει νὰ προτιμηθῇ ἡ καλλιέργεια τῶν καπνῶν ἐσωτερικῆς καταναλώσεως καὶ δὲν ἔδιδεν ἀδείας, αὐτοὶ ὅμως ἐκαλλιέργησαν ἄνευ ἀδείας ἀρωματικὰ καπνά. Ἔρχονται τώρα οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ νὰ ζητήσουν ἀδείας δηλώσεως τῶν καπνῶν των καὶ τοὺς τὸ ἀρνεῖται, καὶ ὄχι μόνον τοὺς ἀρνεῖται, ἀλλὰ τοὺς καταγγέλει ἐπὶ παραβάσει τοῦ νόμου ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ. Ἐὰν λοιπὸν ὁ Νομάρχης εἶχε δικαίωμα, ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ λόγον ἀπὸ τὸν ὑπάλληλον, διότι ὁ ἐνδιαφερόμενος, θὰ ἐπήγαινεν ἀμέσως εἰς τὸν Νομάρχην καὶ θὰ ἐκάλει τὸν ὑπάλληλον διὰ νὰ δώσῃ τὰς ὁδηγίας. Ὁ Νομάρχης, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐκπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως καὶ φορεὺς τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας, πρέπει νὰ εἶναι συνυπεύθυνος μὲ τὴν Κυβέρνησιν.
§92ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τώρα δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπέμβῃ ὁ Νομάρχης;
§93Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ἴσως ναί, ἴσως καὶ ὄχι, διότι ὁ ὑπάλληλος, θὰ τοῦ ἔλεγεν, ὅτι ἀνήκει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν καὶ ὄχι εἰς σᾶς. Τοῦτο μάλιστα καὶ ἔγινε καὶ ἐχρειάσθη μακρὰ διαδικασία ἵνα φθάσῃ τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν εἰς τὴν ἔκδοσιν διαταγῆς πρὸς χορήγησιν ἀδειῶν. Εἷς τῶν ὁμιλησάντων συναδέλφων, εἶπεν, ὅτι κατηργήσαμεν τὸν θεσμὸν τῶν Νομαρχῶν τοῦ Κράτους, καὶ εἰσαγάγομεν τὸν θεσμὸν τῶν Νομαρχῶν τῶν κομματικῶν. Δὲν εἰσαγάγομεν, κύριοι, τὸν θεσμὸν τῶν Νομαρχῶν τῶν κομματικῶν, ἀλλὰ τῶν Νομαρχῶν τῶν Κυβερνητικῶν. Δὲν πρέπει ὅμως ἡμεῖς τοὐλάχιστον οἱ πολιτευόμενοι νὰ δεχώμεθα τὴν ἔννοιαν, ἡ ὁποία κοινῶς δίδεται, ὅτι τὸ Κόμμα εἶναι θεσμὸς φαυλοκρατικός. Ὅταν κατὰ τὸ Κοινοβουλευτικόν μας πολίτευμα, εἰς τὸ πολίτευμα τῆς Κοινοβουλευτικῆς Δημοκρατίας τὸ Κόμμα εἶναι στοιχεῖον τοῦ πολιτεύματος, στοιχεῖον δηλαδὴ δημιουργίας τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἑπομένως οἱ Νομάρχαι, ἐκπρόσωποι τῆς Κυβερνήσεως καὶ δὲν δύνανται παρὰ νὰ εἶναι πρόσωπα τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς. Ὁ Νομάρχης, κ. βουλευταί, εἶναι ὁ ἀνώτατος ἄρχων τοῦ Νομοῦ, ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐν αὐτῷ. Ἀλλ’ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία εἶναι διττή. Παρίσταται ὑπὸ διττὴν μορφὴν εἴτε ὡς Κυβέρνησις εἴτε ὡς Διοίκησις. Ὡς Κυβέρνησις εἶναι ὁ ἰθύνων νοῦς ὁ δίδων τὰς κατευθύνσεις ἡ κινοῦσα δύναμις τὴν κρατικὴν μηχανὴν πρὸς ἐπιμελῆ ἐξυπηρέτησιν τῶν κρατικῶν συμφερόντων. Ὡς Διοίκησις εἶναι ἐκτελεστὴ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν λαμβανομένων Κυβερνητικῶν μέτρων. Καὶ διὰ μὲν τὴν τήρησιν τῶν νόμων ἔχει τὴν Διοικητικὴν Δικαιοσύνην, ἡ ὁποία τὸν ἐλέγχει, διὰ τῆς Κυβερνητικῆς ὅμως ἐξουσίας τὴν ἄσκησιν, ἔχει ἀνεξέλεγκτον δικαίωμα ὁ Νομάρχης, διότι ἐκεῖ δὲν ἰσχύει ὁ νόμος ἀλλὰ ἡ σκοπιμότης καὶ ἡ Κυβερνητικὴ πολιτική....
§94ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§95Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Μὴ ἀνησυχῆτε, διότι τὴν πολιτικὴν εὐθύνην τὴν ἔχει ὁ ὑπουργὸς καὶ συνεπῶς δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ ἐκτελεστὴν τῶν ἀποφάσεων τῆς ἰδίας αὐτοῦ εὐθύνης, πρόσωπον ἔναντι αὐτοῦ ἀνεύθυνον. Δὲν εἶναι δυνατὸν τοῦτο. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ στενὴ σχέσις καὶ συνύφανσις, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τῶν δύο λειτουργῶν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, δηλαδὴ τῆς Διοικήσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως, καθιστᾷ δύσκολον τὴν διάκρισιν τῶν ὁρίων μεταξὺ αὐτῶν καὶ ἰδίως λόγῳ τῆς ἀναθέσεως τῆς λειτουργίας ἀμφοτέρων κατὰ τὴν ἀνωτέραν ἱεραρχίαν εἰς τὸ αὐτὸ πρόσωπον τοῦ Νομάρχου. Ὁ Νομάρχης ἐν τῷ Νομῷ, εἶναι ἐκπρόσωπος ἀμφοτέρων τῶν μορφῶν αὐτῶν, τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ὅταν ὁ ὑπουργὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις, εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ λογοδοτοῦν ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἐνώπιον τοῦ Λαοῦ τῆς περιφερείας του διὰ τὴν δρᾶσιν τοῦ Νομάρχου, δὲν δύναται ὁ Νομάρχης νὰ εἶναι ἐκτὸς τοῦ Κυβερνητικοῦ ἐλέγχου καὶ τῆς ἔναντι αὐτῆς εὐθύνης. Ὁ θεσμὸς τοῦ λεγομένου ὑπηρεσιακοῦ Νομάρχου, εἶναι ἀσυμβίβαστος πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς ἀποστολῆς τοῦ Νομάρχου, ὡς Κυβερνητικοῦ ὀργάνου. Δὲν ἔχει πρωτοβουλίαν, ἰδίως ὁ Νομάρχης καὶ δὲν δύναται νὰ ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην του ἐπὶ τῶν Κρατικῶν ὑπηρεσιῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, διότι ἐπ’ αὐτοῦ, ὑπάρχει ὁ ἀνώτερος ἔλεγχος τῆς Διοικητικῆς Δικαιοσύνης. Ὡς ἀντιπρόσωπος καὶ ὡς πράκτωρ τῆς Κυβερνήσεως ἔχει καθῆκον ὄχι μόνον νὰ ἐποπτεύῃ καὶ ἐπιβλέπει τὴν πιστὴν τοῦ νόμου ἐφαρμογήν, ἀλλὰ ταυτοχρόνως νὰ ἐπαγρυπνῇ διὰ τὴν πιστὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κυβερνητικοῦ προγράμματος. Ὄχι μόνον νὰ μεταβιβάζῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀκριβεῖς πληροφορίας περὶ τῆς διοικητικῆς καταστάσεως τοῦ Νομοῦ, ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς ἐπιδράσεως τῆς κοινωνικῆς καὶ οἰκονομικῆς τὴν ὁποίαν ἔχουν τὰ Κυβερνητικὰ μέτρα. Εἶναι φορεὺς πολιτικῆς ἐξουσίας καὶ ὡς τοιοῦτος πρέπει νὰ δρᾷ ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὴν κεντρικὴν Κυβερνητικὴν γραμμὴν τὴν ὁποίαν ὄχι μόνον πρέπει νὰ ἐποπτεύῃ καὶ κατευθύνῃ, ἀλλὰ καὶ νὰ πιστεύῃ. Μὲ τὴν παρεχομένην διεύρυνσιν τῶν ἐξουσιῶν καὶ ἁρμοδιοτήτων ἡ ὁποία τοὺς παρέχεται, θὰ ἦτο ἄτοπον καὶ ἀπαράδεκτον ἡ πολιτικῶς ὑπεύθυνος ἔναντι τῆς Βουλῆς καὶ καὶ τοῦ Λαοῦ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ φορεῖς τῆς πολιτικῆς της ἐξουσίας καὶ εὐθύνης πρόσωπα ἐκτὸς τοῦ ἐλέγχου καὶ εὐθύνης ἔναντι αὐτῆς. Διὰ τοῦτο, ὡς εἶπον, ὁ θεσμὸς τοῦ λεγομένου ἡμιμονίμου Νομάρχου ἀντίκειται πρὸς αὐτὴν τὴν ἔννοιαν τῆς ἀποστολῆς τοῦ Νομάρχου. Ὁ Νομάρχης, πρέπει νὰ πλαισιωθῇ μὲ τὸ ἀναγκαῖον ὑπαλληλικὸν προσωπικόν, τὸ ἐξειδικευμένον ὄχι ἁπλῶς πρὸς παρακολούθησιν τῶν ζητημάτων, ἀλλὰ τὸ δυνάμενον νὰ ἀσκήσῃ πρωτοβουλίαν ἐπὶ σπουδαιοτέρων ζητημάτων τῆς περιφερείας του. Διότι, ἐὰν οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ δὲν εὑρίσκωνται εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς των καὶ ἐὰν ὁ Νομάρχης δὲν εἶναι καὶ ὁ ἴδιος εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς του, τοῦτο θὰ ἀποτελέσῃ μέγα ἐλάττωμα διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ θεσμοῦ, διότι ἡ ἀνάθεσις εἰς τοὺς προϊσταμένους τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν καθηκόντων αὐτῶν, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς τὴ ἐντύπωσιν, ὅτι ἡ ὑπηρεσία αὐτή, εἶναι δευτερεύουσα. Διὰ τοῦτο, νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, πρέπει νὰ καταβάλῃ προσοχήν, εἰς τὴν ἐπιλογὴν τῶν προϊσταμένων τῶν ὑπηρεσιῶν καὶ ἰδίᾳ κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου. Διότι τὸ δισυπόστατον τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν ὡς ἐλεγχόντων καὶ ἐλεγχομένων, φοβοῦμαι μήπως ἀντὶ τῆς πληρεστέρας συλλήψεως καὶ χειρισμοῦ τῶν ζητημάτων δημιουργήσῃ σύγχυσιν, μὲ ἀποτέλεσμα τὴν βλάβην τοῦ θεσμοῦ. Διότι ἡ ἀξία τῶν θεσμῶν καὶ τῶν νόμων, δὲν εἶναι ἀπόλυτος, δὲν εἶναι οὔτε καλή, οὔτε κακή. Ἡ ἀξία αὐτῶν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἀξίαν τῶν προσώπων τῶν καλουμένων νὰ ἐφαρμόσουν αὐτούς, κατὰ πόσον αὐτοὶ θὰ εἶναι ἱκανοί. Τὰ πρόσωπα αὐτά, πρέπει εἰς τὸ νεκρὸν γράμμα τοῦ νόμου νὰ δύνανται νὰ δώσουν πνοήν. Θὰ πρέπει νὰ εἶναι ἱκανὰ νὰ ἀνταποκριθοῦν, ὄχι μόνον εἰς τὰς τρεχούσας ὑπηρεσιακὰς ἀνάγκας, ἀλλὰ καὶ νὰ λαμβάνουν πρωτοβουλίαν ἐπὶ σοβαρῶν ζητημάτων. Τότε μόνον θὰ ἐπιτύχῃ ὁ θεσμός.
§96Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Ἀπὸ τὴν πεῖραν τῆς Δωδεκανήσου γνωρίζω, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προέχει, εἶναι ὁ ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος ἀποσπᾶται εἰς τὴν ἐπαρχίαν, νὰ ἀποβάλῃ τὴν κεντρώαν νοοτροπίαν, καὶ νὰ κατάγεται ἀπὸ τὴν περιφέρειαν ἐκείνην. Τότε θὰ εὐδοκιμήσῃ ὁ θεσμός.
§97Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Κύριε συνάδελφε αὐτὸ εἶναι ζήτημα ἐφαρμογῆς. Ὁ ν. καθορίζει γεν. γραμμὰς καὶ ἐπὶ τῶν γεν. αὐτῶν γραμμῶν καὶ ἐγὼ διατυπῶ ὡρισμένας ἀπόψεις ὀρθὰς καὶ ἀναγκαίας κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου. Τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, κ. βουλευταί, προϊὸν ἀκριβοῦς καὶ μελετημένης σταθμίσεως καὶ ἐκτιμήσεως τῶν οἰκονομικῶν δυνατοτήτων τῆς χώρας, ἔχει τὸ πλεονέκτημα τῆς τοποθετήσεώς του, ἐντὸς τοῦ πλαισίου αὐτῶν τῶν δυνατοτήτων. Καὶ διὰ τοῦτο, ἐγὼ τοὐλάχιστον πιστεύω, ὅτι θὰ σημειώσῃ σταθμὸν ὄχι μόνον βελτιώσεως τῆς Διοικήσεως, ἀλλὰ καὶ θὰ παρασκευάσῃ τὸ ἔδαφος τῆς πλήρους ἀποκεντρώσεως. Διότι, ἡ ὁλοκλήρωσις τῆς ἀποκεντρώσεως πραγματοποιεῖται μὲ τὴν ἐφαρμογὴν καὶ ἀνάπτυξιν καὶ τῆς τοπικῆς Αὐτοδιοικήσεως τὴν ὁποίαν καθιεροῖ τὸ Σύνταγμα. Διότι, ὡς γνωστόν, καὶ κατὰ τὴν πρακτικὴν καὶ θεωρητικὴν ἀντίληψιν διὰ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς κρατικῆς ἀποκεντρώσεως καὶ τοῦ συνδυασμοῦ αὐτῆς πρὸς τὴν τακτικὴν τῆς αὐτοδιοικήσεως, πραγματοποιεῖται καὶ τοῦ Συντάγματος ἡ ἐπιταγὴ καὶ τῆς Κυβερνήσεως αἱ ἐπαγγελίαι. Πιστεύω δέ, ὅτι οὕτως ἔχον τὸ νομοσχέδιον, θὰ ἱκανοποιήσῃ ὄχι μόνον τὸ λαϊκὸν αἴτημα τῆς προσιτῆς Διοικήσεως, ἀλλὰ καὶ θὰ δώσῃ εἰς ὅλους μας τὴν εὐκαιρίαν τῆς ἐπικροτήσεως καὶ τῶν συγχαρητηρίων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς τὸν εἰσηγούμενον αὐτό, κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βουδούρης ἔχει τὸν λόγον.
§99Π. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, κατόπιν τῆς ἐμπεριστατωμένης συζητήσεως, ἡ ὁποία διεξήχθη, ὀρθὸν εἶναι πλέον νὰ περιορισθοῦν αἱ ἀγορεύσεις εἰς τὸ τέταρτον τῆς ὥρας. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον εἶναι ἐξαιρετικῆς σημασίας καὶ χρῄζει τῆς προσοχῆς Συμπολιτεύσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως. Εἶναι τὸ πρῶτον βῆμα πρὸς τὴν αὐτοδιοίκησιν, ἡ ὁποία δὲν κατωρθώθη μέχρι σήμερον ὑπὸ τῶν ἄλλων Κυβερνήσεων νὰ ἐφαρμοσθῇ, λόγῳ διαφόρων αἰτιῶν καὶ ἀφορμῶν. Πρέπει νὰ ἀλλάξωμεν νοοτροπίαν, πρέπει νὰ δώσωμεν ἐφόδια εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, διὰ νὰ δυνηθοῦν νὰ ἐξυπηρετοῦν κατὰ τὸν καλύτερον τρόπον τοὺς Ἕλληνας πολίτας, οἱ ὁποῖοι ταλαιπωροῦνται κατερχόμενοι πρὸς τὸ κέντρον, διὰ νὰ ἐπιλύσουν τὰς διαφόρους ἐκκρεμότητάς των. Τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι πρὸς ζημίαν αὐτῆς ταύτης τῆς ἐθνικῆς μας οἰκονομίας. Κατέρχονται εἰς τὰ κέντρα οἱ ἐπαρχιῶται καὶ ζητοῦν θέσεις παρασιτικὰς καὶ οὐχὶ παραγωγικάς. Νομίζω, καὶ ἐγώ, ὅτι καὶ ἄλλα πρόσωπα πρέπει νὰ συμμετέχουν εἰς τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια. Ἀλλὰ εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν θὰ ὁμιλήσω δι’ αὐτό. Ὁ συνάδελφος κ. Πολυχρονίδης, εἶπεν, ὅτι ὑπάρχει βουλευτοκρατία, ὑπὸ τὴν καλὴν βεβαίως ἔννοιαν, καὶ ὅτι αὕτη εἶναι πρόξενος κακοῦ. Νομίζω, ὅμως, ὅτι πρῶτον πρέπει νὰ ἐκλείψῃ ἡ ὑπαλληλοκρατία. Ἡμεῖς, ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, ὡς Νομοθετικὸν Σῶμα, ἔχομεν καθῆκον νὰ προστατεύσωμεν τὸν ἕλληνα πολίτην. Πρέπει ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ συμμετάσχουν εἰς τὴν διοίκησιν, νὰ εἶναι ἄνθρωποι νοήμονες. Ἡ ἀποκέντρωσις δέον νὰ ἀντιμετωπισθῇ μὲ πρακτικὰ μέσα. Τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον εἶναι ἄριστον ἐνδεχομένως οὐχὶ τέλειον. Αἱ τυχὸν ἀτέλειαί του ὅμως αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψουν κατὰ τὴν ἐφαρμογήν, θὰ διορθωθοῦν. Πρέπει νὰ συγχαρῶμεν τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις ἠσχολήθη μὲ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον καὶ ἐπὶ τέλους κατώρθωσε νὰ τὸ ἐμφανίσῃ ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Θὰ προσπαθήσωμεν, διὰ τῆς συζητήσεως καὶ τῆς καλῆς πίστεως νὰ βελτιώσωμεν τὰς τυχὸν ἀτελείας του, ἵνα φθάσωμεν εἰς τὸ δυνατὸν τέλειον. Κύριοι βουλευταί, ὡς βουλευτὴς τῆς Βορείου Ἑλλάδος, ἔχω νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς: Εἰς τὴν Β. Ἑλλάδα ἡ Γεν. Διοίκησις ὑπῆρξεν θεσμὸς μὲ μακρὰν ἱστορίαν καὶ παράδοσιν. Τὴν Γεν. Διοίκησιν Β. Ἑλλάδος, ἐτίμησαν ἐκλεκτὰ πρόσωπα, ὅπως ὁ Δραγούμης, Ρακτιβὰν κλπ. ἐτίμησαν τὸ ἀξίωμα αὐτό, καὶ προσέφερον τεραστίας ὑπηρεσίας. Ἔχομεν λοιπὸν ὑποχρέωσιν νὰ ἐνθυμούμεθα αὐτούς, οἱ ἐκ Βορείου Ἑλλάδος καταγόμενοι. Φοβοῦμαι, ὅτι τώρα μὲ τὸν νέον θεσμὸν τῆς ἀποκεντρώσεως, ἀντὶ νὰ δημιουργηθῇ ἀποκέντρωσις, μήπως γίνῃ τὸ ἀντίθετον, δηλαδὴ συγκέντρωσις τῶν ὑπηρεσιῶν. Ὅταν τὸ μικρὸν Ὑπουργεῖον ποὺ θὰ γίνῃ εἰς τὴν ἐπαρχίαν μὲ ὑπουργὸν τὸν Νομάρχην, ἀπαρτίζεται ἀπὸ ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι θὰ μάθουν νὰ ἐργάζωνται ὡς εἰργάζοντο οἱ παλαιοὶ ὑπάλληλοι ποὺ ἐθεωροῦσαν τὴν ὑπηρεσίαν ὡς σπίτι των, τότε θὰ ἀποδώσῃ ὁ θεσμός. Πρέπει οἱ ὑπάλληλοι νὰ μάθουν νὰ ἐργάζωνται περισσότερον. Βεβαίως, νὰ πληρωθοῦν, ἀλλὰ ὄχι νὰ διορίζωνται διαρκῶς νέοι. Διὰ ταῦτα, παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως προσέξῃ τὴν ὑποβληθεῖσαν τροπολογίαν μου, καὶ νὰ ἴδῃ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξυπηρετηθῇ περισσότερον ὁ λαὸς τῆς Βορείου Ἑλλάδος. Σᾶς πληροφορῶ, κ. ὑπουργέ, ὅτι εἰς τὴν Βόρειον Ἑλλάδα, τίτλοι ἰδιοκτησίας, δὲν ἔχουν δοθῆ ἀκόμη εἰς τοὺς πρόσφυγας. Αὐτὰ τὰ θέματα, μεταξὺ ἄλλων, πρέπει νὰ ἀπασχολήσουν τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα θὰ ἀναλάβουν τὴν διοίκησιν. Πρέπει νὰ ἐργασθοῦν μὲ πρακτικὸν νοῦν, διὰ τὴν καλυτέραν ἐξυπηρέτησιν τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν. Πιστεύω, ὅτι τὸ πρῶτον βῆμα τῆς ἀποκεντρώσεως ἐγένετο μὲ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον. Θὰ ψηφίσω δὲ μὲ ὅλην μου τὴν δύναμιν τοῦτο.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀντωνίου ἔχει τὸν λόγον.
§101Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ. Κύριοι βουλευταί, ἡ ἀποκέντρωσις ἀποτελεῖ ἀναμφισβητήτως ἓν τῶν σοβαρωτέρων διοικητικῶν προβλημάτων καὶ ἔντονον καὶ εὔλογον ἀξίωσιν ὅλων τῶν Ἑλληνικῶν ἐπαρχιῶν. Ἀναμφιβόλως, ὤθησιν θὰ ἠδύνατο νὰ δώσῃ εἰς τὸ πρόβλημα μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία, ὅπως ἡ παροῦσα στηρίζεται εἰς μίαν μεγάλην Κοινοβουλευτικὴν πλειοψηφίαν καὶ ἔχει ἐπὶ πλέον ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῆς ἀρχηγὸν ἀναμφισβητήτου κύρους. Φοβοῦμαι, ὅμως, ὅτι διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου ὄχι μόνον δὲν ἐπιλύεται τὸ πρόβλημα τῆς ἀποκεντρώσεως, ἀλλὰ ἀντιθέτως δὲν προωθεῖται κἂν οὔτε ἐπ’ ἐλάχιστον. Διότι, κ. βουλευταί, σημασία δὲν ἔχει ἡ διατύπωσις τῶν νομοσχεδίων καὶ αἱ διατάξεις, τὰς ὁποίας περιέχουν ταῦτα, ἀλλὰ σημασίαν, πρωτίστως, διὰ νὰ ἐκτιμηθῇ ἡ ἀξία αὐτῶν, ἔχουν αἱ δυνατότητες πραγματοποιήσεως, τὰς ὁποίας παρέχουν τὰ νομοσχέδια ταῦτα, καίτοι καὶ ἡ διατύπωσις τοῦ νομοσχεδίου δὲν παρέχει αὐτὰς τὰς ἐγγυήσεις. Εἶναι τόσαι πολλαὶ αἱ ἐξαιρέσεις τῆς παραγράφου 2 τοῦ ἄρθρου 1 ὡς καὶ τοῦ ἐδαφίου αʹ τῆς βʹ παραγρ. τοῦ ἄρθρου 4, ὥστε νὰ ἐκτιμᾶται ἰδιαιτέρως ἡ πρόνοια τοῦ συντάκτου νὰ καθιερώσῃ διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 5 ἀσφαλιστικὴν δικλεῖδα, ὅτι δὲν θὰ φθάσωμεν ἀντὶ ἀποκεντρώσεως εἰς τὸν περιορισμὸν τῶν ἁρμοδιοτήτων τῶν περιφερειακῶν ὀργάνων. Ἐξ ἄλλου, συντάσσομαι μὲ τὰς ἀπόψεις τῶν προλαλησάντων, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν, ὅτι σημασίαν διὰ τὸν θεσμὸν ἔχουν τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ κληθοῦν νὰ ἐφαρμόσουν τοῦτον. Ὀρθῶς οὕτω ἐπεκρίθη ὁ θεσμὸς τοῦ κομματικοῦ Νομάρχου, ἀντὶ τοῦ ἀκομματίστου, ποὺ ἔπρεπε νὰ καθιερωθῇ πρὸς πραγμάτωσιν τῆς ἀμεροληψίας καὶ χάριν τῆς χρηστῆς διοικήσεως. Ἐπίσης ἔχει, ὅπως ὀρθῶς ὑπεστήριξεν ὁμιλητὴς τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ τὸ ὑπαλληλικὸν προσωπικόν, τὸ ὁποῖον θὰ τὴν ἐφαρμόσῃ. Δυστυχῶς, ὅμως, ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, κατήργησε τὴν διενέργειαν τῶν διαγωνισμῶν διὰ τὴν πρόσληψιν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἐνῷ ὁ διαγωνισμὸς ἀποτελεῖ τὴν καλυτέραν ἐγγύησιν προσλήψεως ἱκανῶν ὑπαλλήλων.
§102Ι. ΝΙΚΟΛΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Τοὐναντίον διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιβάλλεται ὁ διαγωνισμός.
§103Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ. Κατὰ τὸ πρόσφατον παρελθόν, ἔγιναν προσλήψεις ἄνευ διαγωνισμοῦ. Προεκλήθη δὲ ἀγανάκτησις, διὰ τοῦτο, ἀκόμη καὶ ὑπὸ συναδέλφων τῆς Συμπολιτεύσεως, ὡς τοῦ κ. Ἀποστολίδη, ὁ ὁποῖος, ὅπως εἶναι γνωστόν, κατέθεσεν ἐρώτησιν, πρὸς τοὺς ἁρμοδίους ὑπουργοὺς νὰ ἀπαντήσουν διατί προσλαμβάνονται ὑπάλληλοι μόνον οἱ προερχόμενοι ἀπὸ τὴν Κορινθίαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν κατάγεται ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, καὶ ἀπὸ τὴν Φθιώτιδα, ἀπὸ τὴν ὁποίαν κατάγεται ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§104Δ. ΛΑΝΤΖΟΥΝΗΣ. Ἐπὶ ὑπουργίας σας, ἡ Κυβέρνησις πόσας χιλιάδας διώρισε;
§105Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ. Κατὰ τὴν ἐννεαετίαν, ποὺ εἶμαι βουλευτής, σᾶς πληροφορῶ, ὅτι δὲν ἔχω διορίσει οὐδένα ἀπολύτως. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὰς Κυβερνήσεις τοῦ Κόμματος εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκω, ἔχω νὰ σᾶς ὑπομνήσω, ὅτι εἶναι ἀκριβῶς αἱ Κυβερνήσεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἔθεσαν εἰς ἐφαρμογὴν τὸν Καταστατικὸν Χάρτην τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ὁ ὁποῖος καταστρατηγεῖται κατ’ ἐπανάληψιν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ.
§106Ι. ΝΙΚΟΛΙΤΣΑΣ (Ὑπ. Ἐσωτ.). Κύριε συνάδελφε, ἐπειδὴ ὁμιλεῖτε ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, διὰ νὰ μὴν ὑπάρξῃ παρανόησις, σᾶς πληροφορῶ, ὅτι εἰς τὸ ἄρθρον 32 θὰ ἴδητε, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι προέρχονται κατόπιν διαγωνισμοῦ.
§107Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ. Κύριε ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, τί σημασίαν ἔχει ἡ διάταξις αὐτή, ὅταν σεῖς διὰ μεταγενεστέρων νομοσχεδίων, ἔρχεσθε καὶ τὴν καταργεῖτε;
§108Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς τυραννῆτε ἐκτὸς τοῦ θέματος.
§109Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ. Ἀπορῶ, πῶς, συνάδελφος τῆς ἰδικῆς σας πείρας, μοῦ προσάπτετε τὴν μομφὴν αὐτήν, ὅτι εἶμαι ἐκτὸς θέματος, δεδομένου μάλιστα, ὅτι σεῖς ὁ ἴδιος, κ. συνάδελφε, κατὰ τὴν ἀγόρευσιν, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἐκάματε ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ἐθίξατε τὸ θέμα τῶν καταλλήλων προσώπων, τῶν ἱκανῶν διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀποκεντρώσεως. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, κ. συνάδελφε, δὲν δέχομαι διακοπάς.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, ὁ ρήτωρ ἐτόνισεν, ὅτι δὲν δέχεται διακοπάς.
§111Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ. Εὑρίσκεσθε ἐν ἀσυνεπείᾳ, προφανῶς, πρὸς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου εἴχατε τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἴπητε, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Δὲν ἔχετε δικαίωμα, ἐξακολουθητικῶς νὰ παραβιάζετε τὸν Κανονισμόν. Πέραν αὐτῶν, κ. συνάδελφοι, σημασίαν μεγαλυτέραν διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ θεσμοῦ ἢ ἐμπόδιον, διὰ τὴν καλὴν ἐφαρμογὴν τοῦ θεσμοῦ, εἶναι κυρίως τὸ θέμα τῶν δαπανῶν. Ἐκτὸς ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὑπεστηρίχθησαν ἀπὸ τοὺς ἀξιοτίμους κ. συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι προηγήθησαν ἐμοῦ ἐπὶ τοῦ βήματος, ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τὸ μέγα ἐμπόδιον διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ θεσμοῦ τῆς ἀποκεντρώσεως, εἶναι τὸ θέμα τῶν δαπανῶν, καὶ προφανῶς ἐν συναρτήσει πρὸς τὴν οἰκονομικὴν καὶ δημοσιονομικὰς δυνατότητας τῆς χώρας, θὰ ἔπρεπε ν’ ἀποβλέψῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ θεσπίσῃ τὰς σχετικὰς διατάξεις. Καὶ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς, κ. βουλευταί, ἀξίζουν ἰδιαιτέρας προσοχῆς, αἱ παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἀπὸ τοὺς ἀξιοτίμους εἰσηγητὰς τῆς μειοψηφίας. Διότι, προφανὲς εἶναι, ὅτι ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, θὰ προκύψῃ ἀνάγκη αὐξήσεως τοῦ ὑπηρετοῦντος προσωπικοῦ εἰς τὰς Νομαρχίας καὶ εἰς τὰς περιφερειακὰς Κρατικὰς ὑπηρεσίας. Ἐπὶ πλέον, θὰ παραστῇ ἀνάγκη, λόγῳ τῆς ποικιλίας τῶν θεμάτων, τὴν ὁποία ὁπωσδήποτε θὰ προκύψῃ, θὰ παραστῇ ἀνάγκη ἐξειδικευμένου προσωπικοῦ. Καὶ ναὶ μὲν — ἀπαντῶν εἰς τὴν διακοπήν σας — προβλέπει τὸ νομοσχέδιον περὶ προσλήψεως προσωπικοῦ, ἀλλὰ τὸ προσωπικὸν αὐτὸ μόλις ἐπαρκεῖ διὰ τὴν κάλυψιν τῶν ὑπαρχουσῶν ἤδη ἀναγκῶν, ὑπὸ τὸ ὑφιστάμενον σήμερον καθεστώς. Διότι, ὅπως εἶναι γνωστόν, λειτουργοῦν ἀκόμη καὶ σήμερον, ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, Νομαρχίαι μὲ 2–3 ὑπαλλήλους καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, συμβαίνει νὰ ἔχωμεν νομούς, εἰς τὴν πραγματικότητα ὅμως νὰ στερούμεθα Νομαρχιῶν. Δι’ αὐτὸ φρονῶ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ὁμιλήσῃ, πρὶν ἀκούσῃ τὰς ἀπόψεις, τὰς ὁποίας θὰ ἐκφέρουν ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ οἱ συνάδελφοι τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Διότι, εἶπεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι οἱ ὑπάρχοντες Νομοὶ ὄχι μόνον δὲν εἶναι πολλοί, ἀλλὰ εἶναι καὶ ὀλίγοι. Καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἐὰν εἴχωμεν δημοσιονομικὴν εὐχέρειαν νὰ αὐξήσωμεν τοὺς Νομούς, νὰ τοὺς διπλασιάσωμεν ἢ νὰ τοὺς τριπλασιάσωμεν, θὰ προσφέρωμεν ὁπωσδήποτε ἀξιόλογον ὑπηρεσίαν εἰς τὸν λαὸν τῶν ἐπαρχιῶν καὶ θὰ προωθούσαμε τὸ πρόβλημα τοῦ θεσμοῦ τῆς ἀποκεντρώσεως. Ἀλλὰ ὁπωσδήποτε εἶναι γεγονός, ὅτι 49 Νομοὶ μὲ τὰς ὑφισταμένας οἰκονομικὰς δυνατότητας ἀποτελοῦν ἐξαιρετικὴν πολυτέλειαν, ἀρκεῖ ν’ ἀναλογισθῆτε, ὅτι οἱ ὑπάρχοντες σήμερον Νομοί, εἶναι περισσότεροι τῶν Νομῶν οἱ ὁποῖοι ἐθεσπίσθησαν τὸ πρῶτον τὸ 1833 κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ Καποδιστρίου. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ μίαν ἁπλῆν σύγκρισιν πρὸς τοὺς ὑπάρχοντας Νομοὺς εἰς ἄλλα Κράτη, τὰ ὁποῖα ἔχουν μεγαλυτέραν οἰκονομικὴν εὐχέρειαν ἀπὸ τὴν ἰδικήν μας πτωχὴν χώραν, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξαχθοῦν ἀνάλογα συμπεράσματα. Ὑπάρχουν σήμερον εἰς τὴν Γαλλίαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν μετεμφυτεύθη τὸ σύστημα εἰς τὴν Ἑλλάδα μὲ πληθυσμὸν 6)πλάσιον τοῦ ἰδικοῦ μας 89 Νομοί, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν τοῦ πληθυσμοῦ θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα 16 Νομούς. Νομίζω, κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἐκφράσετε τὰς κρίσεις σας μετὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς παρούσης συζητήσεως.
§112Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβερν.). Δὲν ὑπάρχει λόγος κ. συνάδελφε, διότι ἡ Κυβέρνησις ἔχει μελετήσει τὸ νομοσχέδιον, καὶ συνεπῶς δύναται νὰ ἐκφέρῃ γνώμην ἐπ’ αὐτοῦ.
§113Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, κ. συνάδελφοι, ἡ Βουλὴ τείνει νὰ καταστῇ διακοσμητικὸν ὄργανον, διότι ὅταν προκαταβολικῶς ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἡγοῦνται τῶν πλειοψηφιῶν ἐκφράζουν ἐν προκειμένῳ τὰς γνώμας των, νομίζω ὅτι εἶναι φυσικὸν νὰ ἐπηρεάζουν καὶ τὰς γνώμας τῶν βουλευτῶν προκαταβολικῶς. Εἶναι λογικώτερον νὰ ἐκφράζουν τελευταῖοι τὰς γνώμας των, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐξάγωνται ἐκ τῆς συζητήσεως συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα ἀναμφισβητήτως θὰ εἶναι ὀρθότερα.
§114Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.). Κύριε συνάδελφε, παρακαλῶ......
§115Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ μὲ διακόψετε.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτον, μία διακοπὴ τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀποτελεῖ πάντοτε τιμὴ διὰ τὸν ρήτορα. Δεύτερον, πολλάκις ἀποδίδονται εἰς τοὺς ὑπουργοὺς γνῶμαι ἀντίθεται, ἀπ’ ὅ,τι εἶπον καὶ καθίσταται ἀπαραίτητον ν’ ἀπαντήσουν. Συνεπῶς δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀπαγορεύσω τὸν λόγον.......
§117Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ. Δὲν πρόκειται περὶ προσωπικοῦ ζητήματος.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσωπικὸν ζήτημα εἶναι πρῶτον, ὅταν δίδεται ἑρμηνεία εἰς γνώμας, ἢ σκέψεις τοῦ ὑπουργοῦ ἀλλοία ἀπὸ ἐκείνην ποὺ εἶχε. Συνεπῶς ἠμπορεῖ νὰ σᾶς εἴπῃ ὅτι, κακῶς ἀποδίδετε.
§119Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ. Τοιοῦτον δὲν συνέβη, διότι ἀπέδωσα ἀκριβῶς ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. ... (Θόρυβος–Διαμαρτυρίαι)
§120Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ. Ἀπαντῶ ἐπὶ ἐκείνων ποὺ εἶπεν εἰς τὴν ἀγόρευσίν του ὁ κ. Κανελλόπουλος. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐὰν ἡ σύστασίς σας ἀπευθύνεται ὑπὸ τύπον παρακλήσεως, τὴν δέχομαι τὴν διακοπήν. Κατὰ τὸν Κανονισμόν, ὅμως, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ μὲ διακόψητε ἄνευ συγκαταθέσεώς μου. (Θόρυβος–Διαμαρτυρίαι)
§121Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριε Ἀντωνίου, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ παρατηρήσω, ὅτι ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει δικαίωμα νὰ ὁμιλήσῃ.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§123Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.). Δὲν παρεξήγησα καὶ παρακαλῶ καὶ τοὺς κ. συναδέλφους νὰ μὴ παρεξηγήσουν τὴν ἀποστροφὴν, τὴν ὁποίαν ἐκάματε πρὸς ἐμέ, διότι ἐνδεχομένως......
§124Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ. Λυποῦμαι διότι παρεξηγήσατε τὴν φράσιν μου, ἀλλὰ ἐν συνεχείᾳ διόρθωσα τὴν φράσιν μου εἰπὼν: Λογικώτερον θὰ ἦτο νὰ ἀκουσθοῦν πρῶτον αἱ γνῶμαι τῶν κ. συναδέλφων. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δικαίωμά σας εἶναι νὰ ἔχετε ἀντίθετον γνώμην.
§125Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.). Τὴν διόρθωσιν τὴν ἤκουσα. Ἐγὼ ἐπρόκειτο νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὰς σκέψεις σας, ὄχι τὴν ἀποστροφήν, τὴν ὁποίαν ἐκάματε πρὸς ἐμέ, διότι σᾶς γνωρίζω ἀπὸ προηγουμένας περιόδους τῆς Βουλῆς καὶ νομίζω, ὅτι ἡ ἀποστροφὴ, τὴν ὁποίαν ἐκάματε, εἶναι ἀποστροφὴ, ποὺ σεῖς ὁ ἴδιος γνωρίζετε, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἁπλῶς. Εἴπατε κύριε συνάδελφε, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις δὲν πρέπει νὰ ἔχουν προειλημμένας γνώμας ἐπὶ μεγάλων θεμάτων καὶ, ὅτι πρέπει νὰ ἀναμένουν. Βλέπετε πόσον ἡ διακοπή μου εἶναι συνδεδεμένη μὲ σοβαρὰν ἀντιμετώπισιν τῆς ἀπόψεώς σας, ὅτι πρέπει νὰ περιμένωμεν τὰς γνώμας αἱ ὁποῖαι θ’ ἀκουσθοῦν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἡ θεωρία σας, ἐπιτρέψατέ μου νὰ εἴπω, εἶναι ἀπολύτως ἀβάσιμος. Αἱ Κυβερνήσεις, δὲν θὰ ἦσαν Κυβερνήσεις, ἐὰν δὲν εἶχον προειλημμένην γραμμὴν καὶ ὅτι ἐπὶ μεγάλων θεμάτων δὲν ἔθετον τὴν γραμμὴν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ὅταν μία Κυβέρνησις καταλήγει εἰς τὴν ὑποβολὴν ἑνὸς τόσον σημαντικοῦ νομοσχεδίου, ὅπως τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως, βεβαίως ἔχει γραμμὴν χαράξῃ, τὴν ὁποίαν γραμμὴν ὑποβάλλει εἰς τὴν συνείδησιν τῶν κ.κ. βουλευτῶν, καὶ τῆς πλειοψηφίας καὶ τῆς μειοψηφίας καὶ εἰς τὴν συνείδησιν ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ ἠμπορεῖτε νὰ εἴπητε, ὅτι παρὰ τὴν γραμμὴν τὴν ὁποίαν ἐχάραξε καὶ παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρὶν ἀκόμη γίνει ἡ συζήτησις καὶ ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει, ἐχάραξε τὴν γραμμήν, ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ἀφοῦ ἀκούσῃ τὰς γνώμας ὅλων διαπιστώσῃ ὅτι, εἴτε εἰς τὰ γενικὰ εἴτε εἰς τὰ εἰδικὰ σημεῖα, ἔχει ἡ Ἀντιπολίτευσις ἢ οἱοσδήποτε ἐκ τῶν κ. βουλευτῶν ὀρθοτάτας ἀπόψεις, βεβαίως ἠμπορεῖ νὰ τὰς ἀποδεχθῇ. Δὲν εἶναι ὅμως σωστό, νὰ ἰσχυρίζεσθε, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις πρέπει νὰ ἔρχωνται εἰς τὴν Βουλὴν παρθένοι ἀπὸ ἀπόψεως σκέψεων καὶ προθέσεων. Αὐτὸ δὲν εἶναι σωστόν. Αὐτὸ δὲν εἶναι νοητόν.
§126Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ἔχω τὸν κοινὸν νοῦν καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίζω τοιαύτας ὑπερβολάς. Προφανῶς εἶναι, ὅτι μὲ παρεξηγήσατε. Ἐὰν τὰ ὅσα ἰσχυρίζεσθε ὑπεστήριξα, εἶναι προφανές, ὅτι δὲν θὰ ὑπῆρχε κἂν ἡ εὐχέρεια διὰ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ φέρῃ νομοσχέδιον ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Τὸ νόημα πάντως τῶν λόγων μου δὲν ἦτο αὐτό. Τὸ νόημα τῶν λόγων μου ἦτο, ὅτι ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν, θεσμοῦ τοιαύτης σημασίας, ὅπως ἡ ἀποκέντρωσις, θὰ ἦτο ὀρθότερον νὰ ἐπιφυλαχθῆτε νὰ ἀκούσετε τὰς σχετικὰς συζητήσεις, ποὺ θὰ γίνουν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ βάσει τῶν συζητήσεων αὐτῶν, νὰ ἐπέλθουν καὶ αἱ ἀνάλογοι τροποποιήσεις τοῦ νομοσχεδίου. Οὕτω κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ὑποστηρίζομεν ἀντιθέτως, ἀπὸ ὅσα σεῖς ὑπεστηρίξατε, κατὰ τὴν εἰσαγωγικήν σας ὁμιλίαν ἐπὶ τοῦ θέματος, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, ὅτι οἱ Νομοὶ δὲν εἶναι βέβαια πολλοὶ συμφωνῶ ἐν τούτῳ πρὸς ὑμᾶς ἀπὸ ἀπόψεως ἐξυπηρετήσεως τῶν ἀναγκῶν τῆς ἀποκεντρώσεως, ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀποτελοῦν ἐξαιρετικὴν πολυτέλειαν ἐὰν ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν αἱ οἰκονομικαὶ καὶ δημοσιονομικαὶ δυνατότητες τῆς χώρας μας. Ἄλλωστε, ἡ ἄποψίς σας, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω, ὅτι ἀντιφάσκει πρὸς τὴν γραμμήν, τὴν ὁποίαν σεῖς οἱ ἴδιοι ἠκολουθήσατε κατὰ τὸ πρόσφατον παρελθόν. Οὕτω εἶναι γνωστόν, ὁ κ. Μαρκεζίνης, ὡς ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ τῆς Κυβερνήσεώς σας ἐκπροσωπῶν τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως ὑπεστήριξεν, ὅτι περιλαμβάνεται εἰς τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, ἡ διεύρυνσις τῶν ὑφισταμένων διοικητικῶν μονάδων. Ἐπὶ πλέον θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ προσθέσω, ὅτι καὶ ἀπὸ μιᾶς ἄλλης πλευρᾶς ἡ ἄποψίς σας ἔρχεται εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὴν γραμμήν, τὴν ὁποίαν ἄλλοτε ἀκολουθεῖτε. Καὶ ἀναφέρομαι συγκεκριμένως εἰς τὴν σχετικὴν διάταξιν τοῦ Ν. Δ. 2500. Ὑπάρχει εἰς αὐτό, διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπεφασίσθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Κυβερνητικῆς πλειοψηφίας, νὰ ἐπανέλθουν αἱ ὑπηρεσίαι εἰς τὴν σύνθεσιν τοῦ 1940. Καὶ διὰ νὰ ἀποδείξῃ ὅτι οἱ 49 Νομοί, ποὺ ἔχομεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀποτελοῦν ἐξαιρετικὴν πολυτέλειαν, διὰ πτωχὴν χώραν, ὅπως ἡ Ἑλλὰς μὲ τὴν στενότητα τῶν δημοσιονομικῶν μέσων τὴν ὁποίαν ἔχει, ἐπεκαλέσθην τὸ παράδειγμα τῆς Γαλλίας. Εἰς τὴν Γαλλίαν κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ ἐπαναλάβω δι’ ὀλίγων λόγῳ τῆς ἀπουσίας σας ὅσα πρὸ ὀλίγου ὑπεστήριξα, ἀπὸ τὴν ὁποίαν, ὅπως γνωρίζετε, μετεφυτεύθη ὁ θεσμὸς τῶν Νομαρχῶν εἰς τὴν χώραν μας, ὑπάρχουν σήμερον 89 Νομαρχίαι. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναλογίαν τῶν πληθυσμῶν, θὰ ἔπρεπε νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς 16 Νομαρχίας. Ἀνάλογα συμπεράσματα εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαγάγωμεν καὶ προκειμένου περὶ μιᾶς ἄλλης μεγάλης χώρας, τῆς Ἰταλίας, ὅπου ὑπάρχουν 92 Νομοί.
§127Α. ΔΕΡΔΕΜΕΖΗΣ. Τὶ μᾶς ἐνδιαφέρουν αὐτά;
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ κύριε Δερδεμέζη. Μὴ διακόπτετε.
§129Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι, παρατείνετε τὴν συζήτησιν ἄνευ λόγου. Πρόθεσίς μου ἦτο νὰ τερματίσω τὸν λόγον συντόμως.
§130Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἀφήσατε τὸν ρήτορα νὰ ὁμιλήσῃ.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία.
§132Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ἀντ. Κυβ. Ὑπ. Ἐθνικῆς Ἀμύνης). Χρειάζεται ἡ ἀνάπτυξις ἀλλὰ θὰ ἤθελον διὰ νὰ διαφωτισθῇ ἡ Βουλή, ἐπὶ τῆς διαρθρώσεως ποὺ ὑπάρχει εἰς τὴν Γαλλίαν, νὰ εἴπῃ τις ὅτι ἐκτὸς τῶν Νομαρχιῶν, ὑπάρχει καὶ κάτι ἀνάλογον πρὸς τὰς Ἐπαρχίας.
§133Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ. Μάλιστα, ἐὰν ἀπεφασίζαμε νὰ καθιερώσωμεν τοὺς 16 Νομούς, θὰ παρέμενον καὶ οἱ ὑπόλοιποι ὑπὸ τὴν μορφὴν τῶν Ἐπαρχιῶν. Καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ εἴχαμεν ἀπόλυτον ἐναρμόνισιν μὲ τὰ κρατοῦντα ἐν Γαλλίᾳ. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Ἰταλίαν κ. συνάδελφοι, ἐπίσης, ἡ χώρα εἶναι διῃρημένη εἰς 92 Νομούς, τηρουμένων δὲ τῶν ἀναλογιῶν τοῦ πληθυσμοῦ, καταλήγομεν ἐπίσης εἰς τὸ αὐτὸ συμπέρασμα, ὅσον ἀφορᾶ τὸν ἀριθμὸν τῶν Νομαρχιῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ ἦσαν ἐπαρκεῖς διὰ τὴν χώραν μας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, τὸ πλεονέκτημα, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσιζε νὰ χωρήσῃ πρὸς τὴν ὁδὸν αὐτήν, τὸ πλεονέκτημα θὰ ἦτο ὅτι θὰ κατωρθώναμε νὰ πραγματοποιήσωμε σοβαρωτάτας οἰκονομίας διὰ τῶν ὁποίων θὰ καθίστατο δυνατὸν καί, προσωπικὸν νὰ ἐξοικονομήσωμεν καὶ προσωπικὸν εἰδικευμένον περισσότερον νὰ ἀποκτήσωμεν. Πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι ἡ Κυβέρνησίς σας, κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἀκολουθεῖ μίαν κακὴν ἀρχήν. Μίαν κακὴν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν ἠκολούθησαν ἴσως καὶ πολλαὶ ἄλλαι Κυβερνήσεις κατὰ τὸ παρελθόν. Καὶ ἡ κακὴ αὐτὴ ἀρχὴ εἶναι ἡ γνωστὴ ἀρχὴ τοῦ «μὴ θίγετε τὰ κακῶς κείμενα». Ἀλλὰ ἐν προκειμένῳ ὀφείλω νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω, διότι ἀποτελεῖτε μέλη μιᾶς Κυβερνήσεως καὶ στηρίζεσθε εἰς μίαν πλειοψηφίαν, ἡ ὁποία ἐξελέγη μὲ τὸ σύνθημα τῆς ἀλλαγῆς, ὅτι ἀλλαγὴν ἀκριβῶς ἀνέμενεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπὸ τὴν Κυβέρνησίν σας, ὅταν ἐψήφισε τὸν Ἑλλ. Συναγερμὸν καὶ ἐξ ὀνόματος αὐτῆς ἀνέμενε νὰ θίξετε τὰ κακῶς κείμενα. Ὅταν δὲ αἱ πλειοψηφίαι δὲν τολμοῦν καὶ προτιμοῦν τὰς εὐκόλους λύσεις, δὲν καινοτομοῦν διὰ νὰ προωθήσουν πράγματι τὰ προβλήματα τῆς χώρας, εἶναι βέβαιον, ὅτι δὲν συμμορφούνται πρὸς τὸ σύνθημα αὐτὸ τῆς ἀλλαγῆς τὸ ὁποῖον κατὰ κόρον ἐχρησιμοποίησαν οἱ ὑποψήφιοι καὶ αὐτὸς ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὰς προεκλογικὰς περιοδείας αἱ ὁποῖαι προηγήθησαν τῶν ἐκλογῶν τοῦ Νοεμβρίου 1952. Εἴχατε δὲ ἐν προκειμένῳ, ἐὰν ἠθέλατε νὰ δώσετε ὤθησιν εἰς τὸν σπουδαῖον πράγματι θεσμὸν τῆς ἀποκ., εἴχατε εἰς τὴν διάθεσίν σας καὶ πλούσιον ὑλικόν, διότι ὡς εἶναι γνωστὸν κατὰ τὸ διάστημα καθ’ ὃ διηυθύνετο τὸ Ὑπ. τῶν Ἐσωττερικῶν ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, εἶχε συσταθῆ καὶ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἐμελέτησε λεπτομερῶς τὸ πρόβλημα τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως τῆς χώρας, ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία ἐτέλει ὑπὸ τὸν ἀείμνηστον βουλευτὴν τότε Κυκλάδων, Μαζαράκην. Θὰ εἴχατε νὰ ἀντλήσητε ἀπὸ τὴν ἐργασίαν αὐτὴν πολλὰ χρήσιμα συμπεράσματα καὶ διὰ τὴν σημερινὴν συζήτησιν. Καὶ διὰ νὰ τελειώνω, κ. συνάδελφοι, ἔχω νὰ εἴπω τοῦτο: ὅτι ἐὰν δὲν λάβετε τολμηρὰς ἀποφάσεις, ἐὰν δὲν προτιμήσετε τὰς δυσκόλους λύσεις ἔναντι τῶν εὐκόλων, τὰς ὁποίας προτιμᾶτε, τὸ νομοσχέδιόν σας θὰ παραμείνῃ γράμμα νεκρὸν καὶ δὲν θὰ ἔχετε τότε καὶ σεῖς καὶ διὰ τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὸ θέμα τῆς ἀποκεντρώσεως, δὲν θὰ ἔχετε ἐπιτελέσει τίποτε ἄλλο περισσότερον ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν κατώρθωσαν νὰ κάμουν Κυβερνήσεις τοῦ παρελθόντος. Καὶ ἐκεῖναι μὲν, εἶχον τὰ ἐλαφρυντικά, ὅτι ὡς ἐπὶ τῷ πολὺ ἦσαν Κυβερνήσεις βραχύβιοι, Κυβερνήσεις αἱ ὁποῖαι δὲν ἐστηρίζοντο εἰς μεγάλην πλειοψηφίαν ἐνῷ τοιοῦτον ἐλαφρυντικὸν δὲν ὑπάρχει διὰ τὴν ἰδικήν σας Κυβέρνησιν.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γιαννούσης ἔχει τὸν λόγον.
§135Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου νομίζω, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ προβῶμεν εἰς τὸν ὁρισμὸν τῶν δύο βασικῶν ἐννοιῶν περὶ τῶν ὁποίων πολὺς ἐγένετο λόγος. Τῆς ἐννοίας τῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ τῆς ἐννοίας τῆς ἀποκεντρώσεως. Τοῦτο, τὸ νομίζω ἀπολύτως ἀναγκαῖον διότι γίνεται πράγματι μία σύγχισις εἴτε ἀκουσία ἢ καὶ ἠθελημένη — ἴσως αὐτὸ εἶναι τὸ χειρότερον— μεταξὺ δύο ἐννοιῶν. Ἄπειροι εἶναι οἱ ὁρισμοὶ οἱ ὁποῖοι ἐδόθησαν εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ βασίζεται ὁ κάθε ὁρισμὸς εἰς μίαν θεωρίαν. Δὲν εἶναι οὔτε καιρὸς οὔτε τόπος νὰ δώσωμεν τοὺς ὁρισμοὺς αὐτούς. Ἐὰν ἠμποροῦσεν ὅμως νὰ αὐτοσχεδιάσῃ κάποιον ὁρισμὸν ὅσον τὸ δυνατὸν πιὸ ἀόριστον, ὥστε νὰ ἀντέχῃ εἰς κάποιον αὐστηρὸν ἔλεγχον, θὰ ἔλεγα ὅτι αὐτοδιοίκησις εἶναι τὸ σύστημα ἐκεῖνο κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ διοίκ. ἀνήκει εἰς αὐτὸν τοῦτον τὸν διοικούμ. Ἀντιλαμβάνεσθε ὅτι δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ τοὐλάχιστον διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀποκέντρωσιν, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ καταφύγωμεν εἰς τὴν θεωρίαν, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ καταφύγωμεν εἰς τὰ ἐπιστημονικὰ συγγράμματα. Ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν μας τὸν ὁρισμὸν τὸν ὁποῖον ἔδωσε, διὰ τὴν Ἑλλάδα τοὐλάχιστον, τὸ πλέον ἐνδεδειγμένον πρόσωπον. Εἶναι ὁ ὁρισμὸς τὸν ὁποῖον ἔδωσεν ἕνας ὁλοκληρωμένος ἄνθρωπος, ἕνας κραταιὸς ἐπιστήμων ἀλλὰ καὶ συγχρόνως διακεκριμένος πολιτικός, εἶναι ὁ ὁρισμὸς τὸν ὁποῖον ἔδωσεν ὁ Ἀλέξαν. Παπαναστασίου. Ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος κάτοχος τῆς Ἐπιστήμης, κάτοχος τῆς Κοινωνιολογίας κάτοχος καὶ τῆς Φιλοσοφίας ἐνηρμόνισε τὴν θεωρίαν μὲ τὰς ἀνάγκας τοῦ συγχρόνου βίου μὲ τὰς ἀνάγκας τὰς ὁποίας εἶχεν ἡ χώρα. Λέγει δὲ ὁ Παπαναστασίου: «Ἀποκέντρωσις εἶναι τὸ σύστημα ἐκεῖνο, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ ἐξέτασις καὶ λύσις τῶν ζητημάτων, ἀνατίθεται εἰς τὰ περιφερειακὰ διοικητικὰ ὄργανα διὰ τῆς μεταβιβάσεως εἰς αὐτὰ μεγάλου μέρους τῆς δικαιοδοσίας τῶν κεντρικῶν ὑπηρεσιῶν, περιοριζομένου τοῦ λοιποῦ τοῦ κέντρου εἰς τὴν γενικὴν διεύθυνσιν καὶ ἐποπτείαν καὶ διαχείρισιν τῶν μεγαλυτέρας σημασίας ζητημάτων». Ἰδού, κύριοι, ὁ ἐπιγραμματικὸς χαρακτηρισμὸς τῆς ἐννοίας τῆς ἀποκεντρώσεως καὶ πιστεύω ὅτι αὐτὸ ἠθέλησε καὶ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Ἐὰν αὐτὸ πράγματι, ἠθέλησεν δὲν ἠμποροῦμε παρὰ νὰ εἴπωμεν ὅτι ἀσφαλῶς ἐπέτυχεν τὸ μάξιμουμ διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Δὲν γνωρίζω ποῖαι εἶναι αἱ φιλοδοξίαι τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Ἐὰν ὅμως κρίνωμεν ἀπὸ τὸ σεμνὸν καὶ μεμετρημένον τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως πρὶν ἀκόμη ἀπὸ τὰς ἐπιμελημένας διατάξεις — καὶ θὰ σᾶς εἴπω εἰς ποίας ἀναφέρομαι — ἐκ τῶν ὁποίων προκύπτει σαφῶς ὄχι μόνον πρόθεσις τοῦ νομοθέτου περὶ ἐπιτυχίας τοῦ θεσμοῦ, περὶ ἀρτίας διατυπώσεως ἑνὸς νόμου, ἀλλὰ καὶ περὶ ἐξασφαλίσεως τῆς εὐκαιρίας ὅπως εἰς τὸ μέλλον βάσει τῆς πείρας τὴν ὁποίαν θὰ ἀποκτήσωμεν, προβῶμεν εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, δύναται κανεὶς νὰ εἴπῃ ὅτι ὁ νομοθέτης ἔχων συνείδησιν τοῦ τεραστίου τῆς εὐθύνης τὴν ὁποίαν ἀνελάμβανε καὶ τοῦ βαρυτάτου τοῦ ἔργου του, ἔκαμεν ὅ,τι ἦτο ἀνθρωπίνως δυνατὸν διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ ὁ σκοπὸς ὁ ἐπιδιωκόμενος. Ἐφρόντισε, κύριοι συνάδελφοι, νὰ περιλάβῃ διατάξεις αἱ ὁποῖαι ἐγγυῶνται, ὄχι μόνον τὴν καλὴν ἐφαρμογὴν ἀλλὰ καὶ τὴν εἰς τὸ μέλλον βελτίωσιν τοῦ νόμου. Ἀκριβῶς δὲ αἱ διατάξεις ἐκεῖναι αἱ ὁποῖοι τείνουν εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ νόμου, εἶναι ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι ἔτυχον τῆς ἐπικρίσεως τῶν περισσοτέρων κυρίων ἀγορητῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ σημειώνω τὸ ἄρθρον 1 διότι δι’ αὐτοῦ εἰσάγεται ὁ θεσμὸς τῶν ἁρμοδιοτήτων τοῦ Νομάρχου, ἐκτὸς ἐκείνων αἱ ὁποῖαι θὰ ἀφαιρεθοῦν. Ἐκ πρώτης ὄψεως δύναται νὰ εἴπῃ κανεὶς ὅτι πρόκειται ἁπλῶς περὶ φράσεως διατυπώσεως. Διέφυγε φαίνεται, τῆς καλοπίστου προσοχῆς τῶν ἀξιοτίμων κ. κ. ρητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι αὐτοῦ ἀκριβῶς γίνεται πεμπτουσία διότι παύει διὰ τοῦ νομοθετήματος αὑτοῦ τὸ Κέντρον νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν ὁ Νομάρχης καὶ ἔχῃ ἐξουσίαν μόνον καὶ τῶν θεμάτων τὰ ὁποῖα τοῦ ἀνατίθενται. Σήμερον δημιουργεῖται τὸ τεκμήριον τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Νομάρχου καὶ αὐτὸ εἶναι ἡ βάσις τοῦ θεσμοῦ τῆς ἀποκεντρώσεως. Ἀλλοίμονον ἐὰν ἀπαριθμήσωμεν ὅλας τὰς ἁρμοδιότητας τοῦ Νομάρχου. Δὲν θὰ ἠμπορούσαμε παρ’ ὅλην τὴν καλὴν διάθεσιν καὶ ἐὰν δὲν ἐξεδηλοῦτο ἀντίρρησις ἐκ μέρους τῆς ὑπαλληλοκρατίας νὰ εὕρωμε τὰ θέματα τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Νομάρχου. Ἡ βασικὴ ἐπιτυχία τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐκεῖνο διὰ τὸ ὁποῖον καθωρίσθη, ὅτι δηλαδὴ δημιουργεῖται τεκμήριον ἁρμοδιότητος ὑπὲρ τοῦ Νομάρχου, ἐξαίρεσις δὲ γίνεται διὰ τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα, καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει ὁ νόμος, παραμένουν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ ὑπουργοῦ.
§136ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πάντως μαχητὸν τεκμήριον.
§137Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Ἀλλοίμονον διότι ὁ νόμος λέγει περιέρχονται ὅλα τὰ δικαιώματα πλὴν τῶν περιοριστικῶν ἀναφερομένων, τὰ ὁποῖα διὰ Β. Δ. ἀνατίθενται εἰς τὸν ὑπουργόν.
§138ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἠμπορεῖ νὰ τροποποιηθῇ τὸ διάταγμα;
§139Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Ἀκριβῶς αὐτὸ εἶναι ἡ δευτέρα αἰτίασις. Δὲν εἶναι ἴδιον, κ. κ. συνάδελφοι, οὔτε τῶν σοφῶν ἀνθρώπων, οὔτε τῶν μεμετρημένων, θὰ ἔλεγον, νὰ πιστεύουν πολὺ εἰς τὸν ἑαυτόν των καὶ ὅτι τὰ δημιουργήματά των καὶ οἱ νόμοι τοὺς εἶναι σοφοὶ καὶ δὲν χρήζουν μεταβολῆς. Εἶναι πρὸς τιμὴν τοῦ ἀξιοτίμου κ. ὑπουργοῦ καὶ εἶναι σκέψεις σεμνότητος ἀλλὰ καὶ κατανοήσεως τοῦ μεγάλου ἔργου, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι εἰσάγει τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 4 ἡ ὁποία προσθαφαιρεῖ τὰς ἁρμοδιότητας διὰ Β. Δ. ἀναλόγως τῆς πείρας τὴν ὁποίαν θὰ ἀποκτήσῃ καὶ ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν αἱ ὁποῖαι θὰ παρουσιασθοῦν. Ἑπομένως τὸ σημεῖον αὐτό, θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποτελέσῃ ἀφορμὴν ὕμνων πρὸς τὸν εἰσηγητὴν τοῦ νομοσχεδίου παρὰ κατάκρισιν ἐκ μέρους τῶν κ. κ. συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι κατεφέρθησαν ἐναντίον αὐτοῦ.
§140Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Δὲν κατεφέρθησαν, κ. συνάδελφε, τὴν γνώμην των ἐξέφρασαν.
§141Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον χρήζει ἰδιαιτέρας ἐξάρσεως θὰ πρέπει νὰ εἶναι τὸ ἄρθρον 8. Ὁρίζεται δι’ αὐτοῦ ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς ἀναφερομένους νὰ προσφύγουν ἐνώπιον τοῦ ὑπουργοῦ, ἐντὸς τακτῆς προθεσμίας, ἐὰν θεωρήσουν ὅτι ἀδικοῦνται. Εἰσάγεται ὁ θεσμὸς τοῦ δευτέρου βαθμοῦ δικαιοδοσίας ὅπως εἰς τὰ δικαστήρια καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ καλυτέρα ἐγγύησις τῆς ἀπονομῆς δικαιοδοσίας, διότι ἡ ἀπόφασις θὰ εὑρίσκεται ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ δευτέρου βαθμοῦ διαδικασίας. Τὸ ἄρθρον 10 ὁμιλεῖ περὶ Νομαρχιακοῦ Συμβουλίου. Καὶ αὐτὸ κατεκρίθη. Ἐλέχθη διατὶ νὰ μποῦν εἰς τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια ὑφιστάμενοι τοῦ Νομάρχου καὶ μόνον 2 λαϊκὰ μέλη. Ἔχω νὰ παρατηρήσω ὅτι καὶ οἱ ὑπάλληλοι τῶν ὑπουργείων εἶναι ὑφιστάμενοι τοῦ ἑκάστοτε ὑπουργοῦ, ὡς καὶ εἰς τὰ διάφορα ὑπουργεῖα, καὶ ὅμως οὐδεὶς ἐσκέφθη εἰς τὰ ὑπηρεσιακὰ συμβούλια παρ’ ἑκάστου ὑπουργοῦ νὰ προσθέσῃ καὶ λαϊκὰ μέλη, ἢ ἀκόμη νὰ δώσῃ τὴν πλειοψηφίαν εἰς τὰ λαϊκὰ μέλη. Κατὰ τὴν γνώμην μου, θεωρητικῶς, κακῶς εἰσάγεται ὁ θεσμὸς τῶν λαϊκῶν μελῶν. Ἐὰν δὲ θέλετε νὰ τὸ κρίνωμεν αὐστηρῶς δὲν ἔχουν κανένα λόγον νὰ ὑπάρχουν τὰ λαϊκὰ μέλη. Κατὰ τὴν γνώμην ☐ ☐ται περὶ ἀποκεντρώσεως. Τὸ θέμα εἶναι ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὁλόκληρος κατήντησε νὰ εἶναι αἱ Ἀθῆναι. Ἡ ἐπαρχία ἐργάζεται διὰ τὰς Ἀθήνας. Τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν λύεται οὔτε ἕνα ζήτημα εἰς τὴν ἐπαρχίαν καὶ ἔρχεται εἰς τὰς Ἀθήνας, αὐτὸ δημιουργεῖ «χίλια–δυὸ» καὶ κυρίως τὸν μαρασμὸν τῶν ἐπαρχιῶν. Γνωρίζετε, κύριοι συνάδελφοι, πόσον τὰ θέματα τῶν ἐπαρχιῶν, νεκροῦνται εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ θάπτονται ἢ μᾶλλον δὲν θάπτονται, μένουν ἄθαπτα, ἀποπνέοντα τὴν δυσοσμίαν τοῦ κρατικοῦ μας μηχανισμοῦ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ μὴ ἀναγνωρίσωμεν ὅτι καταβάλλεται φιλότιμος προσπάθεια, διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διὰ τὴν ἀποσυμφόρησιν τῶν Ἀθηνῶν καὶ διὰ τὴν πραγματοποίησιν ἑνὸς ὀνείρου θὰ ἔλεγον, πολλῶν ἴσως κυβερνήσεων. Δύο λέξεις θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, πάντοτε ἐντὸς τοῦ τετάρτου, τὸ ὁποῖον ἐθέσατε, κύριοι συνάδελφοι, δύο λέξεις διὰ τὴν βουλευτοκρατίαν. Ἐκ μέρους ἰδιαιτέρως τιμωμένου συναδέλφου, ἠκούσθη ἡ φράσις ὅτι θὰ ἀντιδράσῃ καὶ ἀντέδρασε μέχρι τοῦδε ἡ βουλευτοκρατία. Δὲν νομίζω ὅτι ἦτο δυνατὸν ποτὲ συνάδελφος νὰ ἀδικήσῃ περισσότερον ἑαυτὸν καὶ τοὺς συναδέλφους του, ἀπὸ τὸν κ. συνάδελφον ὅταν εἶπε τὴν φράσιν ταύτην. Οὐδέποτε οἱ βουλευταὶ ἔφθασαν εἰς τὸ σημεῖον νὰ ἡδονίζωνται μὲ τὰ βάσανα, τὰ ὁποῖα δημιουργεῖ ὁ φόρτος ἀκριβῶς αὐτῆς τῆς ἐργασίας, μὲ τὰ βάσανα, τὰ ὁποῖα τοὺς δημιουργεῖ τὸ συγκεντρωτικὸν σύστημα. Ἀλλοίμονον, κύριοι συνάδελφοι ἂν ὑφιστάμεθα αὐτὰ τὰ μαρτύρια, τὸ νὰ τρέχωμε καὶ νὰ καταναλίσκωμεν πολυτίμους ὥρας, τὸ κάμνωμεν μόνον καὶ μόνον, διότι ὑπάρχει τὸ συγκεντρωτικὸν σύστημα, διότι δὲν ὑπάρχει ἡ ἀποκέντρωσις. Ἀλλοῦ εἶναι τὸ κακόν, εἶναι ἐκεῖ ὅπου εἶναι συγκεντρωμένα, θὰ τὸ εἴπωμεν εὐθαρσῶς, ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχουν τὰ συμφέροντα, διότι καὶ θέσεις πρέπει νὰ ὑπάρχουν καὶ διὰ νὰ ὑπάρχουν θέσεις πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἐξουσία καὶ ὅταν ὑπάρχῃ ἐξουσία ὑπάρχουν καὶ ὀφίτσια καὶ ὅσον μεγαλυτέραν ἐξουσίαν ἔχουν συγκεντρώσει, τόσον περισσότερον ὑψηλὰ ἀνέρχονται. Ἑπομένως, ἀλλοῦ πρέπει νὰ ἀνατρέξωμεν καὶ νὰ ἴδωμεν τὴν ἀντίδρασιν γιατὶ ἀπὸ κεῖ φοβοῦμαι καὶ ἂς μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. ὑπουργός, θὰ ἤθελα μετὰ τοῦ ἐμπρέποντος σεβασμοῦ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ κινδύνου, τὸν ὁποῖον θὰ διατρέξῃ τὸ νομοσχέδιον κατὰ τὴν ἐφαρμογήν του ἀπὸ τὴν ὑπαλληλοκρατίαν. Προβλέπω, κύριε ὑπουργέ, καὶ εὔχομαι νὰ βγῶ ψεύστης, ὅτι πολὺ δύσκολα θὰ ἐπιτύχετε νὰ ἀποστείλετε εἰς τὰ ἐπαρχιακὰ κέντρα, τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι χρειάζονται νὰ ἐπανδρώσουν καὶ νὰ περιβάλουν τοὺς Νομάρχας βάσει τοῦ θεσμοῦ.
§142Ι. ΝΙΚΟΛΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Ἀπὸ τοῦδε ἤρξατο ἡ ἐργασία εἰς τὸ Ὑπουργεῖον περὶ τῆς ἀποστολῆς τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὡς ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου αὐτοῦ, θὰ καταστοῦν περιττοὶ εἰς τὸ Κέντρον καὶ τὸ ἴδιον τὸ νομοσχέδιον, λαμβάνει διὰ τοῦ ἄρθρου 29 μέτρα καὶ παρακαλῶ νὰ τὸ προσέξετε τὸ ἄρθρον 29 διότι εἶναι ἐκ τῶν βασικῶν ἄρθρων καὶ τέμνει νέας ὁδούς, ὅσον ἀφορᾷ τὴν τακτοποίησιν τῶν ὑπαλλήλων.
§143Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Κύριε ὑπουργέ, τὸ εἶδον αὐτὸ καὶ τὸ ἐπρόσεξα, ἀλλὰ ἔχω νὰ εἴπω ὅτι πάντοτε εἰς τὴν Ἑλλάδα συμβαίνει καὶ εὑρίσκονται τὰ παράθυρα, μὲ τὰ ὁποῖα φεύγει κανεὶς ἀπὸ τοὺς νόμους. Δὲν ἐντρέπομαι νὰ ὁμολογήσω ὅτι καὶ ἡμεῖς καμμία φορὰ οἱ βουλευταί, αὐτὸ εἶναι ἀληθινόν, πηγαίνουμε καὶ παρακαλοῦμε καὶ ζητοῦμε καὶ κάποτε φορτικῶς, τὴν ματαίωσιν τῶν διαφόρων μεταθέσεων. Λοιπόν, αὐτὸ εἶναι ἐνδεχόμενον καὶ θὰ εὕρετε, ἀναμφισβητήτως, δυσχερείας μεγάλας, θέλω ὅμως νὰ πιστεύω καὶ διαθέτω τὴν βεβαιότητα, ὅτι ὄχι μόνον δὲν θὰ ἱδρώσῃ τὸ αὐτί σας, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, ἀλλὰ καὶ κάθε προσπάθειαν σαμποταρίσματος τούτου θὰ τὴν πατάξῃ ἡ Κυβέρνησις ὅσον πρέπει, ὥστε νὰ καρποφορήσῃ τὸ νομοθέτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον, ὡς ἔχει, τὸ πιστεύω ὅτι εἶναι ὄχι μόνον τέλειον, ἀποδίδον ὅ,τι ἦτο δυνατὸν ἀνθρωπίνως νὰ ἀποδώσῃ διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ θεσμοῦ τῆς ἀποκεντρώσεως, ἀλλὰ ὡς θὰ ἠμποροῦσε νὰ θεωρηθῇ ὡς ἕνα μνημόσυνον διὰ τὸν μεγάλον ἐκεῖνον πολιτικόν, τὸν Ἀλέξανδρον Παπαναστασίου (Χειροκροτήματα).
§144Α. ΠΑΣΣΑΔΗΣ. Ἐκάματε τὴν ὡραίαν εἰσήγησιν καὶ ἐκάματε διάκρισιν μεταξὺ τῆς ἀποκεντρώσεως καὶ αὐτοδιοικήσεως. Μήπως θὰ συμφωνούσατε μαζί μου ἐάν, ἐπὶ τοῦ πρακτικοῦ σημείου, ἐλέγομεν τοῦτο ὅτι «ἀποκέντρωσις» οὐδὲν ἄλλο εἶναι παρὰ «μεταβίβασις ἁρμοδιοτήτων» καὶ «αὐτοδιοίκησις» οὐδὲν ἄλλο εἶναι παρὰ «μεταβίβασις ἐξουσίας»; Διεθνῶς αὐτὸ λέγεται.
§145Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι καὶ πολὺ ἐνδιαφέρον ὡς πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς αὐτοδιοικήσεως.
§146Α. ΠΑΣΣΑΔΗΣ. Ἐπειδὴ μᾶς ἐκάματε μάθημα, τί εἶναι ἀποκέντρωσις καὶ τί αὐτοδιοίκησις.
§147Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε μαθήματα ποτὲ δὲν δίδω.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπασταύρου ἔχει τὸν λόγον.
§149Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Ἀπὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ παρόντος, κύριοι βουλευταί, ἡ ἑλληνικὴ ἐπαρχία, δύναται ὄχι νὰ ἐλπίζῃ ἀλλὰ νὰ πιστεύῃ πλέον ὅτι ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὸν βραχνᾶν τοῦ Κέντρου καὶ χειραφετεῖται ὁριστικὰ εἰς τὴν διοίκησιν καὶ διαχείρισιν τῶν προβλημάτων, ποὺ τὴν ἀπασχολοῦν. Μέχρι τώρα ἤξευρε νὰ τεντώνῃ τὰ χέρια καὶ νὰ παρακαλῇ τὸ Κέντρον νὰ εὐδοκήσῃ νὰ τῆς δώσῃ ὅ,τι τοῦ περισσεύουν καὶ ὄχι ὅ,τι τῆς ἀνήκει καὶ ὑπηρετεῖτο ἀνάλογα μὲ τὴν πολιτικὴν δύναμιν ποὺ διέθετε καὶ μὲ τὸ πόστο, τὸ ὁποῖον κατεῖχεν ὁ ἐκπρόσωπός της. Οἱ πολῖται ὅλης τῆς χώρας ἔπρεπε νὰ σπεύσουν εἰς τὰς Ἀθήνας διὰ νὰ κινήσουν καὶ θεραπεύσουν τὸ ζήτημα ποὺ τοὺς ἀπασχολοῦσε. Προβλήματα, ποὺ ἠδύναντο νὰ εὑρίσκουν ἐπιτοπίως λύσεις ὀρθὰς καὶ δικαίας ἐτρέποντο πρὸς τὸ Κέντρον διὰ νὰ τύχουν τῆς λύσεως τοῦ ἰσχυροῦ εἴτε πολιτικῶς εἴτε οἰκονομικῶς. Ἑλλάς, ὡς ἔννοια Κράτους, σκέψεως καὶ ἀποφάσεως ἦτο ἡ Ἀθήνα. Ἡ ἐπαρχία μετεβλήθη, εἰς ἀποικίαν ἱκέτιδα τοῦ ἐλέους καὶ τῆς μακροθυμίας τῆς πρωτευούσης τῆς χώρας. Ἑπόμενον ἦτο νὰ συγκεντρωθῇ ὅλη ἡ οἰκονομικὴ δύναμις τῆς χώρας εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ ὅλη ἡ ζωὴ τῶν ἐπαρχιῶν μετατεθῇ εἰς τὸ Κέντρον διὰ νὰ μεταβάλῃ τοῦτο εἰς τεράστιον ὑδροκέφαλον τεραστίως δυσανάλογον μὲ τὸν μικρὸν ὀργανισμόν, ποὺ λέγεται Ἑλλάς. Καμμία χώρα ἐκ τῶν Βαλκανίων, κύριοι συνάδελφοι δὲν σημειώνει τόσον μεγάλον πληθυσμὸν εἰς τὴν πρωτεύουσάν της. Οὔτε ἡ Γιουγκοσλαυΐα, ποὺ ἔχει 20 ἑκατομμύρια πληθυσμόν, οὔτε ἡ Βουλγαρία τῶν 7 ἑκατομμυρίων, οὔτε ἡ Τουρκία μὲ 20 ἑκατομμύρια, οὔτε ἡ Ρουμανία. Καὶ τοῦτο διότι εἶχον προπολεμικῶς ἐφαρμόσει τὸ σύστημα τῆς ἀποκεντρώσεως καὶ ἀνεπτύχθησαν ἐκ τούτου αἱ ἐπαρχιακαί των πόλεις. Ἡ Γιουγκοσλαυΐα διαιρεῖται εἰς ἐννέα μεγάλας διοικητικὰς περιφερείας ἢ ἐννέα χώρας, ὡς τὰς ἀποκαλοῦν, ἡ Βουλγαρία εἰς ἑπτὰ χώρας καὶ ἡ Ρουμανία εἰς ἀναλόγους. Ἡ Τουρκία ἐφαρμόζει καὶ διατηρεῖ τὸ νομαρχιακὸν σύστημα ἀποκεντρώσεως. Εἰς τὴν Ἑλλάδα ἔχομεν τυπικῶς ἀποκέντρωσιν εἰς πέντε γενικὰς διοικήσεις καὶ 49 νομοὺς μέ τινας ἐπαρχίας οὐσιαστικῶς ὅμως συγκέντρωσιν ὅλων τῶν ἐξουσιῶν εἰς τὰς Ἀθήνας. Τίποτε δὲν γίνεται εἰς τὰς ἐπαρχίας ἂν δὲν ἀποφασισθῇ ἀπὸ τὸ Κέντρον. Ὅλα τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἐξεχώρουν ἐξουσίας τοῦ Κέντρου πρὸς τὰς Γενικὰς Διοικήσεις καὶ τὰς Νομαρχίας ἔμεναν ἀνεφάρμοστα διότι αἱ Ὑπηρεσίαι τοῦ Κέντρου δὲν ἐννοοῦσαν νὰ ἀποχωρισθοῦν τῶν ἐξουσιῶν ποὺ εἶχον. Θεωροῦν τὸ συγκεντρωτικὸν σύστημα διοικήσεως, ὡς τὸ καλύτερον, διότι διατηρεῖ ἑνότητα καὶ συνοχὴν εἰς τὴν διοίκησιν Κέντρου καὶ Ἐπαρχιῶν. Ἀντέδρων καὶ ἀντιδροῦν ἀκόμη διότι ἐφαρμοζομένου τοῦ συστήματος τῆς ἀποκεντρώσεως πολλοὶ τῶν ὑπηρετούντων εἰς Ἀθήνας ὑπαλλήλων θὰ λάβουν τὴν ἄγουσαν πρὸς τὴν ἐπαρχιακὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ καὶ ἕνας ἄλλος λόγος, κύριοι συνάδελφοι, ὁ κυριώτερος, δὲν ἐπέτρεψε τὴν ὁλοκλήρωσιν τῆς ἀποκεντρώσεως, δὲν ἐπέτρεψε τὴν ἐκχώρησιν ἐξουσιῶν ἀπὸ τὸ Κέντρον εἰς τὰς Ἐπαρχίας. Ὁ οἰκονομικός. Ἡ Νομαρχία ὡς δεύτερος βαθμὸς ἀποκεντρώσεως δὲν δύναται νὰ εὐδοκιμήσῃ, δὲν δύναται νὰ ἀποδώσῃ ἐὰν δὲν ἔχῃ οἰκονομικὴν αὐτοτέλειαν καὶ διαχείρισιν ἐλευθέραν τῶν οἰκονομικῶν της δυνατοτήτων. Οὔτε ἔργα δύναται νὰ ἀποφασίσῃ οὔτε ἔργα δύναται νὰ ἐκτελέσῃ ἂν δὲν ἔχῃ τὸν προϋπολογισμόν της ἕτοιμον, ὅταν χρειάζεται διὰ νὰ χρησιμοποιήσῃ τὰ κονδύλιά του εἰς τὸν κατάλληλον καιρὸν μὲ μίαν προεργασίαν ἀνάλογον τῶν περιστάσεων καὶ τῶν συνθηκῶν τοῦ Νομοῦ. Σήμερα προετοιμάζει ἡ Νομαρχία τὴν μελέτην τῶν ἔργων καὶ ἀναφέρεται εἰς τὰ 30 Ὑπουργεῖα τῆς πρωτευούσης ζητοῦσα πιστώσεις. Ἄλλαι ἐγκρίνονται, ἄλλαι ὄχι, ἄλλαι ἐγκρίνονται ἀμέσως, ἄλλαι ἀργά. Καὶ ἕως ὅτου φθάσουν εἰς τὴν Νομαρχίαν δὲν εὑρίσκουν τὸν κατάλληλον καιρὸν ἐκτελέσεως. Σταματοῦν τὰ ἔργα διὰ νὰ ἀρχίσῃ πάλιν ἀπὸ τὴν ἀρχὴν νέα διαδικασία καὶ νέα ταλαιπωρία ἐγκρίσεων καὶ ἐκχωρήσεων. Κύριοι συνάδελφοι, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν σημερινὴν μορφὴν τοῦ πρώτου βαθμοῦ αὐτοδιοικήσεως τῶν Δήμων καὶ Κοινοτήτων, αἱ ὁποῖαι ἀπέκτησαν διοικητικὴν καὶ οἰκονομικὴν αὐτοτέλειαν. Τὸ πρῶτον διάταγμα συστάσεως Δήμων ἐξεδόθη τὸ 1833 καὶ καθιέρωσεν ὁλοκλήρους περιφερείας ὡς Δήμους. Τὸ 1912 μὲ τὸν Νόμον ΔΝΖʹ συνεστήθησαν τὸ πρῶτον αἱ Κοινότητες, οἱ δὲ Δῆμοι περιωρίσθησαν εἰς τὰς πόλεις. Ἀλλὰ καὶ πάλιν ἐχρειάσθη νὰ ψηφισθοῦν πλεῖστα ὅσα νομοθετήματα τελευταίως δὲ καὶ ὁ κῶδιξ περὶ Δήμων καὶ Κοινοτήτων. Τὸ πρῶτον Διάταγμα διοικητικῆς διαιρέσεως τῆς χώρας εἰς Νομοὺς ἐξεδόθη τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1833, μετὰ τὸ Διάταγμα περὶ συστάσεως τῶν Δήμων. Ἡ Ἑλλὰς διῃρέθη εἰς 10 Νομοὺς καὶ 47 Ἐπαρχίας. Τὸ 1836 ἐθεσπίσθησαν αἱ 30 Διοικήσεις μὲ διοικητὰς καὶ ὑποδιοικητάς, ἀλλὰ τὸ 1845 κατηργήθησαν καὶ ἐπανῆλθε πάλιν ὁ θεσμὸς τῶν Νομαρχιῶν εἰς τὸν ὁποῖον ὑπήχθησαν καὶ αἱ ἀπελευθερωθεῖσαι Θεσσαλία, Ἄρτα καὶ Ἰόνιοι Νῆσοι. Αἱ νέαι χῶραι Μακεδονία, Ἤπειρος, Κρήτη καὶ Νῆσοι ἔλαβον ἄλλην διοικητικὴν διαίρεσιν διὰ τοῦ Ν. ΔΡΛΔʹ) 2.3.1913. Διετηρήθη εἰς αὐτὰς τὸ προϋπάρχον Τουρκικὸν σύστημα τῆς διοικήσεως. Ἡ Γενικὴ Διοίκησις μὲ ὑποδιαιρέσεις εἰς Νομαρχίας. Ὁ θεσμὸς τῶν Γενικῶν Διοικητῶν κατηργήθη βάσει τοῦ νόμου 524)1916 κατ’ ἀρχὰς τῆς Ἠπείρου καὶ Νήσων Αἰγαίου καὶ βραδύτερον τῶν ἄλλων περιφερειῶν μέχρι τὸ 1918 ἀνεβίωσαν καὶ πάλιν διὰ τοῦ Ν. 1149)1918 ἱδρυθεισῶν ἔτι περισσότερον τὸ δὲ 1920 τῆς Θράκης. Αἱ Γενικαὶ αὗται Διοικήσεις ἐξηκολούθησαν νὰ ὑφίστανται μέχρι σήμερον καταργούμεναι ὑπὸ τοῦ νέου νόμου, διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ ἑνιαίως καθ’ ἅπασαν τὴν Ἐπικράτειαν ἡ ἀποκέντρωσις καὶ ὁμοιομόρφως. Τὸ 1923 ἐξεδόθη τὸ Ν. Δ. «περὶ διοικήσεως Νομῶν» συμπληρωθὲν μὲ τὸν Ν. 3117)24 καθιερώνει ὄργανα διοικήσεως τὸ Νομαρχιακὸν Συμβούλιον τὴν Νομαρχιακὴν Ἐπιτροπὴν καὶ τὸν Νομάρχην. Ἀλλὰ δὲν ἐφηρμόσθη καὶ οὗτος. Πάντως ἀποκέντρωσις ὑπὸ τὴν κυρίαν ἔννοιαν δὲν ὑπῆρξε. Τοῦτο μαρτυρεῖ καὶ ὁ νόμος 964)1917 ὁ ὁποῖος τὸ πρῶτον ὥρισε: «Συνιστᾶται ἐπιτροπεία πρὸς σύνταξιν σχεδίων νόμων «περὶ διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως ἐν συνδυασμῷ μετὰ τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως». Ἀλλὰ καὶ τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς τῆς 15 Ὀκτωβρίου 1924 ὅτε ὁ τότε Πρωθυπουργὸς Ἀν. Μιχαλακόπουλος ἔλεγε: «Θεωρεῖ καθῆκον της ἡ Κυβ. νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς λῆψιν τῶν ἀπαραιτήτων μέτρων ἀποσυγκεντρώσεως, ἵνα οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτῆς λύσουν τὰ πλεῖστα τῶν ζητημάτων χωρὶς προσφυγὴν εἰς τὸ Κέντρον, ἥτις γίνεται πρόξενος δυσφορίας τοῦ πολίτου καὶ συνεπάγεται πάντως ἀπώλειαν πολυτίμου χρόνου σπαταλουμένου εἰς γραφειοκρατικὴν ἀλληλογραφίαν». Ἐπίσης τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1925 ἀναφέρουν πρότασιν τοῦ ἀειμνήστου Παπαναστασίου ἔχουσαν οὕτω: «Μεταξὺ τῶν ζητημάτων, τῶν ὁποίων ἡ λύσις πρὸς ὡρισμένην κατεύθυνσιν πρέπει νὰ ἐνισχυθῇ καὶ διὰ Συνταγματικῶν διατάξεων, τὴν πρώτην θέσιν κατέχουν τὰ σχετιζόμενα μὲ τὴν τοπικὴν αὐτοδιοίκησιν καὶ τὴν ἀποκέντρωσιν. Μὲ τοπικὴν αὐτοδιοίκησιν ἐννοοῦμεν τὴν διαχείρισιν τῶν ἰδιαιτέρων κατὰ τόπους ὑποθέσεων δι’ αἱρετῶν ὀργάνων. Μὲ ἀποκέντρωσιν ἐννοοῦμεν τὴν ἀνάθεσιν τῆς ἐξετάσεως καὶ ἐπιλύσεως εἰς περιφερειακὰ διοικητικὰ ὄργανα Γεν. Διοικητάς, Νομάρχας, εἰδικὰ περιφερειακὰ συμβούλια κλπ. Ἀπὸ τριακονταετίας ζητεῖται μὲ ἐπιμονὴν γενικῶς ἡ ὀργάνωσις τοῦ διοικητικοῦ μας ὀργανισμοῦ, κατὰ σύστημα εὐρύτατα ἀποκεντρωτικόν, ἵνα καταλυθῇ ὁ ὑφιστάμενος νοσηρὸς διοικητικὸς ὑδροκεφαλισμός, ὁ ὁποῖος ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα νὰ συγκεντρώνωνται αἱ ὑποθέσεις τοῦ Κράτους εἰς τὰ Ὑπουργεῖα, νὰ αὐξάνωνται οἱ ὑπάλληλοι χωρὶς νὰ δύνανται νὰ ἐξετάζωνται ἀντικειμενικῶς αἱ ὑποθέσεις, οὔτε νὰ δίδωνται ταχέως αἱ πρέπουσαι λύσεις. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐδόθησαν μετὰ τὴν ἐπέκτασιν τοῦ Κράτους εἰς τὰς Γεν. Διοικήσεις, εὐρύταται δικαιοδοσίαι, αἱ ὁποῖαι βραδύτερον περιωρίσθησαν, διότι δὲν ἐπέτυχον ἐκ τοῦ ὅτι κατὰ τρόπον ἀσυστηματοποίητον ἐλλείψει ὑπαλλήλων καὶ συμβουλίων παρεχωρήθησαν αἱ ἐξουσίαι αὗται. Τὴν διαίρεσιν τοῦ Κράτους εἰς περιφερείας ὑπαγορεύει καὶ τὸ Σύνταγμα. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 θαρραλεώτερον ἐρρύθμισε τὰ τῆς διαιρέσεως εἰς περιφερείας. Ὥριζεν εἰς τὸ ἄρθρον 107, «ὅτι τὸ Κράτος διαιρεῖται εἰς περιφερείας, ἐντὸς τῶν ὁποίων οἱ πολῖται διαχειρίζονται ἀπ’ εὐθείας τὰς ὑποθέσεις των, ὡς ὁ νόμος ὁρίζει». Περαιτέρω προσδιορίζει τὴν Κοινότητα, ὡς πρώτη βαθμίδα τῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ τὴν καθολικὴν ψηφοφορίαν τῶν μελῶν της διὰ τὴν ἀνάδειξιν τῆς Διοικήσεώς της. Εἰς τὸ Κράτος ἀπέμεινε μόνον ἡ ἐποπτεία, ἀλλὰ καὶ αὕτη περιωρισμένη διὰ νὰ μὴ παρακωλύεται ἡ ἐλευθέρα δρᾶσις τῶν Κοινοτήτων. Τὸ ἄρθρον 108 ὁρίζει ὅτι «ἡ Διοίκησις τοῦ Κράτους ὀργανοῦται κατὰ σύστημα ἀποκεντρωτικόν, εἰς τρόπον ὥστε ἡ Κρατικὴ ἐξουσία νὰ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον προσιτὴ εἰς τοὺς πολίτας καὶ νὰ λύωνται τὰ ἀφορῶντα τὴν Διοίκησιν ζητήματα καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ἀμεσωτέρας ἀντιλήψεως τῶν ἀφορωσῶν αὐτὰς συνθηκῶν. Αἱ κεντρικαὶ ὑπηρεσίαι θὰ ἔχουν μόνον τὴν Γεν. Δ)σιν καὶ ἐποπτείαν». Τὸ νέον Σύνταγμα, ἐν ἄρθρῳ 99 διατυπώνει ἄλλως τὸ ζήτημα τῆς Διοικητικῆς διαιρέσεως. Ὁρίζει ὅτι, «Ἡ χώρα διαιρεῖται εἰς περιφερείας, ὡς ὁ νόμος ὁρίζει». Ἀφίνει τὸν νομοθέτην ἐλεύθερον νὰ καθορίζῃ τὸν τύπον καὶ τὴν ἔκτασιν τῆς ἀποκεντρώσεως καὶ αὐτοδιοικήσεως. Τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἄνω ἐπιταγῶν καὶ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 καὶ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1951, δὲν ἀπετόλμησαν αἱ μέχρι τοῦδε Κυβερνήσεις. Ὁ νόμος 4393)1929 μετεβίβασε μόνον μερικὰς ἁρμοδιότητας εἰς τοὺς Γεν. Διοικητὰς καὶ ὄχι πρὸς τοὺς Νομάρχας. Ὁ νόμος 1179)39 μετεβίβασεν εἰς τοὺς Νομάρχας μερικὰς ἁρμοδιότητας ἐπουσιωδῶν θεμάτων. Ὁ νόμος 1030)49 καὶ τὰ ἐκτελεστικὰ αὐτοῦ διατάγματα κατ’ οὐδὲν μετέβαλον τὴν κατάστασιν παρ’ ὅτι μετεβίβασεν ἁρμοδιότητάς τινας τῶν ὑπουργῶν Ἐσωτερικῶν, Θρησκευμάτων, Προνοίας, Ἐθν. Παιδείας, Ἐφοδιασμοῦ κλπ. Ὁ Α. Ν. 1489)1950, ὁ κυρωθεὶς διὰ τοῦ νόμου 1673)1951 παρεχώρησεν ὡρισμένας ἁρμοδιότητας Γεν. Διοικητοῦ ἀλλὰ μὲ τὰ Ν. Δ. 2574)1953, 2679)1953 περὶ Γεν. Διοικητοῦ Βορ. Ἑλλάδος, καὶ περὶ Νομαρχῶν καὶ Ἐπάρχων, ἐπηκολούθησε σύγχυσις καὶ σύγκρουσις ἁρμοδιοτήτων Γεν. Διοικήσεων καὶ Νομαρχιῶν, ἡ ὁποία ἐπέβαλε καὶ ἐπετάχυνε τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, διὰ νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὴν κρατοῦσαν ἐκ τῆς πολυνομίας ἀναστάτωσιν τῆς Διοικήσεως ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ἀλλὰ καὶ νὰ χειραφετηθῇ ἅπαξ διὰ παντὸς ἡ ἐπαρχία εἰς τὴν διοίκησιν καὶ διαχείρισιν τῶν προβλημάτων της. Τὴν μορφὴν τῆς διοικήσεως τῶν ἐπαρχιῶν ἔρχεται νὰ ἀλλάξῃ τελείως τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, μὲ τέσσαρα βασικὰ σημεῖα, τὰ ὁποῖα διεπίστωσα εἰς τὸ κείμενόν του. Πρῶτον. Παρέχονται διὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου ἅπασαι αἱ ἁρμοδιότητες τῶν Ὑπουργείων, ποὺ ἀναφέρονται εἰς αὐτὸ καὶ δύνανται νὰ παρασχεθοῦν καὶ ἄλλαι, ἀλλ’ ὅταν πρόκειται νὰ ἀφαιρεθοῦν ἁρμοδιότητες, τίθενται φραγμοί. Δὲν δύναται μόνος ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς νὰ ἀφαιρῇ ἁρμοδιότητας χορηγουμένας εἰς τὸν Νομάρχην διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Πρέπει νὰ ἀποφασίζῃ τοῦτο, κατὰ τὸ ἄρθρον 4 μετὰ δύο ἄλλων ὑπουργῶν, τοῦ Συντονισμοῦ καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, μετὰ γνώμην τοῦ συμβουλίου ἀποκεντρώσεως. Δεύτερον. Παρέχεται οἰκονομικὴ ἀποκέντρωσις. Ὁ Νομάρχης, θὰ ἔχῃ εἰς τὴν διάθεσίν του ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐγκαίρως τὰ κονδύλια ἑκάστου τομέως καὶ θὰ διαθέτῃ βάσει μελετῶν τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Νομοῦ καὶ εἰς χρόνον ποὺ τοῦ ἐπιτρέπουν αἱ τοπικαὶ συνθῆκαι καὶ αἱ ἀνάγκαι τοῦ Νομοῦ. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἐνέχει σπουδαιοτάτην σημασίαν διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ θεσμοῦ. Δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ἀποτελεῖ θεμέλιον. Καὶ θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι θὰ ἐπιτύχῃ ἀπολύτως, διότι εἰς τοῦτο θὰ συντρέξουν ὅλοι οἱ παράγοντες τῶν ἐπαρχιῶν. Ὁ μόνος φόβος μας θὰ εἶναι τὸ τυχὸν σαμποτάρισμα τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Κέντρου. Ἀλλὰ θὰ προκαλέσῃ ἐπανάστασιν τῆς ὑπαίθρου ἐὰν ἀποτολμηθῇ τοιοῦτόν τι. Τρίτον. Συνιστᾷ Νομαρχιακὸν Συμβούλιον ἐκ τῶν προϊσταμένων τῶν Δημοσίων Ὑπηρεσιῶν καὶ ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, τὸ ὁποῖον μελετᾷ καὶ γνωμοδοτεῖ ἐφ’ ὅλων τῶν θεμάτων τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Νομάρχου. Καὶ τὰ ἀπαρτίζοντα τοῦτο πρόσωπα καὶ ἡ συμμετοχὴ ἐκπροσώπων τοῦ λαοῦ ἐγγυᾶται ὅτι τὰ Γνωμοδοτικὰ Συμβούλια θὰ δίδουν τὰς ὀρθοτέρας κατευθύνσεις εἰς τὰ ἀφορῶντα τὸν Νομὸν θέματα. Ἡ σύνθεσίς του ἀπομακρύνεται βασικῶς τῆς ἀπόψεως τῶν θεωρητικῶν. Εἶναι μικτόν. Ἀποτελεῖται ἀπὸ ὑπαλλήλους μὲ πεῖραν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἀντιπροσώπους τοῦ τόπου, γνώστας τῶν πραγμάτων τῆς περιφερείας των. Τέταρτον. Καταργοῦνται αἱ Γεν. Διοικήσεις. Ἡ κατάργησις εὑρίσκει καὶ ἐμὲ σύμφωνον. Δὲν δύναται νὰ συνυπάρξουν οἱ δύο θεσμοὶ μὲ τὴν νέαν μορφήν, τὴν ὁποίαν λαμβάνει ἡ ἀποκέντρωσις. Ἡ Γεν. Διοίκησις θὰ συγκεντρώνῃ παρ’ ἑαυτὴν ἐξουσίας ἀνωτέρου βαθμοῦ, θὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὰς ἁρμοδιότητας τῶν Νομαρχῶν καὶ θὰ δημιουργῇ ἀνωμαλίας εἰς τὴν ὅλην λειτουργίαν τοῦ θεσμοῦ τῆς ἀποκεντρώσεως ὑπὸ τὴν Νομαρχιακὴν μορφήν, ποὺ θεσπίζει ὁ νόμος. Ἀκόμη καὶ ὅταν ὁ Γεν. Διοικητὴς εἶναι δυνατὸς καὶ ἔχῃ τὴν ἱκανότητα νὰ ρυθμίζῃ τὰ ἀνακύπτοντα προβλήματα καὶ τότε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφευχθοῦν ἐπεμβάσεις ἐπιβλαβεῖς καὶ διὰ τὸν τόπον καὶ διὰ τὸν θεσμόν. Πολλῷ μᾶλλον ὅταν ὁ Γεν. Διοικητὴς εἶναι ὡσὰν ὁ σημερινὸς Γεν. Διοικητὴς Ἠπείρου. Τότε ἡ Διοίκησις παίρνει ὄψιν δραματικήν. Ὅ,τι θὰ κάνουν οἱ Νομάρχαι, θὰ χαλοῦν οἱ Γεν. Διοικηταί, ἀναστέλλοντες πᾶσαν πρόοδον τῶν Νομαρχῶν. Κύριοι συνάδελφοι, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἔθνους καὶ ὡς ἐκπρόσωπος ἐπαρχιακὸς εἰς θέμα κατ’ ἐξοχὴν γενικῆς σημασίας, ὅπως εἶναι τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, χρέος μου εἶναι νὰ δώσω τὴν ψῆφον μου ὑπὲρ αὐτοῦ διὰ νὰ γίνῃ σύντομα νόμος τοῦ Κράτους μὲ τὴν εὐχὴν νὰ εὐδοκιμήσῃ καὶ νὰ ἀποτελέσῃ τὴν ἀρχὴν μιᾶς καλυτέρας αὔριον διὰ τὴν ἐπαρχιακὴν Ἑλλάδα. Ὡς ἐκπρόσωπος ὅμως τῆς Ἠπείρου, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἀπευθύνω εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν μία ἔκκλησιν. Ὅπως ἡ Ἤπειρος τύχῃ τῆς αὐτῆς μὲ τὴν Μακεδονίαν καὶ Θράκην μεταχειρίσεως θεσπιζομένου δι’ αὐτὴν τοῦ θεσμοῦ τοῦ τοῦ Ὑπουργείου Βορείου Ἑλλάδος μὲ τὰς αὐτὰς ἐξουσίας, ποὺ παρέχονται εἰς τὸν ὑπουργὸν Βορείου Ἑλλάδος. Οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι συνηγοροῦν εἰς τοῦτο εἶναι ἐξ ἴσου σοβαροί ὅσον καὶ τῆς Μακεδονίας. Εἶναι δὲ οὗτοι πρῶτον ἱστορικοί. Ἡ Ἤπειρος ἀπὸ τῆς Ρωμαϊκῆς ἀκόμη ἐποχῆς εἶχεν εὐρυτέραν διοίκησιν. Διῃρεῖτο εἰς δύο Τμήματα, τὴν παλαιὰν καὶ νέαν Ἤπειρον. Ἡ παλαιὰ ἐξετείνετο ἀπὸ τὸ Δυρράχιον καὶ ἔφθανε μέχρι Πρεβέζης. Τὸ Βυζάντιον ὥρισε τὴν παλαιὰν Ἤπειρον, ὡς 12ον θέμα ὑπὸ ἡγεμόνα μὲ πρωτεύουσαν τὴν Νικόπολιν καὶ ἔκτασιν μέχρις Αὐλῶνος. Τὰ Δεσποτᾶτα τῆς Ἠπείρου τῆς δίδουν αὐτοδιοίκησιν. Ὁ ἡγεμὼν τῶν Σέρβων τὸ 1850 διορίζει Διοικητὴν εἰς Ἰωάννινα. Οἱ Τοῦρκοι ἄφησαν τὸ διοικητικὸν καθεστὼς τὸ παλαιὸν καὶ ὥρισαν τὰ Ἰωάννινα Σαντζάκιον. Πασᾶν Διοικητὴν ἐξεδίωξεν ὁ Ἀλῆ Πασᾶς καὶ τούτου Διοικηταὶ τῆς Ἠπείρου Πασάδες ἦσαν εἰς Ἰωάννινα μέχρι καὶ τοῦ τελευταίου τοῦ Ἐσὰτ Πασᾶ τοῦ παραδώσαντος τὰ θρυλικὰ Ἰωάννινα εἰς τὸν Στρατηλάτην τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ ἀείμνηστον Βασιλέα Κωνσταντῖνον. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν ὁ Γενικὸς Διοικητὴς ἦτο ἡ ἀνωτάτη Διοικητικὴ Ἀρχὴ εἰς Ἤπειρον, μέχρι καὶ σήμερον. Ἀποτελεῖ συνέχειαν καὶ παράδοσιν ὁ θεσμὸς τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος καὶ ἐκπροσώπου τοῦ Κράτους εἰς τὰ Ἰωάννινα. Δεύτερον αἰσθηματικοί. Ὁ Ἠπειρωτικὸς λαὸς ἔχεται στερρῶς τῶν παραδόσεών του. Ζῇ καὶ τρέφεται μὲ αὐτάς, Δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ Ἠπειρῶται νὰ νοιώσουν Γιάννενα χωρὶς Διοικητήν. Ὁ θρῦλος τους εἶναι συνυφασμένος μὲ τὸν θεσμόν. Τὸν ἀκούει καὶ τὸν αἰσθάνεται ὡς ἐξουσίαν. Ἔγινε συνήθεια καὶ παράδοσις, εἰς τὸν Ἠπειρωτικὸν λαὸν Γιάννενα θὰ πῇ Γενικὴ Διοίκησις καὶ Γενικὴ Διοίκησις θὰ εἰπῇ Γιάννενα. Ἂς μὴ τοῦ κάνει τίποτε. Τὸ ὅτι ἐμφανίζεται ὡς ἀνώτατος ἐκπρόσωπος τοῦ Κράτους τὸ ὅτι πλησιάζει τὰ σύνορα, ὡς ὑπουργὸς Γενικὸς Διοικητὴς εἶναι κἄτι τὸ ὑπερκόσμιον γιὰ τὸν λαὸν τῆς ὑπαίθρου καὶ μάλιστα τὸν ἀκριτικὸν λαὸν τῆς Ἠπείρου. Τρίτον. Ἐθνικοί. Δὲν πρέπει νὰ διαφεύγῃ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ἡ ψυχολογικὴ ἐπίδρασις, τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ ἐπὶ τοῦ Βορειοηπειρωτικοῦ στοιχείου ἡ ὕπαρξις ὑπουργοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ εἰς Ἰωάννινα. Καὶ ὁ ἴσκιος του θερμαίνει καὶ δυναμώνει τὴν πίστιν τῶν ὑποδούλων Βορειοηπειρωτῶν. Ἐνθαρρύνει τοὺς ἀπογοητευμένους τονώνει τὸν ἀγῶνα τους καὶ ἡ ἰδέα ἀκόμη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κάθε Κυβέρνησις δὲν τοὺς ξεχνᾷ ἀλλὰ τοὺς παρακολουθεῖ καὶ τοὺς προσέχει καὶ ἐνδιαφέρεται δι’ αὐτοὺς εἰς τὴν ὥραν τῆς ἀπελευθερώσεώς των. Ἄλλοι λόγοι ἐθνικοὶ καὶ σοβαροὶ μάλιστα. Ὅταν γείτονές μας διατηροῦν προκεχωρημένα φυλάκια τῶν Κυβερνήσεών των, ἔχουν ὑπουργοὺς Γενικοὺς Διοικητὰς κοντὰ στὰ σύνορα, χωρὶς νὰ ἔχουν μειονότητας, ἀλλὰ μόνον διὰ νὰ ἐπισημαίνουν μὲ τὴν παρουσία των, πὼς διὰ τὸ Χριστιανικὸν στοιχεῖον ἔχουν ἐνδιαφέρον, νὰ καλλιεργοῦν καὶ νὰ ἀναπτύσσουν μάλιστα ἐπαφὴν καὶ σχέσεις, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑστεροῦμεν ἡμεῖς, ποὺ ἔχομεν χιλιάδας Ἑλλήνων ὑποδούλους εἰς τὴν Β. Ἤπειρον ἔστω καὶ εἰς ἐμφάνισιν νὰ ἐμπιστευώμεθα θέματα σπουδαιοτάτης ἐθνικῆς σημασίας εἰς τοὺς Νομάρχας τῶν ὁποίων αἱ Νομαρχίαι θὰ εὑρίσκωνται κοντὰ στὰ σύνορα; Καὶ μόνος ὁ λόγος οὗτος θὰ ἦτο ἱκανὸς νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἰδίαν μὲ τὴν Μακεδονίαν μεταχείρισιν καὶ τῆς Ἠπείρου, ἂν μὴ περισσότερον προνομιακήν. Ἡ ἐπαρχιακὴ Ἑλλάς, ἡ Ἑλλὰς τῶν αἰωνίων προσφορῶν καὶ θυσιῶν, στρέφει εὐγνωμόνως τὸ βλέμμα της πρὸς τὸν Στρατάρχην καὶ τὴν Κυβέρνησίν του διὰ τὸ ψηφιζόμενον νομοσχέδιον. Θὰ τῆς δώσῃ τὴν εὐκαιρίαν τῆς χειραφετήσεως διὰ νὰ προαγάγῃ τὰ ζητήματά τους καὶ ἀναπτύξῃ τὰς ἰδικάς της δυνάμεις ἐπ’ ἀγαθῷ ὅλης τῆς χώρας. (Χειροκροτήματα).
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινεῖ ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§151ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συνέχεια τῆς αʹ συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως», ἀναβάλλεται. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6.30′ μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως ἀναφορὰς, ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις. (Ὥρα 11.50′ μ. μ.)