1929.07.13
3.581 στίχοι · 27.412 λέξεις · 229 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 8η
ΣΑΒΒΑΤΟΝ 13 ΙΟΥΛΙΟΥ 1929
Προεδρία κ. Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΥ
(Ὥρα 5 μ. μ)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα, ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Αἱ Καπνεργατικαὶ ἑνώσεις Σερρῶν Καβάλλας ἀναφέρουν τὴν ἀνεργίαν ἥτις μαστίζει τὴν τάξιν των καὶ παρακαλοῦν ὅπως ληφθοῦν ὑπ’ ὄψει τὰ ὑπ’ αὐτῶν προτεινόμενα μέτρα. —Οἱ Καπνεργάται Πειραιῶς διαμαρτύρονται κατὰ τοῦ διευθυντοῦ ΤΑΚ ἀποπέμψαντος ὑβριστικῶς ἐπιτροπὴν αὐτῶν. —Ἡ Ἕνωσις ἐργατοτεχνιτῶν Λαυρίου διαμαρτύρεται διὰ τὰς δολοφονίας τῶν ἀπεργῶν. —Ἰδιοκτῆται ἰχθυοτροφείων λίμνης Ἁγίου Βασιλείου παραπονοῦνται, διότι διὰ τῆς σχετικῆς συμβάσεως οὐδόλως ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψει τὰ συμφέροντα αὐτῶν. —Ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινότητος Σούδας ὑποβάλλει τὴν παράκλησιν ὅπως μὴ μετασταθμεύσῃ ἐκεῖθεν τὸ Σύνταγμα Πυροβολικοῦ. — Ὁ Σύνδεσμος Συνεταιρισμῶν Μεσσηνίας παρακαλεῖ ὅπως δοθῇ ἐξουσιοδότησις εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἵδρυσιν τοῦ Συκικοῦ ὀργανισμοῦ. —Τὸ Γεωργικὸν Ἐπιμελητήριον Φλωρίνης παρακαλεῖ ὅπως δοθῇ μεγαλειτέρα προσοχὴ εἰς τὰ Γεωργικὰ νομοσχέδια. — Ὁ Σύνδεσμος ἀλευρεμπόρων Θεσσαλονίκης παρακαλεῖ ὅπως μὴ μεταβληθῇ τὸ φορτοεκφορτωτικὸν καθεστώς. Οἱ κ. κ. Θ. Σοφούλης (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν) καὶ Γ. Μαρῆς (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλουν σχέδιον νόμου «περὶ ἑρμηνείας τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ 4ου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου περὶ ἑκουσίας ἀποστρατείας ἀξιωματικῶν» τὸ ὁποῖον παρακαλοῦν ὅπως κηρυχθῇ ὑπηρεσιακόν. Ὁ κ. Θ. Σοφούλης (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου 3738 περὶ συστάσεως ἐπιθεωρήσεων Σωμάτων Στρατοῦ» τὸ ὁποῖον παρακαλεῖ ὅπως κηρυχθῇ ὑπηρεσιακόν. Ἡ ἐπὶ τῆς Προνοίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν κάτωθι σχεδίων νόμων. 1) «Περὶ παρασκευῆς καὶ κυκλοφορίας προφυλακτικῶν θεραπευτικῶν ἰδιοσκευασμάτων» καί. 2) «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 77 τοῦ νόμου 3601 περὶ συστάσεως Φαρμακευτικῶν Συλλόγων». Ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συγκροτήσεως ἐπιτροπῆς καταρτισμοῦ πινάκων Μακεδονομάχων». Ὁ βουλευτὴς κ. Στέφ. Ἀναστασιάδης ὑποβάλλει τροπολογίαν καὶ προσθήκας ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 3598 περὶ προστασίας τῆς σιτοπαραγωγῆς». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ι. Μιχαὴλ, Γ. Παπανδρέου, Ν. Τζερμιᾶς κλπ. ὑποβάλλουν τροπολογίας ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος συμβάσεως περὶ συστάσεως καὶ λειτουργίας τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης». Ἡ ἐπὶ τῆς Προνοίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἐπιχορηγήσεως τοῦ Λαϊκοῦ νοσοκομείου τοῦ Συλλόγου τῶν κυριῶν Σπάρτης «Ἅγιοι Ἀνάργυροι». Ὁ κ. Ἐμμ. Ἐμμανουηλίδης (Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μηχανικῶν τῶν ἀσχολουμένων εἰς ἔργα στεγάσεως Προσφυγικῆς Περιφερείας Ἀττικῆς κατὰ 5». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Σ. Κωστόπουλος, Ν. Ζαρίφης καὶ Λ. Μακκᾶς ὑποβάλλουν τροπολογίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τῆς ἀπὸ 18 Μαρτίου 1926 Συντακτικῆς ἀποφάσεως «περὶ ὀργανισμοῦ τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν». Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας Ψήφισις τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 13)11)27 περὶ καπνοσπόρου». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Ψήφισις τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ ἀπὸ 24 Μαρτίου 1929 Ν. Δ. περὶ καθορισμοῦ ἐπιτροπῆς ἐλέγχου καὶ ἐκδικάσεως τίτλων κυριότητος ἀπαλλοτριωθέντων ἀλλοδαπῶν κτημάτων ὑπηκόων». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Μόνη συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τῆς ὑπηρεσίας Τ.Τ.Τ.».
§3Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Κύριε Πρόεδρε ὑποβάλλω, τὰς ἑξῆς τροπολογίας: (ἀναγινώσκει).
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν. Δέχεται τὰς τροπολογίας τοῦ κ. ὑπουργοῦ;
§5ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἄρθρον ὡς ἐτροπολογήθη παρὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἀναβαλλομένης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ σωματικῆς ἀγωγῆς τῶν νέων».
§7Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Κύριε Πρόεδρε, δηλῶ ὅτι δέχομαι νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἐτροπολογήθη παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν: Δέχεται τὴν τροπολογίαν;
§9ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς βʹ συζήτησιν ὡς ἐτροπολογήθη παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ἀναβαλλομένης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαρρυθμίσεως τῶν σχολείων τῆς Μ. Ἐκπαιδεύσεως».
§11Γ. ΤΗΛΙΚΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρατηρῶ ὅτι ὡς ἔχει τὸ προσχέδιον εἶναι ἀνεφάρμοστον.
§12Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Τὸ νομοσχέδιον διεσκευάσθη διὰ λόγους τῶν οἰκονομικῶν μας.
§13Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Κύριε ὑπουργέ. Παρακαλῶ ὅπως ἐγκρίνετε τὴν διατήρησιν τοῦ Γυμνασίου τῆς Τήνου καθ’ ὅσον ἐξυπηρετεῖ ἑκατοντάδας μαθητῶν οἵτινες ἐν περιπτώσει καταργήσεώς του θὰ εὑρεθοῦν εἰς δυσάρεστον θέσιν νὰ φοιτήσουν εἰς ἄλλα γυμνάσια καὶ θὰ ὑποβάλλωνται εἰς ἔξοδα τεράστια.
§14Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω ὑποβάλει τροπολογίαν ἀφορῶσαν ὅλας τὰς Κυκλάδας καὶ εἰδικῶς τὴν Νάξον, νομίζω δὲ ὅτι καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς δὲν θὰ ἐπιμείνῃ ὅπως ἡ κατάργησις τῶν γυμνασίων περιλάβῃ καὶ τὰς Κυκλάδας καὶ ἰδίως τὴν Νάξον ἥτις ἔχει Γυμνάσιον μὲ πολλοὺς μαθητὰς καὶ ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ κέντρον τῶν Κυκλάδων.
§15Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἐθέσαμεν διετίαν ἵνα ὅσα εἶναι ἀτροφικὰ γυμνάσια νὰ καταργηθοῦν.
§16Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταργῆτε ἕνα σχολεῖον καὶ νὰ μὴ τὸ ἀντικαθιστᾶτε δι’ ἄλλου. Ἡ τροπολογία μου ἔχει ὡς ἑξῆς: (ἀναγινώσκει) καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§17Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Τότε ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν (ἄρθρον 4) ἂς ἐλαττωθῇ εἰς 12.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπεραιώθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὰς τροπολογίας τοῦ κ. ὑπουργοῦ παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἄρθρον τὸ νομοσχέδιον εἰς β, συζήτησιν ὡς ἐτροπολογήθη, ἀναβληθείσης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου).
§20Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§22Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, διαμαρτύρομαι διότι ἐν ἀπουσίᾳ μου ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον «περὶ σωματικῆς ἀγωγῆς τῶν νέων». Ἤθελον ἐπ’ αὐτοῦ νὰ ὁμιλήσω, εἶχον δὲ ὑποβάλλει καὶ τροπολογίας.
§23Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ θεωρηθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς μὴ ψηφισθὲν καὶ νὰ συζητηθῇ βραδύτερον. (Ἐρωτωμένη ἡ Βουλὴ δέχεται τὴν πρότασιν ταύτην. Θεωρεῖται τὸ ἀνωτέρω νομοσχέδιον ὡς μὴ ψηφισθὲν καὶ ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις διὰ βραδύτερον).
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ διδασκαλείου τῆς Μέσης ἐκπαιδεύσεως». (Γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν ὡς ἐτροπολογήθη παρὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ἀναβληθείσης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου).
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαρρυθμίσεως τῶν δημοσίων ἱερατικῶν σχολῶν». Ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Καρασεβδᾶς.
§26Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπαγορεύομεν εἰς τοὺς τελειοφοίτους τῶν ἱερατικῶν σχολῶν νὰ διορίζωνται διδάσκαλοι. Εἰς τὰς ἱερατικὰς σχολὰς διδάσκονται τὰ αὐτὰ μαθήματα, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα διδάσκονται καὶ εἰς τὰ διδασκαλεῖα. Καὶ παιδαγωγικὴ διδάσκεται καὶ φιλολογία κλπ. εἰς τὰς ἱερατικὰς σχολάς. Ὑπάρχουν δὲ καὶ πρότυπα σχολεῖα ποὺ ἐκπαιδεύονται οἱ τελειόφοιτοι, ἂν δὲ ὑπάρχῃ διαφορὰ ὡς πρὸς τὰ μαθήματα, μπορεῖ νὰ προστεθοῦν εἰς τὰς ἱερατικὰς σχολὰς τὰ μαθήματα τὰ ἐλλείποντα, ἂν καὶ σᾶς πληροφορῶ, ὅτι δὲν ἐλλείπει κανένα. Οἱ ἀπόφοιτοι τῶν ἱερατικῶν σχολῶν πρέπει νὰ διορίζωνται καὶ διδάσκαλοι διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν κλῆρον πεπαιδευμένον. Καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχωμεν κλῆρον πεπαιδευμένον διότι μόνον ἔτσι εἶναι δυνατὸν ἡ θρησκεία νὰ εἶναι ἠθικὴ διδασκαλεία, διότι ἄλλως θὰ μετέπιπτεν μὲ τὴν πρόσληψιν ἀγραμμάτων ἱερέων. Ἀλλ’ ὅταν οἱ ἱεροδιδάσκαλοι οἱ ἀπόφοιτοι τῶν ἱερῶν σχολείων δὲν μποροῦν νὰ διορισθοῦν διδάσκαλοι, τὶ θὰ κάνουν ἀπὸ τὰ 15 χρόνια ποὺ τελειώνουν μέχρι τοῦ τριακοστοῦ; τὸν μπακάλη ἢ τὸν ἔμπορο; Δέον νὰ διαλέξουν ἄλλο ἐπάγγελμα, ἀλλὰ διδάσκαλοι καὶ ἱερεῖς δὲν μποροῦν νὰ γίνουν. Συνεπῶς οὐδεὶς θὰ πάῃ νὰ σπουδάσῃ ἱερεύς, ἀλλ’ ὁποιοδήποτε ἄλλο ἐπάγγελμα. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη νὰ ψηφίσωμεν, ὥστε καὶ οἱ ἀπόφοιτοι τῶν ἱερατικῶν σχολῶν νὰ διορίζωνται καὶ διδάσκαλοι, ἔστω προστιθεμένων καὶ ἄλλων μαθημάτων ἀκόμη. Γενικῶς ὑπάρχει μία ἀντίδρασις καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἔξω εἰς τὴν κοινωνίαν κατὰ παντὸς ἐκκλησιαστικοῦ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι τοιαύτη ἀντίδρασι μόνον ἐν τῇ ἀμαθῇ κοινωνίᾳ συναντᾶται. Τὰ πεπολιτισμένα Κράτη κήδονται περισσότερον τῆς Θρησκείας καὶ λαμβάνουν μέτρα πάντοτε ὀρθά. Ἡμεῖς ὁσάκις μᾶς παρουσιασθῇ ζήτημα ἐκκλησιαστικόν, πάντοτε τὸ θέτομεν εἰς δευτέραν μοίραν. Πρέπει νὰ ψηφίσωμεν ὥστε οἱ ἀπόφοιτοι τῶν ἱερατικῶν σχολῶν νὰ εἶναι διδάσκαλοι, τοὐλάχιστον μέχρις ὅτου γίνουν ἱερεῖς. Καὶ μάλιστα νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξέφρασε τὴν ἰδέαν, ὅτι οὐ μόνον μέχρις ὅτου γίνουν ἱερεῖς ἀλλὰ καὶ ὅταν γίνουν ἱερεῖς εἰς τοὺς μικροὺς κύκλους δύναται νὰ εἶναι καὶ διδάσκαλοι.
§27Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ ἐπεκαλέσθητε τὴν γνώμην μου πρέπει νὰ εἴπω τὸ ἑξῆς: Ἤμην καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῶν ἱεροδιδασκαλείων. Τοιοῦτον εἴχομεν καὶ εἰς τὴν Κρήτην καὶ ἐλειτούργησαν ἄριστα, ἀλλὰ κατ’ οὐσίαν ἦτο διδασκαλεῖον εἰς τὸ ὁποῖον προσετίθεντο καὶ ἐκκλησιαστικά τινα μαθήματα, ὥστε οἱ ἀπόφοιτοι νὰ καταλαμβάνουν τὰς θέσεις τῶν δημοδιδασκάλων ἕως ὅτου ἔλθουν εἰς ἡλικίαν νὰ λάβουν καὶ τὸ ἱερατικὸν σχῆμα καὶ νομίζω ὅτι ὁ συνδυασμὸς αὐτὸς ὑπῆρξεν ἄριστος. Ἐλειτούργησεν ἐπί τινα ἔτη μὲ ἕνα θαυμάσιον ἐπίσκοπον. Τώρα τελευταίως ποὺ ἀνασυνεστήθη τὰ ἀποτελέσματα ὑπῆρξαν πολὺ κακά. Ἐγὼ ὑπεστήριξα διαρκῶς τὸ χρήσιμον τοῦ πράγματος, δηλαδὴ ὅτι δυνάμεθα εἰς τὰ μικρὰ χωριὰ νὰ ἔχωμεν ἕνα ἄνθρωπον ὁ ὁποῖος νὰ εἶναι καὶ δάσκαλος καὶ παπᾶς. Ὑπεχώρησα ὅμως εἰς τὴν ἀντίληψιν τῶν ἐκπαιδευτικῶν οἱ ὁποῖοι μοῦ εἶπον: ἀφήσατε τοὺς νέους οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ἀκολουθήσουν τὸ στάδιον αὐτὸ νὰ πᾶνε εἰς τὰ διδασκαλεῖα. Ἐὰν ἔχουν ὄρεξιν νὰ γίνουν καὶ ἱερεῖς μποροῦν νὰ πᾶνε εἰς ἕνα μικρὸ χωριό. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἔχουν ὄρεξιν νὰ γίνουν ἱερεῖς, ἔχουν τὸ καλοκαῖρι νὰ διδάσκωνται, διὰ νὰ μάθουν ὅ,τι τοὺς χρειάζεται ὅταν θὰ ἱεροποιηθοῦν. Μοῦ ἀντετάχθη ὅτι μποροῦμε νὰ κάνωμε καὶ μετεκπαίδευσιν εἰς τοὺς νέους αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι θέλουν. Ἄς τοὺς κάνουμε ἕνα ἢ δύο χρόνια μετεκπαίδευσιν, τὸ βέβαιον ὅμως εἶναι ὅτι ἡ βάσις πρέπει νὰ εἶναι ὁ δημοδιδάσκαλος καὶ ἐπ’ αὐτοῦ νὰ στηριχθῇ καὶ ὁ ἱερεύς.
§28Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἕξ μῆνας λειτουργεῖ ἡ ἱερατικὴ σχολὴ διὰ τοὺς ἀποφοίτους τῶν σχολαρχείων.
§29Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Τὰ μαθήματα τῶν ἱεροδιδασκαλείων εἶναι τὰ αὐτὰ μὲ τὰ μαθήματα τῶν διδασκαλείων, ἂν δὲ εἶναι περισσότερα, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει διατὶ νὰ μὴ διδάσκωνται ἱερατικὰ μέσα εἰς τὰ διδασκαλεῖα, παρὰ νὰ τὰ διδάσκονται ἀπ’ ἔξω;
§30Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Διὰ νὰ φθάσετε εἰς τὸ ἴδιον ἀποτέλεσμα, πρέπει εἰς τὰ ἱεροδιδασκαλεῖα νὰ φοιτήσουν περισσότερα χρόνια παρὰ εἰς τὰ ἄλλα. Ἀλλὰ μὲ τὸ σύστημα ποὺ ὑποστηρίζουν οἱ ἐκπαιδευτικοὶ θὰ ἔχωμεν κάμει μίαν ἐκπαίδευσιν καὶ ἐκεῖνοι ποὺ θέλουν νὰ γίνουν καὶ ἱερεῖς, θὰ ὑποστοῦν μίαν μετεκπαίδευσιν ἕνα ἢ δύο χρόνια.
§31Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Θὰ ἐπρότεινα ὅπως εἰς τὰ διδασκαλεῖα διδάσκωνται καὶ ὅλα τὰ ἱερατικά.
§32Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Χρειάζεται περισσοτέρα φοίτησις.
§33Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Σᾶς λέγω, κ. Πρόεδρε, ὅτι οἱ ἐκπαιδευτικοὶ ἄγονται ἀπὸ ἕνα πνεῦμα ἀντιεκκλησιαστικόν, διότι πάντοτε ὅταν παρουσιάσθη ζήτημά τι ἐκκλησιαστικόν, οὐδέποτε ἐλύθη ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας.
§35Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἐκ τῶν γενομένων συζητήσεων τόσον ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ὅσον καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ὅλοι οἱ ἀσχολούμενοι μὲ τὰ ἐκπαιδευτικὰ συμφωνοῦν ὅτι τὰ διδασκαλεῖα πρέπει νὰ εἶναι ἡνωμένα. Περιορίζομεν δὲ τὰς ἱερατικὰς σχολὰς εἰς ἕξ μόνον, ὅσαι εἶναι ἀρκεταὶ διὰ τὴν Ἑλλάδα, πρὸς τὸν ἀποκλειστικὸν σκοπὸν νὰ βγάλωμεν ἱερωμένους ἀνθρώπους καταλλήλους διὰ νὰ εἰσέλθουν εἰς τὰς ἱερατικὰς σχολάς. Ἐντεῦθεν ἐλήφθη πρόνοια ὥστε τὰ θρησκευτικὰ νὰ διδάσκωνται πλήρως εἰς τὰ διδασκαλεῖα καὶ ἡ ἐκκλησιαστικὴ μουσική. Συνεπῶς θὰ εἶναι ἐφοδιασμένοι οἱ ὀρθόδοξοι μέ ποιάν τινα μουσικὴν μόρφωσιν καὶ ἀφοῦ θελήσουν οἱ ἔχοντες κλήσιν νὰ γίνουν ἱερωμένοι, νὰ δύνανται μὲ τὸ πτυχίον τοῦ διδασκαλείου καὶ μὲ ἑξάμηνον προπαρασκευὴν εἰς τὰς εἰδικὰς ἱερατικὰς σχολάς, εἰς τὰς ὁποίας ὑποχρεωτικῶς διδάσκονται, νὰ γίνωνται ἱερωμένοι. Καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ καλλίτερον. Τὸ πολὺ νὰ γίνουν παπάδες διὰ ν’ ἀποφύγουν τὰ δίκρανα τῶν διδασκαλείων.
§36Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δεκτὸν ὡς ἐτροπολογήθη.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπεραιώθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἐτροπολογήθη παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον ὡς ἐτροπολογήθη, ἀναβληθείσης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου).
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μόνη συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 3558 περὶ προστασίας τῆς ἐγχωρίου σιτοπαραγωγῆς».
§40Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κύριε Πρόεδρε, ὑποβάλλω τὰς ἑξῆς τροπολογίας. (ἀναγινώσκει).
§41Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ν. ΞΗΡΟΣ. Κύριε ὑπουργὲ νὰ συμπεριληφθοῦν ἡ Φθιώτης καὶ ἡ Ἤπειρος.
§42Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Συμπεριλαμβάνονται.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Κουτσίνας.
§44Ι. ΚΟΥΤΣΙΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐκφράζω τὴν λύπην μου διὰ τὴν βραδύτητα τῆς ὑποβολῆς πρὸς ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι εἴμεθα εἰς τὸ μέσον τοῦ Ἰουλίου καὶ ἡ προστασία τοῦ νόμου θὰ ἔλθῃ κατόπιν ἑορτῆς. Εὐτυχῶς τὴν προστασίαν τὴν ὁποίαν δὲν ἔδωκεν ἐγκαίρως τὸ Κράτος τὴν δίδει ὁ Θεὸς, διότι ὁ σῖτος πωλεῖται ἤδη εἰς καλὰς τιμάς.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπεραιώθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς μόνην συζήτησιν ὡς ἐτροπολογήθη ἀναβληθείσης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου).
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μόνη συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσθηκῶν εἰς τὸν νόμον 3717 περὶ ἱδρύσεως αὐτονόμου ὀργανισμοῦ πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν σεισμοπαθῶν Κορινθίας». (Γίνεται δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν, ἀναβληθείσης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου). Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι 20 βουλευταὶ κατέθεσαν ἔγγραφον πρότασιν περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀποδόσεως τῶν ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων κλπ» κατὰ συνέπειαν τὸ νομοσχέδιον ἀναβάλλεται προσωρινῶς. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀσφαλείας ἀγροτικῶν κτημάτων καὶ διοργανώσεως ὑπηρεσίας ἀγροτικῆς ἀσφαλείας».
§48Π. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐπρότεινα νὰ ψηφισθῇ, ὅπως ἔχει τροποποιηθῆ τὸ τελευταῖον ἄρθρον, δηλαδὴ νὰ ἐφαρμόζηται εἰς ἐκείνας τὰς ἐπαρχίας αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται ὀνομαστικῶς.
§49Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ποῖαι εἶναι αὐταί;
§50Π. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶναι τὸ τελευταῖον ἄρθρον τὸ ὁποῖον τὰς ἀναφέρει. (ἀναγινώσκει).
§51Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ν’ ἀναβληθῇ, κ. ὑπουργέ. Θὰ παρακαλέσω ν’ ἀναβληθῇ δι’ ἀργότερον τὸ νομοσχέδιον αὐτό, διότι καὶ δι’ ἐκείνας τὰς περιφερείας ὑπάρχουσιν ἀντιρρήσεις.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται προσωρινῶς. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ καταργήσεως διατάξεων τοῦ νόμου 3479 περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 13 Νοεμβρίου 1927 περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 6 Φεβρουαρίου 1926 περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 2189 τοῦ 1920 περὶ ἐξαγορᾶς τῆς κυριότητος τῶν ἐμφυτευτικῶν κτημάτων, ὡς οὗτος ἔχει τροποποιηθῆ διὰ τῶν νόμων 1925 καὶ 2927 τοῦ 1922». Ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Θ. Χαβίνης.
§53Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ πρὸ τῶν διακοπῶν τοῦτο διότι ἔχουν γίνει τόσαι συγκρούσεις, διότι ἐκδιώκουν ἀνθρώπους ἐκ τῶν κτημάτων ἔχοντας ἐντὸς αὐτῶν περὶ τὰ 100 ἔτη. Ἐγὼ δὲν ἔχω εἰς τὴν περιφέρειάν μου τοιοῦτον ζήτημα, ἀλλ’ ἦλθαν οἱ χωρικοὶ καὶ μοῦ εἶπον ὅτι πρόκειται νὰ γίνουν συγκρούσεις αἱματηρόταται καὶ συντόμως μάλιστα.
§54ΦΩΝΑΙ. Ἀναβάλλεται. Ἀναβάλλεται.
§55Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶναι ἐπεῖγον τὸ ζήτημα καὶ πρέπει νὰ συζητηθῇ, διότι δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ ὅτι εἶναι δυνατὸν τὸ Κράτος νὰ ἐπιτρέπῃ νὰ ἐκδιώκωνται ἐκ τῶν ἀγρῶν ἀγρόται οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐντὸς αὐτῶν ἐπὶ 100 ὁλόκληρα ἔτη καὶ ἐβελτίωσαν τὰ κτήματα καὶ σήμερον ἐκδιώκονται εἰς τοὺς δρόμους. Ἀνάλογα ζητήματα ἔχομεν καὶ εἰς τὴν Ἤπειρον, καὶ παρὰ τὸν νόμον τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν πρὸ δύο μηνῶν δὲν ἐφηρμόσθησαν αἱ διατάξεις αὐτοῦ. Ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας, θὰ γίνουν συγκρούσεις ἔξωθι τῶν Ἀθηνῶν. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ζήτημα εἶναι σοβαρώτατον. Θὰ παρακαλέσω νὰ στέρξῃ ἡ Βουλὴ εἰς αʹ ἀνάγνωσιν καὶ εἰς βʹ μετὰ τὸ μεσονύκτιον.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσιτσάρας.
§57Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κύριοι βουλευταί, αἱ ἐφημερίδες ἀνέγραψαν σήμερον ὅτι ἐπιτροπὴ πολυμελὴς ἐμφυτευτῶν παρουσιάσθη εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως.
§58Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Πρὸ 15 ἡμερῶν. Πρὸ τῆς ἄλλης συζητήσεως, ἡ ὁποία ἔγινε.
§59Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἐπίσης ἀναγράφεται ὅτι καὶ ἰδιοκτῆται παρουσιάσθησαν ἐνώπιον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ παρεπονέθησαν. Τοῦτο ἀποδεικνύει ὅτι δὲν πρόκειται περὶ παρωνυχίδος, ἀλλὰ περὶ ἑνὸς μέτρου σοβαρωτάτου θίγοντος παμμέγιστα συμφέροντα καὶ ἱκανοῦ νὰ φέρῃ κοινωνικὴν ἀναστάτωσιν, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν εἶχε τὴν καλωσύνην ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ συστήσῃ εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας νὰ συμβουλευθῇ ἁρμοδίους συμβούλους καὶ καταλήξῃ εἰς συμπέρασμα τοιοῦτον, ὥστε νὰ δώσῃ ἡ Βουλὴ λύσιν ἱκανοποιοῦσαν ἀμφότερα τὰ μέρη. Κατ’ οὐσίαν εἶχε σχηματισθῆ πεποίθησις ὅτι ὁλόκληρος ἡ ἀτμοσφαίρα διατελεῖ ἐν πλάνῃ περὶ τίνος πρόκειται. Ὁ κ. ἐκ Πρεβέζης συνάδελφος παρέστησε τὰ πράγματα πολὺ σοβαρά. Αὐτὸ τὸ ζήτημα ἔχει χρονίσει ἀπὸ ἐτῶν, καὶ ἂν ἐπρόκειτο νὰ γίνουν φόνοι, θὰ ἦσαν ἤδη συντετελεσμένοι. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὲ παρακολουθήσουν ἐπί τινα λεπτά. Ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν γνώμην νὰ ψηφισθῇ ἢ νὰ μὴ ψηφισθῇ, ἐγὼ θέλω νὰ καταλήξῃ ἡ Βουλὴ εἰς συμπέρασμα ἱκανοποιοῦν ἀμφότερα τὰ μέρη. Τὸ ἔτος 1920 ὑπὸ τὴν ὑμετέραν Προεδρίαν, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως ἐψηφίσθη ὁ πάγιος ἐμφυτευτικὸς νόμος ὁ καὶ καλλίτερος τῶν μέχρι σήμερον ψηφισθέντων. Ἐπὶ τῇ βάσει τούτου πᾶς ἐμφυτευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα, προκειμένου περὶ μικτοῦ ἐμφυτευτικοῦ δικαιώματος νὰ ζητήσῃ τὴν ἐξαγορὰν ἀπὸ τὸν πρώην κύριον. Πολλοὶ ἐμφυτευταὶ κατέφυγον εἰς τὰ δικαστήρια τοὺς ἐπεδίκασαν τὸ δίκαιόν των. Ὑπάρχουν ὅμως καὶ ἐμφυτευταὶ τῶν ὁποίων αἱ αἰτήσεις ἀπερρίφθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Νόμου τοῦ 1920, διότι ἀπώλεσεν ἡ ἄμπελός των τὴν ἐμφυτευτικήν της μορφήν. Κατόπιν ἦλθεν ἕνας ἄλλος νόμος ὁ ὁποῖος προσέθηκεν, ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ ψιλὸς κύριος παρέχει ἑτοίμην τὴν ἄμπελον εἰς τὸν ἐμφυτευτὴν οὗτος πρέπει νὰ κάμῃ συμβόλαιον μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ ἰδιοκτήτου καὶ νὰ ὁρίζουν τὸν κανόνα τὸν ὁποῖον θὰ πληρώνῃ. Τὸ 1926 ἐξεδόθησαν δύο διατάγματα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Παγκάλου. Ἐκ τούτων τὸ μὲν πρῶτον λέγει ὅτι διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἐμφυτευτικὸν δικαίωμα δὲν χρειάζεται οὔτε εἰκοσιπενταετία, οὔτε συμβολαιογραφικὸν ἔγγραφον, ἀλλ’ οὔτε καὶ δεκαετία, τὴν ὁποίαν παραδέχεται ὁ βασικὸς νόμος, ἀρκεῖ μόνον νὰ ἀποδεικνύεται ὅτι αὐτοὶ ἐσκάλισαν μίαν ἄμπελον. Ἐπὶ πλέον διὰ τῆς διατάξεως 3 τοῦ ἄρθρου 11. (ἀναγινώσκει). Ἐπὶ τῇ βάσει λοιπὸν τῆς διατάξεως αὐτῆς ἐκεῖνοι τῶν ὁποίων αἱ αἰτήσεις ἀπερρίφθησαν ὁριστικῶς καὶ τελεσιδίκως ἀπὸ τὸ δικαστήριον κατέφυγον καὶ αὖθις εἰς τὸ Δικαστήριον καὶ ἐνῷ ἐπρόκειτο τὰ οἰκόπεδα αὐτὰ νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς ἔχοντα ἐμφυτευτικὴν ἀξίαν ἐχαρακτηρίσθησαν ἐν παραμοναῖς ἐκλογῶν ἀπὸ τὸν πρόεδρον τῆς κοινότητος Μενιδίου ἀποβιώσαντα ἤδη, τὸν Παπαδημητρίου φίλον τοῦ κ. Παγκάλου, ὁ ὁποῖος παρέλαβεν τὸν κ. Πάγκαλον καὶ μετέβησαν εἰς τὸ Μενίδι καὶ τοὺς ὑπεσχέθη νὰ κάμῃ αὐτὸν τὸν νόμον διὰ νὰ δυνηθοῦν νὰ πάρουν ὅλα τὰ ἀμπέλια τὰ ἐμφυτευτικὰ καὶ νὰ πληρώσουν 1200 δραχμὰς κατὰ στρέμμα. Ἔκαμαν τὸν νόμον καὶ ἔσπευσαν εἰς τὸ δικαστήριον. Τοῦτο ἠκύρωσεν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου αὐτοῦ τὰς ὁριστικὰς καὶ τελεσιδίκους ἀποφάσεις τοῦ ἐφετείου, διὰ τῶν ὁποίων εἶχον ἀπορριφθῆ αἱ αἰτήσεις τῶν ἰδίων ἐμφυτευτῶν ὡς νόμῳ ἀβάσιμοι. Ἦλθεν κατόπιν ὁ νόμος τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως καὶ κατόπιν τοῦ Συνασπισμοῦ ὁ ὁποῖος ἐθέσπισε μίαν διάταξιν διὰ τῆς ὁποίας εἶπεν ὅτι ἂν μὲν πρόκειται περὶ ἀποφάσεως ὁριστικῆς καὶ τελεσιδίκου διὰ πραγματικὰ ἐμφυτευτικὰ δικαιώματα, αὐταὶ μένουν ἰσχυραὶ καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ διατάγματος τοῦ Παγκάλου, ἐκεῖναι ὅμως κατὰ τῶν ὁποίων ὑπῆρχεν ἡ ἔνστασις ὅτι ἔχουν οἰκοπεδικὴν ἀξίαν καὶ διετάχθησαν ἀποδείξεις, αὐταὶ ἀκυροῦνται. Καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἀποδειχθῇ ὅτι ὄντως ἔχουν οἰκοπεδικὴν ἀξίαν, τότε ἀντὶ νὰ ἐξαγοράσῃ ὁ ψιλὸς κύριος τὸ δικαίωμα τοῦ ἐμφυτευτοῦ, δικαιοῦται οὗτος νὰ λάβῃ τὸ ἥμισυ τῆς ἀμπέλου τῆς ἐχούσης οἰκοπεδικὴν ἀξίαν. Ὁ νόμος αὐτὸς κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον εἶναι δικαιώτερος, διότι ἀποδίδει τέλος πάντων εἰς τὸν ἐμφυτευτὴν τὸ ἥμισυ τῆς ἀξίας τῆς οἰκοπεδικῆς ἀμπέλου. Διὰ τοῦ νῦν ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου ἐπιδιώκεται ὅπως καταργηθῇ ἡ διάταξις αὕτη, ἡ ὁποία ἀφορᾷ ἐκείνας τὰς ἀμπέλους αἵτινες ἔχουν οἰκοπεδικὴν ἀξίαν καὶ ὄχι ἐμφυτευτικήν, ἀκυρουμένης δὲ τῆς διατάξεως αὐτῆς ἐπανέρχεται ἐν ἰσχύϊ ἡ διάταξις τοῦ διατάγματος τοῦ Παγκάλου διὰ τῆς ὁποίας ἠκυρώθησαν τελεσίδικοι καὶ ὁριστικαὶ ἀποφάσεις τοῦ ἐφετείου ἀπορρίπτουσαι τὰς αἰτήσεις. Ἐδῶ ὑπάρχουσιν ἀποφάσεις καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ παγίου νόμου τοῦ 1920 καὶ τοῦ νόμου τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως ὁριστικαὶ καὶ τελεσίδικοι. Ἄν ὅμως βεβιασμένως ψηφισθῇ ὁ νόμος αὐτός, θὰ ἀκυρωθῶσιν αἱ τελεσίδικοι καὶ ὁριστικαὶ ἀποφάσεις αἱ ἐκδοθεῖσαι ἐπὶ τῇ βάσει δύο διαφόρων νόμων καὶ θὰ ἐπικυρωθῶσιν ἀποφάσεις ἐκδοθεῖσαι ἐπὶ τῇ βάσει διατάγματος τοῦ κ. Παγκάλου. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει τὸ ζήτημα νὰ μελετηθῇ σοβαρῶς ἀπὸ ἀνθρώπους γνωρίζοντας τὰ πράγματα, διότι θὰ ἀδικήσετε ὁλόκληρον στρατιὰν ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ παγίου νόμου ἐπώλησαν τὸ δικαίωμά των εἰς τὸν ψιλὸν κύριον ἢ εἰς τρίτους σχεδὸν εἰς ἐξευτελιστικὰς τιμάς. Ἔχομεν τὴν γνώμην ὅτι τόσον ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων ὅσον καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ δὴ ὁ Πρόεδρος αὐτῆς δὲν εἶναι ἱκανοὶ νὰ στεφανώσωσι τοιοῦτον ἔργον.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας.
§61Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κύριοι βουλευταί, τὰ πράγματα θὰ σᾶς τὰ παραστήσω ὑπὸ μορφὴν ἁπλουστάτην ἵνα κατανοηθῇ ὅλη ἡ ἔννοια τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Τὸ νομοσχέδιον ἐψηφίσθη ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως Συνασπισμοῦ καὶ ἐψηφίσθη ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς κυρώσεως ἑνὸς νομοθετικοῦ διατάγματος τοῦ Παγκάλου. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς κυρώσεως τούτου προσετέθη μία διάταξις διὰ τῆς ὁποίας ἐπιτρέπεται ἡ ἀνασυζήτησις ἐκδοθεισῶν ἀποφάσεων. Ἡ διάταξις αὐτὴ ἐθεωρήθη ὡς προσβάλλουσα τὸ δεδικασμένον καὶ ὁ σκοπὸς αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου σήμερον εἶναι νὰ καταργήσῃ τὴν διάταξιν αὐτὴν ἡ ὁποία ἐπαναλαμβάνω ἐψηφίσθη ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς κυρώσεως ἑνὸς νομοθετικοῦ διατάγματος τοῦ Παγκάλου. Ἡ ἐπιχειρηματολογία τοῦ κ. Τσιτσίλια συνίσταται εἰς τοῦτο: Λέγει ὅτι ἐγὼ δὲν ἔχω ἀντίρρησιν οὐδεμίαν νὰ ἀφαιρεθῇ αὐτὴ ἡ διάταξις ἡ ὁποία προσβάλλει τὸ δεδικασμένον, ἀλλὰ πρέπει συγχρόνως νὰ μὴ ἀφήσωμεν νὰ ὑπάρχῃ καὶ μία ἑτέρα διάταξις ἡ ὁποία εἶναι εἰς τὸ νομοθετικὸν διάταγμα τοῦ Παγκάλου τὸ ἐπικυρωθὲν καὶ ἡ ὁποία ἐπίσης προσέβαλεν ἕτερον δεδικασμένον. Τώρα θέλω νὰ κάμω τὴν διάκρισιν καὶ νὰ εἴπω περὶ τίνος ἀκριβῶς πρόκειται. Ἐκείνη ἡ διάταξις, ἡ ἐκ τοῦ Παγκαλικοῦ διατάγματος ἐξελθοῦσα, ἀφορᾷ μίαν περίπτωσιν δύναμαι νὰ εἴπω δεδικαιολογημένην. Ἰδοὺ τὶ συμβαίνει: Κατὰ τὸν βασικὸν νόμον δὲν γίνεται μνεία κατὰ τίνα τρόπον ἀποδεικνύεται τὸ δικαίωμα τῆς ἐμφυτεύσεως. Δὲν λέγει λ. χ. ὁ νόμος ἐκεῖνος ὅτι χρειάζεται συμβολαιογραφικὸν ἔγγραφον ἢ ἄλλη τις ἀπόδειξις. Εὑρέθησαν λοιπὸν ἀποφάσεις αἱ ὁποῖαι ἀπέρριψαν ἐμφυτευτὰς διεκδικοῦντας τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαγορᾶς τοῦ δικαιώματος τῆς ἐμφυτεύσεως διὰ τὸν λόγον ὅτι αὐτοὶ καίτοι προσῆγον ἄλλου εἴδους ἀποδείξεις δὲν εἶχον τὴν συμβολαιογραφικὴν πρᾶξιν. Τὸ διάταγμα τοῦτο τὸ Παγκαλικὸν ἦλθε νὰ τὸ καθαρίσῃ καὶ εἶπεν ὅτι αἱ δικαστικαὶ ἀποφάσεις αἱ ὁποῖαι ἀπέρριψαν τὴν ἐξαγορὰν τοῦ δικαιώματος....
§62Π. ΤΣΙΤΣΙΛΙΑΣ. Ὄχι, κ. ὑπουργέ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Πρόκειται περὶ τοῦ ὅτι δὲν εἶχον οἰκοπεδικὴν ἀξίαν.
§63Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Εἶπον λοιπὸν ὅτι τοῦτο δύναται νὰ ἐπανέλθῃ καὶ νὰ ἐκδικασθῇ ἐκ νέου, ἀσχέτως ἂν εἶχε ἢ δὲν εἶχε συμβολαιογραφικὴν πρᾶξιν. Ὑπῆρξε καὶ μία ἄλλη περίπτωσις δεδικαιολογημένη. Κατὰ τὸν δασικὸν παλαιὸν νόμον τοῦ 1920 ἠδύνατο ὁ ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας εἰς οἱανδήποτε στιγμὴν τῆς ἐκδικάσεως νὰ ἐπέμβῃ καὶ νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς ἔχον οἰκοπεδικὸν χαρακτῆρα τὸ δεῖνα καὶ δεῖνα χωράφι. Αὐτὴ ἡ διάταξις οὕτω ἐφαρμοζομένη ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὸν διάδικον τὸ δικαίωμα νὰ ἀποδείξῃ ὅτι εἶναι οἰκοπεδικὸν καὶ ἀπὸ τὸν δικαστὴν τὸ δικαίωμα νὰ κρίνῃ, διότι ἦλθε τὸ ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας καὶ εἶπεν ὅτι: ἐγὼ τὸ κρίνω διὰ μιᾶς πράξεώς μου. Καὶ αὐτὰ τὰ δύο κενά, τὸ πρῶτον τῆς ἀποδείξεως διὰ συμβολαιογραφικοῦ ἐγγράφου καὶ τὸ δεύτερον, τὸ ὁποῖον ἐμνημόνευσα, αὐτὰ τὰ δύο κενὰ ἦλθε νὰ διορθώσῃ ἓν διάταγμα τοῦ Παγκάλου τοῦ 1926. Ἦλθεν ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις κυροῦσα τὸ διάταγμα τοῦ Παγκάλου καὶ προσέθεσε μίαν διάταξιν, ἡ ὁποία προσβάλλει τὸ δεδικασμένον. Τὴν διάταξιν αὐτὴν ἔρχεται σήμερον τὸ νομοσχέδιον νὰ καταργήσῃ. Τώρα ἐξεταστέον κατὰ πόσον πρέπει νὰ προσθέσωμεν εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο σήμερον καὶ ἑτέραν διάταξιν ἀκυροῦσαν τὰς πράξεις ἐκείνας τὰς δύο τοῦ παγκαλικοῦ διατάγματος, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν γνώμην μου εἶχον μίαν βάσιν διότι καλοῦνται νὰ θεραπεύσουν τὰ δύο κενὰ ποὺ ἐμνημόνευσα. Ἐγὼ δὲν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι τὸ ἓν εἶναι ἄσχετον μὲ τὸ ἄλλο. Δυνάμεθα νὰ προβῶμεν σήμερον εἰς τὴν ἀπάλειψιν τῆς παραγράφου αὐτῆς, ἡ ὁποία ἐτέθη ἐπὶ τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως.
§64Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ διάταξις δὲν εἶναι τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Ἡ διάταξις αὐτὴ περιελήφθη κατὰ πρότασιν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ κατόπιν, διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον ἐγὼ πρὸς κύρωσιν τοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος, ἐπροτείνετο ἡ ἀπάλειψις αὐτῆς τῆς παραγράφου διὰ τῆς ὁποίας κατηργεῖτο τὸ δεδικασμένον καὶ ὅπως ἔλεγον τὰ πρακτικὰ ὅταν ἐψηφίζετο τὸ νομοσχέδιον ἐπὶ τῆς διαδόχου Κυβερνήσεως, ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν ὅπως διαγραφῇ τὸ ἄρθρον αὐτὸ τὸ ὁποῖον καθιεροῖ τὸ δεδικασμένον, ἀλλὰ κατόπιν ἐδημοσιεύθη ὁ νόμος.
§65Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἐξουσιοδοτημένης ἐψηφίσθη.
§66Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Ἐπειδὴ ἐδόθη ἀφορμὴ, ἐζήτησα τὰ πρακτικὰ καὶ τὰ ἐμελέτησα. Ἐκ τῶν πρακτικῶν ἐμφαίνεται, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐγένετο δεκτὸν ὅπως διερρυθμίσθη ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Αὐτὸ φαίνεται εἰς τὴν συζήτησιν.
§67Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Θὰ ἐπρότεινα λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον νὰ ψηφισθῇ ὡς ἔχει ν’ ἀπαλειφθῇ αὐτὴ ἡ διάταξις, τίποτε δὲ δὲν μᾶς κωλύει ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἐμφυτευτικὸς νόμος παρουσιάζει καὶ ἄλλο τοιοῦτον νὰ φέρωμεν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ ἀναθεωρῇ πᾶσαν τυχὸν διάταξιν ἡ ὁποία προσβάλλει αὐτό. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἂς ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§68Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μάλιστα.
§69Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅταν ἐψηφίσθη ἀπὸ τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Κυβέρνησιν συνασπισμοῦ, ὁ κ. Παπαναστασίου ἐπρότεινε τὴν ἀπάλειψιν τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 7.
§70Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἂς ἀναβληθῇ προσωρινῶς τὸ νομοσχέδιον.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται προσωρινῶς. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἱδρύσεως πειραματικῶν σχολείων ἐν τοῖς Πανεπιστημίοις Ἀθηνῶν καὶ Θεσσαλονίκης». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας καὶ τῆς Γενικῆς Ἑλληνικῆς Ἑταιρείας, περὶ διορισμοῦ Κυβερνητικοῦ ἀντιπροσώπου ἐν τῷ συμβουλίῳ τῆς τελευταίας ταύτης». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Μόνη συζήτησις τοῦ ὑπὸ τῆς Γερουσίας ψηφισθέντος σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 3786 περὶ συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Μόνη συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 210 τοῦ νόμου 4173 περὶ δασικοῦ κώδικος».
§72Ν. ΞΗΡΟΣ. Κύριε ὑπουργέ, παρακαλῶ νὰ παραταθοῦν αἱ προθεσμίαι.
§73Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Μάλιστα.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν ὡς ἐτροπολογήθη. (Γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον ὡς ἐτροπολογήθη, ἀναβληθείσης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου).
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐξετάσεως πτυχιούχων φαρμακοποιῶν».
§76Α. ΧΡΗΣΤΟΜΑΝΟΣ. (Ὑφυπουργὸς τῆς Ὑγιεινῆς). Νὰ διαγραφῇ τὸ ἄρθρον 7.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν ὡς ἐτροπολογήθη παρὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ. (Γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον ὡς ἐτροπολογήθη ἀναβληθείσης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου).
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως προθεσμιῶν τοῦ νόμου 4167 περὶ συμπληρώσεως αὐτοῦ περὶ ἀναθεωρήσεως προπολεμικῶν συμβάσεων ἠλεκτροφωτισμοῦ». Ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ν. Ξηρός.
§79Ν. ΞΗΡΟΣ. Εἰς αὐτὸ ἔχω ἀντίρρησιν. Κύριοι, εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν κατὰ τὰς διακοπὰς εἶχεν εἰσαχθῆ σχέδιον νόμου ἐκ μέρους τοῦ κυρίου ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας ὑπουργοῦ διὰ τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο νὰ ρυθμισθῇ ἡ κατάστασις ἡ ἐκκρεμὴς λόγῳ τῆς ὑψώσεως τῆς τιμῆς τοῦ ρεύματος Ἐπίσης τὸ νομοσχέδιον εἶχε μίαν διάταξιν παρεμφερῆ πρὸς τὴν σήμερον ὑποβαλλομένην, καὶ ἐνεφανίσθη ὁ ἀντιπρόσωπος τῶν Δήμων καὶ ἰσχυρίσθη ὅτι ὁ τότε ὑπουργὸς εἶχεν ἀποδεχθῆ τὴν τροπολογίαν αὐτήν. Εὐτυχῶς ὁ κ. ὑπουργὸς ἠρνήθη ὅτι ἀποδέχεται τὴν τροπολογίαν τοὐναντίον δὲ συνέστησεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν διαγραφὴν τῆς διατυπώσεως τῆς τροπολογίας αὐτῆς καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τότε διέγραψε τὴν σχετικὴν διάταξιν διὰ τῆς ὁποίας ἐτίθετο ὡρισμένον ὅριον εἰς τὰς τιμὰς τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ πληρωθῇ κατ’ ἀνώτατον ὅριον ἡ τιμὴ τοῦ ἠλεκτρικοῦ ρεύματος, καθιεροῦτο δὲ καὶ ἡ διάταξις τῆς προσφυγῆς εἰς διαιτησίαν ἀποτελουμένην ἀπὸ σοβαρώτατα πρόσωπα μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦσαν ἀνώτατοι ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους, πρόεδροι πρωτοδικῶν καὶ λοιποί. Ὁ κείμενος νόμος εἶναι ἀρτιώτατος ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι τὰς διαφωνίας μεταξὺ τῶν Δήμων καὶ τῶν ἐργοληπτῶν ἀναθέτει εἰς τὴν διαιτησίαν ὡρισμένης ἐπιτροπῆς. Τὸ δικαιότερον καὶ τὸ πλέον δυνάμενον νὰ ἐξασφαλίσῃ περισσότερον τὰ συμφέροντα εἰς τὴν μὲν καὶ εἰς τοὺς δὲ εἶναι τὸ ὅτι μία ὑπηρεσία ἀποτελουμένη ἀπὸ πρόσωπα ἀνωτέρας ἐκτιμήσεως ἄξια πάσης ἐμπιστοσύνης θὰ λύσῃ τὰς διαφωνίας αὐτάς. Τὸ σημερινὸν νομοσχέδιον ἔρχεται καὶ λέγει ὅτι ὡρίζει τιμὴν, ἀνεξαρτήτως τοῦ μέσου διὰ τοῦ ὁποίου παρέχεται τὸ ἠλεκτρικὸν ῥεῦμα. Καὶ ἐρωτᾶται, διὰ νὰ καταλήξῃ εἰς αὐτὸ τὸ συμπέρασμα τὸ ὑπουργεῖον ἢ ἡ ὑπηρεσία τοῦ ὑπουργείου, ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι μεταξὺ τῶν ἐργοστασίων, τὰ ὁποῖα παρέχουν τὸ ἠλεκτρικὸν ῥεῦμα ὑπάρχουν καὶ ἐργοστάσια τὰ ὁποῖα μεταχειρίζονται διάφορον καύσιμον ὕλην καὶ ἡ τιμὴ τῆς καυσίμου ὕλης εἶναι ἡ κυριωτέρα βάσις διὰ νὰ καθορισθῇ ὥστε ἡ τιμὴ τοῦ ἠλεκτρικοῦ ῥεύματος νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἡ αὐτή; Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐὰν αὐτὴ ἦτο ἡ γνώμη τοῦ ὑπουργείου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ ὅτι δὲν θὰ εὑρίσκοντο τόσον ἀμαθεῖς εἰς τὸ ὑπουργεῖον ὥστε νὰ εἴπουν ὅτι ἡ τιμὴ τοῦ ῥεύματος καὶ ὅταν παράγεται ἀπὸ Ντίζελ εἶναι ἡ αὐτὴ οἵα καὶ ὅταν παράγεται ἀπὸ ἄλλας καυσίμους ὕλας. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐὰν δεχθῆτε νὰ γίνῃ μία τροπολογία ἢ νὰ τεθῇ ἐκτὸς τοῦ ὁρίου ὁ ἠλεκτροφωτισμὸς τῶν πόλεων ὁ ὁποῖος παράγεται ἐξ ἄλλου συστήματος καυσίμου ὕλης, δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἀντίρρησις. Ἐὰν τοὐναντίον θελήσετε νὰ ἐπιμείνετε θὰ διαπράξετε ἓν ἄδικον.
§80Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Κατὰ τίνος;
§81Ν. ΞΗΡΟΣ. Κατὰ τῶν βιομηχάνων. Διότι δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι ἀξία προστασίας ἡ βιομηχανία, ἡ ὁποία διέθεσεν ὅλα τὰ κεφάλαιά της διὰ νὰ προαγάγῃ τὴν πρόοδον αὐτὴν εἰς τὰς ἐπαρχίας;
§82Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Νομίζετε, ὅτι τὸ ὅριον αὐτὸ 11 εἶναι ἀνεπαρκές;
§83Ν. ΞΗΡΟΣ. Βεβαίως. Νὰ τὸ ἀφήσετε εἰς διαιτησίαν. Διότι ὅπως γνωρίζετε ἡ καύσιμος ὕλη εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία παίζει τὸν μεγαλείτερον ῥόλον διὰ τὴν παραγωγὴν τοῦ ἠλεκτρισμοῦ. Ἀναβάλατέ το καὶ ζητήσατε πληροφορίας, καὶ ἐὰν αἱ ὑπηρεσίαι σᾶς εἴπουν ὅτι τὸ 11 εἶναι ἐπαρκὲς τότε νὰ τὸ ψηφίσωμεν.
§84Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ὅπως εἴπατε, ὁ προηγούμενος νόμος προέτεινε τὴν διάταξιν, ἐν τούτοις ὅμως ἡ ἕνωσις τῶν δήμων ἐξέφρασεν μίαν ἀνησυχίαν, ὅτι τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα θὰ ὡρίζοντο διαιτηταὶ δὲν θὰ εἶχον ἐπαρκῆ στοιχεῖα καὶ ἐφοβεῖτο, ὅτι θὰ ἀνεβίβαζαν τὴν τιμὴν τοῦ ὁρίου κατὰ κιλοβὰτ εἰς πολὺ ἀνωτέραν τιμήν. Ἐγὼ ἐκάλεσα καὶ τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἑνώσεως τῶν Δήμων καθὼς καὶ τοὺς ἀντιπροσώπους ἠλεκτροφωτισμοῦ καὶ τοὺς ἔφερα εἰς ἐπαφὴν καὶ εὑρέθησαν σύμφωνοι, ὅτι μπορεῖ τὸ ἀνώτατον ὅριον νὰ φθάσῃ εἰς 11. Μετὰ τοῦτο ὑπῆρξαν ἀντιρρήσεις τῶν Δήμων Τρικκάλων καὶ Καρδίτσης, οἱ ὁποῖοι εἶπαν, ὅτι ἐπειδὴ πρόκειται περὶ μιᾶς Μεσογείου πόλεως θὰ ὑπεβάλοντο εἰς μεγαλειτέρας δαπάνας καὶ δι’ αὐτὸ ὑπέβαλον τὴν τροπολογίαν ὅτι τὸ ἀνώτατον ὅριον θὰ ἦτο 12. Ἐζητήθη καὶ ἀπὸ τοὺς ἐνδιαφερομένους.
§85Ν. ΞΗΡΟΣ. Δὲν φαντάζομαι. Τοὐναντίον ἐγὼ ἔχω διαμαρτυρίας ἐπανειλημμένας ἐκ μέρους τῶν ἐνδιαφερομένων ἰδίως τοῦ ἐσωτερικοῦ. Θέλουν δηλαδὴ νὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν διετησίαν.
§86Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἐφ’ ὅσον οἱ ἐνδιαφερόμενοι τὸ ἐδέχθησαν, δὲν εὑρίσκω λόγον νὰ τὸ ἀλλάξω.
§87Ν. ΞΗΡΟΣ. Δὲν εἶναι ὀρθὸν αὐτό. Θὰ καταστρέψετε μίαν βιομηχανίαν.
§88Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἐγὼ ἠγωνίσθην νὰ τοὺς προστατεύσω.
§89Ν. ΞΗΡΟΣ. Δὲν τοὺς προστατεύετε. Ἡ Ἕνωσις τῶν Δήμων θέλει νὰ πάρῃ τὰς βιομηχανίας αὐτὰς εἰς εὐτελεῖς τιμάς, διότι αὔριον ὁ Δῆμος δικαιοῦται εἰς ὡρισμένας περιστάσεις μετὰ ὡρισμένον χρόνον νὰ ἐξαγοράσῃ τὸν ἠλεκτροφωτισμόν.
§90Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἐγὼ εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι εἶναι ἀρκετόν.
§91Ν. ΞΗΡΟΣ. Βάλετε 13.
§92Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Εἶχα ὑποβάλει μίαν τροπολογίαν κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν καὶ δὲν βλέπω νὰ ἔχῃ τυπωθῆ.
§93Ν. ΞΗΡΟΣ. Ἔχω νὰ προσθέσω, ὅτι δὲν εἶναι ἠθικὸν τὴν στιγμὴν ποὺ βάζετε μίαν διαιτησίαν νὰ τῆς βάζετε καὶ περιορισμούς.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπεραιώθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον ὡς εἶχε τροπολογηθῆ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν). Βʹ. συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως συμβάσεως μισθώσεως κτιρίου Νηπιακοῦ Ἐπιμελητηρίου Μελᾶ πρὸς ἐγκατάστασιν ἐν αὐτῷ τῶν ἐν Ἀθήνας ὑπηρεσιῶν Τ.Τ.Τ.». Ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ν. Ἀβραάμ.
§96Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ὑπάρχει μία τροπολογία ἐπ’ αὐτοῦ. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀποδεχθῇ τὴν τροπολογίαν, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν καταστηματαρχῶν ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Αἰόλου, οἵτινες ἰσχυρίζονται ὅτι ἀδικοῦνται ἐξαιρετικῶς διὰ τῆς συμβάσεως αὐτῆς. Εἰς ἕν δὲ ὑπόμνημα, τὸ ὁποῖον ἔχουν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν παρατηροῦν ὅτι τὸ δημόσιον, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς συμβάσεως αὐτῆς θὰ πληρώσῃ ἐνοίκιον 1.900.000, δὲν θὰ ἐπιτύχῃ τὴν συγκέντρωσιν τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν ταχυδρομείων, θὰ πληρώσῃ δὲ διὰ τὰ καταστήματα 540.000.0000 Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἄξιον προσοχῆς καὶ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ καὶ νὰ διαφωτισθῇ ἡ Βουλὴ ἂν εἶναι ὀρθὸς ὁ τρόπος τῆς διορθώσεως διὰ τῆς τροπολογίας.
§97Λ. ΜΑΚΚΑΣ. Συνηγορῶ καὶ ἐγὼ ἐκθύμως ὑπὲρ τῆς τροπολογίας αὐτῆς.
§98Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Καὶ ἐγὼ συνηγορῶ, κ. Πρόεδρε.
§99Σ. ΧΟΥΡΣΟΓΛΟΥ. Εἶναι μεγαλειτέρα οἰκονομία καὶ πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία αὐτή.
§100Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἔχω μίαν τροπολογίαν, κ. Πρόεδρε, διὰ τῆς ὁποίας δίδεται μέση λύσις. Νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὸ δημόσιον νὰ ἐνοικιάζῃ τὰ μαγαζειὰ αὐτὰ ἐφ’ ὅσον αἱ ἀνάγκαι τῆς ὑπηρεσίας τὸ ἐπιτρέπουν. Νὰ γίνῃ δεκτὸν ὡς ἐτροπολογήθη.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν ὡς ἐτροπολογήθη παρὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ. (Ἀναγνωσθείσης καὶ γενομένης δι’ ἀναστάσεως δεκτῆς τῆς τροπολογίας τοῦ κ. ὑπουργοῦ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν ἀναβληθείσης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μεταβιβάσεως τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Λαυρίου τῆς Ἑταιρείας Σιδηροδρόμων Ἀττικῆς πρὸς τὴν Ἑταιρείαν Σ.Π.Α.Π. καὶ κατασκευῆς ἑνωτικῆς γραμμῆς μεταξὺ Ἡρακλείου– Λιοσίων».
§102Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἀπὸ τὴν προηγουμένην συζήτησιν ἐπεζήτησα νὰ εὕρω μίαν λύσιν συμβιβαστικὴν καὶ ἔκαμα αὐτὴν τὴν διατύπωσιν. (ἀναγινώσκει τὴν τροπολογίαν). Νὰ ψηφισθῇ ὡς ἐτροπολογήθη.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν: Δέχεται τὰς τροπολογίας τοῦ κ. ὑπουργοῦ;
§104ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν ὡς ἐτροπολογήθη, ἀναβληθείσης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γαλλίας Ἐμπορικῆς συμβάσεως τῆς 8 Σεπτεμβρίου 1926 δι’ ὃν χρόνον ἐφηρμόσθη». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γαλλίας συμβάσεως Ἐμπορίου, Ναυτιλίας καὶ ἐγκαταστάσεως, τῆς ὑπογραφείσης ἐν Ἀθήναις τῇ 11 Μαρτίου 1925». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἑκουσίας ἀποστρατείας ἀξιωματικῶν καὶ μονίμων ὑπαξιωματικῶν τοῦ Π. Ναυτικοῦ καὶ περὶ ὁρισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Π. Ναυτικοῦ».
§106Ν. ΞΗΡΟΣ. Παρακαλῶ, κ. ὑπουργέ, νὰ θεωρηθοῦν ὡς ὑπεράριθμοι ὅλοι οἱ τῆς στρατιωτικῆς δικαιοσύνης.
§107Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Κύριοι βουλευταί, τὸ προκείμενον νομοσχέδιον δὲν ἔχει ἀνάγκην καμμιᾶς συζητήσεως, ἐφ’ ὅσον ὅλοι οἱ ὅπως δήποτε ἐλθόντες εἰς ἐπαφὴν μετὰ τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ καθώρισαν ὅλας τὰς λεπτομερείας ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἦτο δυνατὸν νὰ γίνουν δεκταὶ αἱ τροπολογίαι. Ἡ τροπολογία ὅμως αὕτη οὐδὲ πόρρωθεν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτή. Θὰ παρακαλέσω συνεπῶς τὴν Βουλὴν νὰ τὸ ἀποδεχθῇ εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν μὲ τὴν διαβεβαίωσιν ὅτι ἔγιναν δεκταὶ αἱ τροπολογίαι αἱ ἀφορῶσαι τὴν συντάξιμον ὑπηρεσίαν τῶν δικαστικῶν συμβούλων, ἡ ἀφορῶσα τὸν τρόπον τῆς ἐξόδου τῶν γενικῶν ἀξιωματικῶν, ἡ ἀφορῶσα τοὺς ἀνωτάτους ἀξιωματικοὺς οἱ ὁποῖοι ἐντὸς ἑξαμήνου καταλαμβάνονται ὑπὸ τοῦ ὁρίου ἡλικίας, ἡ ἀφορῶσα τὸ ζήτημα τῶν ὑπαξιωματικῶν τῶν δὶς στασίμων καὶ συγχρόνως σχετικῶς μὲ τοὺς εἰδικοὺς τεχνίτας τοὺς ὑπηρετοῦντας σήμερον μὲ βαθμὸν εἰς τὸ ναυτικὸν προῆλθεν εἰς τὴν ἀπόφασιν ὅπως λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο διὰ διατάγματος ἐκδοθησομένου ἐντὸς ἔτους ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ παρόντος, ἵνα ἐν τῷ μεταξὺ συγχρονισθῇ καὶ περιορισθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν ὁ ἀριθμὸς τῶν θέσεων. Ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον νὰ δεχθῶ τὴν ὑποβληθεῖσαν τροπολογίαν σχετικῶς μὲ δύο ἀξιωματικούς. Θὰ ἦτο μονομερὴς καὶ θὰ ἠδίκει ἀξιωματικοὺς ὅλων τῶν ἄλλων εἰδικοτήτων. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ προνόμια τῶν ὑπαξιωματικῶν, οἱ ὑπαξιωματικοὶ εἰς τὸ ναυτικὸν τυγχάνουν ἐγγυήσεων, τὰς ὁποίας οἱ συνάδελφοί των τῆς ξηρᾶς οὐδὲ κἂν ἐτόλμησαν νὰ ὀνειρευθῶσι.
§108Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Καὶ ἐγὼ ἤθελον νὰ σᾶς παρακαλέσω....
§109Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Δὲν εἶναι δυνατόν, κύριε συνάδελφε, οἱ δύο ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ νὰ τύχουν πλεονεκτημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν λαμβάνουν οἱ συνάδελφοί των τῶν ἄλλων κλάδων. Γνωρίζετε δὲ σεῖς, ὡς στρατιωτικοί, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀποβλέπει εἰς τὸν περιορισμὸν τῶν θέσεων μέχρι τοῦ κεκανονισμένου ὑπὸ τοῦ ὀργανισμοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ τὸ δεχθῶ αὐτὸ δι’ ἕνα κλάδον, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει ὑπεραρίθμους.
§110Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ἀρκοῦμαι εἰς τὴν πληροφορίαν ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ὑπεραρίθμων. Ἐγὼ ἐθεώρουν ὀρθὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία καὶ ἐὰν δὲν ὑπῆρχον ὑπεράριθμοι.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν ὡς ἐτροπολογήθη. (Γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν ὡς ἐτροπολογήθη, ἀναβαλλομένης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου). Μόνη συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κατανομῆς τῶν Ἰσραηλιτῶν ἐκλογέων τοῦ δήμου Θεσσαλονίκης εἰς τὰ κοινὰ ἐκλογικὰ τμήματα». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Μόνη συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 4042 τοῦ 1929 περὶ προστασίας καὶ ἀποκαταστάσεως τῶν ἀναπήρων καὶ τῶν οἰκογενειῶν θυμάτων πολέμου».
§112Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Θὰ παρακαλέσω νὰ ἀφαιρεθῇ τὸ ἄρθρον 2ον, τὸ ὁποῖον ἀφαιρεῖ τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν διὰ προηγουμένου νόμου.
§113Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Προτιμῶμεν νὰ τοὺς δώσωμεν τὴν σύνταξιν, παρὰ νὰ ἐμποδίσωμεν τὴν κατανάλωσιν τοῦ καπνοῦ.
§114Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὰς κάτω τῶν 10.000 πόλεις θὰ πωλεῖται ὁ καπνὸς μόνον ὑπὸ τῶν ἀναπήρων. Εἰς τὰς ἄνω τῶν 10.000 δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὸν νὰ πωλοῦν μόνον οἱ ἀνάπηροι.
§115Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Οἱ ὁπλῖται ποὺ μετέσχον τοῦ Βορειοηπειρωτικοῦ ἀγῶνος λαμβάνουν σύνταξιν. Ἀλλ’ ἐνῷ εἶναι σχεδὸν ὁμοία πρὸς τὰς ἄλλας, ἔχει κάποιαν διαφοράν.
§116Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προστεθῇ διάταξις συνταξιοδοτική. Δὲν εἶναι συνταξιοδοτικὸν νομοσχέδιον.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Μένη συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναγραφῆς πιστώσεως εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1929–30 τοῦ ὑπουργείου Ὑγιεινῆς κλπ. διὰ τὴν πληρωμὴν ἀπαιτήσεων». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 21 Σεπτεμβρίου 1926 Ν. Δ. περὶ στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν εἰσφορῶν». (Γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν ὡς ἐτροπολογήθη, ἀναβαλλομένης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου). Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 10 Ἰουνίου 1926 περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς περὶ αὐτοδιοικήσεως νομοθεσίας». (ψηφίζεται τὸ σύνολον) Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκδόσεως δανείου 700 ἑκατομμυρίων δραχμῶν δι’ ἀποζημίωσιν τῶν ὑποστάντων ζημίας ἐκ τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου». (ψηφίζεται τὸ σύνολον) Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ναυτικῆς στρατολογίας, ἐθελουσίας κατατάξεως καὶ γενικῆς καὶ εἰδικῆς προπαιδεύσεως νεοκατατασσομένων». (ψηφίζεται τὸ σύνολον) Συνέχεια ἐπὶ τῆς βʹ συζητήσεως τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 12 Ἰουνίου 1929 συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος». Ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Α. Παπαναστασίου.
§119Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ ὑπόθεσις, κύριοι βουλευταί, τῆς διαρρυθμίσεως τῶν σχέσεων τοῦ Κράτους μὲ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ εἰδικῶς τοῦ ζητήματος τῶν καλυμμάτων ἔχει λάβει δραματικὸν ἐνδιαφέρον, διότι ἐξ αἰτίας αὐτοῦ τοῦ ζητήματος ἔγιναν δύο ὑπουργικαὶ μεταβολαί.
§120Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ὑποθέτω ὅτι καὶ ἡ δευτέρα ἐγένετο ἐξ αἰτίας τῶν καλυμμάτων.
§121Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀφορμὴ τῆς διαστάσεως μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ στενοῦ συνασπισμοῦ καὶ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἦτο τὸ ζήτημα τῶν καλυμμάτων, ἂν δὲν ἀπατῶμαι.
§122Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Προϋπῆρχεν.
§123Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὸ μπορεῖ νὰ ἀποτελεῖ ἕνα λόγον παραπόνου ἢ κριτικῆς κατὰ τῶν μελῶν τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων τὰ ὁποῖα παρακολουθοῦντα τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς ἐνέκριναν τὴν διαρρύθμισιν τοῦ Φεβρουαρίου. Ἀλλ’ εἶναι ἐκτὸς ἀμφισβητήσεως τὸ γεγονός, ὅτι αὐτὸς ἦτο εἷς ἀπὸ τοὺς λόγους τῆς διαφωνίας καὶ ἐνεφανίσθη εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐκδόσεως τῶν μετοχῶν τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος.
§124Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἐπουσιῶδες ζήτημα.
§125Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μήπως ἐγὼ εἶπα ὅτι εἶναι οὐσιῶδες; Καὶ ὄχι μόνον λόγῳ αὐτῶν τῶν γεγονότων, ἀλλὰ καὶ διότι τὸ πρᾶγμα αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ ἔχει ἐξαιρετικὴν σημασίαν, ὄχι μόνον ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς, διότι τὸ ποσὸν διὰ τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν ἀμφισβήτησις ἦτο ἀρκετὰ σοβαρὸν διὰ τὰ δημόσια οἰκονομικὰ εἰς ἐποχὴν μάλιστα κατὰ τὴν ποίαν ἐπεδιώκομεν διὰ παντὸς τρόπου νὰ τακτοποιήσωμεν τὰ δημόσια οἰκονομικὰ ἐπιβαρύνοντες ὅσον ἔφθανε ἡ ἀντοχὴ τῶν λαῶν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἠθικῆς διότι ἐγεννήθη ἡ ἐντύπωσις ὅτι ὀργανισμοὶ οἰκονομικῶς ἰσχυροὶ ἦσαν εἰς θέσιν νὰ ἐπιβάλουν τὴν θέλησίν των εἰς τὸ Κράτος ἐπὶ βλάβει τῶν γενικωτέρων συμφερόντων. Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ὑπέμνησε τὴν πολεμικὴν ἡ ὁποία ἐγένετο ἐναντίον του εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ πολεμικὴ αὐτὴ ἐστρέφετο κυρίως κατὰ τῆς πολιτικῆς τῆς σταθεροποιήσεως καὶ κατὰ τῆς διχοτομήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Δηλαδὴ τὸ ζήτημα τῶν καλυμμάτων ἦτο ἓν ἐπιχείρημα ἐναντίον τῆς σταθεροποιήσεως καὶ διχοτομήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Καὶ τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ δὲν ἦτο ἐστερημένον ἀντιφάσεων, διότι ὅπως ὅλοι θὰ ἐνθυμῆσθε, οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους κατεκρίνετο ἡ διχοτόμησις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἦσαν ὅτι, ἐὰν τὰ καλύμματα ἠκολούθουν τὴν φυσικὴν αὐτὴν λειτουργίαν, δηλαδὴ τὴν Ἐκδοτικήν, ὅπως καὶ ἔπρεπε, ἤθελε ζημιωθῆ σημαντικῶς ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Ἐὰν πάλιν δὲν ἠκολούθουν τὴν φυσιολογικὴν κατεύθυνσιν, θὰ ἐπήρχετο ἕν καταπληκτικὸν κέρδος ὑπὲρ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἱκανὸν νὰ αὐξήσῃ εἰς τὸ διπλάσιον τὴν ἀξίαν τῶν μετοχῶν αὐτῆς. Ἀλλ’ εἶναι φανερὸν ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτὸς εἶναι πλήρης ἀντιφάσεων, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ πῶς ἡ παρακολούθησις τῆς ἐκδοτικῆς λειτουργίας ἀπὸ τὰ καλύμματα θὰ ἐπέφερε καταπληκτικὴν ζημίαν εἰς τὴν Τράπεζαν, ἐνῷ ἀντιστρόφως ἡ ἀναγνώρισις τῆς κατοχῆς τῶν καλυμμάτων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἤθελεν ἐπιφέρῃ καταπληκτικὸν κέρδος ὑπὲρ αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς κριτικῆς ἡ ὁποία ἠσκήθη ἐναντίον τῆς πολιτικῆς τοῦ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ, τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν, ἡ ὁποία ὅπως σᾶς εἶπον ἀπέβλεπεν εἰς τὴν παρεμπόδισιν καὶ τῆς σταθεροποιήσεως καὶ τῆς διχοτομήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἠσκήθη καὶ ἄλλη κριτικὴ ἀπὸ μερικοὺς οἱ ὁποῖοι ἀντιστρόφως εἶχον ἐνισχύσει τὸν πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸν εἰς τὰς προσπαθείας αὐτοῦ διὰ τὴν σταθεροποίησιν τοῦ νομίσματος. Διότι πράγματι χωρὶς τὴν πολιτικὴν αὐτὴν τῆς σταθεροποιήσεως ἦτο ἀδύνατον νὰ σχηματισθῇ μία ἀσφαλὴς βάσις διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς οἰκονομικῆς ζωῆς τοῦ τόπου διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν συναλλαγῶν, ἦτο ἀδύνατον καὶ τὰ δημόσια οἰκονομικὰ νὰ σταθοῦν ἐπὶ ἀσφαλῶν θεμελίων. Καὶ δι’ αὐτὸ κάθε ἔπαινος διὰ τὴν πολιτικὴν ἐκείνην τῆς σταθεροποιήσεως εἶναι δικαιολογημένος. Ἀλλ’ ἡ διευθέτησις τοῦ ζητήματος τῶν καλυμμάτων ὅπως ἔγινε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εἶναι ἀνεξάρτητος ἀπὸ τὴν πολιτικὴν τῆς σταθεροποιήσεως καὶ τῆς διχοτομήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Δηλαδὴ εἶναι ἀξία ἐπικρίσεως ἀνεξαρτήτως τῶν ζητημάτων τῆς πολιτικῆς ἡ ὁποία ἠκολουθήθη εἰς τὸ ζήτημα τῆς σταθεροποιήσεως καὶ τῆς διχοτομήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ὁ θόρυβος ὁ ὁποῖος ὅπως ἐνθυμῆσθε ἠγέρθη τὴν ἐποχὴν, ἐκείνην ὅτε ἤρχισε νὰ γίνεται συζήτησις περὶ τῆς τύχης τῶν καλυμμάτων, καὶ ἐστηρίζετο εἰς τὸν συλλογισμόν, εἰς τὸ ἐπιχείρημα ὅτι ὡς ἐπεδιώκετο ἡ διαρρύθμισις τῶν σχέσεων Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ Κράτους, ἐπρόκειτο νὰ ἐπέλθῃ μία σημαντικὴ ἀπώλεια ἑνὸς καὶ πλέον δυσεκατομμυρίου δραχμῶν εἰς τὸ Κράτος. Τὸ ζήτημα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λυθῇ ἀμέσως, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις καὶ οἱ ἀσχολούμενοι εἰς τὰ πράγματα αὐτὰ νὰ ἔχουν ὑπ’ ὄψιν καὶ ὅλα τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ἐχρειάζοντο διὰ νὰ ἴδουν κατὰ πόσον, ἀνεξαρτήτως τῆς νομικῆς ὄψεως τοῦ ζητήματος καὶ τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης λύσεως, ἤθελεν ἐπέλθῃ ὠφέλεια ἢ ζημία εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Καὶ λέγω ἤθελεν ἐπέλθῃ ὠφέλεια ἢ ζημία διότι ἀπ’ ἀρχῆς ἐτέθη ὡς βάσις ὅλης αὐτῆς τῆς πολιτικῆς ὅτι ἡ διχοτόμησις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δὲν θὰ ἐγίνετο κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἐπέλθῃ ζημία εἰς τὸ ἵδρυμα αὐτό, τὸ ὁποῖον ἦτο δυνατὸν νὰ προσφέρῃ ὑπηρεσίας εἰς τὸν τόπον. Καὶ ὅταν λέγομεν ζημίαν, ἐννοοῦμεν τὸ ὅτι αἱ ἐργασίαι του αἱ μελλοντικαὶ νὰ μὴ εἶναι τοιαῦται ὥστε νὰ περιορισθῇ τὸ μέρισμα τὸ ὁποῖον μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐδίδετο εἰς τοὺς μετόχους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, διότι αὐτὸ ἐτίθετο ὡς βάσις τῆς ρυθμίσεως τοῦ ζητήματος, ἐπεχείρησα νὰ ἐμποδίσω τὴν ἀπομάκρυνσιν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ἀφοῦ τὸ ζήτημα τῆς τύχης τῶν καλυμμάτων ἔμενεν ἐκκρεμές, διὰ νὰ ρυθμισθῇ βραδύτερον. Διότι καὶ ἐγὼ ὅταν ἠγέρθη ἡ διαφωνία μεταξὺ τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος καὶ τοῦ τότε ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπέκλινον πρὸς τὰς ἀπόψεις τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος καὶ ὄχι μόνον εἰς τὰς ἐν τῷ ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ ἀλλὰ καὶ διὰ δηλώσεων εἰς τὰς ἐφημερίδας κατέστησα γνωστὴν τὴν ἄποψιν τὴν ἰδικήν μου. Καὶ ὅταν μετὰ τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἐγένοντο συνεννοήσεις μεταξὺ τῶν συμπραξάντων κομμάτων πρὸς σχηματισμὸν τῆς νέας Κυβερνήσεως, συνεφωνήθη μεταξὺ ἡμῶν ὅτι δὲν θὰ δοθῇ καμμία λύσις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου πρὶν ἢ διὰ πραγματογνωμοσύνης γινομένης ἀπὸ ἀντιπροσώπους ἰδικούς, ἀντιπροσώπους διοριζομένους ἀπὸ τὰ μετέχοντα τῆς Κυβερνήσεως κόμματα, ἐξακριβωθῇ κατὰ πόσον ἡ τοιαύτη ἢ τοιαύτη λύσις ἦτο ἐπιζημία ἢ ὠφέλιμος εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς ὅταν ἐπρόκειτο νὰ λάβῃ τὴν ἐξουσιοδότησιν διὰ τὴν ρύθμισιν ὅλων τῶν σχετικῶν ζητημάτων ρητῶς ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι δὲν ἐπροδικάζετο ἐκ τῆς διχοτομήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τῆς ἱδρύσεως ἰδιαιτέρας Ἐκδοτικῆς Τραπέζης τὸ ζήτημα τῆς τύχης τῶν καλλυμμάτων. Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν δηλώσεων τοῦ ἐδόθη τότε ἡ ἐξουσιοδότησις, ἡ ὁποία ὡς συνέπειαν εἶχε τὸ πρωτόκολλον τῆς Γενεύης. Ὡς βλέπετε λοιπόν, ἀπ’ ἀρχῆς ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε καμμίαν ἐχθρικὴν διάθεσιν κατὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐπεθύμει ὅμως ὅπως μὴ ἐκ τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης ρυθμίσεως τῶν σχέσεων τοῦ Κράτους πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐπέλθῃ ζημία ἀδικαιολόγητος εἰς τὸ Κράτος καὶ ὠφέλεια ἀδικαιολόγητος εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἢ ἀντιστρόφως ζημία εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ ὄφελος εἰς τὸ Κράτος ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ποὺ ἐξέθεσα. Ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀποκρούων τὰς ἐναντίον αὐτοῦ πράγματι σφοδρὰς ἐπιθέσεις διὰ τὴν διχοτόμησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διεκήρυσσεν ὅτι θὰ ἐπολιτεύετο κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε καὶ ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα νὰ εἶναι ἰσχυρὰ καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ ἀποβῇ ἰσχυροτέρα. Αὐταὶ αἱ ἐκφράσεις κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν προήρχοντο ἀπὸ τὴν ἀντίδρασιν τὴν ὁποίαν τοῦ ἐγέννα ἡ πολεμικὴ ποὺ ἠσκεῖτο ἐναντίον του. Καὶ εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι καθ’ ὅλον τὸ μεταγενέστερον στάδιον ἐπηρεάσθη δυστυχῶς ἀπὸ αὐτὴν τὴν κατεύθυνσιν τὴν ὁποίαν ἔλαβε, νὰ εἶναι δηλαδὴ ἡ διχοτόμησις τοιαύτη ὥστε νὰ ἀποβῇ ἀκόμη ἰσχυροτέρα, εἰ δυνατόν, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Εἰς τοῦτο, νομίζω, ὀφείλεται ἡ σφαλερὰ πολιτικὴ ποὺ ἠκολούθησεν εἰς τὸ ζήτημα τῶν καλυμμάτων. Ποῖον εἶναι λοιπὸν τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐγέννησε τὰς ἀμφισβητήσεις καὶ ὅλον τὸν θόρυβον; Τὸ ζήτημα, ὅπως ἐξετέθη καὶ ὅπως τὸ γνωρίζετε ὅλοι, εἶναι τὸ ἀφορῶν τὴν τύχην τῆς σημερινῆς πλέον εἰς δραχμὰς ἀξίας τῶν καλυμμάτων. Τὶ εἶναι αὐτὰ τὰ καλύμματα; Τὸ τραπεζογραμμάτιον ἀσκοῦν λειτουργίαν νομίσματος ἔχει ἀνάγκην ἀπολύτου κατὰ τὸ δυνατὸν σταθερότητος ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀξίαν αὐτοῦ. Αὕτη εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιτυγχάνεται καθ’ ὃν τρόπον ἐλειτούργει ἡ ἔκδοσις τῶν τρεπεζογραμματίων εἰς τὸ παρελθόν, ὁπότε δηλαδὴ ἐπετρέπετο εἰς τὰς Τραπέζας νὰ ἐκδίδουν ἀνεξελέγκτως καὶ ἀπεριορίστως τραπεζογραμμάτια, τὰ ὁποῖα ἐκυκλοφόρουν εἰς τὴν κοινωνίαν. Οἱ κάτοχοι τῶν τραπεζογραμματίων αὐτῶν ἦσαν πράγματι πιστωταὶ τῶν ἐκδοτριῶν Τραπεζῶν, ποσοῦ ἴσου πρὸς τὴν ἀξίαν τῶν εἰς χεῖρας των τραπεζογραμματίων. Ἀλλὰ μολονότι ἦσαν πιστωταὶ τόσον σημαντικοῦ ποσοῦ, ἦτο ἀδύνατον εἰς αὐτοὺς νὰ ἀσκήσουν καμμίαν ἐποπτείαν ἐλέγχου ἐπὶ τῆς ἐκδοτρίας Τραπέζης, ἡ ὁποία οὐδένα τόκον κατέβαλεν εἰς τοὺς κατόχους τραπεζογραμματίων. Τοιουτοτρόπως δὲν ἐξησφαλίζετο οὐδὲ ἐξόφλησις τῶν τραπεζογραμματίων ὑπὸ τῆς ἐκδοτρίας Τραπέζης, ἡ ὁποία συλλέγουσα κεφάλαια σημαντικὰ διὰ τῶν τραπεζογραμματίων, ἐπεδίδετο εἰς ἐπιχειρήσεις πολλάκις ἐπιζημίας. Ἐκ τούτου μεγάλαι ζημίαι προέκυψαν εἰς διάφορα μέρη αἱ ὁποῖαι εἶχαν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἐπέμβασιν τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς ἀδείας κυκλοφορίας ποὺ παρέχει εἰς τὰ τραπεζογραμμάτια δίδει εἰς αὐτὰ ἀξίαν νομίσματος. Τὸ νόμισμα εἶναι δημιούργημα τοῦ Κράτους καὶ τὸ Κράτος ἀφοῦ ἀνέλαβεν εἰς χεῖρας του αὐτὸ τὸ προνόμιον τῆς ἐκδόσεως τῶν τραπεζογραμματίων, τὸ παρεχώρησεν εἰς ὡρισμένα πιστωτικὰ ἱδρύματα ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀσκεῖ ἔλεγχον καὶ εἰς τὰ ὁποῖα ἐπέβαλεν ὡρισμένας ὑποχρεώσεις. Μία ἀπὸ τὰς ὑποχρεώσεις αὐτὰς τῶν ἐκδοτριῶν Τραπεζῶν εἶναι νὰ ἀποθέτουν ὡρισμένον ποσὸν εἰς χρυσόν, ἴσον πρὸς ὡρισμένον ποσοστὸν τῶν κυκλοφορούντων τραπεζογραμματίων, νὰ διαθέτουν δὲ τὸ ὑπόλοιπον ἐνεργητικόν των ἢ μέρος αὐτοῦ εἰς βραχυπρόθεσμα ἐμπορικὰ γραμμάτια. Αἱ βραχυπρόθεσμοι αὐταὶ ἀποδόσεις καὶ τὸ εἰς χρυσὸν κυρίως ἀπόθεμα ἀποτελοῦν μίαν ἐγγύησιν ἰδιαιτέραν διὰ τὴν σταθερότητα τῶν τραπεζογραμματίων, τὰ ὁποῖα κατ’ οὐσίαν ἀποτελοῦν τὸ νόμισμα. Ὅταν εἰς ἕνα Κράτος τὰ τραπεζογραμμάτια κυκλοφοροῦν εἰς ποσὸν ἀνταποκρινόμενον εἰς τὴν ἀνάγκην τῶν συναλλαγῶν καὶ ἐπὶ πλέον ἔχουν ὄπισθεν αὐτῶν ὡς ἀσφάλειαν τὰ ἐκ χρυσοῦ ἀποθέματα καὶ τὸ ἄλλο εὐχερῶς δυνάμενον νὰ ρευστοποιηθῇ ἐνεργητικὸν τῆς ἐκδοτρίας Τραπέζης, τότε τὰ τραπεζογραμμάτια χωρὶς νὰ εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ κυκλοφορία των γίνονται πραγματικῶς παντοῦ δεκτὰ εἰς τὴν ὀνομαστικήν των ἀξίαν, εἶναι δηλαδὴ πραγματικὰ νομίσματα. Τὰ εἰς χρυσόν, λοιπόν, ἀποθέματα ἢ τὸ κάλυμμα τῶν τραπεζογραμματίων, ὅπως συνήθως λέγομεν, ἀποτελεῖ ἀσφάλειαν τῶν τραπεζογραμματίων ἢ ἀκριβέστερον, εἶναι ἀντίκρυσμα αὐτῶν, εἶναι ἡ ἄλλη ὄψις αὐτῶν. Διότι τὸ κάλυμμα αὐτὸ πόθεν πηγάζει; Ἡ ἐκδότρια Τράπεζα λαμβάνουσα τὴν ἄδειαν τῆς ἐκδόσεως τραπεζογραμματίων λαμβάνουσα δηλαδὴ κατ’ οὐσίαν νομίσματα τὰ ὁποῖα διαθέτει καὶ διαθέτει ἐπικερδῶς ἐπειδὴ πάντοτε τὸ ποσόν, ἡ ἀξία τῶν τραπεζογραμματίων, εἶναι ἀνώτερον ἀπὸ τὴν ἀξίαν τοῦ εἰς χρυσὸν καλύμματος, τὸ ὁποῖον ὑποχρεοῦται νὰ ἔχῃ. Ὡς ἐκ τούτου ἡ ἐκδότρια Τράπεζα οὐδεμίαν θυσίαν ὑφίσταται διὰ τὴν ἀπόκτησιν καὶ διαφύλαξιν τοῦ εἰς χρυσὸν καλύμματος. Τὸ κάλυμμα αὐτὸ ἠμπορεῖ νὰ λεχθῇ ἀπολύτως ὅτι προέρχεται ἀπὸ τὴν ἔκδοσιν τῶν τραπεζογραμματίων, δηλαδὴ εἶναι περιουσία τῶν κατόχων τῶν τραπεζογραμματίων δηλαδὴ τοῦ κοινοῦ. Ἐὰν ἡ Τράπεζα ἔχῃ ἴδιον κεφάλαιον, καὶ ἔχει πάντοτε, τὸ κεφάλαιον τοῦτο ἀποτελεῖ μίαν ἐπὶ πλέον ἐγγύησιν, ἀλλὰ τὸ κάλυμμα δὲν πηγάζει, δὲν προέρχεται ἐκ τῶν ἄλλων περιουσιακῶν στοιχείων τῆς Τραπέζης, ἀλλὰ ἐκ τῶν τραπεζογραμματίων. Ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰ τραπεζογραμμάτια, ἀποτελοῦν ἀντίκρυσμα τῶν τραπεζογραμματίων. Καὶ ἐὰν ἀκόμη προϋπῆρχεν ὁ χρυσὸς τοῦ καλύμματος εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ἐκδοτρίας Τραπέζης, πάλιν αὐτός, δηλαδὴ τὸ κάλυμμα, εἶναι προϊὸν τῶν τραπεζογραμματίων, διότι ἡ Τράπεζα ἔλαβε μὲ τὴν ἔκδοσιν τῶν τραπεζογραμματίων πολὺ περισσότερα ἀπὸ τὴν ἀξίαν τοῦ καλύμματος εἰς χρυσόν. Εὑρίσκεται τοῦτο εἰς σχέσιν ἄρρηκτον μὲ τὰ τραπεζογραμμάτια, εἶναι ἀναποσπάστως συνδεδεμένον μὲ αὐτά. Περὶ τούτου σήμερον δὲν ὑπάρχει ἀμφισβήτησις καὶ δι’ αὐτὸ εἰς τὰ ἄλλα Κράτη εἰς τὰ ὁποῖα ἔγινεν ἡ σταθεροποίησις ἐθεωρήθη ὅτι ὁποτεδήποτε καὶ ἂν προῆλθε τὸ εἰς χρυσὸν κάλυμμα, ὁποτεδήποτε καὶ ἐὰν ἀπεκτήθη, ἀποτελεῖ ἐξάρτημα τῶν τραπεζογραμματίων ἀνῆκον εἰς τοὺς κατόχους τούτων, δηλαδὴ τὴν κοινωνικὴν ὁλότητα συνταυτιζομένην μὲ τὸ Κράτος, εἰς τὸ ὁποῖον δέον νὰ περιέρχεται καὶ οἱαδήποτε διαφορὰ ἢ κέρδος προκύπτον ἐκ τῆς ἐκπτώσεως τῆς τιμῆς τοῦ ἐγχωρίου νομίσματος. Δὲν ἠγέρθη εἰς τὸ ἐξωτερικὸν περὶ τούτου καμμία ἀμφισβήτησις. Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν χθές, ὁμιλῶν, εἶπεν ὅτι τὸ ἐπιχείρημα εἶναι πρόχειρον ὡς στηριζόμενον εἰς τὰ ξένα παραδείγματα. Ἀλλ’ ἤθελα νὰ ἐρωτήσω: διατὶ τὸ ἐπὶ τῶν παραδειγμάτων τούτων στηριζόμενον ἐπιχείρημα εἶναι πρόχειρον; Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν εἶπεν ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τῶν ἐκδοτριῶν Τραπεζῶν τῶν ἄλλων Κρατῶν. Ἐδῶ εἴχαμεν, εἶπε, μίαν μικτὴν Τράπεζαν, ἀλλοῦ ὑπῆρχαν ἀμιγεῖς ἐκδοτικαὶ Τράπεζαι. Ἡ ἀντίρρησις αὐτὴ εἶναι ἐντελῶς ἀβάσιμος. Γνωρίζομεν ὅτι ἡ ἰδική μας Τράπεζα ἐκτὸς τῆς ἐκδοτικῆς λειτουργίας καὶ τῆς συναφοῦς πρὸς αὐτὴν ἐργασίας ἦτο καὶ Τράπεζα καταθέσεων καὶ ἐμποροβιομηχανικὴ τοιαύτη καὶ γεωργικὴ καὶ μέχρι πρὸ ὀλίγου καὶ ὑποθηκική. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἦτο μικτὴ ἡ Τράπεζα δὲν ἕπεται ὅτι ἐκεῖνο τὸ ποσὸν τοῦ εἰς χρυσὸν ἀποθέματος, τὸ ὁποῖον τὸ ἀπετέλει κάλυμμα τῶν τραπεζογραμματίων καὶ ἤσκει λειτουργίαν καλύμματος, θὰ ἔδει νὰ ἀποβάλῃ τὸν χαρακτῆρα τοῦτον κατὰ τὴν σταθεροποίησιν καὶ τὴν διχοτόμησιν καὶ νὰ μὴ περιέλθῃ εἰς τὸ Κράτος. Ποικίλαι ἦσαν αἱ ἐργασίαι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλ’ ἑκάστη ἐξ αὐτῶν εἶχε τὴν μορφὴν καὶ τὰς συνεπείας τῆς φύσεώς της, τοῦ σκοποῦ της, τῆς λειτουργίας τῆς οἰκονομικῆς ποὺ ἐξυπηρέτει. Ὅ,τι λοιπὸν ἴσχυσεν ἀλλαχοῦ, εἰς τὴν Γαλλίαν, τὸ Βέλγιον, τὴν Ἰταλίαν σχετικῶς μὲ τὸ εἰς χρυσὸν κάλυμμα, ἐπεβάλλετο νὰ ἰσχύσῃ καὶ ἐδῶ μὲ τὸ εἰς χρυσὸν κάλυμμα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ προβληθῇ σοβαρῶς κανεὶς ἀπολύτως ἀντίθετος ἰσχυρισμός, ἀνεξαρτήτως τῶν εἰδικῶν περιστατικῶν τὰ ὁποῖα ἐπικαλεῖται ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα καὶ περὶ τῶν ὁποίων θὰ κάμω ἀμέσως λόγον, δὲν ἠμπορεῖ, λέγω, νὰ προβληθῇ οὐδὲν ἐπιχείρημα κανεὶς ἰσχυρισμὸς ὅτι μολονότι τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν 95 ἑκατομμυρίων χρυσοῦ καὶ ἀξιῶν εἰς χρυσὸν ἦτο κάλυμμα, ἐν τούτοις, διότι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἦτο μικτὴ, τὸ κάλυμμα δὲν ἔπρεπε νὰ ὑποστῇ τὴν τύχην τὴν ὁποίαν ὑπέστησαν τὰ εἰς χρυσὸ καλύμματα τῶν ἀμιγῶν ἐκδοτριῶν Τραπεζῶν τῶν ἄλλων Κρατῶν. Ἀλλ’ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἰσχυρίσθη ὅτι εἰδικὰ περιστατικὰ συντρέχουν ὥστε, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν ἦτο μικτὴ ἢ ὄχι ἡ Τράπεζα, νὰ μὴ δύναται νὰ θεωρηθῇ τὸ περὶ οὗ πρόκειται ποσὸν τῶν 95 ἑκατομμυρίων χρυσοῦ καὶ ἀξιῶν εἰς χρυσὸν ὡς κάλυμμα. Καὶ αἱ ἰδιαίτεραι αὐταὶ συνθῆκαι εἶναι τέσσαρες. Εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι αὐτὰ τὰ εἰς χρυσὸν ἀποθέματα ὑπῆρχον ἤδη εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Τραπέζης ὅταν συνήφθησαν αἱ συμβάσεις τοῦ 1914 καὶ τοῦ 1920 αἱ ὁποῖαι ὑπεχρέωσαν αὐτὴν νὰ σχηματίσῃ τὰ ἀποθέματα αὐτὰ τὰ εἰδικά. Ὁ δεύτερος λόγος εἶναι ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν ἔθεσεν εἰς κυκλοφορίαν τὰ τραπεζογραμμάτια τὰ ὁποῖα ἐπετράπη εἰς αὐτὴν νὰ ἐκδώσῃ διὰ τῶν γνωστῶν δύο συμβάσεων. Ὁ Τρίτος λόγος εἶναι ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ποὺ ἔγινεν ἡ δευτέρα ἡ καὶ σπουδαιοτέρα σύμβασις συγχρόνως συνήφθη καὶ ἄλλη σύμβασις μὲ τὸ Κράτος διὰ τῆς ὁποίας ἡ Τράπεζα ἐδάνεισεν 200 ἑκατομμύρια εἰς τὸ Κράτος ἐπὶ χαμηλῷ τόκῳ. Καὶ ὁ τελευταῖος λόγος εἶναι ὅτι τὴν ἐποχὴν ποὺ συνήφθη ἡ σύμβασις τῶν 200 ἑκατομμυρίων δραχμῶν εἶχεν ἀρχίσει νὰ ἐκπίπτῃ ἡ ἀξία τοῦ ἐγχωρίου νομίσματος, εἶχεν ἀρχίσει νὰ δημιουργῆται μία ἐπικαταλαγὴ εἰς βάρος τοῦ ἐγχωρίου νομίσματος. Αὐτὰ τὰ ἰδιαίτερα περιουσιακὰ ἐπικαλεῖται ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἀλλὰ κανὲν ἐξ αὐτῶν δὲν εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ μεταβάλῃ τὴν φύσιν τῶν καλυμμάτων. Τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Τράπεζα εἶχεν εἰς τὴν διάθεσιν αὐτῆς ἀποθέματα εἰς χρυσὸν καὶ τὸ ὅτι διὰ νὰ προβῇ εἰς ἀγορὰν χρυσοῦ, ἐχρησιμοποίησε τὰ ἰδικά της ἀποθέματα πρὸς σχηματισμὸν τοῦ καλύμματος, δὲν σημαίνει τίποτε ἄλλο παρὰ ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐπώλησε τὸν ἴδιον χρυσόν, ἔλαβε δηλαδὴ τραπεζογραμμάτια καὶ διέθεσε τὸν ἰδικόν της χρυσὸν διὰ νὰ σχηματισθοῦν τὰ καλύμματα. Τὸ ἐπιχείρημα ὅτι δὲν ἦτο δυνατὴ ἡ ἀπόκτησις ἐκ τῆς ἀγορᾶς χρυσοῦ ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον δάνειον—διότι διὰ τὸ πρῶτον δὲν ὑπάρχει ζήτημα ἐπειδὴ ὅταν ἔγινε τὸ δάνειον τοῦ 14 τῶν 80 ἑκατομμυρίων δὲν ὑπῆρχε καμμία ἐπικαταλλαγή—διότι ὅταν ἔγινεν ἡ δευτέρα σύμβασις τοῦ 1920 ὅτε εἶχεν ἀρχίσει ἡ πτῶσις τοῦ ἐγχωρίου νομίσματος καὶ ὑπῆρχε φόβος ὅτι ἡ ἀπόκτησις ἐκ τῆς ἀγορᾶς τῶν 75 ἑκατομμυρίων εἰς χρυσὸν καὶ ἀξιῶν εἰς χρυσὸν ἤθελε προκαλέσῃ ἀπότομον ὕψωσιν τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος, δὲν εἶναι βάσιμον. Καὶ ἂν ἀκόμη ὑπῆρχεν αὐτὸς ὁ κίνδυνος, τοῦτο δὲν εἶναι λόγος ὥστε νὰ χάσουν τὸν χαρακτῆρα αὐτῶν τὰ καλύμματα. Καὶ δὲν εἶναι λόγος διότι ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα δὲν συνῆπτε διὰ πρώτην φορὰν τοιαύτην σύμβασιν μὲ τὸ Κράτος. Ἡ Τράπεζα εἶναι ἡ παλαιὰ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἡ ὁποία εἶχεν ὀγκωθῆ ἀπὸ τὰς συναλλαγάς της μὲ τὸ Κράτος, μὲ τὴν χρησιμοποίησιν τοῦ ἐκδοτικοῦ προνομίου. Καὶ μία Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔχει ὑποχρέωσιν καὶ ὅταν βλέπει ἐκπίπτουσαν τὴν ἀξίαν τοῦ ἐθνικοῦ νομίσματος, διὰ νὰ προϋπαντήσῃ μεγαλειτέρας ἐκπτώσεις εἰς τὸ μέλλον, νὰ ἀποκτᾷ συνάλλαγμα τοῦ ἐξωτερικοῦ, νὰ ἀποκτᾷ χρυσὸν διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ κρατήσῃ βραδύτερον τὴν ἀξίαν τοῦ ἐγχωρίου νομίσματος. Αὐτὸ ἔγινεν εἰς τὴν Γαλλίαν διαρκοῦντος τοῦ πολέμου. Ὅταν ἐξέπιπτεν ἡ ἀξία τοῦ Γαλλικοῦ φράγκου, ἡ Τράπεζα τῆς Γαλλίας ἐπολλαπλασίασε τὰ εἰς χρυσὸν ἀποθέματα. Τὴν αὐτὴν ὑποχρέωσιν εἶχε καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Ἀλλὰ μήπως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα καταφεύγουσα εἰς τὴν ἀγορὰν διὰ νὰ ἀποκτήσῃ ὅ,τι ἦτο ὑπόχρεως ἐκ τῶν συμβάσεων νὰ ἀποθέσῃ διὰ νὰ σχηματίσῃ τὰ καλύμματα, μήπως λέγω εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἐκινδύνευε νὰ διαθέσῃ ἐξ ἰδίων της; Ὑπῆρχε τότε μία μικρὰ ἐπικαταλαγὴ ἀλλ’ ἤδη ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶχε περιθώριον 60 ἑκατομμ. δρ. ἀπὸ τὴν σύμβασιν τοῦ 1914. Εἶχεν ἀκόμη 100 ἑκατομμ. δρ. ἀπὸ τὴν σύμβασιν τοῦ 1920, λέγω δὲ 100 διότι τὰ 200 τὰ διέθεσε τὸ Κράτος. Κατὰ συνέπειαν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἦτο ἐντελῶς εἰς θέσιν νὰ ἀποκτήσῃ τὸ ποσὸν τῶν καλυμμάτων, ὄχι ἐξ ἰδίων χρημάτων, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ἐνεργητικοῦ τοῦ ἀποκτηθέντος ἀπὸ τὴν ἐπέκτασιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκδόσεως τραπεζογραμματίων. Κατ’ ἀκολουθίαν καὶ τὸ γεγονὸς τῆς μικρᾶς τότε ἐπικαταλλαγῆς δὲν εἶναι ἱκανὸν νὰ μεταβάλῃ τὴν φύσιν τῶν καλυμμάτων. Εἶχεν ὑποχρέωσιν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ σχηματίσῃ τὰ καλύμματα. Τοιαύτην ὑποχρέωσιν ἀνέλαβε ῥητῶς καὶ τὴν ἀνέλαβεν ἐν γνώσει ὅλων τῶν συνθηκῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Καὶ ἐφ’ ὅσον τὴν ἀνέλαβε κατὰ ποίαν λογικὴν καὶ ποῖον δίκαιον ἠμπορεῖ νὰ ἔλθῃ καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀνέλαβεν ὡς ὑποχρέωσιν νὰ ἐκπληρώσῃ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ; Καὶ ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ μὲ ζημίαν αὐτῆς, ὤφειλεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ ὑποστῇ καὶ αὐτὴν τὴν μικρὰν ζημίαν χάριν τῆς μεγαλειτέρας σταθερότητος τοῦ νομίσματος. Ἀλλὰ σᾶς λέγω ὅτι εἶναι περίεργον, εἶναι πρωτάκουστον, ἐνῷ ὑπάρχει μία ῥητὴ σύμβασις, νὰ ἔρχεται ὄχι ἕνας ἰδιώτης ἕνας ἁπλοῦς ἄνθρωπος, ἀλλὰ ἓν ἵδρυμα τὸ ὁποῖον ἔχει σωρείαν τεχνικῶν καὶ νομικῶν συμβούλων νὰ εἴπῃ ὅτι αὐτὴ ἡ ὑποχρέωσις τὴν ὁποίαν ἀνέλαβεν δὲν ἦτο ὑποχρέωσις. Αὐτὸ εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, πρωτάκουστον.
§126Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν ἀκολουθῶ τὸν τρόπον τὸν ὁποῖον ἀκολουθήσατε σεῖς κατὰ τὴν ὁμιλίαν μου διὰ νὰ σᾶς διακόψω. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω εἰς τὸ τέλος, διότι ἐὰν συνεζητούσαμεν διαλογικῶς τὰ πράγματα θὰ ἔκαμνα καὶ ἐγὼ τὴν ἰδίαν τακτικήν.
§127Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν σᾶς διέκοψα παρὰ ἅπαξ ἢ δίς. Τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι εἶναι πρωτάκουστον ἓν ἵδρυμα τῆς περιωπῆς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης νὰ ἔρχεται νὰ λέγῃ μετὰ ἔτη πολλά, ὅτι ὄχι μόνον ἀνέλαβεν αὐτὰς τὰς ὑποχρεώσεις ἀλλὰ ἀφοῦ καὶ ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν τὰς ἀνεγνώριζεν ἀναγράφουσα εἰς τὸν ἰσολογισμόν της ὡς κάλυμμα αὐτὰ τὰ 95.000.000, νὰ ἔρχεται, λέγω τώρα, ὁπότε πρόκειται νὰ δημιουργηθῇ ἓν κέρδος κολοσσιαῖον ἐκ τῆς σταθεροποιήσεως, νὰ λέγῃ ὅτι ἦτο λάθος, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν οὐδεμία ὑποχρέωσις. Εἶναι λοιπὸν φανερὸν ὅτι τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, τὸ στηριζόμενον εἰς τὴν ὕπαρξιν μικρᾶς ἐπικαταλλαγῆς εἰς βάρος τοῦ ἐγχωρίου νομίσματος κατὰ τὸ 1920, εἶναι ἐντελῶς ἀστήρικτον καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ βασισθῇ ἐπ’ αὐτοῦ οὐδεμία ἀξίωσις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἀλλὰ εἶναι καὶ τὸ ἄλλο τὸ ὁποῖον λέγει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ὅτι δὲν ἔθεσεν εἰς κυκλοφορίαν τὰ τραπεζογραμμάτια. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ ἀπὸ τὰς συζητήσεις αἱ ὁποῖαι ἔγιναν εἰς τὸ παρελθὸν ἀπεδείχθη ἐντελῶς ἁπλοῦν. Τὶ σημαίνει ἐὰν ἔθεσε εἰς κυκλοφορίαν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τὰ τραπεζογραμμάτια τὰ ὁποῖα ἀπέκτησεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ; Θέσις εἰς κυκλοφορίαν γίνεται ἐὰν ἐνεργοῦνται διὰ τῶν τραπεζογραμματίων καταβολαὶ χρημάτων — πληρωμαί, δάνεια, ἐξόφλησις ὑποχρεώσεων—εἰς τρίτους. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἡ Τράπεζα τὰ κρατεῖ μὲν εἰς τὰ ταμεῖα της πρὸς πληρωμὴν ἰδίων ἀναγκῶν της, δηλαδὴ ὡς ῥευστὸν χρῆμα. Καὶ αὐτὸ εἶναι κυκλοφορία, διότι καμμία Τράπεζα δὲν ἠμπορεῖ νὰ λειτουργήσῃ ἐὰν δὲν ἔχῃ ῥευστὸν χρῆμα εἰς τὰ ταμεῖα της. Τὸ ῥευστὸν αὐτὸ χρῆμα ἀνέρχεται ἀναλόγως τῶν περιστάσεων εἰς 15% 30% ἀκόμη καὶ 40% ἐπὶ τῶν καταθέσεων. Ἐδῶ διευθυντὴς τῶν Τραπεζῶν μὲ ἐπληροφόρησεν ὅτι ἔφθασαν νὰ ἔχωσιν εἰς τὰ ταμεῖα των εἰς ἐποχὰς κρίσεως ῥευστὸν χρῆμα 40% τῶν καταθέσεων. Θὰ ἴδετε λοιπόν, ἐὰν παρατηρήσητε προσεκτικώτερον, ὅτι τὰ ἐχρησιμοποίησε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον αὐτὰ τὰ τραπεζογραμμάτια ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, τὰ ἔθεσε εἰς κυκλοφορίαν. Ἐξ ἄλλου εἶχε πάντοτε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἔχῃ τὰ καλύμματα εἰς χρυσὸν ὅπως καὶ τὰ εἶχε, διὰ νὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ τὰ ἐξαργυρώσῃ ὅταν ἤθελεν ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία τῶν τραπεζογραμματίων. Αὐτὰ τὰ πράγματα εἶναι σαφῆ καὶ ἀναμφισβήτητα. Ἐν τούτοις ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ἀβασίμων ἀπόψεών της ἐπικαλεῖται δύο αὐθεντίας, τὴν αὐθεντίαν ἑνὸς νομικοῦ συμβουλίου, τὸ ὁποῖον κατηρτίσθη ἀπ’ αὐτὴν τὴν ἰδίαν, καὶ τὴν αὐθεντίαν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Ἀλλ’ ὡς ἐτονίσθη καὶ ἄλλοτε, οἱ νομικοὶ οἱ μετασχόντες τοῦ νομικοῦ συμβουλίου εἶναι μὲν ἄξιοι παντὸς σεβασμοῦ ἀλλὰ δὲν ἦσαν ὁμολογουμένως ἐνήμεροι ὅλων τῶν οἰκονομικῶν σχέσεων αἱ ὁποῖαι προκύπτουν ἀπὸ τὴν ἔκδοσιν τῶν τραπεζογραμματίων καὶ ἀπὸ τὴν σταθεροποίησιν τοῦ νομίσματος. Ἐὰν ἦσαν ἐνήμεροι, ἐὰν εἶχον πλήρη γνῶσιν ὅλων αὐτῶν τῶν ζητημάτων ἀλλοίαν ἀναμφιβόλως θὰ ἔδιδον γνωμοδότησιν. Προσεκολλήθησαν εἰς τὸ ὅτι τὸ τεθὲν εἰς αὐτοὺς ζήτημα ἀπετέλει νομικὸν ζήτημα, δυνάμενον νὰ λυθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τοῦ ἐνεχύρου καὶ τῆς ὑποθήκης. Ἀλλὰ τὸ ἐνέχυρον καὶ ἡ ὑποθήκη ἀποτελεῖ ἓν ἀντάλλαγμα μίαν ἀσφάλειαν ἐκείνου τὸ ὁποῖον δίδει ἡ Τράπεζα, ἀντάλλαγμα, ἀσφάλειαν τοῦ δανείου, ἐνῷ ἐδῶ ἐπὶ τῶν καλυμμάτων ἡ Τράπεζα οὐδὲν ἔδωκεν. Αὐταὶ εἶναι ἐντελῶς ἰδιαίτεραι σχέσεις, αἱ ὁποῖαι διεκανονίσθησαν τώρα ὀρθῶς εἰς τὰ ἄλλα Κράτη, τὴν Γαλλίαν, Ἰταλίαν κλπ. ὅπου τὸ κέρδος τὸ προκύψαν ἐκ τῆς σταθεροποιήσεως ἐν σχέσει μὲ τὰ καλύμματα, ἀνερχόμενον εἰς πολλὰ δισεκατομμύρια περιῆλθεν εἰς τὰ Κράτη καὶ ὄχι εἰς τὰς ἐκδοτρίας Τραπέζας καὶ ἐχρησιμοποιήθη πρὸς ἐλάττωσιν τοῦ Δημοσίου χρέους. Ἐὰν εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ εἰς τὰ ἄλλα Κράτη ἐπεκράτουν ἀντιλήψεις σύμφωνοι μὲ τὴν γνωμοδότησιν τῶν νομικῶν τῆς Ἑλλάδος, δὲν θὰ ἐτόλμουν νὰ διεκδικήσωσιν ὑπὲρ τοῦ Κράτους τὰ δισεκατομμύρια αὐτά. Δὲν νομίζω λοιπὸν ὅτι εἶναι σοβαρὸν νὰ γίνεται ἐπίκλησις τῆς γνωμοδοτήσεως τῶν ὁρισθέντων ὑπὸ τῆς Τραπέζης νομικῶν. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπίκλησις τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν τῆς ὁποίας τὴν πρώτην ἀπόφασιν διὰ τῆς ὁποίας ἔδει νὰ διατηρήσῃ τὸ ἐκδοτικὸν δικαίωμα ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ ἱδρυθῇ δὲ ἄλλη Τράπεζα διὰ τὰς ἐμπορικὰς ἐργασίας ἣν ἀπεκάλεσεν ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ἄφρονα εἶναι ἐντελῶς ἀνωφελής, διότι ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν δὲν ἐκλήθη νὰ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ ἐπὶ τῆς τύχης δηλαδὴ τῶν καλυμμάτων καὶ τῶν δοσοληψιῶν Κράτους καὶ Τραπέζης. Ὁ κ. Καφαντάρης τὴν ἰδέαν νὰ περιορισθῇ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἰς τὴν ἐκδοτικὴν λειτουργίαν καὶ νὰ γίνῃ ἄλλη Τράπεζα ἡ ὁποία ν’ ἀναλάβῃ τὰς ἄλλας τραπεζιτικὰς λειτουργίας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀπεκάλεσεν ἄφρονα. Τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι τὸν Ἰούλιον τοῦ 1927, ὅτε ἡ δημοσιονομικὴ ἐπιτροπὴ ἔλαβεν ἀπόφασιν ὑπὲρ τῆς λύσεως αὐτῆς ὁ κ. Καφαντάρης καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ἀπεδέχθη καὶ μόνον ὅτε ὁ κ. Τσουδερὸς ἐπῆγεν εἰς τὸ Λονδῖνον καὶ ἦλθεν εἰς συνεννόησιν μὲ τοὺς ἐκεῖ οἰκονομικοὺς κύκλους ἐπρότειναν ἀντὶ νὰ γίνῃ αὐτό, νὰ γίνῃ νέα Ἐκδοτικὴ Τράπεζα καὶ νὰ μείνουν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὅλαι αἱ ἄλλαι ἐργασίαι πλὴν τῶν ἐκδοτικῶν. Καὶ ἐπέτυχον νὰ γίνῃ ἀποδεκτὴ ἡ ἄποψίς των αὐτή.
§128Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἡ δημοσιονομικὴ ἐπιτροπὴ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν δὲν εἶχε κανένα λόγον νὰ ἐνδιαφέρεται ἐὰν θὰ ἐγίνετο ἡ ἀπόσπασις τῶν ἐκδοτικῶν λειτουργιῶν ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ ἂν θὰ ἀπέμενον εἰς αὐτὴν μόνον ἐμπορικαὶ λειτουργίαι, δὲν εἶχεν κανένα ἐνδιαφέρον ἐπὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν. Ὅ,τι ἐνδιέφερε τὴν δημοσιονομικὴν ἐπιτροπὴν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ἦτο ἡ ἵδρυσις αὐτοτελοῦς καθαρῶς οἰκονομικοῦ ἱδρύματος. Ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἐγίνετο ἡ ἵδρυσις αὐτὴ δὲν τὴν ἐνδιέφερε.
§129Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶμαι σύμφωνος, ἡ δημοσιονομικὴ ἐπιτροπὴ ἐνδιεφέρετο νὰ ἐγίνετο ἡ ἵδρυσις ἑνὸς αὐτοτελοῦς ὀργανισμοῦ ἐκδοτικῆς Τραπέζης.
§130Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Αὐτὴ ἐνδιεφέρετο κατὰ ποῖον τρόπον θὰ ἐγίνετο ἡ ἵδρυσις αὐτή. Ἐγὼ εἶπον ἄφρονα τὴν σκέψιν αὐτὴν διότι ἐὰν ἐδημιουργῆτο νέα Τράπεζα διὰ ἐμπορικὰς λειτουργίας, θὰ ἐκλονίζετο ἡ Τράπεζα ἡ Ἐθνική. Ἡ σκέψις μου ἦτο νὰ ἱδρυθῇ Τράπεζα Ἐκδοτικὴ αὐτοτελής.
§131Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ ἔλεγον, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ ἀρχικὴ σκέψις τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν τὴν ὁποίαν ἡμεῖς εὑρισκόμενοι εἰς Γενεύην τὴν ἀπεδέχθημεν κατὰ τὸν Ἰούλιον τοῦ 1927, ἦτο νὰ περιορισθῇ εἰς τὰς ἐκδοτικὰς ἐργασίας ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα καὶ βραδύτερον μόνον εἰς τὸ Λονδῖνον κατόπιν εἰσηγήσεως τοῦ κ. Τσουδεροῦ, δηλαδὴ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης οἱ οἰκονομικοὶ κύκλοι τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ἐδέχθησαν τὴν ἀντίθετον ἄποψιν καὶ συνεφώνησαν νὰ γίνῃ νέα Ἐκδοτικὴ Τράπεζα καὶ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ παραμείνουν αἱ ἄλλαι τραπεζιτικαὶ ἐργασίαι.
§132Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ἐπροτείναμεν ἡμεῖς αὐτὴν τὴν λύσιν, ἡμεῖς εἴμεθα εἰς ἀναζήτησιν μιᾶς Τραπέζης εἰς τὴν ὁποίαν ἐγίνετο ἡ σκέψις νὰ παραχωρηθῶσιν αἱ λειτουργίαι τῆς ἐκδοτικῆς καὶ νὰ συγκεντρωθῶσιν αἱ ἄλλαι λειτουργίαι εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, διότι ἐὰν αἱ ἐμπορικαὶ λειτουργίαι συνεκεντροῦντο εἰς ἕνα νέον ὀργανισμὸν ἄγνωστον εἰς μίαν Ἐμπορικὴν Τράπεζαν ἄλλην, θὰ ἐκλονίζετο ἡ πίστις τῆς νέας αὐτῆς Τραπέζης.
§133Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὴν 10ην Ἰουνίου 1927 τηλεγράφημα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἀναφέρει. (ἀναγινώσκει). «Ἡ Κυβέρνησις νομίζει βαθμιαίαν ἀποκέντρωσιν ὑπηρεσιῶν Ἐθνικῆς Τραπέζης κ.λ.π.». Ἑπομένως τὴν βαθμιαίαν ἀποκέντρωσιν τῶν ὑπηρεσιῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης φαίνεσθε ἀποδεχόμενος ἐν Γενεύῃ καὶ οὐδεὶς λόγος ὑπῆρχε νὰ ἐκπλαγῆτε.
§134Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἔκπληξις δι’ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Εἴμεθα τότε εἰς τὴν μελέτην τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἡ σκέψις γενικῶς περὶ βαθμιαίας ἐλαττώσεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Τραπέζης. Αὐτὸ εἶπον ὅτι θὰ ἀπετέλει ἄσκοπον καὶ ἄφρονα σκέψιν.
§135Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐὰν πρόκειται περὶ αὐτοῦ ἐγὼ ἐξηγῶ διατὶ ἐξεπλάγην ἀπὸ τὴν φράσιν αὐτήν.
§136Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι αἱ οἰκονομικαὶ λύσεις ἐξέρχονται ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸν τελειότερον τύπον. Ἔχω τὴν εὐχέρειαν ὅταν μοὶ ἐπέρχηται μία ἄστοχος σκέψις, νὰ τὴν ἀναγνωρίζω ἐκ τῶν ὑστέρων ὡς ἀποτυχίαν. Σεῖς ἔχετε τὸ πλεονέκτημα νὰ ἔχητε τὰς λύσεις ἑτοίμους ἀπὸ τῆς κεφαλῆς πλήρεις, σεῖς καὶ ὁ Ζεύς.
§137Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε συνάδελφε, ἐγὼ διαμαρτύρομαι. Δὲν δέχομαι ὅτι ἔχει αὐτὰς τὰς ἰδιότητας νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸν Ὄλυμπον ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφοῦ ἀποτελεῖ μέλος τῆς Κυβερνήσεως....
§138Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ ὁμολογῶ τὴν πλάνην μου ὁσάκις βλέπω ὅτι ἐπλανήθην.
§139Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Σεῖς δὲν πλανᾶσθε εἰς τίποτε εἴπατε προηγουμένως.
§140Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ βεβαίως ὁμολογῶ τὴν πλάνην μου ἀλλὰ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὲ μεμφθῇ διὰ τὴν πλάνην μου εἶναι ὁ κ. Καφαντάρης, διότι ἂν ὑπῆρξε πλάνη ἐμοῦ καὶ ὅλων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι δὲν κατεπολέμησαν τὴν λύσιν τῆς...... εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἡ πλάνη ἔγκειται εἰς τοῦτο: ὅτι ἐνεπιστεύθημεν τὴν λύσιν εἰς τὸν κ. Καφαντάρην.
§141Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Καὶ ὀρθῶς εἶχε τὴν ἐμπιστοσύνην τότε ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος σήμερον ἀποξενοῦται εὐθυνῶν, ὅπως εἶναι ὑποθέτω ἐνδεχόμενον αὔριον νὰ ἀποξενωθῇ εὐθυνῶν καὶ διὰ τὴν σημερινὴν λύσιν, διότι συνέπεσε νὰ ἐμπιστευθῇ εἰς τὸν κ. Βενιζέλον.
§142Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ βλέπω τὸν κ. ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν νὰ ὁμολογῇ ὅτι ἔκαμε λάθος. Διατὶ ἀφοῦ ἔκαμεν ὡραῖα πράγματα, διατὶ δὲν λέγει ὅτι εἰς ὡρισμένον σημεῖον ἐπλανήθη; Δόξα σοι ὁ Θεὸς ὅτι ὁμολογεῖ τώρα.
§143Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ διατυπώσω τὴν ἰδίαν σκέψιν. Διατὶ ἀφοῦ ἐκάματε τόσα μεγαλουργήματα, καὶ ἀφοῦ καὶ εἰς τὸ μέλλον θὰ κάμητε, διατὶ ἐπιμένετε εἰς μίαν πλάνην; (γέλωτες).
§144Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ εἶπα τόσας φορὰς ὅτι ἔκαμα λάθος, ἀλλὰ σεῖς πρώτην φορὰν τὸ λέγετε.
§145Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀλλ’ εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα ἔχετε μίαν ἐπιμονὴν φοβεράν.
§146Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἐπίκλησις τοῦ κύρους τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, διότι ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν δὲν ἐνδιεφέρετο διὰ τὰς σχέσεις Κράτους καὶ Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν ἐνδιεφέρετο μόνον νὰ ὑπάρχῃ μία ἀμιγὴς καὶ ἰσχυρὰ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα. Καὶ ὅταν κατὰ πρῶτον ἐξητάσθη τὸ ζήτημα τῶν καλυμμάτων, ἡ δημοσιονομικὴ ἐπιτροπὴ εἶπεν ὅτι ταῦτα ἀνήκουν εἰς τὸ Κράτος. Ἀλλ’ ὅταν κατόπιν μετέβησαν οἱ ἐπίσημοι ἀντιπρόσωποι τοῦ Κράτους εἰς τὴν Γενεύην, οἱ ὁποῖοι παραδόξως ἦσαν αὐτοὶ οὗτοι οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Τραπέζης, καὶ εἶπον ὅτι ἰδιαίτερα περιστατικὰ συντρέχουν εἰς τὴν Ἑλλάδα τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλουν νὰ δοθῇ εἰς τὰ καλύμματα ἄλλη λύσις ἀπὸ ἐκείνην ποὺ ἐδόθη εἰς τὰ ἄλλα Κράτη, ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν δὲν ἠθέλησε νὰ ἐξετάσῃ νὰ ἴδῃ ἂν πράγματι ὑπάρχουν ἢ δὲν ὑπάρχουν τοιαῦτα ἰδιαίτερα περιστατικὰ ὥστε νὰ δικαιολογῆται νὰ περιέλθουν ὅλα τὰ καλύμματα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ εἶπεν, ὅταν ἐκανόνισε τὸ ζήτημα τοῦ ἐνεργητικοῦ καὶ παθητικοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δίδομεν εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν τὰ καλύμματα καὶ βαρύνομεν τὸ παθητικόν της μὲ τὴν σημερινὴν ἀγοραίαν ἀξίαν τῶν καλυμμάτων καὶ τίποτε ἄλλο. Δὲν ἐξήτασε δηλαδὴ καθόλου τὸ ζήτημα τῶν δοσοληψιῶν Κράτους καὶ Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἄλλως τε καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα αὐτό, δὲν ὑπῆρχεν ἀπολύτως καμμία ἐξουσιοδότησις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα αὐτὸ εἰς τὴν Γενεύην. Οὐδεμία ἐξουσιοδότησις ὑπῆρχε, διότι καὶ ἡ Κυβέρνησις ἤθελε νὰ λύσῃ μεταγενεστέρως τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχεν ἐπισήμως δηλώσει ὅτι ἡ διχοτόμησις τῆς Τραπέζης δὲν ἔλυε τὸ ζήτημα τῶν καλυμμάτων. Ὥστε, ἐπαναλαμβάνω, καὶ ἂν ἀκόμη ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν ἐσκέπτετο νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ τῶν δοσοληψιῶν Κράτους καὶ Τραπέζης, ἐξουσιοδότησις ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους της νὰ δεχθοῦν τοιαύτην λύσιν δὲν εἶχε δοθῆ. Ἑπομένως καὶ αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα ὅτι ἐλύθη τὸ ζήτημα εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν εἶναι ἐντελῶς ἀβάσιμον καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνεται χρῆσις αὐτοῦ. Ὅταν ἄλλοτε ἐγίνετο συζήτησις ἐδῶ εἰς τὴν Βουλὴν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, ἔφερα διάφορα παραδείγματα διὰ νὰ ἀποδείξω πόσον ἀδικαιολόγητοι ἦσαν αἱ ἀξιώσεις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὅπως ἰδιοποιηθῇ τὴν ἀξίαν τῶν καλυμμάτων. Εἶπον τότε, μεταξὺ ἄλλων, τὰ ἑξῆς: ὅτι ἂν ἐκάμωμεν καὶ ἡμεῖς ὅ,τι ἔκαμε ἡ Βουλγαρία, ἡ ὁποία ἀνέβαλε διὰ βραδύτερον τὴν ἵδρυσιν ἰδίας Ἐκδοτικῆς Τραπέζης καὶ ἐξηκολούθη νὰ εἶναι καὶ τώρα εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα Ἐκδοτική, τὶ θὰ ἐγίνετο; Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα θὰ ἰσχυρίζετο ὅτι τὰ καλύμματα ἦσαν ἰδικά της καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ τὰ πάρῃ καὶ νὰ τὰ πωλήσῃ; Βέβαια ὄχι, διότι τίποτε δὲν θὰ εἶχε μεταβληθῆ εἰς τὴν χρησιμοποίησιν αὐτῶν καὶ εἰς τὰς λειτουργίας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Αὐτὰ τὰ καλύμματα τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀρχικῶς καλύμματα τραπεζογραμματίων 380 ἑκατομμυρίων δραχμῶν θὰ ἔμεναν καλύμματα τῶν σήμερον κυκλοφορούντων 4.000.500.000 δραχμῶν τῆς σημερινῆς ἀξίας. Κατὰ συνέπειαν ἂν ἠθέλαμεν νὰ ἀφήσωμεν τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν καλύμματος πρὸς τὸ ποσὸν τῶν εἰς κυκλοφορίαν τραπεζογραμματίων δὲν θὰ εἴχομεν ἀνάγκην δὲν θὰ εἶχε δηλαδὴ τὸ Κράτος ἀνάγκη νὰ προμηθευθῇ νέον χρυσὸν ἢ ἀξία εἰς χρυσὸν διὰ τὴν σταθεροποίησιν τῶν τραπεζογραμματίων.
§147Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐννοεῖτε νὰ γίνῃ ὑπὸ τὸν τύπον τὸν μικτόν;
§148Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Οὔτε ἕνα λεπτὸν θὰ ἐλάμβανεν ἡ Τράπεζα, τὸ δὲ Κράτος θὰ εἶχεν μικροτέραν ἀνάγκην νὰ προμηθευθῇ ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ χρυσόν. Κατ’ οὐσίαν δηλαδὴ τὸ Κράτος θὰ ὠφελεῖτο διότι θ’ ἀπέσβυνεν ἄνευ καταβολῆς ἕν ποσὸν ἐκ τῶν χρεῶν του ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ διότι τὰ τραπεζογραμμάτια τὰ ὁποῖα εἶχον ἐκδοθῆ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ καὶ ἀπετέλουν χρέος τοῦ Κράτους, θὰ μετετρέποντο εἰς τραπεζογραμμάτια ἐξοφλητέα ἀπὸ τὴν Τράπεζαν ὡς αὐτὴν μόνην βαρύνοντα. Αὐτὴ θὰ ἦτο ἡ οὐσία τοῦ πράγματος, κατὰ συνέπειαν τὸ Κράτος θὰ ὠφελεῖτο τὸ ποσὸν αὐτὸ ὁλόκληρον. Ἀφοῦ λοιπὸν εἶναι προφανὲς καὶ ἀναμφισβήτητον ὅτι οὐδεὶς θὰ ἐτόλμα ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀξιώσῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ οἰκειοποιηθῇ τὰ καλύμματα πῶς εἶναι τώρα δυνατὸν μετὰ τὴν διχοτόμησιν νὰ προβληθῇ τοιαύτη ἀξίωσις; Οὐδεμία δικαιολογία εἶναι δυνατὸν νὰ προβληθῇ ὑπὲρ τοιαύτης ἀξιώσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἀφοῦ ἂν δὲν ἐγίνετο διχοτόμησις τὸ Κράτος θὰ προσεπορίζετο αὐτὴν τὴν διαφορὰν καὶ ἀφοῦ ὅταν ἔγινε διχοτόμησις δὲν ἐπῆλθεν οὔτε ἐλάττωσις τῶν ἐμπορικῶν ἐργασιῶν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν οὔτε ἐλάττωσις τῶν κερδῶν ἀπὸ τὰς ἐκδοτικὰς ἐργασίας, ἀφοῦ δὲν ἐπέφερεν ἡ διχοτόμησις ἐλάττωσιν ἐργασιῶν καὶ ζημίαν, διὰ ποῖον λόγον θὰ ὑποστῇ ζημίαν τὸ Κράτος; Βεβαίως καμμία δικαιολογία δὲν ὑπάρχει. Αὐτοὶ οἱ ἁπλοῖ συλλογισμοὶ ἀνατρέπουν ὅλην τὴν ἐπιχειρηματολογίαν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἀλλ’ ὑπεστηρίχθη ὅτι ἐπέρχεται μία ζημία ξεχωριστὴ εἰς τοὺς μετόχους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ὅπως γίνεται ἡ διχοτόμησις ἓν μέρος τῶν κερδῶν θὰ μετέβαινεν εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν καὶ ἔτσι θὰ ἐπήρχετο μείωσις τῶν κερδῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἐπὶ παραδείγματι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα θὰ ἐστερεῖτο ἑνὸς εἰσοδήματος τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀπὸ τὴν διάθεσιν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν τῶν καλυμμάτων διότι ἦσαν κατατεθειμένα εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐπὶ μικρῷ τόκῳ. Τὸ εἰσόδημα τοῦτο ἀνήρχετο ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη μου εἰς 20.000.000 δραχ. Θὰ ἐστερεῖτο λοιπὸν αὐτὸ τὸ ποσὸν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα καὶ ὑπῆρχεν ἐκ τούτου φόβος νὰ ἐπέλθῃ ἡ ζημία εἰς τοὺς μετόχους της. Ἐπίσης ὑπῆρχε φόβος νὰ ἐπέλθῃ ζημία ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῶν λοιπῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὅπως ἰσχυρίζοντο οἱ ὑποστηρίζοντες τὰς ἀπόψεις της. Τότε διὰ νὰ ἀποκρούσωμεν τοὺς ἰσχυρισμοὺς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ διὰ νὰ ἀποδείξωμεν πόσον αἱ ἀξιώσεις της ἦσαν ἀβάσιμοι εἴπαμεν ὅτι δὲν θὰ εἴχομεν ἀντίρρησιν νὰ κάμωμεν κἄτι τι ὥστε νὰ μὴ ἐπέλθῃ καμμία ζημία εἰς κανένα μέτοχον. Ἀφοῦ δὲν γνωρίζετε τί θὰ γίνῃ, ἡμεῖς δεχόμεθα νὰ δοθοῦν αἱ μετοχαὶ τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης δωρεὰν εἰς τοὺς μετόχους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἐὰν ἐδίδοντο δωρεὰν αἱ μετοχαὶ τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης εἰς τοὺς μετόχους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δὲν ἠδύνατο νὰ ἀκουσθῇ κανὲν παράπονον ὅτι ἐκ τῆς διχοτομήσεως ἐπῆλθεν ἐλάττωσις τῆς ἀξίας τῶν μετοχῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, διότι οἱαδήποτε ἐλάττωσις καὶ ἂν ἐπήρχετο, αὕτη θ’ ἀντεσταθμίζετο ἀπὸ τὴν ἀξίαν τῶν μετοχῶν τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Κατὰ συνέπειαν ἡ τοιαύτη μεταβίβασις θὰ εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα ἀναμφισβήτητον, ἐφ’ ὅσον ἡ ὑπεραξία τῶν καλυμμάτων θὰ περιήρχετο εἰς τὸ Κράτος, διὰ νὰ χρησιμοποιηθῇ ἀπὸ τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν, ὅπως καὶ πρὶν πρὸς ἀσφάλειαν τῶν τραπεζογραμματίων, θὰ εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ἐλαττωθῇ ἡ ἐκ τῆς σημερινῆς ἀξίας τῶν καλυμμάτων ὠφέλεια τοῦ Κράτους κατὰ 400.000.000 δραχμῶν, διότι τὸ Κράτος ἐπιθυμοῦν νὰ εἶναι ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα στερεά, θὰ ἔδιδε πρὸς αὐτὴν τὸ κεφάλαιον τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ προσπορισθῇ αὕτη ἡ Τράπεζα ἀπὸ τὰς μετοχάς της. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ Κράτος θὰ ὠφελεῖτο τὴν σημερινὴν ἀξίαν τῶν καλυμμάτων δηλαδὴ 1.200.000.000 δραχμῶν μεῖον 400.000.000, δηλαδὴ τὴν ἀξίαν τῶν μετοχῶν τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, συνεπῶς θὰ ὠφελεῖτο 800.000.000 δραχμῶν. Τὶ ἦτο δυνατὸν ν’ ἀντιταχθῇ κατ’ αὐτῆς τῆς λύσεως; Ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπέκρουσεν αὐτὴν τὴν πρότασιν, ἡ ὁποία ἔγινε τὴν τελευταίαν στιγμὴν καὶ ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἔγινε διὰ λόγους ἀποδεικτικοὺς διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι οἱ ἰσχυρισμοὶ τῆς Τραπέζης ἦσαν ἀδικαιολόγητοι ἢ τοὐλάχιστον ἐξαιρετικὰ ὑπερβολικοί. Ὁ ἀξιότιμος τότε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν ὅτι αὐτὸ ἦτο ἀδύνατον νὰ γίνῃ διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν νὰ περιέλθουν ὅλαι αἱ μετοχαὶ τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης εἰς τοὺς μετόχους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἀλλ’ αὐτὸ νομίζω ὅτι ἦτο ἐντελῶς ἀστήρικτον ἐπιχείρημα, διότι ναὶ μὲν ἀπέναντι τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν εἶχεν ἀναληφθῇ ἡ ὑποχρέωσις αὐτή, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ δὲν εἶχε κανένα λόγον νὰ ἐπιμείνῃ ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν, διότι οἱ μέτοχοι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δὲν εἶναι ἀμετάβλητα πρόσωπα δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Ἐκτὸς τούτου ἓν μέρος αὐτῶν εἶναι ἠθικὰ πρόσωπα εἶναι ἱδρύματα δηλαδὴ ποὺ εἶναι καλὸν νὰ εἶναι καὶ μέτοχοι τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης καὶ ἀφ’ ἑτέρου οἱ ἄλλοι μέτοχοι εἶναι φυσικὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἠμποροῦν τὴν μίαν ἡμέραν νὰ εἶναι μέτοχοι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τὴν ἄλλην νὰ μὴ εἶναι. Ἄλλως τε μὲ τὴν δοθεῖσαν λύσιν αἱ ἡμίσεις μετοχαὶ δὲν περιῆλθαν εἰς μετόχους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης; Ὥστε λόγοι οἰκονομικοὶ τρόπον τινὰ δὲν ὑπῆρχον ὥστε ν’ ἀποκρουσθῇ προταθεῖσα τότε λύσις. Χθὲς ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν εἶπεν ὅτι αὐτὴ ἡ πρότασις ἔκανε μίαν σύγχυσιν μεταξὺ τοῦ νομικοῦ προσώπου καὶ τῶν φυσικῶν προσώπων τῶν μετόχων. Ἀλλὰ τὶ εἴδους σύγχυσιν ἔκανε; Βεβαίως ὑπάρχει διάκρισις ἀπὸ ἀπόψεως νομικῆς προσωπικότητος τοῦ νομικοῦ προσώπου καὶ τῶν φυσικῶν προσώπων. Αἱ ὑποχρεώσεις τῶν μὲν δὲν εἶναι ὑποχρεώσεις τῶν δέ, αὐτὸ εἶναι ἐκτὸς συζητήσεως. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἐκ τῆς περὶ ἧς πρόκειται προτάσεως δὲν δημιουργεῖται νομικὴ σύγχυσις, θὰ ἠδύνατο νὰ δημιουργηθῇ ἴσως οἰκονομικὴ σύγχυσις, διότι εἶναι δυνατὸν ἡ ἀποζημίωσις ἡ διδομένη εἰς τοὺς μετόχους μιᾶς ἐπιχειρήσεως νὰ συντελῇ ὄχι εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἐπιχειρήσεως. Ἐπὶ παραδείγματι ἐὰν ὑπάρχῃ μία βιομηχανικὴ ἐπιχείρησις ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀποσπᾶται ἓν μέρος καὶ ἀποζημιώνονται διὰ τὰ ἐκ τούτου κέρδη οἱ μέτοχοι αὐτῆς, ἐὰν εἰς τὰς ἀποζημιώσεις τῶν μετόχων δὲν ἱκανοποιῆται καὶ ἡ ἐπιχείρησις ὡς τοιαύτη, ἡ ἐπιχείρησις ἐξασθενίζει διότι ἀφαιρεῖται ἓν μέρος ἀπὸ αὐτήν. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, πῶς ἠμποροῦσε νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἐξασθένησις αὐτὴ ὥστε νὰ ὑποθέσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι θὰ εἴχομεν σύγχυσιν οἰκονομικήν; Μόνον ὑπὸ μίαν προϋπόθεσιν θὰ ἠμποροῦσε νὰ γίνῃ αὐτὸ: ἐὰν τὰ καλύμματα ἀνῆκον πράγματι εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ ἠμποροῦσε νὰ τὰ πάρῃ δικαιωματικῶς αὕτη. Ἀλλ’ ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ ἀπεδείχθη ἐντελῶς ἀβάσιμος. Ὅταν δὲ ὁμιλοῦμεν περὶ ζημίας τῆς Τραπέζης, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὅπως ἐμείναμεν ὅλοι σύμφωνοι, ἡ ζημία θὰ ἔπρεπε νὰ θεωρηθῇ ἐπερχομένη ἐὰν μετὰ τὴν διχοτόμησιν αἱ ἐργασίαι τῶν περιωρίζοντο, ἄνευ πταίσματος τῆς ἰδίας τόσον, ὥστε τὸ μέρισμά της εἰς τοὺς μετόχους νὰ κατήρχετο κάτω τῶν διανεμηθέντων κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος δηλαδὴ τῶν 2.800 δραχμῶν καὶ τοῦτο εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν θὰ εἶχον δοθῆ εἰς τοὺς μετόχους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δωρεὰν αἱ μετοχαὶ τῆς Ἐκδοτικῆς. Ἡμεῖς οὐδόλως διεβλέπαμεν κίνδυνον ζημίας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὑπὸ τὴν ἀνωτέρω ἔννοιαν ἐκ τῆς διχοτομήσεως, διότι δι’ αὐτῆς δὲν θὰ ἐπέλθῃ ἐλάττωσις τῶν ἄλλων ἐργασιῶν της. Περὶ τούτου ἠδυνάμεθα νὰ βεβαιωθῶμεν διὰ μιᾶς πραγματογνωμοσύνης εἰδικῶν καὶ ἀμερολήπτων προσώπων καὶ ἐφόσον ἔγινε δεκτὴ σχετικὴ πρότασις ἐκάμαμεν μίαν ὑποχώρησιν καὶ ἐπροτείναμεν ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν καλυμμάτων νὰ μείνῃ μὲν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἀλλὰ μόνον ὡς ἐνεργητικὸν τοῦ Κράτους ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου νὰ ἐκδοθοῦν ἰδιώνυμοι μετοχαί, εἰς τρόπον ὥστε τὸ Κράτος νὰ εἶναι ἐξησφαλισμένον ὅτι ἐὰν ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπεδεικνύετο ὅτι ἐκ τῆς διχοτομήσεως δὲν ἐπῆλθε ζημία ὑπὸ τὴν ἀνωτέρων ἔννοιαν, δηλαδὴ δὲν ἤθελε περιορισθῆ τὸ εἰς τοὺς μετόχους διανεμητέον μέρισμα ἐπειδὴ ἀνεπτύσσοντο αἱ ἐργασίαι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης νὰ εἶναι λέγω ἐξασφαλισμένον τὸ Κράτος ὅτι θὰ ἐκαρποῦτο τὸ ἐκ τῶν καλυμμάτων ὄφελος. Θὰ παρείχετο δηλαδὴ μέρισμα εἰς τὰς ἰδιωνύμους μετοχάς των, αἱ ὁποῖαι οὕτω θὰ ἀπέκτων ἀξίαν ὁλοὲν αὐξανομένην συνεπείᾳ αὐξήσεως ἐκ τοῦ μερίσματός των. Ἀλλὰ καὶ ἡ πρότασις αὐτὴ ἀπεκρούσθη, ὅπως ἡ ἄλλη πρότασις ποὺ ἐκάμαμεν τῆς διανομῆς τῆς ὑπεραξίας τῶν καλυμμάτων μεταξὺ Κράτους καὶ Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία ἐστηρίζετο εἰς τὴν σκέψιν, ὅτι, ἀφοῦ ὑπεστηρίζετο ὅτι τὰ καλύμματα ἀνῆκον εἰς τὴν Τράπεζαν θὰ ἔπρεπε νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ σύμβασις τοῦ 1923 κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ἥμισυ τῶν κερδῶν πέραν ὡρισμένου ποσοῦ ἔδει νὰ διανέμεται μεταξὺ Κράτους καὶ Ἐθνικῆς Τραπέζης. Καὶ κατὰ συνέπειαν τὸ ἥμισυ τῆς ὑπεραξίας τῶν καλυμμάτων ἔδει νὰ περιέλθῃ εἰς τὸ Κράτος διότι ὑπάρχει πραγματοποίησις τοῦ κέρδους εἰς ὃ ποσὸν ἀνέρχεται ἡ ὑπεραξία τῶν καλυμμάτων. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν λέγει ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ αὐτό, διότι τὰ καλύμματα εἶχον σχηματισθῆ προγενεστέρως. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι βάσιμον, διότι ναὶ μὲν εἶχον σχηματισθῆ προγενεστέρως καὶ εἴδομεν πῶς εἶχον σχηματισθῆ, ἀλλὰ πόθεν προῆλθε τὸ κέρδος ἐκ τῶν καλυμμάτων; Ἐκ τῆς σταθεροποιήσεως καὶ τῆς διχοτομήσεως ἄνευ αὐτῶν τῶν μεταβολῶν δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ πάρῃ τὰ καλύμματα καὶ νὰ κάνῃ δραχμάς. Κατὰ συνέπειαν τὸ κέρδος προεκάλεσεν ἡ σταθεροποίησις καὶ ἡ διχοτόμησις, δηλαδὴ γεγονότα μεταγενέστερα τοῦ 1923. Κατὰ συνέπειαν καὶ αὐτὴ ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπεβάλαμεν ἐναντίον τῶν ἀξιώσεων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἦτο ἀπολύτως βάσιμος ἐν ᾗ περιπτώσει ἐδεχόμεθα ὅτι τὰ καλύμματα ἀνήκουν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἀποκρούομεν διεκδικοῦντες ὅλο τὸ ποσὸν τῶν καλυμμάτων καὶ δεχόμενοι, μόνον διὰ νὰ μὴ ἐπέλθῃ ζημία θετικὴ εἰς τοὺς μετόχους νὰ ἐξακριβωθῇ καθ’ ὃν τρόπον ἐξέθεσε ἐὰν ἐκ τῆς διχοτομήσεως ἐπέρχεται θετικὴ ἢ ὄχι ζημία. Καὶ τοῦτο ὄχι ὑπὸ τύπον ἀποζημιώσεως διὰ τὴν ἀφαίρεσιν κεκτημένου δικαιώματος, διότι κατὰ τὴν ἰδικήν μας ἀντίληψιν δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ ζήτημα ἀποζημιώσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους: Οἱ νομικοὶ οἱ ὁποῖοι ἐγνωμοδότησαν ὅτι θὰ ἐδικαιοῦτο ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀποζημιώσεως ἐστηρίχθησαν εἰς ὅτι λέγουν οἱ συγγραφεῖς εἰς τὰ ζητήματα γενικῶς τῶν παραχωρήσεων ἐκμεταλλεύσεως ἐπιχειρήσεων. Ἀλλ’ εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς περιπτώσεις πρόκειται πάντοτε περὶ μιᾶς ἐπιχειρήσεως, τὴν ὁποίαν σχηματίζουν μὲ θυσίας των οἱ μέτοχοι μιᾶς ἑταιρείας, πρόκειται περὶ ὑδραυλικῶν ἔργων περὶ ἔργων ὁδοποιΐας, καὶ φυσικὰ αἱ ἑταιρεῖαι αὐταὶ ἔχουν δικαίωμα ἀποζημιώσεως ἐν ᾗ περιπτώσει ὅλον τὸ κέρδος τὸ ὁποῖον προεβλέφθη νὰ ἔχουν ἀπὸ τὰς ἐπιχειρήσεις αὐτὰς πρόκειται νὰ τοὺς ἀποκοπῇ διὰ τῆς στερήσεως τοῦ προνομίου τῆς ἐκμεταλλεύσεως καὶ φυσικὰ ὅλοι οἱ συγγραφεῖς τοῦ δικαίου λέγουν ὅτι γεννᾶται εἰς περίπτωσιν ἀφαιρέσεως τοῦ προνομίου ὑποχρέωσις ἀποζημιώσεως. Ἀλλὰ τὸ ἐκδοτικὸν προνόμιον εἶναι κάτι τι ἰδιαίτερον ἄσχετον μὲ τὰς παραχωρήσεις προνομίου δι’ ἐκτέλεσιν ἔργων. Διὰ τὸ ἐκδοτικὸν προνόμιον δὲν γίνεται καμμία θυσία ἀπὸ τὴν Τράπεζαν, οὐδεὶς κίνδυνος ἀναλαμβάνεται. Δι’ αὐτὸ εἶπα ἄλλοτε: Εἴπατε εἰς οἱανδήποτε Τράπεζαν ὅτι θὰ σοῦ δώσωμεν τὸ προνόμιον νὰ ἐκδώσῃς τραπεζογραμμάτια νὰ ἔχῃς καλύμματα κλπ., ὑπὸ ἕνα ὅρον ὅτι θὰ ἀνακαλέσωμεν αὐτὸ τὸ προνόμιον οἱανδήποτε ὥραν θέλομεν. Δὲν θὰ ὑπάρχῃ καμμία Τράπεζα ἡ ὁποία δὲν θὰ ἀποδεχθῇ ἀσμένως αὐτὴν τὴν πρότασιν. Διότι τὸ ἐκδοτικὸν προνόμιον δημιουργεῖ μεγάλα κέρδη, ἀνεξαρτήτως τῶν ἄλλων ἐπικερδῶν σχέσεων αἱ ὁποῖαι δημιουργοῦνται μεταξὺ Τραπέζης καὶ τοῦ Κράτους, μόνον αὐτὸ γεννᾶ ἓν κολοσσιαῖον κέρδος, διότι δημιουργεῖ κεφάλαιον ἐκ τοῦ μηδενός, τὸ ὁποῖον χρησιμοποιεῖ ἐπικερδῶς μία Τράπεζα. Λοιπὸν ἐπὶ τῇ βάσει ποίων θυσιῶν γενομένων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν θὰ ἠξιοῦτο ἀπ’ αὐτὴν νὰ τύχῃ ἀποζημιώσεως διότι ἐπῆλθε μία ἀνωτέρα ἀνάγκη, νὰ γίνῃ ἡ σταθεροποίησις καὶ ἡ διχοτόμησις τῆς Τραπέζης, καὶ ἐστερήθη τοῦ ἐκδοτικοῦ αὐτῆς προνομίου; Ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ἀναφέρει σειρὰν σχέσεων καὶ δοσοληψιῶν ἐκ τῆς παύσεως τῶν ὁποίων θὰ ἐζημιοῦτο ἡ Τράπεζα. Ἀλλ’ ὅλαι αὐταὶ αἱ σχέσεις δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀναπόσπαστοι ἀπὸ τὸ ἐκδοτικὸν προνόμιον, διότι τὸ Κράτος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὁρίσῃ μίαν ἄλλην Τράπεζαν εἰς τὴν ὁποίαν νὰ δίδῃ τὰ χρήματά του καὶ νὰ μὴν ἔχῃ καμμίαν δοσοληψίαν μὲ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἑπομένως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν ἠμπορεῖ νὰ λέγῃ ὅτι: ἔχω δικαίωμα ἀποζημιώσεως διότι θὰ στερηθῶ τῆς πελατείας τοῦ Κράτους. Ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ μόνον ὅτι οἱ μέτοχοί μου θὰ ζημιωθοῦν, διότι τὰ κέρδη μου θὰ ἐλαττωθοῦν καὶ κάνετε ὅτι ἠμπορεῖτε διὰ νὰ μὴ γίνῃ αὐτό. Αὐτὸ ἠμπορεῖ νὰ τὸ εἴπῃ καὶ ἀπ’ ἀρχῆς εἴπομεν ὅτι δὲν εἴχομεν ἀντίρρησιν ἡ Κυβέρνησις ἐξ ἐπιεικείας νὰ κάμῃ κάτι ὥστε νὰ μὴ ἐπέλθῃ θετικὴ ζημία εἰς τοὺς μετόχους. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν σημαίνει ἀποζημίωσιν οὔτε ἠμπορεῖ νὰ ἀξιοῖ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ λάβῃ ἀποζημίωσιν. Ἐὰν δὲ ἐγίνετο δεκτὴ οἱαδήποτε τῶν συμβιβαστικῶν προτάσεων δηλαδὴ ἡ τῆς διανομῆς τῆς ὑπεραξίας τῶν καλυμμάτων μεταξὺ Κράτους καὶ Τραπέζης ἢ ἡ ἄλλη τῆς ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Κράτους διατηρήσεως εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῆς ὑπεραξίας αὐτῆς, δὲν θὰ διατρέχουν κανέναν κίνδυνον οἱ μέτοχοι τῆς Τραπέζης. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ὑπῆρχον ὄχι μία, ὑπῆρχον πολλαὶ λύσεις ἀπολύτως ἀνώτεραι καὶ συμφερώτεραι διὰ τὸ Κράτος καὶ τὴν Κοινωνίαν ἀπὸ τὴν λύσιν ἡ ὁποία ἐδόθη, χειροτέρα τῆς ὁποίας δὲν ἠμποροῦσε νὰ εὑρεθῇ, διότι δὲν περιωρίζετο μόνον νὰ ἀφήσῃ εἰς τὴν Τράπεζαν τὰ καλύμματα, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν τύπον τῆς ἐξυπηρετήσεως καὶ τῆς ἀγροτικῆς πίστεως περιέλαβε καὶ διατάξεις ἄλλαι αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν ἦσαν ἐπωφελεῖς διὰ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ ὄχι ἐπωφελεῖς διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς ἀγροτικῆς πίστεως, ἀφοῦ αἱ μέχρι τοῦ 1950 ὑποχρεωτικαὶ καταθέσεις τῶν νομικῶν προσώπων μὲ εὐθυνὸν τόκον εἶναι ἀντιστάθμισμα ἀσυγκρίτως ἀνώτερον ἀπὸ τὴν ὑποχρέωσιν ποὺ ἀνέλαβεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ διαθέτῃ πιστώσεις εἰς τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν ἐπὶ ὀλίγα ἔτη μὲ τὴν ἐγγύησιν τοῦ Κράτους καὶ μὲ τόκον 8%. Δὲν θέλω νὰ ἐπεκταθῶ περισσότερον εἰς τὰ ζητήματα τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης, διότι θὰ ὁμιλήσωμεν αὔριον. Ἐγὼ κατακρίνω αὐτὴν τὴν λύσιν, ἡ ὁποία δίδεται σήμερον ὅσον ἀφορᾷ τὴν σχέσιν μεταξὺ Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ Κράτους. Διότι ἀφοῦ παίρνετε ὀλιγώτερα ἀπὸ τὰ μισὰ τῶν καλυμμάτων, κάνετε δηλαδὴ μίαν γενναίαν ἐπιχορήγησιν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἀφοῦ τῆς ἀφήνετε μέχρι τοῦ 1950 τὰ ἀποθέματα αὐτά, δὲν ἐπιτρέπετε νὰ δεχθῆτε, ὥστε αἱ πιστώσεις αἱ χορηγούμεναι πρὸς τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν νὰ εἶναι μόνον ὅσαι ὁρίζονται εἰς τὸν σύμβασιν καὶ μὲ τόκον 8%. Αὐτὸ εἶναι μία τοκογλυφικὴ σύμβασις πρὸς τὴν Γεωργικὴν Τράπεζαν. Ἀλλὰ τώρα ἐὰν τὸ Κράτος εἶναι εἰς θέσιν δι’ ἄλλων μέσων νὰ ἐξασφαλίσῃ εὐθυνότερον τόκον διὰ τὰ ὑπὸ τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης χορηγούμενα δάνεια, αὐτὸ εἶναι ἄσχετον. Συζητοῦμεν τώρα περὶ κανονισμοῦ σχέσεων Κράτους καὶ Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ σᾶς λέγω ὅτι αὐτὸς ὁ διακανονισμὸς εἶναι μία διευθέτησις ὄχι δικαία διὰ τὸ Κράτος. Διότι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔχει προνομιακῶς καταθέσεις ὄχι μόνον τῶν νομικῶν προσώπων, ἀνερχομένας εἰς ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς αὐτῶν ἄλλας καταθέσεις ἀνερχομένας εἰς δισεκατομμύρια δὲν δικαιολογεῖται νὰ δανείζῃ εἰς ἕνα ἵδρυμα ὅπως ἡ Ἀγροτικὴ Τράπεζα μὲ τὴν ἐγγύησιν μάλιστα τοῦ Κράτους ποσὰ ἀνερχόμενα εἰς ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων μὲ τόκον κατὰ τέσσερα τοῖς ἑκατὸν ἀνώτερον ἀπ’ ὅ,τι κατὰ μέσον ὅρον στοιχίζουν τὰ ἐκ καταθέσεων κεφάλαια εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἡ Τράπεζα ἡ Κτηματικὴ ἔχει περιθώριον 2% μόνον μεταξὺ τοῦ κόστους τῶν κεφαλαίων ποὺ διαθέτει καὶ τοῦ τόκου ποὺ ζητεῖ ἀπὸ τοὺς ὀφειλέτας της. Καὶ μὲ αὐτὸ τὸ περιθώριον καλύπτει τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως καὶ τὰς τυχὸν ζημίας. Ἐκ τούτου γίνεται κατάδηλον πόσον ὑπερβολικὸς εἶναι ὁ τόκος 8% δηλαδὴ 4% ἄνω τοῦ τόκου τῶν καταθέσεων τὸν ὁποῖον ζητεῖ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα προκειμένου νὰ ἐξυπηρετῇ τὴν ἀγροτικὴν πίστιν χωρὶς νὰ διατρέχῃ κανένα κίνδυνον ζημίας λόγῳ καὶ τῆς ἐγγυήσεως τοῦ Κράτους καὶ χωρὶς νὰ βαρύνεται μὲ δαπάνας διοικήσεως διὰ τὴν διάθεσιν αὐτῶν τῶν πιστώσεων, διότι αὗται δίδονται συνολικῶς εἰς τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθόν, ἀφοῦ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔγινεν ὅ,τι ἔγινεν εἰς τὸ παρελθόν, λόγῳ τῶν σχέσεών της μὲ τὸ Κράτος καὶ ἀφοῦ μὲ τὴν νεωτέραν σύμβασιν διετήρησε τὰς καταθέσεις τῶν νομικῶν προσώπων καὶ ἀφοῦ μὲ τὴν πίστωσιν τοῦ Κράτους συνετελέσαμεν ὥστε νὰ ἐξογκωθῇ ἡ δύναμίς της ὥστε νὰ γίνῃ τρόπον τινὰ ὁ ρυθμιστὴς διὰ τὴν χρηματαγοράν, νὰ μὴ λαμβάνωμεν πρόνοιαν ὥστε ἡ διαχείρισις αὐτῆς τῆς δυνάμεως τῆς μεγάλης νὰ μὴ γίνεται εἰς βάρος τῆς κοινωνίας, εἰς τρόπον ὥστε ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα παίρνει ἀπὸ τὸ ἓν μέρος τὸ Κράτος δικαίως ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ μὴ τὰ παίρνῃ αὐτὴ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ἀδικαιολογήτως ἀπὸ τὴν κοινωνίαν, αὐξάνουσα τὸν τόκον τῆς προεξοφλήσεως, ὅπως καὶ τὸ ἔκαμεν εὐθὺς μετὰ τὴν διχοτόμησιν, διότι πράγματι γίνεται τοῦτο ἐπὶ βλάβῃ τῆς ἀγροτικῆς πίστεως καὶ ἐπὶ βλάβῃ τῆς κοινωνίας. Χωρὶς νὰ διατρέξῃ κανένα κίνδυνον, δύναται ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα μὲ τὸ κῦρος, τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ φθάνῃ εἰς μίαν λογικὴν ἀπόφασιν μεταξὺ μέσου ὅρου τόκων καταθέσεων καὶ μέσου ὅρου δανείων.
§149Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Καὶ πρὶν ἀμφισβητηθοῦν τὰ καλύμματα ἡ Τράπεζα μετὰ τὴν διχοτόμησιν ὕψωσε τὸν τόκον. Ἐγνώριζεν ὅτι τὰ καλύμματα ἦσαν ὅλα δικά της.
§150Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐπῆλθεν ἡ ὕψωσις τοῦ τόκου μετὰ τὴν ἐπιστολὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Τράπεζαν.
§151Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τότε ἦσαν νωπὰ τὰ πράγματα. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει καὶ τὸ κῦρος, ἀλλὰ καὶ ἂν καὶ τὸ κῦρος τὸ ἠθικὸν τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἀρκεῖ, νομίζω, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπέμβῃ καὶ νομοθετικῶς, ὥστε νὰ θέσῃ μερικὰ ὅρια. Διότι καὶ τὸ ζήτημα αὐτὸ τῶν καταθέσεων ἔχει κἄποιαν συγγένειαν μὲ τὸ ζήτημα τῆς ῥυθμίσεως τῶν τραπεζογραμματίων, διότι διὰ τῶν καταθέσεων συρρέουν ἄπειρα χρήματα ἀπὸ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ ἀσκήσουν κανένα ἔλεγχον ἐπὶ τῶν καταθέσεων. Καὶ εἰς στιγμὴν καθ’ ἣν ἡ Τράπεζα δι’ ὡρισμένους λόγους ἔχει ἀποκτήσει κολοσσιαίαν δύναμιν καὶ κῦρος, τὸ ὁποῖον δὲν μπορεῖ νὰ μειωθῇ διὰ τοῦ ἐλευθέρου ἀνταγωνισμοῦ τῶν ἄλλων Τραπεζῶν, εἶναι εἰς θέσιν νὰ κάνῃ μίαν ἰδιοφελῆ ὅλως χρῆσιν τῆς ἐξαιρετικῆς αὐτῆς δυνάμεως. Δὲν λέγω ὅτι δὲν θέλει νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν κοινωνίαν, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔγινεν ἤδη ἓν ἰδιωτικὸν ἵδρυμα καὶ ἀναπτύσσεται εἰς αὐτὴν ἡ τάσις νὰ ἐπιρρίπτῃ ἐπὶ τῶν ὤμων τῆς κοινωνίας ὅ,τι ἀφαιρεῖ ἀπ’ αὐτὴν τὸ Κράτος. Καὶ δι’ αὐτὸ τὸ Κράτος πρέπει νὰ μεριμνήσῃ, διότι ἀντιθέτως ὅλο αὐτὸ τὸ ἔργον μεταβάλλεται εἰς μίαν φενάκην. Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν εἶπε χθές, ὅτι ἐκ τῆς νέας ρυθμίσεως ἡ ὁποία γίνεται προέρχονται μὲν ὠφελήματα εἰς τὸ Κράτος, ἀλλὰ καὶ πολλὴ ζημία εἰς τὴν κοινωνίαν, διότι κλονίζεται ἡ πίστις τοῦ Κράτους διὰ τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας τὸ Κράτος ἀναλαμβάνει. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ὠφελήματα δὲν νομίζω ὅτι εἶναι μικρά, ὅπως εἶπα ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου. Ἡ ζημία ὅμως περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, νομίζω ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ὑπάρχει, καὶ ὄχι μόνον δὲν ὑπάρχει ἀλλὰ ἴσως εἶναι προτιμώτερον εἶναι ὠφέλιμον νὰ ὑπάρχῃ μία ἄλλη πεποίθησις, ἡ ἑξῆς: ὅτι ὅταν συνάπτεται διὰ διαφόρων μέσων καὶ ἐπιρροῶν μία σύμβασις γενικῶς ἀναγνωριζομένη ὡς ἐπιζημία καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ εἰς τὸ Κράτος, ἡ τοιαύτη σύμβασις δὲν εἶναι ποτὲ ἀσφαλὴς ὅτι θὰ σταθῇ ὀρθία. Τοιουτοτρόπως θὰ περιορισθῇ ἡ ἀθέμιτος δρᾶσις τῶν διαφόρων κερδοσκόπων ἢ τῶν πανισχύρων οἰκονομικῶν ὀργανισμῶν. Ἡ μεγαλειτέρα ἀσφάλεια διὰ τὰ κοινωνικὰ συμφέροντα καὶ τὰ Κρατικὰ συμφέροντα δημιουργεῖται ὅταν οἱ συμβαλλόμενοι γνωρίζουν, ὅτι δὲν ἀρκεῖ ἁπλῶς ἡ ὑπογραφὴ μιᾶς συμβάσεως ἵνα ἀσφαλίζουν ἓν κέρδος, ἀλλ’ ὅτι πρέπει καὶ αὐτὴ ἡ σύμβασις νὰ στηρίζεται ἐπὶ λογικῶν, ἐπὶ δικαίων ἀξιώσεων. Πρέπει νὰ γνωρίζουν ὅλοι, ὅτι ἐὰν διὰ τῆς πειθοῦς διὰ τῆς παραστάσεως πραγμάτων ἀβασίμων—καὶ ὅταν λέγω ἀβασίμων ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τοὺς ἀδικαιολογήτους καὶ ὑπερβολικοὺς ἰσχυρισμοὺς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης— κατορθώνουν νὰ συνάψουν τοιαύτας συμβάσεις, πρέπει νὰ γνωρίζουν ὅτι αἱ γενικῶς ἀποδοκιμαζόμεναι συμβάσεις αὐταὶ δὲν εἶναι ποτὲ στερεαί, διότι ὑπεράνω ὅλων ἵσταται ὁ Λαός, ὁ ὁποῖος εἶναι κυρίαρχος καὶ δύναται νὰ ἀνατρέπῃ οἱασδήποτε πλεονεκτικὰς συμβάσεις. (χειροκροτήματα).
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§153Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Πρὶν ἀρχίσω τὴν ἀγόρευσίν μου, ἐπιθυμῶ, κ. βουλευταί, νὰ δηλώσω ὅτι θὰ δεχθῶ πᾶσαν διακοπὴν τὴν ὁποίαν κρίνει ἀναγκαίαν νὰ μοῦ κάνῃ ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ἢ καὶ οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν εἰς τὴν Βουλήν.
§154Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὅσα ἀπέμειναν.
§155Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Νὰ μὲ συγχωροῦν οἱ ἄλλοι βουλευταὶ διότι δὲν περιλαμβάνω καὶ αὐτοὺς διότι ἀλλέως θὰ ἐγίνετο κἄποια ἀναρχία. Θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ ἐπίσης νὰ ἀρχίσω ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ λόγου τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως διὰ νὰ εἴπω ὅτι εἰς τὸ τέλος αὐτοῦ δὲν εἶμαι καθόλου σύμφωνος, μολονότι ἡ ἀγόρευσίς του ἀνταποκρίνεται σχεδὸν πρὸς ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἤθελα νὰ εἴπω καὶ ἐγώ, ἀλλὰ τὸ τέλος τοῦ λόγου του, τὸ ἀποκλείω διότι ἰσχυρίζομαι, ὅπως θὰ ἀποδείξω, ὅτι δὲν παρεβιάσθη ἡ σύμβασις μεμαξὺ Δημοσίου καὶ Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἀλλὰ θὰ ἤθελον ἀκόμη, πρὶν εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος, νὰ εἴπω ὅλην τὴν ἀπογοήτευσιν τὴν ὁποίαν μοῦ ἐπροξένησεν ἡ χθεσινὴ ἀγόρευσις τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν. Ἤλπιζον ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ἀρκούμενος εἰς τὴν μεγάλην τιμὴν ἡ ὁποία τοῦ ἀνήκει διὰ τὸ θάρρος τὸ ὁποῖον ἐπέδειξε νὰ ἐπιβάλλῃ ἕνεκα τῶν ἀναγκῶν τῶν ὑπερτάτων βαρείαν φορολογίαν καὶ νὰ τὴν εἰσπράξῃ, ὅτι ἀρκούμενος, λέγω, εἰς αὐτὴν τὴν τιμήν, θὰ ἠμποροῦσε ἐρχόμενος σήμερον, ὄχι νὰ ἀναγνωρίσῃ ὅτι ἔκαμεν λάθος εἰς τὸ ζήτημα τῆς ὑπεραξίας τῶν καλυμμάτων, ἀλλὰ νὰ εἴπῃ ὅτι: αὐτὸ τὸ πρᾶγμα συνεζητήθη· ἂς τὸ ἀφήσωμεν κατὰ μέρος. Βλέπομεν εὐτυχῶς ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶναι τόσον ἰσχυρὸς ὀργανισμὸς, ὥστε καὶ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ½ τῆς ὑπεραξίας τῶν καλυμμάτων καὶ πάλιν εἶναι ἰσχυρά. Καὶ ἑπομένως ἐκφράζω καὶ ἐγὼ τὴν χαράν μου, ὅτι κατωρθώσαμεν νὰ πάρωμεν τὸ ½ τῆς ἀξίας αὐτῆς τὸ ὁποῖον μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ἱδρύσωμεν μίαν Γεωργικὴν Τράπεζαν ἰσχυρὰν καὶ κραταιὰν δυναμένην νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸν γεωργικόν μας κόσμον. Ἀλλ’ ἡ ἀπογοήτευσίς μου αὐτὴ ἀκριβῶς εἶναι ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν μὲ ὅλα τὰ μεγάλα χαρίσματά του, ἔχει ἓν ἐλάττωμα ἀπὸ τὸ ὁποῖον εὐτυχῶς σήμερον ἀπεμακρύνθη, τοῦ νὰ μὴ ἀναγνωρίζῃ ὅτι ἔχει πλανηθῆ. Νομίζει ὅτι ἔχει τὸ ἀλάθητον. Καὶ τώρα εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ. Ὅταν τὸ πρῶτον παρουσιάσθην δημοσίᾳ ἐκθέτων τὴν γνώμην μου περὶ τῶν καλυμμάτων ὡμολόγησα εἰλικρινῶς ὅτι δὲν εἶχα ἀκόμη γνῶσιν εἰς ποῖον ἀνῆκεν ἡ ὑπεραξία τῶν καλυμμάτων, ἀλλ’ ἐπρότεινα τότε εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, μίαν λύσιν διὰ τῆς ὁποίας ἐνόμιζον ὅτι θὰ κατωρθώναμεν νὰ ἀποφύγωμεν τὴν ζημίαν ἡ ὁποία ἐπεβλήθη εἰς τὸ Κράτος καὶ ἡ ὁποία ἀνῆλθεν εἰς 1120 ἑκατ. δραχ. ἐκ τῆς ρυθμίσεως τοῦ ζητήματος αὐτοῦ τῆς ὑπεραξίας τῶν καλυμμάτων. Ἡ γνώμη τὴν ὁποίαν εἰσηγήθην ἦτο ἡ ἑξῆς: ὅτι ἔπρεπεν αἱ μετοχαὶ τῆς Ἐκδοτικῆς τῆς νέας νὰ δοθοῦν ὅλαι εἰς τοὺς μετόχους τῆς παλαιᾶς, τῆς Ἐθνικῆς, ὁπότε θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι ἐζημιώθησαν οἱ μέτοχοι οἱ κοινοὶ καὶ τῶν δύο Τραπεζῶν. Τὸ γεγονὸς ὅτι τὰ κεφάλαια, ἡ δυναμικότης τῆς Ἐθνικῆς θὰ περιωρίζετο ἔν τινι μέτρῳ ἦτο τόσον μικρὸν διότι ἡ Ἐθνικὴ εἶναι τόσον κολοσσιαῖος ὀργανισμός, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἀναπληρώσῃ αὐτὴν τὴν ἔλλειψιν ἐφ’ ὅσον οἱ μέτοχοι δὲν θὰ ἐζημιοῦντο. Μοῦ ἀντετάχθη τότε ὅτι οἱ μέτοχοι τῆς Ἐθνικῆς ἂν λάβουν τὰς μετοχὰς τῆς Ἐκδοτικῆς πρόκειται νὰ δώσουν 5.000 δραχ. διὰ κάθε μετοχὴν, δηλαδὴ 400.000.000. Φαίνεται ὅτι τὸ αὐτὸ ἐπιχείρημα εἶχεν ἀντιταχθῆ ὅταν κάτι ἀνάλογον εἶπεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ἔθεσε τέρμα εἰς αὐτὴν τὴν ἀξίαν τῆς ἐνστάσεως, εἰπών: Πολὺ καλὰ νὰ δώσωμεν αὐτὰ τὰ 400.000.000 διὰ νὰ μᾶς μείνουν τὰ 700.000.000. Ἐγὼ ὅμως ὑποστηρίζω ὅτι τοῦτο ἦτο ἀναγκαῖον, διότι οἱ μέτοχοι τῆς Ἐθνικῆς λαμβάνοντες τὰς μετοχὰς τῆς Ἐκδοτικῆς ἢ ἀντιθέτως 400.000.000 διὰ τὴν ἀξίαν αὐτῶν δὲν εἶχον νὰ ζημιωθῶσι τίποτε. Ὥστε τὰ δύο καταστήματα Ἐθνικὴ καὶ Ἐκδοτικὴ θὰ εἶχαν ὄχι μόνον τὴν δύναμιν τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ Ἐκδοτικὴ ἀλλὰ καὶ ἐπὶ πλέον δύναμιν 400.000.000 νέα κεφάλαια, τὰ ὁποῖα θὰ κατετίθεντο εἰς αὐτήν. Ὥστε οὔτε ἡ ἀντίρρησις αὐτὴ ἔχει καμμίαν ἀξίαν. Ἡ πρότασίς μου αὐτή, ἡ εἰσήγησίς μου αὐτὴ πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἔγινε δεκτὴ καὶ προεκλήθη ὑπουργικὴ κρίσις συνεπεία τῆς ὁποίας εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναλάβω τὴν ἀρχήν. Σημειωτέον ὅτι ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν εἰσηγούμην, ἂν ὑπάρχῃ ἐλπὶς νὰ πραγματοποιηθῇ, ἀπῄτει τὴν παρουσίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τότε ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὴν ἐνέργειάν του, ὅπως ἐπιτύχωμεν τὴν λύσιν αὐτήν. Μόνον ἐκεῖνος ἦτο δυνατὸν νὰ πείσῃ τὴν Τράπεζαν τὴν Ἐθνικὴν ὅπως ἀποδεχθῇ τοιαύτην λύσιν. Ἡ ἀποχώρησίς του ἐκ τῆς ἀρχῆς ἐγένετο αἰτία τῆς τοιαύτης λύσεως, τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον ὀλίγας ἡμέρας ὕστερον, ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν ἄνοδόν μου εἰς τὴν ἀρχὴν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως ἐξέθηκεν εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν τὰς μετοχὰς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ δὲν ἠρνήθη νὰ ἐκθέσῃ μόνον εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν τὸ ⅓ ὅπως προεβλέπετο ὑπὸ τῶν πρωτοκόλλων, ἀλλὰ τὴν ἐξέθεσεν ἀθρόως. Καὶ ἀντέδρασε μὲν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τῆς ἐκθέσεως εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν καὶ κατόρθωσε νὰ σταματήσῃ τὸ κακόν, ἀλλὰ δὲν ἦτο τόσον εὔκολον νὰ σταματήσῃ καὶ τὸ ⅓ διότι θὰ προέβαινε εἰς παραβίασιν τῶν πρωτοκόλλων τὰ ὁποῖα θὰ τοῦ ἐδημιούργουν δυσχερείας τὰς ὁποίας δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ν’ ἀντιμετωπίσῃ. Ἡ λύσις λοιπὸν καὶ αὐτὴ ἐματαιώθη ἐκ τοῦ ὅτι δὲν τὴν ἐδέχθη κ. ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐκ τοῦ ὅτι ἡ Τράπεζα ἔσπευσε νὰ ἐκθέσῃ εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν μετοχάς, τὰς ὁποίας περιώρισεν συνεπεία τῆς ἐπεμβάσεως τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ ⅓ μόνον τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ὄχι μόνον ἡ λύσις αὐτὴ εἶχε καταστῆ ἀπραγματοποίητος, ἀλλ’ ἀναλαβὼν τὴν ἐξουσίαν καὶ εὑρεθεὶς πρὸ τῆς ἀνάγκης τὴν προηγουμένην ἄγνοιάν μου εἰς τὸ ζήτημα τῆς ὑπεραξίας τῶν καλυμμάτων νὰ τὴν ἀναπληρώσω διὰ νεωτέρας μελέτης, προέβην εἰς τὴν μελέτην βοηθούμενος καὶ ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἡ μελέτη αὐτὴ μοῦ ἀπέδειξε πολὺ ταχέως, τάχιστα, μόλις εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐγκύψω διὰ νὰ ἴδω τὶ γίνεται καὶ ἂν ὀρθῶς μοῦ παρέσχον τὴν πληροφορίαν, ἀπέδειξεν, ὅτι ἡ ὑπεραξία τῶν καλυμμάτων ἀνῆκεν ὁλόκληρος εἰς τὸ Κράτος καὶ ὅτι ἑπομένως δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς λόγος νὰ γίνεται σκέψις περὶ διανομῆς τοῦ κέρδους τὸ ὁποῖον προῆλθεν ἐκ τῆς ὑπεραξίας τῶν καλυμμάτων τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησε, ὅπως εἶπεν πολὺ ὀρθῶς πρὶν ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ὁ νόμος τῆς σταθεροποιήσεως ὁ κανονίσας τὴν τιμὴν τῆς δραχμῆς εἰς τὸ ὑπερδεκαπλάσιον τῆς ὑπαρχούσης τοιαύτης. Ἔφθασα, λοιπὸν, εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁλόκληρος ἡ ἀξία τῶν καλυμμάτων ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος ἀλλὰ συγχρόνως ἠγόμην πάντοτε ἀπὸ τῆς σταθερᾶς ἀποφάσεως νὰ μὴ ξεσχίσω σύμβασιν φέρουσαν τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Κράτους, διότι εἰσηγούμενοι τὴν πρώτην γνώμην ἠλπίζομεν ὅτι ἂν ἐδέχετο αὐτὴν ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἔπειθε τὴν Τράπεζαν νὰ ἀποδεχθῇ, θὰ ἐδημιούργη μίαν νέαν κατάστασιν πραγμάτων, ἡ ὁποία θὰ ἐπέτρεπε τὴν ἀναθεώρησιν τῆς προηγουμένης συμβάσεως τῆς σχετικῆς μὲ τὸ κέρδος τῶν ὑπερκαλυμμάτων ἢ μᾶλλον τῆς ὑπεραξίας τῶν καλυμμάτων. Ἀφοῦ ἡ λύσις αὕτη ἐματαιώθη ἔπρεπε νὰ ἴδω κατὰ τίνα ἄλλον τρόπον θὰ ἠδυνάμην νὰ προστατεύσω τὰ κατ’ ἐμὲ ἄνευ λόγου, μὲ πλήρη βέβαια καλὴν πίστιν μὲ πλάνην βαρείαν, ἀλλὰ πλάνην ἐντελῶς ἄδολον, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ προστατεύσω τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου. Καὶ τότε εὑρῆκα ὅτι ὑπάρχει μία νόμιμος ὁδὸς ὅπως μετριασθῇ ἡ ζημία τοῦ Κράτους. Ἡ νόμιμος αὐτὴ ὁδὸς ἦτο νὰ ἐπιβληθῇ φορολογία ἐπὶ τοῦ κέρδους τὸ ὁποῖον ἐπορίσθη ἡ Τράπεζα διὰ τῆς σταθεροποιήσεως καὶ διὰ τῆς εἰς αὐτὴν περιελεύσεως τῆς ὑπεραξίας τῶν καλυμμάτων. Ἔθετα δηλαδὴ ὡς δεδομένον τὸν σεβασμὸν πρὸς τὴν συναφθεῖσαν σύμβασιν καὶ ἔλεγα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν: Ἐπορίσθης ἕνα κέρδος ἀπὸ τὴν σταθεροποίησιν διὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ὑπεβλήθη εἰς βαρυτάτας θυσίας. Ἐπορίσθης ἕνα κέρδος, τὸ κέρδος αὐτὸ τὸ ἐξαιρετικὸν ἔχω δικαίωμα νὰ τὸ φορολογήσω. Καὶ ὥρισα, ὅτι ἡ φορολογία αὐτὴ θὰ ἐκταθῇ εἰς τὸ ½ τῆς ὑπεραξίας τῶν καλυμμάτων. Διότι ἐνόμιζα ὅτι ἔπρεπε νὰ παράσχω εἰς τὴν Τράπεζαν, μὲ τὸ πνεῦμα τὸ πλέον εὐρύ, κάθε ἀναγκαίαν ἐπιχορήγησιν ἐκ μέρους τοῦ Κράτους, ὥστε νὰ μὴ μειωθῇ ἡ δύναμις ἡ ἀποδοτικότης τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἔκρινα, λοιπόν, ὅτι ἐπεβάλλετο νὰ πράξω τοῦτο καὶ διὰ τοῦτο ἠρκέσθην εἰς μόνον τὸ ½. Ἄλλωστε ὑπὸ τὸν τύπον τῆς φορολογίας θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπορροφηθῇ τὸ ὅλον καὶ ἂν ἐπεβάλλετο ἡ φορολογία εἰς τὰ ¾, θὰ ἦτο τοῦτο ὀλίγον μία κατάχρησις τῆς ἐξουσίας τοῦ Κράτους. Φορολογία ὅμως τοιούτου ἐκτάκτου κέρδους, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ παραλληλισθῇ μόνον μὲ τὰ κέρδη τὰ ἐκ τοῦ πολέμου προελθόντα, φορολογία τοιούτου κέρδους μέχρι τοῦ ἡμίσεως τοῖς ἑκατὸ ἦτο ἀπολύτως δικαία καὶ ἀπολύτως νόμιμος. Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν μὲ ἐμέμφθη χθὲς, διότι ἤλαξα γνώμας. Εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀλλάξω γνώμας καὶ ἔφτασα εἰς ἀποτέλεσμα, τὸ δυνατὸν ἀποτέλεσμα τὸ ὁποῖον μποροῦσα νὰ ἐπιτύχω χωρὶς νὰ ξεσχίσω τὴν σύμβασιν. Ἡ λύσις τὴν ὁποίαν ὑπέδειξα εἰς τὸν κ. ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν, ὄντα ἀκόμη ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, παρεῖχε τὸ μέσον, ἂν ἐγένετο δεκτὴ καὶ ἂν τὴν ἐδέχετο καὶ ἡ Τράπεζα, διότι ἰσχυρίζομαι ὅτι ὁ μόνος ποὺ ἠδύνατο νὰ πείσῃ τὴν Τράπεζαν νὰ τὴν δεχθῇ ἦτο ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ τὴν ἔπειθε, πάντως ἡ λύσις ἐκείνη ἦτο ἡ μόνη ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ ἀνατρέψῃ ὅλας τὰς ζημίας τὰς ὁποίας ὑπέστη τὸ Κράτος. Ἡ δευτέρα λύσις τὴν ὁποίαν ἔδωκα διὰ τῆς φορολογίας, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπερβῇ τὰ ὅρια τοῦ ½ τῆς ἀξίας τῶν ὑπερκαλυμμάτων ἢ μᾶλλον τῆς ὑπεραξίας τοῦ καλύμματος. Σχεδὸν ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων ὑπεστήριξεν ὅτι στεροῦμαι καὶ ἐντολῆς διὰ νὰ ἐπιβάλω τὴν λύσιν αὐτήν, διότι ὅταν μοῦ ἐδίδετο ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἶχεν οὗτος ὑπ’ ὄψει του τὰς πρώτας γνώμας μου, διὰ τῶν ὁποίων ὑπεστήριξα τὴν πρώτην λύσιν τοῦ ζητήματος καὶ σχεδὸν μοῦ ἠρνήθη τὸ δικαίωμα ὅτι εἶχον ἐντολὴν νὰ ἐπιβάλω τὴν ἀντίληψίν μου αὐτήν. Δὲν νομίζω ὅτι χρειάζεται ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ νὰ σᾶς ἀπασχολήσω περισσότερον, προτιμῶ νὰ ἔλθω κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὸ κύριον ζήτημα τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπησχόλησε διότι βλέπετε ὅτι ἔχετε ἐνώπιόν σας δύο πολιτικούς, θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω τῆς πρώτης γραμμῆς, πολιτικοὺς σεβομένους ἑαυτούς, πολιτικοὺς πρὸς τοὺς ὁποίους ὁ κόσμος ἀποβλέπει μετὰ πάσης ἐμπιστοσύνης— πιστεύω καὶ διὰ τὸ ἄτομόν μου—οἱ ὁποῖοι ἔρχονται ἐδῶ ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ καὶ ἐκφράζουν καθένας τὴν ἔκπληξίν του πῶς ὁ ἄλλος εἶχε τοιαύτην ἰδέαν— διότι πρὸ ὀλίγου εἴδατε ὅτι ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν μοῦ εἶπεν: ἀφοῦ ἔχεις τόσας ἐπιτυχίας, μοῦ εἶπεν, εἰς τὸ παρελθόν, διατὶ ἐδῶ δὲν ὁμολογεῖς τὴν πλάνην σου; Ἔχεις νὰ πάθῃς τίποτε; Τοῦ ἀπήντησα, ὅτι ὡμολόγησα τόσας φορὰς τὰς πλάνας μου καὶ δὲν θὰ εἶχα δυσκολίαν νὰ εἴπω ὅτι ἀναγνωρίζω καὶ αὐτὴ τὴν πλάνην μου. Ἀλλὰ πῶς νὰ τὸ κάμω τὴν στιγμὴν ποὺ δὲν συμφωνῶ μαζύ σου καὶ ἐκφράζω τὴν κατάπληξίν μου; Πῶς καὶ σὺ σήμερον, τοῦ εἶπον, δὲν ὁμολογεῖς ὅτι ἔγινεν ἕνα λάθος, τὸ ὁποῖον εὐτυχῶς κατωρθώθη ἐν τῷ μέτρῳ τοῦ δυνατοῦ νὰ ἐπανορθωθῇ; Ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν παρεσύρθη εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τῆς ὑπεραξίας τῶν καλυμμάτων ἀπὸ τὴν γνωμοδότησιν τῶν νομικῶν. Δὲν ἦτο ὅμως μόνον αὐτὴ ἡ αἰτία εἰς τὴν ὁποίαν ὀφείλεται τὸ ὅτι παρεσύρθη ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἦτο ἄλλη ἡ αἰτία ἡ ὁποία τὸν παρέσυρε. Ἦτο ἡ μεγάλη, ἡ ὑπερβολικὴ αἰσιοδοξία τοῦ ἄλλοτε Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐκδοτικῆς, ἡ μεγάλη αἰσιοδοξία περὶ τῆς οἰκονομικῆς μας ἀντοχῆς, ἡ ὁποία τὸν ἦγε νὰ τὴν ἐπιδιώκῃ πάσης θυσίας. Νομίζω ὅτι ὅσαι θυσίαι καὶ ἂν ἐγένοντο ἦσαν μικραὶ ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἀποφευχθῇ τὸ ἀποτέλεσμα. Ἡ δὲ ἐμπιστοσύνη, τὴν ὁποίαν ἄλλωστε εἶχεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν πρὸς τὸν διοικητὴν τῆς Τραπέζης, συνετέλεσε καὶ αὐτὴ, καὶ πιστεύω ὅτι αὐτὴ εἶναι μία τῶν αἰτιῶν ἡ ὁποία κυρίως συνετέλεσεν ὅπως παρασυρθῇ εἰς τὴν ἐσφαλμένην γνώμην ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ πρὶν προχωρήσω περισσότερον θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ ἴσως νὰ εἴπω δύο λέξεις διὰ τὴν γενομένην σταθεροποίησιν καὶ τὴν νέαν ῥύθμισιν τοῦ Τραπεζιτικοῦ μας ζητήματος. Ὀρθῶς ἐπεδιώχθη ἡ ἀνάθεσις τοῦ ἐκδοτικοῦ προνομίου εἰς ἴδιον ὀργανισμόν. Κατὰ τοῦτο εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος μὲ τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν καὶ τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως. Ὀρθῶς ἐπεδιώχθη τοῦτο. Ὀρθῶς ἐπεδιώχθη ἐπίσης ἡ νέα σταθεροποίησις τῆς ἀξίας τοῦ νομίσματος. Φοβοῦμαι μόνον ὅτι αἱ θυσίαι εἰς τὰς ὁποίας ὑπεβλήθημεν διὰ τὴν σταθεροποίησιν ὑπῆρξαν ὑπεράγαν βαρεῖαι. Καὶ αἱ θυσίαι αὗται δὲν περιορίζονται μόνον εἰς τὴν ἀπώλειαν τῆς ὑπεραξίας τῶν καλυμμάτων. Ἀλλὰ κατ’ ἀρχὴν εἶμαι σύμφωνος, ἐπαναλαμβάνω, εἰς τὰ δύο αὐτὰ ζητήματα. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν γνωρίζει ὅτι εἶχον κἄποιαν ἰδέαν τὴν ὁποίαν τοῦ εἰσηγούμην, περὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἐγένετο ἡ σταθεροποίησις περὶ κἄποιας κλιμακωτῆς σταθεροποιήσεως, ἢ μᾶλλον κλιμακωτῆς βελτιώσεως τῆς δραχμῆς, ἀλλ’ ὁμολογῶ ὅτι τὴν γνώμην μου ἐκείνην τὴν ἐξέφραζα μετὰ πολλοῦ ἐνδοιασμοῦ, ἐὰν δὲ ἔχω ἕν παράπονον εἶναι ὅτι ἐνῶ εἶχα ζητήσει ἡ γνώμη μου νὰ ἐκτεθῇ καὶ συζητηθῇ, ἵνα ἴδωμεν ποῦ θὰ προσκρούσῃ, δὲν ἀνεκοινώθη εἰς κανένα καὶ δὲν ἔλαβον οὔτε ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐπιστολήν μου ἐκείνην διὰ τῆς ὁποίας διετύπωσα αὐτὴν τὴν γνώμην. Πρέπει δὲ ἐν τούτῳ νὰ εἴπω δύο λέξεις ἵνα μὴ εἰσχωρήσῃ καμμία παρεξήγησις, διότι θὰ ἠδύνατο κανεὶς νὰ σκεφθῇ ὅτι ὁ κ. Βενιζέλος ἀπὸ τὸ Παρίσι ἔστελλε κάθε ἡμέραν εἰς τὸν κ. Καφαντάρην ἐπιστολὰς ἔχων καὶ γνώμην περὶ διαφόρων πραγμάτων. Ἔχω λοιπὸν τὸ καθῆκον νὰ εἴπω, καὶ δύναται νὰ τὸ βεβαιώσῃ καὶ ὁ κ. Καφαντάρης, ὅτι ἡ ἐπικοινωνία μου δι’ ἐπιστολῶν ἦτο σπανιωτάτη καὶ ὅτι δὲν παρενέβην εἰς κανὲν ζήτημα προσωπικὸν ἢ Κυβερνητικόν. Ὅτι ἐνόμιζον διὰ τὸ ζήτημα τῶν σχέσεών μας μὲ τὴν Σερβίαν τοῦ ἔγραψα μίαν μακρὰν ἐπιστολὴν καὶ ὅτι ἄλλην μίαν φορὰν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸν ἠνώχλησα ἦτο, περίστασις εἰς τὴν ὁποίαν δὲν προῆλθον ἐκ πρωτοβουλίας μου, ἀλλὰ ζητηθεὶς ἀπὸ τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν τότε νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου τὶ ἔπρεπε νὰ ἀπογίνῃ ἀφοῦ εἶχεν σταλῆ κ. Διομήδης εἰς τὸ Λονδῖνον νὰ συνεχίσῃ τὰς διαπραγματεύσεις, ἀπὸ τὰς ὁποίας ἐγὼ παρῃτήθην διότι αἱ ἰδέαι μου δὲν ἐλαμβάνοντο ὑπ’ ὄψει, ζητηθεὶς νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, ἀπήντησα ὅτι: ἐκεῖ ποὺ εἶναι τὰ πράγματα, πρέπει νὰ ὑποκύψητε ἀφοῦ δὲν ἔχετε ἀπὸ ἀλλοῦ νὰ εὕρετε χρήματα —ἐπρόκειτο δὲ περὶ ῥυθμίσεως τοῦ χρέους πρὸς τὴν Ἀγγλίαν, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπέτρεπε τὸν δανεισμὸν πρὸ πάντων διὰ τὴν συμπλήρωσιν τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν προσφύγων, τὸ ὁποῖον ἦτο τὸ πλέον ἐπεῖγον, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν σταθεροποίησιν ἡ ὁποία ἐπεδιώκετο τότε.—Ἐπειδὴ τὸ ζήτημα εἶναι σχετικὸν ἀπήντησα τηλεγραφικῶς εἰς τὴν ἐρώτησίν του, ἔγραψα δὲ καὶ μίαν ἐπιστολὴν καὶ τοῦ εἶπα: Ἄκου δῶ νὰ σοῦ πῶ μερικὰς ἰδέας. Δέν νομίζω ὅτι εἶναι σωστές, τὸ πρᾶγμα ὅμως εἶναι δυσχερές, σὲ παρακαλῶ ἀνακοίνωσέ το εἰς τούς ἐπαΐοντας ἵνα προκληθῇ κἄποια συζήτησις ἵνα ἴδωμεν ἂν μποροῦν νὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψει. Ἐπανέρχομαι τώρα εἰς τὴν αἰτίαν, ἡ ὁποία παρέσυρε τὸν τότε ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὸ νὰ συνάψῃ τὴν σύμβασιν αὐτὴν διὰ τῆς ὁποίας ἀνεγνωρίζετο εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἡ ὑπεραξία τῶν καλυμμάτων. Ἡ γνωμοδότησις τῶν νομομαθῶν εἶναι ἀξία παντὸς σεβασμοῦ, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ἀλλ’ ἐκεῖνος μεταχειριζόμενος τὴν ἰδίαν φράσιν μου ἦτο αὐστηρότερος πρὸς τοὺς δώσαντας τὴν γνωμοδότησιν. Οἱ δώσαντες τὴν γνωμοδότησιν ἔλυσαν τὸν τεθὲν εἰς αὐτοὺς ζήτημα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου, τὸ ὁποῖον τὸ δυστυχισμένον δὲν εἶχε προβλέψει ποτὲ ὅτι ἤθελεν ὑπάρξῃ τοιαύτη ὀργάνωσις τῆς δημοσίας πίστεως καὶ τῆς κυκλοφορίας τῆς Πιστωτικῆς. Σᾶς εἶπεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ὅτι ἐξωμοίωσαν τὰ πράγματα μὲ τὸ ἐνέχυρον, εἰς ἄλλο ὅμως μέρος λέγει τὰ ἑξῆς ἐπὶ λέξει. (ἀναγινώσκει). Βέβαια ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ἀναγνωρίζω εἰλικρινῶς, βεβαρυμένος ἀπὸ τόσον φόρτον ἐργασίας δὲν εἶχε καιρὸν νὰ μελετήσῃ λεπτομερῶς αὐτὴν τὴν γνωμοδότησιν, ἠρκέσθη δὲ μόνον εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τῆς γνωμοδοτήσεως. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν μᾶς εἶπεν ἀκόμη ὅτι δὲν ἐστηρίζετο ἁπλῶς εἰς τὴν γνώμην αὐτὴν τῶν νομομαθῶν τὴν μὴ ἔχουσαν ὅπως βλέπετε καμμίαν σχεδὸν ἀξίαν ἀληθείας ἀλλ’ ἐστηρίζετο καὶ εἰς τὴν κρίσιν τῆς δημοσιονομικῆς ἐπιτροπῆς τῆς Κ.Τ.Ε. Ἀλλ’ ὅταν διηγήθη περὶ τοῦ πῶς ἐδόθη αὐτὴ ἡ λύσις τῆς δημοσιονομικῆς ἐπιτροπῆς ἀπεδείχθη ὅτι ἀκριβῶς ἡ λύσις αὐτὴ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς δημοσιονομικῆς μάχεται ὑπὲρ τῶν ἰδεῶν μας. Ἐμάθαμε δηλαδὴ ἀπὸ αὐτόν, τὸ ἐγνωρίζαμεν ἄλλως τε καὶ ἀπὸ ἀλλοῦ, ὅτι ἡ δημοσιονομικὴ ἐπιτροπὴ ὅταν τῆς παρουσιάσθη ἡ συζήτησις τοῦ σχετικοῦ ζητήματος καὶ εἶπεν ὅτι αὐτὰ τὰ καλύμματα θὰ μεταβοῦν εἰς τὴν Τράπεζαν τὴν νέαν τὴν ὁποίαν ἱδρύετε καὶ θὰ μεταδοῦν καλύπτοντα τὴν νέαν κυκλοφορίαν χωρὶς νὰ ὁμιλήσῃ περὶ ἀποζημιώσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἡ δημοσιονομικὴ ἐπιτροπή, λέγω οὕτω σκεπτομένη εὑρέθη ἐνώπιον ἀντιθέτου γνώμης ἐκπορευομένης ὄχι μόνον ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Δὲν ὑπῆρξε κἂν ἀντιδικία ἐνώπιον τῆς δημοσιονομικῆς ἐπιτροπῆς μεταξὺ Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ Κυβερνήσεως, ὥστε νὰ εἴπητε ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἤκουσαν καὶ τὰ δύο ἐπιχειρήματα καὶ ἔλυσαν τὸ ζήτημα. Κυρίως εἰπεῖν ὑπῆρξεν ἀντιδικία μεταξὺ τῆς δημοσιονομικῆς ἐπιτροπῆς ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως συμμαχούσης μὲ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἀφ’ ἑτέρου. Καὶ ἦτο φυσικὸν ἡ δημοσιονομικὴ ἐπιτροπὴ νὰ εἴπῃ: Ἀκοῦτε ἐδῶ ἐκεῖνο ποὺ μὲ ἐνδιαφέρει εἶναι αὐτὸς ὁ χρυσὸς νὰ πάγῃ εἰς τὴν Τράπεζαν τὴν Ἐκδοτικήν. Ἀφοῦ σεῖς μένετε σύμφωνοι διὰ τὰ καθ’ ἡμᾶς τὰ ὁποῖα ἐγὼ δὲν γνωρίζω, ὅτι πρέπει νὰ πληρώσητε 1200.000.000 δώσατέ τα ἐγὼ δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν.
§156Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν εἶπε ποσῶς τέτοιο πρᾶγμα. Ἡ δημοσιονομικὴ ἐπιτροπὴ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν συνεζήτει κατὰ ποῖον τρόπον θὰ ἐγένετο ἰσχυροτέρα ἡ συνιστωμένη Ἐκδοτικὴ Τράπεζα. Εἶχε λοιπὸν κάθε λόγον νὰ τὴν ἐνισχύσῃ ἀκόμη περισσότερον διὰ τῆς ἀξίας ὅλων αὐτῶν τῶν καλυμμάτων τῶν 1200.000.000 δραχμῶν.
§157Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Διὰ τοῦ χρυσοῦ.
§158Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Διὰ τῆς ἀξίας τῶν 1200.000.000.
§159Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἔπρεπε μιὰ φορὰ τὰ 95 ἢ μᾶλλον τὰ 80 ἑκατομμύρια χρυσῶν δραχμῶν νὰ μεταφερθοῦν εἰς τὴν Τράπεζαν τὴν Ἐκδοτικήν;
§160Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ναί. Μετεφέρθησαν πιστωθείσης τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἀφοῦ ἐχρεώθη ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα διὰ τὴν ἀξίαν αὐτῶν τῶν καλυμμάτων ἠλαττώθη ἡ δύναμίς της. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἁπλοῦν. Μετεφέρθη ἡ ἀξία ὡς χρυσός. Ἐπρόκειτο νὰ ἔχῃ περισσότερον χρυσὸν ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα, καὶ τὸ ζήτημα τὸ τιθέμενον ἦτο: αὐτὸν τὸν χρυσὸν θὰ τὸν ἐλάμβανε δωρεὰν ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα δικαιωματικῶς ἢ θὰ ἐπλήρωνε εἰς τὴν Ἐθν. Τράπεζαν; Ἐνδιέφερε δὲ τὴν δημοσιονομικὴν ἐπιτροπὴν νὰ εἶχε δωρεὰν τὰ 95 αὐτὰ ἑκατομμύρια διότι κατὰ τοιοῦτον τρόπον θὰ ἐπήρχετο ἐνίσχυσίς τις.
§161Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Πῶς ἐλύθη;
§162Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐλύθη ὡς ἑξῆς: Ἡ δημοσιονομικὴ ἐπιτροπὴ ὑπεστήριζεν ὅτι κατὰ τοὺς κανόνας οἱ ὁποῖοι ἴσχυον εἰς ὅλας τὰς Ἐκδοτικὰς Τραπέζας, ἔπρεπε νὰ περιέλθῃ εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν. Ὅταν ἐξηγήθη ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον ἀπέκτησε τὰ καλύμματα ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, τότε καὶ αὐτὴ ἀνεγνώρισεν ὅτι αὐτὰ εἶναι περιουσία τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.
§163Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀπαντήσατε καθόλου. Μᾶς λέτε ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπεν ἡ δημοσιονομικὴ ἐπιτροπὴ τὸ πρῶτον ὅταν τῆς ἐτέθη τὸ ζήτημα, τότε εἶπεν ὅτι αὐτὰ ἀποτελοῦν κάλυμμα τῆς κυκλοφορίας ἡ ὁποία μετατίθεται εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν. Θὰ μεταδοῦν ἐκεῖ διὰ νὰ καλύψουν τὴν κυκλοφορίαν. Κατόπιν εὑρέθη ἐνώπιον ἀντιθέσεως τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τοῦ Δημοσίου λεγόντων: Καλὰ ἀλλὰ ἀκοῦτε ἐδῶ, αὐτὰ ποὺ λέτε σεῖς καλύμματα διὰ τὴν κυκλοφορίαν δὲν τὰ ξέρετε σεῖς αὐτὰ τὰ πράγματα, πρέπει νὰ ξέρετε πῶς ἔχουν αὐτὰ τὰ πράγματα. Ἡμεῖς γνωρίζομεν ὅτι ἡ ὑπεραξία αὐτὴ πρέπει νὰ περιέλθῃ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Καὶ ἡ Κυβέρνησις δηλαδὴ ἀνέλαβε προθύμως νὰ τὰ πληρώσῃ, τὴν στιγμὴν δὲ κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα δὲν ἐπρόκειτο νὰ χάσῃ τίποτε, δὲν ἐπρόκειτο νὰ μειωθῇ ἡ δύναμίς της, ἡ ἐπιτροπὴ δὲν εἶχε κανένα λόγον νὰ ἐπιμείνῃ περισσότερον.
§164Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Συνεζητήθη τὸ ζήτημα ἐπιστημονικῶς. Τὶ σχέσιν ἔχουν αὐτά;
§165Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριε ἀρχηγὲ τῶν Προοδευτικῶν πῶς θέλετε νὰ δεχθῶ ὅτι συνεζητήθη τὸ ζήτημα ὅπως ἔπρεπε νὰ συζητηθῇ ὅταν δὲν ὑπῆρχε ἀντιδικία ἐνώπιον τῆς δημοσιονομικῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ Κράτος καὶ Ἐθνικὴ Τράπεζα παρεστάθησαν ἀγκαλιασμένοι καὶ εἶπον εἰς αὐτήν: αὐτὰ ποὺ λέτε σεῖς εἶναι ἀνοησίες αὐτὰ δὲν ἐφαρμόζονται εἰς ἡμᾶς, ἡμεῖς τὰ ξέρουμε καλλίτερα αὐτὰ τὰ πράγματα; Δὲν πιστεύω λοιπὸν ὅτι ἡ δημοσιονομικὴ ἐπιτροπὴ εἶχε κανένα λόγον νὰ ἐπιμείνῃ περισσότερον.
§166Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρακτικὸν μέρος. Πρόκειται περὶ τῆς ἐπιστημονικῆς γνώμης τῆς ἐπιτροπῆς.
§167Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Αὐτὴ ἐξεδηλώθη εἰς τὴν ἀρχήν.
§168Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ δεδομένου ὅτι ἡ Ἐθνική μας Τράπεζα εἶναι ἀμιγής.
§169Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Καθόλου δὲν ἔχει σχέσιν αὐτὸ τὸ ζήτημα.
§170Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπιτρέπετε, κ. Πρόεδρε, μίαν διακοπήν;
§171Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀφοῦ ἐπιτρέπω εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν, θὰ ἐπιτρέψω καὶ εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.
§172Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑπάρχει κἄποια παρανόησις. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ὅτι εἶχε ἐνδιαφέρον τὸ Comite financier διὰ τὴν ἐνίσχυσιν τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Καὶ ἐνῷ εἶχεν ἐνδιαφέρον διὰ τὴν ἐνίσχυσιν, τῆς Τραπέζης ἐν τούτοις ἀνεγνώρισεν ὅτι ἔπρεπεν ἡ ὑπεραξία τῶν καλυμμάτων ἐνῷ ἀνῆκεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἔπρεπε νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Ἐκδοτικήν. Ἀλλὰ δὲν ἐπρόκειτο ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα νὰ ἐνισχυθῇ ἐκ τῆς τοιαύτης λύσεως τῶν καλυμμάτων. Καὶ ἐδῶ εἶναι ἡ πλάνη, διότι καὶ ἂν τὰ καλύμματα ἀνεγνωρίζοντο εἰς τὸ δημόσιον ἢ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα θὰ ἐξέπιπτε τῶν χρεῶν τοῦ δημοσίου καὶ τῶν δανείων του ἢ θὰ ἐλάμβανε τὸ δημόσιον ἐκ τῆς Ἐκδοτικῆς ἀνάλογον ἔκπτωσιν τῶν χρεῶν, ὅπως ἀκριβῶς συνεψήφισεν ἄλλοτε τὰ 3.000.000 τῶν καλυμμάτων ποὺ τῆς ἔδωκε τοῦ δανείου εἰς 1.125.000.000. Δὲν ἐπρόκειτο λοιπὸν ἡ μία ἢ ἡ ἄλλη λύσις τοῦ ζητήματος νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν ἰσχὺν τῆς Ἐκδοτικῆς. Εἶναι σαφὲς τὸ ζήτημα, ἢ χρειάζεται ἀνάλυσις;
§173Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Διότι ἐφ’ ὅσον τὰ 1.200.000.000 περιήρχοντο εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἀπέμενε νὰ ἐξετασθῇ κατὰ τίνα τρόπον δὲν θὰ ἐξηρτᾶτο ἡ διάθεσις αὐτῶν ἐκ τῆς δυναμικότητος τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Τὸ ζήτημα εἶναι τόσον ἁπλοῦν.
§174Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριοι βουλευταί, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐκτρέπεται τὸ ζήτημα. Μανθάνομεν ἀπὸ τὸν κ. ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν, ὅ,τι ἄλλως τε γνωρίζομεν καὶ ἐξ ἄλλης πηγῆς ὅτι τὸ Comite financier ὅταν ἦλθε τὸ ζήτημα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν δημοσιονομικήν, εἶπεν ὅτι αὐτὰ τὰ καλύμματα θὰ πᾶνε εἰς τὴν νέαν Τράπεζαν παρακολουθοῦντα τὴν κυκλοφορίαν διότι εἶναι κάλυμμα αὐτῆς, περὶ αὐτοῦ καὶ μόνον ἐνδιεφέρετο. Δὲν ἐγεννήθη καθόλου εἰς τὴν διάνοιαν τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς ὅτι μπορεῖ νὰ ζητηθῇ δι’ αὐτὰ τὰ καλύμματα καμμία ἀποζημίωσις ἀπὸ κανένα, οὔτε ἀπὸ τὴν Ἐκδοτικὴν οὔτε ἀπὸ τὸ Κράτος. Τὸ Comite financier εὑρεθὲν ἐνώπιον δύο ὑποτιθεμένων συνδίκων οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐν ἀπολύτῳ ἁρμονίᾳ λέγοντες ὅτι: ἀκοῦτε ἐδῶ. Καλὰ θὰ πάῃ αὐτὴ ἡ ἀξία, ἡ ὑπεραξία μᾶλλον εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν, ἀλλὰ πάντως πρέπει νὰ πληρωθῇ εἰς τὴν Τράπεζαν τὴν Ἐθνικὴν καὶ τὸ Κράτος εἶναι πρόθυμον νὰ πληρώσῃ αὐτήν, ὥστε τί πολυπραγμονεῖτε σεῖς; Καὶ ἡ Κ.Τ.Ε. εἶπεν ὅτι ἀφοῦ ἰσχυρίζεσθε ὅτι ἔτσι εἶναι τὰ πράγματα, δὲν ἐπιμένω. Διότι τὸ Comite financier δὲν εἶναι ἐπιστημονικὸν ἵδρυμα ἔχον ἐνδιαφέρον διὰ θεωρητικὰς μελέτας καὶ λύσεις, εἶναι πρακτικὸν σῶμα. Δὲν μπορεῖ νὰ ἐπικαλῆται ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν αὐτό, τοὐναντίον ἡμεῖς μποροῦμε νὰ τὸ ἐπικαλούμεθα καὶ τὸ ἐπικαλούμεθα εἰς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης μας. Ἀλλὰ μᾶς κατηγόρησεν ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ὅτι ἐνῷ αὐτὸς εἶχε στὰ χέρια του γνωμοδότησιν τῶν καθηγητῶν τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου, διατὶ δὲν ἐζητήσαμεν νὰ πάρωμε καὶ ἡμεῖς γνωμοδότησιν; Γνωρίζει πολὺ καλὰ ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν πόσον εὔκολον ἦτο τοῦτο. Ἀλλὰ ἀφοῦ τὰ ζητήματα αὐτὰ συνεζητήθησαν καὶ ἐξεκαθαρίσθησαν τόσον σαφῶς εἰς τὴν Γαλλίαν, Βέλγιον καὶ Ἰταλίαν, ἐνόμιζον ὅτι θὰ ἐκόμιζον γλαῦκα εἰς Ἀθήνας νὰ φέρῃ γνωμοδότησιν. Τὶ νὰ τὴν ἔκαμνα τὴν γνωμοδότησιν; Τὰ πράγματα ἐκραύγαζον τόσον δυνατά, ὥστε δὲν ἐπέτρεπον πλέον σοβαρὰς ἀμφισβητήσεις. Κύριοι, ὅταν τὸ πρῶτον ἦλθεν τὸ ζήτημα εἰς τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν, τὸν Ἰούνιον τοῦ 1927, δὲν ὑπῆρχεν τότε παρὰ μόνον ἓν προηγούμενον τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης τοῦ Βελγίου, ἦτο δὲ φυσικὸν νὰ μὴ ἀποδοθῇ πολὺ σημασία, ἦτο φυσικὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ποιός ξέρει πῶς εἶναι τὰ πράγματα εἰς τὸ Βέλγιον, μπορεῖ καὶ νὰ εἶναι ἀλλοιώτικα μπορεῖ νὰ ὑπῆρχε κανένας εἰδικὸς νόμος προβλέπων ὅτι ἡ ὑπεραξία τῶν καλυμμάτων περιέρχεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ δὲν μποροῦν συνεπῶς νὰ ἔχουν γιὰ μᾶς μεγάλην δύναμιν τὰ ἐκεῖ. Ἀλλ’ ἔκτοτε ἐπῆλθεν ἡ σταθεροποίησις εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ Ἰταλίαν. Εἰς τὴν Ἰταλίαν ὁ ὑπουργὸς Βόλπι εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς 17ης Φεβρουαρίου 1928 ὑποστηρίζει τὸ νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου ἡ ὑπεραξία τῶν καλυμμάτων τῆς Ἰταλίας περιέρχεται εἰς τὸ Κράτος ἐξοφλουμένου ἀντιστοίχου ποσοῦ ἐκ τῶν χρεῶν τοῦ Κράτους πρὸς τὴν Τράπεζαν καὶ ἔλεγε τὰ ἑξῆς: «Δὲν ἠδύνατο νὰ ἀμφισβητηθῇ ὅτι εἰς τὴν Ἰταλίαν ἐπίσης ὅπως τοῦτο ἐγένετο καὶ εἰς τὰς ἄλλας χώρας ἡ ὑπεραξία τῶν ἀποθεμάτων εἰς χρυσὸν θὰ περιήρχετο εἰς τὸ Κράτος, δηλαδὴ εἰς τὴν κοινότητα τῶν κομιστῶν τῶν τραπεζογραμματίων, οἵτινες εἶχαν χορηγήσει εἰς τὴν Τράπεζαν καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ ἐκδοτικοῦ προνομίου τὰ μέσα τῆς κτήσεως τῶν εἰς χρυσῶν ἀποθεμάτων τῶν χρησιμευόντων ὡς κάλυμμα τῆς κυκλοφορίας. Εἶναι πάντοτε χρήσιμον νὰ ἐνθυμούμεθα ὅτι ἡ ἔκδοσις τραπεζογραμματίων ἐχόντων νόμιμον κυκλοφορίαν εἶναι λειτουργία τοῦ Κράτους μεταβιβαζομένη ὑπ’ αὐτοῦ καὶ ἀποτελοῦσα τὴν πλέον ζηλότυπον ἐκδήλωσιν τῆς κυριαρχίας, ἥτις ἀνέκαθεν ἠσκεῖτο ὑπὸ τοῦ ἡγεμόνος μὲ τὸ δικαίωμα τῆς κοπῆς νομίσματος. Τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὸν σημερινὸν πολιτισμὸν τῆς πίστεως ἐσυγκρούσθη ὑπὸ μορφὴν παροχῆς τοῦ ἐκδοτικοῦ προνομίου εἰς εἰδικὸν ὀργανισμόν. Αἱ σκέψεις αὐταὶ φωτίζουν τὴν θέσιν τῆς ἐκδοτικῆς Τραπέζης εἰς τὴν ζωὴν τοῦ Κράτους. Μολονότι ἑταιρεία ἀνώνυμος ἔχουσα πλήρη διαχειριστικὴν αὐτονομίαν, ἀσκεῖ δημοσίαν λειτουργίαν, τὴν τῆς ἐκδόσεως τραπεζογραμματίων ἐχόντων νόμιμον κυκλοφορίαν χορηγηθεῖσαν εἰς αὐτὴν ὑπὸ τῆς κυριάρχου ἐξουσίας τοῦ Κράτους. Μετὰ τὰ ἀνωτέρω τὰ ὁποῖα ἐξέθεσα, ὅπως εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς διαφωτίσω τὴν ἀμοιβαίαν θέσιν Κράτους καὶ Τραπέζης, εἶμαι εὐτυχὴς δυνάμενος νὰ διακηρύξω πρὸς τὸν Ἰταλικὸν Λαόν, ὅτι ἡ Τράπεζα τῆς Ἰταλίας μολονότι ζηλότυπος διὰ τὴν αὐτονομίαν της, ἐγνώρισεν εἰς κάθε περίστασιν καὶ κατὰ τρόπον ἄξιον ἐπαίνου νὰ ῥυθμίζῃ τὴν δρᾶσιν της ὡς ἀνωνύμου ἑταιρείας πρὸς τὰ καθήκοντα ὀργανισμοῦ ἀσκοῦντος δημοσίαν λειτουργίαν καὶ πρὸς τὸ γενικὸν συμφέρον τῆς οἰκονομικῆς ζωῆς τῆς Χώρας». Ἐν Ἰταλίᾳ λοιπὸν καμμία ἀμφισβήτησις περὶ τοῦ πράγματος δὲν ἠγέρθη. Ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ἐπεκαλέσθη τὸ γενόμενον ἐξαιρετικῶς διὰ τὰς δύο Τραπέζας τῆς νοτίου Ἰταλίας, τὴν Τράπεζαν τῆς Νεαπόλεως καὶ τὴν Τράπεζαν τῆς Σικελίας, ὡς πρὸς τὴν ὁποίαν ὁ ὑπουργὸς Βόλπι εἶπεν ὅτι ἔκαμεν ἐξαίρεσιν (ἀναγινώσκει). «Ἡ φασιστικὴ Κυβέρνησις ἀπέκτησεν αὐτοδικαίως καὶ μὲ πλήρη συγκατάθεσιν τῆς Τραπέζης τῆς Ἰταλίας, ὅπως θὰ τὸ ἐκθέσω μετ’ ὀλίγον,»—εἶναι τὸ μέρος τῆς ἀγορεύσεως ποὺ ἀνέγνωσα πρὸ μικροῦ—«τὴν ὑπεραξίαν τῶν καταθέσεων εἰς χρυσὸν τῆς Τραπέζης τῆς Ἰταλίας τοὐναντίον ἄφησεν ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὰς μεσημβρινὰς Τραπέζας τὴν ἀξίαν αὐτῶν διὰ νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς αὐτὰς νὰ ἀναβιβάσουν τὸ ἐνεργητικόν των ἐν τῷ συμφέροντι τῆς οἰκονομίας τῆς μεσημβρινῆς Ἰταλίας καὶ τοῦτο μὲ θυσίαν διὰ τὰ δημόσια οἰκονομικά». Ὑποθέτω ὅτι δὲν ἠμπορεῖ ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν νὰ ἐπικαλῆται αὐτὴν τὴν ἐξαίρεσιν, ἡ ὁποία ἐφηρμόσθη διὰ τὰς δύο αὐτὰς Τραπέζας, πρὸ ὑποστήριξιν τῆς γνώμης του. Ἀλλ’ ἐν Γαλλίᾳ, κύριοι, τὶ ἔγινε; Θὰ ἐδικαιοῦτο ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι: Κύριοι, τὶ ἔχετε νὰ ἐπικαλεσθῆτε ἀπὸ τὴν Γαλλίαν; Πολὺ ὀλίγα πράγματα. Καὶ πράγματι πολὺ ὀλίγα ἔχομεν νὰ ἐπικαλεσθῶμεν. Τὸ μόνον πρᾶγμα ποὺ ἐλέχθη εἰς τὴν Γαλλίαν δι’ αὐτὸ ὅλον τὸ ζήτημα μὲ τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἀπασχολούμεθα ἐπὶ δύο χρόνια τώρα, εἶναι ἡ ἑξῆς περικοπὴ τοῦ λόγου τοῦ κ. Πουανκαρὲ εἰσηγουμένου τὸ νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου ἡ ἀξία τῶν καλυμμάτων ἀνερχομένη εἰς 16500 ἑκατομμύρια περιήρχετο εἰς τὸ Κράτος (ἀναγινώσκει). «Εἶναι ἀρχὴ ἀναμφισβήτητος»—ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀμφισβητηθῇ ὄχι incontestable ἀλλὰ incontesté «δὲν συζητεῖται καθόλου» θὰ τὸ μετέφραζα «ἡ ἀρχὴ ὅτι τὸ κέρδος τὸ ὁποῖον προήρχετο ἀπὸ τὴν ἐπανεκτίμησιν τῶν εἰς χρυσὸν ἀποθεμάτων εἰς περίπτωσιν σταθεροποιήσεως περιέρχεται εἰς τὸ Κράτος, τοῦτο ἄλλως τε διαγράφει καὶ τὸ σχέδιον νόμου τὸ ὁποῖον σᾶς παρουσιάζω». Μὲ αὐτὰς μόνον τὰς λέξεις διεξῆλθεν αὐτὸ τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ ἐπὶ δύο ἔτη. Ἄν ἀναγνώσετε, ἔχω ὅλην τὴν συνεδρίασιν τὴν σχετικήν, τὴν ἀγόρευσιν τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ὀγγάρ, οἱ ὁποῖοι ὅλοι ὁμιλοῦν γιὰ χίλια δυὸ ἄλλα πράγματα ἀλλ’ ἐκ τῶν ὁποίων κανεὶς δὲν ἐσκέφθη νὰ εἴπῃ ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Πουανκαρὲ «inoentesté» πραγματικῶς ἔτσι εἶναι; Δὲν γεννᾶται καθόλου ζήτημα κανέν. Εἰς ὅλας τὰς μακρὰς συζητήσεις—εἶναι εἰς τὴν διάθεσίν σας τὰ πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως—δὲν εὑρίσκετο οὐδ’ ἅπαξ γενόμενον λόγον περὶ τοῦ εἰς ποῖον περιέρχεται ἡ ὑπεραξία τοῦ καλύμματος παρὰ μόνον αὐτὴν τὴν περικοπὴν τοῦ κ. Πουανκαρέ, ἡ ὁποία εἶναι τρεῖς σειραὶ τῶν πρακτικῶν! Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐζήτησαν, ἢ ὀρθότερον θὰ ἦτο νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐζήτησεν διότι ἐκείνη εἶχε τὴν πρωτοδουλίαν καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, ἀπεδέχθη τὰς ἀντιλήψεις της, ὑπεστήριξαν ὅτι αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐγένοντο ἀλλαχοῦ δὲν ἔχουν καμμίαν ἐφαρμογὴν εἰς ἡμᾶς. Διατί; Διότι ἐδῶ ὑπῆρχεν ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, καὶ ἐφ’ ὅσον ὑπῆρχεν ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, λόγος περὶ καλυμμάτων δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ κανείς. Αὐτὸ εἶναι κυρίως τὸ ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον ἔφεραν: ὅτι δὲν ἐφαρμόζονται παρ’ ἡμῖν τὰ ἀλλαχοῦ κρατοῦντα. Ἀλλά, κύριοι, ἐλησμονήθη ὅτι εἰς τὴν Ἰταλίαν ὅταν ἐγίνετο ἡ σταθεροποίησις ὑπῆρχεν ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία οὐσιαστικῶς ἀπὸ τοῦ 1866, δὲν ξεύρω ἐὰν ὑπῆρχεν διάλειμμά τι μικρόν. Ἐπὶ ἑξήντα ὁλόκληρα ἔτη.
§175Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Σᾶς ὑπομιμνήσκω μόνον, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ κύριον ἐπιχείρημα.
§176Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ποῖον εἶναι;
§177Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὅτι ἐπρόκειτο περὶ Ἐκδοτικῆς Τραπέζης ἀμιγοῦς.
§178Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Σᾶς εὐχαριστῶ. Θὰ ἔλθω καὶ εἰς αὐτό. Ἐπειδὴ ὅμως καὶ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο προεβλήθη ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἔχω καθῆκον νὰ ἀπαντήσω καὶ εἰς αὐτό. Ταῦτα εἰς τὴν Ἰταλίαν. Ἀλλ’ εἰς τὴν Γαλλίαν τὶ συνέβη; Ὅταν ἤρχισεν ὁ πόλεμος, ἡ Τράπεζα τῆς Γαλλίας εἶχεν ἀπόθεμα εἰς χρυσὸν τέσσαρας χιλιάδας ἑκατὸ ἑκατομμύρια περίπου. Ἅμα τῇ ἐνάρξει τοῦ πολέμου ἐκηρύχθη ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Τὶ ἔκαμεν ἡ Τράπεζα τῆς Γαλλίας καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦ πολέμου ὅπου ὑπῆρχεν ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία; Κατώρθωσε νὰ συγκεντρώσῃ χίλια ἑπτακόσια ἑκατομμύρια νέα χρυσὰ Γαλλικὰ φράγκα καὶ νὰ αὐξήσῃ τὰ εἰς χρυσὸν ἀποθέματά της ἀπὸ τεσσάρων χιλιάδων ἑκατὸ ἑκατομμυρίων εἰς πέντε χιλιάδας ὀκτακόσια ἑκατομμύρια. Σημειώσατε ἀκόμη ὅτι ἡ Τράπεζα τῆς Γαλλίας δὲν εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ κρατῇ ἀπόθεμα εἰς χρυσὸν οὔτε ἑνὸς φράγκου. Τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν εἰς τὴν Γαλλίαν, ἦτο τὸ σύστημα τὸ λεγόμενον Plafond. Ὡρίζετο δηλαδὴ ἑκάστοτε ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τὸ ὅριον ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἠδύνατο ἡ Τράπεζα τῆς Γαλλίας νὰ ἐκδώσῃ τραπεζογραμμάτια. Ἀλλ’ οὐδέποτε ἀπὸ τὴν Τράπεζαν τῆς Γαλλίας ἠξίωσε τὸ Κράτος νὰ ἔχῃ ἀντίκρυσμα εἰς μεταλλικὸν χρυσόν, διότι ἡ ἐμπιστοσύνη πρὸς τὴν Τράπεζαν τῆς Γαλλίας ἦτο τοιαύτη καὶ ἐκ μέρους τῆς κοινωνίας καὶ ἐκ μέρους τοῦ Κράτους, ὥστε ἐθεώρουν ὅτι ἀρκετὴ ἐγγύησις εἶναι ἡ συναίσθησις τῆς εὐθύνης ἑνὸς διοικητικοῦ ἑνὸς τοιούτου ἱδρύματος ὅπως φροντίζῃ νὰ κρατῇ τὸ ἀναγκαῖον εἰς χρυσὸν ἀπόθεμα διὰ νὰ στηρίξῃ τὸ τραπεζογραμμάτιον. Ἐδῶ λοιπὸν μᾶς ὑπεστήριξεν ἡ Τράπεζα ὅτι τὰ καλύμματα δὲν ἦσαν κυρίως καλύμματα ἦσαν καταχρηστικῶς καλύμματα, δὲν εἶχε δὲ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τὰ κρατῇ διότι ἐδῶ εἴχομεν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ ἐφαρμοσθοῦν ὅσα ἔχουσιν ἀλλαχοῦ. Καὶ εὑρίσκομεν ὅτι εἰς τὴν Γαλλίαν δὲν ὑπῆρχον καλύμματα καὶ ὑπῆρχε καὶ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἀπεκτήθησαν 1800 ἑκατομμύρια καὶ ὅταν ἦλθεν ἡ ὥρα νὰ τακτοποιηθῇ τὸ ζήτημα ἐτακτοποιήθη ὡς τόσον φυσικὸν ὥστε νὰ μὴ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν, συζητήσασαν τὸ πρᾶγμα, παρὰ μὲ τέσσαρας σειρὰς τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Πουανκαρέ. Ἀλλὰ μοῦ ὑπέμνησεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶς Προοδευτικῶν ὅτι δὲν στηρίζεται εἰς αὐτό, τὸ ὁποῖον ἀπετέλεσεν τὸ κύριον στοιχεῖον τῆς ὑπερασπίσεως τῆς Τραπέζης τὸ πρῶτον, ἀλλὰ στηρίζεται εἰς τοῦτο: ὅτι ἐκεῖ αἱ Τράπεζαι ἦσαν καθαρῶς Ἐκδοτικαὶ Τράπεζαι ἐνῷ εἰς ἡμᾶς δὲν ἦτο καθαρῶς Ἐκδοτικὴ Τράπεζα ἡ Ἐθνική μας Τράπεζα. Ἀλλά, κύριοι, κατὰ τὶ ἠμπορεῖ νὰ μεταβάλῃ αὐτὸ τὸ γεγονὸς τὰς λύσεις αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν ἀλλαχοῦ; Τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Τράπεζά μας ἦτο καὶ Τράπεζα Ἐκδοτικὴ καὶ ἐπὶ πλέον καὶ Τράπεζα εὐρυτέρου ἐπιχειρηματικοῦ χαρακτῆρος κατὰ τὶ μεταβάλλει τὰ πράγματα; Αὐτὸ σημαίνει ὅτι συνεβάδιζον εἰς τὴν μίαν Τράπεζαν, Τράπεζα Ἐκδοτική, Τράπεζα Ἐμπορική, Τράπεζα Κτηματική, Τράπεζα Γεωργικῆς Πίστεως, Τράπεζα Βιομηχανική, ἀλλὰ δὲν μεταβάλλει καθόλου τὸν χαρακτῆρα τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης ὡς Ἐκδοτικῆς κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τοῦ Ἐκδοτικοῦ της προνομίου. Βέβαια, ἂν παρ’ ἡμῖν ἴσχυε τὸ καθεστὼς τὸ νομοθετικὸν τῆς Γαλλίας, ἂν δηλαδὴ ἡ Τράπεζα ἡ Ἐθνικὴ δὲν ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ κρατῇ ὡρισμένον ποσὸν νομισμάτων εἰς χρυσὸν καὶ ἀξίας εἰς χρυσὸν ἀλλ’ ἐκ προνοίας αὐτῆς εἶχεν ἀποθέματα εἰς χρυσὸν δὲν θὰ ἦτο εὔκολον πιθανῶς νὰ ἐφαρμόσωμεν τὰς ἰδίας λύσεις αἱ ὁποῖαι ἐφηρμόσθησαν εἰς τὴν Γαλλίαν ὅπου δὲν ὑπῆρχον καλύμματα, διότι ἠμποροῦσε νὰ μᾶς ἀπαντήσῃ ἡ Τράπεζα ὅτι: ἐγὼ αὐτὸν τὸν χρυσὸν τὸν ἐπρομηθευόμην ὄχι διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἐκδοτικοῦ μου προνομίου, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν μοῦ εἴχατε ἐπιβάλλει καμμίαν ὑποχρέωσιν ἀλλὰ διὰ τὰς ἄλλας ἀνάγκας μου καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι δίκαιον νὰ μοῦ τὸν πάρετε. Καὶ δι’ αὐτὸ τὸν χρυσὸν τὸν ὁποῖον εἶχεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα πέραν τῶν καλυμμάτων κανεὶς δὲν ἐσκέφθη εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Τράπεζαν καὶ νὰ τὸν δώσῃ εἰς τὸ Δημόσιον. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἦτο καὶ Ἐκδοτικὴ καὶ ἐφ’ ὅσον διὰ τῶν συμβάσεων αἱ ὁποῖαι ἔγιναν εἰς τὰ 1914 καὶ 1920 ὑπεχρεώσαμεν καὶ ἡμεῖς διὰ πρώτην φορὰν τὴν Τράπεζαν, νὰ ἔχῃ ὡρισμένα εἰς χρυσὸν ἀποθέματα, ἀποτελοῦντα τὰ κοινῶς γνωστὰ ὡς καλύμματα, ἐφ’ ὅσον ὑπεχρεώσαμεν τὴν Τράπεζαν νὰ τηρῇ ὡρισμένον ποσὸν καλυμμάτων καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ ὑποχρέωσις αὐτὴ ἐξετελέσθη ἀπὸ τὴν Τράπεζαν ἀπὸ τοῦ 1914 καὶ τοῦ 1920, ἀπὸ 14 δηλαδὴ ἔτη πρὶν τῆς διαρρυθμίσεως καὶ ἀπὸ ὀκτὼ ἔτη ἐπίσης πρὶν τῆς διαρρυθμίσεως ἐξετέλεσε τὴν ὑποχρέωσίν της καὶ εἶχε τὰ καλύμματα αὐτὰ εἰς τὰ χρηματοκιβώτιά της καὶ τὰ ἀνέγραφεν εἰς ὅλους τοὺς ἑξαμηνιαίους ἰσολογισμοὺς ὡς καλύμματα, διατὶ νὰ ἔλθωμεν νὰ εἴπωμεν ὅτι αὐτὰ δὲν εἶναι καλύμματα καὶ ἐπειδὴ ἡμεῖς εἴχομεν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν δὲν ἠμποροῦν νὰ ἐφαρμοσθοῦν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐφηρμόσθησαν καὶ ἀλλοῦ ὑπὸ τὸ Κράτος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι, νὰ σᾶς διαβάσω τὶ λέγει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα προασπίζουσα τὴν ἀξίωσίν της ὅτι ἡ ὑπεραξία τῶν καλυμμάτων περιέρχεται εἰς αὐτήν. Εἰς ἓν ὑπόμνημά της τὸ ὁποῖον μοὶ ἐδόθη πέρυσι, ἀφοῦ λέγει κἄτι πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀναγνώσω, εἶναι τόσον ἁπλᾶ, ἀλλὰ στηρίζεται εἰς τοῦτο ὅτι εἴχομεν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. (ἀναγινώσκει). «Μὴ ὑφισταμένης τοιαύτης ὑποχρεώσεως τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, οὐδὲ ἐγγύησις τῆς τοιαύτης ὑποχρεώσεως δύναται νὰ νοηθῇ». Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου, ὅτι κατάστημα τοιαύτης περιωπῆς ἠμπορεῖ νὰ μεταχειρίζηται τοιαῦτα ἐπιχειρήματα, συζητοῦν μὲ τὸ Δημόσιον. Ἐφ’ ὅσον, λέγει, ὑπάρχει ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία καὶ ἑπομένως ἐγὼ δὲν ἤμην ὑποχρεωμένη εἰς τὸν πληρωνόμενον μὲ τραπεζιτικὰ γραμμάτια νὰ δίδω χρυσὸν δὲν ἤμην ὑποχρεωμένη νὰ κρατῶ χρυσόν· καὶ ἂν ἀνέλαβον τοιαύτην ὑποχρέωσιν, δὲν εἶμαι ὑποχρεωμένη νὰ τὴν τηρήσω. Ἀκούετε ἐπιχειρήματα; Ἐὰν τοὐλάχιστον προέβαλε τοιαῦτα ἐπιχειρήματα εἰς στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν εἶχε παραβιάσει τὴν τοιαύτην ὑποχρέωσιν καὶ ἤγετο ἐνώπιον δικαστηρίου, ἵνα δώσῃ ποινικὰς εὐθύνας, ἐὰν τότε ἔλεγεν, ὅτι τέλος πάντων δὲν ἐκράτησα καλύμματα, διότι ἐνόμιζα ὅτι δὲν ἤμην ὑποχρεωμένη νὰ τὰ κρατῶ, ἠδύνατο κἄπως νὰ εἶναι δικαιολογημένη. Ἀλλ’ αὐτὴ ἐκράτει τὰ καλύμματα αὐτὰ ἀπὸ τοῦ 1914–1920 καὶ ἀπὸ τοῦ 1920–1928, καὶ ἔρχεται καὶ προσάγει ἤδη τοιαῦτα ἐπιχειρήματα καὶ ὑποστηρίζει, ὅτι τὰ καλύμματα εἶναι χρήσιμα ὑπὸ τὸ καθεστὼς τῆς ὑποχρεωτικῆς μόνον ἐξαργυρώσεως αὐτῶν τῶν τραπεζογραμματίων καὶ ὄχι ὑπὸ τὸ καθεστὼς τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ὑπὸ τὸ καθεστὼς τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἶναι χρήσιμα καὶ ἀναγκαῖα, διότι ἐφ’ ὅσον ἡ ἐξαργύρωσις τῶν τραπεζογραμματίων εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ὀλιγώτερα καλύμματα εἶχεν ἀνάγκην νὰ κρατήσῃ, προκειμένου μάλιστα περὶ ἰσχυρᾶς Τραπέζης τῆς ὁποίας ἡ πίστις δὲν θὰ ἐκλονίζετο. Ἀλλ’ ἀφ’ ἧς στιγμῆς τὸ Κράτος περιῆλθεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, τότε ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ ὑπάρχουν καλύμματα διὰ νὰ ἠξεύρῃ ὁ κόσμος, ὅτι ὄπισθεν αὐτῶν τῶν χαρτιῶν ὑπάρχει τι τὸ οὐσιαστικώτερον. Ἀλλὰ μήπως πρόκειται περὶ θεωρητικῆς συζητήσεως; Αἱ συμβάσεις αὐταὶ περὶ κρατήσεως τῶν καλυμμάτων μήπως κἂν ἔχουν γίνει ὑπὸ τὸ καθεστὼς τῆς ὑποχρεωτικῆς ἐξαργυρώσεως τῶν γραμματίων καὶ δὲν εἶχον γίνει πᾶσαι ὑπὸ τὸ καθεστὼς τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; Καὶ κατὰ τὸ 1914 καὶ κατὰ τὸ 1920 εἴχομεν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ ἐπειδὴ εἴχομεν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν τότε, ἐθεώρησα ὅτι ἐπεβάλλετο, διότι καὶ τὴν πρώτην καὶ τὴν ἄλλην σύμβασιν συνέταξα ἐγώ, ἐθεώρησα ὅτι ἐπεβάλλετο νὰ λάβω τὴν πρόνοιαν νὰ ἐπιβάλω εἰς τὴν Τράπεζαν τὴν ὑποχρέωσιν καὶ ἐπέβαλα τὴν ὑποχρέωσιν αὐτὴν νὰ φυλάξῃ τόσον κάλυμμα τόσης κυκλοφορίας τραπεζογραμματίων, τὰ ὁποῖα τῆς ἔδωσα τὴν ἄδειαν νὰ κυκλοφορήσῃ, τῆς ἐπέβαλα δηλαδὴ νὰ κρατήσῃ ὡς ἐγγύησιν ἴσον ποσὸν εἰς χρυσὸν πρὸς τὸ ¼ τοῦ ποσοῦ τῶν τραπεζογραμματίων τὰ ὁποῖα τῆς ἔδιδα τὴν ἄδειαν νὰ κυκλοφορήσῃ. Καὶ ἡ Τράπεζα ἐκτελοῦσα τὴν ὑποχρέωσιν αὐτῆς ταύτην κατέθεσε τότε αὐτὰ εἰς τὰ ταμεῖα της καὶ τὰ ἀνέγραφε τακτικὰ εἰς τοὺς ἰσολογισμούς της.
§179Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὡς προπαρασκευὴν ἀκόμη τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας.
§180Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἔχετε δίκαιον. Ἕνας ἀπὸ τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους εἶναι χρήσιμα τὰ καλύμματα, εἶναι διὰ νὰ προπαρασκευασθῇ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Βλέπετε πῶς τοῦτο ἔκαμεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Γαλλίας κρατήσασα τὰ καλύμματα ἀκριβῶς διὰ νὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτὸς τῆς Τραπέζης τὸν ὁποῖον ἐπανέλαβεν ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν εἰς τὴν περυσινήν του ἐπιστολὴν ὅτι ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ καλυμμάτων, ἐλέχθη κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ τὰ θεωρήσωμεν αὐτὰ τὰ καλύμματα. Ἔκαμε λάθος ἡ Τράπεζα ποὺ τὰ ἐκράτησεν εἰς τὰ ταμεῖα της, ἔκαμε λάθος ἡ καϋμένη διότι εἶναι ἀφελὴς νὰ τὰ γράφῃ τακτικὰ εἰς τοὺς ἰσολογισμούς της αὐτὴ ὡς καλύμματα, ὅλως διόλου λάθος. Τώρα τὸ ἀνακαλύπτομεν διότι ἀνατρέχοντες εἰς τοὺς λογαριασμοὺς βλέπομεν ὅτι τὰ 800.000.000 αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐπῆρεν τὴν ἄδειαν νὰ τὰ ἐκδώσῃ, ἡ Τράπεζα δὲν τὰ ἐκυκλοφόρησεν ἢ μίαν φορὰν μόνον ἔκαμεν χρῆσιν τῶν καλυμμάτων. Καὶ ἠξεύρετε κύριοι βουλευταί, διατὶ δὲν τὰ ἐχρησιμοποίησεν αὐτὰ διότι λαμβάνοντες τὰ βιβλία τῆς Τραπέζης εὑρίσκομεν ὅτι ἡ Τράπεζα εἶχε διαρκῶς εἰς τὰ ταμεῖα της 300 ἀπὸ τὰ 400.000.000 καὶ πολλάκις περισσότερα καὶ ἠναγκάζετο διότι εἶχεν τὰς καταθέσεις νὰ κρατᾷ ἕνα ἀνάλογον ποσὸν εἰς τὰ ταμεῖα της. Ἀλλὰ θὰ μοῦ εἰπῆτε ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι κυκλοφορία τραπεζογραμματίων διότι λέγει εἰς ἕνα μέρος ἡ Τράπεζα ὅτι: ἐγὼ εἶχον εἰς χρυσὸν ὁμολογίας καὶ ἄλλα. Ἀλλὰ εὑρίσκεται ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι χρῆμα ῥευστὸν οὔτε εἶναι ρευστοποιήσιμον ἀμέσως καὶ ὅταν εὑρεθῇ εἰς ἀνάγκην δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς περιμένοντας εἰς τὰς θυρίδας της, «ὅτι περίμενε νὰ ἐξαργυρώσω ἢ νὰ φέρω ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸν χρήματα», ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἐκεῖ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτὸ ὅτι δὲν ἐχρησιμοποίησε μόνον τὸ ἐκδοτικὸν δικαίωμα εἶναι καὶ ἄλλος ἰσχυρισμός. Αὐτὰ τὰ 480.000.000, αὐτὰ τὰ 400 διότι νομίζω ὅτι διὰ τὰ 80 δὲν γεννᾶται καμμία ἀμφισβήτησις, τὰ παίρνει αὐτὰ ὅλα ἀβρόχοις ποσὶν διότι μετὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ δραχμὴ εἶχε 5 λεπτὰ πάρα πάνω ἀπὸ τὸ φράγκο. Λοιπὸν δὲν μᾶς ἔλεγε τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὶ ἔγινεν ἡ ὑπεραξία τῶν 20.000.000 αὐτῶν χρυσῶν φράγκων ἡ ὁποία ἀνέρχεται εἰς 350 ἑκατομμύρια δραχμῶν, τὶ ἔγινεν ἡ ἀξία αὐτὴ ὡς πρὸς τὴν ὁποίαν δὲν ἐπεκαλέσθη τὰ ἐπιχειρήματα τῶν καλυμμάτων τῶν 300.000.000. Ἀλλὰ διὰ διὰ τὰ 300.000.000, ἡμεῖς ἀπὸ τὰ 300.000.000 ἐδώσαμεν 200.000.000 δάνειον εἰς τὸ Κράτος εἰς ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν ἑπομένως, λέγει, δὲν ἦσαν αὐτὰ 300.000.000 ἀλλὰ μόνον 100, καὶ ἐὰν ἐπὶ τέλους ἔπρεπε νὰ κρατήσωμεν καλύμματα ἔπρεπε νὰ κρατήσωμεν μόνον τὰ 100. Ἡ ἀπάντησις ὅμως εἶναι σαφὴς καὶ κατηγορηματική: Κρατήσατε καλύμματα διὰ τὰ 300.000.000 καὶ τὰ 80 τὰ προηγούμενα καὶ νὰ τ’ ἀναγράψητε εἰς τοὺς ἰσολογισμούς σας, διότι σᾶς ὑποχρεώνει ἡ σύμβασις, ἡ σύμβασις δὲ ἡ ὁποία σᾶς ἐπέβαλε τὴν τήρησιν τῶν καλυμμάτων, ἡ ἰδία σύμβασις κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν καὶ τὴν αὐτὴν ὥραν ὑπεγράφη καὶ ἐλέγετο ἐν αὐτῇ ὅτι ἡ Τράπεζα θὰ δώσῃ εἰς τὸ Κράτος 200.000.000 δάνειον, ὥστε εἶσθε ἐν γνώσει ὅτι ἀπὸ τὰ 300.000.000 ἐπρόκειτο νὰ δώσητε εἰς τὸ Κράτος τὰ 200, ἀπῃτεῖτο δὲ τὸ ¼ νὰ κρατηθῇ εἰς χρυσὸν καὶ ἐκρατήθη πράγματι τὸ ¼ εἰς χρυσόν. Ἀλλὰ ἐδῶ ἔρχεται τώρα τὸ μέγα ἐπιχείρημα τῆς Τραπέζης τῆς Ἐθνικῆς. Ἐγώ, λέγει, ἐνῷ γράφω εἰς τοὺς ἰσολογισμούς μου ὅτι κρατῶ αὐτὰ τὰ καλύμματα δὲν τά κρατῶ, καὶ τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν μοῦ ἐδώσατε τὴν ἄδειαν νὰ ἐκδώσω τὰ 300.000.000 δὲν τὰ ἔθιξα ἐκείνην τὴν ἡμέραν ὥστε νὰ ὑποτεθῇ ὅτι προήρχοντο ἀπὸ τὰ τραπεζογραμμάτια, ἐγὼ τὰ εἶχα πρωτήτερα. Αὐτῆς κυρίως τῆς ἰσχνότητος εἶναι τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα προβάλλονται ἵνα ἀποδείξουν ὅτι παρ’ ἡμῖν ἄλλαι πρέπει νὰ κρατοῦν ἀρχαὶ ὡς πρὸς τὸ ἐκδοτικὸν προνόμιον τῆς Τραπέζης διὰ τὴν λειτουργίαν αὐτῆς αἱ ὁποῖαι κρατοῦν πανταχοῦ διὰ τὴν λειτουργίαν τῆς Τραπέζης. Ἀλλὰ ἐμμένει εἰς τοῦτο, καὶ εἶναι ἀληθές, ὅτι ὅταν ὑπεχρεώσαμεν τὴν Τράπεζαν διὰ τὴν ἐπέκτασιν τοῦ προνομίου της διὰ 300.000.000 δραχμὰς ὅταν ὑπεχρεώσαμεν νὰ κρατῇ ¼ εἰς χρυσὸν εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἶχε ἀρχίσει νὰ κάμπτεται ἡ δραχμή, καὶ ὡς ἀνέφερε χθὲς ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν τὸ δολλάριον εἶχε τότε 9 δραχμὰς ἀντὶ 5 ποὺ ἔχει σήμερον. Ἀλλὰ τὶ σημασίαν ἔχει αὐτό, κύριοι βουλευταί; Ἡ μόνη σημασία ποὺ θὰ εἶχεν θὰ ἦτο νὰ μᾶς ἔλεγεν τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα: Ἀκοῦτε ἐδῶ μοῦ λέγετε νὰ κρατῶ τὸ ¼ τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ τῶν 300.000.000 εἰς χρυσὸν ἠξεύρετε ὅμως ὅτι ὁ χρυσὸς αὐτὸς εἶναι ἀκριβός, διὰ τὸ ¼ πρέπει νὰ πάρω 75.000.000 χρυσὸν καὶ διὰ τὰ 75 ἑκατομμύρια θὰ πληρώσω 125–130.000.000 περίπου συνεπῶς εἶναι δίκαιον λοιπὸν νὰ μοῦ καταλογισθῇ αὐτὸ ἐνδεχομένως ὑπὲρ ἐμοῦ. Αὐτὸ ἐδικαιοῦτο νὰ εἴπῃ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἡ Τράπεζα, κύριοι. Ἀλλὰ ἡ Τράπεζα δὲν τὸ εἶπεν ὄχι ἀπὸ μεγαλοφροσύνην πρὸς τὸ Δημόσιον ἀλλὰ διότι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ κάμψις τῆς δραχμῆς ἐθεωρεῖτο ὡς ἓν φαινόμενον καλὸν δι’ ἡμᾶς ὥστε οὐδεὶς δὲν ἀνησύχει διὰ τὸ μέλλον, καὶ ἀληθῶς δὲν θὰ ὑπῆρχεν οὐδεμία συνέπεια ἐὰν δὲν ἐμεσολάβουν μεταβολαὶ ραγδαῖαι. Ἡ Τράπεζα λοιπὸν δὲν εἶπε τοῦτο, καὶ τοῦτο διότι ἐγὼ θὰ ἐκακομεταχειριζόμουν τὸν Διοικητὴν ὁ ὁποῖος θὰ ἔλεγε αὐτό καὶ θὰ τοῦ ἔλεγον: δὲν ἐντρέπεσαι; περιμένεις ὅτι δὲν θὰ ὑψωθῇ τὸ νόμισμα μας; Ἔπιασε λοιπὸν ἡ Τράπεζα καὶ εἶπεν.....
§181Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἄλλως τε τῆς ἐπερίσσευαν καὶ 60.000.000.
§182Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μόνον 60; Ἀπὸ τὰ 900 τοὺς ἐπερίσσευαν 100, καὶ ἕτερα 80 τοὺς ἐπερίσσευαν καὶ 60 τοῦ ἐκδοτικοῦ προνομίου μᾶς κάνουν 240, τοὺς ἐπερίσσευσαν 7 τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης 247, τοὺς ἐπερίσσευαν ἀκόμη 10 τῆς Κρητικῆς Τραπέζης 257,6 τῆς Θεσσαλικῆς. Εἶχε τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἡ Τράπεζα τραπεζογραμμάτια διὰ τὴν κάλυψιν τῆς κυκλοφορίας 275.000.000 καὶ θὰ μᾶς ἔλεγεν ὅτι ἐγὼ δὲν τὰ ἠγόρασα αὐτὰ μὲ τὰ τραπεζογραμμάτια τὰ νέα ἀλλὰ τὰ ἠγόρασα μὲ τὰ τραπεζογραμμάτια τὰ παλαιά. Ἀλλὰ θὰ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὸν ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν διὰ νὰ ἴδω πόσον ἔχει σημασίαν τοῦτο θὰ τοῦ ἔκαμνον τὴν ἑξῆς ἐρώτησιν: Ὑποθέσατε ὅτι εἰς τὰ 1915 ἔληγε τὸ προνόμιον τῆς Ἐκδοτικῆς καὶ ὅτι ὅπως ἔκαμα ἐγὼ τὴν τότε σύμβασιν ἔλεγα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἄκου ἐδῶ σὲ παρακαλῶ νὰ κλείσωμεν τοὺς λογαριασμοὺς νὰ κάμωμεν μίαν ἐκκαθάρισιν θέλω νὰ κάμῃς μίαν καινούργιαν Τράπεζαν ἀλλὰ πρέπει νὰ καταθέσῃς 4.000.000 λίρας καὶ αὐτὰ λαμβάνονται ὡς βάσις μιᾶς Τραπέζης Ἐκδοτικῆς. Διὰ τὰ 4 ἑκατομμύρια λίρας σοῦ δίνω τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδόσῃ 300.000.000 δραχμῶν ἀλλὰ σοῦ προσθέτω καὶ ἕνα πρόσθετον ὅρον, δὲν θὰ βγάλῃς τὰ τραπεζογραμμάτια ἢ μετὰ ἕνα μῆνα ἀφοῦ καταθέσῃς τὸν χρυσὸν καὶ θὰ σοῦ στείλω μίαν ἐπιτροπὴν μὲ ἀντιπρόσωπον τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι ὁ χρυσὸς αὐτὸς εἶναι μέσα εἰς τὰ ταμεῖα τῆς Τραπέζης. Ἔχομεν ἐδῶ βεβαιωμένον ὅτι αὐτὸ ἐκρατήθη ἀπὸ τὰ κεφάλαια τῆς Τραπέζης καὶ ἀντιπροσωπεύει ἀκριβῶς τὰ κεφάλαιά της. Ὑποθέσατε λοιπὸν ὅτι μετὰ τὸ 1914 ποὺ ἐκάμαμε τὴν πρώτην σύμβασιν ἦλθε τὸ 1915, τὸ 1920 ὁ ἐκπεσμὸς τοῦ νομίσματος καὶ ἐφθάσαμεν εἰς χάλια οἰκονομικὰ καὶ κάμνομεν τὴν σταθεροποίησιν τώρα. Ἐρωτῶ τὸν κ. ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν; φρονεῖ ὅτι ἡ Τράπεζα ὅταν θὰ τῆς ἠξίουν ἐγὼ ὅτι εἰς τὸ Κράτος περιέρχεται ἡ ὑπεραξία τῶν καλυμμάτων αὐτῶν, ἐρωτῶ θὰ μοὶ ἔλεγεν δὲν ἐντρέπεσαι νὰ ἐπεμβαίνῃς εἰς τὸ ζήτημα αὐτό; αὐτὰ εἶναι τὰ κεφάλαιά μου. Τί ἀπαντᾶ ὁ κ. Καφαντάρης;
§183Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τὶ εἴπατε, παρακαλῶ;
§184Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὑποθέσατε, λέγω, ὅτι μετὰ τὸ 1914 ποὺ ἔκαμα τὴν ἐπέκτασιν τοῦ ἐκδοτικοῦ δικαιώματος εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς ἔλεγον: Ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ ἐκκαθαρίσωμεν τὴν παλαιὰν Τράπεζαν καὶ ζητῶ νὰ μοῦ κάμετε μίαν ἐκκαθάρισιν. Καὶ τώρα σοῦ δίδω τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃς μίαν νέαν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἂς τὴν ὀνομάσωμεν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, ὅπως θέλετε, σοῦ ζητῶ δὲ νὰ καταθέσῃς 100.000.000 χρυσᾶ φράγκα ἤτοι 4.000.000 λιρῶν Ἀγγλίας μὲ τὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ὡς κεφάλαια καὶ τῆς ἔλεγον ὅτι ἅμα τὰ καταθέσῃς αὐτὰ καὶ ἅμα βεβαιωθῶ μὲ ὑπαλλήλους τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι κατετέθησαν, ἀφοῦ τὰ σφραγίσω διὰ νὰ μὴ ἀνοίγουν ποτέ, καὶ νὰ μὴ ἀλλάζουν ποτέ, θὰ σοῦ δώσω τὴν ἄδειαν νὰ ἐκδώσῃς 300.000.000 τραπεζογραμμάτια. Ὑποθέσατε, λέγω, ὅτι μετὰ τὸ 1914 ἐξέπιπτε τὸ νόμισμα μας καὶ ἐφθάναμεν ἐκεῖ ὅπου σήμερον εὑρισκόμεθα καὶ τώρα ἐρχόμεθα νὰ κάμωμεν τὴν σταθεροποίησιν τοῦ νομίσματος εἰς τὴν τιμὴν τῶν 375 δραχμῶν. Ὑποθέσατε ὅτι ἐγὼ εἶμαι ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἔλεγα εἰς τὴν Τράπεζαν: Ἄκου ἐδῶ, αὐτὰ τὰ 100.000.000 λοιπὸν χρυσὰ φράγκα ἀξίζουν σήμερον 1500.000.000, τὰ μὲν 100.000.000 ἐπειδὴ εἶναι ἐκ τῶν κεφαλαίων σου θὰ σοῦ τὰ δώσω εἰς 100 ἑκατομμύρια σημερινῶν τραπεζογραμματίων, τὰ δὲ 200 ἀνήκουσιν εἰς ἐμὲ καὶ παρακαλῶ νὰ τὰ φέρῃς εἰς πίστωσίν μου. Καὶ ἠρώτησα τὸν κ. ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν, φρονεῖ ὅτι θὰ μοῦ ἀπαντήσῃ ὅτι αὐτὰ τὰ χρήματα τὰ ἀπέκτησε μὲ χρήματα ἰδικά της καὶ ἀπετέλουν τὰ κεφάλαια της;
§185Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἡ ὅλη σας παρατήρησις εὑρίσκεται ἔξω ἐντελῶς τῶν σχέσεων τὰς ὁποίας ἡμεῖς ἐπρόκειτο νὰ ρυθμίσωμεν. Διότι διὰ τῶν δύο αὐτῶν συμβάσεων τοῦ 1915 καὶ 1920, ὅπως τὸ εἶπον καὶ χθὲς ἀλλὰ δὲν ἠθελήσατε νὰ δώσητε προσοχήν,...
§186Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἔδωσα πολλὴν προσοχήν.
§187Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. .. δὲν ἐπεβλήθη εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν σχηματισμὸς παγίου ἀποθέματος διὰ τὴν ἐξασφάλισίν σας. Ἔχομεν δύο συμβάσεις ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐπ’ αὐτῶν ὀφείλομεν νὰ στηριχθῶμεν ἵνα ἐπιβάλωμεν τὰς ἀξιώσεις τοῦ Κράτους, καὶ διὰ τῶν συμβάσεων αὐτῶν δὲν ἐπεβλήθη εἰς τὴν Τράπεζαν νὰ ἔχῃ ἕνα πάγιον ἀπόθεμα ὡς ἐγγύησιν τῆς κυκλοφορίας.
§188Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀλλά;
§189Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δηλαδή, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὑπάρχουν συμβάσεις παλαιαί...
§190Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀφήσατε τὰς παλαιάς ἔλθετε εἰς τὸ 1914.
§191Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀφήσατε, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, διατὶ μὲ διακόπτετε; διατὶ δὲν μὲ ἀφήνετε;
§192Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Διότι ὁμιλῶ.
§193Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Διότι εἶσθε ἰσχυρότερός μου;
§194Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ. Μὴ λέγετε ὅτι δὲν σᾶς ἀφήνω.
§195Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Καὶ διὰ τῶν δύο αὐτῶν συμβάσεων δὲν ἐπεβλήθη εἰς ἡμᾶς νὰ ἔχωμεν πάγιον ποσοστὸν τῆς κυκλοφορίας ὅπως συνέβη πολλάκις καὶ εἰς ἄλλας Χώρας. Ὑπῆρχον συμβάσεις διὰ τῶν ὁποίων ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Τράπεζαν νὰ ἔχῃ ἓν πάγιον ποσοστὸν κυκλοφορίας. Σοῦ δίδω τὴν ἄδειαν τῆς ἐκδόσεως τῶν 300.000.000, ἀπέναντι ὅμως τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ σοῦ ἐπιβάλλω ὑποχρέωσιν νὰ ἔχῃς 100.000.000 εἰς χρυσὸν εἰς τὰς ἀποθήκας. Τότε ἡ Τράπεζα θὰ ἔχῃ τὴν ὑποχρέωσιν εἴτε ἔχει εἰς κυκλοφορίαν τραπεζογραμμάτια εἴτε ὄχι νὰ ἔχῃ τὸ ἀπόθεμα ὁλόκληρον τῶν 100.000.000, διότι οὕτως ἐπιβάλλει ἡ σύμβασις. Ὑπάρχει ἄλλος τρόπος ἐξασφαλίσεως τῆς κυκλοφορίας, ὁ καθορισμὸς ἀποθέματος ἐν ἀναλογίᾳ πρὸς τὰ κυκλοφοροῦντα τραπεζογραμμάτια. Ὑπάρχει καὶ ὁ μικτὸς τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον ἄλλοτε ὁρίζεται καὶ πάγιον ποσοστὸν καλύμματος καὶ κυμαινόμενον τοιοῦτον καὶ αὐτὸ ἐγένετο εἰς τὰς ἄλλας Χώρας. Εἰς τὴν ἰδικήν μας περίπτωσιν καὶ διὰ τῆς μιᾶς καὶ διὰ τῆς ἄλλης συμβάσεως δὲν ὁρίζεται πάλιν ἀποταμίευμα ὡς ἀντίκρυσμα τῆς κυκλοφορίας, ὁρίζεται ἐν ἀναλογίᾳ πρὸς αὐτήν: Λέγει δηλαδὴ τὸ Δημόσιον: Σοῦ δίδω τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃς μίαν ἔκδοσιν 80 ἑκατομμυρίων, σοῦ ἐπιβάλλω νὰ ἔχῃς εἰς τὰ ταμεῖα σου ἑκάστοτε ἓν ἀνάλογον ποσόν, ἤτοι τὸ ποσὸν τῶν τραπεζογραμματίων τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς τὴν κυκλοφορίαν. Ἔχεις 80 ἑκατομμύρια εἰς κυκλοφορίαν; Θὰ ἔχῃς 20 εἰς τὰ ταμεῖα. Ἔχεις 60 ἑκατομμύρια; θὰ ἔχῃς 15. Δὲν ἔχεις εἰς κυκλοφορίαν κανὲν νόμισμα; Δὲν ἔχεις καμμίαν ὑποχρέωσιν καλύμματος. Αὐτὴ εἶναι ἡ σύμβασις. Ἑπομένως εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν Τράπεζαν δῶσε μου τὰ 100 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ὅπως ἐθέσατε τὸ παράδειγμά σας, θὰ εἴπωμεν εἰς τὴν Τράπεζαν: Ἐθέσατε εἰς κυκλοφορίαν τὰ 80 ἑκατομμύρια δραχμῶν, ὑποχρεοῦσθε νὰ ἔχετε εἰς τὰ ταμεῖα σας δι’ αὐτὰ 20 ἑκαδομμύρια. Ἑπομένως ὀφείλεις νὰ τὰ δώσῃς ἐφ’ ὅσον ἔχεις εἰς κυκλοφορίαν τὰ 80 ἑκατομμύρια. Ἄν ὅμως δὲν ἔχῃ τὰ 80 ἑκατομμύρια, διατὶ θὰ ζητήσητε σεῖς τὰ 20 ἑκατομμύρια ἢ διατὶ θὰ ζητήσητε τὰ 100 ἑκατομμύρια, ἐὰν ἠθέλατε νὰ δώσητε κυκλοφορίαν 300.000.000; Δὲν εἶναι ἡ μόνη περίπτωσις κατὰ τὴν ὁποίαν εἶσθε ἐκτὸς τῶν συμβάσεων.
§196Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Σεῖς εἶσθε ἐκτὸς τῶν συμβάσεων· ἐγὼ προσπαθῶ νὰ σᾶς βάλω ἐντός, ἀλλὰ σεῖς κατορθώνετε καὶ ξεφεύγετε πάντοτε. Ἀπαντῶ τοῦτο: ὅτι αἱ συμβάσεις τοῦ 1914 καὶ 1920 δίδουσιν εἰς τὴν Τράπεζαν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ ἡ μὲν πρώτη 80.000.000, ἡ δὲ τοῦ 1920 ἐζήτησε ἀπὸ αὐτὰ νὰ ἔχῃ τὸ τέταρτον εἰς χρυσόν, διότι καὶ τὸ τέταρτον τὸ εἶχε εἰς κάλυμμα καὶ τὸ ἀνέγραφεν εἰς τοὺς ἰσολογισμούς. Δὲν δύνασθε νὰ ἰσχυρίζεσθε ὅτι τὰ 380.000.000 ὅλα θὰ κυκλοφορήσουν τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπῆρχον καὶ πρότερον ἄλλαι ἑκατοντάδες ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἐκυκλοφόρουν καὶ ὅταν ἐπέβαλον ἐγὼ εἰς τὴν Τράπεζαν τὴν Ἐθνικὴν νὰ ἔχῃ αὐτὸ τὸ ποσὸν τοῦ ¼ τῶν 300 ἑκατομμυρίων καὶ τοῦ ¼ τῶν 80 ἑκατομμυρίων, δὲν τὸ ἐπέβαλον νὰ ἔχῃ αὐτὸ διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐνδεχομένην ἐξαργύρωσιν ἢ τὴν καλλιτέραν κυκλοφορίαν.
§197Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τῶν καταθέσεών της, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως;
§198Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀκοῦτε ἐδῶ. Μὴ θέλετε νὰ μὲ διακόπτετε.
§199Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μάλιστα νὰ μὴ σᾶς διακόψω, ἀλλὰ νὰ μὴ ρυθμίζετε σεῖς τὰς διακοπάς.
§200Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀκοῦτε ἐδῶ, ἀγαπητὲ ἀρχηγὲ τῶν Προοδευτικῶν, σᾶς ἐπιτρέπω πάντοτε νὰ μὲ διακόπτετε ὑπὸ ἕνα ὅρον: αἱ διακοπαὶ νὰ λαμβάνουν ὅριά τινα διὰ νὰ μὴ καταντήσῃ νὰ μείνω εἰς τὸ βῆμα ὥρας ὁλοκλήρους. Δὲν ὑπεκφεύγω. Θὰ ἀπαντήσω. Δὲν θὰ ἀναιρέσω τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἔδωσα εἰς τὸν κ. ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν. Θὰ τοῦ ἀπαντήσω ἀμέσως: Μοῦ λέγει λοιπὸν ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν: Καὶ εἶχες λοιπὸν τὴν ἀξίωσιν νὰ ἐξασφαλίσῃς διὰ καλυμμάτων τὰ τραπεζογραμμάτια τὰ ὁποῖα προέρχονται ἐκ καταθέσεων; Δὲν ἐφαντάζετο ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν λέγων τοῦτο, δὲν ἐφαντάζετο τὸ τερατῶδες πρᾶγμα, δὲν τὸ ἐφαντάζετο, διότι ἂν τὸ ἐφαντάζετο δὲν θὰ τὸ ἔλεγεν.
§201Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἑκατὸν φορὰς θὰ τὸ εἴπω. Ἐγὼ δὲν θὰ τὸ εἴπω; Τερατῶδες εἶναι τὸ λεγόμενον παρ’ ὑμῶν.
§202Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀνακαλῶ αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπον, ἀφοῦ θεωρεῖτε ὅτι θὰ τὸ ἐλέγατε ἑκατὸν φοράς. Ἀκοῦτε ἐδῶ τώρα. Διατὶ νὰ θυμώνετε; Ὅταν ἐγὼ ἀπῄτησα ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, συνάπτων τὰς δύο συμβάσεις τοῦ 1914 καὶ 1920 νὰ κρατήσῃ τὸ ¼ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ ὡς κάλυμμα τῆς κυκλοφορίας, θὰ ἐφρόντιζα νὰ ἐξασφαλίσω τὴν ἐνδεχομένην ἐξαργύρωσιν τῶν τραπεζογραμματίων τὰ ὁποῖα ἐξεδίδοντο τότε ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ ἐκδοτικοῦ δικαιώματος, ἀλλὰ νὰ ἐξασφαλίσω καὶ τὴν καλλιτέραν κυκλοφορίαν ὅλου τοῦ διὰ λογαριασμὸν τῆς Τραπέζης κυκλοφοροῦντος τραπεζογραμματίου. Ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν μοῦ λέγει ὅτι αὐτὸ τὸ τραπεζογραμμάτιον προέρχεται ἀπὸ καταθέσεις. Μὰ εἶναι τραπεζογραμμάτια τὰ ὁποῖα ἔθεσεν εἰς κυκλοφορίαν ἡ Τράπεζα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖον τῆς ἔδωσε τὸ Κράτος καὶ ἐπανέρχονται ὑπὸ τύπον καταθέσεως εἰς τὰ ταμεῖα της.
§203Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εὑρίσκεσθε εἰς μίαν πλάνην καταπληκτικὴν ἔξω ἐντελῶς τοῦ ζητήματος.
§204Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Διατί;
§205Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἶναι φανερόν, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐδόθη τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐκδόσεως 80.000.000 δραχ. καὶ ἐπεβλήθη διὰ τὴν κυκλοφορίαν κάλυμμα 20.000.000. Δὲν ἐπεβλήθη νὰ ἔχῃ κάλυμμα διὰ τὴν περιουσίαν της, τὴν ἰδίαν της περιουσίαν ἡ Ἐθν. Τράπεζα, διότι τὰ γραμμάτια τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα εἶχεν, τὰ ὁποῖα εὑρίσκοντο εἰς τὴν κυκλοφορίαν δὲν ἦσαν διὰ λογαριασμὸν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ τοῦ Κράτους.
§206Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὄχι ὅλα.
§207Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὅλα ἐκτὸς τῶν 60 ἑκατομμυρίων διὰ τὰ ὁποῖα δὲν εἶχεν ἐπιβληθῆ καμμία ὑποχρέωσις καλύμματος. Εἶχε λοιπὸν καταθέσεις ἀπὸ τὰς ἐργασίας της, ἀπὸ τὰς ἐμπορικάς της ἐργασίας. Τὶ σχέσιν ἔχει ἡ περιουσία αὐτὴ μὲ τὴν περιουσίαν...; Ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Τράπεζα ὅλα τὰ τραπεζογραμμάτιά της αὐτὰ νὰ τὰ μεταβάλῃ εἰς χρυσόν, δὲν τὴν ἐμποδίζει κανείς. Ποίαν σχέσιν ἔχει ἡ ὑποχρέωσις ἡ ἐπιβληθεῖσα εἰς αὐτὴν διὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν 80 ἑκατομμυρίων καὶ τῶν 300.000.000 δραχμῶν; Δι’ αὐτὰς τὰς καταθέσεις ἐπεβλήθη εἰς αὐτὴν ἡ ὑποχρέωσις καλύμματος, ἡ ὑποχρέωσις νὰ ἔχῃ ἀπόλυτον κάλυμμα, δηλαδὴ κάλυμμα ἀνεξαρτήτως τῆς κυκλοφορίας τῶν δύο αὐτῶν ἐκδόσεων δι’ ὅλας τὰς ἐμπορικάς της ἐργασίας.
§208Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀκοῦτε λοιπόν, κύριοι, τὶ συνέβη. Ὁ κ. Καφαντάρης δυστυχῶς δὲν ἐνθυμεῖται καλῶς τὰ πράγματα. Ἡ Τράπεζα ἡ Ἐθνικὴ ὅταν εἶχε συνάψει τὴν σύμβασιν τοῦ 1914 εἶχεν ἤδη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐκδοτικοῦ δικαιώματός της, εἶχεν ἤδη εἰς κυκλοφορίαν τραπεζογραμμάτια τὰ ἑξῆς: 1) ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀρχικοῦ προνομίου 60.000.000. 2) ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προνομίου τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, τὸ ὁποῖον ἐξεχωρήθη εἰς τὸ 1892, 6.000.000. 3) Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προνομίου τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, τῆς ὁποίας τὸ προνόμιον παρέλαβεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τὸ 1903, 7.000.000. Ὅλα αὐτὰ γίνονται 73.000.000. Ὅταν λοιπὸν κατὰ τὸ 1914 ἐζήτησα ἀπὸ τὴν Τράπεζαν δίδων εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν κυκλοφορίαν κατὰ 80.000.000 ἀκόμη, εἰς τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ προστεθοῦν καὶ 10.000.000 τοῦ προνομίου τῆς Κρητικῆς Τραπέζης διὰ νὰ γίνουν ὅλα 163.000.000, ὅταν τῆς ἐζήτησα νὰ ἔχῃ 20.000.000 διὰ τὰ 80.000.000 ποὺ ἐξεδίδοντο καὶ ὅταν τῆς ἐζήτησα νὰ ἔχῃ ἄλλα 75 ἑκατομμύρια διὰ τὰ 300 ἑκατομμύρια ποὺ τῆς ἐπέτρεψα νὰ ἐκδώσῃ εἰς τὰ 1920, εἶπεν ὅτι ἐγὼ ζητήσας αὐτά, δὲν τὰ ἐζήτησα ὡς δικαίωμα ἐξασφαλίσεως τῶν τραπεζογραμματίων τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν εἰς τὸ 1914 καὶ εἰς τὸ 1920, ἀλλὰ πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ὅλης κυκλοφορίας. Αὐτὰ εἶπεν. Μοῦ λέγει ὁ κ. Καφαντάρης: Μὰ αὐτὰ δὲν ἦσαν κυκλοφοριακὰ γραμμάτια, ἀλλὰ ἀκόμη εἰς τὴν περιουσίαν της. Καὶ λησμονεῖ ὅτι εἰς τὴν περιουσίαν ἀνήκουν καὶ τὰ 80.000.000 ποὺ τῆς ἔδωκα τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ καὶ τὰ 300.000.000. Ὅλα αὐτὰ πλέον ἔγιναν περιουσία τῆς Τραπέζης κατὰ τὸν ἴδιον βαθμόν. Κατὰ τὸν ἴδιον βαθμὸν ἀνήκουν εἰς τὸ ἐνεργητικὸν τῆς Τραπέζης, ὅσον καὶ τὰ προηγουμένως ἐκδοθέντα.
§209Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν γνωρίζω τὶ ἔχετε εἰς τὴν σκέψιν σας. Ἀναμφισβητήτως εἰς τὰς συμβάσεις, τῶν ὁποίων σεῖς ἐκάνατε τὴν διατύπωσιν, εἴπατε ὅτι: σοῦ δίδω τὴν ἄδειαν κυκλοφορίας 80.000.000 τὸ πρῶτον, 300.000.000 τὸ δεύτερον καὶ δι’ αὐτὴν τὴν κυκλοφορίαν ἐπιβάλλω εἰς τὴν Τράπεζαν τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ σχηματισμοῦ ἀποταμιεύματος ἀναλόγου πρὸς τὴν κυκλοφορίαν τῶν δύο αὐτῶν ἐκδόσεων. Τοῦτο λέγεται σαφῶς εἰς τὴν σύμβασιν.
§210Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δυστυχῶς θὰ ἀναγκασθῶ ν’ ἀνακαλέσω τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακοπῆς, διότι φοβοῦμαι ὅτι δὲν θὰ τελειώσωμεν ἀπόψε καὶ εἶναι καιρὸς νὰ τελειώσωμε. Ἀλλ’ ἡ ἀπόδειξις ὅτι δὲν εἶναι αὐθαίρετοι συλλογισμοὶ τοὺς ὁποίους κάμω ἐγὼ τώρα καὶ ὅτι ἡ Τράπεζα ἐννόει ὅπως ἐννοοῦσα καὶ ἐγὼ ὅτι θὰ κρατῇ εἰς τὰ ταμεῖα της διὰ μὲν τὴν ἔκδοσιν τῶν 80 ἑκατομ. 20 ἑκατομ. χάριν δὲ τῆς ἐπικρατήσεως τῶν 20, τῶν 300.000.000 ἄλλα 75. Τὸ ζήτημα ὅτι καὶ ἡ Τράπεζα οὕτω ἐξηγεῖ τὸ πρᾶγμα ἀποδεικνύεται ἀπὸ τοὺς ἰσολογισμοὺς τῆς Τραπέζης ὅτι ἔθεσε κατὰ μέρος αὐτὰ καὶ τὰ κρατεῖ εἰς τοὺς ἰσολογισμούς της τακτικὰ καλύμματα τῆς κυκλοφορίας, ὄχι κἂν καλύμματα τῆς κυκλοφορίας τῶν 80.000.000 ἢ τῶν 300.000.000, ἄλλα καλύμματα τῆς κυκλοφορίας. Αὐτὰ τὰ εἶπον, κύριοι, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω ὅτι τὸ ὑποστηριχθὲν ὅτι τὰ 300.000.000 δὲν κυκλοφοροῦν, τὸ θεωρῶ ἀσύστατον πρᾶγμα. Δὲν θὰ εἶχε καμμίαν ἀξίαν, διότι πλὴν τῶν 300.000.000 ὑπῆρχον 163.000.000 τὰ ὁποῖα κυκλοφοροῦν καὶ ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἦτο κάλλιστα δυνατὸν νὰ σχηματίσῃ ἀποθέματα εἰς χρυσὸν καὶ τὰ ὁποῖα ἐσχημάτισε. Διότι δὲν ἠμπορεῖτε, κ. ἀρχηγὲ τῶν Προοδευτικῶν, νὰ πείσητε κανένα ὅτι μία Τράπεζα εἴτε καθαρῶς Ἐκδοτική, εἴτε μικτὴ Ἐκδοτικὴ διαθέτει διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν καλυμμάτων εἰς χρυσόν, τὰ κεφάλαιά της ἢ τὰς καταθέσεις της, διὰ τὰς ὁποίας πληρώνει τόκους, καὶ δὲν διαθέτει τὰ τραπεζογραμμάτια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἁπλοῦν χαρτὶ ἐκδιδόμενον κατ’ ἐκχώρησιν τοῦ Κράτους πρὸς ἐνάσκησιν δημοσίας λειτουργίας καὶ διὰ τὴν ὁποίαν δὲν πληρώνει κανένα τόκον. Δὲν θὰ πείσητε κανένα ἄνθρωπον λογικὸν ὅτι οἱαδήποτε Τράπεζα ἔχουσα ἐκδοτικὸν δικαίωμα χρησιμοποιεῖ διὰ τὴν ἀγορὰν τοῦ χρυσοῦ της ὁ ὁποῖος δὲν ἀποδίδει μίαν πεντάραν κέρδος, ὅτι δι’ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα χρησιμοποιεῖ τὰς καταθέσεις τοῦ κοινοῦ ἢ τὰ ἰδικά της χρήματα, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ τοκίσῃ, καὶ δὲν χρησιμοποιεῖ τὸ χαρτὶ τὸ ὁποῖον βγάζει ἐλευθέρως. Καὶ λέγω ἐλευθέρως διότι ὑποστηρίζω ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν ἐχρησιμοποίησε τὰ 300.000.000 ἐν τῷ συνόλῳ, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον σημαίνει ὅτι δὲν ἔλαβε κἂν ἀνάγκην νὰ τὰ χρησιμοποιήσῃ, ἀλλ’ ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι πάντοτε.... Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν εἰς τὴν χθεσινήν του ἀγόρευσιν αἰσθανόμενος ὅτι ὑπεκφεύγει ὑπὸ τοὺς πόδας του τὸ ἔδαφος ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίχθη ἀρχῆθεν, φρονῶν ὅτι ἡ ὑπεραξία τῶν καλυμμάτων περιέρχεται εἰς τὴν Τράπεζαν ὑπεστήριξεν ὅτι καὶ ἂν ἀκόμη εἰς τὸ Κράτος ἀνῆκον τὰ καλύμματα δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀπαιτηθῇ ὅπως πράγματι περιέλθουν αὐτὰ εἰς τὸ Κράτος, ἐφ’ ὅσον ἡ Τράπεζα ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ εἶχε δικαίωμα ἀποζημιώσεως διὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ἐκδοτικοῦ δικαιώματος καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ἀπεδεικνύετο ὅτι ἡ ζημία της ἐκ τῆς ἀφαιρέσεως ἦτο κατωτέρα τῶν 1120 ἑκατομμυρίων δραχμῶν εἶχε τὸ δικαίωμα. Καὶ παρετήρησα, κύριοι, ὅτι ἐὰν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ἐδίδετο ἡ προσήκουσα προσοχή, ἐὰν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο αἱ ἀντιλήψεις τῆς Τραπέζης, ἀπὸ οἱασδήποτε χρηστῆς προαιρέσεως καὶ ἂν προήρχοντο, ὑπεβάλοντο εἰς τὴν βάσανον εἰς τὴν ὁποίαν ὤφειλον νὰ ὑποβληθῶσι διὰ νὰ ἐξακριβωθῇ ἐὰν δύνανται νὰ ἐναρμονισθοῦν πρὸς τὰ συμφέροντα τὰ Κρατικά, εἶμαι βέβαιος ὅτι ἐὰν ἐγίνετο τοῦτο καὶ ἐὰν ὅπως εἶμαι βέβαιος κατέληγεν ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ ἀξία τῶν καλυμμάτων περιέρχεται εἰς τὸ Κράτος, εἶμαι βέβαιος, ἀναγνωρίζω πρῶτος ἐγώ, ὅτι ὁ ἐνθουσιασμὸς τῆς διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ τὴν τραπεζιτικὴν μεταρρύθμισιν καὶ τὴν νομισματικὴν σταθεροποίησιν θὰ ἐψυχραίνετο ἔν τινι μέτρῳ καὶ θὰ ἔλεγε τότε: Γιὰ νὰ ἰδοῦμε, ἕως τώρα σᾶς ὠθούσαμε νὰ κάνετε αὐτὸ—διότι ἡ Τράπεζα ἦτο ἡ ὠθοῦσα, καὶ τὸ Κράτος ἦτο τὸ ἀκολουθοῦν.—Λοιπόν, γιὰ νὰ ἰδοῦμε, ἐὰν πρόκειται νὰ χάσωμεν τὰ 1120.000.000 τότε ἴσως θὰ ἐτολμῶμεν νὰ ἀναλάβωμεν ἀπέναντι τῶν μετόχων μας τὴν εὐθύνην αὐτῆς τῆς operation. Καὶ τότε, κύριοι, θὰ ἤρχετο ἡ ἐξέτασις τοῦ ζητήματος ἐὰν ἡ Τράπεζα δικαιοῦται νὰ ἀποζημιωθῇ διὰ τὴν στέρησιν τοῦ προνομίου της καὶ ποίαν ἔκτασιν θὰ ἐλάμβανεν ἡ ἀποζημίωσις αὐτή. Ἐγὼ εἰς τὴν ἐπιστολήν μου τὴν ὁποίαν ἔστειλα τὴν 25 Δεκεμβρίου εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς ἔλεγον ὅτι: ἡ ἀξίωσίς σου δι’ ἀποζημίωσιν διὰ τὴν στέρησιν τοῦ προνομίου σου στερεῖται πρὸ παντὸς ἠθικῆς βάσεως, στερεῖται δὲ κατ’ ἐμὲ καὶ νομικῆς βάσεως. Στερεῖται ἠθικῆς βάσεως λέγω, διότι σὺ εἶσαι ἡ καταρτίσασα τὸ σχέδιον αὐτὸ τῆς ἐπελθούσης τότε διαρρυθμίσεως τοῦ τραπεζικοῦ ζητήματος καὶ τῆς σταθεροποιήσεως, σύ εἶσαι ἡ ὁποία εἶχες τὴν πρωτοβουλίαν. Καὶ δὲν ἔχετε ἀνάγκην βεβαίως νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸν λόγον τοῦ τότε διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀνακοινοῦντος εἰς τοὺς μετόχους τὰ γενόμενα καὶ ἐκθέτοντος τὰ θαυμάσια ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα θὰ εἶχεν αὐτὴ ἡ διαρρύθμισις, ὄχι μόνον διὰ τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ καὶ δι’ αὐτὴν πρωτίστως τὴν Τράπεζαν.
§211Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Πότε τὰ λέγει αὐτά, κ. Πρόεδρε;
§212Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν συνέλευσιν τῶν μετόχων τῆς 20 Ἀπριλίου 1928. Λοιπὸν λέγω ὅτι μολονότι αὐτὴ ἐθεωροῦσεν ὅτι ἦτο τὸ ἐκδοτικὸν προνόμιον καὶ καλὸν ἦτο ν’ ἀποσχισθῇ ἀπὸ κάθε ἐπαφὴν μὲ τὸ Κράτος, καὶ τοιαῦται πράγματι ὑπῆρχον πολλαὶ καὶ διὰ τὸ ζήτημα τῶν καταθέσεων τῶν νομικῶν προσώπων, ἡ Τράπεζα, λέγω, ἡ Ἐθνικὴ ὅταν ἔκανε αὐτό, ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπῃ: Γιὰ νὰ ἰδοῦμε, ἴσως δὲν ἀξίζουν νὰ τὰ πάρωμεν ὅλα αὐτὰ ποὺ λέγομεν. Ἐὰν ἐγένετο, κύριοι, αὐτό, δὲν θὰ εὑρισκώμεθα ἐνώπιον τοῦ τραγικοῦ ἀληθῶς γεγονότος ὅτι τὸ Κράτος χωρὶς καλὰ–καλὰ νὰ τὸ ἐννοήσῃ ἐστερήθη 1120. 000.000 δραχμῶν. Θὰ ἐπήρχετο μία μέση λύσις καὶ δὲν θὰ ἐνεργεῖτο ἡ ἀπόσχισις τῆς Τραπέζης, ἢ θὰ ἠκολουθεῖτο ἡ γνώμη τὴν ὁποίαν εἶχε δώσει καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως καὶ ἐγὼ διὰ τῆς ἐπιστολῆς μου, ὅπως ἱδρυθοῦν μὲν δύο Τράπεζαι, ὥστε μία νὰ ἔχῃ τὸ ἐκδοτικὸν δικαίωμα, ἀλλὰ νὰ ἀνήκῃ εἰς τοὺς ἰδίους μετόχους ὥστε νὰ μὴ γεννηθῇ τὸ ζήτημα αὐτό, ἢ οἱαδήποτε ἄλλη λύσις. Οἱαδήποτε πάντως λύσις θὰ ἦτο καλλιτέρα ἀπὸ ἐκείνην ἡ ὁποία ἐπέβαλεν εἰς τὸ Κράτος τὴν ζημίαν τῶν 1120.000.000 δραχμῶν. Δὲν θέλω μάλιστα νὰ φέρω εἰς δυσχερῆ θέσιν τὸν κ. ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν ὑπομιμνήσκων εἰς αὐτὸν ὅτι καθ’ ὅλην τὴν ἀγόρευσίν του τὴν χθεσινὴν εὑρέθη εἰς αὐτὴν τὴν ἀντιφατικὴν θέσιν νὰ ὑποστηρίζῃ ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν ὅτι τὰ καλύμματα ἀνήκουν εἰς τὴν Τράπεζαν τὴν Ἐθνικήν, ὅτι τὰ καλύμματα λέγω δὲν ἀνήκουν εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν, διότι δὲν ἔκανε χρῆσιν ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα τοῦ ἐκδοτικοῦ της προνομίου, ὥστε νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἀπ’ αὐτὸ ἐπορίσθη τὰ καλύμματα, νὰ ἔρχεται δὲ ἑκάστοτε νὰ μᾶς λέγει, ὅτι πρέπει νὰ τῆς δώσωμεν αὐτὰ καὶ ἐὰν δὲν τῆς τὰ δώσωμεν ἔχει δικαίωμα ἀποζημιώσεως, διότι ἐστερήθη τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκδοτικοῦ, τοῦ ὁποίου δὲν ἔκανε χρῆσιν.
§213Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἶναι ἀντίφασις αὐτό;
§214Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριοι βουλευταί, ἀντιθέτως πρὸς ὅσα ὑπεστήριξε χθὲς ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Προοδευτικοῦ κόμματος, ἐγὼ ὑποστηρίζω, ὅπως καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως σήμερον, ὅτι ἡ ἐκχώρησις τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκδόσεως τραπεζογραμματίων εἶναι ἐκχώρησις κατ’ ἐξοχὴν δημοσίας λειτουργίας ἀνήκει εἰς τὰ λεγόμενα droits regaliens, καὶ ἐφ’ ὅσον γίνεται ἄνευ ἀνταλλάγματος, τὸ Κράτος εἶναι ἐλεύθερον εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ ἀνακαλέσῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο. Δὲν ἔχει καμμίαν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν πρὸς ἀποζημίωσιν, ἔχει ὅμως τὴν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν, ὡς Κράτος δίκαιον καὶ ἔντιμον, ἐὰν ὑπῆρχε ζημία πραγματικὴ νὰ δώσῃ, δὲν λέγω ἀποζημίωσιν, ἀλλ’ ὅπως ἔγραψα εἰς ἐπιστολὴν πρὸς τὴν τράπεζαν, μίαν ἐπιχορήγησιν πρὸς τὴν Τράπεζαν τὴν Ἐθνικὴν διὰ νὰ μὴ καμφθῇ. Οὐδὲν δικαίωμα νομίμου ἀποζημιώσεως ὑπῆρχε καὶ οὐδὲν ἀστικὸν δικαίωμα ἀποζημιώσεως ἀφοῦ ἡ διαρρύθμισις τῶν τραπεζιτικῶν πραγμάτων προῆλθεν ἐκ πρωτοβουλίας καὶ ἐπιμονῆς αὐτῆς τῆς Τραπέζης. Τώρα ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Προοδευτικοῦ κόμματος μὲ παρουσίασεν ἀντιφάσκοντα διότι εἰς τὸ προοίμιον τοῦ νομοσχεδίου ἀναφέρεται ὅτι τὴν ἐδώσαμεν δι’ ἀποζημίωσιν. Ζητῶ συγγνώμην, διότι ἐγράφη ἐκεῖ. Δὲν τὸ ἔγραψα ἐγὼ τὸ προοίμιον. Ἀλλ’ ἡ ἐπιστολή μου τὴν ὁποίαν ἔχει εἰς χεῖρας του ἐν ἀντιγράφῳ, ξεκαθαρίζει τὸ ζήτημα ἐντελῶς. Θὰ ἐπανέλθω ἄλλως τε εἰς τὸ προοίμιον αὐτὸ διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω καὶ ποῦ ἀλλοῦ δὲν ἀνταποκρίνεται καὶ πρὸς τὰ πράγματα ἐντελῶς. Ἐὰν λοιπόν, κύριοι τὸ ζήτημα ἐμελετᾶτο τελείως ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐὰν πρὸς τὴν Τράπεζαν ἐδηλοῦτο ὅτι ἡ ὑπεραξία τῶν καλυμμάτων ποτὲ δὲν ἠμπορεῖ νὰ περιέλθῃ εἰς αὐτήν, διότι ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος ὡς ἀντιπροσώπου τοῦ γενικοῦ συμφέροντος τῶν κατόχων τῶν τραπεζογραμματίων, ἐὰν λέγω τοῦτο ἐγίνετο ὅλα τὰ ἄλλα ἠμπορεῖ νὰ συνέβαινον, ἀλλὰ τὸ Κράτος δὲν θὰ ὑφίστατο τὴν ζημίαν τὴν ὁποίαν ὑπέστη. Ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ πεισθῇ ἡ Τράπεζα ὅτι τὰ προνόμια τὰ ὁποῖα τῆς ἐχορηγοῦντο ἦσαν ἀρκετὰ μεγάλα. Ἦτο τὸ προνόμιον ὅπως συμβατικῶς πλέον ἄνευ δικαιώματος τοῦ Κράτους νὰ μεταβάλῃ τὰ πράγματα, ἄνευ δικαιώματος τοῦ Κράτους νὰ ὑποδεικνύῃ εἰς τὴν Τράπεζαν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔρχεται εἰς ἀντίθεσιν πρὸς αὐτό, διότι ἔχει τὸ Κράτος τὰ μέσα νὰ τὴν συγκρατήσῃ ἐντὸς τοῦ προσήκοντος. Ἴσως, λέγω, αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἀπέκτησε διὰ συμβάσεως καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν τοῦ προνομίου νὰ περιλάβῃ ὄχι μόνον τὰ νομικὰ πρόσωπα τοῦ Δημοσίου Δικαίου τὰ ὑφιστάμενα τότε, ἀλλὰ καὶ τὰ ἄλλα τὰ ὁποῖα ἔμελλον νὰ δημιουργηθοῦν. Ἴσως αὐτὸ ἐκρίνετο ἀπὸ τὴν Τράπεζαν ὡς ἕνα σπουδαῖον ἐνεργητικὸν τὸ ὁποῖον τῆς παρείχετο. Εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον θὰ ἐκρίνετο. Ἄς μείνω εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ διὰ νὰ εἴπω ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν δὲν λέγω ὅτι αὐτὸ τὸ ἔκανε χάριν τῆς Τραπέζης, τὸ ἔκανε χάριν τῶν νομικῶν προσώπων τοῦ Δημοσίου Δικαίου διὰ νὰ μὴ χάσουν τὰ χρήματά των τὰ ὁποῖα ἠμποροῦσαν νὰ τὰ χάσουν. Καὶ τὸν διέκοψα χθὲς καὶ θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ καὶ σήμερα νὰ εἴπω ὅτι, ποῖος τὸν ὑποχρεώνει νὰ καταργήσῃ τὸν ὑπάρχοντα νόμον; Ἀλλὰ τοῦ ἔλεγα νὰ ἀφήσῃ τὸν ὑπάρχοντα νόμον διὰ νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα εἰς κάθε περίστασιν νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Τράπεζαν: Ἄκου ἐδῶ 50 χιλιάδες φορὲς σοῦ τὸ εἶπα ὅτι δὲν θὰ σοῦ ἐπιτρέψω νὰ κάνῃς αὐτὸ τὸ ὁποῖον κάμνεις, διότι εἶναι ἐναντίον τοῦ κοινωνικοῦ συμφέροντος, καὶ θὰ λάβω τὰ μέτρα μου. Δὲν ἦτο αὐτὸ μόνον, κύριοι. Ἡ μετοχὴ τοῦ Κράτους εἰς τὰ κέρδη ὄχι μόνον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τῆς παραγωγικῆς κυκλοφορίας, ἀλλ’ εἰς ὅλα τὰ κέρδη τῆς Τραπέζης κατὰ τὸ ἥμισυ συμμετοχὴ ὑφισταμένη ἀπὸ τοῦ νόμου τοῦ 1921, συμμετοχὴ ὑφισταμένη διὰ κάθε μέρισμα τὸ ὁποῖον κάθε ἑξαμηνίαν ὑπερέβαινε τὰς 250 δραχμάς, θὰ περιορισθῇ τοῦ λοιποῦ εἰς τὸ ¼ τῶν κερδῶν καὶ τῶν ἀποθεματικῶν ὁσάκις τὸ μέρισμα ὑπερβαίνει τὰς 1000 δραχμὰς μόνον καθ’ ἑξαμηνίαν. Τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὸ 1927, νομίζω, ἀνῆλθεν εἰς 59 ἑκατομμύρια δραχμάς. Ἦτο λοιπὸν φυσικὸν ὅτι ἡ Τράπεζα ἐξήρχετο καὶ διὰ τοῦτον τὸν λόγον οὐσιωδῶς ὠφελημένη, διότι ἡ μετοχὴ τὴν ὁποίαν εἶχε τὸ Κράτος καὶ εἰς τὰ χέρια τὰ δικά της εἶχε πάντα λόγον νὰ τὴν θεωρήσῃ ὅτι πρόκειται περὶ σπουδαίου ὠφελήματος. Διότι ἀπὸ τὰ 59 ἑκατομμύρια μπορῶ νὰ κάμνω προχείρως λ)σμὸν τὶ ἀνήκει εἰς τὸ ἐκδοτικὸν προνόμιον καὶ τὶ ἀνήκει εἰς τὰ λοιπά της κέρδη βεβαίως τὰ κεφάλαια αὐτὰ εἶναι σπουδαιώτατα. Θὰ μοῦ εἴπητε ὅτι, θὰ ἦτο δυνατὸν ἀφ’ ἧς τὸ Κράτος ἀπέσυρεν τῇ αἰτήσει τῆς Τραπέζης τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως τραπεζογραμματίων, ἦτο δυνατὸν νὰ ἀξιῇ νὰ ἔχῃ οὐσιῶδες μέρος εἰς τὰ κέρδη τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης; καὶ ἰσχυρίζομαι ναί. Διότι κύριοι βουλευταὶ τὰ κεφάλαια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐκτήθησαν ἐν σμικροτάτῳ μέτρῳ διὰ τῶν θυσιῶν τῶν μετόχων αὐτῆς καὶ κατὰ τὸ μέγιστον μέτρον διὰ τῶν θυσιῶν ὅλου τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι ἡ Τράπεζα ἔχουσα τὴν τύχην νὰ τύχῃ Διοικητῶν πρωτίστης γραμμῆς ἀνταπεκρίθη πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις της ὡς Ἐθνικοῦ ἱδρύματος, ἀλλὰ τὰ κεφάλαιά της τὰ κολοσσιαῖα συνεκροτήθησαν καὶ διὰ θυσιῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1928 ἐζήτησε ἀπὸ τὴν Τράπεζαν καὶ ἡ Τράπεζα ἐδέχθη, ὅτι καίτοι στερηθεῖσα τοῦ ἐκδοτικοῦ προνομίου θὰ παρεῖχε τοῦ λοιποῦ ἀπὸ τὰ κέρδη της εἰς τὸ Κράτος μετοχήν. Διότι ἀναγνωρίζει ὅτι εἶναι ἵδρυμα Ἐθνικόν, συσταθὲν διὰ τῶν θυσιῶν καὶ τῶν εἰσφορῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Δὲν ἀποκλείει λοιπὸν τὸν περιορισμὸν τῆς συμμετοχῆς εἰς τὰ κέρδη. Ἀλλὰ ἦτο ἓν κεφάλαιον ἐπίσης τὸ ὁποῖον μαζὶ μὲ τὴν συμβατικὴν ὑποχρέωσιν ὅπως αἱ καταθέσεις γίνονται εἰς τὴν Τράπεζαν τῶν νομικῶν προσώπων Δημοσίου Δικαίου, ἀπαιτεῖ διὰ τὸ ἵδρυμα μίαν παραχώρησιν οὐσιωδεστάτην. Ἀλλὰ δὲν ἦτο αὐτὴ καὶ μόνη ἡ παραχώρησις. Σᾶς ἀνέγνωσα τὸν λόγον τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐκδοτικῆς θεωροῦντος ὅτι σπουδαῖον πρᾶγμα εἶναι διὰ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τοῦ λοιποῦ τὸ ὅτι θὰ εἶναι ἀπερίσπαστος ἀπὸ τοὺς δασμοὺς οὓς δημιουργεῖ ἡ στενὴ ἐπαφὴ μὲ τὸ Κράτος. Ἡ Τράπεζα ἔμεινε ἀπερίσπαστος διότι μεταξὺ τῶν πλεονεκτημάτων τὰ ὁποῖα ἐξησφάλισε διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ Ἀπριλίου 1928 περιλαμβάνεται καὶ ἡ διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος μολονότι μετέχον καθ’ ὡρισμένην μερίδα εἰς τὰ κέρδη τῆς Τραπέζης, δὲν ἔχει κανὲν δικαίωμα πολυπραγμοσύνης, δὲν ἔχει δικαίωμα ποτὲ νὰ ἐρωτᾷ πῶς συντάσσεται ὁ ἰσολογισμὸς τῆς Τραπέζης καὶ ποῖα εἶναι τὰ στοιχεῖα τοῦ ἰσολογισμοῦ. Εἰς τὸ Κράτος ρητῶς ἀπηγορεύθη νὰ λέγῃ εἰς τὴν Τράπεζαν ὅτι: δὲν κάνεις καλὰ τὸν ἰσολογισμόν, μποροῦσες νὰ τὸν κάμῃς ἀλλέως.
§215Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἐπανάληψις διατάξεως προηγουμένης συμβάσεως, τοῦ 1921. (ἀναγινώσκει). Καὶ ἡ διάταξις αὐτὴ εἶχεν ἀκόμη μεγαλειτέραν σημασίαν διότι ἡ Τράπεζα δὲν ἦτο Ἐκδοτικὴ καὶ ἑπομένως ἠρνεῖτο ἐπέμβασιν τοῦ Κράτους.
§216Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἴχαμε Κυβερνητικὸν Ἐπίτροπον.
§217Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Πολὺ καλὰ μὲ μόνην τὴν παρατήρησιν τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ἐὰν δὲν εἴχαμε δικαίωμα πολυπραγμοσύνης εἴχαμε ἕνα Κυβερνητικὸν Ἐπίτροπον ἐντὸς τῆς Τραπέζης, ὁ ὁποῖος παρηκολούθει ὅλας τὰς ἐργασίας καὶ ἠδύνατο νὰ μᾶς διαφωτίζῃ.
§218Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μὴ συγχέετε ὅλα τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα δίδονται εἰς τὸ Κράτος ἐκ τῆς ἐπεμβάσεως εἰς τὰς ἀνωνύμους ἑταιρείας.
§219Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μπορεῖτε νὰ διορίσητε Κυβερνητικὸν Ἐπίτροπον εἰς τὰς Ἀνωνύμους Ἑταιρείας;
§220Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀνὰ πᾶσαν ὥραν καὶ στιγμήν.
§221Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἴχατε τὸ δικαίωμα τῆς παύσεως τοῦ Διοικητοῦ καὶ εἴχατε Ἐπίτροπον Κυβερνητικόν.
§222Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐλησμόνησα αὐτὸ τὸ ὁποῖον μοῦ ὑπενθυμίζει ὁ συνάδελφός μου ὅτι δηλ. εἴχαμε τὸ δικαίωμα τῆς παύσεως. Ἐγὼ ἔπαυσα τὸν Διοικητὴν ὅταν μοῦ ἔφερε δυσκολίας νὰ ἀγοράσω τὰ Ἀμερικανικὰ θωρηκτά. Λοιπὸν δὲν μπορεῖτε νὰ μοῦ εἴπητε ὅτι εἶναι τὸ ἴδιον τὸ καθεστὼς μὲ τὸ ὑφιστάμενον, ἀφοῦ ἡμεῖς καὶ εἰς τὴν παῦσιν εἴχαμεν δικαίωμα καὶ εἰς τὸν διορισμὸν νὰ μετέχωμεν. Ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν χαρακτηρίζει ὡς παραχώρησιν ἐκ μέρους τῆς Τραπέζης τῆς Ἐθνικῆς τὴν μείωσιν τῆς μετοχῆς εἰς τὰ κέρδη τῆς Ἐθνικῆς εἰς τὸ ¼ μὲ τὰ 1400 ἑκατομμύρια. Τὴν ἐχαρακτήριζεν χθὲς εἰς τὸν λόγον του ὄχι ὡς παραχώρησιν τοῦ Κράτους πρὸς τὴν Τράπεζαν, ἀλλὰ ὡς παραχώρησιν τῆς Τραπέζης πρὸς τὸ Κράτος. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίληψις τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ὅσον ἀφορᾶ τὴν σύμβασιν αὐτὴν ἡ ὁποία ἔγινε μεταξὺ Κράτους καὶ Τραπέζης. Ἀλλὰ χαρακτηρίζει καὶ ὡς μεγάλην παραχώρησιν τῆς Τραπέζης ὅτι ἀνέλαβε διὰ τῆς συμβάσεως τὴν ὑποχρέωσιν μιᾶς νέας διαρρυθμίσεως τῶν Τραπεζιτικῶν πραγμάτων καὶ σταθεροποιήσεως, ὅτε ἀνέλαβε νὰ δώσῃ εἰς τὴν Γεωργικὴν Τράπεζαν ἡ ὁποία θὰ ἱδρυθῇ 800 ἑκατομμύρια πρὸς 8%. Εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος μὲ τὸν ἀρχηγὸν τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ὅτι αὐτὰ δὲν εἶναι παραχώρησις ἀληθινή, οὐσιώδης ἐκ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ὅταν κατορθώνῃ νὰ διαθέτῃ στὰ κεφάλαιά της ἄνευ δαπανῶν διαχειρίσεως καὶ ἄνευ κινδύνων ἀπωλείας, διότι τὰ διαθέτῃ ὑπὲρ πιστωτικοῦ ἱδρύματος ἔχοντος 1000 ἑκατομμύρια κεφάλαιον καὶ ἔχοντος ὄπισθέν του ὅλην τὴν ἐγγύησιν τὴν κρατικήν, αὐτὸ εἶναι καλή, ἀρίστη, τοποθέτησις μέρους τῶν κεφαλαίων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Θὰ μαλώσουμε μὲ τὸν ἀρχηγὸν τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ὅταν θὰ συζητήσωμεν τὰ τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης, διότι θὰ τοῦ ἀποδείξω ὅτι ἐγὼ δὲν μποροῦσα νὰ τροποποιήσω πλέον τὰ πράγματα ἔτσι ποὺ τὰ εὑρῆκα. Ἀλλ’ εἶναι εὐχάριστον ὅτι εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον εἴμεθα σύμφωνοι. Ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ἀφοῦ ἀνεγνώρισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ δοθῇ ἐκ μέρους τοῦ Κράτους μία ἐπιχορήγησις διὰ νὰ καλύψῃ κάθε τυχὸν ἐλάττωσιν κερδῶν τὴν ὁποίαν ὑπέστη ἐκ τῆς παραιτήσεως τῆς ἀφαιρέσεως τοῦ ἐκδοτικοῦ προνομίου, ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, λέγω, ἐφ’ ὅσον ἀναγνωρίζει ὅτι ἔπρεπε νὰ παραχωρηθῇ μία ἐπιχορήγησις τὴν ὁποίαν ὀνομάζει ἀποζημίωσιν, δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ πολυπραγμονήσω εἰς τὴν λύσιν καὶ νὰ ἐρίσω εἰς τὸ ἂν ὁμολογῇ ὅτι εἶναι δύσκολον νὰ εἴπῃ ποῖαι εἶναι αὐταὶ αἱ ζημίαι. Ἀλλ’ ἔχων ὑπ’ ὄψιν του τὴν ἐπιστολὴν τὴν ὁποίαν ἔστειλα εἰς τὰς 15 Δεκεμβρίου πρὸς τὴν Τράπεζαν καὶ τὴν ὁποίαν χαρακτηρίζω πρὸς αὐτὴν ὡς ἐμπιστευτικὴν καὶ διεξερχόμενος τὰς ζημίας τὰς ὁποίας ἔχω διεξέλθει ἐκεῖ, δὲν παραδέχεται τοὺς ὑπολογισμούς μου μὲ συνέλαβε πραγματικῶς ἀναγόμενον εἰς ἕνα κεφάλαιον ὅπου διὰ τὴν ἐκτίμησιν ἐκ τῆς ἀφαιρέσεως τοῦ ἐκδοτικοῦ προνομίου ὑπολογίζω ὅτι τὸ κάλυμμα τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχῃ εἶναι τὸ ½ εἰς χρυσὸν καὶ τὸ ἥμισυ εἰς ἀξίας εἰς χρυσόν, καὶ ἑπομένως ἐλαττώνω τὸ κέρδος τῆς Τραπέζης κατὰ 5 ἑκατομμύρια δραχμάς. Ἀνεγνώρισα ὅτι αὐτὴ ἡ πλάνη ἦτο ἰδική μου, καὶ πράγματι ἦτο ἰδική μου, διότι εἶπον ὅτι αὐτοὺς τοὺς λογαριασμοὺς τοὺς ἔκανα μοναχός μου, καίτοι τὰ στοιχεῖα τῆς ὅλης μελέτης μοῦ ἐδόθησαν ἀπὸ βοηθοὺς εἰς τοὺς ὁποίους εἶμαι εὐγνώμων. Δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω, κύριοι, διὰ νὰ διεξέλθω καὶ ἐγὼ αὐτὴν τὴν ὥραν αὐτὴν τὴν ἐπιστολὴν τὴν ὁποίαν ἔγραψα τότε εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Θὰ ἦτο μακρά. Βεβαίως θὰ φροντίσω νὰ κάμω μόνον τοῦτο: ἀφοῦ ἀπὸ τὴν Τράπεζαν ὁ ἐμπιστευτικὸς χαρακτὴρ ἤρθη διὰ τῆς ἀνακοινώσεως αὐτῆς εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν, θὰ τὴν δημοσιεύσω τὴν Δευτέραν ἢ Τρίτην.
§223Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ξεύρετε πολὺ καλὰ ὅτι ἔκαμα χρῆσιν τῶν ἐγγράφων καὶ ἐζήτησα τὴν κατάθεσιν ὅλων τούτων τῶν διαμειφθέντων μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ μοῦ ἀνεκοινώσατε ἰδιαιτέρως ὅτι: σᾶς παρέχω τὴν ἐξουσιοδότησιν νὰ σᾶς θέσουν ὑπ’ ὄψιν ὅλα τὰ ἔγγραφα.
§224Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἶναι σωστὸ αὐτό. Ἴσως τυπικῶς μόνον θὰ ἔπρεπε νὰ ἐρωτηθῶ ἀπὸ τὴν Τράπεζαν.
§225Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἔκαμα χρῆσιν τῆς ἀδείας σας, ἐφ’ ὅσον ἦτο ἐμπιστευτικὴ ἡ ἐπιστολή.
§226Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὑπόσχομαι νὰ τὴν δώσω νὰ δημοσιευθῇ. Λοιπὸν δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω καθόλου διὰ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἐκτιμῶν καὶ τὰς ζημίας ἀνεβίβαζα αὐτὰς εἰς ἕνα ποσὸν 800.000.000 καὶ λέγω ὅτι ἐὰν ἀκόμη ἐπλανήθην εἰς σημεῖα τινὰ καὶ ἐὰν ὑπάρχουν ἄλλαι ἀπαιτήσεις, καὶ σεῖς θὰ πεισθῆτε ὅτι δὲν μπορῶ νὰ θυσιάσω τὰ ὑπόλοιπα 560.000.000. Νὰ μοῦ δώσετε λοιπὸν τὰ 560.000.000. Τώρα πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τὴν ἐκτίμησιν αὐτὴν τῶν ἀξιουμένων ὑπὸ τῆς Τραπέζης ζημιῶν περιῆλθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὴν κάμω διότι εἰς τὰς 25 Ὀκτωβρίου ὁ λογαριασμὸς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κατόπιν συνεννοήσεων τὰς ὁποίας εἶχα κάμῃ κατ’ ἐπανάληψιν μὲ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν μοῦ ἀπηύθυνεν ἐπιστολὴν εἰς τὴν ὁποίαν μοῦ ἔλεγε τὰ ἑξῆς: (ἀναγινώσκει). Σᾶς ἀνέγνωσα τὸ μέρος τοῦτο, κύριοι, διὰ νὰ ἴδητε ὅτι τὸ προοίμιον τῆς συμβάσεως ἡ ὁποία ὑποβάλλεται ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς συνετάχθη ὅπως συνετάχθη, νὰ μοῦ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις, ἀπὸ ἀληθῆ μεγαλοφροσύνην μου. Δηλαδὴ ἐδῶ βλέπετε ὅτι ἡ Τράπεζα ἀναγνωρίζει ὅτι πρέπει νὰ ἔλθῃ εἰς μίαν συνεννόησιν, χωρὶς τότε νὰ τῆς διατυπώσω τὴν ἀπόφασίν μου ὅτι ἐὰν δὲν τελειώσωμεν ἐγὼ θὰ τὰ πάρω διὰ τῆς φορολογίας. Λέγει ὅτι ὅπως ἦλθαν τὰ πράγματα πρέπει νὰ συνεννοηθῶμεν διὰ τὴν ἐξέτασιν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, καὶ μοῦ προσθέτει: «Διὰ τὴν τοιαύτην ἐξέτασιν ἔχω ὅλα τὰ στοιχεῖα ἕτοιμα καὶ ἀναμένω νὰ μὲ εἰδοποιήσητε νὰ τὰ προσκομίσω....» (ἀναγινώσκει). Ἡ Τράπεζα, κύριοι, μὲ καθίστα διαιτητὴν τῆς ὑποθέσεως καὶ διὰ τῆς ἐπιστολῆς αὐτῆς. Καὶ τὴν διαιτησίαν αὐτὴν εἶναι περιττὸν νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλὴν μὲ πόσην εὐσυνειδησίαν ἐξετέλεσα. Ἐχρειάσθη νὰ παρέλθουν 2 μῆνες διὰ νὰ διαθέσω τὸν ἀναγκαῖον χρόνον ὅπως μελετήσω καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν ὅλα τὰ στοιχεῖα τοῦ ζητήματος τὸν ὁποῖον μοῦ ἀνετίθετο, διὰ νὰ ἐκδώσω τὴν ἀπόφασίν μου. Καὶ ἐξέδωσα τὴν ἀπόφασιν ἡ ὁποία περιέχεται εἰς τὴν ἐπιστολὴν τὴν ὁποίαν σᾶς ἔστειλα. Ἀλλὰ τὴν ἐπιοῦσαν ἡ Τράπεζα, ἡ ὁποία μὲ ἐδέχετο διαιτητήν, μοῦ λέγει ὅτι δὲν δέχομαι τὴν διαιτησίαν σου καὶ προτείνω νὰ κάμωμεν μίαν διαιτησίαν τρίτων. Εἰς τὴν ἐπιστολὴν αὐτὴν δὲν ἔδωσα καμμίαν ἀπάντησιν, διότι βέβαια κήδομαι τῆς ἰδικῆς μου ἀξιοπρεπείας, ὥστε νὰ μὴ δέχωμαι ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἡ ὁποία ἐστραπατσάρησε τὸ Κράτος θὰ μποροῦσε νὰ στραπατσάρῃ καὶ ἐμὲ καὶ ἀφοῦ ἐστραπατσάρησε τὸ Κράτος ὑπὸ ἄλλους κυβερνήτας εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ στραπατσάρῃ καὶ ἐμὲ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκυβερνοῦσα τὸ Κράτος.
§227Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ἐστραπατσάρησε κανένα.
§228Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἔδωκα καμμίαν ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐπιστολὴν διὰ τῆς ὁποίας μοῦ ἐπρότεινε νὰ διορίσωμεν ἄλλον διαιτητήν, διότι ἐγὼ δὲν ἤμην ἀξιόπιστος πλέον διαιτητής. Κύριοι Βουλευταί, ὅσα εἶπεν ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, ἐπικαλούμενος τὰς γνώμας τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος καὶ τοῦ οἰκονομικοῦ συμβούλου τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐθεωρεῖτο ὅτι ἡ Τράπεζα θὰ καταστρέφετο ἐὰν ἐστερεῖτο τῆς ὑπεραξίας τῶν καλυμμάτων δὲν ἔχουν νὰ μὲ ἀπασχολήσουν καθόλου. Κρίνων τὶ μοῦ ἐπεβάλετο νὰ πράξω ὡς κυβερνήτης τῆς χώρας ἔναντι τῆς Τραπέζης, ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐξετάσω τὶ ἐφρόνουν ἄλλαι σεβασταὶ γνῶμαι ἄλλων πολιτικῶν προσώπων. Ἐγώ, κύριοι, οὐδὲ στιγμὴν ἐδίστασα οὐδὲ στιγμὴν ἐτέθη ἐν ἀμφιβόλῳ εἰς ἐμὲ οὐδεμίαν στιγμὴν ὑποπτεύθην ὅτι ἡ Τράπεζα θὰ ἐξήρχετο κολωβομένη διότι δὲν θὰ ἐλάμβανε τὴν ὑπεραξίαν τῶν καλυμμάτων, διότι δὲν ἐπρόκειτο νὰ τῆς ἀφαιρέσουν τὴν ὑπεραξίαν τῶν καλυμμάτων, ἐπρόκειτο νὰ λάβῃ ὅ,τι τῆς ἀνῆκεν. Ἐδημιουργήθη ἡ ὑπεραξία αὐτὴ ἐκ τοῦ νόμου τῆς σταθεροποιήσεως, ὅπως εἶπον χθές, ὁ ὁποῖος ὑπεβίβασε τὴν τιμὴν τῆς δραχμῆς εἰς τὸ ὑποδεκαπενταπλάσιον. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν διὰ νὰ ἐπαναλάβω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπα καὶ χθὲς ὅτι τὸ λεγόμενον εἰς κάποιο σημεῖον τῆς ἐπιστολῆς τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν ὅτι δηλαδὴ δὲν πρόκειται περὶ κέρδους τὸ ὁποῖον ἐπορίσθη ἡ Τράπεζα λαβοῦσα τὴν ὑπεραξίαν τῶν καλυμμάτων δὲν πρόκειται περὶ κέρδους ἀποκτηθέντος μετὰ τὸν νόμον τοῦ 21 καὶ μετὰ τὸ ἔτος 15 ὅτι οὔτε περὶ κέρδους κἂν πρόκειται ἀφοῦ περὶ ἁπλῆς λογιστικῆς τροποποιήσεως πρόκειται, γενομένης μετὰ τὴν σταθεροποίησιν. Ἀπέδειξα χθὲς πόσον ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτὸς ἀποτελεῖ αἵρεσιν οἰκονομικὴν καὶ νομικήν. Ἡ ὑπεραξία τῶν καλυμμάτων ἐδημιουργήθη ἀφ’ ἧς ἐσταθεροποιήθη ἡ νέα τιμὴ τῆς δραχμῆς. Ὁ νόμος τῆς σταθεροποιήσεως εἶναι ὁ δημιουργήσας τὴν ὑπεραξίαν. Μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἡ Τράπεζα ἦτο ὑποχρεωμένη αἰρουμένης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας νὰ ἐξαργυρώσῃ τὰ τραπεζογραμμάτια τὰ κυκλοφοροῦντα διὰ λογαριασμόν της εἰς τὴν τιμὴν τοῦ ἀρτίου τῆς παλαιᾶς δραχμῆς καὶ ἐχρειάζετο διὰ τὰ 763.000.000 ποὺ ἦσαν εἰς κυκλοφορίαν, 30½ ἑκατομμύρια λιρῶν στερλινῶν· ἐνῷ σήμερον διὰ τῆς σταθεροποιήσεως καὶ τῆς νέας διατιμήσεως τῆς δραχμῆς εἰς τὸ ὑποδεκαπενταπλάσιον δύναται νὰ ἐξοφλήσῃ μὲ 2 ἑκατομμύρια λιρῶν στερλινῶν. Καὶ μοὶ εἶπε χθὲς ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ὅτι: λησμονεῖς ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει ἀπεφασίζαμεν νὰ γίνῃ αὐτό, ποὺ δὲν θὰ τὸ ἔκαμε κανένας Κυβερνήτης, λησμονεῖς ὅτι καὶ ἡ Τράπεζα θὰ ἔπαιρνε εἰς χρυσὸν τὰς ἀπαιτήσεις της κατὰ τῶν τρίτων; Καὶ τῷ ὑπενθύμησα ὅτι τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅτι ἡ Τράπεζα θὰ ἐπλήρωνεν εἰς χρυσόν, διότι εἶναι ἰσχυρὸς ὀργανισμός, τὰς ἰδικάς της ὑποχρεώσεις τὰς καταθέσεις δηλονότι, ἀλλὰ δὲν θὰ ἐλάμβανεν ἀπὸ τοὺς ὀφειλέτας της τὸ δεκαπενταπλάσιον τῶν ὅσων ὤφειλον διότι θὰ ἦσαν ἀνίκανοι νὰ τὰ πληρώσουν. Ἀλλά, κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ὑπωπτεύθην οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ὅτι ἡ Τράπεζα ἦτο δυνατόν, διότι δὲν ἐλάμβανε τὴν ὑπεραξίαν τῶν καλυμμάτων, νὰ εὑρεθῇ ἀνίκανος νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν λαμπρὰν σταδιοδρομίαν της. Καὶ τὰ πράγματα ἀπέδειξαν πόσον εἶχα δίκαιον. Μόλις ἔγινεν ἡ σταθεροποίησις αἱ μετοχαί της ἤρχισαν νὰ ἀνατιμῶνται ὄχι κατὰ τὴν ἀναλογίαν ποὺ ἀνετιμήθησαν αἱ μετοχαὶ τῶν ἄλλων Τραπεζῶν, ἀλλὰ κατὰ βῆμα πολὺ ταχύτερον. Εἶχαν φθάσει 73.000 δρ. καὶ ἐσταμάτησεν ἡ ἀνατίμησις αὐτῶν ὅταν παρουσιάσθην εἰς τὸ μέσον λέγων ὅτι αὐτὰ δὲν ἔγιναν σωστὰ καὶ δυνάμεθα νὰ τὰ ἀναθεωρήσωμεν. Ἀλλὰ καὶ ἀφοῦ διεκήρυξα αὐτὴν τὴν γνώμην καὶ ἀφοῦ ἐγένοντο αἱ ἐκλογαί, αἱ ὁποῖαι πλέον ἐβεβαίωσαν ὅτι αἱ ἀντιλήψεις τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἐπεβάλοντο, αἱ μετοχαὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὑπέστησαν μίαν ἐλαχίστην ὑποτίμησιν. Τὸν Μάϊον τοῦ 1928 εἶχον φθάσει εἰς 73.000, τὸ Ἰούνιον ὅταν παρουσιάσθην εἰς τὸ μέσον διὰ τῆς ἐπιστολῆς μου κατέβησαν εἰς 65.000 καὶ τὸν Ἰούλιον εἰς 58.000, τὸν Αὔγουστον εἰς τὰς 58.000, τὸν Σεπτέμβριον εἰς τὰς 58.000, τὸν Ὀκτώβριον εἰς τὰς 59.000, τὸν Νοέμβριον εἰς τὰς 59.000, καὶ τὸν Δεκέμβριον εἰς τὰς 62.000. Καὶ μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως, περὶ τὸ αὐτὸ ἐπίπεδον ἐστρέφοντο. Οἱ ὑποστηρίζοντες ἀνέκαθεν ὅτι ἡ Τράπεζα εἶχεν ἀνάγκην νὰ λάβῃ τὴν ὑπεραξίαν τῶν καλυμμάτων, δηλαδὴ 1120 ἑκατομμύρια δραχ., ὑπεστήριξαν ὅτι εἰς τὴν Τράπεζαν ἔπρεπε νὰ δοθῶσι διὰ κάθε μέτοχον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης 56.000 δραχμαί. Δηλ. 56.000 δραχμῶν ἔπρεπε νὰ δοθῶσι ἀπὸ τὸ Κράτος δωρεὰν πρὸς τὴν Τράπεζαν διὰ κάθε μετοχήν της διὰ νὰ κατορθώσῃ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ζωήν της. Πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποθέσω ὅτι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγένετο ἡ σταθεροποίησις καὶ ἐξηγγέλλοντο μὲ αὐτὸν τὸ στόμφον αἱ ἐλπίδες ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποπτευθῶ ὅτι ἡ Τράπεζα ἦτο πτωχευμένη, διότι θὰ ἦτο πτωχευμένη ἡ Τράπεζα ἐὰν ἀπῄτει ἀπὸ τὸ Κράτος νὰ πάρῃ γιὰ νὰ μπορέσῃ νὰ σταθῇ εἰς τὰ πόδια της, νὰ πάρῃ 56 χιλιάδας κατὰ μετοχήν, διότι ἐσήμαινεν ὅτι ἡ μετοχή της εἶχε φθάσει εἰς τὸ μηδὲν τότε. Ἀλλά, κύριοι, ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν μὲ κατέκρινεν δριμύτατα χθὲς διότι διὰ τῆς ἐνεργείας μου εἰς τὸ ζήτημα τῶν καλυμμάτων ἦλθον νὰ κλονίσω τὴν ἐμπιστοσύνην ἡ ὁποία πρέπει νὰ ὑπάρχῃ πάντοτε εἰς τὰς νομίμως καταρτισθείσας συμβάσεις. Ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, κύριοι, ἀποχωρίζομαι ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸν τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως διότι καθίσταται ἐπικίνδυνος συνοδοιπόρος. Ἐγὼ θέλω πλήρη σεβασμὸν πρὸς τὰς νομίμως συναφθείσας συμβάσεις καὶ ἡ σύμβασις ἡ συναφθεῖσα μεταξὺ Τραπέζης καὶ Δημοσίου ἦτο νόμιμος. Ἡ ἀνησυχία μου ὅταν ἦλθον νὰ δώσω τὰ καλύμματα εἰς τὸ Κράτος, ἐστρέφετο πρῶτον εἰς τὸ νὰ δημιουργήσω νέους λόγους ἀναθεωρήσεως τῆς συμβάσεως. Προέτεινον νὰ δοθοῦν αἱ μετοχαὶ εἰς τοὺς μετόχους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ὕστερα, ἀφοῦ τοῦτο ἐματαιώθη, ἐπεδίωξα τὴν ἐπιβολὴν τῶν Κυβερνητικῶν ἀντιλήψεων, ἐπεζήτησα, θὰ εἴπω, τὴν ἐπιβολὴν τῆς ἀποφάσεως τὴν ὁποίαν μοῦ ἀνετέθη ὑπὸ τῆς Τραπέζης νὰ ἐκδώσω ἐπὶ τοῦ ἐπιμάχου ζητήματος, ἐζήτησα νὰ τὴν ἐπιβάλω διὰ τῆς νομίμου ὁδοῦ. Διότι νόμιμος καὶ ἀνέγγικτος κατὰ πάντα εἶναι ἡ ὁδὸς τὴν ὁποίαν ἠκολούθησα λέγων πρὸς τὴν Τράπεζαν: ἐὰν δὲν θελήσῃς νὰ σεβασθῇς τὴν ἀπόφασιν ἡ ὁποία ἐξεδόθη, τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον σοῦ ζητῶ θὰ τὸ λάβω ὡς φορολογίαν· διότι δεχόμενος, ἐφ’ ὅσον δὲν δύναμαι νὰ κάμω ἄλλως διότι δὲν δύναμαι νὰ μεταβάλλω τὴν σύμβασιν τὴν πρώτην, ὅτι ἡ ὑπεραξία τῶν καλυμμάτων περιῆλθε εἰς σέ, ἀναγνωρίζων ὅμως ὅτι ἡ ὑπεραξία αὐτὴ ἀποτελεῖ ἕνα κέρδος ἀποκτηθὲν μετὰ τὸ 1923, ἔρχομαι ἀδιαφορῶν ὁπωσδήποτε, ἔρχομαι νὰ ἐπιβάλω εἰς τὴν φορολογίαν τὸ ἥμισυ τοῦ κέρδους τὸ ὁποῖον ἔλαβες ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχῆς ἡ ὁποία καθιερώθη ἀπὸ τὸν πόλεμον διὰ τὰ πολεμικὰ κέρδη. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν μὲ κατήγγειλεν ὅτι ἐπῆρα εἰς τὰ χέρια τὴν σπάθην καὶ τὴν ρομφαίαν διὰ νὰ ἐπιβάλω τὰς ἀντιλήψεις μου διὰ τῆς σκαιᾶς βίας, μὲ κατηγορεῖ ὅμως ἀδίκως ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν. Δὲν εἶναι ἡ σπάθη τῆς σκαιᾶς βίας ἐκείνη τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθην, ἦτο τὸ μόνον ὅπλον τὸ ὁποῖον μοῦ ἔμενε διὰ νὰ περισώσω ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ περισωθῇ διὰ τὸ Κράτος, ἦτο τὸ μόνον ὅπλον καὶ εἰς τὸ ὅπλον αὐτὸ κατέφυγον. Δι’ αὐτὸ δύνανται νὰ μὲ ἐπικρίνουν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔθεσαν εἰς τὴν ἀνάγκην τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξεύρῃ τρόπον νομίμου ἐπαναφορᾶς εἰς τὸ Κράτος μέρους τῆς ζημίας τὴν ὁποίαν ὑπέστη, δύνανται ἐκεῖνοι νὰ ἐπικρίνουν τὸ Κράτος διότι κατέφυγεν εἰς τὴν μόνην ἀνοικτὴν ὁδόν; Ὁδὸν ἀπολύτως νόμιμον; Ἄς μὴ φοβεῖται λοιπὸν ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ὅτι ἐκ τῆς ἐνεργείας μου καθιερῶ προηγούμενον τὸ ὁποῖον δύναται νὰ χρησιμεύσῃ δι’ ἄλλας Κυβερνήσεις. Ἐὰν καθιερώνω προηγούμενον τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἀκολουθήσῃ ἄλλη Κυβέρνησις, καὶ εὔχομαι νὰ τὸ ἀκολουθήσῃ ἐὰν εὑρεθῇ εἰς ἀνάλογον περίστασιν εἶναι τὸ προηγούμενον ὅτι τὸ Κράτος ἔχει τὸ καθῆκον νὰ ἀντιμετωπίζῃ ἐκεῖνον μεθ’ οὗ ἔχει διαφοράς, ὁσονδήποτε ἰσχυρὸς καὶ ἂν εἶναι, νὰ τὸν ἀντιμετωπίζῃ μὲ ἠρεμίαν, μὲ ἀταραξίαν ἀλλὰ καὶ μὲ σθένος ὅπως ἐπιβάλῃ τὰς ἀπόψεις του καὶ τὰς δικαίας ἀντιλήψεις του. Εὐτυχῶς, κύριοι, τὰ πράγματα ἐδικαίωσαν τὴν πολιτικὴν ἡμῶν, ἡ Τράπεζα καὶ μετὰ τὴν ἐγχείρησιν τὴν ὁποίαν ὑπέστη ζῇ εὐτυχῶς καὶ ἀκμάζει. Τοῦτο τὸ ἀνεγνώρισεν καὶ χθὲς ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ἀνεγνώρισεν ὅτι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ χωρισμοῦ αἱ καταθέσεις τῆς Τραπέζης ηὔξησαν κατὰ 1000 ἑκατομμύρια. Ἐγὼ κατὰ σημείωσιν τὴν ὁποίαν εἶχον ἐνόμιζον ὅτι ἦσαν 750.000.000 ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία ὅτι ἡ ζωτικότης τῆς Τραπέζης τῆς Ἐθνικῆς εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα παρ’ ὅσον κοινῶς ὑποτίθεται. Διὰ τῶν θυσιῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ συνεκεντρώθησαν εἰς τὸν ὀργανισμὸν αὐτὸν τὸν Ἐθνικὸν κεφάλαια κατὰ πολὺ ἀνώτερα ἐκείνων τὰ ὁποῖα ὁ κόσμος ὁ πολὺς ὑποθέτει καὶ ἐκείνων τὰ ὁποῖα φαίνεται ὅτι διερμηνεύει ἡ χρηματιστηριακὴ ἀξία τῶν μετοχῶν τῆς Τραπέζης. Ἡ Τράπεζα ἡ Ἐθνικὴ ἐκ τῆς διαρρυθμίσεως αὐτῶν τῶν πραγμάτων δὲν ὑπέστη μείωσιν. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν μάλιστα μὲ ἠπείλησεν ὅτι ἡ δύναμις τῆς Τραπέζης εἶναι ἀκόμη τοιαύτη, ὥστε νὰ ξεύρῃ νὰ ἐκδικηθῇ τὴν κοινωνίαν διότι ἔκαμε τὸ σφάλμα νὰ ἀναβιβάσῃ εἰς τὴν ἀρχὴν τοιοῦτον κυβερνήτην ὁ ὁποῖος τῆς ἐπεβλήθη διὰ νὰ τῆς φύγῃ τὸ ἥμισυ τῆς ἀξίας τῶν καλυμμάτων. Ναί, δέχομαι τὴν γνώμην του ὅτι ἡ δύναμις τῆς Τραπέζης εἶναι μεγάλη, ἀλλ’ εἶμαι ἥσυχος ὅτι τῆς παρούσης τουλάχιστον Κυβερνήσεως εὑρισκομένης εἰς τὰ πράγματα ἡ Τράπεζα δὲν θὰ διανοηθῇ νὰ κάμῃ κατάχρησιν τῆς δυνάμεώς της. Φθάνει ὅτι ἐστερήθη τῶν κυριωτέρων μέσων τὰ ὁποῖα εἶχεν εἰς τὴν ἐξουσίαν της, καὶ τὸ κυριώτερον ἦτο τὸ ζήτημα τῆς καταθέσεως τῶν νομικῶν προσώπων δημοσίου δικαίου, διὰ νὰ ἐπιβάλλεται ἀμεσώτερον εἰς τὴν Τράπεζαν. Ἀλλ’ ἐὰν λοιπὸν ἡ πολιτική μου ἐδικαιώθη ἐκ τῶν πραγμάτων, διότι ἡ Τράπεζα ἐξῆλθεν ἐξ ἴσου ἰσχυρὰ ὡς καὶ πρότερον, ἡ ῥύθμισις τοῦ ζητήματος τῶν καλυμμάτων ὑπῆρξεν ἡ πρώτη αἰτία ἡ ὁποία μὲ ἔφερεν εἰς τὴν μελέτην τὴν πλέον ἐμπεριστατωμένην καὶ τὴν πλέον ἐμπαθῆ τοῦ ζητήματος τῆς ἱδρύσεως μιᾶς Γεωργικῆς Τραπέζης δυναμένης νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας. Διότι ἄνευ αὐτῶν δὲν θὰ εἶχον τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ μποροῦσα νὰ κάμω τίποτε τὸ γενναῖον διὰ τὴν Τράπεζαν τὴν Ἀγροτικήν. Ἐδικαιώθη λοιπὸν ἡ πολιτική μου, διότι ἐπετεύχθη ἡ εὔρυνσις τῶν κυκλοφοριακῶν μέσων τὰ ὁποῖα διέθετον ὑπὲρ τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης. Καὶ σήμερον ἡ χώρα ἔχουσα μίαν ἰσχυρὰν Τράπεζαν Ἐθνικήν, τόσον ἰσχυρὰν ὥστε νὰ φοβῆται ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ κάμῃ κατάχρησιν τῆς δυνάμεώς της, ἔχει καὶ μίαν Γεωργικὴν ἡ ὁποία μὲ τὰ μέσα τὰ εὐρύτερα τὰ ὁποῖα ἔχει εἶναι εἰς θέσιν νὰ χωρήσῃ εἰς τὸ ἔργον τῆς οἰκονομικῆς ἀνορθώσεως καὶ ἀναπλάσεως μὲ περισσοτέραν ἐμπιστοσύνης. Λυποῦμαι βεβαίως διότι δὲν κατέστη δυνατὸν ἡ ζημία τὴν ὁποίαν ἔπαθε τὸ Δημόσιον νὰ περιορισθῇ περισσότερον, ἀλλ’ ἀληθινὰ πιστεύω ὑπὸ τὰς δεδομένας περιστάσεις ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐζητήσαμεν ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἦτο τὸ πρέπον, ὅτι ἐὰν περισσότερα ἐζητοῦμεν νὰ λάβωμεν καὶ ἂν περισσότερα ἐπεμένομεν γὰ λάβωμεν, θὰ ἦτο ἐνδεχόμενον ἀθελήτως νὰ περιορίσωμεν τὴν δυναμικότητα τῆς Τραπέζης ἐξ ἄλλων κονδυλίων τὰ ὁποῖα δὲν εἶχε κἄν ὑπ’ ὄψει ἐκείνη οὐδὲ μᾶς τὰ ἀνεκοίνωσεν νὰ τὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν. Ἐξέθεσα, κύριοι, ὅσα εἶχον νὰ εἴπω. Λυποῦμαι διότι ὑπῆρξα ἴσως ὀλίγον δρυμὶς τὴν ἑσπέραν ταύτην ἀπέναντι προσώπου πρὸς τὸ ὁποῖον ἐξακολουθῶ νὰ τρέφω πάντοτε ἀπεριόριστον ἐκτίμησιν καὶ μεγάλον σεβασμόν, προσώπου τοῦ ὁποίου τὰς ὑπηρεσίας ἀνεγνώρισα πάντοτε, ἀλλὰ προσώπου πρὸς τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ εἴπω ἴσως, ἐκ τῆς παλαιᾶς μας συνεργασίας καὶ ἐκ τοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖον παρέχει ἡ μεγαλειτέρα ἡλικία, ὅτι θὰ εἶναι πολὺ χρησιμώτερος διὰ τὸν τόπον ἐὰν παύσῃ νὰ πιστεύῃ ὅτι ἡμεῖς οἱ ἄνθρωποι, ἰδίως οἱ τὰ πολιτικὰ πράττοντες, εἴμεθα ἀλάθητοι. Κάμνωμεν ὅλοι σφάλματα καὶ τὸ καλλίτερον ποὺ ἔχομεν νὰ κάμωμεν εἶναι, ὅταν τὰ ἴδωμεν καὶ τὰ ἀναγνωρίσωμεν νὰ τὰ εἰποῦμε καὶ δημοσίᾳ ὅτι εἶναι σφάλματά μας καὶ νὰ κυττάξωμεν νὰ τὰ διορθώσωμεν. (παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις θὰ συνεχισθῇ τὴν προσεχῆ Δευτέραν καὶ ὥραν 10 καὶ ½ π. μ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν Δευτέραν καὶ ὥραν 10½ π. μ. (Ὥρα 11.30′ μ. μ.)