1947.06.17
2.289 στίχοι · 16.565 λέξεις · 273 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 135η
Τρίτη 17 Ἰουνίου 1947
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 7 μ. μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Ταλιαδοῦρος ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Α. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Σ. Σγουρόγλου ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Σ. ΣΓΟΥΡΟΓΛΟΥ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς Εὐβοίας κ. Κ. Καλλίας καταθέτει τηλεγραφικὰς διαμαρτυρίας τῶν Προέδρων τῶν συνεταιρισμῶν καὶ τῆς κοινότητος Καστέλλας διὰ τὰς ἐπιβληθείσας διατιμήσεις τῶν γεωργικῶν προϊόντων ἀπολύτως ἀσυμφόρους διὰ τοὺς παραγωγούς. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Ι. Μπερνίτσας καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐπαγγελματικοῦ καὶ Βιοτεχνικοῦ Ἐπιμελητηρίου Κερκύρας διαμαρτυρομένου διὰ τὴν μὴ εἰσέτι ὑπογραφὴν τῆς κοινῆς ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ Οἰκονομικῶν– Ἐθνικῆς Οἰκονομίας τῆς ρυθμιζούσης τὰς εἰσφορὰς τῶν ὀργανισμῶν τούτων. Ὁ βουλευτὴς Ἀργολ)νθίας κ. Κ. Ρέντης καταθέτει ἀναφορὰν τῆς ἑνώσεως γεωργικῶν συνεταιρισμῶν Κορίνθου, διαμαρτυρομένης διὰ τὴν δέσμευσιν ὑδάτων χρησιμοποιουμένων ὑπὲρ κτημάτων ὡρισμένης περιφερείας καὶ διάθεσιν αὐτοῦ ὑπὲρ ἄλλων. Ὁ βουλευτὴς Εὐβοίας κ. Κ. Καλλίας καταθέτει πρακτικὸν τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου Ἀλιβερίου, ζητοῦντος ὅπως συμπεριληφθῇ εἰς τὰ ἔργα ἀνασυγκροτήσεως ἡ ἀποξήρανσις τῆς λίμνης Δύστου. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Δ. Κούτσικας καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Προέδρων τῶν συνεταιρισμῶν Καλαμῶν Μεσσήνης καὶ Χατζῆ ζητούντων λῆψιν προστατευτικῶν μέτρων ὑπὲρ τῶν πληγέντων παραγωγῶν ἐκ χαλάζης. Ὁ βουλευτὴς Φθ)κίδος κ. Ν. Πετρίδης καταθέτει τηλεγράφημα τοῦ δημάρχου Στυλίδος, παρακαλοῦντος ἐξ ὀνόματος ὅλων τῶν σωματείων καὶ κατοίκων τῆς πόλεως διὰ τὴν ἐπιβεβλημένην ἀνάκλησιν τῆς μεταθέσεως τοῦ διοικητοῦ τοῦ 70 λόχου ὀρεινῶν καταδρομῶν, ἀρίστου καὶ δεδοκιμασμένου ἀξιωματικοῦ, ἐφ’ οὗ ἡ ἐμπιστοσύνη τῶν κατοίκων τῆς περιφερείας τῆς Ἀνατολικῆς Φθιώτιδος τυγχάνει ἀπόλυτος καὶ ἀμέριστος. Ὁ βουλευτὴς Ἠλείας κ. Ι. Γιαννόπουλος καταθέτει τηλεγράφημα τοῦ γεωργικοῦ συνεταιρισμοῦ Σταφιδοκάμπου Ἀνδραβίδος ζητοῦντος λῆψιν μέτρων πρὸς καταπολέμησιν ἀκρίδος. Ὁ βουλευτὴς Ἀρκαδίας κ. Θ. Τουρκοβασίλης καταθέτει ὑπόμνημα τῆς Ἑλληνικῆς κοινότητος Γαλαζίου Ρουμανίας ζητούσης ἄμεσον ἀποστολὴν τροφίμων πρὸς ἀνακούφισιν τῆς δεινοπαθούσης κοινότητός των, διδακτικοῦ προσωπικοῦ πρὸς πλήρωσιν τῶν κενῶν θέσεων τοῦ Γυμνασίου των, ὡς καὶ ἀποστολὴν ἰδιαιτέρου πλοίου πρὸς παραλαβὴν τῶν ὁμογενῶν τῶν ἐπιθυμούντων νὰ ἐγκαταλείψωσι τὴν χώραν. Τὸ σωματεῖον καταστηματαρχῶν ζαχαροπλαστῶν «Ἡ Ἕνωσις» διαμαρτύρεται διὰ τὴν μὴ κανονικὴν διάθεσιν τῆς σακχάρεως παρὰ τοῦ Ὑπουργείου Ἐφοδιασμοῦ, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ σωματεῖον ζαχαροπλαστῶν καταστηματαρχῶν Ἀθηνῶν–Πειραιῶς καὶ Προαστείων εἰς τοὺς ὁποίους διατίθενται ὑπερβολικαὶ ποσότητες. Οἱ ἡμερομίσθιοι ἐργάται ἐπιλιμενίου κέντρου Πατρῶν ἐργασθέντες εἰς σταύλους τῶν ζώων τῶν εἰσαχθέντων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ζητοῦν ὅπως καταβληθῇ τὸ 75% τῶν ἡμερομισθίων των διὰ τὰς Κυριακὰς καὶ ἐξαιρεσίμους ἡμέρας. Τὸ Ἐπαγγελματικὸν καὶ Βιοτεχνικὸν Ἐπιμελητήριον Καβάλας ζητεῖ ἀπαλλαγὴν τῆς ἐπαγγελματικῆς καὶ βιοτεχνικῆς τάξεως ἐκ τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος. Ὁ Ἔπαρχος Καλαβρύτων διαμαρτύρεται διὰ τὰς ὑπὸ 25μελοῦς συμμορίας ἀναρχοκομμουνιστῶν γενομένας σφαγάς, ἐμπρησμούς, λεηλασίας κλπ. ὑπὸ τοὺς ἀρχισυμμορίτας Πέρδικαν καὶ Σφακιανὸν καὶ ζητεῖ ἀποστολὴν ἐνισχύσεων καὶ ἐγκατάστασιν μονίμου στρατιωτικῆς δυνάμεως πρὸς ἐπιβολὴν τῆς τάξεως. Οἱ κάτοικοι τῆς κοινότητος Σελιανιτίκων διαμαρτύρονται διὰ τὸν μελετώμενον μετοικισμὸν τῶν χωρίων Ἀραγώζαινης, Δοκανέϊκων, Μάγειρα καὶ Μετιδίου εἰς θέσιν τῆς κοινότητός των καὶ ζητοῦν ἀνάκλησιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 108731) 2815)47 ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργείου Ἀνοικοδομήσεως. Ὁ Σύνδεσμος Σιδηροδρομικῶν Μακεδονίας ζητεῖ βελτίωσιν τῆς θέσεώς του ἀπὸ ἀπόψεως μισθοῦ, διανομὴν ἱματισμοῦ, ἰατρικὴν καὶ φαρμακευτικὴν περίθαλψιν κλπ. Τὸ Ἐθνικὸν Ἐπαγγελματικὸν Κέντρον Σερρῶν ζητεῖ καταστολὴν τῆς ἀνταρσίας, αὔξησιν τῶν ἡμερομισθίων 100%, κατάργησιν τοῦ νόμου 28 κλπ. Ὁ Πρόεδρος τοῦ συνεταιρισμοῦ ὑλοτόμων ἐλαιοπαραγωγῶν Θάσου κλπ. διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος δι’ οὗ ἀφαιρεῖται τὸ δικαίωμα διαχειρίσεως δασῶν τῶν κοινοτήτων καὶ ζητοῦν ἀκύρωσιν τοῦ διατάγματος τούτου. Ἡ διοίκησις τοῦ Ἐργατικοῦ Κέντρου Ξάνθης διὰ τηλεγραφήματός της δηλοῖ ὅτι θεωρεῖ ὑποχρέωσίν της νὰ ἐνισχύσῃ τοὺς ἀπεργήσαντας ἐργάτας Καβάλας καὶ πρὸς ἀποφυγὴν ἐπεκτάσεως τῆς ἀπεργίας ζητεῖ ἄμεσον ἐπίλυσιν αἰτήματός των, ἀναπροσαρμογῆς ἡμερομισθίων καὶ μισθῶν, μὲ σημερινὰς βιοτικὰς ἀνάγκας κλπ. Ἡ ἕνωσις θαλαμηπόλων Ἑλληνικῶν πλοίων Πειραιῶς διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἄρνησιν τοῦ Πρωτοδίκου Πειραιῶς Γιαννούκου ὅπως διορίσῃ Δικαστικὸν ἀντιπρόσωπον ἵνα ἐποπτεύσῃ οὗτος κατὰ τὰς ἐκλογὰς πρὸς ἀνάδειξιν Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς ὡς καὶ διὰ τὴν παράβασιν τοῦ Α. Ν. 274)1945. Οἱ γονεῖς φοιτητῶν Νομοῦ Λασηθίου ἐπὶ τῇ ἀναγγελίᾳ ἄρσεως ἀναβολῆς στρατεύσεως σπουδαστῶν θεωροῦν τὸ μέτρον τοῦτο καταστρεπτικόν, παρακαλοῦν δὲ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἀναστείλῃ τὸ μέτρον τοῦτο χάριν τοῦ ὑψηλοῦ σκοποῦ μορφώσεως τῆς νεολαίας. Ὁ Πρόεδρος τῆς Ἑνώσεως ἐπαγγελματιῶν καὶ βιοτεχνῶν Σερρῶν καὶ Δράμας ζητεῖ ὅπως ἐγκριθῇ ἡ ὑποβληθεῖσα τροπολογία «περὶ ἀπαλλαγῆς τῆς ἐπαγγελματικῆς καὶ βιοτεχνικῆς τάξεως τῶν Σερρῶν καὶ Ἀνατολικῆς Μακεδονίας ἐκ τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος παρελθούσης χρήσεως κατόπιν τῆς γενομένης καταβολῆς ἐκτάκτου εἰσφορᾶς. Οἱ ἐπαγγελματίαι καὶ οἱ ἔμποροι Αἰγίνης ζητοῦν μείωσιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς ἀξίας εἰσαγομένων ἐμπορευμάτων δι’ ἐκτέλεσιν ἔργων εἰς 2% καθ’ ὅσον ἐξέλιπον οἱ λόγοι δι’ οὓς ἐπεβλήθη ἡ φορολογία αὕτη. Ὁ Δ. Κιουτσούκης γεωπόνος κάτοικος Σερρῶν ζητεῖ λῆψιν προστατευτικῶν μέτρων ὑπὲρ τῶν πληγέντων παραγωγῶν ἐκ τῆς ἀνομβρίας τοῦ παγετῶνος καὶ ἀναστολὴν ἐκτελέσεως ἐνταλμάτων δι’ ὀφειλόμενα χρέη. Οἱ τηλεγραφηταὶ αʹ τάξεως Θεσσαλονίκης ζητοῦν ὅπως διατηρηθῇ ὡς ὅριον ἡλικίας τὸ 65ον ἔτος καθὼς ἔχει τοῦτο καθορισθῆ διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 174)2946 Ν. Δ. Τὸ Ἐθνικὸν Ἐργατικὸν Κέντρον Κερκύρας ἐκφράζει τὰς εὐχαριστίας του διὰ τὴν μελετωμένην ἀποστολὴν σιτοφορτίων τῆς ἐργατικῆς τάξεως Κερκύρας. Ὁ Σύλλογος μικροϊδιοκτητῶν πωλησάντων ἀκίνητα ἐπὶ κατοχῆς Θεσσαλονίκης, Κερατέας καὶ Κερκύρας διαμαρτύρονται κατὰ τῶν Καθηγητῶν Γ. Ράμμου καὶ Χ. Πράτσικα οἵτινες ἐνῷ τυγχάνουσιν ἀγορασταὶ ἀκινήτων συμμετέχουσιν ὡς νομικοὶ σύμβουλοι τῆς Νομοπαρασκευαστικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης διὰ τὴν σύνταξιν τοῦ νόμου «περὶ ἀκυρώσεως τῶν ἀγοραπωλησιῶν ἐπὶ κατοχῆς καὶ ζητοῦν τὴν ἐξαίρεσιν τούτων. Ὁ σύνδεσμος ἐπαγγελματιῶν αὐτοκινητιστῶν ἀστικῶν λεωφορείων Ἀθηνῶν–Πειραιῶς καὶ Περιχώρων «Ὁ Ἅγιος Νικόλαος» ζητεῖ τὴν ἔνταξιν καινουργῶν νέων λεωφορείων εἰς τὰς ἀστικὰς γραμμάς. Ὁ βουλευτὴς Καβάλας κ. Σ. Νικολαΐδης καταθέτει κατ’ ἐντολὴν τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων κ. Θ. Σοφούλη, τηλεγράφημα τοῦ Γεν. Διοικητοῦ Θράκης καὶ τῶν Ἀρχῶν Καβάλας περὶ χορηγήσεως ἀμέσως τῶν ἀπαιτουμένων πιστώσεων πρὸς καταβολὴν εἰς τοὺς καπνεργάτας τῆς προτεινομένης ὑπὸ τῆς καπνικῆς ἐπιτροπῆς αὐξήσεως. Ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων συνιστᾷ τὴν πρότασιν τοῦ Γεν. Διοικητοῦ. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Π. Σωτηρόπουλος καταθέτει ἔκθεσίν του μετὰ τηλεγραφημάτων τοῦ δημάρχου Αἰγιαλείας καὶ διαφόρων ὀργανώσεων, ἐπὶ τῶν γεγονότων τῆς Δάφνης Καλαβρύτων καθ’ ἃ ὑπῆρξαν θύματα δέκα κάτοικοι τῆς Ἐπαρχίας Αἰγιαλείας, καὶ ζητεῖ ὅπως διαβιβασθῇ αὕτη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Στρατιωτικῶν πρὸς λῆψιν εἰδικῶν μέτρων προστασίας ὑπὲρ τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἡρωϊκῶς πεσόντων. Ἀπάντησις τοῦ Ὑπουργείου Συντονισμοῦ. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 329)30.5.47 ἐρωτήσεως τοῦ Βουλευτοῦ Πειραιῶς κ. Δ. Σφαέλλου, ἔχουσα οὕτω: «Ἡ Νομισματικὴ Ἐπιτροπή, ὡς εἶναι γνωστὸν, ἔχει σκοπὸν τὸν ἔλεγχον τῆς νομισματικῆς κυκλοφορίας καὶ τὴν ἀποτροπὴν τοῦ πληθωρισμοῦ. Σήμερον δύναται νὰ λεχθῇ ὅτι ὁ σκοπὸς οὗτος ἐπετεύχθη κατὰ τρόπον λίαν ἱκανοποιητικόν. Τοῦτο δὲ ἀκριβῶς διότι δὲν ἐπέμεινεν ἡ Ἐπιτροπὴ εἰς μίαν ἄκαμπτον πολιτικὴν μὴ αὐξήσεως τῆς κυκλοφορίας ἀλλὰ προσεπάθησε πάντοτε νὰ προσαρμόσῃ τὸ ὕψος της πρὸς τὰς συναλλακτικὰς ἀνάγκας. Ὡς ἐκ τοῦ σκοποῦ τὸν ὁποῖον ἐξυπηρέτει ἦτο ἡ Ἐπιτροπὴ ὑποχρεωμένη νὰ ἀρνῆται τὴν ἔκδοσιν νέου χαρτονομίσματος εἰς πολλὰς περιπτώσεις τὰς ὁποίας αὕτη δὲν ἔκρινεν ὡς ἀπολύτως ἀναγκαίας. Ἡ ἄρνησις αὕτη ὡς ἦτο φυσικὸν προεκάλεσε πολλὰς δυσαρεσκείας καὶ οὕτως ἔγινε καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ μοιραίως, τὸ ἀντικείμενον ἐπικρίσεων. Ἡ πολιτικὴ αὕτη τῆς Ἐπιτροπῆς καίτοι δυσάρεστος εἰς πολλοὺς ἦτο ὅμως ρεαλιστική, διότι δίδουσα τὴν ἔγκρισίν της πρὸς αὔξησιν τῆς κυκλοφορίας ἔλαβεν αὕτη πάντοτε ὑπ’ ὄψει τὰς ἄκρως περιωρισμένας δυνατότητας τῆς Ἑλληνικῆς οἰκονομίας καὶ υἱοθέτησε μὲ ἐπιμονὴν τὴν ἄποψιν ὅτι ἡ νομισματικὴ πολιτικὴ δὲν ἀποτελεῖ πανάκειαν διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιλυθοῦν τὰ τεράστια παραγωγικὰ πιστωτικὰ κοινωνικὰ ζητήματα τῆς χώρας. Θὰ ἦτο ὀλέθριον ἐὰν ἐπεκράτει ἡ ἀντίληψις ὅτι ἡ ἁπλῆ διοχέτευσις εἰς τὴν κυκλοφορίαν νέων δραχμῶν ἀντλουμένων ἐκ τῆς ἐκδοτικῆς μηχανῆς ἀρκεῖ διὰ νὰ θεραπεύσῃ τὴν μεγάλην κεφαλαιακὴν στενότητα ποὺ ἐπικρατεῖ σήμερον. Τοῦτο χωρὶς νὰ ἐπιλύσῃ τὰ προβλήματα θὰ προεκάλει ἀνατροπὴν τῆς μὲ τόσας θυσίας ἐπιτευχθείσης νομισματικῆς σταθερότητος καὶ νέαν ἀναστάτωσιν τῆς οἰκονομικῆς ἰσορροπίας. Εἰς τὴν ἀποτροπὴν τῶν ὀλεθρίων τούτων ἀποτελεσμάτων ἔγκειται ἀκριβῶς ἡ μεγάλη συμβολὴ τῆς Νομισματικῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς οἰκονομικῆς ὑγείας τοῦ τόπου. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς παρατάσεως τῆς λειτουργίας τῆς Νομισματικῆς Ἐπιτροπῆς δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ εὕρῃ τοῦτο τὴν λύσιν του ἐντὸς τοῦ πλαισίου τῶν γενικωτέρων συζητήσεων αἵτινες γίνονται σχετικῶς πρὸς τὴν διαχείρισιν καὶ ἀξιοποίησιν τῆς Ἀμερικανικῆς βοηθείας. Τότε πλέον θὰ δοθῇ λύσις καὶ εἰς ὅλα τὰ λοιπὰ ζητήματα περὶ τῶν ὁποίων ἐρωτᾷ ὁ ἀξιότιμος κύριος Βουλευτής. Ὁ κ. Κ. Τσαλδάρης (Ἀντιπρ. Κυβερν.) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 180 Ν. Δ. «περὶ κυρώσεως, τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 6 Μαΐου 1946 «περὶ τουριστικῶν τόπων, ὀργανώσεως καὶ διοικήσεως αὐτῶν». Οἱ κ.κ. Κ. Τσαλδάρης (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν) καὶ Μ. Κότσιανος (Ὑπουργὸς Ὑγιεινῆς) καταθέτουσι σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῶν ἐν Οὐασιγκτῶνι τὴν 30 Ἀπριλίου 1946 ὑπογραφέντων δύο πρωτοκόλλων παρατάσεως τῆς ἰσχύος τῶν Διεθνῶν Ὑγειονομικῶν Συμβάσεων». Ὁ κ. Στ. Γονατᾶς (Ὑπουργὸς Δημ. Ἔργων) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ καθορισμοῦ ἀναδρομικῆς προαγωγῆς ὑπαλλήλων Ο. Λ. Πειραιῶς πρὸς ἐφαρμογὴν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 59)1945 Συντακτικῆς Πράξεως». Ὁ κ. Π. Χατζηπᾶνος (Ὑπουργὸς Τ.Τ.Τ.) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ 591)1943 νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ Ταχ. Ταμιευτηρίων διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ε. Δασκαλάκης, Κ. Παπαδάκης, Κ. Σταμούλης, κ. ἄ., καταθέτουσι πρότασιν νόμου «περὶ προσθήκης παραγράφου 6α εἰς τὸ ἄρθρον 23 Κώδικος Δικηγόρων». Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Παπαϊωάννου καταθέτει πρότασιν νόμου «περὶ προσθήκης εἰς τὸ τέλος τοῦ ἐδαφ. 4 τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 85)45 Ν. Δ. διατάξεως ἐξαιρέσεως τῆς Φιλανθρωπικῆς Ἑταιρείας Ἀγρινίου τῆς δικαιοδοσίας τῆς οἰκείας ὑπηρεσίας «Κοινωνικῆς Προνοίας» καὶ περὶ μετονομασίας αὐτῆς εἰς «Χριστιανικὴν Ἕνωσιν Ἀγρινίου». Ἡ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Τάξεως Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων 1) «περὶ τρόπου συμπληρώσεως ἐλλειπουσῶν μεταβολῶν Ὑπηρεσίας Στρατιωτικῶν καὶ Χωροφυλακῆς» καὶ 2) «περὶ συμληρώσεως καὶ παρατάσεως ἰσχύος διατάξεων τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 36 τῆς 30)31 Ἰουλίου 1946 νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ Α. Ν. 2307)40 «περὶ στρατιωτικῆς Ἱεραρχίας καὶ προαγωγῶν ἐν τῇ Χωροφυλακῇ». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Μπακόπουλος, Κ. Σκιαδᾶς, Κ. Καλλίας, Κ. Ρέντης, Α. Βοργλιώτης, Δ. Χατζηγιάννης κ. ἄ. καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ φορολογικῶν ἀπαλλαγῶν τῶν Ἐκπαιδευτικῶν Ἱδρυμάτων». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ε. Κοθρῆς, Κ. Μητσοτάκης καὶ Μ. Βουλουδάκης καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ)τος τῆς 10 Μαΐου 1946 «περὶ καταρτίσεως τῶν Ἰσολογισμῶν τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν».
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Παρακαλῶ ὅπως ψηφισθοῦν τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις. Βʹ συζήτησις κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἐδαφίου 3 τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ Α. Ν. 676)37 «περὶ ἐξόδων μετακινήσεως προσωπικοῦ καὶ μεταφορῶν ὑλικοῦ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας».
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἐδαφίου 3 τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ Α. Ν. 676)1937 «περὶ ἐξόδων μετακινήσεως προσωπικοῦ καὶ μεταφορῶν κινήσεως τῆς Στρατιωτικῆς Ὑπηρεσίας». Βʹ συζήτησις κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ Α. Ν. 733) 1945 «περὶ προαγωγῶν καὶ τοποθετήσεων τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ ξηρᾶς».
§8ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ Α. Ν. 733)45 «περὶ προαγωγῶν καὶ τοποθετήσεων τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ ξηρᾶς». Βʹ συζήτησις κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου 4407)29 «περὶ συστάσεως Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης ὡς τοῦτο ἐτροποποιήθη μεταγενεστέρως».
§10ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου 4407) 1929 «περὶ συστάσεως Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης ὡς τοῦτο ἐτροποποιήθη μεταγενεστέρως». Βʹ συζήτησις κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διατάξεών τινων ἀφορωσῶν τὴν ἰσχύουσαν στρατολογικὴν νομοθεσίαν».
§12ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ διατάξεών τινων ἀφορωσῶν τὴν ἰσχύουσαν στρατολογικὴν νομοθεσίαν». Βʹ συζήτησις κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διατάξεών τινων τοῦ Α. Ν. 2127) 1939 «περὶ Στρατιωτικῆς Σχολῆς Εὐελπίδων».
§14ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ διατάξεών τινων τοῦ Α. Ν. 2127)1939 «περὶ Στρατιωτικῆς Σχολῆς Εὐελπίδων». Βʹ συζήτησις κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 9.5.46 Ν. Δ. «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Ν. 671)43 «περὶ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος».
§16Σ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Νὰ γίνῃ δεκτόν, κύριε Πρόεδρε, μὲ τὴν δήλωσιν τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ὅτι ἡ σύστασις τῆς θέσεως τοῦ Μητροπολίτου τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων καὶ ἡ συμμετοχή του εἰς τὴν Σύνοδον τῆς Ἱεραρχίας θεωρεῖται ἀντικανονικὴ καὶ ἐξ ὑπαρχῆς, καθ’ ἡμᾶς, ἄκυρος.
§17Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ (Ὑπ. Παιδείας). Νομίζω ὅτι πρόκειται περὶ ματαίας συζητήσεως, διότι ὁ Μητροπολίτης τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων δὲν εἶχε τότε ἕδραν, ἤδη ὅμως εἶναι Μητροπολίτης Χίου.
§18Σ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Κάμνω τὴν δήλωσιν αὐτὴν διὰ λόγους ἀρχῆς.
§19Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Παιδείας προέτεινε νὰ τεθῇ διάταξις, ὅτι ἡ ἰσχὺς τοῦ Ν. Δ. αὐτοῦ παύει ἀπὸ τῆς ἑπομένης τῆς δημοσιεύσεώς του εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Προσετέθη αὐτὴ ἡ διάταξις ἢ ὄχι;
§20Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ (Ὑπ. Παιδείας). Τὴν δέχομαι.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς;
§22ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 9 Μαΐου 1946 Ν. Δ. «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου 671)1943 «περὶ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος», ἀναβαλλομένης τῆς ψηφίσεως τοῦ συνόλου. Βʹ συζήτησις κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀντικαταστάσεως τῆς παραγράφου 11 τοῦ ἄρθρου 40 τοῦ Α. Ν. 1005) 1937».
§24ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἀντικαταστάσεως τῆς παραγράφου 11 τοῦ ἄρθρου 40 τοῦ Α. Ν. 1005)1937». Βʹ συζήτησις κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως τοῦ Διεθνοῦς Κεντρικοῦ Ὀργανισμοῦ Ἐσωτερικῶν Εὐρωπαϊκῶν Μεταφορῶν».
§26ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως τοῦ Διεθνοῦς Κεντρικοῦ Ὀργανισμοῦ Ἐσωτερικῶν Εὐρωπαϊκῶν Μεταφορῶν». Βʹ συζήτησις κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως συμβάσεως «περὶ προνομίων καὶ ἀσυλιῶν τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν».
§28ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως συμβάσεως «περὶ προνομίων καὶ ἀσυλιῶν τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν». Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 10 τῆς ὑπ’ ἀριθ. 59) 1945 Σ. Π.». Ὁ κ. Κώης ἔχει τὸν λόγον, ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Κονίτσα καὶ λοιπῶν συναδέλφων.
§30Θ. ΚΩΗΣ. Διὰ τοῦ ἄρθρου 10 τῆς Συντακτικῆς Πράξεως 59, εἶχεν ὁρισθῆ ὅτι οἱ ἐπανερχόμενοι καὶ προαγόμενοι μετ’ ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου δύνανται νὰ προσμετρῶσιν τὸν χρόνον τὸν ὁποῖον διήνυσαν εἰς τὸν αὐτὸν βαθμόν, τὸν ὁποῖον ἀπέκτησαν διὰ τῆς προαγωγῆς. Εἶχε χορηγηθῆ προθεσμία ἡ ὁποία ἔληξε τὴν 31 Μαρτίου 1947. Ἐπειδὴ ὅμως καθυστέρησαν αἱ προαγωγαὶ ἐν τῷ μεταξὺ ἐκρίθη δίκαιον διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου ὅπως παραταθῇ ἡ προθεσμία αὕτη. Ἀλλὰ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ ἄρθρου 10 τῆς ὑπ’ ἀριθ. 59 Συντακτικῆς Πράξεως ἐγεννήθη τὸ ζήτημα, ἐὰν δηλαδὴ οἱ ἀπολυθέντες καὶ ἐπανερχόμενοι δύνανται νὰ καταλάβωσι θέσεις κενὰς ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ὑπάλληλοι ἔχοντες τὰ πρὸς προαγωγὴν προσόντα. Τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 144)46 ἀποφάσεως ἑρμηνεῦον τὴν διάταξιν κρίνει ὅτι ἡ θέλησις τοῦ νομοθέτου ἦτο νὰ προτιμηθοῦν οἱ ἀπολυθέντες καὶ ἔναντι τῶν ὑπηρετούντων ὑπαλλήλων οἱ ὁποῖοι εἶχον τὰ προσόντα. Πρὸς τὴν γνώμην ταύτην συνετάχθη καὶ ἡ Ὁλομέλεια τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου. Παρὰ ταῦτα ἐξεδόθη ἀντίθετος ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας ὑπ’ ἀριθμὸν 163)47 ἡ ὁποία κρίνει ἀντιθέτως, ὅτι δηλαδὴ τότε δύνανται νὰ διορισθοῦν οἱ ἀπολυθέντες ὅταν δὲν ὑπάρχουν ἄλλοι ἔχοντες τὰ πρὸς προαγωγὴν προσόντα. Εἶναι προφανὲς ὅτι ἡ γνώμη ἡ ἐξενεχθεῖσα διὰ τῆς πρώτης ἀποφάσεως εἶναι ὀρθοτέρα διότι ἄλλως ἡ ρήτρα τῆς Συντακτικῆς Πράξεως θὰ κατήντα κενὴ ἐφαρμογῆς, διότι πάντοτε εἰς πᾶσαν ὑπηρεσίαν θὰ ὑπάρχουν οἱ κεκτημένοι τὰ προσόντα. Ἐπειδὴ εὑρισκόμεθα πρὸ δύο ἀντιθέτων ἀποφάσεων τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, ἡ πρώτη δὲ εἶναι ἡ ὀρθοτέρα, διότι συμφωνεῖ μὲ αὐτὴν καὶ ἡ ὁλομέλεια τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὅπως δεχθῇ νὰ γίνῃ αὐθεντικὴ ἑρμηνεία ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, διότι ἐν τῇ πράξει ἡ Διοίκησις ἀκολουθεῖ τὴν πρώτην ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας. Ἡ ἑρμηνεία αὐτὴ νὰ γίνῃ ὡς ἑξῆς: «Ἡ ἀληθὴς ἔννοια........... (ἀναγινώσκει)...............».
§31Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ποῦ εὑρίσκετε τὴν κατάφασιν μεταξὺ τῶν δύο ἀποφάσεων τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας;
§32Θ. ΚΩΗΣ. Ἡ πρώτη λέγει ὅτι ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχῃ κενὴ θέσις καθ’ ἣν στιγμὴν γίνεται ἡ ἐπαναφορὰ τοῦ ἀπολυθέντος, ἡ δευτέρα λέγει, ὅτι ἐὰν ὑπάρχῃ κενὴ θέσις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν καταλάβῃ ἐπανερχόμενος ὁ ἀπολυθεὶς δυνάμει τῆς 59 Συντακτικῆς Πράξεως ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἄλλος ὑπάλληλος ὁ ὁποῖος ἔχει τὰ προσόντα καὶ τὸν χρόνον πρὸς προαγωγήν.
§33Χ. ΛΑΔΑΣ. Δηλαδὴ μεταξὺ ἑνὸς ὑπαλλήλου διορισθέντος ἐπὶ κατοχῆς καὶ ἑνὸς ἄλλου ὑπηρετοῦντος ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ καταλαμβάνει τὴν θέσιν διοριζόμενος ὁ ἐπὶ κατοχῆς.
§34Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἡ Συντακτικὴ Πρᾶξις λέγει ὅταν πρόκειται περὶ διορισμῶν. Σεῖς θέλετε νὰ προτιμῶνται καὶ εἰς περίπτωσιν προαγωγῆς;
§35Θ. ΚΩΗΣ. Ὅταν ὑπάρχῃ κενὴ θέσις, λέγει ἡ πρᾶξις. Ἡ ὁλομέλεια τοῦ νομικοῦ συμβουλίου εἶπεν ὅτι, ἀρκεῖ ἡ θέσις νὰ εἶναι κενή, δὲν ἔχῃ δὲ σημασίαν ἐὰν ἄλλος ὑπάλληλος ἔχει τὰ προσόντα πρὸς κατάληψίν της, διότι ἄλλως ἡ διάταξις τῶν ἀπολυθέντων, οἱ ὁποῖοι ἐπέδειξαν φιλεργίαν, φιλοτιμίαν καὶ ἱκανότητα, θὰ κατήντα ἄνευ σημασίας διότι, ἐπαναλαμβάνω, διὰ τὴν πλήρωσιν τῶν κενῶν θέσεων θὰ ὑπάρχουν πάντοτε ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἄλλοι ὑπηρετοῦντες, οἱ ὁποῖοι θὰ κέκτηνται τὰ πρὸς προαγωγὴν προσόντα.
§36Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Τί θέλετε δηλαδή; Νὰ ἀφαιρεθῇ τὸ δικαίωμα νὰ προάγωνται ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς κατώτερον βαθμόν;
§37Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Θέλει ὁ κ. συνάδελφος, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει κενὴ θέσις, τὴν οὕτω πῶς κενωθεῖσαν θέσιν νὰ τὴν καταλαμβάνῃ ἐὰν ὑπάρχῃ ἀπολυθείς, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 59 Συντακτικῆς Πράξεως καὶ ὄχι νὰ γίνεται κατάληψις αὐτῆς διὰ προαγωγῆς.
§38Θ. ΚΩΗΣ. Διότι ἄλλως δὲν θὰ ἐπανέλθῃ κανείς, διότι πάντοτε θὰ ὑπάρχουν κατάλληλοι διὰ τὴν κατάληψιν τῆς θέσεως εἰς τὰ Ὑπουργεῖα.
§39Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Δηλαδή, ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ὑπάρχουν ἄλλοι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὰ προσόντα νὰ προαχθοῦν, θὰ σταματήσῃ ἡ προαγωγὴ τῶν ὑπηρετούντων διὰ νὰ ἐπανέλθουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπελύθησαν μὲ τὴν 59 Συντακτικὴν Πρᾶξιν;
§40Θ. ΚΩΗΣ. Ναί, διότι ἄλλως ἡ διάταξις καταντᾷ ἄνευ σημασίας, διότι πάντοτε θὰ ὑπάρχουν οἱ ἔχοντες τὰ προσόντα διὰ τὴν κατάληψιν τῶν θέσεων αὐτῶν.
§41Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Μὰ εἶναι σωστό αὐτό;
§42Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὑπάρχουν δύο περιπτώσεις. Ὑπάρχει περίπτωσις κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ νόμος προβλέπει διττὸν τρόπον καταλήψεως τῶν θέσεων: Διὰ προαγωγῆς καὶ δι’ ἀπ’ εὐθείας διορισμοῦ. Ἐὰν ὑπάρχῃ τοιαύτη διάταξις δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ὑπ’ ἀριθ. 59 Συντακτικὴ Πρᾶξις, διότι ὑπάρχει ἡ δυνατότης τῆς καταλήψεως τῆς θέσεως διὰ διορισμοῦ καὶ ὀφείλει ὁ Ὑπουργὸς νὰ τὴν πληρώσῃ τὴν θέσιν διορίζων τὸν διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 59 Σ. Πράξεως ἀπολυθέντα. Ἐὰν ὅμως δὲν ὑπάρχῃ τοιαύτη διάταξις περὶ καταλήψεως τῆς θέσεως, διαζευκτικῶς διὰ προαγωγῆς ἢ διορισμοῦ καὶ ἁπλῶς ὑπάρχει περίπτωσις καταλήψεως τῆς θέσεως διὰ προαγωγῆς, τότε αὐτὸ ποὺ λέτε δὲν εἶναι ἑρμηνεία, ἀλλὰ εἶναι νόμος εἰδικὸς εἰσαγόμενος εἰς τὴν πρᾶξιν. Ἐπ’ αὐτοῦ λοιπὸν τοῦ σημείου πρόκειται νὰ κρίνωμεν.
§43Θ. ΚΩΗΣ. Δὲν εἶναι ἔτσι. Αὐτοὶ εἶχον διορισθῆ εἰς τὸν βαθμὸν αὐτὸν καὶ ἀπελύθησαν διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 59 Σ. Πράξεως. Ἔρχεται λοιπὸν τὸ ἄρθρον 10 τῆς ὑπ’ ἀριθ. 59 Σ. Πράξεως καὶ λέγει: «Ἐκ τούτων ἐπανέρχονται ὅσοι ἐπέδειξαν φιλεργίαν καὶ ἱκανότητα».
§44Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὄχι ἐπανέρχονται. Προτιμῶνται.
§45Θ. ΚΩΗΣ. Ἐπαναδιορίζονται κατὰ προτίμησιν εἰς τὰς κενὰς θέσεις. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, εἶπεν διὰ τῆς πρώτης ἀποφάσεως, ὅτι ἐπανέρχονται μόνον, ἐφ’ ὅσον αἱ θέσεις εἶναι κεναί, ἔστω καὶ ἐὰν ὑπάρχουν ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἠδύναντο νὰ προαχθῶσιν, ἐφ’ ὅσον οὗτοι ἀπεδείχθησαν ἄξιοι.
§46Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Διότι αἱ θέσεις αὐταί, εἶναι δυνατὸν νὰ καταληφθοῦν διὰ διορισμοῦ.
§47Θ. ΚΩΗΣ. Οὐδεμίαν διάκρισιν κάμνει.
§48Δ. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Διαβάσατε, κύριε συνάδελφε, τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας;
§49Θ. ΚΩΗΣ. Ἡ ἀπόφασις λέγει: «Ἐπειδὴ ἡ ἀληθὴς ἔννοια......... (ἀναγινώσκει)... διὰ προαγωγῆς».
§50Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἡ ἀπόφασις εἶναι ἀπολύτως σαφής. Δὲν γεννᾶται καμμιὰ ἀμφιβολία.
§51Θ. ΚΩΗΣ. Ἀλλὰ μετὰ ταῦτα, ἐξεδόθη ἄλλη ἀπόφασις.
§52Χ. ΛΑΔΑΣ. Ὅταν ὑπάρχῃ κενὴ θέσις, τότε προτιμῶνται οἱ ἐπανερχόμενοι δυνάμει τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ. Ἐὰν πρόκειται ὅμως περὶ προαγωγῆς θὰ εἴπῃ ὅτι αὐτοὶ ἔχουν ἐπανέλθει ἤδη.
§53Θ. ΚΩΗΣ. Ὄχι.
§54Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Νὰ προαγάγουν ἄλλον, διὰ νὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν τὴν κενωθεῖσαν.
§55Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἄρα, διὰ νὰ προαγάγῃ κάποιον, πρέπει αὐτὸς νὰ εἶναι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Πῶς θὰ προαχθῇ; Δηλ. λέγει, ὅτι ἐνῷ ὑποχρεώνει τὸν Ὑπουργὸν νὰ τὸν διορίσῃ, διότι ἦτο διωρισμένος καὶ εἶχεν ἀπολυθῆ διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 59 Συντακτικῆς Πράξεως, ἐδῶ, ἔτσι ποὺ τὸ θέλει, ὁ κ. συνάδελφος, σημαίνει, ὅτι ὑπαρχούσης θέσεως, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ συμπληρωθῇ διὰ προαγωγῆς ἀπὸ κατώτερον βαθμὸν εἰς ἀνώτερον, νὰ ἔχῃ ὁ Ὑπουργὸς τὸ δικαίωμα νὰ πάρῃ ἕνα ἀπολυμένον ἀπὸ τὴν 59 καὶ νὰ τὸν διορίσῃ ἐκεῖ.
§56Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Ἐὰν ὑπάρχῃ κενὴ θέσις, αὐτήν, θὰ τὴν πάρῃ ὁ ἀπολυθείς, δυνάμει τῆς 59 Συντακτικῆς Πράξεως.
§57Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἄρα, αὐτὸ σημαίνει, ὅτι ἐνῷ ὑπάρχει ὁ πάρα κάτω, ὁ ὁποῖος εἶναι ἤδη ἕτοιμος καὶ ἔχει τὰ πλεονεκτήματα νὰ προαχθῇ, πρέπει ὁ ἀπολυθεὶς δυνάμει τῆς 59 Πράξεως πρῶτον νὰ διορισθῇ καὶ δεύτερον νὰ διορισθῇ εἰς τὴν θέσιν αὐτὴν ποὺ εἶναι δυνατὸν νὰ καταληφθῇ διὰ προαγωγῆς.
§58Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί, ἀλλ’ εἶχεν ὅμως τὸν βαθμὸν τοῦτον ὁ μέλλων νὰ διορισθῇ.
§59Χ. ΛΑΔΑΣ. Ὑποθέσατε, ὅτι εἶναι μία θέσις γραμματέως Αʹ, διὰ νὰ τὸ κάμωμεν λιανά, καὶ ὑπάρχει ἕνας γραμματεὺς Αʹ ἀπολυθείς, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει ἐπανέλθει ἀκόμη, ἀλλὰ ἠμπορεῖ νὰ ἐπανέλθῃ, ἔχει τὴν εὐχέρειαν, δυνάμει τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 10 τῆς 59 Συντακτικῆς Πράξεως. Τώρα τί θὰ γίνῃ; Εἶναι κενὴ μία θέσις γραμματέως Αʹ. Λέγομεν, ὅτι δὲν θὰ ἔλθῃ ἕνας γραμματεὺς Βʹ νὰ γίνῃ γραμματεὺς Αʹ, ἀλλὰ θὰ ἔλθῃ ὁ ἄλλος, ὁ ἀπολυθείς, ἀπ’ εὐθείας καὶ θὰ γίνῃ γραμματεὺς Αʹ .....
§60Θ. ΚΩΗΣ. Μὰ ἦταν γραμματεὺς Αʹ.
§61Χ. ΛΑΔΑΣ. .. δηλ. πρὶν γίνῃ γραμματεὺς Αʹ πρέπει νὰ διορισθῇ, καὶ νὰ διορισθῇ εἰς τὴν θέσιν τοῦ γραμματέως Αʹ.
§62Θ. ΚΩΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως.
§63Χ. ΛΑΔΑΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι αὐτός. Ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἐσταδιοδρόμησεν ἐπὶ τόσα χρόνια εἰς τὴν Ὑπηρεσίαν, δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸν ἀποκλείσῃς μὲ ἕνα διορισθέντα, ὁ ὁποῖος ἔδειξεν φιλεργίαν εἰς τὰ 3 χρόνια τῆς κατοχῆς. Νὰ ἔχῃ κανεὶς 20 χρόνια ὑπάλληλος καὶ ἐνῷ εἶναι ἕτοιμος νὰ προαχθῇ νὰ καλέσῃς ἕνα ἀπ’ ἔξω, τὸν ὁποῖον ἐπαναφέρεις διὰ λόγους ἐπιεικείας νὰ τοῦ πάρῃ τὴν θέσιν. Αὐτὸ δὲν εἶναι σωστό.
§64Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Κύριε συνάδελφε, θὰ ἔπρεπε νὰ καταστήσητε σαφῶς εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀντίφασιν τῶν δύο ἀποφάσεων τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας.
§65Θ. ΚΩΗΣ. Ἡ Συντακτικὴ Πρᾶξις ὁμιλεῖ περὶ ἀναδιορισμοῦ εἰς κενὰς θέσεις. Κατὰ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν τῆς Συντακτικῆς Πράξεως πρέπει νὰ ἀναδιορισθῇ ὁ ἐπιδείξας δείγματα φιλεργίας καὶ ἱκανότητος. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας διὰ τῆς πρώτης ἀποφάσεώς του τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθη καὶ ἡ ὁλομέλεια τοῦ νομικοῦ συμβουλίου, εἶπεν, ὅτι θὰ γίνεται αὐτό, ἔστω καὶ ἐὰν ὑπάρχῃ ὁ ἔχων τὰ προσόντα πρὸς κατάληψιν τῆς θέσεως, διότι ἐὰν δὲν γίνει αὐτό, τότε τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τῆς Συντακτικῆς Πράξεως παραμένουν ἄνευ ἐφαρμογῆς. Διότι πάντοτε θὰ ὑπάρχῃ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ εἷς, ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ τὰ προσόντα νὰ προαχθῇ. Τὴν ἀπόφασιν αὐτήν, τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἐφαρμόζουν καὶ τὰ Ὑπουργεῖα ἔκτοτε. Εἰς τὴν δευτέραν ἀπόφασιν, ὑπάρχει ἀντίθετος γνώμη. Πρὸς ἄρσιν τῆς παρερμηνείας αὐτῆς, προτείνω νὰ γίνῃ ἑρμηνευτικὴ διάταξις, ἡ ὁποία νὰ λέγῃ, ὅτι εἰς τὰς κενὰς θέσεις, ἐπανέρχονται οἱ ἀπολυθέντες δυνάμει τῆς 59 Συντακτικῆς Πράξεως, ἐφ’ ὅσον ἐπέδειξαν φιλεργίαν καὶ ἱκανότητα, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν ὑπάρχουν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἄλλοι ἔχοντες τὰ προσόντα πρὸς προαγωγήν, ἐπειδὴ ὑπάρχουν δύο ἀποφάσεις, ἡ δὲ ἀλήθεια ἀκολουθεῖ τὴν πρώτην. Παρακαλῶ νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ ἑρμηνεία. (Εἰς τὸ σημεῖον ταῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Δ. Λεονάρδος).
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Καλαντζᾶκος ἔχει τὸν λόγον.
§67Α. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΣ. Ἐν τῇ παραγράφῳ 3 τοῦ ἄρθρου 10 τῆς 59 Συντακτικῆς Πράξεως ὁρίζεται ὅτι:... «................ (ἀναγινώσκει) ................». Διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς ὁ νομοθέτης τῆς 59 Συντακτικῆς Πράξεως, ἠθέλησεν ὑπάλληλοί τινες, οἱ ὁποῖοι ἠγωνίσθησαν κατὰ τὴν κατοχὴν καὶ ἐπέδειξαν ἱκανότητα καὶ χρηστότητα, νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἐφ’ ὅσον ἐπέδειξαν τοιοῦτον ζῆλον καὶ ἱκανότητα. Δι’ αὐτὸ ἐτέθη ἡ παράγραφος 3 τοῦ ἄρθρου 10, διὰ νὰ καταστήσῃ δυνατὴν τὴν ἐπαναφορὰν διὰ διορισμοῦ τῶν ἀπολυθέντων αὐτοδικαίως διὰ τῆς 59 Πράξεως. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ καὶ ἡ παράγραφος αὐτή, ἐτέθη εἰς εὐρεῖαν ἐφαρμογὴν εἰς Ὑπουργεῖα τινά, ὅπου ἐπανέφερον διὰ διορισμοῦ ἀπολυθέντας ὑπαλλήλους δυνάμει τῆς 59 Συντακτικῆς Πράξεως. Βραδύτερον ὅμως προσεβλήθησαν οἱ διορισμοὶ αὐτοί, καὶ ἐπελήφθη τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον δι’ ἀποφάσεώς του ἀπεφάνθη ὅτι, δὲν ἠμπορεῖ νὰ διορισθῆτε σεῖς ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουν ὑπάλληλοι ἔχοντες τὰ πρὸς προαγωγὴν προσόντα καὶ δικαιώματα. Τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 134 τοῦ 1946 ἀποφάσεώς του εἶπε τὰ ἑξῆς: «Ἡ Συντακτικὴ Πρᾶξις 59 ἠθέλησε προδήλως ὅπως οἱ ἀπολυόμενοι ............ (ἀναγινώσκει)................». Ἔθεσε, δηλαδὴ ὡς ἠθικὴν βάσιν ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἐφ’ ὅσον ἔχουν τὰ ὡρισμένα ἐπαγγελματικὰ πρόσθετα καὶ τεχνικὰ προσόντα, πρέπει νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, διότι ἐὰν εἴχωμεν ἀντίθετον γνώμην οὐδέποτε αὐτοὶ θὰ ἐπανήρχοντο εἰς τὴν θέσιν των.
§68Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἑπομένως τοῦτο ἐφαρμόζεται μόνον προκειμένου περὶ διορισμοῦ.
§69Α. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΣ. Τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας ἀπεφάνθη ὁμοφώνως, ὅτι αὐτοὶ πρέπει νὰ προτιμῶνται, διότι ἔχουν δικαιώματα, διότι δὲν ἠμπορεῖ ποτὲ νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ παράγραφος αὐτὴ τοῦ ἄρθρου 10 τῆς 59 Συντακτικῆς πράξεως. Διὰ νὰ ἄρωμεν λοιπὸν τὰς ἀντινομίας αὐτῶν τῶν δύο ἀποφάσεων, αἱ ὁποῖαι ἐξεδόθησαν εἰς διάστημα τριῶν μηνῶν, μοῦ φαίνεται ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ δώσῃ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου 10, ὥστε νὰ τεθῇ μία τάξις πραγματική, ἡ ὁποία ἀφορᾷ μίαν κατηγορίαν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι, πράγματι τιμοῦν τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν. (Χειροκροτήματα).
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Βαμβέτσος ἔχει τὸν λόγον.
§71Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριοι βουλευταί, πράγματι τὸ ἄρθρον 10 τῆς 59 Συντακτικῆς Πράξεως ἔδωσεν ἀφορμὴν εἰς πολλὰς ἀμφισβητήσεις. Ἓν ζήτημα ἐγεννήθη ἐκ τῆς παρ. 3 τοῦ ἄρθρου 10. Τὸ ἄρθρον 10, λέγει ὅτι, προκειμένου νὰ πληροῦνται κεναὶ θέσεις διὰ διορισμοῦ, προτιμῶνται οἱ ἀπολυθέντες, οἱ ὁποῖοι εἶχον καταλάβει τὰς θέσεις ταύτας. Ἐγεννήθη λοιπὸν τὸ ζήτημα, ἐὰν κενωθείσης τῆς θέσεως αὐτῆς καὶ ὑπάρχοντος προσώπου, πρὸς προαγωγήν, θὰ γίνῃ ἡ κατάληψις τῆς θέσεως διὰ προαγωγῆς ἢ κατάληψις τῆς θέσεως διὰ διορισμοῦ τοῦ δυνάμει τῆς Συντακτικῆς Πράξεως ἀπολυθέντος, Ἡ ἀτομική μου γνώμη εἶναι ὅτι, ἡ ὀρθοτέρα ἄποψις εἶναι ἡ πρώτη, διότι ρητῶς ἡ Συντακτικὴ Πρᾶξις, λέγει ὅτι, ὁ ἀπολυθεὶς δυνάμει τῆς Συντακτικῆς Πράξεως δικαιοῦται νὰ προτιμηθῇ μόνον ὁσάκις διὰ διορισμοῦ γίνεται ἡ πλήρωσις τῶν θέσεων. Ὑπάρχουν, κύριοι συνάδελφοι, πολλοὶ νόμοι, οἱ ὁποῖοι ὁρίζουν διαφόρους τρόπους πληρώσεως τῶν θέσεων. Ὑπάρχουν νόμοι, οἱ ὁποῖοι ὁρίζουν ὅτι αἱ θέσεις καταλαμβάνονται ἑκάστοτε διὰ προαγωγῆς καὶ ὑπάρχουν νόμοι, οἱ ὁποῖοι ὁρίζουν, ὅτι αἱ θέσεις Α, Β, Γ, καταλαμβάνονται εἴτε διὰ προαγωγῆς τῶν ἐχόντων προσόντα, εἴτε διὰ διορισμοῦ. Εἰς αὐτὰς τὰς περιπτώσεις, εἰς τὰς ὁποίας ἡ διοίκησις ἔχει τὴν εὐχέρειαν, εἴτε νὰ προαγάγῃ, εἴτε νὰ διορίσῃ ἀπ’ εὐθείας, εἰς αὐτὰς τὰς περιπτώσεις ὑπάρχει εὐχέρεια προτιμήσεως τοῦ ἀπολυθέντος, διότι ἐκεῖ θὰ γίνῃ ὁ ἀπ’ εὐθείας διορισμός, εἰς τὴν κενωθεῖσαν θέσιν. Βεβαίως ἡ ἄλλη ἑρμηνεία ἔχει ὑπὲρ αὐτῆς τοῦτο, ὅτι ἐπεκτείνει περισσότερον τὴν δυνατότητα τοῦ ἀναδιορισμοῦ τῶν ἀπολυθέντων ἐπὶ κατοχῆς καὶ εἶναι ζήτημα νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν ἡ βούλησις τοῦ νομοθέτου τῆς 59 Πράξεως, ἦτο εὐμενὴς ἢ δυσμενὴς πρὸς τοὺς ἀπολυθέντας. Ἐγώ, νομίζω, ὅτι ἡ 59 Συντακτικὴ Πρᾶξις ἦτο δυσμενὴς πρὸς τοὺς διορισθέντας ἐπὶ κατοχῆς, ἤθελε δηλαδὴ νὰ τοὺς ἀποβάλῃ κατὰ κανόνα ἐκ τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἀφῆκε μίαν εὐχέρειαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, νὰ προτιμῶνται οἱ ἔχοντες τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναδιορισμοῦ ὁσάκις ἡ θέσις πρόκειται νὰ πληρωθῇ διὰ διορισμοῦ. Ἐπίσης ὑπάρχει καὶ ἡ διάταξις, ὅτι δικαιοῦνται νὰ διορίζωνται ὄχι μόνον εἰς ἃς θέσεις πρότερον κατεῖχον, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλας ἀναλόγους θέσεις. Προβλέπεται ἐπίσης καταρτισμὸς πίνακος τῶν ἀπολυθέντων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι θὰ προτιμῶνται εἰς τὰς κενουμένας θέσεις. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας κατ’ ἀρχὴν ἐφάνη εὐρύτερον, ἀλλ’ ἔπειτα λόγῳ τῶν πολλῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἀπελύθησαν, καὶ τῆς δυσχερείας τῆς διοικήσεως νὰ συμπληρώσῃ τὰ κενά, ἤρχισε νὰ δίδῃ στενωτέραν ἑρμηνείαν καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἑρμηνεία, ἡ ὁποία ἐπεκράτησε κατὰ τὴν τελευταίαν νομολογίαν. Βεβαίως εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ κρίνῃ ἡ Βουλή, ἐὰν θέλῃ νὰ δεχθῇ τὴν Α ἢ Β ἄποψιν, ἐφ’ ὅσον εὑρισκόμεθα πρὸ δύο διαφόρων ἀντιλήψεων τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας. Ἕνα ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐγεννήθη ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 10 τῆς 59 Συντακτικῆς Πράξεως εἶναι τοῦτο, ἐὰν προήχθη ὑπάλληλός τις, τοῦ ὁποίου ἡ προαγωγὴ ἠκυρώθη ἐπὶ κατοχῆς, λέγει τὸ ἄρθρον 10 ὅτι, ἀπὸ τῆς νέας προαγωγῆς, ἡ ὁποία προβλέπεται ὅτι θὰ γίνῃ ἐντὸς ἑνὸς ἔτους, θὰ ὑπολογίζεται καὶ ὁ χρόνος ἀπὸ τῆς ἀρχικῆς προαγωγῆς μέχρι τῆς Συντακτικῆς Πράξεως. Παρέμεινε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἓν κενόν, τὸ κενὸν μεταξὺ τῆς 59 Συντακτικῆς Πράξεως, ἡ ὁποία ἠκύρωσε τὴν προαγωγὴν καὶ τῆς νέας προαγωγῆς. Τὸ σημεῖον αὐτὸ λύεται ἕως τώρα εἰς βάρος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ὑπάλληλος κρίνεται προακτέος, θὰ ἔπρεπε ἡ προαγωγὴ αὐτοῦ νὰ ἀναδράμῃ ἀφ’ ἧς τὸ πρῶτον προήχθη, διότι ἡ προαγωγὴ αὐτὴ δὲν ἦτο ὕποπτος πρᾶξις, ἀλλὰ πρᾶξις δικαία. Δὲν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν νὰ δεχθῶ τὴν πρώτην τροπολογίαν, συγχρόνως ὅμως νομίζω, ὅτι θὰ πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ δευτέρα ἑρμηνεία, ὅτι ἀφ’ ἧς στιγμῆς προήχθη ἕνας ὑπάλληλος ἐντὸς τῶν προθεσμιῶν αὐτῶν, ἡ προαγωγὴ πρέπει νὰ ἀναδράμῃ ἀφ’ ἧς ἐγένετο ἡ πρώτη προαγωγή.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Λαδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§73Χ. ΛΑΔΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ τροπολογία τὴν ὁποίαν εἰσηγήθη ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ βήματος κ. συνάδελφος, εἶναι καὶ δικαία ἀλλὰ συγχρόνως ἐκτὸς τοῦ θέματος τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου. Διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου παρατείνεται ἡ προθεσμία τοῦ νόμου 199)46 μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1947. Σημειώσατε ὅτι, περὶ παρωνυχίδος πρόκειται, περὶ μιᾶς προσθήκης πλασματικῶν ἐτῶν.
§74Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Περὶ χρόνου ὑπηρεσίας διὰ περαιτέρω προαγωγήν.
§75Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἀκριβῶς. Πρόκειται περὶ ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἐσταδιοδρόμησαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν κατὰ κανονικὸν τρόπον, δὲν πρόκειται περὶ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι εἰσεπήδησαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς κατοχῆς, πρόκειται περὶ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι εἰσῆλθον κανονικὰ καὶ οἱ ὁποῖοι εἶχον πᾶν δικαίωμα νὰ προαχθοῦν. Ἐπομένως νομίζω, ὅτι ἡ δικαιολογία τῆς τροπολογίας καὶ ἐμπίπτει εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὀρθὴ εἶναι. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄλλην τροπολογίαν, τὴν προταθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Κώη, εἶχα ὅλην τὴν διάθεσιν νὰ εἶμαι ἐπιεικής, ἀλλὰ συμβαίνει νὰ ἔχουν ἐξαναστῆ διὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ὁλόκληραι ὑπηρεσίαι. Πρόκειται περὶ δύο ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι διωρίσθησαν ἀπ’ εὐθείας ἐπὶ κατοχῆς εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον. Ξεύρετε πολὺ καλά, ὅτι ἂν ὑπάρχῃ εἷς ὀργανισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος πάσχει ἀπὸ μίαν μαρασμώδη στασιμότητα εἶναι τὸ Νομικὸν Συμβούλιον. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι προσφέρουν ὑψίστας ὑπηρεσίας, εἶναι ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι παρίστανται εἰς ὅλα τὰ δικαστήρια ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ δημοσίου καὶ περιμένουν μίαν ἡμέραν νὰ λάβουν ἕνα ἀνώτερον βαθμόν. Ἐφ’ ὅσον λοιπόν, αὐτοὶ οἱ δύο εἰσῆλθον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν οὐχὶ κατὰ κανονικὸν τρόπον, ἀλλὰ κατ’ εὐθεῖαν εἰς ἀνώτερον βαθμὸν ἐκμεταλλευόμενοι κάποιαν σχέσιν, ἔρχεται σήμερον ἡ Πολιτεία καὶ λέγει, ὅλα αὐτὰ τὰ θεωρῶ ὕποπτα ἀλλὰ ἐπειδὴ ἔχει ἀνάγκην νὰ διορίσῃ μερικοὺς δὲν τὸ θεωρεῖ ἀπολύτως ὕποπτον, ἀλλὰ παρέχει τὴν εὐχέρειαν ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι ἀπέκτησαν κάποιαν πεῖραν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἐπέδειξαν καλὴν διαγωγὴν νὰ ἀναδιορίζωνται. Τὸ ἄρθρον 10 λέγει, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουσι κεναὶ θέσεις, ἐὰν κενωθῇ μία θέσις νὰ συμπληρωθῇ ἀπ’ αὐτούς, κάμνει ἕνα πίνακα καὶ προτιμᾷ αὐτοὺς εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν. Τώρα ζητεῖτε νὰ κάμωμεν νόμον δυνάμει τοῦ ὁποίου, ἕνας κακόμοιρος ὑπάλληλος τοῦ Δημοσίου, ὁ ὁποῖος ἔφαγε τὴν ζωήν του μέσα εἰς αὐτὰ τὰ χαρτιὰ ὡς ταξινόμος, νὰ ὑποσκελίζεται ἀπὸ ἄλλους. Οὐδέποτε τὸ πνεῦμα τοῦ νομοθέτου ἦτο τοιοῦτον, νὰ πνίξωμεν τὸ δίκαιον αὐτὸ τῶν ὑπαλλήλων ποὺ περιμένουν τόσα χρόνια διὰ νὰ σταδιοδρομήσουν. Τοιαύτη διάταξις εἶναι ἀπολύτως ἄδικος. (Χειροκροτήματα).
§76Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὑπάρχει ὁμόφωνος ἀπόφασις τῆς ὁλομελείας τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἐπ’ αὐτοῦ.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Τσιρώνης ἔχει τὸν λόγον.
§78Α. ΤΣΙΡΩΝΗΣ. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 10 τῆς ὑπ’ ἀριθ. 59 Σ. Π. δὲν θέλει νὰ ὑπεισέλθῃ στὸ πνεῦμα τοῦ νομοθέτου, λαμβάνει τὸ γράμμα ὡς ἔχει διατυπωθῆ ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ καὶ λέγει, ὅτι ἀφοῦ ἀπελύθησαν αὐτοδικαίως οἱ διορισθέντες ἐπὶ κατοχῆς κατόπιν διὰ τοῦ ἄρθρου 10, εἶναι σαφὴς ἡ θέλησις τοῦ νομοθέτου, ὅτι προκειμένου περὶ καταλήψεως κενῶν θέσεων, θὰ προτιμῶνται οἱ ἀπολυθέντες. Δὲν βλέπω κατὰ τὶ ὑπάρχει ἀσάφεια ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ, ὥστε νὰ γίνῃ συζήτησις. Τὴν γνώμην ταύτην ἀπεδέχθη καὶ ἡ ὁλομέλεια τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον εἶχε ὑποχρέωσιν ἠθικήν, νὰ περιφρουρήσῃ ἐκείνους περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησε ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ Βήματος κ. συνάδελφος. Τὸ Νομικὸν Συμβούλιον εἶπεν σαφῶς ἐν ὁλομελείᾳ γενομένης σχετικῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ἐρωτήματος τούτου ὅτι: «Ἅπαντα τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου ἐτάχθησαν ὑπὲρ τοῦ........ (ἀναγινώσκει)..............».
§79Χ. ΛΑΔΑΣ. Πότε ἐγένετο αὐτὴ ἡ γνωμοδότησις;
§80Α. ΤΣΙΡΩΝΗΣ. Εἶναι πρακτικὸν τῆς συνεδρίας τῆς 27.4.1946.
§81Χ. ΛΑΔΑΣ. Καὶ μετὰ ἐπηκολούθησεν ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας.
§82Α. ΤΣΙΡΩΝΗΣ. Ἡ ἀπόφασις τοῦ Σ. Ε. ἐδέχθη αὐτὴν τὴν ἄποψιν, ἡ ὁποία εἶναι ὀρθή, διότι στηρίζεται ἐπὶ τοῦ σαφοῦς γράμματος τοῦ νόμου καὶ παραδόξως ἦλθε μεταγενεστέρως καὶ ἀνέτρεψε τὴν ὀρθὴν νομικὴν αὐτὴν ἄποψιν τὴν ὁποίαν ἐδέχθη ἡ ὑπ’ ἀριθ. 134)46 ἀπόφασίς του, ἡ ὁποία ἐστηρίζετο εἰς τὸ γράμμα τοῦ νόμου καὶ ὑπεστήριζεν ἄποψιν ἠθικὴν καὶ δικαίαν, διότι οἱ διορισθέντες, δὲν ἦσαν ἀλλοδαποί, οὔτε ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἐμειώθησαν ἠθικῶς διότι ἐπὶ κατοχῆς ἀνέλαβον μίαν δημοσίαν θέσιν.
§83Χ. ΛΑΔΑΣ. Ὑπεσκέλισαν ὅμως ἄλλους.
§84Α. ΤΣΙΡΩΝΗΣ. Ὄχι, διότι τὸ ζήτημα δὲν ἐγεννήθη, προκειμένου περὶ ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα τῆς προαγωγῆς ὅταν διωρίσθησαν αὐτοὶ περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλεῖ ἡ ὁλομέλεια τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου.
§85Ν. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ. Διατὶ δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα, προαγωγῆς;
§86Α. ΤΣΙΡΩΝΗΣ. Διότι δὲν εἶχον συμπληρώσει τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον. Διὰ τῆς δευτέρας ἀποφάσεως ἀνετράπη ἡ δικαία νομικὴ ἄποψις καὶ ἀπὸ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως κρινομένου τοῦ ζητήματος, ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος, δὲν ἔχει δίκαιον. Ὀρθὴ εἶναι ἡ ἄποψις τὴν ὁποίαν ἐδέχθη ἡ πρώτη ἀπόφασις στηριζομένη ἐπὶ τοῦ σαφοῦς γράμματος τοῦ νόμου, καὶ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν αὐτὴν καὶ ἐπὶ τέλους νὰ δώσῃ μίαν αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν, πρὸς ἄρσιν ἀντινομιῶν αἱ ὁποῖαι ἐγεννήθησαν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Φ. Ζαΐμης.
§88Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, τάσσομαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως ὑπεβλήθη ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ ἐνεκρίθη ἀπὸ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦ πλασματικοῦ χρόνου, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ .... (δὲν ἀκούεται)..... ἄλλωστε ἡ Κυβέρνησις ἔδωσε κάποιαν κατεύθυνσιν......(δὲν ἀκούεται)...νομίζω ὅτι πρέπει κάποτε νὰ......... εἴτε πρόκειται περὶ συντάξεων εἴτε πρόκειται περὶ παροχῶν πρέπει νὰ σταματήσῃ τὸ ζήτημα τοῦ πλασματικοῦ χρόνου. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον ζήτημα, νομίζω, ὅτι ὁσάκις πρόκειται νὰ ὑπάρξῃ εὐχέρεια μεταξὺ προαγωγῆς καὶ διορισμοῦ νομίζω, ὅτι ἀσφαλῶς θὰ ἔπρεπε νὰ προτιμηθῇ ὁ δικαιούμενος προαγωγῆς ὑπάλληλος καὶ οὐχὶ ὁ δι’ ἀπ’ εὐθείας διορισμός. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ψηφίζω τὸ νομοσχέδιον ὡς ὑπεβλήθη καὶ ὡς ἐγένετο δεκτὸν ἀπὸ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Ἀντωνόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§90Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἔρχομαι νὰ υἱοθετήσω τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Κώη, διότι πιστεύω ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἀσχοληθῇ γύρω ἀπὸ τὸ ζήτημα αὐτό, ἐφ’ ὅσον πλέον ὑπάρχει μία διαφωνία, περὶ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου. Ἀνέφερον, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τὸ μὲν Νομικὸν Συμβούλιον τοῦ Κράτους ἐν τῇ Ὁλομελείᾳ του, ἀπεφάνθη ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ λέγει ὅτι αἱ θέσεις αὐταί, θὰ πληροῦνται ἀπὸ τοὺς ἀπολυομένους, βάσει τῆς πράξεως αὐτῆς, τὸ δὲ Συμβούλιον Ἐπικρατείας δίδει ἄλλην λύσιν. Ἐφ’ ὅσον ἔχομεν μίαν διαφωνίαν τῶν δύο αὐτῶν ὀργάνων τοῦ Κράτους, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ δώσωμεν ἡμεῖς τὴν ἑρμηνείαν. Συνεπῶς, ἡ πρότασις τοῦ κ. Κώη, δὲν ἀφορᾷ τὴν τροποποίησιν τοῦ ψηφίσματος· ἡ πρότασις ἀφορᾷ, νὰ εἴπωμεν, ποῖον εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ νομοθέτου. Τὸ πνεῦμα τοῦ νομοθέτου εἶναι νὰ προτιμῶνται οἱ ἀπολυόμενοι, ἐφ’ ὅσον ἔχουν τὰ προσόντα ἢ τὸ πνεῦμα τοῦ νομοθέτου εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ πληρῶνται αἱ θέσεις διὰ προαγωγῶν, καὶ μόνον ἂν ὑποτεθῇ ὅτι δὲν ὑπάρχει κανείς, ὁ ὁποῖος νὰ ἔχῃ τὰ προσόντα, τότε καὶ μόνον νὰ προτιμῶνται αὐτοί. Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τὸ θέμα εἶναι καθαρόν. Ὁ νομοθέτης ἀπέλυσε τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς, οἱ ὁποῖοι εἶχον διορισθῇ βάσει προσόντων, καὶ ἐπειδὴ τοὺς ἀπέλυσεν ἐνόμισεν ὅτι ἔχει μίαν ὑποχρέωσιν νὰ τοὺς προστατεύσῃ, καὶ θὰ τοὺς προστατεύσῃ. Ἡ προστασία, εἰς τοῦτο ἔγκειται: Ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἔχουν τὰ προσόντα, καὶ ἐπέδειξαν καλὴν διαγωγήν, δικαιοῦνται νὰ προτιμηθοῦν εἰς τὰς κενὰς θέσεις. Αὐτὸ εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ νομοθέτου. Ἐὰν τὸ ψήφισμα εἶχε τὸ νόημα ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνουν προαγωγαί, αὐτὸ θὰ ἰσοδυνάμει μὲ δῶρον ἄδωρον. Διότι οὐδεμία θέσις, πλὴν τῶν ἀκολούθων, ἐν τῇ ὑπαλληλικῇ ἱεραρχίᾳ, καταλαμβάνεται δι’ ἀπ’ εὐθείας διορισμοῦ, παρὰ διὰ προαγωγῆς. Ὁμιλῶ περὶ τῆς ὑπαλληλικῆς ἱεραρχίας, τῆς καθιερουμένης ὑπὸ τῆς παγίας νομοθεσίας, δὲν ὁμιλῶ δι’ ἐκτάκτους θέσεις, αἱ ὁποῖαι δημιουργοῦνται εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις καὶ εἰς ἐκτάκτους ὑπηρεσίας. Ὅταν πρόκειται νὰ συμπληρωθῇ μία θέσις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ τῆς Γεωργίας, καὶ ὅλων γενικῶς τῶν Ὑπουργείων, αἱ θέσεις αὐταὶ θὰ συμπληρωθοῦν διὰ προαγωγῆς, ἐκτὸς ἐὰν πρόκειται περὶ θέσεως ἀκολούθου. Βλέπω, λοιπόν, ὅτι τὸ πνεῦμα τοῦ νομοθέτου εἶναι ἀναμφισβητήτως ὅτι πρέπει αὐτοὶ νὰ προηγοῦνται παντὸς ἄλλου, διότι ἐὰν δώσωμεν ἀντίθετον ἑρμηνείαν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θὰ σεβασθῶμεν τὸ ψήφισμα. Δεύτερον θέμα, τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, εἶναι τὸ θέμα τῆς προαγωγῆς τῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ὑπεβιβάσθησαν βάσει τῆς Συντακτικῆς Πράξεως. Πιστεύω καὶ ἐγώ, ὅτι δυστυχῶς τὸ ψήφισμα τοὺς ὑπεβίβασεν. Ὅταν ἐρχώμεθα νὰ τοὺς προαγάγωμεν, δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ὅλος ὁ χρόνος τῆς ὑπηρεσίας, ἀπὸ τοῦ χρόνου τοῦ ὑποβιβασμοῦ των, μέχρι τῆς προαγωγῆς των εἰς τὴν θέσιν αὐτήν. Δὲν νομίζω ὅτι αὐτὸ εἶναι σύμφωνον μὲ τὴν κειμένην νομοθεσίαν καὶ μὲ τὸ δίκαιον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ διέπῃ τὰς προαγωγὰς ὅλων τῶν ὑπαλλήλων, διότι ἐὰν δεχθῶμεν αὐτό, ὅτι ὁ χρόνος τοῦ ὑποβιβασμοῦ λογίζεται καὶ ὡς χρόνος ὑπηρεσίας, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Συντακτικὴν Πρᾶξιν, ἡ ὁποία τοὺς ὑπεβίβασε καὶ τὴν ἀκυροῦμεν, διότι δὲν λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν τὴν πρᾶξιν αὐτήν, ἡ ὁποία λέγει ὅτι τοὺς ὑποβιβάζομεν. Συνεπῶς, πιστεύω ἀκραδάντως, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὁ χρόνος ὑπηρεσίας τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν ἐπῆρε καὶ κατὰ τὸν χρόνον ποὺ κατεῖχε τὴν θέσιν ταύτην καὶ νὰ μὴ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὁ χρόνος ὑποβιβασμοῦ μέχρις αὐτῆς τῆς προαγωγῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου, ἡ ὁποία συνάδει καὶ μὲ τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον τοὺς ὑπεβίβασε.
§91Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν νὰ δεχθῶ τὴν πρώτην τροπολογίαν. Ἀναμφισβητήτως πρόκειται περὶ δύο διαφορετικῶν γνωμῶν, κρίσεων τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἔχω δὲ ὑπὲρ αὐτῆς καὶ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου. Δὲν θὰ εἶχον, λοιπόν, ἀντίρρησιν νὰ δεχθῶ τὴν τροπολογίαν αὐτήν, ἐφ’ ὅσον θὰ συνεφώνει καὶ ἡ Βουλή.
§92Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Καὶ τὴν δευτέραν;
§93Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Διὰ τὴν ἄλλην τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ κ. Βαμβέτσος, ἔχω ἀντίρρησιν. Ἡ ἀντίρρησίς μου ὀφείλεται εἰς τὸ ἑξῆς: Ἐὰν γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία αὐτή, ἀνατρέπεται ἡ ὑπαλληλικὴ τάξις, ὡς πρὸς τὰς προαγωγάς. Δυνάμει τῆς Συντακτικῆς Πράξεως 59 ὑπεβιβάσθησαν οἱ ὑπάλληλοι εἰς ἕνα κατώτερον βαθμὸν καὶ ὁ Διευθυντής, π. χ., ἔγινε Τμηματάρχης. Ἔπειτα ἦλθον τὰ Συμβούλια, τὰ ὁποῖα ἔκριναν πάλιν αὐτοὺς τοὺς ὑποβιβασθέντας καὶ τοὺς προήγαγον. Καὶ λέγει ἡ Συντακτικὴ Πρᾶξις ὅτι συνυπολογίζεται ὁ προσδραμὼν χρόνος εἰς τὸν ὁποῖον ἦτο Διευθυντὴς μὲ τὸν χρόνον ὁ ὁποῖος θὰ διανυθῇ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ποὺ ξανάγινε Διευθυντής. Δὲν συνυπολογίζεται δηλαδὴ ὁ διαδραμὼν χρόνος καθ’ ἣν ἐποχὴν ἦτο οὗτος Τμηματάρχης. Διατὶ δὲν εἶναι σωστὴ ἡ ἄποψις, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει ὁ κ. Βαμβέτσος; Διὰ τὸν ἑξῆς λόγον: Διότι ἐν τῷ μεταξὺ προεκρίθησαν ἐκ τῶν ὑπὸ προαγωγὴν Τμηματαρχῶν 2–3 ἀπὸ τὸ Συμβούλιον εἰς τὴν θέσιν τοῦ Διευθυντοῦ· προεκρίθησαν ὄχι κατὰ σειρὰν ἀρχαιότητος, ἀλλὰ κατ’ ἐκλογήν. Ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι ἔχομεν 5 ὑπὸ κρίσιν κατὰ σειρὰν ἀρχαιότητος· ἐκ τούτων προεκρίθησαν ὁ 4ος καὶ ὁ 5ος ἢ ὁ 3ος καὶ ὁ 4ος καὶ ὄχι ὁ 1ος καὶ ὁ 2ος, οἱ ὁποῖοι ἦσαν οἱ ἀρχαιότεροι, διότι αἱ προαγωγαὶ ἐγένοντο κατ’ ἐκλογήν. Αὐτοὶ οἱ προαχθέντες καὶ καταλαβόντες τὴν θέσιν κατ’ ἐκλογήν, ἀπέκτησαν καὶ τὴν ἀρχαιότητα. Ἐὰν ἔλθωμεν ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ κάμωμεν δεκτὴν τὴν τροπολογίαν αὐτήν, θὰ συμβῇ τὸ ἑξῆς: Ἐὰν ἐκκενωθῇ μία ἄλλη θέσις θὰ ἔλθουν οἱ συνυπολογίζοντες ὅλον τὸν χρόνον, τὸν ὁποῖον εἶχον εἰς κατώτερον βαθμὸν νὰ γίνουν ἀρχαιότεροι τῶν προαχθέντων κατὰ προτίμησιν καὶ εἰς προγενέστερον χρόνον.
§94Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Τί βλάπτει, ἀφοῦ γίνεται κατ’ ἀπόλυτον ἐκλογὴν ἡ προαγωγή;
§95Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἀνατρέπεται ἡ ἀρχαιότης.
§96Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὅπως ἀνατρέπετε τὴν ἀρχαιότητα διὰ τῆς κατ’ ἀπόλυτον ἐκλογὴν προαγωγῆς τοῦ 4ου καὶ 5ου κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, τὴν ἀνατρέπετε καὶ τώρα.
§97Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.)...... (δὲν ἠκούσθη).
§98Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δὲν τὸ θέλει ὁ κ. Πιπέρος καὶ δὲν θὰ γίνῃ. Κύριε Ὑπουργέ, πρόκειται περὶ 150 ὑπαλλήλων καὶ εἶναι ἄδικον νὰ μὴ πάρουν ἀναδρομικῶς τοὺς βαθμούς των.
§99Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι προήχθησαν κατ’ ἐκλογὴν καὶ κατέλαβον τὴν θέσιν τοῦ Διευθυντοῦ καὶ πῆραν τὴν ἀρχαιότητά τους, θὰ πρέπει νὰ τὴν χάσουν;
§100Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν ἡ ἀρχαιότης, προκειμένου περὶ τῶν ἀνωτάτων βαθμῶν, ὅπου ἡ προαγωγὴ γίνεται κατ’ ἀπόλυτον ἐκλογήν.
§101Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἀφ’ ἧς, κύριε Βαμβέτσε, ἔγινεν ἡ προαγωγή, ἀποκτοῦν ἀρχαιότητα εἰς τὸν ἀνώτερον βαθμόν.
§102Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἡ ὁποία δὲν ἔχει καμμίαν ἀξίαν.
§103Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἔχει ἀξίαν, διότι καὶ προτιμῶνται καὶ προηγοῦνται κατ’ ἀρχαιότητα καὶ διὰ τὸν χρόνον τῆς συντάξεως. Ἔρχονται, λοιπόν, οἱ ἀπὸ κάτω, διὰ νὰ καταλύσουν τὴν ἀρχαιότητά των καὶ νὰ καταλάβουν τὰς θέσεις των. Αὐτὸ δὲν εἶναι σωστόν, διότι ἀνατρέπεται ἡ ὑπαλληλικὴ τάξις. Ἐφ’ ὅσον προήχθησαν καὶ κατέλαβον ἀνωτάτας θέσεις ἄνευ συνυπολογισμοῦ τοῦ χρόνου αὐτοῦ καὶ κατέλαβον τὴν θέσιν τῶν ἀνωτέρων κατ’ ἀρχαιότητα, δὲν δύνανται ἐκ τῶν ὑστέρων, ἐὰν ἐκκενωθῇ μία θέσις, οἱ δυνάμενοι νὰ ἔχουν περισσότερον χρόνον πρὸς ὑπολογισμὸν νὰ καταλάβουν τὴν ἀρχαιότητα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἤδη τὴν ἔχουν καταλάβει διὰ τῆς προαγωγῆς των. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν αὐτὴ ἡ ἀνωμαλία, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Βαμβέτσου. Ἐὰν δὲ γίνῃ δεκτή, ἐρχόμεθα εἰς τὸ μέσον τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῆς τῆς διατάξεως, διὰ νὰ δημιουργήσωμεν μίαν ὑπηρεσιακὴν ἀνωμαλίαν, νὰ φᾶμε τὸ δίκαιον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἤδη προήχθησαν καὶ οἱ ὁποῖοι κατέλαβον τὴν θέσιν τοῦ Διευθυντοῦ.
§104Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν μπήκατε εἰς τὸ πνεῦμα τῆς 59 Συντακτικῆς Πράξεως. Αὕτη ἐθεώρησεν ὑπόπτους τὰς προαγωγὰς τῆς κατοχῆς. Καὶ τὸ ὕποπτον αὐτό, τὸ ἄφησεν εἰς τὴν κρίσιν τῆς μεταγενεστέρας νομίμου Κυβερνήσεως. Ἀπὸ τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ μεταγενέστεραι νόμιμοι Κυβερνήσεις, μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν, θεωροῦν τὸν ἐπὶ κατοχῆς προαχθέντα ὑπάλληλον ὡς προακτέον, ἀπ’ αὐτῆς τῆς στιγμῆς τὸ ὕποπτον τῆς προαγωγῆς των ἐκλείπει. Ἑπομένως, δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν τότε Διευθυνταί, νὰ μὴ τοὺς θεωρῆτε καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα Διευθυντάς, διότι κατὰ τὸ χρονικὸν αὐτὸ διάστημα ὑπεβιβάσθησαν. Εἶναι ἀπολύτως ἄδικον καὶ δὲν ἠμπορῶ νὰ καταλάβω, πῶς δέχεσθε τροπολογίαν οἱονεὶ προσωπικοῦ χαρακτῆρος καὶ ἐκφράζετε ἀντιρρήσεις διὰ τροπολογίαν, ἡ ὁποία ἀφορᾷ 150 ὑπαλλήλους καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀνωνύμου χαρακτῆρος.
§105Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Εἶναι ὀρθὸν νὰ χάσουν τὴν ἀρχαιότητα τῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐκρίθησαν ἀπὸ τὰ Συμβούλια ὡς προακτέοι;
§106Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Σᾶς εἶπα, κύριε Ὑπουργέ, δὲν ἔχει σημασίαν ἡ ἀρχαιότης, ἐφ’ ὅσον εἰς τοὺς ἀνωτέρους βαθμοὺς ἡ προαγωγὴ γίνεται γίνεται κατ’ ἐκλογήν.
§107Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, σεῖς θέλετε διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ καὶ τῶν ὅσων ἀνεπτύξατε, μίαν παρανομίαν, ἡ ὁποία ἐγένετο διὰ 2–3 ὑπαλλήλους, νὰ τὴν νομιμοποιήσητε καὶ νὰ ἀδικήσητε 150 ὑπαλλήλους. Δὲν εἶναι σωστὸ αὐτό.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν τῶν ἐξηγήσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον ὡς ἐτροποποιήθη.
§109Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ καὶ ἐπὶ τῆς ἄλλης τροπολογίας, τὴν ὁποίαν δὲν δέχεται ὁ κ. Ὑπουργός.
§110Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν, τὰς τροπολογίας, διότι δὲν διενεμήθησαν.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διενεμήθησαν ὅλαι.
§112Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐὰν δέχεται τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξα ἐγὼ καὶ ὁ κ. Λαδᾶς.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ κ. Βαμβέτσος, εἶναι ἡ ἑξῆς: «Προτείνομεν ὅπως...... (ἀναγινώσκει) ......».
§114Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δὲν εἶναι αὐτή, κύριε Πρόεδρε, ἀφήσατε νὰ τὴν διαβάσω ἐγώ. Ἡ τροπολογία εἶναι ἡ ἑξῆς: «Ἡ ἀληθὴς ἔννοια τοῦ ἄρθρου 10, εἶναι ὅτι ...... (ἀναγινώσκει) ........». Αὐτὴ εἶναι ἡ τροπολογία.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι δὲν δέχεται.
§116Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Τῆς συντάξεως δὲν ἠμπορεῖ νὰ μπῇ.
§117Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Διαγράφομεν τῆς συντάξεως, ὥστε νὰ μείνῃ τὸ ὑπόλοιπον.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, παρακαλῶ, οἱ δεχόμενοι τὴν τροπολογίαν αὐτὴν νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπῶς ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἐτροποποιήθη;
§120ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 10 τῆς ὑπ’ ἀριθ. 59)1945 Σ. Π.». Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καταργήσεως τοῦ διὰ τοῦ Α. Ν. 1219)1938 ἐπιβληθέντος προσθέτου τέλους ἐπὶ τῶν ἀδειῶν ἀνεγέρσεως οἰκοδομῶν καὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῆς περὶ Δημοσίων κτημάτων Νομοθεσίας». Ὁ κ. Θ. Διακουμόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§122Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Πρὶν ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις, νὰ ἐρωτηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐὰν ἀποδέχεται τὸ κείμενον ὡς ἐτροπολογήθη ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Οἰκονομικῶν.
§123Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Σύμφωνοι, κύριε Βαμβέτσε.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε τὸ δέχεσθε, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς.
§125Θ. ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Μακεδονίαν καὶ Θρᾴκην, ὑπάρχουν περιουσίαι τοῦ δημοσίου τεράστιαι, αἱ ὁποῖαι σχεδὸν ἔχουν ἐγκαταλειφθῆ, διότι οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ἄλλοτε τὰς διεχειρίζοντο καὶ ἦσαν εἰς ἑκάστην Οἰκονομικὴν Ἐφορίαν 2, 3 καὶ 4, τώρα δὲν ὑφίστανται καὶ συνεπῶς ὅλαι αὐταὶ αἱ περιουσίαι εἶναι ἕρμαιον τῆς τύχης των. Ὅπως ξεύρετε, ὅλαι αἱ ἐκεῖ Βουλγαρικαὶ περιουσίαι περιῆλθον εἰς χεῖρας τοῦ δημοσίου καὶ μέχρι τῆς προπολεμικῆς ἐποχῆς ἡ διαχείρισίς των ἦτο ὁπωσδήποτε καλή, διότι ὅλαι αὐταὶ αἱ περιουσίαι εἶχον διαρπαγῆ ἀπὸ διαφόρους ἐπιτηδείους.
§126Χ. ΛΑΔΑΣ. Ὅπερ ἐγένετο μέχρι τῶν Ἀθηνῶν.
§127Θ. ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζομεν ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις διὰ τὸ ζήτημα τῆς στέγης εἰσήγαγε τόσα διάφορα νομοσχέδια καὶ τόσας ἀτελείας παραχωρεῖ, νομίζομεν ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν νὰ ἀποδεχθῇ τὴν τροπολογίαν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν προσετέθησαν καὶ αἱ Ἑνώσεις Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν ἐπὶ σκοπῷ ἀνεγέρσεως κτημάτων, ἐξυπηρετούντων τοὺς σκοπούς των. Ἡμεῖς ὑποβάλλομεν μίαν τροπολογίαν καὶ λέγομεν ὅτι τὸ αὐτὸ νὰ συμβῇ καὶ διὰ τοὺς ἀκτήμονας τῶν περιφερειῶν ἐκείνων, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, οἱ διάφοροι, ποὺ ἐπιθυμοῦν νὰ κτίσουν σπίτια, θὰ ἀποταθοῦν εἰς τὸ δημόσιον, τὸ ὁποῖον θὰ ὠφεληθῇ καὶ θὰ ὠφεληθοῦν καὶ αὐτοί. Διότι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον οἱ ἀκτήμονες αὐτοὶ ἔχουν κάμει παραπήγματα ἐπὶ τῶν κτημάτων αὐτῶν.
§128Χ. ΛΑΔΑΣ. Καὶ κάθε λίγο τοὺς τὰ γκρεμίζουν.
§129Θ. ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τοὺς τὰ γκρέμισαν πρῶτα οἱ Βούλγαροι. Κατώρθωσαν διὰ μισθώσεων οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ νὰ κτίσουν. Τώρα αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἐστρατεύθησαν καὶ ἐπανῆλθον καὶ τοὺς ζητοῦν διάφορα μισθώματα καὶ τοὺς καταδιώκουν μὲ ἐντάλματα. Νομίζω, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ ἀποδεχθῆτε τὴν τροπολογίαν αὐτήν.
§130Σ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Τὶ κτήματα αὐτὰ εἶναι τοῦ Δημοσίου ἢ ἀνταλλάξιμα;
§131Θ. ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ Δημοσίου.
§132Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Νὰ σᾶς εἴπω, διατὶ δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθὴ ἡ τροπολογία. Ἐδῶ κάνομεν ἐξαίρεσιν ἐκ τῆς δημοπρασίας διὰ κτήματα εἰς κοινότητας, νομικὰ πρόσωπα κλπ.
§133Θ. ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλα τὰ κτήματα τὰ δημόσια, εἶναι εἰς τὴν τύχην τῶν ἐπιτηδείων καὶ τὰ παίρνει ὁ ἕνας καὶ ὁ ἄλλος. Ἄλλωστε, εἶναι καὶ δικαιότερον τοῦτο, διότι αὐτὰ τὰ κτήματα ἐμισθώνοντο διαρκῶς ἀπὸ τὸ 1922 εἰς τοὺς πρόσφυγας, οἱ ὁποῖοι ἐπανῆλθον ἀπὸ τὴν Δυτικὴν Μακεδονίαν καὶ τὴν Θρᾴκην.
§134Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ μετάσχῃ ὁ κάτοχος τοῦ κτήματος εἰς τὴν δημοπρασίαν, ἀλλὰ νὰ μὴ βγῇ τὸ κτῆμα εἰς τὴν δημοπρασίαν καὶ νὰ τὸ καταλάβῃ ἕνας, αὐτὸ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθόν. Ἐὰν πρόκειται περὶ ὀργανισμῶν δημοσίου δικαίου ἐκεῖ καταλαβαίνω ὅτι εἶναι ὀρθὴ ἡ παραχώρησις τοῦ δημοσίου, τὸ ὁποῖον δὲν τὰ βγάζει εἰς τὴν δημοπρασίαν, ἀλλ’ ἐὰν πρόκειται περὶ ἰδιώτου, τὸ νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ κρατικὴ παραχώρησις ὑπὲρ τοῦ ἰδιώτου, δὲν τὸ εὑρίσκω ὀρθόν. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ, εἶναι νὰ προτιμᾶται ὁ παραμένων εἰς τὸ κτῆμα, ὥστε, ἐὰν εἰς τὴν δημοπρασίαν δώσῃ τὸ ἴδιον ποσόν, νὰ κατακυροῦται ἡ δημοπρασία ὑπὲρ αὐτοῦ.
§135Χ. ΛΑΔΑΣ. Συνήθως αἱ δημοπρασίαι αὐταὶ δὲν τελειώνουν ποτέ. Δηλαδὴ εὑρίσκονται οἱ ἀεριτζῆδες, οἱ ὁποῖοι ὅταν βγῇ τὸ κτῆμα γιὰ 500, αὐτοὶ δίδουν 550, νέος πλειστηριασμός, τρίτος πλειστηριασμὸς καὶ δὲν τελειώνει ποτὲ αὐτὴ ἡ δουλειά. Ἐὰν θέλετε νὰ κάμετε τὴν προτίμησιν αὐτήν, νὰ εἴπητε δηλαδὴ ὅτι θὰ μετέχῃ ὁ κάτοχος τοῦ κτήματος, ἀλλὰ νὰ γίνωνται μέχρι 2 δημοπρασιῶν.
§136Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἐπὶ ἴσοις ὅροις νὰ προτιμᾶται εἰς τὴν δημοπρασίαν ὁ κάτοχος.
§137Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἐὰν δώσητε δικαίωμα προτιμήσεως, θὰ εἶναι ἄνευ ἀξίας, διότι οὐδεὶς θὰ γίνεται τελευταῖος πλειοδότης.
§138Θ. ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, διατὶ δὲν θέλετε νὰ ὑποστηρίξητε τὰ μέρη αὐτά, τὰ ὁποῖα ἐδεινοπάθησαν;
§139Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν ἀφήνετε εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν νὰ τὰ εἴπωμεν λεπτομερέστερον;
§140Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Δὲν ἔχω βασικὰς ἀντιρρήσεις, ἐπὶ τοῦ θέματος, κύριοι συνάδελφοι, ἀλλ’ ἔχω τὰς ἀκολούθους παρατηρήσεις. Πρῶτον, ἡ παράγραφος 2 τοῦ ἄρθρου 1, διὰ τῆς ὁποίας καταργοῦνται αἱ ἐκκρεμεῖς ἀπαιτήσεις τοῦ Δημοσίου, μὲ εὑρίσκει ἀσύμφωνον, διὰ λόγους ἀρχῆς, διότι αὐτὴ ἡ ἐκ τῶν ὑστέρων ἐπιβράβευσις τῶν κακοπληρωτῶν, νομίζω, ὅτι δὲν βοηθεῖ εἰς τὴν δημιουργίαν φορολογικῆς συνειδήσεως. Δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ διαγραφῇ ἡ παράγραφος τοῦ ἄρθρου 2. Δεύτερον, καταργεῖται ὀρθῶς τὸ τέλος ἀδείας ἀνεγέρσεως οἰκοδομῶν, τὸ ὁποῖον προβλέπει ὁ Α. Ν. 1919, ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι ἀδικαιολόγητος καὶ ἡ κατάργησις τοῦ δικαιώματος ἀμμοληψίας, τὸ ὁποῖον προϋπῆρχε τοῦ νόμου αὐτοῦ.
§141Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Τὸ δικαίωμα τῆς ἀμμοληψίας δὲν καταργεῖται. Τὸ δικαίωμα ἀμμοληψίας κατηργήθη διὰ τοῦ νόμου 1919. Ἤδη καταργεῖται ὁ νόμος οὗτος· δὲν μνημονεύει ὅτι ἀναβιοῖ τὸ δικαίωμα τῆς ἀμμοληψίας.
§142Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Τὸ τέλος ἀμμοληψίας εἶναι Δημόσιον.
§143Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Νομίζω ὀρθὴν τὴν προσθήκην τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς εἰς τὰ πρόσωπα, εἰς τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ χορηγῶνται κτήματα τοῦ δημοσίου, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνεπαρκὴς ἡ διατύπωσις. Ἐφ’ ὅσον καταλήγομεν εἰς τὴν ὀρθὴν ἀρχὴν νὰ περιλάβωμεν καὶ τοὺς Γεωργικοὺς Συνεταιρισμοὺς εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν εὐνοουμένων προσώπων, πρέπει νὰ μεταβληθῇ ἡ διατύπωσις καὶ νὰ μὴ λέγωμεν «Ἑνώσεις Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν» ἀλλὰ «Γεωργικαὶ Συνεταιρικαὶ Ὀργανώσεις» οἱουδήποτε βαθμοῦ. Τέλος εὑρίσκω ὀρθὴν τὴν διατύπωσιν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς δι’ ἀκίνητα ἄνω τῶν 100.000.000 — ἐγὼ θὰ ἔλεγα 200.000.000, δὲν ἔχει σημασίαν — νὰ χρειάζεται ἡ ἔκδοσις διατάγματος. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅσον ἀφορᾶ τὴν παρ. 2.
§144Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἡ παρ. 2 ἀφορᾷ ἐλάχιστα ποσὰ διὰ τὰ ὁποῖα θὰ ὑπάρχῃ μεγάλη ἀπασχόλησις τῶν Ταμείων· δὲν ἔχει ἐνδιαφέρον κανένα.
§145Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐδέχθη τὸ ἄρθρον, διότι ἡ δαπάνη τῆς εἰσπράξεως θὰ εἶναι μεγαλυτέρα τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσπραχθῇ.
§146Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Ἐγὼ ἔχω νὰ ἐπιφέρω τὰς ἑξῆς μόνον παρατηρήσεις, ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 1. Ἐν τῷ μεταξὺ ἔχει κατατεθῆ νόμος περὶ ἀνοικοδομήσεως, ὁ ὁποῖος περιλαμβάνει σχετικὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 1. Νομίζω, ὅτι θὰ ἔπρεπε μέχρι τῆς βʹ ἀναγνώσεως, νὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὰ περιληφθέντα εἰς τὸ ἄλλο, ὥστε νὰ συγχρονισθοῦν, νὰ μὴ ψηφίζωμεν δύο διάφορα πράγματα συγχρόνως. Ἡ δευτέρα παρατήρησις εἶναι εἰς τὸ ἑξῆς: Προσθέσατε εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν «Ἑνώσεις Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν..... (ἀναγινώσκει) ......». Εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐκληφθῇ ὅτι τὸ: «ἐξυπηρετοῦντα τοὺς σκοποὺς αὐτοῦ», δὲν ἀφορᾷ μόνον τὰς Ἑνώσεις Συνεταιρισμῶν, ἀλλὰ καὶ τοὺς Δήμους καὶ τὰς Κοινότητας, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον οὔτε ὑπῆρχεν, οὔτε εἶναι σκόπιμον νὰ ὑπάρχῃ.
§147Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Κάμνω τὴν ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν, ὅτι αὐτὸ ἀφορᾷ μόνον τοὺς Γεωργικοὺς Συνεταιρισμούς.
§148Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς προταθείσας ὑπὸ συναδέλφων τροποποιήσεις, βέβαια κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν, ἀλλὰ ὅλοι εἶναι σύμφωνοι, οἱ ἀκτήμονες νὰ καταλάβουν τὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα ἀπὸ πολλοῦ καλλιεργοῦν. Ἀλλὰ τὸ θέμα εἶναι τόσον εὐρύ. Ὑπάρχει ἕνας νόμος περὶ ἀναγκαστικῆς μισθώσεως, ὑπάρχει καὶ τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἐκκρεμὲς ἐνώπιον τῆς Συντακτικῆς Ἐπιτροπῆς, διὰ τὴν ἀποκατάστασιν καλλιεργητῶν ἀκτημόνων. Τὸ θέμα εἶναι μέγα καὶ νομίζω ὅτι ἂν ἐπρόκειτο νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸ θέμα, αἱ τροπολογίαι θὰ ἦσαν ἀθρόαι.
§149Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δεκτόν, κύριε Πρόεδρε, μὲ τὰς τροποποιήσεις τοῦ κ. Καλλία καὶ μὲ μίαν φραστικὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 3, ἡ ὁποία δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν μὲ τὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ἀπεδέχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς αʹ ἀνάγνωσιν. Ὑπ’ ἀριθ. 3.
§151Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Θὰ παρεκάλουν τὸ ὑπ’ ἀριθ. 3, τὸ ὁποῖον ἔχει μακρὰν συζήτησιν, ἢ νὰ μείνῃ τελευταῖον ἢ νὰ τὸ συζητήσωμεν εἰς μίαν εἰδικὴν συνεδρίασιν, διότι θὰ ἀπασχολήσῃ πολὺ τὴν Βουλήν.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Παπαγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§153Κ. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριοι βουλευταί, κατὰ τὴν ἐνώπιον τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐλέχθη ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν ἔχει ἀρχὴν καὶ ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, ἀπ’ εὐθείας. Εἶμαι καὶ ἐγὼ σύμφωνος, ὅτι διαπιστοῦται μία ἔλλειψις ἀρχῆς, ἂν ὄχι εἰς τὸ νομοθέτημα, τοὐλάχιστον εἰς τὰς σκέψεις καὶ τὰς προθέσεις τοῦ νομοθέτου. Πράγματι ὑπῆρξεν ἔλλειψις ἀρχῆς εἰς τὰς σκέψεις καὶ τὰς προθέσεις τοῦ νομοθέτου εἰς αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον. Παρατηρεῖ κανεὶς διατάξεις, ἄλλαι τῶν ὁποίων εἶναι ὀρθαί, ἀλλὰ ὑπερβαλλόντως ταμιακαὶ ἄλλαι εἶναι ἐξαιρετικῶς αὐστηραὶ καὶ γενικῶς σκληρόταται καὶ πλήττουν τάξεις φορολογουμένων, οἱ ὁποῖοι μάλιστα εἶναι μεταξὺ τῶν συμπαθεστέρων φορολογουμένων, καὶ ὑπάρχουν καὶ διατάξεις αἱ ὁποῖαι, κυριολεκτικῶς, δύνανται νὰ χαρακτηρισθοῦν ὡς ἐξαιρετικῶς ἐπιεικεῖς φθάνουσαι μέχρι τοῦ νὰ εἶναι χαριστικαί. Ἡ ἔλλειψις αὐτὴ τῆς ἀρχῆς, δίδει μίαν εἰκόνα τοῦ φορολογικοῦ καθεστῶτος, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ζῶμεν ἀπὸ 2½ περίπου ἐτῶν, ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως καὶ ἐντεῦθεν. Πράγματι, οἱ ἑκάστοτε ἁρμόδιοι, εὑρισκόμενοι ἐν ἀδυναμίᾳ νὰ ὀργανώσουν, κατὰ τρόπον στοιχειωδῶς ἐπαρκῆ, τὰς φοροτεχνικὰς ὑπηρεσίας, ἐπιδίδονται ἀπὸ δύο ὁλοκλήρων ἐτῶν, ὡς μίαν, διασκεδαστικὴν ἴσως, ἀλλὰ καὶ ἐξαιρετικῶς ἐπικίνδυνον, ἐπιχείρησιν. Ἐφευρίσκουν καὶ ἐφαρμόζουν νόμους ἀμέσου φορολογίας, τοὺς ὁποίους ὀνομάζουν, νόμους αὐτομάτου ἀποδόσεως, νόμους, οἱ ὁποῖοι πραγματικῶς συντρίβουν ὅ,τι ὑπάρχει, ἀπὸ ἀπόψεως φορολογικῆς δικαιοσύνης, ἀκόμη εἰς τὸν τόπον αὐτόν, νόμους, οἱ ὁποῖοι οὐσιαστικῶς, κύριοι συνάδελφοι, (εἶναι σκληρὰ ἡ φράσις, ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὴν εἴπω) ἔχουν ὡς μόνον ἀποτέλεσμα, τὴν μετάθεσιν τοῦ φορολογικοῦ βάρους ἀπὸ τῶν ὤμων τῶν ὀλίγων, οἱ ὁποῖοι πραγματικῶς ἐκέρδισαν καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι ὀφειλέται τοῦ Δημοσίου διὰ τοὺς φόρους αὐτούς, εἰς τοὺς ὤμους τῶν πολλῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐκέρδισαν, οἱ ὁποῖοι πολλάκις ἐζημίωσαν, οἱ ὁποῖοι ἐνίοτε καὶ κατεστράφησαν καὶ παρὰ ταῦτα καλοῦνται αὐτοὶ νὰ πληρώσουν τοὺς φόρους, βάσει τῶν περιωνύμων αὐτῶν αὐτομάτων φορολογιῶν, διὰ νὰ ἀπαλλαγοῦν οἱ ὀλίγοι, οἱ ὁποῖοι πράγματι ἐκέρδισαν καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν πληρώνουν.
§154Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ποῖοι εἶναι αὐτοὶ οἱ ὀλίγοι;
§155Κ. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ. Οἱ ἐπιχειρηματίαι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πραγματικῶς ἔχουν κερδίσει διὰ τῶν φορολογιῶν αὐτῶν τῶν αὐτομάτων, θὰ σᾶς φέρω παραδείγματα ἀμέσως κατωτέρω. Δὲν πλήττονται ἀναλόγως οἱ φορολογούμενοι, ἀλλὰ πλήττονται οἱ φορολογούμενοι ἁπλῶς διότι εἶναι φορολογούμενοι, ὄχι διότι ἐκέρδισαν. Καὶ βλέπετε φορολογουμένους, οἱ ὁποῖοι πλήττονται ἐλάχιστα καὶ φορολογουμένους, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε ἐκέρδισαν, ἀλλὰ πλήττονται.
§156Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Σεῖς γνωρίζετε καλῶς ὅτι, πέραν τῆς αὐτομάτου φορολογίας ὑπάρχει ἡ φορολογία τῆς καθαρᾶς προσόδου, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ὑποτίθεται ὅτι δὲν ξεφεύγει κανείς. Πῶς τὰ λέγετε λοιπὸν αὐτά; Θὰ εἴχατε δίκαιον νὰ τὰ εἴπητε, ἐὰν περιωρίζετο ἡ φορολογία μόνον εἰς τὴν αὐτόματον φορολογίαν τοῦ ἐπιτηδεύματος. Ἀλλά, πέραν αὐτῆς, ὑπάρχει ἡ Δʹ κατηγορία, εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς ὁποίας ὑπόκεινται οἱ πάντες.
§157Κ. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ὡμίλησα μόνον διὰ τὴν φορολογίαν τοῦ ἐπιτηδεύματος.
§158Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ὡμιλήσατε περὶ τῆς αὐτομάτου φορολογίας.
§159Κ. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ αὐτόματοι φορολογίαι ἤρχισαν ἀπὸ 2 ἐτῶν περίπου, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦτο καὶ ἡ γνωστὴ εἰσφορὰ Βαρβαρέσσου, ἡ ὁποία, συνεχίζεται ὑπὸ μορφὴν ἐπιτηδεύματος, διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι τὸ σημερινὸν ἐπιτήδευμα δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ αὐτὴ εἰσφορὰ Βαρβαρέσσου, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται κατὰ τὸν αὐτὸν αὐτόματον τρόπον. Ἕνας μεγάλος ἐπιχειρηματίας, κύριε Ὑπουργέ, δὲν ἠμπορεῖ νὰ πληρώσῃ παραπάνω ἀπὸ 300 φορὲς τὸ ἐνοίκιον, αὐτὸ εἶναι ἡ ὀροφὴ τῆς φορολογίας.
§160Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Καὶ πέραν τῶν 300 φορῶν ὑπόκειται εἰς τὴν φορολογίαν τῆς Δʹ κατηγορίας.
§161Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Καὶ εἰς τὸν συνθετικόν;
§162Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Καὶ εἰς τὸν συνθετικόν.
§163Κ. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ. Καμμιὰ φορὰ θὰ πρέπει....
§164Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Αὐτό, τὸ ἂν πρέπει ἢ δὲν πρέπει ἀφέθη εἰς τὴν κρίσιν τῶν ἐπιτροπῶν. Ἐδώσαμεν μίαν εὐρυτάτην ἐξουσίαν ἀπὸ τοῦ πενταπλασίου μέχρι τοῦ τριακοσιαπλασίου, διὰ νὰ ἐξατομικευθῇ ἡ φορολογία καὶ νὰ καταταχθῇ ὁ καθένας, σύμφωνα μὲ τὴν φορολογικήν του δυνατότητα. Καὶ πλέον αὐτοῦ, ἔχομεν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ φόρου τῆς Δης κατηγορίας, ὁ ὁποῖος εἶναι δι’ ὅλον τὸν κόσμον, καὶ πλέον αὐτοῦ τοῦ συνθετικοῦ φόρου, μὲ ἕνα ἀνώτατον κλιμάκιον 90% ἐπὶ τῶν κερδῶν. Καὶ τώρα, μὲ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ξεύρετε σεῖς καὶ τὰ ὁποῖα θὰ παρουσιάσω εἰς τὴν Βουλήν, φορολογοῦνται, ἐπὶ πλέον καὶ οἱ ἀποκτήσαντες κέρδη ἐκ τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς, καὶ ὅλοι οἱ εἰσαγωγεῖς. Ὅπου ὑπῆρξε περιθώριον κέρδους καὶ περίπτωσις μεγάλων κερδῶν, ἐπεβλήθη, κατὰ τὴν γνώμην μου βαρυτάτη καὶ ἀρκετὴ φορολογία, ὥστε νὰ μὴ διαφεύγουν οἱ πραγματοποιοῦντες μεγάλα κέρδη. Αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἴπατε δὲν εἶναι σωστά.
§165Κ. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐπιμένω, ὅτι ἡ φορολογία τοῦ ἐπιτηδεύματος, ἔπαυσε νὰ εἶναι ἡ φορολογία τὴν ὁποίαν ἐγνωρίζαμεν πρὸ τοῦ πολέμου. Τὸ ἐπιτήδευμα πρὸ τοῦ πολέμου ἦτο ἕνας συνδυασμὸς τέλους ἀσκήσεως ἐπαγγέλματος καὶ μιᾶς προκαταβολῆς ἐπὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Τώρα τὸ ἐπιτήδευμα δὲν εἶναι φορολογία ἀσκήσεως ἐπαγγέλματος οὔτε προκαταβολὴ ἐπὶ τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος καὶ αἱ ἐπιτροπαὶ καταλήγουν εἰς τὸ νὰ πολλαπλασιάζουν τὴν εἰσφορὰν Βαρβαρέσσου τρεῖς ἢ τέσσαρες φορές. Ἑπομένως, ἔπαυσε τὸ ἐπιτήδευμα νὰ εἶναι ὡς ἦτο καὶ κατέληξε πλέον νὰ εἶναι φορολογίαι καθαρᾶς προσόδου. Ἐπειδή, δὲ ἐθίξατε καὶ τὴν νέαν φορολογίαν, θὰ ἤθελον νὰ σᾶς εἴπω ὅτι καὶ ἡ φορολογία αὐτὴ θὰ δώσῃ καὶ ἓν ἄλλο πλῆγμα εἰς τὴν φορολογίαν καθαρᾶς προσόδου, διότι καὶ ἡ φορολογία αὐτὴ θὰ εἶχεν ἀκριβῶς τὸ ἴδιον ἀποτέλεσμα ὅπως καὶ ἡ φορολογία ἐπιτηδεύματος. Ἐπανερχόμενος εἰς τὸ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον συζητεῖται ἀπόψε, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐξηγήσω διατὶ εἶπον ἐν ἀρχῇ ὅτι, ὡρισμέναι διατάξεις εἶναι ὀρθαὶ μόνον, ἀλλ’ ὑπερβαλλόντως ταμιακαί, ἀλλὰ σκληρόταται, αἱ ὁποῖαι δημιουργοῦν ὡρισμένας κατηγορίας φορολογουμένων καὶ ἄλλαι ἐξαιρετικῶς εὐνοϊκαὶ φθάνουσαι μέχρι τοῦ νὰ δύνανται νὰ χαρακτηρισθοῦν καὶ χαριστικαί. Μία ἀπὸ τὰς διατάξεις αἱ ὁποῖαι εἶναι ὀρθαί, ἀλλ’ ὑπερβαλλόντως ταμειακαὶ εἶναι ἡ διάταξις περὶ φορολογίας τῶν μισθωτῶν ὑπηρεσιῶν. Πράγματι ἐκεῖ ἡ ὑπηρεσία καθώριζεν ἓν ἀφορολόγητον μέχρι 200.000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ηὔξησε μέχρι 500.000. Ἕν ἄλλο παράδειγμα διατάξεως, ἡ ὁποία εἶναι μὲν ὀρθή, ἀλλ’ εἶναι αὐστηρά, εἶναι καὶ ἡ διάταξις ἡ ὁποία καθορίζει τὴν εἰς δόσεις καταβολὴν τοῦ ἐπιτηδεύματος, τὸ ὁποῖον ἰσχύει ὡς γνωστόν, ἀναδρομικῶς ἀπὸ 1 Ἀπριλίου 1946. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι τὸ ἐπιτήδευμα καθορίζεται ἀπὸ ὡρισμένας Ἐπιτροπάς. Ἡ λειτουργία αὐτῶν τῶν Ἐπιτροπῶν καθυστέρησεν ὑπερβαλλόντως καὶ εἴμεθα εἰς τὸν Ἰούνιον τοῦ 1947 καὶ τὸ ἐπιτήδευμα, τὸ ὁποῖον ἰσχύει ἀπὸ 1 Ἀπριλίου 1946 δὲν ἔχει ὁλοκληρωτικῶς καθορισθῆ. Καλοῦνται ἤδη οἱ φορολογούμενοι νὰ πληρώσουν τὸ ηὐξημένον ἐπιτήδευμα, τὸ καθορισθὲν ἀπὸ τὰς Ἐπιτροπὰς καὶ ἀναδρομικῶς τὴν διαφορὰν τῆς εἰσφορᾶς, ἡ ὁποία κατεβάλλετο προσωρινῶς ἀπὸ 1 Ἀπριλίου 1946 καὶ ἐντεῦθεν. Ἀσχέτως τοῦ ὅτι καὶ τὰ πράγματα καταλέγει ἡ φορολογία αὐτὴ καὶ ἀναδρομικὴν φορολογίαν ἀσχέτως αὐτοῦ ἐννοεῖ τις εὐχερῶς πόσον δύσκολον εἶναι ὁ φορολογούμενος νὰ πληρώσῃ κατὰ μῆνα δύο ποσὰ ἐπιτηδεύματος. Τὸ νομοθέτημα προβλέπει τὴν ἐπὶ 6 μῆνας εἰς δόσεις καταβολὴν τοῦ ἀναδρομικῶς εἰσπραχθησομένου ποσοῦ. Ἐγὼ προέτεινα τὴν εἰς 24 μηνιαίας δόσεις καταβολὴν τοῦ ποσοῦ τούτου. Ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐδέχθη μέσην λύσιν τῆς καταβολῆς τοῦ ποσοῦ εἰς 10 μηνιαίας δόσεις μέχρι τοῦ τέλους τῆς χρήσεως. Ἐγὼ θὰ ἐνόμιζον ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ δεχθῶμεν τὰς 24 δόσεις μέχρι δηλαδὴ τοῦ τέλους τοῦ ἔτους 1947. Τὸ ἐπιτήδευμα ἐνῷ προπολεμικῶς ἦτο ἐτήσιον, τώρα εἶναι μηνιαῖον. Διὰ νὰ λάβετε μίαν εἰκόνα τοῦ ὕψους εἰς τὸ ὁποῖον ἔφθασε τὸ ἐπιτήδευμα, σᾶς δίδω τὴν πληροφορίαν ὅτι, εἰς τὰς πλείστας περιπτώσεις τὸ ἐπιτήδευμα εἶναι 7 ἕως 8 φορὰς μεγαλύτερον τοῦ προπολεμικοῦ εἰς χρυσόν. Ἕνα παράδειγμα διατάξεως ἡ ὁποία εἶναι ἀθελήτως, ἐλπίζω, σκληρὰ καὶ καταλήγει εἰς τὸ νὰ πλήξῃ ὡρισμένας τάξεις φορολογουμένων, ὁμολογουμένως συμπαθεῖς, εἶναι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 6 παράγραφος 4, διὰ τῆς ὁποίας δίδεται μία αὐθαίρετος ἑρμηνεία τῶν παραγράφων 2 καὶ 3 τοῦ ἄρθρου 23 τοῦ Ν. Δ. 53)46. Εἶναι γνωστὸν ὅτι, ὅλαι αἱ φορολογίαι καὶ αἱ προοδευτικαὶ προβλέπουν ἕνα κατώτατον ὅριον συντηρήσεως. Τὸ κατώτατον αὐτὸ ὅριον συντηρήσεως πρέπει νὰ μὴ λησμονῇ ὁ νομοθέτης, ὅτι ἐξέφυγεν ἀπὸ τοὺς συντηρητικοὺς συντελεστὰς καὶ ἔφθασεν εἰς τὸν φοβερὸν συντελεστὴν τοῦ 40% τὸ ὁποῖον ἰσχύει σήμερον. Μὲ ἕνα τοιοῦτον φορολογικὸν συντελεστὴν θὰ πρέπει νὰ μὴ λησμονῇ κανεὶς τὴν θέσπισιν κατωτάτου ὁρίου συντηρήσεως ἢ μᾶλλον ἑνὸς ἀφορολογήτου, ὡς κατωτάτου ὁρίου συντηρήσεως. Πράγματι ὁ νόμος περὶ φορολογίας τῶν μισθωτῶν ὑπηρεσιῶν, προβλέπει τὸ κατώτατον ὅριον αὐτὸ συντηρήσεως καὶ μέχρι τῶν 500.000 θεσπίζει ὅτι ὁ μισθὸς εἶναι ἀφορολόγητος. Ἀπὸ 500.000 ὡς 1.000.000 θεσπίζει φορολογίαν 1%, ἀπὸ 1.000.001 ἕως 2.000.000, ποὺ εἶναι τὸ μέσον κόστος ζωῆς μιᾶς οἰκογενείας πολυμελοῦς, ὁ φόρος εἶναι 5% καὶ ἀπὸ 2.000.001 καὶ πέραν ὁ φόρος πράγματι γίνεται σοβαρὸς καὶ βαρὺς καὶ φθάνει 10% καὶ ἡ λύσις αὐτὴ εἶναι ὀρθή. Τὸ αὐτὸ ἰσχύει καὶ διὰ τοὺς ἐπιχειρηματίας τοὺς μεγάλους ἐπιχειρηματίας, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται ὑπὸ μορφὴν ἀνωνύμων ἑταιριῶν. Αὐτοὶ ὄντες διευθυνταὶ τῶν ἑταιριῶν τούτων, ἔχουν δικαίωμα ἀπὸ φορολογικῆς ἀπόψεως νὰ λαμβάνουν μισθὸν, καὶ πραγματικῶς αὐτὸ τὸ κέντρον φορολογεῖται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Ἑπομένως, ἀναγνωρίζεται καὶ εἰς αὐτοὺς, καὶ εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀναγνωρίζεται, ἐλάχιστον ὅριον συντηρήσεως. Μεταξὺ ὅμως τῶν μισθωτῶν τῶν μὴ ἐπιχειρηματιῶν καὶ τῶν μεγάλων φορολογουμένων, οἱ ὁποῖοι συνήθως ἐργάζονται ὑπὸ μορφὴν ἀνωνύμου ἑταιρίας, ὑπάρχει τὸ πλῆθος τῶν μικρῶν φορολογουμένων οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται ὑπὸ μορφὴν εἴτε ὁμορρύθμου εἴτε ἑτερορρύθμου ἑταιρίας. Εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτὰς ποὺ εἶναι οἱ περισσότεροι καὶ οἱ συμπαθέστεροι, δὲν ὑπάρχει ἀφορολόγητον. Πράγματι δὲν ἀναγνωρίζεται εἰς αὐτοὺς μολονότι ἐργάζονται εἰς τὰς ἐπιχειρήσεις, τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνουν μισθόν. Ἑπομένως τὸ σύνολον τῶν ἀποδοχῶν των ὅσον ἀφορᾷ τὰ κέρδη καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐλάχιστον ὅριον συντηρήσεως φορολογεῖται μὲ τὸ καταπληκτικὸν ποσοστὸν τοῦ 40%. Εἷς ὁ ὁποῖος θὰ κερδίζῃ 1.000.000 ἐὰν μὲν εἶναι μισθωτὸς θὰ πληρώσῃ 5.000 δραχμ. φόρον, ἐὰν εἶναι ἐπιχειρηματίας ὑπὸ μορφὴν ἀνωνύμου ἑταιρίας θὰ πληρώσῃ 5.000 δραχ. φόρον. Ἐὰν εἶναι ὁμόρρυθμος ἢ ἑτερόρρυθμος ἑταιρία, ἐκ φθάσωμεν εἰς τὰ 2.000.000 τὰ δύο ἄκρα θὰ πληρώσουν 550.000 καὶ τὸ μέσον 800.000. Ἀντιλαμβάνεται κανεὶς πόσον εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ἡ αὐθαίρετος ἑρμηνεία ἡ ὁποία δίδεται διὰ τῆς παραγράφου 4 τοῦ ἄρθρου 6 εἶναι ἄδικος. Πράγματι ὁ νόμος ἀναφέρει τὰ ἑξῆς: «Ὅταν ὁ φορολογούμενος πληρώνῃ ἕνα ἐπιτήδευμα, ὄχι ὅπως ἦτο πρὸ τοῦ πολέμου...... (ἀναγινώσκει)..................». Τὸ ὑπόλοιπον ποσὸν φορολογεῖται μὲ 40% ἐκτὸς ἐὰν ἡ πρόσοδος δὲν ὑπερβαίνῃ τὰ 24.000.000 δραχμῶν. Ἑπομένως, ἐὰν ὁ ἐπιχειρηματίας, εἶναι ἕνα καὶ μόνον πρόσωπον, πρόκειται δηλ. περὶ ἀτομικῆς ἐπιχειρήσεως, τότε εἰς μερικὰς περιπτώσεις ὅταν τὸ ἐπίδομα δὲν καλύπτῃ τὰ 24.000.000 δημιουργεῖται καὶ κάποιο μικρὸν ἀφορολόγητον. Ὅταν εἶναι περισσότεροι οἱ συνεταῖροι τοῦ ἑνός, τότε ἀφορολόγητον δὲν ὑπάρχει καὶ 2 καὶ 3 καὶ 4 συνεταῖροι φορολογοῦνται ἐφ’ ὅλης τῆς προσόδου τῆς χρησιμοποιουμένης διὰ νὰ καλύψῃ τὸ ἐλάχιστον ὅριον συντηρήσεως μὲ τὸ ὑπέρογκον ποσοστὸν τοῦ 40%. Ἤδη, ἔγινε δεκτὴ μία μικρὰ τροπολογία τῆς αὐθεντικῆς αὐτῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 4 εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, δυνάμει τῆς ὁποίας τὸ κατώτατον ὅριον τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς σκοπὸν μόνον νὰ ἀπαλλάξῃ τὰς ἐφορίας ἀπὸ τὴν ἀναζήτησιν τοῦ φόρου καθαρᾶς προσόδου εἰς πολὺ μικρὰς περιπτώσεις, ἐλήφθη πρόνοια νὰ αὐξηθῇ εἰς 36.000.000 ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ὁμορρύθμου ἢ ἑτερορρύθμου ἑταιρείας, ἀλλὰ ἡ πρόνοια αὐτὴ δὲν εἶναι ἐπαρκὴς καὶ προτείνω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν ἢ μᾶλλον τὴν ἀντικατάστασιν τῆς παραγράφου, διὰ τοῦ ἑξῆς: «Ἡ ἀληθὴς ἔννοια...... (ἀναγινώσκει)................». Δικαιολογῶν περαιτέρω τὴν πρότασιν αὐτὴν, τῆς ὁποίας ἡ αἰτιολογία εἶναι τόσον εὐχερής, θὰ προσθέσω καὶ τὸ ἑξῆς: Ὅτι τὸ ἐπιτήδευμα, ὅπως εἶπον ἐν ἀρχῇ πρὸ τοῦ πολέμου ἦτο ἀτομικὸν καὶ εἰς τὸ ἐπιτήδευμα ἐλαμβάνετο ὑπ’ ὄψιν τὸ ἀφορολόγητον ὡς κατώτατον ὅριον συντηρήσεως. Πράγματι, ἐνῷ τὸ ποσοστὸν τῆς φορολογίας καθαρᾶς προσόδου ἦτο τότε συντηρητικώτατον δηλ. 19% μόλις, τὸ ἐπιτήδευμα εἰς τὴν ἀνωτέραν κλίμακα τῶν 300.000 τῶν ἐπιτηδευματιῶν δὲν ὑπερέβαινε τὸ 33%. Εἷς ἐπιτηδευματίας, ὁ ὁποῖος κερδίζει 100.000 δραχμὰς ἐτησίως καὶ ἦτο ὁ μέσος ἐπιχειρηματίας καὶ αὐτὸς εἶναι τῶν 15 ἢ 20 ἑκατομ. σήμερον μὲ ἐλάχιστον ὅριον συντηρήσεως ἐπλήρωνε 9% μόνον. Εἰς τὰς κατωτέρας δὲ κλίμακας ὁ φόρος ἀρχίζει ἀπὸ 2% καὶ φθάνει εἰς τὰ 9%. Τὸ προπολεμικῶς ἰσχῦον ἐπιτήδευμα ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν τὸ κατώτατον ὅριον συντηρήσεως. Σήμερον ἔχομεν ἕνα φορολογικὸν σύστημα τὸ ὁποῖον λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὸ κατώτατον ὅριον εἰς τὰ δύο ἄκρα ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐπεκτείνεται καὶ εἰς τὸ κέντρον καὶ μάλιστα τὸ παρὸν νομοθέτημα ἔρχεται δι’ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας νὰ ἄρῃ πᾶσαν παρεξήγησιν καὶ νὰ διασαφηνίσῃ ὅτι πράγματι οἱ ἐπιχειρηματίαι τῶν μέσων ἐπιχειρήσεων θὰ πληρώνουν ποσοστὸν 40% ἄνευ ἑτέρας ἐκπτώσεως. Ἕνα ἄλλο παράδειγμα, κύριοι, διατάξεως ἡ ὁποία ἦτο σχεδὸν χαριστική, ἦτο τὸ ἄρθρον 4 τοῦ αὐτοῦ νόμου τοῦ ὁποίου τὴν διαγραφὴν ἐδέχθη ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Πράγματι, παρὰ τῇ Διεθνεῖ Τραπέζῃ Ἀνασυγκροτήσεως, ὑπηρετοῦν Ἕλληνες, ὡς ἐκπρόσωποι τῆς Κυβερνήσεως ἢ ὡς Διοικηταὶ τῆς Τραπέζης ταύτης. Τὸ συμβούλιον τῶν Δ)τῶν τῆς Τραπέζης ἐξέφρασε τὴν εὐχήν, αἱ πρόσοδοι τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν νὰ ἐξαιρεθοῦν κάθε φορολογίας— καὶ τὸ ἄρθρον 4 τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου πράγματι ἀπαλλάσσει τῆς φορολογίας τοὺς Ἕλληνας αὐτούς. Εἰσηγήθην, εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν δύο εἴδη φορολογουμένων, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πραγματικῶς καταβάλλουν ὅ,τι χρεωστοῦν εἰς τὸ δημόσιον καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἀπαλλάσσονται τοσούτῳ μᾶλλον, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ἐλαχίστων προσώπων, τὰ ὁποῖα κάποτε διεξεδίκησαν εἰς ἑαυτὰ τὸ δικαίωμα νὰ γίνουν τιμηταὶ τῶν πάντων ἐν Ἑλλάδι καὶ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἰλικρινῶς ἔπρεπε νὰ ἔχουν τὴν εὐθιξίαν νὰ μὴ ζητήσουν τοιαύτην ἀπαλλαγήν. Ὑπῆρχεν ἀκόμη εἰς τὸν νόμον αὐτὸν τὸ ἄρθρον 7 διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεξετείνετο τὸ ἀφορολόγητον καὶ εἰς τὴν τάξιν ἐκείνην τῶν φορολογουμένων, οἱ ὁποῖοι ἠσχολοῦντο εἰς τὸ ἐσωτερικὸν μὲ τὴν ἐμπορίαν ἐγχωρίων τινῶν προϊόντων. Ὡς γνωστόν, ἀπὸ 10ετίας περίπου, ἰσχύει τοιοῦτον ἀφορολόγητον διὰ τοὺς ἐξαγωγεῖς ἐγχωρίων προϊόντων εἰς τὸ ἐξωτερικόν, τοῦτο δὲ διὰ δύο λόγους: Ἀφ’ ἑνὸς πρὸς τόνωσιν τῶν ἐξαγωγῶν Ἑλληνικῶν τινων προϊόντων καί, ἴσως, δι’ εὐκολίαν τῶν φοροτεχνικῶν ὑπηρεσιῶν ὡρισμέναι ἐπιχειρήσεις κατέβαλον ὑπὸ μορφὴν ἐπιτηδεύματος ἕνα ὡρισμένον φόρον κατ’ ὄγκον ἐξαγομένου ἐμπορεύματος, ἀπαλλασσόμεναι τῆς φορολογίας καθαρᾶς προσόδου. Αὐτὸ ἀπετέλεσεν ἕνα σφάλμα διότι εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτὰς αἱ τιμαὶ ἀγορᾶς καὶ πωλήσεως εἶναι εὔκολον νὰ ἐλεγχθοῦν ἀπὸ μίαν καλῶς ὠργανωμένην φοροτεχνικὴν ὑπηρεσίαν καί, ἀναμφισβητήτως, ἔχομεν ὑπαλλήλους ἀρίστους, οἱ ὁποῖοι θὰ κατώρθωναν νὰ ἀπομονώσουν τὸ φορολογικὸν ἀντικείμενον καὶ νὰ τὸ φορολογήσουν. Αὐτὸ τὸ ζήτημα θὰ πρέπει ἡ Κυβέρνησις ἐν καιρῷ νὰ τὸ ἀντιμετωπίσῃ ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει καμμία δικαιολογία, ἡ ἐξαίρεσις αὐτὴ νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τοὺς εἰς τὸ ἐσωτερικὸν ἐμπορευομένους τὰ προϊόντα αὐτά. Ἡ διάταξις αὐτὴ ἔπρεπε νὰ διαγραφῇ ἀναμφισβητήτως. Κύριοι βουλευταί, ἐλπίζω, νὰ ἀπέδειξα, ὅτι εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πράγματι δὲν ὑπάρχει κεντρικὴ γραμμὴ καὶ δὲν ἠμπορῶ νὰ κατηγορήσω τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου ἢ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν σήμερον διὰ τὴν ἔλλειψιν αὐτῆς τῆς κεντρικῆς γραμμῆς. Τὸ φαινόμενον αὐτὸ ἀτυχῶς, παρατηρεῖται ἀπὸ 2½ ὁλοκλήρων ἐτῶν καὶ ἔχει μίαν δικαιολογίαν —τὴν δικαιολογίαν τῆς εὐχεροῦς εἰσπράξεως χρημάτων διὰ τὸν δημόσιον κορβανᾶν, τὴν δικαιολογίαν τὴν ταμιακήν. Ἀλλ’ εἰλικρινῶς, πιστεύω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸν δρόμον τῆς οἰκονομικῆς ἀνασυγκροτήσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν τίποτε νὰ ἐπιχειρηθῇ, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν λυθῇ τὸ θέμα τὸ φορολογικόν, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ὑπάρξῃ πραγματικὰ κεντρικὴ γραμμὴ φορολογική, ἡ ὁποία νὰ εἶναι ἠπία, γενικὴ καὶ δικαία. Ἐὰν δὲν ἔχωμεν φορολογικὴν γραμμήν, ἡ ὁποία νὰ εἶναι, ὄχι ὑπερβολικὴ εἰς ποσοστά, διότι δὲν καταλήγομεν ἔτσι εἰς ἀποτελέσματα, ἀλλὰ νὰ εἶναι καθολικὴ καὶ δικαία, νὰ μὴ δημιουργῇ ἀδιέξοδα, νὰ μὴ ἀποκρούῃ τὸ ξένον κεφάλαιον, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ, λέγω, μία ἀρχὴ φορολογικὴ ὀρθή, τότε, ἀναμφισβητήτως, ἡ οἰκονομικὴ ἀνασυγκρότησις τοῦ τόπου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ. Ἐπίσης, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιχειρηθῇ οὔτε κἂν κοινωνικὴ καταπράϋνσις, ἐφόσον ἐξακολουθοῦμεν νὰ ἐφαρμόζωμεν φορολογίας τελείως ἐξοντωτικάς.
§166Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτό, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ κεντρικὴ γραμμή, διότι δι’ αὐτοῦ δὲν ἐπιβάλλεται καμμία νέα τροπολογία, ἀλλὰ γίνεται μία συνένωσις διαφόρων τροποποιήσεων ὡρισμένων ἄρθρων διαφόρων νόμων. Ἀποτελεῖ δηλαδή, τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον μίαν κωδικοποίησιν, τρόπον τινά, μερικῶν φορολογικῶν νόμων. Δέν εἰσάγεται, ἐπαναλαμβάνω, νέα τις φορολογία, ὥστε νὰ κάμετε συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Εἶναι κωδικοποίησις φορολογικῶν τινων νόμων.
§167Κ. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ. Φορολογικῶν νόμων, κ. Ὑπουργέ, στερουμένων κεντρικῆς γραμμῆς. Πάντως, κ.κ. βουλευταί, ἔχω ἀκόμη νὰ τονίσω τὸ ἑξῆς: Ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰς προγραμματικάς της δηλώσεις, ὑπεσχέθη νὰ ἐφαρμόσῃ κοινωνικωτέραν φορολογικὴν πολιτικήν. Πρὶν φθάσωμεν εἰς τὴν κοινωνικωτέραν φορολογικὴν πολιτικὴν ἐγὼ θὰ ἐπεθύμουν νὰ περάσωμεν ἀπὸ ἕν προκαταρκτικὸν στάδιον, ἀπὸ τὴν κοινωνικὴν φορολογικὴν πολιτικήν. Καὶ τοιαύτη φορολογικὴ πολιτικὴ ὑπῆρχε πρὸ τοῦ πολέμου εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἦτο δέ ἀρτία, προοδευτικὴ καὶ καλή, ἡ φορολογία τῆς καθαρᾶς προσόδου. Θὰ πρέπει σιγὰ– σιγὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὴν θέσπισιν καὶ ἄλλων αὐτομάτου ἀποδόσεως φορολογιῶν καὶ νὰ ἐφαρμόσωμεν μὲ ἐπιμέλειαν καὶ προσοχὴν τὴν φορολογίαν καθαρᾶς προσόδου, ἡ ὁποία ἀναμφισβητήτως θὰ ἀποδώσῃ καὶ χρήματα εἰς τὸν δημόσιον κορβανᾶν καὶ δικαιοσύνην καὶ ἀνακούφισιν εἰς τοὺς φορολογουμένους.
§168Ν. ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ. Τὸ ἄρθρον 4 καθιερώνει φορολογικὴν δικαιοσύνην;
§169Κ. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ. Δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς, ἐζήτησα τὴν διαγραφήν του.
§170Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Τὸ ἄρθρον 4 ἐτέθη διότι καθιερώθη διεθνῶς ἡ ἀπαλλαγὴ ἐκ τῆς φορολογίας τῶν ἐκπροσώπων καὶ ὑπαλλήλων ὅλων τῶν Ἐθνῶν, ἅτινα ἐκπροσωποῦνται εἰς τὴν Διεθνῆ αὐτὴν Τράπεζαν καὶ δι’ αὐτὸ ἐθεωρήσαμεν σκόπιμον νὰ μὴ ἀποτελέσωμεν ἡμεῖς ἐξαίρεσιν. Ἐν τούτοις, ἐπειδὴ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἐθεωρήθη ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ περιληφθῇ ἡ διάταξις αὕτη ἂν καὶ τὸ ἐδέχθησαν τὰ ἄλλα Κράτη, ἐζητήθη δὲ ἡ ἀπαλλαγὴ ὄχι ἀπὸ τὸν κ. Βαρβαρέσσον, ἀλλ’ ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Τραπέζης, ἐδέχθη τὴν διαγραφήν του.
§171ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὰ Κοινοβούλια τῶν ἄλλων Κρατῶν, τὸ ἐδέχθησαν;
§172Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ναί.
§173ΕΤΕΡΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πόσον στοιχίζει ὁ κ. Βαρβαρέσσος εἰς τὴν Ἀμερικήν;
§174Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν πληρώνομεν τίποτε.
§175Κ. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 3, θὰ παρεκάλουν νὰ παραταθῇ ἡ προθεσμία τῆς καταβολῆς τοῦ ἐπιτηδεύματος, τὸ ὁποῖον ὀφείλεται ἀναδρομικῶς.
§176Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Προηγεῖται τὸ ἄρθρον 1. Ἤθελα νὰ κάμω μίαν πρότασιν ὅμως: Ἐπειδὴ δὲν ἀνετυπώθη τὸ νομοσχέδιον μὲ τὰς τροπολογίας, θὰ παρεκάλουν νὰ ψηφισθῇ εἰς αʹ ἀνάγνωσιν καὶ ἡ συζήτησις κατ’ ἄρθρον νὰ γίνῃ εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν μαζὶ μὲ τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ἔχετε σεῖς. Νὰ ψηφισθῇ, δηλαδή, εἰς αʹ ἀνάγνωσιν ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς.
§177Ι. ΜΠΕΡΝΙΤΣΑΣ. Δέχεσθε, κύριε Ὑπουργέ, νὰ διαγραφῇ ἀπόψε τὸ ἄρθρον 4;
§178Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δέχεται τὸ νομοσχέδιον ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα θὰ τὰ εἴπωμεν μεθαύριον.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν ὡς ἐτροπολογήθη ἀπὸ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν;
§180ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τὸ σχέδιον νόμου «περὶ καταργήσεως τοῦ διὰ τοῦ Α. Ν. 1219)1938 ἐπιβληθέντος προσθέτου τέλους ἐπὶ τῶν ἀδειῶν ἀνεγέρσεως οἰκοδομῶν καὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῆς περὶ Δημοσίων κτημάτων Νομοθεσίας». Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Μαΐου 1946 Ν. Δ. «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου περὶ φορολογίας πλουτισάντων».
§182Ν. ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν δι’ αὔριον.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, θὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ νομοθετήματος. Ὁ κ. Α. Βαμβέτσος ἔχει τὸν λόγον.
§184Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ὁ φόρος τῶν πλουτισάντων ἐπὶ Κατοχῆς, εἶναι βεβαίως, ὁ δικαιότερος τῶν φόρων, οἱ ὁποῖοι ἐπεβλήθησαν ποτέ, διότι ἀφορᾷ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς δυστυχίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εὗρον τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀποκτήσουν περιουσίας, τῶν ὁποίων μέγα μέρος ἀναμφισβητήτως ὀφείλεται εἴτε εἰς συνεργασίαν μετὰ τοῦ ἐχθροῦ, εἴτε εἰς ἄλλην εὔνοιαν παραχωρηθεῖσαν ὑπ’ αὐτοῦ. Ὁ νόμος περὶ πλουτισάντων, ἀπετέλεσεν ἀντικείμενον νομοθετημάτων τῶν μεταπελευθερωτικῶν Κυβερνήσεων, ἡ δὲ παροῦσα Κυβέρνησις, ἢ μᾶλλον ἡ Κυβέρνησις τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, μετὰ τὰς ἐκλογὰς ἔσπευσε, πρὸ τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς, νὰ ἐκδώσῃ ἓν νομοθετικὸν διάταγμα, τὸ ὁποῖον θὰ ηὐχόμην νὰ μὴ εἶχεν ἐκδώσει, διότι δὲν ἐπετρέπετο διὰ τόσον ἐσπευσμένου τρόπου νὰ ἐκδώσῃ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον φαίνεται παρέχον εὐνοίας ἢ εὐκολίας εἰς τοὺς ἀντιπειθεστέρους τῶν Ἑλλήνων. Νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἂν εἶχε δεσμευθῇ διὰ προεκλογικῶν ὑποσχέσεων πρὸς τοιούτου εἴδους φίλους της, νὰ ἀναμείνῃ ἐπ’ ὀλίγας ἡμέρας τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς καὶ νὰ εἰσαγάγῃ τὸ νομοθέτημα ἐνώπιον αὐτῆς. Παρὰ ταῦτα ἐξεδόθη τὸ νομοθετικὸν διάταγμα τὴν 11 Μαΐου, δηλαδὴ 2 ἡμέρας πρὸ τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς καὶ ἔκτοτε μόλις σήμερον, δηλαδὴ μετὰ πάροδον 13 ὅλων μηνῶν, φέρεται ἐνώπιον ἡμῶν πρὸς κύρωσιν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὑπεβλήθη πρὸς κύρωσιν κατ’ ἐπανάληψιν, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω διὰ ποίους λόγους οὐδέποτε ἐπέμεινε τὸ Ὑπουργεῖον εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ, φοβοῦμαι δέ, ἐξ ὅσων ἀντελήφθην κατὰ τὴν συζήτησιν ἐνώπιον τῆς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ἐπιτροπῆς, ὅτι τοῦτο ἐγένετο διὰ νὰ προχωρήσῃ ἡ ἐκδίκασις τῶν Ἀναθεωρητικῶν Ἐπιτροπῶν καὶ διὰ νὰ εὑρεθῶμεν ἔν τινι μέτρῳ ἐνώπιον τετελεσμένων γεγονότων. Ὀφείλω νὰ σᾶς ἀναπτύξω τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον γίνεται ἡ ἐκδίκασις τῶν ὑποθέσεων αὐτῶν. Ὑπάρχουν ἐν Ἀθήναις 5 φορολογικαὶ Ἐπιτροπαί, αἱ ὁποῖαι κάμνουν τὴν πρώτην κατάταξιν ἐναντίον τῶν ἀποφάσεων αὐτῶν τῶν φορολογικῶν Ἐπιτροπῶν, ἀσκεῖται ἔνδικον μέσον ἐνώπιον τῶν ἐπὶ τῶν ἐνστάσεων Ἐπιτροπῶν, αἱ ὁποῖαι Ἐπιτροπαὶ ἐπὶ τῶν ἐνστάσεων εἶναι ἰσάριθμοι. Ἐνῷ ἦτο φυσικὸν ἑκάστης φορολογικῆς Ἐπιτροπῆς αἱ ὑποθέσεις νὰ ἄγωνται εἰς τὴν ἀντίστοιχον ἐπὶ τῶν ἐνστάσεων Ἐπιτροπήν, φαίνεται ὅτι γίνεται παρέκκλισις ἀπὸ τοῦ κανόνος αὐτοῦ. Δὲν γνωρίζω τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἤγαγον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀφαιρῇ τὰς ὑποθέσεις ἀπὸ τὴν μίαν Ἐπιτροπὴν καὶ νὰ τὰς ἄγῃ εἰς ἄλλην. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ μᾶς δώσῃ ἱκανοποιητικὴν ἀπάντησιν ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ. Εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς αὐτὰς λαμβάνουν μέρος διάφοροι ὑπάλληλοι, δικαστικοὶ καὶ πολῖται.
§185ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ Ἀρεοπαγῖται.
§186Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Εἶπον δικαστικοί. Καὶ μεταξὺ τῶν μελῶν τῶν Ἐπιτροπῶν φαίνεται ὅτι, κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον, τοὐλάχιστον, ὑπῆρχον καὶ πρόσωπα συνδεόμενα μὲ φορολογοδικηγορικὰ Γραφεῖα καὶ εἰδικῶς, ὡς προκύπτει ἀπὸ τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον ἐζήτησα νὰ μοῦ καταθέσουν εἰς τὴν Βουλήν, ὑπάρχει μία ἐπανάληψις ὡρισμένων δικηγορικῶν ὀνομάτων, τὰ ὁποῖα φαίνεται ὅτι εἶχον ἐξαιρετικὴν ἐπίδοσιν εἰς τὴν ὑπεράσπισιν ὑποθέσεων ἐνώπιον τῶν φορολογικῶν αὐτῶν ἐπιτροπῶν.
§187ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι γνωστὰ τὰ ὀνόματα;
§188Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον. Ἐγὼ πάντως, ἔχω πολλὰ χρόνια ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ τὴν δικηγορίαν τῶν κατωτέρων δικαστηρίων καὶ εἰς ἐμέ, τοὐλάχιστον, πλεῖστα τῶν ὀνομάτων αὐτῶν ἦσαν ἐντελῶς ἄγνωστα. Φαίνεται ὅτι ἕνα μεγάλον ἀριθμὸν ὑποθέσεων εἶχεν ἓν ὡρισμένον φορολογοδικηγορικὸν Γραφεῖον, τὸ ὁποῖον συνεδέετο μὲ δύο δικηγόρους, τῶν ὁποίων ὁ εἷς ἦτο μέλος μιᾶς ἐκδικαστικῆς Ἐπιτροπῆς, ὁ δὲ ἕτερος παρίστατο ὡς δικηγόρος. Ἐπειδὴ ἠκούσθησαν διάφορα παράπονα ἐκ μέρους τῶν πλουτισάντων, ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ εἰσαχθῇ τὸ ἔνδικον μέσον τῆς ἀναθεωρήσεως, τὸ ὁποῖον εἶχεν εἰσαχθῆ διὰ Ν. Δ. ἐπὶ Κυβερνήσεως τοῦ κ. Σοφούλη, δι’ ὡρισμένον ἀριθμὸν ὑποθέσεων καὶ ἔπειτα ἐπεξετάθη. Μετὰ τὴν γενίκευσιν τοῦ μέτρου τῆς ἀναθεωρήσεως, ἐγένετο παραπομπὴ τῶν ὑποθέσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἠσκήθη ἔφεσις ἀναθεωρήσεως, εἰς τὰς ἐκδικαστικὰς Ἐπιτροπάς. Ἐκεῖ, βεβαίως, ἦτο φυσικόν, νὰ μὴ εἰσαχθοῦν ἐνώπιον τῶν ἰδίων Ἐπιτροπῶν, αἱ ὁποῖαι ἐδίκασαν εἰς πρῶτον βαθμόν, ἀλλ’ εἰς ἄλλας Ἐπιτροπάς, διότι δὲν θὰ ἦτο τοῦτο ὀρθόν. Ἀλλ’ ἐκεῖ παρετηρήθη ἕνα φαινόμενον περίεργον. Κατὰ χρονικόν τι σημεῖον, εἶχε δημιουργηθῆ ἕνας δημοσιογραφικὸς θόρυβος, διὰ τὸν τρόπον ποὺ παρεπέμποντο αἱ ὑποθέσεις αὗται εἰς τὰς Ἐπιτροπάς.
§189Χ. ΛΑΔΑΣ. Ξεύρετε ὅτι ἔκαμαν καὶ οἱ Ἔφοροι ἀναθεώρησιν;
§190Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Βεβαίως. Λοιπόν, μέχρι τοῦ χρονικοῦ ἐκείνου σημείου, εἰς τὴν πρώτην φορολογικὴν Ἐπιτροπὴν ἀναθεωρήσεως εἰσήχθησαν ὑποθέσεις, διὰ τὰς ὁποίας εἶχε βεβαιωθῆ κέρδος 502.000.000 δραχ. καὶ ἐμειώθη ὑπὸ τῆς πρώτης ἀναθεωρητικῆς Ἐπιτροπῆς εἰς 391.000.000 δραχμάς. Εἰς τὴν δευτέραν Ἐπιτροπήν, εἰσήχθησαν κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα ὑποθέσεις συνολικοῦ κέρδους 1.447.000.000, τὰ ὁποῖα ὑπεβιβάσθησαν εἰς 1.274.000.000. Εἰς τὴν τρίτην Ἐπιτροπὴν εἰσήχθησαν ὑποθέσεις, διὰ τὰς ὁποίας τὸ κέρδος εἶχε βεβαιωθῆ εἰς 1.191.000.000 δραχμῶν, τὰ ὁποῖα ὑπεβιβάσθησαν εἰς 72.000.000. Αἱ τρεῖς αὐταὶ Ἐπιτροπαὶ ἐξεδίκασαν ὑποθέσεις, διὰ τὰς ὁποίας εἶχε βεβαιωθῇ κέρδος 3.170.000.000, τὰ ὁποῖα, ὅμως κατὰ τὴν ἐκδίκασιν ὑπεβιβάσθησαν εἰς 2.238.000.000. Ἐνῷ εἴχομεν αὐτοὺς τοὺς ἀριθμούς, προκειμένου περὶ τῶν τριῶν Ἐπιτροπῶν, εἰς τὴν τετάρτην Ἀναθεωρητικὴν Ἐπιτροπὴν εἰσήχθησαν ὑποθέσεις, διὰ τὰς ὁποίας ἡ Πρωτοβάθμιος Ἐπιτροπὴ εἶχεν ὁρίσει κέρδη 5.043.000.000 δραχμῶν, δηλαδὴ κατὰ 60% ἄνω τοῦ συνόλου τῶν εἰσαχθέντων εἰς τὰς τρεῖς ὁμοῦ ἄλλας Ἐπιτροπάς. Ἡ Ἐπιτροπὴ δὲ αὐτὴ ἐμείωσε τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν 5.043.000.000 δραχμῶν, εἰς 3.899.000.000, ἔκαμε, δηλαδή, ἀπαλλαγὴν 1.244.000.000. Τὸ περίεργον εἶναι ὅτι, εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτὴν παρεπέμφθησαν αἱ σπουδαιότεραι ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι εἶχον τὰ μεγαλύτερα ποσά. Δὲν θέλω νὰ ὑποθέσω ὅτι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον παρεπέμφθησαν εἰς αὐτήν, εἶναι ὅτι τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης μετέχει ὁ ἀδελφὸς τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν, Τμηματάρχης κ. Γ. Πιπέρος. Θὰ ἦτο χρήσιμον νὰ σᾶς ἀνακοινώσω ἀριθμὸν συγκεκριμένων τινῶν περιπτώσεων, κατὰ τὰς ὁποίας ἐξεδόθησαν ὑποβιβαστικαὶ ἢ ἀπαλλακτικαὶ ἀποφάσεις. Μία Ἑταιρεία, ἡ ὁποία εἶχε καταταχθῆ ὑπὸ τῆς φορολογικῆς Ἐπιτροπῆς διὰ ποσὸν 300 ἑκατομμυρίων ὑπὸ τῆς Αʹ Ἀναθεωρητικῆς Ἐπιτροπῆς, κατετάχθη μὲ 200 ἑκατομμύρια, ὑπὸ δὲ τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Ἐπιτροπῆς ὑπεβιβάσθη τὸ ποσὸν αὐτὸ εἰς 65 ἑκατομμύρια. Ἕνας ἄλλος, ὁ ὁποῖος ἦτο δοσίλογος καὶ εἶχε παραπεμφθῆ ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου δοσιλόγων ἀπὸ 30 ἑκατομμύρια ἔτυχεν ὑποβιβασμοῦ τοῦ ποσοῦ του εἰς 4 ἑκατομμύρια. Ἑνὸς ἄλλου, ὁ ὁποῖος εἶχε καταλογισθῆ μὲ 200 ἑκατομμύρια, τὸ ὑπεβίβασεν εἰς 150 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ ἡ Δʹ Ἀναθεωρητικὴ ὑπεβίβασεν αὐτὸ εἰς 50 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ ὁ φορολογούμενος αὐτός, ἤδη, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀποφάσεως τῆς Δευτεροβαθμίου Ἐπιτροπῆς κατέβαλεν εἰς τὸ Δημόσιον 133 ἑκατομμύρια. Τοῦτο σημαίνει, ὅτι ὁ φορολογούμενος καὶ ἐθεώρει ἑαυτόν, ὡς καλῶς φορολογούμενον καὶ εἶχεν εὐμάρειάν τινα, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ καταβάλῃ ἀμέσως τὸν φόρον.
§191Χ. ΛΑΔΑΣ. Δὲν ἀναφέρετε ὀνόματα;
§192Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν. Ὁ πρῶτος εἶναι ἡ Ἑταιρεία «Ἀλεξᾶτος καὶ Κηρῦκος». Ὁ δεύτερος εἶναι ὁ Γκέρτσος. Ὁ ἄλλος ὁ Πούλακας. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω τὸν ρόλον, τὸν ὁποῖον ἔπαιξαν τὰ πρόσωπα αὐτὰ ἐπὶ κατοχῆς, διότι ἀπουσίαζον, ἀλλὰ εἰς ὑμᾶς θὰ εἶναι περισσότερον γνωστά. Εἰς τὴν Πρωτοβάθμιον Ἐπιτροπὴν ἐνστάσεων ὑπεβιβάσθη τὸ ποσὸν εἰς 150 ἑκατομμύρια. Εἰς τὴν Πρωτοβάθμιον Ἐπιτροπήν, νομίζω, ὅτι μετεῖχεν ὁ ἴδιος ὁ κ. Δημήτριος Πιπέρος. Καὶ εἰς τὴν τετάρτην Ἀναθεωρητικὴν Ἐπιτροπὴν ὑπεβιβάσθη τὸ ποσὸν αὐτὸ εἰς 50 ἑκατομμύρια. Καὶ καθὼς αὐτὸς εἶχε καταβάλει 133 ἑκατομμύρια, παρέστη ἀνάγκη τὸ δημόσιον νὰ ἐπιστρέψῃ τὸ ἐπὶ πλέον ποσὸν εἰς τὸν πτωχὸν αὐτὸν φορολογούμενον.
§193Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Δὲν λέγετε ὅλα τὰ ὀνόματα;
§194Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἐγὼ ἐκλέγω μερικά.
§195Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν νομίζω, ὅτι μόνον ἡ Ἐπιτροπή, τῆς ὁποίας Πρόεδρος ἦτο διακεκριμένος δικαστικὸς καὶ γνωστὸς ὡς Σύμβουλος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὁ κ. Τσιριγώτης, ὅτι ἔκαμε καμμίαν χαριστικὴν πρᾶξιν. Ἔχω δὲ τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτή, ἐπὶ τῶν ἐνστάσεων, ὡς καὶ ἡ νέα Ἐπιτροπή, ἔκαμε καὶ αὐξήσεις καὶ μειώσεις καὶ ἔκρινεν, ὅπως φαντάζομαι, κατὰ συνείδησιν. Ἐπειδή, ὅμως, μὲ τὸν τρόπον τῆς ἀνακοινώσεώς σας, ἀφήνετε νὰ ὑπονοηθῇ, ὅτι ἐγένετο χαριστικὴ πρᾶξις καὶ ὅτι δὲν ἦσαν ἐν τάξει αἱ κρίσεις τῶν Ἐπιτροπῶν αὐτῶν, κάμνω τὴν δήλωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι αὔριον τὸ πρωΐ, θὰ διατάξω εἰδικὴν ἀνάκρισιν διὰ Ἀρεοπαγίτου, διὰ νὰ ἐξακριβωθῇ ἐὰν ἡ ἀποφάσεις αὗται ἐξεδόθησαν πράγματι σύμφωνα μὲ δικαστικὴν συνείδησιν ἢ ἐὰν ἐχώρησε καμμία χαριστικὴ διάθεσις.
§196Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Νὰ συσταθῇ ἕνα νέον Δικαστήριον.
§197Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Αὐτὰ ὅλα λέγονται, διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν πρότασιν ποὺ ἔκαμα εἰς τὴν εἰσήγησίν μου, ὅπως ἐπιτραπῇ τὸ ἔνδικον μέσον τῆς αἰτήσεως ἀναθεωρήσεως, ἀλλὰ μόνον ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ Ἐφόρου, διὰ νὰ εἰσαχθοῦν ὑποθέσεις τόσον σοβαραὶ καὶ πάλιν πρὸς κρίσιν ἐνώπιον μιᾶς νέας συσταθησομένης Ἐπιτροπῆς. Ἐγώ, φυσικά, θὰ εἶμαι διατεθειμένος νὰ προτείνω, ὅπως καὶ ἡ Βουλὴ κατά τινα τρόπον ἐκδηλώσῃ τὴν ἀνάγκην τῆς ἐρεύνης τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, διότι ἔχω συγκεκριμένας τινὰς καταγγελίας, τῶν ὁποίων, δυστυχῶς, δὲν δύναμαι νὰ κάμω χρῆσιν, ἀλλὰ λόγῳ τῶν ὁποίων ἐθεώρησα ἀπαραίτητον νὰ ζητήσω τοὺς πίνακας, εἰς τρόπον ὥστε νὰ δικαιοῦμαι νὰ κάμω χρῆσιν ἐκείνων τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα προκύπτουν ἐκ τῶν πινάκων αὐτῶν καὶ ἐάν, ποῦ καὶ ποῦ, χρωματίζω κάπως, τοῦτο σημαίνει, ὅτι ἔχω λόγον τινὰ νὰ τὸ πράττω. Ἀλλὰ δὲν θέλω ἐν τῷ συνόλῳ τῶν ὑποθέσεων νὰ καταστήσω σαφές, ποῦ ἔχω συγκεκριμένας πληροφορίας, διότι τοῦτο θὰ ἀντέκειτο πρὸς τὸ καθῆκον τῆς ἐχεμυθείας.
§198Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι σωστὸν νὰ κάμνετε ὑπαινιγμούς.
§199Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Μὰ ἐγὼ δὲν ἔκαμα κανένα ὑπαινιγμὸν καὶ ὅ,τι θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ εἴπω, τὸ λέγω. Κύριε Ὑπουργέ, σᾶς ἐπέστησα τὴν προσοχὴν κατ’ ἐπανάληψιν ἐπ’ αὐτοῦ καὶ μοῦ ἐδώσατε ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν δὲν ἐτηρήσατε.
§200Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ποίαν ὑπόσχεσιν; Κύριοι βουλευταί, ὀφείλω νὰ δώσω τὴν ἑξῆς ἐξήγησιν εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ κ. Βαμβέτσος, ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἀφῆκε νὰ ὑπονοηθῇ, ὅτι ἔχει ὡρισμένους δισταγμούς, ἢ ὡρισμένας ὑποψίας μας διὰ τὴν σύστασιν τῶν Ἐπιτροπῶν καὶ διὰ τὴν δρᾶσιν ὡρισμένων ἀνωτάτων ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου. Ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Βαμβέτσον νὰ ἀνακοινώσῃ συγκεκριμένως, τί; διὰ νὰ διατάξω ἀμέσως ἀνάκρισιν ἐναντίον οἱουδήποτε προσώπου. Μοῦ εἶπεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ τὸ κάμῃ, διότι εἶναι δεσμευμένος. Τότε τοῦ εἶπον: Ἐν τοιαύτῃ, ὅμως, περιπτώσει, ἢ θὰ ἀποδεσμευθῆτε ἀπὸ τὴν ὑποχρέωσιν αὐτὴν καὶ θὰ ὑποβάλετε ὡρισμένην κατηγορίαν καὶ τότε θὰ διατάξω ἀμέσως ἀνακρίσεις, ἤ, ἐὰν ἐννοῆτε νὰ ἐξακολουθήσητε νὰ ἦσθε δεσμευμένος, δὲν πρέπει νὰ κάμνετε ὑπαινιγμούς, διότι δὲν δύνανται νὰ σταθοῦν ἀνώτατοι ὑπάλληλοι εἰς τὸ ὕψος τῆς θέσεώς των, χωρὶς νὰ ἔχουν τὴν εὐχέρειαν νὰ ἀποδείξουν τὴν ἀνακρίβειαν τῶν καταγγελλομένων εἰς βάρος των. Ἐν τούτοις, ὁ κ. Βαμβέτσος, δὲν ἠθέλησε νὰ τὸ κάμῃ.
§201Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Συνεχίζω τοὺς πίνακας. «5 βιομήχανοι Ἀδελφοὶ Σταματόπουλοι.....
§202Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ποῖος ἦτο αὐτός, ποῦ ἐπῆρε πίσω ἀπὸ τὸ Δημόσιον τοὺς φόρους;
§203Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὁ Πούλακας. Τοῦ ἐπέστρεψε τὸ Δημόσιον, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, 90 ἑκατομμύρια. Λοιπόν, συνεχίζω: «5 Βιομήχανοι Ἀδελφοὶ Σταματόπουλοι, περὶ τῶν ὁποίων ἤκουσα ὅτι τινὲς ἐκ τῶν ἀδελφῶν ἐδιώκοντο καὶ ποινικῶς, φορολογικὴ Ἐπιτροπὴ 63 ἑκατομ., Ἐπιτροπὴ ἐνστάσεων 20, Δʹ Ἀναθεωρητικὴ 10 ἑκατομ., Ἰωάννης Καρδασιλάρης φορολογικὴ Ἐπιτροπὴ 572 ἑκατομ., Ἐπιτροπὴ ἐνστάσεων 308, Βʹ Ἀναθεωρητικὴ 154, Νικόλαος Καρδασιλάρης ἀντιστοίχως 416 ἑκατομ., 224 ἑκατομ., 112 ἑκατομ., Παῦλος Καρδασιλάρης ἀντιστοίχως 312 ἑκ., 168 ἑκ., 84 ἑκατομ., Ἀδελφοὶ Γκέρτσοι. Ἐβεβαιώθη κέρδος δι’ αὐτοὺς εἰς τὴν φορολογικὴν Ἐπιτροπὴν 400 ἑκατομ., ἐμειώθη ἀπὸ τὴν Πρωτοβάθμιον εἰς 300 ἑκατομ. καὶ ἀπὸ τὴν Δʹ Ἀναθεωρητικὴν εἰς 90 ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ ὁ πρῶτος ἐξ αὐτῶν, ὁ Κωνσταντῖνος, εἶχε καταβάλει ἤδη 143 ἑκατομμύρια καὶ παρέστη ἑπομένως ἀνάγκη νὰ τοῦ ἐπιστραφοῦν περίπου 80.000.000. Ὁ δεύτερος, ἐπίσης εἶχε κέρδη κατὰ τὴν φορολογικὴν Ἐπιτροπὴν 200 ἑκατομμύρια, ἡ Πρωτοβάθμιος τὰ ἐμείωσεν εἰς 100.000.000 καὶ ἡ τετάρτη Ἀναθεωρητικὴ τὰ ἐμείωσεν εἰς 30.000.000, ἀλλ’ αὐτὸς εἶχε καταβάλει μόνον 26.000.000 καὶ εἰς αὐτὸν δὲν παρέστη ἀνάγκη ἐπιστροφῆς χρημάτων. Ὑπάρχει ἕνας Π. Σταματόπουλος, ὁ ὁποῖος, ὡς ἤκουσα, ἦτο λεσχηάρχης ἐπὶ κατοχῆς. Εἰς αὐτὸν ἐπεβλήθη τὸ ποσὸν τῶν 100.000.000 ἀπὸ τὴν φορολογικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ Πρωτοβάθμιος τὸ ἐμείωσεν εἰς 10 ἑκατομμύρια καὶ εἰς τὴν Δευτεροβάθμιον, κατόπιν ἐφέσεως τοῦ Ἐφόρου, ηὐξήθη τὸ ποσὸν εἰς 15.000.000. Εἶναι κάποιος Δ. Μουρμούρης, εἰς τὸν ὁποῖον ἡ φορολογικὴ Ἐπιτροπὴ ἔβαλε 100 ἑκατομμύρια, ἡ Ἐπιτροπὴ ἐνστάσεων ἄφησε τὸ ἴδιον ποσὸν καὶ ἡ τετάρτη Ἀναθεωρητικὴ τὸ ὑπεβίβασεν εἰς 30.000.000. Ὑπάρχουν δύο ἀδελφοὶ Παπαδογιάννη, ἡ φορολογικὴ Ἐπιτροπὴ ἔβαλεν 100.000.000 εἰς ἕκαστον ἐξ αὐτῶν, ἡ Πρώτη Ἐπιτροπὴ τὸ ὑπεβίβασεν εἰς 15.000.000 καὶ ἡ Ἀναθεωρητικὴ Ἐπιτροπὴ ἔμεινεν εἰς τὰ 15.000.000. Μιᾶς τῶν δύο τούτων Ἐπιτροπῶν μετεῖχε καὶ ὁ Γεώργιος Πιπέρος, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Αὐτὰ προχείρως, κύριοι, διότι οἱ κατάλογοι εἶναι πολλοί. Ἐπῆρα μερικοὺς ἀριθμούς, οἱ ὁποῖοι ἐγέννησαν εἰς ἐμὲ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ὅλη αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις πρέπει νὰ τύχῃ σοβαρᾶς ἐρεύνης καὶ τὸ νομοθέτημα πρέπει νὰ τύχῃ σοβαρῶν τροποποιήσεων. Ἡ μία τροποποίησις, τὴν ὁποίαν προτείνω, εἶναι αὐτή, τὴν ὁποίαν εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι δηλαδὴ πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἄσκησις ἐνδίκου μέσου τῆς ἀναθεωρήσεως κατ’ ἀποφάσεων ἀναθεωρητικῶν Ἐπιτροπῶν ἐκ μέρους τῶν Ἐφόρων, προϋποτιθεμένου ὅτι θὰ γίνῃ ἕνας αὐστηρότατος ἔλεγχος καί, νομίζω, ὅτι ἡ ἁρμοδία Ἐφορία θὰ εἶναι ἱκανὴ νὰ ὑποδείξῃ τὰς περιπτώσεις ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας ὑπάρχει πρόδηλος πλάνη τῶν Ἀναθεωρητικῶν Ἐπιτροπῶν, ὥστε νὰ ἀποδοθῇ τοὐλάχιστον ἐκεῖ, ὅπου ὁ φόρος εἶχε καταβληθῆ, ἡ προσήκουσα προσοχή, διότι, νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι ἕνα σοβαρώτατον τεκμήριον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑποχρέωσιν πρὸς φορολογίαν. Ἕνα ἄλλο σημεῖον εἶναι τοῦτο, ὅτι παρελείφθησαν ἀπὸ τὴν ἀναπροσαρμογὴν οἱ καταβαλόντες τὸν φόρον κατὰ Ἰανουάριον 1946. Νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι ἄτοπον, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον: Διότι καὶ μὲν ἡ ἐπίσημος ἀναπροσαρμογὴ ἔλαβε χώραν περὶ τὰ τέλη τοῦ Ἰανουαρίου, ἀλλ’ οἱ σπεύσαντες καὶ καταβαλόντες τὸν φόρον δὲν ἐβασίζοντο εἰς τὴν ἐπίσημον τιμὴν τοῦ συναλλάγματος, ἀλλὰ κυρίως εἰς τὴν τιμὴν τῆς χρυσῆς λίρας, ἡ ὁποία κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἦτο ἐξαιρετικῶς μεγάλη. Νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ τύχουν εὐεργετήματός τινος οἱ καταβαλόντες τὸν φόρον κατὰ Ἰανουάριον 1946 καὶ ὅτι θὰ ἔπρεπε καὶ αὐτοὶ νὰ ὑποβληθοῦν εἰς τὴν ἀναπροσαρμογήν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπεβλήθησαν οἱ μετὰ τὸν Ἰανουάριον καταβαλόντες τὸν φόρον. Μία ἄλλη τροπολογία εἶναι ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἔπρεπε νὰ ἰσχύῃ καὶ ἐπὶ τῶν αὐξήσεων ἀναθεωρήσεως, ὅπως γίνεται συνήθως ἐφ’ ὅλων τῶν τοιαύτης φύσεως ἐνδίκων μέσων, τὸ μέτρον τοῦ παραβόλου. Τὸ μέτρον τοῦτο, ἴσχυεν ἐπὶ Κυβερνήσεως Σοφούλη, ἀλλὰ διὰ τοῦ ὑπὸ κύρωσιν νομοθετικοῦ διατάγματος, κατηργήθη ὁλοσχερῶς. Νομίζω, ὅτι ἡ πλήρης παράλειψις τοῦ παραβόλου εἶναι ἀντίθετος πρὸς βασικὰς ἀρχάς, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους διέπουν τὴν ἄσκησιν τῶν ἐνδίκων μέσων. Διότι ἐφ’ ὅσον καὶ εἰς τὴν κοινὴν ἔφεσιν καταβάλλεται παράβολον καὶ εἰς τὴν αἴτησιν ἀναιρέσεως καταβάλλεται παράβολον, θὰ ἔπρεπε καὶ ἐδῶ νὰ ὑπάρχῃ παράβολον.
§204Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Εἰς τί ἐξυπηρετεῖ τοῦτο;
§205Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὅτι δὲν σπεύδει πᾶς τις νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ ἐνδίκου μέσου.
§206Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Καταλήγομεν εἰς ἕνα ἄτοπον ἀποτέλεσμα.
§207Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Σεῖς εἶσθε παλαιὸς δικηγόρος καὶ δὲν ἐπετρέπεται νὰ λέγετε τοιαῦτα πράγματα.
§208Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Σᾶς λέγω, τοῦτο, ὅτι ἐκ τῆς πείρας μου προκύπτει ὅτι πολλοί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν νὰ πληρώσουν τὸ παράβολον, δὲν καταφεύγουν εἰς τὸ ἀνώτερον δικαστήριον καὶ συνεπῶς ἔτσι χάνουν τὸ δίκαιόν των. Δὲν ἄγει, λοιπόν, ἡ γραμμὴ αὐτὴ τοῦ παραβόλου εἰς τὴν ἀγαθὴν λύσιν.
§209Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὲ διακόψετε, διὰ νὰ ἀγορεύσετε σεῖς. Δὲν δέχομαι περαιτέρω διακοπάς. Λοιπόν, κύριοι, λέγω ὅτι, ὅταν ἐνώπιον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ Δευτεροβάθμιον φορολογικὸν δικαστήριον ἐπὶ πασῶν τῶν φορολογικῶν ὑποθέσεων, δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ ἄσκησις τοῦ ἐνδίκου μέσου τῆς ἐφέσεως παρὰ μόνον μὲ τὴν καταβολὴν παραβόλου, νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπεν, ἐξαιρετικῶς διὰ τοὺς πλουτίσαντας νὰ ληφθοῦν μέτρα ἐπιεικέστερα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λαμβάνονται δι’ ὅλους τοὺς ἄλλους τιμίους Ἕλληνας. Νομίζω, δηλαδή, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ εἰσαχθῇ τὸ παράβολον καὶ ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων αὐτῶν καί, ἐφ’ ὅσον μὲν δὲν ἐδικάσθησαν αἱ ὑποθέσεις, νὰ εἰσαχθοῦν ἀμέσως, ἀλλὰ καὶ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐδικάσθησαν, θὰ πρέπει νὰ ὁρισθῇ τὸ αὐτὸ παράβολον, τὸ ὁποῖον νὰ θεωρηθῇ ἐκ τῶν ὑστέρων συμψηφισθὲν πρὸς καταβληθὲν τμῆμα φόρου δι’ ἐκείνας τὰς ἐφέσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπὸ τῶν ἀναθεωρητικῶν Ἐπιτροπῶν ἀπερρίφθησαν.
§210Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Νὰ γίνῃ γενικὴ ἀναθεώρησις.
§211ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μήπως εἰς τὸν κατάλογον ὑπάρχει καὶ ἕνας Θεοδωρακόπουλος;
§212Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Εἰς τὸν κατάλογον, τὸν ὁποῖον ἔχω, περιλαμβάνονται μόνον τὰ φυσικὰ πρόσωπα, διότι ὑπάρχει καὶ κατάλογος τῶν ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν, ἐνῷ ἐδῶ εἶναι ὁ κατάλογος μόνον τῶν φυσικῶν προσώπων ἢ τῶν ὁμορρύθμων ἢ ἑτερορρύθμων Ἑταιρειῶν. Πιθανὸν νὰ πρόκειται περὶ ἀνωνύμου Ἑταιρείας. Πάντως ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν ἔχω, εἶναι ὅτι καὶ εἰς αὐτὸν ἀπὸ 400 ἑκατομμύρια ἐμειώθη τὸ ποσὸν εἰς 15.000.000, ἀλλ’ αὐτὴν τὴν πληροφορίαν σᾶς τὴν δίδω ἄνευ εὐθύνης.
§213Δ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΟΣ. Ποῖος εἶναι αὐτός;
§214Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἕνας Θεοδωρακόπουλος, ἀλλὰ σᾶς ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ πληροφορία μου αὐτὴ δὲν βασίζεται ἐπὶ τῶν ἐπισήμων ἀριθμῶν καὶ δὲν ἀναλαμβάνω πλήρη τὴν εὐθύνην. Συνοψίζων, λέγω ὅτι πρέπει πρῶτον τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ ὑποστῇ σοβαρὰς τροποποιήσεις, εἰσαγομένου τοῦ ἐνδίκου μέσου τῆς αἰτήσεως ἀναθεωρήσεως καὶ ἀπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ ἐὰν θὰ πρέπει καὶ αὕτη νὰ διεξαγάγῃ ἔλεγχόν τινα.
§215Γ. ΜΕΛΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, αὐτὸς ὁ Θεοδωρακόπουλος εἶναι ὁ ἀγοράσας τὸ Λίμπερτυ;
§216Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἤκουσα καὶ αὐτὸ καὶ θὰ εἴδατε μίαν ἐρώτησίν μου τυπωμένην, εἰς τὴν ὁποίαν ἀκόμη δὲν ἔλαβον ἀπάντησιν, ὑποθέτω ὅμως ὅτι θὰ λάβω ἀπάντησιν. Ἡ πληροφορία μου εἶναι, ὅτι μεταξὺ τῶν λαβόντων Λίμπερτυ, εἶναι καὶ αὐτὸς καὶ ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μοῦ ἀνακοινώσῃ ἐπὶ τῇ βάσει ποίων στοιχείων ἐγένετο ἡ ἀγορὰ τοῦ Λίμπερτυ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ προσώπου. Δυστυχῶς, ὅσον ἀφορᾷ τὸν φόρον πλουτισάντων τοῦ προσώπου αὐτοῦ, δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς δώσω ὑπευθύνους ἀπαντήσεις, διότι, ὡς εἶπον, ὁ κατάλογος τὸν ὁποῖον ἔχω ἀφορᾷ μόνον τὰ φυσικὰ πρόσωπα καὶ ὄχι τὰς ἀνωνύμους ἑταιρείας καὶ ὁ περὶ οὗ πρόκειται, ἴσως νὰ εὑρίσκεται εἰς τὸν κατάλογον τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν.
§217ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐζητήσατε τὸν κατάλογον τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν;
§218Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Σήμερον μόλις ἔλαβον τὸν δεύτερον γενικὸν κατάλογον, τῶν γενομένων καταβολῶν, διότι εἰς τοὺς πρώτους πίνακας περιείχοντο μόνον τὰ ποσὰ τῶν φορολογιῶν, τῶν Πρωτοβαθμίων καὶ τῶν Δευτεροβαθμίων Ἐπιτροπῶν, διὰ τὰ φυσικὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα φορολογοῦνται, ἐνῷ ὁ δεύτερος πίναξ ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἀπὸ ὑπηρεσίας τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Ἐπίσης εἰς τοὺς πρώτους πίνακας περιέχονται τὰ ὀνόματα τῶν πληρεξουσίων δικηγόρων, οἱ ὁποῖοι παρέστησαν ἐπὶ ἑκάστης ὑποθέσεως.
§219Δ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΟΣ. Μέσα εἰς τοὺς διαφόρους καταλόγους, τοὺς ὁποίους ἔθεσαν ὑπ’ ὄψιν σας, ὑπάρχει καὶ κανένα ὄνομα Ἰωάννης Πετσόπουλος, καὶ εἰς ποῖον ποσὸν ἀνέρχεται ὁ φόρος του καὶ πῶς τελικῶς ἐκανονίσθη;
§220Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ χαρτεμπόρου ποὺ ἐξέδωκε τὸ γνωστὸν βιβλίον;
§221Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἦτο δι’ ἑκατὸν ἑκατομμύρια, καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ τὸν ὑποβίβασεν εἰς 15 ἑκατομμύρια.
§222Δ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μήπως, κύριε Βαμβέτσε, θὰ ἔπρεπεν εἰς τὴν ἔρευνάν σας, νὰ περιλάβητε καὶ νὰ μάθητε, πότε κατελογίσθησαν καὶ καθωρίσθησαν τὰ πρῶτα ποσὰ τῶν φορολογουμένων;
§223Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα νὰ ἔχω τὰ κυριώτερα στοιχεῖα τῶν φορολογιῶν τῶν πλουτισάντων, πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, ὥστε νὰ δύναμαι νὰ διαφωτίσω τὴν Βουλήν...
§224ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος ἦτο ὁ πρῶτος Ἔφορος τῆς Κεντρικῆς Ἐφορίας Ἐλέγχου;
§225Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δὲν ἔχω τὰ ὀνόματα τῶν Ἐφόρων, μοῦ ἐστάλησαν τὰ ὀνόματα τῶν μελῶν τῶν Ἐπιτροπῶν μὲ τὰ νῦν μέλη των. Τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ποὺ ἐξέδωσαν παλαιὰς ἀποφάσεις, ἠμπορεῖ νὰ εἶναι διαφορετικὰ τῶν νῦν. Ὅλα αὐτὰ ἐμφαίνονται εἰς τὰ σχετικὰ τῆς Κεντρικῆς Ἐφορίας Ἐλέγχου πληρέστερον. Ὡς πρὸς τὰ ὀνόματα τῶν Ἐφόρων, σᾶς ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν τὰ ἔχω.
§226Χ. ΛΑΔΑΣ. Ὁ πρῶτος ἦτο ὁ κ. Ρόζος, καὶ τώρα εἶναι ὁ κ. Χριστόπουλος.
§227Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, συνοψίζων τὰ λεχθέντα, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ εἰσαχθοῦν τρεῖς σοβαραὶ τροπολογίαι. Πρῶτον ἡ ἄσκησις τοῦ ἐνδίκου μέσου ἀναθεωρήσεως ἐκ μέρους τοῦ Ἐφόρου, δι’ ὅλας τὰς ὑποθέσεις εἰς τὰς ὁποίας, ἡ Πρωτοβάθμιος Ἐπιτροπὴ ὑπῆρξεν ἐπιεικεστέρα τῆς φορολογικῆς. Δεύτερον νὰ ὁρισθῇ ἡ ἀναπροσαρμογὴ τῶν φόρων, ὅσον ἀφορᾶ τὰς καταβολὰς τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1946 καὶ τρίτον, νὰ εἰσαχθῇ τὸ παράβολον δι’ ὅλας τὰς ἀναθεωρήσεις, τὰς γενομένας παρὰ ἰδιωτῶν. Νομίζω ὅτι, αὐτὰ εἶναι τὰ ἐλάχιστα ὅρια, τὰ ὁποῖα ἡ μεταπολεμικὴ Βουλὴ διὰ λόγους στοιχειώδους ἠθικῆς τάξεως δέον νὰ λάβῃ εἰς νομοθέτημα, ἀφορῶν τὴν τάξιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπιλήσμονες γενόμενοι, καὶ τῶν πρὸς τὴν πατρίδα καὶ τῶν πρὸς τοὺς Ἕλληνας καθηκόντων των, ἐθεώρησαν ὅτι ἦτο εὐκαιρίαν νὰ πλουτίσουν, ἐν συνεργασίᾳ μετὰ τοῦ ἐχθροῦ. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα).
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§229Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Κύριοι βουλευταί, νομίζω, ὅτι ὁ συνάδελφος ὁ προλαλήσας, περιέπεσεν εἰς ἕνα ἄτοπον, καὶ τὸ ἄτοπον εἶναι ὅτι, ἐν ὄψει συζητήσεως τοιούτου νομοσχεδίου, ἠθέλησε νὰ συνδυάσῃ κρίσεις σχετικὰς μὲ τὸ ἔργον τῶν ἐκδικαστικῶν Ἐπιτροπῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ ἠδύναντο νὰ ἀποτελέσουν θέμα κυβερνητικῆς ἐπερωτήσεως, καὶ θὰ ἠδύναντο νὰ ἀποτελέσουν ἀντικείμενον εἰδικῆς δικαστικῆς ἐρεύνης καὶ ἀνακρίσεως ἐφ’ ὅσον δίδεται εἰς αὐτὰ ἡ πρόθεσις καὶ ἡ ὑπόνοια ὅτι, περιέχεται μορφὴ σκανδάλου, διὰ τὸ ὁποῖον ἐγὼ πρῶτος θὰ ἤμην σύμφωνος, ἀλλὰ δὲν ἔχουν σχέσιν καμμίαν μὲ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον. Ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ἔχει τὴν ἑξῆς βάσιν. Ὅταν ἀνέλαβον τὴν ἐξουσίαν καὶ εἰδικώτερον ὅταν ἀνέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν, εὑρέθην πρὸ μιᾶς τεραστίας πιέσεως, ἡ ὁποία ὑφίστατο ἐκ μέρους τῶν φορολογουμένων, ὅτι συνέβησαν ἀδικίαι. Ὅταν ἐγένετο ἡ πρώτη κρίσις τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς φορολογικῆς, συνέπεσε τοῦτο μὲ τὴν διαφορὰν τοῦ νομίσματος, καὶ τὴν ὑποτίμησιν τῆς δραχμῆς, κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1945. Ὅλαι αἱ Ἐπιτροπαί, εἶχον ὑπ’ ὄψιν των τὴν ὑποτίμησιν τοῦ νομίσματος, καταλογίζουσαι μεγάλα ποσά. Κατόπιν, μεταγενεστέρως, ἕνα νομοθέτημα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐλέχθη ὅτι εἶχε τὸ δικαίωμα μέχρι μιᾶς ὡρισμένης προθεσμίας ὁ καταβαλὼν τὴν ἀρχικὴν εἰσφοράν, νὰ γλυτώνῃ τὸ πενταπλάσιον. Καὶ οἱ μὲν οἰκονομικῶς ἰσχυροὶ ἐπλήρωσαν καὶ ἐγλύτωσαν, οἱ ἄλλοι ὅμως ὑπέστησαν τὴν αὔξησιν, δηλαδὴ δὲν προσεφέρθησαν νὰ πληρώσουν καὶ ὑπεχρεώθησαν νὰ πληρώσουν εἰς τὸ πενταπλάσιον τὴν εἰσφοράν. Αὐτὰ ἐγένοντο πρὸ τῶν ἐκλογῶν τῆς 31ης Μαρτίου. Συνέβη, λοιπόν, ὥστε τὸ πενταπλάσιον καὶ ἡ ἀρχικὴ ἐκτίμησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμαν αἱ Ἐφορίαι, νὰ δημιουργηθοῦν κολοσσιαῖα ποσά. Ὑφίσταται, λοιπόν, μία τεραστία ἀπαίτησις καὶ μία πίεσις, νὰ ὑποβιβάσουν τὸ πενταπλάσιον εἰς τὸ διπλάσιον, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε διὰ διατάγματος τὸ δικαίωμα νὰ κανονίζῃ τὸ ποσοστὸν αὐτό, ἐὰν θὰ ἦτο τὸ πενταπλάσιον, ἢ ὀλιγώτερον. Ἐγὼ ἀντιθέτως δὲν ἠθέλησα νὰ ὑποβιβάσω τὸ ποσοστόν, καὶ ἐνόμισα, ὅτι ἦτο προτιμότερον νὰ παραπέμψουν εἰς μίαν τιμίαν καὶ δικαίαν νέαν κρίσιν ὅλας τὰς ὑποθέσεις αὐτάς. Οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι ἐδικαιολόγουν τὴν νέαν κρίσιν τῶν ὑποθέσεων, ἦσαν ἡ μεγάλη ἐκτίμησις τὴν ὁποίαν ἔκαμον αἱ ἐφορίαι καὶ τὸ πενταπλάσιον.
§230Γ. ΜΕΛΑΣ. Ἡ συνολικὴ ὑποτίμησις ἐκυμαίνετο μεταξὺ τοῦ 170 καὶ τοῦ 135. Δὲν νομίζω, ὅτι ὅλοι οἱ καθορισμοὶ τῶν φόρων, ἐγένοντο κατὰ τὸ μικρὸν τοῦτο χρονικὸν διάστημα.
§231Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἡ χρυσῆ λίρα, ἀπὸ 4 χιλ. ἐπῆγεν 28, ἐπῆγεν 70, ἐπῆγεν 80. Ἔχει δὲ σημασίαν τὸ πρᾶγμα διότι μετὰ τὴν κρίσιν τῶν διαφόρων ἐπιτροπῶν, καὶ καθ’ ὃν χρόνον ἐγένετο ἡ κρίσις αὐτή, ὑφίστατο μία ὑποτίμησις εἰς τὴν δραχμήν, ἡ ὁποία ἐλαμβάνετο ὑπ’ ὄψιν καὶ αὐτὴ εἰς τὸν καθορισμὸν τοῦ ποσοῦ. Αὐτὸ τὸ πρᾶγμα εἶχε σημασίαν εἰς τὴν κρίσιν τῶν ἐπιτροπῶν, διότι ὅταν ἔβλεπε ὅτι ὑποτιμᾶται ἡ δραχμή, ἔβαζε μεγάλα ποσά. Ἦλθε κατόπιν τὸ νομοθέτημα τοῦ πενταπλασίου ἀλλ’ ἐπρόφθασαν μερικοὶ νὰ πληρώσουν τὸ ἁπλοῦν ἐνῷ ἄλλοι ἐπλήρωσαν τὸ πενταπλάσιον. Ἐγὼ ἐθεώρησα σκόπιμον, ἀντὶ νὰ προβῶ εἰς τὸν ὑποβιβασμὸν αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ τοῦ πενταπλασίου, ὅτι ἦτο τιμιώτερον νὰ δοθῇ ἕνας νέος βαθμὸς διαδικασίας νὰ παραπεμφθοῦν εἰς μίαν ἄλλην δικαστικὴν κρίσιν καὶ συνεστήθησαν οὕτω πέντε ἐπιτροπαὶ ἀναθεωρητικαί, ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ὁποίων ἐτέθησαν Ἀρεοπαγῖται καὶ σύμβουλοι τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου.
§232Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ περιμένετε δύο ἡμέρας, κ. Ὑπουργέ, ἐφ’ ὅσον μετὰ δύο ἡμέρας συνήρχετο ἡ Βουλὴ διὰ νὰ εἰσαγάγητε τὸ νομοθέτημα εἰς τὴν Βουλήν; Δὲν ἠμπορούσατε νὰ περιμένετε, ἀλλ’ ἐξεδώσατε διάταγμα δύο ἡμέρας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς;
§233Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν ὑπάρχει διαφορὰ, διότι πάντοτε τὸ διάταγμα τελεῖ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς.
§234Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Παρῆλθον ὅμως 14 μῆνες καὶ τὸ φέρετε τώρα ὅταν ἐπερατώθη τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς.
§235Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Εἶναι ἔκτοτε ἐγγεγραμμένον τὸ νομοσχέδιον πρὸς συζήτησιν.
§236Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δὲν τὸ ἐπεσπεύσατε ποτέ.
§237Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Πάντως τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι παρεπέμφθησαν αἱ ὑποθέσεις αὐταὶ πρὸς κρίσιν ἐνώπιον τῶν δικαστικῶν ἐπιτροπῶν ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ὁποίων ἐτέθησαν Ἀρεοπαγῖται καὶ Σύμβουλοι τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, μὲ τὴν σκέψιν νὰ δημιουργηθῇ μία οὐσιαστικὴ κρίσις ἐπὶ παραπόνων, τὰ ὁποῖα εἶχον διατυπωθῆ. Διὰ νὰ ὑπάρξῃ δὲ ἡ εὐχέρεια τῆς προσφυγῆς καὶ εἰς τοὺς οἰκονομικῶς ἀδυνάτους, ὑπεβίβασα τὸ παράβολον.
§238Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κατηργήσατε τὸ παράβολον.
§239Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἐθέσαμεν ὅτι, ἔπρεπε νὰ καταθέσουν τὸ ⅒ τοῦ φόρου διὰ νὰ κριθῇ ἡ ἀναθεώρησις.
§240Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἔναντι τοῦ φόρου, ὑπάρχει κάποια διαφορά, διότι τὸ παράβολον ἐκπίπτει ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἐν περιπτώσει ἀπορρίψεως, ἐνῷ τὸ ἔναντι τοῦ φόρου μένει ὑπὲρ τοῦ δικαιούχου.
§241Χ. ΛΑΔΑΣ. Καὶ τὸ ⅒ τοῦ φόρου ἐπληρώνετο εἰς τὸ ἁπλοῦν.
§242Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἡμεῖς ἀπεβλέψαμεν εἰς τὸ νὰ δώσωμεν τὴν εὐχέρειαν διὰ δικαστικῆς κρίσεως, νὰ κριθοῦν τὰ παράπονα. Χθὲς ἀκριβῶς, ποὺ ἤμην εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, ἦλθε κόσμος ὁλόκληρος παραπονούμενος, ὅτι παραμένουν φυλακισμένα ἐπὶ δύο ἔτη καὶ πλέον, πρόσωπα, διότι δὲν ἐδικάσθησαν ἀπὸ τὴν ἐπιτροπήν, ἐπειδὴ δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ πληρώσουν τὸ ⅒ τοῦ φόρου, ὥστε νὰ γίνῃ ἡ ἀναθεώρησις.
§243Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Νὰ ἐνεργήσωμεν φιλανθρωπικὸν ἔρανον ὑπὲρ αὐτῶν τῶν πτωχῶν ἀνθρώπων.
§244Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὑπάρχουν πλουτίσαντες καὶ πρέπει νὰ πέσῃ ἐπ’ αὐτῶν ὁ πέλεκυς τῆς δικαιοσύνης, ἀλλ’ εἶναι ἀδικία νὰ μὴ παρέχωμεν τὰ μέσα νὰ ἀποδείξουν τὸ δίκαιόν των, ὅσοι νομίζουν ὅτι ἠδικήθησαν.
§245Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἀφοῦ ἔχετε τοιαύτην γνώμην ἐπὶ τοῦ παραβόλου, διατὶ δὲν εἰσάγετε γενικὸν μέτρον καταργήσεώς του ἐφ’ ὅλων τῶν φορολογιῶν καὶ κάμνετε ἀρχὴν καταργήσεως ἀπὸ τὴν ἀντιπαθεστέραν καὶ ἀχαρακτήριστον αὐτὴν τάξιν;
§246Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Εἰς αὐτὴν τὴν φορολογίαν, τὰ ποσὰ ἦσαν πολὺ μεγάλα.
§247Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἠμπορούσατε νὰ βάλετε ἀνώτατον ὅριον.
§248Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἐθεωρήσαμεν, ὅτι ἡ προκαταβολὴ τοῦ ⅒ τοῦ φόρου ἦτο ἀρκετὸν ποσὸν διὰ νὰ εἰσαχθῇ ἡ ὑπόθεσις πρὸς κρίσιν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ θέμα εἶναι, ὅτι ἐκ τοιούτων λόγων ξεκινήσαμεν, καὶ ἐκάμαμεν τὰς ἐπιτροπάς. Τώρα εἶναι ζήτημα ἐὰν τὸ δικαστήριον αὐτὸ, εἰς τὸ ὁποῖον ἔλαβε μέρος καὶ ἀνώτατος ὑπάλληλος καὶ ἀνεφέρθη καὶ τὸ ὄνομα, ὁ ἀδελφὸς τοῦ κ. Πιπέρου, οὗτος ἔλαβε μέρος, ὄχι διότι ἦτο ἀδελφός του, ἀλλὰ ὑπὸ τὴν ἰδιότητά του, ὡς ἀνώτερος οἰκονομικὸς ἐπιθεωρητής.
§249Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δὲν ἀφεώρα εἰς αὐτὸ ἡ ἐρώτησίς μου. Αὕτη, ἦτο διὰ ποῖον λόγον, ἐνῷ παρεπέμφθησαν εἰς τὰς ἄλλας 3 ὁμοῦ ἐπιτροπάς, ὑποθέσεις 3.170.000.000, εἰς μόνην τὴν Δʹ Ἐπιτροπὴν παρεπέμφθησαν ὑποθέσεις ποσοῦ 5.000.000.000.
§250ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι θέμα ἐπερωτήσεως αὐτό.
§251Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Εἶναι παγία κοινοβουλευτικὴ ἀρχὴ ὁσάκις συζητοῦνται νομοσχέδια, ἐξ ἀφορμῆς τῶν νομοσχεδίων νὰ φέρεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὁλόκληρος ἡ οὐσία τῆς ὑποθέσεως. Ἀπορῶ πῶς λέγετε, ὅτι χρειάζεται ἐπερώτησις ἐπ’ αὐτοῦ.
§252Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἡ διανομὴ τῶν ὑποθέσεων, ἐγένετο βάσει τοῦ ἀριθμοῦ, τῶν ὑποθέσεων, ἐκ μέρους τοῦ ἐφόρου τῆς κεντρικῆς ἐφορίας. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἔτυχον εἰς ἄλλας ἐπιτροπὰς, ὑποθέσεις μεγάλων ποσῶν καὶ εἰς ἄλλας μικροτέρων, ἡ γνώμη μου εἶναι ὅτι, κατὰ τὴν διανομὴν τῶν ὑποθέσεων κατὰ ἐπιτροπὰς, ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ὁ ἀριθμὸς τῶν φακέλλων καὶ ὄχι τῶν ποσῶν.
§253Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δὲν σᾶς κάμνει ἐντύπωσιν, αὐτὸ τὸ γεγονός, κ. Ὑπουργέ;
§254Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν ἔχομεν κανένα λόγον, καὶ ἄλλοτε σᾶς τὸ ἐζήτησα νὰ μοῦ καταγγείλετέ τι συγκεκριμένον, διότι θελήσατε νὰ κάμετε ὑπαινιγμόν. Σᾶς εἶπα, ἐὰν θέλετε νὰ μᾶς καταγγείλετε συγκεκριμένον, καὶ κατέφυγα ἐπὶ πλέον, εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐζήτησα νὰ σᾶς καλέσῃ ἵνα ἐκκαθαρίσωμεν τὸ ζήτημα αὐτό, ὥστε, νὰ ἐξακριβωθῇ, ἐὰν ὑπάρχουν εὐθῦναι, νὰ ἀναφέρητε συγκεκριμένα, καὶ νὰ μὴ λέγητε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι ἐγὼ διεψεύσθην καὶ δὲν ἀναφέρω ὀνόματα.
§255Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κάμνετε αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔκαμε πρὸ μηνῶν, ἄλλος Ὑπουργός, ὅτε συζητουμένου ἑτέρου νομοσχεδίου ἐζήτησε μαρτυρίαν ἀπὸ τοὺς βουλευτὰς κ.κ. Μαῦρον καὶ Γαρουφαλιᾶν, καὶ ὁ ὁποῖος μάλιστα, ἠναγκάσθη νὰ κάμῃ δίκην διὰ νὰ τοὺς προκαλέσῃ. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἐκρίθη καὶ ἀπὸ τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, ὡς ἑξῆς, ὅτι δὲν δύναται βουλευτὴς, προκαλούμενος ἀπὸ οἱονδήποτε, νὰ δίδῃ ἀπάντησιν διὰ καταγγελλόμενα, ὁσάκις καλεῖται, διότι τότε οὐδεὶς θὰ κατέφευγεν εἰς τοὺς βουλευτὰς νὰ δίδῃ συγκεκριμένον γεγονός. Ἀπόκειται εἰς τὸν Ὑπουργόν, νὰ κρίνῃ τὰ καταγγελλόμενα, καὶ τὴν ἀξιοπιστίαν καὶ ἐν γένει τὴν ἠθικὴν ὑπόστασιν τοῦ καταγγέλλοντος, καὶ νὰ πράξῃ τὸ καθῆκόν του. Οὐδεὶς βουλευτής, ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ δίδῃ μαρτυρίαν, διότι τοῦτο θὰ ἐσήμαινε μείωσιν τοῦ λαϊκοῦ κύρους.
§256Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, δὲν δύνασθε νὰ ρίπτετε ὑπαινιγμοὺς ἐναντίον ἀνωτάτων ὑπαλλήλων χωρὶς νὰ ἠμπορῆτε νὰ τοὺς ἀποδείξητε. Σᾶς ἐζήτησα πάντοτε νὰ μοῦ εἰπῆτε, συγκεκριμένως τὰς ἀμφιβολίας τὰς ὁποίας ἔχετε καὶ τὶ ὑποθέτετε, ὅτι ὑπάρχει εἰς βάρος ὡρισμένου ὑπαλλήλου, διότι σᾶς εἶπα, εἶμαι διατεθειμένος, ἀμέσως δι’ οἱονδήποτε ὑπάλληλον, ὅσον ἀνώτερος καὶ ἐὰν εἶναι, νὰ διατάξω ἀνάκρισιν. Ἐπειδὴ σεῖς ἀπεφύγατε νὰ μοῦ ἀπαντήσετε, κατέφυγον εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ σᾶς ἐκάλεσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ ξεκαθαρίσωμεν τὸ ζήτημα, ἂν ὑπάρχουν ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι, ἔχουν εὐθύνας ἢ ὄχι, ὁπότε πρέπει νὰ παύσωμεν νὰ ἐκφράζωμεν ὑπαινιγμούς.
§257Χ. ΛΑΔΑΣ. Μόνον ποὺ διὰ νὰ ἔχῃ τὸ κουράγιο ὁ κ. βουλευτής, νὰ ἐμφανισθῇ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, φαίνεται ὅτι ἔχει ὡρισμένα γεγονότα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔφθαναν διὰ νὰ διατάξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνάκρισιν, ὁπότε θὰ ἐπήγαινον οἱ καταγγείλαντες νὰ τὰ καταθέσουν.
§258Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Τὴν ἀνάκρισιν ἐζήτησα πρῶτος ἐγὼ, ἀλλὰ ἐπὶ ὡρισμένων συγκεκριμένων γεγονότων ἐπὶ τῶν ὁποίων ὁ κ. Βαμβέτσος, δὲν μοῦ εἶπεν οὔτε λέξιν,
§259Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Τὰ γνωρίζει, ὅλη ἡ Βουλή, μόνον σεῖς δὲν τὰ γνωρίζατε.
§260Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἐφόσον δὲν διατυπώνεται, ὡρισμένη κατηγορία, ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ ὑπαινιγμούς. Ζητῶ συγκεκριμένην κατηγορίαν. Καὶ τώρα ποὺ ὡμιλήσατε διὰ συγκεκριμένον θέμα, βεβαίως θὰ λάβω τὰ δέοντα μέτρα. Ἀλλὰ ἐνῷ σᾶς τὸ ἐζήτουν αὐτό, προηγουμένως σεῖς περιμένατε νὰ ἀνέλθετε εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ τὰ εἰπῆτε.
§261Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δὲν ἔχετε ὑποχρέωσιν, σεῖς, ὡς Ὑπουργός, νὰ κάμετε αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔκαμα καὶ ἐγὼ καὶ νὰ ζητήσετε σεῖς τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ἔλαβον ἐγώ;
§262Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἐγὼ δὲν ἔχω λόγον νὰ ἀμφιβάλλω διὰ τὴν κρίσιν τῶν ἐπιτροπῶν, ἑπομένως δὲν εἶχα καὶ λόγον νὰ κάμω ὅ,τι ἐκάματε σεῖς. Ἀρεοπαγῖται τοῦ κύρους τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπλαισίωσαν τὰς ἐπιτροπάς, δὲν μοῦ γεννοῦν ἀμφιβολίας, περὶ τῆς τιμιότητος τῆς κρίσεώς των. Σεῖς, ὁ ὁποῖος ἔχετε λόγον νὰ ἀμφιβάλλετε ἔπρεπε νὰ διατυπώσητε συγκεκριμένην κατηγορίαν, διὰ νὰ ἀποτελέσῃ αὕτη θέμα ἀνακρίσεως.
§263Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Σεῖς, ὁ ἴδιος, πρὸ ὀλίγου, εἴπατε ὅτι, κατόπιν τῶν ἀριθμῶν, οἱ ὁποῖοι ἀνεφέρθησαν θεωρεῖτε ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ κάμετε ἔλεγχον καὶ σᾶς ἐρωτῶ, ἔπρεπε νὰ περιμένετε, νὰ ἀνέλθω ἐγώ, εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ κάμετε ἔλεγχον, ἢ ἔπρεπε ἀμέσως νὰ κάμετε, ὅ,τι ἔκαμα ἐγώ, νὰ καλέσετε τὸν ἔφορον καὶ νὰ τοῦ πάρετε τοὺς ἀριθμούς;
§264Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Τὴν κοινὴν βοήν, περὶ τῆς ὁποίας ὡμιλήσατε, σεῖς τὴν ἠκούσατε· ἐγὼ δὲν τὴν ἤκουσα. Ὅ,τι εἴπατε, εἶναι προσωπική σας κρίσις, τὴν ὁποίαν ἐσχηματίσατε ἀπὸ ὡρισμένους ἀριθμούς. Ἐπειδὴ συνεδέσατε ὅμως τοὺς ἀριθμούς, αὐτοὺς μὲ ὡρισμένα πρόσωπα, δὲν δύναται, νὰ ἐπιτελεσθῇ τώρα θέμα ἀνακρίσεως, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπῆρχε μέχρι τῆς στιγμῆς, διότι ἐγὼ δὲν νομίζω, ὅτι ἐπιτροπαὶ ἀποτελούμεναι ἀπὸ ἀνωτάτους δικαστικοὺς λειτουργούς, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκφέρουν ὕποπτον κρίσιν.
§265Χ. ΛΑΔΑΣ. Μπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ μειοψηφία.
§266Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν ὑπάρχει μειοψηφία. Ἂς τὸ εἴπῃ ὁ κ. Βαμβέτσος, ἂν ὑπάρχῃ μειοψηφία. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, αὐτὸ θὰ ἠδύνατο ν’ ἀποτελέσῃ θέμα ἐπερωτήσεως τῆς Κυβερνήσεως, νὰ διατυπώσῃ ὡρισμένας κατηγορίας, διὰ τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ἐν τῇ Κυβερνήσει ἀπὸ τοῦ Προέδρου μέχρις ἐμοῦ, θὰ εἶχεν ἀντίρρησιν νὰ διατάξῃ αὐστηροτάτην ἀνάκρισιν, ἀλλὰ δὲν ἔχει σχέσιν, μὲ τὸ νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον ἐπεζήτησεν, ἔναντι τῶν διατυπουμένων παραπόνων, παρ’ εἰδικῶν νὰ δώσῃ τὸ δικαίωμα μιᾶς δικαστικῆς κρίσεως ἀναθεωρητικῆς, ἐπὶ κεφαλῆς δὲ τῶν ἁρμοδίων ἐπιτροπῶν ἐτέθησαν ἀνώτατοι δικαστικοί. Αὐτὸ ἦτο τὸ καλύτερον, τὸ ὁποῖον εἶχε νὰ κάμῃ ἕνας Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβιβάσῃ τὸ ποσοστόν. Ὅπως καὶ τώρα, δέχομαι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Βαμβέτσου, ὅτι προκειμένου περὶ ὑποθέσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχει ἀντίρρησις, νὰ ὑπαχθοῦν εἰς νέαν ἀναθεώρησιν. Αὐτὸ μόνον δι’ ὑποθέσεις περὶ τῶν ὁποίων, ἠκούσθη ἡ «κοινὴ βοή», τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν ἤκουσα. Παρακαλῶ ὅμως τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἔρχεται νὰ κυρώσῃ μίαν δικαστικὴν κρίσιν, νὰ γίνῃ δεκτὸν ὡς ἔχει. Ἂν θέλετε νὰ καθιερώσωμεν καὶ παράβολον, σᾶς λέγω, τοῦτο ὅμως, διὰ νὰ τὸ ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας, ὅτι ὑπάρχουν ἄπειροι εἰς τὰς φυλακὰς ἀπὸ 18μήνου οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν νὰ πληρώσουν οὔτε τὸ 1)20 τοῦ φόρου, διὰ νὰ πᾶνε εἰς τὸ δικαστήριον. Μοῦ ἦλθον ἐπιτροπαὶ πολεμιστῶν παλαιῶν καὶ τοῦ σημερινοῦ ἀγῶνος, καὶ μοῦ ἐζήτησαν αὐτὸ τὸ μέτρον τῆς ἀπαλλαγῆς καὶ ἀπὸ τὸ ⅒, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐδέχθην. Δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ στερηθοῦν καὶ τοῦ δικαιώματος τῆς κρίσεως. Ἡ σκέψις μου ἦτο νὰ διευκολύνω μόνον τοὺς παραπονουμένους διὰ μίαν κρίσιν δικαστικὴν καὶ νὰ μὴ τοὺς ἐμποδίσω, δεδομένου, ὅτι τὰ ποσὰ τοῦ φόρου ἦσαν μεγάλα καὶ ἀπῃτεῖτο καταβολὴ τοῦ φόρου, νὰ ὑποβληθοῦν εἰς αὐτήν. Ἂν νομίζετε ἐν τούτοις, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ καὶ ἓν παράβολον, καίτοι τοῦτο δὲν ἔχει ταμιακὸν ἐνδιαφέρον, νὰ τεθῇ καὶ παράβολον. Ἀλλὰ θέλω νὰ κάμω τὴν διάκρισιν, ὅτι ἄλλο εἶναι δικαστικὴ κρίσις καὶ ἄλλο ἂν ἔκρινον καλῶς αἱ ἐπιτροπαὶ. Ἂν ὑπάρχουν συγκεκριμένα γεγονότα, αὐτὰ ἀποτελοῦν θέμα ξεχωριστὸν καὶ ἄσχετον μὲ τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἠδύναντο δὲ νὰ ἀποτελέσουν θέμα ἰδιαίτερον.
§267Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἀπετέλεσαν τὴν αἰτιολογίαν τῆς τροπολογίας.
§268Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἡ διαφορὰ εἶναι ἡ ἑξῆς: Ὅτι ἔπρεπε νὰ διατυπωθοῦν, πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, ὥστε νὰ εἴμεθα εἰς θέσιν ἐὰν ἔπρεπε νὰ διατάξωμεν ἀνάκρισιν, ἀλλὰ σεῖς ἔχετε ἰδικόν σας τρόπον χειρισμοῦ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, θέλω νὰ καταλήξω εἰς τοῦτο, ὅτι τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ γίνῃ δεκτόν, ὅπως εἶναι, καὶ νὰ προστεθῇ ἡ τροπολογία, κατόπιν τῶν λεχθέντων, τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν ἀποφάσεων ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑπῆρχον διαφοραί.
§269Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Διὰ τὴν ἀναπροσαρμογὴν τῶν καταβαλόντων τὸν Ἰανουάριον, ὅταν ἡ χρυσῆ λίρα εἶχε φθάσει 140 χιλιάδας;
§270Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν τὸ ἔχω πρόχειρον.
§271Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δι’ αὐτὸ σᾶς εἶπον, νὰ τὸ ἀναβάλωμεν.
§272ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κ. Πρόεδρε.
§273ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συνέχεια τῆς β συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Μαΐου 1946 Ν. Δ)τος «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου περὶ φορολογίας πλουτισάντων», ἀναβάλλεται. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6 μ. μ. μὲ ἀντικείμενον Ἡμερησίας Διατάξεως, ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 10 μ. μ.)