1929.07.12
3.991 στίχοι · 29.794 λέξεις · 241 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 7η
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 12 ΙΟΥΛΙΟΥ 1929
Προεδρία Αʹ. Ἀντιπροέδρου κ. Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΥ
(Ὥρα 5 μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Τὸ Σωματεῖον Ἑλλήνων Ὑπηκόων Βόλου παρακαλεῖ ὅπως ἀπολυθοῦν τῶν φυλακῶν αἱ κρατούμεναι λόγῳ δανείου Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ παρέχοντες ἐγγύησιν ἐπὶ τῆς ἐγκαταλειφθείσης περιουσίας αὐτῶν. —Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Καραγιώργης καταθέτει τηλεγράφημα Ἐπαγγελματικοῦ Ἐπιμελητηρίου κλπ., παρακαλοῦντος ὅπως ἐπανέλθῃ ἐν ἰσχύϊ ὁ νόμος περὶ ἀμβύκων. —Ὁ βουλευτὴς κ. Θ. Χαβίνης καταθέτει αἴτησιν ἱερέων ἐπαρχίας Φιλιππιάδος, παρακαλούντων ὅπως διαρρυθμισθῇ τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα τοῦ κλήρου. —Ὁ Σύνδεσμος Τροχιοδρομικῶν Α.Π.Π. διαμαρτύρεται διὰ τὴν μελετωμένην ψήφισιν τῆς συμβάσεως περὶ ἐκχωρήσεως πρὸς ἐκμετάλλευσιν Σιδηροδρόμων Ἀττικῆς, διότι οὐδὲν μέτρον ἐξασφαλίσεως προβλέπεται διὰ τὸν προσωπικόν. —Οἱ μικροϊδιοκτῆται οἰκοπέδων κειμένων παρὰ τὸ Πεῦκο Γεραμάνη ὑποβάλλουν ἐξώδικον πρόσκλησιν μετὰ διαμαρτυρίας, εἰς ἔκφρασιν διαμαρτυρίας αὐτῶν διὰ τὸν μὴ σεβασμὸν δικαστικῶν ἀποφάσεων ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς Πολιτείας. —Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Καραγιώργης καταθέτει τηλεγράφημα Ἐπαγγελματικοῦ Ἐπιμελητηρίου Ἠπείρου, παρακαλοῦντος ὅπως ψηφισθοῦν τὰ νομοσχέδια περὶ Κυριακῆς ἀργίας καὶ ὁρίων ἐργασίας. —Οἱ ἐπαγγελματίαι καπνοπῶλαι καὶ ἀνάπηροι Βόλου παρακαλοῦν ὅπως τροποποιηθῇ ὁ νόμος 4042 κατὰ τρόπον εὐνοοῦντα τοὺς ἀναπήρους καὶ ἐπαγγελματίας καπνοπώλας. —Σύνδεσμος ὑπαλλήλων Τ.Τ.Τ. Πειραιῶς καὶ Ἰωαννίνων παρακαλεῖ ὅπως κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ σχετικοῦ πρὸς αὐτοὺς νομοσχεδίου ληφθῇ μεγαλειτέρα πρόνοια ὑπὲρ αὐτῶν. —Ἡ Συνομοσπονδία Ἐργατῶν Ἑλλάδος καταγγέλλει τὰς δολοφονίας τῶν ἀπεργῶν καὶ παρακαλεῖ ὅπως τιμωρηθοῦν αὐστηρῶς οἱ ὑπαίτιοι. —Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Καραγιώργης καταθέτει τηλεγράφημα διαφόρων Συνδέσμων Φιλιατῶν, παρακαλούντων ὅπως ἡ Ἐθνικὴ ὁδὸς διέλθῃ διὰ Σαγιάδος Φιλιατῶν. —Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Καραγιώργης καταθέτει τηλεγράφημα τηλεγραφητῶν Κονίτσης, παρακαλούντων ὅπως ψηφισθῇ τὸ σχετικὸν πρὸς αὐτοὺς νομοσχέδιον. —Ἡ Ἕνωσις Ἐνοριακῶν Ἐπιτροπῶν Πατρῶν καὶ Σαλαμῖνος παρακαλεῖ ὅπως μὴ ψηφισθῇ ἡ πρότασις τῆς Ἱεραρχίας ἡ σχετικὴ πρὸς τὴν καταβολὴν τῶν ἐξόδων τῶν Μητροπολιτικῶν Γραφείων. —Σιδηροδρομικοὶ Πελοποννήσου παρακαλοῦν ὅπως εἰς τὴν ὑπὸ ψήφισιν σχετικὴν σύμβασιν προστατευθῇ δι’ ἰδιαιτέρας διατάξεως ὁλόκληρον τὸ προσωπικὸν Ἀττικῆς. —Ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινότητος Ἱερισοῦ παρακαλεῖ ὅπως καταργηθῇ ἡ φορολογία τῆς δεκάτης. —Τὸ Σωματεῖον Τυπογράφων Πατρῶν παρακαλεῖ ὅπως ὑποστηριχθῇ ἡ τροπολογία περὶ ἱδρύσεως ταμείου συντάξεων ἐργατῶν τυπογράφων καὶ συναφῶν ἐπαγγελμάτων ἐπὶ τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου. —Οἱ ἁλιεῖς τῆς λίμνης Ἁγίου Βασιλείου καὶ Μπεσικίων παρακαλοῦν ὅπως διὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου προστατευθοῦν τὰ συμφέροντα αὐτῶν. —Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Καραγιώργης καταθέτει τηλεγράφημα Ἐμπορικοῦ Ἐπιμελητηρίου Ἠπείρου, παρακαλοῦντος ὅπως κατατεθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ μειώσεως δασμοῦ ἀλεύρων. —Ὁ Σύνδεσμος Ἐργατῶν Γενικῆς Ὑποδήσεως, ἀναφέρων τὴν κρίσιν εἰς ἣν περιῆλθε τὸ ἐπάγγελμα αὐτῶν, παρακαλεῖ ὅπως ἀπαγορευθῇ ἡ λειτουργία τῶν ὑποδηματομηχανῶν αἵτινες ἐπέφερον τὴν καταστροφὴν τῶν ἐργατῶν. —Ὁ Σύνδεσμος ἀναπήρων Πύργου παρακαλεῖ ὅπως ἀνασυσταθῇ τὸ Νοσοκομεῖον λουτρῶν Αἰδηψοῦ, ἵνα δυνηθοῦν οἱ ἀνάπηροι ἀσθενεῖς νὰ τύχουν ἀποτελεσματικῆς θεραπείας. —Αἱ Κοινότητες Κουρέντων Ἰωαννίνων παρακαλοῦν ὅπως μὴ καταργηθῇ τὸ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον Κουρέντων ἀπὸ ἑβδομηκονταετίας λειτουργοῦν. —Ἡ Νομαρχία Κυκλάδων ὑποβάλλει ψήφισμα κοινοτικοῦ συμβουλίου Λευκῶν, παρακαλοῦντος ὅπως συσταθῇ ἐν τῇ κοινότητι ταύτῃ ἡμιγυμνάσιον. Ὁ κ. Π. Ἀργυρόπουλος (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ἀγορᾶς οἰκήματος ἐν Λεωνιδίῳ πρὸς χρῆσιν τῆς χωροφυλακῆς». Ὁ κ. Κ. Γόντικας (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως:». 1) Τοῦ Ν. Δ. τῆς 10 Μαρτίου 1926 περὶ καταργήσεως θέσεων τῆς Κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. 2) Τοῦ Ν. Δ. τῆς 24 Ἀπριλίου 1926 περὶ μετονομασίας τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ. 3) Τοῦ Ν. Δ. τῆς 3 Σεπτεμβρίου 1926 περὶ μετονομασίας τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ. 4) Τοῦ Ν. Δ. τῆς 21 Σεπτεμβρίου 1926 περὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. Δ. «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Ν. Δ. περὶ μετονομασίας τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.» καὶ 5) Τοῦ Ν. Δ. τῆς 5 Νοεμβρίου 1926 περὶ ὀργανικῶν θέσεων τμηματαρχῶν ὑπουργείου Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων. Οἱ κ. κ. Γ. Μαρῆς (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) καὶ Θ. Σοφούλης (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν) ὑποβάλλουν σχέδιον νόμου «περὶ προσθήκης διατάξεων εἰς τὸν νόμον 4102 περὶ διαθέσεως ἐπιτελικῶν αὐτοκινήτων». Ὁ κ. Π. Ἀργυρόπουλος (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ κατανομῆς τῶν Ἰσραηλιτικῶν ἐκλογέων τοῦ Δήμου Θεσσαλονίκης εἰς τὰ κοινὰ ἐκλογικὰ τμήματα». Ὁ κ. Α. Χρηστομᾶνος (Ὑπουργὸς τῆς Ὑγιεινῆς) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ἀναγραφῆς πιστώσεως εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1929–30 τοῦ Ὑπουργείου Ὑγιεινῆς κλπ. διὰ τὴν πληρωμὴν ἀπαιτήσεων ἐκ διαφόρων παρελθουσῶν χρήσεων συναφῶν μὲ τὴν λειτουργίαν τῶν Δημ. ὑγειονομικῶν ἱδρυμάτων». Οἱ κ. κ. Ε. Ἐμανουηλίδης (Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας), Γ. Μαρῆς (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) καὶ Σ. Γονατᾶς (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας) ὑποβάλλουν σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 4042 περὶ προστασίας καὶ ἀποκαταστάσεως ἀναπήρων καὶ τῶν οἰκογενειῶν θυμάτων πολέμου». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Ροδόπουλος, Σ. Σταυρόπουλος, Κ. Κατσαδήμας, Π. Φλῶρος, Γ. Καλούδης, Θ. Φίλιος, Ι. Κουτσίνας, Σ. Ἀναστασιάδης, Δ. Ἡρακλείδης καὶ Α. Λούλης ὑποβάλλουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τῶν περὶ τελωνειακοῦ δασμολογίου νόμων». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Π. Μπουκουβάλας, Ν. Ἀβραὰμ καὶ Π. Εὐριπαῖος ὑποβάλλουν τροπολογίας ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τῆς Τ.Τ.Τ. ὑπηρεσίας». Ὁ κ. Β. Καραπαναγιώτης (Ὑφυπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ κατασκευῆς τοῦ γενικοῦ ἀποχετευτικοῦ ἀγωγοῦ τῶν ὑπονόμων τῆς πόλεως Θεσσαλονίκης». Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κατανομῆς τῶν Ἰσραηλιτῶν ἐκλογέων Θεσσαλονίκης εἰς τὰ κοινὰ ἐκλογικὰ τμήματα». Ἡ ἐπὶ τῆς Προνοίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων: 1) Περὶ ἀναγραφῆς πιστώσεως εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῆς χρήσεως 1929–30 τοῦ Ὑπουργείου Ὑγιεινῆς κλπ. διὰ τὴν πληρωμὴν ἀπαιτήσεων ἐκ διαφόρων παρελθουσῶν χρήσεων συναφῶν μὲ τὴν λειτουργίαν τῶν Δημοσίων ὑγιειονομικῶν ἱδρυμάτων, καὶ 2) Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 4042 περὶ προστασίας καὶ ἀποκαταστάσεως τῶν ἀναπήρων καὶ οἰκογενειῶν θυμάτων πολέμου». Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἀναφορῶν καὶ Ἐρωτήσεων Ὁ κ. ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν Κοινοτήτων Νέας Μαδύτου αἰτουμένων ὅπως συμπληρωθῇ ὁ βιώσιμος γεωργικὸς κλῆρος.
§3Α. ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑποστηρίζω τὴν ἀναφορὰν τοῦ συνοικισμοῦ τῶν προσφύγων Νέας Μαδύτου οἱ ὁποῖοι ἐγκατεστάθησαν ἐκεῖ ἀπὸ πενταετίας. Εἶναι περὶ τὰς πεντακοσίας οἰκογένειαι αἵτινες δὲν ἔχουν μέχρι σήμερον παρὰ μόνον 15–17 στρέμματα κλήρου. Ὁ Ἐποικισμὸς τοὺς ὑπεσχέθη ὅτι ἀπὸ τὸ πλησίον ἀγρόκτημα «Μόδι» θὰ γίνῃ ἀπαλλοτρίωσις καὶ θὰ τοὺς συμπληρωθῇ ὁ βιώσιμος κλῆρος τὸν ὁποῖον χρειάζονται. Ἐπειδὴ οὗτοι ἐπληροφορήθησαν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε σχέδιον νόμου διὰ τὴν ἐπιστημονικὴν καλλιέργειαν τῶν ἀγροκτημάτων καὶ φοβοῦνται μήπως καὶ τὸ γειτονικόν των ἀγρόκτημα «Μόδι» θεωρηθῇ ὡς ἐπιστημονικῶς καλλιεργούμενον καὶ δὲν θὰ τοὺς δώσουν τὸν ὑποσχεθέντα κλῆρον ἐκ τῆς ἀπαλλοτριώσεώς του, συνιστοῦν καὶ παρακαλοῦν τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἀφαιρέσῃ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον τοὺς χρειάζεται διὰ νὰ συμπληρώσουν τὸν βιώσιμον κλῆρόν των, καὶ τὸ ὑπόλοιπον νὰ μείνῃ πρὸς ἐπιστημονικὴν καλλιέργειαν. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὸ ὑπόμνημα αὐτὸ διὰ τὸ κτῆμα αὐτὸ τοῦ κ. Σταθάτου «Μόδι», εἰς τὸ ὁποῖον ὑποδεικνύουν τί πρέπει νὰ γίνῃ διὰ νὰ μὴ μείνουν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι χωρὶς βιώσιμον κλῆρον καὶ ἀναγκασθοῦν νὰ ἐγκαταλείψουν τὸν συνοικισμόν των, ὡς μὴ δυνάμενοι μὲ τόσον ὀλίγον κλῆρον νὰ ζήσουν, καὶ διαρρεύσουν στὰς πόλεις.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Λυμπερόπουλος ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς σχετικῶς μὲ τὴν ἔκθεσιν τῶν ξένων ὑγιεινολόγων.
§5Ι. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε κ. βουλευταί, νὰ κάμω παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ξένων ὑγιεινολόγων, δεδομένου ὅτι αὕτη ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τοῦ ὑγιειονομικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως. Εἰς τὴν ἔκθεσίν των οὗτοι βεβαιοῦν ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπάρχει φυματίωσις, ἑλώδεις πυρετοὶ καὶ νοσοκομεῖα, τὰ ὁποῖα λειτουργοῦν ὄχι σύμφωνα μὲ τὰς σημερινὰς ὑγιεινὰς συνθήκας. Καὶ τὰ τρία αὐτὰ πράγματα εἶναι ἀκριβῆ καὶ γνωστά, τόσον εἰς τὸν ὑγειονομικὸν ἰατρικὸν κόσμον ὅσον καὶ εἰς ὅλους τοὺς πολίτας. Ἐκεῖνο διὰ τὸ ὁποῖον δὲν ὁμιλεῖ ἡ ἔκθεσις, εἶναι ποία εἶναι ἡ ὑγιεινὴ κατάστασις τῆς Χώρας καὶ ποῖοι οἱ παράγοντες οἱ ὁποῖοι ἐπηρεάζουν ταύτην. Ἄν ταῦτα εἶχον μελετηθῇ, τὰ μέτρα τῆς θεραπείας θὰ ἦσαν εὐκολώτερον καὶ καλλίτερον νὰ προταθοῦν. Καὶ δὲν ἦτο δίκαιον νὰ ὁμιλήσουν περὶ αὐτῶν τῶν πραγμάτων, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν μία ἐπιτροπὴ, ὅσον δήποτε καὶ ἂν ἀποτελεῖται ἀπὸ διαπρεπεῖς ἐπιστήμονας τοῦ κόσμου, εἶναι ἀδύνατον ἐντὸς δύο μηνῶν νὰ κάμῃ μίαν ἐργασίαν σοβαράν, νὰ μελετήσῃ τὰς ὑγειονομικὰς συνθήκας μιᾶς Χώρας καὶ νὰ ὑποδείξῃ ὁλόκληρον ὑγειονομικὸν πρόγραμμα προσαρμοζόμενον πρὸς τὰς συνθήκας τῆς Χώρας ταύτης. Ἐδῶ ἔγκειται καὶ τὸ σφᾶλμα τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δηλαδὴ δὲν ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν αὐτὴν νὰ τῆς δώσῃ συμβουλὰς ἐπὶ τεχνικῶν ζητημάτων λεπτομερειακῶν, ἀλλ’ ἐζήτησε νὰ τοὺς χαράξῃ ὁλόκληρον πρόγραμμα ὑγειονομικόν. Ἡ Τουρκία ἔστειλε τὸν Τοῦρκον ἐπὶ τῆς ὑγιεινῆς ὑπουργὸν εἰς τὴν Ἀμερικὴν νὰ μελετήσῃ αὐτὰ τὰ ζητήματα, ὅστις ἐπιστρέψας εἰς τὴν Τουρκίαν, ἀπεκρυστάλλωσε τὰ συμπεράσματα τῶν μελετῶν του εἰς νομοσχέδια τεθέντα ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Οἱ Σέρβοι ἠκολούθησαν ἄλλον δρόμον. Ἔστειλαν 30–40 ἐπιστήμονας ἰατροὺς νὰ μετεκπαιδευθοῦν εἰς τὰς ὑγειονομικὰς σχολὰς τῆς Εὐρώπης, ἐκάλεσαν δὲ μόνον διὰ τοὺς ἑλώδεις πυρετοὺς ξένους ἐπιστήμονας. Ἡ ἐργασία ὅμως τῆς ἐδῶ ἐπιτροπῆς τῶν ξένων ὑγιεινολόγων θὰ μᾶς ἀγάγῃ εἰς ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ εἶναι τόσον εὐάρεστα διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς ὑγιεινῆς καταστάσεως καὶ ἀνάλογα πρὸς τὰς προσπαθείας τῆς Κυβερνήσεως. Ἀφοῦ δὲ οἱ ξένοι ὑγιεινολόγοι δὲν ὁμιλοῦν περὶ τῆς καταστάσεως τῆς ὑγιεινῆς τῆς Χώρας ἔχω ἐγὼ τὸ καθῆκον νὰ εἴπω ὀλίγας περὶ αὐτῆς λέξεις. Εἰς ὅλον τὸν κόσμον διὰ νὰ βεβαιωθῇ ἡ κατάστασις τῆς ὑγείας ἑνὸς Κράτους συμβουλεύονται τὰς στατιστικὰς τῆς θνησιμότητος καὶ τῆς διαβιώσεως. Ἡ Ἑλλὰς εἶναι εἰς πολὺ καλλιτέραν μοίραν ἀπὸ ὅλα τὰ Βαλκάνια καὶ τὰ Εὐρωπαϊκὰ ἀκόμη Κράτη ὅσον ἀφορᾷ καὶ τὴν θνησιμότητα καὶ τὴν γονιμότητα. Ἐπὶ πλέον δὲ θέλω νὰ εἴπω μερικὰ πράγματα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ἐξευρεθοῦν ποῖα εἶναι τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων ἐξυγιαίνεται μία Χώρα: Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἕνας ἄνθρωπος προσβάλλεται ὀλιγώτερον ἀπὸ νοσήματα, ὁπόταν ἡ ἄμυνα τοῦ ὀργανισμοῦ του εἶναι ἰσχυρά. Ἐνισχύεται δὲ ὁ ὀργανισμὸς διὰ τῆς καλῆς τροφῆς, διὰ τῆς καταλλήλου κατοικίας, ὅταν ἡ πόλις εἰς τὴν ὁποίαν κατοικεῖ ἔχει πόσιμον νερὸ καλὸ καὶ ὄχι πηγάδια εἰς τὰ ὁποῖα τὸ νερὸ εἶναι μολισμένο. Ὑπάρχει ἀνάγκη ὑπονόμων καὶ τὰ τοιαῦτα. Ἰδοὺ τὰ μέσα τῆς ἐξυγιάνσεως μιᾶς Χώρας. Οἱ ξένοι ὑγιεινολόγοι εἰς τὴν ἔκθεσίν των παραλείπουν ὅλα τὰ μέτρα αὐτὰ καὶ προτείνουν τὴν δημιουργίαν ὑπηρεσιῶν καὶ πολυτελῶν ὀργανισμῶν, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ περιττῶν. Δηλαδὴ ἐξοδεύονται τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ὀλίγα εἰς τὴν Ἑλλάδα εἰς τὸ μισθολόγιον εἰς τρόπον ὥστε δὲν ὑπάρχει περιθώριον διὰ νὰ δοθοῦν εἰς τὰ ἐξυγιαντικὰ ἔργα αἱ ἀπαιτούμεναι πιστώσεις. Τὶ προέτειναν; Δημιουργίαν, ἐπαναλαμβάνω, πολυτελοῦς προσωπικοῦ καὶ γραφεῖα ὑπηρεσιῶν, τὰ ὁποῖα οὐδένα ἄλλον σκοπὸν ἔχουσιν εἰ μὴ τὴν κατασπατάλησιν ὅλων τῶν πιστώσεων τῶν προοριζομένων διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς λαϊκῆς ὑγείας εἰς μισθολόγια καὶ βιβλιοθήκας. Καὶ δὲν θέλω νὰ ὑποστηρίξω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρξῃ μία ὑπηρεσία, ἀλλὰ προτείνουν τὴν δημιουργίαν ἱδρύματος μὲ 5 διευθύνσεις ἐκ τῶν ὁποίων τὰς 4 θὰ κατέχουν οἱ ξένοι ὑγιεινολόγοι.
§6Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Οὐδεμίαν διεύθυνσιν θὰ ἔχουν οἱ ὑγιεινολόγοι. Δὲν ἔχουν κανὲν δικαίωμα διοικητικόν· ἔχουν μόνον καθήκοντα διδακτικά.
§7Ι. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δημιουργοῦμεν ἕνα κέντρον ἀπὸ 5 ὑγιεινολόγους, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ 4 ξένοι.
§8Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Αὐτοὶ θὰ εἶναι καθηγηταὶ εἰς τὴν Σχολήν.
§9Ι. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὴν πέμπτην θέσιν τὴν δίδουν εἰς τὸν καθηγητὴν τῆς φαρμακολογίας, ἐνῷ τὸ φυσικὸν εἶναι νὰ τὴν δώσουν εἰς τὸν καθηγητὴν τῆς ὑγιεινῆς, καὶ ἐὰν οὗτος εἶναι γέρων, νὰ τὴν δώσουν εἰς ἕνα ἀπὸ τοὺς τρεῖς ὑγιεινολόγους τοὺς ἀρίστους ποὺ ἔχομεν σήμερον εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο. Προσκολλοῦν ἕνα συμβούλιον Ἰατρικὸν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν καὶ τὸν θεσμὸν τῶν νοσοκόμων ἐπισκεπτριῶν, αἱ ὁποῖαι τὶ θὰ κάμουν; Θὰ προνοοῦν περὶ βιβλιοθηκῶν, περὶ αἰθουσῶν συγκεντρώσεως τῶν χωρικῶν κλπ. Δημιουργοῦν τουτέστιν ἕνα πολυτελῆ ὀργανισμόν, διὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἐξοδεύσῃ πολλὰ χρήματα ἡ Ἑλλάς. Ἀλλὰ θὰ ἐξετάσω τὰς δύο προτάσεις τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ξένων ὑγιεινολόγων. Ζητοῦν τὴν ἵδρυσιν ὑγειονομικῆς σχολῆς μονίμως λειτουργούσης ἐν Ἑλλάδι. Λειτουργοῦν τοιαῦται σχολαὶ εἰς τὰ κέντρα τὰ ὑγειονομικὰ ὅπως λ. χ. εἰς τὴν Γερμανίαν, ἀλλ’ ὑπάρχουν εἰδικοὶ λόγοι: Πρῶτον τὰ χρήματα καὶ δεύτερον ἐκεῖ ἡ λειτουργία μιᾶς ὑγειονομικῆς χολῆς ἔχει καὶ μίαν εὐρυτέραν ἔννοιαν, διότι εἰς τὴν Σχολὴν ταύτην σπουδάζουν καὶ ὅλοι οἱ ἰατροὶ οἱ ὁποῖοι σπουδάζουν εἰς τὰ ἐκεῖ Πανεπιστήμια. Καὶ ἐρωτῶ; εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ἔχομεν ἐλπίδας ὅτι θὰ σπουδάσουν ἐδῶ ξένοι ἀπὸ ξένα Κράτη; Ἢ τὶ κενὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ὥστε νὰ λειτουργῇ σχολὴ ἐπὶ 5 χρόνια; Ἔχομεν 33 νομούς, ἔχομεν ἀνάγκην 100 ὑγιεινολόγων. Ἑπομένως ἅμα λειτουργήσῃ ἕνα χρόνο θὰ τοὺς ἔχομεν, διότι εἰς τὴν ὑγιειονομικὴν σχολὴν ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθημάτων εἶναι πολὺ περιωρισμένος. Εἰς τὴν ὑγειονομικὴν Σχολὴν τοῦ Βερολίνου μεταβαίνουν οἱ ἰατροὶ ἐπὶ τρεῖς μῆνας. Δὲν πρόκειται ἡ ὑγειονομικὴ Σχολὴ νὰ γίνῃ Πανεπιστήμιον, πρόκειται ἁπλούστατα νὰ βγάλῃ ὑγιεινολόγους. Αὐτοὶ βγαίνουν εἰς ἕνα χρόνο. Τώρα τὶ κενὰ θὰ δημιουργήσουν οἱ 100 ὑγιεινολόγοι ὥστε νὰ λειτουργῇ ἡ σχολὴ ἐπὶ 5 χρόνια; Ἀντὶ τῆς ἱδρύσεως ὑγειονομικῆς σχολῆς ἐν Ἀθήναις ἡ λειτουργία τῆς ὁποίας, ἂν μελετήσητε τὰ ἔξοδα, θὰ στοιχίσῃ εἰς τὸ Κράτος 25 ἑκατομμύρια, θὰ ἔπρεπε διὰ τῶν χρημάτων αὐτῶν νὰ σταλοῦν εἰς τὴν Εὐρώπην 600 νέοι ἵνα σπουδάσουν εἰς τὰς ἐκεῖ ὑγειονομικὰς σχολὰς ἐπὶ τρίμηνον, ὅσον διαρκεῖ ὁ κύκλος τῶν μαθημάτων αὐτῶν, ὄχι μόνον τὰ ὑγειονομικὰ ζητήματα, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλα ἀπαραίτητα δι’ ἕνα ἀρτίως κατηρτισμένον ἐπιστήμονα. Θὰ ἔχητε οὕτω ἀριθμὸν μεγαλείτερον 5–6 φορὰς ἀπὸ ὅ,τι χρειαζόμεθα καὶ θὰ εἶναι, ὡς εἶπον, πολὺ ἀνώτερος. Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ἀκόμη ταύτης δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ πρότασις αὕτη. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει ὅτι δὲν εἶναι ἡ δέουσα ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ τὸ ἀπέδειξα τετραγωνικῶς καὶ θ’ ἀποδειχθῇ ἔτι περισσότερον καὶ πρέπει νὰ σᾶς κλονίσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην σας. Ὁμιλοῦν περὶ ἀντιφθισικῶν φαρμάκων, ὁμιλοῦν περὶ ἱδρύσεως φαρμακαποθηκῶν. Προσέξατε, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, διότι αἱ φαρμακαποθῆκαι εἶναι μία πόρτα πολὺ σπουδαία διὰ νὰ διαρρέῃ ὁ δημόσιος πλοῦτος. Ἡ στατιστικὴ εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία θὰ μᾶς διδάξῃ ποὺ πρέπει νὰ ἐξοδεύωμεν τὰ λεπτά μας. Θὰ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα ἀπὸ τὸν τόπον μας. Κατὰ ταῦτα ἔπρεπε νὰ ἐξοδεύωνται διὰ τὴν καταπολέμησιν τῆς θνησιμότητος εἰς τὴν πρώτην παιδικὴν ἡλικίαν, διότι ἐκεῖ παρατηρεῖται ἡ ἐπικίνδυνη θνησιμότης.
§10Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἔχομεν στατιστικὴν εἰς τὴν Ἑλλάδα.
§11Ι. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ στατιστικὴ ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας δὲν εἶναι λεπτομερής, διότι λέγει ὅτι ἀπέθανον οἱ ἄνθρωποι ἐπὶ παραδείγματι, χωρὶς ν’ ἀναφέρῃ λεπτομερείας. Σᾶς ἔφερα τὸ παράδειγμα τὸ ὁποῖον εἶναι πολὺ χαρακτηριστικόν. Ἡ θνησιμότης εἶναι μεγίστη. Ὁ διανοούμενος κόσμος κάμνει ἕνα ἀγῶνα τρομερὸν διὰ νὰ ἐλαττώσῃ τὴν θνησιμότητα τοῦ βρέφους, τὸν ἀγῶνα δὲ αὐτὸν τὸν ἐνίσχυσεν ὁ κ. Δοξιάδης λέγων νὰ προφυλάξωμεν τὰ βρέφη εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλ’ ἡ θνησιμότης τοῦ βρέφους εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶναι ἐλαχίστη, δεδομένου ὅτι αἱ Ἑλληνίδες μητέρες θηλάζουν μὲ τὸ ἴδιόν των γάλα τὰ βρέφη των. Καὶ ἐξοδεύομεν τὰ χρήματά μας δι’ ἕνα ἀγῶνα ὁ ὁποῖος δὲν ὠφελεῖ. Ἐξοδεύονται χρήματα εἰς τὴν Ἑλλάδα διὰ τὴν θνησιμότητα τοῦ βρέφους, ἐκεῖ δηλαδὴ ὅπου ἡ θνησιμότης εὑρίσκεται εἰς ἀρίστην μοίραν, καὶ δὲν κάμνομεν τὸν ἀγῶνα διὰ τὴν θνησιμότητα εἰς τὴν πρώτην παιδικὴν ἡλικίαν, διότι τὰ παιδιὰ ἀποθνήσκουν ἀπὸ περιπνευμονίαν καὶ διαφόρους ἄλλας ἀσθενείας. Ἔχομεν βρεφοκομικοὺς σταθμοὺς καὶ τὰ διάφορα ἰατρεῖα ἔχουν ἀνάγκην καλῶν παθολόγων ὡς καὶ τὰ ἀντιφθισικὰ ἰατρεῖα. Ἔχομεν ἐπίσης ἀνάγκην ἀφροδισιολόγων διὰ τὰ ἀντιαφροδισιακὰ ἰατρεῖα, τὰ σανατόρια ἔχουν ἀνάγκην φθισιάτρων, αἱ δὲ κλινικαὶ ἔχουν ἀνάγκην παθολόγων. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τῶν ἐπισκεπτριῶν νοσοκόμων, αἱ ὁποῖαι θὰ μεταβαίνουν εἰς τὸν οἰκίσκον ὅπου θὰ βεβαιώσῃ ὁ ἰατρὸς ὅτι ὑπάρχει φυματίωσις καὶ θὰ εἴπουν «νὰ κοιμᾶται ὁ ἄρρωστος τὴν νύκτα μὲ ἀνοικτὰ τὰ παράθυρα καὶ νὰ τρώγῃ καλά», ἐνῷ ἡ οὐσία εἶναι νὰ βάλουν τὸν ἄρρωστον εἰς τὸ φθισιατρεῖον, νὰ τοῦ δώσουν χρήματα διὰ νὰ τρώγῃ καλὰ κλπ. Ἰδοὺ τὰ μέτρα. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, εἶναι ὅτι δὲν ὁμιλεῖ διόλου περὶ τῶν κοινωνικῶν ἀσφαλίσεων, αἱ ὁποῖαι ἐκ τῶν πρώτων ἔφεραν τὰ ἄριστα τῶν ἀποτελεσμάτων εἰς τὴν λαϊκὴν ὑγείαν. Ἰδοὺ ἓν μέτρον ἄριστον: Εἰς τὴν Γερμανίαν ὑποχρεώνουν διὰ νόμου τοὺς ἐργάτας καὶ τοὺς ἐργατικοὺς ὅλους νὰ ἀσφαλισθοῦν εἰς ἕνα ὀργανισμὸν ὅπου θὰ πληρώνουν μικρὰ ἀσφάλιστρα. Καὶ ὁ ὀργανισμὸς αὐτὸς ὁ ὁποῖος θὰ συλλέξῃ ἑκατομμύρια, κ. συνάδελφοι, τὶ κάμνει; Φροντίζει διὰ τὴν ὑγείαν τοῦ λαοῦ, διότι γνωρίζει, ὅτι ἅμα πάθῃ φθίσιν θὰ πληρώσῃ ἔξοδα νοσηλείας καὶ ἅμα πεθάνῃ θὰ πληρώσῃ συντάξεις εἰς τὴν χήραν καὶ τὰ ὀρφανά. Καὶ οὕτω φροντίζει, τὸ ἐργοστάσιον νὰ λειτουργῇ ὑπὸ ὑγιεινὰς συνθήκας καλάς. Ἔπειτα τοῦ κάμνει ἕνα οἰκίσκον τῆς προκοπῆς, ἐπὶ πλέον δὲ φροντίζει καὶ διὰ τὰ παιδιά του, εἰς τὰ μεγάλα κέντρα, νὰ τὰ στέλλῃ εἰς τὴν ἐξοχήν. Εἶναι δὲ εὔκολον νὰ γίνουν οἱ ὀργανισμοὶ τῶν κοινωνικῶν ἀσφαλίσεων.
§12Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἴσως ἀγνοεῖτε, ὅτι εἰς τὸ ζήτημα τῶν κοινωνικῶν ἀσφαλίσεων ἡ ἐπιτροπή...
§13Ι. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ πλέον εὔκολον ἔργον εἶναι, νὰ γίνουν οἱ ὀργανισμοὶ αὐτοὶ διὰ νὰ βελτιωθῇ ἡ ὑγεία...
§14Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὁ Ντιγιὲ ὁμιλῶν...
§15Ι. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς ὁμιλεῖτε, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, περὶ τῶν κοινωνικῶν ἀσφαλίσεων τοῦ ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, καὶ ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τῆς ἐκθέσεως τοῦ προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς.
§16Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὶ ἐννοεῖτε κοινωνικὴν ἀσφάλισιν;
§17Ι. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοῶ τοῦτο: Ὅτι γίνεται ἕνας ὀργανισμὸς καὶ ὑποχρεώνεται ἕνας πληθυσμός....
§18Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Γίνεται βέβαια ἐν συνεννοήσει μὲ τὸ ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ δι’ αὐτὸ ἀνεμίχθησαν. Ἐνόμισα ὅτι ἦτο ἐνδιαφέρον ζήτημα, καὶ ὁ Ντιγιὲ ἔκαμεν μίαν ἔκθεσιν ἡ ὁποία θὰ μᾶς χρησιμεύσῃ πολὺ εἰς τὸ ν’ ἀντιληφθοῦν οἱ ἔξω πόσον τὸ ἐπίπεδον τῆς ζωῆς εἶναι χαμηλὸν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ πόσον ἔχει ἀνάγκην ἡ Ἑλλὰς νὰ μὴ στερῆται τῶν πόρων της διὰ ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὰς ἀνάγκας τὰς ὁποίας ἔχει.
§19Ι. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρεκάλουν δι’ αὐτό, τὸ προχθὲς ψηφισθὲν νομοσχέδιον νὰ μὴ τεθῇ εἰς κίνησιν, παρὰ νὰ σχηματισθῇ μία ἐπιτροπὴ ἀπὸ τοὺς ξένους ὑγιεινολόγους, ἀπὸ τὸν κ. ὑφυπουργὸν τῆς Ὑγιεινῆς, ἀπὸ τοὺς ἁρμοδίους ἰατρούς, οἱ ὁποῖοι θὰ μελετήσουν τὰς ὑγειονομικὰς συνθήκας τῆς χώρας καὶ τοὺς παράγοντας οἱ ὁποῖοι ἐπενεργοῦν ἐπὶ τῆς ὑγείας καὶ θὰ ἀποκρυσταλλώσουν ἓν πόρισμα μελετῶν, τὸ ὁποῖον νὰ ὑποβάλουν εἰς τὴν Βουλὴν μὲ ἔκθεσιν λεπτομερῆ, δεδομένου ὅτι τὸ ὑγειονομικὸν πρόγραμμα μιᾶς χώρας δὲν εἶναι μυστικὴ συνθήκη, ὥστε νὰ κανονίζεται διὰ διαταγμάτων ἀπὸ τὸν ὑφυπουργὸν τῆς Ὑγιεινῆς. Ἄλλωστε δὲ δὲν εἶναι καὶ ὀρθὸν ἀπὸ ἀπόψεως Κοινοβουλευτικῆς, ἡ ὑγιεινὴ πολιτικὴ μιᾶς χώρας νὰ κανονίζεται διὰ διαταγμάτων. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ν’ ἀκούσῃ τὴν γνώμην των αὐτήν, διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει νὰ εἶναι βέβαιος ὅτι ὅπως ἔχασεν ἕνα χρόνον μὲ τὸν Δοξιάδην ὑπουργόν, θὰ χάσῃ ἄλλον ἕνα χρόνον.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§21Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἤκουσα μετὰ πολλῆς προσοχῆς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου βουλευτοῦ Λακεδαίμονος. Λυποῦμαι, διότι δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μαζί του. Πρέπει νὰ ὁμολογήσω, κύριοι, ὅτι δὲν ἐκφράζω τὰς ἰδικάς μου γνώμας ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου. Διότι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ ὁποῖος λέγεται ὑφυπουργός, κατ’ οὐσίαν εἶναι ὁ ὑπουργός, διότι ὅπως τὸ εἶπον καὶ ἐγὼ προχθὲς εἶμαι διὰ τὸν τύπον ὑπουργός...
§22Ι. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠρωτήσατε, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως τὸν κ. ἐπὶ τῆς Ὑγιεινῆς ὑφυπουργόν, ποίαν ἰδέαν ἔχει διὰ νὰ θεωρηθῇ καταστατικὸς χάρτης ἡ ἔκθεσις τῶν ὑγιεινολόγων;
§23Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Θὰ εἴπω τὴν γνώμην μου. Εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ εἶμαι σύμφωνος πρὸς τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. ὑφυπουργοῦ, ἀλλὰ ἡ διαφωνία δὲν εἶναι σοβαρά, διότι ἂν ἡ διαφορὰ ἦτο οὐσιώδης δὲν θὰ ὑπῆρχε συνεργασία. Ἀλλ’ εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν ἔχω τὴν γνώμην ὅτι τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν εἶμαι ὁ ἰατρὸς μᾶλλον χρήσιμον εἶναι παρὰ ἐπιβλαβές. Διότι ἀπὸ τὴν πρώτην στιγμὴν ἠσθάνθην ὅτι ἡ ἔλευσις τῶν ὑγιεινολόγων ἐδὼ δὲν ἀπήχησε καλῶς εἰς τὸν ἰατρικόν μας κόσμον γενικῶς. Αὐτὸ εἶναι ξεκαθαρισμένον.
§24Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Εἰς ὅλον τὸν κόσμον, κ. Πρόεδρε.
§25Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἰς τὸν ἄλλον κόσμον δὲν ἤχησε καλῶς, ἐξ ἀφορμῆς αὐτῆς τῆς προκαταλήψεως τῶν ἰατρῶν. Τὸ αἴσθημα εἶναι εὐγενές. Τὸ αἴσθημα δηλαδὴ εἶναι τοῦτο: Μὰ καλὰ δὲν ἔχομεν ἡμεῖς τ’ ἀπαιτούμενα φῶτα διὰ νὰ λύσωμεν αὐτὰ τὰ ζητήματα, καὶ ζητεῖτε ξένα φῶτα; Ἐγὼ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω ρητῶς καὶ κατηγορηματικῶς, ὅτι δὲν ἔχομεν τὰς ἀπαιτουμένας τεχνικὰς γνώσεις δι’ αὐτὸ τὸ ζήτημα τὸ εἰδικὸν τὸ ὁποῖον σήμερον πρώτην φορὰν παρουσιάζεται εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπὸ τὴν μορφὴν ποὺ παρουσιάζεται τῆς κοινωνικῆς ὑγείας. Σᾶς λέγω δέ, ὅτι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν διὰ τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς, διὰ τὸν στρατὸν τῆς θαλάσσης, ἔχομεν ἀποστολὰς ξένας τὰς ὁποίας ἐφέραμεν πρὸ 20ετίας καὶ τὰς ὁποίας διατηροῦμεν καὶ σήμερον κατ’ αἴτησιν αὐτῶν τούτων τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, οἱ ὁποῖοι μόνοι περιήγαγον νικηφόρως τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν κατὰ τοὺς μακροὺς πολέμους ἁπανταχοῦ καὶ ἔδειξαν ἀληθινὰ χαρίσματα πρώτης τάξεως, ἐν τούτοις ἀναγνωρίζουν ὅτι εἰς τὰ ζητήματα αὐτὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως καθυστεροῦμεν. Τὴν στιγμὴν λέγω κατὰ τὴν ὁποίαν αὐτὰ τὰ δύο σώματα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦνται ἀπὸ τὰ μέλη τῆς κοινωνίας τὰ πλέον ὑπερήφανα, τὴν στιγμὴν ποὺ αὐτὰ ὄχι μόνον ἀποδέχονται τὴν διατήρησιν αὐτῶν, ἀλλὰ τὴν ζητοῦν μόνα των, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐκφράσω τὸ παράπονόν μου, διατὶ ὁ ἰατρικὸς κόσμος τῆς Ἑλλάδος θίγεται. Δὲν πρέπει νὰ θίγεται καθόλου. Κυρίως εἰπεῖν, ἡ ὅλη αὐτὴ συζήτησις θὰ εἶχε τὴν θέσιν της προχθές, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον. Σήμερον δὲν ἔχει τὴν θέσιν της. Πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τὰς συστάσεις σας, λυποῦμαι πολύ, ἀλλὰ δὲν ἠμπορῶ νὰ τὰς λάβω ὑπ’ ὄψιν. Ἑπομένως ἡμεῖς θὰ ἐκδώσωμεν τὰ περαιτέρω διατάγματα τὰ κανονιστικὰ καὶ κατὰ τὴν ἔκδοσιν αὐτῶν θὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς γνώμας τῶν ἐγχωρίων, τὰς ὁποίας εἶμαι βέβαιος ἄλλωστε, ὅτι ὁ συνάδελφός μου κ. ὑφυπουργὸς τῆς Ὑγιεινῆς, θὰ εἶναι διατεθειμένος καὶ ψυχικῶς νὰ τὰς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν περισσότερον παρὰ παρ’ ὅτι θὰ τὰς ἐλάμβανα ἐγὼ ἐὰν ἤμην ὁ πραγματικὸς ὑπουργὸς τῆς Ὑγιεινῆς. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία. Ἀλλὰ τὸ νὰ μοῦ λέγετε ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἦλθαν ἐδῶ διὰ νὰ μᾶς συμβουλεύσουν στραβά, πράγματι δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ δεχθῶ, διότι δὲν φαντάζομαι ὅτι ἦλθον αὐτοὶ ἐδῶ γιὰ νὰ κάμουν τίποτε ρουσφέτια πρὸς ἐξυπηρέτησιν ἰδίων των συμφερόντων. Ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἶναι κορυφαὶ τῆς ὑγειονομικῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς ὑγειονομικῆς διοικήσεως, αὐτὸ δὲν ἠμπορεῖ ν’ ἀμφισβητηθῇ ἀπὸ κανένα, οὔτε καὶ σεῖς, ὑποθέτω, τὸ ἀμφισβητεῖτε, κ. Λυμπερόπουλε.
§26Ι. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠξεύρω λεπτομερείας. Δὲν ἠξεύρω ὅμως κανένα ἀπ’ αὐτούς, ὁ ὁποῖος νὰ ἔχῃ θέσιν ἐπίσημον εἰς κανένα ξένον Πανεπιστήμιον.
§27Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὁ Πρόεδρος, ὁ Δανός, εἶναι ὁ μεγαλείτερος ὑγιεινολόγος τοῦ κόσμου καὶ καθηγητὴς Πανεπιστημίου. Οἱ ἄλλοι εἶναι εἴτε ὑφυπουργοὶ ὑπηρεσιακοὶ τῆς Ὑγιεινῆς, εἴτε διευθυνταὶ τῆς Ὑγιεινῆς εἰς μεγάλας χώρας. Αὐτοὶ εἶναι οἱ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἦλθαν. Πρέπει νὰ δεχθῶμεν, ὅτι οἱ ἄνθρωποι μᾶς συνέστησαν ἄνευ ἰδιαιτέρου συμφέροντος τὰ προσήκοντα καὶ μετὰ γνώσεως τῶν πραγμάτων. Εἴπατε πρὸ ὀλίγου, ὅτι αὐτοὶ θὰ ἔχουν τὴν διοίκησιν. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν ἔχουν καμμίαν διοίκησιν. Βέβαια σύμβουλοί μας τεχνικοὶ θὰ εἶναι καὶ εἶναι πολὺ φυσικὸν νὰ μᾶς ἐπηρεάσουν, ἀλλὰ θὰ μᾶς ἐπηρεάσουν καθ’ ὃ μέτρον θὰ κρίνωμεν ἡμεῖς. Δὲν πιστεύω νὰ θεωρῆτε ἐπικίνδυνον αὐτὸν τὸν ἐπηρεασμόν, ἀφ’ οὗ ἀπὸ ἡμᾶς ἐξαρτᾶται νὰ κανονίσωμεν τὶ θὰ κάμωμεν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν Σχολήν, σημειωτέον πράγματι ὅτι τὸ ζήτημα συνεζητήθη ἐν ἀρχῇ τὶ πρέπει νὰ κάμωμεν: νὰ στείλωμεν ἔξω διὰ νὰ ἀνορθώσωμεν τὸ προσωπικὸν ἢ νὰ κάμωμεν Σχολήν; Ἐκρίθη ὅτι τὸ νὰ τοὺς στείλωμεν ἔξω θὰ κοστήσῃ περισσότερον. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν, ἠμπορῶ νὰ δεχθῶ τὴν σύστασιν νὰ σταματήσωμεν τὴν σύνταξιν τοῦ νόμου, τοσοῦτον μᾶλλον καθ’ ὅσον ῥητὴ ἀνελήφθη ὑποχρέωσις τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνοῦν, τὴν στιγμὴν μάλιστα κατὰ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐζητήσαμεν τὴν ἐπιτροπὴν αὐτήν. Τώρα εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον ὅτι γεγονότα νεώτερα τὰ ὁποῖα νὰ δημιουργήσουν κἄποιαν οἰκονομικήν, πλὴν τῆς ἄλλης τῆς ψυχολογικῆς, στενοχωρίαν εἰς ἡμᾶς, γεγονότα νεώτερα θὰ μᾶς κάμουν ἴσως νὰ μὴ ἠμπορέσωμεν νὰ προχωρήσωμεν μὲ τὸ ἴδιον βῆμα τὸ ὁποῖον εἶχον ὑπ’ ὄψιν των οἱ ὑγιειονολόγοι. Ἴσως ἡ ὀργάνωσις ἀπαιτήσῃ 10 χρόνια καὶ ὄχι 5 χρόνια, ἐὰν δὲν προχωρήσωμεν μὲ βῆμα τοσοῦτον ταχύ. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δικαίωμα τῆς Βουλῆς νὰ τὴν ἐλέγξῃ. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν νὰ θεωρηθῇ τερματισθεῖσα ἡ συζήτησις αὐτὴ καὶ παρακαλῶ τὸν ἰατρικὸν κόσμον τῆς Ἑλλάδος νὰ μὴ θεωρηθῇ θιγόμενος καθόλου ἀπ’ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Δὲν θίγεται καθόλου, ὅπως δὲν ἐθίχθησαν καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης. (χειροκροτήματα).
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ἀβραὰμ ἐπὶ ἀναφορᾶς τῆς συνομοσπονδίας τῶν σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων.
§29Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἐπιθυμῶ νὰ θέσω ὑπ’ ὄψει τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τὸ περιεχόμενον τῆς ἀναφορᾶς τῆς Συνομοσπονδίας σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους. Ἐν τῇ ἀναφορᾷ αὐτῇ οἱ σιδηροδρομικοὶ ὑπάλληλοι προτείνουν τὴν κρατικοποίησιν τῶν σιδηροδρόμων ΣΠΑΠ. Ἰσχυρίζονται, ὅτι παντοῦ ἐπεκράτησε τὸ σύστημα τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν σιδηροδρόμων ὑπὸ τοῦ Κράτους διὰ λόγους γενικωτέρους, ἐθνικούς, κοινωνικούς, καὶ οἰκονομικούς. Ἰδιαιτέρως τονίζουν, ὅτι μία σύγκρισις μεταξὺ τῆς διαχειρίσεως τῆς ἑταιρείας ΣΠΑΠ, πρὸς τὴν διαχείρισιν τῆς ἑταιρείας τῶν κρατικῶν σιδηροδρόμων ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ ἑταιρεία ΣΠΑΠ, κυρίως κηδομένη τῶν συμφερόντων τῆς διοικήσεως αὐτῆς, παρημέλησε καὶ αὐτὰς ἀκόμη τὰς στοιχειώδεις βελτιώσεις, τὰς ὁποίας ἐπεβάλλετο νὰ κάμῃ εἰς τὴν ἀνανέωσιν τοῦ ὑλικοῦ. Τονίζουν προσέτι ὅτι εἰς τὴν γραμμὴν Πελοποννήσου παρατηρεῖται παραμέλησις γενική, ἡ ὁποία ἔχει προκαλέσει τὰς συχνὰς διαμαρτυρίας ὅλου τοῦ κόσμου. Ἐπίσης ὅτι εἶναι μεγάλη ἡ διαφορὰ τοῦ τιμολογίου μεταξὺ τῆς ἑταιρείας ΣΠΑΠ καὶ τῶν κρατικῶν σιδηροδρόμων. Ἐξαίρουν ἐμφαντικώτερον τὸ γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἐσημειώθη τελευταῖον, ὅτι ἡ ἑταιρεία ΣΠΑΠ ὑπέστη ζημίας 10.000.000 διότι ἠθέλησε νὰ διατηρήσῃ τὴν κλονιζομένην Τράπεζαν Θεσσαλίας, διαθέσασα 10.000.000 ὁλόκληρα πρὸς ἀγορὰν μετοχῶν τῆς Τραπέζης αὐτῆς, διὰ τὸν λόγον ὅτι συνέπιπτεν εἰς τὴν διοίκησιν τῆς ἑταιρείας νὰ μετέχουν οἱ ἐνδιαφερόμενοι διὰ τὴν Τράπεζαν τῆς Θεσσαλίας. Ἐπίσης ὅτι ἐγένετο προμήθεια ἐντελῶς ἀκαταλλήλων ποιοτήτων ἀνθράκων οἱ ὁποῖοι δὲν ἐχρησιμοποιήθησαν ἀξίας 10.000.000, προμηθευτὴς δὲ ἦτο ὁ ἴδιος οἶκος Παπαγεωργίου, ὁ διοικῶν τὴν ἑταιρείαν μέσῳ ἑνὸς Ἐπιφανειάδου. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ ἐκτιμήσῃ προσηκόντως τοὺς λόγους αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν γενικώτερον ἐνδιαφέρον, καὶ νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι ἐνδεδειγμένον ἐν προκειμένῳ.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Παπαναστασίου ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς.
§31Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ ὑπάλληλοι τοῦ ΣΠΑΠ διὰ τῆς ἀναφορᾶς των θέτουν ἐπὶ τάπητος ἓν ζήτημα σπουδαιότατον, ζήτημα συγκοινωνιακόν, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ προκαλέσῃ τὴν ἰδιαιτέραν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Αἱ σιδηροδρομικαὶ ἐπιχειρήσεις εἶναι γνωστὸν ὅτι δὲν ὁμοιάζουν μὲ ἄλλας βιομηχανικὰς ἐπιχειρήσεις, διότι ἀποτελοῦν τὴν βάσιν τῆς οἰκονομικῆς κυκλοφορίας τοῦ τόπου καὶ ἔχουν κολοσσιαίαν σημασίαν καὶ γενικῶς διὰ τὴν οἰκονομικὴν πρόοδον καὶ διὰ τὸν πολιτισμόν. Ἀκριβῶς δὲ διὰ τοῦτο ἐφηρμόσθη εἰς πολλὰ Κράτη ἡ πολιτικὴ τῆς κρατικοποιήσεως τῶν σιδηροδρόμων, διὰ νὰ ρυθμίζεται ἡ πολιτικὴ ἡ σιδηροδρομικὴ ὄχι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀμέσου κέρδους τῶν σιδηροδρομικῶν ἐπιχειρήσεων, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐξυπηρετήσεως τῶν γενικωτέρων συμφερόντων ἑκάστου τόπου. Ὑπετίθετο, ὅτι ἡμεῖς λόγῳ ἀτελειῶν διοικητικῶν καὶ λόγῳ ὄχι ἐπαρκοῦς διαπαιδαγωγήσεως δὲν θὰ εἴμεθα ἱκανοὶ νὰ ἐπιτύχωμεν καλὴν διοίκησιν σιδηροδρομικὴν μὲ τὴν κρατικοποίησιν τῶν σιδηροδρόμων. Παρ’ ὅλα ταῦτα ἡ Κυβέρνησις, τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἀντελήφθη καλὰ τὸ ζήτημα εἰς τὸ 1914. Ἔκαμε μίαν πολιτικὴν κρατικοποιήσεως τῶν σιδηροδρόμων, ἡ ὁποία μετὰ την πάροδον τῆς ἀνωμάλου περιόδου τὴν ὁποίαν διήλθομεν ἐπέφερε πράγματι ἀρίστους καρπούς. Ἡ σημερινὴ διοίκησις τῶν κρατικῶν σιδηροδρόμων εἶναι ἐφάμιλλος ἀπὸ ἀπόψεως χρηστότητος, ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικοῦ πνεύματος, ἀπὸ ἀπόψεως πνεύματος φιλοπροόδου, εἶναι, λέγω, ἐφάμιλλος μὲ τὰς κρατικὰς διοικήσεις τῶν σιδηροδρόμων οἱουδήποτε πεπολιτισμένου Κράτους. Ἡ ἐπιτυχία εἶναι ἀναμφισβήτητος, καὶ ἐγεννήθη πολλάκις ἡ σκέψις ἐὰν θὰ ἔπρεπε τὴν κρατικὴν αὐτὴν ὀργάνωσιν νὰ τὴν ἐπεκτείνωμεν καὶ εἰς τὰ ἄλλα μεγάλα σιδηροδρομικὰ δίκτυα τοῦ Κράτους. Ἀντετάσσετο, ὅτι τὸ μεγαλείτερον ἀπομένον σιδηροδρομικὸν δίκτυον τῆς Πελοποννήσου διηυθύνετο καλῶς καὶ δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ ἀπεκτείνωμεν καὶ ἐκεῖ τὴν κρατικὴν διεύθυνσιν. Ἀλλ’ ἡ ἐξέλιξις τῶν πραγμάτων ἀπέδειξεν ὅτι αἱ ἀντιλήψεις αὐταὶ καὶ οἱ δισταγμοὶ δὲν εἶναι βάσιμοι, ὅτι ἀντιθέτως θὰ ἦτο πολὺ συμφερώτερον ἐὰν εἴχωμεν ἐπεκτείνει τὴν κρατικοποίησιν καὶ εἰς τοὺς σιδηροδρόμους Πελοποννήσου. Καὶ ἡ σύγκρισις τῶν οἰκονομικῶν ἀποτελεσμάτων τῶν δύο διαχειρίσεων καὶ ἡ σύγκρισις τῶν ποσῶν ποὺ διατίθενται διὰ τὴν ἀπόσβεσιν κεφαλαίου καὶ ἡ σύγκρισις τῆς συμπεριφορᾶς τῆς μιᾶς διοικήσεως καὶ τῆς ἄλλης ἐν σχέσει μὲ τὰ μεγάλα οἰκονομικὰ ζητήματα τοῦ τόπου, δηλαλὴ ἐν σχέσει π.χ. μὲ τὴν μεταφορὰν τοῦ σίτου καὶ ἄλλων εἰδῶν, ὅλα αὐτὰ ἀποδεικνύουν τὴν μεγάλην ὑπεροχὴν τῆς κρατικῆς διαχειρίσεως. Καὶ τὸ ἄλλο ἀκόμη ζήτημα, τὸ ζήτημα τῶν σχέσεων ὑπαλλήλων καὶ ἐπιχειρήσεως, καὶ αὐτὸ ἀκόμα τὸ ζήτημα ἀποδεικνύει ὑπεροχὴν τῆς κρατικῆς διαχειρίσεως, διότι κατωρθώθη διὰ τῆς αὐστηρᾶς ἀλλὰ καὶ δικαίας συμπεριφορᾶς τῆς διοικήσεως εἰς τρόπον ὥστε ν’ ἀποκτηθῇ ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ προσωπικοῦ καὶ νὰ λείψουν αἱ μεγάλαι προστριβαὶ αἱ ὁποῖαι ἄλλοτε διετάρασσαν τὴν σιδηροδρομικὴν συγκοινωνίαν. Ἐνῷ ἀντιθέτως εἰς τὸ ἄλλο δίκτυον δὲν ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἁρμονικὴ συνεργασία μεταξὺ προϊσταμένης διοικήσεως καὶ προσωπικοῦ ὑπαλληλικοῦ. Ὅλα συντείνουν νὰ μᾶς πείσουν, ὅτι εἶναι καιρὸς τὸ Κράτος νὰ σκεφθῇ νὰ βάλῃ εἰς τὸ χέρι του τοὺς σιδηροδρόμους τῆς Πελοποννήσου. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ σκεφθῇ τὸ ζήτημα σοβαρῶς καὶ νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἀναγκαῖα μέτρα.
§32Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Τὸ ζήτημα εἶναι πράγματι σοβαρὸν καὶ δὲν ὑποθέτω ὅτι οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι οἱ συστήσαντες θὰ εἶχαν τὴν ἀξίωσιν νὰ ἔχουν μίαν ἀπάντησιν ἀμέσως. Τὸ ζήτημα ἔχει πολλὰς πλευράς αἱ ὁποῖαι θέλουν ἐπισταμένην καὶ σοβαρὰν μελέτην. Τὸ ὅτι εἰς πολλὰ Κράτη ὑφίσταται ἡ κρατικοποίησις τῶν σιδηροδρόμων, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀκριβές. Ἐγὼ προσωπικῶς, ἀπὸ τὰς ἐντυπώσεις τὰς ὁποίας ἔχω ἕως τώρα, δὲν θὰ συνετασσόμην εἰς τὴν κρατικοποίησιν τῶν σιδηροδρόμων. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι καὶ ἡ περαιτέρω μελέτη δὲν ἠμπορεῖ νὰ μὲ κάμῃ νὰ μεταβάλω γνώμην.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουπαροῦσος ἐπὶ ἀναφορᾶς τῆς ἑνώσεως ἀναπήρων πολέμου Ἀττικῆς περὶ προεξοφλήσεως εἰς αὐτοὺς καὶ εἰς τὰ θύματα πολέμου συντάξεων ὑπὸ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου.
§34Ν. ΚΟΥΠΑΡΟΥΣΟΣ. Συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν καὶ νομίζω ὅτι τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον ἔχει συμφέρον νὰ προεξοφλῇ αὐτὸ τὰς συντάξεις τῶν θυμάτων πολέμου. Αὐτὸ δὲ θὰ τοὺς προστατεύσῃ ἀπὸ τοὺς ὄνυχας τῶν τοκογλύφων.
§35Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Παρακαλῶ νὰ μοῦ σταλῇ ἡ ἀναφορά.
§36Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶναι ὀρθρόν, κ. Πρόεδρε, τὰς συντάξεις τὰς ὁποίας τὸ Κράτος χορηγεῖ εἰς τοὺς ἀναπήρους νὰ τὰ ἐκμεταλλεύωνται ὡρισμένοι τοκογλύφοι. Σημειώσατε δὲ ὅτι τὸ ποσὸν εἰς τὸ ὁποῖον ἀνέρχονται αἱ συντάξεις ὑπερβαίνει τὰ 250.000.000 δραχμῶν, καὶ ἑπομένως συμφέρον τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου εἶναι νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν διευκόλυνσιν εἰς τοὺς πτωχοὺς ἀνθρώπους.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Τζερμιᾶς ἐπὶ ἀναφορᾶς δημοτικῶν ὑπαλλήλων.
§38Ν. ΤΖΕΡΜΙΑΣ. Εἶναι πολλοστὴ ἡ φορὰ ποὺ φέρεται τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐὰν δὲν ληφθῇ ἄμεσος πρόνοια, θὰ ἀναστατωθοῦν οἱ δημοτικοὶ ὑπάλληλοι καὶ δὲν θὰ ἐπέλθῃ μία τάξις εἰς τοὺς δήμους καὶ τὰς κοινότητας. Τὸ ζήτημα ἐμελετήθη ἀπὸ μίαν ἐπιτροπὴν ἐπισταμένως καὶ ἤχθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Παρακαλῶ νὰ ἐπισπευθῇ ἡ ψήφισις.
§39Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ νὰ ἐπισπευθῇ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου.
§40Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Συνηγορῶ καὶ ἐγὼ θερμῶς.
§41Π. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ συνεννοηθῶ μὲ κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἀναγραφῇ εἰς τὴν αὐριανὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς καλλιτεχνῶν ὁ κ. Α. Παπαναστασίου.
§43Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πρόκειται περὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν Ἑλλήνων καλλιτεχνῶν, διαμαρτυρομένων διὰ τὸν τόπον ὁ ὁποῖος ὡρίσθη πρὸς ἀνέγερσιν τοῦ μνημείου τοῦ Ἀγνώστου Στρατιώτου. Εἶναι ἴσως ἀπὸ τὰς σπανίας περιπτώσεις ποὺ ὁλόκληρος ὁ καλλιτεχνικὸς κόσμος, ὁ κόσμος τῶν ἀρχιτεκτόνων, τῶν γλυπτῶν, τῶν ζωγράφων εἶναι σύμφωνος, καὶ δὲν ἦτο σύμφωνον μόνον τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ἦτο βεβαίως ὡραία ἡ σκέψις τοῦ νὰ μιμηθῶμεν καὶ ἡμεῖς τὰ παραδείγματα τῶν ἄλλων Κρατῶν καὶ νὰ ἀνεγείρωμεν εἰς τὸν τόπον μας ἕν μνημεῖον εἰς δόξαν τῶν χαμένων στρατιωτῶν, οἱ ὁποῖοι ἔπεσαν ἀνωνύμως εἰς τὰ πεδία τῶν μαχῶν καὶ μὲ τὸ αἷμα των ὑπερήσπισαν τὴν Ἐθνικὴν ἐλευθερίαν καὶ συνέτειναν εἰς Ἐθνικὴν ἀποκατάστασιν. Ἀλλ’ εἶναι φανερόν, ὅτι ἐὰν ἡ πρωτοβουλία τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς πρὸς ἀνέγερσιν ἑνὸς μνημείου εἰς τὸν ἄγνωστον στρατιώτην, δηλαδὴ εἰς τὸν μέγαν ἀνώνυμον νεκρόν, ἀνήκει εἰς τοὺς στρατιωτικούς, ὁ τρόπος τῆς ἀνεγέρσεως ἑνὸς τόσον σημαντικοῦ μνημείου καὶ τὸ εἶδος τοῦ μνημείου ἀνήκει εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶναι ἁρμόδιοι νὰ δώσουν τὴν καταλληλοτέραν συμβουλὴν περὶ τῆς ἐπιτυχοῦς λύσεως αὐτοῦ τοῦ προβλήματος, δηλαδὴ εἰς τοὺς ἀρχιτέκτονας, εἰς τοὺς γλύπτας καὶ εἰς τοὺς ζωγράφους. Ἐπὶ τῆς δικτατορικῆς περιόδου ὁ δικτάτωρ, θέλων νὰ ἐξυψώσῃ περισσότερον τὸ γόητρον τῆς δικτατορίας, εἶχεν ὁρίσει ὅτι τὰ Παλαιὰ Ἀνάκτορα θὰ χρησιμεύσουν ὡς ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ εἶχεν ὁρίσει ἐπίσης τὴν πλατεῖαν τῶν Ἀνακτόρων ὡς τόπον διὰ τὴν ἀνέγερσιν τοῦ μνημείου τοῦ Ἀγνώστου Στρατιώτου. Εἶναι προφανὲς ὅτι αὐταὶ αἱ δύο ἀποφάσεις ἕνα εἶχον σκοπόν: ὄχι νὰ ἀπονείμουν μεγαλειτέραν τιμὴν εἰς τὸν Ἄγνωστον Στρατιώτην, ἀλλὰ πῶς τὸ ἐξάρουν τὸ σῶμα ἐκεῖνο ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίζετο τὸ αὐθαίρετον καθεστώς. Καὶ ἐγένετο ὁ διαγωνισμός, ὑπεβλήθησαν διάφορα ἔργα καὶ ἐβραβεύθη ἕνα ἐξ αὐτῶν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία ἔκρινε περὶ αὐτῶν ἀπετελεῖτο ἀπὸ τέσσαρας στρατιωτικοὺς καὶ ἀπὸ ἕνα καλλιτέχνην. Κατὰ σύμπτωσιν οἱ ἀξιωματικοὶ ἦσαν σύμφωνοι ὑπὲρ τοῦ βραβευθέντος ἔργου, ὁ ἕνας καλλιτέχνης ἦτο ἐναντίον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν πρόκειται νὰ κρίνωμεν ἐὰν τὸ βραβευθὲν ἔργον ἦτο τὸ καταλληλότερον, διότι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ἁρμόδιοι, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ εἶναι τοῦτο: ἐὰν πρέπῃ νὰ παραμορφωθῇ ἡ πλατεῖα τῶν Ἀνακτόρων, ὕστερα μάλιστα ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις νὰ γίνῃ ἄλλη χρησιμοποίησις τοῦ ἱστορικοῦ ἐκείνου κτιρίου. Μετὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς δικτατορίας ἐπρόκειτο νὰ ἀρχίσουν αἱ ἐργασίαι διὰ τὴν ἀνέγερσιν τοῦ μνημείου αὐτοῦ. Ἦλθε τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, καὶ κατόπιν τῆς ἐπιμονῆς καὶ τῆς εἰδικῆς μου κατηρτίσθη μία ἐπιτροπὴ ἐξ ἀρχιτεκτόνων, γλυπτῶν, ζωγράφων καί τινων στρατιωτικῶν, ἡ ὁποία εἶχεν ἐντολὴν νὰ γνωμοδοτήσῃ ἐὰν ἡ πλατεῖα τῶν Ἀνακτόρων, ἢ ἄλλο μέρος ἦτο κατάλληλον διὰ τὴν ἀνέγερσιν τοῦ μνημείου τοῦ Ἀγνώστου Στρατιώτου. Ἡ ἐπιτροπὴ αὐτὴ κατὰ πλειοψηφίαν τῶν ⅔ καὶ κυρίως τῶν καλλιτεχνικῶν μελῶν αὐτῆς ἀπεφάνθη, ὅτι τὸ καταλληλότερον μέρος ἦτο ἡ πλατεῖα τῶν Ἀνακτόρων διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους: Πρῶτον διότι τὸ πρανὲς τῆς πλατείας τῶν Ἀνακτόρων, ἀπαιτοῦν μίαν ὁλόκληρον βάσιν διὰ τὸ ἱστορικὸν κτίριον τῶν Παλαιῶν Ἀνακτόρων, δὲν ἔπρεπε νὰ καταστραφῇ διὰ τῆς ἀνεγέρσεως τοιούτου μνημείου. Δεύτερον, διότι ἡ ἀνέγερσις αὐτοῦ τοῦ μνημείου ἤθελε καταστρέψῃ τὴν ὅλην καλλιτεχνικὴν πρόσοψιν πρὸ τῶν Ἀνακτόρων, διότι ἦτο ἀνάγκη νὰ γίνῃ μία ἐκβάνθυσις τοῦ μέρους ἐκείνου κατὰ 9 μέτρα. Καὶ τρίτον τὸ μέρος ἐκεῖνο ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ γίνῃ ἡ Βουλή, ἦτο ἀκατάλληλον λόγῳ τοῦ πολλοῦ θορύβου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἦτο συμφέρον πρὸς τῇ φιλολογίᾳ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπιθυμεῖ ὅπως τοιούτου εἴδους μνημεῖα νὰ εἶναι ἀπομεμονωμένα, ἵνα οἱ θέλοντες νὰ ἀποτίσουν φόρον τιμῆς νὰ μεταβαίνουν ἰδιαιτέρως, καὶ ὄχι τὰ μνημεῖα νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὸ πιὸ πολυσύχναστον μέρος εἰς τὸ ὁποῖον οἱ ἄνθρωποι ἀσχημονοῦν. Τὸ παράδειγμα τῆς Γαλλίας ἡ ὁποία ἔκανε τὸ μνημεῖον τοῦ Ἀγνώστου Στρατιώτου εἰς ἓν πολυσύχναστον μέρος δὲν μπορεῖ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, διότι ἔτυχεν εἰς Παρισίους νὰ ὑπάρχῃ ἓν πολεμικὸν μνημεῖον ἱστορικὸν τὸ ὁποῖον ἐχρησιμοποιήθη δι’ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Ἀφήνω καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι εἰς τὸ Παρίσι δὲν ὑπάρχουν καὶ τοποθεσίαι, αἱ ὁποῖαι ἀφθονοῦν εἰς τὰς Ἀθήνας, ὅπου νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγκαθιδρυθῇ. Διότι ἐδῶ ἔχομεν ἀπειρίαν λόφων ὅπου ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ τὸ μνημεῖον τοῦ Ἀγνώστου Στρατιώτου. Καὶ δι’ αὐτὸ ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία ἐπρότεινε τὸ Πεδίον τοῦ Ἄρεως, τὸν Ἀρδητὸ καὶ τοὺς ἄλλους λόφους παρὰ τὸν Ἅγιον Δημήτριον τὸν Λομπαρδιάρην, ἀπέφυγε λόγῳ τῆς δαπάνης καὶ ἐπροτίμησεν νὰ γίνῃ εἰς τὸ Πεδίον τοῦ Ἄρεως, τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ καὶ ὡς ἡρῶον τοῦ ἀγῶνος. Καὶ δι’ αὐτὸ παμψηφεὶ σχεδὸν ἡ ἐπιτροπὴ ἀπέκρουσε νὰ γίνῃ εἰς τὴν πλατείαν τῶν Παλαιῶν Ἀνακτόρων. Ἀλλὰ παραδόξως μετὰ τὴν γνωμοδότησιν αὐτῆς τῆς ἐπιτροπῆς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν συνέστησεν ἄλλην ἐπιτροπὴν ὀλιγομελῆ ἡ ὁποία κατὰ πλειοψηφίαν ἀπετελεῖτο ἀπὸ στρατιωτικοὺς καὶ ἡ ὁποία ἐγνωμοδότησεν, ἐπανελθοῦσα εἰς τὴν παλαιὰν ἀπόφασιν, νὰ γίνῃ εἰς τὰ Παλαιὰ Ἀνάκτορα, χωρὶς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ γνώμη τῶν καλλιτεχνῶν οἱ ὁποῖοι ἦσαν εἰς τὴν πρώτην ἐπιτροπήν. Καὶ κατὰ τὸν Ἰούλιον τοῦ 1923 ἐβγῆκεν ἕνα νομοθετικὸν διάταγμα, τὸ ὁποῖον ὥριζεν ὅτι τὰ Παλαιὰ Ἀνάκτορα θὰ χρησιμοποιηθοῦν ὡς Μουσεῖον Ἐθνικὸν καὶ ἐκεῖ νὰ ἀνεγερθῇ τὸ μνημεῖον τοῦ Ἀγνώστου Στρατιώτου. Ἤδη αἱ ἐργασίαι ἤρχισαν εἰς τὴν πλατείαν τῶν Παλαιῶν Ἀνακτόρων καὶ ὅλος ὁ ἁρμόδιος κόσμος διεμαρτυρήθη διὰ τὸ ἀτόπημα, τὸ ὁποῖον ἐγένετο καὶ διὰ τὴν κακοποίησιν τοῦ μέρους ἐκείνου, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν κακοποίησιν καὶ αὐτοῦ τοῦ μνημείου τοῦ Ἀγνώστου Στρατιώτου, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἐξαρθῇ ἐὰν ἤθελε τοποθετηθῇ ἐκεῖ ὅπου θὰ γίνῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία καὶ ὅπου θὰ ὑπάρχῃ μεγάλη κίνησις πολιτῶν πρὸ τῆς εἰσόδου τῆς Βουλῆς. Δι’ αὐτὸ ἤθελα νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ διατάξῃ τὴν ἀναστολὴν τῶν ἐργασιῶν. Οὔτε ἐγὼ ἀντιποιοῦμαι ἱκανότητα καλλιτέχνου, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἔχομεν ὅλοι ὑποχρέωσιν, προκειμένου νὰ καλλοπίσωμεν τὰς Ἀθήνας, προκειμένου ν’ ἀνεγείρωμεν ἕνα τόσον σημαντικὸν μνημεῖον, νὰ ἀκούσωμεν τοὐλάχιστον τοὺς ἁρμοδιωτέρους, καὶ ἔχομεν εὐτυχῶς ἀρκετοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι μποροῦσαν νὰ διαφωτίσουν τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ δώσουν μίαν πρακτικὴν συμβουλὴν καὶ ὀρθήν. Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ καλέσωμεν διὰ τὸ ζήτημα αὐτὸ ξένους ὀργανωτάς. Ἐὰν ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἴδῃ καὶ τὴν γνώμην τῶν καλλιτεχνῶν, βεβαίως ἐγὼ δὲν θὰ εἶχον καμμίαν ἀντίρρησιν. Εἰς αὐτὸ ὅμως τὸ ζήτημα ἔχομεν μίαν ὑπεύθυνον γνώμην. Διότι ἐπὶ τέλους πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀνεκτὸν ὁ μὲν κόσμος ὁλόκληρος τῶν καλλιτεχνῶν νὰ εἶναι σύμφωνος ὅτι ἐκεῖ αὐτὸ τὸ ὁποῖον γίνεται εἶναι τερατῶδες, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ ἀκουσθῇ ἡ γνώμη τῶν στρατιωτικῶν, οἱ ὁποῖοι εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν ἔχουν καμμίαν ἰδιαιτέραν ἁρμοδιότητα. Θὰ παρεκάλουν λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν Κυβέρνησιν ὁλόκληρον, νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ νὰ συμβουλευθῇ τέλος πάντων καὶ τοὺς καλλιτέχνας.
§44Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸ ἔχω μελετήσει αὐτὸ τὸ ζήτημα καὶ κατέληξα τέλος εἰς τὸ συμπέρασμα νὰ γίνῃ ἐκεῖ.
§45Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ζητῶ, εἶναι νὰ γίνῃ σεβαστὴ καὶ γνωστὴ ἡ γνώμη τῶν ἁρμοδίων, διότι νομίζω, ὅτι γίνεται ἕνα μεγάλο ἀδίκημα καὶ εἰς τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν καὶ εἰς τὸ μνημεῖον τοῦ Ἀγνώστου Στρατιώτου.
§46Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Θέλω νὰ εἴπω δύο λέξεις ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐδιάβασα, κύριοι, τὴν ἔκθεσιν τῶν καλλιτεχνῶν αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι λέγουν διατὶ δὲν πρέπει νὰ γίνῃ ἐκεῖ τὸ μνημεῖον, καὶ εὑρῆκα ἀκριβῶς ἐκ τῆς ἀναγνώσεως αὐτῆς ταύτης τῆς ἐκθέσεως, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἐκεῖ. Καὶ ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως σᾶς εἶπεν, ὅτι καὶ εἰς τὸ Παρίσι δικαιολογεῖται τὸ ὅτι ἔγινε ἔτσι, διότι ἐκεῖ ὑπάρχει πολεμικὸν μνημεῖον. Ἐγὼ θὰ προσθέσω καὶ ἕνα ἄλλο μέρος, τὸ Βουκουρέστιον, διότι πρὶν ἀρχίσῃ νὰ γίνεται οἱ χωρικοὶ ἐφρόντισαν καὶ ἐπῆγαν καὶ τὸ εἶδαν καὶ εἶπαν, ὅτι ἐδῶ θὰ κάμωμεν τὸ μνημεῖον τοῦ Ἀγνώστου Στρατιώτου. Πρέπει, λοιπόν, νὰ γίνῃ εἰς κεντρικὸν μέρος, διότι παντοῦ εἶναι εἰς κεντρικὸν μέρος.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ λοιπαὶ ἀναφοραὶ ἀναβάλλονται. Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐπεξεργασθεῖσα τὴν δικογραφίαν τὴν κατὰ τοῦ βουλευτοῦ Λέσβου κ. Παπανδρέου, κατηγορουμένου ἐπὶ παραβάσει τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, εὗρε τὴν κατηγορίαν ἀσύστατον καὶ ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῆς μὴ ἄρσεως τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἐὰν ἀποδέχεται τοῦτο.
§48ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὁ κ. Κουτσοπέταλος ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῶν Ἐπερωτήσεων.
§50Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐζήτησα τὸν λόγον πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ἐπὶ τοῦ ἑξῆς περιστατικοῦ: Εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως τῆς Γερουσίας βλέπω ὅτι ὁ κ. Κυπριανός, προκειμένου νὰ εἰσηγηθῇ τὴν ψήφισιν τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὑπολογισμοῦ τοῦ χρόνου ὑπηρεσίας καὶ ἀναδρομικῆς προαγωγῆς ὑπαλλήλων τοῦ ὑπουργείου τῆς Γεωργίας ἀπολυθέντων λόγῳ πολιτικοῦ ἀδικήματος καὶ ἐπαναδιορισθέντων», ἐζήτησε τὴν διαγραφὴν ὡρισμένου ἐδαφίου τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὡς παρὰ τῆς Βουλῆς ἐψηφίσθη, ἰσχυρισθεὶς ὅτι παραδόξως παρεισέφρυσεν ἡ τροπολογία αὐτὴ εἰς τὸ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφισθὲν κείμενον. Ἐπειδὴ τὴν τροπολογίαν αὐτὴν τὴν ὑπέβαλα ἐγὼ καὶ διὰ τοῦτο θὰ μποροῦσε νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι καθ’ ὃ ἐνδιαφερόμενος διὰ τὴν τροπολογίαν αὐτὴν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συμβάλω εἰς τὸ νὰ παρεισφρύσῃ οὐχὶ κανονικῶς μία διάταξις εἰς ἕνα νόμον, ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπαναφέρω τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ πεισθῇ ὁ κ. Κυπριανὸς ὅτι δι’ ὅσα εἶπεν διέπραξεν τοὐλάχιστον μίαν ἀπροσεξίαν: Ἡ τροπολογία ὑπεβλήθη παρ’ ἐμοῦ τὴν 14)6)29 ἔχει δὲ ὡς ἑξῆς: (ἀναγινώσκει). Μετὰ τὸ ἀντεπαναστατικὸν κίνημα, ὅταν τοῦτο κατεστάλη, ἡ ἐπανάστασις διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 21224 ἀποφάσεώς της ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ὑπουργὸν ἄνευ τῆς τηρήσεως τῶν διατυπώσεων τοῦ νόμου, δηλαδὴ γνωματεύσεων ἀπολογιῶν κλπ., νὰ ἀπολύῃ οἱονδήποτε ὑπάλληλον ὃν ἐθεώρει μετασχόντα εἰς τὸ κίνημα ἐκεῖνο, καὶ ἄλλους ὀλιγώτερον πταίσαντας νὰ τοὺς ἐτιμώρει μὲ τὴν ποινὴν τῆς μεταθέσεως. Ἐφαρμοσθείσης τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς τῆς ἐπαναστάσεως πολλοὶ τῶν ὑπαλλήλων ἀπελύθησαν, δύο δὲ ἐξεδιώχθησαν ἐκ τοῦ κέντρου διὰ δυσμενεστάτης μεταθέσεως. Ὅταν ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον, ἐγὼ παρεκλήθην ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς δύο καὶ ἐζήτησα πληροφορίας ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν ἐὰν πράγματι ἦσαν καὶ αὐτοὶ μεταξὺ τῶν οὕτω τιμωρηθέντων. Ἡ ὑπηρεσία μὲ διεβεβαίωσεν ὅτι οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα, ὁ δὲ κ. ὑπουργὸς ἐζήτασε τὸ ζήτημα καὶ ἀπεδέχθη τὴν τροπολογίαν. Ἐγένετο λοιπὸν δεκτὴ ἡ τροπολογία κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν ἀνετυπώθη τὸ νομοσχέδιον ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, ἐψηφίσθη δὲ δι’ ἀναγνώσεως καὶ κατεχωρήθη εἰς τὰ πρακτικὰ μὲ τὴν τροπολογίαν αὐτήν. Ἑπομένως δὲν πρόκειται περὶ παρεισφρύσεως, ἀλλὰ περὶ κανονικώτατα ψηφισθείσης τροπολογίας. Μὲ αὐτὰ τὰ ὀλίγα λόγια ἐθεώρησα καλὸν νὰ διαμαρτυρηθῶ δι’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Κυπριανός, καταλογήσας εὐθύνην ὄχι μόνον κατὰ τῶν συντρεξάντων εἰς τὴν τροπολογίαν, ἀλλὰ καὶ κατὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ τῶν ὑπαλλήλων.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Τσιριμῶκος ἔχει τὸν λόγον.
§52Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Κύριε Πρόεδρε. Τὰ λεχθέντα ἀπὸ τὸν κ. βουλευτὴν Λεβαδείας μοὶ παρέχουν ἀφορμήν, νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι καθ’ ἡμέραν μετὰ προχείρου ἀσυνειδησίας ἀναγράφονται εἰς τὸν Τύπον λαμβάνουσαι δῆθεν χώραν πλαστογραφίαι καὶ παρεισφρύσεις εἰς τὰ ψηφιζόμενα νομοσχέδια ὑπὸ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς. Σήμερον ἀκόμη, ἀντιπολιτευομένη ἐφημερίς, λαβοῦσα ἀφορμὴν ἐκ τῆς διαγραφῆς μιᾶς τροπολογίας ἀπὸ τὴν Γερουσίαν, ἐν τῷ δικαιώματι τὸ ὁποῖον ἔχει αὕτη νὰ διαγράψῃ οἱανδήποτε διάταξιν δὲν ἐγκρίνει, γράφει, ὅτι ἡ τροπολογία αὐτὴ παρεισέφρυσεν. Ἐνῷ τὴν ἀπεδέχθη ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, ἀνετυπώθη τὸ νομοσχέδιον τροποποιηθὲν καὶ ἐψηφίσθη κανονικῶς. Ἠδύνατο ἡ Γερουσία νὰ ἀπορρίψῃ ἔστω καὶ ὁλόκληρον νομοσχέδιον, δὲν εἶχεν ὅμως οὐδεὶς τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσῃ οὕτω ἀνευλαβῶς περὶ τοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς καὶ τῶν διευθυνόντων τὰς ἐργασίας αὐτῆς. Ἐκεῖθεν ἔλαβεν ἀφορμὴν μάλιστα ν’ ἀποδώσῃ εὐθύνην ἡ ἐφημερὶς αὕτη καὶ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς διὰ τὰς τοιούτου εἴδους παρεισφρύσεις. Ἀνέμιξε δὲ καὶ τὸ ἐμφυτευτικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη ἐν ἔτει 1927 ὑπὸ τῆς ἐξουσιοδοτηθείσης Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ποίαν σχέσιν ἔχει ὁ σημερινὸς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, μὲ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ἐν εἴδει νομοθετικοῦ διατάγματος, δὲν μπορῶ νὰ ἐννοήσω. Βεβαίως ἡ ἐν λόγῳ ἐφημερὶς παρωρμήθη εἰς τοῦτο ἀπὸ λόγους προσωπικῆς ἀντιπαθείας, οἱ ὁποῖοι δὲν μ’ ἐνδιαφέρουν. Θέλω ὅμως νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι, ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἀνέλαβεν τὸ σημερινὸν Προεδρεῖον τὴν διεύθυνσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ὄχι μόνον δὲν παρεισέφρυσαν τροπολογίαι, ἀλλ’ οὔτε λέξις, οὔτε κόμμα δὲν ἠμπορεῖ νὰ τεθῇ, ἂν δὲν μονογραφηθῇ ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον ὑπουργόν. Γνωρίζουν οἱ κύριοι ὑπουργοί, ὅτι ἀποστέλλω ὅλας τὰς τροπολογίας πρὸς αὐτούς, διὰ νὰ τὰς ὑπογράφουν, διότι δὲν ἐπιτρέπω νὰ ἔχῃ οὐδεὶς τῶν ὑπαλλήλων τὴν εὐθύνην, ἔστω καὶ ἐξ ἀπροσεξίας ὅτι παρενεβλήθη λέξις ἡ ὁποία δὲν ἐγένετο δεκτή. Μοῦ ἐδόθη αὐτὴ ἡ εὐκαιρία, διὰ νὰ κάμω τὰς δηλώσεις αὐτὰς πρὸς τὴν Βουλήν, εἰς ἀπάντησιν τῶν ἀναγραφομένων ψευδολογιῶν. (χειροκροτήματα).
§53Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ σᾶς ὑπενθυμίσω ἓν ἐπεισόδιον χαρακτηριστικόν. Θὰ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι καθ’ ἥν στιγμὴν ἐψηφίζετο τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀποζημιώσεως τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων, κατὰ λάθος προφανῶς τυπογραφικὸν ἀνεγράφησαν ὅτι ἐγένοντο δεκταί δύο ἀντίθετοι τροπολογίαι. Διὰ ταῦτα, ἐπειδὴ δὲν ἐμονογραφήθη μία ἐξ αὐτῶν παρὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ἀνεγράφησαν καὶ ἐδημοσιεύθησαν ἀμφότεραι αἱ ἀντίθεται τροπολογίαι, ἕνεκα δὲ τούτου ἠναγκάσθη ἡ Βουλὴ δι’ ἑτέρου νόμου νὰ ἄρῃ τὴν ἀντινομίαν ἡ ὁποία ἐγένετο ἐξ αὐτοῦ.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ τῆς Ἡμερησίας Νομοθετικῆς Διατάξεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Γ. Μόδης.
§55Γ. ΜΟΔΗΣ. Βλέπω, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἐκ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ἔπαθεν ὁλικὴν ἔκλειψιν τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατιωτικῶν εἰσφορῶν καὶ ἐπιτάξεων. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἐπρόκειτο νὰ πληρωθοῦν ὑποζύγια ἐπιτεταγμένα ἀπὸ δωδεκαετίας. Εἶναι δὲ ἀκατανόητον καθ’ ἣν ἐποχὴν ψηφίζομεν νόμους διὰ τὴν πληρωμὴν ἐπιτάξεων τῆς Μικρᾶς Ἀσίας νὰ μὴ πληρώσωμεν τὰ ἄλογα τῶν πτωχῶν χωρικῶν τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα ἐπερωτήσεως.
§57Γ. ΜΟΔΗΣ. Νομίζω ὅτι τὸ πρᾶγμα ἐνδιαφέρει τὴν Βουλὴν ὁλόκληρον.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Ζαδιτζιᾶνος.
§59Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Παρατηρῶ ὅτι παραλείπεται τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀσφαλείας τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων, συμπεραίνω δὲ ὅτι τοῦτο ὀφείλεται εἰς ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ διὰ τὸν Ὀκτώβριον, ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ ἴσως ὅτι θὰ προκαλέσῃ ἀντιρρήσεις. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἐὰν ἤθελεν γίνῃ δεκτὴ μία τροπολογία κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ νὰ περιορισθῇ ἀποκλειστικῶς ἐπὶ τῶν περιφερειῶν ἐκείνων ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀναμφισβητήτως καὶ πανθομολογουμένως τὸ θέλουσιν, δὲν θὰ ὑπάρξῃ οὐδεμία ἀντίρρησις. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εἶναι σύμφωνος, παρακαλῶ νὰ ἀναγραφῇ αὔριον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§60Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον ἀπεσύρθη κατόπιν τῆς παραιτήσεως σας, ὁ δὲ νέος ὑπουργὸς δὲν τὸ ἠξεύρει. Ἐὰν ὅμως ὑπάρχῃ πράγματι συμφωνία ἐπ’ αὐτοῦ, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ τὸ ψηφίσωμεν.
§61Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Νὰ ἐγγραφῇ λοιπόν, κ. Πρόεδρε.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας. Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συγκροτήσεως, προελεύσεως, προαγωγῆς, στασιμότητος, αὐτεπαγγέλτου ἀποστρατείας, ἀπολύσεως κλπ. στελεχῶν Πολ. Ναυτικοῦ». (ψηφίζεται τὸ σύνολον) Ψήφισις συνόλου τοῦ ὑπὸ τῆς Γερουσίας ψηφισθέντος σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 20 Ἀπριλίου (12 Μαΐου) 1926 Ν. Δ. 1) περὶ τροποποιήσεως, διορθώσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν ἀπὸ 4)9 Σεπτεμβρίου 1925 τριῶν Ν. Διαταγμάτων περὶ πινακίου, περὶ καταργήσεως ἐν μέρει τῆς ἐρημοδικίας καὶ περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τῆς Π. Δικονομίας καὶ 2) περὶ τροποποιήσεως ἄλλων τινῶν διατάξεων τῆς Π. Δικονομίας». (ψηφίζεται τὸ σύνολον) Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκδόσεως μεταφράσεων ἀρχαίων κλασσικῶν καὶ νεωτέρων ἔργων». (ψηφίζεται τὸ σύνολον) Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 3472 περὶ ταμείου ἀνταλλαξίμων κοινοτικῶν περιουσιῶν». (ψηφίζεται τὸ σύνολον) Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐποπτείας τῶν εἰδικοτήτων τοῦ ἰατρικοῦ ἐπαγγέλματος». (ψηφίζεται τὸ σύνολον) Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διοικήσεως τοῦ Ἐμπορικοῦ Ναυτικοῦ». (ψηφίζεται τὸ σύνολον) Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Νομαρχῶν». (ψηφίζεται τὸ σύνολον) Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀπαγορεύσεως ἐξασκήσεως τοῦ ἰατρικοῦ ἐπαγγέλματος εἰς ἐπιστήμονας ἰατροὺς μὴ κεκτημένους τὴν Ἑλληνικὴν ὑπηκοότητα». (ψηφίζεται τὸ σύνολον) Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καταργήσεως ταμειακῆς ὑπηρεσίας στρατοῦ». (ψηφίζεται τὸ σύνολον) Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Κοινοτικῆς τηλεφωνικῆς συγκοινωνίας». (ψηφίζεται τὸ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπεκτάσεως τῆς δικαιοδοσία; τῶν Γενικῶν Ἐπιθεωρητῶν». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χορηγήσεως ἀδείας εἰς τὸ Ταμεῖον Ἐκπαιδευτικῆς Προνοίας Βόλου πρὸς σύναψιν δανείου διὰ τὴν ἐξαγορὰν ἀκινήτου πρὸς στέγασιν τῶν διδακτηρίων Γυμνασίου ἀρρένων τοῦ Πρακτικοῦ Λυκείου καὶ τοῦ Γʹ ἑλληνικοῦ σχολείου Βόλου». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκομικῶν καὶ τῆς ὁμορρύθμου ἑταιρείας ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν Ἀργυρὸς–Παυλίδης καὶ ὑπὸ τὸν τίτλον «Ναυπηγεῖα Λαυρίου» συναφθείσης συμβάσεως πρὸς κατασκευὴν δύο πλοίων καταλλήλων πρὸς δίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 13)11)1927 περὶ κυρώσεως συμβάσεως καπνοσπόρου». (Ψηφίζεται εἰς βʹ ἀνάγνωσιν ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἀναβληθείσης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου). Μόνη συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ ἀπὸ 23 Μαρτίου 1929 Ν. Δ. περὶ καθορισμοῦ ἐπιτροπῆς ἐλέγχου καὶ ἐκδικάσεως τίτλων κυριότητος ἀπαλλοτριωθέντων κτημάτων ἀλλοδαπῶν ὑπηκόων». (Γίνεται δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας, ἀναβληθείσης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου). Μόνη συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 19)25 Νοεμβρίου Ν.Δ. περὶ ἀμίσθων δικαστικῶν κλητήρων». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Μόνη συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παροχῆς χορηγίας δραχμῶν 200.000 εἰς τοπικὸν ἱστορικὸν ἀρχεῖον Ὕδρας». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Μόνη συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τῶν διατάξεων τοῦ νόμου 3731 περὶ παροχῆς ἐγγυήσεως ὑπὸ τοῦ Κράτους μέχρι ποσοῦ λιρῶν Ἀγγλίας 350.000 διὰ τὸ συναφθησόμενον ὑπὸ τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου Ἡρακλείου δάνειον πρὸς ἀποπεράτωσιν τῶν λιμενικῶν ἔργων Ἡρακλείου». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Μόνη συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 22 Ἰουνίου συμβάσεως περὶ συγκεντρώσεως καὶ διαθέσεως διὰ σπορὰν τοῦ συγκομισθησομένου σίτου Καμπέρα». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Μόνη συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου περὶ ἑκουσίας ἀποστρατείας ἀξιωματικῶν». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Μόνη συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 3685 περὶ τῆς παραβολῆς (πλευρίσματος) τῶν ἀτμοπλοίων εἰς τὰς προκυμαίας τῶν λιμένων καὶ περὶ χορηγίας βοηθήματος ἀνεργίας εἰς τοὺς λεμβούχους». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Μόνη συζήτησις τοῦ ὑπὸ τῆς Γερουσίας τροποποιηθέντος σχεδίου νόμου «περὶ διαχειρίσεως σχολαζόντων κληροδοτημάτων καὶ δωρεῶν ὑπὲρ Ἑλληνικῶν Κοινοτήτων καὶ εὐαγῶν ἱδρυμάτων ἐξωτερικοῦ». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 12 Ἰουνίου συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης». Ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ι. Βαλαλᾶς.
§63Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Κύριοι βουλευταί, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἀνεγνώρισε πλήρως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ κύριος Πρόεδρος αὐτῆς κατέβαλε πᾶσαν προσπάθειαν ὅπως ἀποφευχθῇ ἕνα ἀδίκημα τὸ ὁποῖον εἶχε προσγίνει εἰς τὸ Κράτος καὶ εἰς τὴν Κοινωνίαν τῆς Ἑλλάδος. Κύριοι βουλευταὶ ὡς ἐνθυμεῖσθε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἶχε ὑπογραφῆ σύμβασις καὶ ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἡ κοινὴ γνώμη εἶχε βαρύτατα πληγῆ, διότι ἐνῷ εἰς ὅλα τὰ Κράτη ἡ ὑπεραξία τῶν καλυμμάτων ἐδόθη πρὸς πληρωμὴν τῶν χρεῶν τοῦ Κράτους, ἐξαιρετικῶς εἰς τὸν τόπον μας ἡ ὑπεραξία αὐτῶν ἀνεγνωρίσθη εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ὅταν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνέλαβε τὴν ἀρχηγίαν τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἀπεφάνθη ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ μὲ τὴν γνωστὴν δύναμιν τὴν ὁποίαν ἔχει εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Εὑρέθη εἰς πλήρη ἐπαφὴν μὲ τὴν κοινὴν συνείδησιν καὶ μὲ τὸν πόνον τῆς κοινωνίας. Εἶπεν, ὅτι, διότι εὑρέθη πρὸ συμβάσεως καὶ δὴ κεκυρωμένης ἐπιτυχούσης δὲ ἀρκετὰ μεγάλα ἀποτελέσματα ἐκ τῆς διαχειρίσεως τὴν ὁποίαν ἔκαμε, ἴσως πολὺ νὰ ἤθελε ὅπως ὁλόκληρον τὸ ποσὸν ἀφαιρεθῇ ἐκ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἀλλὰ ὁ ὑπεύθυνος Κυβερνήτης ἑνὸς Κράτους πρέπει νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν πολλὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα πολλάκις τὸν καθιστοῦν ὑποχωρητικὸν χάριν τῶν γενικωτέρων συμφερόντων τῆς Χώρας. Πάντως ἐνθυμεῖσθε ὅλοι, ὅτι εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς καὶ τὸ ποσὸν τῶν μετοχῶν τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ διατεθῇ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, διετέθη κατὰ τρόπον βεβαίως βιαστικόν, ἀλλὰ ὁπωσδήποτε κατὰ τρόπον δίδοντα κάποιαν ἱκανοποίησιν εἰς τὴν κοινὴν γνώμην. Δὲν ἔχομεν νὰ εἴπωμεν τίποτε περὶ τῆς γενομένης ῥυθμίσεως, ἀφοῦ εἴπομεν ὅτι ἐγένετο πᾶν τὸ δυνατὸν γενέσθαι. Τὸ ζήτημα ὅμως ἔχει καὶ βαθυτέραν ἔννοιαν ἠθικήν, καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ὡς προοίμιον τῆς συμβάσεως ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἀνέπτυξεν τὰς ἀπόψεις της διὰ νὰ δείξῃ ὅτι εἶναι πράγματι σοβαρὸν ζήτημα, ἴσως σοβαρώτερον ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει ἡ σύμβασις Διότι ὅταν αὐτὰ τὰ καθιδρύματα, τὰ ὁποῖα εἶναι δημοσίου δικαίου καθιδρύματα ἔχοντα ἱερὰν ὑποχρέωσιν νὰ σκέπτωνται σοβαρῶς καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ τὰ ἴδια συμφέροντα ἀλλὰ πρὸ παντὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ὅταν λέγω φοραθῶσιν ἀδικοῦντα, βεβαίως εἶναι σύμπτωμα λίαν δυσάρεστον. Ἐκτὸς ὅμως τῆς ρυθμίσεως τοῦ ζητήματος αὐτοῦ τῆς ὑπεραξίας ἐγεννήθησαν καὶ πλεῖστα ἄλλα ζητήματα, ἀφορῶντα τὴν ὀργάνωσιν τῆς χώρας. Εἶχε δοθῆ ἀρίστη εὐκαιρία ὅπως τοποθετήσωμεν τὰ καλύμματα αὐτὰ κατὰ τὸν καλλίτερον δυνατὸν τρόπον, καὶ δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι συνέβη τοῦτο. Διότι ὅταν ὁ ἀρχηγὸς ἡμῶν εἶχεν ἐκφέρει ἀπὸ τοῦ 1914 τὴν γνώμην περὶ περιορισμοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς τὰ ἐκδοτικά της καθήκοντα, βεβαίως τότε δὲν παρίστατο τὸ πρᾶγμα ὡς λίαν ἐπεῖγον. Ἐκ τῶν ὑστέρων ὅμως ἀπεδείχθη ὁποῖα κολοσσιαῖα ἀποτελέσματα θὰ εἶχεν ἡ ἐκτέλεσις μιᾶς τοιαύτης ἀποφάσεως. Ἐὰν εἴχωμεν δηλαδὴ καὶ ἓν Ἐκδοτικὸν καθίδρυμα καὶ νὰ μὴ εἴχωμεν μίαν Τράπεζαν ἀναμεμιγμένην εἰς ἄλλας ἐπιχειρήσεις, εἶμαι ἀπολύτως πεπεισμένος ὅτι θὰ ἐσώζετο ὁ χρυσὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ὁ ὁποῖος διηρπάγει ἀπὸ τοὺς διαφόρους χρηματιστάς. Πράγματι ἐὰν ἦτο εὔκολος ἡ τροποποίησις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς ἐκδοτικὴν μόνον διὰ τοῦ χωρισμοῦ τῶν τμημάτων αὐτῶν, δὲν θὰ ἐγεννᾶτο κἄν τὸ ζήτημα τῶν καλυμμάτων. Προετιμήθη ὁ χωρισμός, καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐγεννήθη τὸ ζήτημα αὐτό. Βεβαίως οἱ δυνατώτεροι ἀντιπρόσωποι τῆς Βουλῆς θὰ λάβουν τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ καὶ θὰ τὸ ἀναπτύξουν. Ἡμεῖς ὅμως, λαβόντες ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὰ καλύμματα αὐτὰ προήρχοντο ἐκ τῶν νόμων τοῦ 1914 καὶ 1920, ἰδίᾳ τῶν νόμων οἱ ὁποῖοι ἐπεξέτειναν τὰ προνόμια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς τὰς Νέας Χώρας, ἔχομεν μίαν ὑποχρέωσιν: νὰ διευκρινίσωμεν ὀλίγον τὰ πράγματα διὰ νὰ ἴδωμεν, ἀφοῦ ἡ πρόθεσίς της ἦτο οἵα ἀναφέρεται εἰς τοὺς νόμους αὐτοὺς, τὶ εἶπεν τὸ Κράτος εἰς τὴν Τράπεζαν. Ἔθεσεν εἰς κυκλοφορίαν 70 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἐξ αὐτῶν ἐκράτησε τόσα εἰς καλύμματα. Τὸ ὑπόλοιπον θὰ τὸ διαθέσῃ: πρῶτον διὰ τὴν ἐνίσχυσιν τῆς Γεωργίας παρέχουσα 21 ἑκατομμύρια μὲ τόκον 4%. Θὰ ὑποβιβάσῃ τὸν τόκον τῶν ἐνυποθήκων δανείων εἰς 6%, καὶ θὰ ἱδρύσῃ τόσα ὑποκαταστήματα. Εἶναι σημειώσεις τὰς ὁποίας εἶχον διὰ νὰ ὁμιλήσω τότε, ἀλλὰ εἰς τὰς 4 τὸ πρωΐ οἱ σιδηρόδρομοι ἐσφύριζον διὰ νὰ φύγουν οἱ κ. βουλευταί. Τὰ ἄφησα καὶ τὰ λέγω τώρα. Λέγει πρῶτον «ἀπαλλάσσω τοῦ δημοσίου τόκου (ἀναγινώσκει)...» τέταρτον ὑποχρεοῦται νὰ ἱδρύσῃ 12 ὑποκαταστήματα. Δηλαδὴ βλέπετε, ὅτι εἶπεν τότε ἡ σύμβασις: «Θὰ βγάλῃς αὐτὰ τὰ 60 ἑκατομμύρια. Ἐξ αὐτῶν τὸ ¼ θὰ τὸ διαθέσῃς μὲ ὀλίγα κέρδη τὸ δὲ ὑπόλοιπον θὰ τὸ διαθέσῃς κατ’ αὐτὸν ἢ ἐκεῖνον τὸν τρόπον». Δηλαδὴ ὑπὲρ τῶν χωρῶν εἰς βάρος τῶν ὁποίων ἐκδίδονται τὰ τραπεζογραμμάτια. Διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ 1920 τὶ ἐγένετο; Εἶπεν ἡ σύμβασις: «Σοῦ δίδω τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃς 300 ἑκατομμύρια, ἐκ τῶν ὁποίων τὰ μὲν 20 θὰ μοῦ τὰ δανείσῃς μόνον πρὸς 1%—δηλαδὴ καὶ αὐτὰ τὰ ἑκατομμύρια διετέθησαν ὑπὸ τῆς Τραπέζης—τὸ δὲ ὑπόλοιπον θὰ τὸ καταθέσῃς ὡς ἀπόθεμα μὲ ὀλιγώτερα». Ὅπως εἶπον προηγουμένως, ὠφελεῖ, διότι καὶ ταῦτα ἦσαν ὁμολογίαι εἰς χρυσὸν καὶ εἰς νομίσματα κατατεθειμένα παρὰ Τραπέζαις ξέναις. Λοιπὸν ποίας ἀπὸ τὰς ὑποχρεώσεις της ἐξετέλεσεν ἡ Τράπεζα; Βλέπετε, ὅτι τὰ μὲν καλύμματα ἔρχεται καὶ θέλει νὰ τὰ ὠφεληθῇ. Ἐνυπόθηκα δάνεια δὲν ἔκαμεν εἰς τὰς Νέας Χώρας μολονότι παρῆλθον 12 ἔτη. Εἰς δὲ τὴν Γεωργίαν ἀντὶ τοῦ καλοῦ αὐτοῦ ἔκαμε κακόν. Κακὸν κολοσσιαῖον, διότι ἐνῷ ἡ πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως ἦτο νὰ ἐνισχύσῃ τοὺς ὀργανισμοὺς τοὺς γεωργικοὺς ἐν ταῖς Νέαις Χώραις καὶ ἀναφέρω τὰ ἑξῆς: «Τὰ 25 ἑκατομμύρια κατεβλήθησαν (ἀναγινώσκει). Ὄχι μόνον δὲν ἔδωκεν εἰς τοὺς ὀργανισμοὺς τῶν Νέων Χωρῶν, δηλαδὴ εἰς τὴν Γεωργικὴν Τράπεζαν Μακεδονίας, Αἰγαίου Πελάγους καὶ κοινωφελοῦς καθιδρύματος Κρήτης, ἀλλὰ τοὐναντίον προσεπάθησε νὰ μονοπωλήσῃ ὑπὲρ ἑαυτῆς τὴν πίστην τὴν ἀγροτικήν. Ὀφείλομεν νὰ παρατηρήσωμεν καὶ τοῦτο: ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ ὑπουργείου εἶχεν καὶ αὐτὴ ἄλλας κατευθύνσεις. Καὶ αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ ὑπουργείου καὶ ἐκεῖναι ἐζήτουν μίαν Γεωργικὴν Τράπεζαν ὠργανωμένην ἀπὸ τὸ Κράτος. Καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον αἱ δυστυχισμέναι Νέαι Χῶραι εὑρέθησαν εἰς μίαν ἄγνοιαν τοῦ ζητήματος τῆς μὲν Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀγωνιζομένης νὰ κρατήσῃ ὑπὲρ ἑαυτῆς τὴν ἀγροτικὴν πίστιν καὶ τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ ὑπουργείου ἐπιθυμουσῶν τὴν ἵδρυσιν γενικῆς Γεωργικῆς Τραπέζης μὲ τὰς ἰδικάς τῶν ὀργανώσεις καὶ τὰ εἰδικά των ὄργανα. Τὶ θὰ ἔκαμνον οἱ Μακεδόνες; Ὀλίγοι ἔμπειροι εἰς τὴν πολιτικὴν ἐφρόντιζον μὲ ὀλίγον πρακτικὸν πνεῦμα νὰ διορθώσουν τὴν Τράπεζαν τῆς Μακεδονίας, ἡ ὁποία ὅπως γνωρίζετε εἶχεν ἀρκετὰς εἰσφορὰς καὶ ποσοστὰ ἀπὸ τοὺς φόρους ὥστε ὀλίγον καὶ κατὰ μικρὸν νὰ δημιουργήσῃ ἕνα κεφάλαιον σεβαστόν. Ἐκτὸς δὲ τούτου τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἔκαμε παρακλήσεις καὶ συστάσεις σοβαρωτάτας. Εἴχομεν εἴπει τότε δηλαδὴ κυρίως εἰπεῖν ἐγὼ καὶ ὁ κ. Καρδῆς ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς δημιουργίας τοῦ ζητήματος τοῦ ⅕ τῶν κτημάτων τὰ ὁποῖα ἀπὸ δημόσιαι γαῖαι μετεβάλλοντο εἰς γαίας καθαρῆς ἰδιοκτησίας, εἴπομεν εἰς τὸν μακαρίτην Ρέπουλην ἀπουσιάζοντος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τὰ ἑξῆς: «Αὐτὸ τὸ ποσοστὸν τοῦ ⅕ δὲν θὰ σᾶς τὸ δώσῃ ἡ κοινὴ γνώμη τῶν Νέων Χωρῶν διότι δὲν ἔχει τὴν συνείδησιν ὅτι δὲν εἶναι ἰδιοκτήτρια. Ἀλλὰ μπορεῖ νὰ γίνῃ κἄτι ἄλλο: Νὰ τὸ πάρῃ ἡ Γεωργικὴ Τράπεζα ἡ ὁποία μὲ κατάλληλον σύστημα δι’ ἀναγνωρίσεως εἰς χρυσὸν ἑνὸς ἑκάστου ἰδιοκτήτου σχετικῶς πρὸς τὸ ⅕ θὰ μποροῦσε νὰ εἰσπράξῃ τὸ ποσὸν αὐτὸ κατ’ ἐλάχιστον ὅριον, διότι ....... ἐκ 350 ἑκατομ. Ἀλλ’ ὡς γνωρίζετε ἦλθον αἱ Ἐθνικαὶ περιπέτειαι καὶ ἡμεῖς δὲν εἴχομεν πλέον θέσιν εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, δὲν εἴχομεν καὶ τὰ μέσα νὰ ἀντιδράσωμεν ζωηρότερον. Καὶ ὅταν εἰς τὰ 1926 ἐπῆγα εἰς Θεσσαλονίκην καὶ ἠρώτησα τὸν διοικητὴν τὶ γίνεται τὸ ζήτημα αὐτὸ, μὲ ἔκπληξι μοῦ εἶπεν ὅτι δὲν ἤξερεν ὅτι προσφάτως εἶχε παραχωρηθῆ διὰ νόμου αὐτὸ τὸ κολοσσιαῖον ποσὸν εἰς τὴν Γεωργικὴν Τράπεζαν. Καὶ ἠναγκάσθη νὰ εὕρῃ τὸν νόμον καὶ τὸν ἔφερεν, ἀλλὰ πλέον ἦτο ἀργά. Ἡ οὐσία εἶναι ὅτι ἡ Τράπεζα μποροῦσε νὰ πάρῃ αὐτὸ τὸ κολοσσιαῖον ποσόν. Ἡ Τράπεζα δὲν ἐπῆρε τίποτα ἀλλὰ καὶ τὸ Κράτος δὲν ἐπῆρε τίποτα. Καὶ συνεπῶς εἶναι ἀποδεδειγμένον εἰς τὴν ἱστορίαν ποῖον δίκαιον εἴχομεν ἡμεῖς οἱ ζητήσαντες ὅπως ἡ Γεωργικὴ Τράπεζα λάβῃ τὸ ποσὸν αὐτό. Δὲν ἦτο μόνον αὐτό. Ἡμεῖς εἴχομεν τὴν πρόθεσιν τότε νὰ ζητήσωμεν ὅ,τι τὰ γειτονικὰ Κράτη ἔκαμαν, νὰ ζητήσωμεν τοὺς πόρους τῶν ὀργανικῶν ταμείων ἐκ τῶν ὁποίων εἶχεν 300 ἑκατομμύρια ἡ Γεωργικὴ Τράπεζα τῆς Βουλγαρίας. Θὰ ἐζητούσαμε δὲ διαρκῶς πράγματα ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἄνευ ἀξίας δι’ αὐτὴν τὰ ὁποῖα ἡμεῖς θὰ μεταβάλλωμεν εἰς πολλὰ ἑκατομμύρια. Καὶ τοιαῦται εὐκαιρίαι δὲν λείπουν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ εἴχωμεν σήμερον μίαν Τράπεζαν τῆς ὁποίας τὰ κεφάλαια ἴσως δὲν θὰ ἦσαν κατώτερα τῶν 2 δυσεκατομμυρίων δραχμῶν, εἰς τρόπον ὥστε ἀσφαλῶς ἐκείνη ἡ Τράπεζα θὰ ἤρχετο νὰ ἐπεκτείνῃ τὰς ἐργασίας της καὶ ἐπὶ ὅλου τοῦ Κράτους. Εἶπον ὅτι τοιαῦται εὐκαιρεῖαι δὲν λείπουν. Ὑπάρχει τόσος πλοῦτος χαμένος εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ δὲν χρειάζεται παρὰ πρακτικὸν πνεῦμα διὰ νὰ συλλεγοῦν πολλὰ ἑκατομμύρια. Τώρα αὐτὴν τὴν στιγμὴν παρουσιάζεται μία τοιαύτη εὐκαιρία. Ὁ Δῆμος Θεσσαλονίκης ἔχει ἀνάγκην νὰ κάμῃ μίαν ὑδροηλεκτρικὴν ἐγκατάστασιν. Εἶναι δυνατὸν μὲ 500 χιλιάδας λίρας τὰς ὁποίας θὰ ἐκδώσῃ ὁ Δῆμος Θεσσαλονίκης, χωρὶς τὸ Κράτος νὰ καταβάλῃ τίποτε παρὰ μίαν ἐγγύησιν μόνον νὰ ἀποκτήσῃ ὁ Δῆμος ὅσην δύναμιν χρειάζεται διὰ τὴν μελλοντικὴν ἀνάπτυξίν του ἀλλὰ νὰ δώσῃ καὶ εἰς τὴν Γεωργικὴν Τράπεζαν 100 χιλιάδας στρέμματα ποτιστικὰ τὰ ὁποῖα θὰ προέλθουν ἀπὸ τὴν ἀποξήρανσιν τῶν γαιῶν. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ περισυλλέξῃ πολλὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι τίποτα διὰ τὸ Κράτος καὶ τὰ ὁποῖα θὰ μποροῦσαν νὰ μεταβληθοῦν εἰς χρυσόν. Τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι ἐτορπιλλίσθη ἡ Τράπεζα τῆς Μακεδονίας, καὶ ἠσθάνθην ταπείνωσιν ὅταν ἤκουσα ὅτι ἡ Τράπεζα ἀπέτυχε. Ἀπέτυχε διότι τὴν ἐτορπίλλισαν. Ἡ Τράπεζα τὰς ὑποχρεώσεις της περὶ παροχῆς ἐνυποθήκων δανείων δὲν τὰς ἐξετέλεσεν οὔτε τὰς ἐκτελεῖ μέχρι σήμερον. Τὰ ἐλάχιστα δὲ δάνεια τὰ ὁποῖα παρέχει, τὰ παρέχει μὲ τόσην δυσκολίαν καὶ τόσα μέσα κατακριτέα ὥστε θὰ ἦτο καλλίτερον νὰ μὴν τὰ ἔδιδε καθόλου διὰ νὰ μπορούσαμεν νὰ κάμωμε μίαν νέαν Τράπεζαν διὰ τὰς Νέας Χώρας. Εἶπον, κύριοι, ὅτι ἐγὼ δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς λεπτολόγους συζητήσεις διὰ τὸ ζήτημα τῶν καλυμμάτων. Ἀλλὰ ἤκουσα μερικὰ πράγματα περίεργα, ἤκουσα ἔξαφνα, ὅτι ἡ Τράπεζα ἔλαβεν τὸ ποσὸν αὐτὸ ὡς ἀντιστάθμισμα τοῦ προνομίου τὸ ὁποῖον παρεχώρησε. Ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ, ὅταν ἔχῃ τις προνόμιον δι’ εἴκοσι χρόνια, τὸ παίρνει ἐπίσης καὶ δι’ ἄλλα τριάντα. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατεπλάγη μὲ τὴν διανοητικότητα τῶν διαχειριζομένων τὰ ζητήματα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ εἶπεν, ὅτι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι προφανῶς λησμονοῦσιν ὅτι εἶναι ἐντολλοδόχοι τῶν μετόχων καὶ νομίζουν ὅτι ἡ Τράπεζα ἡ Ἐθνικὴ εἶναι κτῆμα ἰδικόν των καὶ οὐχὶ τῶν μετόχων. Ἐν τούτοις γνωρίζετε, ὅτι ἐπεκράτησεν ἡ γνώμη: «παίρνουμε τὸ προνόμιο, ἄρα θὰ δώσωμεν ἀποζημίωσιν». Οὐδὲν προνόμιον ἐπήραμεν ἡμεῖς. Ὅταν ἐπῆρε διπλάσιον εἰς χρόνον προνόμιον, δὲν ἔχασε τίποτε, ἀφ’ οὗ εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ Τράπεζα ἡ Ἐθνικὴ κατέχει τὸ ἥμισυ τῶν μετοχῶν τῆς Ἑλλάδος. Ἠκούσθη καὶ τὸ ἄλλο: ὅτι ἡ Τράπεζα δὲν διέθεσε τὰ χαρτονομίσματα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἐκδώσει καὶ συνεπῶς δὲν μποροῦσε νὰ χάσῃ τὰ καλύμματα, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ ἀσφαλίσουν τὰ χαρτονομίσματα. Ἀλλὰ τότε ἔρχεται νὰ ἐπικαλεσθῇ, ἐὰν τοῦτο ἦτο ἀληθές, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὲς καὶ εἶναι γνωστόν, ὅτι εἶχαν ἀνάγκην τῶν διαθεσίμων καὶ ἑπομένως δὲν ἠδύνατο νὰ μὴ ἔχῃ τὰ 10%, Ἀλλ’ ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι εἶναι ἀληθές, ἠδυνάμεθα νὰ δώσωμεν ἕν προνόμιον διὰ τὰς Νέας Χώρας. Δὲν εἶναι ὅμως μόνον αὐτό, κύριοι βουλευταί. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλα σοβαρώτερα ζητήματα ἐπιβάλλοντα μίαν γραμμὴν εἰς τὰς σχέσεις μας πρὸς τὰ ἱδρύματα αὐτά. Ὅσον δήποτε καὶ ἂν καυχῶνται ὅτι εἶναι ἰδιωτικαὶ Τράπεζαι ἡ Ἐκδοτικὴ καὶ ἡ Ἐθνική, δὲν εἶναι ἰδιωτικαὶ Τράπεζαι. Ὄχι μόνον διότι μέγα μέρος τῶν κεφαλαίων των ἀνήκει εἰς ἀγαθοεργὰ ἱδρύματα, ἀλλὰ καὶ διότι ἡ βάσις των προέρχεται ἀπὸ τὸ Ἔθνος. Τὸ Κράτος, ἐκεῖνο τοὺς ἔδωσε τὴν ὕπαρξιν καὶ ἐπὶ πλέον κατέχουν καταθέσεις μὲ ἐλάχιστον τόκον ἐπὶ μακρότατα ἔτη· κατατυραννοῦσιν τοὺς ὀργανισμοὺς οἱ ὁποῖοι ἔχουν νὰ λαμβάνουν τὰς καταθέσεις των. Ὅταν συνεζητεῖτο ἡ σύμβασις αὐτὴ κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν, εἴπομεν τότε εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν: Δὲν θέλομεν νὰ δώσωμεν τὴν ἐντύπωσιν ὅτι θὰ κωλυσιεργήσωμεν κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, ἀλλὰ ὑποσχεθῆτε μας ὅτι θὰ φέρετε ἕνα πίνακα τῶν κληροδοτημάτων κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν. Καὶ τὸ ὑπεσχέθη ὁ κ. Καφαντάρης. Τὸ λέγω δέ, διότι ἔχω παράπονον. Ὅταν ἤλθαμεν εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν καὶ ἐζήτησα τὸν πίνακα αὐτόν, μὲ παρέπεμψεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Νὰ πάω δηλ. εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ πάρω τὸ κατάλογον τῶν κληροδοτημάτων καὶ τῶν ἄλλων καταθέσεων, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν εἰς τὴν Τράπεζαν. Ἀλλὰ οὔτε ἐκεῖ τὸν εἶχον, ἐκ τῶν ὑστέρων δὲ πείθομαι ὅτι ὅταν ὑπεγράφετο ἡ σύμβασις αὐτὴ δὲν ὑπῆρχεν κατάλογος. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἔχει ἓν μέγα καθῆκον ἡ Κυβέρνησις ὅπως τὸ ταχύτερον καταρτίσῃ ἕνα πίνακα τῶν καταθέσεων αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, διότι ἔχομεν καθιδρύματα εὐαγῆ, τὰ ὁποῖα θέλουν νὰ πάρουν μερικὰ χρηματάκια γιὰ νὰ κάνουν τὰ σχολεῖά τους καὶ κάτι ἄλλο ἀλλ’ εὑρίσκουν πάντοτε τὰς Τραπέζας δυστροπούσας. Ἡ οὐσία εἶναι ὅτι παραλείπουν κάθε προσπάθειαν. Καὶ ἡμεῖς εἰς τὸν τόπον μας ἔχομεν κληροδοτήματα καὶ ἐπὶ ἔτη ἀγωνιζόμεθα ἀλλὰ κατέστη ἀδύνατον νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν τέλος. Εἶχον εἴδη δημοσιευόμενον οὐ πολὺ πρακτικὸν νομοσχέδιον περὶ διαχειρίσεως τῶν κληροδοτημάτων, τὸ ὁποῖον δὲν κατετέθη εἰς τὴν Βουλήν, δὲν ξεύρω διατί. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ξεκαθαρισθῇ τὸ ζήτημα τῶν κληροδοτημάτων. Νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε καὶ τὸ ζήτημα αὐτὸ μεταξὺ τῶν προθέσεών της. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἀμελοῦνται συχνὰ παρ’ ἡμῖν τὰ ζητήματα ταῦτα. Καὶ πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι εἶναι λίαν τεταραγμένη ἡ κοινὴ γνώμη μὲ τὴν ἀδυναμίαν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα νὰ θέσωμεν τάξιν εἰς τὰ ζητήματα αὐτά. Διότι ἀγανάκτησις ἔχει καταλάβει ὅλας τὰς κοινότητας αἱ ὁποῖαι ἔχουν κληροδοτήματα, ὅταν βλέπουν ὅτι συντρίβονται ὅλαι αἱ προσπάθειαί των διὰ νὰ πάρουν κάτι ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχουν λαμβάνειν. Ἔχει ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις νὰ κάμῃ καὶ κάτι ἄλλο. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ χαθοῦν καὶ αἱ σημεριναὶ εὐκαιρίαι, ὅπου οἱ τόκοι τέλος πάντων πλησιάζουν νὰ φθάσουν τὰ 7%, ὅπως τὰ μὴ χρησιμοποιούμενα ποσὰ ἐπενδυθοῦν εἰς ὁμολογίας τοκοφόρους ἀσφαλῶς, διότι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ἐπὶ ἥμισυν αἰῶνα καὶ πλέον νὰ μένουν χρήματα κατατεθειμένα εἰς τὰς Τραπέζας μὲ τόκον 3, 2 καὶ 1%. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ παρακολουθήσῃ ἐκ τοῦ πλησίον τὰ ζητήματα αὐτά. Καὶ φέρω ἓν παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἀντελήφθην τώρα ἐξετάζων τὴν σύμβασιν αὐτήν. Συμψηφίζει τὸ δάνειον τοῦ ἐπισιτισμοῦ. Καὶ ἠθέλησα νὰ μάθω τὶ εἶναι αὐτὸ τὸ δάνειον. Καὶ εἶδον, ὅτι εἶναι ἕνας λογαριασμός, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ἀκόμη ξεκαθαρισμένος, γνωρίζετε δὲ τὶ δαιδαλώδης διαχείρισις ὑπῆρξεν αὐτὴ τοῦ ἐπισιτισμοῦ. Εἶναι ὀρθόν, ὅσον καὶ ἂν αἱ ὑπηρεσίαι ἵστανται εἰς τὸ ὕψος των, νὰ ἐνισχυθοῦν ὅπως γίνῃ τὸ ταχύτερον αὐτὴ ἡ ἐκκαθάρισις καὶ ὅ,τι ἄλλων λογαριασμῶν ποῦ ἔχομεν μὲ τὰς Τραπέζας. Δὲν τολμῶ νὰ προτείνω τροποποιήσεις. Πάντως ὅμως ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της ὅτι γενικῶς ἐκ τῆς μὴ παρακολουθήσεως τῶν Τραπεζῶν, τῆς ἐντόνου παρακολουθήσεως, ζημιώνεται πολὺ ἡ Ἐθνική μας οἰκονομία. Κάθε φορὰ φωνάζομεν ὅτι μᾶς φεύγουν τὰ κεφάλαια ἀπὸ τὸν τόπον μας. Καὶ δικαίως φωνάζομεν, διότι μᾶς τὰ παίρνουν τὰ ἰδικά μας τὰ χρήματα οἱ ξένοι, καὶ παίρνουν τὰ κέρδη ὅλων τῶν ἐπιχειρήσεων αἱ ὁποῖαι εἶναι εἰς τὸν τόπον μας. Ἀλλὰ τί κάμνομεν ἆραγε διὰ τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν εἰς τὸν τόπον μας; Φροντίζομεν, ὥστε τὸ χρῆμα αὐτό, τὸ ὁποῖον ἂν δὲν εἶναι τοῦ Κράτους εἶναι τοῦ Ἔθνους, νὰ διατίθεται κατὰ τρόπον ὥστε νὰ ἀνακουφίζῃ τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν; Ἐὰν κάμνω ἕνα πρόχειρον λογαριασμόν, θὰ ἴδητε ὅτι ὑπάρχουν καταθέσεις εἰς τὰς διαφόρους Τραπέζας 10.000.000.000 δραχμῶν. Ἔχει 5.500.000.000 ἡ Ἐθνική, 3.500.000.000 ἡ Τράπεζα Ἀθηνῶν καὶ τὰ ὑπόλοιπα αἱ ἄλλαι Τράπεζαι. Καὶ ἐνῷ εἶναι κατατεθειμένα μὲ ἐλάχιστον τόκον, διατίθενται εἰς τὸ κοινὸν μὲ τόκον ὑπερβολικόν. Θὰ μοῦ εἴπετε ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς τὴν σημερινὴν ἐποχὴν νὰ διατεθοῦν μὲ ὀλιγώτερον τόκον. Ἀλλὰ σᾶς λέγω: διατὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παύσῃ νὰ διοικῆται τόσον πολυτελῶς ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα καὶ νὰ βλέπωμεν 30.000.000 κέρδος δι’ ὅλην τὴν Τράπεζαν καὶ 22.000.000 διὰ τὴν ὑπηρεσίαν της; Εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ μία σύγκρισις καὶ νὰ εὑρεθῇ ὅτι ἠμποροῦν 100.000.000 ἢ 150.00.000 νὰ ἐξοικονομηθοῦν ἀπὸ τὸ μέρος αὐτὸ καὶ νὰ διατεθοῦν διὰ τὴν ἐλάττωσιν τῶν ὅρων τοῦ δανεισμοῦ. Ἐξ ἄλλου καὶ τὸ Κράτος ἔχον, μετοχήν τινα εἰς τὰ κέρδη τῆς Τραπέζης ἔχει καὶ κἄποιαν ὑποχρέωσιν νὰ τὴν παρακολουθῇ διὰ νὰ μὴ κάμνῃ σπατάλας, ἀφοῦ μάλιστα καὶ οἱ μέτοχοι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κατὰ μέγιστον μέρος εἶναι ἀγαθοεργὰ ἱδρύματα. Δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀπασχολήσω περισσότερον, διότι ἀντιλαμβάνομαι ὅτι ἐγκυρώτεροι συζητήσεις θὰ γίνουν ἐντὸς ὀλίγου. Τοῦτο μόνον λέγω: ὅτι ἡ Τράπεζα θέλει νὰ δώσῃ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἠδικήθη καὶ τὸ διετύπωσεν αὐτὸ εἰς τὸ προοίμιόν της λέγουσα, ὅτι «αἱ συμβάσεις μου μοῦ ἔδωκαν ὅ,τι ἐγὼ θὰ ἔπαιρνα ἂν θὰ πήγαινα εἰς τὰ δικαστήρια ὑπόκειμαι δὲ εἰς τὰς ἀξιώσεις τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ μὴ πᾶμε στὰ δικαστήρια καὶ ἔχωμεν δικαστικοὺς ἀγῶνας». Καὶ πάρα κάτω: «Διὰ νὰ ἀποσβέσω τὴν ζημίαν αὐτὴν θὰ γίνῃ ἀπόσβεσις σὲ τόσο χρονικὸν διάστημα. Καὶ τὰ δίνω διότι πρόκειται περὶ τῆς ἀγροτικῆς πίστεως». Ἔχουν δίκαιον νὰ ὁμιλοῦν κατὰ τὸν τρόπον αὐτόν; Διότι ἐνῷ εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ τὸ ἐρρύθμισε τὸ Κράτος ἀποφασίσαν νὰ τακτοποιήσῃ νομίμως τὸ νόμισμα, ἐκείνη ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ ἀναπτύξῃ διαφόρους γνωμοδοτήσεις περὶ τοῦ εἰς ποῖον ἀνήκει ἡ κυριότης καὶ περὶ τοῦ πῶς λέγουν οἱ συγγραφεῖς. Δὲν ἐβασίσθη εἰς τὴν παγκόσμιον κριτικήν. Δὲν ἐπρόσεξεν ὅτι ἐγίναμε περίγελως τοῦ κόσμου. Ἐνόμισεν ὅτι εἶναι δυνατὸν μὲ μίαν γνωμοδότησιν τὴν ὁποίαν συνέταξεν, ἐνόμισεν ὅτι τὰ δικαστήρια θὰ ἐδίκαζον ἐρήμην. Δὲν θὰ ἐδίκαζον ἐρήμην ἐὰν ἐπήγαινεν εἰς τὰ δικαστήρια ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Θὰ ἐδίκαζον ἀφοῦ θὰ εἴπῃ καὶ τὴν γνώμην του τὸ Κράτος. Καὶ ὅταν ἐρωτήσῃ ἡ Τράπεζα: δικαιοῦμαι νὰ πάρω ἀποζημίωσιν ἐγὼ ποὺ μοῦ πῆραν τὸ προνόμιον; Βέβαια λέγουν οἱ νομομαθεῖς οἱ γνωμοδοτήσαντες. Ἀλλὰ θὰ ἔλεγε καὶ τὸ Κράτος: Ἐνῷ συνεβλήθη ὅπως τὸ προνόμιόν της τὸ ἐπεκτείνῃ εἰς τὸ διπλάσιον κατὰ τὸ ἥμισυ μόνον δικαιοῦται ἀποζημιώσεως. Τί θὰ ἔλεγον οἱ νομομαθεῖς ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; Ἀλλ’ οἱ νομομαθεῖς εἶδον τὰ ζητήματα ὅπως τὰ ἔθηκεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα καὶ ἀπήντησαν ναί. Ἀλλ’ ἂν τοὺς ἔλεγον ὅτι οἱ μέτοχοι τῆς Ἐθνικῆς προετίμησαν αὐτοὶ νὰ κάμουν αὐτὴν τὴν μεταβολὴν καὶ συνεπῶς, ὅτι ἔδωσαν συνολικῶς τὸ ἐπῆραν κατὰ τὸ ἥμισυ εἰς τὸ διπλάσιον, θὰ τοὺς ἔλεγον ὄχι. Συνεπῶς κακῶς ἡ Τράπεζα νομίζει ὅτι θὰ ἐκέρδιζεν ἕνα ἀγῶνα δικαστικὸν ἐὰν ἀπετείνετο εἰς τὰ δικαστήρια. Ἄλλως τε εἶναι ὁλωσδιόλου ἔξω ἀπὸ τὸ θέμα αὐτὸ οἱ ἄνθρωποι διότι τὸ ζήτημα τὸ ἐδημιούργησεν ὁ νομοθέτης διὰ τῆς νόμῳ σταθεροποιήσεως καὶ πᾶς κυβερνήτης ὤφειλε νὰ διαπραγματευθῇ τὸ ζήτημα. Καὶ λέγει ἡ Τράπεζα ὅτι 500.000.000 τὰ δίδει, τέλος πάντων, χάριν τῆς γεωργικῆς πίστεως. Οὔτε αὐτὰ τὰ ἔδωσε, διότι κατώρθωσε διὰ μυρίων τρόπων νὰ ἐλαττώσῃ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἐξ’ ἀρχῆς ἐζήτησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ βλέπει κανεὶς τὸν τρομερὸν ἀγῶνα εἰς τὸν ὁποῖον κατέφυγον οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ διὰ νὰ μπορέσουν ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ μειώσουν τὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους. Θὰ σᾶς ἀναφέρω τοῦτο: Λαμβάνει τὸ δικαίωμα ὅπως πληρώσῃ τὰ 250.000.000 ἐντὸς 5 ἐτῶν, ἐπειδὴ δὲ αὐτὰ τὰ διαθέτει πρὸς 10%, ἀμέσως θὰ ὠφεληθῇ ἓν ποσὸν 62.000. Λαμβάνει 13.000.000 ἀπὸ τὴν πώλησιν τοῦ μετοχικοῦ χωρὶς νὰ ἔχῃ οὐδὲν ἄλλο δικαίωμα καὶ ἐπὶ πλέον λέγει, διὰ νὰ καλύψῃ τὴν ζημίαν της κάθε χρόνο θὰ μᾶς παίρνῃ τὰ 25%, τὰ ὁποῖον δικαιούμεθα νὰ πάρωμεν ἀπὸ τὸ κέρδος. Λοιπὸν δὲν ἔδωκε τά 500 ἑκατομ. καὶ ἂς μὴ καυχᾶται ὅτι ἔδωσε τὸ ποσόν αὐτό. Ὅ,τι ἔδωσε, τὸ ἔδωσε συρομένη διὰ τῆς πυγμῆς τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Κυβερνήσεως. Ἄς μὴ νομισθῇ, κύριοι, ὅτι ἔχω κανὲν πάθος κατὰ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, εἴτε μὲ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν παύει ἀπὸ τοῦ νὰ εἶναι ἵδρυμα ἐθνικόν. Εἶναι ἵδρυμα τοῦ ὁποίου ἓν μέγα μέρος τῶν κεφαλαίων—δὲν μπόρεσα νὰ καταλάβω πόσα εἶναι τὰ κεφάλαια τὰ ὁποῖα ἀνήκουν εἰς τὰ καθιδρύματα—ἀλλὰ ἓν μέγα μέρος ἦσαν κεφάλαια Ἐθνικά. Συνεπῶς τὰ πρόσωπα δὲν εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ δώσουν εἰς ἡμᾶς τὸ αἴσθημα νὰ μειώσωμεν τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἀπ’ ἐναντίας τὸ αἴσθημά μας εἶναι ὅτι θέλομεν νὰ δημιουργήσωμεν Ἐθνικὰ κεφάλαια μὲ πρίσμα τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Καὶ ἐὰν ἐλάβομεν τὸν λόγον ἢ διαμαρτυρόμεθα καὶ παραπονούμεθα εἶναι μὲ τὴν ἐλπίδαν ὅτι θὰ μποῦν τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν των. Καὶ θὰ μποῦν τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν των μόνον μὲ τὸ φῶς, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ σκοτία ἐνέπνευσεν αἰσθήματα ἀσφαλείας εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ἐνεργοῦν ὅπως θέλουν εἰς τὰς κρατικὰς ὑποθέσεις. Πάντως ὅμως δὲν μποροῦμε ποτὲ νὰ φαντασθῶμεν, ὅτι θὰ ἤρχετο σειρὰ νὰ ὁμιλήσωμεν καὶ διὰ τὰ καλύμματα. Φεύγοντες κατὰ τὴν πέμπτην πρωϊνήν τὴν ἑσπέραν ἐκείνην ἐνομίσαμεν ὅτι πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι συνετελέσθην ἓν κακόν. Εὐγνωμονοῦμεν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἔδωσεν νὰ ἐννοήσουν εἴς τινας ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἀδικοῦν. Καὶ ἂν ὑπεχώρησεν, εἶναι προφανὲς ὅτι ὑπεχώρησε χάριν γενικωτέρων συμφερόντων διὰ νὰ μὴ σπαρασσώμεθα εἰς στιγμὰς κατὰ τὰς ὁποίας κατωρθώσαμεν, ὥστε ὅ,τι κάμνομεν εἰς τὸν τόπον μας νὰ τὸ περνοῦμε ἀπὸ τὸ κανάλι τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Καὶ πράγματι τόσες φορὲς ἀναγκαζόμαθα νὰ διορθώσωμεν τόσα ζητήματα, ὥστε νὰ δίδωμεν τὴν ἐντύπωσιν ὅτι τίποτε δὲν γίνεται σοβαρὸν καὶ ὅ,τι κάμνομεν ἡμεῖς νὰ ἔρχωνται οἱ ἄλλοι νὰ τὸ διορθώνουν. Ἐννοοῦμεν πληρέστατα τὸ συμβιβαστικὸ πνεῦμα τῆς Κυβερνήσεως, τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον εἶναι ἓν καθίδρυμα τὸ ὁποῖον εἰς τὸ μέλλον, ἂν θελήσῃ νὰ ἐργασθῇ μὲ περισσοτέραν στοργὴν διὰ τὸ Κράτος, δύναται νὰ ὠφελήσῃ πολὺ περισσότερον αὐτό.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραντάρης ἔχει τὸν λόγον.
§65Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἡ σύμβασις περὶ διακανονισμοῦ τοῦ ζητήματος τῶν καλυμμάτων καὶ τῆς ἱδρύσεως τῆς Γεωργικῆς Τμαπέζης, μὲ ἐνδιαφέρει εἰδικώτερον κατὰ τὸ πρῶτον μέρος τὸ ἀφορῶν τὴν τροποποίησιν τῶν προηγουμένων συμφωνιῶν τῶν ὁποίων φέρω τὴν εὐθύνην. Θὰ περιορίσω τὸν λόγον μου ἐπὶ τοῦ μέρους τούτου, διὰ νὰ ἐξηγήσω διατὶ ὑπέο ποτε ἐξακολουθῶ νὰ τρέφω ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν ὀρθότητα τῆς δοθείσης ὑπ’ ἐμοῦ λύσεως. Φαίνεται, κύριοι, ἐκ πρώτης ὄψεως ὅτι ἡ νέα διαρρύθμισις προῆλθεν ἐξ ἀμοιβαίας συναινέσεως τῶν μερῶν, τοῦ Κράτους καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Δὲν νομίζω ἐν τούτοις ὅτι ἡ συμβατικὴ μορφὴ εἶναι δυνατὸν νὰ συγκαλύψῃ τὸν ἀληθῆ χαρακτῆρα πράξεως ἐγειρούσης ἔκδηλα τὰ σημεῖα τὰ μαρτυροῦντα, ὅτι ὑπῆρξεν αὕτη προϊὸν ὄχι ἐλευθέρας βουλήσεως ἀλλὰ βίας. Ὅταν μετ’ ἀρκετοῦ χρόνου σιγὴν ἡ Κυβέρνησις ἐπανέλαβε τὰς διαπραγματεύσεις καὶ τὰ διαβήματά της πλησίον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ἀπηύθυνε πρὸς αὐτὴν τὴν ἀπὸ 29 Δεκεμβρίου παρελθόντος ἔτους ἐπιστολήν της, ἡ διοίκησις τοῦ ἱδρύματος οὐ μόνον δὲν ἀπεδέχθη τὰς διατυπωθείσας ἐν τῇ ἐπιστολῇ ταύτῃ ἀξιώσεις, ἀλλὰ διὰ μακροσκελοῦς ὑπομνήματος καὶ δι’ ἀκαταμαχήτων ἐπιχειρημάτων ἀπέκρουσεν ἕνα πρὸς ἕνα τοὺς ἰσχυρισμοὺς τῆς Κυβερνήσεως. Εἰς ἐπίρρωσιν μάλιστα τῆς πεποιθήσεως τὴν ὁποίαν ἔτρεφεν ἡ διοίκησις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης περὶ τῆς ἀπολύτου ὀρθότητος τῆς γενομένης ῥυθμίσεως, ὑπέβαλε τὴν γνώμην ὅπως ὁλόκληρος ἡ ὑπόθεσις παρὰ τὸν ὁριστικόν της διακανονισμὸν νὰ παραπεμφθῇ ἐνώπιον ἐπιτροπῆς εἰδικῶν, ἐμπειρογνωμόνων, νομομαθῶν, τραπεζιτῶν καὶ οἰκονομολόγων ξένων, ἀνωτέρου διεθνοῦς κύρους, οἱ ὁποῖοι ἐξετάζοντες τὴν ὑπόθεσιν ταύτην θὰ ἐξέδιδον ὁριστικὴν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ἐτυμηγορίαν, ὑποχρεωτικὴν διὰ πάντας. Ἡ Κυβέρνησις παριδοῦσα τελείως τὴν πρότασιν ταύτην ἔσπευσεν εἰς ἀπάντησιν νὰ ἀνακοινώσῃ θορυβωδῶς καὶ ὀργίλως, ὅτι εἶχεν ἤδη ἕτοιμον καθ’ ὅλα νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπέβαλεν εἰς τὴν Τράπεζαν νὰ πληρώσῃ ὄχι μόνον τὸ ἀξιούμενον, ἀλλὰ καὶ πολὺ περισσότερον τοῦ ἀξιουμένου ποσοῦ καὶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θὰ κατετίθετο εἰς τὴν Βουλήν, θὰ παρεπέμπετο εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, θὰ συνεζητεῖτο καὶ θὰ ἐψηφίζετο ἐν διαστήματι τεσσάρων μόνον ἡμερῶν. Καὶ εἶχεν ἡ Κυβέρνησις ὅλην τὴν δύναμιν, παρορῶσα τὰς ἐνδεχομένας συνεπείας τοῦ πραξικοπήματος, νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὴν ἀπειλήν της καὶ ἡ ἀπειλὴ αὕτη ὑπῆρξεν ἡ αἰτία ἡ ὁποία ἐξηνάγκασε τὴν Τράπεζαν εἰς ὑποταγήν. Ὑπέκυψεν ἡ Τράπεζα καὶ ἄκουσα ἐδέχθη νὰ ὑπογράψῃ τὴν δῆθεν συμφωνίαν ὑπὸ τὸν αὐτὸν ἐν τούτοις ὅρον, ὅτι εἰς τὴν σύμβασιν θὰ ἐξετίθεντο καθαρὰ καὶ ἐν πλάτει αἱ περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρέθη εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην νὰ δεχθῇ τοὺς ὅρους τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ βλέπομεν εἰς τὸ προοίμιον τῆς συμβάσεως νὰ ἐκτίθενται μετὰ καταπλησσούσης ἀληθῶς ὠμότητος ὅλαι αἱ συνθῆκαι ὑπὸ τὰς ὁποίας δεσμία ἡ διοίκησις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὑπέκυψεν εἰς τὴν βίαν. Βλέπομεν εἰς τὸ προοίμιον αὐτὸ τῆς συμβάσεως νὰ λέγεται ὅτι: (ἀναγινώσκει). «Καὶ ἐπιπροσθέτως εἶχε δηλώσει ἡ Κυβέρνησις ὅτι, μὴ ἀποδεχομένης τυχὸν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τὴν πρότασιν ταύτην, δὲν ἤθελε μὲν θίξῃ τὰς ὡς ἄνω συμβάσεις, θεωροῦσα αὐτὰς ἰσχυράς, ἀλλ’ ὅτι ἤθελεν εἰσηγηθῆ τὴν νομοθετικὴν λῆψιν φορολογικοῦ μέτρου, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπραγματοποιεῖτο οὐσιαστικῶς τὸ περιεχόμενον τῆς προτάσεως ταύτης, καὶ δὴ κατὰ ποσὸν πολλῷ μεῖζον τοῦ ἀξιουμένου διὰ τῆς συμβιβαστικῆς ῥυθμίσεως». Εἶπε δηλαδὴ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Τράπεζαν «ἢ ὑπογράφεις τὴν σύμβασιν μὲ τοὺς ὅρους τοὺς ὁποίους ἐκεῖ νὰ σοῦ ἐπιβάλλω ἢ θὰ ἀποσπάσωμεν ὑπὸ τύπον φορολογίας ποσὸν πολὺ μεγαλείτερον ἀπὸ τὸ ἀξιούμενον». Ἔναντι τῶν δηλώσεων τούτων τῆς Κυβερνήσεως ἀπήντησεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα καὶ ἐπαναλαμβάνει ὅτι θεωρεῖ τὰς μὲν ὡς ἄνω συμβάσεις, αἵτινες ἐρρύθμισαν ἤδη τὰς σχέσεις, ὡς ἰσχυρὰς καὶ ἀπροσβλήτους, τὴν δὲ δι’ αὐτῶν γενομένην ρύθμισιν ὡς νόμιμον καὶ δικαίαν, ἅτε ἀνταποκρινομένην πρὸς ὅ,τι, ἐν περιπτώσει ἀρνήσεως τότε τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἤθελον τελικῶς ἀποφασίσῃ τὰ δικαστήρια ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τότε κειμένης νομοθεσίας. Καὶ τοῦτο διότι ἕνεκα τῶν ὅλως ἐξαιρετικῶν καὶ εἰδικῶν λόγων τῆς συστάσεως τῶν καλυμμάτων ἐκείνων οὐ μόνον ἡ κυριότης αὐτῶν ἀλλὰ καὶ ἡ ὑπεραξία αὐτῶν πᾶσα ἀνῆκεν καὶ ἀνήκει εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἐπὶ πλέον δὲ καὶ διότι, ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἡ ὀφειλομένη ὑπὸ τοῦ Κράτους ἀποζημίωσις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ τὴν πρόωρον στέρησιν τῶν προνομίων της, ἐπακριβῶς κατὰ τὸν νόμον ὑπολογιζομένη, ὑπερέβαινε κατὰ πολὺ τὴν ὑπεραξίαν ἐκείνην καὶ ὅτι πάντως τὸ Κράτος, παραχωρῆσαν εἰς νέαν Τράπεζαν προνόμιον ἐκδόσεως ὑπὸ νέους ὅρους, ἐπορίσθη καὶ πορίζεται ἀπείρως πλείονα ὀφέλη ἐκείνων, ἅτινα θὰ εἶχεν ἐὰν ἀποδίδουσα ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὁλόκληρον τὴν ὑπεραξίαν τῶν καλυμμάτων ἐξηκολούθει, καθὰ εἶχε δικαίωμα, μετὰ τὴν σταθεροποίησιν τὴν ἐνάσκησιν τοῦ ἐκδοτικοῦ αὐτῆς προνομίου μέχρι λήξεως αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, καίτοι θεωροῦσα τὸ κατὰ τὴν κατηγορηματικὴν δήλωσιν τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἄνω ἐπικείμενον νομοθετικὸν μέτρον ὡς ἀναιροῦν καὶ μονομερῶς καταργοῦν τὰς ὡς ἄνω ἰσχυρὰς συμβάσεις, ἀφ’ ἑνὸς διὰ ν’ ἀποφύγῃ δικαστικὸν ἀγῶνα εἰς ὃν θὰ ἀπεδύετο πρὸς προστασίαν ἐγκύρου συμβάσεως, ἀφορῶντα εἴς τε τὸ ἐπιτρεπτὸν τοῦ νομοθετικοῦ ἐκείνου μέτρου καὶ εἰς τὴν ἔκτασιν τῶν ἐκ τούτου κυρώσεων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἀποβλέπουσα εἰς τὸν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως προορισμὸν τοῦ ὡς ἄνω ποσοῦ ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς ἀγροτικῆς πίστεως, ἧς ἡ προαγωγὴ ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς ἐν γένει ἐθνικῆς οἰκονομίας ὑπῆρξεν ἀείποτε ἐκ τῶν πρώτων μελημάτων αὐτῆς καὶ ἣν ἐξυπηρέτησεν εἰς τὸ παρελθὸν δι’ ὅλων αὐτῆς τῶν μέσων, δηλοῖ ὅτι, πρὸς ἀποφυγὴν τοῦ δικαστικοῦ ἀγῶνος, εἰς ὃν θὰ ἀπεδύετο, καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ὁριστικῆς καὶ διὰ παντὸς ἀμετακλήτου καὶ ἀμφοτέρωθεν ἀναμφισβητήτου πλέον λύσεως καὶ ρυθμίσεως τῆς διαφορᾶς ταύτης πρὸς τὸ Δημόσιον, δέχεται τὴν ὡς ἄνω συμβαστικὴν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Δημοσίου. Αὐτοὶ εἶναι οἱ ὅροι, ὅροι ἐκτιθέμενοι ἐν αὐτῇ τῇ συμβάσει, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἡ διοίκησις τῆς Τραπέζης ὑπέγραψε. Δὲν θὰ ἐξετάσω, τὴν στιγμὴν αὐτὴν ποίαν ἐνέχει εὐθύνην διὰ τὴν διοίκησιν τοῦ ἱδρύματος ἡ ὑποχώρησις. Τείνω δὲ νὰ πιστεύσω, ὅτι ὀρθῶς ἴσως καὶ σωφρόνως ἔπραξεν ὑποχωρήσασα, διὰ νὰ ἀποτρέψῃ τὰς ἐπισιομένας ἀσυγκρίτως μεγαλειτέρας ἐπὶ τοῦ ἱδρύματος ζημίας αἱ ὁποῖαι θὰ ἠδύναντο νὰ ἀγάγουν μέχρι κλονισμοῦ μιᾶς Τραπέζης ἀπαραιτήτου εἰς τὴν Ἐθνικὴν οἰκονομίαν. Καὶ θὰ ἠδύναντο νὰ φέρουν μέχρι κλονισμοῦ καὶ ἀποσυνθέσεως τὸ ἵδρυμα αἱ ἀπειλούμεναι κυβερνητικαὶ διώξεις, οὐ μόνον διότι θὰ ὑπεχρεοῦτο αὕτη ὑφ’ οἱανδήποτε μορφὴν νὰ καταβάλῃ πέραν τῶν 560 ἑκατομμυρίων καὶ ἄλλα 300 ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἀλλὰ καὶ διότι διὰ μίαν Τράπεζαν διατηροῦσαν μετὰ τοῦ Κράτους σχέσεις πολυσχιδεῖς αἱ ζημίαι αἱ δυνάμεναι νὰ προκύψουν ἐξ ἐνδεχομένης συστηματικῆς ἐχθρότητος πανισχύρου Κυβερνήσεως μὴ ὀρρωδούσης πρὸ οὐδενὸς ἠμποροῦν νὰ θέσουν ἐν ἀμφιβόλῳ καὶ τὴν ὑπόστασιν αὐτῆς. Διὰ νὰ ἀποτρέψῃ λοιπὸν ἡ διοίκησις τοὺς κινδύνους τούτους, ἀπὸ τὰς στενὰς τῶν συμφερόντων της ἀπόψεις ἐξεταζομένου τοῦ ζητήματος, καλῶς ἔπραξεν ὑποκύψασα: Ἀλλὰ θὰ ὤφειλε νὰ ἐπισύρῃ βαρὺν χαρακτηρισμὸν διὰ τὴν Κυβέρνησιν ἡ ἐνέργεια αὐτῆς, ἀνατρεψάσης βίᾳ συμφωνίας ἐγκυρωτάτας συμφωνίας ἀνταποκρινομένας πλήρως πρὸς τὸ δίκαιον καὶ τὸ γενικώτερον τῆς κοινωνίας συμφέρον, συμφωνίας αἵτινες κατηρτίσθησαν οὐχὶ ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ, συνεζητήθησαν καὶ διωνυχίσθησαν ἐπὶ ὁλόκληρον ἔτος ὑπὸ τὸ ἄπλετον τῆς δημοσιότητος φῶς, εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν τύπον καὶ ἔξω τῶν ὁρίων τοῦ Κράτους, καὶ ἐψηφίσθησαν καὶ ἐκυρώθησαν δὶς ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας μεσουρανούσης τῆς κοινοβουλευτικῆς ὁμαλότητος. Ἠσφάλισε βεβαίως ἡ Κυβέρνησις, δι’ ὧν μέσων ἤσκησεν, ἄμεσά τινα ὑπὲρ τοῦ Κράτους ὠφελήματα, τὰ ὠφελήματα ὅμως ταῦτα δὲν θὰ ἀρυσθῇ ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τὸ χρῆμα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀλλὰ θὰ τὰ ἀρυσθῇ εἰς βάρος τῶν συναλλαγῶν καὶ τῆς κοινωνίας, καὶ δὲν θὰ εἶναι ταῦτα οὐδὲ πολλοστημόριον τῶν ζημιῶν αἱ ὁποῖαι προέκυψαν καὶ θὰ προκύψουν εἰς τὸ μέλλον ἐκ τῆς ἀθετήσεως τῶν συντεθειμένων καὶ τῆς ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Κράτους διασείσεως τῶν ἐννόμων του σχέσεων. Πρίν, κ. βουλευταί, θέσετε τὴν σφραγῖδα τῆς ἐγκρίσεώς σας εἰς τὴν σύμβασιν ταύτην, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἐκθέσω μίαν ἀκόμη φορὰν τὴν ἱστορίαν τῆς ὅλης ὑποθέσεως, τὴν ἱστορίαν τοῦ ζητήματος τῶν καλυμμάτων, ὄχι διότι φρονῶ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθοῦν αἱ εἰλημμέναι ἀποφάσεις ἀλλὰ διότι καθῆκον ἔχω νὰ δώσω.... Ἡ ὑπόθεσις τῶν καλυμμάτων εἶναι γνωστὸν ὅτι ἐν γένει ὑπῆρξεν ἀφορμὴ—δὲν γνωρίζω ἂν πραγματικὰ ἢ κατὰ τὸ φαινόμενον, πιστεύω περισσότερον τὸ δεύτερον—τῆς κυβερνητικῆς κρίσεως τῆς ἐκραγείσης τὸν Αὔγουστον τοῦ 1927. Τὸ Λαϊκὸν κόμμα, ποδηγετούμενον ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ ὑπὸ τοῦ πρώην διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κ. Μαξίμου, εἶχε ταχθῆ κατὰ τῆς τραπεζιτικῆς μεταρρυθμίσεως καὶ τῆς νομίμου σταθεροποιήσεως προβάλλον ὅτι ἡ μεταρρύθμισις αὕτη θὰ εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὸ μὲν τὴν ἵδρυσιν ἀσθενικῆς καὶ ἀτροφικῆς κεντρικῆς Τραπέζης ἀνεπαρκοῦς νὰ θεραπεύσῃ τὰς πολλαπλᾶς τοῦ τόπου ἀνάγκας, τὸ δὲ τὴν ἐξευτέλισιν καὶ τὴν πλήρη ἴσως κατάρρευσιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὴν διασάλευσιν ἑπομένως τῆς ὅλης ἡμῶν οἰκονομίας. Τὸ κήρυγμά του παρήγαγεν, ὡς ἦτο ἑπόμενον, αἴσθησιν βαθυτάτην καὶ συγκίνησιν εἰς ὅλα τὰ στρώματα τῆς κοινωνίας, ἡ ὁποία μετ’ εὐλόγου στοργῆς ἀπέβλεπε πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὑπὸ τὴν σκέπην τῆς ὁποίας εἶχε στεγασθῆ ἀπὸ μιᾶς ἑκατονταετίας ἡ οἰκονομικὴ ζωὴ τῆς Χώρας. Ἐχρησίμευσε μάλιστα τὸ κήρυγμα τοῦ κινδύνου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὡς τὸ κυριώτατον ἐν ἀρχῇ ὅπλον τῆς καταπολεμήσεως τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν πολιτικῆς εὐθὺς ὡς ἀνεκοινώθησαν αἱ βάσεις της. Ὅταν ἐννοεῖται προσήχθησαν τὰ στοιχεῖα τὰ αὐθεντικὰ καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίζετο ἡ μεταρρύθμισις, ἠναγκάσθη καὶ τὸ Λαϊκὸν κόμμα καὶ ὁ κ. Μάξιμος ν’ ἀναγνωρίσουν ὅτι ἄφθονα ὑπῆρχον μέσα πρὸς ἵδρυσιν Ἐκδοτικῆς Τραπέζης ἄνευ μειώσεως τῆς Ἐθνικῆς, ἀπέκρουσαν ὅμως καὶ πάλιν τὴν μεταρρύθμισιν προβάλλοντες νέον λόγον, προβάλλοντες ὅτι διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς παράλληλον λειτουργίαν δύο ἐξ ἴσου ἰσχυρῶν πιστωτικῶν ὀργανισμῶν θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ συγκατανεύσωμεν εἰς χαριστικὴν προδήλως ἐνέργειαν εἰς ὄφελος τῆς Τραπέζης εἰς τὴν διάθεσιν πρὸς ὄφελος αὐτῆς τῶν καλυμμάτων τῆς κυκλοφορίας, ποσοῦ 1.200.000.000 δραχμῶν ἀνῆκον κατὰ τὴν γνώμην των εἰς τὸ Δημόσιον. Ἦτο φανερόν, ὅτι τὸ Λαϊκὸν κόμμα ἐζήτει διὰ παντὸς τρόπου νὰ πείσῃ, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις εἶχε περιέλθῃ εἰς τὸ ἀδιέξοδον, διότι ἔλεγεν: Ἢ θὰ τὰ δώσετε τὰ 1200 ἑκατομμύρια εἰς τὸ Κράτος καὶ τότε καταστρέφετε τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἢ θὰ τὰ δώσετε εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ τότε θὰ ἐξασφαλίσετε μὲν τὴν ἀπρόσκοπτον τῶν δύο πιστωτικῶν ἱδρυμάτων λειτουργίαν ἀλλὰ θὰ διαπράξητε πρᾶξιν ἀθέμιτον, καὶ τοῦτο εἶναι ἀδύνατον. Καὶ εἰς τὴν μίαν καὶ εἰς τὴν ἄλλην περίπτωσιν καθίσταται ἀνέφικτος ἡ ἐφαρμογὴ οἰκονομικοῦ προγράμματος ριζικοῦ δυναμένου νὰ ἐπιτύχῃ τὴν οἰκονομικὴν τοῦ τόπου ἀνασυγκρότησιν ἥτις δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ βασισθῇ ἐπὶ τῆς ἰσορροπήσεως τῶν Δημοσίων οἰκονομικῶν ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἐπὶ τῆς νόμῳ, ἀφ’ ἑτέρου σταθεροποιήσεως. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν ἀφέθημεν οὐδὲ ἐπὶ στιγμὴν νὰ ἐπηρεασθῶμεν ἐκ τῶν ἀντιλήψεων τούτων. Ἔχομεν σαφῆ γνῶσιν τῶν μεγάλων καὶ ἐπειγουσῶν τοῦ τόπου ἀναγκῶν, καὶ ἀναμετρήσαντες προτοῦ ἀνέλθωμεν εἰς τὴν ἀρχὴν ὅλας τὰς ἀντιρρήσεις καὶ τὰς δυσκολίας αἱ ὁποῖαι θὰ παρενεβάλλοντο εἰς τὴν οἰκονομικὴν προσπάθειαν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ σταματήσωμεν ἐγκαταλείποντες τὰς βάσεις τῆς οἰκονομικῆς ἀνορθώσεως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὀρρωδήσωμεν ἐνώπιον τῶν ἀντιδράσεων τῶν στρεφομένων κυρίως κατὰ τῆς σταθεροποιήσεως, τῆς ὁποίας ἀναγκαία προϋπόθεσις ἦτο ἡ τραπεζιτικὴ μεταρρύθμισις. Διότι κατὰ τῆς σταθεροποιήσεως διεξήγετο ἀγὼν ἄλλων μὲν ἐξ ἀγνοίας τῶν πραγμάτων ἢ ἐπιπολαιότητος, ἄλλων δέ, καὶ τῶν πλείστων, ἐκ προφανοῦς κακοπιστίας. Καὶ μεταξὺ τῶν τελευταίων καταλέγεται δυστυχῶς καὶ εἷς τοῦ Πανεπιστημίου καθηγητής, περὶ τοῦ ὁποίου καὶ ἄλλοτε ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ὁμιλήσω εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ μᾶς λέγουν καὶ τώρα ἀκόμη: δὲν ἔπρεπε νὰ θίξετε τὴν ἑνότητα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἔπρεπε νὰ ἀφήσετε τὸ τραπεζιτικὸν καθεστὼς ὡς εἶχεν ἐπὶ μίαν ἑκατονταετίαν. Αὐτὸ θὰ ἦτο καὶ δι’ ἡμᾶς ἁπλοῦν καὶ ἄσκοπον καὶ θὰ μᾶς ἀπήλασσε πολλῶν ἐνοχλήσεων ἂν ἀφήναμεν τὰ πράγματα νὰ ἀκολουθήσουν τὸν μοιραῖόν των δρόμον. Ἂν ἐθέσαμεν κατὰ μέρος τὴν ἡσυχίαν μας, ἂν ἀπεδύθημεν εἰς τραχεῖς ἀγῶνας, τὸ ἐπράξαμεν διότι εἴχομεν τὴν συναίσθησιν ὅτι δὲν ἐπετρέπετο ἡ παράτασις τῆς ἐπικινδύνου συγχύσεως καὶ τῆς ἀκαταστασίας τῆς πιστωτικῆς μας ὀργανώσεως. Εἶναι πασιφανὴς ἡ ἀντίθεσις ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης καὶ τῶν ἄλλων συνήθων πιστωτικῶν ἱδρυμάτων, ἀντίθεσις ἐκδηλουμένη κατὰ πᾶσαν στιγμὴν καὶ τὰ παραδείγματα αὐτῆς εἶναι ἄφθονα. Γνωρίζετε ὅτι εἰς ὅλας τὰς Ἐκδοτικὰς Τραπέζας παρέχεται στάδιόν τι ἐλευθερίας διὰ τὸν ἑκάστοτε καθορισμὸν τῆς κυκλοφορίας ἐντὸς τῶν ἀνωτάτων καὶ κατωτάτων τοῦ νόμου ὁρίων. Ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος λ. χ. ἔχει ἐκ τοῦ καταστατικοῦ της δικαίωμα νὰ θέσῃ εἰς κυκλοφορίαν τραπεζογραμμάτια 2.700.000.000 δραχμῶν ἐπὶ πλέον τοῦ ποσοῦ τῶν τραπεζογραμματίων τὰ ὁποῖα εὑρίσκοντο ἐν κυκλοφορίᾳ κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἱδρύσεώς της. Ἠμπορεῖτε νὰ ἐννοήσητε εὐκόλως τὴν ἀνυπολόγιστον σημασίαν τῆς ἐξουσίας ταύτης. Ὅταν τὴν ἐξουσίαν ταύτην τὴν διαχειρίζεται τραπεζιτικὸς ὀργανισμὸς ὑποκείμενος εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Κράτους καὶ μὴ ἀποβλέπων εἰς ἴδια συμφέροντα, εἴμεθα βέβαιοι ὅτι θὰ ἐξαρθῇ εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς του καὶ θὰ ἐκπληρώσῃ πιστῶς τὸν ἀνώτερον προορισμόν του. Ἀλλ’ ἂν τὸ ἐκδοτικὸν δικαίωμα εἶναι ἀνατεθειμένον εἰς Τράπεζαν ἐπιδιώκουσαν ὡς κύριον σκοπὸν τὸ κέρδος, ποία ἐγγύησις μᾶς παρέχεται ὅτι ἡ Τράπεζα αὐτή, ἐπιθυμοῦσα, ὡς εἶναι φυσικὸν νὰ καρπωθῇ μεγαλείτερα κέρδη ἐκ τῆς θέσεως εἰς κυκλοφορίαν καὶ ἑτέρων ποσῶν τραπεζογραμματίων ἢ διὰ νὰ ἀποτρέψῃ ζημίας προκυψάσας ἐκ τῶν κερδοσκοπικῶν της ἐπιχειρήσεων δὲν θὰ παρεσύρετο καὶ δὲν θὰ ἐξήντλει τὸ ἀνώτατον τῆς ἐκδόσεως ὅριον ἐπὶ ζημίᾳ τῆς κοινωνίας; Ἔχομεν παραδείγματα, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐκδοτικαὶ Τράπεζαι μικτοῦ ὡς ἡ Ἐθνικὴ τύπου ἐπιδιδόμεναι καὶ εἰς ἄλλας συνήθεις τραπεζιτικὰς ἐπιχειρήσεις ἔφθασαν οὐ μόνον μέχρις ἐξαντλήσεως τοῦ ἐκδοτικοῦ των δικαιώματος, ἀλλ’ ὑπερέβησαν καὶ τὸ ἀνώτατον τῆς ἐκδόσεως ὅριον διὰ νὰ καλύψουν τὰς ζημίας τὰς ὁποίας εἶχον ὑποστῆ ἀπὸ τὰς ἐμπορικάς των ἐργασίας. Εἰς τὴν Ἰταλίαν τὸ 1891–1892 τέσαρες Ἐκδοτικαὶ Τράπεζαι, ἰδίως δὲ μία τούτων, ἡ Banca di Roma, ὅπως πορισθῇ νέας προσόδους ἱκανὰς νὰ καλύψουν τὰς ἀπωλείας της ὡς ἰδιωτικῆς ἐπιχειρήσεως προέβη εἰς λαθραίας ἐκδόσεις μεγάλων ποσῶν τραπεζογραμματίων πέραν τοῦ ἐπιτρεπομένου ὁρίου καὶ ὅταν ἀπεκαλύφθη ἡ κατάρρευσις ἐξερράγη τὸ περίφημον σκάνδαλον ἐκ τοῦ ὁποίου δὲν ἐξῆλθεν ἄτρωτος καὶ ὁ πολιτικὸς τῆς γείτονος Ἐπικρατείας κόσμος. Δὲν ἐσημειώθησαν εἰς ἡμᾶς τοιαῦται καταχρήσεις, ἀλλὰ θὰ ἦτο ἐγκληματικὸν νὰ ἐξακαλουθήσωμεν ἐπ’ ἄπειρον ἐμπιστευόμενοι τὴν οἰκονομικὴν μας ἀσφάλειαν εἰς τὴν διάθεσιν οἱωνδήποτε προσώπων καὶ νὰ μὴ ἀναγνώσωμεν καὶ νὰ μὴ καθιερώσωμεν ἐγγυήσεις θετικάς, ἀσφαλιζούσας τὰ κοινωνικὰ συμφέροντα ἀπὸ τὰς καταχρήσεις. Ἐγγυήσεις δὲ τοιαύτας δὲν ἠδύνατο νὰ παράσχῃ ἄλλοτε, παρὰ μόνον ἀρτίαν πιστωτικὴν ὀργάνωσιν. Εἶναι γνωστὸν ὡσαύτως τὸ κυριώτατον ὅπλον τὸ ὁποῖον ἔχουσιν εἰς χεῖρας των αἱ Ἐκδοτικαὶ Τράπεζαι πρὸς ρύθμισιν τῆς κυκλοφορίας καὶ τῆς οἰκονομικῆς ἐν γένει κινήσεως. Εἶναι ὁ προεξοφλητικὸς τόκος. Ἡ αὐξομείωσις ἑκάστοτε τοῦ τόκου τῆς προεξοφλήσεως ἀναλόγως τῶν οἰκονομικῶν συνθηκῶν αἱ ὁποῖαι κρατοῦν εἴτε ἐν τῷ τόπῳ εἴτε τὰς διεθνεῖς ἀγοράς, δίδει εἰς τὴν οἰκονομικὴν κίνησιν τὸν ἁρμόζοντα ρυθμόν. Ὑπάρχουν περιστάσεις καθ’ ἃς ἐπιβάλλεται ἡ αὔξησις τοῦ τόκου, διὰ νὰ ἐμποδίσωμεν λ. χ. τὴν ἀθρόαν ἔξοδον χρήματος εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ἢ διὰ νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν προσέλκυσιν ἐξωτερικῶν κεφαλαίων ἢ καὶ διὰ νὰ καταστείλωμεν νοσηρὰς τάσεις πρὸς ἐπέκτασιν καὶ δημιουργίαν ἐπισφαλῶν ἐπιχειρήσεων. Εἰς ἄλλας περιστάσεις τουναντίον ἐπιβάλλεται ἡ εὐθυνία τοῦ χρήματος καὶ ἡ ἀθρόα χορήγησις πιστώσεων διὰ νὰ ἐνισχυθῇ τὸ ἐπιχειρηματικὸν πνεῦμα καὶ νὰ τονωθῇ ἡ οἰκονομικὴ δραστηριότης. Εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς περιστάσεις ὅταν τὸ ἐκδοτικὸν δικαίωμα ἀσκῆται ὑπὸ Ἐκδοτικῆς Τραπέζης καθαρῶς, εἴμεθα βέβαιοι ὅτι ἡ ρύθμισις θὰ ἐμπνέεται ἀπὸ τὸ γενικὸν συμφέρον. Ἀλλὰ πῶς θέλετε νὰ εἴμεθα βέβαιοι ὅτι τὸ γενικὸν συμφέρον ἐπίσης θὰ πρυτανεύσῃ καὶ ὅταν μία συνήθης ἐμπορικὴ Τράπεζα ἀσκῇ τὸ ἐκδοτικὸν προνόμιον, καὶ ὅτι χάριν τῶν ἰδίων της σκοπῶν δὲν θὰ αὐξάνῃ αὕτη τὸν τόκον ὅταν τὸ κοινὸν συμφέρον θὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἐλάττωσιν, καὶ ἀντιστρόφως; Εἶναι λοιπὸν βαθεῖα ἡ ἀντίθεσις ἡ ὑφισταμένη μεταξὺ ἑνὸς πιστωτικοῦ ὀργανισμοῦ ἀποστολὴν ἔχοντος ν’ ἀσκῇ ρυθμιστικὴν ἐπίδρασιν ἐφ’ ὅλης τῆς οἰκονομικῆς κινήσεως καὶ ἄγρυπνον ἔλεγχον ἐπὶ τῶν λοιπῶν πιστωτικῶν ἱδρυμάτων καὶ Τραπεζῶν, αἱ ὁποῖαι εἰς τὰ ἴδια ἀποβλέπουσαι ὀφέλη ὑπόκεινται εἰς ἔλεγχον καὶ ρύθμισιν. Ἡ ἀντίθεσις δὲ αὕτη προσλαμβάνει ἐνίοτε τραγικὰς ὄντως δυσπιστίας. Φαντασθῆτε δὲ τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἡ Τράπεζα ἡ ἔχουσα τὸ ἐκδοτικὸν προνόμιον καὶ ἐπιδιδομένη εἰς παντοίας ἐπισφαλεῖς ἐπιχειρήσεις, ἤθελον εὑρεθῆ εἰς θέσιν ἀμήχανον καὶ εἰς ἀδυναμίαν νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰς ὑποχρεώσεις της καὶ νὰ καταβάλῃ τὰ χρέη της. Ἡ Τράπεζα αὕτη θὰ περιήρχετο μοιραίως εἰς κατάστασιν χρεωκοπίας. Ἀλλ’ ὅταν ἡ χρεωκοπία οἱασδήποτε Τραπέζης καὶ δευτερευούσης σημασίας μένει ἄνευ γενικωτέρου ὀδυνηροῦ οἰκονομικοῦ ἀντικτύπου, φαντασθῆτε τὶ θὰ συνέβαινεν ἐὰν ἠθέλομεν εὑρεθῆ ἡμέραν τινὰ πρὸ τῆς καταρρεύσεως τοῦ ἐκδοτικοῦ ἱδρύματος. Ἡ πτῶσις του θὰ παρέσυρε τὰ πάντα εἰς τὸν ὄλεθρον.
§66Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν τὸ ἀμφισβητεῖ κανείς.
§67Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὑπῆρξαν πολλοὶ οἱ ἀμφισβητήσαντες τὰς ἀληθείας ταύτας, ὑπῆρξε μάλιστα καί τις καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, ἰσχυρισθεὶς ὅτι ἡ ἵδρυσις Ἐκδοτικῆς Τραπέζης εἶναι οἰκονομικὴ παραδοξολογία. Καὶ ἐπίσης νομίζω ὅτι ἦλθεν ἡ ὥρα ὅπως δοθῇ ἡ ἁρμόζουσα ἀπάντησις εἰς τὰ φληναφήματα ταῦτα. Καὶ θὰ σᾶς ὑπομνήσω διὰ νὰ διαπιστώσω ζωηρότερον τὸ ἀσυμβίβαστον τοῦ ἐκδοτικοῦ δικαιώματος πρὸς τὰς λοιπὰς τραπεζιτικὰς ἐπιχειρήσεις, θὰ σᾶς ὑπομνήσω ὅτι οἱ καραδοκήσαντες οἱανδήποτε εὐκαιρίαν καὶ δημιουργήσαντες τοιαύτας διὰ νὰ ρίψουν μομφὰς ἐπὶ τῆς τέως διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὴν ἔψεξαν κυρίως, τὴν ἔψεξαν δριμύτερον διὰ τὴν πολιτικήν της ἀπὸ τοῦ 1922 καὶ ἐντεῦθεν, πολιτικὴν ἀθρόων χορηγήσεων, πολιτικὴν πιστωτικοῦ πληθωρισμοῦ ὅστις, καθ’ ἃ ἐλέγετο, ἔφερε τὸ ἵδρυμα εἰς τὸ χεῖλος σχεδὸν τῆς χρεωκοπίας ἐκ τῆς ὁποίας ἐσώθη χάρις εἰς τὸ ἀνώμαλον μέτρον τὸ ληφθὲν ὑπὸ τῆς δικτατορικῆς Κυβερνήσεως, τὸ μέτρον τῆς ἀποκοπῆς τοῦ νομίσματος. Ἡ κατηγορία βεβαίως εἶναι ἀβάσιμος, δοθέντος ὅτι ἡ Τράπεζα οὐδέποτε περιῆλθεν εἰς κρίσιμον ὡς περεστάθη θέσιν. Αἱ χορηγήσεις της εἰς πιστώσεις κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὑπῆρξαν ὄντως ἀφθονώτεραι τοῦ συνήθους καὶ ὀρθῶς, καθόσον διέτρεχε τότε ὁ τόπος περίοδον ὀξυτάτης κρίσεως καὶ εἶχεν ἀνάγκην ἐνισχύσεως, ζωηρὰ δὲ ἐξεδηλοῦτο καὶ παρ’ ἡμῶν ἡ τάσις πρὸς ἐγκαθίδρυσιν προηγμένων ἐπιχειρήσεων, ἡ τάσις ἰδίως τοῦ ἐκβιομηχανισμοῦ, ὅστις ἐθεωρεῖτο ἀπαραίτητος πρὸς δημιουργίαν συνθέτου οἰκονομίας. Θὰ ἦτο ἀναξία τῆς ἀποστολῆς της ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐὰν ἠρνεῖτο τὴν ἀρωγήν της καὶ ἐνέκρωνε τὴν πρόοδον τοῦ τόπου. Ἀλλ’ ἡ εὔρυνσις τῶν πιστωτικῶν της χορηγήσεων δὲν ἦτο ἡ αἰτία ἥτις ἐμείωσε τὰ διαθέσιμά της. Ἐὰν ἐγεννήθησαν στενοχωρίαι τινές, αὗται προέκυψαν ἐκ τῶν μεγάλων ἀκινητοποιήσεων τῶν ὀφειλομένων εἰς τὰς ἀφθόνους πρὸς τὸ Κράτος χορηγήσεις αἵτινες ἀπερρόφησαν ὅλας αὐτῆς τὰς διαθεσιμότητας. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἡ κατηγορία ἀληθής. Ἀλλὰ τὶ ἀποδεικνύει ἡ κατηγορία αὕτη; Ἀποδεικνύει ὅτι καὶ οἱ καταφερόμενοι κατὰ τῆς τραπεζικῆς μεταρρυθμίσεως, ἔχουν καὶ αὐτοὶ συναίσθησιν τῶν κινδύνων οὕς συνεπάγεται ἡ διαχείρισις τοῦ ἐκδοτικοῦ δικαιώματος ὑπὸ Τραπεζῶν, αἵτινες ἐπιδίδονται εἰς κερδοσκοπικὰς ἐργασίας. Ὄχι μόνον λοιπὸν διότι ἡ δημοσιονομικὴ ἐπιτροπὴ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν προέβαλε τὴν ἀξίωσιν τῆς Τραπεζικῆς ἐκκαθαρίσεως, τῆς ἱδρύσεως τοὐτέστιν εἰδικῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ καὶ διότι ἡ ἰδέα τῆς ἀνακαινίσεως τοῦ τραπεζικοῦ μας συστήματος ἀνταπεκρίνετο πρὸς ἐπιστημονικὸν ἀξίωμα παγκοίνως ἀνεγνωρισμένον ἐν τῇ θεωρίᾳ καὶ ἐφαρμοζόμενον ἄνευ ἐξαιρέσεως εἰς ὁλόκληρον τὸν κόσμον, ἐνεκολπώθημεν καὶ ἡμεῖς τὴν ἀντίληψιν ταύτην, ἡ ὁποία ἀπὸ πολλοῦ ἤρχισε νὰ καλλιεργῆται καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Πάντες οἱ ἔγκυρον ἔχοντες γνώμην δὲν ἔπαυσαν ἀπὸ πολλοῦ ὑποστηρίζοντες ὅτι ἐπεβάλετο ὁ ταχύτερος τερματισμὸς τοῦ ἰσχύοντος τραγελαφικοῦ πιστωτικοῦ καθεστῶτος, ἐγκυμονοῦντος σοβαρωτάτους κινδύνους καὶ καταστροφάς. Ἤκουσα, σήμερον ὅτι καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τοῦ 1910 ὑπεστήριζε τὴν ἰδέαν τῆς τραπεζικῆς μεταρρυθμίσεως. Ἤκουσα δὲ ἐπίσης τὸν προλαλήσαντα συνάδελφον νὰ λέγῃ ὅτι ἐὰν εἶχε πραγματοποιηθῇ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἡ ἰδέα τοῦ χωρισμοῦ τῶν τραπεζικῶν λειτουργιῶν δὲν θὰ παριστάμεθα μάρτυρες πολλῶν ἀτοπημάτων. Θὰ ἦτο λοιπὸν μάταιον νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἐξυγίανσιν διατηροῦντες τὴν σύγχυσιν καὶ τὴν ἀκαταστασίαν τὴν κρατοῦσαν εἰς τὸ πιστωτικόν ἡμῶν καθεστώς. Θὰ ἦτο μωρὸν νὰ σκεπτώμεθα περὶ σταθεροποιήσεως, μὲ τραπεζικὴν ὀργάνωσιν καθιστῶσαν ἀδύνατον τὴν ρύθμισιν τῆς κυκλοφορίας. Ἀλλὰ μᾶς ἐλέχθη: διατὶ νὰ φθάσωμεν μέχρι τῆς νομίμου σταθεροποιήσεως; Διατὶ νὰ μὴν ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν ἔμπρακτον μόνον σταθεροποίησιν; Τὶ ἦτο ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σᾶς ἠνάγκασε νὰ σπεύσητε πρὸς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν ζητοῦντες τὰ μέσα τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ τῆς ἀμέσου καθιερώσεως τῆς σταθεροποιήσεως ἥτις τόσα βάρη ἐπέβαλεν εἰς τὸ Κράτος; Εἶμαι ἀπολύτως πεπεισμένος, κύριοι, ὅτι οἱ προβάλλοντες τὴν ἀπορίαν ταύτην, δὲν ἐφρόντισαν ποτὲ νὰ διευκρινίσουν τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν οἱ ἴδιοι ἀπέδιδον εἰς τὸν ὅρον τῆς ἐμπράκτου σταθεροποιήσεως. Ποία ἦτο κατ’ αὐτοὺς ἡ ἔμπρακτος σταθεροποίησις εἰς τὴν ὁποίαν ἔδει νὰ ἀρκεσθῶμεν; Ἔμπρακτος σταθεροποίησις εἶναι μήπως ἐκείνη κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ἀναλαμβάνει ἐκ τῶν προτέρων διὰ τῆς Τραπέζης νὰ ἐξαργυρώνῃ τὰ τραπεζογραμμάτια εἰς ὡρισμένην ἐκ τῶν προτέρων τιμήν, εἰς τὴν τιμὴν λόγου χάριν τῶν 375 δραχμῶν, χωρὶς ἐν τούτοις νὰ περιβάλῃ τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην καὶ διὰ νόμου; Τοῦτο λοιπὸν ἐννοοῦν λέγοντες ἔμπρακτον σταθεροποίησιν; Ἀλλ’ ἐὰν περὶ τούτου πρόκειται, θὰ ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς ὅλας τὰς διατυπώσεις εἰς ἃς ὑπεβλήθημεν διὰ τὴν νόμιμον σταθεροποίησιν. Δὲν λέγω καὶ εἰς τὰς αὐτὰς θυσίας, διότι εἰς θυσίας δὲν ὑπεβλήθημεν διὰ τῆς νομίμου σταθεροποιήσεως. Ἡ νόμιμος σταθεροποίησις ἐπετεύχθη ὑπὸ συνθήκας τελείως εὐνοϊκάς, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψει τῶν περιστάσεων. Ἑδραιώθη δὲ αὕτη ἐπὶ ἀκλονήτων θεμελίων, ὥστε τὸ νόμισμα νὰ μὴ διατρέχῃ κινδύνους καὶ ἐὰν ἠθέλομεν εὑρεθῇ ἐνώπιον ἀντιξόων περιστάσεων καὶ πρὸ ἐσωτερικῶν ἀκόμη ἀνατροπῶν. Δὲν ὑπεβλήθημεν εἰς θυσίας διὰ τὴν μόνιμον σταθεροποίησιν. Θὰ ὑπεβαλόμεθα ὅμως εἰς τοιαύτας διὰ τὴν ἔμπρακτον σταθεροποίησιν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν καθώρισα, χωρὶς ἐξ αὐτῆς νὰ προσδοκῶμεν τὰ ἐπιτευχθέντα ἤδη ἀποτελέσματα. Τὸ Κράτος διστάζον νὰ κυρώσῃ διὰ νόμου ὅσα θὰ ὑπέσχετο θὰ ἐδείκνυεν ὅτι δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς ὅσα ἔλεγεν καὶ θὰ ἔδιδεν αὐτὸ τὸ ἴδιον τὸ σύνθημα τῆς δυσπιστίας εἰς τὸ κοινόν. Καὶ μὲ τὴν κοινὴν δυσπιστίαν εὔκολον εἶναι νὰ ἐννοήσητε ποία θὰ ἦτο ἡ τύχη τοῦ νομίσματος καὶ τῆς λεγομένης ἐμπράκτου σταθεροποιήσεως, κατὰ τοσοῦτον μᾶλλον καθ’ ὅσον εἰς τὴν ἔμπρακτον σταθεροποίησιν θὰ ἠδύναντο νὰ ἐξασφαλισθοῦν ἐπαρκῆ ἐφόδια πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ ἀντικρύσματος τῆς κυκλοφορίας, ἴσως ὅμως ἄλλο τι νὰ ἠννόουν λέγοντες ἔμπρακτον σταθεροποίησιν. Ἴσως νὰ ἐνόουν ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν πραγματικὴν κατάστασιν τὴν δημιουργηθεῖσαν μετὰ τὸν σχηματισμὸν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, ὁπότε ἔπαυσαν αἱ ἀπότομοι διακυμάνσεις χωρὶς νὰ λάβωμεν κανὲν ἄλλο μέτρον οὐδὲ νὰ ὁρίσωμεν τιμὴν μετατροπῆς, ἀφίνοντες τὰ πράγματα νὰ ἐξελιχθοῦν ἀφ’ ἑαυτῶν. Ἀλλ’ ἡ σταθερότης ἐκείνη προϊόν ψυχολογικῶν μόνον παραγόντων, φύσει ἑπομένως ἐφήμερος καὶ παροδική, δὲν ἠδύνατο νὰ ἐμπνέῃ ἐμπιστοσύνην περὶ τῆς αὔριον. Ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ἡ προσωρινὴ ἐκείνη νομισματικὴ ὁμαλότης φόβος ἦτο νὰ ἀνατραπῇ ἐκ δυσμενοῦς τινὸς γεγονότος, οἰκονομικοῦ ἢ καὶ πολιτικοῦ χαρακτῆρος. Μία δὲ καὶ μόνη τοῦ νομίσματος διακύμανσις θὰ ἤρκει κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην νὰ ματαιώσῃ διὰ παντὸς τὰς προσδοκίας τῆς ἑδραιώσεως τῆς πολιτικῆς καὶ οἰκονομικῆς ὁμαλότητος, αἱ ὁποῖαι τόσον μᾶς ἐθέρμαιναν. Μία διακύμανσις θὰ ἤρκει νὰ ἐκριζώσῃ καὶ τὸ τελευταῖον ἴχνος τῆς ἐμπιστοσύνης ἀπὸ τὴν λαϊκὴν συνείδησιν, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἐγεννᾶτο ἡ πεποίθησις ὅτι ὁ πολιτικὸς κόσμος καὶ τὸ κοινοβουλευτικὸν σύστημα εὑρίσκοντο ἐν ἀδυναμίᾳ νὰ ἐμπεδώσουν ἀπρόσκοπτα τὴν διοίκησιν καὶ τὴν οἰκονομικὴν ἀσφάλειαν, τὴν ὁποίαν ἐδίψα ἡ κοινωνία. Ἦσαν δὲ πάμπολλοι οἱ καραδοκοῦντες τὴν εὐκαιρίαν νὰ πλήξουν τὴν προσπάθειαν τῆς οἰκονομικῆς ἀναδιοργανώσεως καὶ νὰ στραφοῦν ἐπωφελούμενοι τῆς κοινῆς ἀπογνώσεως, μεθ’ ὅλης των τῆς δυνάμεως κατὰ τοῦ πολιτειακοῦ καθεστῶτος. Καὶ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἐὰν δὲν ἠθέλομεν σπεύσῃ νὰ κατοχυρώσωμεν τὸ νόμισμα καὶ τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν ζωὴν μὲ ὅλας τὰς δυνατὰς ἐγγυήσεις, θὰ ἐφθάναμεν ταχέως, τάχιστα, ἀντιστάσεως μὴ οὔσης, εἰς τὴν πλήρη τοῦ νομίσματος ἐκμηδένισιν καὶ εἰς ὅλα τὰ συμπαρομαρτοῦντα ἐκ τούτων δεινά, τὴν πολιτικὴν καὶ τὴν κοινωνικὴν ἀναρχίαν. Οὕτως ἐχόντων, ἐνώπιον ἀμεσωτάτων καὶ ὄχι φαντασιωδῶν κινδύνων ποίαν ἀξίαν ἠδύναντο νὰ ἔχουν αἱ ἀντιρρήσεις τὰς ὁποίας ἠκούομεν προβαλλομένας ἀντιρρήσεις νομικῆς καθαρῶς φύσεως; Δὲν εἶχον δι’ ἡμᾶς ἀξίαν τινὰ αἱ ἀντιρρήσεις αὗται ἔτι μᾶλλον καθόσον ἦτο εὔκολος, εὐκολωτάτη νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἐξομάλυνσις καὶ τῶν ἀντιρρήσεων τούτων, ἐὰν ἐγένετο ἀποδεκτὴ ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν διετυπώσαμεν πρὸς ἐπίτευξιν συμφωνίας. Ποία ἦτο ἡ πρότασις αὕτη; Ὑπεδείξαμεν, γνωρίζοντες ἐκ πείρας πόσον δυσκόλως ἐπέρχεται συνεννόησις ἐκ νομικῶν διχογνωμιῶν, ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ μεταφέρωμεν ἐπὶ θετικωτέρου ἐδάφους τὴν προσπάθειαν πρὸς ἐξεύρεσιν λύσεως συμβιβαζούσης τὰ περὶ δικαίας ἀντιλήψεως πρὸς τοὺς γενικωτέρους σκοποὺς τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν πολιτικῆς. Καὶ εἴπομεν εἰς τὸ Λαϊκὸν κόμμα τότε: Ἐφ’ ὅσον εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας ὅτι τὸ Κράτος ὑπέχει ὄχι μόνον ἠθικήν, ἀλλὰ καὶ νομικὴν ὑποχρέωσιν ἂν μὴ νὰ ἀσφαλίσῃ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καὶ ὅταν λέγωμεν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐννοοῦμεν πάντοτε τὸν ἐμπορικόν της ὀργανισμὸν ὅλα τὰ ὀφέλη τὰ ὁποῖα θὰ ἐκαρποῦτο αὕτη ἐκ τῆς ἀσκήσεως τοῦ προνομίου της ἐπὶ 23 ἀκόμη ἔτη, νὰ μὴ καταστήσῃ τοὐλάχιστον τὴν παροῦσαν της θέσιν χειροτέραν, νὰ μὴ ἐλαττώσῃ τὴν δυναμικότητα αὐτῆς καὶ τὰ μέσα διὰ τὴν συνέχισιν τῶν ἐργασιῶν της, δὲν ἔμενεν, παρὰ ὁ καθορισμὸς τῆς δυναμικότητος τῆς Τραπέζης παρ’ ἐμπείρων προσώπων. Καὶ προτείνομεν νὰ τεθῇ ὑπὸ τὸν ἄμεσον ἔλεγχον αὐτοῦ τοῦ τεχνικοῦ συμβούλου τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, τοῦ κ. Μαξίμου, ἡ κατανομὴ τῶν ἐνεργητικῶν καὶ παθητικῶν στοιχείων τοῦ ἱδρύματος, οὕτως ὥστε ἐκ τοῦ χωρισμοῦ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ μὴ ὑποστῇ ζημίας ἀδίκως, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ προσπορισθῇ ὄφελος ἀδικαιολόγητον. Ποία εὔλογος ἀντίρρησις ἠδύνατο νὰ ἀντιταχθῇ κατὰ τῆς προτάσεως ταύτης; Βεβαίως καμμία, καὶ ὅμως προεβλήθη τοιαύτη. Τὸ Λαϊκὸν κόμμα καθοδηγούμενον ἐκ πολιτικῶν ἐμπνεύσεων ἀπεχώρησε προσφάτως ἐκ τῆς Οἰκουμενικῆς καὶ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης κυρίως ἐνετάθη ὅλη ἡ κατὰ τοῦ οἰκονομικοῦ ἡμῶν προγράμματος λυσσώδης ἀντίδρασις στρεφομένη πρωτίστως κατὰ τῆς σταθεροποιήσεως. Εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν τὴν ὁρμωμένην ἐκ πολιτικῶν ἐλατηρίων προσετέθη ὅλον τὸ βουλιμιῶν σμῆνος τῶν κερδοσκόπων, οἵτινες εἶχον μεταβάλει τὴν νομισματικὴν εὐστάθειαν εἰς ἀκένωτον προσοδοφόρον ἐπιχείρησιν καὶ ἐλυμαίνοντο καὶ ἀπεμύζον τὸν λαόν. Καὶ ἐφρύαττον καὶ ἀντέδρων οἱ λυμένοντες οὗτοι αἰσθανόμενοι ὅτι διέφευγεν ἀπὸ τοὺς γαμψούς των ὄνυχας ἡ παχυλὴ λεία τοῦ ἐργαζομένου πληθυσμοῦ. Παρ’ ὅλα ταῦτα ἡ ἀληθὴς σταυροφορία ἀπέτυχε καὶ τὰ μέτρα τὰ συναφῆ πρὸς τὴν νομισματικὴν καὶ τραπεζιτικὴν μεταρρύθμισιν εἶχον ἤδη ψηφισθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ εἶχεν ἀρχίσει ὑπὸ τοὺς αἰσιωτέρους οἰωνοὺς ἡ λειτουργία τῆς Ἐκδοτικῆς καὶ εἶχε κοπάσῃ ὁ τεχνητὸς πάταγος πέριξ τοῦ ζητήματος τῶν καλυμμάτων ὅταν αἴφνης τὸ ζήτημα τοῦτο ἀνέκυψε ἀπροσδοκήτως καὶ πάλιν ἐξ ἄλλης πλέον πλευρᾶς. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κατόπιν τῆς ἐκδηλωθείσης ὁριστικῆς ἀποφάσεώς του ὅπως ἀποχωρήσῃ ἐκ τῆς ἡγεσίας τοῦ κόμματος ἐπανελθὼν καὶ πάλιν εἰς τὴν ἐνεργὸν πολιτικὴν ζωήν, εἶχεν ἀνακοινώσει εἰς τοὺς περὶ αὐτὸν ὅτι εἶχεν ὑπ’ ὄψει λύσιν τοῦ ζητήματος τῶν καλυμμάτων διὰ τῆς ὁποίας χωρὶς νὰ θίγεται ἡ ἐπ’ αὐτῶν κυριότης τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐξησφαλίζετο ἡ κάρπωσις τῶν 1200 ἑκατομμυρίων ὑπὲρ τοῦ Κράτους. Λεπτομέρειαι ἐπὶ χρόνον ἀρκετὸν δὲν ἐγνώσθησαν ἐπὶ τῆς λύσεως ταύτης, περιβληθείσης τοιουτοτρόπως διὰ σιγῆς ὑποβλητικῆς ἥτις διήγειρεν τὴν κοινὴν περιέργειαν. Ποῖον ἦτο τὸ σχέδιον εἰς τὸ ὁποῖον ἀπέβλεπεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ἐμάθομεν τὸ πρῶτον διὰ τῆς ἐπιστολῆς, τὴν ὁποίαν μοῦ ἀπηύθυνε κατὰ τὰ τέλη τοῦ Ἰουλίου παρελθόντος ἔτους. Ἐν τῇ ἐπιστολῇ ἐκείνῃ ἐν ᾗ ἐκτίθεται τὸ σύστημα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου κατὰ τὴν γνώμην του θὰ διεκανονίζετο τὸ ζήτημα τῶν καλυμμάτων, ἀθίκτου παραμενούσης τῆς κυριότητος ἐπ’ αὐτῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ἐξασφαλιζομένης ἐν ταὐτῷ τῆς καρπώσεως τῶν 1200 ἑκατομμυρίων παρὰ τοῦ Κράτους, εἰς τὴν ἐπιστολήν του ἐκείνην ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλεγε, προκειμένου περὶ τῆς κυριότητος τῶν λεγομένων καλυμμάτων τῶν 95 ἑκατομμυρίων χρυσῶν δραχμῶν ἤτοι τῶν 1200 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, τὰ ἑξῆς: Περὶ τὸ ζήτημα τοῦτο διεξήχθη ὅλος ὁ ἀγὼν μεταξὺ Κυβερνήσεως συνασπισμοῦ καὶ ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος. Ὁ τελευταῖος ὑπεστήριξεν ὅτι ἀνήκει εἰς τὴν πιστωτικὴν κυκλοφορίαν, ἡ δὲ Κυβέρνησις ὅτι ἀνήκει εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Τὸ ζήτημα ἠδύνατο ὀρθότερον νὰ λυθῇ, ὅπως ἐπρότεινε νομίζω ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὸν κ. Τσαλδάρην, διὰ παραπομπῆς εἰς διαιτησίαν· ἀλλὰ ταύτην ἀπέκρουσεν ἀτυχῶς ὁ τελευταῖος οὗτος. Οὕτω τὸ ζήτημα, εἰς ποῖον δηλ. ἀνήκει τὰ καλύμματα, ἔμεινε θεωρητικῶς ἀμφισβητούμενον. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἔχω ἰδίαν γνώμην ἐπὶ τοῦ ἄγαν πολυπλόκου ζητήματος, διότι οὔτε καιρὸς μοῦ ἐδόθη νὰ μελετήσω τὸ ἄλλως τε λελυμένον ἤδη ζήτημα τοῦτο, οὔτε τοῦτο οὐσιώδη ἀσκεῖ ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς λύσεως τὴν ὁποίαν σᾶς εἰσηγοῦμαι.
§68Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἶχα μάθει ὅτι τότε εἴχατε προτείνει νὰ γίνῃ διαιτησία.
§69Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Προυχώρησα περαιτέρω. Ἔθετα τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν διαιτησίαν τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἤ, ἀκριβέστερον, τοῦ τεχνικοῦ του συμβούλου, τοῦ κ. Μαξίμου.
§70Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἴχατε ὑπογράψει πρωτόκολλον;
§71Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ κ. Τσαλδάρης δὲν ἐδέχθη τὴν διαιτησίαν αὐτὴν καὶ ἀπεχώρησεν. Ὅταν ἔγινεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ εὐρέος συνασπισμοῦ, τότε ἐπροτάθη νὰ γίνῃ πραγματογνωμοσύνη.
§72Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Λοιπόν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἐπιστολήν του ὅτι τὸ ζήτημα τῆς κυριότητος τῶν 1200 ἑκατομμυρίων δὲν ἦτο ζήτημα ἁπλοῦν ἀλλὰ περίπλοκον, ἐθεώρει μάλιστα αὐτὸ ὡς «ὁριστικῶς λελυμένον ὑπὲρ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης» καὶ δὲν ἐδίσταζε νὰ εἴπῃ ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς κυριότητος τῶν καλυμμάτων οὐδὲ κἂν ἐσχηματισμένην ἰδίαν γνώμην εἶχε, διότι δὲν ἔλαβε τὸν καιρὸν νὰ ἀσχοληθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἀπαιτοῦντος ἐνδελεχῆ ἔρευναν καὶ μελέτην. Τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον ὁ ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων τότε ἐπρότεινεν, ἦτο ἄλλο. Ἐστηρίζετο ἐπὶ ἐντελῶς διαφόρων βάσεων, ὑπεστήριζε δηλαδὴ ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα νὰ δώσωμεν ὁλόκληρον τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον τῆς τέως Ἐκδοτικῆς Τραπέζης εἰς τοὺς μετόχους τῆς Ἐθνικῆς δωρεάν, ὡς ἐξηκριβώθη προϊούσης τῆς συζητήσεως, καὶ νὰ λάβωμεν τὰ 1200 ἑκατομμύρια ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν καὶ νὰ τὰ μεταφέρωμεν εἰς τὴν Ἐκδοτικήν, εἰς πίστωσιν βεβαίως τοῦ Κράτους. Ποῖον θὰ ἦτο τὸ ἐμπόδιον, λέγει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διὰ μίαν τοιαύτην λύσιν; Οἱ μόνοι οἱ ὁποῖοι θὰ ἐδικαιοῦντο νὰ προβάλουν ἀντιρρήσεις καὶ διαμαρτυρίας θὰ ἦσαν οἱ μέτοχοι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἀλλὰ οἱ μέτοχοι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δὲν εἶχον λόγον ἢ συμφέρον νὰ προβάλουν ἀντίστασιν, διότι ἐκτὸς τῶν μερισμάτων τῆς Ἐθνικῆς ἐξησφαλίζετο εἰς αὐτοὺς διὰ τῆς δωρεὰν παραχωρήσεως τῶν μετοχῶν τῆς Ἐκδοτικῆς καὶ ἡ κάρπωσις τῶν κερδῶν τοῦ νέου ἐκδοτικοῦ ἱδρύματος. Εὐθὺς ὡς ἀνέγνωσα τὴν ἐπιστολὴν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἶδα ποία ἦτο ἡ λύσις εἰς τὴν ὁποίαν ἀπέβλεπεν, ἐσχημάτισα τὴν γνώμην καὶ ἔσπευσα νὰ τὴν διαδηλώσω αὐτοστιγμεὶ καὶ κατ’ ἐπανάληψιν, ὅτι τὸ σχέδιον τοῦτο δὲν ἐπρόκειτο νὰ εἶναι βιώσιμον καὶ θὰ ἐγκαταλείπετο πρὸ τῆς παρόδου πολλοῦ χρόνου παρ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων. Τὸ σχέδιον τοῦτο δὲν ἦτο ἄγνωστον εἰς ἡμᾶς, προταθὲν ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν ὑπό τινος τῶν βουλευτῶν καὶ παρελθὸν τελείως ἀπαρατήρητον. Ἐστηρίζετο ἐπὶ μιᾶς ὀργανικῆς πλάνης τῆς πλήρους συνταυτίσεως καὶ συγχύσεως τῶν νομικῶν προσώπων μετὰ τῶν ἀποτελούντων ταῦτα φυσικῶν προσώπων, συγχύσεως ἀντικειμένης εἰς θεμελιώδεις κανόνας τοῦ δικαίου.
§73Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κανόνας δικαίου;
§74Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μάλιστα, κανόνας δικαίου. Δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ συνταύτισις τῶν μετόχων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τοῦ ἱδρύματος.
§75Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν δὲν εἶναι κανὼν δικαίου.
§76Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἶναι κανὼν δικαίου. Ἀλλὰ δὲν ἦτο μόνον τὸ θεωρητικὸν αὐτὸ κάλυμμα, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἐπέτρεπεν τὴν ἐφαρμογὴν τῆς προτεινομένης λύσεως. Ἡ λύσις ἐφαρμοζομένη θὰ εἶχε καὶ πρακτικῶς ὀλεθριωτάτας σεγεπείας. Ἐὰν ἤθελεν ἀναγνωρισθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα, ἐξασφαλίζουσα τὸ μέρισμα τῶν μετόχων τῶν νομικῶν προσώπων τῶν εὐαγῶν ἱδρυμάτων τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν καὶ ἐπιχειρήσεων, νὰ θέτῃ χεῖρα ἐπὶ τῆς περιουσίας των, θὰ ἐξέλιπε καὶ ὁ ἐλάχιστος φραγμὸς ὅστις ἐγγυᾶται τὴν ὑπόστασιν καὶ τὴν λειτουργίαν τῶν ἀνωνύμων ἐπιχειρήσεων, ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ νοηθῇ ἡ σύγχρονος οἰκονομικὴ ζωή. Δύναταί τις νὰ φαντασθῇ ὁποία θὰ ἦτο ἡ κατάστασις, ἐὰν ἤθελεν ἀναγνωρισθῇ ἀπόλυτος ἐλευθερία εἰσβολῆς τῶν Κυβερνήσεων εἰς τὰ ἱδρύματα καὶ τὰς Τραπέζας. Ἑπομένως καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῶν πρακτικῶν συνεπειῶν φανερὸν ἦτο ὅτι καθίστατο ἀδύνατος ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ παραδόξου τούτου συστήματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἔφερε τὸν τόπον εἰς ἄμεσον οἰκονομικὴν ἀποσύνθεσιν. Καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐδίστασε νὰ προκαλέσῃ ἐμφαντικῶς, νὰ προσέλθῃ ἔστω καὶ εἷς ἐκ τῶν δυναμένων νὰ ἔχουν ἔγκυρον γνώμην ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων, Τραπεζίτης ἢ οἰκονομολόγος ἢ νομικός, ὅστις νὰ ὑποστηρίξῃ δημοσίᾳ ὅτι ἡ λύσις αὐτὴ θὰ ἠδύνατο νὰ τεθῇ ἔστω καὶ ὡς βάσις συζητήσεως. Καὶ οὐδεὶς προσῆλθεν, καίτοι πλεῖστοι ὑπῆρχον κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην οἱ τυφλούμενοι ἐκ μίσους καὶ ταπεινῶν ὑπολογισμῶν. Καὶ ὅμως οὐδεὶς ἐτόλμησε νὰ ἐμφανισθῇ. Τόσος ἦτο ὁ παραλογισμὸς τῆς προτεινομένης λύσεως. Παρελθούσης τῆς ὀξύτητος τῶν πρώτων συζητήσεων ἔπαυσε πλέον νὰ γίνεται λόγος περὶ τοῦ σχεδίου τῆς παραχωρήσεως τῶν μετοχῶν καὶ τὸ σχέδιον ἐλησμονήθη καὶ ἐτάφη διὰ παντός, εἰς μάτην δὲ θὰ ἀναζητοῦμεν καὶ ἴχνος αὐτοῦ εἰς τὰς διαπραγματεύσεις τὰς διεξαχθείσας τὸν Δεκέμβριον τοῦ παρελθόντος ἔτους καὶ εἰς τὴν σύμβασιν καὶ ἴχνος τῆς λύσεως ταύτης, ἥτις ἐν τούτοις ὅταν ἀνεκοινώθη εἶχε χαιρετισθῆ ὡς ἀληθὴς ἀποκάλυψις. Ὅταν τὸν Δεκέμβριον τοῦ παρελθόντος ἔτους ἀνεκινήθη καὶ πάλιν τὸ ζήτημα, ἐγράφη ὅτι δὲν ἐπετρέπετο ἡ περαιτέρω ὑποχώρησις εἰς τὴν Κυβέρνησιν δεσμευομένην ἐκ τῆς ψήφου τοῦ λαοῦ, ἥτις ἐνέκρινε πανηγυρικῶς τὸ προεκλογικὸν τῆς Κυβερνήσεως πρόγραμμα τοῦ ὁποίου ἡ προταθεῖσα λύσις ἀπετέλει κεφαλαιῶδες σημεῖον. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ εἴπω πόσον θὰ ἦτο θλιβερὸν τὸ τοιαύτης φύσεως ζήτημα νὰ καθίστατο ἀντικείμενον κομματικῆς διαμάχης τιθέμενον ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ ἀδαοῦς λαοῦ, κανονίζοντος ἑκάστοτε τὰς κομματικάς του προτιμήσεις κατὰ γενικὰς γενικωτάτας ἀρχάς. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου θὰ ἤθελα νὰ ἐρωτήσω: Ποῖον ἦτο τὸ πρόγραμμα καὶ ἡ λύσις τὴν ὁποίαν ἐπηγγέλθη προεκλογικῶς ἡ Κυβέρνησις ὥστε νὰ δεσμεύεται ἐκ τῆς ὑποσχέσεώς της; Τὶς ἦτο ἡ λύσις τὴν ὁποίαν ἐνέκρινεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός; Ἦτο ἡ λύσις τῆς παραχωρήσεως τῶν μετοχῶν τῆς Ἐκδοτικῆς εἰς τοὺς μετόχους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης; Ἀσφαλῶς ναί. Ἀλλ’ ἡ λύσις αὕτη εἶχεν ἐγκαταλειφθῆ ὑπ’ αὐτῆς ταύτης τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τῶν πρώτων στιγμῶν, ὡς τερατώδης. Ἦτο μήπως ἡ λύσις ἡ βασιζομένη ἐπὶ τῆς κυριότητος τῶν καλυμμάτων ὑπὸ τοῦ Κράτους; Ἀλλὰ περὶ τῆς κυριότητος τῶν καλυμμάτων ἐν τῷ προεκλογικῷ του σχεδίῳ ἐδήλωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δὲν κατώρθωσε νὰ σχηματίσῃ ἰδίαν γνώμην, ἐθεώρει δὲ μάλιστα τότε τὸ ζήτημα τοῦτο ὁριστικῶς λελυμένον ὑπὲρ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἦτο λύσις τὸ ὅτι ἡ ἀξία τῶν καλυμμάτων ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει θὰ ἔπρεπε νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν κατὰ πάντα τρόπον, καὶ ἂν ἡ κυριότης των ἀνῆκεν εἰς τὸ Κράτος καὶ ἂν ἡ κυριότης των ἀνῆκεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν διὰ τῆς παραχωρήσεως τῶν μετοχῶν καὶ ἄνευ τῆς παραχωρήσεως δι’ ὠμῆς ἐπιβολῆς καὶ βίας, ἡ λύσις δηλαδὴ ἣν ἐφήρμοσεν ἡ Κυβέρνησις; Ὄχι. Ὅσα ἐλέχθησαν προεκλογικῶς πρὸς τὸν λαὸν πόρρω ἀπέχουν τῶν ὅσων σήμερον λαμβάνουν χώραν, εἶναι δὲ ξένος ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς πρὸς τὰς ἐφαρμοζομένας ἐκτρόπους ἀντιλήψεις. Ἡ Κυβέρνησις ἀπώλεσε τὴν νόμιμον βάσιν ἐκ τῆς ὁποίας ἀνεχώρησεν, τὸ ἔδαφος ἐφ’ οὗ ἐφαντάσθη ἀλλοκότως ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ θέσῃ χεῖρα ἐπὶ τῶν 1200 ἑκατομμυρίων διὰ παραχωρήσεως τῶν μετοχῶν τῆς Ἐκδοτικῆς, καὶ πιστεύουσα διὰ λόγους πολιτικῆς σκοπιμότητος ὅτι ὤφειλε νὰ ἐμμένῃ εἰς τὴν ἀξίωσιν τῆς πληρωμῆς ὑπὸ τῆς Τραπέζης, εἴτε 1200 ἑκατομμυρίων εἴτε τῶν 500, δὲν ἐδίστασε νὰ προσφύγῃ εἰς βίαν ἀπροκάλυπτον θεωροῦσα ὅτι οἱαδήποτε ὑποχώρησις ἐν τῷ ζητήματι τῶν καλυμμάτων μετὰ τὴν θλιβερὰν παλινῳδίαν ἐν τῇ ὑποθέσει τῶν ἀνταλλαξίμων θὰ ἐξέθετε ἀθεραπεύτως τὸ κῦρος της. Καὶ ἐνέμενε, προσφυγοῦσα εἰς τὴν βίαν, ὅπως ἀνακινήσῃ ζήτημα, θεωρούμενον παρ’ αὐτῆς ὡς ὁριστικῶς λελυμένον, προέβαλεν ἤδη ὡς ἁπλοῦν πρόσχημα τὸν ὄψιμόν της ἰσχυρισμὸν ὅτι ἡ κυριότης τῶν λεγομένων καλυμμάτων ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος. Ἐπὶ τῆς κυριότητος τοῦ Κράτους στηρίζεται δῆθεν ἡ ρύθμισις ἡ προτεινομένη διὰ τῆς νέας ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν συμβάσεως. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς κυριότητος εἶναι ἤδη ἀπὸ πολλοῦ τελείως ἐξηντλημένον, ἔχει ἐρευνηθῆ καθ’ ὅλας του τὰς φάσεις εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν τύπον, παρ’ εἰδικῶν καὶ ἀνιδέων, καὶ ἐξητάσθη παρ’ ἐπιτροπῆς ἀποτελουμένης ἐκ τῶν κορυφαίων παρ’ ἡμῖν νομομαθῶν, τοῦ Ρακτιβὰν τοῦ Τριανταφυλλοπούλου τοῦ Πολυγένη καὶ τοῦ Τσιτσεκλῆ, οἵτινες ἀφοῦ ἀνέταμον τὸ ζήτημα εἰς πάσας του τὰς πτυχάς, δι’ ἐκθέσεως ἀξιοσημειώτου ἀπεφάνθησαν ἀπεριφράστως ὅτι ἡ κυριότης τῶν καλυμμάτων ὑφ’ οὓς ὅρους ἀπεκτήθησαν παρ’ ἡμῖν ἀνήκει ἀναμφισβητήτως εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Εὔλογον θὰ ἦτο νὰ ἀναμένῃ τις ὅτι μετὰ τοιαύτην γνωμοδότησιν φέρουσαν τὰς ὑπογραφὰς ἐπιστημονικῶν κορυφῶν, τῶν ὁποίων τὸ ἠθικὸν κῦρος εἶναι ἀπεριόριστον, ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης θὰ ἐτερματίζετο, ἐφόσον τοὐλάχιστον δὲν ἤθελον προσαχθῆ ἄλλα δεδομένα καὶ γνώμη ἀντίθετος ἐπιστημόνων ἴσης ἠθικῆς καὶ ἐπιστημονικῆς περιωπῆς. Ἀλλὰ τούτου μὴ ὄντος δυνατοῦ, διότι οὐδὲ στοιχεῖα νεώτερα προέκυψαν οὐδὲ καὶ γνωμοδότησις οἱαδήποτε ἦτο δυνατὸν νὰ προσαχθῇ, ἐφευρέθη, πρὸς μείωσιν τῆς ἐντυπώσεως τῆς παραχθείσης ἐκ τῆς γνωμοδοτήσεως τῶν νομομαθῶν, ἐπιχείρημα πρόχειρον καὶ ἀσύστατον, τὸ ἐπιχείρημα ὅτι κακῶς ἡ ὑπόθεσις ἀνετέθη πρὸς ἐξέτασιν εἰς ἐπιτροπὴν νομομαθῶν ἐνῷ ὤφειλε νὰ ἐξετασθῇ παρ’ ἐμπειρογνωμόνων ἐχόντων οἰκονομικὴν εἰδικότητα καὶ ἐμπειρίαν.
§77Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀνεθέσατε ὑμεῖς τὴν ἐξέτασιν;
§78Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀνέθεσεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα μετὰ συννενόησιν μεθ’ ἡμῶν.
§79Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Συνεπράξατε καὶ ἐπὶ τῶν ἐρωτημάτων;
§80Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Συνεπράξαμεν ἐπὶ τοῦ ὅλου ζητήματος. Ἐλέχθη λοιπὸν ὅτι τὸ ζήτημα, καθ’ ὃ οἰκονομικῆς καὶ ὄχι νομικῆς φύσεως ἔδει νὰ ἐξετασθῇ παρὰ τραπεζικῶν καὶ οἰκονομολόγων. Δὲν ἦτο λοιπὸν κατὰ τοὺς ἀντιγνωμοῦντας τὸ ζήτημα τῆς κυριότητος τῶν καλυμμάτων νομικόν. Ἀλλὰ διατὶ δὲν ἦτο νομικόν; Τὶ ἐπρόκειτο νὰ ἐξακριβώσωμεν; Ἐπρόκειτο νὰ μάθωμεν μήπως ποῖαι θὰ ἦσαν αἱ οἰκονομικαὶ συνέπειαι ἐπὶ τῆς κατὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον τρόπον διαθέσεως τῶν 1200 ἑκατομμυρίων καὶ τῆς περαιτέρω τύχης τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἢ τῆς ἐπιδράσεως ἐπὶ τῶν Δημοσίων οἰκονομικῶν, διὰ νὰ εἴπωμεν ὅτι τὸ ζήτημα ἦτο οἰκονομικόν; Ποσῶς δὲν ἐπρόκειτο περὶ τούτου. Ἐπρόκειτο νὰ ἐξακριβώσωμεν ποία θὰ ἦτο ἡ ἀληθὴς ἑρμηνεία τῶν νόμων καὶ τῶν συμβάσεων καὶ τῶν πραγματικῶν γεγονότων διὰ τὸν καθορισμὸν συγκεκριμένης νομικῆς σχέσεως, δηλαδὴ τοῦ δικαιώματος τῆς κυριότητος ἐπὶ ὡρισμένου πράγματος. Ἐπρόκειτο νὰ μάθωμεν ὄχι τίνες θὰ ἦσαν αἱ συνέπειαι τῆς διαθέσεως τῶν 1200 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ ποῖος ἦτο ὁ κύριος αὐτῶν. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: Θὰ ἠδύνασθε νὰ μοῦ εἴπητε ἄλλο ζήτημα περισσότερον τούτου νομικόν; Γνωρίζετε ἄλλον τινα εἰδικώτερον ὅπως ἐκτιμήσῃ τὰ στοιχεῖα τῆς κυριότητος εἰς τὴν ἀληθῆ ἑρμηνεία τῶν νομικῶν κανόνων καὶ τῶν γεγονότων, ἀπὸ τοὺς νομομαθεῖς; Καὶ γνωρίζετε νομομαθεῖς κύρους ἀνωτέρου ἐκείνων οὓς ἀνέφερα; Ἀλλ’ ἡ ὑπόθεσις τῶν καλυμμάτων ἦλθεν κατ’ ἀνάγκην καὶ ἐνώπιον τῆς Δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Κ.Τ.Ε., ἀπαρτιζομένης ὄχι ἀπὸ νομικοὺς ἀλλὰ ἀπὸ τραπεζίτας καὶ οἰκονομολόγους περιβεβλημένους μὲ παγκόσμιον κῦρος οἵτινες καὶ οὗτοι ἐξεδήλωσαν ἐν ἀρχῇ τὴν γνώμην, ὅτι τὰ λεγόμενα καλύμματα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κανόνων οἱ ὁποῖοι ἰσχύουσιν εἰς ἀμιγεῖς Ἐκδοτικὰς Τραπέζας—ὅλαι δὲ αἱ Ἐκδοτικαὶ Τράπεζαι εἶναι σήμερον ἀμιγεῖς καθ’ ὃ παρακολούθημα τῆς κυκλοφορίας—ἔπρεπε νὰ περιέλθουν εἰς τὴν Ἐκδοτικήν. Ὅταν ὅμως ἐξετέθη εἰς αὐτοὺς ὑπὸ ποίους ὅρους συνεστήθη καὶ ἐλειτούργησεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα καὶ ἀπεκτήθησαν τὰ 35.000.000 χρυσῶν δραχμῶν καὶ ὅλα τὰ εἰς χρυσὸν ἀποθέματα αὐτῆς, ἀνεγνώρισαν καὶ αὐτοὶ ἀδιστάκτως ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ ἦτο περιουσία τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ὤφειλε νὰ παραμείνῃ εἰς αὐτήν.
§81Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ δημοσιονομικὴ ἐπιτροπὴ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν καθώρισε τὰ τῆς μεταβιβάσεως τοῦ ἐνεργητικοῦ καὶ τοῦ παθητικοῦ εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν. Δὲν ἐξήτασε καὶ δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ ἐξετάσῃ κατὰ πόσον αὐτὰ τὰ καλύμματα, ἡ ὑπεραξία δηλαδὴ ἀνήκει εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἢ τὸ εἰς Κράτος.
§82Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν συνέπεσε νὰ παρίσταται ὁ κ. συνάδελφος εἰς τὰς συζητήσεις τῆς δημοσιονομικῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ δημοσιονομικὴ ἐπιτροπὴ εἶχεν ἓν ἐνδιαφέρον νὰ καταρτίσῃ τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν ὅσον τὸ δυνατὸν ἰσχυροτέραν, ἐφ’ ὅσον ἡ ὑπόθεσις τῆς σταθεροποιήσεως καὶ τῆς ὅλης οἰκονομικῆς ἐξυγιάνσεως ἐτίθετο ὑπὸ τὴν αἰγίδα καὶ τὴν ἠθικὴν οὕτως εἰπεῖν ἀλληλεγγύην τῆς Κ.Τ.Ε. Αἱ συζητήσεις δὲ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ὑπῆρξαν πεισματώδεις ἀπὸ μέρους τῶν μελῶν αὐτῆς, διότι ἤθελον νὰ ἰσχυροποιήσουν τὴν Ἐκδοτικὴν καὶ ἐν τῷ σκοπῷ τούτῳ ἰσχυρίσθησαν ἐν ἀρχῇ ὅτι τὰ 95.000.000 χρυσᾶ ἔπρεπε νὰ περιέλθουν εἰς τὴν Ἐκδοτικήν.
§83Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Καὶ περιῆλθον ἀληθῶς εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν, μολονότι ὑπεχρεώθημεν νὰ δώσωμεν 1200 ἑκατομμύρια εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν διὰ νὰ τὴν ἀποζημιώσωμεν.
§84Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἡ δημοσιονομικὴ ἐπιτροπὴ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ἰσχυρίζετο ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐνισχυθῇ ἡ Ἐκδοτικὴ καὶ διὰ τῆς ἀξίας τῶν 95.000.000 ἑκατ. δραχμῶν τὰ ὁποῖα περιῆλθον ὡς χρυσὸς εἰς αὐτήν. Εὑρίσκεται εἰς πλήρη πλάνην ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νομίζων ὅτι περιῆλθεν ὡς στοιχεῖον χρυσοῦ εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν. Ἡ ἀξία τῶν καλυμμάτων ἀνεγνωρίσθη ὡς ἀνήκουσα εἰς τὴν Ἐθνικήν.
§85Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀνεγνωρίσθη ἀπὸ ὑμᾶς. Ἐγὼ εἶπα ὅτι αὐτὰ μετεβιβάζοντο εἰς τὴν σημερινὴν ἀγοραίαν ἀξίαν. Αὐτὸ ἦτο τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον προεκάλει τὸ κέρδος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.
§86Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν βλέπω εἰς τί μὲ ἀνασκευάζει ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως. Ἔλεγον λοιπὸν ὅτι ἡ δημοσιονομικὴ ἐπιτροπὴ εἶχε μὲν ἐν ἀρχῇ τὴν ἀξίωσιν νὰ περιέλθουν αὐτὰ εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν ἄνευ πιστώσεως τῆς Ἐθνικῆς κατὰ πλήρη κυριότητα, ἀλλ’ ὅτι ὅταν ἐξηγήθη εἰς τοὺς ἀποτελοῦντας αὐτὴν πῶς ἱδρύθη ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα καὶ ἐκτήθησαν τὰ εἰς χρυσὸν ἀποθέματά της, ἐν οἷς καὶ τὰ 95 ἑκατομμύρια, συνεφώνησαν πάντες ὅτι ἡ κυριότης τῶν 95.000.000 ἑκατομ. ἀνήκει εἰς τὴν Ἐθνικήν. Τὶ ἀντετάχθη εἰς πάντα ταῦτα, εἰς τὴν γνωμοδότησιν τῶν νομομαθῶν, εἰς τὴν γνώμην τῆς δημοσιονομικῆς ἐπιτροπῆς; ἐπί τινος στηρίζονται αἱ ἀντίθετοι ἀπόψεις; Ποία φωνὴ ἔχουσα ἔγκυρον ὁπωσδήποτε ἀπήχησιν ἠκούσθη ἐπὶ τοῦ ζητήματος ὑποστηρίζουσα τὰς ἀντιθέτους ἀντιλήψεις; Ὄχι. Πολιτικαὶ μόνον ἀντιλήψεις, πολιτικοὶ μόνον ὑπολογισμοὶ κατήσχυσαν καθ’ ὅλην τὴν γραμμήν, ἀσθενῶς συγκαλυπτόμενοι ὑπὸ διαφανῆ προσχήματα, ὑπὸ προχείρως συναρμολουγούμενα ἀσύστατα ἐπιχειρήματα. Καὶ μεταξὺ τῶν ἐπιχειρημάτων τούτων ἕν, εἰς ὃ ἐδόθη τελευταίως ἐξαιρετικὴ ἔμφασις καὶ τὸ ὁποῖον ἐπανελήφθη καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἀπὸ τὸν προλαλήσαντα βουλευτήν, εἶναι τὸ ὅτι εἴχομεν τὸ παράδειγμα τριῶν ξένων Κρατῶν τῆς Γαλλίας, τοῦ Βελγίου καὶ τῆς Ἰταλίας, τὸ ὁποῖον θὰ ἔπρεπε νὰ παρακολουθήσωμεν διὰ νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημά μας. Ποία ἡ ἀνάγκη, μᾶς εἶπον, νὰ πολυπραγμονῶμεν καὶ νὰ ἀναζητῶμεν λύσεις, ὅταν τὴν λύσιν ἔχομεν ἕτοιμον ἀπὸ τοὺς ξένους; Τὴν λύσιν τὴν ὁποίαν τὰ ξένα Κράτη ἔδωσαν δέον νὰ ἐφαρμόσωμεν καὶ ἡμεῖς ἀνεξετάστως. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ ζήτημα εἶχε τὴν ἁπλότητα ταύτην, ὥστε τυφλὴ ἐφαρμογὴ τῶν περιπτώσεων τῶν ἄλλων Κρατῶν νὰ μᾶς εἶναι ἐπαρκής, τότε διατὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸ ὀλίγων μόλις μηνῶν, τὸν Ἰούνιον τοῦ 1928, ἐθεώρει ὅτι τὸ ζήτημα ὄχι ἁπλοῦν ἀλλ’ ἄγαν περίπλοκον καὶ δὴ ὁριστικῶς κατὰ τοῦ Κράτους λελυμένον; Καὶ διατὶ ἐπὶ τέλους, ἂν ἤρκει ἡ ἐφαρμογὴ τῆς δοθείσης ἀλλαχοῦ λύσεως καὶ ἐν Ἑλλάδι, δὲν ἠκολουθήσαμεν πλήρως τὸ παράδειγμα τῶν Κρατῶν ἐκείνων; Διατὶ οὐδείς, οὐδ’ ἡ Κυβέρνησις ὑπεστήριξεν ὅτι ἡ ὑποχρέωσις τῆς Τραπέζης καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ Κράτους δὲν περιωρίζετο μόνον εἰς τὰ 1200 ἑκατομ. τῆς ὑπεραξίας τῶν καλυμμάτων, ἀλλ’ ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπεκταθοῦν πολὺ περισσότερον ἐφ’ ὅλων τῶν εἰς χρυσὸν διαθεσίμων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὡς ἔγινεν εἰς ὅλα τὰ ἄλλα Κράτη; Ἠκούσθη ποτὲ τοιαύτη γνώμη παρ’ ἡμῖν; Ἡ Τράπεζα διαθέτει οὐχὶ 95 μόνον ἑκατομμύρια χρυσῶν δραχμῶν, ἀλλὰ ποσὸν πολὺ μεγαλείτερον οὗτινος ἡ ὑπεραξία ὑπερβαίνει κατὰ ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων τὰ 1200 ἑκατομμύρια τῶν καλυμμάτων. Διατὶ δὲν ἠξιώθη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἢ ἄλλον τινὰ ἡ διαφορὰ ὅλων τῶν εἰς χρυσὸν τούτων ἀποθεμάτων τῆς Τραπέζης, ὡς ἔγινεν εἰς τὴν Γαλλίαν, τὴν Ἰταλίαν, τὸ Βέλγιον, τῶν ὁποίων ἐπικαλοῦνται τὸ παράδειγμα; Δὲν περιῆλθον εἰς τὰ Κράτη ταῦτα εἰς ὄφελος τοῦ δημοσίου τὰ εἰδικὰ μόνον ἀποθέματα τῆς κυκλοφορίας, ἀλλ’ ἡ διαφορὰ ὅλων τῶν εἰς χρυσὸν διαθεσίμων τῶν ἐκδοτικῶν Τραπεζῶν. Εἰς τὴν Γαλλίαν μάλιστα δὲν ὑφίστατο ὑποχρέωσις τῆς Τραπέζης πρὸς διατήρησιν εἰδικοῦ ἀποταμιεύματος διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τοῦ νομίσματος, θεωρηθείσης ἐκεῖ ἀρκετὴ ἐγγύησις τῆς καθιερώσεως ἀνωτάτου ὁρίου κυκλοφορίας. Καὶ ἐν τούτοις περιῆλθεν εἰς τὸ δημόσιον ὅλη ἡ ἐκ τοῦ ξένου συναλλάγματος τοῦ αὐτουσίου χρυσοῦ ἐπικαταλλαγὴ τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Πῶς περιωρίσθημεν πάντες παρ’ ἡμῖν εἰς τὴν ἀξίωσιν τῶν 1200 ἑκατομμυρίων ἢ καὶ ποσοῦ πολὺ τούτου μικροτέρου; Τὶ δικαιολογεῖ τὴν ἀνεξήγητον ταύτην διασπάθησιν διὰ τοὺς πιστεύοντας ὅτι τὰ γενόμενα ἀλλαχοῦ εἶναι ἐφαρμοστὰ καὶ εἰς τὸν τόπον μας; Πῶς; Ἁπλούστατα. Διότι καὶ ὑποστηρίζοντες διὰ τῶν χειλέων μόνον τὴν γνώμην ὅτι αἱ ξέναι περιπτώσεις ἠμποροῦν νὰ χρησιμεύσουν ὡς κανὼν δι’ ἡμᾶς, ὑπῆρχεν ἐν τούτοις ἡ συνείδησις τῆς βαθείας, τῆς τεραστίας ἀποστάσεως τῆς χωριζούσης τὰς περιπτώσεις ἐκείνας πρὸς τὴν περίπτωσιν τὴν ἰδικήν μας. Μίαν καὶ μόνην περίπτωσιν ὁπωσδήποτε ἀνάλογον πρὸς τὴν περίπτωσιν τῆς Ἐθνικῆς: ἀπαντῶμεν εἰς τὰς ρυθμίσεις τὰς γενομένας ἀλλαχοῦ, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην ἡ ὑπεραξία τῶν καλυμμάτων περιῆλθεν ἐξ ὁλοκλήρου εἰς ὄφελος τῶν Τραπεζῶν καὶ ὄχι τοῦ Δημοσίου. Εἰς δύο Τραπέζας τῆς Ἰταλίας, τὴν Τράπεζαν τῆς Σικελίας καὶ τὴν τῆς Νεαπόλεως μετερχομένας καὶ ταύτας ἐκτὸς τοῦ ἐκδοτικοῦ δικαιώματος καὶ ἐμπορικὰς ἐργασίας ὡς ἡ Ἐθνική, ὄχι δὲ μάλιστα εἰς οἵαν αὕτη ἔκτασιν, ἀνεγνωρίσθη ὅτι ἡ ὑπεραξία, ἀνερχομένη εἰς δισεκατομμύρια ὁλόκληρα δραχμῶν, ὤφειλε νὰ περιέλθῃ εἰς τὰς δύο Τραπέζας, καὶ περιῆλθεν εἰς αὐτάς.
§87Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Περιῆλθον ὡς ἀνήκοντα εἰς αὐτάς;
§88Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ἔχει ἀξίαν τινα ὁ προβληθεὶς λόγος δι’ ὃν τὰ καλύμματα διετέθησαν εἰς ὄφελος τῶν δύο τούτων Τραπεζῶν. Δὲν ἔχει ἀξίαν ἂν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ἰταλίας διὰ νὰ παραστήσῃ ὡς γενναιοδωρίαν τοῦ φασισμοῦ τὴν παραχώρησιν τῆς ὑπεραξίας πρὸς τὰς δύο τῆς μεσημβρινῆς Ἰταλίας Τραπέζας, ἐδήλωσεν ὅτι ἡ διάθεσις αὕτη ἐγένετο ἄνευ νομικῆς τοῦ Κράτους δεσμεύσεως. Ζήτημα ἐκεῖ δὲν ἠγέρθη καὶ ἡ ὑπόθεσις δὲν ἐξητάσθη ὡς παρ’ ἡμῖν, ἐφ’ ὅσον ἡ ὑπεραξία ὅλων τῶν εἰς χρυσὸν ἀποθεμάτων τῶν Τραπεζῶν παρέμεινεν εἰς ὄφελος αὐτῶν. Ἀλλὰ δύναται νὰ ἐννοηθῇ ὅτι ἐδόθησαν δισεκατομμύρια ὁλόκληρα ἀπὸ τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους, ἂν μὴ ὑπῆρχεν ἡ συναίσθησις ὅτι δὲν ἀνῆκον εἰς αὐτό; Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι ἡ μόνη παραπλησία ξένη περίπτωσις, εἰς τὴν ὁποίαν ὅμως ἐδόθη ὡς ἦτο ἑπόμενον ἡ λύσις ἡ δοθεῖσα καὶ παρ’ ἡμῖν. Ἂν θέλωμεν νὰ ἀρυσθῶμεν παραδείγματα ἄλλοθεν, τὰ παραδείγματα ἐκεῖνα θὰ μᾶς ὑπεχρέωνον νὰ μὴ θίξωμεν ὅ,τι καλῶς ἔγινεν. Ἐκεῖ ὅπου ἡ ὑπεραξία τῶν καλυμμάτων περιῆλθεν εἰς τὸ Δημόσιον ἄλλη ἐντελῶς ἦτο ἡ φύσις καὶ ἡ ὀργάνωσις τῶν Τραπεζῶν. Ὑποστηρίζοντες οἱ ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Γαλλίας τοῦ Βελγίου καὶ τῆς Ἰταλίας, εἰς ἀγορεύσεις τῶν ὁποίων συχνὴ γίνεται ἡ ἐπίκλησις, ὅτι ἡ ὑπεραξία τῶν καλυμμάτων εἶναι περιουσία τοῦ δημοσίου ἔλεγον μίαν ἀναμφισβήτητον ἀλήθειαν λαμβανομένης ὑπ’ ὄψει τῆς θέσεως τῶν ἐκδοτικῶν τραπεζῶν εἰς τὰς τρεῖς ταύτας χώρας, ἐκδοτικῶν τραπεζῶν ἀμιγῶν, ἐν αἷς αὐτονόητον καὶ αὐταπόδεικτον ἦτο ὅτι πᾶν ὅ,τι ἐκέκτηντο αὗται προήρχετο ἐκ τοῦ ἐκδοτικοῦ δικαιώματος, ἀφοῦ αὗται δὲν ἤσκουν ἄλλην τινὰ ἐπιχείρησιν. Δὲν εἶχον ἐκεῖ νὰ ἐξετάσουν ἐκ ποίας Τραπεζητικῆς ἐργασίας προῆλθον τὰ 95 ἑκατομμύρια, διότι ἐγνώριζον ὅτι προῆλθον ἐκ τοῦ ἐκδοτικοῦ δικαιώματος ἀνήκοντος εἰς τὸ Κράτος, εἰς ὃ ἀνήκει ὡσαύτως καὶ ἡ ἐξ αὐτοῦ ὠφέλεια. Διότι αἱ Τράπεζαι αὗται ὡς εἶπον ἦσαν ἀμιγεῖς ἐκδοτικαί.
§89Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶχον κεφάλαιον μετοχικὸν αἱ Τράπεζαι αὐταί;
§90Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἔκαμνον πιστωτικὰς ἐργασίας αἱ Τράπεζαι αὐταί;
§91Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ἐξετέλουν ἄλλην τινὰ ἐργασίαν πλὴν τῆς ἐκδοτικῆς ἐξ ἧς προήρχοντο καὶ αἱ πιστωτικαί των ἐργασίαι. Τὸ μετοχικόν των κεφάλαιον, ὅπου ὑπῆρχεν, ἐχρησίμευεν μόνον καθ’ ὃν τρόπον καὶ τὸ κεφάλαιον τῆς νεοπαγοῦς Ἐκδοτικῆς ἡμῶν Τραπέζης χρησιμεύει εἰς τὸ νὰ ἀσφαλίζῃ τὴν Τράπεζαν κατ’ ἐπεμβάσεων καὶ νὰ προσδίδῃ εἰς αὐτὴν τὴν ἀναγκαίαν αὐτονομίαν. Αἱ Τράπεζαι περὶ ὧν ὁ λόγος ἔχουν πράγματι Κρατικὸν χαρακτῆρα ὅπως ἔχει ἤδη καὶ ἡ ἰδική μας Ἐκδοτική, εἶναι δημόσιαι οὕτως εἰπεῖν λειτουργίαι. Ἀλλὰ τοῦτο δύναται νὰ λεχθῇ καὶ περὶ τῆς Ἐθνικῆς ἡμῶν Τραπέζης; Ἦτο καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὀργανισμὸς ἀμιγὴς ἐκ τῆς ἐξασκήσεως καὶ μόνον τοῦ προνομίου ἀντλῶν τὰ κέρδη καὶ τὰς προσόδους της; Ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὑπῆρξεν πάντοτε ἀπὸ τῆς συστάσεώς της πιστωτικὸς ὀργανισμὸς πολυσχεδέστατος, ἀπὸ τῆς ἐπιχειρηματικῆς της δράσεως ἀνέκαθεν ἐκταθείσης ὑφ’ ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν γνωστῶν Τραπεζιτικῶν ἐργασιῶν καὶ ἐπιχειρήσεων. Ἐδέχετο τὰς καταθέσεις ἐπὶ τόκῳ, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν συγχωρεῖται εἰς Ἐκδοτικὰς Τραπέζας, συγκεντρώσασα κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον εἰς τὰ ταμεῖα της ὅλην σχεδὸν τὴν Ἑλληνικὴν ἀποταμίευσιν. Ἐπεδίδετο εἰς ἐργασίας βιομηχανικῆς πίστεως αὐτὴ μόνη σχεδὸν ἀποκλειστικῶς εἰς ἐργασίας ὡσαύτως ἀγροτικῆς καὶ κτηματικῆς πίστεως. Εἶχε δηλαδὴ τὴν προνομιοῦχον ἐξάσκησιν ὅλων τούτων τῶν λειτουργιῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἦτο συμμέτοχος καὶ χρηματοδότης ὅλων τῶν μεγαλειτέρων καὶ μᾶλλον κερδοφόρων ἐπιχειρήσεων. Διὰ τῶν ἐπιχειρήσεων τούτων αἱ ὁποῖαι ἐξηκολούθησαν ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον 100ετίαν, εἶχε συγκομίσει καὶ περισυλλέξει καὶ προσόδους καὶ πλοῦτον ὄχι εὐκαταφρόνητον, ἀληθῶς ἀξιοθαύμαστον. Ὅταν λοιπὸν ἡμεῖς ἠθελήσαμεν νὰ ἱδρύσωμεν ἰδίαν ἀνεξάρτητον Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν καὶ νὰ προέλθωμεν εἰς τὸν χωρισμὸν τῶν ἐμπορικῶν ἐργασιῶν, εἴχομεν καθῆκον κατὰ τὴν ἀπόσχισιν νὰ ἐξετάσωμεν, ἐφ’ ὅσον δὲν ἦτο δι’ ἡμᾶς αὐταπόδεικτον ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ ἀποθέματα προήρχοντο ἐκ τοῦ ἐκδοτικοῦ δικαιώματος τῆς Τραπέζης, ποία ἦτο ἡ προέλευσις ἑνὸς ἑκάστου τῶν περιουσιακῶν στοιχείων. Πόθεν προῆλθεν ἡ ἀκίνητος καὶ κινητὴ περιουσία τῆς Τραπέζης, πόθεν τὰ εἰς χρυσὸν ἀποθέματά της. Καὶ ἔγινεν ἡ ἐξέτασις καὶ ἐκ τῆς ἐξετάσεως ἀπεδείχθη ὅτι τὰ 95.000.000 ἑκατομ. τῶν χρυσῶν δραχμῶν, τὰ ἀναγραφόμενα εἰς τοὺς ἰσολογισμοὺς ὡς εἰδικὸν κάλυμμα τῆς κυκλοφορίας, δὲν εἶχον σχέσιν τινα πρὸς τὴν ἐξάσκησιν τοῦ ἐκδοτικοῦ δικαιώματος καὶ ἦσαν καρποὶ ὅλων τῶν ἄλλων κερδοφόρων ἐργασιῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ποῖαι ἦσαν αἱ περὶ τούτου ἀποδείξεις, ἐξετέθη χιλιάκις εἰς τὰς προηγηθείσας συζητήσεις καὶ εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς τὰς ἐπαναλάβω σήμερον. Ἐν τούτοις θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ δώσω, μόνον πρὸς ὑπόμνησιν μίαν ἁπλῆν συγκεφαλαίωσιν τῶν κυριωτέρων σημείων τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουν ὅτι τὰ 95.000.000 ἑκατομ. τῶν χρυσῶν δραχμῶν, ὡς εἶπον, εἶναι καρποὶ τῶν λοιπῶν παραγωγικῶν ἐργασιῶν τοῦ ἱδρύματος καὶ ὄχι τοῦ ἐκδοτικοῦ δικαιώματος. Διὰ τῶν δύο κυρίων συμβάσεων τοῦ 1915 καὶ τοῦ 1920 εἶχεν ἐπιτραπῆ, χάριν τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ ἐκδοτικοῦ δικαιώματος εἰς τὰς νέας χώρας, εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ ἐκδώσῃ δι’ ἴδιον λογαριασμὸν ποσὸν τραπεζογραμματίων 380 ἐν συνόλῳ ἑκατομμυρίων δραχμῶν, 300 ἑκατομμυρίων διὰ τῆς δευτέρας καὶ 80 ἑκατομμυρίων διὰ τῆς πρώτης. Δυνάμει τῶν συμβάσεων τούτων ἐπεβλήθη πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς κυκλοφορίας εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ ἔχῃ εἰς τὰ ταμεῖα της εἰς χρυσὸν ἢ εἰς ἰσοτίμους ἄλλας ἀξίας τὸ τέταρτον τῶν ἑκάστοτε ἐν κυκλοφορίᾳ γραμματίων. Ἐκ τῶν 380 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, διὰ τὰς ὁποίας ἐδόθη ἡ πρόσθετος ἄδεια ἐκδόσεως πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, τὰ 200 ἑκατομμύρια τῆς δευτέρας συμβάσεως τῆς 27ης Μαΐου 1920 διετέθησαν δι’ ἑτέρας συμβάσεως ὑπογραφείσης τὴν αὐτὴν ἡμέραν καὶ ὥραν εἰς δάνειον ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Ἐκ τῶν 380 λοιπὸν ἑκατομμυρίων δὲν εἶχε πλέον ἡ Τράπεζα τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ τὰ 200 δι’ ἴδιον λογαριασμόν της, διότι τὸ ἐκδοτικὸν τοῦτο δικαίωμα ἐπεφυλάσσετο εἰς μόνον τὸ Κράτος. Ἡ Τράπεζα δὲν εἶχε δικαίωμα οὐδὲ ἓν τραπεζογραμμάτιον ἐκ τῶν 200.000.000 ἑκατομ. νὰ θέσῃ δι’ ἴδιον λογαριασμὸν εἰς κυκλοφορίαν.
§92Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἡ Τράπεζα ἔλαβε τὴν ἄδειαν νὰ ἐκδώσῃ τραπεζογραμμάτια διὰ λογαριασμόν της 380.000.000 ἑκατομ. Ἀπὸ αὐτὰ τὰ 380 ἑκατομμύρια ποὺ εἶχε δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ ἐδάνεισε 200 ἑκατομμύρια εἰς τὸ Κράτος. Ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἴδια ἐδάνεισε τὸ Κράτος. Τὸ Κράτος, μοῦ λέγετε, τότε εἶχε μόνον τὸ δικαίωμα νὰ τὰ θέσῃ εἰς κυκλοφορίαν. Μήπως μποροῦσε τὸ Κράτος νὰ τυπώσῃ δικά του; Ἐπῆγεν εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ τῆς εἶπε: ἔχω ἀνάγκην 200.000.0000 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Σοῦ ἔδωκα τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃς 380.000.000 ἑκατομμύρια Ἀπὸ αὐτὰ μπορεῖς νὰ μοῦ δώσῃς 200.000.000 καὶ σοῦ μένουν καὶ σένα 180.000.000, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀρκετὰ διὰ τὰ καλύμματα καὶ διὰ νὰ ὠφεληθῇς καὶ σὺ ἀπὸ τὴν χρῆσιν αὐτῶν. Πῶς λέγετε ὅτι τὸ Κράτος μποροῦσε νὰ τὰ θέσῃ εἰς κυκλοφορίαν, ἀφ’ οὗ τὸ Κράτος δὲν ἐκδίδει τραπεζογραμμάτια;
§93Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ τύπος ἄλλωστε τῆς συμβάσεως δὲν ἐπέτρεπε νὰ ἐκληφθῇ ὅτι ἦτο δάνειον ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ.
§94Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὅ,τι καὶ ἂν ἦτο.
§95Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μοῦ προξενεῖ ἀληθῶς κατάπληξιν ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Τὰ δάνεια ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ εἶναι ἔκδοσις διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους. Εἶναι τόσον θεμελιώδης ἡ ἀρχὴ, ὥστε νὰ μὴ ἐπιμείνω ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Εἶναι κυκλοφορία διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους. Ὅταν λέγωμεν ὅτι ἡ Τράπεζα κάμνει δάνειον ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ εἰς τὸ Κράτος, δὲν ἐννοοῦμεν τίποτε ἄλλο, παρ’ ὅτι τὸ Κράτος μέσῳ τῆς Τραπέζης θέτει εἰς κυκλοφορίαν δι’ ἴδιον λογαριασμὸν ἓν ποσὸν τραπεζογραμματίων. Αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἔχει τὸ ὅτι τὸ Κράτος συνάπτει δάνειον ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ.
§96Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὅταν πρόκειται περὶ δανείου καθαρῶς ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, ὅταν τὸ Κράτος ἀποδώσῃ τὸ δάνειον αὐτὸ, τὰ τραπεζογραμμάτια ὀφείλουν νὰ ἀποσυρθοῦν ἀπὸ τὴν κυκλοφορίαν. Ἰσχυρίζεσθε ὅτι ὅταν θὰ ἀπεδίδομεν αὐτὰ τὰ 200 ἑκατομμύρια ἡ Τράπεζα θὰ ἔπαυε νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἐπὶ 380 ἑκατομμυρίων καὶ θὰ περιωρίζετο μόνον εἰς 180 ἑκατομμύρια. Ἀπαντήσατέ μου.
§97Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω ἀμέσως. Ἡ Τράπεζα εἶχε τὸ δικαίωμα τῆς κυκλοφορίας 380 ἑκατομμυρίων. Ἐκ τῶν 380 αὐτῶν ἑκατομμυρίων ἔδωκε τὰ 200 ἑκατομμύρια εἰς δάνειον ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Τὶ ἔγινε δηλαδή; Τὸ Κράτος εἶπεν εἰς τὴν Τράπεζαν: σοῦ δίδω τὴν ἄδειαν τῆς ἐκδόσεως 380 ἑκατομμυρίων, τὰ 200 ὅμως ἑκατομμύρια δὲν θὰ τὰ θέσῃς δι’ ἴδιον λογαριασμὸν εἰς κυκλοφορίαν ἀλλὰ δι’ ἰδικήν μου.
§98Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὶ θὰ εἴπῃ; θὰ τὰ θέσω ἐγώ; θὰ μοῦ τὰ δανείσῃς;
§99Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀλλ’ ἠμπορεῖ σοβαρῶς νὰ προκληθῇ καὶ ἐπ’ αὐτοῦ σύγχυσις; Ἐὰν τὰ 200 ἐκ τῶν 380 ἑκατομμυρίων ἀπερροφήθησαν δι’ ἀνάγκας τοῦ Κράτους ὑπὸ τύπον δανείου ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καθόσον ἄλλως ἡ πρὸς τὸ Κράτος χορήγησις θὰ περιεῖχε τοὺς συνήθεις ὅρους τοῦ κοινοῦ πρὸς τὸ Κράτος δανείου διὰ χρημάτων τῆς Τραπέζης καὶ δὴ τόκον ὑψηλόν, ὅρους ἀποσβέσεως κλπ, δύνασθε νὰ ἰσχυρίζεσθε ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι ἔκδοσις διὰ λογαριασμὸν τῆς Τραπέζης; Δὲν εἶναι ἀνάγκη δὲ νὰ λεχθῇ διὰ τίνα λόγον τὰ Κράτη προβαίνουν εἰς τὰς ἐκδόσεις των ὑπὸ μορφὴν δανείου ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καθόσον τὸ ζήτημα αὐτὸ οἱονδήποτε ἐγχειρίδιον πολιτικῆς οἰκονομίας τὸ ἐξηγεῖ. Ὅταν λοιπὸν τὰ 200 ἑκατομμύρια ἀφῃρέθησαν ἀπὸ τὴν πρώτην στιγμὴν ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ διετέθησαν εἰς δάνειον ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, μόνον δὲ τὸ Κράτος ἠδύνατο νὰ νὰ κάμῃ χρῆσιν αὐτοῦ, δύναται νὰ γίνῃ λόγος περὶ καλύμματος;
§100Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Νομίζετε ὅτι ἦσαν σφραγισμένα αὐτὰ τὰ ἑκατομμύρια καὶ τὰ χαρτονομίσματα; Διατὶ τὰ 200 ἑκατομμύρια δὲν μᾶς τὰ ἔδωκεν ἀπὸ τὰ διαθέσιμά της; Τῆς ἐδώσαμεν τὸ δικαίωμα νὰ αὐξήσῃ τὸ ἐκδοτικόν της προνόμιον κατὰ τὰ 380 ἑκατομμύρια καὶ τῆς εἴπομεν συγχρόνως: τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν σοῦ δίδομεν αὐτὸ τὸ δικαίωμα καὶ σοῦ ἐδώσαμεν καὶ τὴν ἐπέκτασιν τοῦ ἐκδοτικοῦ δικαιώματος εἰς ὅλην τὴν Νέαν Ἑλλάδα, σοῦ λέγομεν ἔχομεν ἀνάγκην χρημάτων, δῶσέ μας 200 ἑκατομμύρια, ἔχεις διαθέσημα ἀρκετά. Διατὶ τὰ συγχίζετε καὶ θεωρεῖτε ὅτι αὐτὰ εἶναι ἀπὸ τὴν ἐπέκτασιν.
§101Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, αἱ δύο συμβάσεις εἶναι ἀλληλένδετοι, ὑπογραφεῖσαι κατὰ τὴν αὐτὴν στιγμήν. Τοιουτοτρόπως διὰ τῆς μιᾶς χειρὸς ἔλαβεν ἡ Τράπεζα δικαίωμα ἐκδόσεως 380 ἑκατομμυρίων, διὰ δὲ τῆς ἄλλης ἀφῃρέθησαν παρ’ αὐτῆς ἐκ τῶν 380 ἑκατομμυρίων τὰ 200 ἑκατομμύρια εἰς δάνειον ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, τουτέστιν εἰς ἔκδοσιν τοῦ Κράτους, θὰ ἐξηγήσω δὲ μετ’ ὀλίγον διατὶ δὲν περιωρίσθη τὸ δικαίωμα τῆς Τραπέζης εἰς 180 ἑκατομμυρίων. Ὁ λόγος εἶναι ἄλλος, δὲν ἐνδιαφέρει δὲ προκειμένου περὶ καλύμματος.
§102Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀκριβῶς διότι εἶναι τῆς αὐτῆς χρονολογίας σημαίνει ὅτι συμπολιτεύονται, διότι ἄλλως εἶναι ἀναιρετικὴ ἡ μία τῆς ἄλλης. Δηλαδὴ: σοῦ δίδομεν τὸ δικαίωμα νὰ κυκλοφορῇς 380 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ ἀμέσως σοῦ τὸ ἀναιροῦμεν καὶ σοῦ λέγομεν ὅτι τὰ 200 ἑκατομμύρια εἶναι ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δι’ ἰδικόν μου λογαργιασμόν.
§103Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Σᾶς εἶπον θὰ ἐξηγήσω τὸν λόγον δι’ ὃν διετηρήθη ἡ σύμβασις διὰ 380 ἑκατομμύρια. Γεγονὸς εἶναι οὐχ’ ἧττον ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς Τραπέζης περιωρίσθη εἰς 180 ἑκατομμύρια μέχρι τῆς ἐξοφλήσεως τοῦ δανείου ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῶν 200 ἑκατομμυρίων. Θὰ ἐξηγήσω δὲ ἀμέσως τότε διατὶ δὲν περιωρίσθη τὸ ἐκδοτικὸν δικαίωμα τῆς Τραπέζης εἰς 180 ἑκατομμύρια καὶ συνήφθησαν δύο συμβάσεις, διὰ τῆς μιᾶς τῶν ὁποίων ἐπεξετείνετο τὸ ἐκδοτικὸν δικαίωμα τῆς Τραπέζης κατὰ 300 ἑκατομμύρια ἐνῷ διὰ τῆς ἄλλης διετίθεντο ἐξ αὐτῶν εἰς δάνειον ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ 200 ἑκατομμύρια. Ἔγινε τοῦτο, ὅπως ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἤθελεν ἐξοφληθῆ ὑπὸ τοῦ Κράτους τὸ δάνειον τοῦτο τῶν 200 ἑκατομμυρίων, ἀποδιδομένου ὑπὸ τοῦ Κράτους εἰς τὴν Τράπεζαν, μὴ ὑπάρξῃ ἀνάγκη νέας συμβάσεως διὰ νὰ θέσῃ ἡ Τράπεζα εἰς κυκλοφορίαν δι’ ἴδιον πλέον λογαριασμὸν τὰ 200 ταῦτα ἑκατομμύρια, ἀλλὰ νὰ δύναται νὰ θέσῃ ταῦτα αὐτοπροαιρέτως εἰς χρῆσιν, ἰσχυούσης πλέον ἀπεριορίστως τῆς ὑπογεγραμμένης συμβάσεως περὶ ἐκδόσεως 300 ἑκατομμυρίων. Μὲ ἄλλας λέξεις τὸ ἐκδοτικὸν δικαίωμα τῆς Τραπέζης διὰ τὰ 200 ἑκατομμύρια δραχμῶν ὑφίστατο μέχρι τῆς ἐξοφλήσεως τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἐτέλει ὑπὸ μίαν ἀναβλητικὴν αἵρεσιν προκειμένου περὶ τῶν 200 ἑκατομμυρίων καὶ θὰ μετεβάλετο εἰς ἐνεργὸν ἀπὸ τῆς ὡς εἴρηται ἐξοφλήσεως ὁπότε θὰ ἀνέκυπτε καὶ ἡ ὑποχρέωσις πρὸς δημιουργίαν καλύμματος. Ἀλλ’ ἀτυχῶς τὸ Κράτος ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι τῆς σταθεροποιήσεως δὲν εὑρέθη εἰς θέσιν νὰ ἐξασφαλήσῃ τὸ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέος του, ἀλλὰ περιῆλθε τουναντίον εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προβῇ εἰς τὴν σύναψιν καὶ νέων χρεῶν ὁμοίας φύσεως, συνομολογῆσαν τὸ 1921 καὶ 1922 δύο νέα δάνεια ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ 250.000.000 ἑκατομ. δραχμῶν, ὡς ἐκ τούτου δὲ τὸ ἐκδοτικὸν δικαίωμα τῆς Τραπέζης διὰ τὰ 200 ἑκατομμύρια ἤργησε καθ’ ὁλοκληρίαν. Μὴ ἐχούσης δὲ τῆς Τραπέζης τὸ δικαίωμα τῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ ἐκδοτικοῦ της δικαιώματος δυνάμει ἀπαγορεύσεως τοῦ Κράτους, θὰ ἦτο ἀλλόκοτον καὶ νὰ λεχθῇ ἁπλῶς ὅτι ἡ Τράπεζα ἔφερε τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἀποκτήσεως καὶ τῆς διατηρήσεως καλύμματος πρὸς ἐξασφάλισιν ἀνυπάρκτου κυκλοφορίας. Μένουν λοιπὸν ἐκ τῶν 380.000.000 ἑκατομ. δρ., δοθέντος ὅτι διὰ τὰ 200.000.000 δὲν ὑπῆρχε δικαίωμα ἐκδόσεως, 180.000.000 διὰ τὰ ὁποῖα τὸ κάλυμμα κατ’ ἀνώτατον ὅριον ἀνέρχεται εἰς 45 ἑκατομμύρια χρυσῶν δραχμῶν ἔλαττον δηλαδὴ τοῦ ἡμίσεως τῶν 1200 ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν 180 ἑκατομμυρίων, διὰ τὰ 80 ἑκατομμύρια τῆς δευτέρας συμβάσεως τοῦ 1920 παρενεβάλλετο ἀνυπέρβλητον διὰ τὴν Τράπεζαν κώλυμα πρὸς ἄσκησιν τοῦ ἐκδοτικοῦ της δικαιώματος, δεδομένου ὅτι καθ’ ἣν ἐποχὴν ὑπεγράφη ἡ σύμβασις τοῦ 1920 καὶ πολὺ πρὸ ταύτης εἶχον ἀρχίσει νὰ ἀναφαίνωνται συμπτώματα δυσμενοῦς τοῦ νομίσματος ἐπικαταλλαγῆς.
§104Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Διατὶ ἡ Τράπεζα ἔβαλε κάλυμμα, ἀνέγραψε κάλυμμα διὰ 480.000.000 ἑκατ. δρ. καὶ διὰ τὰ ἄλλα δὲν ἀνέγραψε; Ἀνοησία τῆς Τραπέζης ἦτο;
§105Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἁπλούστατον. Ἡ Τράπεζα ἀνέγραψεν εἰς τὸν ἰσολογισμὸν ἐπὶ τῇ προβλέψει τῆς κατὰ τὸν νόμον ἐξελίξεως καὶ τῆς πλήρους χρησιμοποιήσεως τοῦ ἐκδοτικοῦ της δικαιώματος, συνεπείᾳ τοῦ ὁποίου θὰ ὤφειλε τὸ κάλυμμα της νὰ εἶναι 95 ἑκατομμύρια χρυσᾶ.
§106Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἶχεν ἀπολύτως ὑποχρέωσιν.
§107Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Καὶ δὲν εἶχεν ἡ Τράπεζα κανένα λόγον νὰ μὴ ἀναγράψῃ ὡς ἀνέγραψε τυπικῶς εἰς τοὺς ἰσολογισμοὺς τὸ ποσὸν τοῦτο. Διατὶ νὰ μὴ τὸ ἀναγράψῃ; Ὑποχρέωσιν βεβαίως δὲν εἶχε νὰ τὸ πράξῃ.
§108Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Διατί; Πῶς; Αὐτὸ εἶναι αὐθαίρετον ποὺ λέγετε.
§109Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν εἶχεν ὑποχρέωσιν. Τὸ ἀνέγραψεν τυπικῶς.
§110Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἦτο ὑποχρεωμένη, διότι εἶχεν ἀναλάβει ὑποχρεώσεις.
§111Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μὴ ὁμιλεῖτε ὅλοι μαζί. Τίποτε δὲν θὰ μείνῃ ἀναπάντητον.
§112Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ ποὺ λέγετε, ὅτι δὲν εἶχεν ὑποχρέωσιν ν’ ἀναγράψῃ τὰ καλύμματα, εἶναι ἐντελῶς αὐθαίρετον. Πῶς θέλετε 49.000.000 ἑκατ. δρ. τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν στοιχεῖον καὶ αὐτοῦ τοῦ ἰσολογισμοῦ της νὰ μὴ τὰ ἀναγράψῃ; Κυττάξατε τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος ἡ ὁποία ἀναγράφει τακτικότατα, καὶ τοῦτο διότι ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ τὰ ἀναγράψῃ.
§113Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Κάλυμμα εἰδικὸν ἀναγράφει ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος; Πλανᾶσθε. Διὰ μίαν ἐκδοτικὴν Τράπεζαν κάλυμμα εἶναι ὅλον τὸ εἰς χρυσὸν ἀπόθεμά της, ὥστε νὰ μὴ ὑφίσταται ἀνάγκη ἀναγραφῆς εἰδικοῦ καλύμματος.
§114Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὸ δὲν ἀναγράφεται;
§115Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀναγράφεται τὸ εἰς χρυσὸν ἀπόθεμα καὶ ὁ προορισμός του. Δὲν εἶχεν λοιπὸν ὑποχρέωσιν νὰ τὸ ἀναγράψῃ, ἡ δὲ ἀναγραφὴ ὑπῆρξε τυπικὴ ὅλως τοῦ λογιστηρίου της πρᾶξις ἥτις δὲν καθορίζει τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις της. Τὰ δικαιώματα καὶ αἱ ὑποχρεώσεις της προκύπτουν ἐκ τῆς ἀληθοῦς τῶν σχετικῶν συμβάσεων καὶ τῶν νόμων ἑρμηνείας. Ἀπὸ τὰ 380 λοιπὸν ἑκατομμύρια δραχμῶν τῶν 200 δὲν ἐπετράπη ὑπὸ τοῦ Κράτους ἡ ἔκδοσις διὰ λογαριασμὸν τῆς Τραπέζης διατεθέντων δι’ ἴδιον αὐτοῦ λογαριασμόν. Ἐκ δὲ τῶν ὑπολοίπων 180 ἑκατομμυρίων, διὰ τὰ 100 τῆς δευτέρας συμβάσεως ἡ Τράπεζα διετέλει ἐν ἀδυναμίᾳ χρησιμοποιήσεως τοῦ ἐκδοτικοῦ της δικαιώματος, συνεπείᾳ τῆς ἐπικαταλλαγῆς ἐξ ἧς τὸ δολλάριον ἔφθασεν τότε εἰς τὰς 9 καὶ 10 δραχμάς. Εἶναι φανερὸν ὅτι ἂν ἡ Τράπεζα ἔθετεν εἰς κυκλοφορίαν τὰ 100 ἑκατομμύρια καὶ ἐπρομηθεύετο 20.000.000 χρυσοῦ ἢ ἄλλων ἰσοτίμων ἀξιῶν πρὸς χάριν τοῦ καλύμματος, θὰ ἐπλήρωνε τὸν χρυσὸν εἰς τὴν ἀγορὰν πρὸς δέκα δραχμὰς τὸ δολλάριον διαθέτουσα 40 ἑκατομμύρια δι’ ἀξίαν 20 ἑκατομμυρίων, ἐπιβαρυνούσης οὕτω τὴν Τράπεζαν ἐξ ὁλοκλήρου τῆς ζημίας ἐκ τῆς ἐπικαταλλαγῆς, σημειωτέον δὲ ὅτι ἡ κατὰ τὴν εὐπαθῆ ἐκείνην ἐποχὴν ἁθρόα ἀγορὰ ὑπὲρ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος ἐπέφερε νέαν μεγαλειτέραν τοῦ νομίσματος ὑποτίμησιν. Ἡ ἀγορὰ τοῦ καλύμματος θὰ ἦτο ἐνέργεια ἀντεθνικὴ εἰς τὴν περίοδον τῆς ἐνάρξεως τῆς νομισματικῆς κρίσεως καὶ πρόξενος ἐν ταυτῷ κολοσσιαίας ἀδικαιολογήτου εἰς τὸ ἵδρυμα ζημίας.
§116Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀφ’ οὗ τὸν εἶχε τὸν χρυσόν, διατὶ νὰ τὸν ἀγοράσῃ.
§117Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ἔχει οὐδεμίαν διαφοράν. Ὁ ἰδικός τις χρυσός, τὸν ὁποῖον διαθέτουσα εἰς τὴν ἀγορὰν θὰ ἐλάμβανε 40 ἑκατομμύρια ἐπὶ παραδείγματι, θὰ εἶχε δι’ αὐτὴν τοῦ λοιποῦ ἀξίαν 20 ἑκατομμύρια ἡ ζημία τῶν 20 ἑκατομμυρίων θὰ ἦτο δι’ αὐτὴν ὁριστικὴ καὶ πολὺ μεγαλειτέρα ἐὰν ἤθελε συνεχισθῇ ἡ πτῶσις τοῦ νομίσματος, ἥτις καὶ θὰ ἐξηκολούθη ἂν τὰ εἰς χρυσὸν διαθέσιμα τοῦ ἐκδοτικοῦ ἱδρύματος τὰ ὁποῖα ὠφείλει νὰ χρησιμοποιήσῃ τοῦτο πρὸς ἀντιπερισπασμὸν κατὰ τῆς ὑποτιμητικῆς τάσεως ἐτίθεντο εἰς ἀχρηστίαν. Καὶ εἴχομεν συνεχῆ ἔκτοτε πτῶσιν οὕτως ὥστε, ἐὰν ἐσκέπτετο βραδύτερον ἡ Τράπεζα νὰ θέσῃ εἰς κυκλοφορίαν τὰ 100 ἑκατομμύρια δραχμῶν καὶ νὰ προμηθευθῇ τὸ ἀπόθεμα 20 ἑκατομμυρίων ἐκ τῆς ἀγορᾶς, θὰ ἠναγκάζετο νὰ ὑποστῇ μίαν ζημίαν ἀπείρως μεγαλειτέραν τῶν 20 ἑκατομμυρίων ἀπείρως μεγαλειτέραν τοῦ ποσοῦ τῶν 100 ἑκατομμυρίων εἰς ὃ ἀνήρχετο τὸ πρόσθετον ἐκδοτικὸν της δικαίωμα.
§118Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δηλαδὴ ἐνῷ ἠδύνατο νὰ τὰ κρατήσῃ ὡς κάλυμμα τὰ 100 ἑκατομμύρια δραχμῶν θὰ τὰ διέθετε ἐπὶ κέρδει εἰς τὸ ἐμπόριον, χωρὶς νὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀγοράσῃ χρυσὸν ἀφ’ οὗ τὸν εἶχε. Δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ ἀγοράσῃ χρυσόν.
§119Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Διατὶ δὲν ὑπῆρχε λόγος;
§120Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὑποστηρίζετε, ὅτι τὰ 100 αὐτὰ ἑκατομμύρια ποὺ ὑπελείφθησαν ἀπὸ τὰ 380.000.000 δρ. δὲν τὰ διέθεσεν ἡ Τράπεζα;
§121Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Θὰ ἔλθω καὶ εἰς τοῦτο. Ἀπέδειξα ὅμως ἤδη ὅτι ὑπάρχει ἀδυναμία χρησιμοποιήσεως τοῦ ἐκδοτικοῦ τῆς Τραπέζης δικαιώματος καὶ διὰ τὰ 100 ἑκατομ. Διὰ τῶν συμβάσεων περὶ ὧν ἀσχολούμεθα δὲν ἐπεβλήθη εἰς τὴν Τράπεζαν ὑποχρέωσις ὅπως θέσῃ εἰς κυκλοφορίαν ὡρισμένον ἀριθμὸν τραπεζογραμματίων, ἐδόθη ἁπλῶς εἰς αὐτὴν δικαίωμα νὰ τὸ πράξῃ. Καὶ θὰ ἤσκει βεβαίως τὸ δικαίωμά της ἡ Τράπεζα μόνον ἐφ’ ὅσον ἡ χρησιμοποίησις ἦτο συμφέρουσα εἰς αὐτήν. Ἄν ἦτο ἀσύμφορο; δὲν θὰ ἔκαμνε βεβαίως χρῆσιν. Ἐφ’ ὅσον δὲ ἡ ἔκδοσις τῶν 100 ἑκατομμυρίων ἐστοίχιζε εἰς αὐτὴν εἴτε διὰ τῆς ἀκινητοποιήσεως εἴτε διὰ τῆς ἀγορᾶς 20 ἑκατομμυρίων χρυσοῦ ζημίαν τόσον τεραστίαν εἶναι φανερὸν ὅτι ἡ Τράπεζα θὰ ἀπέφευγε τὴν ἐπιζήμιον καὶ ὀλεθρίαν δι’ αὐτὴν ἐνέργειαν ταύτην, ὡς καὶ τὸ ἔπραξε. Ἐκ τῶν 380 ἑκατομμυρίων τῶν δύο συμβάσεων, διὰ μὲν τὰ 200.000.000 ἀπορροφηθέντα ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἀπεκλείσθη δι’ αὐτὰ ὑπὸ τοῦ Κράτους ἡ ἔκδοσις, διὰ δὲ τὰ 100.000.000 προέκυψε πραγματικὴ ἀνυπέρβλητος ἀδυναμία ἐκ τῆς ἐπικαταλλαγῆς. Καὶ δὲν μένουν συνεπῶς εἰ μὴ 80 ἑκατομμύρια διὰ τὰ ὁποῖα ἀντιστοιχεῖ ὑποχρέωσις καλύμματος 20 ἑκατομμυρίων χρυσοῦ, ἤτοι τὸ πέμπτον περίπου τῶν 1200 ἑκατομμυρίων περὶ οὗ τόσος προεκλήθη θόρυβος καὶ διατυμπάνισις ἐπὶ διετίαν ὁλόκληρον, ἐπιδεικνυομένων εἰς τὸν ἀφελῆ κόσμον ἰλιγγιωδῶν ἀριθμῶν ἀνυπάρκτων ζημιῶν. Εἶχε λοιπὸν μόνην ὑποχρέωσιν ἡ Τράπεζα νὰ κρατῇ εἰς τὰ ταμεῖά της ὡς κάλυμμα 20 ἑκατομ. χρυσοῦ καὶ τοῦτο κατ’ ἀνώτατον ὅριον. Διότι δὲν ἐπεβλήθη εἰς αὐτὴν ἡ ὑποχρέωσις σταθεροῦ καλύμματος ὡρισμένου ποσοῦ, ἀσχέτως πρὸς τὴν κυκλοφορίαν. Τοῦτο συνέβη εἰς ἄλλας ἐκδοτικὰς Τραπέζας, εἰς τὴν Γαλλίαν, διὰ τὴν σύμβασιν τοῦ 1915 καὶ 1926. Ὑποχρέωσις τῆς Ἐθνικῆς ἦτο νὰ ἔχῃ κάλυμμα κυμαινόμενον ἀναλόγως τοῦ ποσοῦ τῶν εὑρισκομένων ἑκάστοτε εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ κοινοῦ τραπεζογραμματίων. Ἄν ἔθετεν εἰς κυκλοφορίαν ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν 80 ἑκατομυρίων, τὸ κάλυμμα θὰ ἔπρεπε νὰ ἀνέβῃ εἰς 20.000.000, ἄν ἔθετεν εἰς κυκλοφορίαν 40 ἑκατομμύρια τὸ κάλυμμα θὰ περιωρίζετο εἰς δέκα ἑκατομμύρια καὶ οὕτω καθεξῆς· καὶ ἂν δὲν ἔθετε εἰς κυκλοφορίαν κανὲν ποσόν, δὲν θὰ ὑφίστατο καὶ ὑποχρέωσις καλύμματος. Αὐτὴ εἶναι ἡ σαφὴς ἔννοια τῆς συμβάσεως δι’ ἧς, ὡς εἶπον, ὡρίσθη κάλυμμα μεταβλητὸν κατὰ ποσοστὸν ἀνάλογον πρὸς τὸ ἑκάστοτε ποσὸν τῆς κυκλοφορίας. Τούτων οὕτως ἐχόντων, καὶ δὲν χωρεῖ περὶ τούτου ἀμφισβήτησις, δέον νὰ ἐξετασθῇ: εἶχεν ἡ Τράπεζα ἐν κυκλοφορίᾳ ποσόν τι ἐκ τῶν 80 ἑκατομμυρίων χρυσῶν δραχμῶν; Προσήχθησαν, κύριοι, πίνακες ἐξηγμένοι ἐκ τῶν ἐπισήμων τῆς Τραπέζης βιβλίων περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν ὁποίων οὐδεμία διεπιστώθη ἐπιφύλαξις καὶ διεπιστώθη ἐξ αὐτῶν ὅτι κατὰ τὸ 1920 ἅπαξ μόνον ἐγένετο χρῆσις τοῦ ἐκδοτικοῦ δικαιώματος καὶ αὐτὴ δὲ ἐντελῶς παροδική, τῆς Τραπέζης σπευσάσης νὰ ἀποσύρῃ ἐκ τῆς κυκλοφορίας τὰ τεθέντα εἰς κυκλοφορίαν τραπεζογραμμάτια. Ἔκτοτε δὲ οὐδεμία σημειοῦται κυκλοφορία ἐκ τῶν δύο συμβάσεων τοῦ 1915 καὶ 1920, συνεπῶς καὶ οὐδεμία ἐγεννήθη τῆς Τραπέζης ὑποχρέωσις πρὸς ἀπόκτησιν καὶ διατήρησιν καλύμματος. Ἀλλὰ καὶ ἐδῶ ἐφιλοτεχνήθη πρόχειρόν τι ἐπιχείρημα, ὅτι στερεῖται σημασίας ἂν τὰ τραπεζογραμμάτια εὑρίσκοντο ἢ ὄχι εἰς κυκλοφορίαν ἐφ’ ὅσον ὑπῆρχον ἐν ταῖς ἀποθήκαις τῆς Τραπέζης χρησιμεύοντα ὡς ἐφεδρικὴ τῆς Τραπέζης δύναμις, πρὸς ἀντιμετώπισιν ἐνδεχομένης ἀθρόας ἀναλήψεως καταθέσεων. Θὰ ἠδύνατο τότε νὰ θέσῃ τὸ ποσὸν αὐτὸ εἰς κυκλοφορίαν, καὶ ἡ δυνατότης γεννᾷ τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ καλύμματος. Ἀσχέτως τοῦ γεγονότος τὸ ὁποῖον ἐπικαλεῖται ἡ Τράπεζα ὅτι κρατεῖ πάντοτε εἰς τὰ ταμεῖά της ἐκ τοῦ ἰδίου της ἐνεργητικοῦ ἐπαρκῆ στοιχεῖα ῥευστὰ ἢ ἐπιδεκτικὰ ἀμμέσου ρευστοποιήσεως καὶ διὰ τὰς μᾶλλον ἀπροόπτους ἀνάγκας της, οὐδεὶς ἠμφισβήτησε ὅτι τὸ ἐκδοτικὸν δικαίωμα τὸ δημιουργεῖ αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ χρησιμότητα εἰς τὴν ἀσκοῦσαν αὐτὸ Τράπεζαν, δυναμένης ἐὰν ἤθελεν εὑρεθῇ πρὸ ἀθρόας ἀναλήψεως καταθέσεων νὰ προβῇ εἰς ἔκδοσιν πρὸς πληρωμὴν τῶν καταθετῶν, καὶ νὰ μὴ ρευστοποιήσῃ ἄλλα στοιχεῖα τοῦ ἐνεργητικοῦ της. Ἀλλ’ οὐδεὶς σοβαρῶς θὰ ἐπετρέπετο νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι διὰ τῶν συμβάσεων ἃς ἔχομεν ὑπ’ ὄψει ἐπεβλήθη ὡς ἀντάλλαγμα ἀπέναντι τῆς χρησιμότητος ταύτης ἡ ὑποχρέωσις τοῦ καλύμματος. Ἀνταλλάγματα τοιαῦτα ἐπεβλήθησαν ἄλλης φύσεως, ἡ συμμετοχὴ λ. χ. τοῦ Κράτους εἰς τὰ κέρδη της, ἡ ἀνάληψις δημοσίων χρεῶν, αἱ χορηγήσεις ὑπὲρ τῆς ἀγροτικῆς πίστεως καὶ τῶν προσφύγων. Τὸ κάλυμμα δὲν εἶναι ἀντάλλαγμα ἀλλ’ ὡρίσθη ὡς εἰδικὴ τῆς κυκλοφορίας ἐξασφάλισις. Μόνον δὲ ἐφ’ ὅσον ὑφίστατο κυκλοφορία ὑπῆρχε καὶ ὑποχρέωσις ἐξασφαλίσεώς της. Μόνον ἀφ’ ἧς ἡ Τράπεζα θὰ ἔθετεν εἰς κυκλοφορίαν τὰ τραπεζογραμμάτια διὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον σκοπὸν θὰ ἐδημιουργεῖτο καὶ ἡ ὑποχρέωσις τοῦ καλύμματος. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρόδηλος καὶ ἀναμφισβήτητος ἔννοια τῶν συμβάσεων. Καὶ ἐφ’ ὅσον ἔχομεν δεδομένον ὅτι οὐδεμία ἐγένετο χρῆσις τοῦ ἐκδοτικοῦ δικαιώματος τῆς Τραπέζης μὴ θεσάσης εἰς κυκλοφορίαν τραπεζογραμμάτια ἐκ τῆς πρώτης ἢ τῆς δευτέρας συμβάσεως, θὰ ἦτο παραλογισμὸς νὰ ἰσχυρισθῶμεν ὅτι ἡ Τράπεζα ὑπεῖχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ κρατῇ 1.200 ἑκατομμύρια ἐν ἀκινησίᾳ, ἐν ἀχρηστεύσει ὡς κάλυμμα ἀνυπάρκτου κυκλοφορίας. Τὰ 95.000.000 χρυσῶν δραχμῶν, τὰ ὁποῖα ἐσημειοῦντο κατὰ τύπους εἰς τοὺς ἰσολογισμοὺς ὑπὸ τὸν τίτλον τοῦ καλύμματος, εἶναι ἀποδεδειγμένον ὅτι ὑπῆρχον εἰς τὰ ταμεῖα της πολὺ πρὸ τῆς ὑπογραφῆς τῶν συμβάσεων τοῦ 1915 καὶ 1920 ὡς καρπὸς τῶν ἐμπορικῶν της ἐπιχειρήσεων. Οὕτως ἔχει, κύριοι, τὸ ζήτημα τῆς κυριότητος τῶν 95 ἑκατομμυρίων χρυσῶν δραχμῶν. Ἐκ τῶν 380 ἑκατομμυρίων, ἡ ἔκδοσις τῶν 200 ἑκατομμυρίων δὲν ἐπετράπη εἰς αὐτὴν, τοῦ ποσοῦ τούτου διατεθέντος ὑπὸ τοῦ Κράτους δι’ ἴδιον λογαριασμόν. Διὰ τὰ 100 ἑκατομμύρια ὑφίστατο ἀνυπέρβλητος πραγματικὴ ἀδυναμία συνεπείᾳ τῆς ἐπικαταλλαγῆς. Καὶ τὰ 80 ὑπόλοιπα ἑκατομμύρια διεπιστώθη ὅτι οὐδέποτε ἐτέθησαν εἰς κυκλοφορίαν, τὰ δὲ 95 χρυσᾶ ἑκατομμύρια τῆς Τραπέζης δὲν ἐκτήθησαν ἐκ τῆς ἐνασκήσεως τοῦ προνομίου της, προϋπάρχοντα αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἐμπορικῶν τοῦ ἱδρύματος ἐργασιῶν καὶ συνεπῶς οὐδὲ ὑποχρέωσις καλυμμάτων, οὐδὲ καλύμματα ὑφίσταντο ὅπως συζητοῦμεν περὶ τῆς διαθέσεως αὐτῶν. Ὡς ἐκ τούτου ἡ σκέψις τοῦ νὰ θέσωμεν χεῖρα ἐπ’ αὐτῶν θὰ εἶχε μόνον τὴν ἔννοιαν τῆς δεσμεύσεως καὶ τῆς διαρπαγῆς ξένης περιουσίας. Ἄλλως τε διὰ νὰ ἀξιώσωμεν τὰ 1.200 ἑκατομμύρια δὲν θὰ ἤρκει καὶ ἡ ἀπόδειξις μόνον τῆς κυριότητος τοῦ Κράτους. Καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι ὄντως ἡ κυριότης τῶν καλυμμάτων ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος, θὰ ἔπρεπε νὰ συντρέξουν δύο ἀκόμη ἄλλαι ἀποδείξεις διὰ νὰ ἔχῃ τὸ Δημόσιον τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ ἀπὸ τὴν Τράπεζαν τὴν ἀξίαν των, ἡ ἀπόδειξις ὅτι τὸ δημόσιον δὲν ὑπεῖχεν ὑποχρέωσιν ἀποζημιώσεως συνεπείᾳ τῆς προώρου τοῦ προνομίου καταργήσεως καὶ ὅτι ἡ ἀντοχὴ τοῦ ἱδρύματος ἦτο τοιαύτη ὥστε νὰ ὑποστῇ ἀκινδύνως τὴν ἀφαίμαξιν. Εἶχε γραφῆ καὶ λεχθῆ πρό τινος ὅτι ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τῶν καλυμμάτων εἶχε γίνει καὶ ἄλλη πρόσφατος ἀνακάλυψις, ἐξ ἧς συνήγετο ὅτι τὸ ἐκδοτικὸν δικαίωμα ἀνῆκεν εἰς τὴν κατηγορίαν τὴν λεγομένην droits régaliens καθ’ ἣν τὸ Δημόσιον ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἄρσεως τοῦ ἐκχωρηθέντος προνομίου ἄνευ πληρωμῆς ἀποζημιώσεως ἐκτὸς τῶν γενομένων δαπανῶν, δαπάναι δὲ δὲν ἔγιναν πρὸς ἄσκησιν τοῦ ἐκδοτικοῦ προνομίου. Δὲν θὰ ἐξετάσω τὴν ἄποψιν ταύτην. Ὑποθέτω ἂν καλῶς ἡρμηνεύθη τὸ προοΐμιον τῆς συμβάσεως, ὅτι αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ἀνεγνώρισεν ὡς ὑφισταμένην τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ Κράτους πρὸς πλήρη τῆς Τραπέζης ἀποζημίωσιν.
§122Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐπιτρέπετε; Τὸ Κράτος εἶπεν ὅτι ἀναγνωρίζει τὴν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν, ἀφ’ οὗ ἠρνεῖτο ἐπισήμως ἐπὶ τῇ βάσει τῆς προϋποθέσεως ὅτι ἡ ἀξία τῶν καλυμμάτων περιήρχετο εἰς αὐτό, ἀνεγνώρισε τὴν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν νὰ παράσχῃ εἰς αὐτὴν ὄχι ἀποζημίωσιν, λαμβάνουσαν ὀπίσω τὴν ἀξίαν τῶν καλυμμάτων ἀντιπροσωπεύουσαν τὴν ζημίαν τὴν ὁποίαν τυχὸν ὑπέστη.
§123Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἰς τὴν ἐπιστολήν σας ὁμιλεῖτε περὶ ἐπιχορηγήσεως, ἀλλ’ εἰς τὴν σύμβασιν ὁμιλεῖτε περὶ ἀποζημιώσεως, τὸ κείμενον δὲ τῆς συμβάσεως ἀντιπροσωπεύει τὴν κρατήσασαν γνώμην.
§124Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς ποίαν διάταξιν;
§125Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἰς τὸ προοίμιον.
§126Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ προοίμιον ἔχει τὰς ἀπόψεις τῆς Τραπέζης.
§127Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἔχετε λάθος, κ. ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν.
§128Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δύνασθε νὰ ἀποδώσητε μεγαλειτέραν σημασίαν εἰς τὴν ἐπιστολήν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχομεν μεταχειρισθῆ ὅλην τὴν ἀκρίβειαν, ἐνῷ τὸ προοίμιον ἄφησα τὴν Τράπεζαν νὰ τὸ συντάξῃ.
§129Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω γνῶσιν ποῖος ἦτο ὁ συντάκτης τῆς συμβάσεως. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὴν ἐπιστολήν σας εἰς τὴν ὁποίαν ὁμιλεῖτε περὶ ἐπιχορηγήσεως καὶ τὴν σύμβασιν εἰς τὴν ὁποίαν ἐκτίθενται αἱ ἀπόψεις ὄχι τῆς Τραπέζης, ἀλλὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐν ᾗ σαφῶς ὁρίζεται ὅτι ὀφείλεται ἀποζημίωσις. Πιστεύω λοιπὸν εὐλόγως ὅτι νέαι σκέψεις σᾶς ἤγαγον εἰς τὴν ἀντίληψιν ὅτι ὑπῆρχεν ὑποχρέωσις ἀποζημιώσεως, ἥτις ὅμως καθ’ ὑμᾶς δὲν ἀνέρχεται εἰς ὃ ποσὸν ὑπελόγιζεν αὐτὸ ἡ διοίκησις τῆς Τραπέζης, ἀλλ’ εἰς ποσὸν μικρότερον. Δὲν θ’ ἀσχοληθῶ ἐπὶ τοῦ παρόντος ἐπὶ τῆς ἄλλης ἀπόψεως ὅτι δὲν ὀφείλεται ἀποζημίωσις λόγῳ τοῦ ὅτι τὸ προνόμιον ἀνήκει εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν droits regaliens, ἐπιφυλασσόμενος, ἐὰν ἤθελεν ὑποστηριχθῇ ἐκ νέου ἡ τοιαύτη ἀντίληψις, νὰ ἐπανέλθω θέτων ὑπ’ ὄψει ὑμῶν γνωμοδοτήσεις ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κρατουσῶν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἐπιστημονικῶν ἀντιλήψεων αἵτινες ἐφηρμόσθησαν δοθείσης περιστάσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν εἰσήγησίν του ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ἀγροτικῆς Τραπέζης ἀνέφερεν ὅτι δὲν ὑφίσταται ὑποχρέωσις ἀποζημιώσεως πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ προνομίου καὶ δι’ ἕνα ἄλλον λόγον, ὅτι δὲν ὑπῆρξε μονομερὴς καὶ πρὸ τοῦ ἐκδοτικοῦ δικαιώματος ἀπὸ μέρους τοῦ Κράτους κατάργησις. Ἡ ἀποξένωσις τῆς Τραπέζης ἀπὸ τοῦ προνομίου προέκυψε δῆθεν ὡς συνέπεια ὄχι τῆς πρωτοβουλίας τοῦ Κράτους, ἀλλὰ αὐτῆς τῆς διοικήσεως τῆς Τραπέζης. Ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπεβλήθη ἡ κατάργησις, δὲν δικαιοῦται τὸ ἵδρυμα εἰς ἀποζημίωσιν. Καὶ ἄλλοτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπεστήριξεν τοιαύτην τινὰ ἐκδοχὴν καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δώσω ἐξηγήσεις τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ θεωρῶ περιττὰς ὡς αὐτονοήτους. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς διοικήσεως τῆς Τραπέζης διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς τραπεζιτικῆς καὶ νομισματικῆς μεταρρυθμίσεως διεξήχθησαν ἄνευ δυστροπιῶν καὶ ἐπιφυλάξεων ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου μέρους ἐν πνεύματι εἰλικρινείας καὶ φιλικῆς συνεννοήσεως ἐξυπηρετικῆς τῶν γενικῶν συμφερόντων καὶ μὲ τὴν πρόθεσιν ἀποφυγῆς ἀσυμφόρων καὶ ἀτόπων ἐρίδων καὶ προστριβῶν, ἐρίδων αἵτινες κατὰ τὴν ἄκρως εὐπαθῆ ἐκείνην ἐποχὴν θὰ προεκάλουν ἐπίφοβον κρίσιν καὶ σοβαρώτατον οἰκονομικὸν κλονισμόν. Τὸ πνεῦμα τοῦτο τῆς καλῆς ἑκατέρωθεν πίστεως ἐπεκράτησεν ἐπὶ τέλους καὶ ἐν τῇ φιλικῇ ἐκείνῃ ἀτμοσφαίρᾳ. Προέκυπτον διαφοραὶ ἀντιλήψεων, τοῦτο ἦτο φυσικόν, ἀλλ’ αἱ διαφοραὶ δὲν προήρχοντο ἐκ στενῶν ὑπολογισμῶν, ἀλλ’ ἀπέβλεπον εἰς τὴν ἐξεύρεσιν τῶν ἀσφαλεστέρων μέσων πρός εὐόδωσιν τοῦ γενικωτέρου σκοποῦ, τῆς οἰκονομικῆς τῆς Χώρας ἀνασυγκροτήσεως. Ἀλλά, κύριοι, δύναταί τις εὐσχήμως νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι οὕτω διεξαγομένων τῶν συνεννοήσεων, ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν πάντοτε ὅτι θὰ ἐφθάνομεν εἰς ὁριστικὴν συμφωνίαν ἄνευ τῆς ὁποίας αἱ ἐξενεχθεῖσαι γνῶμαι δὲν θὰ εἶχον οὐδὲν κῦρος καὶ δὲν θὰ ἐδημιούργουν οὐδεμίαν δέσμευσιν, ὅτι ἡ Τράπεζα διατυπώνουσα τὴν γνώμην ὅτι καλλίτερον θὰ ἦτο διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τῆς τραπεζιτικῆς μεταρρυθμίσεως καὶ τῆς σταθεροποιήσεως νὰ συγκεντρωθοῦν αἱ ἐκδοτικαὶ λειτουργίαι εἰς νέον ὀργανισμόν, ὅτι ἡ γνώμη αὕτη εἶχε τὴν ἔννοιαν παραιτήσεως ἀπὸ τῶν δικαιωμάτων της ἐπὶ τῆς ὀφειλομένης εἰς αὐτὴν ἀποζημιώσεως; Τίς ἐτόλμα νὰ προβάλῃ τοιοῦτον ἰσχυρισμόν; Ἐὰν ἐφθάναμεν εἰς σύγκρουσιν καὶ ἀντιδικίαν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐὰν ἐφθάναμεν μέχρι τῆς Δικαιοσύνης, ἕκαστον ἐκ τῶν μερῶν θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπικαλεσθῇ ὑπὲρ ἑαυτοῦ ἀκέραια τὰ δικαιώματά του καὶ τὰς ἐπιδιώξεις του, θὰ ἐπικαλεῖτο συνεπῶς καὶ ἡ Τράπεζα τὸ δικαίωμά της πρὸς ἀποζημίωσιν ἔργον δὲ τῆς Δικαιοσύνης θὰ ἦτο νὰ ἐξακριβώσῃ ἐὰν τὸ δικαίωμα ἦτο βάσιμον. Αἱ ὑποδείξεις αἱ διατυπωθεῖσαι ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν τῆς συμβιβαστικῆς διευθετήσεως τῆς ὅλης ὑποθέσεως, δὲν θὰ εἶχον πλέον ἰσχύν τινα. Οὐδεμία λοιπὸν παραίτησις ἐγένετο, οὐδεμία παραίτησις ἀπὸ μέρους τῆς Τραπέζης ἐπιτρέπεται νὰ συναχθῇ ἐκ τῶν γενομένων συζητήσεων. Ἀλλὰ μήπως, ἐὰν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα παρέμεινεν ὡς ἐκδοτικὸς ὀργανισμὸς καὶ αἱ ἐμπορικαὶ ἐργασίαι θὰ συνεκεντροῦντο εἰς νέον ἵδρυμα, θὰ ἐξέλιπεν ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους πρὸς ἀποζημίωσιν; Ὄχι βεβαιότατα. Ἡ ὑποχρέωσις θὰ ὑφίστατο ἀπέναντι τοῦ ἐμπορικοῦ τούτου πιστωτικοῦ ὀργανισμοῦ, εἰς ὃν θὰ περιήρχοντο τὰ δικαιώματα καὶ αἱ ὑποχρεώσεις αἱ πηγάζουσαι ἐκ τῶν ἐμπορικῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐθνικῆς. Τὸ ἐκδοτικὸν δικαίωμα παρεχωρήθη εἰς τὴν παλαιὰν Τράπεζαν, Τράπεζαν μετοχικὴν ἀσχολουμένην εἰς ἐμπορικὰς ἐργασίας, ἥτις ἐκέκτητο τὸ δικαίωμα νὰ ἀσκήσῃ τὸ προνόμιον μέχρι τῆς λήξεως, ὁπότε μὴ ἀνανεουμένης τῆς συμβάσεως θὰ παρέμεινεν ὡς ἐμπορικὸς ὀργανισμός. Ὁ ἐμπορικὸς λοιπὸν ὀργανισμὸς εἶχε τὸ δικαίωμα τῆς ἀποζημιώσεως ἐὰν ἐστερεῖτο τοῦ προνομίου, οἱονδήποτε ὄνομα καὶ ἂν ἔφερεν οὗτος. Ἡ ἔννοια τῆς ἀποζημιώσεως εἶνε συνυφασμένη ἀναμφιβόλως πρὸς τὸν ἐμπορικὸν κλάδον τῆς Ἐθνικῆς, εἴτε Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐλέγετο εἴτε ἄλλως, διότι ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα, δὲν εἶχεν ἀνάγκην ἀποζημιώσεως. Ὁ ἐμπορικὸς δὲ ὀργανισμὸς θὰ ἐδικαιοῦτο εἰς μεγαλειτέραν ἔτι ἀποζημίωσιν ἐὰν ἤθελε στερηθῇ καὶ τοῦ οἰκείου τίτλου τῆς «Ἐθνικῆς Τραπέζης», διότι παρὰ τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς φρονήσεως ὁ τίτλος τῆς Ἐθνικῆς ἐδίδετο εἰς τὴν Ἐκδοτικήν. Ἐὰν ἤθελεν ἐπικρατήσῃ ἡ ἄφρον αὐτὴ σκέψις, θὰ συνέτρεχε, ὡς εἶπον, μεῖζον ὑποχρέωσις πρὸς ἀποζημίωσιν, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι τότε θὰ προέκυπτε διὰ τὴν Τράπεζαν μεγαλειτέρα ἡ ἀνάγκη τῆς ἀποζημιώσεως καθόσον στερουμένη τῆς παλαιᾶς γνωρίμου εἰς τὸ κοινὸν φύρμας καὶ ὀργανώσεως εἶναι ἀμφίβολον ἐὰν ἤθελε παρακολουθηθῆ ὑπὸ τῆς αὐτῆς ἐμπιστοσύνης ἀπὸ τὴν κοινωνίαν. Καὶ ὑπὸ τὸ νέον ὄνομα, ὡς καινοφανὴς πιστωτικὴ ὀργάνωσις ἐμφανιζομένη φόβος μέγας ὑπῆρχε νὰ ἴδῃ τὰς καταθέσεις ἀποσυρομένας καὶ τὴν συνέχισιν τῶν ἐργασιῶν της νὰ καθίσταται λίαν ἐπισφαλής. Οὐ μόνον λοιπὸν δὲν θὰ ἐξέλιπεν ἡ ὑποχρέωσις τῆς ἀποζημιώσεως ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ ὄνομα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης μετὰ τῆς ὑφισταμένης ὀργανώσεως ἐδίδετο εἰς τὴν ἐκδοτικήν, ἀλλὰ καὶ θὰ καθίστατο ἡ ὑποχρέωσις ἐντατικωτέρα πρὸς ἐνίσχυσιν καὶ συγκράτησιν τοῦ ἐμπορικοῦ ὀργανισμοῦ διακινδυνεύοντος. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μᾶς ἠρώτησε: διατὶ ἐδώσατε εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν σειρὰν ὅλων παραχωρήσεων: τὰ 1200 000.000 τῶν καλυμμάτων πρὸς τὴν ἐλάττωσιν τῆς συμμετοχῆς τοῦ Κράτους εἰς τὰ κέρδη τὴν καὶ ὑποχρεωτικὴν παρ’ αὐτῇ κατάθεσιν τῶν νομικῶν προσώπων; Δὲν θὰ ἤρκη μία μόνη ἐκ τῶν παραχωρήσεων τούτων πρὸς ἀποζημίωσιν; Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἐκάμαμεν καμμίαν παραχώρησιν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Δὲν ἀφέθησαν τὰ 1200 ἑκατομμύρια εἰς τὸ ἵδρυμα ὡς ἀποζημίωσις, ἀλλὰ διότι ἀνῆκον εἰς αὐτήν. Δὲν ἐμειώσαμεν τὴν συμμετοχὴν τοῦ Κράτους εἰς τὰ κέρδη, διότι ἐνῷ ἡ Ἐθνικὴ ἔπαυσεν ἀσκοῦσα τὸ ἐκδοτικὸν προνόμιον πρὸς τὸ ὁποῖον ἦτο συνδεδεμένη ἡ συμμετοχὴ εἰς τὰ κέρδη, ἐξησφαλίσαμεν ἐν τούτοις καὶ πάλιν τὴν συμμετοχὴν ταύτην καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἀπὸ Τράπεζαν πλέον καθαρῶς ἐμπορικήν. Δὲν εἶναι τοῦτο παραχώρησις ἐκ μέρους τοῦ Κράτους πρὸς τὴν Τράπεζαν, ἀλλὰ ἀντιστρόφως παραχώρησις ἐξασφαλισθεῖσα ἀπὸ μέρους τῆς Τραπέζης πρὸς τὸ Κράτος. Καὶ δὲν εἶναι αὐτὴ καὶ ἡ ἐξασφαλισθεῖσα παραχώρησις πρὸς τὸ Δημόσιον. Παραχώρησις εἶναι ἡ συμμετοχὴ εἰς τὰ ἀποθεματικὰ καὶ ἡ ὁριστικὴ ἀνάληψις 1.500 ἑκατομμυρίων καὶ πλέον χρεῶν τοῦ Κράτους, διὰ τὴν ὁποίαν ἐπίσης δὲν ὑπῆρχεν ὑποχρέωσις τῆς Τραπέζης καθ’ ὅσον τὰ χρέη ταῦτα ὤφειλον νὰ περιέλθουν εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος ὡς συμφυῆ πρὸς τὸ προνόμιόν της. Παραχώρησις, ἐπίσης πρὸς τὸ Κράτος εἶναι αἱ χορηγήσεις τῆς Ἐθνικῆς πρὸς τὴν ἀγροτικὴν πίστιν, παραχώρησις ὡσαύτως πρὸς τὸ Κράτος εἶναι καὶ αἱ χορηγήσεις διὰ τὰς προσφυγικὰς ἀνάγκας. Ἔχομεν λοιπὸν σειρὰν ὅλην παραχωρήσεων, ὄχι ἐκ μέρους τοῦ Κράτους ἀλλ’ ὑπὲρ τοῦ Κράτους καὶ εἰς βάρος τῆς Ἐθνικῆς, καὶ ἀπέναντι τοῦ συνόλου τούτου τῶν πλεονεκτημάτων τῶν ἐξασφαλισθέντων εἰς τὸ Δημόσιον ἓν καὶ μόνον ἐδόθη ἀντάλλαγμα.
§130Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἦτο τὰ 1200 ἑκατομμύρια.
§131Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Αὐτὰ ἦσαν τῆς Τραπέζης. Δὲν ἠμπορεῖτε ν’ ἀναστρέψητε καὶ κατὰ κεραίαν τὴν ἀλήθειαν ταύτην. Ἕν λέγω ἐδόθη ἀντάλλαγμα: ἡ θέσπισις τῶν ὑποχρεωτικῶν καταθέσεων τῶν νομικῶν προσώπων. Ἀλλὰ καὶ ἡ καθιέρωσις τῆς ὑποχρεωτικῆς τῶν νομικῶν προσώπων καταθέσεως δὲν ἔγινεν ὡς ἀντάλλαγμα μόνον, ἀλλ’ ἔκειτο ἐν τῷ πλαισίῳ τῶν γενικωτέρων μας σκέψεων. Ἡμεῖς δὲν ἠθελήσαμεν νὰ παύσῃ ἡ Ἐθνικὴ νὰ εἶναι καὶ μετὰ τὸν χωρισμὸν κοινωφελὴς ὀργανισμός, ἀλλ’ ἐννοοῦμεν τοὐναντίον νὰ διατηρήσῃ τὸν ἰδιάζοντα αὐτῆς χαρακτῆρα καὶ τὴν στενὴν μετὰ τοῦ Κράτους ἐπαφήν. Ἠθελήσαμεν τὸ ἵδρυμα νὰ ἔχῃ ἡμιεπίσημον, οὕτως εἰπεῖν, χροιὰν καὶ νὰ μὴ ἀπορροφηθῇ ὡς κοινή της Τράπεζα εἰς ἐπιδίωξιν κερδῶν μόνον. Τὴν ἠθελήσαμεν νὰ εἶναι πάντοτε ἰσχυρὸς τῶν κοινωνικῶν ἀναγκῶν ἀντιλήπτωρ καὶ παραστάτης τοῦ Κράτους. Καὶ διὰ τοῦτο ἐθεσπίσαμεν τὴν ὑποχρεωτικὴν τῶν νομικῶν προσώπων κατάθεσιν καὶ δι’ ἕνα ἄλλον ἀκόμη σοβαρώτατον λόγον: ἐκ προνοίας πρὸς περιφρούρησιν τῆς περιουσίας των. Ἀδυνάτου καθισταμένης τῆς μεταφορᾶς τῶν καταθέσεων εἰς τὴν ἐκδοτικήν, μὴ καταβαλλούσης τόκον, ἐπεβάλετο νὰ φροντίσωμεν ὅπως μὴ ἡ περιουσία τῶν φιλανθρωπικῶν ἱδρυμάτων περιέλθῃ εἰς ἐπισφαλεῖς χεῖρας. Εἴχομεν δὲ λόγον νὰ πιστεύωμεν ὅτι, ἀφιεμένης ἐλευθέρας τῆς διοικήσεως τῶν νομικῶν προσώπων ὅπως τὰς καταθέσεις ἐνεργοῦν παρ’ οἱαδήποτε Τραπέζῃ, πολὺς φόβος ὑπῆρχε νὰ ἴδωμεν ἐξατμιζομένην τὴν περιουσίαν των. Πάντως οἱ λόγοι οὗτοι, καὶ δὲν εἶναι νομίζω εὐκαταφρόνητοι, μᾶς ἔπεισαν νὰ προβῶμεν εἰς θέσπισιν τῆς διατάξεως ταύτης ἥτις ἄλλως τε ὑπῆρξε καὶ τὸ μόνον ἀντάλλαγμα τὸ δοθὲν εἰς τὴν Τράπεζαν, ἔναντι τῶν πολυειδῶν καὶ σπουδαιοτάτων παραχωρήσεων ἐξασφαλεισθεισῶν εἰς ὄφελος τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ ἂς ἐπανέλθω εἰς τὴν ἀποζημίωσιν. Δὲν νομίζω ὅτι παραμένει ἀμφιβολία τις ὅτι ἐβάρυνε τὸ δημόσιον ἡ ὑποχρέωσις νὰ ἐπανορθώσῃ ὅλας τὰς θετικὰς καὶ ἀποθετικὰς ζημίας τὰς ὁποίας ὑφίστατο ἡ Ἐθνικὴ ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ προνομίου.
§132Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν τῆς ἐδώσατε ἀποζημίωσιν;
§133Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ποίαν ἀποζημίωσιν;
§134Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἀντιλαμβάνομαι τὸν συλλογισμόν σας.
§135Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἢ δὲν προσέχετε, ἢ δὲν θέλετε νὰ ἀντιληφθῆτε.
§136Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐδώσαμεν ἢ δὲν ἐδώσαμεν;
§137Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τὶ ἐννοεῖτε; Τὰ καλύμματα; Ἦσαν περιουσία τῆς Ἐθνικῆς, ἀλλ’ ὑποστηρίζω ὅτι καὶ ἂν δὲν ἦσαν, ἡ ὀφειλομένη εἰς αὐτὴν ἀποζημίωσις θὰ ἐκάλυπτε τὸ ποσὸν τοῦτο.
§138Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θέλω νὰ καταλάβω ἐὰν ἰσχυρίζεσθε τοῦτο: ὅτι ἐστερήθη ποὺ ἐστερήθη τὸ προνόμιον ἡ Τράπεζα, δὲν τῆς ἐδώσατε ἀποζημίωσιν διὰ τὴν στέρησιν. Ἐὰν δὲν τῆς ἀνήκουν τὰ καλύμματα τότε γεννᾶται ἡ περίπτωσις τῆς ἀποζημιώσεως;
§139Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἶναι φανερὸν ὅτι δὲν παρηκολουθήσατε τὰ λεχθέντα. Δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐπαναλάβω βέβαια ὅλην μου τὴν ἀγόρευσιν διὰ νὰ καταλάβετε. Ἔλεγα λοιπὸν περὶ τῶν 1200 ἑκατομμυρίων ὅτι ἦσαν περιουσία τῆς Τραπέζης, ἀλλ’ ὅτι καὶ ἐὰν δὲν ἦσαν θά ὠφείλοντο εἰς αὐτὴν ὡς ἀποζημίωσις. Ἐξήγησα ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς πλήρους ἀποζημιώσεως. Ἀλλ’ εἰς ποῖον ποσόν, θὰ ἀνήρχετο ἡ ἀποζημίωσις; Δύσκολον εἶναι ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς νὰ εἰσέλθωμεν εἰς ὅλον τὸν ἀτέρμονα λαβύρινθον τῶν λογαριασμῶν καὶ τῶν κονδυλίων ὅπως συναγάγωμεν μετ’ ἀκριβείας τὸ ὀφειλόμενον ποσόν. Ἔχω ἐδῶ ἕνα τόμον ὁλόκληρον περιέχοντα ὑπομνήματα τῆς Ἐθνικῆς εἰς τὰς ἀνταλλαγήσας ἐπιστολάς, τὰ ὁποῖα ἐνδιατρίβουν εἰς τὸν καθορισμὸν τῆς ἀποζημιώσεως. Ἡ ἐξακρίβωσις θὰ ἦτο μᾶλλον ἔργον ἐμπειρογνωμόνων. Καὶ ἐφ’ ὅσον ἠγέρθη ἀμφισβήτησις περὶ τῆς ἐκτάσεως τῆς ἀποζημιώσεως ἔδει νὰ ἀνατεθῇ τὸ ἔργον καὶ δὲν ἀνετέθη. Ἐκ τῆς προχείρου μου ἐρεύνης, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἴτε παρασυρομένη ἐξ ἐνδομύχου διαθέσεως εἴτε κακῶς καθοδηγουμένη ὑπὸ ἀτέχνων συμβούλων τοὺς ὁποίους δὲν γνωρίζω, ἤχθη εἰς κατάφορον πλάνην. Εἶναι ἀληθῶς τεραστία ἡ διαφορά, ἡ προκύψασα εἰς τοὺς ὑπολογισμοὺς μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Τραπέζης τῆς Ἐθνικῆς ἀναβιβασούσης τὴν ἀξίαν τοῦ προνομίου διὰ τὸ ὑπολοιπόμενον διάστημα τῶν 23 ἐτῶν, ἤτοι τὴν ζημίαν της ἐκ τῆς καταργήσεως, εἰς 1808 ἑκατομμύρια, τῆς δὲ Κυβερνήσεως εἰς 285 ἑκατομμύρια μόνον. Γράφει δὲ εὐλόγως εἰς τὸ ὑπόμνημά της ἡ διοίκησις τῆς Τραπέζης. (ἀναγινώσκει). «προεχόντως αἰσθανόμεθα τὴν ἀνάγκην νὰ τονίσωμεν ὅτι διὰ τὴν διοίκησιν τῆς Τραπέζης ἡ στήριξις τῆς ἀκριβείας τῆς γενομένης παρ’ αὐτῆς ὑποτιμήσεως τοῦ προνομίου, ἐφόσον ἡ ἀκρίβεια ταύτης ἠμφισβητήθη, δὲν ἔχει τὴν ἁπλῆν σημασίαν τῆς προδικασίας οἰκονομικῶν συμφερόντων, ἀλλ’ ἀποτελεῖ δι’ αὐτὴν καὶ ζήτημα τιμῆς ὑπερκείμενον παντὸς ὑλικοῦ ὑπολογισμοῦ, διότι θὰ ἦτο κατώτερον τῆς διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης νὰ ἐπιδιώξῃ δι’ ἀνακριβιῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας τὴν ὑποστήριξιν οἱωνδήποτε συμφερόντων. Ἄν ἡ ζημία ἣν ὑφίσταται ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐκ τῆς ἀφαιρέσεως τοῦ ἐκδοτικοῦ προνομίου ἀνήρχετο πράγματι εἰς τὸ ποσὸν τῶν 285.921.305 δραχμῶν, ὡς ἀναφέρεται ἐν τῇ ὑμετέρᾳ ἐπιστολῇ, καὶ οὐχὶ εἰς τὸ ποσὸν τῶν 1200 ἑκατομ. καὶ ἄνω, ὡς ἀρχικῶς ὑπεστηρίξαμεν, δὲν θὰ ἐπετρέπετο οὐδ’ ἐπὶ μίαν στιγμὴν νὰ παραμείνωμεν, ὡς ἀνάξιοι, εἰς τὰς θέσεις ἃς ἐλάμπρυναν αἱ προσωπικότητες τῶν μεγάλων προκατόχων μας». Πράγματι, ἐὰν ἦτο βεβαία ἡ ἀπόστασις μεταξὺ τῶν 285 ἑκατομμυρίων καὶ τῶν 1808 ἑκατομμυρίων ἡ δὲ διοίκησις τῆς Τραπέζης εἶχεν ἐξογκώσει τοὺς ὑπολογισμοὺς της κατὰ 1600 ἑκατομμύρια, οἱ διοικοῦντες αὐτὴν δὲν θὰ εἶχον οὐδὲ ἐπὶ στιγμὴν θέσιν εἰς τὸ ἵδρυμα, διότι θὰ ἦσαν κοινοὶ ἀπατεῶνες.
§140Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Θέλετε νὰ μοὶ δώσετε μίαν πληροφορίαν; Εἰς τὴν ἐπιστολὴν αὐτὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς πόσον ποσὸν ἀναβιβάζει τὴν ζημίαν;
§141Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἰς 1808 ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ ἐξογκώσεως, καὶ ἐκ τῶν ὀλίγων ἀριθμῶν τοὺς ὁποίους θὰ σᾶς ἀναφέρω, θὰ πεισθεῖτε, ὑποθέτω, μετὰ πόσης πείσμονος συζητήσεως ἐπεδιώχθη ἡ μείωσις ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν κονδυλίων. Ἡ Κυβέρνησις ὑπελόγισεν τὴν ἐτησίαν ζημίαν ἐκ τῆς στερήσεως τοῦ προνομίου εἰς 37.387.000 δραχμάς, ἰσχυριζομένη ὅτι ἐκ τοῦ ὅλου ποσοῦ τῶν 760 ἑκατομ. εἰς ὃ ἀνήρχετο τὸ ἐκδοτικόν της δικαίωμα θὰ ὑποχρεοῦτο νὰ διατηρῇ κάλυμμα 40% ἤτοι 305 ἑκατομ. τὸ ἥμισυ τοῦ ὁποίου εἰς αὐτούσιον χρυσόν, ὥστε θὰ ἦτο ἀπρόσοδον, λαμβάνουσα ἐπὶ τοῦ ὑπολοίπου εἰς συνάλλαγμα ἡμίσεως τόκον 3½%, ἤτοι 5 ἑκατομμύρια καὶ ἐπὶ τῶν ὑπολοίπων 458 ἑκατομμυρίων τόκον πρὸς 7%. Οἱ ὑπολογισμοὶ οὗτοι εἶναι προδήλως ἐσφαλμένοι, διότι ὡς βάσις λαμβάνεται τὸ ὁριζόμενον διὰ τοῦ καταστατικοῦ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ὅριον καλύμματος, τὸ κάλυμμα ὅμως τοῦτο κατὰ τὸ ἄρθρον 32 τοῦ καταστατικοῦ ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἀπεριορίστως εἰς χρυσὸν ἢ συνάλλαγμα καὶ συνεπῶς ὁ μὴ ὑπολογισμὸς τόκου ἐπὶ τοῦ ἡμίσεως τοῦ καλύμματος εἶναι τελείως αὐθαίρετος. Ἀλλὰ ἐὰν δεχθῶμεν ὅτι ἡ Ἐθνικὴ θὰ διετήρει τὸ προνόμιον καὶ μετὰ τὴν σταθεροποίησιν, ὑφ’ οὓς ὅρους τὸ ἀσκεῖ σήμερον ἡ Ἐκδοτική, θὰ εἶχε μὲν ὅριον καλύμματος 40%, τὸ ἐκδοτικόν της ὅμως δικαίωμα δὲν θὰ ἦτο μόνον 760 ἑκατομ. ἀλλὰ ἀπεριόριστον, πολλῶν δισεκατομμυρίων, ὡς καὶ τῆς ἐκδοτικῆς. Ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ ἡ ζημία δὲν θὰ ἦτο μόνον 61 ἑκατομ. ὡς ὑπολογίζει ἡ Τράπεζα, ἀλλὰ πολλαπλασία. Δὲν εἶναι λοιπὸν ποσῶς ὑπερβολικὸς ὁ ἀριθμὸς τῆς Τραπέζης, οὐδὲ καὶ τὸ ἐπιτόκιον τῶν 8% λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς ζητήσεως κεφαλαίων τὰ ὁποῖα θὰ ἀποκτηθοῦν διὰ τὴν πλήρη οἰκονομικὴν καὶ τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ κόσμου ὁλοκλήρου ἀνασυγκρότησιν. Ἠκρωτηριάσθη λοιπὸν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως αὐθαιρέτως ἡ ἐτησία ζημία ἐκ τοῦ ἐκδοτικοῦ δικαιώματος.
§142Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἶναι αὐτὸ τὸ ἐκδοτικὸν δικαίωμα τοῦ ὁποίου δὲν ἔκαμνε χρῆσιν.
§143Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Θὰ ἔκαμνε χρῆσιν εἰς τὸ μέλλον, βελτιουμένω τῶν ὅρων ὡς ἐβελτιώθησαν καὶ ἐξοφλουμένων τῶν ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δανείων ὡς ἐρρυθμίσθησαν ἤδη. Ἄλλη ζημία εἶναι ἡ ἐκ τῶν καταθέσεων τῶν σχετικῶν πρὸς τὸ προνόμιον, καταθέσεων ἀτόκων αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς τὸ ἵδρυμα καὶ τὰς ὁποίας ἐκαρποῦτο τοῦτο ἐπικερδῶς.
§144Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δυστυχῶς δὲν μποροῦμεν νὰ ἐξελέγξωμεν τὸ κονδύλιον αὐτό. Τὴν στιγμὴν τῆς δημιουργίας τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος εἶχεν καταθέσει τὸ Κράτος 780.000.000, διὰ τὰ ὁποῖα ἐπλήρωνεν τόκον 1%. Συνεπῶς ἐζημιώθη καὶ δι’ αὐτὸ καὶ πρέπει νὰ τῆς πληρώσωμεν ἀποζημίωσιν. Δηλαδὴ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι μέχρι τέλους τοῦ προνομίου καὶ ὅταν θὰ ἐπαύαμε νὰ ἔχωμεν τὴν χρῆσιν τοῦ προνομίου, θὰ ἔπρεπε νὰ δανειζώμεθα ἄλλα 750 ἑκατομμύρια, νὰ τὰ δώσωμεν εἰς τὴν Τράπεζαν μὲ 1% διὰ νὰ μὴ ζημιωθῇ. Θὰ σᾶς εἴπω ὅτι καὶ εἰς αὐτὸ τῆς ἔδωσα ἀποζημίωσιν, ἵνα ἴδητε πόσον γενναῖος ὑπῆρξα.
§145Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ἐπρόκειτο τὸ Κράτος νὰ κάμῃ καταθέσεις πρὸς ἐξασφάλισιν κέρδους εἰς τὸ ἵδρυμα. Οὐδεὶς τὸ ἰσχυρίσθη τοιοῦτον τί, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἰσχυρισθῇ. Αἱ καταθέσεις γίνονται ὑποχρεωτικῶς εἰς τὴν Ἐκδοτικήν.
§146Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Γίνονται εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νέου καταστατικοῦ καὶ ὄχι τοῦ προηγουμένου.
§147Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Καὶ προηγουμένως ὑποχρεωτικῶς ἐγίνοντο αἱ καταθέσεις τῆς διεθνοῦς οἰκονομικῆς ἐπιτροπῆς.
§148Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ποῦ εἶναι, λοιπόν, ὁ νόμος αὐτός;
§149Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὁ νόμος περὶ Δ.Ο.Ε. καὶ ἄλλοι.
§150Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μποροῦσε νὰ τὰς καταθέσῃ εἰς ἄλλους. Εἶναι φυσικὸν ὅτι τὸ Κράτος θὰ ἔκαμνε τὰς καταθέσεις του εἰς τὴν Ἐκδοτικήν, ἀλλὰ δὲν ἦτο νομικῶς ὑποχρεωμένον πρὸς τοῦτο.
§151Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ τὰς κάμῃ εἰς τὴν Ἐθνικὴν ὡς Ἐκδοτικήν.
§152Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐπειδὴ πρόκειται ν’ ἀποζημιωθῇ ὡς Ἐμπορικὸς ὀργανισμός, μπορεῖ κανεὶς νὰ πῇ τὶ συνεισέφερεν ὁ ἐμπορικὸς ὀργανισμός.
§153Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τὶ θὰ εἶχε δηλαδὴ ὁ ἐμπορικὸς ὀργανισμὸς ἐκ τῆς περαιτέρω διαχειρίσεως τοῦ προνομίου μέχρι τοῦ 1950, τοῦ προνομίου τῶν συναφῶν πρὸς αὐτὸ ὠφελειῶν ἐν αἷς καὶ ἡ κάρπωσις τῶν ἀτόκων καὶ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ἱδρυμάτων καταθέσεων, συμποσουμένων κατὰ τὴν διοίκησιν τῆς Τραπέζης εἰς 2036 ἑκατομμύρια καὶ ἀποδιδουσῶν ἐπὶ τόκω 8% 163 ἑκατομμύρια, ἐτησίαν καὶ ταύτην τῆς Τραπέζης ζημίαν. Ἑτέρα ζημία εἶναι ἡ ἐκ διαφόρων προμηθειῶν ἀνερχομένη εἰς 21 ἑκατομμύρια, καὶ τότε ἔχομεν ἐν ὅλῳ 163 ἑκατομμύρια, καὶ μετ’ ἀφαίρεσιν τῶν δαπανῶν τῆς ἐκτυπώσεως τῶν τραπεζογραμματίων τῶν τόκων τῶν καταβαλλομένων ὑπὸ τῆς Τραπέζης, τῆς συμμετοχῆς τοῦ Δημοσίου καὶ ἄλλων ἐξόδων ἐκ δρ. 122 ἑκατομμυρίων παραμένει ὑπόλοιπον καθαρᾶς ἐτησίας τῆς Τραπέζης ζημίας ἐκ δρ. 123 ἑκατομμυρίων, οὗτινος ἡ κεφαλαιοποίησις πρὸς 8% μᾶς δίδει σημερινὸν κεφάλαιον 1.276 ἑκατομμυρίων, εἰς ὃ ἡ διοίκησις τῆς Τραπέζης προσθέτει τρία ἕτερα κονδύλια ἐκ τῆς κεφαλαιοποιήσεως α) τῆς προμηθείας τῶν ἀναγκαστικῶν δανείων δρ. 142 ἑκατομμυρίων, β) τῆς αὐξήσεως τοῦ ἐκδοτικοῦ δικαιώματος συνεπείᾳ τῆς χρεωλυσίας τῶν δύο ἀναγκαστικῶν δανείων 1921 καὶ 1922 δρ. 184 ἑκατομμυρίων καὶ ἐκ τοῦ τόκου τῆς ὀφειλῆς τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως διὰ τὰς προκαταβολὰς στρατευμάτων της 240 ἑκατομμύρια. Ἤτοι ἔχομεν ἐν ὅλῳ ζημίαν 1842 ἑκατομμύρια ἐκ τῶν ὁποίων ἂν ἀφαιρέσωμεν τὰ 34 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἀντιπροσωπεύουν τὴν ἀποζημίωσιν ἡ ὁποία θὰ καταβάλλεται ὑπὸ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος διὰ τὸ πλεονάζον προσωπικόν, ἔχομεν καθαρὰν κατὰ τοὺς ἰσολογισμοὺς τῆς Τραπέζης συνολικὴν ζημίαν 1808 ἑκατομμυρίων. Ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς ἁδρὰς καὶ αὐθαιρέτους περικοπὰς ὅλων τῶν κονδυλίων τούτων καὶ σᾶς ἀνέφερα ἤδη πόσον ἀδικαιολόγητος εἶναι ὁ παρ’ αὐτῆς γενόμενος ὑπολογισμὸς τῆς ἐτησίας ἐκ τῆς στερήσεως τοῦ ἐκδοτικοῦ προνομίου ζημίας καὶ σᾶς ἀνέφερα ἤδη τὸν ἰσχυρισμὸν τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἡ Τράπεζα κατὰ τοὺς ὅρους τῆς σταθεροποιήσεως θὰ ὑπεχρεοῦτο νὰ κρατῇ ἐν ἀδρανείᾳ εἰς τὰ ταμεῖα ὡς κάλυμμα 40% εἰς αὐτούσιον χρυσὸν καὶ ὁ ὁποῖος θὰ ἦτο ἄκαρπος διὰ τὴν Τράπεζαν.
§154Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὄχι εἰς αὐτούσιον χρυσὸν τὸ ἥμισυ θὰ κρατῇ.
§155Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μάλιστα. Ὁ ὑπολογισμὸς οὗτος ἔχει, ὡς ἤδη εἶπον, ἓν προφανὲς λογιστικὸν σφάλμα ἀποδοτέον εἰς τοὺς τεχνικοὺς τῆς Κυβερνήσεως συμβούλους.
§156Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ σᾶς εἴπω ὅτι τὸ σφάλμα αὐτὸ τὸ λογιστικὸν εἶναι ἰδικόν μου, διότι τοὺς ἔκαμα τοὺς ὑπολογισμοὺς αὐτοὺς μόνος μου. Μοῦ εἶχεν ἀναθέσει ἡ Τράπεζα νὰ ἐκτιμήσω μόνος μου τὰς ζημίας, καὶ τὸ ἔκαμα αὐτὸ μὲ τόσην εὐσυνειδησίαν. Ὅλη ἡ ἐργασία εἶναι ἰδική μου. Κυττάξετε, καὶ αὐτοὶ οἱ λογαριασμοὶ εἶναι ἰδικοί μου.
§157Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Πρόκειται ὁπωσδήποτε περὶ ὀφθαλμοφανοῦς λάθους καὶ παρερμηνείας τοῦ καταστατικοῦ τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης μὴ ἐπιβάλλοντος τὴν διατήρησιν τοῦ ἡμίσεως τοῦ καλύμματος εἰς χρυσὸν καὶ ἐπιτρέποντος τὴν κατὰ βούλησιν διατήρησιν αὐτοῦ, εἴτε εἰς χρυσὸν εἴτε εἰς συνάλλαγμα, καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπολογισθῇ ἐφ’ ὅλου τοῦ ποσοῦ τῶν καλυμμάτων τόκος 3½%.
§158Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀφοῦ ἀνέλαβε τὴν πρωτοβουλίαν ὅλων αὐτῶν ἡ Τράπεζα διὰ νὰ γίνῃ ἡ μεταρρύθμισις ἐπὶ τῷ συμφέροντι τῷ γενικωτέρῳ τῆς χώρας, ἀφοῦ λέγω ἀνέλαβε τὴν πρωτοβουλίαν, ἦτο δυνατὸν ὕστερα νὰ τῆς ἀφήναμε τὸ ἐκδοτικὸν δικαίωμα;
§159Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ἀνέλαβε οὐδεμίαν πρωτοβουλίαν.
§160Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἶναι δυνατόν, ἀφοῦ μόνη της ἐφώναζεν ὅτι ἔπρεπε νὰ τακτοποιηθοῦν τὰ πράγματα, νὰ εἰπῇ ὅτι τοῦ λοιποῦ δὲν θὰ ἐκαθαρίζαμεν αὐτὸ τὸ 40%;
§161Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐκ τοῦ καταστατικοῦ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ὑπάρχει ὑποχρέωσις τοῦ 40%. Θὰ ἔλθω ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ ἤδη ἄλλως ἔδωκα τὴν δέουσαν ἐξήγησιν. Ταύτην τὴν στιγμὴν ἀποδεικνύω ἓν χονδροειδὲς λάθος περιορίζον τὰς ζημίας τῆς Τραπέζης κατὰ 5 ἑκατομμύρια ἐτησίως διὰ τοῦ ὑπολογισμοῦ τοῦ ἡμίσεως καλύμματος, τοῦ 40%, εἰς αὐτούσιον χρυσόν, ἐνῷ δὲν ὑπάρχει ἐκ τοῦ καταστατικοῦ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ὑποχρέωσις διατηρήσεως χρυσοῦ ἀκάρπου.
§162Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸ ἀναγνωρίζω. Καὶ δι’ αὐτὸ σᾶς ὑπενθυμίζω ὅτι εἰς τὸ τέλος τῆς ἐπιστολῆς μου γράφω «μὴ τυχὸν συνέπεσε νὰ παραπλανηθῶ σᾶς ἀφήνω 300.000.000 ἐνδεχομένως.
§163Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἔχομεν λοιπὸν ἓν λάθος ἀναγνωριζόμενον 5–6 ἑκατομμυρίων δραχμῶν.
§164Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸ ὁμολογῶ.
§165Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Καὶ ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ 40%. Ἡ Τράπεζα παρετήρησεν ὀρθῶς ὅτι τοὺς ὑπολογισμοὺς ἐβάσισεν ἐπὶ τῶν προϋπαρχόντων τῆς σταθεροποιήσεως ὅρων, ὑπολογίσασα δικαίωμα ἐκδόσεως 60 ἑκ. ὡς καρποφόρον. Ἐὰν θέλετε νὰ λάβωμεν ὡς βάσιν τοὺς ὅρους τῆς σταθεροποιήσεως, τοὺς λαμβάνομεν, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν θὰ ἀπέβαινεν εἰς μείωσιν ἀλλ’ εἰς ἐπαύξησιν τῶν ἀξιώσεων τῆς Τραπέζης. Διότι ἐὰν εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διατηρῇ κάλυμμα κατὰ τοὺς ὅρους τῆς σταθεροποιήσεως 40%, θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπολογισθῇ πλέον ἐκδοτικὸν δικαίωμα οὐχὶ 763 ἑκ. ἀλλὰ δυσεκατομμύρια ὁλόκληρα, ὁπότε ἡ ἐτησία ζημία δὲν θὰ ἦτο μόνον 61.000.000, εἰς ὅσα ἡ Τράπεζα τὴν ὑπελόγισεν ἀλλὰ ἀσυγκρίτως ἀνωτέρα. Ἦτο δὲ ἡ παρατήρησις τῆς Τραπέζης ἀκλονήτου ὀρθότητος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ τοὺς ὅρους τῆς σταθεροποιήσεως.
§166Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν τὴν ἐννοῶ αὐτὴν τὴν παρατήρησιν τῆς Τραπέζης.
§167Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τὸ πιστεύω ἀλλ’ εἶναι ἁπλούστατον: ἤ θὰ λάβωμεν τούς ὅρους ὡς εἶχον ἐξελιχθῆ πρὸ τῆς σταθεροποιήσεως καὶ τότε ἡ στέρησις τοῦ ἐκδοτικοῦ δικαιώματος εἶναι 763.000.000 χωρὶς τὸν περιορισμὸν τοῦ 40% τῶν καλυμμάτων, ἢ θὰ λάβωμεν τοὺς ὅρους σταθεροποιήσεως καὶ τότε τὸ ἐκδοτικὸν δικαίωμα δὲν εἶναι μόνον 763.000.000 ἀλλὰ πολὺ ἀνώτερον, ἐπιχείρημα ἀκαταγώνιστον. Ὑπελογίσθη ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 763 ἑκατομμυρίων καὶ ἡ ἐτησία ζημία τῶν 61 ἑκατομμυρίων εἶναι ἡ μικροτέρα τὴν ὁποίαν ὁπωσδήποτε θὰ ὑφίστατο ἡ Τράπεζα ἐκ τῆς καταργήσεως. Ἕτερος λογαριασμὸς εἶναι τῶν ἀτόκων καταθέσεων, ὑπολογισθεισῶν ὑπὸ τῆς Τραπέζης εἰς 691 ἑκατομμύρια ἡ στέρησις τῶν ὁποίων ὑπολογιζομένης τῆς ἀποδόσεώς των πρὸς 8% μᾶς δίδει ἐτησίαν ζημίαν 55 ἑκατομμυρίων. Ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ ὅτι ὁ ὑπολογισμὸς εἶναι ὑπερβολικός.
§168Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὄχι μόνον ὑπερβολικός, ἀλλὰ καὶ αὐθαίρετος.
§169Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Οὔτε αὐθαίρετος, οὔτε ὑπερβολικός, τὸ λέγουν τὰ πράγματα. Ὑπεστήριξεν ἡ Κυβέρνησις ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν 91 ἑκατομμυρίων ἀντιπροσωπεύει τὸ ποσὸν τὸ μεταφερθὲν κατὰ τὴν 14 Μαΐου, τὸν χρόνον δηλαδὴ τοῦ χωρισμοῦ ἀπὸ τῆς Ἐθνικῆς εἰς τὴν Ἐκδοτικήν, ποσὸν μὴ ἀποτελοῦν τὴν ὀρθὴν πρὸς ἐξακρίβωσιν τῆς ζημίας βάσιν, ἐνῷ ὡς τοιαύτη ὤφειλε νὰ ληφθῇ ὁ μέσος ὅρος τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν 1926, 1927–28 καὶ 1928–29 ὅστις μᾶς δίδει 293 μόνον ἑκατομμύρια δραχμῶν μὲ ἐτησίαν ζημίαν πρὸς 7%. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ ὡς βάσις ὁ μέσος ὅρος τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν ὅταν γνωρίζωμεν ὅτι αἱ καταθέσεις τοῦ ἔτους 1926, ἔτους τελείας τοῦ Κράτους οἰκονομικῆς συντριβῆς, ἢ τοῦ 1927 ἔτους προσπαθείας πρὸς περισυλλογὴν τῶν συντριμμάτων εἶναι ὅριον πρὸς τὸ ὁποῖον εἶναι ἀδύνατον ἐν τῷ μέλλοντι νὰ ὀπισθοδρομήσωμεν; Αἱ καταθέσεις τοῦ Δημοσίου Ταμείου βαίνουν εἰς διαρκῆ αὔξησιν ἐφ’ ὅσον αὐξάνουν καὶ θὰ αὐξάνουν προϊόντως καὶ αἱ εἰσπράξεις τοῦ δημοσίου, εἰς τὰς ὁποίας προσετέθησαν καὶ μέχρι τοῦδε πλὴν τῆς φυσιολογικῆς βελτιώσεως ἡ αὔξησις εἰς 40% τῶν ἀναγκαστικῶν δανείων. Ἡ βάσις τῶν καταθέσεων τῆς 14 Μαΐου ἀποτελεῖ τὸν ἐλάχιστον ὅρον, παρορωμένης τῆς ἐπὶ 22 ἔτη προϊούσης τῶν καταθέσεων τούτων αὐξήσεως. Ἡ αὐτὴ παρατήρησις ἰσχύει καὶ διὰ τὰς καταθέσεις τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς, ὑπολογιζομένων παρὰ τῆς Τραπέζης εἰς 475 ἑκατομμύρια μὲ ἐτησίαν ζημίαν πρὸς 8% 38 ἑκατ. δραχ. ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν 1926, 1927 καὶ 1928 ὑποβιβάζει ταύτας εἰς 395 ἑκατομ. μὲ ἐτησίαν ζημίαν πρὸς 7% δρ. 22.750.000 δραχμῶν. Ἀλλὰ πῶς θὰ ἐπετρέπετο καὶ νὰ σκεφθῶμεν νὰ ὑπολογίσωμεν τὰς καταθέσεις ἐν τῷ μέλλοντι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῶν ἐτῶν 1926, 1927 καὶ 1928, ὅταν ἔχομεν ὡς δεδομένον ὅτι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ταύτης ἔχει προστεθῆ σειρὰ δανείων ἐξυπηρετουμένων ὑπὸ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς, ὡς τὸ δάνειον τῆς Ἑλληνοβουλγαρικῆς μεταναστεύσεως, τὸ δάνειον τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων, τὸ παραγωγικὸν καὶ ὁλονὲν θὰ προστίθενται καὶ νέα καὶ ὅτι ἀναπόδραστος ἀποβαίνει ἡ προϊοῦσα τῶν ὑπεγγύων φόρων καὶ τελῶν ἀπόδοσις; Δύνασθε νὰ φαντασθῆτε ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τῶν 23 ἐτῶν δὲν θὰ συνάψωμεν νέα δάνεια; Καὶ πῶς λοιπὸν θέλετε νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ 1926, ὅταν γνωρίζετε ὅτι ἀδύνατον καθίσταται νὰ ὀπισθοδρομήσωμεν εἰς αὐτό; Τὰ αὐτὰ ἰσχύουν καὶ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἐθνικῶν δανείων. Ἐρχόμεθα ἤδη εἰς ἄλλον λογαριασμόν: τὴν προμήθειαν συναλλάγματος δυνάμει τοῦ διατάγματος 1923 δι’ ἣν ἡ Τράπεζα ὑπελόγισεν ἐτησίαν ζημίαν 11.000.000 δρχ. ἡ Κυβέρνησις δὲ οὐδεμίαν ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι μετὰ τὴν σταθεροποίησιν καὶ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἔκδοσις χαρτονομίσματος ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ διατάγματος τοῦ 1923 θὰ ἦτο ἀδύνατος καὶ τὸ ἐξαιρετικὸν τοῦτο κέρδος τῆς Τραπέζης θὰ ἐξέλιπε. Ἀλλὰ ὅ,τι εἶναι ἀδύνατον, εἶναι νὰ λάβωμεν ὡς βάσιν τοὺς ἐκ τῆς σταθεροποιήσεως προκύψαντας ὅρους. Θὰ κρίνωμεν σύμφωνα πρὸς ὅ,τι ἴσχυε πρὸ τῆς σταθεροποιήσεως, καὶ τότε ὁ ὑπολογισμὸς τῆς Τραπέζης εἶναι καθ’ ὅλα ἀκριβής, καθ’ ὅσον ἄλλως ἐὰν ἠθέλωμεν θέσῃ ὡς ἀφετηρίαν τῶν ὑπολογισμῶν μας τοὺς ὅρους τοὺς ἐπικρατοῦντας μετὰ τὴν σταθεροποίησιν, αἱ ἀξιώσεις τῆς Τραπέζης δὲν θὰ ἠλαττοῦντο ἀλλὰ θὰ ἐπηύξανον, δοθέντος ὅτι θὰ ἐξέλιπε μὲν ἡ προμήθεια ἐκ τοῦ κρατικοῦ ἀποθέματος ξένου συναλλάγματος, θὰ περιήρχετο ὅμως εἰς αὐτὴν ἡ κάρπωσις ὁλοκλήρου τοῦ συναλλάγματος τούτου, τὸ ὁποῖον ἀνερχόμενον κατὰ τὴν σταθεροποίησιν εἰς 4.500.000. λίρας Ἀγγλίας θὰ ἀπέδιδεν ἐτησίως καὶ ἐπὶ τόκῳ μόνον 3% 135 χιλ. λιρ. Ἀγγλίας ἤτοι δρχ. 50.625.000, ἀντὶ τῶν 11 ἑκατομ. τὰ ὁποῖα ὑπελόγισεν ἡ Τράπεζα. Καὶ αὐτὸς ὅθεν ὁ ὑπολογισμὸς τῆς Κυβερνήσεως ἐλέγχεται τερατωδῶς ἐσφαλμένως. Ἀλλὰ ζημία κατὰ τὴν Τράπεζαν εἶναι ἡ ἐκ τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ ἐκδοτικοῦ δικαιώματος, μετὰ τὴν ἀπόσβεσιν τῶν 2 ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δανείων τοῦ 1921 καὶ 1922 1050 ἑκατ. ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι σὺν τῇ ἀποσβέσει τῶν δανείων τούτων θὰ ἐπεξετείνετο ἀναλόγως τὸ ἐκδοτικόν της δικαίωμα. Δοθέντος δὲ ὅτι ἡ ἀπόσβεσις θὰ ἐπήρχετο τὸ 1943, θὰ εἶχεν τὴν κάρπωσιν προσθέτου ἐκδόσεως ἐκ 1050 ἑκ. ἐπὶ μίαν ἑπταετίαν. Ἡ Κυβέρνησις ἀντέταξεν ὅτι δὲν ἐπήρχετο ἐπέκτασις τοῦ ἐκδοτικοῦ δικαιώματος ἐκ τῆς ἀποσβέσεως. Ἡ Τράπεζα παραθέτει τὰς διατάξεις τῶν συμβάσεων ἐκ τῶν ὁποίων προδήλως προκύπτει ὅτι σὺν τῇ τελειωτικῇ ἐξωφλήσει τῶν ἀναγκαστικῶν δανείων θὰ προέκυπτεν ὄντως ἐπέκτασις. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπήντησεν ὅτι τὸ ἀβάσιμον τῶν ἰσχυρισμῶν τούτων καταφαίνεται ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι τοιαύτη ἀξίωσις δὲν περιελήφθη εἰς τὸ ἀρχικὸν τῆς Τραπέζης ὑπόμνημα.
§170Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν ἀπάντησιν.
§171Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ἔλαβεν ὁ ἴδιος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἄμεσον τοῦ ἰσχυρισμοῦ τῆς Τραπέζης ἀντίληψιν καὶ εἶναι λυπηρὸν τοῦτο. Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Τράπεζα ὑπελόγισεν ἀρχικῶς τὴν ζημίαν εἰς 1.200.000.000 μόνον, ἀποδεικνύει τὴν καλὴν πίστιν καὶ δὲν ἀπεκλείετο εἰς αὐτὴν ὅταν κατόπιν ἐξηκρίβωσεν ὅτι ἐκτὸς ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν καὶ ἄλλαι ὑπῆρχον ζημίαι ἃς παρέλειψε, νὰ ἐπικαλεσθῇ καὶ ταύτας.
§172Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Οὐδεὶς θὰ ἔφερεν ἀντίρρησιν ἐὰν ἦτο ζημία πραγματική, ἀλλ’ εἶναι ἡ ἰδία ζημία.
§173Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὅ,τι ὤφειλε νὰ ἐξετασθῇ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἡ ἀκρίβεια τοῦ ὑπολογισμοῦ καὶ αὐτὴ εἶναι ἀναμφισβήτητος. Θὰ παρατρέξω ἄλλους τινὰς λεπτομερεστέρους ὑπολογισμοὺς ζημιῶν καὶ θὰ ὑπομνήσω τὴν διαφορὰν ἐκ τοῦ τόκου μεταξὺ τοῦ 8% εἰς ὃν ὑπελόγισεν ἡ Τράπεζα τὴν ἀπόδοσιν τῶν κεφαλαίων τῶν ὁποίων ἐστερήθη ἐκ τῆς μονομεροῦς τοῦ προνομίου ἀφαιρέσεως, καὶ τοῦ 7% τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ διαφορὰ αὕτη ἐκτεινομένη ἐφ’ ὅλων τῶν κονδυλίων εἶναι μεγίστη. Ποῦ στηριχθεῖσα ἡ Κυβέρνησις ὑπελόγισεν εἰς 7% τὸν μέσον τόκον τῶν 25 ἐτῶν, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ μὲν τόκος τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ἦτο 9%, τῶν δὲ λοιπῶν Τραπεζῶν μηδὲ τῆς Ἐθνικῆς ἐξαιρουμένης 11–12% καὶ περισσότερον οὐδεμία δὲ ἔνδειξις παρείχετο ὅτι κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη ὁ τόκος ἤθελεν καταπέσῃ μέχρις 6% καὶ ὀλιγώτερον διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς μέσον ἐτήσιον ὅριον 7%; Ἔχομεν ἀκόμη νὰ ἐπουλώσωμεν πλείστας ἀνάγκας καὶ ἡ ἐπούλωσις θὰ ἀπαιτήσῃ κεφάλαια ἡ ζήτησις τῶν ὁποίων θὰ βαίνῃ αὔξουσα. Ἔχομεν ἀνάγκην κεφαλαίων διὰ τὴν συμπλήρωσιν τῆς ὀργανώσεως τῶν νέων πληθυσμῶν, διὰ τὴν συμπλήρωσιν τῶν τεχνικῶν ἐφοδίων τῆς Χώρας, διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων, διὰ τὴν ὀργάνωσιν καὶ ἐπέκτασιν τῶν ἐπιχειρήσεων, καὶ ἡ ζήτησις αὐτὴ θὰ συνεπαγάγῃ ἀναποδράστως τὴν διατήρησιν τοῦ τόκου εἰς ὑψηλὰ ἐπίπεδα.
§174Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ 23 ἔτη;
§175Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Διὰ νὰ φθάσωμεν τὸν μέσον τόκον 7% πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν ὅτι ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν θὰ κατέλθῃ ὁ τόκος εἰς 5% καὶ ὁ τόκος ἤδη εἶναι 9%.
§176Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Διὰ πέντε ἔτη.
§177Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Καὶ ὁ ἐλεύθερος τόκος ὅστις ἔχει σημασίαν, εἰς 11%. Πῶς λοιπὸν θέλετε νὰ φθάσωμεν εἰς πρόβλεψιν μέσου ὅρου 7%;
§178Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ φθάσωμεν εἰς τὰ 5 καὶ 4%. Θὰ σᾶς δώσω καὶ μίαν ἄλλην πληροφορίαν, ἡ ὁποία δὲν ἀνήκει εἰς ἐμέ, ἀλλὰ εἰς τὸν συνάδελφόν μου. Τὸ 7% εἶναι καθαρὸς τόκος περιερχόμενος εἰς τὴν Τράπεζαν ἀσχέτως μὲ τὰ ἔξοδα τῆς διαχειρίσεως, διὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μοῦ εἴπητε ὅτι καὶ ἂν εἶναι περισσότερα κεφάλαια τὰ ἴδια ἔξοδα διαχειρίσεως ὑπάρχουν, ἀλλὰ περαιτέρω ἀσχέτως μὲ τὰς ζημίας τὰς ὁποίας ὑφίσταται ἔν τινι μέτρῳ ἐπὶ τῶν δανειζομένων ποσῶν καὶ τὰς ὁποίας ὑπολογίζουν εἰς 1½ καὶ 2%. Ὅταν λοιπὸν λογαριάζωμεν τὸν καθαρὸν τόκον 7%, πρόκειται περὶ 8½ καὶ 9%. Ἑπομένως ἐὰν ἡ Τράπεζα δανείζῃ πρὸς 8 καὶ 9% εἶναι εὐχαριστημένη νὰ λαμβάνῃ καθαρὸν τόκον 7%.
§179Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅταν λέγομεν 7% καθαρὸν, εἶναι δανεισμὸς πρὸς 9%.
§180Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μοῦ εἴπητε ὅτι τὸ 7% διὰ 23 ἔτη ὡς μέσος τόκος δὲν εἶναι γενναῖος ὑπολογισμός. Σᾶς προσθέτω δὲ ὅτι ἡ διαφορὰ αὐτὴ κεφαλοποιουμένη εἶναι ἕνα πρὸς 7 παραπάνω.
§181Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τὶ θὰ πῇ τὸ 1 πρὸς 7 ἐφ’ ὅσον ἔχομεν κεφάλαια πρὸς κάρπωσιν παρὰ τῆς Ἐθνικῆς 3 περίπου δισεκατομμυρίων.
§182Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι ἐὰν πρὸς 7% γίνεται κεφαλαιοποίησις εἰς 700 ἑκατομ., μὲ τὸ 8% ἡ κεφαλαιοποίησις γίνεται εἰς 800 ἑκατομ. Ἡ διαφορὰ εἶναι τὸ ἓν ἕβδομον ἐπιπλέον.
§183Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Καὶ ἐγὼ σᾶς παρατηρῶ ὅτι ἐκ τῆς καρπώσεως αὐτῆς θὰ ὑπάρχει ζημία 300 ἑκατομ., ἡ δὲ ἐτησία ζημία αὐτὴ κεφαλαιοποιουμένη πρὸς 8% μᾶς δίδει 400 ἑκατομ. δραχμῶν.
§184Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐὰν θὰ τὸ ὑπολογίσωμεν πρὸς 8%, θὰ ἐξαχθῇ καὶ τὸ ⅐ τῶν 40 ἑκατομμυρίων.
§185Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ κανεὶς ὅτι δὲν εἶναι γενναῖος ὑπολογισμός.
§186Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν εἶχον ποτὲ τὴν ἰδέαν ὅτι θὰ εὑρίσκεσθε ἐν διαφωνίᾳ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε νὰ μὴ παρίσταται ἀνάγκη νὰ ἐξαίρετε τὰς ἀντιλήψεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§187Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μίαν πληροφορίαν σᾶς δίδω: ὑπελογίσαμεν 7% καθαρὰν ἀπόδοσιν τῶν κεφαλαίων χωρὶς ἔκπτωσιν οὔτε ἀπωλειῶν οὔτε ἐξόδων διαχειρίσεως οὔτε τῶν τόκων ποὺ ἐπλήρωνεν ἔναντι τῶν κεφαλαίων, καὶ εὑρίσκετε ὅτι εἴμεθα αὐστηροὶ ἔναντι τῆς Τραπέζης;
§188Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι γεγονὸς, εἶναι τοῦτο: Ὅτι ἔγινεν ὑπολογισμὸς μέσου ὅρου τόκου 7%. Τὰ ἔξοδα εἶναι ἀσήμαντα.
§189Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑπὸ τοιούτους ὅρους.
§190Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Καθαροῦ τόκου.
§191Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μάλιστα καθαροῦ τόκου. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ κανεὶς 2 καὶ 3% καθυστερήσεις ἐπὶ τῶν τοποθετήσεων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης;
§192Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δι’ ἄλλους λογαριασμοὺς ἔτσι τὸ λέγουν.
§193Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δύνασθε νὰ ὑπολογίζετε ὅσον θέλετε, ἀλλ’ οἱ ὑπολογισμοί σας εἶναι αὐθαίρετοι. Ἡ ἐκ τῶν ἐξόδων καὶ τῶν καθυστερήσεων ἐλάττωσις εἶναι μηδαμινὴ καὶ ἀσύγγνωστος ἡ αὐτογνώμων μετάπτωσις ἀπὸ τοῦ 11% εἰς ὃ ἀνέρχεται ὁ τόκος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Τοιαῦται αὐτόβουλοι περικοπαὶ δὲν δύνανται νὰ ἀποτελέσουν ὑπολογισμὸν ἐφ’ οὗ θὰ ἡδράζετο ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ἢ διαιτησία πρὸς καθορισμὸν τῶν ζημιῶν τῆς Τραπέζης. Ἐξ ὅλων αὐτῶν ἓν εἶναι φανερὸν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὅπως φθάσῃ εἰς συμπεράσματα ἐξαχθέντα ἐκ προκαταβολῆς ἔθεσεν ὅλους τοὺς λογαριασμοὺς κατ’ ἀνάγκην εἰς τὴν κλίνην τοῦ Προκρούστου, προέβη εἰς ἀπηνῆ ἀκρωτηριασμὸν αὐτοῦ διὰ νὰ κατορθώσῃ νὰ στηρίξῃ ἀξίαν 560 ἑκατομμυρίων δραχμῶν καὶ νὰ παραμένῃ ἐλεύθερον ἐπὶ πλέον ποσὸν 360 ἑκατομμυρίων διὰ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀπειλὴ ἐναντίον τῆς Τραπέζης ὅπως ἐξαναγκασθῇ οὕτω εἰς ὑποχώρησιν. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἤρκει νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι ἡ κυριότης τῶν καλυμμάτων ἀνῆκεν εἰς τὸ Κράτος οὐδ’ ὅτι ἡ ὀφειλομένη ἀποζημίωσις ἦτο μικρὰ οὔτε ἡ ὀφειλὴ νὰ μὴ καλύπτῃ εἰ μὴ ἐλάχιστον ποσὸν ἐκ τῶν 1200 ἑκατομμυρίων διὰ νὰ ἐπιβάλωμεν τὰς ἀξιώσεις μας εἰς τὴν Τράπεζαν. Θὰ ἔπρεπε νὰ συντρέξῃ ὡς τρίτη διαπίστωσις ὅτι, ἡ ἀντοχὴ τοῦ ἱδρύματος ἐπέτρεπε τὴν ἀφαίρεσιν τῶν 1200 ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ ἦτο ἡ ἀντοχὴ τῆς Τραπέζης τόσον μεγάλη ὥστε νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὸ Κράτος νὰ ζητήσῃ, καὶ ἂν ὅλοι οἱ ἄλλοι ὅροι συνέτρεχον, νὰ ἀφαιρεθοῦν παρ’ αὐτῆς 1200 ἑκατομμύρια; Πρὸ τῆς ἀποσχίσεως κοινὴ ἦτο πεποίθησις καὶ ἐπ’ αὐτῆς ἐστηρίζετο ὁ κατὰ τῆς μεταρρυθμίσεως πόλεμος, ὅτι ἡ θέσις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης μετὰ τὴν ἵδρυσιν ἰδίου ἐκδοτικοῦ ἱδρύματος θὰ ἦτο δεινὴ καὶ θὰ περιήρχετο αὕτη εἰς κρίσιν καὶ καταστροφήν.
§194Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Πότε ἐπεκράτει;
§195Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Πρὸ τῆς ἀποσχίσεως, εἰς τὰς ἀρχάς. Ἀλλ’ ἐξεδηλώθησαν καὶ μετὰ τὴν ἀπόσχισιν γνῶμαι οὐχὶ τυχαῖαι, γνῶμαι ἔγκυροι, καθ’ ἃς ἡ Τράπεζα δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἐξακολουθήσῃ τοῦ λοιποῦ μετὰ τῆς αὐτῆς ὡς πρότερον ζωτικότητος τὰς ἐργασίας της. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰς ἐπιστολὰς τοῦ παρελθόντος Ἰουλίου ἔγραφεν ὅτι οὐδεὶς ἠμπορεῖ νὰ φαντασθῇ ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα θὰ ἔχῃ εἰς τὸ μέλλον τὴν αὐτὴν ἀνθηρότητα καὶ τὰς ἀπολαυὰς τὰς ὁποίας εἶχε πρὸ τῆς ἀποσπάσεως τῶν ἐκδοτικῶν λειτουργιῶν, ἀναπόφευκτον δὲ εἶναι καὶ οἱ μέτοχοι νὰ ὑποστοῦν ζημίαν τινα ἐκ τούτου ἔναντι τῆς ὁποίας ἔδιδεν ὡς ἀντιστάθμισμα τὴν δωρεὰν κάρπωσιν τῶν μετοχῶν τῆς ἐκδοτικῆς. Αὐτὴ ἦτο καὶ ἡ γνώμη ὅλων τῶν ἄλλων οἱ ὁποῖοι κατεπολέμησαν τὴν Τραπεζιτικὴν ἀναδιοργάνωσιν. Ὁ κ. Μάξιμος λ.χ. ὄχι πρὸ τῆς ἀποσχίσεως ἀλλὰ μετὰ τὴν ἀπόσχισιν δὲν ἔπαυσε νὰ ὀλοφύρεται ὅτι κατεφέραμεν κατὰ τῆς Ἐθνικῆς πλῆγμα καίριον ἐξ οὗ θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ ἀναλάβῃ εἰς τὸ μέλλον. Ὄχι μόνον δηλαδὴ δὲν τὴν ἐπλουτήσαμεν ἀλλὰ καὶ τὴν κατεστρέψαμεν. Αὐτὰ τὰ ἔλεγεν ὁ κ. Μάξιμος.
§196Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τί ἔλεγε τὸ χρηματιστήριον ἠμπορεῖτε νὰ μοῦ εἰπῆτε;
§197Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μὴ σπεύδετε, θὰ σᾶς εἴπω καὶ διὰ τὸ χρηματιστήριον. Ἔγραφεν ὁ κ. Μάξιμος τὴν 1 Ἰουλίου.....
§198Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πωθυπουργός). Τὶ ἀξίαν εἶχον τὰ λεχθέντα τότε; Ἔχομεν τὸ πρᾶγμα σήμερον.
§199Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ἔχουν διὰ σᾶς ἀξίαν, δι’ ἐμὲ καὶ ὅλον τὸν ἀμερόληπτον κόσμον ἔχουν μεγίστην. (ἀναγινώσκει). «Ἄν γίνῃ δεκτὸν τὸ σχέδιον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καθίσταται προβληματικὴ ἡ ὕπαρξις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης....
§200Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀξίζει νὰ παράγετε ἐντύπωσιν διὰ τοιοῦτον λόγον. Δὲν ἔχει σημασίαν.
§201Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἔχει μεγίστην σημασίαν τὴν ὁποίαν δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἐξουδετερώσητε δι’ ἀναφωνήσεων Λοιπόν. (ἀναγινώσκει). «Ἄν γίνῃ δεκτὸν τὸ σχέδιον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καθίσταται προβληματικὴ ἡ ὕπαρξις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἐφιστῶ ἐπὶ τούτου ὁλόκληρον τὴν προσοχήν του. Πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ χωρισμὸς ἀτυχῶς συνετελέσθη, ὅτι τὸ ζήτημα τῶν καλυμμάτων, ὡς ἄλλωστε καὶ ὁ ἴδιος τὸ παραδέχεται, ἐλύθη καὶ ὅτι ταῦτα διετιμήθησαν καὶ ἐπιστώθη μὲ τὸ προϊόν αὐτῶν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Ἔχει δὲ ἀνάγκην τοῦ προϊόντος τούτου διὰ νὰ ζήσῃ.... διότι ἐπεσωρεύθησαν μετὰ περισσῆς ἐπιπολαιότητος ἐπὶ τῆς ράχεώς της τοιαῦτα βάρη καὶ δὴ κρατικὰ ὥστε νὰ καθίσταται ἀδύνατον νὰ κινηθῇ καὶ νὰ ὑπάρξῃ διὰ τῶν ἰσχνῶν αὐτῆς κεφαλαίων καὶ τῶν καταθέσεών της». Ἔχει λοιπὸν ἀνάγκην καὶ τῶν 560 ἑκατομμυρίων, διὰ νὰ ζήσῃ. Ποία; ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Αὐτὰ ἔλεγεν τὴν 1 Ἰουλίου ὁ τεχνικὸς σύμβουλος τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος. Ἐκτιμῶ ἐν τῇ εἰδικότητί του τὴν ἀντοχὴν τοῦ ἱδρύματος. Ἀλλ’ ὄχι μόνον ὁ κ. Μάξιμος εἶχε τὴν γνώμην ταύτην, ἀλλὰ καὶ ἕτερος διακεκριμένος τραπεζιτικὸς ὁ κ. Σπ. Λοβέρδος πολέμιος καὶ οὗτος τῆς μεταρρυθμίσεως σαφέστατα καὶ οὗτος ὑπεστήριξεν ὅτι εἶναι ἀδύνατον ἡ Τράπεζα νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς ἐργασίας της, στερουμένη τοῦ ἀντιτίμου τῶν καλυμμάτων. Ὁμόθυμος δηλαδὴ ἦτο ἡ ἀναγνώρισις καὶ πρὸ τῆς ἀποσχίσεως καὶ μετὰ τὴν ἀπόσχισιν, ὅτι ἡ ἀντοχὴ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἦτο περιωρισμένη καὶ ὅτι ἡ ἀφαίρεσις οὐ μόνον τῶν 1200 ἑκατομμυρίων ἀλλὰ καὶ μικροτέρου ποσοῦ θὰ τὴν ἐξέθετεν εἰς βέβαιον ὄλεθρον. Καὶ πράγματι πῶς ἠμποροῦσε νὰ φαντασθῇ τις ὅτι ἡ Τράπεζα δὲν θὰ περιήρχετο εἰς κρίσιμον θέσιν, ὅταν τὸ ἐτήσιόν της μέρισμα δὲν ὑπερέβαινε τὰ 50–60 ἑκατομμύρια δραχμῶν ἡ δὲ ἀφαίρεσις καλυμμάτων θὰ ἐστοίχιζε εἰς αὐτὴν 120 καὶ πλέον ἑκατομμύρια ἀπορροφοῦντα καὶ μέρισμα καὶ τὰ ἀποθεματικὰ καὶ ἀφήνοντα καὶ ἐπὶ πλέον ἐτησίαν ζημίαν τεραστίαν; Τοιαύτη ἦτο ἡ θέσις τῆς Τραπέζης τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ ἡ περὶ τῆς ἀντοχῆς της γνώμη τῶν εἰδημόνων. Ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου τοῦ 1928 τὰ πράγματα ὑπέστησαν ταχεῖαν καὶ ἀπροσδόκητον μεταβολήν, διότι ἄλλαι περιστάσεις προέκυψαν. Ἡ δημιουργηθεῖσα γενικὴ δυσπιστία πρὸς τὰ ἀσθενέστερα πιστωτικὰ ἱδρύματα ἔθεσε, εὔλογος ἢ παραλόγος δὲν τὸ ἐξετάζω, τὸ χρῆμα καὶ τὰς καταθέσεις τοῦ κόσμου πρὸς τὴν Ἐθνικὴν καὶ ἐπλούτισαν τὰ ταμεῖα της μὲ νέα κεφάλαια 1.000.000.000 δραχμῶν ὡς ἀνέφερεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ νομοσχεδίου. Αὐτὸ εἶναι τὸ μέσον τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησε τὴν σημερινήν της ἀντοχὴν ὅλως διάφορον ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἐνεφάνιζεν ὅταν ἐπρόκειτο νὰ κρίνωμεν περὶ τῶν 1200 ἑκατομμυρίων. Τότε ἡ ἀφαίρεσις παρ’ ὅλων ἐθεωρεῖτο ὡς ὀλεθρία.
§202Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μὰ σεῖς δὲν εἶναι δι’ αὐτὸ ποὺ δὲν τὰ ἐπήρατε.
§203Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δι’ ἐμὲ καὶ διὰ πάντα εὐσυνείδητον κριτὴν ἔπρεπε νὰ συντρέξουν τρεῖς λόγοι.
§204Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μὰ δὲ διενοήθητε καθόλου νὰ τὰ πάρετε.
§205Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἡ κρίσις σας ἄνευ σημασίας, κρίσις αὐθαίρετος ὡς αἱ πράξεις σας, κρίσις μὴ δικαιολογοῦσα τὴν ἀφαίρεσιν δι’ ἣν θὰ ἔπρεπε νὰ συντρέξουν ὡς εἶπον τρεῖς περιστάσεις: πρῶτον νὰ ἀναγνωρισθῇ ὅτι τὰ 1200 ἑκατομμύρια ἀνῆκον εἰς τὸ Κράτος καὶ ὄχι εἰς τὴν Τράπεζαν, δεύτερον ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ὑποχρέωσις πρὸς ἀποζημίωσιν τῆς Τραπέζης καὶ τρίτον ὅτι ἡ ἀντοχὴ αὐτῆς ἦτο μεγάλη ὥστε νὰ μὴ ἐπέλθῃ μείωσις τῆς δυναμικότητός της ἐκ τῆς ἀφαιρέσεως. Καὶ ἐκ τοῦ τελευταίου τούτου διεπιστώθη ἀκαταμαχήτως ὅτι ἡ ἀντοχὴ της ἦτο τοιαύτη ὥστε ἡ ἀφαίρεσις νὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἄμεσον τῆς Τραπέζης κατάρρευσιν. Καὶ ὄντως, ἂν προέκυπτεν ἡ δυσπιστία κατὰ τῶν μικροτέρων πιστωτικῶν ὀργανισμῶν θὰ εὑρισκόμεθα ἤδη ἐνώπιον βαθυτάτου κλονισμοῦ τοῦ ἱδρύματος καὶ καταρρεύσεως αὐτοῦ. Ἐπειδὴ ἐγίνετο ἡ ἀφαίρεσις παρ’ ἡμῶν καὶ ἐπήρχετο ὡς ἦτο φυσικὸν ἡ κατάρρευσις πρῶτος σεῖς, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἐζητούσατε ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν νὰ μᾶς ἀπαγχονίσῃ διὰ τὸ κακούργημα τὸ ὁποῖον διεπράξαμεν κατὰ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Δὲν εὑρισκόμεθα ἐδῶ τότε ἀπολογούμενοι διὰ φανταστικὰς ζημίας ἀλλὰ θὰ ἐσυρόμεθα ὑπὸ τοῦ ἐξηγερμένου πλήθους ὅπως λογοδοτήσωμεν ὡς ἔνοχοι ἀληθοῦς καταστροφῆς. Ἐὰν παρουσιάζῃ ὕψωσιν ἡ τιμὴ τῶν μετοχῶν τῆς Ἐθνικῆς εἰς τὴν ἀγοράν, τὸ φαινόμενον δὲν εἶναι μονομερὲς ἀλλὰ παραλλήλως ἐπῆλθεν αὔξησις ὅλων τῶν ἀξιῶν.
§206Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μὲ βῆμα πολὺ μεγαλείτερον.
§207Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τὸ βῆμα αὐτὸ θὰ ἀνεκόπτετο διὰ τῆς ἀφαιρέσεως τῶν 1200.000.000.
§208Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπόδειξις ὅτι δὲν εἶναι τοῦτο ἀκριβὲς εἶναι ὅτι μετὰ τὴν ἀνάληψιν τῆς ἐξουσίας παρ’ ἐμοῦ καὶ μετὰ τὴν μεγάλην ἐμπιστοσύνην ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς ἐμὲ ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ ἡ τιμὴ τῶν μετοχῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἔφθασεν εἰς 58.000 δραχ. ἀπέναντι 37.000 ποὺ εἶχε πρὸ τοῦ χωρισμοῦ.
§209Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Πότε εἶχε 37.000;
§210Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ 1927.
§211Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. 37.000 δὲν εἶχε ποτέ.
§212Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μετὰ τὴν ἀνάληψιν παρ’ ἐμοῦ τῆς ἐξουσίας ἤρχισαν νὰ ὑψώνωνται, ἐὰν δὲ δὲν παρενέβαινεν ἡ ἐπέμβασίς μου αἱ μετοχαὶ αὐταὶ θὰ εἶχον φθάσει τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὰς 100.000 δραχμάς.
§213Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν θὰ εἶχον φθάσει. Ἡ κίνησις αὕτη ἤρχισεν ἀπὸ τῶν μέσων τοῦ 1927 καὶ ἐχαλαρώθη ἡ τιμή των ὅταν ἐγεννήθη ὁ φόβος τῆς ἀφαιρέσεως τῶν 1200 ἑκατομμυρίων. Ἡ χαλάρωσις ἐξουδετερώθη καὶ νέα ἐσημειώθη ὑψωτικὴ κίνησις ὅταν ἤρχισεν ἀθρόα εἰσροὴ καταθέσεων εἰς τὴν Ἐθνικήν. Τὸ συμπέρασμα κύριοι εἶναι ὅτι βία ἐστερήθη ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τῶν καλυμμάτων ὅταν πασιφανῶς ἀπεδείχθη ὅτι ἡ κυριότης τῆς ἐπ’ αὐτῶν, ὅτι ἡ ὀφειλομένη εἰς αὐτὴν ἀποζημίωσις ἐκ μέρους τοῦ Κράτους ὑπερέβαινε κατὰ πολὺ τὸ ποσὸν τῶν 1200 ἑκατομμυρίων ὅτι ἡ ἀντοχὴ τοῦ ἱδρύματος κατὰ τὸν χωρισμὸν δὲν ἐπέτρεπε τὴν ἀφαίρεσιν ἥτις θὰ ἐπέφερε τὴν συντριβήν του. Ἡ Κυβέρνησις ἀναχωρήσασα ἀπὸ ἄλλης ἐντελῶς ἀρχῆς τῆς παραχωρήσεως τῶν μετοχῶν τῆς ἐκδοτικῆς κατέληξεν εἰς τὴν λύσιν τῆς ἀπροκαλύπτου βίας. Δὲν ἐφρόντισε τοὐλάχιστον νὰ πείσῃ τὴν κοινωνίαν, ὅτι παραβιάζουσα τὰ συντεθειμένα, ἀπέβλεψεν εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν τοῦ δικαίου ἀναστήλωσιν, διότι ἂν εἰς τοῦτο ἀπέβλεπε, θὰ ἐπεζήτει, ὡς ἐζητήθη παρ’ αὐτῆς τὴν ἀμερόληπτον τῶν εἰδημόνων κρίσιν καὶ θὰ ἔθετε τὴν ὅλην ὑπόθεσιν ὑπὸ τὸν ἔλεγχον ἐμπειρογνωμόνων παγκοσμίου περιωπῆς. Ἄν εἶχεν οὕτως πεποίθησιν ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ δικαίου τῶν ἀπόψεών της δὲν θὰ παρεγνώριζε τὴν διέξοδον ταύτην, ἀλλ’ θὰ τὴν ἐπεδείκνυεν, ἐνῷ ἐπιμόνως τὴν ἀπέκρουσε προταθεῖσαν, καὶ ἐπισείουσα τὴν δύναμίν της κατώρθωσε νὰ ἐξαναγκάσῃ τὴν Τράπεζαν εἰς ὑπόσχεσιν πληρωμῆς 560 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Θὰ τὰ δώσῃ τὰ 560 αὐτὰ ἑκατομμύρια δραχμῶν ἡ Τράπεζα, ἀλλὰ δὲν θὰ μείνουν ταῦτα τελικῶς εἰς βάρος της, θὰ ἐπιπέσουν ἀναμφιβόλως ἐπὶ τῶν ὤμων τῶν συναλλασσομένων, ἐπὶ τῆς ράχεως τοῦ κοινοῦ σας. Εἶναι εὐκολώτατον εἰς τὸ Κράτος πάλιν νὰ ἀποσπᾷ ἀπὸ μίαν Τράπεζαν ὡς ἡ Ἐθνικὴ ὑπὸ τὸ κράτος τῆς βίας μεγάλα ποσά, ἐφ’ ὅσον ἡ Τράπεζα ἔχει τὴν δύναμιν τῆς κατὰ τὸ δοκοῦν ρυθμίσεως τοῦ ἀγοραίου τόκου καὶ ἡ πληρωμὴ πρόκειται νὰ γίνῃ ἀναλώμασιν ἄλλων. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔχει ὅλα τὰ μέσα πρὸς ἀποσόβησιν τῆς ζημίας τοῦ ἱδρύματος καὶ κατανομὴν τῶν 560 ἑκατομμυρίων εἰς πλείονας χρήσεις, εἰς 12 ἢ καὶ περισσοτέρας τούτων, ἐπιτυγχάνουσα τὴν εὔκολον δι’ αὐτὴν ἐπίπτωσιν τοῦ βάρους ἐν μέρει ἐπὶ τοῦ Κράτους καὶ ἐν μέρει ἐπὶ τῆς κοινωνίας. Διὰ τῆς ἐπιτρεπομένης εἰς αὐτὴν κατανομῆς εἰς πλείονας χρήσεις θὰ κατορθώσῃ νὰ ἐξουδετερώσῃ ἐπὶ πολλὰ ἔτη τὴν συμμετοχὴν τοῦ δημοσίου εἰς τὰ κέρδη της. Καὶ δὴ συμμετοχὴν ὄχι ὑποθετικήν, ἀλλ’ οὐσιώδη, ὡς ἐξελίσσονται αἱ ἐργασίαι τῆς Τραπέζης. Ἀλλ’ ἡ Ἐθνική, παραμένουσα κυρία τῆς ἀγορᾶς καὶ ὁ μόνος ρυθμιστὴ τοῦ τόκου....
§214Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Βεβαίως δὲν θὰ εἶναι ὁ μόνος ρυθμιστής. Ἔχομεν καὶ τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος.
§215Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὑπάρχει βεβαίως ἡ Ἐκδοτική. Εὔχομαι ὅπως ἀναπτυχθῇ αὕτη ταχέως, διότι τοῦτο συμφέρει ἀπὸ καθαρῶς ταμειακῆς τοῦ Κράτους ἀπόψεως, τῆς Ἐκδοτικῆς ἀποτελούσης ἐπωφελεστάτην διὰ τὸ Δημόσιον ἐπιχείρησιν. Ἀφοῦ εἶναι τραπεζιτικὸς ὀργανισμὸς Κρατικὸς παρὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς αὐτονομίας, καὶ ὅλα τὰ κέρδη της μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν ἐπὶ τοῦ τόκου τῶν 400.000.000 τοῦ μετοχικοῦ της κεφαλαίου περιέρχονται εἰς τὸ Κράτος, συμμετέχον καὶ εἰς τὰ ἀπόθεματικά της. Ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἀρνηθῶμεν ὅτι ἕως ὅτου ἐκταθῇ ἐπαρκῶς ἐντὸς τοῦ πλαισίου τοῦ προορισμοῦ της...
§216Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ προεξοφλήσεις νὰ κάμνῃ μόνον ....
§217Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐπιβάλῃ τὰς ἀπόψεις της.
§218Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Διατί; Δὲν ἔχει κανὲν ἐμπόδιον νὰ κάμνῃ προεξοφλήσεις.
§219Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἔχει βεβαίως τὸ δικαίωμα νὰ προβαίνῃ καὶ εἰς προεξοφλήσεις ἐναρμονιζομένας πρὸς τὸ καταστατικόν της.
§220Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀπολύτως.
§221Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀλλὰ καὶ πάλιν πρὸ τῆς παρελεύσεως ἐτῶν τινων δὲν ἠμποροῦμεν ἀτυχῶς νὰ ἐλπίσωμεν ὅτι θὰ γίνῃ αὕτη κυρία τῆς ἀγορᾶς καὶ δὲν θὰ διέπῃ τὸν τόκον ὁ ὄγκος τῆς Ἐθνικῆς. Τούτου δοθέντος θὰ ἤρκει ἡ Ἐθνικὴ νὰ διατηρήσῃ ὑψηλὰ τὸ ἐπιτόκιον, ὡς ἄλλως τε τὸ διετήρησεν, ἢ καὶ νὰ τὸ αὐξήσῃ ὡς τὸ ηὔξησε διὰ νὰ ἀνακτήσῃ τὸ ποσὸν τῆς ἐπιβληθείσης εἰς αὐτὴν πληρωμῆς. Ὑπὸ τύπον ἀναλήψεως μέρους τῶν καλυμμάτων ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς ἐπιβολὴν καθαρᾶς φορολογίας ἐπὶ τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς βιομηχανίας, τῶν συναλλαγῶν ἐπὶ τοῦ συνόλου τῆς κοινωνίας, κατὰ τὴν γνώμην μου δὲ χιλιάκις προτιμωτέρα θὰ ἦτο ἡ ἀπροκάλυπτος φορολογία χάριν τῶν ἀναγκῶν τῆς ἀγροτικῆς πίστεως, διότι τότε θὰ εἴμεθα βέβαιοι ὅτι.
§222Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Νέα φορολογία, λέγετε, εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν διὰ νὰ κάμωμεν τὴν Τράπεζαν τὴν Ἀγροτικήν; Λέγετε ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα θὰ κάμῃ κατάχρησιν τῆς δυνάμεώς της. Δὲν ἀμφισβητῶ ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν εἶναι τεραστία, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει Κυβέρνησις ἡ ὁποία ἐννοεῖ νὰ προστατεύῃ τὴν κοινωνίαν, εἶναι ἀδύνατον νὰ καταχρασθῇ τῆς δυνάμεώς της.
§223Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δύναται, τὸ ἀπέδειξα ἤδη.
§224Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ αὐτὰς τὰς ἀπειλάς.
§225Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν νομίζω ὅτι σᾶς ἐνοχλοῦν αὐταὶ αἱ ἀπειλαί. Ἀπέδειξα ὅτι δὲν ὑπῆρξαν παραχωρήσεις πρὸς τὴν Τράπεζαν, ὅτι τοὐναντίον παραχωρήσεις ἐγένοντο εἰς ὄφελος τοῦ δημοσίου καὶ ὅτι ἡ θέσπισις τῆς ὑποχρεωτικῆς καταθέσεως τῶν νομικῶν προσώπων ἔχει πολλαπλοῦν σκοπὸν, πρωτίστως ἀποβλέποντα εἰς τὴν ἀσφάλειαν τοῦ χρήματος τῶν ἱδρυμάτων.
§226Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ποίους ἐμποδίζει; Ἐγὼ θὰ ἐζήτουν νὰ καταργήσω τὸν νόμον. Εἰς κάθε περίστασιν ποὺ συνεζήτουν μὲ τὴν Τράπεζαν τῆς ἔλεγον: ἄκου ἐδῶ θὰ σοῦ ἀφαιρέσω τὰς καταθέσεις αὐτάς.
§227Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μέσων πιέσεως δὲν θὰ στερηθῇ τὸ Δημόσιον οὐδέποτε ἀπέναντι τῆς Ἐθνικῆς, τῆς ὁποίας μεγάλα συμφέροντα ἐξαρτῶνται ἐκ τῆς συνεργασίας της πρὸς τὸ Κράτος. Ἡ πρόνοια ἐπέβαλε νὰ μὴ εἶναι τὸ χρῆμα τῶν ἱδρυμάτων εἰς τὴν διάκρισιν τῶν διοικούντων ταῦτα καὶ τῶν Κυβερνήσεων, ἀλλὰ τελείως ἐξησφαλισμένον. Ἐκεῖ ὅπου τὸ Κράτος μικρὰν ἠμπορεῖ νὰ ἀσκήσῃ ἐπιρροὴν, εἶναι ὁ καθορισμὸς τοῦ τόκου, ὅστις δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ διὰ τῆς σπάθης.
§228Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὄχι διὰ τῆς σπάθης του. Ἂν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα δὲν δύναται νὰ σᾶς χρησιμεύσῃ διὰ τὸν περιορισμὸν τοῦ τόκου τῆς προεξοφλήσεως, τότε ἀδίκως ὑπέστημεν τὰς θυσίας αὐτάς. Τοῦτο θὰ ἀπετέλει χρεωκοπίαν ὅλου σας τοῦ ἔργου.
§229Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν διατρέχει τὸν κίνδυνον χρεωκοπίας, διότι ἔχει στηριχθῇ ἐπὶ ἀδισσείστων θεμελίων ὁλόκληρον τὸ ἔργον τῆς Τραπέζης καὶ τῆς νομισματικῆς ἐξυγιάνσεως. Εἶπον διὰ τῆς σπάθης, διότι προκειμένου περὶ τόκου δὲν ἠμπορεῖ τὸ Κράτος νὰ ἐπιβάλῃ τὰς ἀπόψεις του.
§230Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὁ νόμος ὁ ὁποῖος ἐπιτρέπει εἰς τὸ Κράτος νὰ φορολογῇ τὰ ἔκτακτα κέρδη δὲν εἶναι σπάθη, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὁμιλῆτε περὶ σπάθης. Ἂν ἐγὼ ἐδέχθην ἐξ ὑπερηφανείας νὰ γράψῃ ἡ Τράπεζα ὅ,τι ἤθελεν εἰς τὸ προοίμιον, σᾶς εἶπον ὅτι ἂν δὲν μοῦ δώσῃ τὰ χρήματα θὰ τῆς τὰ πάρω διὰ τῆς φορολογίας τὰ 560.000.000. Αὐτὰ δὲν εἶναι σπάθη. Σύ, Τράπεζα, πρόκειται νὰ κρίνῃς. Τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ ἐξάσκησιν δυνάμεως ἀδίκου, ἀποτελεῖ ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ φορολογῇ.
§231Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τὸ Κράτος ἔχει πλεῖστα δικαιώματα ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖ νὰ κάμνῃ χρῆσιν αὐτῶν εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε. Ἄνισος δὲ καὶ ἄστοχος κατάχρησις τῶν δικαιωμάτων τούτων ἠμπορεῖ νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ἄσκησιν ἐκθέσμου βίας ὡς εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν. Δικαιοῦται τὸ Κράτος νὰ ἐπιβάλῃ φορολογίαν ἐκ τῶν κερδῶν ἀλλ’ ἴσην δι’ ὅλους τοὺς ὀργανισμούς, καὶ ἐν προκειμένῳ ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ἐκ τῆς σταθεροποιήσεως προέκυψαν κέρδη διὰ τὰς Τραπέζας ἐκ τῆς ἀνατιμήσεως τῶν περιουσιακῶν των στοιχείων, θὰ ἔπρεπε τὸ Κράτος νὰ ἐπιβάλῃ φορολογίαν ἐφ’ ὅλων τῶν πιστωτικῶν ἱδρυμάτων καὶ ὄχι μονομερῆ, ὡς ἠπειλήθη τῆς ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ μιᾶς μόνης Τραπέζης, πρὸς ἐκβιασμόν. Τὸ ζήτημα ἄλλως τε τῆς φορολογήσεως τῶν μετὰ τὴν σταθεροποίησιν ἐκ τῆς τοπικῆς ἀνατιμήσεως κερδῶν τὸ ἐμελέτησαν πανταχοῦ, οὐδαμοῦ δὲ ἐδέχθησαν ὅτι ἐπετρέπετο νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ ὑπεραξία τῶν εἰς χρυσὸν στοιχείων λόγῳ τῆς σταθεροποιήσεως. Οὐδαμοῦ. Ἡ εἰδικὴ διάταξις τῆς συμβάσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος συμμετέχει εἰς τὰ κέρδη τῆς Τραπέζης καὶ τὰ ἀποθεματικὰ τὰ σχηματιζόμενα ἀπὸ τοῦ 1923, δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὴν σταθεροποίησιν καὶ τὴν ἐξ αὐτῆς προελθοῦσαν ἀνατίμησιν, διότι ἡ σύμβασις ἐκείνη ὡμίλει περὶ νέων ἐντελῶς ἀποθεμάτων τὰ ὁποῖα θὰ ἐσχηματίζοντο μετὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου 1923.
§232Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ναί, ἀλλὰ αὐτὸ μόνον ἐφ’ ὅσο ἡ Τράπεζα, αἰρομένης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, θὰ ἐκαλεῖτο νὰ ἐξοφλήσῃ τὰ γραμμάτια μὲ χρυσᾶς δραχμάς.
§233Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἐπληρώνετο καὶ εἰς χρυσόν. Εἶναι φανερόν, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι σεῖς κατ’ ἀντίθεσιν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι σᾶς ἐπεκρότησαν ἀντελήφθητε τὴν ὀλισθηρότητα τοῦ ἐδάφους τῶν ἐπιχειρημάτων εἰς τὰ ὁποῖα ἐξετέθητε. Ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας θὰ εἴπῃ ἐπάνοδος τοῦ νομίσματος εἰς τὸ ἄρτιον, δηλαδὴ ὅλα τὰ δικαιώματα καὶ αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ λοιποῦ θὰ ἐξοφλοῦνται εἰς νόμισμα χρυσοῦν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχικῆς τοῦ νομίσματος ἀξίας. Ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ ἰσχυρίζεσθε ὅτι ἡ Τράπεζα θὰ ὑπεχρεοῦτο νὰ πληρώσῃ 763.000.000 τῆς κυκλοφορίας εἰς χρυσὸν ἐπίσης δὲ εἰς χρυσὸν καὶ τὰς καταθέσεις της καὶ ὅλας τὰς ὑποχρεώσεις της. Ἀλλ’ ἡ Τράπεζα τούτου γινομένου θὰ εἶχε καὶ αὐτή, δὲν χωρεῖ περὶ τούτου ἀμφιβολία, τὸ δικαίωμα νὰ ἀξιώσῃ ἐπίσης, πληρώνουσα εἰς χρυσόν, νὰ πληρώνεται καὶ αὐτὴ ἐπὶ τῷ αὐτῷ μέτρῳ. Δὲν θὰ εἶχε λοιπὸν καμμίαν ὠφέλειαν καὶ καμμίαν ζημίαν. Τὶ προσθέτετε λοιπὸν τώρα, λέγοντες ὅτι ναὶ μὲν δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα αὐτό...
§234Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὄχι, δὲν εἶπον αὐτό. Εἶπον, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσῃ....
§235Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἶναι σαφὲς ὅτι οὐδέποτε ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἠδύνατο νὰ ἐπιβληθῇ ὑπὸ τοιούτους ὅρους ὥστε ἡ μὲν Τράπεζα νὰ πληρώνῃ εἰς χρυσόν, νὰ πληρώνεται δὲ εἰς χαρτί.
§236Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Συμφωνῶ, ἀλλὰ νομίζετε ὅτι ἀλλάζει τὴν ἀξίαν τοῦ ἐπιχειρήματός μου τὸ δικαίωμα τῆς Τραπέζης νὰ ἐξοφλήσῃ τὰ τραπεζογραμμάτια...... Λυποῦμαι πολὺ διότι τόσον ἁπλούστατον ζήτημα....
§237Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἁπλοῦν, ἁπλούστατον ὄντως καὶ ὑποθέτω τὸ ἀντελήφθη σύσσωμος ἡ Βουλή. Ἓν ἐκ τῶν δύο: ἢ θὰ διετηρεῖτο ἡ ὑποτίμησις τοῦ νομίσματος ἢ θὰ ἐγίνετο ἡ ἄρσις. Ἐὰν ἐγένετο ἡ ἄρσις θὰ ἐπλήρωνε μὲν εἰς χρυσὸν ἡ Τράπεζα, ἀλλὰ θὰ ἐπραγματοποίει καὶ ὅλας της τὰς εἰσπράξεις εἰς χρυσόν, ὅπως καὶ ὅλα τὰ ἄλλα πιστωτικὰ ἱδρύματα.
§238Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὶ σχέσιν ἔχει;
§239Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Σχέσιν ἔχει πολλὴν διότι ἀποδεικνύει ὅτι ἡ Τράπεζα δὲν ὠφελήθη ἐκ τῆς σταθεροποιήσεως ὅπως φορολογηθῇ, οὐδὲ ζημίαν τινὰ θὰ ὑφίστατο ἐκ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὴν ὁποίαν δῆθεν ἀπέφυγε. Οὐδὲ ἐκ τῶν ἀποθεματικῶν προέκυψε δι’ αὐτὴν κέρδος τι. Ἡ δὲ σύμβασις, καθορίζουσα τὴν συμμετοχὴν τοῦ Κράτους εἰς ταῦτα, ὁμιλεῖ περὶ τῶν κερδῶν τὰ ὁποῖα θὰ προέκυπτον μετὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου 1923. Θὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ τόκου διὰ νὰ εἴπω ὅτι ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα δὲν θὰ εἶναι εἰς θέσιν ἐπί τινα ἔτη νὰ ἐπιβάλῃ τὴν πολιτικήν της ἐπὶ τοῦ τόκου, διότι πρέπει νὰ ἀνδρωθῇ ἐπαρκῶς καὶ νὰ ἀναπτύξῃ τὴν ἐπαφήν της μὲ τὴν ἀγοράν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ ἐκδίδῃ μόνον πλατωνικὰς ἀποφάσεις ἀλλὰ νὰ ἀναγκάζῃ τὰς λοιπὰς Τραπέζας νὰ τὴν παρακολουθοῦν. Πρὸ τούτου τὴν ρύθμισιν θὰ ἔχῃ ἡ Ἐθνική, καὶ ἡ ρύθμισις αὕτη ἔγινε καὶ θὰ γίνῃ καταλλήλως διὰ νὰ ὑπερκαλύψῃ τὴν βιαίως ἐπιβαλλομένην εἰς αὐτὴν ζημίαν δαπάναις τῆς συναλλασσομένης κοινωνίας. Θὰ ἦτο ἀπείρως προτιμώτερον νὰ μὴ ἐπιβληθῇ φορολογία τις ἄνευ ἀνάγκης εἰς τὸν λαόν, ἀλλὰ τὸ χείριστον εἶδος τῆς φορολογίας ἀποτελεῖ ἡ συγκεκαλυμμένη τοιαύτη, ἥτις νῦν ἐπιβάλλεται. Διότι τοὐλάχιστον ὅταν κατ’ εὐθεῖαν ἐπιβάλλονται οἱ φόροι εἴμεθα βέβαιοι ὅτι περιέρχονται εἰς ὄφελος τοῦ Δημοσίου ὅσα πληρώνει ὁ λαός. Ἐνῷ ἤδη, διὰ τῆς ὑψώσεως τοῦ τόκου οὐ μόνον παρὰ τῆς Ἐθνικῆς ἀλλ’ ὑφ’ ὅλων ἐν γένει τῶν πιστωτικῶν ἱδρυμάτων καὶ τῶν χρηματοδοτῶν, ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς θὰ πληρώσῃ πολὺ περισσότερα τῶν 560 ἑκατομμυρίων. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐδίστασε νὰ ἐκλέξῃ τὴν ὁδὸν αὐτὴν καὶ νὰ μετέλθῃ βίαν, δὲν ἐδίστασε στερηθεῖσα νομίμου βάσεως νὰ ἀναγάγῃ τὴν δύναμίν της εἰς νόμον. Ἐδημιούργησε διὰ τοῦ τρόπου τούτου ὀλέθριον προηγούμενον. Δὲν θὰ ὑπάρξουν εἰς τὸ μέλλον Κυβερνήσεις οἱουδήποτε εἴδους, κοινοβουλευτικαὶ ἢ μή, νόμιμοι ἢ ἔκθεσμοι, διαθέτουσαι ἴσην ἰσχὺν πρὸς τὴν παροῦσαν; Εἶναι πιθανὸν νὰ μὴ ὑπάρξουν ἄλλαι Κυβερνήσεις ἴσην διαθέτουσαι ἰσχύν. Ἀλλοίμονον ὅμως ἐὰν ὑπάρξουν τοιαῦται καὶ ἀκολουθήσουν τὸ σημερινὸν παράδειγμα.
§240ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ὥρα παρῆλθεν νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις.
§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον Σάββατον καὶ ὥραν 5 μ. μ. (Ὥρα 12 καὶ 10′ μετὰ μεσονύκτιον)