1949.05.05
2.053 στίχοι · 15.033 λέξεις · 225 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 34η
Πέμπτη 5 Μαΐου 1949
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 7,20′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Ταλιαδοῦρος ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§2Α. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῶν χθεσινῶν πρακτικῶν ὑπάρχει μία διόρθωσις. Εἰς τὴν σελίδα 16 καὶ εἰς τὸν προτελευταῖον στίχον, μετὰ τὴν λέξιν «προκύπτουν» νὰ προστεθῇ ἡ λέξις «πολιτικαί», ἡ ὁποία ἐκ παραδρομῆς παρελείφθη καὶ ἡ ὁποία συμπεριλαμβάνεται εἰς τὴν πρότασιν ἡ ὁποία ἐγένετο δεκτή.
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§5Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ μοῦ δώσητε τὸν λόγον ἐπὶ τῶν πρακτικῶν.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§7Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Εἰς τὰ χθεσινὰ πρακτικὰ ἀναφέρεται ἐν κατακλεῖδι, ὡς λεχθὲν ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κύριον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργὸν τὸ ἑξῆς: «Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ἐμμένω εἰς ὅσα εἶπον... ............ (Ἀναγινώσκει)............ Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ ἐρωτήσῃ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. ὑπουργὸν ὅτι πράγματι αὐτὰ εἶπε χθὲς ἐν κατακλεῖδι ὁ κ. ὑπουργὸς εἰς ἀπάντησιν τῶν ὅσων ἐγὼ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλήν.
§8Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Αὐτὰ ἀναγράφονται εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά. Τὰ ἐστενογραφημένα ἔχουν ἄλλως.
§9Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὰ πρακτικά, τὰ ὁποῖα καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ ἐπικυρώσῃ, τὰ ἐπίσημα πρακτικά.
§10Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). (Ἀναγινώσκει τὴν σχετικὴν παράγραφον ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν).
§11Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Τὸ «ἐμμένω εἰς ὅσα εἶπον» ἀναφέρεται εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προηγουμένως ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. ὑπουργὸς εἶπε καὶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀνακοινώσω τί εἶπε. Εἰς τὴν σελίδα 16 τῶν πρακτικῶν ἀναγράφεται: «Ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα ποὺ ἔθιξε........ ........................ (Ἀναγινώσκει).............». Καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κλείνων τὴν ἀπάντησίν του, λέγει: «ἐμμένω εἰς ὅσα εἶπον». Κύριοι βουλευταί, ἐὰν ἔλεγε τὴν τελευταίαν του ἀπάντησιν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργός, εἶχε προκληθῆ εἰς τὴν αἴθουσαν ἕνας σάλος καὶ ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἤκουσα τί ἔλεγε. Προσεπάθησα νὰ μάθω τί εἶπε, δὲν τὸ ἔμαθα καὶ εἶπον, τὴν ἑπομένην θὰ ἴδω τὰ πρακτικά. Μοῦ εἶπεν ὅμως συνάδελφος, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν ἀκοὴν ἔχω μεγαλυτέραν ἐμπιστοσύνην ἀπὸ ὅσην ἔχω εἰς τὴν ἰδικήν μου, ὅτι ἤκουσε νὰ λέγεται ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. ὑπουργὸν ὅτι διαστρέφω τὰ πράγματα. Δὲν τὸ εἶδον γεγραμμένον αὐτὸ εἰς τὰ πρακτικά. Βλέπω μόνον ὅτι λέγει τοῦτο, ὅτι «ἐμμένω εἰς ὅσα εἶπον». Ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἐπίστευα ὅτι ἡ ἀπάντησις εἰς ὅσα προηγουμένως ἀνέπτυξα πρὸς ὑμᾶς ἐν σχέσει μὲ τὰ ὅσα εἶπεν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργός, δὲν ἀνέμενον, λέγω, ὅτι ἡ ἀπάντησις τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργοῦ θὰ ἦτο αὐτή, ἡ ὁποία ἀπάντησις, ὅπως ἀντιλαμβάνεσθε, κύριοι βουλευταί, σημαίνει ὅτι μένω μὲ τὴν κατηγορίαν καὶ ὅτι ἔφερα ἐνώπιον τοῦ Σώματος πράγματα ἢ θέματα ἀπολύτως ἀνακριβῆ καὶ τὸ χειρότερον ὅλων, τὸ ὅτι ἀπειληθεὶς μὲ ἀποκαλύψεις καὶ ἄλλων ἀνακριβειῶν, μὲ τὰς ὁποίας ἠπείλει ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργός, ὅτι θὰ ἐξηναγκάζετο νὰ εἴπῃ ἐδῶ, ἀπεσιώπησα τὸ γεγονὸς δηλαδὴ ὅπως εἴθισται νὰ λέγεται ἡ σιωπή μου ἐσήμαινε συμφωνίαν, κατάφασιν. Ἐδέχθην ἑπομένως τὴν κατηγορίαν τοῦ ἀνακριβῶς λαλοῦντος. Δὲν θέλω νὰ εἴπω μὲ ὅσα αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύσσω πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ καλῶς ἀκούσας συνάδελφος μοῦ ἀνεκοίνωσε, τὸ ὅτι δηλαδὴ εἶπεν, ὅτι διαστρέφω κατὰ κανόνα τὰ πράγματα. Ὁ κύριος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργός, εἰπὼν ὅσα εἶπε χθὲς καὶ τὰ ὁποῖα ἐκ τῶν πρακτικῶν βλέπω, διότι ἄλλοι οἱ λόγοι χθὲς καὶ ἄλλα τὰ γραφόμενα εἰς τὰ πρακτικὰ σήμερον....
§12Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὑπάρχουν καὶ τὰ ἐστενογραφημένα, κύριε Πρόεδρε.
§13Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Μάλιστα. Λέγων ὅσα εἶπεν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργός, ἀναφέρεται εἰς τὴν πρὸς αὐτὸν ἀπευθυνθεῖσαν ἐπιστολήν μου. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ ἀναγνώσῃ τὴν ἐπιστολήν μου αὐτὴν πρὸς τὸ Σῶμα, διότι θὰ ἦτο κατὰ τὴν ταπεινήν μου γνώμην, κατώτερον καὶ αὐτοῦ καὶ ἐμοῦ, ἐγὼ μὲν νὰ μὴ παραδέχομαι ὅτι ἔγραψα εἰς τὴν ἐπιστολήν μου ἀναληθείας, ἐφόσον ἐκ τῆς ἀναγνώσεως αὐτῆς δὲν προκύπτει τοιοῦτόν τι, ὁ δὲ κύριος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργὸς νὰ μὴ ἀναγνωρίζῃ ὅτι κακῶς ἔπραξεν εἰπὼν ὅσα εἶπε πρὸς τὸ Σῶμα καὶ ὅσα φέρεται εἰπὼν κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἔκαμα, τῶν χθεσινῶν πρακτικῶν.
§14Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀκούσωμεν αὐτὴν τὴν ἐπιστολήν.
§15Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Παρακαλῶ νὰ τὴν ἀναγνώσῃ ὁ κ. ὑπουργός, διότι εἶναι δυνατὸν ἐγὼ νὰ τὴν ἔχω ἀλλοιώσει.
§16Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Διὰ νὰ σχηματίσωμεν μίαν γνώμην, παρακαλῶ νὰ ἀναγνώσητε τὴν ἐπιστολήν.
§17Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὁμολογῶ ὅτι μένω ἐνεὸς καὶ κατάπληκτος, διότι ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Ἐθνικοῦ Κόμματος μὲ μέμφεται....
§18ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἀκούεσθε, στὸ μικρόφωνο.
§19Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Κύριε ὑπουργέ, ἔχετε ἐπιστολὴν νὰ ἀναγνώσητε ναὶ ἢ ὄχι;
§20Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Θὰ παρακαλέσω, ἐπειδὴ ἡ διαλογικὴ συζήτησις οὔτε ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ ἐπιτρέπεται οὔτε εἶναι συνήθης, ἀλλὰ ἐπειδὴ εἶμαι εἰς θέσιν κατηγορουμένου ἢ ἀνακρινομένου, θὰ παρακαλέσω λέγω ἐὰν ἔχετε τὴν καλωσύνην, ἐφ’ ὅσον θίγετε ἕνα ζήτημα, τὸ ὁποῖον σᾶς ἐνδιαφέρει, νὰ συμπληρώσητε τὴν ἀγόρευσίν σας καὶ εἶμαι λίαν πρόθυμος, πάντα πρόθυμος νὰ ἀπαντήσω.
§21Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Ἠγέρθητε διὰ νὰ μοῦ ἀπαντήσετε καὶ τώρα μοῦ κάμνετε μάθημα.... (δὲν ἠκούσθη).
§22Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπουργ. Δικ.). Πρέπει νὰ εἴμεθα σοβαρώτεροι.... (δὲν ἠκούσθη).
§23Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Ὑπάρχει τίποτε σοβαρώτερον ἀπὸ τὴν σοβαρότητά μας;
§24Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Εἴμεθα ἀπολύτως σύμφωνοι εἰς αὐτό.
§25Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Πρῶτα θὰ γίνωμεν ἡμεῖς σοβαροὶ καὶ ὕστερα θὰ συζητοῦμεν σοβαρὰ πράγματα. Νομίζω ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ φυσικὴ ἀκολουθία τῶν σκέψεων καὶ πράξεων. Κύριοι βουλευταί, ἀνεγνώσατε τὴν ἐπιστολήν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα πρὸς τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης: «...... (ἀναγινώσκει)............». Αὐτή, κύριοι συνάδελφοι, ὑπῆρξεν ἡ ἐπιστολὴ τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. ὑπουργὸν καθὼς καὶ εἰς τοὺς δύο ἀνωτάτους τιτλούχους τοῦ δικαστικοῦ σώματος, τὸν εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τὸν εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν καὶ αὐτὴ ἔδωκεν ἀφορμήν, ἔδωκεν αἰτιάσεις εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργὸν νὰ εἴπῃ ἐνώπιον τοῦ Σώματος, ὅσα εἶπε χθὲς περὶ ἐμοῦ χαρακτηρίσας τὸ πνεῦμα καὶ τὸ γράμμα τῆς ἐπιστολῆς μου ὡς γέμον σωρείας ἀνακριβειῶν. Καὶ εἶναι καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁ καλὸς φίλος καὶ συνάδελφος εἶπε προσθέτως ὅτι διαστρέφω τὰ πράγματα καὶ τὴν ἀλήθειαν. Λέγω αὐτὸ τὸ πνεῦμα καὶ τὸ γράμμα τῆς ἐπιστολῆς ἤγαγε τὸν κύριον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργὸν εἰς τοιούτους ἀνοικείους, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, χαρακτηρισμούς. Καὶ ἔτι πλέον, ἐν τῇ ρύμῃ τοῦ λόγου του, ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου νὰ ἀπειλήσῃ τὸν ὑποφαινόμενον μὲ τὴν ἀνακίνησιν καὶ ἄλλων κατηγοριῶν, τὰς ὁποίας θὰ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ, ἐὰν ἠναγκάζετο νὰ ἀναγνώσῃ τὴν ἐπιστολήν μου. Ἀπήλλαξα τὸν ἐκλεκτὸν ἐπιστήμονα καὶ ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Μελᾶν, τοῦ κόπου νὰ ἀναγνώσῃ αὐτὴν τὴν ἐπιστολήν μου καὶ ὑπεβλήθην εἰς τὸν κόπον αὐτὸν ἐγώ. Δὲν ξεύρω ἐὰν καθ’ ἡλικίαν εἶμαι κάπως γεροντότερός του.
§26Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Νεώτερος.
§27Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Ἴσως, δὲν τὸ ξεύρω. Πάντως ὅμως κατὰ τὸν τρόπον τοῦ ζῆν, κατὰ τὴν γνώμην μου τεκμαίρεται ἡ ἡλικία ἑνὸς ἑκάστου. Ἔζησα ἀρκετὰ ἐπικινδύνως καὶ δικαιοῦμαι νὰ λέγω ὅτι εἶμαι περισσότερον αὐτοῦ δικαιολογημένος νὰ λέγω καὶ καμμιὰ φορὰ κάτι, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ εἴπω, δηλαδὴ δικαιοῦμαι νὰ ἔχω νεῦρα, δικαιοῦμαι νὰ εἶμαι ὀξύθυμος, νὰ στενοχωροῦμαι εὔκολα, ἄλλωστε καὶ τὸ ἐπάγγελμά μου τὸ ἐπιτρέπει. Ἐνῷ ἀντιθέτως, τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργοῦ, ἐπάγγελμα ἐκλεκτόν, φίνον, ἐξαίρετον, —διεκόνησεν ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν εἰς τὴν διπλωματίαν—δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν ἡ σακαράκα μὲ τὴν πένναν. (Χειροκροτήματα, γέλωτες). Κύριοι βουλευταί, εἰς τὴν οἰκογένειάν μας τὴν στρατιωτικήν, ὑπάρχει ἕνα ἀξίωμα. Λέγομεν: «Χείλη δεκανέως οὔ ψεύδονται». Ξέρετε τί θὰ πῇ αὐτό; Θὰ πῇ ὅτι ἡμεῖς οἱ στρατιωτικοὶ ἐὰν ψευσθῶμεν, εἴμεθα ἄξιοι ἀγχόνης· ἔγκλημα θανάσιμον τὸ ψεῦδος δι’ ἡμᾶς. Ἐνῷ ἀντιθέτως, πιθανῶς εἰς τὴν διπλωματίαν καὶ γενικῶς εἰς τὰς ἄλλας ἐπιστήμας, νὰ ἐπιβάλλεται τοῦτο καὶ νὰ δικαιολογεῖται τὸ τοιοῦτον, διότι οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονον ἐὰν ἕνας διπλωμάτης δὲν γνωρίζῃ νὰ ψεύδεται. Ἀλλοίμονον ἐὰν ἕνας διαχειριζόμενος τὰ ὕψιστα συμφέροντα τοῦ Ἔθνους, δὲν γνωρίζει νὰ ἑλίσσηται, δὲν γνωρίζει, κύριοι βουλευταί, νὰ ποιῆται τὸν ἥσσονα λόγον κρείττονα.
§28Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἀκριβῶς δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν γνωρίζω νὰ ἑλίσσωμαι.
§29Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Διότι δὲν εἶσθε καλὸς διπλωμάτης, μὴ στενοχωρῆσθε. Δὲν εἶσθε ἱκανὸς διπλωμάτης· διαψεύδετε τὴν φήμην σας, διότι ἡ φήμη, ἡ ὁποία σᾶς συνοδεύει, σᾶς φέρει ὡς μίαν κορυφὴν διπλωματικήν. Λυποῦμαι διότι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον σᾶς λέγω καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπὲρ ὑμῶν, τὸ θεωρεῖτε στρεφόμενον καθ’ ὑμῶν. (Γέλωτες, χειροκροτήματα). Αὐτὸ τὸ ἀξίωμα, κύριοι βουλευταί, μέχρις ἐσχάτων ἐθεωρεῖτο τὸ διακριτικὸν γνώρισμα τῆς οἰκογενείας μας. Καὶ πιστεύω ὅτι μετὰ τὴν πάροδον αὐτῶν τῶν θεομηνιῶν — διότι δὲν πρόκειται περὶ μιᾶς, ἀλλὰ περὶ πολλῶν— θὰ εὐσταθήσῃ καὶ πάλιν τὸ ἀξίωμα αὐτό. Πάντως ὅμως ὁ ὑποφαινόμενος ἀνήκει εἰς τὴν οἰκογένειαν ἐκείνην, ἀνήκει εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, ὅταν εἰσῆλθον εἰς τὸ στράτευμα, εἶχον τὸ ἀξίωμα αὐτὸ ὡς γνώμονά τους. Ἀκριβῶς τὸ ἀξίωμα αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο, ποὺ ἔδωσε νὰ πιστεύεται ἀπὸ ὅλον τὸν κόσμον ὅτι ἡμεῖς οἱ στρατιωτικοὶ εἴμεθα κακοὶ πολιτικοὶ καὶ μάλιστα ἕνας ἄρτι συνεργάτης μου, ἄριστος κατὰ πάντα, τὸν ὁποῖον θαυμάζει ἡ Βουλή, μοῦ ἀπέδωκε καὶ αὐτὴν τὴν ἐλαττωματικότητα· προέρχομαι ἀπὸ τὸν στρατὸν καὶ δὲν ἠμπορῶ νὰ εἶμαι καλὸς πολιτικός. Ἀντιθέτως, ὅμως ἐγὼ θὰ ἤθελα νὰ ἀπαντήσω ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἐξαιρέσεις. Δὲν δικαιοῦμαι νὰ εἴπω ὅτι συμπεριλαμβάνομαι μεταξὺ αὐτῶν τῶν ἐξαιρέσεων. Ὑπάρχουν ὅμως ἐξαιρέσεις, αἱ ὁποῖαι ἠμπορεῖ νὰ πείσουν τὸ ὅτι ἐνδέχεται ἑκάστοτε νὰ εὑρεθοῦν καὶ στρατιωτικοί, οἱ ὁποῖοι νὰ ἔχουν αὐτὰ τὰ ἐξαίρετα προσόντα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ περικοσμοῦν τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας. Ἐὰν ἡμεῖς ἐν τῇ διακρίσει ποὺ κάνομεν, λέγομεν καὶ χείλη δεκανέως οὔ ψεύδονται, τὰ χείλη τοῦ κατὰ τύχην φθάσαντος μέχρι τοῦ βαθμοῦ, τοῦ ἐπιζήλου βαθμοῦ τοῦ στρατηγοῦ, πρέπει κατ’ ἀνάγκην νὰ θεωροῦνται πάντοτε ὡς μὴ ψευδόμενα. Δέν λέγω μὲ αὐτὸ, ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ἀντιτάξω τὴν ἀπάντησίν μου πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργόν. Θὰ τὸν ἀφήσω νὰ μένῃ μὲ τὴν ἐντύπωσιν, μὲ τὴν ὁποίαν ἔμεινε χθὲς εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡμεῖς μὴ ὄντες δεκανεῖς, εἴμεθα ἱκανοὶ νὰ φθάσωμεν μέχρι αὐτοῦ τοῦ σημείου, νὰ φέρωμεν ἐνώπιον τοῦ Σώματος τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας πράγματα μὴ συμβαίνοντα, ὡς τοιαῦτα συμβαίνοντα. Λέγομεν ἀναληθείας καὶ ἀνακριβείας καὶ μάλιστα σωρείαν τοιούτων. Βεβαίως, θὰ ἠδύνατο κανεὶς νὰ μοὶ εἴπῃ, ὅτι εἶμαι νέος εἰς τὴν πολιτικὴν καὶ ἑπομένως στεροῦμαι αὐτοῦ τοῦ λεγομένου κοινοβουλευτικοῦ «τάκτ» καὶ καμμίαν φορὰν θὰ ἠμπορῇ νὰ μὴ λέγω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔπρεπε νὰ εἴπω. Καὶ δὲν εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἀρνηθῶ, τὸ ὅτι ἀσφαλῶς ἕως τώρα δὲν ἔχω ἀποκτήσει ὅλας αὐτὰς τὰς καλὰς ἕξεις καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα συμπαρομαρτοῦν, διὰ νὰ εἶναι κανεὶς εἷς καλὸς πολιτικός. Ἀλλ’ ἂν ἐγὼ δὲν εἶμαι τοιοῦτος, θὰ πρέπει ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν προέρχονται ἀπὸ τὴν τάξιν τῶν ἀξιωματικῶν, νὰ εἶναι τοὐλάχιστον ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, ἀπέναντι τῶν πληρεξουσίων τοῦ Ἔθνους, νὰ εἶναι ἐν ἀπολύτῳ τάξει, νὰ ἔχουν καὶ κοινοβουλευτικὸν τάκτ καὶ κοινοβουλευτικὴν λεπτότητα καὶ καλὴν διαχείρισιν τῶν θεμάτων. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, νὰ μοὶ εἴπῃ, ἐὰν ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῆς ἐπιστολῆς, τὴν ὁποίαν ἀπέστειλα πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. ὑπουργόν, ὑπάρχει κάτι, τὸ ὁποῖον νὰ δύναται ἡ Βουλὴ νὰ κρίνῃ ὡς ἀνακριβὲς καὶ ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της τὴν ἀναγνωσθεῖσαν ἐπιστολήν, παρακαλῶ οἱονδήποτε ἐξ ὑμῶν νὰ μοὶ εἴπῃ τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δίδει τὴν ἐντύπωσιν εἰς οἱονδήποτε ἀναγνώστην τῆς ἐπιστολῆς, ὅτι ἔχει, λέγω ἀνακριβείας καὶ μάλιστα σωρείαν τοιούτων. Θὰ ἤθελον νὰ ἴδω τὸν ἔχοντα αὐτὴν τὴν γνώμην ἐκ τῶν κ.κ. συναδέλφων. Δὲν βλέπω κανένα. Ἡ σιωπή σας σημαίνει συμφωνίαν πρὸς ὅσα λέγω. Καὶ τώρα, ἀπευθύνομαι πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅσα εἶπε, χθές, νὰ μοί εἴπῃ τὰ σημεῖα τῆς ἐπιστολῆς, τὰ ὁποῖα τὸν ἔπεισαν νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὸ Σῶμα χθὲς ὅσα ἀνεκοίνωσε. Κύριοι βουλευταί, θέτω λέγω, τὰ δύο ἀμείλικτα ἐρωτήματα: Ἢ εἰς τὴν ἐπιστολὴν μου ἀναγράφονται ἀνακρίβειαι καὶ δὴ σωρεία τοιούτων, ἢ δὲν ἀναγράφονται. Ἐὰν δὲν ἀναγράφωνται ἀνακρίβειαι εἰς τὴν ἐπιστολήν μου, τότε ὁ ἀξιότιμος καὶ ἀγαπητός μοι κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργός, διότι εἶναι καὶ ἀγαπητός, παρακαλεῖται νὰ ἀναιρέσῃ τὰ ὅσα εἶπε χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ὅμως ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργός, ἐμμένει εἰς τὴν ἄποψίν του, τὴν χαρακτηριστικήν, ὅπως ταύτην ἀναγράφουν τὰ χθεσινὰ πρακτικά, τότε δικαιοῦμαι, κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ πιστεύω, ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργὸς εἶναι κατακριτέος. (Χειροκροτήματα).
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον.
§31Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριοι βουλευταί, ἐκπληρῶ τὴν ἀναληφθεῖσαν ὑπ’ ἐμοῦ ὑποχρέωσιν νὰ φέρω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ πειστήρια, τοῦ ἐὰν γνησίως καὶ εἰλικρινῶς τὴν ἐπληροφόρησα, ὅτι ὡρισμένη ἀνάκρισις πολιτικοῦ ἀρχηγοῦ, ἔλαβε χώραν, ὡρισμένην ἡμέραν ἢ οὔ, ὡς ἰσχυρίζεται, ἀντικρούων ἐμέ, ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Ἐθνικοῦ Κόμματος. Νομίζω ὅτι ὀλίγαι ὧραι ἔχουν παρέλθει ἀπὸ τὰ χθὲς λεχθέντα περὶ χρησιμοποιήσεως ἀπὸ τὴν ἀνάκρισιν δύο μέτρων καὶ δύο σταθμῶν εἰς τὴν ἐξέτασιν προσώπων, φερόντων τὴν αὐτὴν ἰδιότητα καὶ ἀνέλαβα τὴν δέσμευσιν ἀπέναντι τοῦ Σώματος, νὰ φέρω χθὲς σχετικὰ στοιχεῖα. Τὰ στοιχεῖα τὰ ἔφερα καὶ ἐδήλωσα ἐπισήμως, διότι, δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ νὰ ὁμιλῇ ἐπιπολαίως, ὅτι ἡ ἀνάκρισις ἐκείνου τοῦ προσώπου εἶχε λάβει χώραν ὡρισμένην ἡμέραν. Καὶ τὸ ἐδήλωσα μὲ καλὴν πίστιν, χωρὶς νὰ ἔχω εἰς τὶς τσέπες μου πιστοποιητικὸν ὅτι δὲν εἶμαι ψευδολόγος, διότι δὲν ἐφανταζόμην ποτὲ ὅτι τοιοῦτον τι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μοῦ ἀνακύψῃ. Ἐπειδὴ ὅμως χθὲς διεψεύσθην κατηγορηματικῶς καὶ ὀρθότατα ἔχουν τὰ πρακτικά, ὅπως τὰ ἀναγνώσατε, κύριε Πρόεδρε, καὶ λεπτομερέστερον ἀκόμη τὰ ἐστενογραφημένα, ὑπεσχέθην εἰς τὴν Βουλὴν νὰ προσκομίσω καὶ περαιτέρω πειστήρια, τῶν ὅσων ἐπισήμως ἐβεβαίωσα. Ἐπειδὴ μοῦ ἀρέσει λοιπόν, νὰ εἶμαι συνεπὴς σᾶς φέρω τὴν ἔγγραφον βεβαίωσιν τοῦ εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἀθηνῶν, τὴν ὁποίαν ἐζήτησα ἐπισήμως παρ’ αὐτοῦ, περὶ τῆς ἀκριβοῦς χρονολογίας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγένετο ἡ ἐξέτασις τοῦ κ. Μαρκεζίνη ὑπὸ τῆς ἀνακρίσεως, θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλή, νὰ ἀναγνώσω τὸ συντομώτατον αὐτὸ ἔγγραφον. Εἶπα, νομίζω, ὅτι ὀλίγον χρόνον μετὰ τὴν παραίτησιν τῆς Κυβερνήσεως, χθὲς δὲ ἐπισήμως τὸ διεβεβαίωσα, μετὰ ἔρευναν, ὅτι τὴν ἰδίαν ἡμέραν τῆς παραιτήσεως τῆς Κυβερνήσεως ἀνεκρίθη ὁ κ. Μαρκεζίνης: «............... 8.45′ ............... (ἀναγινώσκει) .....................». Τώρα ἐζήτησα ἐπίσης καὶ διακρίβωσα τὴν ἡμέραν τῆς παραιτήσεως τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἶναι ἀκριβῶς ἡ 12 Μαΐου. Βλέπετε, λοιπόν, ὅτι ὁ ψόγος τὸν ὁποῖον προχθὲς μοῦ ἀπηύθυνεν ὁ κ. Ζέρβας, ὅτι λέγω ἀνακριβείας, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον προκάλεσε τὴν φυσικήν μου ἀντίδρασιν, διαψεύδεται ἐπισήμως ἀπὸ τὸ ἐπίσημον κείμενον, τὸ ὁποῖον ἔχω ἐνώπιον ὑμῶν. Περαιτέρω μοῦ διετυπώθη ἡ μομφὴ ὅτι διεστρέβλωσα τοὺς λόγους, καὶ τὰ πράγματα. Πρὶν νὰ ἔλθω ἐδῶ, ἔλαβα τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά, τὰ ὁποῖα ἔχουν ὡς ἑξῆς:
§32Μ. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Δὲν ἀναγράφεται ποτέ, κ. ὑπουργέ, ὥρα εἰς τὰς καταθέσεις.
§33Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δὲν πιστεύω νὰ θέτετε τώρα ἐν ἀμφιβόλῳ καὶ τὰ ἔγγραφα τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν.
§34Μ. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Ἤθελον νὰ ἠξεύρω ἂν τὸ στοιχεῖον τῆς ὥρας, προκύπτει ἐκ τῆς καταθέσεως.
§35Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Σᾶς τὸ ἀνέγνωσα, κ. συνάδελφε.
§36Μ. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Δὲν διετύπωσα ἴσως σαφῶς τὴν ἀπορίαν μου. Ἡ ὥρα 8.45 προκύπτει ἐκ τῆς ἐκθέσεως ἢ ἀπὸ τὴν βεβαίωσιν τοῦ ἀνακριτοῦ;
§37Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικ.). Εἶναι εἰς τὸ σῶμα τοῦ ἀπαντητικοῦ πρὸς τὸ ἐρώτημά μου ἐγγράφου.
§38Μ. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Πρέπει νὰ γίνῃ μία διασάφησις.
§39Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Μὲ συγχωρεῖτε, ἀλλὰ δὲν θὰ ἀσχοληθῶ περισσότερον ἐπὶ τοῦ θέματος.
§40Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Φέρεσθε, κ. ὑπουργέ, εἰπὼν εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι ὡρισμένα σημεῖα τῆς ἐπιστολῆς τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Κόμματος εἶναι ἀνακριβῆ.
§41Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικ.). Βεβαιότατα, εἶπον ὅσα εἶπον καὶ τὸ λέγω καὶ σήμερον. Θὰ ἦτο ἀληθῶς ἀνήκουστον ἂν ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἤρχετο ἐνώπιον τοῦ Σώματος καταθέτων καὶ βεβαιῶν πράγματα ἀνακριβῆ. Θὰ ἦτο ἀνήκουστον λέγω, καὶ θὰ ἦτο σημεῖον ἐπιδεινώσεως τῶν καιρῶν. Ἀλλὰ ἀλλοίαν ἔχω ἀντίληψιν περὶ τῶν καθηκόντων μου.
§42Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Ἐπιτρέψατέ μου, κ. ὑπουργέ, διότι νομίζω ὅτι ὑπάρχει μία παρανόησις. Ὡμίλησα τόσην ὥραν καὶ φαίνεται ὅτι δὲν ἔγινα ἀντιληπτός. Ἰδού ἕνα ἄλλο ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἡμεῖς οἱ στρατιωτικοί. Ἐγὼ εἶπα, κ. ὑπουργέ, ἀναφέρων ἐκεῖνο τὸ σημεῖον τοῦ λόγου σας.....
§43Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δὲν ἀπηρνήθην τοὺς λόγους μου. Μήπως τυχὸν ἐξακολουθεῖτε νὰ ὑποστηρίζετε ὅτι προβάλλω ἀνακριβεῖς ἰσχυρισμούς;
§44Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Ἐκεῖνο ποὺ θέλω νὰ σᾶς εἴπω εἶναι τὸ ἑξῆς: ἂν εἴχατε τὴν καλωσύνην νὰ ἀπαντήσητε ἐπὶ ἐκείνων τῶν σημείων. Ἀνεφέρατε χθὲς εἰς τὸν λόγον σας ὅτι εἰς τὴν ἐπιστολήν μου ὑπάρχουν ἀνακρίβειαι....
§45Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δὲν ἐσυνήθισα νὰ κάνω ὑπεκφυγάς, δὲν ἐσυνήθισα νὰ κάνω ἑλιγμούς. Ὁμιλεῖτε περὶ τοῦ ὅτι τάχα ὁ ἀνακριτὴς εἶναι ἄξιος ἀγχόνης καὶ παρέβη τὰ καθήκοντά του, πρῶτον διὰ τὴν διαφορετικὴν μεταχείρισιν δύο ἐξετασθέντων ἀρχηγῶν.
§46Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Δὲν λέγει αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ἡ ἐπιστολή μου. Δι’ αὐτὸ σᾶς λέγω ὅτι εἶσθε ἔξω τοῦ θέματος.
§47Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Λοιπόν, κ. ἀρχηγέ ἰσχυρίζεσθε ἐδῶ εἰς τὸ Σῶμα, τὰ ἴδια τὰ ὁποῖα ἀνεφέρατε εἰς τὴν ἐπιστολήν σας εἰς τόνον καταγγελίας, ὅτι ἡ ἀνάκρισις τάχα εἶναι ἀχαρακτήριστος καὶ ἀκατονόμαστος, —εἶναι ἰδικαί μου αἱ λέξεις— διότι ἐξήτασε μάρτυρας ἐπὶ δολοφονίας ὡρισμένου προσώπου. Ἔχω ἐδῶ τὰς ἐπισήμους καταθέσεις, τὰς ὁποίας καὶ αὐτὰς θὰ καταθέσω διὰ νὰ πεισθῇ ἡ Βουλή, χωρὶς νὰ ἀναγνώσῃ περισσότερα ἔγγραφα, ὅτι τοιοῦτον τι δὲν συμβαίνει. Εἶναι καταθέσεις ἐπισήμως κεκυρωμέναι καὶ ἐσφραγισμέναι. Ἐπιτρέπεται λοιπόν, κ. συνάδελφε, ὅσον καὶ ἂν εἶσθε ἀρχηγὸς νὰ ἔρχεσθε ἐδῶ καὶ νὰ ἐμφανίζεσθε δι’ ἐπιστολῆς σας πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τοὺς ἀνακριτὰς καὶ τοὺς ἀνωτάτους λειτουργοὺς τῆς δικαιοσύνης, ὡς ἐνεργοῦντας ὅσα δὲν ἐνήργησαν; Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διασύρετε τὴν δικαιοσύνην διὰ συκοφαντιῶν. (Θόρυβος). Ἔχω ἀρκετὰ ὑπομείνει. Δὲν πρόκειται νὰ ἀνεχθῶ περαιτέρω διασυρμὸν τῆς δικαιοσύνης διὰ συκοφαντιῶν καὶ ἀνακριβειῶν, ἀφορωσῶν τὴν δικαιοσύνην. (Θόρυβος).
§48ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὴν δικαιοσύνην οὐδεὶς τὴν συκοφαντεῖ, κ. ὑπουργέ.
§49Μ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Γίνεσθε κακὸς δικηγόρος τῶν κακῶν δικαστῶν. Περὶ αὐτοῦ σᾶς εἰδοποιῶ καὶ ἐγώ. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§50Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Θὰ ἠθέλατε ἀγαπητέ μου φίλε, στρατηγὲ Ζέρβα, νὰ μοῦ ἀπαντήσητε ἐπὶ ἑνὸς σημείου. Ἐξητάσθητε ὡς λέγετε, τὴν 7)4)49. Ἐξητάσθητε καὶ ἐκλήθητε τὸν μῆνα Ἀπρίλιον;
§51Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Ὄχι.
§52Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Πότε ἐκλήθητε;
§53Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Δὲν ἠξεύρω.
§54Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Πῶς προσεκλήθητε;
§55Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Διὰ κλήσεως.
§56Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Μήπως σᾶς ἀπηυθύνθη εἰδικὴ πρόσκλησις διὰ φίλου σας βουλευτοῦ;
§57Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Ὄχι, διὰ τακτικῆς κλήσεως. Βλέπω ὅτι τὸ κακὸν ἐκτείνεται ἔτι πλέον, κύριοι, καὶ θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ ὑποβάλλωμεν αἴτησιν μομφῆς κατὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Βλέπω τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ προσπαθῇ νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν ὅτι ὑπάρχει κάτι τι τὸ ὁποῖον δύναται νὰ γεννήσῃ δι’ ἐμὲ οἱανδήποτε ὑπόνοιαν.
§58Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὄχι, ἀλλὰ ἐρωτῶ.
§59Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Καὶ ἑπομένως, παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν ἀμέσως νὰ καταγγείλῃ, ἄλλως θὰ σᾶς καταγγείλω ἐγώ. (Θόρυβος).
§60Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Σᾶς παρακαλῶ. Ὑπῆρξε στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον ἠνάγκασε τὸν ἀνακριτὴν νὰ στρέψῃ τὸ ἔργον αὐτοῦ εἰς ἐξέτασιν τοῦ κυρίου συναδέλφου. Τοῦτο ἐζήτησε νὰ κάμῃ λόγῳ ἀκριβῶς τῆς ἰδιότητός του φιλικῶς καὶ ἔστειλε μήνυμα ἐμπιστευτικὸν διὰ φίλου τοῦ κ. Ζέρβα βουλευτοῦ, ἀργότερα δὲ καὶ κλῆσιν. (Θόρυβος. Δὲν ἀκούεται).
§61Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐδόθη μία νευρικότης εἰς μίαν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐμποδίζει τὴν Βουλὴν νὰ παρακολουθήσῃ καὶ ἐννοήσῃ ποῦ ἀκριβῶς εὑρίσκεται τὸ θέμα καὶ εἰς ποῖον σημεῖον ὑπάρχει ἡ διαφωνία. Ἡ παράκλησίς μου πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι νὰ συνοψίσῃ εἰς ἤρεμον καὶ ἁπλοῦν τόνον τὸ θέμα, ὥστε νὰ δυνηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ ἐννοήσῃ μέσα εἰς τὸν ὀρυμαγδὸν αὐτῆς τῆς νευρικότητος τὸ θέμα. Ἐὰν εἶναι δυνατὸν ἠρέμως νὰ συγκεφαλαιώσῃ αὐτά, διότι ἡ νευρικότης θέτει περιττὰς παρατηρήσεις, ἵνα μὴ εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς νευρικότητος ἡ ἀδυναμία τῆς συνεννοήσεως. Ἂς συνοψισθῇ τὸ θέμα.
§62Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἔδωσα εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐξηγήσεις, αἱ ὁποῖαι ἀρκοῦν.
§63Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Κύριε ὑπουργέ, ἐγὼ ὅπως εἴδατε, εἰς πνεῦμα ἤπιον....
§64Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἤπιον ἀλλ’ ἐπιτιμητικόν.
§65Ν. ΖΕΡΒΑΣ. ... καίτοι θὰ ἤμην δικαιολογημένος νὰ σᾶς ὁμιλήσω καὶ κάπως μὲ μίαν γλῶσσαν ὀξυτέραν, ἐν τούτοις δὲν τὸ ἔπραξα. Ἐζήτησα ἀπὸ σᾶς, ἀξιότιμε κ. ὑπουργέ, ὄχι νὰ μᾶς εἴπητε πότε ἐπῆγε ὁ ἀνακριτὴς καὶ ἐξήτασε τὸν κ. Μαρκεζίνην.
§66Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἔχει μεγάλην σημασίαν, διότι σεῖς ἐνομίσατε ὅτι ἠμπορεῖτε νὰ μὲ διαψεύσετε κατηγορηματικῶς, χθές.
§67Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Θὰ ἔλθω καὶ εἰς αὐτό, διότι αὐτὸ εἶναι ἄλλο θέμα, τὸ ὁποῖον, δυστυχῶς ἔχοντας ὑπ’ ὄψει μου ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, δὲν τὸ ἀνέφερα κἄν, διότι αὐτὸ θὰ ἄνοιγε συζήτησιν πολὺ εὐρεῖαν, ἡ ὁποία πιθανῶς νὰ ἔβλαπτε σήμερον. Ἐγὼ ἐζήτησα ἀπὸ σᾶς ἕνα πολὺ ἁπλοῦν πρᾶγμα. Ἐὰν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρατε σχετικῶς μὲ τὴν ἐπιστολήν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀπηύθυνα, πράγματι τὰ πιστεύετε, ἐὰν δηλαδὴ ἐν τῇ ἐπιστολῇ μου ὑπάρχῃ ἀνακρίβεια νὰ μοῦ ὑποδείξετε τὰ σημεῖα τῆς ἐπιστολῆς αὐτῆς, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν αἱ ἀνακρίβειαι.
§68Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Γράφετε ὅτι ἐξητάσθησαν ἐπὶ τῆς δολοφονίας καὶ τρίτα πρόσωπα καὶ ἰδιαιτέρως ἡ σύζυγος καὶ ὁ υἱὸς τοῦ Πετσαγουράκη. Ἐτονίσατε ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ μίαν βαρυτάτην ἐνέργειαν τῆς ἀνακρίσεως. Ἠρεύνησα τὸ θέμα καὶ ἡ ἀπάντησίς μου εἰς τὴν ἔρευνάν μου δὲν εἶναι τυχαία. Οὐδόλως ἐξητάσθησαν οἱ μάρτυρες αὐτοὶ περὶ φόνου Πετσαγκουράκη.
§69Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὡς προκύπτει ἀπὸ τὰς καταθέσεις τῆς ἐξετάσεως τῶν μαρτύρων αὐτῶν περὶ δολοφονίας τινος, δὲν ἐξητάσθησαν. Συνεπῶς, εἶναι τοῦτο ἢ δὲν εἶναι ἀνακρίβεια; Νομίζω ὅτι δὲν ἀπέχω πολὺ τῶν ὅσων εἶπον χθές.
§70Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Ἐγὼ ἀνέφερα, ποῖοι ἐξητάσθησαν. Ἐξητάσθησαν ἡ σύζυγος τοῦ σωφέρ, ὁ υἱὸς τοῦ σωφέρ, ὁ σωφὲρ ὁ ἰδικός μου. Εἶναι ἀνακριβὲς αὐτό;
§71Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἐξητάσθησαν ὄχι περὶ δολοφονίας.
§72Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Δὲν ἐξητάσθη ὁ υἱός, πῶς ἀπέθανεν ὁ πατέρας του;
§73Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὄχι. Ἔχω τὰς καταθέσεις.
§74Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Τὰς ἔχω καὶ ἐγώ. Ἐὰν νομίζητε ὅτι τὰς ἔχετε σεῖς καὶ δὲν τὰς ἔχω ἐγώ, λανθάνεσθε. Διαβάσατε τὰς καταθέσεις διότι πρέπει νὰ δώσητε, ἀξ. κ. ὑπουργέ, ἀπάντησιν εἰς τὸ ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον σᾶς ἔθεσα. Ἢ πράγματι πιστεύετε ὅτι ἡ ἐπιστολή μου ἀναγράφει ἀνακριβείας, ὁπότε ὀφείλετε νὰ ἀποδείξητε τὸ τοιοῦτον ἢ ἐὰν δὲν ἀπαντήσητε, τότε ἀπόκειται εἰς ἡμᾶς καὶ εἰς τὸ Σῶμα νὰ κρίνῃ περὶ ὑμῶν.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ παρεμπίπτον θέμα ἔληξεν. Εἰσερχόμεθα πλέον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§76Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Δὲν ἔληξε, κ. Πρόεδρε. Ὁ κ. ὑπουργὸς δὲν ἀπαντᾷ. Νὰ σημειωθῇ ἁπλῶς ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς δὲν ἀπήντησεν εἰς τὸ τεθὲν παρ’ ἡμῶν ἐρώτημα.
§77Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἡ κατάθεσις τοῦ Ε. Πατσαγκουράκη, ἔχει ὡς ἑξῆς: «...(ἀναγινώσκει)...».
§78Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Ὁμιλεῖ περὶ τοῦ θανάτου τοῦ πατρός του; ναὶ ἢ ὄχι;
§79Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἐβεβαιώσατε εἰς τὴν ἐπιστολήν σας ὅτι ἐξητάσθησαν περὶ δολοφονίας, ἐνῷ τοῦτο εἶναι ἀνακριβέστατον. (Δὲν ἀκούεται).
§80Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν πὼς γίνονται αἱ καταθέσεις ἐνίοτε ἀπὸ τοὺς ἀνακριτάς. Ὑπηγόρευσα τὴν κατάθεσίν μου καὶ μοὶ ἀνεγνώσθη. Ἐγὼ ἠρωτήθην μόνον διὰ τὸ θέμα αὐτό. Πῶς ἀπέθανεν ὁ πατὴρ Πατσαγκουράκης, πῶς ἐγνώρισα τὸν Πατσαγκουράκην καὶ τί συνέβη, ὥστε νὰ ἀποθάνῃ.
§81Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Μόνον δι’ αὐτὸ ἠρωτήθητε;
§82Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Πάλιν ἀφήνετε ὑπονοίας εἰς τὸ Σῶμα. Θὰ καταγγείλω ἐνώπιον τοῦ λαοῦ. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§83Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἀφήσατέ τα αὐτά. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§84Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Δὲν εἶσθε ἱκανὸς νὰ ἀφήνετε ὑπονοίας εἰς τὸ Σῶμα δι’ ἕνα ἄνθρωπο, τὸν ὁποῖον ὀφείλετε νὰ σέβεσθε.
§85Γ. ΤΖΩΡΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. (Ζητεῖ τὸν λόγον).
§86Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔληξε τὸ θέμα. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§88Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ θέμα ἔχει γενικωτέραν σημασίαν.
§89Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Δὲν ἔληξε τὸ θέμα, οὔτε πρόκειται νὰ λήξῃ. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§90Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριοι βουλευταί, ὁμολογῶ ὅτι δὲν εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος, ἂν ἔχω ἀντιληφθῆ ἀκριβῶς τὸ θέμα τῆς διαφωνίας. Νομίζω ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐδήλωσεν ὅτι ὡρισμέναι βεβαιώσεις τῆς ἐπιστολῆς τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Κόμματος ὑπῆρξαν «ἀνακριβεῖς». Καὶ ὁ ἰσχυρισμὸς τῆς ἀνακριβείας ἀφεώρα τὸ ζήτημα ἐὰν ὡρισμένοι μάρτυρες ἐξητάσθησαν εἰδικῶς ἐπὶ ὡρισμένου θέματος. Ἀπὸ τὴν συνέχειαν τῆς συζητήσεως διεπιστώθη ὅτι ὄντως ἔγινεν ἐξέτασις μαρτύρων ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος, διότι ἡ πρόσκλησις ὡρισμένων μαρτύρων θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ ἔχῃ ἔννοιαν, ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ ἐξέτασις ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος.
§91Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Διατὶ ἀπεπέμφθη ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν ὁ ἀποθανών.
§92Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Θὰ ἔλθω εἰς αὐτό. Ὅ,τι πραγματικῶς ἐνδιαφέρει, εἶναι ἐὰν ἔλαβε χώραν ἡ ἐξέτασις τῶν μαρτύρων. Ἡ διατύπωσις τῆς καταθέσεώς των εἶναι ζήτημα ὕφους τῶν ἀνακριτῶν καὶ τῶν γραμματέων των. Τὸ συμπέρασμα εἶναι, ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Ἐθνικοῦ Κόμματος ἔχει δίκαιον. Καὶ καλὸν εἶναι, ὅπως ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μὴ ἐπιμείνῃ πλέον εἰς τὴν γνώμην του. Τοιουτοτρόπως λήγει τὸ ζήτημα. (Χειροκροτήματα).
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης;
§94Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος, λόγῳ τοῦ θορύβου).
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ θέμα ἔληξε.
§96ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§97ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἔληξε, κύριε Πρόεδρε.
§98Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Πρέπει νὰ θεωρηθῇ κάπως δικαιολογημένη ἡ κάποια νευρικότης, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ ἴδιος ὡμολόγησε, τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Κόμματος, διότι καὶ αὐτοῦ οὕτως εἰπεῖν, ἐμμέσως ἀνεμίχθη τὸ ὄνομά του εἰς μίαν ὑπόθεσιν, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἔχει καμμίαν ἀπολύτως σχέσιν. Εἶναι κάτι παρόμοιον μὲ τὴν ἐξέγερσιν τοῦ κ. Βενιζέλου, ὁ ὁποῖος ᾐσθάνθη τὴν ἰδίαν εὐθιξίαν ὅταν καὶ τὸ ὄνομά του ἀνακατεύθη εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν χωρὶς νὰ ἔχῃ οὐδεμίαν σχέσιν. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι καὶ τὸ αἴσθημα τῆς Βουλῆς εἶναι ἐξ ἴσου εὐμενὲς ὑπὲρ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Κόμματος, εἰς οὐδένα δὲ ἀπέμεινε ὑπόνοια ὅτι ἠμποροῦσε νὰ ἔχῃ σχέσιν μὲ μίαν τοιαύτην ὑπόθεσιν.
§99Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον θέμα. Θέλετε νὰ δημιουργήσετε θέμα; Αὐτὸ εἶναι ἀκατανόητον. Ὁμιλοῦμεν εἰς τὴν Βουλὴν δι’ ὡρισμένας ἐκτροπὰς καὶ σεῖς ὁμιλεῖτε περὶ θέματος ἀφορῶντος ἐμέ. Δὲν θέλω τὴν συνηγορίαν σας. Εὐχαριστῶ διὰ τὴν συνηγορίαν.
§100Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον θέμα, ἀλλὰ λέγω ὅτι ἐκεῖθεν προῆλθεν ἡ νευρικότης ἐκ μέρους σας καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀπὸ τὸν ὑπερβάλλοντα ζῆλον τῆς ὑπερασπίσεως τῆς δικαιοσύνης ἦλθεν εἰς μίαν ἀντιδικίαν, ὑποστηρίζων ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐνόμιζεν ὅτι ἦσαν ὀρθά. Δὲν νομίζω λοιπὸν ὅτι καὶ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἀφήνουν ὑπόνοιάν τινα. Δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπιμείνουν ἑκατέρωθεν εἰς περαιτέρω συζήτησιν καὶ ἐξήγησιν δι’ ἓν θέμα ἐντελῶς ἀνύπαρκτον. Καὶ νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἔπρεπε νὰ θεωρήσῃ τὸ θέμα ἐντελῶς ἀνύπαρκτον καὶ νὰ προχωρήσῃ εἰς τὸ ἔργον της. (Χειροκροτήματα).
§101Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριε ἀρχηγὲ τοῦ Ἐθνικοῦ Κόμματος Ἑλλάδος, πάντοτε σᾶς ἐξετίμησα καὶ δὲν εἶχα κατὰ νοῦν νὰ κάμω καμμίαν νύξιν... (δὲν ἠκούσθη). Διότι προχθὲς ἐπετέθητε, κατ’ ἐμὲ ἐντελῶς ἀδικαιολογήτως, κατὰ τῆς ἀνακριτικῆς ἀρχῆς. Αὐτὸ προκάλεσε καὶ τὴν ἀγανάκτησίν μου, ἡ ὁποία σᾶς ἐφάνη ὄχι εὐχάριστος. Πέραν τούτου, κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει ζήτημα μεταξὺ ἐμοῦ καὶ ὑμῶν καὶ νομίζω ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ προχωρήσωμεν εἰς ἄλλην συζήτησιν.
§102Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Ὄχι, κύριε ὑπουργέ, ὑπάρχει τὸ θέμα. Θέτετε εἰς τὰ χείλη σας καὶ ἀνακοινώνετε εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ὅτι ἐγὼ ἐν τῇ ἐπιστολῇ τὴν ὁποίαν σᾶς ἔστειλα, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα, ἔγραφον ἀνακριβείας. Ἐπιμένω, κ. ὑπουργέ, καὶ ζητῶ ἀπὸ σᾶς, ἢ νὰ ἐπισημάνητε τὰ σημεῖα τῆς ἐπιστολῆς μου, ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν ὁποίων ἐξάγονται αἱ ἀνακρίβειαι, ἤ, ἐὰν δὲν ὑπάρχουν τοιαῦται, νὰ ἔχετε τὴν γενναιότητα, τῆς ὁποίας δὲν στερεῖσθε, διότι ὅλοι ἄνθρωποι εἴμεθα καὶ ὅλοι δυνάμεθα νὰ πέσωμεν ἔξω, ἴσως ἐγὼ περισσότερον ἀπὸ σᾶς, νὰ ἔχετε τὴν γενναιότητα νὰ ἀναγνωρίσητε ὅτι ἴσως ὑπῆρξε κακὸς ὁ χαρακτηρισμός. Δὲν ζητοῦμε τίποτε ἄλλο. Ἀλλὰ τὸ νὰ λέγετε καλὰ τὰ εἶπον, δεχθῆτε ὅτι καλὰ τὰ εἶπον καὶ ἑπομένως δὲν ὑπάρχει θέμα, δι’ ἐμὲ δὲν εἶναι ἀρκετὸν, ἀξιότιμε κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργέ.
§103Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ταλαιπωροῦμεν ἄνευ λόγου τὴν Βουλήν. Σᾶς εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅ,τι ἀκριβῶς ὑπάρχει μέσα μου. Ἐλπίζω ὅτι μὲ ὅσα εἶπον θὰ εἶσθε ἱκανοποιημένος.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις θεωρεῖται λήξασα. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως ὡς διωρθώθησαν.
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
Συζήτησις καὶ ἀπόφασις διὰ τὴν ἔκπτωσιν ἐκ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος τοῦ βουλευτοῦ Σερρῶν κ. Παπαδάκη. Κύριοι βουλευταί, τὸ ἱστορικὸν τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς ἐν ὀλίγοις, ἔχει ὡς ἑξῆς: Τὴν 30ὴν Μαρτίου ὁ ὑποψήφιος βουλευτὴς κ. Σγουραμάνης ἀπηύθυνεν ἐπιστολὴν εἰς τὸ Προεδρεῖον, διὰ τῆς ὁποίας ἐζήτει ὅπως τὸ Προεδρεῖον ἐνημερωθῇ ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Στρατοδικείου Σερρῶν. Πράγματι, ὁ τότε Ἀντιπρόεδρος κ. Μουτζουρίδης, ἐνεργῶν σύμφωνα μὲ τὸν Κανονισμὸν καὶ τὸ Σύνταγμα.....
§105Χ. ΚΑΡΑΪΣΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν πρόκειται περὶ ἀποφάσεως.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθῆστε κάτω. Πράγματι, λέγω, ὁ κ. ἀντιπρόεδρος ἀπηυθύνθη πρὸς τὸν Στρατιωτικὸν Διοικητὴν Σερρῶν καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ διὰ τῶν ἐπιστολῶν αὐτῶν ἐζήτει νὰ μάθῃ ποῖον ἦτο τὸ πόρισμα τοῦ Στρατοδικείου. Ἡ Στρατιωτικὴ Διοίκησις Σερρῶν ἀπήντησε δι’ ἐγγράφου, τῆς 5 Ἀπριλίου, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἀπήντησε δι’ ἐγγράφου ἐπίσης, τῆς 10 Ἀπριλίου καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐγγράφου παρέπεμπε τὴν ἀπόφασιν τοῦ Στρατοδικείου Σερρῶν. Ἡ ἀπόφασις τοῦ Στρατοδικείου διενεμήθη καὶ πρὸς τοὺς κ.κ. συναδέλφους. Τὴν 7ην Ἀπριλίου ὁ κ. βουλευτὴς Τρικκάλων Σταμούλης, ἐνεργῶν ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ Κόμματος τῶν Ἐθνικοφρόνων, ἠμφισβήτησεν ἐὰν δυνάμει τῆς παραπεμπτικῆς αὐτῆς διαταγῆς τῆς Στρατιωτικῆς Διοικήσεως Σερρῶν, εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ κηρύξῃ ἔκπτωτον τὸν Παπαδάκην, σύμφωνα μὲ τὰ σχετικὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Πράγματι, ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος, ἐνεργῶν πλήρως ἐντὸς τοῦ Συντάγματος, ἀπέστειλεν εἰς τὴν Κέρκυραν τὸν Γενικὸν Γραμματέα τῆς Βουλῆς νὰ ἐρωτήσῃ καὶ τὴν ἰδικήν μου γνώμην, ἀπήντησα δὲ ἐγὼ τελικῶς εἰς τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον καὶ εἶπον: Κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἡ ὑπόθεσις Παπαδάκη, ἐφ’ ὅσον ἠγέρθη ἐκ μέρους τοῦ Κόμματος τῶν Ἐθνικοφρόνων ἀμφισβήτησις, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 70 τοῦ Συντάγματος πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία νὰ ἀποφασίσῃ. Αὐτὸ καὶ ἔγινε. Συνεπῶς ἡ Βουλὴ ἔχει νὰ ἐξετάσῃ κατὰ πόσον τὸ παραπεμπτικὸν βούλευμα ἔχει ἰσχὺν ὁριστικοῦ βουλεύματος καὶ κατὰ πόσον ὁ Παπαδάκης ἐκ τοῦ βουλεύματος αὐτοῦ θὰ ἐξέπιπτε τῶν βουλευτικῶν του δικαιωμάτων ἀπὸ 20 Μαρτίου. Συνεπῶς ἡ Βουλὴ θὰ ἀποφασίσῃ. Παρακαλῶ τὸν κ. Σταμούλην νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σταμούλης ἔχει τὸν λόγον.
§108Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Κύριοι βουλευταί, τὴν 2αν Ν) βρίου 1948, ἡ Βουλή, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν ἔκθεσιν τοῦ εἰσηγητοῦ καὶ πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς, κατόπιν ἐγγράφου ἐκθέσεως τοῦ εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Θεσ)νίκης αἰτοῦντος τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας τοῦ βουλευτοῦ Σερρῶν κ. Παπαδάκη, ἦρε τὴν ἀσυλίαν καὶ παρέσχε τὴν ἄδειαν τῆς ποινικῆς διώξεως αὐτοῦ. Τὸ ἔγγραφον τοῦτο τῆς Βουλῆς διεβιβάσθη ἀμέσως εἰς τὴν ἁρμοδίαν εἰσαγγελικὴν ἀρχήν, ἡ ὁποία εἶχε ἐκκρεμῆ κατηγορίαν κατὰ τοῦ κ. Παπαδάκη ἐπὶ ὑπεξαιρέσει χρημάτων. Χάριν τῆς τιμῆς τοῦ συναδέλφου, εἶμαι ὑποχρεωμένος δι’ ἐλαχίστων νὰ ἐκθέσω τὰ τῆς κατηγορίας, διὰ νὰ κατατοπίσω τὸ Σῶμα ἐπὶ ἀκατανοήτων πραγμάτων, τὰ ὁποῖα συνέβησαν εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Κατὰ τὸ θέρος τοῦ 1947 αἱ διοικητικαὶ ἀρχαὶ Σερρῶν, πολλαὶ ὀργανώσεις καὶ ἄλλοι παράγοντες ἐνόμισαν ὅτι ἡ ἐκεῖ εὑρισκομένη στρατιωτικὴ δύναμις δὲν ἦτο ἱκανὴ ν’ ἀντεπεξέλθῃ μόνη εἰς τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους διέτρεχεν ἡ περιφέρεια ἐκ τοῦ συμμοριτισμοῦ, ἰδίᾳ λόγῳ τῆς γειτνιάσεως μὲ τὴν Βουλγαρίαν, τροφοδοτοῦσαν, ἐνισχύουσαν καὶ καλύπτουσαν τοὺς συμμορίτας. Συνῆλθον εἰς σύσκεψίν τινα καὶ ἀπεφάσισαν νὰ καταρτισθῇ ἐθελοντικὸν σῶμα, παρεκάλεσαν δὲ τὸν κ. Παπαδάκην, ἐθνικὸν ἥρωα, τοῦ ὁποίου ἡ ἱστορία θὰ μείνῃ εἰς πολλὰς γενεάς, νὰ ὀργανώσῃ ἓν μέρος τοῦ ἐθελοντικοῦ σώματος, κατὰ τὰς ὑποδείξεις τῆς ἐπιτροπῆς, καλουμένων νὰ χρησιμοποιηθοῦν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐχρησιμοποιήθησαν καὶ κατὰ τὴν κατοχὴν ἐναντίον τῶν Βουλγάρων ὑπὸ τοῦ κ. Παπαδάκη καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐβασίσθη ὁ θαυμάσιος ἐκεῖνος ἀρχηγὸς τῆς ἀντιστάσεως τῆς περιφερείας, ὁ Φωστερίδης. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἦτο δυνατὸν ὁ δημόσιος προϋπολογισμὸς νὰ συντηρήσῃ τὸ ἐθελοντικὸν αὐτὸ σῶμα, ἀπεφασίσθη ὁ ἐρανικὸς σχηματισμὸς ἑνὸς ποσοῦ. Ἐκ τούτου διετέθη εἰς τὸν κ. Παπαδάκην ποσὸν 11 ἑκατομμυρίων διὰ τὴν ὀργάνωσιν, ἐξοπλισμόν, συντήρησιν κλπ. τοῦ σώματος αὐτοῦ. Βεβαίως, μὲ τὰ διατεθέντα 11 ἑκατ. δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξοπλισθῇ τὸ σῶμα —ἴσως ἦτο μόνον δυνατὸν νὰ ἐνδυθῇ ἢ νὰ συντηρηθῇ ἐπί τι διάστημα χρόνου. Ἐὰν καλῶς, συνεπῶς, ἔκαμε τὴν διαχείρισιν τοῦ ποσοῦ τούτου, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, βεβαίως ἁρμοδία εἶναι νὰ κρίνῃ ἡ δικαιοσύνη, εἰς τὴν ὁποίαν παρεπέμφθη ἡ ὑπόθεσις— καὶ καλῶς ἐν προκειμένῳ ἔπραξε τὸ Σῶμα παρασχὸν τὴν ἄδειαν τῆς διώξεως τοῦ κ. Παπαδάκη. Ἡ ὑπόθεσις μέχρι ἐδῶ ἔχει τὸν χαρακτῆρα ἀδικήματος ὑπαγομένου εἰς τὰ κοινὰ ποινικὰ δικαστήρια. Καὶ ὡς ἁρμόδιος δι’ αὐτὸ ὁ εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν ἐζήτησε τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας τοῦ κ. Παπαδάκη, ἡ ὁποία ἐδόθη, ἐπαναλαμβάνω τὴν 2.11.48. Ἔκτοτε καὶ μέχρι τῆς 17.2.49 ἡ δικογραφία ἐκρατεῖτο ἀνενέργητος, ὅτε ὁ κ. εἰσαγγελεὺς τὴν διεβίβασε, παρὰ τὸ Γʹ Ψήφισμα, εἰς τὴν Στρατιωτικὴν Διοίκησιν Σερρῶν, διὰ νὰ εἰσαχθῇ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ Στρατοδικεῖον. Καὶ ἡ Στρατιωτικὴ Διοίκησις, βάσει σημειώματος τοῦ ἰδίου εἰσαγγελέως, ἔκαμε μίαν διαταγὴν παραπεμπτικὴν τοῦ κ. Παπαδάκη ἐνώπιον τοῦ ἐκτάκτου Στρατοδικείου εἰς τὴν περιφέρειαν αὐτὴν μὲ βάσιν ἀδικήματος τιμωρουμένου μὲ εἱρκτήν, συνεπῶς μὲ βάσιν τοιαύτην, ὥστε νὰ θεωρηθῇ αὐτὴ ἡ διαταγὴ ὡς βούλευμα ὁριστικὸν καὶ νὰ κηρυχθῇ ὁ κ. Παπαδάκης ἔκπτωτος τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος. Πίσω ἀπὸ τὴν ἐνέργειαν αὐτήν, κ. βουλευταί, ἂς μὴ κρυπτώμεθα, ὑπῆρχον ὑπολογισμοί, ὑπῆρχεν ἡ ὑστεροβουλία νὰ κηρυχθῇ ἔκπτωτος ὁ βουλευτὴς μέχρι τῆς 31.3.49, διότι ἂν μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης δὲν ἐκηρύσσετο ἔκπτωτος, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ συμπληρωθῇ ἡ θέσις του, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντ)τος. Διὰ τοῦτο ἐπεσπεύθη ἡ ἔκδοσις τῆς παραπεμπτικῆς διαταγῆς, ἐκ τοῦ Στρατοδικείου, εἰς τὴν ὁποίαν ἀπεδόθη ἡ ἔννοια τοῦ βουλεύματος. Ἀλλὰ μία τοιαύτη διαταγὴ ἀσφαλῶς δὲν ἀποτελεῖ βούλευμα. Διότι ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης καὶ ὁ νομοθέτης τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, ὅταν λέγουν ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ ἀνακηρυχθῇ ὑποψήφιος βουλευτὴς ἐὰν ἔχῃ παραπεμφθῆ δι’ ὁριστικοῦ βουλεύματος, ἔχουν ὑπ’ ὄψιν των ὅτι τὰ βουλεύματα, διὰ νὰ γίνουν ὁριστικά, προϋποθέτουν καὶ τὴν ἄσκησιν τῶν νομίμων ἐνδίκων μέσων, τῆς ἀνακοπῆς ἢ τῆς ἀναιρέσεως αὐτῶν.
§109Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ὁ νόμος λέγει «τελεσίδικον». Ὅταν λέγῃ τελεσίδικον καὶ ὄχι ἀμετάκλητον, ἀρκεῖ βούλευμα τοῦ Συμβουλίου Ἐφετῶν.
§110Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐδῶ δὲν ἔχομεν κανὲν βούλευμα, ὁ δὲ κατηγορούμενος δὲν ἔχει ἔνδικα μέσα κατ’ αὐτοῦ. Ἀλλὰ καί, πέραν αὐτοῦ, ὑπάρχει καὶ κάτι ἄλλο, κ. βουλευταί. Ὁ συνάδελφος παρεπέμφθη εἰς τὸ Στρατοδικεῖον βάσει τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ ψηφίσματος Γʹ. Τὸ ψήφισμα αὐτὸ ὑπάγει ὡρισμένα ἀδικήματα εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ ἐκτάκτου Στρατοδικείου καὶ τὰ ἀναγράφει ποῖα εἶναι. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς τὰ ἀναγνώσω: «............ ................ (ἀναγινώσκει) ................». Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἁρμοδιότητα τὸ Ἔκτακτον Στρατοδικεῖον ἐπὶ τῆς κατὰ τοῦ κ. Παπαδάκη κατηγορίας, διότι κατὰ τὸ ψήφισμα Γʹ εἰς τὸ Στρατοδικεῖον ὑπάγονται μόνον τὰ ἐν αὐτῷ ἀναγραφόμενα ἀδικήματα, εἰς ἃ δὲν καταλέγεται περίπτωσις Παπαδάκη. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι κατὰ τὴν δευτέραν παράγρ. τοῦ ἄρθρ. 11 τοῦ ψηφίσματος δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς αὐτὸ καὶ ἀδικήματα ὡς τὸ ἀποδιδόμενον εἰς τὸν εἰρημένον βουλευτήν, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται προηγουμένως γνωμάτευσις Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ὅτι ἐπίκειται κίνδυνος εἰς τὴν Δημοσίαν Τάξιν ἐκ τῆς ἐνώπιον τῆς πολιτ. Δικαιοσύνης δίκης. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἐφαρμογὴν καὶ ὁ προγενέστερος νόμος ὁ ἰσχύων ἐν τῇ περιπτώσει τῆς καταστάσεως πολιορκίας. Ὥστε ἀκύρως καὶ ἀνόμως εἰσάγεται εἰς δίκην διὰ στρατιωτικῆς διαταγῆς, ἥτις κατ’ οὐδένα τρόπον ἐπέχει θέσιν βουλεύματος. Δὲν ἔχομεν ἄρα, παραπεμπτικὸν βούλευμα. Δὲν δυνάμεθα βάσει ἀκύρου διαταγῆς τοῦ στρατιωτικοῦ διοικητοῦ νὰ κηρύξωμεν ἔκπτωτον τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος βουλευτὴν ἐναντίον τοῦ ὁποίου δὲν ἐξεδόθη ὁριστικὸν ἢ τελεσίδικον βούλευμα. Δὲν φρονῶ ὅτι τὸ Σῶμα εἶναι δυνατὸν βάσει τῶν στοιχείων αὐτῶν νὰ καταλήξῃ εἰς μίαν ἀπόφασιν ἐκπτώσεως, ἡ ὁποία θὰ ἀποτελέσῃ ἓν δεδικασμένον καὶ κακὸν προηγούμενον. Εἰς τὸ Σῶμα ἐναπόκειται νὰ κρίνῃ.
§111Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ μᾶς δοθοῦν ὅλα τὰ ἔγγραφα διὰ νὰ κρίνωμεν. Εὑρίσκομαι εἰς ἐξαιρετικῶς δύσκολον θέσιν, διότι εἰς τὴν πραγματικότητα διαμάχονται δύο ἄνθρωποι διὰ τὴν θέσιν τοῦ βουλευτοῦ. Ὁμολογῶ ὅτι ἐνδιαφέρομαι περισσότερον διὰ τὸν μὴ ὄντα βουλευτὴν ἀλλὰ νὰ ψηφίσω ἀνεπανόρθωτον κτύπημα ἐναντίον τοῦ βουλευτοῦ Παπαδάκη, δυσκολεύομαι, ὄχι διότι ἔχω καμμίαν συμπάθειαν πρὸς αὐτόν, ἀλλὰ δότι δὲν νομίζω ὅτι δύναται νὰ ἐξομοιωθῇ πρὸς τελεσίδικον δικαστικὸν βούλευμα μία διαταγὴ κατὰ τὸν στρατιωτικὸν νόμον. Δὲν τὸ πιστεύω αὐτό. Ἐὰν μάλιστα θέλετε νὰ εἴπω καὶ κάτι περισσότερον, τοὐλάχιστον δὲν θὰ ἦτο σκόπιμον καὶ διὰ βουλεύματος ἀκόμη τακτικοῦ. Θὰ προετίμων νὰ νομολογήσωμεν ὅτι ἀπαιτεῖται ἀπόφασις δικαστικὴ καὶ δὴ ἀμετάκλητος. Δὲν βλέπω νὰ εἶναι σαφὴς ἡ διάταξις τοῦ νόμου. Δὲν εὑρίσκω πολλὴν σαφήνειαν. Μὲ αὐτὰς τὰς ἀμφιβολίας, ξεύρω καὶ γώ, ἔ, ἂς εἶναι κανεὶς ἐπιεικέστερος καὶ ἴσως αὐτὸ θὰ εἶναι προτιμότερον.
§112Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλωστε ἀναμένεται ἡ δίκη τοῦ Ἐφετείου, κύριε συνάδελφε, ἂς περιμένωμεν ὀλίγον.
§113Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἂς ἀποφανθῇ τὸ Ἐφετεῖον, ἂς ἔχωμεν τὴν ἀπόφασιν καὶ ἂς ἀποφανθῶμεν.
§114ΦΩΝΑΙ. Ἀναβολή, ἀναβολή.
§115Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νομίζω. (Χειροκροτήματα).
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Παπαληγούρας, ἔχει τὸν λόγον.
§117Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Κύριοι βουλευταί, λυποῦμαι διότι θὰ διαφωνήσω πρὸς τοὺς 2 προλαλήσαντας συναδέλφους. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὁ κ. Παπαδάκης δὲν εἶναι πλέον βουλευτής, εἶναι δὲ ἔκπτωτος τοῦ ἀξιώματος τούτου καὶ ἡ Βουλὴ καλεῖται ἁπλῶς νὰ διαπιστώσῃ τὸ γεγονὸς τῆς ἐκπτώσεως. Δὲν θὰ ἀπασχοληθῶ διόλου μὲ τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, διότι δὲν εἶναι ἔργον τῆς Βουλῆς, εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν νὰ κρίνῃ. Τὸν κ. Παπαδάκην, ἄλλοι τὸν ἔκριναν καὶ ἄλλοι θὰ τὸν κρίνουν. Νομίζω, ἐπίσης, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς λόγος νὰ ἀντιμετωπισθῇ τὸ θέμα ἀπὸ ἀπόψεως ἠθικῆς, διότι ἡ νομικὴ ἄποψις θὰ ἀρκέσῃ νὰ τὸ θεμελιώσῃ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 70 τοῦ Συντάγματος, κύριοι συνάδελφοι, προϋπόθεσις τῆς ἐκλογιμότητος εἶναι καὶ ἡ ἱκανότης τοῦ ἐκλέγειν, κατὰ τὸ αὐτὸ δὲ ἄρθρον βουλευτὴς στερούμενος τῆς ἱκανότητος ταύτης ὁποτεδήποτε, ἐκπίπτει αὐτοδικαίως τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος. Ἐγειρομένης ἀμφισβητήσεως ἀποφασίζει ἡ Βουλή. Καὶ ἠγέρθη πράγματι ἀμφισβήτησις. Νομίζω, ὅτι οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ προλαλήσαντες ἢ μᾶλλον ὁ πρῶτος τῶν προλαλησάντων συναδέλφων, διότι ὁ κ. Κουλουμβάκης δὲν ὑπεστήριξε τὴν ἄποψιν...... (δὲν ἠκούσθη).
§118ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἐπρόλαβεν.
§119Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Δὲν ἤθελε νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ. Ὁ πρῶτος τῶν προλαλησάντων συναδέλφων λησμονῶν μίαν μικρὰν λεπτομέρειαν .... (δὲν ἠκούσθη).
§120Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐὰν εἶναι μικρά, τώρα..... (δὲν ἠκούσθη).
§121Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Ἡ δὲ λεπτομέρεια συνίσταται ἐν τούτῳ, εἰς τὸ ὅτι ὁ κ. Παπαδάκης δὲν περιέχεται μόνον εἰς τὴν ἀπαγορευτικὴν διαταγήν, τὴν ἰσοδυναμοῦσαν πρὸς βούλευμα, ὅπως θὰ ἐπιχειρήσω νὰ ἀποδείξω κατόπιν, ἀλλὰ ὁ κ. Παπαδάκης καὶ κατεδικάσθη ἀπὸ τὸ Πλημμελειοδικεῖον Πειραιῶς εἰς ποινὴν φυλακίσεως, τῆς ὁποίας ἐπακόλουθον εἶναι ἡ στέρησις τῶν ἐκλογικῶν δικαιωμάτων, ἀπαγγελθεῖσα ἐν τῇ αὐτῇ ἀποφάσει. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι κατὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης ἠσκήθη ἔφεσις.
§122Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄρα δὲν τὴν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν.
§123Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Ὄχι, κύριε συνάδελφε, διότι θὰ διαβάσωμεν τί λέγει ὁ νόμος. Ἐν προκειμένῳ κατὰ τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν στεροῦνται τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος, πρῶτον: «............ .............. (ἀναγινώσκει)..............». Ἐκ τῆς ἁπλῆς ἀναγνώσεως τῶν 2 ἐδαφίων προκύπτει ὅτι ὁ νομοθέτης λέγει «τῆς καταδίκης», δὲν λέγει «τῆς τελεσιδίκου καταδίκης», «τῆς ἀμετακλήτου καταδίκης», λέγει «τῆς καταδίκης».
§124Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μπορεῖ νὰ ὑποστηρίζεται, αὐτό.
§125Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Περιμένετε, κύριε συνάδελφε.
§126Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀφήσατε τὴν μοχθηρίαν ὅλην εἰς ἡμᾶς τοὺς γέροντας. Σεῖς τὰ παιδιὰ πρέπει νὰ ἔχετε ἐπιείκειαν.
§127Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Δὲν νομίζω ὅτι ὁμιλῶ ἀπὸ μοχθηρίαν. Νομίζω, ὅτι πρῶτον ἀπὸ ἀπόψεως γραμματικῆς ἐν μὲν τῷ πρώτῳ ἐδαφίῳ γίνεται λόγος περὶ καταδίκης, ἐν δὲ τῷ δευτέρῳ ἐδαφίῳ γίνεται λόγος περὶ τελεσιδίκου βουλεύματος.
§128Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε,...... (δὲν ἠκούσθη).
§129Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Ἐὰν θέλετε νὰ ἀνεβῆτε ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ ὑπευθύνως νὰ τὸ ὑποστηρίξετε.... (δὲν ἠκούσθη).
§130Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Εἰς ἐμὲ τὸ λέγετε, κύριε συνάδελφε;
§131Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Ὄχι, ἀπευθύνομαι πρὸς τὸν κ. Παπαρρηγόπουλον.
§132Γ. ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ. Μοῦ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς διακόψω; Ἐὰν ἐξαφανισθῇ ἡ ἀπόφασις, τί θὰ γίνῃ;
§133Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε καὶ ἐμοῦ, νὰ σᾶς διακόψω, διακόπτοντα; Ἐάν, κύριε συνάδελφε, κανεὶς δυνάμει τελεσιδίκου βουλεύματος παραπεμφθῇ, ἐκπίπτεται.
§134Γ. ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ. Ὄχι, πρὸ τῆς καταδίκης, ἄλλωστε... (δὲν ἠκούσθη).
§135Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Κύριε συνάδελφε, σᾶς ἀντερωτῶ. Μὲ διεκόψατε, σᾶς διακόπτω.
§136Γ. ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ. Ἔχομεν ἕνα παραπεμπτικὸν ἐδῶ, τὸ ὁποῖον διεβιβάσθη κακῶς, διότι ἔπρεπε κατόπιν κρίσεως τοῦ Συμβουλίου...... (δὲν ἠκούσθη).
§137Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Ὄχι, περιμένετε νὰ τελειώσω.
§138Δ. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἤθελα νὰ προσέξετε ....(δὲν ἠκούσθη).
§139Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν θέλω νὰ προσέξω τίποτε, πρὶν μὲ προσέξητε σεῖς ὁμιλοῦντα.
§140Δ. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἐπρόσεξα.
§141Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Ἅμα τελειώσω, θὰ τὰ εἴπωμεν ὅλα τὰ ἐπὶ μέρους. Λοιπόν, κύριοι, παραδέχομαι, ὅτι ἐκ πρώτης ὄψεως ξενίζει τὸ γεγονὸς ὅτι εἶναι πιθανόν, καταδικασθείς τις ὁριστικῶς, ἀπὸ τὸ Ἐφετεῖον νὰ ἀπαλλαγῇ. Ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ προσέξητε καὶ τοῦτο: Κατὰ τὸ δεύτερον ἐδάφιον «οἱ δυνάμει τελεσιδίκου βουλεύματος διατελοῦντες ὑπόδικοι ἐκπίπτουν αὐτοδικαίως τοῦ ἀξιώματος» καὶ ἐδῶ ὑπάρχει ἡ δυνατότης δυνάμει τελεσιδίκου βουλεύματος νὰ παραπεμφθῇ τις καὶ κατόπιν νὰ ἀθωωθῇ ἀπὸ τὸ Δικαστήριον. Ἐπιπροσθέτως καὶ κατὰ τοῦ τελεσιδίκου βουλεύματος ὑπάρχει τὸ ἔνδικον μέσον τῆς ἀναιρέσεως, εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις. Καὶ αὐτὰ πάλιν δὲν τὰ λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν ὁ νομοθέτης. Κύριοι, τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ εἶναι τις βουλευτής, εἶναι προνόμιον τιμητικὸν καὶ ὁ νομοθέτης καὶ ὁ συνταγματικὸς καὶ ὁ νομοθέτης τοῦ νόμου 5493, ἠξίωσε καὶ ἠξίωσε δικαίως ηὐξημένα ἠθικὰ προσόντα διὰ τοὺς φορεῖς τοῦ ἀξιώματος τούτου. Ἀλλὰ ὑπάρχει, κύριοι, καὶ ἕνα ἄλλο πρόσθετον εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἐπιχείρημα. Τὸ ἀδίκημα διὰ τοῦ ὁποίου κατεδικάσθη ὁ κ. Παπαδάκης, εἶναι ἐκεῖνο κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ ἔφεσις δὲν ἔχει ἀνασταλτικὴν δύναμιν. Καὶ ἐρωτῶ: Ἐάν, κύριοι, προεκηρύσσοντο ἐκλογαὶ τὴν προσεχῆ Κυριακήν, ὁ τὴν προσεχῆ Κυριακὴν εἰς τὰς φυλακὰς εὑρισκόμενος κ. Παπαδάκης θὰ εἶχε δικαίωμα νὰ ὑποβάλῃ ὑποψηφιότητα; Θὰ εἶναι ἐκλόγιμος; Ὄχι. Οὔτε ἐκλόγιμος εἶναι, οὔτε τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγειν αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἔχει. Λέγει δὲ τὸ ἄρθρον 70 τοῦ Συντάγματος: «.... (ἀναγινώσκει)....». Συμβαίνει δὲ κάτι τι τὸ ἀντίστροφον μὲ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συμβαίνει μὲ τὸ FABER LIBERTATIS τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου. Ἐκεῖ ἂν ἡ μήτηρ τοῦ κυοφορουμένου καθίστατο ἐπί τι διάστημα ἐλευθέρα, τὸ κυοφορούμενον θὰ ἦτο ἐλεύθερον. Ἐδῶ ἂν ὁ βουλευτὴς ἐπὶ μίαν στιγμὴν ἐκπέσῃ τοῦ ἀξιώματός του, ἐξέπεσε. Δι’ αὐτὸ λέγει τὸ ἄρθρον 70 τοῦ Συντάγματος ἐν συνδυασμῷ μὲ τὸν ἐκλογικὸν νόμον νὰ ἐκδοθῇ ἀπόφασις τοῦ Δικαστηρίου. Ἐδῶ ἔχομεν περισσότερον ἀπὸ τὸ τελεσίδικον βούλευμα. Ἔχομεν καταδικαστικὴν ἀπόφασιν διὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἔχει ἀνασταλτικὴν ἰσχὺν ἡ ἔφεσις. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι ὁ κ. Παπαδάκης ἔπαυσε νὰ εἶναι βουλευτής, ἀφ’ ἧς κατεδικάσθη ἀπὸ τὸ Πλημμελειοδικεῖον. Δὲν χρειάζεται δὲ νὰ συζητήσωμεν τὴν περίπτωσιν τῆς παραπεμπτικῆς διαταγῆς τοῦ Στρατοδικείου. Ἡ γνώμη μου εἶναι ὅτι καὶ ἡ διαταγὴ αὐτὴ ἀποτελεῖ βούλευμα.
§142Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω κανένα ἐνδιαφέρον διὰ τὸν κ. Παπαδάκην. Ἤθελα τὸ ἑξῆς: Στερεῖται τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων ὅταν καταδικασθῇ εἷς δημόσιος ὑπάλληλος ἀπὸ τὸ Πλημμελειοδικεῖον εἰς ποινὴν στερητικὴν τῶν πολιτικῶν του δικαιωμάτων, παύεται ἀπὸ τὴν θέσιν του;
§143Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Ὄχι. Εἶναι ἄλλη ἡ διάταξις τοῦ δικαίου ἡ διέπουσα τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ ἄλλη ἡ διάταξις τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου διὰ τοὺς βουλευτάς, διότι οἱ βουλευταὶ διέπονται ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ὑπὸ αὐστηροτέρων διατάξεων. (Χειροκροτήματα).
§144Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κατ’ αὐθαίρετον ἑρμηνείαν, ὄχι κατὰ τὸ γράμμα τοῦ νόμου.
§145Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Τὸ γράμμα τοῦ νόμου δὲν ὁμιλεῖ περὶ τελεσιδίκου καταδίκης.
§146Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ βούλευμα τὸ λέγει τελεσίδικον, διότι.... (δὲν ἠκούσθη).
§147Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Ἄς μὴ κάμνωμεν, κ. συνάδελφοι, διαλογικὴν συζήτησιν. Πιστεύω λοιπόν, ὅτι ὁ κ. Παπαδάκης ἐξέπεσε τοῦ ἀξιώματός του δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, διότι κατεδικάσθη ὑπὸ τοῦ Πλημμελειοδικείου. Ἐξέπεσεν ὅμως κατὰ τὴν γνώμην μου, καὶ διότι παρεπέμφθη δυνάμει τῆς παραπεμπτικῆς διαταγῆς, ἡ ὁποία εὑρίσκεται ἐνώπιόν μας, διότι ἡ διάταξις αὕτη ἰσοδυναμεῖ πρὸς τελεσίδικον βούλευμα. Ἰσοδυναμεῖ, δέ, κύριοι, πρὸς τελεσίδικον βούλευμα, πρῶτον ἀπὸ ἀπόψεως οὐσιαστικῆς, ἀλλὰ ἐγὼ πιστεύω καὶ θὰ ἐπιχειρήσω νὰ τὸ ἀποδείξω, καὶ ἀπὸ ἀπόψεως τυπικῆς. Ἀπὸ ἀπόψεως τυπικῆς, διότι εἶναι ἡ πρᾶξις ἐκείνη ἡ δικαστικὴ καὶ δικαστικὴν ἐξουσίαν ἀσκεῖ ὁ ἀσκῶν ποινικὴν ἀγωγὴν ἀρκεῖ νὰ τὴν ἀσκῇ ὡς ὁρίζει τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ νόμοι. Καὶ διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς ἀπαλλάσσεταί τις, ἢ παραπέμπεταί τις, ἢ προφυλακίζεται ἢ αἴρεται ἡ προφυλάκισις. Ἔχει ὅλα τὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ βουλεύματος. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι δύναται νὰ προβληθῇ τὸ ἐπιχείρημα τῶν ἐγγυήσεων καὶ νὰ λεχθῇ ὅτι ὁ Συνταγματικὸς νομοθέτης καὶ ὁ νομοθέτης τοῦ νόμου 5493 ὁμιλοῦντες περὶ τελεσιδίκου βουλεύματος, εἶχον ὑπ’ ὄψιν των τὸ σύνηθες δικαστικὸν βούλευμα. Ἡ ἄποψις αὐτή, εἶναι πράγματι σοβαρά, ἀλλὰ κατ’ αὐτῆς ἰσχύει τὸ ἑξῆς ἐπιχείρημα: Ὅλοι οἱ Ἕλληνες, καὶ ὄχι μόνον οἱ βουλευταὶ ὅταν κηρύσσεται στρατιωτικὸς νόμος καὶ ὑπάγονται ὡρισμένα ἀδικήματα ὑπὸ τὰ στρατιωτικὰ δικαστήρια κρίνονται μὲ τὰς αὐτὰς ἐγγυήσεις. Δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα οἱ βουλευταὶ νὰ ἀξιοῦν προνομιακήν τινα μεταχείρησιν ἔναντι τῶν ἄλλων πολιτῶν. Προφυλλάσσονται δὲ οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ βουλευταί, ἀπὸ τῆς τυχὸν αὐθαιρεσίας τῶν στρατιωτικῶν ἀρχῶν διὰ τοῦ περὶ ἀσυλίας ἄρθρου. Ἡ διάταξις αὕτη ἐτέθη διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετασθῇ τὸ ὅτι δὲν ὡρμήθησαν ἐκ λόγων πολιτικῆς προελεύσεως οἱ ἐκδόντες τὴν διαταγὴν αὐτὴν πρὸς δίωξιν τοῦ βουλευτοῦ, ὅτι ἦτο ἀνεπηρέαστος ἡ καταγγελία. Διότι ὅταν ζητηθῇ ἡ ἄρσις τῆς ποινικῆς διώξεως βουλευτοῦ τινος, ἡ Βουλὴ ἐξετάζει τοῦτο: Ἄν ἐζητήθη ἡ ἄρσις τῆς ἀσυλίας διὰ λόγους πολιτικούς, διὰ νὰ παρεμποδισθῇ δηλαδὴ εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῶν καθηκόντων του καὶ νὰ μεταβληθῇ ἡ σύνθεσις τῆς Βουλῆς. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ τοιαύτη τις εἰς βάρος τοῦ βουλευτοῦ ἐνέργεια καὶ διαπιστωθῇ ἡ ὕπαρξις τοῦ ἀδικήματος, ὁ βουλευτὴς τοποθετεῖται εἰς ἴσην μοῖραν μὲ πάντα ἄλλον Ἕλληνα πολίτην. Ὅτι ἐγγυήσεις ἔχει ὁ δυστυχὴς ὑπάλληλος, καὶ ὁ τελευταῖος πολίτης, τὰς αὐτὰς ἔχει καὶ ὁ βουλευτής. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους πιστεύω ὅτι ὁ κ. Παπαδάκης ἐξέπεσε τοῦ ἀξιώματος καὶ δὲν συγκαταλέγεται μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων βουλευτῶν.
§148Δ. ΣΑΡΡΗΣ. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν σᾶς ἐμπνέει μῖσος κατὰ τοῦ συναδέλφου....
§149Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Δὲν τὸν γνωρίζω.
§150Δ. ΣΑΡΡΗΣ. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἐνδιαφέρεσθε διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ὑφισταμένων νόμων. Ὑπῆρξεν ὅμως μία ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ὑφιστάμενοι νόμοι, εἴτε συνταγματικοί, εἴτε συνήθεις εἶναι αὐτοί, ἔπαυσαν νὰ ἰσχύουν, καὶ γνωρίζετε ὅτι ἡ περίοδος αὐτὴ ἦτο ἡ κατοχική. Τότε ἴσχυσαν μερικοὶ ἄγραφοι νόμοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐνομοθετήθησαν, ἀλλ’ ἐπήγασαν ἀπὸ τὴν ἐθνικὴν συνείδησιν τοῦ Ἕλληνος. Θὰ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω: Ἐνδιαφέρεσθε διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ὑπερτάτων αὐτῶν νόμων; Ἐὰν ἐνδιαφέρεσθε διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων αὐτῶν ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων, θέλω νὰ μοῦ ἀπαντήσητε.
§151Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. συνάδελφον, διὰ τὸ ἐρώτημα. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. συνάδελφος, ἔθεσεν πράγματι....
§152Δ. ΣΑΡΡΗΣ. Νὰ ἀναμείνωμεν τὴν ἀπόφασιν. Διατὶ νὰ ἐπισπεύσωμεν, ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναμείνωμεν ἐπὶ τι ἀκόμη;
§153Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Μοῦ ἀπευθύνατε μίαν ἐρώτησιν καὶ ὀφείλω ἀπάντησιν. Πιστεύω, κ. Σαρρῆ, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδείς, οἱουσδήποτε τίτλους καὶ ἂν ἔχῃ, ὁ ὁποῖος νὰ δύναται νὰ ἐξαγοράσῃ διὰ τῆς ἐθνικῆς του προσφορᾶς τὸ δικαίωμα νὰ παραβαίνῃ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. (Χειροκροτήματα).
§154Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὅσον μεγαλυτέρους τίτλους ἐθνικοὺς ἔχει τίς, τόσον μεγαλυτέρας ἐθνικὰς ὑποχρεώσεις ἔχει.
§155Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Βεβαιότατα. Κύριοι συνάδελφοι, φοβοῦμαι ὅτι τὸ ἐρώτημα τοῦ κ. Σαρρῆ, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐρώτημα σοβαρόν, τίθεται εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τίθονται καὶ ἄλλα πολλά. Ἄλλοι διότι ὑπῆρξαν ἐθνικόφρονες, ἄλλοι διότι ὑπῆρξαν ὑπερεθνικόφρονες, ἄλλοι διότι ἔχουν ἄλλους τίτλους, νομίζουν ὅτι δικαιοῦνται νὰ παραβαίνουν τοὺς νόμους τῆς ἠθικῆς καὶ τοῦ Κράτους, νομίζουν ὅτι δικαιοῦνται προνομιακῆς τινὸς μεταχειρήσεως. Ὁ τελευταῖος πολίτης καὶ ὁ πρῶτος βουλευτὴς θὰ κριθοῦν βάσει τῶν ἀπροσώπων κριτηρίων, τὰ ὁποῖα παρέχει τὸ ἄρθρον 70 τοῦ Συντάγματος καὶ ὁ ἐκλογικὸς νόμος. Δὲν θὰ ἐξετάσω τὸ παρελθὸν τοῦ κ. Παπαδάκη. Ὅσον περισσοτέρους τίτλους ἔχει τίς, τόσον περισσότερον ὀφείλει νὰ σέβεται τοὺς νόμους. Δὲν εἴμεθα ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀποβλέπομεν εἰς τὸ συμφέρον. Εἶναι ἄσχετον τὸ θέμα· ἐξήτασαν τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴ νομικοὶ καὶ τὴν ἐξήτασαν ἀπροσώπως. Ἡ νομικὴ εἶναι ἡ μόνη σκοπιά, ἀπὸ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὸ θέμα. Δὲν εἶναι ἔργον μας νὰ ἐξετάσωμεν τὴν στιγμὴν αὐτὴν τὰ ἐθνικὰ φρονήματα τοῦ κ. Παπαδάκη. Ἐδῶ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν μετέσχεν, ἢ ἂν διέπραξε τὰς ἐπαισχύντους πράξεις. Ἔργον μας εἶναι νὰ ἐφαρμόσωμεν τοὺς νόμους, καὶ αὐτοὺς τοὺς νόμους καλούμεθα ἀπροσώπως νὰ ἐφαρμόσωμεν. (Χειροκροτήματα).
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Καραΐσκος, ἔχει τὸν λόγον.
§157Χ. ΚΑΡΑΪΣΚΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἀκριβῶς αὐτοὶ οἱ νόμοι, τοὺς ὁποίους ἐπεκαλέσθη ὁ προλαλήσας κύριος συνάδελφος, θέλομεν καὶ ἡμεῖς νὰ ἐφαρμοσθῶσιν, ἀλλὰ ἀπροσώπως, διότι πράγματι δὲν ἐνδιαφερόμεθα διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, ἀλλὰ διὰ τὰ πρόσωπα, ἐνδιαφερόμεθα πῶς θὰ ἐκπέσῃ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος ὁ βουλευτὴς Παπαδάκης, καὶ νὰ ἔλθῃ τὸ ταχύτερον ὁ ἐπιλαχὼν βουλευτὴς ποὺ ἔχει δηλώσει φιλίαν εἰς τὸ κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει καὶ ὁ προλαλήσας βουλευτής, ὡς ἔχω πληροφορηθῆ.
§158Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Ψεύδεσθε, αἶσχος!
§159Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐντροπή σας. Ἐὰν αὐτὸ εἶναι τὸ ἠθικὸν μέτρον τῶν ὅσων λέγετε, ἐντροπή σας.
§160Π. ΓΥΠΑΡΗΣ. Οἱ ἀγωνισθέντες διὰ τὸ Ἔθνος, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ σεβασθοῦν ἀπὸ τὸν λαόν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι δύναται νὰ ἀγωνίζηται κανεὶς 50 χρόνια καὶ νὰ τὰ χάσῃ σὲ ἕνα γλύστρισμα. (Χειροκροτήματα).
§161Χ. ΚΑΡΑΪΣΚΟΣ. Ἀκριβῶς δι’ αὐτοὺς τοὺς θεσμοὺς ἐνδιαφέρομαι καὶ ἐγὼ καὶ δι’ αὐτὸ ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ σᾶς πείσω, ὅτι ἡ παραπεμπτικὴ διαταγή, δυνάμει τῆς ὁποίας ἐζητήθη νὰ κηρυχθῇ ἔκπτωτος ὁ Παπαδάκης, δὲν εἶναι ἰσχυρά. Ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἔχομεν πεποίθησιν ὅτι δὲν ἐφαρμόζονται οἱ νόμοι, δι’ αὐτὸ ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἐφαρμογήν των. Ἐζήτησε καὶ ἔπρεπε νὰ εἶχε δικασθῇ ἀπὸ τοὺς φυσικούς του δικαστάς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀπ’ ἀρχῆς ἐπιληφθῆ τῆς ἀνακρίσεως τοῦ ἀδικήματος καὶ ὄχι ἀπὸ δικαστὰς ξένους πρὸς αὐτόν. Σᾶς ἀνέπτυξεν ὁ κ. Σταμούλης τὸ νομικὸν μέρος τῆς ὑποθέσεως, διατὶ ἔπρεπε νὰ εἶχε προηγηθῆ τῆς παραπεμπτικῆς αὐτῆς διαταγῆς, κρίσις τοῦ Συμβουλίου. Ἔπρεπε νὰ εἶχε προηγηθῆ κρίσις τοῦ Συμβουλίου Πλημμελειοδικῶν, δηλαδὴ βούλευμα τοῦ συμβουλίου τούτου, διότι αὐτὸ ἀπαιτεῖ τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Γʹ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον νὰ παραπέμπῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ Στρατοδικεῖον ὡς ἁρμοδίου πρὸς ἀνάκρισιν.
§162ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Γνωρίζετε διὰ πότε προσδιωρίσθη ἡ ἔφεσις;
§163Χ. ΚΑΡΑΪΣΚΟΣ. Διὰ τὰς 18 τοῦ μηνός.
§164ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τότε ὑπάρχει λόγος νὰ ἐπισπεύσωμεν.
§165Χ. ΚΑΡΑΪΣΚΟΣ. Τὸ ζήτημα δὲν ἐπείγει. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι). Ἔχω τὴν πεποίθησιν, κύριοι βουλευταί, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν μὲ τὰ ὑπάρχοντα στοιχεῖα νὰ λάβωμεν τὴν ἀπόφασιν νὰ κηρύξωμεν ἔκπτωτον τὸν βουλευτὴν Παπαδάκην. Διότι ἔπρεπε πρὶν ἢ παραπεμφθῇ ἡ ὑπόθεσις ἀπὸ τὸν εἰσαγγελέα εἰς τὸν στρατιωτικὸν διοικητήν, ἔπρεπε νὰ εἶχε προηγηθῆ κρίσις τοῦ Συμβουλίου Πλημμελειοδικῶν, διότι τοῦτο ὁρίζει τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Γʹ ψηφίσματος, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νόμου ΔΞΘ περὶ πολιορκίας. Αὐτὴν τὴν γνώμην ἐξέφρασε καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἰς ἀπάντησιν ἐρωτήματος, τὸ ὁποῖον ἐπέβαλεν ὁ κ. Τσάτσος εἰς τὰς 4 Φεβρουαρίου. «Παραπονούμενος διότι δὲν παραπέμπονται νὰ δικασθῶσιν οἱ λαθρέμποροι τοῦ συναλλάγματος εἰς τὰ στρατοδικεῖα ...... (ἀναγινώσκει).......». Συνεπῶς, κακῶς, παρανόμως, ἄνευ προηγουμένης κρίσεως τοῦ Συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν, δηλαδὴ ἄνευ βουλεύματος τῶν Πλημμελειοδικῶν παρεπέμφθη ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ στρατοδικεῖον ὡς ἁρμόδιον, δι’ ἁπλοῦ διαβιβαστικοῦ ἐγγράφου τοῦ εἰσαγγελέως. Ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ παραπεμπτικὴ διαταγὴ δὲν εἶναι ἐπαρκὴς διὰ νὰ κριθῇ, νὰ ἐξομοιωθῇ μὲ βούλευμα, ὅπως λέγει τὸ ἄρθρον 70 τοῦ Συντάγματος, δὲν εἶναι ἀρκετὸν νὰ ἐξομοιωθῇ μὲ βούλευμα παραπεμπτικὸν εἰς βαθμὸν κακουργήματος, ὥστε καὶ ἂν ἀκόμη ἔγινεν ἡ παράβασις ἡ διαδικαστική, δὲν δύναται καὶ μὲ τὴν παραπεμπτικὴν διαταγὴν νὰ κηρυχθῇ ἔκπτωτος ὁ Παντελῆς Παπαδάκης, διότι αὕτη δὲν ἐπέχει θέσιν βουλεύματος. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον φρονῶ, ὅτι, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχομεν τὴν δικογραφίαν, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχομεν τὰ στοιχεῖα, ἐφ’ ὅσον χρειάζεται νομικὴ ἔρευνα διὰ νὰ ἐξετάσωμεν ὅλα αὐτά, τὰ δύο κυρίως στοιχεῖα, ὅπως ἐπρότεινε καὶ ὁ κ. Κουλουμβάκης, νὰ ἀναβληθῇ ἡ ὑπόθεσις μέχρις ὅτου διαφωτισθοῦν οἱ βουλευταὶ ἐπὶ τοῦ νομικοῦ μέρους τοῦ ζητήματος. Ὑπάρχουν πλεῖστα ὅσα νομικὰ θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ διαφωτισθῇ ἡ Βουλὴ καὶ νὰ ἔχῃ σαφῆ ἀντίληψιν καὶ πεποίθησιν. Ἐὰν πάλιν πρόκειται νὰ ἀποφανθῇ σήμερον ἡ Βουλή, θὰ πρέπει τότε νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῶν ἑξῆς τριῶν ζητημάτων, ἤτοι: 1) Ἐὰν παραπεμπτικὴ διαταγὴ ἐπέχῃ θέσιν τελεσιδίκου βουλεύματος. 2) Ἐὰν τὸ διαβιβαστικὸν ἔγγραφον τοῦ εἰσαγγελέως πρὸς τὸν στρατιωτικὸν διοικητὴν εἶναι ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος τῆς παραπεμπτικῆς διαταγῆς, ἐφ’ ὅσον δὲν προηγήθη κρίσις τοῦ Συμβουλίου Πλημμελειοδικῶν καὶ 3) ἐὰν ἡ ὑπεξαίρεσις διεπράχθη εἰς βαθμὸν κακουργήματος καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ ἐπιμένω —διότι διὰ νὰ γίνῃ ἔκπτωτος ὁ βουλευτὴς πρέπει νὰ ὑπάρχῃ βούλευμα παραπεμπτικὸν εἰς βαθμὸν κακουργήματος — καὶ ἐπ’ αὐτοῦ πρέπει νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ζήτημα βουλεύματος.
§167Χ. ΚΑΡΑΪΣΚΟΣ. Εἶναι, ἐφ’ ὅσον καὶ τὰ ἄλλα θέματα εἶναι θέματα τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία καλεῖται ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ ζητημάτων οὐσίας.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ὑπῆρχε βούλευμα ἐπὶ κακουργήματι, θὰ ἀπεφαίνετο ἡ Βουλή;
§169Χ. ΚΑΡΑΪΣΚΟΣ. Ἐὰν ὑπῆρχον ἀντιρρήσεις ὡς πρὸς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀδικήματος δι’ ὃ παρεπέμπετο, βεβαίως. Αὐτὰς τὰς ἀντιρρήσεις ἔχω κατὰ τῆς παραπεμπτικῆς διαταγῆς καὶ θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους βουλευτὰς ὅπως λάβωσι σοβαρῶς ὑπ’ ὄψιν ταῦτα. Ἔχετε δὲ ὑπ’ ὄψιν σας ὅτι διὰ νὰ λάβουν αὐτὰ χώραν, ἔχει ἀσκηθῆ μεγάλη πίεσις, μεγίστη πίεσις ἐκ μέρους τοῦ ἐπιλαχόντος, ὁ ὁποῖος δὲν ἄφησε ὑπουργὸ γιὰ ὑπουργό, δὲν ἄφησε κόμματα, δὲν ἄφησε ἐφημερίδα ποὺ νὰ μὴ ἔχῃ δημοσιεύσει — διότι συμπίπτει νὰ εἶναι καὶ δημοσιογράφος — διὰ νὰ ἐκθέσῃ τὸν Παντελῆ Παπαδάκη καὶ νὰ ἐπιτύχῃ τὸν πολιτικόν του θάνατον καὶ νὰ διαδεχθῇ αὐτὸς τοῦτον. Καθ’ ἑκάστην, εἰς ὅλας τὰς ἐφημερίδας ἀνεγράφοντο τὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα διέπραξεν ὁ Παπαδάκης. Κι’ αὐτὰ, ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι τὰ ἔπραττε μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ἐπιτύχῃ (τὴν ἐξόντωσίν του) δημιουργίαν δυσμενοῦς ἀτμοσφαίρας δι’ αὐτόν. Τὸ ὅτι διεβιβάσθη ἡ δικογραφία δι’ ἁπλοῦ διαβιβαστικοῦ ἐγγράφου ἀπὸ τὸν εἰσαγγελέα τῶν Πλημμελειοδικῶν πρὸς τὸν στρατιωτικὸν διοικητήν, εἶναι ἔργον ἰδικόν του εἰς τὸ ὅτι ἐπετεύχθη ἡ ἔκδοσις τῆς παραπεμπτικῆς αὐτῆς διαταγῆς 4 ἡμέρας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς τελευταίας βουλευτικῆς περιόδου. Ἐπίσης καὶ τοῦτα ἐδῶ εἶναι ἔργον ἰδικόν του, τὸ ἀντίγραφον τῆς παραπεμπτικῆς διαταγῆς. Αὐτὸς τὸ ἐδακτυλογράφησε καὶ τὸ διένειμεν εἰς ὅλους τοὺς βουλευτάς.
§170Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ λέγωνται αὐτά, κύριοι βουλευταί.
§171Χ. ΚΑΡΑΪΣΚΟΣ. Εἶναι ὀρθότατον. Ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ λεχθοῦν ὅλα αὐτά.
§172Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Ἡ κοινὴ γνώμη ἀναμένει νὰ ἀποπέμψωμεν ἐντὸς τῆς ἑσπέρας τὸν βουλευτὴν αὐτόν, ὁ ὁποῖος διέπραξε λαθρεμπόριον. (Χειροκροτήματα). Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἀνεχώμεθα ἀπὸ τοῦ βήματος, νὰ προστατεύωνται οἱ λαθρέμποροι.
§173Χ. ΚΑΡΑΪΣΚΟΣ. Ἡ κοινὴ γνώμη, καμμίαν ἀντιπάθειαν δὲν τρέφει κατὰ τοῦ Παπαδάκη, διότι ἔχει τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ Παντελῆς Παπαδάκης δὲν διέπραξεν αὐτὴν τὴν πρᾶξιν.
§174Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ὑποστηρίζετε μίαν ἄδικον ὑπόθεσιν.
§175Χ. ΚΑΡΑΪΣΚΟΣ. Δὲν θὰ τὴν ὑπεστήριζον, ἐὰν ἤμην πεπεισμένος, ὅτι ἔχει ἀδικοπραγήσει, ἀλλ’ ἀγανακτῶ, διότι ἐνῷ ἔπεσε θῦμα τῆς εὐπιστίας του καὶ τῆς ἀγαθότητός του, τὸν ἐξομοιώνετε μὲ κοινοὺς ἐγκληματίας. Καὶ εἰς τὸ Ἐφετεῖον θὰ ἴδητε, ἐὰν εἶναι αὐτός, ὁ ὁποῖος διέπραξεν αὐτὸ τὸ ἀδίκημα ἢ ἄλλος. Ἀπὸ ἕνα αἴσθημα ἀνδρισμοῦ καὶ φιλοτιμίας ἠθέλησα νὰ τὸν ὑποστηρίξω μὲ κίνδυνον νὰ χαρακτηρισθῶ ὅτι ὑποστηρίζω ἄδικον ὑπόθεσιν. Ἐκθέτω ἐδῶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀντιλαμβάνομαι, καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔχω ἀπόλυτον πεποίθησιν. Δὲν ὑπαγορεύονται αὐτά, ἀπὸ φιλίαν, οὔτε ἀπὸ αἴσθημα ἀλληλεγγύης θέλω νὰ ὑποστηρίξω τὸν βουλευτήν. Ὑποστηρίζω τὴν ἄποψιν αὐτήν, διότι ὁ Παπαδάκης εἶναι θῦμα τῆς εὐπιστίας καὶ τῆς ἀγαθότητός του, καὶ ἔπρεπε εἰς τοιοῦτον ἀγωνιστὴν νὰ εἴμεθα ἐπιεικέστεροι, ὅταν θὰ τὸν κρίνωμεν. Αὐτὸ ἀπαιτεῖ ὁ ἀνδρισμὸς καὶ ἡ στοιχειώδης δικαιοσύνη.
§176Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Ὅταν ὑπάρχουν βαλίτσες λαθρεμπόρων, πρέπει νὰ εἴμεθα ἐπιεικεῖς; Αὐτὸ ἐπιβάλλει ὁ ἀνδρισμός; Δὲν ἦτο ὁ ἴδιος ἐπιεικὴς διὰ τὸν ἑαυτόν του, καὶ νὰ εἴμαστε ἐμεῖς;
§177Χ. ΚΑΡΑΪΣΚΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ δεχθῇ τὰς ἀντιρρήσεις μου, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ δεχθῇ τὰς ἀπόψεις μου, καὶ νὰ μὴ κηρύξῃ ἔκπτωτον τὸν κατηγορούμενον Παπαδάκην, πρὶν ἢ ἐκδοθῇ, τοὐλάχιστον, ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐφετείου καὶ πρὶν ἢ ἐξετασθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὸ νομικὸν μέρος τῆς ὑποθέσεως τῆς ὑπεξαιρέσεως.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Παπαδόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§179Π. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλέχθη, κύριοι, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετασθῇ τὸ παρελθὸν τοῦ κρινομένου ἀνδρός. Ἀλλοίμονον, ἐὰν δὲν πρέπει νὰ ἐξετάζεται τὸ παρελθὸν ἑνὸς κρινομένου. Ἐν ὀλίγοις θὰ ἐκθέσω τὴν δρᾶσιν τοῦ Παπαδάκη, ὄχι διὰ νὰ στηριχθῇ ἐπ’ αὐτῶν ἡ Βουλή, καὶ νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην της, ἀλλὰ διὰ νὰ μάθῃ, ποιὸς εἶναι ὁ Παπαδάκης. Ὁ Παπαδάκης ἦτο 20 ἐτῶν, ὅταν ἦλθον οἱ Βούλγαροι εἰς τὴν Δράμαν. Εἶναι ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος ἐσκότωσε βούλγαρον λοχίαν καὶ ἐβγῆκε εἰς τὸ βουνὸ καὶ ἐδημιούργησεν ἐθνικὰς ὁμάδας εἰς Μπὸζ–Ντὰγ Δράμας. Ὅταν μετὰ τὰς ὁμαδικὰς σφαγὰς τῆς Δράμας ἐδημιουργήθησαν τὰ διάφορα τμήματα τῆς ἐθνικῆς ἀντιστάσεως καὶ ἐβγήκαμε νὰ ἑνώσωμεν τὰς δυνάμεις τῶν σποραδικῶς ἐνεργούντων τμημάτων τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἐμάθαμεν ὅτι εἰς τὸ Μπὸζ–Ντάγ, τὰς ὑπαρχούσας δυνάμεις κυβερνᾶ ὁ καπετὰν Παντελῆς. Ἐπειδὴ πολλὰ ἠκούοντο διὰ τὸν καπετὰν Παντελῆν, μετέβημεν εἰς Μπὸζ–Ντὰγ μετὰ τοῦ Ἀντωνίου Φωστηρίδου πρὸς προσωπικὴν συνάντησιν τοῦ Παντελῆ. Ὅταν διὰ πρώτην φορὰν συνηντήθημεν, ἐπλημμύρισεν ἡ ψυχή μας ἀπὸ ἐνθουσιασμόν, διότι ὁ ἄνθρωπος, διὰ τὰ ἡρωϊκὰ κατορθώματα τοῦ ὁποίου τόσον πολὺ ἐθορυβοῦσαν καὶ ἀνησυχοῦσαν οἱ Βούλγαροι, ἦτο ἕνα ἀμούστακο Ἑλληνόπουλο. Αὐτὸς εἶναι ὁ Παντελῆς Παπαδάκης. Ἀπὸ τὸ βουνὸ κατέβηκε τὸ 1945, μετὰ τοὺς ἀγῶνες καὶ τὶς καταστροφὲς καὶ ὅλον του τὸ ἐνδιαφέρον του ἐστράφη εἰς τὴν προστασίαν τῶν θυμάτων καὶ ὀρφανῶν. Δὲν πρόλαβε νὰ ἴδῃ κόσμον καὶ νὰ διαπιστώσῃ ὅτι οἱ καλοὶ καὶ εἰλικρινεῖς ἄνθρωποι σπανίζουν. Ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ 1946. Ἦτο πάντοτε εὔπιστος, καλόπιστος καὶ μὲ ἐνθουσιώδη πατριωτισμόν. Ἐὰν ὑπέπεσε εἰς σφάλματα, ἕνεκεν εὐπιστίας του, ὁ Παντελῆς παρεπέμφθη ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν νομίζω ὅτι θὰ πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ μὴ περιμένῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς δικαιοσύνης, ἡ ὁποία ἐξετάζει καὶ τὸν ἡρωϊσμὸν τοῦ Παπαδάκη καὶ τὰς πράξεις του καὶ τὴν εὐπιστίαν του. Ἀνεφέρθη ἀπὸ τοῦ βήματος, τὸ ζήτημα τοῦ λαθρεμπορίου. Τὸ σημείωμα τοῦ στρατιωτικοῦ διοικητοῦ Σερρῶν, τὸ ὁποῖον ἐπροκάλεσε τὴν συζήτησιν ἀπόψε, δὲν ἀφορᾷ τὸ λαθρεμπόριον, διὰ τὸ ὁποῖον πιστεύω ἀπολύτως ὅτι θὰ ἀθωωθῇ ὁ Παντελῆς, διότι μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς ἀπὸ εὐθιξίαν δὲν ἠθέλησε νὰ κατονομάσῃ τὸν κάτοχον τῆς βαλίτσας. Ὁ Παντελῆς δὲν εἶχε ἰδικάς του ἀποσκευὰς ὅταν ἐπεβιβάζετο εἰς τὸ ἀτμόπλοιον ἀπὸ τὴν Ρόδον. Ἀλλὰ διὰ τὴν περίπτωσιν Σερρῶν, ἐνῷ ὁ Παντελῆς Παπαδάκης παραπέμπεται εἰς τὸ στρατοδικεῖον, ὁ κατηγορούμενος Θ. Παπαδόπουλος παραπέμπεται εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια. Εἶναι ἡ ἰδία περίπτωσις, ἐνῷ ὁ πρῶτος παραπέμπεται εἰς τὰ πολιτικὰ δικαστήρια, ὁ ἄλλος παραπέμπεται εἰς τὸ Στρατοδικεῖον. Νομίζω, ὅτι δὲν ἐπέχει θέσιν ὁριστικοῦ βουλεύματος τὸ σημείωμα τοῦ στρατιωτικοῦ διοικητοῦ καὶ διὰ τὸν Παντελῆ Παπαδάκην, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχει διὰ τὸν δεύτερον κατηγορούμενον, διὰ τὴν αὐτὴν αἰτίαν, Θεόδωρον Παπαδόπουλον.
§180Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δηλαδὴ προτείνετε νὰ ἀναβάλωμεν διὰ 15 ἡμέρας.
§181Π. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἀναμείνωμεν τὴν ἀπόφασιν τῆς Δικαιοσύνης.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Δ. Μπέης–Ἀντωνόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§183Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἀνέρχομαι εἰς τὸ βῆμα μὲ τὸν κίνδυνον νὰ γίνω ἴσως δυσάρεστος πρὸς κόμμα, τοῦ ὁποίου ὁ ἀρχηγὸς καὶ φίλτατος καὶ συμπατριώτης μου εἶναι. Ἐπίσης διατρέχω τὸν κίνδυνον νὰ γίνω δυσάρεστος εἰς τὸν κ. συνάδελφον, μὲ τὸν ὁποῖον μᾶς συνδέει, ἐὰν μὴ τί ἄλλο, μία ἀγωνιστικὴ ἱστορία. Ἀκριβῶς ὅμως τὰ αἰσθήματα πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει ὁ κρινόμενος βουλευτής, μὲ πείθουν, ὅτι καὶ ἐγὼ καὶ πᾶς ἕτερος καὶ ἡ Βουλὴ αὐτὴ θὰ προσφέρῃ κακὴν ὑπηρεσίαν πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ κατὰ πάντα ἀξιοτίμου καὶ ἀξιοσεβάστου κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει ὁ κρινόμενος βουλευτής, ἐὰν υἱοθετῇ ἀντίθετον ἄποψιν, ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ υἱοθετήσῃ ἡ Βουλή. Διότι στίγμα θὰ ἦτο διὰ τὸ κόμμα, ἐὰν ἡ ὕπαρξις τούτου ἔμελλε νὰ στηριχθῇ εἰς βουλευτὴν καταδικασθέντα δι’ ἀποφάσεως τῶν τακτικῶν δικαστηρίων διὰ λαθρεμπόριον σιγαροχάρτου καὶ παιγνιοχάρτων. Ἀλλὰ ταυτοχρόνως ἀναμιμνήσκομαι τῶν τελευταίων συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς ἀπὸ τῶν διακοπῶν, ὅπου τὸ Σῶμα κατέβαλε μία προσπάθειαν νὰ ἀνέλθῃ εἰς ἕνα ὕψος, ἀπὸ τὸ ὁποῖον κακοὶ ἄνθρωποι καὶ κακαὶ τάσεις ἐπεχείρησαν νὰ τὸ καταρρίψουν. Καὶ θὰ ἦτο ἐντελῶς ἀδικαιολόγητον, ἐὰν ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία μὴ συναισθανομένη τὸ βαρύτατον καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ ἐξυγιάνῃ ἑαυτήν, δὲν ἀπεμάκρυνε τοῦ Σώματος βουλευτήν, ὁ ὁποῖος τοιοῦτον δεινὸν ὑπέστη ἀτύχημα. Καὶ ὅταν ἡ συζήτησις αὐτὴ ἔρχεται εἰς ἡμέρας κατὰ τὰς ὁποίας ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ διεπιστώθη ἡ ὕπαρξις τάσεων καταρρακώσεως τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ὑποκαταστάσεως αὐτοῦ δι’ ἀνελευθέρων θεσμῶν. Ὅταν διεπιστώθη σοβαρὰ προσπάθεια ἵνα παρασταθῇ ὅτι ἡ Βουλὴ ἀποτελεῖται ἀπὸ ἀνθρώπους ἀναξίους καὶ ἀχρήστους, δὲν δικαιοῦται τὸ Κοινοβούλιον νὰ μὴ ἀκούσῃ τὴν φωνὴν τοῦ καθήκοντος, ἐὰν δὲν ἐπιθυμῇ νὰ ἐπικυρώσῃ τὰ εἰς βάρος του βυσσοδομούμενα.
§184ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς τὸ διεπιστώσατε αὐτὸ σεῖς, κύριε συνάδελφε;
§185Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, οἱ ἔχοντες ἀντίθετον ἄποψιν, δύνανται νὰ ἀνέλθουν εἰς τὸ βῆμα. Νομίζω, ὅτι ἔχομεν καὶ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου καὶ οἱ συνάδελφοι καὶ ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος ἔχουν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σέβωνται τὴν ἀρχὴν αὐτὴν τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ. Ἐλέχθη ἐκ μέρους τοῦ εὐθὺς προηγουμένως ὁμιλήσαντος συναδέλφου, ὅτι καλὸν θὰ ἦτο ἡ Βουλὴ νὰ παράσχῃ μίαν δεκαπενθήμερον ἀναβολὴν μέχρις ὅτου ἐκδοθῇ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐφετείου. Ἐπιτρέψατέ μοι, ὅμως, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἀντιπαρατηρήσω τοῦτο. Ὅταν ἔναυλοι ἀκόμη εἶναι οἱ λόγοι τῆς περιφήμου πολιτικῆς εὐθιξίας, τὴν ὁποίαν τόσοι ρήτορες καὶ τόσοι ἀρχηγοὶ κομμάτων ἀνέπτυξαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, (χειροκροτήματα), καὶ ἠξίωσαν τὴν παραίτησιν ὑπουργῶν καὶ βουλευτῶν, διότι ἁπλῆ ὑπόνοια ἐρρίφθη, τί πρέπει νὰ εἴπητε, ὅταν ἔχετε εἰς χεῖρας σας καταδικαστικὴν ἀπόφασιν τῶν τακτικῶν δικαστηρίων τῆς χώρας μας, ὅταν ἔχετε παραπεμπτικὴν διαταγὴν τῆς στρατιωτικῆς ἀρχῆς, ἥτις ἐξισοῦται νομικῶς μὲ παραπεμπτικὸν βούλευμα. Σημειῶ προσθέτως, ὅτι ἐπὶ τῆς παραπεμπτικῆς διαταγῆς τὸ ἀνακριτικὸν ὑλικὸν συνεκεντρώθη ἀπὸ τοὺς τακτικοὺς δικαστὰς καὶ ἀπὸ τοὺς εἰσαγγελεῖς. Καὶ δὲν δικαιούμεθα νὰ παραβλέψωμεν καὶ κάτι ἄλλο, ὅτι ἡμεῖς ὡς Σῶμα ἐχορηγήσαμεν τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας καὶ ἐπιτρέψαμεν εἰς τοὺς δικαστὰς νὰ ἐρευνήσουν τὴν ὑπόθεσιν καὶ ἀρθείσης τῆς ἀσυλίας ἀπηγγέλθη ἡ κατηγορία, ἀπελογήθη ὁ κατηγορούμενος βουλευτὴς καὶ ἔκαμε τὴν ἀντίκρουσιν τῆς κατηγορίας, τὴν ὁποίαν προφανῶς δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀποσείσῃ, διότι ἄλλως δὲν θὰ παρεπέμπετο.
§186ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἀπελογήθη κἂν ὁ κατηγορούμενος.
§187Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ ποίαν ἔννοιαν, κύριοι ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἀμυνθῶμεν τῆς ἀξιοπρεπείας μας, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἀμυνθῶμεν τοῦ θεσμοῦ, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἀμυνθῶμεν τῆς ἐπικινδύνου ἀναμφισβητήτως καὶ ὁμολογουμένως τάσεως, ἡ ὁποία παρατηρεῖται κατὰ τοῦ Κοινοβουλίου, θὰ ἀγνοήσωμεν καὶ τὴν καταδικαστικὴν ἀπόφασιν τοῦ Πλημμελειοδικείου, θὰ ἀγνοήσωμεν καὶ τὸ παραπεμπτικὸν βούλευμα, θὰ ἀγνοήσωμεν καὶ τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας, τὴν ὁποίαν ἤδη ἐχορηγήσαμεν, θὰ ἀγνοήσωμεν τὴν στοιχειώδη πολιτικὴν εὐθιξίαν, μὲ τὴν ὁποίαν καὶ μόνον δύναται νὰ ζήσῃ καὶ νὰ ἐπιζήσῃ ὁ Κοινοβουλευτισμὸς καὶ θὰ εἴπωμεν ὅτι δύναται εἰς τὸ Κοινοβούλιον νὰ συμπαρεδρεύῃ συνάδελφος, ἔχων εἰς βάρος του αὐτὰ τὰ στοιχεῖα; Ἐλπίζω, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀντίθετος ἀπόφασις τοῦ Κοινοβουλίου, διότι ἀντίθετος τυχὸν ἀπόφασις ὁμολογουμένως οὔτε ὀλίγον, οὔτε πολύ, θὰ ἀπετέλει τὴν χαριστικὴν βολὴν ἐναντίον τοῦ θεσμοῦ καὶ τοῦ Κοινοβουλίου. (Χειροκροτήματα).
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Βαμβέτσος, ἔχει τὸν λόγον.
§189Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, αἱ ἄρτιαι καὶ ὡραῖαι ἀγορεύσεις τοῦ συναδέλφου κ. Παπαληγούρα ἐπὶ τοῦ νομικοῦ ζητήματος καὶ τοῦ κ. Ἀντωνοπούλου ἐπὶ τοῦ ἠθικοῦ ζητήματος, μὲ ἀπαλλάσσουν τοῦ κόπου νὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν. Κατ’ ἐμὲ δὲν δύναται νὰ γεννηθῇ οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ζήτημα, ὅτι δι’ ἀμφοτέρους τοὺς λόγους ὁ περὶ οὗ πρόκειται τέως συνάδελφός μας ἐξέπεσε τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος, διότι ὁ νόμος εἰς δύο ἀλλεπαλλήλους φράσεις κάμνει σαφῆ τὴν διαστολὴν μεταξὺ καταδίκης καὶ βουλεύματος. Καὶ εἰς μὲν τὴν καταδίκην δὲν προσθέτει τίποτε ἄλλο καὶ ἀπαιτεῖ ἁπλῶς καταδίκην, εἰς δὲ τὸ βούλευμα ζητεῖ τελεσιδικίαν τοῦ βουλεύματος. Εἶναι τόσον σαφὴς ἡ ἀντιδιαστολὴ μεταξὺ τῶν δύο περιπτώσεων, ὥστε ἀρκεῖ ἡ καταδίκη, ἡ ὁποία στερεῖ τὸν πολίτην, τὸν βουλευτήν, τῶν πολιτικῶν του δικαιωμάτων διὰ νὰ καταστήσῃ αὐτὸν ἐστερημένον τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον μέρος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κάμωμεν καμμίαν διάκρισιν μεταξὺ στρατιωτικῶν καὶ τακτικῶν δικαστηρίων. Ὅ,τι εἶναι τὸ βούλευμα διὰ τὸν τακτικὸν δικαστήν, εἶναι ἡ διαταγή, τὴν ὁποίαν μᾶς διανείμετε, διὰ τὸν στρατιωτικὸν δικαστήν. Ὅπως θὰ ἦτο ἄτοπον νὰ εἴπητε ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ στερηθῇ τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος ὁ πολίτης, ἐὰν κατεδικάσθη ὑπὸ τοῦ στρατοδικείου, θὰ ἦτο ἐξ ἴσου ἄτοπον νὰ εἴπητε ὅτι δὲν δύναται νὰ στερηθῇ τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος ὁ πολίτης, ὁ ὁποῖος παρεπέμφθη διὰ διαταγῆς στρατιωτικῆς ἀρχῆς. Ὅταν ὁ νομοθέτης ὁμιλῇ περὶ βουλεύματος, ἔχει ὑπ’ ὄψιν του τὴν συνήθη περίπτωσιν τῆς τακτικῆς διαδικασίας καὶ δὲν σημαίνει ὅτι ἀντὶ τῆς στρατιωτικῆς διαδικασίας θὰ ἐφαρμοσθοῦν αἱ γενικαὶ διατάξεις. Θὰ ἦτο τοῦτο μία μειονεκτικότης τῆς στρατιωτικῆς δικαιοσύνης, ἡ ὁποία εἶναι ἰσότιμος πρὸς τὴν τακτικὴν δικαιοσύνην, Ἑπομένως, ἀρκεῖ πλήρως ἡ παραπεμπτικὴ διαταγή, ἐξισουμένη πρὸς τελεσίδικον βούλευμα, ἀφοῦ κατὰ ταύτης οὐδὲν ὑπάρχει ἔνδικον μέσον. Ἐπὶ πλέον ἀμφότερα τὰ ζητήματα αὐτὰ ἐξητάσθησαν ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐν τῇ ὁλομελείᾳ τοῦ Σώματος, ὅταν ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τῆς παροχῆς ἀδείας διώξεως. Καὶ ἑπομένως ἡ Ἑθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἐξέφρασε ἤδη τὴν γνώμην της ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς καὶ ἐν μέρει, βεβαίως, προεδίκασε τὴν κρίσιν της ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν ζητήματος. Ἔχομεν, δηλαδή, καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς τὴν ἐγγύησιν, ὅτι δὲν γίνεται δίωξις ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ἀλλ’ ὅτι ἡμεῖς οἱ ἴδιοι παρέσχομεν τὴν πρὸς δίωξιν ἄδειαν. Ἔχω, ἑπομένως, ἐσχηματισμένην σαφῆ τὴν γνώμην, ὅτι ἀρκεῖ τὸ βούλευμα καὶ ἀρκεῖ ἡ ἀπόφασις τῆς στρατιωτικῆς ἀρχῆς καὶ ὅτι ἀρκεῖ ἔστω μὴ τελεσίδικος καταδίκη, διὰ νὰ κηρύξωμεν βουλευτὴν ἔκπτωτον τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος, ἐφ’ ὅσον ἐστερήθη τοῦ ἐκλογικοῦ του δικαιώματος, ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι πλέον ἐκλογεύς. Καὶ διὰ νὰ τελειώνω. Ἔρχεται, λοιπόν, ἐνώπιον ἡμῶν, κύριοι, ἕνα ζήτημα σοβαρώτατον ἠθικῆς τάξεως. Φοβοῦμαι ὅτι ἡ σημερινὴ συνεδρίασις ἀποτελεῖ μία ζωηροτάτην παραφωνίαν, ἐν συγκρίσει μὲ τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον διεῖπε τὸ Σῶμα κατὰ τὰς τρεῖς τελευταίας συνεδριάσεις. Εὑρισκόμεθα εἰς μίαν ἀντίφασιν πρὸς ἡμᾶς αὐτούς, ὑποστηρίζοντες σήμερον ἀντίθετον πρὸς τοὺς νόμους καὶ ἀντίθετον πρὸς τὴν ἠθικὴν θέσιν, ὅταν ἕως χθὲς ἐκοπτόμεθα περὶ τοῦ ἀντιθέτου καὶ δίδομεν σοβαρώτατα ἐπιχειρήματα εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας ὑπῆρξαν ἀντίθετοι τῶν ἀπόψεων τῆς μεγίστης πλειοψηφίας τοῦ Σώματος. Λέγουν, ὅτι ὁ περὶ οὗ πρόκειται τέως συνάδελφος ὑπῆρξεν ἐθνικὸς ἥρως. Τὸν τιμῶ ὡς ἐθνικὸν ἥρωα, ἀλλὰ πιστεύω ὅτι ὅσον μεγαλυτέρους τίτλους ἐθνικῆς τιμῆς ἔχει ἕνας ἄνθρωπος, τόσην μεγαλυτέραν ἔχει ἐθνικὴν ὑποχρέωσιν. Ὅταν ἕνας ἐθνικὸς ἥρως καταπίπτῃ εἰς τὸ σημεῖον νὰ διαπράττῃ ἀδικήματα τοιαύτης φύσεως, λαθρεμπόριον σιγαροχάρτου, λαθρεμπόριον παιγνιοχάρτων, καὶ νὰ ὑπεξαιρῇ τὸ τίμιον χρῆμα, τὸ ὁποῖον τοῦ ἐδόθη διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἑνὸς ἐθνικοῦ σκοποῦ, νομίζω, ὅτι δὲν δικαιοῦται οὔτε ἐπιεικείας, οὔτε ἀναβολῆς. Κάμνω, λοιπόν, ἔκκλησιν πρὸς τὸ Σῶμα καὶ κάμνω ἔκκλησιν πρὸς ἐκείνους τοὺς συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι προέρχονται ἐκ τῆς ἐθνικῆς ἀντιστάσεως, νὰ μὴ θελήσουν νὰ μολύνουν τὴν ἰδέαν τῆς ἐθνικῆς ἀντιστάσεως, ταυτίζοντες αὐτὴν μὲ συνάδελφον, ὁ ὁποῖος ἐγένετο παραβάτης τόσον σοβαρῶν ἠθικῶν καθηκόντων. (Χειροκροτήματα).
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Μπασιᾶκος, ἔχει τὸν λόγον.
§191Α. ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ. Αἱ λέξεις λαθρεμπόριον, ἀπάτη, ὑπεξαίρεσις, εἶναι φυσικόν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ συγκινοῦν βαθύτατα τὴν Ἑλληνικὴν δημοσίαν γνώμην καὶ νὰ καθιστῶσι ταύτην στυγερὰν καὶ ἀμείλικτον δι’ ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, εἴτε ὡς ἁπλοῖ πολῖται, εἴτε ὡς δημόσιοι ἄνδρες, ἀναμιγνύονται εἰς τοιαύτας βρωμερὰς καὶ ἐπαισχύντους ὑποθέσεις. Πρέπει, ὅμως, κύριοι συνάδελφοι, κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν νὰ εἴμεθα προσεκτικοί. Δὲν καλεῖται σήμερον ἡ Βουλὴ νὰ κρίνῃ περὶ θεμάτων ἠθικῶν, δὲν καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ κρίνῃ περὶ θεμάτων πολιτικῶν. Καλεῖται ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν κείμενον νόμον. Καλεῖται, μὲ ὀλίγας λέξεις, ἡ Βουλὴ νὰ ἀσκήσῃ καθήκοντα οἱονεὶ δικαστικά. Καὶ ὅταν ἡ Βουλὴ ἀσκῇ καθήκοντα δικαστικά, πρέπει ὅλοι νὰ ἀσκήσωμεν τὰ καθήκοντά μας ἐντελῶς ἀπροσώπως, ἐντελῶς ξένοι πρὸς τὰς ὑπαρχούσας συμπαθείας ἢ ἀντιπαθείας πρὸς τὸν διωκόμενον βουλευτὴν καὶ νὰ ἴδωμεν μόνον ἐὰν συντρέχουν τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἀξιοῖ τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ κείμενοι νόμοι διὰ τὴν κήρυξιν ὡς ἐκπτώτου ἑνὸς μέλους τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ὁ πολίτης, ἔναντι τοῦ Κράτους, ἔχει ὑποχρεώσεις πολλαπλᾶς. Φορολογεῖται καθ’ ἡμέραν, προσφέρει τὰ πάντα διὰ τὸ κοινὸν ἀγαθόν, στρατεύεται καὶ παρέχει ἀνεπιφυλάκτως τὴν ζωήν του διὰ τὴν προστασίαν τῆς πατρίδος του καὶ ἔναντι τῶν ὑποχρεώσεων τούτων ἓν καὶ μόνον δικαίωμα ἔχει, νὰ καλῆται ἑκάστοτε εἰς καθολικὴν ψηφοφορίαν καὶ διὰ τῆς ψήφου του νὰ ἐκφράζῃ τὴν γνώμην του περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ τὸν κυβερνήσουν καὶ θὰ καταστῶσιν οἱ νομοθέται του. Τὸ δικαίωμα τοῦτο τὸ ὕψιστον, τὸ λεγόμενον ἐνεργὸν ἐκλογικὸν δικαίωμα, ὀρθῶς παρὰ τῆς Πολιτείας ἔχει καὶ ὡρισμένους περιορισμούς. Ναὶ μὲν ἡ ψηφοφορία εἶναι καθολική, ὡρισμένοι ὅμως πολῖται δὲν δύνανται νὰ ψηφίσουν. Ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι στεροῦνται τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος, τοὺς ἀναφέρει ὁ νόμος. Καὶ λέγει ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅτι «στεροῦνται τοῦ δικαιώματος ....... (ἀναγινώσκει) .......». Καὶ ὀρθῶς ἐσκέφθη ὁ νόμος, ὅταν δηλαδὴ ἀσκηθῇ μία ποινικὴ ἀγωγὴ εἴτε συνεπείᾳ μηνύσεως, εἴτε καὶ αὐτεπαγγέλτως ὑπὸ τῆς ἀρχῆς καὶ ὅταν συλλεγῇ τὸ λεγόμενον ἀνακριτικὸν ὑλικὸν καὶ ὅταν τοῦτο τεθῇ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῶν δικαστικῶν συμβουλίων καὶ προκύψουν σαφεῖς ἐνδείξεις, αἱ ὁποῖαι ἐπιτρέπουν ἢ μᾶλλον ἐπιβάλλουν τὴν παραπομπὴν ἐκείνου, ἐναντίον τοῦ ὁποίου συντρέχουν αἱ ἐνδείξεις ἵνα ἐπὶ ἀκροατηρίῳ ἀποδείξῃ τὴν ἀθωότητά του ἢ ἀποδειχθῇ ἡ ἐνοχή του, λέγω, ὅτι τὰ πρόσωπα ταῦτα καθίστανται κατ’ ἀρχὴν ὕποπτα καὶ ἐφ’ ὅσον ἓν πρόσωπον τεθῇ ὑπὸ ἀνάκρισιν καὶ ἐναντίον τοῦ ὁποίου ὑπάρχει τελεσίδικον παραπεμπτικὸν βούλευμα εἰς βαθμὸν κακουργήματος, εἶναι κατ’ ἀρχὴν ὕποπτα, ὀρθῶς ὁ νόμος διατάσσει, τὸ πρόσωπον αὐτὸ νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγειν. Καὶ παραλλήλως τὸ Σύνταγμα λέγει ὅτι βουλευτὴς ἐκπίπτει τοῦ ἀξιώματός του ἂν στερηθῇ τοῦ ἐνεργοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος. Ἡ διαφωνία τὴν ὁποίαν καλεῖται νὰ λύσῃ ἡ Βουλή, εἶναι ἂν ἡ ἀξίωσις τοῦ νόμου περὶ ὑπάρξεως τελεσιδίκου παραπεμπτικοῦ βουλεύματος εἰς βαθμὸν κακουργήματος, ἱκανοποιεῖται μὲ τὴν ὕπαρξιν παραπεμπτικῆς διαταγῆς τῆς στρατιωτικῆς ἀρχῆς. Εἶναι φανερὸν ὅτι ὁ νόμος, ὡς διετυπώθη, εἶχεν ὑπ’ ὄψει του τὰ τότε ἰσχύοντα δικαστικὰ συμβούλια, εἶχεν ὑπ’ ὄψει δηλαδὴ μετὰ τὸ πέρας τῆς ἀνακρίσεως νὰ ὑπάρχῃ ἡ πρότασις τοῦ εἰσαγγελέως νὰ ὑπάρχῃ ἡ κρίσις 3 δικαστῶν, τῶν ἀποτελούντων τὸ δικαστικὸν συμβούλιον, εἶχεν ὑπ’ ὄψει δηλαδὴ τὴν γνώμην 4 προσώπων. Περαιτέρω ὅμως, ἠξίου τὴν ὕπαρξιν τελεσιδίκου βουλεύματος, εἶχεν ὑπ’ ὄψει τὴν ὕπαρξιν βουλεύματος συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν ἀπὸ 5 Ἐφέτας καὶ ἕνα Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, εἶχε δηλαδὴ ὑπ’ ὄψει ὁ νόμος τὴν προΰπαρξιν γνώμης, περὶ ὑπάρξεως ἐνδείξεων, τοὐλάχιστον 10 προσώπων. Ἐρωτῶ, λοιπόν, τὴν Βουλήν, καλουμένην νὰ κρίνῃ ὡς δικαστικὸν Σῶμα καὶ μόνον καὶ ὄχι ὡς πολιτικὸν καὶ κρίσεως καὶ ἀνακρίσεως Κοινοβουλευτικῶν εὐθυνῶν, διότι δὲν νομίζω ὅτι θὰ ὑπάρχῃ ἐδῶ ἔστω καὶ εἷς, ὅστις νὰ φρονῇ ὅτι πρόσωπον κατηγορούμενον διὰ τοιαῦτα ἀδικήματα εἶναι δυνατὸν νὰ τύχῃ τῆς οἱασδήποτε συγγνώμης, ἀλλὰ καλουμένην νὰ κρίνῃ ὡς Σῶμα δικαστικόν, ἐρωτῶ ἂν ἡ ἀξίωσις τοῦ νόμου αὐτοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναπληρωθῇ ἀπὸ τὴν γνώμην καὶ μόνον τοῦ στρατιωτικοῦ διοικητοῦ. Φρονῶ, ἀδιστάκτως, ὄχι. Ἀντετάχθη καὶ ἴσως ἀντιταχθῇ, ὅτι ἡ παραπεμπτικὴ διαταγὴ ἔχει ἰσχὺν βουλεύματος. Εἴμεθα ἀπολύτως σύμφωνοι μὲ τὴν γνώμην αὐτήν. Ὑπὸ ἕνα ὅμως περιορισμόν. Διὰ νὰ ἀχθῇ μία ὑπόθεσις ἀπὸ τὴν ἀνάκρισιν εἰς τὸ ἀκροατήριον τοῦ οἱουδήποτε δικαστηρίου, τοῦτο θὰ συμβῇ διὰ δύο τρόπων: Εἴτε διὰ τῆς λεγομένης δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως παραπομπῆς, εἴτε διὰ τῆς προεκδόσεως βουλεύματος παραπεμπτικοῦ. Καὶ καθ’ ὃν χρόνον ἐψηφίζετο ὁ νόμος τοῦ 1932, εἶχεν ὑπ’ ὄψει περιπτώσεις καθ’ ἃς εἶναι δυνατὸν νὰ παραπέμπωνται εἰς τὸ ἀκροατήριον τοῦ δικαστηρίου, ἄνευ προεκδόσεως βουλεύματος παραπεμπτικοῦ. Καὶ σᾶς ὑπενθυμίζω τὸν νόμον. Εἰς τὸ Ν. Δ. τῆς 11.9.28 περὶ διώξεως ἀδικημάτων ληστείας, ζωοκλοπῆς καὶ φυγοδικίας, ἔκρινεν ὁ νομοθέτης ἐκεῖ, ὅτι ὅταν πρόκειται ἀδικήματα τοιαῦτα, τὰ συνταράσσοντα τὴν ἔννομον τάξιν καὶ προκαλοῦντα συγκίνησιν καὶ ὑπερευαισθησίαν τῆς τοπικῆς γνώμης, εἶναι δυνατὴ ἡ παραπομπὴ τῶν ἀδικημάτων τούτων ἐνώπιον τοῦ κακουργιοδικείου δι’ ἁπλῆς προτάσεως τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν καὶ συμφώνου γνώμης τοῦ Προέδρου τῶν Ἐφετῶν. Ὁ νομοθέτης τοῦ 1932, ἐν γνώσει τοῦ ὅτι πρὸ 4 ἐτῶν ἴσχυε νόμος παραπέμπων ἀδικήματα εἰς βαθμὸν κακουργήματος ἄνευ προεκδόσεως βουλεύματος, ἐν τούτοις, ὁ νομοθέτης τοῦ 1932 ἠξίωσεν ὕπαρξιν παραπεμπτικοῦ βουλεύματος, μολονότι εἶχεν ὑπ’ ὄψει του περιπτώσεις δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως παραπομπῆς ἀδικημάτων ἐνώπιον τοῦ κακουργιοδικείου. Ἂν ἐκ τῆς παραθέσεως τοῦ νόμου τούτου δὲν πείθεται ἡ Βουλή, θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ προβῶ καὶ ἐγὼ εἰς τὴν λογικὴν ἑρμηνευτικὴν ἐργασίαν, διὰ νὰ διακριβωθῇ ποία εἶναι ἡ ἀκριβὴς ἔννοια τοῦ νόμου τούτου. Ἀποτελεῖ, κύριοι βουλευταί, κανόνα πάγιον, ὅτι νόμοι στερητικοὶ δικαιωμάτων οὐδέποτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἑρμηνευθῶσιν εὐρέως οὔτε κἂν ἐπιτρέπεται ἡ λεγομένη ἀνάλογος καὶ διασταλτικὴ ἑρμηνεία εἰς αὐτούς. Νόμοι στερητικοὶ δικαιωμάτων ἑρμηνεύονται στενῶς καὶ πάντοτε πρὸς τὸ συμφέρον ἐκείνων, ἐναντίον τῶν ὁποίων κεῖται ἡ διάταξις. Εἰδικώτερον, προκειμένου περὶ νόμου φορολογικοῦ, παγίως ἐδέχθη ἡ νομολογία καὶ οἱ ἑκάστοτε Εἰσαγγελεῖς τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅτι νόμοι φορολογικοὶ οὐδέποτε ἑρμηνεύονται εὐρέως, ἀλλὰ στενῶς, στενώτατα καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ φορολογουμένου. Παρομοίως νόμοι ποινικοῦ περιεχομένου, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ὡς συνέπειαν ἐπιβολὴν ποινῶν ἢ ἐκπτώσεων, τόσον κατὰ τὴν γνώμην τοῦ Κωστῆ, ὅσον καὶ τοῦ Ἡλιοπούλου καὶ τὴν παγίαν νομολογίαν τῶν ἀνωτάτων δικαστικῶν μας ἑρμηνεύονται στενῶς. Δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς τοὺς νόμους ποινικοῦ περιεχομένου νὰ χωρήσῃ ἀναλογικὴ ἑρμηνεία. Αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴν παγίαν ἀρχὴν ποὺ ἀποτελεῖ ἓν δόγμα εἰς τὴν ἐπιστήμην τοῦ ποινικοῦ δικαίου. Ἂς μὴ νομίσῃ, ὅμως, ἡ Βουλή, ὅτι ἂν κριθῇ ἔκπτωτος εἷς βουλευτής, τοῦτο ἀποτελεῖ φαινόμενον μοναδικὸν εἰς τὴν νομοθεσίαν μας. Ὑπῆρξε καὶ μία ἄλλη περίπτωσις ἐντελῶς συναφής, ἐντελῶς παρομοία. Εἶναι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 121 τοῦ νόμου ΔΝΖʹ «περὶ Δήμων καὶ Κοινοτήτων», ἡ ὁποία λέγει τὰ ἑξῆς: «Δήμαρχοι, δημοτικοὶ ἢ κοινοτικοὶ σύμβουλοι......... (ἀναγινώσκει) ............». Δὲν ἔχω πρόχειρα, κ. βουλευταί, παραδείγματα ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως αὐτῆς τοῦ Κώδικος «περὶ Δήμων καὶ Κοινοτήτων». Ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ὅμως ἡ μνήμη βάσει αὐτῆς τῆς διατάξεως ἡ Κυβέρνησις τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἐν ἔτει 1933 ἔπαυσε τὸν Δήμαρχον Θεσ)νίκης Πατρίκιον ἢ Βαμβακᾶν, δὲν ἐνθυμοῦμαι ποῖος ἦτο. Συνέβη ὅμως, κ. βουλευταί, τὸ ἑξῆς θλιβερὸν ἀποτέλεσμα: Ἐνῷ ὁ Δήμαρχος ἐκεῖνος ἐπαύθη διοικητικῶς, ἐφ’ ὅσον εἶχεν ἐκδοθῆ ἐναντίον του βούλευμα παραπεμπτικὸν εἰς βαθμὸν κακουργήματος, μετὰ τὴν παῦσιν του ἀπηλλάγη ἀπὸ τὸ ἁρμόδιον ποινικὸν δικαστήριον. Τὸ πρᾶγμα ἐπροκάλεσε τὴν δικαίαν κατάπληξιν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου καὶ τῆς κοινῆς γνώμης. Ἀκριβῶς δὲ λόγῳ τῆς καταπλήξεως αὐτῆς διὰ τὴν συντελεσθεῖσαν ἀδικίαν, ἦλθον ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία, εἰσηγουμένου τοῦ ἀειμνήστου Σπ. Ταλιαδούρου, καὶ ἐψήφισαν τὸν νόμον 6429)1934. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ ν’ ἀναγνώσω ἐπ’ ὀλίγον τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ νόμου, ἡ ὁποία ἔχει ἐνδιαφέρον. Λέγει, λοιπόν, ὁ εἰσηγούμενος Ὑπουργός, διὰ τὸ ἄρθρον 22: «Διὰ τοῦ ἄρθρου 22 ............ ......... (ἀναγινώσκει) ...............». Διὰ τοῦ ψηφισθέντος νόμου ὑπ’ ἀριθ. 6429, τροποποιήσαντος τὸ ἄρθρον 121 τοῦ παλαιοῦ κώδικος «περὶ Δήμων καὶ Κοινοτήτων», καθωρίσθη ὅτι: «Δήμαρχοι, δημαρχιακοὶ πάρεδροι ........................................ ............ (ἀναγινώσκει) ............». Δηλαδή, ὁ νομοθέτης τοῦ 1934, ἐν ὄψει τῆς αὐστηρότητος τοῦ νόμου τοῦ 1912, εἶπεν, ὅτι τὰ πρόσωπα, τὰ παραπεμπόμενα δι’ ὁριστικοῦ βουλεύματος, δὲν παύονται αὐτοδικαίως, ἀλλὰ τίθενται εἰς ἀργίαν, ἐπανερχόμενα εἰς τὴν θέσιν των εἰς περίπτωσιν τυχὸν ἀθωώσεώς των. Αὐτὴ εἶναι ἡ νεωτέρα νομικὴ ἀντίληψις. Ἀλλ’ ὑπάρχει, κ. βουλευταί, καὶ ἕτερον ἑρμηνευτικὸν βοήθημα. Εἶναι γνωστόν, ὅτι κατὰ τὴν στρατιωτικὴν νομοθεσίαν, ἐναντίον τῶν παραπεμπτικῶν διαταγῶν τοῦ Στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ δὲν ὑπάρχει κανὲν ἔνδικον μέσον. Ὑπὸ τὸ καθεστὼς τοῦτο εἶναι προφανές, ὅτι ἐγένοντο κατὰ τὸ παρελθὸν ἀδικίαι ἐναντίον στρατιωτικῶν, οἱ ὁποῖοι παρεπέμποντο ἐνώπιον τοῦ Στρατοδικείου διὰ μιᾶς ἁπλῆς παραπεμπτικῆς διαταγῆς. Καὶ ἔρχεται ὁ νεώτερος νομοθέτης τὸ 1941, διὰ τοῦ νέου Στρατ. Ποινικοῦ Κώδικος, 2803) 1941, τοῦ ὁποίου ἔχει διαταχθῆ ἡ ἀναστολὴ τῆς ἰσχύος διὰ λόγους ἀναγομένους εἰς τὸν μικρὸν ἀριθμὸν τῶν μονίμων δικαστικῶν συμβούλων, ἔρχεται, λέγω, ὁ νεώτερος νομοθέτης καὶ εἰσάγει τὸν θεσμὸν τῶν Δικαστικῶν Συμβουλίων.
§192Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἔχει τεθῆ εἰς ἐφαρμογὴν ἀπὸ τοῦ 1945.
§193Α. ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ. Ὄχι ὁλόκληρος. Δὲν ἔχει τεθῆ εἰς ἐφαρμογὴν π. χ. ἡ διάταξις, ἡ ἀφορῶσα τὰ δικαστικὰ συμβούλια, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν ἐγγύησιν διὰ τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τῶν πολιτῶν. Καὶ εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν ὁ συντάκτης τοῦ ν. 2803 λέγει, ἐπὶ λέξει: «Ἡ κίνησις τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης ........................... ......... (ἀναγινώσκει) ............». Ὑπῆρχε, λοιπόν, ἕνα μεγάλο κενόν, τὸ ὁποῖον ἠνάγκασε τὸν νεώτερον νομοθέτην τοῦ 1941 νὰ καθιερώσῃ τὰ δικαστικὰ συμβούλια καὶ ἐνώπιον τῶν Στρατοδικείων. Ὅταν, λοιπόν, κ. βουλευταί, ὑπάρχουν τοιαῦτα ἑρμηνευτικὰ βοηθήματα ὅταν ὑπάρχῃ ἔκδηλος ἡ θέλησις τοῦ νεωτέρου νομοθέτου νὰ κατασφαλίσῃ τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τῶν πολιτῶν, ἐρωτῶ: Εἶναι ποτέ, δυνατόν, ἡ Βουλή, κρίνουσα ὡς Σῶμα δικαστικόν, νὰ δεχθῇ ταύτισιν τοῦ ὁριστικοῦ καὶ τελεσιδίκου βουλεύματος, τοῦ ἀξιουμένου παρὰ τοῦ νόμου, μὲ τὴν ὕπαρξιν παραπεμπτικῆς διαταγῆς τῆς στρατιωτικῆς ἀρχῆς; Δὲν νομίζω, κ. βουλευταί, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ κάμωμεν τοιαύτας κρίσεις. Ἐλέχθη, καὶ ὀρθῶς ἐλέχθη παρ’ ἀξιοτίμου συναδέλφου ὅτι κατὰ τὴν σημερινὴν ἑσπέραν, καθ’ ἣν καλούμεθα νὰ ἐκδώσωμεν τοιαύτην ἀπόφασιν, πρέπει νὰ εἴμεθα ἀπηλλαγμένοι προκαταλήψεως ἢ ὑπέρ, ἢ κατὰ τοῦ διωκομένου βουλευτοῦ. Κατὰ σύμπτωσιν, τὸν διωκόμενον βουλευτὴν γνωρίζω ἁπλῶς κατ’ ὄψιν, δὲν ἀντήλλαξα μετ’ αὐτοῦ οὔτε χαιρετισμὸν κἄν. Δὲν διστάζω νὰ διακηρύξω ὅτι μὲ τὸν ὑποψήφιον βουλευτὴν κ. Σγουραμάνην, συνδέομαι φιλικώτατα. Δὲν ἔχω κανένα δισταγμὸν νὰ μὴ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ κ. Σγουραμάνης ἀνήκει εἰς τὸ κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω καὶ ἐγώ. Ἕτερον ἑκάτερον, ὅμως, κύριοι βουλευταί. Δὲν καλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν, ὡς ἀνήκοντες εἰς τὸ Α ἢ εἰς τὸ Β κόμμα, καλούμεθα νὰ ὑπηρετήσωμεν μίαν ἔννοιαν ὑψίστην, τὴν ἔννοιαν τῆς δικαιοσύνης. Καλούμεθα ὡς Βουλή, νὰ ἀποφανθῶμεν ἐὰν οἱ νόμοι, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς ψηφίζομεν, παρ’ ἡμῶν θὰ τηρηθῶσιν ἢ θὰ παραβιασθῶσι. Τὸ ἔργον τῆς καταδίκης καὶ τῆς ἀπαλλαγῆς τοῦ διωκομένου βουλευτοῦ, δὲν εἶναι ἔργον τῆς Βουλῆς, εἶναι ἔργον, τῶν δικαστηρίων, ἐνώπιον τῶν ὁποίων ἐκκρεμεῖ ἡ κατηγορία αὐτή. Θὰ εὐχηθῶ καὶ ἀπὸ τὸ Στρατοδικεῖον καὶ ἀπὸ τὸ Ἐφετεῖον νὰ ἀπαλλαγῇ ὁ διωκόμενος συνάδελφος. Ἐὰν ὅμως καταδικασθῇ, δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ χύσω δάκρυα. Ἀντιθέτως, θὰ χαρῶ, διότι τὸ Σῶμα θὰ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ συνάδελφον γενόμενον ἐπιλήσμονα τῶν ἱερῶν αὐτοῦ ὑποχρεώσεων. Διότι ἐὰν οἱ ἁπλοῖ πολῖται ὀφείλουν σεβασμὸν εἰς τοὺς νόμους, ἐὰν οἱ ἁπλοῖ πολῖται ὀφείλουν νὰ ἀπέχουν αὐτῶν τῶν αἰσχρῶν καὶ ἀνηθίκων πράξεων, οἱ ἄνδρες οἱ δημόσιοι, οἱ ὁποῖοι ἀξιοῦσι νὰ κυβερνῶσι τοὺς λαούς, πρέπει νὰ εἶναι, ὄχι, ἁπλῶς συνήθεις πολῖται, καὶ ἄνθρωποι, ἀλλὰ ὑπεράνθρωποι. Τὸ Σῶμα, λοιπόν, θὰ ἀνακουφισθῇ ἐὰν καταδικασθῇ ὁ διωκόμενος βουλευτής. Τοῦτο σημαίνει, ὅτι ἡμεῖς καλούμεθα ἀπόψε νὰ ἐκφράσωμεν γνώμην, ἐπὶ τοῦ νόμου τοῦ 1932, πρέπει νὰ παρασυρθῶμεν ἀπὸ αἰσθήματα θλιβερά, τὰ ὁποῖα ἔχουν δημιουργηθῆ κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας. Ἀξιότιμε, ἐξ Ἀθηνῶν, συνάδελφε κ. Ἀντωνόπουλε, δὲν καλούμεθα νὰ διαπιστώσωμεν ὕπαρξιν πολιτικῶν εὐθυνῶν ἢ ἠθικῶν παραπτωμάτων. Τὰ παραπτώματα ταῦτα τὰ κρίνει ὁ λαὸς διὰ τοὺς βουλευτάς. Ἡ Βουλὴ κρίνει τὰ παραπτώματα τὰ πολιτικὰ καὶ τὰ ἠθικὰ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μετέχουν τῶν Κυβερνήσεων καὶ κατ’ οὐδεμίαν περίπτωσιν ἐπιτρέπεται ὁ βουλευτὴς νὰ κριθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς. Ὁ βουλευτὴς κρίνεται παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὸν ἀπέστειλαν ὡς ἀντιπρόσωπον. Εἶναι ἐντελῶς διάφορος ἡ ὕπαρξις πολιτικῶν εὐθυνῶν τοῦ ὑπουργοῦ καὶ τῆς εὐθύνης τοῦ βουλευτοῦ. Ἐὰν εἷς συνάδελφος, ὑποπέσῃ εἰς παράπτωμα θὰ τὸν κρίνουν ἐκεῖνοι, ποὺ τὸν ἔστειλαν ὡς ἀντιπρόσωπον. Ἡμεῖς ὅμως, διὰ νὰ τελειώνω τὴν ἀγόρευσίν μου, δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἐρευνήσωμεν οὔτε τὰς ἠθικάς του εὐθύνας, οὔτε τὰς πολιτικάς του εὐθύνας, ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ ἐκφέρωμεν γνώμην ἀπολύτως καταδικαστικὴν εἰς βάρος του. Καλούμεθα μόνον νὰ ἀποφανθῶμεν, ἐὰν ὁ νόμος ἀξιῶν τὴν ὕπαρξιν παραπεμπτικοῦ βουλεύματος τελεσιδίκου, εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ πληρούμενος ἀπὸ τὴν ὕπαρξιν μιᾶς ἁπλῆς παραπεμπτικῆς διαταγῆς τοῦ στρατιωτικοῦ διοικητοῦ; Ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, δὲν νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἔχῃ γνώμην ἀντίθετον.
§194Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναμφιβόλως, διαταγὴ τοῦ στρατιωτικοῦ διοικητοῦ, ἐξισοῦται μὲ παραπεμπτικὸν βούλευμα, καθ’ ὅσον ἡ διαταγὴ τοῦ στρατιωτικοῦ διοικητοῦ, οὔτε εἰς ἀνακοπὴν ὑπόκειται, οὔτε εἰς ἄλλο τι ἔνδικον μέσον. Θὰ ἠδύνατο ἴσως νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ δικονομικὴ ἄποψις μὲ ἀναμφισβήτητον δικονομικὴν ἐγκράτειαν, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι ἐδῶ δὲν εἶναι πταισματοδικεῖον καὶ ἀκόμη δὲν εἶναι κακουργιοδικεῖον. Ἐδῶ εἶναι πολιτικὸν Σῶμα, μεταβαλλόμενον αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰς δικαστήριον, διὰ τὴν κρίσιν, τοῦ ὁποίου τὰ κριτήρια δὲν δύνανται νὰ κινηθῶσι μέσῳ δικονομικοῦ μαιάνδρου, ἀλλὰ μέσῳ τῆς ἠθικῆς γραμμῆς. (Χειροκροτήματα).
§195Α. ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ. Σᾶς ἐξήγησα, ὅτι ἡ Βουλή, δὲν θὰ ἀποφασίσῃ οὔτε ὡς πολιτικὸν Σῶμα, οὔτε ὡς Σῶμα κρῖνον καὶ... (δὲν ἠκούσθη)... τὰς ἀνηθίκους πλευρὰς τῶν μελῶν τοῦ Σώματος. Θὰ κρίνῃ μόνον ὡς Σῶμα δικαστικὸν καὶ τότε, οὔτε τὰ πολιτικά, οὔτε τὰ ἠθικὰ ἐλατήρια ἔχουν θέσιν. Θέσιν μόνον ἔχει, ὁ νόμος καὶ ἀλλοίμονον ἐὰν παρασυρθῶμεν ἀπὸ τὰ μίση μας, ἐξευτελίσωμεν τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου, καὶ δημιουργήσωμεν τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἡμεῖς, τὸ Σῶμα, τὸ νομοθετικὸν δὲν σέβεται τοὺς νόμους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους αὐτὸ ἐψήφισε.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Θεοφανόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§197Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κατόπιν τῆς ἐπιστημονικωτάτης καὶ πλήρους ἀναπτύξεως τοῦ θέματος, θὰ ἐπρότεινα, κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν ἤθελεν ἡ Βουλή, νὰ συναινέσῃ εἰς μίαν ἀναβολὴν 15 ἡμερῶν, ὁπότε θὰ ἔχωμεν τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐφετείου. Κύριοι βουλευταί, ἐπιθυμῶ νὰ πιστεύσετε, ὅτι μοῦ κάμνει πολὺν κόπον νὰ ὁμιλῶ ἐπὶ θέματος ἐξαιρετικὰ ἠθικοῦ. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου ὅτι ἡ Βουλή, δὲν ἀπαρτίζεται, καὶ εὐτυχῶς, ἀπὸ πολλοὺς νομικούς, καὶ τὸ θέμα αὐτό, εἶναι καθαρῶς νομικόν. Εἶναι βέβαιον, καὶ ἐγὼ τὸ πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλή, εἶναι Σῶμα καθαρῶς πολιτικόν. Εἰς πολλὰς τῶν περιπτώσεων ἔχει καὶ δικαστικὰ καθήκοντα, ἀλλὰ προέχουν τὰ πολιτικά. Πάντως ὅμως, εἰς τὰς περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας καλεῖται νὰ ἀποφανθῇ ὡς δικαστήριον, δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ παρίδῃ ἢ νὰ παρεκκλίνῃ τῆς ὁδοῦ ἐκείνης, τὴν ὁποίαν χαράσσουν οἱ νόμοι. Οὐδὲν Σῶμα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἀνώτερον τῶν νόμων. Δύνασθε νὰ μεταβάλλητε τοὺς νόμους, δὲν δύνασθε νὰ τοὺς παραβιάσητε. Ἑπομένως, τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον καλεῖται νὰ ἐπιτελέσῃ ἡ Βουλή, στηρίζεται ἐπὶ ὡρισμένων διατάξεων, καὶ ἐὰν ἔλαβα τὸ θάρρος νὰ σᾶς ἀπασχολήσω, εἶναι ἀκριβῶς, ὅτι πρόκειται περὶ αὐτοῦ καὶ ὄχι περὶ τῶν προσώπων. Τὰ πρόσωπα μοῦ εἶναι ἄγνωστα καὶ θὰ ἠμποροῦσα, ἐὰν μοῦ ἦτο ἐπιτετραμμένον, νὰ εἴπω, ὅτι μοῦ εἶναι καὶ ἀδιάφορον, ὅταν πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ κρίνῃ καὶ νὰ ἐκδώσῃ μίαν ἀπόφασιν. Θέλω νὰ εἴπω δύο λέξεις, ἔναντι ἐκείνων, τὰς ὁποίας εἶπον σπουδαῖοι συνάδελφοι, τοὺς ὁποίους περιβάλλω μὲ ἀγάπην καὶ μὲ ἐπιστημονικὴν ἐκτίμησιν ἀπέραντον, ὅτι ἡ Βουλή, συζητοῦσα σήμερον, ἐπὶ ἑνὸς τοιούτου θέματος, εὑρίσκεται εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὴν κοινὴν γνώμην, ὅταν κατὰ τὴν προηγουμένην ἡμέραν καὶ τὴν προπροηγουμένην συζητοῦσε θέματα σπουδαιότατα, τὰ ὁποῖα ἐπροκάλεσαν τὴν προσοχὴν τῆς κοινῆς γνώμης καὶ ὅταν ἓν τοιοῦτον ζήτημα συζητούμενον ἀπὸ τὴν Βουλήν, θὰ ἐπροκάλει καὶ θὰ ἐταλάνιζε τὴν κοινὴν γνώμην. Θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι ὅταν ἡ Βουλή, συζητῇ περὶ τῆς ὀρθῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων, ὅταν ἡ Βουλὴ διαβλέπῃ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρεκκλίνῃ ἀπὸ τὰς νομίμους διατάξεις, εἴτε νόμοι εἶναι, εἴτε Συντάγματα, τότε ἡ ἀσχολία τῆς Βουλῆς εἶναι ἰδιαιτέρου ἐνδιαφέροντος. Δὲν χάνουν τὴν ἀξίαν των αἱ συζητήσεις, ὅταν ἡ Βουλὴ κρίνῃ βάσει νομικῶν διατάξεων. Ὑπῆρξαν περιπτώσεις πολλαί, κατὰ τὰς ὁποίας σᾶς ἠνώχλησα, ἔστω καὶ ματαίως, διὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔμειναν εἰς τὰς φυλακὰς κατὰ παράβασιν στοιχειωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Συνεπῶς, δι’ αὐτὸ σᾶς ζητῶ τὴν ἄδειαν ἐὰν καὶ αὐτὴν τὴν ὥραν σᾶς ἐνοχλῶ· νὰ προσθέσω τίποτα, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἔχω, διότι ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Μπασιάκου ἦτο κατὰ πάντα πλήρης. Σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ διαταγὴ τοῦ Στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ δὲν ἀποτελεῖ παραπεμπτικὸν βούλευμα. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ θέματος, τὶ εἶναι βούλευμα, καὶ τὶ εἶναι διαταγή, ὀφείλω ὅμως, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐξαλειφθῇ ἡ διάταξις αὐτή, ἡ ὁποία εἶναι διάταξις 90 ἐτῶν. Αὐτὴν τὴν διάταξιν πρόκειται νὰ ἐφαρμόσωμεν σήμερον διὰ νὰ ἐκπέσῃ ὁ ἄγνωστος εἰς ἐμὲ βουλευτής. Ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας, ἐπὶ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐτόνισεν, ὁ κ. Μπασιάκος, ὅτι ἐπὶ τῶν ποινικῶν νόμων καὶ διατάξεων δὲν δύναται νὰ χωρήσῃ εὐρεῖα ἀναλογικὴ ἐφαρμογή. Ἔχω νὰ σᾶς εἴπω, ὡς παράδειγμα, ὅτι στρατιωτικὸς ἱερεὺς ἔχων τὸν βαθμὸν ταγματάρχου ἐκλήθη νὰ δικασθῇ ἐνώπιον τοῦ Στρατοδικείου καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος, εἶπε κακῶς παρεπέμφθη εἰς τὸ Στρατοδικεῖον, διότι ἔδει νὰ δικασθῇ ἀπὸ τὰ τακτικὰ δικαστήρια. Ἐὰν ὁ νομοθέτης ἤθελε νὰ ἐξομοιώσῃ τὴν διαταγὴν τοῦ Διοικητοῦ τοῦ Σώματος πρὸς τὰ βουλεύματα, θὰ τὸ ἔλεγε ρητῶς. Ἔχομεν δικαστικὴν ἀπόφασιν, εἶπεν ἀντιθέτως, ὁ συνάδελφος κ. Παπαληγούρας, ἀλλ’ ἡ ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, εἶναι ὑπὸ τὴν αἵρεσιν ἐγκρίσεως τοῦ Ἐφετείου τῶν Ἀθηνῶν. Οἱ λόγοι αὐτοὶ μὲ πείθουν νὰ ὑποβάλω πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν ἑξῆς πρότασιν, νὰ δεχθῶμεν μίαν ἀναβολὴν ἐπὶ 20–30 ἡμέρας. Μετὰ 1 μῆνα θὰ ἔχωμεν τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐφετείου, ἡ ὁποία ἐὰν ἐπικυρώσῃ τὴν πρωτόδικον ἀπόφασιν δὲν χρειάζεται ἀπόφασις τῆς Βουλῆς. Οὐδένα λόγον βλέπω σπουδῆς τῆς Βουλῆς νὰ κηρύξῃ ἔκπτωτον ἕνα βουλευτήν, τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζω, χωρὶς νὰ προηγηθῇ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐφετείου καὶ μόνον ἐπὶ τῇ βάσει διαταγῆς τοῦ Στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ, ἡ ὁποία δὲν ἀποτελεῖ βούλευμα. Μία τοιαύτη ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, θὰ ἀποτελέσῃ κακὸν προηγούμενον.
§198Α. ΜΠΟΥΚΟΥΒΑΛΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐπειδὴ ἀκριβῶς προέρχομαι ἀπὸ τὸν ἴδιον Νομόν, ἀπὸ τὸν ὁποῖον προέρχεται ὁ ὑπὸ κρίσιν βουλευτής, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ μεταφέρω τὸν πόνον τὸν βαθύτατον, τὸν ὁποῖον ᾐσθάνθησαν οἱ ἐκλογεῖς τοῦ Νομοῦ Σερρῶν ἀπὸ τὰ παραπτώματα, τὰ ὁποῖα διέπραξεν ὁ Π. Παπαδάκης.
§199Κ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐπῆγα εἰς τὴν περιφέρειάν μου, σεῖς δὲν πᾶτε ποτὲ εἰς τὴν περιφέρειάν σας. (Θόρυβος).
§200Α. ΜΠΟΥΚΟΥΒΑΛΑΣ. Κατὰ τὸ ἔτος, κύριοι συνάδελφοι, 1947 ὁ συμμοριτισμὸς ἐλυμαίνετο κυριολεκτικῶς τὸν Νομὸν Σερρῶν. Οἱ χωρικοὶ τῆς περιφερείας τοῦ Νομοῦ Σερρῶν ἀντιλαμβανόμενοι τὴν ἀνάγκην τῆς ὀργανώσεως μιᾶς πληρεστέρας ἀμύνης διὰ τὴν περιοφερειάν των, καὶ ἰδιαίτατα δι’ αὐτὴν ταύτην τὴν πόλιν τῶν Σερρῶν, ἔκαμαν ἐράνους σιτηρῶν, διότι εἰς τὸν Νομὸν Σερρῶν μετὰ τὴν βουλγαρικὴν κατοχὴν δὲν ὑπάρχει χρῆμα ρευστὸν παντάπασιν, ἔκαμαν ἐράνους σιτηρῶν διὰ νὰ ἠμπορέσουν νὰ ἀσφαλίσουν καὶ νὰ ὀργανώσουν καλλίτερον τὴν ἄμυναν τῆς περιφερείας καὶ ἰδιαίτατα τῆς πόλεως Σερρῶν. Τὰ χρήματα αὐτά, τὰ ὁποῖα συνελέγησαν ἐκ τῶν ἐράνων αὐτῶν, ἐκ τοῦ τιμίου ἱδρῶτος τοῦ μαχομένου ἀγρότου τοῦ Νομοῦ Σερρῶν, τὰ χρήματα αὐτὰ λέγω, ἐδόθησαν εἰς τὸν κύριον ὑπὸ κατηγορίαν, τέως καθ’ ἡμᾶς, βουλευτὴν Παντελῆν Παπαδάκην, ὁ ὁποῖος......
§201Π. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. 60 ἑκατομμύρια εἶχαν μαζευθῆ, κύριοι συνάδελφοι, τί ἔγιναν τὰ ὑπόλοιπα, διατὶ δὲν ἐγένετο τίποτε;
§202Δ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. (Ἀργ)θίας). Κύριε Πρόεδρε, τὸ θέμα εἶναι νομικόν, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀπασχολῆται ἡ Βουλὴ μὲ τὰς πολυλόγους αὐτὰς συζητήσεις.
§203Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ. (Ὑπ. Μεταφορῶν). Δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀμφιβολία ὅτι ἡ διαταγὴ τοῦ Στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ εἶναι βούλευμα. Ὑπάρχει ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§204Κ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ποῖος λέγει ὅτι αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀποτελοῦν νόμον;
§205Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Μεταφορῶν). Θέλετε νὰ σᾶς διαβάσω τὴν νομολογίαν; Ἔχει λυθῆ τὸ ζήτημα. Ἑπομένως, ἐδῶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ κριθῇ τὸ ζήτημα νομικῶς, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἔχει λυθῆ ἀπὸ τὴν νομολογίαν.
§206Δ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ (Ἀργ)θίας). Εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα, ὁ κ. βουλευτὴς ἀναφέρεται εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ἐὰν τὰ χρήματα συνελέγησαν, ἀλλὰ ἀναντιρρήτως τὸ ζήτημα εἶναι νομικὸν ἐν προκειμένῳ καὶ συζητητέον τοῦτο, ἐὰν αὐτὴ ἡ διαταγὴ εἶναι βούλευμα ναὶ ἢ ὄχι.
§207Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Μεταφορῶν). Ἐδῶ δὲν πρόκειται νὰ κάνωμεν νομολογίαν.
§208Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἡ Βουλὴ θέλει νὰ ἀκούσῃ μετὰ προσοχῆς τοὺς λόγους τοῦ κ. ὑπουργοῦ. Παρακαλῶ νὰ προσέξωμεν.
§209Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Μεταφορῶν). Ἐδῶ δὲν πρόκειται νὰ κάνῃ νομολογίαν ἡ Βουλή. Πρόκειται νὰ κρίνῃ ἓν ζήτημα νομικὸν καὶ σᾶς λέγω ὅτι κατ’ ἐπανάληψιν ὁ Ἄρειος Πάγος ἔχει ἀποφανθῆ ἐπὶ ἑνὸς ζητήματος. Τοῦτο ἔχει λυθῆ ξεκάθαρα ἐντελῶς, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀμφισβητήσεως καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντιθέτου γνώμης, ὅτι ἡ διαταγὴ τοῦ Στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ ἐξισοῦται μὲ βούλευμα παραπεμπτικόν. Δὲν ὑπάρχει ζήτημα πλέον ἄλλο, παρὰ νὰ κρίνωμεν ἐὰν τὸ παραπεμπτικὸν βούλευμα εἶναι ἀρκετὸν διὰ νὰ ἐκπτώσῃ τὸν βουλευτὴν καὶ σᾶς ἐρωτῶ, δὲν εἶναι λόγος σαφής ἐὰν τὸ παραπεμπτικὸν βούλευμα εἶναι ἀρκετόν, διὰ νὰ κηρυχθῇ ἡ ἔκπτωσις τοῦ βουλευτοῦ; (Χειροκροτήματα).
§210Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ὁ Στρατιωτικὸς Ποινικὸς Κῶδιξ ρητῶς τὸ λέγει, ὅτι εἶναι βούλευμα.
§211Ι. ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ. ... (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος, λόγῳ τοῦ θορύβου).....
§212Α. ΜΠΟΥΚΟΥΒΑΛΑΣ. Δηλῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν δέχομαι οὐδεμίαν διακοπὴν παρ’ οὐδενός. Κύριοι συνάδελφοι, ἐνεπιστεύθησαν, λέγω τὰ χρήματα αὐτὰ τοῦ ἐράνου εἰς τὸν κ. Παπαδάκην ὑπὸ τοῦ Διοικητοῦ Χωροφυλακῆς Σερρῶν. Ὁ Παπαδάκης ἐκράτησε τὰ χρήματα αὐτὰ ἐπὶ μακρὸν καὶ δὲν ἔκανε ἀπολύτως τίποτε, ἐν σχέσει μὲ τὴν ὀργάνωσιν τῆς ἀμύνης τῆς περιφερείας τοῦ Νομοῦ Σερρῶν. Ἐκλήθη ἐπανειλημμένως, αὐτὸ δὲ ἀποδεικνύεται ἀπὸ αὐτὴν ταύτην τὴν ἔκθεσιν τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης, ἡ ὁποία ἐπιτροπὴ εἰσηγουμένου τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Π. Οἰκονομίδη, ἐμελέτησε τὸν φάκελλον καὶ κατέληξεν εἰς τὸ ὡρισμένον συμπέρασμα τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας. Λοιπόν, ὁ Διοικητὴς τῆς Χωροφυλακῆς Σερρῶν ἐκάλεσεν ἐπανειλημμένως τὸν Παπαδάκην νὰ πάρῃ τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ὑπεσχέθη, ἰδίως ἱματισμόν, ὅπλα. Δὲν πῆρε τίποτα, οὔτε τὰ χρήματα ἐπεστράφησαν καὶ ἀναγκάζεται μετὰ 8μηνον ὁλόκληρον νὰ ὑποβάλῃ μήνυσιν ὁ Διοικητὴς Χωροφυλακῆς Σερρῶν ἐναντίον τοῦ κ. Παπαδάκη ἐπὶ ὑπεξαιρέσει τῶν τιμίων αὐτῶν χρημάτων τοῦ λαοῦ τῆς ἀγροτικῆς αὐτῆς περιφερείας. Ἔλαβον δὲ τὸν λόγον, κύριοι συνάδελφοι, διότι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Τρικάλων κ. Σταμούλης ἔκανε ὡρισμένους ὑπαινιγμούς, ὅτι ἐδῶ ὑπάρχει ἐνδιαφέρον πολιτικόν. Ἀπὸ ποῖον ὑπῆρχε πολιτικὸν ἐνδιαφέρον; Ἡ Διοίκησις Χωροφυλακῆς ἤσκησεν αὐτεπαγγέλτως τὴν μήνυσιν, ἡ δικογραφία ἐστάλη εἰς τὸν εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν τὴν ὑπέβαλε εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ὅτι πρέπει νὰ ἀρθῇ ἡ ἀσυλία διὰ τὸν βουλευτὴν Παπαδάκην, ἡ δικογραφία ἐπεστράφη πάλιν εἰς τὸν εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν καὶ ἀπὸ ἐκεῖ εἰς τὸν εἰσαγγελέα Πλημμελειοδικῶν Σερρῶν. Κύριοι συνάδελφοι, πρέπει νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι ἡ κατάστασις εἰς τὸν Νομὸν Σερρῶν ἐβελτιώθη κάπως. Ἡ στρατιωτικὴ ἀρχὴ ἐζήτησεν ἀπὸ τοὺς κατοίκους τοῦ Νομοῦ Σερρῶν καὶ ἄλλας θυσίας. Καὶ σᾶς βεβαιῶ ὅτι ὁ λαὸς τοῦ Νομοῦ Σερρῶν, ἔχων ὑπ’ ὄψιν του τὴν περίπτωσιν Παπαδάκη, ἠρνήθη νὰ προσφέρῃ καὶ νὰ κάμῃ καὶ νέας εἰσφοράς.
§213Κ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ λαὸς δὲν εἶπε ποτέ τίποτε.
§214Α. ΜΠΟΥΚΟΥΒΑΛΑΣ. Ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία ἐζήτησε τὴν δικογραφίαν ἀπὸ τὸν εἰσαγγελέα καὶ δι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγον εἰσήχθη ἡ ὑπόθεσις εἰς τὴν στρατιωτικὴν δικαιοσύνην καὶ ἐδῶ, κύριοι συνάδελφοι, ἀνακύπτει τὸ νομικὸν ζήτημα, ἡ παραπεμπτικὴ αὐτὴ διαταγὴ τοῦ Στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ εἶναι βούλευμα ἢ ὄχι; Διότι αὐτὸ εἶναι ὅτι ἀμφισβητεῖται.
§215Κ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε καταργήσατε τὸ Ἐφετεῖον.
§216Α. ΜΠΟΥΚΟΥΒΑΛΑΣ. Ἀκριβῶς τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου, εἰς τὸ ὁποῖον παραπέμπει τὸ ἄρθρον 70 τοῦ Συντάγματος, ἀφορᾷ μεταξὺ τῶν ἄλλων, ὅτι αὐτός, ὁ ὁποῖος παραπέμπεται δυνάμει τελεσιδίκου βουλεύματος εἰς βαθμὸν κακουργήματος καὶ τελεῖ ἐν ὑποδικίᾳ, χάνει τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγειν καὶ κατὰ συνέπειαν καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογιμότητος, δηλ. καὶ ἐὰν εἶναι βουλευτὴς ἐκπίπτει τοῦ ἀξιώματος τοῦ βουλευτοῦ. Ὅπως δὲ πολὺ ὀρθῶς ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Μεταφορῶν, ὁ Ἄρειος Πάγος, τὸ ἀνώτατον δικαστήριον τῆς πατρίδος μας, τὸ ἀνώτατον ἀκυρωτικόν, ἀπεφάνθη ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ καὶ διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 142)1920 ἀποφάσεως, ἡ ὁποία εἶναι δημοσιευμένη εἰς τὴν Θέμιδα ΛΑʹ σελίδα 460, ὅτι ἡ διαταγὴ τοῦ Στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ περὶ παραπομπῆς εἰς δίκην ἐπέχει θέσιν παραπεμπτικοῦ βουλεύματος. Ἐπὶ τοῦ θέματος ἀνεπτύχθησαν διάφοροι θεωρίαι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ μάλιστα ἐκ μέρους τοῦ φιλτάτου, κ. Μπασιάκου. Ὁ μόνος συλλογισμὸς τοῦ κ. Μπασιάκου εἶναι ὁ ἑξῆς: Καὶ διότι καὶ διὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν Στρατοδικείων ἐπιβάλλονται ποιναὶ σοβαρώταται καὶ ποιναὶ στερητικαὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγεσθαι καὶ ἡ ἀπόφασις, ἡ ἀφορῶσα τὸν κ. Παπαδάκην, ἡ ὁποία ἐξεδόθη ἀπὸ ἀνθρώπους μὲ νομικὴν κατάρτισιν, δὲν πρέπει νὰ τὴν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν; Ἀλλὰ ἂς ἴδωμεν καὶ τοῦτο. Αἱ ἀνακρίσεις ἐγένοντο παρὰ τακτικῶν δικαστῶν. Αἱ ἀνακρίσεις αὗται ἠλέγχθησαν ὑπὸ τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς καὶ εὑρέθησαν ὅτι εἶναι ἱκαναὶ νὰ θεμελιώσουν τὴν κατηγορίαν αὐτὴν ἐναντίον τοῦ κυρίου Παπαδάκη. Ἀλλά, κ. συνάδελφοι, καὶ ὁ ἀσχολούμενος μὲ τὴν ποινικὴν ἀγωγήν, ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος, ὁ ἐνεργῶν τὰς ἀνακρίσεις, εἶναι τίποτε ἄλλο, εἰμὴ πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀρίστην νομικὴν κατάρτισιν; Εἰς τὰς Σέρρας ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος τοῦ ἐκτάκτου Στρατοδικείου εἶναι ὁ Εἰσαγγελεύς. Καὶ εἶναι ἄριστα κατηρτισμένοι νομικοί, ὅλοι τους εἶναι δικασταί, ὅσοι κατήρτισαν τὴν διαταγὴν αὐτὴν καὶ οἱ ὁποῖοι ἀπεφάνθησαν ὅτι ὁ Παπαδάκης πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ Στρατοδικεῖον. Καὶ ἀπεφάνθησαν οὕτως, διὰ νὰ δώσουν μίαν ἱκανοποίησιν εἰς τὴν κοινὴν γνώμην τοῦ Νομοῦ Σερρῶν, διότι ἐσφετερίσθη τὴν ἀμυδράν των οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν ὁ Παπαδάκης.
§217Χ. ΚΑΡΑΪΣΚΟΣ. Δὲν ἀπελογήθη ὁ κ. Παπαδάκης.
§218Α. ΜΠΟΥΚΟΥΒΑΛΑΣ. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἀπελογήθη, διότι ἂν δὲν ἀπελογεῖτο, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ παραπεμφθῇ κἄν, προσερχόμενος νὰ δικασθῇ εἰς Δράμαν δι’ ἄλλην ὑπόθεσιν, περὶ παραβάσεως τοῦ νόμου περὶ τυχηρῶν παιγνιδίων. Πέρασε ἀπὸ τὰς Σέρρας καὶ ἀπελογήθη. Τέλος, κ. συνάδελφοι, ἔχω νὰ τονίσω τοῦτο. Ὅτι ὁ Παπαδάκης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρῆται μέλος τῆς οἰκογενείας τῆς ἰδικῆς μας, μέλος τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία εἰς πανυχίδα ἠμύνθη τῆς ἀξιοπρεπείας μελῶν τοῦ Σώματος αὐτοῦ. Ὁ βουλευτὴς Παπαδάκης ἐξέπεσε καὶ διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἔχει καταδικασθῇ δι’ ἀποφάσεως τοῦ Πλημμελειοδικείου ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ.
§219Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Δὲν ἔχομεν τοιοῦτον θέμα.
§220Α. ΜΠΟΥΚΟΥΒΑΛΑΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξέλθωμεν τῆς αἰθούσης αὐτῆς καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι δεχόμεθα τὸν Παπαδάκην νὰ εἶναι συνάδελφός μας, ἀφοῦ τὸ Πλημμελειοδικεῖον τὸν κατεδίκασε καὶ τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον τὸν παρέπεμψε δι’ ὑπεξαίρεσιν εἰς βαθμὸν κακουργήματος; Εἶμαι βέβαιος καὶ πιστεύω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ταυτίσῃ τὴν γνώμην της μὲ τὴν ἄποψιν αὐτὴν καὶ θὰ δεχθῇ ὅτι ὁ Παπαδάκης εἶναι ἔκπτωτος τοῦ ἀξιώματος τοῦ βουλευτοῦ.
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μελᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§222Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κύριοι βουλευταί, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐτέθη ἕνα ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ζήτημα ἠθικῆς τάξεως, ἐπιτακτικῶς ἐπιβαλούσης νὰ μὴ παραγνωρίζωμεν τί ἀκριβῶς κρίνομεν. Κρίνομεν ἕνα ἐπαίσχυντον ἀδίκημα, διαπραχθὲν ὑπὸ ἀτυχήσαντος συναδέλφου, ὁσονδήποτε ἡρωϊκὸν καὶ ἂν ἦτο τὸ παρελθόν του καὶ τοῦ ὁποίου τὰ ἀτυχήματα ὑπῆρξαν ἀλλεπάλληλα, ὑποτροπή, συρροὴ παραπτωμάτων καὶ ἀδικημάτων. Ἐξ ὅλων τῶν ἀδικημάτων του, τὸν βαρύτατον χαρακτῆρα φέρει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνίσταται εἰς τὴν ὑπεξαίρεσιν τῶν ἱερῶν χρημάτων τὰ ὁποῖα ἀπὸ τὸ ὑστέρημα τοῦ χειμαζομένου λαοῦ τῆς ἀκριτικῆς περιοχῆς τῶν Σερρῶν εἶχε προορισθῆ δι’ ὅπλα, ἐφόδια καὶ ὑλικά, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐδημιουργεῖτο ἡ ἄμυνα τῆς περιοχῆς. Τὸ ἄρθρ. 5 τοῦ νόμου ΔΞΘʹ εἶναι τόσον σαφές, καὶ τόσον κατονομάζει εἰδικῶς τὰς περιπτώσεις εἰς τὰς ὁποίας πρόκειται περὶ ἀπειλῶν κατὰ τῆς ἀσφαλείας, ὥστε νομίζω ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀποκλίνωμεν ἀπὸ τὴν ὑπαγωγὴν τοῦ ἀδικήματος αὐτοῦ εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ. Εἶναι κατ’ ἐξοχὴν στρατιωτικῆς φύσεως ἀμέσως συνδεδεμένον μὲ τὴν ἄμυναν τῆς περιοχῆς τὸ ἀδίκημα, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπέπεσεν ὁ Παπαδάκης. Δὲν δύναμαι, ἑπομένως, νὰ ἐννοήσω κατὰ ποίαν λογικὴν ἢ νομικὴν ἀλληλουχίαν σκέψεως, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῶμεν ὅτι ὁσονδήποτε ἀληθὴς ὁ γνωστὸς καὶ στοιχειώδης κανών, ὅτι αἱ ποινικαὶ διατάξεις, ἑρμηνεύονται στενῶς ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου, προκειμένου περὶ τῆς κρινουμένης ὑποθέσεως, ὁσονδήποτε καὶ ἂν στενέψωμεν τὴν κρίσιν μας, δὲν τυγχάνει πλήρους ἐφαρμογῆς ἡ διάταξις. Καὶ ἔρχεται τὸ ὑπὸ κρίσιν θέμα, ἂν ἡ διαταγὴ τοῦ ἀσκοῦντος τὴν ποινικὴν ἀγωγήν, ἀποτελῆ ἢ δὲν ἀποτελεῖ παραπεμπτικὸν βούλευμα καὶ ἂν ἐξισοῦται, ἢ δὲν ἐξισοῦται πρὸς τὸ βούλευμα. Καὶ ἐπὶ τούτου νομίζω, ὅτι καὶ σκιὰ ἀκόμη ἀμφιβολίας ἀπὸ τῆς στενῆς βεβαίως ἀπόψεως, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ σχετικὸν ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς ἑξῆς: «Μετὰ τὸ πέρας τῆς.................... ........(ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον 98 τοῦ Στρατ. Ποιν. Νόμου)......................».
§223Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Διὰ τὰ διαρκῆ δικαστήρια, διὰ τὰ ἔκτακτα ἔχει ξεχωριστὴν διαταγήν.
§224Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δὲν ἔχει σημασίαν. Ὁ μόνος ἑρμηνευτὴς τῆς στρατιωτικῆς μας ποινικῆς νομοθεσίας Ἀνανιάδης, εἰς τὸ ἔργον του τὸ σχετικὸν περὶ στρατιωτικοῦ ποινικοῦ δικαίου λέγει εἰς τὴν σελίδα 137 εἰς τί συνίσταται τὸ βούλευμα, ἀποκαλῶν οὕτω τὴν πρᾶξιν τοῦ Στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ, τὴν διαταγὴν δηλονότι περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται ἐδῶ: «Ὁ στρατοδίκης....... (ἀναγινώσκει)......». Δὲν τὸ ὀνομάζει κἂν διαταγὴν· «τὸ βούλευμα δι’ οὗ πρῶτον διατάσσει.........(ἀναγινώσκει)......». Ἐξηγεῖ κατόπιν τὰς τρεῖς περιπτώσεις καὶ λέγει: «Ἐὰν δὲν..........(ἀναγινώσκει).......». Ἔχομεν ἐπὶ πλέον τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνεκοίνωσεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος τῶν Μεταφορῶν. Μετὰ τὰ στοιχεῖα ὅλα αὐτά, ἁπλούστατα ἀλλὰ καὶ σαφέστατα, δὲν νομίζω ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ἀπομένῃ ἀμφιβολία περὶ τῆς στενῆς νομικῆς ἐννοίας, χωρὶς νὰ παραγνωρίζωμεν τὸ ἀξίωμα περὶ τοῦ πόσον στενῶς ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου ἑρμηνεύονται οἱ ποινικοὶ νόμοι καὶ αἱ ποινικαὶ διατάξεις. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς ἠθικῆς πλευρᾶς, δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς λογικῆς κἂν πλευρᾶς, καὶ περὶ τοῦ ἐὰν Σῶμα σοβαρὸν, ὡς ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, πρέπει νὰ ἔχῃ τοὐλάχιστον κάποιαν ἀλληλουχίαν καὶ συνέπειαν εἰς τὰς σκέψεις καὶ εἰς τὰς ἐνεργείας της. Διότι ἐὰν ἐπὶ ἡμέρας ὁλοκλήρους ἀπησχολήθημεν καὶ πρόκειται —φεῦ!— ἀκόμη νὰ ἀπασχοληθῶμεν μὲ σωρείαν ἐπερωτήσεων ἐπὶ παρομοίου ζητήματος, ἀπορῶ πῶς αὐτὰ ταῦτα τὰ καταθέσαντα τοιαύτας ἐπερωτήσεις πρόσωπα, μερικὰ τῶν ὁποίων εἶναι μεταξὺ τῶν ὑπογραφομένων εἰς τὰς σχετικὰς ἐπερωτήσεις, αἱ ὁποῖαι μοὶ ἀπηυθύνθησαν ὡς ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἠμποροῦν νὰ ὑποστηρίζουν σήμερα τὴν ὑπόθεσιν Παπαδάκη. Δύο περιπτώσεις ἠθικῆς τάξεως ἀνάλογοι εἰς τὰ ἠθικὰ ἀποτελέσματά των, πῶς ἠμποροῦν νὰ κρίνωνται κατὰ ἐντελῶς ἀνόμοιον τρόπον; Ἀλλὰ καθ’ ἣν ὥραν τὸ Σῶμα ἐπὶ ἡμέρας ἐπιδίδεται καὶ θὰ ἀποδοθῇ ἀκόμη κατὰ συνέχειαν εἰς θέματα ἠθικῆς τάξεως, πῶς εἶναι δυνατόν, λέγω, νὰ ἀποδείξῃ διὰ τῆς στάσεως καὶ τῆς κρίσεώς του, ὅτι τόσον ὀλίγην συνέπειαν καὶ ἀλληλουχίαν ἔχει εἰς τὰς σκέψεις καὶ τὰς ἐνεργείας του τὸ Σῶμα ὁλόκληρον, εἰς ἐνεργείας ἰδίως καθαπτομένας θέματος σοβαρωτάτης ἠθικῆς τάξεως ἐν ὥρᾳ ἀγῶνος, ὥστε σήμερον νὰ διατεθῇ ἄλλως ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ἑνὸς προσώπου, ἐπαναλαμβάνω, τὸ ὁποῖον μετὰ συρροῆς διέπραξε βδελυρὰς καὶ αἰσχρὰς τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ δικαίου παραβάσεις.
§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐξαντληθέντων τῶν ρητόρων, κηρύσσομεν περαιωμένην τὴν συζήτησιν. Ἐπειδὴ κατὰ τὸ ἄρθρον 73 τοῦ Συντάγματος ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων διεξάγεται μυστικῶς καὶ ἐπειδὴ συγχρόνως διαπιστῶ ἔλλειψιν ἀπαρτίας, λύομεν τὴν συνεδρίασιν δι’ αὔριον εἰς τὰς 6 μ.μ. Ἀμέσως μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως θὰ ἔχωμεν ψηφοφορίαν.