1949.05.09
3,521 rows · 26,272 words · 160 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 36η
Δευτέρα 9 Μαΐου 1949
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 7 μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Γκίνης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Γ. ΓΚΙΝΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Καλοῦνται καὶ δίδωσι τὸν παρὰ τοῦ Συντάγματος ὁριζόμενον ὅρκον οἱ κ.κ. Γεώργιος Σγουραμάνης καὶ Δημήτριος Ρεδιάδης, ὁ μὲν πρῶτος βουλευτὴς Σερρῶν εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ ἐκπεσόντος Παντελῆ Παπαδάκη, ὁ δὲ δεύτερος βουλευτὴς Κυκλάδων, καταλαβὼν τὴν θέσιν τοῦ ἀποβιώσαντος Δημητρίου Προμπονᾶ, ἔχοντα οὕτω: «Ὀμνύω εἰς τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας καὶ Ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος, νὰ φυλάξω πίστιν εἰς τὴν Πατρίδα καὶ εἰς τὸν Συνταγματικὸν Βασιλέα, ὑπακοὴν εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς Νόμους τοῦ Κράτους καὶ νὰ ἐκπληρώσω εὐσυνειδήτως τὰ καθήκοντά μου».
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄξιοι, ἄξιοι).
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Ταλιαδοῦρος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§6Α. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Π. Χρυσοχέρης, Ε. Κοθρῆς, Π. Ντεντιδάκης, Δ. Παπαδημητρίου, Ι. Μογγογιάννης, Α. Βαχλιώτης, Δ. Χατζηγάκης κ. ἄ., καταθέτουσι πρότασιν νόμου «περὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ μερικῆς ἰδιοκατοικήσεως διατάξεων τοῦ ἐνοικιοστασίου». Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Μιχαλακόπουλος, καταθέτει προτάσεις νόμων 1) «περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς πρὸς μελέτην τοῦ ζητήματος τῶν παρὰ ταῖς Τραπέζαις καὶ τοῖς Νομικοῖς Προσώποις Δημοσίου Δικαίου καταθέσεων καὶ τῆς ρυθμίσεως τούτων» καὶ 2) «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ 6396 τοῦ 1935 νόμου «περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν». Ὁ βουλευτὴς κ. Φ. Μακρῆς, καταθέτει πρότασιν νόμου «περὶ οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως τοῦ Ταμείου Περιθάλψεως καὶ Ἀλληλοβοηθείας τοῦ Συλλόγου Ἑλλήνων Τυφλῶν Ἐπαγγελματιῶν Μουσικῶν». Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Λαμπρόπουλος, καταθέτει πρότασιν νόμου «περὶ προσθήκης διατάξεων εἰς Ν. Δ. 641)1948 «περὶ χορηγήσεως ἀδειῶν ὁδηγῶν αὐτοκινήτων καὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Α. Ν. 1086)1946». Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Οἰκονόμου, καταθέτει πρότασιν νόμου «περὶ καταργήσεως τοῦ Α. Ν. 911)1949 «περὶ συστάσεως κοινῶν Ταμείων εἰσπράξεων φορτηγῶν αὐτοκινήτων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Α. Παπαχρήστου, Ν. Ἔξαρχος, Κ. Βλαχοθανάσης, Δ. Ζησόπουλος καὶ Ι. Φωτιάδης, καταθέτουσι πρότασιν νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἐδαφ. 3 τοῦ ἄρθρου 72 τοῦ Α. Ν. 2180)1940». Ἡ ἐπὶ τῆς Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, καταθέτει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν σχεδίων ψηφισμάτων: 1) «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ Ψηφίσματος ΚΗʹ «περὶ παροχῆς διευκολύνσεων διὰ τὴν ὑπὸ ἰδιωτῶν ἀνοικοδόμησιν». 2) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπὸ στοιχ. ΜΔʹ ψηφίσματος «περὶ καθορισμοῦ τῶν ἐφαρμοστέων διατάξεων τοῦ Στρατιωτικοῦ Ποινικοῦ Σώματος κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἰσχύος τοῦ Γʹ Ψηφίσματος». 3) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπὸ στοιχεῖον ΝΑʹ ψηφίσματος «περὶ ἐκπτώσεως ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ καὶ στερήσεως τῆς συντάξεως διακρίσεων κλπ. στρατιωτικῶν ἐν γένει δρώντων ἀντεθνικῶς». 4) «Περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ ΙΕʹ Ψηφίσματος «περὶ τῶν ἀντικειμένων τοῦ τύπου». καὶ 5) «Περὶ παρατάσεως τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Ἐφετείου πρὸς ἐκδίκασιν ὡρισμένων ἀδικημάτων». Ἡ ἐπὶ τῶν Θρησκευμάτων καὶ Ἐθνικῆς Παιδείας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, καταθέτει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων: 1) Περὶ ἑορτασμοῦ τῆς 19ης ἑκατονταετηρίδος τῆς Χριστιανικῆς Ἑλλάδος» καὶ 2) «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 225 τοῦ Ν. 5343)32 «περὶ Ὀργανισμοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν» ὡς συνεπληρώθη μεταγενεστέρως. Ὁ βουλευτὴς κ. Λ. Λαμπριανίδης καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ρυθμίσεως συναλλαγματικῶν τινων ζητημάτων». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Μ. Βολουδάκης, Κ. Μητσοτάκης, Ι. Σαρρῆς, Π. Γύπαρης, καὶ Ε. Κοθρῆς καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀπονομῆς ἠθικῶν καὶ ὑλικῶν ἀμοιβῶν εἰς τὰς Ἐθνικὰς Ἀνταρτικὰς Ὁμάδας καὶ Ἐθνικὰς Ὀργανώσεις Ἐσωτερικῆς Ἀντιστάσεως». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ν. Πετρίδης, Ι. Λάμπρου καὶ Ε. Διακογιάννης καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Σώματος Ἀδελφῶν Νοσοκόμων τοῦ Στρατοῦ». Ὁ βουλευτὴς κ. Β. Κρῖκος καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καθορισμοῦ ὅπλων καὶ Σωμάτων τοῦ Στρατοῦ Ξηρᾶς».
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὁ βουλευτὴς Ἀρκαδίας καὶ ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος Ἐθνικοφρόνων κ. Θ. Τουρκοβασίλης, ὡς καὶ ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Κ. Θεοφανόπουλος, αἰτοῦσιν ἄδειαν ἀπουσίας διὰ τὸ ἐξωτερικόν. Ἡ Βουλὴ ἐγκρίνει;
§8ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεδέχθη.
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
Συνέχεια τῆς συζητήσεως τῆς ἐπερωτήσεως διὰ τὸ λαθρεμπόριον.
§10Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§12Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἔλαβα τὴν ἀπόφασιν νὰ καταθέσω εἰς αὐτήν, τὴν κάτωθι δήλωσιν, τὴν ὁποίαν καὶ θὰ ἀναγνώσω. Δὲν ἀποβλέπω εἰς τὸν τύπον, ἀλλὰ εἰς τὴν οὐσίαν, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποδεχθῇ τὴν ἄποψίν μου, ἵνα οὕτω ἐνισχύσῃ τὸ κῦρος τοῦ Κοινοβουλίου. Αἴτησις Ναπολέοντος Ζέρβα Βουλευτοῦ Ἰωαννίνων Ἀρχηγοῦ Ἐθνικοῦ Κόμματος Ἑλλάδος. Πρὸς Τὴν Δʹ τῶν Ἑλλήνων Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν. Εἶναι γνωστὸν πόσον ἡ ὑπόθεσις τῆς λαθρεμπορίας τοῦ συναλλάγματος ἔχει συνταράξει τὴν δημοσίαν γνώμην λόγῳ κυρίως τῆς εἰς αὐτὴν ἀναμίξεως πολιτικῶν προσώπων. Ἐπίσης εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι κατεβλήθη προσπάθεια ἀναμίξεως καὶ τοῦ ἰδικοῦ μου ὀνόματος. Ἀρχικῶς ἐπεχειρήθη νὰ μοῦ ἀποδοθῇ κατηγορία, ὅτι ἐδολοφόνησα τὸν σωφὲρ τοῦ Νάϊαντ Πετσαγκουράκην, ἵνα συγκαλύψω τὴν ἀνάμιξίν μου εἰς τὴν λαθρεμπορίαν τοῦ συναλλάγματος. Καὶ ὅταν ἐβεβαιώθη πανηγυρικῶς, ὅτι ὁ Πετσαγκουράκης ἀπεβίωσεν τὸν Νοέμβριον τοῦ 1947 εἰς τὸ Νοσοκομεῖον «Ἐρυθρὸς Σταυρὸς» ἐκ φυσικοῦ θανάτου, ἐγένετο νέα προσπάθεια ἐμφανίσεώς μου ὡς ἀναμεμιγμένου ἄλλως, ἄγνωστον πῶς, εἰς τὸ λαθρεμπόριον τοῦ συναλλάγματος. Ὡς ἐπίσημος διαπίστωσις τῶν ἀνωτέρω, ἦλθε τὸ δημοσίευμα τῆς ἐφημερίδος «Ἐμπρὸς» τῆς 8 Μαΐου 1949 εἰς ὃ δημοσιεύεται ὁλόκληρον τὸ κείμενον τῆς ὑπ’ ἀριθ. 65 τῆς 7)6)49 ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου τῶν ἐν Ἀθήναις Πρωτοδικῶν ἐν Συμβουλίῳ. Οὕτω ἐκ τοῦ κειμένου τῆς ὡς ἄνω ἀποφάσεως προκύπτει ὅτι ὁ ἁρμόδιος Εἰσαγγελεὺς τὴν 26 Ἀπριλίου 1949, ἀπηύθυνε πρὸς τὸν ἀνακριτὴν κ. Κοντολέφαν νεωτέραν παραγγελίαν, ὅπως ἐνεργήσῃ νέαν χωριστὴν ἀνάκρισιν κατὰ Νάϊαντ, ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ συναλλάγματος, εἰς ἣν ἀναφέρεται καὶ τὸ ἰδικόν μου ὄνομα. Ὁ κ. ἀνακριτὴς ἐκτιμῶν, ὅτι ἡ γνωστὴ ἐπιστολή μου ἀπὸ 19 Ἀπριλίου 1949 πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ κ.κ. Εἰσαγγελεῖς Ἀρείου Πάγου καὶ Ἐφετῶν, περιέχουσα μομφὰς κατὰ τοῦ τρόπου τῆς διεξαχθείσης ἀνακρίσεως καὶ τῆς ἀναμίξεως τοῦ ὀνόματός μου, δὲν θὰ ἄφινε ἀδιάβλητον τὴν παρὰ τοῦ ἰδίου συνέχισιν τῆς ἀνακρίσεως, ὑπέβαλεν αἴτησιν δι’ ἧς ἐζήτησε τὴν ἐξαίρεσίν του. Τὸ δικαστήριον δὲ τῶν ἐν Ἀθήναις Πρωτοδικῶν δι’ ἀποφάσεώς του ἐδέχθη ὅτι ἠσκήθη μὲν ἐκ μέρους μου ἔντονος ἐπίκρισις καὶ πολεμικὴ διὰ τοῦ τύπου κατὰ τοῦ ἀναφερομένου δικαστοῦ, ἀλλ’ ἡ ὀξύτης τῆς ἐνεργείας μου κλπ. ἐδημιούργησαν πικρίαν καὶ ψυχικὴν δυσφορίαν παρὰ τῷ κ. ἀνακριτῇ, ὄχι ὅμως καὶ αἴσθημα ἔριδος ἢ ἔχθρας, δι’ οὓς λόγους ἡ ὡς ἄνω ἀπόφασις ἀπορρίπτει τὴν αἴτησιν τοῦ κ. ἀνακριτοῦ περὶ ἐξαιρέσεώς του καὶ ἐμπιστεύεται εἰς τὸν ἴδιον τὴν περαιτέρω διεξαγωγὴν τῶν ἀνακρίσεων. Δηλῶ κατηγορηματικῶς, ὅτι μὲ ἀφίνει ἀπολύτως ἀδιάφορον τὸ γεγονὸς ποῖος ἀνακριτὴς θὰ διεξαγάγῃ τὰς ἀνακρίσεις, δεδομένου ἄλλωστε ὅτι γνωρίζω καλῶς τοὺς σκευωροὺς καὶ τοὺς δολοπλόκους, καθὼς καὶ τὰ μέσα καὶ τὰς μεθόδους, τὰς ὁποίας ἔχουν θέσει εἰς ἐφαρμογήν. Ἐπειδὴ τὰ ἀνωτέρω λαμβάνονται παρ’ ἐμοῦ ὑπ’ ὄψιν μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐπίσημον καὶ βέβαιον, ὅτι διετάχθη νέα κατὰ Νάϊαντ ἀνάκρισις εἰς ἣν ὡς ἐμφαίνεται φέρεται ἀναμεμιγμένον καὶ τὸ ὄνομά μου. Ἐπειδὴ μοῦ εἶναι ἀδύνατον νὰ αἰσθάνωμαι τὸν ἑαυτόν μου ὑπὸ τὸ βάρος τοιαύτης κατηγορίας καὶ νὰ καλύπτωμαι ταὐτοχρόνως ἀπὸ τὴν βουλευτικὴν ἀσυλίαν. Διὰ ταῦτα Αἰτοῦμαι ὅπως ἡ Βουλὴ ἄρῃ ἀπ’ ἐμοῦ τὴν ἀσυλίαν ἵνα μοῦ παρασχεθῇ ἡ εὐχέρεια ὅπως προσερχόμενος εἰς τὴν Δικαιοσύνην θέσω ἐμαυτὸν εἰς τὴν διάθεσίν της καὶ συντελέσω οὕτω εἰς τὴν διαλεύκανσιν τῆς ἀληθείας, εἰς τὴν διάλυσιν τῆς χαλκευομένης εἰς βάρος μου συκοφαντίας, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ κύρους τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος καὶ τοῦ Κοινοβουλίου, τὰ ὁποῖα τόσον οἰκτρῶς κακοποιοῦνται ἐπ’ ἐσχάτων. Ἀθῆναι 9 Μαΐου 1949
Ὁ Αἰτῶν
Ν. ΖΕΡΒΑΣ
Ὅπως εἶπα, δὲν μὲ ἐνδιαφέρει ὁ τύπος, μὲ ἐνδιαφέρει ἡ οὐσία, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, χάριν τοῦ κύρους τοῦ Κοινοβουλίου, νὰ κάμῃ δεκτὴν τὴν αἴτησίν μου ταύτην. (Χειροκροτήματα).
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Παπανδρέου ἔχει τὸν λόγον.
§14Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, εὔλογος εἶναι ἡ συγκίνησις τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Κόμματος καὶ ἠκούσαμεν ὅλοι μὲ ἱκανοποίησιν, τὴν φιλότιμον αἴτησίν του, πρὸς ἄμεσον παροχὴν τῆς ἀδείας, διὰ νὰ διευκολύνῃ τὸ ἔργον τῆς ἀνακρίσεως καὶ νὰ ὑπερασπίσῃ τὴν τιμήν του. Τὰ χειροκροτήματα, τὰ ὁποῖα διεδέχθησαν τὴν αἴτησίν του, ἀποδεικνύουν τὰ αἰσθήματα ὁλοκλήρου τοῦ Σώματος. Ἀλλὰ ὑπάρχει προφανῶς ἀνυπέρβλητος τύπος. Ὁρίζει τὸ Σύνταγμα, ὅτι οὐδεὶς βουλευτὴς καταδιώκεται ἄνευ ἀδείας τοῦ Σώματος. Ἀλλ’ ἡ ἄδεια τοῦ Σώματος εἶναι δυνατὸν νὰ χορηγηθῇ μόνον, ὄχι ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ βουλευτοῦ, ἀλλὰ ἐπὶ τῇ αἰτήσει τῆς Δικαιοσύνης. Ἠμπορεῖ ὁ στρατηγὸς Ζέρβας νὰ εἶναι βέβαιος, ὅτι ἐὰν καὶ ὅταν ἡ Δικαιοσύνη νομίσῃ, ὅτι πρέπει νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν τοῦ Σώματος, ὁμόθυμον θὰ παράσχῃ τὸ Σῶμα τὴν ἔγκρισίν του, διὰ νὰ τοῦ παράσχῃ τὴν εὐκαιρίαν τῆς τιμῆς του. (Χειροκροτήματα).
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔχει τὸν λόγον.
§16Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ἔχω νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι μόλις ὡς εἶδον εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Ἐθνικοῦ Κόμματος ἀνέφερε, ἠθέλησα νὰ ἐξακριβώσω πῶς εἶχε γίνει ἡ τοιαύτη ἀνακοίνωσις. Διότι εἶδον, ὅτι ἐξέφρασε τὴν ἔκπληξίν του πῶς παρεβιάσθη ἡ μυστικότης τῆς ἀνακρίσεως, καὶ ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὸ Σῶμα, ὅτι αὐθωρεὶ ὡς ἔλαβον γνῶσιν τῆς πληροφορίας διὰ τοῦ τύπου, ἡ ὁποία σᾶς δηλῶ ἀπεριφράστως, ὅτι μοὶ ἦτο ἄγνωστος, προσεκάλεσα τὸν Ἐπιθεωρητὴν τῆς Αʹ Περιφερείας Ἀρεοπαγίτην, διὰ νὰ κινηθῇ πρὸς ἐξακρίβωσιν τῶν περιστατικῶν ἐκείνων. Μὲ διεβεβαίωσεν, ὅτι ἤδη αὐτεπαγγέλτως εἶχεν ἐπιληφθῆ τοῦ θέματος, καὶ διεπίστωσεν, ὅτι οὔτε ὁ ἀνακριτὴς εἶχε προβῆ εἰς τοιαύτας ἀνακοινώσεις, οὔτε ἡ Γραμματεία, ἓν μόνον ἀντίγραφον εἶχε ληφθῆ ἀπὸ μέρους τοῦ Προέδρου τοῦ Συμβουλίου, ὁ ὁποῖος ὡμολόγησεν, ὅτι ἐκεῖνος εἶχε δώσει εἰς τρίτον, χωρὶς νὰ νομίσῃ, ὅτι διέπραττε παράβασίν τινα. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὰ βουλεύματα πρὶν δημοσιευθοῦν δὲν ἀποτελοῦν δημόσιον κείμενον. Δὲν θέλω διὰ τούτου νὰ εἴπω, ὅτι ἔπρεπε, ἢ δὲν ἔπρεπε νὰ δημοσιευθῇ, ἄλλωστε ἡ κίνησις τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέφερα ἀποδεικνύει, ὅτι μὲ συνεκίνησε καὶ ἐνήργησα ἐγκαίρως καὶ κεραυνοβόλως. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν θὰ ἐξετασθῇ περαιτέρω τὸ ζήτημα, ἀλλὰ θέλω νὰ ἀναφέρω τὰ περιστατικὰ αὐτά. Ἓν μόνον θὰ ἤθελον νὰ ἀναφέρω, ὅτι ἐν τῇ οὐσίᾳ ἡ ὑπόθεσις δὲν ἀνάγεται εἰς παράβασιν τῆς μυστικότητος τῆς ἀνακρίσεως, διότι τὸ βούλευμα ἦτο ἐντελῶς παρεμπῖπτον ἐπὶ παρεμπίπτοντος θέματος, τῆς ἐξαιρέσεως ἑνὸς δικαστοῦ καὶ δὲν περιέχει τίποτε ἄλλο ἀναγόμενον εἰς τὴν οὐσίαν καὶ εἰς τὴν μυστικότητα, ἡ ὁποία ὡς ὀρθῶς ἐτονίσθη, εἰς τὰς δηλώσεις τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Κόμματος, εἶναι ἀρχὴ διέπουσα τὴν ἀνάκρισιν. Αὐτὴν τὴν ἀνακοίνωσιν, ἤθελον νὰ κάμω. Θὰ προσέθετον, ὡς πρὸς τὸ τελευταῖον μέρος τοῦ ἀπολύτως ἀνδροπρεποῦς αἰτήματος τοῦ κ. συναδέλφου, καὶ ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Κόμματος, πρὸς ἄρσιν τῆς ἀσυλίας του, ὅτι καὶ εἰς ἐμὲ παρήχθη ἡ αὐτὴ ἐντύπωσις, τὴν ὁποίαν διηρμήνευσεν ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ–Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος, ὅτι, δηλονότι, ἡ ἄρσις τῆς ἀσυλίας, μολονότι, λέγω, τὸ περὶ αὐτῆς αἴτημα, διατυποῦται τόσον ἐπισήμως καὶ ἀνδροπρεπῶς ἀπὸ τὸν διατυπώνοντα αὐτό, δὲν εἶναι θέμα, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ προέλθῃ ἀπὸ ἡμᾶς αὐτούς, ἀλλ’ ὅτι θὰ ἀπῃτεῖτο ὅπως τὸ αἴτημα αὐτὸ προέλθῃ ἀπὸ τὴν δικαστικὴν ἀρχήν. Καὶ νομίζω, ὅτι παγία πρακτική, ἡ ὁποία ἄλλωστε ἀπετέλεσε θέμα ἐρεύνης τῆς Βουλῆς, ὡς πρὸς τὸ ἄλλο θέμα πρὸ ἡμερῶν, τὸ ἂν ἀπαιτεῖται ἄρσις τῆς ἀσυλίας διὰ τὴν κίνησιν τῆς ἀνακρίσεως, προκειμένου περὶ μέλους τοῦ Σώματος, πρακτικὴ κατ’ ἐπανάληψιν ἐφαρμοσθεῖσα καὶ ἐκδηλωθεῖσα ἐμπράκτως, δεικνύει, ὅτι πράξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν πρόκειται νὰ φθάσουν εἰς ἐνεργείας, οἵας ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 63 τοῦ Συντάγματος, περὶ καταδιωκτικῆς πράξεως, συλλήψεως ἢ φυλακίσεως, δὲν χρῄζουν τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας. Τοῦτο ἄλλωστε ἔχει συμπέσει νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ εἰς περίπτωσιν ἀναγομένην εἰς αὐτὸν τοῦτον τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Ἐθνικοῦ Κόμματος Ἑλλάδος, ὅταν, τότε, μέλος ὢν τῆς Κυβερνήσεως, εἶχε συκοφαντηθῆ καὶ κατηγορηθῆ διὰ τὴν γνωστὴν ὑπόθεσιν τοῦ θανάτου τοῦ Ζεύγου, ὅτε ἄνευ αἰτήσεως ἄρσεως τῆς ἀσυλίας, ἐκινήθη ἡ ἀνάκρισις ἥτις ἀπέληξεν εἰς ἀπόφασιν Συμβουλίου Πλημμελειοδικῶν, ἀπαλλάξασα τοῦτον τῆς τότε καταφώρως παραδόξως ἀπευθυνθείσης κατ’ αὐτοῦ κατηγορίας. Ἐκεῖ, νομίζω, ἐντοπίζεται τὸ ζήτημα, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ὀρθὴ ἄποψις, χωρὶς τοῦτο νὰ ἐνέχῃ κανενὸς εἴδους πολιτικὸν ὑπαινιγμὸν ἢ ἄλλο τι.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν.
§18Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. (Ὑπ. Ναυτικῶν). Κύριοι βουλευταί, πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, ὑπῆρχον κατατεθειμένα ἀρκετὰ νομοσχέδια, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸ «περὶ ὀργανικῶν θέσεων τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ», τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη ὡς ἀναγκαστικὸς νόμος ὑπ’ ἀριθ. 794)1948 «περὶ καταστάσεως ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ». Λαμβάνω τὴν τιμήν, νὰ δηλώσω ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ὅτι υἱοθετῶ τὸν νόμον αὐτόν, εἰς τὸν ὁποῖον ἐπέφερα τροποποιήσεις τινάς, τὰς ὁποίας καὶ καταθέτω, παραλλήλως μὲ ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸν Ὀργανισμὸν τοῦ Β. Ναυτικοῦ. Κύριοι βουλευταί, ὀφείλω νὰ σᾶς δηλώσω, ὅτι τὸ Β. Ναυτικὸν σιωπηρόν, ἀλλὰ σκληρώτατον ἀγῶνα διεξάγει ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡ μὴ ρύθμισις δὲ τῶν ζητημάτων αὐτῶν, ἔχει ἐπιφέρει μίαν ἀνωμαλίαν τῆς καθόλου λειτουργίας τοῦ Σώματος. Θὰ παρακαλέσω, ὅπως τὸ ἐν λόγῳ νομοσχέδιον θεωρηθῇ παρ’ ὑμῶν ὡς κατεπεῖγον καὶ κατόπιν μελέτης ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, τύχῃ τῆς ψήφου ὑμῶν εἰς μίαν καὶ μόνην ἀνάγνωσιν.
§19Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὡς καὶ ἄλλοι κατεπείγοντες νόμοι. Πρέπει νὰ κατατεθοῦν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐγώ, ὅταν θὰ κατατεθοῦν, θὰ ψηφίσω τὴν ἀκύρωσίν των. Ἀποτελοῦν αἶσχος καὶ κατάλυσιν τοῦ πολιτεύματος οἱ ἐκδοθέντες ἀναγκαστικοὶ νόμοι.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΕΠΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Ὁ κ. Θ. Τσάτσος ἔχει τὸν λόγον.
§21Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Εἰσερχόμενος εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεώς μου, συναισθάνομαι ὅλον τὸ βάρος τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ὑπέχω. Καὶ συναισθάνομαι ἀκόμη τὸ βάρος τῆς προσθέτου εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ὑπέχω ἕνεκα τῶν περιστάσεων, ἐν τῷ μέσῳ τῶν ὁποίων διεξάγεται ἡ συζήτησις αὕτη. Ἀλλὰ πιστεύω, ὅτι εἰς ἓν Ἔθνος ἠθικῶς ἰσχυρόν, ἡ συγκάλυψις καὶ ἡ ἀπόκρυψις τῶν ἀδικημάτων καὶ τῶν ἠθικῶν παρεκτροπῶν —οἱοσδήποτε καὶ ἐὰν εἶναι ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος παρεβιάσθη— ὄχι μόνον δὲν ὠφελεῖ ἀλλὰ βλάπτει. Καὶ πιστεύω ἀκόμη, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀληθές, ὄχι παρὰ τὸν ἀγῶνα ποὺ διεξάγει τὸ Ἔθνος, ἀλλὰ τοσούτῳ μᾶλλον ἕνεκα τοῦ ἀγῶνος τούτου. Διότι τὸ βαθύτερον νόημά του, τὸ νόημα τοῦ ἐθνικοῦ μας ἀγῶνος καὶ παντὸς ἀγῶνος, τὸν ὁποῖον διεξηγάγομεν εἰς τὸ παρελθὸν καὶ εἴμεθα ἕτοιμοι —ὅπως ὅλοι γνωρίζουν πλέον— νὰ διεξαγάγωμεν καὶ εἰς τὸ μέλλον εἶναι ἐλευθερία, μία μορφὴ τῆς ὁποίας εἶναι ἡ ἐλευθερία τοῦ τύπου, τῶν ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεων, ἡ ἐλευθερία δηλαδή, τῆς γνώμης, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἐκδηλοῦται. Ἡ ἐντύπωσις κατ’ ἀρχὰς, ἡ βεβαιότης ἔπειτα, ὅτι εἰς τὴν χώραν αὐτὴν ἐὰν διαπράττωνται ἀδικήματα, ἐὰν ἐμφανίζωνται παρεκτροπαὶ ἀπὸ τὴν ἠθικὴν τάξιν, ὅμως ἀποκαλύπτονται καὶ τιμωροῦνται οἱ ἔνοχοι, ἐφ’ ὅσον ἐμπίπτουν εἰς τὸν ποινικὸν νόμον, καὶ στιγματίζονται οἱ παρεκτραπέντες, ἐφ’ ὅσον παρεξετράπησαν ἀπὸ τὴν ἠθικὴν τάξιν, διότι ὁ τύπος εἶναι ἐλεύθερος, διότι ὑπάρχει Βουλή, διότι ὑπάρχει ἐλευθερία γνώμης, διότι ἔχομεν ἐλεύθερον δημοκρατικὸν πολίτευμα· ἡ ἐντύπωσις αὐτή, ἡ βεβαιότης αὐτὴ δὲν ἐλαττώνει τὸ σθένος τοῦ λαοῦ μας, ποὺ μάχεται καὶ ὑποφέρει διὰ νὰ εἶναι ἐλεύθερος. Ἀντιθέτως τὸ ἐξυψώνει. Εἰς τοῦτο ἀκριβῶς ἔγκειται ἡ ἐξυγιαντικὴ δύναμις τῆς ἐλευθερίας. Ὁ εὐφυὴς Ἑλληνικὸς λαὸς γνωρίζει ἄλλωστε ὅτι τὰ Ἔθνη ἐλάχιστα διαφέρουν ὡς πρὸς τὸ ποσοστὸν τῆς ἐγκληματικότητος καὶ τῶν ἠθικῶν παρεκτροπῶν, τὰς ὁποίας ἐμφανίζουν. Διαφέρουν ὅμως ὡς πρὸς τὴν ἔντασιν τῆς δικαιολογικῆς των ἀντιδράσεως, δηλαδή, ὡς πρὸς τὴν δύναμιν τῆς ἐπιβολῆς νομικῶν καὶ ἠθικῶν κυρώσεων. Καὶ θὰ ἐγκρίνῃ διὰ τοῦτο ὅ,τι ἀποτελεῖ πραγματικὴν ἀπόδειξιν τῆς θελήσεως, ἀλλὰ καὶ τῆς δυνάμεως, νὰ ἐπιβληθῇ ὁ νόμος, ὁ ποινικὸς καὶ ὁ ἠθικός. Τὸ θέμα, ἄλλως τε τὸ ἠθικόν, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ σήμερον ἡμᾶς, τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων, ἀπασχολεῖ ἀπὸ ἑβδομάδων τὴν κοινὴν γνώμην. Θὰ ἀπετέλει ἀπεριγράπτου μικρότητος ἠθικὴν φυγομαχίαν ἡ ἄγνοιά του ἐντὸς τῆς αἰθούσας ταύτης. Εἰς τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ἀνέπτυξα, εἷς ὑπάρχει ἀντίλογος. Ἡ πιθανότης τοὺς ἐλέγχοντας νὰ περιστοιχίσουν, φίλοι δῆθεν οἱ συκοφάνται καὶ οἱ δημοκόποι καὶ ἡ προσπάθεια τοῦ ἐλέγχου νὰ καταπνιγῇ μέσα ὡς ἕνα κῦμα συκοφαντικῆς δημοκοπίας. Ἡ συκοφαντία καὶ ἡ δημοκοπία ἀποτελοῦν ἀνέκαθεν κίνδυνον τῆς Δημοκρατίας. Πᾶς ἀληθὴς δημοκράτης, ὄχι μόνον ἀπεχθάνεται καὶ περιφρονεῖ τὴν ψυχικὴν ποταπότητα, τὴν ὁποίαν προϋποθέτουν, ἀλλὰ καὶ μισεῖ τὴν ἄτιμον πρᾶξιν, ποὺ ὑπονομεύει τὰ θεμέλια τοῦ ἐλευθέρου πολιτικοῦ βίου. Δὲν νομίζω, πιθανὸν ν’ ἀποτολμηθῇ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης οὐδὲ συγκεκαλυμένη κἂν ἐκδήλωσις συκοφαντικῆς δημοκοπίας. Ἐὰν ὅμως, παρ’ ἐλπίδα, τοῦτο συμβῇ, ὅσοι πιστεύουν εἰς τὴν δημοκρατίαν ὀφείλουν ν’ ἀποδοκιμάσουν πᾶσαν ἀσχέτως τῆς ἀπόψεως, παρεκτροπήν, τὴν ὁποίαν φαινομενικῶς θὰ ὑποστηρίξῃ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος τυχὸν θὰ παρεκτραπῇ, καὶ οὕτω νὰ συντείνουν εἰς τὴν ἐξύψωσιν καὶ τοῦ γοήτρου τῆς παρούσης Βουλῆς καὶ τοῦ ἠθικοῦ κύρους πολιτεύματος. Φορεῖς ἡμεῖς, διὰ τῆς ψήφου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τοῦ πνεύματος τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν, ὀφείλομεν εἰς τὴν παροῦσαν στιγμήν, τὴν κρισιμωτέραν τῶν ὅσων μέχρι τοῦδε διενύσαμεν, ν’ ἀποδείξωμεν, ὅτι εἰς τὰς δυσκόλους στιγμὰς γνωρίζομεν ποῖον εἶναι τὸ καθῆκον μας. Κύριοι βουλευταί, τὰ ὅσα ἀπὸ τῆς καταθέσεως τῆς ἐπερωτήσεως ἐλέχθησαν ἀπὸ ἑτέρας πλευρᾶς μὲ ἀναγκάζουν, πρὶν εἰσέλθω εἰς τὴν ἀνάλυσιν αὐτῆς, νὰ ἐξετάσω τὸ θέμα ἀπὸ Συνταγματικῆς ἀπόψεως. Ἡ ἐπερώτησις ἀφορᾷ πρᾶξιν ἢ παράλειψιν ὑπουργοῦ ἢ ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν προκειμένῳ ὑπάρχει θέμα ἐπερωτήσεως; Ὑπάρχει τὸ θέμα τῆς παραλείψεως ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως τῶν μέτρων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐγκαίρως λαμβανόμενα θὰ συνετέλουν εἰς τὸ ν’ ἀποφευχθῇ ὁ σάλος, ὁ δημιουργηθεὶς εἰς τὴν κοινὴν γνώμην. Δι’ αὐτὸ ἡ ἐπερώτησις ἀπευθύνεται πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Μαρκεζίνης, ἰσχυρίσθη, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ζητηθῇ ἔλεγχος διὰ πράξεις ἢ παραλείψεις ἐκ μέρους του διὰ χρόνον ἀναγόμενον εἰς πρὸ τῆς ἀναλήψεως τῶν ὑπουργικῶν καθηκόντων διάστημα. Νομίζω, ὅτι πρόκειται περὶ προφανοῦς σοφίσματος. Διότι ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προσελάμβανεν ὡς ὑπουργόν, ἕνα ἐγκληματίαν ὁ ὑπουργὸς οὗτος θὰ ἠδύνατο νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι αἱ πράξεις του δι’ ἃς διώκεται ἀνάγονται εἰς χρόνον καθ’ ὃν οὗτος δὲν ἦτο ὑπουργός, καὶ συνεπῶς δὲν δύναται ν’ ἀσκηθῇ κατ’ αὐτοῦ ἔλεγχος. Ἡ παραμονὴ ἑνὸς ὑπουργοῦ εἰς τὴν θέσιν του τελεῖ πάντοτε ὑπὸ τὴν αἵρεσιν τῆς μὴ διαψεύσεως τῶν ἠθικῶν καὶ νομικῶν προϋποθέσεων τοῦ ὑπουργήματός του. Καὶ ἂν διετηρεῖτο ὁ ὑπουργὸς οὗτος εἰς τὴν θέσιν του, παρὰ τὴν διάψευσιν τῶν προϋποθέσεων αὐτῶν, τοῦτο θὰ ἦτο θέμα ἐλέγχου, καὶ εἶναι σήμερον θέμα ἐπερωτήσεως. Χαρακτηριστικὸν τῆς προσωπικότητος τοῦ κ. Μαρκεζίνη, ὅτι ἐνῷ ἡ εἴσοδός του εἰς τὴν Κυβέρνησιν δὲν ὑπῆρξεν ἀναγκαία ἐξ ἀρχῆς, ἡ ἀπομάκρυνσίς του ὑπῆρξεν ζήτημα ἠθικῆς ἀνάγκης. Τώρα τὸ ζήτημα τῆς Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς. Ἡ Ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπὴ εἶναι μέσον ἐλέγχου, ἀλλὰ δὲν ἔχει τὴν ἔννοιαν μομφῆς κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ὁμοίαν ἀντίληψιν ὑπεστήριξε κατὰ τὸ 1911 ὁ ἀείμνηστος Στέφανος Δραγούμης, ἰσχυρισθεὶς, ὅτι ἡ Ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπὴ ἐνέχει τὸ σπέρμα μομφῆς κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος, ἀπέκρουσεν τὴν ἄποψιν ταύτην καὶ πρὸς ἀπόδειξιν τούτου, ἐζήτησεν ὁ ἴδιος τὴν σύστασιν Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς, διὰ τὸ ζήτημα τῆς γλώσσης. Ἡ Ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ ἐν προκειμένῳ τὶ ἔργον θὰ ἔχῃ; Ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ ἐξακριβώσῃ τὰ γεγονότα καὶ θὰ συνδέσῃ τὰ γεγονότα αὐτὰ πρὸς ὡρισμένα πρόσωπα. Ἐκ τοῦ συνδέσμου τῶν γεγονότων πρὸς τὰ πρόσωπα θὰ ἐξαγάγῃ τὴν ὕπαρξιν εὐθυνῶν. Ἀλλὰ ποίων εὐθυνῶν; Τῶν εὐθυνῶν τῶν ὀργάνων τῶν παρακολουθούντων τὴν ὑπόθεσιν τῆς λαθρεμπορίας τοῦ συναλλάγματος καὶ τῶν ὀργάνων τῶν ἐνεργησάντων τὴν προανάκρισιν. Μετὰ τὴν ἐξακρίβωσιν τῶν γεγονότων θὰ ἐξετασθοῦν καὶ οἱ ὅροι, ὑφ’ οὓς διενεργήθη ἡ ἀνάκρισις. Κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς προκειμένης ὑποθέσεως ἐλέχθη ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετασθῇ ὁ τρόπος τῆς ἐνεργείας τῆς ἀνακρίσεως, διότι τοῦτο, θὰ ὑπεισήρχετο εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς δικαιοσύνης καὶ θὰ κατεπατεῖτο οὕτω ἡ ἀρχὴ τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν. Ἀλλὰ τί εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν; Εἶναι χωρισμὸς ἁρμοδιοτήτων, καὶ χωρισμὸς φορέων ἑκάστης ἁρμοδιότητος. Εἰς αὐτὸ ἐντοπίζεται ἡ νομικὴ ἔννοια τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν. Ἀλλὰ εἶναι ἀβάσιμον νὰ διευρυνθῇ ἡ ἀρχὴ τῆς διακρίσεως ἐξουσιῶν, τόσον, ὥστε ν’ ἀποκλείεται ὁ ἔλεγχος καὶ ἡ παρακολούθησις τῶν ἄλλων ἐξουσιῶν. Ἡ ἀφελὴς αὐτὴ ἀντίληψις περὶ τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν θὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὴν διάλυσιν τοῦ Κράτους. Ἡ θεωρητικὴ αὐτὴ ἀνάλυσις, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ στηρίζεται εἰς τήν ὀρθότητα μόνον τῶν συλλογισμῶν μου. Διὰ τοῦτο ἀναφέρω πῶς καὶ συγγραφεῖς ὑποστηρίζοντας ὅτι Ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπὴ, δύναται νὰ ἐξετάζῃ ἀκόμη καὶ τὸν τρόπον ἐνεργείας τῆς ἀνακρίσεως. Ἀναφέρω ἐκ τῶν ἡμετέρων τὸν Σαρίπολον. Ἐκ τῶν Γάλλων τὸν DUGUIT καὶ τὸν ESMEN «................ ................. (ἀναγινώσκει) ...................». Νομίζω, ὅτι κατόπιν αὐτῶν, τὰ ὁποῖα κατ’ ἀνάγκην εἶχον νὰ εἴπω εἰς τόνον ἐπιστημονικὸν, ἡ συζήτησις αὐτὴ τερματίζει τὸ θέμα τῆς δῆθεν παραβιάσεως τοῦ πολιτεύματος διὰ τῆς καταθέσεως τῆς ἐπερωτήσεως. (Χειροκροτήματα).
§22Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Κύριε συνάδελφε, φρονεῖτε, ὅτι δύναται παραλλήλως πρὸς τὴν ἀνάκρισιν νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπή.
§23Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Μάλιστα καὶ ὑπῆρχεν. Ἐξ ἄλλης ἀφορμῆς ἀνέφερα παράδειγμα τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας τῆς Γαλλίας. Ἡ περαιτέρω ἐξέλιξις τῆς ὑποθέσεως νομίζω ὅτι μὲ ἐδικαίωσε. Τὸ δευτεροβάθμιον δικαστήριον ἐμείωσε τὰς πρωτοδίκους ποινάς.
§24Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἐπὶ λαθρεμπορίας εἰδῶν.
§25Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Καὶ αἱ δύο ὑποθέσεις, κ. ὑπουργέ, καὶ τῆς λαθρεμπορίας συναλλάγματος καὶ τῶν ὡρολογίων ὑπῆρξαν συναφεῖς. Ἡ αὐτὴ σπεῖρα διενήργει καὶ τὰ δύο λαθρεμπόρια. Εἶναι γεγονὸς πασίδηλον ὅτι ἡ συσχέτισις πολιτικῶν προσώπων δηλ. τοῦ κ. Σπ. Μ. καὶ τοῦ κ. Σπ. Θ, διότι τὸ ὄνομα τοῦ κ. Σ. Β. ἀνεμίχθη διὰ τοῦ βουλεύματος εἰς τὴν ὑπόθεσιν καὶ οὐδὲν ἡ κοινὴ γνώμη ἐγνώριζε προηγουμένως μὲ τὴν σπεῖραν τῶν λαθρεμπόρων, προεκάλεσε τὴν μεγίστην ἀναταραχήν. Ἀλλ’ ἀφ’ ἧς ἐγεννήθη τὸ ζήτημα μέχρι σήμερον παρενεβλήθησαν τρία γεγονότα. αʹ) Ἡ παραίτησις τῆς Κυβερνήσεως. βʹ) Ἡ ἔκδοσις τοῦ ἀπαλλακτικοῦ βουλεύματος. γʹ) Ἡ ἀνακοπή. Χωροῦντες εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς ὑποθέσεως δέον νὰ ἐκφέρωμεν σαφῆ καὶ ᾐτιολογημένην κρίσιν ἐξήγησιν, διατὶ ἡ παραίτησις τῆς Κυβερνήσεως καὶ διατὶ ἡ ἔκδοσις τοῦ ἀπαλλακτικοῦ βουλεύματος δὲν ἔχουν καταστήσει περιττὴν τὴν συζήτησιν τῆς ὑποθέσεως. Διὰ νὰ ἀπαντήσωμεν ὅμως, εἰς τὰ δύο πρῶτα ἐρωτήματα, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὴν ἀρχήν. Διεξαγομένης τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως τὴν... Φεβρουαρίου ὑπεστήριξα ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ δίκη τῆς λαθρεμπορίας νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὰ στρατοδικεῖα. Ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργός, τοῦ ὁποίου τὴν καλὴν πίστιν, αἰσθάνομαι τὸ καθῆκον νὰ διακηρύξω, πρῶτος ἀντέκρουσε τὴν ἄποψίν μου. Δύο δίκαι διεξήχθησαν καὶ τὸ προσιδιάζον εἰς τὴν τακτικὴν δικαιοσύνην σύστημα τῆς ὑπάρξεως δύο βαθμῶν. Καὶ ἡ νοοτροπία τοῦ τακτικοῦ δικαστοῦ ἔσχεν εἰς τὸν δεύτερον ὡς ἀποτέλεσμα ἐλάττωσιν τῶν ἐπιβληθεισῶν εἰς τὸν πρῶτον βαθμὸν ποινῶν. Τὸ κατὰ νόμον ἀνώτατον ὅριον τῆς ποινῆς εἶχε κριθῆ γενικῶς ὡς ἀπροσάρμοστον πρὸς τὸ μέγεθος τοῦ διαπραχθέντος ἀδικήματος, εἶχε κριθῆ ἀνεπαρκὲς καὶ ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργόν. Ἐν τούτοις τὸ ὅριον τοῦτο δὲν ἐξηντλήθη. Φαίνεται ὅτι ὁ δικαστικὸς συλλογισμὸς ἀντιμετωπίσθη τὸ λογικῶς δυνατόν, ἀλλὰ πράγματι ἀπίθανον ἐνδεχόμενον τῆς ἐμφανίσεως βαρυτέρου ἀδικήματος εἰς τὸ μέλλον, ἠθέλησε νὰ διαφυλάξῃ τὴν δυνατότητα ἀναλόγως αὐστηροτέρας μεταχειρίσεως ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ νόμου. Φυσικὸν εἶναι ὁ τακτικὸς δικαστὴς νὰ σκεφθῇ οὕτως. Ἀλλὰ δὲν ἦτο σκόπιμον νὰ μὴ προλάβῃ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις. Ἡ τοιαύτη διαχείρισις τῆς ὑποθέσεως ἀπὸ κυβερνητικῆς πλευρᾶς, ὀφείλω νὰ σημειώσω ὅτι ἐξέπληξε τὴν κοινὴν γνώμην, ἀπὸ τὴν εὐθυκρισίαν τῆς ὁποίας δὲν διέφυγεν ὅτι ἡ ἔκτασις τοῦ ἀδικήματος τῆς λαθρεμπορίας τοῦ συναλλάγματος ἦτο τοιαύτη, ὥστε νὰ μετουσιοῦται ἡ φύσις αὐτοῦ καὶ ν’ ἀποβαίνῃ ἀδίκημα κατὰ τῆς ἀσφαλείας τοῦ Κράτους. Μέσα εἰς τὸ πλαίσιον τῆς ἐκπλήξεως ταύτης ἐξερράγη ἡ πληροφορία ὅτι εἰς τὰ σημειωματάρια τοῦ ἑνὸς ἐκ τῶν δικαζομένων τότε, τῶν ἤδη κριθέντων ἐνόχων, ἀναγράφονται, πολιτικῶν προσώπων καὶ συγκεκριμένως, τὰ ὀνόματα τοῦ κ. Σπ. Μαρκεζίνη καὶ τοῦ κ. Σπ. Θεοτόκη, ὄχι τὸ ὄνομα τοῦ κ. Σ. Βενιζέλου. Καὶ ἐζητήθη ἡ κατάθεσις τοῦ ἐν λόγῳ στοιχείου ὡς καὶ ἄλλων. Ἡ κατάθεσις ὅμως τῶν ζητηθέντων στοιχείων δὲν ἔγινεν. Ἕνεκα τῶν διαφόρων δηλώσεων καὶ πληροφοριῶν, αἱ ὁποῖαι ἐδημοσιεύθησαν σχετικῶς, δὲν ἔχει ἀποβῆ σαφὲς ποῖος ἠρνήθη τὴν κατάθεσιν. Ἡ Κυβέρνησις, ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Α.Π., ὁ εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν, ὁ διεξάγων τὴν ἀνάκρισιν ἢ ὁ ἐποπτεύων ταύτην ἐπιθεωρητὴς–ἀρεοπαγίτης. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι βέβαιον, εἶναι ὅτι ἐγένετο ἡ ἐπίκλησις τοῦ ἄρθρου 162 τῆς Ποιν. Δικονομ. ἐν τούτοις προγενεστέρου ἀπὸ μιᾶς τοὐλάχιστον ἀπόψεως γενικωτέρου τῆς σχετικῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 50 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ χωρὶς νὰ ληφθῇ καθόλου ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ καθιερουμένη μυστικότης τῆς ἀνακρίσεως δὲν εἶναι ἀπόλυτος. Ἀπόλυτος εἶναι κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 162 τῆς Ποιν. Δικον. ἡ μυστικότης τῆς ἀνακρίσεως καθ’ ὅσον ἡ ἀνακοίνωσις στοιχείου τινός δύναται νὰ παραβιάζῃ τὴν ἀναζήτησιν τῆς ἀληθείας. Θέλω νὰ ἐλπίζω ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀντελήφθη ἐν προκειμένῳ καλῶς ὅτι δὲν ἦτο ἁρμόδιος νὰ κρίνῃ κατὰ πόσον συνέτρεχεν ἡ περίπτωσις βλάβης τῆς ἀνακρίσεως αὐτός, ἀλλὰ μόνον ὁ ἀνακριτής, ὁ διεξάγων τὴν ἀνάκρισιν καὶ ἐλπίζω νὰ προκύπτῃ ἐξ ἐγγράφου, διὰ ποίους λόγους ἔγινεν ὅτι θὰ ἐβλάπτετο ἡ ἀνάκρισις ἀπὸ τὴν ἀνακοίνωσιν τῶν ἐν λόγῳ στοιχείων. Ὁ ἀνακριτὴς δὲν ἐμποδίζεται ποσῶς ν’ ἀνακοινώσῃ ὡρισμένα στοιχεῖα εἰς τὸν κατηγορούμενον, τὸν ὁποῖον δύναται νὰ ἐξετάσῃ ὡς μάρτυρα, ἐὰν ἀκόμη δὲν ἔχῃ ἀποφανθῆ περὶ τῆς εὐθύνης του.
§26Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. Ἅπαντες οἱ συγγραφεῖς ἀποκρούουν κατηγορηματικῶς τὴν ἐξέτασιν τοῦ κατηγορουμένου ὡς μάρτυρος, διότι αὐτὸ σημαίνει παγίδευσιν τοῦ κατηγορουμένου.
§27Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ δίδωμεν περισσοτέραν νομικὴν σημασίαν εἰς τοῦτο. Ἀναμφιβόλως ἐὰν ἡ ἰδιότης τοῦ κατηγορουμένου καταστῇ ἐμφανής ὡς τοιούτου, δὲν δύναται νὰ ἐξετασθῇ ὡς μάρτυς. Διότι ὁ μάρτυς ἔχει εὐθύνην δι’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ εἴπῃ, ὁ δὲ ἀνακριτὴς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δυσχεράνῃ τὴν θέσιν τοῦ κατηγορουμένου. Ἐν πάσῃ περιπτώσει τὰ ἔγγραφα δὲν κατετέθησαν. Καὶ τοῦτο συνεκίνησε καὶ πάλιν τὴν κοινὴν γνώμην. Ταὐτοχρόνως ἡ ἐν γένει προκληθεῖσα τότε ἀναταραχὴ ἔφερε δεδομένα τινὰ διὰ τοῦ τύπου ταχέως εἰς τὴν δημοσιότητα. Τὰ δεδομένα ταῦτα εἶναι: αʹ) Ὅτι ὁ κ. Σπ. Θεοτόκης ὑπῆρξεν ὁ παράνυμφος τοῦ Νικολαΐδη. βʹ) Ὅτι ὁ κ. Σπ. Μαρκεζίνης ὑπῆρξεν ὁ παράνυμφος τοῦ Κανελλοπούλου. γʹ) Ὅτι ὁ Νικολαΐδης στρατευθεὶς ἀπεσπάσθη εἰς τὸ Ὑπ. Δημοσίας Τάξεως ἐπὶ ὑπουργίας Σπ. Θεοτόκη καὶ ἡ τοιαύτη ἀπόσπασις ἐξελίχθη ἀνωμάλως. δʹ) Ὅτι ὁ Νικολαΐδης ἀνεμιγνύετο εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ ὀργάνου τοῦ Νέου Κόμματος «Πνοή». εʹ) Ὅτι ἡ «Πνοή» ἔπαυσεν ἐκδιδομένη ὀλίγον μετὰ τὴν σύλληψιν τοῦ Νικολαΐδη. στʹ) Ὅτι ἡ σύζυγος ἑνὸς ἐκ τῶν βουλευτῶν τοῦ Νέου Κόμματος ἦτο ἡ ἀδελφὴ τῆς συζύγου Πεταλᾶ. Ἡμεῖς ἐγκαίρως ἐλάβομεν θέσιν πρὸ τῆς δημιουργηθείσης τότε καταστάσεως. Ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος ἐδήλωσεν ὅτι ἓν ἐκ τῶν δύο ὀφείλει νὰ συμβῇ: ἢ νὰ παραιτηθῇ ὁ κ. Σπ. Μαρκεζίνης ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἢ ἡ Κυβέρνησις νὰ κηρυχθῇ ἀλληλέγγυος πρὸς αὐτόν. Πράγματι καὶ αἱ δύο λύσεις ἦσαν τυπικῶς ἀνεπίληπτοι. Προτιμοτέρα ἦτο βεβαίως, κατ’ οὐσίαν ἡ πρώτη, διότι ἀποδεικνύουσα τὴν εὐθιξίαν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου παρεῖχεν εἰς ὅλους μας μίαν ἔντιμον διέξοδον χωρὶς νὰ ἐπιτρέψῃ παρεξηγήσεις ἀφοῦ ὁ κ. Σπ. Μαρκεζίνης θὰ ἠγωνίζετο πλέον πρὸς ἀποσαφήνισιν τῆς πραγματικῆς του θέσεως, χωρὶς τὸ εἰς τοιαύτας περιστάσεις παρεξηγήσιμον περίβλημα τῆς ἐξουσίας. Ἐφημερίδες ὅπως τὸ «Βῆμα», ἡ «Καθημερινή» καὶ ἡ «Ἑστία» ὑπερασπίζουσαι τὸν κ. Σπ. Μαρκεζίνην, προέβαλον τὸ ἐπιχείρημα ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποκύψῃ τόσον εὐκόλως εἰς ἀσυστάτους κατηγορίας περὶ ὑπόπτων σχέσεων μὲ τὴν σπεῖραν τῶν λαθρεμπόρων. Ἀναμφιβόλως εἶναι ἠθικῶς ἀπαράδεκτον μία ἀσύστατος κατηγορία νὰ ὑποχρεοῖ τὸν καθ’ οὗ στρέφεται εἰς τὴν ἐγκατάλειψιν πολιτικοῦ ἀξιώματος. Ἀλλὰ ἐδῶ πρόκειται περὶ «ἀσυστάτου» κατηγορίας; Τί εἶναι «ἀσύστατος» κατηγορία; Ἀσύστατος εἶναι ἡ κατηγορία, ὁσάκις ἀποδίδεται εἰς ὡρισμένον πρόσωπον ἠθικὸς χαρακτηρισμὸς ἀδικαιολόγητος ἢ πρᾶξις ἢ παράλειψις ἀνυπόστατος. Ἐὰν τοιοῦτον τι συνέβαινεν ἐν προκειμένῳ, πολλοὶ θ’ ἀνήρχοντο σήμερον εἰς τὸ βῆμα, διὰ ν’ ἀγορεύσουν ὑπὲρ τοῦ κ. Σπ. Μαρκεζίνη, πολιτικοῦ των ἀντιπάλου, διότι ἡ εὐγένεια καὶ ὁ ἱπποτισμὸς θέλγει κατὰ κανόνα τὸν Ἕλληνα. Ἀλλὰ δὲν συμβαίνει τοιοῦτον τί. Οὐδεὶς ἐγένετο ἠθικὸς χαρακτηρισμὸς τοῦ κ. Σπ. Μαρκεζίνη, οὐδὲ ἀπεδόθησαν εἰς αὐτὸν ἀνυπόστατοι πράξεις ἢ παραλείψεις. Δὲν διετυπώθη κἂν ἐφ’ ὅσον γνωρίζω, κατηγορία κατ’ αὐτοῦ οὐδαμόθεν. Ὑποψίαι ἐγεννήθησαν καὶ στηρίζονται εἰς ὡρισμένα γεγονότα, μὴ δεκτικὰ ἀμφισβητήσεως, δηλαδὴ ἡ μνεία τοῦ ὀνόματος ἐν συσχετίσει πρὸς ὡρισμένα ποσὰ ἢ πρὸς ὡρισμένους ἀριθμοὺς τῶν κ.κ. Σπ. Μαρκεζίνη καὶ Σπ. Θεοτόκη εἰς τὸ περίφημον σημειωματάριον ἐν συνδυασμῷ μὲ τὰς συγκεκριμένας καὶ σημειωθείσας παρ’ ἐμοῦ προηγουμένως σχέσεις ἀμφοτέρων πρὸς Κανελλόπουλον καὶ Νικολαΐδην ἐγέννησαν ὑποψίας. Καὶ ἦτο φυσικὸν νὰ γεννήσουν ὑποψίας. Δὲν εἶναι δυνατὸν εἷς ἄνθρωπος μὲ φυσιολογικὴν κρίσιν νὰ μὴ τὸ ἀντιληφθῇ αὐτό. Καὶ πρὸς ἀπόδειξιν τούτου ἐρωτῶ: Τί θὰ ἔλεγεν ἄλλωστε ὁ ἐρευνῶν ἐκ τῶν ὑστέρων τοῦ φακέλλου τῆς ὑποθέσεως ἐὰν διεπίστωνεν ὅτι ὁ ἀνακριτὴς εὑρὼν ὅσα εὗρε στοιχεῖα ἠρκέσθη εἰς τὸ νὰ λάβῃ ἁπλῶς γνῶσιν αὐτῶν; Θὰ ἔλεγεν ὅτι ὁ ἀνακριτὴς παρέλειψε τὸ καθῆκον του. Τοῦτο τί σημαίνει; Σημαίνει ὅτι ἐγέννησεν ὑποψίαν ἐκ τῶν συγκεντρωθέντων στοιχείων. Δι’ αὐτὸ ἄλλως ὁ ἀνακριτὴς ἀπηύθυνε τὴν ἔρευνάν του πρὸς διακρίβωσιν καὶ συμπλήρωσιν τῶν ἐν λόγῳ στοιχείων. Ἀποτελοῦν ὅμως καὶ ἀπόδειξιν ἐνόχων σχέσεων τὰ στοιχεῖα ταῦτα ἢ μόνον στοιχεῖα θεμελιοῦντα ὑποψίας ἢ κατ’ αὐστηροτέραν κρίσιν ἐνδείξεις. Κατ’ ἐμὲ πρὸς θεμελίωσιν ποινικῆς καταδίκης, εἶναι ἀνεπαρκῆ στοιχεῖα. Ἀλλὰ ἡ ποινικὴ κρίσις κατὰ τοῦτο διαφέρει τῆς πολιτικῆς: Ὅτι ἡ ποινικὴ κρίσις ἐκ τῆς ὑποψίας συνάγει τὴν ὑποχρέωσιν τῆς διενεργείας ἀνακρίσεως καὶ τῆς παραπομπῆς εἰς δίκην, ἐνῷ ἡ πολιτικὴ κρίσις ἐκ τῆς ὑποψίας συνάγει τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ παραμερισμοῦ καὶ καταδικάζει ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἀρνεῖται νὰ παραμερίσῃ οἰκειοθελῶς τὸν καταδικάζει ὄχι διὰ τὸ ζήτημα, διὰ τὸ ὁποῖον τοῦ ὑποψιάζεται, ἀλλὰ τὸν καταδικάζει διότι ἀρνεῖται νὰ παραμερίσῃ. Ἡ κοινὴ γνώμη ὠθουμένη ἔν τινι μέτρῳ εἰς τοῦτο, ἀπὸ τὴν ὀστρακοειδῆ προσκόλλησιν τοῦ κ. Σπ. Μαρκεζίνη ἐπὶ τοῦ ὑπουργικοῦ θώκου, ἀπὸ τὴν πρωτοφανῆ αὐτὴν ἔλλειψιν πολιτικῆς εὐθιξίας κατεδίκασε τὴν ἄρνησιν τοῦ παραμερισμοῦ καὶ ἤρχισε νὰ διερωτᾶται περί τινος πρόκειται καὶ νὰ ὑποπτεύεται περισσότερον. Κατέστη δηλαδὴ ἡ ἐπιμονὴ τοῦ κ. Σπ. Μαρκεζίνη νὰ μὴ παραιτηθῇ, στοιχεῖον ἐπιτακτικὸν τῆς κατ’ αὐτοῦ σχηματισθείσης ὑποψίας. Ὁ κ. Σπ. Μαρκεζίνης ἀντὶ νὰ παραιτηθῇ καὶ νὰ ὁμιλήσῃ, ἠθέλησε νὰ παραμείνῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ σιωπήσῃ Ὑπέλαβε προφανῶς ὅτι τοῦτο εἶναι στάσις ἀξιοπρεπὴς καὶ ρωμαλέα. Στάσις ἡ ὁποία ἐὰν ἐστηρίζετο εἰς μακρὸν βίον μεστὸν πολιτικῆς δράσεως ἢ ἐπαγγελματικῆς ἐπιτυχίας θὰ εἶχεν ὄχι βεβαίως δικαιολογίαν, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἐξήγησιν. Ἀλλὰ ἡ μικρά πολιτική του ἱστορία καὶ εἰς ἔκτασιν καὶ εἰς περιεχόμενον μικρά, ὄχι μόνον δὲν δικαιολογεῖ, ἀλλὰ δὲν ἐξηγεῖ κἂν τὴν στάσιν τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Νέου Κόμματος. Εὑρεθεὶς πρὸ μιᾶς σειρᾶς κατ’ αὐτοῦ στρεφομένων ἐνδείξεων ἢ τοὐλάχιστον πρὸ μιᾶς καταπληκτικῆς συγκυρίας δυσμενῶν συμπτώσεων δὲν εἶχε τὴν τόλμην νὰ συναγάγῃ τὰ στοιχειώδη ἐκεῖνα συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα ὁπωσδήποτε ὤφειλε νὰ συναγάγῃ. Ἀλλὰ ἂς συνεχίσωμεν: Ἡ περίεργος στάσις τοῦ κ. Σπ. Μαρκεζίνη καὶ ἡ ἀτυχὴς διαχείρισις τοῦ ὅλου θέματος ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, κορυφοῦται μὲ τὴν πρόσκλησιν τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου πρὸς παροχὴν πληροφοριῶν καὶ τὴν σύμπτωσιν τῆς παρουσίας τρίτου προσώπου ὡς ἐλέχθη παρὰ τῷ Πρωθυπουργῷ, τὸ ὁποῖον τρίτον πρόσωπον συνέπεσε νὰ εἶναι ὁ κ. Σπ. Μαρκεζίνης. Ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ ἐπιμείνω ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου. Διότι ἐγένετο χρῆσις καὶ πάλιν τοῦ ὅρου σύμπτωσις. Ἂς δεχθῶμεν ὅτι ὀφείλεται εἰς σύμπτωσιν ἡ παρουσία παρὰ τῷ κ. Πρωθυπουργῷ τοῦ κ. Σπ. Μαρκεζίνη, ἀποκαλουμένου ἐφεξῆς χάριν εὐκολίας «τρίτον πρόσωπον». Ἂς λησμονήσωμεν ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δέχεται ἐπὶ συνεντεύξει καὶ γνωρίζει ἐκ τῶν προτέρων ποῖος τὸν ἐπισκέπτεται καὶ πότε. Ἀποκαλεῖται ὅμως σύμπτωσις καὶ ἡ παραμονὴ τοῦ «τρίτου προσώπου» παρὰ τὴν ἄφιξιν τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ παρὰ τὴν ὑπ’ αὐτοῦ παροχὴν πληροφοριῶν, αἵτινες τὸν ἀφοροῦν καὶ τῶν ὁποίων λαμβάνει οὕτω γνῶσιν ἄγνωστον ὑπὸ ποίαν ἰδιότητα. Ὄχι βεβαίως ἐὰν αἱ λέξεις ἔχουν διατηρήσει τὴν ἔννοιάν των. Εἶναι μία πρᾶξις, ἡ ὁποία ἐκπλήσσει παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἕπεται καὶ ἄλλων δειγμάτων πρωτοφανοῦς ἐλλείψεως εὐθιξίας. Θέλω νὰ ἐλπίζω ὅτι ἡ πρόσκλησις αὐτὴ τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ νὰ παράσχῃ πληροφορίας, παρουσίᾳ τρίτου προσώπου, ἀφορώσας τὸ τρίτον τοῦτο πρόσωπον, ἐγένετο ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργοῦ. Ὁ κ. Σπ. Μαρκεζίνης καὶ ὁ κ. Σπ. Θεοτόκης ἀπεφάσισαν τέλος, νὰ δώσουν ἐξηγήσεις οὕτως εἰπεῖν κατὰ συγκατάβασιν πρὸς τὴν ἀσχημονοῦσαν κοινὴν γνώμην. Ὁ κ. Σπ. Μαρκεζίνης προέβη εἰς ἐπεξηγηματικὰς δηλώσεις τὴν 29 Μαρτίου καὶ ὁ κ. Σπ. Θεοτόκης τὴν 30 Μαρτίου. Ὁ κ. Σπ. Μαρκεζίνης ἀνεγνώρισε κανονικὰς σχέσεις μὲ τὸν Νικολαΐδην καὶ δανεισμὸν παρ’ αὐτοῦ διαφόρων ποσῶν, μὴ κατονομαζομένων. Ὁ κ. Σπ. Θεοτόκης στενωτέρας μετ’ αὐτοῦ κοινωνικὰς σχέσεις καὶ εἴσπραξιν διαφόρων ποσῶν εἰς δραχμὰς ἀπὸ ἐνοίκια. Ἡ ἁπλότης τῶν δηλώσεων αὐτῶν γεννᾷ τὴν ἀπορίαν, διατὶ δὲν ἐγένοντο ἐνωρίτερον. Ἀλλὰ γεννοῦν καὶ ἄλλας ἀπορίας αἱ δηλώσεις αὗται. Οὕτω 1) Ἀποσιωποῦν τὰς σχέσεις μὲ Κανελλόπουλον. 2) Ἀποσιωποῦν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Νικολαΐδη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Δημοσίας Τάξεως. 3) Ὁμιλοῦν περὶ δανεισθέντος ποσοῦ καὶ εἰσπραττομένων ἐνοικίων καὶ δὲν λέγουν περὶ ποίων ἐπρόκειτο ποσῶν καὶ πόσα ἦσαν τὰ εἰσπραχθέντα ἐνοίκια, διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ συγκριθοῦν πρὸς τὰ ἀναγραφόμενα εἰς τὸ σημειωματάριον ποσά, ὥστε ἡ ἀνάκρισις θὰ ἔπαυε νὰ εἶναι μυστική. 4) Οὐδένα κάμνει λόγον ὁ κ. Μαρκεζίνης περὶ τῆς μνημονευούσης αὐτὸν ἐπιστολῆς. Ἑπόμενον ἦτο αἱ δηλώσεις αὐταί, ὡς ἐγένοντο νὰ μὴ καθησυχάσουν τὴν κοινὴν γνώμην, ἡ ὁποία ἐξηκολούθησε νὰ ζητῇ τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Σπ. Μαρκεζίνη. Ἀλλὰ ὁ κ. Σπ. Μαρκεζίνης ἐφεῦρε ὅτι δὲν εἶναι νοητὴ ἡ μεμονωμένη ἀπομάκρυνσίς του ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ὤφειλε νὰ παραιτηθῇ ὁλόκληρος ἢ νὰ διατηρήσῃ τὸν ἀποδοκιμαζόμενον ἀπὸ τὴν κοινὴν γνώμην ὑπουργόν. Ὁ συλλογισμὸς εἶναι παράδοξος. Ἀλλὰ τὸ καταπληκτικὸν εἶναι ὁ σκοπός, τὸν ὁποῖον ὑπέκρυπτεν ὁ συλλογισμὸς οὗτος. Πρὸ τοῦ κατὰ Ἰανουάριον σχηματισμοῦ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ φιλικωτέρα ἐκ τῶν κηδεμονευουσῶν τὸ κόμμα του ἐφημερίδα, ἀπὸ μακροῦ εὐηγγελίζετο μίαν ρωμαλέαν πολιτικὴν λύσιν. Καὶ ἀπεσαφηνίσθη ὅτι ἡ δοθεῖσα τότε λύσις εἰς τὸ κυβερνητικὸν χωρὶς νὰ εἶναι κακή, δὲν ἦτο ρωμαλέα καὶ εἶχε χαρακτῆρα μιᾶς τελευταίας δοκιμῆς. Μέσα εἰς τὸν στρόβιλον τῆς περιπετείας, εἰς τὴν ὁποίαν περιεπλάκη ὁ κ. Σπ. Μαρκεζίνης ἐνόμισεν, ὠθούμενος ἀπὸ τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὑποκειμενικῶς εὔλογον, τῆς ἀποφυγῆς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, ὅτι ἦλθεν ἡ ὥρα μετὰ τὴν ρωμαλέαν στάσιν εἰς τὸ ζήτημα τοῦ σκανδάλου νὰ δοθῇ καὶ ἡ ρωμαλέα λύσις εἰς τὸ κυβερνητικὸν ζήτημα. Ὤφειλεν ὅμως ἡ Κυβέρνησις πρὸς τοῦτο νὰ παραιτηθῇ. Καὶ ἀρνούμενος νὰ παραιτηθῇ αὐτὸς μόνος ἐξηνάγκαζε τὴν Κυβέρνησιν εἰς παραίτησιν καὶ ἐξησφάλιζεν οὕτω μίαν ἀπαραίτητον προϋπόθεσιν τῆς ρωμαλέας λύσεως. Ἀλλὰ ἡ Βουλή; Ἡ Βουλὴ βεβαίως, ἦτο μία ἐνόχλησις, ἀλλ’ ὄχι ἀνυπέρβλητον ἐμπόδιον. Ἡ λῆξις τῶν ἐργασιῶν τῆς συνόδου καὶ ἐνδεχομένως κατόπιν ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς ἄνευ προκηρύξεως ἐκλογῶν ἢ μετὰ προκηρύξεως ἐκλογῶν, αἵτινες ὅμως κατ’ ἀνάγκην θ’ ἀνεβάλοντο λόγῳ ἀνωτέρας βίας, ἰδοὺ μία μέθοδος παραμερισμοῦ τῆς Βουλῆς. Καὶ ἡ ἀνωμαλία θὰ περιωρίζετο εἰς τὴν μὴ ἐμφάνισιν τῆς ρωμαλέας Κυβερνήσεως ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Τὸ Δημοκρατικὸν Σοσιαλιστικὸν Κόμμα κατήγγειλεν ἐπισήμως τὰς ἐνόχους προθέσεις. Καὶ πιστεύομεν ὅτι ἡ ἔγκαιρος ἀπὸ μέρους τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος καταγγελία ὑπῆρξεν ὠφέλιμος. Τέλος, ἡ Κυβέρνησις ἐπληροφορήθη μίαν ἑσπέραν ὅτι ἔχει παραιτηθῆ. Τί ἀκριβῶς συνέβη τότε καὶ ποία ἡ ἔννοια καὶ ἡ διάρκεια τῆς δοθείσης εἰς τὸν κ. Σοφούλην ἐντολῆς μεταξὺ ποίων λύσεων διεκυμάνθη οὗτος, πάντα ταῦτα εἶναι ἀσφαλῶς σπουδαῖα, ἀλλὰ δὲν ἐνδιαφέρουν ἐν προκειμένῳ. Τὸ γεγονὸς ὅμως τῆς παραιτήσεως ὅλης τῆς Κυβερνήσεως ἐνδιαφέρει ἀπὸ μιᾶς ἄλλης ἀπόψεως. Ἐνδιαφέρει ἀπὸ τῆς ἀπόψεως, ἐὰν ἐτερμάτισεν ἡ παραίτησις αὕτη τὸ δημιουργηθὲν πολιτικὸν ζήτημα. Καὶ εἰς τὸ τιθέμενον ἐρώτημα δίδομεν ἀδίστακτον τὴν ἀπάντησιν ὅτι ὄχι, τὸ ζήτημα δὲν ἐτερματίσθη. Ἡ παραίτησις τῆς Κυβερνήσεως, παρ’ οἱανδήποτε πρὸς στιγμὴν ὑπάρξασαν καὶ ἐκδηλωθεῖσαν εἰς τὸν τύπον σκέψιν, νὰ μὴ εἶναι τυπική, ἀλλὰ νὰ δώσῃ τὴν ἀφορμὴν δημιουργίας μιᾶς ἐντελῶς νέας «ρωμαλέας» ἂς εἴπωμεν καταστάσεως, ἐν τοῖς πράγμασιν ἀπέμεινε τυπικὴ καὶ περιβάλλει ἁπλῶς τὴν ἀποπομπὴν τοῦ ἀρνουμένου νὰ παραιτηθῇ κ. Σπ. Μαρκεζίνη μὲ θόρυβον καὶ τυμπανοκρουσίαν. Ἀλλὰ τὸ δημιουργηθὲν ζήτημα ἀφέθη ἐπὶ τόσον χρόνον ἐκκρεμὲς ὥστε νὰ μὴ δύναται πλέον ν’ ἀποτελέσῃ λύσιν ἡ ἀποδοκιμασία τοῦ κ. Σπ. Μαρκεζίνη καὶ μάλιστα ἡ συγκεκαλυμμένη πολιτικὴ ἀποδοκιμασία. Διότι ἔχει τὰς στενάς, ἐν πάσῃ περιπτώσει σχέσεις, τὰς ὁποίας ἀπεδείχθη ὅτι εἶχε πρὸς τὰ κύρια μέλη τῆς σπείρας τῶν λαθρεμπόρων, ὁ κ. Σπ. Μαρκεζίνης ἐπεζήτησε νὰ παραμείνῃ, πρὸς κοινὸν σκάνδαλον, μέλος τῆς Κυβερνήσεως, καθ’ ὃν χρόνον ἠρευνήθησαν καὶ ἐξεδικάσθησαν αἱ ὑποθέσεις τῶν ἄλλοτε φίλων του. Ἀλλὰ πρὸ παντὸς δι’ ἕνα πρόσθετον ἀκόμη λόγον. Ἔγκειται ὁ λόγος αὐτὸς εἰς ὅσα δύναταί τις εὐλόγως νὰ εἰκάσῃ ἐκ τῆς ἐμφανίσεως τοῦ ἄλλοτε Προέδρου τοῦ Συνδέσμου Βιομηχάνων κ. Χρ. Κατσάμπα καὶ τῶν ἐν γένει σχέσεών του πρὸς τὸ λεγόμενον Νέον Κόμμα. Ὁ κ. Χρ. Κατσάμπας μίαν ἡμέραν προσῆλθεν αὐτόκλητος μάρτυς ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ. Ποία ἡ ἔννοια τῆς καταθέσεώς του, τῆς ὁποίας σκοπός, ἀπολύτως θεμιτός, ἐφ’ ὅσον στηρίζεται εἰς τὴν ἀλήθειαν, ὑπῆρξεν ἡ ἀπόδειξις τῆς ἀθωότητος τοῦ κ. Σπ. Μαρκεζίνη; 1) Ὅτι χρηματοδότης τοῦ κ. Σπ. Μαρκεζίνη ὑπῆρξεν ὁ κ. Χρ. Κατσάμπας μὲ ἐξυπακουόμενον συμπέρασμα ὅτι δὲν ὑπῆρχε συνεπῶς ἀνάγκη νὰ εἶναι ἄλλοι. 2) Ὅτι ἐν πάσῃ περιπτώσει αἱ χρηματοδοτήσεις τῶν κομμάτων εἶναι τι τὸ σύνηθες. Πρὸς ἐπιβεβαίωσιν δὲ τῆς δευτέρας ταύτης ἐννοίας ἀνέφερε τὰ τῆς διαθέσεως χρηματικῶν ποσῶν εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν καὶ εἰς τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, ὅτε τὰ πλεῖστα τῶν μελῶν τοῦ Νέου Κόμματος ἂν ὄχι ὅλα, ἦσαν ὑποψήφιοι τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος καὶ τὰ τρία κόμματα τῆς Ε.Π.Ε. Χωρὶς νὰ τὸ θέλῃ ὁ κ. Χρ. Κατσάμπας ἔδωσε διὰ τῆς καταθέσεώς του ταύτης τὸ μέτρον τῆς ἠθικῆς καὶ λογικῆς συγχύσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχει περιέλθει ὁ κ. Σπ. Μαρκεζίνης.
§28Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Κάνω τὴν ρητὴν καὶ κατηγορηματικὴν δήλωσιν πρὸς τὸ Σῶμα, ὅτι τὸ Ἐθνικὸν Κόμμα Ἑλλάδος δὲν εἶχε τὴν τύχην νὰ χρηματοδοτηθῇ ἀπὸ τὸν κ. Κατσάμπαν ἢ ἄλλον βιομήχανον. Τοῦτο δὲ τὸ λέγω χωρὶς νὰ θέλω νὰ κατηγορήσω τὰ ἄλλα κόμματα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χρήματα προεκλογικῶς. Διότι τὰ κόμματα ἐν Ἑλλάδι εἶναι πτωχά, ὅπως καὶ οἱ ἀρχηγοί των καὶ ὅταν διεξάγεται ἕνας ἀγὼν καὶ μάλιστα ἐθνικὸς δὲν εἶναι ἐπίμεμπτον ἂν ταῦτα ἐνισχύωνται οἰκονομικῶς.
§29Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Διότι βεβαίως, ὁ κ. Χρ. Κατσάμπας δὲν ἀπεφάσισε μόνος νὰ μεταβῇ εἰς τὸν ἀνακριτήν, διὰ νὰ βεβαιώσῃ τὸ σύνηθες τῶν πολιτικῶν. Ἀλλὰ τὰ πράγματα δὲν ἐξελίσσονται μετὰ τόσης εὐχαρίστου ἁπλότητος μεθ’ ὅσης καὶ τ’ ἀποτελέσματα τῆς κρατούσης ἠθικῆς καὶ λογικῆς συγχύσεως συλλαμβάνονται. Διότι ὁ κ. Χρ. Κατσάμπας ἐδήλωσεν ὅτι εἶναι ἐλάχιστα ὅσα συνεισέφερεν εἰς τὸ Νέον Κόμμα. Γεννᾶται συνεπῶς ἡ σκέψις ὅτι ἡ χρηματοδότησις τοῦ κ. Χρ. Κατσάμπα δὲν ἀποκλείει ἄλλως ἐξ ἄλλου λόγου πιθανολογουμένας τυχὸν χρηματοδοτήσεις. Ἀλλὰ πρὸ παντός, διότι ἔδωσεν ἀφορμὴν μιᾶς συγκρίσεως: ἐντὸς ὡρῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τῆς εἰδήσεως εἰς τὰ «Νέα» χωρὶς ὑπεκφυγάς, χωρὶς ἐνδοιασμοὺς καὶ χωρὶς τὴν θλιβερὰν εἰκόνα, τὴν ὁποίαν παρουσίασεν ὁ κ. Σπ. Μαρκεζίνης, οἱ πολιτικοὶ ἡγέται ἐξέθεσαν μὲ κατηγορηματικότητα ποία εἶναι ἡ παραποιηθεῖσα διὰ τῆς καταθέσεως τοῦ ἄλλοτε Προέδρου τοῦ Συνδέσμου Βιομηχάνων ἀλήθεια. Καὶ ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι πρόσωπα, τῶν ὁποίων δὲν ἀνεκοινώθησαν τὰ ὀνόματα καὶ τῶν ὁποίων ἐνεφανίσθησαν δύο ἐκπρόσωποι, ἔδωσαν πρὸς ὅλα τὰ μὴ συνοδοιποροῦντα κόμματα, πλὴν τοῦ Κόμματος τοῦ κ. Ζέρβα, ὡρισμένα ποσὰ πρὸς καταπολέμησιν τοῦ συνθήματος τῆς ἀποχῆς, δηλαδὴ τὰ μέσα πρὸς διεξαγωγὴν τῆς ἐθνικῆς μάχης, τῆς ἀποκληθείσης ἡ μάχη τοῦ 9,3, ὅσον ὑπῆρξε τὸ ποσοστὸν τῆς διαπιστωθείσης ἀπὸ τοὺς παρατηρητὰς ἀποχῆς. Καὶ εἶχεν ὁ κ. Χρ. Κατσάμπας καὶ ὑποθέτω καὶ ὁ κ. Σπ. Μαρκεζίνης, τὴν ἀφέλειαν νὰ πιστεύσουν ὅτι ἡ τοιαύτη συνεισφορὰ ἐξομοιοῦται πρὸς ὅσα ὁ πρῶτος προσωπικῶς κατέβαλε εἰς τὸ Κόμμα τοῦ δευτέρου. Ἀλλὰ εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1946 ἡ συνεισφορὰ ἦτο ἀνώνυμος, ἐγένετο πρὸς ὅλους σχεδὸν καὶ εἶχε σκοπὸν πράγματι καθαρῶς ἐθνικόν. Εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν δοσοληψιῶν Κατσάμπα–Μαρκεζίνη, ἔδιδεν ὁ κ. Χρ. Κατσάμπας, ἐλάμβανε τὸ Νέον Κόμμα καὶ ὁ ἐθνικὸς σκοπὸς εἰς ἐμὲ τοὐλάχιστον δὲν εἶναι ὁρατός. Ἀλλὰ ὑπάρχει κάτι ἀκόμη. Τί ἐνοχλεῖ καὶ τί ἀνησυχεῖ τὴν κοινὴν γνώμην, ὅταν ἕνα Κόμμα δέχεται χρηματικὰς εἰσφοράς: Τοῦτο: Μήπως ἡ χρηματικὴ καταβολὴ ἀποτελέσῃ τὴν ἀπαρχὴν μιᾶς ὑπόπτου συναλλαγῆς. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ἡμᾶς, καὶ τὴν δῆθεν «χρηματοδότησιν» τοῦ κ. Χρ. Κατσάμπα, ὑπενθυμίζομεν ὅτι μὲ τοὺς βιομηχάνους εἴχομεν καὶ ἡμεῖς συναλλαγάς. 1) Ὅτι ἐζητήσαμεν καὶ ἐλάβομεν ἀπὸ τοὺς βιομηχάνους 10.000.000.000 ὡς ἐρανικὴν εἰσφορὰν ὑπὲρ τῶν μαχομένων. 2) Ὅτι ἐζητήσαμεν τὴν φορολογίαν εἰς δραχμὰς πιστώσεων τῶν καπνοβιομηχάνων. 3) Ὅτι ἠγωνίσθημεν εἰς τὸ ζήτημα τοῦ βάμβακος κατὰ τῆς ἀπόψεως τῶν περισσοτέρων βαμβακουργῶν βιομηχάνων. 4) Ὅτι ἠγωνίσθημεν εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ἐρίου ὑπὲρ ἀπόψεως ἀσυμπαθοῦς εἰς τοὺς βιομηχάνους. 5) Ὅτι ἠγωνίσθημεν εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀναλογίας τῶν ἀγροτικῶν καὶ βιομηχανικῶν πιστώσεων ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως τοῦ ποσοστοῦ τῶν ἀγροτικῶν πιστώσεων. Τώρα πλέον ὁ κ. Μαρκεζίνης θ’ ἀντιληφθῇ διατὶ ἡ πυρῖτις, τὴν ὁποίαν ἀνεκάλυψε καὶ μὲ τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ μᾶς ἀνατινάξῃ ὅλους εἰς τὸν ἀέρα, ἐκδικούμενος δι’ ὅσα πάσχει, δὲν ἐξερράγη. Εἶχεν ἀνεπανορθώτως ὑγρανθῆ μέσα εἰς τὰ καθαρὰ νερὰ τῶν κοινοβουλευτικῶν μας ἀγώνων. Ἀλλὰ διὰ νὰ εἴμεθα δίκαιοι, ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν μήπως καὶ ὁ κ. Σπ. Μαρκεζίνης ἔχει τηρήσει ἔναντι τοῦ μεμαρτυρημένου πλέον χρηματοδότου του τὴν ἰδίαν μὲ ἡμᾶς στάσιν. Τὴν 25 Ἰανουαρίου 1949 ὁ βουλευτὴς τοῦ Νέου Κόμματος κ. Καψάλης, ὑπουργὸς τότε τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὑπέγραψεν ἀπόφασιν χορηγοῦσαν ἄδειαν ἰδιωτικῆς ἀνταλλαγῆς διὰ ἐμπορεύματα ποσοῦ 550χιλ. L. δηλαδὴ τῆς μεγαλυτέρας ἰδιωτικῆς ἀνταλλαγῆς ἐξ ὅλων τῶν ἐγκριθεισῶν, ἐφ’ ὅσον ἐφαρμόζεται τὸ σύστημα τοῦτο, ἐπ’ ὀνόματι τῆς Ε.Δ.Α. καὶ τοῦ μετ’ αὐτῆς συνεργαζομένου Σ.Ε.Κ.Ε. Ἡ Ε.Δ.Α. εἶναι ἑταιρεία, τῆς ὁποίας τὰς μετοχὰς ἐπώλησεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, νομίζω μετὰ τὴν κατοχὴν εἰς τὸν κ. Χρ. Κατσάμπαν. Θὰ ὑπέθετέ τις ὅτι κατὰ τὴν ἔγκρισιν τῆς ἰδιωτικῆς ταύτης ἀνταλλαγῆς, ὁ ὑπουργὸς βουλευτὴς τοῦ Νέου Κόμματος προκειμένου περὶ ὑποθέσεως ἀφορώσης μεγάλα οἰκονομικὰ συμφέροντα τοῦ μεμαρτυρημένου χρηματοδότου τοῦ Νέου Κόμματος κ. Χρ. Κατσάμπα ἦτο ἐπιφυλακτικός, ἀποφυγὼν πᾶσαν οὐσιαστικὴν ἀνάμιξιν καὶ συμμορφούμενος πρὸς τὰς ἀπόψεις τῆς ὑπηρεσίας. Ἐν τούτοις ὁ κ. Καψάλης, παρὰ τὴν ἀξιόλογον περὶ τὰς συναλλαγὰς πεῖραν τὴν ὁποίαν διαθέτει, παριδὼν ὅτι οὐδέποτε ὁ ὑπουργὸς προήδρευσε πράγματι τῆς ἐπιτροπῆς ἰδιωτικῶν συναλλαγῶν, προήδρευσεν ὁ ἴδιος, τοῦτο δὲ τὴν ἑπομένην τῆς ἀναλήψεως τῶν καθηκόντων του καὶ ἐχορήγησε τὴν ἄδειαν εἰς τὴν ἑταιρείαν Ε.Δ.Α. παρὰ τὰς ἐγγράφους ἀντιρρήσεις τοῦ γενικοῦ γραμματέως τοῦ ἐπὶ τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας κ. Ι. Μπακοπούλου. Μοὶ παρεσχέθη δὲ ἡ πληροφορία ὅτι κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην τῆς Ἐπιτροπῆς ἰδιωτικῶν ἀνταλλαγῶν, ὁ κ. Καψάλης δὲν παρέμεινε μέχρι τέλους, ἀλλὰ ἅμα τῷ πέρατι τῆς γενομένης ὡς πρὸς τὴν αἴτησιν τῆς ἑταιρείας Ε.Δ.Α. συζητήσεως ἀπεχώρησε. Ταῦτα ὡς πρὸς τὴν διαδικασίαν. Ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν καὶ ὑπὸ τὴν ἐπιφύλαξιν τῆς ἐρεύνης τῶν σχετικῶν φακέλλων ἰδοὺ τί δύναμαι νὰ εἴπω ἤδη εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ σημασία πάσης ἰδιωτικῆς ἀνταλλαγῆς ἀπὸ ἀπόψεως κέρδους τοῦ πραγματοποιοῦντος ταύτην ἐμπόρου ἐξαρτᾶται κυρίως ἀπὸ τὴν παθητικότητα τοῦ ἐξαγομένου ἐμπορεύματος καὶ τὸ περιθώριον κέρδους, τὸ ὁποῖον παρέχει τὸ εἰσαγόμενον εἶδος. Ὁ ἔμπορος δηλαδή, ὁ ὁποῖος ἀναγκάζεται νὰ πληρώσῃ τὸ ἐξαχθησόμενον εἶδος ἀκριβότερα παρ’ ὅ,τι δύναται νὰ τὸ πωλήσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν, καλύπτει τὴν ἐκ τῆς αἰτίας ταύτης ζημίαν του ἀπὸ τὴν εἰσαγωγὴν εἰδῶν παρεχόντων οὐσιῶδες περιθώριον κέρδους. Τοιοῦτον περιθώριον κέρδους παρέχουν πρὸ παντὸς τὰ ἐκτὸς προγράμματος ἐμπορεύματα, τῶν ὁποίων ἡ εἰσαγωγὴ ἄλλως ἐμποδίζεται καὶ διὰ τοῦτο σπανίζουν καὶ ὑψώνεται ἡ τιμή των. Διὰ νὰ κρίνωμεν συνεπῶς τὴν ἐμπορικὴν σημασίαν τῆς ἐγκριθείσης ἐπ’ ὀνόματι τῆς Ε.Δ.Α. ἰδιωτικῆς ἀνταλλαγῆς, ὀφείλομεν νὰ συγκρίνωμεν ποῖον εἶναι τὸ ποσοστὸν τῶν ἐκτὸς προγράμματος ἐμπορευμάτων, τῶν ὁποίων ἐπιτρέπει τὴν εἰσαγωγήν. Διὰ ταύτης. αʹ) Τὸ σύνηθες ποσοστὸν τῶν ἐκτὸς προγράμματος εἰσακτέων εἰδῶν φθάνει περίπου τὰ 30% τοῦ συνήθους 20%. βʹ) Ἐνῷ ἔδει νὰ πριμοδοτηθῇ ἐπιτρεπομένης τῆς ἐπ’ ἀνταλλαγῇ εἰσαγωγῆς εἰδῶν, τὰ ὁποῖα κοστολογοῦσι μὲ μέσην τιμὴν λίρας 41.700 ἐπριμοδοτήθη δὲ ἐπιπροσθέτως τῆς εἰσαγωγῆς εἰδῶν ὡς πρὸς τὰ ὁποῖα ἡ μέση τιμὴ τῆς λίρας ὑπολογίζεται εἰς δραχμὰς 46.700. γʹ) Ἐξησφαλίσθη ποσοστὸν 50% ἐπὶ τῆς ἀξίας BRU-TO τοῦ ἐξαχθησομένου καπνοῦ ὑπὲρ τῆς Ε.Δ.Α. δʹ) Μεταξὺ τῶν εἰσακτέων εἰδῶν ἐξησφαλίσθη ἡ εἰσαγωγὴ τεχνικοῦ βάμβακος καλύπτοντος τὸ ὅλον ποσὸν τῆς προβλεπομένης εἰσαγωγῆς τοῦ τριμήνου. Δὲν θέλω νὰ εἴπω μεγάλους λόγους. Ἡ σύμβασις ἐξαιρετικῆς εὐνοίας ποὺ ἀφορᾷ τοῦ μεμαρτυρημένου χρηματοδότου τοῦ Νέου Κόμματος. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἐμφάνισις τοῦ κ. Χρ. Κατσάμπα εἰς τὸ προσκήνιον τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἐκ ταύτης δύναταί τις πολλὰ νὰ συναγάγῃ. 1. Ὅτι ὁ ὠθήσας τὸν κ. Χρ. Κατσάμπαν, νουνεχῆ, ὅπως ὅλοι γνωρίζομεν, εἰς τὴν περίεργον κατάθεσίν του δὲν ἔχει πολλοὺς δισταγμούς. 2. Ὅτι εἰς τοὺς προσενεγκόντας τὴν χρηματικὴν ἀρωγὴν του τὸ Νέον Κόμμα τοῦτο δὲν διστάζει νὰ παρέχῃ μεταχείρισιν οἵα ἐκείνη, ἧς ἔτυχεν ὁ κ. Χρ. Κατσάμπας, ἐπιτυχὼν ἐντὸς ὡρῶν ὅ,τι ἐδυσκολεύετο νὰ ἐπιτύχῃ προηγουμένως. 3. Ὅτι κατόπιν τῶν ἀνωτέρω διαπιστώσεων αἱ ὑποψίαι κατὰ τοῦ κ. Σπ. Μαρκεζίνη ἀποκτοῦν πρόσθετον ψυχολογικὴν πιθανολόγησιν, τῆς ὁποίας τὸ ὑπόβαθρον παρέσχε, χωρὶς νὰ τὸ θέλῃ, αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Χρ. Κατσάμπας. Δηλαδή: Μετὰ τὴν παρεμβολὴν τοῦ κ. Χρ. Κατσάμπα δὲν δύναμαι πλέον νὰ παραμερίζω κατ’ ἀρχὴν καὶ ἀδιστάκτως τὰς κατ’ αὐτοῦ σχηματιζομένας ἐξ ἀντικειμένου ὑποψίας. Ἀλλὰ ἐξεδόθη τὸ ὑπ’ ἀριθ. 1660)49 βούλευμα, τὸ ὁποῖον ναὶ μὲν δὲν ὑπάρχει νομικῶς μετὰ τὴν ἀνακοπήν, ἀλλὰ ὑφίσταται ὡς πραγματικὸν γεγονός. Καὶ ἐρωτᾶται: μήπως τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἐτερματίσθη διὰ τῆς κυβερνητικῆς μεταβολῆς, ἐτερματίσθη διὰ τοῦ βουλεύματος; Κατ’ ἀρχὴν ὀφείλω νὰ παρατηρήσω ὅτι τὸ κῦρος τοῦ βουλεύματος, ὄχι βεβαίως τὸ νομικὸν κῦρος, τὸ ὁποῖον δὲν ὑφίσταται πλέον, ἀλλὰ τὸ ἠθικὸν κῦρος, ἐκλόνισε προκαταβολικῶς αὐτὸς οὗτος ὁ κοπτόμενος διὰ τὴν δικαιοσύνην κ. Σπ. Μαρκεζίνης, διὰ τῆς προσκολλήσεως εἰς τὴν ὑπουργικὴν ἰδιότητα, χωρὶς νὰ ὑποστηριχθῇ εὔλογος τῆς στάσεως ταύτης ἐξήγησις. Ἀλλὰ τὸ κῦρος τὸ ἠθικὸν τοῦ βουλεύματος, δὲν ἐκλόνισε μόνον ἡ περίεργος στάσις τοῦ κ. Σπ. Μαρκεζίνη, ἀλλὰ καὶ ὁ τρόπος τῆς ἐνεργείας τῆς ἀνακρίσεως. Οὕτω ξενίζει ἡ ἄρνησις τῆς καταθέσεως εἰς τὴν Βουλὴν τῶν αἰτηθέντων στοιχείων. Ἐκ τῶν ὑστέρων μάλιστα ξενίζει ἀκόμη περισσότερον, διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν διαβλέπω ἐκ τοῦ βουλεύματος κατὰ τί θὰ παρεβλάπτετο ἡ ἀνάκρισις ἐὰν τ’ ἀφορῶντα τοὺς κ.κ. Σπ. Μαρκεζίνην καὶ Θεοτόκην στοιχεῖα εἶχον ἐγκαίρως κατατεθῆ εἰς τὴν Βουλήν. Ξενίζει ἐπίσης τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ἐκλήθησαν νὰ ἐξετασθοῦν ὡς μάρτυρες οἱ ζητήσαντες πρῶτοι τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων εἰς τὴν Βουλήν. Ξενίζει ἐπίσης ἡ ἀνακοίνωσις στοιχείων εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ μάλιστα τὸν Πρωθυπουργὸν καὶ ὄχι τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἔναντι τοῦ ὁποίου ὤφειλεν ἐπίσης νὰ τηρηθῇ ἡ ἀρχὴ τῆς ἀπολύτου μυστικότητος, προκειμένου μάλιστα περὶ ὑπουργοῦ μέλους τῆς Κυβερνήσεώς του. Ἀλλὰ καὶ ἡ μελέτη αὐτοῦ τούτου τοῦ βουλεύματος προκαλεῖ σκέψεις. Τὸ βούλευμα κατ’ ἀρχὰς ἐξετάζει ἐὰν ἠδύνατο ἡ ἀνάκρισις νὰ στραφῇ περὶ τὰ πρόσωπα τὰ κεκτημένα βουλευτικὴν ἰδιότητα. Κατὰ τὸν Σαρίπολον, τὸν ἐγκυρότερον ἑρμηνευτὴν τοῦ Συντάγματος, τὸ ἄρθρον 63 ἀπαγορεύει οὐ μόνον τὴν σύλληψιν ἢ τὴν φυλάκισιν βουλευτοῦ τινος διαρκούσης τῆς συνόδου, ἀλλὰ καὶ τὴν καταδίωξιν αὐτοῦ· ἑπομένως οὐδ’ ἀνάκρισις ἀφορῶσα εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ βουλευτοῦ, ἀποτελοῦσα καταδίωξιν αὐτοῦ, δύναται νὰ γίνῃ ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς. Ὑπενθυμίζω ἄλλωστε, ὅτι τὴν 25 Σεπτεμβρίου 1846 ἐγένετο δεκτὴ πρότασις τοῦ πληρεξουσίου Καλοῦ, καθ’ ἣν «ἡ ἄρνησις τῆς ἀδείας δὲν ἀναστέλλει τὴν πρόοδον τῆς ἀνακρίσεως». Ὁ Καλλιγᾶς λαβὼν γνῶσιν τῆς δεκτῆς γενομένης προτάσεως ἐπανῆλθεν ἐπὶ τοῦ θέματος καὶ εἶπε: «Τί εἶναι ἡ ἀνάκρισις ἄλλο, εἰμὴ καταδίωξις». Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἡ ἰδιάζουσα ἱστορία τοῦ θεσμοῦ, ἡ ὁποία διαφωτίζει τὸ ζήτημα. Εἶναι πρὸ παντὸς τὸ νόημά του. Διὰ τῆς ἀπαγορεύσεως ὄχι μόνον τῆς συλλήψεως, ἀλλὰ καὶ τῆς καταδιώξεως τί ἐπεδίωξεν ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης; Ὄχι βεβαίως μόνον τὴν σωματικὴν ἐλευθερίαν τοῦ βουλευτοῦ διαρκούσης τῆς συνόδου. Ἐπεδίωξε προφανῶς, καὶ τὸν ἀποκλεισμὸν πάσης πράξεως, πρωτοβουλίᾳ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, ἐνεργουμένης δυναμένης νὰ δημιουργήσῃ περιορισμοὺς ψυχολογικοὺς καὶ ἠθικοὺς τοῦ βουλευτοῦ. Ἀλλὰ προφανῶς ἀνάκρισις ἐνεργουμένη κατόπιν παραγγελίας τοῦ εἰσαγγελέως καὶ στρεφομένη κατὰ βουλευτοῦ, δημιουργεῖ τοιοῦτον περιορισμόν. Ἄρα οὐδὲ ἀνάκρισις οὐδὲ παραγγελία πρὸς ἐνέργειαν κατὰ βουλευτοῦ δύναται νὰ δοθῇ. Ὁ διεξάγων ἀνάκρισιν θὰ συλλέξῃ καὶ θὰ καταχωρήσῃ ὅσα στοιχεῖα προϊούσης τῆς ἀνακρίσεως ἐμφανίζονται ἔστω καὶ ἐὰν ἀφοροῦν τοὺς βουλευτάς. Ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ κατευθύνῃ τὴν ἀνάκρισιν εἰς ἐνεργὸν ἀναζήτησιν στοιχείων κατὰ βουλευτοῦ, διότι τούτου ποὺ περιορίζει ἠθικῶς καὶ συνιστᾷ μομφὴν διώξεώς του καὶ πολλῷ μᾶλλον δὲν δύναται νὰ ἐκφέρῃ περὶ τούτου κρίσιν μηδὲ ἀπαλλακτικήν, δοθέντος ὅτι τοιαύτη κρίσις ἔστω καὶ ἀπαλλακτική, ἐὰν μὲν ἐκφέρεται κατόπιν ἀνακρίσεως, γενομένης ἄνευ ἀδείας ἔχει δεδομένην ἄκυρον προδικασίαν, τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ ἀνακριτοῦ ἱδρυομένης διὰ τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς, ἐὰν δὲν ἐκφέρεται ἄνευ προηγουμένης ἀνακρίσεως θὰ ἠδύνατο τότε μόνον νὰ εὐσταθήσῃ, ἐὰν ἡ ἀποδιδομένη πρᾶξις ἐκδήλως δὲν συνιστᾷ ποινικὸν ἀδίκημα ὁπότε ὅμως, μὴ ὑπαρχούσης μηνύσεως ἡ ἀπόφασις εἶναι περιττή.
§30Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριοι βουλευταί, προκειμένου περὶ συνταγματικῶν διατάξεων καὶ τῆς ἑρμηνείας αὐτῶν, ὀφείλομεν νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὸ πνεῦμα τῆς θεμελιώδους συνταγματικῆς διατάξεως. Κατ’ ἀρχὴν ὁ ἀνακριτὴς δύναται νὰ ἀναζητήσῃ τὰ στοιχεῖα, δὲν δύναται ὅμως νὰ στρέψῃ τὴν ἀνάκρισιν κατὰ βουλευτοῦ. Εἶναι γεγονὸς ὅτι τὰ δικαστικὰ βουλεύματα ἴσως δὲν ἔχουν κάποιαν συνταγματικὴν ἀρτιότητα. Ὀφείλομεν ὅμως νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ἐν προκειμένῳ παρεβιάσθη τὸ πνεῦμα τῆς συνταγματικῆς διατάξεως.
§31Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ὀφείλομεν νὰ κάμωμεν διαστολὴν μεταξὺ προανακρίσεως καὶ ἀνακρίσεως. Μετὰ τὸ προβούλευμα, ἐφόσον κριθῇ ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἀνάκρισις κατὰ βουλευτοῦ, θὰ πρέπει νὰ ζητηθῇ προηγουμένως ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἡ ἄδεια διώξεως.
§32Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ σπουδαιότερον ὅλων εἶναι ὅταν πολιτικὸς ἔχων μάλιστα ἀξιώσεις ἡγέτου κατηγορῆται, ὀφείλει πάραυτα νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ βῆμα καὶ νὰ ἀξιώσῃ ἀπὸ τὸ Σῶμα νὰ χορηγηθῇ ἡ ἄδεια διώξεως.
§33Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Δύναται ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ διαπιστωθῇ ἡ ἑξῆς οὐσιαστικὴ παρατήρησις. Ἀσχέτως τοῦ ἐὰν εἶναι νομότυπος ἢ παράτυπος ἡ διεξαχθεῖσα ἀνάκρισις, τὸ γεγονός, ὅτι ἐστράφη κατὰ τοῦ κ. Σ. Μαρκεζίνη καὶ τοῦ κ. Σ. Βενιζέλου δὲν ἀποδεικνύει δυσμένειαν μόνον κατὰ τοῦ κ. Σ. Βενιζέλου, ἀλλὰ καὶ τοῦ κ. Σπ. Μαρκεζίνη. Εἰς τὴν ἐνδεχομένην ταύτην παρατήρησιν ἀπαντῶ. Εἶναι λάθος νὰ νομισθῇ ὅτι ἀποτελεῖ ἔνδειξιν δυσμενείας δι’ ἀμφοτέρους, διότι διὰ μὲν τὸν κ. Σ. Βενιζέλον, οὐδεὶς συνέτρεχε λόγος νὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν ὑπόθεσιν, ἐνῷ συνέτρεχε διὰ τὸν κ. Σπ. Μαρκεζίνην. Καὶ λόγῳ τῆς συνυπάρξεως τῆς ἀναγραφῆς τοῦ ὀνόματός του καὶ λόγῳ τῶν στενῶν του σχέσεων μὲ τοὺς λαθρεμπόρους. Ἀλλὰ ὑπάρχοντος τοῦ λόγου τούτου ἔδει νὰ ὑποβληθῇ αἴτησις εἰς τὴν Βουλὴν περὶ ἄρσεως τῆς ἀσυλίας τοῦ κ. Σ. Μαρκεζίνη καὶ νὰ προσκομισθοῦν τὰ κατ’ αὐτοῦ συλλεγέντα στοιχεῖα. Ἡ ἀποφυγὴ τῆς διαδικασίας ταύτης δὲν ὑπῆρξεν ἀσφαλῶς ἔνδειξις δυσμενείας πρὸς τὸν κ. Σ. Μαρκεζίνην. Γεννᾶται ἀμέσως ἔπειτα τὸ ζήτημα τοῦ χωρισμοῦ τῆς δίκης εἰς 3 τμήματα. Πιστεύω ὅτι ἡ ἐκκρεμότης τῆς δίκης ἐν τῷ συνόλῳ καὶ ἡ ἀπαλλαγὴ τῶν κατηγορουμένων εἰς τὴν πρώτην καὶ δευτέραν δίκην ἀπὸ τοῦ κινδύνου τῆς ὑπαγωγῆς των εἰς τὰ στρατοδικεῖα, ἠμπόδισε τὴν ἀνάκρισιν νὰ ἐπιτύχῃ πληρότητα ὁμολογιῶν. Γεννᾶται κατόπιν ἡ μεγάλη ἀπορία. Πῶς ἐπερατώθη ἡ ἀνάκρισις πρὶν ἢ ἐξετασθῇ ὁ Μπακόπουλος. Ὁ Μπακόπουλος ἐνδέχεται νὰ ἀποκαλύψῃ ἀκόμη πολλά, ὡς πρὸς τὴν ἔκτασιν τῆς λαθρεμπορίας τοῦ συναλλάγματος. Εἶναι τρομερὰ ἡ περάτωσις τῆς ἀνακρίσεως πρὸ τῆς ἐξετάσεώς του. Ὅπως ἐπίσης καὶ πρὸ τῆς συλλήψεως τοῦ Πεταλᾶ. Τὸ βεβιασμένον τῆς περατώσεως τῆς ἀνακρίσεως ἐκπλήσσει τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον ἡ δημοσίευσις χρονικῶς τοποθετεῖται εἰς ἐκεῖνο ἀκριβῶς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον προσλαμβάνει τὸν χαρακτῆρα μιᾶς ἐπεμβάσεως τοῦ ἀπὸ μηχανῆς Θεοῦ. Ἐὰν εἶχε δημοσιευθῆ Σάββατον, ἢ ὑπῆρχεν ἀντίγραφον ἅμα τῇ δημοσιεύσει, οἱ ὁμιλήσαντες τὴν Δευτέραν θὰ ἐγνώριζον τί λέγει τὸ βούλευμα. Ἀλλὰ συνέβη τὸ περίεργον τοιοῦτον βούλευμα, ἐπὶ τοιαύτης ὑποθέσεως νὰ δημοσιευθῇ χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀντίγραφον καὶ νὰ εἶναι γνωστὸν τὸ διατακτικόν του καὶ τοῦτο ἀτελῶς, χωρὶς νὰ εἶναι γνωστὸν τὸ σκεπτικόν του. Εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, εἰς τὴν ὁποίαν τόσαι συμπτώσεις ἐνεφανίσθησαν, ὁμολογῶ ὅτι μὲ ἐνοχλεῖ ἡ σύμπτωσις τῆς δημοσιεύσεως εἰς ἐπίκαιρον δι’ ἕνα τῶν ἐνδιαφερομένων χρόνον. Κατόπιν προσκρούομεν εἰς τὴν ἀδόκητον ἀνάμιξιν τοῦ ὀνόματος τοῦ κ. Σ. Βενιζέλου, ἡ ὁποία ἔχει καταπλήξει τὴν κοινὴν γνώμην. Ἡ Βουλὴ ἔχει ἐπαρκῶς ἤδη διαφωτισθῆ κατὰ τὴν χθεσινὴν τοῦ εἰδικοῦ τούτου θέματος συζήτησιν καὶ δὲν θὰ ἐπιμείνωμεν ἐπ’ αὐτοῦ. Ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ μὴ διατυπώσω μὲ κατάπληξιν, ὅτι ὅπως ἀκριβῶς ὁ κ. Σ. Μαρκεζίνης μεταχειρισθεὶς τὸν κ. Χ. Κατσάμπαν, ἀνέμιξεν ἄλλα ὀνόματα μὲ τὸ ἰδικόν του καὶ μὲ τὴν ὑπόθεσιν τῆς λαθρεμπορίας τοῦ συναλλάγματος, οὕτω καὶ ὁ ἀνακριτὴς ἀνέμιξε τὸ ὄνομα τοῦ κ. Σ. Βενιζέλου καὶ τὰ ὀνόματα τῶν κ.κ. Σ. Μαρκεζίνη καὶ Σ. Θεοτόκη, προκαλέσας τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα. Ἡ τόσον ἐμφανὴς ταὐτότης, προκαλεῖ πράγματι θλιβερὰν ἔκπληξιν.
§34Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Εἶσθε τόσον ἐγκρατὴς νομικός. Νομίζετε, ὅμως, ὅτι εἶναι ὀρθὸν ἐπὶ βουλεύματος, ἐκκρεμοῦντος ἐνώπιον τῆς ἀνωτάτης βαθμίδος τῆς δικαστικῆς ἱεραρχίας, νὰ προβαίνετε εἰς τόσον λεπτομερῆ κρίσιν; Φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν.
§35Γ. ΠΑΡΑΒΑΝΤΗΣ. Εἶναι πρωτοφανὲς νὰ ἐλέγχεται ἡ δικαιοσύνη, ἀντὶ νὰ ἀναζητοῦνται πολιτικαὶ εὐθῦναι ἐκ μέρους τῶν ὑπευθύνων.
§36Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Δὲν ἀσκῶ ἔλεγχον ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης. Ἁπλῶς ἀσκῶ τὰ καθήκοντά μου. Καθήκοντα ποὺ ἔχω λόγῳ τῆς ἰδιότητός μου καὶ ἐν τῇ ἀσκήσει τῶν καθηκόντων μου, δὲν ἀπέδωσα εἰς τὰς ἀπόψεις μου περισσοτέραν βαρύτητα ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν δύνανται αὗται νὰ ἔχουν. Ἔχω κρίσιν καὶ ἐκφέρω τὰς παρατηρήσεις μου. Ἔχω δὲ καθῆκον νὰ θέσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς στοιχεῖα ἀντικειμενικὰ ἀναμφισβήτητα, προκύπτοντα ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων καὶ πιστεύω ὅτι οὕτω συντελῶ εἰς τὴν διαλεύκανσιν μιᾶς ὑποθέσεως, ἥτις ἀποτελεῖ καρκίνωμα διὰ τὴν ζωὴν τοῦ λαοῦ. Πάντως ἡ διαφορὰ τῆς στάσεως, τὴν ὁποίαν ἐτήρησαν ὁ κ. Σ. Μαρκεζίνης καὶ ὁ κ. Σ. Βενιζέλος, εἶναι χαρακτηριστική. Ὁ μὲν εἷς ἀγανακτεῖ, ὁ δὲ ἄλλος ἀγάλλεται. Ὁ εὐφυὴς ἑλληνικὸς λαὸς σημειώνει τὴν διαφοράν. Τέλος εἶναι ἀπαραίτητον νὰ λεχθῇ ὅτι γεννᾷ σκέψεις ἡ ὡς ἐν παρόδῳ μόνον μνεία τοῦ ὀνόματος Μάξουελ, μάλιστα μετὰ τὴν δημοσίευσιν ὑπὸ τῆς ἐφημερίδος «Ἐλευθερία», μὴ διαψευσθέντων στοιχείων. Δὲν ἠρευνήθησαν ἆραγε; Διατί; Ὀφείλω νὰ ἐπιφυλαχθῶ, ἄλλως τε, νὰ νὰ ἐκφέρω τελικὰς παρατηρήσεις, ἀφοῦ λάβω ἐπισταμένην γνώμην τῶν στοιχείων τοῦ φακέλλου καὶ συγκρίνω ταῦτα πρὸς ὅσα ρητῶς αἰτιολογοῦν τὸ βούλευμα. Πάντως διερωτᾶται τίς: 1) Οὐδαμοῦ ἀλλοῦ ἀναφέρεται τὸ ὄνομα τοῦ κ. Σ. Μαρκεζίνη καὶ τοῦ κ. Σ. Θεοτόκη; 2) Ὁ Τζόνσον, ποῖος εἶναι; 3) Διατὶ ἐμφανίζεται ἡ σχέσις ἀνακριτοῦ καὶ τελωνειακῆς ὑπηρεσίας ὡς σχέσις κακῆς γειτονίας; 4) Ποία ἡ ἀποδοθεῖσα σημασία ἐν τῇ ἀρχικῇ καταθέσει πρὸ τῆς διαμορφώσεως τῆς ὑπερασπίσεως; 5) Ὡς πρὸς τὸν Νικολαΐδην ἡ ἀνάκρισις οὐδὲν συνήγαγεν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς στρατιωτικῆς του ὑποχρεώσεως; 6) Διεβιβάσθησαν εἰς τὴν Ἑλβετικὴν Κυβέρνησιν ὅσα στοιχεῖα συνελλέγησαν ὡς πρὸς τὴν ἐξαγωγὴν χρυσοῦ ἐκ τῆς Ἑλβετίας; Θὰ ἀναμείνωμεν τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Κύριοι συνάδελφοι, μετὰ τὰ ὅσα ἀνέπτυξα, νομίζω, ὅτι μία πλέον ἀπομένει λύσις. Ἡ σύστασις ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία νὰ ἐρευνήσῃ νὰ διαπιστώσῃ, νὰ κρίνῃ καὶ νὰ διακηρύξῃ τὴν ἀλήθειαν. Ἐπιτροπῆς εἰς τὴν ὁποίαν νὰ παρασχεθῇ πᾶσα ἐξουσία, ὥστε νὰ δυνηθῇ ταχέως νὰ περατώσῃ τὸ ἔργον της. Τὸ πόρισμά της, εἶμαι βέβαιος, θὰ ἀποτελέσῃ ἕνα δίδαγμα ὠφέλιμον διὰ τὸ Ἔθνος, τὸ ὁποῖον θὰ πληροφορηθῇ τὴν ἀλήθειαν ὁλόκληρον, μέσα εἰς τὸ φῶς τῆς δημοσιότητος, ἀπὸ τὸ ὁποῖον φῶς ἐνοχλοῦνται μόνον τὰ νυκτόβια.
§37Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ συνάδελφοι, ἐζήτησαν καὶ θὰ λάβουν τὸν λόγον. Ἀπευθύνω ἔκκλησιν εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν εἶναι δυνατόν, μὲ τὴν μέθοδον τῶν διακοπῶν νὰ διαιωνίζωμεν τὴν συζήτησιν. Θὰ λάβητε, κύριοι, τὸν λόγον καὶ θὰ ἀναπτύξητε τὰς ἀπόψεις σας. Ἐὰν συνεχισθοῦν αἱ διακοπαί, δὲν θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ περατώσῃ τὸν λόγον του ὁ ρήτωρ. Ἡ σοβαρότης καὶ ἡ περιωπὴ τῶν συζητήσεων, ἐπιβάλλει νὰ διεξαχθοῦν αὗται μὲ τὴν ἄνετον ἀνάπτυξιν ἐκ μέρους τῶν ρητόρων τῶν ἀπόψεών των. Διὰ τοῦτο, κύριοι βουλευταί, ἀπευθύνω καὶ πρὸς τὸ Προεδρεῖον καὶ πρὸς τοὺς ρήτορας, καὶ πρὸς τὴν Βουλήν, μία παράκλησιν, νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν μέθοδον τῶν διακοπῶν.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Χατζηγιάννης, ἔχει τὸν λόγον.
§39Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Δύσκολοι εἶναι ἀκόμη οἱ καιροὶ καὶ διὰ τὴν πατρίδα καὶ διὰ τὸ πολίτευμα. Διὰ τὴν πατρίδα, τὸ ἀνώνυμον πλῆθος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, χωρὶς γογγυσμόν, δίδει τὴν ζωήν του καὶ ἑστίας καὶ ὑπάρχοντα ὁλοκαύτωμα εἰς τὸν βωμὸν τῶν θυσιῶν. Χρέος ἔχει καὶ ἡ ἐπώνυμος ἡγεσία τῆς χώρας νὰ δίδῃ τοὐλάχιστον τὴν θυσίαν τῶν πολιτικῶν καὶ ἠθικῶν της εὐθυνῶν, πρὸς τὴν πατρίδα καὶ πρὸς τὴν δημοκρατίαν. Καὶ δὲν εἶναι ἡ θυσία μόνον, τῶν κρινομένων δημοσίων ἀνδρῶν, εἶναι θυσία καὶ ὑμῶν τῶν κρινόντων. Τίποτε δὲν εἶναι περισσότερον ἄχαρι ἀπὸ τὸ καθῆκον νὰ κρίνωμεν συναδέλφους, ἀλλὰ καὶ φίλους, εἰς τὴν σφαῖραν τῶν πολιτικῶν καὶ ἠθικῶν των εὐθυνῶν. Εἶναι ἄχαρι. Δὲν πικραίνομεν μόνον τοὺς ἐλεγχομένους. Πικραίνομεν καὶ ἡμᾶς αὐτούς, διότι, ἐπὶ τέλους, τὸ αἴσθημα τῆς ἐπιεικείας καὶ τῆς γενναιοφροσύνης οὐδέποτε ἔλειψεν ἀπὸ τὴν ὑπερήφανον αὐτὴν χώραν. Εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν φέρομεν, ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, τὸ βάρος τῆς κυριαρχίας καὶ τῆς θελήσεως ἑνὸς ἐμπνευσμένου λαοῦ καὶ ἔχομεν δημόσια καθήκοντα. Καὶ ὅπου ἐνώπιον προσωπικῶν αἰσθημάτων θὰ ὑπεχώρει τὸ δημόσιον καθῆκον, ἐκεῖ θὰ ἄνοιγεν ἡ θύρα τῆς προδοσίας, προδοσίας πρὸς τὴν Δημοκρατίαν, προδοσίαν πρὸς τὴν πατρίδα. Ἄξιοι δημόσιοι ἄνδρες δὲν τιμῶνται τόσον ἀπὸ τὰ ἀξιώματά των, ὅσον αὐτοὶ τὰ τιμοῦν, ἀλλ’ εἰς τὰς Δημοκρατίας, ὁσάκις τὰ δημόσια ἀξιώματα κατέχουν ἠθικῶς διαβεβλημμένοι ἄνδρες ἢ ἂν δημόσιοι ἄνδρες ἐνσφηνοῦνται εἰς αὐτὰ κατὰ τρόπον δυνάμενον νὰ δημιουργήσῃ ὑποψίας δὲν κρατοῦν, καὶ τῶν ἀξιωμάτων τὴν αἴγλην. Ἁπλῶς εἰς τὴν ψυχὴν τῶν λαῶν κατακρημνίζουν αἴγλην καὶ κῦρος ἀξιωμάτων καὶ θεσμῶν. Καὶ δύσκολα ἀνακτοῦν οἱ θεσμοὶ τὸ κῦρος των, ὅταν τὸ ἔχουν χάσει. Δι’ αὐτὸ εἰς τὰς Δημοκρατίας τὸ ἠθικὸν μεγαλεῖον ἢ ἡ ἠθικὴ ἀναξιότης δημοσίων ἀνδρῶν δὲν εἶναι ὑπόθεσις τῶν ἐνδιαφερομένων προσώπων, εἶναι τῆς Δημοκρατίας ὑπόθεσις. Καὶ διὰ τὴν Ἑλλάδα πάντοτε, περισσότερον τώρα ποὺ μάχεται, συμβαίνει μαζὶ μὲ τοὺς δημοκρατικούς της θεσμοὺς νὰ εἶναι συνδεδεμέναι ὄχι μόνον αἱ ἁγιώταται πολιτικαὶ ἀρεταί της, ἡ πνὺξ ἔκφρασις τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας καὶ ἡ ἀγορά, κοινὴ γνώμη ἐλέγχουσα. Συμβαίνει νὰ εἶναι ἐσωτερικῶς καὶ διεθνῶς συνδεδεμένη αὐτὴ ἡ τύχη καὶ ὕπαρξίς της ὡς ἐλευθέρας χώρας. Αὐτὴ εἶναι ἡ πολιτική μας θέσις καὶ ὡς μέλους τῆς Βουλῆς καὶ ὡς μέλους τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος, ὄχι ἐναντίον προσώπων, ὑπεράνω προσώπων καὶ ὑπὲρ τῶν Δημοκρατικῶν μας θεσμῶν. Ἀλλὰ μᾶς λέγουν: Καὶ ὁ πόλεμος καὶ ἡ δυστυχία τοῦ λαοῦ; Τοὺς ἀπαντῶμεν, ὅτι δὲν εἶναι οἱ στηλιτεύοντες, ἀλλ’ εἶναι οἱ ἀσχημοῦντες εἰς τὴν Δημοσίαν ζωὴν τῆς μαχομένης Ἑλλάδος, ποὺ θὰ ὑπενόμευον τὸ ἐθνικὸν μέτωπον. Καὶ περισσότερον ἀπὸ τὰς ὑλικὰς ζημίας ποὺ προέκυψαν ἀπὸ τὴν σπεῖραν τῶν καταχραστῶν καὶ λαθρεμπόρων τοῦ συναλλάγματος, αἰωρεῖτο ὑπὲρ τὴν χώραν ὁ κίνδυνος ἀπὸ τὸν ἠθικὸν ἀντίκτυπον, ποὺ θὰ εἶχαν τὰ σκάνδαλα εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ μαχομένου στρατοῦ καὶ τοῦ κατεστραμμένου λαοῦ μας. Διὰ τοὺς σκοποὺς τοῦ κομμουνισμοῦ, τὰ σκάνδαλα ἦσαν οὐράνιον δῶρον. Ἡ σιγὴ τῆς Βουλῆς, θὰ ἐσήμαινεν εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ λαοῦ ἢ καθολικὴν συνενοχὴν ἢ καθολικὴν πώρωσιν. Θὰ ἐθριάμβευαν τὰ χωνιὰ τοῦ συμμοριτισμοῦ, ποὺ ἐβόων ὅτι αὐτὰ εἶναι ἡ Δημοκρατία καὶ ἡμεῖς δὲν εἴμεθα οὔτε Δημοκρατία, οὔτε τὸ Ἔθνος, ἀλλὰ εἴμεθα ὄργανα μιᾶς ἐγκληματούσης ὀλιγαρχίας. Καὶ δὲν ἀνεμείναμεν τὴν Βουλὴν διὰ νὰ ἐπιτελέσωμεν τὸ καθῆκον μας καὶ εἰς τὸν τομέα τῆς διαφωτίσεως τοῦ μαχομένου στρατιώτου. Καὶ ἄλλοτε, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῷ Νέῳ Ἔτει ἀπευθυνόμενοι ἀπὸ τοῦ Ραδιοφωνικοῦ Σταθμοῦ Λαρίσης καὶ ἀπὸ τῶν στηλῶν τῆς «Ἑλλάδος» τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος, ἐλέγομεν πρὸς τὰς μαχομένας δυνάμεις καὶ τὰ ἑξῆς: «Αἱ ἀνεκτίμητες ὑπηρεσίες τῶν μαχομένων δυνάμεων καὶ τὸ ὁλοκαύτωμα τῶν πληθυσμῶν τῆς ὑπαίθρου, δὲν προσφέρονται διὰ προνόμια ὀλίγων ἀνθρώπων. Ἡ ἰσότης εἶναι γνώρισμα τοῦ ἑλληνικοῦ χαρακτῆρος καὶ τὰ προνόμια τοῦ πλούτου δὲν ἀποτελοῦν τὸν σκοπὸν τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας. Ἡ Δημοκρατία δὲν εἶναι μόνον λέξις Ἑλληνική. Εἶναι Ἑλληνικὴ καὶ εἰς τὸ κοινωνικὸν καὶ πολιτικόν της περιεχόμενον. Δημοκρατία σημαίνει, ὅλαι αἱ ἐξουσίαι νὰ πηγάζουν ἀπὸ τὸ Ἔθνος καὶ εἰς τὸ Κράτος νὰ βασιλεύουν καὶ ἐλευθερίαι τῆς σκέψεως καὶ κοινωνικὴ δικαιοσύνη καὶ ἡ ἠθικὴ ἀξία τοῦ ἀτόμου. Ἔξω ἀπὸ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου καὶ ἔξω ἀπὸ τὴν ἐλευθερίαν τῆς σκέψεως καὶ τῆς γνώμης καὶ ἔξω ἀπὸ τὸν σεβασμὸν τῆς ζωῆς, δὲν εἶναι Δημοκρατία. Ἠμπορεῖ νὰ εἶναι δικτατορία τοῦ φασισμοῦ, ἠμπορεῖ νὰ εἶναι τυραννία τοῦ κομμουνισμοῦ, ἠμπορεῖ νὰ εἶναι σλαυϊκὸς ἰμπεριαλισμός, μόνον Δημοκρατία δὲν εἶναι. Καὶ αἱ θυσίαι τοῦ στρατοῦ καὶ τὸ ὁλοκαύτωμα τῆς ὑπαίθρου, δὲν δίδονται ὑπὲρ ὀλίγων. Δὲν δίδονται οὔτε μόνον διὰ τὴν γενεάν μας, δίδονται διὰ τὴν Ἑλλάδα, τὴν Ἑλλάδα μὲ τὰς γενεὰς ποὺ ἐμεγαλούργησαν καὶ ἐπόνεσαν μέσα εἰς τὰ 3.000 χρόνια τῆς ἱστορίας της καὶ μὲ τὶς γενεές, ποὺ θὰ ἔλθουν νὰ συνεχίσουν τὸν δρόμον της». Ὅτι μὲ συνεκράτησε καὶ ἂν ὑπῆρχεν ἀναλογία, δὲν θὰ ἐδίσταζα νὰ μὴ ἀποκρύψω καὶ ἀπὸ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους, διαψεύδων καὶ τὴν φήμην μου ὡς αὐστηροῦ τιμητοῦ τῆς δημοσίας ζωῆς, ὑπῆρξε τὸ ἱστορικὸν προηγούμενον ἑνὸς σκανδάλου εἰς τὴν Γαλλίαν, τοῦ περιφήμου σκανδάλου τοῦ περιδεραίου. Τυφλωμένη ἀπὸ τὸ μῖσος τῆς τρωθείσης γυναίκας ἡ Βασίλισσα τῆς Γαλλίας, δὲν ὑποπτεύετο, ὅτι ὁ Ροάν, μέγας τιτλοῦχος τῆς βασιλείας, ἦτο εἴτε τὸ ἤθελε, εἴτε ὄχι, ἡ Μαρία Ἀντουανέττα, ἀπὸ τὰ στηρίγματα τοῦ σαλευομένου θρόνου της καὶ ὅτι πλήττουσα τὸ στήριγμα αὐτὸ μοιραίως παρέσυρεν εἰς τὴν πτῶσιν καὶ τὸν θρόνον της». Ἔτσι κρίνουν οἱ ἱστορικοὶ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ σκανδάλου ἐκείνου καὶ τὸ θεωροῦν ὅτι ὑπῆρξεν ὁ πρόλογος τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως. Ὁ παραλληλισμὸς θὰ ἦτο ἀτυχής. Ὅσοι τὴν ὥραν τῶν 700 χιλιάδων ἀνταρτοπλήκτων Ἑλλήνων, ποὺ ἐξερριζώθησαν ἀπὸ τὰ δηωθέντα καὶ ἐρημωθέντα χωρία των, ἐκαλλιέργησαν τὸ ἔγκλημα διὰ νὰ ἱκανοποιήσουν τὴν δίψαν τοῦ χρυσίου, δὲν εἶναι σύμβολα τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Ἠμποροῦν, τὸ πολύ, νὰ ἐκπροσωποῦν πολιτικὴν καὶ οἰκονομικὴν ὀλιγαρχίαν. Ἀλλ’ ὅσον αὕτη αὐξάνει εἰς πλοῦτον, τόσον χρεωκοπεῖ εἰς ἠθικὴν ἐπιβολήν. Ἀλλ’ ὑπάρχει τὸ ἀπαλλακτικὸν βούλευμα τοῦ Συμβουλίου Πλημμελειοδικῶν. Ἀνεκόπη καὶ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ προκρίνω τὴν τύχην του. Τὸ λαμβάνω ὡς ἔχει, διὰ νὰ κρίνω πολιτικῶς τὴν θέσιν τῶν δύο πολιτικῶν, ποὺ τὸ ἐπικαλοῦνται. Δὲν σᾶς ἀποκρύπτω, ὅτι ἐὰν εἶχε ἐμπλακῆ καὶ τὸ ἰδικόν μου ὄνομα εἰς τὸ βούλευμα αὐτό, δὲν θὰ ἤμουν ὑπερήφανος οὔτε διὰ τὴν ἐμπλοκήν, οὔτε διὰ τὴν ποινικὴν ἀπαλλαγήν μου. Θὰ ἐζήτουν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ συσταθῇ ἕνα δικαστήριον τιμῆς, ὅπως εἶναι ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπή, διὰ νὰ δώσῃ περισσότερον φῶς καὶ εἰς τὰς ἀμφιβολίας καὶ εἰς τὴν ὅλην ὑπόθεσιν. Τὸ βούλευμα δέχεται τὴν ὕπαρξιν τῶν πραγματικῶν περιστατικῶν, ὅπως εἶναι αἱ ἐγγραφαὶ τῶν ὀνομάτων εἰς τὸ σημειωματάριον καταδικασθέντος λαθρεμπόρου, τουτέστι τῶν ἐνδείξεων. Ἀλλ’ εἰς τὴν ὕπαρξιν τῶν ἐνδείξεων τούτων καὶ τῶν ἐγγραφῶν, δίδει τὴν κατὰ τὴν ἰδικήν του κρίσιν ἑρμηνείαν. Ἀλλὰ ἐὰν αἱ κρίσεις τοῦ Συμβουλίου κλείουν τὴν θύραν τῆς ποινικῆς διώξεως τῶν πολιτικῶν προσώπων, ἀνοίγουν ὅμως διάπλατα τὰς θύρας τῶν πολιτικῶν καὶ ἠθικῶν εὐθυνῶν. Δικάζεται ἐνώπιον τῶν Στρατοδικείων ἕνας ἁπλοῦς ἀνθυπολοχαγὸς καὶ ἀθωώνεται. Κι’ ἔπειτα ὁ ἴδιος ἀνθυπολοχαγὸς ἀποβάλλεται ἀπὸ τὸ Σῶμα ὑπὸ στρατιωτικοῦ συμβουλίου, διὰ τὴν αὐτὴν πρᾶξιν, δι’ ἣν εἶχε κηρυχθῆ ἀθῶος. Καὶ ὀρθῶς. Ὑπῆρξε ἀθῶος ἀπέναντι τοῦ ποινικοῦ νόμου. Ἀλλὰ συγχρόνως ἠδύνατο νὰ εἶναι παραβάτης τοῦ ἠθικοῦ νόμου καὶ τῶν παραδόσεων τοῦ στρατιωτικοῦ σώματος. Εἶναι ὑπέρτερος ὁ ἄγραφος νόμος. Καὶ ἐὰν ὑπάρχουν ἠθικαὶ εὐθῦναι δι’ ἕνα ἁπλοῦν κατώτερον ἀξιωματικόν, θὰ λησμονηθοῦν αἱ πολιτικαὶ καὶ ἠθικαὶ εὐθῦναι δι’ ὅσους φιλοδοξοῦν νὰ γίνουν κυβερνῆται τῆς χώρας καὶ ὁδηγοὶ τοῦ λαοῦ της; Οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες συγχωρεῖται νὰ μὴ εἶναι μεγαλοφυεῖς, ἀλλὰ θὰ τηροῦν τὸ μεγαλεῖον τῆς ἠθικῆς ἀνωτερότητος. Εἰς ἠθικὰ καρβουναριὰ δὲν ἔχουν θέσιν, καὶ ὅταν τὸ ἐπιτρέπῃ ὁ νόμος. Ἀλλὰ προσθέτως. Ὑπάρχουν περιπτώσεις δημοσίων ἀνδρῶν, εἰς τὰς ὁποίας δὲν ὑπάρχει ποινικὴ εὐθύνη καὶ ὑπάρχουν κατ’ αὐτῶν πολιτικαὶ εὐθῦναι. Καὶ ὑπάρχουν ἀκόμη περιπτώσεις, καθ’ ἃς δύναται νὰ ὑπάρχουν ποινικαὶ εὐθῦναι καὶ νὰ λείπουν αἱ πολιτικαί. Ὅταν ὁ Σόλων παρεσκεύαζε τὸν νόμον του περὶ σεισαχθείας χρεῶν, εἶχεν ἀποκαλύψει τὸ μυστικὸν τοῦ μέλλοντος νόμου εἰς τρεῖς φίλους του. Καὶ αὐτοὶ μαθόντες ὅτι ὁ νόμος θὰ διέγραφε τὰ χρέη, ἀλλὰ θὰ ἐσέβετο τὴν κτῆσιν τῆς γῆς, προέβησαν εἰς σύναψιν χρεῶν καὶ μὲ τὰ δανεισθέντα ὑπ’ αὐτῶν χρήματα ἠγόρασαν ἐκτεταμένας ἐκτάσεις γῆς εἰς τὴν Ἀττικήν. Καὶ ὅταν ἐδημοσιεύθη ὁ νόμος, αὐτοὶ μὴ ἀποδίδοντες τὰ διαγραφέντα χρέη των, ἀλλὰ κρατοῦντες τὰς γαίας, ἔδωσαν τὴν εὔλογον ὑπόνοιαν νὰ διαβληθῇ ὁ Σόλων ὅτι διὰ τοῦ νόμου του ἀδικεῖ τοὺς πολίτας, χωρὶς ν’ ἀδικῆται καὶ αὐτός καὶ οἱ φίλοι του. Ἀπὸ τὰς ποινικὰς εὐθύνας ἀπηλλάγη ὁ Σόλων, διότι ἀπέδειξεν ὅτι 5 τάλαντα εἶχε, σημερινῆς ἀξίας 300 χιλιάδων χρυσῶν δραχμῶν, καὶ ταῦτα εἶχε δανείσει καὶ τὰ ἔχασε διὰ τοῦ νόμου του. Παρέμενον ὅμως αἱ πολιτικαὶ εὐθῦναι καὶ διὰ τὴν εὐκολίαν μὲ τὴν ὁποίαν ἐνεπιστεύθη τὸ μυστικὸν τοῦ νόμου του εἰς τοὺς ἀναξίους φίλους του καὶ διότι δὲν ἠκύρωσε τὰς ἀγορὰς γαιῶν τῶν φίλων του, οἵτινες ἐξεμεταλλεύθησαν τὴν γνῶσιν τοῦ μυστικοῦ. Ἀλλὰ σᾶς εἶπα, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ περίπτωσις ποινικῆς καταδίκης καὶ νὰ ἐλλείπουν αἱ εὐθῦναι πολιτικαί. Ὀλίγοι ὑπῆρξαν οἱ προνομιοῦχοι τῆς ἱστορίας ποὺ ἔδωσαν τὸ ὄνομά των εἰς ἕνα αἰῶνα. Ἀλλ’ εἶναι μοναδικὸς ὁ συνδέσας τὸ ὄνομά του μὲ τὴν ἰδέαν τοῦ δικαίου. Ζητῶ ἀπὸ τὴν ἱστορίαν τὸ ποινικὸν δελτίον τοῦ δικαίου τούτου καὶ δὲν μοῦ τὸ δίδει λευκόν. Ὑπάρχει κατ’ αὐτοῦ τὸ δεδικασμένον. Διότι ὁ Ἀριστείδης, ὁ δίκαιος, ἔχει ἀπόφασιν καταδίκης ἐπὶ κλοπῇ δημοσίου χρήματος. Ἦτο ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν τῆς Ἀθηναϊκῆς Δημοκρατίας καὶ ὑπῆρξεν ὄχι μόνον τίμιος αὐτός, ἀλλὰ καὶ κέρβερος τοῦ δημοσίου πλούτου κατὰ τῶν τειχοποιῶν καὶ προμηθευτῶν τοῦ δημοσίου. Καὶ ὅταν εἰς τὸ τέλος οὗ ἔτους ἐλογοδότει διὰ τὴν διαχείρισίν του, οἱ προμηθευταὶ καὶ οἱ τειχοποιοὶ διὰ νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὴν ἄγρυπνον ὑπουργίαν του, τὸν κατηγόρησαν ἐπὶ κλοπῇ δημοσίου χρήματος καὶ διὰ ψευδομαρτύρων ἐπέτυχαν καὶ τὴν καταδίκην του. Ὁ Ἀριστείδης κατὰ τὸ δεύτερον ἔτος τῆς ὑπουργίας του, εἴτε ἐκ πικρίας, εἴτε διὰ νὰ δώσῃ ἕνα πολιτικὸν μάθημα εἰς τοὺς συμπολίτας του, ἀφῆκε τοὺς προμηθευτῶν τοῦ δημοσίου νὰ κλέψουν εἰς βάρος τῆς πόλεως. Καὶ ὅταν ἐπρόκειτο νὰ λογοδοτήσῃ εἰς τὸ τέλος τοῦ δευτέρου ἔτους, ἦτο ἀνήσυχος διὰ τὰς πολιτικάς του εὐθύνας. Ἀλλ’ οἱ προμηθευταὶ καὶ τειχοποιοὶ ἀντὶ εὐθυνῶν τοῦ ἀπένειμαν καὶ στέφανον. Καὶ τότε στραφεὶς πρὸς τοὺς Ἀθηναίους ὁ Ἀριστείδης, τοὺς εἶπε: «Πέρυσι ποὺ ὑπῆρξα κέρβερος τοῦ δημοσίου πλούτου μὲ κατεδικάσατε ἐπὶ κλοπῇ. Ἐφέτος ποὺ ἀφῆκα τοὺς προμηθευτὰς νὰ κλέψουν, μὲ στεφανώνετε. Ἐντρέπομαι, ὄχι διὰ τὴν περυσινήν σας καταδίκην, ἀλλὰ διὰ τὸ ἐφετεινόν σας στεφάνωμα». Τὸ Νέον Κόμμα εἰσῆλθεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅταν εἶχε ἐκραγῆ τὸ σκάνδαλον τοῦ στενωτέρου περιβάλλοντός του. Δύο ἀπὸ τὰ ἐπίλεκτα μέλη του καὶ κουμπάροι τῆς ἡγεσίας του εἶχον συλληφθῆ. Θὰ διεφύλασσε τὸ Νέον Κόμμα περισσότερον τὸ κῦρος τοῦ πολιτικοῦ κόσμου καὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν δὲν μετεῖχε τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἀφοῦ μετέσχε, θὰ ὤφειλε ν’ ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ὅταν ἐγνώσθησαν ἐγγραφαὶ ὀνομάτων τῆς ἡγεσίας του εἰς τὰ σημειωματάρια τοῦ λαθρεμπορίου. Ἀκόμη ἐδημοσιεύετο εἰς τὸν τύπον ἐπιστολὴ ἐξ Ἑλβετίας τοῦ Πεταλᾶ, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνεγράφετο καὶ ἡ φράσις «Ἐγὼ ἀναλαμβάνω τὰ περαιτέρω μὲ βουλευτὰς Μαρκεζίνην καὶ λοιπούς». Θὰ ὤφειλεν ἀκόμη νὰ διαγράψῃ τὰ ἐνοχοποιηθέντα στελέχη του καὶ νὰ ἀποδοκιμάσῃ τὰς πράξεις του. Ἀλλ’ ἔρχονται καὶ αἱ εὐθῦναι τῆς Κυβερνήσεως. Εἰς τὸν τύπον τῆς 23ης Μαρτίου 1949 ἐδημοσιεύετο ἡ ἀνακοίνωσις: «Ὁ Πρωθυπουργὸς κ. Σοφούλης, δεχθεὶς τοὺς δημοσιογράφους παρουσίᾳ τῶν κ.κ. Διομήδη, Τσαλδάρη καὶ Κανελλοπούλου, ἐδήλωσεν ὅτι μετὰ ἔρευναν τοῦ ζητήματος τὸ ὁποῖον ἠγέρθη τελευταίως, κρίνει ὅτι δὲν ὑπάρχει θέμα διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις συνεχίζει ἐν πλήρει συμπνοίᾳ τὸ ἔργον της. Δικαίωμα τῆς Βουλῆς εἶναι, μετὰ τὴν περαίωσιν τῆς ἀνακρίσεως, νὰ ζητήσῃ τὴν κατάθεσιν παντὸς ἐγγράφου». Καὶ συγχρόνως ἐδημοσιεύετο, ὅτι ὁ κ. Μαρκεζίνης, λαβὼν γνῶσιν τῆς ἀνωτέρω ἀνακοινώσεως, ἐδήλωσεν ἀργὰ τὴν νύκτα, ὅτι ἡ ἀνακοίνωσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, γενομένη παρουσίᾳ τῶν κ.κ. Τσαλδάρη —Κανελλοπούλου, τὸν ἱκανοποιεῖ». Ἡ Βουλὴ συνεζήτει ἄλλοτε τὴν ἐπερώτησιν τῆς ὀρύζης. Ἀπογευματινὴ ἐφημερὶς τῶν Ἀθηνῶν ἔγραφε καὶ ταῦτα: «Ἐνῷ τὸ προχθεσινὸν πραξικόπημα τῆς Κυβερνήσεως ἐμφανίζεται ὡς μία καθαρῶς χαριστικὴ συγκατάβασις, διὰ νὰ δυνηθοῦν οἱ ἔνοχοι τῆς ἐπιχειρηθείσης εἰς βάρος τῆς Ἑλλάδος ἀπάτης νὰ συγκομίσουν τὰ ἄνομα κέρδη των. Ὡρισμένως ἰταμωτέρα πρόκλησις τῆς κοινῆς γνώμης οὐδέποτε ἐπεχειρήθη ἐν Ἑλλάδι. Καὶ εἴμεθα περίεργοι, πῶς θὰ ἀντιδράσῃ κατ’ αὐτῆς ἡ Βουλὴ καὶ πῶς θὰ ἀποκαλύψῃ τοὺς μυστηριώδεις δεσμούς, οἱ ὁποῖοι καὶ μόνοι θὰ ἠμποροῦσαν ἴσως νὰ τὴν ἐξηγήσουν». Ἡ Βουλὴ ἀντέδρασε καὶ τότε. Ἀντιδρᾷ καὶ εἰς τὸ σημερινὸν σκάνδαλον καὶ προσπαθεῖ νὰ ἀποκαλύψῃ μυστηριώδεις δεσμούς. Ἀλλὰ δὲν ἔχει τώρα σύμμαχον τὴν ἔγκριτον ἐφημερίδα τῶν Ἀθηνῶν. Ἠγέρθη καὶ θόρυβος γύρω καὶ ἀπὸ μία φιλοφροσύνην τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς σύζυγον ξένου, παρασχόντος τὰς ὑπηρεσίας του εἰς τὴν ἀνασυγκρότησιν τῆς χώρας μας. Καὶ ἕνα περιδέραιον ἀξίας 18 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἐθεωρεῖτο σπατάλη καὶ ἐπεκρίθη ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἠναγκάσθη ἡ ξένη κυρία νὰ τὸ ἐπιστρέψῃ, ἵνα πωληθῇ ὑπὲρ τοῦ ἐράνου τῆς Βορείου Ἑλλάδος. Ἐὰν οἱ χειμαζόμενοι πληθυσμοὶ τῆς Βορείου Ἑλλάδος εἶχαν ἐρωτηθῆ, ἀσφαλῶς θὰ τὸ ἠρνοῦντο, διότι ἡ φιλοφροσύνη πρὸς ξένους εἶναι ἑλληνικὴ ἀρετή. Εἰς τὴν πολιορκίαν τοῦ Μεσολογγίου, ἀντιπρόσωπος τοῦ Κιουταχῆ ἐζήτησε τὴν παράδοσιν τῆς πόλεως. Οἱ πολιορκούμενοι ἠρνήθησαν. Καὶ εἰς τὸν Ἀλβανὸν ἀπεσταλμένον τοῦ Κιουταχῆ, ἔδωκαν ὡς δῶρον ἕνα κοράνιον ἐξαιρετικῆς τέχνης, λάφυρον ἕλληνος στρατιώτου. Ὁ Ἀλβανὸς ἠθέλησε νὰ δώσῃ φιλοδώρημα εἰς τὸν στρατιώτην μας, ἀλλὰ δὲν εἶχε. Καὶ τότε ὁ παριστάμενος Κίτσος Τζαβέλλας προσέφερεν εἰς τὸν Ἀλβανὸν δύο λίρας Τουρκίας, διὰ νὰ τὰς δώσῃ ἐκεῖνος εἰς τὸν στρατιώτην. Τόσον συνεκινήθη ὁ Ἀλβανὸς Μπέης ἀπὸ τὴν φιλοφροσύνην τῶν Ἑλλήνων, ὥστε τὴν ἑπομένην παρέλαβε τὸ σῶμα του καὶ ἐγκατέλειψε τὴν πολιορκίαν τοῦ Μεσολογγίου, λέγων ὅτι δὲν πολεμεῖ πρὸς ἥρωας καὶ φίλους. Θόρυβος ἠγέρθη καὶ διὰ κάποιο πεντακοσιόδραχμον κινηματογράφου ἑνὸς τῶν ὑπουργῶν. Καὶ τὸ τερατῶδες σκάνδαλον τοῦ συναλλάγματος πρέπει νὰ περάσῃ ἐν σιγῇ. Εἶναι ἡ θεωρία τοῦ Νέου Κόμματος. Καὶ ἐνῷ δὲν ἔφυγεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, φεύγει ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ἔχει φύγει ἀπὸ τὴν πολιτικήν μας ζωὴν καὶ ὁ κομμουνισμός. Εἶναι αἱ δύο ἀκρότητες, αἱ ὁποῖαι διΐστανται εἰς τὸν ἐθνικὸν καὶ κοινωνικὸν τομέα, ἀλλὰ συναντῶνται εἰς τὸν πολιτικὸν τομέα ἐναντίον τῆς Δημοκρατίας καὶ ὑπὲρ τῆς δικτατορίας. Ἀλλ’ ὅπως ἔλεγε καὶ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος, εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν τυράννων ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἔχει προτίμησιν.
§40Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἀρνεῖται τὴν τυραννίαν.
§41Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀλλὰ συνέπραξεν εἰς τὴν αὐτὴν Κυβέρνησιν μὲ ἓξ ἐξ αὐτῶν.
§42Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἦτο ὁ μόνος τρόπος νὰ καταλυθῇ ἡ τυραννία. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα). Ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ εἰσέλθω τώρα εἰς αὐτὴν τὴν συζήτησιν. Ἡ ἱστορία θὰ κρίνῃ. Ἔχει κρίνει. Ἐπὶ τοῦ ἄλλου θέματος ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω δύο λέξεις. Ἡ ἀκροτέρα ἀντίθεσις ἐναντίον τοῦ κομμουνισμοῦ, δὲν εἶναι ἡ ἐπιλεγομένη «ἄκρα δεξιά». Διότι αὐτὰ τὰ δύο ἄκρα συγγενεύουν εἰς τὴν τυραννίαν. Μόνον ὅσοι πιστεύουν εἰς τὴν Δημοκρατίαν καὶ τὴν κοινωνικὴν Δικαιοσύνην εἶναι οἱ πραγματικοί, οἱ ἀδιάλλακτοι, οἱ ἀποτελεσματικοὶ ἐχθροὶ τοῦ κομμουνισμοῦ. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα).
§43Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπάρχει ἐπιβουλὴ κατὰ τοῦ Δημοκρατικοῦ πολιτεύματος; Ὑπάρχει. Τὴν κατήγγειλεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος. Τὴν κατήγγειλε καὶ ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Κουλουμβάκης, ὅτι ἐπεζητήθη καὶ ἡ δική του μύησις εἰς τὴν ἐπιβουλήν.
§44Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μάλιστα τὸ κατήγγειλα καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ τώρα.
§45Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι ἐπιδίωξις τῆς ὀλιγαρχίας. Καὶ εἶναι ἡ Πανάκεια τῶν δυσκόλων στιγμῶν. Κατὰ τὸν Πελοποννησιακὸν πόλεμον, ἡ ὀλιγαρχία κατέλυσε τὴν Δημοκρατίαν καὶ ἐπέβαλε τὴν Βουλὴν τῶν 400. Ἐκεῖνος ποὺ κατ’ ἐξοχὴν ἔδρασεν εἰς τὴν μεταβολὴν μετὰ τοῦ Ναυάρχου Πεισάνδρου, ὑπῆρξεν ὁ Ἀντιφών, περὶ τοῦ ὁποίου λέγει ὁ Θουκυδίδης ὅτι εἰς πολιτικὴν σύλληψιν καὶ εἰς ρητορικὴν δεινότητα καὶ εἰς ἦθος δὲν ἦτο δεύτερος οὐδενὸς Ἀθηναίου τῆς τότε ἐποχῆς. Ἡ ὀλιγαρχία κατελύθη ἐντὸς 4 μηνῶν καὶ ὁ Ἀντιφὼν κατηργήθη ἐπὶ προδοσίᾳ. Σᾶς δίδω τὸ κείμενον τοῦ ψηφίσματος. «Ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει νὰ συλλάβουν τὸν Ἀρχεπτόλεμον, τὸν Ὀνομακλέα καὶ τὸν Ἀντιφῶντα καὶ νὰ τοὺς παραδώσουν εἰς τὸ δικαστήριον νὰ δικασθοῦν, νὰ τοὺς κρατήσουν οἱ στρατηγοὶ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ δικαστηρίου. Οὗτοι κατεδικάσθησαν νὰ παραδοθοῦν εἰς τοὺς 11, νὰ δημευθῇ ἡ περιουσία των, αἱ οἰκίαι των νὰ κατεδαφισθοῦν καὶ ἐπὶ τῶν οἰκοπέδων νὰ στηθοῦν στῆλαι Ἀρχεπτολέμου καὶ Ἀντιφῶντος τῶν προδοτῶν. Νὰ μὴ ἐπιτραπῇ νὰ τοὺς θάψουν ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν, οὔτε ἐπὶ ὅσου ἐδάφους κύριοι εἶναι οἱ Ἀθηναῖοι καὶ νὰ κηρυχθοῦν ἄτιμοι καὶ αὐτοὶ καὶ οἱ ἀπόγονοί των, νόθοι καὶ γνήσιοι. Καὶ ἂν κανεὶς υἱοθετήσῃ κάποιον ἀπὸ τὴν γενεὰν τοῦ Ἀρχεπτολέμου καὶ Ἀντιφῶντος, ἄτιμος νὰ εἶναι καὶ αὐτός. Αὐτὰ νὰ γραφοῦν εἰς στήλην χαλκῆν....». Βῆμα καὶ κοιτὶς τῆς δημοκρατίας ὑπῆρξεν ἡ Πνὺξ τῶν Ἀθηνῶν. Αὐτὴ ἠρνήθη καὶ τάφον εἰς τοὺς ἐπιβουλευομένους τὸ πολίτευμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τώρα τοὺς χειροτονοῦμεν φύλακας τῶν δημοκρατικῶν μας θεσμῶν. Σφάλμα πολιτικόν; Κάτι περισσότερον. Κίνδυνος. Ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴν εἶχα ζητήσει διὰ προτάσεώς μου πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν 25ην Ὀκτωβρίου 1933 καὶ ἐζήτουν ὅπως οἱ ὑπουργοί, οἱ βουλευταί, οἱ γερουσιασταί, οἱ δημόσιοι λειτουργοί, οἵτινες λόγῳ τῆς δημοσίας αὐτῶν ἰδιότητος ἢ ἐπιρροῆς ἢ μεσολαβήσεως ἀπεκόμισαν ἰδίας αὐτῶν ἢ συγγενῶν των ὠφελείας, νὰ ἐλεγχθοῦν ὑπὸ ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς μὲ εὐρυτάτην δικαιοδοσίαν ἀπὸ τὸ 1922 μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς προτάσεως. Ὑπεράνω τῆς συνταγματικῆς ἀπόψεως, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ. Τσάτσος, ὑπάρχει καὶ πολιτικὴ ἄποψις. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἂν τὸ Σύνταγμα διακρίνῃ τὰς 3 ἐξουσίας τῆς πολιτείας, ὅμως τὴν ὑπερέχουσαν θέσιν ἀφίνει εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, εἰς τὴν ὁποίαν μετέχουν οἱ ἄμεσοι ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐὰν εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ Κράτους σημειωθοῦν σκάνδαλα ὡρισμένων δημοσίων λειτουργῶν ἢ σημειωθῇ ἐκτροχιασμὸς μιᾶς τῶν ἐξουσιῶν, δὲν νομίζω ὅτι πρέπει ἡ λύσις ἢ ἡ κάθαρσις νὰ ἐπέλθῃ διὰ τοῦ ὁδοφράγματος. Καὶ ἐδῶ ἔγκειται ἡ εὐρυτέρα ἀποστολὴ τῶν ἐξεταστικῶν ἐπιτροπῶν. Τὸ σύνταγμα ἐδῶ καὶ ἀλλοῦ εἰς τὰς Δημοκρατίας, ἐπρονόησεν ὅπως ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ὡς ἐκπρόσωπος τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας συνιστᾷ ἐπιτροπὰς καὶ ἀναλαμβάνει αὐτὴ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς εὐρυθμίας εἰς τὸ πολίτευμα. Ἂν ὑπάρχουν πρόσωπα πολιτικὰ ποὺ ἀντιτίθενται εἰς τὴν ἐξεταστικὴν ἐπιτροπήν, δὲν θέλω νὰ προκρίνω τοὺς λόγους. Γνωρίζω ὅμως, ὅτι ὅσοι ἔχουν λευκὸν τὸ μέτωπον καὶ καθαρὰς τὰς χεῖρας ἐπιζητοῦν τὴν ἔρευναν τῶν ἐξεταστικῶν ἐπιτροπῶν, διὰ νὰ ἀναλάμπῃ ἡ ἀλήθεια. Ἀλλ’ ἂν ὑπάρχουν πρόσωπα πολιτικὰ ποὺ ἀντιτίθενται κατὰ τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, ὑπάρχουν ὅμως καὶ οἱ θεσμοὶ τῆς Δημοκρατίας, ποὺ εἶναι μόνιμοι, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν τὴν σύστασιν τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς ὄχι ἐναντίον προσώπων, ἀλλὰ ὑπεράνω προσώπων καὶ ὑπὲρ τῶν δημοκρατικῶν θεσμῶν. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν καὶ ἐν ὀνόματι τοῦ μαχομένου Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τῆς τιμῆς τῆς χώρας, ζητοῦμεν νὰ ψηφίσητε τὴν σύστασιν τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα).
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔχει τὸν λόγον.
§47Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριοι βουλευταί, εὑρίσκομαι εἰς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰς τρεῖς ὅλας ἐπερωτήσεις, ποὺ συνεπυκνώθησαν εἰς μία, στρεφομένας ὅλας κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ αὐτὸν ἐλεγχούσας. Θὰ ἔπρεπε νὰ ἀρκεσθῶ εἰς ὅσα καὶ πρὸ ἡμερῶν ἀνεκοίνωσα εἰς τὸ Σῶμα, ἐὰν δὲν εἶχον μεσολαβήσει ὡρισμέναι ἐπερωτήσεις. Ἡ σήμερον ἀναπτυχθεῖσα κυρίως, ἔθιξε θέμα, τὸ ὁποῖον εἶχον καθορίσει ἐπακριβῶς, ὡς τὸ ἀντιλαμβάνομαι, χωρίς, νομίζω, νὰ ἠμπορῇ ἡ ἄποψίς μου ἐκείνη νὰ ἀμφισβητηθῇ σοβαρῶς. Ὡμίλησα, δῆλον ὅτι περὶ τῆς σημερινῆς παρεφθαρμένης μορφῆς τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, καὶ οὐδεὶς βεβαίως ἠμπορεῖ νὰ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι τὰ ὅρια αὐτῶν τῶν ἐξουσιῶν εἶναι πλέον συγκεχυμένα καὶ δὲν εἶναι ὅπως ἄλλοτε σαφῶς διακεκριμένα. Οὐδὲ ἀποτελοῦν αἱ ἐξουσίαι στεγανὰ διαμερίσματα χωριστὰ ἀπ’ ἀλλήλων. Νομίζω, ὅτι αὐτὸς ὁ χαρακτηρισμὸς εἶναι ἐπαρκής, διὰ νὰ καθορίσῃ ἀκριβῶς τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν θέλω νὰ ἀποδώσω. Βεβαιότατα ὑπάρχει ἀλληλουχία, ὑπάρχει ἀλληλεξάρτησις τῶν δύο τοὐλάχιστον, ἀσφαλῶς, μέχρι τοῦ νὰ συγχέωνται συχνὰ τὰ ὅρια τῆς Νομοθετικῆς καὶ τῆς Ἐκτελεστικῆς, ἀλλὰ ὡς πρὸς τὴν Δικαστικήν, ἡ διάκρισις παραμένει στερεωτάτη, σαφῶς ὑπαρκτὴ καὶ ἐπιβεβλημένη. Εἶπα προχθές, προκειμένης προτάσεως ἱδρύσεως καὶ τότε —ὡς καὶ σήμερον περίπου ἀντιλαμβάνομαι πρόκειται νὰ γίνῃ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ— ὅτι κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, διὰ τὴν ἀντίληψίν μου, ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκείνη, κυρίως καὶ κατὰ πρῶτον λόγον, πολιτικὸν σκοπὸν ἐπιδιώκει καὶ πολιτικὸν ἔργον ἔχει, ἔστω καὶ ἐὰν ὡρισμέναι σαφῶς καθοριζόμενα καθήκοντα καὶ ἁρμοδιότητές της, ὁμοιάζουν καὶ ἀποτελοῦν καὶ τῆς προσδίδουν οἱονεὶ δικαστικὸν χαρακτῆρα. Θέλω νὰ εἶμαι ἀκόμη σαφέστερος. Δὲν πιστεύω οὐδὲ παραδέχομαι, ὅτι, ἐὰν τοιαύτη ἦτο ἡ ἔννοια, ὅτι ἐγὼ θὰ ἐδεχόμην, τοὐλάχιστον νὰ ὑπερψηφίσω τοιαύτην πρότασιν, ἐὰν ἐνόμιζα ἢ ἐπίστευα ἢ ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν ἐγένετο δεκτὸν ἀπὸ τὸ Σῶμα, ὅτι ἱδρύομεν ἕνα νέον, τρόπον τινὰ βαθμὸν δικαιοδοσίας. Περὶ τούτου, δὲν πρόκειται. Διὰ νὰ εἶμαι σαφὴς καὶ συγκεκριμένος ἐν τῇ πρακτικῇ ἐκδηλώσει τῆς ἀπόψεώς μου, θὰ ἔλεγον ὅτι οὔτε Εἰσαγγελεὺς, οὔτε Ἀνακριτής, οὔτε οἱοσδήποτε Δικαστικός, εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι μεταξὺ τῶν προσώπων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα καθορίζει ὁ σχετικὸς νόμος, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ καλέσῃ πρὸς ἀνάκρισιν ἡ Ἐπιτροπή. Τὸ τοιοῦτον θὰ ἦτο ἐντελῶς ἀπαράδεκτον καὶ θὰ ἀπεκλείετο τελείως. Γνωρίζομεν τὴν Συνταγματικὴν ἀρχὴν τὴν ἐπικρατοῦσαν, καὶ δὴ κατὰ τὰς νεωτέρας θεωρίας του, τοῦ Ντουγκουΐτ, ὅτι ἡ δικαιοσύνη, δι’ ὡρισμένων της λειτουργῶν ἐξαρτᾶται —νομίζω εἶναι ὁ ὅρος ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐκείνη ἀπὸ τὴν Βουλὴν. Ἀλλὰ ἐκ ποίων ἐξαρτᾶται καὶ ποία ἡ ἐξάρτησις αὐτῆς καὶ ποία ἠμποροῦσεν νὰ εἶναι ἡ ἐκδήλωσις τῆς ἐξαρτήσεως αὐτῆς. Ὑπάρχει κανὼν ἀπαράβατος, ὅτι τὸ δικαστικὸν Σῶμα, βεβαίως δὲν εἶναι ἀνεξέλεγκτον ἐνώπιον τῶν ἄλλων Σωμάτων. Ἀλλὰ ἡ ἐκδήλωσις τοῦ ἐλέγχου αὐτοῦ ἔχει καὶ τὴν μορφήν της σαφῶς διαγεγραμμένην εἰς τὴν πολιτειακήν μας συγκρότησιν. Καὶ κατὰ τοὺς Κοινοβουλευτικοὺς κανόνας καὶ τὴν κοινοβουλευτικὴν παράδοσιν ὑπόλογος διὰ τὰς πράξεις ἢ τὰς τυχὸν παραλείψεις τοῦ Σώματος τοῦ δικαστικοῦ ἐνώπιον τοῦ βουλευτικοῦ, εἶναι ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐν τῷ προσώπῳ του θὰ ἀσκηθῇ πλήρης, ἀκέραιος, ἄτεγκτος, σκληρὸς ὁ ἔλεγχος τοῦ νομοθετικοῦ καὶ τοῦ βουλευτικοῦ Σώματος. Ἐκεῖ ὅμως, ἐξαντλοῦνται τὰ δικαιώματα τῆς Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς τῶν πραγμάτων, ὀργάνου τῆς Βουλῆς, κατ’ ἐξαίρεσιν ὑποδεικνυομένην δι’ ὄντως ὅλως ἐξαιρετικὰ θέματα. Τὰ θέματα, αὐτά, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι δι’ ἐμὲ κυρίως πολιτικῆς ὑφῆς, οὐχὶ δικαστικῆς, ἔστω καὶ ἐὰν πρόκειται νὰ ἐρευνηθῇ, διότι περὶ ἐρεύνης κυρίως πρόκειται, τὸ ἔργον αὐτῆς ταύτης τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, αὐτοῦ τούτου τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἔστω καὶ ἐὰν πρόκειται διὰ τὸ ἔργον ἀνακριτοῦ αὐτοῦ τούτου τοῦ συγκεκριμένου δικαστικοῦ ὀργάνου. Νομίζω, ὅτι εἶμαι σαφὴς κατὰ τὸ γεγονὸς μόνον, ὅτι ἐν τῷ ψηφίσματι ἀξιῶ νὰ συγκεντροῦνται καὶ δὲν πρέπει νὰ παρερμηνευθῇ διὰ τὴν λέξιν, ἀξιῶ κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου τὴν Συνταγματικὴν ἐπὶ τοῦ θέματος ἀξιῶ νὰ συγκεντρωθῇ ἡ εὐθύνη ἀκεραία εἰς ἐμέ. Εἶναι τοῦτο νομίζω, ἡ καλυτέρα ἐκδήλωσις τῆς πίστεως, ποὺ τρέφω εἰς ἐκεῖνο, ποὺ προσπαθῶ νὰ ἐκφράσω πρὸς Ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι. Κατὰ ταῦτα, νομίζω, ὅτι δὲν ἀπέχω πολὺ ἀπὸ τὰ ὅσα τόσον γλαφυρῶς μᾶς ἐξέθεσεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀθηνῶν.
§48Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἡ Βουλὴ σέβεται τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης σέβεται τὴν Βουλήν. Αὐτὴ εἶναι ἡ συνάντησίς μας.
§49Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσ.). Τὸ γνωρίζει ἡ Βουλή, ὅτι τὴν σέβομαι πάντοτε.
§50Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δηλαδὴ κατὰ βάσιν δὲν διαφωνοῦμεν, ἀλλὰ ὅταν λέγετε, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐλέγχει τὸν ὑπουργόν, τὸν ἐλέγχει τὸν ὑπουργόν, εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπῆρξαν παραβάσεις, διὰ τὰς ὁποίας δὲν ἐμερίμνησεν ὁ ὑπουργός. Λοιπὸν θὰ ἐξετάσῃ ἡ Ἐπιτροπή, ἐὰν ὑπῆρξαν τοιαῦται παραβάσεις.
§51Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσ.). Καὶ ἐν ἀνάγκῃ θὰ ἀποπέμψῃ ἁπλούστατα τὸν ὑπουργόν, τὸν μὴ κρίναντα τυχόν, ὅτι ὑπάρχουν παραβάσεις.
§52Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βεβαίως. Διατί λοιπὸν νὰ μὴ διορισθῇ Ἐπιτροπή;
§53Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσ.). Μὰ δὲν ὡμίλησα ἐναντίον τῆς Ἐπιτροπῆς.
§54Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τότε ἡ συζήτησις ἐτερματίσθη καὶ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸν διορισμὸν τῆς Ἐπιτροπῆς.
§55Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσ.). Μέ συγχωρεῖτε πολύ, κύριε συνάδελφε, διότι ἀνεπτύχθησαν καὶ ἄλλαι ἐπερωτήσεις προγενέστεραι καὶ εἰς αὐτὰς πρέπει ν’ ἀπαντήσω.
§56Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἴπατε, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ ἔργου της δὲν θὰ ἔχῃ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ νὰ καλέσῃ δικαστικοὺς καὶ νὰ ζητήσῃ πληροφορίας. Εἶναι τοῦτο ἀληθές;
§57Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσ.). Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ὁμιλῶμεν περὶ δικαιωμάτων. Γνώμην ἐγὼ ἠμπορῶ νὰ ἐκφράσω, οὐχὶ ν’ ἀμφισβητήσω τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ νὰ ζητήσω τὸν ἀκριβῆ καθορισμὸν των.
§58Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν γνώμην σας θέλω.
§59Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ἡ γνώμη μου εἶναι ἀσφαλῶς, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ καλέσῃ δικαστικοὺς ὡς μάρτυρας ἀνακρινομένους ἡ Ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπή.
§60Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε ὡς ἁπλοῦς μάρτυρας;
§61Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ἔχει τὴν δικογραφίαν, κύριε συνάδελφε, εἰς τὴν διάθεσίν της καὶ ἐξ αὐτῆς ἠμπορεῖ νὰ κρίνῃ.
§62Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα τοῦτο, εἶναι πολὺ σοβαρὸν καὶ οὐσιῶδες, κύριε ὑπουργέ.
§63Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡ Ἐπιτροπή, δηλαδή, θὰ ἀπευθυνθῇ πρὸς ὑμᾶς καὶ ὑμεῖς θὰ εἰδοποιήσητε ποῖοι θὰ ἔλθουν νὰ ἐξετασθοῦν.
§64Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ἐὰν πρόκειται νὰ ἐξετασθοῦν δικασταὶ ὡς μάρτυρες, ἡ Ἐπιτροπὴ τότε ὑπερακοντίζει τὸν σκοπόν της. Παρακαλῶ νὰ σκεφθῆτε ὡρίμως πρὶν ἢ ἀποφασίσητε τοῦτο. Εἶπα καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ δικογραφία θὰ εἶναι πάντοτε εἰς τὴν διάθεσιν καὶ ἐξ αὐτῆς ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ εἶναι πάρα πολὺ δύσκολον νὰ μὴ κατορθώσῃ νὰ συναγάγῃ οὐσιαστικὰ συμπεράσματα.
§65Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ καλέσῃ δικαστὰς ὡς μάρτυρας καὶ θὰ τοὺς ἀνακρίνῃ, ἐὰν ὑπάρξῃ ἀνάγκη.
§66Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἄλλος θὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν μου. Σᾶς δηλῶ ἀπὸ τοῦδε ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δι’ ἄλλου ὑπουργοῦ θὰ ζητήσητε τὰς εὐθύνας οὐχὶ παρ’ ἐμοῦ. (Χειροκροτήματα).
§67Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Νομίζω ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐξέφρασε ἁπλῶς τὴν γνώμην ὅτι κατ’ ἀρχὴν δὲν εἶναι ὀρθὸν ἡ ἐπιτροπὴ νὰ καλέσῃ δικαστάς, δὲν εἶπε δὲν ἔχει δικαίωμα. Δεύτερον ὁ κ. ὑπουργὸς ἐννοεῖ ὅτι κατὰ τὸ διάστημα κατὰ τὸ ὁποῖον ἐξακολουθεῖ ἐκκρεμοῦσα ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης ἡ ὑπόθεσις εἶναι ζήτημα, ἂν εἶναι ὀρθὸν νὰ κληθοῦν δικασταὶ πρὸς ἀνάκρισιν.
§68Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βεβαιότατα.
§69Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὁμιλῶ καὶ περὶ παντὸς χρόνου. Ὡς πρὸς τὸ γεγονὸς θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω, ὅτι οὐχὶ ὀρθῶς ἤχθη ἡ συζήτησις ἐπὶ θεμάτων ἀφορώντων τὴν ἔκδοσιν δικαστικῶν ἢ προδικαστικῶν ἀποφάσεων. Ὅταν ἀποτελῇ τὸ βούλευμα καὶ μάλιστα ἀποφάσεων αἵτινες ἀνεκόπησαν ὑπὸ τοῦ ἔχοντος δικαίωμα πρὸς τοῦτο καὶ ἐκκρεμοῦν ἤδη ἐνώπιον τοῦ δευτέρου βαθμοῦ δικαιοδοσίας ἔχω νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς, καὶ ἡ γνώμη μου αὐτὴ εἶναι ἀπερίφραστος, ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ συζητῶμεν περὶ ἐκκρεμουσῶν ἀποφάσεων. Εἶναι φυσικὸν νὰ περιμένῃ ἡ ἐπιτροπή, διότι ἤθελα νὰ ἠξεύρω, τί θὰ κρίνῃ σήμερον ἡ ἐπιτροπή. Ἐνδεχομένως ἐὰν τὸ πρῶτον σκέλος τῆς εἰσαγγελικῆς ἀνακοπῆς γίνῃ δεκτόν, θὰ ἐξαφανισθῇ τὸ βούλευμα. Τί θὰ κρίνῃ λοιπόν, ἡ ἐπιτροπή;
§70Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὅσα γεγονότα ἔχουν συντελεσθῆ.
§71Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Σέβομαι τὴν παρατήρησίν σας.
§72Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ..................
§73Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, καθ’ ἣν ὥραν συμφωνῶ ἀπολύτως μὲ ὑμᾶς θὰ συμφωνήσητε καὶ ὑμεῖς μαζί μου, ὅτι εἶναι καὶ στοιχειώδης ἀνάγκη καὶ προϋπόθεσις τῆς μορφώσεως καὶ κρίσεως τῆς ἐπιτροπῆς ἡ ὕπαρξις ὅλων τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα ἐδῶ ὁ ἴδιος μόλις τὰς ἡμέρας αὐτὰς πυρετωδῶς ἀσχολούμενος ἠμπόρεσα νὰ τὰ διεξέλθω, διότι εἶναι τόσον ὀγκώδης ἡ δικογραφία. Καὶ τούτων οὕτως ἐχόντων, θέλω νὰ εἴπω ἀπαντῶν εἰς τὰς ἄλλας ἐρωτήσεις, διότι ἔχω τὸ ἀτύχημα νὰ ἀπαντῶ εἰς ἕνα ὁρμαθὸν ἐπερωτήσεων, θέλω νὰ ἐξάρω ὡρισμένα στοιχεῖα, διότι ἐὰν τὰ ἀντιπαρέρχομαι ἀπαρατήρητα, θὰ διέπραττον βαρεῖαν παράλειψιν. Ἐλέχθη ὅτι σκοπίμως ἐκρατήθησαν ἔγγραφα καθ’ ἣν ὥραν ἡ ὑπόθεσις εὑρίσκετο πρὸς κρίσιν ἐνώπιον τοῦ ἀκροατηρίου ἀνωτέρου βαθμοῦ. Τοῦτο ἀποτελεῖ βαρυτάτην καὶ ἀσύστατον κατηγορίαν κατὰ τῆς δικαιοσύνης. Ὁ ἀνακριτὴς ἀπὸ συμφώνου μετὰ τοῦ προϊσταμένου εἰσαγγελέως Ἐφετῶν εἶχε κρατήσει 2 ἔγγραφα ἀπαραίτητα διὰ τὴν ἀνάκρισιν τῆς ὁποίας, κατὰ συνέχειαν, εἶχε τὰς εὐθύνας καὶ τὴν ἀσχολίαν. Ἐν τούτοις καὶ εἰς τὸν εἰσαγγελέα τῆς ἕδρας καὶ εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ δικάζοντος Δικαστηρίου ὅπου ἐκκρεμοῦσε ἡ ὑπόθεσις ἐδήλωσεν ὁ ἀνακριτὴς ὅτι τὰ ἔγγραφα αὐτὰ θὰ ἦσαν πάντοτε καὶ ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ δικάζοντος δικαστηρίου. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους νομίζω ὅτι τὰ ἔγγραφα αὐτὰ δὲν ἦσαν ἀπόντα, ἀλλὰ παρόντα εἰς τὸν φάκελλον καὶ οὔτε δύο λεπτὰ βραδύτητος δὲν θὰ ἐμεσολάβει μεταξὺ τῆς ζητήσεως καὶ τῆς προσαγωγῆς τῶν ἐγγράφων αὐτῶν. Ἐλέχθη καὶ εἶναι τελείως δυσφημιστικὸν διὰ τὴν δικαιοσύνην καὶ τὸ ἑξῆς: ὅτι δὲν ἔστρεψε ἡ δικαιοσύνη τὰ βλέμματά της μὲ περισσότερον ζῆλον εἰς πλέον μακρυνὰς καταθέσεις, ὁπότε θὰ ἀνεύρισκε καὶ ἄλλα στοιχεῖα τῆς ὑποθέσεως. Ἐλέχθη ὅτι πέραν τοῦ Χασανίου δὲν ἐκινήθη ἡ ἀνάκρισις καὶ τοῦτο ἀποτελεῖ συκοφαντικὸν ψεῦδος. Καὶ ἔχω τὰ στοιχεῖα εἰς τὴν διάθεσιν τῶν μελῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, διὰ νὰ κρίνῃ ὅτι ἐνηργήθησαν ἀπὸ τῶν ἀρχῶν τοῦ ἔτους.
§74Ι. ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξηγεῖτε ὄνειρα λέγοντας ὅτι εἶναι συκοφαντικὰ ψεύδη. Δὲν εἶναι γλῶσσα ὑπουργοῦ Δικαιοσύνης. (Θόρυβος, φωναί, κωδωνοκρουσίαι).
§75Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Αὐτὸ λέγεται θρασύτης. Ἡ Ἑλληνικὴ δικαιοσύνη ἐστράφη ἐγκαίρως πρὸς τὴν κατεύθυνσιν τοῦ Ἀράξου, τῆς Κερκύρας, τῶν Ἰωαννίνων, τοῦ Ἀγρινίου, ὅλων τῶν ἐκτὸς τῶν Ἀθηνῶν....
§76Ι. ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ.......
§77Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶναι δικαίωμά σας νὰ δημιουργῆτε ψευδαισθήσεις τὰς ὁποίας δὲν θὰ ἐπιτρέψω νὰ δημιουργηθοῦν εἰς βάρος τῆς δικαιοσύνης. Ἔπραξε τὸ καθῆκον της καὶ οὐδὲν παρέλειψε.
§78Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ.......
§79Ι. ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. ὑπουργὸς εἶναι θρασύτατος, μᾶς ἀποκαλεῖ συκοφάντας.
§80Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Περὶ θρασύτητος νὰ μὴ ὁμιλοῦν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι περὶ τῆς δικαιοσύνης δὲν ἔχουν κἄν τὸ δικαίωμα νὰ ἀνοίγουν τὸ στόμα τους. Τοὺς συνιστῶ θερμῶς νὰ σιωπήσουν.
§81Ι. ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μᾶς λέγετε συκοφάντας.
§82Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κύριοι βουλευταί, ἔρχομαι διὰ νὰ ὁμιλήσω, ἐπειδὴ εὑρίσκομαι εἰς στενὴν ἐπαφὴν μὲ τοὺς ἐντίμους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι λέγονται Ἕλληνες δικασταὶ καὶ ἔχουν εἰς τὴν ψυχήν των πικρίαν μεγάλην καὶ βαθεῖαν διότι ἤκουσαν ἐκτοξευομένους εἰς βάρος των βαρεῖς λόγους καὶ μάλιστα ἐπανειλημμένως. Καὶ θὰ ἦτο ἀληθῶς θλιβερὸν νὰ λάβω τὸν λόγον χωρὶς νὰ ἐξάρω καὶ στιγματίσω τὰ φαινόμενα αὐτά. Πέραν αὐτῶν ἐλέχθη ὅτι εἰς ὑπόθεσιν ξένου ἀξιωματικοῦ...
§83Ι. ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑβρίζουν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζουν τὰ πράγματα. Ἡ ἀνικανότης σας, σᾶς ἔφερεν εἰς τὸ σημεῖον αὐτό.
§84Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Μακάρι νὰ εἴχατε τὴν ἱκανότητά μου, νὰ ὁμιλῆτε περὶ ἠθικῶν θεμάτων. Λόγῳ λοιπόν, ὅτι ἐξεστομίσθη κατὰ τῆς δικαιοσύνης ἡ κατηγορία ὅτι παρέλειψε νὰ ἐρευνήσῃ τὸν τομέα τῆς δράσεως ὑποθέσεως ξένου ἀξιωματικοῦ, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα δὲν δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω ὅτι οὐδεμία παράλειψις ὑπῆρξε καὶ ὅτι ὑπάρχει συνεχὴς ἐπαφὴ τῆς δικαιοσύνης μὲ τὰς ξένας πηγάς, ἀπὸ τὰς ὁποίας θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προκύψουν στοιχεῖα κατὰ τοῦ προσώπου αὐτοῦ, μὴ εὑρισκομένου ἐνταῦθα. Ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς ἐξητάσθησαν καὶ ἐδῶ μάρτυρες καὶ ἡ κατηγορία αὐτὴ καταρρέει ὁλοσχερῶς. Ἀλλὰ ἐγράφησαν καὶ ἄλλα ἀκόμη, ὅτι δηλαδὴ ἐδανείσθη, ἐχρηματίσθη εἰς ὑπόθεσιν ξένην ἐντελῶς πρὸς τὸ λαθρεμπόριον. Τί ἦτο αὐτό, κύριοι, ἂν μὴ δυσφήμησις; Διὰ γεγονότων καὶ κειμένων ὑποχρεώσεων εἶχον, κύριοι, νὰ ἀποκαταστήσουν τὰ πράγματα καὶ βεβαιῶ ὅτι οὔτε διενοήθην, οὔτε διανοοῦμαι νὰ παραβλέψω τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς. Τρέφω βαθὺν σεβασμὸν πρὸς τὸ Κοινοβουλευτικόν μας πολίτευμα, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν εἰς ἐμέ τοὐλάχιστον τοιοῦτον ὀλίσθημα. Ἀλλὰ ἡ ὑποχρέωσίς μου ἦτο νὰ θέσω ὡς καὶ προχθὲς ἐκ δευτέρου, ἐκεῖνο ποὺ κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου πρέπει νὰ εἶναι τὸ ὅριον διαχωρίσεως μεταξὺ τῆς πολιτικῆς κατὰ πρῶτον λόγον ἀποστολῆς τῆς ἐπιτροπῆς διὰ τὸν εἰδικὸν σκοπὸν τῆς ἐρεύνης καὶ τῆς δικαστικῆς ἐμφανίσεως αὐτοῦ. Τὸ θέμα, τὸ κυρίως συγκλονίζον τὴν Ἑλλάδα, δὲν εἶναι μόνον ὅτι ἔγιναν παραβάσεις ἀήθους μορφῆς, ἀλλὰ εἶναι δι’ ἡμᾶς κυρίως τοὺς μετέχοντας τῆς αἰθούσης αὐτῆς ὅτι δὲν ὑπῆρξαν σημεῖα, τὰ ὁποῖα προσέβαλον τὴν συνείδησίν μας περὶ πολιτικῆς εὐθιξίας. Καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι αὐτὸ ὑπῆρξε τὸ πρῶτον κίνητρον ὅπου συνεκίνησε τὸ Σῶμα. Καὶ ποῖος θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διανοηθῇ ἄνευ ἀμφισβητήσεως ὄχι μόνον τὸ δικαίωμα αὐτό, ἀλλὰ καὶ τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ Σώματος; Ὅταν παύσῃ εἰς μίαν χώραν, εἰς τὴν πολιτικὴν ζωὴν νὰ ὑπάρχῃ τὸ κίνητρον τοῦ συνεχοῦς ἐνδιαφέροντος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ὑπάρχῃ, διὰ θέματα ἠθικῆς τάξεως, ἀποτελεῖ τοῦτο σημεῖον καταπτώσεως. Ἐὰν θέματα τοιαύτης φύσεως, δὲν μᾶς συγκινοῦν, τότε ἀσφαλῶς δὲν ὑγιαίνομεν κοινωνικῶς. Ἀλλὰ ἡ συγκίνησις πρέπει καὶ αὐτὴ νὰ ἔχῃ λελογισμένον μέτρον καὶ νὰ μὴν σπεύδωμεν εἰς κρίσεις καὶ καταδίκην, εἴτε τῶν ἀσκούντων ὡρισμένον λειτούργημα, πράγματι λεπτότατον ὑπὸ δυσχερεστάτας ὄντως συνθήκας εἴτε καὶ ἐξάγοντες ἀμελετήτως συμπεράσματα. Θὰ ἔχωμεν ἀληθῶς τὴν εὐκαιρίαν ὅταν λήξῃ ἡ δευτεροβάθμιος κρίσις τοῦ Συμβουλίου Ἐφετῶν νὰ μορφώσωμεν τὴν γνώμην ἐκείνην, περὶ τῶν ὑπὸ κρίσιν θεμάτων. Δὲν προλαμβάνομεν τὰ γεγονότα οὔτε τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς καὶ ἰδιαίτατα τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς. Μὴ σπεύδωμεν. Ἂς εἴμεθα ψύχραιμοι καὶ βεβαίως τότε ὁ ἠθικὸς καθαρμὸς θὰ εἶναι πληρέστερος καὶ ἀποτελεσματικώτερος, μᾶλλον καρποφόρος καὶ ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ Ἔθνους, ἀλλὰ μὴ γκρεμίζομεν τὰς ἀξίας, ἂς τὰς ἀναστηλώνωμεν.
§85Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε ὑπουργέ, γενικεύετε τὸ ζήτημα.
§86Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Δὲν ὁμιλῶ γενικῶς, ὁμιλῶ περὶ τῶν περιπτώσεων, ὅπου τὸ πρᾶγμα ἔχει διαπιστωθῆ.
§87Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τονίσατέ το τότε, κ. ὑπουργέ, ὅτι ἀποβλέπετε εἰς μεμονωμένα περιστατικά. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι θλιβερὸν διὰ τὴν ὑπόθεσιν τὴν γενικωτέραν. Ἡ ἐντύπωσις ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπηύθυνεν ἔκκλησιν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν νὰ μὴ γνωρίζῃ τὸ κῦρος τῆς Δικαιοσύνης. Νὰ μὴ δημιουργηθῇ αὐτὴ ἡ ἐντύπωσις, διότι δὲν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τὴν δεχθῶμεν.
§88Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κ. ὑπουργέ, νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε μίαν μικρὰν διακοπήν. Δὲν πρέπει νὰ δοθῇ ἀντίληψις ὅτι ὑπάρχει καὶ εἷς μόνον βουλευτής, ὁ ὁποῖος δὲν αἰσθάνεται ὑπερηφάνειαν διὰ τὴν ἠθικὴν τῆς Ἑλληνικῆς δικαιοσύνης.
§89Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Εἶμαι πάρα πολὺ εὐτυχὴς νὰ τὸ ἀκούω.
§90Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἴμεθα ὑπερήφανοι διὰ τὴν δικαιοσύνην, ἀλλὰ πᾶς ἄνθρωπος, πᾶσα ὁμὰς ἀνθρώπων συμβαίνει κάπου, κάπου νὰ παρεκτραπῇ. Δὲν πρέπει νὰ ἀφήνεται τὸ πρᾶγμα ἀμελέτητον. Αὐτὸ εἶναι ὅλον τὸ ζήτημα. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ εἰδικὸν θέμα περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται ἐμείναμεν ὅλοι σύμφωνοι νὰ διορισθῇ μία Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία θὰ ἐμπνέεται ἀπὸ ἕνα σεβασμὸν πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην καὶ ἀπὸ ἕνα σεβασμὸν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψωμεν νὰ ἀρχίσῃ μία συκοφαντία, αὐτὴ ἡ συκοφαντία καὶ ὄχι αὐτὴ τὴν ὁποίαν εἴπατε, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία δὲν σέβεται τὴν Δικαιοσύνην, δὲν σέβεται τὴν ἀλήθειαν, δὲν σέβεται τὸ δικαίωμα παντὸς Ἕλληνος πολίτου. Ἀλλὰ δὲν σέβονται ὅμως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπέχουν ἀπὸ τὴν συζήτησιν καὶ διαρκῶς ὁμιλοῦν περὶ συκοφαντίας.
§91Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικ.). Κύριοι συνάδελφοι, διεχώρισα σαφῶς τὰ θέματα καὶ ὡμίλησα περὶ τῆς εὐλόγου συγκινήσεως τοῦ Σώματος εἰς τὰ θέματα τὰ ὁποῖα ἐκφράζει ἡ συνείδησις ἐπὶ ἑκάστου μέλους περὶ τῆς πολιτικῆς εὐθιξίας. Γνωρίζω ὅτι συμφωνοῦμεν ἀπολύτως. Ἀλλ’ ἐγὼ διεχώρισα καὶ ἐσημείωσα καὶ ἐστιγμάτισα καὶ ἐστηλίτευσα, ὡς εἶχον καθῆκον τὴν μεμονωμένην εὐτυχῶς ἐκτροπήν. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους εἶμαι εὐτυχὴς ὅτι αἱ ἀπόψεις ὅλων συμπίπτουν καὶ ἡ ἄποψις περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς εἶναι πράγματι καὶ ἀντίληψις τοῦ Σώματος. (Χειροκροτήματα).
§92ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβ.). Ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω ὀλίγας μόνον λέξεις εἰς τὴν Βουλήν. Ἀποτεινόμενος πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ἡ ὁποία ἔχει βαθυτάτην συνείδησιν τῶν συμφερόντων τοῦ Ἔθνους καὶ τῶν καθηκόντων αὑτῆς, θὰ ἐκφράσω τὴν ἑξῆς γνώμην. Νομίζω ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἔχει πᾶν δικαίωμα νὰ ἐλέγχῃ ὅλους τοὺς δημοσίους λειτουργοὺς συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν τῆς Δικαιοσύνης. Νομίζω ὅτι ἔχει ἀπόλυτον αὐτὸ τὸ δικαίωμα, διότι τὸ Κράτος εἶναι ἑνιαῖον. (Χειροκροτήματα). Ὑπάρχουν εἰς τὸ Κράτος λειτουργίαι χωρισταὶ μόνον μὲ ἰδίας ἁρμοδιότητας, αἱ ὁποῖαι ἐνεργοῦν σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους. Ἡ Βουλὴ ἠμπορεῖ νὰ ἐλέγχῃ, εἴτε πρόκειται περὶ ὑπαλλήλου ἐνεργοῦντος διοικητικὰς πράξεις, εἴτε πρόκειται περὶ δικαστοῦ ἐνεργοῦντος δικαστικὰς πράξεις. Ὁ ἔλεγχος ὁρίζεται περὶ τοῦ ἂν ἡ ἐνέργεια ὑπῆρξε σύμφωνος πρὸς τοὺς νόμους. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ ἐφορεύῃ ὅλας τὰς ἀρχάς. Καὶ ἡ Κυβέρνησις ὑπόκειται διὰ τὸ ἔργον της τοῦτο εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀντιτίθεται εἰς τὴν συγκρότησιν ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς, δὲν ἀντιτίθεται εἰς μίαν γενικωτέραν ἔρευναν, διότι ἔχει ἀπόλυτον τὴν πεποίθησιν ὅτι ἐκ τῆς ἐρεύνης αὐτῆς θὰ διαπιστωθῇ, ὡς εὐχόμεθα εἶμαι βέβαιος ὅλοι, ὅτι ἡ Δικαιοσύνη θὰ ἐξέλθῃ ἐκ τῆς ἐρεύνης αὐτῆς ἀπολύτως ἀλώβητος. Κύριοι βουλευταί, νομίζω ὅτι ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι πρέπει νὰ εὑρεθῇ διατύπωσις, τὴν ὁποίαν νομίζω ὅτι εὐκόλως δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν, ἡ ὁποία θὰ ἔδιδε δικαιώματα γενικωτέρας ἐρεύνης ἐπὶ τοῦ ὅλου θέματος χωρὶς νὰ ἐντοπίσωμεν τοῦτο εἰδικώτερον. Νομίζω ὅμως ὅτι ἐὰν δώσωμεν εἰς τὴν ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπὴν ἐλευθερίαν ἐρεύνης ἐπὶ τοῦ θέματος γενικῶς καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ προβῇ εἰς ἐργασίαν μὲ τὴν εὐσυνειδησίαν ἡ ὁποία διακρίνει τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, θὰ καταλήξωμεν εἰς συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι ἀπολύτως ἐποικοδομητικὰ καὶ ἀπολύτως χρήσιμα διὰ νὰ διατηρηθῇ τὸ κῦρος τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὰ δικαιώματα τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. (Χειροκροτήματα).
§93Ι. ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐμεσολάβησεν ἕνα γεγονὸς ἀναμφισβήτητον. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐξεστόμισεν ἀπὸ τοῦ ἐπισήμου βήματος μίαν κατηγορίαν καὶ εἶπεν ὅτι ἡμεῖς ποὺ ἤλθομεν ἐδῶ πρὸ τοῦ Σώματος καὶ σᾶς εἴπομεν ὡρισμένας ἀντιλήψεις μας, εἴμεθα συκοφάνται. Ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸ Σῶμα καταγγέλλω τοῦτο, ὅτι ἡμεῖς ὡς βουλευταί, ὅταν ἐμάθαμεν ὡρισμένας παραβάσεις τῶν ἀνακριτῶν τοῦ κ. ὑπουργοῦ... (δὲν ἠκούσθη).
§94Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τοῦ Κράτους, ὄχι τοῦ ὑπουργοῦ.
§95Ι. ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ. .. Ἐθεωρήσαμε καθῆκόν μας διὰ νὰ μὴ πέσῃ ἡ Δικαιοσύνη ὁλόκληρος, νὰ καταγγείλωμεν ὡρισμένα πράγματα. Τοῦτο λέγει συκοφαντίαν ὁ κ. ὑπουργός;
§96ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§97Ι. ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν λέγεται συκοφαντία, τότε ὁ κ. ὑπουργὸς κάμνει κακὴν ἑρμηνείαν τῆς λέξεως, καίτοι εἶναι Ἑλληνικὴ ἡ λέξις.
§98Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι τόσον καλὸς ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὥστε τὸν συγχωροῦμεν.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Χούτας, ἔχει τὸν λόγον.
§100Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν πρόκειται νὰ σᾶς ἀπασχολήσω μὲ τὸ μεμονωμένον θέμα τῶν εὐθυνῶν τοῦ κ. Μαρκεζίνη εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ λαθρεμπορίου τοῦ συναλλάγματος. Ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς ἡ δικαιοσύνη τῆς χώρας ἔχει ἐκδώσει μίαν ἀπόφασιν ἀλλὰ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔχει ἐκδώσει τὴν ἰδικήν του ἀπόφασιν πρὸ πολλοῦ. Τὸ σκάνδαλον, κύριοι, τοῦ λαθρεμπορίου τοῦ συναλλάγματος ἀποτελεῖ καὶ αὐτὸ ἕνα ἀπὸ τὰ πολλά, ἀπὸ τὰ πάμπολλα συμπτώματα τὰ ὁποῖα προδίδουν τὴν ὕπαρξιν μιᾶς βαθυτέρας ἠθικῆς κρίσεως, τὴν ὁποίαν διέρχεται ὁ τόπος αὐτός, προδίδουν τὴν ὕπαρξιν μιᾶς κακοήθους καὶ φθοροποιοῦ ἑστίας μὲ εὐρείας διακλαδώσεις ἐντὸς τοῦ ἐθνικοῦ μας ὀργανισμοῦ. Προδίδουν τὴν ὕπαρξιν καὶ ἄλλου ἐχθροῦ τῆς πατρίδος ὑπ’ ἀριθμὸν 2 καὶ ἀλλοίμονον εἰς τὴν Ἐθνικὴν αὐτὴν Ἀντιπροσωπείαν ἐὰν συνεχίσῃ νὰ παρορᾷ τοὺς ἐξ αὐτοῦ κινδύνους, οἱ ὁποῖοι ἀπειλοῦν τὴν χώραν. Ἀπὸ μιᾶς, κύριοι, 8ετίας, ἡ μεγάλη καὶ ὑγιὴς μερὶς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, βαστάζει τὸ τεράστιον βάρος ἑνὸς ἀδυσωπήτου ἀγῶνος, ἀγῶνος διὰ τὴν ὕπαρξιν τῆς φυλῆς, ἀγῶνος διὰ τὴν ὕπαρξιν τοῦ Ἔθνους. Προσέφερε καὶ προσφέρει εἰς τὸν ἀγῶνα αὐτὸν τὸ πᾶν, αἷμα, ἱδρῶτα, ἀγαθά, κτηθέντα μὲ κόπους γενεῶν ὁλοκλήρων. Ἐν ταὐτῷ ὅμως, κύριοι, ὑπάρχει μία ἄλλη ὁμὰς ἀνθρώπων, ἡ ὁποία παραμένει ξένη πρὸς τὸν ἀγῶνα αὐτὸν τοῦ Ἔθνους, παραμένει ἀσυγκίνητος πρὸς τὸ δρᾶμα τοῦ λαοῦ μας. Καὶ εἶναι αὐτὴ ἡ νεωτέρα οἰκονομικὴ ὀλιγαρχία τοῦ τόπου. Πηγὴ καὶ αἰτία τῆς διαφθορᾶς τῶν συνειδήσεων, καὶ ἀνατροπῆς τῶν ἠθικῶν ἀξιῶν. Πραγματικὴ καρκινωματώδης ἑστία, ἡ ὁποία κατατρώγει τὰς σάρκας τοῦ Ἔθνους. Καὶ ἐν τῇ πραγματικότητι κυρίαρχος τοῦ Κρατικοῦ μας ὀργανισμοῦ ἐν τῷ συνόλῳ της. Διὰ μέσου τοῦ σκότους καὶ τῶν ἐρειπίων τῆς κατοχῆς, οἱ χρυσοκάνθαροι αὐτοί, κατώρθωσαν νὰ ἐξέλθουν πολὺ πλουσιώτεροι ἀπὸ πρίν. Διὰ μέσου τῆς σημερινῆς ἐθνικῆς τραγῳδίας, καθημερινῶς προβάλουν καὶ ἔτι πλουσιώτεροι. Καίεται καὶ ξεριζώνεται ὁ λαὸς τῆς ὑπαίθρου χώρας. Λιμοκτονοῦν οἱ ἔντιμοι τοῦ Κράτους ὑπάλληλοι καὶ ἐργάται, ἀποθνήσκουν τῆς πείνης οἱ μάρτυρες τῆς Ἐθνικῆς ἰδέας οἱ ἀνταρτόπληκτοι, λαθρεμπορεύονται, θησαυρίζουν καὶ εὐωχοῦνται ἐν ἁμαρτίαις καὶ διαφθορᾷ οἱ χρυσοκάνθαροι αὐτοί. Τῇ ἀνοχῇ τοῦ περιφήμου αὐτοῦ Κράτους κερδίζουν καθημερινῶς χιλιάδας λιρῶν, δίδουν ἐξ αὐτῶν εἰς τὸ Κράτος μερικὰς χιλ. δραχμῶν καὶ τὸ ἀνόητον αὐτὸ Κράτος τοὺς ἀνακηρύσσει καὶ τοὺς προβάλλει ὡς εὐεργέτας τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ Ἔθνους. Ἕνα χιλιόδραχμον δίδουν εἰς τὸν ἀνταρτόπληκτον τὴν ἡμέραν, ἑκατομμύρια σπαταλοῦν αὐτοὶ εἰς μίαν νύκταν. Ἀλλά, δὲν ἀρκοῦνται αὐτοὶ οἱ ὀλίγοι κακοὶ Ἕλληνες εἰς τοῦτο. Συναισθανόμενοι τὴν ὁσημέραι ὀγκουμένην λαϊκὴν ὀργήν, ἡ ὁποία καὶ θὰ ξεσπάσῃ, ἔπρεπε ἤδη νὰ ἔχῃ ξεσπάσῃ, ἐπὶ τῶν ἐκφύλων κεφαλῶν των, ἤρχισαν νὰ συνωμοτοῦν καὶ ἐναντίον τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ μας. Ἤρχισαν νὰ συνωμοτοῦν ἐναντίον τῶν ἐλευθέρων μας θεσμῶν. Ἐξαγοράζοντες τὰς συνειδήσεις μερικῶν ἀνοήτων πολιτικῶν ἀνδρεικέλων, προσεταιρισθέντες τὴν κεφαλαιοκρατικὴν μερίδα τοῦ Ἑλληνικοῦ τύπου καὶ συνομολογήσαντες ἀμοιβαίαν συνδρομήν, μὲ διαφόρους κούφους καὶ ματαιοδόξους παράγοντας, ἤρχισαν συστηματικῶς νὰ βάλουν ἐναντίον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ὡς συνόλου. Δὲν κατηγορῶ πρόσωπα καὶ κόμματα, τὰ ὁποῖα τυχὸν παρεξέκλινον τοῦ προορισμοῦ των, διότι εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν θὰ εἴμεθα καὶ ἡμεῖς σύμφωνοι. Ἀλλὰ κατηγοροῦν τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ὡς σύνολον, ὡς θεσμόν. Ὁ σκοπός των εἶναι σαφὴς καὶ τῷ ὄντι σατανικός: Πρέπει νὰ πέσῃ τὸ κῦρος τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, πρέπει νὰ ἀνατραπῇ τὸ ἱερὸν αὐτὸ Σῶμα, ἀπὸ τὸ ὁποῖον καὶ μόνον ἀκούεται ἡ γνησία φωνὴ τοῦ λαοῦ μας καὶ ἐλέγχονται αἱ ἀνομίαι των, διὰ νὰ δυνηθοῦν εὐχερῶς νὰ ἁλυσοδέσουν τὸν λαόν, καὶ εὐχερῶς νὰ ἐπικαθήσουν ἐπὶ τοῦ αὐχένος του αἱ σιχαμεραὶ αὗται βδέλες. Ἐκεῖθεν, κύριοι, προέρχεται τὸ ἀπατηλὸν σύνθημα, κάτω τὸ Κοινοβούλιον, ἐκεῖθεν προέρχεται, ἀπὸ τὴν μαφίαν, κύριοι, τῶν χρυσοκανθάρων καὶ μόνον. Καί, ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ διαφωτίσωμεν τὸν Λαόν μας ἐπὶ τῶν κινδύνων ποὺ τὸν ἀπειλοῦν, πρέπει νὰ μάθουν τὰ μαχόμενα τέκνα του, ὅτι ὄπισθεν τοῦ ἀπατηλοῦ συνθήματος, κάτω τὸ Κοινοβούλιον, κρύπτονται αἱ βδέλες τοῦ λαοῦ μας, κρύπτονται οἱ χρυσοκάνθαροι, ὅπως εἰς μίαν ἄλλην ἐποχὴν ὄπισθεν ἑνὸς ἄλλου συνθήματος, «Ἐὰμ», «Ἐλευθερία», ἐκρύπτετο ὁ κομμουνισμός. Αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴν δικτατορίαν προσπαθοῦν νὰ ἐπιβάλλουν οἱ χρυσοκάνθαροι, καταρρίπτοντες τὸ κῦρος τῆς Βουλῆς. Κύριοι βουλευαί, ὁ ὑπ’ ἀριθ. 2 αὐτὸς ἐχθρὸς τοῦ Ἔθνους καὶ τοῦ λαοῦ, εἶναι ἐξ ἴσου ἐπικίνδυνος μὲ τὸν ἄλλον ἐχθρὸν τῆς πατρίδος τὸν ὑπ’ ἀριθ. 1, τὸν κομμουνισμόν. Ὡς πτωχοὶ ἐκπρόσωποι, τῶν πτωχῶν καὶ πενομένων λαϊκῶν τάξεων, ὀφείλομεν μὲ σθένος νὰ ἀγωνισθῶμεν καὶ ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ αὐτοῦ. Ὀφείλομεν νὰ δείξωμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι, ἡμεῖς ἐδῶ, δὲν εἴμεθα φύλακες τοῦ ἀνόμου πλούτου, τῶν εἰδεχθῶν Κροίσων, ἀλλ’ εἴμεθα φύλακες τῶν ἱερωτέρων δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ μας, καὶ συμπαραστάται εἰς τὰς δικαίας ἐπιδιώξεις καὶ ἀξιώσεις του, καὶ ἀξίωσις τοῦ λαοῦ μας εἶναι, τὸ κεφάλαιον, τὸ ἀχαλίνωτον κεφάλαιον, νὰ τελῇ ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν τοῦ Κράτους, καὶ ὄχι τὸ Κράτος νὰ τελῇ ὑπὸ τὴν δεσποτείαν τοῦ Κεφαλαίου, ὅπως πραγματικῶς τελεῖ σήμερον. Ἂς εἶναι δὲ βέβαιοι, οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, ὅτι ἐὰν καὶ ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ αὐτοῦ δὲν ἀγωνισθοῦν σθεναρῶς καὶ συντόμως, τότε πολλὰ δεινὰ θὰ ἐπισωρρευθοῦν εἰς τὴν χώραν. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαός, δὲν θὰ ἐπιδιώξῃ ν’ ἀνεύρῃ τὴν ἐλευθερίαν του, εἰς τὰς ἀνόμους αὐτὰς λύσεις, αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἐχθρούς του. Θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι θὰ ἀναμείνῃ τὴν ἡμέραν τῆς νίκης, καὶ πρέπει νὰ τὴν ἀναμείνῃ, καὶ τότε θὰ δυνηθῇ μόνος του, διὰ τῆς ψήφου του νὰ συνθέσῃ μίαν νέαν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ἐφ’ ὅσον ἡ παροῦσα μέχρι σήμερον δὲν ἀνταπεκρίθη, εἰς τὸ δίκαιον αὐτὸ αἴτημά του. Μίαν νέαν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ἀπὸ τὰ πτωχὰ καὶ γενναῖα τέκνα του, μίαν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ἡ ὁποία, δὲν θὰ συνεχίσῃ νὰ διυλίζῃ τὸν κώνωπα διὰ νὰ καταπίνῃ τὴν κάμηλον, ὅπως ἡ παροῦσα, θὰ συνθέσῃ μίαν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ἡ ὁποία δι’ ἀποφασιστικῶν νομοθετικῶν μέτρων, ὡς κυρίαρχον Σῶμα, θὰ δυνηθῇ νὰ ἀποκαθάρῃ τὸν Ἐθνικόν μας ὀργανισμόν, θὰ δυνηθῇ νὰ ἐξυγιάνῃ καὶ ἀνακαινίσῃ τὸν Κρατικόν μας ὀργανισμόν, καὶ θὰ δυνηθῇ νὰ ἐπιβάλῃ τέλος μίαν πραγματικὴν Κοινωνικὴν δικαιοσύνην. Θὰ δυνηθῇ νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν πλήρη ἀνακατανομὴν τῶν ἀπὸ 8ετίας ἀνόμως κτηθέντων ἀγαθῶν βάσει τῆς ἀναλογίας τῶν ὑπὲρ πατρίδος θυσιῶν, καὶ θὰ ἐπιβάλῃ μίαν νέαν διαβάθμισιν τῶν ἠθικῶν ἀξιῶν, βάσει τῶν πρὸς τὴν πατρίδα καὶ μόνον ὑπηρεσιῶν. Πιστεύω ὅτι ἡ νέα Κοινοβουλευτικὴ Ἀντιπροσωπεία μὲ αὐτὰ τὰ κριτήρια συντεθειμένη θὰ δυνηθῇ νὰ διαπλάσσῃ μίαν νέαν κοινωνίαν, μέσα εἰς τὴν ὁποίαν οἱ ἐκμεταλλευταὶ τοῦ λαοῦ, οἱ Φαρισαῖοι τοῦ δημοσίου βίου τῆς χώρας καὶ οἱ πατριδοκάπηλοι δὲν θὰ εὑρίσκουν θέσιν. Θὰ διαπλάσσῃ μίαν νέαν κοινωνίαν, μέσα εἰς τὴν ὁποίαν ὁ ἀθέμιτος πλουτισμός, θὰ ἀποτελῇ ἐσχάτην ἀτιμίαν καὶ θὰ τιμωρῆται ὡς ἔγκλημα ἐσχάτης προδοσίας. Πιστεύω ὅτι θὰ δυνηθῇ ἡ νέα ἐκείνη Ἀντιπροσωπεία νὰ διαμορφώσῃ μίαν νέαν, τέλος, πολιτικὴν ζωὴν τοῦ τόπου, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ ἠθικὴ ἀτομικὴ συγκρότησις καὶ πρὸ παντὸς ἡ πενία θὰ ἀποτελοῦν ἀπαραίτητον κόσμημα καὶ τὴν ὑψίστην ἀρετὴν τῶν φιλοδοξούντων νὰ ἡγηθοῦν τοῦ Ἔθνους καὶ τοῦ λαοῦ. Αὐτό, κύριοι, εἶναι τὸ πιστεύω μας καὶ εἶναι ἀσφαλῶς τοῦτο καὶ τοῦ λαοῦ μας τὸ πιστεύω. (Χειροκροτήματα).
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Μπάζιος, ἔχει τὸν λόγον.
§102Η. ΜΠΑΤΖΙΟΣ. Θὰ ἤθελα νὰ ὑπογραμμίσω, κύριοι βουλευταί, ὅτι δὲν συγκαταλέγομαι μεταξὺ τῶν ἐπερωτώντων βουλευτῶν καὶ ὅτι δὲν πρόκειται νὰ μακρυγορήσω. Εἰς τὸ βῆμα ἀνῆλθον οὐχὶ διὰ ν’ ἀπασχολήσω μὲ τὸ κύριον θέμα τῆς ἐπερωτήσεως, τὸ ὁποῖον τόσον ἐνδελεχῶς ἀνεπτύχθη ἀπὸ τοὺς προλαλήσαντας ἀξιοτίμους κυρίους συναδέλφους. Ἀνῆλθον ἐδῶ διὰ ν’ ἀνασύρω μερικὰς ἀγνώστους πτυχὰς τῆς ὅλης βδελυρᾶς ὑποθέσεως τῆς λαθρεμπορίας συναλλάγματος, αἱ ὁποῖαι καὶ ἀπὸ τὴν Βουλὴν παρῆλθον ἀπαρατήρητοι καὶ ἀπὸ τὴν δικαιοσύνην ἀντιπαρῆλθον ὡσαύτως ἀνεξιχνίαστοι. Μοῦ εἶναι ὁμολογουμένως ἐξαιρετικῶς δυσάρεστον τὸ ὅτι εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν κρίνονται ἀπόψε δύο μέλη ἑνὸς κόμματος τοῦ Κοινοβουλίου μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ ἀρχηγός του καὶ ἐκ τῆς αἰτίας αὐτῆς ἐδημιουργήθη εἰς κρισιμωτάτας διὰ τὸ Ἔθνος μας στιγμὰς ἕνας πανελλήνιος σάλος. Προσθέτως δ’ ἐδημιουργήθη ἐκ τῆς ἀφορμῆς αὐτῆς καὶ μία γενικὴ σύγχυσις καὶ τρομερὰ διάστασις κρίσεων καὶ ἀντιλήψεων μεταξὺ τῆς κοινῆς γνώμης, ἥτις ἐχωρίσθη εἰς δύο ἀντίπαλα στρατόπεδα. Παρακολουθοῦμεν τὰς ἡμέρας αὐτὰς τὴν κοινὴν γνώμην —τὸν τύπον ἰδίᾳ τῆς πρωτευούσης— οὐχὶ ἁπλῶς ἐν συγκινήσει ἀλλ’ ἐν ἐξάψει ὑποστηρίζουσαν ἀφ’ ἑνὸς μὲν μετὰ φανατισμοῦ τὴν κατηγορίαν ὑπὸ ὡρισμένων ὀργάνων της, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου ὑπὸ ἄλλων ἐκπροσώπων της, μία ἔντονος προσπάθεια ἀποσείσεως πάσης κατηγορίας καταβάλλεται. Ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ βαρύταται καταγγελίαι ἐξηγγέλθησαν στηριζόμεναι εἰς γεγονότα καὶ στοιχεῖα ἐκ τῶν ὁποίων ἂν μή τι ἄλλο ἀπεδείχθησαν ἀτυχῶς στεναὶ σχέσεις μεταξὺ τῶν ὑπὸ κατηγορίαν πολιτικῶν προσώπων καὶ τῶν γνωστῶν ἐκείνων ἀνθρωπαρίων, τὰ ὁποῖα κατεδίκασεν ἤδη ἡ Δικαιοσύνη τῆς πατρίδος μας ὡς πρωταγωνιστήσαντα εἰς τὴν ἀντεθνικὴν καὶ ἄτιμον ὑπόθεσιν τῆς λαθρεμπορίας τοῦ συναλλάγματος. Τὰ γεγονότα ὅλα αὐτά, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἄκρως ἀποκαρδιωτικὰ καὶ ὄχι μόνον αὐτὸ ἀλλὰ ἀποτελοῦν καὶ τὴν πηγὴν ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἡ προδοσία τοῦ Ἔθνους μας, ὁ κομμουνισμός, ἀντλεῖ τὰ ἐπιχειρήματά της διὰ νὰ βυσσοδομῇ κατὰ τοῦ ἀστικοῦ μας καθεστῶτος. Καὶ τὰ ἐπιχειρήματα ἀτυχῶς αὐτὰ τὰ δίδει αὐτὴ αὕτη ἡ τάξις ἡ ἀστική, ἡ ὁποία μὲ τὰς ἰδίας αὐτῆς πράξεις τὰς τόσον βδελυρὰς καὶ ὑπονομευτικὰς θέτει μόνη της τὴν θρυαλλίδα κάτω ἀπὸ τὰ θεμέλια τοῦ Κοινωνικοῦ μας καθεστῶτος εἰς τρόπον ὥστε εἰς τὴν κομμουνιστικὴν μαφίαν νὰ μὴ ἀπομένῃ παρὰ ν’ ἀνάψῃ τὴν θρυαλλίδα αὐτὴν διὰ ν’ ἀνατινάξῃ τὸ ἀστικό μας οἰκοδόμημα. Οὔτε αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν τιμὴν τὴν στιγμὴν αὐτὴν νὰ σᾶς ὁμιλῇ, οὔτε καὶ οἱ παρελάσαντες ἀπὸ τὸ βῆμα ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, ἀνήκουν εἰς τὴν κατηγορίαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀπεφάσισαν ἢ θὰ ἀποφασίσουν τὸ πήδημα εἰς τὸ κενὸν διὰ νὰ κατασπιλώσουν συνειδήσεις συναδέλφων βάσει γεγονότων ἀνεξακριβώτων. Θὰ ἔλθῃ ἄλλως τε ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία θὰ θέση τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν των καὶ ὅλοι τότε ἡμεῖς θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ ἐναρμονίσωμεν τοὺς συλλογισμούς μας μὲ τὴν συνείδησίν μας. Διεπιστώθη ὅμως ὅτι ὁλόκληρος ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, πλὴν τοῦ ὑπὸ κατηγορίαν κόμματος, ἐτάχθη ὁμοφώνως ἐναντίον τῶν κατηγορουμένων καὶ ἔχει καταδικάσει τὴν τακτικὴν τοῦ νεοφωτίστου αὐτοῦ κόμματος. Καὶ αὐτὸ ἔχει μεγάλην σημασίαν. Σημασίαν ἐπίσης ἔχει τὸ ὅτι ἡ στάσις γενικῶς τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Νέου Κόμματος ὑπῆρξεν ἥκιστα κοινοβουλευτικὴ μέχρι τοῦ σημείου μάλιστα ὥστε νὰ δημιουργηθῇ ἡ ἐντύπωσις εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ λαοῦ ὅτι ὁ διεξαγόμενος ὑπὸ τοῦ ἐν λόγῳ ἀρχηγοῦ χαρτοπόλεμος μὲ τὰς συνεχεῖς ἐγγράφους δηλώσεις, ἀνακοινώσεις καὶ ἐπιστολὰς ἀπετέλει τρόπον τινὰ ἓν εἶδος σιδηροῦ παραπετάσματος ὄπισθεν τοῦ ὁποίου προσεπάθει ὁ ἀρχηγὸς οὗτος νὰ καλύψῃ ἢ τὴν ἀνεπάρκειάν του, ἢ τὴν ἔλλειψιν θάρρους ν’ ἀντιμετωπίσῃ τοὺς κατηγόρους του ἀπὸ τὸ ἐπίσημον τοῦτο βῆμα τῆς ἐθνικῆς μας ἀντιπροσωπείας. Κόπτεται ὁ ἀξ. κύριος ἀρχηγὸς τοῦ Νέου Κόμματος ὅτι παραβιάζονται οἱ κοινοβουλευτικοί μας θεσμοί, ὅτι παραβιάζεται τὸ Σύνταγμα καὶ ὅτι ποδοπατοῦνται οἱ νόμοι, ἐνῷ αὐτὸς περιφρονεῖ Συντάγματα, νόμους καὶ Κανονισμοὺς καὶ ἀπαξιοῖ νὰ προσέλθῃ καὶ λογοδοτήσῃ ἀπὸ τὸ βῆμα τῆς Ἀντιπροσωπείας τοῦ Ἔθνους λησμονῶν τὸ «νόμοις πείθου κἂν ἄδικοι ὦσι» ποὺ συνεβούλευεν ὁ Σωκράτης στὸν φίλον του Κρίτωνα, ὅταν οὗτος προσελθὼν εἰς τὴν φυλακὴν μετὰ τὴν καταδικαστικὴν εἰς θάνατον ἀπόφασιν ἐπέμενε μετὰ φορτικότητος νὰ πείσῃ τὸν Σωκράτην ὅπως δεχθῇ καὶ δραπετεύσῃ διὰ ν’ ἀποφύγῃ τὸ κώνειον. Ἐνῷ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Νέου Κόμματος αὐτοβούλως ἐδραπέτευσεν ἀπὸ τὴν Βουλήν. Δὲν τολμᾷ ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς. Μὴ προσερχόμενον δὲ τὸ Νέον Κόμμα νὰ λογοδοτήσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐνοχοποιεῖ αὐτὸ ἑαυτό. Καὶ ὁμιλεῖ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Νέου Κόμματος κ. Μαρκεζίνης περὶ πατριωτισμοῦ, κοντεύει νὰ μονοπωλήσῃ τὸν πατριωτισμὸν διὰ νὰ μὴ μείνῃ τίποτε δι’ ὅλους ἡμᾶς. Καὶ ὅμως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι φιλοδοξοῦν νὰ διεκδικήσουν τὰ πρωτεῖα τῆς διακυβερνήσεως τῆς χώρας θὰ ἔπρεπε νὰ γνωρίζουν ὅτι ὁ πατριωτισμὸς δὲν ἐπιτρέπεται νὰ θολώνῃ μὲ τοὺς ἀτμούς του τὰ διαυγῆ κρύσταλλα τῆς ὀρθῆς σκέψεως εἰς τρόπον ὥστε νὰ παρεμποδίζεται ἡ ψύχραιμος ἀνατένισις τῆς ὠμῆς πραγματικότητος. Καὶ ἡ ὠμὴ πραγματικότης εἶναι ὅτι μόνον ὁ ἔνοχος φοβεῖται καὶ δὲν τολμᾷ νὰ λογοδοτήσῃ. Καὶ τὸ Νέον Κόμμα ἀποφεῦγον τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς «ὡσὰν ὁ διάβολος τὸ θυμίαμα» κηρύσσει, ἐπαναλαμβάνομεν, ἑαυτὸ ἔνοχον τῆς ἀποδιδομένης κατηγορίας. Πάντως ἐπιθυμία τῆς Βουλῆς εἶναι ὅπως οἱ εἰς τὴν δεινὴν αὐτὴν θέσιν εὑρισκόμενοι συνάδελφοι τοῦ Νέου Κόμματος ἐξέλθουν ἄσπιλοι ἀπὸ τὴν βαρυτάτην αὐτὴν κατηγορίαν καὶ παραδοθοῦν λευκοὶ εἰς τὴν Κοινωνίαν ἀπὸ τὸ πόρισμα εἰς τὸ ὁποῖον θὰ καταλήξῃ ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπή. Ἀπὸ γενικωτέρας ὅμως ἀπόψεως θὰ ἤθελον νὰ διατυπώσω καὶ ἐγὼ ὡρισμένας ἀπορίας, αἱ ὁποῖαι μοῦ γεννῶνται ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατηγορηματικότητα τῆς διατυπώσεως τοῦ βουλεύματος. Νομίζω ὅτι ἡ ἔρευνα δὲν ὑπῆρξε τόσον ἐνδελεχὴς ὅσον θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι. Διὰ ν’ ἀναφέρω ἕνα καὶ μόνον συγκεκριμένον γεγονὸς ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα δὲν ἠκούσθησαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, θὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἔχω τὴν πληροφορίαν ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ συναλλάγματος εἴς τινα πολυτελῆ ξενοδοχεῖα Ἀθηνῶν διεξήγετο λαθρεμπόριον συναλλάγματος.
§103Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε συνάδελφε, εἶναι ἀδύνατον νὰ χρησιμοποιοῦμεν αὐτοὺς τοὺς λόγους. Διότι μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν τί θέλετε νὰ συμβῇ αὔριον; Δημιουργεῖτε μίαν παρεξήγησιν εἰς βάρος ἑνὸς ξενοδοχείου, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τιμὴν τοῦ τόπου μας, μίαν μεγάλην ὑπηρεσίαν καὶ εἰς τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν καὶ εἰς τὸν πολιτισμόν μας. Δι’ αὐτὸ ἐπιβάλλεται ἡ προσοχὴ εἰς τοὺς λόγους μας χάριν τοῦ κύρους τοῦ βήματος καὶ τῆς ὑπολήψεώς μας τῶν ἀνθρώπων εἰς τὸν τόπον αὐτόν.
§104Η. ΜΠΑΤΖΙΟΣ. Ἂν δὲν μποροῦν νὰ προσαχθοῦν ἀποδείξεις πάντως ὑπάρχουν ἐνδείξεις καὶ πρέπει ἡ Δικαιοσύνη νὰ στρέψῃ τὴν προσοχήν της καὶ πρὸς τὸ σημεῖον αὐτό. Θεωρῶ δὲ περιττὸν νὰ προσθέσω ὅτι εὔχομαι ὅπως μὴ ἐπαληθεύσουν αἱ διαδόσεις αὗται. Ἀλλὰ τὰ σκάνδαλα καὶ τὸ λαθρεμπόριον περὶ τὸ συνάλλαγμα δὲν πρόκειται νὰ ἐκλείψῃ ἐφόσον δὲν λείψῃ καὶ ἡ ρίζα τοῦ κακοῦ, ἡ κακὴ δηλαδὴ συναλλαγματικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία διὰ νὰ περισώσῃ δῆθεν τὴν τιμὴν τῆς δραχμῆς μὴ ἐξισώνουσα τὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος μὲ τὴν πραγματικὴν αὐτοῦ ἀξίαν ἐπιτρέπει τεραστίας ζημίας διὰ τῆς λαθρεμπορίας, ἡ ὁποία παρατηρεῖται καθημερινῶς. Ἀλλὰ τὸ ἐφεσιβληθὲν βούλευμα, κύριοι βουλευταί, ἀδικεῖ καταφώρως καὶ τὴν τελωνειακὴν ἀρχὴν τοῦ ἀερολιμένος Ἑλληνικοῦ, ἤτοι τὸν Διευθυντὴν τοῦ Τελωνείου κ. Δ. Καψάλην καὶ τοὺς ἀξίους συνεργάτας του τελωνειακοὺς καὶ ἀστυνομικοὺς εἰς τοὺς ὁποίους καὶ ὀφείλεται ἡ ἀνακάλυψις τῆς σπείρας τοῦ λαθρεμπορίου συναλλάγματος. Καὶ ὅμως οὗτοι ὄχι μόνον χαρακτηρίζονται ὡς ὁ πέμπτος τροχὸς τῆς ἁμάξης ἀλλὰ παρ’ ὀλίγον νὰ κληθοῦν καὶ εἰς ἀπολογίαν διὰ τὴν εὐσυνείδητον ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των. Ἐπιθυμῶ ν’ ἀποδώσω «τὰ τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι» καὶ διὰ τὴν ἐπιβράβευσιν τῶν πράξεων τῆς τελωνειακῆς ἀρχῆς Ἑλληνικοῦ, καταθέτω σημείωμα ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύεται κατὰ χρονολογικὴν σειρὰν ὁ σπουδαῖος ρόλος τὸν ὁποῖον ἔπαιξε διὰ τὴν ἀνακάλυψιν τῆς σπείρας ὁ Διευθυντὴς κ. Καψάλης καὶ οἱ ἄξιοι συνεργάται του.
§105Ι. ΠΟΛΙΤΗΣ. Νὰ τὸ καταθέσετε καὶ θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία θὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα.
§106Η. ΜΠΑΤΖΙΟΣ. Ἰδοὺ τὸ σημείωμα: «1. Τὴν 16ην Ὀκτωβρίου 1948 προσεγειοῦτο εἰς Λευκάδα τὸ Ἑλβετικὸν Τουριστικὸν Ἀεροπλάνον HB–ECO ὑπὸ πιλότον τὸν ΝΤΕ ΣΑΜΠΡΙΕ. Αἱ τοπικαὶ Ἀρχαὶ σπεύσασαι ἀνεῦρον ποσότητα χρυσοῦ καὶ ὡρολογίων, ἀναπτήρων κλπ., περὶ ὧν ὁ πιλότος ἰσχυρίσθη ὅτι προωρίζοντο διαμετακομιστικῶς διὰ Κάϊρον καὶ ὅτι εἶχε λησμονήσει νὰ ἐφοδιασθῇ διὰ τῶν φορτωτικῶν ἐγγράφων, ἅτινα εἶχον ἀφεθῆ ἐκ λάθους εἰς Γενεύην. 2. Τὴν 25ην Ὀκτωβρίου ὁ Πταισματοδίκης τοῦ ΙΙου Τμήματος Ἀθηνῶν κ. Τεάξης ἐκάλει τὸν Τελώνην Ἀερολιμένος κ. Καψάλην, ἵνα τὸν συμβουλευθῇ ἐπὶ τῶν ὑποχρεώσεων, ἃς ὑπεῖχεν ὁ πιλότος, ἐνεργῶν ἐπὶ τῇ βάσει φιλικῆς πρὸς αὐτὸν ἐπιστολῆς τοῦ Ἀνακριτοῦ Λευκάδος, ὅστις εἶχε διαβιβάσει εἰς αὐτὸν τὴν ἔκθεσιν ἐξετάσεως τοῦ πιλότου, ὅστις εἶχεν ἀφεθῆ ἐλεύθερος καὶ εἶχεν ἔλθει εἰς Ἀθήνας ἐν ἀναμονῇ τῆς ἀποδεσμεύσεως τοῦ ἀεροπλάνου καὶ τοῦ φορτίου ἐπὶ τῇ ἀναμενομένῃ ἀφίξει τῶν ἐξ Ἑλβετίας αἰτηθέντων φορτωτικῶν ἐγγράφων, δηλωτικῶν τοῦ διαμετακομιστικοῦ προορισμοῦ τοῦ φορτίου καὶ τοῦ ἀεροπλάνου. Ὁ κ. Καψάλης, ἀναγνώσας τὴν ἔκθεσιν ἐξετάσεως τοῦ ΝΤΕ ΣΑΜΠΡΙΕ καὶ εἰδῶν ἐν αὐτῇ ὅτι ἀντιπρόσωπος τοῦ ΝΤΕ ΣΑΜΠΡΙΕ ἐν Ἀθήναις ἦτο ὁ ΝΑΪΑΝΤ, πρώην Λοχαγὸς Ἀεροπόρος τοῦ Ἀμερικανικοῦ Στρατοῦ, μετὰ τοῦτο ὑπάλληλος τῆς ΑΜΑΓΚ ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ ἀμερικανικοῦ Συνταγματάρχου ΜΠΑΛΣΚΙ, ἐπὶ τῆς ἀσφαλείας ἐν τῷ Ἀερολιμένι Ἑλληνικοῦ, ὅστις ἦτο ὕποπτος εἰς τὰς ὑπηρεσίας ἐλέγχου, ἀπὸ 1ης δὲ Ἰουλίου 1948 παρηκολουθεῖτο ὑπὸ τῶν ὑπηρεσιῶν, συνεπείᾳ διαταγῆς τοῦ κ. Καψάλη, ἠγνοεῖτο δὲ μόνον περὶ αὐτοῦ ὅτι εἶχε σχέσεις μὲ τὸ Ἑλβετικὸν ἀεροπλάνον, ἔκρινε σκόπιμον νὰ ἐνεργήσῃ αἰφνιδιαστικὴν ἔρευναν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ΝΑΪΑΝΤ, περὶ τοῦ ὁποίου εἶχε πληροφορηθῆ ὅτι εἶχεν ἀναχωρήσει ἀεροπορικῶς εἰς Ἑλβετίαν πρό, 5 ἡμερῶν, πιθανὸν ἵνα προμηθευθῇ φορτωτικὰ ἔγγραφα ἐνδεικτικὰ τοῦ διαμετακομιστικοῦ προορισμοῦ τοῦ φορτίου. Τὴν σκέψιν του ταύτην ὁ κ. Καψάλης ἀνεκοίνωσεν εἰς τὸν κ. Τεάζην, ὃν παρεκάλεσε νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ εἰσαγγελέως κ. Μανδραπήλια τὴν σχετικὴν ἄδειαν, ὁ τελευταῖος ὅμως οὗτος ἠρνήθη νὰ δώσῃ τοιαύτην ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ὁ ΝΑΪΑΝΤ ἀπήλαυεν ἑτεροδικίας. Ὁ κ. Καψάλης τότε παραλαβὼν τελωνειακοὺς ὑπαλλήλους καὶ τοὺς ἀστυνομικοὺς Γεωργίου καὶ Θεολόγην, ἐνήργησεν ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας τὴν ἔρευναν, καθ’ ἣν ἀνεῦρεν ἐπιστολὰς καὶ σημειώματα περιέχοντα τοὺς παραλήπτας καὶ ἀποστολεῖς τῶν λαθρεμπορευμάτων ὡς καὶ δύο πρωτοτύπους ἀποδείξεις καταθέσεως χρυσοῦ εἰς τὸν ἐλεύθερον ἀερολιμένα Γενεύης, παραδοτέου ἐπὶ τῇ ἀποδείξει τούτων. Ἐκ τοῦ ἐνοχοποιητικοῦ τούτου ὑλικοῦ καθοδηγηθεὶς ὁ κ. Καψάλης, ἐνήργησεν ἐρεύνας αἰφνιδιαστικὰς ἄνευ ἐγκρίσεως τοῦ εἰσαγγελέως, εἰς τὴν οἰκίαν καὶ τὸ Γραφεῖον τοῦ Πεταλᾶ, ὅπου ἀνεῦρε καὶ κατέσχε πλούσιον ἐνοχοποιητικὸν ὑλικὸν καὶ ἔνθα ἀνευρέθησαν τὰ στοιχεῖα τῆς ἐνοχῆς τοῦ Μπακοπούλου, μνημονευομένου εἰς τὰ κατάστιχα τῶν λαθρεμπόρων ὡς «Ναυάρχου». 3. Ἅπαν τοῦτο τὸ ὑλικὸν ὁ κ. Καψάλης διεβίβασεν εἰς τὸν εἰσαγγελέα καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς εἰς τὸν κ. Κοντολέφαν, πρὸς τὸν ὁποῖον ἐπίσης ὁ κ. Καψάλης ἀπέστειλε 4 ἀλλεπάλληλα ἔγγραφα, ἵνα συλλάβῃ τὸν Μπακόπουλον ὡς προετοιμαζόμενον διὰ φυγήν, τὸ ἓν δὲ τούτων μάλιστα διὰ τοῦ ἀρχιφύλακος τῆς Ἀστυνομίας κ. Θεολόγη, τονίσαντος καὶ διὰ ζώσης τὸν ἐπικείμενον κίνδυνον τῆς φυγῆς τοῦ καταχραστοῦ Μπακοπούλου, ὡς καὶ διὰ τοῦ τελωνειακοῦ ὑπελεγκτοῦ Σακελλάκου Γεωργίου, ἐπιβεβαιώσαντος τὰς πληροφορίας τοῦ ἀρχιφύλακος. 4. Κατὰ τὴν ἐξέτασιν ἑνὸς ὑπαλλήλου τοῦ Πεταλᾶ, ἐξεδηλώθη ὕποπτον ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τοῦ καταχραστοῦ Μπακοπούλου, οὗτινος ἡ κατάχρησις τοῦ δημοσίου χρήματος ἦλθεν εἰς φῶς ὡς συνέπεια τῆς εἰς τὰς λαθρεμπορίας ἐνοχῆς του, ὁ δὲ κ. Κοντολέφας ἐπικαλούμενος ἀνύπαρκτον δικονομικὴν ἀδυναμίαν ἀφῆκε τὸν καταχραστὴν καὶ λαθρέμπορον Μπακόπουλον ν’ ἀναχωρήσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν, διὰ θαλάσσης ὅμως καὶ ὄχι διὰ τοῦ ἀεροδρομίου Ἑλληνικοῦ, ὅπου ἐγνώριζεν ὅτι ὁ κ. Καψάλης, παρὰ τὴν δικονομικὴν ἀδυναμίαν τοῦ κ. Κοντολέφα, θὰ τὸν συνελάμβανεν ὁπωσδήποτε. Ἡ φυγὴ τοῦ Μπακοπούλου, ἔλαβε χώραν 15 ὅλας ἡμέρας μετὰ τὴν παράδοσιν εἰς τὸν κ. Κοντολέφαν τοῦ πρώτου μηνυτηρίου ἐγγράφου τοῦ τελώνου κατὰ τοῦ Μπακοπούλου. Ἡ φυγὴ τοῦ Μπακοπούλου προὐκάλεσεν ἀπώλειαν πολυτίμου χρόνου, ἐξαφάνισιν καὶ ἀλλοίωσιν πειστηρίων καὶ πιθανὴν φυγὴν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν πολλῶν συνενόχων του. Ἡ πρώτη σειρὰ τῶν κατηγορουμένων παρεπέμφθη ὅπως δικασθῇ χωρὶς νὰ ἐξετασθοῦν οἱ κύριοι συνεργάται τοῦ τελώνου τελωνειακοὶ καὶ ἀστυνομικοί, παρὰ τὰς ἐπανειλημμένας παρακλήσεις τοῦ τελώνου πρὸς τὰς Ἀνακριτικὰς Ἀρχὰς ὅπως ἐξετάσῃ τούτους, παρὰ τὴν ἔντονον διαμαρτυρίαν τῶν ἰδίων εἰς τὸν Εἰσαγγελέα καὶ ἀνακριτήν, οἵτινες ἐδήλωσαν εἰς τοὺς Σακελλάκον Γ., Θεολόγην Γ., Σκενταρίδην καὶ Γεωργίου, ὅτι ὄχι μόνον δὲν θὰ ἐκαλοῦντο πρὸς ἐξέτασιν, ἀλλ’ ἀντιθέτως θὰ ἐλογοδότουν ὡς ὑπεύθυνοι διὰ βαρεῖαν ἀμέλειαν. Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ κ. Καψάλης, καθοδηγούμενος ἐκ πληροφοριῶν τῆς ὑπηρεσίας του, ἐπέθηκε βαρεῖαν τὴν χεῖρα ἐπὶ τοῦ λαθρεμπόρου διπλωμάτου ΡΟΥΜΠΡΟΖΑ, ὅτι συνέλαβε καὶ κατέσχε τὰς ἀποσκευάς του μὲ 40.000 λίρας στερλίνας, ἀφῆκε δὲ εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὴν μετέπειτα ἐπίλυσιν τοῦ ζητήματος τῆς παραπομπῆς ΡΟΥ-ΜΠΙΡΟΖΑ εἰς δίκην, χωρὶς νὰ τὸν ἔχῃ προηγουμένως συμβουλευθῇ διὰ τὴν παραβίασιν τῆς διπλωματικῆς του ἀσυλίας, ἣν ἐνήργησεν ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας καὶ μὲ ἴδιον κίνδυνον. Εἶναι παράδοξον πῶς ὁ ἀνακριτὴς μολονότι ἐπὶ τῶν κατασχεθέντων ἐπὶ τοῦ ΡΟΥΜΠΙΡΟΖΑ σημειωμάτων ὑπῆρχον ἀσφαλεῖς ἐνδείξεις διευθύνσεων τοῦ ΤΖΙΤΖΟΥ καὶ ἑνὸς ἄλλου προσώπου εἰς τὸ ἐξωτερικόν, δὲν κατώρθωσε ν’ ἀνεύρῃ τοὺς ἐν Ἑλλάδι συνενόχους των. Καὶ ὁ ΡΟΥΜΠΙΡΟΖΑ κατεδικάσθη καὶ ἐδημεύθη τὸ κατασχεθὲν συνάλλαγμα. Ἐνῷ ἐθεωρεῖτο ὡς κλεισθεὶς ὁ κύκλος τῶν δραστῶν καὶ τῶν ἐνόχων πράξεων, πάλιν ὁ κ. Καψάλης δι’ ἰδίας πρωτοβούλου ἐνεργείας καὶ μετὰ τοῦ Σακελλάκου, Γεωργίου, Σκεντερίδη καὶ Θεολόγη συνέλλεξε στοιχεῖα διὰ τὸν Νικολαΐδην καὶ ἐνεργήσας αἰφνιδιαστικὴν ἔρευναν εἰς τὴν οἰκίαν τούτου ἀνεκάλυψε πλούσιον ἐνοχοποιητικὸν ὑλικόν, μεταξὺ ἄλλων τὸ περίφημον σημειωματάριον, τὸ ὑπ’ ἀριθ. 7 σπουδαιότατον ἔγγραφον, ἕνα κώδικα μυστικῆς τηλεγραφικῆς συνεννοήσεως, προδίδοντα ὅτι ἐνηργοῦντο ρίψεις ἐξ ἀεροπλάνων καὶ ἐγίνοντο προσγειώσεις ἐκτὸς τῶν Ἀθηνῶν καὶ ἡ κατάστασις τοῦ ΧΙΡΣ διὰ ἑπτὰ χιλιάδας χρυσᾶς λίρας καὶ ἀντίστοιχον ἐξαγωγὴν συναλλάγματος ἐξ ἧς προέκυπτεν ἡ ἀναμφισβήτητος ἐνοχὴ τοῦ ΝΙΚ. (Νικολαΐδου) καὶ τοῦ Ἀλέκου Κανελλοπούλου. Τὴν λαθρεμπορίαν ταύτην διαπραχθεῖσαν τὴν 11ην Σεπτεμβρίου 1948, περιέργως συνέδεσεν ὁ ἀνακριτὴς μὲ τὸ ἀεροπλάνον τῆς 16ης Ὀκτωβρίου τῆς Λευκάδος, ὅπερ περιεῖχε χρυσὸν διὰ τὸν ΠΕΤΑΛΑΝ (πρᾶξιν δεδικασμένην ἤδη), πάλιν δὲ ὁ κ. Καψάλης, παρὰ τὴν ἀπαγόρευσιν τοῦ ἀνακριτοῦ νὰ ἐνεργῇ προανάκρισιν, ἀνεῦρεν ὅτι ἡ λαθρεμπορία αὕτη εἶχε διαπραχθῆ διὰ τοῦ ἀεροπλάνου E.C.O., ἀφιχθέντος τὴν 11ην Σεπτεμβρίου 1948 καὶ οὕτω ἠμπόδισε τὴν κατάρριψιν ἐν τῷ Ἐφετείῳ τοῦ κατηγορητηρίου δι’ αὐτήν. Ἐπὶ 6 μῆνας ἡ ἀνάκρισις οὐδένα ἠδυνήθη νὰ προσθέσῃ κατηγορούμενον ἢ κατηγορητέαν πρᾶξιν, ἐκτὸς ἐκείνων, ἃς ἐντὸς 12 μόνον ἡμερῶν εἶχεν ἀνακαλύψει ὁ κ. Καψάλης, ὅστις ἐκτὸς τούτων ἐξιχνίασε καὶ ἄλλον σπουδαῖον δράστην ξένης ὑπηκοότητος, διαπράξαντα πλέον τῶν 7 λαθρεμποριῶν ἐν συνεργασίᾳ μὲ τοὺς ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΝ–ΚΑΝΕΛ-ΛΟΠΟΥΛΟΝ–ΑΛΙΚΑΚΗΝ καὶ διαθέτοντα ἰδιόκτητα ἀεροπλάνα μὲ ἀποδεδειγμένην προσγείωσιν τοῦ ἑνὸς ἐξ αὐτῶν εἰς Πελοπόννησον. Ὁ ἀνακριτὴς ὁρμηθεὶς ἐξ ἀρχῆς ὅπως ἀποκλείσῃ τὴν ἐνοχὴν τοῦ ΜΑΡΚΕΖΙΝΗ–ΘΕΟ-ΤΟΚΗ, διότι αὐτὸ προφανῶς ἐπίστευεν, ἠθέλησε ν’ ἀποκλείσῃ προσγειώσεις εἰς δυτικὴν Ἑλλάδα καὶ μὲ καλῶς ἐπεξειργασμένον στρατηγικὸν σχέδιον συνεκέντρωσε τὰ πυρά του ἐπὶ τοῦ ἀεροδρομίου τοῦ Ἑλληνικοῦ, τὸ ὁποῖον ἐχαρακτήρισεν ὡς τὸν μοναδικὸν τοπογραφικὸν ἔνοχον ἐξ ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς προσγειωσίμου καὶ ἀπογειωσίμου περιοχῆς. Μὴ δυνηθεὶς ὅμως ν’ ἀνεύρῃ ἐνόχους, ἀνεζήτησεν ὑπευθύνους βαρείας ἀμελείας καὶ ὡς τοιοῦτον πρῶτον τὸν κ. Καψάλην, τελώνην καὶ πρωτεργάτην τῆς ἀνακαλύψεως τῶν ἐνόχων πράξεων, ἡ καταδίκη τῶν ὁποίων μέχρι τοῦδε ἀπέδωκε περιουσιακὰ στοιχεῖα εἰς τὸ δημόσιον ἄνω τῶν 40.000.000 δ)β. Ἕν βιβλίον τοῦ κ. Καψάλη, γεγραμμένον εἰς τὴν ἀγγλικὴν καὶ εἰσηγμένον πρὸς διδασκαλίαν εἰς δύο Ἀμερικανικὰ Πανεπιστήμια, εὐφημότατα κριθὲν ὑπὸ τοῦ Ἄγγλου σοφοῦ JULIAM HUXLEG καὶ κυκλοφορῆσαν εὐρύτατα μεταξὺ τῶν Ἀγγλοφώνων κύκλων τῆς Ἑλλάδος, ὁ κ. Κοντολέφας κρίνει ὡς ἔνδει στενῆς φιλίας κ. Καψάλη πρὸς ΝΑΪΑΝΤ, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἓν ἀντίτυπον τούτου εὑρέθη εἰς τὴν βιβλιοθήκην τοῦ ΝΑΪΑΝΤ. Διὰ τοὺς ἰδίους λόγους στρατηγικῆς, ὁ κ. Κοντολέφας παρέλειψε ν’ ἀπαγγείλῃ κατηγορίαν κατὰ τοῦ δικηγόρου ΡΩΜΑΝΟΥ καὶ ΜΑΤΖΟΥΦΑ, ὧν ἡ ἐνοχὴ προκύπτει ἀναμφισβητήτως ἐκ τοῦ ἀρχείου Κανελλοπούλου, κατασχεθέντος εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ὑπασπιστοῦ αὐτοῦ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΥ, τοῦ ὁποίου τὴν ἀνακάλυψιν πάλιν ἐνήργησεν ὁ κ. Καψάλης μὲ τὴν σύμπραξιν τοῦ Διευθυντοῦ Ἀστυνομίας Προστασίας Ἐθνικοῦ Νομίσματος κ. Γεωργίου, τῶν κ.κ. Θεοδωράκη, Σωτηροπούλου καὶ τῶν συνεργατῶν αὐτῶν. Ἐκ τοῦ ἀρχείου τούτου προέκυψαν ἀποδείξεις διὰ πληθὺν λαθρεμπορικῶν πράξεων συναλλάγματος, ὡρολογίων, ἀναπτήρων, ζαχαρίνης κλπ.». Ἐτελείωσα, κύριοι βουλευταί, καὶ ἀναμένομεν καὶ ἡμεῖς τὴν σύστασιν ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία θὰ ἐρευνήσῃ τὴν ὅλην ὑπόθεσιν καὶ θ’ ἀποδώσῃ εἰς ἕνα ἕκαστον τὸ δίκαιον. Τὸ ἐθνικὸν συμφέρον ἐπιτάσσει, νὰ πατάξωμεν τὴν κακοήθειαν ὁπουδήποτε καὶ ἂν τὴν συναντήσωμεν, διὰ νὰ μὴ δίδωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὰ μεγάφωνα τὰ κομμουνιστικὰ νὰ διαλαλοῦν ὅτι εἰς τὴν «μοναρχοφασιστικὴν» Ἑλλάδα ἡ γυνὴ τοῦ Καίσαρος ὄχι μόνον ἔπαυσε νὰ εἶναι τιμία, ἀλλὰ ἔπαυσε καὶ νὰ φαίνεται ἀκόμη ὡς τοιαύτη. (Χειροκροτήματα).
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Πολίτης, ἔχει τὸν λόγον.
§108Ι. ΠΟΛΙΤΗΣ. Ἤθελα νὰ κάμω μία ἔκκλησιν εἰς τοὺς ρήτορας ποὺ εἶναι ἐγγεγραμμένοι. Νομίζω, ὅτι τὸ θέμα ἔχει ἐξαντληθῆ. Ἐλέχθησαν ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα καὶ ἐὰν εἶναι δυνατὸν ἐκ τῶν ὁμιλητῶν, ὅσοι θέλουν νὰ παραιτηθοῦν τοῦ λόγου.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη ἡ ἀκόλουθος πρότασις περιορισμοῦ τοῦ χρόνου τῶν ἀγορεύσεων εἰς τὸ ¼: «..... ........ (ἀναγινώσκει) ...........».
§110ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Καράμπελλας, ἔχει τὸν λόγον.
§112Ν. ΚΑΡΑΜΠΕΛΛΑΣ. Δὲν πρόκειται νὰ σᾶς κουράσω, διότι τὸ θέμα συνεζητήθη ἐξονυχιστικῶς ἀπὸ διακεκριμένους προλαλήσαντας συναδέλφους. Ἕνα μόνον θέλω νὰ τονίσω, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τονίζεται αὐτὸ τὸ πρᾶγμα συνεχῶς, ὅτι διατρέχομεν κίνδυνον ὡς καθεστὼς καὶ ὡς χώρα, διότι ἀνεκαλύφθη μία παράβασις τοιαύτη. Πρέπει νὰ γνωρίσωμεν, ὅτι κάτω ἀπὸ τὸν Παρθενῶνα ἐδιδάχθη ἡ ἠθικὴ καὶ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἡ Ἑλλὰς ἐνσαρκώθη τὴν ἠθικήν. Ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ συσταθῇ ἐπιτροπὴ ἐλέγχου, ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ εὐρύτερα δικαιώματα. Ἔχω μόνον μίαν παρατήρησιν νὰ κάμω. Ἀναγράφονται λεπτομέρειαι διὰ νέα στοιχεῖα τῆς σπείρας τῶν λαθρεμπόρων καὶ ἀναγράφεται καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Πολιτικοῦ γραφείου τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Νέου Κόμματος, ὅτι ἀνεκαλύφθη τηλεγράφημα γαλλιστὶ γεγραμμένον. Δὲν γνωρίζω ἐὰν αὐτὸ τὸ γεγονὸς τὸ ἐξήτασεν ἡ ἀνάκρισις. Εἰς τὸ τέλος τῆς ἰδίας ἐφημερίδος ἀναγράφεται ἡ ἰδία πληροφορία, τὴν ὁποίαν θέλω νὰ ἀναγνώσω, διὰ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ. Ὡς ἐπικεφαλίδα ἔχει: «Φυγαδεύονται ......... (ἀναγινώσκει) .........». Δὲν γνωρίζω ἐὰν εἶναι ἀκριβὲς αὐτό, οἱ ἁρμόδιοι ὑπουργοὶ ὅμως ἔχουν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξετάσουν ἀμέσως καί, ἂν ὄντως εἶναι σωστὸν ὅτι οἱ δύο αὐτοὶ ἔνοχοι ἔλαβον διαβατήρια διὰ τὸ ἐξωτερικόν, πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ αὐστηρότατα ὁ νόμος διὰ τοὺς ἐκδώσαντας τὰ διαβατήρια. Γνωρίζετε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαός, πιστεύων ὅτι μόνη ἀκτὶς φωτός, ἡ ὁποία θὰ ἐχύνετο εἰς τὴν σκοτεινὴν αὐτὴν ἐγκληματικὴν πρᾶξιν, θὰ ἦτο τὸ ἐλεύθερον βῆμα τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ἀναμένει νὰ ἴδῃ ἐὰν ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ὄντως θὰ ἀρθῇ εἰς τὸ ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει καὶ τὸ ὁποῖον ἀναμένει ἀπὸ αὐτὴν ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Γεγονὸς ἀναμφισβήτητον εἶναι, τὸ ὁποῖον οὐδὲ οἱ ἐχθροὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος δύνανται ν’ ἀρνηθοῦν, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἤρθη εἰς τὸ ὕψος τῶν περιστάσεων καὶ ἀπέδειξε τὰ συναισθήματα ἀπὸ τὰ ὁποῖα κατέχεται. Ἀκριβῶς δι’ αὐτὸν τὸν λόγον πρέπει νὰ γίνῃ ἡ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπή, χωρὶς τὸ παράπαν νὰ θεωρηθῇ ὅτι θὰ θιγῇ δῆθεν ἡ δικαιοσύνη τῆς πατρίδος μας. Ὅλοι οἱ Ἕλληνες, πάντα τὰ μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, καί, ἰδίως, οἱ νομικοί, εἶναι γνωστὸν ὅτι εἴμεθα συνυφασμένοι μὲ τὴν ἰδέαν τῆς δικαιοσύνης καὶ σεβόμεθα τοὺς δικαστάς, ὡς φορεῖς αὐτῆς. Ὑπάρχει, βεβαίως, τὸ ἀνεξάρτητον τῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει καὶ τὸ ἀνεξέλεγκτον αὐτῆς. Οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὅτι μέσα εἰς τοὺς λειτουργοὺς τῆς δικαιοσύνης ὑπάρχουν καὶ μέλη της, τὰ ὁποῖα σφάλλουν ἢ καὶ ἐνίοτε κάμνουν παραβάσεις διωκομένας ὑπὸ τοῦ νόμου. Ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ ὑπάρχουν καὶ οἱ διάφοροι βαθμοὶ δικαιοδοσίας. Καταλήγων, κύριοι συνάδελφοι, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ Ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ πρέπει νὰ γίνῃ μὲ εὐρύτατα δικαιώματα. (Χειροκροτήματα).
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Κίνιας, ἔχει τὸν λόγον.
§114Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Μία δήλωσιν, μόνον θὰ κάμω, κ. Πρόεδρε, ἀπὸ τῆς θέσεώς μου, διότι θεωρῶ τὸ θέμα ἐξηντλημένον. Ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία θὰ σχηματισθῇ ἐκ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ἀναμφισβητήτως θὰ ἐπιτελέσῃ τὸ ὑψηλὸν αὐτῆς ἔργον, ἀπονέμουσα δικαιοσύνην εἰς τοὺς δικαιουμένους δικαιοσύνης καὶ πλήττουσα τοὺς μὴ δικαιουμένους. Μόνον θέλω νὰ δηλώσω τὸ ἑξῆς: Εὐθὺς ὡς ἀνεφάνει τὸ σκάνδαλον τοῦτο, τὸ ὁποῖον συνετάραξε λαὸν καὶ στρατόν, τὸ περίφημον Νέον Κόμμα ἐτήρησε σιγὴν ἔνοχον. Ἐπερίμενα, ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ Ἔθνους, νὰ προσέλθῃ ὁ περίεργος ἀρχηγὸς τοῦ περιέργου τούτου Νέου Κόμματος ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ νὰ παρουσιάσῃ τὴν ἀθωότητά του, ἐὰν εἶχε τοιαύτην. Δυστυχῶς, μετὰ τὴν ἔνοχον σιγὴν ἀκολουθεῖ ἡ ἔνοχος ἐρημοδικία. Τρέπεται τὸ περίεργον τοῦτο Νέον Κόμμα εἰς φυγήν. Φεύγει καὶ δὲν ὁμιλεῖ πρὸ τοῦ λαοῦ. Φεύγει καὶ δὲν ὁμιλεῖ ἐνώπιον τοῦ Ἐθνικοῦ τούτου Συνεδρίου. Τοῦτο σημαίνει, κύριοι βουλευταί, ὅτι εἶναι ἔνοχον. Διότι μόνον οἱ ἔνοχοι λιποτακτοῦν. Εἴμεθα, ὅθεν, ἠναγκασμένοι νὰ δηλώσωμεν, ὅτι προκαλεῖ κατάπληξιν εἰς ἡμᾶς ἡ περίεργος αὕτη στάσις τοῦ περιφήμου τούτου Κόμματος. Εἴμεθα δὲ βέβαιοι, ὅτι ὁ λαὸς θὰ τὸ κρίνῃ, ὅπως τὸ ἔκρινεν ἤδη, καταδικάσαν πλέον αὐτό, διότι δὲν ἔχει θέσιν ἐντὸς τῆς κοινοβουλευτικῆς ζωῆς τοῦ τόπου. Εὐχόμεθα νὰ τὸ ἀγνοήσουν καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἵστανται ὑπεράνω τοῦ λαοῦ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ ἐπιτετραμμένον ἔνοχα Κόμματα, βυσσοδομοῦντα ὅσα ἐβυσσοδόμησαν κατὰ τοῦ τόπου, νὰ ζήσουν. (Χειροκροτήματα).
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Δαπέργολας, ἔχει τὸν λόγον.
§116Π. ΔΑΠΕΡΓΟΛΑΣ. Αὐτὴ ἡ φυγὴ τοῦ Νέου Κόμματος ἀπὸ τὴν Βουλήν, αὐτὴ ἡ μετὰ τὴν ἐξύβρισιν τοῦ Σώματος φυγομαχία καὶ ἡ δημοφοβία τοῦ Νέου Κόμματος, τὸ καθῆκον καὶ ἡ ὑποχρέωσίς μου πρὸς τὸ μαχόμενον Ἔθνος καὶ τὸν στενάζοντα Ἑλληνικὸν λαόν, καὶ ἰδιαιτέρως πρὸς τὸν ὑπέροχον λαὸν τοῦ Ἕβρου, τὸν ὁποῖον ἐκπροσωπῶ, αὐτὸ μὲ ἔφερε, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὸ βῆμα. Μὲ φέρει ὅμως εἰς τὸ βῆμα καὶ κάτι ἄλλο. Ἡ κατὰ τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος, ἐν τῇ ὁποίᾳ εἶπεν, ὅτι ἀπαιτεῖται πρὸ παντὸς ἐξυγίανσις. Μάλιστα, ἡ ἐξυγίανσις αὐτὴ ἀπαιτεῖται καὶ μάλιστα ἀπαιτεῖται νὰ γίνῃ τὸ συντομώτερον καὶ νὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τὸν πολιτικὸν κόσμον. Νὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τὴν Βουλήν. Δὲν θὰ σᾶς κουράσω πολύ, κύριοι συνάδελφοι, διότι τὸ θέμα φρονῶ ὅτι ἐξηντλήθη πλήρως ἀπὸ τοὺς ἐπερωτήσαντας. Μὲ φέρει εἰς τὸ βῆμα ἀκόμη τὸ γεγονός, ὅτι οἱ πολεμισταὶ τοῦ μετώπου, τὰ παιδιὰ τοῦ μαχομένου λαοῦ μας, κατὰ τὰς εἰδησεογραφικὰς πληροφορίας τῆς ἐφημερίδος «Φῶς» τῆς Θεσσαλονίκης, ὑπέβαλον καὶ αὐτοὶ μήνυσιν κατὰ τῶν λαθρεμπόρων τοῦ συναλλάγματος, εἰς τὴν ὁποίαν περιλαμβάνονται καὶ οἱ κ. Μαρκεζίνης, ἀρχηγὸς τοῦ Νέου Κόμματος, καὶ ὁ ὑπαρχηγὸς αὐτοῦ κ. Θεοτόκης. Τὴν μήνυσιν ταύτην, κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν τὸ ἀπαιτεῖτε, θὰ σᾶς τὴν ἀναγνώσω.
§117ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι μόνον ἀπαιτοῦμεν, παρακαλοῦμεν συγχρόνως, διότι μᾶς δίδετε νέα στοιχεῖα ἐντελῶς νέα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐγνώριζε τὸ Σῶμα.
§118Π. ΔΑΠΕΡΓΟΛΑΣ. Εἰς τὴν ἐφημερίδα «Φῶς» τῆς Θεσσαλονίκης, ἐδημοσιεύθησαν τὰ κάτωθι: «Πρὸς τὸν Βασιλικὸν Ἐπίτροπον τοῦ Ἐκτάκτου Στρατοδικείου Ἀθηνῶν κατετέθη ἡ κάτωθι μήνυσις τῶν πολεμιστῶν τοῦ ἐθνικοῦ μας στρατοῦ, μὴ δυναμένων νὰ ἀναγράψουν τὰ ὀνόματα των λόγῳ τῆς ἰδιότητός των. Κατὰ 1) Ἀλ. Κανελλοπούλου καὶ Νικολαΐδη. 2) Πεταλᾶ κλπ. 3) Κ. Μπακοπούλου κλπ., 4) Σπ. Μαρκεζίνη, Σπ. Θεοτόκη κλπ., διότι διὰ τῶν ἀξιοποίνων καὶ ἐγκληματικῶν των πράξεων, δι’ ὧν παραβαίνοντες τοὺς κειμένους νόμους τῆς πατρίδος μας καὶ καθ’ ὃν χρόνον ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος μας μάχεται πρὸς σωτηρίαν αὐτοῦ καὶ τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἀκεραιότητός του, οὗτοι ἀσχολοῦνται ἐν γνώσει τῆς ἐγκληματικότητος τῶν πράξεων εἰς τὸν ἀθέμιτον, παράνομον καὶ εὔκολον πλουτισμὸν καὶ αὔξησιν τῶν κερδῶν των, ἐκλόνισαν καὶ κλονίζουν τὸ ἠθικὸν τοῦ μαχομένου λαοῦ καὶ στρατοῦ, ἐξαιτούμεθα τὴν αὐστηρὰν τιμωρίαν τούτων καὶ τὴν ἐνέργειαν ἀνακρίσεων πρὸς διαπίστωσιν τῶν σχέσεων τούτων μὲ τὸ ΚΚΕ καὶ ΚΚΓ καὶ ἐν γένει τοὺς ἐχθροὺς τῆς πατρίδος μας, ὡς ἐλέχθη ὅτι ἀναγράφεται ἐν τῷ ἡμερολογίῳ Νικολαΐδη καὶ τὰ ἀρχεῖα τοῦ Κανελλοπούλου. Ἐπειδὴ αἱ πράξεις τῶν κατηγορουμένων συνιστοῦν ἀδικήματα ἐμπίπτοντα εἰς τὸ Γʹ Ψήφισμα καὶ εἰδικώτερον δίδουν τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἐχθροὺς καὶ τὸν σλαβοκομμουνισμὸν καὶ ἐαμοελδισμὸν νὰ διασύρῃ τὴν Ἑλλάδα, νὰ ὑπονομεύῃ τὸ κῦρος τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Κυβερνήσεώς Του, δίδουν τροφὴν εἰς τὴν ἀντεθνικὴν προπαγάνδαν τοῦ συμμοριτισμοῦ καὶ τῶν σταθμῶν του, ὥστε οὗτος νὰ ἀπευθύνῃ ἐκκλήσεις πρὸς ἡμᾶς στελέχη τῶν ἐνόπλων μας δυνάμεων «νὰ πετάξωμε τὰ ὅπλα καὶ νὰ παύσωμε νὰ πολεμᾶμε, διότι καθ’ ὃν χρόνον ἐμεῖς χύνουμε τὸ αἷμα μας κι’ ἔχουμε ἀφήσει ὅ,τι προσφιλέστερο ἔχομε, οἱ κυβερνῶντες ἐμᾶς καὶ ἄλλοι ποὺ τοὺς ὑποστηρίζουν κάνουν λαθρεμπόριον καὶ γυρίζουν στὴν Εὐρώπη καὶ ξοδεύουν δισεκατομμύρια ὁλόκληρα, ἀδέλφια ἐλᾶτε μαζί μας γιὰ νὰ καταλύσωμε τὸ σάπιο καθεστὼς καὶ νὰ φτιάξωμε δικό μας κράτος, τίμιο καὶ ἠθικό». Ἐπειδὴ αἱ ἐγκληματικαὶ αὗται πράξεις τῶν μηνυομένων δίδουν λαβὴν εἰς τὰ ἀντεθνικὰ καὶ προδοτικὰ αὐτὰ κηρύγματα καὶ παρασύρουν τοὺς ἀφελεῖς καὶ τοὺς εὐπίστους, διὰ ταῦτα μηνύοντες τούτους, ἐξαιτούμεθα τὴν σύντομον τιμωρίαν των, διορίζοντες πληρεξουσίους μας δικηγόρους, τοὺς κ.κ. Ε. Κουλουμβάκην, Ν. Ροντήρην, πρόεδρον τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου, Α. Πρωτονοτάριον, ταμίαν αὐτοῦ, Π. Δαπέργολαν, Θ. Τσάτσον, Στ. Πολυζωγόπουλον, Ν. Περρωτῆν, Π. Οἰκονομίδην, Ε. Κουσαῆν, Ι. Κίνιαν, Α. Βαμβέτσον, Κλ. Θεοφανόπουλον Δ. Γιαννόπουλον, Π. Γαρουφαλιᾶν, Δ. Δίγκαν, Μ. Βαρβιτσιώτην, Δ. Ἀντωνόπουλον κλπ. Παρακαλοῦμεν ὅπως ζητηθῶσιν ἀντίγραφα ὅλων τῶν πρακτικῶν τῶν διεξαχθεισῶν δικῶν κατὰ Ρουμπιρόζα, Πεταλᾶ, Νικολαΐδη, Κανελλοπούλου διὰ συνάλλαγμα καὶ ὡρολόγια, Μπακοπούλου κλπ. τὸ ἡμερολόγιον (σημειωματάριον) Νικολαΐδη, τὰ ἔγγραφα καὶ ἀρχεῖον Κανελλοπούλου κλπ., τὰ ὅσα ἀνεγράφησαν εἰς τὸν τύπον καὶ προτείνομεν ὡς μάρτυρας 1) Γ. Παπανδρέου, 2) Στ. Γονατᾶν, 3) Θ. Τουρκοβασίλην, 4) Ν. Ζέρβαν, 5) Ι. Πολυχρονόπουλον, 6) Α. Βαμβέτσον, 7) Χ. Πιπιλιάγκαν 8) Καψάλην, τελωνειακόν, 9) Παναγόπουλον, Νομάρχην Κερκύρας, 10) ἅπαντας τοὺς κατηγορουμένους ἄνω ὑποθέσεων, τοὺς μὴ ἀναφερομένους ἢ ἀπαλλαγέντας, 11) σωφὲρ Νάϊαντ Παπαρρήγαν καὶ θαλαμηπόλον Λινάρδον, 12) Βλαστάρην, Γεωργίου, Μπουραντᾶν, Ἀναγνωστόπουλον, Γιαννοῦτσον, Κίνιαν, Ἔβερτ, Πολυχρονόπουλον, Πετούνην, Τσαούσην, Πανόπουλον, ἀστυνομικούς, καὶ ὅσους ἄλλους θέλομεν προτείνει διὰ τῶν δικηγόρων μας». Εἶχα ὑποχρέωσιν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ φέρω εἰς φῶς καὶ ἐνώπιόν σας, ἐνώπιον τοῦ Σώματος, τὴν μήνυσιν ταύτην, διὰ νὰ τὴν ἀκούσῃ πλὴν ὑμῶν καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργός, διὰ νὰ μάθῃ καὶ πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζει, διότι ὡς μὴ ὤφειλε, διαρκῶς διακόπτων τοὺς ἐπερωτῶντας, ἔλεγεν «ἔχουμε νὰ εἰποῦμε πολλὰ πράγματα». Μάλιστα, κ. ὑπουργέ, ἕνας λόγος, ὁ ὁποῖος μὲ ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα, εἶναι καὶ αὐτὸς καὶ ἐπὶ πλέον ἡ ἐσπευσμένη ἀπάντησις εἰς τοὺς ἐπερωτήσαντας, ἐνῷ ὤφειλεν ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργὸς νὰ ἀκούσῃ ὅλους τοὺς ἐγγεγραμμένους καὶ μετὰ ταῦτα νὰ ἀπαντήσῃ. Ἀκόμα μὲ φέρει εἰς τὸ βῆμα τὸ γεγονός, ὅτι ἡ μήνυσις αὕτη, ἡ ὁποία ἐνεχειρίσθη εἰς τὸν Βασιλικὸν Ἐπίτροπον τοῦ ἐκτάκτου Στρατοδικείου Ἀθηνῶν, θὰ πείσῃ καὶ νομίζω ὅτι ἔπεισε τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, τὸ Ἔθνος ὁλόκληρον, ὅτι ὁ κολασμὸς τῶν ὑπευθύνων πολιτικῶν προσώπων πρέπει νὰ γίνῃ, καὶ ὅτι δὲν συκοφαντεῖται τὸ Νέον Κόμμα καὶ ὡρισμένοι πολιτικοὶ ἄνδρες. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι. Καθ’ ἣν στιγμὴν ὁλόκληρος ἡ Ἑλλὰς μάχεται βαλλομένη ἀπὸ τὸν σλαυϊσμόν, ὡς καὶ οἱ πολεμισταὶ μᾶς βεβαιοῦν ὅτι κάτι σάπιο ὑπάρχει καὶ αὐτὸ εἶναι παρήγορον, διότι μερικαὶ ἐφημερίδες ὀνειρεύθησαν δικτατορίαν. Αὐτὴ ἡ φωνὴ ἐκ τοῦ μετώπου, ἐπιμαρτυρεῖ ὁποίαν κακὴν ἀπήχησιν εἶχεν ἡ ἀνάμιξις πολιτικῶν προσώπων εἰς τὸ λαθρεμπόριον τοῦ συναλλάγματος. Ἠκούσατε ποῖοι λόγοι ὤθησαν τοὺς πολεμιστὰς τοῦ μετώπου εἰς τὴν ὑποβολὴν τῆς ἀναγνωσθείσης μηνύσεως «Καθημερινῶς ἔρριπτον οἱ σλαυοκομμουνισταὶ συμμορῖται προκηρύξεις τοιούτου περιεχομένου ὑβριστικοῦ κατὰ τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐκαλοῦντο οἱ στρατιῶται μας νὰ πετάξουν τὰ ὅπλα, διότι οἱ κυβερνῶντες εἶναι λαθρέμποροι». Τὰ ἴδια καὶ χειρότερα μετέδιδον ὅλοι οἱ σταθμοὶ τῶν Σλαύων. Βλέπομεν, λοιπόν, ὅτι τὰ τίμια παιδιὰ μας, οἱ στρατιῶται μας, οἱ ὁποῖοι ἀγωνίζονται διὰ τὴν σωτηρίαν τῆς φυλῆς μας διαμαρτύρονται, ζητοῦν δικαιοσύνην, ζητοῦν ἀποκατάστασιν τῆς θιγείσης τιμῆς των. Τί ἄλλο ζητοῦμεν; Ζητοῦμεν οἱ ἐπερωτήσαντες νὰ συσταθῇ ἐξεταστικὴ ἐπὶ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπή, διὰ νὰ βγῇ τὸ σάπιο, ὅ,τι σάπιο ὑπάρχει καὶ ὅπου εὑρίσκεται ἀπὸ τὸν κορμὸν τῆς Ἑλλάδος. Εἶναι γνωστόν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἐκτὸς τῶν πολεμιστῶν τοῦ μετώπου, ὁλόκληρος ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ τῆς ἀκροτάτης καὶ ἐν γαλήνῃ διαβιούσης Κερκύρας καὶ ἐξ ὅλων τῶν μετόπισθεν μέχρι τῶν βορείων ἐπαρχιῶν μας, μέχρι τοῦ μαρτυρικοῦ Ἔβρου, ὅλος ὁ πληθυσμός, ὁ ὁποῖος νύκτα καὶ ἡμέρα εὑρίσκεται μὲ τὸ ὅπλον ἀνὰ χεῖρας, ὁ λαὸς ἐκεῖνος, ὁ λαὸς τοῦ Ἔβρου, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται ἐν διαρκῇ ἐπιστρατεύσει καὶ τὸ λέγω μὲ παράπονον αὐτό, διότι εἶναι ὁ μόνος Νομὸς ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἐπεστρατεύθησαν ὡς ἐθνοφρουροὶ ἀπὸ διετίας καὶ ὑπηρετοῦν συνεχῶς ἄνδρες μεγάλων ἡλικιῶν, ἀπὸ τῆς κλάσεως 1930, καὶ ὅσοι δὲν ὑπηρετοῦν εἰς τὸν στρατόν, ὑπηρετοῦν ὡς Μ.Α.Υ. ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως, ἐν διαρκῇ πενίᾳ, ἐγκαταλείψαντες προσφιλῆ πρόσωπα καὶ ἐργασίας. Ὅλοι αὐτοὶ τὸ ἴδιο πρᾶγμα ζητοῦν. Καὶ ἐνῷ σείεται ὁλόκληρος ἡ Ἑλλὰς κατηγοροῦσα τοὺς πολιτικούς, οἱ ὁποῖοι ἀνεμίχθησαν εἰς τὸ λαθρεμπόριον, ἔρχονται σήμερον οἱ φυγομαχοῦντες τοῦ Νέου Κόμματος διὰ νὰ μᾶς εἴπουν ὅτι τοὺς συκοφαντοῦμεν. Δὲν τοὺς συκοφαντοῦμεν. Αὐτοὶ αὐτοεδικάσθησαν μὲ τὰς πράξεις των. Διότι ἀκόμη, κύριοι συνάδελφοι, καὶ τὸ βούλευμα, τὸ ὁποῖον διαρκῶς ἐπισείων καὶ αὐτὸ ἀκόμη, νομίζω, ὅτι πάσχει. Τὸ βούλευμα αὐτὸ δὲν συμφωνεῖ καθόλου πρὸς τὰ πράγματα. Δὲν συμφωνεῖ τὸ σκεπτικόν του πρὸς τὸ διατακτικόν. Ἁπλῆ ἀνάγνωσις τούτου παρὰ προσεκτικοῦ ἀναγνώστου, ὄχι ἀρίστου νομομαθοῦς, θὰ σᾶς πείσῃ ὅτι οἱ κατηγορούμενοι βουλευταὶ δὲν ἀπηλλάγησαν διὰ τὰς πράξεις, διὰ τὰς ὁποίας παρεπέμφθησαν οἱ λαθρέμποροι Χὶρς καὶ Νάϊαν. Εἶναι πλήρης ἡ διάστασις τοῦ σκεπτικοῦ πρὸς τὸ διατακτικόν. Ἀλλὰ ἐκτὸς τούτου καὶ μία ἄλλη πρᾶξις τοῦ δανεισμοῦ εἰς ξένον συνάλλαγμα εἶναι ὄχι ἀποδεδειγμένη μόνον, ἀλλὰ καὶ ὁμολογημένη. Εὐτυχῶς ὁ ἁρμόδιος εἰσαγγελεὺς τὸ βούλευμα τοῦτο τὸ ἀνέκοψε καὶ κατ’ ἀκολουθίαν βούλευμα δὲν ὑπάρχει ἀπαλλακτικὸν διὰ τοὺς κατηγορουμένους, ἀλλ’ ἐπὶ τούτου θὰ ἀφήσωμεν τὴν δικαιοσύνην τῆς πατρίδος μας τελείως ἀνεπηρέαστον νὰ εἴπῃ τὴν τελευταίαν της λέξιν. Ἡμεῖς ποιοῦμεν ἔκκλησιν, ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ, τοῦ μαχομένου, ἐκ μέρους τῶν πολεμιστῶν τοῦ μετώπου, ἐκ μέρους τῶν δεινοπαθούντων συμμοριοπλήκτων μας, ἐκ μέρους τοῦ πεινῶντος λαοῦ τοῦ Ἕβρου, τοῦ εὑρισκομένου εἰς οἰκονομικὴν ἀπαθλίωσιν, λόγῳ τοῦ πολέμου, τῆς κατοχῆς καὶ τοῦ συμμοριτισμοῦ καὶ ἐκ μέρους ἀκόμη τῶν νεκρῶν ποὺ ἔπεσαν διὰ τὴν Ἑλλάδα, ζητοῦμεν νὰ συσταθῇ τὸ ταχύτερον ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπή. Ζητοῦμεν νὰ χυθῇ φῶς εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, ὥστε νὰ προκύψῃ ὅτι πρέπει νὰ προκύψῃ καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον, ἐὰν εἶναι ἀθῶοι καὶ δὲν εἶναι ἄνθρωποι τοῦ σκότους, δὲν εἶναι Μακιαβέλληδες, πρέπει καὶ οἱ ὑπὸ κατηγορίαν πολιτικοί, ἔστω τὴν τελευταίαν στιγμήν, ἀπὸ πολιτικὴν εὐθιξίαν, ὡς ἔπραξε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων κ. Σοφοκλῆς Βενιζέλος, νὰ συμφωνήσουν καὶ τότε νὰ εἴπωμεν ὅλοι μαζὶ ἐδῶ καὶ μὲ ἡμᾶς καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ εἴπῃ: Καὶ ἐγένετο δικαιοσύνη. (Χειροκροτήματα).
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Μελᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§120Ι. ΜΕΛΑΣ. Κύριοι βουλευταί, μέσα εἰς τὰς ἀπείρους περιπτώσεις τῆς ἐσωτερικῆς σήψεως, μέσα εἰς τὰς ἑστίας τῆς ἐξαθλιώσεως, ὅπου ὑπὸ βιολογικὴν ἀδυναμίαν, ἀκμάζει ἡ οἰκονομικὴ ὀλιγαρχία, διερράγη ἐσχάτως ὁ δοθιὴν τῶν λαθρεμπόρων τοῦ συναλλάγματος. Ἀδίστακτοι ἄνθρωποι, ἀνάξιοι τῆς ὑψηλῆς καταγωγῆς των, εἰς μία ἀπὸ τὰς κρισιμωτέρας φάσεις τοῦ ἐθνικοῦ μας βίου, ἀντὶ νὰ συμβάλουν εἰς τὸ ἔργον τῆς ἐθνικῆς σωτηρίας, ἐπροτίμησαν νὰ κερδοσκοπίσουν ἐπὶ τῆς ἐθνικῆς τραγῳδίας. Ἀντὶ τῆς κοινῆς προσπαθείας, προέκριναν νὰ παίξουν τοὺς βρωμεροὺς κύβους τοῦ κέρδους, ἐπὶ τῶν σωμάτων τῶν ἱερῶν μας ἀναπήρων, τῶν νωπῶν τάφων τῶν νεκρῶν μας, ἐπάνω εἰς τὸν Χάρτην τῆς ἐθνικῆς ἀνεξαρτησίας. Ἦτο ἐν πολλοῖς ἑπόμενον νὰ συμβοῦν. Οἱ λύκοι χαίρονται εἰς τὰς ἀνωμαλίας. Καὶ χαίρονται ἀνέτως, ὅταν δὲν ἔχουν ἐγκαίρως ληφθῇ, τὰ ἐπιβαλλόμενα μέτρα. Εἴχομεν πάντοτε, κύριοι βουλευταί, τὴν ἐντύπωσιν καὶ ἐπιβεβαιώνεται τώρα, ὅτι εἰς τοὺς κρισίμους τῆς πατρίδος καιρούς, δὲν ἀρκεῖ ὁ στρατιωτικὸς νόμος. Εἴχομεν πάντοτε, τὴν ἐντύπωσιν, καὶ τὴν ἐπαληθεύομεν τώρα, ὅτι τὸ θέμα τῆς ἐσωτερικῆς τάξεως, τὸ θέμα τῶν μετόπισθεν, εἶναι ζήτημα 10 κυβικῶν ξυλείας. Τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, καιόμενον εἰς τὴν κόλασιν τοῦ πυρὸς καὶ σιδήρου, ὤφειλε νὰ προβῇ εἰς τὴν μικρὰν αὐτὴν δαπάνην, διὰ τὴν προμήθειαν τῶν 10 κυβικῶν ξυλείας. Μεταβαλλόμενα εἰς ἰκριώματα, νὰ ἐστείνοντο εἰς τὰς κεντρικὰς πλατείας τῶν πόλεων. Ἡ ἁπλῆ θέα των καὶ ἡ ἀπειλὴ τοῦ θανάτου, δι’ ὅσους δὲν θὰ ἐδίσταζον νὰ ἐπιβουλευθοῦν τὴν τιμήν, τὴν ζωὴν καὶ τὴν περιουσίαν τοῦ Ἔθνους καὶ τοῦ λαοῦ, θὰ ἀπέτρεπε τὸ ἔγκλημα. Ψοφοδεεῖς ὅπως εἶναι πάντοτε, ὅλοι αὐτοὶ οἱ φιλόζωοι κακοῦργοι, ἢ θὰ εἰσήρχοντο εἰς τὸν κανονικὸν βίον τοῦ ὅλου λαοῦ, ἢ θὰ ἐξεπατρίζοντο. Ὑπῆρξεν δυστύχημα, ὅτι ἡ Δʹ Ἀναθεωρητική, «τυρβάζουσα περὶ πολλά, ἐνῷ ἑνὸς ἦτο χρεία», ἔλαβε σωρείαν περιττῶν ἐκτάκτων μέτρων, τὰ ὁποῖα ὅπως ἦτο ἑπόμενον, μετέστησαν ἐν πολλοῖς εἰς ἀχρησίαν, ἐνῷ ἑνὸς μέτρου ἦτο καὶ ὑπάρχει ἀνάγκη. Τοὺς κακούργους τοῦ ἐρίου καὶ τοῦ βάμβακος, ἠκολούθησαν αἱ συνεχεῖς κακουργίαι τῆς διασπαθίσεως τῶν ἱερῶν ἐφοδίων τῆς λαϊκῆς ἐπιβιώσεως. Τὰ ἐφόδια, ἢ ἐκλέπτοντο, ἢ ἐσήποντο, διὰ νὰ ταφοῦν εἰς τὸν Σαρωνικόν, τὸν ὁποῖον μετέβαλον εἰς αὐτούσιον κλεπταποδόχον. Τρίς, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐκαλέσαμεν τὰς Κυβερνήσεις νὰ πληροφορήσουν περὶ τῆς τύχης των. Ὑπεσχέθησαν, ἀλλὰ ἀναμένομεν εἰς μάτην. Καὶ τὰς κακουργίας αὐτάς, ἠκολούθησαν καὶ ἀκολουθοῦν συνεχῶς ἄλλαι, αἱ ὁποῖαι ἔχουν θέσει ὑπὸ δεινὴν δοκιμασίαν, τὴν λεπτὴν ὄσφρησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους καὶ τὴν ὑπομονήν του. Ἡ ἐγκληματικὴ αὐτὴ διάθεσις τῆς μειοψηφίας, ὀφείλει νὰ ἀνασταλῇ τὸ ταχύτερον. Κύριοι βουλευταί, μὲ τὴν ἀποκάλυψιν τοῦ τελευταίου ἐγκλήματος τῶν κερδοσκόπων τοῦ ἐθνικοῦ νομίσματος καὶ τῆς ἐθνικῆς τιμῆς, συνεδέθη, καλῶς ἢ κακῶς, μία ὁμὰς τοῦ Κοινοβουλίου. Δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν, νὰ γνωρίζωμεν τὴν ἀκριβῆ ὄψιν τοῦ ζητήματος. Ὀφείλομεν ὅμως νὰ διαπιστώσωμεν μὲ ἀληθῆ θλῖψιν, ὅτι οἱ συνάδελφοι τοῦ Νέου Κόμματος, ἔκαμαν θλιβερὰν μεταχείρισιν τοῦ θέματος. Ἀντὶ νὰ ζητήσουν αὐτοὶ τὴν ἄμεσον σύγκλησιν τοῦ Κοινοβουλίου, ἀντιθέτως, συγκληθείσης τῆς Βουλῆς, αὐτοδικαίως, ἀπέφυγαν νὰ προσέλθουν ἐδῶ, νὰ ἀνέλθουν εἰς τὸ ὑψηλὸν αὐτὸ βῆμα, καὶ νὰ ἐξηγήσουν ἀπὸ τοῦ ὕψους του πρὸς τὸ Ἔθνος, τὴν περίπτωσιν, διὰ νὰ τακτοποιηθοῦν ἐγκαίρως ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς κοινῆς γνώμης. Ἡ ὅλη μεταχείρισις ἀπετέλεσε σφάλμα, τὸ ὁποῖον φοβοῦμαι, ὅτι ἐπηρεάζει τὴν τύχην των. Τὸ θέμα ἦτο ἀχάριστον. Εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτάς, ἔλεγεν ὁ Δημοσθένης, ἔχων ὑπ’ ὄψιν του τὸν εὐέξαπτον χαρακτῆρα τοῦ λαοῦ μας: «Ἕτερον δέ, ὃ φύσει πᾶσιν ἀνθρώποις ὑπάρχει, τῶν μὲν λοιδοριῶν καὶ τῶν κατηγοριῶν, ἡδέως ἀκούειν. Τῶν δὲ ἐπαινούντων αὐτοὺς ἄχθεσθαι». Ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει, τὸ θέμα ὑπῆρξεν ἐξαιρετικὸν θέμα μάχης. Οἱ ἰσχυρισμοί των, ὅτι ἡ αἴθουσα αὕτη δὲν προσφέρεται διὰ τὸν ἀγῶνα των, ὑπῆρξαν μάταιοι. Ὁ χῶρος αὐτὸς, εἶναι ἡ συνέχεια τῆς Ἀρχαίας Ἀγορᾶς, ὅπου οἱ δημόσιοι ἄνδρες εἴτε ἔπιπτον μὲ τὴν μάχην, εἴτε ἀπεθεώνοντο. Καὶ διὰ τὴν ὑπόστασιν αὐτοῦ τοῦ ὑψηλοῦ βήματος, κοντὰ εἰς τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς χώρας, ἀγωνίζονται τὰ τέκνα τῆς πατρίδος. Ἀγωνίζονται διὰ νὰ μείνῃ ὄρθιον. Ἰσχυρίσθησαν ὅτι ἀποτελοῦν μειοψηφίαν ἐν πολιορκίᾳ καὶ ὅτι μέσα εἰς τὴν ἀσφυκτικὴν ἀντίθεσιν τῆς αἰθούσης, τοὺς ἦτο ἀδύνατον νὰ ἀποδείξουν τὸ δίκαιον. Τὸ δίκαιον, ἔλεγεν ὁ γίγας τῆς Γαλλικῆς σκέψεως, ὁ Οὑγκὼ, δὲν αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην προσφυγῆς εἰς τὴν προστασίαν τῆς βοῆς καὶ τῶν ὅπλων. Ἐκθέτει σταθερῶς καὶ ἠρέμως τὰς ἀπόψεις του, καὶ τότε τὸ δίκαιον βοᾷ μόνον του, καὶ καλύπτει πᾶσαν ἰαχήν. Ὅσοι κατηγορήθησαν εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς ἐνδόξου αὐτῆς πατρίδος ἀδίκως, ἐπεζήτησαν πάντοτε μόνοι των νὰ λογοδοτήσουν καὶ ἡ λογοδοσία των, ἤρκεσε νὰ τοὺς ἀποκαταστήσῃ καὶ μετὰ θάνατον. Ὁ Δημήτριος Γούναρης, διεξεδίκησε τὸ δικαίωμα τῆς ἀπολογίας, πυρέσσων, ἀπειλούμενος ἀπὸ δύο θανάτους, καὶ προσελθὼν ἐπὶ τοῦ φορείου. Καὶ ὁ στρατηγὸς τῆς ἀρχαιότητος, ὁ ἔντιμος Φωκίων, ἀντιμετωπίσας μετὰ τὴν ἀπολογίαν του, τὴν ἄδικον καταδίκην, φοβούμενος μὴ ἐμποδισθῇ ἡ ἔστω καὶ ἄδικος καταδίκη, διότι ὁ δεσμοφύλαξ εἶχε καταχρασθῆ τὴν πίστωσιν διὰ τὴν ἀγορὰν τοῦ κωνείου, ἐξῆλθεν εἰς τὸ παράθυρον τοῦ δεσμωτηρίου καὶ ἐξελιπάρησε χρήματα ἀπὸ τοὺς διαβάτας, ἐπρομηθεύθη κώνειον, καὶ ἐπροστάτευσε τὴν τιμὴν τῆς ἀδικούσης πατρίδος. Ὑπὸ τοιαύτας ἐνδόξους παραδόσεις, οἱ εἰσαγόμενοι θεσμοὶ εἶναι ἀπαράδεκτοι. Ὀφείλομεν τώρα, κύριοι βουλευταί, νὰ ἐπισημάνωμεν καὶ μία σφαλερὰν ἰδικήν μας πρᾶξιν. Τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν μὲ τὴν ὑπερβολικήν του εὐθιξίαν, ἐζήτησε διὰ λογαριασμόν του, ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων. Διῆλθον ἀπὸ τὴν αἴθουσαν ταύτην, κύριοι βουλευταί, ἄνδρες μεγάλοι, γνῶσται, τῆς δυνάμεως τῆς ἀδίκου διαβολῆς, μέχρι πυθμένος. Ἄνδρες γηράσαντες εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ πολιτικοῦ στοχασμοῦ καὶ εἰς τὴν διακονίαν τῆς πατρίδος. Ἀποτελοῦν μακρὰν χορείαν, καὶ θεωρῶ περιττὴν τὴν ἀπαρίθμησιν. Τὰ θέματα τῆς δημοσίας καὶ τῆς ἰδιωτικῆς εὐθύνης, ἔχουν πλαισιωθῆ κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς εὐνομουμένης πολιτείας ἐντὸς νομικῶν διατάξεων σαφῶς τεθεσπισμένων. Καὶ εἶναι διὰ μὲν τοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὁ νόμος περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν. Διὰ δὲ τοὺς βουλευτὰς ἡ λαϊκὴ ἐτυμηγορία. Πλεῖστοι συνάδελφοι, ἐξοικονόμησαν τὴν περίπτωσιν μὲ τὴν δικαιολογίαν, ὅτι ἡ προταθεῖσα Ἐπιτροπή, θὰ ἐξετάσῃ τὰ πράγματα. Ἐρωτῶ, ποῖα εἶναι τὰ πράγματα εἰς αὐτὴν τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν. Τί θὰ ἐξετάσῃ ἡ Ἐπιτροπή; Τοὺς ψιθύρους; Ἢ τὴν πορείαν τῶν νεφῶν; Εἰς ἄλλας περιπτώσεις ὑπάρχει πρὸς ἐξέτασιν τὸ πρᾶγμα. Ὅπως ἦτο ἡ ἐπιστολὴ ἡ ἀπευθυνθεῖσα ὑπὸ πατρὸς πρὸς υἱόν, καὶ ἄλλα. Διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ἐν προκειμένῳ πόσον ἄτοπος, πόσον ἐπικίνδυνος ὑπερβασία εἶναι ἡ περίπτωσις, δικαιοῦμαι νὰ προσθέσω τὴν ἐρώτησιν. Τί θὰ συμβῇ, ὅταν αὔριον, εἰς τὸ μέλλον, εἰς ἄλλην Βουλήν, εἷς ἀρχηγὸς, ἢ ὁ ἴδιος ἀρχηγός, ὅστις ἐπεζήτησε τὴν Ἐπιτροπήν, ἔλθῃ μὲ ἐλαχίστους βουλευτάς, ὅπερ ἀπευχόμεθα καὶ μὲ ἀντίπαλον μίαν κακόπιστον πλειοψηφίαν, ὑπάρξῃ θῦμα διαβολῆς, καὶ κληθῇ νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὸ δημιουργηθὲν προηγούμενον πῶς θὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν κατάστασιν; Φοβούμενος εὐλόγως τὴν πλειοψηφίαν, κατ’ ἀνάγκην θὰ σιωπήσῃ, διὰ νὰ τοῦ εἴπουν τότε, ὅτι ὁ ἐγκαινιάσας τὴν τακτικὴν ἐζήτησεν Ἐπιτροπήν, διότι τότε ἦτο ἀθῶος, ἐνῷ ὁ ἄλλος σιωπᾷ, ἐπειδὴ εἶναι ἔνοχος. Ἡ ἐγκριθεῖσα Ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπή, ἀποτελεῖ ὑπόθεσιν ἄνευ προηγουμένου, ἐπειδὴ εἶναι ἄνευ ἀντικειμένου, ὑπόθεσιν ἀλυσιτελῆ, πάντως δὲ ἑστίαν κινδύνων τοῦ μέλλοντος, προωρισμένη νὰ μεταβληθῇ εἰς μάστιγα καταστροφῆς, εἰς ὄργανον προγραφῆς καὶ σφαγῆς τῆς μειοψηφίας ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν. Ποιοῦμαι ἔκκλησιν, κύριοι βουλευταί, καὶ πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων, καὶ πρὸς τὴν Βουλήν. Νὰ ματαιώσουν ἔστω καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων τὴν ἐπικίνδυνον παγίδα, ἡ ὁποία εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ καταλύσῃ μὲ κακὴν χρῆσιν αὐτὸ τοῦτο τὸ ἐλεύθερον πολίτευμα. Ὀφείλομεν ἀκόμη, νὰ ἐπισημάνωμεν, κύριοι βουλευταί, καὶ ἕτερον βαρύτατον ὀλίσθημα. Τὴν ἄδικον καταφοράν μας κατὰ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Διήλθομεν σκληρὰς ἐποχὰς. Μίαν ἀκατονόμαστον δουλείαν. Καὶ ζῶμεν τώρα, τὴν παροῦσαν συμφοράν. Κατὰ τὴν διάρκειαν αὐτήν, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι πολλαὶ συνειδήσεις ἐκάμφθησαν εἰς ὅλους τοὺς τομεῖς. Ἀλλὰ καθὼς ἔλεγεν ὁ τετράγωνος Γάλλος, ὁ Γεώργιος Κλεμανσώ, οἱ τίμιοι ἄνθρωποι εἰς τὴν ἐκτίμησιν καὶ τὴν ἐποπτείαν ἑνὸς προσώπου, ἑνὸς πράγματος, ἑνὸς κόμματος, ἑνὸς φαινομένου, ἑνὸς καθεστῶτος, ἑνὸς ἰδεώδους, δὲν χάνονται εἰς τὰς λεπτομερείας. Οἱ τίμιοι ἄνθρωποι, ἢ τὰ ἐγκρίνουν ἐν συνόλῳ ἢ τὰ ἀπορρίπτουν ἐν συνόλῳ. Μὲ τὴν τιμίαν αὐτὴν διάθεσιν ἐποπτείας, ἡ Ἑλληνικὴ δικαιοσύνη, ἡ πολυπαθής Ἑλληνικὴ δικαιοσύνη, ἡ καλουμένη νὰ διέλθῃ καθ’ ἑκάστην τὰς φοβερὰς συμπληγάδας τῆς δυσκόλου ζωῆς, κατώρθωσε νὰ ἐπιζήσῃ καὶ παραμένει ἐν τῷ συνόλῳ τῆς ὀρθία, ἀξία τοῦ προορισμοῦ της καὶ ἀξία τῆς πατρίδος. Κύριοι βουλευταί, ὀφείλομεν νὰ τερματίζωμεν. Ἂς ἔχωμεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν δικαιοσύνην τῆς πατρίδος, ἂς διατηρήσωμεν ἀλωβήτους τὰς συντεταγμένας καὶ διακεκριμμένας ἐξουσίας. Καὶ ἂς λάβωμεν, ἔστω καὶ ἀργά, ὅλα τὰ μέτρα, ποὺ ἐπιβάλλονται, μέτρα σκληρά, ἀδυσώπητα, ἐσωτερικοῦ καθαρμοῦ, ὑπὲρ τῆς κοινῆς σωτηρίας. Καὶ ἂς ἐπιδοθῶμεν ὅσον ἠμπορεῖ καὶ ἐντὸς τῶν χρονικῶν περιθωρίων ποὺ μᾶς ὑπολείπονται, εἰς τὴν λῆψιν ὅλων ἐκείνων τῶν μέτρων ὑπὲρ τῆς λαϊκῆς μάζης ποὺ εἰς μάτην ἀπὸ χρόνου μακροῦ ἐπιζητοῦν τὰς δικαίας λύσεις των. Κύριοι βουλευταί, ἔξω ἀπὸ τὴν αἴθουσαν ταύτην, ἀπὸ τῶν φλεγομένων συνόρων μέχρι τοῦ Λυβικοῦ, ἕνα ὁλόκληρον Ἔθνος, συνταράσσεται, πένεται λιμώττει, γυμνητεύει, πάσχει καὶ διερωτᾶται διὰ τὴν δύσκολον μοῖραν του. Τὰ τέκνα του μάχονται μὲ τὴν ἀπόφασιν ποὺ ἔλαβαν ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον μίαν τοιαύτην πατρίδα, νὰ τὴν ἀφήσουν νὰ ἀφανισθῇ καὶ νὰ σβύσῃ καὶ δίδουν προθύμως πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν ἀντάλλαγμα τὰ ἴδια τὰ σώματά των. Λαὸς καὶ στρατός, ἔχουν τὴν ἀπόφασιν ἐξασφαλίζοντες τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ πέραν τῶν ἰδικῶν μας σφαλμάτων, μὲ τὸ ἴδιον πεῖσμα, ποὺ σήμερον μάχονται, νὰ κάμουν τὸν τόπον αὐτὸν τόπον, ἐπὶ τέλους κατοικίσιμον. Νὰ κάμουν τὸν τόπον αὐτὸν ὄχι τόπον βοσκῆς μιᾶς ἐγκληματικῆς ὀλιγαρχίας, ἀλλὰ ὑπόθεσιν κοινῶν θυσιῶν καὶ κοινῆς ἀπολαβῆς τῶν Ἑλλήνων. Οἱ Ἕλληνες ἔχουν τὴν ἀπόφασιν μαζὶ καὶ τὸ δικαίωμα, ὕστερα ἀπὸ τὰς θυσίας των, νὰ καταστοῦν μέτοχοι ὅλων τῶν ἀγαθῶν τῆς πατρίδος. Κύριοι βουλευταί, μόνον ἂν ἀντιληφθῶμεν τὸ καθῆκον μας εἰς τὸ ἀκέραιον, μόνον ἐὰν συνεπικουρήσωμεν τὸν λαὸν εἰς τὴν μεγάλην προσπάθειαν τῆς ἐπιβιώσεως, μόνον ἐὰν ἁπλώσωμεν χεῖρα βοηθείας εἰς τὸν μεγαλομάρτυρα λαόν μας, τότε καὶ μόνον τότε, ἠμπορεῖ νὰ μὴ καταστήσωμεν ἀνεξήγητον τὴν παρουσίαν ἡμῶν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. (Χειροκροτήματα).
§121Ι. ΠΟΛΙΤΗΣ. Τὰ ὅσα ἐξεθέσατε ἀπὸ τοῦ βήματος, κ. συνάδελφε, ἀπηχοῦν τὰς γνώμας τοῦ Κόμματος, τὸ ὁποῖον ἐκπροσωπεῖτε.
§122Ι. ΜΕΛΑΣ. Βεβαίως.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Μαντούβαλος ἔχει τὸν λόγον.
§124Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἴσως νὰ ἐπερίττευε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ἀπευθυνθῶ πρὸς ὑμᾶς. Ἀνακαλῶ εἰς τὴν μνήμην τῆς Βουλῆς τὰ ὅσα πρὸ 18 μηνῶν καὶ ἐκεῖθεν μέχρι σήμερον κατ’ ἐπανάληψιν, ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ εἶπον πρὸς τὴν Βουλήν. Τότε, ἐὰν ἐνθυμοῦνται οἱ κ. συνάδελφοι, εἶπον ὅτι ἐπεβάλετο μία αὐτοκάθαρσις καὶ ὅταν ὡμίλουν πρὸς τὸ Σῶμα, εἶχα τὰ πειστήρια, ἀλλὰ οὐδεὶς ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης ἀνῆλθεν νὰ μοῦ ἀντείπῃ τι. Ὁ λόγος αὐτὸς μὲ ἠνάγκασε καὶ τώρα νὰ ἀνέλθω ἐπὶ τοῦ βήματος αὐτοῦ, ὄχι διὰ νὰ συζητήσω, ἐὰν βάσει τοῦ Συντάγματος, ἡ Ἑλληνικὴ δικαιοσύνη, ἐνήργησε καλῶς ἢ κακῶς, διότι τὸ θέμα αὐτὸ ἐξηντλήθη ἀπὸ ἄλλους συναδέλφους. Ἀνῆλθον, κύριοι εἰς τὸ βῆμα αὐτό, διὰ νὰ μεταφέρω πρὸς ὅλους ὑμᾶς, τὴν πικρίαν καὶ τὴν ἀγανάκτησιν, τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθη ὁ Ἑλληνικὸς λαός ἀπὸ τὰ ἀποκαλυφθέντα σκάνδαλα τοῦ λαθρεμπορίου καὶ παρομοιάζει τὴν ὑπόθεσιν μόνον μὲ τὴν ὑπόθεσιν τὴν πολεμικὴν τοῦ Γράμμου, παραλληλίζει τὰς 2 αὐτὰς ὑποθέσεις καὶ λέγει, ὅτι ἡμεῖς ἐκεῖ ἐπάνω ἔχομεν στείλει τὰ παιδιά μας καὶ πολεμοῦν καὶ χύνουν τὸ αἷμα τους διὰ τὴν πατρίδα. Καὶ ἡμεῖς καὶ ἐκεῖνα, γνωρίζομεν διατὶ πολεμοῦν. Τῆς Κυβερνήσεως ὅμως τῆς ἐδόθη μία εὐκαιρία εὐθὺς ἀμέσως, νὰ κάνῃ τὸ καθῆκον της καὶ νὰ μὴ ἀφήσῃ τὸν πολιτικὸν κόσμον νὰ διασυρθῇ καὶ νὰ φθάσῃ μέχρι τῶν πεζοδρομίων. Ὑπῆρξε τρόπος, ἀφοῦ ἐγνώριζεν ἐν μέρει ἴσως, τὸ μέγεθος τοῦ λαθρεμπορίου καὶ τοὺς ἀναμεμιγμένους εἰς τὸ λαθρεμπόριον. Πρώτη της σκέψις ἔπρεπε νὰ εἶναι μία εὐρυτάτη καθ’ ὅλον τὸ Κράτος ἔρευνα. Ἦτο γνωστόν, εἰς ὅσους ἔρχονται εἰς ἐπαφὴν μὲ τὸν λαὸν καὶ ὁ τελευταῖος χαμάλης τοῦ Πειραιῶς μοῦ εἶχε εἴπει πρὸ 18 μηνῶν, τί κάθεσθε ἐκεῖ εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων, ἀφοῦ βλέπετε, ὅτι ἔρχονται χιλιάδες λίρες ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴ καὶ δὲν εὑρέθη ἕνας νὰ ζητήσῃ λογαριασμό, τί γίνονται αὐτὲς οἱ λίρες καὶ πῶς ἀπορροφῶνται καὶ ποῖοι εἶναι οἱ ἐπιτήδειοι ποὺ τὶς ἀπορροφοῦν καὶ ποῦ τίς διαθέτουν; Ἡ Κυβέρνησις, εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν ἐξετέλεσε τὸ καθῆκον της. Ἴσως ἀπὸ μίαν ἀδυναμίαν, συναδελφικὴν ἴσως καὶ μίαν ἀτολμίαν, διότι ἔπρεπε νὰ εἴπῃ εἰς τὸν συνάδελφόν της, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ συνεργασία, ὅταν δὲν ἐκαθαρίσετε τὴν θέσιν σας ἀπέναντι τῶν κατηγοριῶν. Εἰς ἐμέ κάποτε, κύριοι συνάδελφοι, ἦλθε κάποτε ἕνας ἔμπορος καὶ μοῦ προέτεινε κάτι μὲ καφὲ νὰ κάνουμε μαζὶ καὶ τοῦ ἀπήντησα ὅτι θὰ πρέπει νὰ βγῇ ἀπὸ τὴν πόρτα μόνος του, διὰ νὰ μὴ τὸν βγάλω ἀπὸ τὸ παράθυρον. Ἀπὸ τὸ 1932 ποὺ πολιτεύομαι, οὐδεὶς ἦλθε νὰ μὲ ἐνοχλήσῃ διὰ τοιούτου εἴδους ἐπιχειρήσεις. Ἀπορῶ λοιπόν, πῶς δὲν ἐγένετο αὐτὴ ἡ ἁπλῆ ἐνέργεια, διότι ἐγὼ ἀμφιβάλλω ἐὰν εἶναι ὁ νοῦς τῆς σπείρας ὁ Νικολαΐδης ἢ ὁ Μπακόπουλος, καὶ δὲν εἶναι ὁ Μαρκεζίνης. Ἐγὼ τὸ ἀμφιβάλλω. Διότι πολλὰ συζητοῦνται, κύριοι, ἀπὸ τὸν λαόν, ὅτι ἐξώδευον οἱ κύριοι αὐτοὶ 10–15 ἑκατομ. ὁ καθεὶς τους ἡμερησίως εἰς ὀργιώδη γλέντια καὶ τὸ σημειωματάριον τοῦ Νικολαΐδη —σᾶς μεταφέρω αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὴν ἐντολὴν τῶν ἐκλογέων μου— περιέχει πολλὰς ἀριστοκράτισσας μέσα καὶ παραπλεύρως καὶ αὐτοὺς τοὺς κυρίους καὶ δι’ αὐτὸ κατεσχέθη τὸ σημειωματάριον, διὰ νὰ μὴ βγοῦν πολλὰ διαζύγια εἰς τὸ Κολωνάκι. Μὰ ἂν πρόκειται νὰ σβύσουν τὰ διαζύγια καὶ νὰ χαθῇ ἡ Ἑλλάς, νὰ μείνουν καὶ νὰ σωθῇ ἡ Ἑλλάς. Ὁ λαός, κύριοι συνάδελφοι, γνωρίζει καλύτερον ἡμῶν τί γίνεται εἰς τὰ τελωνεῖα καὶ τὰ ἀεροδρόμια ὅπως γνωρίζει καὶ τὸν εὔκολον πλουτισμὸν καὶ γνωρίζει αὐτούς, ποὺ λέγουν ὅτι χρηματοδοτοῦν τὰ Κόμματα. Ἐγώ, κύριοι, πολιτεύομαι 20 χρόνια. Ποτὲ ἕνας δὲν εὑρέθη νὰ μὲ κεράσῃ οὔτε ἕνα κατοστάρι κρασί, πρὸς χάριν μου. (Χειροκροτήματα). Ἐκδίδω ἐφημερίδα. Ποτὲ δὲν κατεδέχθην, 36 μῆνας τώρα, νὰ λάβω χρήματα. Ὅσο ἔχω λεπτὰ τὴν ἐκδίδω καὶ τοιουτοτρόπως δὲν ἔχω νὰ δώσω λογαριασμὸν σὲ κανένα. Λέγει ὅτι ἐδανείσθη διὰ τὴν ἐφημερίδα. Ποῖος τοῦ εἶπε νὰ δανεισθῇ, διατὶ νὰ βγάλῃ ἐφημερίδα, ἡ ὁποία δὲν ἐδιαβάσθη ποτὲ καὶ ἀπὸ κανένα; (Χειροκροτήματα). Καὶ παρουσιάζεται, κύριε ἀρχηγὲ τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος, τὸ Νέον Κόμμα μὲ νέας μεθόδους, τὰς ὁποίας σεῖς οἱ παλαιοὶ πολιτικοὶ δὲν ἠξεύρετε. Μὲ ἓν τηλεφώνημα μόνον εὑρίσκει 30.000 δολ. Ἐρωτῶ, σεῖς τὰ βρίσκετε; Ὕστερα παρουσιάζεται ὁ Κατσάμπας νὰ κατηγορήσῃ ὅλους σας. Πρέπει νὰ ἐρευνηθῇ τὸ ζήτημα, ποῖος ὁ κύριος αὐτός, ποὺ ἔδωσε τὰ χρήματα. Μὲ συγχωρεῖτε δηλαδὴ εἰς ἐκείνους ποὺ τὰ ἔλαβον. Διότι ἐγώ, ὅσην ἀνάγκην καὶ νὰ εἶχα καὶ εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μὴ μπορῶ νὰ βγάλω φωτογραφίες καὶ δὲν τὶς ἔβγαλα, δὲν ἐπῆγα σὲ κανένα. (Χειροκροτήματα). Ὅλα αὐτά, ὅμως, κύριοι, τὰ παρακολουθεῖ ὁ κόσμος, βῆμα πρὸς βῆμα, ξέρει τὸν καθένα καὶ ἀσφαλῶς εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ σᾶς μεταδίδω τὴν γνώμην τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος χαρακτηρίζει πολὺ σκληρὰ τὸ Νέον Κόμμα καὶ τὸν ἀρχηγόν του. Θὰ εἴδατε, ὅτι ἕνας παλαιὸς δημοσιογράφος ἔκανε ἕνα ὑπαινιγμὸν εἰς ἄρθρον τῆς 6ης τρέχοντος καὶ ἐρωτῶ, ποῖος ἔθεσεν εἰς κυκλοφορίαν τὴν διάδοσιν αὐτὴν περὶ Κατσάμπα διὰ νὰ διασυρθῇ ὁ πολιτικὸς κόσμος, διότι ὡμίλησεν ἐναντίον τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Νέου Κόμματος. Θὰ ἐνθυμῆσθε μίαν φοράν, εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ καὶ μοῦ ἐζητήθη νὰ ἀνακαλέσω. Εἶπον ὅτι εἶναι γραμμένα .... (δὲν ἠκούσθη) ........ Ἐγὼ μεταφέρω πιστὰ πάντοτε τὴν λαϊκὴν ἐντολὴν καὶ ἂν ἠκούγοντο ὅσα εἶπον, θὰ ἦσαν πολὺ διαφορετικὰ τὰ πράγματα, καὶ ἴσως νὰ μὴ ἔβγαινε στὰ φόρα τὸ λαθρεμπόριο καὶ δὲν θὰ ἐσυκοφαντεῖτο ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς χώρας, διότι μερικοί, τοὺς ἀρέσει νὰ κάνουν χιλιάδες λίρες. Ἔχω τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι τὸ χρῆμα καὶ ὁ ἀπόπατος εἶναι τὸ ἴδιο πρᾶγμα καὶ ἐκεῖνοι ποὺ τὸ φέρνουν εἶναι σὰν αὐτὰ ποὺ προηγουμένως εἶπα, διότι τὸ χρῆμα δὲν ἔχει πατρίδα καὶ αὐτοὶ δὲν ἔχουν πατρίδα, ἐνῷ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν χρῆμα, ἔχουν πατρίδα, μάχονται, πολεμοῦν, χύνουν τὸ αἷμα διὰ τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ συστήσαμε μίαν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ καθαρίσῃ τὸ σάπιο, διότι μαζὶ μὲ τὸ χλωρό, θὰ καῇ καὶ τὸ ξερό.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Παπανδρέου ἔχει τὸν λόγον.
§126Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριοι βουλευταί, ἐφθάσαμεν εἰς τὸ τέρμα τῆς συζητήσεως. Διεπιστώθη κατὰ τὴν πορείαν τῆς συζητήσεως, ὅτι καὶ ἡ ἐπερώτησις διετυπώθη βασίμως καὶ ἡ σύστασις ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς ἀνταποκρίνεται εἰς τὸ γράμμα, καθὼς καὶ εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν κοινοβουλευτικῶν μας θεσμῶν. Δὲν παραβιάζομεν, ὅπως ἰσχυρίζονται οἱ ἀπόντες, ἀλλὰ ἐφαρμόζομεν τὸ Σύνταγμα, συζητοῦντες, ὅπως συζητοῦμεν καὶ ἀποφασίζοντες, ὅπως πρόκειται νὰ ἀποφασίσωμεν. Ἔπειτα ἀπὸ ὅσα ἐλέχθησαν, νομίζω ὅτι θὰ πρέπει νὰ καταλήξωμεν εἰς τὴν ἀπόφασιν συγκροτήσεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καθὼς καὶ ὁ κ. ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐδήλωσαν, ὅτι εἶναι ἐπίσης σύμφωνοι. Τοιουτοτρόπως ὁμοφώνως Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία καὶ Κυβέρνησις, καταλήγομεν εἰς τὴν κοινὴν ἀπόφασιν καὶ τοῦτο θὰ εἶναι ἐπαύξησις τοῦ ἠθικοῦ καὶ ἐθνικοῦ κύρους τῶν ἀποφάσεων, τὰς ὁποίας θὰ λάβωμεν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης λαβὼν τὸν λόγον, ὑπὸ τὸ κράτος ποιᾶς τινος νευρικότητος, ἠθέλησε νὰ ὑπερασπίσῃ τὴν Δικαιοσύνην ἀπέναντι τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Τιμῶμεν τὴν εὐγενῆ πρόθεσιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος αἰσθάνεται ὅτι ἀνήκει εἰς τὰ ἰδιαίτερα καθήκοντά του, ἡ ὑπεράσπισις τοῦ γοήτρου καὶ τοῦ κύρους καὶ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς δικαιοσύνης. Ἀλλὰ δικαιούμεθα νὰ τὸν βεβαιώσωμεν καὶ πάλιν, ὅτι ἡ ὑπεράσπισις αὐτή, δὲν εἶναι ἀπαραίτητος ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ἐπειδὴ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ὁλόκληρος τιμᾷ καὶ σέβεται καὶ γεραίρει τὴν Ἑλληνικὴν δικαιοσύνην. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα). Τὸ εἴπομεν προχθές, τὸ ἐπαναλαμβάνομεν καὶ σήμερον. Συζητοῦμεν πράξεις ὡρισμένων, συγκεκριμένων δικαστικῶν προσώπων. Καὶ δὲν ὑπάρχουν πρόσωπα ἀλάθητα... Οὔτε ἀλάθητα, οὔτε ἀνεξέλεγκτα. Καμμία ἐξουσία τοῦ Κράτους δὲν εἶναι ἀνεξέλεγκτος. Τὸ γεγονὸς ἄλλωστε, ὅτι ἀνεκόπη προχθὲς τὸ βούλευμα, ἀποδεικνύει, καὶ εἰς τὴν συγκεκριμένην αὐτὴν περίπτωσιν, ὅτι δὲν ὑπάρχουν πράξεις, ἀποφάσεις ἀλάθηται. Ἀλλὰ ἐνῷ ἐπωφελήθημεν πάσης εὐκαιρίας, διὰ νὰ ἐπιβεβαιώσωμεν ὅτι σεβόμεθα τὴν ἀρχὴν τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, σεβόμεθα τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς δικαιοσύνης, θεωροῦμεν ἐπίσης ἐπιβεβλημένον νὰ διακηρύξωμεν, ὅτι ἔχομεν ἀποφασίσει νὰ ἀσκήσωμεν πλήρη τὸν ἔλεγχον, τὸν ὁποῖον ἐπιτρέπουν, ὑπαγορεύουν, οἱ νόμοι καὶ τὸ Σύνταγμα. Αὐτὸ εἶναι καὶ τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον μας. Τὸ κείμενον τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν καταθέτομεν εἶναι περίπου ὅμοιον πρὸς τὸ κείμενον τῆς προηγουμένης προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἐψήφισεν ἡ Βουλή. Καὶ εἰς αὐτὸ τὸ κείμενον λαμβάνομεν πρόνοιαν νὰ κατοχυρωθῇ ἡ ἀνεξαρτησία τῆς δικαιοσύνης. Ἀπὸ τὴν ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων θὰ πρόκειται νὰ κριθῇ, ἐὰν προκύπτουν πολιτικαὶ εὐθῦναι, καθὼς καὶ στοιχεῖα ἐπιβάλλοντα εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως κινήσῃ τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν. Τίθεται τώρα τὸ ἐρώτημα: Ποία θὰ εἶναι ἡ εὐρύτης τῆς ἐξουσίας, τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς; Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐδήλωσεν ὅτι, ἐὰν πρόκειται ἡ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ νὰ καλῇ καὶ δικαστικὰ πρόσωπα, τότε θὰ διεφώνει καὶ δὲν θὰ ἦτο αὐτὸς ὁ ὑπουργός, ὁ ὁποῖος θὰ ἐξετέλει τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Καθ’ ὅσον μᾶς ἀφορᾷ, τοῦ παρέχομεν τὴν ἀπάντησιν, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν δύσκολον αὐτὴν θέσιν, διότι ἡμεῖς εἴμεθα ἀπολύτως σύμφωνοι. Διότι ἡμεῖς εἴμεθα ἀπολύτως σύμφωνοι, ὅτι ἡ ἐπιτροπή, θὰ δύναται νὰ καλῇ πολίτας, θὰ δύναται νὰ καλῇ δικαστικοὺς ὑπαλλήλους. Ἀλλ’ ὅταν θὰ πρόκειται περὶ δικαστικῶν προσώπων, θὰ ἐπικοινωνῇ διὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μας καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν ἡμεῖς προτείνομεν τὴν σύστασιν τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς. Διότι νομίζομεν, ὅτι θὰ ἦτο ἄτοπος ἡ αὐτοπρόσωπος πρόσκλησις δικαστικῶν λειτουργῶν πρὸς ἐξέτασιν. Θὰ παρείχετο ἡ ἐξωτερικὴ ἐντύπωσις μιᾶς ἀμέσου ἐπεμβάσεως εἰς τὸ ἔργον τῆς δικαιοσύνης. Ἄλλωστε ἡ παρεμβολὴ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὴν παροχὴν ὅλων τῶν ἀπαραιτήτων πληροφοριῶν, ἀποτελεῖ πλήρη ἐγγύησιν διὰ τὴν εὐόδωσιν τοῦ ἔργου τῆς ἐπιτροπῆς.
§127Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν πρόκειται νὰ κληθῇ ἕνας δικαστικὸς μὴ συμμετασχὼν εἰς τὴν ἀνάκρισιν ἢ εἰς τὸ συμβούλιον, δὲν ἠμπορεῖ νὰ κληθῇ;
§128Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Οὔτε νὰ κληθῇ μπορεῖ, οὔτε καὶ ἐὰν ἐρωτηθῇ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἀπαντήσῃ.
§129Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Εἰς τὸ θέμα αὐτὸ ἡ γνώμη μου εἶναι ἀνεπιφύλακτος. Ὑποστηρίζω ὅτι διὰ νὰ μὴ σχηματισθῇ ἡ ἐντύπωσις ὅτι ὑπάρχουν ἐπεμβάσεις εἰς τὸ ἔργον τῆς δικαιοσύνης, ὅτι ἀσκεῖται πολιτικὸς ἐπηρεασμὸς τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, προτιμῶ τὴν μὴ πρόσκλησιν τῶν δικαστικῶν προσώπων. Καὶ οἱ δύο τρόποι ὁδηγοῦν εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχε τρόπος ἐπικοινωνίας μὲ τὰ δικαστικὰ πρόσωπα, θὰ προεβλέπομεν τὰς παρεξηγήσεις καὶ θὰ ἐπροτιμῶμεν τὴν οὐσίαν. Ἐφ’ ὅσον ὅμως δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἡ ἐπιτροπὴ θὰ χρειασθῇ, μὲ τὴν παρεμβολὴν τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ἄμεσος παράστασις δὲν εἶναι ἀπαραίτητος. Προκαλεῖ μόνον τὴν παρεξήγησιν, χωρὶς οὐδὲν νὰ προσθέτῃ εἰς τὴν ἀπαραίτητον διαφώτισιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου καὶ ἀπευθύνω ἔκκλησιν πρὸς τὴν Βουλήν, ὅπως ὁμοφώνως τὴν ἀποδεχθῇ. Κύριοι βουλευταί, ἔχω τὴν ἐντύπωσιν ἀπὸ τὴν πορείαν τῶν συζητήσεων, ὅτι ἡ Βουλὴ πρόκειται νὰ δεχθῇ ὁμοφώνως τὴν πρότασιν...
§130ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποία εἶναι ἡ πρότασις;
§131Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. ... τὴν ὁποίαν θὰ ἀναγνώσῃ τὸ Προεδρεῖον. Προτείνω νὰ θεωρηθῇ λήξασα ἡ συζήτησις.
§132Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ συζήτησις διεξήχθη ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως. Ἐπὶ τῆς προτάσεως δὲν ἐγένετο συζήτησις.
§133Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὄχι, κ. συνάδελφε. Ὁλόκληρος ἡ συζήτησις κατηυθύνετο πρὸς τὴν πρότασιν. Οὐσιαστικῶς, ἐπὶ τῆς προτάσεως διὰ τὴν σύστασιν τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς ἐγένετο ἡ συζήτησις.
§134Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρξουν ἀντιρρήσεις ἐπὶ τῆς διατυπώσεως τῆς προτάσεως, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ λάβωμεν τὸν λόγον;
§135Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν ἤδη κάμνω πρὸς τὸ Σῶμα, ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἡ Βουλὴ λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν ..................... ......................(Ἀναγινώσκει).............. Ἡ ἔννοια τῆς προτάσεως εἶναι ὅτι οἱ τελωνειακοὶ καὶ ἀστυνομικοὶ καὶ ἐν γένει οἱ διοικητικοὶ ὑπάλληλοι, θὰ καλοῦνται πρὸς ἐξέτασιν, ἐνῷ ἡ αἴτησις πληροφοριῶν ἀπὸ δικαστικὰ πρόσωπα, θὰ γίνεται διὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἔπειτα ἀπὸ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἔγινε, ἔπειτα ἀπὸ τὴν συνταγματικὴν διευκρίνισιν τοῦ θέματος, εἴμεθα πλέον ὅλοι σύμφωνοι. Διότι τὸ κείμενον αὐτὸ ἐπαναλαμβάνει οὐσιαστικῶς τὸ κείμενον τῆς προτάσεως, τὸ ὁποῖον ἐνεκρίθη προχθὲς ἀπὸ τὴν Βουλήν. Καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον φρονῶ ὅτι τὸ θέμα ἔχει λήξει. Ἐὰν ὑπῆρχε παραλλαγή, ἐὰν ἀνεφέροντο συγκεκριμένως πρόσωπα, καὶ ἐπίσης ἐὰν προσδιωρίζετο κατ’ ἄλλον τρόπον ἡ ἁρμοδιότης, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνακύψῃ περίπτωσις νέας συζητήσεως Ἐφ’ ὅσον ὅμως τὸ κείμενον ἐπαναλαμβάνει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁμοφώνως ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἔχει ψηφίσει, νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις θὰ πρέπει νὰ θεωρηθῇ λήξασα, ὄχι μόνον ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ θέματος, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῆς διατυπώσεως τῆς προτάσεως. Προτείνω, λοιπόν, ὅπως ἡ μὲν συζήτησις καὶ ἐπὶ τῆς προτάσεως θεωρηθῇ λήξασα, ἡ ψήφισις ὅμως, διότι δὲν παρίσταται αὐτὴν τὴν ὥραν μέγας ἀριθμὸς βουλευτῶν, γίνῃ αὔριον ἐνώπιον πληθούσης συνεδριάσεως τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, χωρὶς ὅμως νὰ λάβῃ τὸν λόγον κανείς. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ψήφισις ἀναβάλλεται, ἐνῷ ἡ συζήτησις ἔχει λήξει. Καὶ τοῦτο, λόγῳ τοῦ ἠθικοῦ βάρους τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν λαμβάνομεν.
§136Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Μεταξὺ τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα θὰ τεθοῦν εἰς τὴν ἐπιτροπήν, εὐθύνην δικαστῶν δὲν βλέπω.
§137Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Βεβαιότατα. Θὰ ἐξετασθοῦν ὅλα τὰ στοιχεῖα, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ κριθῇ, ἐὰν προκύπτῃ περίπτωσις ἀσκήσεως τῆς πειθαρχικῆς ἁρμοδιότητος τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
§138Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Δὲν ὁμιλεῖτε περὶ τελωνειακῶν καὶ ἀστυνομικῶν ἀρχῶν;
§139Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριοι, ἐδῶ εἶναι ἡ παραλλαγή. Ὑπάρχουν διοικητικαὶ καὶ δικαστικαὶ ἀρχαί. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς διοικητικὰς ἀρχάς αὐτὴ ἡ προφύλαξις εἶναι περιττή. Ἡ προφύλαξις γίνεται λόγῳ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Ἀλλὰ βεβαίως, καὶ προκειμένου περὶ διοικητικῶν ὑπαλλήλων, ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία θὰ ἀσκηθῇ διὰ τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ. Ἡ ἐπιτροπὴ εἶναι τμῆμα τῆς Βουλῆς, εἶναι τμῆμα τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ οὔτε δικαστικήν, οὔτε πειθαρχικὴν ἁρμοδιότητα.
§140Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ὁ ὅρος «πολιτικαὶ εὐθῦναι», ὅπως εἶναι διατυπωμένος, εἶναι εὐρύτατος. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ μὲν τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν προκύψουν εὐθῦναι πολιτικαί, ἀντιλαμβάνομαι ὅτι ὑπάρχουν κυρώσεις. Θὰ ἀπευθυνθῇ μομφὴ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἢ τοῦ ὑπουργοῦ καὶ θὰ ἐξαναγκασθῇ εἰς παραίτησιν. Ἀλλ’ ἐὰν πρόκειται περὶ πολιτικῆς εὐθύνης ἑνὸς βουλευτοῦ, ποίας κυρώσεις θὰ ἐπιβάλωμεν;
§141Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ θέμα ἀνεπτύχθη εἰς πᾶσαν ἔκτασιν, ὥστε νὰ μὴ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπανέλθωμεν. Ἀρκοῦμαι εἰς μίαν ὑπόμνησιν. Γνωρίζετε ὅτι ὑπάρχει προηγούμενον. Εἶχε συσταθῆ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία κατέληξεν εἰς πόρισμα ἠθικῆς εὐθύνης. Ἐπρόκειτο περὶ μέλους τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, τὸ ὁποῖον εἶχε παύσει νὰ εἶναι ὑπουργός. Κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου, κύριοι συνάδελφοι, ἀνέπτυξα τὴν διαφορὰν μεταξὺ τοῦ ποινικοῦ ἀφ’ ἑνός, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τοῦ ἠθικοῦ καὶ τοῦ πολιτικοῦ νόμου. Ὁ πολιτικὸς καὶ ἠθικὸς νόμος ἔχει κυρώσεις ἠθικῆς φύσεως. Αὐτὸ εἶναι, κύριοι βουλευταί, τὸ συμπέρασμα τῶν σημερινῶν συζητήσεων. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι προτείνω νὰ θεωρηθῇ λήξασα ἡ συζήτησις καὶ ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος καὶ ἐπὶ τῆς προτάσεως. Καὶ λόγῳ τῆς ἐλλείψεως μεγάλου ἀριθμοῦ βουλευτῶν, ἡ ψηφοφορία νὰ γίνῃ αὔριον. (Χειροκροτήματα). Θὰ ἤθελα νὰ προσθέσω ἀκόμη δύο λέξεις, κύριοι βουλευταί. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ἐξ ἀφορμῆς τῆς ταχείας περατώσεως τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος, τῆς ψήφου ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τῆς ταχείας ἐπίσης περατώσεως τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον προεκάλεσε ἡ θιγεῖσα εὐαισθησία τοῦ κ. Βενιζέλου, ἐδήλωσα ὅτι πρέπει νὰ αἰσθανώμεθα ἱκανοποίησιν ἀπὸ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ἀπὸ τὴν ταχύτητα, τὴν ἀποτελεσματικότητα καὶ τὴν περιωπὴν τῶν συζητήσεων. Ἀπὸ μερίδα τοῦ τύπου ἐπεκρίθησαν αἱ δηλώσεις μου. Ἐγράφη ὅτι τὸ αἴτημα ἦτο ἀδικαιολόγητον. Καὶ ἀπὸ τοῦ ἐπισήμου τούτου βήματος θεωρῶ καθῆκον μου νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι τὸ εὔσημον, ἦτο βούλευμα. Ἐντὸς μιᾶς ἑβδομάδος ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία κατώρθωσε νὰ δώσῃ Κυβέρνησιν εἰς τὴν χώραν, τὴν ὁποίαν εἶχε διαλύσει τὸ Νέον Κόμμα, καὶ κατώρθωσε ἐπίσης νὰ φθάσῃ εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν ἠθικῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἐν τῷ μεταξὺ εἶχον δημιουργηθῆ. (Χειροκροτήματα). Αὐτὸ εἶναι τὸ ἔργον μιᾶς ἑβδομάδος. Ἀγαπητοὶ συνάδελφοι, ἐπιθυμῶ νὰ ἐκφράσω τὴν ἐλπίδα καὶ τὴν εὐχήν, ὅπως μὲ τὸν ἴδιον ρυθμόν, μὲ τὴν ἰδίαν ἀποτελεσματικότητα προχωρήσουν αἱ ἐργασίαι μας καὶ εἰς τὰς προσεχεῖς συνεδριάσεις. Ἔχομεν ἱερὰν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξυψώσωμεν τὸ κῦρος τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ νὰ ἐπιτελέσωμεν τὸ ἴδιον ἡμῶν καθῆκον, ἀλλὰ ἐπίσης καὶ διὰ νὰ τὴν καταστήσωμεν ἀσπίδα ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν τοῦ ἐλευθέρου πολιτεύματος. (Ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζέρβας ἔχει τὸν λόγον.
§143Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Ἡ γενομένη συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησε τὴν Βουλήν, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὑπῆρξεν ἄκρως ἀποδοτική. Ἀπέδωκεν εἰς μέγιστον βαθμὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατό τις νὰ ἀναμένῃ ἀπὸ τὸ Σῶμα μας. Διεπιστώθη κατὰ τρόπον ἀποφασιστικὸν καὶ σαφῆ, ἡ προσήλωσις ἡμῶν πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς ἐλευθέρους ἡμῶν θεσμούς. Δὲν εἶναι ὑπερβολικὸν ἐὰν εἴπωμεν ὅτι ἀπὸ τὴν ἐξονυχιστικὴν ταύτην συζήτησιν, ἐδόθη μία κατηγορηματική, μία ἀποστομωτικὴ ἀπάντησις πρὸς ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διὰ λόγους εὐνοήτους ἠθέλησαν νὰ ἐπιρρίψουν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν τὴν μομφὴν τοῦ ὅτι αὕτη ἐξέπεσεν ἀπὸ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Ἔθνους καὶ ὅτι κατέστη Σῶμα ἐπιβλαβὲς καὶ ἄχρηστον. Ἐκ τῆς συζητήσεως προέκυψε σαφῶς τοῦτο. Ὅτι χάρις εἰς τὸ ἐλεύθερον βῆμα τῆς Βουλῆς, καὶ τὴν σταθερὰν προσήλωσιν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου πρὸς τοὺς ἐλευθέρους μας δημοκρατικοὺς θεσμούς, κατέστη δύσκολον ἀκόμη καὶ κατὰ τὰς ὑπόπτους αὐτὰς ὥρας, νὰ ἀπειλήσῃ ὁ οἱοσδήποτε τὸ ἐλεύθερον πολίτευμα τῆς χώρας. Ἔσχεν ἐξ ἄλλου, καὶ ἕνα ἄλλο ἀκόμη οὐσιαστικὸν ὄφελος ἡ ἐξονυχιστικὴ αὕτη συζήτησις. Ἔκανε νὰ ἀντιληφθῇ ὁ λαός μας ὅτι οἱ πολιτικοὶ του ἄνδρες, ὅσοι σέβονται ἑαυτούς, δὲν ὀρρωδοῦν πρὸ οἱασδήποτε ἀναλήψεως εὐθυνῶν καὶ οὔτε κάμπτονται ἀπὸ οἱανδήποτε ἀπειλήν, ἀπὸ ὁθενδήποτε προερχομένην. Καὶ ὅτι προσθέτως τὸ Σῶμα ἀνταποκρίνεται πλήρως πρὸς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἔθνους. Εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος μὲ τὴν κατατεθεῖσαν πρότασιν ἐκ μέρους τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος καὶ νομίζω ὅτι θὰ ἦτα προτιμότερον διὰ τὸ πρόσθετον κῦρος, τὸ ὁποῖον θὰ πρέπει νὰ προσλάβῃ ἡ ἀπόφασις τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, νὰ θεωρηθῇ λήξασα ἡ συζήτησις. Ὀφείλομεν καὶ αὖθις νὰ ἐπαναλάβωμεν ὅτι ἡ ἀπόφασίς μας αὕτη δὲν σημαίνει ποσῶς παρέμβασιν εἰς τὰ τῆς δικαιοσύνης, πολὺ δὲ περισσότερον κατάλυσιν τῆς ἀνεξαρτησίας αὐτῆς. Ἀντιθέτως σημαίνει ἐπίρρωσιν τοῦ ἀπαραιτήτου ἠθικοῦ κύρους τοῦ δικαστικοῦ σώματος καὶ ἀνάτασιν τῆς ἰδέας τῆς δικαιοσύνης. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐπαναλειφθὲν δυστυχῶς καὶ ἀπόψε, περὶ ἐπεμβάσεως εἰς τὰ τῆς δικαιοσύνης, πρέπει νὰ τονισθῇ μὲ ὅλους τοὺς τόνους, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ ἡμῶν Ἀντιπροσωπεία, τρέφει ἀπόλυτον σεβασμὸν πρὸς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ὅπως ἐπίσης ὅτι ἡ πίστις καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη ἐπὶ τοὺς δικαστικοὺς λειτουργούς, εἶναι καὶ μένει ἀμείωτος καὶ πλήρης. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ λεχθῇ διὰ μίαν ἀκόμη φορὰν τοῦτο, διότι ὅπως ἀντελήφθητε, ἐπεχειρήθη νὰ δοθῇ ἡ ἐντύπωσις ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἐννοεῖ νὰ παρέμβῃ εἰς τὰ ἔργα τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Καὶ ἐπεχειρήθη μάλιστα νὰ χρωματισθῇ ἡ παρέμβασις αὐτὴ ὡς σκοποῦσα τὴν μείωσιν τοῦ κύρους τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς. Τελευτῶν, προτείνω καὶ ἐγώ, ὅπως ἀφοῦ γίνῃ ἀποδεκτή, ἡ ἐκ μέρους τοῦ Σοσιαλιστικοῦ καὶ Δημοκρατικοῦ Κόμματος ὑποβληθεῖσα πρότασις, λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Τουρκοβασίλης ἔχει τὸν λόγον.
§145Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Κύριοι βουλευταί, εἰς τὴν πρότασιν, ἡ ὁποία κατετέθη, διὰ τὴν σύστασιν τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, εὑρίσκω ἀναγκαίαν μίαν προσθήκην. Ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος διαλαμβάνει τὸν τρόπον τῆς λειτουργίας τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, ἔχει δύο ἄρθρα, ἀφορῶντα τὴν ἁρμοδιότητα τῆς ἐπιτροπῆς. Τὸ πρῶτον ἄρθρον δίδει πλήρη ἁρμοδιότητα εἰς τὴν ἐπιτροπήν, τὸ πέμπτον δίδει περιωρισμένην ἁρμοδιότητα. Θὰ ἐπεθύμουν, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ποῖον ἐκ τῶν δύο ἄρθρων αὐτῶν θὰ ἐφαρμοσθῇ. Κατ’ ἐμὴν κρίσιν, πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ ἄρθρον 2 ἔχον οὕτω: «.............. (Ἀναγινώσκει)......... Λέγω τοῦτο, κύριοι βουλευταί, διότι ὑπάρχει καὶ τὸ ἄρθρον 5 τοῦ αὐτοῦ νόμου, ρυθμίζοντος τὸν τρόπον τῆς λειτουργίας τῆς συστάσεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, ἔχον οὕτω: «..................... ................. (Ἀναγινώσκει).........». Εὑρίσκω λοιπόν, ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσωμεν ἐντελῶς ἐλευθέραν τὴν ἐπιτροπήν, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ Συντάγματος. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, κ. βουλευταί, θὰ ἤθελα νὰ διαδηλώσω καὶ ἐγὼ τὴν ἱκανοποίησιν, τὴν ὁποίαν αἰσθάνομαι, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, διεξῆγε τὰς συζητήσεις μετὰ τόσης εὐπρεπείας, ἀλλὰ καὶ μετὰ τόσης ἠρεμίας, ὥστε δικαιώθησαν ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀνάγκην νὰ δικαιωθοῦν. Ἡ ἱκανοποίησίς μας εἶναι πλήρης, διὰ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ διεξῆγεν αὐτὰς τὰς συζητήσεις. Ὑπῆρχον φόβοι, ὅτι αἱ συζητήσεις αὗται θὰ προεκάλουν διαταραχὰς καὶ ἀσχημίας. Οὐδέποτε ἡ Βουλὴ μας ὑπῆρξε τόσον εὐσχήμων, ὅσον ὑπῆρξε κατὰ τὰς συζητήσεις τῶν θεμάτων αὐτῶν. Ἑπομένως, τοὺς κοασμοὺς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, καὶ εἶπον ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ συστήσῃ ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴν καὶ ὅτι παραβιάζει τὸ Σύνταγμα, τοὺς παρομοιάζω μὲ μίαν ἱερόδουλον, ἡ ὁποία θέλει νὰ ὁμιλῇ περὶ ἠθικῆς.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Γιαννόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§147Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατ’ ἀρχὴν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχω βέβαια, ἀντίρρησιν εἰς τὴν κεντρικὴν σκέψιν, τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς. Θὰ ἤθελον ὅμως νὰ ὑπογραμμίσω ἓν ὡρισμένον σημεῖον, τὸ ὁποῖον φοβοῦμαι, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ μᾶς δημιουργήσῃ κινδύνους ἐμπλοκῆς, καὶ νὰ ἐπιστήσω ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν τοῦ Σώματος, ἀλλὰ καὶ κυριώτατα τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Κατόπιν τῆς ἀσκήσεως τοῦ ἐνδίκου μέσου, ἀπὸ μέρους τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, τὸ ἐκδοθὲν βούλευμα κατηργήθη. Ἤδη ἡ ὑπόθεσις ἐπανέρχεται εἰς τὸν πρῶτον βαθμὸν τῆς διαδικασίας της. Ἔχει τὸ δικαίωμα, τὸ Συμβούλιον, νὰ ἐρευνήσῃ ἐντατικῶς τὴν ὑπόθεσιν. Ἀπαραίτητος προϋπόθεσις διὰ τὴν ἔρευναν, κατόπιν τῆς ἀσκήσεως τῆς ἀνακοπῆς, εἶναι ἡ ἄρσις τῆς ἀσυλίας τῶν ἐν τῷ βουλεύματι περιλαμβανομένων βουλευτῶν καὶ εἶτα ἀρχίζει πλέον ἡ πραγματικὴ δικαιοσύνη, ἡ ὁποία οὐσιαστικῶς ἤρξατο, εὐθὺς ἅμα τῇ ἀσκήσει τῆς ἀνακοπῆς. Σκεφθῆτε εἰς ποίαν πολιτειακὴν ἐμπλοκὴν φθάνομεν. Ἡ δικαιοσύνη θὰ ἐνεργῇ τὴν ἀνάκρισιν εἰς πρῶτον βαθμόν. Παραλλήλως θὰ ὑπάρχῃ μία ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ μὲ τὰ εὐρύτατα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ὑπαγορεύει ὁ νόμος καὶ ἐπιτρέπει τὸ Σύνταγμα. Καὶ ἐδηλώθη ἀπὸ τὸν κ. ἀρχηγὸν τοῦ Σοσιαλιστικοῦ καὶ Δημοκρατικοῦ Κόμματος, ὅτι παρέχομεν τὴν διαβεβαίωσιν εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὅτι, ἐὰν θελήσωμεν νὰ καλέσωμεν δικαστάς, τοῦτο θὰ πράξωμεν τῇ μεσολαβήσει τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Βουλῆς τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ἐρωτῶ: αὐτὸ ἀποτελεῖ περιορισμὸν τῶν δικαιωμάτων τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐνδέχεται αὔριον νὰ μὴ ὑποδειχθῇ; Ἄλλωστε οὔτε νοεῖται, οὔτε εἶναι δυνατόν, διὰ προφορικῶν ἐξηγήσεων καὶ διαβεβαιώσεων νὰ περιορίσωμεν τὰ δικαιώματα τῆς ἐπιτροπῆς. Δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐφ’ ὅσον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος, θὰ λειτουργήσῃ ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ θὰ ἀσκήσῃ ὅλα τὰ δικαιώματά της. Σκεφθῆτε εἰς ποίαν τραγικὴν καὶ ἐπικίνδυνον ἐμπλοκὴν φθάνομεν. Ἐνῷ παραλλήλως θὰ λειτουργῇ ἡ δικαιοσύνη μὲ τὸ κῦρος τῆς ἀνεξαρτησίας της ἐκ τοῦ Συντάγματος, θὰ ἔρχεται ἡ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ νὰ καλῇ τὸν ἀνακριτὴν διὰ νὰ τοῦ εἴπῃ τί;
§148Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, εὑρίσκεται εἰς πλάνην ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ ἀδικεῖ τὴν ἐξαίρετον νομικήν του κατάρτισιν. Διότι, ὅταν ἔκαμε τὴν πρότασιν αὐτὴν τὸ Σῶμα, εἶχε τὴν ἔννοιαν ὅτι ἡ ἀνάκρισις ὑπὸ τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς γίνεται ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅτι δὲν θὰ καλοῦνται οἱ δικασταί, καὶ ἡ ψήφισις τῆς προτάσεως καὶ ἡ ἀναγραφὴ εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι, τὸ Σῶμα ἐγκρίνει αὐτὴν τὴν ἔννοιαν τῆς ἁρμοδιότητος τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, λύει τὸ θέμα, ἀποτελεῖ μίαν ἐπίσημον ἑρμηνείαν καὶ δὲν ἀφίνει καμμίαν παρερμηνείαν. Ἑπομένως, εἶναι μία ἐμμονὴ εἰς πλάνην ἀδικαιολόγητον.
§149Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνεξαρτήτως τούτου, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι τὸ μόνον κώλυμα. Δὲν νομίζω ὅτι λύεται τὸ ζήτημα, διὰ τῆς δηλώσεως αὐτῆς τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τοῦ Σοσιαλιστικοῦ καὶ Δημοκρατικοῦ Κόμματος.
§150Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Διὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ὄχι διὰ τῆς δηλώσεως τῆς ἰδικῆς μου.
§151Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν οὕτως συμβῇ, δηλαδὴ αἱ δικαστικαὶ ἀρχαὶ νὰ μὴ καλοῦνται ὑπὸ τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, παραλλήλως θὰ ἐρευνῶνται τὰ ἄλλα θέματα, διότι ἐὰν διαβάσητε τὴν πρότασιν, δὲν περιοριζόμεθα νὰ κρίνωμεν μόνον τὰς πολιτικὰς εὐθύνας, ἀλλὰ θὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ κρίνωμεν ἐν τῷ συνόλῳ τὴν ὑπόθεσιν, διὰ νὰ κατανείμωμεν τὰς πολιτικὰς εὐθύνας καὶ τὰς πειθαρχικὰς εὐθύνας τῶν δικαστικῶν ὀργάνων. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τῆς προτάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν καταλήγει ἡ ἄποψίς μου. Καὶ ἐρωτᾶται, κ. συνάδελφοι, εἶναι ἐπιτετραμμένον διὰ τὴν ἀδικαιολόγητον αὐτὴν σπουδὴν νὰ δημιουργήσωμεν τὸν φοβερὸν αὐτὸν κίνδυνον μιᾶς τοιαύτης ἐμπλοκῆς; Δὲν νομίζω. Νομίζω ὅτι αὐτὸ ἐπιβάλλει ἡ ψύχραιμος τῶν πραγμάτων ἀντιμετώπισις. Ἐγένετο μία εὐρεῖα συζήτησις κατεδείχθη ἡ θέλησις τῆς Βουλῆς, κατεδείχθη ἡ εὐαισθησία τῶν ἀθώων πολιτευομένων, ἐπιστεύθη ἀπὸ τὸν λαὸν ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὴν διάθεσιν νὰ ἀποκαθάρῃ ἀπὸ τὸ Σῶμα της, ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀνάξιοι νὰ ἔχουν τὴν ἐντολὴν τοῦ λαοῦ. Ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα εἶναι πανηγυρικῶς ἀποδεδειγμένα. Θὰ πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν ὑπομονὴν καὶ τὴν ψυχραιμίαν νὰ περιμένωμεν τὸ τελικὸν πόρισμα τῆς δικαιοσύνης καὶ μετὰ ταῦτα μία ἐπιτροπὴ ἐντελῶς ἀδέσμευτος καὶ ἀνεξάρτητος, νὰ δημιουργήσῃ πράγματι τὸν πραγματικὸν ἔλεγχον τῶν πραγμάτων, διὰ νὰ κατανείμωμεν τὰς πολιτικὰς καὶ τὰς ἄλλας εὐθύνας. Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν καὶ πάλιν τοῦ κ. ἀντιπροέδρου τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν καὶ τῶν βουλευτῶν ἐπὶ ἑνὸς θέματος τοιούτου κινδύνου, ὁ ὁποῖος, ἔχω τὸν φόβον ὅτι θὰ γίνῃ ἀφορμὴ μεγάλων δεινῶν καὶ διὰ τὸ ἐσωτερικὸν καὶ διὰ τὸ ἐξωτερικόν.
§152Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Νομίζω ὅτι ἡ παρατήρησις τοῦ κ. συναδέλφου εἶναι ἀξία πάρα πολλῆς προσοχῆς καὶ θὰ ἐπεθύμουν ὅλοι νὰ συμπέσουν εἰς τὴν γνώμην ταύτην, διότι ἀποτελεῖ γεγονός, ὅτι ἐν ὅσῳ ἐκκρεμεῖ ἡ ὑπόθεσις ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν, ὄντως ἡ ἔναρξις τοῦ ἔργου τῆς ἐπιτροπῆς θὰ ἦτο κάτι τὸ ἀληθῶς παράδοξον. Νομίζω ὅτι εἶναι ζήτημα ὀλίγων ἡμερῶν. Νομίζω ὅτι ἡ δικογραφία ἔχει τελείως συγκροτηθῆ. Ἐπικαλοῦμαι καὶ πάλιν τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, τὸ ὁποῖον ὁ κ. συνάδελφος ἔθιξε, διότι πρέπει νὰ ἀποφύγωμεν μίαν πράγματι ἀπαράδεκτον κατάστασιν, δηλαδὴ τὴν ταυτόχρονον διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς μὲ τὸ ἔργον τῆς ἀνακρίσεως.
§153Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ὑφίσταται προφανῶς μία παρεξήγησις. Ἡ σύστασις ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς τῶν πραγμάτων εἰς τί ἀποβλέπει; Προσδιωρίσαμεν, πρῶτον ὅτι τὸ θέμα τῶν ποινικῶν εὐθυνῶν εἰς τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει ἡ δικαιοσύνη, δὲν πρόκειται νὰ εἶναι θέμα τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς. Ἐκ τοῦ λόγου τούτου, δὲν ὑπάρχει ταὐτότης σκοποῦ, εἰς τρόπον ὥστε νὰ δικαιολογῆται ἡ ἀπορία, πῶς εἶναι δυνατὸν παραλλήλως νὰ συνυπάρχουν. Δεύτερον: Τὰ γεγονότα, καὶ μετὰ τὴν ἀνακοπήν, δὲν ἔχουν καταλυθῆ, ἀποφάσεις, νομικαὶ συνέπειαι ἔχουν καταλυθῆ. Ὅσα ὅμως γεγονότα ἔλαβον χώραν, ἐξακολουθοῦν νὰ ἔχουν λάβει χώραν. Καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ πρόκειται νὰ ἐξετάσῃ γεγονότα τὰ ὁποῖα ἔχουν λάβει χώραν. Αὐτὰ ἐξακολουθοῦν νὰ ἔχουν ὑπάρξει. Ἰδοὺ διατὶ καὶ ἂν ἀκόμη πρόκειται, καὶ ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ συνεχισθῇ ἡ δικαστικὴ αὐτῶν ἐξέτασις παραμένει ὡς τὸ κύριον ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ἐξέτασις τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ὑπῆρξαν καὶ δι’ αὐτὸ θὰ ἐξακολουθοῦν πάντοτε ὑπάρχοντα πρὸς ἐξέτασιν. Τρίτον: Ἡ ἐπιτροπὴ θὰ ἀποτελεσθῇ ἀπὸ μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ διὰ τοῦτο ἡ προσοχὴ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου της εἶναι αὐτομάτως δεδομένη. Δὲν χρειάζονται οἱ συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἐξ ἡμῶν θὰ προέλθουν, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι εἰς ἐπικοινωνίαν μὲ τὰ κόμματά των, δὲν χρειάζονται εἰδικὰς ἐντολὰς διὰ τὸν τρόπον τῆς ἐργασίας των. Φυσικὸν εἶναι νὰ ἐκτιμήσουν οἱ ἴδιοι, ὅτι ἐπ’ ὀλίγας ἡμέρας, ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ ἐκδοθῇ τὸ νέον βούλευμα, θὰ πρέπει νὰ προχωρήσουν ἠρέμως, ἐπιδιδόμενοι εἰς τὴν συγκέντρωσιν τοῦ ὑλικοῦ. Ἠμποροῦμεν νὰ βασισθῶμεν εἰς τὴν συνείδησιν τῶν καθηκόντων καὶ εἰς τὴν πολιτικὴν αἴσθησιν τῆς ἐπικαιρότητος, ἡ ὁποία θὰ κατέχῃ τὰ μέλη τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἀντὶ νὰ λαμβάνωμεν ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐμπνέωνται ἀπὸ δυσπιστίαν πρὸς τὴν σοβαρότητα καὶ τὴν πολιτικὴν αἴσθησιν τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, τὸ καλλίτερον εἶναι νὰ τῆς ἐμπιστευθῶμεν τὸ ἔργον. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα).
§154Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Τὸ θέμα, κ. Πρόεδρε, ἐξηντλήθη. Ἀποδέχομαι καὶ ἐγὼ τὴν πρότασιν τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος, περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ὡς ὑπεστηρίχθη ἔχει ὅλο τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ τὰς δημοσίας ἀρχάς, μὴ ἐξαιρουμένων καὶ τῶν δικαστικῶν, διότι ὅπως εἴπομεν, ὅλαι αἱ ἀρχαὶ ἐν τῷ Κράτει ὑπόκεινται εἰς ἔλεγχον. Ἐπίσης ὑποστηρίζω ὅτι ἡ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ τῶν πραγμάτων θὰ ἐξετάσῃ τὰς δημοσίας αὐτὰς ἀρχάς ἐπὶ τῷ τέλει νὰ ἀνεύρῃ παραλείψεις, τὰς ὁποίας βεβαίως ἔκαμαν τὰ ὄργανα ταῦτα καὶ παραλείψεις, τὰς ὁποίας ἔκαμαν οἱ ἁρμόδιοι ὑπουργοὶ εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν. Δὲν νομίζω ὅτι κεῖται ἐν τῷ Συντάγματι ἡ ἐξέτασις τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου τῶν βουλευτῶν καὶ τῶν ὑπουργῶν, ἀλλὰ μόνον τοῦ δημοσίου βίου των. Ὁ ἰδιωτικὸς βίος ὑπόκειται καὶ αὐτὸς εἰς τὴν κρίσιν τοῦ λαοῦ, τοῦ τύπου, τῶν δικαστηρίων, ἐφ’ ὅσον ὑπερβαίνει τὰς διατάξεις τῶν ποινικῶν νόμων. Ἀλλά, νομίζω, ὅτι εἶναι ὀλίγον παρακεκινδυνευμένον νὰ γίνεται παραδεκτὸν καὶ νομίζω ὅτι εἶναι ἐκτὸς τοῦ Συντάγματος ὅτι δύναται, ὁσάκις θέλῃ ἡ πλειοψηφία νὰ συνιστᾷ διὰ τὸν ἰδιωτικὸν βίον τῶν βουλευτῶν ἐξεταστικὴν ἐπιτροπήν. Διὰ τὸν δημόσιον βίον εἶπα, βεβαίως. Διὰ τὸν ἰδιωτικὸν βίον ὄχι. Καὶ νομίζω ὅτι κεῖται τοῦτο ἐκτὸς τοῦ Συντάγματος. Κύριε Πρόεδρε, ὅσον ἀφορᾷ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Γιαννόπουλος, τὰ εὑρίσκω ὀρθότατα. Ἀλλὰ κατόπιν τῶν ὅσων κατέθεσεν ὁ κ. ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος, νομίζω, ὅτι συμβιβάζονται. Διότι ὁ τελευταῖος λόγος τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος, εἶναι ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἠμπορεῖ νὰ μὴ βιαστῇ νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, ἀλλὰ ἠμποροῦμεν νὰ περιμένωμεν τὴν ἔκδοσιν τοῦ βουλεύματος. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, ὅτι θὰ ἀναμείνωμεν τὴν ἔκδοσιν τοῦ βουλεύματος, ἠμποροῦμεν νὰ συμφωνήσωμεν.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τὰς Λιμενικὰς ἀρχάς;
§156Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, αἱ Λιμενικαὶ ἀρχαὶ εἶναι ἀστυνομικὴ ἐξουσία, καθ’ ὃ ἀσκοῦν ἀστυνομικὴν ἁρμοδιότητα, θὰ κριθοῦν.
§157Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Διοικητικαὶ ἐν γένει, διὰ νὰ λήξῃ τὸ θέμα.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσομεν τὴν συζήτησιν περαιωμένην. Παρακαλῶ τοὺς κ.κ. συναδέλφους νὰ διακόψωμεν διὰ τὴν 6 μ.μ. τῆς σήμερον.
§159ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ σήμερον 6 μ.μ. μὲ πρῶτον ἀντικείμενον τὴν λῆψιν ἀποφάσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ σχηματισμοῦ ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς καὶ κατ’ ἐξακολούθησιν νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 1 π.μ.)