1951.12.18
3.372 στίχοι · 25.101 λέξεις · 152 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 26η
Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 1951
Προεδρία κ. Δ. Β. ΓΟΝΤΙΚΑ
(Ὥρα 7.00′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Σ. Τσιαπάρας ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Σ. ΤΣΙΑΠΑΡΑΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν κατωτέρω δήλωσιν τῶν μελῶν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ὁμάδος τῆς Ἑνιαίας Δημοκρατικῆς Ἀριστερᾶς. Δήλωσις Τὰ μέλη τῆς Κοινοβουλευτικῆς ὁμάδος τῆς Ἑνιαίας Δημοκρατικῆς Ἀριστερᾶς, διαμαρτυρόμεθα πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διὰ τὰς ἀποφάσεις τοῦ Ἐκλογοδικείου, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων τὸ σύνολον τῶν ἐκλεγέντων ἀρχικῶς βουλευτῶν τοῦ κόμματος τῆς Ε.Δ.Α. ἀπεβλήθη τῆς Βουλῆς. Αἱ ἀποφάσεις αὗται, ἔκνομοι καὶ ἀντισυνταγματικαί, ἐκδηλώνουν περιφρόνησιν πρὸς τὴν νομίμως ἐκδηλωθεῖσαν θέλησιν 180.000 Ἑλλήνων ψηφοφόρων, ἀρνοῦνται τὰς στοιχειωδεστέρας ἀρχὰς τοῦ πολιτεύματός μας, τὴν ἀρχὴν τῆς Λαϊκῆς Κυριαρχίας καὶ τὴν ἀρχὴν τῆς Καθολικότητος τῆς ψηφοφορίας, ἐξαρτοῦν τὴν ἄσκησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων τῶν Ἑλλήνων ἀπὸ τὴν καλὴν θέλησιν τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, τὰ ὁποῖα, ἐν τῇ πανιοδυμίᾳ των, προβαίνοντα εἰς τὴν ἐκτόπισιν πολιτικῶν ἀντιπάλων τῶν Κυβερνώντων, δύνανται νὰ τοὺς ἀποστερήσουν τῆς ψήφου των. Διὰ τοῦ καθιερωθέντος ὑπὸ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ἐκλογοδικείου συστήματος παρέχεται εἰς τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις ἡ δυνατότης ν’ ἀποκεφαλίζουν τὰ κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, προβαίνουσα εἰς τὴν ἐκτόπισιν τῶν πολιτικῶν στελεχῶν των, μὲ ἐπακόλουθον τὴν ἀντισυνταγματικὴν ἀποστέρησιν τῶν πολιτικῶν των δικαιωμάτων. Ἐκφράζομεν τὴν εὐχήν, ὅπως διὰ πανηγυρικῆς ψήφου ὅλων τῶν ἐν τῇ Βουλῇ παρατάξεων καταργηθῇ τὸ ἀντισυνταγματικὸν ἄρθρον 35 τοῦ νόμου 1878)1951, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίχθησαν αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ἐκλογοδικείου καὶ τὸ ὁποῖον ἐγκαινιάζει μίαν σκοτεινὴν ἐποχὴν διὰ τοὺς θεσμοὺς τοῦ δημοσίου μας δικαίου, παρέχον τὴν δυνατότητα εἰς τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις νὰ μονοπωλοῦν ὑπὲρ τῶν ὀπαδῶν των τὰ ἐκλογικὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ πολίτευμα τῆς χώρας, ἀνήκουν εἰς ὅλους τοὺς Ἕλληνας. Ἡ ἐμμονὴ εἰς τὴν ἀντίθετον ἀρχήν, καταλύει αὐτὸν τὸν λογικὸν πυρῆνα τῆς ψήφου, ὡς ἐλευθέρας ἐκδηλώσεως προτιμήσεως τῶν πολιτῶν πρὸς οἱονδήποτε τῶν μετεχόντων νομίμως τῆς ἐκλογῆς κομμάτων καὶ πρόκειται νὰ γίνῃ ἀπαρχὴ δεινῶν εἰς τὴν χώραν. Οἱ Βουλευταὶ τῆς Ε.Δ.Α. Θ. Βλαμόπουλος, Β. Ἐφραιμίδης, Π. Κατερίνης. Ε. Μάντακας, Α. Μπριλάκης, Ι. Πασσαλίδης, Γ. Σῖμος καὶ Γ. Σπηλιόπουλος.
§4Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν ἡ Βουλὴ νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν ἀκρόασιν μόνον τοῦ κειμένου αὐτοῦ. Ὡς ἠκούσατε τὸ κείμενον εἶναι καθαρῶς πολιτικὸν καὶ δημοκοπικόν. Ὀρθὸν εἶναι νὰ δοθῇ εὐχέρεια εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀπαντήσῃ ἐπ’ αὐτοῦ. Νομίζω, λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πρέπει νὰ θεωρηθῇ αὐτὸ ὡς ἀναφορὰ τοὐλάχιστον ἐπὶ τῆς ὁπαίας νὰ γίνῃ συζήτησις εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν εἶναι παραδεκτὸν οὔτε διὰ τὴν Βουλήν, οὔτε διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, νὰ γεννηθῇ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀδιαμαρτυρήτως ἤκουσε τὴν δήλωσιν αὐτὴν τῶν κομμουνιστῶν βουλευτῶν.
§5Π. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἡ ἀναγνωσθεῖσα δήλωσις τῆς Ε.Δ.Α. εἶναι δημοκοπικὴ καὶ ἀπαράδεκτος δι’ ἡμᾶς. Ὀρθότατα ἔθεσε τὸ ζήτημα ὁ συνάδελφος κ. Μπακόπουλος καὶ νομίζομεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μείνῃ ἀναπάντητος ἡ δήλωσις αὕτη, ἀλλὰ πρέπει νὰ γενικευθῇ ἡ συζήτησις καὶ νὰ ἀνέλθουν εἰς τὸ βῆμα οἱ κύριοι τῆς ΕΔΑ, ἵνα τοὺς ἀπαντήσωμεν. Δὲν δύνανται νὰ ὁμιλοῦν περὶ στραγγαλισμοῦ τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τίποτα δὲν σέβονται.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Σ. Κότσιανος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφοράς, κ.λ.π.
§7Σ. ΚΟΤΣΙΑΝΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς Λασηθίου κ. Ε. Κοθρῆς, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐπαγγελματικοῦ καὶ Βιοτεχνικοῦ Συνδέσμου Ἱεραπέτρας ζητοῦντος διαγραφὴν του ἀπὸ τὸ Ἐμποροβιομηχανικὸν καὶ Ἐπαγγελματικὸν Ἐπιμελητήριον. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Α. Ἀντωνόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου ὑπαλλήλων Ἀγροτικῆς Ἀσφαλείας Ἀθηνῶν ζητοῦντος διατήρησιν τοῦ ἰσχύοντος συστήματος τῆς ὠργανωμένης Ἀγροφυλακῆς, τροποποίησιν τοῦ ὀργανισμοῦ ὑπαλλήλων Ἀγροφυλακῆς ὥστε νὰ εἶναι δυνατὴ ἡ ἐξέλιξις τῶν ὑπαλλήλων Ἀγροφυλακῆς ὡς τῶν λοιπῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν τῶν περιφερειακῶν Ταμείων Ἀγροφυλακῆς κ.λ.π. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Α. Ἀντωνόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Ὀργανώσεων Τραυματιῶν καὶ Πολεμιστῶν Πολέμων 1912–50 διαμαρτυρομένων διὰ τελείαν καὶ πλήρη ἐγκατάλειψίν των καὶ ζητούντων ἄμεσον λῆψιν μέτρων προνοίας ὑπὲρ αὐτῶν. Ὁ βουλευτὴς Κοζάνης κ. Δ. Μανέντης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ συλλόγου γονέων καὶ κηδεμόνων μαθητῶν τοῦ Γυμνασίου Πτολεμαΐδος ζητούντων ἄμεσον συμπλήρωσιν τοῦ ἐν λόγῳ Γυμνασίου διὰ διδακτικοῦ προσωπικοῦ. Ὁ βουλευτὴς Κοζάνης κ. Δ. Μανέντης, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν Κοζάνης Σερβίων ζητούσης ἄμεσον χορήγησιν καλλιεργητικῶν δανείων ἀναστολὴν καταβολῆς πρὶμ κ.λ.π. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Α. Ἀντωνόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν ὑποψηφίων φοιτητῶν ἀπορριφθέντων κατὰ τὰς εἰσαγωγικὰς ἐξετάσεις τοῦ Πανεπιστημίου ζητούντων ὅπως εἰς τὸν ὑπὸ ψήφισιν νόμον περὶ ἐπιλαχόντων φοιτητῶν τοῦ Πανεπιστημίου θεωρηθῶσιν ὡς ἐπιλαχόντες καὶ οἱ λαβόντες γενικὸν βαθμὸν ἄνω τῶν 20 καὶ συγκεντροῦντες εἰς τὰ πρωτεύοντα μαθήματα 9,5 μονάδας ἀντὶ 10. Ὁ βουλευτὴς Λασηθίου κ. Ε. Κοθρῆς καταθέτει ἀναφορὰν χαρουποπαραγωγῶν Νομοῦ Ἡρακλείου διαμαρτυρομένων διὰ μελετωμένην εἰσαγωγὴν 5.000 τόννων μελάσσης πρὸς παραγωγὴν οἰνοπνεύματος καὶ ζητούντων ἀναστολὴν ἀδείας εἰσαγωγῆς. Ὁ βουλευτὴς Λασηθίου κ. Ε. Κοθρῆς, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Σταφιδικοῦ Συνεταιρισμοῦ Σητείας ζητοῦντος μείωσιν τῆς τιμῆς τῶν λιπασμάτων βελτίωσιν τῆς ἐλαιοκαλλιεργείας ἵδρυσιν καὶ λειτουργίαν κρατικοῦ φυτωρίου ἀμερικανικῆς ἀμπέλου, διευκολύνσεις εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν καλλιεργητικῶν δανείων κλπ. Ὁ βουλευτὴς Λακωνίας κ. Γ. Ρουμάνης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐμπορικοῦ Βιομηχανικοῦ Ἐπιμελητηρίου Γυθείου ζητοῦντος ἄμεσον χορήγησιν δανείου ὑπὸ τῆς Νομισματικῆς Ἐπιτροπῆς εἰς πληγέντας ἐπαγγελματίας καὶ βιοτέχνας τοῦ Νομοῦ Λακωνίας. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Κ. Μπέλλας, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Δ. Ἰωαννίδου κατοίκου Θεσσαλονίκης βομβοπλήκτου ζητοῦντος διορισμὸν εἰς ὑπηρεσίαν τινα ἐπειγόντων ἔργων. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χ. Σκουτέρης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συνεταιρισμοῦ Σαγματοποιῶν Ἀθηνῶν ζητοῦντος ἄμεσον χορήγησιν ἐπαγγελματικῆς ἀδείας ὁδηγοῦ αὐτοκινήτου εἰς τὰ δυνάμενα νὰ ἀποκτήσουν τοιαύτην μέλη του, χορήγησιν ἀδείας ἱδρύσεως πρατηρίου βενζίνης, τοποθέτησιν λεωφορείων αὐτοκινήτων ἀστικῶν ἢ ὑπεραστικῶν ἢ καὶ φορτηγῶν ἢ μετὰ ταξιμέτρου ἢ τοιούτων δημοσίας χρήσεως εἰς μεμονωμένα μέλη του κ.λ.π. Ὁ βουλευτὴς Δωδεκανήσου κ. Ε. Ζαννῆς, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν βιοτεχνῶν τῆς κοινότητος Ἀρχαγγέλου Ρόδου αἰτούντων δάνεια παρὰ τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης δι’ ἀγορὰν μηχανημάτων. Οἱ βουλευταὶ Θεσσαλονίκης κ.κ. Π. Βουδούρης καὶ Β. Μπακονίκας, καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Θεσσαλονίκης διαμαρτυρομένου διὰ τὴν εἰσήγησιν εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν περὶ ἱδρύσεως Διεθνοῦς Ἐκθέσεως εἰς Ρόδον καὶ τῶν κινδύνων ποὺ θὰ προκύψουν ἐκ τῆς τυχὸν ἐνεργείας ταύτης. Ὁ βουλευτὴς Δωδεκανήσου κ. Ε. Ζαννῆς, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐργατικοῦ Κέντρου Ρόδου διαμαρτυρομένου διὰ τὴν μὴ ἐπέκτασιν εἰς Δωδεκάνησον τῆς Ἐργατικῆς Νομοθεσίας. Ὁ βουλευτὴς Θεσ)νίκης κ. Α. Θεοδοσιάδης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Σωματείου Ἱεροψαλτῶν Θεσσαλονίκης, ζητούντων ταχεῖαν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Ἱεροψαλτῶν». Ὁ βουλευτὴς Θεσ)νίκης κ. Κ. Μπέλλας καταθέτει ψήφισμα τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως τῶν ἀρτοποιῶν Θεσ)νίκης, αἰτουμένων τὴν ταχεῖαν ἐπίλυσιν τῶν αἰτημάτων των. Ὁ βουλευτὴς Θεσ)νίκης κ. Κ. Μπέλλας καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος Ν. Κορδελιοῦ αἰτουμένου τὴν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου Δημ. Ἔργων ἐπισκευὴν τῆς ὁδοῦ Ἀμπελοκήπων–Ν. Κορδελιοῦ κ.λ.π. Ὁ βουλευτὴς Ἠλείας κ. Σ. Πολυζωγόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Κηπευτικοῦ Συν)σμοῦ Ἀμαλιάδος ζητοῦντος ἄμεσον οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν διὰ καταστροφὴν ἣν ὑπέστη ἡ πατατοκαλλιέργεια κ.λ.π. Ὁ βουλευτὴς Λακωνίας κ. Δ. Δαβάκης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐμπορικοῦ καὶ Βιομηχανικοῦ Ἐπιμελητηρίου Γυθείου, ζητοῦντος ἄμεσον χορήγησιν δανείου εἰς πληγέντας ἐπαγγελματίας καὶ βιοτέχνας Νομοῦ Λακωνίας. Ἀπαντήσεις τῶν διαφόρων Ὑπουργείων ἐπὶ ἐρωτήσεων κ.κ. Βουλευτῶν. Ι. Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Λυμπέρη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 7222)22–11–51 ὑμετέρου ἐγγράφου δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 81 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Λ. Λυμπέρη σχετικῶς μὲ τὴν ἐπάνδρωσιν τῶν Δημοσίων Ὑπηρεσιῶν ἐν τῇ περιοχῇ τοῦ Νομοῦ Καβάλλας ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὅτι αἱ περιφερειακαὶ οἰκονομικαὶ ὑπηρεσίαι αἱ ἑδρεύουσαι ἐν τῇ περιοχῇ τοῦ ὡς ἄνω Νομοῦ δὲν ὑπολείπονται κατ’ ἀναλογίαν προσωπικοῦ τῶν λοιπῶν τοιούτων τῶν ἑδρευουσῶν εἰς τὰς ἄλλας περιοχὰς τοῦ Κράτους. Εἰδικώτερον: Τὸ εἰς τὸν Νομὸν Καβάλλας τρία Δημόσια Ταμεῖα (Καβάλλας, Νέστου καὶ Παγγαίου) λειτουργοῦσιν ὁμαλῶς ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως καὶ ἐντεῦθεν. Ἡ ὕπαρξις κενῶν τινων θέσεων εἰς τὴν σύνθεσιν τοῦ προσωπικοῦ τῶν Ταμείων τούτων ἀποτελεῖ γενικώτερον φαινόμενον διὰ τὰ Δημόσια Ταμεῖα καὶ δὲν ὀφείλεται εἰς τοποθέτησιν ὑπεραρίθμων ὑπαλλήλων εἰς ἄλλα ταμεῖα ἀλλ’ εἰς τὸ γεγονός, ὅτι ἐπὶ 3.500 νενομοθετημένων θέσεων τῶν 250 ταμείων ὑφίστανται ὑπὲρ τὰς 450 θέσεις κεναί. Ἡ Οἰκονομικὴ Ἐφορία Καβάλλας ἐπὶ ὀργανικῆς συνθέσεως 23 θέσεων εἶχε πλήρεις κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ θανάτου τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου Καβάλλας Β. Οἰκονόμου 16 θέσεις. Βεβαίως καὶ τὸ προσωπικὸν τοῦτο δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐπαρκὲς οὐχ ἧττον ὅμως ἐὰν ληφθῇ ὑπ’ ὄψει ὅτι αἱ κεναὶ θέσεις τοῦ ἐφοριακοῦ κλάδου ἀνέρχονται εἰς 500 περίπου ἡ ὡς ἄνω Οἰκονομικὴ Ἐφορία δὲν εὑρίσκεται εἰς μειονεκτικωτέραν θέσιν ἔναντι τῶν ἄλλων. Ἐκτὸς τούτου ἀπὸ τριμήνου περίπου ἐτέθησαν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Γεν. Διοικήσεως Θράκης περίπου 15 ἐφοριακοὶ ὑπάλληλοι ἀνωτέρου βαθμοῦ. Ἐκ τῶν ὑπαλλήλων τούτων οὐδεὶς μέχρι τοῦδε μετέβη εἰς τὴν νέαν του θέσιν ἐθέσαμεν δὲ ἐκτὸς ὑπηρεσίας τοὺς μὴ τυχόντας ἀναρρωτικῆς ἀδείας ἐξ αὐτῶν. Ὅσον ἀφορᾶ τὴν αὐτοκτονίαν τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου Καβάλλας Β. Οἰκονόμου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν, ὅτι παρεσχέθη ὑπὸ στενοῦ συγγενοῦς του εἰς τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν τοῦ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργείου ἡ πληροφορία, ὅτι οὗτος κατετρύχετο ὑπὸ νευρασθενείας ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει διετάξαμεν ἀπὸ 20–11–51 τὴν ἐνέργειαν σχετικῆς ἐρεύνης ἧς τὸ πόρισμα ἀναμένομεν. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν, ὅτι καθ’ ὅσον ἀφορᾶ τὴν ὑμετέραν ἁρμοδιότητα διὰ τὴν ἐπάνδρωσιν τῶν σχολείων μὲ διδακτικὸν προσωπικὸν ἐν γένει δοθέντος, ὅτι ἡ ἐκτίμησις τῶν κατὰ περιοχὰς ἐκπαιδευτικῶν ἀναγκῶν καὶ ἡ κατανομὴ τοῦ διδακτικοῦ προσωπικοῦ κατὰ σχολεῖα ἀνήκει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Παιδείας παρεσχέθη ἡ κατὰ νόμον ἔγκρισίς μας διὰ τὸν διορισμὸν 129 καθηγητῶν Μέσης Ἐκπαιδεύσεως καὶ 422 δημοδιδασκάλων δι’ ὧν ὁλοκληροῦται ἡ πλήρωσις τῶν ὀργανικῶν θέσεων παρεσχέθη δὲ καὶ ἡ ἔγκρισις διὰ τὴν πλήρωσιν τῶν ἐφεξῆς κενουμένων θέσεων καθηγητῶν καὶ δημοδιδασκάλων ἐφ’ ὅσον αὗται κεῖνται ἐντὸς τῶν προβλέψεων τοῦ προϋπολογισμοῦ.
Ὁ Ὑπουργὸς
ΧΡ. ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
ΙΙ. Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν. Αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Λ. Λυμπέρη. Εἰς ἀπάντησιν ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 7222]22–11–51 ὑμετέρου ἐγγράφου, καὶ ἐπὶ τῆς δι’ αὐτοῦ διαβιβασθείσης ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Καβάλλας κ. Λ. Λυμπέρη, περὶ τοῦ ἐν περιλήψει ἀντικειμένου ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἡ μὲν κενὴ θέσις τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Νομαρχίας Καβάλλας ἐπληρώθη διὰ προαγωγῆς Τμηματάρχου Αʹ τάξεως, κατὰ τὰς τελευταίας γενομένας προαγωγὰς Τμηματαρχῶν Αʹ τάξεως εἰς Διευθυντὰς Βʹ τάξεως ἡ δὲ θέσις τοῦ Τμηματάρχου πληρωθήσεται κατ’ αὐτὰς διὰ μεταθέσεως ἐξ ἄλλης Νομαρχίας ἢ διὰ προαγωγῆς εἰσηγητοῦ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν πλήρωσιν κενῶν θέσεων Γραμματέων ἢ Εἰσηγητῶν (ἐπιστημονικοῦ προσωπικοῦ) τῆς ἰδίας Νομαρχίας, ἐπὶ τοῦ παρόντος αὕτη δὲν καθίσταται δυνατὴ διὰ τοὺς ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 76001]6–11–51 ἡμετέρῳ πρὸς ὑμᾶς ἐγγράφῳ ἐκτιθεμένους λόγους οὗτινος ἀντίγραφον ἀποστέλλομεν ὑμῖν συνημμένως.
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΡΕΝΤΗΣ
Βʹ) Ἐπὶ ἐπερωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Α. Σχινᾶ καὶ Α. Καλαντζάκου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 6508)3398 τῆς 1–10–51 ὑμετέρου ἐγγράφου καὶ ἐπὶ τῆς διὰ τούτου διαβιβασθείσης ἐπερωτήσεως τῶν βουλευτῶν Μεσσηνίας κ.κ. Α. Σχινᾶ καὶ Α. Καλαντζάκου περὶ τοῦ ἐν περιλήψει θέματος, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι κεναὶ θέσεις ὑπαλληλικοῦ προσωπικοῦ τῶν διοικητικῶν ὑπηρεσιῶν ἁρμοδιότητος Α. Γενικῆς Διευθύνσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν (Κεντρικῆς Ὑπηρεσίας, 5 Γενικῶν Διοικήσεων, 49 Νομαρχιῶν, 4 Γραφείων Ἐπάρχων καὶ 9 Ἀρχειοφυλακείων) ἀνέρχεται ἐν συνόλῳ εἰς 221, ἐπὶ συνόλου ὀργανικῶν θέσεων 1010 (454 Ἐπιστημονικοῦ Προσωπικοῦ καὶ 556 Βοηθητικοῦ Προσωπικοῦ). Ἐκ τῶν κενῶν τούτων θέσεων, αἱ 128 ἀντιστοιχοῦσιν εἰς τὸ κυρίως Διοικητικὸν Προσωπικὸν (ἐπιστημονικόν), αἱ δὲ ὑπόλοιποι 93 εἰς τὸ βοηθητικὸν προσωπικὸν (ἀρχειοφυλάκων, βοηθῶν ἀρχειοφυλάκων, γραφέων ἢ ἀκολούθων καὶ δακτυλογράφων). Ἐκ τῶν ἀνωτέρω καταδεικνύεται, ὅτι τὸ μεγαλύτερον ποσοστὸν κενῶν θέσεων ἀντιστοιχεῖ εἰς τὸ ἐπιστημονικὸν προσωπικόν, διὰ τὴν εἴσοδον τοῦ ὁποίου εἰς τὸν κλάδον, ἀπαιτεῖται δίπλωμα Ἀνωτάτων Σχολῶν. Τὸ ποσοστὸν τῶν κενῶν τούτων θέσεων ἀνέρχεται εἰς 41% περίπου, ὑπολογιζόμενον ἐπὶ συνόλου 314 ὀργανικῶν θέσεων ἑνοποιημένων βαθμῶν γραμματέων βʹ ἢ αʹ τάξεως ἢ Εἰσηγητῶν, διότι κυρίως αἱ κεναὶ θέσεις ἀντιστοιχοῦν εἰς τὸν εἰσαγωγικὸν βαθμὸν τοῦ ἐπιστημονικοῦ προσωπικοῦ εἰς τὸν κλάδον, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ τοῦ Γραμματέως βʹ τάξεως. Καταβληθεῖσαι προσπάθειαι πρὸς πλήρωσιν τῶν κενῶν θέσεων τοῦ ἐπιστημονικοῦ προσωπικοῦ ἀπέβησαν ἄκαρποι. Ἐπιστήμονες δὲν προσέρχονται πρὸς διορισμὸν εἰς τὰς ἐν λόγῳ θέσεις, μὲ μόνον τὸν μισθὸν τοῦ γραμματέως βʹ τάξεως (δραχμ. 800.000 μηνιαίως), προτιμῶντες εἴτε ἐλεύθερον ἐπάγγελμα, εἴτε ἄλλας δημοσίας παρὰ Τραπέζαις κλπ. θέσεις, αἱ ὁποῖαι παρέχουν πλεῖστα ἄλλα πλεονεκτήματα καὶ εἰδικώτερον ἐπιμίσθια καὶ ὑπερωρίας—εὐχερεστέραν βαθμολογικὴν ἐξέλιξιν—ἀνωτέραν καὶ τυποποιημένην ἐργασίαν, μὴ ἀπαιτοῦσαν τὴν διαρκῆ ἐπιστημονικὴν ἐνημέρωσιν, οἵα ἀπαιτεῖται διὰ τὰς κυρίως διοικητικὰς ὑπηρεσίας. Κατὰ κανόνα τὸ ἀμετάθετον, ἐνῷ προκειμένου περὶ διοικητικῶν ὑπαλλήλων εἶναι ἐκ τοῦ νόμου ἐπιβεβλημένη ἡ μετάθεσις κατὰ χρονικὰ διαστήματα ἀπὸ τόπου εἰς τόπον, μὲ τὰς παρομαρτούσας οἰκονομικὰς καὶ ἄλλας δυσχερείας (ἔλλειψις στέγης κλπ.). Ἔτι πλέον, παρατηρεῖται καὶ ὁλονὲν ὀγκούμενον ρεῦμα ἐξόδου ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἱκανῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων, ἐπιδιωκόντων διορισμὸν ἢ μετάταξιν εἰς ἄλλας ὑπηρεσίας. Αἱ κεναὶ θέσεις τοῦ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ, ὡς προερήθη, ἀνέρχονται νῦν εἰς 93. Τὸ ποσοστὸν τῶν κενῶν τούτων θέσεων, ὑπολογιζόμενον εἰς 17% περίπου ἐπὶ συνόλου ὀργανικῶν θέσεων 556, εἶναι αἰσθητῶς μικρότερον τοῦ ποσοστοῦ τῶν κενῶν θέσεων τοῦ ἐπιστημονικοῦ προσωπικοῦ. Διὰ τὰς θέσεις ταύτας, δι’ ἃς ἀπαιτεῖται ἀπολυτήριον Γυμνασίου κλπ. ὑποβάλλονται αἰτήσεις πρὸς διορισμὸν ἐκ μέρους τῶν ἐνδιαφερομένων καὶ ἐπληρώθησαν ἀρκετὰ κενὰ ἰδίᾳ διὰ πολεμιστῶν τοῦ Ν. 751)1948. Ἅμα τῇ ἐξαντλήσει τῶν σχετικῶν πιστώσεων, ἀνεστάλησαν περαιτέρω διορισμοί. Ἤδη διὰ τὴν πλήρωσιν καὶ τῶν θέσεων τούτων ἀπαιτεῖται διαγωνισμὸς συμφώνως πρὸς τὰς σχετικὰς διατάξεις τοῦ Κώδικος, περὶ καταστάσεως τῶν δημοσίων διοικητικῶν ὑπαλλήλων. Ἡ ὑπηρεσία ὡς μόνην λύσιν τοῦ προβλήματος τῆς διατηρήσεως καὶ ὑπάρξεως πλέον τῶν διοικητικῶν ὑπηρεσιῶν, προέτεινε τὴν αἰσθητὴν οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων. Ἤδη ἐτέθησαν ὑπὸ ἐξέτασιν διάφορα μέτρα τὰ ὁποῖα ἐφ’ ὅσον ἤθελον τελικῶς ἐγκριθῆ, φρονοῦμεν ὅτι θὰ ἐπιφέρουν αἰσθητὴν βελτίωσιν, ἱκανὴν νὰ προσελκύσῃ περισσοτέρους καταλλήλους ὑπαλλήλους.
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΡΕΝΤΗΣ
ΙΙΙ. Τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Ε. Σαββοπούλου, Δ. Ἀλιμπράντη καὶ Γ. Κατσαφάδου. Ἐπὶ ὑμετέρου 7641)4.12.1951, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ διαβιβάσωμεν συνημμένως ταὐτάριθμον ἀπάντησιν ἐπὶ τῆς ἀπὸ 3.12.51 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Ε. Σαββοπούλου, Δ. Ἀλιμπράντη καὶ Γ. Κατσαφάδου καὶ νὰ παρακαλέσωμεν διὰ τὰ καθ’ ὑμᾶς.
Ὁ Ὑπουργὸς
Ν. ΚΡΑΣΑΔΑΚΗΣ
Ἀριθ. πρωτ. 79325)9290. 1. Διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 74011)8561)10.11.51 διαταγῆς τοῦ Διευθυντοῦ Δ)νσεως Υ.Ε.Ν. ἐκλήθησαν οἱ ἀρχικελευσταὶ ἔχοντες συμπεπληρωμένον τὸν πρὸς προαγωγὴν ἀπαιτούμενον χρόνον καὶ μὴ κριθέντες στάσιμοι ὑπὸ τοῦ οἰκείου Συμβουλίου προαγωγῶν, νὰ δηλώσωσιν ἐγγράφως, ἐὰν ἐπιθυμῶσι νὰ συμμετάσχωσιν εἰς τὰς δυνάμει τοῦ ἀπὸ 7.2. 1948 Β. Δ. «περὶ προαγωγικῶν ἐξετάσεων Ἀρχικελευστῶν Λιμενικῶν» προβλεπομένας ἐξετάσεις, διὰ τὴν κατάληψιν κενῶν ὀργανικῶν θέσεων ἀξιωματικῶν Π.Λ.Σ. Οὗτοι εἶναι 66 μὲ συμπληρωμένα προσόντα δι’ ἐξέτασιν πρὸς πλήρωσιν τεσσάρων ὑπαρχουσῶν κενῶν θέσεων, ἕως σήμερον, λόγῳ ἀποστρατείας ἰσαρίθμων, λόγῳ ὁρίου ἡλικίας. Αἱ ἐν λόγῳ ἐξετάσεις θὰ λάβωσι χώραν ἅμα τῇ συγκεντρώσει ἁπασῶν τῶν ὡς ἄνω δηλώσεων συμφώνως τῷ νόμῳ. 2. Διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς προβλέπεται ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 38 τοῦ Κ. Ν. 794)1949, ὅτι ἅμα τῇ συμπληρώσει 10ετίας εἰς τὸν βαθμὸν προάγονται εἰς τὸν ἀνώτερον βαθμὸν ἀνεξαρτήτως ὑπάρξεως ἢ μὴ κενῶν ὀργανικῶν θέσεων, οἱ οὕτω δὲ προαγόμενοι ἐξακολουθοῦν νὰ κατέχουν ὀργανικὰς θέσεις τοῦ βαθμοῦ ἐξ οὗ προήχθησαν. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος συνεκροτήθη συμβούλιον κρίσεως ἀξ)κῶν. Τὰ πρακτικὰ ὅμως τούτου δὲν ἐπεκυρώθησαν παρὰ τῶν τότε κ. κ. Ὑπουργῶν καὶ δὲν ἐξεδόθη καὶ δὲν ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν Ἐφημερίδα Κυβερνήσεως τὸ προβλεπόμενον Β. Δ)γμα ἐξ οὗ νὰ ἐπεκυροῦντο οἱ ἐν λόγῳ πίνακες. Ἑπομένως, δὲν ὑπῆρξε κρίσις ἀξ)κῶν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος καὶ κατ’ ἀκολουθίαν ἴσχυον οἱ συνταχθέντες κατὰ τὴν τελευταίαν κρίσιν πίνακες. Κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ἐγένετο ἤδη ἡ κρίσις τῶν πλοιάρχων διὰ τὴν προαγωγὴν τούτων εἰς τὸν ἀνώτερον βαθμόν, οὐδεὶς δὲ ἐκ τῶν ἐν λόγῳ πλοιάρχων ἐκρίθη μὴ προακτέος ἢ στάσιμος. Ἡ ἐν λόγῳ κρίσις ἐπεκυρώθη ἤδη διὰ Β. Δ. δημοσιευθέντος εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τοὺς ἄλλους βαθμοὺς θὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ κρίσις ἐντὸς τῶν ἡμερῶν. Πάντως εἶναι διάφορος ἡ νομοθεσία, ἡ διέπουσα τοὺς ἀξ)κοὺς καὶ διάφορος τοὺς ὑπαξ)κούς.
Ὁ Ὑπουργὸς
Ν. ΚΡΑΣΑΔΑΚΗΣ
Οἱ κ.κ. Α. Σακελλαρίου (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Ἀμύνης) καὶ Χ. Εὐελπίδης (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν) καταθέτουσι σχέδιον νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Α.Ν. 1502)50». Ὁ κ. Γ. Γρηγορίου (Ὑφυπουργὸς Οἰκονομικῶν) καταθέτει σχέδια νόμου: 1) «Περὶ διαθέσεως τῶν κεφαλαίων καὶ προσόδων τοῦ κληροδοτήματος Σαράντη Ἀρχιγένους ὑπὲρ τῶν ἐκπαιδευτηρίων τῆς Κοινότητος Νέων Ἐπιβατῶν (Θεσσαλονίκης» καὶ 2) «περὶ ἀδείας συνάψεως συμβιβασμοῦ μεταξὺ τοῦ Μουσείου Μπενάκη καὶ τῶν ἐκ διαθήκης κληρονόμων τοῦ Δαμιανοῦ Κυριαζῆ περὶ τοῦ ὑπὲρ τοῦ πρώτου καταλειφθέντος κληροδοτήματος». Ὁ κ. Σ. Ἀλλαμανῆς (Ὑπουργὸς Γεωργίας) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ ἱδρύσεως Μικροβιολογικοῦ Ἐργαστηρίου Ἀφθώδους Πυρετοῦ». Ὁ κ. Ν. Κρασαδάκης (Ὑπουργὸς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ διατάξεών τινων ἀφορωσῶν τὴν ἀπονομὴν διπλωμάτων Ε.Ν.». Ὁ κ. Ι. Μιχαὴλ (Ὑπουργὸς Θρησκευμάτων καὶ Ἐθνικῆς Παιδείας) καταθέτει σχέδια νόμων: 1) «Περὶ ἐγγραφῆς ἐπιλαχόντων φοιτητῶν καὶ ρυθμίσεως Πανεπιστημιακῶν τινων ζητημάτων καὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως ἐκπαιδευτικῶν τινων διατάξεων» καὶ 2) «περὶ ἀντικαταστάσεως, συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῆς Πανεπιστημιακῆς Νομοθεσίας». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Π. Κερασσώτης, Δ. Μπαμπάκος, Ι. Μογγογιάννης, Δ. Ἀλιμπράντης, Χ. Τούντας, Α. Θεολογίτης, Κ. Παπαγεωργίου, Θ. Ταμβακᾶς, Α. Γκελεστάθης, Α. Γεροκωστόπουλος κ.ἄ. καταθέτουν πρότασιν νόμου «περὶ ἐγγραφῆς ἐπιτυχόντων καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ καθορισθέντος ἀριθμοῦ φοιτητῶν Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν κατὰ τὸ Ἀκοδημαϊκὸν ἔτος 1951–52». Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Λιδωρίκης, καταθέτει πρότασιν νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1921)51 Α.Ν. «περὶ διατάξεών τινων ἀφορωσῶν τὴν Στρατιωτικὴν Ἱεραρχίαν καὶ τὰς Στρατιωτικὰς προαγωγάς». Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, καταθέτει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων: 1) «Περὶ παρατάσεως τοῦ χρονικοῦ ὁρίου τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1258)48 Νομοθετικοῦ Διατάγματος», 2) «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Α.Ν. 1537)50 «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ Α.Ν. 1502)50 «περὶ ρυθμίσεως τῶν ἀποδοχῶν τῶν τακτικῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν» καὶ συμπληρώσεως τοῦ Α.Ν. 1501)50 «περὶ καταργήσεως τῶν περὶ καταβολῆς ἀποδοχῶν ἐνεργείας εἰς δημοσίους ὑπαλλήλους κ.λ.π.», 3) «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν ἰσχυουσῶν διατάξεων περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τοὺς ὑπαλλήλους Δήμων καὶ Κοινοτήτων κ.λ.π.» καὶ 4) «περὶ διοικητικῆς ἐπανεπαγωγῆς ἐπαρχίας Ἰθάκης εἰς τὸν Νομὸν Κεφαλληνίας». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Κ. Παπαμαντέλλος, Γ. Παλλάσκας, Ι. Χρυσοχόος, Τ. Βουλόδημος, Κ. Μπέλλας καὶ Π. Κερασώτης, καταθέτουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγγραφῆς ἐπιλαχόντων φοιτητῶν κ.λ.π.». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Δ. Μπαμπάκος καὶ Γ. Ράλλης καταθέτουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν ἰσχυουσῶν διατάξεων περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τῶν Δήμων, Κοινοτήτων κ.λ.π.». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Τ. Βουλόδημος, Μ. Κύρκος, Λ. Καραμαούνας, Γ. Γεωργιάδης, Ι. Μογγογιάννης, Μ. Πατρίκιος, Ν. Ζορμπᾶς κ.ἄ. καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μέτρων εἰρηνεύσεως».
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκδικάσεως τῶν ὑπὸ τῶν Α.Ν. 509)47 καὶ 773)48 προβλεπομένων ἀδικημάτων ἐν περιπτώσει μὴ λειτουργίας τῶν Ἐκτάκτων Στρατοδικείων».
§9ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἐκδικάσεως τῶν ὑπὸ τοῦ Γʹ)46 Ψηφίσματος καὶ τῶν Α. Ν. 509)47, 512)48, 516)48 καὶ 733)48 προβλεπομένων ἀδικημάτων ἐν περιπτώσει μὴ λειτουργίας Ἐκτάκτων Στρατοδικείων». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς ἀφορώσης τὸ δικαιοστάσιον προθεσμίας τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1696)51 νόμου καὶ τοῦ ἄρθρου μόνου τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1941]51 Α. νόμου».
§11Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ δικαιοσύνη εἰς τὴν ὕπαιθρον χώραν, εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ὁ Εἰρηνοδίκης. Τὰ Εἰρηνοδικεῖα, τουλάχιστον, τῆς περιφερείας τῆς ἰδικῆς μου, εἶναι κενὰ Εἰρηνοδικῶν. Δὲν λειτουργοῦν δὲ τὰ Εἰρηνοδικεῖα, διὰ δύο λόγους. Πρῶτον, διότι τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα καθορίζουν οἱ κείμενοι νόμοι, εἶναι μεγάλα, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ διορισθοῦν δικηγόροι ὁλκῆς καὶ δεύτερον οἱ ἐξερχόμενοι ἐκ τῶν παρέδρων τῶν Εἰρηνοδικείων ἐλάμβανον κατὰ τὴν κειμένην νομοθεσίαν μίαν δίμηνον ἀποζημίωσιν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀρνεῖται νὰ δεχθῇ ἔξοδον τῶν παρέδρων αὐτῶν τῶν Εἰρηνοδικῶν, ἵνα μὴ γεννᾶται τὸ δίμηνον τῆς ἀποζημιώσεως. Εἰσηγοῦμαι λοιπὸν μίαν τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας καταργεῖται ἡ δίμηνος αὕτη ἀποζημίωσις καὶ περιορίζονται πὼς καὶ τὰ προσόντα δικηγόρων διὰ τὸν διορισμόν των ὡς εἰρηνοδικῶν. Κύριε Ὑπουργέ, ἐλπίζω, ὅτι θὰ εἶσθε σύμφωνος νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία αὐτή.
§12Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἔχομεν 120 κενὰ Εἰρηνοδικεῖα. Ἡ Θεσσαλία, ἡ Ἤπειρος, ἡ Μακεδονία, ἡ Πελοπόννησος, δὲν ἔχουν Εἰρηνοδικεῖα. Ἤδη ἀποδέχομαι τὴν ἑξῆς τροπολογίαν καὶ παρακαλῶ νὰ τὴν ἀκούσετε. «Εἰς θέσιν Εἰρηνοδίκου Βʹ τάξεως διορίζεται Αʹ..... (ἀναγινώσκει)....». Ἐπίσης ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη διάταξις. Ὑπάρχουν διωρισμένοι Εἰρηνοδικειακοὶ Πάρεδροι, ἀλλὰ διὰ νὰ διορισθοῦν οἱ Εἰρηνοδίκαι πρέπει νὰ ἐξέλθουν ἀντιστοίχως Εἰρηνοδικειακοὶ Πάρεδροι. Οἱ Πάρεδροι παίρνουν τὸν μισθὸν τοῦ Εἰρηνοδίκου καὶ δικηγοροῦν. Ὑπάρχει δὲ μία γνωμάτευσις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, βάσει τῆς ὁποίας αὐτοὶ δικαιοῦνται ἀποζημιώσεως ἀπολυόμενοι ἀπὸ τὴν θέσιν τῶν Παρέδρων καὶ τὸ Λογιστήριον δὲν ἐγκρίνει τὸν διορισμὸν τῶν Εἰρηνοδικῶν ἐφ’ ὅσον οἱ Πάρεδροι ἔχουν δικαιώματα ἀποζημιώσεως. Παρακαλῶ λοιπὸν θερμότατα νὰ ἀποδεχθῆτε τὴν τροπολογίαν αὐτήν, ἡ ὁποία λέγει τὰ ἑξῆς: «Εἰς τοὺς ἀπολυομένους ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος ....... (ἀναγινώσκει)........».
§13Τ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει σᾶς παρακαλῶ νὰ δεχθῆτε ὅπως τεθῇ εἰδικὴ διάταξις εἰς τὴν ὑπὸ συζήτησιν τροπολογίαν διὰ τῆς ὁποίας νὰ προτιμῶνται ἀπολύτως κατὰ τοὺς διορισμοὺς ὅσοι ἐκ τῶν σήμερον ὑπηρετούντων ὡς Εἰρηνοδικειακοὶ Πάρεδροι ἤθελον ζητήσει τοῦτο.
§14Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ἀποδέχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς ζητεῖται νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διορίζῃ ὡς Εἰρηνοδίκας νέους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν οὐδεμίαν πρᾶξιν καὶ οἱ ὁποῖοι ἐπέτυχον τυχὸν εἰς τὰς δικηγορικὰς ἐξετάσεις, ἀλλά, λόγῳ ἐλλείψεως θέσεων εἰς τὰ Εἰρηνοδικεῖα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διορισθοῦν δικηγόροι. Ἡ αἰτιολογία εἶναι, ὅτι θέλει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀποκτήσῃ Εἰρηνοδίκας. Ἔχει ὅμως ἤδη Εἰρηνοδίκας τοὺς Παρέδρους, οἱ ὁποῖοι καὶ πρᾶξιν ἔχουν καὶ ἡλικίαν ἔχουν καὶ τὰ πράγματα τῶν χωρίων γνωρίζουν. Διατί ἀπολύετε ἐκείνους καὶ ζητεῖτε νέους;
§15Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἕνας δικηγόρος ὁλκῆς δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ μεταβαίνῃ εἰς τὰ δικαστήρια καὶ νὰ δικάζῃ καὶ ταυτοχρόνως νὰ εἶναι καὶ δικηγόρος.
§16Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐὰν ἀπολύετε σήμερον ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀποζημιώσεως, καταργοῦντες τοὺς κειμένους νόμους, πῶς εἶναι δυνατὸν παρὰ τὴν γνωμάτευσιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου νὰ τοὺς ἀπολύσητε ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀποζημιώσεως;
§17ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶνε δυνατὸν εἰς νόμον περὶ παρατάσεως τοῦ δικαιοστασίου νὰ εἰσάγετε τοιαύτην διάταξιν.
§18Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Ὑπάρχει μία προθεσμία διορισμοῦ τῶν Εἰρηνοδικῶν καὶ πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ πάρῃ τὴν πίστωσιν ἀπὸ τὸ Λογιστήριον τὸ ὁποῖον ἀπαντᾷ ὅτι ἐφ’ ὅσον θὰ δώσῃ ἀποζημίωσιν διὰ τὸν Ἰανουάριον, δὲν ἠμπορεῖ νὰ δώσῃ ταὐτοχρόνως καὶ μισθόν. Πρέπει νὰ ἀπαλλαγῇ τῶν Παρέδρων ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ νὰ ἠμπορῇ νὰ χωρήσῃ εἰς διορισμούς.
§19Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Σύνταγμα ρητῶς ὁρίζει ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ περιληφθῇ εἰς οὐδένα σχέδιον νόμου διάταξις ἀντίθετος πρὸς τὴν ἐπιγραφὴν τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ ζήτημα αὐτὸ ἦλθε καὶ εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια, ἦλθε καὶ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον ἀπεφάνθη ὅτι αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ ἀντισυνταγματικότητα ἐλεγχομένην ἀπὸ τὰ δικαστήρια, ἀποτελεῖ ὅμως μίαν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν τῆς Βουλῆς νὰ σέβεται τὸ Σύνταγμα, νὰ σέβεται ἑαυτὴν καὶ νὰ μὴ περιλαμβάνῃ εἰς νομοσχέδιον διάταξιν ἄσχετον πρὸς τὴν ἐπιγραφὴν αὐτῶν. Ζητῶ συνεπῶς ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ σεβασθῇ ἑαυτὴν καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ νὰ μὴ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἀποδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὡς καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ οὗ ἡ συζήτησις, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη καὶ ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τὸ σχέδιον νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς ἀφορώσης τὸ δικαιοστάσιον προθεσμίας τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1696]51 νόμου, τοῦ ἄρθρου μόνου τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1941]51 καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς περὶ τύπου νομοθεσίας».
§22Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Παρακαλῶ νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία εἰς τὸ σχέδιον τοῦτο, κατὰ τὴν ὁποίαν τροπολογίαν θὰ εἰσπράττωνται κατὰ τρόπον ἀσφαλῆ τὰ ποσοστά, τὰ ὁποῖα πληρώνουν αἱ ἐφημερίδες ἀπὸ τὸ ἀντίτιμον τῶν πωλουμένων φύλλων των εἰς τὸ Ταμεῖον συντάξεως δημοσιογράφων Ἀθηνῶν. Τὸ ποσοστὸν αὐτὸ εἰσπράττεται ἀπὸ τὸ Πρακτορεῖον Ἐφημερίδων εἰς εἰδικὸν λογαριασμόν. Ἀλλὰ τὰ Πρακτορεῖα Ἐφημερίδων συνήθως δὲν καταβάλλουν εἰς τὸ Ταμεῖον αὐτὰ τὰ ποσοστὰ καὶ ἐπέρχεται μία ἀνωμαλία καὶ εἷς κίνδυνος καταχρήσεως. Ἡ τροπολογία λέγει ὅτι αὐτὰ τὰ ποσοστὰ τὰ Πρακτορεῖα τῶν ἐφημερίδων καὶ πάντως οἱ μεσάζοντες «............ (Ἀναγινώσκει).....».
§23Α. ΙΩΣΗΦ (Ὑφυπουργὸς παρὰ τῷ Πρωθυπουργῷ). Μάλιστα τὴν ἀποδέχομαι.
§24Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ ἀρχικοῦ νομοσχεδίου, ὅπως ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τοῦ Πολιτικοῦ Γραφείου, περιελάμβανε διάταξιν διὰ τῆς ὁποίας κατοχυροῦται νομοθετικῶς τὸ ἤδη γιγνόμενον, τοῦ νὰ ἐκδίδωνται ἀθλητικαὶ ἐφημερίδες τὴν Δευτέραν. Εἰς τὴν νέαν διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργόν, παραλείπεται ἐντελῶς τὸ ἄρθρον αὐτὸ καὶ ἐπιθυμῶ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ τεθῇ ἡ διάταξις αὐτή, διότι εἶναι ἡ διάταξις αὐτή, ὑπὲρ τοῦ ἀθλητικοῦ πνεύματος καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς τὴν χώραν εἰς τὴν ὁποίαν κατ’ ἐξοχὴν ἐκαλλιεργήθη τὸ πνεῦμα τοῦ ἀθλητισμοῦ νὰ εἴμεθα, τόσον δυσμενεῖς πρὸς τὸν ἀθλητισμόν.
§25Α. ΙΩΣΗΦ (Ὑφυπουργὸς παρὰ τῷ Πρωθυπουργῷ). Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ μὴ δεχθῶ τὴν πρότασιν αὐτήν, διότι πρέπει νὰ σεβασθῶ τὴν Κυριακὴν ἀργίαν. Ἐὰν τυχὸν οἱ ἐφημεριδοπῶλαι ἦσαν σύμφωνοι μὲ τοὺς ἐκδότας τῶν ἐφημερίδων, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Χατζηγιάννη.
§26Δ. ΚΟΥΤΣΙΜΠΟΣ. Τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νομοσχεδίου, ἐτέθη ἀκριβῶς διὰ νὰ δικαιολογηθῇ ἡ τελευταία παράγραφος, δηλαδὴ ἡ ἀμοιβὴ τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐφ’ ὅσον ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐδέχθη τὴν ἀπάλειψιν τῆς τελευταίας παραγράφου καὶ τὸ ἐδέχθη ὁ κ. Ὑπουργός, νομίζω ὅτι τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως ἐτροποποιήθη ἀπὸ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν δὲν ἔχει καμμίαν ἔννοιαν, διότι συνιστᾶται Ἐπιτροπὴ διὰ νὰ κωδικοποιήσῃ τὰς σχετικὰς διατάξεις. Αὐτὸ εἶναι ἔργον τῆς ὑπηρεσίας.
§27Α. ΙΩΣΗΦ (Ὑφυπουργὸς παρὰ τῷ Πρωθυπουργῷ). Δὲν ἔχει οὕτω τὸ ζήτημα..... (ὁμιλῶν ἀπὸ τῆς θέσεώς του δὲν ἀκούεται).................
§28Δ. ΚΟΥΤΣΙΜΠΟΣ. Κάμνομεν μίαν κακὴν ἀρχήν.
§29Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργόν, ἐπανερχόμενος ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Χατζηγιάννη, νὰ δεχθῇ τὴν ἀρχικὴν διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως αἱ ἀθλητικαὶ ἐφημερίδες, κατ’ ἐξαίρεσιν κυκλοφοροῦν τὴν Δευτέραν. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ὅλοι οἱ ἀθλητικοὶ ἀγῶνες γίνονται τὴν Κυριακήν. Ἐὰν αἱ ἀθλητικαὶ ἐφημερίδες, δὲν κυκλοφοροῦν τὴν Δευτέραν χάνουν τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἐκδίδονται τὴν Δευτέραν.
§30Α. ΙΩΣΗΦ (Ὑφυπουργὸς παρὰ τῷ Πρωθυπουργῷ). Ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς διορθώσω μίαν κακὴν πληροφορίαν. Αἱ ἐφημερίδες κυκλοφοροῦν τὴν Δευτέραν, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι κυκλοφοροῦν κάπως ἀργότερον, ἀντὶ νὰ κυκλοφοροῦν εἰς τὰς 5 ἢ 6 τὸ πρωί, κυκλοφοροῦν εἰς τὰς 11 καὶ πάντως προτοῦ κυκλοφορήσουν αἱ ἀπογευματιναὶ ἐφημερίδες. Παρηκολούθησα καὶ στατιστικῶς τὸ πρᾶγμα καὶ εὕρηκα ὅτι ἡ διαφορὰ εἶναι αἰσθητή.
§31Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Πάντως, τὴν ἄποψιν αὐτὴν διετύπωσα καὶ ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν τὴν ἀποδεχθῇ, ἄλλο τὸ ζήτημα.
§32Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐξητάσθη εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ὁμοφώνως διέγραψε τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει εἰς τὰς ἀθλητικὰς ἐφημερίδας νὰ ἐκδίδωνται καθημερινῶς καὶ νὰ ἐκδίδωνται καὶ τὴν Δευτέραν. Αὐτό, κύριε Πρόεδρε, ἐσήμαινε τὸ ἑξῆς: —ὅτι ἐδημιουργεῖτο μία κατηγορία ἡμερησίων ἐφημερίδων, ἡ ὁποία ἔπαυε πλέον νὰ σέβεται τὴν Κυριακὴν ἀργίαν τῶν δημοσιογράφων, τῶν τυπογράφων καὶ τῶν ἐφημεριδοπωλῶν. Ἐὰν τὸ ἄρθρον αὐτὸ γίνῃ δεκτόν, ὅπως τώρα ζητοῦν διάφοροι συνάδελφοι, ἀμέσως μετὰ μίαν ἑβδομάδα ἡ Βουλὴ θὰ εὑρεθῇ πρὸ αἰτήματος τῶν καθημερινῶν ἐφημερίδων, αἱ ὁποῖαι θὰ ζητήσουν τὴν αὐτὴν μεταχείρισιν. Τὸ ἐπιχείρημα ὅτι ὅλα τὰ ἀθλητικὰ γεγονότα, λαμβάνουν χώραν τὴν Κυριακὴν καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ ἀναφέρωνται εἰς φύλλα τῆς Δευτέρας, δὲν εἶναι ἰσχυρὸν κατὰ τοῦτο, ὅτι ἀθλητικὰς στήλας ἔχουν ὅλαι αἱ ἡμερήσιαι ἐφημερίδες καὶ αὐταὶ εἶναι ὑποχρεωμέναι νὰ ἀναφέρουν καὶ ἀναφέρουν τὰ ἀθλητικὰ γεγονότα. Δὲν δύνασθε, λοιπὸν νὰ δημιουργῆτε προνόμια ὑπὲρ μιᾶς κατηγορίας ἐφημερίδων, νὰ ἐκδίδωνται τὴν Κυριακὴν χάριν τῶν ἀθλητικῶν γεγονότων καὶ νὰ ἀπαγορεύσετε εἰς τὰς ἄλλας ἐφημερίδας, αἱ ὁποῖαν ἔχουν ἀθλητικὰς στήλας, ἔχουν ἀθλητικοὺς συντάκτας, νὰ ἐκδίδωνται κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν. Ἄλλωστε, τὰ ἀθλητικὰ γεγονότα, δὲν εἶναι μόνον ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λαμβάνουν χώραν τὴν Κυριακὴν καὶ γνωρίζετε καλά, κ. Πρόεδρε, ὅτι αἱ ἐφημερίδες δὲν ἐκδίδονται τὴν ἑπομένην τῆς διεξαγωγῆς τῶν ἐκλογῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερον γεγονός; ἀπὸ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐκλογῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ὅμως, διὰ νὰ ἐκδοθοῦν ἐφημερίδες τὴν ἑπομένην τῶν ἐκλογῶν πρέπει νὰ ἀποφασίσῃ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, διὰ νὰ παραβῶμεν τὴν Κυριακὴν ἀργίαν, χάριν αὐτοῦ τοῦ γεγονότος. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μὴ δεχθῇ τὸ ἄρθρον αὐτό, νὰ δεχθῇ τὸ κείμενον, τὸ ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ διότι ἡ ψήφισις τοῦ ἄρθρου κατὰ τὸ ὁποῖον αἱ ἀθλητικαὶ ἐφημερίδες θὰ ἐκδίδωνται τὴν Δευτέραν, ἀποτελεῖ ἀπὸ τῆς στιγμῆς αὐτῆς κατάργησιν τῆς Κυριακῆς ἀργίας ὅλων τῶν ἐφημερίδων καὶ δι’ ὅλους τοὺς ἐργαζομένους εἰς τὰς ἐφημερίδας. Νομίζω, κύριοι, ὅτι τὸ αἴτημα τῆς Κυριακῆς ἀργίας τῶν δημοσιογράφων καὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν ἐφημερίδων, ὑπῆρξε παλαιότατον, ἔδωσε αὐτὴν τὴν ἐλευθερίαν τῆς Κυριακῆς ἀργίας εἰς τοὺς δημοσιογράφους, ἡ δικτατορία τοῦ Μεταξᾶ καὶ νομίζω ὅτι τὸ ἑλληνικὸν κοινοβούλιον δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τὴν καταργήσῃ.
§33Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ νομίζω, τοὐναντίον, ὅτι τὸ μέχρι τοῦδε γενόμενον ἐν τῇ πράξει πρέπει νὰ κατοχυρωθῇ νομοθετικῶς, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι αἱ ἀθλητικαὶ ἐφημερίδες ἐκδίδονται τὴν Δευτέραν τὸ πρωΐ, περιέχουσαι μόνον εἰδήσεις ἀθλητικάς. Ἐὰν αἱ ἐφημερίδες ἔχουν διάθεσιν νὰ ἐκδίδωνται ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους, δηλαδὴ μόνον μὲ ἀθλητικὰς εἰδήσεις, δὲν τοὺς ἐμποδίζει κανείς, ἀλλὰ μὲ τὸ ὑφιστάμενον σήμερον καθεστώς, τοῦ νὰ ἐκδίδωνται, καὶ ἀνεγνωρισμένον πανταχόθεν, τοῦ νὰ ἐκδίδωνται τὴν Δευτέραν τὸ πρωΐ αἱ ἐφημερίδες καὶ νὰ ἀργοῦν ἄλλην ἡμέραν, ὅπως ἐφηρμόσθη εἰς τὰ καταστήματα κ.λ.π. μέχρι τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὁποῖον περιέχει τὸ ἄρθρον 2, τὸ ἄρθρον ἔβαινε ὁμαλῶς. Δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα, πάντως νὰ ἀπαγορεύσωμεν τὴν ἔκδοσιν, τὴν Δευτέραν τῶν ἀθλητικῶν ἐφημερίδων. Εἶναι δὲ ἀπαραίτητος σήμερον ἡ ἔκδοσις τῶν ἐφημερίδων, ἐφ’ ὅσον εἶναι γνωστόν, ὅτι ὁ ἀθλητισμός, τόσον ἐπεξετάθη εἰς ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα.
§34Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Τὰ ἀθλητικὰ γεγονότα καὶ τὸ ἀθλητικὸν ρεπορτὰζ δὲν εἶναι μονοπώλιον τῶν ἀθλητικῶν ἐφημερίδων. Ἀθλητικὸν ρεπορτὰζ ἔχουν ὅλαι αἱ ἐφημερίδες. Ἐάν, συνεπῶς, καταργήσετε τὴν Κυριακὴν ἀργίαν διὰ τὸν ἀθλητικὸν τύπον, θὰ εὑρεθῆτε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὴν καταργήσετε δι’ ὅλας τὰς ἐφημερίδας.
§35Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ἐγὼ εἶπον ἐὰν αἱ ἐφημερίδες θέλουν νὰ ἐκδίδωνται μόνον μὲ ἀθλητικὰ νέα, νὰ ἐκδίδωνται —δὲν τοὺς ἐμποδίζει κανεὶς—καί νά ἀναπαύωνται ἄλλην ἡμέραν. Ἐὰν διαγραφῇ τὸ ἄρθρον αὐτὸ δικαίως θὰ θεωρηθῇ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἀναγνωρίζει τὸ ὑφιστάμενον καθεστώς. Δι’ αὐτὸ ἐφ’ ὅσον ἐτέθη τὸ ἄρθρον 3 πρέπει νὰ ψηφισθῇ ὡς ἔχει.
§36Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἀντελήφθη πῶς ἔχει τὸ ζήτημα. Ἀρχικῶς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχε καταθέσει ὁ κ. Ὑπουργός, περιελάμβανε τὴν διάταξιν αὑτήν, ἡ ὁποία ἐπέτρεπεν εἰς τὰς ἀθλητικὰς ἐφημερίδας νὰ ἐκδίδωνται τὴν Δευτέραν τὸ πρωΐ. Ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Λύχνος, ὁμοφώνως τὴν διέγραψεν ὄχι διότι εἶχε καμμίαν ἀντιπάθειαν πρὸς τὰς ἀθλητικὰς ἐφημερίδας, αἱ ὁποῖαι, ἀντιθέτως ἀπολαμβάνουν τῆς συμπαθείας ὅλων μας, ἀλλὰ διότι ἐνομίσαμεν ὅτι ἢ ἔπρεπε νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὸ θέμα ὁλοκληρωτικῶς, τῆς καταργήσεως τῆς Κυριακῆς ἀργίας τῶν ἐφημερίδων, ἢ ἔπρεπε νὰ διαγράψωμεν τὴν παράγραφον αὐτήν. Δι’ αὐτὸ βλέπω μὲ χαρὰν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς υἱοθέτησε τὴν τροπολογίαν τῆς Ἐπιτροπῆς. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἡ Βουλὴ ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ ζήτημα καθ’ ὁλοκληρίαν. Ἐὰν καταλήξῃ εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτήν, τότε βέβαια ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διατηρήσῃ καὶ τὴν παράγραφον 3 τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ. Ἐὰν ὄχι, τότε ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ τὴν διαγράψῃ, διότι δημιουργοῦνται δύο μέτρα καὶ δύο σταθμά.
§37Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι αἴτημα χιλιάδων λαοῦ, ποὺ διαβάζει τὶς ἐφημερίδες αὐτές, νὰ συνεχίζεται κάθε Δευτέραν πρωΐ ἡ ἔκδοσίς των. Αὐτὸ συνέβαινεν ἕως τώρα χωρὶς νὰ τοὺς ἐμποδίζῃ κανείς. Περιέργως ἀπὸ δεκαπενθημέρου ἠμποδίσθησαν. Δὲν νομίζω ὅτι θίγεται ἡ Κυριακὴ ἀργία τῶν συντακτῶν κλπ., διότι εἰς τὶς ἐφημερίδες αὐτὲς ἀσχολοῦνται ἐρασιτέχναι συντάκται καὶ 5–6 ἐργάτες, οἱ ὁποῖοι εὐχαρίστως προσφέρουν τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν προκειμένου νὰ ἐξυπηρετήσουν τὸ φίλαθλον κοινόν, τὸ ὁποῖον διαβάζει τὰς ἐφημερίδας αὐτάς, ποὺ μὲ τὴν καλὴν καὶ ἐπιμελημένην ὕλην των προάγουν τὸ φίλαθλον πνεῦμα τοῦ λαοῦ.
§38Π. ΚΕΡΑΣΣΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ὑπόθεσις τῆς Κυριακῆς ἀργίας εἶναι μία ὑπόθεσις, ἡ ὁποία ἐνδιαφέρει ὅλας τὰς ἐργαζομένας τάξεις. Ἐὰν σήμερα μὲ τὶς δύο ἐφημερίδες, οἱ ὁποῖες ἐκδίδονται, σπασθῇ αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις τῆς Κυριακῆς ἀργίας, αὐτὸ εἶναι ἕνα ξέφτισμα τῆς Κυριακῆς ἀργίας. Καί, νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε διὰ τὶς δύο αὐτὲς ἐφημερίδες νὰ σηκώνωνται οἱ ἐφημεριδοπῶλαι, οἱ ὁποῖοι σηκώνονται κάθε πρωΐ στὰς τρεῖς διὰ νὰ πᾶνε εἰς τὸ Πρακτορεῖον νὰ πάρουν τὶς ἐφημερίδες. Ὅπως ἐτόνισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς αὐτὴ ἡ δουλειὰ ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ εἰς τὰς 11 τὸ πρωΐ.
§39Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἤθελα νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν, συμπληρωματικῶς πρὸς ὅσα εἶπον, ὅτι ἡ ἔννοια τῆς Κυριακῆς ἀργίας κατ’ οὐδεμίαν λογικὴν εἶναι δυνατὸν νὰ σημαίνῃ ὅτι τὴν Κυριακὴν δὲν θὰ ὑπάρχῃ κανεὶς ἐργαζόμενος ἄνθρωπος ἐν Ἑλλάδι. Ὁ ἀθλητικὸς τύπος ἔχει μίαν ἰδιοτυπίαν. Τὴν ἰδιοτυπίαν αὐτὴν θὰ σεβασθῶμεν. Καὶ δι’ αὐτὸ δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφασίσῃ νὰ ἐργάζωνται οἱ ἀθλητικοὶ συντάκται καὶ ἐργάται τὴν Κυριακήν. Δὲν δύναται ἐξ αὐτοῦ νὰ συναχθῇ, ὅτι καὶ αἱ λοιπαὶ ἐφημερίδες δύνανται νὰ ἐκδίδωνται τὴν Δευτέραν. Ἐὰν θέλωμεν νὰ ὑποβοηθήσωμεν τὸν ἀθλητισμόν, ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ βοηθήσωμεν καὶ τὰ ὄργανά του, τὰ ὁποῖα μόνον τὴν Δευτέραν ἔχουν λόγον νὰ κυκλοφοροῦν.
§40Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, αἱ ἀθλητικαὶ ἐφημερίδες ἐξεδίδοντο ἅπαξ τῆς ἑβδομάδος. Κατόπιν τοὺς ἐδόθη τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδωνται δὶς τῆς ἑβδομάδος καὶ κατόπιν καθημερινῶς. Ἡ Βουλὴ διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ καλεῖται νὰ καλύψῃ αὐτὴν τὴν ὑφισταμένην κατάστασιν. Τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου ἀπαλλάσσει τὸν ἀθλητικὸν τύπον τῆς καταχρήσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμνε τόσα χρόνια, νὰ χρησιμοποιῇ ἀδασμολόγητον δημοσιογραφικὸν χάρτην δι’ ἐκδόσεις μὴ νομίμους. Τοὺς ἐκάμαμεν αὐτὴν τὴν εὐκολίαν, νὰ τοὺς καλύψωμεν. Τοὺς δίδωμεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδωνται καθ’ ἡμέραν, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τοὺς δώσετε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδωνται καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν ὅλαι αἱ ἄλλαι ἐφημερίδες δὲν ἐκδίδονται.
§41Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή. Τὸ θέμα εἶναι σοβαρώτατον. Ἀφορᾷ τὴν νεολαίαν. Πρέπει νὰ εἶναι κανεὶς πατέρας διὰ νὰ δῇ μὲ πόσην ἀγωνίαν τὰ παιδιά του περιμένουν τὴν Δευτέραν διὰ νὰ πάρουν τὴν ἐφημερίδα νὰ διαβάσουν τὰ ἀθλητικὰ νέα. Εἶναι καταπληκτικὸν πῶς μέσα εἰς τὴν Βουλὴν εὑρίσκονται βουλευταί, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ στραγγαλίσουν τὸ φίλαθλον πνεῦμα τῶν παιδιῶν, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν μόνην σωτηρίαν τοῦ Ἔθνους.
§42Α. ΙΩΣΗΦ (Ὑφυπουργὸς παρὰ τῷ Πρωθυπουργῷ). Ἐπιθυμῶ νὰ καταστήσω γνωστὸν ὅτι ἀπὸ ἀγάπην πρὸς τὰς ἀθλητικὰς ἐφημερίδας κατετέθη τὸ νομοσχέδιον. Δὲν πρέπει ἐπίσης νὰ παραβλέπεται τὸ γεγονός, ὅτι λύεται μὲ νόμον τὸ βασανιστήριον, ποὺ εἶχαν αἱ ἀθλητικαὶ ἐφημερίδες, νὰ μὴ ἠμποροῦν καὶ αὐτὲς νὰ πάρουν χαρτὶ καὶ δὲν ἀγνοοῦν αἱ ἀθλητικαὶ ἐφημερίδες ὅτι τὸ χαρτὶ δὲν περισσεύει ἀπὸ τὰς καθημερινὰς ἐφημερίδας. Πρέπει, λοιπόν, κατ’ ἀρχὴν ὄχι μόνον αἱ ἐφημερίδες, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἀγαποῦν τὸν ἀθλητισμὸν νὰ πεισθοῦν ὅτι αὐτὸ εἶναι μία διευκόλυνσις, ὅταν ἐκτείνεται μάλιστα ἀναδρομικῶς, ὥστε νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ ποσὰ ποὺ ἔχουν καταβάλει διότι δὲν ἠμποροῦσαν νὰ πάρουν χαρτί. Δὲν πιστεύω, ἐπίσης, ὅτι πράγματι ὁ φίλαθλος ἢ αἱ ἀθλητικαὶ ἐφημερίδες ζημιοῦνται ἂν πάρουν τὴν ἐφημερίδα εἰς τὰς 11 καὶ ὄχι εἰς τὰς 7, πάντως δὲ πρὶν κυκλοφορήσουν αἱ μεσημβριναὶ ἐφημερίδες τῆς Δευτέρας. Παρηκολούθησα τὰς στατιστικὰς καὶ ἔθεσα τὸ ἄρθρον διότι ἠθέλησα νὰ δείξω καλὴν πίστιν, μὴ τυχὸν οἱ ἐφημεριδοπῶλαι συνεφώνουν μὲ τοὺς ἐκδότας τῶν ἀθλητικῶν ἐφημερίδων. Ἐὰν οἱ ἐφημεριδοπῶλαι δὲν θέλουν, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐγκαταλείψω τὴν εἰδικὴν προστασίαν των, διότι εἶναι καὶ αὐτοὶ βασανισμένοι ἄνθρωποι, ἔχουν καὶ αὐτοὶ αἰτήματα, τὰ ἔχουν δῆ πολλὲς φορὲς παραγκωνιζόμενα καὶ δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ τοὺς στερήσω μιᾶς ἀναπαύσεως, τῆς ὁποίας δικαιοῦνται ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ αὐτοί. Συνεπῶς ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν τροπολογίαν θὰ ἀποσύρω τὸ νομοσχέδιον.
§43Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ἐνόμιζα ὅτι ὁ κ. Ὑπουργός, ὑποβάλλων τὸ νομοσχέδιον καὶ περιλαμβάνων εἰς αὐτὸ τὸ ἄρθρον 3, εἶχεν ὑπ’ ὄψει του νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰς ἀνάγκας καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουν τυχὸν νὰ ἀναπαυθοῦν, δίδει δὲ εἰς αὐτοὺς μίαν ἄλλην ἡμέραν ἀναπαύσεως, ὡς γίνεται διὰ πολλὰς ἐργασίας, δι’ ὅλους τοὺς ἐργάτας ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται εἰς τὰ ἔργα κοινῆς ὠφελείας. Φαίνεται ὅτι ἀπὸ προχθὲς τὰ πράγματα μετεβλήθησαν, καὶ αἰφνιδίως ὅλως, διότι ἀλλοιώτικα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξηγηθῇ πῶς ἓν ἄρθρον εἰδικὸν διὰ τὸν ἀθλητικὸν τύπον διατυποῦται εἰς τὸ νομοσχέδιον καὶ μετὰ δύο ἡμέρας διαγράφεται. Δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ καταλάβω πῶς δικαιολογεῖται αὐτό. Ἀλλὰ ἐγὼ ἔχω μίαν πρότασιν συμβιβαστικὴν νὰ κάμω. Ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ ἐδέχετο αἱ ἀθλητικαὶ ἐφημερίδες νὰ κυκλοφοροῦν ὄχι ἀπὸ τὰς 6 τὸ πρωΐ, ἀλλὰ ἀργότερον καὶ πρὶν ἐκδοθοῦν αἱ ἀπογευματιναὶ ἐφημερίδες τῆς Δευτέρας, νομίζω, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει συμβιβάζονται αἱ ἀπόψεις μας.
§44Α. ΙΩΣΗΦ (Ὑφυπουργὸς παρὰ τῷ Πρωθυπουργῷ). Ὄχι, δὲν τὸ δέχομαι.
§45Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Ἡμεῖς θέλομεν τὴν Κυριακὴν ἀργίαν τῶν Ἑλλήνων δημοσιογράφων, τυπογράφων καὶ ἐφημεριδοπωλῶν.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ ἐὰν δέχεται τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει.
§47ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἀποδεχόμενοι τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
§49Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν διετυπώσατε καλὰ τὸ ἐρώτημα.
§50Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ διατυπώσητε τί ἐννοεῖτε ὅταν λέγετε ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον. Ὡς ἔχει κατατεθῆ ἢ ὡς ἐτροπολογήθη;
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς ἔχει σήμερον.
§52Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Δηλαδὴ μὲ τὴν διαγραφὴν τοῦ ἄρθρου;
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, τροπολογημένον ὡς εἶναι τὸ νομοσχέδιον.
§54Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Πρέπει νὰ θέσετε, κ. Πρόεδρε, πάλιν τὸ ἐρώτημα.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ μὴ ἀποδεχόμενοι τὸ νομοσχέδιον ὡς ἐτροπολογήθη κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν καὶ ὡς ἔχει σήμερον, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἑπομένως ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς περὶ Τύπου νομοθεσίας», ὡς ἔχει, ἀναβαλλομένης τῆς ψηφίσεως τοῦ συνόλου. Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Α.Ν. 1671]51 «περὶ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργείων». Ὁ κ. Κ. Παπαμαντέλλος ἔχει τὸν λόγον.
§56Κ. ΠΑΠΑΜΑΝΤΕΛΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, διὰ τοῦ ὑπὸ ψήφισιν νομοσχεδίου σκοπεῖται ἡ συμπλήρωσις τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ νόμου 1671 περὶ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργείων, τὸ ὁποῖον περιορίζει καὶ διαρθρώνει κατὰ διάφορον τρόπον τὰ Ὑπουργεῖα καὶ τὰς Γενικὰς Γραμματείας. Διὰ τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ Α.Ν. 1671, ἐπιτρέπεται εἰς τὰ Ὑπουργεῖα, ποὺ ἔχουν Ὑφυπουργεῖα, ἡ πρόσληψις Γενικοῦ Γραμματέως μόνον ἀπὸ ἀνωτάτους ὑπαλλήλους τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου. Διὰ τῆς τροποποιήσεως, τὴν ὁποίαν εἰσηγεῖται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, παρέχεται τὸ δικαίωμα εἰδικῶς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Συγκοινωνιῶν, λόγῳ τῆς φύσεως τοῦ ἔργου, ποὺ ἔχει νὰ κάμῃ ὅπως προσλαμβάνῃ ἀνώτερον τεχνικὸν ὑπάλληλον ἐπιχειρήσεως κοινῆς ὠφελείας, τελούσης ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τοῦ οἰκείου Ὑπουργείου καὶ ὁ ὁποῖος ὑπάλληλος κατὰ τὸ διάστημα τῆς ὑπηρεσίας του θεωρεῖται τελῶν ἐν ἀδείᾳ. Τὸ νομοσχέδιον, συζητηθὲν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἐγένετο κατὰ πλειοψηφίαν κατ’ ἀρχὴν δεκτόν, περιωρίσθη ὅμως μόνον διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Συγκοινωνιῶν, διότι ὡς εἶχε διατυπωθῆ ἀφεώρα καὶ τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα, τὰ ὁποῖα εἶχον τὸν θεσμὸν τοῦ Ὑφυπουργοῦ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἤδη διετυπώθη ἀπὸ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Πολυζωγόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§58Σ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, διὰ τοῦ ὑπὸ ψήφισιν νομοσχεδίου σκοπεῖται οὐχὶ ἡ μεταβολὴ τοῦ νόμου 1671, ὡς ἰσχυρίσθη ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς πλειοψηφίας εἰσηγητὴς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Συγκοινωνιῶν, ἀλλὰ ἡ παντελὴς ἀνατροπὴ αὐτοῦ. Ὁ Ἀναγκαστικὸς νόμος 1671, μήπω κυρωθεὶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀνατρέπεται σήμερον διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσάγει ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Συγκοινωνιῶν. Ὁ νόμος 1671 ἀπέβλεψεν εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς διαρθρώσεως καὶ ὀργανώσεως τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, διὰ μεταρρυθμίσεων ἀποβλεπουσῶν εἰς τὴν ρύθμισιν τῶν ἀνωτάτων βαθμίδων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἤτοι εἰς τὴν σύνθεσιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἰς τὸν προσδιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ καὶ τῆς τάξεως τῶν Ὑπουργείων, ὡς καὶ εἰς τὴν γενικὴν δικαιοδοσίαν ἑνὸς ἑκάστου ἐξ αὐτῶν. Διὰ τοῦ αὐτοῦ νόμου τὰ Ὑπουργεῖα διεκρίθησαν εἰς διαφόρους κατηγορίας. Εἰς τὴν πρώτην κατηγορίαν, εἰς τὴν ὁποίαν συμπεριλαμβάνεται καὶ τὸ Ὑπουργεῖον Συγκοινωνιῶν, ἐπιτρέπεται κατ’ ἐξαίρεσιν πρὸς τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα, ὁ διορισμὸς ὑφυπουργοῦ, ἀλλὰ ἀπαγορεύεται ὁ διορισμὸς Γενικοῦ Γραμματέως. Κατ’ ἐξαίρεσιν ὅμως, ἐν περιπτώσει δηλαδὴ ὑπερβολικῆς συγκεντρώσεως ἁρμοδιοτήτων καὶ ἔργων εἰς τὸν Ὑφυπουργόν, ἐπιτρέπεται ὁ διορισμός, ἡ τοποθέτησις μᾶλλον, ὡς Γενικοῦ Γραμματέως ἑνὸς ἀνωτάτου ὑπαλλήλου τοῦ Ὑπουργείου τούτου. Ἔχει τὴν εὐχέρειαν, δηλαδή, ὁ κ. Ὑπουργός, εἰς τὴν περίπτωσιν ποὺ ὑπάρχει φόρτος ἐργασίας, ἐκτὸς τοῦ Ὑφυπουργοῦ, νὰ προσλάβῃ ὡς Γενικὸν Γραμματέα ἕνα ἐκ τῶν ἀνωτάτων ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τούτου. Ἀλλά, ὁ κ. Ὑπουργός, δὲν ἠθέλησε νὰ ἀναζητήσῃ καὶ νὰ ἀνεύρῃ τὸν Γενικὸν τούτου Γραμματέα ἐντὸς τοῦ κύκλου τοῦ Ὑπουργείου του, ἀλλὰ διὰ τοῦ ὑπὸ ψήφισιν νόμου εἰσάγει παρέκκλισιν καὶ ἐπιδιώκει τὴν ἵδρυσιν Γενικοῦ Γραμματέως καὶ τὸν διορισμὸν μὴ ὑπαλλήλου τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλ’ ὑπαλλήλου ἐπιχειρήσεως κοινῆς ὠφελείας τελούσης ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνιῶν. Ποῖος εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργός, ἐνῷ εἶχε τὴν εὐχέρειαν ταύτην, ἀναζητεῖ ἕτερον πρόσωπον ἐπιχειρήσεως κοινῆς ὠφελείας ἐξαρτωμένης ἐκ τοῦ Ὑπουργείου; Ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἀναζητῶ εἶναι ἡ πεῖρα, εἶναι ἡ ἱκανότης τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ ὑπάλληλος, εἰς τὸν ὁποῖον ἀποβλέπω, τὸν ὁποῖον, κύριοι, πιστεύσατέ με ὅτι δὲν γνωρίζω. Καὶ δι’ αὐτὸ εἶμαι ἀναγκασμένος νὰ ζητήσω εἰς ἄλλην ἐπιχείρησιν κοινῆς ὠφελείας τὸν ὑπάλληλον τοῦτον. Ἀπηντήσαμεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, καὶ ἀπαντῶμεν καὶ σήμερον ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο. Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Συγκοινωνιῶν ἔχει ὑπαλλήλους, ἱκανοὺς καὶ πεπειραμένους, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ὑπηρέτησαν καὶ τιμοῦν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Συγκοινωνιῶν. Ἀλλὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου τῆς ἱκανότητος διαψεύδει ἑαυτὸν διὰ τοῦ ἀμέσως ἐρχομένου νομοσχεδίου. Διότι ἐνῷ εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο βεβαιοῖ ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναζητήσῃ ἐκτὸς τοῦ Ὑπουργείου τὸν Γενικὸν Γραμματέα, διότι δὲν ὑπάρχει ἐντὸς τοῦ Ὑπουργείου πεπειραμένος ὑπάλληλος, ἔρχεται διὰ τοῦ δευτέρου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θὰ συζητηθῇ μετ’ αὐτό, ἔρχεται, λέγω, διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ δώσῃ βολὴν κατὰ τοῦ Κώδικος τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων καὶ νὰ παρατείνῃ τὸ ὅριον τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνιῶν, διότι εἶναι ἐξαιρετικοὶ καὶ πεπειραμένοι καὶ ἱκανοί. Εἰς τὸ πρῶτον εἶναι ἀνίκανοι καὶ εἰς τὸ δεύτερον εἶναι ἱκανοί. Πῶς δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀντίφασιν αὐτὴν μεταξὺ τῶν δύο νομοσχεδίων του; Ἀναζητῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸν ὑπάλληλον τοῦτον ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας διατρέχει τὸν κίνδυνον, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Συγκοινωνιῶν, τὸν ὁποῖον τόσα προσόντα καὶ ἀρεταὶ κοσμοῦν, νὰ παρεξηγηθῇ, νὰ ἐκτεθῇ εἰς τὴν ὑποψίαν ὅτι ρυμουλκεῖται ἀπὸ προσωπικοὺς ἢ κομματικοὺς λόγους. Διότι πράγματι, κύριοι συνάδελφοι, ἐκτίθεται εἰς τὴν ὑποψίαν αὐτὴν ὅταν ἀναζητῇ τὸν Γεν. Γραμματέα εἰς ὑπηρεσίαν ἐκτὸς τοῦ Ὑπουργείου του, εἰς ὑπηρεσίαν μάλιστα ἐξαρτωμένην καὶ ἐποπτευομένην ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας. Διότι διὰ τοῦ τρόπου τούτου εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι συγχέεται ἡ ἰδιότης τοῦ ἐπόπτου καὶ τοῦ ἐποπτευομένου, τοῦ ἐλέγχοντος καὶ τοῦ ἐλεγχομένου. Ὑπάλληλος ὑπηρεσίας τοιαύτης, πρόσωπον οἰκονομικῶς καὶ ὑπηρεσιακῶς ἐξηρτημένον ἐξ ἰδιωτικῆς ἐπιχειρήσεως ἐποπτευομένης ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Συγκοινωνιῶν, δὲν εἶναι κατάλληλον διὰ τὴν θέσιν τοῦ Γεν. Γραμματέως. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι, πῶς θὰ ἠμπορέσῃ ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς νὰ ἐκτελέσῃ τὰ καθήκοντά του καὶ νὰ ἐλέγξῃ τὴν ὑπηρεσίαν ἀπὸ τὴν ὁποίαν προῆλθεν, τὴν ὑπηρεσίαν ἀπὸ τὴν ὁποίαν μισθοδοτεῖται καὶ τὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὴν ὁποίαν, μετ’ οὐ πολύ, θὰ ἐπανέλθῃ πάλιν; Εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελέσῃ εὐσυνειδήτως τὰ καθήκοντά του ὁ ὑπάλληλος οὗτος; Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, κύριοι, ἀντετάχθημεν καὶ ἀντιτασσόμεθα κατὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Ἐτονίσαμεν ἐπίσης εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ τονίζομεν καὶ ἤδη ὅτι ἡ διατύπωσις τοῦ νόμου, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸν εἰσάγει, εἶναι γενικὴ περιλαμβάνουσα ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα.
§59Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Περιωρίσθη.
§60Σ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει ὅτι τὸ περιορίζει μόνον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Συγκοινωνιῶν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ: πρὸς τί ἡ χαριστικὴ αὐτὴ πρᾶξις καὶ ἐξαίρεσις διὰ τὸ Ὑπουργεῖον Συγκοινωνιῶν, ἐφ’ ὅσον οἱ αὐτοὶ λόγοι συντρέχουν δι’ ὅλα τὰ τεχνικὰ Ὑπουργεῖα; Καὶ διατί, κύριε Ὑπουργέ, ἐφ’ ὅσον ὁ νόμος οὗτος ἀφορᾷ τὴν τροποποίησιν τοῦ 1671, δὲν ἠθέλησε νὰ συνυπογράψῃ καὶ ὁ συνάδελφός σας ἐπὶ τοῦ Συντονισμοῦ ὡς ἁρμόδιος; Εἶπον ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου ὅτι ὁ νόμος οὗτος ἠθέλησε καὶ ἀπέβλεψεν εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς διαρθρώσεως καὶ ὀργανώσεως τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν κατὰ τρόπον ὥστε νὰ ἀναμένητε ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς του, πλὴν ἄλλων ἀγαθῶν ὀργανωτικῆς φύσεως, ὠφελημάτων καὶ ὠφέλεια Προϋπολογισμοῦ, διὰ μειώσεως καὶ οὐχὶ ἐπαυξήσεως τῶν δαπανῶν, ὡς προκύπτει ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ Γεν. Λογιστηρίου. Ἐρωτῶ: πρὸς τίνα λόγον νὰ ἐπιβαρυνθῇ τὸ δημόσιον μὲ τὴν δαπάνην τῶν 3 ἑκατ. δρχ. μηνιαίως, οἵα εἶναι ἡ μισθοδοσία τοῦ Γεν. Γραμματέως; Μοῦ ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς..... θὰ τὸ εἴπω, κύριε Ὑπουργέ, μὴ στενοχωρῆσθε, θὰ τὸ εἴπω καὶ θὰ ἐπιμείνω μάλιστα ἐπ’ αὐτοῦ. Ἠρώτησα τὸν κ. Ὑπουργὸν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν: Διατί, κύριε Ὑπουργέ, δὲν φείδεσθε τοῦ δημοσίου χρήματος καὶ θέλετε νὰ προσλάβετε ὑπάλληλον, ἡ πρόσληψις τοῦ ὁποίου ὡς ἐτόνισα θὰ ἐκθέσῃ καὶ ὑμᾶς καὶ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ νὰ ἐπιβαρύνετε ταυτοχρόνως ἐπὶ πλέον μὲ 3 ἑκατ. μηνιαίως τὸν προϋπολογισμὸν διὰ τῆς μισθοδοσίας τοῦ ὑπαλλήλου τούτου; Μοῦ ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι δὲν πρόκειται περὶ δαπάνης, διότι τὸν μισθὸν τούτου θὰ καταβάλλῃ ἡ ἑταιρία. Ἀλλὰ κύριοι συνάδελφοι..........
§61Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Δὲν ἐπιτρέπεται κοινοβουλευτικὸς τῆς πείρας σας, νὰ λέγῃ πράγματα ποὺ δὲν εἶναι σωστά. Εἶπον ἐγώ, ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς δὲν θὰ μισθοδοτῆται ἀπὸ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, διότι διατελεῖ ἐν ἀδείᾳ ἀπὸ τὴν ἑταιρίαν.
§62Σ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ λέγω καὶ ἐγώ, κύριε Ὑπουργέ. Ἐρωτῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργόν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὅσων εἶπε, διακόπτων με, ὅπως διατυποῦται τὸ νομοσχέδιον δὲν ἀναφέρεται, ὅτι θὰ μισθοδοτῆται ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν θὰ προέλθῃ. Ὅπως ἔχει τὸ νομοσχέδιον, ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος θὰ ἔχῃ τὴν θέσιν τοῦ Γεν. Γραμματέως. Θὰ δικαιοῦται νὰ προσέρχεται εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον καὶ νὰ παίρνῃ τὸν μισθόν του. Ἐρωτῶ κατὰ ποῖον τρόπον θὰ τοῦ τὸ ἀπαγορεύσετε;
§63Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Θέλετε νὰ τὸ προσθέσω;
§64Σ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Προσθέσατέ το, ἐὰν θελήσετε πράγματι νὰ ἐπιρρίψετε τὴν δαπάνην εἰς βάρος τῆς ἑταιρίας. Ἐρωτῶ ὅμως: ἡ ἑταιρία αὕτη, ἡ ὁποία θὰ πληρώνῃ τόσα ἑκατομμύρια εἰς τὸν ὑπάλληλον αὐτὸν καὶ νὰ μὴ τὴν ὑπηρετῇ, ἀλλὰ νὰ ὑπηρετῇ ὑμᾶς, ἀντὶ τίνων ἀνταλλαγμάτων θὰ πληρώνῃ τὴν δαπάνην ταύτην; (Χειροκροτήματα). Ἐρωτῶ, κύριε Ὑπουργέ, ἡ ἑταιρία αὐτή, ἡ ὁποία θὰ πληρώνῃ τὸν ὑπάλληλον, δὲν θὰ τὸν ἔχῃ ὑποχείριον, καὶ πῶς ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς θὰ ἠμπορῇ νὰ ἐκτελῇ εὐσυνειδήτως τὸ ἔργον του, ὅταν θὰ σκεφθῇ, ὅτι μετ’ οὐ πολὺ θὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν; Διὰ τοὺς λόγους αὐτούς, κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀπορριφθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Συγκοινωνιῶν. (Χειροκροτήματα).
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Βογιατζῆς ἔχει τὸν λόγον.
§66Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. Κύριοι βουλευταί, θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Συγκοινωνιῶν κ. Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος γνωρίζει τὴν βαθεῖαν ἐκτίμησιν, τὴν ὁποίαν τρέφω πρὸς τὸ πρόσωπόν του, νὰ ἐκδηλώσω τὴν ἔκπληξίν μου, διότι οὗτος ἐγκαινιάζει τὸ νομοθετικόν του ἔργον εἰς τὴν Βουλήν, μὲ δύο νομοθετήματα ἐντελῶς προσωπικά, τὰ ὁποῖα ὄχι μόνον δὲν πρόκειται κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν νὰ ἐπιφέρουν ὑπηρεσιακήν τινα βελτίωσιν, ἀλλὰ τοὐναντίον θὰ προκαλέσουν σύγχυσιν καὶ βλάβην εἰς τὴν ὑπηρεσιακὴν διάρθρωσιν τοῦ τέως Ὑπουργείου τῶν Μεταφορῶν. Διὰ τοῦ ἑνὸς νομοσχεδίου, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, ὁ κ. Ὑπουργὸς μᾶς λέγει, ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκὴς ἡ ἡγεσία τοῦ Ὑπουργείου, ἀποτελουμένη ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν, ἀπὸ τὸν Ὑφυπουργὸν καὶ ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν ἐὰν δὲν γνωρίζετε, θὰ ἤμην διατεθειμένος νὰ σᾶς εἴπω ὅτι εἶναι ἴσως ἡ πληρεστέρα καὶ ἱκανωτέρα, οἱουδήποτε ἄλλου Ὑπουργείου. Ὑπάρχουν Γενικοὶ Διευθυνταί, ἐξαίρετοι τεχνικοί, διακριθέντες διὰ τὸ ἦθος των, τὴν ἐπιστημονικήν των κατάρτισιν καὶ τὴν διοικητικήν των ἱκανότητα καὶ ὑπεράνω αὐτῶν, ὑπάρχει τεχνικὸς Σύμβουλος, ὁ ὁποῖος ἄριστα ἐκπληροῖ σήμερον τὰ καθήκοντα ἑνὸς Γεν. Γραμματέως, ἀλλὰ Γεν. Γραμματέως προερχομένου ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν, μὲ ἦθος καὶ ὑπαλληλικὴν συνείδησιν σπανίζουσαν σήμερον καὶ εἰς ἄλλας ἁρμοδίας ὑπηρεσίας τοιαύτης φύσεως. Δὲν γνωρίζετε, κ. Ὑπουργέ, ποῖον τεχνικὸν Σύμβουλον ἐννοῶ; Τὸν κ. Βακράτσαν.
§67Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Αὐτὸς ἔχει μεταφερθῆ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Βιομηχανίας.
§68Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κ. Ὑπουργέ, ἴσως νὰ ἀνήκῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Βιομηχανίας. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τελευταίως αὐτὴ ἡ ἀναπροσαρμογὴ τῆς συνθέσεως τῶν Ὑπουργείων εἶναι τοιαύτη, ὥστε εἶμαι βέβαιος, ὅτι καὶ σεῖς δὲν γνωρίζετε τὰς ὑπηρεσίας αἱ ὁποῖαι ἔχουν μεταφερθῆ εἰς ἄλλα Ὑπουργεῖα.
§69Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Αὐτὸ δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν. Ὁ κ. Βακράτσας ἀνήκει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Βιομηχανίας καὶ ἐκτελεῖ ὑπηρεσίας ἐκεῖ, οὐδεμία ἔχει δὲ σχέσιν μὲ ἐμένα.
§70Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Συγκοινωνιῶν ἔχετε Γενικοὺς Διευθυντάς, ἀρίστους καὶ σᾶς ἐρωτῶ: Τί πρόκειται νὰ γίνουν αὐτοί; Κύριοι βουλευταί, ἡ παρεμβολὴ μεταξὺ τῶν ὑπηρεσιῶν καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ Γενικοῦ Γραμματέως μὴ ἔχοντος πολιτικὴν ἰδιότητα ἀλλὰ μὲ καθαρῶς τεχνικὰς ἁρμοδιότητας δὲν πρόκειται νὰ συνεισφέρῃ τίποτε εἰς τὴν καθόλου ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου. Ἁπλῶς θὰ μαράνῃ καὶ θὰ ἀμβλύνῃ τὸν ζῆλον τῆς τεχνικῆς ὑπηρεσιακῆς ἡγεσίας τοῦ Ὑπουργείου. Πέραν αὐτοῦ, κύριοι συνάδελφοι, διὰ τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ παρατείνεται ὁ Κῶδιξ περὶ καταστάσεως δημοσίων ὑπαλλήλων ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζει ἐλπίδας ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος. Ἡ ἀπόφασις τοῦ Α.Σ.Δ.Υ ἀπορρίπτει τὸ νομοσχέδιον καὶ λέγει, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θελήσωμεν νὰ παραβιάζωμεν τοὺς κανόνας ποὺ ὁρίζονται εἰς τὸν Κώδικα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ μάλιστα πρὶν καλά, καλὰ τεθῇ εἰς ἐφαρμογήν. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν γνωρίζω τί ἀποδίδουν οἱ Γενικοὶ Γραμματεῖς εἰς τὰ Ὑπουργεῖα· νομίζω, ὅτι εἶναι θεσμὸς χρήσιμος, ἀλλὰ ὑπάρχουν καὶ ἁρμοδιότητες σαφῶς καθωρισμέναι. Ἡ παρεμβολὴ ἑνὸς προσώπου ξένου πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ ὅταν μάλιστα καὶ εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀναφέρεται, ὅτι κρίνονται καλοὶ ὅλοι οἱ ἀνώτεροι ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου του, ἱκανοὶ διὰ νὰ καθέξουν τὴν θέσιν αὐτήν, ἀντιλαμβάνεσθε τὴν πικρίαν καὶ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον εἶναι δυνατὸν οἱ ἀνώτεροι αὐτοὶ ὑπάλληλοι νὰ δεχθοῦν νὰ συνεχίσουν νὰ εἶναι ὑφιστάμενοι ἑνὸς μέχρι σήμερον ὑφισταμένου των. Τὰ ὅσα ἀναφέρει ὁ κ. Πολυζωγόπουλος διὰ τὴν μισθοδοσίαν του καὶ διὰ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ ἀσκήσῃ τὰ καθήκοντά του νομίζω, ὅτι διεφώτισαν πλήρως τὸ ζήτημα ὅτι δὲν πρόκειται διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ παρὰ νὰ ἱκανοποιηθῇ ἕνα πρόσωπον, ἢ ἄλλαι κομματικαὶ ἀπόψεις αἱ ὁποῖαι οὐδένα σκοπὸν ἐξυπηρετοῦν, ἀλλὰ μᾶλλον θὰ βλάψουν. Ἀλλὰ καὶ πέραν αὐτοῦ θὰ θίξουν τὸ ἦθος καὶ τὸ κῦρος τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνιῶν οἱ ὁποῖοι ἀναμένουν—ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνάγκη—νὰ προαχθοῦν ἐφ’ ὅσον τοὺς δοθῇ ἡ εὐκαιρία.
§71Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ παρατηρήσω εἰς τοὺς δύο ἐκλεκτοὺς συναδέλφους τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι τὰ πράγματα τὰ ἐνεφάνισαν πολὺ μεγαλεπίβολα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἀξίζει διὰ μίαν ὑπόθεσιν, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τί; κ. συνάδελφοι, τὸ νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἑνὸς συκοφαντημένου Ὑπουργείου καὶ πολυσυνθέτου, νὰ πάρῃ ὡς Γεν. Γραμματέα ἕνα πρόσωπον τῆς ἐμπιστοσύνης του, διὰ νὰ ἠμπορῇ νὰ ἔχῃ μίαν γνώμην, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαχείρισιν τῶν ζητημάτων τοῦ τόπου. Κύριε Πρόεδρε, ὅταν ὁ Ὑπουργὸς ἑνὸς Ὑπουργείου, ὅπως γνωρίζομεν ὅλοι, θέλει νὰ πάρῃ ἕναν Γ. Γραμματέα δὲν σημαίνει αὐτό, ὅτι ὑποτιμᾷ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἄλλων, ἀλλὰ ἀντιθέτως νομίζει, ὅτι εἶναι ὑποχρέωσις τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ ἔχῃ τὸν Γ. Γραμματέα του καὶ νὰ εἶναι ζήτημα καθαρῶς πολιτικὸν αὐτό, διότι αὐτὸς θὰ ἐξυπηρετῇ τὸν Ὑπουργόν, ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῆς σκοπιμότητος τῶν πράξεών του, ἐνῷ ἡ ὑπηρεσία εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ κρίνῃ τὰ πράγματα ὑπὸ τὴν στενὴν ὑπηρεσιακὴν ἄποψιν. Δὲν δύναται λοιπὸν νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι θὰ ἀποτελέσῃ ἀναστάτωσιν τοῦ Ὑπουργείου ἡ πρόσληψις ἑνὸς Γεν. Γραμματέως. Τὸ πνεῦμα τοῦτο ἄλλωστε ἐπεκράτησε καὶ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ νομίζω ὅτι θὰ εἶναι παράδοξον διὰ τὴν Βουλὴν νὰ ἀρνηθῇ εἰς ἕναν Ὑπουργὸν νὰ προσλάβῃ ἕναν Γενικὸν Γραμματέα. Θὰ εἶναι λοιπὸν πρωτάκουστον νὰ ἀρνηθῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ προσλάβῃ ἕνα πρόσωπον τῆς ἐμπιστοσύνης του, ὡς Γεν. Γραμματέα, διότι δῆθεν τοῦτο ὑπηρετεῖ εἰς κάποιαν Ἑταιρείαν.
§72ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς ποίαν Ἑταιρείαν;
§73Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Εἰς οἱανδήποτε. Ἡμεῖς θὰ δεχθῶμεν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τὸν παίρνει, εἴτε διὰ νὰ διαπράξῃ ἀτοπήματα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὁπότε ἀποδίδομεν μομφὴν κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἢ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ δεχθῶμεν τὸν Ὑπουργὸν καλῆς πίστεως καὶ ὀφείλομεν ἄρα νὰ τοῦ δώσωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητεῖ. Νομίζω, κύριοι ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, διότι διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ θὰ ἀποδείξῃ ὅτι δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, πρᾶγμα ποὺ θὰ ἀποτελέσῃ κακὸν προηγούμενον διὰ τὴν μετέπειτα ζωὴν τοῦ τόπου. (Χειροκροτήματα).
§74Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον ἔχει τὰ ἑξῆς 4 οὐσιώδη μειονεκτήματα: Πρῶτον φέρεται ὡς τροποποίησις τοῦ ἀναγκαστικοῦ νόμου περὶ ὀργανώσεως τῶν Ὑπουργείων πρὶν ἢ προσαχθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ νὰ κυρωθῇ ὡς βασικὸς νόμος καὶ εἶναι κακίστη ἀρχὴ αὐτή, τὸ νὰ φέρωνται οἱ νόμοι ὡς ἄρθρα τροποποιήσεως τοῦ ἀναγκαστικοῦ νόμου. Δεύτερον, διότι περιέχει διάταξιν τελείως ἄτοπον. Λέγει, ὅτι ὁ προοριζόμενος νὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν τοῦ Γ. Γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου —ποὺ λέγει, ὅτι ἔχει ἀνάγκην ὁ κ. Ὑπουργὸς—πρέπει νὰ εἶναι πρόσωπον ἠλεγμένης ἐπιχειρήσεως. Ἀλλὰ εἶναι αὐτονόητον καὶ νομίζω, ὅτι θὰ εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι ἐπ’ αὐτοῦ, ὅτι εἶναι ἐπικίνδυνον πρᾶγμα, ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ὑπηρεσιῶν ἑνὸς ὑπουργείου νὰ εὑρίσκεται ἕνα πρόσωπον ἐπιχειρήσεως κοινῆς ὠφελείας. Τρίτον, ὑπάρχει, κατὰ τὸν παρελθόντα Ἀπρίλιον ἐψηφίσθη, ὁ Κῶδιξ τῶν Δημοσίων Ὑπηρεσιῶν καὶ ἐψήφισαν αὐτὸν ὅλα τὰ κόμματα καὶ ἐστηρίχθησαν ἐλπίδες ἐπ’ αὐτοῦ. Ὁ κῶδιξ αὐτὸς ἔχει ἀναγνωρίσει τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον Δημοσίων Ὑπηρεσιῶν. Καὶ κατὰ τὸν τελευταῖον χρόνον ποὺ νομοθετοῦμε, δὲν κάμνομεν τίποτε ἄλλο ἀπὸ τοῦ νὰ ποδοπατοῦμεν τὰς ὑποδείξεις του, διότι ἐνῷ αὐταὶ εἶναι ἀντίθετοι πρὸς τὰ προσωπικά, ἔρχονται οἱ Ὑπουργοὶ καὶ αἱ Κυβερνήσεις καὶ ὅλο τέτοια φέρουν ἐδῶ. Ὑπάρχουν, κύριε Πρόεδρε, καὶ οἱ τέσσαρες λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουν εἰς μίαν σειράν, εἰς μίαν ἄλυσον προσωπικῶν νομοθετημάτων. Τὸ πρῶτον νομοσχέδιον ἦτο τὸ νομοσχέδιον τοῦ Δημάρχου Μεσολογγίου, τὸ δεύτερον τῶν ἀξιωματικῶν Χωροφυλακῆς, τὸ τρίτον μετά, τοῦ γενικοῦ διευθυντοῦ τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας καὶ τὸ τέταρτον εἶναι τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνίας. Καὶ ἐρωτᾶται: Ποῦ θὰ πᾶμε, ἂν συνεχίσωμε μὲ προσωπικὰ νομοσχέδια; Δὲν θὰ ἔλθῃ ἐπὶ τέλους καὶ ἕνα νομοσχέδιον ἀπρόσωπον, τὸ ὁποῖον νὰ γίνεται χάριν τῆς χρηστῆς διοικήσεως καὶ τοῦ δημοσίου;
§75Κ. ΠΑΠΑΜΑΝΤΕΛΛΟΣ. Ἤθελα νὰ προσθέσω ὀλίγα τινὰ διὰ τὸ ζήτημα τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως. Τὰ ¾ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνίας εἶναι ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι προέρχονται ἐκ τῶν ΣΕΚ, ΣΠΑΠ κ.λ.π., συνεπῶς δὲν θὰ ἦτο τίποτε τὸ ἐξαιρετικὸν ἡ πρόσληψις ἑνὸς Γενικοῦ Γραμματέως ἐκ τῶν ὑπαλλήλων ἑνὸς τοιούτου ὀργανισμοῦ.
§76Β. ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ. Δύο λέξεις ἔχω νὰ εἴπω. Τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον ἀποτελεῖ πρόκλησιν εἰς τὸ κοινὸν αἴσθημα καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν συγκοινωνιῶν ἔχει ὑποχρέωσιν σεβόμενος ἑαυτὸν καὶ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν νὰ τὸ ἀποσύρῃ ἄνευ περαιτέρω συζητήσεων.
§77Α. ΘΕΟΔΟΣΙΑΔΗΣ. Ἂν κύριε Πρόεδρε λόγοι κομματικῆς ἐνισχύσεως δὲν ὤθησαν τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Συγκοινωνιῶν Ὑπουργὸν νὰ εἰσαγάγῃ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον ἀναμφιβόλως καὶ ἡ ἑτέρα πτέρυξ θὰ ἐνίσχυεν αὐτό. Δὲν μένει οὐδεμία ἀμφιβολία ὅτι λόγοι προσωπικῆς ἀντιπαθείας ὤθησαν τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοθετήματος. Ἀλλὰ θέλω νὰ ἐρωτήσω: Διατί ἡ προηγουμένη Βουλὴ καὶ ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις ἐψήφισαν τὸν νόμον ὁ ὁποῖος δὲν ἐπιτρέπει εἰς Ὑπουργεῖα εἰς τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν Ὑφυπουργοὶ νὰ προσλαμβάνωνται Γενικοὶ Γραμματεῖς; Ἡ ἀπάντησις εἶναι ὅτι τοῦτο ἐγένετο διὰ λόγους οἰκονομίας. Ἐρχόμεθα τώρα διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοθετήματος νὰ παραβαίνωμεν τὰς ἀρχὰς αὐτὰς καὶ δημιουργήσωμεν θέσιν Γενικοῦ Γραμματέως ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχουν Ὑφυπουργοί. Ἂν γίνῃ δεκτὸν τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, πρέπει νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι θὰ ζητήσουν ἀμέσως καὶ τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα τὰ ὁποῖα ἔχουν Ὑφυπουργοὺς νὰ προσλάβουν Γενικοὺς Γραμματεῖς. Ἡ τυχὸν καταβολὴ τοῦ μισθοῦ τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως ὑπὸ τῆς ἑταιρείας κοινῆς ὠφελείας ἀπὸ τῆς ὁποίας θέλει ἀποσπασθῆ εἶναι ἀπαράδεκτος. Νομίζω, κ. βουλευταὶ ὅτι, δὲν ἐπιτρέπεται σήμερον εἰς στιγμὰς τὰς ὁποίας διέρχεται ἡ Πατρὶς καὶ ὅταν συνεχῶς ἀκούωμεν τὴν ἀπάντησιν ὅτι δὲν ὑπάρχουν χρήματα διὰ νὰ ἐπουλώσωμεν ἀμέσους ἀνάγκας τοῦ ἐργαζομένου λαοῦ τῶν ἐπαρχιῶν καὶ νὰ διατίθενται τὰ ἑκατομμύρια μηνιαίως διὰ νὰ ἐξυπηρετήσωμεν προσωπικὰς συμπαθείας καὶ προσωπικοὺς σκοπούς.
§78Ν. ΑΣΚΟΥΤΣΗΣ. Νομίζω ὅτι γίνεται περισσότερος θόρυβος ἀπὸ ὅ,τι εἶναι ἡ οὐσία τοῦ ζητήματος. Εἶναι γεγονὸς ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον Συγκοινωνίας εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πολυσχιδῆ Ὑπουργεῖα, ὥστε Ὑπουργὸς καὶ Ὑφυπουργὸς νὰ μὴ ἐπαρκοῦν διὰ τὴν ἐπίλυσιν τῶν ζητημάτων αὐτοῦ. Εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν ὁ Ὑπουργὸς ἐνόμισεν, ὅτι εἶχεν ἀνάγκην νὰ βοηθηθῇ ἀπὸ ἕνα τεχνικὸν πρόσωπον καὶ ἐξέλεξεν ὡς τοιοῦτον ἕνα ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐπιτύχει χαρακτηριστικῶς εἰς τὴν σταδιοδρομίαν του καὶ ὄχι ὡς κομματιζόμενος, ἀλλ’ ὡς ἐκτελῶν τὸ καθῆκόν του. Φαντασθῆτε, κύριοι συνάδελφοι, τὶ θὰ ἐγένετο ἂν ἐπρόκειτο ὁ Ὑπουργὸς νὰ πληρώσῃ τὴν θέσιν αὐτὴν διὰ προσώπου πολιτικοῦ. Τότε θὰ ἠκούοντο κατηγορίαι ὅτι ἐξυπηρετοῦνται κομματικοὶ σκοποί. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ὅτι πρόκειται περὶ ἑνὸς ἀνωτέρου χρηστοῦ ὑπαλλήλου τῆς Ἠλεκτρικῆς Ἑταιρείας, τοῦ κ. Κονοφάου, ὅστις καὶ παραιτεῖται τῆς ἀντιμισθίας. Τὸ νομοσχέδιον ὑπὸ τὴν πολιτικὴν εὐθύνην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς σκανδαλῶδες.
§79Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ἐγένετο τελευταίως ὁ νόμος περὶ μειώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ὑπουργείων. Ἐκ τῆς πράξεως αὐτῆς ἀπεδείχθησαν ὡρισμέναι ἀτέλειαι τοῦ νόμου αὐτοῦ, δηλαδή, ὅτι ὡρισμένα Ὑπουργεῖα εἶναι ἀδύνατον νὰ διοικῶνται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ μόνον καὶ τοῦ Ὑφυπουργοῦ. Συνέβη καὶ ὀλίγας ἑβδομάδας πρό τινος χρόνου, νὰ διέλθω ἐκ τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνίας καὶ πρέπει νὰ ὁμολογήσω, ὅτι εἶναι ἀπὸ τὰ δυσκολώτερα Ὑπουργεῖα καὶ ὁ Ὑπουργὸς φέρει τὴν εὐθύνην ἐπιλύσεως μυρίων ὅσων ζητημάτων καὶ δὴ προσωπικῶν. Ἡ διεύθυνσις αὐτοκινήτων τοῦ Ὑπουργείου ἔχει πλεῖστα ὅσα τοιαῦτα ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦν ἐπὶ ὥρας τὸν Ὑπουργόν. Διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοθετήματος ἐπιζητεῖται ἡ τροποποίησις ἑνὸς νόμου, τοῦ ὁποίου ἀπεδείχθησαν ὡρισμένα τρωτά. Τὸ γεγονός, ὅτι ἕνας Ὑπουργὸς ἐμφανίζεται καὶ ζητεῖ ἕνα ἄμεσον βοηθόν, νομίζω, ὅτι μᾶς δημιουργεῖ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τοῦ δώσωμεν τὴν εὐχέρειαν αὐτὴν τὴν ὁποίαν ζητεῖ.
§80ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. .. (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§81Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Παρακαλῶ νὰ φέρεσθε διακριτικώτερα. Δὲν δέχομαι τοιούτου εἴδους παρατηρήσεις. (Θόρυβος – Κωδωνοκρουσίαι). Συμπληρώνων δι’ ὀλίγων, παρερχόμενος τὴν παρεμβολὴν τοῦ κ. συναδέλφου. Ἐπαναλαμβάνω: Ὅταν εἷς Ὑπουργὸς ἐμφανίζεται εἰς τὸ Σῶμα καὶ ζητεῖ νὰ τοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ προσλάβῃ ἕναν ἄμεσον βοηθὸν καὶ ὡς τοιοῦτος εἶναι ὁ Γενικὸς Γραμματεύς, κατ’ ἐμέ, δημιουργεῖται ἡ ὑποχρέωσις τῆς Βουλῆς, νὰ τοῦ δώσῃ τὸν βοηθὸν αὐτόν, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι ὑπεύθυνος καὶ ἀπέναντι τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ ἀπέναντι τοῦ λαοῦ. Ἔχομεν Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα καὶ ὑπεύθυνον Κυβέρνησιν. Ἐὰν τοῦ ἀρνηθῆτε τὸν Γεν. Γραμματέα, τὸν ὁποῖον χρειάζεται, εὐλόγως θὰ σᾶς εἴπῃ τις, ὅτι κωλυσιεργεῖτε καὶ προσπαθεῖτε νὰ τοῦ δημιουργήσητε ἐμπόδια. Δὲν εἶναι δυνατὸν κατ’ οὐδεμίαν ἔννοιαν τοῦτο. Καί, ἡ μέχρι σήμερον πολιτικὴ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἀπέδειξεν, ὅτι δὲν εἶναι αὕτη ἡ πρόθεσίς της νὰ παρεμβάλλῃ προσκόμματα διὰ νὰ ἀποτύχῃ τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως. Δι’ αὐτό, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀπολύτως θεμιτὸν τὸ αἴτημα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν εὐχέρειαν νὰ διαλέξῃ τὸ πρόσωπον τὸ ὁποῖον ἐξέλεξε. Τὰ ὅσα ἐλέχθησαν περὶ κομματικῶν καὶ προσωπικῶν συμφερόντων καθὼς καὶ οἱ ἄλλοι χαρακτηρισμοί, εἶναι ὑπερβολικοί, νομίζω, καὶ δὲν ἔχουν θέσιν εἰς τὴν συγκεκριμένην αὐτὴν περίπτωσιν.
§82Ε. ΚΑΜΙΝΟΠΕΤΡΟΣ. Θὰ ἤθελον, κ. Πρόεδρε, νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, μὲ δύο ζητήματα ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχει μεγάλη παρανόησις. Πρῶτον, ὑπεστηρίχθη ὑπό τινων ἀξιοτίμων συναδέλφων, ὅτι δῆθεν ἡ ἐπιχείρησις αὕτη κοινῆς ὠφελείας, εἶναι ἐλεγχομένη ἐπιχείρησις καὶ ὑποτεταγμένη καὶ ὅτι οἱ ὑπάλληλοι τῆς ἑταιρείας, τελοῦν εἰς θέσιν ἐξαρτήσεως, ἔναντι τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀληθές.
§83ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ λέγει τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
§84Ε. ΚΑΜΙΝΟΠΕΤΡΟΣ. Καὶ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἐδόθησαν ἐξηγήσεις ἐπ’ αὐτοῦ καὶ ἀπεδέχθη, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ὑποτελοῦς ἐπιχειρήσεως. Τὸ Ὑπουργεῖον ἀσκεῖ ἁπλῆν ἐποπτείαν καὶ οὐχὶ ἔλεγχον, ὅπως συμβαίνει μὲ τὴν Ἠλεκτρικὴν Ἑταιρείαν Μεταφορῶν. Ἄλλο ζήτημα εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἀντιμισθίας τοῦ Γεν. Γραμματέως. Οὗτος θὰ μισθοδοτῆται ἀπὸ τὴν ἐπιχείρησιν ὄχι ἀπὸ τὸ δημόσιον, διότι θὰ θεωρῆται εὑρισκόμενος ἐν ἀδείᾳ. Θέλω τοῦτο νὰ τονίσω: Ὅτι κρίνω σκόπιμον οἱ Ὑπουργοὶ νὰ ἀναζητοῦν τοὺς Γεν. Γραμματεῖς, ἐκτὸς τοῦ κύκλου τῶν ὑπαλλήλων τῶν Ὑπουργείων των διὰ νὰ ἔχουν ἕνα σύμβουλον. Διότι, αὐτὸ ἐξασφαλίζει τὴν ἀντικειμενικότητα καὶ τὸν συντονισμὸν τῶν ἐνεργειῶν των καὶ τὴν καλυτέραν ἀπόδοσιν τῶν ἐργασιῶν του.
§85Π. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, τὸ Ὑπουργεῖον Συγκοινωνίας, ἔχει πολλοὺς καὶ πεπειραμένους ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν κόσμημα δι’ αὐτὰ καὶ δὲν δέχομαι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Κοθρῆς, ὅτι εἶναι συκοφαντικὸν διὰ τὸν Ὑπουργόν. Γνωρίζει κάλλιον ἡμῶν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνίας εἶναι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι κατὰ καιροὺς προσέφερον τεραστίαν ὑπηρεσίαν ὑπὲρ τοῦ Ἔθνους. Ἡ παρεμβολὴ τοῦ Γεν. Γραμματέως, μεταξὺ τῶν ἀνωτέρων αὐτῶν ὑπαλλήλων εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ φέρῃ μεγάλας δυσχερείας εἰς τὸν Ὑπουργόν, διότι ἄγνωστος θὰ μεταβῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον διὰ νὰ ἐλέγξῃ καὶ νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὰς σχέσεις τῆς ἑταιρείας μὲ τὸ Ὑπουργεῖον. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, δὲν πρέπει νὰ δώσῃ αὐτὸ τὸ προηγούμενον κακόν, διότι αὐτὰ τὰ πράγματα, δὲν εὐσταθοῦν.
§86Ε. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἴθισται εἰς ὅλα τὰ καθεστῶτα, οἱ Ὑπουργοί, νὰ ἐκλέγουν τοὺς Γεν. Γραμματεῖς. Δὲν νομίζω, ὅτι διὰ τὸ παρὸν νομοσχέδιον, ἔπρεπε νὰ δημιουργηθῇ τόσος θόρυβος καὶ πρὸ παντὸς ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον θὰ ἤθελον νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, εἶναι τὸ ἑξῆς: Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ εὑρεθῇ ἕνας τρόπος ἀποσπάσεως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὡς Γεν. Γραμματέως ἑνὸς ἀνωτέρου ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος νὰ μισθοδοτῆται ἀπὸ τὸ Κράτος, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους δὲν πρόκειται, ἂς μὴ πλανώμεθα, νὰ χρεωκοπήσῃ ἀπὸ τρία ἑκατομμύρια δραχμῶν μηνιαίως. Πολλοὶ ἐξ ὑμῶν τῶν βουλευτῶν τοῦ Συναγερμοῦ, εἶσθε πολὺ νέοι καὶ εἰς τὸ Κοινοβούλιον καὶ εἰς τὴν πολιτικὴν καὶ νομίζετε ὅταν ἀκούετε 3 ἑκατομ. καὶ 5 καὶ 10, ὅτι πρόκειται νὰ καταστραφῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ ἡ Ἑλλάς. Δὲν εἶναι αὐτὸ ἀγαπητοί μου φίλοι. Πλανᾶσθε, σᾶς τὸ λέγω ἐγώ. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ ἡ Ἑλλὰς δὲν καταστρέφεται οὔτε μὲ 3 οὔτε μὲ 50, 100 ἢ 200 ἑκατομμύρια. Ἀλλοῦ πρέπει νὰ στρέψωμεν τὴν προσοχήν μας καὶ ἀλλοῦ πρέπει νὰ προσέξωμεν. Δὲν θέλω νὰ ἐπεκταθῶ περισσότερον διότι οἱ προλαλήσαντες ἐξέθεσαν, ὡς ἔπρεπε, τὸ θέμα. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργός, ἔχει δικαίωμα νὰ ἐκλέξῃ τὸν Γενικὸν Γραμματέα του καὶ ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς πρέπει νὰ εἶναι πρόσωπον τῆς ἐμπιστοσύνης του. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Συγκοινωνιῶν, γνωρίζετε ὅλοι σας πολὺ καλά, ὅτι συνεχωνεύθησαν δύο Ὑπουργεῖα, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Τ.Τ.Τ. καὶ τῶν Μεταφορῶν καὶ αἱ ὑπηρεσίαι του εἶναι ἐκτεταμέναι. Πάντοτε ὑπῆρχεν Ὑπουργὸς καὶ Ὑφυπουργὸς καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Μεταφορῶν καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Τ.Τ.Τ. Ὁ Ὑπουργὸς δὲ Μεταφορῶν, εἶχεν ἀπ’ ἀνέκαθεν καὶ Γενικὸν Γραμματέα. Ἑπομένως, δὲν προστίθεται τίποτε τὸ νεώτερον.
§87Σ. ΛΙΒΑΔΑΣ. Κύριοι, νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν συγκοινωνιῶν, ἔχει μέγα δίκαιον νὰ γυρεύῃ Γενικὸν Γραμματέα. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ἕνα παράδειγμα. Ὁ προκάτοχος αὐτοῦ ἀγαπητός μου κ. Κοθρῆς, ἔκαμε μίαν μικρὰν παρανομίαν. Πρόκειται διὰ 14 αὐτοκίνητα τῆς Κεφαλληνίας. Εἶχαν ὅλοι τὰ ἴδια δικαιώματα, ἦσαν ὅλοι ὁδηγοὶ αὐτοκινήτων. Ὅταν λοιπὸν ἔδωσεν 4–5 ἄδειες δικές του γιὰ τὶς ἄλλες εἶπε νὰ μὴ δοθοῦν καίτοι ἦσαν ὑπογεγραμμένες ὅλες. Ἕνας τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου ὁ γενικὸς διευθυντὴς ἔγραψεν ἀποκάτω διαφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διότι δικαίως ἔπρεπε νὰ δοθοῦν ὅλαι αἱ ἄδειαι. 1½ χρόνον αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ὑπηρεσιακῶς εἶχε σταθῆ εἰς τὴν θέσιν του. Ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Συγκοινωνιῶν ὄχι μόνον δὲν ἔδωσε τὶς ἄδειες, ἀλλὰ καὶ μολονότι κατὰ τὴν προχθεσινὴν συζήτησιν μᾶς ἐβεβαίωσεν ὄχι ἀληθῶς ὅτι δὲν ἔχουν ὅλοι ἄδεια ὁδηγοῦ αὐτοκινήτων...
§88ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐκτὸς θέματος (διαμαρτυρίαι).
§89Σ. ΛΙΒΑΔΑΣ. Δὲν εἶναι ἄσχετον. Περιμένετε. (Φωναὶ διαμαρτυρίαι). Δικαίως τώρα ὁ κ. Μπουρδάρας θέλει νὰ πάρῃ ἕνα Γενικὸν Γραμματέα ὁ ὁποῖος νὰ εὐνουχῇ τὰς γνώμας τῆς ὑπηρεσίας. (Χειροκροτήματα).
§90Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Ὁ συνάδελφος κ. Λιβαδᾶς εἶπεν ὅτι ἔκαμα μίαν παρανομίαν. Νομίζω ὅτι ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος δὲν εἶπε τὴν ἀλήθειαν, διότι θὰ ἐνθυμῆται πολὺ καλὰ ὅτι, ὅταν ἦλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ μοῦ ἐζήτησεν νὰ τοῦ δώσω τὶς ἄδειες, ἦταν ἡ ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποίαν ἤμην ὑπὸ παραίτησιν, ἐπρόκειτο δὲ νὰ ἔλθῃ νὰ μὲ ἀντικαταστήσῃ ὁ κ. Μπουρδάρας καὶ τοῦ ἐδήλωσα ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνεχίσω νὰ ὑπογράφω ἄδειες καὶ ἔγγραφα τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἤμην παρὰ τύποις Ὑπουργός.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν ἔχει τὸν λόγον.
§92Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Κύριοι Βουλευταί, ἀναλαβὼν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Συγκοινωνιῶν εὗρον τοῦτο ἀπαρτιζόμενον ἀπὸ 3 Γενικὰς Διευθύνσεις, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ μία ἡ ταχυδρομικὴ εἶναι πλήρης, ἡ τῶν αὐτοκινήτων δὲν θέλω νὰ σᾶς τὴν χαρακτηρίσω διότι ὅλοι τὴν γνωρίζετε, ἐκτὸς ἐλαχίστων ἀνωτάτων ὑπαλλήλων ὅλοι οἱ ἄλλοι εἶναι εἴτε ἐξ ἀποσπάσεως εἴτε ἐκ συμβάσεως, ἀλλὰ πάντως μὴ ἔχοντες παράδοσιν ἱεραρχικῆς ὑπαλληλίας. Ἡ γενικὴ διεύθυνσις τῶν σιδηροδρόμων ἀπαρτίζεται ἀπὸ ἐλαχίστους ὑπαλλήλους κατὰ πάντα ἱκανοὺς ἀλλὰ μὴ δυναμένου τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ στερήσῃ καμμίαν τῶν τεσσάρων διευθύνσεων τῶν διευθυνόντων προσώπων, διότι δὲν ὑπάρχουν ἀναπληρωταὶ καὶ δυστυχῶς μετά τινα χρόνον ἡ γενικὴ διεύθυνσις τῶν σιδηροδρόμων θὰ εὑρεθῇ ἄνευ προσωπικοῦ ἀνωτέρου καὶ εἶναι αὐτὸς ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον κατέθεσα τὸ δεύτερον νομοσχέδιον τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ ἐπιψήφισις. Ἐπειδὴ ἐκ τοῦ νόμου 1671 δὲν ἐπετρέπετο νὰ ἔχω Γενικὸν Γραμματέα, εἰμὴ μόνον τεχνικόν, ἀνεζήτησα νὰ εὕρω τοιοῦτον δυνάμενον νὰ μοῦ χρησιμεύσῃ ὡς σύμβουλος ἐν τῇ ἐξασκήσει τῶν βαρυτάτων καθηκόντων μου διότι δὲν παραλείπω νὰ σᾶς γνωρίσω ὅτι μετά τινα χρόνον ὑπάγεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Συγκοινωνιῶν καὶ ἡ πολιτικὴ ἀεροπορία, ἡ ὁποία ἀντιλαμβάνεσθε καλῶς ποίας ὑποχρεώσεις μοῦ ἐπιβάλει καὶ ποίας δυσκολίας θὰ μοῦ ἐμφανίσῃ ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν καθηκόντων ἄνευ εἰδικοῦ συμβούλου. Ἐξ αὐτῆς τῆς αἰτίας κ.κ. συνάδελφοι, ἐξέλεξα ἕνα ἀνώτερον ὑπάλληλον τῆς Ἑταιρείας Ἠλεκτρικῶν Σιδηροδρόμων Ἀθηνῶν–Πειραιῶς, τοῦ ὁποίου τὸ ἦθος εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὁ ὁποῖος ἔχει πεῖραν διότι ὑπηρέτησεν εἰς ὅλας τὰς σιδηροδρομικὰς ὑπηρεσίας, τοῦ ὁποίου ἡ δραστηριότης εἶναι πρωτοφανὴς καὶ ὀφείλω ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ νὰ ἐξάρω, ὅτι ἀπὸ τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸν ἐπῆρα μαζί μου μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς, μοῦ προσέφερεν ὑπηρεσίας ἀνεκτιμήτους τὰς ὁποίας μετ’ ὀλίγον θὰ φέρω εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Πολυζωγόπουλον ὁ ὁποῖος ἠθέλησε διὰ τῶν λεγομένων του νὰ μοῦ ἀποδώσῃ μομφὴν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ παρασυρθῶ ἀπὸ οἱονδήποτε ὑπάλληλον ἢ οἱονδήποτε πρόσωπον, νὰ κάμω πράξεις χαριστικὰς πρὸς οἱονδήποτε ἄτομον, κατὰ μείζονα λόγον πρὸς ἑταιρείαν, διότι εἶναι γνωσταὶ αἱ ἀντιλήψεις μου ἐν σχέσει μὲ τὴν ὕπαρξιν κεφαλαίων καὶ τὰς σχέσεις κεφαλαίου καὶ ἐργασίας. (Χειροκροτήματα). Δὲν εἶνε προσωπικὸν τὸ νομοσχέδιον, οὔτε ἐνέχει κομματικήν τινα σημασίαν, διότι ὀφείλω νὰ σᾶς ὁμολογήσω καὶ νὰ σᾶς βεβαιώσω ὅτι δὲν γνωρίζω εἰς ποίαν πολιτικὴν ἀπόχρωσιν ἀνήκει ὁ περὶ ὧν πρόκειται ὑπάλληλος, (ἱλαρότης ἐκ τῆς δεξιᾶς), οὔτε μὲ συνδέει μετ’ αὐτοῦ προσωπικὸς δεσμός. Δὲν εἶναι πρωτοφανές, κ. συνάδελφοι, τὸ νὰ προσλαμβάνεται ὡς Γεν. Γραμματεύς, ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε κατώτερος ἐν σχέσει πρὸς τοὺς διοικοῦντας τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου. Καὶ σᾶς ὑπομιμνήσκω ὅτι Γεν. Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας προσελήφθη ἀπὸ τὸν κ. Λαμπρόπουλον ἕνας δικαστικὸς ὑπάλληλος τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ὁ ὁποῖος ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἱεραρχικήν του τάξιν ἦτο πολὺ κατώτερος ἀπὸ τοὺς Διευθυντὰς καὶ τοὺς Γεν. Διευθυντὰς τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας. Ἑπομένως δὲν εὐσταθεῖ τὸ ἐπιχείρημα αὐτό. Ἔχω καὶ ἄλλα παραδείγματα. Τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Συντονισμοῦ ἐπῆρε Γεν. Γραμματέα ἕνα τμηματάρχην τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης. Θέλετε καὶ ἄλλα παραδείγματα νὰ σᾶς πῶ; Ὅσον ἀφορᾷ τὸν φόβον τὸν ὁποῖον ἐκδηλώνετε, ὅτι ὁ Γεν. Γραμματεύς, ὁ ὁποῖος ἀνήκει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἐπὶ τῆς ὁποίας ἁπλῶς σκιώδη ἐποπτείαν ἔχει τὸ Ὑπουργεῖον Συγκοινωνιῶν, θὰ χαρισθῇ εἰς τὴν περὶ ἧς πρόκειται ἑταιρίαν, δὲν ὑφίσταται οὗτος καὶ γνωρίζετε ὅτι ὑπῆρξαν καὶ βουλευταὶ καὶ ὑπουργοὶ καὶ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ἤσκουν τὸ καθῆκον των, καίτοι ἐμισθοδοτοῦντο ὑπὸ ἑταιριῶν αἱ ὁποῖαι ἦσαν ὑπὸ τὸν ἄμεσον ἔλεγχον καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς.
§93Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κακῶς.
§94Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Συγκοινωνιῶν ἔχει ἀπόλυτον εἰς αὐτὸν πεποίθησιν ὅτι δὲν θέλει διενεργήσει πράξεις χαριστικὰς πρὸς οὐδένα, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ παρασυρθῇ παρ’ οὐδενός. Τὸ περὶ οὗ πρόκειται πρόσωπον τὸ προσέλαβα ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ Γεν. Γραμματέως διὰ νὰ μοῦ χρησιμεύσῃ ὡς Σύμβουλος, ἁπλῶς καὶ μόνον ὡς Σύμβουλος. Οὐδεμίαν πρᾶξιν θὰ ἀσκεῖ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν μισθοδοσίαν δὲν βαρύνει τὸν προϋπολογισμόν. Διατελεῖ ἐν ἀδείᾳ καὶ μάλιστα ἐδέχθην τὴν τροποποίησιν, ὅτι δὲν θὰ λαμβάνῃ μισθὸν ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, κύριοι Βουλευταί, παρακαλῶ νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον μὲ τὴν τροποποίησιν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι περιορίζεται μόνον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Συγκοινωνιῶν διὰ νὰ μὴ λάβῃ γενικὸν χαρακτῆρα καὶ ἐὰν θέλετε νὰ προστεθῇ εἰς τὸ τέλος ποὺ λέγει διατελῶν ἐν ἀδείᾳ, μὴ λαμβάνων ἀποδοχὰς ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ κάμῃ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, διότι ἔχω ἀπόλυτον ἀνάγκην τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ προσώπου αὐτοῦ.
§95Σ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Συγκοινωνιῶν ἀπεκάλυψεν, ὅτι ὁ ὑπάλληλος τὸν ὁποῖον προσέλαβεν ὡς Γεν. Γραμματέα ἀνήκει καὶ ὑπηρετεῖ εἰς τοὺς Ἠλεκτρικοὺς Σιδηροδρόμους. Τὸν ἐρωτῶ: ὑπάρχει καὶ ποία διαφορὰ μεταξὺ Κράτους καὶ Ἠλεκτρικῶν Σιδηροδρόμων;
§96Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Δὲν ὑπάρχει οὐδεμία.
§97Ε. ΓΟΝΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, αὐτὸ εἶναι ἀνακριβές.
§98Ε. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Ἔχω νὰ πληροφορήσω τὸν κ. Πολυζωγόπουλον, ὅτι ὁ κ. Ἀποστολίδης τὸν ὁποῖον τιμῶ ἰδιαιτέρως, ὅταν ὁ Μεταξᾶς τὸν ἐπῆρε καὶ τὸν ἔκαμε Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἦτο Γεν. Διευθυντὴς τῶν Σ.Π.Α.Π. Ἕπεται, ὅτι ὁ κ. Ἀποστολίδης ἐπειδὴ ἔγινεν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἐχαρίσθη εἰς τοὺς σιδηροδρόμους τῶν Σ.Π.Α.Π. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§99Χ. ΡΙΖΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπεκράτησεν ἡ ἀρχὴ νὰ μὴ εἰσάγωνται τροποποιήσεις Ἀναγκαστικῶν νόμων μὴ κυρωθέντων καὶ αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ τηρήσωμεν.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἔληξεν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ νομοσχέδιον ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι ἐκ τῶν κ. κ. βουλευτῶν).
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ παρεδέχθη καὶ ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Α.Ν. 1671]51 «περὶ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργείων». Συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ ψηφίσεως τοῦ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ΞΗʹ)49 ψηφίσματος τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς συνταχθέντος νέου Συντάγματος». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον.
§102Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Τὴν 17ην Ὀκτωβρίου 1864, κύριοι βουλευταί, ἡ δευτέρα τῶν Ἑλλήνων Ἐθνικὴ Συνέλευσις ἐπεψήφισε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, χαρακτηριστικαὶ ἀρχαὶ τοῦ ὁποίου ἦσαν αἱ ἀρχαὶ τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας καὶ τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας. Τὸ Σύνταγμα τοῦτο ἴσχυσεν ἀμετάβλητον μέχρι τῆς ἀναθεωρήσεώς του τῆς γενομένης κατὰ τὸ ἔτος 1911. Ἐπὶ 47 ἔτη τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 διεῖπε τὴν ζωὴν τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἰσχύος αὐτοῦ ἐθεμελιώθησαν καὶ ἐρριζοβόλησαν οἱ ἐλεύθεροι θεσμοί, ὑφ’ οὓς ὑπὸ τὸ σκῆπτρον τοῦ Συνταγματικοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων Γεωργίου τοῦ Αʹ, προπαρεσκευάσθη τὸ Ἔθνος διὰ τὴν μεγάλην ἐξόρμησίν του. Ἡ πρώτη ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 ἐγένετο κατὰ τὸ 1911. Μὲ τὴν γενομένην ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος κατὰ τὸ 1911, διανοίγεται μία νέα ἱστορικὴ περίοδος διὰ τὸ Ἔθνος, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκπληρώνονται τὰ μεγαλύτερα ἐθνικὰ ὄνειρα καὶ ἡ Ἑλλὰς πραγματοποιεῖ τὰς ἐθνικάς της διεκδικήσεις καὶ τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ Γένους. Ἐμεσολάβησαν τὰ τραγικὰ γεγονότα τῆς Μικρασιατικῆς καταστροφῆς καὶ κατὰ τὸ 1923 σημειοῦται ἡ μεταπολίτευσις, διὰ νὰ προέλθῃ ἐκ τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1922 ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις τοῦ 1923, μὲ τὴν ἐντολὴν νὰ καταρτίσῃ τὸ Σύνταγμα τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας. Ἀλλὰ ἡ Συνέλευσις τοῦ 1923 δὲν κατώρθωσε νὰ ἀποδώσῃ Σύνταγμα καὶ μία Ἐπιτροπὴ 30μελὴς ἐπωμίσθη τὴν εὐθύνην τῆς καταρτίσεως αὐτοῦ. Ἀλλὰ περὶ τὸ τέρμα τῶν ἐργασιῶν τῆς 30μελοῦς Ἐπιτροπῆς ἐπεκράτησεν ἡ δικτατορία τοῦ στρατηγοῦ Παγκάλου, ὁ ὁποῖος προέβη εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ Συντάγματος τούτου, μὲ ὡρισμένας τροποποιήσεις. Ἀλλὰ μετὰ τὴν πτῶσιν τῆς δικτατορίας Παγκάλου ὁ στρατηγὸς Κονδύλης, ἐδημοσίευσε τὸ Σύνταγμα τῆς 30μελοῦς Ἐπιτροπῆς τῆς Συνελεύσεως τοῦ 1923 καὶ προεκήρυξε τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1926, ἀπὸ τὰς ὁποίας προῆλθεν ἡ ἁπλῆ Βουλὴ μὲ τὴν εἰδικὴν ἐντολὴν τῆς ἐκκαθαρίσεως τοῦ συνταγματικοῦ θέματος. Καὶ ἀπὸ τὴν Βουλὴν αὐτὴν προῆλθε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1923, τὸ ὁποῖον ἴσχυσε μέχρι τῆς μεταπολιτεύσεως τοῦ 1935. Μὲ τὴν Αʹ Συντακτικὴν Πρᾶξιν τῆς 1–4–35 ἀπεφασίσθη ἡ διάλυσις τῆς τότε ὑφισταμένης ἁπλῆς Βουλῆς τοῦ 1933. Ἀπεφασίσθη προσέτι ἡ κατάργησις τῆς Γερουσίας καὶ ἡ προκήρυξις ἐκλογῶν Ἐθνοσυνελεύσεως διὰ νὰ ψηφισθῇ τὸ νέον Σύνταγμα. Αἱ ἐκλογαὶ ὡρίσθησαν διὰ τὴν 19–5–35, ἀλλὰ μὲ τὸ μεσολαβῆσαν ψήφισμα ΙΘʹ τοῦ 1935 ὡρίσθη ἡμέρα διεξαγωγῆς τῶν ἐκλογῶν ἡ 9–6–35. Ἐπῆλθον τὰ γνωστὰ γεγονότα τῆς βιαίας ἀνατροπῆς τῆς τότε Κυβερνήσεως τοῦ Παναγῆ Τσαλδάρη καὶ μὲ τὴν γενομένην μεταβολὴν ἐξεδόθη ἡ ὑπὸ στοιχεῖα ΚΣΤʹ τῆς 17–5–35 Συνταγματικὴ Πρᾶξις. Ἀπὸ τὰς ἐκλογὰς τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1935 ἀπέρρευσεν ἡ Εʹ τῶν Ἑλλήνων Ἐθνικὴ Συνέλευσις. Εἰς τὴν Συνέλευσιν ταύτην ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀειμνήστου Γ. Κονδύλη εἰσηγήθη τὴν ἔκδοσιν ψηφίσματος τῆς 10–10–35, βάσει τοῦ ὁποίου ἀπεφασίσθη ἡ κατάργησις τοῦ πολιτεύματος τῆς ἀβασιλεύτου δημοκρατίας, ἡ διενέργεια τοῦ δημοψηφίσματος τὴν 3–11–35 καὶ ἐξουσιοδοτήθη ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου στρατηγὸς Κονδύλης νὰ ἀσκῇ τὴν Βασιλικὴν ἐξουσίαν μέχρι τοῦ δημοψηφίσματος. Ἐν τέλει σημειοῦται εἰς τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο, ὅτι ἐπαναφέρεται ἐν ἰσχύϊ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 προσωρινῶς καὶ μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νέου Συντάγματος. Ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔκαμε τὴν σχετικὴν πρότασιν πρὸς τὴν τότε Ἐθνοσυνέλευσιν, προηδρεύετο ἀπὸ τὸν στρατηγὸν Κονδύλην καὶ μέλη ταύτης ἦσαν οἱ κ. κ. Θεοτόκης, Γιαννόπουλος, Σχινᾶς, Παπαθανάσης κλπ. ὡς καὶ ὁ στρατάρχης Παπάγος, ὁ ἡγέτης τῆς σημερινῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἔχομεν, ὅθεν, ἐπίσημον πρᾶξιν, ἐκδοθεῖσαν ἀπὸ τὴν τότε Ἐθνοσυνέλευσιν, μετὰ πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν μετεῖχε καὶ ὁ στρατάρχης Παπάγος, διὰ τῆς ὁποίας καθορίζεται, ὅτι ἐπαναφέρεται προσωρινῶς ἐν ἰσχύϊ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νέου Συντάγματος. Ἔκτοτε, κύριοι βουλευταί, ἄρχεται ἡ συνταγματικὴ ἀνωμαλία εἰς τὴν Πατρίδα μας. Καίτοι διέρρευσαν 16 ὁλόκληρα ἔτη, ἡ διάταξις τῆς προσωρινῆς ἰσχύος τοῦ Συντάγματος παραμένει ἐν πλήρει ἰσχύϊ καὶ ἀπειλεῖται νὰ συνεχισθῇ ἡ συνταγματικὴ ἀνωμαλία, ἐὰν ἐπικρατήσουν αἱ ἀπόψεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Δὲν εἶναι ἁπλοῦν, ὅμως, τὸ θέμα τῆς ἐπαναφορᾶς τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, διότι συγχρόνως μὲ τὸ ψήφισμα τῆς προσωρινῆς ἐπαναφορᾶς του, ἔχομεν ἐν ἰσχύϊ καὶ τὴν Ζʹ Συντακτικὴν Πρᾶξιν, διὰ τῆς ὁποίας ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰσήχθησαν τροποποιήσεις τινὲς τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διετηρήθησαν ἐν ἰσχύϊ τὰ ἄρθρα 29, 49, 57, 58, 91, 102–105, 109–112 καὶ 114 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, τὰ ὁποῖα ἐθεωρήθησαν ὡς οὐδέποτε καταργηθέντα, ἐνῷ ἀντιθέτως ἐθεωρήθησαν καταργηθέντα τὰ ἀντίστοιχα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, τὸ ὁποῖον, ὡς προεῖπον, ἐπανῆλθεν ὑπὸ τὸν τύπον τῆς προσωρινότητος ἐν ἰσχύϊ. Ἐπίσης ἀπὸ τοῦ 1935 τελοῦν ἐν ἰσχύϊ καὶ αἱ Α καὶ Δ Συντακτικαὶ Πράξεις, τροποποιήσασαι τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 καὶ ρυθμίσασαι τὰ ἐκ τῆς ἐπαναφορᾶς τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 δημιουργηθέντα μεταβατικὰ ζητήματα. Διεξήχθη τὸ δημοψήφισμα τοῦ 1935 καὶ ὁ λαὸς ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῆς ἐπαναφορᾶς τοῦ πολιτεύματος τῆς βασιλευομένης δημοκρατίας. Ἅμα τῇ ἐπανόδῳ του ὁ ἀείμνηστος Βασιλεὺς Γεώργιος κατεῖδε τὴν ἀνάγκην τῆς προσφυγῆς εἰς νέας ἐκλογὰς καὶ διὰ διαγγέλματός του πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τονίζει ὅτι: «Ὁ διαδραμὼν χρόνος μὲ πείθει, ὅτι ἕνεκα τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων καὶ παρὰ τὴν ὑπὸ τῶν κομμάτων ἐπιδειχθεῖσαν ἀγαθὴν διάθεσιν, ἐπιβάλλεται ἡ ἄμεσος προσφυγὴ εἰς τὰς ἐκλογάς, ἵνα μετάσχωσι τούτων πάντα τὰ κόμματα καὶ ἵνα ὁ λαὸς διὰ τῆς ψήφου του ἀναθέσῃ εἰς τοὺς ἐκλεκτοὺς αὐτοῦ τὴν ἀναθεώρησιν τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεως τοῦ Συντάγματος, ὅπερ μέλει νὰ διέπῃ τὴν διακυβέρνησιν τῆς χώρας. Οὕτω σκεπτόμενος, ἀπεφάσισα νὰ προβῶ εἰς τὴν διάλυσιν τῆς ὑφισταμένης Ἀντιπροσωπείας τοῦ Λαοῦ καὶ τὴν προκήρυξιν ἐκλογῶν Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς». Βάσει τοῦ Βασιλικοῦ διαγγέλματος δημοσιεύεται τὴν 17 Δεκεμβρίου 1935 τὸ διάταγμα τῆς προκηρύξεως τῶν ἐκλογῶν διὰ τὴν 26 Ἰανουαρίου 1936, εἰς τὸ κείμενον τοῦ ὁποίου ἀναφέρεται ὅτι: «Ἔχοντες ὑπ’ ὄψει........ (ἀναγινώσκει)............». Ἡ ἀποκληθεῖσα Γʹ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ τοῦ 1936, δὲν ἠδυνήθη, κύριοι βουλευταί, νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ἀναθεωρητικοῦ της ἔργου διὰ τὰ γνωστὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐμεσολάβησαν καὶ διέκοψαν τὸν ἐλεύθερον πολιτικὸν βίον τῆς χώρας. Εἶναι γνωστὸν ὅτι τὴν 4ην Αὐγούστου 1936 ἀνεστάλη ὁ ἐλεύθερος πολιτικὸς βίος, διὰ τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσχύος ὡρισμένων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος καὶ ἡ Βουλὴ διελύθη, ἔκτοτε δὲ ἡ χώρα ἐκυβερνήθη ὑπὸ καθεστὼς μὴ κοινοβουλευτικόν.
§103Γ. ΜΕΤΑΞΑΣ. Σωτήριον, ὅμως.
§104ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αἶσχος, αἶσχος. (Θόρυβος).
§105Γ. ΜΕΤΑΞΑΣ. Αἶσχος εἶναι δι’ ἐσᾶς ποὺ δὲν βλέπετε τὴν ἀλήθειαν καὶ εὑρίσκονται οἱ ἐγκληματίαι εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§106Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κύριοι βουλευταί, μακρὰν ἀπ’ ἐμοῦ ἡ σκέψις ἀπὸ τοῦ νὰ δημιουργήσω πολιτικὰς συζητήσεις, ποὺ ἀνάγονται εἰς τὸ παρελθὸν καὶ πρέπει νὰ λησμονηθοῦν, διὰ τὸ συμφέρον τοῦ Ἔθνους. (Χειροκροτήματα). Ἀναπτύσσων, ὅμως, τὸ Συνταγματικὸν θέμα, τὸ ὁποῖον ἐκκρεμεῖ, ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ἐθεώρησα σκόπιμον νὰ κάμω μίαν ἁπλῆν ἱστορικὴν προεισαγωγὴν διὰ νὰ κατατοπίσω ἐπὶ τοῦ θέματος τὸ Σῶμα. Δὲν ὑπῆρξε διάθεσίς μου νὰ ἀναφλέξω παλαιὰς ἀντιθέσεις καὶ πάθη. Ἕκαστος ἐξ ἡμῶν δύναται νὰ διατηρῇ τὰς πεποιθήσεις του καὶ τὰς ἰδέας του. Δὲν εἶναι ὅμως ἡ στιγμὴ αὐτὴ ποὺ ἐπιλαμβανόμεθα τοῦ μεγίστου τῶν θεμάτων, νὰ δημιουργήσωμεν παρελθοντολογίας, αἵτινες δὲν θὰ προαγάγωσι οὔτε τὸ ἐθνικὸν συμφέρον, οὔτε τὸ ἐπίμαχον θέμα. Ἡ διακυβέρνησις τῆς χώρας ὑπὸ τοῦ μὴ κοινοβουλευτικοῦ καθεστῶτος διακόπτεται ἀπὸ τὴν ἐπάρατον ἐχθρικὴν κατοχήν. Καὶ ἀρχίζει ἡ σκοτεινή, ἡ ζοφερὰ νὺξ τῆς δουλείας, καθ’ ἣν ἐσταμάτησεν ἡ ζωὴ τοῦ Ἔθνους. Ἡ ἐν ἐξορίᾳ εὑρισκομένη Κυβέρνησις εἰς τὰ 1942 διὰ τῆς Σ.Π. τῆς 4 Φεβρουαρίου τοῦ 1942, εἰς τὸ ἄρθρον 2 καθώριζεν, ὅτι τὸ ἀπὸ 4 Αὐγούστου 1936 Διάταγμα «περὶ ἀναστολῆς τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 5, 6, 10, 11, 12, 14, 20 καὶ 95 τοῦ Συντάγματος καθ’ ὅλον τὸ Κράτος» εἶναι ἄκυρον. Ἡ δημοσίευσις τοῦ παρόντος ἀνατίθεται εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἡμετέρου Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἐν Λονδίνῳ τῇ 4 Φεβρουαρίου 1942. Γεώργιος Βʹ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου Ε. Τσουδερός». Εἶναι ἡ πρώτη πρᾶξις τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας—καὶ μετὰ συγκινήσεως καὶ ὑπερηφανείας τὴν ἀναφέρω πρὸς τὸ Σῶμα—διὰ τῆς ὁποίας ἀρχίζει ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν. Καὶ εἶναι ἄξιον νὰ μνημονευθῇ, διότι καθ’ ἣν ἐποχὴν ὁ Ἑλληνισμὸς ἠγωνίζετο ἐν ἐξορίᾳ διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ Γένους καὶ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Πατρίδος, ἐγένετο μία πολιτικὴ χειρονομία, ἀξία πάσης ἐξάρσεως διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν. Μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τὸ συνταγματικὸν χάος ἐπιτείνεται, διότι πρὸς ἀντιμετώπισιν ἐπειγόντων θεμάτων, αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις ἠναγκάσθησαν νὰ ἐκδώσουν 115 Συντακτικὰς Πράξεις, ἐξ ὧν ἡ 115 Πρᾶξις μετὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 31 Μαρτίου 1946, ἐξεδόθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, τῆς Προεδρευομένης ὑπὸ τοῦ τότε Προέδρου τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πουλίτσα. Μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν, ἐγένετο ἡ προκήρυξις τῶν ἐκλογῶν διὰ τὴν 31 Μαρτίου 1946 καὶ τὸ Διάταγμα τῆς προκηρύξεως ἀναφέρει: «Ἐκπληροῦντες τὴν πρὸς τὸν λαὸν ἡμετέραν ἐπαγγελίαν τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς κανονικῆς λειτουργίας τοῦ δημοκρατικοῦ ἡμῶν πολιτεύματος καὶ ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὸ ἄρθρον 37 τοῦ Συντάγματος, καλοῦμεν τοὺς ἐκλογεῖς τὴν 31 Μαρτίου 1946, ἵνα ἐκλέξωσι τοὺς βουλευτάς, τὴν δὲ Βουλὴν τὴν 31ην Μαΐου 1946. Ἡ ἐκ τῶν ἐκλογῶν τούτων συγκροτηθησομένη Βουλὴ θέλει ἔχει καὶ τὴν ἐξουσίαν ἀναθεωρήσεως τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, πλὴν τῶν καθοριζουσῶν τὴν μορφὴν τοῦ Πολιτεύματος». Εὐρύτατα ὑπῆρξαν τὰ παρασχεθέντα δικαιώματα εἰς τὴν Βουλὴν τῆς 31 Μαρτίου τοῦ 1946, ἀποκλεισθείσης μόνον τῆς ἐρεύνης τοῦ θέματος τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος. Δι’ αὐτὸ ἐπεφυλάχθη, ἡ προκηρύξασα τὰς ἐκλογὰς Κυβέρνησις, νὰ θέση ἰδιαίτερον ἐρώτημα εἰς τὸν λαόν. Καὶ διεξήχθη τὸ δημοψήφισμα, προκηρυχθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς προελθούσης ἀπὸ τὰς ἐκλογὰς τῆς 31)3) 46, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκλήθη καὶ πάλιν εἰς τὸν θρόνον ὁ ἀείμνηστος Βασιλεὺς Γεώργιος ὁ Βʹ. Ἡ Βουλὴ ἐξελέγη ὡς Ἀναθεωρητική, μὲ εὐρυτάτην δικαιοδοσίαν καὶ ἐξουσίαν. Ὑπεστηρίχθη μάλιστα καὶ ἡ ἄποψις ὅτι αὕτη ἔχει δικαιώματα Συντακτικῆς Συνελεύσεως. Πάντως ἠδύνατο τὰ πάντα ἡ Βουλὴ αὕτη νὰ ἐρευνήσῃ καὶ νὰ μεταβάλῃ, πλὴν τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος διὰ τὴν ὁποίαν ἀπεφάνθη διὰ τοῦ δημοψηφίσματος ὁ κυρίαρχος λαός. Ἡ Βουλὴ ἐν τῇ προσπαθείᾳ της διὰ τὴν πραγματοποίησιν τοῦ Συνταγματικοῦ ἔργου της ἐξέδωσε τὸ Βʹ ψήφισμα, διὰ τοῦ ὁποίου καθορίζεται ἡ διαδικασία τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Συνεστήθη δι’ αὐτοῦ Ἐπιτροπὴ 40 βουλευτῶν ἡ ὁποία θὰ ἐξεπόνει τὸ σχέδιον τοῦ νέου Συντάγματος καὶ ἤρχισε τὰς ἐργασίας της ὑπὸ τὴν Προεδρίαν τοῦ κ. Χατζίσκου. Αἱ ἐργασίαι της ἤρχισαν τὴν 15ην Ἰουλίου 1945 καὶ ἐτερματίσθησαν τὴν 19ην Μαΐου 1946. Ἡ Βουλή, ὅμως, διὰ τοῦ ΝΖʹ ψηφίσματος ἐτροποποίησεν ἐν μέρει τὴν διαδικασίαν τὴν καθοριζομένην ὑπὸ τοῦ Βʹ ψηφίσματος καὶ ἤρχισε τὴν συζήτησιν τὴν 6ην Ἰουνίου 1946, μὲ μίαν διεξοδικὴν εἰσήγησιν τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ εἰσηγητὴς ἐξ Ἠλείας κ. Β. Στεφανόπουλος, καὶ ἥτις ἀπετέλεσεν ἀληθῆ σταθμὸν διὰ τὴν Βουλὴν ἐκείνην. Ἐν τῇ προόδῳ τῆς συζητήσεως ὅμως ἀπεφασίσθη ὅπως τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν 40 βουλευτῶν μὴ ἀποτελέσῃ τὴν βάσιν τῶν συζητήσεων, ἀλλὰ θεωρηθῇ τοῦτο ὡς περιέχον τὴν τροποποίησιν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Ἡ Βουλή, κατόπιν τῆς νέας ἀποφάσεως, μὲ βραδύτατον ρυθμὸν ἐπροχώρησεν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐψήφισε τὰ ἄρθρα 4, 6, 9 καὶ 10 ὡς εἶχον, ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 3, 5, 7 καὶ 8 τροποποιημένα. Συνεζήτησεν ἐπίσης καὶ ἐπὶ τῶν ἄρθρων 11 καὶ 12 χωρὶς νὰ καταλήξῃ εἰς ἀπόφασιν. Ὁ ρυθμὸς τῶν τότε συζητήσεων ἦτο βραδὺς καὶ μὲ τὸ ΞΗʹ ψήφισμα καθωρίσθη νέα διαδικασία. Συνεστήθη Ἐπιτροπὴ ἐκ 40 βουλευτῶν, ἵνα προβῇ εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τῶν ὑπολοίπων διατάξεων τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 καὶ καταρτίσῃ τὸ νέον συνταγματικὸν κείμενον. Τὸ σχέδιον τοῦτο σύμφωνα μὲ τὸ ΞΗʹ ψήφισμα, θὰ ἐψηφίζετο κατὰ τὴν διαδικασίαν τῶν Κωδίκων. Ἡ Ἐπιτροπὴ μετὰ πεντάμηνον ἐργασίαν παρέδωκε τὸ σχέδιον τοῦ καταρτισθέντος Συντάγματος εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν τὴν 23–12–49, διὰ τοῦ Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς, τοῦ τότε βουλευτοῦ Ἀθηνῶν κ. Γ. Μπακοπούλου. Ὑπεστηρίχθη τότε ἡ ἄποψις, ὅτι θὰ ἠδύνατο ἡ Βουλή, κατὰ τὴν ἰδίαν συνεδρίασιν, νὰ ψηφίσῃ ἢ νὰ ἀπορρίψῃ, κατὰ τὴν διαδικασίαν τῶν Κωδίκων, τὸ σχέδιον τοῦτο. Προεκρίθη ὅμως ἡ ἄποψις ὅτι θὰ ἦτο πλέον σύμφωνον μὲ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς νὰ εἰσαχθῇ τὸ καταρτισθὲν σχέδιον δι’ ἰδιαιτέρου ψηφίσματος καὶ νὰ ψηφισθῇ καθ’ ὃν τρόπον καὶ σήμερον ἐπιδιώκεται. Ἐμεσολάβησαν αἱ ἑορταὶ καὶ διεκόπησαν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς. Ἐνῷ ὅμως ἐπρόκειτο ἡ Βουλὴ μετὰ τὰς ἑορτάς, ἤτοι κατὰ τὸν Ἰανουάριον 1950, νὰ συνέλθῃ καὶ νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ἀναθεωρητικοῦ της ἔργου, ἐμεσολάβησεν ἡ διάλυσίς της τὴν 7ην Ἰανουαρίου 1950 καὶ ἡ προκήρυξις τῶν ἐκλογῶν τῆς 5ης Μαρτίου 1950. Οὕτω τὸ ἔργον τῆς τότε Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ἀνεκόπη διὰ τῆς διαλύσεώς της. Ἡ ἐπιστημονικὴ ἄποψις, ἡ ὁποία πανταχόθεν διετυπώθη, εἶναι ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἰσηγήθησαν εἰς τὸν ἀνεύθυνον Ἄρχοντα τὴν τόσον πρόωρον διάλυσιν τῆς Βουλῆς τῆς 31)3)46, δὲν προσέφερον ὑπηρεσίαν εἰς τὸν τόπον. Ἐφ’ ὅσον ἀκόμη ὑπῆρχεν τρίμηνον διάστημα τῆς θητείας τῆς Βουλῆς τῆς 31–3–46, σκόπιμον θὰ ἦτο, νὰ παραταθῇ ἐπ’ ὀλίγον ὁ βίος της, διὰ νὰ ψηφισθῇ τὸ Σύνταγμα καὶ νὰ ἀποκτήσῃ τὸν Καταστατικόν της Χάρτην ἡ χώρα. Ἡ εὐθύνη βαρύνει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἰσηγήθησαν τὴν διάλυσιν πρὸς τὸν ἀνεύθυνον Ἄρχοντα, τὸν Συνταγματικὸν ἡμῶν Βασιλέα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς καὶ ἡ προκήρυξις τῶν ἐκλογῶν ἐγένετο. Ἀλλὰ σημειοῦται, κύριοι βουλευταί, καὶ δεύτερον θανάσιμον σφάλμα: Προεκηρύχθησαν ἐκλογαὶ ἁπλῆς Βουλῆς καὶ οὐχὶ ἀναθεωρητικῆς. Καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον εὑρισκόμεθα εἰς μίαν συνταγματικὴν ἀκαταστασίαν, εἰς πραγματικὸν ἀδιέξοδον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι τὸ ἀντιμετώπισαν οἱ πολιτικοὶ ἡγέται τῆς Βουλῆς τῆς 5ης Μαρτίου 1950, ἀνεξαρτήτως πολιτικῆς τοποθετήσεως. Ἐκρίθη καὶ ἀπὸ τοὺς Συνταγματολόγους, τοὺς ἐρευνῶντας δηλαδὴ τὰ Συνταγματικὰ θέματα ἀπὸ τῆς ἐπιστημονικῆς σκοπιᾶς, καὶ ἀπὸ τοὺς ἡγέτας τῶν κομμάτων, ἀνεξαρτήτως τῆς προκηρύξεως τῶν ἐκλογῶν δι’ ἁπλῆν Βουλὴν, ὅτι τὸ δικαίωμα αὐτῆς ἦτο νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ θεσμοῦ τῆς συνεχείας καὶ τῆς ἀπόψεως, ὅτι ὁ ἀνεύθυνος παράγων τοῦ πολιτεύματος, ἁπλῶς ἐκδίδει τὸ Σύνταγμα, χωρὶς νὰ συμμετέχῃ εἰς τὴν ἀναθεώρησιν. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνακόπτεται τὸ ἔργον μιᾶς ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ὅταν, μάλιστα, τὸ ἔργον αὐτῆς εὑρίσκεται εἰς τὸ στάδιον τοῦ τερματισμοῦ του. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐπιστημονικῶν αὐτῶν ἀπόψεων ἐγένοντο ἅμα τῇ συγκλήσει τῆς Βουλῆς, συνεννοήσεις μεταξὺ τῶν κομμάτων καὶ ὅλα τὰ κόμματα ἀπεδέχθησαν, ὅτι ἡ Βουλὴ τοῦ 1950 εἶχεν ἀναθεωρητικὸν χαρακτῆρα καὶ καθῆκον αὐτῆς ἦτο νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ἀναθεωρητικοῦ της ἔργου. Καὶ θὰ ἐπελαμβάνετο τούτου καὶ θὰ ἐξέλιπεν ἡ συνταγματικὴ ἐκκρεμότης, ἐὰν ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος δὲν διετυπώνετο ἡ ἀξίωσις ὅτι ἔπρεπε νὰ συγκεντρωθοῦν αἱ ὑπογραφαὶ ὡρισμένου ἀριθμοῦ βουλευτῶν ἐκ τῶν κομμάτων τοῦ Κέντρου, ἵνα μετὰ τοῦτο δεχθῇ οὗτος νὰ προσθέσουν καὶ οἱ βουλευταὶ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος τὰς ὑπογραφάς των διὰ νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ Συντάγματος.
§107Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔλλειψαν 5 μόνον.
§108Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Λόγῳ αὐτοῦ τοῦ ὅρου, τὸν ὁποῖον διετύπωσεν ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος καὶ λόγῳ τοῦ συντόμου βίου τῆς Βουλῆς τῆς 5ης Μαρτίου 1950, δὲν κατώρθωσεν αὕτη νὰ συνεχίσῃ τὸ διακοπὲν ἀναθεωρητικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς τοῦ 1946. Ἡ σύνθεσις τῆς Βουλῆς ἐκείνης, δὲν ἐπέτρεπε σταθερὰς καὶ βιωσίμους κυβερνήσεις καὶ δι’ αὐτό, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἀντιμετωπίσθη ἡ διάλυσίς της καὶ ἡ προσφυγὴ εἰς νέας ἐκλογάς. Προκειμένου νὰ γίνῃ ἡ προσφυγὴ εἰς νέας ἐκλογάς, ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς τότε Κυβερνήσεως καὶ ἤδη Ἀντιπρόεδρος τῆς σημερινῆς, προῆλθεν εἰς συνεννοήσεις μετὰ τῶν ἐν τῇ Βουλῇ Ἀρχηγῶν τῶν λοιπῶν κομμάτων, διὰ νὰ δοθῇ μία λύσις εἰς τὴν χαώδη συνταγματικὴν κατάστασιν καὶ διὰ νὰ καθορισθῇ, ὅτι ἡ μέλλουσα ἐκ τῶν ἐκλογῶν νὰ προκύψῃ Βουλή, θὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς τοῦ 1946. Ἐκλήθησαν ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς τότε Κυβερνήσεως κ. Σοφοκλῆ Βενιζέλον, ὅλοι οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν ἐν τῇ Βουλῇ κομμάτων διὰ νὰ διατυπώσουν τὰς ἀπόψεις των. Καὶ ὁμοφώνως ἀπὸ ὅλους τοὺς ἡγέτας, πλὴν μιᾶς ἐξαιρέσεως, ἐγένετο δεκτόν, ὅτι δὲν εἶναι δικαιολογημένη ἡ τήρησις τῆς διαδικασίας τοῦ ἄρθρου 108 τοῦ Συντάγματος καὶ ὅτι εἶναι δυνατὸν εὐθέως νὰ προχωρήσωμεν εἰς νέας ἐκλογὰς καὶ νὰ καθορίσωμεν εἰς τὸ διάταγμα τῆς προκηρύξεως αὐτῶν, ὅτι ἡ μέλλουσα νὰ ἐκλεγῇ Βουλὴ θὰ ἔχῃ ἀναθεωρητικὸν χαρακτῆρα. Ἔδωσαν ἐγγράφως τὰς ἀπόψεις των οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν ἐν τῇ Βουλῇ κομμάτων. Ἀλλ’ ὁ ἡγέτης τῶν Φιλελευθέρων δὲν ἠρκέσθη εἰς τοῦτο. Ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεύς, μετ’ εἰσήγησιν τοῦ τότε Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐκάλεσε τοὺς πολιτικοὺς Ἀρχηγοὺς καὶ ἔθεσεν ὑπ’ ὄψει των τὴν ἐκκρεμότητα τοῦ συνταγματικοῦ θέματος. Οἱ ἡγέται τῶν πολιτικῶν κομμάτων συνεσκέφθησαν καὶ κατέληξαν εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς 28ης Μαρτίου 1951. Θὰ ἐπιστήσω ἐπὶ ταύτης τὴν προσοχὴν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, διότι ἐκ τοῦ πρακτικοῦ τούτου θὰ συναχθῶσιν ὡρισμένα συμπεράσματα (Ἀναγινώσκει τὸ πρακτικόν). Τό ὑπέγραψαν ὅλοι οἱ πολιτικοὶ Ἀρχηγοὶ τῆς τότε Βουλῆς καὶ μοναδικὴ ἐπιφύλαξις ὑπῆρξε τοῦ κ. Γ. Παπανδρέου, ὅστις διετύπωσε τὴν ἄποψιν, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἡ νέα Βουλὴ θὰ ἔχῃ τὰ ἀναθεωρητικὰ αὐτὰ δικαιώματα, θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ προκήρυξις ἐκλογῶν ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς καὶ ὄχι ἁπλῆς.
§109ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ πρακτικὸν διατὶ τὸ ὑπογράφει ὁ κ. Πεσματζόγλου;
§110Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κ. συνάδελφοι, νὰ μὴ μὲ διακόπτετε. Ἐφ’ ὅσον ὅμως μὲ ἐπρολάβατε, θὰ σᾶς ἐξηγήσω. Ἐκλήθησαν οἱ πολιτικοὶ Ἀρχηγοὶ ἀπὸ τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, ὁ ὁποῖος ἔθεσε τὰ σχετικὰ ἐρωτήματα ἐνώπιόν των. Ἀπεχώρησεν ἡ Α.Μ. ὁ Βασιλεὺς καὶ ἔμειναν συσκεπτόμενοι οἱ πολιτικοὶ ἡγέται. Ὁ κ. Πεσματζόγλου ἦτο ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ Πολιτικοῦ Γραφείου τῶν Ἀνακτόρων καὶ ἐχρησίμευσεν ὡς γραμματεὺς τῶν πολιτικῶν Ἀρχηγῶν. Μετὰ τὸ πρακτικὸν αὐτό, γίνεται ἡ προκήρυξις τῶν ἐκλογῶν τῆς παρούσης Βουλῆς. Ἀναφέρει τὸ Διάταγμα, κύριοι βουλευταί: «Ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 37 τοῦ Συντάγματος, διαλύομεν τὴν Βουλήν, συγκαλοῦμεν δὲ τοὺς ἐκλογεῖς πρὸς ἐκλογὴν ἁπλῆς Βουλῆς διὰ τὴν 9ην Σεπτεμβρίου 1951, τὴν δὲ ἐκ τῶν ἐκλογῶν προκύψουσαν Βουλὴν τὴν 10 Ὀκτωβρίου 1951. Πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἔργου τῆς διαλυθείσης Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ἡ νέα Βουλὴ δύναται, δι’ ἀποφάσεως αὑτῆς λαμβανομένης ἐντὸς τοῦ πρώτου διμήνου κατὰ τὴν πρώτην αὐτῆς Σύνοδον, νὰ ἐπικυρώσῃ ἐν συνόλῳ ἢ ἀπορρίψῃ τὸ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ΞΗʹ ψηφίσματος τῆς Βουλῆς ἐκείνης καταρτισθὲν σχέδιον Συντάγματος, ρυθμίζουσα καὶ τὴν ἰσχὺν τῶν ἐκδεδομένων Συντακτικῶν Πράξεων καὶ ψηφισμάτων». Μὲ τοιαύτην διατύπωσιν ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς καὶ τῆς προκηρύξεως τῶν νέων ἐκλογῶν. Οἱ ἡγέται τῶν πολιτικῶν κομμάτων, διὰ τοῦ πρακτικοῦ, τὸ ὁποῖον ἔθεσα ὑπ’ ὄψει σας, ἀπεδέχθησαν τήν ἀναθεωρητικὴν ἐξουσίαν τῆς νέας Βουλῆς. Εἰς τὰς ἐκλογὰς τῆς 9ης Σεπτεμβρίου 1951, κατῆλθεν ὡς νεοπαγὴς πολιτικὸς ὀργανισμὸς καὶ τὸ κόμμα ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Ἑλληνικὸς Συναγερμὸς» ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ στρατάρχου Παπάγου. Εἰς τὸ κόμμα τοῦτο, τὸ νεοπαγές, συνεχωνεύθησαν κόμματα, ὅπως τῶν κ. κ. Κανελλοπούλου καὶ Στεφανοπούλου.
§111ΦΩΝΑΙ (ἐκ τῆς Δεξιᾶς). Διελύθησαν.
§112Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Δὲν θὰ παίξωμεν μὲ τὰς λέξεις, κύριοι βουλευταί. (Θόρυβος). Τὰ κόμματα συνεχωνεύθησαν. Ἀλλὰ καὶ ἂν εἴπωμεν «διελύθησαν» οὐδεμίαν σημασίαν αἱ λέξεις παίζουν εἰς τὸ ἐπίμαχον θέμα. Διότι δὲν ἔπαυσαν νὰ εἶναι τὰ ἐπιτελικὰ καὶ ἡγετικὰ στελέχη τοῦ νέου κόμματος καὶ δὲν ἔπαυσε νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὸ κόμμα τὸ νεοπαγὲς τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ ἕνας σημαντικώτατος ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν ἐκείνων, ποὺ ἠκολούθησαν τὸν κ. Στεφανόπουλον καὶ τὸν κ. Κανελλόπουλον. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν κυβερνητικῶν ἑδωλίων). Ἀλλὰ καὶ πέραν τούτου, κύριοι βουλευταί, οἱ πολιτικοὶ ἡγέται, οἱ ὁποῖοι συνεχώνευσαν τὰ κόμματά των εἰς τὸ κόμμα τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ, δὲν διετύπωσαν μὲ τὴν προκήρυξιν τῶν ἐκλογῶν τῆς 9 Σεπτεμβρίου 1951 καμμίαν ἐπιφύλαξιν, καμμίαν ἐναντίωσιν (χειροκροτήματα). Καὶ περαιτέρω τὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα τὸ πρῶτον ἐνεφανίσθησαν ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ διὰ νὰ ζητήσουν τὴν ἐμπιστοσύνην του καὶ ἐνεφάνισαν τὰς προγραμματικάς των γραμμάς, τὰς καταστατικάς των ἀπόψεις ἐφ’ ὅλων τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν τὴν συγκρότησιν τοῦ Ἔθνους, οὔτε ὁ κ. Στεφανόπουλος, οὔτε ὁ κ. Κανελλόπουλος, οὔτε κανένα ἡγετικὸν στέλεχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ διετύπωσε τὴν παραμικρὰν ἐπιφύλαξιν. Ἔτι περαιτέρω, ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τοῦ Ἑλλην. Συναγερμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐνεφανίσθη ὡς ἡγέτης τῆς νέας πολιτικῆς κινήσεως, διὰ τῶν προγραμματικῶν του λόγων, δὲν διετύπωσεν οὐδὲ τὴν παραμικρὰν ἐπιφύλαξιν ἐπὶ τοῦ ἐπιμάχου συνταγματικοῦ θέματος. Ἡ τοιαύτη κατευθυντήριος γραμμή του ἑρμηνεύεται ὅτι ἐσήμαινε πλήρη ἀποδοχὴν τῆς οὑτωσὶ γενομένης προκηρύξεως τῶν ἐκλογῶν. Ἡ ἔνταξις ἄλλωστε ὡς ἡγετικῶν στελεχῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ἔφθασαν εἰς τὰ ὕπατα ἀξιώματα τῆς πολιτείας καὶ ἐκυβέρνησαν τὸν τόπον αὐτόν, ἄνευ τινὸς ἐπιφυλάξεως, ἐσήμαινεν ὅτι ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα προαπεφάσισαν καὶ διὰ τῆς τιμίας ὑπογραφῆς των εἶχον συνομολογήσει, ἐγένοντο καὶ ἀπὸ τὸν ἔντιμον στρατάρχην ἀποδεκτά. Παρὰ ταῦτα, κύριοι βουλευταί, ἐνῷ ἤλπιζε κανεὶς ὅτι μὲ τὴν Βουλὴν τὴν προελθοῦσαν ἀπὸ τὰς ἐκλογὰς τῆς 9 Σεπτεμβρίου 1951, θὰ ἐτερματίζετο ἡ συνταγματικὴ ἀνωμαλία εἰς τὴν χώραν καὶ θὰ ἀπέκτα ἡ Πατρίς μας τὸν καταστατικόν της χάρτην, ἐνῷ ἦτο σαφὴς ἡ συμφωνία τῶν πολιτικῶν ἡγετῶν, σαφὴς ἡ προκήρυξις τῶν ἐκλογῶν διὰ τοῦ Διατάγματος, ὅταν ἦλθε τὸ συνταγματικὸν θέμα πρὸς συζήτησιν καὶ ὡς εἶχεν ὑποχρέωσιν ἡ κυβερνητικὴ παράταξις προῆλθεν εἰς συνεννοήσεις μετὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως διὰ τὸν καθορισμὸν τῆς διαδικασίας τῆς ἐπιψηφίσεώς του, εὑρέθημεν πρὸ ὀξείας ἀντιδράσεως τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ ὡς δικαιολογία προβάλλεται ἡ ἄποψις ὅτι ἔπρεπε ὁπωσδήποτε νὰ εἶχε τηρηθῆ ἡ προδικασία ἡ καθοριζομένη ἀπὸ τὸ ἄρθρον 108 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Καὶ ἐμμένει ἡ ἀντιπολίτευσις εἰς τὴν ἄποψιν αὐτήν, τὴν ὀρθόδοξον καὶ ἀρνεῖται οἱανδήποτε συμμετοχὴν εἰς τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον τῆς παρούσης Βουλῆς. Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν, κύριοι βουλευταί, ἡ ἄποψις, ἡ ὁποία ὑποστηρίζεται ἀπὸ τὴν πλευρὰν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἔχει τὰ ἐρείσματά της; Ἐν πρώτοις θὰ εἶχα νὰ παρατηρήσω ὅτι μὲ τὰς ἀνωμαλίας, ποὺ ἀφετηρία των εἶναι ἡ ἐποχὴ τοῦ πρώτου παγκοσμίου πολέμου, τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 κατὰ διαφόρους περιόδους καὶ ἐποχὰς ὑπέστη τοιαύτας καταρρακώσεις, ποὺ μοῦ κάμνει ἐντύπωσιν ἡ ἐπιμονὴ τῆς ἀντιπολιτεύσεως εἰς τὴν ὀρθοδοξίαν τῆς τηρήσεως τοῦ ἄρθρου 108 τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ πέραν τούτων, κύριοι βουλευταί, ἂς κάμωμεν μίαν σύντομον ἀναδρομὴν εἰς τὴν πρόσφατον συνταγματικὴν ἱστορίαν τῆς χώρας, διὰ νὰ ἴδωμεν ἀπὸ τὰ ἄλλα στοιχεῖα ποὺ ἔχομεν, ἀπὸ τὰς ἀναθεωρητικὰς Βουλάς, μὴ τυχὸν τὰ δεδομένα αὐτὰ ἀποκλίνουν ὑπὲρ τῶν ἀπόψεων τῆς Κυβερνήσεως ἢ ὑπὲρ τῶν ἀπόψεων τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Εἶπα ἐν τῇ προεισαγωγῇ μου ὅτι τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 ἀπετέλεσε τὸν καταστατικὸν χάρτην τῆς χώρας ἐπὶ 47 ὁλόκληρα ἔτη μέχρι τοῦ 1911. Εἰς τὰ 1910 ἀποφασίζεται ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 εἶχε μίαν διάταξιν εἰς τὸ ἄρθρον 107, ποὺ προέβλεπε περὶ τῆς τυχὸν ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος τούτου. Καὶ τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 ἀνέφερε, καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, ὅτι διὰ νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ἀναθεώρησις ἐχρειάζετο ὡρισμένη προδικασία, βάσει τῆς ὁποίας θὰ ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς καὶ ἡ ὑπόδειξις τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων ὅτι μετὰ τὴν λῆψιν τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς ἡ Βουλὴ θὰ διελύετο, θὰ ἐγένοντο νέαι ἐκλογαὶ πρὸς ἀνάδειξιν νέας Βουλῆς καὶ ἡ δευτέρα Βουλὴ θὰ ἀπεφαίνετο καὶ πάλιν περὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος καὶ θὰ διελύετο καὶ ἡ δευτέρα Βουλὴ διὰ νὰ προκηρυχθοῦν πλέον ἐκλογαὶ ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 καθώριζε τὴν δικονομίαν τῆς ἀναθεωρήσεως. Τί ἔγινεν εἰς τὰ 1910, κύριοι βουλευταί; Ἡ Βουλὴ ἡ τότε ὑφισταμένη ἐπελήφθη τοῦ θέματος. Ὑπέδειξε τὰς ἀναθεωρητέας διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ σύμφωνα μὲ τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἔπρεπε νὰ διαλυθῇ διὰ νὰ ἐκλεγῇ μία νέα Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ καὶ ἐκείνη ἐπὶ τῆς προδικασίας, διὰ νὰ διαλυθῇ καὶ ἡ νέα Βουλή. Καὶ νὰ ἐκλεγῇ πλέον ἡ ἀναθεωρητικὴ Βουλή, καὶ ἐν τούτοις κατὰ συμφωνίαν, κύριοι βουλευταί, τῶν ἀρχηγῶν τῶν ἐν τῇ Βουλῇ κομμάτων ἡ προδικασία τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 παρελείφθη. Δὲν ἐξελέγη δευτέρα Βουλή, δὲν ἐγένετο διαδικασία ἀναθεωρήσεως εἰς τὴν δευτέραν Βουλήν, ἀλλὰ προεκηρύχθησαν ἐκλογαὶ μὲ τὴν ἀπόφασιν τῆς πρώτης Βουλῆς, ἐντελῶς κατὰ παρέκκλισιν, κατὰ παράβασιν, δύναμαι νὰ εἴπω, τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864. Καὶ ἐξελέγη ἡ ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ τοῦ 1910. Εἶναι πρόσφατος ἡ ἱστορία καὶ παραμένει εἰς τὴν μνήμην ὅλων. Ἡ συμφωνία ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὴν πρώτην ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, κατέστησε δύσκολον τὸ ἔργον της. Ὁ ἀείμνηστος Βασιλεὺς Γεώργιος ὁ Αʹ προέβη εἰς τὴν διάλυσιν αὐτῆς καὶ εἰς τὴν ἄμεσον προκήρυξιν ἐκλογῶν ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ἄνευ τηρήσεως οἱασδήποτε προδικασίας. Εἰς τὴν ἀναθεωρητικὴν ἐκείνην Βουλήν, εἰσῆλθε μὲ παμψηφίαν ὁ μεγαλύτερος τῶν συγχρόνων πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς χώρας, ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος. (Χειροκροτήματα). Ὑπὸ τὴν θερμουργὸν πνοὴν τοῦ Ἐθνάρχου, ἡ χώρα ἀπέκτησε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ποὺ ὑπῆρξεν ἡ ἀφετηρία τῶν μεγάλων Ἐθνικῶν ἐξορμήσεων καὶ τῶν μεγάλων Ἐθνικῶν πραγματοποιήσεων. Ἐσημείωσα, κύριοι βουλευταί, δύο παρεκκλίσεις, ἀπὸ διατάξεις συνταγματικὰς ἐν πλήρει ἰσχύϊ καὶ εἰς ἐποχὴν κ. συνάδελφοι, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς χώρας ἦτο προσηλωμένος εἰς τοὺς ἐλευθέρους συνταγματικοὺς θεσμούς. Ἐν τούτοις ἐπρυτάνευσε τὸ συμφέρον τῆς Πατρίδος, ποὺ πρέπει νὰ τίθεται ὑπεράνω πάσης καταστατικῆς διατάξεως. Τὰ ἀποτελέσματα ὑπῆρξαν εὐεργετικά. Καὶ δύναμαι μάλιστα νὰ σημειώσω ὅτι αἱ δύο Ἀναθεωρητικαὶ Βουλαὶ ὑπερέβησαν κατὰ πολὺ τὰ ὅρια τῆς ἀναθεωρήσεως, ποὺ εἶχε καθορίσει ἡ Βουλὴ τοῦ 1910. Ἔξω ἀπὸ τὰ δεσμὰ αὐτὰ ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος καὶ οἱ συνεργάται του προέβησαν εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ νέου Συνταγματικοῦ Χάρτου. Ἀλλὰ δὲν σταματοῦν αἱ παρεκκλίσεις ἀπὸ τὴν προδικασίαν τῆς ἀναθεωρήσεως εἰς τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερον πρὸς ὑμᾶς, κύριοι βουλευταί. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ Δʹ Ἐθνικὴ Συνέλευσις εἶχε συντακτικὰ δικαιώματα. Περὶ τὰς δυσμὰς τοῦ βίου της ἡ 30μελὴς ἐπιτροπὴ κατήρτισε τὸ σχέδιον τοῦ Συντάγματος. Εὑρισκόμεθα τότε εἰς τὰ πρόθυρα τῆς δικτατορίας Παγκάλου. Ὁ στρατηγὸς Πάγκαλος μετερρύθμισε τὸ Σχέδιον τοῦ Συντάγματος τούτου καὶ τὸ ἐξέδωκεν ὑπ’ εὐθύνην του, προέβη δὲ εὐθὺς ἀμέσως εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Ἡ δικτατορία τοῦ στρατηγοῦ Παγκάλου ἀνετράπη ἀπὸ τὸν ἀείμνηστον στρατηγὸν Κονδύλην. Ἡ πρώτη πρᾶξις τοῦ στρατηγοῦ Κονδύλη ἦτο νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1925 ἐν ἰσχύϊ, ὡς τὸ εἶχε καταρτίσει ἡ 30μελὴς Ἐπιτροπή. Προεκήρυξε δὲ ὁ στρατηγὸς Κονδύλης ἐκλογὰς ἁπλῆς Βουλῆς, αἵτινες διεξήχθησαν εἰς τὰς 7 Νοεμβρίου 1926. Εἰς τὸ Διάταγμα τῆς προκηρύξεως τῶν ἐκλογῶν ἐκείνων ἀναφέρεται: «Ἡ οὕτω συγκροτηθησομένη Βουλὴ θὰ ἔχῃ ἐπὶ 15θήμερον ἀπὸ τοῦ καταρτισμοῦ της ἀναθεωρητικὰ δικαιώματα πρὸς κύρωσιν τοῦ ὑπὸ τῆς 30μελοῦς ἐπιτροπῆς καταρτισθέντος Συντάγματος, δυναμένη νὰ τροποποιήσῃ τοῦτο. Ἡ Βουλὴ τοῦ 1926, μετὰ τὴν λῆξιν τῆς 15θημέρου προθεσμίας τὴν ὁποίαν ἀνέφερα πρὸς τὸ Σῶμα, ἐψήφισε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927, ποὺ ἀπετέλεσε τὸν Καταστατικὸν Χάρτην τῆς Χώρας μέχρι τοῦ 1935, ὅτε ἐπανῆλθεν ἐν ἰσχύϊ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911. Βλέπετε, κύριοι βουλευταί, ἀπὸ τὴν μικρὰν αὐτὴν ἱστορικὴν ἀναδρομήν, ὅτι αἱ ἑκάστοτε ἀναθεωρήσεις τοῦ Συντάγματος ἐγένοντο κατὰ παρέκκλισιν τῶν σχετικῶν διατάξεων. Διότι ἐκρίνετο, ὅτι ὑπέρτατον ἐθνικὸν συμφέρον ἦτο νὰ ἀποκτήσῃ ἡ χώρα Σύνταγμα, παρὰ νὰ ἐμμένῃ εἰς ὀρθοδόξους ἀπόψεις, δι’ ὧν συνεχίζετο ἡ ἀνωμαλία. Καὶ ἐνῷ πλούσια παραδείγματα ὑπάρχουν ἀπὸ τὴν πρόσφατον πολιτικὴν ἱστορίαν, βλέπομεν, κύριοι βουλευταί, τὴν ἐμμονὴν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἥτις ἀρνεῖται νὰ συμπράξῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος διὰ νὰ ἐξέλθωμεν ἀπὸ τὸ ὑφιστάμενον συνταγματικὸν χάος. Διότι ἔχομεν ἐν ἰσχύϊ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911. Ἔχομεν ἐπίσης ἐν ἰσχύϊ ὡρισμένα ἄρθρα τοῦ καταργηθέντος Συντάγματος τοῦ 1927, ἔχομεν 2 πράξεις συντακτικὰς τοῦ 1935, ἔχομεν 115 συντακτικὰς πράξεις μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν καὶ ἔχομεν καὶ μίαν πληθώραν ψηφισμάτων τῆς διαλυθείσης Βουλῆς τοῦ 1946. Ἔχει δημιουργηθῆ οὕτω μία χαώδης κατάστασις καὶ ὑφίσταται μία διαμάχη εἰς τὰ ἀνώτερα δικαστήρια τῆς χώρας, εἰς τὰ ὁποῖα ὀρθώνονται ἐρωτήματα ἀνυπέρβλητα, ἐὰν ἰσχύουν αἱ συντακτικαὶ πράξεις, ἐὰν ἰσχύουν τὰ ψηφίσματα. Πραγματικὴ συνταγματικὴ ἀναρχία ἔχει δημιουργηθῆ καὶ ἡ χώρα πρέπει νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὸ ἀδιέξοδον. Ἡ Κυβέρνησις, κύριοι βουλευταί, πιστὴ πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις της καὶ πρὸς τὴν ὑπογραφὴν τὴν ὁποίαν ἔθεσαν εἰς τὰ Ἀνάκτορα τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως οἱ πολιτικοὶ ἡγέται τῆς χώρας, πιστὴ πρὸς τὸ διάταγμα προκηρύξεως τῶν ἐκλογῶν τῆς παρούσης Βουλῆς, ἐθεώρησε χρέος της νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον ψηφίσματος πρὸς ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος κατὰ τὴν διαδικασίαν τοῦ ΞΗʹ ψηφίσματος. Ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας, ὅτι ἔχει τεθῆ δίμηνος προθεσμία, πρὸς ψήφισιν τοῦ Συντάγματος, ἡ προθεσμία ὅμως εἶναι ἐνδεικτική. Θὰ ἤθελα νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου. Ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, ἦτο ἑτοίμη νὰ φέρῃ μέχρι τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας τὸ ζήτημα. Προκειμένου ὅμως περὶ τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τοῦ Ἔθνους, ἤθελε, κ. βουλευταί, νὰ ἔχῃ ὁμόθυμον τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Ὡς ἐκ τούτου προήλθομεν εἰς διαπραγματεύσεις μὲ τὴν ἡγεσίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ. Εἶχον τὴν τιμὴν νὰ συνομιλήσω κατ’ ἐπανάληψιν μὲ τὸν ἐκ τῶν ἡγετικῶν στελεχῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ κ. Μαρκεζίνην. Ὅλαι αἱ προσπάθειαι ὅμως ἀπέβησαν ἄκαρποι. Ἐκάναμεν πᾶσαν δυνατὴν ὑποχώρησιν. Ἕκαστος ἐξ ἡμῶν εἴτε ὡς πολιτευτής, εἴτε ὡς βουλευτής, εἰς οἱανδήποτε πτέρυγα καὶ ἂν εὑρίσκεται, ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ τὰς ἐπιφυλάξεις του ἐπὶ τοῦ σχεδίου τοῦ ὑπὸ ψήφισιν Συντάγματος καὶ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι καὶ ἡ πολιτικὴ πτέρυξ εἰς τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω ἔχει σοβαρὰς ἐπιφυλάξεις ὡς πρὸς ὡρισμένας διατάξεις ὡς εἶναι διατυπωμέναι εἰς αὐτό. (Χειροκροτήματα). Ἀποτελοῦντες ἓν προοδευτικὸν κίνημα τῆς χώρας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδεχθῶμεν ὡρισμένας διατάξεις τούτου ὅπως καὶ νὰ μὴ σημειώσωμεν οὐσιώδεις παραλείψεις αὐτοῦ. Παρὰ ταῦτα, θεωροῦμεν ὑποχρέωσιν τῶν πολιτικῶν κομμάτων νὰ μὴ ἐπιτείνουν τὴν ἀνωμαλίαν, ἀλλὰ νὰ ἐξαγάγουν τὴν Χώραν ἐκ τῆς ἀβεβαιότητος. Διατηροῦντες ἀκεραίας τὰς ἐπιφυλάξεις μας, θὰ ἀγωνισθῶμεν ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ, δεδομένου, ὅτι τὸ ὑπὸ ψήφισιν Σύνταγμα παρέχει εὐχέρειαν ἀναθεωρήσεως, νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν μεταρρύθμισιν αὐτοῦ ἐπὶ τὸ προοδευτικώτερον. (Χειροκροτήματα). Σήμερον ὅμως, ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξαγάγωμεν τὴν Χώραν ἀπὸ τὴν χαώδη Συνταγματικὴν κατάστασιν, νὰ τιμήσωμεν τὴν ὑπογραφὴν τῶν πολιτικῶν ἡγετῶν καὶ νὰ σεβασθῶμεν τὸ διάταγμα τῆς προκηρύξεως τῶν ἐκλογῶν, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ Ἀνώτατος ρυθμιστὴς τοῦ πολιτεύματος ἐκάλεσε τὴν παροῦσαν Βουλὴν μὲ ἀναθεωρητικὰ δικαιώματα. Ἀλλὰ καὶ πέραν τούτου, κύριοι βουλευταί, μὲ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος, ἡ Κυβέρνησις ἀποβλέπει εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς ἀσκήσεως τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς. Θὰ εἴμεθα ἐκτὸς τῆς πραγματικότητος, ἂν ὑποστηρίξωμεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ κυβερνηθῇ ἡ Χώρα ὑπὸ τὰς παρούσας περιστάσεις χωρὶς τὴν ἔκδοσιν ἀναγκαστικῶν νόμων. Διὰ τὴν ἐπίλυσιν τοῦ θέματος τούτου, τὸ νέον Σύνταγμα προβλέπει ἐν ἄρθρῳ 35 τὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν πρὸς ἀποφυγὴν τῶν Α.Ν. Τὸ νέον Σύνταγμα προβλέπει ἐπίσης εἰς τὸ ἄρθρον 49, ὅτι εἰς περίπτωσιν ἀπουσίας τῆς Α.Μ. τοῦ Βασιλέως, καὶ μέχρις ἐνηλικιώσεως τοῦ Διαδόχου, θὰ ἀσκῇ τὴν ἀντιβασιλείαν ἡ Σεπτὴ ἡμῶν Ἄνασσα. Εἰς τὸ ἄρθρον 82 καθορίζεται ὁ θεσμὸς τῶν Διοικητικῶν Δικαστηρίων. Ἀλλὰ πέραν ὅλων αὐτῶν, κύριοι βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις ἀποβλέπει μὲ ἰδιαιτέραν στοργὴν πρὸς τὴν ἐπίλυσιν τοῦ προβλήματος, τὸ ὁποῖον αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὑφίσταται ὑπὸ ὀξυτάτην μορφὴν καὶ τὸ ὁποῖον μόνον μὲ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ Εἶναι ἡ ἀποκατάστασις τῶν πληθυσμῶν τῆς μαρτυρικῆς Ἑλληνικῆς ὑπαίθρου. (Χειροκροτήματα). Πρὸ 30 ὁλοκλήρων ἐτῶν ἐσημειώθη μία πρόοδος εἰς τὴν χώραν, ἡ ὁποία ἐπρόλαβε δυσμενεῖς ἐξελίξεις. Ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἀκτημόνων γεωργῶν, ἡ μεταβολὴ τῶν δούλων τῆς Ἑλληνικῆς ὑπαίθρου εἰς μικροϊδιοκτήτας. Ἡ ἀφαίρεσις τῶν μεγάλων ἀγροκτημάτων ἀπὸ τοὺς τσιφλικάδες καὶ ἡ παραχώρησίς των εἰς τοὺς ἀληθεῖς δικαιούχους των, τοὺς Ἕλληνας γεωργούς, ἀποτελεῖ ἕνα σταθμὸν διὰ τὴν νεοελληνικὴν ἱστορίαν καὶ μὲ εὐλάβειαν αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἀναμιμνήσκομαι τῶν πρωτεργατῶν τῆς ἀγροτικῆς μεταρρυθμίσεως καί πρώτου ἐξ ὅλων τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου (χειροκροτήματα) ὡς καὶ τοῦ Γεωργίου Καφαντάρη καὶ τοῦ Ἀλεξάνδρου Παπαναστασίου. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἡγέτης τῆς Ε.Π.Ε.Κ. εἰς τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις, εἰς ἃς ἐκλήθη εἰς τὴν διακυβέρνησιν τῆς χώρας, ἀντιμετώπισε τὸ θέμα τοῦτο ἐν ἔτει 1923 μὲ εὐρυτάτην ἀντίληψιν καὶ μὲ τὴν ἐκδοθεῖσαν τότε ἐπαναστατικὴν ἀπόφασιν ἐπέτυχε τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων γεωργῶν, γηγενῶν καὶ προσφύγων. Ἔκτοτε, ἀπὸ τῆς λήξεως μάλιστα τῆς πενταετίας ἥτις καθωρίζετο εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927, δὲν ἐσημειώθη καμμία πρόοδος εἰς τὴν ὁλοκλήρωσιν τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων ἀγροτῶν. Ὁ ἐξαιρετικὸς φίλος καὶ συνάδελφος, ὁ κ. Χατζηγιάννης, εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ θέση ὑπ’ ὄψει μου στατιστικὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπηρεάσουν ἀσφαλῶς τὰς συνειδήσεις σας εἰς τὸ ἐπίμαχον θέμα. Κατὰ τὰ στοιχεῖα αὐτὰ 37% ἐκ τῶν ἀγροτῶν ἔχουν ἰδιοκτησίαν ἀπὸ 1–10 στρεμμάτων, 35% ἔχουν ἰδιοκτησίαν 10–30 στρεμμάτων, 23% ἔχουν μικρὰς ἰδιοκτησίας 30 καὶ ἄνω στρεμμάτ., 0,15% ἔχουν μεγάλας ἰδιοκτησίας. Οἱ ἀριθμοὶ αὐτοὶ εἶναι ἀρκετοὶ νὰ δείξουν τὸ δρᾶμα τῆς Ἑλληνικῆς ὑπαίθρου καὶ εἰς ποῖον ὀξύτατον σημεῖον εὑρίσκεται τὸ πρόβλημα τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀγροτῶν καὶ τῶν μικρῶν κτηνοτρόφων. Καὶ εἶναι βέβαιον, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν στοιχείων τοῦ ἐκλεκτοῦ συναδέλφου, ὅτι τεράστιαι ἐκτάσεις καλλιεργησίμου καὶ βοσκησίμου γῆς εὑρίσκονται εἰς χεῖρας τῶν ὀλίγων. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον ἤρξατο πρὸ 30 ὁλοκλήρων ἐτῶν, ὅταν ἦσαν ἄλλαι αἱ κοινωνικαὶ ἀντιλήψεις, νὰ συμπληρωθῇ καὶ νὰ ὁλοκληρωθῇ ἄνευ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Συντάγματος. Τὸ θέμα ἠρευνήθη εἰς τὴν ἄλλην Βουλήν, ἀπὸ τὴν συσταθεῖσαν διακομματικὴν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία κατέληξεν εἰς τὴν διαπίστωσιν, ὅτι ἡ ἐπίλυσίς του, ἡ ριζική, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ἄλλως παρὰ διὰ Συνταγματικῆς διατάξεως. Ἐθεσπίσθη βεβαίως ὁ θεσμὸς τῆς ἀναγκαστικῆς μισθώσεως, καίτοι δὲν κατέστη καὶ αὐτὸς δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ὑπάρχει ὅμως μία οὐσιώδης διαφορὰ μεταξὺ τῆς ἰδιοκτησίας καὶ τῆς μισθώσεως. Ξεύρετε πόσον εἶναι προσδεδεμένος ὁ Ἕλλην γεωργὸς πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς ἰδιοκτησίας. Εἶναι τοῦτο χρήσιμον διὰ τὴν Πατρίδα, διότι οἱ γεωργοὶ ὑπῆρξαν οἱ ἀκοίμητοι φρουροὶ τοῦ Ἔθνους καὶ διεξήγαγον τοὺς πολέμους καὶ εἶναι οἱ στρατιῶται ὅλων τῶν Ἐθνικῶν ἐξορμήσεων. Ἐκρίθη, λοιπόν, ὅτι τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λύσῃ ἡ ἀναγκαστικὴ μίσθωσις, ἀλλὰ πρέπει νὰ δημιουργηθῇ εἰς τοὺς ἀγρότας ἡ συνείδησις, ὅτι, ὅ,τι περιέλθῃ εἰς αὐτοὺς θὰ τὸ κατέχουν ὡς ἰδιοκτῆται καὶ ὅτι οὐδεὶς θὰ δύναται νὰ τὸ ἀμφισβητήσῃ καὶ νὰ τὸ ἀφαιρέσῃ ἀπ’ αὐτούς. (Χειροκροτήματα). Προέρχομαι, κ. βουλευταί, ἀπὸ μίαν περιοχήν, ὅπου ὑφίσταται ἐν τῇ πραγματικότητι ὁ θεσμὸς τῆς δουλοπαροικίας καὶ συναισθάνομαι τὴν ἀγωνίαν τῶν πληθυσμῶν τῆς ὑπαίθρου, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ 10ετηρίδας ἀναμένουν τὴν ὅλην λύσιν τοῦ προβλήματος. Ἀλλά, κ. βουλευταί, σεῖς ποὺ ἐκπροσωπεῖτε τὸν μοχθοῦντα, τὸν ἐργαζόμενον λαόν, εἰς οἱανδήποτε παράταξιν καὶ ἐὰν ἀνήκετε καὶ ἀπὸ οἱανδήποτε περιοχὴν καὶ ἐὰν προέρχεσθε, δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ ἐμπνέεσθε ἀπὸ τὰς αὐτὰς ἰδέας καὶ τοὺς ἰδίους πόθους. Ἡ Κυβέρνησις, λόγῳ τῆς καταστάσεως ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη ἀπὸ τὰς ἐσωτερικὰς ἀνωμαλίας καὶ τῆς ὀξύτητος τῶν συγχρόνων κοινωνικῶν φαινομένων, ἀποδίδει πρωταρχικὴν σημασίαν εἰς τὴν ἐπίλυσιν τοῦ ἀκανθώδους τούτου προβλήματος καὶ παραβλέπουσα ὡρισμένα θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ εἶχεν ἐπιφυλάξεις διὰ τὸ Σύνταγμα, χωρεῖ εὐθέως καὶ παρακαλεῖ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν νὰ δώσῃ τὴν προσήκουσαν λύσιν ἐπὶ τοῦ ζωτικοῦ αὐτοῦ ζητήματος, ποὺ ἐνδιαφέρει ὁλόκληρον τὴν Χώραν. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ἐπὶ Συνταγματικῶν ζητημάτων δὲν τίθεται πολιτικὸν ζήτημα. Ἡ Κυβέρνησις, κύριοι, εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ καλέσῃ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος αὐτοῦ. Νὰ δώσῃ τὸν Καταστατικὸν Χάρτην τῆς χώρας. Εἴπομεν εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, ὅτι ἀποδεχόμεθα οἱανδήποτε λύσιν, ἀρκεῖ νὰ ἀποκαταστήσωμεν τὴν συνταγματικὴν ὁμαλότητα. Ἀπεφάνθησαν ἐπιστήμονες κύρους, ὅτι τὸ ΞΗʹ ψήφισμα δὲν δεσμεύει τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν δικονομίαν τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Συντάγματος καὶ δὲν δεσμεύει τὴν παροῦσαν Βουλήν, ἔχουσαν ἀναθεωρητικὰ δικαιώματα. Εἴπομεν, λοιπόν, πρὸς τὴν ἀντιπολίτευσιν καὶ ἐζητήσαμεν τὴν συνεργασίαν της, διὰ νὰ κατορθώσωμεν νὰ δώσωμεν ἕνα σύγχρονον Καταστατικὸν Χάρτην εἰς τὴν χώραν. Καὶ προετείναμεν εἰς αὐτὴν νὰ παραβλέψωμεν τὴν καθοριζομένην διαδικασίαν καὶ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, τοῦ ὁποίου ἔχει ἀνάγκην ἡ Χώρα, πρὸς ἐπίλυσιν τῶν ὀξυτάτων κοινωνικῶν ζητημάτων, ὅπως εἶναι καὶ ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἀκτημόνων. Προετείναμεν εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν νὰ γίνῃ μία μικτὴ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἐντὸς ἐλαχίστων ἡμερῶν νὰ φέρῃ ἕνα νέον σχέδιον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ἀπὸ τὴν θέλησιν ὅλου τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, ἕνα σχέδιον, ἐκφράζον τὰς συγχρόνους τάσεις. Εὑρέθημεν, ὅμως, ἀντιμέτωποι, κ. βουλευταί, μιᾶς ἐμμονῆς εἰς τὴν δῆθεν ὀρθοδοξίαν, ἐξ ἧς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξυπηρετηθοῦν τὰ καλῶς ἐννοούμενα συμφέροντα τοῦ Ἔθνους. Καὶ αὐτὴν τὴν ὑστάτην στιγμήν, καὶ ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὡς βουλευτής, ἀπευθύνω τὴν τελευταίαν ἔκκλησιν πρὸς τὴν ἀντιπολίτευσιν, νὰ συμπαρασταθῇ μεθ’ ἡμῶν, Ἀποδεχόμεθα οἱονδήποτε ὅρον της, ὑπὸ μίαν βασικὴν προϋπόθεσιν, ὅτι ἡ Βουλή, ἐντὸς ταχυτάτου χρονικοῦ διαστήματος θὰ ψηφίσῃ τὸ Σύνταγμα. (Χειροκροτήματα). Ἀπὸ τὴν ἀντιπολίτευσιν ἀναμένομεν τὴν ἀνάλογον ἀνταπόκρισιν. Θὰ ἠδυνάμην, κ. βουλευταί, νὰ ἀπευθυνθῶ ἰδιαιτέρως πρὸς τοὺς συναδέλφους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μὲ τὸ κῦρος των, συνέπραξαν εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ 1946 διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ Συντάγματος. Καὶ εἶναι πάμπολλοι οἱ συνάδελφοι τῆς Βουλῆς ἐκείνης. Πρόεδροι καὶ εἰσηγηταί, ἀλλὰ καὶ ἡγετικὰ στελέχη τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅπως ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς κ. Κανελλόπουλος καὶ ὁ κ. Σ. Στεφανόπουλος. Ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τώρα καλοῦνται νὰ τιμήσουν τὴν ὑπογραφήν των. Ἡ Κυβέρνησις ἐλπίζει, ὅτι τοὐλάχιστον αἱ ψῆφοι αἱ ἰδικαί των δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἀντίθετοι πρὸς ἐκεῖνα ποὺ ἀπεδέχθησαν, πρὸς ἐκεῖνα ποὺ ὑπέγραψαν, διότι ἔχουν προικισθῆ καὶ μὲ ἦθος καὶ μὲ ἀνωτέραν ἀντίληψιν. Κύριοι βουλευταί, κρίσιμοι εἶναι αἱ περιστάσεις. Τὰ προβλήματα τὰ κοινωνικὰ εἶναι ὀξύτατα. Αἱ εὐθῦναι ἀπέναντι τοῦ λαοῦ εἶναι μεγάλαι. Ἕκαστος ἐξ ὑμῶν ἂς πράξῃ, ὅ,τι ἡ συνείδησίς του καὶ τὸ καθῆκον τοῦ ἐπιβάλλει. (Παρατεταμένα καὶ ζωηρὰ χειροκροτήματα).
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Μαρκεζίνης ἔχει τὸν λόγον.
§114Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης κατάθεσις ψηφίσματος, περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ΞΗʹ ψηφίσματος τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς συνταχθέντος σχεδίου Συντάγματος, ἀποσκοποῦσα εἰς τὸ νὰ περιβάλητε αὐτὸ διὰ τῆς ψήφου σας, παρέχοντες οὕτω τὴν ἐπίφασιν νομιμότητος, εἰς μέτρον νομικῶς ἀνώμαλον, ἀναγόμενον ἐν τούτοις εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόστασιν τοῦ πολιτεύματός μας, καταγγέλλεται ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ, ὡς ἀπόπειρα πραξικοπήματος. (Χειροκροτήματα). Ἡ παροῦσα Βουλή, εἶναι ἁπλῆ Βουλή, ἐκ καταγωγῆς καὶ Συνταγματικῆς τάξεως, καὶ ὡς ἁπλῆ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ οὐδὲν ἀναθεωρητικὸν δικαίωμα. Εἶναι, βεβαίως, ἀληθές, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπεκαλέσθη σειρὰν ἐπιχειρημάτων, διὰ νὰ ἀναπτύξῃ καὶ ἐξηγήσῃ τὰς ἀπόψεις της καὶ ὡς πρῶτον, τὸ διάταγμα, τὸ προκηρῦξαν τὰς ἐκλογάς. Ἀλλά, ἀκριβῶς, τὸ σχετικὸν κεφάλαιον τοῦ διατάγματος τούτου εἶναι ἀντισυνταγματικὸν καὶ ὡς ἐκ τούτου ἄκυρον. Καὶ ὡς ἐκ τούτου οὐδὲν δικαίωμα δημιουργεῖ. Διαβάζω τὸ κείμενον τοῦ διατάγματος «...... ......... (ἀναγινώσκει)..........». Ἐρωτᾶται λοιπόν, βάσει τίνος δικαιώματος ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὑπογράψασα τὸ διάταγμα ἐκεῖνο, ἠθέλησε νὰ ἀναγνωρίσῃ εἰς τὴν μέλλουσαν, δηλαδὴ τὴν παροῦσαν Βουλήν, ἀναθεωρητικὰ δικαιώματα. Γνωρίζετε πάντες, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν πρόκειται νὰ μακρηγορήσω, ὅτι ἡ ἀναθεωρητικὴ ἁρμοδιότης, εἶναι ἁρμοδιότης προκαθωρισμένη ἐκ τοῦ Συντάγματος. Καὶ ἐν προκειμένῳ καθορίζεται ἀπὸ τὸ ἰσχῦον παρ’ ἡμῖν Σύνταγμα, διὰ τοῦ ἄρθρου 108. Ἡ Κυβέρνησις λοιπόν, παρεξέκλινεν ἐκ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ. Καὶ ἐφ’ ὅσον, ὡς γνωστόν, ὅταν ἡ παρέκκλισις προέρχεται ἐκ τῶν ἄνω, ὡς εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, λαμβάνει τὴν μορφὴν πραξικοπήματος, ἐκ τῶν κάτω δὲ τὴν μορφὴν ἐπαναστάσεως, σημαίνει, ὅτι ἡμεῖς εὑρισκόμεθα πρὸ πραξικοπήματος. Ἡ Κυβέρνησις ἐν τούτοις, ἐπιδιώκει νὰ καλύψῃ τὴν ἀκυρότητα τοῦ διατάγματος αὐτοῦ, ὡς πρὸς τὴν σχετικὴν περὶ ἀναθεωρητικοῦ χαρακτῆρος, τῆς παρούσης Βουλῆς διάταξιν, ἐπικαλουμένη τὰ προηγηθέντα τῆς δημοσιεύσεως τοῦ διατάγματος γεγονότα καὶ τὴν νέαν θεωρίαν περὶ συνεχείας. Καὶ πρῶτον, ὡς πρὸς τὰ προηγηθέντα. Συνεκλήθη πράγματι περὶ τὰ τέλη Ἰουλίου σύσκεψις εἰς τὰ Ἀνάκτορα, τῇ εἰσηγήσει τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ, καὶ νῦν Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, κ. Βενιζέλου, εἰς τὴν ὁποίαν ἐκλήθησαν οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν ἐν τῇ Βουλῇ, τότε, κομμάτων, κατὰ τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως. Εἰς τὴν σύσκεψιν ἐκείνην ἐλέχθησαν πολλὰ ὅσον ἀφορᾷ τὸν καλύτερον τρόπον τοῦ τερματισμοῦ τῆς συνταγματικῆς, κατὰ τὴν Κυβέρνησιν, ἐκκρεμότητος. Ἀλλὰ τὸ πρακτικόν, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ἡ Κυβέρνησις ὑπογεγραμμένον ἀπὸ τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων, μὴ ὅμως ἀσκοῦντας ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος οὐδεμίαν συντεταγμένην ἢ ἔστω ὑπερσυντακτικὴν ἐξουσίαν κατὰ τεκμήριον τῆς ἀνυπάρκτου, ὡς ἄλλως τε ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπεδείχθη διά τινας ἐξ αὐτῶν, λαϊκῆς ἐμπιστοσύνης, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ, ὅτι δύναται νὰ ἀλλοιώσῃ ἢ νὰ μεταβάλῃ τὴν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καθωρισμένην διαδικασίαν διὰ τὴν ἀναθεώρησίν του. Ὁ Βασιλεὺς ἐξ ἄλλου, εἰς τὴν σύσκεψιν ἐκείνην, παρέστη καὶ ἔλαβε γνῶσιν ἁπλῶς, διότι ὅλοι γνωρίζετε καὶ ὅλοι συμφωνεῖτε, ὅτι οὐδεμίαν συντακτικὴν ἢ ἀναθεωρητικὴν ἁρμοδιότητα ἔχει ὁ Βασιλεύς, μόνον δὲ ἓν δικαίωμα καὶ ὑποχρέωσιν ἔχει, ἐὰν ὑπάρξῃ περίπτωσις παραβιάσεως τοῦ Συντάγματος νὰ παρέμβῃ, διότι εἶναι εἷς ἐκ τῶν φυλάκων τοῦ πολιτεύματος, ὅπως εἶναι καὶ τὰ δικαστήρια, ἐν τελευταίᾳ δὲ ἀναλύσει, ὁ λαός. Τώρα ἐπιθυμῶ νὰ προσέξετε τὰ ἑξῆς, κύριοι, σημεῖα: Κατ’ ἀρχὴν ἀποτελεῖ σφάλμα νὰ ἔχετε μόνον γνῶσιν τοῦ πρακτικοῦ καὶ νὰ ἀγνοῆτε τὰ ὅσα ἐξετέθησαν κατὰ τὴν σύσκεψιν ἐκείνην. Ἡ μελέτη τῶν πρακτικῶν εἶναι διαφωτιστική. Ἔπειτα, μὴ λησμονῆτε, ὅτι 3 ἐκ τῶν παρασταθέντων Ἀρχηγῶν, τῶν Φιλελευθέρων, τοῦ Λαϊκοῦ καὶ τῆς Ε.Π.Ε.Κ., θὰ ἠδύναντο διὰ τῆς ψήφου των νὰ τηρήσουν τὴν διαδικασίαν τοῦ ἄρθρου 108 εἰς τὴν προηγουμένην Βουλήν. Καὶ ἀκόμη, ὅτι τρεῖς ἡμέρας πρὸ τῆς συσκέψεως τῶν Ἀνακτόρων, ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν πρότασις ὑπογεγραμμένη ἀπὸ 4 Ὑπουργούς, μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὸν τότε Πρωθυπουργὸν καὶ τοὺς κ. κ. Μπακόπουλον, Μαῦρον καὶ Μπακατσέλον, διὰ τῆς ὁποίας προετείνετο νὰ ἀναθεωρηθῇ τὸ Σύνταγμα διὰ τῆς διαδικασίας τοῦ ἄρθρου 108 τοῦ Συντάγματος. Ἐν τούτοις, τρεῖς ἡμέρας μετὰ ταῦτα, παρατηρεῖται τὸ ἑξῆς ἐντελῶς παράδοξον. Ἐγκαταλείπεται ἡ πρότασις ἐκείνη καὶ προτείνεται ἡ παραβίασις τοῦ Συντάγματος. Διερωτᾶται λοιπὸν κανείς. Τί συνέβη εἰς τὸ τριήμερον ἐκεῖνο, ὥστε τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, τὸ ὁποῖον προέτεινε τὴν νόμιμον διαδικασίαν, νὰ συμφωνήσῃ εἰς τὴν παραβίασιν τοῦ Συντάγματος καὶ ν’ ἀγνοήσῃ τὴν νόμιμον διαδικασίαν; Εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαντήσετε, ὅτι ἀκριβῶς κατὰ τὰς τρεῖς αὐτὰς ἡμέρας προέκυψεν ἐπείγουσα ἀνάγκη προκηρύξεως ἐκλογῶν. Ἀντιθέτως ὅλοι γνωρίζετε, ὅτι ὑπῆρχον καὶ ἐπανειλημμέναι ἐκκλήσεις τοῦ Βασιλέως πρὸς ἀποφυγὴν τῶν ἐκλογῶν καὶ ἐπὶ πλέον κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς τὰ Ἀνάκτορα, ἀνεπτύχθη ἀπὸ τὸν ἐκ τῶν συναρχηγῶν τότε τοῦ Λ.Ε.Κ. κ. Κανελλόπουλον, ἀκριβῶς, ὅτι δὲν ὑπῆρχε καμμία ἀνάγκη ἐκλογῶν. Καὶ συγκεκριμένως ἐλέχθησαν ὑπ’ αὐτοῦ τὰ ἑξῆς: «Πιστεύω, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ δὲν ἦσαν ἀπαραίτητοι καὶ ὅτι διὰ τὴν δημιουργηθεῖσαν κατάστασιν οὔτε οἱ βουλευταὶ πταίουσιν, οὔτε ὁ λαός, ἀλλ’ ἡ ὑπαιτιότης βαρύνει μόνον τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων. Καμμία διάθεσις δὲν ὑπάρχει παρὰ τῷ λαῷ νὰ γίνουν ἐκλογαὶ καὶ οὐδεμία οὐδαμόθεν ἐξεδηλώθη τοιαύτη ἐπιθυμία. Ἂν παρὰ τῷ λαῷ ὑπάρχῃ ἓν αἴσθημα, τοῦτο εἶναι, ὅτι ἐβαρύνθη τοὺς πολιτικούς του Ἀρχηγούς. Τὰς ἐκλογὰς κατήντησεν ἀναγκαίας, ἁπλῶς, μία ἀκατανόητος ἀσυνεννοησία μεταξὺ τῶν κομμάτων». Τώρα, ὡς πρὸς ὅσα ἄλλα ἐλέχθησαν διὰ τὸν κ. Κανελλόπουλον, ὁ ὁποῖος δυστυχῶς ἀπουσιάζει σήμερον, διότι εἶναι ἀσθενής, θὰ ἀπαντήσῃ ὁ ἴδιος, διότι δὲν ἔχει ἀνάγκην συνηγόρου. Παραμένει, ὅθεν ἀκατανόητον, πῶς αἰφνιδίως οἱ ἐκπρόσωποι τῶν κομμάτων ἠθέλησαν νὰ παραβιάσουν τὸ Σύνταγμα καὶ νὰ ἀκολουθήσουν τὴν διαδικασίαν τὴν ὁποίαν ἠκολούθησαν, ἐνῷ ἦσαν εἰς θέσιν νὰ συμμορφωθοῦν πρὸς τὴν νόμιμον διαδικασίαν. Ὑπῆρχε μάλιστα πᾶσα ἡ εὐχέρεια ἐν προκειμένῳ τοσούτῳ μᾶλλον, διότι ἡ συζήτησις διὰ τὴν ἀναθεώρησιν εἶχεν ἀρχίσει πολὺ πρὶν τοῦ Ἰουνίου καὶ παρείχετο ὁ καιρὸς νὰ ἀκολουθηθῇ ἡ νόμιμος διαδικασία, χωρὶς τὴν τελευταίαν στιγμὴν νὰ ὁδηγήσουν αἰφνιδίως τὴν χώραν εἰς ἐκλογὰς καὶ νὰ προσφύγουν εἰς ἐκτροπήν. Ἐκτὸς τούτου ὅμως, κύριοι, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς διαφύγῃ, ὅτι ἐνῷ ταῦτα συνεφωνοῦντο καὶ ἐνῷ ταῦτα ἀπεφασίζοντο καὶ προεκηρύσσοντο ἐκλογαὶ διὰ τοῦ γνωστοῦ διατάγματος, συνέβη γεγονὸς ἐντελῶς βαρυσήμαντον διὰ τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου. Ὁ Στρατάρχης Παπάγος ἀπεφάσισε νὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὰς ἐκλογὰς καὶ συνέστησε τὸν νέον πολιτικὸν ὀργανισμόν, τὸν Ἑλληνικὸν Συναγερμόν, ὁ ὁποῖος ἐκπροσωπεῖ σήμερον εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην τὸ 41% τῆς δυνάμεώς της. Καὶ ἐρωτᾶται: Κατὰ ποίαν λογικὴν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποχρεωθῇ ὁ Ἑλληνικὸς Συναγερμός, ὡς νέος πολιτικὸς ὀργανισμός, ἐὰν δὲν συμφωνῇ μὲ τὰ ὅσα ἀπεφάσισαν προηγουμένως οἱ πολιτικοὶ ἀρχηγοί, νὰ ἀκολουθήσῃ τὰ ὅσα ὑπεγράφησαν ἢ συνεφωνήθησαν εἰς τὸ πρακτικὸν ἐκεῖνο; Οὔτε ἠρωτήθη, οὔτε εὐθύνην ἔχει, οὔτε ποσῶς συμμετέσχε. Δικαιοῦται λοιπόν, ἐλευθέρως νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν κατεύθυνσιν τοῦ Ἀρχηγοῦ του. Τὰ ἀποτελοῦντα πρόσωπα, οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι, δὲν χαρακτηρίζουν τὸ κόμμα. Διότι κατὰ τὴν αὐτὴν λογικήν, θὰ ἠμποροῦσε νὰ σᾶς ἀπαντήσῃ κανείς, ὅτι καὶ τὰ ὑπάρχοντα ἐν τῇ Βουλῇ κόμματα καὶ ἡ Ε.Π.Ε.Κ. καὶ ἄλλα ἀποτελοῦνται ἀπὸ πρόσωπα, προερχόμενα ἀπὸ ἄλλα κόμματα. Τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι παρακολουθοῦν τὰς ἀρχὰς τοῦ παλαιοῦ των κόμματος, ἀλλὰ προσαρμόζονται καὶ γίνονται πλέον μέλη π.χ. τῆς Ε.Π.Ε.Κ. Θὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἤδη κ.κ. βουλευταί, μὲ τὴν περίφημον αὐτὴν θεωρίαν τῆς συνεχείας. Πράγματι, κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1950, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀρκαδίας κ. Μπακόπουλος, ἀνεκίνησε πρῶτος τὸ θέμα διὰ τῆς καταθέσεως ἑνὸς σχεδίου ψηφίσματος, περὶ χρόνου καὶ τρόπου ἀσκήσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐκείνης τοῦ ἀναθεωρητικοῦ αὑτῆς ἔργου. Καὶ ἐξήγησεν εἰς τὴν ἔκθεσίν του ὅτι ἐπειδὴ ἡ προηγουμένη Βουλή, δηλαδὴ τοῦ 1946, διελύθη προτοῦ περατώσῃ τὸ ἀναθεωρητικὸν αὑτῆς ἔργον καὶ ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν εἶναι συντακτικὸς παράγων, συνάγεται ὅτι ἡ νέα Βουλὴ θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι αὐτοδικαίως ἀναθεωρητική, διότι, ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, θὰ εἴχομεν ἐπέμβασιν εἰς τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον, τοῦ Βασιλέως, ὅπερ ἀποκλείεται. Ἡ θεωρία ἐκείνη προὐκάλεσε πολλὰς καὶ μακρὰς συζητήσεις ἔξω τῆς Βουλῆς. Μεταξὺ τῶν πρώτων ἀντιταχθέντων ἤμην καὶ ἐγώ, ὁ ὁποῖος, μὴ ἔχων τότε τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι μέλος τῆς Βουλῆς, ἠρθρογράφησα ἀπὸ τῆς «Ἑστίας». Καὶ ὄχι μόνον ἐγὼ ἀλλὰ καὶ ἄλλοι εἰδικοὶ ἠσχολήθησαν μὲ τὸ θέμα τοῦτο. Καὶ δὲν νομίζω, ὅτι εἶχε δίκαιον ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐπὶ τῆς θεωρίας αὐτῆς ὑπῆρχε σχεδὸν ὁμοφωνία τῶν εἰδικῶν συνταγματολόγων. Καὶ μόνον ἕνα παράδειγμα ἠμπορῶ νὰ φέρω, τοῦ καθηγητοῦ Πράτσικα, ὁ ὁποῖος ἀντετάχθη ἐντονώτατα κατὰ τῆς θεωρίας ἐκείνης ἐξ ὑπαρχῆς. Προσωπικῶς ἀνέπτυξα ἐπὶ τοῦ θέματος τὰς ἀντιρρήσεις μου καὶ εἰς τὸν κ. Τσουδερὸν καὶ εἰς τὸν νῦν Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ ἀξιότιμον κ. Καρτάλην, ὅταν εἶχα τὴν εὐκαιρίαν νὰ συναντηθῶ μετ’ αὐτοῦ, διὰ νὰ συζητήσωμεν τότε, ἐπὶ ἄλλων θεμάτων. Κύριοι βουλευταί, ἐπὶ τῆς θεωρίας τῆς συνεχείας δὲν θὰ ἐπεκταθῶ. Θὰ τονίσω ἁπλῶς μερικὰ σημεῖα. Ὑποθέσατε, κ. βουλευταί, ὅτι ἡ Βουλή, ἡ Δʹ Ἀναθεωρητικὴ τοῦ 1946 δὲν διελύετο ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἀλλ’ ἀπέθνησκε φυσικῶς τὴν 31 Μαρτίου 1950 χωρὶς νὰ ἔχῃ περατώσει τὸ ἀναθεωρητικόν της ἔργον. Ὑπόθεσιν κάμνω. Κατὰ τὴν θεωρίαν αὐτήν, ἡ νέα Βουλὴ θὰ ἦτο αὐτομάτως Ἀναθεωρητική. Ὑποθέσατε ὅτι καὶ ἡ νέα Βουλὴ δὲν ἐπεραίου τὸ ἀναθεωρητικόν της ἔργον. Τότε, κατὰ τὴν θεωρίαν αὐτήν, καὶ ἡ τρίτη Βουλὴ θὰ ἦτο πάλιν Ἀναθεωρητική; Κατὰ συνέπειαν, κύριοι βουλευταί, θὰ ἐδημιουργεῖτο ἕνας νέος θεσμὸς εἰς τὸ Συνταγματικὸν Δίκαιον, τῆς ἐνδεχομένης διαρκοῦς ἀναθεωρητικῆς ἐκκρεμότητος, πρᾶγμα τό ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ συλλάβῃ τις νομικῶς. Ἀλλά, τότε, ἠμπορεῖτε νὰ ἀντιτάξετε, τί γίνεται; Ἁπλούστατα, κύριοι βουλευταί. Τὸ Σύνταγμα διὰ τὴν ἀναθεώρησιν προβλέπει, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ μὲ ὡρισμένην διαδικασίαν, ἥτις καὶ δέον νὰ περαιωθῇ εἰς τὴν νέαν Βουλὴν ἐντὸς τῆς πρώτης συνόδου. Ἐὰν κατὰ τὴν πρώτην σύνοδον ἡ Βουλὴ δὲν δυνηθῇ νὰ περαιώσῃ τὸ ἔργον της αὐτό, δύναται νὰ συναχθῇ, ὅτι δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ ἀναθεωρητικόν της ἔργον, διότι γεγονότα πλέον σοβαρὰ ἀπὸ τὸ ἔργον αὐτό, ἦσαν εἰς πρώτην γραμμὴν καὶ ἐματαίωσαν τὸ ἀναθεωρητικόν της ἔργον. Ἐὰν λ.χ. ἡ ἐπέμβασις τοῦ Βασιλέως ἐγίνετο πρὶν περαιωθῇ ἡ πρώτη σύνοδος, θὰ ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ, ὡς τολμηρὸν καὶ ἄηθες νὰ διαλύεται μία Βουλὴ Ἀναθεωρητικὴ μόλις συνέλθῃ. Ἀλλ’ εἶχον παρέλθει τρία ἔτη καὶ 9 μῆνες, χωρὶς ἡ Βουλὴ ἐκείνη νὰ περαιώσῃ τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον. Νομίζω δέ, ὅτι ἐξ αὐτοῦ δὲν θὰ ἠμποροῦσε νὰ θεωρηθῇ ὅτι δὲν εἶχε δοθῆ ἡ ἐπαρκὴς προθεσμία εἰς τὴν Δʹ Ἀναθεωρητικὴν νὰ περαιώσῃ τὸ ἔργον της. Ἀλλὰ δεύτερον παράδοξον. Διελύθη ἡ Βουλὴ ἐκείνη. Διερωτᾶταί τις, πῶς, οὐδεμία ἐγένετο διαμαρτυρία κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς καὶ ὅταν μάλιστα ἡ διάλυσις, ἡ ὁποία ἠφνιδίασε τὰ κόμματα τότε τὰ ἔθιγε καὶ πολιτικῶς; Τὸ δὲ ἐπιχείρημα αὐτὸ δὲν ἀντιστρέφεται ἐναντίον τοῦ Συναγερμοῦ. Δηλαδὴ τὸ ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι δῆθεν ἀντιθέτως ὁ Ἑλληνικὸς Συναγερμὸς εἶχε ὑποχρέωσιν νὰ διαδηλώσῃ, εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι δὲν ἀναγνωρίζει τὸ διάταγμα τῶν ἐκλογῶν. Διατί; Διότι εἶναι τελείως διαφορετικὰ πράγματα. Ἐκεῖ ἐπρόκειτο περὶ πράξεως τοῦ Βασιλέως, ἡ ὁποία, ἐν τελευταίᾳ ἀναλύσει, ἐπεδιώχθη νὰ χαρακτηρισθῇ ἀντισυνταγματική, ἐφ’ ὅσον τὸ νέον Διάταγμα δὲν προεκήρυσσεν ἐκλογὰς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Ὁ Βασιλεύς, λέγουν, μὲ τὴν θεωρίαν τῆς συνεχείας, ἠδύνατο νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλήν, ἐφ’ ὅσον θὰ προεκήρυσσεν ἐκλογὰς πάλιν Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Καὶ ὅμως τὰ πολιτικὰ κόμματα, τὰ ὑποστηρίζοντα τὴν θεωρίαν τῆς συνεχείας, δὲν καταγγέλλουν τὴν πρᾶξιν ἐκείνην τοῦ Βασιλέως καὶ δὲν ζητοῦν εὐθύνας παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐνήργησαν τὰς ἐκλογάς. Ὑπῆρχε συγκεκριμένον πολιτικὸν γεγονός, τὸ ὁποῖον ἐπέβαλε νὰ ἀναπτυχθῇ εἰς τὸν λαόν. Ἐὰν δηλαδή, καλῶς ἢ κακῶς διελύθη ἡ Βουλὴ ἐκείνη, διὰ νὰ δώσῃ ὁ λαὸς τὴν λύσιν. Εἰς τὴν δευτέραν περίπτωσιν, ἐὰν ὁ Συναγερμὸς ἐδέχετο τὴν σύμπραξιν εἰς τὸ διάταγμα αὐτό, δὲν θὰ μετεβάλλετο τὸ ἔγκυρον ἢ τὸ ἄκυρον τοῦ χαρακτῆρος τοῦ διατάγματος καὶ τὸ ἄκυρον θὰ παρέμενεν ἄκυρον καὶ θὰ ἐκρίνετο ἀπὸ τὰ δικαστήρια. Ἁπλῶς ἡ εὐρύτης τῆς ἀποδοχῆς παρ’ ὅλων τῶν πολιτικῶν, θὰ ἔθετε ζήτημα ἐπιτυχίας τοῦ πραξικοπήματος, μὲ τὰς συνεπείας αὐτοῦ. Ἁπλῶς ἡ σύμπραξις αὐτοῦ δὲν θὰ μετέβαλλε τὸ νομικῶς ἄκυρον εἰς ἔγκυρον. Ἐκτὸς τούτου, τότε μὲν ὑπῆρχε τὸ αἴτημα, ὅτι καὶ αἱ ἄλλαι ἐκλογαὶ θὰ εἶναι ἐκλογαὶ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, τώρα δὲ ὑπάρχει τὸ διάταγμα τῆς διαλύσεως, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι αἱ ἐκλογαὶ εἶναι ἐκλογαὶ ἁπλῆς Βουλῆς, εἰς τὴν ὁποίαν παρέχεται τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο.
§115Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ δικαίωμα τῆς ἀναθεωρήσεως.
§116Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Προσέξατε. Ἐκλογαὶ ἁπλῆς Βουλῆς. Ἐὰν προεκηρύσσοντο ἐκλογαὶ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, θὰ ἐνυπῆρχεν, οὕτως εἰπεῖν, ἐπιταγὴ πρὸς τοὺς Βουλευτάς, νὰ προχωρήσουν εἰς τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον. Ἐφ’ ὅσον ὅμως προεκηρύσσοντο ἐκλογαὶ ἁπλῆς Βουλῆς, δὲν εἴχομεν οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπωμεν, ὅτι δὲν συμφωνοῦμεν εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον, ἡ ὁποία, ἄλλως τε, εἶναι διατυπωμένη δυνητικῶς. Εἰς τὴν ἀρχὴν ἐτόνισα, ὅτι τὸ πρακτικὸν γράφει, «ὅτι συμφωνεῖται ὅπως ἡ νέα Βουλὴ ἔχῃ τὴν ἐξουσίαν......». Τὸ διάταγμα ὅμως λέγει ὅτι ἡ νέα Βουλὴ «δύναται δι’ ἀποφάσεώς της νὰ ἐπικυρώσῃ......». Ἀλλ’ ἡ ἔννοια τοῦ «δύναται» εἶναι δυνητική. Αὐτὸ ἔχει μίαν ἱστορίαν. Διότι ὅταν ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κ. Βενιζέλος, συνεπλήρου τὴν Κυβέρνησίν του μὲ ὑπηρεσιακὰ μέλη, συνήντησεν, ὡς ἔχω πληροφορίας, ἀντιδράσεις τινάς, ἀπὸ ὑποψήφιον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὑπηρεσιακόν, διὰ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ διατάγματος τῆς προκηρύξεως ἐκλογῶν νέας Βουλῆς, μὲ ἀναθεωρητικὸν χαρακτῆρα. Καὶ τότε συμβιβαστικῶς μετεβλήθη τὸ διάταγμα ἐπὶ τὸ ἐπιεικέστερον, εἰς τὸ «δύναται». Ἀδιάφορον ἂν καὶ μὲ τὴν διατύπωσιν ὁ κ. Βενιζέλος ἠναγκάσθη νὰ ἀναζητήσῃ ἄλλον Ὑπουργόν. Δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὸ διάταγμα ἐκεῖνο, οὐδεμία ἐπιταγή, ἔναντι τῆς ὁποίας ἡμεῖς, θὰ εἴχομεν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκκαθαρίσωμεν τὴν θέσιν μας. Ἐννοῶ τὸν Ἑλληνικὸν Συναγερμόν, ὡς νέον πολιτικὸν ὀργανισμόν. Ἐκτὸς τούτου, κ.κ. βουλευταί, ἡ θεωρία τῆς συνεχείας ἔρχεται εἰς ἀντίθεσιν πρὸς πᾶσαν ἔννοιαν συνταγματικῆς συνειδήσεως εἰς εὐνομούμενα Κράτη. Διὰ τῶν συλλογισμῶν τοὺς ὁποίους ἔκαμα, θέλω νὰ ἀποδείξω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν μία Βουλή, ἐκλεγεῖσα ὡς Ἀναθεωρητική, νὰ μὴ ἐπιτελέσῃ τὸ ἔργον της καὶ νὰ συνεχίζεται ἡ ἐκκρεμότης τοῦ ἀναθεωρητικοῦ, ἐνῷ ἀντιθέτως, ὅλα τὰ συντάγματα ἀξιοῦν, ὅπως ἡ ἀναθεώρησις περαιωθῇ κατὰ τὴν πρώτην σύνοδον τῆς νέας Βουλῆς. Πράγματι, ὅταν ὑπάρχῃ Βουλή, ἡ ὁποία καλῶς κατευθύνεται, καὶ ὅταν ὑπάρχῃ ἐπιτακτικὴ συνείδησις ἀνάγκης ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, αὕτη ἐπιτυγχάνεται. Καὶ ἔχομεν ὡς παράδειγμα τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ 1911, ἡ ὁποία χάρις εἰς τὸν Ἐλευθέριον Βενιζέλον καὶ τὴν ὡριμότητα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἐπραγματοποιήθη. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, τότε ἐπετεύχθη αὕτη, ἐντός, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, 40 συνεδριάσεων καὶ πάντως, ἐντὸς τῆς πρώτης συνόδου. Εἶναι λοιπὸν μία ἀντίφασις πλήρης τὸ νὰ ἔχωμεν ἐπιταγὴν ἀπὸ τὴν μίαν πλευρὰν καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην νὰ διατηρῆται ἐπὶ τὸ διηνεκὲς μία τοιαύτη ἐκκρεμότης. Συνεπῶς, μὴ ἐπιτυγχανομένης τῆς ἀναθεωρήσεως ἐντὸς τῆς αʹ Συνόδου ἢ ἔστω τῆς περιόδου, αὕτη ματαιοῦται. Κατὰ τὰς ἐκλογὰς λοιπὸν τῆς 5 Μαρτίου 1950, καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ σπουδαῖον, οὐδεμία καταγγελία ἐγένετο ὑπὸ κόμματός τινος, τὸ ὁποῖον νὰ ζητήσῃ τὴν παραπομπὴν εἰς εἰδικὸν δικαστήριον τῆς Κυβερνήσεως Θεοτόκη καὶ οὐδεμία διαμαρτυρία ἐγένετο, οὔτε ἀπὸ τοὺς 3.000 ὑποψηφίους, οὔτε ἀπὸ τοὺς συνταγματολόγους. Τὸ ζήτημα αὐτὸ τὸ ἔθιξε μόνον ὁ κ. Δασκαλάκης, ὀλίγον μετὰ τὰς ἐκλογὰς εἰς ἕνα ἢ δύο ἄρθρα του, εἰς τὴν ἐφημερίδα «Βῆμα». Ἀλλὰ τίθεται καὶ ἓν ἄλλο ζήτημα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει καλῶς ἢ κακῶς, ὁ κ. Μπακόπουλος κατὰ Μάϊον τοῦ 1950 ἀνεκίνησε τὸ ζήτημα καὶ δὲν θέλω νὰ ἀρνηθῶ, ὅτι μὲ ἀπόλυτον καλὴν πίστην καὶ μαχητικότητα ἠθέλησε νὰ ἀναπτύξῃ τὰς ἀπόψεις του εἰς τὸ ψήφισμά του. Ἀνεκινήθη τὸ ζήτημα καὶ προὐκάλεσεν, ὡς εἶπον, μέγα θόρυβον καὶ προὐκάλεσε καὶ σύσκεψιν εἰς τὰ ἀνάκτορα, κατ’ ἐμέ, κακῶς. Ἐλήφθησαν ὡρισμέναι ἀποφάσεις καὶ ἤρχισεν ἡ ἐκτέλεσις αὐτῶν. Αἰφνιδίως διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἐξήγησεν ὁ κ. Ὑπουργός, δὲν ἐτερματίσθη ἡ ὅλη ἱστορία ἐκείνη. Παρῆλθε πολὺς χρόνος καὶ κατόπιν ἀνεκινήθη ἐκ νέου τὸ ζήτημα ἐπὶ νέας βάσεως. Καὶ δεχόμεθα ὅτι προεκηρύχθησαν ἐκλογαί, βάσει τοῦ διατάγματος αὐτοῦ δι’ ἁπλῆν Βουλήν, μὲ συμπληρωματικὰ δικαιώματα ἀναθεωρητικά. Τίθεται ὅμως ἀμέσως τὸ δεύτερον ἐρώτημα: Ποῖον ρόλον παίζει ἡ διακοπή; Δηλαδὴ ἡ Δʹ Ἀναθεωρητικὴ διαλύεται. Ἡ νέα Βουλή, καλῶς ἢ κακῶς εἶναι ἁπλῆ. Δὲν εἶναι πάλιν ἀναθεωρητική. Ἔναντι αὐτῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀντιτάσσει δύο τινά. Ὅτι ἀφ’ ἑνὸς ἡ προηγουμένη Βουλὴ ὑπῆρξεν ἄκρως βραχύβιος, ἀφ’ ἑτέρου ὅτι οἱ ἀρχηγοὶ οἱ ὁποῖοι συνῆλθον καὶ συνεζήτησαν εἰς τὰ ἀνάκτορα κατὰ τὴν 28 Ἰουλίου 1951, εἶχον συνείδησιν συνεχείας ἐπὶ τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἔργου. Δέν νομίζω, ὅτι ἔχει δίκαιον ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διότι 15μηνος ζωὴ δὲν εἶναι βραχύβιος ζωή, προκειμένου περὶ Συντάγματος ὅταν ἐπαναλαμβάνω, πάντα τὰ Συντάγματα ἀναφέρουν, ὅτι ἡ ἀναθεώρησις πρέπει νὰ ἐνεργῆται ἐντὸς τῆς πρώτης Συνόδου, ἡ ὁποία εἶναι βραχυτέρα τῶν 15 μηνῶν. Δεύτερον, ἡ διάλυσις δὲν ἐπῆλθεν ἐξ ἀνωτέρας βίας, δηλαδὴ δὲν τὴν ἐπέβαλεν ὁ Βασιλεύς, αἰφνιδιάζων τὰ κόμματα. Τὴν ἀπεφάσισαν τὰ ἴδια τὰ κόμματα. Ηὐτοκτόνησεν ἡ ἰδία ἡ Βουλή, ἄγνωστον διὰ ποίαν αἰτίαν. Συνεπῶς διὰ τὴν διακοπὴν δὲν ὑπάρχει ἄλλη αἰτία, ὥστε νὰ τὴν ἐπικαλοῦνται ὡς δικαιολογίαν. Ἀλλὰ καὶ τρίτον. Ὁμιλοῦν περὶ συνειδήσεως ἀναθεωρητικῆς συνεχείας. Αὐτὸ ὅμως ἔρχεται εἰς πλήρη ἀντίφασιν μὲ τὸ γεγονός, ὅτι ὁ προκαλέσας τὴν σύσκεψιν ἐκείνην, δηλαδὴ ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων καὶ νῦν Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, προέβαινεν εἰς τὴν πρότασιν τῶν 4 βουλευτῶν ὑπουργῶν τῆς 25 Ἰουλίου, δηλαδὴ τρεῖς μόλις ἡμέρας πρὸ τῆς συσκέψεως, διὰ τῆς ὁποίας ἐπεζητεῖτο ἡ τήρησις τῆς ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 108 τοῦ Συντάγματος προβλεπομένης διὰ τὴν ἀναθεώρησιν διαδικασίας, δηλαδή, τρεῖς μόλις ἡμέρας πρὸ τῆς συσκέψεως. Λέγει; «Πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων. Ἡ Κυβέρνησις πιστεύει εἰς τὴν ἀποκατάστασιν συνταγματικῆς ὁμαλότητος......». Μίαν παρένθεσιν. Νομίζω, ὅτι κακῶς γίνεται ἡ χρῆσις τῆς λέξεως Κυβέρνησις. Καὶ ἡ σημερινὴ τῆς Κυβερνήσεως πρωτοβουλία εἰς τὸ θέμα αὐτὸ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὴ καὶ σύμφωνος πρὸς τὰ αὐστηρὰ συνταγματικὰ ἔθιμα. Θὰ ἔπρεπε νὰ προέλθῃ ἐκ τῆς Βουλῆς πᾶσα πρωτοβουλία, ὄχι ἡ ἐπίσπευσις νὰ εἶναι τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν εἶναι οὐσιῶδες, τὸ ἀναφέρω ἁπλῶς.
§117Κ. ΡΕΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Συμβαίνει τὸ ἑξῆς ἐδῶ. Ἐπειδὴ ἀνελήφθη ὑποχρέωσις ἀπὸ τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ φέρωμεν τὸ θέμα εἰς τὴν Βουλήν. Ἐὰν π.χ. ἔμεναν ὅλα τὰ κόμματα καὶ ὅλοι οἱ Ἀρχηγοὶ καὶ ἤρχοντο ἐδῶ, θὰ εἶχον τὴν πρωτοβουλίαν οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀνέλαβον αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν καὶ κατῆλθον εἰς τὰς ἐκλογὰς μὲ γνωστὰς τὰς ὑποχρεώσεις, νὰ φέρουν τὸ θέμα πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἡ Βουλὴ νὰ τὸ ψηφίσῃ ἢ νὰ τὸ ἀπορρίψῃ ἐν τῷ συνόλῳ του.
§118Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Δὲν θέτω ἐπὶ τοῦ θέματος ζήτημα. Ἁπλῶς, λέγω τὸ ἑξῆς: ὅτι κανονικῶς ἔπρεπε βουλευταὶ τῶν συνεργαζομένων κομμάτων νὰ ἀναλάβουν τὴν πρωτοβουλίαν καὶ ὄχι ἡ Κυβέρνησις, ὅπως συνέβη καὶ μὲ τὸν Ἐλευθέριον Βενιζέλον, νὰ ἀναλάβουν τὴν πρωτοβουλίαν ὡς βουλευταὶ Ὑπουργοί. Ὁ ἴδιος ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος ἔδωσε, νομίζω εἰς τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1911, τὴν ἀπάντησιν αὐτήν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀναμιγνύεται, δὲν κατευθύνει, δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἀνάμιξιν εἰς τὸ Συνταγματικὸν ζήτημα, οἱ βουλευταὶ ἔχουν τὴν πρωτοβουλίαν.
§119Κ. ΡΕΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἔχει δίκαιον ὁ ἀγορεύων, διότι τὸ συντακτικὸν ἔργον εἶναι ἀνεξάρτητον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Εἶναι χωριστόν. Ἄλλο Κυβέρνησις καὶ ἄλλο συντακτικὸν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἀπὸ τὸν λαὸν καὶ ἐμφανίζεται διὰ τῶν ἀντιπροσώπων του, ἔστω καὶ ἐὰν εἶναι Ὑπουργοὶ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ βουλευτοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια.
§120Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης δὲν τὸ ἐτόνισε, διευκρινίζω. Καὶ εἰς τὴν πρότασιν ἐκείνην τῆς 25ης Ἰουλίου οἱ προτείνοντες τὴν ἀναθεώρησιν, ὑπογράφοντες ὡς προτείνοντες βουλευταὶ–Ὑπουργοὶ—ἐν τάξει—λέγουν τὰ ἑξῆς: «ἡ Κυβέρνησις πιστεύει.............. .... (Ἀναγινώσκει).......». Ἄρα τὴν 25ην Ἰουλίου 1951 οἱ τέσσαρες βουλευταὶ Ὑπουργοὶ Βενιζέλος, Μαῦρος, Μπακόπουλος καὶ Μπακατσέλος δὲν εἶχον πλήρη συνείδησιν, ὅτι ἀσκοῦν ἀναθεωρητικὸν ἔργον κατὰ συνέχειαν, αὐτομάτως, ἀλλὰ ἐζήτουν νὰ τὸ ἀσκήσουν βάσει τοῦ ἄρθρου 108. Αὐτὸ δὲν σημαίνει, ὅτι ὁ φίλος κ. Μπακόπουλος ἠρνήθη τὴν θεωρίαν του. Ἀλλ’ εἶναι γεγονὸς ὅτι εἶναι βαρυσήμαντον τὸ θέμα αὐτό. Αὐτὸ τὸ γεγονὸς ἤθελα ἐπίσης νὰ μνημονεύσω ἀπὸ τὴν πρότασιν αὐτήν. Κύριοι βουλευταί, προσπαθῶ νὰ μὴ ἐπιμένω εἰς πολλὰ γνωστὰ καὶ συζητηθέντα θέματα, διὰ νὰ μὴ σᾶς κουράζω, διότι ἡ ὥρα ἔχει παρέλθη ἀρκετά. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιπαρέλθω τὸ ἑξῆς γεγονός: Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπανειλημμένως ἐπεκαλέσθη, ὅτι ὑπάρχει συμφωνία διακεκριμένων συνταγματολόγων, προσωπικοτήτων καὶ ἄλλων, ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ εἶναι ἀναθεωρητική, διὰ τὸν Α ἢ Β λόγον. Ἀλλ’ ἐὰν ὅλοι αὐτοὶ τοὺς ὁποίους συνεβουλεύθη—κατὰ τὴν γνώμην μου μερικοὺς ἐξ αὐτῶν κακῶς, διότι ἐκάλεσεν εἰς τὸ Συμβούλιον καὶ ἀνωτάτους δικαστικούς, ἀδιάφορον ἐὰν οὗτοι δὲν ἐξέφερον γνώμην δημοσίᾳ τοὐλάχιστον—ἐὰν ὅλοι αὐτοὶ συνεφώνησαν, ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ εἶναι Ἀναθεωρητική, δὲν συνεφώνησαν εἰς τὸ διατί. Ἐνῷ ἀντιθέτως ἡμεῖς, οἱ ὑποστηρίζοντες ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ δὲν εἶναι Ἀναθεωρητική, ἔχομεν τὸ ἐπιχείρημα τοῦ νόμου. Οἱ ὑποστηρίζοντες ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ εἶναι Ἀναθεωρητική, διαφωνοῦν καὶ διατὶ εἶναι Ἀναθεωρητικὴ καὶ ὡς πρὸς τὴν ἔκτασιν τῶν ἀναθεωρητικῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς αὐτῆς. Αὐτὸ ἀποτελεῖ, κύριοι, ἀδυναμίαν. Ἐὰν αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὑποστηρίζω ὅτι εἶναι νύκτα καὶ ὄχι ἡμέρα, εἶναι νύκτα διότι ἔδυσεν ὁ ἥλιος, ὄχι διότι δὲν ὑπάρχει βόρειον σέλας ἢ ὁτιδήποτε ἄλλο. Δὲν νομίζω, κ. Ὑπουργὲ τοῦ Συντονισμοῦ, ὅτι ἔχετε ἀντίθετον γνώμην, ὅτι μὲ τὸν ἥλιον μεσουρανοῦντα, ἠμπορεῖ νὰ ἔχωμεν νύκτα.
§121Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Μία τῶν προϋποθέσεων εἶναι αὐτή. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι.
§122Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Δὲν εἶναι θέμα προϋποθέσεων. Ἐδῶ ἐγένοντο ἑρμηνεῖαι καὶ αἱ ἑρμηνεῖαι αὗται διαφωνοῦν. Ὁ ἕνας λέγει, λόγῳ τῆς θεωρίας τῆς συνεχείας, ἡ παροῦσα Βουλὴ εἶναι Ἀναθεωρητική, ὁ ἄλλος λέγει ὄχι, λόγῳ τοῦ Διατάγματος, ὁ τρίτος ἀθροιστικῶς καὶ τὰ δύο, ὁ τέταρτος ὄχι, ἀλλ’ ὅτι εἴμεθα Ἀναθεωρητική, διότι αἱ ἐκλογαὶ προεκηρύχθησαν δι’ Ἀναθεωρητικήν. Διότι πράγματι ἐκάναμεν πραξικόπημα, ἂν καὶ εἶναι παράδοξον νὰ συζητοῦμεν διὰ τὸ πραξικόπημα, διότι τὸ πραξικόπημα ὅταν ἐπιτυγχάνῃ δημιουργεῖ κατάστασιν, δίκαιον, ὅταν δὲν ἐπιτυγχάνῃ παραμένει ἁπλῶς ὡς ἀνάμνησις ἱστορική. Ἡ σύγχυσις ἐξακολουθεῖ καὶ περαιτέρω. Εἰς τὴν ἀντινομίαν τοῦ Διατάγματος, τὴν ὁποίαν βεβαίως ἀρκούντως ἐτόνισε καὶ ὁ κ. Παπανδρέου, Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος, ὁ ὁποῖος ἔκαμεν ἄλλωστε τὴν γνωστὴν ἐπιφύλαξιν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καλεῖται νὰ ἐκλέξῃ ἁπλῆν Βουλὴν καὶ ὅτι αὐτὴ ἡ ἁπλῆ Βουλὴ ἔχει δικαιώματα ἀναθεωρητικά. Καὶ προσθέτω ἐγώ: Ἔχει ἀναθεωρητικὰ ὡς πρὸς τὸ Σύνταγμα, δηλαδὴ ὑποχρεοῦται νὰ τὸ ψηφίσῃ ὡς κώδικα μὲ ἕνα ναὶ ἢ ὄχι. Δὲν συζητῶ ἐπὶ τῆς ἑρμηνείας τὴν ὁποίαν δίδει ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ὁποία καὶ ἐμὲ εὑρίσκει ἐπιστημονικῶς ἀπολύτως σύμφωνον. Ἀλλ’ ὅταν θὰ ἀναγνώσητε καλῶς τὰ πρακτικὰ τῶν ἀνακτόρων, ὄχι τὸ πρακτικόν, θὰ ἴδητε ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ δὲν ὑπάρχει συμφωνία μὲ τὴν ἄποψιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἐκεῖ ἐννοοῦν ὅτι ὑπάρχει δέσμευσις ὡς πρὸς τὴν ψήφισιν ὡς κώδικος. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐγὼ ἐπιστημονικῶς δὲν διαφωνῶ μαζί του. Ἀλλὰ οἱ ὑπογράψαντες τὰ πρακτικὰ καὶ οἱ συσκεφθέντες εἰς τὰ ἀνάκτορα διαφωνοῦν πρὸς σᾶς κ. Ὑπουργέ. Τίθεται τὸ ἑξῆς ζήτημα, ὅτι δύνασθε, λέγει τὸ Διάταγμα, νὰ ψηφίσετε μὲ ἕνα ναὶ ἢ ὄχι τὸ Σύνταγμα. Ἐδῶ ἐξαντλεῖται τὸ ἀναθεωρητικόν σας ἔργον καὶ δὴ ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας, διὰ τὴν ὁποίαν μάλιστα τὰ πρακτικὰ προβλέπουν, ὅτι παρέχεται ἡ εὐχέρεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὴν συντομεύσῃ, ὄχι νὰ τὴν ἐπιμηκύνῃ. Κάμνω ἐν τούτοις τὴν δήλωσιν ὅτι ἡμᾶς, τοῦ Συναγερμοῦ, δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει τὸ θέμα τῆς προθεσμίας. Δὲν συζητῶ αὐτό. Παρουσιάζω τὴν σύγχυσιν ἡ ὁποία ὑπῆρχεν εἰς τοὺς συντάξαντας τὸ Διάταγμα αὐτό. Ἐνῷ λοιπὸν εἰς τὸ βασικὸν θέμα ὑπάρχει στενόκαρδος ἀντίληψις, αἰφνιδίως, ἀντιθέτως διὰ τὸ θέμα τὸ ἐκκρεμές, τῆς τακτοποιήσεως τοῦ ζητήματος τῶν ψηφισμάτων καὶ τῶν Συντακτικῶν Πράξεων, οὕτως εἰπεῖν διὰ τοῦ παραθύρου, ἢ διὰ τῆς εἰσόδου τῆς ὑπηρεσίας, παρέχεται εὐχέρεια συντακτική. Διότι πρόκειται νὰ ἐπικυρώσωμεν συντακτικὰ θέματα, νὰ ἀποκτήσωμεν συντακτικὴν ἁρμοδιότητα δι’ ἐκεῖνα κεχωρισμένως. Εἶναι καὶ αὐτὸ ἄλλη ἀντινομία. Ἐκλογὴ ἁπλῆς Βουλῆς μὲ ἀναθεωρητικὰ δικαιώματα, ἀναθεωρήσεως ὡς πρὸς τὸ Σύνταγμα, συντακτικῆς ἁρμοδιότητος, ὡς πρὸς τὴν τύχην τῶν Συντακτικῶν Πράξεων. Δηλαδὴ πλήρης σύγχυσις ἀντιλήψεων. Ἀλλ’ ἐπὶ πλέον, κύριοι βουλευταί, ταυτοχρόνως μὲ τὸ Διάταγμα αὐτό, ἐγεννήθη καὶ ὁ παράδοξος ἐκλογικὸς νόμος, διὰ τὸν ὁποῖον βεβαίως ἡμεῖς δὲν ἔχομεν λόγον νὰ παραπονούμεθα, διότι χάρις εἰς αὐτὸν εἴμεθα καὶ βουλευταὶ σήμερον. Τὸν παράξενον αὐτὸν ἐκλογικὸν νόμον τὸν συνέταξαν καὶ τὸν ἔκαμαν τὰ τρία ἴδια κόμματα, εἰς τὰ ὁποῖα ὀφείλεται κυρίως καὶ τὸ Διάταγμα τῆς προκηρύξεως τῶν ἐκλογῶν τῆς Βουλῆς τοῦ ἰδιοτύπου αὐτοῦ χαρακτῆρος. Ἐκεῖνος ὁ ἐκλογικὸς νόμος ἔχει ρητὴν διάταξιν, ἡ ὁποία προβλέπει ἄλλον ἀριθμὸν βουλευτῶν, προκειμένου περὶ τῆς ἐκλογῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς καὶ ἄλλον ἀριθμὸν βουλευτῶν, προκειμένου περὶ ἁπλῆς Βουλῆς. Τὸν παρείδομεν ἀμέσως, τὸν ἠγνοήσαμεν, ἠδιαφορήσαμεν. Δὲν προεκηρύξαμεν ἐκλογὰς τοὐλάχιστον τιμίως, ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς μὲ ηὐξημένον ἀριθμὸν καὶ νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν νόμον μας τὸν ἐκλογικόν. Τὸν ἐγκαταλείψαμεν ἔκθετον, τὸν ἠγνοήσαμεν. Διατί; Ἄγνωστον! Κύριοι βουλευταί, πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι κινδυνεύω νὰ σᾶς κουράσω, ἀλλὰ τὸ θέμα τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν σήμερον δὲν εἶναι παρωνυχίς. Οἱ καλόπιστοι μεμψίμοιροι, οἵτινες ἀσφαλῶς ἐκ πολιτικοῦ ρεαλισμοῦ ὁδηγούμενοι, κρίνουν ἐνδεχομένως σχολαστικὴν καὶ παρῳχημένην τὴν νοοτροπίαν τῆς πιστῆς προσηλώσεως πρὸς τὸ νόμιμον, ἀκούουν καὶ παραξενεύονται, ὅτι οἱ τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ πιστεύουν, ὅτι ἡ ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ των χαραχθεῖσα γραμμὴ τῆς ἀκάμπτου προσηλώσεως πρὸς τὸν νόμον, θ’ ἀποτελέσῃ ἀπαρχὴν νέων καλῶν ἡμερῶν διὰ τὴν Πατρίδα. Διότι ἵνα ἐπιτευχθῇ, κύριοι βουλευταί, ἡ προϋπόθεσις ἰσχυροῦ Κράτους, ἀπαιτεῖται νὰ ἐπανέλθῃ εἰς ὅλους μας ἡ συνείδησις νομιμότητος καὶ ἐπ’ αὐτοῦ πρέπει κάποτε νὰ γίνῃ ἀρχή. Αὐτὸ κηρύσσει σήμερον ὁ Ἑλληνικὸς Συναγερμός, ἀρνούμενος νὰ συμπράξῃ εἰς τὴν κατὰ τὴν κρίσιν του κατάφωρον παρανομίαν. (Χειροκροτήματα). Ὑπὸ τὸν στυγνὸν ὅρον τῆς νομιμότητος καλύπτεται κἄτι τὸ πολὺ οὐσιωδέστερον, καλύπτεται αὐτὴ αὕτη ἡ οὐσία τῆς Δημοκρατίας, τοῦ Πολιτεύματος «ἐκ τοῦ λαοῦ καὶ διὰ τὸν λαόν». Διότι ἐὰν γίνῃ δεκτόν, ὅτι μὲ ἁπλᾶ τεκμήρια λαϊκῆς ἐμπιστοσύνης, συγκεντρούμενα εἰς πρόσωπα σήμερον 5 κυρίων, αὔριον 3, μεθαύριον ἑνός, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνατρέπωνται, ἢ νὰ μεταρρυθμίζωνται καταστατικοὶ κανόνες τοῦ Πολιτεύματος, τότε δὲν γνωρίζω ποῖος καὶ πότε θὰ ὑπάρξῃ φραγμὸς εἰς ἐνσυνείδητον ἢ ἀσυνείδητον, πάντως αὐθαίρετον αὐταρχισμὸν καὶ τότε ἀλλοίμονον εἰς τὴν Δημοκρατίαν, διότι μὴ ἀπατώμεθα ἡ Δημοκρατία δὲν κινδυνεύει ἐκ τοῦ λαοῦ, ἐνῷ πλειστάκις ἐκινδύνευσεν ἐκ μέρους ἀτόμων, κινουμένων ἐξ ὀνόματος δῆθεν τοῦ λαοῦ καὶ χάριν δῆθεν τῆς Δημοκρατίας καὶ χάριν τοῦ ὑπερτάτου νόμου τῆς σωτηρίας τῆς Πατρίδος, ἐν ὀνόματι τοῦ ὁποίου ἐγένοντο πάντοτε τὰ μεγαλύτερα ἐγκλήματα. Ἀλλὰ ὁ Ἑλληνικὸς Συναγερμὸς εἶναι πολιτικὸς ὀργανισμὸς καὶ ὡς πολιτικὸς ὀργανισμός, ζῶν ὀργανισμός, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγνοήσῃ τὴν πραγματικότητα. Ἀνάγκη λοιπόν, νὰ λεχθοῦν καὶ ὡς πρὸς τὸ θέμα τοῦτο, δηλαδή, ὡς πρὸς τὸ θέμα τῆς ὑπαρχούσης δῆθεν σκοπιμότητος, αἱ ἀπόψεις τοῦ Συναγερμοῦ καὶ τὸ τί ὁ Συναγερμὸς προτείνει διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τῆς καταστάσεως, ὡς σήμερον ἔχει διαμορφωθῆ. Μᾶς λέγουν εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ τερματισθῇ ἐκκρεμότης, ὑφισταμένη ἀπὸ 15ετίας, εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ τερματίσωμεν τὴν ἀνωμαλίαν. Ἐλᾶτε μαζί μας, βοηθήσατε, συμπράξατε καὶ ἰδοὺ τὸ πᾶν ἐτελείωσε, δυνάμεθα νὰ πανηγυρίσωμεν τὸ γεγονός, ὅτι ἡ ἀπὸ μακροῦ ὑφισταμένη Συνταγματικὴ ἀνωμαλία ἐτερματίσθη καὶ ὅλοι πλέον εὑρισκόμεθα εἰς νέον στάδιον νομιμότητος. Ἐὰν οὕτως εἶχον τὰ πράγματα, κύριοι βουλευταί, ἀναμφισβητήτως θὰ ἤξιζεν ἡ θυσία πάσης πίστεως καὶ πάσης ἀρχῆς καὶ θὰ συνεπράττομεν καὶ ἡμεῖς διὰ τὴν καλὴν αὐτὴν ἀπαρχήν. Ἀλλὰ δὲν ἔχει τοιουτοτρόπως, διότι εἶναι πρωτάκουστος διὰ μιᾶς μεγαλυτέρας ἀνωμαλίας νὰ νομίζωμεν, ὅτι καλύπτομεν ἀνωμαλίαν. (Χειροκροτήματα). Κύριοι βουλευταί, ἐὰν ὁ Ἑλληνικὸς Συναγερμὸς συνεφώνει μὲ τὴν Κυβέρνησιν καὶ συνέπραττεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος, θὰ ἦτο ὡς νὰ συμμετεῖχεν εἰς προσπάθειαν παραπλανήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅτι ἐτερματίσθη ἀνωμαλία ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν ὑφισταμένη. Θὰ ἐπαναλαμβάνωμεν οὕτω καὶ εἰς τὸ μέγα θέμα τοῦ Συντάγματος ὅ,τι ἐπράξαμεν εἰς τὸ παρελθὸν ἐπανειλημμένως καὶ τὸ πληρώνομεν ἀρκετά, ὅ,τι ἐπράξαμεν προκειμένου περὶ τῶν θεμάτων τῶν οἰκονομικῶν, τὰ ὁποῖα ἐστοίχισαν ἀνεπανορθώτως τὴν οἰκονομικὴν πίστιν τῆς χώρας καὶ ὅσα ἐπράξαμεν ἐπὶ τῶν θεμάτων τῆς ἀμνηστίας, ὅπου δίδοντες κατὰ τρίμηνον, ἢ κατὰ τετράμηνον κατὰ δόσεις καὶ ὑπὸ ὅρους, ἐφθάσαμεν νὰ καταρρακώσωμεν καὶ τὴν ἔννοιαν τὴν βαρυσήμαντον τῆς ἀμνηστίας. Ἀλλοίμονον ἐὰν φθάσωμεν νὰ καταρρακώσωμεν καὶ αὐτὴν τὴν κατὰ βάθος ὑπάρχουσαν συνείδησιν, ὡς πρὸς τὸ Σύνταγμα. Διότι, κύριοι βουλευταί, Σύνταγμα ἔχομεν. Εἶναι πλάνη καὶ ἀποτελεῖ καὶ πρᾶξιν ὄχι ὀρθὴν τὸ νὰ νομίζωμεν, ἢ νὰ διακηρύξωμεν, ὅτι δὲν ἔχομεν Σύνταγμα. Ἔχομεν Σύνταγμα εἰς τὴν πιστὴν τήρησιν τοῦ ὁποίου ὁρκιζόμεθα οἱ πάντες καὶ ἔχομεν Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζεται ἀπὸ τὰ δικαστήρια καὶ τὸ Σύνταγμα αὐτὸ ὑπέστη μεγάλας δοκιμασίας κατὰ τὰ ἔτη τῆς ὑπάρξεώς του, κατὰ μακρόν, ἱστορικόν, τὸν ὁποῖον ἔδωσεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Εἶναι πάντως σπουδαῖον γεγονός, ὅτι ἔστω καὶ ὡς πλαίσιον, ὡς ἰδέα, ὡς πίστις διετηρήθη καὶ αὐτὸ πρέπει νὰ ἀποτελῇ δι’ ἡμᾶς κατευθυντήριον γραμμήν, ἐπὶ τῆς ὁποίας δυνάμεθα νὰ οἰκοδομήσωμεν καὶ τὸ μέλλον. Ἐὰν εἶναι ἀνάγκη ἀναθεωρήσεως καὶ τακτοποιήσεως, πρᾶγμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὅλοι συμφωνοῦμεν, τοῦτο εἶναι ἄλλο θέμα. Ἀλλ’ ὅτι ἔχομεν Σύνταγμα καὶ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀναρχία, εἶναι ἐπίσης ἄλλο θέμα. Καὶ διὰ νὰ προβῶμεν εἰς τερματισμὸν μιᾶς ἀνωμαλίας, αὐτὸ πρέπει ν’ ἀναμετρήσωμεν. Τὸ Σύνταγμα, κύριοι, ἔχει δύο μορφάς, τὴν πρώτην τὴν αὐστηροτέραν, ἀπὸ ἀπόψεως τύπου καὶ τὴν ἄλλην τὴν μονιμότητα, ἀπὸ ἀπόψεως χρονικῆς διαρκείας. Διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν, λοιπόν, τὸν τερματισμὸν τῆς ἀνωμαλίας, ὄχι τῆς ἀνυπαρξίας Συντάγματος, τῆς ἀνωμαλίας, ἡ ὁποία ὑφίσταται ὄχι βεβαίως ἀπὸ τοῦ 1935, ἀλλὰ τοὐλάχιστον, ἀπὸ τοῦ 1915, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει μας πρῶτον, ὅτι ἐὰν διὰ νέας ἀνωμαλίας ἢ παρανομίας ἐπιχειρήσωμεν νὰ θέσωμεν τὰ νέα θεμέλια, ἀντὶ νὰ καλύπτωμεν παρελθόν, ἀνοίγομεν νέαν πληγήν. Ἄρα τὸ θέμα τῆς διαδικασίας εἶναι βαρυσήμαντον. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον θέμα τοῦ ν’ ἀποκτήσωμεν Συνταγματικὴν μονιμότητα, θὰ πρέπει νὰ μὴ ἀδιαφορήσωμεν διὰ τὸ περιεχόμενον τοῦ Συντάγματος. Ἡ μακροβιότης τοῦ Συντάγματος ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ ἐὰν ἐκφράζῃ τὰς ἀνάγκας τῆς ἐποχῆς του. Παρῆλθον, κύριοι, 40 ἔτη μεγίστων διὰ τὴν χώραν μας ταλαιπωριῶν, εἶναι μεγάλη πλάνη, εἶναι μεγάλη φαντασία νὰ πιστεύωμεν, ὅτι δυνάμεθα μὲ τὸ νὰ συμπράξωμεν ἡμεῖς τοῦ Συναγερμοῦ μὲ ἕνα ναί, ὅτι ἰδοὺ τὸ πᾶν ἐτελείωσεν, ὅλα τοῦ λοιποῦ θὰ πηγαίνουν καλὰ ἀπὸ ἀπόψεως νομιμότητος. Κατὰ τὰ τεσσαράκοντα ἔτη ἀνωμαλιῶν καταπληκτικῶν διὰ τὴν χώραν, ἀλλὰ καὶ καταπληκτικῶν διὰ τὸ ἐξωτερικὸν αὐτῆς πλαίσιον, εἴδομεν δύο παγκοσμίους πολέμους, δικτατορίας, ἐκθρονίσεις, ἐπαναφορὰς Βασιλέων, οἰκονομικὰς μεταβολὰς καταπληκτικάς, κοινωνικὰς μεταβολάς, σπουδαίας θεωρίας, αἱ ὁποῖαι ἐθεωροῦντο καθαρῶς οὐτοπικαὶ νὰ γίνουν πραγματικότητες, ἡ χώρα ἡ Ἑλληνικὴ νὰ καταλαμβάνεται ἀπὸ τρεῖς ἐχθροὺς καὶ νὰ παραμένῃ ἐπὶ 4 ἔτη ὑπὸ τριπλῆν κατοχήν, εἴδομεν ἔκτασιν συμμοριτοπολέμου τεραστίαν, ἡ ὁποία ἀνεστάτωσε τὰ πάντα. Ἡ ἀφετηρία τῆς μιᾶς ἀνωμαλίας συνεχέετο μὲ τό τέρμα τῆς ἄλλης, εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν κοσμογονίαν καὶ εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν ταραχὴν ἠμποροῦμεν νὰ ἰσχυριζώμεθα σοβαρῶς, ὅτι ἐὰν συμφωνήσωμεν καὶ ψηφίσωμεν τὸ Σύνταγμα ἰδοὺ ἐτελείωσε τὸ πᾶν; Ὄχι κύριοι, ἐπιμένω, δὲν εἶναι ἐκεῖ τὸ κακόν. Εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀντιμετωπίσωμεν τὸ θέμα θαρραλέως, νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν νόμιμον διαδικασίαν καὶ νὰ δώσωμεν διὰ τῆς νομίμου διαδικασίας Σύνταγμα, ἀνταποκρινόμενον πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας. Τὸ νέον σχέδιον, κύριοι, εἶναι σχέδιον Συντάγματος ἀναχρονιστικόν. Βεβαίως ὑπεστηρίχθη, ὅτι προσφέρει νέα πολιτικά, κατ’ ἄλλους χρήσιμα, κατ’ ἄλλους μὴ χρήσιμα στοιχεῖα. Ἀνεπτύχθη, πρῶτον, τὸ θέμα τῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Δεύτερον καὶ ἄλλα τινὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἀναλύω ἕνα πρὸς ἕνα. Ἡ ἐξουσιοδότησις. Ἐπανειλημμένως ἠκούσθη νὰ λέγεται, ὅτι πρέπει νὰ σταματήσῃ αὐτὸ τὸ ἄγος τῶν Ἀναγκαστικῶν νόμων, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν ἐν τούτοις, ὅτι εἶναι πλέον ἀδύνατον νὰ κυβερνήσῃ τις τὸν τόπον, χωρὶς Ἀναγκαστικοὺς νόμους. Οἱ Α. Ν. ἐνεφανίσθησαν κυρίως κατὰ τὴν περίοδον τοῦ πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Προεκάλεσαν μεγάλας ἀντιρρήσεις εἰς τὴν ἀρχήν, μεγάλας συζητήσεις καὶ τελικῶς ἔγιναν ἀποδεκτοί, ὑπὸ ὡρισμένας προϋποθέσεις καὶ περιορισμούς. Ἀπὸ τοῦ σημείου ὅμως ἐκείνου μέχρι τοῦ σημείου εἰς τὸ ὁποῖον ἐφθάσαμεν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν πραγματικότητα τῆς καταχρήσεως, ἡ ἀπόστασις εἶναι καταπληκτική. Δὲν εἶναι θέμα, κύριοι, ἐὰν πταίῃ τὸ Σύνταγμα ἢ ὄχι διὰ τοὺς Ἀν. νόμους. Τὸ Σύνταγμα δὲν πταίει. Ὅταν ὑπάρχῃ πράγματι ἀδήριτος ἀνάγκη, ἔρχεται τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ ἀναγνωρίζει τὸν Α. Ν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κάμωμεν Α. Ν. δι’ οἱονδήποτε ζήτημα, διότι εἶναι ὁ εὐχερέστερος τρόπος εἰς τὸ νὰ νομοθετοῦμεν. Διερωτῶμαι π.χ., ποία ἦτο ἡ ἀνάγκη ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν νὰ κάμωμεν Α. Ν. διὰ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν. Ποία ἦτο ἡ ἐπείγουσα ἀνάγκη καὶ διατὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναβληθῇ ὁ ὀργανισμὸς αὐτὸς καὶ συνεπῶς καὶ ὁ Α. Ν. βραδύτερον; Ἀλλά, κ.κ. βουλευταί, ὑπάρχει τόση ἔλλειψις πλέον συνειδήσεως νομιμότητος εἰς τὴν Πατρίδα μας—καὶ ἐδῶ ἔρχεται νὰ προσφέρῃ ὑψίστην ὑπηρεσίαν ὁ Ἑλληνικὸς Συναγερμὸς διὰ τῆς ἀντιδράσεως, τὴν ὁποίαν παρουσιάζει— ὥστε ὁμιλοῦμεν περὶ Α. Ν. καὶ ἔχομεν ἤδη ἀπὸ πολλοῦ ἐγκαταλείψει καὶ τοὺς Α. Ν., διότι ἔχομεν τὰς γνωστὰς πράξεις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, μὲ περιεχόμενα Α. Ν., αἱ ὁποῖαι ἄλλαι δημοσιεύονται, ἄλλαι δὲν δημοσιεύονται, δὲν φέρουν δὲ καὶ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως. Καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, παρούσης τῆς Βουλῆς ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ ἀνάλογα ἔργα. Καὶ ἐρωτῶ, διατί; εἰς τὰς 17 Ὀκτωβρίου τὸ πρῶτον. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ μετά.
§123Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Εἰς τὰς 17 Ὀκτωβρίου δὲν ὑπῆρχε Κυβέρνησις.
§124Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ πρὸ 10 ἡμερῶν ἔχομεν πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, συνεδριαζούσης τῆς Βουλῆς, κυρωθησομένην διὰ νόμου καὶ πρὸ 15 ἡμερῶν ἔχομεν πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, κυρωθησομένην διὰ νόμου. Λυποῦμαι, διότι δὲν ἔχω μαζί μου ἕνα πίνακα πράξεων, δημοσιευθεισῶν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τῆς ὁποίας διεμαρτυρήθην προχθὲς εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀλλεπάλληλοι. Εἶναι τοὐλάχιστον 10, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ἀφ’ ὅτου ἤρχισεν ἡ Βουλὴ λειτουργοῦσα πλήρως μὲ τὴν σύνθεσίν της, πράξεις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, θέτουσαι κανόνας δικαίου καὶ μὴ παρέχουσαι οὐδὲ κἂν τὴν ἐγγύησιν τῆς Βασιλικῆς ὑπογραφῆς.
§125Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἦσαν ἐπείγοντα θέματα. Ἰσχὺν πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς των δὲν ἔχουν.
§126Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἐφαρμόζωνται ὑποχρεωτικῶς, μὲ τὴν ἐπιφύλαξιν τῆς κυρώσεως διὰ νόμου, ἔχουν ἰσχὺν νόμου, ὡς ἔχουν καὶ οἱ Α. Ν.
§127Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἔχουν ἐφαρμοσθῆ ἀπὸ τὰ δικαστήρια;
§128Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δημιουργοῦν δικαιώματα, δημιουργοῦν καταστάσεις καὶ ἐπεκαλέσθην τὴν προσοχήν σας εἰς τὸ θέμα, ὥστε νὰ μὴ τὸ ἐπαναλάβετε τοὐλάχιστον.
§129Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ κλασσικὰ παραδείγματα, ποὺ ἀποδεικνύει ὅτι καλούμεθα νὰ σταματήσῃ αὐτὸ τὸ ἄγος τοῦ Α.Ν., ἐνῷ εἴμεθα ἡμεῖς ὑπεύθυνοι δι’ αὐτό. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνουν Α. Ν. Ἐὰν ὁ Ἑλληνικὸς Συναγερμὸς κυβερνήσῃ τὴν χώραν, δὲν θὰ κάμῃ Α. Ν. Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ κάμετε καὶ σεῖς Α. Ν., διότι ἐπὶ τέλους, κ. κ. βουλευταί, δὲν πρέπει νὰ λησμονῆτε ὅτι εἰς τὴν χώραν αὐτὴν ὑπάρχουν περίπου 30.000 νόμοι. Δηλαδὴ ἀναλογεῖ καθ’ ἡμέραν ἕνας περίπου νόμος εἰς τὸν τόπον αὐτόν. Καὶ αὐτὰ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Ὄθωνος. Ἐὰν δὲ τὴν ἀναλογίαν τὴν φέρετε εἰς τὰ τελευταῖα 30 ἔτη, ποὺ ἰδίως ὑπάρχει ἡ μεγάλη πολυνομία, διότι τὰ πρῶτα 60 δὲν ἀντιπροσωπεύουν παρὰ ἓν ἐλάχιστον ποσοστόν, θὰ ἴδητε ὅτι εἶναι τοιαύτη ἡ ἀναλογία, ὥστε κινδυνεύει νὰ ἔχωμεν κάθε ἡμέραν ἀνὰ 2 νόμους. Ἀφάνταστον νομοθετικὸν ὑλικόν, δυνάμενον νὰ καλύψῃ οἱανδήποτε ἀνάγκην, ἐκτὸς ἐὰν εἰς τὴν ἀνάγκην αὐτὴν ἀναζητῆτε φωτογραφίας τῶν ἑκάστοτε ἐνδιαφερομένων, ὁπότε δὲν καλύπτονται. Δι’ αὐτὸ νομίζω, κ. κ. βουλευταί, ὅτι ὑψίστην ὑπηρεσίαν εἰς τὸ Ἔθνος θὰ προσφέρῃ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος πρῶτος θὰ ἤρχιζε νὰ καταργῇ νόμους, διότι μία ἀπὸ τὰς μεγάλας συμφορὰς τοῦ τόπου αὐτοῦ εἶναι αὐτὴ ἡ ἀφάνταστος πολυνομία. Οὔτε δὲ ἡ ἐπιτροπὴ ἐξουσιοδοτήσεως πρόκειται νὰ βοηθήσῃ εἰς τὸ νὰ σταματήσῃ αὐτὸ τὸ κακὸ τῆς πολυνομίας. Οὔτε ἡ ἐπιτροπὴ ἐξουσιοδοτήσεως παρέχει ἐγγύησιν. Καὶ ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ τὴν ἔχῃ, διὰ νὰ μὴ ἔχῃ τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς. Διότι ἡ σύνθεσίς της, ὁ ἐλάχιστος ἀριθμὸς τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι τελικῶς κρίνουν, παρέχει ἀκριβῶς τὴν εὐχέρειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ καλύπτῃ τὴν εὐθύνην της, κάμνουσα νόμους ἐνδεχομένως ὄχι ὀρθοὺς ἢ ἐνδεχομένως καὶ κακούς. Ἐνῷ ταυτοχρόνως διὰ τῆς ἐπιτροπῆς ἐξουσιοδοτήσεως ἐπιτυγχάνει νὰ κρατῇ τὴν Βουλὴν κλειστὴν καὶ ὡς ἐκ τούτου νὰ ἀποφεύγῃ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Διότι, κύριοι, ἡ Βουλὴ δὲν κάμνει μόνον νομοθετικὴν ἐργασίαν, ἀλλὰ πρωτίστως καὶ ἔλεγχον. Τὸ θέμα λοιπὸν εἶναι κατὰ πόσον αἱ Κυβερνήσεις ἐκπληροῦν τὴν ἀποστολήν των ἀπέναντι τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ Ἔθνους καὶ κατὰ πόσον αἱ κοινοβουλευτικαὶ πλειοψηφίαι συνηθίζουν νὰ ὑποκύπτουν εἰς τοιαύτας ἐπιτροπάς. Εἶναι τέλος, κύριοι, τὸ ζωντανώτερον παράδειγμα τοῦ πόσον ἔχει ἐκφυλισθῆ ἡ ἰδέα τῆς νομιμότητος ἐδῶ καὶ πόσον τοῦτο εἶναι πηγὴ μεγάλου κακοῦ διὰ τὸν τόπον, ὅτι ἀκριβῶς ἀκοῦμεν τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐνδεχομένως καὶ ἄλλους ρήτορας, οἱ ὁποῖοι τί κάνουν: Ἐλεεινολογοῦν ἢ κατακρίνουν ἢ διαμαρτύρονται, πῶς εἶναι δυνατὸν ἕνα μεῖζον κόμμα μὲ τόσον ἐκλεκτὰ μέλη νὰ ἐπιμένῃ ποῦ; εἰς τὴν τήρησιν τοῦ νόμου, εἰς αὐτὴν τὴν ἀναχρονιστικὴν ἰδέαν. Δηλαδὴ φαντασθῆτε, ὅτι ἐνῷ ἔπρεπε νὰ καταπλήσσεται κανεὶς πῶς εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, νὰ καλούμεθα νὰ συμπράξωμεν εἰς πραξικόπημα, ἐν τούτοις ἔγιναν διαμαρτυρίαι ἐναντίον μας, διατί; διότι θέλομεν νὰ εἴμεθα τηρηταὶ τοῦ νόμου. Αὐτὰ εἶναι, κύριοι, ἐπικίνδυνα σημεῖα διὰ τὸ μέλλον τοῦ τόπου. Ἀλλὰ δὲν ἔχει μόνον ἐξουσιοδότησιν τὸ νέον Σύνταγμα. Παρέλειψεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ τονίσῃ, ὅτι ἔχει καὶ τὴν νέαν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 91, ὑπὸ τὴν ἐπιρροὴν τοῦ περιφήμου Συντάγματος τῆς Βαϊμάρης, τὸ ὁποῖον Σύνταγμα ἐπὶ ½ γενεὰν καὶ πλέον ἐθεωρεῖτο, κακῶς, ὡς θαῦμα ὑπὸ τῶν ἀσχολουμένων εἰς τὰ δημόσια πράγματα. Καὶ γνωρίζετε, κ. βουλευταί, ὅτι τὸ ἄρθρον 48 τοῦ Συντάγματος τῆς Βαϊμάρης, εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προητοίμασε τέλος τὴν ἐκτροπὴν τῆς χώρας ἀπὸ τὰς δημοκρατικάς της ἀρχάς. Ἕνας διακεκριμένος τὰς ἐποχῆς συνταγματολόγος ὁ Vermeil, καθηγητὴς τοῦ Στρατσβούργου, ἐπροφήτευσεν ἀπὸ τοῦ 1922, ὅτι ἡ ἀπότομος μετάπτωσις ἀπὸ τῆς Μοναρχίας εἰς τὴν ἀκροτάτην δημοκρατίαν τῆς Βαϊμάρης, ἐν συνδυασμῷ μὲ τὸ ἄρθρον 48, τὸ ὁποῖον ἐνέπνευσε τὸν συντάκτην τοῦ ἡμετέρου ἄρθρου 91, θὰ ἐπέφερε τὴν ταχεῖαν ἐπιστροφὴν τῆς Γερμανίας εἰς τὸν αὐταρχισμόν. Ἡμεῖς θέλομεν τὸ 1951 νὰ εἰσαγάγωμεν, κ. συνάδελφοι, τοιαύτας διατάξεις εἰς τὴν Ἑλλάδα. Θὰ εἴπητε ἔχομεν συντακτικὰ ψηφίσματα. Ὑπάρχει ἀκριβῶς ἡ τεραστία διαφορὰ τῆς μονίμου διατάξεως, ἀπὸ τῆς ἐπ’ εὐκαιρίᾳ, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ ἐξοβελισθῇ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτό. Ἀπαγορεύει καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους τὸ νέον Σύνταγμα. Καὶ δὲν εἶναι μόνον αὐτό, ἀλλὰ μᾶς λέγουν ὅτι μὲ τὸ νέον Σύνταγμα ἁπλοποιεῖται ἡ ἀναθεώρησις. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι σόφισμα, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι διὰ νὰ ἁπλοποιηθῇ ἡ ἀναθεώρησις, θὰ πρέπει τὸ νέον Σύνταγμα νὰ ἔχῃ ψηφισθῆ νομίμως. Τί θὰ εἶχεν ὅμως νὰ εἴπῃ τις ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐλλείψεις τοῦ σχεδίου τοῦ Νέου Συντάγματος. Μόνον ἂν ἀντιμετωπίσετε τὰς σημερινὰς ἀνάγκας, θὰ ἴδητε κατὰ ποῖον τρόπον τὸ Σύνταγμα αὐτὸ εἶναι ἐντελῶς ἀναχρονιστικόν. Εἰς τὰ θέματα τῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ ἀποκεντρώσεως, ἅτινα ἀποτελοῦν βάσεις τῆς συγχρόνου Δημοκρατίας, καὶ εἶναι τόσον ἀπαραίτητα διὰ τὴν σύγχρονον Ἑλληνικὴν πραγματικότητα, προέβλεψε τὸ Σύνταγμα διατάξεις πολὺ περισσότερον ἀσημάντους ἀπὸ τὰς τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, δὲν εἶχε κἂν τὸ θάρρος νὰ ἀντιγράψῃ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ πάντως μίαν πρόοδον ἀπὸ τοῦ 1911. Τίποτε διὰ τὸν νέον ὀργανισμὸν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, τὸ Αʹ Σ.Δ.Υ., ἐπὶ τοῦ ὁποίου πολλὰς ἐλπίδας στηρίζομεν, διότι εἶναι θεσμὸς βασικός, διὰ τὴν ὀργάνωσιν τῆς δημοσιοϋπαλληλίας, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ στηριχθῇ ἓν νέον Κράτος, δυνάμενον νὰ ὀρθοποδήσῃ. Οὐδὲν ἠθέλησε νὰ μνημονεύσῃ τὸ Σύνταγμα διὰ θέματα τῶν κοινωνικῶν ἀσφαλίσεων, τὰ ὁποῖα ἔχουν μεταβληθῆ εἰς πραγματικὸν χάος εἰς τὴν Ἑλλάδα. Οὐδὲ νύξις διὰ θέματα αὐτονόμων ὀργανισμῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι σπουδαῖα νέα στοιχεῖα τοῦ δημοσίου μας δικαίου, σπουδαῖα διὰ τὸν λόγον, ὅτι εἴθισται ἐπανειλημμένως νὰ λέγεται, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ὑπάρχει Κράτος. Ἐνῷ ἐν τῇ πραγματικότητι θὰ ἤμεθα ἀκριβέστεροι ἐὰν ἐλέγαμεν, ὅτι ὑπάρχουν πάρα πολλὰ κράτη ἐν κράτει, διότι ὅλους αὐτοὺς τοὺς ὀργανισμοὺς οὔτε δικαιοσύνη δύναται νὰ τοὺς πλησιάσῃ οὔτε κἂν αὐτὴ ἡ Βουλή. (Χειροκροτήματα). Ἔναντι ὅλων αὐτῶν, τὸ νέον σχέδιον τοῦ Συντάγματος περιέχει πράγματι βαρυσήμαντον διάταξιν, ἀφορῶσαν τὰς ἀγροτικὰς ἀπαλλοτριώσεις. Εἰς ἐπανειλημμένας συζητήσεις τὰς ὁποίας εἶχον, κατ’ ἐντολὴν τοῦ Ἀρχηγοῦ μου, μὲ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὅπως καὶ μὲ ἄλλους συναδέλφους, ὅπως τὸν κ. Βαρβούτην, ἐπίσης μὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἐπίσης καὶ μὲ τὸν ἐκλεκτὸν συνάδελφον κ. Χατζηγιάννην, ἤκουσαν οἱ πάντες καὶ δύνανται νὰ τὸ ὁμολογήσουν καὶ τὸ δηλοῦμεν ἐπισήμως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Συναγερμὸς εἶναι πάντοτε πρόθυμος εἰς τὸ θέμα τοῦτο, ἀνεξαρτήτως τῆς τύχης τοῦ Συντάγματος, νὰ βοηθήσῃ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀπὸ κοινοῦ νὰ ἴδωμεν τί ἠμπορεῖ νὰ πράξωμεν ἀμέσως. (Χειροκροτήματα).
§130ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πῶς ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ αὐτό;
§131Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἡ διακοπή σας προέλαβε τὸν μονόλογον τὸν ὁποῖον εἶχον μὲ τὸν ἑαυτόν μου, διότι θὰ ἔθετον τὸ ἐρώτημα καὶ θὰ ἀπήντων ἐγώ. Ἐὰν γίνῃ οἱοσδήποτε νόμος, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ συμφωνήσωμεν ὅλοι, ἀντιτάσσει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι δυστυχῶς ὑπάρχει καὶ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ ἡ λαμπρὰ πράγματι ἐργασία, ἡ ὁποία ἔγινε τῆς προηγουμένης Βουλῆς. Καὶ ἀπανῶμεν διὰ τὸν νόμον τῶν ἀγροτικῶν ἀπαλλοτριώσεων, φοβεῖσθε τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ δι’ ὁλόκληρον τὸ Σύνταγμα ἀδιαφορεῖτε;
§132Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἂν παραβῶμεν τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος; Καὶ ἐὰν ἡ ἀποζημίωσις δὲν προκαταβάλλεται;
§133Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Λοιπόν, ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι θέμα εἰδικόν, θὰ πρέπει νὰ ἀπασχοληθῶμεν, ἀνεξαρτήτως τοῦ Συντάγματος. Ὑποθέσατε τώρα, ὅτι ἐψηφίσθη τὸ σχέδιον τοῦ Συντάγματος μὲ πλειοψηφίαν 2–3 ἢ καὶ 4 ψήφων καὶ ὅτι τὸ σχέδιον τοῦτο γίνεται Σύνταγμα τοῦ Κράτους καὶ ἐκδώσετε νόμον, ὁ ὁποῖος θὰ ἀφορᾷ τὰ ἀγροτικὰ ζητήματα. Αὐτὸ θὰ εἶναι ἡ λυδία λίθος ποὺ θὰ δοκιμασθῇ τὸ Σύνταγμα, διότι θὰ ἔλθῃ εἰς τὰ δικαστήρια καὶ θὰ κλονισθῇ τὸ Σύνταγμα, διότι ἐκεῖ ὁ νόμος θὰ θεωρηθῇ ἀντισυνταγματικός, ὡς στηριζόμενος ἐπὶ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον κατήγγειλεν ἡ ἡμίσεια Βουλὴ ὡς ἄκυρον.
§134Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐλπίζομεν νὰ σᾶς πείσωμεν, ὅτι πλανᾶσθε.
§135Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Μὲ τὴν σκέψιν σας καὶ τὸν συλλογισμόν σας ἔπρεπεν ὅλοι γενικῶς οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι βασίζονται εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, νὰ κηρυχθοῦν ἀνίσχυροι καὶ ἀπαράδεκτοι, διότι καὶ διὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 δὲν ἐτηρήθη ἡ διαδικασία τοῦ ἄρθρου 108, ὅπως δὲν ἐτηρήθη καὶ διὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927. Καὶ ἤθελον νὰ μοῦ εἴπητε σεῖς μὲ τὴν ἀνωτέραν σκέψιν καὶ ἐπιστημοσύνην, ἡ ὁποία σᾶς διακρίνει, εὑρέθη ποτὲ δικαστήριον, εἴτε κοινόν, εἴτε διοικητικόν, τὸ ὁποῖον νὰ ἐλέγξῃ τὴν νομιμότητα καὶ ἐγκυρότητα τοῦ καταστατικοῦ χάρτου; Εἴπατε ἓν παράδειγμα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. (Χειροκροτήματα).
§136Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Πρῶτον, ἐπεκαλέσθη ἐπανειλημμένως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὸ ἀνώμαλον παρελθόν. Καὶ τοῦ ἀπαντῶ: Κακὸν προηγούμενον δὲν ἀποτελεῖ ἐπιχείρημα διὰ νὰ τὸ ἐπαναλάβωμεν. Δεύτερον, τὸ κακὸν ἐκεῖνο προηγούμενον εἶχε πρὸ παντὸς βάσιν τὴν ἐπαναστατικὴν προέλευσιν. Διότι καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 εἶναι προϊόντα ἐπαναστάσεων, κύριοι. (Χειροκροτήματα). Κατὰ συνέπειαν ἐπανάστασις ἐπιτυχοῦσα δημιουργεῖ δίκαιον. Ὅπως θὰ συνέβαινεν ἂν τὸ πραξικόπημα τὸ ἐπιχειρηθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐπετύγχανεν. Ἂν δηλαδὴ συνέβαινε νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὰ ἑδώλια ἐκεῖνα ἀντὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ ἄλλοι. Ἄλλη θὰ ἦτο τότε ἡ κατάστασις. Καὶ δὲν θὰ ὡμίλουν ἐγὼ σήμερον, διότι τὸ πραξικόπημα, τὸ ὁποῖον ἤρχισε τὴν 27ην Ἰουλίου 1951 εἰς τὰ Ἀνάκτορα, θὰ εἶχε τελειώσει εἰς τὴν Βουλήν.
§137ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 δὲν εἶναι προϊὸν ἐπαναστάσεως, διότι ἐψηφίσθη ἀπὸ τὴν Βουλήν.
§138Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Καὶ διὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 τὸ ἴδιον ἰσχύει, διότι ἡ Κυβέρνησις Κονδύλη κατέλυσε τὴν δικτατορίαν, ἡ ὁποία κατέλυσε τὴν Συνέλευσιν. Τὸ ἓν τελεῖ ἐν συναφείᾳ πρὸς τὸ ἕτερον. Καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1909, ἡ ὁποία ἐπῆρε διαφόρους φάσεις. Πάντως ἡ Βουλὴ ἡ σημερινὴ εἶναι συνέχεια προηγουμένης Βουλῆς, ἡ ὁποία οὐδέποτε ἐθεώρησε τὸν ἑαυτόν της ἐπανάστασιν. Τὸ πολύ, ἐὰν δεχθῶμεν τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Μπακοπούλου, νὰ ἐθεώρει ἑαυτὴν Ἀναθεωρητικήν· ὄχι ὅμως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις Βενιζέλου, ὅταν ἐπήγαινεν εἰς τὰ ἀνάκτορα, εἶχε τὴν ἰδέαν, ὅτι ἦτο ἐπανάστασις.
§139Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς διακόψω. Ἡ Βʹ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ δὲν εἶναι προϊὸν ἐπαναστάσεως. Θὰ ἤθελον νὰ σᾶς ὑπομνήσω τοῦτο: ὅτι ἡ Βουλὴ 1910 ἔκαμε τὴν προδικασίαν τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 καὶ ἐμεσολάβησε συμφωνία τῶν τότε ἡγετῶν τῶν κομμάτων, διὰ νὰ γίνῃ ἡ παρέκκλησις. Δὲν πηγάζει ἡ παρέκκλησις ἀπὸ τὴν ἐπανάστασιν. Πηγάζει ἀπὸ τὴν συμφωνίαν τῶν ἡγετῶν τῶν τότε πολιτικῶν κομμάτων.
§140Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἡ ἱστορία ἔχει ἄλλως. Τὰ αἰτήματα τοῦ Ἐλ. Βενιζέλου ἦσαν ἐν συνεννοήσει μετὰ τοῦ στρατιωτικοῦ συνδέσμου. Εἶναι τὸ περίφημον θέμα τῆς Συντακτικῆς ἢ Ἀναθεωρητικῆς. Δὲν νομίζω λοιπόν, ὅτι ὑψίστη σκοπιμότης, οὔτε ἄφευκτος ἀνάγκη ὑπάρχει. Ἐὰν συμφωνήσωμεν, ὅπως καὶ συμφωνοῦμεν, ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ἀναθεώρησις καὶ τακτοποίησις ὅλων τῶν ζητημάτων, σᾶς καλοῦμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν πιστὴν τήρησιν τοῦ ἄρθρου 108. Ἠκούσθη καὶ ἐλέχθη, ὅτι πρόκειται περὶ καταχθονίου σχεδίου, διότι, λέγουν, τὸ ἄρθρον 108 τοῦ 1911 προβλέπει δύο συνεδριάσεις ὄχι ὀλιγωτέρας τοῦ μηνὸς καὶ μετὰ τὴν δευτέραν ἀκολουθεῖ ἡ αὐτοδιάλυσις τῆς Βουλῆς. Ἐλέχθη λοιπόν, ὅτι ἡ πρόθεσις ἀφορᾷ εἰς τὸ νὰ ὁδηγήσωμεν τὴν Βουλὴν εἰς αὐτοδιάλυσιν.
§141Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὄχι ἀπὸ ἐμέ.
§142Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ὄχι ἀπὸ σᾶς. Ἡ πρότασις ἡ ὁποία ἐγένετο πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν, ἦτο σαφής. Ἡ δευτέρα συζήτησις νὰ γίνῃ ὁποτεδήποτε ὁρίσει ἡ Κυβέρνησις. Συνεπῶς ἂν ἀπὸ κοινοῦ προέλθωμεν σήμερον εἰς τὴν διαδικασίαν τῆς ἀναθεωρήσεως κατὰ τὸ ἄρθρον 108, ὅταν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἤθελεν ὡριμάσει ἡ ἰδέα ὅτι ἔφθασεν ἡ ὥρα διὰ διάλυσιν, θὰ εἴχομεν τὴν ἑπομένην ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, τοσούτῳ μᾶλλον δέ, ὅσον ὑπάρχει ἡ ἰδέα ὅτι τὸ Σύνταγμα εἶναι τόσον ἀναχρονιστικόν, ὥστε καὶ ὁ ἴδιος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν ὅτι πρέπει νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ἀναθεώρησίν του. Ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ψηφίσετε τὸ Σύνταγμα καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἀναγνωρίζουσα τὰς ἀδυναμίας του, προβῇ, βάσει τοῦ νέου Συντάγματος, εἰς τὴν ἀναθεώρησιν καὶ ὁ συνάδελφος καὶ φίλτατος κ. Ζαΐμης ὑποβάλῃ προτάσεις ἀναθεωρήσεως τὸν Ἰανουάριον, πότε θὰ κριθοῦν αἱ προτάσεις αὗται; Εἰς τὴν μέλλουσαν Βουλήν. Μὲ μόνην μίαν διαφοράν, θὰ πρόκειται νὰ κρίνῃ ἐπὶ τῶν προτάσεων αὐτῶν τοῦ κ. Ζαΐμη ὅτι, ἐνῷ ἡ μέλλουσα Βουλὴ ἢ τοῦ οἱουδήποτε ἐξ ἡμῶν ἐνδιαφερομένου νὰ ἀποκτήσῃ ἡ Χώρα ἄρτιον Σύνταγμα, μὲ τὴν ἰδικήν μου ἄποψιν ἡ νέα Βουλὴ θὰ κρίνῃ νομίμως καὶ θὰ ἔχῃ λυθῆ ἕνα σπουδαῖον ζήτημα διὰ τὴν Χώραν, ἐνῷ μὲ τὴν ἄποψιν τὴν ἄλλην θὰ εἶναι μία ἀφετηρία κακή. Σημειωτέον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑποτιμήσωμεν τὸ γεγονός, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὁδηγήσωμεν τὴν Χώραν εἰς τὸ νὰ ἔχῃ Σύνταγμα μὲ μίαν ἢ δύο ψήφους. Ἀπὸ τὸν συνάδελφον κ. Μπακόπουλον μοῦ ἀντετάχθη τὸ παράδειγμα τῆς Γʹ Γαλλικῆς Δημοκρατίας. Εἶναι μεγάλη πλάνη.
§143Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Θὰ κάμω κατάχρησιν τῆς καλωσύνης σας διὰ μίαν νέαν διακοπήν. Ἐπὶ τῆς προτάσεως ποὺ ἐκάματε, νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν τήρησιν τῆς διαδικασίας τοῦ ἄρθρου 108, ἐγὼ θὰ κάμω μίαν ἁπλῆν σκέψιν τοῦ μέσου ἀνθρώπου. Ἐξεκινήσαμεν δι’ ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος ἀπὸ τοῦ 1946 καὶ εὑρισκόμεθα ἐν σωτηρίῳ ἔτει 1951, εἰς τὴν λῆξιν του καὶ εἴμεθα ἀκόμη εἰς τὴν ἀρχὴν καὶ ἀρχίζομεν τὴν ἐπιψήφισιν, ἥτις μέσα εἰς 6 ἔτη δὲν ἐπετεύχθη.
§144Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἦσαν ἄλλοι τότε καὶ εἶναι ἄλλοι τώρα.
§145Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὁ ἐπιφανὴς συνάδελφός μου κ. Μπακόπουλος, ἅμα τῇ ἐνάρξει τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς τοῦ 1950, ὡς πρώτην του πρᾶξιν ἐθεώρησε νὰ καταθέσῃ ἕνα σχέδιον ψηφίσματος, πρὸς ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος καὶ περνοῦν 15 μῆνες καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο νὰ διαλυθῇ ἡ Βουλή, χωρὶς νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ νομοθετικοῦ της ἔργου. Καὶ ἀκόμη δὲν ἠδυνήθημεν νὰ κάμωμεν τίποτε καὶ ἔρχεται σήμερον καὶ προτείνεται νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν διαδικασίαν τοῦ ἄρθρου 108 καὶ νὰ πᾶμε εἰς τὸ ἄγνωστον, ποία θὰ εἶναι ἡ μέλλουσα Βουλή, ἡ ὁποία θὰ κάμῃ τὸ Σύνταγμα.
§146Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Νομίζω τὸ ἑξῆς. Αἱ προτάσεις εἶναι ἑλκυστικώταται διὰ τὸν Συναγερμὸν καὶ ἡ λύσις, κ. Ὑπουργὲ καὶ δι’ ἐμὲ τὸν ἴδιον καὶ ἐγὼ θὰ ἤμην πολὺ εὐτυχὴς νὰ συνέπραττα εἰς τὴν ἄμεσον κατάρτισιν ἑνὸς σχεδίου Συντάγματος. Ἀλλ’ ἡ πρότασίς σας εἶχε πάντοτε αὐτὸ τὸ ἐλάττωμα, ἔπρεπε νὰ μᾶς πείσητε ὅτι ἔχομεν δικαίωμα νὰ τὸ κάμωμεν, διότι μᾶς προσεφέρατε κάτι, ποὺ δὲν δικαιοῦσθε. Δὲν εἶσθε οὔτε σεῖς οὔτε ἐγώ, τὸ ἄρθρον 108. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ 5 ἔτη ποὺ λέγετε, παντοῦ καὶ ὁσάκις οἱ βουλευταὶ δὲν κατευθύνονται, δὲν περαιώνουν οὐδὲν ἔργον. Μὴ λησμονῆτε, λοιπόν, ὅτι ἄλλη ἡ Βουλὴ τοῦ 1946, ἄλλη ἡ σημερινὴ Βουλὴ καὶ ἄλλη ἐλπίζομεν, νὰ εἶναι ἡ Βουλὴ ἡ ἑπομένη. (Χειροκροτήματα).
§147Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Νὰ περιμένωμεν μέχρι τοῦ 1954, διὰ νὰ ἔχωμεν Σύνταγμα;
§148Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἐάν, κύριε Ὑπουργέ, νομίζετε ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ θὰ ζήσῃ μέχρι τοῦ 1954 μὲ ἀναθεωρητικὴν προδικασίαν τοῦ 1911, σημαίνει ὅτι ἡ περίφημος αὐτὴ Συνταγματικὴ ἐκκρεμότης, κατ’ οὐδὲν ἐμποδίζει τὴν χώραν νὰ ἔχῃ ἀρίστην Κυβέρνησιν. (Χειροκροτήματα). Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἂν ἀρνούμεθα τὴν πρότασιν, δὲν τὴν ἀρνούμεθα οὔτε ἀπὸ ἀντίδρασιν, οὔτε ἀπὸ πνεῦμα ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ διότι πιστεύομεν ὅτι, προσηλωμένοι πρὸς τὴν νομιμότητα καὶ τὴν γραμμὴν τὴν ὁποίαν ἐχάραξεν ὁ Ἀρχηγός μας, προσφέρομεν ὑπηρεσίαν εἰς τὸν τόπον καὶ διὰ τοῦτο ἐμμένομεν εἰς τὴν γραμμὴν αὐτήν. Ὡς πρὸς τὴν μίαν ψῆφον, διότι ἐλησμόνησα νὰ δώσω ἀπάντησιν εἰς τὸν συνάδελφον, τῆς Γʹ Γαλλικῆς Δημοκρατίας, ἐκεῖ γίνεται μεγάλο λάθος, ἐπαναλαμβανόμενον τακτικὰ καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Νὰ λέγεται δηλαδή, ὅτι ἡ Γʹ Γαλλικὴ Δημοκρατία εἶναι Δημοκρατία μιᾶς ψήφου. Θὰ ἀπαντήσω μὲ μίαν ἐπιγραμματικὴν φράσιν ἑνὸς διασήμου Γάλλου, τοῦ Θιέρσου, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι ἡ Γαλλικὴ Δημοκρατία δὲν εἶναι ἔργον τῆς μιᾶς ψήφου τῆς ὁμάδος Ταρζέ, εἶναι ἁπλῶς ἔργον τοῦ κόμητος ντὲ Σαμπώρ. Διότι, ὅταν, ὅπως ὅλοι ἠξεύρετε, ἔγινεν ἡ Γαλλικὴ Συνέλευσις, ὑπῆρχον δύο μερίδες, ἡ μοναρχικὴ καὶ ἡ δημοκρατική. Οἱ μοναρχικοὶ διέθετον τὴν πλειοψηφίαν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἦσαν διηρημένοι ἄλλοι ὑπὲρ τῆς ὁμάδος τῶν Βουρβώνων καὶ ἄλλοι ὑπὲρ τῶν Ὀρλεανιδῶν, συνεφώνησαν μὲ τοὺς δημοκρατικοὺς νὰ μὴν ἀνακινήσουν τὸ ζήτημα τοῦ πολιτεύματος. Κατὰ τὸ μέσον τοῦ 1873, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ Θιέρσος ἐνόμισεν ὥριμον τὴν στιγμὴν διὰ νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος ὑπὲρ τῆς ἀβασιλεύτου δημοκρατίας. Ἀλλὰ τότε ἡ μοναρχικὴ πλευρὰ εἶχεν εὕρει ἕνα περίφημον ἡγέτην, τὸν ντὲ Μπρεΐγ, ὁ ὁποῖος κατώρθωσε νὰ πέσῃ ὁ Θιέρσος καὶ νὰ ἔλθῃ ὡς Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ὁ στρατάρχης Μὰκ Μαόν. Τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐπετεύχθη καὶ ἡ ἕνωσις τῶν δύο βασιλικῶν μερίδων καὶ συνεφώνησαν καὶ αἱ δύο νὰ ἀνακηρύξουν Βασιλέα τῆς Γαλλίας τὸν κόμητα ντὲ Σαμπόρ, μὲ διάδοχον τὸν κόμητα τῶν Παρισίων. Ὅλα ἦσαν ἡτοιμασμένα, αἱ ἅμαξαι πρὸς τὸ Παρίσι, τὰ διαγγέλματα, ἀλλὰ προσέκρουσαν τὴν τελευταίαν στιγμὴν εἰς τὸ ἐμπόδιον, ὅτι ὁ ντὲ Σαμπὸρ ἠρνήθη νὰ γίνῃ ὁ νόμιμος Βασιλεὺς τῆς Ἐπαναστάσεως, ὅπως ἔλεγε, καὶ νὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν τρίχρωμον σημαίαν. Ἔτσι ἐξηκολούθησεν ἡ ἐκκρεμότης καὶ τὸ 1874 αἱ δύο ὁμάδες, τοῦ Βαλὸν καὶ τοῦ Ταρζέ, συνεφώνησαν νὰ δώσουν λύσιν εἰς τὴν ἐκκρεμότητα, παραδεχόμενοι οἱ μὲν δεξιοὶ τὴν δημοκρατίαν, οἱ δὲ ἀριστεροὶ νὰ μεταβάλλεται τὸ πολίτευμα δι’ ἁπλοῦ νόμου. Πράγματι, εἰς τὸ τέλος Ἰανουαρίου 1875, ἔγινεν ἡ πρώτη πρότασις τοῦ Λαμπουλέ, ὁ ὁποῖος ὡμίλει περὶ δημοκρατίας καὶ ἀπερρίφθη, καὶ τὴν 31ην Ἰανουαρίου 1875 ἔγινεν ἡ περίφημος πρότασις τοῦ Βαλόν, ἡ ὁποία δὲν ὡμίλει περὶ δημοκρατίας, ἀλλὰ περὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Προέδρου. Ἀντὶ ὅμως νὰ ὁμιλῇ περὶ τοῦ στρατάρχου Μὰκ Μαόν, ὡμίλει περὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας. Εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν, ἐξ ὑφαρπαγῆς, ἐκερδήθη μὲ τὴν περίφημον μίαν ψῆφον. Τὴν ἑπομένην, μάλιστα, ἡμέραν ἐκεῖνος ποὺ ἐψήφισεν, ἐζήτησε νὰ ἀνακληθῇ ἡ ψῆφός του, ἀλλ’ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, αὐστηρὸς ὅπως καὶ ὁ ἰδικός μας, ἠρνήθη. Δύο ἡμέρας κατόπιν, ὅταν τὸ ἴδιον νομοσχέδιον ἦλθεν εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, ἐπῆρε 200 ψήφους πλειοψηφίαν! Τί σημαίνει αὐτό; Ὅτι αὐτὴ ἡ ψῆφος τῆς πρώτης ἀναγνώσεως ὑπῆρξεν ἁπλοῦν ἐπεισόδιον, μία προετοιμασία τῆς δημοκρατίας, ἡ ὁποία ἀπὸ καιρὸν ἐπερίμενε τὴν ἐκδήλωσιν, ὅταν τὸ ἄτεγκτον τοῦ ντὲ Σαμπὸρ δὲν ἔδιδε καμμίαν πιθανότητα νὰ ἔλθουν οἱ μοναρχικοί. Καὶ ἐπρόκειτο περὶ διαφορᾶς οὐσιαστικῆς διατάξεως, ἐνῷ ἐδῶ πρόκειται περὶ διαφορᾶς 2 ἢ 3 ψήφων, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀφοροῦν τὴν διαδικασίαν, τὴν ἁρμοδιότητα, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἔχει μεγίστην σημασίαν. Διότι αὐτὸ θέτει ζήτημα καὶ εἰς τὸν Βασιλέα καὶ τὰ δικαστήρια, τὰ ὁποῖα θὰ εὑρεθοῦν εἰς τὴν δύσκολον θέσιν ἢ νὰ προτιμήσουν τὸν ρεαλισμὸν ἔναντι τῆς θυσίας οἱασδήποτε ἀρχῆς δικαίου—καὶ νὰ κυριαρχήσῃ ἔτσι εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ ἀντίληψις τῆς σκληρᾶς πραγματικότητος καὶ τῆς δυνάμεως—ἢ νὰ ἀντισταθοῦν καὶ νὰ εὑρεθοῦν ἐν ἐπαναστάσει ἔναντι τοῦ λεγομένου Κράτους. Εἶναι φοβερὸν δίλημμα, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ὁδηγήσητε τὰ δικαστήρια ἐὰν ἐπιμείνητε, χωρὶς νὰ πρόκειται νὰ προσφέρετε τίποτε εἰς τὸν τόπον. Ἐὰν εἰς τὴν πρᾶξιν αὐτὴν συνεπράττομεν καὶ ἡμεῖς, ἁπλῶς θὰ ἐπεδεινώναμεν τὴν κατάστασιν. Θὰ ἦτο ἀληθὲς εὐτύχημα καθ’ ἡμᾶς, ἂν ἡ Κυβέρνησις, ἀναθεωροῦσα τὰς ἐν προκειμένῳ ἀποφάσεις της, ἀποσύρῃ τὸ σχέδιον τοῦ Συντάγματος καὶ προσχωρήσῃ εἰς τὴν ἄποψιν τῆς προσηλώσεως πρὸς τὴν νομιμότητα.
§149Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω αὔριον, ἀλλὰ θὰ ἤθελα νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω τοῦτο: Ἡ διαφωνία μας δὲν εἶναι διὰ τὴν διαδικασίαν, εἶναι ζήτημα ἀρχῆς τῆς νομιμότητος. Ἡμεῖς πιστεύομεν, ὅτι ἡ νομιμότης εἶναι μαζί μας καὶ σεῖς εἶσθε ἐν παρανομίᾳ.
§150Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἐὰν ἔχετε δίκαιον, δὲν κάμνετε πραξικόπημα. Ἀλλὰ τότε ὑπάρχει διαφορὰ ἐπὶ τοῦ θέματος μεταξὺ ὑμῶν καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅστις ἐπέμεινεν ἐπὶ τῆς πραγματικότητος. Ἐπανειλημμένως ἐλέχθη ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ μὲ κάποιον τρόπον περίεργον, ὅτι ἡ ὑπάρχουσα εἰς ἡμᾶς διάθεσις ἀντιδράσεως καὶ αὐστηρᾶς προσηλώσεως πρὸς τὴν νομιμότητα, μᾶς ὁδηγεῖ εἰς τὸ ν’ ἀγνοοῦμεν τὴν σκληρὰν πραγματικότητα. Θὰ ἦτο, ἐπαναλαμβάνω, καθ’ ἡμᾶς, ἀντιθέτως, κ. βουλευταί, ἀληθὲς εὐτύχημα, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀποσύρῃ τὸ σχέδιον καὶ προσχωρήσῃ εἰς τὴν νομιμότητα. Θὰ ἀπετέλει δι’ ἡμᾶς ἀποφασιστικὸν σταθμὸν εἰς τὴν νεωτέραν Ἑλληνικὴν ἱστορίαν, νὰ εὑρεθῇ ἀκριβῶς σύμφωνον τὸ Σῶμα, ἐπὶ ἑνὸς τόσον βαρυσημάντου γεγονότος, τῆς ἀναγνωρίσεως, ἐπὶ τέλους, τοῦ νόμου. Αἱ συνέπειαι, φρονοῦμεν, θὰ ἦσαν διὰ τὸν τόπον καὶ διὰ τὴν τύχην τῆς παρούσης Βουλῆς, ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ σταδίου της, σπουδαῖαι. Ἀντὶ νὰ ἐπιδιώκετε, ἐπαναλαμβάνω, ἕνα χωλὸν Σύνταγμα, πάσχον ἀπὸ τῆς γεννήσεώς του ἀνίατον νόσημα, συμφωνήσατε μαζί μας εἰς τὴν ἀναγνώρισιν τῆς κυριαρχίας τοῦ νόμου. Τοῦτο ζητεῖ παρ’ ὑμῶν ὁ Συναγερμός, ἐν ὀνόματι αὐτῆς τῆς τιμῆς τοῦ δημοσίου δικαίου ἐν Ἑλλάδι, ἡ ὁποία ὅλοι καυχώμεθα καὶ πιστεύομεν, ὅτι ὑπῆρξεν ἡ κοιτὶς τῆς γενέσεως αὐτοῦ, μὲ τὸ πνεῦμα ἑνὸς Πλάτωνος καὶ ἑνὸς Ἀριστοτέλους. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§151ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν κ. Πρόεδρε.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ σήμερον καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ. μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως, ἀναφοράς, ἐρωτήσεις, συνέχειαν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ ψηφίσεως τοῦ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ΞΗʹ)1949 ψηφίσματος τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς συνταχθέντος νέου Συντάγματος» καὶ νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 0.30′ π. μ.).