1928.04.04
1.800 στίχοι · 13.940 λέξεις · 51 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 67Η
ΤΗΣ 4 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1928
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρα 6.20 μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ Συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα καὶ νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ κυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως). Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ὁ βουλευτὴς Ἰωαννίνων κ. Σ. Χασιώτης καταθέτει ὑπόμνημα τῶν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ Ἀθηνῶν μετεκπαιδευομένων δημοδιδασκάλων, αἰτουμένων ὅπως ἀναγραφῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δαπάνη πρὸς πληρωμὴν ἐπιμισθίων καθηγητῶν. Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Πετρίδης καταθέτει τηλεγραφήματα τῶν Προέδρων τῶν κοινοτήτων Περιγιαλίου, Βραχατίου, Βέλου, Δυτικῆς Βόχας, Συνεταιρισμὸν Ἐμπορικοῦ Συλλόγου «ἡ Πρόοδος» διαμαρτυρομένων κατὰ τῆς ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τῆς σουλτανίνας. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Τ. Ἀναστασίου καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου Μετοχίου, ζητοῦντος τὴν λῆψιν προχείρων ἀντιπλημμυρικῶν μέτρων ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Λαρίσσου. Τριάκοντα χῆραι, κάτοικοι Σιδηροκάστρου Μακεδονίας, στερηθεῖσαι τῶν συζύγων των κατὰ τὴν εἰσβολὴν τῶν βουλγαρικῶν στρατευμάτων, παρακαλοῦν τὴν Κυβέρνησιν ὅπως λάβῃ νομοθετικὸν μέτρον πρὸς χορήγησιν συντάξεώς τινος ἐξασφαλιζούσης τὸν ἄρτον εἰς τὰ ὀρφανὰ τέκνα των. Ἡ Ἑνωτικὴ Ὁμοσπονδία Καπνεργατῶν στιβαδόρων Ἑλλάδος, διαμαρτύρεται ἐντόνως κατὰ τῶν κομμουνιστῶν Δράμας, οἱ ὁποῖοι ἐπιτεθέντες κατὰ φιλησύχων ἑνωτικῶν καπνεργατῶν ἐφόνευσαν τὸν καπνεργάτην Εὐστάθιον Κατεμίδην καὶ ἐτραυμάτισαν ἕτερον. Οἱ ἔνορκοι Δράμας διαμαρτύρονται, διότι, ἐνῷ ἐξεπλήρωσαν τὰ καθήκοντά των κατὰ τὸν μῆνα Μάρτιον, καλοῦνται καὶ πάλιν ἔνορκοι διὰ τὴν σύνοδον Ἀπριλίου. Πρόεδροι κοινοτήτων Ἀπειράνθου, Κορώνου καὶ πρόεδροι Σωματείων Σμυριδοεργατῶν καὶ ἀρχηγὸς ὀρυχείων σμυριδοφόρων περιφερειῶν νήσου, διαμαρτύρονται κατ’ ἀδίκου ἐπιθέσεως βουλευτοῦ κ. Μ. Δερλερὲ ἐναντίον ὑπαλλήλων σμύριδος καὶ διευθύνσεως μεταλλείων. Ὁ λαὸς τῆς πόλεως Ναυπακτίας, ὑποστὰς μεγίστας καταστροφὰς ἐκ τῆς πλημμύρας τοῦ ποταμοῦ Μόρνου, ἱκετεύει τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποστείλῃ βοηθήματα καὶ ἀποζημιώσῃ τοὺς πλημμυροπαθεῖς. Ὁ Σύνδεσμος τῶν Ἀποστράτων Ἀξιωματικῶν Μακεδονίας διαμαρτύρεται κατὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα λαμβάνονται κατὰ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου τοῦ Στρατοῦ, ἀφαιρουμένων διαφόρων προσόδων αὐτοῦ, καὶ παρακαλεῖ ὅπως ἀποτραπῶσιν αἱ τοιαῦται ἐπιβουλαὶ κατὰ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου. Οἱ κάτοικοι τοῦ συνοικισμοῦ Λασκοβικίου διαμαρτύρονται κατὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Γεωργικοῦ Γραφείου Ἐποικισμοῦ Καβάλλας ζητήσαντος τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῶν παρ’ αὐτῶν καλλιεργουμένων ἀγρῶν. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ αʹ Συνεδρίου τῶν συλλόγων πολυτέκνων γονέων ὑποβάλλει ὑπόμνημα παρακαλοῦσα ὅπως ἡ Κυβέρνησις λάβῃ προστατευτικὰ μέτρα ὑπὲρ αὐτῶν καὶ τῶν τέκνων των. Ὁ Πρόεδρος ἰδιοκτητῶν Βόλου καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ἰδιοκτητῶν Πύργου διαμαρτύρονται διὰ τὴν μὴ ἄρσιν τοῦ ἐνοικιοστασίου. Ὁ Φαρμακευτικὸς Σύλλογος Ἀγρινίου παρακαλεῖ ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ φαρμακευτικῶν συλλόγων μετὰ τὰς τροπολογίας τοῦ βουλευτοῦ κ. Θ. Παπαστρατῆ. Ὁ Συνεταιρισμὸς διαχειρίσεως χορτονομῆς Ἁγίας Εὐθυμίας διαμαρτύρεται κατὰ τῆς παρανόμου ἀπαλλαγῆς τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος, καταγγελθέντος ἐπὶ καταχρήσει καὶ ζητεῖ ὅπως ἐξετασθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς ἡ δικογραφία. Ἡ Προσφυγικὴ Γεωργικὴ Ἕνωσις Ἐλασσῶνος ὑποβάλλει πρακτικὸν τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου διαμαρτυρομένου κατὰ τῆς ἐπιβολῆς νέας φορολογίας ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Οἱ στρατευθέντες φοιτηταὶ κλάσεως 1925–26 Γʹ ἐξ ἀναστολῆς ὑποβάλλουν ἐκ Δράμας αἴτησιν παρακαλοῦντες νὰ ψηφισθῇ τὸ Νομοσχέδιον περὶ ἐξαγορᾶς τοῦ ὑπολοίπου τῆς στρατιωτικῆς θητείας των, καθὼς ἐγένετο καὶ διὰ τὰς κλάσεις τοῦ 1923–24 Γʹ. Ὁ βουλευτὴς κ. Σπ. Ἐμπειρ. Κουμουνδοῦρος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου Μεσσήνης ζητοῦντος τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ καταργηθέντος νόμου περὶ ἀγροτικῆς ἀσφαλείας. Οἱ Συμβολαιογράφοι Ἄργους διαμαρτύρονται διὰ τὸ καταρτισθὲν Νομοσχέδιον Ταμείου συντάξεως συμβολαιογράφων καθόσον δι’ αὐτοῦ δημιουργεῖται προνομιακὴ θέσις μόνον διὰ τοὺς Ἀθηναίους Συμβολαιογράφους. Ἡ Ἕνωσις ἀναπήρων πολέμου Σερρῶν διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ Συμβουλίου Ἐλέγχου συντάξεων τοῦ Ὑπουργείου Προνοίας διότι ἀπορρίπτει τὰς αἰτήσεις τῶν συνταξιούχων ἀναπήρων πολέμου κατὰ τὸν χρόνον καθ’ ὃν οὗτοι ὑπηρέτουν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Ἀμύνῃ Θεσσαλονίκης. Οἱ Διευθυνταὶ Κέντρων Διασκεδάσεως παρακαλοῦν ὅπως ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου πολυτελείας 31½% ἐπὶ τῆς καταναλώσεως καὶ μειωθῇ ὁ φόρος ἐπὶ τῶν λοιπῶν εἰδῶν. Ὁ Φαρμακευτικὸς Σύλλογος Θεσσαλονίκης παρακαλεῖ νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ ἐπιψήφισις τῆς κρατικοποιήσεως τῶν Φαρμακευτικῶν Συλλόγων. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινότητος Μεσοχωρίων Καρυστίας διαμαρτύρεται ἐξ ὀνόματος ὅλων τῶν κατοίκων κατὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Μητροπολίτου περὶ ἀναγνωρίσεως τῆς Μονῆς τοῦ Ἐξωκκλησίου Εὐαγγελιστρίας. Οἱ πρόσφυγες ἰατροὶ ἰδιοκτῆται διαμαρτύρονται διότι δὲν δύνανται νὰ κάμουν χρῆσιν τῶν οἰκιῶν των καὶ ζητοῦν τὴν ἄρσιν τοῦ ἐνοικιοστασίου. Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Ἐμπειρῖκος Κουμουνδοῦρος καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τοῦ Ταμείου Ἐλαίας Παμήσου διαμαρτυρομένου κατὰ τοῦ ὡς Νομογεωπόνου ἐπεμβαίνοντος εἰς τὰ ἐσωτερικὰ τοῦ Ταμείου. Ὁ Πρόεδρος τῶν Συντεχνιῶν Κοζάνης διαμαρτύρεται ἐξ ὀνόματος αὐτῶν κατὰ τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν ζητούντων τὴν ἄρσιν τοῦ ἐνοικιοστασίου. Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Στεφανόπουλος καταθέτει τηλεγραφικὴν διαμαρτυρίαν τοῦ Προέδρου τῆς Ἀγροτικῆς Λαϊκῆς Τραπέζης κατὰ τῶν σταφιδομεσιτῶν Πατρῶν διὰ τὰς ἐνεργείας των ἐναντίον τοῦ Αὐτονόμου Σταφιδικοῦ Ὀργανισμοῦ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινότητος Ραψάνης παρακαλεῖ ὅπως ἀποσταλοῦν ἐπειγόντως βοηθήματα εἰς τοὺς κατοίκους διότι λόγῳ τῆς παντελοῦς καταστροφῆς τῶν ἀμπέλων ἀποθνήσκουν τῆς πείνης. Οἱ Συμβολαιογράφοι Χανίων διαμαρτύρονται διὰ τὴν μελετωμένην περικοπὴν τῶν δικαιωμάτων των. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὑποβάλλει τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς τῆς χρήσεως 1928–1929 μετὰ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς Ἐπιτροπῆς. Ὁ κ. Γ. Μαρῆς (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ Νόμου 3304 περὶ Ἀγροτικῆς Ἀσφαλείας καὶ Ἀγροφυλακῆς Κρήτης». Ἡ ἐπὶ τῶν Στρατ. Κοινοβ. Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμου αʹ) περὶ παρατάσεως ἰσχύος τοῦ ἀπὸ 30 Αὐγούστου 1926 Ν. Δ. περὶ ἀνακλήσεως ἀξιωματικῶν καὶ βʹ) περὶ ἱδρύσεως Στρατοδικείου ἐν Πάτραις. Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Μπουρμπούλης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου περὶ τροποποιήσεως τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν θήραν ἄρθρων τοῦ δασικοῦ κώδικος. Ὁ κ. Ν. Δαρβέρης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 15 Ὀκτωβρίου 1927 Διατάγματος περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 30 Ἀπριλίου π. ἔ. Ν. Δ. περὶ ἐκδικάσεως διαφορῶν μεταξὺ ἐργατῶν καὶ τῶν πελατῶν των.
§2Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἐνταῦθα Σύλλογος ὁ «Πανάγιος Τάφος» διοργανώνει τὴν ἐτησίαν του ἐκδρομὴν εἰς Ἱεροσόλυμα. Ἡ ἐκδρομὴ αὕτη ἔχουσα καθαρῶς θρησκευτικὸν χαρακτῆρα σκοπεῖ νὰ διατρανώσῃ τὴν συναίσθησιν τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος τῆς τιμῆς τῆς Διακονίας τοῦ Παναγίου Τάφου καὶ τῆς τιμῆς τῆς διαδόσεως τῆς θρησκείας τοῦ Θεανθρώπου. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρχει μεταξὺ τῶν διαφόρων ἐθνικοτήτων τρομερὸς ἀνταγωνισμὸς κυριότητος τοῦ Ἱεροῦ ναοῦ, ἐντὸς τοῦ ὁποίου εὕρηται ὁ θεῖος Πανάγιος Τάφος τοῦ Ἱεροῦ ἡμῶν Χριστοῦ καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ τροῦλος τοῦ Παναγίου Τάφου ἔχει διαρραγῆ ὑπὸ σεισμῶν, ἡ ἐπισκευὴ δὲ αὐτὴ θὰ στοιχίσῃ 4000 λίρας, ἡ συναίσθησις τῆς τιμῆς τῆς Διακονίας ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους θὰ διατρανωθῇ διὰ συνεισφορᾶς τοῦ ὀβολοῦ τῆς χήρας πρὸς ἐπισκευὴν τοῦ τρούλλου. Γνωρίζω βέβαια τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἀφοῦ πρὸ ἑνὸς ἔτους δὲν ἔχει πληρώσει τοὺς μισθοὺς τῶν Μητροπολιτῶν Ν. Χωρῶν. Δὲν θὰ ἀσκήσῃ πίεσιν ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δώσῃ ὁλόκληρον τὸ ποσόν, ἀλλὰ ἐὰν δώσῃ τὸ ποσὸν τὸ ποῖον θὰ ἀντιστοιχῇ πρὸς εἰσφορὰν ἑνὸς ὀβολοῦ κατὰ κεφαλὴν παντὸς Ἕλληνος, νομίζω ὅτι ὁ ὀβολὸς αὐτὸς ἑκάστου τῶν 8 ἑκατ. Ἑλλήνων θὰ εἶναι ὁ πλέον εὐπρόσδεκτος ὀβολὸς τῆς χήρας ὑπὸ τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας.
§3Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θέλω νὰ συνηγορήσω καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κοζάνης βουλευτοῦ. Πάντες συναισθανόμεθα τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας ἔχομεν ὡς Ἔθνος Ἑλληνικὸν καὶ Χριστιανικὸν ἀπέναντι τοῦ Παναγίου Τάφου. Δὲν λησμονοῦμεν ἀφ’ ἑτέρου καὶ τὴν οἰκονομικὴν στενοχωρίαν τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Συνηγορῶν, θέλω σαφῶς νὰ ὑποδείξω ὅτι ἐφόσον καὶ ἡ Κυβέρνησις ἤθελε κρίνει παρὰ τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας, ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ συντρέξῃ τὸ περὶ οὗ πρόκειται ἔργον, θὰ εὕρῃ πρόθυμον τὴν μερίδα τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύω.
§4Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μολονότι καὶ ἡμεῖς ἀναγνωρίζομεν τὰς οἰκονομικὰς στενοχωρίας, ὑφ’ ἃς εὑρίσκεται τὸ Κράτος, ἐν τούτοις συνηγοροῦμεν ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κοζάνης βουλευτοῦ, κυρίως διότι ἡ πρότασιν αὐτοῦ ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰ αἰσθήματα καὶ τὰς ἐπιθυμίας τοῦ φορολογουμένου Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ διότι ἐξ ἄλλου τὸ ποσὸν δὲν εἶναι ὑπερβολικόν. Εἶναι περιττὸν νὰ ἐξάρωμεν καὶ ἡμεῖς τοὺς δεσμούς, οἱ ὁποῖοι συνδέουν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν μὲ τὸν Πανάγιον τάφον διὰ νὰ δείξωμεν πόσον ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κοζάνης βουλευτοῦ εἶναι βάσιμος, σκόπιμος καὶ πατριωτική.
§5Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ἰδίως μετὰ τὴν λῆψιν ὑπὸ τῶν ἐν Παλαιστίνῃ Ἁρμοδίων Ἀρχῶν τῆς ἀποφάσεως, διὰ τῆς ὁποίας ἀναγνωρίζεται μόνον εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ ἐκπροσώπησις τοῦ Παναγίου Τάφου καὶ ἡ ἐπισκευὴ καὶ ἡ διόρθωσις τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως, εἶναι ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς καὶ μάλιστα, εἰ δυνατόν, τάχιστα, διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ μέγα ἔργον, τὸ ὁποῖον εὐτυχῶς ἀνεγνωρίσθη ὅτι ἀνήκει εἰς τὴν Ἁγιοταφικὴν Ἀδελφότητα. Πρόκειται περὶ σπουδαιοτάτου καὶ μεγίστης σημασίας γεγονότος τὸ ὁποῖον θεωρῶ ὅτι πρέπει νὰ ἐκτιμηθῇ δεόντως ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ νὰ μὴν ὑστερήσῃ παρ’ ὅλας τὰς οἰκονομικὰς ἀνάγκας καὶ δυσπραγίας τὰς ὁποίας ἔχει τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος εἰς μίαν ἐπιβεβλημένην καὶ γενναίαν ἐνίσχυσιν τοῦ φόρου τῆς Ἑλληνικῆς ὀρθοδοξίας.
§6Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουρ. Οἰκον.). Κε Πρόεδρε, ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ὀλιγώτερον εὐαίσθητος ἀπὸ τοὺς προλαλήσαντας διὰ τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας ἔχει ὁλόκληρον τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὸν Πανάγιον Τάφον. Ὅσον καὶ ἂν αἱ οἰκονομικαὶ περιστάσεις εἶναι κρίσιμοι, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις εἰμὴ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ νὰ ἐξετάσῃ μετὰ ἰδιαζούσης προσοχῆς τὴν ἀπευθυνθεῖσαν πρὸς αὐτὴν σύστασιν καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ ἐξευρεθῶσι τὰ μέσα ἐκεῖνα διὰ τῶν ὁποίων θὰ δυνηθῇ νὰ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῆς.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας. Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 12 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 28 Ὀκτωβρίου 1925 περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ Κυριακῆς ἀναπαύσεως». Δεκτόν. Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 21 Σεπτεμβρίου 1926 περὶ χρονικῶν ὁρίων ἐργασίας εἰς τὰ καταστήματα». Δεκτόν. Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 13 Νοεμβρίου 1927 «περὶ Συμβουλίου τοῦ Ἐμπορικοῦ Ναυτικοῦ». Δεκτόν. Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 15 Ὀκτωβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 28 Αὐγούστου 1925 Ν. Δ. περὶ ἐγκαταστάσεως ὑφυπουργοῦ παρὰ τῷ Ὑπουργῷ τῆς Συγκοινωνίας». Δεκτόν. Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τῶν Ν. Δ. 1) ἀπὸ 12 Μαΐου 1926 «περὶ ἐμπορίου τοῦ οἴνου κλπ.» 2) ἀπὸ 13 Σεπτεμβρίου 1926 περὶ ἀναστολῆς ἰσχύος κλπ.». Δεκτόν. Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 29 Ὀκτωβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 8 Αὐγούστου 1926 Ν. Δ. περὶ ἐκκαθαρίσεως τῆς ἀναστειλάσης τὰς πληρωμὰς Ἀνωνύμου Ἑταιρείας «Τράπεζα Παύλου Ἀνώνυμος Ἑταιρεία». Δεκτόν.
§8Γ. ΚΟΚΚΙΝΑΚΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 11.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς συμβάσεως τῆς Τραπέζης. Δὲν ἠμπορῶ νὰ παραδῶ τὴν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν καθιέρωσα.
§10Γ. ΚΟΚΚΙΝΑΚΗΣ. Δὲν θὰ ὑπάρξῃ καμμία ἀντίρρησις.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλή.
§12Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Ἂς ψηφισθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν καὶ εἰς τὴν δευτέραν ἂς γίνῃ πᾶσα συζήτησις.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις νὰ ψηφισθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 11;
§14Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὑπάρχει. Εἶναι φορολογικὸν νομοσχέδιον.
§15Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§16Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν συμφωνοῦμεν. Ὑπάρχουσιν ἀντίθετα συμφέροντα. Ἀνεγνώσθη προηγουμένως μία ἀναφορὰ ἡ ὁποία ὑποστηρίζει ἀντίθετα.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος συμβάσεως. Ὁ κ. Παπαναστασίου ἔχει τὸν λόγον.
§18Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εὑρισκόμεθα, Κύριοι, πρὸ τετελεσμένου γεγονότος, τῆς ἀναλήψεως δηλαδὴ διεθνοῦς ὑποχρεώσεως πρὸς ἵδρυσιν τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Ἀρχικῶς αἱ συστάσεις τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν περιωρίζοντο εἰς τὸν περιορισμὸν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς τὰς ἀποκλειστικῶς ἐκδοτικὰς ἐργασίας, αἱ συστάσεις ὅμως αὗται ὑπεχώρησαν βραδύτερον εἰς τὸ νὰ παραμείνῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀποσπωμένου ἀπὸ ταύτης τοῦ ἐκδοτικοῦ τμήματος. Διὰ τῆς σημερινῆς συμβάσεως ἐκκαθαρίζονται αἱ σχέσεις μεταξὺ Κράτους καὶ Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἔχομεν λοιπὸν νὰ ἐξετάσωμεν 1) Ἂν περιφρουρῶνται ὅλα τὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους. 2) Ἂν αἱ λειτουργίαι αἱ πιστωτικαί, ἃς ἤσκει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἐξασφαλίζονται ἐπαρκῶς καὶ διὰ τὸ μέλλον καὶ 3) Ἂν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα παραμένει ἓν ἰσχυρὸν πιστωτικὸν ἵδρυμα ἢ μήπως πρόκειται νὰ καταρρεύσῃ. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ζήτημα προέχει ἓν σημεῖον, τὸ σημεῖον τῆς τύχης τῶν καλυμμάτων. Καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐκ τοῦ ζητήματος τούτου ἐδημιουργήθη ἡ ὑπουργικὴ κρίσις ἐτόνιζον εἰς δηλώσεις μου ὅτι δὲν εὑρίσκω δικαιολογημένην τὴν ὑπουργικὴν κρίσιν, εἶχα δὲ διατυπώσει ἐπιφυλάξεις διὰ τὴν τύχην τῶν καλυμμάτων αὐτῶν, δὲν εἶχε δὲ ἐξ ἄλλου καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον λάβη καμμίαν ἀπόφασιν, ἀλλ’ εἶχεν ἀποφασισθῆ ὅπως ἡ τύχη αὐτῶν κανονισθῇ κατόπιν πραγματογνωμοσύνης. Πρόκειται λοιπὸν ἤδη νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους ἀπέναντι τῆς Τραπέζης διὰ τὰ καλύμματα καὶ νὰ ὁρισθῇ διὰ τῆς παρούσης συμβάσεως. Τὰ καλύμματα μιᾶς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης ἀποβλέπουν ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ἐξαργυρώσεως τῶν τραπεζογραμματίων. Οἱ κάτοχοι τῶν τραπεζογραμματίων εἶναι πιστωταὶ τῆς Τραπέζης, ἀλλ’ ἐπειδὴ οἱ πιστωταὶ οὗτοι εἶναι ἀπειράριθμοι, τὸ Κράτος, ἐπεμβαῖνον, ἐκπροσωπεῖ αὐτοὺς καὶ ἀσκεῖ τρόπον τινὰ τὰ δικαιώματα αὐτῶν ἀπέναντι τῆς Τραπέζης, προσποριζόμενον διὰ τοῦτο καὶ μέρος τῶν κερδῶν τῶν προκυπτόντων ἐκ τῆς ἐκδόσεως τῶν τραπεζογραμματίων. Τὸ Κράτος θὰ ἠδύνατο νὰ ἐκδόσῃ τραπεζογραμμάτια καὶ ἄνευ καλυμμάτων, ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν ὅτι πρὸς τοῦτο ἀπαιτεῖται καὶ ἐξασφάλισις τραπεζιτικῆς ἐγγυήσεως. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς παρέχεται τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως εἰς μίαν Τράπεζαν, ὄπισθεν τῆς πίστεως τῆς Τραπέζης αὐτῆς ὑπάρχει καὶ ἡ πίστις τοῦ Κράτους. Τὰ καλύμματα συνεπῶς, εἶναι ἓν ἐνεργητικόν, ἀποσκοποῦν εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν τραπεζογραμματίων. Τὸ ποσὸν τῶν καλυμμάτων πρέπει νὰ εἶναι ἴσον πρὸς τὸ ποσὸν τῶν τραπεζογραμματίων, ἡ δὲ Τράπεζα δὲν ἔχει κανὲν δικαίωμα νὰ χρησιμοποιήσῃ πρὸς ἄλλον σκοπὸν τὰ καλύμματα. Καὶ ἂν ἀκόμη ἐπιβληθῇ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, καὶ πάλιν καμμία Τράπεζα δὲν δικαιοῦται νὰ χρησιμοποιήσῃ τὰ καλύμματα πρὸς ἄλλον σκοπὸν ἐφ’ ὅσον τοῦτο δὲν ἀναφέρεται ἐν τῇ συμβάσει. Ἀλλὰ μετὰ τὴν ἐπιβολὴν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, μετὰ τὴν ἐπακολουθήσασαν πληθωρικὴν κυκλοφορίαν καὶ μετὰ τὴν σταθεροποίησιν τοῦ νομίσματος, ποία εἶναι ἡ σχέσις τῶν καλυμμάτων πρὸς τὸ σταθεροποιούμενον νόμισμα; Τί ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ; Ὑπάρχουν π. χ. τὰ καλύμματα 100 ἑκατομμυρίων λιρῶν πρὸς ἐξόφλησιν 100 ἑκατομμυρίων τραπεζογραμματίων; Ἐν τῷ μεταξὺ ἡ ἀξία τῶν τραπεζογραμματίων κατέρρευσεν, αὐτομάτως δὲ τὰ καλύμματα ἀντιμετωπίζουν 1½ δισεκατομμύριον λιρῶν, οὐσιαστικῶς δηλαδὴ 1 ἑκατομμύριον λιρῶν ἀντιμετωπίζουν τὰ 100 ἑκατομμύρια τραπεζογραμματίων. Δηλαδὴ τὰ καλύμματα αὐτομάτως χρησιμοποιοῦνται πρὸς περιορισμὸν τοῦ χρέους ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ. Τὰ τραπεζογραμμάτια αὐτὰ μετατρέπονται αὐτομάτως εἰς τραπεζογραμμάτια ἐξοφλητέα ἀπὸ τὴν Τράπεζαν εἰς τὸ ἄρτιον. Ἀλλὰ συμβαίνει, ὅταν γίνεται σταθεροποίησις, τὸ Κράτος νὰ ἐνισχύῃ τὴν Τράπεζαν καὶ μὲ ἄλλα ποσά, διότι αὐτὸ καὶ μόνον τὸ εἰς χρυσὸν ἀπόθεμα τῆς Τραπέζης δὲν εἶναι ἀρκετόν. Διὰ τοῦτο τὸ προκύπτον κέρδος ἐκ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς δύναται νὰ χρησιμοποιηθῇ καὶ δι’ ἐλάφρυνσιν ἄλλου χρέους καὶ ὄχι τοῦ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ. Σύμφωνα μὲ τὸν κανόνα τοῦτον καὶ εἰς τὸ Βέλγιον τὸ Κράτος ἐχρησιμοποίησε τὴν νομισματικὴν αὐτὴν διαφορὰν διὰ τὴν ἐλάφρυνσιν τοῦ Δημοσίου χρέους. Τὸ ἴδιον ἔγινεν εἰς τὴν Ἰταλίαν. Καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν δὲ ἐπικρατοῦν αἱ αὐταὶ σκέψεις. Ταῦτα ἰσχύουν ἐπὶ πάσης Ἐκδοτικῆς Τραπέζης ὅταν γίνεται σταθεροποίησις τοῦ νομίσματος. Ἐξεταστέον τώρα, ποία εἶναι ἡ προέλευσις τῶν καλυμμάτων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Εἶναι γνωστὸν ὅτι τὰ καλύμματα ταῦτα προέρχονται ἀπὸ τὴν σύμβασιν τοῦ 1914, ὁπότε τὸ Κράτος ἐπέβαλεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ κρατήσῃ ⅛ εἰς χρυσὸν καὶ τὸ ἄλλο ⅛ εἰς ὁμολογίας Ἐθνικῶν Δανείων. Ἐπίσης προέρχονται ἀπὸ τὴν σύμβασιν τοῦ 1910 ἡ ὁποία ἐπέβαλεν ὡσαύτως ἄλλα ⅛ καὶ ⅛. Οὕτως ὑπεχρεώθη ἡ Τράπεζα διὰ τῶν δύο τούτων συμβάσεων νὰ ἔχῃ καλύμματα 95 ἑκατομμυρίων φράγκων χρυσῶν, ἀντιστοίχως δὲ ἡ Τράπεζα ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκδόσῃ 380 ἑκατομμύρια τραπεζογραμμάτια ἐπὶ ὡρισμένοις πάλιν ἀνταλλάγμασι καὶ συμμετοχῇ τοῦ Κράτους εἰς τὰ κέρδη.
§19Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ὁ ὅρος τῆς συμμετοχῆς τοῦ Κράτους εἰς τὰ κέρδη δὲν εἶναι τῆς συμβάσεως τοῦ 1920.
§20Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἔχετε δίκαιον. Εἶναι τῆς συμβάσεως 1921, ἀλλὰ δὲν παίζει ρόλον τὸ πρᾶγμα.
§21Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἐξηγήσω τὴν σημασίαν τοῦ πράγματος.
§22Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ Τράπεζα ἐφήρμοσε τὴν ὑποχρέωσίν της ταύτην. Ἀλλὰ ἀπὸ ἐδῶ ἀρχίζουν ὅλαι αἱ ἀντιρρήσεις αἱ ὁποῖαι ἐγεννήθησαν, ἀκριβῶς διότι δὲν ἠθελήσαμεν νὰ χωρίσωμεν τὰ ζητήματα. Δηλαδὴ ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὸ ζήτημα τῶν καλυμμάτων καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὸ ζήτημα τῆς ὠφελείας ἢ τῆς ζημίας, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψῃ διὰ τὴν Τράπεζαν. Δὲν γνωρίζω διατὶ περιεπλέχθησαν τὰ ζητήματα ταῦτα. Ἔγινεν ἡ γνωμοδότησις τὴν ὁποίαν γνωρίζετε, ἐξ ἀρίστων νομομαθῶν, νομομαθῶν οἱ ὁποῖοι εἶναι ἄξιοι παντὸς σεβασμοῦ καὶ πάσης τιμῆς. Ἀλλ’ ἁρμόδιοι ἐν προκειμένῳ δὲν εἶναι οἱ νομομαθεῖς ἀλλ’ οἱ οἰκονομολόγοι. Ἂς ἴδωμεν, ποῖοι εἶναι οἱ ἰσχυρισμοὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία λέγει ὅτι τὰ καλλύμματα δὲν ἠμποροῦν νὰ χρησιμοποιηθοῦν πρὸς ἀπόσβεσιν χρέους τοῦ Κράτους. Ἡ Τράπεζα λέγει ὅτι, ὅταν ἔλαβε τὸ προνόμιον, δὲν ἠγόρασεν, ἀλλ’ εἶχε προηγουμένως τὸν χρυσόν. Τοῦτο ὅμως δὲν ἔχει σημασίαν διότι καὶ ἂν εἶχε τὸν χρυσὸν μετεβίβασεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶχεν. Ἂν δὲν ἐπρονόησε νὰ δημιουργήσῃ καὶ ἄλλο ἐνεργητικὸν εἰς χρυσόν, αὐτὸ εἶναι ἄλλος λογαριασμός. Ἀλλὰ προέβαλε καὶ τὴν ἀντίρρησιν ὅτι δὲν ἐκυκλοφόρησεν ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν τραπεζογραμματίων. Ἡ ἀντίρρησις αὕτη δὲν εἶναι κἄν ἀξία συζητήσεως, διότι κάθε Τράπεζα ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ κρατῇ εἰς τὰ Ταμεῖα της ὡρισμένον ποσὸν εἰς μετρητά, ἵνα ἐν εὐθέτῳ στιγμῇ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῶν ὑποχρεώσεών της. Κατὰ κανόνα τὸ ποσὸν τοῦτο ἀνέρχεται εἰς 20%. Ὑπάρχουσιν ὅμως περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας τὸ ποσὸν τοῦτο δύναται νὰ εἶναι 25% καὶ νὰ φθάσῃ καὶ μέχρι 40%. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν εἶχε ποσὸν ἀνώτερον κατὰ τι ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλετο νὰ ἔχῃ εἰς τὰ Ταμεῖά της, ποῖος ἠμπορεῖ νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι τὰ γραμμάτια αὐτὰ ἦσαν τὰ τραπεζογραμμάτια, τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν συμβάσεων τοῦ 1914 καὶ 1920; Αὐτοὶ εἶναι οἱ κυριώτεροι ἰσχυρισμοὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων στηριζομένη ἡ Ἐθν. Τράπεζα διεξεδίκησεν ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν καλυμμάτων. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἐντελῶς ἀστήρικτον διότι τὸ ποσὸν προκύπτει ἐκ τοῦ ἀποθέματος τοῦ σχηματισθέντος διὰ τὴν ἐκδοτικὴν λειτουργίαν. Ἐλέχθη ἀκόμη ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ὄχι μόνον δὲν ἐχρησιμοποίησε τὰ τραπεζογραμμάτια, ἀλλὰ ἔδωσε δάνειον εἰς τὸ Κράτος. Εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, ἀλλὰ τὸ Κράτος συνῆψεν ἀπειρίαν δανείων, τὰ δὲ δάνεια δὲν εἶναι παρὰ μία πιστωτικὴ ἐργασία, ἡ ὁποία οὐδὲν παρέχει δικαίωμα εἰς τὴν Τράπεζαν. Τί θὰ συνέβαινεν ἂν δὲν ἱδρύομεν ἰδιαιτέραν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν; Θὰ συνέβαινεν ὅ,τι εἰς ὅλα τὰ Κράτη. Θὰ περιωρίζετο δηλαδὴ τὸ Δημόσιον Χρέος κατὰ 1.200.000.000 περίπου, χωρὶς ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ ἐγείρῃ καμμίαν ἀντίρρησιν. Τὸ ἴδιον θὰ ἐγίνετο ἐὰν ἐπετυγχάνομεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπέτυχεν ἡ Βουλγαρία, τὸ νὰ ἱδρύσωμεν δηλ. βραδύτερον τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν. Τὰ πράγματα περιεπλάκησαν ἐκ τοῦ λόγου τῆς δημιουργίας τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Ἀλλὰ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ γίνῃ εἶναι ὅτι τὰ ζητήματα πρέπει νὰ χωρισθοῦν. Δηλαδὴ νὰ ρυθμισθῇ τὸ ζήτημα τῶν καλυμμάτων καὶ ἔπειτα νὰ ἴδωμεν ἂν τυχὸν ἡ Τράπεζα ὠφελεῖται ἢ ζημιοῦται. Εἰς τὸ τέλος ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ καὶ συνδυασμὸς τῶν δύο τούτων ἀπόψεων. Ἂς ἴδωμεν τώρα ἂν ἐκ τοῦ χωρισμοῦ ἐπέρχεται κλονισμὸς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὥστε νὰ προκύπτῃ ἐντεῦθεν ἡ ὑποχρέωσις νὰ ἀποζημιώσωμεν αὐτὴν ἢ ὄχι. Ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀποβλέψωμεν εἶναι νὰ μὴ διαταραχθῇ ἡ πίστις τῆς Τραπέζης καὶ νὰ μὴ μειωθῇ τὸ μέρισμα τῶν μετόχων. Ἀλλ’ οἱ μέτοχοι ἐκ τῆς ἀναγγελίας τοῦ χωρισμοῦ ὑπέστησαν καμμίαν μείωσιν; Ὄχι μόνον δὲν ὑπέστησαν μείωσιν, ἀλλὰ προσεπορίσθησαν κολοσσιαῖα κέρδη, ὑπερβαίνοντα τὰ 500 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ὑπεστηρίχθη ὅτι τὰ κέρδη ταῦτα δὲν προέρχονται ἀπὸ τὴν τραπεζικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως ἀλλ’ ἀπὸ μίαν πρὸς τὰ ἄνω ῥοπὴν τοῦ Χρηματιστηρίου, ἡ ὁποία παρέσυρε καὶ τὰς μετοχὰς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἀλλ’ εἶναι σαφὲς ὅτι ἡ πρὸς τὰ ἄνω αὕτη ῥοπή, ὡς πρὸς τὰς μετοχὰς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, δὲν πρόκειται νὰ σταματήσῃ, ἐνῷ ἀντιθέτως αἱ μετοχαὶ ἄλλων σοβαρῶν πιστωτικῶν ἱδρυμάτων, οἷα ἡ Τράπεζα τῶν Ἀθηνῶν, ἡ Τράπεζα τῆς Ἀνατολῆς, ἡ Ἐμπορικὴ Τράπεζα κλπ. ηὐξήθησαν κατὰ πολὺ μικροτέραν κλίμακα. Ἡ ὕψωσις, λοιπόν, αὐτὴ ὀφείλεται εἰς τὴν προεξόφλησιν τοῦ ἀποθέματος τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ ἡ Τράπεζα, ἐν ᾗ περιπτώσει τὰ καλύμματα ἀπομείνουν εἰς ὄφελος αὐτῆς. Ὁ ἄλλοτε Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κ. Μάξιμος, ἰσχυρίσθη ὅτι τὰ καλύμματα ἀνήκουν ὑποχρεωτικῶς εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ ὅτι ἐὰν παραμείνουν εἰς τὴν Ἐθνικὴν θὰ ἀποτελέσουν δι’ αὐτὴν ἕν ἄκοπον κέρδος τὸ ὁποῖον δὲν θὰ συντελέσῃ παρὰ εἰς τὸ νὰ αὐξηθοῦν ὑπερβαλλόντως αἱ μετοχαὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐξ ἄλλου ἄν περιέλθουν εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν ἢ Ἐθνικὴ Τράπεζα θὰ ὑποστῇ ἕνα ἰσχυρὸν κλονισμόν. Ὡς γνωρίζετε ὅμως, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἰσηγήθη κατ’ Ἰούνιον τοῦ 1927 τὴν ἵδρυσιν τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, μέχρι δὲ τῆς ἐμφανίσεως τοῦ ζητήματος τῶν καλυμμάτων, οὐδέποτε ἰσχυρίσθη αὕτη ὅτι πρέπει νὰ ἀποζημιωθῇ διὰ τὴν ἵδρυσιν τῆς Ἐκδοτικῆς αὐτῆς Τραπέζης. Ὁ Διοικητὴς μάλιστα αὐτῆς ἐδήλου ὅτι ἡ ἵδρυσις ἰδιαιτέρας Ἐκδοτικῆς Τραπέζης μᾶλλον κέρδη θὰ ἐπέφερεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἡμεῖς δὲν θέλομεν νὰ στηριχθῶμεν εἰς τὴν δήλωσιν ταύτην τοῦ Διοικητοῦ της. Ἀλλὰ καὶ οἱ νομομαθεῖς διαπράττουν σφάλματα, ἰσχυριζόμενοι ὅτι πρέπει νὰ ἀποζημιωθῇ ἡ Τράπεζα διὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ προνομίου τῆς ἐκδόσεως, διότι, ὅταν οἱ συγγραφεῖς ὁμιλοῦν περὶ προνομιακῆς παραχωρήσεως, ὁμιλοῦν περὶ προνομίων τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν ἔναρξιν αὐτῶν ἀπαιτοῦν δαπάνας καὶ κινδύνους διὰ τοὺς ἐργολήπτας, ἐνῷ μὲ τὸ ἐκδοτικὸν προνόμιον τῆς Τραπέζης δὲν συμβαίνει τοῦτο. Ἡ Τράπεζα οὔτε δαπανᾷ, οὔτε εἰς κινδύνους ὑποβάλλεται μὲ τὸ προνόμιον τοῦτο. Πᾶσα δὲ Τράπεζα θὰ ἐδέχετο τὸ προνόμιον τῆς ἐκδόσεως. Πάντως ἡ ἄρσις τοῦ ἐκδοτικοῦ δικαιώματος, συνεπάγεται τὴν ἐκ μέρους τοῦ Κράτους ἀνάληψιν τῶν βαρῶν τῆς ἐκδόσεως. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτων ὑπάρχουσι καὶ οἱ μέτοχοι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, οἵτινες, διότι ὑπῆρχεν αὐτὸ τὸ προνόμιον καὶ προσεπόριζε κέρδη, ἠγόραζαν μετοχὰς ὑπερτιμημένας καὶ ἴσως τώρα ζημιωθῶσι. Καὶ ἀναγνωρίζομεν μὲν ὅτι δὲν θὰ ἦτο θεμιτὸν νὰ προκαλέσωμεν ζημίας εἰς τοὺς μετόχους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλ’ ἕως τώρα, ὄχι μόνον ζημίας ἀλλὰ κολοσσιαῖα κέρδη προσεπορίσθησαν οἱ μέτοχοι. Πρέπει νὰ μεριμνήσωμεν ὅπως διατηρηθῇ τὸ μέρισμα εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου λαμβάνουν ἀξίαν αἱ μετοχαί, ἀλλὰ τὸ μέρισμα τὸ ὁποῖον προβλέπεται διὰ τῆς συμβάσεως θὰ εἶναι μεγαλύτερον κατὰ 200 δραχμὰς ἀπὸ τὸ περισσεῦον μέρισμα. Ἐὰν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα περιορίσῃ τὰς ἄλλας ἐργασίας της, θὰ περιορίσῃ καὶ ἀνάλογα βάρη, διότι ἓν μέρος τῶν ὑπαλλήλων της θὰ μεταβιβασθῇ εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν. Θὰ ἔπρεπε συνεπῶς νὰ γίνουν ὅλοι αὐτοὶ οἱ λογαριασμοί. Ἀλλ’ ἐπειδὴ οἱ λογαριασμοὶ οὗτοι εἶναι δύσκολοι, κατελήξαμεν εἰς ἄλλην σκέψιν, ἥτις, ἐνῷ ἐξασφαλίζει τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἐξασφαλίζει καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 95 ἑκατομ. ἀνήκει εἰς τὸ ἐνεργητικὸν τοῦ Κράτους, ἐπειδὴ ὅμως ἐλέχθη ὅτι ἐὰν ἀφαιρεθῇ τὸ ποσοστὸν τοῦτο ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν θὰ καταρρεύσῃ αὕτη, διὰ νὰ μὴ ἔλθῃ ὁ κλονισμὸς οὗτος λέγομεν, νὰ παραμείνῃ τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὴν Τράπεζαν ὡς ἐνεργητικὸν κεφάλαιον τοῦ Κράτους τὸ ὁποῖον νὰ εἶναι προσοδοφόρον· δηλ. τὸ Κράτος θὰ λάβῃ ἀντὶ τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ μετοχάς, τύπου Βʹ, αἵτινες θὰ ἔχουν μέρισμα, ἐφόσον τὰ κέρδη τῆς Τραπέζης θὰ εἶναι τοιαῦτα ὥστε νὰ ὑπερβαίνουν τὸ ποσὸν τὸ ἀπομένον διὰ τὴν παραχώρησιν μερίσματος 2.600 δραχμῶν, ἐφόσον δὲ τὰ κέρδη ταῦτα εἶναι ἀνώτερα, τὸ περιπλέον νὰ διατίθεται διὰ τὸ ἀντίκρυσμα τοῦ μερίσματος τῶν μετοχῶν τύπου Βʹ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δὲν καταρρέει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα καὶ συγχρόνως τὸ μετοχικὸν αὐτὸ κεφάλαιον τὸ Κράτος δύναται, εἴτε νὰ τὸ ἐνεχυριάσῃ εἴτε καὶ νὰ τὸ ἐκποιήσῃ. Εἰς αὐτὴν τὴν διαρρύθμισιν οὐδὲν δύναται νὰ ἀντιτάξῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Ἡμεῖς φροντίζομεν νὰ μὴ κλονισθῇ ἡ πίστις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Μάλιστα ἡ συμμετοχὴ αὕτη τοῦ Κράτους παρουσιάζει τοῦτο τὸ συνδεδεμένον μὲ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἐκ δὲ τοῦ συνδυασμοῦ αὐτοῦ διατηρεῖται ἡ πεποίθησις ὅτι καὶ μετὰ τὴν ἵδρυσιν τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης παραμένει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὡς Ἐθνικὴ τοιαύτη. Ὡς ἐλαχίστην ὑποχώρησιν ἐδέχθημεν ὅπως τὸ ἥμισυ τοῦ ποσοῦ τῶν 1200 ἑκατομμυρίων διατηρηθῇ ἀκέραιον ὑπὲρ τοῦ Κράτους. Προβάλλεται ἤδη τὸ ζήτημα, κατὰ πόσον, μετὰ τὴν διαρρύθμισιν αὐτήν, ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπηρετῆται ἐπαρκῶς ἡ ἀγροτικὴ πίστις. Ἔχομεν τὴν γνώμην ὅτι καὶ τοῦτο δύναται νὰ ἐξοικονομηθῇ. Ἀφοῦ γίνῃ ἡ παραχώρησις αὕτη, διὰ νὰ μὴ ἐπέλθῃ ζημία εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, δεχόμεθα ὅπως καὶ τὸ ἥμισυ τοῦ ποσοῦ τούτου παραμείνῃ εἰς τὴν Τράπεζαν, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅπως αἱ χορηγούμεναι εἰς τὴν Γεωργικὴν Τράπεζαν πιστώσεις χορηγηθῶσιν ὑπὸ εὐνοϊκωτέρους ὅρους ἀπὸ τοὺς ἀναγραφομένους ἐν τῇ συμβάσει περὶ ἱδρύσεως Γεωργικῆς Τραπέζης. Αἱ πιστώσεις αὗται νὰ παραχωροῦνται μὲ τόκον οὐχὶ ἀνώτερον τοῦ 1%. Θὰ ἐρωτηθῶ ἴσως, πῶς ἐγώ, ὅστις συνέταξα τὸ πρωτόκολλον, θεωρῶ τὴν τροποποίησιν αὐτὴν τόσον ἀναγκαίαν. Δυστυχῶς, τότε δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λυθοῦν τελικῶς ὅλα τὰ ζητήματα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, διότι συνεδέοντο μὲ τὸ ζήτημα τῶν καλυμμάτων, ὁ δὲ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἔλειπε. Δι’ αὐτὸ ἐτέθη διάταξις εἰς τὸ πρωτόκολλον περὶ τροποποιήσεως τῶν ὅρων τούτων. Σήμερον τὴν εὐθύνην τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς γεωργικῆς πίστεως θὰ τὴν ἔχῃ ἡ Γεωργικὴ Τράπεζα καὶ ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως ἀπαλάσσεται ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα καὶ τῶν κινδύνων καὶ τῶν δαπανῶν. Πρέπει συνεπῶς νὰ ὁρισθῇ εἰς τὴν σύμβασιν κατὰ ποῖον ποσὸν καὶ ὅρον θὰ δίδωνται αἱ πιστώσεις εἰς τὴν Γεωργικὴν Τράπεζαν, διότι ἐὰν δὲν γίνῃ τοῦτο, ἔχω φόβον ὅτι ἡ Γεωργικὴ Τράπεζα δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ λειτουργήσῃ, κατεβλήθησαν δὲ ἀθέμιτοι ἐνέργειαι, ἵνα μὴ λειτουργήσῃ ἡ Τράπεζα αὐτή! Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐπιμένομεν ὅπως, μετὰ τὴν ὑποχώρησιν τὴν ὁποίαν ἐκάμαμεν εἰς τὸ ζήτημα τῶν καλυμμάτων, ἐξασφαλισθῇ ἡ καλὴ λειτουργία τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης διὰ τῆς παροχῆς εὐθηνῶν πιστώσεων εἰς τοὺς γεωργούς. Ἡ κατάστασις τοῦ γεωργικοῦ κόσμου δὲν εἶναι καλή, σήμερον δὲ ἔλαβον τηλεγραφήματα ἐκ Θράκης, ἅτινα παριστάνουν τὴν κατάστασιν τοῦ ἐκεῖ γεωργικοῦ κόσμου ὡς οἰκτράν. Εἶναι συνεπῶς ἀνάγκη νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν καλὴν λειτουργίαν τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης. Καὶ θέλομεν μὲν νὰ διατηρήσωμεν τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὡς μέγα πιστωτικὸν ἵδρυμα, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν διὰ νομικῶν παρερμηνειῶν νὰ προσπορίσωμεν μεγάλα κέρδη εἰς τὴν Ἐθν. Τράπεζαν. Καὶ πλούσιον Κράτος ἐὰν εἴμεθα, δὲν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ χαρίσωμεν εἰς τὴν Τράπεζαν τὰ κέρδη ταῦτα, διότι ταῦτα ἀνήκουν εἰς τὸ κοινόν. Ἐὰν εἰς Κράτη πλουσιώτερα ἀπὸ ἡμᾶς δὲν γίνεται ὁ χαρισμὸς οὗτος εἰς τοὺς μετόχους, δὲν ἔχομεν ἡμεῖς δικαίωμα, καὶ μάλιστα εἰς μίαν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁμολογουμένως κατατρέχει ὁλόκληρον τὸν ἐπαγγελματικὸν κόσμον τῆς Ἑλλάδος, ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα, μία σοβαρωτάτη οἰκονομικὴ κρίσις, εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θέλομεν, φυλακίζοντες καὶ τὸν πτωχότερον ἀγρότην, νὰ ἀποσπάσωμεν ἕνα ἐλάχιστον ποσὸν φόρου τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ πληρώσῃ, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ κάμωμεν κανένα χαρισμὸν εἰς τοὺς μετόχους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἐὰν ἄλλως ἠθέλομεν σκεφθῇ θὰ διεπράττομεν ἀδίκημα καὶ κατὰ τοῦ Κράτους καὶ κατὰ τῆς κοινωνίας ὁλοκλήρου, ἡ ὁποία δὲν ἐπιτρέπει τοιούτους ἀθεμίτους καὶ ἀδικαιολογήτους πλουτισμοὺς καὶ θὰ συνετελοῦμεν ὄχι εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῆς πολιτικῆς τῆς σταθεροποιήσεως ἀλλὰ εἰς τὴν χειροτέρευσιν τῆς πολιτικῆς ταύτης καὶ θὰ ἠθέλομεν ἀποδειχθῆ ἀνάξιοι τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. (Χειροκροτήματα).
§23Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἡ σύμβασις αὕτη, κ. Βουλευταί, μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀποτελεῖ τὴν τελευταίαν νομοθετικὴν πρᾶξιν πρὸς ἐπιτέλεσιν τοῦ οἰκονομικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὴν νομισματικὴν ἐξυγίανσιν, ἥτις ἐστηρίχθη εἰς τὴν ἄμεσον ἐπιβολὴν τῆς νόμῳ σταθεροποιήσεως Εἶναι γνωστὸν ὅτι εἰς τὴν ἄμεσον ταύτην ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως, τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ἀντετάχθη. Καὶ ἀντετάχθη, ὄχι διότι θεωρεῖ ὅτι δὲν θὰ ἔλθῃ ἡ ἡμέρα τῆς σταθεροποιήσεως, ἀλλὰ διότι ἡ ὁδός, ἥτις ἐξελέγη παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ μέθοδος δηλαδὴ πρὸς ἐπίτευξιν σταθεροποιήσεως, δὲν ἦτο καθ’ ἡμᾶς ἡ προσήκουσα. Πράγματι οὐδὲν Κράτος μετῆλθε τὴν μέθοδον, ἣν μετέρχεται ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Πανταχοῦ ἐκρίθη ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπάρξουν δύο προϋποθέσεις. Ἡ ἐξασφάλισις τοῦ ἰσοζυγίου τῶν ἐξωτερικῶν πληρωμῶν καὶ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ. Εἶναι ἀναντίρρητον ὅτι οὐδὲν ἐκ τῶν δύο ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν. Δὲν εἶμαι, βέβαια, ἐγώ, ὅστις θὰ ἀμφισβητήσω τὰς προσπαθείας, αἵτινες ἐγένοντο παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς ἰσοζύγισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Αἱ ἐσχάτως γενόμεναι συζητήσεις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1927–28, οὐδένα ἔχουν πείσει ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ποθούμενον παρὰ πάντων ἀποτέλεσμα. Εἶναι ἀναντίρρητον, ὅτι τὴν πλήρη ἰσοσκέλισιν τοῦ λήξαντος προϋπολογισμοῦ δὲν θὰ τὴν ἔχωμεν. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν ἐπὶ πλέον ὅτι καὶ διὰ τὴν ἐπίτευξιν τοῦ ἀποτελέσματος αὐτοῦ καταφύγομεν εἰς μέσα ἀφήνοντα πολλὰς ἀμφιβολίας. Μετεφέραμεν ὀφειλάς, πληρωτέας κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος, εἰς μεταγενεστέρας χρήσεις. Ἐπιέσαμεν ἀφ’ ἑτέρου τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν πέραν τῆς ἀντοχῆς του, πέραν τῆς διαθέσεως ἐκείνης, ἣν εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπιδείξῃ διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῶν γενικῶν συμφερόντων τοῦ τόπου. Ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν γίνῃ, εἶναι βέβαιον ὅτι 1600 ἑκατομμ. εἰσεπράξαμεν ἢ ἐζητήσαμεν νὰ εἰσπράξωμεν περισσότερα τοῦ προηγουμένου ἔτους. Διὰ νὰ διατηρήσωμεν δὲ τὴν ἰσοσκέλισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τὴν νέαν χρῆσιν, πρέπει αὐτὰ νὰ τὰ εἰσπράξωμεν καὶ εἰς τὸ μέλλον. Ἀλλὰ ἐὰν ἡ εἴσπραξις αὐτῶν ἐγένετο μετὰ τόσης δυσχερείας καὶ ἐὰν ἐξεδηλώθη τόση δυσφορία ἐφέτος, οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ ὅτι ἡ διὰ τὴν εἴσπραξιν αὐτῶν εἰς τὸ μέλλον δυσχέρεια, θὰ εἶναι μεγαλειτέρα, δεδομένης τῆς ἤδη ἐκδηλωθείσης ἐξαντλήσεως τοῦ λαοῦ. Ἐκτὸς ὅμως τῆς μεταφορᾶς τῶν δαπανῶν τῶν πληρωτέων κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος, καὶ νέας δαπάνας ἐδημιουργήσαμεν χάριν τῆς ἐπιτεύξεως τῆς νέας οἰκονομικῆς πολιτικῆς. Εἶναι τὰ νέα βάρη πρὸς τοῦτο συναφθέντων δανείων. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτων μόνον. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀντικρούσῃ ὅτι ὑπάρχει ἄμεσος καὶ ἐπείγουσα ἀνάγκη τῆς ἐνισχύσεως τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ τῆς Ἐθνικῆς παραγωγῆς διὰ τῆς κατασκευῆς μεγάλων παραγωγικῶν ἔργων. Ἀνεξαρτήτως δὲ τῶν κατὰ τὰς προκηρύξεις καὶ τὰς δημοπρασίας πρὸς ἀνάληψιν τῆς διεξαγωγῆς αὐτῶν ἀνωμαλιῶν τὰ ἔργα ταῦτα πρέπει νὰ γίνουν. Πολὺ ὅμως φοβοῦμαι ὅτι μὲ τὰ ἄλλα βάρη ἅτινα ἀνελάβομεν, θὰ εὑρεθῶμεν εἰς πολὺ δυσχερῆ θέσιν ἵνα ἐκδώσωμεν τὰ δάνεια διὰ τὰ ἔργα ταῦτα, τὰ ὁποῖα εἶναι καὶ ἀπαραίτητα. Αἱ δυσχέρειαι φοβοῦμαι ὅτι θὰ εἶναι τόσαι, ὥστε νὰ μετριάσουν ἴσως τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων μέχρι σημείου ἴσου πρὸς τὴν ἀναβολήν των ἂν μὴ τὴν ματαίωσίν των. Σχετικῶς δὲν γνωρίζω πῶς σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις, ἂν θὰ δυνηθῇ καὶ κατὰ ποῖον τρόπον θὰ ἐκδώσῃ ἀμέσως τὰ δάνεια διὰ τὰ ἔργα τῶν Φιλίππων, τοῦ Στρυμῶνος, Θεσσαλίας καὶ τῆς ὁδοποιΐας, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἔχομεν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν ἐπίσης καὶ τὰ προσφυγικὰ βάρη ἅτινα ὑπαινίσσεται ἡ σύμβασις. Ἀλλὰ θὰ ἔλεγέ τις διατί λέγονται ταῦτα, ἀφοῦ τὰ πάντα ἔχουν ἤδη ἀποφασισθῆ; Δὲν λέγονται, Κύριοι, ἀσκόπως. Ἡ ὑπόμνησίς μου ἔχει σκοπὸν νὰ προκαλέσῃ ἀμέριστον τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, διότι παρὰ τὰ ἀγαθά, τὰ ἐξαγγελθέντα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὴν σταθεροποίησιν, ὑπάρχουν καὶ ἐκ τῆς ἐνδεχομένης ἀοριστίας κακά, ἅτινα πάντες ἀπευχόμεθα. Εἰς τὴν ντὲ φάκτο σταθεροποίησιν, μὴ λησμονῶμεν ὅτι ἀρκοῦνται ἤδη καὶ ἄλλα Κράτη ἡ Τσεχοσλοβακία καὶ ἡ Γαλλία, ἡ ὁποία καὶ οἰκονομίας ἔκαμε πλουσιωτάτας καὶ τὰ χρέη της διερρύθμισε καὶ ἰσοζύγιον πληρωμῶν καὶ ἰσοσκέλισιν ἐπανειλημμένως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπέτυχεν. Ἡμεῖς ἐὰν ἐθέτομεν ἀσφαλῆ τὰ θεμέλια τῆς νόμῳ σταθεροποιήσεως, θὰ εἴχομεν ἐκτὸς τῶν ἄλλων καὶ βελτίωσιν μέχρι τινὸς τοῦ ἐθνικοῦ νομίσματος, ἥτις εἶναι ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς πολίτας, ἐκείνους, ἰδίᾳ, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐμπιστευθῆ τὸ ἐθνικὸν νόμισμα καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ὑποστοῦν τὴν ζημίαν τὴν ἐκ τῆς σταθεροποιήσεως εἰς λίαν ἠλαττωμένην τιμὴν τῆς δραχμῆς. Ἐκφράζω καὶ ἐπαναλαμβάνω τοὺς φόβους μου τούτους, ἵνα συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι πρὶν ἢ σπεύσῃ καὶ διαρρυθμίσῃ τὰς σχέσεις της μετὰ τῆς Τραπέζης ὀφείλει νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ δεδομένα τῆς μὴ ἀποτυχίας τῆς νόμῳ σταθεροποιήσεως καὶ λάβῃ ὅλας τὰς προφυλάξεις κατὰ παντὸς ἐνδεχομένου ἐπιζημίου. Καὶ ἄλλοτε ἠρώτησα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ποῖαι εἶναι αἱ ἀσφάλειαι καὶ τὰ ποσὰ ἅτινα ἤθελε διαθέσει εἰς ἣν τυχὸν περίπτωσιν δὲν ἤθελον ἐπαρκέσῃ τὰ ἀποθέματα εἰς ἃ στηρίζεται ἡ σταθεροποίησις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠρκέσθη νὰ μᾶς εἴπῃ ὅτι ὑπάρχουν ἀσφάλειαι. Ἀλλὰ διὰ νὰ εἴμεθα ἥσυχοι ὀφείλομεν νὰ μὴ ἀρκούμεθα εἰς τοὺς λόγους καὶ μόνον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Δὲν εἶναι τοῦτο ἔνδειξις δυσπιστίας εἶναι διαφορὰ γνώμης ἐκδηλουμένης ἀπὸ πεποιθήσεως καὶ ἀπὸ καλῆς πίστεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ ὅτι πολλάκις λέξεις καὶ ὑποσχέσεις δοθεῖσαι ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ἰδίᾳ ζητημάτων, δὲν ἐτηρήθησαν. Δὲν αἰσθάνομαι ἐπαρκῆ τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς μου περὶ τοῦ ποῖαι καὶ πόσαι προφυλάξεις καὶ ἀσφάλειαι πρέπει νὰ ληφθοῦν κατὰ τὴν ρύθμισιν τοῦ προκειμένου ἐξόχως σοβαροῦ ζητήματος. Ἐὰν ἀστοχήσῃ ὁ προϋπολογισμὸς ἢ ἀποτύχουν αἱ προβλέψεις, ἐφ’ ὧν στηρίζεται ἡ μεταρρύθμισις καὶ τὰ σχετικὰ μέτρα, μὲ ποίαν δύναμιν θὰ ἀντιμετωπίσωμεν ἢ θὰ ἀποφύγωμεν τὰ ἐνδεχόμενά των; Πρόνοια πραγματική, οὐδέποτε μᾶς ἐδηλώθη ἐνταῦθα. Θὰ συστήσω συνεπῶς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, προτοῦ ἐφαρμόσῃ τὸ ἔργον, ὅπερ ἐπιχειρεῖ, νὰ συλλογισθῇ, ἔστω καὶ τὴν τελευταίαν στιγμήν. Σᾶς παρακαλῶ, κ. Ὑπουργέ, καὶ σᾶς συνιστῶ νὰ μὴ ἐμπιστευθῆτε μὲ τοὺς διαφόρους νόμους τοὺς ὁποίους διαπράττετε χωρὶς νὰ λάβετε πρόνοιαν νὰ παραδώσητε τὸ Ἔθνος ἐξησφαλισμένον διὰ πραγμάτων κατὰ παντὸς κινδύνου. Οἱ νόμοι σας θὰ σαρωθοῦν ὅταν τυχὸν προσκρούσουν εἰς τὰ πράγματα. Ἐμφανίσατε εἰς τὴν Βουλὴν τὰ πράγματα ταῦτα, διότι τότε μόνον θὰ γεννήσετε εἰς τὸν κόσμον καὶ τὴν ἀπαραίτητον πεποίθησιν, ἣν δὲν θὰ δυνηθοῦν τότε νὰ κλονίσουν αἱ ἀναπτυσσόμεναι ἐνταῦθα ἀντίθετοι δοξασίαι. Μὴ πιστεύητε ὅτι ὁ κόσμος ἐπηρεάζεται ψυχολογικῶς ἀπὸ τὸ τί λέγεται ἢ τί γράφεται. Εἰς τὸν λαὸν ἐπιδρῶσι τὰ πράγματα. Δείξατέ του τὰ πράγματα καὶ πᾶσα ἀντίθετος γνώμη εἰς οὐδὲν θὰ ἰσχύσῃ. Καὶ τονίζω ταῦτα, διότι νομίζω ὅτι καὶ μὲ τὴν νέαν σύμβασιν δὲν ἐλλείπουν καὶ νέοι κίνδυνοι. Ἡ νόμῳ σταθεροποίησις δὲν ἐπιτυγχάνεται ἀδαπάνως, ἀφοῦ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 9 ἑκατομμυρίων λιρῶν, 3 θὰ διατεθοῦν πρὸς ἐξόφλησιν χρεῶν ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἡ ἐξόφλησις αὕτη δὲν γίνεται ἀδαπάνως. Ἐπιβαρύνεται ἀρκετὰ μὲ ταύτην ὁ ἑλληνικὸς λαός, διότι μὲ ταῦτα θὰ ἐξοφληθῇ ἴσον ποσὸν χρέους τοῦ Δημοσίου ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλὰ διὰ τὸ χρέος τοῦτο πληρώνει τὸ Δημόσιον εὐτελῆ τόκον 1 ἢ 1½% ἐνῷ διὰ τὸ δάνειον τῶν 3 ἑκατομμυρίων λιρῶν πληρώνει 7 καὶ πλέον τοῖς ἑκατόν, σπεύδει νὰ ἐξοφλήσῃ τὸ χρέος του τοῦτο, διότι θέλει νὰ τὸ ἐξοφλήσῃ χάριν τῆς νόμῳ σταθεροποιήσεως ἐξ οὐδενὸς λόγου ἐπιβαλλομένης. Ἡ διαφορὰ εἰς βάρος τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶναι προφανής. Ἴσως θὰ μοὶ εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ὁ ἑλληνικὸς λαὸς δὲν θὰ πληρώσῃ ὁλόκληρον τὴν διαφορὰν ταύτην, διότι θὰ κερδίσῃ ἐκ τοῦ τόκου τῆς καταθέσεως τῶν 3 ἑκατομμυρίων λιρῶν. Ἀλλὰ τοῦτο οὐδαμοῦ εἶναι ἀναγεγραμμένον. Τοὐναντίον, ἀφοῦ ὅταν δοθοῦν τὰ 3 ἑκατομμύρια πρὸς ἐξόφλησιν ἴσου ποσοῦ χρέους τοῦ Δημοσίου δὲν θὰ ἀνήκουν πλέον εἰς τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον οὐδὲν θὰ δύναται νὰ ἀποκερδαίνῃ, ἀλλὰ εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπάρχῃ ποὺ κεκρυμμένος ὅρος τις καθιερῶν ἕνα τόκον ἐπὶ τοῦ ὡς ἄνω ποσοῦ, πάντως ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ ὁμολογήσῃ ὅτι θὰ προκύπτῃ μία ἱκανὴ διαφορὰ διὰ τὴν ράχιν τοῦ φορολογουμένου λαοῦ, ἀρκετὰ ἤδη καμφθέντος. Τὸ βάρος τοῦτο εἶναι νέον καὶ οὐδεὶς λόγος ὑπῆρχε νὰ τὸ ἐπιβάλωμεν εἰς τὸν λαόν. Καὶ ὑπομιμνήσκω, τὸ καὶ ἄλλοτε λεχθὲν παρ’ ἐμοῦ, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναπνεύσωμεν πρὸς στιγμὴν καὶ ὄχι νὰ σπεύσωμεν περὶ τὴν ἐνέργειαν ταύτην. Ἡ νέα σύμβασις, δὲν εἶναι ἀμέτοχος ἄλλων βαρῶν ἅτινα ἐπιπροστίθενται χάριν τῆς σταθεροποιήσεως. Τὰ βάρη ταῦτα εἶναι διττῆς ἀπόψεως καὶ σημασίας, οἰκονομικῆς καὶ δημοσιονομικῆς. Ἔπρεπε διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν λεγομένην νομισματικὴν ἐξυγίανσιν, νὰ καταστρέψωμεν ἓν ἵδρυμα γεννηθὲν, ἀνδρωθέν, προαχθὲν καὶ παρακολουθοῦν τὰς δυνάμεις τοῦ Ἔθνους; Ὑπῆρξα πάντοτε, ἐναντίον τῆς καταστροφῆς τοῦ ἐθνικοῦ αὐτοῦ ἱδρύματος καὶ ἐνόμιζον ὅτι οὐδέποτε ἔπρεπε νὰ προβῶμεν εἰς τὸν διαμελισμὸν του διὰ νὰ κάμωμεν τὴν νόμῳ σταθεροποίησιν, ἧς δὲν βλέπω τὴν ἄμεσον ἀνάγκην. Καὶ εἶπον ἄλλοτε ὅτι τὸ ἴδιον ἵδρυμα διαρρυθμιζόμενον καταλλήλως θὰ ἠδύνατο νὰ ἀναλάβῃ καὶ τὸ ἔργον τοῦτο ὅπως συμβαίνῃ καὶ μὲ τὴν Τράπεζαν τῆς Ἀγγλίας. Καὶ δὲν εἶμαι μόνος ἐγὼ ὅστις εἶχον τὴν γνώμην ταύτην. Καὶ ἄλλοι ἁρμόδιοι ὑπεστήριξαν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ χωρισθῇ τὸ ἵδρυμα εἰς ἐκδοτικὸν καὶ πιστωτικόν. Καὶ αὐτὸς ὁ κ. Τσουδερός, διαπραγματευθεὶς τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν ζητήματα, ὑπεστήριξεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ ὁ χωρισμός. Ὅ,τιδήποτε δὲ καὶ ἂν κάμωμεν, καὶ εἰς ἀδίκους ἀκόμη πράξεις καὶ ἂν προβῶμεν, ὡς συμβαίνει μὲ τὴν προκειμένην σύμβασιν, δὲν δυνάμεθα οὔτε τὴν μίαν Τράπεζαν οὔτε τὴν ἄλλην νὰ ἔχωμεν εἰς τὸ παλαιὸν ὕψος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Δὲν θὰ ἔχωμεν τὸ ἐθνικὸν ἐκεῖνο ἵδρυμα τὸ ὁποῖον εἴτε εἰς κρισίμους ἐθνικὰς περιστάσεις εἴτε εἰς ἀνάγκας ἐθνικῆς οἰκονομίας, τόσον γεναιόφρονα προσέφερε πάντοτε τὴν συνδρομήν του. Ὑπεστήριξα τὴν γνώμην τοῦ μή χωρισμοῦ διότι ἐγνώριζον ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα οὐδέποτε θὰ συνήνει εἰς τὸν χωρισμόν, ἂν καὶ δὲν ἐλάμβανε τὰ καλύμματα καὶ δι’ αὐτὸ εἶπον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα τῶν καλυμμάτων. Διότι ἐὰν τὸ ζήτημα τῶν καλυμμάτων δὲν ἐλύετο κατὰ τὰς ἀντιλήψεις, αἱ ὁποῖαι ἐξεδηλοῦντο τότε ἐκ μέρους τῆς Ἐθν. Τραπέζης, εἶχον πλήρη τὴν πεποίθησιν, ἐνισχυομένην καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν κύκλων τῆς Τραπέζης, ὅτι ὁ χωρισμὸς δὲν θὰ ἐπήρχετο. Καὶ ἐφόσον ἐπίστευον ὅτι οὐδεὶς λόγος ὑπῆρχε νὰ σπεύσωμεν εἰς τὴν νόμῳ σταθεροποίησιν, οὔτε τὴν Τράπεζαν ἔπρεπε νὰ διχοτομήσωμεν, οὔτε νὰ προβῶμεν εἰς πράξεις ἀδίκους καὶ ἀνόμους, οἵας ὑποκρύπτει ἡ παροῦσα σύμβασις. Ἡμεῖς δὲν εὑρισκόμεθα εἰς ἣν ἀνάγκην εὑρέθησαν ἄλλα ἔθνη, ὥστε νὰ ὑποκύψωμεν εἰς περιορισμοὺς ἄλλοθεν ἐπιβαλλομένους, ὡς τοιοῦτον δὲ λέγω τὴν διχοτόμησιν τῆς Τραπέζης. Καὶ ἔχω ὑπ’ ὄψει ἄλλα κράτη ἀσθενέστερα ἡμῶν, ἅτινα ὅπως ἡ Βουλγαρία, ἐπέμειναν καὶ ἐπέτυχον νὰ μὴ καταστρέψωσι τὸ ἐθνικόν των ἵδρυμα ἀναβαλόντα δι’ ἄλλην περίστασιν τὸ ζήτημα. Ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἔλεγεν ὅτι δὲν ἀνήκουν τὰ καλύμματα εἰς τὴν Τράπεζαν, ἀλλ’ ἂν τῆς ἀφαιρέσητε ταῦτα, δὲν δύνασθε νὰ ὑπολογίζητε ἐπ’ αὐτῆς ὡς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Καὶ οἱ λόγοι οὗτοι παρεξηγήθησαν παρὰ τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως. Ὁ κ. Διοικητὴς ἐτόνιζεν ὅτι οὐδὲν θὰ μείνῃ ἐκ τοῦ προτέρου γοήτρου καὶ ἐκ τῆς προτέρας ἰσχύος ἐὰν ἀφαιρεθοῦν τὰ καλύμματα ἀπὸ τὴν Τράπεζαν, ἡ ὁποία θὰ ἦτο ἐκτεθειμένη εἰς τὸν συναγωνισμὸν ὅλων τῶν ἄλλων πιστωτικῶν Τραπεζῶν. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι προφανὲς ὅτι εὑρέθη τότε ἐνώπιον ἑνὸς διλήμματος. Διηρωτήθη δηλ. ποῖον εἶναι συμφερώτερον, νὰ ἴδῃ καταπίπτον τὸ μέγα ἐθνικὸν ἵδρυμα, ἀφοῦ θὰ τὸ ἐχώριζεν ἀπὸ τὸ ἐκδοτικόν του μέρος, ἢ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸ Δημόσιον τὴν ζημίαν ἑνὸς δισεκ. διακοσίων ἑκατομ. περίπου δραχ. δίδον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τὰ καλύμματα παρὰ τὸν νόμον καὶ παρὰ τὸ δίκαιον. Δὲν δύναμαι νὰ φαντασθῶ ὅτι τὸ δίλημμα τοῦτο ἀλληλοσυγκρουομένων συμφερόντων δὲν ἐπηρέασε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ὅσον ὅμως καὶ ἂν ἔχωμεν ταχθῆ ἐνταῦθα νὰ ρυθμίσωμεν τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἔχομεν ὅμως περιορισθῆ ἐκ νόμων καὶ ἐκ καθηκόντων, ὥστε νὰ μὴ δικαιούμεθα νὰ πράξωμεν τι πέραν τούτων. Σχετικῶς μὲ τὰ καλύμματα, δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω ὅσα περὶ αὐτῶν καὶ ἄλλοτε εἶπον. Τοῦτο μάλιστα καθίσταται τόσῳ περισσότερον περιττόν, ὅσῳ ἀπόψε ἤκουσα καὶ τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τῆς Δημοκρ. Ἑνώσεως νὰ συνταυτίζῃ πλήρως τὰς σκέψεις του πρὸς τὰς ἰδικάς μου ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν καλυμμάτων. Θὰ εἴπω μόνον ἐλάχιστα μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι εἰς κἄτι τι θὰ συντελέσω διὰ τῆς φωνῆς μου. Τί εἶναι καὶ εἰς ποῖον ἀνήκουν τὰ καλύμματα; Ἔχομεν δύο συμβάσεις ἐπικυρουμένας διὰ νόμων. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1914 ἀνέλαβε τὴν ἄδειαν νὰ ἐπεκτείνῃ τὸ προνόμιόν της κατὰ 80 ἑκατομμύρια μὲ τὴν ἀντίστοιχον ὑποχρέωσιν ὅπως τὸ ¼ αὐτῶν παρακρατήσῃ κατὰ τὸ ἥμισυ εἰς χρυσὸν καὶ κατὰ τὸ ἕτερον ἥμισυ εἰς ὁμολογίας εἰς χρυσόν. Ἡ ἰδία ὑποχρέωσις ἀνελήφθη καὶ διὰ τὸ ποσὸν τῶν 300 ἑκατομμυρίων τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν ἐπὶ πλέον κατὰ τὸ 192). Σήμερον ὅμως ἡ Τράπεζα ἦλθε καὶ λέγει, ἐγὼ δὲν ἐξετέλεσα τὴν ἐκ τῆς συμβάσεως ὑποχρέωσίν μου. Δὲν ἠγόρασα τὰ καλύμματα ἐκ τῆς ἀγορᾶς διὰ νὰ καλύψω τὸ ¼ τῶν 380 ἑκατομμυρίων τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν ἐπὶ πλέον κατὰ τὸ 1920. Σήμερον ὅμως ἡ Τράπεζα ἦλθε καὶ λέγει, ἐγὼ δὲν ἐξετέλεσα τὴν ἐκ τῆς συμβάσεως ὑποχρέωσίν μου. Δὲν ἠγόρασα ἐκ τῆς ἀγορᾶς διὰ νὰ καλύψω τὸ ¼ τῶν 380 ἑκατομμυρίων. Εἶχα ἰδικόν μου χρυσὸν καὶ τὸν παρέλαβα καὶ τὸν ἔθεσα ὡς κάλυμμα. Ὁ ἰσχυρισμὸς εἶναι κατώτερος σοβαρᾶς συζητήσεως. Τὰ ἠγόρασες ἀπὸ τὸν ἑαυτόν σου ἐὰν εὕρισκες τοῦτο προτιμώτερον παρὰ ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ τὰ ἀγοράσῃς ἀπὸ τὴν ἀγοράν. Τοῦτο οὐδόλως μεταβάλλει τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας ἀνέλαβες, ἐκ τῶν συμβάσεων μετὰ τοῦ Κράτους καὶ ἐκ τῶν νόμων. Ὅτι, Κύριοι, τὰ καλύμματα εἶναι ἀναποσπάστως συνδεδεμένα μὲ τὸ προνόμιον τῆς Τραπέζης καὶ ὅτι ἐπ’ αὐτῶν οὐδὲν δικαίωμα διαθέσεως ἔχει ἡ Τράπεζα προκύπτει καὶ ἐξ ἐνεργείας αὐτῆς τῆς Τραπέζης καὶ τοῦ Κράτους ἐκ νεωτέρας συμβάσεως πολὺ μεταγενεστέρας. Διὰ λόγους ἐθνικῆς ἀνάγκης ἐχρειάσθη νὰ διαθέσῃ ἡ Τράπεζα ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἕν μέρος ἐκ τῶν καλυμμάτων τοῦτο δὲ κατόπιν ἐπιβολῆς τοῦ Κράτους Αἰσθανομένη ὅμως τὴν ὑποχρέωσιν ἣν εἶχεν ἐκ τῶν προγενεστέρων συμβάσεων, ἐζήτησε διὰ νέας συμβάσεως καὶ ἔλαβε τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀντικαταστήσῃ ἀμέσως τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον οὕτω διέθεσε δι’ ἐθνικὴν ἀνάγκην διὰ χρεωγράφων τοῦ Κράτους εἰς χρυσόν. Καὶ πάλιν ὅμως παρέμεινεν ἡ ἀμφισβήτησις ἂν καλῶς ἐγένετο ἡ διάθεσις καὶ ἡ ἀντικατάστασις δεδομένου ὅτι τὰ χρεώγραφα τοῦ Κράτους ἠδύναντο νὰ ὑποστοῦν διακυμάνσεις. Διὰ τοῦτο τὸ Κράτος ἔσπευσε διὰ Νόμου τοῦ 1925 καὶ ἐπανέφερε τὴν παλαιὰν σύμβασιν, καθ’ ἣν τὸ ἥμισυ τῶν καλυμμάτων μένει πάντοτε εἰς χρεώγραφα καὶ τὸ ἥμισυ εἰς χρυσόν. Ἤδη ὅμως εἶπεν ἡ Τράπεζα ὅτι τὸ προνόμιον δὲν τὸ ἐχρησιμοποίησεν. Ἀλλ’ ἐρωτᾶται ποῖος τὴν ἠμπόδισεν; Εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ χρησιμοποιήσῃ τὸ ποσὸν τὸ ἀντιπροσωπεῦον τὰ καλύμματα; Τὸ ἔφερεν εἰς τοὺς ἰσολογισμούς της ὡς ποσὸν διαθέσιμον; Τοῦτο ἀρκεῖ, Κύριοι. Οὐδεμίαν σημασίαν θὰ εἶχεν ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν ἔπραττεν ἡ Τράπεζα, εἴτε διέθετε εἴτε ὄχι τὸ ποσὸν τοῦτο. Ἀλλ’ ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι τὸ διέθετε. Ἐξετάσατε τοὺς ἰσολογισμοὺς τῆς Τραπέζης καὶ θὰ ἴδητε ὅτι αἱ ἐν ὄψει καταθέσεις, αἱ ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν πληρωτέαι ὑπερβαίνουν τὰ διαθέσιμα ταῦτα. Γνωρίζομεν δὲ ὅτι κατὰ τὴν ἀνώμαλον περίοδον οἱ ἀνωμάλως διαχειριζόμενοι τὰ κοινά, ἐξηνάγκασαν τὴν Τράπεζαν νὰ διαθέσῃ πολὺ πλέον τοῦ μέρους τῶν διαθεσίμων της, ὅπερ ἠδύνατο καὶ ὤφειλε νὰ διαθέσῃ ὡς πιστωτικὸν ἵδρυμα, καὶ παρ’ ὀλίγον νὰ τὴν περιαγάγουν εἰς χρεωκοπίαν, ἂν δὲν ἐπήρχετο τότε πρὸς τοῦτο τὸ νέον κόψιμον τῶν τραπεζογραμματίων. Δὲν δύναται λοιπὸν νὰ ἰσχυρίζεται σοβαρῶς ἡ Τράπεζα ὅτι δὲν ἔκαμε χρῆσιν τοῦ προνομίου διότι δὲν εἶχε διαθέσει τὸ ὅλον ποσόν. Ἀλλὰ οὐδέποτε σοβαρῶς ἡ Τράπεζα ὑπεστήριξεν, ὅτι τὰ καλύμματα δὲν εἶναι ἀναγκαῖον παρακολούθημα τοῦ ἐκδοτικοῦ προνομίου. Δὲν ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ποτέ, ὅτι, ἀφοῦ πέρνει ἄλλος τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἐξοφλήσεως τῶν τραπεζογραμματίων, ἐγὼ δὲν ἔχω τίποτε. Καὶ αὐτὸς ἄλλω, ὁ Διοικητῆς τῆς Ἐθν. Τραπέζης ὑπεστήριξεν ὅτι τὰ καλύμματα μεταβιβάζονται μετὰ τοῦ προνομίου, καθ’ ἣν ἐποχὴν συνεζητήθη τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἰδοὺ τί λέγει εἰς μίαν δημοσίευσίν του (ἀναγινώσκει). Εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, δὲν πιστεύω νὰ δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ διάφορος γνώμη. Καὶ ὅταν ἦλθε τὸ ζήτημα τῶν καλυμμάτων προέτεινε νὰ ἐρωτηθοῦν ἁρμόδιοι οἰκονομολόγοι καὶ δημοσιολόγοι καὶ ὄχι νομομαθεῖς. Καὶ προέτειναν νὰ ὑποβληθῇ τὸ ζήτημα εἰς διαιτησίαν τῶν διοικητῶν τῶν σπουδαιοτέρων τραπεζῶν τῆς Εὐρώπης. Καὶ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τότε ὅτι θὰ γίνῃ καὶ τοῦτο ἀλλὰ δὲν ἔγινε. Καὶ ἀντὶ τούτου ἀνετέθη ἡ κρίσις τοῦ ζητήματος εἰς νομικούς, οἱ ὁποῖοι ἐξέδωκαν μίαν νομικὴν γνωμοδότησιν, ἧς καὶ ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως θὰ ἠδυνάμην νὰ ἀντικρούσω τὰ ἐπιχειρήματα. Τὸ ζήτημα ὅμως δὲν εἶναι νομικόν, εἶναι οἰκονομικὸν καὶ τραπεζιτικὸν καὶ ἀπὸ ταύτης τῆς ἀπόψεως θὰ ἔπρεπε νὰ κριθῇ καὶ νὰ λυθῇ. Καὶ οἱ ἀπασχολούμενοι γενικῶς μὲ τὰ οἰκονομικὰ προβλήματα μᾶς εἶπον τὴν γνώμην των. Καὶ ἐδημοσίευσα σχετικὸν ἄρθρον περιλαμβάνον τὴν γνώμην διακεκριμένου γάλλου οἰκονομολόγου τοῦ κ. Ντεστώ, ὅστις ἐξετάζων τὸ ζήτημα τῶν καλυμμάτων ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἐν Ἰταλίᾳ σταθεροποιήσεως, εἶπε ῥητῶς ὅτι ἡ διαφορὰ τῆς ἐπικαταλλαγῆς ἀνήκει εἰς τὸ δημόσιον καὶ ὄχι εἰς τὴν Τράπεζαν, ἐκτὸς ἂν τοῦτο παραιτηθῇ τῶν δικαιωμάτων του ὅπως συνέβη ἐν Ἑλλάδι. Ἐκτὸς αὐτοῦ θὰ σᾶς ἀναφέρω διακεκριμένους Γάλλους πολιτικοὺς καὶ οἰκονομολόγους καὶ ὀνομαστοὶ μεταξὺ αὐτῶν τὸν κ. Πουανκαρέ, συμφωνοῦντα μὲ τὸν συνάδελφόν του κ. Λανδρὺ καὶ εἰπόντα, ὅσον ἀφορᾷ τὴν σταθεροποίησιν: «Δὲν εἶναι ἀκόμη καιρὸς νὰ ἀποφασίσωμεν περὶ τούτου». Καὶ εἰπόντα περὶ τῶν καλυμμάτων «οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφισβήτησις ὅτι ἡ διαφορὰ τῆς ἐπικαταλλαγῆς τῶν καλυμμάτων θὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ἀπόσβεσιν χρεῶν τοῦ Κράτους πρὸς τὴν Τράπεζαν τῆς Γαλλίας, ὅτι δηλ. τὰ καλύμματα ἀνήκουν εἰς τὸ Κράτος καὶ ὄχι εἰς τὴν Τράπεζαν». Καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἐδημιουργήθη ζήτημα σταθεροποιήσεως τῶν ἐκδοθέντων κατὰ τὸν πόλεμον τραπεζογραμματίων, ἀλλὰ ἐκεῖ ἔκριναν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ σπεύσουν, καὶ ἀνέβαλον τὴν πραγματοποίησιν διὰ τὸν Μάρτιον τοῦ 1928. Προκειμένου δὲ νὰ τὰ παραχωρήσουν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῆς Ἀγγλίας, ἐξομοιούμενα πρὸς τὸν χρυσὸν, ἀπεφάνθησαν ὅτι τὸ κάλυμμα τῶν γραμματίων ἐκείνων ἔπρεπε νὰ παραμείνῃ εἰς τὸ Κράτος. Καὶ πολλοὶ ἄλλοι οἰκονομολόγοι, ἐν οἷς καὶ διακεκριμένος Γάλλος πολιτικὸς καὶ οἰκονομολόγος, ἀποφαίνεται, ὅτι οὔτε ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως οὔτε ἀπὸ ἠθικῆς πολιτικῆς δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις περὶ τοῦ ὅτι τὰ καλύμματα ἀνήκουν εἰς τὸ Δημόσιον, ὡς ἐκπρόσωπον τοῦ κοινοῦ τὸ ὁποῖον εἶναι φορεὺς τῶν τραπεζογραμματίων. Ἡμεῖς ὅμως τί ἐπράξαμεν; Μεταβιβάζομεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τὸν χρυσόν, ὑποχρεοῦμεν τὴν Ἐκδοτικὴν νὰ πληρώσῃ εἰς τὴν Ἐθνικήν τὸ ἀντίτιμον τούτου. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι, ὅτι, ἐνῶ θὰ ἠδύνατο τὸ Κράτος νὰ ἐξοφλήσῃ ποσὸν χρέους του 1.100 ἢ 1.200 ἑκατομμύρια, τὸ ποσὸν τοῦτο ἐξαφανίζεται. Καὶ ἐρωτᾶται· ἐν τίνι δικαιώματι θὰ πράξωμεν τοῦτο; Πῶς θὰ κάμωμεν ἀντιθέτως πρὸς ὅλα τὰ ἄλλα Κράτη; Οὕτω διὰ τῆς συμβάσεως στερούμεθα ἑνὸς ποσοῦ ἔχοντος σημασίαν διὰ τὴν σταθεροποίησιν ἐνῶ ἐξ ἄλλου ὅταν θὰ πληρωθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐκ μέρους τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, θὰ ἐπέλθῃ κλονισμὸς αὐξανομένης κατὰ 1100 ἑκατομμύρια τῆς δυναμικῆς κυκλοφορίας. Δὲν πρόκειται περὶ παρωνυχίδος, καὶ δι’ αὐτὸ χθὲς ἀντετάχθην, δηλώσας ὅτι πρέπει τὸ ζήτημα νὰ συζητηθῇ ἐπισταμένως καὶ νὰ ἀναψηλαφηθοῦν αἱ ρηθεῖσαι ἀποφάσεις σύμφωνα μὲ τὸ ὀρθὸν καὶ τὸ δίκαιον. Γνωρίζω ὅτι τὸ ζήτημα τῶν καλυμμάτων ἐπεζητήθη νὰ λυθῇ καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον, διὰ τῆς ἀποζημιώσεως τῆς Τραπέζης διὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ προνομίου της προώρως. Τὸ προνόμιον ἐπεξετείνετο μέχρι τοῦ 1950 καὶ θὰ εἶναι δίκαιον λέγουν ν’ ἀποζημιωθῇ ἡ Τράπεζα διότι στερεῖται τούτου 22 ἢ 25 ἔτη ἐνωρίτερον. Περὶ τοῦ ἰσχυρισμοῦ τούτου ὑπάρχει γνώμη τῆς Διοικήσεως τῆς Τραπέζης, καθ’ ἣν ἡ Τράπεζα δὲν ὑφίσταται ζημίαν, διότι ἡ ἄσκησις τοῦ προνομίου ἦτο μᾶλλον ἐπιζημία ἢ ἐπωφελὴς εἰς αὐτὴν. Βεβαίως ἡ γνώμη αὕτη δὲν δεσμεύει τὴν Τράπεζαν, οὔτε ἠθικῶς, ἂν καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ λεχθῇ ὅτι δὲν ἔχει σημασίαν τινά, ἐὰν πρόκειται νὰ ἐξετασθῇ ἐὰν ἡ Τράπεζα δικαιοῦται ἢ μὴ ἀποζημιώσεως ἐκ τῆς ἀφαιρέσεως τοῦ προνομίου. Καὶ ἂν ἤθελον νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα ἀπὸ στενῆς νομικῆς ἀπόψεως, θὰ ἠδύνατο νὰ ἐγερθῇ ζήτημα ἂν ἡ Τράπεζα ἔχει δικαίωμα ἀποζημιώσεως. Διότι, χωρὶς νὰ ἐπικαλεσθῶ τὸ γεγονὸς ὅτι τῇ συναινέσει της ἔγινε τοῦτο, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρίδω ὅτι τὸ Σύνταγμα δὲν προστατεύει τὰ ἐνοχικὰ ἀλλὰ μόνον τὰ ἐμπράγματα δικαιώματα. Θὰ ἠδύναντο, συνεπῶς, οἱ κυβερνῶντες νὰ καταργήσουν τὸ ἐκ τοῦ προνομίου δικαίωμα διὰ νόμου. Νομικῶς λοιπὸν θὰ ἦτο λίαν ἀμφισβητήσιμον νὰ εἴπω ὅτι τίκτεται δικαίωμα ἀγωγῆς ἐκ τῆς ἀφαιρέσεως τοῦ προνομίου. Ἀλλ’ ἐνῶ ταῦτα φρονῶ νομικῶς, φρονῶ ἐξ ἄλλου ὡς πολιτικὸς ὅτι ἀπὸ ἠθικῆς ἀπόψεως ἐπιβάλλεται νὰ ἐξετασθῇ ἐὰν τυχὸν ἐπῆλθε ζημία, ὅταν μάλιστα αὕτη, προέρχεται ἀπὸ στέρησιν κεκτημένου δικαιώματος. Ἀλλ’ ὅταν πρόκειται ἀφ’ ἑνὸς περὶ ζημίας, ἡ ὁποία δὲν ἔχει βάσιμον ἔρεισμα, ἡ ἠθικὴ ἐξέτασις ἐπιβάλλεται νὰ γίνῃ μετὰ πάσης προσοχῆς καὶ ἐφόσον ἀφ’ ἑτέρου πρόκειται περὶ παραχωρήσεων ἐκ μέρους τοῦ Κράτους καὶ δὴ εὑρισκομένου εἰς τόσον κρίσιμον οἰκονομικὴν κατάστασιν. Δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι δικαιούμεθα νὰ κάμνωμεν δωρεάς, καὶ διὰ τοῦτο λέγω ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη εἶναι σύμβασις κατὰ τὴν σύνταξιν τῆς ὁποίας οἱ ὑπογράψαντες αὐτὴν ἐλησμόνησαν τὰς βαρείας ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας ὑπέχουν, προκειμένου νὰ διαρρυθμίσουν τοιαῦτα συμφέροντα. Ἐλησμόνησαν ἀκόμη οἱ ὑπογράψαντες τὴν σύμβασιν καὶ ἓν βαρύτερον καθῆκον τὸ ὁποῖον εἶχον ἀπέναντι τοῦ Σώματος, παρὰ τοῦ ὁποίου ζητοῦσι τὴν ἔγκρισιν τῆς συμβάσεως, τὸ καθῆκον ὅπως προσκομίσουν εἰς αὐτὸ τὰ στοιχεῖα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων τοῦτο ἤθελε δυνηθῇ νὰ κρίνῃ. Εἶμαι βέβαιος ὅτι ἀναγινώσκοντες τὴν σύμβασιν θὰ παρατηρήσατε πάντες ὅτι ἐν τῷ ἄρθ. 4 αὐτῆς ἀναφέρεται ὅτι ἡ Τράπεζα παραιτεῖται πάσης ἀπαιτήσεως ἀπέναντι τῆς Τραπέζης». Ἀλλὰ ποῖαι εἶναι αἱ ἀξιώσεις αὗται τῶν ὁποίων τὸ Δημόσιον παραιτεῖται διὰ μιᾶς φράσεως τόσον γενικῆς καὶ ἀορίστου; Καὶ μίαν τοιαύτην σύμβασιν, ἡ ὁποία θὰ ἐκηρύσσετο ἄκυρος, λόγῳ ἀοριστίας ἀπὸ οἱονδήποτε Δικαστήριον, μίαν τοιαύτην σύμβασιν ἔρχεσθε νὰ ζητήσετε ὅπως ψηφισθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον εἰς τὴν Βουλήν; Δὲν ἀνέμενον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν μίαν τοιαύτην ὑποτίμησιν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους, ἀκόμη καὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι περιβάλλουν διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης των τὴν Κυβέρνησιν. Διότι ἡ ἐμπιστοσύνη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν δὲν εἶναι ἐμπιστοσύνη πρὸς τὰ ἄτομα, ἀλλ’ ἐμπιστοσύνη πρὸς τὰς πράξεις αὐτῶν, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὴν περιβάλλουν διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης των, ἔχουν τὴν ἀξίωσιν νὰ γνωρίζουν πῶς καὶ διατὶ πράττει ὅσα πράττει ἡ Κυβέρνησις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὤφειλε νὰ καθορίσῃ ἐν τῇ συμβάσει διατὶ καὶ τίνων δικαιωμάτων παρῃτήθη. Δὲν εἶναι ὅμως μόνον τὸ ἄρθρον 4. Καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τῆς συμβάσεως, ἓν πρὸς ἓν ἂν ἐξετάσητε, οὐδαμοῦ θὰ εὕρητέ τι ὡρισμένον καὶ θετικὸν ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ δυνηθῆτε νὰ στηρίξητε τὴν κρίσιν σας. Δὲν γνωρίζομεν ἀκόμη ποία θὰ εἶναι ἡ Τράπεζα μετὰ τὸν χωρισμόν. Διότι ἄλλο εἶναι ἂν θὰ ἀπομείνῃ ἁπλῶς ἰδιωτικὴ Τράπεζα καὶ ἄλλο ἂν θὰ εἶναι ἡμικρατικῆς φύσεως. Ἂν ἡ Τράπεζα θὰ ἐξακολουθῇ νὰ ἀπολαμβάνῃ εἰδικῶν προνομίων ἢ ὄχι, ποῖος θὰ μᾶς τὰ εἴπῃ αὐτά; Κατωτέρω ἡ Τράπεζα ἀναλαμβάνει ὑποχρεώσεις ὑπὲρ τῆς ἀγροτικῆς πίστεως. Τίνα σημασίαν ἔχει τοῦτο; Θὰ παράσχῃ ἀγροτικὴν πίστιν μείζονα τῆς σήμερον ἀσκουμένης; Καὶ ὑπὸ ποίους ὅρους; Τί νὰ ἐννοήσωμεν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τίνος νὰ κρίνωμεν; Καὶ ὁμιλεῖ κατωτέρω ἡ σύμβασις περὶ χορηγήσεως δανείων 450.000.000 ἐπὶ ἐνεχύρῳ διὰ τοὺς πρόσφυγας. Ἀλλὰ τί ὑποχρέωσις εἶναι αὐτή; Πῶς θὰ ρυθμισθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο; Διὰ τοιούτων ἀοριστιῶν καὶ τοιούτων ὑποσχέσεων ἀορίστων θὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τῶν προσφύγων; Καὶ ἄλλοτε εἶπον ὅτι τὸ ζήτημα τῶν προσφύγων εἶναι ἀκανθωδέστατον, ἀλλὰ καθίσταται τοῦτο ἔτι μᾶλλον ἀκανθωδέστατον, ὅταν διὰ τοιούτων ἀορίστων ὑποσχέσεων θέλομεν νὰ ἱκανοποιήσωμεν ἐκδηλωμένας ἀνησυχίας καὶ διαμαρτυρίας. Ὄχι, Κύριοι, πρέπει νὰ μείνωμεν πάντες σύμφωνοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὡς εἴμεθα ἐν τῇ ἀρχῇ σύμφωνοι, ὅτι πρέπει κατὰ πάντα τρόπον καὶ συζητοῦντες ὅλοι ὁμοῦ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ ἱκανοποιήσωμεν τὰ ζητήματα τῶν προσφύγων, νὰ δώσωμεν τὸ ταχύτερον λύσιν εἰς τὴν ὀφειλομένην ἀποκατάστασιν αὐτῶν. Εἶμαι βέβαιος ὅτι ὅταν οἱ πρόσφυγες ἀκούσωσι τὴν γνώμην ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους, ὅταν καταδειχθῇ εἰς αὐτοὺς ἐπαρκῶς ὅτι οὐδεὶς ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ δὲν εἶναι ὁ μὴ ἐπιθυμῶν τὴν ἀποκατάστασιν αὐτῶν, οὐχὶ κἂν λόγῳ τῶν συνδεόντων ἡμᾶς πρὸς αὐτοὺς δεσμῶν, ἀλλὰ ἐκ τοῦ ἐπιτακτικοῦ συμφέροντος, διότι οὐδέποτε, κύριοι, θὰ ἡσυχάσῃ καὶ θὰ κυβερνηθῇ καλῶς ὁ τόπος αὐτός, ἐὰν καὶ οἱ νέοι συμπολῖται ἡμῶν δὲν αἰσθανθῶσι τὸν ἑαυτόν τους εἰς θέσιν τοιαύτην, ὥστε νὰ μὴ ἀναμένωνται ἐντεῦθεν ἢ ἐκεῖθεν τρόπον τινὰ χαριστικῶς νὰ ἱκανοποιηθῶσιν αἱ δίκαιαι ἀξιώσεις των. Θεωρῶ τὰς τοιαύτας ὑποσχέσεις ὡς βλαβεράς. Ἐν τούτῳ τῷ σημείῳ θὰ εἴπω εἰς τὴν Κυβέρνησιν ...
§24Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουρ. Οἰκον.). Πρόκειται περὶ τοῦ συμπληρωματικοῦ Μητρώου.
§25Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ συμπληρωματικοῦ μητρώου δὲν θὰ λυθῇ διὰ τοιαύτης τινὸς διατάξεως, ἀλλὰ δὲν λύονται τὰ ζητήματα ταῦτα οὕτω μονομερῶς ἵνα δημιουργῆται ἡ ἐντύπωσις, ὅτι μία ὡρισμένη μερὶς ἀντιστρατεύεται εἰς τὰ τοιαῦτα μέτρα, ἐνῷ τοὐναντίον καὶ ἡ μερὶς αὐτὴ ὑποβάλλεται εἰς τὰς αὐτάς, ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι ὑποχρεώσεις, ἐνῷ ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως καταλήγει ἐπὶ βλάβῃ καὶ ἐπὶ ζημίᾳ τῶν προσφύγων. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸν τελευταῖον ἰσολογισμὸν τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀποκαταστάσεως Προσφύγων ἔτους 1927 συνοδευόμενον ὑπὸ ἑνὸς ἐγγράφου τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐν τῷ ὁποίῳ ρητῶς αὕτη λέγει, ὅτι τὸ ἔργον τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν προσφύγων ἐσταμάτησε διότι τὸ δάνειον τῶν 2½ ἑκατομ. λιρῶν δὲν δίδεται ὑπὸ τῆς Ἀμερικῆς, ἐὰν πρῶτον δὲν ἐγκριθῇ ἀπὸ τὸ Κογκρέσσον. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἀποκαταστάσεως δηλοῖ, ὅτι διὰ τὴν συνέχισιν τῆς ἀποκαταστάσεως ἔχει ἀνάγκην ἑνὸς ἑκατομ. λιρῶν τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ τῆς παράσχῃ τὸ Κράτος, ἵνα συνεχισθῇ ἡ ἀποκατάστασις. Καὶ ἡ περιπλοκὴ αὕτη ἐπῆλθε, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν συνέδεσε τὸ προσφυγικὸν δάνειον τοῦτο μὲ τὴν ὅλην πολιτικήν του. Καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ Ἀποκαταστάσεως τονίζει ὅτι ἄνευ τοῦ ἑνὸς ἑκατομ. λιρῶν πρὸς συνέχισιν τῆς ἀποκαταστάσεως θὰ καταβάλλωνται ἀσκόπως αἱ γενικαὶ δαπάναι τοῦ ὀργανισμοῦ τούτου.
§26Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουρ. Οἰκον.). Εἷς ἐκ τῶν λόγων δι’ ὃν ἡ Ἀμερικανικὴ Κυβέρνησις ἐδείχθη πρόθυμος εἰς τὸν διακανονισμὸν τῶν χρεῶν ἦτο ὅτι τὸ δάνειον τοῦτο θὰ ἐχρησιμοποιεῖτο ἀποκλειστικῶς διὰ τὴν συμπλήρωσιν τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν προσφύγων. Ἐκ τοῦ γεγονότος τούτου οὐδεμία καθυστέρησις τοῦ ἔργου τῆς ἀποκαταστάσεως προκύπτει, διότι ἡ ἐξοικονόμησις τοῦ ποσοῦ τοῦ ἑνὸς ἑκατομ. λιρῶν, ἥτις ἀπαιτεῖται πρὸς συνέχισιν τῆς ἀποκαταστάσεως εἶναι εὐχερεστάτη.
§27Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὅσον καὶ ἂν ἀποδίδω ἰδιαιτέραν τιμὴν πρὸς τὸν Ἀμερικανικὸν λαὸν, δὲν ἀνέμενον νὰ ἀκούσω παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι αἱ μεταξὺ τῶν λαῶν συμφωνίαι συνάπτονται ἄλλως παρὰ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀμοιβαίων αὐτῶν συμφερόντων, οὐχὶ δὲ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν αἰσθημάτων τῆς φιλανθρωπίας. Τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον μᾶς ἐδόθη, μᾶς ἐδόθη ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς συμβιβασμοῦ, καὶ τίποτε πλέον. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον, τὸ ἔγγραφον τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀποκαταστάσεως ὑπάρχει ἢ ὄχι; Ἡ αἴτησις δὲ τῆς Ἐπιτροπῆς ἱκανοποιήθη ἢ ὄχι;
§28Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουρ. Οἰκον.). Ἡ Κυβέρνησις ἀπήντησεν ὅτι ἡ αἴτησις τῆς Ἐπιτροπῆς θὰ ἱκανοποιηθῇ.
§29Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Καὶ ὅμως δὲν ἔγινεν ἀκόμη.
§30Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουρ. Οἰκον.). Εἶναι ζήτημα τριῶν ἡμερῶν.
§31Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Καταλήγων, Κύριοι, συνιστῶ ὅπως ἡ Κυβέρνησις μελετήσῃ βαθύτερον καὶ ὡριμώτερον τὰς γενομένας ζημίας, αἵτινες προκύπτουν εἰς βάρος τοῦ Κράτους καὶ νὰ φέρῃ μίαν σύμβασιν μετὰ τῶν ἀναγκαίων στοιχείων καὶ ἐγγράφων, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων θὰ δυνηθῇ νὰ γνωρίσῃ ἡ Βουλὴ ὅσα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ, ἵνα κρίνῃ κατὰ πόσον ἡ Κυβέρνησις δὲν ὑπερέβη τὰ ὅρια μέχρι τῶν ὁποίων ὤφειλε νὰ φθάσῃ καὶ κατὰ πόσον, καὶ ἀπὸ πολιτικῆς ἀκόμη ἀπόψεως, εἶναι συμφέρουσα ἡ σύμβασις. Ἐὰν ταῦτα δὲν πράξετε κυβερνήσατε τότε διὰ Ν. Διαταγμάτων τὴν χώραν, πράξατε ὅ,τι σεῖς θέλετε καὶ μὴ ἐπικαλῆσθε τὴν Βουλήν. Καὶ πρὸς ἀπόδειξιν ὅτι κάμνετε ὅ,τι θέλετε, σᾶς ἀναφέρω ὅτι ἐν τῷ τελευταίῳ ἐδαφίῳ τοῦ Πρωτοκόλλου τῆς Γενεύης ἀναγράφεται ἡ ὑποχρέωσις, ὅπως ὅλαι αἱ καταθέσεις τῶν Νομικῶν προσώπων συγκεντρωθῶσιν ἐντὸς μιᾶς διετίας εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν, ἐν τούτοις, ἐν τῷ ἄρθρῳ 6 τῆς παρούσης συμβάσεως, καθορίζεται ὅτι αἱ καταθέσεις τῶν Νομικῶν προσώπων θὰ γίνωνται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Πῶς συμβιβάζονται ταῦτα;
§32Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουρ. Οἰκον.). Δὲν εὑρίσκεται εἰς οὐδεμίαν ἀντίφασιν ἡ διάταξις αὕτη πρὸς τὸ πρωτόκολλον τῆς Γενεύης. Τὸ πρωτόκολλον τῆς Γενεύης ὁμιλεῖ περὶ τῶν χρημάτων τῶν Νομικῶν προσώπων τῶν ἀναγκαιούντων εἰς τὰς τρεχούσας αὐτῶν ἀνάγκας. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὰς καρποφόρους τοποθετήσεις, αὗται θὰ γίνωνται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν.
§33Β. ΣΑΓΙΑΣ. Ἄρα ὅλαι αἱ καταθέσεις, καὶ αἱ πρόχειροι, θὰ γίνωνται ἐν ὄψει εἰς τὴν Ἐθνικήν.
§34Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἡ δεδομένη ἐξήγησις δὲν δύναται νὰ εἶναι ἱκανοποιητική. Θὰ ἤμην εὐτυχὴς ἂν εἴχετε μίαν ἑρμηνείαν τοιαύτην, ἡ ὁποία θὰ ἐπέτρεπεν ὥστε αἱ περιουσίαι αὗται νὰ συγκεντρωθῶσιν εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν Τράπεζαν, διότι εἶναι κακὸν νὰ προστρέχουν τὰ ὡς ἄνω νομικὰ πρόσωπα, μὲ τὰ ἀσθενῆ των μάλιστα οἰκονομικά, πότε εἰς τὸ ἓν Ταμεῖον καὶ πότε εἰς τὸ ἄλλο. Πολὺ ὅμως ἀμφιβάλλω ἂν καὶ ἡ ἑρμηνεία αὕτη εἶναι πραγματική, ἐφόσον δὲν τὴν ἔχετε βεβαιωμένην.
§35Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουρ. Οἰκον.). Εἶναι ἀπολύτως βεβαιωμένη καὶ οὐδεμία ἀντίρρησις θὰ γεννηθῇ ἐκ μέρους τῆς Κ.Τ.Ε.
§36Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν ὁ ἴδιος θὰ διαχειρίζεται πάντοτε τὰ κοινά. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ θελήσῃ κάποτε ὁ λαὸς ὅπως ἄλλος τις ἀναλάβῃ τὴν διαχείρησίν των. Τότε ποῦ θὰ στηριχθῇ ἐκεῖνος διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἄποψιν ταύτην; Δὲν εἶναι δυνατόν, Κύριε Ὑπουργέ, νὰ διοικῆται τὸ Κράτος μὲ τὰς προφορικὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας σεῖς ἐκάματε. Πάντως, θ’ ἀναμείνω τὰς ἐξηγήσεις σας ἐπὶ τῆς συμβάσεως καὶ ἀπέναντι τούτων θὰ δυνηθῶ νὰ εἰσέλθω εἰς εἰδικωτέραν συζήτησιν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ προσαγάγητε τὰ ἔγγραφα καὶ τοὺς λογαριασμοὺς ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐβασίσθητε, ἵνα φθάσητε εἰς μίαν σύμβασιν ἡ ὁποία γέμει ἀοριστιῶν (Χειροκροτήματα).
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 10 καὶ 30′ μ.μ. Μετὰ τὴν διακοπὴν (Ὥρα 11.20′ μ. μ.)
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Μάξιμος.
§39Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν ζητήματος, Κύριοι Βουλευταί, κατέληξεν εἰς συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς σταθεροποιήσεως. Τοῦτο ἦτο φυσικόν, διότι ἡ σύμβασις καθορίζει σημεῖα τινὰ τοῦ προγράμματος τῆς σταθεροποιήσεως. Ὁσάκις ἐπαναλαμβάνεται τὸ ζήτημα τοῦτο ἡ ἐπίθεσις τῆς ἀντιπολιτεύσεως γίνεται ὁλονὲν ὀξυτέρα, τοῦτο δὲ οὐχὶ ἄνευ σημασίας, διότι ἡ ἑκάστοτε ὀξυτέρα ἐπίθεσις τῆς ἀντιπολιτεύσεως εἶναι ἀποτέλεσμα τῶν πιέσεων τὰς ὁποίας ὑφίσταται αὕτη καὶ αἵτινες μεταδίδονται ὑπ’ αὐτῆς εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις εἶναι τόσον ἀφοσιωμένη εἰς τὸ ἔργον τῆς σταθεροποιήσεως, ὥστε νὰ μὴ προσέχει εἰς τίποτε ἄλλο ἐκτὸς τῶν συγκεκριμένων προτάσεων τὰς ὁποίας εἰσηγεῖται διὰ πραγματοποίησιν τοῦ προγράμματος αὐτῆς. Δι’ αὐτὴν δὲν ὑπάρχουν ἀξιώσεις ἐργατικαὶ καὶ δυσφορία εἰς τοὺς χωρικούς, διὰ πράγματα ἔχοντα ἀνάγκην λύσεως· δι’ αὐτὴν ἓν μόνον πρᾶγμα ἔχει ἀνάγκην λύσεως, ἡ σταθεροποίησις. Σταθεροποίησις δὲν εἶναι μόνον ἡ νομισματικὴ τοιαύτη, ἀλλὰ εἶναι ἡ σταθεροποίησις τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας καὶ τῆς ὁποίας σταθεροποιήσεως ἡ νομισματικὴ τοιαύτη ἀποτελεῖ μόνον ἕν μέρος. Ἡ σταθεροποίησις εἶναι δημιούργημα τῆς καπιταλιστικῆς κινήσεως τῆς Εὐρώπης, ἵνα ἐπαναφέρῃ τὴν παραγωγικὴν μηχανὴν εἰς τὴν πολεμικὴν κατάστασιν καὶ ἀναπτύξῃ ἔπειτα αὐτήν. Πρὸ τοῦ πολέμου ὑπῆρχεν ἕν σταθερὸν καπιταλιστικὸν σύστημα μὲ τάσεις ἀναπτύξεως αὐτοῦ, ἀλλὰ τὸ γνώρισμα τοῦτο δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν μεταπολεμικὴν σταθεροποίησιν. Τοὐναντίον προϋποθέσεις τῆς σταθεροποιήσεως εἶναι οὐχὶ ἡ βελτίωσις τῶν κινούντων τὴν παραγωγικὴν μηχανήν, ἀλλ’ ἀντιθέτως. Τὸ οὐσιῶδες ὅμως αὐτὸ πρᾶγμα δὲν τὸ ἀντιλαμβάνεται ἡ Κυβέρνησις οὔτε ἡ ἀντιπολίτευσις. Ἡ σταθεροποίησις ἐν Γερμανίᾳ ἐγένετο καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡ τιμὴ τοῦ μάρκου ἦτο μηδαμινή, ὁπότε ὅμως ἡ βιομηχανία εἶχε τὴν μεγαλυτέραν ἀνάπτυξιν. Τὸ αὐτὸ συνέβη καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἔνθα ἡ βιομηχανία ἀνεπτύχθη κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς πτώσεως τοῦ νομίσματος, ὅταν δὲ τὸ κεφάλαιον ἐπωφελήθη τῆς πτώσεως ταύτης τοῦ νομίσματος καὶ ἀνέπτυξε τὴν βιομηχανίαν, τότε ἐγεννήθη ἡ ἰδέα τῆς σταθεροποιήσεως, τῆς ὁποίας πρόγραμμα εἶναι ἡ μονιμοποίησις τοῦ κέρδους τῆς κεφαλαιοκρατίας ἐκ τῆς πτώσεως τοῦ νομίσματος. Καὶ ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τὴν σταθεροποίησιν. Προκειμένου περὶ τῶν καλυμμάτων, ταῦτα ἀνήκουν εἰς τὸ Κράτος καὶ ὄχι εἰς τοὺς κατόχους τῶν Τραπεζογραμματίων, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ὁ πρῶτος πωλητὴς καὶ ὁ πρῶτος ἀγοραστής. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου δύο ἀπόψεις ὑπεστηρίχθησαν, ἡ ἄποψις τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως καὶ ἡ ἄποψις τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος. Αἱ δύο ἀπόψεις αὗται συμφωνοῦσι μὲν ὅτι τὰ καλύμματα ἀνήκουν εἰς τὸ Κράτος, ἀλλὰ δὲν συμφωνοῦσιν ὡς πρὸς τὴν διάθεσιν αὐτῶν. Ἡ μὲν Δημοκρατικὴ Ἕνωσις ὑπέδειξεν ὡς λύσιν, ὅπως τὰ καλύμματα ταῦτα διατεθοῦν διὰ τὴν γεωργικὴν πίστιν, τὸ δὲ Λαϊκὸν κόμμα ὅπως ταῦτα διατεθοῦν πρὸς ἐξόφλησιν ποσοῦ τραπεζογραμματίων. Ἀλλ’ ὁ συμβιβασμὸς τὸν ὁποῖον ἐδέχθη ἡ Δημοκρατικὴ Ἕνωσις διὰ τὸ ἥμισυ τοῦ ποσοῦ τούτου ἀφαιρεῖ τὴν νομικὴν βάσιν τῆς ἀπόψεως αὐτῆς καὶ παρέχει τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ὑπάρχει κάτι ἀμφισβητήσιμον εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Ποία ζημία θὰ προέκυπτεν, ἐὰν ἀφῃροῦντο τὰ καλύμματα ἀπὸ τὴν Ἐθν. Τράπεζαν, θὰ μᾶς τὸ εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ ἐὰν αἱ μετοχαὶ αὐτῆς ἀπὸ 76.000 κατήρχοντο εἰς 40.000, δὲν θὰ ὑφίστατο οὐδεμίαν ζημίαν ὁ Λαός, διότι φρονῶ, ὅτι τὰ συμφέροντα τῶν ὁμολογιούχων εἶναι ἀντίθετα πρὸς τὰ λαϊκὰ συμφέροντα. Ἀλλὰ διὰ τὴν Κυβέρνησιν ἡ ἀξία τῶν μετοχῶν τῆς Ἐθν. Τραπέζης εἶναι ἡ ἄμεσος ἀντανάκλασις τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας. Τὸ ἀληθὲς ὅμως εἶναι ὅτι ἀρκετὰ ἐκέρδισε κατὰ τὸν πόλεμον ἡ Ἐθν. Τράπεζα, ὥστε νὰ τῆς κάμωμεν αὐτὴν τὴν μεγάλην δωρεάν, ἐνῷ ὑπάρχουν τόσαι ἄλλαι ἀπόλυτοι ἀνάγκαι. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην, ὅτι ἡ ἵδρυσις Ἐκδοτ. Τραπέζης εἶναι ζημία, καὶ μάλιστα φοβερὰ διὰ τὴν Ἐθν. Τράπεζαν. Ἐγώ, ἀντιθέτως, ὑπεστήριξα καὶ ὑποστηρίζω, ὅτι ἡ Ἐθν. Τράπεζα, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἱδρύθη ἕως σήμερον, ἐξελίχθη εἰς ἕνα ὀργανισμὸν ἐντελῶς διάφορον ἀπὸ τὸν χαρακτῆρα τὸν ὁποῖον εἶχεν ὅταν ἱδρύθη αὕτη. Σήμερον μετεβλήθη αὕτη εἰς ἐπιχείρησιν, ἥτις μετέχει εἰς πλείστας Ἑταιρείας, ὡς ἡ Πάουερ καὶ ἄλλαι, καὶ ἐγένετο ἓν ἰσχυρότατον οἰκονομικὸν ἵδρυμα. Εἰς ὅλα δὲ τὰ λεγόμενα, ὅτι ἡ διχοτόμησις ἐζημίωσε τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, τὴν ἀπάντησιν θὰ τὴν δώσουν μόνον τὰ πράγματα. Ὑποστηρίζω ὅτι τὰ καλύμματα πρέπει νὰ διατεθοῦν διὰ τὴν ἵδρυσιν Γεωργικῆς Συνεταιριστικῆς Τραπέζης, ἥτις νὰ δίδῃ εἰς τοὺς ἀγρότας μακροπρόθεσμα δάνεια μὲ ἐλάχιστον τόκον, ἂν δὲ ἡ Κυβέρνησις ἐνδιαφέρεται διὰ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῶν μαζῶν αὐτῶν, πρέπει νὰ ἀποδεχθῇ τὰς ἀπόψεις μας.
§40Α. ΜΕΡΟΣ. Εἶμαι, Κύριοι Βουλευταί, ἐντελῶς ἀναρμόδιος νὰ εἰσέλθω εἰς τὸν λαβύρινθον τῆς νομικῆς ἀπόψεως ὅσον ἀφορᾷ τὴν κυριότητα τῶν καλυμμάτων, τὰ ὁποῖα κυρίως ἀποτελοῦσι τὸ σπουδαιότερον θέμα τῆς σημερινῆς συζητήσεως. Γεγονὸς ὅμως εἶναι ὅτι ἐκ τῶν καλυμμάτων αὐτῶν, ἐκ τῆς συναλλαγματικῆς τοὐτέστι διαφορᾶς, ὑπάρχει ἓν περιθώριον κέρδους 1.200.000.000 δραχ. τοῦ ὁποίου κληρονόμοι ἐμφανίζονται, κατ’ ἄλλους μὲν οἱ κάτοχοι τῶν τραπεζογραμματίων, κατ’ ἄλλους τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον καὶ κατ’ ἄλλους ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Ἂς δεχθῶμεν πρὸς στιγμὴν ὅτι ἡ κυριότης τῶν καλυμμάτων αὐτῶν ἀνήκει ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἂς καθορίσωμεν τώρα, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κειμένης νομοθεσίας, ποῖα τὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους ἐπὶ τοῦ καθαροῦ αὐτοῦ κέρδους. Ὅπως γνωρίζετε, αἱ Τράπεζαι αἱ Ἑλληνικαὶ καὶ αἱ Ἀνώνυμοι Ἑταιρεῖαι δὲν φορολογοῦνται ὅσον ἀφορᾷ τὰ καθαρὰ αὐτῶν κέρδη, παρὰ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μερίσματος. Ὁ τρόπος αὐτὸς τῆς διαρρυθμίσεως τῆς φορολογίας τῶν Τραπεζῶν καί ἐν γένει τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν παρέσχεν ἓν εὐρύτατον ἔδαφος πρὸς καταστρατήγησιν τῆς φορολογίας καὶ διαφυγὴν πολλῶν ποσῶν φορολογικῶν. Καθιερώθη τοὐτέστιν ἡ ἀρχὴ ἐκ μέρους τῶν Τραπεζῶν καὶ τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν νὰ παρέχουν εἰς τοὺς μετόχους ἐλάχιστον μέρισμα, μέγιστα δὲ ποσὰ νὰ μεταφέρωσιν εἰς τὸ ἀποθεματικόν, ἐκ τοῦ ὁποίου γίνεται οἰκονομικὴ ἐξάτμισις, καθόσον ποσὰ τεράστια ἐξ αὐτῶν διατίθενται εἰς ἐγκαταστάσεις, δι’ ἀνέγερσιν μεγάρων καὶ ἐν γένει ἐν ἐπένδυσιν νέων περιουσιακῶν στοιχείων, ἅτινα διαφεύγουσιν κατὰ μέγα μέρος τὴν φορολογίαν. Ὁ τρόπος αὐτὸς τῆς φορολογίας εἶναι ἐντελῶς ἐλαττωματικὸς καὶ ὀφείλει, ἐφόσον ἠγέρθη τὸ ζήτημα τοῦτο, νὰ δώσῃ λαβὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως τροποποιήσῃ ἐντελῶς τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τῶν Τραπεζῶν καὶ τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν, καθόσον ἡ ἐλαφροτάτη φορολογία τῶν ὡς ἄνω ἱδρυμάτων, ὅπως ὑφίσταται σήμερον, εἶναι μία ἀπὸ τὰς βαρείας ἀφορμὰς τῆς λαϊκῆς ἀγανακτήσεως. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ὁ ἐπαγγελματίας φορολογεῖται βαρύτατα. Δὲν ἀπαλλάσσεται οὐδὲ ἑνὸς ἐλαχίστου ποσοῦ δι’ ἔξοδα στοιχειώδους συντηρήσεως, ἐνῷ διὰ τὰς μεγάλας ἐπιχειρήσεις τῶν Τραπεζῶν καὶ τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν εἶναι καθιερωμένη μία ἐντελῶς ἀνεξήγητος νομικὴ ἀντίληψις, ὅσον ἀφορᾷ τὴν φορολογίαν. Ὅπως σᾶς ἀνέφερα φορολογεῖται τὸ μέρισμα καὶ δὲν φορολογοῦνται τὰ κέρδη, τὰ ὁποῖα ὑπὸ διαφόρους μορφὰς διαφεύγουν τὴν φορολογίαν. Θὰ ἦτο εὐτύχημα, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐξ ἀφορμῆς τῆς συζητήσεως ἡ ὁποία γίνεται καὶ τῶν παραπόνων, τὰ ὁποῖα ἀσφαλῶς ἔχουν φθάσει μέχρι τῶν ὤτων της, ἀπεφάσιζε, μαζὶ μὲ τὰ φορολογικὰ μέτρα τὰ ὁποῖα πρόκειται προσεχῶς νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νὰ φέρῃ καὶ ἓν τοιοῦτον διὰ τὴν φορολογίαν τῶν Τραπεζῶν καὶ Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν, καθιερώνουσα σύστημα φορολογίας ὅπως καὶ προπολεμικῶς ἦτο, τόσον διὰ τὰ μερίσματα, ὅσον καὶ διὰ τὰ κέρδη τῶν Τραπεζῶν καὶ Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ ἀπόδοσις θὰ εἶναι γενναιοτέρα καὶ ἐπὶ πλέον θὰ ἐξέλιπε μία δικαιοτάτη ἀφορμὴ τοῦ παρὰ πάντων πληττομένου φορολογικῶς λοιποῦ κόσμου. Ἀλλὰ ὡς ἐξετέθη, Κύριοι Βουλευταί, ἀπὸ ἐγκριτώτατα μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν δικαιοῦται νὰ διεκδικήσῃ τὰ καλύμματα. Τὰ καλύμματα, ὅπως ὑπεστηρίχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀνήκουν κατὰ κυριότητα εἰς τοὺς κατόχους τῶν τραπεζογραμματίων, καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρωμεν τοὺς κατόχους τῶν τραπεζογραμματίων, ὑπεστηρίχθη ἡ ἀντίληψις ὅτι δικαιοῦται νὰ λάβῃ ταῦτα τὸ Κράτος καὶ τὰ διαθέσῃ πρὸς ἀπόσβεσιν τοῦ Δημοσίου Χρέους. Νομίζομεν, ὅτι ἡ ὑπόδειξις αὐτὴ εἶναι ἄστοχος, διότι πρόκειται περὶ μιᾶς νέας φορολογίας, ἡ ὁποία οὐσιαστικῶς βαρύνει αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι ἔφερον τὰ τραπεζογραμμάτια καὶ οἱ ὁποῖοι, ἂν εὑρίσκοντο, θὰ διεξεδίκουν τὰ καλύμματα. Δὲν δικαιοῦται, λοιπόν, τὸ Κράτος νὰ ἐπιβάλῃ τοιαύτην φορολογίαν καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἀλλὰ καὶ διότι παρομοία φορολογία θὰ ἦτο καὶ καθαρῶς ἀντισυνταγματική. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται εἶναι ὅπως τὰ καλύμματα ταῦτα διατεθῶσι διὰ σκοποὺς κοινωνικῆς ὠφελείας, διὰ σκοποὺς ἀναπτύξεως τῆς ἐθνικῆς μας οἰκονομίας, καὶ εὐστόχως ὑπεστηρίχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἡ ἄποψις ὅτι τὰ περισσεύματα ταῦτα πρέπει νὰ διατεθῶσιν ὑπὲρ τῆς ἱδρυθησομένης Γεωργικῆς Τραπέζης. Τὸ ζήτημα τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης, τὸ ὁποῖον ἰδιαιτέρως ἐνδιαφέρει ἡμᾶς ὡς ἐκπροσώπους εἰδικώτερον τῆς ἀγροτικῆς τάξεως, μᾶς δίδει μάλιστα τὴν εὐκαιρίαν νὰ φέρωμεν εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς, ὅτι τελευταίως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἥτις μέχρι τοῦδε ἀσκεῖ τὴν ἀγροτικὴν πίστιν, περιώρισε τὰς πιστώσεις κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ δυσχεράνῃ τελευταίως τὴν ἐπέκτασιν τῆς καλλιεργείας. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ τὸ ὁποῖον δὲν δύναται παρὰ νὰ ἔχῃ ἕνα ἀντίκτυπον εἰς τὴν ὅλην γεωργικὴν οἰκονομίαν, ὀφείλει νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε τὸ ζήτημα τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης νὰ καταστῇ δι’ αὐτὴν μᾶλλον ἐπεῖγον, διότι ἂν τηρηθῇ ἡ ἰδία τακτικὴ ἐκ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης θὰ ἔχωμεν μίαν παράλυσιν, μίαν ἀποσύνθεσιν τῆς γεωργικῆς προσπαθείας, μίαν μείωσιν τῆς παραγωγῆς, καὶ ἀσφαλῶς ἔν τινι μέτρῳ ἀνατροπὴν τῆς πολιτικῆς τῆς σταθεροποιήσεως τοῦ συναλλάγματος, ὅπερ, ὡς γνωστόν, βεβαίως ἔχει συνάρτησιν καὶ μὲ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ μὲ τὸ ἰσοζύγιον τῶν ἐξωτερικῶν λογαριασμῶν. Ἐὰν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ὑπὸ τοὺς σημερινοὺς περιοριστικοὺς ὅρους, ἀφεθῇ νὰ ἀσκῇ τὴν ἀγροτικὴν πίστιν, ἀναμφισβητήτως ὁ μαρασμὸς θὰ ἐπέλθῃ εἰς τὴν γεωργίαν, καὶ τοῦτο θὰ εἶναι ὀδυνηρότατον διὰ τὸ σύνολον τῆς Χώρας ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως. Ἡ γνώμη συνεπῶς τῶν ἀγροτικῶν πληθυσμῶν εἶναι, ὅπως τὰ καλύμματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον προέρχονται ἀπὸ τὰς καταθέσεις τοῦ παραγωγικοῦ κόσμου, καταθέσεις τὰς ὁποίας συμφέρον ἔχει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ μετατρέψῃ εἰς χρυσόν, ἀποδοθῶσιν εἰς τὴν γεωργικὴν τάξιν καὶ διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἀνέφερα, ἀλλὰ καὶ διότι ἡ γεωργικὴ τάξις εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία περισσότερον ἀνησυχεῖ. Τὸ ποσὸν αὐτὸ ἐξ ὁλοκλήρου πρέπει νὰ περιέλθῃ εἰς αὐτήν, διότι αὐτὴ εἶναι φυσικὸς κληρονόμος. Ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ γεωργικῆς τάξεως δὲν ἐννοοῦμεν βεβαίως τὴν τάξιν τὴν ἀποκατασταθεῖσαν, ἀλλὰ τὸ σύνολον τῆς ἀγροτικῆς τάξεως καὶ ὑποθέτω ὅτι ἡ Πελοπόννησος εἶναι κατ’ ἐξοχὴν γεωργικὴ καὶ ἔχει ἀνάγκην καὶ ἰδιαιτέρως ὅπως ἐξυπηρετηθῇ διὰ τῆς γεωργικῆς πίστεως. Ἡ ἰδική μας, λοιπόν, ἀντίληψις εἶναι, ὅπως τὰ καλύμματα ἀποδοθῶσιν εἰς τὴν γεωργικὴν τάξιν ὑπὸ μορφὴν χρεωγράφων τῆς ἱδρυθησομένης Γεωργικῆς Τραπέζης, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ παροχὴ εὐθηνῶν δανείων εἰς τὴν τάξιν τῶν παραγωγῶν. Ἐάν, ὡς ἔχει γραφῆ καὶ εἶναι παγκοίνως γνωστόν, πρόκειται διὰ τῆς ἱδρυθησομένης Γεωργικῆς Τραπέζης νὰ κάμωμεν δάνεια μὲ τὸν τόκον μὲ τὸν ὁποῖον παρέχει ὅλα τὰ δάνεια ἡ Ἐονικὴ Τράπεζα ἀσφαλῶς οὐδεμία οὐσιώδης διακανόνισις τοῦ ζητήματος δὲν θὰ γίνῃ, διότι οὔτε τὸ προϊὸν τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἀποτελέσῃ τὸ ἐνεργητικὸν τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης εἶναι σημαντικόν. Πρόκειται περὶ ποσοῦ 600.000 τὰ ὁποῖα ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα θὰ δανείσῃ μὲ τόκον 2% ἀνώτερον τοῦ γεωργικοῦ δανείου. Εἶναι πασίγνωστον ὅτι ἡ Γεωργικὴ Τράπεζα θὰ ἔχῃ ἀνάγκας ἐγκαταστάσεως, θὰ ἔχῃ ἀνάγκας γενικῶν ἐξόδων καὶ ἂν ὁ τόκος ἀνέλθῃ εἰς τὸ ἐπίπεδον εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι σήμερον ὁ τόκος μὲ τὸν ὁποῖον παρέχει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τὰ δάνεια, δὲν θὰ προκύψῃ οὐδὲν οὐσιαστικὸν καλόν. Ἂν τὰ κεφάλαια τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης θὰ εἶναι μόνον αἱ 600.000 καὶ εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι θὰ πρόκειται περὶ τίτλων, οὐχὶ περὶ ρευστοῦ χρήματος, ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ καταστήσωμεν τὴν Γεωργικὴν Τράπεζαν σημαίνουσαν καὶ μὲ δύναμιν ἱκανὴν νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν γεωργικὴν τάξιν καὶ νὰ παράσχῃ περισσοτέρας εὐκολίας, ἐφόσον τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα παρέχει πρὸς τὴν ἀγροτικὴν τάξιν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶναι ἐντελῶς ἀνεπαρκῆ, πολὺ δὲ περισσότερον διότι δὲν πρόκειται περὶ ρευστοῦ χρήματος ἀλλὰ περὶ χρεωγράφων. Ἔχομεν, λοιπόν, ὑποχρέωσιν, ἐφόσον παρέχεται ἡ εὐκαιρία τῶν καλυμμάτων, ἀκριβῶς τὰ ποσὰ τῶν καλυμμάτων νὰ τὰ διαθέσωμεν ὑπὲρ τῆς ἀγροτικῆς τάξεως ὡς φυσικῆς κληρονόμου τῶν καλυμμάτων. Ἡ γνώμη, συνεπῶς, τῆς ἀγροτικῆς τάξεως, ἡ ὁποία σήμερον εὑρίσκεται εἰς μίαν ἐντελῶς δυσχερῆ θέσιν μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε εἰς ὡρισμένα διαμερίσματα τῆς Θεσσαλίας, ἴσως καὶ ὁλόκληροι περιφέρειαι, νὰ τρέφωνται ἀπὸ τὰ πίτυρα τὰ ὁποῖα ἀπετέλουν ἄλλοτε τροφὴν τῶν χοίρων καὶ ἡ γνώμη τῆς ἀγροτικῆς τάξεως, εἶναι ὅπως τὰ καλύμματα μὴ παραχωρηθοῦν εἰς τοὺς μετόχους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ ν’ ἀποτελέσουν τὸν ἀκρογωνιαῖον λίθον τῆς εὐοδώσεως τῆς ἀγροτικῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία ἔχει νὰ ἐξυπηρετήσῃ, ὄχι μόνον καθαρῶς γεωργικὰς ἀνάγκας, ἀλλὰ ἀνάγκας λίαν εὐρυτέρας.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κακουλίδης.
§42Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ σύμβασις ἣν καλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν, ἀποτελεῖ τὸν τελευταῖον σταθμὸν τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι λογικὸν νὰ κάμωμεν μίαν ὁλοκληρωτικὴν ἀνασκόπησιν τοῦ πλατωνικοῦ αὐτοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον καλεῖται οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὸ ὁποῖον πλατωνικὸν σύστημα περιστρέφεται περὶ ἕνα φωτεινὸν ἥλιον, καλούμενον Ἐθνικὴ Τράπεζα. Ἤκουσα μετὰ προσοχῆς πάσας τὰς γνώμας, οἱ ὁποῖαι καὶ σήμερον καὶ κατὰ τὰς παρελθούσας συνεδριάσεις ἐξετέθησαν ἐνταῦθα. Οὐδὲ κατὰ ἕν χιλιοστόμετρον ὅμως ἠδυνήθησαν αὗται νὰ κλονίσουν τὰς ἀρχικάς μου ἀντιλήψεις περὶ τοῦ ἐσφαλμένου καὶ τοῦ ὀλεθρίου τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, θὰ κάμω μίαν γενικὴν ἀνασκόπησιν τῆς ὅλης αὐτῆς πολιτικῆς καὶ θὰ προσπαθήσω, ὡς ἐλπίζω, νὰ δώσω μίαν εἰκόνα ζωντανὴν διὰ νὰ ἠμπορέσουν νὰ καταλάβουν καὶ οἱ ἐργάται τοῦ προλεταριάτου τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως. Κύριοι, ὑπάρχει μία λαϊκὴ εἰκών, ἀνηρτημένη εἰς ὅλα σχεδὸν τὰ καταστήματα, ἡ ὁποία ἔχει δύο πρόσωπα· ἀριστερὰ ἕνα παχύσαρκον κύριον καὶ μίαν ἐπιγραφὴν «ὁ πωλῶν τοῖς μετρητοῖς» καὶ δεξιὰ ἕνα πολὺ ἀδύνατον, ὡσὰν τὸν σεβαστόν μου κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, μὲ μίαν ἐπιγραφὴν «ὁ πωλῶν ἐπὶ πιστώσει». Πιστεύω νὰ μὴ ὑπάρχῃ κανεὶς ὁ ὁποῖος νὰ μὴ κατανοῇ τί σημασίαν ἔχει καὶ τί θέλει νὰ ἐκφράσῃ ἡ εἰκὼν αὐτή. «Ὁ πωλῶν τοῖς μετρητοῖς» εἶναι αἱ δύο ἐπαγγελματικαὶ τάξεις, οἱ μεγαλέμποροι καὶ οἱ μεγαλοβιομήχανοι, εἰς τοὺς ὁποίους δὲ πρέπει νὰ κατατάσσωμεν τοὺς ἐμπόρους τῆς ὁδοῦ Ἑρμοῦ. Μεγαλέμπορος θὰ εἴπῃ κατ’ ἀρχὴν ὡς ἐπιστημονικὸς ὅρος πᾶς ὁ ἔχων μεγάλην περιουσίαν, εἴτε ἀκίνητον, εἴτε κινητήν, καὶ ἐμπορευόμενος αὐτὴν διὰ νὰ κερδίσῃ. Λογικόν. Αἴφνης μία Τράπεζα τί πωλεῖ; Εἷς ἔμπορος τῆς ὁδοῦ Ἑρμοῦ πωλεῖ μεταξωτὰ καὶ χασέδες. Μία Τράπεζα πωλεῖ νόμισμα ἐπὶ κέρδει. Τοκίζει. Ἕνας μεγαλοϊδιοκτήτης οἰκιῶν ἔχει ἓν τετράγωνον εἰς τὰς Ἀθήνας. Εἶναι καὶ αὐτὸς μεγαλέμπορος. Μεταχειρίζεται τὴν περιουσίαν του διὰ νὰ κερδίζῃ. Ἔπειτα ἔρχονται οἱ μεγαλοβιομήχανοι, καὶ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφος, ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Κομμουνιστικοῦ Κόμματος, ὁ ὁποῖος παρ’ ὅλα τὰ βιβλία τὰ ὁποῖα ἔχει διαβάσει, καὶ αὐτὸς δὲν ἔχει διεισδύσει ἀκριβῶς ποῦ ἔγκειται ἡ νόσος αὐτή. Οἱ μεγαλοβιομήχανοι παραδόξως, Κύριε Πρόεδρε, ἀνεφύησαν ὅπως καὶ πολλαὶ Τράπεζαι, ὡς χορτάρια παντοῦ, εἰς ὅλα τὰ Κράτη, ὄχι μόνον ἐδῶ. Παντοῦ ὅπου τὸ νόμισμα ἤρχισε νὰ ἐκπίπτῃ. Διατί; Φυσικὸν εἶναι μὲ τὴν ἔκπτωσιν τοῦ νομίσματος περνοῦν τὰ προϊόντα τὰ βιομηχανικὰ εὐκολώτερον, διότι πρῶτον ἀπ’ ὅλα ἡ ἐργατικὴ χεὶρ στοιχίζει εὐθηνότερον. Τῷ 1919, ὅτε εἶχον μεταβῆ εἰς Βιέννην, εἰς κάθε τετράγωνον καὶ κάθε γωνίαν ἔβλεπα καὶ μίαν Τράπεζαν καινούργιαν. Δὲν ἠδυνάμην ἀκόμη νὰ τὸ καταλάβω αὐτό, διότι δὲν ἤμην οὔτε ἐν ἐνεργείᾳ Ναύαρχος, οὔτε κἂν ἠσχολούμην εἰς τὰ οἰκονομολογικά. Ἀλλὰ τώρα ὁπότε ὄχι μόνον ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπιρροή της ἐπὶ τοῦ στομάχου καὶ ἐπὶ τῆς τσέπης μου, μὲ ἠνάγκασαν νὰ ἀσχοληθῶ εἰδικώτερον μὲ τὰς ἐπιστημονικὰς ἀνάγκας, τώρα ἠννόησα μὲ τὸ μαθηματικὸ μυαλό, διότι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι νομικὸν ἀλλὰ μαθηματικόν, τώρα κατενόησα δι’ αὐτοῦ ὅτι αἱ Τράπεζαι ἐφύτρωσαν σὰν χορτάρια, διότι, κ. Πρόεδρε, ἐκπίπτοντος τοῦ νομίσματος ὑπάρχει εὐρύτατον ἔδαφος πρὸς κερδοσκοπίαν. Καὶ διὰ νὰ ἐννοήσετε καλύτερον ἐδῶ ὑπάρχει μία Τράπεζα, καλουμένη Λαϊκὴ Τράπεζα. Αὕτη μοῦ εἶπον ὅτι εἶχε τὴν εὐφυΐαν—ἀξιέπαινον κανεὶς δὲν δύναται νὰ τὴν ἐλέγξῃ—τὸ Κράτος, ὁ ἰδιώτης τὸ καθῆκον του εἶναι νὰ κερδίσῃ, ἀλλὰ ἔρχεται τὸ Κράτος καὶ τοῦ λέγει: νὰ κερδίζῃς ἀλλὰ στόπ! ἕως ἐδῶ, αὐτὴ ἡ Τράπεζα διαρκῶς ἔκαμνε τὸ εὐφυέστατον ἀληθῶς ἐπιχείρημα νὰ μετατρέπῃ τὰς καταθέσεις τοῦ λαοῦ εἰς χρυσόν. Τὰς μετατρέπει εἰς χρυσὸν καθ’ ὃν χρόνον αἱ καταθέσεις τοῦ λαοῦ δι’ ἴδιον λογαριασμὸν εἶναι εἰς χαρτί. Ἰδοὺ ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἐπληθύνθησαν καὶ αἱ Τράπεζαι καὶ αἱ βιομηχανίαι ὡς μανιτάρια. Θὰ εἴπω καὶ κάτι ἄλλο. Ὑποθέσατε ὅτι αὔριον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν συμπληρώνει τὸ ἐθνοσωτήριον οἰκονομικόν του πολυχρόνιον καὶ λέγει: ἀπὸ αὔριον διπλασιάζω τοὺς τελωνειακοὺς δασμούς. Ἡ πρώτη μου δουλειά, Κύριε Πρόεδρε, τὴν ὁποίαν θὰ κάμω διὰ νὰ ἐξέλθω ἐκ τοῦ οἰκονομικοῦ μου ἀδιεξόδου, εἶναι νὰ κάμω εἰς τὴν κάμαράν μου μία φάμπρικα καὶ νὰ κάμνω λεμόνια. Θὰ πλουτίσω μὲ αὐτό, διότι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ δασμοὶ αὐξάνουν κατὰ τοιοῦτον τρόπον θὰ αὐξάνουν καὶ αἱ τιμαὶ τῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ προϊόντων τὰ ἐγχώρια προϊόντα θὰ εἶναι εὐθηνότερα ἀπὸ τὰ τῆς Εὐρώπης. Καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς ὁ παμφίλτατός μου κ. Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ὁ τέλειος τύπος τοῦ ἀνεξικάκου χριστιανοῦ, ὅσον δριμύτερος ἐπιτίθεμαι κατ’ αὐτοῦ τόσον γλυκύτερος εἶναι πρὸς ἐμέ— ἀπορῶ, ἐγὼ πῶς ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ὅτε κατὰ πρῶτον τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ σεβαστός μου Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ὡμίλει μόνον περὶ καλυμμάτων, ὡς λόγον τῆς διαφωνίας του πρὸς τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν, ἐγὼ εἶχα διακηρύξει, ὅτι εἶναι ἡ σταθεροποίησις τῆς δραχμῆς, ἡ πρώτη ἀφορμὴ τῆς δυστυχίας τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ἐπῆγα εἰς τὸν ἀγαπητόν μου φίλον κ. Ἀρχηγὸν τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως καὶ τοῦ λέγω: Τὴν ἐμελετήσατε καλὰ τὴν σταθεροποίησιν; Συμφωνεῖτε καὶ σεῖς; μοῦ ἀπήντησε: Μὰ καὶ βέβαια Προλετάριος αὐτός. Καὶ τί θὰ γίνῃ ἡ βιομηχανία, ἐὰν πέσῃ ἡ λίρα; Πῶς αὐτὴ καλεῖται ἀπὸ ὅλους ἐθνικὴ βιομηχανία ἀπαράλλακτα ὅπως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα καλεῖται Ἐθνική, ἐνῷ δι’ ἐμὲ ἀμφότερα πρέπει νὰ καλοῦνται ἡ μία ἀντεθνικὴ βιομηχανία καὶ ἡ ἄλλη ἀντεθνικὴ Τράπεζα. Καὶ δίδω τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς καθαρῶς ἐθνικῆς βιομηχανίας, ἥτις εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία εἶναι ἀξία ὑποστηρίξεως, εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία εἴτε ἔχει ἐδῶ, εἴτε δὲν ἔχει τὰς πρώτας ὕλας δύναται νὰ ἀνθέξῃ καὶ νὰ ζήσῃ, ὅταν δὲν προστατεύεται ἀπὸ ἕνα ὑψηλὸν τελωνειακὸν δασμόν. Αὐτὴ εἶναι ἐθνικὴ βιομηχανία. Καὶ τελειώνω τώρα τὸ πρῶτον μέρος τῆς εἰκόνος, δηλ. τὸν πωλοῦντα τοῖς μετρητοῖς. Αὐτὸς λοιπόν, ὁ πωλῶν τοῖς μετρητοῖς, ὁ μεγαλέμπορος καὶ μεγαλοβιομήχανος ἔχει μετατρέψει τὴν περιουσίαν του εἰς χρυσὸν καὶ ἑπομένως ζητεῖ νὰ κερδίζῃ εἰς βάρος τοῦ δυστυχοῦς τοῦ ἄλλου τοῦ πωλοῦντος ἐπὶ πιστώσει περὶ τοῦ ὁποίου θὰ ὁμιλήσω τώρα συλλήβδην καὶ ὄχι ἐκτεταμένως διὰ νὰ μὴ σᾶς ἀπασχολήσω. Αὐτός, ὁ πωλῶν ἐπὶ πιστώσει, ἐξυπηρετεῖ τὸ θυλάκιον αὐτῶν τῶν δύο ἐπαγγελματικῶν τάξεων διὰ τῆς σταθεροποιήσεως τῆς δραχμῆς. Μαγικὴ ἡ λέξις, σταθεροποίησις τῆς δραχμῆς! Καὶ ποῖος δὲν τὴν θέλει καὶ ποῖος εἶναι αὐτός, ὁ ὁποῖος δὲν τοῦ ἀρέσει; Ἡ σταθεροποίησις τῆς δραχμῆς. Ἄς χρυσώσωμεν τὸ ὑδροκυάνιον αὐτὸ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως δι’ ἑνὸς χρυσοῦ πλάσματος, καλουμένου «σταθεροποίησις» τῆς δραχμῆς. Ποῖον εἶναι αὐτὸ τὸ ὑδροκυάνιον; Σταθεροποίησις τῆς λίρας εἰς τὰ 375. Κολοσσιαία διαφορὰ μεταξὺ τῆς σταθεροποιήσεως τῆς δραχμῆς καὶ σταθεροποιήσεως τῆς λίρας εἰς τὰ 375. Αὐτὴ εἶναι ἡ νόσος τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡ σταθεροποίησις εἰς τὰ 375 καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη διέξοδος ἐπὶ τοῦ ἀδιεξόδου εἰς τὸ ὁποῖον εἰσήλθομεν ἡ πτῶσις τῆς λίρας. Ἡ λίρα εἶναι ἡ πλέον ἰδιότροπος κυρία ποῦ ὑπάρχει εἰς τὸν κόσμον. Ἐὰν τῆς εἰπῆτε νὰ πετάξῃ εἰς τοὺς οὐρανούς, θὰ τὴν ἰδῆτε νὰ πετάξῃ δι’ ἀεροπλάνου, ὄχι βέβαια τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν (ἱλαρότης). Εἰπατέ της νὰ κατέλθῃ. Δὲν ἀρκεῖται οὔτε ὁ Βοναπάρτης, ἂν σηκωθῇ ἀπὸ τὸν τάφον, νὰ τῆς εἰπῇ νὰ κατέβῃ, δὲν κατεβαίνει, δὲν ἀκούει κανένα διὰ νὰ καταβῇ. Διὰ νὰ κατέλθῃ ἡ λίρα, χρειάζεται ἕνα νέον μέγαρον ἀπὸ χρυσοῦς τοίχους, ἕνα μέγαρον ὅλο χρυσόν. Μήπως τὸ ἔχομεν αὐτὸ τὸ μέγαρον; Μήπως θὰ τὸ ἀποκτήσωμεν μὲ τὴν πολιτικὴν τῶν δανείων, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ἡ Κυβέρνησις καὶ τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἀποκρούω ὁλοψύχως, διότι εἶναι τὸ ἕτερον σκέλος τῆς μελλούσης οἰκονομικῆς καταστροφῆς; Διότι εἶναι τὸ ἕτερον σκέλος τῆς οἰκονομικῆς καταστροφῆς, πολιτικὴ ἄνευ Χαριλάου Τρικούπη καὶ χωρὶς Παῦλον Καλλιγᾶν Διοικητὴν τῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία μᾶς ὁδηγεῖ πρὸς ἕνα νέον 1893. Αὐτὴ λοιπὸν ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῶν δανείων χάρις εἰς τὴν ὁποίαν θὰ εἰσρεύσουν ἐντὸς πενταετίας περὶ τὰ 28 ἑκατομμύρια λίραι, ἀφαιρεῖ βεβαίως τὴν χρυσῆν οἰκίαν ἐκτὸς τῆς ὁποίας θὰ ἠδυνάμεθα νὰ τοποθετήσωμεν τὴν λίραν, ἐὰν τὴν κατεβάζωμεν ἀπὸ ψηλὰ μὲ ἕνα–ἕνα τὰ σκαλοπάτια καὶ ὄχι τρία–τρία διότι ὑπῆρχε φόβος νὰ μᾶς παρασύρῃ καὶ νὰ σπάσῃ τὸ πόδι της αὐτὴ καὶ τὸ κεφάλι ἡμεῖς. Ἀλλὰ συμφέρει αὐτὴ ἡ πολιτικὴ τῆς καθόδου τῆς λίρας μέσα εἰς τὰ Ἀνάκτορα; Ὄχι. Ἀντιστρόφως: Ἀναστάτωσις θὰ ἐπακολουθήσῃ. Ἄς βγῇ νὰ τὸ ἀναγγείλῃ αὔριον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Θὰ στραφοῦν ὅλοι οἱ κεφαλαιοκράται, ἀρχίζοντες ἀπὸ τοὺς Διοικητὰς τῶν Τραπεζῶν καὶ τοὺς μετόχους. Τὰ ὡσσανὰ δὲ θ’ ἀκούσουν ἀπὸ ὅλην ἐκείνην τὴν φτωχολογιὰν τὴν ὁποίαν συλλήβδην λέγομεν βιοπαλαιστάς, ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐκπροσωποῦν τὸν πωλοῦντα ἐπὶ πιστώσει. Καὶ ποῖοι εἶναι αὐτοί, οἱ ἐπαγγελματίαι, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι οἱ ἀγρόται, οἱ μικρέμποροι καὶ οἱ μικροβιομήχανοι, καὶ αἱ δύο αὐταὶ αἱ τελευταῖαι τάξεις, εἶναι ἐπαγγελματίαι. Δὲν εἶναι ὅμως μόνον αὐταὶ αἱ δύο τάξεις ἐπαγγελματίαι. Κακῶς, κάκιστα λέγεται τοῦτο, διότι ὅλαι αἱ τάξεις ποῦ ἀνέφερον εἶναι ἐπαγγελματικαί. Λοιπὸν ἔλεγον οἱ ἀγρόται, οἱ μικρέμποροι, οἱ μικροβιομήχανοι, οἱ μικροαστοὶ τῶν ἐλευθέρων ἐπαγγελμάτων—ὄχι οἱ μεγάλοι δικηγόροι καὶ ἰατροὶ διότι αὐτοὶ ἔχουν μέγαρα καὶ ἔγδαραν τὸν κόσμον—ἀποτελοῦν τὰς ἕξ ἐπαγγελματικὰς τάξεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ξεχάσει τὸν κότσιο τῆς Βικτώριας, δηλαδὴ τί εἴδους εἶναι ἡ λίρα καὶ αὐτὸ εἶναι ἡ μία εἰκόνα. Ἐὰν, λοιπὸν, αὔριον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἴπῃ: Κύριοι θὰ κατεβάσω τὴν λίραν ἀποτόμως, καὶ ἀπὸ 375 θὰ τὴν πάω εἰς τὰ 300, θὰ ἐβλέπατε μίαν ἀναστάτωσιν. Ἀπὸ γλυκό μου καὶ χρυσό μου, ποῦ τὴν λέγει ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, θὰ τὴν ἔβλεπε ὡς ἕνα ὀλετῆρα. Ὅλως δηλαδὴ ἀντιθέτως. Ἡ ζωὴ ὅλου τοῦ κόσμου, τοῦ ἀποτελοῦντος τὰ 5½ ἑκατομμύρια ἀντὶ τῶν 5 χιλιάδων περίπου ποῦ εἶναι οἱ μεγαλέμποροι καὶ μεγαλοβιομήχανοι, δηλαδὴ τὰ 9)10 τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ ἀποτελοῦντος τοὺς βιοπαλαίοντας, ἡ ζωὴ λέγω αὐτῶν θὰ ἐβελτιοῦτο καὶ αὐτοὶ θὰ ἔψαλλον τὰ «Ὡσσανὰ» ἀπὸ τοῦ Ταινάρου ἕως τοῦ Ἕβρου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Δυστυχῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν τὸ ἠννόησεν αὐτό, διαπράξας ἕνα πολιτικὸν σφάλμα βαρύτατον, τὸ ὁποῖον θὰ τὸ ἐννοήσῃ ὅταν καὶ ἐὰν ἐκτεθῇ εἰς τὰς ἐπικειμένας ἐκλογάς.
§43ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν θὰ ἐκτεθῇ;
§44Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Αὐτὸ λοιπὸν θὰ τὸ ἐννοήσῃ τότε καὶ θὰ πεισθῇ τί θὰ εἰπῇ σταθεροποίησις τῆς λίρας. Καὶ ἤκουσα, κύριοι Βουλευταί, καὶ ἕνα ἄλλο πρᾶγμα. Ἤκουσα νὰ κατηγοροῦν τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν δι’ ἕνα πρᾶγμα διὰ τὸ ὁποῖον ἐγὼ μόνον τὸν ἐπαινῶ ἀλλὰ καὶ κρίνω αὐτὸν μετὰ ἐξαιρετικοῦ σεβασμοῦ. Τὸν κατηγοροῦν δηλ. ὅτι ἐπέβαλεν φόρους τρομερούς. Ὁ συνάδελφος κ. Μέρος εἶπεν ὅτι κατέστρεψε τὸν ἀγρότην διότι ἐπέβαλε φορολογίαν 180 ἑκατομμυρίων. Αὐτὰ τὰ 180 ἑκατομμύρια μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα—500 περίπου ἑκατομμύρια —ἀποτελοῦν τὸ σύνολον τῆς φορολογίας ἤτοι 70) ἑκατομμύρια. Εἶναι ἄξιος τιμῆς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἐπὶ θυσίᾳ τῆς δημοτικότητός του ἠθέλησε νὰ καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἄνευ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπληρώναμεν ἑπτακοσίας φορὰς ἔπειτα αὐτό. Ἀλλὰ ποῖοι εἶναι οἱ φόροι εἰς τοὺς ὁποίους πρέπει ὅλοι νὰ στρέψωμεν τὴν προσοχήν μας καὶ ἕνεκα τῶν ὁποίων τὰ 5% τῆς φορολογίας κατεβλήθησαν ἀπὸ τὸν πωλοῦντα ἐπὶ πιστώσει; Εἶναι κάτι φόροι ποὺ μόνον ἡμεῖς οἱ σπουδάσαντες φυσικομαθηματικοὶ δυνάμεθα νὰ τοὺς βλέπωμεν. Εἶναι οἱ φόροι τοὺς ὁποίους ἀποκαλοῦσι κύματα τοῦ Χέρτζ, οἱ ὁποῖοι μολονότι εἶναι ἀόρατοι, ἡμεῖς οἱ φυσικομαθηματικοὶ τοὺς βλέπομεν μὲ τὸ μετάξι, χωρὶς τόσοι ἄλλοι συνάδελφοι νὰ τοὺς ἀντιληφθοῦν καὶ μὲ προσεγγίσεις ἑκατοστοῦ. Ἐπ’ αὐτῶν τῶν ἀοράτων κυμάτων στηρίζεται ὁ ἀσύρματος τηλέγραφος καὶ τὸ ἀσύρματον τηλέφωνον. Οἱ φόροι οὗτοι δὲν φαίνονται καὶ λυποῦμαι διότι ὅσοι ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα δὲν κατώρθωσαν νὰ ἔχουν σαφῆ ἀντίληψιν τῶν ἀοράτων αὐτῶν φόρων, Ἄς τοὺς μετρήσωμεν τώρα αὐτοὺς ὅπως μετράει ὁ ἀστρονόμος τὴν ἀπόστασιν τοῦ Ἡλίου ἀπὸ τῆς Γῆς, χωρὶς νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸν Ἥλιον καὶ θὰ σᾶς φέρω ἕν παράδειγμα, τὸ ὁποῖον εἶπον καὶ ἄλλοτε, ἀλλὰ ἐνώπιον πληθούσης Βουλῆς, διότι βλέπω σήμερον εἶναι σχετική πλειοψηφία. Ὑποθέτω, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὁ μέσος ὅρος τὸν ὁποῖον δαπανᾷ κατὰ κεφαλὴν κάθε Ἕλλην εἶνε 20 δραχμαὶ τὴν ἡμέραν ὅταν ἡ Λίρα εἶχε 280. Ὅταν ἡ Λίρα ἔγινε 375 ὅπου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θέλει νὰ τὴν σταθεροποιήσῃ, εἶναι φυσικὰ ἀπὸ τὸ 20 νὰ ἐπῆγε εἰς τὸ 80 ηὐξήθησαν ἔκτοτε τὰ ἔξοδα κατὰ κεφαλὴν τῶν 6½ ἑκατομμυρίων Ἑλλήνων κατὰ 10 δραχμὰς τὴν ἡμέραν Πολλαπλασιάσατε αὐτὰς ἐπὶ 6½ ἑκατομμύρια. Τί προκύπτει τότε; 65 ἑκατομμύρια τὴν ἡμέραν. Νὰ τὰ κύματα αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἠμποροῦμεν νὰ τὰ μετρήσωμεν. Καὶ πόσα γίνονται τὸν χρόνον; 22 δυσεκατομμύρια δραχμαί! τὰ 6½ δυσεκατομμύρια μὲ 10 δραχμὰς ἔξοδα ἡμερησίως ὅπως καὶ ἔγινε ἀπὸ τὴν ἐποχὴν τῆς Κυβερνήσεως Μιχαλακοπούλου μέχρι σήμερον. 22 δισεκατομμύρια δραχμῶν. Αὐτοὶ εἶναι οἱ φόροι. Ἠκούσατε, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπιβάλῃ φόρους 22 δισεκατομμύρια δραχμῶν; Ὄχι, ὁ δυστυχής. Λάβετε ὑπ’ ὄψι σας ὅμως ὅτι οἱ φανεροὶ φόροι δὲν εἶναι τίποτε. Οἱ ἄδηλοι εἶναι βαρεῖς. 22 δισεκατομμύρια δραχμὰς λοιπὸν φόρους ἀδήλους· τί πρέπει νὰ κάμωμεν; Μία ὑπάρχει ὁδὸς ἀφοῦ ἡ Λίρα ὑψώθη ἀπὸ 270 εἰς 375, τοῦ χαρτονομίσματος μένοντος τοῦ ἰδίου. 5600 ἦτο τὸ ἀνώτατον ὅριον, καὶ πληροφοροῦμαι ὅτι ἠλαττώθη καὶ εἶναι 4900. Τὶ ἔγινε λοιπὸν μὲ αὐτὰ τὰ 22 δυσεκατομμύρια πάρα–πάνω; Ὅτι ἂν ἐγὼ ἤθελα 10 δραχμὰς γιὰ νὰ ἀγοράσω αὐτὰ τὰ γυαλιά, τώρα θέλω 15 δραχμὰς καὶ κάτι παραπάνω. Ἐν τῷ μεταξὺ ὑψώθη ὁ τιμάριθμος τῆς ζωῆς καὶ ἐπῆγεν εἰς τὰ 2) ἐπὶ 10 ποὺ εἶναι ἡ λίρα. Δηλαδὴ τὸ διπλάσιον νόμισμα. Μὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν μοῦ ἔδωσε ἄλλο νόμισμα; Τὰ 4.800.000.000 τί θὰ τὰ κάμω τότε; Θέλω γυαλιὰ διότι δὲν βλέπω. Θὰ ὑπάγω εἰς τὰ Αʹ ἢ τὰ Βʹ ἰδιώτην καὶ θὰ τοῦ εἴπω: δάνεισέ με σὲ παρακαλῶ τὶς 10 δραχμές. Ἔχω ἄλλες 10 νὰ ὑπάγω νὰ πάρω ἕνα ζευγάρι γυαλιά. Αὐτὸ θὰ πῇ στενότης τοῦ νομίσματος. Ἄμεσος συνέπεια αὐτῆς τῆς στενότητος, ὕψωσις τοῦ τόκου, διότι ὁ Τραπεζίτης βλέπει ὅτι ἔχω ἀπόλυτον ἀνάγκην νὰ πάρῃ γυαλιὰ καὶ θὰ μὲ γδάρῃ. Ἀλλὰ εἶναι καὶ ἄλλος λόγος τῆς ὑψώσεως τοῦ νομίσματος. Ἄλλη συνέπεια τῆς ὑψώσεως τοῦ τόκου εἶναι ὅτι δὲν ἠμπορεῖ ὁ καθένας νὰ ἀγοράζῃ γυαλιὰ Κατὰ συνέπειαν ἡ ἐλάττωσις τοῦ κυκλοφοροῦντος χρήματος Καὶ τί ἔχει νὰ κάμῃ αὐτό; Ἐξακολουθοῦν νὰ μὴ τὸ καταλαβαίνουν πολλοὶ καὶ νὰ μὴ λέγουν. Μὰ, Κύριε, τί κάθεσαι καὶ μᾶς λές. Τὸ χαρτονόμισμα εἶναι τὸ ἴδιον. Δὲν ἐχάθη. Δὲν τὸ ἔκαυσε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ χαρτονόμισμα εἶναι τὸ ἴδιον. Ἀπαντῶ. Καὶ μένα τὸ αἷμα μου ἔμενε τὸ ἴδιον. Εἰς τὸ σῶμα μου κανεὶς δὲν μοῦ ἔκοψε κοφτὲς γεντοῦζες. Ἐν τούτοις, ἐὰν ἀπὸ 77 οἱ σφιγμοί μου πᾶνε 94, θὰ πέσω ἀπὸ τὸ βῆμα, κύριε Πρόεδρε πρὸς μεγάλην σας χαρὰν (γέλωτες).
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαμαρτύρομαι.
§46Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Λοιπὸν ἐλάττωσις τῆς κυκλοφορίας τοῦ χρήματος. Συνέπεια τῆς ἐλαττώσεως τῆς κυκλοφορίας τοῦ χρήματος εἶναι ἡ ἀνεργία. Ποία δὲ εἶναι ἡ συνέπεια τῆς ἀνεργίας; Ἡ βασιλεία τοῦ κ. Σερ. Μαξίμου. Ἐξάπλωσις τοῦ κομμουνισμοῦ. Ἠξεύρω ἕνα σωρὸν κόσμον ὁ ὁποῖος λέγει: Θὰ ὑπάγω νὰ γίνω κομμουνιστής. Ἀνάθεμά με δὲ ἄν ἠξεύρει τί θὰ εἴπῃ Κομμουνισμός. Ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος ἐν τῇ ἀγανακτήσει του, διότι θέλει δουλειὰ καὶ δὲν εὑρίσκει, ἢ ἔχει δουλειὰ ἀλλὰ οἱ ἀόρατοι φόροι τοῦ ἀφαιροῦν τὰ χρήματα ἀπὸ τὰ χέρια, γίνεται ἔξω φρενῶν καὶ λέγει ὅτι θὰ ὑπάγῃ νὰ γίνῃ κομμουνιστής. Ἰδοὺ διατί αὐξάνει ὁ κομμουνισμός, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, κ. Τρομοκράτα. Ἰδοὺ ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον δὲν θὰ παύσῃ ὁ κομμουνισμὸς δι’ ἄλλων μέσων παρὰ διὰ τῆς πτώσεως τῆς λίρας καὶ ὄχι μὲ τὰ νομοσχέδια τὰ τρομοκρατικά τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Μὲ αὐτὰ δὲν πέφτει ὁ κομμουνισμός. Ὁ κομμουνισμὸς αὐξάνει. Εἶναι καὶ μία σειρὰ ἄλλων, κ. Βουλευταί, ἀοράτων φόρων. Ἄς εἴπω ἕνα ἢ δύο, διότι εἶναι καμμιὰ δεκαπενταριά. Παραδείγματος χάριν ἔχω ἕνα σπιτάκι εἰς τὴν Κοζάνην. Θέλω νὰ τὸ ὑποθηκεύσω διὰ νὰ δανεισθῶ μερικὰ χρήματα. Θὰ μοῦ πάρῃ ὁ καλοθελητὴς συμπολίτης 30% τόκον. Τόσος εἶναι ὁ τόκος εἰς τὰς ἐπαρχίας. Διαψεύσατέ με δὲ παρακαλῶ, ἂν δύνασθε, ὅσοι εἶσθε ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν, ἔστω καὶ οἱ ὀπαδοὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ εἰς τὰ 25 ἦτο ὑψηλὸς καὶ εἰς τὰ 17 ἦτο ὑψηλός. Λοιπὸν δανείζομαι καὶ ὑποθηκεύω τὸ σπίτι μου μὲ μὲ 30%. Μετὰ 2 χρόνια τί θὰ γίνῃ; Δὲν ἀντέχω νὰ πληρώνω 30%. Θὰ μοῦ τὸ βγάλῃ εἰς τὸ σφυρὶ ὁ δανειστής. Ἀλλὰ τί θὰ γίνῃ ὅταν τὸ βγάλῃ εἰς τὸ σφυρί; Λόγῳ τῆς οἰκονομικῆς καχεξίας δὲν θὰ πιάσῃ τὰς 100 δραχμὰς ποὺ εἶχε πρὶν ἀλλὰ θὰ πιάσῃ τὰς 50 καὶ θὰ μείνω καὶ χρεώστης τῶν τόκων. Ἰδοὺ καὶ ἄλλο ἀόρατον κῦμα τοῦ χαρατσιοῦ, μία ἄδηλος φορολογία τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἀόρατα κύματα τῆς φορολογίας ἔχουν ὡς αἰτίαν τὴν σταθεροποίησιν τῆς λίρας εἰς τὰ 375. Αὐτὴ εἶναι ἡ κεντρικὴ ἀφορμὴ ὅλων αὐτῶν τῶν φαινομένων. Ἑπομένως ἐὰν ὑπάρχῃ μέσον διὰ νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τοῦ ἀδιεξόδου εἰς τὸ ὁποῖον εἰσήλθομεν αὐτὸ εἶναι ἕν καὶ μόνον, δὲν εἶναι ἡ ἐλάττωσις τῆς φορολογίας τὴν ὁποίαν λίαν ἀξιεπαίνως ἔβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Εἶναι ἡ πτῶσις τῆς λίρας. Δηλαδὴ πρέπει νὰ ἀντιστρέψωμεν τὴν πορείαν καὶ ἐκεῖ ποὺ ἀνεβαίνομεν νὰ ἀρχίσωμεν σιγά– σιγά, ὄχι νὰ πάρῃ ὁ στραβὸς κατήφορο, ἀλλὰ νὰ κατεβαίνωμεν βαθμιαίως πρὸς τὰ κάτω, πρὸς τὰ 250. Πῶς; Δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας. Πάντως χρειάζεται μία νέα Τράπεζα ἡ ὁποία νὰ ἐμπνεύσῃ πίστιν καὶ ἡ ὁποία νὰ προσελκύσῃ ὄχι τὰ ξένα κεφάλαια τὰ ὁποῖα λέγει ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀγορεύῃ, καὶ δὲν τοῦ τὸ εἶπον ποτέ μου ἀλλὰ τώρα εἶναι εὐκαιρία νὰ τὸ εἴπω, ὅταν ἀγορεύει λέγει: «νὰ γίνῃ ἡ ἐξυγίανσις καὶ νὰ ἔλθουν ξένα κεφάλαια». Ἄκουγα καὶ ἐγὼ μιὰ φορὰ καὶ ἕναν καιρὸ ξένα κεφάλαια καὶ δὲν ἤξευρα πῶς μοῦ φαινόταν. Σὰν φέσι. Αὐτὰ τὰ ξένα κεφάλαια εἶναι, κ. Πρόεδρε, ἡ ἐπέμβασις ξενικῶν Κυβερνήσεων εἰς τὰς ἐπιχειρήσεις ἐν Ἑλλάδι, εἰς τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν. Αὐτὰ εἶναι τὰ ξένα κεφάλαια. Ἄλλωστε, παρακαλῶ, νὰ μοῦ εἴπητε, κ. Πρόεδρε, νὰ μοῦ εἴπητε κ. Συνάδελφοι, τί θὰ εἰπῇ οἰκονομικὴ δέσμευσις τὴν ὁποίαν ἕνα Κράτος θέλει νὰ κάμῃ εἰς ἓν ἄλλο Κράτος. Καὶ ὅρα Ἀλβανίαν καὶ Ἰταλίαν. Τί θὰ εἰπῇ, παρὰ μία, οὕτως εἰπεῖν, ἐμπροσθοφυλακὴ τὰ ξένα κεφάλαια; Ἀλλὰ ἄς ἴδωμεν αὐτὰ τὰ ξένα κεφάλαια. Ἡμεῖς ἔχομεν ἀνάγκην δημοσίας πίστεως καὶ τίποτε ἄλλο διὰ τὴν ἐπίτευξιν τῆς ὁποίας τοὺς θερμοτέρους ἐπαίνους ἔχω νὰ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἐπέφερε τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ. Καὶ ὄχι μόνον τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ ὡς καλὸς ναύαρχος ἐστάθη ἀπὸ πάνω διὰ νὰ ἴδῃ ἐὰν αἱ διαταγαί του περὶ φορολογίας καλὰ ἐκτελοῦνται. Μὰ τὸν Δία θὰ τὸν ἔβαζα ναύαρχον καὶ εἰς ἕνα στόλον ἐὰν κατώρθωνε νὰ κυβερνᾷ αὐτὸν ὅπως κυβερνᾷ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ὑπῆρξε ἀξιοθαύμαστος καὶ ὁμολογουμένως ἡ Ἑλλὰς εἶναι δύσκολον διὰ τὴν φορολογίαν καὶ διὰ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ μὴ τοῦ ὀφείλει ἀπροκαλύπτως χάριτας. Ἰδού, λοιπόν, ὁ δρόμος διὰ τοῦ ὁποίου δημιουργεῖ ἕνα Κράτος πίστιν. Θὰ εἴχωμεν καὶ ἕνα περίσσευμα τώρα, ἐὰν δὲν ἀκολουθοῦσε τὴν πολιτικὴν τῶν δανείων καὶ τῶν συμβάσεων. Ἀσφαλῶς θὰ εἴχωμεν περίσσευμα ἐὰν ἐτρέπετο εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς λίρας πρὸς τὰ κάτω καὶ θὰ ἦτο τότε ὁ κυρίαρχος τῆς πολιτικῆς καταστάσεως. Θὰ ἔβλεπε ὁ ἑλληνικὸς λαὸς περίσσευμα ἀφ’ ἑνὸς εἰς τὸν προϋπολογισμὸν θὰ ἔβλεπε ἀφ’ ἑτέρου ὕψωσιν τῆς πίστεώς του εἰς τὸ ἐξωτερικόν θὰ ἔβλεπε ὁ ἑλληνικὸς λαὸς πτῶσιν τοῦ τιμαρίθμου τῆς ζωῆς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ἤκουε τότε, κύριε Πρόεδρε, ἐπαναλαμβάνω τὰ ὡσανὰ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἀπὸ τοῦ Τενάρου μέχρι τῆς Θράκης. Ἰδοὺ λοιπὸν ἐν συντομίᾳ τὸ πλατωνικὸν αὐτὸ σύστημα τὸ λεγόμενον πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως μὲ κέντρον τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ τοῦ ὁποίου ὁ πλησιέστερος πλανήτης εἶναι ὁ Ἑρμῆς, εἶναι ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα.
§47Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὁ Ἑξηντάρης.
§48Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Αὐτὴ ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα, τί εἶναι; Ἔχω μίαν λίραν ἐπάνω μου, καὶ δὲν ξέρω ποῦ νὰ τὴν ἐμπιστευθῶ. Εἶναι ἡ μόνη λίρα τὴν ὁποίαν ἔχω καὶ φοβοῦμαι μήπως τὴν χάσω. Χρειάζεται μία ἄλλη Τράπεζα. Ἀκούω ἐδῶ νὰ γίνεται μεγάλη συζήτησις τί θὰ γίνουν τὰ καλύμματα. Περὶ τῶν καλυμμάτων αὐτῶν ἂς εἴπω δύο λέξεις. Δὲν θὰ ὑπῆρχον, κ. Πρόεδρε, καλύμματα, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε λαὸς μὲ χαρτονομίσματα. Τὰ καλύμματα ὁμοιάζουν σὰν τὸ παιδὶ ποὺ τὸ ἐπῆγαν διὰ νὰ τὸ προστατεύσῃ ὁ Σολομὼν δυὸ μητέρες, αἱ ὁποῖαι τὸ διεφιλονείκισαν. Κατ’ ἐμὲ ἀνήκουσιν καὶ εἰς δύο, οὔτε εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν οὔτε εἰς τὴν Ἐθν. Τράπεζαν, ἀνήκουσιν εἰς τοὺς δύο καὶ ἐπειδὴ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐγένετο Ἐκδοτικὴ διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν σκοπὸν αὐτῆς τὸν ὁποῖον ἐξεπλήρου πρότερον ἡ Ἐθν. Τράπεζα αὐτὰ τὰ καλύμματα πρέπει νὰ πᾶνε εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν καὶ ὄχι εἰς τὴν πυροτεχνικὴν Τράπεζαν τοῦ φιλτάτου μου ἀρχηγοῦ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως.
§49ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί θὰ εἰπῇ πυροτεχνικὴ Τράπεζα.
§50Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Ἐκλογικὸν πυροτέχνημα (ἱλαρότης). Πιστεύω, ὅτι δὲν χρειάζεται τίποτε ἄλλο νὰ εἴπω. Ἂς πᾶμε νὰ κοιμηθῶμεν καὶ οἱ πωλοῦντες τοῖς μετρητοῖς καὶ οἱ πωλοῦντες ἐπὶ πιστώσει. Θὰ ζητήσωμεν ὅλοι οἱ πωλοῦντες ἐπὶ πιστώσει ἀπὸ ἕν κάλυμμα ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν διότι δυστυχῶς τὰ παλαιά, τὰ ὁποῖα εἴχομεν ἐγένοντο ράκη καὶ ἂς εὐχηθῶμεν, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔστω καὶ τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἀνανήψῃ ἀπό τὸν κατήφορον εἰς τὸν ὁποῖον καὶ ὁ ἴδιος φέρεται καὶ φέρει καὶ τὴν Δημοκρατίαν (χειροκροτήματα).
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἄλλος ἐγγεγραμμένος. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον εἰς τὰς 5 μ. μ. (Ὥρα 12.50′ μ. μέσον.).