1949.05.06
2.915 στίχοι · 21.221 λέξεις · 216 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 35η
Παρασκευὴ 6 Μαΐου 1949
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 7,10′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Γκίνης ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Γ. ΓΚΙΝΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Κύριοι συνάδελφοι, χθὲς δὲν ἤμην εἰς τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως, ἀλλὰ ἔμαθον ὅτι ὑπεβλήθη μία πρότασις ἐκ μέρους τοῦ Κόμματος τῶν Ἐθνικοφρόνων, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται ἡ ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως.
§4Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀποσύρεται.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὑπαρχούσης ἄλλης προτάσεως, θὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν, διότι προκειμένου περὶ ζητήματος προσωπικοῦ, ἡ ψηφοφορία θὰ εἶναι μυστική.
§6Χ. ΚΑΡΑΪΣΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει μία ἄλλη πρότασις. Ἔχει ὑποβληθῆ μία ἄλλη πρότασις.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει πρότασις, ἡ ὁποία νὰ ἔχῃ κατατεθῆ. Καθήσατε κάτω.
§8Χ. ΚΑΡΑΪΣΚΟΣ. Κατετέθη πρότασις εἰς τὸν κ. ἀντιπρόεδρον τῆς Βουλῆς.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἄλλο στάδιον καταθέσεως προτάσεως. «Κατὰ τὸ ἄρθρον 73 τοῦ Κανονισμοῦ... ............ (Ἀναγινώσκει)..............». Συνεπῶς, τὸ ἐρώτημα τίθεται οὕτω: Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ὁ συνάδελφος Παπαδάκης ἐγένετο ἔκπτωτος λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσι Ὄχι. Ψηφολέκται ὁρίζονται οἱ κ.κ. Τζωρτζόπουλος, Παπουτσάνης καὶ Καράμπελας, παρὰ δὲ τῇ ψηφοδόχῳ οἱ κ.κ. Δρόσος καὶ Πάρης. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. (Μετὰ τὴν ψηφοφορίαν). Ἀνακοινῶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 242, ἄκυρα ψηφοδέλτια 2. Ἠρνήθη ψῆφον εἷς συνάδελφος. Ἔγκυρα ψηφοδέλτια 239, λευκὰ 3. Ὑπὲρ τῆς ἐκπτώσεως τοῦ συναδέλφου Παπαδάκη ἐψήφισαν 186, κατὰ τῆς ἐκπτώσεως 50. Συνεπῶς ἀπὸ σήμερον ὁ συνάδελφος Παπαδάκης ἐξέπεσε τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος.
§10Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἀπὸ τοῦ βουλεύματος, ὄχι ἀπὸ σήμερον.
§11Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐκπίπτεται δυνάμει ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ἀπὸ σήμερον.
§12Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν ἀπήγγειλε τὴν ἔκπτωσιν. Ὑπῆρξε μία διαφωνία καὶ ἡ ὑπάρξασα διαφωνία ἐλύθη ἀφ’ ἧς στιγμῆς προέκυψε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας. Ἑπομένως, ἀπὸ σήμερον διαπιστοῦμεν ὅτι ἀπὸ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκδόσεως τοῦ βουλεύματος, ὁ βουλευτὴς ἔπαυσε νὰ εἶναι βουλευτής. Ἡ ἀπόφασίς μας εἶναι ἀναγνωριστική.
§13Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἐφ’ ὅσον ἐγγράφεται εἰς τὸ Σύνταγμα ὅτι ὅταν ἐγείρωνται ἀντιρρήσεις, δὲν ἐκπίπτει, δὲν ἐξέπεσε. Συνεπῶς ἡ ἀπόφασις εἶναι ἀπὸ σήμερον.
§14Β. ΣΑΓΙΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε. Κύριοι βουλευταί, δὲν ἠμπορεῖ νὰ γεννηθῇ οὐδεμία ἀμφιβολία περὶ τοῦ χρόνου κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπῆλθεν ἡ ἔκπτωσις ἀπὸ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος τοῦ πρώην συναδέλφου Παντελῆ Παπαδάκη. Ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος εἶναι ρητὴ καὶ ἀναφέρεται εἰς τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος ὁρίζει ὅτι ἀπὸ τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν πληροῦνται οἱ ὅροι, εἶναι ἀδύνατον ὁ βουλευτὴς νὰ διατηρήσῃ τὸ ἀξίωμά του. Ἡ σχετικὴ διάταξις τῆς 2ας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 70 δὲν ἀναφέρεται εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ γεγονότος αὐτοῦ, συνέπεια τοῦ ὁποίου εἶναι ἡ ἔκπτωσις, ἀναφέρεται εἰς τὴν διαπίστωσιν τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ γεγονότος, τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Ἡ ἀπόφασις, ἡ ὁποία ἐλήφθη σήμερον, κατόπιν τῆς ψήφου σας, ἀναγνωρίζει ὅτι ἐπῆλθε τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖον συνεπάγεται τὴν ἔκπτωσιν κατὰ τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπῆλθε.
§15Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Διότι ἡ διάταξις λέγει «βουλευτὴς στερηθεὶς τῶν προσόντων τούτων, ἐκπίπτει αὐτοδικαίως...».
§16Β. ΣΑΓΙΑΣ. Οὔτε ἀπῃτεῖτο ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, οὔτε ἀπαιτεῖται, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ διαπίστωσις, ἀλλὰ τὸ γεγονὸς προκύπτει ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἐλάβατε. Ἡ ἔννοια τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς ἡ ἀφορῶσα τὴν ἔκπτωσιν ὁρίζεται εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἡ ἔννοια δὲ αὐτὴ εἶναι ὅτι ἡ ἀπόφασις ἀναγνωρίζει ὅτι ἐπῆλθε τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνεπήγαγε τὴν ἔκπτωσιν κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπῆλθε.
§17Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μοῦ φαίνεται, κύριοι βουλευταί, ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἀπαράδεκτος ἡ ὑποστηριχθεῖσα ἄποψις καὶ τὸ ἐρώτημα τίθεται ὡς ἑξῆς: Ἐὰν σήμερον ἡ Βουλὴ ἀπεφαίνετο ἐναντίον τῆς ἐκπτώσεως, θὰ ἦτο βουλευτής; Ἐὰν λέγω, δὲν ἦτο ἔκπτωτος, θὰ παρέμενεν αὐτὸς ὡς βουλευτής; Ναί. Ἄρα πότε ἔπαυσε νὰ εἶναι βουλευτής; Σήμερον ποὺ λαμβάνομεν τὴν ἀπόφασιν. Δὲν γεννᾶται ζήτημα. (Χειροκροτήματα).
§18ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἔτσι εἶναι. Ἔτσι εἶναι.
§19Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Συντάσσομαι ἀπολύτως μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Σαγιᾶ. Τὸ πρᾶγμα εἶναι σαφές. Ἡ Βουλή, ἐγειρομένων ἀμφισβητήσεων ἀποφασίζει περὶ τῶν ἀμφισβητήσεων, τοὐτέστιν αἴρει τὰς ἀμφισβητήσεις. Δὲν ἀποφασίζει περὶ τῆς ἐκπτώσεως, διότι ἡ ἔκπτωσις εἶναι πραγματικὸν καὶ νομικὸν γεγονός, τὸ ὁποῖον ἐπῆλθεν εὐθὺς ὡς ἐξεδόθη τὸ βούλευμα, τὸ παραπέμπον εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον. Συνεπῶς, ἐφ’ ὅσον ἔκτοτε εἶχεν ἐπέλθει ἡ ἔκπτωσις, ἡ Βουλὴ σήμερον ἀποφασίζει ἐπὶ τῶν ἀμφισβητήσεων καὶ ἡ ἔκπτωσις ἔχει ἐπέλθει ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ βουλεύματος.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ἐγεννήθησαν ἀμφισβητήσεις, παρακαλῶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀποδέχονται ὅτι ἡ ἔκπτωσις ἐπῆλθεν ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ βουλεύματος, νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη ὅτι ἡ ἔκπτωσις ἐπῆλθεν ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ βουλεύματος. Μετὰ μεγίστης λύπης ἀναγγέλλω εἰς τὸ Σῶμα τὸν ἐπισυμβάντα θάνατον τοῦ συναδέλφου Δημητρίου Προμπονᾶ. Τὸ Προεδρεῖον ἐφρόντισε νὰ ἐκφράσῃ τὰ συλλυπητήρια τοῦ Σώματος εἰς τὴν οἰκογένειαν, θὰ παρακολουθήσῃ αὔριον τὴν κηδείαν καὶ θὰ καταθέσῃ στέφανον ἐν ὀνόματι τοῦ Σώματος εἰς τὸν θανόντα.
§21ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδή, κ. συνάδελφοι, τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, τὸ ὁποῖον διέπει ἡμᾶς, εἰς τὸ ἄρθρον 69 ἐν δευτέρᾳ παραγράφῳ ἀναφέρει ὅτι «ἕδρα βουλευτικὴ κενωθεῖσα κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος τῆς περιόδου δὲν συμπληροῦται...... ................. (ἀναγινώσκει)...........». Ἐπειδὴ εἶναι δυνατὸν νὰ γεννηθῇ αὔριον ἀμφισβήτησις ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Προεδρείου, θὰ παρεκάλουν τὴν Βουλὴν νὰ ἑρμηνεύσῃ τὴν παράγραφον ταύτην τοῦ ἄρθρου 69.
§23Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριοι βουλευταί, πρόκειται νὰ εἴπω μόνον δύο λέξεις, διότι τὸ βῆμα εἶναι πειρασμὸς μακροτάτων ἀγορεύσεων. Κατὰ τὴν γνώμην μου ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος εἶναι ὅτι δὲν προκηρύσσονται ἐκλογαί. Αὐτὸ ἤθελε νὰ προλάβῃ τὸ Σύνταγμα. Ἑπομένως ὡς προϋπόθεσιν εἶχεν, εἶναι αὐτονόητον, τὸ πλειοψηφικόν. Ἐφ’ ὅσον ἰσχύει ἡ ἀναλογικὴ καὶ ἡ ἀντικατάστασις εἶναι αὐτόματος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ζήτημα. Νομίζω ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν διὰ βοῆς νὰ δοθῇ ἡ ἑρμηνεία ὑπὸ τοῦ Σώματος, διότι αὐτόματος εἶναι ἡ διαδοχή.
§24Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Νομίζω, κ. συνάδελφοι, ὅτι ἡ ἄποψις, τὴν ὁποίαν μόλις ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος, εἶναι ἡ ὀρθὴ καὶ τοῦτο συνάγεται ἐκ τῶν μεταγενεστέρων διατυπώσεων τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 καὶ ἀπὸ τὰς συζητήσεις καὶ τὰς ἀποφάσεις εἰς τὰς ὁποίας εἶχε καταλήξει ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπὴ τῆς παρούσης Βουλῆς. Ὅταν συνετάγη τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ἦτο προφανὲς ὅτι ἦτο ἄγνωστον ἐν Ἑλλάδι τὸ ἀναλογικὸν σύστημα καὶ ἐθεωρεῖτο μία πολυτέλεια καὶ μία καταβασάνισις τοῦ λαοῦ εἰς τὰς παραμονὰς τῶν γενικῶν ἐκλογῶν, αἱ ὁποῖαι, ὁπωσδήποτε θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπέλθουν ἐντὸς τοῦ τετάρτου ἔτους τῆς βουλευτικῆς περιόδου, νὰ προκηρύσσωνται μερικώτεραι ἐκλογαὶ πρὸς ἀναπλήρωσιν δημιουργουμένων κενῶν. Διὰ τοῦτο τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 εἰς τὸ ἄρθρον 69 παράγραφος τελευταία ὁρίζει ὅτι μόνον εἰς περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας θὰ δημιουργηθοῦν κενὰ πλέον τοῦ τετάρτου τοῦ συνολικοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἑδρῶν, ἐπιτρέπεται προκήρυξις ἐκλογῶν. Ἡ συμπλήρωσις τῶν κενῶν, εἰς τὴν περίπτωσιν ἐκείνην κατ’ ἀνάγκην θὰ ἐγένετο μόνον δι’ ἐκλογῶν, ἐκλογῶν μερικῶν εἰς τὰς παραμονὰς γενικῶν ἐκλογῶν. Βραδύτερον τὸ κενὸν τοῦτο ἦλθε νὰ συμπληρώσῃ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927. Ἐν τῷ μεταξὺ εἶχε καθιερωθῆ ἡ ἀναλογικὴ καὶ συνεπῶς ἦτο γνωστὸν εἰς τὸν συνταγματικὸν νομοθέτην ὅτι θὰ ὑπῆρχον περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας θὰ ἠδύναντο νὰ δημιουργηθῶσι κενά, ὑπαρχόντων ὅμως τῶν φυσικῶν ἀναπληρωτῶν των, βάσις τῆς ἀναλογικῆς ἐκλογῆς. Καὶ συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 38, παράγραφος τελευταία, ὁρίζονται τὰ ἀκόλουθα:... (Ἀναγινώσκει).... Ἡ διατύπωσις εἶναι ἡ αὐτή, πλὴν μιᾶς μεταβολῆς, ἡ ὁποία καὶ δίδει τὴν συνταγματικὴν ἐπίσημον ἑρμηνείαν τῆς πραγματικῆς ἐννοίας τοῦ ἀντιστοίχου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. (Ἀναγινώσκει)... «Ἀναπληρωματικὴ ἐκλογή...», Αὐτὴν τὴν ἑρμηνείαν ἀπέδωκε καὶ ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπή, ἡ συσταθεῖσα ὑπὸ τῆς Βουλῆς τῆς σημερινῆς, πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος. Δέχεται τὴν αὐτὴν διατύπωσιν μὲ τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 38 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927. Νομίζω, συνεπῶς, ὅτι θὰ παρεβαίναμε τὸ σαφὲς πνεῦμα τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 μὴ παραδεχόμενοι τὴν νόμιμον πρόσκλησιν τοῦ ἀναπληρωτοῦ τοῦ ἀποθανόντος συναδέλφου.
§25ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει διαφωνία.
§26Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ δώσω τὴν ὁριστικὴν νομικὴν ἑρμηνείαν εἰς τὸ θέμα. Εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς ἀναλογικῆς δὲν ὑπάρχουν κεναὶ θέσεις, διότι καὶ οἱ ἀναπληρωματικοὶ ἔχουν ἀνακηρυχθῆ. Ἑπομένως ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 69 τοῦ Συντάγματος δὲν ἰσχύει, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ. Δὲν ἐκενώθη θέσις. Κατὰ κλάσμα δικαίου, ἡ θέσις θεωρεῖται πεπληρωμένη, συνεπῶς πεπληρωμένη μέχρι τέλος τῆς περιόδου, χωρὶς νὰ εἶναι συνυφασμένη προσωπικῶς μὲ τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον τὴν κατέχει. Αὐτή, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἶναι ἡ ἑρμηνεία ἡ συνταγματικὴ καὶ ἡ νομικὴ ἡ αὐστηρὰ καὶ πλήρης.
§27Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Εἰς ὅσα ἐλέχθησαν προσθέτω τοῦτο τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος λέγει ὅτι δὲν γίνεται συμπλήρωσις, ἐκτὸς ἐὰν ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκλιπόντων ὑπερβαίνῃ τὸ τέταρτον τοῦ ὁλικοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν. Τοιαύτη περίπτωσις εἶναι ἀδύνατον νὰ προκύψῃ ἐπὶ ἀναλογικῆς, λόγῳ τῆς αὐτομάτου ἀναπληρώσεως. Ἑπομένως καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, προκύπτει ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια.
§28Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Συμφωνῶ πρὸς τὸν προλαλήσαντα.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαντληθέντος τοῦ θέματος, ἐρωτῶ τὴν Βουλήν. Ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει ὅτι αἱ κενούμεναι θέσεις θὰ συμπληροῦνται διὰ τῶν ἀναπληρωματικῶν;
§30ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Συμφώνως πρὸς τὸ ὑπ’ ἀριθ. Θʹ ψήφισμα, καθ’ ἑκάστην Δευτέραν καὶ Παρασκευὴν θὰ ἔχωμεν ἔλεγχον καὶ Τρίτην, Τετάρτην καὶ Πέμπτην νομοθετικὴν ἐργασίαν.
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
§32Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπουσιάζατε προχθές, ὅταν ἐλήφθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἀπόφασις νὰ συνεχίσωμεν, ἔπειτα ἀπὸ τὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ τῶν παρεμβληθέντων θεμάτων, τὴν συζήτησιν τῶν γνωστῶν ἐπερωτήσεων διὰ νὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ τελειώσωμεν. Ὄχι, ἑπομένως, ἀναφορὰς καὶ ἐρωτήσεις. Εἰς τὸ θέμα, διὰ νὰ τελειώνωμεν.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ ἀναβληθοῦν αἱ ἀναφοραὶ καὶ ἐρωτήσεις;
§34ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΕΠΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Κύριοι βουλευταί, ὑπεβλήθη ἡ ἑξῆς πρότασις: Πρὸς τὸν Κον Πρόεδρον τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Προκειμένου ἡ Βουλὴ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἐπερωτήσεων, παρακαλοῦμεν ὅπως προταχθῶσιν ἐξ αὐτῶν αἱ ὑπ’ ἀριθ. 24, 25 καὶ 134 τοιαῦται, συσχετιζόμεναι ὡς ἀφορῶσαι τὸ αὐτὸ θέμα τῶν ὑπαρχουσῶν εὐθυνῶν, εἰς τὸ ζήτημα τοῦ λαθρεμπορίου τοῦ συναλλάγματος. Ἡ ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων τούτων συζήτησις παρακαλοῦμεν ὅπως γενικευθῇ. Ἐν Ἀθήναις τῇ 4 Μαΐου 1949 Οἱ προτείνοντες βουλευταὶ Λ. Βρεττάκος, Ι. Πολυχρονόπουλος, Δ. Θεοχαρίδης, Μ. Πάζης, Κ. Τζιτζικώστας, Κ. Σταμούλης, Ἰωάν. Κίνιας, Χρυσόστ. Πιπιλιάγκας, Στ. Χούτας, Δημ. Σαρρῆς, Γ. Κακαγιάννης, Ἀν. Δερδεμέζης, Κων. Παπαδάκης, Ι. Φωτόπουλος, Παν. Παπαδόπουλος, Χ. Καραΐσκος, Γ. Κουγιουμτζόγλου, Μ. Βαρβιτσιώτης, Κ. Δημητρακόπουλος, Π. Σταθόπουλος. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλή, δέχεται τὴν πρότασιν αὐτήν;
§36ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπομένως ἡ Βουλὴ ἀπεδέχθη ὅπως αἱ ὑπ’ ἀριθ. 24, 25 καὶ 134 ἐπερωτήσεις, προταχθοῦν καὶ γενικευθῇ ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτῶν. (Εἰς τὸν σημεῖον αὐτὸ τὴν προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Π. Μουτζουρίδης).
§38Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Μὲ τὴν διαφορὰν, νὰ σημειωθῇ ὅτι δὲν ἰσχύει οὔτε Κανονισμός, οὔτε ψήφισμα. Ἰσχύει ὅ,τι ἀποφασίζομεν κάθε ἡμέραν.
§39Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λυκουρέζος ἔχει τὸν λόγον.
§41Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐζήτησα τὸν λόγον διὰ νὰ ἀναγνώσω δήλωσιν τοῦ Νέου Κόμματος ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει). «Κατὰ τὸ ἄρθρον 51 τοῦ Κανονισμοῦ ἡ ἐπερώτησις, σκοποῦσα τὸν ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως, συνίσταται εἰς τὴν ἔρευναν τῶν αἰτίων ἢ τοῦ σκοποῦ κυβερνητικῆς τινος πράξεως ἢ παραλείψεως». Ἁπλῆ ἀνάγνωσις τῶν ἐπερωτήσεων, τῶν ὁποίων τὴν συζήτησιν ἀπεφάσισε πρὸ ὀλίγου τὸ Σῶμα, ἀποδεικνύει ὅτι, καὶ ἂν τυπικῶς φέρουν τὴν μορφὴν ἐπερωτήσεων, ἐν τῇ οὐσίᾳ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ προσπάθεια νὰ συνεχισθῇ ὁ ἀπὸ διμήνου ἀρξάμενος εἰς βάρος τοῦ Νέου Κόμματος δυσφημιστικὸς θόρυβος. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν οὐσίαν τῆς ὅλης ὑποθέσεως, ἐπ’ αὐτῆς, ἀπολύτως ἤδη γνωστῆς, τὴν ἀπάντησιν ἔδωκεν ἡ πρόσφατος ἀπόφασις τῆς δικαιοσύνης. Συνεπῶς οἱαδήποτε σχετικὴ συζήτησις εἶναι καθ’ ἡμᾶς ἀπαράδεκτος. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὴν συζήτησιν περὶ τυχὸν ὑπάρξεως ἠθικῶν εὐθυνῶν, ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι αὕτη δὲν θὰ ἦτο δυνατή, ἐφόσον ἄγει εἰς τὸν ἔλεγχον γεγονότων ἐχόντων σχέσιν πρὸς τὸν ἰδιωτικὸν βίον καὶ μάλιστα βουλευτῶν, ἡ ἀπάντησις εἶναι ὅτι ἐκεῖ ἔνθα ἡ δικαιοσύνη δὲν ἀνευρίσκει οὔτε «σκιὰν ὑποψίας», ἠθικαὶ εὐθῦναι οὔτε ὑπάρχουν οὔτε εἶναι νοητὸν νὰ ὑπάρχουν. Οἱ ἠθικοὶ νόμοι ἀποτελοῦν σαφῶς καθωρισμένην καὶ οὐχὶ ἀφῃρημένην τινὰ ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν δίκην Προκρούστου νὰ δυνάμεθα νὰ συστέλλωμεν ἢ νὰ διαστέλλωμεν ἀναλόγως τοῦ ἑκάστοτε πολιτικοῦ μας συμφέροντος. Οὔτε δύναταί τις ἐν ὀνόματι των ὁμιλῶν νὰ τοὺς κακοποιῇ εἰς βάρος ἐκείνων, τοὺς ὅπους ἐπιδιώκει νὰ πλήξῃ. Ὅσον ἀφορᾷ τέλος, τὰς τυχὸν ὑπαρχούσας πολιτικὰς εὐθύνας, περὶ αὐτῶν ὄχι μόνον δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ ὑποχρέωσιν ἔχει νὰ συζητήσῃ ἡ Βουλή. Πολιτικαὶ ὅμως εὐθῦναι οὐδέποτε καὶ κατ’ οὐδεμίαν περίπτωσιν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξουν διὰ πράξεις ἢ παραλείψεις τελείως ἀσχέτους πρὸς τὰ ὑπουργικὰ καθήκοντα. Συνεπῶς τοιαύτη συζήτησις δὲν δύναται νὰ ἀφορᾷ τὸ Νέον Κόμμα. Ὁ σκοπὸς τῶν κατατεθεισῶν ἐπερωτήσεων, ὡς καὶ τῆς συζητήσεως αὐτῶν εἶναι εἷς: Νὰ μεταφερθῇ ἐντὸς τῆς αἰθούσης τῆς Βουλῆς, ὡς ἄλλωστε ἐγένετο κατὰ τὰς τελευταίας συνεδριάσεις, ἡ ἀπὸ διμήνου ἤδη διεξαγομένη ἐκτὸς αὐτῆς ἀχαρακτήριστος συκοφαντικὴ ἐκστρατεία. Τὸ Νέον Κόμμα τόσον διὰ τῆς ἀπὸ 3ης Μαΐου ἐ.ἔ. πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἐπιστολῆς τοῦ ἀρχηγοῦ του, ὅσον καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καθώρισε σαφῶς ὅτι τοιαῦται συζητήσεις ὡς καὶ ἐνδεχόμεναι ἀποφάσεις εὑρίσκονται ἔξω τῶν σαφῶν διαγραφομένων ὁρίων τῶν θεμελιωδῶν ἀρχῶν τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν κανόνων τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, δυνάμεναι νὰ ὁδηγήσουν εἰς ἀπαράδεκτον τυραννίαν τῆς πλειοψηφίας ἐπὶ τῆς μειοψηφίας. Κατ’ ἀκολουθίαν τὸ Νέον Κόμμα δὲν δύναται νὰ λάβῃ μέρος οὐδὲ κἂν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ νὰ συνεργήσῃ οὕτως εἰς παραβίασιν τῶν θεμελιωδῶν ἀρχῶν τοῦ δημοκρατικοῦ καὶ κοινοβουλευτικοῦ μας πολιτεύματος».
§42Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἠκούσαμεν διατυπώσεις ἀπαραδέκτους, ὅτι πρόκειται εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν νὰ συνεχισθῇ συκοφαντικὸς θόρυβος. Ἀποδοκιμάζομεν αὐτοὺς τοὺς χαρακτηρισμούς, ἀλλ’ ἀρνούμεθα νὰ δώσωμεν συνέχειαν εἰς τὴν συζήτησιν, διότι τό Νέον Κόμμα ἔχει ἀρχηγὸν καὶ οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων παρίστανται εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως ὑπέδειξε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. (Χειροκροτήματα). Ὅταν φυγομαχοῦν, καθίστανται ἀνάξιοι ἀπαντήσεως ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς. (Χειροκροτήματα).
§43Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω ὅτι οὐδεμίαν ἀπάντησιν ἀναμένομεν.
§44Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὰς ἐπερωτήσεις.
§45Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Εἶναι ὄντως λυπηρὸν ὅτι τὸ Νέον Κόμμα, τὸ ὁποῖον συγκροτεῖται ἀπὸ συναδέλφους τόσον διακεκριμένους, κατὰ τίνα τρόπον ἐσκέφθη ὥστε νὰ διεξαγάγῃ ἀγῶνα ἐντὸς τῆς Βουλῆς μὲ τὸν ἀρχηγὸν αὐτοῦ, ἐκτός. Ἀναγνωρίζει ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Νέου Κόμματος ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἐμφανίζεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; Ναί ἢ ὄχι; Διατὶ αὐτὴ ἡ περιφρόνησις;
§46Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Περιφρόνησις;
§47Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἐδῶ, θὰ τοῦ δοθῇ ἡ εὐκαιρία διὰ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὰς ἐναντίον του κατηγορίας. Ὁ τρόπος αὐτὸς τοῦ νὰ λέγῃ ὅτι γίνεται μία συστηματικὴ σκευωρία καὶ συκοφαντία διὰ ραβασακίων, τὰ ὁποῖα μᾶς ἀποστέλλει ἑκάστοτε, νομίζω ὅτι εἶναι ἀκατανόητος. Οὔτε εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ὁμιλῇ περὶ συκοφαντιῶν, τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἀπεδείχθησαν ὅλαι αἱ κατηγορίαι ἀληθεῖς, ἐπικαλούμενος τὸ Δικαστικὸν βούλευμα, τὸ ὁποῖον αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν ὑπάρχει. Ὑπάρχει Δικαστικὸν βούλευμα; Ἐδηλώσαμεν πάντοτε καὶ δηλοῦμεν ὅτι ἀνεξαρτήτως τῶν ποινικῶν εὐθυνῶν ὑπάρχουν πολιτικαὶ εὐθῦναι διὰ τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας. Διὰ τοὺς πολιτικοὺς ἀρχηγοὺς ὑπάρχουν τὰ βήματα ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀποκαλύπτουν τὴν ἀλήθειαν καὶ τρέπουν εἰς φυγὴν τοὺς συκοφάντας. Ἐδῶ συμβαίνει τὸ ἀντίθετον. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς εἶναι δυνατόν, ἀρχηγὸς κόμματος εἰς Κράτος Κυβερνώμενον κοινοβουλευτικῶς ἀπὸ μίαν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, νὰ μὴ θέλῃ νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον αὐτῆς καὶ νὰ ὁμιλῇ διὰ τῶν ἀνακοινωθέντων του, ὅτι δὲν ὑπάρχει Βουλή, ἀλλὰ ἡ Νέα Βουλή. Αὐτὸ εἶναι πρωτοφανές. Νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ τὸν παρομοιάσω μὲ τὸν ναυτικὸν ἐκεῖνον ποὺ θέλει νὰ κυβερνήσῃ ἓν ὡραῖον πλοῖον καὶ φοβεῖται νὰ μπῇ εἰς τὴν θάλασσαν. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον. Ἐφ’ ὅσον δὲν ἐμφανίζονται ἐδῶ, δὲν ἔχουν δικαίωμα νὰ ὁμιλοῦν περὶ συκοφαντίας διότι .... (δὲν ἠκούσθη εὐκρινῶς) ...... ὅτι εἶναι ἀληθὲς ὅτι οἱ ἐστερημένοι τιμῆς ὁμιλοῦν περὶ τιμῆς. Θὰ ἤθελα νὰ μάθω, ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐστερημένοι τιμῆς.
§48Ε. ΓΟΝΗΣ. Σεῖς. (Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τῆς συνεδριάσεως, δημιουργεῖται θόρυβος καὶ πολλοὶ βουλευταὶ ζητοῦν ἀπὸ τὸν κ. Γονῆν νὰ ἀνακαλέσῃ).
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξεφράσατε ὕβριν δεινὴν κατὰ συναδέλφου. Παρακαλῶ νὰ ἀνακαλέσητε. (Ὁ κ. Γονῆς, μετ’ ἄλλων βουλευτῶν τοῦ Νέου Κόμματος, ἀποχωρεῖ τῆς αἰθούσης).
§50Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ ἡμερῶν ἐκφέρονται ὕβρεις ἐναντίον μας καὶ οὐδεὶς ἐκλήθη νὰ τοὺς ἀνακαλέσῃ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θὰ ἤμην ἐγὼ Πρόεδρος.
§52Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Οὐδεὶς ἐκλήθη νὰ ἀνακαλέσῃ, ὅταν ἐπὶ 3 ἡμέρας ὑβριζώμεθα συνεχῶς.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ φράσις ἦτο βαρεῖα. Ὁ καλὸς τρόπος ἐπιβάλλει ν’ ἀνακαλέσῃ.
§54ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀπεχώρησε, κ. Πρόεδρε.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸν ἀνακαλῶ ἐγὼ εἰς τὴν τάξιν, ν’ ἀναγραφῇ τοῦτο εἰς τὰ πρακτικὰ καὶ ἀφήνω τὸν συνάδελφον εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Σώματος. (Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ἀποχωροῦν τῆς αἰθούσης πάντες οἱ βουλευταὶ τοῦ Νέου Κόμματος).
§56Ι. ΠΑΠΑΡΤΕΜΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, εὑρισκόμεθα πρὸ τεραστίου παραπτώματος ἠθικῆς τάξεως. Ὁ κ. βουλευτής, συμπεριφερθεὶς κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἔδει νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις. Ἴσως, ἐὰν τὸ Σῶμα δὲν ἱκανοποιεῖτο ἐκ τούτων, νὰ ἐζήτει νὰ ἀνακληθῇ παρ’ ὑμῶν εἰς τὴν τάξιν. Ὅμως ὁ συνάδελφος διέπραξε καὶ ἕτερον σφάλμα. Ἀπεχώρησε τῆς αἰθούσης, χωρὶς νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις, περιφρονήσας οὕτω τὸ Σῶμα.... (δὲν ἠκούσθη).
§57Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀπαγγελθῇ μομφὴ κατὰ τοῦ βουλευτοῦ αὐτοῦ.
§58Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν γεννᾶται καμμία ἀμφιβολία περὶ τοῦ ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς τῶν ὀπαδῶν τοῦ Νέου Κόμματος. Αὐτοὶ καταγίνονται κατὰ τίνα τρόπον θὰ μειώσουν τὸ κῦρος καὶ τὸ γόητρον τῆς Βουλῆς. Αὐτὴ ἦτο ἡ μοναδική των προσπάθεια καὶ ὁ μοναδικός των σκοπός. Βλέπουν τὴν ἀπομόνωσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθησαν, βλέπουν μίαν Βουλὴν σύσσωμον, ἡ ὁποία αἰσθάνεται βδελυγμίαν καὶ ἀποτροπιασμὸν πρὸ τῶν μεθόδων των. Κύριοι βουλευταί, μὴ σᾶς κάμῃ καμμίαν ἐντύπωσιν. Πρόκειται περὶ τῶν νέων μεθόδων, τὰς ὁποίας ἐὰν τὰς ἀφήνωμεν νὰ ἐφαρμοσθοῦν εἰς τὸν τόπον αὐτόν, ὁ τόπος αὐτὸς θὰ ἔβλεπεν εὐτυχίαν!! Καὶ διότι ἀνελάβομεν ἕνα ἀγῶνα αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰς μεθόδους νὰ τὰς ἀπαγορεύσωμεν ἀπὸ τὴν ζωὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, συναντῶμεν αὐτὴν τὴν ἀντίδρασιν. Δὲν μοῦ ἔκαμε καμμίαν ἐντύπωσιν οὔτε ἡ φράσις, τὴν ὁποίαν εἶπεν ὅταν ἀπήντησε μετὰ τῆς τόσον χαρακτηριστικῆς, διὰ τὸ ποιόν του καὶ τὸ παρελθόν του, ἀναιδείας......
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ μὴ μεταχειριζώμεθα βαρείας ἐκφράσεις. Ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα εἶναι πλουσία.
§60Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἡ ὕβρις, κ. Πρόεδρε, ἀπηυθύνθη ἐναντίον ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς. Δὲν ἔχει ὅμως καμμίαν σημασίαν. Ἡ Βουλὴ ἔχει τὴν θέσιν της. Ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ ἔχει προσφέρει τὰς ὑπηρεσίας της εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Πατρίδα. Καὶ διὰ νὰ καταλάβουν ποῖον θὰ εἶναι τὸ κενόν, ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι δὲν ὑπῆρχε Βουλὴ αὐτὴν τὴν στιγμὴν αὐτοὶ οἱ κύριοι, οἱ ἄνθρωποι τοῦ σκότους, οἱ ὁποῖοι νομίζουν ὅτι ἡ Βουλὴ τοὺς παρουσιάζει ἐμπόδια εἰς τὴν πραγμάτωσιν τῶν σχεδίων τους. Πόσον πλανῶνται ἐὰν κινοῦνται καθ’ ὃν τρόπον κινοῦνται! Νομίζω δ’ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ παύσουν ν’ ἀπαντοῦν εἰς τὰ διάφορα ραβασάκια τοῦ Νέου Κόμματος. Καὶ ἐὰν τὸ Νέον Κόμμα εἶχεν ἐκλεγῆ, ἐπὶ τέλους, ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, θὰ ἔλεγε κανεὶς ὅτι ἔχει τὸ κῦρος τῆς λαϊκῆς ἀντιπροσωπείας. Ἀλλὰ εἶναι ἕνα κόμμα, τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἐδημιουργήθη ὄχι ἀπὸ τὴν ἱκανότητα τοῦ ἀρχηγοῦ του, ἀλλὰ διὰ τοῦ προσεταιρισμοῦ βουλευτῶν ἐκλεγέντων ἀπὸ ἄλλην σημαίαν. (Χειροκροτήματα). Δὲν ἠξεύρομεν ἐὰν τὸ κόμμα αὐτὸ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ποτὲ νομικῶς ὡς τοιοῦτον. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ θὰ συνεχίσῃ τὸ ἔργον της μὲ περιφρόνησιν πρὸς ὅλους αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ἐπεβουλεύθησαν — καὶ ἐπιβουλεύονται— τοὺς ἐλευθέρους θεσμοὺς τῆς πατρίδος μας. (Χειροκροτήματα).
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐθνικοῦ Κόμματος κ. Ν. Ζέρβας, ἔχει τὸν λόγον.
§62Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὅταν τὸ πρῶτον ἦλθεν εἰς φῶς τὸ θέμα τῆς ἀναμίξεως πολιτικῶν προσώπων εἰς τὸ ἔγκλημα τῆς λαθρεμπορίας τοῦ συναλλάγματος, ἡμεῖς ἐδηλώσαμεν —καὶ ἐπιλαμβάνομαι τῆς εὐκαιρίας διὰ νὰ ἐπαναλάβω τὴν δήλωσιν ἐκείνην καὶ ἀπόψε—ὅτι δὲν ἔχομεν καμμίαν ἀντιδικίαν οὔτε μὲ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα φέρονται ἀναμεμιγμένα εἰς τὸ ἔγκλημα τῆς λαθρεμπορίας τοῦ συναλλάγματος, οὔτε μὲ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὅτι ἐπιθυμοῦμεν, ὅπως χυθῇ ἄπλετον φῶς εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν καὶ ἀποδοθοῦν ἄσπιλοι οἱ φερόμενοι ὡς ἀναμεμιγμένοι πολιτικοὶ ἄνδρες, ἐξεφράσαμεν δὲ τότε τὴν λύπην μας, διότι εἰς τὸ ἔγκλημα ἐκεῖνο ἐφαίνετο ἀναμεμιγμένος καὶ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Νέου Κόμματος κ. Μαρκεζίνης. Ἑπομένως οὐδεὶς δύναται νὰ καταλογίσῃ εἰς ἡμᾶς προκατάληψιν ἢ διάθεσιν πρὸς ἀντιδικίαν καὶ δημιουργίαν ὀξείας ἀτμοσφαίρας. Νομίζω, χωρὶς νὰ εἶμαι ὑπερβολικός, ὅτι εὑρίσκομαι αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὡς ἕνας μοναδικὸς ἀντικειμενικὸς κριτής. Καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω τὴν δήλωσιν, ὅτι θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἴδω τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Νέου Κόμματος ἐπανερχόμενον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἄσπιλον, ἄμωμον καὶ ἁγνόν, διότι τοῦτο θὰ ἦτο πρὸς τιμὴν ὅλων ἡμῶν. Τοὺς νέους ἄνδρας πρέπει νὰ τοὺς τιμῶμεν. Οἱ νέοι ἄνδρες εἶναι ἡ ἐλπὶς τοῦ μέλλοντος. Καί, ἑπομένως, ἂς μοῦ ἐπιτρέψουν οἱ γηραιότεροι νὰ εἴπω, ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Νέου Κόμματος πιθανῶς νὰ ἦτο εἷς ἐκ τῶν ἀπαραιτήτων διὰ νὰ παρουσιάσῃ ὁ πολιτικός μας κόσμος ὁλοκληρωμένην τὴν σύνθεσίν του. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ σημείου αὐτοῦ μέχρι τοῦ σημείου, κ. συνάδελφοι, τοῦ νὰ βλέπωμεν ὄχι μόνον τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Νέου Κόμματος, δυστυχῶς νὰ βλέπωμεν τὸ σύνολον τῶν ὀπαδῶν του ἐχομένων στερρῶς μεθόδων καὶ συστημάτων ὅλως ἀπαραδέκτων ὄχι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλ’ ἀπαραδέκτων διὰ τὰς εὐγενεῖς παραδόσεις, τὰς ὑπερηφάνους παραδόσεις τοῦ λαοῦ μας, ἀπὸ τοῦ σημείου, λέγω, αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον εἴπομεν τότε, ὅταν φθάσωμεν μέχρι τοῦ σημερινοῦ καταντήματος τοῦ νὰ παρουσιάζεται ὁ μικρὸς αὐτὸς ἀριθμὸς τῶν ὀπαδῶν τοῦ Νέου Κόμματος νὰ.... (δὲν ἠκούσθη).... καὶ νὰ θέλῃ νὰ ὑβρίζῃ τὸ σύνολον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ νὰ λέγῃ ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία εἶναι διατεθειμένη ἢ ἀπεργάζεται μεθόδους συκοφαντίας, ὑπάρχει τεραστία διαφορά. Αἱ μέθοδοι αὗται, τὰ συστήματα αὐτὰ ὄχι εἶναι ἁπλῶς ἀπαράδεκτα, ὅπως ἐτόνισεν ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Σοσιαλιστικοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος, ἀλλ’ εἶναι καταστροφικὰ εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν ἤθελον μείνει ἀτιμώρητα καὶ ἀνέλεγκτα. Δὲν δεχόμεθα ὄχι τὴν κατηγορίαν, τὴν ὁποίαν μᾶς ἀπηύθυνεν, ἀλλὰ δὲν δεχόμεθα κἂν τὴν συζήτησιν ἐπ’ αὐτῆς καὶ καλοῦμεν τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Νέου Κόμματος νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ ἱερὸν τοῦτο βῆμα καὶ νὰ ἀναπτύξῃ τὸ θέμα του, τὸ ὁποῖον νὰ εἶναι βέβαιος ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἀκούσῃ μετὰ περισσῆς σωφροσύνης, συνέσεως καὶ προσοχῆς. Νὰ ἔλθῃ ἐδῶ διὰ νὰ μᾶς φωτίσῃ ἐὰν εἶναι ἁγνὸς μὲ τὸ φῶς τῆς ἀληθείας, ἄλλως, ἐὰν δὲν πράξῃ τοῦτο, δικαιούμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι δὲν εἶναι ὁ ἄνθρωπος τοῦ φωτός, ἀλλ’ ὁ ἄνθρωπος τοῦ σκότους, εἶναι ὁ Μακιαβέλης. (Χειροκροτήματα).
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφώνως μὲ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἔρχεται πρὸς συζήτησιν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 24. Ὁ ἐπερωτῶν κ. Χ. Πιπιλιάγκας, ἔχει τὸν λόγον.
§64Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπ’ ἀρκετὸν χρονικὸν διάστημα ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ λαθρεμπορίου τοῦ συναλλάγματος, διότι πρόκειται περὶ ὑποθέσεως, ἡ ὁποία συνεκλόνισε τὸ πανελλήνιον καὶ χρῄζει ἰδιαιτέρας προσοχῆς καὶ μελέτης. Τὴν συγκατάθεσιν ὑμῶν τὴν ζητῶ κυρίως διότι εἶμαι ὁ πρῶτος ἐκ τῶν μελῶν τοῦ Σώματος, ὁ ὁποῖος ἀνεκίνησα τὸ ζήτημα τοῦτο διὰ τῆς συνταγματικῆς ὁδοῦ, ἐπιθυμῶν ὅπως ἐκθέσω πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι μὲ ὤθησαν εἰς τὴν ἀπόφασιν ὅπως φέρω τοῦτο ἐνώπιον τοῦ Σώματος καὶ ταυτοχρόνως ἐπισημάνω πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὰ περιστατικά, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθην διὰ νὰ πράξω τοῦτο. Κύριοι συνάδελφοι, οὔτε λόγοι ἐκμεταλλεύσεως, οὔτε λόγοι πολιτικῆς ἐμπαθείας μὲ ὤθησαν πρὸς τὴν πρᾶξιν ταύτην. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἀντιπαρερχόμεθα μετὰ περιφρονήσεως τὴν ἐκτοξευθεῖσαν καθ’ ἡμῶν κατηγορίαν τῆς συκοφαντίας, διότι εἰς ὅλην μας τὴν πολιτικὴν ζωὴν ἐσυνηθίσαμεν νὰ μαχώμεθα μὲ τὸ ὅπλον τῆς ἀληθείας καὶ τῶν ἀδιασείστων ἐπιχειρημάτων καὶ διότι ἡ κατηγορία αὐτὴ ἀνήκει εἰς ἄλλους, τὴν ὁποίαν καὶ ἐδημιούργησαν διὰ νὰ συσκοτίσουν τὰ πράγματα καὶ νὰ θολώσουν τὰ νερά. Ἐπιδιώκουν νὰ θολώσουν τὰ νερὰ καὶ νὰ συσκοτίσουν τὴν ἀλήθειαν, διὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐπιδιώξωμεν ὅπως διαλάμψῃ καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὅπως πάντοτε διαλάμπει. Εἶναι γνωσταί, κύριοι συνάδελφοι εἰς ὑμᾶς, αἱ συνθῆκαι, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἀνεκαλύφθη τὸ λαθρεμπόριον τοῦ συναλλάγματος. Εἶναι γνωστὸν εἰς ὑμᾶς ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἐπληροφορήθημεν ὅτι πολλὰ πρόσωπα ἐνέχονται εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν σημαίνοντα. Εἶναι γνωστὸν καὶ εἰς ὑμᾶς ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἐφέρθη εἰς τὴν δημοσιότητα ἡ ἐνοχὴ πολιτικῶν προσώπων. Ἦτο φυσικόν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ γεννηθῇ μεταξὺ ὑμῶν τὸ ἐρώτημα, τί νὰ συμβαίνῃ ἄρα γε καὶ ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐνέχονται. Ὅπως ἦτο φυσικὸν νὰ γεννηθῇ εἰς ὑμᾶς τὸ ἐρώτημα τοῦτο, ἦτο φυσικὸν νὰ γεννηθῇ καὶ ἡ δυσμενὴς ἀντίληψις παρὰ τῷ λαῷ εἰς βάρος τοῦ πολιτικοῦ κόσμου καὶ ἡ ἔναρξις δημιουργίας ὑποκώφου θορύβου, τεχνηέντως ὑποκινουμένου παρ’ ἐκείνων, οἵτινες διὰ λόγους γενικωτέρων ἐπιδιώξεων ἤθελον νὰ δυσφημήσωσι τὸ Κοινοβούλιον καὶ νὰ ἐπιτύχωσι τοῦ σκοποῦ των. Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα, ὅταν ἀπὸ τῶν στηλῶν ἀθηναϊκῶν ἐφημερίδων ἐρρίφθη εἰς τὸ μέσον τὸ ὄνομα ἑνὸς πολιτικοῦ ἀνδρός, πρώην ὑπουργοῦ, ὡς ἐνεχομένου εἰς τὸ λαθρεμπόριον τοῦ συναλλάγματος, συνεπείᾳ ἀναγραφῆς τοῦ ὀνόματός του εἰς διάφορα σημειωματάρια, κατασχεθέντα ὑπὸ τῆς ἀνακρίσεως. Τὸ ὄνομα τοῦτο ἦτο τὸ ὄνομα τοῦ κ. Σ. Θεοτόκη, βουλευτοῦ Κερκύρας. Παρηκολουθήσαμεν ἐκ τῶν γραμμῶν τοῦ ἀθηναϊκοῦ τύπου, ὅτι ὁ κ. Θεοτόκης, τότε, προσελθὼν εἰς τὴν ἀνάκρισιν, ἐδικαιολόγησε τὴν ἀναγραφεῖσαν εἴδησιν εἰς τὸν τύπον μὲ τὸ αἰτιολογικόν, ὅτι ναὶ μὲν ἀναφέρεται κάπου ἀναγεγραμμένος εἰς μερικὰ βιβλία τοῦ κατηγορουμένου Νικολαΐδη, πλὴν ὅμως ἡ ἀναγραφὴ αὐτὴ ὠφείλετο εἰς συναλλαγάς, τὰς ὁποίας εἶχεν οὗτος προσωπικῶς μετὰ τοῦ Νικολαΐδη, συνεπείᾳ μισθώσεως πρὸς αὐτὸν μιᾶς οἰκίας του. Ἐθεωρήσαμεν τὴν δικαιολογίαν ταύτην ὡς ἀληθῆ καὶ ἀνεπνεύσαμεν, διότι ὁ πρῶτος ἐκ τῶν φερομένων ὡς ἐνεχομένων πολιτικῶν, κατώρθωσε νὰ ἀποσείσῃ τόσον εὐκόλως τὴν κατηγορίαν, ἡ ὁποία τοῦ ἀπεδόθη, καίτοι μᾶς ἔμεινε μικρά τις ἀμφιβολία ὡς ἐκ τοῦ τρόπου τῆς διατυπώσεως τῆς πρώτης ἀνακριτικῆς ἀνακοινώσεως. Δυστυχῶς αἱ ἐλπίδες μας διεψεύσθησαν, διότι ἐνῷ οὕτως ἐθεωρήσαμεν ὑφισταμένην τὴν κατάστασιν, βλέπομεν εἰς τὰς ἐφημερίδας τῆς ἰδιαιτέρας ἐκλογικῆς περιφερείας τοῦ κ. Θεοτόκη, εἰς μίαν ἐφημερίδα τῆς 17.2.49 καὶ τῆς 23 τοῦ ἰδίου, βλέπομεν καυστικώτατα ἄρθρα, διὰ τῶν ὁποίων ἐζητεῖτο ἀπὸ τὸν κ. Θεοτόκην ἡ ἐκκαθάρισις τῆς θέσεώς του καὶ τοῦ ἐτίθοντο ὁμαδικῶς ὀκτὼ ἐρωτήματα, ἵνα ἀπαντήσῃ ἐπ’ αὐτῶν καὶ τὰ ἐρωτήματα αὐτὰ ἀφεώρων εἰδικῶς τὸ λαθρεμπόριον τοῦ συναλλάγματος. Δὲν θὰ θελήσω νὰ θέσω ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν τὰ ἐρωτήματα, διότι εἶναι πολλὰ καὶ θὰ σᾶς κουράσω. Πλὴν ὅμως τὰ ἐρωτήματα αὐτὰ μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐπραγματεύοντο καὶ διὰ τὸν ρόλον, τὸν ὁποῖον διεδραμάτισεν ὁ Νικολαΐδης, ὁ λαθρέμπορος, ὅταν μετέβη εἰς τὴν Κέρκυραν τὴν 15.12.48, ρόλον, ὁ ὁποῖος εἶναι ἥκιστα τιμητικὸς δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὸν ἐπροστάτευσαν τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ἀναγινώσκων, κύριοι συνάδελφοι, εἷς ἐξ ἡμῶν τὰ ἐρωτήματα ταῦτα, ἢ ἔπρεπε νὰ μὴ τὰ πιστεύσῃ ἐντελῶς, ἢ ἔπρεπε νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ ἐφημερίς, ἡ καταγγέλουσα ταῦτα, εἶχε δίκαιον. Ἡμεῖς δὲν ἠθελήσαμεν νὰ τὰ πιστεύσωμεν, ἀλλ’ ἀνεμέναμεν ἀπὸ τὸν κ. Σ. Θεοτόκην νὰ ἀπαντήσῃ καὶ ὡς καταπέλτης νὰ τὰ συντρίψῃ. Πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τῶν ἄρθρων τούτων, ἐδημοσιεύθη εἰς τὰς 29.1.1949 εἰς τὴν «Ἐλευθερία» ἐπιστολὴ τοῦ Πεταλᾶ πρὸς τοὺς ἐνταῦθα συνεργάτας του, εἰς τὴν ὁποίαν ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους ὁμιλεῖ περὶ λαθρεμπορίου καὶ ἀναμιγνύει δυστυχῶς τὸ ὄνομα ἑνὸς ἀρχηγοῦ κόμματος, μετέχοντος εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ ὄνομα ἑνὸς διοικητοῦ Τραπέζης. Ἡ ἐπιστολὴ λέγει: «....... (ἀναγινώσκει).......».
§65ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος ἦτο αὐτὸς ὁ Διοικητής, κύριε συνάδελφε;
§66Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Ὁ κ. Πεσμαζόγλου, Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς. Καίτοι ὅμως, κύριοι συνάδελφοι, τὰ ὅσα ἀνέφερεν ἐγένοντο, πάλιν δὲν ἠθελήσαμεν νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐκκαθάρισιν τοῦ δημιουργηθέντος ζητήματος, διότι δὲν ἠθέλαμε νὰ πιστεύσωμεν ὅτι ἦτο δυνατὸν εἰς μία τοιούτου εἴδους ἐγκληματικὴν διὰ τὸ Ἔθνος ὑπόθεσιν, νὰ ἐνέχωνται πολιτικοὶ ἄνδρες καὶ ἀνεμένομεν τί θὰ εἴπῃ πρωτίστως ἡ δικαιοσύνη, ἡ ὁποία εἶχε ἐπιληφθῆ τοῦ θέματος τούτου καὶ μετὰ νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν ὑπῆρχον πολιτικαὶ εὐθύναι. Ἐνῷ, κύριοι συνάδελφοι, οὕτως εἶχον τὰ πράγματα καὶ ἀναμένομεν τὴν ἀνάκρισιν, τὴν 17 Μαρτίου ἡ ἐφημερὶς «Ἀκρόπολις» ἐδημοσίευσεν ἓν ἄρθρον μὲ τὸν τίτλον «Τὸ καφενεῖον ζητεῖ ἐξηγήσεις». Τὸ ἄρθρον τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι, ἀναντιρρήτως ἦτο καυστικώτατον, διότι ὡμίλησε κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς χώρας εὑρίσκετο ὑπὸ κατηγορίαν. Θὰ ἀρκεσθῶ νὰ σᾶς ἀναγνώσω μόνον τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ ἄρθρου τούτου, πῶς ἡ ἐφημερὶς μὲ τὸ κῦρος της ἠξίου, ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν, νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις καὶ λέγει ἡ ἐφημερίς: «Κύριοι κυβερνῆται ...... (ἀναγινώσκει) .......». Κύριοι συνάδελφοι, κατόπιν τοῦ ἄρθρου τούτου, δι’ οὗ πλέον ὁ πολιτικὸς κόσμος ὁλόκληρος ἐτίθετο ὑπὸ κατηγορίαν, ἐνόμισα ὅτι εἶχον ὑποχρέωσιν ὡς βουλευτὴς καὶ ἐγώ, κατηγορούμενος πλέον, νὰ ἐξετάσω τί ἆρα γε συμβαίνει καὶ ἐπελήφθην τῆς ἐξετάσεως τοῦ θέματος τούτου, ἐρευνήσας πῶς ἐγράφη τὸ ἄρθρον τοῦτο καὶ ἐπὶ ποίων στοιχείων ἐστηρίχθη. Αὐθημερὸν ἐξηκριβώσαμεν ἀδιασείστως, ὅτι εἰς τὰ χαρτιὰ τῆς ἀνακρίσεως καὶ συγκεκριμένως εἰς τὸ ἡμερολόγιον τοῦ Νικολαΐδη, ἀνεγράφοντο τὰ ὀνόματα πολιτικῶν ἀνδρῶν, μὲ ποσὰ λιρῶν παραπλεύρως τούτων. Χωρὶς νὰ θελήσωμεν νὰ θίξωμεν οὐδένα, ὑπεβάλαμεν τὴν γνωστὴν ἀπὸ 17 Μαΐου αἴτησιν ἡμῶν πρὸς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ζητοῦντες τὴν προσκόμισιν ὡρισμένων ἐγγράφων, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ κατεφαίνετο ἂν ὄντως ἐνείχοντο πολιτικὰ πρόσωπα καὶ ποῖα καὶ ἂν τοῦτα ἐνείχοντο πολιτικῶς εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς λαθρεμπορίας, τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἐζητήσαμεν διὰ νὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῶν ὑπαρχουσῶν τυχὸν πολιτικῶν εὐθυνῶν. Κύριοι συνάδελφοι, διότι δὲν τὴν εἴδατε, ἴσως, πολλοὶ ἐξ ὑμῶν, ἵνα ἀντιληφθῆτε, ἐὰν πράγματι ὑπῆρχε πρόθεσις συκοφαντίας ἐκ μέρους μου, σᾶς ἀναγινώσκω ταύτην. «Αἴτησις καταθέσεως ἐγγράφων ....... (ἀναγινώσκει) ........». Ἡ αἴτησίς μας αὕτη, δημοσιευθεῖσα εἰς τὸν τύπον, ἀποδεικνύει περιτράνως ὅτι δὲν ὑπῆρχε πρόθεσις συκοφαντίας ἐκ μέρους ἡμῶν, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως ἀποδεικνύει ὅτι ὁ τίτλος τοῦ συκοφάντου δὲν ἀνήκει εἰς ἡμᾶς. Παρ’ ὅλον, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἐγὼ οὐδόλως εἰς τὴν αἴτησίν μου ἐποιούμην μνείαν ὀνομάτων, ἐν τούτοις, ἅμα τῇ δημοσιεύσει ταύτης τὴν 18 Μαρτίου, ἐπὶ τριήμερον τὸ τηλέφωνόν μου διαρκῶς ἐλειτούργει διὰ νὰ δέχομαι ἀπειλὰς κατὰ τῆς ζωῆς μου, ἂν δὲν σταματήσω τὰς περαιτέρω ἐνεργείας μου. Ἐὰν τὰ τηλεφωνήματα ἦσαν 1 ἢ 2, δὲν θὰ ἀπέδιδα οὐδεμίαν σημασίαν, ἀλλ’ ἦσαν τόσα πολλά, ὥστε διηρωτήθην. Ἀφοῦ ἐγὼ δὲν ἀναφέρω ὀνόματα εἰς τὴν αἴτησίν μου, ποῖοι εἶναι οἱ ἀπειλοῦντες; Καλῶς ἢ κακῶς ἐμόρφωσα τὴν γνώμην ὅτι αὐτοὶ εἶναι οἱ γνωρίζοντες, ὅτι τὰ ὀνόματά των συμπεριλαμβάνονται εἰς τὰ ἐπιλήψιμα ἔγγραφα. Τὸ γεγονὸς ὅτι ἡμεῖς ἐζητήσαμε μόνον 4 ἔγγραφα, ἔπεισε τούτους ὅτι εὑρισκόμεθα ἐπὶ καλῆς ὁδοῦ ἀποκαλύψεως, διότι τὰ τέσσαρα ἔγγραφα ἦσαν τὰ οὐσιωδέστερα καὶ τὰ ὁποῖα ἐβάρυνον αὐτούς. Συνεπείᾳ τῆς αἰτήσεως ἡμῶν ταύτης καὶ τῆς μετὰ δύο ἡμέρας ὑποβληθείσης ἑτέρας τοιαύτης ὑπὸ συναδέλφου κατονομάζοντος ὡρισμένα πολιτικὰ πρόσωπα, ἠγέρθη μία σοβαρὰ συζήτησις εἰς τὸν τύπον, εἰς τὴν ὁποίαν ἔλαβον ἐνεργὸν μέρος οἱ πλεῖστοι τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἠξίωσαν παρὰ τῆς κυβερνήσεως τὴν ἄμεσον προσκόμισιν τῶν αἰτηθέντων ἐγγράφων καὶ τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς ἵνα ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως τοῦ προκύψαντος πολιτικοῦ ζητήματος, συνεπείᾳ τοῦ γεγονότος ὅτι μεταξὺ τῶν ὀνομάτων συγκατελέγετο καὶ τὸ ὄνομα ἀρχηγοῦ κόμματος μετέχοντος ἐν τῇ κυβερνήσει. Εἶναι γνωσταὶ εἰς ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, ὅλαι αἱ ἀναγραφεῖσαι εἰς τὸν τύπον εἰδήσεις, σχετικῶς μὲ τὸ πολυθρύλητον τοῦτο ζήτημα, ὥστε νὰ μὴ παρίσταται ἀνάγκη νὰ ἐπαναλάβωμεν ἡμεῖς ταύτας. Τὸ γεγονὸς τὸ ὁποῖον προὐξένησεν εἰς ἡμᾶς κατάπληξιν, εἶναι ὅτι μία μερὶς τοῦ τύπου διαρκῶς ἐδημοσίευε πληροφορίας προερχομένας ἐξ αὐθεντικῆς δικαστικῆς πηγῆς, ὅτι τὰ ἀναφερθέντα πρόσωπα τῶν κ.κ. Μαρκεζίνη καὶ Θεοτόκη οὐδόλως ἐνέχονται εἰς τὸ λαθρεμπόριον, εἰς ἐποχὴν μάλιστα, κατὰ τὴν ὁποίαν διεπιστοῦτο ὅτι ἡ ἀνάκρισις δὲν ἐτερματίσθη. Καὶ γεννᾶται τὸ ἐρώτημα, πῶς ἐδίδοντο αἱ πληροφορίαι αὗται αἱ αὐθεντικαὶ περὶ τῆς ἀθωότητος, ἀφοῦ ἡ ἀνάκρισις δὲν εἶχε περατωθῆ; Ἐπειδὴ ὅμως ἐπὶ τοῦ σημείου γεννῶνται πολλὰ δικονομικὰ ζητήματα, ἀφίνω ταῦτα νὰ τὰ χειρισθοῦν ἄλλοι συνάδελφοι ἐμπειρότεροι εἰς τὰ νομικά. Θὰ περιορισθῶ μόνον νὰ θίξω ἓν σημεῖον, τὸ ὁποῖον καὶ διὰ τῶν ἀπὸ 19.3 καὶ 21)3 ἐπιστολῶν μας πρὸς τὸν τύπον ἐθίξαμεν. Τὸ σημεῖον τοῦτο εἶναι ἡ ἀπερίφραστος δήλωσις τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅτι οὔτε ἡ Βουλὴ οὔτε ὁ ὑπουργὸς εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσουν τὴν κατάθεσιν τοῦ ἐγγράφου. Πιστεύομεν ἀκραδάντως, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἡ δήλωσις αὕτη τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἦτο δήλωσις ἐκμαιευθεῖσα διὰ νὰ κατοχυρώσῃ τὰς εὐθύνας τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ διὰ τὴν ἄρνησίν του νὰ προσκομίσῃ αὐτὰ τὰ ἔγγραφα.
§67Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τί ἐννοεῖτε μὲ αὐτό;
§68Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Πιστεύω τὸ ἑξῆς, ὅτι ἐὰν ἡ κυβέρνησις ἤθελε νὰ προσκομισθοῦν τὰ στοιχεῖα εἰς τὴν Βουλήν, ὤφειλε νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ ἀσκοῦντος τὴν ποινικὴν ἀγωγὴν εἰσαγγελέως, μόνου ἁρμοδίου νὰ ἔχῃ γνώμην καὶ οὐχὶ μετὰ τοῦ ἀνευθύνου εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐὰν δὲν ἠδύναντο νὰ προσκομισθοῦν τὰ πρωτότυπα, ἠδύναντο νὰ προσκομισθοῦν τὰ ἀντίγραφα. Ἡ ἐπίκλησις τῆς μυστικότητος διὰ τὴν τοιαύτην ἄρνησιν ἀπεδείχθη λίαν παιδαριώδης, ὅταν εἶναι γνωστὸν ὅτι ὅλων τῶν στοιχείων εἶχον ἤδη λάβει γνῶσιν 30 δικηγόροι, ὁλόκληρον ἀκροατήριον παρακολουθῆσαν τὴν πρωτόδικον δίκην καὶ αὐτοὶ οἱ δημοσιογράφοι. Ἡ ἐπιμονή μας εἰς τὴν προσκόμισιν τῶν ἐγγράφων, ἐχαρακτηρίσθη ὑπὸ μερίδος τοῦ τύπου ὡς θίγουσα τὴν δικαιοσύνην καὶ ἀντιπατριωτική. Μάλιστα μία ἐφημερὶς εἶχε τὴν ἀξίωσιν νὰ μὴ φέρωμεν τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ νὰ τὸ εἴπωμεν εἰς τὸ οὖς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ νὰ συγκαλύψωμεν τὴν ὑπόθεσιν διὰ νὰ μὴ κλονισθῇ τὸ ἠθικὸν τῶν μαχομένων δυνάμεων. Τὴν μομφὴν ὅτι θίγομεν τὴν δικαιοσύνην, τὴν ἀφήνωμεν ἀναπάντητον...
§69Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἐνῷ εἴχατε τὴν τόλμην νὰ εἴπητε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἐξεμαιεύθη ἡ γνωμάτευσις τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς δικαιοσύνης, πρέπει νὰ ξεύρητε, ὅτι ἀρχηγὸς τῆς δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος θὰ ἦτο ἱκανὸς νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν συνείδησίν του, νὰ τοῦ ἐκμαιεύσουν τρίτοι μία γνωμοδότησιν ἐπὶ λεπτοτάτου νομικοῦ θέματος, δὲν ὑπάρχει.
§70Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Θὰ ὁμιλήσω ἐπ’ αὐτοῦ. Εἶπον ὅτι διὰ τὴν πρώτην μομφὴν δὲν ἀπαντῶμεν, διότι πολλὰ θὰ λεχθῶσι περὶ δικαιοσύνης, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς οὐδέποτε ἐσυκοφαντήσαμεν, διὰ τὴν κατηγορίαν ὅμως τῆς ἀντιπατριωτικῆς ἡμῶν ἐνεργείας, δὲν θέλομεν νὰ μᾶς κρίνουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μᾶς ὑβρίζουν, θέλομεν νὰ μᾶς κρίνῃ ἡ Βουλὴ ἐὰν καλῶς ἐπράξαμεν καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, τὸν ὁποῖον ἐκπροσωποῦμεν. Τὸ θάρρος τῆς γνώμης μας οὐδεὶς ἠδυνήθη ποτὲ κατὰ τὸ παρελθὸν οὔτε θὰ δυνηθῇ εἰς τὸ μέλλον νὰ περιορίσῃ, ὁσαδήποτε μέσα καὶ ἂν διαθέσῃ, ὁσασδήποτε ἀπειλὰς καὶ ἂν ἐκτοξεύσῃ. Τὰ στήθη μας, τὰ ὁποῖα ἐδέχθησαν πλεῖστα φαρμακερὰ βέλη, εἶναι εἰς θέσιν νὰ δεχθῶσι καὶ ἄλλα, χωρὶς κἂν νὰ κλονίσωσι τὴν πίστιν ἡμῶν πρὸς τὴν ἰδέαν τῆς ἐλευθερίας καὶ τὴν πλήρη ἐπικράτησιν τῶν κοινοβουλευτικῶν μας θεσμῶν, ὑπὲρ τῶν ὁποίων θὰ συνεχίσωμεν ἀγωνιζόμενοι, ἐφ’ ὅσον ὁ λαὸς τῆς περιφερείας θὰ μᾶς περιβάλῃ δι’ ἐμπιστοσύνης. Ἐπανέρχομαι, κύριοι συνάδελφοι, ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ θέματος. Μετὰ τὴν ἄρνησιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ αἰτηθέντα ἔγγραφα, ἠναγκάσθην νὰ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς σχετικὴν ἐπερώτησιν, ἡ ὁποία καὶ συζητεῖται τὴν στιγμὴν ταύτην. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀποφυγὼν νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, κατηγορεῖται παρ’ ἡμῶν διότι ὄχι μόνον τοῦτο δὲν ἔπραξε, ἀλλὰ οὔτε κἂν ἠθέλησε νὰ μᾶς ἀπαντήσῃ, δικαιολογῶν τὴν μὴ προσκόμισιν τῶν ἐγγράφων, ἀπήντησε δὲ τέσσαρας ἡμέρας μετὰ τὴν ἐπερώτησιν, ἐπικαλούμενος πάλιν τὴν μυστικότητα, τὴν δὲ ἐπίκλησίν του ἔσπευσε νὰ κατοχυρώσῃ καὶ μὲ ἓν ἔγγραφον τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὸ ὁποῖον μᾶς ἔστειλε μαζὶ μὲ τὴν ἀπάντησιν.
§71Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δὲν πρέπει νὰ δημιουργῆτε ἐντυπώσεις. Θὰ σᾶς δώσω μία ἐξήγησιν καὶ προπαντὸς θὰ τὴν δώσω πρὸς τὸ Σῶμα καὶ πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὁλόκληρον. Σᾶς λέγω, ὅτι δὲν ἐνήργησα εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν. Ἐπὶ ἑνὸς τόσον λεπτοῦ νομικοῦ θέματος, ἐνόμισα πὼς εἶχον καθῆκον νὰ ἐρωτήσω τὸν φυσικὸν σύμβουλον τῆς δικαιοσύνης εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου. Δὲν ἠρκέσθην δὲ ἁπλῶς εἰς τὴν ἀπάντησίν μου, ἀλλὰ παραθέτω ἀκόμη καὶ δύο γνωμοδοτήσεις, τὰς ὁποίας ἀσφαλῶς δὲν τὰς εἶχον ἐμπνεύσει ἐγώ, ὑπῆρχον ἀπὸ τοῦ 1934 παρ’ ἄλλου εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ἔλυνον τὸ ἴδιο θέμα κατ’ ἀνάλογον τρόπον. Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικότης, κύριοι συνάδελφοι, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν διὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς ἐλάβετε παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν ἀφίσταμαι τῶν πραγματικῶν περιστατικῶν.
§72Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Δὲν εἶχον τὴν ἀξίωσιν νὰ μοῦ στείλητε τὸ ἔγγραφον τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐγὼ ἐζήτησα τὰ ἔγγραφα ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὄχι ἀπὸ τὸν κ. εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὸν ὁποῖον βλέπομεν καὶ πάλιν ἐπὶ σκηνῆς, ὅπως τὸν ἴδομεν ἐντὸς τοῦ Πρωθυπουργικοῦ γραφείου συσκεπτόμενον μεθ’ ἑνὸς ἐκ τῶν κατηγορουμένων καὶ ἀναφέροντα τὴν πορείαν τῆς ὑποθέσεώς του, δίδοντα δὲ στοιχεῖα διὰ τὴν σύνταξιν τῶν ἀστόχων πρωθυπουργικῶν ἀνακοινωθέντων ἐπὶ τοῦ σκανδάλου. Ὁ ἰσχυρισμός, κύριοι συνάδελφοι, τοῦ κ. ὑπουργοῦ, μὴ δυναμένου νὰ προσαγάγῃ τὰ ἔγγραφα ἐνώπιον ἡμῶν, δὲν στηρίζεται καὶ διὰ ἕνα ἄλλο γεγονός, διότι εἰς ἄλλην ὑπόθεσιν ἡ δικαιοσύνη, πρὸ τῆς ἀξιώσεως τοῦ ὑπουργοῦ, τοῦ προσήγαγε μίαν ἄλλην δικογραφίαν, καίτοι ἡ ἀνάκρισις δὲν εἶχεν περαιωθῆ. Πρόκειται περὶ τῆς δικογραφίας τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Γυμναστικῆς Ἀκαδημίας.
§73Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἐστάλη ὁ φάκελλος αὐτὸς ἀπὸ ποῦ;
§74Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Ἀπὸ τὸν εἰσαγγελέα.
§75Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Αὐτὸ εἶναι ψευδὲς καὶ παρακαλῶ νὰ ὁμιλῶμεν ἐπὶ γεγονότων πραγματικῶν καὶ νὰ μὴ διαστρέφωμεν τὴν ἀλήθειαν.
§76Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Τὸ ἔγραψεν ὁ τύπος Ἀθηνῶν, κύριοι συνάδελφοι.
§77Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δὲν ἕπεται μὲ τοῦτο, ὅτι εἶναι ἀληθές. Δὲν δύνασθε νὰ ἰσχυρίζεσθε πράγματα ἀναληθῆ.
§78Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Θὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ τὸ ζήτημα αὐτὸ. Ὀλόκληρος ὁ τύπος Ἀθηνῶν ἔγραψεν, ὅτι τὸ συμβούλιον διέταξε τὴν προφυλάκισιν τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Γυμναστικῆς Ἀκαδημίας καὶ ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐζήτησεν εἰς τὸ γραφεῖον τὸν φάκελλον ὁλόκληρον, τὸν ὁποῖον καὶ κατέχει. Ἐρωτᾶται, δύναται ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ διέπραξε τοιοῦτον σφάλμα; Ἐνῷ ἐπὶ τῶν δημοσιευμάτων αὐτῶν δὲν ἀπήντησεν ὁ κ. ὑπουργός, τί νὰ πιστεύσω;
§79Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δὲν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀπαντῶ εἰς τὸν τύπον, μόνον εἰς τὴν Βουλὴν ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ ἀπαντῶ.
§80Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Εἶναι συνεπῶς ἐλεγκτέος ὁ κ. ὑπουργὸς διὰ τὴν τοιαύτην παράλειψιν τῆς μὴ καταθέσεως τῶν ἐγγράφων, ἥτις ἐξακολουθεῖ ὑφισταμένη καὶ μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ θρυλικοῦ βουλεύματος. Ἀλλὰ καὶ ὁ τρόπος, κύριοι βουλευταί, μὲ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἐχειρίσθη τὸ ὅλον ζήτημα τῆς λαθρεμπορίας καθιστᾶ αὐτὴν ἐλεγκτέαν, διότι ἡ βαρυκοΐα της καὶ ἡ μείωσις τῆς ὁρατότητός της ὑπῆρξαν ἀφορμὴ νὰ δυσανασχετῇ ἡ κοινὴ γνώμη μέχρι σημείου ἐπικινδύνου. Εὐτυχῶς δι’ αὐτήν, ἀργὰ μὲν ἀλλὰ ἀποφασιστικῶς, ἡ βαρυκοΐα της ἐξέλιπεν καὶ ἡ ὁρατότης της ἐπανῆλθε. Καὶ παρ’ ὅλον τὸ γῆρας τοῦ κ. Προέδρου, τὸ αἷμα ἔρρευσεν εἰς τὰς φλέβας της καὶ διὰ μιᾶς θαρραλέας χειρονομίας της ἀπέκοψε τὸ σεσηπὸς μέλος τοῦ σώματός της, σώσασα ἑαυτὴν καὶ τὴν χώραν ἀπὸ τὸ ἀδιέξοδον. Συνεπείᾳ τῆς πράξεως ταύτης, ἡμεῖς, τοὐλάχιστον, δὲν θὰ τὴν ἐπικρίνωμεν περισσότερον. Μὴ προσαχθέντων κατὰ συνέπειαν τῶν αἰτηθέντων ἐγγράφων, ἵνα ἐπὶ τῇ βάσει τούτων κρίνομεν τὰς ὑπαρχούσας πολιτικὰς εὐθύνας εἰς βάρος τῶν ἐπισήμως πλέον κατηγορηθέντων πολιτικῶν ἀνδρῶν κ.κ. Μαρκεζίνη καὶ Θεοτόκη, θὰ κρίνωμεν τούτους βάσει τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν εἰς χεῖρας μας, πλεῖστα τῶν ὁποίων δὲν τὰ ἀμφισβητεῖ, οὔτε τὸ βούλευμα τοῦ Συμβουλίου Πλημμελειοδικῶν. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι εἰς τὸ σημειωματάριον τοῦ Νικολαΐδου ἀναγράφεται τὸ ὄνομα τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Νέου Κόμματος τετράκις καὶ παραπλεύρως τούτου ποσὰ λιρῶν 50–100–100–300.
§81Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Πόθεν τὸ γνωρίζητε αὐτό; Δύνασθε νὰ μᾶς φανερώσητε τὴν πηγὴν τῶν πληροφοριῶν σας;
§82Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἀνακοινώσω τὴν πηγήν, διότι περιμένω καὶ ἄλλας πληροφορίας.
§83Σ. ΣΑΒΒΙΔΗΣ. Μήπως δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ πληροφορία σας αὐτή;
§84Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Ὀνομάζεσθε Σαββίδης; Ὅπως γνωρίζω τὸ ὄνομά σας καὶ εἶμαι βέβαιος περὶ αὐτοῦ, ἔτσι εἶμαι βέβαιος περὶ τῶν πληροφοριῶν τὰς ὁποίας σᾶς δίδω.
§85Η. ΜΠΑΤΖΙΟΣ. Ὁ κ. Καψάλης ἐδημοσίευσε μία ἐπιστολὴν εἰς τὸν τύπον καὶ λέγει, ὅτι δὲν τοῦ ἐπετράπη κάτι. Σᾶς μήπως σᾶς ἀνεκοίνωσε τίποτα;
§86Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι ἡ ἀνάκρισις ἀπηγόρευσεν εἰς τὸν κ. Καψάλην νὰ προχωρήσῃ εἰς ἀποκαλύψεις.
§87Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Νομίζετε ὅτι εἶναι σύνηθες, διεξαγομένης τακτικῆς ἀνακρίσεως, νὰ ἀσκοῦν προανάκρισιν τὰ διοικητικὰ ὄργανα;
§88ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι διοικητικὸν ὄργανον.
§89Ι. ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παύει τὸ δικαίωμα τῶν προανακριτικῶν ὀργάνων μὲ τὴν προϋπόθεσιν, ὅτι ἡ τακτικὴ ἀνάκρισις δὲν ἀντιδικεῖ μὲ τοὺς προανακριτάς, ἀλλὰ συμπαρίσταται μὲ αὐτούς.
§90Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Ἐπίσης εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι εἰς τὸ ἡμερολόγιον τοῦ Νικολαΐδου ἀναγράφεται δεκαπεντάκις τὸ ὄνομα Μαρκεζίνης καὶ παραπλεύρως τούτου διάφοροι ἀριθμοί, ἐξηγούμενοι ὡς σημαίνοντες ὥρας συναντήσεως τούτου μετὰ τοῦ Νικολαΐδου. Τὴν ἐξήγησιν δὲν τὴν ἀμφισβητοῦμεν. Ἐπὶ τῶν ποσῶν τῶν λιρῶν, ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Νέου Κόμματος, ρητῶς ἐδήλωσεν ὅτι πρόκειται περὶ δανεισμοῦ ἐπὶ τόκῳ, ὅταν δὲ ὑπὸ τῆς ἐφημερίδος «Ἔθνος» ἐτονίσθη εἰς τὸ φύλλον τῆς 30ης Μαρτίου, ὅτι καὶ ἡ πρᾶξις αὐτὴ ἀποτελεῖ ἀδίκημα, ἐπανελθὼν ὁ κ. Μαρκεζίνης διὰ νέας δηλώσεώς του, ἐτόνισεν, ὅτι αὐτὸς ἐδανείζετο εἰς δραχμὰς καὶ ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας ὁ Νικολαΐδης ἐχρέωνε τοῦτον εἰς λίρας χρυσᾶς. Ἐκ τοῦ βουλεύματος καταφαίνεται, ὅτι ὁ Νικολαΐδης βεβαιώνει τὸν δανεισμὸν εἰς δραχμάς, ἄνευ ὅμως τόκου, ἐρχόμενος εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὸν κ. Μαρκεζίνην. Ἡμεῖς ὅμως ἐρωτῶμεν, πότε ἔλεγε τὴν ἀλήθειαν ὁ Νικολαΐδης, εἰς τὴν κατάθεσίν του αὐτὴν ἥτις ἐλήφθη μετὰ τὰς δημιουργηθείσας ὑπὸ τοῦ τύπου ἀποκαλύψεις εἰς βάρος τῶν δύο πολιτικῶν, ἢ κατὰ τὴν προανάκρισιν, ὁπότε ἐρωτηθεὶς κατέθεσεν ὅτι τὰ ποσὰ ταῦτα ἐχορήγει εἰς τὸν κ. Μαρκεζίνην ὡς οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν τοῦ κόμματος, εἰς ὃ ἀνῆκεν; Ἰδοὺ δὲ διατί, κύριοι βουλευταί, μεταξὺ τῶν ζητηθέντων ὑφ’ ἡμῶν ἐγγράφων συμπεριλαμβάνετο καὶ ἡ προανακριτικὴ κατάθεσις τοῦ Νικολαΐδου, ἥτις ἐλήφθη κατὰ τὸ ὀρθὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑπέδειξεν ἀγορεύων προχθὲς ὁ ἐκ Τρικάλων συνάδελφος κ. Βαμβέτσος. Ἀποροῦμεν δέ, τῷ ὄντι, πῶς εἰς τὸ βούλευμα οὐδαμοῦ ἀναφέρεται ἡ σοβαρὰ αὐτὴ ἀντίθεσις, ἥτις ἠδύνατο νὰ δώσῃ εἰς τὰς δικαστικὰς ἀρχὰς τὰς ἐνδείξεις ἃς ἐπεδίωκε καὶ δὲν εὕρισκεν ἐνῷ τὰς εἶχεν. Ἀλλὰ καὶ ἂν δεχθῶμεν εἰσέτι, ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Νέου Κόμματος ἐτέλει ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ τοῦ ὑπὸ τοῦ φίλου καὶ προστατευομένου του Νικολαΐδου λαθρεμπορίου, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν ἀπαρατήρητον τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ἐγεννήθη εἰς αὐτὸν ἡ ὑποψία ὅτι εἷς ὑπάλληλος χρηματιστηριακοῦ γραφείου, ἀμειβόμενος μὲ 800.000 δραχ. μηνιαίως, ὡς τῇ δίκῃ κατετέθη ὑπὸ τοῦ ἰδίου, ἦτο εἰς θέσιν νὰ δανείζῃ ἑκατοντάδας λιρῶν, ἢ νὰ χορηγῇ τοιαύτας ὡς ἐνίσχυσιν τοῦ Νέου Κόμματος; Καὶ πῶς ἦτο εἰς θέσιν νὰ ζῇ βίον πολυδάπανον καὶ νὰ ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς πολλαπλᾶς δαπάνας, ἃς ἐδημιούργει διὰ τὴν ἀπόκτησιν φίλων τῆς ἀνωτέρας κοινωνικῆς τάξεως; Εἰς τὰ ἐρωτήματα ταῦτα, κύριοι συνάδελφοι, ἀφήνομεν ὑμᾶς νὰ ἀπαντήσητε διὰ τῆς ἐτυμηγορίας σας. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων καὶ ἀνεξαρτήτως τῆς ποινικῆς εὐθύνης, ἐρωτᾶται, ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει πολιτικὴ εὐθύνη τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Νέου Κόμματος, συναλλασσομένου ὁπωσδήποτε μετὰ τοιαύτης ἐγκληματικῆς προσωπικότητος καὶ ἔχοντος κοινωνικὰς σχέσεις μετ’ αὐτοῦ εἰς πρῶτον βαθμόν; Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, νομίζομεν ὅτι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι χρονογραφικῶς πῶς ν’ ἀναφέρωμεν καὶ μία ἄλλην ἐγγραφὴν 500 λιρῶν ἐπ’ ὀνόματι τοῦ κ. Μαρκεζίνη, σχέσιν ἔχουσα μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ ἑτέρου καταδικασθέντος λαθρεμπόρου Ἀλεξ. Κανελλοπούλου καὶ λέγομεν χρονολογικῶς, διότι αὕτη δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐνίσχυσις οἰκονομική, διότι οὗτος ἦτο εἰς θέσιν, ὡς λέγεται, νὰ χορηγήσῃ οἰκονομικὰς ἐνισχύσεις. Ἴσως, μάλιστα, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον τὸ βούλευμα οὐδόλως ποιεῖται μνείαν τούτων. Ἀλλὰ καὶ ἐδῶ γεννᾶται ἕτερον ἐρώτημα: Ἀφοῦ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Νέου Κόμματος εἶχε χορηγητὰς 150.000.000 δραχ. χορηγητὰς 500 χρυσῶν λιρῶν, χορηγητὰς 30.000 δολλαρίων δι’ ἕνα καπρίτσιο, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ καταφεύγῃ εἰς δανεισμὸν 10.000.000 δραχ. ἀπὸ ἕνα ὑπάλληλον ἑνὸς γραφείου. Καὶ ὅλα αὐτὰ διὰ τὴν ἐφημερίδα «Ἐθνικὴ Πνοή», ἡ ἔκδοσις τῆς ὁποίας ἐν συνόλῳ ἐστοίχισεν 20 ἑκατομ. εἰς τὸ Νέον Κόμμα. Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ πάλιν ὑμεῖς καλεῖσθε νὰ κρίνητε, κύριοι συνάδελφοι. Ἤδη ἐρχόμεθα εἰς τὰς ἐγγραφὰς ἑτέρου μέλους τοῦ Νέου Κόμματος καὶ πρώην ὑπουργοῦ, τοῦ κ. Θεοτόκη. Εἰς τὸ σημειωματάριον τοῦ κουμπάρου του Νικολαΐδου, φέρεται ἀναγεγραμμένον τὸ ὄνομα αὐτοῦ πολλάκις καὶ παραπλεύρως 1000–1500–1500 κλπ. Ὁ κ. Θεοτόκης, εὐθὺς ὡς ἐγνώσθη διὰ τοῦ τύπου ἡ ἀναγραφὴ τοῦ ὀνόματός του, ἰσχυρίσθη ὅτι τὰ ποσὰ αὐτὰ ἀφεώρουν συναλλαγὰς τούτου μετὰ τοῦ Νικολαΐδου, προερχομένας ἐκ μισθωμάτων τῆς ἐνταῦθα καὶ ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Ὑπερείδου 14 οἰκίας του, τὸ μηνιαῖον μίσθωμα τῆς ὁποίας καθώρισεν εἰς 1.800.000 δραχ. Δεχόμεθα τὴν δικαιολογίαν ταύτην καὶ ἐξ αὐτῆς ἐκκινοῦμεν. Ἀφοῦ ἐλάμβανε τὰ ποσὰ ταῦτα ὡς ἐνοίκιον, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν ὅτι οἱ ἀριθμοὶ 1000–1500 ἀποτελοῦν ποσὸν εἰς δραχμάς; Οὔτε μικρὰ παιδία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαπατηθῶσι μὲ τὴν δικαιολογίαν ὅτι εἷς μεγάλης ὁλκῆς λαθρέμπορος θὰ ἀνέγραφεν εἰς τὸ ὕποπτον σημειωματάριόν του τὸ ἀντίτιμον ἑνὸς καφέ, ἢ ἑνὸς κυτίου σιγαρέττων χορηγουμένου μάλιστα εἰς κουμπάρον. Δι’ αὐτοὺς δὲ τοὺς λόγους, τὸ βούλευμα, ὅλως παραδόξως, προσέθεσεν ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας τρία μηδενικὰ καὶ μετέτρεψε τοὺς ἀριθμοὺς 1000–1500 εἰς 1.000.000 καὶ 1.500.000 λίαν αὐθαιρέτως, ὡς δῆθεν λησμονηθέντα νὰ τεθῶσιν ὑπὸ τοῦ Νικολαΐδου. Ἀλλὰ ἡμεῖς ἐρωτῶμεν τοὺς ἐκδόσαντας τὸ βούλευμα, διατὶ τάχα ἐλησμόνησεν ὁ Νικολαΐδης νὰ θέσῃ τὰ τρία μηδενικὰ καὶ δὲν ἐλησμόνησε νὰ θέσῃ τὰ γράμματα Λ ἢ Δ; Ἐξ αὐτοῦ καταφαίνεται, ὅτι οἱ ἐκδόσαντες τὸ βούλευμα, ἐνῷ εἶχον τὰς ἀπαιτουμένας ἐνδείξεις νὰ στηρίξωσιν ἐπ’ ἀκροατηρίῳ κατηγορίαν, ἀπέφυγον τοῦτο καὶ ἐστηρίχθησαν ἐπὶ ἐσφαλμένων ὑπολογισμῶν, ὅπως ἐπὶ ἐσφαλμένων ὑπολογισμῶν ἐστηρίχθησαν διὰ νὰ δικαιολογήσωσι τὴν εἰς Κέρκυραν μετάβασιν τοῦ Νικολαΐδου, οὐχὶ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ βουλευτοῦ, ἀλλὰ τοῦ χρηματιστοῦ, τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν διαπιστοῦται περιτράνως ἐκ καταθέσεως δύο ἀνωτάτων λειτουργῶν, τοῦ Νομάρχου Κερκύρας καὶ τοῦ Ἀστυνομικοῦ Ὑποδιευθυντοῦ, ὅτι ἡ ἀστυνομία ἀπέφυγε νὰ ἐλέγξῃ ὡς εἶχεν ὑποχρέωσιν τὰς 7 βαλίτσας του κατόπιν τῆς δηλώσεως, ὅτι οὗτος τυγχάνει βουλευτής.
§91Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τοῦτο ἀναιρεῖται ἀπολύτως ἀπὸ ἀνακρίσεις, κατ’ ἐπανάληψιν γενομένας.
§92Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Ὥστε δύο ἀνώτερα κρατικὰ ὄργανα δὲν ἔγιναν πιστευτά, καὶ ἔγιναν πιστευτὰ τὰ λεχθέντα εἰς τὴν ἀνάκρισιν παρὰ τοῦ Νικολαΐδου καί τινων ἐπιστρατευθέντων μαρτύρων. Καὶ ἐδικαιολογήθησαν 7 βαλίτσαι δι’ ἓν ταξίδιον πέντε ἡμερῶν, ὡσὰν νὰ ἐπρόκειτο ὁ Νικολαΐδης νὰ μεταβῇ διὰ νὰ συμμετάσχῃ εἰς τελετὰς καὶ δεξιώσεις καὶ εἶχεν ἀνάγκην νὰ μεταφέρῃ ὁλόκληρον τὸ βεστιάριόν του, τὴν στιγμὴν μάλιστα καθ’ ἣν εἶχον ἀρχίσει αἱ συλλήψεις διὰ τὸ λαθρεμπόριον καὶ ἀνέμενε καὶ τὴν ἰδικήν του. Ἀλλὰ ἀφοῦ τὸ βούλευμα παραδέχεται ὅτι τὰ ποσὰ ὅλα ἀπετέλουν μισθώματα καὶ ἀφοῦ τοῦτο τὸ ἐξέδωκαν Ἕλληνες δικασταί, διατὶ δὲν ἔκρινον σκόπιμον νὰ πιστοποιήσουν τὴν τοιαύτην πρᾶξιν τῆς μισθώσεως καὶ νὰ ζητήσουν παρὰ τῆς ἁρμοδίας Οἰκονομικῆς Ἐφορίας νὰ πληροφορηθῶσιν, ἂν ὑπεβλήθη ἡ ἐκ τοῦ νόμου ἐπιβαλλομένη δήλωσις καὶ ἐὰν κατεβλήθη ὁ ἀνάλογος φόρος, ὅστις ὑπερβαίνει τὰ 11.000.000 δραχ. ἐτησίως; Καὶ ἔδει νὰ καταβληθῇ ἐκ μέρους τοῦ κ. Σ. Θεοτόκη ποσὸν 22 ἑκατομμυρίων δραχμῶν ὡς φόρος. Τοιοῦτον πρᾶγμα δὲν ἐγένετο, ὡς βεβαιοῦν ἐπίσημα στοιχεῖα τῆς ΣΤʹ Οἰκονομικῆς Ἐφορίας, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάγεται τὸ σπίτι αὐτό. Καὶ ἀφοῦ, κύριοι συνάδελφοι, θὰ ἐπληροφοροῦντο οἱ Ἕλληνες δικασταὶ τὴν ὕπαρξιν τοῦ τοιούτου ἀνομήματος τοῦ Σ. Θεοτόκη, ἀναμφισβητήτως θὰ τοὺς ἐγεννᾶτο ἡ ἀμφιβολία, ἐὰν ὄντως εἶναι ἀθῶος ὅλων τῶν πράξεων, δι’ ἃς κατηγορεῖται. Διότι θὰ τοὺς ἐγεννᾶτο ἡ ἀμφιβολία καὶ θὰ διηρωτῶντο, ἕνας ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἀπεπειράθη νὰ καταχρασθῇ 22 ἑκατ. δραχμῶν φόρου, ἄνθρωπος δηλαδὴ ὁ ὁποῖος ἔχει προηγούμενα, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ λέγῃ τὴν ἀλήθειαν; Ταὐτοχρόνως οἱ Ἕλληνες δικασταὶ θὰ ἐπροστάτευον καὶ τὸ Δημόσιον, διότι δὲν θὰ ἔχανε τὸ ποσὸν αὐτό, διὰ τὸ ὁποῖον ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὤφειλε νὰ κρατήσῃ ἰδιαιτέραν σημείωσιν διὰ νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου παρὰ τοῦ κυρίου τούτου, ἐφ’ ὅσον ὁμολογεῖ ὅτι εἰσέπραττεν ἐνοίκιον 1.800.000. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, δὲν ὑπάρχει κἂν δήλωσις· ὑπάρχει δήλωσις εἰς τὴν Οἰκονομικὴν Ἐφορίαν, ὅτι τὴν οἰκίαν ταύτην τὴν ἐχρησιμοποίει ὁ κ. Θεοτόκης ὡς ἰδιοκατοίκησιν. Ὥστε ἀπὸ τὴν μίαν πλευρὰν ἰσχυρίζεται ὅτι τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα φέρονται ἀναγεγραμμένα εἰς τὸ σημειωματάριον προέρχονται ἐξ ἐνοικίων, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην πλευρὰν δηλώνει ὅτι τὸ σπίτι αὐτὸ δὲν τὸ εἶχεν ἐκμισθώσει, ἀλλ’ ἰδιοκατοικοῦσε. Ἀφήνω εἰς ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, νὰ κρίνητε περὶ τῆς ἀληθείας τῶν ἰσχυρισμῶν τούτων.
§93ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ Ἐφορία δὲν ἐλέγχει τὰς δηλώσεις;
§94Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Ἡ Ἐφορία, κύριοι συνάδελφοι, ἐστηρίχθη εἰς τὴν δήλωσιν ἑνὸς πρώην ὑπουργοῦ, ἑνὸς βουλευτοῦ, καὶ δὲν ἔκρινεν ἀναγκαῖον νὰ κάμῃ τὸν ἔλεγχον, διότι δὲν ἐφαντάζετο ποτὲ ὅτι ἕνας πρώην ὑπουργὸς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ καταθέσῃ ψευδῆ δήλωσιν.
§95ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ποινικὸν ἀδίκημα.
§96Η. ΜΠΑΤΖΙΟΣ. Ὑποβάλλεται ἡ δήλωσις, ὁ φορολογούμενος ἔχει δικαίωμα νὰ δηλώσῃ ὅ,τι δήποτε, εἴτε ὅτι πρόκειται περὶ ἰδιοκατοικήσεως, εἴτε ὅτι πρόκειται περὶ ἐκμισθώσεως· ἡ Ἐφορία ἐπιλαμβάνεται τοῦ ἐλέγχου ἀργότερον.
§97Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Δὲν ἔκαμε κἂν δήλωσιν ἐκμισθώσεως, ὁ κ. Θεοτόκης.
§98Η. ΜΠΑΤΖΙΟΣ. Εἶναι 5ετὴς ἡ παραγραφὴ τοῦ Δημοσίου. Συνεπῶς ἡ Ἐφορία ...... (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§99Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Λέγω τοῦτο, ὅτι ὁ κ. Θεοτόκης, ὑπουργὸς ὤν, δὲν κατέθεσε δήλωσιν εἰς τὴν Ἐφορίαν καὶ δὲν κατέβαλε τὸν φόρον ποτέ. Τί μοῦ τσαμπουνᾶς τόσην ὥραν; (Γέλωτες). Ἐὰν ὑπέβαλε δήλωσιν ἰδιοκατοικήσεως θὰ ἐπλήρωνε 10 χιλιάδας φόρον μηνιαίως. Ἐὰν ὑπέβαλε δήλωσιν ἐκμισθώσεως, θὰ ἐπλήρωνε 200.000 μηνιαίως. Τὸ κατάλαβες τώρα;
§100Η. ΜΠΑΤΖΙΟΣ. Δὲν μὲ ἀφήνετε νὰ ὁλοκληρώσω. Ἐγὼ δὲν ἐξετάζω τὴν ἄποψιν τοῦ φορολογουμένου· ἐξετάζω τὴν ἄποψιν τοῦ Δημοσίου καὶ τὸ Δημόσιον...
§101Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Ἐγὼ ἐξετάζω τὴν ἄποψιν τοῦ φορολογουμένου.
§102Ι. ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγράφεται ἕνας ἀριθμὸς 50 εἰς τὸ σημειωματάριον; (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§103Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐπειδὴ ἤρχισα καὶ ἐπειδὴ θέλω νὰ συνεχίσω καὶ νὰ περατώσω τὴν ἀγόρευσίν μου, δὲν ἐπιτρέπω διακοπὰς πλέον. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, ἐν τῷ βουλεύματι παρετηρήσαμεν μετ’ ἐκπλήξεως, ὅτι οὐδόλως γίνεται μνεία τῶν ἡμερολογίων Χήρς. Ἐὰν προσέξητε εἰς τὴν αἴτησίν μου περὶ καταθέσεως τῶν ἐγγράφων, ὁμιλῶ εἰδικῶς περὶ τῶν ἡμερολογίων τοῦ Χήρς. Ἐὰν τὰ εἴχαμεν αὐτὰ τὰ ἡμερολόγια τοῦ Χήρς, θὰ σᾶς ἔπειθα περὶ τοῦ ποῖοι εἶναι ἀναμεμιγμένοι καὶ εἰς τὰ ὡρολόγια καὶ εἰς τὸ λαθρεμπόριον. Δυστυχῶς δὲν μοῦ τὰ ἔδωσαν. Τὸ ὅτι δὲ τὰ ἡμερολόγια τοῦ Χήρς ὑπάρχουν καταφαίνεται καὶ ἀπὸ τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν μοῦ ἔδωσεν ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Διότι μοῦ λέγει, ὅτι τὰ ἔγγραφα τὰ 4, ποὺ ζητᾶτε, ὑπάρχουν καὶ θὰ τὰ καταθέσωμεν, ἀλλ’ ὅταν θὰ ἐπιτραπῇ αὐτὸ ἀπὸ τὴν ἀνάκρισιν.
§104Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Γενικῶς ὁμιλεῖ ἡ ἀπάντησις, δὲν κατονομάζει οὔτε τὰ μέν, οὔτε τὰ δέ.
§105Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα καὶ τὰ 4 ἔγγραφα. Καταλαβαίνετε; Καὶ σεῖς λέτε ὅτι δὲν ὑπάρχουν, ἐγὼ δύναμαι νὰ ἀποδείξω ὅτι ὑπάρχουν τὰ ἔγγραφα αὐτὰ καὶ δι’ ἄλλου τρόπου.
§106Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δὲν ἠμφισβήτησα τοῦτο, εἶπον ἁπλῶς ὅτι ἡ ἀπάντησις ἐκφράζεται γενικῶς.
§107Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Ἐὰν εἴχομεν εἰς τὴν διάθεσίν μας τὰ ἡμερολόγια τοῦ Χήρς, θὰ ἀπεκαλύπτετο κατὰ τρόπον πασίδηλον ποῖοι εἶναι οἱ συμμετασχόντες καὶ εἰς τὸ λαθρεμπόριον συναλλάγματος καὶ εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῶν ὡρολογίων. Καὶ ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ ὡρολογίων, θὰ κάμω καὶ ἐγὼ κάποιαν παρατήρησιν, ἐν συνεχείᾳ τῶν ὅσων ἔκαμε προχθὲς τὴν ἑσπέραν ὁ κ. Βαμβέτσος καὶ τὴν ὁποίαν δὲν τὴν ἔκαμεν ἴσως διότι τοῦ ἐξέφυγεν, ἀπορῶ δὲ πῶς τοῦ ἐξέφυγεν αὐτοῦ τέτοια λεπτομέρεια. Ὅταν ἐδικάζετο εἰς δεύτερον βαθμὸν ἡ ὑπόθεσις τοῦ λαθρεμπορίου τῶν ὡρολογίων — προσέξτε το καλὰ αὐτό, διότι ἐγὼ παρηκολούθησα τὰς δίκας— ὅταν λοιπὸν ἐδικάζετο εἰς τὸ Ἐφετεῖον ἡ ὑπόθεσις καὶ τὸ δικαστήριον ἐξήταζε τὰ περιστατικὰ τῆς ἐνοχῆς τριῶν προσώπων, αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου, δηλαδὴ τοῦ Κανελλοπούλου, τοῦ Σαμπριὲ καὶ τοῦ Νικολαΐδου, δὲν κατώρθωσε νὰ μορφώσῃ γνώμην ὅτι ὁ «Νίκ», ὅπως ἀνεγράφετο εἰς τὰ χαρτιά, ἦτο ὁ Νικολαΐδης καὶ δι’ αὐτὸ τὸν ἀπήλλαξεν. Ὅταν ὅμως ἐδικάζετο εἰς δεύτερον βαθμὸν ἡ ὑπόθεσις τοῦ λαθρεμπορίου τοῦ συναλλάγματος τεχνηέντως ὑπὸ τοῦ Προέδρου τοῦ δικαστηρίου τῶν Ἐφετῶν ὑπεβλήθη τὸ ἐρώτημα εἰς τὸν Νικολαΐδην: Ὁ «Νίκ» ποῖον πρόσωπον εἶναι; Εἶμαι ἐγὼ ὁ ἴδιος ἀπήντησεν ὁ κατηγορούμενος. Καὶ διερωτᾶται κανεὶς πῶς, ἐνῷ εἰς τὸ πρῶτον δικαστήριον δὲν ἠρευνήθη καὶ δὲν ἠρωτήθη ἐπιμόνως ὁ κατηγορούμενος εἰς τὸ δεύτερον, ἀπεδείχθη ὅτι «Νίκ» ἦτο ὁ Νικολαΐδης;
§108Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δὲν μοῦ διέφυγε, ἀλλὰ δὲν μοῦ ἦτο γνωστόν. Πρώτην φορὰν λαμβάνω γνῶσιν.
§109Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Ἀλλὰ εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, κύριοι συνάδελφοι, ὑπάρχει καὶ ἓν ἄλλο σκοτεινὸν σημεῖον. Τὸ σημεῖον τοῦ ἰσχυρισμοῦ, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν τὰ νούμερα 1000–1500 νὰ ἀποτελοῦν λίρας, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν εἰς διάστημα δύο μηνῶν νὰ προσπορισθοῦν τόσον μεγάλα κέρδη. Δηλαδὴ διὰ νὰ πάρῃ εἷς μεριδιοῦχος ἀπὸ τοὺς 10, 2000 λίρας ἐπὶ παραδείγματι, ἔπρεπε νὰ πραγματοποιηθοῦν 20 χιλ. λιρῶν κέρδη. Ἐγὼ διὰ νὰ ἐξακριβώσω, ἐὰν τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ εἶναι σταθερόν, ἐπεδίωξα νὰ ἴδω, ἐὰν ἦτο δυνατὸν εἰς δύο μῆνας νὰ κερδηθοῦν 2500 λίρες, καὶ ἐζήτησα ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν, νὰ μοῦ φέρουν τὸν κατάλογον τῶν κατασχεθέντων εἰδῶν ἑνὸς μόνον ταξιδίου. Καὶ ἀπὸ τὸν κατάλογον αὐτὸν τὸν ἐπίσημον τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν εὑρίσκω ὅτι ἀπὸ τὰ ὡρολόγια καὶ μόνον ἀπὸ τὸν δασμὸν εἶχον κέρδος 1 δισεκ. 200 ἑκατ., χωρὶς τὰ κέρδη ἐκ τῶν χρυσῶν νομισμάτων. Καὶ ἐρωτᾶται: Ὅταν ἀπὸ ἕνα ταξίδιον, προσπορίζεται 4.500 λίρας, μόνον ἀπὸ τὴν διαφορὰν τοῦ δασμοῦ, χωριστὰ ἀπὸ τὰ χρυσᾶ νομίσματα, εἶναι δυνατόν, εἰς διάστημα 1–2 μηνῶν νὰ πάρῃ εἷς συνεταῖρος 1.000–2.000 λίρας; Τὸ βούλευμα λέγει, ὅτι 2000–3000 λίρες δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πάρῃ εἷς συνεταῖρος εἰς διάστημα δύο μηνῶν. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐξήγαγον 1.500.000 λίρας εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, καὶ ἀκόμη καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι τὰ λεπτά, τὰ ὁποῖα ἐξάγονται, δὲν ἀποδίδουν τὰ 7, ὡς ἐλέχθη ἀλλὰ τὸ 1–2, δηλαδὴ κέρδος 200%.
§110Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Τὸ κέρδος τῶν ὡρολογίων δὲν εἶναι μόνον ὁ δασμὸς εἶναι καὶ τὸ ἐμπορικόν.
§111Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, ἔχω νὰ σᾶς ἀναφέρω καὶ μίαν ἄλλην ἐνέργειάν μου. Ὡς θὰ ἐπροσέξατε, εἰς τὸν τύπον ἐδημιουργήθη μέγας θόρυβος, περὶ τὸ ὄνομα Τζόνσον, ὁ ὁποῖος ἐφέρετο ὡς εἷς ἐκ τῶν ἀρχηγῶν τῆς σπείρας τοῦ λαθρεμπορίου. Ἠναγκάσθην κατόπιν τούτου, νὰ ὑποβάλω αἴτησιν ζητῶν πληροφορίας καὶ ἡ ἀνάκρισις εὗρεν ποῖος κρύπτεται ὑπὸ τὸ ψευδώνυμον αὐτό. Καὶ ὁ μὲν κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐκώφευσεν, δὲν ἠθέλησε νὰ ἀπαντήσῃ, ὁ δὲ κ. ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως, μᾶς εἶπεν, ὅτι διὰ τὰ ζητήματα αὐτά, δύνασθε νὰ πληροφορηθῆτε μόνον παρὰ τῶν ἀνακριτικῶν ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι κατέχουσι τὸ θέμα. Κύριοι συνάδελφοι, πρόκειται περὶ ψευδωνύμου, καὶ πολλὰ θρυλοῦνται διὰ τὸ πρόσωπον αὐτό. Ἡμεῖς θὰ ἀποφύγωμεν νὰ κατωνομάσωμεν τοὺς θρύλους, περὶ αὐτοῦ ὅμως, δὲν γίνεται οὐδεμία συζήτησις ἐν τῷ βουλεύματι, καὶ μᾶς ἔκαμε κατάπληξιν τὸ γεγονός, Πῶς εἶναι δυνατὸν ἀφοῦ ὅλαι αἱ σειραὶ ἐπέρασαν καὶ δὲν ἀναφέρεται πουθενά, τί γίνεται τέλος πάντων μὲ τὸ ὄνομα Τζόνσον, πῶς εἶναι δυνατόν, ἀφοῦ δέν ὑπάρχει ὄνομα Τζόνσον, καὶ δὲν κρύπτεται κανεὶς ὑπὸ τὸ ψευδώνυμον αὐτό; νὰ μὴ μᾶς ἀπαντοῦν ὅτι, κακῶς, κύριοι, ζητεῖτε πληροφορίας; Ἀνεφέρθη πολλαπλῶς τὸ ὄνομα Τζόνσον, ὡς ἀρχηγοῦ τῆς σπείρας τῶν λαθρεμπόρων εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§112Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐλέγξωμεν τὴν ἄσκησιν τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας, πρέπει τὰ στοιχεῖα νὰ εὑρίσκωνται ἐν φακέλλῳ, διότι ἐὰν δὲν εὑρίσκωνται ἐν φακέλλῳ, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὰ ἐλέγξωμεν. Ἐρωτῶ: Ὑπάρχουν αὐτά, καὶ πόθεν τὰ ξεύρομεν;
§113Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Ἐγώ, δὲν ἔχω εἰς χεῖρας μου τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἀποδείξω ποῖος εἶναι ὁ Τζόνσον.
§114Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἐν τοῖς ἐγγράφοις τοῖς εὑρισκομένοις ἐν τῇ δικογραφίᾳ, γίνεται λόγος περὶ Τζόνσον;
§115Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Βεβαίως. Ἀναφέρεται εἰς τὸ ἡμερολόγιον τοῦ Χήρς. Καὶ διὰ νὰ συμπληρώσω τὰς ἐρεύνας μου, ὑπέβαλα τὴν 6ην Ἀπριλίου 1949 πρὸς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, τὴν ἑξῆς αἴτησιν ζητῶν παρὰ τῶν κ.κ. ὑπουργῶν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Δημοσίας Τάξεως, ὡρισμένας πληροφορίας περὶ Νικολαΐδου, καθ’ ὃν χρόνον οὗτος ὑπηρέτει ὡς ἀξιωματικός. «................. (ἀναγινώσκει).........». Καὶ ὁ μὲν, κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ Κοινοβουλευτικώτατος καὶ λίαν προσηλωμένος πρὸς τὰς δημοκρατικὰς ἐλευθερίας πολιτικὸς ἀνήρ, φαίνεται, ἀναλαβὼν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἀπησχολημένος μὲ σωρείαν ζητημάτων σχετικῶν μὲ τὴν δίωξιν τῆς ἀνταρσίας, ἐλησμόνησε τοὺς ἀγῶνας του διὰ τοὺς ἐλευθέρους θεσμούς καὶ ἀπηξίωσε νὰ μᾶς ἀπαντήσῃ. Ὁ κ. ὑπουργὸς ὅμως, τῆς Δημοσίας Τάξεως, ἔσπευσε νὰ μᾶς δώσῃ ἐγγράφως τὰ αἰτηθέντα στοιχεῖα, τὰ ἀφορῶντα τὸν ἔφεδρον ἀνθυπολοχαγὸν Νικ. Νικολαΐδην. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰ στοιχεῖα ταῦτα, κύριοι συνάδελφοι, ὡς ἔχουσι, διὰ νὰ μορφώσητε γνώμην, πῶς καὶ ποῦ ὑπηρέτησαν οἱ κουμπάροι, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τῶν διαφόρων ὑπουργῶν, ἐπὶ μίαν διετίαν, εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ ἀδέλφια μας καὶ τὰ παιδιά μας ἐμάχοντο εἰς τὸν Γράμμον, εἰς τὸ Βίτσι καὶ εἰς τὰ σύνορα τὰ Βουλγαρικά, καὶ εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν οἱ Ἕλληνες ἀξιωματικοί, οἵτινες εἶχον τὴν ἀτυχίαν νὰ ἔχωσι τὸν λαθρέμπορον συνάδελφον, ἐπότιζον μὲ τὸ αἷμα των τὸ πάτριον ἔδαφος καὶ ἐστεφάνωνον διὰ τοῦ ἡρωϊσμοῦ των τὰ Ἑλληνικὰ ὅπλα. «............................... .......... (ἀναγινώσκει)................». Περικοπαὶ ἐπισήμων ἐγγράφων. Δηλαδή, τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1946 ὑπουργοῦντος τοῦ κ. Θεοτόκη τῆς Ἀσφαλείας, ἐτοποθετήθη διὰ διαταγῆς τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου ὁ Νικ. Νικολαΐδης εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἀσφαλείας. Δεύτερον ἐκ τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν 3862 «.......... ................ (ἀναγινώσκει)............». Δηλαδή, ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1946 μέχρι τοῦ Φεβρουαρίου τοῦ 1947, καίτοι ἐτοποθετήθη ὁ Νικολαΐδης δὲν ἐνεφανίσθη εἰς τὴν νέαν του θέσιν.
§116Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Αὐτὸ ἀποτελεῖ, ἴσως λιποταξίαν.
§117Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Ἐπακολουθεῖ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 698 τῆς 4ης Μαρτίου 1947 ἔγγραφον τῆς Σχολῆς Ἐπιτελῶν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Δημοσίας Τάξεως «.......... ............. (ἀναγινώσκει)...............». Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἀνωτέρω ἐγγράφου τῆς Σχολῆς Ἐπιτελῶν, τὸ Ὑπουργεῖον Δημοσίας Τάξεως διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν Δ.Υ. τῆς 4)3)47 ἐγγράφου του πρὸς τὸ κέντρον παρουσιάσεως ἀξιωματικῶν γνωρίζει τὰ ἑξῆς: «...... .............. (ἀναγινώσκει)..............».
§118Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δηλαδή, ἐπὶ τοῦ κ. Ζέρβα.
§119Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Φεβρουάριον καὶ Μάρτιον τοῦ 1947 ὁ κ. Ζέρβας, δὲν ἦτο ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως, ἔμεινεν ἄνευ Χαρτοφυλακίου μέχρι τῆς 8)5 ὁπότε ἀνέλαβε τὸ Ὑπουργεῖον αὐτό.
§120Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Τὸ σημεῖον αὐτὸ δὲν τὸ ἐξηκρίβωσα, διότι τὸ ἔγγραφον αὐτὸ ποὺ λέγει, ὅτι ὑπηρετεῖ ὡς διερμηνεὺς, δὲν φέρει ὑπογραφὴν ὑπουργοῦ, ἐνῷ τὰ ἄλλα φέρουν ὑπογραφὴν ὑπουργοῦ, πλὴν τοῦ πρώτου τῆς ὑπηρεσίας. Κατάπληξιν, βέβαια προξενεῖ τὸ ἑξῆς γεγονός, ὅτι ἐνῷ τὸν Φεβρουάριον ἡ ὑπηρεσία διεμαρτύρετο εἰς τὴν Σχολὴν Ἐπιτελῶν, καὶ ἔλεγε ποῦ εἶναι ὁ ἀνθυπολοχαγὸς, ποὺ μᾶς ἐστείλατε τὸν Μάρτιον, ἕνας ἰδιαίτερος γραμματεὺς λέγει, ὅτι ἡμεῖς τὸν ἔχομεν διερμηνέα, ἐνῷ δὲν ἦτο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπως φαίνεται ἐκ τοῦ φακέλλου. Τὴν 7)9)48, ἐλήφθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Δημοσίας Τάξεως τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 8070 ἔγγραφον τοῦ κέντρου παρουσιάσεως ἀξιωματικῶν: «.............................. .............. (ἀναγινώσκει)..............». Ὁπότε τὸ Ὑπουργεῖον Δημοσίας Τάξεως, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν 3662 τῆς 16 Σεπτεμβρίου 1948 ἐγγράφου του γνωρίζει πρὸς τὸ κέντρον ἀξιωματικῶν, ὅτι τοιοῦτος ἀξιωματικὸς οὐδέποτε ὑπηρέτησεν, οὔτε ὑπηρετεῖ παρ’ ἡμῖν.
§121Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θὰ πρέπει νὰ ζητήσῃ πληροφορίας, ἐὰν ἠσκήθη ποινικὴ ἀγωγὴ ἐπὶ λιποταξίᾳ κατὰ τοῦ ἐν λόγῳ ἀξιωματικοῦ, ὁ ὁποῖος οὐδέποτε ὑπηρέτησεν, ἀγνοούμενος ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν, εἰς τὴν ὁποίαν φαίνεται ἀποσπασμένος.
§122Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Στρατιωτικῶν). Εἶναι αὐτονόητον.
§123Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἐὰν ἐπληρώνετο κατὰ τὸ διάστημα αὐτό, καὶ ἀπὸ ποίαν ἀρχὴν ἐπληρώνετο.
§124Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως ἔκαμε μίαν παράλειψιν, διότι ὤφειλε νὰ διατάξῃ τὴν σύλληψιν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ καὶ τὴν παραπομπὴν τούτου ἁρμοδίως. Διότι ἀφοῦ ἐπὶ ἕνα χρόνον δὲν παρουσιάσθη, δὲν ἠμποροῦσε εἰς ἕνα λιποτάκτην νὰ δώσῃ φύλλον μεταβάσεως εἰς τὸ κέντρον παρουσιάσεως ἀξιωματικῶν, χωρὶς νὰ ἀναφέρῃ εἰς τὸ Κέντρον ἐκεῖνο, ὅτι αὐτὸς εἶναι λιποτάκτης.
§125Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἐὰν εἶναι τῆς 18ης Δεκεμβρίου 1948, ὁ ἤδη ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως, ἦτο ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.
§126Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Τί προκύπτει, κ. βουλευταί, ἐκ τούτων; Ὅτι ὁ Νικολαΐδης, ἀξιωματικὸς ὤν, καὶ τυγχάνων πλήρους ἀσυδοσίας, φερόμενος ὡς ὑπηρετήσας ἐπὶ διετίαν χωρὶς νὰ ὑπηρετήσῃ οὔτε ἐπὶ διήμερον, ἀντὶ νὰ ἀσχοληθῇ μὲ τὰ στρατιωτικὰ του καθήκοντα ἠσχολεῖτο μὲ τὸ λαθρεμπόριον, χάρις εἰς τὴν κουμπαρικὴν προστασίαν τοῦ τότε ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Τάξεως.
§127Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Ποῖος ἦτο ὁ ὑπουργός, ὁ ὑπογράψας τὴν ἀπόλυσιν;
§128Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Πάντως δὲν ἦτο, ὁ κ. Ρέντης. Καὶ ἐρωτῶμεν, ἀνεξαρτήτως ὅλων τῶν ἄλλων ἀκαταμαχήτων ἐπιχειρημάτων μας, τοῦτο καὶ μόνον τὸ γεγονὸς δὲν εἶναι ἱκανὸν νὰ δημιουργῇ τὴν ὕπαρξιν τεραστίων πολιτικῶν εὐθυνῶν ἐξικνουμένων μέχρι τοῦ μεγαλυτέρου βαθμοῦ τοῦ ἐγκλήματος; Καὶ ἐρωτᾶται, ὅταν εἰς τὸ λαθρεμπόριον τοῦ συναλλάγματος, ἀπεδείχθη, ὅτι ἐνείχετο Ἕλλην ἀξιωματικός, ἐν ἐνεργείᾳ διατελῶν κατὰ τὸν χρόνον τοῦ ἀδικήματος, εἶχεν ἢ δὲν εἶχε δίκαιον, ὁ συνάδελφος κ. Τσάτσος, ὅταν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 3 Φεβρουαρίου, ἐζήτησε τὴν παραπομπὴν τῆς ὑποθέσεως εἰς τὴν Στρα. Δικαιοσύνην;
§129Δ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Κατὰ τὸ Γʹ Ψήφισμα, ὅλοι ἔπρεπε νὰ παραπεμφθοῦν εἰς τὰ Στρατοδικεῖα.
§130Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Τὸν συνάδελφον Παπαδάκην, τὸν παραπέμπουν εἰς τὴν Στρατιωτικὴν Δικαιοσύνην διὰ μίαν πρᾶξιν μηδαμινὴν καὶ τὸ ἔγκλημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον συνεκλόνισε τὸ Πανελλήνιον δὲν ἠθέλησαν νὰ τὸ παραπέμψουν εἰς τὴν Στρατιωτικὴν Δικαιοσύνην.
§131Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Ὑπάρχει αἴτησις τοῦ Αʹ Σώματος Στρατοῦ, ἐπισήμως ὑποβληθεῖσα, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ποὺ ἐζήτει τὴν παραπομπήν των εἰς τὸ Στρατοδικεῖον βάσει τοῦ Γʹ Ψηφίσματος.
§132Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀντέταξεν ἐπιχειρήματα καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ὑποθέσεως Παπαδάκη, ὁ κ. ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ὀρθῶς ὁ Στρατιωτικὸς Διοικητὴς ἐνήργησε. Καὶ ἐρωτᾶται προσέτι, θεωρεῖται ἢ δὲν θεωρεῖται λιποτάκτης ὁ Νικολαΐδης, ἀφοῦ λαβὼν φύλλον πορείας, ὅπως ἐμφανισθῇ εἰς μίαν κρατικὴν ὑπηρεσίαν, δὲν ἐνεφανίσθη εἰς αὐτήν; Καὶ ἀφοῦ, περὶ λιποτάκτου πρόκειται, πῶς δικαιολογεῖται ἡ τόση μεγάλη κοινωνικὴ σχέσις μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῶν κ.κ. Μαρκεζίνη καὶ Θεοτόκη; Καὶ πῶς οὗτος εἰργάζετο, ἐνῷ ἦτο ἀξιωματικός, εἰς τὸ Χρηματιστήριον, μετατρέπων λίρας εἰς δραχμάς, καὶ δανείζων δραχμὰς καὶ ἀναγράφων λίρας; Καὶ διατὶ δὲν παρεπέμφθη νὰ δικασθῇ ὡς λιποτάκτης; Καὶ πῶς οἱ νέοι ἄνδρες, οἱ κοπτόμενοι ὑπὲρ τῆς ἐπιβολῆς νέων ἰδεῶν καὶ πλήρους καθαρμοῦ, δὲν ἐσκέφθησαν νὰ ὑποχρεώσωσι τὸν εὐνοούμενον των νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς πρὸς τὴν Πατρίδα ὑποχρεώσεις του; Ἢ μήπως ἐπὶ τοῦ ξίφους καὶ τῆς δυναμικότητος τούτου ἐστηρίζοντο διὰ νὰ ἐπιτύχωσι τὰς θρυληθείσας καὶ θρυλουμένας δυναμικὰς λύσεις ἀντὶ νὰ προτιμήσωσι νὰ θέσωσι τὴν οὐράν των ὑπὸ τὰ σκέλη των, ὑπὸ τὰ ὁποῖα νὰ καλύψωσι καὶ τοὺς διαφόρους λιροφάγους καὶ δολλαριοφάγους Κατσάμπηδες, οἵτινες ἐτόλμησαν νὰ ὑψώσωσι τὴν κατάπτυστον κεφαλήν των ἔναντι ἑνὸς ὁλοκλήρου πολιτικοῦ κόσμου, διὰ νὰ δυσφημήσωσι τοῦτον, θολώνοντες τὰ νερὰ καὶ κολυμβῶντες ὑπ’ αὐτὰ ἀφανεῖς; Πρὶν ἢ κλείσω τὸν λόγον μου, κ. βουλευταί, νομίζω, ὅτι ἐκπληρῶ ἐπιβεβλημένον καθῆκον, ἐκφράζων τὴν εὐγνωμοσύνην μου καὶ τῆς Βουλῆς, ἂν τοῦτο ἐπιτρέπηται, πρὸς τὴν μερίδα ἐκείνην τοῦ τύπου, ἥτις διαπνεομένη ἀπὸ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς ἀποκαλύψεως τῆς ἀληθείας, συνετέλεσεν, ὥστε ἡ χώρα νὰ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ ἕνα ἐφιάλτην, ὅστις ἐβασάνιζεν αὐτὴν καὶ νὰ βαδίσῃ ἄτρωτος, τὸν δρόμον τῶν ἐθνικῶν πεπρωμένων. Ἐπίσης ὑποχρέωσίν μου, θεωρῶ νὰ ἐκφράσω τὸν θαυμασμόν μου πρὸς τὸν μετὰ τόσου ζήλου καὶ πατριωτισμοῦ ἐπιτελέσαντα τὸ καθῆκον του τελώνην, κ. Καψάλην, τοῦ ὁποίου ἂν ἄφινον λυτὰς τὰς χεῖρας, θὰ εἴχομεν ἀναντιρρήτως ταχύτερον καὶ τελειότερον καθαρμόν. Ἐπίσης θεωρῶ ὑποχρέωσίν μου, νὰ ἐκφράσω τὴν προσωπικήν μου εὐγνωμοσύνην, πρὸς τὰς χιλιάδας τῶν μαχητῶν τῆς ὑπαίθρου ἀπὸ τοῦ στρατηγοῦ μέχρι τοῦ τελευταίου Μ.Α.Υ., οἵτινες μὲ τὰς ἑκατοντάδας τῶν ἐπιστολῶν των μὲ ἐνεψύχωναν καὶ μοῦ συνίστων νὰ κλείνω τὰ ὦτα εἰς τὰς ὑλακὰς καὶ τὰς ὕβρεις. Ταῦτα, κ. συνάδελφοι, εἶχον νὰ ἐκθέσω, ἐνώπιον τοῦ Σώματος, παρὰ τοῦ ὁποίου ζητῶ συγγνώμην, διότι ἐπὶ τόσην ὥραν ἀπησχόλησα καὶ ἐκούρασα ἴσως. Ἔπρεπε ὅμως νὰ τὰ ἐκθέσω, διότι ἤμην ὁ πρῶτος δώσας ἀφορμὴν εἰς τὴν διαλεύκανσιν τοῦ ζωτικοῦ διὰ τὸν πολιτικὸν κόσμον τούτου ζητήματος. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλή, συνεπεία καὶ τοῦ γεγονότος, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δὲν προσεκόμισεν εἰσέτι τὰ αἰτηθέντα στοιχεῖα, ἵνα λάβωμεν γνῶσιν τούτων, νομίζω, λέγω, ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ δεχθῇ τὴν σύστασιν Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς, ἥτις συνερχομένη ταχύτατα καταλογίσῃ τὰς κατὰ τὴν γνώμην μας, ὑφισταμένας πολιτικὰς εὐθύνας. Διὰ τῆς ἀποφάσεώς της ταύτης, ἡ Βουλή, θὰ διαλαλήσῃ ὅτι εἶναι ἀνταξία τοῦ μαρτυρικοῦ λαοῦ μας καὶ ἀξία τοῦ προορισμοῦ της καὶ θὰ βουλώσῃ μὲ ἀνάλογον ὕλην, τὰ στόματα ἐκείνων, οἵτινες θέλουσι νὰ παρουσιάσωσι ταύτην ὡς ὀργανισμὸν εὐτελῆ καὶ ἀποτυχόντα. (Χειροκροτήματα).
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Πολυχρονόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§134Ι. ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ πρὸς συζήτησιν ὑπόθεσις, εἶναι ὑψίστης σοβαρότητος καὶ νομίζω, ὅτι ἐπειδὴ θὰ ἔχῃ μεγάλην ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς δημοσίας ζωῆς τῆς πατρίδος μας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ μὲ τὴν παρατηρουμένην κούρασιν τῶν συναδέλφων καὶ ἐνώπιον σχεδὸν κενῶν ἑδωλίων. Πρέπει νὰ γνωσθῇ, κ. συνάδελφοι, ὅτι ἡ ὑπόθεσις λαθρεμπορίου συναλλάγματος εἶναι παρομοία μὲ τὴν ὑπόθεσιν Σταβίσκυ. Δὲν θὰ σᾶς μείνῃ δι’ αὐτὸ καμμία ἀμφιβολία, ὅταν θὰ σᾶς ἀναπτύξω ὀνομαστικῶς διὰ τὸν καθένα, ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν δρᾶσιν τῆς σπείρας αὐτῆς τῶν λαθρεμπόρων. Πρὸ τῆς ἐνάρξεως ὅμως, τῆς ἐνώπιον τοῦ Βουλευτηρίου ἀγορεύσεώς μου, προβαίνω εἰς τὴν κάτωθι ρητὴν καὶ κατηγορηματικὴν δήλωσιν. Οὐδεὶς οὐδέποτε πολιτικός μου φίλος ἢ ἁπλῶς γνώριμός μου, κατὰ τὸ στάδιον τῶν ἐρευνῶν, τῆς διατυπώσεως συντάξεως καὶ καταθέσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 68 τῆς 18ης Μαρτίου αἰτήσεώς μου πρὸς τὴν Βουλήν, ἢ κατὰ τὸ κατόπιν μεσολαβῆσαν διάστημα τῆς ὑποβολῆς τῆς ὑπ’ ἀριθ. 147 τῆς 15ης Ἀπριλίου 1949 ἐπερωτήσεώς μου ἢ τέλος καθ’ ὅλον τὸ στάδιον τῆς ἀρθρογραφικῆς μου ἀμύνης κατόπιν τοῦ συναγερμοῦ τῶν προσκειμένων κύκλων καὶ τῆς δημοσιογραφικῆς σταυροφορίας διασυρμοῦ, ἐκφοβισμοῦ καὶ συσκοτισμοῦ, ὑπῆρξεν ἐνδιαφερόμενος ὑποκινητής μου εἰς τὸ ἐλάχιστον. Τὸ γεγονὸς τοῦτο δὲν τὸ λέγω μόνον διὰ νὰ τιμήσω τὸν πολιτικὸν κόσμον, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ παρακαλέσω ἁπαξάπαντας τοὺς συναδέλφους μου, ὅλων τῶν παρατάξεων, ὅπως τὰς ἀποκαλυπτικάς μου κατηγορίας, τὰς ὁποίας κατωτέρω θὰ διατυπώσω, κρίνουν ἀκριβοδικαίως καὶ μὲ τὴν ἐμπρέπουσαν ἀμεροληψίαν καὶ ἀνωτερότητα, ἡ ὁποία πρέπει νὰ χαρακτηρίζῃ τὰς ἐν τῇ Βουλῇ ἀποφάσεις καὶ συζητήσεις. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, ὅμως, καὶ πάλιν, ἐπειδὴ τὸ θέμα εἶναι τεράστιον καὶ μάλιστα ἀνακριτικοαστυνομικὸν —δὲν εἶναι συζήτησις περὶ Συνταγματικῶν θεωριῶν— νὰ συνεχίσωμεν αὔριον τὴν ὁμιλίαν.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι συμφέρον νὰ τελειώσῃ τὸ συντομώτερον αὐτὴ ἡ συζήτησις.
§136Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσ.). Κύριοι συνάδελφοι, ἡ συζήτησις θὰ καταναλώσῃ πολὺν χρόνον καὶ πρέπει νὰ τελειώνωμεν. Ἄλλως τε ἀπὸ ἑβδομάδος ἀσχολούμεθα μὲ τὸ θέμα αὐτὸ καὶ ἡ Βουλή, δὲν ἐπελήφθη κἂν τοῦ νομοθετικοῦ της ἔργου. Δι’ αὐτὸ, σᾶς παρακαλῶ νὰ συνεχίσωμεν.
§137Ι. ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ θέμα αὐτό, θέλει ἄνεσιν, κ. ὑπουργέ.
§138Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Κύριε ὑπουργέ, εἶναι θέμα ποὺ συγκινεῖ ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Πρέπει νὰ εἶναι πλήρης ἡ Βουλή.
§139Ι. ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἀντιμετωπίζομεν σπεῖραν πολυπλόκαμον καὶ πολυτάλαντον, ὑποστηριζομένην ἀπὸ μερίδα τῶν συγκροτημάτων τοῦ τύπου μας..................
§140Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Θὰ πέσουν τὰ συγκροτήματα. Ὁ μαχόμενος λαὸς θὰ τὰ γκρεμίσῃ.
§141Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, προφανῶς ἡ Βουλή, εἶναι καταπεπονημένη. Δι’ αὐτὸ, θὰ παρεκάλουν νὰ διακόψωμεν δι’ αὔριον καὶ νὰ ἔλθωμεν ἔστω καὶ ἐνωρίτερον.
§142Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ τερματισθῇ αὐτὴ ἡ συζήτησις. Νὰ ἀκούσωμεν τὸν ρήτορα, διότι εἶναι ἐγγεγραμμένοι πολλοί. Τὸ θέμα, ἄλλως τε συζητεῖται, ἔστω καὶ ὄχι ὑπὸ μορφὴν ἐπερωτήσεως, ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι συνεζητοῦμεν μέχρι σήμερον, δὲν ἦτο ἀμέσως συνδεδεμένον μὲ αὐτὸ τὸ θέμα. Ἑπομένως, ἐμφανίζεται τὸ Σῶμα ἐπὶ ἡμέρας, μὴ ἀσχολούμενον μὲ τίποτε ἄλλο, ἐν μέσῳ τοῦ διεξαγομένου ἐθνικοῦ ἀγῶνος, παρὰ μὲ τὸ ἀνακύψαν ζήτημα ἠθικῆς τάξεως. Κύριον ἔργον ὅμως, τοῦ Σώματος, εἶναι τὸ νομοθετικόν. Καὶ ὑπάρχει εὐρὺ στάδιον νομοθετικῆς ἐργασίας.
§143Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Πρῶτα ἡ ἐξυγίανσις.
§144Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσ.). Εἶμαι σύμφωνος, ἀλλὰ κάποτε νὰ φθάσωμεν καὶ εἰς τὸ τέρμα τῆς συζητήσεως αὐτῆς.
§145Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, συμφωνοῦμεν μὲ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαιωνίζεται τὸ ζήτημα, χάριν τοῦ κύρους τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, Συνιστῶμεν τὴν συνέχειαν τῆς συζητήσεως, διότι ὑπάρχει καὶ ἄλλο μεγάλο ἔργον ἐνώπιον ἡμῶν.
§146Ι. ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπανέρχομαι ἐπὶ τῆς κατηγορηματικῆς μου δηλώσεως, ὅτι πᾶν ὅ,τι ἔπραξα τὸ ἔπραξα ὁδηγούμενος μόνον ἀπὸ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συμβάλω εἰς τὴν ἀποκάλυψιν ἑνὸς βδελυροῦ ἐγκλήματος διεθνοῦς μορφῆς. Ἡ ἐπὶ ὁλοκλήρους δεκαετηρίδας ἐπαγγελματικὴ προσήλωσίς μου, εἰς τὴν ἐκτέλεσιν Ἀστυνομικῆς Ὑπηρεσίας, μοῦ κατέστησαν περισσότερον αἰσθητὴν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀπασχοληθῶ μὲ τὰ διαδραματισθέντα, ὅταν μάλιστα περιῆλθον εἰς γνῶσιν μου ἐπιμόνως κυκλοφοροῦσαι φῆμαι, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔθετον μόνον εἰς προφανῆ κίνδυνον τὴν τιμὴν ὁλοκλήρου τῆς πολιτικῆς μας ἡγεσίας, ἀλλὰ καὶ καθήπτοντο τῆς ὑπολήψεως πάντων καὶ πασῶν ἀπὸ τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος μέχρι καὶ τοῦ ἐσχάτου Τελωνοφύλακος. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν κατώρθωσα ποτὲ νὰ πείσω τὸν ἑαυτόν μου νὰ συρθῶ δέσμιος ὄπισθεν τῶν ἀρχῶν τῶν πολιτικῶν σκοπιμοτήτων, ἢ τῶν θεωριῶν τοῦ κουκουλώματος, τὰς ὁποίας διετυμπάνισαν μερικοὶ γηραιοὶ πρυτάνεις τῆς δημοσιογραφίας ὅταν ἐξύμνουν τὰ περασμένα μεγαλεῖα τοῦ Νεοανδρισμοῦ. Εἰς ἐκτέλεσιν τῶν βουλευτικῶν μου καθηκόντων καὶ μόνον, ἐθεώρησα ἐπιβεβλημένην τὴν ἀνάγκην νὰ ἐξετάσω καὶ ἐρευνήσω τὴν ὑπόθεσιν τῆς λαθρεμπορίας, διὰ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῶν ἁρμοδίων, ὅπως ἐξασφαλισθῇ ἡ ἀπονομὴ δικαιοσύνης, διότι αὕτη ἐξετίθετο ἔκτοτε εἰς προφανεῖς κινδύνους καὶ ἦτο ἐπικρεμάμενος ὁ καταποντισμός της, ἀπὸ πλείστας ὅσας πολὺ περιεσκεμμένας ἀτασθαλίας, ἐπεμβάσεις καὶ ἐπηρεασμοὺς τῆς ἀνακρίσεως. Ὁ Θεῖος Πλάτων, ἐτόνιζεν, ὅτι «πᾶσα ἐπιστήμη πανουργία καὶ οὔ σοφία φαίνεται ἄνευ δικαιοσύνης καὶ τῆς ἄλλης ἀρετῆς» καὶ ἐπειδὴ «οὐδὲν ἔστι ὄφελος Πόλεως (Κράτους) ἥτις μὴ νεῦρα ἐπὶ τοὺς ἀδικοῦντας ἔχει» ὡς ἐδίδασκεν ὁ Πυθαγόρας, ἠκολούθησα πιστότατα τὴν φωνὴν τῆς συνειδήσεώς μου καὶ ἐτήρησα τὴν ἐντολὴν τοῦ Ἰσοκράτους, ὁ ὁποῖος προφητικῶς καὶ προσφυῶς ἔλεγε: «Μὴ κατασιωπᾶτε, ἐάν τινας ὁρᾶτε αἰσχροὺς περὶ τὴν Ἀρχὴν ὄντας, ἀλλὰ ἐξελέγχετε καὶ νομίζετε τῆς αὐτῆς εἶναι ποινῆς ἀξίους τοὺς συγκρύπτοντας τοῖς ἐξαμαρτάνουσιν». Κύριοι συνάδελφοι, τὴν 3ην Μαΐου 1949, συνεπληρώθησαν ἀπὸ τῆς 16ης Ὀκτωβρίου 1948, ὁπότε προσεγειώθη ὁμαλῶς, ἀλλὰ εἰς ἄλλην τοποθεσίαν καὶ ἀπὸ λάθος προσανατολισμοῦ ὁ Ντέ–Σαμπριὲ εἰς Λευκάδα μὲ τὸ ἰδιόκτητον λαθρεμπορικὸν ἀεροπλάνον τῆς Ε.Φ.Ι.Ζ.Α., τῶν Ἑλλήνων Σταβίνσκυ, 7 περίπου μῆνες. Ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης, ἤρχισε κινουμένη ἐπιτυχῶς, ἡ καταδιωκτικὴ προανακριτικὴ τελωνειακὴ δικαιοσύνη, χωρὶς νὰ ὑπολογίσωμεν, ὅτι πρὸ πολλοῦ οἱ ἡμεδαποὶ καὶ ἀλλοδαποὶ ἔνοχοι εἶχον συμπτύξει τὴν λαθρεμπορικήν των συμμορίαν. Πρὶν ἢ ἐκθέσω τὴν πολύμηνον ὕποπτον καὶ ἀδικαιολόγητον καρκινοβασίαν τῆς τακτικῆς ἀνακρίσεως, ὀφείλω νὰ ἐκφράσω ἀπεριφράστως ἕνα ἀνυπόκριτον θαυμασμὸν δι’ ὅσα ἐπέτυχε νὰ ἐπιτελέσῃ ὁ Τελώνης τοῦ Ἀερολιμένος Χασανίου, ἐντὸς ἐλαχίστων μόνον ἡμερῶν. Πρὸς τοῦτο θὰ σᾶς κάμω μόνον μίαν ἀφηγηματικὴν ἀνασκόπισιν τῶν γεγονότων καὶ τοῦ ἱστορικοῦ τῆς ὑπὸ κρίσιν ὑποθέσεως, βάσει τῆς ἀνακριτικῆς τεχνικῆς, μὲ ὅσα δεδομένα κατώρθωσα νὰ ἐρευνήσω καὶ περισυλλέξω. Ὅπως ἐδήλωσα ἐξ ἀρχῆς, δηλώνω δὲ καὶ πάλιν, ἐπειδή, δὲν ἀσπάζομαι τὰς ἀερολογικὰς μεταρσιώσεις, ἀλλὰ οὔτε καὶ τὴν ἀοριστολόγον θεωρητικὴν γραμματολογίαν δικονομικῶν ἄρθρων καὶ Συνταγματικῶν διατάξεων καὶ ἀπαραβιάστων, εἰς τὴν σημερινήν μου ὁμιλίαν, θὰ ἐκθέσω μόνον τὰ πραγματικὰ περιστατικὰ καὶ τὰ ἀδιάψευστα γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν οὕτω: Μετὰ τὴν προσγείωσιν τοῦ λαθρεμπόρου Ντὲ–Σαμπριέ, ὁ Τελώνης Λευκάδος, κατόπιν προχείρου ἀνακρίσεως συνέλαβε τοῦτον διότι τὸ ἀεροπλάνον του ἦτο κατάφορτον χρυσῶν λιρῶν καὶ ὡρολογίων. Οἱ ἰσχυρισμοί του, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἀναγκαστικῆς προσγειώσεως κλπ., ἀπεδείχθησαν ψευδεῖς διότι τὸ ἀπόθεμα τῆς βενζίνης του ἦτο ἐπαρκὲς διὰ τὴν συνέχισιν τῆς πτήσεώς του μέχρις Ἀθηνῶν. Δυστυχῶς, ὁ Ντὲ–Σαμπριὲ ἀφέθη ἐλεύθερος ὅταν μετήχθη εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ εἶναι εὐνόητα τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀπελευθερώσεώς του.
§147Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Πρὸς ποίαν ἀρχὴν παρεδόθη οὗτος εἰς Ἀθήνας;
§148Ι. ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀσφαλῶς εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν. Ἡ δικογραφία του ἔλαβε τὴν ἄγουσαν εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον διὰ τὴν συνέχισιν τακτικῶν ἀνακρίσεων. Τὴν 22αν Ὀκτωβρίου 1947 ἀνεχώρει ἐντεῦθεν δι’ Ἑλβετίαν ὁ ἄλλος ἄσσος τῶν λαθρεμπόρων τ. λοχαγὸς τῆς Ἀμερικανικῆς Ἀεροπορίας καὶ βραδύτερον ὑπάλληλος τῆς ΑΜΑΓΚ παρὰ τῷ συνταγματάρχῃ τῆς Ἀσφαλείας Ἀερολιμένων Ἀθηνῶν ΑΡΗΣ ΝΑΪΑΝΤ. Οὗτος ἦτο ὕποπτος εἰς τὰς ὑπηρεσίας τοῦ Ἀερολιμένος καὶ ὁ τελώνης, κ. Καψάλης, εἶχεν ἐπιστήσει τὴν προσοχὴν τῶν ὀργάνων του καὶ συγκεκριμένως τοῦ ἐπόπτου τῆς Αἰθούσης Θεοδωράκη. Μετά τινας ἡμέρας, ὁ Πταισματοδίκης τοῦ 11ου Τμήματος ἐκάλεσε τὸν τελώνην τοῦ Ἀερολιμένος κ. Καψάλην, διὰ νὰ ζητήσῃ ἀπὸ αὐτὸν ὡρισμένας τεχνικὰς ἐξηγήσεις, διότι ὁ τελώνης τῆς Λευκάδος δι’ ἐπιστολῆς του, εἶχε συστήσει εἰς τὸν κ. Πταισματοδίκην, νὰ ἐπιμείνῃ πρὸς τὴν κατεύθυνσιν ταύτην. Κατὰ τὴν μελέτην τῆς δικογραφίας, ὅταν ὁ Καψάλης ἐβεβαιώθη ὅτι ὁ Ντὲ–Σαμπριὲ εἶχεν ἀντιπρόσωπον εἰς τὰς Ἀθήνας τὸν Νάϊαντ κατέληξεν εἰς τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ λαθρεμπόρων καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησε νὰ γίνῃ ἔρευνα εἰς τὴν ἐν Γλυφάδᾳ οἰκίαν του, διὰ τὴν ἀνεύρεσιν πειστηρίων. Δυστυχῶς ὡς τόσον ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τῶν Πλημμελειοδικῶν Ἀθηνῶν δὲν παρέσχε τὴν συγκατάθεσίν του διὰ τὴν ἄμεσον διεξαγωγὴν τῆς ἐρεύνης, ἐπειδὴ ἐπρόκειτο περὶ Ἀμερικανοῦ. Ὁ τελώνης ὅμως Καψάλης, βραδύτερον μετὰ συγκατάθεσιν τοῦ διαχειριστοῦ τῆς οἰκίας Νάϊαντ θαλαμηπόλου Λινάρδου μετὰ τελωνειακῶν καὶ ἀστυνομικῶν ὀργάνων, ἐνήργησεν ἔρευναν καὶ ἀνεῦρε 3 ἐπιστολὰς καὶ 1 σημείωμα πολὺ ἀποκαλυπτικάς, διὰ τοὺς παραλήπτας καὶ ἀποστολεῖς τοῦ λαθρεμπορεύματος. Ἐν συνεχείᾳ καὶ βάσει τῶν στοιχείων αὐτῶν ὁ κ. Καψάλης ἤρχισε ἐπισταμένας ἐρεύνας εἰς διαφόρους οἰκίας καὶ γραφεῖα ἐξ ὧν ἐρευνῶν προέκυψεν ἡ ἀδιαφιλονίκητος ἐνοχὴ τοῦ Μπακοπούλου. Τὸ σπουδαῖον αὐτὸ προανακριτικὸν ὑλικὸν διεβίβασεν ἐντὸς ἐλαχίστων ἡμερῶν εἰς τὸν κ. Μανδραπίλιαν, ὁ ὁποῖος ὥρισε τὸν κ. Κοντολέφαν διὰ τὴν διενέργειαν τακτικῶν ἀνακρίσεων. Συνέβη δὲ τοῦτο τὸ καταπληκτικόν, ὅτι διὰ τριῶν ἐγγράφων εἰς τὸν κ. Κοντολέφαν κατήγγειλεν ὁ κ. Καψάλης ὑπευθύνως ὅτι ὁ Μπακόπουλος ἑτοιμάζεται νὰ ἀποδράσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν α) 9)11)48 ἐμπ. πρωτ. β) 9409 ΓΙ πρωτ. 11)11)48 τότε ἀπεκαλύπτετο ὅτι 6361 λίραι γραφείου Γρ. Πεταλᾶ ἀνῆκον εἰς Μπακόπουλον, γ) ἀρ. 9646 18)11)48 κατηγγέλετο ὅτι ὁ Μπακόπουλος ἑτοιμάζεται νὰ δραπετεύσῃ. Παρὰ ταῦτα ὁ ἀνακριτής, μὲ τὴν δικαιολογίαν ὅτι ἐπειδὴ τὸ ἀδίκημα τῆς λαθρεμπορίας δὲν ἦτο αὐτόφωρον, δὲν συνεπήγετο προφυλάκισιν, συνεπῶς ἔπρεπε κατὰ τὸν κ. Κοντολέφαν μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας ἡ δικαιοσύνη του νὰ μὴ παρεμποδίσῃ τὴν δραπέτευσιν τοῦ Μπακοπούλου.
§149Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Πρὸς ποῖον ἀπευθύνοντο τὰ ἔγγραφα, αἱ ἀναφοραὶ τοῦ κ. Καψάλη;
§150Ι. ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς τὸν κ. εἰσαγγελέα καὶ τὸν ἀνακριτήν, πρὸς τὸν κ. Μανδραπίλιαν καὶ τὸν κ. Κοντολέφαν.
§151Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Καίτοι ἡ ἐνέργεια αὐτὴ ἦτο καθαρῶς ἀστυνομική, ἐν τούτοις ἐζητήθη ἔλεγχος διὰ τὴν παράλειψιν αὐτήν.
§152Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Ἐγὼ ἐντοπίζω τὸ πρᾶγμα εἰς ἕνα μόνον Δικαστήν, εἰς τὸν ἀνακριτὴν κ. Κοντολέφαν.
§153Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὁ ἀνακριτὴς ὅταν ἔλαβε γνῶσιν αὐτοῦ ἐπῆγεν εἰς τὸν κ. εἰσαγγελέα.
§154Ι. ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ. Φαντασθῆτε τί καταστρεπτικὴν ἐπίδρασιν εἶχεν εἰς τὴν κατόπιν ἐξέλιξιν τῶν ἀνακρίσεων ἡ διαφυγὴ τοῦ Μπακοπούλου.
§155Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Πρέπει νὰ κάμω μίαν διασάφησιν διὰ νὰ μὴ γίνῃ παρεξήγησις. Διευκρινίζω ὅτι ὁ ἐλεγχθεὶς εἰδικὸς εἰσαγγελεὺς ἦτο ὁ προκάτοχος τοῦ ἤδη ὑπηρετοῦντος κ. Τσαγκαράκη. Ὁ ἐλεγχθεὶς ἦτο ὁ προκάτοχος αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἀντικατεστάθη.
§156Δ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Πόσαι ἡμέραι ἐμεσολάβησαν ἀπὸ τῆς καταγγελίας μέχρι τῆς ἀναχωρήσεως τοῦ Μπακοπούλου;
§157Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Μία, διότι ἡ καταγγελία περὶ ἐπικειμένης ἀναχωρήσεως τοῦ Μπακοπούλου ἐγένετο τὴν 18)6)48.
§158Ι. ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἕνα ὄργανον τελωνειακὸν καταγγέλῃ εἰς τὸν ἐκπρόσωπον τῆς δικαιοσύνης ἀπὸ τὰς 11)11)48 ὅτι ἐνέχεται ὁ Μπακόπουλος εἰς τὸ λαθρεμπόριον, διατὶ δὲν σπεύδει νὰ τὸν συλλάβῃ, ἐνῷ ἀντιθέτως τὸν δῆθεν δολοφόνον τοῦ ἀποβιώσαντος σωφὲρ κ. Ν. Ζέρβαν.
§159Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Αὐτὸ τὸ τελευταῖον, τὸ ὁποῖον εἴπατε, παρακαλῶ νὰ τὸ ἀποσύρητε, διότι εἶναι συκοφαντικὸν καὶ ἀνακριβές.
§160Ι. ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἔχω ἀγῶνας καὶ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ὁμιλεῖτε διὰ δῆθεν ἀνακριβείας μου. (Θόρυβος).
§161Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Οἱ ἀγῶνες σας οὐδόλως μὲ συγκινοῦν, μὲ συγκινεῖ ὅμως ἡ ἀλήθεια καὶ τὸ ὅτι λέγετε ὅτι ὁ ἀνακριτὴς ἐξήτασε ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον ὑπονοεῖτε περὶ δολοφονίας, σᾶς ἐπαναλαμβάνω καὶ ἐδήλωσα χθὲς εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές.
§162Γ. ΤΖΩΡΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀνακριβές. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§163ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί εἶναι αὐτά; (Κωδωνοκρουσίαι, θόρυβος).
§164Ι. ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐπανορθώνω καὶ ἀποσύρω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐχαρακτήρισεν ὡς ἀναληθὲς διὰ νὰ ἡσυχάσωμεν, ἀλλὰ πῶς νὰ χαρακτηρίσω ἐγὼ ὁ τ. Ἀστυνομικὸς Διευθυντὴς τακτικὴν ἀνακριτικήν, ἡ ὁποία ἐπὶ τῆς περιπτώσεως αὐτῆς δὲν ἐδίστασε νὰ μὴ ἀσχοληθῇ ἐνῷ ἐπὶ τῆς ἄλλης περιπτώσεως ἔκαμε ὅ,τι ἔκαμε. Μετὰ ταῦτα συνελήφθη ὁ Ρουμπιρόζα, ἄλλη προσωπικότης καὶ πάλιν κατόπιν καταγγελίας τῆς τελωνειακῆς ἀρχῆς.
§165Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ξεύρετε πῶς ἐπετεύχθη ἡ σύλληψις τοῦ Ρουμπιρόζα. Βεβαίως ἡ τελωνειακὴ ἀρχή..... Τὴν σύλληψιν τοῦ Ρουμπιρόζα τὴν διέταξεν ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος διετέλεσε καὶ διπλωμάτης καὶ μολονότι ἤξευρε ὅτι ἀπολαύει ἑτεροδικίας. Ἐγὼ διέταξα τὴν ἄμεσον κράτησιν καὶ σύλληψίν του.
§166Ι. ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ σᾶς τιμᾷ μὲ μίαν μόνην διάκρισιν ὅτι δὲν εἶσθε καὶ ὁ προανακρίνας καὶ ἀποκαλύψας τὸ ἔγκλημα τελώνης. Ὁ τελώνης οὗτος ἐξυπηρέτησε πάρα πολὺ τὴν ἀνάκρισιν, καθοδηγηθεὶς ἀπὸ ἕνα ἀξιότιμον δικηγόρον τὸν κ. Σ. Σαμαρτζῆν, ὅστις ἐβοήθησεν εἰς τὴν ἀποκάλυψιν τῆς Λερναίας Ὕδρας. Βραδύτερον πλέον καὶ μετὰ τὴν ἀνακοίνωσιν ὅτι πάντες οἱ ἐνεχόμενοι εἰς τὴν λαθρεμπορίαν, εἶχον ἀποκαλυφθῆ καὶ μάλιστα μετὰ τὴν καταδίκην τοῦ Ρουμπιρόζα, τὸν ὁποῖον καὶ πάλιν ὁ ἴδιος τελώνης Καψάλης ἀνεκάλυψε καὶ συνέλαβε προσῆλθον οἱ Παπαρρήγας καὶ Λινάρδος καὶ προέβησαν εἰς πλήρεις ἀποκαλύψεις διὰ τοὺς ἄσσους τῆς λαθρεμπορίας Κανελλόπουλον καὶ Νικολαΐδην. Αἱ ἐπακολουθήσασαι ἔρευναι εἰς τὰς οἰκίας Νικολαΐδου, Φρεγαδιώτη, Κανελλοπούλου καὶ Νικολοπούλου, ἔφερον σπουδαιότατον ἐνοχοποιητικὸν ὑλικὸν εἰς τὰς χεῖρας τῆς τακτικῆς ἀνακρίσεως. Ἀποδεικνύεται πλέον μὲ συντριπτικὰ στοιχεῖα ὅτι οἱ Κανελλόπουλος καὶ Νικολαΐδης μετὰ τοῦ Χίρς, ἦσαν λαθρέμποροι ὡρολογίων, ἀναπτήρων, ζακχαρίνης, συναλλάγματος μεγάλης ὁλκῆς καὶ διεθνοῦς σημασίας καὶ πραγματικοὶ μεγαλειώδους μεγαλοφυΐας ἐγκληματίαι. Τότε ἀνευρέθησαν καὶ κατεσχέθησαν ἐπιτελικοὶ συνθηματικοὶ κώδικες συνεννοήσεως καὶ ἀπὸ τὴν πλοκὴν τῆς ὑποθέσεως ἀπὸ ἀδιάψευστα καταθλιπτικὰ περιστατικά, τὰ ὁποῖα ὄχι μόνον σκιὰς ζοφερὰς ἔρριπτον —ἐνῷ κατὰ τὸ βούλευμα οὔτε ἁπλῆν σκιὰν ὑποψίας δὲν ἄφινον αἱ ἀδιάκοποι ἐγγραφαὶ τοῦ ὀνόματος Μαρκεζίνη, Θεοτόκη καὶ τῶν ἄλλων συνεργατῶν των— ἀλλὰ καὶ ὑπεχρέωναν τὴν τακτικὴν ἀνάκρισιν ἐντὸς ὡρῶν νὰ ἀποσαφηνίσῃ τὰς χρηματοδοτήσεις, τὰς ἐγγραφάς, τὰ ταξίδια, τὰ χαρτοπαίγνια, τὰς διασκεδάσεις, τὰς ἐκδρομάς, τὰ κυνήγια ὅλων αὐτῶν τῶν παρανύμφων τῆς λαθρεμπορίας. Δὲν ἔχω δυστυχῶς ὑπ’ ὄψιν μου τὴν δικογραφίαν διὰ νὰ δύναμαι νὰ διαφωτίσω ὑμᾶς διὰ τὰς σκιὰς τὰς παγερὰς τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1660 βουλεύματος τῆς 27 Ἀπριλίου. Ἐν τούτοις ἐπειδὴ καὶ ἀπὸ ἄλλα γεγονότα προκύπτει, σᾶς καταγγέλλω ὅτι εἰς τὴν αὐτὴν σελίδα, ὅπου ἀναγράφονται τὰ ὀνόματα Μαρκεζίνη καὶ Θεοτόκη, εἶναι ἀναγεγραμμένον καὶ συντετμημένον μὲ κεφαλαῖα στοιχεῖα τὸ Μ.Α.Χ. 1200 λίρες. Τί σημαίνει τοῦτο ἀκούσατε: Ἀρχικῶς ἐθεωρήθη ὅτι τὸ ΜΑΧ τῶν 1200 λιρῶν ἀντιστοιχοῦσεν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ τελωνοφύλακος Μαχαίρα, ὁ ὁποῖος συνελήφθη καὶ κατεδικάσθη ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ. Ἡ παραδοχὴ ὅμως τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, ἔφερεν ἕνα ἁπλοῦν τελωνοφύλακα ὁ ὁποῖος δὲν ἐξέδιδε ἑλληνικὰς πνοὰς νὰ λαμβάνῃ τὴν μερίδα τοῦ λέοντος. Ἐξετάζεται λοιπὸν ὁ Νικολαΐδης ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου καὶ διὰ νὰ παραπλανήσῃ τὴν ἀνάκρισιν, ἰσχυρίζεται ὅτι ὁ ΜΑΧ δὲν εἶναι ὁ τελονωφύλαξ Μαχαίρας, ἀλλὰ ἕνας Ἄγγλος ἐπιστήθιος φίλος του, ὁ συνταγματάρχης Μάξουελ. Κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἀνακρίσεως ἀπὸ τὸν κ. Καψάλην ὅμως καὶ ὄχι ἀπὸ τὸν τακτικὸν ἀνακριτήν, καλεῖται εἰς τὸ τηλέφωνον ὁ κ. Τὰφτ τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας καὶ παρακαλεῖται ὅπως ἐξετάσῃ καὶ ἀποσαφηνίσῃ ἐὰν ὑπάρχῃ ἐδῶ Ἄγγλος συνταγματάρχης μὲ τὸ ὄνομα Μάξουελ. Ὁ Νικολαΐδης ἀπογοητευμένος ἀπὸ τὴν ἐνέργειαν αὐτήν, ἀναγκάζεται νὰ ὁμολογήσῃ ὅτι ὁ Μάξουελ ἦτο Ἀμερικανὸς πλοίαρχος. Μεταγενεστέρως, Ἀμερικανὸς στρατιώτης σωφέρ, ἐμπιστεύεται εἰς τὸν τελώνην Καψάλην, ὅτι ὄχι μόνον γνωρίζει τὸν ἀνώτατον αὐτὸν Ἀμερικανὸν ἀξιωματικόν, ἀλλὰ καὶ ὅτι μίαν ἡμέραν τὸν ὡδήγησε φέροντα τρεῖς χιλιάδας λίρας χρυσᾶς εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Ἀλεξ. Κανελλοπούλου καὶ εἶτα ἐπειδὴ δὲν τὸν ἀνεῦρεν εἰς τὴν οἰκίαν Ἀλικάκη. Ἐν συνεχείᾳ ἀπεκαλύφθη ὅτι καὶ ὁ νέος αὐτὸς ἄσσος τοῦ νεοανδρισμοῦ, ἦτο προσφιλὴς ἑταῖρος τοῦ κ. Θεοτόκη Σπυρίδωνος, Νικολαΐδου Νικολ. καὶ λοιπῶν, ὅτι ἐπὶ πολὺ παρεθέριζε καὶ αὐτὸς εἰς τὸ ἐν Ρόππᾳ ἀγρόκτημα, ὅπου ὡς φαίνεται ἐσκότωσαν καὶ τὸ τσακάλι τῆς γούνας, τὴν ὁποίαν κατεργάζεται τὸ προμνημονευόμενον βούλευμα καὶ ὅτι ὁ ἀξιότιμος αὐτὸς κύριος εἶχε καὶ ἰδιόκτητον ἀεροπλάνον μὲ τὸ ὁποῖον κατ’ ἐπανάληψιν, διασχίζων τοὺς ἑλληνικοὺς αἰθέρας, ἐπεσκέπτετο ἄγνωστα μέχρι τῆς στιγμῆς ἀεροδρόμια, προσκομίζων καὶ αὐτὸς τὸν ὀβολόν του εἰς τὴν ἄνευ σκιᾶς παρέαν τῶν παραθεριστῶν τῆς νήσου τῶν Φαιάκων. Αἱ ὑπόνοιαι αὗται ἀνεκοινώθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Καψάλη καὶ πάλιν εἰς τὸν Ἀμερικανὸν λοχαγόν, σύνδεσμον τοῦ Χασανίου, ὁ ὁποῖος κατόπιν παρακολουθήσεως ἐπέτυχε νὰ συλληφθῇ, νὰ μεταχθῇ, νὰ δικασθῇ καὶ νὰ καταδικασθῇ παραχρῆμα, καθαιρεθεὶς ἀπὸ τὴν ἀμερικανικὴν δικαιοσύνην, διότι φαίνεται ὅτι εἰς τὴν Ἀμερικὴν βλέπουν τὰς σκιάς. Παρακαλεῖται ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζητήσῃ διὰ τῆς Πρεσβείας μας εἰς Οὐάσιγκτων τὰ τῆς καταδίκης Μάξουελ.
§167Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Μάλιστα. Θὰ γίνουν τὰ δέοντα.
§168Ι. ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα τί ἦτο διὰ τὸν Θεοτόκην καὶ τὸν Μαρκεζίνην ὁ Νικολαΐδης, ὁ σύντεκνος τοῦ Μάξουελ, τὸ ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Τάξεως ὁμιλεῖ εὐγλώττως καὶ σκιάζει καταθλιπτικὰ τὴν ἀχαρακτήριστον ἀπόσπασιν τοῦ φυγομάχου Νικολαΐδου ἀπὸ τὸν τότε ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Τάξεως κ. Θεοτόκην Σπυρίδωνα. Δὲν ἐπιθυμῶ, ἐπειδὴ ἀπευθύνομαι εἰς συναδέλφους, νὰ σᾶς κουράσω περισσότερον τοῦ δέοντος δι’ ἐκτενῶν ἀναλύσεων ὅλων τῶν σχετικῶν περιστατικῶν τῆς ἀνιστορήτου αὐτῆς λαθρεμπορίας, διότι δὲν πιστεύω νὰ ἀπομένῃ καὶ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία καὶ εἰς τὸν ἀδαέστερον καὶ ἐπιεικέστερον κριτήν, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ ὄζει δυσωδέστατα καὶ ὅτι ὅλαι αὐταὶ αἱ φύρδην μίγδην ἐπιμιξίαι ὀνομάτων, ἀριθμῶν, δανείων, χαρτοπαικτικῶν συναγελασμῶν, συντονισμοῦ διαζυγίων, ἀτελειώτων ταξιδίων, μὲ τὴν θήραν τσακαλίων, δὲν προδίδουν μόνον μίαν ἐπικίνδυνον ἠθικὴν κατάπτωσιν ὅλων τῶν ἀναμεμιγμένων εἰς τὰς λαθρεμπορικὰς ἐπιχειρήσεις, Νικολαΐδου καὶ Σία καὶ πιστοποιοῦν ἀδιαφιλονικήτως ὄχι μόνον μίαν πρωτοφανῆ ἀνακριτικὴν ἀδιάφορον βραδυπορίαν, ἀλλὰ καὶ κάτι ἀκόμη. Ὡς εἶναι κοινὸν μυστικὸν καὶ ὡς κατηγορηματικῶς ἐνώπιον ὑμῶν ἀποκαλύπτω χιλιάδες λιρῶν καὶ δολλαρίων διεσπαθίσθησαν γύρω ἀπὸ ὅλους αὐτοὺς τοὺς διαφόρους παράγοντας τῶν νομίμων ἐπιχειρήσεων. Μόνον διὰ τὴν κινητοποίησιν παντὸς χρησίμου προσώπου, διὰ τὴν ὑπεράσπισιν, κατηναλώθησαν 10.000 λίραι χρυσαῖ. Μόνον δὲ διὰ νὰ εἶναι λάλος ὁ οἰωνοσκόπος μαγικὸς μάρτυς ὑπερασπίσεως τῆς λεκανομαντείας Κανελλοπούλου Ἀμερικανός, ἐμετρήθησαν 25.000 δολλάρια. Σημειωτέον ὅτι εἰσήχθησαν 100.000 χρυσαῖ λίραι, ἐξήχθησαν 1.500.000 δολλάρια. Ἀλλὰ μήπως δὲν ἐξευρέθησαν τηλεφωνικῶς ἀπὸ τὸν κ. Μαρκεζίνην 30.000 δολλάρια διὰ τὴν ἀποστολὴν τοῦ κ. Ζαλοκώστα εἰς Ἀμερικήν; Θὰ μᾶς ποῦν οἱ ἀνεπίληπτοι κύκλοι. Τί σημασίαν ἔχει, ὅταν διὰ μία τοιαύτην ἐθνικὴν ἀποστολὴν ἕνας γαλαντόμος μεγαλοβιομήχανος φερ’ εἰπεῖν ὁ κ. Κατσάμπας, ἐκτιμῶν τὰς ἑλληνικὰς πνοάς τοῦ κ. Μαρκεζίνη, ἐχάρισε μερικὰς ψωροχιλιάδας δολλαρίων; Ὅλα εἶναι παραδεκτά. Ἀφοῦ τόσα ἀπαράδεκτα καὶ ἀνεξήγητα κατωρθώθη νὰ ἐξηγηθοῦν καὶ νὰ γεφυρωθοῦν ἀγεφύρωτα χάσματα μὲ ἕνα βούλευμα καὶ ἀντιφάσεις ἐπὶ ἀντιφάσεων, διατὶ νὰ μὴ παραδεχθῶμεν καὶ ἡμεῖς ὅτι ὅλοι αὐτοὶ οἱ Μαρκεζινισμοὶ ἐξηγοῦνται διὰ τοῦ Κατσαμπισμοῦ; Δὲν πρέπει ἄλλως τε νὰ παραβλέπωμεν ὅτι ὁ κ. Κατσάμπας ἔχει ἐσχάτως ἱδρύσει ἐργοστάσιον, τὸ ὁποῖον τιμᾷ τὴν μεγαλοφυᾶ του δρᾶσιν καὶ εἰς τὴν Ἀδὶς Ἀμπέμπα τοῦ Ρὰς Τάφαρι. Εἰς ἄλλους ὅμως θὰ πρέπει νὰ ἐξηγήσουν ποῖος Μάξουελ μετέφερε ἐκεῖ τὸ συνάλλαγμά του, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ ἡ ἐξέτασις τῆς τετάρτης σειρᾶς ἢ τῆς δεκάτης τετάρτης τῶν νέων κατηγορουμένων νὰ τὸ ἐπιτύχῃ. Τώρα τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τὸν ὁποῖον ὅλοι μας παραδεχόμεθα ὡς ἱκανὸν διπλωμάτην, θὰ τὸν παρακαλέσωμεν καὶ πάλιν νὰ ζητήσῃ νὰ διαφωτισθῇ ἀπὸ τὴν Ἀμερικήν. Αὐτὰ λοιπὸν καὶ ἄλλα τρὶς χειρότερα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μὲ ἤγαγον εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναμιχθῶ καὶ οὐχὶ ὡς ὑποκρίνονται ὅτι πιστεύουν οἱ ὑμνηταὶ τῶν Ρουμπιρόζα, ὁ φθόνος πρὸς τὸ δαψιλῶς ἐκβλαστῆσαν μεγαλεῖον τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Νέου Κόμματος κ. Μαρκεζίνη. Τὴν 18ην Μαρτίου ὁμολογῶ μὲ μεγάλην καθυστέρησιν, ὑπέβαλον τὴν ὑπ’ ἀριθ. 68 αἴτησιν καταθέσεως ἐγγράφων εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Ἰδοὺ τί ζητοῦσα: Ἀριθ. Κατ. 68 Πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς Ἐνταῦθα Κύριε Πρόεδρε, Ἐπειδὴ μοῦ προκύπτουν ὑπόνοιαι ὅτι ἀποκαλυπτικὰ ἔγγραφα τῆς ἀναμίξεως εἰς τὴν λαθρεμπορίαν συναλλάγματος καὶ ὡρολογίων, πρόκειται νὰ ἀπολεσθοῦν καὶ ἐπειδὴ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα φέρονται ἀναμεμιγμένα, εἶναι πολιτικὰ πρόσωπα, παρακαλῶ ὅπως ἐνεργήσητε παρὰ τῷ κ. ὑπουργῷ τῆς Δημοσίας Τάξεως, Δικαιοσύνης, Τ.Τ.Τ καὶ ὑπουργῷ τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας καὶ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα ταῦτα διὰ νὰ προβῶ εἰς σχετικὰς ἐνεργείας. Καὶ συγκεκριμένως 1) Τὰ κείμενα τῶν τηλεγραφημάτων τοῦ Τηλεγραφείου Ἀθηνῶν, τὰ ὁποῖα διεβιβάσθησαν ἀπὸ τῆς 1ης μέχρι 30ης Ὀκτωβρίου 1948 εἰς Κέρκυραν καὶ μὲ παραλήπτας, Νικολαΐδην, Σβορῶνον, Περδικάρην καὶ Θεοτόκην Σπυρίδωνα. 2) Ἐπίσης ἀντίγραφα κειμένου τηλεγραφημάτων ἀποσταλέντων ἀπὸ τὸ ἴδιον Τηλεγραφεῖον πρὸς Κέρκυραν καὶ πρὸς τὰ αὐτὰ πρόσωπα κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα ἀπὸ 10ης Δ)βρίου μέχρι 25ης Δ)βρίου 1948. 3) Τοὺς κρυπτογραφικοὺς κώδικας, τοὺς ὁποίους κατέσχε καὶ πρέπει νὰ κατέχῃ ἡ ἀνάκρισις εἰς τὰς οἰκίας Νικολοπούλου καὶ Νικολαΐδου. 4) Τὸν φάκελλον τῶν προανακρίσεων τοῦ τελώνου ἀεροδρομίου κ. Καψάλη, εἰς τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ περιέχωνται τὰ σημειωματάρια καὶ τὰ βιβλία Νικολαΐδου. Ἐκ τῶν σχετικῶν ἐγγράφων εἰς ταῦτα προκύπτει ὅτι εἶναι ἀναγεγραμμέναι παροχαὶ χιλιάδων χρυσῶν λιρῶν εἰς ὀνόματα Μαρκεζίνης, Κ.Κ.Ε., Θεοτόκης Σπ., Κ.Κ.Γ. κλπ. 5) Τὰς σημειώσεις καὶ ἐκκαθαρίσεις Χὶρς ὡς καὶ τὰς ἀπολογίας τῶν Ντὲ Σαμπριὲ καὶ Νικολαΐδου καθὼς καὶ τὴν κατασχεθεῖσαν ταινίαν (κινηματογραφικὴν) εἰς ἔπαυλιν Νάϊαντ εἰς Γλυφάδα. 6) Τὸ Λιμεναρχεῖον Πειραιῶς νὰ ὑποβάλῃ τὰς ὀνομαστικὰς καταστάσεις μὲ ὅλας τὰς ἄλλας ἐνδείξεις τῶν ἐπιβατῶν πρώτης καὶ δευτέρας θέσεως, οἵτινες ἐταξίδευσαν πρὸς Κέρκυραν καὶ Λευκάδα τοὺς μῆνας Ἰούλιον, Αὔγουστον, Σ)βριον, Ὀκτώβριον καὶ Δεκέμβριον τοῦ 1948. 7) Τὸ Λιμεναρχεῖον Κερκύρας νὰ ἀναφέρῃ τὴν ἡμερομηνίαν τῆς ἀφίξεως τοῦ Νικολαΐδου Νικολάου τοῦ Ἡρακλείτου ἢ καὶ μὲ ἄλλο μικρὸν ὄνομα ὡς καὶ ὑπὸ ποίαν ἰδιότητα ἐταξίδευσεν οὗτος κατὰ τοὺς προαναφερομένους μῆνας τοῦ 1948. 8) Ἀντίγραφα τῶν καταθέσεων τοῦ ἀστυνόμου Κοτέα, Ὑποδ)τοῦ Τμήματος Γεν. Ἀσφαλείας Κερκύρας ὡς καὶ τῶν ἄλλων προϊσταμένων Διοικητικῶν Ἀρχῶν Κερκύρας. 9) Νὰ ζητηθῇ νὰ ἀναφέρῃ ἡ Δ)νσις Ἀστυνομίας Κερκύρας, ποῦ κατέλυσεν ἑκάστοτε ὁ Νικολαΐδης, ποίους συνανεστρέφετο, πόσας ἡμέρας κατὰ τὰ ταξείδιά του παρέμεινε καὶ πρὸς ποῖον σκοπὸν καὶ μὲ ποίαν ἰδιότητα ἐταξίδευε. 10) Ἐπίσης ἀντίγραφον τῆς παραγγελίας τοῦ ἀνακριτοῦ Ἀθηνῶν κ. Κοντολέφα πρὸς τὸν εἰσαγγελέα Κερκύρας κ. Κρητικὸν καὶ ἀνακριτὴν κ. Γιωτόπουλον ὡς καὶ πᾶν σχετικὸν ἐκ τῆς δικογραφίας ἔγγραφον, προκειμένου νὰ διευκρινισθῇ ποῖον τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἀποβιβασθὲν τὸ ἑσπέρας τῆς 15ης Δ)βρίου 1948 ἐκ τοῦ ἀτμοπλοίου «ΛΟΥΝΤΣΙΝΤΑ» εἰς τὴν προκυμαίαν Κερκύρας ὑπεδέχθη ὁ ἐκεῖ ἀναμένων βουλευτὴς τοῦ Νέου Κόμματος κ. Σπ. Θεοτόκης καὶ τὸ ὁποῖον ἐπεβίβασεν εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 25654 ἑπταθέσιον αὐτοκίνητον τύπου Φίατ τοῦ Δαφνῆ Δημητρίου καὶ ἐφιλοξένησε εἰς τὴν ἐν Ρόππᾳ ἔπαυλίν του. Εἶναι ὁ βουλευτὴς Νικολαΐδης, ὡς τὸν συνίστα κατὰ τὴν ἐκεῖ παραμονήν του ὁ κ. Σπ. Θεοτόκης, ἢ εἶναι ὁ Νικολαΐδης Νικόλαος τοῦ Ἡρακλείτου, δηλαδὴ ὁ καταδικασθεὶς κατ’ ἐπανάληψιν εἰς πενταετῆ φυλάκισιν μεγαλολαθρέμπορος ὡρολογίων καὶ συναλλάγματος;». Κατόπιν, πρὸ τῆς ἐπιμελημένης ἀποφυγῆς καὶ ἀρνήσεως τῶν ἁρμοδίων νὰ φέρουν τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν πρὸς τὴν πρέπουσαν κατεύθυνσιν διὰ νὰ κρατήσουν ὑψηλὰ τὰ δόγματα μιᾶς εὐηγμένης διοικήσεως Κράτους μὲ πολιτισμένους φιλελευθέρους κοινοβουλευτικοὺς θεσμούς, ὑπέβαλον τὴν 16ην Ἀπριλίου τὴν ἐπερώτησίν μου ὑπ’ ἀριθ. 147. Εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐπιβεβλημένης αὐτῆς ἐνεργείας μου κατεβλήθη ἐν συναγερμῷ παρὰ τὴν σκανδαλώδη σιγὴν τῶν ὑποχρεουμένων νὰ ἀποσαφηνίσουν τὴν θέσιν των, ἀπὸ μερίδα τοῦ τύπου, ὕποπτος καὶ ἐπίμονος προσπάθεια συσκοτισμοῦ. Οὕτω κατέστημεν μάρτυρες ἀφορήτων ἀρθρογραφικῶν μυσταγωγιῶν καὶ πρωτοφανοῦς ἀναταραχῆς μὲ μίαν λίαν ἀδικαιολόγητον διστακτικότητα τῶν ἁρμοδίων. Ἐνῷ ἐπεκρέματο καὶ ἐπικρέμαται ὁ κίνδυνος διαγραφῆς χρηματικῶν ποσῶν, ὀνομάτων ἢ καὶ προσθήκης ἢ ἀλλοιώσεως ἄλλων ἐγγράφων, ἢ τέλος ἀφαίρεσις καταθέσεων, φωτοτυπιῶν ὡς ἔχω βασίμους πληροφορίας, ἡ προσπάθεια διαφυλάξεως καὶ συμπληρώσεως πολλῶν οὐσιαστικῶν ἐλλείψεων τοῦ ἀνακριτικοῦ ὑλικοῦ, ἐχαρακτηρίσθη ὡς ὑποβολιμαία σκευωρία. Πρό τινος ἔλαβον τὸ ὑπ’ ἀριθ. 539 τῆς 26 Μαρτίου 1949 ἐμπιστ. ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης ὡς καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 15 ἐμπιστευτικὸν ἔγγραφον τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ὡς προκύπτει ἀπὸ ἀμφότερα τὰ ἄνω ἔγγραφα, οἱ ἁρμόδιοι ἀρνοῦνται νὰ καταθέσουν τὰ αἰτηθέντα στοιχεῖα, μὲ τὸν ἰσχυρισμὸν «ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ καθίστατο ἡ ἀνάκρισις γνωστὴ τοῖς πᾶσι, ἐπὶ βλάβῃ τῆς ἀνευρέσεως τῆς ἀληθείας», πρᾶγμα ὄχι καὶ τόσον ἀκριβές. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὅμως, αἱ δικαιολογίαι αὐταὶ δὲν εἶναι πολὺ πειστικαί, αὐθόρμητοι καὶ ἀντικειμενικαὶ διὰ νὰ θεωρήσωμεν τὸ φλέγον αὐτὸ ζήτημα λῆξαν, μὲ τὴν παραπομπὴν μας εἰς μίαν ἀναμονὴν μέχρι τοῦ πέρατος τῶν ἀνακρίσεων. Προσωπικῶς πιστεύω ὅτι εἰς τοιαύτας περιπτώσεις ὑψίστου ἐθνικοῦ καὶ πολιτικοῦ ἐνδιαφέροντος (ἀφοῦ ἀνὰ τὸ Πανελλήνιον διαδίδονται εἰς βάρος τοῦ πολιτικοῦ κόσμου ἀνυπόφοροι καὶ τερατώδεις φῆμαι, ἐνῷ εἶναι ἀποδεδειγμένον ὅτι ὁ ἄξων τῶν «Ἑλλήνων Σταβίσκυ» ἀπαρτίζεται ἀπὸ πρόσωπα τοῦ ἀμέσου περιβάλλοντος τοῦ κ. Μαρκεζίνη Σπ., βουλευτοῦ καὶ ἀρχηγοῦ τοῦ Νέου Κόμματος, τοῦ κ. Θεοτόκη Σπ. βουλευτοῦ καὶ ἐπιλέκτου μέλους τοῦ Νέου Κόμματος καὶ ἄλλων, καθίσταται ἡ ἄσκησις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου πρὸς καθαρμόν, ἀναπόδραστος καὶ ἐπιτακτική. Εἶναι γνωστὸν τί ὑποδοχὴν μοῦ ἐπεφύλαξαν κατόπιν τούτου οἱ διάφοροι ζηλωταὶ τοῦ Μαρκεζινιακοῦ μεσσιανισμοῦ. Ἐξετοξεύοντο ἀλληλοδιαδόχως χλευασμοί, ὕβρεις καὶ ἀπειλαί, ἐνῷ ἐν μέσῳ τυμπανοκρουσίας ἐψάλλοντο οἱ διθύραμβοι καὶ τὰ ὡσσανὰ τοῦ ἀρχηγέτου καὶ ἐτονίζοντο παιᾶνες καὶ θούρια διὰ τὸν ὑπὸ ἐπώασιν κυβερνήτην τῆς ρωμαλεότητος. Δὲν ὑπάρχει τρόπος νὰ παραθέσω τὰς δημοσιευθείσας Μαρκεζινιάδας. Ἀξίζει ὅμως νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἀποσπάσματά τινα μερικῶν ἀπαντήσεών μου καὶ πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς ἀληθείας καὶ διὰ νὰ καταδειχθῇ ὁ ὕποπτος ἐκτραχηλισμὸς τῶν ὑμνητῶν τῶν νομίμων δανεισμῶν. Τὴν 25)3)49 εἰς ἄρθρον μου μὲ τὸν τίτλον «Γ. Α. Β. γισμοὶ ἐπιφανῶν διεφθαρμένων», ἔγραφον μεταξὺ τῶν ἄλλων ὅτι δὲν πρέπει νὰ συγχέωμεν τὸ ζήτημα τῶν λαθρεμπορικῶν ἐνοχῶν καὶ εὐθυνῶν, μὲ τὰς τυχὸν ἀποκαλυφθησομένας χρυσοθηρίας ἰθυνόντων παραγόντων, οἱ ὁποῖοι μᾶς κυβερνοῦν, φιλοδοξοῦν νὰ μᾶς κυβερνήσουν, ὡς ἐθνοσωτῆρες μάλιστα καὶ δικαιούμεθα νὰ διαφωτισθῶμεν καὶ νὰ διαφωτίσωμεν ἐὰν ἰσχύῃ ἢ δὲν ἰσχύῃ καὶ ἐὰν ἐφαρμόζουν ἢ ὄχι οἱ κύριοι αὐτοὶ τὸν ἀφορισμὸν τοῦ Μακεδόνος βασιλέως Φιλίππου «ἀργυρέαις λόγχεσι μάχου καὶ πάντα νικήσεις» διότι εἰς τὸ κάτω κάτω τῆς γραφῆς ἐκεῖνος δὲν ἦτο νάνος ἀλλὰ μέγας ἀνήρ. Ὑποβάλλω μίαν θερμὴν παράκλησιν εἰς τοὺς μεγάλους διδασκάλους καὶ μύστας τῶν ἀδύτων τῆς ὑψηλῆς δημοσιογραφικῆς διπλωματίας καὶ πρὸς ἄρσιν κάθε «ἡμερολογιάδος» νὰ μᾶς δώσουν ἕνα μάθημα κατανοήσεως τῶν καθηκόντων μας. Ἂς δεχθῶμεν ὅτι εἴμεθα ἀμαθεῖς καὶ ἄξεστοι χωρικοί, ἀνέστιοι ποιμένες, πτωχοὶ ψαράδες, ταλαιπωρημένοι ἀγρόται ἢ ἀγροῖκοι πολεμισταὶ καὶ θέλομεν διαφώτισιν εἰς τὸ κάτωθι ἁπλοῦν ζήτημα: Εἰς τὸ Πεταλίδι τῆς Μεσσηνίας ἢ καλύτερον εἰς τὰ Μανδοῦκι τῆς Κερκύρας ἕνας ἀρχιφύλαξ τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων ἢ ἕνας ὑπενωμοτάρχης εἰς μίαν νυκτερινὴν περιπολίαν συλλαμβάνει τὸν λαθρέμπορον Νικολαΐδην Νικόλαον τοῦ Ἡρακλείτου, μὲ ἕνα ἀξιόλογον ποσὸν σιγαροχάρτου. Κάμνει μίαν προανάκρισιν καὶ ἀπὸ σειρὰν καταθέσεων ἀπὸ ἰδιοχείρους, ἀδιαψεύστους ἀπορρήτους σημειώσεις, ἀπὸ κοινωνικὰς σχέσεις, ἀπὸ συνεργασίαν, ἔστω καὶ ἐπαγγελματικήν, ἀνακαλύπτει συνοδοιπόρους καὶ συνοδοιπορίαν εἰς τὰς ἐπιχειρήσεις Νικολαΐδη καὶ μία συναδελφικὴν ἐν πολλοῖς ἐπαφὴν μὲ ἕνα φιλήσυχον πανδοχέα τῆς Γαρίτσης, τὸν Μαρκεζίνην Σπυρίδωνα καὶ μὲ ἕνα πλανόδιον ὀργανοπαίκτην τὸν Θεοτόκην Σπυρίδωνα. Τί θὰ πρέπει νὰ ἔχῃ κάμει ὁ ἀρχιφύλαξ ἢ ὁ ὑπενωμοτάρχης διὰ νὰ διαλευκανθῇ ἡ ὑπόθεσις, κ.κ. σοφολογιώτατοι, τιμηταὶ καὶ ἐπικριταὶ τοῦ Σύμπαντος; Ἐν συνεχεία εἰς ἄλλο ἄρθρον μου μὲ τὸν τίτλον «ΚΗΝ-
ΣΟΡΕΣ ΨΙΛΟΦΡΟΣΥΝΗΣ ΤΩΝ ΥΠΟ ΕΠΩΑΣΙΝ
ΔΙΚΤΑΤΟΡΩΝ» ἔγραφον: «Ἐν μέσῳ ἀλλαλαγμῶν μᾶς ἐξηγοῦν ὅτι μόνον ἐξοφληθέντα «ἐπαχθῆ δεινὰ» ἐπεξηγοῦν αἱ ἐγγραφαὶ παρὰ τὰ ὀνόματα Μαρκεζίνης Σπ., Θεοτόκης Σπ., Στράτος Α., μερικῶν χιλιάδων χρυσῶν λιρῶν. Καλὰ διὰ τὰς λίρας Μαρκεζίνη μπορεῖ νὰ ἰσχύσῃ τὸ κυβερνητικὸν χρεωστάσιον καὶ ἡ φυγομαχία, ἀλλὰ διὰ τὰς λίρας τοῦ κ. Θεοτόκη καὶ τῶν ἄλλων ποὺ δὲν ἐξέδιδον «ἑλληνικὴν πνοήν», τί θὰ ἰσχύσῃ; Μήπως τὸ «δεῖ δὴ χρημάτων ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι» τοῦ Δημοσθένους. Ἀλλὰ τότε διατὶ δὲν ἔσπευσαν μόλις συνελήφθη ὁ Νικολαΐδης νὰ μᾶς ἐξηγήσουν πρὸ μηνῶν αὐθόρμητα καὶ μόνοι τους τὰ χρεωλύσια, τὰ ἐπιτόκια καὶ τὰ προβλήματα τῆς μίξεώς των; Μήπως εἶναι ἀδύνατον εἰς τὴν ἀριθμητικὴν καίτοι «ἐπωάζονται» καὶ προαλείφονται διὰ ΔΙΚΤΑΤΟΡΕΣ καὶ εἶναι δυνατοί μόνον εἰς τὴν ἀφαίρεσιν; Ἀλλὰ καὶ μὲ τὰς τελευταίας «ἀεροδυναμικὰς θεωρίας» τοῦ ἰδικοῦ μας κ. Βλάχου–Ἀϊστάϊν, περὶ τῆς «σχετικότητος τοῦ ἐφηρμοσμένου κουκουλώματος τῶν χρυσοθηρῶν» μήπως ἀπεκαλύφθη κάτι τι τὸ πειστικόν, ἵνα παραδεχόμενοι τὰς προσωπικότητας καὶ τὰ χρέη των, δεχθῶμεν νὰ ὑποστῶμεν τὸν καταιγισμὸν τοῦ χλευασμοῦ μας; Οἱ διακεκριμένοι καὶ διαπρεπεῖς αὐτοὶ συνήγοροι τῶν «χρυσανθρώπων» ἀφοῦ κατὰ τὰς πράξεις πλέον τῶν μεγάλων ἀνδρῶν τοῦ κ. Μαρκεζίνη, Θεοτόκη καὶ Σία «ἡ σιγὴ χρυσόν φέρει» εἶναι ἄξιοι τῆς εὐγνωμοσύνης μας, ἀφοῦ μᾶς ἠνέχθησαν, παρασυρθέντες ἀπὸ τὴν διάθεσιν ἀνοχῆς των... ἥτις ἐπρυτάνευεν εἰς τὸν δημόσιον βίον!! τῶν Πρυτάνεων αὐτῶν πάσης Υ–ΨΙΛΟ–ΦΡΟΣΥΝΗΣ. Ἀλλὰ τὸ πολυδύναμον, πολύπλοκον καὶ πολυτάλαντον συγκρότημα τῶν δημοσιογραφικῶν ἐντύπων, συνέχισε τὴν θορυβώδη ἐκστρατείαν του. Ἐν μέσῳ λοιπόν, τῶν παλινωδιῶν καὶ τῆς παλιμβουλίας ὅλων τῶν διαφόρων ἐπισήμων καὶ ἀνεπισήμων πιστῶν εἰς τὰ νέα ἰδεώδη τῆς χρυσοθηρίας, ἡ συγκάλυψις τοῦ σκανδάλου συνεχίζετο διὰ νὰ προπαρασκευασθῇ ἡ περαίωσις τῶν ἀνακρίσεων διὰ τοὺς προαναφερομένους ὑπευθύνους συλλήβδην καὶ ἀθρόως. Θὰ προσπαθήσω ἀφοῦ στεροῦμαι τῆς δικογραφίας, χωρὶς μεταφυσικὰς ψυχαναλύσεις τῶν ἀλγεβρικῶν ἐξισώσεων τῶν λαθρεμπορικῶν λογαριασμῶν, διότι εἶμαι πολὺ ἀδύνατος εἰς τὰ ἀνώτερα μαθηματικά, τοῦ κ. Νικολαΐδη καὶ λοιπῶν, νὰ ἐκφράσω διὰ τὸν κ. Θεοτόκην Σπ. καὶ κατόπιν διὰ τὸν κ. Μαρκεζίνην Σπ. τῶν ἀρχηγῶν, μερικὰς ἁπλᾶς ἀπορίας κοινοῦ συζητητοῦ, διά τινας ἀπόψεις πολὺ ἀποκαλυπτικάς. Ὡς γνωστόν τὴν 18ην Ἰανουαρίου 1949 —ὑπολογίσατε ὅτι μέχρι σήμερον πέρασαν 3½ μῆνες—αἱ καθημεριναὶ ἐφημερίδες «Ἀκρόπολις» καὶ «Καιροὶ» ἀναφέρουν ἀπεριφράστως, ὅτι ὁ κ. Θεοτόκης Σπ. ἐνέχεται εἰς τὸ λαθρεμπόριον τῆς σπείρας Νικολαΐδου. Οὔτε ὅμως ὁ κ. Μαρκεζίνης τοῦ κόμματος, τοῦ ὁποίου ἐπίλεκτον μέλος τυγχάνει ὁ κ. Θεοτόκης Σπ., ἀλλὰ οὔτε καὶ ὁ ἴδιος, καταδέχονται νὰ διαφωτίσουν τὴν κοινὴν γνώμην. Ἀφοῦ ἦσαν ἀθῶοι τί ἐφοβοῦντο καὶ δὲν ἔσπευδον νὰ ποῦν αὐτὸ καὶ αὐτὸ συμβαίνει μὲ τὰς ἐγγραφὰς τοῦ Νικολαΐδου καὶ τὰς ἄλλας ἀτυχεῖς συμπτώσεις. Βραδύτερον κατέστη πασίγνωστον πλέον ὅτι ὁ ἄξων τοῦ λαθρεμπορίου ἦτο ὁ κουμπάρος τοῦ κ. Θεοτόκη, Νικολαΐδης Νικόλαος τοῦ Ἡρακλ. Καὶ διερωτώμεθα καὶ σήμερον ἀκόμη καὶ μετὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ βουλεύματος συσκοτισμοῦ, τί ἠμπόδιζε ἄραγε τὸν κ. Θεοτόκην Σπ. νὰ μᾶς εἴπῃ καθαρὰ καὶ ξάστερα τὰ ὅσα συνέβησαν καὶ ὡς ἑξῆς περίπου. «Ναὶ μὲν τὴν 16 Ὀκτωβρίου 1948 μετὰ πολύμηνον ἀπουσίαν 20 μηνῶν ἐμφανίζομαι καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος εἰς τὴν Κέρκυραν πρὸς ἀνασυγκρότησιν τοῦ κόμματός μου. Ναὶ μὲν κατὰ τὸν κατάπλουν τοῦ ἀτμοπλοίου «Λουτσίντα» ὑποδέχομαι τὸν Νικολαΐδην ἐπὶ τοῦ ἀτμοπλοίου, τὸν ἐπιβιβάζω μετὰ τιμῶν καὶ μαζὶ μὲ ἑπτὰ (7) εὐμεγέθεις βαλίτσας τοῦ ἑπταθεσίου ὑπ’ ἀριθ. 25654 αὐτοκινήτου Δαφνῆ, μάρκας Φίατ καὶ ἄνευ οὐδενὸς ἐλέγχου τοῦ περιεχομένου τῶν ἀποσκευῶν, ἀφοῦ εἴμεθα ἐπίσημοι καὶ ἐκεῖ τὸν Νικολαΐδην ἐτιτλοφόρουν ὡς βουλευτὴν τοῦ Νέου Κόμματος, χάριν ἀστειότητος—κερκυραϊστὶ κογιονάρισμα—παρεμείναμεν μίαν ὥραν εἰς τὴν οἰκίαν Σβορώνου Σπ. δικηγόρου, διευθυντοῦ τῆς ἐφημερίδος μου «Πρόμαχος» καὶ ἐξ ἀπορρήτων συνεργάτου καὶ κατόπιν κατελύσαμεν εἰς τὴν ἔπαυλιν Λιβάδι Ρόππα. Μετὰ μιᾶς ἑβδομάδος παραμονὴν καὶ περιοδείας, ἀνεχώρησεν ὁ Νικολαΐδης συναποκομίζων μόνον δύο βαλίτσας. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 392 εἰσιτήριον τοῦ πρακτορείου ἐκδόσεως 20)12)48, ἀναγράφει μόνον τὸ ἐπώνυμον Νικολαΐδης (σημειωτέον ὅτι εἰς τὴν κατάστασιν ἀφίξεώς του, τῆς 15)12)48, ἐταξίδευσε μὲ τὰ στοιχεῖα Νικολαΐδης Ἡρακλ.)». Ναὶ μὲν ὁ πλοίαρχος κ. Παπαδάκης τοῦ ἀτμοπλοίου «Ἰόνιον», ἐνώπιον ἀξιοπίστων μαρτύρων, ἐν οἷς καὶ ὁ κ. Κόκκινος ἀνεψιὸς τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ «Ἰονίου» κ. Τυπάλδου, ἀπεκάλυψεν ὅτι εἰς τὸ ἀτμόπλοιον «Ἰόνιον» τὸν Δ)βριον τοῦ 1948 συνεταξίδευσα μεθ’ ἑνὸς νέου, ὁ ὁποῖος ἔφερε σακκίδιον μὲ 1500 χρυσᾶς λίρας καὶ πράγματι ὅτι εἰς ἐρώτησιν τοῦ πλοιάρχου διὰ τὸν νέον ἀπήντησα ὅτι εἶναι ἄγνωστος. Ναὶ μὲν ὁ κ. Παπαδάκης μὲ ἀντελήφθη τὸ βράδυ κατὰ μόνας εἰς τὸ κατάστρωμα μὲ τὸν ἐπιβάτην, διὰ τὸν ὁποῖον ἐδήλωσα ὅτι μοῦ ἦτο ἄγνωστος, νὰ ὁμιλῶ οἰκειότατα καὶ «στόμα μὲ στόμα». Ναὶ μὲν εἰς τὸ ἀπόρρητον ἡμερολόγιον ἦτο ἀναγεγραμμένον ἀπὸ τὸν Νικολαΐδην ἰδιοχείρως τὸ ὄνομά μου ὡς καὶ τοῦ κ. Μαρκεζίνη ὑπερεξηκοντάκις καὶ ἦσαν διακεκοσμημένα μέ τινας χιλιάδας χρυσῶν λιρῶν ἐκτὸς σακκιδίου, ναὶ μὲν ὅταν αἱ χιλιάδες τῶν Ἑλληνοπαίδων ἔδιδον τὴν ζωήν των διὰ νὰ παριστάνω τὸν ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Τάξεως, περιέθαλπον εἰς τὸ ἰδιαίτερόν μου γραφεῖον τὸν συμπαραστάτην μου, τὸν οὐδέποτε ἐργασθέντα ἔφεδρον ἀνθυπ)γὸν Νικολαΐδην Νικόλ. τοῦ Ἡρακλείτου, ναὶ μὲν ἐτυφεκίσθη ὁ Χρυσικόπουλος διότι ἀπέφυγε νὰ ἐκτελέσῃ τὰς στρατιωτικάς του ὑποχρεώσεις, ἐνῷ ἐγὼ ἐτιμήθην ὡς ὑπουργὸς καὶ ἐπέτυχα ἐν ὥρᾳ πολέμου τὴν ἀπόσπασιν τοῦ κ. Νικολαΐδου διὰ νὰ διεκπεραιώνω τὰς ἀργυραμοιβικὰς ὑποσχέσεις τοῦ ὑπὸ κατασκευὴν τότε Νέου Κόμματός μας, ἀλλά... ἀλλά... ὅλα αὐτὰ εἶναι ἄνευ σκιᾶς καὶ ἀτυχῆ ἁπλούστατα, περιστατικά πολὺ περιπεπλεγμένων πολυπλόκων περιπλοκῶν. Ἀρκοῦμαι μόνον ἀφοῦ εὑρέθησαν σκευωροὶ νὰ ἐξηγήσω ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶναι εἰσπράξεις ἐνοικίων ἀπὸ τὸν Νικολαΐδην, μερικὰ ἔξοδα τοῦ Μπρὶτζ καὶ διὰ τὰ ἐφόδια τοῦ κυνηγίου τῶν ἀγριμίων. Ἤδη, κ.κ. βουλευταί, εἰσέρχομαι εἰς τὰς Ὀβιδιακὰς Μεταμορφώσεις τοῦ κ. Μαρκεζίνη, ὁ ὁποῖος ἐφορμᾷ ἀπὸ ἄσημος δικηγορίσκος πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ ἐπιουσίου, χάρις εἰς τὴν στοργὴν τοῦ ἀειμνήστου Φίλωνος εἰς τὰ κατάστιχα καὶ λογιστικὰ βιβλία καὶ ἐπιτυγχάνει μετὰ τὸν ἐξακοντισμόν του ἀπὸ τὸ Πρυτανεῖον τῶν Ἀέρηδων, νὰ ἀποκτήσῃ πλοῦτον καὶ δύναμιν ἀξιολόγου Ἰνδοῦ μαχαραγιᾶ. Δὲν εἶναι ὥρα νὰ σᾶς ἐξηγήσω τὰ μυστήρια τῶν ἁλμάτων εἰς ὕψος καὶ τῶν ἀναρριχήσεων καὶ περιορίζομαι μόνον ὡς πρὸς τὰ σημεῖα αὐτὰ νὰ σᾶς ἀναγνώσω μίαν σαφῆ σκιαγραφίαν ὑπολειπομένην τῆς πραγματικότητος, ὡς ἐξηκρίβωσα ὑπευθύνως. Τὴν 28ην Μαρτίου, γράφει κάποιος πολὺ γνώριμος τῆς Μαρκεζινίου σταδιοδρομίας, ὡς σκεπτόμενος μικροαστὸς εἰς τὴν ἐφημερίδα «ΚΑΙΡΟΙ» πολλὰ πολὺ ἀξιόλογα. Ἐξ αὐτῶν ἀποσπῶ τὰ κάτωθι: «Στερούμενος τῶν ἀπαραιτήτων εἰδικῶν γνώσεων, δὲν δύναμαι νὰ κρίνω κατὰ πόσον ἡ λεκανοσκοπεῖα εἶναι μέθοδος ἀσφαλής, διὰ τὴν διάγνωσιν σκευωριῶν. Περισσότερον ὅμως δύσπιστος ἠρεύνησα κατὰ πόσον ἡ προσωπικότης τοῦ κ. Μαρκεζίνη εἶναι ἱκανὴ αὐτὴ καὶ μόνη διὰ τὰ πολλὰ δεδομένα τῆς λαμπρότητός της, νὰ προκαλέσῃ τὴν κατάρρευσιν πάσης καταγγελίας καὶ τῶν ἐκ προοιμίων, οὕτως εἰπεῖν, χαρακτηρισμὸν πάσης διατυπουμένης ὑπονοίας «ὡς σκευωρίας». Ἡ σχετικὴ ἔρευνα ἀπέδωσε τὰ ἑξῆς: Α) Πολιτικὴ σταδιοδρομία. Εἰς τὸ προσκήνιον τῆς πολιτικῆς ὁ κ. Μαρκεζίνης ἐμφανίζεται μὲ τὴν ἵδρυσιν τοῦ Νέου Κόμματος, ἀλλὰ τὸ Νέον Κόμμα εἶναι προϊὸν ἀπάτης ἀσκηθείσης εἰς βάρος τῶν ψηφοφόρων, οἱ ὁποῖοι ἐξέλεξαν τὰ μέλη του ὄχι διότι ἐνέκριναν τὴν πολιτικὴν τοῦ Νέου Κόμματος, εἰς ὃ ἀνήκουν σήμερον, ἀλλὰ διότι ἐνέκριναν τὴν πολιτικὴν τοῦ παλαιοῦ των κόμματος, εἰς ὃ οἱ ἀποτελοῦντες τὸ Νέον Κόμμα ἀνῆκον τότε, δηλαδὴ εἰς τὸ Λαϊκόν. Β) Οἰκονομικὴ εὐρωστία. Σκοτεινὴ ὅσον τοῦ πολιτικοῦ βίου εἶναι καὶ τῆς οἰκονομικῆς εὐρωστίας τοῦ κ. Μαρκεζίνη, ἡ ἀπαρχὴ λιμόξηρος ἐν ἔτει 1937 ἐγκαταλείπει αἰφνιδίως τὴν παρὰ τοὺς Ἀέρηδες ταπεινὴν χαμοκέλλαν καὶ μεταπηδᾷ εἰς πολυτελὲς παρὰ τὴν γνωστὴν πλατεῖαν διαμέρισμα, ἵνα ἀμέσως ἐν συνεχείᾳ ληγούσης τῆς κατοχῆς, ἐπεκταθῇ καὶ εἰς δεύτερον τῆς αὐτῆς πολυκατοικίας ὄροφον. Τρόπος ζωῆς πολυδάπανος. Συλλογὴ πολυτίμων ἐκδόσεων σπανίων βιβλίων, ἔξοδα ἐκλογικοῦ ἀγῶνος, ἀλλεπάλληλα ταξίδια εἰς τὴν ἀλλοδαπήν, τὰ πάντα προδίδουν τὸν ἀπηλλαγμένον οἰκονομικῶν φροντίδων. Νεοπλούτακα. Τί ἄρα γε ἐμεσολάβησε μεταξὺ τῆς λιμώδους πενίας τῆς χθὲς καὶ τῆς ἀσιατικῆς χλιδῆς τῆς σήμερον; Ποῖος ὁ πλουτοδωτήρ; Ἐντατικὴ καὶ κερδοφόρος δικηγορία μήπως; Ἀλλ’ ὁ κ. Μαρκεζίνης ἦτο καὶ παραμένει ὁ τύπος τοῦ ἄνευ ὑποθέσεων δικηγόρου. Εὐαγές τι ταμεῖον λοιπόν; Ἄπαγε τῆς βλασφημίας. Ἡ κατοχή; Ἡ ἀντίστασις; Σκοτεινὸν τὸ μυστήριον. Καὶ ἐρωτᾶται. Τόσον εἶναι προκεχωρημένη ἐν Ἑλλάδι ἡ σῆψις, ὥστε προσωπικότητες, οἷα ἡ ἀνωτέρω νὰ κρίνωνται ἀνώτεραι παντὸς ἐλέγχου; Ἀπὸ τὴν συνέχειαν τῆς ὁμιλίας μου, θὰ σᾶς ἀποκαλύψω μόνον τοὺς μεγάλους σταθμοὺς τῆς ἁλματώδους ἐξυψώσεως κατὰ τὴν περίφημον σταδιοδρομίαν τοῦ κ. Μαρκεζίνη. Ἐλησμόνησα νὰ προσθέσω καὶ μερικὰς ἄλλας ὑπηρεσίας τοῦ ἀνδρός, οὐδέποτε κατεδέχθη νὰ περιβληθῇ τὸ χακὶ καὶ νὰ ὑπηρετήσῃ ὡς στρατιώτης τὴν Ἑλλάδα, τὴν ὁποίαν ἀξιοῖ νὰ κυβερνήσῃ. Περιωρίσθη μόνον νὰ πολεμήσῃ διὰ τὴν ἀναμόρφωσιν τοῦ Εὐαγοῦς Φιλανθρωπικοῦ Ταμείου. Ὅταν οἱ Ἑλληνόπαιδες ἔχυναν τὸ αἷμα τους, ὁ κ. Μαρκεζίνης, κέρβερος τοῦ ἀναληφθέντος ἐν τῷ μεταξὺ Ταμείου, κατεσπατάλει τὰς νομικάς του γνώσεις καὶ ἔχυνε τὴν μελάνην τῆς γραφίδος του. Ἡ ἀψευδὴς ἱστορία τῆς μετὰ σκιῶν ὅμως θλιβερᾶς αὐτῆς ὑποθέσεως, καταδεικνύεται εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 81)29)4)49 αἴτησίν μου, ἥτις ἔχει οὕτω: «Κύριε Πρόεδρε, προκειμένου νὰ φέρω ἐνώπιον τοῦ Σώματος συγκεκριμένην κατηγορίαν ἀφορῶσαν τὸν κ. Μαρκεζίνην Σπ. διὰ διαχειριστικὰς του ἀνωμαλίας εἰς τὸ Εὐαγὲς Φιλανθρωπικὸν Ταμεῖον, ζητῶ νὰ λάβω γνῶσιν ἀδιαψεύστων τινῶν ἀλλὰ καὶ ἀπαραιτήτων σχετικῶν στοιχείων. Ἡ προκειμένη ὑπόθεσις ἔχει τὸ ἑξῆς ἱστορικόν: Εἰς τὸ Ε.Φ.Τ., τὸ ὁποῖον ἦτο ὑπὸ τὴν ὑψηλὴν προστασίαν τῆς Α.Μ. τοῦ ἀειμνήστου Βασιλέως Γεωργίου Βʹ κατώρθωσε καὶ ἐπέτυχε νὰ διορισθῇ ὡς νομικὸς σύμβουλος ὁ κ. Σπ. Μαρκεζίνης, ὅστις σὺν τῷ χρόνῳ ἀπέκτησε διαχειριστικὴν παντοδυναμίαν. Τὸ ἔτος 1939 ἡ ἁρμοδία Διεύθυνσις Κληροδοτημάτων τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν διέταξε τὸν τμηματάρχην κ. Τσέλιον νὰ διενεργήσῃ ἔλεγχον τῆς διαχειρίσεως Μαρκεζίνη. Διὰ νὰ ἀποφευχθῇ ὁ ἔλεγχος καὶ δι’ εὐνοήτους λόγους, ἐδημοσιεύθη ἕνας νόμος χαριστικός, ὁ ὑπ’ ἀριθ. 2457 διὰ τοῦ ὁποίου ἐθεσπίζετο προνομιακὴ ἐξαίρεσις τῆς διαχειρίσεως τοῦ Εὐαγοῦς Φιλ. Ταμείου ἐκ τοῦ διατεταγμένου ἐλέγχου. Μάλιστα τὸ 1 ἄρθρον τοῦ ἄνω χαριστικοῦ νόμου ἀφεώρα θέματα ξένα τελείως πρὸς τὴν νομοθετουμένην εἰς τὸ 2 ἄρθρον τοῦ ἰδίου νόμου ἀσυδοσίαν Μαρκεζίνη. Κατὰ τὴν κατοχὴν ἐξεδόθη νόμος, ὁ ὁποῖος κατήργησεν ὅλας ἀνεξαιρέτως τὰς ἐξαιρέσεις, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸ ἄνω προνόμιον τοῦ Ε. Φ.Τ. Ἡ Διεύθυνσις Κληροδοτημάτων τότε ἐκάλεσε καὶ πάλιν τὸν κ. Μαρκεζίνην ὅπως λογοδοτήσῃ διαχειριστικῶς. Εἰς ἀπάντησιν τῆς προσκλήσεως ταύτης ὁ κ. Μαρκεζίνης διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὸν ἔλεγχον, ἀνέφερεν ἐγγράφως ὅτι «ἀδυνατεῖ νὰ λογοδοτήσῃ ἐπειδὴ ἡ Α.Μ. ὁ Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων Γεώργιος Βʹ τὴν προτεραίαν τῆς ἀναχωρήσεώς του διὰ Κρήτην, συμπαρέλαβεν ἀναχωρῶν ὅλα τὰ ὑπάρχοντα χρήματα τοῦ Εὐαγοῦς Φιλ. Ταμείου καὶ ἅπαντα τὰ δικαιολογητικά. Ἐπειδὴ τὸ γεγονὸς τοῦτο ἀποτελεῖ ἀσεβῆ καὶ βαρεῖαν ὕβριν τῆς μνήμης τοῦ ἀειμνήστου Βασιλέως Γεωργίου Βʹ ἀφοῦ τοῦτο ἦτο ἀναμφισβητήτως ψευδές, διότι ὡς ἔχομεν βασίμους πληροφορίας ἐν τῷ μεταξὺ ὁ κ. Μαρκεζίνης ἔκαμε πολλὰς ἀναλήψεις χρημάτων ἀπὸ τὰς Τραπέζας, ἐπειδὴ θὰ εἶναι πολὺ διαφωτιστικὸς ὁ ἔλεγχος τῶν ἀτασθαλιῶν αὐτῶν προκειμένου μάλιστα νὰ ἐξονυχισθῇ ἡ ἐκκρεμοῦσα ὑπόθεσις λαθρεμπορίας διὰ τοὺς ὡς ἄνω λόγους, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅπως ζητήσητε ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἄνευ ἀναβολῆς, τὸν σχετικὸν φάκελλον, ὁ ὁποῖος τηρεῖται ὑπὸ τῆς Ὑπηρεσίας Κληροδοτημάτων τοῦ Ὑπουργείου του, μαζὶ μὲ ὅλα τὰ σχετικὰ καὶ ἰδίως μὲ τὴν προαναφερομένην ἔγγραφον αἰτιολογικὴν ἀναφορὰν τοῦ κ. Μαρκεζίνη. Ἐπὶ πλέον παρακαλῶ ὅπως ζητηθοῦν καὶ κατατεθοῦν εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος ἢ ἄλλας Τραπέζας ἢ Νομικὰ πρόσωπα ὅλοι οἱ λογαριασμοὶ καὶ ἅπασαι αἱ ἀναλήψεις χρημάτων ἀπὸ τὸν κ. Μαρκεζίνην κατὰ τὴν περίοδον τῆς Κατοχῆς. Ἐν συνεχείᾳ ἀναγινώσκω καὶ τὸν περίφημον Α. Νόμον διὰ τὸ Εὐαγὲς Φιλόπτωχον ταμεῖον φάντασμα, τὸ ὁποῖον εἰρήσθω ἐν παρόδῳ καίτοι φιλόπτωχον, διέθετε πολὺ περισσοτέρας χρυσᾶς λίρας ἀπὸ τὸ σημειωματάριον τοῦ Νικολάου Νικολαΐδου τοῦ Ἡρακλείτου. Ἀναγκ. Νόμος ὑπ’ ἀριθ. 2457 τῆς 16)31 Ἰουλίου 1940.
ΑΛΛΗ ΛΑΘΡΟΧΕΙΡΙΑ
Ἐφημ. Κυβερν. τ. Αʹ Φ. 234. Ἄρθρον. Τὸ ὑπὸ τῆς Ἑλένης Ζαφίρη διὰ τῆς ἀπὸ 11 Μαρτίου 1902 ἰδιογράφου διαθήκης της δημοσιευθείσης ὑπὸ τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν τὴν 17ην Δ)βρίου 1905 κληροδότημα εἶτα τὸ Ἄρθρον 2. Αἱ διατάξεις τοῦ Α.Ν. 2038 τοῦ 1939 περὶ
τροποποιήσεως. ΔΕΝ ΕΧΟΥΣΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗΝ ΕΠΙ ΤΟΥ
ΕΥΑΓΟΥΣ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ.
Ἄρθρον 3. Ἐπὶ κληρονομιῶν, κληροδοσιῶν καὶ δωρεῶν καταλειπομένων ὑπὲρ τοῦ Εὐαγοῦς Ταμείου καὶ τῶν ὁποίων ἡ ἐκκαθάρισις καὶ ἡ ἐξαίρεσις διὰ τῆς συστατικῆς πράξεως τοῦ τυχὸν ὁριζομένου σκοποῦ ἀνατίθεται εἰς ἄλλα φυσικὰ ἢ Νομικὰ πρόσωπα, τὰ τελευταῖα προβαίνουν εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τῆς καταλειπομένης περιουσίας καὶ ἐκτέλεσιν τοῦ διὰ συστατικῶν πράξεων ὁριζομένου σκοποῦ καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἐπὶ τῆς λαθροχειρίας αὐτῆς διατηρῶ μερικὰς ἐλπίδας ὅτι ὁ κ. Χέλμης, διὰ τὸν ὁποῖον ἔχω πληροφορίας ὅτι ἐχολώθη κάπως ἀπὸ τὴν πρόοδον τῶν ἀνακρίσεων τῶν ὑπηρεσιῶν του, θὰ παραγγείλῃ νὰ προσκομίσουν τὸν σχετικὸν φάκελλον, χωρὶς νὰ παραπεμφθῶ εἰς τὰς οἰκονομικάς του καλένδας ὡς ἔπραξεν ὁ κ. Μελᾶς εἰς τὰς οἰκονομικὰς καλένδας τοῦ κ. Μπουροπούλου. Ἀλλὰ ἂς συνεχίσωμεν τὰ κατὰ Μαρκεζίνην, διὰ νὰ καταμερισθοῦν εὐθῦναι ὄχι πλέον εἰς ἐκείνους ποὺ τὸν ἐξέθρεψαν ἀλλὰ εἰς ἐκείνους ποὺ συνέρραψαν τὴν ἡγετικὴν χλαμύδα καὶ τὸν ἐβοήθησαν νὰ τύχῃ ἀναπολογήτου ἀπαλλαγῆς. Παρακάμπτοντες τὸ παρελθόν του ἂς προσπαθήσωμεν νὰ θέσωμεν ὑπ’ ὄψιν σας, κύριοι βουλευταί, τὰς ὑπερευρωπαϊκὰς περιηγήσεις του. Τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1946 μετὰ τοῦ κ. Ζαλοκώστα, νομίζω, ἐπιβαίνων Ἀγγλικοῦ ἀντιτορπιλλικοῦ ἀναπλεύσας τὸν Τάμεσιν ὡς Καῖσαρ τὸν Ρουβίκωνα, ἠγκυροβόλησεν εἰς τὸ Λονδῖνον. Ἐκεῖ ἐποίει τὰς διατριβάς του μὲ κακόφημόν τινα ἀλλὰ ζάπλουτον ἐφοπλιστήν, (τοῦτο προκύπτει ἐκ διαθήκης τοῦ πατρὸς τοῦ ἐφοπλιστοῦ ἡ ὁποία ἐδημοσιεύθη τὴν 20ὴν Ἰουνίου 1947 εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Ἀθηνῶν καὶ ἡ ὁποία μεταξὺ τῶν ἄλλων ἀποκαλύπτει ἐπὶ λέξει: «Ὁ υἱός μου Εὐάγγελος κάποτε μεταξὺ τῶν ἄλλων ὑπέγραψε συναλλάγματα, τὰ ὁποῖα ἐπλήρωνα ἐγὼ διὰ νὰ μὴ φυλακισθῇ καὶ ἀτιμασθῇ). Ἐν συνεχείᾳ ὁ κ. Μαρκεζίνης πρὸς συμπλήρωσιν μετεωρολογικῶν ἴσως παρατηρήσεων τὴν 1ην Νοεμβρίου 1946 θεᾶται εἰς τὴν Λωζάννην. Διὰ νὰ μὴ χαρακτηρισθῶ ὅμως ὡς μοχθηρὸς σκευωρὸς τοῦ πολυταξιδευμένου πολιτικοῦ αὐτοῦ ἀνδρός, δέχομαι ὅτι καὶ τὰ ταξίδια αὐτὰ ἐγένοντο πρὸς ψυχαγωγίαν καὶ ὅτι τὰ ἔξοδα τὰ εἶχεν εἰσπράξει ἀπὸ τὰς πωλήσεις περισπουδάστου τινὸς πονήματος περὶ διαζυγίου. Ἀδιαφόρως ἐὰν τὸ ἔργον αὐτὸ ὅταν ὑπεβλήθη εἰς τὴν Νομικὴν Σχολὴν ἐπὶ διδακτορίᾳ ἀπερρίφθη μετὰ πολλῶν ἐπαίνων πρωτοστατοῦντος τοῦ ἀειμνήστου Κων. Πολυγένους. Τὸ παράδοξον εἶναι ὅτι ὅταν ὁ κ. Μαρκεζίνης, ὡς δικηγόρος πλέον ἐξέδωσε τὸ φυλλάδιόν του κατώρθωσε καίτοι ὁ καθηγητής του ἐψυχορράγει νὰ τὸν πείσῃ νὰ τοῦ γράψῃ θριαμβευτικὸν πρόλογον. Δεχόμεθα καὶ αὐτὸ καὶ ὅτι ἐπὶ πλέον εἶχεν ἀποκτήσει πολλὰ χρήματα ὅταν ἤσκει τὸ ἐπάγγελμα τοῦ Συμβούλου εἰς τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῶν Βορειοδυτικῶν Σιδηροδρόμων. Ὡς φαίνεται οὕτως ἔχουν τὰ πράγματα, διότι ὁ κακόφημος φίλος καὶ ἐφοπλιστὴς τοῦ Λονδίνου, τὸ 1937 καταβαλὼν ὀκτακοσίας μόνον χιλιάδας δραχμῶν ἠγόρασεν ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὅλας τὰς μετοχὰς τῶν Βορειοδυτικῶν Σιδηροδρόμων. Τὴν ἑπομένην τῆς ἀγορᾶς, τίς οἶδε βάσει τίνος Μαρκεζινισμοῦ, ἠνάγκασε τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ τοῦ χορηγήσῃ ἔναντι τῶν μετοχῶν τὰς ὁποίας ἠγόρασε μὲ 800 χιλιάδας δραχμὰς ὑπὸ τύπον δανείου δέκα ἂν δὲν ἀπατῶμαι ὁλόκληρα ἑκατομμύρια. Πῶς ἐξωφλήθη τὸ δάνειον αὐτό, δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς διευκρινίσω. Εἰρήσθω ἐν παρόδῳ ὅτι τῆς Ἑταιρείας αὐτῆς Πρόεδρος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου ἦτο ὁ Ἀθανάσιος Φίλων, εἰς τὸν ὁποῖον ἐπειδὴ ἀπέθανε δυνατὸν νὰ παραπεμφθῶμεν ὅπως καὶ εἰς τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ Εὐαγοῦς Φιλ. Ταμείου, θὰ παραπεμφθῶμεν. Ἀλλὰς ἂς προχωρήσωμεν. Ἡ τακτικὴ ἀνάκρισις εἰς τὴν ὁποίαν διοχετεύονται αἱ προανακρίσεις εἶναι μία ἐπιμελὴς καὶ ἀνεπηρέαστος ἔρευνα πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ προανακριτικοῦ ὑλικοῦ. Εἶναι μάχη πραγματικὴ κατὰ τοῦ ἐγκλήματος, διεξάγεται μὲ ἀνάλογον τεχνικὴν καὶ ὅταν μάλιστα πρόκειται νὰ ἀντιμετωπισθῇ Διεθνὴς σπεῖρα μεγαλολωποδυτῶν ὡς ἐν προκειμένῳ, ἀνατίθεται εἰς ἀνεπιλήπτους δεδοκιμασμένους ἀδεκάστους καὶ ἐμπείρους δικαστικούς. Ἡ ἀνάκρισις ἡ τακτικὴ ἔχει ὅπως καὶ ἡ πολεμικὴ τέχνη τὴν στρατηγικήν της καὶ τὴν τακτικήν της. Τείνει διὰ μιᾶς ἀδιακόπου, ἀδιασπάστου, ταχείας καὶ ἐπιμελοῦς ἐξονυχίσεως εἰς τὴν ἀναζήτησιν τοῦ ἀγνώστου, καὶ τὴν διαλεύκανσιν τῆς ἀθωότητος ἢ τῆς ἐνοχῆς τῶν ὑπόπτων. Κύριε ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ἡ καταμερισμένη τεμαχηδὸν καὶ κατὰ δόσεις καὶ κατὰ κατηγορίας τακτική σας ἀνάκρισις μὲ ἕνα βῆμα σημειωτόν, μὲ μίαν βραδυπορείαν πολύμηνον καὶ ἄνευ προηγουμένου, πληροῖ ἆραγε τὰς ἀναγκαίας προϋποθέσεις διὰ μίαν ἀνακριτικὴν ἐπιτυχίαν; Καὶ δὲν μᾶς δίδει τὸ δικαίωμα, διενεργηθεῖσα ὅπως διενηργήθη νὰ διατυπώσωμεν μερικὰς θλιβερὰς ἀπορίας καὶ διὰ τοὺς διενεργήσαντας τὴν ἐποπτείαν καὶ διὰ τοὺς ἐπιμεληθέντας τὴν διεξαγωγήν της; Προσεκομίσθη ἕνα προανακριτικὸν ὑλικὸν ἀπὸ τὰς ἀρχὰς Νοεμβρίου 1948 εἰς τὰ ἀνακριτικά σας ἐργαστήρια. Περνοῦν αἱ ὧραι αἱ ἡμέραι καὶ οἱ μῆνες καὶ ἡ ἀνάκρισις κατασκηνωμένη εἰς τοὺς τέσσαρας τοίχους ἑνὸς γραφείου ἐπιδιώκει πότε ναρκωμένη, πότε ἀνερμάτιστος, πότε προσέχουσα νὰ μὴ θίξῃ τὰς αὐτοῦ ἐξοχότητας παραπαίει χωρὶς νὰ θέτῃ ἀγέρωχα ἀμείλικτα, ἀδίστακτα τὴν χεῖρα της ἐπὶ τοῦ τραχήλου τῶν Ἑλλήνων Σταβίσκυ αὐτοστιγμεὶ καὶ ἐξ ἀπίνης. Τὰ ἐγκλήματα τὰ μεγάλα καὶ μυσαρὰ δὲν ἀποκαλύπτονται ὅταν ὁ ἀνακριτὴς καὶ ὁ τεταγμένος Εἰσαγγελεὺς καὶ ὅλοι οἱ ἔχοντες τὸ προβάδισμα καὶ τὴν ἐποπτείαν των ὑπὸ τὴν ἀνωτάτην σας ἡγεσίαν ἀποθαυμάζουν τὴν στατικὴν στρατοπέδευσιν τῶν ἀνακριτικῶν σας δυνάμεων. Ἐξεδόθη ἕνα βούλευμα. Ἂς τὸ κρίνωμεν χωρὶς τοὺς Φαρισαϊσμοὺς τῆς ἀνακριτικῆς ἀειπαρθενίας διὰ νὰ δώσωμεν τὰ τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ θὰ ἀναγνώσω ἀπόσπασμα ἀσχολίαστον τῆς Εἰσαγγελικῆς προτάσεως, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰδικώτερον τὸν κ. Σπυρ. Μαρκεζίνην. Τὸ βούλευμα δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ κρίνω, διότι ὅπως σᾶς εἶπον, δὲν ἔχω τὴν δικογραφίαν. Ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε ὡς προεῖπον νὰ σᾶς ἀναγνώσω μόνον τὸ κείμενον τῆς Εἰσαγγελικῆς προτάσεως καὶ ὅποιος μπορέσῃ νὰ καταλάβῃ τὴν οὐσίαν νὰ μοῦ τὸ εἴπῃ: «.... (ἀναγινώσκει) ......».
§169Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ καταγγέλλετε αὐτὸ ὡς ἀκατανόητον; Δὲν σᾶς ἱκανοποιεῖ ἡ διατύπωσις; Ὅταν πρόκειται νὰ ἐλέγξετε ἓν ἔγγραφον δικαστικὸν καὶ φέρετε εἰς τὰ χέρια σας τὴν ὑπόληψιν τοῦ συντάξαντος αὐτὸ καὶ κατηγορῆτε μεγαλοστόμως, νὰ ἀποδεικνύετε τὰς κατηγορίας σας. Θέλετε νὰ παρουσιάσετε κάτι ὡς ἀκατανόητον, τὸ ὁποῖον εἶναι λίαν εὐνόητον, λίαν ἐπιστημονικὸν καὶ τεχνικόν. Εἶναι μία ἀπὸ τὰς ἀρίστας προτάσεις.
§170Ι. ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δικαιοῦμαι νὰ νομίζω ὅτι δὲν τὴν ἀντιλαμβάνομαι ὡς ἀρίστην.
§171Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ παιδὶ αὐτό, τὸ ὁποῖον ἔκαμε τὴν πρότασιν αὐτὴν ἔχει ἀνάγκην τῆς ὑπολήψεως ὅλων ἡμῶν. Δὲν ἠμπορεῖτε ἀσπίλους δικαστικοὺς νὰ τοὺς καθυβρίζετε μὲ αὐτὴν τὴν εἴρωνα γλῶσσαν. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§172Ι. ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μὲ ἀφήσετε νὰ συνεχίσω. Δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ μοῦ κάμνετε ὑποδείξεις καὶ διδασκαλίαν ὕφους.
§173Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὁ συντάκτης τῆς προτάσεως, νεαρὸς μέν, ἀλλὰ νομίζω πολὺ σοβαρὸς εἰσαγγελικός, εἶναι αὐτὸς οὗτος, ὁ ὁποῖος ἐπεραίωσεν ἐν τάχει τὴν πρώην ὑπόθεσιν τοῦ συναλλάγματος, ἡ ὁποία εἶχεν ἐξεγείρει τὸ Πανελλήνιον. Ὅταν ἐπεραιώθη τὸ ἔργον αὐτό, ἐνόμισα καθῆκον μου νὰ ἐνθαρρύνω διὰ τὴν ταχεῖαν περαίωσιν αὐτοῦ τοῦ ἔργου καὶ ἀπηύθυνα μίαν εὐαρέσκειαν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους καὶ ὁλόκληρος ὁ τύπος τῆς χώρας ἐπεκρότησε τὴν πρᾶξιν ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἐνόμισα ἐπιβαλλομένην πρὸς ἐνθάρρυνσιν διὰ τὴν ἐντονωτέραν καὶ ταχυτέραν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου των. Αὐτοὶ οἱ δικαστικοὶ δὲν φαντάζομαι ὅτι ἀποτόμως σήμερον κατέστησαν ἄξιοι ἀγχόνης. Θὰ ἦτο ὀλίγον περίεργον αὐτό.
§174Ι. ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ κάμνω ἁπλῆν ἀνάγνωσιν τοῦ βουλεύματος καὶ ἀφοῦ ὁ κ. Γιαννόπουλος ἐκνευρίζεται διότι τὸ ἀναγινώσκω οὕτως, θὰ τὸ ἀναγνώσω ἄλλως.
§175Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Διατὶ νὰ δικάζεται εἰς σειρὰς μία ὁμὰς κατηγορουμένων, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν ἓν ἑνιαῖον σύνολον;
§176Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ὁ κ. συνάδελφος, ἐπικρίνει ὡρισμένας σκέψεις καὶ προτάσεις, δὲν κατασπιλώνει κανένα.
§177Ι. ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ μὲ τὰς ἀσθενεῖς μου δυνάμεις, προσπαθῶ νὰ ἀποδείξω ἐκεῖνα ποὺ λέγω.
§178ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τελειώνωμεν.
§179Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Πρότασις τῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρξε νὰ ἀκούσωμεν καὶ τὸν ρήτορα.
§180Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐργασίας). Νὰ συνεχίσωμεν τὴν συζήτησιν.
§181Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τοὐλάχιστον νὰ τελειώσῃ ὁ ρήτωρ.
§182Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Πρέπει νὰ τελειώνωμεν.
§183Ι. ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς τελειώσω τὰς περικοπὰς τῆς Εἰσαγγελικῆς Προτάσεως: «Ἐν ὄψει τῆς ἀξιοπιστίας τῶν διαληφθέντων μαρτύρων τῶν ὑποστηριζόντων τὴν ἐξήγησιν Μαρκεζίνη καὶ τοῦ ἐνδεχομένου τῆς ἐπιπολαιότητος τοῦ Ν. Νικολαΐδου ὀρθότερον θὰ ἦτο νὰ δεχθῶμεν ὅτι ἡ ἐξήγησις ἣν παρέχει ὁ κ. Σπ. Μαρκεζίνης καὶ οἱ φίλοι του εἶναι καὶ ἡ ἀληθὴς πλὴν ἐν αὐτῷ δὲν δύναται νὰ μὴ σημειωθῇ καὶ τὸ ὅτι ἡ ἔντονος ἀντίθεσις τῶν ἐξηγήσεων ἐν συνδυασμῷ καὶ πρὸς τὸ ἀνεξήγητον τῆς ἐγγραφῆς τοῦ ἀριθμοῦ 300 προκαλεῖ τὴν σκέψιν ὅτι ἐνδεχομένως αἱ ἐξηγήσεις αἱ διδόμεναι περὶ πωλήσεως λιρῶν καὶ περὶ δανεισμοῦ δραχμῶν δὲν εἶναι ἀκριβεῖς καθισταμένης ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πιθανῆς καὶ τῆς ἐκδοχῆς ὅτι οἱ ἀριθμοὶ σημαίνουσι λίρας, τὰς ὁποίας ἢ ἔδωσεν ὁ Ν. Νικολαΐδης εἰς τὸν Σπ. Μαρκεζίνην ἄνευ ἀνταλλάγματος ἢ ἔλαβε παρ’ αὐτοῦ. Τὸ τελευταῖον τοῦτο ὅμως ὅτι ἔλαβε δηλαδὴ λίρας ὁ Νικολαΐδης ἀπὸ τὸν Μαρκεζίνην πλὴν τῆς περιπτώσεως καθ’ ἣν αὗται θὰ ἐδίδοντο αὐτῷ πρὸς πώλησιν, περὶ ἧς ἐγένετο ἀνωτέρω λόγος, δὲν δύναται νὰ γίνῃ δεκτόν, οὐδὲ νοεῖται, δεδομένου ὅτι οὐδένα λόγον εἶχεν ὁ Σ. Μαρκεζίνης νὰ παρέχῃ λίρας εἰς τὸν Ν. Νικολαΐδην ἄνευ ἀνταλλάγματος, οὔτε ἄλλως τε εἶχε τὴν οἰκονομικὴν εὐχέρειαν πρὸς τοῦτο. Ἀπομένει ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ πρώτη ἄποψις ἀπὸ μέρους τοῦ Νικολαΐδη παροχῆς τῶν λιρῶν ἄνευ ἀνταλλάγματος. Περὶ τοιούτου τινὸς ὡς προείρηται σκέψις μόνον δημιουργεῖται ἐκ τῆς σημειωθείσης ἀντιθέσεως τῶν ἐξηγήσεων καὶ τοῦ ἀνεξηγήτου τοῦ ἀριθμοῦ 300 σκέψις ὅμως ἥτις ἀναγκαῖον νὰ βασανισθῇ ἵνα διαπιστωθῇ ἐὰν ἐκ ταύτης δύναται νὰ ἀχθῇ κανεὶς ἐν συνδυασμῷ καὶ πρὸς τὰ λοιπὰ δεδομένα τῆς δικογραφίας εἰς ὑπονοίας συμμετοχῆς τοῦ Σπ. Μαρκεζίνη εἰς τὴν λαθρεμπορίαν συναλλάγματος. Ἡ τοιαύτη σκέψις θὰ ἠδύνατο νὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὴν ὑπόνοιαν ὅτι ὁ Σπ. Μαρκεζίνης ἐτέλει ἐν γνώσει τῶν λαθρεμπορικῶν ἐπιχειρήσεων τοῦ Ν. Νικολαΐδου, παρ’ οὗ ἐδέχετο τὰ σημειωθέντα ποσὰ ὑπὸ μορφὴν οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως τῆς πολιτικῆς προσπαθείας του, ὡς συνέβη καὶ μὲ τὴν περίπτωσιν τοῦ Χριστοφ. Κατσάμπα, ἐὰν εἴχομεν ἀπολύτως ἀσφαλῆ τὰ ἀκόλουθα: α) ὅτι οἱ ἀριθμοὶ καὶ ἰδίᾳ ὁ ἀριθμὸς 300 ἀναφέρονται εἰς χρυσᾶς λίρας, β) ὅτι αὗται ἐχορηγήθησαν ἄνευ ἀνταλλάγματος ἀπὸ τὸν Ν. Νικολαΐδην πρὸς τὸν Σ. Μαρκεζίνην καὶ γ) ὅτι ὁ Σπ. Μαρκεζίνης ἐγνώριζεν ὅτι ὁ Ν. Νικολαΐδης ἐστερεῖτο ἰδίας περιουσίας συντηρούμενος χορηγίαις τοῦ πατρός του καὶ τοῦ πενθεροῦ του, ὢν προφανῶς ἐν ἀδυναμίᾳ νὰ προβαίνῃ εἰς τὰς γενναιοτάτας παροχὰς ἑκατοντάδων χρυσῶν λιρῶν. Ἀλλ’ ὡς ἐξετέθη ἐκτενῶς ὡς ἀνωτέρω οὔτε διὰ τὸ αʹ οὔτε διὰ τὸ βʹ οὔτε διὰ τὸ γʹ τούτων ἔχομεν, οὐχὶ ἀπολύτως ἀσφαλῆ, ἀλλ’ οὐδὲ ἀσθενῆ τινα ἀπόδειξιν». Ἀλλὰ τότε διατὶ ἄραγε ἡ πολύμηνος τακτικὴ ἀνάκρισις δὲν ἐπέμεινε νὰ διευκρινίσῃ ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς αὐτὰς τὰς τρεῖς ἀπορίας τῆς Εἰσαγγελικῆς Προτάσεως; Ὁμολογῶ ὅτι καὶ ἡ πρότασις τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ αἱ ἀλληγορίαι καὶ ἀναπροσαρμογαὶ τοῦ βουλεύματος μὲ τὰς σκοπίμους ἀποσιωπήσεις καὶ τὰς ἐσκεμμένας διαστροφάς, μὲ τὰς κατὰ τὸ «ἥξεις—ἀφίξεις» χρηματοδοτήσεις προκαλεῖ τὰς θλιβερωτέρας τῶν σκέψεων διὰ τὰ τεχνουργηθέντα ἀπὸ ὅλους τοὺς συντελεστὰς τῆς συγχύσεως γλωσσῶν καὶ φρενῶν, ἡ ὁποία βασιλεύει γενικῶς εἰς τὸ ὡς βούλευμα συγγραφὲν συνονθύλευμα. Τὸ κορύφωμα τῆς κραιπάλης εἶναι τὸ δημιουργηθὲν ζήτημα εἰς βάρος τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων κ. Σοφοκλῆ Βενιζέλου, τοῦ ὁποίου κακοβούλως κατέταξαν τὸ ὄνομά του παρὰ τὰ ὀνόματα τῶν συνδρομητῶν τοῦ Σημειωματαρίου Νικολαΐδη γνωστοὶ καλοθεληταὶ δι’ εὐνοήτους λόγους, καὶ δὲν εὑρίσκω τὰς καταλλήλους λέξεις διὰ νὰ στιγματίσω αὐτὴν τὴν ἐλεεινότητα. Ἀλλ’ ἂς θέσωμεν ὑπὸ τὴν κρίσιν μας ἐκτὸς τῶν θεωρητικῶν αὐτῶν ἑρμηνειῶν καὶ τὸ τί ἔπραξεν ἢ δὲν ἔπραξεν ἡ τακτικὴ ἀνάκρισις ἀπὸ τὸ πρῶτον δευτερόλεπτον τῆς ἐπεμβάσεώς της, διὰ νὰ χυθῇ πλῆρες φῶς εἰς ὅτι ἦτο ἀδιαφώτιστον. Ἡ ἀνάκρισις ὤφειλε, μακρὰν κάθε ὑπολογισμοῦ καὶ ὑπουργημάτων, μετὰ ἢ ἄνευ Χαρτοφυλακίων, καὶ ὠνίου λάμψεως, νὰ ἀπομονώσῃ ὅλους τοὺς κρατουμένους ἐπιτελεῖς ἢ μὲ ἀπομονώσεις αὐστηρὰς στασιώτας τῆς Μαφφίας, μὲ συμπαραστάτας τοὺς ἐνεργήσαντας τὴν προανάκρισιν καὶ νὰ προχωρήσῃ ἀμέσως μὲ ὁλονυκτίους ἐξετάσεις, ἐρεύνας καὶ ἀναζητήσεις, διὰ τὴν ἐντὸς ὡρῶν διευκρίνισιν ὅλων τῶν ἐγγράφων ἰσχυρισμῶν καὶ ἀπόψεων τῶν συλληφθέντων καὶ ὅλων τῶν ὑπόπτως ἀναμεμιγμένων προσώπων. Τί ὑποκρύπτει ἡ περιεσκεμμένη ἀποφυγὴ κοινοτάτων ἐνεργειῶν, ἐπιβεβλημένων καὶ εἰς τὸν ἀσημότερον ἀστυνομικὸν σταθμάρχην τοῦ ἐσχάτου ἀκραίου χωρίου τῆς χώρας μας; Διατὶ δὲν ἐξητάσθη ἀμέσως ὁ κ. Μαρκεζίνης, ὁ κ. Θεοτόκης καὶ ὁ οἱοσδήποτε ὡς μάρτυς; Ἰδοὺ καὶ ἄλλη πιστοποίησις τῆς πελαγοδρομίας. Ἀναγινώσκω δημοσιεύσεις σημερινὰς τοῦ Τύπου: «Ἐπίσης ἐξηκριβώθη χθὲς ὅτι ὁ ἀνακριτὴς κ. Κοντολέφας πρὶν ἢ λάβῃ τὴν κατάθεσιν τοῦ κ. Μαρκεζίνη τὴν ἡμέραν τῆς παραιτήσεως τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, εἶχε μεταβῆ εἰς τὰς φυλακὰς καὶ εἶχε λάβει συμπληρωματικὴν ἀπολογίαν τοῦ Νικολαΐδη ὡς πρὸς τὰς ἐγγραφὰς τοῦ ἡμερολογίου αὐτοῦ τὰς ἀφορώσας τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Νέου Κόμματος. Ἡ ἐξέτασις τοῦ Νικολαΐδη γενομένη ἐπὶ παρουσίᾳ τοῦ Ἀρεοπαγίτου κ. Κυριακοπούλου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως κ. Τσαγκαράκη ὑπῆρξε διεξοδική. Ἀμέσως μετὰ τὴν λῆψιν αὐτῆς ὁ κ. ἀνακριτὴς διέταξε τὴν προσωρινὴν ἀπομόνωσιν τοῦ Νικολαΐδη διὰ νὰ μὴ προλάβῃ!! οὗτος καὶ διαμηνύσῃ εἰς φίλους του τὸ περιεχόμενον τῶν ἰσχυρισμῶν του καὶ εὐθὺς ἀμέσως!! ἔσπευσε νὰ λάβῃ τὴν κατάθεσιν τοῦ κ. Μαρκεζίνη διὰ νὰ ἀποκλείσῃ τὸ ἐνδεχόμενον συνεννοήσεως», καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ τρομερὰ μετὰ μῆνας ὁλοκλήρους. Ἀποκαλυπτόμεθα πρὸ τοῦ ἐμπνευσμένου καὶ τόσον ραγδαίως ἐφαρμοσθέντος τεχνάσματος. Ἂς μὴ λησμονῶμεν καὶ τὸ ἄλλο τέχνασμα τῆς ἐπιμελοῦς ἀνακρίσεως νὰ ἀποκαλύψῃ ὡς δολοφόνον ἑνὸς ἀποβιώσαντος σωφὲρ τὸν κ. Ζέρβαν, κ. ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης. Ποία ἀόρατος δύναμις συνεκράτει τὰ Δικαστικά σας ὄργανα, τὰ ὁποῖα ἐχρεώθησαν τὴν ἐπονείδιστον αὐτὴν λαθρεμπορίαν τόσων μεγαλοπρεπῶν ὑποκειμένων, διὰ νὰ μὴ σπεύδουν ἀεροπορικῶς μάλιστα πρὸς ὅλα τὰ ἀεροδρόμια διὰ νὰ ἀνεύρουν, ἀρχίζοντες ἀπὸ τὴν Λευκάδα καὶ τὴν Κέρκυραν καὶ ἄλλας ἀποκρυπτομένας προσγειώσεις τῶν Νάϊαντ καὶ Μάξουελ καὶ Χίρσιδων ἀλλὰ ἠνέχθητε τὴν ὕποπτον προσπάθειαν τῆς ἀνακρίσεως ὅπως περιορίσῃ τὸν ἔλεγχον μόνον εἰς τὸ ἀεροδρόμιον Ἑλληνικοῦ, καίτοι τὸ πᾶν ἐβόα ὅτι ἀμέσως ἔπρεπε νὰ ἐλεγχθοῦν τὰ ἀεροδρόμια καὶ οἱ πιθανοὶ χῶροι προσγειώσεως ἀμφιβίων μάλιστα λαθρεμπορικῶν ἀεροπλάνων, πρὸς τὸν χῶρον τῆς Βορειοδυτικῆς Ἑλλάδος; Διατὶ καὶ ὑμεῖς καὶ ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐτεχνουργήσατε διαξιφισμοὺς καὶ δὲν ὡδηγήσατε τὸ ἀφηνιασμένον ἀνακριτικὸν ἅρμα εἰς τὴν εὐθεῖαν ὁδὸν τοῦ καθήκοντος καὶ τῆς ἀρετῆς; Διατὶ κραδαίνοντες τὴν ρομφαίαν τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἐπατάξατε τοὺς βραδυποροῦντας ἀλλὰ περιωρίσθητε νὰ μᾶς ἀποστείλητε τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου τὰς γνωματεύσεις μὲ ἐμπιστευτικόν σας ἔγγραφον, διὰ νὰ μὴ κακοπάθῃ τὸ ἀπόρρητον τῶν ἀνακρίσεων, αἱ ὁποῖαι καθυστεροῦντο μῆνας ὁλοκλήρους; Ποῖος σᾶς ἠμπόδισε νὰ κάμητε χρῆσιν τῶν δικαιωμάτων σας κατὰ τὸ ἄρθρον 156α τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, τὸ ὁποῖον προσετέθη διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου 120 τῆς 14ης Φεβρουαρίου 1945; Καὶ ἀφήσατε νὰ κουράζεται ἀνερχόμενος καὶ κατερχόμενος τὰς κλίμακας τοῦ Πρωθυπουργικοῦ μεγάρου ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅταν ἐλογοδότει εἰς τὸν ὑπὸ κρίσιν τῆς Δικαιοσύνης ὑπόλογον κ. Μαρκεζίνην; Τί λέγει τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου: «1) Ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παραγγείλῃ τὴν ποινικὴν δίωξιν ἐπὶ πάσης ἀξιοποίνου πράξεως, 2) ἔχει ἐπίσης τὸ δικαίωμα μετὰ προηγουμένην σύμφωνον ἀπόφασιν τοῦ Ὑουργικοῦ Συμβουλίου νὰ ἀναστέλῃ προσωρινῶς τὴν ἔγερσιν ἢ νὰ διατάσσῃ τὴν ἀναστολὴν τῆς ἀρξαμένης ποινικῆς διώξεως, ἀλλὰ μόνον ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ἐγκλημάτων ὡς καὶ ἐκείνων, ἐξ ὧν δύνανται νὰ διαταραχθῶσιν αἱ Διεθνεῖς σχέσεις τοῦ Κράτους ἢ τὸ Δημόσιον συμφέρον». Ἀλλὰ τότε, διατί ἠνέχθητε ὅλα αὐτὰ καὶ τὴν πρωτοφανῆ ἐσκεμμένην διασπορὰν τοῦ ἀνακριτικοῦ ὑλικοῦ ὥστε Δικασταὶ περιωπῆς μὲ κενὰς τὰς χεῖρας, νὰ εὑρεθοῦν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀθωώσουν τὸν ἔνοχον Νικολαΐδην εἰς τὴν κατηγορίαν τῆς λαθρεμπορίας τῶν ὡρολογίων; Ἀλλὰ τὸ πολύκροτον ὑπ’ ἀριθ. 1660 βούλευμα εἶναι ἐξαιρετικὰ ὕποπτον, διότι ἐκτὸς τοῦ ὅτι γέμει Δικονομικῶν παραβάσεων, δημιουργεῖ πολλὰ παράδοξα περίεργα καὶ πολὺ ὕποπτα ἐνδεχόμενα. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι διὰ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τοὺς μαιάνδρους τῶν ἄντρων αὐτοῦ τοῦ βουλεύματος, χρειάζεται ὁ μίτος τῆς Ἀριάδνης τοῦ Λαβυρίνθου. Ἀλλὰ καὶ τοῦτον ἐὰν διαθέσωμεν θὰ πρέπει πολλὰς ἡμέρας νὰ ἀπασχοληθῶμεν διὰ τὴν πλήρη ἐξήγησιν τῶν τραγελαφισμῶν του, διότι ὀφείλομεν ὅλοι, εἴτε νομικοί, εἴτε μὴ νομικοὶ νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος βούλευμα εἶναι ΒΟΥΛΕΥΜΑ ΦΑΙΝΟΜΕ-ΝΟΝ. Γενικῶς παρατηρεῖται, ὅτι ὅλοι οἱ παραπεμπόμενοι τυγχάνει νὰ εἶναι ἢ μόνιμοι κάτοικοι τῆς Ἑλβετίας ἢ Ἕλληνες εἰς τὸ ἐξωτερικὸν διὰ τοὺς ὁποίους ἡ παραπομπὴ ἔχει μόνον θεωρητικὴν ἀξίαν. Ἐξαίρω τὸν λόγον τοῦτον, διότι ἡ διαχώρισις τῶν ἐν Ἑλλάδι παραμενόντων ἀπὸ τοὺς καταφυγόντας εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν κατηγορουμένους εἶναι πολὺ ἐξεζητημένη. Παρετηρήσαμεν ὅτι παραπέμπονται μόνον οἱ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν εὑρισκόμενοι, ἀντιθέτως ἀπαλλάσσονται κατὰ κανόνα οἱ ἐν Ἑλλάδι ἀπομείναντες, π.χ. παραπέμπεται ὁ Πουλίδης, ἀπαλλάσσεται ὅμως ὁ Ἀνδρεάδης, καίτοι ἀμφότεροι μνημονεύονται εἰς τὸ ἴδιον ἔγγραφον τοῦ Χὶρς ὡς πελάται ἀγορασταὶ λαθραίων ὡρολογίων. Ἀπὸ τὸ ἴδιον βούλευμα διαπιστώνομεν ὅτι ὁ ἀνακρίνας τὴν ὑπόθεσιν ἀνακριτής, περιεσπᾶτο εἰς ἀσκόπους ἀναζητήσεις τριπτύχων καὶ δηλωτικῶν εἰσαγωγῆς ἢ εἰς ἔριδας χαμαιζήλους καὶ ἀδιαντρόπους ἀπειλὰς ἐναντίον αὐτῶν τούτων τῶν κυρίων συντελεστῶν τῆς ἀποκαλύψεως τῶν λαθρεμποριῶν, ἄγνωστον πρὸς ἐξυπηρέτησιν ποίων ἀνακριτικῶν του σκοπῶν. Προχθὲς ἠρώτησα τὸν κ. ὑπουργὸν ἂν διεξάγωνται ἀνακρίσεις καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς μοῦ ἀπήντησεν ἀρνητικῶς.
§184Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικ.). Δὲν ἀντελήφθην τότε περὶ ποίου σημείου ἠθέλατε νὰ ἐρωτήσητε. Ἔπειτα ἀντελήφθην ὅτι κατεθέσατε καὶ σχετικὴν ἐπερώτησιν καὶ τὰ ἐχαρακτήρισα ἤδη διὰ συντομωτάτης καὶ σαφεστάτης ἀνακοινώσεώς μου εἰς τὸν Τύπον. Διεξήχθη ἀσφαλῶς ἀνάκρισις ἀπὸ μέρους μου διοικητικὴ δι’ ὑπόθεσιν.... (δὲν ἠκούσθη)... οὔτε ὀλίγον οὔτε πολύ, ἀπεδόθη εἰς τὸν ἀνακριτὴν δεκασμὸς καὶ ἐξαγορὰ διὰ χρημάτων τῆς συνειδήσεώς του εἰς μίαν ὑπόθεσιν λαθρεμπορίας γουναρικοῦ, (ὑπόθεσις Σίσκου). Καὶ ἀπεδόθη ἀκόμη ἀπὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶναι πολὺ στενὰ συνδεδεμένον ὡς πληροφοριοδότης καὶ κατέχει καὶ ἐπίσημον θέσιν. Τὸ πρᾶγμα δὲ βεβαίως, δὲν θὰ μείνῃ ἄνευ συνεπειῶν, ὅτι ὁ κ. ἀνακριτὴς ὑπῆρξεν ἀπαλλακτικός, ἐκ λόγων δεκασμοῦ, εἰς ὑπόθεσιν λαθρεμπορίας ἑνὸς γουναρικοῦ. Ἠρεύνησα τὸ ζήτημα, καθὼς εἶχον καθῆκον καὶ ὑποχρέωσιν. Καὶ τὸ ἠρεύνησα ὄχι διότι ὑμεῖς, κ. συνάδελφε, μοῦ ἐκινήσατε τὸ ἐνδιαφέρον καὶ τὴν προσοχήν. Ὁ ἔλεγχος ποὺ ἔκαμα ἐγὼ ἐπὶ τοῦ θέματος εἶναι πολὺ παλαιότερος ὅταν κάποιος πολίτης προσῆλθεν εἰς τὸ γραφεῖον μου καὶ μοῦ ἀνέφερεν ἓν τοιοῦτον πρᾶγμα. Τὴν ἰδίαν στιγμήν, κ. συνάδελφε, ἐκάλεσα τὸν προϊστάμενόν του Εἰσαγγελέα καὶ τοῦ ἀνέθεσα νὰ ἐρευνήσῃ. Δὲν ἠρκέσθην εἰς αὐτό. Ἀνέθεσα εἰς τὸν Εἰδικὸν Ἐπιθεωρητὴν τῆς δικαστικῆς περιφερείας Ἀρεοπαγίτην, νὰ κάμῃ καὶ αὐτὸς ἔρευναν. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐρεύνης ἦτο, ὅτι ὁ δικαστὴς αὐτὸς τὸν ὁποῖον προσπαθεῖτε σκοπίμως καὶ ἐντέχνως νὰ κατασπιλώσητε....
§185Ι. ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος;
§186Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικ.). Ὅλοι ὅσοι σκευωροῦν ἐναντίον του. Ὅτι ὁ δικαστὴς αὐτός, λέγω, ὑπῆρξε κατὰ συνέχειαν καὶ συστηματικῶς καταδικαστικὸς καὶ παραπεμπτικός, εἰς τὴν συγκεκριμένην δὲ περίπτωσιν ὑπῆρξε καταδικαστικός, διεφώνησε δ’ ἀκόμη ἐν Συμβουλίῳ, μὲ τὸν Πρόεδρον αὐτοῦ.
§187Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε....
§188Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικ.). Κύριοι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὑπεραμυνθῶ τῆς ἐντιμότητος τῶν Ἑλλήνων Δικαστικῶν.
§189Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Κύριε ὑπουργέ, παντὸς δικαστοῦ;
§190Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικ.). Αἱ λέξεις μου δὲν ἐπιδέχονται οὔτε ἀμφιβολίαν οὔτε παρερμηνείαν.
§191Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. ὑπουργός, εἶναι ἀπολύτως ἀκριβές. Εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, ὁ ἀνακριτὴς δὲν ἦτο σύμφωνος.
§192Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Καὶ ἐν τῷ μεταξὺ ὁ δικαστὴς αὐτὸς δέχεται λάσπην εἰς τὴν συνείδησίν του ὡς ἐντίμου ἀνδρὸς καὶ ἐντίμου δικαστοῦ. Μὰ ἔχουν ὅρια, κύριοι, αἱ ἐπικρίσεις καὶ ἡ προσπάθεια ἀποκαταστάσεως ἑνὸς ἠθικοῦ καθαρμοῦ εἰς τὴν χώραν μας. Ὄχι νὰ προσπαθοῦμε νὰ σπιλώσωμεν καθαροὺς δικαστάς. Διότι ἐάν, κύριοι συνάδελφοι, τὸ καλλίτερον πρᾶγμα μιᾶς Πολιτείας, τὴν δικαιοσύνην, ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους μὲ τὰ ἴδια μας τὰ χέρια τὴν σπιλώνωμεν καὶ τὴν καταρρακώνωμεν, τί ἀπομένει;
§193Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Νὰ τὴν ἀποκαθάρωμεν, κ. ὑπουργέ. Ἄλλο προσπάθεια καθαρμοῦ καὶ ἄλλο κατασπίλωσις.
§194Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἡ γενίκευσις δὲν ἐπιτρέπεται, κ. ὑπουργέ.
§195Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Ἀρχίζει νὰ δημιουργῆται ἡ ἐντύπωσις, ἢ μᾶλλον ἐπιχειρεῖται νὰ δημιουργηθῇ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις, πλὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, σκοπὸν ἔχουν νὰ κατασπιλώσουν τὸ Δικαστικὸν Σῶμα καὶ τὴν δικαιοσύνην. Αὐτὸ μὴ τὸ λέγετε σεῖς τοὐλάχιστον, κ. ὑπουργέ. Ἀφήσατε νὰ τὸ λέγουν οἱ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἐνδιαφέρονται διὰ νὰ δημιουργηθῇ αὐτὴ ἡ ἐντύπωσις. Οὐδέποτε ἀπὸ κανένα ὑπῆρξε τοιαύτη πρόθεσις. Δὲν νομίζω, ὅμως, ὅτι ἐπιτρέπεται ἐξ ἀφορμῆς μεμονωμένων ἐπικρίσεων, νὰ γενικεύῃ διαρκῶς, ἀενάως, ὁ κ. ὑπουργός, τὸ θέμα καὶ νὰ λέγῃ: «Μὴ ὑβρίζητε τὴν δικαιοσύνην»!
§196Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἀφήσατε τὰ μαθήματα.
§197Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Δὲν ἐντρεπόμεθα, ἐπὶ τέλους; Εἶναι ἐντροπὴ αὐτὸ ποὺ κάμνετε. Νὰ θέλετε νὰ συμπεριλαμβάνετε εἰς τὸν ἕνα ἀνακριτὴν τὸ σύνολον τοῦ δικαστικοῦ Σώματος. Διαστρέφετε διαρκῶς τὰ γεγονότα. Ὅταν ἡμεῖς ἐπροστατεύαμε τὴν δικαιοσύνην, δὲν ἠξεύρω ποῦ εἴσασθε σεῖς. Ἐντροπή σας! Ἐπὶ τέλους ὀλίγος σεβασμὸς πρὸς τὸ Σῶμα, σεβασμὸς πρὸς τὸν ἑαυτόν σας.
§198Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἀφήσατε τὰ μαθήματα. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§199Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους καὶ ἐνδιαφερόμεθα διὰ τὰς ἐξουσίας τοῦ Ἔθνους ἐξ ἴσου μὲ τὸν κ. ὑπουργόν. (Κωδωνοκρουσίαι).
§200Ι. ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ μὴ δεχθῶ ὅσα, δὲν ἠξεύρω ποῦ στηριζόμενος, ἐξεστόμισε καὶ μάλιστα κατὰ ἕνα τρόπον ἐντελῶς αὐθαίρετον. Εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης: Γνωρίζω τὸν πληροφοριοδότην σας. Θὰ κάμω τοῦτο καὶ ἐκεῖνο ἐναντίον τοῦ πληροφοριοδότου σας. Ἐγὼ εἶπα ὅτι, ἐὰν ὁ κ. ὑπουργὸς ἀπήντα εἰς τὴν ἐρώτησίν μου, ἂν ἔχωμεν ἐκκρεμῆ ἀνάκρισιν, θὰ ἀπέφευγα νὰ κάμω αἴτησιν. Σέβομαι, ἀφ’ ἑτέρου τὴν διαβεβαίωσίν του, δι’ ὅσα εἶπε διὰ τὴν προσωπικὴν ἐνέργειαν πρὸς ἀπόδειξιν μιᾶς συκοφαντίας. Ἀλλ’ ἀπὸ τὸ γεγονὸς τοῦτο μέχρι τοῦ σημείου νὰ δεχθῶμεν καὶ μίαν νοομαντικὴν ψυχανάλυσιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἀνεκάλυψε τὸν πληροφοριοδότην μας, κάμω τὴν δήλωσιν, δὲν ξεύρω ὅτι ὑπάρχει τελώνης Καψάλης, δὲν τὸν ἔχω δῆ ποτέ.
§201Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὀφείλω νὰ σᾶς δηλώσω, ὅτι ἐὰν ὁ πληροφοριοδότης, τὸν ὁποῖον ὑπονοεῖτε, εἶναι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ὑπονοῶ καὶ ἐγώ, αὐτὸς ὁ πληροφοριοδότης εἰς ἐμὲ τὸν ἴδιον ἔδωσε τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἔδωσα, δηλαδὴ ὅτι πράγματι ὁ ἀνακριτὴς ἦτο ἐναντίον τῶν κατηγορουμένων. Ἑπομένως, μὴ ἀδικῆτε οὔτε τὸν πληροφοριοδότην, ὅπως καὶ ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἀδικήσω τὸν ἴδιον.
§202Ι. ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ συγχωρήσω ἕνα πρᾶγμα. Πῶς ὁ κ. ὑπουργός, αὐθαιρέτως ἀνεκάλυψε τὸν πληροφοριοδότην. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἔχω νὰ τονίσω, εἶναι ὅτι ὅταν κανεὶς λέγῃ ὅτι πρόκειται περὶ αἰσχρᾶς συκοφαντίας, ἐγὼ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὸ ἀποδεχθῶ πλὴν μιᾶς ἐπιφυλάξεως, νὰ ἴδωμεν εἰς τὸ ἑδώλιον τοῦ κατηγορουμένου τοὺς συκοφάντας τοῦ δικαστοῦ μας, ὁπότε θὰ ζητήσωμεν συγγνώμην ἀπὸ τὸν ὑπουργόν, διότι τὸν ἐξενευρίσαμεν.
§203Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Θὰ γίνῃ καὶ αὐτό.
§204Ι. ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μέχρις ὅτου ἴδω τὸ τέρμα αὐτό, δὲν ἀποφαίνομαι περὶ ὅσων ὁ κ. ὑπουργὸς ἀπεφάνθη προκαταβολικῶς.
§205Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἡ θερμή μας παράκλησις εἶναι νὰ μὴ συνεχισθῇ ὁ τύπος τῆς συνομιλίας, ἀλλὰ ὁ τύπος τῆς ἀγορεύσεως ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ θέματος, διότι ὑπὸ τύπον συνομιλίας καὶ διακοπῶν, βεβαίως θὰ διαιωνισθῇ καὶ αὐτὴ ἡ συζήτησις.
§206Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ λόγῳ τοῦ προχωρημένου τῆς ὥρας καὶ τοῦ ἐκνευρισμοῦ ὁ ὁποῖος ἐπικρατεῖ, δημιουργοῦνται καὶ ἐπεισόδια, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ τὰ ἀποφύγωμεν κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην. Σᾶς διαβεβαιῶ εἰλικρινῶς, ὅτι λυποῦμαι ἐντελῶς ἰδιαιτέρως, ὅταν βλέπω μεταξὺ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν αὐτὴν ἀντίληψιν, διὰ τὰ κατηγορούμενα θέματα, νὰ ὑπάρχῃ μία ἐρεθιστικότης. Καὶ ὁ κ. ὑπουργός, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐκνευρισθῆ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Ἐθνικοῦ Κόμματος. Δημιουργεῖται οὕτως ἡ ἐντύπωσις, ὅτι εἰς τὴν Βουλὴν αὐτὴν δὲν ὑπάρχει ἠρεμία, ἐνῷ ὑπάρχει ἠρεμία. Ὅλοι κατεχόμεθα ἀπὸ τὰ αὐτὰ αἰσθήματα. Ὅλοι ἔχομεν τὴν αὐτὴν ἐπιθυμίαν ὅπως ἀποκαλυφθοῦν αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ ὑπονομεύσουν τοὺς ἐλευθέρους μας θεσμοὺς καὶ τὸ μόνον ἐλάττωμά μας, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει, εἶναι ὅτι ἐπιμένομεν νὰ συνεδριάζωμεν, ἐνῷ ἡ ὥρα ἔχει παρέλθει. Θὰ ἦτο σκόπιμον νὰ διακόψωμεν διὰ τὴν Δευτέραν, ἐκτὸς ἐὰν ἠμπορῇ νὰ τελειώσῃ σύντομα ὁ κ. Πολυχρονόπουλος.
§207Ι. ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς νὰ τελειώσω, ἀφοῦ δὲν μὲ ἀφήνετε νὰ ὁμιλήσω. Ἐδῶ ἐγένετο μία τακτικὴ ἀνάκρισις καὶ ἐνῷ ὡς προεῖπον ὑπῆρχον τόσα ἀεροδρόμια, ἡ τακτικὴ ἀνάκρισις ἐκόλλησεν εἰς τὸ ἀεροδρόμιον τοῦ Ἑλληνικοῦ. Ποῖον λόγον εἶχεν ἡ τακτικὴ ἀνάκρισις, διότι πλεῖσται ὅσαι προσγειώσεις ἔγιναν εἰς διάφορα ἀεροδρόμια μετὰ τόσης προσφιλοῦς ἀφοσιώσεως νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ ἀεροδρόμιον Χασανίου καὶ νὰ ἀντιδικῇ μὲ τὸν πρῶτον ἐνεργήσαντα τὴν ἀποκάλυψιν τελώνην Καψάλην, τὸν ὁποῖον ὑπαινίσσεται ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης;
§208Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἐὰν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπαινίσσεται κατὰ τρόπον ὑποτιμητικὸν τὸν τελώνην Καψάλην, εὑρίσκεται ἐν μεγάλῃ πλάνῃ. Ἄνευ τοῦ Καψάλη, καὶ ἄνευ τῆς ἐνεργείας τοῦ Καψάλη, τὸ τεράστιον αὐτὸ ἔγκλημα κατὰ τῆς πατρίδος μας θὰ ἔμενε κρυφόν. Ὁ Καψάλης δι’ ἐμὲ εἶναι πρόσωπον ἱερὸν καὶ πολὺ λυποῦμαι ὅτι καὶ τὸ βούλευμα προδίδει μία προσπάθειαν νὰ παρουσιάσῃ τὸν Καψάλην μὲ ὀλίγην πίστιν, ὡς ἀναξιόπιστον. Εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ σφάλματα, τὸ μεγαλύτερον μάλιστα τοῦ βουλεύματος, διότι ὁ Καψάλης ὑπῆρξε τὸ φῶς τὸ ὁποῖον ἀπεκάλυψεν ὅλην αὐτὴν τὴν τρομερὰν διεθνῆ σπεῖραν, ἡ ὁποία εἶχε βάλει τὰ νύχια της εἰς τὰς σάρκας τῆς Ἑλλάδος. Διὰ τὸ πρόσωπον αὐτό, ὅταν ὁμιλοῦμε, πρέπει νὰ ὁμιλοῦμεν μετὰ σεβασμοῦ ἀπολύτως.
§209Ι. ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ πιστεύω, χωρὶς νὰ πέφτω ἔξω, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅταν ἔκαμε τὸν ὑπαινιγμὸν αὐτόν, ἐκεῖνο τὸ πρόσωπον εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του νὰ κατονομάσῃ ὡς συκοφάντην, τὸν τελώνην Καψάλην. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἰσχυρίζεται ὅτι τὴν 3.5.49, ὅταν ἠρωτήθη εἰς τὴν Βουλὴν ὑπ’ ἐμοῦ, ἐὰν ἐκκρεμοῦν διοικητικαὶ ἀνακρίσεις, ἀπήντησεν ἐκ λάθους μὲ τὸ «ὄχι, κύριε βουλευτά». Ἤδη μᾶς ἐπληροφόρησεν, ὅτι διεξήγαγεν αὐτοπροσώπως μάλιστα ἀνακρίσεις διὰ μία σοβαρὰν κατηγορίαν, κατὰ τοῦ κ. Κοντολέφα, καὶ ὅτι ἐπείσθη ὅτι πρόκειται περὶ αἰσχρᾶς συκοφαντίας, τὴν ὁποίαν πρώτην φορὰν εἰς τὴν ζωήν του συνήντησεν. Δεχόμεθα τοῦτο ἀφοῦ τὸ ἰσχυρίζεται ὁ κ. ὑπουργός, ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ὅμως ὅτι θὰ μηνυθοῦν καὶ θὰ καταδικασθοῦν οἱ συκοφάνται. Ἐν οὐδεμιᾷ ὅμως περιπτώσει δεχόμεθα τὸ νοομαντικὸν δαιμόνιον τοῦ κ. ὑπουργοῦ, μὲ τὸ ὁποῖον ἀνεκάλυψε τὸν πληροφοριοδότην μου. Ὁ κ. ὑπουργὸς ὑπονοεῖ τὸν τελώνην κ. Καψάλην, εἰς τὸν ὁποῖον ὀφείλομεν εὐγνωμοσύνην, διότι μέσα εἰς τὴν ἐπικρατοῦσαν διαφθορὰν ὥρθωσε τὸ ἀνάστημά του καὶ μᾶς ἔσωσεν ἀπὸ ἕνα πραγματικὸν Κατιλινισμόν. Τονίζω τοῦτο, ὅτι δὲν ἔπρεπεν οὔτε ὁ κ. ὑπουργός, οὔτε ἡ τακτικὴ ἀνάκρισις νὰ ἀντιδικῇ μὲ τὸ μοναδικὸν ὄργανον τῆς προανακρίσεως, εἰς τὸ ὁποῖον ὀφείλεται τὸ πᾶν. Ἐν συνεχεία διαπιστώνομεν καὶ ἓν ἄλλο ἀκόμη πολὺ περισσότερον ἀξιοκατάκριτον, ἀνακριτικὸν κατόρθωμα. Ὅτι δὲν ἠδυνήθη ἡ τακτικὴ ἀνάκρισις νὰ προσθέσῃ ἔστω καὶ ἕνα νέον παραπεμπτέον ἔλεγχον ἢ νὰ ἀνεύρῃ ἐκτὸς ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἐντὸς μόνον 15 ἡμερῶν προσεκόμισεν ἡ ἀνάκρισις. Παρὰ τὰς ἑξαμήνους ἀνακριτικὰς ἐπιχειρήσεις, ὁ κ. ἀνακριτὴς παρημέλησε τελείως τὴν ἔγκαιρον συλλογὴν στοιχείων διὰ τὰς τυχὸν γενομένας προσγειώσεις, εἴτε εἰς τὴν Κέρκυραν, εἴτε εἰς ἄλλους ἀερολιμένας, παρὰ τὸ ἀναμφισβήτητον γεγονὸς ὅτι ὑπῆρχον ἰσχυρόταται ἐνδείξεις περὶ τοιούτων ὑπόπτων λαθρεμπορικῶν προσγειώσεων. Ἀλλὰ μήπως αὐτὰ εἶναι τὰ ἀνεξήγητα κατορθώματα τοῦ κ. ἀνακριτοῦ; Ἀκούσατε καὶ ἕνα ἄλλο καὶ ἐξηγήσατέ το ὅπως ἀξίζει. Κατὰ τὴν ἔρευναν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Νάϊαντ, ἡ ὁποία ἐγένετο ὑπὸ τοῦ τελώνου Καψάλη καὶ τῶν ἀστυνομικῶν Σκενδερίδη Α. καὶ Θεολογῆ Γ., κατεσχέθησαν μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ δύο βεβαιώσεις περὶ τηρήσεως ἐν ἀποθηκεύσει 6.000 λιρῶν καὶ ἄλλων ἀκόμη 2450, δηλαδὴ ἐν τῷ συνόλῳ 8.450 χρυσῶν λιρῶν, παρὰ τῷ οἴκῳ Ρισὰρ καὶ Σία τῆς Γενεύης καὶ εἰς τὸν ἐλεύθερον ἀερολιμένα τῆς Γενεύης. Τὰ ποσὰ αὐτῶν τῶν λιρῶν ἦσαν πληρωτέα εἰς τὸν οἱονδήποτε ἀνώνυμον κομιστὴν τῶν βεβαιώσεων αὐτῶν καὶ μάλιστα ἐπὶ τῇ ἁπλῇ τούτων ἐπιδείξει. Αἱ βεβαιώσεις αὗται κατασχεθεῖσαι παρεδόθησαν εἰς τὸν κ. Κοντολέφαν, ὁ ὁποῖος ὤφειλε αὐτοστιγμεὶ νὰ μεριμνήσῃ συνεννοούμενος μὲ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ ἀναζητήσῃ τὴν ἀνάληψιν τοῦ πολὺ αὐτοῦ ἀξιολόγου ποσοῦ, ἔναντι τῶν ζημιῶν τὰς ὁποίας εἶχεν ὑποστῆ ἡ ἐθνικὴ καὶ δημοσία οἰκονομία τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τὴν λαθρεμπορικὴν δρᾶσιν τῆς τοιαύτης ὁλκῆς λαθρεμπόρων. Γεννᾶται ἀπὸ τὴν ἀσύγγνωστον αὐτὴν ἀμέλειαν ἕνα τραγικὸν ἐρωτηματικόν. Διατὶ ἆραγε ἠδράνησεν ὁ κ. ἀνακριτὴς ἐν προκειμένῳ καὶ οὕτω ἐδόθη καιρὸς εἰς τοὺς λαθρεμπόρους βραδύτερον νὰ ἀναλάβουν τὸν χρυσὸν τοῦτον. Ὅλα αὐτὰ συνέβησαν ἀπὸ ἀμέλειαν, ἀνικανότητα ἢ ἀπὸ κάποιο ἐφαρμοζόμενον σύστημα;
§210Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Εἰς τὸ ἀεροδρόμιον τοῦ Ἀράξου, ἔγινε τίποτα;
§211Ι. ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω τὴν πληροφορίαν, ὅτι ἀντικατεστάθη ἀνώτερος ἀξιωματικός, ὁ ἀερολιμενάρχης Χασανίου, διὰ νὰ μὴ ἀποκαλυφθοῦν καὶ ἄλλαι ὕποπτοι προσγειώσεις. Κύριοι βουλευταί, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, κύριοι Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων. 1) Διὰ νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὴν ὅλην ὑπόθεσιν τῶν Ἑλλήνων Σταβίνσκυ, χάριν τοῦ γοήτρου τῆς ἡγεσίας μας, τὸ ὁποῖον διασύρεται ἐπικινδύνως ἐνώπιον τοῦ κυριάρχου λαοῦ καὶ τῶν γενναίων πολεμιστῶν μας, πρέπει νὰ συστήσητε εἰς τὸν κ. Μελᾶν νὰ ἀπέλθῃ τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. 2) Ὁ διάδοχός του εἶναι ἀναγκαῖον καὶ πρέπον νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὸν κ. εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅτι σοβαροὶ λόγοι ὑγείας, ἐπειδὴ ἐκουράσθη ἀρκετὰ κατὰ τὰς περιαγωγάς του εἰς τοὺς προθαλάμους, τοῦ ἐπιβάλουν νὰ ἀποσυρθῇ ἀπὸ τὴν ποδηγεσίαν τῆς δικαιοσύνης μας. 3) Νὰ τεθοῦν ὑπὸ κατηγορίαν καὶ νὰ ἀντικατασταθοῦν ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τόσους μῆνας εἴτε ἀνακρίνοντες, εἴτε εἰσαγγελεύοντες, ἀφῆκαν νὰ ἀποτελματωθῇ ἡ ἀνάκρισις, νὰ συσκοτισθῇ ἡ ἀλήθεια καὶ νὰ παρακαμφθοῦν οἱ Μεγάτιμοι. Ἀξίζει ἐνταῦθα νὰ γνωσθῇ ὅτι ἕνας πράγματι βδελυρὸς ἀστυνομικὸς διευθυντής, ἀνυπόληπτος καὶ βεβαρυμένος ἀπὸ σωρείαν αἰσχρουργιῶν καὶ ὁ ὁποῖος εἶναι συνοδὸς καὶ ἀκόλουθος πάντοτε τοῦ κ. Κατσάμπα καί τινων ἄλλων τοιούτων κυρίων, μέχρι τοῦ ἀερολιμένος Χασανίου κατὰ τὰ συχνὰ ταξίδια των εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ἔλεγεν, ὅταν ἀπεκαλύφθησαν τὰ Μαρκεζινικά, εἰς ἕνα πράγματι ἐκλεκτὸν δημοσιογράφον τὰ ἑξῆς, ἐπὶ λέξει: «Προσέξτε νὰ μὴ ρίξετε τὸν Μαρκεζίνη, διότι τότε θὰ πέσουν πολλὰ κεφάλια». Μήπως εἶχε δίκαιον ὁ καταχθόνιος αὐτὸς ἄνθρωπος, λέγων τὰ ἀνωτέρω καὶ ὅσα μάλιστα προσέθηκε κατόπιν εἰς νέαν ἐρώτησιν τοῦ δημοσιογράφου διὰ νὰ εἴπῃ τί ἐννοοῦσε μὲ τὸν ἀπειλούμενον γενικὸν ἀποκεφαλισμόν; Σημειωτέον ὅτι ὁ ἀστυνομικὸς αὐτὸς διευθυντὴς ζήσας καὶ ἀναδειχθεὶς ὡς πράκτωρ τῶν ξένων, τυγχάνει συμπράκτωρ καὶ παρακοιμώμενος τοῦ Νεοκομματισμοῦ. Ἀπήντησε τότε θρασύτατα, διευκρινίζων τὰς ἀπειλάς του οὕτω: «Εἶπα ὅτι θὰ πέσουν πολλὰ κεφάλια, ὑπονοῶν τὸν πολιτικὸν ἀποκεφαλισμὸν ἄλλων πολιτικῶν, ἀναμεμιγμένων εἰς τὸ σκάνδαλον». Ἐπὶ πολλὰ ἔτη καὶ ἀπὸ τὸ 1918 ὑπηρέτησα τὴν δικαιοσύνην διὰ τὴν ἐπιβολὴν τῶν νόμων ὡς ἀστυνομικὸς καὶ κατόπιν ὡς δικηγόρος. Ἔχω, λοιπόν, τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ τὸ καθῆκον, νὰ βροντοφωνήσω ἀπὸ τοῦ ἐπισήμου βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι ἀξίζει πράγματι ἡ ἑλληνικὴ δικαιοσύνη, ἀφοῦ ἀπέμεινεν ἀλώβητος, ὅσον τοῦτο εἶναι ἀνθρωπίνως δυνατόν, ἔπειτα ἀπὸ ἕνα κοσμογονικὸν κατακλυσμόν, ὅσα ὁ μέγας τραγῳδὸς τῆς ἀρχαιότητος Εὐριπίδης, πρὸ χιλιάδων ἐτῶν εἶπε: «Οὐδ’ ἑῶος, οὐδ’ ὁ ἕσπερος λαμπρύνουν τόσον τὸν οὐρανόν, ὅσον τὴν γῆν ἡ δικαιοσύνη». Προσθέτω καὶ ἐγὼ καὶ μάλιστα ἡ ἰδική μας δικαιοσύνη. Ἔξεστι, λοιπόν, τοῖς Κλαζομενίοις τοῦ Νέου Κόμματος συσσωματοῦνται νὰ μᾶς ἐκθέτουν, ὅτι δῆθεν διασύρομεν τὴν δικαιοσύνην, τὴν ὁποίαν προσποιοῦνται ὅτι αὐτοὶ λατρεύουν, διότι τὴν αἰσθάνονται οὐχὶ ὡς δικαιοσύνην, ἀλλ’ ὡς ἀπαλλακτικὸν βούλευμα. Καὶ εἰς τὸν ἀρχηγὸν του Μαρκεζίνην, τὸν νεώτερον Μίδαν, νὰ καταγοητεύῃ τὰ πλήθη τῶν πιστῶν εἰς τὸν Κατιλινισμὸν του μὲ Σιβυλλικὰς ἐπιστολογραφικὰς παραινέσεις καὶ ἐξορκισμούς. Ἡμεῖς διὰ νὰ περισώσωμεν τὸ γόητρον τῆς δικαιοσύνης, ζητοῦμεν τὸν καταρτισμὸν ὑπερκομματικῆς ἀνακριτικῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, διὰ νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὸν ἐπιβεβλημένον ἔλεγχον ἀθεμίτους πράξεις ἀναξίων ὀργάνων της. Συνοψίζομεν λοιπὸν τὰς ἐν προκειμένῳ εὐθύνας τῶν παραβατῶν, ὡς τὰς ἀντιλαμβανόμεθα: 1) Διὰ τὸν κ. Μανδραπίλιαν, εἰσαγγελέα Πλημμελειοδικῶν Ἀθηνῶν, ἠρνήθη νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἔρευναν εἰς τὴν ἔπαυλιν Νάϊαντ, ὡς ἐὰν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἰσχύει ἡ ἑτεροδικία. Ἐν συνεχείᾳ δὲν ἐπεμελήθη, ἀφοῦ τοῦτο διεπιστώθη μὲ τρία ἐπίσημα κατηγορηματικὰ ἔγγραφα ἐγκαίρως διὰ νὰ συλλάβῃ τὸν καταχραστὴν Μπακόπουλον ἢ τοὐλάχιστον νὰ ἐνδιαφερθῇ νὰ καθυστερηθῇ ἡ χορήγησις τοῦ διαβατηρίου του. Κατόπιν ἀνέθεσεν εἰς τὸν κ. Κοντολέφαν, καίτοι ἦτο ἐν γνώσει δι’ ἐκκρεμότητας τινὰς, τὴν διεξαγωγὴν ἀνακρίσεων τῶν λαθρεμποριῶν τῆς διεθνοῦς σπείρας, δηλαδὴ μία τῶν σοβαρωτέρων ἀνακρίσεων. Ἐπίσης ἀνέθηκε τὴν διεξαγωγὴν ἀνακρίσεων κατὰ τοῦ μεγαλοβιομηχάνου Σταμούλη Στράτου, συνεταίρου τοῦ περιφήμου Κατσάμπα, ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ. Τέλος τὸ καὶ χείριστον ὅλων, ἀπέφυγεν ἐπιμελῶς νὰ ἀναλάβῃ ὁ ἴδιος προσωπικῶς τὴν σοβαρωτέραν ὑπόθεσιν τοῦ δικαστικοῦ καὶ ἐθνικοῦ βίου μας. 2) Διὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῶν ἐν Ἀθήναις Πλημμελειοδικῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος εὐθύνεται σοβαρῶς, διότι συνεκρότησεν ὡς καὶ ἡ ἀνακοπὴ τοῦ κ. εἰσαγγελέως Ἐφετῶν ἀποκαλύπτει τὸ Συμβούλιον τῆς ἐκδόσεως τοῦ βουλεύματος τῆς ὑποθέσεως Μαρκεζίνη, Θεοτόκη καὶ λοιπῶν, παρὰ τὸν νόμον 710, καὶ μάλιστα ἀπὸ δικαστὰς νεωτέρους τῶν εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ συναλλάγματος διατεταγμένων δικαστῶν. Ἐξεταστέον ἐὰν τοῦτο ἔκαμε τυχαίως ἢ σκοπίμως καὶ διατί; Τὰ ἀνωτέρω ἔρχονται εἰς ἐπικύρωσιν καὶ τῶν ἄλλων συναφῶν, τὰ ὁποῖα ἐξέθεσαν κατὰ τὰς ἀγορεύσεις των οἱ κ.κ. Βαμβέτσος, Κίνιας καὶ λοιποί. 3) Διὰ τὰς εὐθύνας τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου κ. Μπουροπούλου. Οὗτος παρεμέρισε τὸν εὐθὺς ἀμέσως ὑπὸ τοῦ νόμου ἔχοντα τὴν γενικὴν ἐποπτείαν τῶν ἀνακρίσεων εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν κ. Κομνηνὸν κατὰ τὰ ἄρθρα 13, 15 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Ἐπίσης δὲν ἠρκέσθη εἰς τοῦτο μόνον, ἀλλὰ καὶ μὲ τακτικὴν ἀξιοκατάκριτον καὶ μὴ συνάδουσαν μὲ τὸ ὕπατον εἰσαγγελικόν του ἀξίωμα, περιεπλανᾶτο καὶ περιεφέρετο εἰς ἐπισκέψεις συμπαριστάμενος μὲ τὸν ὑπόδικον κ. Μαρκεζίνην, σκορπίζων γνωματεύσεις παρὰ τοὺς κειμένους νόμους. Ἐν συνεχείᾳ ὅλων αὐτῶν τῶν ἀσυγγνώστων παραβάσεων καὶ ἀφοῦ τὸ πᾶν ἀπώλετο καὶ πρὸς τὸ θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις, κατέφυγε μὲ τὸν κ. ὑπουργόν του, εἰς τὴν πολὺ καθυστερημένην ἐποπτείαν τοῦ κ. Κυριακοπούλου Β., ἀρειοπαγίτου. Τί ἐπεδιώκετο διὰ τῆς ἐποπτείας νὰ περισωθῇ ἀπὸ τὴν ἀκριτικὴν Βαβυλωνίαν τοῦ μὴ ἀντικαθισταμένου ἀνακριτοῦ; Ἐφιστῶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της, ὅτι δὲν πρέπει ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς ὁ κ. Μπουρόπουλος νὰ συμμετέχῃ εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον, διότι ἡ συμμετοχή του εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐπηρεάζῃ ἐπικινδύνως τοὺς ὑφισταμένους του. 4) Διὰ τὰς εὐθύνας τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης κ. Μελᾶ. Αἱ εὐθῦναι τοῦ κ. Μελᾶ εἶναι πολλαὶ καὶ ποικίλαι. Γενικώτερον ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἴτε ἑκουσίως, εἴτε ἀκουσίως εἶναι γεγονὸς ὅτι ἐγκατέλειψε τὸν ἑαυτόν του νὰ ρυμουλκῆται ἀνερματίστως ἀπὸ τὸν κ. εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῶν πολιτικῶν του σκοπιμοτήτων καὶ ὅτι ὡς ἐκ τῶν ἄνω ἐπὶ τῆς ὑπουργίας του καὶ ὑπὸ τὴν ἀνωτάτην αὐτοῦ ἐπίβλεψιν ἐχαντακώθη ἡ δικαιοσύνη. Τερματίζων ἤδη τὸν λόγον μου, παρακαλῶ, κύριοι βουλευταί, ὅπως φροντίσωμεν καὶ ἐπιμεληθῶμεν νὰ ἐπιβληθῇ ὁ ἀναγκαῖος καθαρμός. Διὰ τοῦτο προτείνω, ὅπως ἡ ὑπερκομματικὴ κοινοβουλευτικὴ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπή, ὅταν καταρτισθῇ, διατάξῃ: 1) Νὰ ἐνεργηθοῦν προσεκτικαὶ αὐτοψίαι καὶ ἀνακρίσεις εἰς ὅλα μας τὰ ἀεροδρόμια καὶ ἰδιαιτέρως ἕνας προσεκτικώτερος ἔλεγχος εἰς τὰ ἀεροδρόμια τῆς Δυτικῆς Ἑλλάδος, πρὸς προσδιορισμὸν ὅλων τῶν προσγειώσεων. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, παρακαλῶ τὸν ὑπουργὸν τῆς Ἀεροπορίας κ. Πρωτοπαπαδάκην, ὅπως προσέξῃ ἀπὸ τοῦδε τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι εἶναι ἕνα τῶν σπουδαιοτέρων. 2) Ἡ ἰδία ἐπιτροπὴ νὰ διενεργήσῃ ἐπακριβέστατον ἔλεγχον ὅλων τῶν ταξιδιωτῶν καὶ τῶν διαβατηρίων ἀπὸ τὸ 1946 μέχρι σήμερον πρὸς Αἴγυπτον, Ἑλβετίαν, Γαλλίαν, Ἀγγλίαν καὶ Ἀμερικήν. 3) Νὰ ἀποσταλῇ ὀλιγομελὴς ἐπιτροπὴ εἰς ὅλα τὰ κέντρα, ὅπου εἶναι ὁ τόπος τοῦ λαθρεμπορικοῦ ὀργίου. Εἰς τὸ Κάϊρον, εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν, εἰς τὴν Λωζάννην, εἰς τὴν Γενεύην, εἰς τὸ Λονδῖνον, εἰς τὸ Παρίσι, εἰς τὴν Ν. Ὑόρκην καὶ ὅπου ἀλλοῦ ἤθελε παρουσιασθῇ ἀνάγκη, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τεραστίου ἐγκληματικοῦ δικτύου μὲ καταχθονίους ἐναντίον τοῦ Ἔθνους μας σκοπούς, τὸ ὁποῖον ἔχει εἰς τὸ ἐξωτερικὸν τὸν ἐγκέφαλον, ἐδῶ τοὺς πλοκάμους του. Τότε θὰ διαπιστωθῇ ἀσφαλῶς πόσοι καὶ ποῖοι ἐνέχονται, πόσα ποσὰ συναλλάγματος ἔχουν ἐξαχθῆ ἀπὸ τὴν σπεῖραν τῆς Λερναίας λαθρεμπορικῆς Ὕδρας. Τότε δὲν θὰ ἀποτολμοῦν οἱ χρυσοκάνθαροι καὶ τιμηταί μας νὰ μᾶς περιϋβρίζουν καὶ νὰ μᾶς λέγουν ὅτι κατ’ ἀνοχὴν καὶ ἀπὸ τὴν μεγαλοψυχίαν των μᾶς ἐπιτρέπουν νὰ μετέχωμεν τοῦ δημοσίου βίου τῆς προσφιλοῦς μας πατρίδος. Τότε θὰ παύσουν νὰ μᾶς κατηγοροῦν ὅτι ζηλοφθονήσαντες τὸ μεγαλεῖον καὶ τὴν δόξαν τῆς «Ἄρρενος δεισιδαιμόνας» τῆς δικτατορίας των, δηλαδὴ τὸν κ. Μαρκεζίνην Σπ. καὶ τοὺς ὑποτακτικούς του, ὑπήρξαμεν εὐτελεῖς σκευωροί, ΙΑΓΟΙ ἐκμαυλισταὶ τῆς κοινῆς γνώμης. (Χειροκροτήματα).
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ διακόψωμεν δι’ αὔριον, ἢ διὰ τὴν Δευτέραν;
§213ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§214Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τί λέγει ἡ Κυβέρνησις;
§215Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Θὰ ἦτο προτιμότερον τὴν Δευτέραν.
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὰς 6 μ.μ. τῆς προσεχοῦς Δευτέρας, μὲ ἀντικείμενον ἡμερησίας διατάξεως ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ συνέχισιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως, τῆς ἀφορώσης τὴν λαθρεμπορίαν συναλλάγματος. (Ὥρα 6.30′ π. μ.).