1948.08.04~117
881 rows ·
6,487 words ·
65 turns
Date shared with another sitting, so the citation carries #117.
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 117η
Τετάρτη 4 Αὐγούστου 1948
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 11.40′ π.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα.
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
Συνέχισις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Συντάγματος. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Π. Παπαληγούρας.
§2Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 ἀφορᾷ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Πρὸς τὸ δικαίωμα τοῦτο εἶναι συνηρτημένον, ὄχι ἀπὸ ἀπόψεως τυπικῆς, ἀλλ’ ἀπὸ ἀπόψεως οὐσιαστικῆς τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας. Καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν νομίζω, ὅτι συζητουμένου τοῦ ἄρθρου 11, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ συζητηθῇ καὶ ὅ,τι ἔχομεν νὰ εἴπωμεν περὶ τῆς ἀπεργίας. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι......)
§3Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Περὶ τῆς ἀπεργίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ὁμιλεῖτε, ἢ γενικῶς;
§4Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Γενικῶς. Διότι ὁ συνεταιρισμός, δηλαδὴ ἡ συνδικαλιστικὴ ὀργάνωσις ἀποτελεῖ τὴν οὐσιαστικὴν καὶ κοινωνιολογικὴν προϋπόθεσιν τῆς ἀπεργίας. Διότι διὰ νὰ γίνῃ ἡ ἀπεργία χρειάζεται νὰ προϋπάρχῃ κἄποια ὀργάνωσις τῶν ἐργαζομένων, ἡ ὁποία θὰ κάμῃ τὴν ἀπεργίαν. Βεβαίως αὐτὸ δὲν εἶναι ἀπόλυτον, εἶναι ὅμως τὸ συνήθως συμβαῖνον καὶ μάλιστα εἰς τὴν σημερινὴν ἐποχήν, εἶναι, ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ εἴπῃ, τὸ πάντοτε συμβαῖνον. Ἑπομένως συζητουμένου τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι, πρέπει νὰ συζητηθῇ καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας, ἀδιάφορον ἐὰν καταλήξῃ εἰς τὸ τέλος ἡ Συνέλευσις εἰς τὸ νὰ χωρίσῃ, νὰ ὑποδιαιρέσῃ τὸ ἄρθρον 11 εἰς 2 ἄρθρα, εἰς ἕνα τὸ ὁποῖον γενικῶς νὰ ὁμιλῇ περὶ τοῦ συνεταιρίζεσθαι καὶ εἰς ἕνα τὸ ὁποῖον εἰδικῶς νὰ ρυθμίζῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας. Μὴ ὑπάρχοντος ὅμως ἄλλου ἄρθρου εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, εἶναι προφανές, ὅτι πρέπει νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῆς ἀπεργίας καὶ νομίζω, ὅτι ὀρθῶς ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ ἐχάραξεν ἐπ’ αὐτοῦ μίαν ὁδὸν νέαν.
§5Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν προστεθῇ ἄρθρον περὶ τῆς ἐργασίας, ὅπως προβλέπεται ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς Ἐπιτροπῆς, νομίζετε ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ μνεία διὰ τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας;
§6Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Ὄχι διότι νομίζω, ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἐὰν τεθῇ θὰ ἔχῃ κατευθυντήριον ἀποστολήν, δὲν θὰ ἀποτελῇ κανόνα δικαίου θετικόν, ἐνῷ τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας θὰ πρέπει νὰ ρυθμισθῇ ὄχι διὰ κατευθυντηρίου τινὸς διατάξεως, ἀλλὰ διὰ διατάξεως, ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ αὐστηρῶς τὴν ἔννοιαν κανόνος δικαίου καὶ ἑπομένως θὰ πρέπει νὰ εἶναι συνηρτημένη μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον. Δὲν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν νὰ τεθῇ καὶ ἐκεῖ, ἀλλ’ ἐπειδὴ συζητοῦμεν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 νομίζω, ὅτι ἐκεῖ πρέπει νὰ μπῇ.
§7Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Διότι ἐκεῖ εἶναι πλέον συναφές, ἐπειδὴ γίνεται μνεία περὶ τῆς οἰκονομικῆς δραστηριότητος.
§8Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἄρθρον εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911.
§9Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Βάσει αὐτῶν τῶν κριτηρίων ὑποδιαιρέσεως εἰς Κεφάλαια, ἴσως εἶναι οὕτω. Ἀλλὰ πάντως δὲν θὰ ἠμποροῦσε νὰ γίνῃ συζήτησις περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι, χωρὶς νὰ συζητήσωμεν περὶ ἀπεργίας, διότι ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ὁ κίνδυνος τῆς ἀπεργίας καὶ ὁ κίνδυνος διαταράξεως τῆς δημοσίας τάξεως, δὲν θὰ ὑπάρχῃ λόγος νὰ συζητήσωμεν περὶ τοῦ ἄρθρου 11.
§10Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ ἄρθρον 22 τοῦ σχεδίου εἶναι καλόν, ὡς μία παράγραφος ἄρθρου ἐφημερίδος.
§11Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Ἄς μὴ τὸ συζητήσωμεν τὸ ἄρθρον 22 τοῦ σχεδίου. Κύριοι, εἰς τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπὴν συνεζητήθη ἡ θεμελίωσις τοῦ λεγομένου δικαιώματος τῆς ἐργασίας, καὶ ἐξετέθησαν ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς 2 ἀπόψεις. Κατὰ τὴν πρώτην ἄποψιν, ἡ ἐργασία ἀποτελεῖ κυρίως καὶ μόνον δικαίωμα. Κατὰ τὴν 2αν ἄποψιν, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ συμμερίζομαι, ἡ ἐργασία δὲν ἀποτελεῖ μόνον δικαίωμα, ἀλλὰ συνιστᾷ καὶ ὑποχρέωσιν. Δηλαδή, ἡ ὄψις τοῦ δικαιώματος τῆς ἐργασίας, εἶναι διπλῆ καὶ νομίζω ὅτι χαρακτηρίζεται ἀπὸ 2 βασικὰς παρατηρήσεις, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ μία δὲν θὰ φανῇ, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα εὐάρεστος εἰς ἐκείνους ἐξ ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν κοινὴν φρασεολογίαν λέγονται δεξιοί, καὶ ἡ ἄλλη ὅμως δὲν θὰ φανῇ εὐάρεστος εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὴν κοινὴν ἐπίσης φρασεολογίαν, καυχῶνται ὅτι ἀριστερίζουν. Ὑποχρέωσις σημαίνει ὅτι βεβαίως μὲν οἱ ἐργαζόμενοι δικαιοῦνται νὰ εἶναι μέλη τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου καὶ νὰ ἀπολαμβάνουν τῆς προστασίας τῆς πολιτείας, ἀλλὰ σημαίνει καὶ κἄτι τι ἄλλο, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ παριστᾷ κανείς, ὅπως δυστυχῶς συμβαίνει εἰς ἡμᾶς τὸν τελευταῖον καιρόν, τὸν κατ’ ἐπάγγελμα ἄνεργον καὶ κατήντησε τοιουτοτρόπως, διὰ τῶν διαφόρων ταμείων ἀνεργίας, καὶ τῶν συναφῶν ὀργανισμῶν ἡ ἀνεργία εἰς πολλὰς περιπτώσεις εἰς τὴν χώραν μας, ἐπάγγελμα. Καὶ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο, καὶ ἡ κατάστασις τοῦ εἰσοδηματίου, καὶ ἡ κατάστασις τοῦ εἰδικοῦ ἀνέργου εἰσοδηματίου, ἀντίκεινται καὶ αἱ 2 εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐργασίας τὸ ὁποῖον θεμελιοῦται ἐπὶ μιᾶς ἀντιστοίχου ὑποχρεώσεως. Σήμερον ἐπιβάλλεται νομίζω, ἡ θεμελίωσις τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπεργίας νὰ μὴ στηρίζεται ἐπὶ τοῦ ἀξιώματος, ὅτι ἔτσι θέλω καὶ δὲν ἐργάζομαι, διότι ὑπεστηρίχθη καὶ τοῦτο εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπήν, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας θεμελιοῦται ἐπὶ τοῦ ὅτι, πᾶς τις ἔχει δικαίωμα ὅποτε θέλει νὰ ἐργάζεται καὶ ὅποτε θέλει νὰ ἀπέχῃ τῆς ἐργασίας. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ ἔννοια τῆς ἀπεργίας καὶ ἐὰν αὐτὴ ἦτο, δὲν θὰ ἐπροστατεύετο βεβαίως ὑπὸ τοῦ Συντάγματος. Ἡ ἀπεργία ἔχει ἔννοιαν μόνον ὅταν καὶ ἐφ’ ὅσον δι’ αὐτῆς ἐπιδιώκεται ἡ βελτίωσις τῶν ὅρων τῆς ἐργασίας καὶ κατ’ οὐσίαν ἡ προαγωγὴ τῆς ἐργασίας. Καὶ μόνον τότε ἡ ἀπεργία εἶναι θεσμὸς ἄξιος προστασίας Συνταγματικῆς. Ἀπεργία διαφορετικά, δὲν θὰ ἦτο δυνατή, οὔτε ἠθική, οὔτε νόμιμος. Θὰ μοῦ εἴπητε τί νόημα ἔχουν ὅλαι αὐταὶ αἱ θεωρητικαὶ διακρίσεις καὶ διαπιστώσεις. Ἔχουν νόημα. Νομίζω, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν θὰ ἴδωμεν ποίους περιορισμοὺς ἐνδεχομένως ἠθικοὺς καὶ πολιτικοὺς θὰ θέσωμεν εἰς τὴν ἀπεργίαν. Διότι ἔχομεν φθάσει, κύριοι, εἰς μίαν ἱστορικὴν καμπὴν κρίσιμον, ὅπως πολλάκις ἀνεπτύχθη ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ καὶ αἱ κλασσικαὶ διατάξεις περὶ οἰκονομικῶν ἐλευθεριῶν ὑπόκεινται εἰς τὴν ἐπικαιρότητα αὐτὴν τῶν ἡμερῶν μας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀνάγκη νὰ ὁμολογήσωμεν.... (δὲν ἠκούσθη) ... διὰ νὰ ἴδωμεν πότε καὶ πῶς ἔχομεν δικαίωμα νὰ περιστέλλωμεν τὴν ἀρχὴν καὶ τὸ ἀξίωμα, ὅτι κατ’ ἀρχὴν ἐπιτρέπεται ἡ ἀπεργία, νομίζω ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα νὰ φωτισθῶμεν, ἐὰν πάρωμεν ἓν παράδειγμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὅλοι θὰ εἴμεθα σύμφωνοι. Τὸ παράδειγμα εἶναι ὁ στρατός, ὁ ὁποῖος κατὰ γενικὸν ἀξίωμα δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπεργῇ καὶ δὲν ἀπεργεῖ. Εἶναι μόνιμοι ἀξιωματικοὶ καὶ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν εἶναι διατεθειμένος νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ ἀπεργήσουν. Ἐγὼ θὰ προχωρήσω πολὺ περισσότερον ἀλλὰ θέλω νὰ ξεκινήσω ἀπὸ μίαν ἀρχὴν ἐπὶ τῆς ὁποίας εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι καὶ νὰ ἴδωμεν διατὶ εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι, καὶ νὰ ἴδωμεν διατὶ ἡ κατάστασις αὐτὴ ἐπαναλαμβάνεται καὶ εἰς ἄλλας περιπτώσεις ὁμοίας καὶ ἀναλόγους. Διὰ ποῖον λόγον, κύριοι, ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἀπεργῇ ὁ στρατός, καὶ συγκεκριμένως οἱ μόνιμοι ἀξιωματικοί, διότι αὐτοὶ δύνανται νὰ παρομοιασθοῦν πρὸς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Νομίζω, 1ον ὅτι πρῶτος λόγος εἶναι ὁ ἠθικὸς καὶ συνίσταται εἰς τοῦτο, ὅτι ὁ στρατὸς δὲν ἀποτελεῖ βεβαίως μίαν ἰδιωτικήν, ἀλλὰ μίαν ἐθνικὴν ἐπιχείρησιν καὶ ὅτι οὐδεὶς ἐκμεταλλεύεται τὸν κόπον καὶ τὸν μόχθον καὶ τὸ αἷμα τῶν ἀξιωματικῶν εἰ μὴ μόνον τὸ Ἔθνος ἐν τῷ συνόλῳ του. Δεύτερος λόγος ἠθικὸς εἶναι ἡ καθολικότης τῆς πρὸς στράτευσιν ὑποχρεώσεως. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἕνας τρίτος λόγος πολιτικός, ὁ ὁποῖος μᾶς ὑποχρεώνει, ἀνεξαρτήτως τῶν ἠθικῶν αὐτῶν λόγων, νὰ ἀπαγορεύσωμεν ὁπωσδήποτε τὴν ἀπεργίαν εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς ὑπαλλήλους. Καὶ ὁ λόγος αὐτὸς εἶναι ἁπλούστατος, ὅτι ὁ στρατὸς ἐπειδὴ εἶναι ἔνοπλος ἐξουσία, ἔχει μίαν ὑπερβάλλουσαν δύναμιν καὶ θὰ ἠδύνατο ἐὰν τοῦ χορηγήσωμεν τοιοῦτον δικαίωμα, νὰ ὑποκαταστήσῃ αὐτὸς τὸν κυρίαρχον λαὸν εἰς τὴν ἐνάσκηνσιν τῶν ἐξουσιῶν εὐκόλως. Νὰ ἴδωμεν τώρα τὰ ἄλλα τὰ ὁποῖα συμβαίνουν προκειμένου περὶ δημοσίων ὑπαλλήλων. 1ον πρέπει νὰ μνημονευθῇ ὅτι κατ’ ἀρχὴν καὶ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἐργάζονται, κοπιάζουν, ἀμείβονται κακῶς συνήθως, ἀλλὰ ὄχι ἐκμεταλλευόμενοι παρὰ τοῦ Α ἢ Β ἰδιώτου, ἀλλὰ προσφέροντες τὰς ὑπηρεσίας των εἰς τὸ ἐθνικὸν σύνολον καὶ κατὰ τοῦτο ἡ ἰδιότης τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου ταυτίζεται μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ ἀξιωματικοῦ. Ἀπ’ ἀπόψεως ἠθικῆς παραδέχομαι ὅμως τοῦτο, ὅτι ἡ σχέσις ἡ δημοσιοϋπαλληλικὴ δύναται νὰ καταλήξῃ εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις εἰς τὸ νὰ καταστήσῃ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, μολονότι ἐργαζομένους ὑπὲρ τοῦ συνόλου καὶ μολονότι ἡ ἐργασία των δὲν γίνεται ἀντικείμενον εἰδικῆς ἐκμεταλλεύσεως ἀπὸ τὸν Α ἢ Β ἰδιώτην, δύναται νὰ τοὺς καταστήσῃ δούλους τοῦ συνόλου. Δηλαδή, ἐὰν εἶναι ἡ ἀμοιβή των τόσον μικρὰ ὥστε αὐτοὶ ἐξυπηρετοῦν μὲν τὸ σύνολον, ἀλλὰ τὸ ἐξυπηρετοῦν ἀντὶ τόσον εὐτελοῦς τιμῆς, ὥστε νὰ περιέλθουν εἰς κατάστασιν οὐσιαστικήν, ἔναντι τοῦ συνόλου, δουλείας. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν νομίζω, ὅτι ἡ ἄποψις ἡ ἐπικρατήσασα τότε εἶναι ἡ ὀρθοτέρα. Θὰ πρέπει εἰς τὴν συγκεκριμένην ἑκάστοτε περίπτωσιν ὁ συντεταγμένος νομοθέτης νὰ ἀποφαίνεται ἐὰν ἡ ἀπεργία τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἔχῃ ἢ δὲν ἔχῃ μορφὴν τοιαύτην, ὥστε νὰ πρέπει νὰ ἀπαγορευθῇ.
§12Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπεκράτησε τοιαύτη ἄποψις εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν.
§13Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Τοιαύτη ἀκριβῶς ἐπεκράτησε. Τὸ κείμενον τοῦ σχεδίου, δὲν ἀνέγραψε διάταξιν περὶ ἀπεργίας, διότι ἀνέγραψεν ἀνάλογον διάταξιν περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι καὶ ἐθέσαμεν ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ συντεταγμένου νομοθέτου, νὰ παράσχῃ ἢ ὄχι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι καὶ κατὰ μείζονα λόγον παρέχει εἰς τὸν συντεταγμένον νομοθέτην τὸ δικαίωμα νὰ ρυθμίζῃ διὰ νόμου τὰ τῆς ἀπεργίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων δυναμένου πάντοτε τοῦ νομοθέτου νὰ φθάσῃ καὶ μέχρι πλήρους ἀπαγορεύσεως τῆς ἀπεργίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων διὰ νόμου.
§14Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ ὡμίλησε περὶ ἀπεργίας;
§15Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Μάλιστα, κύριε συνάδελφε, καὶ διὰ μακρῶν.
§16Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι.
§17Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Ὑπάρχουν τόμοι ὁλόκληροι, ἀλλὰ μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι ἐθεωρήθη περιττὴ ἡ ἀναγραφὴ περὶ δικαιώματος τῆς ἀπεργίας καὶ ἀνεγράφη μόνον ὅτι: «Διὰ νόμου... «........... (ἀναγινώσκει)...............».
§18Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐσκέφθη ὅτι ἡ λέξις «ἀπεργία» δὲν ἔχει θέσιν ἐν τῷ Συντάγματι.
§19Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἔχει καταλήξει, ἀπὸ ἀπόψεως οὐσιαστικῆς, ἡ Ἐπιτροπὴ κατόπιν τῆς ἀναγνώσεως τῆς παραγράφου, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέγνωσα, καὶ νομίζω, ὅτι τώρα ἀντιμετωπίζομεν τὸ θέμα οὐσίας καὶ ὄχι θέμα τύπου, καὶ φρονῶ ὅτι, εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν, πρέπει νὰ ἀφήσωμεν τὸν συντεταγμένον νομοθέτην νὰ ἀποφαίνεται ἐὰν πρέπει νὰ χορηγῇ καὶ ἐὰν δύναται ἀκινδύνως νὰ χορηγῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Δέν πρέπει νὰ προδικάσωμεν τὸ θέμα. Ἐγένοντο παρεμπιπτόντως εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, καὶ ἄλλαι ἀξιόλογοι εἰσηγήσεις καὶ δὴ μία ἐκ μέρους τοῦ κ. Στεφανοπούλου. Ὁ κ. Στεφανόπουλος εἶπεν ὅτι θὰ πρέπει εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν νὰ ἐξετάζεται, ἐὰν συγκεκριμένη τις ἀπεργία τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἢ τῶν ὑπαλλήλων τῶν ὀργανισμῶν δημοσίου δικαίου ἢ τῶν κοινωφελῶν ἐπιχειρήσεων, ἐὰν ἔχῃ αἴτια οἰκονομικὰ ὁπότε θὰ πρέπει νὰ ἐπιτρέπεται, ἢ ἐὰν ἔχῃ αἴτια πολιτικὰ ὁπότε, βεβαίως, δὲν θὰ πρέπει νὰ προστατεύεται. Ἐγώ, προσωπικῶς, ἀντιτίθεμαι κατὰ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς.
§20Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον ὅτι ἀποδέχομαι τοὺς ὑπαλλήλους ἐπιχειρήσεων κοινῆς ὠφελείας. Ἡ πρότασίς μου εἶναι πλήρης ἀπαγόρευσις.
§21Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Ἐπ’ αὐτῆς τῆς προτάσεως, ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο ἐνδεχομένως νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ δημοσίων ὑπαλλήλων, ἔχω ἀντίρρησιν ὅτι, τὸ κριτήριον εἶναι θεωρητικόν. Ὁ κ. Στεφανόπουλος, ἢ ἄλλος τις συνάδελφος, τότε εἶχε προτείνει τὴν σύστασιν εἰδικῆς τινος Ἐπιτροπῆς, κατ’ οὐσίαν ἐχούσης δικαστικὴν δικαιοδοσίαν, ἡ ὁποία νὰ ἀποφαίνεται εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν, ἐὰν ἡ ἀπεργία ἔχῃ αἴτια πολιτικά. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου κρίσις εἶναι πάντοτε κρίσις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ προέρχεται ἀπὸ ἕνα Σῶμα πολιτικόν, τὸ ὁποῖον ἀναλαμβάνει καὶ τὰς εὐθύνας καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προέλθῃ ἀπὸ Σῶμα δικαστικόν, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ ἀποφανθῇ μόνον ἐπὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἐπιδέχονται μόνον ἀντικειμενικὴν τοποθέτησιν καὶ διακρίβωσιν. Ἐνῷ θὰ ἐπεθύμουν νὰ συμφωνήσω μὲ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Στεφανοπούλου, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ὑπαλλήλους κοινωφελῶν ἐπιχειρήσεων, δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ συμφωνήσω, διότι δὲν εὗρεν οὔτε ὁ κ. εἰσηγητὴς πρακτικὴν πρότασιν, δυναμένην εὐχερῶς νὰ ἐφαρμοσθῇ. Καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει οὔτε νὰ ἐπιτρέψωμεν οὔτε νὰ ἀπαγορεύσωμεν ἐν τῷ Συντάγματι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι καὶ τὴν ἀπεργίαν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἀλλὰ νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν ρύθμισιν τοῦ θέματος, ἑκάστοτε εἰς τὸν συντεταγμένον νομοθέτην, ὁ ὁποῖος ἀναλόγως τῶν συνθηκῶν θὰ ἔχῃ τὴν σωφροσύνην, τὴν ὁποίαν λέγομεν, ὅτι ἔχομεν ἡμεῖς καὶ θὰ ἀποφασίσῃ. Διατρέχομεν μίαν μεταβατικὴν περίοδον, περίοδον, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ οἰκονομικά μας εἶναι τόσον περίπλοκα, ὥστε ἴσως ... (δὲν ἠκούσθη)..... σήμερον νὰ ἀπαγορευθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας διὰ λόγους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι σκόπιμον νὰ τεθοῦν εἰς τὸ Σύνταγμα. Δι’ αὐτό, νομίζω, ὅτι θὰ πρέπει νὰ δείξωμεν καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο περισσοτέραν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν συντεταγμένον νομοθέτην καὶ νὰ τὸν ἀφήσωμεν ἐλεύθερον, ὅπως προβλέπει τὸ ἄρθρον 6 τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ κανονίσῃ αὐτός, κατὰ τὰς ἑκάστοτε περιστάσεις τὸ θέμα. Τελευτῶν, κύριοι, θέλω νὰ κάμω μίαν γενικὴν παρατήρησιν: Νομίζω, ὅτι, γενικώτερον, τὸ Σύνταγμα θὰ πρέπει νὰ ἀφήσῃ μεγάλο περιθώριον εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τοῦ συντεταγμένου νομοθέτου καὶ δὲν θὰ πρέπει νὰ νομίζωμεν ἡμεῖς, ὅτι, ἐξ ὁρισμοῦ, καί, τρόπον τινά, Θείᾳ χάριτι, ἐπειδὴ εἴμεθα Ἀναθεωρητικὴ Συνέλευσις, ντὲ φάκτο, ἔχομεν σωφροσύνην μεγαλυτέραν ἀπὸ τοὺς μέλλοντας νὰ συνέλθουν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι νομοθέται συντεταγμένοι. Δι’ αὐτό, νομίζω, ὅτι θὰ εἶναι ἀνάγκη ἐξ ὁρισμοῦ θέματα, τὰ ὁποῖα δὲν δυνάμεθα νὰ προεξοφλήσωμεν ἀπὸ τώρα, νὰ τὰ μεταβιβάσωμεν εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν ἐξουσίαν τοῦ συντεταγμένου νομοθέτου. Τοιοῦτον θέμα εἶναι καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας. (Χειροκροτήματα).
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Καλλίας ἔχει τὸν λόγον.
§23Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐπειδὴ τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἔχει πολλὰ προβλήματα καὶ ἐπειδὴ ὑπάρχει καὶ εἰδικὸν ἄρθρον, τὸ ἄρθρον 22, τὸ ὁποῖον προβλέπει «περὶ ἐργασίας», δὲν θὰ συζητήσω τὸ γενικὸν ζήτημα, τῆς ἀπεργίας διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἐπαρκὴς χρόνος νὰ συζητηθῇ συζητουμένου τοῦ εἰδικοῦ ἐκείνου ἄρθρου.
§24Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 22 εἶναι τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον δὲν συζητεῖται, διότι ἔχομεν ὡς βάσιν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911.
§25Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ἔχομεν ὡς βάσιν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, ἀλλ’ ὑπάρχει ἀπόφασις νὰ συζητοῦνται καὶ ὅλαι αἱ συναφεῖς προτάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς.
§26Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Δι’ ὅσα θέματα δὲν περιλαμβάνονται εἰς τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911...
§27Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Θὰ ἤθελα νὰ συζητηθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, αὐτοτελῶς καὶ ὄχι ἐν συσχετισμῷ πρὸς τὴν ἀπεργίαν, ἡ ὁποία εἶναι ἐκείνη ποὺ μᾶς κάμνει πολλὲς φορὲς νὰ ἀρνούμεθα τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ὁ φόβος δηλαδή, τῆς ἀπεργίας ὡς ἀναγκαίας συνεπείας τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Ἔρχομαι, λοιπόν, κύριοι, εἰς τὸ ἄρθρον 11. Ἡ πρώτη παράγραφος, ὅτι: «Οἱ Ἕλληνες ἔχουν τὸ δικαίωμα..... .............. (ἀναγινώσκει).........». Εἶναι ἡ ἰδία εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, εἰς τὸ 1927 καὶ εἰς τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς. Νομίζω, ὅτι, εἶναι ἀρίστη καὶ δὲν χρειάζεται τίποτε περισσότερον. Ὁμοίως καὶ ἡ δευτέρα παράγραφος: «Συνεταιρισμός τις δὲν δύναται νὰ διαλυθῇ ἕνεκα παραβάσεως τῶν διατάξεων τῶν νόμων, εἰ μὴ διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως», εἶναι ἡ ἰδία εἰς ὅλα τὰ Συντάγματα. Ποῖον εἶναι, λοιπόν, τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀνακύψει; Τὸ ἐὰν θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ ὑπάρχῃ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, συνδυαζόμενον μὲ τὸ δικαίωμα αὐτῶν νὰ ἀπεργοῦν. Καίτοι πολλάκις παρετηρήθησαν ἀπεργίαι δημοσίων ὑπαλλήλων, αἱ ὁποῖαι ὑπεβοηθήθησαν ἀπὸ τὰς ὀργανώσεις των, τοὐλάχιστον κατ’ ἐπιφάνειαν θὰ ἤθελον νὰ διαχωρισθοῦν αἱ δύο ἔννοιαι, διότι κανονικῶς δὲν εἶναι συνδεδεμέναι ἀναγκαίως, ἡ ἔννοια τῆς ἀπεργίας καὶ ἡ ἔννοια τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ὡς πρὸς τὴν ἀπεργίαν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἐγὼ εἶμαι ἀντίθετος, διότι πιστεύω, ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἔχουν, βέβαια, ἰδιαίτερα συμφέροντα ὡς ἄτομα, τὰ ὁποῖα διεκδικοῦν, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως ἔχουν καὶ τὴν ἰδιάζουσαν ἐκείνην θέσιν πρὸς τὸ Κράτος, ἡ ὁποία δὲν ἐπιτρέπει τὸν ἐξαναγκασμόν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ἡ ἀπεργία. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ κἄτι ἄλλο: Δύναμαι νὰ δεχθῶ—ἤ, μᾶλλον, ὀφείλω νὰ δεχθῶ —ὅτι τὸ Κράτος ἀμελεῖ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών του ἀπέναντι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ, ὅτι τὸ Κράτος εἶναι κακόβουλον, ὅτι ἔχει κακὰς προθέσεις καὶ ὅτι, ἑπομένως, μόνος τρόπος ἀπομένει ὁ ἐξαναγκασμὸς τοῦ διὰ τῆς ἀπεργίας ὑπὸ ἐκείνων ἀκριβῶς, οἱ ὁποῖοι ἐκφράζουν τὴν Κρατικὴν ἐξουσίαν. Ἑπομένως, ὡς πρὸς τὴν ἀπεργίαν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, δὲν νομίζω ὅτι δικαιολογεῖται αὕτη. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι ἔχω διάφορον ἀντίληψιν, ἀκόμη καὶ προκειμένου περὶ τῶν ἐπαγγελματικῶν συνεταιρισμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπιδιώκουν βελτίωσιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῶν ὑπαλλήλων, καὶ ὄχι μόνον προκειμένου περὶ συνεταιρισμῶν καλλιτεχνικῶν ἢ προμηθευτικῶν ἢ μορφωτικῶν ἢ ἄλλων.
§28Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπατε ὅτι δὲν ἀντιτίθεσθε εἰς τοὺς ἐπαγγελματικοὺς Συνεταιρισμοὺς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, τοὺς συνιστωμένους ἐπὶ σκοπῷ νὰ ἐπιδιώξουν βελτίωσιν τῆς ἀθλίας οἰκονομικῆς των καταστάσεως. Τοῦτο προϋποθέτει παράγοντα, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξαρτᾶται ἡ βελτίωσις τῆς οἰκονομικῆς των καταστάσεως καὶ ἐναντίον τοῦ ὁποίου στρέφονται. Αὐτὸ προϋποθέτει ὁ ἐπαγγελματικὸς Συνεταιρισμός. Ὁ παράγων αὐτὸς εἶναι τὸ Κράτος. Καὶ ἐρωτᾶται: Ἐπιτρέπεται οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι νὰ ὀργανώνωνται συνδικαλιστικῶς;
§29Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Εἰς αὐτὸ ἀπαντῶ.
§30Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπατε ὅτι δὲν διαφωνεῖτε ποσῶς μὲ τὸ δικαίωμα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων νὰ συνεταιρίζωνται ἐπαγγελματικῶς. Καὶ σᾶς λέγω......
§31Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Προκειμένου, κ. συνάδελφε, νὰ συζητήσωμεν τὸ εὐπαθὲς τοῦτο θέμα, θὰ ἤθελον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ἑξῆς γεγονός: Δὲν πρόκειται διὰ πρώτην φορὰν νὰ δώσωμεν ἢ νὰ μὴ δώσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, διότι τότε θὰ ἦτο εὐκολώτατον νὰ σκεφθῶμεν, ὅτι δὲν τὸ δίδομεν, ἀλλὰ πρόκειται νὰ καταργήσωμεν δικαίωμα ὑπάρχον ἐκ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911.
§32Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι. Ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ὅτι δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον δικαίωμα. Ἀγνοεῖτε τὸν νόμον.
§33Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Διατὶ κόπτεσθε δι’ αὐτὸν τὸν νόμον, ἐνῶ ἔχετε τὴν πεῖραν 37 ἐτῶν;
§34Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δέν ὑπάρχει δικαίωμα ἐκ τοῦ Συντάγματος.
§35Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Πρῶτον, ὑπάρχει γνώμη σοβαρώτατα ὑποστηριζομένη, ἡ ὁποία στηρίζεται καὶ εἰς ἀπόφασιν τῆς ὁλομελείας τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Διοικητικῶν Κωδίκων, ὅτι τὸ δικαίωμα αὐτὸ εἶναι συνταγματικόν.
§36Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι.
§37Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Μά, ἀφήσατε, κ. συνάδελφε. Δὲν ἔχει τόσην σημασίαν ἐὰν τὸ Σύνταγμα περιέχῃ τὴν διάταξιν, ὅσην ἔχει τὸ γεγονὸς, ὅτι ὑπάρχει ἡ πρᾶξις 37 ἐτῶν, κατὰ τὰ ὁποῖα ὑπάρχει ἡ συνδικαλιστικὴ ὀργάνωσις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων.
§38Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐκ τοῦ νόμου. Τὸν νόμον τὸν ἔχω κάμει ἐγὼ καὶ τὸν ἐξεύρω.
§39Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Λοιπόν, θὰ παρεκάλουν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ γεγονὸς τοῦτο καί, ἀκόμη, ὅτι, ἐὰν πρόκειται νὰ γίνῃ ἀφαίρεσις ἑνὸς κεκτημένου δικαιώματος, γίνεται εἰς μίαν ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι λαμβάνουν μισθοὺς πείνης, καὶ γίνεται μετὰ τὴν κατοχικὴν περίοδον, κατὰ τὴν ὁποίαν γνωστὴ εἶναι ἡ τραγῳδία τοῦ δημοσιοϋπαλληλικοῦ κόσμου. Ἕνα, λοιπόν, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἀφηρέθη καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς ὁμαλῆς ζωῆς τῆς Χώρας καὶ εἰς μίαν ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν δέν εὑρίσκοντο, βέβαια, οἱ ὑπάλληλοι εἰς ἀρίστην οἰκονομικὴν κατάστασιν ἀλλὰ δὲν ἐπείνων, νομίζω, κ.κ. βουλευταί, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφαιρεθῇ εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν τόση χειροτέρευσις ὑπάρχει τῆς θέσεώς των. Τὸ πρῶτον ἐπιχείρημα εἶναι τοῦτο. Ὑπάρχει καὶ δεύτερον. Ἡ ἀναγνώρισις τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι χωρὶς σύγχρονον ἀναγνώρισιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπεργίας...
§40Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὑπὸ τοῦ νόμου ὄχι τοῦ Συντάγματος.
§41Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ καταστήσῃ τὸν Δημοσιοϋπαλληλικὸν κόσμον περισσότερον καθοδηγούμενον ὑπὸ τῶν ὑπαλλήλων, ὑπὸ τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων, ὑπὸ τῶν ἐκπροσώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πολλὲς φορὲς ἀσκοῦν ἐπιρροὴν συγκρατήσεως, ὄχι πάντοτε ἐξωθήσεως πρὸς ἀπεργίαν ἢ ἄλλα μέτρα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ὀρθά. Τὸ δεύτερον, λοιπόν, ἐπιχείρημα εἶναι ὅτι, ἐκ τῆς ἀναγνωρίσεως αὐτῆς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ καὶ ἡ καθοδηγητικὴ ἐπιρροὴ τῶν ὀργάνων τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων. Ὁ τρίτος λόγος εἶναι ὁ ἀντίστροφος αὐτοῦ, ὅτι εἰς ὅλας τὰς περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας ἀπαγορεύεται μία ὀργάνωσις ἐπικρατοῦν καὶ ἀποκτοῦν δημοσιότητα ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μὲ κάθε τρόπον ἐπιδιώκουν βελτίωσιν τῆς θέσεώς των, δηλαδή, τὰ ζωηρὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἰδιαιτέρως ἐπικίνδυνα, ὁπότε ὅ,τι θὰ ἐγίνετο ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τοῦ Κράτους, φανερά, θὰ γίνεται μυστικῶς. Ἡ πρᾶξις ἡ πρόσφατος ἀπέδειξεν, ὅτι εἰς τὴν σημερινὴν ἐποχήν, καίτοι διὰ ψηφίσματος εἶχεν ἀπαγορευθῆ ἡ ἀπεργία, ἐν τούτοις ἔγινε, καὶ μάλιστα ἰσχύοντος καὶ Στρατιωτικοῦ Νόμου, καὶ νομίζω, ὅτι θὰ ἔπρεπε τοῦτο νὰ μᾶς κάμῃ νὰ ἴδωμεν κατὰ ποῖον τρόπον, δίδοντες τὸ ἕν, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφαιρέσωμεν τὸ ἄλλο. Δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ μᾶς κάμῃ νὰ σκεφθῶμεν, ὡς ἐὰν δὲν συνέβαινε τίποτε, πῶς εἶναι δυνατὸν τὰ πράγματα νὰ πᾶνε ὁμαλώτερα, ἐὰν ἀφαιρέσωμεν πᾶν ὅ,τι μᾶς κινεῖ τὴν ὑποψίαν, πᾶν ὅ,τι εἶναι δυνατὸν νὰ παράσχῃ πράγματα εἰς τὴν ὁμαλὴν ζωὴν τοῦ Κράτους; Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, κύριοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι μὲ ἔκαμαν νὰ πιστεύω, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι πρέπει νὰ ἀναγνωρισθῇ καὶ εἰς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι κατ’ ἀνάγκην ὁ ἐπαγγελματικὸς συνεταιρισμὸς ὁδηγεῖ εἰς τὴν ἀπεργίαν, θὰ παρεκάλουν, νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν παρὰ τῆς Βουλῆς ἡ περίπτωσις, ἡ ὁποία ἔχει βεβαίως πολλὰς διαφοράς, ἀλλὰ πάντως πρόκειται περὶ ἐπαγγελματικῆς ὀργανώσεως, τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου. Οἱ δικηγόροι εἶναι ὠργανωμένοι, εἶναι Δημόσιοι ὑπάλληλοι ἐκ τοῦ νόμου, καὶ ἐν τούτοις ἐπιδιώκουν τὴν βελτίωσιν τῆς θέσεώς των καὶ ἦλθον προσφάτως εἰς σύγκρουσιν διὰ τὸν λόγον αὐτόν καὶ μὲ τὸ Κράτος ἀκόμη, ἀλλὰ δὲν ἔκαμαν ἀπεργίαν.
§42ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι τὸ ἴδιο.
§43Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Βεβαίως, ὑπάρχει μία οὐσιώδης διαφορά, ὅτι ἀπεργοῦντες δὲν ζητοῦν συγκεκριμένως ἀπὸ τὸ Κράτος νὰ τοὺς χορηγήσῃ ὡρισμένα πράγματα. Τὸ παράδειγμα δὲν τὸ φέρω διὰ νὰ ἀποδείξω τὸ αὐτονόητον, ὅτι οἱ δικηγόροι δὲν εἶναι ἔμμισθοι Δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἀλλὰ τὸ φέρω διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι δύνανται νὰ ὑπάρχουν ἐπαγγελματικαὶ ὀργανώσεις, αἱ ὁποῖαι νὰ ἐπιδιώκουν τὴν βελτίωσιν τῆς θέσεως τῶν μελῶν των ἄνευ ἀπεργίας. Ἄλλωστε, δὲν πρέπει νὰ λησμονῆτε, ὅτι αἱ ἀπεργίαι προηγήθησαν τοῦ ἐπαγγελματικοῦ συνεταιρισμοῦ τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων. Ποῖα εἶναι τὰ αἴτια; Ὅταν ἀκόμη δέν ὑπῆρχον ὀργανώσεις τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων ἐγένοντο ἀπεργίαι τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων. Ὥστε δὲν εἶναι ἡ ὀργάνωσις, ἡ ὁποία φέρει εἰς τὴν ἀπεργίαν, τοὐναντίον, ἐνδεχομένως, δυνατὸν νὰ τὴν κρατήσῃ. Βεβαίως, ἕνας ἀπὸ τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ὁδηγοῦν εἰς ἀπεργίαν εἶναι ἡ τακτική, ἡ ὁποία συνεχῶς ἐμφανίζει τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον πάντοτε, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἠρνεῖτο χθὲς προτοῦ νὰ ἀπεργήσουν εἴτε οἱ ὑπάλληλοι, εἴτε οἱ ἐργάται, εἴτε οἱ οἱοιδήποτε ἄλλοι, τὰ ἀγνοεῖ τὴν ἑπομένην μιᾶς ἀπεργίας, ὡς ἐὰν ἐπιμένῃ διὰ νὰ ἀναγνωρίσῃ ὅτι ὑπάρχει τὸ δικαίωμα αὐτό. Τότε μόνον ἠμποροῦμε νὰ ἀποφύγωμεν τὴν ἀπεργίαν τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων, ἀλλὰ καὶ τῶν μισθωτῶν ἐν γένει, ὅταν διὰ τὴν πραγματοποίησιν μιᾶς παραχωρήσεως δὲν ἐξετάζωνται παρὰ μόνον δύο πράγματα: Ἡ συνείδησις τοῦ ὅτι εἶναι ὀρθή, καὶ ἡ ἐξέτασις ἐὰν εἶναι ἐφικτή. Κατὰ συνέπειαν, διὰ τῆς κρατικῆς πολιτικῆς ἐξωθοῦμεν εἰς τὴν ἀπεργίαν καὶ ὄχι διὰ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι.
§44Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Οἱ δικηγόροι συνεκρούσθησαν πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἰσχυρίζοντο, ὅτι εἷς νόμος τεθεὶς εἶναι ἄκυρος. Τὸ ἰσχυρίζοντο δέ, κατὰ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχουν ἐκ τοῦ νόμου: Νὰ ἀποφαίνωνται περὶ τῆς ἐννοίας τῶν νόμων καὶ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν. Ἐκεῖ ἐπάνω ἀτυχῶς ἐπηκολούθησαν φράσεις καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν ζωηραί.
§45Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Δὲν ἐσκέφθησαν ὅμως ἀπεργίαν. Καὶ τώρα ἐρχόμεθα εἰς ἕτερον θέμα. Ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπὴ ἐδέχθη μίαν ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν εἶχον προτείνει ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι οἱ διὰ νόμου ἐπιβαλλόμενοι ἀναγκαστικῶς συνεταιρισμοί, ἐφ’ ὅσον οἱ σκοποὶ αὐτῶν δὲν ἀντιτίθενται εἰς ρητὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, δὲν θεωροῦνται ἀντίθετοι πρὸς τὸ Σύνταγμα. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 καὶ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, εἶχεν ἀμφισβητηθῆ, χωρὶς ὅμως νὰ ἐπικρατήσῃ ἡ γνώμη αὐτή, ἡ συνταγματικότης τῶν συνεταιρισμῶν. Ὑπάρχουν συναφεῖς καὶ ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ μία γνωμοδότησις τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ μία ἀπόφασις τοῦ Πρωτοδικείου Λεβαδείας καὶ γνώμη τοῦ παλαιοῦ ἑταιριστοῦ Μιχοπούλου, οἱ ὁποῖοι ἐδέχθησαν καὶ τὰ δικαστήρια καὶ τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας, ὅτι οἱ ἀναγκαστικοὶ συνεταιρισμοὶ δὲν ἀντιτίθενται εἰς τὸ Σύνταγμα. Διὰ νὰ μὴ γεννᾶται, ὅμως, ζήτημα εἰς τὸ μέλλον, νομίζω, ὅτι ὀρθὸν εἶναι νὰ τεθῇ ἡ ἑρμηνευτικὴ αὐτὴ δήλωσις. Διὰ ποῖον λόγον; Διότι εἰς τὴν σημερινὴν ἐποχήν, προκειμένου ἰδίως περὶ τῆς ὀργανώσεως τῆς διαθέσεως τῶν γεωργικῶν προϊόντων, θὰ παραστῇ, ἀσφαλῶς, ἀνάγκη ἐπεκτάσεως τοῦ συστήματος τῶν ἀναγκαστικῶν συνεταιρισμῶν........
§46Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τῶν κολχόζ, δηλαδή.
§47Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ὄχι, κ. συνάδελφε. Δὲν ἔχετε ἐπαφὴν μὲ τὸν γεωργικὸν κόσμον. Ἐὰν εἴχατε ἐπαφήν, θὰ ἐβλέπατε ὅτι δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο οἱ ἀναγκαστικοὶ αὐτοὶ συνεταιρισμοὶ παρὰ ἡ ἐξασφάλισις τῆς γενικῆς συμμετοχῆς εἰς τὸν συνεταιρισμόν, ἡ ἐξασφάλισις τὴν ὁποίαν θέλουν ὅλοι διὰ νὰ συμμετάσχουν εἰς τὸν συνεταιρισμὸν, ἡ ἐξασφάλισις, ἡ ὁποία συνδέεται μὲ τὴν ὕπαρξιν τῶν συνεταιρισμῶν. Ἡ γενικωτέρα πολιτικὴ εἶναι τῆς διαθέσεως τῶν προϊόντων, ἰδίως εἰς τὸ ἐξωτερικὸν εἰς μικροτέρας τιμὰς καὶ ἐπειδὴ ὡς ἐκ τούτου οἱ συνεταιρισμένοι ὑφίστανται θυσίας, παρουσιάζεται ἀπροθυμία συμμετοχῆς, διότι ὑπάρχουν μερικοὶ οἱ ὁποῖοι μένουν ἀπ’ ἔξω ἀπὸ τὰς συνεταιριστικὰς ὀργανώσεις, διὰ νὰ ὑφίστανται τὰ βάρη τῶν μικροτέρων τιμῶν οἱ συνεταιρισμένοι καὶ οἱ ἄλλοι νὰ ἐπωφελοῦνται τῶν τιμῶν αἱ ὁποῖαι δημιουργοῦνται ὅταν γίνεται ἡ ἀποσυμφόρησις τῶν πλεονασμάτων διὰ τῆς ἐξαγωγῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ κυρία περίπτωσις, διὰ τὴν ὁποίαν παρίσταται ἀνάγκη ὡρισμένοι δυστροποῦντες, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ κερδοσκοποῦν, νὰ μετάσχουν ἀναγκαστικῶς τῶν βαρῶν, τὰ ὁποῖα παρέχει ἡ ἀναγκαστικὴ ὀργάνωσις. Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικότης καὶ οἱ ἀναγκαστικοὶ συνεταιρισμοὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν δὲν κάμνουν τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ βοηθήσουν τὴν γενικωτέραν κρατικὴν πολιτικὴν διαθέσεως τῶν γεωργικῶν προϊόντων. Διὰ νὰ μὴ γεννῶνται, λοιπόν, εἰς τὸ μέλλον ζητήματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ προκαλέσουν ἐμπόδια εἰς τὴν συγκεκριμένην γεωργικὴν καὶ γενικώτερον εἰς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικήν μας, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ἡ ἑρμηνευτικὴ αὐτὴ δήλωσις εἰς τὸ Σύνταγμα, πρὸς πλήρη ἐξασφάλισιν.
§48Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ συνεταιρισμοί, οἱ ὁποῖοι ἐπιδιώκουν οἰκονομικὰ ὀφέλη δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Συντάγματος.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Οἰκονομίδης ἔχει τὸν λόγον.
§50Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ ἄρθρον 11 εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εὐλόγως ἀπησχόλησαν ἰδιαιτέρως τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν. Τοῦτο ἀφορᾷ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Καὶ εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν ἐξητάσθη διὰ μακρῶν ἐὰν θὰ ἀφίσωμεν τὸ ἄρθρον τοῦτο ὡς ἔχει, ὅπως ἔμεινε καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927, ἢ ἐὰν θὰ ἔπρεπε νὰ συμπληρώσωμεν τοῦτο, διὰ προσθήκης διατάξεως ἀπαγορευούσης εἰς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐὰν τὸ ἄρθρον 11 παραμείνῃ ὡς ἔχει εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, οἱ Δημόσιοι ὑπάλληλοι δὲν ἀντλοῦν ἐκ τούτου τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, διότι ἡ διάταξις, γενικὴ ὡς εἶναι, δὲν περιλαμβάνει τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους, καθόσον ἐὰν ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης ἤθελε νὰ περιλάβῃ καὶ τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους θὰ τὸ ὥριζε ρητῶς. Ἀλλὰ καὶ ἀπόφασις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου τοῦ Κράτους συμφωνεῖ, ὅτι εἰς τὴν διάταξιν αὐτὴν δὲν περιλαμβάνονται οἱ Δημόσιοι ὑπάλληλοι. Ἐπειδὴ ὅμως, ἐπανειλημμένως εἰς τὸ παρελθὸν ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ εἰς τὸ 1923 μάλιστα ἐτέθη ἐρώτημα ὑπὸ τῆς τότε Ἐπαναστάσεως εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Διοικητικῶν Κωδίκων τοῦ ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν, ἥτις καὶ ἀπεφάνθη ἀντιθέτως πρὸς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου τοῦ Κράτους, ὅτι δηλαδή, τὸ συνδικαλιστικὸν τοῦτο δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τὸ ἔχουν καὶ οἱ Δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ λόγῳ τῶν περιστάσεων, τὰς ὁποίας διερχόμεθα, ἐκρίθη ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς ἀναγκαῖον ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὸ Σύνταγμα, καθ’ ἣν ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης νὰ δύναται διὰ νόμου ν’ ἀπαγορεύῃ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους ἢ νὰ τὸ θέσῃ ὑπὸ ὡρισμένους περιορισμούς. Κατὰ τὰς συζητήσεις τῆς Γʹ Ἐθνοσυνελεύσεως τοῦ 1920, εἶχε προταθῆ ἡ θέσπισις διατάξεως, ἀπαγορευούσης τὸ ἐπαγγελματικῶς συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους, ἡ δὲ πλειοψηφία ἐδέχθη ὅπως τεθῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο ὑπὸ τὴν προηγουμένην ἔγκρισιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλά, λόγῳ τῶν συνθηκῶν, αἵτινες ἐπηκολούθησαν, δὲν διετυπώθη Σύνταγμα τότε. Καὶ κατὰ τὸ 1927, συζητουμένου τοῦ ἄρθρου 14, συνεζητήθη διὰ μακρῶν νὰ ἀναγραφῇ διάταξις ἀπαγορεύουσα τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας εἰς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους, ἀλλ’ ὁ μακαρίτης Παπαναστασίου ἀντετάχθη τότε, ὑποστηρίξας, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας στηρίζεται ἐπὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι καὶ οὕτω ἐματαιώθη τότε ἡ ἀναγραφὴ διατάξεως εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἡ ἄποψις αὕτη τοῦ Παπαναστασίου ἀποτελεῖ ἀπάντησιν δι’ ἐκείνους ἐκ τῶν κ.κ. συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν ὑπεστήριξαν ὅτι ἄλλο τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι καὶ ἄλλο τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας. Ἀτυχῶς, ὅμως, δὲν εἶναι ἄλλο τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας, καθόσον στηρίζεται εἰς τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι, καὶ συνεπῶς ἀμφότερα εἶναι συναφῆ. Τὸ 1932 ἀνεφύη καὶ πάλιν τὸ ζήτημα καὶ ὁ τότε πρωθυπουργὸς Ἐλευθέριος Βενιζέλος ἐτάχθη ζωηρότατα ἐναντίον τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπεργίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 22ας Μαΐου τοῦ 1932 ἐδήλου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς: «Θεωρῶ καθῆκον νὰ διακηρύξω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι εἰς τὸ μέλλον καλούμενος τυχὸν νὰ ἀναλάβω τὴν Κυβέρνησιν, δὲν θὰ δεχθῶ παρὰ μόνον ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι θὰ ἐγκριθῇ ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἡ μεταρρύθμισις τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὴν ἔννοιαν ποὺ ὑπέδειξα». Εἰσηγεῖτο, δηλαδή, ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος τὴν μεταφορὰν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Σύνταγμα τοῦ ἄρθρου 48 τοῦ Συντάγματος τῆς Βαϊμάρης, τὸ ὁποῖον καθώριζεν, ὅτι ὑπὸ ὡρισμένας συνθήκας, ὡρισμένα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος δύνανται νὰ ἀναστέλλωνται. Ἀφοῦ, λοιπόν, τότε ἐγένετο αἰσθητὴ ἡ ἀνάγκη τῆς ἐνισχύσεως τῆς Ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὅτε ἡ κατάστασις ἦτο ἀπείρως ἠπιωτέρα, φαντασθῆτε πόσον ἐπιβάλλεται σήμερον νὰ ληφθοῦν διασφαλιστικαὶ διατάξεις, ὅτε ἡ κοσμοθεωρία τοῦ κομμουνισμοῦ μαίνεται καὶ συνταράσσει ὁλόκληρον τὴν ὑδρόγειον. Πράγματι, κύριοι συνάδελφοι, οἱ ὑπάλληλοι δὲν εὑρίσκονται εἰς σχέσιν ἐργάτου ἔναντι ἐργοδότου, ἔναντι τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἀποτελοῦν τὴν συνισταμένην τῶν ἐκδηλώσεων τῆς κρατικῆς ἐξουσίας, εἶναι αὐτὸ τοῦτο τὸ Κράτος καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τούτους νὰ ἀπεργοῦν καὶ νὰ παραλύουν τὴν κρατικὴν μηχανήν. Ἡ ἀντίθετος ἄποψις εἶναι ἀπαράδεκτος. Προμηθευτικοὺς ἢ καταναλωτικοὺς συνεταιρισμοὺς δύνανται νὰ ἔχουν, ἐπαγγελματικοὺς ὅμως οὐχί. Κατ’ ἀκολουθίαν τῶν σκέψεων τούτων προτείνω ὅπως τεθῇ διάταξις εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀπαγορεύουσα εἰς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, ὁπότε κατ’ ἀκολουθίαν λύεται καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἀπεργίας, τὸ ὁποῖον ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ συνδικαλιστικὸν δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Ἐὰν παρ’ ἐλπίδα, ἡ ἄποψις αὕτη δὲν ἤθελε γίνει ἀποδεκτὴ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τότε ἀφ’ ἑνὸς μὲν δέχομαι τὴν προσθήκην τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, τοποθετηθεῖσαν ὡς τελευταίαν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ σχεδίου, σὺν τῇ προσθήκῃ, ὡς τελευταίας παραγράφου, τῆς διατάξεως τῆς ἀπαγορευούσης τὴν ἀπεργίαν τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων, τὴν ὁποίαν προτείνουν οἱ 4 συνάδελφοι ἐν τῇ τροπολογίᾳ των.
§51Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι θίγομεν πάρα πολὺ τὰ ὅρια τῆς ἀφελείας, ἐὰν δεχθῶμεν τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπαγγελματικῶς συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ τοὺς ἀρνηθῶμεν τὸ δικαίωμα τοῦ ἀπεργεῖν. Διότι εἶναι ὡσὰν νὰ λέγωμεν εἴς τινα ἔχε τὸ ὅπλον σου πλῆρες, ἀλλὰ σοῦ ἀπαγορεύω νὰ πυροβολήσῃς......
§52Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ἐγὼ προτείνω τὴν ἀπαγόρευσιν τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους. Τὸ ἄλλο τὸ θέτω ἐπικουρικῶς, διὰ τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἡ πρότασίς μου αὕτη δὲν ἤθελε γίνει ἀποδεκτή ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κώης ἔχει τὸν λόγον.
§54Θ. ΚΩΗΣ. Κύριοι βουλευταί, τάσσομαι ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τοῦ ἄρθρου 11, ὡς ἔχει νῦν. Ἡ ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπή, προέτεινε τὴν προσθήκην διατάξεως, καθ’ ἥν: «διὰ νόμου δύναται νὰ ἀπαγορευθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους Νομικῶν Προσώπων καὶ Ὀργανισμῶν Δημοσίου Δικαίου ἢ νὰ ὑποβληθῇ τοῦτο εἰς ὡρισμένους περιορισμούς». Ἡ πρότασις δὲ τῶν τεσσάρων βουλευτῶν προτείνει τὴν διάταξιν, καθ’ ἥν τὸ δικαίωμα τοῦτο τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ὑπαλλήλων Νομικῶν Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, δύναται διὰ νόμου νὰ ὑποβληθῇ εἰς ὡρισμένους περιορισμούς, ἀλλὰ καὶ τὴν διάταξιν, καθ’ ἥν ἡ ἀπεργία ἀπαγορεύεται εἰς τοὺς ἐν λόγῳ ὑπαλλήλους. Φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι πᾶσαι αἱ προτάσεις αὗται στεροῦνται ἐπαρκοῦς δικαιολογίας. Πράγματι, ἡ ἀσφάλεια ἔναντι τῶν ἐκτροπῶν τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων παρέχεται πλήρως ἐκ τοῦ ἐδαφίου 1, τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Συντάγματος, ἀφοῦ κατ’ αὐτὸ οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Κατ’ ἀκολουθίαν, οἱ Δημόσιοι ὑπάλληλοι δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦτο πρὸς σκοποὺς ἀντιβαίνοντας πρὸς τὸ Σύνταγμα ἢ τοὺς νόμους, οἵτινες μόνον οὐδέποτε δύνανται νὰ ἐξαρτήσωσι τὸ δικαίωμα ἐκ τῆς ἀδείας τῆς Κυβερνήσεως. Κατ’ ἀκολουθίαν ἐκ τοῦ Συντάγματος δὲν προστατεύονται συνεταιρισμοὶ Δημοσίων ὑπαλλήλων, οἵτινες ἔχουσι σκοπὸν ἐν γένει τὴν παράβασιν τοῦ ὑπηρεσιακοῦ καθήκοντος, διότι ἀντιτίθενται πρὸς τοὺς νόμους, οἵτινες ἐπιβάλλουσι τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ. Πρόδηλον ὅθεν εἶναι, ἡ ἀπεργία συνισταμένη εἰς τὴν ἀπὸ κοινοῦ διακοπὴν τῆς ἐκδηλώσεως τοῦ καθήκοντος ἢ τὴν αὐθαίρετον ἀπουσίαν, εἶναι παράνομος καὶ νῦν κατὰ τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα. Οὕτω, λοιπόν, σύμφωνος πρὸς τὸ Σύνταγμα ἦτο ὁ νόμος 4879) 1931 ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, τὸ ὁποῖον ἦτο τὸ αὐτό πρὸς τὸ ἐν ἰσχύϊ ἄρθρον 11. Ὁ νόμος οὗτος ἀντιμετωπίζει εὐστόχως τὰ ζητήματα καὶ δὴ τὴν ἀπεργίαν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, κολάζων ταύτην ποινικῶς, ἰσχύει δὲ καὶ σήμερον. Τὸ κρατοῦν δίκαιον τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων ἀπαγορεύει τὴν ἀπεργίαν, κολάζων ταύτην ὡς πειθαρχικὸν παράπτωμα. Καὶ τὸ νεωστὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς κατατεθὲν σχέδιον Ποινικοῦ Κώδικος, προβλέπει τὴν ἀπεργίαν ὡς ἀξιόποινον πρᾶξιν ἐν ἄρθρῳ 247. Καὶ τὸ σχέδιον τοῦ Ἑλληνικοῦ Ποινικοῦ Κώδικος τοῦ 1924 προβλέπει ὡς ἀξιόποινον πρᾶξιν τὴν ἀπεργίαν τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων ἐν ἄρθρῳ 260. Ἀμφότερα τὰ σχέδια ταῦτα συνετάχθησαν παρ’ Ἐπιτροπῶν καὶ οὐδέποτε ἐγεννήθη ἀμφιβολία περὶ τῆς συνταγματικότητος τῶν προτεινομένων ἄρθρων. Διατάξεις τοιαῦται δύνανται νὰ θεσπισθῶσι καὶ περὶ τῶν ὑπαλλήλων Νομικῶν Προσώπων Δημοσίου Δικαίου. Ἀλλ’ ἡ πρότασις τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπῆς, καθ’ ἥν διὰ νόμου δύναται νὰ ἀπαγορευθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι ἐν γένει εἰς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους κλπ., προκαλεῖ δυσαρέστους σκέψεις, διότι διὰ ταύτης θὰ ἐπετρέπετο εἰς τὸν νόμον, ἂν ἐψηφίζετο, νὰ ἀπαγορεύῃ γενικῶς τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους. Ἀλλὰ τοιαύτην «κάπιτις ντεμινούτσιο» τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων, ἐπιλέκτων πολιτῶν, δὲν ἔπρεπε νὰ εἰσηγηθῇ ἡ Ἐπιτροπή. Διότι οἱ Δημόσιοι ὑπάλληλοι, κατὰ κανόνα Ἕλληνες πολῖται, προσήκει νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα τοῦτο, προκειμένου περὶ ἀναπτύξεως τῶν λεγομένων φιλικῶν πρὸς ἀλλήλους σχέσεων, οἷον πρὸς ἠθικὴν προαγωγὴν τοῦ κλάδου αὐτῶν, πρὸς μελέτην διαφόρων ζητημάτων, ἢ καὶ πρὸς βελτίωσιν τῆς οἰκονομικῆς αὐτῶν θέσεως, διὰ νομίμων μέσων. Δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦτο, μόνον ὅταν κατευθύνωνται πρὸς σκοποὺς παρανόμους, ἀντιβαίνοντας πρὸς τὸ ὑπηρεσιακὸν καθῆκον. Τὸ σχέδιον τῶν τεσσάρων βουλευτῶν προτείνει τὴν διὰ τοῦ Συντάγματος ἀπαγόρευσιν τῆς ἀπεργίας τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἀλλ’ ἡ προτεινομένη αὕτη διάταξις εἶναι ἄστοχος καὶ ἀντιπολιτική. Διότι οἱ κείμενοι νόμοι ἀπαγορεύουσι τὴν ἀπεργίαν τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἂν δὲ οἱ προτείνοντες ἐνδοιάζουσι μήπως ὁ νόμος ἐπιτρέψῃ τὴν ἀπεργίαν, τότε πλανῶνται ἂν νομίζωσιν, ὅτι διὰ τῆς διατάξεως ταύτης θὰ συγκρατήσωσι τὴν κατάστασιν. Διὰ νὰ περιστῇ ἡ Νομοθετικὴ λειτουργία εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀπεργίαν τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων, τοῦτο θὰ ἐσήμαινεν, ὅτι νέαι πραγματικότητες προέκυψαν, τὰς ὁποίας δὲν δύναται νὰ ἀναχαιτίσῃ ἡ συνταγματικὴ διάταξις. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ πράγματος ἀπεδείχθη, ὅτι πολλάκις παρὰ τὰς ποινικὰς διατάξεις, αἱ ἀπεργίαι γίνονται καὶ δὲν τιμωροῦνται. Ἂς μὴ θελήσωμεν λοιπὸν νὰ ἐπιψηφίσωμεν διάταξιν περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς ἀπεργίας ἐν τῷ Συντάγματι διότι ὑπάρχει μεγάλη πιθανότης νὰ παραβιασθῇ αὕτη ἀτιμωρητί, ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἰσχύσῃ. Ἂς μὴ ψηφίσωμεν διατάξεις, αἵτινες παραβιαζόμεναι μειοῦσι τὸ κῦρος τῶν Συνταγματικῶν ἐν γένει διατάξεων, οὐδὲ εἶναι ἐξ ἀπόψεως ὀρθῆς πολιτικῆς φρόνιμον νὰ ἐθίζωνται οἱ πολῖται εἰς τὴν ἀζήμιον παράβασιν διατάξεων τεθεισῶν ἀφιλοσοφήτως. Κατὰ ταῦτα ἀποκρούομεν πάσας τὰς γενομένας προτάσεις, αἵτινες εἰς οὐδὲν ἐπωφελὲς συμβάλλουσιν, ἀλλὰ μόνον ἐπικρίσεις εἶναι προωρισμέναι νὰ προκαλέσωσιν. Ἡ ὑπὸ τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπῆς προτεινομένη ἑρμηνευτικὴ δήλωσις, ὅτι οἱ διὰ νόμου ἐπιβαλλόμενοι ἀναγκαστικοὶ συνεταιρισμοί, ἐφ’ ὅσον οἱ σκοποὶ αὐτῶν δὲν ἀντιτίθενται εἰς ρητὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, δὲν θεωροῦνται ἀντιβαίνοντες πρὸς αὐτό, εἶναι περιττὴ ὑπὸ τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα, ἐξ οὐδεμιᾶς διατάξεως τοῦ ὁποίου ἀπαγορεύονται. Ἡ διάταξις αὕτη ἐπεκρίθη ὡς περιττὴ ἀπὸ καθέδρας, ἐπὶ τῇ σκέψει, ὅτι ἐφ’ ὅσον οἱ Συνεταιρισμοὶ θὰ συμφωνῶσι πρὸς τὸ Σύνταγμα, ὁ ἐπιβάλλων τούτους νόμος εἶναι προφανῶς συνταγματικός. Πρόκειται περὶ παρανοήσεως, διότι τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν εἶναι συνταγματικὴ ἡ διὰ νόμου ἐπιβολή των. Νομίζω, τὴν ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν περιττήν, διότι βάσει τοῦ ἄρθρου 22 δύνανται νὰ ἐπιβάλλωνται δεσμεύσεις, τὸ δὲ δικαίωμα δύναται νὰ ἐπιβληθῇ καὶ ὡς καθῆκον, ὡς τὸ ἐκλογικόν. Μόνον ἂν ἐψηφίζοντο αἱ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς προταθεῖσαι διατάξεις τοῦ Κεφαλαίου Εʹ «περὶ προστασίας τῆς οἰκονομικῆς δραστηριότητος» ἡ ἑρμηνευτικὴ αὕτη δήλωσις θὰ εἶχεν ἴσως ἐκεῖ θέσιν, ἀφ’ οὗ πρόδηλον, ὅτι πρόκειται περὶ συνεταιρισμῶν ἀποβλεπόντων εἰς οἰκονομικοὺς σκοπούς, εἰς οὓς δὲν ἀφορᾷ κἂν τὸ ἄρθρον 11. Κατὰ ταῦτα προτείνομεν νὰ διατηρηθῇ τὸ ἄρθρον 11, ὡς ἔχει νῦν.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Σωτηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§56Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τὸ ὁποῖον κατοχυροῦται διὰ τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Συντάγματος ἀποτελεῖ δικαίωμα ἀναγνωριζόμενον κατὰ τοὺς νεωτέρους χρόνους εἰς τὴν ὁμαδικὴν δρᾶσιν τῶν προσώπων δυναμένων νὰ ἐπιδιώξωσιν οἰκονομικὰς καὶ ἄλλας ὠφελείας. Τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, ὁρίζει τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Συντάγματος, ἔχουσιν ἅπαντες οἱ Ἕλληνες τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Ἡ διάταξις ὁμοιομόρφως ἐπαναλαμβάνεται εἰς ὅλα τὰ Ἑλληνικὰ Συντάγματα καὶ ἀποτελεῖ μίαν ἀπὸ τὰς διατάξεις τῆς διακηρύξεως τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως. Πλέον, τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν εἰς τὰ ἡμέτερα Συντάγματα ἐνομοθετεῖτο ἡ διάταξις αὐτὴ διὰ τῆς λέξεως «Σωματεῖα» ἠννοεῖτο ἡ ἕνωσις προσώπων διὰ τὴν ἐπιτυχίαν κοινωνικῶν ἢ ἄλλων ἠθικῶν σκοπῶν, οὐχὶ δὲ ἕνωσις προσώπων ἐπιδιωκόντων οἰκονομικοὺς σκοπούς. Ἡ ἔννοια τῆς λέξεως «συνεταιρίζεσθαι» κατὰ τοὺς νεωτέρους χρόνους εἶναι ἀπολύτως συνδεδεμένη. Τὸ συνεταιρίζεσθαι, κατὰ τὸν νόμον 602 «περὶ Συνεταιρισμῶν», ἀποτελεῖ ἕνωσιν προσώπων ἐπιδιωκόντων οἰκονομικοὺς σκοπούς, ἐνῷ ἀντιθέτως τὰ Σωματεῖα ἀποτελοῦν ἑνώσεις προσώπων ἐπιδιωκόντων ἠθικοὺς ἢ ἄλλους κοινωνικούς, ἐκπολιτιστικοὺς κλπ., σκοπούς. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ἐπανέλαβεν, ὅπως καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 τὴν διάταξιν αὐτὴν ὡς εἶχε διατυπωθῆ εἰς τὰ παλαιότερα Συντάγματα τοῦ 1844, 1864. Διὰ τῆς λέξεως «συνεταιρίζεσθαι» ὑπεδηλοῦτο τὸ δικαίωμα τῆς ἑνώσεως προσώπων, πρὸς πραγματοποίησιν διαφόρων σκοπῶν, οὓς οἱ νόμοι κυρίως ὁ Ἀστικός, ἐπέτρεπον. Μεταγενεστέρως ὅμως αἱ ἑνώσεις διακρίνονται βάσει τῆς νεωτέρας νομοθεσίας εἰς Σωματεῖα καὶ Συνεταιρισμοὺς (ν. 602 καὶ Διατάξεις Ἀστικοῦ Κώδικος περὶ σωματείων). Τὴν διάκρισιν αὐτὴν καθυστεροῦν καὶ τὰ νεώτερα Συντάγματα. Φρονῶ, ὅτι, πρέπει νὰ ἀποδεχθῶμεν τὴν ἐπιστημονικὴν αὐτὴν διάκρισιν. Εἰς τὸ Δημοκρατικὸν Σύνταγμα τῆς Βαϊμάρης ἡ διάταξις αὐτὴ ἔχει ὡς ἑξῆς: «Πάντες ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἱδρύουν Σωματεῖα καὶ Συνεταιρισμούς». Ἡ πρότασις ἡ ἰδική μου ἔχει ὡς ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει). Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ διακρίνωμεν τὰ Σωματεῖα ἀπὸ τοὺς Συνεταιρισμούς, διότι κατὰ τοὺς νόμους ἄλλο εἶναι ὁ Συνεταιρισμὸς καὶ ἄλλο τὸ Σωματεῖον. Ἡ τοιαύτη διάκρισις διευκολύνει τὴν λύσιν καὶ τῶν σχετικῶν μὲ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους ζητημάτων, εἰς τοὺς ὁποίους δὲν θὰ πρέπει νὰ ἀπαγορευθῇ ἡ Συνεταιριστικὴ ὀργάνωσις, ἀλλὰ ἡ κατὰ τοῦ Κράτους, ὃ ἐκπροσωποῦν Σωματειακὴ δρᾶσις. Ἕνα ἄλλο ζήτημα εἶναι τὸ τῆς ὁμαδικῆς δράσεως πρὸς ἐπίτευξιν πολιτικῶν σκοπῶν. Εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη ἐγένοντο μακραὶ συζητήσεις. Τελικῶς ἐδέχθησαν ὡς ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τῶν Σωματειακῶν Ἑνώσεων, ἐφ’ ὅσον ὁ σκοπὸς τῶν Ἑνώσεων, δὲν εἶναι ἀσυμβίβαστος μὲ τὰ ἀτομικὰ δικαιώματα. Ἐφ’ ὅσον ἀνεγνωρίσθησαν Συνταγματικῶς κατὰ κανονικὴν διαδικασίαν ἀτομικὰ δικαιώματα, ἔκριναν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ εἰς Ἑνώσεις, ὅπως ἐπιδιώκουν διὰ δράσεως τῶν δρόμων τὴν ἀνατροπὴν αὐτῶν τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων. Μόνον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ἀποφευχθοῦν αἱ πολιτικαὶ κινήσεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται ἐκτὸς τῆς ὠργανωμένης κοινωνίας καὶ κατὰ διαδικασίαν μὴ ὑποκειμένην εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν συντεταγμένων Κρατικῶν ἐξουσιῶν. Δὲν πρέπει νὰ δώσωμεν τὴν εὐχέρειαν νὰ ἀνατρέπωνται αἱ συντεταγμέναι ἐξουσίαι παρὰ κατὰ τὴν κοινῶς παραδεκτὴν δημοκρατικὴν διαδικασίαν. Δύναται ὁ νόμος νὰ ἐμποδίσῃ τοιούτους σκοποὺς ἐπιδιώκοντας Ἑνώσεις Σωματειακάς. Ἀλλὰ διατὶ νὰ ἀφήσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς ἀβεβαιότητα καὶ νὰ μὴ θέσωμεν ἕνα κριτήριον διὰ τὰ δικαστήρια; Καὶ τὸ κριτήριον αὐτὸ εἰς τὸν Ο.Η.Ε. ἔκριναν ὅτι πρέπει νὰ εἶναι τὰ ἀνεγνωρισμένα Συνταγματικὰ καὶ διεθνῶς ἀτομικὰ δικαιώματα. Νομίζω, ὅτι ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις περὶ ἀναγκαστικῶν Συνεταιρισμῶν, δὲν ἔχει θέσιν εἰς τὸ ἄρθρον αὐτό. Ἡ ἑρμηνευτικὴ αὕτη δήλωσις, δύναται νὰ συζητηθῇ ὅταν συζητήσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας ἐὰν δύναται νὰ τεθῇ εἰς αὐτὸ τὸ ἄρθρον. ἐφ’ ὅσον ἀποβλέπει εἰς τὴν ἀποστέρησιν τοῦ δικαιώματος ἀτομικῆς διαχειρίσεως καὶ ἀποβλέπει εἰς τὴν καθιέρωσιν ἀναγκαστικῶς. Ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις δὲν δύναται νὰ τεθῇ, διότι πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποχρεώσωμεν ἕνα ἄτομον νὰ συμμετάσχῃ εἰς μίαν ἕνωσιν, χωρὶς νὰ τὸ θέλῃ; Αὐτὸ εἶναι στέρησις τῆς ἐλευθερίας, ἐφ’ ὅσον ὁ νόμος ἀντικαθιστᾷ τὴν ἔλλειψιν συγκαταθέσεως πρὸς συμμετοχὴν ἢ καὶ τὴν ἀντίθετον βούλησιν περὶ μὴ συμμετοχῆς. Ἐὰν μὲ ὑποχρεώσῃς νὰ συμμετάσχω εἰς ἕνα Συνεταιρισμὸν ἀποσκοποῦντα ἕνα ὡρισμένον οἰκονομικὸν σκοπόν, μὲ ὑποχρεώσῃς δηλαδή, νὰ ὑποτάξω τὴν ἐλευθερίαν μου, αὐτὸ δὲν ἀντίκειται εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν ἔννοιαν τοῦ συνεταιρίζεσθαι; Ἡ δύναμις αὕτη ἡ ὁποία ἐκ τοῦ Συντάγματος δίδεται εἰς τὸ νόμον, αὐτὸ τὸ δικαίωμα νὰ ὑποτάξῃ τὴν βούλησίν μου διὰ νὰ συμμετάσχω εἰς μίαν ἕνωσιν προσώπων, εἴτε οἰκονομικοῦ, εἴτε ἠθικοῦ σκοποῦ, δὲν μὲ ἀποστερεῖ τῆς ἐλευθερίας αὐτῆς καθ’ ἑαυτῆς; Διότι τότε τί εἶναι ἐλευθερία ὅταν μὲ ὑποχρεώσῃ ὁ νόμος βάσει διατάξεως τοῦ Συντάγματος νὰ συμμετάσχω εἰς ἕνα Συνεταιρισμόν; Τοῦτο, κύριοι, ὑπῆρξεν ἕνας ἀπὸ τοὺς σκοποὺς τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως.
§57Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Γνωρίζετε ὅτι ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν λειτουργοῦν Ἀναγκαστικοὶ Συνεταιρισμοί;
§58Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ γνωρίζω αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Κάποια ἄλλη μορφὴ θὰ πρέπει νὰ δοθῇ. Ἀλλ’ ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις, ὅπως τὴν ἔχετε διατυπώσει, λέγει τὸ ἑξῆς: «.............. (ἀναγινώσκει)..............». Τὸ νὰ ὑποχρεωθῶ καὶ νὰ πάω ἀναγκαστικὰ εἰς ἕνα Συνεταιρισμόν, δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ἀντίθετον ἀπὸ τὸ δικαίωμα τῆς ἐλευθερίας τὸ ὁποῖον ἔχει καὶ τὸ ὁποῖον καθιερώνει τὸ Σύνταγμα.
§59Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Καὶ ἡ ἰδιοκτησία προστατεύεται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικὸς ὁ νόμος ἢ τὸ Σύνταγμα τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει τὴν ἀπαλλοτρίωσιν.
§60Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὸ θέμα αὐτὸ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου περὶ ἰδιοκτησίας, διότι τὰ προϊόντα τὰ ὁποῖα παράγω ἐγώ, δὲν ἠμπορεῖ νὰ μοῦ τὰ διαθέσῃ ἄλλος παρὰ ἐγώ, ἡ βούλησις ἡ ἰδική μου κατὰ τοὺς κανόνας τοῦ ἀστικοῦ δικαίου.
§61Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ἀναγκαστικοὺς Συνεταιρισμοὺς εἰσάγει καὶ ὁ Ἀστικὸς Κῶδιξ.
§62Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ εἶχον, κύριοι, νὰ εἴπω ἐπὶ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Συντάγματος καὶ θὰ παρακαλέσω τοὺς συναδέλφους, ὅπως κάμουν δεκτὴν τὴν σχετικὴν πρότασιν μου.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν διὰ τὸ ἀπόγευμα;
§64ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὸ ἀπόγευμα καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ., μὲ θέμα, συνέχισιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. (Ὥρα 1.10′ μ.μ.)