1947.06.18
1.357 στίχοι · 9.835 λέξεις · 109 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 136η
Τετάρτη 18 Ἰουνίου 1947
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 7 μ. μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Ταλιαδοῦρος ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§2Α. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς Σάμου κ. Μ. Σοφούλης διαμαρτύρεται ἐνώπιον τοῦ Σώματος, διότι ὁ Νομάρχης Σάμου ἀπηγόρευσε διαβίβασιν τηλεγραφήματός του πρὸς τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων καὶ ἐπικαλεῖται τὴν μεσολάβησιν τοῦ Σώματος παρὰ τῇ Κυβερνήσει πρὸς ἀποσόβησιν ταραχῶν ἐν Σάμῳ. Οἱ βουλευταὶ Φθιώτιδος κ. κ. Δ. Χατζίσκος, Α. Εὐταξίας, Γ. Πλατῆς, Χ. Στεργιόπουλος καὶ Γ. Ἀστερίου καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν προέδρων τῶν κοινοτήτων Πελασγίας, Μύλων, Βαθυκοίλου καὶ Γλύφας, ζητούντων ἄμεσον ἐγκατάστασιν Στρατιωτικῆς δυνάμεως ἐν τῇ περιφερείᾳ των πρὸς ἐμπέδωσιν τῆς τάξεως. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Π. Οἰκονομίδης καταθέτει ἀντίγραφα ἀναφορῶν πολλῶν κοινοτήτων τοῦ τέως Δήμου Δύμης τῆς Ἐπαρχίας Πατρῶν, δι’ ὧν ἐκτίθεται ἡ οἰκτρὰ οἰκονομικὴ κατάστασις τῶν Ἱερέων, μισθοδοτουμένων μὲ 68.000 δραχμ. μηνιαίως καὶ αἰτοῦνται τὴν ἄμεσον βελτίωσιν τῶν ἀποδοχῶν τοῦ ἐφημεριακοῦ κλήρου. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς καὶ Νήσων κ. Δ. Μαντούβαλος καταθέτει ἀναφορὰν τῶν ἐπαγγελματιῶν ἐμπόρων καὶ φαρμακοποιῶν Αἰγίνης, ζητούντων ἄμεσον κατάργησιν τοῦ νόμου 2817)1923 δι’ οὗ ἐπεβλήθη φόρος 4% ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν εἰσαγομένων ἐμπορευμάτων. Ὁ Η. Χιονᾶκος ὑποστράτηγος ἐν ἀποστρατείᾳ κάτοικος Νέων Λιοσίων διαμαρτύρεται κατὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 290) 1946 ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δι’ ἐλάττωσιν τῶν πόρων τοῦ ταμείου των. Ὁ Δῆμος Κερκυραίων ζητεῖ λῆψιν μέτρων πρὸς ἀνοικοδόμησιν τῆς καταστραφείσης πόλεως Κερκύρας. Ὁ Δῆμος Ἀχαρνῶν διαμαρτύρεται διὰ τὴν μελετωμένην ἀπαλλοτρίωσιν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου Στρατιωτικῶν ὑπερχιλίων στρεμμάτων διὰ τὴν ἀνέγερσιν ἀποθηκῶν διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ. Τὸ Ἐθνικὸν Ἐργατικὸν Κέντρον Κερκύρας διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς νήσου Κερκύρας καὶ ζητεῖ ἄμεσον ἀποστολὴν σιτοφορτίων διὰ τὸν ἐπισιτισμόν των καὶ πρὸς ἐξασφάλισιν ἐργασίας εἰς ἀνέργους. Ὁ Πρόεδρος τοῦ συνδέσμου κοινοτικῶν ὑπαλλήλων Ξάνθης ζητεῖ ὅπως κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Κώδικος περὶ καταστάσεως τῶν δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν ὑπαλλήλων προστεθῇ προστατευτικὴ διάταξις διὰ τὴν ἠθικὴν καὶ ὑλικὴν ἱκανοποίησίν των. Ὁ Α. Νανούλης κάτοικος Λαρίσης ζητεῖ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ προέδρου τῆς κοινότητος Ἁγίου Γεωργίου, Στεργίου Νίτσα, ὅστις κατεδικάσθη δι’ ὑπεξαίρεσιν εἰσαχθέντων εἰδῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ἡ Ἕνωσις ὑπαλλήλων ὀργανισμῶν Καβάλας ζητοῦν ὅπως τοὺς χορηγηθῇ ἡ μηνιαία οἰκονομικὴ ἐνίσχυσις τῶν 100.000 δραχμῶν. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινότητος Ἔξω Λακωνίου Κρήτης διαμαρτύρεται διὰ τὴν μελετωμένην ἀπόσπασιν τοῦ ὀροπεδίου Λασηθίου καὶ ὑπαγωγὴν εἰς τὸν Νομὸν Ἡρακλείου ζητεῖ δὲ ματαίωσιν τῆς ἀποσπάσεως ταύτης. Τὸ Πανκαπνεργατικὸν σωματεῖον Θεσσαλονίκης καὶ τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον Καβάλας ζητοῦν ἄμεσον αὔξησιν τῶν ἡμερομισθίων κατὰ 75% καὶ ἐξασφάλισιν πόρων ὑπὲρ
Τ.Α.Κ.
Ὁ Σύλλογος Βυρσοδεψῶν Χαλέπας–Χανίων ζητεῖ ὅπως ἀπαγορευθῇ τελείως ἡ εἰσαγωγὴ κατειργασμένων δερμάτων καὶ ἑτοίμων ὑποδημάτων πρὸς προστασίαν βελανιδοπαραγωγῶν καὶ βυρσοδεψῶν. Οἱ πρόεδροι τοῦ Ἐπαγγελματικοῦ καὶ Βιοτεχνικοῦ Ἐπιμελητηρίου Θεσσαλονίκης διαμαρτύρονται διὰ τὴν μὴ διάθεσιν τοῦ ποσοῦ ἐξ εἴκοσιν χιλιάδων λιρῶν δωρεᾶς τοῦ Δημάρχου Λονδίνου δι’ ἐπέκτασιν Κεντρικοῦ Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης. Ἡ Ὁμοσπονδία Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν Θεσσαλονίκης ζητεῖ λῆψιν μέτρων διὰ τὴν προαιρετικὴν συγκέντρωσιν σιτηρῶν καθορισμοῦ ὡρισμένου τιμήματος ἀσφαλείας διὰ σιτηρὰ καὶ τὴν χρηματοδότησιν τῆς Ἑνώσεως ὑπὸ τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης ἵνα μὴ διακοπῇ ἡ συγκέντρωσις τούτων ἐλλείψει χρηματικῶν μέσων. Οἱ Δικηγορικοὶ Σύλλογοι Πατρῶν καὶ Δράμας ὑποβάλλουν ψήφισμα τιθέμενοι ἀλληλέγγυοι μὲ τὰς ἀπόψεις τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς. Ἡ Ἕνωσις Παλαιῶν Πολεμιστῶν ἐκστρατευτικῶν σωμάτων Μέσης Ἀνατολῆς–Ρίμινι, Νέας Ὀρεστιάδος, διαμαρτύρεται διὰ τὴν μὴ δικαίωσιν τῶν αἰτημάτων της καὶ ζητεῖ χορήγησιν τοῦ ἀτομικοῦ μηνιαίου ἐπιδόματος, ἐπιστροφὴν τῶν 75 γροσίων τῶν καθ’ ἕκαστον μῆνα κρατηθέντων, τοῦ οἰκογενειακοῦ ἐπιδόματος κλπ. Οἱ βαμβακοκαλλιεργηταὶ Λακωνίας διαμαρτύρονται διὰ τὸν περιορισμὸν τῶν παρεχομένων πιστώσεων ὑπὸ τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης ὡς καὶ διὰ τὴν μείωσιν τοῦ χορηγουμένου ποσοῦ εἰς 15.000 δραχμὰς κατὰ στρέμμα καὶ ζητοῦν λῆψιν μέτρων ἀμέσου ἐνισχύσεως. Ὁ Πανελλήνιος σύνδεσμος Ἐφέδρων Παλαιῶν καὶ νέων Πολεμιστῶν ζητεῖ ὅπως τὸ Κ.Κ.Ε. τεθῇ ἐκτὸς νόμου διαταχθῇ δὲ ἡ σύλληψις τοῦ ἀρχηγοῦ του, καὶ κηρυχθῇ στρατιωτικὸς νόμος πρὸς σωτηρίαν τῆς Πατρίδος. Ὁ δήμαρχος καὶ οἱ ἐπαγγελματικοὶ καὶ ἐπιστημονικοὶ σύλλογοι Ἰωαννίνων ζητοῦν ἐπαναλειτουργίαν τῆς ἀεροπορικῆς συγκοινωνίας μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Ἰωαννίνων.
§3Γ. ΤΖΩΡΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ προταχθῇ ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ διότι πρόκειται περὶ σοβαρωτάτου ζητήματος, περὶ αὐτῆς τῆς ἐπικοινωνίας τῆς Ἠπείρου μὲ τὸ κέντρον. Ἀπαντήσεις ἐπὶ συναφῶν ἐρωτήσεων. Ι. Τοῦ Ὑπουργείου Στρατιωτικῶν. Αʹ) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 328 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Λαμπροπούλου, ἔχουσα οὕτω: Γνωρίζομεν ὅτι διὰ 335842)2.6.47 διαταγῆς πρὸς Στρατολογικὸν Γραφεῖον Πατρῶν ἐζητήθη ἀντίγραφον φύλλου μητρώου καὶ σχετικαὶ λοιπαὶ πληροφορίαι περὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ περὶ οὗ ἡ ἐρώτησις ὁπλίτου Γεωργίου Ἠλίου μεθ’ ὃ θέλομεν σχετικῶς ἀπαντήσει ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ὑπηρετῇ οὗτος. Ἐν Ἀθήναις τῇ 8 Ἰουνίου 1947.
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ
Βʹ) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 331 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Ρέντη ἔχουσα οὕτω: «Οὐδεὶς ἔφεδρος Ἀξ)κὸς προερχόμενος ἐκ τοῦ στρατοῦ Μέσης Ἀνατολῆς παραμένει εἰς τὰς τάξεις ὑποχρεωτικῶς. Ἅπαντες ἀπελύθησαν πλὴν ἐκείνων, οἵτινες ἐδήλωσαν ὅτι ἐπιθυμοῦν τὴν παραμονήν των εἴτε διὰ λόγους μονιμοποιήσεως εἴτε δι’ οἱανδήποτε ἄλλην αἰτίαν. Ἀθῆναι τῇ 8–6–47.
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ
ΙΙ. Τοῦ Ὑπουργείου Ἐφοδιασμοῦ. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 340 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Α. Τριανταφυλλίδη καὶ Σ. Σαββίδη ἔχουσα οὕτω: Ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ διαβιβάσωμεν ὑμῖν συνημμένως τὴν ὑπ’ ἀριθ. 78056)18.6.47 ἀπάντησιν τῆς παρ’ ἡμῖν Διευθύνσεως Ἀγορανομίας ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 340 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Α. Τριανταφυλλίδη καὶ Σ. Σαββίδη διὰ τὰ καθ’ ἡμᾶς. Πρὸς τὴν Γενικὴν Γραμματείαν Δ)νσιν Διοικητικοῦ–Τμῆμα Διοικητικὸν Ἔχομεν τὴν τιμὴν εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 73269) 11.6.47 ἐγγράφου ὑμῶν, δι’ οὗ διεβιβάσατε ἡμῖν ἐν ἀντιγράφῳ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 340 ἐρώτησιν τῶν βουλευτῶν κ. κ. Α. Τριανταφυλλίδη καὶ Σ. Σαββίδη σχετικῶς μὲ τὴν διανομὴν τῶν τελευταίως εἰσαχθεισῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ποσοτήτων συμπεπυκνωμένου σακχαρούχου γάλακτος, αἵτινες ἐδεσμεύθησαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι ἡ διάθεσις τούτων ἐγένετο ὡς κάτωθι: α) Ἐτέθησαν εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Πατριωτικοῦ Ἱδρύματος Κοινωνικῆς Προνοίας καὶ Ἀντιλήψεως (Π.Ι.Κ. Π.Α.) 55.000 κυτία διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν βρεφῶν τῶν ἐγγεγραμμένων εἰς τὰ κατὰ συνοικίας κέντρα διανομῶν τοῦ ἐν λόγῳ Ἱδρύματος ἅτινα λαμβάνουν προσέτι τακτικῶς κατὰ μῆνα γάλα εἰς σημαντικὴν ποσότητα παρὰ τῶν ἐν λόγῳ Κέντρων Διανομῶν. Ἐξ ἀφιχθείσης ἐσχάτως ποσότητος τίθεται κατ’ αὐτὰς εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Π.Ι.Κ.Π.Α. καὶ ποσότης ἑτέρων 17.000 κυτίων περίπου. β) Εἰς τὰ Νοσοκομεῖα καὶ Ἱδρύματα ἐν γένει προστασίας καὶ περιθάλψεως παίδων (Μαιευτήριον Μ. Ἠλιάδη, Νοσοκομεῖον Παίδων Ἁγία Σοφία, Νοσοκομεῖον ἀπόρων παίδων, Ἑλληνικὴ Μέριμνα–Παρνασσὸς–Ἕνωσις Συντακτῶν δι’ ἀνάγκας παίδων μὴ ἐγγεγραμμένων εἰς Π.Ι.Κ.Π.Α. Δημοτικὴν Βρεφικὴν Στέγην, Πειραιῶς, Παλλάδιον Ἵδρυμα Καλλιθέας κλπ.) διετέθησαν καὶ διατίθενται τακτικῶς αἱ ἀναγκαιοῦσαι διὰ τὴν κάλυψιν τῶν ἀναγκῶν των ποσότητες. γ) Ποσότης ἐξ 199.000 κυτίων περίπου διετέθη διὰ τῶν παντοπωλῶν εἰς τὰ παιδία τὰ ἔχοντα παιδικὰ δελτία ἡλικίας 3 ἐτῶν καὶ ἄνω. Ἐπειδὴ δὲν ἦτο τεχνικῶς εὐχερὴς ὁ ταχὺς διαχωρισμὸς τῶν παίδων ἡλικίας ἄνω τῶν τριῶν ἐτῶν κατὰ κατηγορίας καὶ ἐπεβάλλετο νὰ διενεργηθῇ ἐπειγόντως ἡ διανομὴ κατ’ ἀνάγκην ἔλαβον γάλα καὶ παιδία μεγαλυτέρας ἡλικίας. Διὰ τοῦ ἀνωτέρω ὅμως τρόπου ἐπετεύχθη ἡ ταχίστη καὶ ἀσφαλὴς διοχέτευσις τοῦ γάλακτος εἰς τὴν κατανάλωσιν. Ἐὰν δὲ δεχθῶμεν ὅτι ὁ μέσος ὅρος τοῦ ἀριθμοῦ τῶν τέκνων ἡλικίας κάτω τῶν 18 ἐτῶν κατὰ οἰκογένειαν εἶναι 2–3 τὰ μικροτέρας ἡλικίας τοιαῦτα τὰ ἔχοντα καὶ μείζονα ἀνάγκην ἀσφαλῶς ἐξυπηρετήθησαν καὶ διὰ τοῦ μεριδίου τῶν ἐχόντων μεγαλυτέραν ἡλικίαν ἢ ἀκόμη καὶ διὰ τοῦ τοιούτου παίδων μεγάλης ἡλικίας συγγενικῶν ἢ φιλικῶν των οἰκογενειῶν. δ) Ἐπίσης διετέθησαν εἰς τὰς ἐπαρχίας (Θεσσαλονίκην, Πάτρας, Χαλκίδα, Μεσολόγγιον, Κόρινθον) ποσότης 720 περίπου κιβωτίων ἐν τῷ συνόλῳ ἐδόθη δὲ ἐντολὴ εἰς τὰς ἐκεῖ ἀγορανομικὰς ἀρχὰς νὰ διαθέσουν ταῦτα ἐν συνεννοήσει καὶ συνεργασίᾳ μὲ τὰ τοπικὰ παραρτήματα τοῦ Π.
Ι.Κ.Π.Α.
Τέλος ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὅτι προέβημεν εἰς τὰς δεούσας ἐνεργείας διὰ τὴν εἰσαγωγὴν συμπεπυκνωμένου γάλακτος εἰς ἐπαρκεῖς ποσότητας (30.000 κιβώτια) ὑπὸ κοινοπραξίας εἰσαγωγέων, ὑπὸ τὴν ἄμεσον κρατικὴν ἐπίβλεψιν ἐπὶ τῷ τέλει ὅπως ἐπιτευχθῶσιν ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὅσον τὸ δυνατὸν χαμηλότεραι τιμαί, ἀφ’ ἑτέρου δὲ συντμηθῇ εἰς τὸ ἐλάχιστον τὸ ἀπαιτηθησόμενον διὰ τὴν πραγματοποίησιν τῆς εἰσαγωγῆς χρονικὸν διάστημα.
Ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς
Γ. Χ. ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ
III. Τοῦ Ὑπουργείου Στρατιωτικῶν. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 330 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Βορρέ, ἔχουσα οὕτω: 1. Αἱ προαγωγαὶ τῶν μονίμων Ὑπαξιωματικῶν εἰς Ἀνθ)στὰς τῶν ὅπλων καὶ Σωμάτων συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν ἀρχιτεχνιτῶν ἐγένοντο συγχρόνως βάσει τοῦ ἀπὸ 19.12.46 Β. Δ. Ἐπομένως οὐδεμία ἀδικία εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἐγένετο. 2. Ἐπίσης εἰς τὴν δοθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ὡς ἄνω Β. Δ. ἀναδρομικὴν προαγωγὴν εἰς τοὺς Ἀνθ)στὰς τῶν ὅπλων περιλαμβάνονται καὶ οἱ Ἀνθ)σταὶ Ἀρχ)ται. 3. Τὰ παράπονα ἀναφέρονται εἰς τὴν μὴ εἰσέτι προαγωγὴν τῶν Ἀνθ)στῶν Ἀρχι)τῶν εἰς Ἀνθ)γοὺς συγχρόνως μὲ τοὺς συναδέλφους των τῶν ὅπλων. Παρέχεται ἡ πληροφορία ὅτι ἡ διαφορὰ αὕτη προέκυψε διότι ὑπὸ τῶν κειμένων νόμων προβλέπεται: α) Οἱ ἀνθ)σπισταὶ ὅπλων καὶ Σώματος Αὐτοκινήτων νὰ προάγωνται εἰς Ἀνθ)γοὺς κατὰ ἀναλογίαν ἴσην πρὸς τὸ ⅙ τῶν κατ’ ἔτος ἐξερχομένων Ἀνθ)γῶν ἐκ τῶν παραγωγικῶν Σχολῶν ἀνεξαρτήτως κενῶν θέσεων. Οὐχ ἧττον ὑπῆρχον εἰς ὅπλα κεναὶ θέσεις αἵτινες, δὲν ἐπληρώθησαν παρὰ τὰς προσφάτους προαγωγάς. β) Οἱ Ἀνθ)σταὶ Ἀρχιτ)ται προάγονται εἰς Ἀνθυπολοχαγοὺς μόνον πρὸς πλήρωσιν κενῶν θέσεων. 4. Δὲν ἐγένοντο δὲ προαγωγαὶ Ἀρχιτ)τῶν διότι οἱ ὑπηρετοῦντες σήμερον ἀρχιτεχνῖται ὑπερκαλύπτουν τὰς ὑπαρχούσας κενὰς θέσεις. 5. Οὐχ’ ἧττον ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας ἔχει ἑτοιμασθῆ νόμος ὅστις λίαν προσεχῶς θὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλήν, βάσει τοῦ ὁποίου δημιουργοῦνται αἱ ἀπαιτούμεναι προϋποθέσεις διὰ τὴν προαγωγὴν εἰς Ἀνθ)γοὺς τῶν ἐχόντων τὰ προσόντα Ἀνθ)στῶν Ἀρχιτ)τῶν ὡς καὶ διὰ τὴν περαιτέρω ἐξέλιξιν τοῦ Σώματος τῶν Ἀνθ)γῶν. Ἀθῆναι τῇ 8–6–47 Ὁ Ὑπουργὸς Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ Ὁ κ. Κ. Τσαλδάρης (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ ἱδρύσεως Τάγματος Τιμῆς ὑπὸ τὸ ὄνομα «Τάγμα Εὐποιΐας». Ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὰς ἐκθέσεις της: 1) Ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Α. Ν. 1739)39 «Περὶ ἐκτελέσεως Στρατιωτικῶν Ἔργων ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ Α. Ν. 190)1945 καὶ καταργήσεως τοῦ Α. Ν. 458)1945 καὶ 2) Ἐπὶ τῆς προτεινομένης τροπολογίας παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ Στρατιωτικῶν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως καὶ παρατάσεως ἰσχύος διατάξεων τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 36 τῆς 30)31 Ἰουλίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ Α. Ν. 2307)1940 «Περὶ Στρατιωτικῆς Ἱεραρχίας καὶ προαγωγῶν ἐν τῇ χωροφυλακῇ» προτεινομένου παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ Δημοσίας Τάξεως». Ἡ ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τοῦ Α. Ν. 966 τῆς 21 Φεβρουαρίου 1946». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δ. Κώης, Α. Καλαντζᾶκος, Ι. Λαμπρόπουλος, Β. Κρῖκος, Π. Μαυρομιχάλης κ. ἄ. καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 331 νόμου κ.λ.π.». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Κ. Τσάτσος, Γ. Μαῦρος, Π. Παπαληγούρας, Γ. Τζωρτζόπουλος καὶ Σ. Τριάντος, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 331 νόμου κ.λ.π.». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δ. Θεοχαρίδης, Ι. Πάντος, Μ. Σάπκας, Κ. Σταμούλης, Α. Κακαρᾶς κ. ἄ., καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 200)46 Ν. Δ)τος». Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Ὀρφανίδης, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως φορολογικῶν τινων νόμων».
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, μετὰ τὴν συμμετοχήν μας εἰς τὸ Διακοινοβουλευτικὸν Συνέδριον Αἰγύπτου κατέστη ἐπιβεβλημένον νὰ σχηματισθῇ ἡ Διακοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ Διεθνοῦς Συνεργασίας. Παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ὅπως μὲ ἐξουσιοδοτήσῃ καὶ συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 8 τοῦ Κανονισμοῦ, καταρτίσω 20μελῆ Διακοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν Διεθνοῦς Συνεργασίας.
§5ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§6Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ σᾶς παρακαλέσω ὅπως εἰδοποιηθοῦν οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων καὶ ὁρίσουν τὰ μέλη.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Μπέλλας ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν γονέων καὶ κηδεμόνων τῶν μαθητῶν τοῦ Γυμνασίου Χαλκιδικῆς διαμαρτυρομένων ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν καθηγητῶν τούτων ἀπεσπάσθησαν εἰς Θεσσαλονίκην καὶ ἀπέμειναν μόνον τέσσαρες.
§8Κ. ΜΠΕΛΛΑΣ. Συνιστῶ, κύριε Πρόεδρε, τὴν ἀναφορὰν καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ λάβῃ τὰ προσήκοντα μέτρα.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Μπέλλας ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν Σχολικῶν Ἐφοριῶν νέας Τριγλίας καὶ Νέας Γωνιᾶς Χαλκιδικῆς.
§10Κ. ΜΠΕΛΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δίκαιον καὶ λογικὸν εἶναι, ὅτι, ἐφ’ ὅσον εἰς τὸ χωρίον αὐτὸ οἱ μαθηταὶ ἔχουν ἀνέλθει εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν 500, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν μία δασκάλα νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ χωρίου, σταλοῦν ἄλλη μία ἢ δύο, καὶ ἀκόμη περισσότερον καθότι τὸ σχολεῖον εἶναι ἐρείπιον. Ἐπίσης παρακαλεῖται καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ πιστώσεις, διότι ἐνῷ ἐδόθησαν πιστώσεις εἰς ὅλα τὰ χωριά, τὸ σχολεῖον αὐτὸ τὸ ἄφησαν ἔτσι. Ἂς προαχθῇ εἰς τριτάξιον.
§11Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ (Ὑπ. Παιδείας). Διὰ νὰ προαχθῇ εἰς τριτάξιον πρέπει νὰ ψηφισθῇ τοῦτο ἐκ μέρους τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου, καὶ νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ νὰ ζητηθῇ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν πίστωσις.
§12Κ. ΜΠΕΛΛΑΣ. Ἔχουν γίνει ὅλαι αἱ ἐνέργειαι.
§13Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ (Ὑπ. Παιδείας). Τότε θὰ γίνῃ.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 50 τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Κ. Μπέλλας.
§15Κ. ΜΠΕΛΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ αἴτησις αὐτὴ εἶναι τῶν αὐτοκινητιστῶν Θεσσαλονίκης, τῶν ἐργαζομένων εἰς τὰ ταξί. Κατὰ τὸ διάστημα τῆς Κατοχῆς ἐπετάχθησαν τὰ αὐτοκίνητα τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν ἀπὸ τοὺς Γερμανοὺς καὶ μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τὰ ἐπώλησαν οὗτοι εἰς ἄλλους καὶ οἱ ἐπαγγελματίαι αὐτοὶ ἔμειναν χωρὶς αὐτοκίνητα, ἐνῷ βλέπουν τὰ αὐτοκίνητά των νὰ κυκλοφοροῦν. Δίκαιον εἶναι νὰ δοθῇ μία εὐνοϊκὴ λύσις ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν.
§16Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ (Ὑπ. Μεταφορῶν). Πρόκειται περὶ πωλησάντων τὰ αὐτοκίνητά των ὡς ἀναφέρει αὐτὴ ἡ αἴτησις.
§17Κ. ΜΠΕΛΛΑΣ. Δίκαιον εἶναι ἐφ’ ὅσον μὲ ἕνα σακὶ σιτάρι ἐπώλησαν τὰ αὐτοκίνητά των νὰ τὰ πάρουν πίσω.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 66 τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Π. Οἰκονομίδης.
§19Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων καθυστερεῖται ἡ χορήγησις τροφίμων ἐπὶ τρίμηνον. Θὰ παρακαλέσω ἐπειδὴ ἡ περιφέρεια αὐτὴ ἔχει δοκιμασθῆ περισσότερον οἱασδήποτε ἄλλης περιφερείας νὰ θελήσῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τοῦ Ἐφοδιασμοῦ νὰ διατάξῃ τὴν χορήγησιν τῶν καθυστερουμένων τροφίμων, διότι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ κυριολεκτικῶς λιμώττουν.
§20Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Καὶ ἐγὼ συνιστῶ νὰ σταλοῦν τρόφιμα στὰ Καλάβρυτα τὰ ὁποῖα ὑποφέρουν πολὺ καὶ ἰδίως τὸ χωρίον Παγκράτι τὸ ὁποῖον διαβιβάζει τὴν ἀναφοράν.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Β. Παπαρρηγόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς.
§22Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐρώτησις αὐτὴ ἀφορᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας. Λόγῳ τῆς ἀνομβρίας καὶ τῶν παγετώνων κατεστράφη ὁλόκληρος ἡ παραγωγὴ τῆς περιφερείας Καλαβρύτων εἰδικώτερον δὲ τῆς Κοινότητος αὐτῆς ἡ ὁποία ὑπέβαλε τὸ τηλεγράφημα. Ζητοῦν λοιπὸν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, διότι ἡ καταστροφὴ τῆς παραγωγῆς ἔφθασε τὰ 100%, ἀπὸ τὸ εἰδικώτερον γεγονὸς ὅτι ἡ ἐπαρχία Καλαβρύτων συντηρεῖται ἀπὸ τὴν πρώϊμον παραγωγὴν καὶ ἀπὸ τὸ εἰδικώτερον γεγονὸς ὅτι ἡ ἐπαρχία Καλαβρύτων κατεστράφη καὶ ἀπὸ τοὺς κατακτητὰς καὶ ἀπὸ τοὺς κομμουνιστάς, νὰ ληφθοῦν τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ζητοῦν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας ὅπως 1) λάβῃ μέτρα διὰ τὴν διατροφὴν τῶν κατοίκων οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς κατάστασιν ἀξιοθρήνητον καὶ σημειοῦνται κρούσματα θανάτων, 2) νὰ ληφθοῦν μέτρα πρὸς ἐφοδιασμὸν μὲ σπόρον, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ νὰ ἐξεύρουν οὔτε σπόρον, 3) νὰ ληφθοῦν μέτρα διὰ τὴν διατροφὴν τῶν κτηνῶν των τὰ ὁποῖα κινδυνεύουν νὰ ἀποθάνουν, 4) νὰ ληφθοῦν μέτρα ὅπως χορηγηθῇ ἀναστολὴ καταβολῆς τῶν δανείων τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης καὶ χορηγηθοῦν νέα δάνεια. Αὐτὰ εἶναι τὰ λογικώτατα αἰτήματα τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ γίνουν δεκτά.
§23Θ. ΚΩΗΣ. Ἡ Κοινότης ἡ ὁποία ζητεῖ τὴν ἀντίληψιν τῆς Βουλῆς εἶναι μία ἐκ τῶν καταστραφεισῶν τελείως ἐκ τῶν γεγονότων τῆς Κατοχῆς, λόγῳ δὲ τῆς ἀνομβρίας καὶ τῶν παγετώνων ἡ δυστυχία φθάνει μέχρι τοῦ σημείου οἱ κάτοικοι νὰ μένουν ἄστεγοι ἐπὶ 4ετίαν καὶ νὰ στεροῦνται καὶ τῶν μέσων τῆς διατροφῆς. Παρακαλῶ τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργοὺς Ἐφοδιασμοῦ καὶ Γεωργίας ὅπως λάβουν εἰδικὰ μέτρα τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύνατο νὰ εἶχον ληφθῆ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἠκολούθει τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ἐπηγγέλθη. Εἶναι ἀπαράδεκτον μετὰ μίαν ἐθνικὴν περιπέτειαν ἄλλοι οὐδὲν νὰ ἔχουν ὑποστῆ καὶ ἄλλοι νὰ εἶναι τελείως κατεστραμμένοι. Παρακαλῶ ἐπίσης τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς νὰ παρακολουθήσουν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων, διότι πολλάκις τὰ λαμβανόμενα μέτρα ἢ δὲν ἐκτελοῦνται παντάπασιν ἢ ἐκτελοῦνται πλημμελῶς.
§24Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων καθυστερεῖται ἡ μηνιαῖα χορήγησις τροφίμων, σίτου καὶ λοιπῶν ἐπὶ τρεῖς μῆνας. Θὰ παρεκάλουν ἀφοῦ ἐξακριβωθῇ τὸ γεγονὸς νὰ διαταχθῇ ἡ χορήγησις τροφίμων, διότι πρόκειται περὶ περιοχῆς ἡ ὁποία κυριολεκτικῶς λιμώττει. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας νὰ λάβῃ τὰ ἀπαιτούμενα μέτρα πρὸς ἀνακούφισιν τῆς περιφερείας αὐτῆς.
§25Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ (Ὑπ. Γεωργίας). Σχετικῶς μὲ τὴν ἀποστολὴν τροφίμων εἰς τὴν Ἐπαρχίαν Καλαβρύτων τὴν ἀληθῶς δοκιμασθεῖσαν πολλαχῶς, ἁρμόδιος εἶναι ὁ κ. συνάδελφός μου ἐπὶ τοῦ Ἐφοδιασμοῦ, ὅστις πιστεύω θὰ λάβῃ τὴν δέουσαν πρόνοιαν. Διὰ τὰς βλάβας ἐκ τοῦ παγετῶνος τῶν σταφιδαμπέλων ἔχω ἤδη ἑτοίμην ἔκθεσιν τῶν ληπτέων μέτρων, καὶ θέλω εἰσηγηθῆ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ἐπὶ τῶν ληξιπροθέσμων δανείων ἐγένετο σύστασις εἰς τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν ὅπως ἀνασταλῇ ἡ εἴσπραξις των ἀπὸ τοὺς πληγέντας καὶ ἐπὶ τούτου ἐξεδόθη ἤδη ἡ σχετικὴ διαταγή.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρελθούσης τῆς καθωρισμένης διὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων ὥρας,
εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Ψήφισις τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 9 Μαΐου 1946 Ν. Δ. «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου 671)1943 «περὶ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος».
§27ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς τὸ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 9 Μαΐου 1946 Ν. Δ. «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Ν. 671)1943 «περὶ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος». Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11.5.46 Ν. Δ. «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου «περὶ φορολογίας πλουτισάντων».
§29Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ὑπ’ ἀριθ. 12 νομοσχέδιον τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως εἶναι ἐντελῶς τυπικὸν καί, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχει συζήτησιν παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Φ. Ζαΐμης ἔχει τὸν λόγον.
§31Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου θὰ ἐξετάσω εἰς τρεῖς διαφόρους ὄψεις του: Πρῶτον, ὑπὸ τὴν ἐξωτερικήν του μορφήν, δεύτερον ἀπὸ ἀπόψεως οὐσίας, δηλαδὴ ἀρχῆς, καὶ τρίτον ἀπὸ ἀπόψεως λεπτομερειῶν. Θὰ ἀρχίσω ἀπὸ τὸ δεύτερον σημεῖον, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ τὸ σημεῖον, τὸ ὁποῖον εἶναι εὐχάριστον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, δηλαδὴ τὸ τῆς ἀρχῆς καὶ τῆς οὐσίας τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἔδωκε τὸ δικαίωμα τόσον εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους, ὅσον καὶ εἰς τοὺς Ἐφόρους, νὰ ἀναθεωρήσουν τὰς ἀποφάσεις τῶν Ἐκδικαστικῶν Ἐπιτροπῶν. Δὲν ἐκαινοτόμησεν εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, διότι προϋπῆρχον νόμοι, ὁ Α. Ν. 823, ὁ ὁποῖος διὰ τῶν διατάξεών του καθιέρωσε διὰ πρώτην φορὰν τὴν ἀρχὴν τῆς ἀναθεωρήσεως, ἀλλὰ διὰ μόνον τὰς ἀποφάσεις, τὰς ἐκδοθείσας μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1945. Ἐπηκολούθησεν ἄλλος Α. Ν., ὁ ὁποῖος παρέτεινε τὴν προθεσμίαν μέχρι τέλους Ἀπριλίου 1946, ὅτε ἦλθε τὸ Ν. Δ. τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τὸ ὁποῖον ἔδωσε τὸ δικαίωμα ἀνεξαρτήτως προθεσμίας ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως τῶν Ἐκδικαστικῶν Ἐπιτροπῶν, νὰ γίνῃ ἀναθεώρησις τῶν ἀποφάσεων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ ἐδικαιολόγησεν εἰς τὴν εἰσηγητικήν του ἔκθεσιν ὡς ἑξῆς: «Ἐν τῇ ἐφαρμογῇ της ὅμως ...... (ἀναγινώσκει) ......». Ἀλλ’ ὡς προκύπτει ἀπὸ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ Ν. Δ. τὸ ὁποῖον ἦλθε πρὸς κύρωσιν, αἰτία ἐκδόσεώς του ἦτο καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἀναπροσαρμογῆς, τὸ ὁποῖον ἐξηνάγκασε τὸν Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ εὐρυτέραν ἔκτασιν εἰς τὸ δικαίωμα τῆς ἀναθεωρήσεως. Συνεπῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατακρίνωμεν κατ’ ἀρχὴν τὴν οὐσίαν τοῦ νομοσχεδίου καὶ συνεπῶς, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, εἴμεθα ἀπολύτως σύμφωνοι. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι μεμπτὸν δι’ ἐμέ, εἶναι τὸ πρῶτον σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἔθιξα, καὶ τὸ ὁποῖον συνίσταται εἰς τὴν ἔκδοσιν νομοθετικῶν διαταγμάτων τὴν προπαραμονὴν τῆς συγκλήσεως τῆς λαοπροβλήτου Βουλῆς, τῆς πρώτης Βουλῆς, ἡ ὁποία ἦλθε μετὰ μίαν 10ετῆ ἀνωμαλίαν καὶ ἔλλειψιν ἐλευθέρου κοινοβουλευτικοῦ βίου. Φαίνεται ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν ἐνέργειαν αὐτὴν παρεσύρθη ἀπὸ τὴν ὑπόλοιπον Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία, ἐν τῇ μέθη τῆς νίκης, ἐνόμισεν ὅτι ἠμποροῦσε νὰ βαδίσῃ εἰς μίαν ὁδὸν ἀθρόας ἐκδόσεως νομοθετικῶν διαταγμάτων, ἐν γνώσει τοῦ ὅτι ἐπέκειτο τὸ ἄνοιγμα τῆς Βουλῆς. Δι’ ἐμέ, ἡ ἐνέργεια αὐτὴ τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐκδώσῃ ἀθρόα νομοθετικὰ διατάγματα ὑπαρχούσης Βουλῆς, εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὰ συνταγματικὰ θέσμια. Παρ’ ἡμῖν ἐπεκράτησε, σύμφωνα μὲ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, ὅπως κατὰ τὰς διακοπὰς τῆς Βουλῆς μὴ ἐκδίδωνται νομοθετικὰ διατάγματα, παρὰ μόνον ὅταν εἶναι ἀπολύτως δικαιολογημένη ἡ ἔκδοσις αὐτῶν, καὶ συνεφώνησαν καὶ οἱ συγγραφεῖς καὶ ἡ Νομολογία, ὅτι αὐτὸ τὸ ἐνδεχόμενον ὑπάρχει ὅταν γεννῶνται ζητήματα σωτηρίας τῆς Πατρίδος. Ἐν προκειμένῳ, κύριε Ὑπουργέ, δὲν ὑπῆρχε καμμία τοιαύτη δικαιολογία. Διότι ἡ προθεσμία ἀναθεωρήσεως τοῦ προηγουμένου νόμου εἶχε λήξει τὴν 30 Ἀπριλίου, δηλαδὴ 11 ἡμέρας πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος αὐτοῦ καί, συνεπῶς, ὑπῆρχε διὰ τὰς Ἐπιτροπὰς ἐργασία τοὐλάχιστον ἑνὸς μηνός, ὥστε νὰ μὴ ἔβλαπτε μία ἀναμονὴ 10, 15 ἢ 20 ἡμερῶν, Συνεπῶς αὐτὸ τὸ καταλογίζω ὡς σφάλμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§32Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν εἶναι μόνον αὐτὸ τὸ θέμα, διὰ τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη τὸ νομοθετικὸν διάταγμα. Θὰ ἐνθυμῆσθε, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἐκδόσεως Ν. Δ. πρὸ τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς ἀπετέλεσε θέμα εὐρυτάτης συζητήσεως καὶ ἐπικρίσεως κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὰς πρώτας συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς. Ἐπειδὴ δὲ σεῖς, ὅπως εἴπατε, δὲν διαφωνεῖτε εἰς τὴν οὐσίαν, δὲν νομίζω ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ἀποτελέσῃ θέμα ἐπικρίσεως εἰδικῶς ἡ ἔκδοσις αὐτοῦ τοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος.
§33Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Τὸ ζήτημα, κ. Ὑπουργέ, τὸ ἔθιξα ἀρκετὰ λεπτῶς καὶ σᾶς εἶπα, ὅτι παρεσύρθητε ἀπὸ τοὺς ὑπολοίπους συναδέλφους σας. Δὲν ἀπηύθυνα προσωπικὴν κατηγορίαν μόνον καθ’ ὑμῶν. Παρεσύρθητε ἀπὸ τὴν στάσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ὑπῆρξε κατ’ ἐμὲ τελείως ἀδικαιολόγητος. Τόσον δὲ εἶμαι πεπεισμένος ὅτι ἦσαν ἀντισυνταγματικοί, ὥστε, νομίζω, ὅτι οἱοσδήποτε ἐνδιαφερόμενος ἐὰν κατέφευγεν εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας, αὐτοὶ οἱ νόμοι θὰ εἶχον ἀκυρωθῆ. Βεβαίως, ἐν προκειμένῳ, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καταφύγῃ κανεὶς εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας, διότι ὁ νόμος ἦτο ἐπιεικὴς δι’ ἐκείνους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐξεδόθη. Αὐτὸ εἶναι τὸ δεύτερον σημεῖον. Τὸ τρίτον σημεῖον, εἶναι ἐκεῖνο, κατὰ τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ νομοθετικοῦ αὐτοῦ διατάγματος, τὸ παράβολον κατηργήθη καὶ ὁμολογῶ ὅτι ἡ στιγμὴ δὲν ἦτο ἡ κατάλληλος. Καθ’ ἣν στιγμὴν σεῖς προσπαθούσατε νὰ φέρητε εἰς ἰσοσκελισμὸν τὸν προϋπολογισμόν, δὲν ἔπρεπε νὰ χαρίσητε εἰς τοὺς πλουτίσαντας τὸ παράβολον αὐτό. Εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅπως τοὐλάχιστον εἴχατε ἀναγράψει εἰς τὸν κατατεθέντα προϋπολογισμὸν — δὲν γνωρίζω ἐὰν σήμερον ἰσχύῃ ἢ ἔχει τελείως ἀνασκευασθῆ οὗτος ἐκ τῶν πραγμάτων — εἴχατε γενικῶς ἔσοδα ἐκ παραβόλων 120 ἑκατ. ἐν συνόλῳ, εἴχατε δικαστικὰ τέλη περὶ τὰ 160 ἑκατ. καὶ ἦταν τὰ πρόστιμα περίπου 1 δισεκατ. δραχμαί, δὲν θὰ ἦτο ὀρθὸν καὶ ἐπιβεβλημένον νὰ πληρώσουν κάτι παραπάνω τοῦ συνήθους οἱ ἐπιδιώκοντες νὰ μειώσουν τὰς διαφορὰς τῶν κερδῶν των εἰς τὰ δικαστήρια, ὥστε νὰ βοηθήσουν καὶ τὸ Κράτος εἰς τὴν συγκεκριμένην αὐτὴν περίπτωσιν, διὰ τὴν ὑπ’ αὐτοῦ γενικῶς ἄσκησιν τῆς δικαστικῆς λειτουργίας. Βεβαίως, καὶ ἡ δικαστικὴ λειτουργία εἰς ἕνα σύγχρονο Κράτος πρέπει, ὅσον τὸ δυνατόν, νὰ δίδεται δωρεάν. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία. Ἀλλὰ τὸ νὰ καταργῶμεν τελείως τὰ παράβολα, ἰδιαιτέρως δι’ αὐτὴν τὴν κατηγορίαν διαδίκων, εἶναι ἕνα ἀσυγχώρητον σφάλμα.
§34Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν μὲ ἐπροσέξατε χθὲς εἰς τὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἔδωσα. Ἡ ἐξήγησις ἦτο ἡ ἑξῆς: Ἦτο τόσον μεγάλο τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, ὥστε τὸ ⅒, τὸ ὁποῖον θὰ κατεβάλλετο ὑποχρεωτικῶς διὰ νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἀναθεωρήσεως, ἐθεωρήθη ὅτι ἦτο ἐπαρκὲς ποσόν, ὥστε τὰ παράβολα αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ δὲν δύνανται νὰ εἶναι τεράστιον ποσόν....
§35Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Αὐτὸ τὸ ἤκουσα χθὲς καὶ σᾶς ἔκαμα μίαν πρότασιν, ἡ ὁποία ἐὰν εἶχε γίνει ἀπὸ τότε, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Βαμβέτσος, δὲν θὰ μᾶς εἶχε φέρει εἰς τὸ βῆμα σήμερον. Πραγματικῶς τὸ παράβολον καὶ ἡ προκαταβολὴ φόρου, εἶχον ἐπιβληθῆ μὲ τὸν νόμον 823, εἰς μίαν στιγμήν, τὸν Ἰανουάριον 1946, ὁπότε πραγματικῶς τὸ Κράτος εἶχεν εὑρεθῆ εἰς μίαν δυσκολωτάτην θέσιν, ὁπότε ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τῆς ἐγκυκλίου, τὴν ὁποίαν ἔχω ὑπ’ ὄψιν, λέγει ὅτι, κύριοι, τὰ χρήματα αὐτὰ πρέπει, ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ εἰσπραχθοῦν κατὰ τὸ μεγάλο μέρος ἀμέσως, διότι ὁ προϋπολογισμὸς ἔχει ἀνάγκην, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀναμείνωμεν τὰς ἀναθεωρητικὰς ἐπιτροπάς, ὥσπου νὰ τελειώσουν τὸ ἔργον των, διότι εἶναι χιλιάδες πραγματικῶς οἱ φορολογούμενοι. Εἰς τὴν ἔκθεσίν σας λέγετε καὶ τὸ ἑξῆς: «....... (ἀναγινώσκει) .......». Ἐκείνην τὴν στιγμὴν τὸ Κράτος, τὸ ἀμέσως μεταπολεμικόν, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ὄχι μόνον ἀπὸ ἀπόψεως ψυχολογικῶν λόγων νὰ χτυπήσῃ ὅλους αὐτοὺς τοὺς πλουτίσαντας κατὰ τὴν κατοχὴν — δὲν λέγω ἀνόμως, πιθανὸν νὰ ὑπῆρξαν καὶ πλουτίσαντες οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπλούτισαν ἀνόμως, ἐν πάσῃ περιπτώσει ἦτο ἓν εἶδος ἐκτάκτων κερδῶν, τὰ ὁποῖα ἀπέκτησαν εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις — ἐκείνην τὴν στιγμὴν τὸ Κράτος ἐσκέφθη ταμιακῶς καὶ ἐπέβαλε προπληρωμὴν τοῦ ⅓ τοῦ φόρου καὶ καταβολὴν καὶ παραβόλου ἀνερχομένου εἰς τὸ ⅒ καὶ ὑπὸ τοὺς ὅρους αὐτοὺς τοὺς ἔδωκε καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἀναθεωρήσεως, διότι μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ὑπῆρχον αἱ φορολογικαὶ ἐπιτροπαὶ καὶ ὡς στάδιον ἐπανεξετάσεως μόνον αἱ πρωτοβάθμιοι ἐκδικαστικαὶ ἐπιτροπαί. Ὅταν ἐσκέφθη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, νὰ δώσῃ αὐτὸ τὸ δικαίωμα ἀναθεωρήσεως, τὸ ἔδωσε μὲ κάποιον ἀντάλλαγμα εἰς τοὺς φορολογουμένους αὐτούς. Σεῖς δέ, κύριε Ὑπουργέ, ὅταν ἐκ τῶν πραγμάτων καὶ τῆς συνεχίσεως τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ἀντελήφθητε ὅτι τὸ ποσὸν ἦτο ὑπέρογκον, ὅτι ἐγένοντο ἀδικίαι, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι θὰ ἠμπορούσατε νὰ περιορίσητε καὶ μάλιστα σοβαρῶς τὸ παράβολον αὐτὸ — χωρὶς ὅμως καὶ νὰ τὸ καταργήσητε τελείως. Θὰ ἠδύνασθε νὰ θέσητε ἓν ἀνώτατον ὅριον παραβόλου, ὡς λ.χ. δύο ἑκατομμύρια, θὰ περιωρίζετο οὕτω ὁ ἀριθμὸς τῶν δι’ ἀναθεώρησιν προσφευγόντων, διότι ἕκαστος θὰ εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του ὅτι ἠμποροῦσε νὰ χάσῃ καὶ δύο ἑκατομμύρια, καὶ θὰ τὸ ἀπεφάσιζεν, οὕτω δὲ θὰ διηυκολύνοντο αἱ ἀναθεωρητικαὶ ἐπιτροπαὶ νὰ ἀσχοληθοῦν μὲ τὰς ὑποθέσεις τῶν μεγαλυτέρων ποσῶν, ἐκείνων δηλαδὴ αἱ ὁποῖαι πραγματικῶς ἔπρεπε νὰ εἰσπραχθῶσι — καὶ ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὸ ἑξῆς παράδειγμα, ἀπὸ τὴν ἰδικήν σας ἔκθεσιν: «....... (ἀναγινώσκει) ........». Βλέπετε, ὅτι ὁ φόρτος αὐτῆς τῆς ἐργασίας, ἀπασχολουμένης, ἴσως, καὶ μὲ μικροποσά, δὲν ἄφησε τὰς φοροτεχνικὰς ὑπηρεσίας νὰ ἀναπτυχθοῦν ἐκεῖ ὅπου ὑπῆρχον τὰ μεγάλα ποσὰ καὶ νὰ ἐνεργοῦν ἀμέσως. Διότι μὲ τὴν πάροδον τοῦ χρόνου, κύριε Ὑπουργέ, ὅλα μεταβάλλονται καὶ τὰ χρήματα κρύπτονται, χάνονται καὶ εἰς τὸ τέλος δὲν θὰ ὑπάρξουν παρὰ τὰ ἄτομα διὰ νὰ πᾶνε εἰς τὰς φυλακὰς καὶ δὲν θὰ βρῆτε τίποτε ἀπὸ ἀπόψεως ταμιευτικῆς. Κατὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἴχατε ἀναφέρει ὅτι εἰς 78 δισεκατομμύρια ἀνήρχοντο τὰ ποσὰ· ὅτι ἐξ αὐτῶν 50 εἶχον βεβαιωθῆ καὶ 8 μόνον εἰσπραχθῆ. Αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγω, εἶναι τοῦ Ἰουνίου τοῦ παρελθόντος ἔτους καὶ ἐπὶ πλέον ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου μίαν δήλωσιν, ἡ ὁποία ἔγινεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν 28.11.1946 ἐπ’ εὐκαιρίᾳ κάποιας ἐρωτήσεως ὡρισμένων βουλευτῶν, εἰς τὴν ὁποίαν λέτε ὅτι μέχρι 30.9.1946 εἰσεπράχθησαν ποσὰ ἐκ τοῦ φόρου τῶν πλουτισάντων ἀνερχόμενα εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 13 δισεκατομμυρίων, δηλαδὴ ἐνῷ τὸν Ἰούνιον εἴχατε εἰσπράξει 8 δισεκατομμύρια μέχρι τέλους Νοεμβρίου, δηλαδὴ μετὰ 6 μῆνας εἴχατε εἰσπράξει τ’ ἄλλα 5 δισεκατομμύρια μόνον, ἐνῷ ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου ἦτο νὰ εἰσπραχθοῦν μεγάλα ποσὰ καὶ μάλιστα τὸ ταχύτερον.
§36Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἡ ἀναθεώρησις δὲν ἀναστέλλει τὴν καταβολήν.
§37Π. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Ἀναστέλλεται ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου, μέσῳ τῆς Ἐπιτροπῆς ἀναστολῶν τῆς λειτουργούσης εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον. Διότι ἐπικαλούμενοι τὴν ἐκρεμότητα τῆς ἀναθεωρήσεως, ζητοῦν ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν τὴν ἀναστολὴν καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ τὴν χορηγεῖ.
§38Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν τὴν χορηγεῖ πάντοτε.
§39Π. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Τὴν χορηγεῖ συνήθως.
§40Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Νομίζω ὅτι ὁ συνάδελφος κ. Βαμβέτσος, ὀρθῶς ὑπέβαλε πρότασιν νὰ ἐπιτραπῇ νέα ἀναθεώρησις, ἀλλὰ ὡρισμένων μόνον ἀποφάσεων, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ νὰ εἶναι περιωρισμένη, κατόπιν προτάσεως μόνον τοῦ Ἐφόρου, δηλαδὴ ὅταν ἡ ὑπηρεσία ὁρίσῃ ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἐκ νέου ἀναθεώρησις μιᾶς ἀποφάσεως, τότε καὶ μόνον νὰ γίνεται ἡ ἀναθεώρησις. Ἐπίσης, νομίζω, ὅτι θὰ πρέπει καὶ τὴν ἄλλην πρότασιν τοῦ κυρίου συναδέλφου, ἐν σχέσει μὲ τὸ παράβολον — ἐγὼ δὲν λέγω καταβολὴν φόρου, ἀλλὰ παράβολον — θὰ πρέπει νὰ τὴν δεχθῆτε καὶ νὰ ἐπιβάλλεται τοιοῦτον παράβολον μέχρι ὡρισμένου ποσοῦ, νὰ μὴ ἠμπορῇ δηλαδὴ νὰ περάσῃ τὸ αʹ ἢ βʹ ποσόν.
§41Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Μὰ ἀφοῦ ἡ ἀναθεώρησις δὲν γίνεται;
§42Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Ἡ πρότασις αὐτὴ τοῦ κ. Βαμβέτσου, θὰ ἀφορᾷ βεβαίως ἕνα ἐλάχιστον ἀριθμὸν ὑποθέσεων, διότι καὶ ἐγώ, κύριοι συνάδελφοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξω ὅτι αὐτὸ τὸ παράβολον θὰ πρέπει νὰ εἰσπραχθῇ ἀναδρομικῶς — ἐκτὸς ἐὰν δέχεται τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς — δεδομένου ὅτι, ὅπως πληροφοροῦμαι, οἱ πλεῖστοι ἐὰν ὄχι ὅλοι, οἱ πλουτίσαντες (πλὴν ἀρκετῶν, δοσίλογοι οἱ ὁποῖοι δὲν ἔκαμον ἀκόμη ἀναθεώρησιν), οἱ πλεῖστοι λέγω, ἢ σχεδὸν ὅλοι οἱ ἄλλοι, ἤδη ὑπέβαλον αἰτήσεις ἀναθεωρήσεως. Θὰ ἦτο δὲ ἄδικον ἀναδρομικῶς νὰ ἔλθῃ τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον ὑποτίθεται ὅτι εἶναι Κράτος ἠθικόν, νὰ ἐπιβάλῃ ἀναδρομικῶς ἕνα παράβολον καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ αἰτῶν τὴν ἀναθεώρησιν, δὲν τὸ εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του καὶ ἴσως δὲν θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ τὸ πληρώσῃ. Ἐκτὸς ἐὰν τεθῇ ἀνώτατον ὅριον παραβόλου. Ὑπάρχουν ὅμως, ἴσως, τινὲς πλουτίσαντες, ἀλλὰ κυρίως ὑπάρχουν ἀρκετοὶ δοσίλογοι, τῶν ὁποίων ἀκόμη δὲν ἐξεδικάσθησαν αἱ ἀναθεωρήσεις, καὶ δι’ αὐτοὺς θὰ ἦτο λογικὸν καὶ πρέπον νὰ ἐπιβληθῇ παράβολον. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργός, δὲν θὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐν σχέσει μὲ τὸ νομοσχέδιον, προτείνω κατὰ τὰ ἄλλα νὰ ψηφισθῇ τοῦτο μὲ αὐτὰς τὰς τροπολογίας τοῦ κ. Βαμβέτσου. Ἐπειδὴ ὅμως ἐγεννήθη ζήτημα, ἐκ στοιχείων τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ὁ συνάδελφος κ. Βαμβέτσος εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, δι’ ὑπερβολὰς ποὺ ἔγιναν καὶ παρετηρήθη ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅτι αὐτὰ δὲν ἔχουν θέσιν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἤθελον νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅτι, νομίζω πὼς ἔχουν ἀπόλυτον σχέσιν μὲ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως σχέσιν ἔχει καὶ μία ἄλλη παράκλησις, τὴν ὁποίαν θὰ σᾶς ὑποβάλω. Ἀπὸ τῆς 28.11.1946, δὲν ἔχομεν πλέον οὐδὲν στοιχεῖον περὶ τῆς πορείας τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων αὐτῶν καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ καταθέσετε σχετικὰ στοιχεῖα εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς εἰπῆτε ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι σχετικὸν μὲ τὴν συζήτησιν καὶ, νομίζω, ὅτι θὰ πρέπει νὰ ὑποβληθοῦν τὰ στοιχεῖα, διὰ νὰ μᾶς διαφωτίσητε ὅλους μας καὶ διὰ νὰ ἴδωμεν τὴν πορείαν τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου ἀπὸ τῆς ἀρχῆς. Τί ποσὸν εἶναι ἐκκρεμὲς εἰς ἐκδικαστικὰς Ἐπιτροπάς, τί ποσὸν εἰς ἀναθεωρητικὰς Ἐπιτροπάς. Τί ἔχετε εἰσπράξει εἰς χρῆμα. Τί ἔχετε κατάσχει εἰς εἴδη, κατοικίας κλπ., διὰ νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ποῦ πρόκειται νὰ καταλήξῃ ὁ νόμος αὐτὸς περὶ πλουτισάντων. Αὐτὰ νομίζω, ὅτι δὲν σᾶς θίγουν προσωπικῶς.
§43Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Θ’ ἀποτελέσῃ θέμα τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1946 αὐτό.
§44Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, τὴν ἑπομένην ἑβδομάδα κλείει ἡ Βουλή. Θὰ ἔχωμεν διακοπάς. Αὐτὸ ποὺ μᾶς λέτε σεῖς, ἀφορᾷ χρονολογίαν μετὰ τὰς 15 Ὀκτωβρίου, ἐγὼ θὰ ἤθελον ἐνωρίτερον. Νὰ μὴ περιμένωμεν τὸν Ὀκτώβριον διὰ νὰ ἔχωμεν τὰ στοιχεῖα.
§45Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ὁπότε θέλετε, εὐχαρίστως θὰ τὰ φέρω.
§46Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Τώρα ἐὰν ὁ κ. Βαμβέτσος ἐπιμένῃ ἐπὶ τῆς παραδοχῆς μιᾶς ἐρεύνης, ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, αὐτὸ εἶναι ζήτημα εἰς τὸ ὁποῖον ἐνῷ δὲν ἔχω στοιχεῖα θετικὰ διὰ ν’ ἀποφανθῶ. Ἁπλῶς ἐκ πρώτης ὄψεως ἤκουσα τὸ ἑξῆς: Ὅτι ἐβεβαιώθησαν ὡρισμένα ποσὰ Αʹ. τὰ ὁποῖα εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς ἠλαττώθησαν. Κάποιος συνάδελφος τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ἀνέφερε τὸ ὄνομα τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας καὶ εἶπεν ὅτι ἡ ὑπηρεσία πιάνει, ἡ ὁποία ἔκαμε μικρὰς βεβαιώσεις ἢ μεγάλας βεβαιώσεις. Ἐκ τῶν στοιχείων, προκύπτει ὅτι αἱ φορολογικαὶ Ἐπιτροπαὶ — διότι ἡ Ἐφορία δὲν καθορίζει τὸν φόρον — ὥρισαν ἕνα ποσὸν καὶ αἱ ἐκδικαστικαὶ Ἐπιτροπαὶ τὸ ἠλάττωσαν καὶ συνεπῶς δὲν βλέπω ποῦ αἱ φορολογικαὶ ἐπιτροπαὶ ἐχαρίσθησαν. Ἀφ’ ἑτέρου ὁ ἴδιος συνάδελφος μᾶς λέγει ὅτι, ἐνῷ ἐγένοντο ἐλαττώσεις, τὸ σύνολον τοῦ ποσοῦ δὲν ἐμειώθη, διότι ἄλλων αἱ ἀναθεωρητικαὶ ἐπιτροπαὶ ηὔξησαν τὸ φορολογητέον ποσόν. Συνεπῶς, ὁμολογῶ, ὅτι ἔχω πλήρη ἔλλειψιν στοιχείων καὶ δὲν μπορῶ νὰ ἀποφανθῶ ἐὰν ἐπιβάλλεται μία ἔρευνα ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Ἴσως, ἐὰν ἔχωμεν, μᾶς ἐκτεθοῦν δηλ. στοιχεῖα καὶ διαφωτισθῶμεν, μπορεῖ νὰ προεκαλοῦμεν ζήτημα. Πάντως, ἐγὼ τελικῶς μὲ τὰς τροπολογίας αὐτάς, εἶμαι ὑπὲρ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἤδη ἰσχύει, ἄλλωστε, ἀπὸ ἔτους καὶ πλέον.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον.
§48Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ἐσκόπευον, κύριοι βουλευταί, νὰ λάβω τὸν λόγον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν νομοσχεδίου. Ἀνήκω εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀποδοκιμάζουν ὅλον τὸν θεσμὸν περὶ δοσιλόγων, οὐχὶ βέβαια, διότι διαισθάνομαι συμπάθειάν τινα πρὸς τοὺς αἰσχροκερδεῖς, τοὺς ὀνομασθέντας μαυραγορίτας, ἢ ὀνομαζομένους τώρα πλουτίσαντας. Αἰσθάνομαι πρὸς αὐτοὺς ἀπέχθειαν — ἂν θέλετε καὶ μῖσος ἀκόμη — ἀλλά, νομίζω, ὅτι ἡ κειμένη νομοθεσία ἦτο ἱκανὴ καὶ εἰς τὸ θέμα τοῦτο νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν περὶ δικαίου ἀντίληψιν. Καί, νομίζω, ἀκόμη περισσότερον ὅτι, εἰς τὴν νομοθεσίαν αὐτήν, ἀνεμίχθησαν θέματα φορολογικὰ καὶ θέματα ποινικά, ὥστε νὰ δημιουργηθῇ τραγέλαφος εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ Κράτους καὶ κατηντήσαμε νὰ χειροκροτῶμεν εὐλόγως ὅσα εἶπε χθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τρικάλων βουλευτὴς ἐναντίον τῶν πλουτισάντων, νὰ χειροκροτῶμεν εὐλόγως, ἀλλὰ νὰ συναντῶμεν εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ εἰς τὰς πλατείας καυχωμένους καὶ κλασαυχενιζομένους τοὺς πλουτίσαντας, ἐνῷ ἀντιθέτως, εἶναι φυλακισμένοι ὑπέροχοι Ἕλληνες, ἀνωτέρου βαθμοῦ πατριῶται. Ἐνῷ οἱ ὀνομασθέντες χθὲς πλουτίσαντες εἶναι ἐλεύθεροι, εὑρίσκονται εἰς τὰς φυλακὰς ὁ ἡρωϊκώτατος στρατηγὸς Κατσιμῆτρος, ὁ ἔνδοξος ἐκεῖνος στρατηγός, ὁ ὁποῖος ἔσωσε τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν εἰς τὴν Ἀλβανίαν καὶ ἐνῷ εἶναι ἀκόμη εἰς τὰς φυλακὰς ὁ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, ὁ Λούβαρις, ὁ ὁποῖος ὡρκίσθη κατόπιν μιᾶς πιέσεως καὶ ἐνῷ ἐκεῖνοι εἶναι εἰς τὰς φυλακάς, οἱ πιέσαντες αὐτὸν εἶναι ἔξω, κορυφαίας, ὑψίστας θέσεις κατέχοντες.
§49ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸν Καραπᾶνο ἐλησμονήσατε.
§50Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ Βασίλειος Καραπᾶνος! Ποῖος δὲν γνωρίζει τὸν ἐναρετώτατον ἐκεῖνον Ἕλληνα, τὸν πατριωτικώτατον ἐκεῖνον ἄνθρωπον; Καὶ εἶναι ὅλοι αὐτοὶ εἰς τὰς φυλακάς, ἐνῷ οἱ πλουτίσαντες, οἱ αἰσχροκερδεῖς, οἱ μαυραγορῖται κλασαυχενίζονται εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ τὰς πλατείας. Διὰ ποῖον λόγον καὶ πρὸς ποῖον σκοπόν, ἔλεγον ἐν τῇ συνειδήσει μου, νὰ λάβω τὸν λόγον; Ἐν τούτοις, ἐφ’ ὅσον ἦλθε τὸ νομοσχέδιον αὐτό, θὰ σᾶς ἀπασχολήσω, κύριοι συνάδελφοι, μὲ μίαν ἢ δύο φράσεις ἀκόμη. Ἐφ’ ὅσον ἦλθε πρὸς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ἐφ’ ὅσον ἐλέχθησαν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν χθές, νομίζω, ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἰδιαίτατα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ὅπως ἀναθέσῃ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον αὐτῆς νὰ ὁρίσῃ μίαν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία νὰ ἐλέγξῃ τὴν ὑπόθεσιν...
§51ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Σωστό.
§52Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. ... διότι, βεβαίως, δὲν πρόκειται περὶ ποσῶν, διὰ τὰ ὁποῖα κουκουές τις, ἀνελθὼν μέχρις ὑπουργικῶν ἀξιωμάτων, κουκουὲς κατέχων σήμερον ἀνωτάτην θέσιν εἰς τὸ ἐξωτερικόν, εἶπεν ὅτι τυχὸν ὑπάρχουν ἐδῶ ποσά, δυνάμενα νὰ ἀντικρύσουν τὴν καταστροφὴν τὴν ὁποίαν ὑπέστη ἡ Πατρίς μας. Ὄχι, δὲν εἶναι τοιαῦτα ποσά, ἀλλά, βεβαίως, διεπράχθη αἰσχροκέρδεια καί, βεβαίως, ὑπάρχουν αἰσχροκερδεῖς μέχρι ποινικῶν εὐθυνῶν καί, βεβαίως, διὰ νὰ εἶναι σήμερον ἐλεύθεροι, φορολογοδικηγορικὰ σκάνδαλα τεράστια διεπράχθησαν, ὅπως εἶπε χθὲς ὁ ἀξιότιμος κύριος ἐκ Τρικάλων βουλευτής. Εἶναι, λοιπόν, ἐπιβεβλημένον, εἰς τὴν Κυβέρνησιν, κατὰ τὴν γνώμην μου, νὰ ζητήσῃ τὸν διορισμὸν μιᾶς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐγώ, κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἀνήκω εἰς καμμίαν Ἐπιτροπὴν Κοινοβουλευτικὴν — δι’ ὡρισμένους λόγους — ἀλλὰ εἰς μίαν τοιαύτην Ἐπιτροπὴν θὰ δεχθῶ νὰ μετάσχω, ἐὰν μὲ διορίσουν.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Βαμβέτσος ἔχει τὸν λόγον.
§54Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἀναγκάζομαι νὰ λάβω καὶ πάλιν τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπησχόλησε κατὰ τὴν χθεσινὴν ἑσπέραν, πρῶτον, διότι παραδόξως ἐδημιουργήθη ἀπὸ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν, ἓν ζήτημα ἀπαράδεκτον συζητήσεως καί, δεύτερον, διότι κατὰ τὴν σημερινὴν ἡμέραν, μετὰ τὴν ὑπὸ τοῦ κοινοῦ ἀνάγνωσιν τῶν ἐφημερίδων, ἐδέχθην ἑκατοντάδα τοὐλάχιστον ἐπιστολῶν, τηλεφωνημάτων καὶ ἐπισκέψεων, αἱ ὁποῖαι μοῦ παρέχουν καὶ νεώτερα στοιχεῖα ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἔθιξα χθές. Καὶ ἀκριβῶς, διὰ τὸν λόγον αὐτὸν εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναθεωρήσω ἐν μέρει μερικὰς ἐκ τῶν ἐπιεικῶν σκέψεων, τὰς ὁποίας διετύπωσα χθές. Καὶ προκαταβολικῶς λέγω, ὅτι μὲ ἐπρόλαβεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν συνάδελφος, εἰς τὴν πρότασιν περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ἐγώ, μετὰ νεωτέραν σκέψιν καὶ μελέτην τῶν σημερινῶν στοιχείων, εἶχον καταλήξει. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνόμισεν, ὅτι δὲν δικαιούμεθα, προκειμένου νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν πλουτισάντων, νὰ ἐρευνήσωμεν τὸ ὅλον ζήτημα, ὡς τοῦτο τίθεται ἐνώπιον ἡμῶν. Ἀλλὰ δύναται πάντοτε, προκειμένου περὶ ἀσκήσεως τῆς νομοθετικῆς λειτουργίας, νὰ ἐξετάζῃ ἡ Βουλὴ τὰ προβλήματα ἀπὸ πάσης πλευρᾶς, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον ἐπρόκειτο μετὰ 13 μῆνας νὰ κυρώσωμεν νομοθετικὸν διάταγμα, κατὰ τὸ μέγιστον αὐτοῦ μέρος ἐκτελεσθὲν καὶ εἴχομεν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξετάσωμεν τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ διάταγμα τοῦτο ἐξετελέσθη καὶ νὰ ἐλέγξωμεν αὐτό, ἐάν, εἴτε κατὰ περιεχόμενον, εἴτε κατὰ τὸν τρόπον τῆς ἐφαρμογῆς του, δὲν μᾶς ἀρέσῃ. Δὲν εἶναι δυνατὸν δὲ νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἡ συζήτησις κατέλαβε τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐξ ἀπρόπτου, διότι τὰς ἀπόψεις, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξα χθές, πρῶτον μὲν τὰς εἶχον ἀναπτύξει ἐν ἐντύπῳ ἐκθέσει, ὡς εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τῆς Ἐξουσιοδοτήσεως καί, δεύτερον, διότι εἶχον ζητήσει διὰ τῆς Βουλῆς, ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, πρὸ πολλῶν ἡμερῶν, τὴν κατάθεσιν ἀκριβῶς τῶν φακέλλων, τοὺς ὁποίους ἐχρησιμοποίησα χθές, ἀναγράφων ἐν τῇ αἰτήσει μου συγκεκριμένως, ὅτι ἐζήτουν νὰ μοῦ δοθοῦν οἱ φάκελλοι αὐτοὶ ἐντὸς τῆς ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ ὁριζομένης προθεσμίας καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος, τοῦ ἀφορῶντος τὴν φορολογίαν τῶν πλουτισάντων». Ἦτο ἑπομένως ἡ διοίκησις ἐγκαίρως προειδοποιημένη περὶ τοῦ λόγου, διὰ τὸν ὁποῖον ἐζήτησα τὴν κατάθεσιν τῶν φακέλλων καὶ περὶ τῆς χρησιμοποιήσεως αὐτῶν, ἡ ὁποία, βεβαίως, ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Ἀλλὰ ἐκτὸς τούτου, νομίζω, ὅτι αὐτὴ ἡ δευτέρα προειδοποίησις, ἡ ἐπίσημος, οὕτως εἰπεῖν προειδοποίησις, θὰ ἦτο ἀρκετὴ διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν — ἀφοῦ δὲν τοῦ ἤρκεσεν ἡ πρώτη — διὰ νὰ ἀνησυχήσῃ κάπως, ὡς πρὸς τὴν πορείαν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος. Νομίζω, ὅτι ἡ δευτέρα προειδοποίησις θὰ ἦτο ἐπαρκὴς δι’ αὐτόν διὰ νὰ ζητήσῃ καὶ αὐτὸς, τοὐλάχιστον, νὰ μελετήσῃ τοὺς φακέλλους, τοὺς ὁποίους ἀπέστειλε πρὸς ἐμέ, διότι, ὅπως ἠκούσατε χθές, ἐκ τῆς ἰδικῆς μου κριτικῆς, κριτικῆς προερχομένης οὐχὶ ἐκ τῶν ἰδιωτικῶν μου πληροφοριῶν, ἀλλὰ ἐκ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα καὶ μόνον χθὲς ἐχρησιμοποίησα, κατέληξεν εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ἀνακρίσεως ἐπὶ τῶν γενομένων, ἐνῷ, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καθ’ ὃ εἶχε καθῆκον, ἐλάμβανεν, ἐξ ἀφορμῆς τῆς αἰτήσεως τῶν φακέλλων, γνῶσιν αὐτῶν, θὰ κατέληγεν αὐτεπαγγέλτως εἰς τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἠναγκάσθη νὰ καταλήξῃ κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν. Νομίζω, ὅτι τοῦτο, τοὐλάχιστον, ἀποτελεῖ βαρεῖαν ἀμέλειαν τοῦ Ὑπουργοῦ ἐν τῇ ἀσκήσει τῶν ὑπουργικῶν αὐτοῦ καθηκόντων, μολονότι πιστεύω πάντοτε, μεθ’ ὅσα εἶπον χθές, ὅτι ἤρκει ἡ πρώτη ὑπόδειξίς μου πρὸς αὐτόν, ὑπόδειξις οὐχὶ βουλευτοῦ πρὸς Ὑπουργόν, ἀλλὰ φίλου πρὸς φίλον καὶ ἀνθρώπου ἔχοντος ποιάν τινα κοινωνικὴν ὑπόστασιν, ὅτι ἤρκει μία πληροφορία περὶ τῆς ὁποίας τὸν ἐβεβαίωσα, ὅτι ἐγὼ εἶχον ἀπόλυτον πεποίθησιν ἐπὶ τῆς ἀκριβείας αὐτῆς — παρ’ ὅτι δὲν ἠδυνάμην νὰ τοῦ δώσω περισσοτέρας πληροφορίας, διότι εἶχον ὡρισμένην δέσμευσιν — μολονότι πιστεύω, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ ἰδιωτικὴ ἀνακοίνωσις θὰ ἤρκει, διὰ νὰ τοῦ καταλογίσω πάντοτε τὴν βαρεῖαν αὐτὴν ἀμέλειαν. Ἀλλά, ἐὰν ἡ Βουλὴ πρόκειται νὰ εἶναι ἐπιεικὴς ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, φαντάζομαι, ὅτι ἡ ἐπιείκεια τῆς Βουλῆς δὲν θὰ ἐξιχθῇ μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ εἴπῃ, ὅτι, ὅταν εἷς Ὑπουργὸς πληροφορῆται, ὅτι εἷς βουλευτὴς ζητεῖ ἐπισήμους πίνακας, μὴ λαμβάνων γνῶσιν αὐτῶν ὁ ἴδιος καὶ μὴ ἐξάγων ἐξ αὐτῶν συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα ἐξήγαγε χθές, ἀκούσας τὴν ἰδικήν μου κριτικὴν ἐπ’ αὐτῶν, ὅτι τότε δὲν διαπράττει βαρεῖαν ἀμέλειαν. Τὸ μόνον ἐλαφρυντικὸν ποὺ ἔχω νὰ ἀναγνωρίσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι, ὅτι οὗτος εὑρίσκεται εἰς ὑπὲρ τὸ δέον στενὸν σύνδεσμον μὲ τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡμᾶς τοὺς παλαιοτέρους μᾶς ξενίζει, θὰ ἔλεγον, τὸ ἄκοσμον θέαμα, τοῦ νὰ βλέπωμεν εἰς τὰ Ὑπουργικὰ ἑδώλια καθημένους δημοσίους ὑπαλλήλους. Ἄλλοτε ἡ διασκευὴ τῆς αἰθούσης τῆς Βουλῆς, καθίστα τοῦτο ἀδύνατον, διότι, ὅπως γνωρίζετε, οἱ Ὑπουργοὶ ἐκάθηντο εἰς τὰ πρῶτα ἑδώλια τῆς αἰθούσης. Ἀλλὰ τὸ γεγονός, ὅτι μετεβλήθη ἡ διασκευὴ τῆς αἰθούσης, δὲν παρέχει τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους νὰ κάθηνται εἰς τὰς θέσεις τῶν Ὑπουργῶν καὶ νὰ κανοναρχοῦν τοὺς Ὑπουργούς, διὰ νὰ δίδουν ἀπαντήσεις. Εἶναι πολλοὶ ἐξ ὑμῶν οἱ διατελέσαντες Ὑπουργοί, ἀλλὰ ἀμφιβάλλω ἐάν τις ἐκ τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εὑρισκομένων ἐδέχθη νὰ ἔχῃ παραπλεύρως αὐτοῦ τὴν ὑπηρεσίαν του, κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς. Διότι τοῦτο ἀποτελεῖ μίαν ἐλαφράν, θὰ ἔλεγον, ρᾳθυμίαν περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν Ὑπουργικῶν καθηκόντων. Ὁ Ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ συνεργάζεται μὲ τὰς ὑπηρεσίας του ἐν τῷ γραφείῳ του (χειροκροτήματα) καὶ νὰ ἔρχεται εἰς τὴν Βουλὴν μελετημένος καὶ νὰ μὴ περιμένῃ διὰ νευμάτων τῆς ὑπηρεσίας νὰ λαμβάνῃ τὰς ἀπαντήσεις, τὰς ὁποίας θὰ δώσῃ εἰς τοὺς βουλευτάς, ἢ νὰ ἐρωτᾷ τὴν γνώμην τῆς ὑπηρεσίας, ἐὰν τροπολογία τις εἶναι παραδεκτὴ ἢ ὄχι.
§55Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἀφορᾷ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος ὀφείλει νὰ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τῆς παρατηρήσεως αὐτῆς.
§56Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὄχι, κύριε συνάδελφε.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀφείλω νὰ ἀπαντήσω ὅτι ἑκάστοτε οἱ κ.κ. Ὑπουργοί, ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἔχουν παραπλεύρως των ἀνωτάτους λειτουργοὺς κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν νομοθετημάτων τῆς ἁρμοδιότητός των, οὔτε εἶναι παρέκκλισις ἐκ τοῦ ὑφισταμένου Κανονισμοῦ, οὔτε ἐκ τῆς ὑφισταμένης συνηθείας. Πάντοτε οἱ Ὑπουργοὶ συνοδεύονται ἀπὸ ἀνωτάτους ὑπαλλήλους.
§58Σ. ΠΑΠΟΥΤΣΑΝΗΣ. Ἠμπορεῖ νὰ τοὺς ἔχουν ἀπ’ ἔξω, ὄχι ὅμως εἰς τὰ Ὑπουργικὰ ἑδώλια.
§59Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἡμεῖς δὲν ἐνθυμούμεθα τὸ περιστατικὸν αὐτὸ τοὐλάχιστον ἐν τῇ παλαιᾷ Βουλῇ. Ἀλλὰ καὶ σήμερον, οὔτε ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, οὔτε ὁ Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, οὔτε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, οὔτε ὁ Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ἐνεφανίσθησαν εἰς τὴν αἴθουσαν συνοδευόμενοι ἀπὸ δημοσίους ὑπαλλήλους, ἀλλ’ ὑποτίθεται ὅτι συνεβουλεύθησαν τὰς ὑπηρεσίας των προηγουμένως, ὅτι ἐμελέτησαν τὰ νομοθετήματα τὰ ἐκκρεμοῦντα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ εἶναι οἱ ἴδιοι ἱκανοὶ νὰ ὑπερασπίσουν μόνοι των τὰ νομοσχέδιά των καὶ νὰ δώσουν πληροφορίας ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν, ἐξ ἰδίας αὐτῶν πρωτοβουλίας. (Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ἐξέρχονται τῆς αἰθούσης οἱ εἰς τὰ Ὑπουργικὰ ἑδώλια καθήμενοι δύο ἀνώτεροι ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν).
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐνθυμοῦνται οἱ κ.κ. συνάδελφοι, ὅτι, ὅταν ἐψηφίζοντο 21 νομοσχέδια τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, παρέστησαν κατὰ τὴν συζήτησιν ἀνώτατοι ἀξιωματικοὶ τοῦ Ναυτικοῦ, διὰ νὰ δώσουν ὡρισμένας πληροφορίας εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν.
§61Χ. ΛΑΔΑΣ. Κακῶς. Ἐνθυμεῖσθε ὅταν ἐψηφίζοντο τὰ νομοσχέδια τοῦ κ. Μαυρομιχάλη, Ὑπουργοῦ ὄντος τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων, οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἁρμόδιοι, ἵσταντο ὄρθιοι καὶ ἦσαν ἀνώτατοι ἀξιωματικοί.
§62Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, κύριοι συνάδελφοι, συγχέει τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Σώματος μὲ τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως. Αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος, συνέβησαν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ Ἐξουσιοδοτήσεως, ἐν τῇ ὁποίᾳ δὲν τηροῦνται αὐστηρῶς, ὅπως ἐλειτούργησεν αὕτη, οἱ κανόνες, οἱ ἀφορῶντες τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Σώματος, οἱ ὁποῖοι διέπονται ἀποκλειστικῶς ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ εἰδικὴ διάταξις διὰ τὴν παρουσίαν ξένων προσώπων ἐν τῇ αἰθούσῃ καὶ μάλιστα εἰς τὰ Ὑπουργικὰ ἑδώλια. Ἴσως, αὐτὴ ἡ μεγάλη ἐξάρτησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν ἦτο ἡ ἀφορμή, ὥστε νὰ μὴ δώσῃ προσοχὴν εἰς ὅσα ἐλέχθησαν, ἢ εἰς ὅσα ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποκομίσῃ, μελετῶν τοὺς φακέλλους. Ὁπωσδήποτε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει μόνος τὴν πολιτικὴν εὐθύνην τῆς διαχειρίσεως τοῦ ζητήματος. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤκουσε χθὲς ἓν συγκεκριμένον περιστατικόν, ἓν περιστατικὸν δηλαδὴ μιᾶς περιέργου προτιμήσεως, μιᾶς ὡρισμένης Ἀναθεωρητικῆς Ἐπιτροπῆς ἐν τῇ εἰς αὐτὴν παραπομπὴν τῶν ὑποθέσεων. Ὑποθέτω, ὅτι ἀπὸ τῆς χθὲς μέχρι σήμερον, κατὰ τὸ διαρρεῦσαν εἰκοσιτετράωρον, θὰ εἶχεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὸν καιρὸν νὰ ζητήσῃ πληροφορίας περὶ τοῦ πῶς καὶ διὰ ποίους λόγους ἐγένετο αὐτὴ ἡ προτίμησις καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θὰ δώσῃ εἰς τὸ Σῶμα τὰς ἀναγκαίας ἐπὶ τούτου ἐξηγήσεις. Διότι, ἐὰν δὲν δοθοῦν αἱ ἐξηγήσεις αὐταί, τὸ Σῶμα θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ πιστεύῃ ὅτι ἡ προτίμησις αὐτὴ τῆς ἐν λόγῳ Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Ἐπιτροπῆς, ὀφείλεται εἰς συγκεκριμένους προσωπικοὺς λόγους καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ ἀνάκρισις, τὴν ὁποίαν μᾶς ὑπεσχέθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι θὰ προκαλέσῃ, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὴν ἀνωτάτην ἐν τῷ Ὑπουργείῳ του θέσιν κατέχει πρόσωπον, τὸ ὁποῖον, εἴτε εὐθύνεται ἠθικῶς διὰ τὴν τοιαύτην προτίμησιν τῆς Ἀναθεωρητικῆς Ἐπιτροπῆς, εἴτε λόγῳ στενῆς συγγενείας πρὸς ἓν ἐκ τῶν μελῶν, τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι ὑπὸ κρίσιν, δὲν θὰ εἶναι ἀμερόληπτον. Διότι τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ δώσουν τὰς πληροφορίας εἶναι δύο κατηγοριῶν, εἴτε εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἐκ τῶν πάντοτε ὑπαρχόντων τιμίων δημοσίων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ παράσχουν πληροφορίας εἰς τὸν μέλλοντα νὰ ἐνεργήσῃ τὰς ἀνακρίσεις, ἀλλ’ οἱ ὑπάλληλοι αὐτοί, τελοῦν ὑπὸ τὴν σπάθην τοῦ Δαμοκλέους, τοῦ παντοδυνάμου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἰσοβίου μονίμου ὑπαλλήλου.
§63Χ. ΛΑΔΑΣ. Δὶς ἰσοβίου.
§64Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἰσοβίου ὑπαλλήλου. Καὶ μάλιστα, κύριοι, ἐφ’ ὅσον εὑρίσκεται ἐν ἐκκρεμότητι τὸ ψήφισμα τῆς ἐξυγιάνσεως καὶ κινδυνεύει πᾶς ὑπάλληλος, δίδων οἱανδήποτε πληροφορίαν, νὰ ὑποστῇ τυχὸν τὴν κατηγορίαν ὅτι, τοῦτο πράττει ἐκ τοιούτων ἢ τοιούτων πολιτικῶν νοημάτων. Ἑπομένως, ἡ πρώτη κατηγορία ἀποκλείεται νὰ χρησιμοποιηθῇ, ἐφ’ ὅσον οὕτω πως διοικεῖται τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐάν, ἑπομένως, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, σοβαρῶς σκέπτεται νὰ προκαλέσῃ ἀμερόληπτον ἀνάκρισιν, τὸ πρῶτον ἔργον, τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ κάμῃ, εἶναι νὰ ἀπομακρύνῃ ἐκ τῆς ὑπευθύνου θέσεως τὸν περὶ οὗ πρόκειται ἰσόβιον ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος, ἄλλωστε, δὲν πρόκειται νὰ ὑποστῇ καμμίαν μείωσιν.
§65ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος εἶναι αὐτός;
§66Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὁ ἄρτι ἐξελθὼν τῆς αἰθούσης, διότι αὐτὸς κατέχει ἰσόβιον θέσιν ἐν τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ καὶ ἑπομένως δὲν πρόκειται τὴν παραμικρὰν ἠθικὴν ἢ ὑλικὴν μείωσιν νὰ ὑποστῇ. Ἡ δευτέρα κατηγορία μαρτύρων εἶναι, εἴτε φορολογούμενοι ἐξαναγκασθέντες εἰς παροχάς, εἴτε φορολογούμενοι ἀναγκασθέντες νὰ ὑποστοῦν πιέσεις, διὰ νὰ ὁμιλήσωμεν ἐπιεικῶς, εἴτε δικηγόροι ὑποθέσεων, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον γνῶσιν συγκεκριμένων περιστατικῶν. Σήμερον, κύριοι, ἐδέχθην τὴν ἐπίσκεψιν ἑνὸς δικηγόρου, ἀγνώστου εἰς ἐμέ, ὁ ὁποῖος μοῦ προσεκόμισε μίαν ὑπογεγραμμένην ἐπιστολήν, περιέχουσαν ὡρισμένα περιστατικά. Ἀλλ’ ὁ δικηγόρος αὐτὸς μοῦ εἶπε, «κύριε βουλευτά, θὰ σᾶς παρακαλέσω τὸ ὄνομά μου νὰ μὴ τὸ χρησιμοποιήσητε, διότι ἐγὼ εἶμαι δικηγόρος, παρίσταμαι ἐνίοτε εἰς φορολογικὰ δικαστήρια ἐξαρτῶμαι ἀπὸ τὸν Γενικὸν Γραμματέα καὶ τοὺς περὶ αὐτὸν καὶ συνεπῶς, πῶς θέλετε ἐγὼ αὔριον νὰ ἐμφανίζωμαι ἐνώπιον φορολογικῶν δικαστηρίων, εἰς τὰ ὁποῖα καὶ ἐγώ, ἐν παρόδῳ εἰρήσθω, φρονῶ ὅτι κακῶς μετέχουν ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν», καὶ αὐτὸ θὰ ἦτο δι’ ἐμὲ μία μεγάλη ἐπαγγελματικὴ ζημία». Ἕτερος συνάδελφος, διακεκριμένος συνάδελφος, μοῦ ἀπέστειλε μίαν ἐπιστολήν, τῆς ὁποίας ἀξίζει νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν ἀρχήν. Πρόκειται περὶ τοῦ κ. Νικολάου Θηβαίου, ὁ ὁποῖος δὲν ἠρνήθη νὰ θέσῃ τὴν ὑπογραφήν του. Ἡ ἐπιστολὴ λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Μὲ αἴσθημα βαθυτάτης ἱκανοποιήσεως ἐδιάβασα σήμερον τὴν εὐθεῖαν ἐπίθεσίν σας ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου 182. Ἡ ἱκανοποίησις — πιστεύσατέ με — δὲν εἶναι μόνον ἰδική μου. Κατέχει ὅλους ὅσους, ἀμέσως ἢ ἐμμέσως, συνέπεσε νὰ δοκιμάσουν τῶν περιφήμων Ἐπιτροπῶν τὴν δρᾶσιν. Δὲν εἶναι βεβαίως τῆς παρούσης ὥρας ἡ ἐπισκόπησις τῶν πεπραγμένων, ἰδιαιτέρως τῆς Δʹ Ἐπιτροπῆς. Ἐπικειμένης, ὡς ἀκούεται, συνεχίσεως τῆς ἀρξαμένης συζητήσεως τὸ ἀπόγευμα, θὰ ἤθελα τοῦτο καὶ μόνον νὰ ὑποδείξω. Ὁ οἱοσδήποτε ἐπανέλεγχος δὲν πρέπει ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ ἀνατεθῇ εἰς ὑπαλλήλους κλπ.». Ὅταν βλέπετε, κύριοι, ἕναν συνάδελφον, ἔχοντα καὶ οἰκογενειακὴν παράδοσιν καὶ ἠθικὴν ἀξίαν, νὰ γράφῃ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, δὲν νομίζετε ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι σοβαρώτερον ἀπὸ ὅ,τι χθὲς καὶ ἡμεῖς οἱ ἴδιοι τὸ ἐφαντάσθημεν; Δὲν νομίζετε, ἑπομένως, ὅτι δὲν θὰ ἦτο πλέον ἁπλοῦν ἔργον ἑνὸς δικαστικοῦ νὰ ἐνεργήσῃ τὴν ἔρευναν αὐτήν, ἀλλὰ τὸ καθῆκον τοῦτο ἀνήκει εἰς τὸ Σῶμα, διότι πρόκειται περὶ ἐλέγχου ὁλοκλήρου πλέον κλάδου δημοσίας ὑπηρεσίας, ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ προκύψῃ, πρῶτον ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἐγένοντο μειώσεις, δεύτερον ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἀπερρίφθησαν αἰτήσεις ἢ ἐνστάσεις προσώπων, ἐὰν ἐγένοντο καλῶς ἢ κακῶς αἱ παραλείψεις ἐγγραφῶν ἐκ τῶν πρώτων φορολογικῶν καταλόγων. Τὸ ἔργον αὐτὸ εἶναι τόσον σημαντικόν, τόσον εὐρύ, καὶ τόσης ἐξαιρετικῆς ἠθικῆς σημασίας, ὥστε δὲν νομίζω ὅτι θὰ ἐπετρέπετο εἰς τὸ Σῶμα, χωρὶς τὸν κίνδυνον νὰ ὑποστῇ τὴν μεγαλυτέραν τῶν ἠθικῶν μειώσεων, νὰ ἀποφύγῃ τὸ καθῆκον τοῦ νὰ ἀπαλλαγῇ τῆς ἐρεύνης τῶν ὑποθέσεων αὐτῶν. Τοῦτο, βεβαίως, δὲν ἀποκλείει τὴν κατὰ τὰ ἄλλα τροποποίησιν τοῦ νομοθετήματος, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξα χθὲς καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐπιμένω. Εἰδικώτερον θὰ ἤθελον νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἀναπροσαρμογῆς τῶν ποσῶν, τῶν καταβληθέντων τὸν Ἰανουάριον. Κατὰ τὰς πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι μοῦ ἐδόθησαν, κύριοι βουλευταί, οἱ φορολογούμενοι οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν εὐτυχίαν νὰ ἀναλάβουν τὸν εἰς αὐτοὺς ἐπιστραφέντα φόρον, κατόπιν τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἀναθεωρητικῆς Ἐπιτροπῆς, ἐνίοτε ὄχι μόνον δὲν ἐπλήρωσαν τὸν φόρον αὐτὸν τὸν ὀλίγον, ὁ ὁποῖος τοὺς κατελογίσθη, ἀλλὰ εἶχον καὶ συγκεκριμένην ὠφέλειαν, διότι ἐνῷ κατέβαλον τὸν φόρον μὲ λίραν 180.000, ὁ φόρος τοὺς ἐπεστράφη μὲ λίραν 130.000 καὶ ἑπομένως αὐτοὶ εἰθισμένοι μὲ συναλλαγὰς εἰς χρυσόν, ἀπεκόμισαν ποσὸν λιρῶν πολὺ περισσότερον ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατέβαλον ὅταν κατέβαλον τὸν φόρον. Ἑπομένως, εἶναι τόσον ἀνήθικος ἡ πλευρὰ αὐτὴ τοῦ ζητήματος, ὥστε δὲν ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος ἐπεφυλάχθη χθὲς νὰ μᾶς ἀπαντήσῃ σήμερον ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, ὅτι θὰ ἔχῃ σήμερον τὸν παραμικρὸν δισταγμὸν ἐπὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀναπροσαρμογῆς καὶ τῶν κατὰ τὸν Ἰανουάριον καταβληθέντων φόρων. Καὶ ἀπομένουν τὰ δύο ἥσσονος σημασίας ζητήματα, τὸ ζήτημα τοῦ παραβόλου καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν ἤδη ἐκδοθεισῶν ἀποφάσεων. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ παραβόλου, ὅπως εἶπον καὶ χθές, διακόπτων τὸν κύριον Ὑπουργόν, καὶ ὅπως εἶπε καὶ ὁ ἐξ Ἀθηνῶν ἀξιότιμος συνάδελφος, εἶναι πράγματι ἐκπληκτικὸν ὅτι δραττόμεθα τῆς εὐκαιρίας τοῦ φόρου πλουτισάντων, διὰ νὰ συζητήσωμεν τὴν ἀρχὴν τοῦ ζητήματος, ἂν πρέπει νὰ καταβάλλεται παράβολον δι’ ὑποθέσεις ἀγομένας δι’ ἐνδίκων μέσων, ἐνώπιον ἀνωτέρων δικαστηρίων. Ὅταν διὰ πᾶσαν οἱασδήποτε φύσεως καὶ τῆς παραμικρᾶς ὑποθέσεως ἔφεσιν, ἀπὸ αἰῶνος καὶ πλέον, ἀφ’ ἧς ὑπάρχει τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, καταβάλλεται παράβολον, ὅταν διὰ τὰς αἰτήσεις ἀνακρίσεως καὶ ἀκυρώσεως ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, ἐκ τῶν ὁποίων αἱ τελευταῖαι ἀφοροῦν πλειστάκις πτωχοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, καταβάλλεται ὑπέρογκον παράβολον, ὅταν οὐδεμία ὑπόθεσις εἰσαγομένη ἐνώπιον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἀπαλλάσσεται παραβόλου, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὸν φόρον πλουτισάντων, διὰ νὰ ἀπαλλάξωμεν τοὺς ἀσκοῦντας τὸ ἔνδικον μέσον τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ παραβόλου; Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι, τὰ ποσὰ εἶναι μεγάλα καὶ ὡς ἐκ τούτου θὰ εἶναι πολλάκις δυσχερὲς νὰ καταβάλλεται τὸ παράβολον. Ἴσως, προκειμένου περὶ αὐτοῦ, νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῇ, ὅτι τὸ ποσὸν εἶναι ὑπερβολικόν, διότι εἶναι ἕνα ποσοστὸν ἐπὶ τοῦ φόρου. Ἀλλὰ γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι ἡ νομοθεσία μας δὲν ἀγνοεῖ τὴν περίπτωσιν ταύτην. Καὶ κατὰ τὴν ἐνώπιον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου διαδικασίαν, προκειμένου περὶ τοῦ παραβόλου, ὑπάρχει ἀνώτατον ὅριον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπερβῇ τὸ παράβολον. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι ἄν, προκειμένου περὶ τοῦ φόρου τῶν πλουτισάντων, παραμείνωμεν εἰς ἕνα ποσοστὸν μὲ ἕνα ἀνώτερον ὅριον 5.000.000 δραχ. διὰ τὰς μεγάλας φορολογίας, νομίζω, ὅτι τοῦτο θὰ ἦτο εὔλογον παράβολον, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ καταβληθῇ. Δὲν συμφωνῶ ὅμως μὲ τὸν ἀξιότιμον κ. συνάδελφον ἐξ Ἀχαΐας, περὶ τάχα ἀναδρομικότητος τῆς καταβολῆς τοῦ παραβόλου. Τὸ νομοθετικὸν αὐτὸ διάταγμα, εἶναι ὑπὸ τὴν αἵρεσιν τῆς κυρώσεως, ἀναβαλλομένης μόνον ἐπὶ 13 μῆνας. Τὴν εὐθύνην τῆς μὴ κυρώσεώς του, φέρει ἐξ ὁλοκλήρου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ κυκλοφορεῖ μεταξὺ Ὁλομελείας τοῦ Σώματος, Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, Ὁλομελείας Σώματος καὶ αὖθις Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως καὶ αὖθις Ὁλομελείας Σώματος, δηλαδὴ ἔκαμε 5 φορὲς τὸ ταξίδιον μεταξὺ Ὁλομελείας καὶ Ἐπιτροπῆς, ἀφοῦ διῆλθε καὶ ἀπὸ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Οἰκονομικῶν, ὥστε νὰ μὴ δικαιολογῆται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι, κατὰ τὸ 13μηνον αὐτὸ χρονικὸν διάστημα, δὲν εὑρῆκε καμμίαν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς εὔκαιρον, διὰ νὰ προκαλέσῃ τὴν κύρωσιν τοῦ νομοθετικοῦ αὐτοῦ διατάγματος. Καὶ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ αὐτῇ, θὰ ἤθελον νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τὴν ἰδίαν τύχην ἔχει καὶ ἓν ἄλλο νομοθετικὸν διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐν μέρει συνδέεται μὲ τὰ αὐτὰ πρόσωπα, τῶν ὁποίων ἐμνήσθημεν ἐν τῷ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίῳ, τὸ νομοσχέδιον δηλαδὴ περὶ κυρώσεως τοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος περὶ ὀργανώσεως τῆς Κεντρικῆς Ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὸ ἐπὶ μῆνας παραμένει ἐκκρεμές, ἀναγραφόμενον ποῦ καὶ ποῦ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, ἀλλ’ οὐδέποτε ἄγεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, οὐδὲ καὶ ἔτυχε τῆς ἐπεξεργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς Οἰκονομικῶν, διότι φοβοῦνται νὰ ἀκούσουν οἱ ἐνδιαφερόμενοι τὴν συζήτησιν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ. Καὶ μάλιστα συνέβη καὶ τὸ ἑξῆς περίεργον, ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ αὐτῷ, περιείχετο ἓν ἄρθρον περὶ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Κώδικος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Διὰ νὰ μὴ τύχῃ καὶ ὑποστῇ καὶ αὐτὸ τὴν αὐτὴν βραδύτητα, μὲ τὸ μὴ κυρούμενον ἀκόμη νομοθετικὸν διάταγμα, ἀπεκόπη ἡ διάταξις ἐκείνη καὶ κατέστη αὐτοτελὲς νομοσχέδιον. Βλέπετε, δηλαδή, μίαν περίεργον τάσιν ὡρισμένων νομοθετημάτων, νὰ μὴ ἔρχωνται ταχέως εἰς τὸ Σῶμα, ἀλλὰ νὰ ἐπιδιώκεται ἡ διὰ τῆς μακρᾶς αὐτοῦ ἐφαρμογῆς δημιουργία τετελεσμένου γεγονότος, ὥστε νὰ εὑρίσκεται εἰς δυσχερῆ θέσιν τὸ Σῶμα νὰ κυρώσῃ ἢ νὰ μὴ κυρώσῃ τὰ νομοθετικὰ αὐτὰ διατάγματα. Ἐλπίζω, ὅτι κατόπιν τῆς σημερινῆς συζητήσεως, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ φέρῃ καὶ τὸ νομοθετικὸν διάταγμα ἐκεῖνο πρὸς κύρωσιν, μολονότι, μετὰ τὰ ἐν ἀρχῇ τῆς ὁμιλίας μου λεχθέντα, ὑποθέτω ὅτι, κατὰ τὸ ½ τοὐλάχιστον, τὸ διάταγμα τοῦτο θὰ καταστῇ ἐντὸς τῆς αὔριον τὸ βραδύτερον ἄνευ ἀντικειμένου, διότι δὲν ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ ἐξακολουθῇ νὰ πιστεύῃ εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ἀνακρίσεως, μὲ τὴν διατήρησιν τοῦ ἡμίσεος ἐξ ἀδιαιρέτου τοῦ διατάγματος ἐν τῇ Κεντρικῇ Ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου. Τὸ τελευταῖον σημεῖον, εἶναι τὸ σημεῖον τῆς ἐκδικάσεως τῶν περαιτέρω ἀναθεωρήσεων. Ὅπως εἶπον χθές, θεωρῶ ἀπαραίτητον ἕνα νεώτερον ἔλεγχον ἐκείνων τῶν ἀποφάσεων, αἱ ὁποῖαι εἴτε ἐξηφάνισαν τὰς ἀρχικὰς ἀποφάσεις καὶ ἀπήλλαξαν τὸν φορολογούμενον ἐξ ὁλοκλήρου τοῦ φόρου, εἴτε ἐμείωσαν τὸ ποσὸν τοῦ φόρου. Διὰ νὰ μὴ γεννηθῇ μεγάλη ἀναστάτωσις, θὰ ἤμην τῆς γνώμης, νὰ μὴ ἐκταθῶμεν καὶ εἰς τὰ μικρὰ ποσά, τὰ ἀφορῶντα μικροὺς φορολογουμένους, ἀλλὰ νὰ ὁρίσωμεν ἕνα ἀνώτατον ὅριον, ὑπεράνω τοῦ ὁποίου θὰ πρέπει νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ περαιτέρω διαδικασία, ὥστε τὸ δικαστήριον νὰ χωρήσῃ ταχύτερον εἰς τὰς σοβαρὰς ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ πρέπει νὰ ἐρευνηθοῦν.
§67Γ. ΜΕΛΑΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα ποὺ ἐθέσατε, εἶναι μᾶλλον ζήτημα ἀρχῆς καὶ ὄχι ποσοῦ.
§68Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Εἰς ὅλους, κύριε συνάδελφε.
§69Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, νομοθετοῦντες, πρέπει νὰ νομοθετῶμεν πρακτικῶς. Δὲν πρέπει δηλαδὴ νὰ φορτώσωμεν αὐτὸ τὸ δικαστήριον μὲ τόσον πολλὰς ὑποθέσεις, ὥστε νὰ εἶναι ἀτέρμων ἡ λειτουργία τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ αὐτοῦ δικαστηρίου. Διότι τὸ κύριον καὶ ἐνδιαφέρον, εἶναι τὸ Κράτος νὰ ἀποκομίσῃ τὸν φόρον ἐπὶ ἐκείνων τῶν ὑποθέσεων, αἱ ὁποῖαι χαρακτηρίζονται εἰς τὴν γλῶσσαν τὴν φοροτεχνικὴν ὡς ζουμεραί, καὶ αἱ ὁποῖαι, ὡς τοιαῦται, παρεπέμποντο εἰς ὡρισμένας Ἀναθεωρητικὰς Ἐπιτροπάς. Ἄν πρόκειται περὶ φόρου 2.000.000, π. χ., ἡ ζημία θὰ εἶναι μικρά, ἐνῷ διὰ τῆς προσθήκης τῶν ὑποθέσεων αὐτῶν, θὰ δημιουργηθῇ τόση ἐργασία, ὥστε νὰ καταλήξῃ νὰ παρεκκλίνῃ τὸ δικαστήριον τῆς κυρίως ἀποστολῆς του, τῆς ἐξετάσεως, δηλαδή, τῶν μεγάλων ὑποθέσεων. Πάντως αὐτὸ εἶναι ζήτημα κρίσεως τῆς Βουλῆς, ἐγὼ δὲν θὰ εἶχον ἀντίρρησίν τινα ἐπ’ αὐτοῦ.
§70ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ ἀναθεώρησις θὰ δύναται νὰ καταστήσῃ κρείσσονα τὴν θέσιν τοῦ φορολογουμένου;
§71Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὄχι. Εἶπα, ὅτι πρόκειται περὶ αἰτήσεων ἀναθεωρήσεως, τὰς ὁποίας θὰ ἀσκῇ ἡ φορολογικὴ ἀρχή. Καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, ἤχθην, κατόπιν σκέψεως, εἰς τροποποίησιν τῆς χθεσινῆς προτάσεως. Θὰ ἤμην τῆς γνώμης, τὸ ἔργον αὐτό, μετὰ τὴν πικρὰν πεῖραν τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἀπὸ τὰς μικτὰς Ἐπιτροπὰς, μὲ μέλη λαϊκά, τῶν ὁποίων τινὰ μάλιστα εἶναι συνεταῖροι φορολογοδικηγορικῶν γραφείων, εἰς τὰς ὁποίας συνέβησαν εἰς τὸ παρελθὸν μερικὰ περίεργα πράγματα, νὰ ἀνατεθῇ εἰς Ἐπιτροπάς, ἀπὸ τὰς ὁποίας νὰ ἀποκλεισθοῦν τελείως πρόσωπα μὴ ἀνήκοντα εἰς τὴν τακτικὴν δικαιοσύνην. Θὰ ἔλεγα, δηλαδή, τὸ ἀναθεωρητικὸν αὐτὸ δικαστήριον, νὰ ἀποτελεσθῇ μόνον ἀπὸ Ἀρεοπαγίτας καὶ παρ’ αὐτῷ νὰ ἑδρεύῃ ἕνας εἰδικὸς ἐπίτροπος τοῦ δικαστηρίου πλουτισάντων, ἀνώτερος δικαστικὸς λειτουργός, εἴτε Ἀεροπαγίτης, εἴτε Ἀντεισαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ ὁποῖος καὶ νὰ ἀσκήσῃ τὸ ἔνδικον μέσον τῆς ἀναθεωρήσεως, μετὰ ἁπλῆν γνωμοδότησιν τοῦ ἁρμοδίου Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου. Κατὰ τὸν τρόπον αὐτὸν νομίζω, ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς μίαν ὁδὸν ἀπολύτως ἀδιάβλητον καὶ παρέχονται ὅλα τὰ ἐχέγγυα καὶ εἰς αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς φορολογουμένους, ὅτι δὲν πρόκειται ἡ ἀναθεώρησις αὐτὴ νὰ ἔχῃ δεσμευτικὸν ἢ εἰδικόν τινα χαρακτῆρα, ἀλλὰ πρόκειται ἁπλῶς νὰ ἀποκτήσῃ δικαιοσύνην. Ἡ σύνθεσις τοῦ δικαστηρίου, θὰ ἐνόμιζον ὅτι δέον νὰ ἔχῃ τακτικὰ μέλη τρεῖς Ἀεροπαγίτας καὶ δύο ἀναπληρωματικοὺς καὶ νὰ συμπληροῦται δι’ ἑνὸς Ἀρεοπαγίτου ἢ Ἀντεισαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὡς Ἐπιτρόπου, ὁ ὁποῖος θὰ ἀσκῇ, τὸ ἔνδικον μέσον τῆς ἀναθεωρήσεως, καὶ ὁ ὁποῖος θὰ εἰσηγῆται τὰς ὑποθέσεις.
§72Χ. ΛΑΔΑΣ. Ὑπάρχει, ἄλλωστε, Ἀεροπαγίτης, Γενικὸς Ἐπίτροπος τῶν δοσιλόγων.
§73Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. ........... (δὲν ἠκούσθη).
§74Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Θέλω νὰ εἴπω ὅτι γνωρίζω αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἴπατε πρὸ ὀλίγου. Εἶναι δύο διάφορα ζητήματα, δὲν πρόκειται περὶ τῆς πολιτικῆς δοσιλογίας, τῆς ὁποίας σεῖς εἶσθε ἀντίθετος, ἐδῶ πρόκειται περὶ τῆς οἰκονομικῆς δοσιλογίας, καὶ ὑποθέτω ὅτι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν θὰ τοὺς ὑποστηρίξῃ.
§75Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πρῶτον, διαφωνῶ εἰς τὸ ζήτημα τοῦ παραβόλου. Τὸ παράβολον, πρέπει νὰ ἀποκλεισθῇ, διότι ὑπάρχει καὶ περίπτωσις παντελοῦς ἀθωότητος. Φαντασθῆτε, ὅτι ὑπῆρξε, κύριοι συνάδελφοι, τοιαύτη περίπτωσις καὶ ἠναγκάσθην νὰ δώσω βεβαίωσιν, ὁρκισθεὶς ἐπὶ τοῦ Εὐαγγελίου, ὅτι κατὰ τὴν κατοχὴν πλειστάκις ἀντήλλαξα δάνειον ὀλίγων τινῶν δραχμῶν. Ἀλλὰ ἐκτὸς τούτου, τὸ δικαστήριον, τὸ ὁποῖον ἐπροτείνατε, ἔκανε μίαν ἐντύπωσιν, ἀλλὰ καθὼς γνωρίζετε, πρόκειται μόνον περὶ τοῦ εἰσηγητοῦ, ὅ,τι εἴπῃ ὁ εἰσηγητὴς γίνεται. Δυστυχῶς, ἔχομεν πεῖραν, πιστεύετε καὶ σεῖς, ὅπως καὶ ἐγώ, ὅτι εἰς αὐτὰς τὰς ὑποθέσεις, δὲν κρίνει τὸ δικαστήριον, ἀλλὰ ὁ εἰσηγητής.
§76Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Τὸ ξεύρω, ἀλλὰ τί θέλετε νὰ γίνῃ;
§77Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ προσωπικῶς, θὰ ἐπεθύμουν, νὰ τελειώσῃ αὐτὸς ὁ θεσμὸς τὴν ζωήν του, ἐφ’ ὅσον δέ, ἐγένετο συζήτησις, χωρὶς νὰ μέμφωμαι καθόλου καὶ μάλιστα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἁπλῶς διὰ νὰ καθαρίσῃ ἡ ὑπόθεσις ἐνώπιον τῆς κοινῆς γνώμης, νὰ ὁρισθῇ μία Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή.
§78Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐξέθεσα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω, ἐνώπιον ὑμῶν. Μετὰ τὸ πέρας τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως, ἀξιότιμος καὶ διακεκριμένος συνάδελφος, ἐπίλεκτον μέλος τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος καὶ πρώην Ὑπουργός, εἰς τὴν ἔξοδον τῆς Βουλῆς, μοῦ εἶπεν ὅτι «ἔχετε ἀπολύτως δίκαιον, τὰ γνωρίζω ἀτυχῶς ὅλα αὐτά. Ἀλλ’ ἐρωτᾶται, ἂν θὰ ἔπρεπε νὰ κινήσωμεν ὁλόκληρον αὐτὸν τὸν βόρβορον». Ἡ γνώμη μου, κύριοι, εἶναι ὅτι ἡ ἀποφυγὴ τῆς ἀνακινήσεως βορβόρου, μᾶς θάπτει εἰς τὸν βόρβορον, ἐνῷ ἡ ἀπόπειρα τοῦ καθαρμοῦ αὐτοῦ τιμᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, λαβόντα τὸ θάρρος νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου συναδέλφου, περὶ ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς καὶ τὴν ὁποίαν ἐγώ, ἐπαναλαμβάνω, καὶ ἥτις ὁλόκληρον τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν θὰ ἐμφανίσῃ ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὡς ὑπέρμαχον τῶν ἀληθῶν αὐτοῦ συμφερόντων καὶ ὡς μὴ δεχθεῖσαν τὸν παραμικρὸν συμβιβασμὸν μὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπώλησαν τὰ ἱερὰ καὶ τὰ ὅσια τῆς Ἑλλάδος. (Χειροκροτήματα).
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Παπουτσάνης ἔχει τὸν λόγον.
§80Σ. ΠΑΠΟΥΤΣΑΝΗΣ. Τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ἔρχεται 13 ὅλους μῆνας μετὰ τὸ ἀρχικόν, τοῦ ὁποίου ἐπιδιώκει τὴν κύρωσιν, σκοπεῖ εἰδικώτερον τὴν κύρωσιν τοῦ ἀπὸ 11 Μαΐου 1946 Ν. Δ. «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου περὶ φορολογίας πλουτισάντων», τὸ ὁποῖον, παρὰ τὴν βασικὴν δικαιολογίαν, ὅτι ἤρχετο νὰ ἄρῃ τὰς ἀδικίας, αἱ ὁποῖαι εἶχον προκύψει κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νομοθετήματος καὶ τὴν κρίσιν τῶν φορολογικῶν ὑποθέσεων τῶν πλουτισάντων παρὰ τῆς Ἀναθεωρητικῆς Ἐπιτροπῆς, ἐν τούτοις οὔτε τὸν σκοπόν, διὰ τὸν ὁποῖον ἐξεδόθη, ἐξεπλήρωσεν, οὔτε δύνανται νὰ ἐκφύγουν, τόσον τὸ τότε νομοθέτημα, ὅσον καὶ τὸ σημερινόν, τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Σώματος, ὅπερ ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἐξετάσῃ τὸ ὅλον ζήτημα ἀπὸ πάσης πλευρᾶς καὶ ἀπὸ πάσης ἀπόψεως, ἀκόμη δέ, πέραν αὐτῶν, καὶ τὴν ἀρχὴν τῆς φορολογίας πλουτισάντων, τὴν ὁποίαν ἐσκέφθη νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ Κράτος καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἀμέσως μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν....
§81Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Εἰς ποῖον Κόμμα ἀνήκετε, κύριε συνάδελφε;
§82Σ. ΠΑΠΟΥΤΣΑΝΗΣ. Εἶμαι ἀνεξάρτητος, συνεργαζόμενος μὲ τὸ ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ κ. Γ. Παπανδρέου Δημοκρατικὸν καὶ Σοσιαλιστικὸν Κόμμα.
§83Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ὑπὸ ποίαν σημαίαν ἐξελέγητε;
§84Σ. ΠΑΠΟΥΤΣΑΝΗΣ. Ὡς ἀνεξάρτητος, συνεργαζόμενος μὲ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα. Ἐπειδὴ ὅμως, τὸ Λαϊκὸν Κόμμα κατεπρόδωσε τὴν λαϊκὴν ἐντολὴν καὶ ἐστερήθη παντὸς ἐπὶ τοῦ λαοῦ ἐρείσματος...
§85Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Εἶσθε ἀνάξιος.
§86Σ. ΠΑΠΟΥΤΣΑΝΗΣ. Σεῖς εἶσθε ἀνάξιος υἱός, ἀξίου πατρός. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι). Δὲν ἔχετε καὶ δὲν σᾶς δίδω τὸ δικαίωμα νὰ μὲ ἐλέγχετε ἐνώπιον τοῦ Σώματος, διὰ ζητήματα ἄσχετα πρὸς τὸ συζητούμενον θέμα.
§87Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐξελέγητε ὡς Λαϊκὸς καὶ τώρα...
§88Σ. ΠΑΠΟΥΤΣΑΝΗΣ. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσω τὴν συνεργασίαν μου μὲ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, τὸ ὁποῖον ἐξέπεσεν εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ... (Φωναί, θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι). Ὁ λαὸς μὲ τὰ ρόπαλα θὰ σᾶς βγάλῃ ἀπὸ ἐδῶ μέσα, ἐὰν ἐξακολουθήσετε τὴν τακτικὴν ποὺ ἀκολουθεῖτε καὶ δὲν ἀνανήψετε....
§89Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. ..... (δὲν ἠκούσθη). (Φωναί, θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§90Σ. ΠΑΠΟΥΤΣΑΝΗΣ. Εἶσθε ἀναρμόδιος νὰ μοῦ δίδετε διδάγματα Κοινοβουλευτικῆς πείρας καὶ τάξεως. Εἶσθε ἀναρμόδιος διὰ τὸν ἔλεγχον, ὃν ἐπιχειρεῖτε...
§91Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. .... (δὲν ἠκούσθη). (Φωναί, θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§92Σ. ΠΑΠΟΥΤΣΑΝΗΣ. Καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς συνεργασίας μου μὲ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, οὐδέποτε ἦλθον εἰς ἐπαφὴν μὲ τὸν Ἀρχηγόν του καὶ οὐδέποτε ἐζήτησα ἀπὸ τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ὁ,τιδήποτε, διότι τὸν ἐθεώρουν ἀνάξιον Ἀρχηγόν. (Φωναί, θόρυβος, κωδωνοκρουσαι). (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι, διαπληκτισμοί. Ὁμιλοῦν πολλοὶ συγχρόνως, μὴ ἀκουόμενοι).
§93ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Χειρονομοῦντες πρὸς τὸν ρήτορα). Νὰ ἀνακαλέσῃς, νὰ ἀνακαλέσῃς.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 7.45′ μ. μ.).
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 8 μ. μ.).
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐπειδὴ ἐδημιουργήθη λυπηρὸν ἐπεισόδιον καὶ τὰ πνεύματα τῆς Βουλῆς εἶναι ὑπερεξημμένα, διὰ τοῦτο ζητῶ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν. (Θυελλώδεις διαμαρτυρίαι καὶ φωναὶ ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§96Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὀφείλει νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν βαρεῖαν ὕβριν, τὴν ὁποίαν εἶπε. Δὲν μπορεῖ νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις, δὲν ἠμπορεῖ νὰ φύγωμεν, προτοῦ ἀνακαλέσῃ. (Θόρυβος, φωναί.)
§97Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἠμποροῦσε νὰ ὑβρίσῃ οἱονδήποτε ἄλλον. Τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὡμίλησεν ἐναντίον τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, δὲν εἴπομεν τίποτε, ἀλλὰ ὅταν προσωπικῶς στρέφεται ἐναντίον τοῦ Ἀρχηγοῦ, καὶ τοιούτου Ἀρχηγοῦ, εἶναι ἀπαράδεκτον νὰ φύγῃ ἡ Βουλή, πρὶν ἀνακαλέσῃ.
§98Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ἐν μέσῳ τοῦ γενικοῦ θορύβου). Ὀφείλει νὰ ἀνακαλέσῃ. Νὰ ἐκφράσῃ ρητῶς τὴν λύπην του. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις, ἂν δὲν ἀποκατασταθῇ τὸ δίκαιον.
§99Ν. ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ. Ἐὰν δὲν ἀνακαλέσῃ.... (ὁμιλεῖ χειρονομῶν ἀπειλητικῶς καὶ μὴ ἀκουόμενος).
§100Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἂν ἦτο δυνατόν, νὰ μείνωμεν σύμφωνοι, εἰς μίαν βασικὴν ἀρχήν, ὅτι ἕνας ἐκπρόσωπος τοῦ λαοῦ, εἶναι ἐνδεχόμενον, ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς δημοσίας γνώμης, νὰ μεταβάλῃ γνώμην ἀπέναντι τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν εἶχε προηγουμένως. Αὐτὸ δὲν ἠμπορεῖ νὰ δώσῃ λαβὴν εἰς ἐπίθεσιν ἐντὸς τῆς Βουλῆς. (Θόρυβος).
§101ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄλλο αὐτό. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα.
§102Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρῶτον, πρῶτον ἐπιβάλλεται νὰ ἀνακαλέσῃ, δεύτερον, ἔθιξε τὸν συνάδελφον ἐκ Σύρου.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Παπουτσάνη, παρακαλῶ νὰ ἀνακαλέσητε. Ὁρίστε.
§104Σ. ΠΑΠΟΥΤΣΑΝΗΣ. Εἶναι ἀληθές, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι περὶ τὸ τέλος τῆς ἀγορεύσεώς μου, προκληθεὶς ὑπὸ τοῦ κ. Πρωτοπαπαδάκη, κατὰ τρόπον ἐπίμονον, ἀκόμη δὲ καὶ ὑβριστικόν, ἠναγκάσθην νὰ εἴπω λέξεις, τὰς ὁποίας δὲν ἐπεθύμουν νὰ εἴπω. Ἐκφράζω διὰ τοῦτο τὴν λύπην μου.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ τὰς ὁποίας ἀνακαλεῖτε.
§106Σ. ΠΑΠΟΥΤΣΑΝΗΣ. Τὰς ἀνακαλῶ.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν τῶν ἐξηγήσεων τοῦ κ. Παπουτσάνη, τὸ ἐπεισόδιον θεωρεῖται λῆξαν. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§108ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6 μ.μ., μὲ ἀντικείμενον ἡμερησίας διατάξεως νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 8.40′ μ. μ.).