1955.03.15
2.767 στίχοι · 20.275 λέξεις · 111 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 58η
Τρίτη 15 Μαρτίου 1955
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 6.15′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Γκελεστάθης ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Α. ΓΚΕΛΕΣΤΑΘΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Β. Καραμπίλιας, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κ.λ.π.
§4Β. ΚΑΡΑΜΠΙΛΙΑΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς κ. Κ. Βοβολίνης καταθέτει ἀναφορὰν Προέδρων Ἑνώσεων καὶ Σωματείων καὶ λοιπῶν ἐπαγγελματιῶν, βιοτεχνῶν καὶ κατοίκων λουτροπόλεως Μεθάνων, ζητούντων τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ Μεθάνων– Τακτικουπόλεως–Ναυπλίου, ἥτις πολλαπλῶς καὶ γενικώτερον θὰ ἀποβῇ ἐξυπηρετικὴ τοῦ πληθυσμοῦ τῆς περιοχῆς τῶν λουομένων εἰς τὴν λουτρόπολιν Μεθάνων καὶ τῆς ἐν γένει τουριστικῆς κινήσεως. Ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Π. Πινάτσης καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἰουλίας Πασσᾶ κατοίκου Ἀδριανῆς ζητούσης τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ ἐκ γενετῆς κωφαλάλου υἱοῦ της εἰς τὸ Ἐθνικὸν Ἵδρυμα Κωφαλάλων, τὸ ὁποῖον ἀπέρριψε τὴν εἰσαγωγὴν του, μὲ τὸ αἰτιολογικόν, ὅτι δὲν ἐνεργεῖ εἰσαγωγάς, λόγῳ τοῦ ὅτι τὸ ἐν Ἀμπελοκήποις κτίριόν του δὲν ἀπεδεσμεύθη ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Κρατικοῦ Νοσοκομείου. Ὁ βουλευτὴς Χίου κ. Α. Πασσάδης καταθέτει ἀναφορὰν ἐκτάκτων ἡμερομισθίων ὑπαλλήλων Κέντρου Κοινωνικῆς Προνοίας Χίου, ζητούντων μονιμοποίησιν αὐτῶν καὶ ἔνταξίν των εἰς ἀνάλογον πρὸς τὰ ἔτη ὑπηρεσίας βαθμόν. Οἱ βουλευταὶ Φαρσάλων κ. Ι. Ριζιώτης καὶ Ἐλασσόνος κ. Χ. Κόρακας καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Λαρίσης, ζητοῦντος μὴ ἀπόσπασιν τῆς κοινότητος Ριζομύλου ἐκ τῆς ἐπαρχίας Λαρίσης, διοικητικὴν ὑπαγωγὴν τῶν κοινοτήτων Στεφανοβικίου καὶ Πλαταμῶνος εἰς τὸν Νομὸν Λαρίσης, ἀπόσπασιν τῆς ἐπαρχίας Ἁγυιᾶς ἐκ τῆς Μητροπόλεως Δημητριάδος καὶ ὑπαγωγὴν αὐτῆς ἐκκλησιαστικῶς εἰς Μητρόπολιν Λαρίσης κλπ. Ὁ βουλευτὴς Καρυστίας κ. Ι. Χατζηνικολῆς καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐλαιουργικοῦ Πιστωτικοῦ Συνεταιρισμοῦ Στύρων–Εὐβοίας, διαμαρτυρομένου διὰ τὴν καταπιεστικὴν πολιτικὴν τῆς ΑΤΕ κατὰ τῶν συνεταίρων καὶ ζητοῦντος ἀναστολὴν ἐκτελέσεως ἀποφάσεως τῆς ἐν λόγῳ Τραπέζης πρὸς εἴσπραξιν τῶν ὀφειλομένων ὑπὸ τοῦ Συνεταιρισμοῦ, παράτασιν προθεσμίας ἐξοφλήσεως αὐτῶν διὰ μικροτέρων δόσεων κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἡρακλείου κ. Γ. Πετρακογιώργης καταθέτει ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τῶν χωρίων Γούρνων, Γούβων, Ἀνωπόλεως καὶ Κοξάρι, ζητούντων τὴν καταβολὴν ἀποζημιώσεως διὰ τὰ ἀπαλλοτριωθέντα κτήματά των, πρὸς ἀνέγερσιν συνοικισμῶν στεγάσεως ὑπηρεσιῶν τοῦ Ν. Α.
Τ. Ο.
Ὁ βουλευτὴς Ἠλείας κ. Ν. Κοντογιαννόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Θ. Καλογεροπούλου κατοίκου Ἀμαλιάδος ζητοῦντος ἀναγνώρισιν δικαιώματος συντάξεως εἰς τοὺς γονεῖς τῶν παθόντων ἐν ὑπηρεσίᾳ καὶ ἐν καιρῷ εἰρήνης στρατιωτικῶν. Ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Π. Πινάτσης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Κ. Πολυχρονιάδη, κατοίκου Καλαμπακίου–Δράμας ζητοῦντος διοικητικὴν αὐτοῦ ἐγκατάστασιν ἐπὶ οἰκοπέδου τὸ ὁποῖον παρεχωρήθη αὐτῷ πρὸ τριετίας κανονικῶς καὶ νομοτύπως παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀπαλλοτριώσεων Δράμας. Οἱ βουλευταὶ Φαρσάλων κ. Ι. Ριζιώτης, Ἐλασσόνος κ. Χ. Κόρακας καὶ Καρδίτσης κ. Σ. Ἀλλαμανῆς καταθέτουν ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν Φαρσάλων, ζητούσης ὑπαγωγὴν τῶν γεωπόνων εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Ν. 3001)54 καὶ χορήγησιν εἰς αὐτοὺς ἐπιδόματος ὑπερωριακῆς ἐργασίας. Ὁ Δήμαρχος καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Ρεθύμνης, διαμαρτύρεται διὰ τὴν ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ζητουμένην ἀπαγόρευσιν κυκλοφορίας τῶν ἔργων τοῦ λογοτέχνου Νικολάου Καζαντζάκη καὶ ζητεῖ ἀποφυγὴν πάσης πνευματικῆς κυρώσεως κατ’ αὐτοῦ ἐκ μέρους τῆς Ἐκκλησίας κλπ. Ἡ Συντεχνία Ἀρτοποιῶν Λαρίσης καὶ Περιχώρων, ζητεῖ αὔξησιν τῆς ἀμοιβῆς τῶν ἀρτοποιῶν τῶν ἐπαρχιῶν, χορήγησιν εἰς αὐτοὺς ἀκαθάρτου πετρελαίου πρὸς λειτουργίαν τῶν ἀρτοποιείων κλπ. Ὁ βουλευτὴς Σάμου κ. Γ. Γρηγορίου, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Συνταξιούχων ΤΕΒΕ Σάμου, διαμαρτυρομένης διὰ τὴν γενομένην αὔξησιν τῶν κρατήσεων ἐπὶ τῶν συντάξεών των καὶ ζητούσης ἐφαρμογὴν τοῦ παλαιοῦ ὀργανισμοῦ καὶ διατήρησιν τῶν κρατήσεων εἰς τὸ παλαιὸν ἐπίπεδον. Ὁ βουλευτὴς Καρυστίας κ. Ι. Χατζηνικολῆς, καταθέτει ἀναφορὰν Ἀξιωματικῶν ἀπομακρυνθέντων τοῦ στρατεύματος διὰ πολιτικοὺς λόγους κατὰ τὰ ἔτη 1933 καὶ 1935 καὶ στερηθέντων τοῦ δικαιώματος Ταμείου Ἀλληλοβοηθείας Ἀξιωματικῶν διὰ τοῦ νόμου 303)47 καὶ Α.Ν. 1840)51, ζητούντων τροποποίησιν τοῦ Α. Ν. 1840)51 ἐπὶ τῷ τέλει καταβολῆς εἰς αὐτοὺς τῆς διαφορᾶς τοῦ βοηθήματος μεταξὺ τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον δικαιοῦνται σήμερον καὶ τοῦ τοιούτου ὅπερ ἔλαβον κατὰ τὴν πρώτην ἐκ τοῦ στρατεύματος ἔξοδόν των. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς κ. Κ. Βοβολίνης, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Συνταξιούχων ΙΚΑ Πειραιῶς, ζητούσης χορήγησιν συντάξεως εἰς τοὺς παθόντας ἐξ ἐργατικοῦ ἀτυχήματος βάσει τοῦ Ν. 1846)51, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν τοῦτο συνέβη πρὸ ἢ μετὰ τὴν 1.8.1951. Οἱ βουλευταὶ Λεβαδείας κ.κ. Λ. Κουτσοπέταλος καὶ Δ. Παπασπύρου καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν ἐργατοϋπαλλήλων τῆς Ἠλεκτρικῆς Ἑταιρείας Λεβαδείας, ζητούντων τὴν κατοχύρωσίν των εἰς περίπτωσιν ἀναλήψεως τοῦ ἠλεκτροφωτισμοῦ Λεβαδείας ὑπὸ τῆς Δ.Ε.Η., ἢ ὑπὸ ἄλλου Ὀργανισμοῦ. Αὐτοκινητισταὶ ἄνευ ἀδείας Καβάλας, Κοζάνης, Θεσσαλονίκης, Πτολεμαΐδος καὶ Κατερίνης ζητοῦν ρύθμισιν τοῦ ζητήματος τῆς ἀκινησίας τῶν αὐτοκινήτων ἐπὶ τῷ τέλει χορηγήσεως εἰς αὐτοὺς ἀδειῶν κυκλοφορίας. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Συνδέσμου λεωφορείων μείζονος τύπου, τὸ 1ον καὶ 6ον ΚΤΕΛ Ἀθηνῶν ζητοῦν τροποποίησιν τῆς μεταξὺ Κράτους καὶ ΕΗΣ συμβάσεως ἐπὶ τῷ τέλει διατηρήσεως τῆς λεωφορειακῆς γραμμῆς Ζαππείου–Πειραιῶς καὶ ἐξυπηρετήσεως αὐτῆς δι’ ἰδιωτικῶν λεωφορείων. Ὁ Τυροπαραγωγικὸς Σύλλογος Τρικάλων ζητεῖ ταχεῖαν ἐπίλυσιν τῶν ἀπασχολούντων τὴν τυροκομίαν ζητημάτων. Τὸ Ἐργατοϋπαλληλικὸν Κέντρον καὶ ὁ Γεωργοπιστωτικὸς Συν)σμὸς Ναούσης, ζητοῦν ἄμεσον οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν τῆς βιομηχανίας τῆς πόλεως καὶ τῶν παραγωγῶν τῆς περιοχῆς πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν ἐκ τοῦ παγετοῦ ζημιῶν εἰς τὴν φρουτοπαραγωγήν. Τὸ Ἐργατοϋπαλληλικὸν Κέντρον Θεσσαλονίκης ζητεῖ τὴν σύστασιν Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς ἔλεγχον τῶν θεμάτων διὰ τὰ ὁποῖα κατέθεσεν ἐπερωτήσεις —ὑποτιμῶν τὴν νοημοσύνην τῶν ἐργαζομένων— ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Ε. Γονῆς καὶ τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν πράξεις ἃς οὗτος διέπραξεν ἐπὶ τῆς ὑπουργίας του ὡς ὑπουργὸς Ἐργασίας. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Φαρσάλων ζητεῖ ἀπαλλαγὴν τῶν σεισμοπλήκτων ἐκ τῆς καταβολῆς φόρου ΚΗʹ ψηφίσματος. Ἀπαντήσεις τῶν διαφόρων Ὑπουργείων καὶ ἐρωτήσεων κ.κ. βουλευτῶν. 1. Τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Παιδείας. Α) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν Β. Βασιλικοῦ καὶ Ι. Λαμπροπούλου «περὶ προαγωγῆς τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου Πορταριᾶς–Χαλκιδικῆς». Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἐν θέματι ἀντικειμένου ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ὑπεγράψαμεν σχετικὸν Β. Δ. περὶ προαγωγῆς τοῦ διταξίου Δημ. Σχολείου Πορταριᾶς —Χαλκιδικῆς, ὁ ἀριθμὸς μαθητῶν τοῦ ὁποίου ἀνέρχεται εἰς 139 (μέσος ὅρος τῶν 3 τελευταίων ἐτῶν καὶ οὐχὶ εἰς 180) ἀπὸ διτάξιον εἰς τριτάξιον ὅπερ ἀποστέλλομεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν πρὸς ἔγκρισιν καὶ ὑπογραφήν του καὶ παρὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 11 Μαρτίου 1955
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
Β) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Α. Βαμπούλη καὶ Ν. Ζορμπᾶ. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 236)113)21.2.55 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Α. Βαμπούλη καὶ Ν. Ζορμπᾶ, καθ’ ἣν συμφώνως πρὸς τὸ Ν. Δ. 3060)8.10.54 ἔδει οἱ ὑπηρετοῦντες ἐκπαιδευτικοὶ λειτουργοὶ εἰς τὴν σεισμόπληκτον περιοχὴν Θεσσαλίας, Φθιώτιδος κτλ. νὰ προτιμηθῶσιν ὡς οἱ ὑπηρετοῦντες εἰς Β. Ἑλλάδα κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν πινάκων μεταθετέων εἰς Ἀθήνας καὶ λοιπὰς πόλεις, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: α) Ὅτι οἱ πίνακες μεταθετέων Ἐκπαιδευτικῶν λειτουργῶν εἰς τὴν Τ.Δ.Π. συνετάχθησαν πολὺ πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Ν. Δ. 3060)8.10.54, β) ὅτι οἱ ὡς ἄνω πίνακες ἐπεκυρώθησαν διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 92321)26.8.54 Ὑπουργικῆς ἀποφάσεως, γ) ὅτι ἡ ἐκ τῶν ὑστέρων ἔνταξις εἰς τοὺς οὕτω ἐπικυρωθέντας πίνακας δὲν εἶναι ἐπιτρεπτὴ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰσχυουσῶν διατάξεων οὐδὲ δυνατὴ ἡ τροποποίησίς των συμφώνως πρὸς μεταγενεστέρως δημοσιευθέντας νόμους καὶ δ) ὅτι αἱ εὐεργετικαὶ διατάξεις τοῦ Ν. Δ. 3060)8.10. 1954 θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν πινάκων μεταθετέων τοῦ τρέχοντος σχολικοῦ ἔτους, διότι αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοθ. τούτου διατάγματος προβλέπουν τὴν ἐφαρμογήν του μετὰ τὴν 8.10.1954. Ἄλλως ἔχει τὸ ζήτημα διὰ μεταθέσεις μὴ ἐκτελουμένας βάσει τῶν πινάκων δι’ ἃς προτιμῶνται οἱ σεισμόπληκτοι. Ἐν Ἀθήναις τῇ 8 Μαρτίου 1955.
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
Γ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Π. Σταμούλη, Κ. Σαμαρᾶ καὶ Ν. Μήτρου. Εἰς ἀπάντησιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 124)21.2.1955 ἐρωτήσεως τῶν κ.κ. βουλευτῶν Π. Σταμούλη, Κ. Σαμαρᾶ καὶ Ν. Μήτρου, σχετικῶς μὲ τὴν ὑποβολὴν σχεδίου νόμου περὶ ρυθμίσεως τῆς Διοικήσεως τοῦ ἐν Ἁγίῳ Λαυρεντίῳ Βόλου Προσκυνήματος τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου τοῦ Νέου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι τὸ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργεῖον κατ’ ἐπανάληψιν ἠσχολήθη μὲ τὸ ἐν λόγῳ ζήτημα καὶ προέβη εἰς τὰς δεούσας ἐνεργείας πρὸς τὸν οἰκεῖον Ἱεράρχην καὶ τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Τόσον ὅμως ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ὅσον καὶ ὁ οἰκεῖος Ἱεράρχης ἀντιτίθενται πρὸς τὴν αἰτουμένην μετατροπὴν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται προσκυνήματος μὲ τὴν παράκλησιν ὅπως παύσῃ πᾶσα περαιτέρω ἐνέργεια ἀναφερομένη εἰς τὴν ὡς ἄνω μετατροπήν. Ἤδη ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Δημητριάδος ἐπανέρχεται κατόπιν τῆς εἰς τὴν Βουλὴν ἐρωτήσεως τῶν κ.κ. βουλευτῶν καὶ παρακαλεῖ ὅπως, ἐὰν ὑποβληθῇ ἕτερον σχέδιον νόμου διάφορον ἐκείνου τὸ ὁποῖον ἀρχικῶς ὑπεβλήθη, εἶναι πρόθυμος νὰ παράσχῃ σχετικὰς πληροφορίας. Συνημμένως ἀποστέλλομεν ὑμῖν ἀντίγραφον τοῦ ἀπὸ 17.2.1955 ἐγγράφου τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Δημητριάδος ἵνα λάβωσι γνῶσιν τούτου οἱ ἐρωτῶντες κκ. βουλευταί. Ἐν Ἀθήναις τῇ 10 Μαρτίου 1955
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ
Ἀριθ. πρωτ. Ἐν Βόλῳ τῇ 17 Φεβρουαρίου 1955 Πρὸς Τὸν Ἀξιότιμον Κύριον Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας καὶ τῶν Θρησκευμάτων Εἰς Ἀθήνας Ἀξιότιμε κύριε Ὑπουργέ, Εἰς τὰς ἐνταῦθα ἐφημερίδας ἀνεγνώσαμεν κατ’ αὐτὰς, ὅτι βουλευταί τινες τοῦ Νομοῦ Μαγνησίας διετύπωσαν διὰ τῆς Βουλῆς ἐπερώτησιν πρὸς ὑμᾶς «διατὶ δὲν ψηφίζεται ὡς νόμος καταστατικόν τι τὸ ὁποῖον ἔχουσι συντάξει, περὶ τροποποιήσεως τῆς διαχειρίσεως τῶν προσόδων τοῦ ἐν τῷ χωρίῳ Ἁγίου Λαυρεντίου προσκυνήματος Ἁγίου Ἀποστόλου τοῦ Νέου». Ἡ προσπάθεια αὕτη, ἐγένετο καὶ ἐπὶ τοῦ προκατόχου ὑμῶν ἀξιοτίμου κ. Κ. Καλλία, ὁ ὁποῖος πρὸ πάσης ἐνεργείας ἀπέστειλε πρὸς ἡμᾶς ὡς ἁρμόδιον Μητροπολίτην, τὸ ἐν λόγῳ σχέδιον νόμου, διὰ νὰ πληροφορήσωμεν αὐτὸν ποίαν γνώμην ἔχομεν περὶ τούτου. Διὰ τοῦ ἡμετέρου ὑπ’ ἀριθ. 383)11·4·53 ἐπληροφορήσαμεν τὸν κ. ὑπουργόν, ὅτι τὸ ὑποβληθὲν σχέδιον νόμου εἶναι ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους τραγελαφικὸν καὶ ἀνεφάρμοστον καὶ ἀποβλέπει εἰς τὸν σφετερισμὸν τῶν ὀλίγων ἢ περισσοτέρων προσόδων τοῦ προσκυνήματος, διὰ νὰ χρησιμοποιοῦνται κατὰ διαφόρους τρόπους πρὸς ἰδιαίτερον ὄφελος τῶν 1059 κατοίκων τοῦ χωρίου Ἁγίου Λαυρεντίου ἀπαραλλάκτως ὅπως γίνεται εἰς τὸ προσκύνημα τῆς Τήνου, τοῦ ὁποίου τὰ μεγάλα εἰσοδήματα ἐνῷ ἔπρεπε νὰ διατίθενται ὑπὲρ γενικωτέρων Ἐκκλησιαστικῶν ἢ Ἐθνικῶν Σκοπῶν, χρησιμοποιοῦνται διὰ διαφόρους σκοποὺς τῶν κατοίκων, τῆς Τήνου, μὴ ἐξαιρουμένων καὶ τῶν Καθολικῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν προσφέρουν οὐδὲν ὀβολόν. Τὸ ὑποβληθέν μοι τότε σχέδιον νόμου παρεστήσαμεν ὡς μὴ ἀποβλέπον εἰς οὐδένα ἀπολύτως γενικώτερον σκοπόν, ὡς ἐμφαίνεται εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 383 τοῦ 1953 ἡμέτερον ἀναλυτικὸν ἔγγραφον, τοῦ ὁποίου ἐὰν δὲν σώζεται ἀντίγραφον εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ ὑφ’ ὑμᾶς Ὑπουργείου, δυνάμεθα νὰ πέμψωμεν ἕτερον. Ἐάν, κ. ὑπουργέ, πρόκειται νὰ γίνῃ τροποποίησις καὶ τοῦ ἰσχύοντος κανονισμοῦ περὶ τῆς διαχειρίσεως καὶ χρησιμοποίησεως τῶν πόρων τοῦ προσκυνήματος τοῦ Ἁγίου Λαυρεντίου, δὲν θὰ ἔχωμεν ἀντίρρησιν, ἐὰν αὕτη θὰ γίνῃ ἢ πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ μελετωμένου νὰ ἱδρυθῇ ἐν Βόλῳ γηροκομείου, ἢ ὅπερ προτιμότερον τὰ περισσεύματα τοῦ προσκυνήματος τούτου νὰ διατίθενται πρὸς συντήρησιν τοῦ ἐνταῦθα λειτουργοῦντος ἤδη ἀνωτέρου Ἐκκλ. Φροντιστηρίου, ὅπερ, ἐὰν διατηρηθῇ, ἔχει ἀσφαλῶς ἱερὰν καὶ ὑψηλὴν Ἐκκλησιαστικὴν καὶ Ἐθνικὴν ἀποστολήν, ὡς εἶσθε εἰς θέσιν νὰ ἀντιλαμβάνεσθε.
Μετὰ τιμῆς καὶ εὐχῶν
ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ ΙΩΑΚΕΙΜ
Υ. Γ. Ἐν ᾗ περιπτώσει ἔχει ὑποβληθῆ ἕτερον σχέδιον νόμου, διάφορον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀναφέρομεν ἀνωτέρω, ἢ ἐπιθυμεῖτε ἄλλας τινὰς περαιτέρω πληροφορίας, ἠθέλομεν παράσχει ταύτας ὑμῖν λίαν εὐχαρίστως. ΙΙ. Τοῦ Ὑπουργείου Συγκ. καὶ Δημ. Ἔργων. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Τζατζάνη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1800)966 ἀπὸ 24·2·1955 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 342 ἀπὸ 23·2·1955 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Τζατζάνη σχετικῶς μὲ συγκοινωνιακὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν κατοίκων τῆς τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης καὶ ἀποσυμφόρησιν τῶν ὑπεραστικῶν λεωφορείων, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὅτι δι’ ἀποφάσεων τοῦ Ὑπουργείου ηὐξήθη ὁ ἀριθμὸς τῶν λεωφορείων τῆς ἀστικῆς περιοχῆς Ἀθηνῶν–Πειραιῶς κατὰ 47 λεωφορεῖα. Ὁ ἀριθμὸς οὗτος ἐνδέχεται μεταγενεστέρως ν’ αὐξηθῇ σημαντικῶς διὰ νεωτέρας ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου Αὐτοκινήτων, εἰς ὃ ἀνεπέμψαμεν τὸ ζήτημα. Πάντως τὸ ὅλον θέμα τῆς συγκοινωνιακῆς ἐξυπηρετήσεως τῆς περιοχῆς τῆς τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης μελετᾶται παρὰ τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου, ὁριστικὴ δὲ ἀπόφασις θέλει ληφθῆ ἐν συνδυασμῷ μὲ τὸ ζήτημα τῆς κυκλοφορίας τῶν τροχιοδρόμων. Τὸ θέμα τῆς ἀποσυμφορήσεως τῶν ὑπεραστικῶν λεωφορείων μελετᾶται καὶ θέλει ρυθμισθῆ νομοθετικῶς. Ἐν Ἀθήναις τῇ 10 Μαρτίου 1955.
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ε. Λουλακάκης, Κ. Μαρῆς, Γ. Τσαντίρης, Α. Πασσάδης, Ε. Ζαννῆς καὶ Σ. Κωτιάδης καταθέτουσι πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. Δ. 3096)1954, «περὶ διαλύσεως ὡρισμένων εἰσέτι ἀγροληψιῶν καὶ ἐξαγορᾶς ψιλῆς κυριότητος ἐμφυτευτικῶν κτημάτων καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Ἡ ἐπὶ τῶν Συγκοινωνιῶν καὶ Δημοσίων Ἔργων Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν προτάσεων νόμων: 1) «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3000 τῆς 8 Σεπτεμβρίου 1954 Ν.Δ., «περὶ ἀποζημιώσεως κυρίων καὶ ἐνοικιοστασιακῶν μισθωτῶν ἀστικῶν ἀκινήτων ἐν περιπτώσει ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως» καὶ 2) «περὶ ἀκυρώσεως τοῦ Ν. Δ. 3023)1954, «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 7 Μαρτίου 1954 συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Γαλλοελληνικῆς Ἑταιρείας Σιδηροδρόμων Σ.Γ.Ε. καὶ περὶ ἐκχωρήσεως τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ Σιδηροδρόμου Ἀλεξανδρουπόλεως–Σβίλεγκραντ εἰς τοὺς
Σιδηροδρόμους τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους
(Σ.Ε.Κ.)».
Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Χ. Παπασταύρου, Δ. Μπαμπάκος, Ε. Σαββόπουλος, Α. Λαμπρόπουλος, Α. Γκελεστάθης, Χ. Εὐαγγελᾶτος, Π. Σταυρόπουλος, Χ. Καραπιπέρης καὶ Χ. Μαυρομμάτης καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως προθεσμίας ἐξετάσεων τῶν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ὑπ’ ἀρ. 132)46 Ν. Δ. ὑπαγομένων φοιτητῶν καὶ περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως Πανεπιστημιακῶν τινων διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δ. Ἀλιπράντης, Ι. Ἰντζές, Χ. Καραπιπέρης, Δ. Πετροπουλάκος, Η. Ἀναστασόπουλος, Χ. Μαυρομμάτης, Μ. Ταμβακᾶς, Ν. Διγενόπουλος, Θ. Καλκάνης καὶ Φ. Γεροθανάσης καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως προθεσμίας ἐξετάσεων τῶν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 132)1946 Ν. Δ. ὑπαγομένων φοιτητῶν καὶ περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως Πανεπιστημιακῶν τινων κλπ. διατάξεων», Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ε. Σαββόπουλος καὶ Ν. Κουντούρης καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Ἑταιρειῶν περιωρισμένης εὐθύνης». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δ. Ἀλιπράντης, Ι. Κοντοβράκης, Λ. Μπατρῖνος, Μ. Κοτσώνης κ. ἄ. καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Ἑταιρειῶν περιωρισμένης εὐθύνης». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ν. Σταθόπουλος, Φ. Πιτούλης καὶ Κ. Γιαννούσης καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διατάξεών τινων ἀφορωσῶν τοὺς εἰς τὰς Ἀνωτάτας Γεωπονικὰς Σχολὰς μετεκπαιδευθέντας γεωπόνους πτυχιούχους Μέσων Γεωργικῶν Σχολῶν». Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Πλατῆς καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διατάξεών τινων ἀφορωσῶν τοὺς εἰς τὰς Ἀνωτάτας Γεωπονικὰς Σχολὰς μετεκπαιδευθέντας γεωπόνους πτυχιούχους Μέσων Γεωργικῶν Σχολῶν» Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Α. Χατζηνώτας, Κ. Χατζηγρηγοριάδης καὶ Δ. Χατζηδημητρίου καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς περὶ Ταμείων Ἐφέδρων Πολεμιστῶν Κρήτης κειμένης νομοθεσίας καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Γιαννούσης καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς περὶ Ταμείων Ἐφέδρων Πολεμιστῶν Κρήτης κειμένης νομοθεσίας καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Κ. Γιαννούσης, Θ. Καλκάνης καὶ Φ. Πιτούλης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς περὶ Ταμείων Ἐφέδρων Πολεμιστῶν Κρήτης κειμένης νομοθεσίας καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Χ. Μαυρομμάτης καὶ Γ. Μεταξᾶς καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς περὶ Ταμείων Ἐφέδρων Πολεμιστῶν Κρήτης κειμένης νομοθεσίας καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Φ. Νουρῆ, Γ. Χασάν, Ν. Ρηγόπουλος, Χ. Γκαργκάνας, Β. Μητσόπουλος καὶ Ν. Γιμουρτατζῆς, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς περὶ Ταμείων Ἐφέδρων Πολεμιστῶν Κρήτης κειμένης νομοθεσίας καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων».
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Ψήφισις τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου».
§6Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Νὰ ἀναβληθῇ κ. Πρόεδρε, διὰ νὰ ἔλθῃ ὁ κ. ὑπουργός.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βασιλᾶτε, δὲν γίνονται τροπολογίαι κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ συνόλου. Ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου εἶναι ἐπιβεβαίωσις τοῦ ἐὰν διετυπώθησαν εἰς τὰ πρακτικὰ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐψηφίσαμεν.
§8Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε θὰ τὸ διορθώσῃ ὁ κ. ὑπουργός.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸν Κοινοβουλευτισμὸν δὲν γίνεται νὰ ἀναβάλλεται ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου. Αὐτὰ εἶναι νέα ἤθη. Σύνολον εἶναι τὸ ἐὰν ἔγιναν λάθη, ὄχι ἐν κακῇ πίστει. Ἀφοῦ τὸ θέλετε, κ. συνάδελφοι, θὰ τὸ κρατήσωμεν καὶ δὲν θὰ συζητηθῇ.
§10Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Δὲν γίνονται τροπολογίαι κ. Πρόεδρε, πρόκειται περὶ τυπογραφικοῦ λάθους.
§11ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁρίστε ἦλθεν ὁ κ. ὑπουργός.
§12Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριε ὑπουργέ τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας, ὑπάρχει ἡ ἑξῆς μεταξὺ τῶν πρακτικῶν καὶ τῆς καταθέσεως τροπολογίας διαφορά. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι μοῦ εἴπετε, ὅτι ἡ τροπολογία μου γίνεται δεκτή, ἡ ὁποία εἶχε διατυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ ὡς ἑξῆς: Μετὰ τὴν παράγραφον αʹ τοῦ ἄρθρου 30 προστίθεται παράγραφος βʹ ἔχουσα οὕτω: «Ἡ αὐτὴ ἀποζημίωσις χορηγεῖται εἰς τὴν χήραν καὶ τὰ ὀρφανὰ, εἰς ναυτικοὺς πραγματοποιήσαντας 9ετῆ ὑπηρεσίαν ἐφ’ ὅσον αὐτὸς ἢ ἡ οἰκογένειά του εἶναι σεισμόπληκτος». Εἰς τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον ὅμως περιελήφθη ὡς ἑξῆς ἡ τροπολογία, φρονοῦμεν ἐκ παραδρομῆς, Εἶναι εἰς τὴν σελίδα 18 ἡ 10η παράγραφος τοῦ ἄρθρου 64: «Ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 37 ἐφ’ ἅπαξ ἀποζημίωσις χορηγεῖται ὁμοίως εἰς οἰκογένειαν ναυτικοῦ, κεκτημένου ὑπὲρ τὰ ἐννέα ἔτη ναυτικὴν ὑπηρεσίαν θανόντος συνεθείᾳ τῶν σεισμῶν τῶν Ἰονίων Νήσων». Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορά. Ἡ τροπολογία εἶχε τοὺς σεισμοπλήκτους, οἱ ὁποῖοι συνεπλήρωσαν τὰ ἐννέα ἔτη. Νὰ δίδεται ἡ ἀποζημίωσις, ἐννοῶ, εἰς ὅλους. Τὸ εἴχατε δεχθῆ, κ. ὑπουργέ.
§13Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐμπ. Ναυτιλίας). Κύριε συνάδελφε, τροπολογίας ὑπεβάλατε 2 τὰς ὁποίας σᾶς εἶπον ὅ,τι τὰς ἐμελέτησα καὶ ἐδέχθην σχεδὸν καὶ τὰς δύο. Ἐκεῖνο που τελικῶς ἀπεδέχθην τὸ ἐμελέτησα καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μὲ τὰς ὑπηρεσίας διὰ νὰ μὴ ἀνοίξωμεν ἕνα χάσμα. Πράγματι ἐφ’ ὅσον εἶναι διὰ τὰς Ἰονίους Νήσους εἶναι συμπαθής. Τὴν διετύπωσα λοιπόν, μαζὶ μὲ τὰς ἄλλας ποὺ ἔκαμα ἀποδεκτὰς καὶ τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρόεδρος ἀνέγνωσεν ἀπὸ τῆς θέσεώς του. Καί, αὐτὰς περιελάβαμεν εἰς τὸ τελικὸν κείμενον, ἐκείνας ποὺ ἀνέγνωσεν ὁ κ. Πρόεδρος, δηλαδή, τὴν ἰδικήν σας τροποποιημένην πράγματι κατά τι ὥστε νὰ μὴ ἀνοίγῃ τὴν θύραν εἰς παραβάσεις. Τὸ τελικὸν κείμενον εἶναι ἐκεῖνο ποὺ ἐγένετο ἀποδεκτόν, ἐκεῖνο ποὺ ἀνέγνωσεν ἀπὸ τῆς θέσεώς του, ὁ κ. Πρόεδρος. Λυποῦμαι διότι δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ τροποποιήσω.
§14Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριε ὑπουργέ, ἐὰν δώσητε τὴν ἑρμηνείαν: «Θανόντος συνεπείᾳ τῶν σεισμῶν τῶν Ἰονίων Νήσων αὐτῶν ἢ μέλους τῆς οἰκογενείας αὐτῶν», ἠμπορεῖ τὸ πρᾶγμα νὰ θεραπευθῇ. Αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἔχει ἐὰν τὸν ἐσκότωσεν ὁ σεισμὸς ἢ ἐὰν ἐσκότωσε τὸ παιδί του. Ἀρκεῖ δηλαδή, νὰ ἔχῃ ἕνα θῦμα ἐκ τῶν σεισμῶν. Αὐτὸ δὲν εἶναι τροπολογία πλέον εἶναι μία ἐπεξήγησις.
§15Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐμπ. Ναυτιλίας). Ἐὰν εἴδετε εἰς τὴν οὐσίαν, θὰ ἴδατε τὸ ἑξῆς: ὅτι αὐτοὶ ἀπέθανον λόγῳ τῶν σεισμῶν, τότε δεχόμεθα νὰ κάμωμεν χάριν τῆς οἰκογενείας των τὴν ὑποχώρησιν ἔστω καὶ ἐὰν δὲν ἔχῃ δεκαετίαν νὰ πάρῃ σύνταξιν ἡ οἰκογένειά του. Ἀλλὰ αὐτοὶ πότε ἀπέθανον καὶ ἕνεκεν ποίας αἰτίας ἀπέθανον. Ἐὰν ἀπέθανον ἐξ ἄλλης αἰτίας;
§16Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Θὰ παρεκάλουν, κ. ὑπουργέ, νὰ τὴν δεχθῆτε.
§17Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐμπορ. Ναυτιλίας). Ὅπως εἶναι διατυπωμένον εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ ἡ ἑρμηνεία ἡ ἰδική σας.
§18Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ἐὰν εἶναι δυνατὸν ἐκ τῆς διατυπώσεως αὐτῆς νὰ δοθῇ ἡ ἑρμηνεία αὐτή, τότε, κ. ὑπουργέ, νὰ κάμετε δήλωσιν καὶ νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§19Κ. ΜΠΑΚΟΛΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ καταχωρηθῇ ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις τοῦ κ. ὑπουργοῦ καὶ νὰ ἀναγραφῇ, ὅτι ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν ψηφίζεται.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτόν τὸ νομοσχέδιον;
§21ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς τὸ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου», μὲ φραστικάς τινας διορθώσεις. Ψήφισις τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τρόπου ἐκλογῆς πρὸς μετεκπαίδευσιν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν (Εὐρώπην ἢ Ἀμερικὴν) ἐκπαιδευτικῶν λειτουργῶν κ. λ. π.».
§23ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς τὸ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τρόπου ἐκλογῆς πρὸς μετεκπαίδευσιν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν (Εὐρώπην ἢ Ἀμερικὴν) ἐκπαιδευτικῶν λειτουργῶν κλπ.». Βʹ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἑρμηνείας καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τοῦ Ν. Δ. 2923)1954, «περὶ ἱεραρχίας καὶ προαγωγῶν τῶν ἀξ)κῶν καὶ τῶν τριῶν κλάδων τῶν ἐνόπλων δυνάμεων». Ὁ Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Ἀμύνης κ. Π. Κανελλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§25Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Προεδρ. Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύν.). Κύριοι συνάδελφοι, πρόκειται περὶ ἑνὸς νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον κατέστη ἐπίμαχον, χωρὶς πράγματι νὰ ἔπρεπε, νὰ καταστῇ τοιοῦτον. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πρεβέζης συνάδελφος, ὁ κ. Χαβίνης, ἤσκησε κριτικὴν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἔθεσεν ὡρισμένα ἐρωτήματα. Ἐπίσης διακεκριμένος καὶ εἰδικὸς περὶ τὰ στρατιωτικὰ ἀρθρογράφος πρωϊνῆς ἐφημερίδος, διακρινόμενος, ὅμως, καὶ διὰ τὴν συστηματικὴν ἐναντίον μου ἐπίθεσιν, ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ χαρακτηρίσῃ τὸ νομοσχέδιον, ὡς νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου ἀποβλέπει ἡ Κυβέρνησις, ἢ ἀποβλέπω ἐγώ, ὡς ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, διότι περιορίζει κατὰ τύποις τὴν ἐπίθεσιν ἐναντίον μου, ὅτι ἀποβλέπω εἰς τὴν ἱκανοποίησιν ἀθεμίτων σκοπῶν. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ νομοσχέδιον, εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐξηγήσω πρὸς ὅλους ὑμᾶς, ἐπανειλημμένως, ποῖον σκοπὸν ἐξυπηρετεῖ. Καὶ ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ εἰσηγηθῶ πρὸς ὑμᾶς ὅπως, ὅλων τῶν ἀνωτάτων ἀξιωματικῶν, ἄρα καὶ τῶν Ταξιάρχων, ἡ ἐξέλιξις εἶναι ἡ αὐτή. Ὅπως, δηλαδή, ἅπαντες οἱ ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν Ταξιάρχων, διέπονται ὑπὸ τῶν αὐτῶν κανόνων δικαίου, ὅσον ἀφορᾷ τὰς προαγωγάς, τὰς κρίσεις καὶ τὰς ἀποστρατεύσεις. Κύριοι συνάδελφοι, σᾶς εἶπον, ἄλλωστε αὐτὸ τὸ ἐξηγεῖ καὶ ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις, ὅτι ὁ νόμος «περὶ ἱεραρχίας καὶ προαγωγῶν» ὁ ὁποῖος ἐθέσπισε, νομίζω, ὀρθότατα τὴν ἀρχήν, ὅπως, ἀποστρατεύσεις ἀξιωματικῶν γίνονται καὶ με τὸ αἰτιολογικὸν τοῦ εὐδοκίμου τερματισμοῦ, καὶ τοῦτο πρὸς ἠθικὸν ὄφελος τῶν ἀποστρατευομένων, ὁ λόγος, λέγω, αὐτός, ὁ βασικός, περιεῖχε κάποιαν ἀσάφειαν. Τὴν ἀσάφειαν αὐτήν, ἐν πολλοῖς ἔρχεται νὰ ἄρῃ τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Παρὰ ταῦτα, ἐπειδὴ ἐδημιουργήθη τόσος θόρυβος, καθ’ ἡμᾶς ἀπολύτως ἀδικαιολόγητος καὶ ἐπειδὴ ὁ ἀξιότιμος ἐκπρόσωπος τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ὁ κ. Χαβίνης, ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπισημάνῃ τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ὁμολογήσω ὅτι δὲν βλέπω, ἐθεώρησα ἀναγκαῖον, λέγω, ὅπως τροποποιήσω κἄπως τὸ ἄρθρον 2, κατὰ τὸν ἀκόλουθον τρόπον: «Ἅπαντες οἱ ἀνωτέρω ὡς καὶ οἱ συνταγματάρχαι, πλοίαρχοι καὶ σμήναρχοι, ἔχοντες ἑνὸς ἔτους τοὐλάχιστον ὑπηρεσίαν ἐν τῷ κατεχομένῳ βαθμῷ, δύνανται νὰ κριθῶσιν ἀποστρατευτέοι παρὰ τῶν ἁρμοδίων Συμβουλίων. Οἱ ὑποστράτηγοι, ὑποναύαρχοι καὶ ὑποπτέραρχοι ὁποτεδήποτε αὐτεπαγγέλτως. Οἱ ταξίαρχοι στρατοῦ ξηρᾶς, Βασιλικῆς ἀεροπορίας, συνταγματάρχαι καὶ σμήναρχοι, κατὰ τὰς ἐτησίας κρίσεις κατόπιν προτάσεως καὶ οἱ πλοίαρχοι κατὰ τὰς ἐτησίας κρίσεις, βάσει τῶν φύλλων ποιότητος, ἐφ’ ὅσον κατὰ τὴν κρίσιν τῶν συμβουλίων τούτων ἡ περαιτέρω παραμονὴ των εἰς τὰς ἐνόπλους δυνάμεις δὲν εἶναι πλέον ἀναγκαία ἢ δὲν προάγει τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας, θεωρούμενοι ὡς εὐδοκίμως τερματίσαντες ἐν τῇ σταδιοδρομίᾳ των. Μὲ ἄλλας λέξεις, κύριοι συνάδελφοι, προκειμένου περὶ τῶν ταξιάρχων, δὲν θὰ εἶναι δυνατὴ ἡ ἀποστράτευσις ἑνὸς ὡς εὐδοκίμως τερματίσαντος, νὰ γίνῃ παρὰ μόνον κατὰ τὴν ἐτησίαν κρίσιν καὶ οὐχὶ ὁποτεδήποτε. Ὁποτεδήποτε θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, βάσει καὶ τῆς κειμένης νομοθεσίας διὰ λόγους ἄλλους, συνδεομένους μὲ ρητὴν διαπίστωσιν ἀνεπαρκείας, εἰς τὸν Α ἢ Β τομέα ἀποδόσεως. Ἀλλὰ διὰ λόγους τόσον γενικούς, ὅπως οἱ λόγοι, οἱ περιλαμβανόμενοι εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ εὐδοκίμου τερματισμοῦ δὲν θὰ εἶναι δυνατόν, νὰ γίνῃ ὅπως καὶ διὰ τὸν συνταγματάρχην, τὸν πλοίαρχον καὶ τὸν σμήναρχον, οὔτε διὰ τὸν ταξίαρχον ἡ ἀποστράτευσις ὁποτεδήποτε, ἀλλὰ μόνον κατὰ τὴν ἐτησίαν κρίσιν, Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι μετὰ τὴν διόρθωσιν αὐτήν, αἱ ἀντιρρήσεις, τὰς ὁποίας διετύπωσεν ὁ κ. Χαβίνης, θὰ ἀρθοῦν. Ἀπὸ ἀπόψεως γενικωτέρου συμφέροντος τοῦ Στρατεύματος, τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων, ἡ τροποποίησις αὐτή, εἰς τὴν ὁποίαν προβαίνω, δὲν πρόκειται νὰ ἔχῃ οἱανδήποτε οὐσιώδη συνέπειαν. Τὸ πολύ–πολύ, ἐὰν κατὰ τὸ διάστημα τοῦ ἔτους, μετὰ τὴν κρίσιν τὴν ἐτησίαν παραστῇ ἀνάγκη ἀποστρατεύσεως ἑνὸς ταξιάρχου, φοβοῦμαι, ὅτι τὸ ἀνώτατον συμβούλιον θὰ τὸν ἀποστρατεύσῃ μὲ ρετσινιὰ ἀντὶ νὰ τὸν ἀποστρατεύσῃ ὡς τερματίσαντα εὐδοκίμως. Ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει εἰς τὸ γενικώτερον συμφέρον τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων, ἡ τροποποίησις αὕτη, ἀποβλέπει καὶ δι’ αὐτὸ τὴν εἰσηγοῦμαι ἐγὼ ὁ ἴδιος. Ὅσον ἀφορᾷ, τέλος, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, την παράγραφον, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὴν ἀναδρομικὴν ἰσχύν, δηλαδή, τὴν παράγραφον, ἡ ὁποία λέγει: «Πράξεις καὶ διοικήσεις, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου, θεωροῦνται ἔγκυροι καὶ νόμιμοι, ἀφ’ ἧς ἐξεδόθησαν» ὅσον ἀφορᾷ αὐτήν, θὰ ἐπιμείνω ὅπως γίνῃ δεκτή. Ὄχι μόνον μία, ἀλλὰ καὶ περισσότεραι, τῶν καθημερινῶν ἐφημερίδων, παρασυρόμεναι ἐκ τῆς διατυπώσεως καὶ μὴ γνωρίζουσαι τὴν ἔννοιαν τῆς διατάξεως καὶ μὴ ἐγκύψασαι εἰς τὴν μελέτην τοῦ νομοσχεδίου, ὁπότε θὰ ἐξεύρισκον τὴν ἔννοιαν τῆς διατάξεως, προέβησαν εἰς τὴν γενίκευσιν τῆς ἐναντίον μου κατηγορίας, εἰποῦσαι, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς, προσπαθεῖ νὰ νομιμοποιήσῃ παρανόμους ἀποφάσεις του. Πρῶτον, δὲν προσπαθῶ νὰ νομιμοποιήσω παρανόμους ἀποφάσεις μου. Ἐδῶ πρόκειται ἁπλῶς καὶ μόνον περὶ ἀποφάσεων τοῦ Α.Σ.Σ., αἱ ὁποῖαι υἱοθετήθησαν τὸν παρελθόντα Δεκέμβριον καὶ μετὰ συμπλήρωσιν 8ετίας τοὺς ἀποστρατεύει ὡς ἀντιστρατήγους. Πρόκειται περὶ ἀποφάσεων ἀποστρατεύσεως ὡρισμένων ἀντιστρατήγων, τῶν ὁποίων ἡ ἀποστράτευσις συνεδυάσθη μὲ τὴν ἐπαινετικὴν δι’ αὐτοὺς διατύπωσιν τοῦ εὐδοκίμου τερματισμοῦ, διατύπωσιν προβλεπομένην ὑπὸ τοῦ ἰσχύοντος νόμου. Ἐπειδὴ ὅμως ὑπάρχει ἡ ἀσάφεια αὐτὴ, τὴν ὁποίαν τὸ Α. Σ. Σ. δὲν ἦτο ὑποχρεωμένον νὰ τὴν καλύψῃ καὶ ἐπειδὴ ἐχρησιμοποίησε τὴν ἔκφρασιν αὐτήν, ἡ ὁποία εἶναι πρὸς ὄφελος ἠθικὸν τῶν ἀποστρατευομένων, νομίζω, ὅτι πρέπει εἰδικῶς διὰ τὴν περίπτωσιν αὐτῶν τῶν ἀποφάσεων νὰ περάσῃ ἡ διάταξις αὐτή, ἡ ὁποία τοὺς καθιστᾷ ἀπροσβλήτους καὶ ἀπολύτως ἐγκύρους. Κύριοι συνάδελφοι, καὶ ἐὰν ἀκόμη ὑποτεθῇ, ὅτι δὲν εἰσηγούμην τὴν διάταξιν αὐτήν, ποῖον θὰ ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα; Θὰ συνεκάλουν αὔριον τὸ πρωΐ καὶ θὰ συνήρχετο τὸ Α.Σ.Σ. καὶ τοὺς ἀποστρατευομένους λόγῳ εὐδοκίμου τερματισμοῦ, θὰ τοὺς ἀπεστράτευεν συνδυάζον τὴν ἀποστράτευσίν των μὲ βαρείας ἐκφράσεις. Ἐὰν αὐτό, κ. συνάδελφοι, εἶναι κάλυψις παρανομίας, ἐὰν αὐτὰ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀξίζει τὴν ἐπίθεσιν, τὴν ὁποίαν ἐξαπέλυσαν κατ’ αὐτάς, ὡρισμέναι ἐφημερίδες, τότε ἀποδέχομαι αὐτὴν τὴν ἐπίθεσιν ὡς τιμητικήν, διότι ἀποβλέπει ἀκριβῶς διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς, ὄχι εἰς τὴν κάλυψιν παρανομίας, ἀλλὰ εἰς τὴν ἠθικὴν κατοχύρωσιν τῶν ἀποστρατευθέντων, οἱ ὁποῖοι ὄντες ἄξιοι ἀξιωματικοί, ἀλλὰ μὴ κριθέντες διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀντιστρατήγου, ἔπρεπε νὰ ἀποστρατευθοῦν, ὡς εὐδοκίμως τερματίσαντες καὶ οὐχί, ὡς ἐγένετο ὅλα τὰ προηγούμενα ἔτη, ὡς ἀκατάλληλοι, ὡς στερούμενοι οὐσιωδῶς, τῶν στρατιωτικῶν προσόντων, ὡς στερούμενοι κύρους, ὅπως συνέβαινεν, ἐπαναλαμβάνω, καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς τελευταίας 15ετίας καὶ ἴσως καὶ παλαιότερα. Ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ προκαλέσῃ τὴν ἐπιδοκιμασίαν, προεκάλεσε τὴν ἀποδοκιμασίαν καὶ τὴν ἐπίθεσιν. Παρακαλῶ, κύριοι συνάδελφοι, νὰ πιστεύσητε, ὅτι μόνον τὸ αἴσθημα τῆς φειδοῦς, ἔναντι προσώπων, τὰ ὁποῖα ἔχουν ὑπηρετήσει εὐόρκως τὴν πατρίδα καὶ τὰ ὁποῖα ἔφθασαν εἰς ἀνωτάτους βαθμοὺς καὶ δὲν ἐκρίθησαν κατάλληλοι ἢ μᾶλλον ἐκρίθησαν καὶ αὐτοὶ κατάλληλοι, ἀλλὰ ἔπρεπε, ἐν πάση περιπτώσει, νὰ γίνῃ μία ἐπιλογὴ καὶ δὲν ἐκρίθησαν τὰ πρόσωπα αὐτά, ὡς τὰ καταλληλότερα διὰ τὴν κατάληψιν τῶν θέσεων τῶν ἀντιστρατήγων, μόνον δι’ αὐτὸν τὸν λόγον προβαίνω εἰς τὴν εἰσήγησιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ καὶ εἰδικώτερα αὐτῆς τῆς διατάξεως. Παρακαλῶ, λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, ὅπως, κυρίως μετὰ τὴν ἀποδοχὴν μέρους τῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πρεβέζης συνάδελφος, διετύπωσε τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν καὶ μετὰ τὴν διόρθωσιν τοῦ ἄρθρου 2ου, ὅπως ἀποδεχθῆτε τὸ νομοσχέδιον καὶ ψηφίσετε ὑπὲρ αὐτοῦ. (Χειροκροτήματα).
§26Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε......
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλω νὰ κάμω, κύριοι, μίαν δήλωσιν ἐπὶ τῆς δικονομίας τοῦ θέματος. Ἐὰν πρόκειται ὁ κ. Χαβίνης νὰ κάμῃ μεγάλην ἀγόρευσιν καὶ ὁ κ. Ζορμπᾶς, τότε νὰ τὸ κρατήσωμεν. Ἐάν, ὅμως, πρόκειται οἱ δύο μόνον συνάδελφοι νὰ ὁμιλήσουν, νὰ τὸ ψηφίσωμεν. Προηγεῖται ὁ κ. Χαβίνης.
§28Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Προεδρ. Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Μοῦ ἐτέθη ἕνα ἐρώτημα ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Καναβαριώτην, μήπως ἐπειδὴ εἶναι γενικὴ ἡ διατύπωσις, δι’ αὐτὸ ὑφίσταμαι τὴν ἐπίθεσιν... Δὲν εἶναι γενικὴ, ἀπαντῶ, διότι ἡ διατύπωσις εἶναι ἡ ἀκόλουθος καὶ δι’ αὐτὸ εἶπον, ὅτι, ἐὰν αἱ ἐφημερίδες εἶχον τὴν καλωσύνην νὰ ἐγκύψουν εἰς τὸ νομοσχέδιον, θὰ διεπίστωναν, ὅτι δὲν εἶναι γενική, διότι λέγει ἡ διάταξις: «Πράξεις τῆς Δοικήσεως, σύμφωνοι πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου, —νόμου ἀφορῶντος τὸν εὐδόκιμον τερματισμὸν τῆς ὑπηρεσίας— θεωροῦνται ἔγκυροι καὶ νόμιμοι ἀφ’ ἧς ἐξεδόθησαν». Πρόκειται μόνον καὶ μόνον περὶ τῶν ἀποφάσεων τῶν Α.Σ.Σ. αἱ ὁποῖαι ἀποφάσεις ἀφοροῦν τὴν ἀποστράτευσιν ὡρισμένων ὑποστρατήγων, οἱ ὁποῖοι, ἄξιοι ὄντες, ἐθεωρήθησαν ὡς ἀποστρατευτέοι, ὡς εὐδοκίμως τερματίσαντες. Ἑπομένως, ἡ διάταξις ἔχει λίαν περιωρισμένον χαρακτῆρα καὶ δὲν καλύπτει παρανομίαν τοῦ ὑπουργοῦ Ἐθνικῆς Ἀμύνης.
§29Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν καλῶς ἤκουσα, ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, εἶπεν, ὅτι οἱ ταξίαρχοι, θὰ κρίνωνται κατὰ τὴν ἐτησίαν κρίσιν. Τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἐτροποποιήθη, λέγει τὸ ἀντίθετον. Λέγει: «Οἱ Ἀνώτατοι Ἀξιωματικοὶ τῶν Ἐνόπλων δυνάμεων, κρίνονται ὁποτεδήποτε αὐτεπαγγέλτως». Κατὰ συνέπειαν, περιλαμβάνετε καὶ τοὺς ταξιάρχους.
§30Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Προεδρ. Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Δὲν τὸ λέγει τὸ νομοσχέδιον. Τὸ λέγει ὁ κείμενος νόμος, ὅτι ὁποτεδήποτε κρίνονται καὶ οἱ ταξίαρχοι.
§31Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Σᾶς ἠρώτησα καὶ μοῦ εἴπατε «κατὰ τὴν ἐτησίαν κρίσιν.
§32Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Προεδρ. Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Νὰ ἐξηγηθῶ. Ἡ ἀποστράτευσις, λόγῳ εὐδοκίμου τερματισμοῦ, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ παρὰ μόνον κατὰ τὴν ἐτησίαν κρίσιν. Ἡ ἀποστράτευσις ὅμως, διὰ τοὺς ἄλλους λόγους δύναται νὰ γίνῃ ὄχι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κειμένου νόμου, ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν.
§33Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Τὸ γνωρίζω καλῶς. Βεβαίως, ἐὰν εἷς ἀξιωματικὸς κάμῃ μίαν ἀτιμωτικὴν πρᾶξιν παραπέμπεται εἰς τὸ Συμβούλιον καὶ ἀπομακρύνεται. Ἐδῶ, λέγετε, ὅτι οἱ ἀνώτατοι ἀξιωματικοί, θὰ ἀποστρατεύωνται αὐτεπαγγέλτως, ὁποτεδήποτε. Σεῖς, προηγουμένως, εἴπατε, ὅτι κατὰ τὴν ἐτησίαν κρίσιν, θὰ κρίνωνται καί, ὅπως ἐδέχθητε τὴν διάταξιν, οἱ ταξίαρχοι θὰ κρίνωνται μόνον κατὰ τὴν ἐτησίαν κρίσιν. Ποῖον εἶναι τὸ σωστόν; Ἡ δήλωσίς σας ἢ τὸ κείμενον τοῦ νόμου; Εἶναι καταφανῶς ἀντίθετα. Ἢ κάμνομεν νόμους ἢ ἀστειευόμεθα. Ἄλλο λέγει ὁ κ. ὑπουργός, καὶ ἄλλο τὸ κείμενον. Καὶ εἰς ἕνα μαθητὴν τοῦ δημοτικοῦ σχολείου, ἂν τὸ δώσετε, θὰ τὸ ἀντιληφθῇ. Τί ἰσχύει λοιπόν;
§34Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Προεδρ. Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Κατὰ τὴν ἐτησίαν κρίσιν, ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ ἐξέλθουν ὡς εὐδοκίμως τερματίσαντες.
§35Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Αὐτὸ λέγετε, ἀλλὰ νὰ τὸ διατυπώσητε. Καὶ λέγετε πάρα κάτω, ὅτι διὰ τοὺς ταξιάρχους γίνεται ἕνας πίναξ ἀποστρατευτέων. Οἱ ἄλλοι, αἰωροῦνται εἰς τὸ κενόν. Λοιπόν, ἐδῶ, θὰ πρέπει νὰ τὸ διευκρινίσετε. Διότι τὸ πρᾶγμα ποὺ λέγετε, δὲν ἔχει καμμίαν θέσιν ἐδῶ πέρα. Ἐὰν εἷς ἀξιωματικὸς ὑποπέσῃ εἰς ἕνα παράπτωμα, προβλεπόμενον ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ καταστάσεως ἀξιωματικῶν θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος αὐτός. Ἕτερον, ἑκάτερον. Ἐδῶ πρόκειται περὶ τῆς κρίσεως τῆς ὑπηρεσιακῆς διὰ τὴν προαγωγήν του. Τὸ κείμενον τοῦ νόμου, ὅπως εἶναι, ἐννοεῖ ὅτι, αὐτεπαγγέλτως ἀποστρατεύονται. Σεῖς δηλώνετε, κατὰ τὴν ἐτησίαν κρίσιν.
§36Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Προεδρ. Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Δηλῶ, κ. Χαβίνη, ὅτι κατὰ τὴν ἐτησίαν κρίσιν θὰ εἶναι δυνατόν, οἱ ἀποστρατευθέντες λόγῳ εὐδοκίμου τερματισμοῦ, ἀλλὰ ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, δηλαδὴ ὁποτεδήποτε, θὰ εἶναι δυνατὸν οἱ ἀποστρατευθέντες διὰ λόγους συνδεομένους μὲ τὰ ἐν τῷ νόμῳ περὶ ἱεραρχίας καὶ προαγωγῶν σημειούμενα προσόντα ἢ μᾶλλον τὴν σημειουμένην ἔλλειψιν προσόντων...
§37Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐδῶ κάμνομεν τροποποίησιν τοῦ νόμου περὶ ἱεραρχίας καὶ προαγωγῶν, τὸν ὁποῖον πρὸ ὀκταημέρου ἐψηφίσαμεν καὶ λέγετε ἐδῶ, ὅπως τὸ διετυπώσατε — καὶ ἡ διατύπωσις εἶναι ὀρθή, πλὴν μιᾶς φράσεως ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ ζητήσω τὸν λόγον — λέγετε «ἅπαντες οἱ ἀνωτέρω........ (ἀναγινώσκει)........ ..... παρὰ τῶν ἁρμοδίων Συμβουλίων». Δὲν πρόκειται περὶ καταστάσεως ἀξιωματικῶν, ἁρμόδια Συμβούλια, εἶναι τὰ προβλεπόμενα ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ ἱεραρχίας καὶ προαγωγῶν, τὰ ὁποῖα κρίνουν τὴν ἱκανότητα τῶν ἀξιωματικῶν, ἂν εἶναι προακτέοι. Καὶ λέγετε, πάρα κάτω: Οἱ ἀνώτατοι ἀξιωματικοὶ τῶν ἐνόπλων δυνάμεων κτλ. Κάμνετε διάκρισιν μεταξὺ τῶν ἀνωτάτων καὶ συνταγματαρχῶν.
§38Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Προεδρ. Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Λέγω: «Οἱ ὑποστράτηγοι, ὑποναύαρχοι καὶ ὑποπτέραρχοι ὁποτεδήποτε αὐτεπαγγέλτως, οἱ ταξίαρχοι στρατοῦ ξηρᾶς, ταξίαρχοι Βασ. Ἀεροπορίας, συνταγματάρχαι καὶ σμήναρχοι κατὰ τὰς ἐτησίας κρίσεις κατόπιν προτάσεων, οἱ δὲ πλοίαρχοι κατὰ τὰς ἐτησίας κρίσεις βάσει τῶν φύλλων ποιότητος, ἐφ’ ὅσον κατὰ τὴν κρίσιν τῶν Συμβουλίων τούτων, ἡ περαιτέρω παραμονή των εἰς τὰς ἐνόπλους δυνάμεις δὲν εἶναι πλέον ἀναγκαία ἢ δὲν προάγει τὸ συμφέρον τῆς Ὑπηρεσίας, θεωρούμενοι ὡς εὐδοκίμως τερματίσαντες τὴν σταδιοδρομίαν των. Πράξεις τῆς Διοικήσεως, σύμφωνοι πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου, θεωροῦνται ἔγκυροι καὶ νόμιμοι ἀφ’ ἧς ἐξεδόθησαν».
§39Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ὥστε, οἱ ταξίαρχοι καὶ οἱ συνταγματάρχαι κρίνονται κατὰ τὴν ἐτησίαν κρίσιν.
§40Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Προεδρ. Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Κρίνονται κατὰ τὴν ἐτησίαν κρίσιν, προκειμένου περὶ τῆς ἐξόδου των ὡς εὐδοκίμως τερματίσαντες τὴν σταδιοδρομίαν των. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ κριθοῦν καὶ ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, ἐφ’ ὅσον ἡ κρίσις, ἢ μᾶλλον τὸ αἰτιολογικὸν τῆς κρίσεως συνδέεται μὲ τὴν ἔλλειψιν οὐσιωδῶν προσόντων.
§41Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Τὸ «ἐφ’ ὅσον κρίνονται ὡς ἀποστρατευτέοι ὡς εὐδοκίμως ὑπηρετήσαντες» δὲν ἔχει καμμίαν θέσιν διότι ὅλοι οἱ ἀποστρατευτέοι θεωροῦνται ὡς εὐδοκίμως ὑπηρετήσαντες. Εἶναι διάταξις τοῦ νόμου. Τί τὸ προσθέτετε; Τὸ ἄλλο εἶναι διάταξις τοῦ νόμου περὶ καταστάσεως ἀξιωματικῶν. Ὅπως τὸ ἐτροποποιήσατε τότε καὶ οἱ ταξίαρχοι θὰ κρίνωνται κατὰ τὴν ἐτησίαν κρίσιν καὶ οὐχὶ ὁποτεδήποτε.
§42Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Προεδρ. Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Κύριοι συνάδελφοι, ἡ Κυβέρνησις, νομίζει ὅτι πρέπει, μετὰ τὰς τροποποιήσεις αὐτάς, τὰς ὁποίας εἰσηγοῦμαι ἐγὼ ὁ ἴδιος, τὸ νομοσχέδιον νὰ γίνῃ δεκτόν, δηλαδή, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ὅπως γίνῃ δεκτόν, μὲ τὰς τροποποιήσεις αὐτάς. Βέβαια, αἱ ἀντιρρήσεις τοῦ κ. Χαβίνη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὲ ἐπηρεάσουν περαιτέρω. Ἐπηρεάσθην μέχρις ἑνὸς σημείου καὶ ἐπηρεάσθην, παρὰ τὸ γεγονός, ὅτι πιστεύω, ὅτι καὶ αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐτροποποίησα δὲν εἶναι πρὸς τὸ συμφέρον τῶν ταξιάρχων. Ἐν τούτοις, ἐπειδὴ δὲν θίγει τὸ συμφέρον τῶν ἐνόπλων δυνάμεων δι’ αὐτὸ τὸ ἀπεδέχθην.
§43Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἄλλο θέμα, κύριε Πρόεδρε, εἶναι τοῦτο. Ἔθιξα προχθὲς τὸ ζήτημα διὰ τὴν διάταξιν «ἔχοντες ἑνὸς ἔτους τουλάχιστον ὑπηρεσίαν». Κύριε Πρόεδρε, αὐτὸ εἶναι ...........(δὲν ἠκούσθη). Δὲν θέλω νὰ τὸ χαρακτηρίσω, εἶναι τὸ ἀφελέστερον πρᾶγμα ποὺ ἠμποροῦσε νὰ γίνῃ. Εἰς ὅλην τὴν ἀνθρωπότητα, εἰς ὅλους τοὺς αἰῶνας, διὰ τὴν προαγωγὴν τῶν ἀξιωματικῶν θέτουν ἕνα ὅριον. Λέγουν, ὅτι διὰ νὰ κριθῇ ἕνας ἀξιωματικὸς ἀπὸ τὸν ἕνα βαθμὸν εἰς τὸν ἄλλον, πρέπει νὰ ὑπηρετήσῃ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα εἰς τὸν βαθμὸν ποὺ κατέχει, ὥστε ὁ διοικητής του νὰ μορφώσῃ γνώμην. Δὲν δύναται ἕνας ταγματάρχης νὰ κριθῇ ὑπὸ τοῦ διοικητοῦ του ἐφ’ ὅσον ὑπηρετεῖ, ὡς ταγματάρχης, μόνον ἐπὶ 3 μῆνας. Δι’ αὐτὸ ὅλοι οἱ νόμοι εἰς τὴν Ἀγγλίαν, εἰς τὴν Γαλλίαν, εἰς τὴν Ἰταλίαν, εἰς τὴν Ἀμερικήν, εἰς ὅλην τὴν ἀνθρωπότητα, εἰς ὅλην τὴν ὑφήλιον ἔχουν ἕνα ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα ποὺ πρέπει νὰ μένουν εἰς τὸν αὐτὸν βαθμὸν οἱ ἀξιωματικοί, διὰ νὰ ἔχῃ τὸν χρόνον, τὸν ἀπαιτούμενον, ὁ διοικητής του νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν ἀξίαν του καὶ νὰ κάμῃ τὴν πρότασιν προαγωγῆς του. Οὐδαμοῦ ὑπάρχει ἕνα ἔτος, παντοῦ εἶναι 1, 2, 3 ἔτη. Αὐτό, κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀπαράδεκτον, εἶναι ἐντελῶς ἀπαράδεκτον. Πρέπει νὰ βάλετε διετῆ ὑπηρεσίαν, ὅπως λέγει ὁ πάγιος νόμος «περὶ ἱεραρχίας καὶ προαγωγῶν», ὅτι χρειάζεται, ἀπὸ τὸν ἕνα βαθμὸν εἰς τὸν ἄλλον, διετία.
§44Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Προεδρ. Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐθνικῆς Ἀμύνης). Κύριοι συνάδελφοι, διαφωνῶ ἀπολύτως πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Πρεβέζης συνάδελφον. Ὁ κείμενος νόμος, ὁρίζει τρίμηνον εἰς τὸν ἀνώτατον βαθμὸν ὑπηρεσίαν, προκειμένου τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον νὰ ἀποστρατεύσῃ ἀνώτατον ἀξιωματικόν, διὰ τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι τὸν μειώνουν εἰς τὸ νομοσχέδιον. Εἰσηγοῦμαι εἰς τὴν Βουλὴν ὅπως ὁρίσῃ ἓν ἔτος ὁλόκληρον προκειμένου νὰ ἀποστρατευθῇ κάποιος ὡς εὐδοκίμως τερματίσας τὴν σταδιοδρομίαν του. Τὸ τρίμηνον διὰ τὴν περίπτωσιν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ κρίσις θὰ εἶναι δυσμενὴς καὶ ἓν ἔτος ὁλόκληρον διὰ τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἀποστράτευσις θὰ γίνῃ μὲ τὸ τέλος τοῦ εὐδοκίμου τερματισμοῦ, ἀποτελοῦν χρονικὰ διαστήματα ἐπαρκέστατα προκειμένου περὶ ἀνωτάτων ἀξιωματικῶν. Ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Πρεβέζης νὰ προσθέσω καὶ τοῦτο. Ὑπάρχουν πολλαὶ περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας τὰ Ἀνώτατα Συμβούλια, προκειμένου νὰ ἀποστρατεύσουν ἕνα συνταγματάρχην, θεωροῦν ὀρθότερον, διότι ὁ συνταγματάρχης ἔχει πολεμήσει, διότι εἶναι καλός, θεωροῦν ὀρθότερον, παρὰ τὸ γεγονός, ὅτι ἐνδεχομένως δὲν ἔχει νὰ προσφέρῃ οὐσιώδεις εἰς τὸ μέλλον ὑπηρεσίας, νὰ τὸν προαγάγουν καὶ μετὰ τρίμηνον νὰ τὸν ἀποστρατεύσουν. Δὲν ἔχομεν πλέον τὸ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν ἄλλοτε. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λησμονεῖ ὁ κ. Χαβίνης, δὲν ἔχομεν πλέον τὴν δυνατότητα νὰ τὸν ἀποστρατεύσωμεν, δίδοντες εἰς αὐτὸν τὸν ἀνώτερον βαθμὸν καὶ ὀρθῶς δὲν ἔχομεν τὴν δυνατότητα αὐτήν. Ἀκριβῶς, ἀντὶ τῆς δυνατότητος αὐτῆς, τῆς ὁποίας ἐγένετο κατάχρησις εἰς τὸ παρελθόν, ἐθεσπίσθη τὸ μικρὸν χρονικὸν διάστημα τῆς ὑπηρεσίας εἰς τὸν ἀμέσως ἀνώτερον βαθμόν. Τὸ μικρὸν αὐτὸ διάστημα, τρίμηνον εἰς ἣν περίπτωσιν πρόκειται νὰ ἀποστρατευθῇ ὡς στερούμενος προσόντων, ὁλόκληρον ἔτος προκειμένου νὰ ἀποστρατευθῇ ὡς εὐδοκίμως τερματίσας, εἶναι χρονικὸν διάστημα κατὰ τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν δυνατότητα τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον νὰ κρίνῃ μήπως εἶναι καὶ χρήσιμος νὰ παραμείνῃ καὶ δὲν πρέπει νὰ τὸν ἀποστρατεύσῃ, ἐνῷ θὰ τὸν ἀπεστράτευεν εἰς τὸν κατώτερον βαθμὸν καὶ δὲν θὰ τὸν προῆγε διόλου. Καὶ εἰς ἣν περίπτωσιν κρίνει, ὅτι, ὅπως εἶχε προβλέψει, δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε πρέπον νὰ τὸν κρατήσῃ καὶ πρέπει νὰ τὸν ἀποστρατεύσῃ, τὸν ἀποστρατεύει μὲ τὸν βαθμὸν τὸν ἀνώτερον, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ συνέβαινεν ἐὰν δὲν ἐβάλαμεν τὸ τρίμηνον καὶ τὸ ἔτος. Ἐὰν ἐβάλαμεν δύο ἔτη, θὰ ἠναγκάζοντο τὰ Ἀνώτατα Συμβούλια νὰ ἀποστρατεύουν ὡρισμένους συνταγματάρχας, χωρὶς νὰ τοὺς ἔδιδον τὸν βαθμὸν τοῦ ταξιάρχου καὶ ὡρισμένους ταξιάρχους χωρὶς νὰ τοὺς ἔδιδον τὸν βαθμὸν τοῦ ἀντιστρατήγου. Καὶ αὐτὴ ἡ διάταξις εἶναι ὑπὲρ τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ αὐτὴ ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν προσπαθεῖ, παρερμηνεύσας τὸ νόημά της ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πρεβέζης συνάδελφος, νὰ ἐμφανίσῃ ὡς διάταξιν ἐναντίον τῶν ἀξιωματικῶν καὶ αὐτὴ εἶναι διάταξις ὑπὲρ τῶν ἀξιωματικῶν. Εἶναι διάταξις, ἡ ὁποία ἀποβλέπει εἰς ὅσον τὸ δυνατὸν ἁπαλωτέραν καὶ ἠθικωτέραν μεταχείρισιν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι φθάσαντες εἰς ἀνωτάτους βαθμοὺς πρέπει νὰ τύχουν, προκειμένου νὰ ἐξέλθουν ἀπὸ τὸ στράτευμα, ὅλων τῶν δυνατῶν τιμῶν.
§45Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ παρελθὸν ἔτος ἐψηφίσαμεν τὸν νόμον 2973, ὁ ὁποῖος εἰς τὸ ἄρθρον 8 λέγει, ὅτι, «οὐδεὶς ἀξιωματικὸς τοῦ στρατοῦ ξηρᾶς καὶ τῆς Βασιλικῆς Ἀεροπορίας δύναται νὰ προταθῇ πρὸς προαγωγήν, ἐὰν δὲν συμπληρώσῃ μέχρι τῆς 31ης Δεκεμβρίου τοῦ ἔτους κατὰ τὸ ὁποῖον γίνονται αἱ κρίσεις, τὸν κάτωθι χρόνον παραμονῆς ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ: Συνταγματάρχης δύο ἔτη, Ταξίαρχος δύο ἔτη». Διατὶ ἐτέθησαν αὐταὶ αἱ χρονολογίαι, κ. Πρόεδρε; Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς μικρότερον χρόνον ὁ προϊστάμενος ἑνὸς ἀξιωματικοῦ νὰ σχηματίσῃ γνώμην ἐὰν εἶναι προακτέος ἢ ὄχι. Πῶς εἶναι δυνατὸν ἕνας διοικητὴς εἰς 6 μῆνας νὰ σχηματίσῃ γνώμην; Αὐτὸ ποὺ λέτε, κ. Πρόεδρε, εἶναι ἐκτὸς τοῦ θέματος.
§46Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Προεδρ. Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐθν. Ἀμ.). Θὰ παρακαλέσω νὰ ἀνοίξετε τὸ βιβλιάριον καὶ εἰς τὴν σελίδα 29 καὶ θὰ δῆτε, ὅτι ὑπάρχει τὸ ἄρθρον 12 τὸ ὁποῖον λέγει: «Ἡ κρίσις πρὸς ἀποστρατείαν τῶν ταξιάρχων καὶ ταξιάρχων τῆς Ἀεροπορίας τῶν ὑποστρατήγων, ὑποναυάρχων καὶ ὑποπτεράρχων, δύναται νὰ γίνῃ ἀνεξαρτήτως χρόνου ὑπηρεσίας αὐτῶν εἰς τὸν ὃν φέρουσι βαθμόν, πάντως οὐχὶ ἐνωρίτερον τοῦ τριμήνου ἀπὸ τῆς προαγωγῆς εἰς τὸν ὃν φέρουσι βαθμόν». Ἑπομένως ὀρθῶς εἶπον προηγουμένως τὰ ὅσα εἶπον.
§47Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐὰν αὐτὸ τὸ ἄρθρον εἶναι ἔτσι ποὺ λέγετε, εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ τὸ τροποποιήσετε ἀμέσως τώρα, ἐὰν ἔχῃ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν δὲν νομίζω πὼς θὰ ἔχῃ. Σὲ 3 μῆνας διὰ ποῖον λόγον θὰ τοὺς ἀποστρατεύσῃ;
§48Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Προεδρ. Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐν Ἀμ.). Σᾶς εἶπα ἀντὶ νὰ τὸν ἀποστρατεύσωμεν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ συνταγματάρχου ἢ τοῦ ταξιάρχου, τοῦ δίδομεν ἕνα βαθμόν, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον συνέβαινεν εἰς τὸ παρελθὸν καὶ δὲν συμβαίνει σήμερον.
§49Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Τότε αὐτὸ τὸ ἄρθρον εἶναι ἀντίθετον μὲ τὸ ἄρθρον 8. Ποῖον ἰσχύει; Ἰσχύει τὸ ἄρθρον 8.
§50Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ. (Ὑφυπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Τὸ μὲν εἶναι διὰ προαγωγὴν καὶ τὸ ἄλλο δι’ ἀποστρατείαν. Ἐὰν ἔχῃ συνολικὴν ὑπηρεσίαν 27 ἐτῶν, ἓν ἔτος εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ συνταγματάρχου.
§51Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἐὰν δὲν ἔχῃ 27 ἔτη;
§52Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ. (Ὑφυπ. Ἐθνικῆς Ἀμύνης). Ἄρα φθάνει τὸ ἔτος, δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν.
§53Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἐνθυμοῦμαι πῶς ἐψηφίσθη καὶ ὁ νόμος αὐτὸς παρὰ τὰς διαμαρτυρίας, ἀλλὰ ἡ διάταξις αὐτὴ καὶ ἐὰν ἔχῃ τὴν ἔννοιαν ποὺ λέγει ὁ κ. ὑπουργός, εἶναι ἄκρως ἀντίθετος μὲ τὸ ἄρθρον 8. Πῶς θὰ τὸν κρίνῃ ὁ Διοικητὴς ἕνα ἀξιωματικὸν ἐὰν ἔχῃ τρίμηνον μόνον ὑπηρεσίαν. Αὐτὰ ποὺ λέτε εἶναι ἀντίθετα πρὸς τὸν νόμον ποὺ ἐψηφίσθη. Εἰς ποῖον πίνακα τίθενται οἱ μὴ ἀποστρατευτέοι;
§54Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ. (Ὑφυπουργ. Ἐθν. Ἀμύνης). Πρὸς προαγωγήν.
§55Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριε ὑφυπουργέ, ὅταν θὰ κάμετε πίνακα ἀποστρατευτέων 10 ταξιάρχων, οἱ λοιποὶ ταξίαρχοι πρέπει νὰ εἶναι κατ’ ἐκλογὴν σύμφωνα μὲ τὸν νόμον. Δι’ αὐτὸ, κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ κρατηθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁμιλήσατε, κ. Χαβίνη....
§57Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω καὶ περὶ τοῦ ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ σταθοῦν αἱ διατάξεις αὐταί.
§58Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Προεδρ. Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐθνικῆς Ἀμύνης). Ὁ κ. συνάδελφος, ἐπωφελεῖται τοῦ τροποποιητικοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου, διὰ νὰ προσβάλῃ τὴν βάσιν ὁλοκλήρου τοῦ νόμου, περὶ ἱεραρχίας καὶ προαγωγῶν. Ἐὰν αὐτὸ τὸ εἶχε κάμει ἀπὸ τῆς πρώτης συζητήσεως, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ κανονικὴ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ ἐκ τῶν ὑστέρων, ὅταν ἐμφανίζεται ὁ ὑπουργὸς ὑποχωρῶν εἰς μίαν ἄποψιν τοῦ κ. Χαβίνη καὶ τροποποιεῖ τὸ ἄρθρον 2 καὶ ὅταν ἐξεφωνήθη, ὁ κ. Χαβίνης, διεπίστωσεν, ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐχρησιμοποίησεν ὡς ἐπιχειρήματα ἐναντίον τοῦ νόμου δὲν εὐσταθοῦν, ἐφεῦρεν ἄλλους λόγους, διὰ νὰ ἐκτοπίσῃ ὄχι αὐτὸ τοῦτο τὸ σχέδιον νόμου, ἀλλὰ τὸν βασικὸν νόμον περὶ ἱεραρχίας καὶ προαγωγῶν. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, ἐὰν θέλῃ νὰ τὸ κρατήσῃ ἂς τὸ κρατήσῃ, διότι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα οὔτε ἡ Κυβέρνησις, οὔτε ὑμεῖς κ. Πρόεδρε, οὔτε ἡ Βουλὴ νὰ παραβιάσῃ τὸν Κανονισμόν, ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν διὰ τὴν διαπιστωθεῖσαν διαφωνίαν εἰς σημεῖα, τὰ ὁποῖα εἰς τόσας συνεδριάσεις, ὁ κ. Χαβίνης δὲν εἶχεν ἐπισημάνει. Νομίζω, ἀξιότιμε κ. Πρόεδρε, ὅτι μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Χαβίνη, ὅτι κρατεῖ τὸ νομοσχέδιον, δὲν ἔχει νόημα ἡ περαιτέρω εὐγνωμοσύνη μου.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Χαβίνη ἐπιμένετε;
§60Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἐπιμένω.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ βʹ συζήτησις κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἑρμηνείας καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τοῦ Ν.Δ. 2932)1954, «περὶ ἱεραρχίας καὶ προαγωγῶν τῶν ἀξ)κῶν καὶ τῶν τριῶν κλάδων τῶν ἐνόπλων δυνάμεων», ἀναβάλλεται. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκρίσεως δαπανῶν τινων πραγματοποιηθεισῶν ἀπὸ τοῦ οἰκον. ἔτους 1943 –44 μέχρι τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους 1952–53 ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης (Γενικοῦ Ἐπιτελείου Ἀεροπορίας)».
§62ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῷ ἄρθρων τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἐγκρίσεως δαπανῶν τινων πραγματοποιηθεισῶν ἀπὸ τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους 1943 –44 μέχρι τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους 1952–53 ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης (Γενικοῦ Ἐπιτελείου Ἀεροπορίας)». Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ Α. Ν. 1324)1949, «περὶ προστασίας καὶ ἀποκαταστάσεως τῶν ἀναπήρων πολέμου ὁπλιτῶν καὶ θυμάτων πολέμου».
§64ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ Α.Ν. 1324)49, «περὶ προστασίας καὶ ἀποκαταστάσεως τῶν ἀναπήρων πολέμου ὁπλιτῶν καὶ θυμάτων πολέμου». Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκρίσεως δαπανῶν τινων πραγματοποιηθεισῶν ἀπὸ τοῦ οἰκ. ἔτους 1945–46 μέχρι καὶ τοῦ οἰκον. ἔτους 1952–53 ἁρμοδιότητος Ὑπουργείου Ἐθν. Ἀμύνης (Γενικοῦ Ἐπιτελείου Ἀεροπορίας).
§66ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἐγκρίσεως δαπανῶν τινων πραγματοποιηθεισῶν ἀπὸ τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους 1945–46 μέχρι καὶ τοῦ οἰκον. ἔτους 1952–53 ἁρμοδιότητος Ὑπουργείου Ἐθν. Ἀμύνης (Γενικοῦ Ἐπιτελείου Ἀεροπορίας). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τρόπου πληρώσεως κενῶν θέσεων μονίμων Ἀνθυπολοχαγῶν τῆς Ταχυδρομικῆς Ὑπηρεσίας Στρατοῦ».
§68ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων μὲ τὰς τροπολογίας τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς πλὴν τῆς παραγράφου 3 τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τρόπου πληρώσεως κενῶν θέσεων μονίμων Ἀνθυπολοχαγῶν τῆς Ταχυδρομικῆς Ὑπηρεσίας Στρατοῦ». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκρίσεως πραγματοποιηθεισῶν δαπανῶν ὑπὸ τέως Στρατιωτικῆς Διοικήσεως Ἡρακλείου κατὰ τὸ ἀπὸ 9.12.1944 ἕως 27.3.1945 χρονικὸν διάστημα».
§70ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἐγκρίσεως πραγματοποιηθεισῶν δαπανῶν ὑπὸ τέως Στρατιωτικῆς Διοικήσεως Ἡρακλείου κατὰ τὸ ἀπὸ 9.12.1944 ἕως 27.3.1945 χρονικὸν διάστημα». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκρίσεως δαπανῶν πραγματοποιηθεισῶν κατὰ τὰ οἰκον. ἔτη 1944–45, 1945–46, 1947–48, 1948–49, 1949– 50, 1950–51, 1951–52 καὶ 1952–53 ἁρμοδιότητος Ὑπουργείου Ἐθν. Ἀμύνης–Γενικοῦ Ἐπιτελείου Ναυτικοῦ καὶ ἐγγραφῆς τῶν ἀπαιτουμένων πιστώσεων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τούτου».
§72ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκρίσεως δαπανῶν πραγματοποιηθεισῶν κατὰ τὰ οἰκονομικὰ ἔτη 1944–45, 1945–46, 1947–48, 1948–49, 1949– 50, 1950–51, 1951–52 καὶ 1952–53 ἁρμοδιότητος Ὑπουργείου Ἐθν. Ἀμύνης–Γενικοῦ Ἐπιτελείου Ναυτικοῦ καὶ ἐγγραφῆς τῶν ἀπαιτουμένων πιστώσεων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τούτου οἰκονομικοῦ ἔτους 1953–54» ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀντιστοιχίας τοῦ Ἕλληνος ἀξ)κοῦ Προέδρου τῆς Στρατιωτικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Βορειοατλαντικοῦ Συμφώνου».
§74Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Προεδρ. Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Παρακαλῶ θερμῶς, ὅπως γίνῃ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ρυθμίζει ἓν ἠθικὸν πρόβλημα, ὅταν ἀρχαιότερος τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Γ.Ε.Σ., ὁ ἐν Οὐασιγκτῶνι εὑρισκόμενος ἀντιστράτηγος, πρόκειται νὰ τακτοποιηθῇ ἀπὸ ἀπόψεως σχέσεως, πρὸς τὸν νεώτερόν του, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀρχηγὸς τοῦ Γ.Ε.Σ. καὶ ὅταν αὐτὸς ὁ ἀρχαιότερος, εἶναι αὐτὴν τὴν στιγμὴν Πρόεδρος εἰς τὴν Στρατιωτικὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ν.Α.Τ.Ο. κατέχει θέσιν, ἡ ὁποία εἶναι ἀνωτέρα, εἰς τὸ συμμαχικὸν συγκρότημα τοῦ Ν.Α.Τ.Ο., νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις ὅπως τὰ δικαιώματά του ἐξομοιωθοῦν πρὸς τὰ δικαιώματα ἀρχηγοῦ Ἐπιτελείου. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον.
§75Α. ΒΟΥΛΤΖΟΣ. Λυποῦμαι, ἀλλὰ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαπιστώσω, ὅτι τὸ γεγονός, ὅτι θὰ ἀνεφύοντο τοιαῦται διαφοραί, ἔπρεπε νὰ εἶναι ὑπ’ ὄψιν τῆς Κυβερνήσεως ὅταν ἐτοποθετήθη νεώτερος ὡς ἀρχηγὸς τοῦ Γ.Ε.ΕΘ.Α.
§76Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Προεδρ. Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Τοῦ Γ.Ε.Σ. Ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Γ. Ε. ΕΘ. Α. εἶναι ἀρχαιότερος. Ξεκινᾶτε ἀπὸ μίαν βάσιν, ἡ ὁποία εἶναι ἐσφαλμένη. Δὲν ἀνεφύησαν διαφοραί, πρόκειται περὶ ἠθικῆς τακτοποιήσεως, τὴν ὁποίαν θεωρεῖ ἡ Κυβέρνησις ἀναγκαίαν καὶ ἐὰν ἐθεώρησε τοῦτο ἀναγκαῖον, ὅπως ἀφήσῃ τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος ἀντιστράτηγον ἔξοχον ἀπὸ πάσης ἀπόψεως, εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν, τὸ ἔπραξε, διότι ἐκτὸς τῆς ἰδιότητος τὴν ὁποίαν εἶχεν, ἔπρεπε νὰ ἀποκτήσῃ κατὰ τὸ ἔτος αὐτό, τὴν ἰδιότητα τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀνωτ. Συμβουλίου τοῦ ΝΑΤΟ. Ἑπομένως, δὲν προέβη ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἐπιλογὴν τοῦ Α ἢ Β τῶν ἀντιστρατήγων, ἐπὶ τῇ βάσει οἱασδήποτε ἄλλης σκέψεως, ἀλλὰ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς σκέψεως ταύτης, ἡ ὁποία ἀνταποκρίνεται εἰς τὸ συμφέρον τοῦ Στρατεύματος καὶ τοῦ Ἔθνους. Ὁ ἀντιστράτηγος Πάλης, εὑρισκόμενος ἐπὶ ἑνάμισυ περίπου ἔτος εἰς τὴν Οὐασιγκτῶνα, κατετοπίσθη κατὰ τρόπον ἔξοχον, εἰς ὅλα τὰ θέματα καὶ τῶν τριῶν κλάδων τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων καὶ εὑρισκόμενος εἰς στενὴν ἐπαφὴν μὲ τὰς στρατιωτικὰς ἀρχὰς τῶν συμμάχων, ἔπρεπεν αὐτὸς νὰ μείνῃ ἐκεῖ διὰ τὸ συμφέρον τοῦ Ἔθνους, τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον θὰ ὁρίζετο, ὡς ὡρίσθη Πρόεδρος τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου τοῦ ΝΑΤΟ.
§77Α. ΒΟΥΛΤΖΟΣ. Δέχομαι, ὅτι εἶναι ἀπόλυτον δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως νὰ κάμῃ ὅ,τι θέλει ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Τὸ θέμα εἶναι τοῦτο. Θὰ παρεκάλουν, ἐὰν γίνῃ συζήτησις, νὰ δοθοῦν ὡρισμέναι ἐξηγήσεις ἐπὶ τοῦ ποία εἶναι ἡ ἐξομοίωσις.
§78Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Προεδρ. Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Ἀπὸ ἀπόψεως τιμῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπονέμονται κλπ. Ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον εἶναι τυπικόν, θὰ παρεκάλουν νὰ γίνῃ δεκτόν, ὡς ἔχει.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον;
§80ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἀντιστοιχίας τοῦ Ἕλληνος Ἀξ)κοῦ–Προέδρου τῆς Στρατιωτικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Βορειοατλαντικοῦ Συμφώνου».
§82Γ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Κυβέρνησις ἐδέχθη, ὅπως τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. Δ. 3006)1954, «περὶ ἐκκαθαρίσεως τῆς ὑπὸ τοῦ Α.Ν. 1856) 1951 συσταθείσης Ἑλληνικῆς Ἀεροπορικῆς Ἀνωνύμου Ἑταιρείας Τ.Α.Ε.» ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς προσεχοῦς Τρίτης, πρῶτον.
§83Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Προεδρ. Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Μάλιστα, κ. Πρόεδρε, ἡ Κυβέρνησις παρακαλεῖ ὅπως τὸ ἐν λόγῳ νομοσχέδιον ἐγγραφῇ πρῶτον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς προσεχοῦς Τρίτης.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πάντως διὰ σήμερον ἡ συζήτησίς του ἀναβάλλεται. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως». Ὁ Προεδρεύων τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Ἀμύνης κ. Π. Κανελλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§85Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Προεδρ. Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐθνικῆς Ἀμύνης). Κύριοι συνάδελφοι, ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ, ὅτι ἀνταποκρίνεται εἰς βασικὴν προγραμματικήν της ἀρχήν, ἀρχὴν διακηρυχθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Προέδρου αὐτῆς Στρατάρχου Παπάγου, ἐμφανίζουσα ἐνώπιον ὑμῶν νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως. Δὲν ἰσχυρίζεται ἡ Κυβέρνησις, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, λύεται κατὰ τρόπον μαζικὸν καὶ ὁλοκληρωτικόν, τὸ μέγα πρόβλημα τῆς διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως. Τὸ πρόβλημα εἶναι τοιαύτης ἐκτάσεως, τὸ πρόβλημα εἶναι τόσον πολύπλευρον, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαιτηθῇ ἀπὸ οἱανδήποτε Κυβέρνησιν, ὅπως τοῦ προβλήματος αὐτοῦ τὴν λύσιν ἐπιχειρήσῃ καὶ ἐπιτύχῃ δι’ ἑνὸς γραπτοῦ κειμένου. Τὸ γραπτὸν κείμενον, τὸ σχέδιον νόμου, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις θέτει ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν, ἀποτελεῖ τὴν ἀφετηρίαν, ἀλλὰ πιστεύομεν, ὅτι ἀποτελεῖ μεγάλην ἀφετηρίαν, ἀποτελεῖ μέγα βῆμα. Καὶ ὅταν τὸ βῆμα αὐτὸ σημειωθῇ —καὶ σημειωθῇ οὐχὶ μόνον διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου ὑφ’ ὑμῶν καὶ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐφαρμογῆς του— ὅταν τὸ πρῶτον βῆμα σημειωθῇ, τὰ ἑπόμενα βήματα κατὰ τρόπον φυσιολογικὸν θὰ ἐπακολουθήσουν. Ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν καὶ ἰδίᾳ μετὰ τὸν δεύτερον παγκόσμιον πόλεμον, ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις ὑπεσχέθησαν — καὶ ἔδωσαν τὴν ὑπόσχεσιν κατὰ τρόπον ἀπολύτως εἰλικρινῆ καὶ τίμιον—ὅτι θὰ ἀντιμετωπίσουν τὸ ζήτημα. Ἀλλὰ ὅλαι αἱ μέχρι τοῦδε Κυβερνήσεις, δὲν ἐνόμισαν, εὑρισκόμεναι ἐνώπιον ἐμποδίων, τὰ ὁποῖα δὲν ὑποτιμῶ, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιχειρήσουν τὸ βῆμα, τὸ βῆμα, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς σήμερον ἐπιχειροῦμεν. Ἐμπόδια ὑπάρχουν καὶ σήμερον. Βεβαίως, ὄχι τόσα μεγάλα ὅπως τὰ ἐμπόδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον εἰς τὸ παρελθόν. Ἀλλὰ τῶν ἐμποδίων αὐτῶν ἡ ὑπερνίκησις ἐπιχειρεῖται σήμερον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἶναι ἀποφασισμένος ὁ Πρόεδρος αὐτῆς, εἶναι ἀποφασισμένος ὁ Στρατάρχης Παπάγος, ἐν τῷ πλαισίῳ τοῦ νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον καλεῖσθε νὰ ἀποκρυσταλλώσητε, νὰ δώσῃ τὴν πρώτην μεγάλην ὤθησιν πρὸς τὴν κατεύθυνσιν ἐκείνην, ἡ ὁποία εἶναι τόσον ἐπιθυμητή, πρὸς τὴν κατεύθυνσιν τῆς διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως. Κύριοι συνάδελφοι, ποῖον εἶναι τὸ νόημα τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου; Τὸ νόημα θὰ τὸ ἀναπτύξουν εἰς ὅλας του τὰς λεπτομερείας, εἰς ὅλον του τὸ βάθος καὶ εἰς ὅλην του τὴν ἔκτασιν οἱ εἰσηγηταί. Οἱ εἰσηγηταὶ τῆς πλειοψηφίας, ἐλπίζω δέ, κρίνοντες ἀντικειμενικῶς, καὶ οἱ εἰσηγηταὶ τῆς μειοψηφίας. Καὶ μετ’ αὐτοὺς θὰ ἀναπτύξῃ, συμπληρῶν τοὺς κ. κ. εἰσηγητάς, τὴν οὐσίαν τοῦ νομοθετήματος, ὁ ἀγαπητός μου συνάδελφος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ κ. Νικολίτσας, τοῦ ὁποίου τὴν συμβολὴν εἰς τὴν ἀποκρυστάλλωσιν καὶ εἰς τὴν προώθησιν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου θεωρῶ καθῆκον, καθῆκον εὐχάριστον, νὰ ἐξάρω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. (Χειροκροτήματα). Ἐπιτρέψατέ μου, κ. συνάδελφοι, παρὰ τὸ γεγονός, ὅτι ἡ ἀνάπτυξις τοῦ θέματος θὰ γίνῃ ὑπὸ τῶν κυρίων Εἰσηγητῶν καὶ ὑπ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ συναδέλφου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ εἴπω ἐν τούτοις ἐλαχίστας λέξεις. Δύο εἶναι τὰ βασικὰ νοήματα τοῦ νομοσχεδίου, δύο εἶναι οἱ βασικοὶ σκοποί του. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ πρέπει —καὶ αὐτὸ τὸ «πρέπει» ἐξασφαλίζεται νομικῶς ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὑπόσχεται ἡ Κυβέρνησις ὅτι θὰ τὸ ἐξασφαλίσῃ καὶ πράγματι— πρέπει ὁ πολίτης νὰ πλησιάσῃ τὸ Κράτος. Γνωρίζετε, ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι, πόσας δυσκολίας ὑποχρεοῦται νὰ ἀντιμετωπίσῃ καὶ νὰ ὑπερνικήσῃ ὁ Ἕλλην πολίτης, διὰ νὰ φθάσῃ μέχρι τοῦ Κράτους. Γνωρίζετε ἐπίσης καὶ πόσας δυσχερείας ἀντιμετωπίζει ἡ Κυβέρνησις, ἀντιμετωπίζουν οἱ ὑπουργοί, δεδομένου ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένοι τὰς αἰτήσεις, τὰς ἀξιώσεις, τὰς δικαίας ἢ μή, τῶν πολιτῶν, νὰ τὰς δέχωνται οἱ ἴδιοι εἰς τὸ Κέντρον, ἀπασχολούμενοι μὲ ἀπειρίαν εἰδικῶν περιπτώσεων τοπικῆς φύσεως καὶ ἄλλων εἰδικῶν περιπτώσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ ἦτο δυνατὸν καὶ εἶναι δυνατὸν καὶ θὰ καταστῇ διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου δυνατόν, νὰ ἐπιλύωνται ἐπὶ τόπου, νὰ ἐπιλύωνται εἰς τὴν ἐπαρχίαν, νὰ ἐπιλύωνται εἰς τὸν Νομόν. Ἑπομένως, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, καὶ ὁ πολίτης εὐχερέστερον πλέον διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ μετατρεπομένου εἰς νόμον τοῦ Κράτους, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ πλησιάσῃ τὸ Κράτος, ἀλλὰ καὶ τὸ κέντρον, ἡ Κυβέρνησις θὰ εἶναι δυνατὸν μὲ μεγαλυτέραν ἄνεσιν νὰ ἐπιδοθῇ εἰς τοὺς εὐρυτέρους σκοπούς, εἰς τοὺς ὁποίους ἔχει ταχθῆ. Δὲν θὰ καταναλίσκεται πλέον ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ κεντρικὴ ὑπηρεσία εἰς τὰς πολυαρίθμους εἰδικὰς περιπτώσεις μὲ τὰς ὁποίας ἀπασχολοῦνται σήμερον τὰ Ὑπουργεῖα καὶ μὲ τὰς ὁποίας ἀπασχολεῖται πολλάκις καὶ αὐτὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Κύριοι συνάδελφοι, αὐτὸς ὁ μεγάλος σκοπὸς, τὸν ὁποῖον ἀποβλέπει νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸ παρὸν νομοσχέδιον συνυφαίνεται κατὰ τρόπον ὀργανικὸν καὶ ἄμεσον μὲ ἕνα δεύτερον σημαντικὸν σκοπόν. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ μετατρεπόμενον εἰς νόμον τοῦ Κράτους καὶ θέτον τὰς βάσεις τῆς διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως, βοηθεῖ τὴν ἐπαρχίαν, μεταφέρει κατὰ ἕνα μέγα ποσοστὸν τὰς ἁρμοδιότητας τοῦ κέντρου, τοῦ ὑδροκεφαλικοῦ κέντρου εἰς τὴν ἐπαρχίαν, εἰς τοὺς νομούς. Γνωρίζω ὅτι θὰ ὑπάρχουν πολλοὶ ἐξ ὑμῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀσκήσουν κριτικὴν ὅσον ἀφορᾷ μίαν παράλειψιν. Θὰ ὑπάρξουν πολλοί, οἱ ὁποῖοι θὰ εἴπουν, διατὶ διατηρεῖτε τοὺς Νομούς, τοὺς ὁποίους ἔχομεν σήμερον. Δὲν εἶναι ἆράγε πολλοί; Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω, ὅτι δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι πολλοί. Καὶ σήμερον, ἀκριβῶς, μάλιστα, ὁπότε δίδομεν εἰς τοὺς Νομάρχας διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου τοιαύτην δικαιοδοσίαν, πρέπει νὰ διατηρήσωμεν τοὺς πολλοὺς νόμους, διὰ νὰ εἶναι εἰ δυνατὸν στενωτέρα ἡ γεωγραφικὴ ἔκτασις τῆς ἐξουσίας καὶ τῆς ἁρμοδιότητός των, ἀφοῦ ἐγένετο τόσον μεγαλυτέρα ἡ οὐσιαστικὴ ἔκτασις αὐτῆς. Δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἄλλωστε ἀνάγκη νὰ συνδυασθῇ ἡ ἐγκαινίασις τῆς πραγματικῆς ἀποκεντρώσεως μὲ μίαν δυσάρεστον, ἀπὸ ἠθικῆς καὶ ἐθνικῆς ἀπόψεως, ἀντιδικίαν μεταξὺ τῶν διαφόρων πόλεων τῆς Ἑλλάδος, αἱ ὁποῖαι ἐν περιπτώσει συγχωνεύσεως Νομῶν θὰ διημφισβήτουν καὶ θὰ διεξεδίκουν τὴν ἕδραν τῆς Νομαρχίας. Ἀλλ’ ἀσχέτως αὐτοῦ τοῦ οὐσιώδους ἐπιχειρήματος, τὸ ὁποῖον εἶναι ἠθικῆς καὶ ἐθνικῆς τάξεως, ὑπάρχει τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον προηγουμένως. Ἐφ’ ὅσον ηὐρύναμεν οὐσιωδῶς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν Νομαρχῶν, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐπεκτείνωμεν ταὐτοχρόνως καὶ τὴν γεωγραφικὴν ἔκτασιν τῆς ἁρμοδιότητός των. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ νομοσχέδιον, λοιπόν, ἀποβλέπει εἰς τὴν τόνωσιν τῆς ἐπαρχίας. Ἐντὸς τῶν ἡμερῶν θὰ συζητήσῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἄλλο νομοσχέδιον, σπουδαίας σημασίας, διὰ τὴν ἐπαρχίαν, τὸ νομοσχέδιον περὶ προστασίας τῆς ἐπαρχιακῆς βιομηχανίας, νομοσχέδιον, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπάρχει μάλιστα ὁ διαφορισμὸς μεταξὺ ἠπειρωτικῆς καὶ νησιωτικῆς —περιλαμβανομένης καὶ τῆς Κρήτης— ἐπαρχίας, διαφορισμὸς ἀπαραίτητος. Αὐτὰ εἶναι τὰ πρῶτα οὐσιώδη βήματα, μὲ τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις προχωρεῖ πρὸς τὴν ἐπαρχίαν. Βεβαιωθῆτε, ὅτι ὅσον καὶ ἂν εἶναι οὐσιώδη, ἡ Κυβέρνησις δὲν θεωρεῖ διόλου ὅτι, τὰ νομοθετήματα αὐτὰ ἢ αἱ πράξεις, αἱ ὁποῖαι θὰ συνυφανθοῦν μὲ τὴν ἐφαρμογήν των, ἐξαντλοῦν τὸ χρέος τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῆς ἐπαρχίας. Κάθε ἄλλο. Δὲν ἀποτελοῦν τὰ νομοθετήματα αὐτὰ καὶ ἰδίως τὸ προκείμενον, τὸ ὁποῖον ἔχει γενικωτάτην καὶ οὐσιώδη σημασίαν, δὲν ἀποτελοῦν παρὰ μόνον τὴν ἀπαρχήν. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ Στρατάρχου Παπάγου εἶναι ἀποφασισμένη νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν συστηματικὴν —βεβαίως, μὲ σωφροσύνην καὶ βαθμιαίαν πρόοδον ἀπὸ ἑνὸς σταδίου εἰς ἄλλο— ἀποσυμφόρησιν τοῦ κέντρου καὶ ἐκδήλωσιν φροντίδος διὰ τὴν ἐπαρχίαν. Ἡ συνδρομή, ἄλλως τε, τῆς ἐπαρχίας, ὅπως καταδεικνύεται ἐκ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, δὲν εἶναι ἁπλῶς καὶ μόνον συνδρομὴ τοῦ Κράτους πρὸς τὴν ἐπαρχίαν, ἀλλὰ καὶ συνδρομὴ τῆς ἐπαρχίας πρὸς τὸ κέντρον καὶ πρὸς τὸ Κράτος. Διότι μεταβιβαζομένων πολλῶν διοικητικῶν ἁρμοδιοτήτων εἰς τὴν ἐπαρχίαν, εἰς τὸν Νομόν, καθίσταται καὶ τὸ Κράτος ἱκανώτερον εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν εὐρυτέρων σκοπῶν, εἰς τοὺς ὁποίους εἶναι τεταγμένον. Ἡ Κυβέρνησις, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, εἶναι εὐτυχὴς διότι ἀρχίζει σήμερον ἡ συζήτησις ἐπὶ ἑνὸς νομοσχεδίου ὑψίστης σημασίας. Δὲν θεωρεῖ, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐξαντλεῖται τὸ χρέος της, διὰ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Δὲν νομίζω, ὅτι δικαιοῦται νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι λύεται τὸ πρόβλημα τῆς ἀποκεντρώσεως. Δικαιοῦται ὅμως νὰ πιστεύῃ ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν προβαίνει εἰς τὸ πρῶτον μέγα βῆμα ἐπὶ μιᾶς ὁδοῦ, ἡ ὁποία ἀνοίγει καὶ πρὸς τὴν ὁποίαν θὰ προχωρήσῃ τὸ Κράτος πραγματοποιοῦν καὶ ὅλα τὰ ἑπόμενα βήματα, τὰ ὁποῖα φυσιολογικῶς ἕπονται. (Χειροκροτήματα).
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ πρῶτος ἐκ τῶν εἰσηγητῶν τῆς πλειοψηφίας, βουλευτὴς κ. Αὐγερινός, ἔχει τὸν λόγον.
§87Α. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, ἐκπληροῦσα ἐπαγγελίαν παρασχεθεῖσαν προεκλογικῶς πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὑπὸ τοῦ Προέδρου αὐτῆς καὶ Ἀρχηγοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ Στρατάρχου Παπάγου, κατέθεσε διὰ τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ περὶ ἀποκεντρώσεως νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἄγεται πρὸς συζήτησιν ἐνώπιον ἡμῶν κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἰσχυρίζεται, ὅτι αὕτη συνέλαβε τὴν ἰδέαν τῆς μεταρρυθμίσεως καὶ ἀναδιοργανώσεως τοῦ διοικητικοῦ μας συστήματος. Δικαιοῦται ὅμως νὰ ζητήσῃ ὅπως τῇ ἀναγνωρισθῇ καὶ νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὸ ἐνεργητικόν της ἡ μεγάλη ἀπόφασις τῆς πραγματοποιήσεως τῆς μεταρρυθμίσεως ταύτης. Τὸ γεγονὸς, ὅτι εἶχε τὴν ψυχικὴν δύναμιν καὶ τὴν ἱκανότητα νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν ἀπόφασιν αὐτήν, τὴν ὁποίαν πολλαὶ καὶ ἰσχυραὶ Κυβερνήσεις κατὰ τὸ παρελθόν δὲν ἠθέλησαν ἢ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ πραγματοποιήσουν, ἀποδεικνύει πόσον σέβεται τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέλαβεν ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Διότι τὸ νομοσχέδιον τῆς ἀποκεντρώσεως, ἡ ὁποία ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἠλεκτρίζει τὴν ψυχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀποτελεῖ τὴν πραγματοποίησιν ἑνὸς μεγάλου ὀνείρου ὅλων τῶν ποθούντων χρηστὴν διοίκησιν Ἑλλήνων, ἀνεξαρτήτως κομματικῆς ἀποχρώσεως. Ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ θεωρῶ ὑποχρέωσίν μου νὰ ἐξάρω τὴν συμβολὴν ὅλων τῶν μελῶν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἀνεξαρτήτως κομματικῆς προελεύσεως, διὰ τὴν πολύτιμον συμβολήν των κατὰ τὴν ἐπεξεργασίαν τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ἣν ἐπρυτάνευσε πνεῦμα ἀντικειμενικῆς καὶ ἀσχέτου πρὸς κομματικὰ κριτήρια βασάνου τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Τὸ γεγονὸς τοῦτο συνδυαζόμενον μὲ τὴν πολύτιμον συμπαράστασιν τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καθ’ ὅλας τὰς πολυώρους συνεδριάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ γεγονὸς, λέγω, ὅτι ἅπαντα τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ἐθεώρησαν ὑποχρέωσίν των νὰ συμβάλουν εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ νομοσχεδίου, ἀποδεικνύει, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι πόθος ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἀσφαλῶς θὰ ἐπιφέρῃ τὰ δι’ αὐτοῦ προσδοκώμενα ἀποτελέσματα. Κύριοι βουλευταί, ὅλοι ἡμεῖς ἀνεξαρτήτως πολιτικῶν ἢ ἰδεολογικῶν ἀντιθέσεων καὶ διχογνωμιῶν, ἀνεξαρτήτως πολιτικῶν τοποθετήσεων εἴμεθα ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους καὶ ἐντολοδόχοι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἑπομένως ὑπηρέται τῶν δικαίων καὶ νομίμων συμφερόντων αὐτοῦ. Τὴν ἀνάγκην καὶ σκοπιμότητα τῆς Διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως οὐδὲν μέλος τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἠμφισβήτησεν. Ἡ συζήτησις ἐν τῇ Κοινοβουλευτικῇ Ἐπιτροπῇ, διεξήχθη καὶ διαφοραὶ καλοπίστων ἀπόψεων ἐσημειώθησαν ὡς πρὸς τὰς ἁρμοδιότητας τῶν Νομαρχῶν, τὴν σύνθεσιν καὶ τὰς δικαιοδοσίας τῶν διαφόρων Συμβουλίων καὶ τὴν σκοπιμότητα τῆς καταργήσεως ἢ διατηρήσεως τῶν Γενικῶν Διοικήσεων. Ἡ βασικὴ ὅμως γραμμὴ τοῦ νομοσχεδίου, κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἐγνώρισεν οὐδεμίαν ἀντίρρησιν καὶ οὐδένα πολέμιον. Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συμβῇ ἄλλως. Εὑρισκόμεθα, κύριοι συνάδελφοι, ἀπὸ διοικητικῆς ἀπόψεως ἔξω τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ πολιτεύματος καὶ τῆς ρητῆς ἐπιταγῆς τοῦ ἄρθρου 99 τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου διεπόμεθα ἀπὸ διοικητικὸν σύστημα ἀπηρχαιωμένον, ἀπροσάρμοστον πρὸς τὰς σημερινὰς πολιτικὰς καὶ κοινωνικὰς ἀνάγκας καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐπιβλαβὲς εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα καὶ τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν. Τὰ ἄτοπα ταῦτα ἔρχεται, κύριοι βουλευταί, νὰ ἐξαλείψῃ καὶ τὴν ἀνάγκην ταύτην σκοπεῖ νὰ θεραπεύσῃ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον. Εἶναι ἀληθές, ὅτι πᾶς μὴ ἔχων γνῶσιν τῶν πολιτικῶν καὶ διοικητικῶν πραγμάτων, ἀναγινώσκων τὸν τίτλον τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἀκολούθως τὰ καθ’ ἕκαστον ἄρθρα εἶναι πιθανὸν νὰ σχηματίσῃ τὴν ἀντίληψιν ὅτι διαψεύδονται αἱ ἐλπίδες του διὰ τὴν ἀποκέντρωσιν καὶ τὴν ἐφαρμογὴν της. Ἡ τοιαύτη ὅμως ἀντίληψις εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν ἐσφαλμένη. Τί εἶναι ἀποκέντρωσις; Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ δώσω ἕνα ἀτελῆ ἴσως ὁρισμόν. Κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην ἀποκέντρωσις εἶναι ἡ κατὰ τοπικὰς περιφερείας ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐν τῷ πλαισίῳ τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων ὀργάνωσις τῆς Διοικήσεως τοῦ Κράτους πρὸς ταχυτέραν καὶ ἀποτελεσματικὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ δημοσίου συμφέροντος καὶ τῶν κατ’ ἰδίαν συμφερόντων τῶν πολιτῶν. Τοῦτο βεβαίως δὲν σημαίνει πλήρη ἀνεξαρτησίαν τῶν διαφόρων τμημάτων τῆς Ἐπικρατείας διότι τοῦτο θὰ ἦτο ταὐτόσημον μὲ τὴν Κυβερνητικὴν ἀποκέντρωσιν. Τοιαύτη ὅμως ἀποκέντρωσις θὰ ἦτο ἀντίθετος πρὸς τὸ πολίτευμα ὅπερ ἀναγνωρίζει καὶ κατοχυρώνει μίαν ἑνιαίαν νομοθετικὴν καὶ μίαν ἑνιαίαν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἑδρεύουσαν ἐν τῷ κέντρῳ καὶ διακλαδουμένην καθ’ ἅπασαν τὴν Ἐπικράτειαν. Ἑπομένως, ἡ Κυβέρνησις ἐνώπιον τῶν ἐπιταγῶν τούτων τοῦ πολιτεύματός μας ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἐνώπιον τῆς ἀνάγκης νὰ χωρήσῃ εἰς τὴν ἀναδιοργάνωσιν τοῦ ἀπηρχαιωμένου συγκεντρωτικοῦ διοικητικοῦ συστήματος κατήρτισε τὸ παρὸν νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἀκολουθεῖ τὴν μέσην ὁδὸν τοὐτέστιν οὔτε τῆς ἀπολύτου καὶ ἀποπνικτικῆς συγκεντρώσεως οὔτε τῆς ἄνευ περιορισμοῦ αὐτοδιοικήσεως. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου τίθεται τέρμα εἰς τὴν διοικητικὴν ἀνωμαλίαν καὶ ἀναχρονιστικὴν κατάστασιν καὶ ρυθμίζεται ἡ διοικητικὴ ἀναδιοργάνωσις κατὰ τρόπον ἑνιαῖον καὶ σκόπιμον, τὰ προβλήματα τῆς διοικήσεως, περιοριζομένης τῆς παντοδυναμίας τῶν ἡγεμονίσκων τῆς γραφειοκρατίας, ἥτις πρέπει ἔτι μᾶλλον νὰ περισταλῇ καὶ νὰ ἁπλουστευθῇ. Κατ’ ἀκολουθίαν τῶν ἀρχῶν τούτων, τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον μεθοδεύεται σύστημα διοικήσεως ἀσκουμένης ὑπὸ τῶν Νομαρχῶν, συνεπικουρουμένων ὑπὸ συλλογικῶν ὀργάνων τῶν νομαρχιακῶν συμβουλίων, εἰς τὰ ὁποῖα ὁ λαὸς μετέχει δι’ ἀντιπροσώπων του, ἔργον τῶν ὁποίων εἶναι ἡ παροχὴ συμβουλῶν καὶ γνωμοδοτήσεων, ἡ διοχέτευσις τῶν ἀπόψεων τοῦ λαοῦ ἐπὶ τῶν ἐνδιαφερόντων αὐτὸν τοπικῶν ζητημάτων καὶ ἡ συμμετοχὴ εἰς τὴν λῆψιν ὡρισμένων ἀποφάσεων. Τὸ νομοσχέδιον, κύριοι συνάδελφοι, ἀποτελεῖται ἀπὸ 42 ἄρθρα. Τὴν σπονδυλικὴν στήλην ὅμως, τοῦ νομοσχεδίου, ἀπαρτίζουν τὰ ἄρθρα 1, 9, 16, 18, 22, 24, 28 καὶ 29 μὲ κορυφαῖον σπόνδυλον τὸ ἄρθρον 1, τὸ ὁποῖον προσδιορίζει τὴν μορφήν, τὴν ἔκτασιν καὶ τὸ περιεχόμενον τοῦ νέου διοικητικοῦ συστήματος. Ἐπὶ τῶν ἄρθρων τούτων καὶ δὴ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 διετυπώθησαν πολλαὶ ἀπόψεις καὶ ἀντιρρήσεις καὶ ὑπεβλήθησαν πολλαὶ τροπολογίαι. Παρὰ τὸ γεγονὸς, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν βασίμως νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι ἡ ἀνάπτυξις τῶν ἐφ’ ἑκάστου ἄρθρου διαφόρων ἀπόψεων καὶ ἀντιρρήσεων θέσιν ἔχει εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, ἐν τούτοις ἐγένετο δεκτὸν ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι ἡ διατύπωσις γενικῶν τινων σκέψεων ἐπὶ τῶν κρισίμων τούτων ἄρθρων ἐμπίπτει εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου συζητήσεως καὶ ἀποτελεῖ ἀπαραίτητον συμπλήρωμα αὐτῆς. Αἱ διαφοραὶ ἀντιλήψεων, αἱ ἀντιρρήσεις καὶ αἱ διχογνωμίαι, κυρίως περιωρίσθησαν ἐπὶ τῶν ἄρθρων 1, 9 καὶ 22, διότι τινὲς τροπολογίαι καὶ ἀντιρρήσεις, αἵτινες διετυπώθησαν ἐπὶ τῶν ἄλλων ἄρθρων ἐγένοντο δεκταὶ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ κ. ὑπουργοῦ περιληφθεῖσαι τελικῶς κατὰ τὴν ἀνατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου. Χαρακτηριστικόν, κύριοι συνάδελφοι, τῆς δίψης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τῶν ἀντιπροσώπων του, διὰ τὴν διοικητικὴν ἀποκέντρωσιν, εἶναι τὸ γεγονός, ὅτι ὅλαι αἱ ἀντιρρήσεις καὶ αἱ τροπολογίαι κατέτεινον εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ τὴν ἐπαύξησιν τῶν ἁρμοδιοτήτων καὶ ἐξουσιῶν τῶν Νομαρχῶν καὶ τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων. Ἐλέχθη, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἶναι ἐλευθεριώτερον. Ἀλλὰ ὑπάρχουν πιθανῶς καὶ ἄλλοι, ὑποστηρίζοντες, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὡς εἶναι διατετυπωμένον, προχωρεῖ περισσότερον τοῦ δέοντος. Ἀμφότεραι αἱ ἀπόψεις αὐταί, θὰ ἦσαν πλούσιαι εἰς ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ὅμως θὰ εἶχον μόνον πολιτικοφιλοσοφικὴν θεωρητικὴν ἀξίαν. Ἄλλο ὅμως θεωρία καὶ ἄλλο πρᾶξις, κύριοι συνάδελφοι. Πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει μας, ὅτι τὸ νέον σύστημα τῆς διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς ἐφαρμογῆς του, θὰ δοκιμάζεται ἀποτελοῦν ἀντικείμενον παρακολουθήσεως καὶ συνεχοῦς παρατηρήσεως. Τὸ νέον διοικητικὸν σύστημα, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπιτυγχάνει τὴν διοικητικήν του ἀπελευθέρωσιν, μοῦ δίδει τὴν ἐντύπωσιν ἑνὸς αἰχμαλώτου ἀνακτήσαντος τὴν ἐλευθερίαν του καὶ εὑρισκομένου πρὸ ἑνὸς ἀγνώστου διαβάτου καὶ ἀκανθώδους ἐδάφους. Θὰ προχωρήσῃ μὲ προσοχὴν καὶ περίσκεψιν διὰ ν’ ἀποφύγῃ τὸν διπλοῦν κίνδυνον, ν’ ἀπολεσθῇ ἢ νὰ ἐπαναχθῇ εἰς τὸ δεσμευτήριον. Ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ἀλλοίμονον ἐὰν ἀποτύχωμεν εἰς τὸ πείραμα. Ἀπὸ 100 καὶ πλέον ἐτῶν δὲν ἐπράξαμεν τίποτε πρὸς τὴν κατεύθυνσιν τῆς ἀποκεντρώσεως. Θὰ ἦτο ἐξαιρετικῶς ἐπικίνδυνον, ἐὰν ἀπὸ τοῦ μηδενὸς ἠθέλομεν νὰ φθάσωμεν διὰ μιᾶς εἰς τὸ μὴ περαιτέρω. (Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τὴν προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Βʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Γ. ΠΛΑΤΗΣ). Ὁ σώφρων νομοθέτης πρέπει νὰ ἔχῃ ταῦτα πάντα ὑπ’ ὄψιν του καὶ νὰ προχωρῇ μὲ βραδὺν ἀλλ’ ἀσφαλῆ ρυθμόν, ἀτενίζων διαρκῶς πρὸς τὰ ἐμπρὸς ἀλλὰ στρέφων τὸ βλέμμα καὶ πρὸς τὰ ὀπίσω. Χωρὶς νὰ ἀποκρούωμεν τίποτε τὸ νέον, δὲν πρέπει νὰ περιφρονοῦμεν κάθε τι παλαιόν. Ἐνταῦθα ἢ οὐδαμοῦ ἔχει θέσιν τῶν ἀρχαίων προγόνων μας ἡ συμβουλὴ «σπεῦδε βραδέως». Ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος θὰ μᾶς διδάσκῃ διὰ τὴν ἐπιτυχίαν εἰς τὸ μέλλον. Ἠκούσθησαν ἐπίσης ἀντιρρήσεις τῶν κ. συναδέλφων, γενικῆς μορφῆς ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 1., ὑπεστηρίχθη δέ, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἀπαριθμηθοῦν ἅπασαι αἱ ἁρμοδιότητες καὶ ἐξουσίαι, αἱ ὁποῖαι θὰ παραχωρηθοῦν εἰς τοὺς Νομάρχας. Τοῦτο, κ. συνάδελφοι, θὰ εἶναι ἀντιληπτὸν ὅτι εἶναι ἀνθρωπίνως ἀδύνατον. Ἐὰν ἐγένετο τοῦτο, θὰ ἐδημιουργεῖτο ἀπέραντος σύγχυσις καὶ ἀβεβαιότης ἐπὶ βλάβῃ αὐτοῦ τούτου τοῦ Κράτους, καὶ τῶν συμφερόντων τῶν πολιτῶν. Ἕνεκα τούτου προεκρίθη ἡ γενικὴ τοῦ ἄρθρου 1 διατύπωσις, δηλαδή, ἡ παραχώρησις πασῶν τῶν ἁρμοδιοτήτων. Εἰς τοὺς Νομάρχας πλὴν ἐκείνων, οἵτινες ὑφ’ ὡρισμένας προϋποθέσεις καὶ διατυπώσεις ρητῶς ἐξαιροῦνται. Ἀντιρρήσεις ἐπίσης διετυπώθησαν καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 22, τὸ ὁποῖον καταργεῖ τὰς Γενικὰς Διοικήσεις. Παρ’ ὅλον ὅτι ὡς βουλευτὴς ἐξ Ἠπείρου εἶναι φυσικὸν νὰ διατελῶ ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν δυσαρέστων ψυχολογικῶν καὶ συναισθηματικῶν ἐντυπώσεων ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν Γενικῶν Διοικήσεων, ἐν τούτοις αἰσθάνομαι τὰς ἐντυπώσεις μου ἐξασθενούσας πρὸ τοῦ καθήκοντος ἀπέναντι τοῦ Ἔθνους καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Μετὰ τὴν ἐπαύξησιν τῶν ἁρμοδιοτήτων τῶν Νομαρχῶν, εὑρίσκω τὴν διατήρησιν τῶν Γενικῶν Διοικήσεων ἀδικαιολόγητον καὶ ἀντιστρατευομένην πρὸς τὸ πνεῦμα καὶ τὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου συγχρόνως δὲ καὶ ὡς τροχοπέδην εἰς τὸν νέον θεσμὸν τῆς ἀποκεντρώσεως. Ἡ διατήρησις τῶν Γενικῶν Διοικήσεων μετὰ παρέλευσιν 40ετίας ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως τῶν Νέων Χωρῶν, νομίζω, ὅτι δὲν θὰ συμβάλῃ εἰς τὴν ὁμαλὴν διοίκησιν τῆς χώρας, ἰδίως μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Ἐὰν διατηρηθοῦν αἱ Γενικαὶ Διοικήσεις θὰ δημιουργηθῇ ἕνας δεύτερος σταθμὸς μετὰ τοὺς Νομάρχας, ὁ ὁποῖος θὰ καθυστερῇ τὰς ὑποθέσεις καὶ τὴν ἄμεσον λύσιν των. Ἐκτὸς τούτου θὰ εἶναι μειωτικὴ ἡ διατήρησίς των, θίγουσα τὴν φιλοτιμίαν τῶν Νέων Χωρῶν, αἵτινες ἔχουσιν ἀφομοιωθῆ πολιτικῶς πρὸς τὰς παλαιὰς χώρας. Μόνον λόγοι πολιτικῆς ἢ κοινωνικῆς ὑποαναπτύξεως, μόνον φυλετικαὶ διαφοραὶ ἐθνικῶν βλέψεων καὶ πολιτικῶν ἀντιλήψεων διαφοραὶ σημαντικαὶ κοινωνικῆς καταστάσεως, ἠθῶν παραδόσεων καὶ ἐθίμων θὰ ἠδύνατο νὰ δικαιολογήσουν τὴν διατήρησιν τοῦ ἰδιάζοντος θεσμοῦ τῶν Γεν. Διοικήσεων ὅστις, ἂς μὴ πλανώμεθα, δὲν ἀποτελεῖ τρόπον διοικητικῆς ἀλλὰ Κυβερνητικῆς ἀποκεντρώσεως. Ἀντιθέτως τὸ ἑνιαῖον σύστημα ἐπιφέρει ἀφομοίωσιν καὶ ἐνισχύει τὴν ἑνότητα τοῦ Κράτους. Τοιοῦτο ἐν γενικαῖς γραμμαῖς εἶναι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον τίθεται ὑπὸ τὴν κρίσιν σας. Εἶναι φυσικὸν νὰ διατυπωθοῦν ἀντιρρήσεις καὶ διχογνωμίαι. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ λησμονῶμεν, ὅτι ὅλοι εἴμεθα ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους καὶ ὀφείλομεν νὰ καταβάλωμεν πᾶσαν δυνατὴν προσπάθειαν διὰ τὴν βελτίωσιν τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ψήφισίν του ὑπὸ τὸν πρίσμα κομματικῶν κριτηρίων ἀλλὰ πρέπει ὅλοι μας νὰ προσπαθήσωμεν ὅπως ἐξέλθῃ ἐκ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον ἄρτιον καὶ ξένον κομματικῶν ἐπιδιώξεων. Ὁ μέλλων νὰ ψηφισθῇ νόμος εἶναι ὁ σημαντικώτερος μετὰ τὸ Σύνταγμα νόμος τοῦ Κράτους. Πρέπει νὰ ἀποβλέψωμεν ὅλοι πρὸς αὐτὸν μὲ στοργήν, μὲ εὐλάβειαν καὶ ἀπόφασιν ὅπως τὸν προαγάγωμεν καὶ τὸν διατηρήσωμεν ἀλώβητον ἀπὸ τὴν λύμην τοῦ κομματισμοῦ. Τοιουτοτρόπως θὰ προσφέρωμεν ὑψίστην ὑπηρεσίαν εἰς τὴν Πατρίδα καὶ τὸν Ἑλληνικὸν, λαὸν ὁ ὁποῖος μᾶς ἐνεπιστεύθη τὰς τύχας του διὰ μίαν καλυτέραν αὔριον τῆς ὁποίας εἶναι ἄξιος καὶ τὴν ὁποίαν δικαίως προσδοκᾷ. (Χειροκροτήματα).
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐκ τῶν εἰσηγητῶν τῆς μειοψηφίας κ. Π. Πολυχρονίδης ἔχει τὸν λόγον.
§89Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ καλὴ διοίκησις ἀποτελεῖ τὸν βασικὸν παράγοντα διὰ τὴν εὐδαιμονίαν μιᾶς χώρας. Ὅταν ἐπιτυγχάνετε τὰ ἄπειρα καὶ πολυποίκιλα θέματα, τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦν τὰς περιφερείας, αἱ ὁποῖαι ἐν τῷ συνόλῳ συνιστοῦν τὸ Κράτος, νὰ ἐπιλύωνται ἐπιτοπίως ἀπὸ τὰ τοπικὰ ὄργανα, τὰ προερχόμενα ἀπὸ τὴν ἐκλογὴν τῶν κατοίκων τῆς περιφερείας, τότε δὲν ἐπιτυγχάνομεν μόνον τὴν ἔγκαιρον ἀντιμετώπισίν των, ἀλλὰ καὶ τὴν πρέπουσαν λύσιν, τὴν ὁποίαν ἐξασφαλίζει ἡ ἐκ τοῦ πλησίον γνῶσις τοῦ ζητήματος. Ἔτσι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχωμεν πραγματικὰ χρηστὴν διοίκησιν. Ἀντιθέτως ὅταν τὰ ζητήματα τῆς ἐπαρχίας ἀναζητοῦν τὴν λύσιν των εἰς τὸ ἀπομεμακρυσμένον κέντρον, οὔτε ἡ πρέπουσα ἀπόφασις ἐξασφαλίζεται ἐκ τῆς ἐλλείψεως ἰδίας ἀντιλήψεως τῶν ζητημάτων οὔτε ἡ ἔγκαιρος ἀντιμετώπισίς των ἐκ τῆς συγκεντρώσεως τῶν ἀπείρων ζητημάτων τῶν ἐπαρχιῶν. Ἡ ἐξασφάλισις λοιπὸν διοικητικῆς ὀργανώσεως, δυναμένης νὰ ἐξασφαλίζῃ τὴν ἔγκαιρον καὶ πρέπουσαν λύσιν τῶν ζητημάτων τῶν ἐπαρχιῶν, δὲν γεννᾶται ζήτημα, ὅτι θέλει ἀποτελέσει τὸ ἰδεῶδες σύστημα διοικήσεως. Ἐνῷ ὅμως εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἀπὸ τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ μας ἐγεννήθη τὸ ἀναζητούμενον τοῦτο σύστημα διοικήσεως, εἶναι ὄχι μόνον παράδοξον ἀλλὰ ἀληθῶς ἀδικαιολόγητον ὅτι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ἀνεξαρτησίας μας καὶ μέχρι σήμερον δὲν ἐπετεύχθη ἡ πραγματοποίησις τῆς ἐφαρμογῆς του. Ἕνα ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα ἐπιτεύγματα τοῦ Ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ ὑπῆρξεν ἡ αὐτοδιοίκησις καὶ ἡ ἀποσυγκέντρωσις, μὲ βάσιν τὴν αὐτονομίαν τῆς πόλεως καὶ τῶν περιφερειακῶν κοινοτήτων. Ἡ συγκέντρωσις καὶ τὸ συγκεντρωτικὸν σύστημα ἦσαν ἀνέκαθεν ἀντιπαθῆ πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν ψυχολογίαν. Ὁ Ἀθηναϊκὸς πολιτισμὸς ἐπὶ τοιαύτης βάσεως ἐστηρίχθη. Παρομοία ἦτο καὶ ἡ πολιτειακὴ συγκρότησις τῶν Λακεδαιμόνων. Τὸ Μακεδονικὸν Κράτος Ἀλεξάνδρου τοῦ Μεγάλου ἐπίσης εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἀποσυγκεντρώσεως καὶ τῆς αὐτοδιοικήσεως τῶν Ἑλληνικῶν Κοινοτήτων καὶ πόλεων ἐστηρίχθη. Ἡ Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία ἀντέγραψεν ἁπλῶς τὴν ὀργάνωσιν ταύτην, διὰ τῆς ὁποίας ἐξησφάλισεν τὴν χρηστὴν διοίκησιν τῶν ἀπεράντων κτήσεών της. Ἐπὶ τῶν αὐτῶν βάσεων διωργανώθη καὶ ἡ Χριστιανικὴ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἀποτελέσασα σύνολον αὐτοδιοικουμένων ὀρθοδόξων Κοινοτήτων. Ἐπὶ Τουρκοκρατίας τέλος, αἱ κοινότητες διεφύλαξαν τὸ δικαίωμα τῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ συνεκράτησαν τὸν Ἑλληνικὸν πολιτισμὸν κατὰ τοὺς αἰῶνας τῶν διωγμῶν καὶ τῆς δουλείας. Ἐμόρφωσαν πολιτικῶς τὸ γένος καὶ ἀπετέλεσαν τὸν θεμέλιον λίθον τῆς ἀνασυγκροτήσεως τοῦ Ἔθνους εἰς ἀνεξάρτητον πολιτείαν. Ὁ ἀγὼν ὅμως τῆς ἀνεξαρτησίας ἐπέφερεν βαρὺ πλῆγμα κατὰ τῶν Κοινοτήτων, λόγῳ τῶν δηώσεων καὶ τῶν σφαγῶν τῶν τουρκικῶν στρατευμάτων, μὲ συνέπειαν νὰ καταστραφοῦν οἰκονομικῶς καὶ κοινωνικῶς. Ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανάστασις οὐδόλως ἐνδιεφέρθη διὰ τὴν ἀνόρθωσιν τοῦ θεσμοῦ τούτου. Τὰ πρῶτα ἐπαναστατικὰ πολιτεύματα ἠκολούθησαν τὰ συγκεντρωτικὰ συστήματα τῆς Γαλλίας, τὰ ξένα πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν παράδοσιν. Τὸ τελευταῖον δὲ καίριον πλῆγμα κατὰ τῆς πατροπαραδότου αὐτοδιοικήσεως καὶ ἀποσυγκεντρώσεως ἐπέφερεν ἡ νομοθεσία τοῦ Ὄθωνος, διὰ τῆς καθιερώσεως ἄκρως συγκεντρωτικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησε τὴν τελείαν παράλυσιν τῆς ὅλης διοικήσεως τοῦ Κράτους καὶ προεκάλεσε τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ λαοῦ κατὰ τοῦ Βασιλέως. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 ἀντὶ νὰ ἀσχοληθῇ μὲ τὴν οὐσίαν τῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ νὰ ρυθμίσῃ τὴν ἁρμοδιότητα καὶ τὰ ὅρια τῆς ἐξουσίας αὐτῆς, ἀπέβλεψε μόνον εἰς τὸν τρόπον τῆς ἐκλογῆς τῶν ὀργάνων τῆς αὐτοδιοικήσεως, οὐδεμίαν ἁρμοδιότητα καθορίσαν. Οὕτως μόνον πλατωνικῶς ἀντιμετώπισε τὸ θέμα τῆς αὐτοδιοικήσεως, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν ἀντίληψιν περὶ ἀποκεντρώσεως καὶ αὐτοδιοικήσεως. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ἠκολούθησε τὴν ἐσφαλμένην ἀντίληψιν, καθ’ ἣν ἀρκεῖ τὰ ὄργανα τῆς περιφερείας νὰ εἶναι αἱρετὰ ἵνα ὑπάρξῃ αὐτοδιοίκησις. Παρέβλεψε τελείως τὸ περιεχόμενον τῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ τὴν ἁρμοδιότητα τῶν ὀργάνων αὐτῆς. Τὸ πρῶτον ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος ἀντιμετώπισε κατὰ τρόπον οὐσιαστικὸν καὶ ἀνταποκρινόμενον πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν ψυχήν, τὸ μέγα τοῦτο ἐθνικὸν ζήτημα. Καὶ προσέφερεν εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸν νόμον ΔΝΖ τοῦ 1912 «περὶ συστάσεως Δήμων καὶ Κοινοτήτων». Ἐπίσης εἰς τὴν ἐποχὴν αὐτὴν ἀνάγονται αἱ σπουδαιότεραι προσπάθειαι ποὺ ἐγένοντο ποτὲ εἰς τὴν Ἑλλάδα διὰ τὴν ἀναβίωσιν γενικώτερον τῶν πατροπαραδότων θεσμῶν τῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ τῆς ἀποσυγκεντρώσεως. Ἦτο ἡ ἐποχὴ τῆς ἀπελευθερώσεως τῶν Νέων Χωρῶν, αἱ ὁποῖαι εἶχον συνηθίσει εἰς τὴν ἐπὶ Τουρκοκρατίας ἀποσυγκεντρωτικὴν διοίκησιν καὶ δὲν ἠδύναντο νὰ ὑπαχθοῦν εἰς τὸ συγκεντρωτικὸν σύστημα τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος. Ἔτσι ἐπίσης ἐπὶ Ἐλευθερίου Βενιζέλου ἐγένετο ὁ νόμος ΔΡΠΔʹ τῆς 28.2. 1913, δι’ οὗ ἐδημιουργήθη ὁ θεσμὸς τῶν Γενικῶν Διοικήσεων. Ὁ Γενικὸς Διοικητὴς εἶχεν εὐρυτάτην διοικητικὴν ἐξουσίαν, μὲ ἀποφασιστικὰς ἁρμοδιότητας, αἱ ὁποῖαι ἐπέτρεπον τὴν ἄμεσον καὶ ἐπιτόπιον λύσιν τῶν ζητημάτων τῆς περιφερείας του. Εἰς τὴν ἐποχὴν τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1922 ἀνάγεται ὁ νόμος «περὶ διοικήσεως τῶν Νομῶν» τῆς 19 Μαΐου 1923, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ Νομὸς ἀποτελεῖ νομικὸν πρόσωπον πρὸς αὐτοδιοίκησιν τῶν διὰ τοῦ νόμου ἀνατιθεμένων αὐτῷ ὑποθέσεων τῆς περιφερείας αὐτοῦ. Αἱ ἐκτεθεῖσαι προσπάθειαι πρὸς ἀναβίωσιν τοῦ πατροπαραδότου θεσμοῦ τῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ τῆς ἀποσυγκεντρώσεως εἶχον τὸν ἀντίκτυπόν των εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927. Οὕτω διὰ πρώτην φορὰν ἀναφέρεται εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦτο ὡς περιεχόμενον τῆς αὐτοδιοικήσεως «τοπικαὶ ὑποθέσεις τὰς ὁποίας οἱ πολῖται διαχειρίζονται ἀπ’ εὐθείας». Ὡσαύτως ἐξαίρει ὡς βασικὸν γνώρισμα τῆς αὐτοδιοικήσεως τὸ αἱρετὸν τῶν ὀργάνων αὐτῆς. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 καίτοι ἐπραγματεύθη τὰ περὶ αὐτοδιοικήσεως καὶ ἀποκεντρώσεως ἐπὶ θεωρητικῆς βάσεως εὐρυτέρας τῆς τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 καὶ τοῦ 1911, εἶχε τὸ βασικὸν ἐλάττωμα τῆς ἀοριστίας τῶν σχετικῶν διατάξεών του, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτύχῃ τὸ ἐφαρμόσιμον τούτων. Ἀλλὰ καὶ ἡ θεωρητικὴ ἔστω αὐτὴ πρόοδος, ἀνεκόπη μὲ τὴν κατάργησιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 κατὰ τὸ 1935. Ἡ Ἑλληνικὴ νομοθεσία ἀκολουθοῦσα τὴν Γαλλικὴν θεωρίαν ταὐτίζει τὴν αὐτοδιοίκησιν πρὸς τὴν ἀποκέντρωσιν καὶ ὁρίζει ταύτην ὡς διοίκησιν τῶν τοπικῶν ὑποθέσεων ὑπὸ ὀργάνων ἐλευθέρως ἐκλεγομένων ὑπὸ τοῦ λαοῦ, ἀντὶ τῶν ὀργάνων τῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ τὴν ἀντίληψιν αὐτὴν τὸ χαρακτηριστικὸν γνώρισμα τῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ τῆς ἀποκεντρώσεως δὲν εἶναι ἡ ἀνεξαρτησία τῶν αὐτοδιοικουμένων προσώπων ἀπὸ τοὺς ἐκπροσώπους τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ λαμβάνειν ἀνεξαρτήτως τοῦ Κέντρου ἐκτελεστὰς ἀποφάσεις ἐπὶ ζητημάτων ἀφορώντων τὴν αὐτοδιοικουμένην περιφέρειαν, ἀλλὰ ἡ δι’ ἐκλογῆς ἀνάδειξις τῶν ὀργάνων τῶν αὐτοδιοικουμένων προσώπων. Κατὰ ταῦτα τίθεται εἰς δευτέραν μοίραν, ἡ αὐτοτέλεια τῶν αὐτοδιοικουμένων προσώπων δημ. δικ. καὶ παραδέχεται τὴν ὑποταγὴν τούτων εἰς τὸ Κέντρον ὑπὸ τὸν τύπον τῆς λεγομένης ἐποπτείας. Ἡ ἐποπτεία ὅμως αὕτη κατέληξεν εἰς καθαρὰν κηδεμονίαν τῆς αὐτοδιοικήσεως ὑπὸ τοῦ Κέντρου, ὥστε ὀρθῶς νὰ παραλληλίζεται ἡ θέσις τῆς αὐτοδιοικήσεως ἐν τῷ δημοσίῳ δικαίῳ πρὸς τὴν θέσιν τοῦ ἀνηλίκου ἐν τῷ ἰδιωτικῷ δικαίῳ καὶ συνεπῶς νὰ θεωρῆται ὅτι ἡ αὐτοδιοίκησις ἔχει πάθει τὸ ἐν τῇ νομικῇ ἐπιστήμῃ λεγόμενον καπίτις ντὲ μινούτιο. Γενικωτέρα συνέπεια τῶν ἀντιλήψεων τούτων εἶναι ὅτι ἐν τῇ πράξει ἐπὶ τοπικῶν ζητημάτων εἰς τὰς περισσοτέρας περιπτώσεις ἀποφασίζει τελεσιδίκως ἡ κεντρικὴ ἐξουσία, εἰς τὰ ὄργανα δὲ τῆς αὐτοδιοικήσεως ἐν τῇ οὐσίᾳ ἐλαχίστη ἀπομένει ἀποφασιστικὴ ἐξουσία, οὕτω δὲ αἱ ἀντιλήψεις αὗται καταλήγουν εἰς τὴν ἄρνησιν αὐτῆς ταύτης τῆς οὐσιαστικῆς ἐννοίας τῆς αὐτοδιοικήσεως. Πέραν τούτων ὁ θεσμὸς τῆς αὐτοδιοικήσεως ἐν Ἑλλάδι, ἀντὶ νὰ μείνῃ καθαρῶς διοικητικός, συνεδέθη στενῶς μὲ τὴν πολιτικήν, ἡ ὁποία ἐξεμεταλλεύθη αὐτὴν πρὸς κομματικοὺς σκοπούς. Ἀπροκάλυπτον ἐκδήλωσιν τούτου ἔχομεν τὸ 1935, κατόπιν τοῦ κινήματος, ὅτε σειρὰ συντακτικῶν πράξεων ἐστέρησαν τὴν αὐτοδιοίκησιν ὅλων τῶν συνταγματικῶν ἐγγυήσεων τῶν προβλεπομένων ὑπὸ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, μέχρι τῆς ἐκδόσεως τῆς Δʹ Συντακτικῆς πράξεως τοῦ 1935, ἡ ὁποία κατήργησεν καὶ αὐτὸ τοῦτο τὸ Σύνταγμα. Ἐθεώρησα ἐπάναγκες νὰ προβῶ εἰς τὴν ἀνωτέρω ἱστορικὴν ἀνασκόπησιν διότι αὕτη δίδει σαφῆ τὴν εἰκόνα τῶν αἰτίων τῆς συνεχίσεως τῆς διοικητικῆς μας κακοδαιμονίας. Πιστεύω ἀπολύτως, ὅτι ἐὰν τὰ αἴτια ταῦτα δὲν ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν κάθε προσπάθεια διὰ τὴν ἀπολύτρωσιν τῆς ἐπαρχίας ἀπὸ τὸ Κέντρον, εἶναι ἐκ τῶν προτέρων βέβαιον, ὅτι θὰ λάβῃ τὴν τύχην τῶν προγενεστέρων τοιούτων, ἤτοι θὰ εἶναι καταδικασμένη εἰς ἀποτυχίαν. Τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον σκοπεῖ νὰ ἐξασφαλίσῃ χρηστὴν διοίκησιν εἰς τὴν ἐπαρχίαν, συνεπῶς εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ὡς ἐκ τοῦ σκοποῦ του εἶναι ἐθνικόν. Ἔτσι τὸ βλέπομεν ἡμεῖς ὡς Ἀντιπολίτευσις καὶ διὰ τοῦτο ἡ προσπάθειά μας εἶναι νὰ συντελέσωμεν διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ἐπιτυχίας του, ἡ ὁποία θὰ εἶναι ἐπιτυχία τῆς Ἑλλάδος. Κατὰ τὴν σχετικὴν συζήτησίν του, εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑπῆρξεν ἄκαμπτος εἰς τὰς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐκτιθεμένας ἀπόψεις του, οὐχὶ λόγῳ ἐλλείψεως καλῆς διαθέσεως ἔναντι τῶν βασικῶν παρατηρήσεών μας, ἀλλὰ διότι πιστεύει ὅτι τὸ νομοσχέδιον ὡς κατηρτίσθη εἶναι τέλειον καὶ συνεπῶς ἀνεπίδεκτον τροποποιήσεων, ἰδίᾳ ὡς πρὸς τὰς βασικάς του διατάξεις. Θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι τὸ ἄκαμπτον τοῦτο δὲν θὰ συνεχισθῇ κατὰ τὴν παροῦσαν συζήτησιν, διότι ἐν τῇ ἀντιθέτῳ περιπτώσει αἱ συζητήσεις τῆς Βουλῆς θὰ εἶναι ἄσκοποι, διὰ τὴν συγκεκριμένην δὲ περίπτωσιν θὰ ἀποκλεισθῇ ἡ βελτίωσις τοῦ νομοσχεδίου. Ἐν τοιαύτῃ ὅμως περιπτώσει τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον θὰ διατηρήσῃ τὰ βασικά του μειονεκτήματα, περὶ τῶν ὁποίων ἀμέσως θὰ ὁμιλήσω καὶ ἡ ἀποτυχία τῶν σκοπῶν του θὰ εἶναι ἀπὸ τοῦδε βεβαία. Ἐκ τῆς ἀνωτέρω ἱστορικῆς ἀνασκοπήσεως καταδεικνύεται, ὅτι αἱ ἀπὸ ἀμνημονεύτων ἐτῶν προσπάθειαι διὰ τὴν ἀναβίωσιν τῆς Ἑλληνικῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ ἀποκεντρώσεως πάντοτε προσέκρουσαν εἰς τὴν ἀντίδρασιν τοῦ Κέντρου, εἰς τὴν πολιτικὴν ἐκμετάλλευσιν καὶ εἰς τὴν θεωρητικὴν καὶ ἐπιστημονικὴν σύγχυσιν περὶ τῶν διοικητικῶν τούτων θεμάτων, τὴν ὀφειλομένην εἰς τὴν ἀδιόρθωτον Ἑλληνικὴν ξενοπληξίαν, εἰς τὸν ἐπηρεασμὸν ἀπὸ ξένους θεσμούς. Κατὰ πρῶτον, λοιπόν, λόγον, πρέπει νὰ ἀντιμετωπίσωμεν ἀποτελεσματικῶς τὴν ἀντίδρασιν τοῦ Κέντρου, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφερόμενον νὰ διατηρήσῃ τὴν παντοδυναμίαν του, πάντοτε κατώρθωσε νὰ καθιστᾷ ἀμέσως ἢ ἐμμέσως τὰ παρεμφερῆ νομοθετήματα ἄνευ περιεχομένου. Τοῦτο θὰ ἐπιτύχωμεν ἐὰν τὸ παρὸν νομοσχέδιον στηριχθῇ εἰς διατάξεις πρακτικῶς ἐφαρμοσίμους. Δεύτερον, πρέπει τὸ σύνολον τοῦ πολιτικοῦ κόσμου νὰ πιστεύσῃ ὅτι ἡ ἐπαρχία, συνεπῶς ἡ Ἑλλάς, δικαιοῦται χρηστῆς διοικήσεως. Καὶ ἀφοῦ τὸ πιστεύσῃ, νὰ θελήσῃ νὰ βοηθήσῃ εἰλικρινῶς διὰ τὴν ἐπίτευξίν της. Πρέπει εἰλικρινῶς νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ βουλευτοκρατία, ὑπὸ τὴν κακήν της ἔννοιαν, φοβουμένη τὴν μείωσιν τῆς κακῶς νοουμένης ἀξιοποιήσεώς της, δὲν ἐβοήθησε διὰ τὴν ἀπολύτρωσιν τῆς ἐπαρχίας ἐκ τοῦ Κέντρου. Δὲν νομίζω, ὅτι ἔργον τοῦ βουλευτοῦ εἶναι νὰ περιφέρεται καθημερινῶς εἰς τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν τοπικῶν θεμάτων. Ταῦτα πρέπει νὰ ἐπιλύωνται τοπικῶς καὶ ὑπὸ ὀργάνων προερχομένων ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῆς περιφερείας. Ἡ θέσις τοῦ βουλευτοῦ εἶναι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, διὰ τὴν μελέτην τῶν θεμάτων ποὺ ἀφοροῦν τὸ Ἔθνος καὶ διὰ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Ἔτσι θὰ ἐπιτύχωμεν καὶ τὴν περαιτέρω ἐξύψωσιν τοῦ πολιτικοῦ μας κόσμου.
§90Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Κύριε συνάδελφε, μέχρι σήμερον τόσον ἀπὸ τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων καὶ ἀπὸ αὐτὸν τὸν Ἐλευθέριον Βενιζέλον, εἶχε τονισθῆ, ὅτι ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῶν βουλευτῶν, οὐδεμία, οὐδέποτε ὑπῆρξεν ἀντίδρασις διὰ τὴν ἀποκέντρωσιν, ἀλλὰ πάντοτε ἡ ὑπαλληλοκρατία ἀντέδρα. Τοῦτο διὰ νὰ μὴ θεωρηθῇ, ὅτι οἱ βουλευταὶ ἀντέδρασαν εἰς τὴν ἀποκέντρωσιν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ σοβαρώτερος λόγος τῆς ἀποτυχίας τῆς ἀποκεντρώσεως ἦτο, διότι, δὲν συνωδεύετο αὐτὴ καὶ μὲ οἰκονομικὴν ἀποκέντρωσιν.
§91Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. Εἶναι γεγονός, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι οὐδέποτε κατὰ τρόπον ἐμφανῆ, ἡ Βουλὴ παρουσίασεν ἀντίδρασιν. Ἐνῷ πάντοτε ἤθελε νὰ δώσῃ αὐτοδιοίκησιν καὶ ἀποκέντρωσιν, φοβοῦμαι, ὅτι ὁ πολιτικὸς κόσμος δὲν ἐπίστευσεν οὐσιαστικῶς εἰς τοῦτο. Ἐὰν λοιπόν, δὲν παραμερισθοῦν, τὰ βασικὰ αὐτὰ ἐμπόδια, δὲν θὰ ἐπιτύχωμεν τὸν ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιδιωκόμενον σκοπόν, ὡς συνέβη καὶ κατὰ τὸ παρελθόν. Ἐκτιμῶ τὴν προσπάθειαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος φιλοτίμως εἰργάσθη διὰ τὴν ἐκπόνησιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Τὸ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, συνώδευσε τὴν κατάθεσίν του μὲ μακρὰς σχετικὰς ἀνακοινώσεις του, καὶ ἀπόψε κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς παρούσης συζητήσεως ἐπανέλαβεν αὐτὰς ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀποδεικνύουν τὴν δικαίαν σημασίαν ποὺ ἡ Κυβέρνησις ἀποδίδει εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Διότι, ὅμως τοιαύτη εἶναι ἡ σημασία τοῦ νομοσχεδίου τούτου, πρέπει οἱ πάντες νὰ συντελέσωμεν διὰ τὴν πληρότητά του. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ρητῶς ἐτόνισεν εἰς τὰς σχετικὰς ἀνακοινώσεις του, ὅτι σκοπὸς τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι νὰ δώσῃ τὴν ἀπολύτρωσιν τῆς ἐπαρχίας ἀπὸ τὸ Κέντρον καὶ γενικώτερον τὴν διοικητικὴν ὀργάνωσιν ποὺ προβλέπει τὸ Σύνταγμα. Τὸ ἄρθρον ὅμως 99 τοῦ Συντάγματος λέγει: Ἡ διοικητικὴ ὀργάνωσις τοῦ Κράτους βασίζεται εἰς τὴν ἀποκέντρωσιν καὶ τὴν τοπικὴν αὐτοδιοίκησιν ὡς νόμος ὁρίζει. Παρὰ ταῦτα, τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον περιορίζεται μόνον εἰς τὸ θέμα τῆς ἀποκεντρώσεως, παραβλέπει δὲ τὸ θέμα τῆς αὐτοδιοικήσεως, τὸ ὁποῖον συνδέεται μὲ τὴν ὕπαρξιν αἱρετῶν ὀργάνων τῆς περιφερείας, πρὸς ἄσκησιν τῆς διοικήσεως. Ἡ παράλειψις αὕτη, δὲν ἀποτελεῖ μόνον βασικὸν ἐλάττωμα τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ καὶ παράβλεψιν τοῦ Συντάγματος. Παράβλεψιν, ἡ ὁποία πιστοποιεῖ τὴν ὑποτίμησιν τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὰς ἱκανότητας τοῦ λαοῦ μας, τὸν ὁποῖον θεωρεῖ ἀνώριμον διὰ τὴν αὐτοδιοίκησίν του. Ἐν τούτοις εἰς τὰς πλέον ἀπομεμονωμένας περιφερείας τῆς Ἑλλάδος, συναντῶμεν συμπατριώτας, τῶν ὁποίων τὸ βάθος τῆς σκέψεως καὶ τῆς κρίσεως προκαλεῖ θαυμασμόν, παρέχει δὲ τὸ μέτρον τῆς πολιτικῆς ὡριμότητος τοῦ λαοῦ μας. Τὸ βασικὸν τοῦτο μειονέκτημα πιστοποιεῖται εἰς τὸ ἄρθρον 10 τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον προβλέπει περὶ τῆς συνθέσεως τοῦ Νομαρχιακοῦ Συμβουλίου, τοῦ βασικοῦ δηλαδή, ὀργάνου τῆς ἀποκεντρώσεως. Εἰς τοῦτο ἡ συμμετοχὴ τῶν αἱρετῶν ὀργάνων τῆς περιφερείας εἶναι ὑποτυπώδης, διότι προφανῶς ἡ Κυβέρνησις δὲν θεωρεῖ τὴν λαϊκὴν ἐκπροσώπησιν ἱκανὴν διὰ τὴν διοίκησιν τῶν τοπικῶν θεμάτων. Ὡς διοικητικὴ μονὰς ἀποκεντρώσεως καθορίζεται ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου ὁ Νομός. Ὑπάρχουν 49 Νομοί, οἱ πλεῖστοι τῶν ὁποίων οὐδεμίαν γεωοικονομικὴν σύνδεσιν ἔχουν. Ὑπάρχουν Νομοὶ μὲ τεραστίας διαφορὰς ἀπὸ πλευρᾶς πληθυσμοῦ. Περὶ τοὺς 20 Νομοὶ ἔχουν πληθυσμὸν ἀπὸ 30– 60.000 κατοίκους, 27 Νομοὶ ἀπὸ 100–200.000 κατοίκους, Εἷς 460.000 κατοίκους καὶ ὁ τῆς Ἀττικῆς μὲ 1.500.000 κατοίκους. Καὶ ἐὰν ἤθελεν ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ ἐνδεικνυομένη διοικητικὴ μονὰς διὰ τὴν ἀποκέντρωσιν πρέπει νὰ εἶναι ὁ Νομός, νομίζω, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι οἱ ὑπάρχοντες Νομοὶ δύνανται νὰ παραμείνουν ὡς ἔχουν, ἐφ’ ὅσον ἡ δημιουργία των δὲν στηρίζεται διὰ τοὺς περισσοτέρους τούτων εἰς γεωγραφικήν, οἰκονομικήν, διοικητικὴν κλπ. παράγοντας σύνδεσιν. Οἱ σημερινοὶ Νομοί, αὐθαίρετα κατὰ τὸ πλεῖστον δημιουργήματα, κάθε ἄλλο παρὰ προσφέρονται ὡς διοικητικαὶ μονάδες διὰ τὴν ἐπιτυχῆ ἐφαρμογὴν τῆς ἀποκεντρώσεως. Θὰ ἔπρεπε λοιπόν, πρῶτον νὰ δημιουργηθοῦν οἱ μὲ ὀργανικὴν σύνδεσιν ἀπὸ πλευρᾶς κοινότητος γεωγραφικῆς καὶ οἰκονομικῆς Νομοὶ καὶ μετὰ νὰ ἀποτελέσουν τὰς διοικητικὰς αὐτὰς μονάδας. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τούτων, γεννᾶται τὸ θέμα, εἶναι δυνατὸν νὰ ὀργανωθοῦν 49 Νομαρχίαι, κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀνταποκριθοῦν εἰς τὰς διὰ τοῦ νομοσχεδίου παρεχομένας ἁρμοδιότητας; Εἶναι δυνατὸν νὰ συσταθοῦν 49 διοικητικὰ ἐπιτελεῖα, ἱκανὰ νὰ ἀνταποκριθοῦν εἰς τὴν οὐσιαστικὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν διαφόρων τομέων τῆς διοικήσεως; Ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν δίδει ἡ μακρὰ πεῖρα τοῦ παρελθόντος, εἶναι κατηγορηματικῶς ἀρνητική. Ὅταν τοιοῦτον ὑπαλληλικὸν ἐπιτελεῖον δὲν κατόρθωσαν ποτὲ νὰ ἐπιτύχουν αἱ ὀλίγαι ὑπάρχουσαι Γενικαὶ Διοικήσεις, δὲν νομίζω, ὅτι σοβαρῶς δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι ἐν τοῖς πράγμασιν τοῦτο δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ σὲ 49 περιφερείας τοῦ Κράτους, εἰς 49 Νομαρχίας. Σημειώνω χαρακτηριστικῶς τὴν ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου πρόβλεψιν θέσεως Παρέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου κατὰ Νομαρχίαν. Δεδομένου, ὅτι δὲν ὑπάρχουν Πάρεδροι διὰ τὴν πλήρωσιν τῶν θέσεων, τὸ νομοσχέδιον ὁρίζει ὅτι δύναται νὰ ἀναπληρώνωνται ὑπὸ οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων. Καὶ ὀρθῶς παρετήρησε συνάδελφος εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, συνάδελφος διατελέσας ἀνώτατος λειτουργὸς τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὅτι πῶς εἶναι δυνατὸν ἕνας οἰκονομικὸς ὑπάλληλος νὰ ἐκτελέσῃ χρέη Παρέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὅταν πεπειραμένοι ὑπάλληλοι τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου πολλάκις ἀντιμετωπίζουν δυσχερείας ἐν τῇ ἐπιλύσει πολυπλόκων θεμάτων τῆς ἁρμοδιότητός των; Ἀφ’ ἧς ὅμως αἱ ὑπηρεσίαι τῶν Νομαρχιῶν θὰ στεροῦνται τῶν εἰδικῶν καὶ πεπειραμένων ὑπαλλήλων διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν θεμάτων τῆς ἁρμοδιότητός των, ἡ ἀποτυχία τῆς ἀποκεντρώσεως θὰ εἶναι βεβαία. Τὸ Κέντρον θὰ ἐπωφεληθῇ ἀμέσως τῶν ἀδυναμιῶν τούτων καὶ μὲ τὴν ὑπαρκτὴν αἰτιολογίαν τῆς ἀδυναμίας τοῦ ἐν τῷ Νομῷ ὑπηρετοῦντος εἰδικοῦ προσωπικοῦ, δικαίως θὰ ἀφαιρέσῃ δοθείσας ἁρμοδιότητας καὶ θὰ τὰς ἐπαναφέρῃ εἰς τὸ Κέντρον χάριν τῆς ἐπιλύσεως τῶν ζητημάτων, ποὺ ἀδυνατεῖ νὰ ἐπιλύσῃ ἡ Νομαρχία. Ἔτσι θὰ ἀρχίσουν αἱ ἀφαιρέσεις ἁρμοδιοτήτων, αἱ ὁποῖαι ὡς καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν θὰ καταστήσουν τελικῶς τὸ περὶ ἀποκεντρώσεως νομοθέτημα ἄνευ οὐσιαστικοῦ περιεχομένου. Ἐνῷ λοιπόν, ἐπιβάλλεται νὰ προφυλάξωμεν τὸ παρὸν νομοσχέδιον ἀπὸ τὰς βασικὰς αὐτὰς ἀδυναμίας αἱ ὁποῖαι θὰ ὁδηγήσουν εἰς τὴν βεβαίαν ἀποτυχίαν του, οὐδεμία προσοχὴ ἀποδίδεται εἰς τὴν θεμελιώδη αὐτὴν παρατήρησίν μας. Ἀλλὰ αἱ ἀπόψεις μας αὐταὶ δὲν εἶναι αὐθαίρετοι, ἐπιβεβαιώνονται εἰς αὐτὸ τοῦτο τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζει τὰς ἀδυναμίας αὐτάς, δὲν ἐνδιαφέρεται ὅμως διὰ τὴν ἀντιμετώπισίν των. Ἀξίζει τὸν κόπον νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον λέγει ἐπὶ λέξει τὰ ἑξῆς: Εἰς εἰδικὰς περιπτώσεις, συντρεχόντων ἐξαιρετικῶν λόγων ἢ ἀδυναμίας τοῦ ἐν τῷ Νομῷ ὑπηρετοῦντος εἰδικοῦ προσωπικοῦ ὁ Νομάρχης δύναται νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν πρὸς ἀπόφασιν ἀντικείμενα τῆς κατὰ τὸν παρόντα νόμον ἁρμοδιότητος αὐτοῦ. Δὲν νομίζω, ὅτι χρειάζεται περαιτέρω ἀνάπτυξις τοῦ θεμελιώδους τούτου μειονεκτήματος τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, ἐφ’ ὅσον τὸ ἴδιον τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου πιστοποιεῖ τοῦτο. Τοιαῦται βασικαὶ ἀδυναμίαι, κατέστησαν καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν τὰ παρεμφερῆ νομοσχέδια ἄνευ περιεχομένου. Διὰ τοὺς πραγματικοὺς αὐτοὺς λόγους ὑποστηρίζω, ὅτι δὲν πρέπει ὡς μονὰς ἀποσυγκεντρώσεως νὰ χρησιμοποιηθῇ ἡ Νομαρχία καὶ μάλιστα αἱ 49 Νομαρχίαι, ἀλλὰ ἐπιβάλλεται νὰ χρησιμοποιήσωμεν ὡς διοικητικὴν μονάδα τὴν Γενικὴν Διοίκησιν, διὰ τῆς μελετημένης διαιρέσεως τῆς χώρας εἰς 12 ἢ 14 περιφερείας. Τότε θὰ εἶναι ἐκ τῶν πραγμάτων εὐχερέστερον νὰ συστήσωμεν 12 ἢ 14 διοικητικὰ ἐπιτελεῖα, μὲ ἀρτίαν καὶ πλήρη ὀργάνωσιν κατὰ τομεῖς διοικήσεως, ἱκανὰ νὰ ἀνταποκριθοῦν εἰς τὰς ἀποκεντρουμένας ἁρμοδιότητας. Ἱκανὰ νὰ καταστήσουν τὸ Κέντρον ἀνίκανον πρὸς ἐξεύρεσιν δικαιολογιῶν διὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἀποκεντρουμένων ἁρμοδιοτήτων. Ἐὰν θὰ ὑπῆρχεν ἐκ τῶν πραγμάτων δυνατότης κοντὰ εἰς τὸν κάθε πολίτην νὰ ἔχωμεν τὸ ὄργανον διοικήσεως τοῦτο ἀναμφισβητήτως θὰ ἦτο τὸ ἰδεῶδες ἀπὸ πλευρᾶς ἀποκεντρώσεως. Τοῦτο ὅμως ἀποτελεῖ τὸ θεωρητικῶς ἰδεῶδες, τὸ ὁποῖον ὅμως ἐκ τῶν πραγμάτων δὲν δύναται νὰ ἱκανοποιηθῇ. Ἐφ’ ὅσον αἱ 49 Νομαρχίαι κατὰ τρόπον βέβαιον θὰ παρουσιάσουν τὰς ἀδυναμίας αὐτὰς καὶ ἡ ἀποκέντρωσις θὰ παρουσιάσῃ ἐκ νέου ἀποτυχίαν, ἡ κοινὴ λογικὴ ἐπιβάλλει νὰ προτιμήσωμεν τὸ σύστημα τῶν 12 ἢ 14 Γενικῶν Διοικήσεων, ἐφ’ ὅσον οὕτως αἱ πιθανότητες τῆς ἐπιτυχίας τῆς ἀποκεντρώσεως θέλουν φθάσει τὴν βεβαιότητα. Πέραν τούτων ἡ ἐπιτυχία τῆς ἀποκεντρώσεως ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς θὰ ἐξαρτηθῇ ἀπὸ τὸν ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ἀποσυγκεντρωμένων τούτων ὑπηρεσιῶν καὶ ἁρμοδιοτήτων. Τὸ ἔργον εἶναι βαρύτατον καὶ δὲν δύναται τοῦτο νὰ ἀναλάβῃ ὁ τυχὼν καὶ μάλιστα κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τοῦ θεσμοῦ. Θὰ χρειασθοῦν πρόσωπα κύρους καὶ ἱκανοτήτων, τὰ ὁποῖα ὡς κίνητρον θὰ πρέπει νὰ ἔχουν οὐχὶ τὴν κατάληψιν μιᾶς ἀνωτάτης θέσεως χάριν τῆς μισθοδοσίας, ἀλλὰ τὴν μεγάλην φιλοδοξίαν νὰ συνδέσουν τὸ ὄνομά των μὲ τὴν ἐξασφάλισιν χρηστῆς διοικήσεως εἰς τὴν χώραν μας. Πρόσωπα ὅμως, τῆς σημασίας αὐτῆς, ποτὲ δὲν θὰ δεχθοῦν μίαν τοιαύτην θέσιν, ὑπὸ τὴν σημερινήν της μορφήν, ὑπὸ τὴν μορφὴν τοῦ σημερινοῦ Νομάρχου. Ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τὴν σκέψιν τοῦ κομματισμοῦ, ἐφ’ ὅσον δὲν πιστεύσῃ ὅτι διέπραξε σφάλμα νὰ μεταβάλῃ τὸν Κρατικὸν Νομάρχην, εἰς κομματικὸν τοιοῦτον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλῶμεν περὶ ἀποκεντρώσεως. Ἀποκέντρωσις μὲ ἐπὶ κεφαλῆς Νομάρχην ἢ Γενικὸν Διοικητὴν κομματικόν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ. Ὑπενθυμίζω τὴν ἀναπτυχθεῖσαν προϊστορίαν, ἡ ὁποία διδάσκει, ὅτι ἀφ’ ἧς ἡ αὐτοδιοίκησις καὶ ἡ ἀποκέντρωσις ἤρχισαν νὰ γίνωνται ἀντικείμενον ἐκμεταλλεύσεως τῆς πολιτικῆς, ἀπέτυχον παταγωδῶς. Διαιρουμένης λοιπὸν τῆς χώρας κατόπιν ἐπιστημονικῆς μελέτης εἰς 12 ἢ 14 περιφερείας καὶ μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τῶν περιφερειῶν τούτων προσώπων, τὰ πρῶτα φέροντα εἰς τὴν κοινωνίαν ἀπὸ πλευρᾶς κύρους καὶ ἱκανοτήτων, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχωμεν διοικητικὰς μονάδας, ἱκανὰς νὰ ἐπιτύχουν τὴν ἀποκέντρωσιν καὶ συνεπῶς τὴν χρηστὴν διοίκησιν. Ἐπὶ τοῦ θεμελιώδους ὅμως, τούτου ζητήματος ἔχομεν λάβει ἤδη τὴν ἀρνητικὴν ἀπάντησιν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία καταστρέφει κάθε ἐλπίδα, διὰ τὴν ἱκανοποίησιν τοῦ πανελληνίου αἰτήματος, περὶ χρηστῆς διοικήσεως. Ὁ κ. ὑπουργὸς μᾶς ἀπήντησεν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ὅτι αἱ ἀνωτέρω ἀπόψεις μας ἀντιτίθενται πρὸς τὴν ἐπιδιωκομένην ἀποκέντρωσιν, διότι διὰ τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν 49 Νομαρχιῶν διὰ 12 ἢ 14 Γενικῶν Διοικήσεων, ἀπομακρύνομεν τὸν πολίτην ἀπὸ τὰ ὄργανα τῆς Διοικήσεως καὶ δημιουργοῦμεν νέαν συγκέντρωσιν. Νομίζω, ὅτι ἡ ἀπάντησις αὕτη δὲν ἀφήνει περιθώρια σοβαρᾶς συζητήσεως, ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι ἀπάντησις πρὸς τὰ ὑπάρχοντα πραγματικὰ δεδομένα. Ἐπὶ τοῦ ἰδίου θέματος ἀπήντησε σήμερον καὶ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὴν ἐξύμνησιν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Μᾶς εἶπεν, ὅτι διατηροῦν τὰς Νομαρχίας ὡς ἔχουν, ἵνα μὴ προκύψουν παράπονα ἐκ τῆς τυχὸν μεταβολῆς τῆς ὑφισταμένης καταστάσεως τῶν Νομαρχιῶν. Δὲν νομίζω, ὅτι ζητήματα, τῆς σημασίας τῶν συζητουμένων, δύνανται νὰ ἀντιμετωπίζωνται μὲ τοιαύτας περιωρισμένας σκέψεις, μὲ τόσην προχειρότητα. Διὰ τοὺς λόγους τούτους, ὄχι μόνον δὲν εἶμαι αἰσιόδοξος διὰ τὴν ἀπόδοσιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀλλὰ ἀντιθέτως, εἶμαι βέβαιος διὰ τὴν ἀποτυχίαν του. Σημειώνω ἀκόμη τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον δίδει τὴν εὐχέρειαν προσθαφαιρέσεων ἁρμοδιοτήτων μεταξὺ Κέντρου καὶ Νομαρχιῶν. Τὸ ἄρθρον 4 εἶναι συμπλήρωμα τῶν προαναφερθεισῶν βασικῶν ἀτελειῶν τοῦ νομοσχεδίου. Παρέχει ὅλα τὰ σπέρματα τῆς πλήρους ἀνατινάξεως τοῦ περιεχομένου καὶ τοῦ σκοποῦ τοῦ νομοσχεδίου. Εἶναι αἱ ἀτέλειαι τῶν παρεμφερῶν νομοσχεδίων τοῦ παρελθόντος, αἱ ὁποῖαι τελικῶς τὰ μετέβαλον εἰς ἄγραφον χάρτην. Ἀκολουθοῦν τὰ ἄρθρα 9 καὶ 16 τὰ ὁποῖα θίγουν τὸ οἰκονομικὸν θέμα καὶ τὰ ὁποῖα ὁμιλοῦν καὶ περὶ ἐσόδων τῶν Νομῶν. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἀντιλαμβάνομαι τὸ εἶδος τῶν ἐσόδων τούτων. Αἱ κατὰ τόπους Νομαρχίαι θὰ συντάσσουν ἕνα προϋπολογισμὸν καθαρῶς συμβουλευτικοῦ χαρακτῆρος ὁ ὁποῖος θὰ διαβιβάζεται εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον. Οὐδὲν μέτρον τίθεται ὡς πρὸς τὴν ἀναλογικὴν κατὰ Νομαρχίαν ἱκανοποίησιν τῶν ἀναγκῶν των, ἀλλ’ ἐν τῇ οὐσίᾳ ὁ ἑκάστοτε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν αὐθαίρετον κρίσιν του θὰ κανονίζῃ κατὰ Νομαρχίαν τὰς χορηγουμένας πιστώσεις. Παρὰ ταῦτα αἱ διατάξεις αὗται ἀποτελοῦν κάποιαν πρόοδον, ἐφ’ ὅσον τοὐλάχιστον κάθε Νομαρχία θὰ γνωρίζῃ τὰς προγραμματιζομένας πιστώσεις δι’ αὐτὴν καὶ θὰ δύναται νὰ ἀντιμετωπίζῃ ἀναλόγως τὰς ἀνάγκας της. Περαιτέρω ἀκολουθεῖ τὸ ἄρθρον 22, διὰ τοῦ ὁποίου καταργοῦνται αἱ ὑπάρχουσαι Γενικαὶ Διοικήσεις, μὲ τὴν αἰτιολογίαν τῆς ἐξασφαλίσεως ὁμοιομόρφου συστήματος διοικήσεως καὶ διὰ νὰ λείψουν τὰ ἐνδιάμεσα κλιμάκια μεταξὺ Νομαρχιῶν καὶ Ὑπουργείων. Παρὰ ταῦτα ὅμως ἀκολουθεῖ τὸ ἄρθρον 25, τὸ ὁποῖον διατηρεῖ τὴν Γενικὴν Διοίκησιν Βορείου Ἑλλάδος, ἁπλῶς δὲ μετονομάζει αὐτὴν εἰς Ὑπουργεῖον Βορείου Ἑλλάδος, καθορίζει δὲ ἐν λεπτομερείᾳ τὰς ἁρμοδιότητας τοῦ Ὑπουργείου τούτου. Περὶ τῶν λόγων τῆς ἐξαιρέσεως αὐτῆς οὐδέν, ἀναφέρεται εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐφ’ ὅσον ὡς διοικητικὴ μονὰς ἀποκεντρώσεως προκρίνεται ἡ Νομαρχία, ἡ διατήρησις τῶν Γενικῶν Διοικήσεων, ὑπὸ τὴν σημερινὴν των μορφήν, ἀναμφισβητήτως δὲν δικαιολογεῖται. Ἐφ’ ὅσον ὁ Νομάρχης ἀποκτᾷ ἀποκλειστικὰς ἁρμοδιότητας ἐν τῷ Νομῷ του, βεβαίως δὲν νοεῖται ἡ παρεμβολὴ τῆς Γεν. Διοικήσεως εἰς τὰς ἁρμοδιότητας αὐτάς, διότι οὐδὲν νόημα δύναται νὰ ἔχῃ. Εἶναι γεγονός, ὅτι αἱ Γενικαὶ Διοικήσεις ἔχουν δημιουργήσει παράδοσιν εἰς τὰς περιφερείας ποὺ εὑρίσκονται. Καὶ δὲν νομίζω, ὅτι θεσμοὶ ποὺ στηρίζονται σὲ παράδοσιν, ἐπιτρέπεται νὰ καταργοῦνται ἀνεξετάστως. Ἐπὶ τῆς ἀπόψεως ὅμως αὐτῆς δὲν θὰ ἀσχοληθῶ, διότι προέρχομαι ἀπὸ περιφέρειαν ὅπου ἑδρεύει Γενικὴ Διοίκησις καὶ συνεπῶς δὲν ἐπιθυμῶ νὰ δώσω εἰς τοὺς πολεμίους τοῦ θεσμοῦ τούτου, τὸ δικαίωμα νὰ μοὶ καταλογίσουν νοσηρὸν τοπικισμόν, ὅταν ὑποστηρίζω τὴν διατήρησιν τῶν Γενικῶν Διοικήσεων, διὰ τῆς διαιρέσεως τῆς χώρας εἰς 12 ἢ 14 Γενικὰς Διοικήσεις. Θὰ ἐξετάσω τὴν διατήρησιν ἔστω τῶν ὑφισταμένων Γενικῶν Διοικήσεων, ἐν σχέσει μὲ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Σύμφωνα μὲ αὐτὰς διατηροῦνται εἰς τὰς ἕδρας τῶν καταργουμένων Διοικήσεων διευθύνσεις, αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν ὅλους τοὺς τομεῖς τῆς διοικήσεως, μὲ ἁρμοδιότητας δὲ ἐπεκτεινομένας εἰς περισσοτέρους τοῦ ἑνὸς Νομοῦ. Εἰς τὴν ἕδραν ἐπὶ παραδείγματι τῆς Γενικῆς Διοικήσεως Κρήτης διατηροῦνται αἱ διευθύνσεις Οἰκονομικῶν, Δημοσίων Ἔργων, καὶ Συγκοινωνιῶν, Μέσης καὶ Κατωτέρας Ἐκπαιδεύσεως, Ὑγειονομικῆς κλπ., μὲ ἁρμοδιότητας ἐφ’ ὅλης τῆς Κρήτης, δηλαδή, ἐπὶ τῶν τεσσάρων Νομαρχιῶν, τῆς Κρήτης. Ἐπὶ κεφαλῆς τῶν διευθύνσεων τούτων εἶναι τώρα ὁ Γενικὸς Διοικητὴς Κρήτης, ὁ ὁποῖος ἐπιτοπίως ἀσκεῖ τὰς ἁρμοδιότητας αὐτὰς καὶ ἐπιλύει τὰ σχετικὰ ζητήματα. Μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, ἐρωτᾶται ποῖος θὰ εἶναι ὁ ἁρμόδιος διὰ τὴν ἄσκησιν τῶν ἁρμοδιοτήτων τούτων; Παρόμοια συμβαίνουν καὶ εἰς τὰς λοιπὰς Γενικὰς Διοικήσεις. Ὅλαι αἱ ἁρμοδιότητες αὐταί, τοῦ λοιποῦ θὰ ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὸ Κέντρον. Εἶναι ὅμως τοὐλάχιστον παράδοξον νὰ συζητοῦμεν νομοσχέδιον περὶ ἀποκεντρώσεως καὶ δι’ αὐτοῦ νὰ δημιουργῶμεν συγκέντρωσιν! Ὅταν οἱ βουλευταὶ Κρήτης ἀνεπτύξαμεν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι οἱ ἀνωτέρω λόγοι ἐπιβάλλουν τὴν ὕπαρξιν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως ἐν Κρήτῃ χάριν τῆς πληρεστέρας ἀποσυγκεντρώσεως καὶ μὲ ἁρμοδιότητας ὁμοίας πρὸς ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἐπιτυχῶς καθορίζει τὸ νομοσχέδιον διὰ τὸν ὑπουργὸν Βορείου Ἑλλάδος, μᾶς ἐπέδειξεν ἕνα σχέδιον, τὸ ὁποῖον προβλέπει καὶ συνεπῶς ἀναγνωρίζει τὴν ἀνάγκην τῆς ὑπάρξεως τῶν Γενικῶν Διοικήσεων, ὑπὸ τὴν ὀνομασίαν ὅμως, ὡς Κυβερνητικῶν κλιμακίων. Ταῦτα, κατὰ τὰς ἀπόψεις τοῦ κ. ὑπουργοῦ, κύριον ἔργον θὰ ἔχουν τὴν ἐποπτείαν τοῦ ἐπιτυχοῦς τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἀποκεντρώσεως κατὰ Νομαρχίαν. Μᾶς προσέθεσε τέλος, ὅτι ταῦτα θὰ ἀκολουθήσουν καὶ θὰ ἀποτελέσουν τὸ δεύτερον σκέλος τῆς Κυβερνητικῆς προσπαθείας διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τῆς ἀποκεντρώσεως. Αἱ ἀπόψεις αὐταὶ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, μᾶς δημιουργοῦν τὸ εὔλογον ἐρώτημα, ἀφοῦ ἀναγνωρίζεται ἡ ἀνάγκη τῆς κατοχυρώσεως τῆς ἀποκεντρώσεως διὰ τῶν Κυβερνητικῶν κλιμακίων, διατὶ δὲν ἱδρύονται ταῦτα ἀπὸ τοῦδε, δεδομένου, ὅτι, ἡ ἀποκέντρωσις εἰς τὰ πρῶτα βήματά της ἔχει ἀνάγκην κυβερνητικῆς παρακολουθήσεως; Εἰς τὸ εὔλογον τοῦτο ἐρώτημα, δὲν ἐτύχομεν ἀπαντήσεως ἐκ μέρους τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὥστε νὰ ἔχωμεν τὴν αἰτιολογίαν τῆς ἀρνήσεως ἐπὶ τῆς ἰδίας ἀπόψεώς του, ὡς εἶναι ἡ πρόβλεψις τῆς ἱδρύσεως τῶν κλιμακίων τούτων. Ἡ Κυβέρνησις ἐμμένουσα εἰς τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου, μὲ τὰ ἀναμφισβήτητα βασικὰ ἐλαττώματα ποὺ τὸ καθιστοῦν ἐκ τῶν προτέρων καταδικασμένον εἰς ἀποτυχίαν, νομίζω, ὅτι τοὐλάχιστον θὰ πρέπει νὰ δεχθῇ ὅπως, μειώσῃ τὰ μειονεκτήματα, ταῦτα, ἔστω ἐν τῷ πλαισίῳ τῶν ἰδίων ἀπόψεών της. Ἐπιβάλλεται ὅθεν ἀπὸ τοῦδε εἰς τὰς ἕδρας τοὐλάχιστον τῶν καταργουμένων Γενικῶν Διοικήσεων, νὰ ἐγκαταστήσῃ τὰ κυβερνητικὰ κλιμάκια, τὰ ὁποῖα ἡ ἰδία ἔχει προβλέψει. Εἰς ταῦτα πέραν τοῦ ἔργου τῆς ἐποπτείας ὁμάδος Νομαρχιῶν, κατὰ τὴν ὑπουργικὴν ἄποψιν, νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ προσθέσῃ ἁρμοδιότητας, ἐπιτρεπούσας τὴν ἐπίλυσιν κοινῶν θεμάτων πλειόνων Νομῶν, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχει ἁρμοδιότης τοῦ Νομάρχου. Ἡ ἐπαναφορὰ τῶν ἁρμοδιοτήτων ἐπὶ θεμάτων ποὺ ἀφοροῦν κοινῶς πλείονας Νομαρχίας εἰς τὸ Κέντρον ἀποτελεῖ κατάφορον ἀντίθεσιν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἶναι τοὐλάχιστον παράδοξον τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀποκεντρώσεως, νὰ δημιουργῇ νέαν συγκέντρωσιν! Προτείνω λοιπόν, ὅπως, προστεθῇ διάταξις εἰς τὸ νομοσχέδιον, παρέχουσα ἀπὸ τοῦδε τὴν δυνατότητα τῆς ἱδρύσεως Κυβερνητικῶν κλιμακίων εἰς τὰς ἕδρας τῶν καταργουμένων Γενικῶν Διοικήσεων βάσει τοῦ προτύπου τοῦ ἱδρυομένου διὰ τοῦ ἄρθρου 25 τοῦ νομοσχεδίου Κυβερνητικοῦ κλιμακίου εἰς Βόρειον Ἑλλάδα. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, πιστεύω, ὅτι θὰ θελήσῃ νὰ υἱοθετήσῃ τοὐλάχιστον τὴν προσθήκην τῆς διατάξεως αὑτῆς, ἡ ὁποία ὑποβοηθεῖ τὴν πραγματοποίησιν τοῦ σκοποῦ τοῦ νομοσχεδίου καὶ μειώνει κάπως τὰς βασικὰς ἀδυναμίας του. Δὲν ἐπιθυμῶ, κύριοι βουλευταί, νὰ ἐπεκταθῶ εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ νομοσχεδίου. Περιορίζομαι μόνον εἰς τὴν γενομένην ἀνάπτυξιν, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ νομοσχεδίου, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν τὴν βάσιν του καὶ ἐκ τῆς τελικῆς διαμορφώσεως τῶν ὁποίων θὰ ἐξαρτηθῇ ἡ τύχη τῆς ἐπιτυχίας τοῦ νομοθετήματος. Πιστεύω ἀπολύτως, ὅτι μόνον ἡ ἀποδοχὴ τῶν ἀναπτυχθεισῶν βασικῶν παρατηρήσεών μου, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀποτελοῦν θεωρητικὰς ἀπόψεις, ἀλλὰ ἀπόψεις ποὺ ἡ ἐκ τῆς πράξεως πραγματικότης διδάσκει, θὰ ἐξαλείψῃ τὰς ὀργανικὰς ἀτελείας τοῦ κρινομένου νομοσχεδίου καὶ θὰ καταστήσῃ τοῦτο ἱκανὸν νὰ προσφέρῃ ἴσως τὸ πρῶτον ἀπὸ τῆς ἐθνικῆς ἀνεξαρτησίας μας εἰς τὴν Ἑλλάδα, οὐσιαστικὴν ἀποκέντρωσιν, παράλληλα δὲ τὴν προετοιμασίαν διὰ τὴν αὐτοδιοίκησιν. Ἐὰν ἀντιθέτως, ἡ Κυβέρνησις ἐμμείνῃ εἰς τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου, τότε θὰ διατηρήσῃ ὅλας τὰς βασικὰς ἀτελείας τῶν παρεμφερῶν νομοθετημάτων τοῦ παρελθόντος, αἱ ὁποῖαι ἔφερον τὴν ἀποτυχίαν των. Τότε ἡ μεγαλόστομος ἐπαγγελία τῆς Κυβερνήσεως, περὶ ἀπολυτρώσεως τῆς ἐπαρχίας ἐκ τοῦ Κέντρου, θὰ ἔχῃ τὴν τύχην ὅλων τῶν μέχρι σήμερον ἐπίσης μεγαλοστόμων ἐπαγγελιῶν της!!! Ἂς φιλοδοξήσῃ ἡ Κυβέρνησις, νὰ πραγματοποιηθῇ τοὐλάχιστον ἡ ἐπαγγελία της αὐτή, ὡς εἶναι ἡ ἀπολύτρωσις τῆς ἐπαρχίας ἀπὸ τὸ Κέντρον. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἕτερος τῶν εἰσηγητῶν τῆς πλειοψηφίας, κ. Δ. Λεκαράκος, ἔχει τὸν λόγον.
§93Δ. ΛΕΚΑΡΑΚΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἐκ τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα εἰσάγονται πρὸς ψήφισιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν ἄλλα δὲν ἔχουν κἂν ἀνάγκην εἰσηγήσεως, ἄλλα ἔχουν ἀνάγκην εἰσηγήσεώς τινός, ἄλλα πλατυτέρας ἀναπτύξεως καὶ ἄλλα ἀξίζουν εἰδικῆς ἐξάρσεως καὶ ὑμνολογίας. Τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον νομίζω, ὅτι εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀξίζουν εἰδικῆς ἐξάρσεως, ἑνὸς ἐγκωμίου καὶ μιᾶς ὑμνολογίας. Ἀτυχῶς δὲν εἶμαι πεπροικισμένος οὔτε μὲ ποιητικὸν ταλέντον οὔτε μοῦσα τις μὲ ἐμπνέει ἵνα ὑμνολογήσω οὔτε τὸν χρωστῆρα διασήμου τινὸς ζωγράφου διαθέτω ἵνα τὸ ἐμφανίζω μὲ χρώματα ζωντανὰ μὲ χρώματα ζωηρά. Τοῦτο ὅμως δὲν σημαίνει, ὅτι πρέπει νὰ παρέλθῃ τις ἐν σιγῇ τὸ γεγονός, ὅτι τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον εἶναι νομοσχέδιον ὅλως ἐξαιρετικῆς σημασίας, ὅτι εἶναι νομοσχέδιον ἐξαιρετικῆς σπουδαιότητος, ὅτι τοῦτο θέλει ἀποτελέσει ἱστορικὸν σταθμὸν καὶ δὴ σταθμὸν ἱστορικὸν εἰς τὰ νομοθετικὰ χρονικά, καὶ ὅτι εἶναι ἀπὸ τὰ ἐλάχιστα ἐκεῖνα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εὐτυχοῦν ὡρισμέναι Κυβερνήσεις νὰ ὑποβάλουν πρὸς ψήφισιν. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις θὰ πρέπει νὰ θεωρῇ ἑαυτὴν εὐτυχῆ διότι ἀγαθῇ μοῖρα ἐξεδήλωσε τὴν τοιαύτην εὔνοιάν της καὶ τὴν ὡδήγησεν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις δέον νὰ εἶναι ὑπερήφανος καὶ ἰδιαιτέρως ὁ Στρατάρχης Παπάγος συνεπὴς πρὸς τὰς ὑποσχέσεις συνεπὴς πρὸς τὰς ἐπαγγελίας του διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου πραγματοποιεῖ καὶ εἰς τὸν τομέα τῆς διοικήσεως τὴν ὑποσχεθεῖσαν μεταλλαγήν, τὴν ὑποσχεθεῖσαν ἀλλαγήν. Πιεζόμενος τὸ πρῶτον νὰ κατέλθῃ εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα ὁ Στρατάρχης Παπάγος, ἐδέχθη νὰ τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς τῆς γνωστῆς εἰς ἡμᾶς πολιτικῆς ἐξορμήσεως καὶ μεταξὺ ἄλλων εἶπε καὶ τὰ ἑξῆς: Ὑπόσχομαι, ὅτι θ’ ἀκολουθήσω εἰς τὴν πολιτικὴν ζωὴν τὰς ἀρχάς, τὰς ὁποίας ἐφήρμοσα καὶ ὡς στρατιώτης. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὅλοι ἡνωμένοι εἰς τὸν κοινὸν καὶ μεγάλον σκοπόν, μὲ σύμβολον τοὺς Βασιλεῖς καὶ εἰς τὰ πλαίσια τοῦ Δημοκρατικοῦ μας πολιτεύματος, ἀτενίζοντες μόνον τὸ μέλλον θὰ ἐπιτύχωμεν τὴν πραγματικὴν ἀλλαγήν, τὴν ὁποίαν ποθεῖ τὸ Ἔθνος. Τοῦτ’ αὐτὸ ἐπανέλαβε καὶ εἰς τὸν μνημειώδη ἐκεῖνον λόγον του τῆς Θεσσαλονίκης, τὸ συμβόλαιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπετέλεσε τὸν καταστατικὸν χάρτην τοῦ Συναγερμοῦ. Ἔλεγεν «ὁ τόπος θ’ ἀποκτήσῃ χρηστὴν Διοίκησιν. Αἱ ὑπηρεσίαι τῶν Κέντρων θὰ καταστοῦν καθαρῶς ἐπιτελικαὶ καὶ ἡ ἀποκέντρωσις μὲ βαθμιαίαν τόνωσιν τῆς αὐτοδιοικήσεως, πραγματικότης. Εἶναι ὁ μόνος τρόπος διὰ νὰ πλησιάσῃ τὸ Κράτος τὸν πολίτην». Καὶ πράγματι, κύριοι συνάδελφοι, μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου θὰ ἔλθῃ τὸ Κράτος κοντὰ εἰς τὸν πολίτην. Ὁ πολίτης πλέον δὲν θὰ ταλαιπωρῆται ἐπὶ ἡμέρας εἰς τὸ πολυδαίδαλον, πολυσύχναστον καὶ πολυθόρυβον Ἄστυ διὰ τὴν ἐπίλυσιν τῶν ἐνδιαφερόντων αὐτὸν ζητημάτων, ἀλλὰ τὸ Κράτος θὰ ἔλθῃ κοντὰ εἰς τὸν πολίτην, τὸν ἀγρότην, τὸν ἐπαγγελματίαν, τὸν βιοτέχνην διὰ νὰ τὸν ἐξυπηρετήσῃ διὰ νὰ τοῦ λύσῃ τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα τὸν ἐνδιαφέρουν. Ὁ πολίτης δὲν θὰ ταλαιπωρῆται πλέον διὰ νὰ εὕρῃ τὸν ἁρμόδιον εἰς τὸν κέντρον, ὁ ὁποῖος πολλάκις καὶ ὅταν κατορθωθῇ νὰ ἀνευρεθῇ πολλάκις θὰ κηρύσσεται ἀναρμόδιος διὰ νὰ παραπέμψῃ τὴν ὑπόθεσίν του εἰς ἄλλον ἁρμόδιον καὶ θ’ ἀρχίσῃ ἡ παραπομπή του ἀπὸ τὸν Ἄνναν εἰς τὸν Καϊάφαν καὶ οὕτω νὰ ταλαιπωρῆται ὁ πολίτης, χωρὶς εἰς τὸ τέλος νὰ κατορθώσῃ νὰ ἐπιλύσῃ τὴν ὑπόθεσίν του. Ἤδη ταπεινὸς καὶ παρηγκωνισμένος ὁ ἐπαρχιώτης δὲν θὰ ἐγκαταλείπῃ τὴν ἐργασίαν του, πρὸς τὸ συμφέρον καὶ τῆς ἰδιωτικῆς καὶ ἐθνικῆς οἰκονομίας, καὶ δὲν θὰ προσφεύγῃ εἰς τὸ Κέντρον, πρὸς ἀνεύρεσιν τοῦ Κράτους, ἀλλὰ θὰ εὑρίσκῃ τὸ Κράτος εἰς τὸν Νομόν του. Οὕτω ὁ πολίτης διὰ τῆς συχνῆς ἐπαφῆς του μὲ τὸ Κράτος θὰ γνωρίσῃ τὸ Κράτος 460.000 κατοίκους καὶ ὁ τῆς Ἀττικῆς μὲ 1.500.000 του, θὰ γνωρίσῃ καὶ θὰ ἀγαπήσῃ τοὺς ὑπαλλήλους, τοὺς ὁποίους μέχρι τώρα δὲν ἐγνώριζε καὶ τοὺς ἐθεώρει ὡς ἐχθρούς του καὶ πολεμίους του, διότι δὲν ἀντίκρυσε ποτὲ τὸ παρήγορον καὶ ἐνδιαφερόμενον δι’ αὐτὸν Κράτος. Διὰ τῆς συχνῆς ἐπαφῆς του ὁ πολίτης πρὸς τὸ Κράτος θὰ μεταβάλῃ ἀντιλήψεις καὶ θὰ πεισθῇ καὶ ὁ ἴδιος, ὅτι τὸ Κράτος δὲν εἶναι ἐχθρὸς καὶ πολέμιός του δὲν εἶναι ὁ ἀδηφάγος Μινώταυρος ὅστις γνωρίζει μόνον νὰ παίρνῃ καὶ ποτὲ νὰ μὴ δίδῃ. Προαγόμενος δὲ ὁ πολίτης ἠθικῶς καὶ πνευματικῶς θὰ ἴδῃ καλυτέρας ἡμέρας. Καὶ μαζὺ μὲ τὸν πολίτην θὰ γνωρίσῃ καὶ ἡ ἐπαρχία ἡμέρας εὐημερίας. Καὶ ἔτσι θὰ τρέχουν οἱ πολῖται πρὸς τὸ ὑδροκέφαλον κέντρον διὰ νὰ εὕρουν ἐκεῖ τὴν ἄνεσιν, ἀλλὰ θὰ παραμείνουν εἰς τὴν ἐπαρχίαν διότι ἡ μιζέρια τῆς ἐπαρχίας καὶ ἡ φτώχεια θὰ ἀντικατασταθοῦν μὲ τὴν ἄνεσιν καὶ τὴν παραγωγικότητα. Θὰ ἀρχίσῃ ἡ ἀναζωογόνησις τῆς ἐπαρχίας καὶ θὰ παύσῃ ἡ στέρησις. Ἀλλὰ καὶ τὸ Κέντρον προσλαμβάνον ἐπιτελικὸν χαρακτῆρα, θὰ κατορθώσῃ νὰ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὸν προορισμόν του καὶ νὰ ἐπιληφθῇ τῶν σπουδαίων μόνον ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ὡς ἐπιτελεῖον θὰ πρέπει νὰ ἀντιμετωπίζῃ. Διότι διὰ νὰ ἀποδώσωμεν τὰ τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ, πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι καὶ τὸ Κέντρον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδώσῃ ὅταν ἀπὸ αὐτὸ ἀναμένουν τὴν ἐπίλυσίν των ὅλα τὰ προβλήματα οἱ πάντες καὶ ὅταν οἱ ὑπάλληλοι τῶν Ὑπουργείων εἶναι ὑποχρεωμένοι τὸν περισσότερον ἐργάσιμον χρόνον νὰ τὸν καταναλίσκουν δίδοντες μόνον πληροφορίας εἰς τοὺς πολίτας. Κύριοι βουλευταί, ἄν τις ἤθελεν ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπὶ τὸ ἀναλυτικώτερον καὶ διεξοδικώτερον ἀνάπτυξιν τῶν ἀγαθῶν ἐπιτευγμάτων ἅτινα ἤθελον προκύψει ἐκ τοῦ παρόντος νομοθετήματος, ἀσφαλῶς καὶ βεβαίως θὰ ἠδίκουν τὴν νοημοσύνην τόσον τῶν ἀκροατῶν ὅσον καὶ τοῦ ὁμιλητοῦ, διότι πάντες, κύριοι βουλευταί, γνωρίζομεν τί γίνεται μέχρι σήμερον, καὶ πῶς ταλαιπωροῦνται οἱ πολῖται διὰ τὴν ἐπίλυσιν τῶν ζητημάτων των. Πάντες λοιπὸν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ ἐννοήσωμεν τὴν ἰδιαιτέραν ἀξίαν καὶ σημασίαν τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου. Δι’ αὐτὸ δὲν νομίζω, ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἐπεκταθῶ περισσότερον ἐπ’ αὐτοῦ, καταπονῶν τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν καὶ ἵνα μὴ νομισθῇ, ὅτι ἐπιχειρῶ νὰ κομίσω Γλαῦκα εἰς Ἀθήνας, θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ διὰ τοῦ συστήματος τῆς διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως. Τὸ σύστημα τῆς διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἀπολύτως συνδεδεμένον μὲ τὸ σύστημα τῆς αὐτοδιοικήσεως, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ξένον πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἀλλὰ δύναμαι νὰ εἴπω, δημιούργημα ἐξ ὁλοκλήρου καὶ ἀπαύγασμα τοῦ ἀρχαίου Ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ. Αἱ πόλεις τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῆς Σπάρτης, ὡς βάσιν εἶχον τὴν ἀποκέντρωσιν, καὶ τὴν αὐτοδιοίκησιν. Τὴν αὐτὴν ἐπίσης βάσιν εἶχε καὶ ὁ θεσμὸς τῶν αὐτονομιῶν τῶν πολιτειῶν τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος. Τοῦτ’ αὐτὸ συνέβαινε καὶ ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου. Βάσει δὲ τούτου ἐδημιουργήθη μεταγενεστέρως καὶ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ὡς γνωστὸν ἀπετελεῖτο ἀπὸ ἓν σύνολον αὐτοδιοικουμένων Κοινοτήτων. Ἡ καταγωγὴ λοιπὸν τοῦ θεσμοῦ τῆς αὐτοδιοικήσεως εἶναι Ἑλληνική, ἀλλὰ ὁ θεσμὸς αὐτὸς δὲν σταματᾶ ἕως ἐδῶ. Ἐξακολουθεῖ καὶ ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ Βυζαντίου, ὅπως τὸν 9ον αἰῶνα συναντῶμεν τοὺς ἄρχοντας καὶ τοὺς πατέρας τῆς πόλεως καὶ μεταγενεστέρως ἐπὶ Τουρκοκρατίας μὲ τοὺς γνωστοὺς γέροντας καὶ πρωτογέροντας. Δυνάμεθα συνεπῶς νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ ἀποκεντρώσεως ἐκ τῆς μακρᾶς συνηθείας ἀπετέλεσε φύσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ εἶναι στενῶς συνδεδεμένος μὲ τὴν Ἑλληνικὴν νοοτροπίαν. Κατὰ τὴν περίοδον τοῦ Ὄθωνος τὸ σύστημα τοῦτο καταργεῖται καὶ ἀντικαθίσταται μὲ τὸ συγκεντρωτικὸν σύστημα συμφώνως μὲ τὸ Γαλλικὸν ὑπόδειγμα. Μετὰ ταῦτα τὸ ἓν σύστημα διεδέχετο τὸ ἄλλο καὶ ἐρχόμεθα εἰς τὸ 1914 ὁπότε ἀρχίζει μία σημαντικὴ προσπάθεια διὰ τὴν ἀποκέντρωσιν καὶ τὴν αὐτοδιοίκησιν. Οἱ διάφοροι ὅμως νόμοι διὰ τῶν ὁποίων παρείχετο δικαιοδοσία τις εἰς τοὺς Διοικητὰς καὶ Νομάρχας, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι εἶχον μόνον θεωρητικὴν σημασίαν. Καὶ οὕτω πως ὁ πόθος τῶν Ἑλλήνων περὶ μιᾶς πραγματικῆς ἀποκεντρώσεως, ἔμενεν ἀνεκπλήρωτος μέχρι σήμερον. Ἡ ἀλλαγὴ μετὰ τὴν κατοχὴν ὁπότε ηὐξήθησαν καὶ τὰ πρὸς ἐπίλυσιν θέματα κατέστη κοινὴ συνείδησις, διότι χωρὶς τὴν ἀποκέντρωσιν, ἡ ἐπαρχία θὰ ἦτο καταδικασμένη εἰς διαρκῆ μαρασμόν. Ἡ ἐπαρχία ἐξηκολούθει νὰ στενάζῃ κάτω ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ Κέντρου ἢ ὡς λίαν χαρακτηριστικῶς εἶπεν ὁ Στρατάρχης Παπάγος, νὰ ἀσφυκτιᾷ ἀπὸ τὸν θανάσιμον ἐναγκαλισμὸν τοῦ Κέντρου. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου δηλαδή, εἶχε συμβῆ κάτι παραπλήσιον μὲ ὅτι συμβαίνει εἰς πολλὰς ἀσθενείας. Εἶχε δηλαδή, διαπιστωθῆ ἡ νόσος, δὲν εἶχεν ὅμως ἐφευρεθῆ τὸ κατάλληλον φάρμακον, δὲν ὑπῆρχεν ὅμως ὁ κατάλληλος ἰατρός, ὁ ὁποῖος θὰ ἀνελάμβανε τὴν χειρουργικὴν μάχαιραν διὰ τὴν ἀποκοπὴν τοῦ ἀσθενοῦντος μέλους τοῦ ὀργανισμοῦ. Προσεπάθησαν ὅλαι αἱ μεταπολεμικαὶ Κυβερνήσεις μὲ ἡμίμετρα νὰ ἀντιμετωπίσουν τὰ ἐπειγόμενα διὰ τὴν λύσιν των ζητήματα, παρ’ ὅλον, ὅτι ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἀμέσου ἐπεμβάσεως. Καὶ ἰδού, κύριοι συνάδελφοι, ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐνεφανίσθη ὁ κατάλληλος ἐκεῖνος θεράπων ἰατρός, ὁ ὁποῖος ἔλαβεν ἀνὰ χεῖρας τὴν χειρουργικὴν μάχαιραν διὰ νὰ σώσῃ τὸν ἀσθενῆ. Διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου παρέχεται μία πλήρης ἀποκέντρωσις καὶ τὸ ὄνειρον τοῦ πολίτου θὰ καταστῇ πλέον πραγματικότης. Ἡ θεωρία ἤδη μετουσιώνεται εἰς πρᾶξιν καὶ ὁ λόγος εἰς ἔργον. Τὸ παρὸν νομοσχέδιον προσεπιβεβαιώνει τοῦ λόγου τὸ ἀσφαλές. Ἴσως καὶ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον ὡς ἔργον ἀνθρωπίνης διανοίας δυνατὸν νὰ μὴ εἶναι σοφοῦ δυνατὸν νὰ μὴ εἶναι καθ’ ὅλα τέλειον. Πάντως πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ, ὅτι κατεβλήθη πᾶσα δυνατὴ προσπάθεια διὰ νὰ καταστῇ τοῦτο τέλειον, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ ὅλων σχεδὸν τῶν πτερύγων τῆς αἰθούσης, αἱ ὁποῖαι ἐδέχθησαν τὸ σχέδιον τοῦτο κατ’ ἀρχήν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι τὸ σχέδιον τοῦτο εἶναι σχετικῶς τέλειον θὰ ἐπιτευχθοῦν ἀσφαλῶς πλήρως τὰ ἀναμενόμενα ἀποτελέσματα, ἐὰν ἐμπιστευθῇ εἰς τὰς ἠθικὰς καὶ πνευματικὰς ἀξίας τῆς χώρας, ἂν ἐκεῖνοι οἵτινες θ’ ἀναλάβουν τὴν ἐφαρμογήν του ἐγκολπωθοῦν τοῦτο, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ τὸ ἐφαρμόσουν, ἐὰν τὸ κάμωσι κτῆμα των, ἂν τὸ μεταβάλωσι εἰς πίστιν των, εἰς θρησκείαν των. Ἐκρίθη, κύριοι βουλευταί, προτιμοτέρα ἡ διαίρεσις εἰς Νομοὺς παρὰ τὰς ἀντιρρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ τῆς μειοψηφίας εἰσηγητοῦ, ὁ ὁποῖος πρὸ ἐμοῦ ἀνέπτυξε τὰς ἀπόψεις του. Ἡ διαίρεσις εἰς Νομαρχίας ἔχει ὑπὲρ αὐτῆς τὸ γεγονός, ὅτι ἔχει καταστῆ συνείδησις εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ εἶναι ἐνηρμονισμένη πρὸς τὸ ἰσχῦον σύστημα τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ ἀσφαλῶς θὰ ἀποδώσῃ τ’ ἀναμενόμενα ἀγαθὰ ἀποτελέσματα. Τέσσαρα κυρίως εἶναι τὰ ἄρθρα διὰ τῶν ὁποίων παρέχονται αἱ ἐξουσίαι εἰς τοὺς Νομάρχας. Ὁ Νομάρχης πλέον θὰ ἀσκῇ πάσας τὰς ἐξουσίας τῶν ὑπουργῶν, πλὴν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ρητῶς ἀναφέρονται εἰς τὸν νόμον. Ἰδιαιτέρως ἐξάρσεως νομίζω, ὅτι χρήζει τὸ ἄρθρον 9, διὰ τοῦ ὁποίου καθιεροῦται ἡ οἰκονομικὴ ἀποκέντρωσις, ἡ ἔλλειψις, τῆς ὁποίας ἦτο ἡ κυριωτέρα ἀφορμὴ τῆς ἀποτυχίας τοῦ ἀποκεντρωτικοῦ συστήματος καὶ τοῦτο διότι δὲν ἦτο δυνατὸν μέχρι σήμερον οἱ Νομάρχαι νὰ ἀντιμετωπίσουν καὶ νὰ διευθετήσουν σοβαρὰ ζητήματα ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, δοθέντος, ὅτι ὑπεχρεοῦντο νὰ ζητήσουν πάντοτε τὴν ἔγκρισιν τοῦ κέντρου διὰ τὰς οἰκονομικὰς συνεπείας τῶν ζητημάτων τούτων. Ἤδη πλέον ὁ Νομάρχης θὰ δύναται νὰ διαθέτῃ σοβαρὰς πιστώσεις ἐξ ἰδίου προϋπολογισμοῦ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον πιστεύομεν, ὅτι θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ ἐπιλύωνται σοβαραὶ ὑποθέσεις ὑπὸ τοῦ Νομάρχου κατόπιν γνώμης τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων ἅτινα εὑρισκόμεθα πλησιέστερα τῶν πραγμάτων θὰ ἔχουσιν ἄμεσον καὶ ἰδίαν ἀντίληψιν ὥστε νὰ ἐπιλύουν τὰς ὑποθέσεις ὀρθῶς καὶ θετικῶς, ἄνευ προσφυγῶν καὶ ἐκκλήσεων πρὸς τὸ βαρύκοον καὶ πολλάκις μυωπικὸν κέντρον. Ἐπίσης διὰ τοῦ ἄρθρου 17 ἐγκαθίστανται εἰς τὰς ἐπαρχίας λογιστήρια πρᾶγμα ποὺ θὰ ἐξυπηρετήσῃ μεγάλως διότι δὲν θὰ ἐμπλέκωνται αἱ ὑποθέσεις εἰς τὸν ἱστὸν τῶν λογαρίθμων τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Ἐκ τῶν ὀλίγων γραμμῶν τοῦ νομοσχεδίου, τὰς ὁποίας σᾶς ἀνέπτυξα ἀσφαλῶς καὶ βεβαίως καὶ δὲν δύναταί τις νὰ ἀμφισβητήσῃ τοῦτο τὸ ὅλον Κράτος μεταφέρεται ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, ἐν τῷ Νομῷ οὕτως ὥστε ὅλη αὕτη ἡ κρατικὴ μηχανὴ ἐν τῷ Νομῷ νὰ ἀποτελῇ πλήρη ἀποκέντρωσιν ὅπως τὴν ἐπόθησεν ὁ λαός. Δὲν θὰ ἔρχεται πλέον ἡ ἐπαρχία πρὸς τὸ κέντρον ἀλλὰ τὸ κέντρον πρὸς τὴν ἐπαρχίαν, ἀναστρέφονται οἱ ὅροι καὶ παύει ἡ μαρτυρικὴ Ὀδύσσεια τῶν ἐπαρχιωτῶν πρὸς τὴν προνομιοῦχον πρωτεύουσαν. Ἡ ἐπαρχία ἀναζωογονεῖται καὶ ἀναπνέει. Ἡμεῖς ὡς προερχόμενοι ἐκ τῆς ἐπαρχίας καὶ διαβιοῦντες ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἔχοντες ἄμεσον ἀντίληψιν τῶν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ συμβαινόντων ἐκφράζομεν τὴν εὐχήν μας ὅπως ὁ θεσμὸς τῆς διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως προκόπτων ἴδῃ καλὰς ἡμέρας. Προαγόμενος δὲ καὶ συμπληρούμενος καὶ βελτιούμενος ἐκ τῶν διδαγμάτων τῆς πείρας ἀποδώσῃ τὰ ἀναμενόμενα ἀγαθὰ ἀποτελέσματα καὶ καρποφορήσῃ καὶ ἀποδώσῃ τοὺς εὐχύμους καρπούς της ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν πολιτῶν καὶ τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου. Μεταφέρων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τὸν ἄνεμον αἰσιοδοξίας ὅστις ἤρξατο πνέων ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ πρὸς δὲ καὶ τὰ συναισθήματα χαρᾶς καὶ ἀνακουφίσεως ὅλων τῶν διαβιούντων ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ πολιτῶν θεωρῶ ὑποχρέωσίν μου νὰ ἐκφράσω τὰς εὐχαριστίας των τόσον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ ὅσον καὶ πρὸς τὸν θεράποντα ἰατρὸν τοῦ διοικητικοῦ θεσμοῦ ἀξιότιμον κ. ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν ἄπειρον δὲ εὐγνωμοσύνην ὅλων μας πρὸς τὸν ἐνσαρκωτὴν καὶ ἐμπνευστὴν τῆς διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως ἐξοχώτατον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως Στρατάρχην κ. Παπάγον. (Χειροκροτήματα).
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἕτερος τῶν εἰσηγητῶν τῆς μειοψηφίας κ. Γ. Ρωμανός, ἔχει τὸν λόγον.
§95Γ. ΡΩΜΑΝΟΣ. Θέλω νὰ ἀρχίσω τὴν ἀγόρευσίν μου, ἀπὸ μίαν ἀναγνώρισιν: Ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πιστεύει εἰς τὴν ἀποκέντρωσιν, ὅτι ἠγωνίσθη μὲ ὅσα μέσα διέθετε νὰ ἐπιτύχῃ σχετικῶς ταχέως, ὅτι καλύτερον ἠδύνατο, τὸ ὁποῖον ἀπεκρυσταλλώθη εἰς τὸ φερόμενον ὑπὸ τὴν κρίσιν σας νομοσχέδιον, καὶ ὅτι πιστεύει εἰς τὴν ἀποτελεσματικότητα τοῦ νομοσχεδίου του. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ συγχαρῶ τὸν κ. ὑπουργὸν διὰ τὴν πίστιν καὶ τὸν ἀγῶνα του. Ἀλλ’ ὅσον καὶ ἐὰν θὰ ἦτο βέβαιος, περιττὸν νὰ σᾶς κουράσω ἀναπτύσσων ἐνώπιον ὑμῶν τὰ ἀγαθὰ καὶ τὴν ἀνάγκην τῆς ἀποκεντρώσεως ἐπαναλαμβάνων ἐπιχειρήματα καθιερωμένα ἐν τῇ ἐπιστήμῃ καὶ τῇ πράξει ἄλλων χωρῶν καὶ παρ’ ἡμῖν ἐπὶ χρόνον ὑπερβαίνοντα τὴν 100ετίαν, εἶναι πάντως προφανές, ὅτι ἡ μετάβασις ἀπὸ τῆς ὑδροκεφάλου συγκεντρώσεως μὲ τὰς βαθείας ρίζας ποὺ τὰ ἀνέπτυξεν ἡ γραφειοκρατία εἰς τὴν ἀποκέντρωσιν, δὲν εἶναι ἔργον, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ συντελεσθῇ ἀπὸ τῆς μιᾶς ἡμέρας εἰς τὴν ἄλλην δι’ ἑνὸς νόμου ποὺ νὰ ἀποτελῇ ἔργον ἑνὸς ὑπουργοῦ μὲ ὁσονδήποτε μεγάλην καὶ εἰλικρινῆ διάθεσιν νὰ ἐπιβάλῃ τὰς ἀπόψεις του. Δι’ αὐτό, ὡς ζήτημα ἀρχῆς, ἀντικείμενον ἀναπτύξεως, κατὰ τὸ παρὸν στάδιον τῆς συζητήσεως, δὲν θὰ θεωρήσω τὸ γενικώτερον θέμα τοῦ ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐπιδιώκεται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ θεσμοῦ τῆς ἀποκεντρώσεως, διότι δὲν νομίζω, ὅτι ὑπάρχει τις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἢ καὶ ἐκτὸς αὐτῆς πιστεύων, ὅτι ἡ ἀποκέντρωσις δὲν εἶναι θεσμὸς χρήσιμος καὶ ἀναγκαῖος. Ἀλλ’ ὡς ζήτημα ἀρχῆς θὰ ἐξετάσω ἐὰν διὰ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου πρόκειται νὰ πραγματοποιηθῇ ἀποκέντρωσις καὶ νὰ εὐδοκιμήσῃ. Τοιαύτη ἔρευνα, κατ’ ἀνάγκην, ἀναφέρεται εἰς συγκεκριμένας διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου χωρὶς ἐκ τούτου ἡ ἔρευνα νὰ παύῃ νὰ ἀποτελῇ ζήτημα ἀρχῆς. Ὑπὸ τοιαύτην δὲ βάσιν ἔγινε καὶ ἐν τῇ Κοινοβουλευτικῇ Ἐπιτροπῇ ἡ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου συζήτησις. Δύο εἶναι αἱ βασικαὶ ἐπιδιώξεις τῆς ἀποκεντρώσεως. Ἡ μία συνίσταται εἰς τὸ νὰ ἔλθῃ ἡ Διοίκησις πλησίον τῶν διοικουμένων, λαμβάνουσα ἐπὶ τόπου, ἄνευ σπατάλης χρόνου καὶ χρημάτων, ἀποφάσεις ἐξυπηρετούσας τὸν πληθυσμὸν καὶ τὰς τοπικὰς συνθήκας· ἡ ἄλλη ἐπιδίωξις εἶναι νὰ ἐλευθερωθῇ τὸ κέντρον ἀπὸ σημαντικὸν μέρος τῶν ἀποφασιστικῶν του ἁρμοδιοτήτων ἐπὶ δευτερευουσῶν τρεχουσῶν ὑποθέσεων, ὥστε νὰ δυνηθῇ νὰ ἐπιδοθῇ εἰς τὸν κύριον προορισμόν του, δηλαδή, εἰς ἁρμοδιότητας ἐπιτελικῆς ἢ γενικωτέρας φύσεως, ὡς καὶ προγραμματισμοῦ εὐρυτέρας ἐθνικῆς σημασίας ἔργων. Οἱ βασικοὶ οὗτοι σκοποὶ δύνανται νὰ ἐπιτευχθοῦν εἴτε διὰ τῆς ἀποκεντρώσεως, διὰ τῆς μεταβιβάσεως δηλαδή, ἀποφασιστικῶν ἁρμοδιοτήτων τοῦ Κέντρου εἰς τοπικὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀντιπρόσωποι τοῦ Κέντρου ἱεραρχικῶς ὑποτεταγμένα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἴτε διὰ τῆς αὐτοδιοικήσεως, διὰ τῆς μεταβιβάσεως δηλαδή, τοιούτων ἁρμοδιοτήτων εἰς αὐτοδιοικούμενα ὄργανα, τοπικὰς δηλαδὴ συνελεύσεις μὴ ὑπαγομένας εἰς ἱεραρχικὸν ἔλεγχον. Βεβαίως ἡ πλήρης λειτουργία τῆς ἀποκεντρώσεως ἐπιτυγχάνεται διὰ τῆς αὐτοδιοικήσεως, ἐπὶ τοσούτῳ ὥστε πλεῖστοι ἐν τῇ ἐπιστημονικῇ θεωρητικῇ ἀναπτύξει τοῦ θεσμοῦ νὰ ὁρίζουν τὴν ἀποκέντρωσιν ὡς αὐτοδιοίκησιν. Προσωπικῶς πιστεύω, ὅτι ἡ ἀποκέντρωσις πρέπει νὰ ἀποτελέσῃ τὸ πρῶτον στάδιον πρὸς τὴν αὐτοδιοίκησιν. Συνεπῶς δὲν πρόκειται νὰ διατυπώσω κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀντιρρήσεις ἀρχῆς, διότι τοῦτο περιορίζεται νὰ καθιερώσῃ ἀποκέντρωσιν καὶ ὄχι αὐτοδιοίκησιν, ἐπιφυλασσόμενος πάντως νὰ ἐκθέσω τὰς παρατηρήσεις μου ἐπὶ διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου σχετικῶς μὲ τὴν αὐτοδιοίκησιν ἢ τὴν προετοιμασίαν αὐτῆς. Διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τῆς ἀποκεντρώσεως, κύριοι βουλευταί, χρειάζεται πρὸ παντὸς πίστις καθολικὴ ἐπὶ τὴν ἀναγκαιότητα τοῦ θεσμοῦ, ἡ ὁποία νὰ ἐκδηλωθῇ εἰς τὴν διάθεσιν καὶ ἀπόφασιν τῆς κεντρικῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ὅπως ἀπαλλοτριώσῃ ὁριστικῶς συγκεκριμένους τομεῖς κρατικῆς λειτουργίας ὑπὲρ τῶν ὀργάνων τῆς διοικητικῆς περιφερείας. Χρειάζεται μετὰ ταῦτα διαίρεσις τῆς Ἑλληνικῆς χώρας εἰς τὰς καταλλήλους διοικητικὰς περιφερείας ἐντὸς ἑκάστης τῶν ὁποίων νὰ λειτουργήσουν κατὰ ἴσον ποσοστὸν δικαιοδοσίας καὶ ἁρμοδιότητος αἱ κρατικαὶ λειτουργίαι ὑπὸ τὸν θεσμὸν τῆς ἀποκεντρώσεως. Χρειάζεται τέλος πλήρης καὶ λεπτομερής, ἀποκλειστικὴ δὲ κατάταξις τῶν ἁρμοδιοτήτων κατὰ κλάδους διοικήσεως ποὺ θὰ κριθῇ, ὅτι δύνανται νὰ ἐκχωρηθοῦν εἰς τὰ περιφερειακὰ ὄργανα, ἔργον δύσκολον καὶ πολυσχιδές. Ἀνεξαρτήτως, ὅμως, κύριοι βουλευταί, τῶν ἀντιρρήσεων ἐπὶ μερικωτέρων θεμάτων ἀρχῆς τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ἀσχοληθῶ ἀργότερον, εἶμαι ὑποχρεωμένος ἀπὸ τοῦδε νὰ διαπιστώσω, ὅτι οὐδενὸς τῶν βασικῶν σημείων ποὺ ἀνέφερα ὡς ἀπαραιτήτων διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τῆς ἀποκεντρώσεως προκύπτει ἡ συνδρομὴ ἐν τῷ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίῳ. Οὕτω προκύπτει ἀπὸ τὰς βασικωτέρας διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, προέκυψε δ’ ἴσως ἐναργέστερον κατὰ τὰς συζητήσεις τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, αἱ ὁποῖαι διεξήχθησαν εἰς φιλικὴν καὶ πολιτισμένην ἀτμόσφαιραν παρουσίᾳ τοῦ προθύμου εἰς πᾶσαν ἐπεξήγησιν κ. ὑπουργοῦ, ὅτι πολλαὶ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου διετυπώθησαν σκοπίμως κατὰ τρόπον μὴ ἐνδεικνυόμενον, διότι ἡ ἐνδεδειγμένη διατύπωσις θὰ συνήντα τὴν ἀντίδρασιν ἄλλων Ὑπουργείων. Ἄλλων διατάξεων ἡ διατύπωσις τῶν ὁποίων ἀφέθη εἰς τὰ ἁρμόδια Ὑπουργεῖα ἔγινε κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἀνατινάσσῃ εἰς τὸν ἀέρα ὁλόκληρον τὸν ἐπιδιωκόμενον ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου σκοπόν. Ἀλλὰ ἐδῶ δὲν ἐπρόκειτο, κύριοι βουλευταί, νὰ εἰσαγάγῃ ὁ κ. ὑπουργὸς νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἔθετε πρὸ τετελεσμένου γεγονότος τοὺς ἐν τῇ Κυβερνήσει συναδέλφους του, οἱ ὁποῖοι αἰφνιδίως θὰ ἔβλεπον, ὅτι ἀπώλεσαν ὑπὲρ τῶν ὀργάνων τῆς ἀποκεντρώσεως μέρος τῶν ἁρμοδιοτήτων των. (Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τὴν προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Πρόεδρος κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ). Ἐπρόκειτο ἡ Κυβέρνησις ὡς συλλογικὸν ὄργανον νὰ πιστεύσῃ καὶ νὰ βοηθήσῃ εἰς τὴν καθιέρωσιν καὶ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ θεσμοῦ. Τοιαύτη συλλογικὴ πίστις καὶ βοήθεια δὲν ὑπάρχει. Ἐὰν ὑπῆρχεν, ἐὰν εἴχομεν κριτήρια νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι ὑπῆρχε θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι ἤδη δι’ αὐτῶν θὰ εἶχεν ἐξασφαλισθῆ μία τῶν βασικωτέρων προϋποθέσεων διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τῆς ἀποκεντρώσεως, ὥστε ἡ ἀπασχόλησίς μας μὲ τὴν διατύπωσιν τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀποκεντρώσεως θὰ κατήντα τότε σχολαστικὴ λεπτομέρεια. Ἀντιθέτως πιστεύω, ὅτι βοηθοῦμεν τὸν κ. ὑπουργὸν ἀσχολούμενοι μὲ κάποιαν ἐπιμονὴν μὲ τὰς ἐπὶ μέρους διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου ἐκ τῆς ἐνδεδειγμένης διατυπώσεως, τῶν ὁποίων εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψῃ ὁ ἐπιδιωκόμενος σκοπὸς παρὰ τήν, ἂς μὴ εἴπωμεν ἀντίδρασιν, ἀλλὰ ἂς εἴπωμεν ἀδιαφορίαν τῶν ἐν τῇ Κυβερνήσει συναδέλφων τοῦ κ. ὑπουργοῦ διὰ τὴν προκοπὴν αὐτήν. Ἐπὶ τοῦ δευτέρου βασικοῦ σημείου ποὺ ἐθέσαμεν ὡς ἀπαραίτητον προϋπόθεσιν διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τῆς ἀποκεντρώσεως τῆς καταλλήλου δηλαδή, διαιρέσεως τῆς χώρας εἰς περιφερείας, τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ καινοτομήσῃ. Ἐπῆρεν ὡς δεδομένην τὴν ὑφισταμένην διοικητικὴν διαίρεσιν τῆς χώρας εἰς Νομοὺς καὶ εἰς αὐτὴν ἐλπίζει νὰ ἀναπτύξῃ τὴν ἀποκέντρωσιν. Ἐν τούτοις θὰ ἔπρεπεν ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ ἔχῃ ἀντλήσει πεῖραν ἀπὸ τὰς μέχρι σήμερον γενομένας προσπαθείας ἐφαρμογῆς διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως, αἱ ὁποῖαι πᾶσαι πλὴν ἄλλων προσέκρουσαν καὶ εἰς τὴν ἀκαταλληλότητα τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως τῆς χώρας. Ἡ διαίρεσις εἰς ὑπερβολικὸν ἀριθμὸν Νομῶν ἀποτελεῖ ἀνυπέρβλητον ἐμπόδιον διὰ τὴν ἀποκέντρωσιν. Ἡ διαίρεσις αὕτη στηρίζεται ἐπὶ τεχνητῶν βάσεων καὶ ἐπὶ δεδομένων, τὰ ὁποῖα ἔχουν πλήρως ἀνατραπῆ ἀφ’ ἧς ἡ διαίρεσις αὕτη καθιερώθη, χάρις εἰς τὴν κολοσσιαίαν ἀνάπτυξιν τῶν συγκοινωνιακῶν μέσων καὶ τῶν τηλεπικοινωνιῶν διὰ τῶν ὁποίων αἱ καθ’ ἑαυτὰς μικραὶ ἐντὸς τῶν Νομῶν ἀποστάσεις ἐξεμηδενίσθησαν. Ἡ ὕπαρξις τόσον μεγάλου ἀριθμοῦ Νομῶν δυσχεραίνει τὴν ἐπικοινωνίαν τῶν κεντρικῶν ὀργάνων διοικήσεως, ὑποχρεουμένων νὰ ἀπευθύνωνται καὶ νὰ ἔρχωνται εἰς ἐπαφὴν μὲ μέγαν ἀριθμὸν τοπικῶν ἐκπροσώπων. Δυσκολεύεται οὕτω ὁ ἔλεγχος τῆς κεντρικῆς διοικήσεως, προεξοφλεῖται δὲ ἡ ἀποτυχία τῆς ἀποκεντρώσεως καὶ ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι εἶναι ἀδύνατος ἡ ἐξεύρεσις τόσον μεγάλου ἀριθμοῦ ἱκανῶν προσώπων ὅπως ἀσκήσουν εὐρείας ἁρμοδιότητας. Ἐπὶ πλέον τόσον μικραὶ περιφέρειαι δὲν θὰ δυνηθοῦν ποτὲ ν’ ἀποτελέσουν σοβαρὸν κέντρον διοικητικῆς ζωῆς, οὔτε θὰ βοηθήσουν τὴν ἀνάπτυξιν ζωντανῶν ἐπαρχιακῶν πόλεων, αἱ ὁποῖαι νὰ συγκρατήσουν τὸ καταστρεπτικὸν ρεῦμα τῆς συρροῆς ἐπαρχιωτῶν εἰς τὴν πρωτεύουσαν. Λιασκόρπισις διοικητικῆς ζωῆς εἰς ἡμίσειαν ἑκατοντάδα μικρῶν πόλεων, οὐ μόνον οὐδεμιᾶς πόλεως τὴν ἀνάπτυξιν βοηθεῖ, ἀλλὰ ἀσφαλῶς ὁδηγεῖ εἰς πλήρη μαρασμὸν τὰς μεγαλυτέρας ἐπαρχιακὰς πόλεις, αἱ ὁποῖαι ἐκ τῆς φύσεως, θέσεως καὶ ἱστορίας των θὰ ἦσαν προωρισμέναι ν’ ἀποτελέσουν τὰ κέντρα διοικητικῶν περιφερειῶν εὐρυτέρων τῶν νομῶν. Δὲν πρόκειται καὶ ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ νὰ σᾶς ἀπασχολήσω μὲ τὴν θεωρητικὴν πλευρὰν τοῦ θιγομένου ἐνταῦθα ζητήματος. Καὶ τοῦτο ἀναφέρεται εἰς παλαιὰν ἤδη ἐπιστημονικὴν κίνησιν, ἀναπτυχθεῖσαν ἐν Γαλλίᾳ, γνωστὴν ὡς REGIONALISME, τῆς ὁποίας σοβαροὶ καὶ πολλοὶ ὑπῆρξαν καὶ ὑπάρχουν παρ’ ἡμῖν ὑποστηρικταὶ καὶ θιασῶται καὶ μεταξὺ τῶν θεωρητικῶν καὶ μεταξὺ τῶν πολιτικῶν. Τοῦτο μόνον δέον νὰ λεχθῇ ἐνταῦθα. Ὅτι ἐὰν ἀλλαχοῦ ἡ συζήτησις περὶ τῆς καθιερώσεως καταλλήλου διοικητικῆς περιφερείας ἔχῃ θεωρητικὴν ἀξίαν διὰ τὴν ἀπόδοσιν τοῦ θεσμοῦ τῆς ἀποκεντρώσεως, ἡ αὐτὴ συζήτησις παρ’ ἡμῖν ἔχει ἀμεσώτατον πρακτικὸν σκοπόν. Διότι παρ’ ἡμῖν εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι ὁ Νόμος δὲν ἀποτελεῖ τὴν ἐνδεδειγμένην διοικητικὴν διαίρεσιν, ἀφοῦ πλεῖσται κρατικαὶ λειτουργίαι δὲν ἀκολουθοῦν τὴν διαίρεσιν τοῦ Νομοῦ διὰ τὴν διάρθρωσιν τῶν περιφερειακῶν ὑπηρεσιῶν των καὶ ἑκάστη ἀκολουθεῖ ἰδίαν περιφερειακὴν ὀργάνωσιν καὶ διαίρεσιν. Οὕτω, οὐ μόνον ἐπὶ διαφορετικῶν βάσεων καὶ κριτηρίων στηρίζεται ἡ κρατικὴ περιφερειακὴ ὀργάνωσις τῆς διοικήσεως, τῆς δικαιοσύνης, τῆς ἐκπαιδεύσεως, τῆς ἀσφαλείας, τῆς ὑγείας, τῆς θρησκείας, τῶν οἰκονομικῶν ὑπηρεσιῶν, τῶν διαβιβάσεων κλπ., ἀλλὰ καὶ ὁ βαθμὸς τῆς ὑπαγωγῆς μιᾶς ἑκάστης περιφερειακῆς ὑπηρεσίας εἰς τὴν προϊσταμένην κεντρικὴν ποικίλλει, ἄλλων ὑπηρεσιῶν ὑπαγομένων ἀμέσως εἰς αὐτήν, δι’ ἄλλας δ’ ἰσχύοντος ἐνδιαμέσου βαθμοῦ. Δὲν ἐνδιαφέρει πῶς ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τῆς πλήρους ἀσυναρτησίας καὶ ἀναρχίας. Ἐκεῖνο ποὺ ἐνδιαφέρει εἶναι ἡ ἀνάγκη τῆς διορθώσεως τοῦ ἀπιθάνου τούτου κακοῦ, ἀνάγκη, ἡ ὁποία ἦτο αὐτοτελὴς καὶ ἐπείγουσα ἀνεξαρτήτως καθιερώσεως τῆς ἀποκεντρώσεως. Πολλῷ μᾶλλον ἐπεβάλετο ἡ διόρθωσις προκειμένου νὰ ἐφαρμόσωμεν ἀποκέντρωσιν ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἐὰν δὲν διαμορφωθοῦν ἑνιαῖαι διοικητικαὶ διαιρέσεις τῆς χώρας ἐντὸς τῶν ὁποίων νὰ λειτουργήσουν, κατὰ τὴν αὐτὴν ἔκτασιν ἁρμοδιότητος, πᾶσαι αἱ κρατικαὶ λειτουργίαι. Ἐνῷ δὲ ἡ κρατοῦσα ἀσυναρτησία καὶ ἡ ἀποδεδειγμένη ἀποτυχία τῆς Νομαρχιακῆς διαιρέσεως καθίστα εὐκολωτέραν τὴν μετάβασιν εἰς τὴν ἐνδεδειγμένην εὐρυτέραν περιφέρειαν, καθιεροῦται τώρα καὶ νομοθετικῶς, διὰ τοῦ νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον εἰσάγει τὴν ἀποκέντρωσιν, ἡ κρατοῦσα εἰς τὴν διοικητικὴν περιφέρειαν ἀσυναρτησία καὶ ἡ ἀντίφασις μεταξὺ ἁρμοδιοτήτων τῶν Νομαρχῶν καὶ τῶν περιφερειακῶν ὀργάνων τῶν Ὑπουργείων ἐχόντων δικαιοδοσίαν εὐρυτέραν τῆς τοῦ Νομοῦ. Ὁλόκληρος ὁ κύκλος ἁρμοδιότητος, τοιούτων περιφερειακῶν ὀργάνων, ὑπεκφεύγει τὸν ἔλεγχον τῶν Νομαρχῶν, ἀκόμη καὶ ἐπὶ θεμάτων, διὰ τὰ ὁποῖα κατ’ ἄρθρον 1 καὶ 2, ὁρίζονται οὗτοι ἀποκλειστικῶς ἁρμόδιοι. Ἐπὶ τοιούτων θεμάτων οἱ Νομάρχαι εἶναι ὑφιστάμενοι τοῦ περιφερειακοῦ ὀργάνου τῆς εὐρυτέρας δικαιοδοσίας, ὑποχρεωμένων νὰ δεχθοῦν τὴν εἰς τοὺς Νομούς των ἐφαρμογὴν τῶν ὑπὸ τῶν ὀργάνων εὐρυτέρας δικαιοδοσίας ὑπαγορευομένων ἑκάστοτε μέτρων καὶ μὴ ἔχοντες ἄλλο μέσον ἀμύνης παρὰ τὴν 20ήμερον ἀναστολὴν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ μέτρου καὶ τὴν ἀναφορὰν εἰς τὸν ὑπουργὸν ὅπως ἐκ νέου κρίνῃ τὸ μέτρον (ἄρθρον 5, παράγρ. 2, 3, 4). Οὐ μόνον δὲ τοῦτο. Ἀλλὰ ἡ συγκεντρωτικὴ γραφειοκρατικὴ νοοτροπία τῶν ὑπουργικῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Κέντρου δύναται ὁλόκληρον τὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου νὰ ματαιώσῃ καὶ νὰ καταστήσῃ τοὺς Νομάρχας ἄβουλα ὄργανα ἐκτελέσεως, παρ’ ἄλλων λαμβανομένων, ἀποφάσεων. Θὰ ἤρκει πρὸς τοῦτο τὰ καθ’ ἕκαστον Ὑπουργεῖα, θιγόμενα ἐκ τῆς ἀφαιρέσεως παρ’ αὐτῶν ἁρμοδιοτήτων ὑπὲρ τῶν Νομαρχῶν νὰ καθιερώσουν δικαιοδοσίαν τῶν περιφερειακῶν των ὀργάνων εὐρυτέραν τῆς τῶν Νομῶν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου ἔχει διαπιστώσει τὴν ἀνωμαλίαν καὶ τὸν κίνδυνον αὐτόν. Ἀλλὰ τὸ καθιερούμενον, διὰ τοῦ ἄρθρου 38, μέσον ἀμύνης εἶναι ἀλυσιτελὲς καὶ ἀπρόσφορον νὰ ματαιώσῃ τὸν κίνδυνον. Ἡ τροποποίησις τῆς κατὰ τόπον ἁρμοδιότητος τῶν περιφερειακῶν ὀργάνων τῶν καθ’ ἕκαστον Ὑπουργείων, ὥστε αὕτη νὰ συμπίπτῃ πρὸς τὰ ὅρια τῶν Νομῶν, ἔδει νὰ προηγηθῇ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Θὰ ἦτο τοῦτο τὸ ἐλάχιστον ποὺ ἠμποροῦσε νὰ ἀξιώσῃ τις ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον, ἐφ’ ὅσον τοῦτο ἐπιμένει εἰς τὴν καθιέρωσιν τοῦ Νομοῦ ὡς καταλλήλου διοικητικῆς περιφερείας. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ, ἐμμένουσα εἰς τὴν Νομαρχίαν ὡς τὴν κατάλληλον διοικητικὴν περιφέρειαν τῆς χώρας, ὑπαναχωρεῖ ἀπὸ βασικώτατον σημεῖον τοῦ προγράμματός της, ἐξαγγελθὲν ἐπισήμως ἐπανειλημμένως, κυρίως δὲ διὰ τῆς ραδιοφωνικῆς ὁμιλίας τῆς 2 Δεκεμβρίου 1952 τοῦ ὑπουργοῦ Συντονισμοῦ. Τὸ πρόγραμμα τοῦτο, εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ὁποίου ἐμμένει τὸ κόμμα τοῦ ὁποίου ἔχω τὴν τιμὴν νὰ μετέχω, προβλέπει τὴν κατάργησιν τῆς Νομαρχίας ὡς ἀνωτέρας μονάδος διοικητικῆς διαιρέσεως τῆς χώρας καὶ τὴν διαίρεσιν αὐτῆς εἰς εὐρείας περιφερείας (10 –12) βάσει ἀντικειμενικῶν κριτηρίων πληθυσμοῦ, κοινωνικῶν, γεωγραφικῶν, οἰκονομικῶν καὶ τεχνικῶν, ὥστε νὰ ἐγγυᾶται καὶ τὴν σταθερότητα τῆς νέας διαιρέσεως καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν τμημάτων αὐτῆς ἐντὸς τῆς ἐπικρατείας. Ἐπὶ τοῦ προγράμματος ἄλλωστε τούτου, ἐστηρίχθη ἡ διαίρεσις τῶν ἐκλογικῶν περιφερειῶν εἰς τὸν ἰσχύοντα ἐκλογικὸν νόμον. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ τρίτον σημεῖον ποὺ ἐθεώρησα ἀπαραίτητον διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ θεσμοῦ, σημεῖον ἐπὶ τοῦ ὁποίου διὰ μακρῶν ἀπησχόλησα τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, διαφωνήσας μὲ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον καθορίζει τὰς ἁρμοδιότητας τοῦ περιφερειακοῦ ὀργάνου τῆς ἀποκεντρώσεως. Τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου καθιεροῖ τὴν βασικὴν ἀρχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν εἰς τοὺς Νομάρχας ἀνατίθεται ἡ ἀποκλειστικὴ ἄσκησις ἐν τῇ περιφερείᾳ αὐτῶν τῶν ἁρμοδιοτήτων πάντων τῶν ὑπουργῶν πλὴν τῶν ὑπουργῶν Προεδρίας Κυβερνήσεως, Συντονισμοῦ, Ἐθνικῆς Ἀμύνης, Ἐξωτερικῶν, Δικαιοσύνης καὶ Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας. Ἀλλ’ ἦτο προφανές, ὅτι τοιαύτη ἀρχὴ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἰσχύσῃ ἀπολύτως. Ἄπειροι τομεῖς κρατικῆς δραστηριότητος, ἰδίως δ’ ἴσως οἱ ἀναφερόμενοι εἰς τὴν οἰκονομικὴν λειτουργίαν καὶ ἀμέσως ἢ ἐμμέσως ἐπηρεάζοντες αὐτὴν ἀπαιτοῦν ἑνότητα κατευθύνσεως, ἀποφάσεως καὶ ἐκτελέσεως, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκχωρηθοῦν εἰς τοὺς Νομάρχας. Περιεπλάκη λοιπόν, ἡ ἀρχὴ εἰς ἐξαιρέσεις, περὶ ὧν διαλαμβάνουν τὰ ἄρθρα 1 παρ. 2 καὶ 4 παρ. 2 ἐξαιρέσεις, αἱ ὁποῖαι ἦτο μοιραῖον νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ περιγραφοῦν περιοριστικῶς, εἰς σημεῖον ὥστε, τὴν στιγμὴν ποὺ συζητοῦμεν τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον οὐδεμία ἐγγύησις ὑπάρχει, ὅτι αἱ ἁρμοδιότητες τοῦ ὀργάνου τῆς ἀποκεντρουμένης περιφερείας θὰ ἐξέλθουν ἀπὸ τὸν νόμον μας ηὐξημέναι. Δὲν ὑπάρχει πράγματι ἐγγύησις πέραν τοῦ ἀναμφισβητήτου προσωπικοῦ ἐνδιαφέροντος, τοῦ κ. ὑπουργοῦ Ἐσωτερικῶν, νὰ κερδίσῃ τὴν μάχην ποὺ θὰ δώσῃ μὲ τοὺς ἐν τῇ Κυβερνήσει συναδέλφους του διὰ ν’ ἀποσπάσῃ ὑπὲρ τῶν Νομαρχῶν του ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρας ἁρμοδιότητας. Ὡμίλησα περὶ μάχης καὶ ἐπειδὴ διαβλέπω διάθεσιν διαμαρτυρίας ἀπὸ μέρους τοῦ ἀγαπητοῦ κ. ὑπουργοῦ, σπεύδω νὰ ἐξηγήσω, ὅτι δὲν μετεχειρίσθην τυχαῖον ἢ ὑπερβολικὸν ὅρον. Ἀνέπτυξα ἤδη τὴν ἐντύπωσίν μου ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐμφανίζεται προϊὸν καθολικῆς Κυβερνητικῆς διαθέσεως καὶ προεργασίας. Εἰς ἐπίρρωσιν δὲ τῆς ἐντυπώσεώς μου αὐτῆς, δικαιοῦμαι ν’ ἀναφέρω τὴν διατύπωσιν τοῦ ἐδ. στʹ τῆς § 2 τοῦ ἄρθ. 1 καθ’ ἣν οἱ ἐπὶ μέρους ὑπουργοὶ πρέπει νὰ σπεύσουν μέχρι 31 Μαΐου 1955 νὰ ἐνδιαφερθοῦν διὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν διαταγμάτων διὰ τῶν ὁποίων θὰ καθορίζωνται αἱ ἁρμοδιότητες ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι δὲν θὰ ἐκχωρηθοῦν ἀπὸ μέρους ἑκάστου ὑπουργοῦ, εἰς τοὺς Νομάρχας, διότι ἄλλως ἂν δηλαδή, δὲν ἐκδοθοῦν μέχρι τῆς ἡμερομηνίας αὐτῆς τοιαῦτα διατάγματα, τότε αὐτοδικαίως οἱ Νομάρχαι ἀποκτοῦν τὰς μὴ ἐξαιρεθείσας ἁρμοδιότητας τῶν ἐπὶ μέρους Ὑπουργείων. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, δὲν εἶναι σκοπὸς νὰ δοθοῦν εἰς τὰ περιφερειακὰ ὄργανα ἀπεριόριστοι καὶ μὴ ἐκ τῶν προτέρων γνωσταὶ δικαιοδοσίαι. Σκοπὸς εἶναι νὰ δοθοῦν δικαιοδοσίαι τοιαῦται, αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν ν’ ἀσκηθοῦν ὑπὸ τῶν περιφερειακῶν ὀργάνων, ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς διοικήσεως καὶ οὐχὶ δικαιοδοσίαι ἡ ἄσκησις τῶν ὁποίων παρὰ τῶν Νομαρχῶν, θὰ διαταράσσῃ τὴν ἑνιαίαν κατεύθυνσιν τῆς κυβερνητικῆς πολιτικῆς μὲ τὸν κίνδυνον νὰ χαθῇ καὶ ἀνατραπῇ ὁ κυβερνητικὸς ἔλεγχος τῆς κατευθύνσεως ταύτης. Καὶ διὰ νὰ πραγματοποιηθῇ τοιοῦτος σκοπὸς δέον αἱ ἁρμοδιότητες τοῦ περιφερειακοῦ ὀργάνου νὰ εἶναι θετικῶς καὶ ὄχι ἀρνητικῶς προκαθωρισμέναι καὶ γνωσταί. Μόνον οὕτως ἄλλως τε θ’ ἀποδώσῃ ὁ θεσμὸς τῆς ἀποκεντρώσεως. Ἐτάχθην οὕτω κατηγορηματικῶς, κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἄρθρου 1 δι’ οὗ καθορίζεται, ὅτι τὸ περιφερειακὸν ὄργανον ἔχει ὅλας τὰς ἁρμοδιότητας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐξῃρέθησαν τῆς δικαιοδοσίας του καὶ ὑπεστήριξα, ὅτι αἱ ἁρμοδιότητες αὗται ἔπρεπε νὰ καθορισθοῦν εἰδικαὶ καὶ περιωρισμέναι διὰ τῆς ἐξαντλητικῆς ἐν τῷ νόμῳ ἀναγραφῆς τῶν ἐπὶ ἑκάστου κλάδου κρατικῆς λειτουργίας, ἀνατιθεμένων εἰς τὸ περιφερειακὸν ὄργανον ἁρμοδιοτήτων. Προκύπτει, τόσον ἐκ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως, ὅσον καὶ ἐκ τῶν συζητήσεων ἐνώπιον τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ὅτι, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν ἔχει ἀντίρρησιν, κατὰ τῆς ἀπόψεώς μου, ὅτι δηλαδή, αἱ ἁρμοδιότητες τοῦ περιφερειακοῦ ὀργάνου δέον ν’ ἀναγράφωνται ἐν τῷ νόμῳ θετικῶς καὶ ἐξαντλητικῶς. Τοὐναντίον ἐφάνη θεωρητικῶς πιστεύων εἰς τὴν ὀρθότητα τῆς ἀπόψεώς μου. Προέβαλεν ὅμως κατ’ αὐτῆς τρεῖς βασικὰς ἀντιρρήσεις, τεχνικοῦ θὰ ἔλεγα χαρακτῆρος. Ἡ πρώτη ἀντίρρησις ἀναφέρεται εἰς τὴν πολυνομίαν καὶ σχεδὸν ἀσυναρτησίαν, αἱ ὁποῖαι ἐπικρατοῦν εἰς τὰ θέματα τῆς δικαιοδοσίας καὶ ἁρμοδιότητος τῶν κεντρικῶν καὶ περιφερειακῶν ὀργάνων τῶν διαφόρων Ὑπουργείων. Ἡ πολυνομία καὶ ἀσυναρτησία αὐτὴ ἐμποδίζει τὴν καταγραφὴν καὶ ἀπαρρίθμησιν τῶν ἁρμοδιοτήτων ποὺ πρέπει καὶ δύνανται νὰ ἐκχωρηθοῦν ἀπὸ κάθε Ὑπουργεῖον εἰς τὸ περιφερειακὸν ὄργανον, ἀφοῦ λίγο–πολὺ δὲν ὑπάρχει πάντοτε βεβαιότης, ὅτι συγκεκριμένη ἁρμοδιότης ἀνήκει εἰς ὡρισμένον Ὑπουργεῖον καὶ ὄχι εἰς ἄλλο. Ἡ ἀντίρρησις ὅμως αὐτὴ ἀναφέρεται εἰς βασικὸν κακὸν ποὺ ἔπρεπε καὶ πρέπει νὰ παραμερισθῇ, οὐδαμῶς δ’ ἀρκεῖ ἡ ὁμολογία τοῦ κακοῦ διὰ νὰ δημιουργοῦνται καὶ ἄλλα. Ἡ Κυβέρνησις ἐπηγγέλθη τὴν κωδικοποίησιν τῆς κειμένης νομοθεσίας. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις πιστεύῃ εἰς τὴν ἐπαγγελίαν της, ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ νομοσχεδίου θὰ ἔδει νὰ ἀναβληθῇ μέχρις ὅτου ἡ κωδικοποίησις πραγματοποιηθῇ καὶ ἐπιτρέψῃ τὴν δυνατότητα ἀπαριθμήσεως τῶν ἁρμοδιοτήτων τῶν Νομαρχῶν. Τὸ προτιμηθὲν ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ σύστημα εἶναι πιθανὸν νὰ μᾶς ἐπιτρέψῃ νὰ φθάσωμεν ταχύτερα εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ δὲν θὰ μᾶς ἐπιτρέψῃ νὰ φθάσωμεν ταχέως εἰς τὴν ἀποκέντρωσιν. Αὐτὸ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον δὲν προβλέπει τὴν ἐφαρμογήν του πρὶν ἢ καθορισθοῦν ἀπὸ κάθε Ὑπουργεῖον αἱ ἁρμοδιότητες, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐξαιρεθοῦν ἀπὸ τὸν κύκλον τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Νομάρχου. Μέχρις ὅτου συμβῇ αὐτό, ὁ Νομάρχης θὰ ἐξακολουθῇ νὰ ἔχῃ καὶ νὰ ἀσκῇ τὰς ἁρμοδιότητας ποὺ ἔχει σήμερον βάσει τῶν σήμερον κειμένων διατάξεων. Πράγματι κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 41 τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου ἄρχεται ἕνα μῆνα ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ εἰς τὴν ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως πλὴν τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 1 παράγρ. 1 καὶ 2 ἐδ. αʹ-εʹ, ὧν ἡ ἰσχὺς ἄρχεται ἀπὸ 1 Ἰουνίου 1955. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 1 εἶναι ἡ οὐσία τοῦ ὅλου νόμου, ἀπὸ τὴν ἐφαρμογὴν δὲ αὐτοῦ ἐξαρτᾶται ἡ ἰσχὺς καὶ ἐφαρμογὴ τῶν οὐσιαστικωτέρων διατάξεών του, ὡς εἶναι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 9 περὶ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν Νομαρχῶν, ἡ ὁποία χαρακτηρίζεται ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει ὡς ἀποτελοῦσα σπουδαίαν καινοτομίαν τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ διάταξις αὐτὴ τοῦ ἄρθρου 9 δὲν πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ κατὰ τὸ προσεχὲς οἰκονομικὸν ἔτος 1955–56 ἀφοῦ προβλέπεται ἡ ὑποβολὴ σχεδίου προϋπολογισμοῦ τέσσαρας μῆνας πρὸ τῆς ἐνάρξεως ἑκάστου οἰκονομικοῦ ἔτους. Ἀλλὰ δεδομένου, ὅτι μέχρις Ἰουνίου δὲν θὰ ἔχουν καθορισθῆ αἱ ἁρμοδιότητες τῶν Νομαρχῶν, διὰ ποῖα κονδύλια καὶ ποῖα κεφάλαια θὰ ὑποβάλουν οἱ Νομάρχαι σχέδια προϋπολογισμῶν; Θὰ χρησιμοποιηθῇ λοιπόν, τὸ διάστημα αὐτό, διὰ νὰ συντάξῃ ἕκαστον Ὑπουργεῖον τὸν πίνακα τῶν ἁρμοδιοτήτων τὴν ἄσκησιν τῶν ὁποίων θὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τοὺς Νομάρχας κατ’ ἐξαίρεσιν τῆς θεσπιζομένης εἰς τὴν παρ. 1 τοῦ ἄρθρου 1 ἀρχῆς. Διὰ νὰ εἶναι ὅμως ὁ πίναξ τῶν ἐξαιρέσεων πλήρης θὰ χρειασθῇ ἕκαστον Ὑπουργεῖον νὰ καταγράψῃ τὰς ἰδίας αὑτοῦ ἁρμοδιότητας, ὥστε νὰ γνωρίζῃ ποίας ἐξ αὐτῶν θὰ κρατήσῃ ἀποκλειστικῶς καὶ ποίας ἐξ αὐτῶν δύναται νὰ ἐκχωρήσῃ εἰς τοὺς Νομάρχας. Ἄλλως ἐὰν δὲν γίνῃ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ ἐργασία καθ’ Ὑπουργεῖα, πρέπει νὰ θεωρῆται βέβαιον ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ μᾶς φέρῃ ἐπειγόντως κατὰ καιροὺς νομοσχέδια δι’ ὧν θὰ ἐπιτρέπεται εἴτε ἡ παράτασις τῆς προθεσμίας τοῦ ἐδ. στʹ τῆς παρ. 2, εἴτε ἡ κατάργησις τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἐφ’ ἅπαξ διατάγματος, ὥστε νὰ περιλαμβάνωνται εἰς τοὺς πίνακας καθ’ Ὑπουργεῖα, καὶ ἄλλαι ἐξαιρέσεις. Ἀλλὰ ἀφοῦ θὰ γίνῃ ποὺ θὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ ἐργασία καὶ ἀφοῦ μέχρις ὅτου γίνῃ δὲν πρόκειται νὰ ἰσχύσῃ ὁ νόμος καὶ ἡ ἀποκέντρωσις διατὶ εἴτε νὰ μὴ ἀναβληθῇ ἡ ψήφισίς του, μέχρις ὅτου διατυπωθῇ θετικῶς καθ’ Ὑπουργεῖα ὁ κύκλος τῶν ἁρμοδιοτήτων, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀπονεμηθοῦν εἰς τοὺς Νομάρχας, εἴτε νὰ μὴ ἀφεθῇ ὁ προσδιορισμὸς τοῦ κύκλου τῶν καθ’ Ὑπουργεῖα ἁρμοδιοτήτων τῶν Νομαρχῶν εἰς τὰ προβλεπόμενα νὰ ἐκδοθοῦν ἐφ’ ἅπαξ Βασιλικὰ Διατάγματα. Ὅταν μάλιστα τὸ ὅλον πνεῦμα τοῦ νόμου εἶναι νὰ μὴ ἀπονεμηθοῦν εἰς τοὺς Νομάρχας ἁρμοδιότητες, αἱ ὁποῖαι ἐκ τῆς φύσεώς των δέον ν’ ἀνήκουν εἰς τὸ κέντρον. Εἶναι στοιχειώδης ἀξίωσις νομοθετικῆς δεοντολογίας νὰ καθορισθοῦν θετικῶς καὶ περιοριστικῶς αἱ ἁρμοδιότητες τῶν Νομαρχῶν διὰ νὰ ἐπιτύχῃ ἡ ἀποκέντρωσις.
§96Ι. ΝΙΚΟΛΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερ.). Κύριε συνάδελφε, τὰ Βασιλικὰ Διατάγματα ἤρξαντο καταρτιζόμενα ἀπὸ πολλῶν μηνῶν καὶ εἶναι ἤδη ἕτοιμα.
§97Γ. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν λέγω ὅτι τὰ Βασιλικὰ Διατάγματα δὲν εἶναι ἕτοιμα, διότι τὸ ἤκουσα καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἀλλὰ λέγω, ὅτι τὰ Βασιλικὰ Διατάγματα δὲν γίνονται κατὰ τὸν ἐνδεικνυόμενον τρόπον. Ἡ δευτέρα ἀντίρρησις τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἀναφέρεται εἰς λόγους ψυχολογικούς. Ἐὰν ἐπρόκειτο, μᾶς εἶπε περίπου ὁ κ. ὑπουργός, νὰ ζητήσῃ ἀπὸ κάθε Ὑπουργεῖον πίνακα ἁρμοδιοτήτων ποὺ τὸ Ὑπουργεῖον αὐτὸ θὰ ἦτο διατεθειμένον νὰ ἐκχωρήσῃ εἰς τὸ περιφερειακὸν ὄργανον, τότε θὰ ἦτο φυσικὸν νὰ συναντήσῃ μεγάλην ἀντίδρασιν ἀπὸ τὴν ἀντιδραστικὴν γραφειοκρατίαν, ἐνῷ τώρα μὲ τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου του, ἔχει ἐπιτύχει τὸ μεῖζον. Περαιτέρω δὲ δύναται νὰ ἐλέγχῃ τὸ σημεῖον μέχρι τοῦ ὁποίου αὐτὸ τὸ μεῖζον θὰ περιορισθῇ διὰ τῶν ἐξαιρέσεων. Ἀλλά, τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, κύριοι βουλευταί, ἁπλῶς ἀποδεικνύει τὴν ἔλλειψιν ἑνότητος καὶ συνοχῆς καὶ συμφωνίας ἐπὶ βασικωτάτου θέματος γενικῆς πολιτικῆς καὶ δὲν ἀντικρούει τὴν ὀρθότητα τοῦ ἐπιχειρήματός μου, ὅτι αἱ ἐκχωρούμεναι πρὸς τὸ περιφερειακὸν ὄργανον καθ’ Ὑπουργεῖα ἁρμοδιότητες ἔδει νὰ εἶναι σαφῶς καὶ ρητῶς προκαθωρισμέναι καὶ γνωσταί.
§98Ι. ΝΙΚΟΛΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερ.). Ἐγὼ δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι, κύριε συνάδελφε.
§99Γ. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον, κύριε ὑπουργέ, αὐτὴν τὴν ἐντύπωσιν ἀπεκόμισα εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§100Ι. ΝΙΚΟΛΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερ.). Εἶπον ὅτι θὰ ἤμην πολὺ εὐτυχὴς ἐὰν ἠδυνάμην νὰ συμμερισθῶ τὴν αἰσιοδοξίαν του διὰ τὴν ἀρτιότητα καὶ ἀποδοτικότητα τοῦ νομοσχεδίου του. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι δι’ ὅσους λόγους ἀνέπτυξα. Ἡ ἀποκέντρωσις ὑπῆρξεν ὄνειρον πολλῶν γενεῶν καὶ διὰ τὴν καθιέρωσίν της δὲν ἔλλειψαν προσπάθειαι, αἱ ὁποῖαι ὅλαι ἀπέτυχαν. Ἐάν τις θελήσῃ νὰ ἐρευνήσῃ τοὺς λόγους τῶν μέχρι σήμερον ἀποτυχιῶν θὰ καταλήξῃ ὅτι αὗται ὀφείλονται εἰς τὸ ὅτι τὸ πρόβλημα ἀντιμετωπίσθη προχείρως, μονομερῶς, καὶ ἐν τάχει διὰ νὰ προκαλῆται ἑκάστοτε μία ἐντυπωσιακὴ Κυβερνητικὴ ἐπιτυχία ἄνευ οὐσιαστικοῦ περιεχομένου, ὡς πρόβλημα αὐξομειώσεως ἁρμοδιοτήτων τῶν ὀργάνων τῆς περιφερειακῆς διοικήσεως. Λυποῦμαι προβαίνων εἰς τὴν διαπίστωσιν, ὅτι τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον δὲν ἀπέφυγε τὰ ἐλαττώματα αὐτά, δι’ ὃ καὶ ἐτάχθην κατὰ τῆς ἀρχῆς του. (Χειροκροτήματα).
§101Β. ΒΡΑΧΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον εἶναι σοβαρώτατον, φρονῶ, ὅτι θὰ πρέπει νὰ συζητηθῇ παρουσίᾳ τῆς ὁλότητος σχεδὸν τῶν βουλευτῶν. Θὰ παρεκάλουν, μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τῶν εἰσηγητῶν νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ συνεχίσωμεν αὔριον.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δι’ αὔριον ἔχει ὁρισθῆ ἄλλη ἡμερησία διάταξις, διότι τὸ Προεδρεῖον ἔχει ὑπολογίσει, ὅτι θὰ συνεδριάσωμεν μέχρι τὰς 2 π.μ. τοὐλάχιστον.
§103Ι. ΝΙΚΟΛΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερ.). Θὰ παρεκάλουν τοὺς κ.κ. συναδέλφους, ἐὰν εἶναι δυνατὸν καὶ ἐφ’ ὅσον εἶναι καταφανές, ὅτι ὑπάρχει ἀπαρτία, νὰ συνεχίσωμεν, τοὐλάχιστον μέχρι τῆς 12, ἵνα ἕνας ἀριθμὸς ρητόρων ὁμιλήσῃ ἀπόψε, ὥστε αὔριον νὰ καθιερωθῇ τὸ τέταρτον διὰ νὰ τελειώσωμεν.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ τέταρτον. Πρέπει νὰ τὸ ἐξονυχίσωμεν τὸ θέμα.
§105Ι. ΝΙΚΟΛΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερ.). Παρακαλῶ νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν μέχρι τὰς 12 ὥστε νὰ ἐξαντληθῇ ἕνας μέγας ἀριθμὸς ρητόρων. Παρακαλῶ τοὺς κ.κ. συναδέλφους νὰ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν σύντομοι.
§106Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Αὔριον δὲν θὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου;
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ προηγηθῇ τὸ στρατιωτικόν, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐπείγεται νὰ τὸ ψηφίσῃ.
§108Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Τὸ στρατιωτικὸν δὲν πρόκειται νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ πολύ. Θὰ κάμωμεν ὡρισμένας παρατηρήσεις καὶ θὰ τερματισθῇ ἡ συζήτησις. Θὰ ἦτο δυνατὸν συνεπῶς, νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ συνεχίσωμεν αὔριον.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλή, θέλει νὰ διακόψωμεν;
§110ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 11.15′ μ.μ.)