1948.08.04~118
1.609 στίχοι ·
12.306 λέξεις ·
92 παρεμβάσεις
Η ημερομηνία συμπίπτει με άλλη συνεδρίαση· συνεπώς η παραπομπή φέρει #118.
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 118η
Τετάρτη 4 Αὐγούστου 1948
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 7.25′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Ε. Λουλακάκης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Ε. ΛΟΥΛΑΚΑΚΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Βογιατζῆς ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ κ. Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν), καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ κατονομασίας εἰς τὸ τελωνειακὸν δασμολόγιον εἰσαγωγῆς τῶν δεξαμενῶν πετρελαιοειδῶν καὶ τῶν μεταλλικῶν ἁμαξωμάτων λεωφορείων». Ὁ βουλευτὴς Κεφαλληνίας καὶ Ἰθάκης κ. Χ. Ἀλιβιζᾶτος καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Ε. Κουλουμβάκης, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τῶν ἄρθρων 10 καὶ 11 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Γ. Μπακόπουλος καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Θ. Κώνης, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Π. Σωτηρόπουλος, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Λ. Ἰασονίδης καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 66 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911.
§5Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὰ νομοσχέδια δὲν κατατίθενται διὰ τοῦ Προεδρείου. Καὶ ὁ Τρικούπης κατέθετε μόνος του τὰ νομοσχέδια καὶ ἔκαμεν ὁ ἴδιος εἰσήγησιν ἐπ’ αὐτῶν.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
Συνέχισις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Ὁ κ. Κ. Τσάτσος ἔχει τὸν λόγον.
§7Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, καὶ εἰς τὸ ἄρθρον αὐτό, οὔτε ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, οὔτε τὸ Σῶμα θὰ θελήσῃ νὰ κάμῃ βασικὰς μεταρρυθμίσεις. Πρόκειται περὶ ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν, αἱ ὁποῖαι ἔχουν βαθυτάτας ρίζας, αἱ ὁποῖαι εἶναι συνυφασμέναι μὲ τὴν φύσιν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος. Καὶ τὸ συνέρχεσθαι, καὶ τὸ συνεταιρίζεσθαι, κατ’ ἀρχήν, θὰ εἶναι ἐλεύθερον. Τοῦτο σημαίνει ὅτι αἱ ἀτομικαὶ ἐλευθερίαι, τὰς ὁποίας κατοχυρώνουν ἄλλα ἄρθρα προστατεύονται ἐπίσης, ὅταν ἐκδηλοῦνται δι’ ὁμαδικῶν ἐμφανίσεων. Δηλαδή, ἐκεῖνα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα κατοχυρώνει τὸ Σύνταγμα ἀτομικῶς, δι’ ὅλους τοὺς Ἕλληνας πολίτας, πρέπει νὰ δύνανται ταὐτοχρόνως νὰ τὰ ἀσκοῦν καὶ ὁμαδικῶς. Τὰ συζητούμενα ἄρθρα κατοχυρώνουν τὰς διαφόρους μορφὰς τῆς ὁμαδικῆς ἀσκήσεως τοῦ δικαιώματος τούτου, εἴτε τὴν πρόσκαιρον, τὴν στιγμιαίαν, ποὺ λαμβάνει χώραν κατὰ τὴν συνάθροισιν, καὶ ἔχομεν τὴν προστασίαν τοῦ συνέρχεσθαι, εἴτε τὴν μονιμωτέραν, ἡ ὁποία κατοχυρώνεται διὰ τῆς προστασίας τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Εἶναι ἀδύνατον νὰ νοηθῇ βίος ἐλεύθερος πολιτικῶς, καὶ ἐλευθέρα πολιτεία δημοκρατική, χωρὶς τὴν ἀρχὴν τοῦ συνεταιρίζεσθαι, οὔτε κανεὶς ἔχει περὶ αὐτοῦ καμμίαν ἀντίρρησιν. Τὸ μόνον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησε τὴν Ἐπιτροπήν, εἶναι τὸ ζήτημα τοῦ περιορισμοῦ τοῦ συνεταιρίζεσθαι, εἰς ἐκείνας τὰς περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας δὲν πρόκειται περὶ συνεταιρισμοῦ ἀτόμων, ἐν τῇ ἰδιότητί των ὡς πολιτῶν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ συνεταιρισμοῦ ἀτόμων ἐν τῇ ἰδιότητί των ὡς τμημάτων τοῦ Κράτους. Συγκεκριμένως γεννᾶται τὸ ζήτημα, κατὰ πόσον ὁ δημόσιος ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος δέν εἶναι μόνον ἄτομον, τὸ ὁποῖον ἔχει συνάψει μίαν σύμβασιν ἐργασίας μὲ τὴν πολιτείαν, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον εἶναι ταὐτοχρόνως καὶ σὰρξ ἐκ τῆς σαρκὸς τοῦ Κράτους, εἶναι τμῆμα τῆς πολιτείας, ἐὰν ὑπὸ τὴν διπλῆν αὐτὴν ἰδιότητά του, εἶναι δυνατὸν νὰ συνεταιρίζεται δι’ οἱονδήποτε σκοπόν. Ἀναμφισβητήτως, προκειμένου περὶ περιπτώσεων, καθ’ ἃς καὶ ὁ δημόσιος ὑπάλληλος, δηλαδὴ τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἔχει αὐτὴν τὴν διφυᾶ ἰδιότητα, νὰ εἶναι καὶ ἄτομον καὶ Κράτος, ἐμφανίζεται ὡς ἄτομον, π.χ., εἰς ἕνα συνεταιρισμόν εἴτε ἐπιστημονικόν, εἴτε πνευματικόν, εἴτε ψυχαγωγικόν, οὐδεμία δυνατότης ὑπάρχει νὰ ἐξαιρεθῇ αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος, τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Ἀλλ’ ἀφ’ ἧς στιγμῆς συνεταιρισθῇ, ὁ δὲ συνεταιρισμὸς αὐτὸς ἔχει ὡς κύριον σκοπόν, τὴν ἀντιδικίαν πρὸς τὸ Κράτος, ἀπέναντι τοῦ ὁποίου ἔχει ἀντίθετα συμφέροντα μισθολογικά, τότε γεννᾶται τὸ ζήτημα: Δύναται αὐτός, ὡς ἄτομον πλέον, νὰ ἔλθῃ καὶ νὰ ἀντιδικῇ ἀπέναντι τοῦ Κράτους, καθ’ ὃν τρόπον, καὶ μὲ τὰ ἴδια δικαιώματα μὲ τὰ ὁποῖα ἀντιδικοῦν μὲ τὸ Κράτος, ὅλα τὰ ἄλλα ἄτομα; Αὐτὸ εἶναι τὸ πρόβλημα: Δηλαδή, δύναται ἐκ τῆς συμβάσεως ἐργασίας μετὰ τοῦ Κράτους, ἐὰν προκύψουν διαφωνίαι, νὰ ἔχῃ τὰ αὐτὰ μέσα ἀμύνης ἐναντίον τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα ἔχει ἐναντίον οἱουδήποτε ἐργοδότου τὸ ἄτομον; Ἐδῶ δημιουργεῖται δυσχέρεια, διότι, αὐτὸς ὁ δημόσιος ὑπάλληλος, ἐὰν τὸν σκεφθῶμεν πρὸς στιγμὴν μόνον ὡς ἄτομον, ἀσφαλῶς πρέπει νὰ τοῦ δώσωμεν ὅλα τὰ δικαιώματα ποὺ ἔχει κάθε ἄτομον. Ἀφ’ ἧς ὅμως στιγμῆς, σκεφθῶμεν ὅτι, δὲν εἶναι μόνον ἄτομον, ἀλλὰ καὶ Κράτος, καὶ ἔρχεται ἐδῶ καὶ συνεταιρίζεται, διὰ νὰ διεκδικήσῃ δικαιώματα ἀπέναντι τοῦ Κράτους, τότε γεννᾶται τὸ πρόβλημα, εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὰ αὐτὰ δικαιώματα, καὶ ἂν ὄχι, πόσα καὶ ποῖα δικαιώματα ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ; Νομίζω, ὅτι εἶναι ἀδύνατον ἐκ τῶν προτέρων νὰ καθορίσωμεν τὴν ἔκτασιν αὐτῶν τῶν δικαιωμάτων. Οὔτε κατ’ ἀρχὴν θὰ ἀρνηθῶμεν τὴν ὕπαρξιν τοιούτων δικαιωμάτων, οὔτε καὶ θὰ ἀρνηθῶμεν κατ’ ἀρχὴν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, καὶ πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπόν, τὸν ἐπαγγελματικὸν ἀκόμη. Ἀλλά, εἶναι ἀδύνατον συνταγματικῶς νὰ εἴπωμεν, ὅτι πάντοτε ἴσα ἀπολύτως δικαιώματα, θὰ ἔχῃ ὁ δημόσιος ὑπάλληλος καὶ ὁ κοινὸς ἰδιώτης. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ κάμω ἕνα διαφορισμὸν καὶ νὰ εἴπω ὅτι, τὰ μὲν ἄτομα ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι ἐπαγγελματικῶς ἀπεριορίστως, ὁ δὲ δημόσιος ὑπάλληλος ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, κατ’ ἀρχὴν μὲν ναί, ἀλλὰ ὑπὸ περιορισμούς. Ἐπειδή, δέ, εἶναι ἀδύνατον ὁ συντακτικὸς νομοθέτης ἐκ τῶν προτέρων νὰ γνωρίζῃ ποῖαι εἶναι οἱ ἑκάστοτε ἐνδεικνυόμενοι περιορισμοί, σκόπιμον εἶναι κατ’ ἀρχήν, μέν, νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, ἀλλά, κατ’ ἀρχήν, ἐπίσης, νὰ ἀναγνωρίσωμεν εἰς τὴν πολιτείαν τὸ δικαίωμα τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἐπαγγελματικῶς συνεταιρίζεσθαι, τοῦ περιορισμοῦ, δι’ ἃς περιπτώσεις ἡ ἄσκησις τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ προέκυπτον ἐκ τοῦ συνεταιρισμοῦ θὰ ἐδημιούργουν μίαν ἐπικίνδυνον ἀντιδικίαν, μεταξὺ τοῦ ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος εἶναι Κράτος καὶ τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ἐκπροσωπεῖται ὑπὸ τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου. Αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ. Ἕως τώρα, τὸ ζήτημα δὲν ἔχει τεθῆ, καὶ ὅταν πρὸ ἐτῶν, οἱ νομοθέται οἱ εἰδικοὶ ἠσχολοῦντο μὲ τὸ ζήτημα αὐτό, δὲν ἐγεννᾶτο ζήτημα περὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Σήμερον γεννᾶται ζήτημα δημοσίων ὑπαλλήλων κατὰ τρόπον κρίσιμον. Βεβαίως, τὸ νὰ ἀπαγορεύσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, δὲν εἶναι δυνατόν. Νὰ ἀπαγορεύσωμεν τὸν ἐπαγγελματικὸν συνεταιρισμὸν, δὲν εἶναι ἐπίσης σκόπιμον. Ἀλλά, εἶναι ἀπολύτως σκόπιμον, καὶ δὲν θίγει τὴν καλῶς ἐννοουμένην ἐλευθερίαν ἡ παροχὴ εἰς τὸν συντεταγμένον νομοθέτην τῆς ἐξουσίας, νὰ ὑποβάλῃ τὸ ἐπαγγελματικῶς συνεταιρίζεσθαι τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, εἰς ὡρισμένους περιορισμούς. Αὐτὴ νομίζω, ὅτι εἶναι ἡ ὀρθή, ἡ χρυσῆ τομή, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ κάμωμεν, διὰ νὰ λύσωμεν τὸ πρόβλημα αὐτό. Εἰς τὸ ἄρθρον αὐτό, ὡρισμένοι ἐκ τῶν συναδέλφων, θέλουν νὰ προσθέσουν μίαν τελευταίαν διάταξιν σχετικὴν μὲ τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς ἀπεργίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἀναμφισβητήτως, δὲν θέλομεν νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Μόνον, γεννᾶται τὸ ζήτημα, ἐὰν εἶναι ὀρθόν, νὰ προστεθῇ διάταξις, εἰς αὐτὴν τὴν διάταξιν, ἡ ὁποία πραγματεύεται γενικῶς τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Ἀσφαλῶς, προϋπόθεσις μιᾶς ἀπεργίας εἶναι μία ἐπαγγελματικὴ ὀργάνωσις, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν εἶναι λόγος νομοτεχνικὸς, νὰ ρυθμίσωμεν τὸ πρόβλημα τῆς ἀπεργίας εἰς ἄρθρον τελείως ἄσχετον. Δι’ αὐτὸ δέχομαι μόνον τὴν σκέψιν τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς ἀπεργίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Δὲν ἀποφαίνομαι ἀκόμη, ἐὰν πρέπει νὰ θέσωμεν διάταξιν ἐν τῷ Συντάγματι περὶ τούτου. Ἀπολύτως δέχομαι ὅμως, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ σχετικὴ διάταξις εἰς τὸν ὑπαλληλικὸν κώδικα. Ἐὰν δὲ κατισχύσῃ ἡ ἄποψις ὅτι, πρέπει ἡ ἀπαγόρευσις τῆς ἀπεργίας νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα, τότε πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον περὶ ἐργασίας, εἰς ἰδιαίτερον ἄρθρον ὄχι δὲ εἰς τὸ ἄρθρον περὶ συνεταιρίζεσθαι.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Ἀλιβιζᾶτος ἔχει τὸν λόγον.
§9Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἕνα ἀπὸ τὰ προσφιλῆ θέματα, τὰ ὁποῖα ἔχει μεταχειρισθῆ καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ μεταχειρίζεται, εἰς τὴν κακοήθη καὶ συκοφαντικὴν ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος ἐκστρατείαν, ὁ κομμουνισμὸς καὶ ἡ διεθνὴς συνοδοιπορία, ἦτο τὸ θέμα τοῦ δῆθεν στραγγαλισμοῦ καὶ τῆς δῆθεν καταπατήσεως ἐν Ἑλλάδι τῶν συνδικαλιστικῶν ἐλευθεριῶν τῶν ἐργαζομένων. Ἡ ὁμοφωνία, ἡ ὁποία ἐξεδηλώθη καὶ εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ εἰς τὸ Σῶμα, εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν διατήρησιν τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 περὶ συνεταιρισμῶν, εἶναι ἡ καλυτέρα ἀπάντησις εἰς τὴν διεθνῆ αὐτὴν συκοφαντικὴν ἐκστρατείαν. Εἶπεν ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, καὶ νομίζω, καὶ ἐγώ, ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 ὡς ἔχει. Προέκυψεν ὅμως τὸ ζήτημα, διὰ τῆς τροπολογίας τῆς προταθείσης ἀφ’ ἑνὸς ἀπὸ τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἀφ’ ἑτέρου διὰ τροπολογίας κατατεθείσης ὑπὸ ἀξιοτίμων συναδέλφων, τὸ ζήτημα, ἐὰν καὶ κατὰ πόσον ἐπιβάλλεται ἡ συμπλήρωσις τοῦ ἄρθρου 11, πρὸς τὸν σκοπὸν, εἴτε τῆς περιοριστικῆς ρυθμίσεως τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ τοὺς ὑπαλλήλους Ν.Π.Δ.Δ., εἴτε εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς ἀπεργίας. Κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ τοῦ σημείου τοῦ ἄρθρου 11, ἐπιβάλλεται ἰδιαιτέρα προσοχή. Δὲν παραγνωρίζω τοὺς οὐσιαστικοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ὑπεκίνησαν τοὺς ὑποβαλόντας τὴν σχετικὴν πρότασιν. Νομίζω ὅμως, κ.κ. βουλευταί, ὅτι εἶναι ὀλίγον ὀξύμωρον, τὸ σχῆμα, ὅταν ἔχωμεν ἤδη ἁπτὰ τὰ πλήγματα τῆς ἰσχύος παρομοίων ἀπαγορεύσεων, νὰ ζητοῦμεν νὰ περιλάβωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα ἀπαγόρευσιν δικαιώματος ἐν χρήσει μεγάλων κοινωνικῶν τῶν ἐργαζομένων τάξεων, καθ’ ἣν στιγμὴν μόλις χθὲς ἡ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη νὰ ζητήσῃ τὴν κατάργησιν τοῦ ψηφίσματος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζητήθη νὰ ἀνασταλῇ τὸ δικαίωμα τῆς προσφυγῆς εἰς τὴν ἀπεργίαν. Εἰς τὴν ἡμερησίαν ἀκριβῶς διάταξιν τῆς ἡμέρας, ποὺ διενέμετο ἡ πρότασις περὶ περιορισμοῦ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τῆς ἀπεργίας, ἀνεγράφετο ἡ κύρωσις τοῦ ψηφίσματος, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις ἔσπευδε νὰ καταργήσῃ διὰ τοῦ τότε ὑπὸ κύρωσιν ΝΕʹ ψηφίσματος τοῦ 1948, τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν ΛΘʹ ψήφισμα, πάλιν τοῦ 1948 «περὶ προσωρινῆς ἀπαγορεύσεως τῆς διακοπῆς τῆς παραγωγῆς καὶ ἀναστολῆς τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπεργίας». Καὶ ὅταν ἡ πολιτεία ὁμιλῇ ἐπισημότατα περὶ δικαιώματος, ὀφείλομεν νὰ εἴμεθα προσεκτικοὶ ὅταν ἐρχώμεθα διὰ μιᾶς μονίμου διατάξεως νὰ καταργήσωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠναγκάσθημεν νὰ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι δὲν εἴχαμε τὴν δύναμιν οὔτε νὰ ἀναστείλωμεν. Ἀλλά, κ.κ. βουλευταί, ἐρωτᾶται: Ἀνεξαρτήτως τῶν θεωρητικῶν λόγων, αἱ προτεινόμεναι τροποποιήσεις αὐταὶ καθ’ ἑαυτὰς, εἶναι ἀπαραίτητοι καὶ ἱκαναὶ νὰ ἐπιφέρουν τὸ ἀναμενόμενον ἀποτέλεσμα; Διότι καὶ ἐγώ, ὁ ὁποῖος εἶμαι ἀντίθετος πρὸς τὸν περιορισμὸν αὐτόν, ὅταν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐζήτησε τὴν ψήφισιν τοῦ ψηφίσματος περὶ ἀναστολῆς τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ τῆς προσφυγῆς εἰς τὴν ἀπεργίαν, λόγῳ τῶν ἐκτάκτων σημερινῶν στιγμῶν, ἀπεδέχθην τὸ ψήφισμα, καταστέλλων τοὺς ἐνδοιασμούς μου. Αἱ τροποποιήσεις αὐταὶ εἶναι ἀπαραίτητοι καὶ ἱκαναὶ νὰ ἐπιφέρουν τὸ ἀναμενόμενον ἀποτέλεσμα; Καὶ δεύτερον, ποία εἶναι ἡ πραγματικὴ ἔκτασις τῆς τροπολογίας, ἰδίως τῆς ἀφορώσης τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ δημοσίου καὶ τοὺς τῶν νομικῶν προσώπων δημοσίου δικαίου; Διότι πρόκειται περὶ μιᾶς ἀπαγορεύσεως, ἡ ὁποία θὰ βαίνῃ συνεχῶς ἐπεκτεινομένη, ὅσον θὰ ἐπεκτείνεται ἡ διείσδυσις τοῦ Κράτους εἰς τὴν οἰκονομικὴν καὶ πολιτικὴν ζωὴν καὶ συνεπῶς, ἡ ἄμεσος ἢ ἔμμεσος κρατικοποίησις μεγάλων μαζῶν ἐργαζομένων. Καὶ τρίτον, ἐρωτᾶται: Δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος πλὴν τῆς καταργήσεως ἢ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι ἢ τῆς καταργήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπεργίας τῆς κατηγορίας αὐτῆς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, διὰ νὰ ὁπλίσωμεν τὸ Κράτος, ὅπως δυνηθῇ νὰ ἀντεπεξέλθῃ εἰς περίπτωσιν ἀνάγκης ἢ διὰ τὴν καταστολὴν πάσης προσπαθείας ἀνατρεπτικῆς ἐναντίον τῆς νομίμου τάξεως; Εἰς αὐτὰ τὰ τρία ἐρωτήματα Θὰ προσπαθήσω νὰ δώσω μίαν ἀπάντησιν καὶ θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχήν σας, κ.κ. βουλευταί. Ἡ πρώτη προσθήκη ἡ ὁποία προτείνεται διὰ τὸ ἄρθρον 11 καὶ ἡ ὁποία ὑπεστηρίχθη πρὸ ὀλίγου μόλις ἀπὸ τὸν ἀγαπητὸν φίλον καὶ συνάδελφον κ. Κ. Τσάτσον, εἶναι ἐκείνη, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται ὅπως διὰ νόμου ἐπιβληθοῦν ὡρισμένοι περιορισμοὶ εἰς τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ὁ κ. Τσάτσος, μὲ τὴν θεωρητικὴν κατάρτισιν, ἡ ὁποία τὸν διακρίνει, ἔκαμε τὴν διάκρισιν, ἡ ὁποία ὑφίσταται μεταξὺ τῆς ἰδιοτύπου ὑπαλληλικῆς σχέσεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τῆς συνήθους σχέσεως τῶν μισθωτῶν. Νομίζω, κύριοι, ὅτι παρ’ ὅλας αὐτὰς τὰς διακρίσεις, ἡ διάταξις εἶναι ἐντελῶς περιττὴ καὶ δι’ ἐκείνους ἀκόμη, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦν νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἡ πολιτεία ἐκ τοῦ νόμου, νὰ ἐπιφέρῃ περιορισμοὺς εἰς τὸ δικαίωμα τοῦτο. Τὸ ἐν ἰσχύϊ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, λέγει σχετικῶς, ὅτι «οἱ Ἕλληνες ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους», κατὰ συνέπειαν, δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα εἰδικὴ διάταξις, ὥστε νὰ τεθοῦν ἐνδεχομένως εἰδικοὶ περιορισμοὶ εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Διότι ἐφόσον οἱ Ἕλληνες ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, δὲν ἔχομεν παρὰ νὰ διατυπώσωμεν ἕνα νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ καθορίζωνται οἱ ὅροι, ὑπὸ τοὺς ὁποίους δύνανται οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ οἱ ὑπάλληλοι νομικῶν προσώπων δημοσίου δικαίου νὰ ἐξασκήσουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Ἕνα μόνον δὲν ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κειμένης διατάξεως τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, νὰ ἀρνηθῶμεν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Ἐφ’ ὅσον ὅμως οἱ ὑποβαλόντες τὴν σχετικὴν πρότασιν εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, καὶ ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ καθ’ ὃν τρόπον τὴν ἐψήφισε καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Τσάτσος προηγουμένως, δὲν ἀρνοῦνται αὐτὸ τοῦτο τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, ἀλλ’ ἁπλῶς ζητοῦν τὴν νομοθετικήν του ρύθμισιν, ἡ τροπολογία περιττεύει ἐντελῶς. Θὰ διερωτηθῆτε βέβαια, ἀφοῦ εἶναι ἐντελῶς περιττή, ὅπως τὴν παρουσιάζετε — ἐὰν δεχθῆτε τὴν ἄποψίν μου — ἡ προσθήκη αὐτή, τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, πῶς τότε ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ τὴν περιέλαβεν εἰς τὴν Συνταγματικὴν μεταρρύθμισιν; Κύριοι, ἡ παράγραφος αὐτή, εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ σχεδίου τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, εἶναι τὸ ὑπόλειμμα μιᾶς ἄλλης οὐσιαστικωτάτης προτάσεως, ἡ ὁποία ἀπὸ μείωσιν εἰς μείωσιν, σιγά–σιγά, ἔφθασε νὰ χάσῃ τὴν μορφήν της καὶ νὰ περιληφθῇ εἰς τὰς προτάσεις τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἐντελῶς ἄνευ οὐσιαστικοῦ περιεχομένου, δηλαδή, ἡ πρότασις, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, ἀπὸ μέρους ἑνὸς τῶν κ.κ. εἰσηγητῶν, ἦτο νὰ ἀπαγορευθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καθαρά. Διότι, τὸ δικαίωμα συνεταιρίζεσθαι ὑπεστηρίχθη, καὶ ἴσως ἀπὸ μιᾶς ἀπόψεως οὐχὶ ἀδίκως, ὅτι εἶναι ἡ προϋπόθεσις διὰ τὴν εὐχερεστέραν προσφυγὴν εἰς τὴν ἀπεργίαν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ὁ εἰσηγούμενος τὴν τροποποίησιν αὐτήν, διὰ νὰ ἀνακόψῃ τὸν κίνδυνον τῆς ἀπεργίας εἰσηγεῖται τὴν ἀπαγόρευσιν τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Ἡ συζήτησις ὅμως, εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, μὲ τὰς ἀλλεπαλλήλους μεταμορφώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχικῆς αὐτῆς προτάσεως, κατέληξε τελικῶς εἰς τὴν ψήφισιν μιᾶς παραγράφου, ἡ ὁποία δὲν ἔχει οὐδὲν ἀπολύτως νόημα. Καὶ διὰ τοῦτο ἐξεπλάγην, διότι εἶδον, εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, διότι δυστυχῶς τὸ πρωΐ δὲν ἠμπόρεσα νὰ εἶμαι παρών, ἀγαπητὸν καὶ ἀξιότιμον συνάδελφον καὶ μέλος τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ λέγῃ, ὅτι εἶχε τὴν ἐντύπωσιν ὅτι, ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ εἶχε ψηφίσει διάταξιν περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς ἀπεργίας. Ὄντως, εἶχε συζητηθῆ τὸ θέμα διὰ νὰ καταλήξῃ εἰς αὐτὴν τὴν πρότασιν, ἡ ὁποία εἶναι ἄνευ οὐσιαστικοῦ λόγου. Κύριοι, διὰ τῆς προτάσεως αὐτῆς τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία δὲν γνωρίζω, ἂν θὰ τύχῃ ὑποστηρίξεως ἐνώπιόν σας, δηλαδή, τῆς προτάσεως (ὁ ἐπὶ τοῦ βήματος κώδων εἰδοποιεῖ τὸν ἀγορεύοντα, ὅτι παρῆλθε τὸ τέταρτον). Κύριε Πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ.
§10Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ εἰδοποιήσῃ. Ἡμεῖς εἰδοποιηθέντες, δεχόμεθα νὰ σᾶς ἀκούσωμεν ἀκόμη.
§11Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Εὐχαριστῶ. Διὰ τῆς προτάσεως αὐτῆς, τῆς ἀπαγορεύσεως τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι τίθεται ἕνα σοβαρώτατον γενικώτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν, διότι ἐμμέσως εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα ὁδηγεῖ καὶ ἡ ἑτέρα πρότασις περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς ἀπεργίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Εἶναι ἀληθές, κ.κ. βουλευταί, ὅτι ἠμφισβητήθη ἀπὸ μακροτάτων ἐτῶν, ἐὰν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, καὶ μάλιστα κατὰ τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, τοῦ 1911, ὅπως ἀπεδείχθη καὶ εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, τὸ Ραλλικὸν κόμμα, εἶχεν ὑποβάλει πρότασιν περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς ἀπεργίας καὶ τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ὁμοία πρότασις ὑπεβλήθη καὶ εἰς τὴν Γην τοῦ 1920 Βουλήν. Ἀλλ’ ἡ μὲν πρότασις τοῦ Ραλλικοῦ κόμματος δὲν ἔφθασε κἂν μέχρι τῆς Βουλῆς, διότι τελικῶς δὲν τὴν ὑπεστήριξεν αὐτὸ τοῦτο τὸ Ραλλικὸν κόμμα, ἡ δὲ ἄλλη δὲν ἐγένετο ἀποδεκτή. Ἀνεφέρθη ἀκόμη, πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ ἐπιχειρήματος, ὅτι δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, καὶ κάποια γνωμοδότησις τῆς ὁλομελείας τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ἐκδοθεῖσα κατὰ τὸ 1930–31, ἡ ὁποία ἐδογμάτιζε καὶ ἀπεφαίνετο ὅτι, οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι εἶναι sitoyens speciaux, ἰδιότυποι πολῖται, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Κύριοι, λυποῦμαι, ἀλλ’ ἀρνοῦμαι ἐγὼ προσωπικῶς νὰ ἀποδεχθῶ, ὅτι ὑπάρχουν δύο κατηγορίαι πολιτῶν ἐν Ἑλλάδι καὶ ὅτι μία εὐρυτάτη κατηγορία τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τῶν ὑπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., εἶναι μειωμένης πολιτικῆς ἱκανότητος. Καὶ παρ’ ὅλα ὅσα ἐλέχθησαν εἰς τὸ θέμα τοῦ συνεταιρισμοῦ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ὄχι μόνον θεωρητικῶς, παρὰ τὰς ἀμφισβητήσεις, δὲν ἔχομεν ἀντιρρήσεις, ἀλλ’ ἀντιθέτως, καὶ εἰς τὴν πρᾶξιν ἀνεγνωρίσθη ρητῶς καὶ τὸ 1923, ὅτε ἐγένετο ἡ ἀπεργία τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ἐζήτησε νὰ λάβῃ μέτρα κατ’ αὐτῶν ἡ τότε ἐπανάστασις καὶ συνεκάλεσεν εἰδικὴν Ἐπιτροπήν, εἰς τὴν ὁποίαν μετέσχον μέλη κατ’ ἐξοχὴν συντηρητικά. Ὅλα ὁμοφώνως ἀπεφάνθησαν διὰ γνωματεύσεως, ἡ ὁποία ἀνεγνώσθη καὶ εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, προεξάρχοντος τοῦ σεβαστοῦ κατὰ πάντα καθηγητοῦ, κ. Ἀγγελοπούλου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀσφαλῶς ἀδιάβλητος ἀπὸ ἀπόψεως οἱουδήποτε ἀριστερισμοῦ, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κειμένης διατάξεως τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι.
§12Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Διατὶ δὲν ἀποδίδετε τόσην σημασίαν εἰς τὴν γνωμάτευσιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου τοῦ Κράτους;
§13Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Δὲν ἀποδίδω μεγάλην σημασίαν, διότι ἦλθε κατόπιν ὁ ὑπαλληλικὸς κῶδιξ, ὁ ὁποῖος ἐρρύθμισε τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἀπηγόρευσε μόνον...
§14ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὴν ἀπεργίαν.
§15Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Ὄχι, κ. συνάδελφε, ἀπηγόρευσε μόνον τὴν συνένωσιν μὲ ἄλλας μὴ ὑπαλληλικὰς ἑνώσεις καὶ ἀποδίδω μεγαλυτέραν σημασίαν εἰς τὴν γνωμοδότησιν τοῦ 1923, διότι αὐτὴ εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν πρᾶξιν καὶ τὴν ζωήν.
§16Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Φρονῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι εἶναι ἴσως παρακεκινδυνευμένη ἡ γνώμη τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ἡρμήνευσε κειμένας διατάξεις, ἐνῷ ὁ ὑπαλληλικὸς κῶδιξ ἦτο σχέδιον νόμου καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρυώμεθα, εἰς ἀντίκρουσιν ἑρμηνείας κειμένων διατάξεων, ἐπιχειρήματα ἐκ σχεδίων νόμων.
§17Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πότε συνετάχθη ὁ κῶδιξ; Διότι ἦτο ἕνας ἄλλος κῶδιξ, ὁ ὁποῖος προσῆλθεν ἐδῶ ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐσαρώθη ἀνηλεῶς ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς.
§18Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Τὸ ζήτημα τὸ γνωρίζει κάλλιστα ὁ ἀγαπητὸς καὶ σεβαστὸς φίλος κ. Κουλουμβάκης, ὁ ὁποῖος ἔπαιξε πρωτεύοντα ρόλον εἰς αὐτό. Ἐγὼ ἀναπτύσσω τὰς ἰδικάς μου ἀπόψεις καὶ ὡς σεβόμενος τὰς ἀπόψεις τῶν ἄλλων, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σεβασθῶ καὶ τὰς ἰδικάς μου. Φοβοῦμαι, κύριοι βουλευταί, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσία τοῦ ζητήματος, ὅτι ἔχομεν κάποιαν ὑπερβολικὴν πίστιν εἰς τὴν μαγικὴν δύναμιν τῶν νομικῶν κανόνων καὶ διατάξεων καὶ φανταζόμεθα, ὅτι ἀρκεῖ νὰ περιληφθῇ εἰς κείμενον ἑνὸς νόμου ἢ ἔστω καὶ τοῦ Συντάγματος, μία διάταξις ἐπὶ κοινωνικῶν ζητημάτων διὰ νὰ λύσωμεν καὶ νὰ τάμωμεν τὰς κοινωνικὰς διαφορὰς καὶ τὰ διάφορα κοινωνικὰ προβλήματα. Ἐγώ, κύριοι, δὲν πιστεύω, εἰς αὐτὴν τὴν μαγικὴν δύναμιν. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἓν ἄλλο ἀκόμη. Φανταζόμεθα ὅτι, ἡ ἀναγνώρισις τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι καὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπεργίας, θὰ προέλθῃ ἀπὸ τὴν περίληψιν ἢ μὴ εἰς τὸ Σύνταγμα ἢ εἰς οἱονδήποτε ὑπαλληλικὸν κώδικα τῆς οἱασδήποτε διατάξεως, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἀναγνωρίζεται τὸ δικαίωμα αὐτό. Ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας κατεκτήθη παντοῦ, εἰς ὅλον τὸν κόσμον καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὑπὸ ἀντίθετον νομικὸν καθεστώς. Ἀπηγορεύετο ἡ ἀπεργία, ἀπηγορεύετο ὁ συνεταιρισμός, καὶ αἱ ἀπεργίαι ἐγένοντο, καὶ οἱ συνεταιρισμοὶ ἐπραγματοποιοῦντο. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, ὅπως καὶ τὰ Συντάγματα τῶν ἄλλων Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν, ἦλθον ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ ἀναγνωρίσουν καὶ νὰ ρυθμίσουν ἓν κεκτημένον δικαίωμα. Ὑπάρχει δὲ καὶ μία ἄλλη ἄποψις. Διατὶ φοβούμεθα τόσον πολὺ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων; Κύριοι βουλευταί, ἡ ἀπεργία εἶναι ἓν φαινόμενον κοινωνικόν, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ρυθμισθῇ ἢ νὰ σταματήσῃ ἢ νὰ ἀνακοπῇ διὰ μόνων τῶν Συνταγματικῶν διατάξεων ἢ τῶν νομικῶν περιορισμῶν. Ἐὰν ἔχωμεν τὴν δύναμιν νὰ σταματήσωμεν μίαν ἀπεργίαν, τότε εἶμαι σύμφωνος μαζύ σας. Μία εἶναι ἡ ἀπεργία, ἡ ἀπεργία τοῦ στομάχου τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἐὰν ἠμποροῦμεν νὰ σταματήσωμεν αὐτήν, τότε νὰ βάλωμεν οἱανδήποτε διάταξιν θέλετε. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο. Διατὶ νὰ ἔχωμεν προκατάληψιν, ὅτι θὰ κινδυνεύσῃ τὸ Κράτος ἀπὸ τὴν συνδικαλιστικὴν δρᾶσιν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ διατὶ νὰ θέλωμεν νὰ τοὺς θεωρῶμεν ἐχθροὺς τοῦ Κράτους. Κύριοι, ὑπῆρξαν περίοδοι, εὐτυχῶς βραχεῖαι, κατὰ τὸ παρελθόν, κατὰ τὰς ὁποίας ἀντεμετώπισε τὸ Κράτος καὶ πίεσιν τῶν δημοσιοϋπαλληλικῶν ὀργανώσεων καὶ ἀπεργίας κάποτε δημοσιοϋπαλληλικάς. Ἦσαν περίοδοι, ὅπως πάντοτε, κρίσεως, περίοδοι, κατὰ τὰς ὁποίας δὲν εἶχε προφθάσει τὸ Κράτος, δι’ οἱονδήποτε λόγον, ἐξ ἀνάγκης, νὰ λάβῃ μέτρα ἀναπροσαρμογῆς τῶν οἰκονομικῶν ὅρων τῆς διαβιώσεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Τοῦτο ὅμως δὲν δίδει τὸ ἐπιχείρημα, νὰ σκεπτώμεθα ἀπέναντι τῆς δημοσιοϋπαλληλικῆς τάξεως, ὡς ἐὰν ἡ Βουλή, ἐπρόκειτο νὰ ἀντιμετωπίσῃ ... (δὲν ἠκούσθη)... Ἀλλοίμονον, κύριοι βουλευταί, ἐὰν καταλήξουν κάποτε οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι νὰ εὑρίσκωνται εἰς μόνιμον ψυχικὴν ἀντίθεσιν καὶ εἰς μόνιμον σύγκρουσιν πολιτικὴν ἢ συνδικαλιστικὴν μὲ τὸ Κράτος. Τὴν ἡμέραν ποὺ θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, δὲν θὰ ὑπάρχῃ Κράτος, οὐσιαστικῶς θὰ ἔχῃ ὑπονομευθῆ. Ἠμπορεῖ νὰ ὑπῆρξαν περίοδοι δυσφορίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἀλλὰ εἰς τὴν μεγάλην μᾶζαν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ὑπῆρξαν πάντοτε καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ εἶναι —καὶ ὀφείλομεν νὰ κάμωμεν τὸ πᾶν διὰ νὰ παραμείνουν— Ἐθνικόφρονες, πιστοὶ τηρηταὶ τοῦ νόμου καὶ τῆς τάξεως. Καὶ δὲν νομίζω, ὅτι, ἐὰν τοὺς ἀρνηθῶμεν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας, ὑποβοηθοῦμεν τὴν νομιμοφροσύνην τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ὑπάρχει, ὅμως, κύριοι, καὶ ἕνα ἄλλο θέμα. Εἶσθε βέβαιοι ὅτι μία παρομοία ἀπαγόρευσις δὲν θὰ ἔχῃ τὰ ἀντίθετα ἀποτελέσματα; Μὴ τυχὸν θὰ περιαγάγῃ, δηλαδή, εἰς δύσκολον θέσιν ἀκριβῶς τὰ ἐθνικόφρονα στοιχεῖα τοῦ δημοσιοϋπαλληλικοῦ κόσμου, ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχουν συνηθίσει νὰ σέβωνται τὸ Κράτος, ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζουν νὰ κάμουν παρανόμους ὀργανώσεις, ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ θελήσουν —καὶ ἐὰν ἔχουν τὴν δύναμιν— νὰ ἀντιμετωπίσουν τὴν παράνομον ὀργάνωσιν τῶν κομμουνιστῶν; Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, κύριοι, εἶμαι διστακτικός. Ἀλλά, ὑπάρχει καὶ ἕνα ἀκόμη ζήτημα. Εἶναι ἀτελής, ἡ ὑποβαλλομένη πρότασις καὶ διὰ τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει. Διατί κινδυνεύει τὸ Κράτος καὶ ἡ κοινωνία ὀλιγώτερον ἀπὸ τὴν ἀπεργίαν ὡρισμένων ἄλλων ἐλευθέρων ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων, παρὰ ἀπὸ ὅ,τι κινδυνεύει ἀπὸ τὴν ἀπεργίαν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἢ τῶν ὑπαλλήλων ὀργανισμῶν δημοσίου δικαίου; Δηλαδή, ἐὰν ἀπεργήσουν οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Ἐθνικοῦ Θεάτρου θὰ κινδυνεύῃ περισσότερον τὸ Κράτος παρὰ ἐὰν ἀπεργήσουν οἱ ἀρτεργάται ἢ ἂν ἀπεργήσουν οἱ ἐργάται τῆς ἠλεκτρικῆς κινήσεως; Ἡ πρότασις δὲν λαμβάνει καμμίαν πρόνοιαν ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐφ’ ὅσον δέ, δὲν λαμβάνει καμμίαν πρόνοιαν ἐπ’ αὐτοῦ, διατὶ αὐτὸ τὸ δυσμενὲς προνόμιον ὑπὲρ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων;
§19Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ὁ ἀρτεργάτης εἶναι σᾶν τὸν δημόσιον ὑπάλληλον;
§20Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Παράδειγμα τὸ φέρω. Ἐὰν ἔχωμεν μίαν ἀπεργίαν ἀρτεργατῶν ἢ μίαν ἀπεργίαν τῶν ἐργατῶν τῆς ἠλεκτρικῆς κινήσεως, τὰ ἀποτελέσματα θὰ εἶναι δυσμενέστερα ἀπὸ τὴν ἀπεργίαν ὡρισμένων ἄλλων κατηγοριῶν ὑπαλλήλων. Κύριοι βουλευταί, καταλήγω εἰς ἕνα συμπέρασμα. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς παραμονῆς τοῦ ἄρθρου 11 ὡς ἔχει. Διὰ νὰ ὁπλισθῇ τὸ Κράτος ἀρκεῖ ἡ μεταβατικὴ διάταξις τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ σχεδίου τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, περὶ τῶν ἐκτάκτων μέτρων, ὥστε τὸ Κράτος εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις, νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἀναστέλλῃ καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας καὶ τὸ οἱονδήποτε ἄλλο δικαίωμα ἐν ὀνόματι τοῦ ὑπερτάτου νόμου, τῆς σωτηρίας τῆς Πατρίδος. Ἐφ’ ὅσον ἔχομεν τὴν δυνατότητα νὰ περιλάβωμεν τὴν διάταξιν τῆς παροχῆς εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἀναστολῆς ὡρισμένων Συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν εἰς ὥραν ἀνάγκης, δὲν παρίσταται ἀνάγκη περιορισμοῦ μονίμου τῶν βασικῶν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν.
§21Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν καὶ ἄλλα μέσα πολὺ πρακτικώτερα καὶ ὄχι τόσον κρίσιμα. Τὸ μέσον τῆς ἐπιστρατεύσεως.
§22Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Μάλιστα, κ. Πρόεδρε, τὸ ἔχω σημειώσει.
§23Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν εἶναι κρίσιμοι αἱ περιστάσεις, βεβαίως θὰ τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν τὸ ἄρθρον περὶ ἀναστολῆς τῶν ἐλευθεριῶν. Ὅταν ὅμως δὲν εἶναι πολὺ κρίσιμοι αἱ περιστάσεις, εἶναι κάλλιστα δυνατὸν νὰ ἀρκέσῃ καὶ ἡ ἁπλῆ ἐπιστράτευσις.
§24Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Ἡ διακοπὴ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Ἑνωτικοῦ Κόμματος, συμπληρώνει τὴν σκέψιν αὐτὴν καὶ τὸ ἐπιχείρημα αὐτό. Ἀλλά, ἐάν, κ.κ. βουλευταί, ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ἤθελε ἀπολήξει ὑπὲρ τῆς ἀνάγκης προσθήκης ὑπὸ τὸ πνεῦμα τῆς προτάσεως τῶν τεσσάρων ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς ἀπεργίας, τότε, διὰ πλείστους ὅσους λόγους θὰ ἐνόμιζον, ὅτι θὰ πρέπει εἰς τὸ τέλος τῆς προτάσεως αὐτῆς νὰ προστεθῇ, ὅταν λέγῃ ὅτι ἡ ἀπεργία τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τῶν ὑπαλλήλων τῶν Νομικῶν Προσώπων Δημοσίου Δικαίου πρέπει νὰ ἀπαγορεύεται, νὰ προστεθῇ: «ὁπόταν καὶ ὅπου ὁ νόμος ὁρίζει». Ἔστω νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα αὐτό, ἀλλὰ νὰ ἀπαγορευθῇ ὑπὸ ὡρισμένας προϋποθέσεις. Νὰ ἀπαγορεύσω μίαν γενικὴν ἀπεργίαν, ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ πολιτικὴν μορφὴν καὶ ἡ ὁποία θὰ φέρῃ εἰς κίνδυνον τὸ Κράτος, νὰ τὴν ἀπαγορεύσω, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ μία προειδοποίησις, πρὸ ὡρισμένου χρόνου, ὥστε νὰ εἶναι προϊδεασμένον τὸ Κράτος καὶ νὰ δύναται νὰ λάβῃ τὰ μέτρα του. Νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὸν νόμον νὰ ρυθμίζῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ ὄχι διὰ συνταγματικῆς διατάξεως. Εὐνόητον εἶναι, ὅτι τὴν πρότασιν αὐτὴν κάμνω ἐντελῶς ἐπικουρικῶς. Καὶ τελειώνων, ἐπιθυμῶ νὰ προσθέσω τὴν φωνήν μου εἰς τὴν πρότασιν τοῦ ἀγαπητοῦ φίλου κ. Καλλία καὶ ἐν μέρει τοῦ κ. Κασιμάτη, εἰς ὅ,τι ἀφορᾶ τὴν περίληψιν διατάξεως εἰς τὸ Σύνταγμα περὶ ἀναγκαστικῶν συνεταιρισμῶν.
§25Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν αὐτὸ τὸ ζήτημα.
§26Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Συνεζητήθη τὸ ζήτημα, κ. συνάδελφε εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία περιέλαβε μίαν ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν διὰ νὰ κατοχυρώσῃ τοὺς ἀναγκαστικοὺς συνεταιρισμοὺς τοὺς συνιστωμένους μὲ σκοποὺς συμφώνους πρὸς τὸ Σύνταγμα. Τοιούτους συνεταιρισμοὺς ηὐτύχησε νὰ γνωρίσῃ ἡ Ἑλλὰς μεταξὺ τῶν πρώτων ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ἦτο ὁ ἀείμνηστος Μιχαλακόπουλος. Τότε συνεστήθησαν οἱ πρῶτοι ἀναγκαστικοὶ συνεταιρισμοί, διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων. Καὶ ἐφ’ ὅσον εἰς τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀσφαλέστατα θὰ ἔλθουν προτάσεις ἀφορῶσαι εἰς τὴν ὁλοκλήρωσιν τῆς ἀγροτικῆς ἀποκαταστάσεως, ἡ ὁποία προϋποθέτει χρησιμοποίησιν τοῦ θεσμοῦ τούτου, εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸν κατοχυρώσωμεν Συνταγματικῶς. Ἐγὼ ὅμως, πηγαίνω πάρα κάτω: Εἴτε θέλομεν, κύριοι, εἴτε ὄχι, βαίνομεν πρὸς μίαν ὠργανωμένην οἰκονομικὴν ζωὴν καὶ τῆς Ἑλλάδος καί, γενικώτερον, τοῦ κόσμου. Καὶ μέσα εἰς τὴν νέαν αὐτὴν οἰκονομικὴν ζωὴν ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν εἰς τοὺς παραγωγούς, εἰς τὰς μεγάλας λαϊκὰς μάζας, ὅπως εἶναι ὁ ἀγροτικὸς κόσμος, κατὰ πρῶτον λόγον, τὰ μέσα τῆς οἰκονομικῆς τῶν αὐτοδιοικήσεως, τὰ μέσα τῆς αὐτοαμύνης των. Σήμερον, διεσκορπισμένοι ὅπως εἶναι, εἶναι ἀδύνατον πολλάκις καὶ τοὺς ἑαυτούς τῶν νὰ προστατεύσουν καὶ τὴν οἰκονομίαν τῆς χώρας νὰ προαγάγουν. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ζητῶ ἀπὸ σᾶς μίαν προσθήκην, ἡ ὁποία θὰ ἀποτελῇ ἁπλῶς μίαν πρόβλεψιν διὰ τὸ μέλλον. (Χειροκροτήματα).
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ἀβραὰμ ἔχει τὸν λόγον.
§28Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἐπειδή, κύριοι βουλευταί, κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν, κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συζητήσεως τοῦ κεφαλαίου τοῦ Συντάγματος τοῦ ἀφορῶντος τὸ Δημόσιον Δίκαιον τῶν Ἑλλήνων ἐτόνισα ὅτι θὰ ἦτο ἀναγκαῖον νὰ ἀνασκοπῶμεν τὴν Συνταγματικήν μας ἱστορίαν, ἔχω ὑπ’ ὄψιν ὡρισμένα κείμενα, διὰ νὰ τὰ θέσω ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς καὶ μεταξὺ αὐτῶν ἕνα Σύνταγμα τοῦ Ἰωάννου Μεταξᾶ, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐκδοθῆ ἀπὸ τὴν θυγατέρα του καὶ τοὺς καθηγητὰς τοῦ «Νέου Κράτους», τὸν κ. Μαντζούφαν καὶ τὸν κ. Κούβελον, εἰς τὸ ὁποῖον γίνεται πολὺς λόγος περὶ προστασίας τῶν ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν. Εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τὸ ἀφορῶν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ Συνταγματικὴ ἔχει προτείνει μίαν οὐσιώδη τροπολογίαν ἀφορῶσαν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ὑπηνίχθη καὶ τὴν πρώτην φοράν, ὅτι πράγματι, ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ἐπέφερεν εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ εἶναι οὐσιώδης, ἦτο δὲ ἀπαραίτητος καὶ ἀναγκαία, διότι ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 ἐγεννήθη πολλάκις συζήτησις, ἐὰν καὶ κατὰ πόσον τὸ ἄρθρον 10 τοῦ Συντάγματος καλύπτῃ ἀπολύτως τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ἂν δύναται τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου νὰ εἶναι ἐξ ἴσου ἀπόλυτον καὶ ἀπεριόριστον, ὅπως τῶν ἄλλων πολιτῶν. Εἶναι περίεργον, ὅτι ἀγνοοῦνται ὡρισμένα νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο εἰς περίοδον εἰρηνικήν, ἰδίως τὸ σπουδαῖον νομοθέτημα «περὶ τῶν ὀργανώσεων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων», τὸ ὁποῖον εἰσηγήθη ὁ ἴδιος ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως Ἐλευθέριος Βενιζέλος, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον εἰσηγητὴς ὑπῆρξεν ὁ σεβαστὸς φίλος κ. Κουλουμβάκης. Καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ μελετήσῃ κανεὶς καὶ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου, τὴν μακρὰν καὶ ἐπιστημονικήν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐξ ἴσου ἐπιστημονικὴν καὶ λεπτομερῆ ἔκθεσιν τοῦ κ. Κουλουμβάκη, ὡς εἰσηγητοῦ τοῦ νόμου «περὶ δημοσιοϋπαλληλικῶν ὀργανώσεων». Πρὸ τοῦ νόμου αὐτοῦ εἶναι γνωστὸν ὅτι ἐγένετο ἄλλο νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ἐπίσης ἰσχύει, «περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς ἀπεργίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων», ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ κ. Τουρκοβασίλη, τὸ 1927–28, ὡς ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Τότε ὅταν ἐξερράγη μία μεγάλη ἀπεργία δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Ὁμοσπονδίας των, ὁ φίλος πρώην Διευθυντὴς τοῦ ὑπουργείου Δικαιοσύνης κ. Σκουριώτης, δι’ ἑνὸς ἀνακοινωθέντος ἐδογμάτισεν ὅτι ἡ ἀπεργία γενικῶς, εἶναι ἕνα φυσικὸν φαινόμενον, ὅπως εἶναι ἡ βροχή, ἡ χάλαζα, ἡ χιών κλπ. Ὅταν ἐγένετο συζήτησις σχετικὴ εἰς τὴν Γερουσίαν καὶ εἰς τὴν Βουλήν, ὁ ἀείμνηστος Ἐλευθέριος Βενιζέλος ἠγόρευσε διὰ μακρῶν, ἀναπτύξας τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν καὶ ἀντέκρουσε τοὺς ἰσχυρισμοὺς τῶν ἐργατικῶν, τότε, γερουσιαστῶν, εἰδικῶς τοῦ κ. Στρατῆ, ὁ ὁποῖος ἐκπροσωπῶν τὰς ἀντιλήψεις τῆς ἀριστερᾶς μερίδος, εἶπεν: «Ὁ κ. Στρατῆς ......... .................... (ἀναγινώσκει) .....................». Εἰς αὐτὰ ἀπήντησε μὲ τὴν χαρακτηριστικήν του δύναμιν ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος, καὶ ἐξήτασε τὸ ζήτημα τὸ Συνταγματικὸν καὶ τὸ νομικόν. Ἐγένετο συζήτησις ἐπίσης μακρὰ εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ 27, ὁπότε ἀνέπτυξε τὸ ζήτημα ὁ βουλευτὴς Γεωργιάδης, ὁ πρώην Εἰσαγγελεύς. Ἀντετάχθη κατὰ τῆς γνώμης τοῦ Γεωργιάδου καὶ αὐτὸς ὁ ἀείμνηστος Ἀλέξανδρος Παπαναστασίου, ὁ ὁποῖος καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἔλαβε σαφῆ θέσιν, ὅπως ἔλαβε καὶ τὸ 1936 σαφῆ θέσιν ἔναντι τοῦ κομμουνισμοῦ καὶ ἔκαμε τὴν διάκρισιν μεταξὺ Σοσιαλισμοῦ καὶ τοῦ Κομμουνιστικοῦ Κόμματος.
§29Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Ὁ Παπαναστασίου ἦτο ἐναντίον τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπεργίας, ὄχι τοῦ συνεταιρίζεσθαι.
§30Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ὑπὲρ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι: «Εἰς τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν .... ................., (ἀναγινώσκει)....................». Βέβαια, αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Τσάτσος εἶναι μυριόλεκτον καὶ ἀπὸ τοὺς ἰδικούς μας συγγραφεῖς καὶ τοὺς ξένους. Ὅλοι οἱ ξένοι συγγραφεῖς καὶ ἡ νομολογία ἡ σχετικὴ καὶ τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας τοῦ Γαλλικοῦ, τοῦ Γερμανικοῦ καὶ τοῦ Ἀγγλικοῦ, ἐδῶ δὲ εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ 1935, ἡ ὁποία εἶχε συσταθῆ ἀπὸ δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου, προτείνεται ἀπὸ μέρους τῆς Ἐπιτροπῆς, πλὴν τοῦ κ. Κολυβᾶ, ὁ ὁποῖος ἦτο Ἀντιπρόεδρος τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, τοῦ κ. Πανοπούλου Ἀντιπροέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῶν καθηγητῶν Πανεπιστημίου Φαρδῆ καὶ Ἀναστασιάδη, ὅπως τεθοῦν περιορισμοὶ εἰς τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Καὶ ἐτόνιζον ἐκεῖνο τὸ κλασσικόν, τὸ ὁποῖον σήμερον εἶναι ὁπωσδήποτε ἀμφισβητήσιμον, ὅτι ἡ ἰδιότης τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου εἶναι ἐντελῶς διάφορος τῆς ἰδιότητος τοῦ μισθωτοῦ τῆς σχέσεως τοῦ μισθωτοῦ πρὸς τὸν ἐργοδότην. Διότι, ὅπως ἐλέγετο, πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ δημόσιος ὑπάλληλος νὰ συνεταιρίζεται ἐπαγγελματικῶς πρὸς ἐπιδίωξιν βελτιώσεως τῶν οἰκονομικῶν αὐτοῦ συμφερόντων καὶ νὰ ἀντιτάσσῃ εἰς τὸ Κράτος τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν τοῦ χορηγεῖ τὸ Κράτος, τὸ πολλοστημόριον τοῦ «ἰμπέριουμ», τὸ ὁποῖον ἀσκεῖ ὁ ὑπάλληλος; Διότι τί εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος; Εἶναι τὸ ὄργανον τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ἀσκεῖ μίαν ἐξουσίαν τοῦ Κράτους, ἔχει δὲ τὴν ἀσφάλειαν τῆς μονιμότητος καὶ τῆς σταθερότητος τῆς ὑπηρεσίας του. Καὶ ὅταν θέλῃ νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν του συμφερόντων, δύναται νὰ τὴν ἐπιδιώκῃ ................ διότι ἄλλως, λέγει εἰς τὴν ἀγόρευσίν του ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος τίθεται ἀντιμέτωπος «...... (ἀναγινώσκει) ...». Παρετηρήθη καὶ ὀρθῶς ἀπήντησεν ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ἑνωτικοῦ Κόμματος, ἐφ’ ὅσον καὶ εἰς τὸ νέον Σύνταγμα ἐθέσαμεν τὴν διάταξιν περὶ ἀναστολῆς τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων, ἐν περιπτώσει διαταράξεως τῆς Δημοσίας τάξεως, διατὶ νὰ μὴ περιορισθῶμεν εἰς αὐτό; Εἶναι ἀνάγκη νὰ διασαφηνίσωμεν αὐτὰ καὶ πρέπει νὰ υἱοθετήσωμεν τὴν πρότασιν τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν διὰ νόμου δύναται νὰ ἀπαγορευθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι.
§31Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ἀντ. Κυβ.). Κύριε Πρόεδρε, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνώσω τηλεγράφημα τοῦ κ. Στράτου, τὸ ὁποῖον εἶναι πολὺ ἐνδιαφέρον. «.......... ......... (ἀναγινώσκει).............».
§32ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ζήτω ὁ στρατός. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίσατε κ. Ἀβραάμ.
§34Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι πρέπει νὰ υἱοθετήσωμεν τὴν πρότασιν τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν διὰ νόμου δύναται νὰ ἀπαγορευθῇ ἐξ ὁλοκλήρου τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἢ νὰ περιορισθῇ. Εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ 1935, τὴν ὁποίαν ἀπήρτιζον, ὅπως εἶπον, ἀνώτατοι δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἐλήφθη ἀπόφασις «.......... ......... (ἀναγινώσκει).............». Ὑπῆρξαν δηλαδὴ καὶ ἐκεῖνοι, μολονότι ἦσαν δημόσιοι ὑπάλληλοι αὐστηροὶ εἰς τοὺς περιορισμοὺς εἰς τὸ ἄρθρον αὐτό. Ἔχω τὴν γνώμην, κ.κ. συνάδελφοι, ἐπειδὴ ἡ φύσις τῆς συστάσεως τῶν συνεταιρισμῶν ὑπάγει αὐτοὺς εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Διοικήσεως, ἡ δὲ ἐπέμβασις τῆς Δικαστικῆς ἐξουσίας διὰ τὴν διάλυσιν τῶν συνεταιρισμῶν εἰς περίπτωσιν ἐκτροπῆς ἐκ τοῦ καταστατικοῦ των καὶ παραβάσεως τῶν νόμων εἶναι βραδεῖα, θὰ ἐνόμιζον, ὅτι εἶναι σκοπιμώτερον ὅπως δύναται νὰ γίνῃ ἡ διάλυσις τῶν συνεταιρισμῶν διὰ πράξεως τῆς Διοικήσεως, διότι εἰς τὴν Διοικητικὴν ἐξουσίαν ὑπάγεται ἡ ἁρμοδιότης καὶ ἡ σύστασις τῶν συνεταιρισμῶν καὶ σωματείων. Ὡς ἐγγύησις τῆς πράξεως αὐτῆς τῆς Διοικήσεως δύναται νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα τῆς προσφυγῆς εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας. Τὴν γνώμην αὐτὴν ὑπεστήριξα καὶ ἄλλοτε εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, ὅπως δὲ εἶπε καὶ ὁ κ. Ἀλιβιζᾶτος, ἀκόμη καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 εἰς τὸ σχέδιον τοῦ Ραλλικοῦ Κόμματος ἔλεγον ὅτι: «.......... (ἀναγινώσκει).........». Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις τῶν Πρωτοδικείων, μετὰ μίαν σχετικὴν μελέτην τῶν φακέλλων. Κατὰ τοὺς τελευταίους δὲ χρόνους ἀνεγνωρίσθη ὅτι τάχα δὲν ὑπερέβαινον τοῦ σκοποῦ των, τῆς νομιμότητος, ὡρισμένα σωματεῖα, τὰ ὁποῖα ἦσαν πράγματι παράνομα καὶ ἐγένετο ἀγὼν καὶ δίκαι μακραί, διὰ νὰ διαλυθοῦν ὡρισμένα, προφανῶς παράνομα, σωματεῖα. (Χειροκροτήματα).
§35Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6 συνδέεται ὑπὲρ τὸ δέον μὲ τὸ πρόβλημα τῆς ἀπεργίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Καλὸν θὰ ἦτο, καὶ ἐὰν ἀκόμη καταλήξωμεν εἰς τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς ἀπεργίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων — καὶ ὁμολογῶ ὅτι ἡ σκέψις μου κλίνει πρὸς τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς ἀπεργίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων — νὰ μὴν περιλάβωμεν τὴν ἀπαγόρευσιν εἰς τὸ ἄρθρον 6, νὰ μὴ τὴν περιλάβωμεν κατ’ ἀρχὴν εἰς κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ἐλευθερίας, οὔτε κἂν εἰς τὸ ἄρθρον περὶ ἐργασίας, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζω ἐὰν ἡ Βουλὴ θὰ δεχθῇ νὰ περιληφθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα. Νομίζω, ὅτι ἡ λογικωτέρα λύσις θὰ ἦτο νὰ περιληφθῇ ἡ ἀπαγόρευσις εἰς τὸ κεφάλαιον περὶ Διοικήσεως τοῦ Κράτους καὶ συγκεκριμένως εἰς τὸ ἄρθρον εἰς τὸ ὁποῖον ὁρίζονται αἱ ἰδιότητες τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἐκεῖ θὰ πρέπει νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ ἰδιότης τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων εἶναι ἀσυμβίβαστος πρὸς τὴν ἀπεργίαν, πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ ἀρνουμένου ἐργασίαν. Διότι ὁ ἀρνούμενος ἐργασίαν, ἔναντι τῆς ὁλότητος τοῦ Ἔθνους, ἀρνεῖται μίαν ὑποχρέωσιν, ἡ ὁποία δὲν ἀφορᾷ μίαν σχέσιν ἰδιωτικήν, ἀλλ’ ἀφορᾷ μίαν βαθεῖαν, αὐστηρὰν καὶ ἰδεολογικὴν σχέσιν αὐτοῦ πρὸς τὴν πατρίδα. Νομίζω, ὅτι ἐὰν ὅλοι οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ὁμιλήσουν συμφωνοῦν, θὰ πρέπει νὰ παραιτηθοῦν τοῦ λόγου καὶ τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουν νὰ ἀναπτύξουν εἴτε ὑπέρ, εἴτε κατὰ τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπεργίας, νὰ διαφυλάξουν δὲ τὸ δικαίωμα τῆς ὁμιλίας των εἰς χρόνον ἀπώτερον.
§36Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀρνούμεθα τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι.
§37Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πολλοὶ ἐκ τῶν κ.κ. ἀγορητῶν ὑπεστήριξαν ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι πρέπει νὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι καὶ νὰ μὴ ἔχουν τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας.
§38Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁμιλεῖτε ἀντικανονικῶς.
§39Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤμην ἐγγεγραμμένος καὶ παρῃτήθην τοῦ λόγου.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Λαγᾶκος ἔχει τὸν λόγον.
§41Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Ἐπειδὴ δέχομαι ἀπολύτως τὴν πρότασιν τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Ἑνωτικοῦ Κόμματος, παραιτοῦμαι τοῦ λόγου.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Μακκᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§43Λ. ΜΑΚΚΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, παρὰ τὴν γνώμην τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Ἑνωτικοῦ κόμματος, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, διότι τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, προκαλεῖ συγχρόνως καὶ ὡρισμένας γενικὰς σκέψεις, καὶ ὡρισμένας εἰδικὰς παρατηρήσεις. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, κ.κ. βουλευταί, ὅτι συζητοῦμεν καὶ νομοθετοῦμεν τὴν ὥραν αὐτὴν ὑπὸ τὸν ἐφιάλτην τοῦ κομμουνισμοῦ. Κατὰ τὴν διάρκειαν δὲ μιᾶς τοιαύτης κρίσεως, χρειάζεται μία ἰδιαιτέρα προσπάθεια εἰς τὸ Συντακτικὸν νομοθέτην ἵνα νομοθετῇ ἔχων ὑπ’ ὄψει του ὁλόκληρον τὴν προοπτικὴν τοῦ μέλλοντος, διότι τὸ Σύνταγμα εἶναι ἕνας πάγιος νόμος, εἶναι ἕνα νομοθέτημα τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ ἔχῃ καὶ τὴν εὐκαμψίαν καὶ προνοητικότητα ἔναντι τοῦ μέλλοντος, οὕτως ὥστε καὶ ἀπροβλέπτους καταστάσεις νὰ ἀντιμετωπίσῃ καὶ πράγματι νὰ δικαιολογῇ τὴν γνώμην τοῦ Ἀριστοτέλους ὅτι «ὁ νόμος εἶναι ὁ νοῦς ἄνευ πάθους». Ἄς ἴδωμεν ποία εἶναι ἡ προοπτικὴ καὶ ποῖαι αἱ περιπτώσεις αἱ ὁποῖαι ἐμφανίζονται ἐνώπιόν μας, ὡς πρὸς τὸ μέλλον αὐτοῦ τοῦ σημερινοῦ μας ἐφιάλτου. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία ὅτι ἡ παράτασις τῆς σημερινῆς καταστάσεως συνιστᾷ μίαν ἀναμφισβήτητον ὀξύτητα, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἐπαρκῶς ἔρχεται ὁ Συνταγματικὸς νομοθέτης νὰ κατοχυρώσῃ τὸ Κράτος διὰ τοῦ ὑπὸ πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς ἄρθρου 24 τοῦ σχεδίου, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ ἰσχύσῃ ἐν τῷ Συντάγματι τὸ ἄρθρον 48 τοῦ Συντάγματος τῆς Βαϊμάρης, δηλαδὴ δίδει τὴν εὐχέρειαν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἐν περιπτώσει ἀνωμαλιῶν, νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἰσχὺν ἀκόμη καὶ τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ἑπομένως, διὰ τὴν περίπτωσιν μιᾶς ὀξυτάτης κρίσεως ὁ συντεταγμένος νομοθέτης θὰ εἶναι ἐπαρκῶς ἐξωπλισμένος διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, ὥστε νὰ προασπίσῃ τὸ Κράτος καὶ τὸ Ἔθνος καὶ τὴν ἑλληνικὴν κοινωνίαν, ὅταν ἀπειληθῇ σοβαρῶς ἡ διασάλευσις τῆς δημοσίας τάξεως. Ἡ δευτέρα περίπτωσις, ἀπίθανος βεβαίως, θὰ ἦτο ἡ περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἡ κατάστασις καὶ ἡ κρίσις θὰ ἐτερματίζοντο συντόμως. Τότε βεβαίως, θὰ εἰσέλθωμεν εἰς μίαν περίοδον ἀνέτου ἀντιμετωπίσεως τῆς πολιτικῆς καὶ τῆς κοινωνικῆς μας ζωῆς. Διὰ τὴν περίπτωσιν αὐτήν, πιστεύω, βέβαια, ὅτι ὀφείλει ἀντιστρόφως τὸ Σύνταγμά μας νὰ περιέχῃ ὅλας ἐκείνας τὰς ἀνέκαθεν ὑφισταμένας ἐν Ἑλλάδι πολιτικὰς καὶ ἀτομικὰς ἐλευθερίας τοῦ Ἕλληνος πολίτου. Θὰ παρέμεινεν ἑπομένως μόνον μία τρίτη περίπτωσις κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐχειροτέρευεν ἡ σημερινὴ κατάστασις. Διὰ τὴν περίπτωσιν ὅμως αὐτὴν θὰ ἐδημιουργεῖτο ἴσως τὸ μεγαλύτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐκληρονόμησεν ὁ τελευταῖος παγκόσμιος πόλεμος, δηλαδή, θὰ κληθῇ τὸ Κράτος καὶ ἡ κοινωνία νὰ ἀλλάξουν τὴν δικονομίαν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ζῶμεν καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀκόλουθος. Ὅτι ἐνῷ τόσαι δεκάδες καὶ ἑκατοντάδες χιλιάδων Ἑλλήνων ἀπέθανον καὶ ἀποθνήσκουν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος καὶ εἰς τὸν βωμὸν τῆς ἐλευθερίας, καταντᾷ δύσκολον, ἂν μὴ ἀδύνατον, τόσον τὸ νὰ ἀσκῶμεν αὐταρχικότητα ἀπέναντι ἑνὸς σκληρὰ θυσιαζομένου διὰ τὴν ἐλευθερίαν λαοῦ, ὅσον καὶ τὸ νὰ ἀφίνωμεν τὴν ἐλευθερίαν τούτου ἐκτεθειμένην εἰς ὁριστικὴν ἐξαφάνισιν, ἐκ τοῦ λόγου ὅτι ἐν μέσῳ τῆς ἐλευθερίας ἐκτρέφεται ὁ ἐχθρὸς καὶ προκαλεῖται τὸ χάος. Αὐτὴ εἶναι ἡ μεγάλη ἀντινομία. Ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, κ.κ. συνάδελφοι, νὰ τονίσω ὅτι κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν εἶναι τὸ Σύνταγμα ἑνὸς λαοῦ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καθιστᾷ τὸ Κράτος αὐτὸ ἀρκετὰ ἰσχυρόν, διὰ νὰ τὸ κατοχυρώσῃ ἔναντι οἱουδήποτε κινδύνου. Πρὸ ὀλίγου σᾶς ἀνέφερα τὸ Σύνταγμα τῆς Βαϊμάρης καὶ τὸ ἄρθρον 48 τούτου, τὸ ὁποῖον ἔδιδε εἰδικόν, δικαίωμα, τὴν δυνατότητα ἄρσεως καὶ ἀναστολῆς θεμελιωδῶν δικαιωμάτων εἰς τὸ Γερμανικὸν Κράτος. Καὶ ἐν τούτοις, ἡ ὕπαρξις τοῦ ἄρθρου 48 δὲν ἠμπόδισε τὴν Γερμανίαν νὰ ὑποστῇ τὸν Χίτλερ καὶ ὅλας τὰς μετέπειτα καταλύσεις τῶν ἐλευθεριῶν καὶ ὅλας τὰς συμφορὰς τὰς ὁποίας ἐπέφερεν ἡ δικτατορία τοῦ ναζισμοῦ. Τί σημαίνει αὐτό; Σημαίνει ὅτι τὸ Σύνταγμα ἁπλῶς ὁπλίζει τὸ Κράτος. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τὸ Σύνταγμα. Πρέπει ἀπέναντί του κοντὰ εἰς τὸ ὁπλοστάσιον, νὰ ὑπάρξῃ καὶ ὁ ὁπλίτης ἐκεῖνος, τὸ Κράτος, ἀρκετὰ ἰσχυρὸν ὥστε νὰ χρησιμοποιήσῃ τὰ ὅπλα τὰ ὁποῖα τοῦ παρέχει τὸ Σύνταγμα διὰ νὰ ἀπομακρύνῃ τὴν ἀπειλὴν ποὺ ἐνδεχομένως ἔρχεται ἐναντίον του. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, κύριοι βουλευταί, νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω, διότι ἴσως τὸν γνωρίζετε ἤδη, τὸν προσδιορισμὸν τῆς βιαίας ἐπαναστάσεως τὸν ὁποῖον ἔδωσεν ὁ κατ’ ἐξοχὴν ἐμπειρογνώμων περὶ τὸ θέμα Τρότσκυ. Ὁ Τρότσκυ, λοιπόν, ὁμιλῶν περὶ τῆς βιαίας ἐπαναστάσεως, τὴν προσδιώρισεν ὡς «τὸ γρονθοκόπημα τὸ καταφερόμενον κατὰ τῆς κεφαλῆς ἑνὸς παραλυτικοῦ». Τὶ σημαίνει αὐτό; Ὅτι ἡ βιαία ἐπανάστασις ἔρχεται, ἐκρήγνυται καὶ ἐπιτυγχάνει μόνον, ὅταν τὸ Κράτος εἶναι ἤδη ἐκ τῶν προτέρων παραλυτικόν. Ὁ ἴδιος δὲ ὁ Τρότσκυ ὅταν ἐδέχθη κάποτε τὴν μομφὴν τοῦ Λένιν, ὁ ὁποῖος τὸν ᾐτιᾶτο διότι τὸ 1917 δὲν ἔσπευσε νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τοῦ χειμερινοῦ Ἀνακτόρου τῆς Πετρουπόλεως, ὅπου ἐστεγάζετο καὶ ἐφρουρεῖτο ἡ Κυβέρνησις Κερένσκυ, ἀπήντησεν ἐπὶ λέξει: «Δὲν δύναμαι νὰ ἐπιτεθῶ, προτοῦ πεισθῶ ὅτι ἡ φρουρὰ τοῦ Ἀνακτόρου εἶναι ἕτοιμη νὰ μοῦ παραδοθῇ!» Τί σημαίνει τοῦτο, κύριοι βουλευταί; Ὅτι τὸ Κράτος πρέπει νὰ ἔχῃ πιστὸν στρατόν. Ἄρα δικαίως, νομίζω, ὑπάρχει εἰς τὸ ἀκροτελεύτιον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος 1911 ἡ φράσις, καθ’ ἥν ἡ τήρησις τοῦ Συντάγματος ἀφιεροῦται εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων. Διότι, ἐν τελευταίᾳ ἀναλύσει, αὐτός κυρίως ὁ πατριωτισμὸς εἶναι ὁ καλύτερος, εἶναι ὁ μόνος οὐσιαστικὸς καὶ πραγματικὸς θεματοφύλαξ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ Κράτους καὶ τηρητὴς τοῦ Συνταγματικοῦ Χάρτου. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, ὁ πατριωτισμὸς τῶν Ἑλλήνων συνιστᾶται καὶ διαιωνίζεται ἀπὸ τὴν ἀγάπην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πρὸς τὴν ἐλευθερίαν του. Ἐὰν θέλετε νὰ ἔχετε Κράτος ἰσχυρόν, πρέπει νὰ ἔχετε Κράτος φιλελεύθερον, ὅπως, καὶ ἐὰν θέλετε νὰ ἔχετε Κράτος φιλελεύθερον, πρέπει νὰ ἔχετε Κράτος ἰσχυρόν.
§44Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κράτος ἀσφαλές.
§45Λ. ΜΑΚΚΑΣ. Κράτος ἰσχυρὸν, ἀρκεῖ. Καὶ αὐταὶ μέν, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι αἱ παρατηρήσεις, ποὺ ἤθελα νὰ κάμω ἐπὶ τῶν ἐν γένει σκέψεων, αἱ ὁποῖαι αἰωροῦνται εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ὅταν συζητοῦμεν διὰ τὰ ἀτομικὰ καὶ πολιτικὰ δικαιώματα, ἅτινα ἔρχεται νὰ κατοχυρώσῃ τὸ Σύνταγμα. Πιστεύω δέ, ἀκραδάντως, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι αἱ παρατηρήσεις μου αὐταὶ ἰσχύουν ἰδιαιτέρως ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον 11, διότι ἀκριβῶς εἰς τὸ ἄρθρον 11 ὑπάρχει, προκειμένου περὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἡ κλασσικὴ περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐμφανίζεται ἡ ἀντινομία τὴν ὁποίαν προανέφερα, μεταξὺ τῆς ἀνάγκης ἑνὸς κράτους ἰσχυροῦ, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀνάγκης κατοχυρώσεως τῶν φιλελευθέρων θεσμῶν, μεταξὺ δηλαδή, κράτους ἰσχυροῦ καὶ τῆς ἀνάγκης ἐλευθερίας. Οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἔχουν μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐκδηλώσεις τῆς μοίρας, αἱ ὁποῖαι τοὺς βαραίνουν καὶ τὴν ἑξῆς ἐπιπρόσθετον δυσχέρειαν, νὰ ἀθροίζουν ἑαυτοῖς τὴν ἰδιότητα καὶ τοῦ κρατικοῦ λειτουργοῦ καὶ τοῦ πολίτου. Εἶναι Κράτος ἀλλὰ δὲν παύουν νὰ εἶναι καὶ ἄνθρωποι. Εἶναι πολῖται, ἀλλ’ εἶναι συγχρόνως καὶ Πολιτεία. Καὶ ἑπομένως, ἐν τῷ καθορισμῷ τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν καθηκόντων τῶν ὑπάρχει πάντοτε ἡ δυσκολία τοῦ νὰ συνδυάσωμεν τὴν ἀνάγκην τοῦ σεβασμοῦ καὶ τῆς κατοχυρώσεως κράτους ἰσχυροῦ, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀνάγκην τῆς προστασίας τῶν ἐλευθεριῶν αὐτῶν τῶν κρατικῶν λειτουργῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν παύουν νὰ εἶναι πολῖται. Καὶ νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι, ἰδίως ἀπό τινων ἐτῶν ἀνέρχονται τὸν Γολγοθᾶν μιᾶς τραγικῆς δυσπραγίας καὶ φτώχειας, μέσα εἰς τὰς ὁποίας παλαίουν — ὀφείλομεν δέ, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ νὰ τονίσωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι παλαίουν ἡρωϊκῶς καὶ κατὰ τρόπον ἀδιάβλητον — νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο ἡ ἐσχάτη πλάνη νὰ ἠρχόμεθα, κ.κ. συνάδελφοι, ἐν ἔτει 1948 εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, μόνον καὶ μόνον μὲ τὴν δικαιολογίαν ὅτι εἶναι κρατικοὶ λειτουργοί, νὰ τοὺς ἀρνηθῶμεν τὴν ὕπαρξιν καὶ τὴν ἄσκησιν τῶν ὡς πολιτῶν καὶ ἀτόμων ἐλευθεριῶν των. Οὔτε μοῦ φαίνεται, μᾶς εἶναι ἐπιτρεπτόν, κ.κ. συνάδελφοι, νὰ τοὺς ἀρνηθῶμεν καὶ τὸ δικαίωμα νὰ διεκδικήσουν τὴν ἄσκησιν καὶ τὸν σεβασμὸν τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν. Οὐδεμία δὲ ἄλλη ὁδός, τουλάχιστον, ἐν τῇ συγχρόνῳ κοινωνικῇ ζωῇ ὑπάρχει διεκδικήσεως ὁμαδικῶν δικαιωμάτων, πλὴν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν παρέχει καὶ ἐξασφαλίζει τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι ἐλευθέρως. Θὰ ἦτο δρᾶμα, θὰ ἦτο ἀναδρομικότης, θὰ ἦτο μεσαιωνισμός, ἐὰν ἠρχόμεθα εἰς τὸ ἔτος εἰς τὸ ὁποῖον ζῶμεν, νὰ ἀρνηθῶμεν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχομεν τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ τὸ καθῆκον νὰ κάμωμεν εἶναι ἄλλο: Εἶναι νὰ ἀπαγορεύσωμεν εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, ἐν ὀνόματι τῆς ἐλευθερίας των, νὰ παρασκευάζουν τὴν αὐτοκτονίαν των. Διότι, ἐὰν διὰ μιᾶς ἐνδεχομένης ἀπεργίας των, προώθουν τὸ σταμάτημα τοῦ Κράτους, δὲν θὰ ἐσταμάτα μόνον τὸ Κράτος, δὲν θὰ ἐσταμάτα μόνον ἡ κρατικὴ μηχανή, θὰ ἐσταμάτων καὶ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι νὰ ζοῦν, οἱ δεῖκται αὐτοὶ τῆς μηχανῆς, οἱ δεῖκται τοῦ κρατικοῦ ὡρολογίου. Ἑπομένως, ἐν συμπεράσματι, κ.κ. συνάδελφοι, πιστεύω ἀκραδάντως, ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι ὑπὲρ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, τὸ δὲ δικαίωμα τοῦτο κατοχυρώνεται ἀπολύτως διὰ τῆς φράσεως, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911: «Τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους». Ἐὰν δηλαδή, καὶ ἐφ’ ὅσον οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι συνεταιριζόμενοι τηροῦν τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, οὐδεμία δύναμις, οὔτε νομική, οὔτε συνταγματική, οὔτε ἠθικὴ ἠμπορεῖ νὰ τοὺς ἀρνηθῇ τὸ δικαίωμα νὰ συνεταιρίζωνται, διὰ νὰ διεκδικήσουν τὴν τήρησιν, τὸν σεβασμὸν καὶ τὴν προαγωγὴν τῶν ὁμαδικῶν των συμφερόντων. Διατὶ, ἐπίσης, νὰ ἐξαρτηθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων αὐτῶν λειτουργῶν ἀπὸ τὴν ψήφισιν μελλοντικοῦ νόμου, ὑποβάλλοντος τὴν ἄσκησιν τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ εἰς ὡρισμένους περιορισμούς; Ποῦ θὰ ὡδήγουν, κύριοι συνάδελφοι, αὐτοὶ οἱ περιορισμοὶ καὶ ποῖος μᾶς ἐγγυᾶται ὅτι εἰς μίαν ὡρισμένην στιγμὴν τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα, εὑρισκόμενον ὑπὸ τὴν πίεσιν ἢ ἑνὸς ἐφιάλτου, ὅπως καὶ τώρα, ἢ ἄλλης παροδικῆς ἀπειλῆς κρίσεως, δὲν θὰ φθάσῃ μέχρι τῆς τελείας ἀφαιρέσεως τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ; Ἀντιθέτως, πιστεύω ἀπολύτως, ὅτι ἡ ἀπεργία πρέπει νὰ ἀπαγορευθῇ εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Ἀλλὰ θὰ προσέθετον, κύριοι, ὅτι τὴν ἀπεργίαν ἀρνούμεθα ἐξ ἴσου ὄχι μόνον εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλας κοινωνικὰς τάξεις, τοὺς ἰατρούς, τοὺς νοσοκόμους, τοὺς φαρμακοποιούς. Δὲν εἶναι νοητὸν, νὰ προστατεύωμεν τὸ Κράτος ἐναντίον τῆς ἰδίας του αὐτοκτονίας, διὰ τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν ἀπεργιῶν τῶν δημοσίων λειτουργῶν καὶ νὰ ἐπιτρέπωμεν τὴν ἀπεργίαν εἰς ἐκείνους, τῶν ὁποίων ὁ λόγος τῆς ὑπάρξεως εἶναι ἡ διατήρησις τῆς ζωῆς καὶ τῆς ὑγείας τῆς κοινωνίας. Τοιουτοτρόπως, μοῦ φαίνεται, κ.κ. συνάδελφοι, συμπληρώνομεν τὸ ὁπλοστάσιον τοῦ Κράτους, ἀλλὰ συγχρόνως κρατοῦμεν ἐπίσης ἐντελῶς ἀμόλυντον καὶ τὴν ὑπόστασιν τῶν πολιτῶν τοῦ Κράτους, τῶν πλέον διακεκριμένων διότι κατὰ τεκμήριον τουλάχιστον οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συνιστοῦν ἀναμφιβόλως τὴν ἀριστοκρατίαν, τὴν πραγματικὴν δημοκρατικὴν ἀριστοκρατίαν κάθε νομίμου Κράτους καὶ κάθε κοινωνίας. Οὕτω, καὶ οὕτω μόνον εἰς μίαν ὡρισμένην στιγμὴν κινδύνου, κ.κ. συνάδελφοι, δὲν θὰ ἔχετε μόνον τὸ Κράτος, δὲν θὰ ἔχετε μόνον τὸ ὅπλον, δὲν θὰ ἔχετε μόνον τὸν ἐξοπλισμὸν, ἀλλὰ θὰ ἔχετε καὶ τοὺς ὁπλίτας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχουν τὴν ψυχικὴν διάθεσιν καὶ ἀπόφασιν νὰ τηρήσουν τὸ Σύνταγμα καὶ νὰ προστατεύσουν τὸ Κράτος. Μὴ νομίζετε, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔχυσε τὸ αἷμα του, ἢ καὶ τὸ χύνει τόσον ἐνδόξως καὶ σήμερον ἀκόμη καὶ τόσον θριαμβευτικῶς καὶ νικηφόρως ἐπάνω εἰς τὸν Γράμμον, διὰ νὰ ἔλθῃ ἔπειτα ἐδῶ νὰ εὕρῃ χαλκευμένα δεσμὰ διὰ τὰς ἐλευθερίας του! Καὶ πιστεύσατε βαθύτατα, ὅτι ἐὰν θέλωμεν νὰ εἴμεθα Κράτος ἰσχυρόν, πρέπει νὰ εἴμεθα Κράτος φιλελεύθερον, ὅπως καὶ ἂν θέλωμεν Κράτος φιλελεύθερον πρέπει νὰ ἔχωμεν πάντοτε Κράτος ἰσχυρόν. (Χειροκροτήματα).
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον.
§47Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πρὸ μεσημβρίας, κύριοι συνάδελφοι, συνεχάρην θερμῶς τὸν ἄλλοτε ἔγκριτον δικαστικὸν καὶ νῦν ἀξιότιμον συνάδελφόν μας κ. Κώην, διότι ὡμίλησεν ὡς ἱκανὸς καὶ πεπειραμένος νομικός. Ἀλλὰ νόμοι, καὶ μάλιστα νόμοι τοιοῦτοι, ὡς ὁ ὑπὸ συζήτησιν νόμος συνταγματικός, τὸ πνεῦμα των τὸ ἔχουν καὶ εἰς τὰ κείμενα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἱστορίαν των. Ἐὰν δὲν μελετηθῇ βαθέως ἡ ἱστορία τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλουν τὸν νόμον αὐτὸν καὶ τὰ ὁποῖα ὑπέστησαν, τὰ γεγονότα δηλαδή, ὑπέστησαν μίαν ἐξέλιξιν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνευρεθῇ ἐν ἀκριβείᾳ ἡ ἔννοια, ὁ σκοπός, ἡ ὠφελιμότης, ὁ κίνδυνος τῶν κειμένων διατάξεων. Διότι καὶ εἶχον τὴν τιμὴν καὶ πρίν, ἐπίσης, νὰ παρατηρήσω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ γίνεται σύγχυσις μεταξὺ ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν καὶ πολιτικῶν ἐλευθεριῶν. Αἱ ἀτομικαὶ ἐλευθερίαι εἶναι αἱ ἀφορῶσαι τὴν ὑπόστασιν τοῦ ἀνθρώπου, ὑπόστασιν ἔχουσαν θείαν τὴν καταγωγήν, ὑπόστασιν ἑπομένως, κατὰ πάντα σεβαστὴν καὶ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ προστατεύουν οἱ νόμοι σεβόμενοι αὐτήν. Αἱ πολιτικαὶ ἐλευθερίαι εἶναι δημιουργήματα νομικά. Βέβαια καὶ ἐκεῖναι ἔχουν τὴν πηγήν των ἀπὸ τὴν ἱερότητα τῆς ἀνθρωπίνης ὑποστάσεως, ἀλλὰ εἶναι ἐλευθερίαι διατυπωθεῖσαι ὑπὸ τῶν νόμων. Καὶ διὰ τοῦτο ἀκριβῶς, ἐπειδὴ εἶναι προϊόντα νομικά, ἀκόμη καὶ διὰ τοῦτο, λέγω, εἶναι ἐπιδεκτικαὶ τοιούτων ἢ τοιούτων νομικῶν τροποποιήσεων. Τὸ Σύνταγμά μας τοῦ 1844 δὲν περιεῖχε τὰς διατάξεις περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνέρχεσθαι καὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον ἐνεπνέετο ἀπολύτως ἀπὸ τὴν Γαλλικὴν Ἐπανάστασιν, ἡ ὁποία, καθὼς γνωρίζετε, εἶχε καταργήσει ἐντελῶς τοὺς συνεταιρισμοὺς καὶ τὰς συντεχνίας ἐν γένει. Ἀλλ’ εἰς τὴν Ἑλλάδα, τὴν πατρίδα μας, ἀπὸ τοῦ 1844, μέχρι τοῦ 1862, διεξήχθη εἷς ἀγών, εἷς ἀγὼν σκληρὸς, ἀγὼν δὲ κατ’ ἐξοχὴν πολιτικός. Σκληρὸς ἀγὼν τῶν Φιλελευθέρων Ἑλλήνων, τῶν Ἑλλήνων, οἵτινες ἀπέδειξαν τὸν φιλελεύθερον αὐτῶν χαρακτῆρα ἀμέσως ἀπὸ τῆς ἐγέρσεως τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1821, διότι, καθὼς γνωρίζετε, καὶ τὸ πρῶτον ἀκόμη Σύνταγμά μας, τοῦ 1822, εἶναι Σύνταγμα φιλελεύθερον. Ὅλα τὰ Ἑλληνικὰ Συντάγματα, ἦσαν φιλελεύθερα μετὰ τὴν ἐπανάστασιν. Φιλελεύθερον ἠθέλησε νὰ εἶναι καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844. Ἀλλ’ ἡ τότε Μοναρχία, μολονότι πρέπει εὐγνωμόνως νὰ ὁμιλοῦμεν περὶ αὐτῆς, διότι ἀληθῶς ἐνεπνεύσθη ἀπὸ τὰ Ἑλληνικὰ ἰδεώδη, ὁ τότε Βασιλεύς, ἀληθῶς ἠγάπησε τὴν Ἑλλάδα μὲ ὅλην του τὴν ψυχήν, ἀλλὰ λέγω, ἡ τότε Μοναρχία δυστυχῶς, δὲν συνεμερίζετο τὸ φιλελεύθερον φρόνημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἕνεκα αὐτῆς τῆς πάλης ὁ ἀπὸ τοῦ 1842 μέχρι τοῦ 1862 ἐγεννήθη ἡ σκέψις τῶν διατάξεων τούτων περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνέρχεσθαι καὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Τὰ δύο αὐτὰ ἄρθρα ἀπὸ κοινοῦ ὑπεβλήθησαν ὑπὸ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς κατὰ τὰ 1863–1864, τοῦ ἀειμνήστου Σαριπόλου πατρὸς καὶ ὑπεστηρίχθησαν ὑπ’ αὐτοῦ γενναίως ἐνώπιον τῆς τότε Συνελεύσεως, ἐνῷ πρὸ αὐτοῦ εἶχεν ὁμιλήσει μετὰ πάθους, μεθ’ ὁρμῆς καὶ τραχύτητος ἐναντίον τῶν διατάξεων τούτων, ὁ ἐπίσης σοφὸς ἀνὴρ τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος, ὁ Παῦλος Καλλιγᾶς. Ἐνίκησεν ὁ Σαρίπολος περιφανῶς, διότι τὰ ἄρθρα αὐτὰ ἐψηφίσθησαν διὰ ψήφων 210 ἔναντι 25 κατὰ τὴν Συνέλευσιν ἐκείνην τοῦ 1863. Ἀλλ’ ἐμείναμεν σύμφωνοι, συζητοῦντες τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 κατὰ τὸ 1911, ὅτι αἱ διατάξεις αὗται καὶ αἱ δύο δὲν εἶναι παρὰ διατάξεις γνησίως, ἀκραιφνῶς, στενῶς, πολιτικῶν ἐνεργειῶν, πολιτικῶν δικαιωμάτων. Τοῦτο δὲ λέγει καὶ ὁ εἰσηγητὴς καὶ συντάκτης αὐτῶν, ὁ μακαρίτης Σαρίπολος πατήρ, εἰσηγητὴς ἐκείνου τοῦ Συντάγματος ὅλου, τοῦ 1864, καθηγητὴς τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου καὶ συγγραφεὺς σπουδαιοτάτου συγγράμματος, λέγει, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι ἀφορῶσι «περὶ τὰ πολιτικά». Ἀφορῶσι «περὶ τὰ πολιτικά», ἐὰν ἐνθυμῆσθε καὶ ὑμεῖς κύριε, τὴν ἔκφρασιν...
§48Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὑπὸ ποίαν ἔννοιαν ὅμως;
§49Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Περὶ μόνα τὰ πολιτικά. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1848, ἐδημοσιεύθη τὸ μανιφέστο ἑνὸς Ἑβραίου τυχοδιώκτου, καλουμένου Μάρξ, ὅπερ ἀνεστάτωσε τὴν ἀνθρωπότητα. Καὶ τὸ 1864, ὅμως, εἶχεν ἀρχίσει μὲν ἤδη ἡ ὑπονόμευσις τῶν πολιτικῶν καὶ κοινωνικῶν καθεστώτων τῶν λαῶν, ἀλλ’ ἡ ὑπονόμευσις ἦτο ἐν τῇ ἀρχῇ της καὶ διὰ τοῦτο ἐπεβλήθησαν μὲν αἱ ὑπὸ τὴν συζήτησίν μας διατάξεις αὗται, περιωρίσθησαν δὲ μόνον «περὶ τὰ πολιτικά». Κατὰ τὸ 1911 ὅμως, ἡ ὑπονόμευσις διὰ τῶν ἀριστεροτήτων καὶ τῶν συνδικαλισμῶν εἶχε σοβαρῶς προχωρήσει καὶ ἠναγκάσθημεν, ἂν καὶ δὲν μετεβάλομεν τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἀλλά, λέγω, ἀνεγνωρίσαμεν ὅτι ἡ ὑπονόμευσις εἶχε φανατισθῆ πλέον καὶ εἶχε προχωρήσει, ἠναγκάσθημεν καὶ ἐπείσθημεν νὰ ἀποδεχθῶμεν, ὅτι δὲν πρόκειται πλέον μόνον «περὶ τὰ πολιτικά», ἀλλὰ πρόκειται περὶ τὰ Κρατικὰ καὶ τὰ κοινωνικὰ ἐν γένει. Καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ ὑπάρξῃ μία ἐπὶ πλέον τώρα ἄμυνα καὶ ἀφοῦ πρόκειται περὶ πολιτικῶν ἐλευθεριῶν, τὰς ὁποίας παρεχώρησε τὸ Κράτος, πρέπει νὰ ἀναγνωρίσωμεν ὅτι τὸ Κράτος ἔχει καὶ δικαίωμα πλέον νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν ἐπέκτασιν ἢ καὶ εἰς τὸν περιορισμὸν τῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν τὰς τοιαύτας εὐρυτέρας καθισταμένας ἐλευθερίας. Καὶ τὸ ζήτημα, κύριοι, διὰ νὰ προχωρῶ ὅσον τὸ δυνατὸν συντομώτερον, ἐνεφανίσθη παρ’ ἡμῖν ζωηρότερον κατὰ τὴν ἄνοιξιν τοῦ 1930, δηλαδή, πρὸ ἐτῶν 18. Ἐκομίσθη καὶ κατετέθη εἰς τὴν Βουλήν, νομοσχέδιον ὑπὸ τὸν τίτλον «Καταστατικὸν τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων». Τὸ κατέθεσε τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ὁ ὑπουργὸς τότε τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ μακαρίτης συνάδελφός μας καὶ κατὰ τὴν σημερινήν μας Βουλήν, Γεώργιος Σίδερης, δηλώσας ρητῶς καὶ κατηγορηματικῶς, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ἦτο ζήτημα ἐμπιστοσύνης διὰ τὴν Κυβέρνησιν καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ ψηφισθῇ καὶ μάλιστα τὴν νύκτα ἐκείνην. Ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ ὁ τότε βουλευτὴς Οἰτύλου καὶ τώρα βουλευτὴς Ἀθηνῶν, ἐζητήσαμεν τοὐλάχιστον ἀναβολήν τινα, διὰ νὰ μελετήσωμεν βαθύτερον τὸ θέμα. Ἠρνήθη ἡ Κυβέρνησις. Ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς, ὡμίλησα περὶ τὰ 20 λεπτὰ τῆς ὥρας, δικαιολογῶν αὐτήν, τοσούτῳ μᾶλλον ἔλεγον ἀφοῦ ἀπουσίαζε τῆς συνεδριάσεως ὁ Πρωθυπουργός. Ἀλλ’ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπέμεινε καὶ τότε, κύριοι, ἡ Ἀντιπολίτευσις ὁλόκληρος εἶπεν «Ἀποχωρῶ». Καὶ ἀπεχώρησεν ὁλόκληρος τῆς αἰθούσης. Ἀλλ’ ὁ τότε βουλευτὴς Οἰτύλου καὶ τώρα βουλευτὴς Ἀθηνῶν εἶπεν: «Ἐγὼ δὲν ἀποχωρῶ, ἀλλὰ ζητῶ τὸν λόγον ἐπὶ τῆς οὐσίας». Καὶ ἤρχισα, κύριοι, νὰ ἀγορεύω ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον καθιέρωνε τὸ χειρότερον Κράτος ἐν Κράτει, μίαν ὑπαλληλοκρατίαν, ἡ ὁποία κατήργει ὅλα τὰ δικαιώματα καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς. Οἱ ὑπάλληλοι διὰ τῶν συμβουλίων των θὰ καθώριζον τοὺς διορισμούς των, τὰς προαγωγάς των, τὰς τιμωρίας των, τὸν μισθόν των, τὰς πειθαρχικὰς ἀνακρίσεις των καὶ τὰ παρόμοια. Ἡ Βουλὴ ἤρχισε νὰ συγκινῆται ζωηρῶς ἐκ τῆς ἀγορεύσεώς μου καὶ ἕνεκα τούτου εἰδοποιήθη ὅπως σπεύσῃ νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν αἴθουσαν ἡμῶν ὁ τότε Πρωθυπουργός, ὁ ἀείμνηστος Πρωθυπουργός, ὁ ἀείμνηστος Ἐλευθέριος Βενιζέλος, διότι ὁ ἀγορεύων βουλευτής, παρήγγειλαν εἰς αὐτόν, «συγκινεῖ τὴν Βουλήν». Κατέφθασε πλήρης ὀργῆς! Ἀντηλλάξαμεν φράσεις τραχυτάτας, διότι μοῦ εἶπε μὲ λόγους, σχεδὸν ὅπως θὰ τοὺς εἴπω: «Δὲν θὰ σοῦ περάσῃ, θὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ἀπόψε, διότι θέτει ἡ Κυβέρνησις ζήτημα ἐμπιστοσύνης». Ἀπήντησα: «Δὲν ἠκούσατε τί εἶπον, δὲν γνωρίζετε τί θὰ εἴπω ἀκόμη. Σπεύδετε ὅπως πάντοτε καὶ μὲ ὅλα σας τὰ ὑπέροχά σας προσόντα ἕνεκα τῆς σπουδῆς σας, κατὰ τὴν κοινὴν παροιμίαν, σκοντάπτετε». Ἐπεκαλέσθην τὸ ὅτι ἀνῆκον εἰς τὸ ὑπ’ αὐτὸν κόμμα καὶ τὴν ἀπαιτουμένην πειθαρχίαν μου. Καὶ ἀνταπήντησα: «Ποῖος σᾶς ἐπληροφόρησεν ὅτι εἶσθε ἀρχιστράτηγος καὶ ἐγὼ ὑποδεκανεύς; Διατὶ ἔχετε τὴν ἀξίωσιν νὰ ἐρχώμεθα ἀπὸ τὸ Πολιτικὸν Γραφεῖον καὶ νὰ λαμβάνωμεν τὰς ἀγορεύσεις μας δακτυλογραφημένας καὶ νὰ ἐρχώμεθα ἐδῶ νὰ τὰς ἀναγινώσκωμεν; Εἶμαι ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἔθνους, ἔχω μίαν γνώμην, θὰ ἐκφράσω αὐτὴν καὶ μετὰ ταῦτα θὰ κριθῇ ἐὰν θὰ ἔχῃ συνεπείας ἢ δὲν θὰ ἔχῃ ὅσον ἀφορᾷ τὴν κομματικὴν θέσιν μου». Ταῦτα ἐλέχθησαν ἐπακριβῶς ὡς τὰ λέγω καὶ σχεδὸν κατὰ λέξιν καὶ ἐξηκολούθησα νὰ ἀγορεύω καὶ εἶχον τὴν τιμήν, κ.κ. βουλευταί, νὰ χειροκροτῇ ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ ἐκείνη, οὐχὶ ἕκαστον ἐπιχείρημα, οὐχὶ ἑκάστην παράγραφον τοῦ λόγου μου, ἀλλὰ ἑκάστην φράσιν. Εἷς, μάλιστα, φανατικώτατος Βενιζελικός, γενόμενος μετὰ ταῦτα, κατὰ τὸ 1932, καὶ ὑπουργός, καὶ σήμερον φανατικώτατος ἀπέναντι τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, βουλευτής, ὅστις ὑπέστη ἓν ἀτύχημα καὶ ὡδηγήθη εἰς τὰ ὄρη ὅπου πολεμοῦν οἱ προδόται ἐφώναξε καταφανῶς ὑπ’ ἐμοῦ τότε εὐχαριστηθείς: «Πολὺ χαίρω, διότι τὸν ἔβαλεν εἰς τὴν θέσιν του τὸν κύριον αὐτόν» Ἀρχηγὸν τὸν ὁποῖον ἐλάτρευε μετὰ φανατισμοῦ, φανατισμοῦ διατηρουμένου. Ἔστρεψε τότε ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος τὸ βλέμμα του πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ αἰσθανθεὶς τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον πάντοτε ἠσθάνετο, νὰ εἶναι Κυβερνήτης, μόνον μὲ τὴν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἶδεν ὅλην τὴν Βουλὴν ὀρθίαν νὰ ἐπιδοκιμάζῃ τοὺς λόγους μου καὶ νὰ χειροκροτῇ καὶ ἀπέσυρε τὸ νομοσχέδιον. Οὕτω φέρονται οἱ ἀληθεῖς ἀρχηγοί, διότι ἡ ὑπερβολικὴ ἐπιμονὴ διακρίνει μόνον τοὺς στενοκεφάλους. Μετά τινας μῆνας ὑπεβλήθη τότε ἄλλο νομοσχέδιον καὶ διὰ νόμου διωρίσθη Ἐπιτροπὴ κοινοβουλευτική, διὰ τοῦ αὐτοῦ νόμου ὡρίσθη καὶ ὁ Πρόεδρός της καὶ τὴν τελευταίαν στιγμὴν μὲ προσέλαβον εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐκείνην καὶ ἐμὲ ὡς μέλος. Μετέβην εἰς τὴν πρώτην συνεδρίασιν καὶ εἶπον πρὸς αὐτούς: «Εἶπον καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ὁ νόμος οὗτος δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ, οὔτε σεῖς θὰ συνέλθετε εἰς δευτέραν συνεδρίασιν, διότι ὁ νόμος αὐτός εἶναι καὶ ἀντισυνταγματικός καὶ παράλογος. Καὶ οὕτως ὄντως συνέβη καὶ ἀπέβη τὸ πρᾶγμα. Παρῆλθον καὶ ἄλλοι μῆνες, ἐμελέτησεν ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος τὸ θέμα καὶ τότε ἀπεφάσισε νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἠθέλησε νὰ λέγῃ, ὅτι δὲν παρέχεται τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ὑπαλλήλους ὑπὸ τοῦ Συντάγματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Διότι, βέβαια, ὅταν τὸ Σύνταγμα λέγῃ: «Οἱ Ἕλληνες ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι», ἐννοεῖ τοὺς Ἕλληνας, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι αὐτὸ τοῦτο τὸ Κράτος. Ἄλλο Ἕλληνες πολῖται καὶ ἄλλο τὸ Κράτος. Οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι εἶναι τὸ Κράτος, δὲν εἶναι Ἕλληνες πολῖται. Εἶναι Ἕλληνες, ἀλλὰ δὲν εἶναι πολῖται. Εἶναι δημόσιοι λειτουργοί, ἑπομένως δὲν ἐννοεῖ καὶ δὲν περιλαμβάνει τὸ Κράτος τοὺς δημοσίους λειτουργούς, ὅταν λέγῃ «οἱ Ἕλληνες ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι». Δυστυχῶς, ὅμως, ὁ Βενιζέλος ἀνέθεσε τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὸν καθηγητὴν τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου, διωρισμένον μόνον καὶ μόνον διότι ἦτο τὴν γλῶσσαν μαλλιαρός. Διὰ τοῦτο διωρίσθη ὁ ἀστοιχείωτος αὐτὸς προδότης...
§50ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος;
§51Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ Σβῶλος. Συνέταξε τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐνῷ εἶπε πρὸς αὐτὸν ὁ Βενιζέλος, ὅτι θὰ δώσῃ τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ὑπαλλήλους διὰ τοῦ νόμου, ὑπὸ περιορισμούς, διὰ νὰ συνεταιρίζωνται, ἔγραψεν ἐκεῖνος, ὅτι παρέχεται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος τὸ δικαίωμα. Ἦλθε τὸ νομοσχέδιον μὲ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βενιζέλου εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ὑπὸ τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκλεγῶ παμψηφεί, καὶ παρὰ τὴν θέλησιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, εἰσηγητής. Μοῦ ἐπεβλήθη δὲ ὑπ’ αὐτοῦ, δηλαδὴ τοῦ Βενιζέλου, νὰ συντάξω τὴν ἔκθεσίν μου ἀπὸ τοῦ ἀπογεύματος τοῦ Τυρινοῦ Σαββάτου μέχρι τῆς μεσημβρίας τῆς Καθαρᾶς Δευτέρας. Ἔφερα ἀντιρρήσεις, ἀλλ’ ὑπέκυψα εἰς τὴν ἐπιμονήν. Ἔμεινα ἐπὶ ἡμέρας καὶ δύο νύκτας, κύριοι βουλευταί, ἄϋπνος, εἰς τὸ γραφεῖον μου, συνέταξα δὲ τὴν ἔκθεσίν μου καὶ τὴν πιστεύω καλήν, δι’ ὃ καὶ σᾶς προκαλῶ νὰ τὴν μελετήσετε. Μετέβην εἰς τὸ ξενοδοχεῖον Ὄλυμπος τῆς Κηφισιᾶς, ὅταν δὲ εἶπα πρὸς αὐτὸν, «ὁ καθηγητής σου σὲ πρόδωσε», κύριοι βουλευταί, τὸ δηλῶ ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς μου, ὁ Βενιζέλος ἔγινεν ὅπως εἶναι ὁ νεκρός, ὁ δὲ ἱδρὼς ἤρχισε νὰ τρέχῃ ποταμηδὸν ἀπὸ τῆς γενειάδος του. Διότι λέγω, τὸ νομοσχέδιον φέρον τὴν ὑπογραφήν του, ἀνεγνώριζεν ὡς συνταγματικὸν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Τὸν παρηγόρησα. Ἐμείναμεν δὲ τέλος πάντων σύμφωνοι, νὰ συντάξωμεν ἡμεῖς τὸ νομοσχέδιον. Ἐπρότεινα νὰ ἐπιτραπῇ τὸ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, κατὰ κλάδους καὶ κατὰ Νομούς. Δηλαδὴ ἐπρότεινα, οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἑνὸς κλάδου νὰ συνεταιρίζωνται καὶ ὁ συνεταιρισμὸς νὰ περιορίζεται ἀνὰ εἷς εἰς ἕνα Νομόν. Ὑπεχώρησα εἰς τοῦτο, δηλαδὴ εἰς τὸ κατὰ Νομούς, ὑπεχώρησεν ὁ Βενιζέλος εἰς τὸ κατὰ κλάδους, καὶ συνετάξαμεν τοιουτοτρόπως τὸ νομοσχέδιον. Ἀπηγορεύσαμεν τὴν ὁμοσπονδίαν καὶ συνομοσπονδίαν, ἀπηγορεύσαμεν βέβαια τὴν ὁμοσπονδίαν καὶ μετ’ ἄλλων συνεταιρισμῶν, ἰδιωτικῶν ἐπαγγελμάτων, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει καὶ τὸ ὅτι ἀπὸ τὰς σπουδαιοτέρας αἰτίας τοῦ Φασισμοῦ εἰς τὴν Ἰταλίαν ἦτο αὐτὴ ἡ ὁμοσπονδία τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων μετὰ τῶν ἐργατῶν. Διότι, ἐτηλεφώνει ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως πρὸς τὸν διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας, διὰ νὰ λάβῃ μέτρα ἐναντίον τῶν φονέων, ἐναντίον τῶν διαταρακτῶν τῆς δημοσίας τάξεως, καὶ ἡ ἀπάντησις ἀπὸ τὸν διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας ἦτο, ὅτι ὁ διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας εὑρίσκετο εἰς τὴν ὁμοσπονδίαν καὶ θὰ ἐξετέλει τὰς διαταγάς της. Ἦτο ἀδύνατον νὰ τηρηθῇ ἡ δημοσία τάξις ἐπὶ μακρὸν χρόνον εἰς τὴν Ἰταλίαν καὶ κατέληξαν εἰς τὸν Φασισμόν. Ἀπηγορεύσαμεν, λοιπόν, τὴν ὁμοσπονδίαν καὶ τὴν συνομοσπονδίαν, καὶ ἐπίσης ἀπηγορεύσαμεν καὶ τὴν ἀπεργίαν εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἐψηφίσθη.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ συνεχίσῃ ὁ ρήτωρ;
§53ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§54Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀπηγορεύσαμεν, λέγω, καὶ τὴν ἀπεργίαν εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, σκεφθέντες, ὅτι ἀφ’ ἑνὸς μὲν πρόκειται νὰ ρυθμίσωμεν τοιουτοτρόπως τὰ ζητήματα τῶν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν, ὥστε νὰ μὴ προχωρήσουν μέχρι κινδύνου τοῦ Κράτους, οἱ ἀποτελοῦντες τὰς συνδικαλιστικὰς ἑνώσεις, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὅτι, οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, αὐτὸ τοῦτο τὸ Κράτος καὶ δὲν νοεῖται κἂν τὸ Κράτος νὰ ἀπεργῇ ἐναντίον του. Βέβαια, κύριοι, δὲν ἀποδίδω πρόθεσιν, ἀλλὰ εἰς τὸ βῆμα ἐγένετο κάτι τρομερὸν ἐναντίον τοῦ Κράτους. Ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἠκούσθησαν καὶ ἀπόψε δημοκοπίαι. Δὲν εἶναι δημοκοπίαι κατὰ πρόθεσιν, ἀλλὰ κατὰ ἀποτέλεσμα εἶναι δημοκοπίαι. Ποῖος ἀπὸ ἡμᾶς, κύριοι, δὲν θὰ αἰσθανθῇ ἐντροπήν, δὲν θὰ αἰσθανθῇ ὅτι τὸν ὑβρίζουν, ἐὰν μᾶς εἴπουν, ὅτι δὲν ἐνδιαφερόμεθα ἡμεῖς νὰ μισθοδοτοῦνται ἐπαρκῶς οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι; Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ βουλευτὴς Ἕλλην, μὲ στοιχειώδη φιλοτιμίαν, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἀναγνωρίζῃ ὅτι ἀνεπαρκῶς μισθοδοτοῦνται οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ ὅτι εἶναι καθῆκον τοῦ Κράτους νὰ μισθοδοτῇ αὐτοὺς ἐπαρκῶς; Διατί λέγονται αὐτά; Ἀλλ’ ὅταν οἱ Ἕλληνες στρατιῶται φονεύωνται εἰς τὸν Γράμμον, διατὶ νὰ μὴ ἀντιμετωπίσουν ἀκόμη καὶ πεῖναν, ἀκόμη καὶ θάνατον καὶ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι; Ἐγὼ προσωπικῶς, κύριοι, βεβαίως δὲν συμφωνῶ, ὅτι δὲν ὑπῆρχον μέσα νὰ μισθοδοτηθοῦν καλύτερον οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι. Ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα. Ἄλλο ζήτημα εἶναι ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως, ἢ μᾶλλον τῶν Κυβερνήσεων, καὶ ἄλλο τὸ ζήτημα ὅτι πρέπει νὰ ὑπακούωμεν εἰς τὴν συμβουλὴν τοῦ μεγίστου ὅπως εἶπον πολλάκις, τῶν ἀνθρώπων, ὅστις ἐγεννήθη εἰς τὸν κόσμον τοῦτον, τοῦ Σωκράτους, ὅστις εἶπεν: «Ἢ πρέπει νὰ πείθετε τὴν Πατρίδα σας περὶ τῶν ἰσχυρισμῶν σας ἤ, ἐὰν δὲν τὴν πείθετε, νὰ ὑποκύπτετε πάντοτε ἀπέναντι τῶν διαταγῶν της καὶ ὑπὸ οἱονδήποτε κίνδυνον». Καὶ διὰ τοῦτο, κύριοι, ἐγὼ ἀπευθύνω ἐναντίον τῶν Κυβερνήσεων κατηγορίαν αὐστηροτάτην. Θεωρῶ, ὅτι ὑπέχουν βαρυτάτας εὐθύνας, διότι ὑπάρχοντος, ἰσχύοντος τοῦ νόμου, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα, νὰ ἀποτελοῦν ὁμοσπονδίαν ὅλοι καὶ νὰ ἀπεργοῦν, ἀνέχεται καὶ ἡ σημερινή, καθὼς καὶ αἱ προηγούμεναι Κυβερνήσεις, τὴν περίφημον τῶν δημοσίων μας ὑπαλλήλων Ἐπιτροπὴν ΑΔΕΔΥ. Ἀποτελεῖται ἀπὸ διακεκριμένους δημοσίους ὑπαλλήλους, τὸ γνωρίζω αὐτό. Καὶ ἱκανότητα ἔχουν οἱ ἀποτελοῦντες αὐτήν, καὶ ἠθικοὶ ἄνδρες εἶναι, ἀλλ’ εὑρίσκονται ἐν παρανομίᾳ, καὶ εἰς τοιαύτας μάλιστα περιστάσεις εὑρίσκονται ἐν προδοσίᾳ, παραβαίνοντες τὸν νόμον καὶ ἀπειλοῦντες ἀποσύνθεσιν τοῦ Κράτους. Ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ σημερινή, καθὼς καὶ αἱ προηγούμεναι, μὲ περισσοτέραν ἀνδρείαν νὰ ἀντιμετωπίζουν τὰς παρανομίας αὐτάς, μὲ περισσοτέραν θεληματικότητα.
§55Η. ΜΠΑΤΖΙΟΣ. Τὸ ἀνακοινωθὲν ὅμως, τῆς ΑΔΕΔΥ, προχθές, ἔθεσε τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν των.
§56Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχω τὴν εὐκαιρίαν, νὰ ἐκδίδω μίαν ἐφημερίδα, καὶ ἀπήγγειλα ἐγκώμιον, τοὺς ηὐχαρίστησα ἐν ὀνόματι τῆς Πατρίδος καὶ τοὺς συνεχάρην ἐν ὀνόματι τῆς Πατρίδος, ἀλλὰ ἐπανέλαβον, διὰ τοῦ αὐτοῦ δημοσιεύματός μου, εἰς αὐτούς, ὅτι ἐν τούτοις εἶναι παραβάται τοῦ νόμου μέχρι προδοσίας ἀποτελοῦντες ΑΔΕΔΥ.
§57Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσ.). Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ προσθέσω, ὅτι τὴν ἡμέραν ποὺ ἔγινεν, ἂς εἴπωμεν, ἡ δοκιμαστικὴ προειδοποίησις τῆς ἀπεργίας, ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης καὶ εἰς ἄλλας ὑπηρεσίας, οἱ ὑπάλληλοι μέχρις ἑνὸς προσῆλθον. Καὶ ἐγὼ εἰς τὸ ἰδικόν μου κατάστημα ἐθεώρησα ὑποχρέωσιν νὰ περιέλθω τοῦτο, καὶ οὕτω μοῦ ἐδόθη ἡ εὐκαιρία νὰ τοὺς ἐκφράσω τὴν εὐγνωμοσύνην μου. (Χειροκροτήματα).
§58Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ περισσότεροι δημόσιοι ὑπάλληλοι δὲν θέλουν συνεταιρισμούς.
§59Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἀνέγνωσα καὶ τὸ ἄρθρον τοῦ σχεδίου Συντάγματος. Καθὼς γνωρίζετε διαφωνῶ καὶ εἰς τὸ περιεχόμενον καὶ εἰς τὸν τίτλον, διότι ἀντὶ ὁ τίτλος αὐτοῦ νὰ εἶναι: «Ὑπὸ ἀναθεώρησιν ἄρθρα τοῦ Συντάγματος», εἶναι: «Σχέδιον Συντάγματος». Διότι ὀνειροπόλησαν τὴν δόξαν νὰ ἀναγνωρισθοῦν συγγραφεῖς ὁλοκλήρου Συντάγματος! Λοιπόν, ἀνέγνωσα τὸ ἄρθρον αὐτό, περὶ συνεταιρισμῶν, ἀλλὰ ἀνέγνωσα ἀκόμη καὶ ἐδῶ καὶ ἐκεῖ τοὺς 5 ὀγκώδεις τόμους τῶν συζητήσεων τῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας ἡ διάρκεια ὑπῆρξε 2 ἐτῶν καὶ 2 μηνῶν, ἀντὶ νὰ εἶναι τὸ πολὺ–πολὺ δύο μηνῶν. Διότι ἔπρεπε νὰ ἀρχίσουν ἀπὸ αὐτό: «Ποῖα ἄρθρα θεωροῦμεν ἀναθεωρητέα;» Καὶ ὄχι «ἀρχίζομεν νὰ συγγράφωμεν Σύνταγμα!».
§60Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Δὲν ἦτο δουλειὰ δική μας αὐτό. Ἔπρεπεν ἡ Βουλὴ ἢ τὰ Κόμματα νὰ κάμουν ἕνα διάγραμμα καὶ νὰ εἴπουν αὐτὰ θὰ τροποποιήσετε.
§61Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἀφοῦ δὲν τὸ ἔκαμεν ἡ Βουλή, ἔπρεπε νὰ τὸ κάμετε σεῖς βέβαια.
§62Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ 5 τόμοι περιέχουν πολλὰ διδακτικὰ πράγματα.
§63Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πολλά, μέχρι τοῦ σημείου ὅτι, πολλαὶ γυναῖκες Ἑλληνίδες ἔγιναν κομμουνίστριαι διότι ἐνεθουσιάσθησαν ἀπὸ τὴν κραυγὴν «κάτω ἡ παρθενία!». Λοιπόν, ἀνέγνωσα τὰ πρακτικὰ καὶ εἶδον πλειστάκις νὰ ἀναφέρωνται εἰς τὸ Γερμανικὸν Σύνταγμα τῆς Βαϊμάρης. Νὰ μὴ μοῦ κατηγορηθῇ διότι συνεχάρην τόσον θερμὰ τὸν γενικὸν εἰσηγητὴν, κ. Β. Στεφανόπουλον. Τὸν συγχαίρω καὶ τώρα καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἰδιαιτέρως, διότι ἔδωκα προσοχὴν εἰς τὰς πολλὰς δηλώσεις του, ὅτι διεφώνησε πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν καὶ ἀπεδέχθη τὰς γνώμας τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς. Λοιπὸν τί εἶναι αὐτὸ τὸ περίφημον Σύνταγμα τῆς Βαϊμάρης; Εἶναι τὸ Σύνταγμα τοῦ 1919 τῆς Γερμανίας μετὰ τὸν πόλεμον, ὅτε ἀνηγορεύθη ἀρχηγὸς τοῦ Κράτους εἷς μικροεπαγγελματίας καὶ ἐθριάμβευσαν κατὰ τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν ἐκείνην τῆς Γερμανίας οἱ Σοσιαλισταί. Τὸ Σύνταγμα τῆς Βαϊμάρης εἶναι κατ’ ἐξοχὴν Σοσιαλιστικόν. Καὶ τί εἶναι, κύριοι βουλευταί, ὁ Σοσιαλισμός; Εἶναι τὸ σύστημα, κατὰ τοῦ ὁποίου σήμερον μαίνεται ὁ κατ’ ἐξοχὴν δυνάμενος νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι εἶναι νικητὴς τοῦ δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, ὁ Οὐΐνστων Τσῶρτσιλ, ὅστις ὑπῆρξεν ἀπόφοιτος τῆς μεγάλης σχολῆς τοῦ Ἤτον, ὅπου ἐκπαιδεύονται οἱ ὑποψήφιοι πρωθυπουργοὶ τῆς Μεγάλης Βρεττανίας. Ὑπῆρξεν ἀκολούθως ἀξιωματικὸς διαπρεπὴς καὶ διὰ τὴν ἱκανότητα καὶ διὰ τὴν ἀνδρείαν του, πολεμήσας καὶ τραυματισθεὶς κατ’ ἐπανάληψιν, μετὰ ταῦτα δημοσιογράφος διαπρεπής, ἀκολούθως συγγραφεὺς ἔνδοξος, μετὰ ταῦτα πολιτικὸς ἀνὴρ ἐνδοξότατος καὶ ὅστις ἔρχεται σήμερον καὶ λέγει: «Τὸ δίδαγμα ἐκ τῶν δύο παγκοσμίων πολέμων, τὸ κύριον δίδαγμα, εἶναι νὰ ἀμυνθῶμεν ἐναντίον τῆς σοσιαλιστικῆς ἐπιβουλῆς κατὰ τοῦ πολιτισμοῦ τῆς ἀνθρωπότητος». Αὐτὸ εἶναι καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πιστεύουν ὅλοι οἱ Βρεττανοί. Καὶ διὰ τοῦτο καὶ τὸ σήμερον κυβερνῶν Κόμμα, αὐτοκαλεῖται Ἐργατικὸν —δὲν τολμᾷ νὰ αὐτοκληθῇ Σοσιαλιστικόν—. Δὲν τὸ θέλει νὰ ἀποκληθῇ, ἀλλὰ καὶ ἐὰν τὸ ἤθελε δὲν θὰ ἐτόλμα. Λέγεται Ἐργατικόν. Ὁ δὲ Οὐΐνστων Τσῶρτσιλ καλεῖ τὴν ἀνθρωπότητα τώρα καθημερινῶς νὰ ἀμυνθῇ κατὰ τοῦ Σοσιαλισμοῦ, νὰ ἀμυνθῇ κατὰ τῶν ἀριστεροτήτων. Ἑπομένως νὰ ἀμυνθῇ κατὰ τῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι θέτουν ἐν κινδύνῳ τὴν ἰσχὺν τοῦ Κράτους, τὴν σταθερότητα τῆς νομιμότητος, τὴν πίστιν εἰς τὰ ἰδεώδη τῶν ἀνθρώπων, τῶν ἀληθῶς προοδευτικῶν ἀνθρώπων. Ἀληθῶς δὲ προοδευτικοὶ ἄνθρωποι εἰς τὸν κόσμον τοῦτον, εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὡδήγησαν τὴν ἀνθρωπότητα εἰς τὰς τελευταίας μεγάλας ἐπαναστάσεις τῆς Ἀγγλίας, τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς, τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὸ 1821. Ἑπομένως τὰς ἐπαναστάσεις αὐτὰς τὰς ἀντιπροσωπεύουν κυρίως οἱ κατὰ μίαν χυδαίαν φρασεολογίαν ἀποκαλούμενοι δεξιοὶ, διότι τάχα, τοῦ λόγου των, εἶναι οἱ ἀριστεροί, οἱ τάχα προοδευτικοί, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, ἀρνοῦνται τὴν ἑνότητα τοῦ Ἔθνους, ἀρνοῦνται τὴν κοινωνικὴν συνεργασίαν καὶ πιστεύουν εἰς τὸ δόγμα τοῦ Ἑβραίου τυχοδιώκτου, ὅτι δὲν ὑπάρχει παρὰ ἡ πάλη τῶν τάξεων καὶ ὅτι τάχα αὐτὴ ἀποτελεῖ πρόοδον! Ἐνῷ ἡ πάλη τῶν τάξεων δὲν σημαίνει παρὰ ἀποσύνθεσιν τῆς κοινωνίας, ἑπομένως κατάπτωσιν τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος καί, ἄρα, ὀπισθοδρόμησιν καὶ οὐχὶ πρόοδον. Ὀπισθοδρόμησιν σημαίνουν αἱ ἀριστεραὶ ἰδέαι, δὲν σημαίνουν πρόοδον. Εἶμαι ἐγώ, κύριοι, δεξιός —καί, μάλιστα, ἄκρος δεξιός— ὅπως εἶχον τὴν ἐλεεινότητα καὶ τὴν ἀναίδειαν νὰ διαδώσουν καὶ εἰς τὴν Ἀμερικήν, οἱ δυστυχῶς τῇ ἀδείᾳ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκεῖ κυκλοφοροῦντες καὶ προδίδοντες τὴν Πατρίδα μας. Ἐγώ, ὁ προερχόμενος ἀπὸ ἓν ὀρεινὸν χωρίον τῆς Μάνης, ὁ 75 ἐτῶν ἄνθρωπος καὶ βιοπαλαιστής, εἶμαι ἄκρος δεξιός, εἶμαι ὑπὲρ τῆς πλουτοκρατίας...
§64Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Καὶ μοναρχοφασίστας.
§65Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. ... καὶ μοναρχοφασίστας, ὁ 48 ἐτῶν δικηγόρος καὶ προκαλῶν ὅλας τὰς ἐπιχειρήσεις ἐάν ποτε ἐζήτησα ἀπὸ καμμίαν ἐξ αὐτῶν νὰ εἶμαι μισθωτός της, νὰ εἶμαι ὑπόδουλός της, ὅπως ἐζήτησαν ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἀριστεροί. Διότι ὁ ἀριστερώτερος, π.χ., σήμερον ἐκ τῶν Ἑλλήνων, ὁ Ἰωάννης Σοφιανόπουλος, εἶναι τὸ προϊὸν τῆς Ἑταιρείας «Οἴνων καὶ Οἰνοπνευμάτων». Καὶ μόνον αὐτό; Μήπως καὶ ἄλλος εἷς ἀριστερὸς δὲν εἶναι καὶ τώρα μισθωτὸς ἄλλης ἐπιχειρήσεως;
§66Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος;
§67Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν θέλω νὰ τὸν εἴπω, δικαίωμά μου εἶναι. Λοιπόν, κύριοι, ἀφοῦ τὸ Κράτος διετύπωσε τὰς πολιτικὰς ἐλευθερίας καὶ ἔχει τὸ Κράτος δικαίωμα, ἑπομένως καὶ ἁρμοδιότητα νὰ ρυθμίζῃ αὐτάς, νὰ τὰς ἐπεκτείνῃ ἢ νὰ τὰς περιορίζῃ, ἀφοῦ μία ἀχαλίνωτος ἐλευθερία τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων πρῶτον μὲν δὲν εἶναι νοητή, διότι εἶναι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι αὐτὸ τοῦτο τὸ Κράτος καὶ δὲν δύναται νὰ νοηθῇ πάλη τοῦ Κράτους κατὰ τοῦ Κράτους, διότι αὐτὸς εἶναι ὁ συνδικαλισμὸς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, μάλιστα, εἶναι πάλη τοῦ Κράτους κατὰ τοῦ Κράτους, ἀφοῦ εἶναι μία ὕβρις δι’ οἱανδήποτε Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι δὲν θέλει νὰ μισθοδοτήσῃ ἐπαρκῶς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, διατί, κύριοι, ἡμεῖς θὰ δεχθῶμεν νὰ μὴ ἀμυνθῶμεν ἐγκαίρως καὶ στερρῶς, δηλαδὴ διὰ τοῦ Συντάγματος; Διότι ἐάν, κύριοι ἀντιλέξαντες, δὲν θέλετε τὴν Συνταγματικὴν διάταξιν, ἐνῷ θὰ σᾶς ἱκανοποίει ὁ νόμος, διατὶ λησμονεῖτε τὸν κείμενον νόμον, ὁ ὁποῖος ἀπαγορεύει καὶ τὴν ὁμοσπονδίαν καὶ τὴν ἀπεργίαν εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους; Διατί τὸν λησμονεῖτε; Διατί συγχωρεῖτε τὴν παράβασιν αὐτοῦ τοῦ νόμου; Ἀφοῦ παραδέχεσθε τὸν νόμον, ἀλλὰ παραβαίνετε αὐτόν, διατὶ εἴμεθα ἡμεῖς ἀδικαιολόγητοι ζητοῦντες περισσοτέραν ἀσφάλειαν διὰ Συνταγματικῆς διατάξεως; Καὶ ἀφοῦ, κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, ἐπεκαλέσθητε τὸ Σύνταγμα τῆς Βαϊμάρης, διατὶ δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ Σύνταγμα τῆς Βαϊμάρης—ἔχω ἐδῶ τὸ κείμενον καὶ τὴν ἑρμηνείαν του ἀπὸ ἀείμνηστον νομικὸν ἄνδρα, τοῦ ὁποίου τὴν νομικὴν ἱκανότητα ὅλοι θὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν, τοὐλάχιστον οἱ νομικοί, ἐγὼ δέ, ἐν ἀδελφικῇ συνεργασίᾳ μετ’ αὐτοῦ διατελῶν ἡμέρας τε καὶ νυκτὸς ἐπὶ πέντε ὅλα ἔτη, δύναμαι νὰ τὴν πιστοποιήσω γεγονυίᾳ τῇ φωνῇ, τὴν ἱκανότητα τοῦ Πέτρου Θηβαίου— διατί, λέγω, δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ σοσιαλιστικὸν αὐτὸ Σύνταγμα παρεῖχε μὲν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, ἀλλ’ ἀπηγόρευε ρητῶς καὶ κατηγορηματικῶς τὴν ἀπεργίαν, ὅπως ἀπηγόρευε καὶ τὴν ὁμοσπονδίαν μετ’ ἄλλων Συνεταιρισμῶν; Ἀκόμη δὲ ἐθεωρήθη, ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ καὶ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ Συντάγματος ἐκείνου τοῦ σοσιαλιστικοῦ, ὅτι ἀπηγορεύετο ἡ ἀπεργία καὶ τῶν ἐπαγγελμάτων ἐκείνων τῶν ἰδιωτικῶν, τῶν ὁποίων ἡ ἐργασία εἶναι ἀπαραίτητος διὰ τὴν καθημερινὴν τῆς κοινωνίας ζωήν. Τοιαύτη ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου γίνεται καὶ εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας τῆς Ἀμερικῆς. Ἐπιτρέπεται, φέρ’ εἰπεῖν, ἡ ἀπεργία τῶν φορτηγῶν τραίνων, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐπιτρέπεται ἡ ἀπεργία τῶν ἐπιβατικῶν τοιούτων, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοήσῃ ὁ Ἀμερικανὸς Κυβερνήτης, ὅτι ὁδηγεῖ οἰκογενειάρχης τις τὴν σύζυγόν του ἀπὸ τὰς Καλάμας π.χ. εἰς τὰς Ἀθήνας, διὰ νὰ ὑποστῇ μίαν ἐπείγουσαν ἐγχείρησιν καὶ ἡ ἀπεργία τὸν σταματᾷ εἰς τὴν Τρίπολιν!...
§68Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. ... (δὲν ἠκούσθη).
§69Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι καὶ ἄλλα μέτρα. Καὶ ὄχι μόνον αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι τὰ ἔλαβον, ἀλλά, ὅπως πρὸ ὀλίγου ἀπὸ ἄλλον συνάδελφον ἠκούσατε, καὶ τὸ καταστατικὸν τοῦ Ο.Η.Ε. συμβουλεύει τὰ μέτρα αὐτά, τὰ ἀμυντικὰ κατὰ τῆς ὑπονομεύσεως τοῦ πολιτισμοῦ καὶ περιέχει διατάξεις περιοριστικάς, ρυθμιστικάς, μὲ τινα αὐστηρότατα ἐν πάσῃ περιπτώσει κατὰ τῶν τοιούτων παραβάσεων. Λοιπόν, διατὶ ἡμεῖς θὰ περιμένωμεν τὸν νόμον; Δὲν ἀποδίδω καὶ πάλιν πρόθεσιν, ἀλλά, πάντως, εἶναι πονηρὰ αὐτὴ ἡ σύστασις: «Ἀρκεσθῆτε, μᾶς λέγουν, εἰς τὸν νόμον!» Ζητοῦν καιρόν, διὰ νὰ κάμουν 5, 10, 20, 25 ἀπεργίας καὶ νὰ ἐμποδίσουν τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου! Ὄχι, κύριοι. Θὰ ἀμυνθῶμεν διὰ τοῦ Συντάγματος. Θὰ ἀμυνθῶμεν ἐγκαίρως καὶ στερρῶς διὰ τοῦ Συντάγματός μας. Πιστεύομεν εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν Θεόν, ἡ ὁποία ἐλευθερία εἶναι ἡ κυριωτέρα ἀνθρωπίνη λειτουργία, ἡ κυριωτέρα ἀνθρωπίνη ἰδιότης, ἂν θέλετε, λέγω ἰδιότης, διότι ἀκριβῶς αὐτὴ ἡ ἐλευθερία κυριώτατα διακρίνει τὸν ἄνθρωπον ἀπὸ τὰ λοιπὰ ζῶα. Πιστεύω, ὅτι αἱ μεγαλύτεραι πρόοδοι τῆς ἀνθρωπότητος, τῶν τελευταίων αἰώνων, εἶναι πρόοδοι εἰς τὴν ἐλευθερίαν. Ἐὰν εἶναι δι’ ἐμὲ ἔνδοξον τὸ Ἀγγλικὸν Ἔθνος εἶναι διότι αὐτὸ ἐθέσπισε πρῶτον τὴν ἐλευθερίαν τοῦ τύπου. Ναί, κύριοι, εἶναι ἡ ἔννοια τῆς ἐλευθερίας αὐτὴ πράγματι. Προχθὲς εἶπον πόσον μὲ συγκινεῖ τὸ ἀπαραβίαστον τῆς οἰκογενείας. Διότι ἐκεῖ εἶναι ἡ περισσοτέρα ἠθικοποιητικὴ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου. Διότι ἐκεῖ, εἰς τὴν οἰκογένειαν καὶ εἰς τοὺς συγγενεῖς τῆς οἰκογενείας, εὑρίσκεται τὸ μέγα διδασκαλεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀσκοῦνται οἱ ἄνθρωποι εἰς τὴν πίστιν εἰς τὸ μέγα δίδαγμα τοῦ Χριστοῦ, τὸ «ἀγαπᾶτε ἀλλήλους». Μάλιστα, κύριοι! Ἀλλ’ ὅταν πρόκειται περὶ πολιτικῆς ἐλευθερίας καὶ ἔχω ἀπέναντί μου ἕνα ἐχθρὸν ἀδυσώπητον, ἕνα ἐχθρὸν τρομερὸν πράγματι, θὰ ἀμυνθῶ κατὰ τὸ δυνατὸν καὶ κατὰ τὸ πρέπον. Καὶ εἶναι, βεβαίως, πρέπον νὰ τίθενται διατάξεις συνταγματικαί, αἱ ὁποῖαι, ἐφ’ ὅσον θέτουν τὸ δικαίωμα αὐτὸ τῆς πολιτικῆς ἐλευθερίας, ἔχουν ὅλην τὴν ἁρμοδιότητα καὶ νὰ τὸ καθορίσουν καὶ εἰς τὰς λεπτομερείας του. Ἀφοῦ ἅπαξ τὸ Σύνταγμά μας, τὸ σημερινόν μας Σύνταγμα, θὰ ἔχῃ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 καὶ τοῦ 1864 περὶ τοῦ συνέρχεσθαι καὶ τοῦ συνεταιρίζεσθαι, ἔχει ὅλον τὸ δικαίωμα ἁρμοδιώτατα νὰ καθορίσῃ καὶ τὰς λεπτομερείας τῶν ἐλευθεριῶν αὐτῶν καὶ νὰ μὴ περιμένῃ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον θὰ ἐμποδίσῃ ὥστε νὰ μὴ ψηφισθῇ ποτὲ ἡ ἄτιμος προπαγάνδα, ἡ διευθυνομένη ἀπὸ μίαν συμμορίαν ἡγετικὴν ἀντιχρίστων, μὴ πιστευόντων εἰς τὸν χριστιανισμόν, ἑδρεύουσαν εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν καὶ ἀπειλοῦσαν τὸν χριστιανικὸν κόσμον. Καὶ διὰ τοῦτο ἐγώ, κύριοι, προτείνω, πρῶτον, τὴν ἑξῆς τροπολογίαν, ἐφ’ ὅσον καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ λέγει ὅτι «νόμος δύναται νὰ ἄρῃ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων......».
§70Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Νὰ ἀπαγορεύσῃς.
§71Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διατὶ νὰ τὸ ἀπαγορεύσῃ; Ἄρα, ἀναγνωρίζεται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος. Ὄχι, κύριοι, δὲν ἀναγνωρίζεται. Ἐγὼ λέγω, λοιπόν, ὅτι — προβαίνω καὶ ἐγὼ εἰς ἕνα τινὰ συμβιβασμὸν—ὅτι «ὁ νόμος δύναται νὰ δώσῃ αὐτὸ τὸ δικαίωμα καὶ νὰ τὸ ἀπαγορεύσῃ». Καὶ ἐν τῷ συνόλῳ τῆς ἡ τροπολογία μου ἔχει ὡς ἑξῆς: «Διὰ νόμου δύναται νὰ δοθῇ καὶ ν’ ἀπαγορευθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς δημοσίους λειτουργοὺς παντὸς εἴδους, καθορίζεται δὲ διὰ τοῦ αὐτοῦ νόμου, τοῦ ἰσχύοντος νόμου ἐν γένει καὶ λεπτομερῶς ἡ ἔκτασις καὶ ἡ λειτουργία τοῦ Συνεταιρισμοῦ» καὶ «στεροῦνται ἀπολύτως οἱ δημόσιοι λειτουργοὶ δικαιώματος ἀπεργίας». Τὸ λέγει τοῦτο καὶ ὁ νόμος, ἀλλ’ ἐγὼ θέλω τοῦτο νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα, διὰ περισσοτέραν ἀσφάλειαν καὶ καταθέτω τὴν τροπολογίαν.
§72Ν. ΜΑΛΙΝΔΡΕΤΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἐναντίον ἐκείνου ποὺ μᾶς λέγατε πρὸ ὀλίγου.
§73Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τότε ἀγνοῶ γραφὴν καὶ ἀνάγνωσιν!
§74Ν. ΜΑΛΙΝΔΡΕΤΟΣ. Ἀφοῦ λέτε ὅτι οἱ ὑπάλληλοι δὲν δύνανται νὰ συνεταιρίζωνται ἐναντίον τοῦ Κράτους, πῶς ........
§75Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ναί, ἀλλὰ τὸ περιορίζω τὸ δικαίωμα αὐτό. Ὁ νόμος ὁ ἰσχύων δὲν ἐπιτρέπει γενικὸν συνεταιρισμὸν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἀλλὰ μόνον κατὰ κλάδον. Δὲν ἐπιτρέπει συνομοσπονδίαν μετ’ ἄλλων ἐπαγγελμάτων ἀλλὰ οὐδὲ καὶ Συνεταιρισμὸν ὅλων τῶν κλάδων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων.
§76Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἅμα ἐπιτραπῇ καὶ οἱ κατὰ κλάδους Συνεταιρισμοί, αὐτοὶ ὁπωσδήποτε θὰ συνενωθοῦν καὶ θὰ ἀποτελοῦν ἕνα κλάδον.
§77Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἅμα κάμετε τοιαύτην πρότασιν καὶ μοῦ ζητηθῇ ἡ ψῆφός μου θὰ τὴν δώσω. Ἐγὼ κάμνω ἕνα τινὰ συμβιβασμόν, διότι τὸν ἔκαμα καὶ πρὸ 16 ἐτῶν μετὰ τοῦ Ἐλ. Βενιζέλου συνετάξαμεν τὸν ἰσχύοντα νόμον, περὶ τοῦ ὁποίου σᾶς ὡμίλησα. Ἀλλ’ ἔχω καὶ μίαν ἄλλην τροπολογίαν, κύριοι συνάδελφοι, καὶ ἔπειτα ἀπὸ αὐτὴν μὲ δύο λέξεις θὰ τελειώσω τὸν λόγον μου. Ἔχω μίαν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν δὲν εἶμαι καὶ πεπεισμένος ἐὰν θὰ γίνῃ ἀποδεκτή, ἀλλὰ πιστεύω, ὅτι ἐὰν ἡ τροπολογία αὐτὴ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ καὶ ὑπάρχῃ τὸ κείμενόν της εἰς ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, κἄποτε θὰ γίνῃ περὶ αὐτῆς ἀληθῶς πολὺς λόγος. Θὰ προσπαθήσω νὰ σᾶς πείσω, ὅτι εἶναι ἀξία προσοχῆς, διότι ὡμίλησα περὶ τοῦ κινδύνου τοῦ πολιτισμοῦ ἐκ μέρους αὐτῆς τῆς συνωμοσίας τοῦ ἀριστερισμοῦ. Λέγω ὅμως πρὸς ὑμᾶς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον φωνάζω ἀπὸ τριῶν καὶ πλέον ἐτῶν καὶ εἰς τὴν αἴθουσαν ἡμῶν, καὶ εἰς τὰς αἰθούσας τῶν δικαστηρίων, καὶ ἀπὸ τῶν στηλῶν τοῦ τύπου, ὅτι, ἐὰν συνελαμβάνοντο ἐξ ἀρχῆς, ἀπὸ τοῦ 1944 οἱ ἀρχηγοὶ τῆς παρ’ ἡμῖν προδοσίας, ὅπερ ἦτο πρᾶγμα εὐκολώτατον, ἀπολύτως εὐκολώτατον—ἐκφράζομαι τοιουτοτρόπως διότι γνωρίζω τὰς ἀνοήτους ἀντιρρήσεις—ἐὰν λοιπόν, ἠκουόμην, δὲν θὰ συνέβαινεν ὁ Δεκέμβριος. Καὶ λέγω καὶ τὴν στιγμὴν αὐτὴν πρὸς ὑμᾶς ὅτι ὁ κίνδυνος δὲν προέρχεται ἀπὸ τὰ πλήθη, ὁ κίνδυνος δὲν προέρχεται ἀπὸ τὰ συνδικαλισμένα πλήθη, ἀλλὰ προέρχεται ἀπὸ τοὺς καλουμένους ἐργατοπατέρας, οἱ ὁποῖοι κατὰ κανόνα δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν ἐπαγγελματικὴν ἐνεργὸν μὲ τοὺς ὑπ’ αὐτούς. Προτείνω λοιπόν, τὴν ἑξῆς τροπολογίαν: «Εἰς παντὸς εἴδους Συνεταιρισμοὺς ἐργατῶν καὶ ἐπαγγελματιῶν δὲν δικαιοῦται νὰ εἶναι μέλος τῆς διοικήσεως ὁ μὴ ἀσκῶν ἐνεργῶς τὴν ἐργασίαν ἢ τὸ ἐπάγγελμα τῶν μελῶν τοῦ συνεταιρισμοῦ, καὶ καθ’ ὅσον πρόκειται περὶ ὁμοσπονδίας ἢ συνομοσπονδίας περισσοτέρων τοῦ ἑνὸς Συνεταιρισμοῦ τῆς αὐτῆς ἢ διαφόρου ἐργασίας καὶ τοῦ αὐτοῦ ἢ διαφόρου ἐπαγγέλματος, δὲν δικαιοῦται» — ὁ ἀξιότιμος κ. Μπερνίτσας δικαιοῦται, (γέλωτες) — «νὰ εἶναι μέλος τῆς διοικήσεως τῆς ὁμοσπονδίας ἢ συνομοσπονδίας, ὁ μὴ ἀσκῶν ἐνεργῶς τὸ ἐπάγγελμα ἢ τὴν ἐργασίαν τῶν μελῶν ἑνὸς τῶν Συνεταιρισμῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν ὁμοσπονδίαν ἢ συνομοσπονδίαν».
§78Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ἀξία συγχαρητηρίων εἶναι, κύριε συνάδελφε, ἡ τροπολογία σας.
§79Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νὰ τὴν συμπληρώσω; Καὶ διὰ νὰ γλυτώσωμεν καὶ ἀπὸ τοὺς ἐμμέσους ἐργατοπατέρας, προσθέτω καὶ τὸ ἑξῆς: «Γραμματεῖς ἢ δακτυλογράφοι, δύνανται νὰ διορισθοῦν χωρὶς δικαιώματα διοικητικὰ καὶ ψήφου διὰ τὰς ἀποφάσεις καὶ λόγου κατὰ τὰς συζητήσεις».
§80Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ Σύνταγμα νὰ τεθῇ αὐτό;
§81Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μάλιστα, διότι θέλω νὰ εἶμαι ἀσφαλής. Ἐφ’ ὅσον τὸ Σύνταγμα παρέχει τὴν πολιτικὴν ἐλευθερίαν αὐτήν, αὐτὸ τοῦτο τὸ Σύνταγμα ἔχει ἁρμοδιότητα νὰ τὴν καθορίσῃ καὶ νὰ προστατεύσῃ ἀπὸ ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι μᾶς λέγουν: «Ἀσχολοῦμαι μὲ τὰ ἐργατικὰ ζητήματα 30 ἔτη». Καὶ λέγομεν ἡμεῖς πρὸς αὐτούς: «Κύριοι, μὲ τὴν ἐργασίαν σας ἠσχολήθητε 30 λεπτὰ τῆς ὥρας ἐπὶ 30 ἔτη; Πῶς ζῆτε, κύριοι;». Ζοῦν δαπάναις τῶν ἐργατῶν! Ὅλοι γνωρίζετε τοιαῦτα πρόσωπα, κηφήνας τοιούτους. Λοιπόν, διατὶ νὰ περιμένωμεν νὰ τεθῇ εἰς τὸν νόμον, διὰ νὰ προκαλέσωμεν 150 ἀπεργίας καὶ νὰ μᾶς ἐμποδίσουν; Ἀλλὰ μᾶς εἶπον προηγουμένως: «Πῶς θέλετε νὰ ἀπαγορεύσητε τὴν ἀπεργίαν, ἀφοῦ ἠναγκάσθητε νὰ ἀνακαλέσητε ψήφισμα τὸ ὁποῖον ἀπηγόρευε τὴν ἀπεργίαν; Δὲν ἐπρόκειτο, κύριοι, γνωρίζετε, πόσον σᾶς τιμῶ καὶ σᾶς ἀγαπῶ, δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἀπεργίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἀλλ’ ἐπρόκειτο περὶ ἀπεργίας ἐργατῶν. Κύριοι βουλευταί, σᾶς ἐκούρασα. Πρέπει νὰ δεχθῆτε ὅμως, ὅτι καὶ ἐγὼ ἐκουράσθην περισσότερον. Παρέλειψα ὅμως, νὰ εἴπω καὶ κἄτι ἀκόμη. Ἠκούσθη: «Ἔχομεν καὶ τὸν Στρατιωτικὸν νόμον». Λοιπόν, θὰ περιμένωμεν νὰ κηρυχθῇ γενικὴ ἐπιστράτευσις ἕνεκα ἐξωτερικοῦ κινδύνου ἢ ἐσωτερικῆς γενικῆς ἐπαναστάσεως κλπ., διὰ νὰ κηρυχθῇ ὁ Στρατιωτικὸς νόμος, καὶ τότε νὰ ἀμυνθῶμεν;
§82Λ. ΜΑΚΚΑΣ. Περὶ ἀπειλῆς ἐπαναστάσεως, περὶ ἀπειλῆς διασαλεύσεως τῆς τάξεως ὁμιλεῖ, ὄχι ἀφοῦ διασαλευθῇ.
§83Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ναί, ἀπειλῆς ἐπαναστάσεως. Τὸ Σύνταγμα λέγει γενικῶς ἐπαναστάσεως. Λοιπὸν διὰ νὰ προλάβωμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν πατρίδα μας, καταθέτω αὐτὴν τὴν τροπολογίαν. Διότι, κύριοι βουλευταί, ὁ κίνδυνος εἶναι μέγας. Ἀναμφιβόλως εἶναι μέγας, καὶ ἀπέναντι τῶν μεγάλων κινδύνων, ἐπιβάλλονται καὶ τὰ μεγάλα μέτρα. Κύριε Κανελλόπουλε, γνωρίζετε πόσον σᾶς τιμῶ καὶ σᾶς λατρεύω κυριολεκτικῶς, (γέλωτες). Ἐχάθη ὁ κόσμος ἐὰν διὰ τὴν ἄμυναν τῆς πατρίδος θέσωμεν μίαν ἐπὶ πλέον λεπτομερῆ ἔστω διάταξιν εἰς τὸ Σύνταγμά μας;
§84Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος σᾶς εἶπεν, ὅτι διαφωνῶ;
§85Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. (Χειροκροτεῖ).
§86Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἔχω ἁπλῶς μίαν ἀντίρρησιν, τὴν ἑξῆς: Εἰς τὸ Σύνταγμα νὰ μὴ περιληφθοῦν λέξεις, ὡς ἡ λέξις «δακτυλογράφος».
§87Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νὰ σᾶς εἴπω. Ἐγὼ δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν διὰ τὴν ὑψηλὴν ἠθικὴν ὑμῶν ὑπόστασιν, ἀλλὰ εἶχον μικρὰν τινα ἀμφιβολία, διότι εἰς τὸ γλωσσικὸν ζήτημα μαλλιαρίζετε ὀλίγον. (Γέλωτες).
§88Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πταίει ὁ Κωστάκης ὁ Τσάτσος ποὺ μὲ ἔχει παρασύρει.
§89Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι εἶναι μίαν 20ετίαν πρεσβύτερός σας καὶ ἴσως...(Γέλωτες). Λοιπόν, κ.κ. συνάδελφοι, τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαιότατον, ὁ μεγαλύτερος, ἐπαναλαμβάνω καὶ τονίζω, κίνδυνος διὰ τὴν χώραν μας, κίνδυνος ὄχι μόνον δι’ ἡμᾶς ἀλλὰ καὶ δι’ ὅλην τὴν ἀνθρωπότητα, εἶναι αὐτὴ ἡ ὑπονόμευσις ἐκ μέρους τῶν ἀριστεριζόντων. Ἀπέναντι ἑνὸς τοιούτου κινδύνου δὲν δυνάμεθα, δὲν ἐπιτρέπεται, δὲν εἶναι συγκεχωρημένον νὰ κατατριβώμεθα εἰς μικρολογίας, εἰς δικαιολογίας, ἢ μᾶλλον εἰς δικολαβισμούς. Θὰ λάβωμεν μέτρα, μέτρα γενναῖα, μέτρα ἄμεσα, μέτρα στέρεα, μέτρα ἀποτελεσματικά, διὰ νὰ ἔχωμεν ὅλον τὸ δικαίωμα νὰ φωνάζωμεν: «Ζήτω ὁ Στρατός», ὁ ὁποῖος ἀγωνίζεται ἐκεῖ ὅπου ἀγωνίζεται καὶ χύνει τὸ αἷμά του ὑπὲρ τῆς πατρίδος ἀφειδῶς. Ἐὰν δὲν νομοθετήσωμεν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, προκειμένου περὶ διατάξεως τόσον σημαντικῆς, δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ φωνάζωμεν «Ζήτω ὁ Στρατός». (Ραγδαῖα χειροκροτήματα).
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν, κ. κ. συνάδελφοι δι’ αὔριον;
§91ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον ὥραν 6.30′ μ.μ., μὲ ἀντικείμενον ἡμερησίας διατάξεως, νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 9.50′ μ.μ.)