1928.04.03
4.020 στίχοι · 30.476 λέξεις · 321 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 66Η
ΤΗΣ 3 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1928
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὤρα 6.20 μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ Συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα καὶ νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ κυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως). Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ὁ σύνδεσμος Ἑλλήνων ἐφέδρων Ἀλεξανδρείας ὑποβάλλει ψήφισμα δι’ οὗ διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας κ. Μ. Μεταξάκη διότι ἠρνήθη νὰ τελέσῃ μνημόσυνον ὑπὲρ τοῦ θανόντος Βασιλέως Κωνσταντίνου. Ὁ πρόεδρος συνεταιρισμοῦ Ν. Σκοποῦ ἀναφέρει ὅτι τὰ ὕδατα τοῦ Στρυμόνος κατέκλυσαν ὁλόκληρον σχεδὸν τὴν ἐσπαρμένην πεδιάδα καὶ ζητεῖ τὴν ἄμεσον ἐνίσχυσίν των καὶ ἔναρξιν τῆς κατασκευῆς ἔργων Στρυμόνος. Ὁ πρόεδρος τοῦ συνδέσμου παντοπωλῶν Κερκύρας διαμαρτύρεται κατὰ τῆς μελετωμένης ἀκυρώσεως τῆς γενομένης ἐκλογῆς του ὡς ἀντιπροσώπου ἐπιμελητηρίου παρὰ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς Κερκύρας. Τὸ κοινοτικὸν συμβούλιον Κάρλας παρακαλεῖ ὅπως καταργηθῇ ὁ ἐξαγωγικὸς δασμὸς ἐπὶ τῶν κουκουλίων πρὸς προστασίαν τῆς σηροτροφίας. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Λ. Μπότσαρης καὶ Α. Λούλης καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ συνταξιούχου Α. Τασίδου ζητοῦντος ἐπίδομα πρὸς ἀνοικοδόμησιν τῆς πυρποληθείσης ὑπὸ τῶν Ἀλβανῶν οἰκίας του καὶ βελτίωσιν τῆς συντάξεώς του. Ὁ μηχανικὸς Ναυπακτίας ὑποβάλλει ψήφισμα πλημμυροπαθῶν Ἀγροκτημόνων Ναυπάκτου διαμαρτυρομένων διὰ τὴν μὴ ἐκτέλεσιν ἀντιπλημμυρικῶν ἔργων καὶ παρακαλεῖ ν’ ἀποσταλῶσι εἰδικοὶ πρὸς ἐκτέλεσιν τοιούτων. Ὁ σύλλογος κοινωνίας τῶν προσφύγων Ἡγουμενίτσης ὑποβάλλει ἀναφορὰν καὶ παρακαλεῖ νὰ ἀποσταλῇ ἀντιπρόσωπος ἐκτιμητὴς τῶν μικρῶν των παραπηγμάτων πρὸς ἀπαλλοτρίωσιν. Ὁ σύλλογος μηχανικῶν καὶ ἀρχιτεκτόνων Θεσσαλονίκης διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς συμμετοχῆς τῶν ἐργοληπτῶν εἰς τὴν μειοδοσίαν τῆς κατασκευῆς ὁδοῦ Μοναστηρίου Θεσσαλονίκης. Ἡ Πανελλήνιος ἀστικὴ ἕνωσις κτηματιῶν ὑποβάλλει ψήφισμα ἀστικῆς ὀργανώσεως Παλαιοῦ Φαλήρου διαμαρτυρομένης διὰ τὴν μὴ περιφρούρησιν τῶν περιουσιακῶν δικαιωμάτων τῶν γηγενῶν ἔναντι τῶν προσφύγων. Ἡ κοινότης Βέλου Χασὰν–Ἀγᾶ, Λαός, Συνδέσμου Κοινοτήτων Δυτικῆς Βόχας καὶ διάφορα Σωματεῖα διαμαρτύρονται κατὰ τῆς μελετωμένης νέας φορολογίας ἐπὶ τῆς σουλτανίνας. Ὁ Α. Σ. Νικηφόρος ἐκ Καλάμου Λευκάδος ὑποβάλλει αἴτησιν δι’ ἧς παρακαλεῖ ὅπως τῷ ἐπιτραπῇ καὶ καθαρίσῃ τὴν ἔκτασιν τοῦ πευκοτεμαχίου του κειμένου εἰς τὰς θέσεις Χάλασμα, Κατεργάκη καὶ Λαγκαδοῦλα τῆς νήσου Καλάμου. Ὁ βουλευτὴς Ἡρακλείου κ. Γ. Κοκκινάκης καταθέτει τηλεγράφημα σαπωνοβιομηχάνων Ἡρακλείου καὶ Ζακύνθου παρακαλούντων ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου 3421. Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Μπακόπουλος καταθέτει αἴτησιν τοῦ Δ. Σαρατσοπούλου αἰτοῦντος ἀποζημίωσιν διὰ τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς εἰσαγωγῆς καπνοῦ εἰς τὰ καπνεργοστάσια πρὸς κοπὴν καὶ συσκευήν. Οἱ ὑπάλληλοι τῶν Λεσχῶν Διονύσου καὶ Ἁγίου Ἀνδρέα παρακαλοῦσιν ὅπως παραταθῇ ἐπὶ ἑξάμηνον ἡ λειτουργία τῶν ἄνω Λεσχῶν, ἵνα δυνηθῶσι νὰ ἐξεύρουν ἄλλα βιοποριστικὰ ἐπαγγέλματα. Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Μπακόπουλος καταθέτει αἴτησιν τῶν δημοδιδασκάλων Δ. Μητσοπούλου, Δ. Μιχαλοπούλου κλπ. αἰτούντων ὅπως ὑπαχθοῦν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ Εἰσηγητοῦ. Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Μπακόπουλος καταθέτει ψήφισμα τῶν ἐμπόρων Δημητσάνης παρακαλούντων ν’ ἀρθῇ ἡ ἀπεινὴς φορολογία τῶν ἐτῶν 1921–1921. Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Μπούκουρας καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Θεοδώρου Ἠλιοπούλου καὶ Η. Ἠλιοπούλου διαμαρτυρομένων κατὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς ἀπαλλοτριώσεως καὶ ζητούντων νὰ ἱκανοποιηθῶσι διὰ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τοῦ ἀγροκτήματος Σταμάτα–Διόνυσος. Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Μπαμπᾶκος καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Γεν. Ἑνώσεως Ἀναπήρων πολέμου Ἀττικῆς διαμαρτυρομένων διὰ τὴν ἄρσιν τοῦ περιπτέρου τοῦ ἀναπήρου Δ. Χριστοδούλου. Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Μπούκουρας καταθέτει τηλεγραφήματα διαφόρων Συλλόγων καὶ Συνεταιρισμῶν ἐκ διαφόρων μερῶν διαμαρτυρομένων διὰ τὰς ἐνεργείας τῶν μεσιτῶν Πατρῶν ἐναντίον τοῦ σταφιδικοῦ ὀργανισμοῦ. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Ν. Δαρβέρης καταθέτει ὑπόμνημα τῶν βιοτεχνῶν καὶ καλαθοποιῶν, γηγενῶν καὶ προσφύγων, περὶ προστασίας τοῦ ἐπαγγέλματός των τούτου διὰ φορολογίας τῶν ἔξωθι εἰσαγομένων κενῶν καλαθῶν καὶ λοιπῶν εἰδῶν τοῦ βιοτεχνικοῦ τούτου ἐπαγγέλματος. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Ν. Δαρβέρης καταθέτει ἀναφορὰν κοινότητος Καπουτσίδων παραπονουμένων διὰ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν μικροεκτάσεων τῶν ἀγρῶν ἐξ ὧν ἀποζῶσιν οἱ γεωργοὶ καὶ μετὰ τὴν ἀπαλλοτρίωσίν των καθίστανται ἀκτήμονες. Ὁμοίως καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Ἰωάννου Σπύρου καὶ Γ. Προφαντοπούλου πρώην Ἐπιθεωρητῶν Δημ. Σχολείων περὶ ἐπαναδιορισμοῦ των ὡς κακῶς ἀπολυθέντων τῆς θέσεως ἣν εἶχον. Ὁμοίως καταθέτει ὑπόμνημα τῶν τελωνοφυλάκων ἐξαιτουμένων τὴν βελτίωσιν τῆς θέσεώς των ἐπ’ ὠφελείᾳ καὶ αὐτῶν καὶ τοῦ Κράτους. Ὁ Πρόεδρος Κτηματικοῦ Συνδέσμου Θεσσαλονίκης, οἱ Ἐπαγγελματίαι Πύργου καὶ ὁ Σύνδεσμος ἰδιοκτητῶν Τρικκάλων διαμαρτύρονται κατὰ τῆς ἄρσεως τοῦ ἐνοικιοστασίου. Ἐπιτροπὴ Ἐπαγγελματιῶν καὶ Τεχνικῶν Πατρῶν παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἄρῃ τὸ ἐνοικιοστάσιον. Ὁ Καπνεμπορικὸς Σύλλογος Ἀγρινίου διαμαρτύρεται διὰ τὰ ἀλλεπάλληλα κρούσματα ἐμπρησμοῦ καπνοκοπτηρίων. Τὸ Ἐμπορικὸν Ἐπιμελητήριον Καβάλλας, ἡ Ἕνωσις Ἐπιμελητηρίου Καβάλλας, ἡ Ἕνωσις Ἐνοικιαστῶν ἀστικῶν Ὀθωμανικῶν κτημάτων, ὁ προσφυγικὸς κόσμος Πωτσάνης καὶ οἱ ἐνοικιασταὶ ἀνταλλαξίμων κτημάτων Φλωρίνης διαμαρτύρονται καὶ ζητοῦν τὴν ἀναστολὴν τῆς διὰ δημοπρασιῶν ἀπαλλοτριώσεως ἀνταλλαξίμων κτημάτων διότι κινδυνεύουν νὰ μείνουν ἄστεγοι καὶ ἄνευ καταστημάτων. Οἱ κ. κ. Ι. Μεταξᾶς (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας), Ν. Βελέντζας (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας| καὶ Α. Μυλωνᾶς (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλουν σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως συμβάσεως περὶ χορηγήσεως δανείου πρὸς τὴν Ἐπιτροπείαν Ἐλευθέρας Ζώνης Θεσσαλονίκης παρὰ τοῦ Ταμείου Παρακαταθηκῶν καὶ Δανείων». Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῶν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Κτηματικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος παραχωρουμένων ὑποθηκῶν ἐπὶ ἀκινήτων ἐν ταῖς Ν. Χώραις». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ν. Μπακόπουλος, Α. Παπαναστασίου, Σ. Τσακόπουλος, Χ. Βοζίκης, Γ. Μπακόπουλος κλπ. ὑποβάλλουν πρότασιν νόμου «περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου 2107». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δ. Ζούζουλας, Ν. Μαντᾶς, Δ. Ψάρρας, Π. Ἀντωναρόπουλος, κλπ. ὑποβάλλουν τροπολογίαν εἰς τὸ ἄρθρον 10 τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 6 Ὀκτωβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ προσαρτήσεως τῶν σχολῶν Ἀνωτάτης Δασολογικῆς καὶ Γεωπονικῆς εἰς τὸ Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης. Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Κοσμεζῆς ὑποβάλλει τροπολογίας ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως Ν. Διατάγματος τῆς 30 Ὀκτωβρίου 1925 «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 1165 κλπ.». Ἡ ἐπὶ τῆς Παιδείας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τοῦ ἐπιδόματος τῶν Μητροπολιτῶν τῶν Ν. Χωρῶν καὶ συμμετοχῆς αὐτῶν ἐν τῷ Διοικητικῷ Συμβουλίῳ τῆς Γενικῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἐκπαιδεύσεως». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Μ. Γούδας καὶ Φ. Μοσχούλας ὑποβάλλουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 12 Νοεμβρίου 1927 Διατάγματος περὶ εὑρέσεως ἐργασίας καὶ ὑποχρεωτικῆς ἀσφαλίσεως κατὰ τῆς ἀνεργίας ὑπαλλήλων, ἐργατῶν καὶ ὑπηρετῶν» Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Καντιάνης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 15 Ἰουλίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 15 Ἰουλίου 1926 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 146 περὶ ἀθεμίτου ἀνταγωνισμοῦ». Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἱδρύσεως Εἰδικοῦ Ταμείου Δικαστ. Μεγάρων. Ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῆς ἀληθοῦς ἐννοίας τῆς 2 παραγρ. τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου 143 τοῦ 1913 περὶ μονιμοποιήσεως Ἐφέδρων Ἀξιωματικῶν». Ὁ κ. Α. Μεταξᾶς (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας καταθέτει τὴν κάτωθι ἀπάντησιν εἰς ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Πετρακάκου. Εἰς ἀπάντησιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 70 τῆς 9 λήγοντος ἐρωτήσεως τοῦ κ. Πετρακάκου ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσωμεν τὰ ἀκόλουθα: 1) Ἡ μετάθεσις τοῦ τέρματος τῆς γραμμῆς Μαρασλείου, μετὰ τὴν ἀντικατάστασιν τῆς τροχιοδρομικῆς συγκοινωνίας δι’ αὐτοκινήτων, ἐγένετο κατ’ ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργείου, καὶ τοῦτο διότι λόγῳ τῶν τοπικῶν δυσχερειῶν καὶ τῆς στενότητος τῆς ὁδοῦ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, καθίστατο δύσκολος καὶ ἐπικίνδυνος ἡ στροφὴ τοῦ αὐτοκινήτου. 2) Ἡ συγκοινωνία ἐν τῇ γραμμῇ ταύτῃ ἐνεργεῖται διὰ τριῶν αὐτοκινήτων ἀνὰ 8′ (ἀντὶ τῶν δρομολογίων ἀνὰ 20′ ἅτινα ὑπῆρχον πρότερον διὰ τοῦ τρὰμ) ἀπὸ δὲ τῆς 11½ π.μ. μέχρι τῆς 1 μ. μ. καὶ ἀπὸ τῆς 7 μέχρις 8½ προστίθεται καὶ τέταρτον αὐτοκίνητον, διὰ τοῦ ὁποίου τὰ δρομολόγια ἐκτελοῦνται ἀνὰ 6′. Ὁ κ. Π. Μερλόπουλος (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ πίνακος τοῦ ἐνεργηθέντος διαγωνισμοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1926 περὶ προαγωγῆς ὑπολογιστῶν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ λογιστοῦ». Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν κάτωθι νομοσχεδίων: 1) Περὶ ἀποδοχῆς ὑπὸ ὅρους παρὰ τῆς Ἑλλάδος τῆς ρήτρας τοῦ 36 ἄρθρου τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ διαρκοῦς δικαστηρίου διεθνοῦς δικαιοσύνης τῆς Χάγης περὶ ὑποχρεωτικῆς διαιτησίας». 2) «Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ τοῦ Βασιλείου τῶν Σέρβων, Κροατῶν καὶ Σλοβένων ὑπογραφείσης ἐν Ἀθήναις τὴν 2 Νοεμβρίου 1927 συνθήκης ἐμπορίου καὶ ναυτιλίας». 3) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Μαΐου 1926 Ν. Δ. περὶ ἱδρύσεως καὶ ἑτέρου τάγματος τιμῆς ὑπὸ τὸ ὄνομα Τάγμα τοῦ Φοίνικος» καὶ 4) «Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἱσπανίας ὑπογραφείσης ἐν Ἀθήναις τῇ 23 Σεπτεμβρίου 1926 συνθήκης προξενικῆς ναυτιλίας ἐμπορικῶν καὶ ἀστικῶν δικαιωμάτων καὶ ἐγκαταστάσεως ὡς καὶ τοῦ προσθέτου πρωτοκόλλου αὐτῆς ὑπογραφέντος ἐν Ἀθήναις τῇ 7 Αὐγούστου 1927». Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν κάτωθι νομοσχεδίων. 1) «Περὶ κυρώσεως τῶν ἀπὸ 20 Ἰουνίου 1925 καὶ 28 Ἰουλίου 1925 συμβάσεων μεταξὺ Δημοσίου καὶ Ἐθνικῆς Τραπέζης, δι’ ὧν ρυθμίζεται ἡ πληρωμὴ τῶν εἰς χρυσὸν ὑποχρεώσεων τῆς Τραπέζης ταύτης, δημοσιευθεισῶν εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 264 τῆς 23 Σεπτεμβρίου 1925 φύλλον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως καὶ 2) «Περὶ προθεσμιῶν καταβολῆς φόρου καθαρῶν προσόδων προηγουμένων ἐτῶν. Ὁ κ. Ι. Μεταξᾶς (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας) ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 29 Ὀκτωβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 16 Δεκεμβρίου 1925 Ν. Δ. περὶ διατάξεών τινων ἀφορωσῶν τὴν Διεύθυνσιν τῶν Σιδηροδρόμων καὶ τοῦ Σ.Ε.Κ.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἀναβάλλεται.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας.
§4Α. ΜΕΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει ἓν νομοσχέδιον «περὶ μοναστηριακῶν κτημάτων Θάσσου». Παρακαλῶ νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι ὑπάρχουν ἀκτήμονες καλλιεργηταί, τῶν ὁποίων ἀποβαίνει ἀδύνατος ἡ συμπλήρωσις τῆς ἀποκαταστάσεως.
§5Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Καὶ ἐγὼ νομίζω ὅτι εἶχεν ὁρισθῇ ἡμέρα συζητήσεως ἡ σημερινὴ διὰ τὴν Σύμβασιν ΣΠΑΠ.
§6Α. ΜΕΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ὁρισθῇ πότε θὰ γίνῃ ἡ συζήτησις.
§7Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν εἶναι δυνατὸν τοῦτο.
§8Α. ΜΕΡΟΣ. Ἐπὶ τέλους θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον εἰς τὴν πρώτην συνεδρίασιν νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ ὡς καὶ τὸ τῆς φορολογίας τῶν αἰγοπροβάτων, τὸ ὁποῖον ἐκκρεμεῖ.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§10Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχει ὁρισθῆ διὰ σήμερον ἡ σύμβασις τοῦ ΣΠΑΠ.
§11Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Νομίζω ὅτι αὕτη ἔχει ψηφισθῆ εἰς αʹ ἀνάγνωσιν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ καὶ ἡ μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης Σύμβασις, καὶ κατόπιν ἐπακολουθεῖ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς συμβάσεως μετὰ τοῦ ΣΠΑΠ.
§12Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Φρονῶ ὅτι ἐπισπεύδετε τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἡ σύμβασις αὕτη, διὰ νὰ ψηφισθῇ, χρειάζεται δύο συνεδριάσεις. Νομίζω ὅτι δύναται νὰ τηρηθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς καὶ ὡς πρὸς τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως μετὰ τοῦ ΣΠΑΠ. καὶ ὡς πρὸς τὴν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης σύμβασιν· δηλ. νὰ ψηφισθοῦν ἀμφότεραι πρὸ τοῦ Πάσχα, ὥστε καὶ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς νὰ τηρηθῇ, ἀλλὰ καὶ εὐχερέστερον νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἐπὶ τῆς συμβάσεως μάλιστα αὐτῆς δὲν ὑπάρχει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις. Ἐὰν ψηφισθῇ σήμερον ἡ σύμβασις εἰς αʹ ἀνάγνωσιν, θὰ ἔλθῃ ἡ ἄλλη συζήτησις πέραν τῆς Παρασκευῆς.
§13Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ὅταν περατωθῇ ἡ αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς συμβάσεως τῆς Τραπέζης, θὰ μεσολαβήσουν δύο ἡμέραι. Κατὰ τὰς δύο αὐτὰς συνεδριάσεις δυνάμεθα νὰ τελειώσωμεν τὴν ἄλλην σύμβασιν μέχρι τοῦ Σαββάτου.
§14Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Πρὶν ἢ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν οὐσίαν τῆς συζητήσεως τῆς ὑποθέσεως, θὰ ἴδητε καὶ σεῖς ὅτι κατ’ ἀνάγκην ἡ Βουλὴ θὰ ζητήσῃ τὴν ἀναβολὴν τῆς συμβάσεως αὐτῆς, διότι ὁμολογουμένως ἦλθε πρὸς συζήτησιν ἄνευ οὐδεμιᾶς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ἐν σχέσει πρὸς τὸ περιεχόμενον αὐτῆς, ἄνευ οὐδενὸς ἐγγράφου τὸ ὁποῖον νὰ διασαφηνίζῃ τὰς λεπτομερείας τοῦ περιεχομένου αὐτῆς, περιεχομένου ἀρκετὰ σοβαροῦ. Δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ ἀποδεχθῇ τὴν συζήτησιν, διότι καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον καὶ διὰ τὴν πρότασιν ἥτις ὑπεβλήθη ἐκ μέρους τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ἐζήτησε τὴν ἀναβολήν. Δι’ αὐτὸ φρονῶ ὅτι καὶ δυσχερῶς ἢ ἐντελῶς ἀκαταλλήλως θὰ ἠδυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν εἰς συζήτησιν ταύτην τὴν ἑσπέραν. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω κατὰ τίνα τρόπον ὑπὸ τοὺς ὅρους αὐτοὺς θὰ ἠδύνατό τις νὰ κρίνῃ καὶ νὰ ἐκφέρῃ γνώμην ἐπὶ τῆς συμβάσεως αὐτῆς καὶ διὰ τοῦτο δέον νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐπ’ αὐτῆς συζήτησις.
§15Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Συμφώνως καὶ μὲ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὑπεστηρίξαμεν καὶ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ὑποστηρίζομεν καὶ ἐδῶ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς συμβάσεως τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν λογαριασμῶν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὄχι μόνον διότι διὰ προηγουμένης ἀποφάσεως εἶχε καθορισθῆ ἡ σημερινὴ ἡμέρα ὡς ἡμέρα συζητήσεως τῆς συμβάσεως τοῦ ΣΠΑΠ, καὶ ὄχι μόνον διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καθορίσας πρὸ ἡμερῶν τὴν σειρὰν τῶν συζητητέων θεμάτων, εἶπεν ὅτι θὰ προηγηθοῦν τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια καὶ θ’ ἀκολουθήσουν καὶ αἱ συμβάσεις καὶ κατόπιν ὅλα τὰ ἄλλα, ἀλλὰ καὶ διότι νομίζομεν ὅτι ὅπως συζητηθῇ ἀποτελεσματικώτερον τὸ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχέδιον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἔχουν ὑποβληθῇ καὶ νὰ εἶναι ὥριμα πρὸς συζήτησιν καὶ ἄλλα Νομοσχέδια, ἀποβλέποντα εἰς ὅλην τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐν ᾗ περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἵδρυσις Γεωργικῆς Τραπέζης. Τοῦτο δὲ διότι εἶναι ἐγγεγραμμένον εἰς ἄρθρον τῆς συμβάσεως καὶ ἀναφέρεται καὶ εἰς τὸ νομοσχέδιον, ὅτι ἕνα τῶν ἀντισταθμισμάτων τῶν παραχωρουμένων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, εἶναι καὶ ἡ ἐξυπηρέτησις διὰ τῆς ἱδρύσεως μιᾶς Ἀγροτικῆς Τραπέζης ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένων νόμων. Διὰ νὰ ἴδωμεν πόσον τοῦτο εἶναι σοβαρόν, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχωμεν καὶ αὐτὴν τὴν σύμβασιν καὶ νὰ συζητήσωμεν ἀπὸ κοινοῦ καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο ζήτημα, διότι ἄλλως, ὁμολογουμένως, δημιουργεῖται ἕνα χάσμα σοβαρόν, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται παρὰ νὰ ἀποβῇ πρὸς βλάβην τῆς συζητήσεως καὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Ἐκτὸς τούτου θὰ ἦτο ἐπιβεβλημένον, πλὴν τῶν ἄλλων στοιχείων τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ὅπως μὲ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν ὑποβληθῶσιν καὶ ἀντίτυπά τινα τῶν συμβάσεων καὶ τῶν εἰδικῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι καταργοῦνται διὰ τῆς νέας αὐτῆς συμβάσεως, καὶ τῶν τυχὸν ἄλλων συμβάσεων αἱ ὁποῖαι δὲν καταργοῦνται, διότι διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου μεταβάλλεται τὸ σύνολον τῶν σχέσεων Κράτους καὶ Τραπεζῶν. Ἄλλαι μὲν συμβάσεις κατηργήθησαν καὶ ἄλλαι δὲν κατηργήθησαν. Τοῦτο δὲ πάλιν σύμφωνα ἄλλως τε μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ ἄρθρ. 48 τοῦ Συντάγματος. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐπιβάλλεται ὅπως ἀνατυπωθῶσιν αἱ καταργούμεναι καὶ παραμένουσαι διατάξεις εἰς τὴν σύμβασιν αὐτήν. Δὲν εἶναι ἀκριβῶς τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ τὸ πνεῦμα, διότι πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὅλαι αἱ συμβάσεις καὶ οἱ νόμοι οἱ ὁποῖοι ἀφοροῦν τὴν Τράπεζαν ἀφορῶσιν ἓν σύνολον, καὶ πρέπει νὰ γνωρίζωμεν τί καταργεῖται καὶ τί ἰσχύει. Δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ παρατήρησις ὅτι πρόκειται περὶ νόμου, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως νὰ τοὺς εὕρωμεν, διότι δὲν εἶναι εὔκολον εἰς ἕνα βουλευτὴν νὰ ἀναδιφήσῃ ὅλην τὴν Ἐφημ. τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὕρῃ τί παραμένει καί τί καταργεῖται. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν σήμερον νὰ ἀκούσωμεν τὰς εἰσηγήσεις τῆς πλειονοψηφίας καὶ τῆς μειονοψηφίας ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου καὶ νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον ἡ πρόοδος τῆς συζητήσεως προσκομιζομένων καὶ τῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα ἐζητήθησαν, ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι θέλει ὑποβληθῇ καὶ ἡ σύμβασις περὶ συστάσεως Γεωργικῆς Τραπέζης.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατετέθη.
§17Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τότε αὔριον νὰ παραπεφθῇ εἰς τὴν οἰκείαν Ἐπιτροπὴν καὶ ὅπως τότε ἐσπεύσαμεν καὶ ἔχομεν τὴν ἔκθεσιν διὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ οὗ πρόκειται, οὕτω νὰ ἔχωμεν αὔριον ἢ μεθαύριον τὸ Νομοσχέδιον περὶ ἱδρύσεως τῆς Τραπέζης αὐτῆς, διὰ νὰ συζητήσωμεν τὰ δύο νομοσχέδια ἀπὸ κοινοῦ.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Γεωργίας, ὑποβάλλουν νομοσχέδιον «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 23 Φεβρουαρίου 1928 συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, περὶ συστάσεως καὶ λειτουργίας Γεωργικῆς Τραπέζης».
§19Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.) Τὸ νομοσχέδιον περὶ Γεωργικῆς Τραπέζης, ὡς ἠκούσατε, κατετέθη ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ θὰ διατρέξῃ καὶ αὐτὸ τὴν κανονικὴν διαδικασίαν, παραπεμπόμενον εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν πρὸς ἔλεγχον καὶ παραπεμπόμενον εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς συζήτησιν. Δὲν βλέπω ὅμως ἀπολύτως τὸν λόγον τῆς συσχετίσεως αὑτῶν τῶν δύο νομοσχεδίων. Ὅταν συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ Γεωργικῆς Τραπέζης», ἡ Βουλὴ θὰ εἶναι ἱκανὴ νὰ κρίνῃ ἐὰν αἱ χορηγηθεῖσαι ἐνισχύσεις ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς τὴν Ἀγροτικὴν Πίστιν εἶναι ἐπαρκεῖς ἢ ὄχι. Ἐὰν πρόκειται κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης νὰ θιχθοῦν τὰ ἑκατέρωθεν δικαιώματα, τοῦ Κράτους ἀφ’ ἑνὸς καὶ τοῦ πιστωτικοῦ ἱδρύματος ἀφ’ ἑτέρου, τὰ δικαιώματα τῆς Ἀγροτικῆς Πίστεως θὰ κριθῶσιν ἀσχέτως πρὸς τὰς χορηγηθείσας πρὸς τὴν Γεωργικὴν Τράπεζαν πιστώσεις. Ἐὰν ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν, θὰ εἶναι γνωστὸν τὸ ποσὸν αὐτῶν τῶν χορηγήσεων καὶ θὰ εἶναι εὔκολον νὰ τὸ ἐξαγγείλω καὶ ἐγὼ ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς. Φυσικὰ τὸ νὰ ἀναβάλωμεν μέχρι αὔριον δὲ θὰ ἦτο κανὲν ἀδύνατον ἔργον, ἐφ’ ὅσον ὁ χρόνος, ὁ μέχρι τῶν διακοπῶν τοῦ Πάσχα, δὲν εἶναι ἀπολύτως περιωρισμένος. Πόσαι συνεδριάσεις ὑπολείπονται μέχρι τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα; Ἔχομεν τὴν Τρίτην, τὴν Τετάρτην καὶ τὴν Πέμπτην, τρεῖς συνεδριάσεις, σήμερον αὔριον καὶ μεθαύριον καὶ τὸ Σάββατον. Εἶναι ἀνάγκη τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ ψηφισθῇ. Ἐὰν θέλωμεν, δυνάμεθα νὰ συνεδριάσωμεν καὶ τὴν Δευτέραν. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν καὶ διὰ τὴν Τρίτην. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἔλθῃ ὁ καιρὸς τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, πρέπει νὰ ψηφισθῇ εἰς τὴν αὐριανὴν συνεδρίασιν διὰ νὰ εἶναι ὥριμον εἰς τὴν βʹ συζήτησιν.
§20Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Νὰ γίνῃ συνεδρίασις καὶ τὴν Δευτέραν. Ἔχομεν καιρόν.
§21Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Διὰ νὰ τελειώσωμεν πρὸ τῶν διακοπῶν. Βεβαίως, αὐτὸ εἶναι ἀδιάφορον διὰ τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἀλλὰ εἶναι πάρα πολὺ σοβαρὸν διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Κινδυνεύομεν νὰ εὑρεθῶμεν ἐνώπιον τῶν διακοπῶν, ὁπότε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρατείνωμεν τὸ ἔργον πέραν τῶν ἑορτῶν, χωρὶς νὰ ἔχωμεν ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις ἀποδίδει ἐξαιρετικὴν σημασίαν, διότι συνδυάζεται μὲ ὁλόκληρον πρόγραμμα. Νομίζομεν ὅτι ἐπέστη ἡ ὥρα κατὰ τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ καθαρίσωμεν τοὺς λογαριασμοὺς μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν πραγμάτωσιν ἑτέρων σκοπῶν, τὴν πραγματοποίησιν τῶν πιστώσεων τῆς σταθεροποιήσεως. Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἔχωμεν τὸ μέτρον τοῦτο, διὰ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐνέργειαν αὐτὴν, καὶ ἑπομένως δὲν ἔχομεν περιθώριον χρόνου διὰ νὰ ἀναπτύξωμεν ποῖα εἶναι τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα συζητοῦνται σήμερον καὶ ποῖα δὲν ὑπάρχουσι. Ἠκούσαμεν ὅτι συζητοῦνται νόμοι. Ποῖοι εἶναι οἱ καταργηθέντες νόμοι; Οἱ νόμοι οὗτοι ἀναφέρονται εἰς τὸ σχέδιον τῆς Συμβάσεως καὶ εὐτυχῶς δύναται πᾶς τις νὰ ἀνατρέξῃ καὶ νὰ ἴδῃ τὰς λεπτομερείας, ἐὰν ἔχῃ ἀνάγκην. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νέας ἐκτυπώσεως, διότι τὸ μέτρον τοῦτο θὰ ἀπαιτήσῃ χρόνον καὶ θὰ ἀποτελεσθῇ ὁλόκληρος τόμος καὶ ἑπομένως οὐ μόνον θὰ ματαιωθῇ ἡ ψήφισις, ἀλλὰ θὰ ματαιωθῇ καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ μέτρου τούτου. Ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος εἶπεν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐπαρκὴς ἀνάπτυξις τοῦ θέματος εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν καὶ δὲν ὑπάρχουσι στοιχεῖα ἐπαρκῆ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Δὲν γνωρίζω ποῖα εἶναι τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ περιμένωμεν διὰ τὴν πρόοδον τῆς συζητήσεως καὶ θὰ ἴδωμεν ἐὰν λείπουν ἢ ὑπάρχουσι. Διότι περὶ τίνος πρόκειται σήμερον; Πρόκειται περὶ ἐκκαθαρίσεως λογαριασμῶν. Ἄς λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τί εἶναι ἡ σύμβασις αὐτὴ κατ’ ἀρχήν: Ὁ ἀποχωρισμὸς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἡ σύστασις τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης ἔχει ψηφισθῆ καὶ ἐγκριθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἑπομένως σήμερον δὲν πρόκειται νὰ κρίνωμεν, ἀλλὰ νὰ καθαρίσωμεν τοὺς λογαριασμοὺς μας καὶ νὰ ἀσφαλίσωμεν τὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους. Τὸ νομοσχέδιον εὑρίσκεται κατατεθὲν ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς πρὸ μακροῦ χρόνου. Οὐδὲν στοιχεῖον λείπει, ἵνα κατατεθῇ ἐγκαίρως. Δὲν εἶναι δυνατόν, ἐφόσον δὲν ἐζητήθη ἡ κατάθεσις ἐγγράφων τοιούτων, νὰ ἀναβάλωμεν τὴν ψήφισιν, καὶ ἑπομένως εἶναι ὀρθὸν νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Διὰ νὰ γίνῃ μάλιστα ἡ συζήτησις ἀνέτως, ἐγὼ θὰ ἐπρότεινον νὰ τὴν κάμωμεν εὐρεῖαν τοιαύτην ἀλλὰ εἰς μίαν ἀνάγνωσιν, διὰ νὰ ἐξαντλήσωμεν τὴν συζήτησιν εἰς αʹ ἀνάγνωσιν. Ἐὰν στέργῃ ἡ Βουλὴ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν, δυνάμεθα νὰ ἀναβάλωμεν διὰ τὴν Πέμπτην ἢ Παρασκευήν καὶ τότε ἡ συζήτησις νὰ γίνῃ μετὰ πάσης ἀνέσεως. Ἐὰν, λοιπόν, δέχεσθε τὴν ἄποψιν αὐτήν, ὑποθέτω ὅτι θὰ εὑρεθῶμεν ἐν ἀπολύτῳ ἁρμονίᾳ. Καὶ τὰ στοιχεῖα θὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της ἡ Βουλή, καὶ χρόνον διὰ νὰ τὸ μελετήσῃ, ὥστε τὸ νομοσχέδιον νὰ μὴ παραπεμφθῇ εἰς τὰς Καλένδας. Ἄν δέχεσθε τὴν τυπικὴν ἔγκρισιν, ἡ ὁποία κατ’ οὐδὲν σᾶς δεσμεύει ὑπὸ τὴν ἄποψιν τῶν ἀντιλήψεών σας, καὶ τὴν εἰς αʹ ἀνάγνωσιν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν τὴν Παρασκευὴν τὴν ἔναρξιν συζητήσεως διὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν,
§22Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὄχι τὴν Παρασκευήν. Εἶνε ἡμέρα ἐπερωτήσεων.
§23Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Τὸ Σάββατον τότε. Νὰ κυρωθῇ τὸ νομοσχέδιον τὴν ἑσπέραν αὐτὴν εἰς αʹ ἀνάγνωσιν ν’ ἀναβληθῇ δὲ ἡ δευτέρα ἀνάγνωσις διὰ τὸ Σάββατον καὶ νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις ἐν πάσῃ εὐρύτητι, προσκομιζομένων ὅλων τῶν στοιχείων. Μεσολαβοῦν, πάντως, δύο ἡμέραι μέχρι τῆς Παρασκευῆς.
§24Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν δεχόμεθα τὴν Παρασκευήν.
§25Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Ἔχει καλῶς. Τὸ Σάββατον.
§26Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὸ ὅτι ἡ σύμβασις, ὅσον καὶ ἂν στηρίζεται ἐπὶ δεδομένων διὰ τὰ ὁποῖα ἀπεφάνθη ἡ Βουλή, εἶναι περιεχομένου τοιούτου διὰ τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται ἄνετος συζήτησις. Ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι εἶναι λίαν λυπηρόν, ὅτι τὰ νομοσχέδια τὰ οἰκονομικά, καὶ δὴ σπουδαιότατα τοιαῦτα, ἦλθον πάντοτε πρὸς ἐσπευσμένην συζήτησιν τὴν τελευταίαν στιγμήν. «Ψηφίσατέ τα —μᾶς λέγουν—διότι εἶναι ἀνάγκη! Διατὶ τάχα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν αἰτιᾶται ἡμᾶς ὅτι δὲν ἐξητήσαμεν ἐγκαίρως τὰ στοιχεῖα, καὶ δὲν θέλει ν’ ἀναλάβῃ καὶ οὗτος τὴν εὐθύνην ὅτι, προσάγων εἰς τὴν Βουλὴν μίαν τοιαύτην σύμβασιν, ὤφειλε νὰ ἔχῃ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν καὶ νὰ ἀναπτύξῃ τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα θὰ ἦσαν ἀπαραίτητα διὰ τὴν κατανόησίν της; Καὶ διατὶ τάχα, ἀφοῦ ἡ σύμβασις ὑπεγράφη ἀπὸ τὰ τέλη Φεβρουαρίου, ὑπεβλήθη δὲ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὰς 7 Μαρτίου, νὰ μὴ ζητήσῃ τότε τὴν ἐσπευσμένην συζήτησιν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ ὁποία κατηνάλωσε μίαν ἡμέραν διὰ νὰ τὴν συζητήσῃ;
§27ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τέσσαρας ὥρας.
§28Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τέσσαρας ὥρας, ἀλλὰ μίαν ἡμέραν πάντως. Διατὶ τάχα νὰ μὴ συζητήσωμεν τὴν σύμβασιν αὐτήν τὸ πρῶτον ἢ τὸ δεύτερον 10ήμερον τοῦ Μαρτίου, ὥστε νὰ μὴ φθάσῃ εἰς τὴν τελευταίαν στιγμὴν καὶ νὰ μᾶς λέγῃ ὁ κ. Ὑπουργός: ψηφῆστε εἰς μίαν ἀνάγνωσιν; Νομίζω ὅτι ἡ πρώτη καὶ ἡ δευτέρα συζήτησις ἔχουν κάποιον σκοπὸν ποὺ ἐτέθησαν καὶ δὲν φρονῶ ὅτι δικαιολογεῖται ὁ κ. Ὑπουργός, λέγων νὰ μεταβάλωμεν τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι τρόπος συζητήσεως αὐτός. Ἄν θέλετε ἐν συνειδήσει νὰ κρίνωμεν περὶ αὐτῶν τῶν πραγμάτων καὶ νὰ εἴμεθα ἐν τάξει μὲ τὸν ἑαυτόν μας, ἔπρεπε νὰ προσαγάγητε τὰ στοιχεῖα, καὶ πρὸ παντὸς νὰ μᾶς ἀφήσητε τὸν χρόνον νὰ τὰ συζητήσωμεν. Νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, ὅπως εἰσηγηθῇ τοὐλάχιστον ὁ εἰσηγητὴς ταύτην τὴν ἑσπέραν, νὰ μὴ προχωρήσῃ δὲ ἡ συζήτησις περαιτέρω καὶ ν’ ἀρχίσωμεν αὐτὴν αὔριον κανονικῶς. Καὶ τὰ στοιχεῖα ἂς τὰ προσαγάγῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν. Νομίζω ὅτι ἡ πρότασίς μου εἶναι ἄκρως δεδικαιολογημένη. Ἀναγνωρίζω τὰς μεγάλας ἀσχολίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀπασχοληθῇ μὲ περισσοτέρας λεπτομερείας, ἀλλὰ ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐκτελῇ τὰς ἐργασίας της μὲ κάποιαν ἐπιμέλειαν καὶ δι’ αὐτὸ θὰ συνίστων εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν. Νὰ γίνῃ εἰσήγησις ταύτην τὴν ἑσπέραν, καὶ νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις αὔριον. Δὲν παραλείπω νὰ προσθέσω ὅτι ἐγὼ δὲν θὰ δυνηθῶ νὰ παρακολουθήσω τὴν συζήτησιν ταύτην τὴν ἑσπέραν, ἐξ ἀτομικῶν λόγων. Τοῦτο βεβαίως δὲν ἔχει καμμίαν ἐπιρροὴν διὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς.
§29Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, γνωρίζει ὅτι, ὄχι μόνον καμμία πρόθεσις δὲν ὑπάρχει νὰ δημιουργήσωμεν προσκόμματα εἰς τὴν πλήρη ἐκτέλεσιν τοῦ Οἰκονομικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὅλως τοὐναντίον, διότι καὶ ἐντεῦθεν καταβάλλεται πᾶσα προσπάθεια ὅπως διευκολυνθῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ. Ὑποθέτω, ὅτι ἐξ ὅσων μέχρι τοῦδε ἔγιναν, θὰ ἔπρεπε νὰ πεισθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι διὰ τῆς συζητήσεως, τὴν ὁποίαν θέλομεν νὰ κάμωμεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται ἢ διὰ τῶν προτάσεων τὰς ὁποίας θέλομεν νὰ ὑποβάλωμεν, ἀποβλέπομεν καὶ νὰ ἐξυπηρετήσωμεν γενικώτερον τὸν τόπον ἀλλὰ καὶ νὰ διευκολύνωμεν τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὅταν γίνῃ συζήτησις, θὰ πεισθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ θὰ μείνῃ εὐχαριστημένος. Βεβαίως παρουσιάζεται κάποια στενοχωρία, διότι πρόκειται νὰ κλείσῃ ἡ Βουλὴ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ, ὅτι εἰς αὐτὸ δὲν πταίομεν ἡμεῖς, οὔτε ἡ μιὰ οὔτε ἡ ἄλλη πτέρυξ τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ὁ ἴδιος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καθώρισεν τὴν σειρὰν τῶν συζητητέων θεμάτων. Κατὰ συνέπειαν, ἐὰν παραστῇ ἀνάγκη νὰ ἐξακολουθήσουν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς διὰ νὰ τελειώσωμεν αὐτὴν τὴν ἐργασίαν πρὶν διακόψῃ ἡ Βουλή, τὴν εὐθύνην δὲν τὴν φέρομεν ἡμεῖς. Δὲν νομίζω ὅτι κάποιο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι δικαιολογεῖ ἀπολύτως τὰ πράγματα· δηλ. νὰ περιορίσωμεν τὴν συζήτησιν εἰς μίαν μόνον ἀνάγνωσιν, διότι βεβαίως ἡ μεγαλυτέρα συζήτησις θὰ γίνῃ κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν. Καὶ ἂν αὔριον γίνῃ ἡ συζήτησις, πάντως ἔχει μεγάλην σημασίαν νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις εἰς δύο ἀναγνώσεις καὶ νὰ δοθῇ καιρός, ὥστε καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ μελετήσῃ τὰς προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν, καὶ νὰ διατυπωθοῦν σαφέστερον διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ κάποια συνεννόησις ἐντὸς τῆς Βουλῆς περὶ τῶν ἀποφάσεων. Δὲν συμφωνῶ καὶ εἰς τὸ ἄλλο, ὅτι εἶναι δυνατὸν κατόπιν νὰ τροποποιήσωμεν τὴν σύμβασιν αὐτὴν διὰ τῆς συμβάσεως περὶ Γεωργικῆς Τραπέζης, οὔτε συμφωνῶ ὅτι τὸ ἓν εἶναι ἄσχετον μὲ τὸ ἄλλο, διότι κατ’ οὐσίαν ἐπηρεάζονται καὶ εἶναι δίκαιον νὰ ἐπηρεάζωνται εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν ἐργασιῶν μὲ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ προσφέρῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἰς τὴν Γεωργικὴν Τράπεζαν. Θὰ παρακαλέσω καὶ πάλιν νὰ ἀκούσωμεν σήμερον τοὺς εἰσηγητάς, νὰ γίνῃ αὔριον ἡ συζήτησις καὶ νὰ τελειώσωμεν αὔριον καὶ νὰ ὁρίσωμεν τὸ Σάββατον τὴν δευτέραν καὶ τελευταίαν συζήτησιν.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποσύρεται ἑπομένως ἡ πρότασις.
§31Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἂν δεχθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἀποσύρεται.
§32Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Οὔτε τὸ ἐσκέφθην ποτέ, ὅτι προτάσεις ὑποβαλλόμεναι ἐντεῦθεν ἢ ἐκεῖθεν προέρχονται ἐκ προθέσεως πρὸς παρέκλισιν τῶν ἐργασιῶν, πρὸς ματαίωσιν τῆς ψηφίσεως τοῦ μέτρου. Εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι τοιαύτη πρόθεσις δὲν ὑπάρχει οὐδὲ πόρρωθεν ἐν τῇ διανοίᾳ τῶν συναδέλφων. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀνομολογηθῇ, ὅτι τὰ πράγματα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα φέρουν τὰς δυσχερείας. Βεβαίως ἐλέγχεται ἡ Κυβέρνησις, διότι ἄφησε τὴν τελευταίαν ἑβδομάδα νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ὑπομνήσω ὅτι δὲν εἶναι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔφερε τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἦλθε τὸ νομοσχέδιον εἰς συζήτησιν, διότι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατηνάλωσε σχεδὸν εἴκοσιν ἡμέρας εἰς ὁλονυκτίους συνεδριάσεις καὶ ἑπομένως δὲν ἦτο δυνατὸν πρὸ τῆς περατώσεως τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ φέρωμεν νέα νομοθετικὰ μέτρα, ἐπαγόμενα καὶ αὐτὰ εὐρεῖαν συζήτησιν, διότι τοῦτο δὲν θὰ ἐσήμαινε τίποτε ἄλλο εἰμὴ ἀταξίαν, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, καὶ παρέλκυσιν τοῦ νομοθετικοῦ της ἔργου. Ἐπίσης ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφος, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἔχει ἤδη κατατεθῆ ἀπὸ πολλῶν ἑβδομάδων. Δὲν εἶχον οὐδένα λόγον νὰ ὑποθέσω ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν εἶχεν ἤδη ἐξετασθῆ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Αὐτὸ τὸ ἔμαθα πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν καὶ τότε ἐπέσπευσα τὴν ἔγκρισιν αὐτοῦ ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ἀκόμη περισσότερον, δὲν ἐφαντάσθην ποτὲ ὅτι δὲν θὰ ἀρκέσῃ διὰ μίαν τοιαύτην συζήτησιν μία ὁλόκληρος ἑβδομὰς πρὸς ἐξονυχιστικὴν αὐτῆς ἐργασίαν, διότι εἴχομεν μίαν ὁλόκληρον ἑβδομάδα διὰ νὰ μελετήσωμεν ὑπὸ πάσας τὰς ἀπόψεις αὐτῆς τὴν Σύμβασιν. Εἶμαι ἀπολύτως πρόθυμος νὰ δεχθῶ αὐτήν τὴν διαρρύθμισιν, ὑπὸ ἕνα καὶ μόνον ὅρον. Ἂς ἀκουσθῶσιν ἀπόψε οἱ δύο εἰσηγηταί, ἂς γίνῃ ὅμως ἡ ἐπιψήφισις εἰς αʹ ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα ἐπιληφθῶμεν εὐρύτατα τῆς συζητήσεως κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν. Καὶ κατὰ τὴν πρώτην καὶ κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν, ἐὰν ἀποβλέψωμεν εἰς ἕνα πρακτικὸν σκοπόν, τὰ αὐτὰ ἐπιχειρήματα ἐπαναλαμβάνομεν. Σπανιώτατα μεταβάλλονται ταῦτα κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§33Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τότε νὰ τὴν καταργήσωμεν τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§34Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν πρόκειται νὰ τὴν καταργήσωμεν, διότι πολλάκις ὑπάρχουν πράγματα τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀνάγκην δευτέρας συζητήσεως. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τοσοῦτον σπουδαιοτάτου θέματος νομίζω, ὅτι εἶναι ἀρκετή. Λοιπὸν θὰ παρακαλέσω, ἐὰν θέλουν οἱ ἀξιότιμοι κ. κ. Συνάδελφοι, νὰ ὁμιλήσουν οἱ δύο εἰσηγηταί, νὰ ψηφισθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ γίνῃ ἡ δευτέρα συζήτησις μετὰ πάσης εὐρύτητος, νὰ προσκομισθῶσι δὲ καὶ ὅσα στοιχεῖα ζητηθοῦν. Διότι ἴσως εἶναι λάθος διότι δὲν προσεκομίσθησαν, μολονότι δὲν γνωρίζει κανεὶς ποῖα θὰ εἶναι τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ ζητήσῃ ἕκαστος ἐκ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν. Οἱ Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ λάβουν μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, ἐξετάζουν ποίων στοιχείων ἔχουν ἀνάγκην καὶ ὑποβάλλουν αἴτησιν καὶ ἡ συζήτησις παρατείνεται ἕως ὅτου κατατεθῶσι, καὶ συνήθως κατατίθενται τὰ αἰτούμενα στοιχεῖα. Βεβαίως ὀρθότερον ἴσως εἶναι νὰ ἐγίνετο πλήρης ἡ προσκομιδὴ τῶν ἐγγράφων ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δυνάμεθα νὰ προβῶμεν ἐν πάσῃ συνειδήσει εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπίσης κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν θὰ εἶναι ὑπ’ ὄψιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ θελήσουν νὰ ὁμιλήσουν, καὶ τῆς Βουλῆς, τὸ νομοσχέδιον περὶ Γεωργικῆς Τραπέζης, ὥστε νὰ γνωρίζωμεν κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην τί εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λαμβάνομεν καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δίδομεν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἵδρυσιν τοῦ νέου αὐτοῦ πιστωτικοῦ ἱδρύματος. Ἐφόσον ὑπάρχει ἡ καλὴ διάθεσις νὰ προχωρήσωμεν, νομίζω ὅτι ὁ τρόπος τὸν ὁποῖον ὑπέδειξα συμβιβάζει ὅλας τὰς ἀπόψεις. Θὰ παρακαλέσω, λοιπόν, τὴν Βουλὴν νὰ ἀποδεχθῇ αὐτὴν τὴν λύσιν.
§35Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἔχω ἐξαντλήσει τὰ ἐπιχειρήματά μου πλέον, δηλώσας ὅτι δὲν θὰ ἠμπορέσω ταύτην τὴν ἑσπέραν νὰ παρακολουθήσω, ἐξ ἰδιωτικῶν λόγων, τὴν συζήτησιν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἔχει σημασίαν, διότι καὶ ἄνευ τοῦ ἰδιωτικοῦ μου αὐτοῦ λόγου, θὰ ὑποστηρίξω ὅτι ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν κάμνετε, δὲν περιέχει οὔτε συμβιβασμὸν οὔτε διευκόλυνσιν, διότι μᾶς λέγετε νὰ ἀκούσωμεν τοὺς εἰσηγητὰς καὶ μετὰ ν’ ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν καὶ ὅτι καὶ εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν δὲν δύνανται παρὰ νὰ λεχθοῦν τὰ αὐτὰ ἐπιχειρήματα. Νομίζω ὅτι σφάλλεσθε, διότι κατὰ τὸ παλαιότερον Σύνταγμα ὑπῆρχεν ἡ διάταξις περὶ τῆς κατ’ ἀρχὴν συζητήσεως καὶ ἐκεῖ ἀνεπτύσσοντο τὰ γενικὰ ζητήματα. Τὸ νέον Σύνταγμα ὥρισε μόνον δύο συζητήσεις. Βεβαίως συμβαίνει πολλάκις νὰ ἐπαναλαμβάνωνται καὶ γενικά τινα ἐν τῇ δευτέρᾳ συζητήσει, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν καὶ εἰς τὴν πρώτην, ἀλλ’ ἐφόσον συσχετίζονται αἱ συζητήσεις κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν μὲ τὰ γενικά, ὅπως ἐπὶ τοῦ προκειμένου, νομίζω ὅτι εἶναι ἀναγκαιοτάτη ἡ ἀνάπτυξις καὶ εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν, διότι εἶμαι βέβαιος ὅτι κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν θὰ παρουσιασθῶσιν ἀνάγκαι ἀποσαφηνίσεως πραγμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ προκύψωσιν ἐκ τῆς συζητήσεως καὶ προσκομιδῆς ἐγγράφων. Δὲν βλέπω δὲ τι ἔχετε νὰ ὠφεληθῆτε ἐκ τῆς σπουδῆς αὐτῆς, διότι ἐὰν ἀπόψε κάμωμεν τὴν συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν ὅπως ἀκουσθῶσι οἱ δύο ἐκ τῶν εἰσηγητῶν, τῆς πλειονοψηφίας καὶ τῆς μειονοψηφίας, καὶ τελειώσῃ μία εἰσαγωγή, ἡ ὁποία ἀρκετὸν θὰ καταναλώσῃ χρόνον, αὔριον δὲ γίνῃ τακτικῶς ἡ πρώτη συζήτησις, εἰς οἱανδήποτε ὥραν καὶ ἂν τελειώσῃ πάντοτε ἔχετε τὸ δεδομένον ὅτι τὸ Σάββατον θὰ τελειώσωμεν.
§36Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σύμφωνοι, νὰ τελειώσῃ αὔριον ἡ συζήτησις, παραιτουμένου ἐμοῦ, ἐν ἀνάγκῃ, καὶ τοῦ λόγου.
§37Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ διατυπώσω μίαν παρατήρησιν: ὅτι πάντοτε εἰς τὰ νομοσχέδια τὰ οἰκονομικά, εὑρέθημεν πρὸ σπουδῆς καὶ ἀπολύτου στενότητος χρόνου.
§38Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἂς ὁμιλήσουν ρήτορές τινες σήμερον καὶ ἂς γίνῃ ἡ εἰσήγησις αὔριον.
§39Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποσύρεται ἡ πρότασις.
§41Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι, ἐντελῶς σύμφωνοι. Ἐγὼ τουλάχιστον εἶμαι σύμφωνος εἰς τοῦτο.
§42Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ὑποθέτω ὅτι εἶναι σύμφωνος καὶ ἡ Βουλή.
§43Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ πρώτη ἀνάγνωσις θὰ τελειώσῃ αὔριον. Εἴμεθα σύμφωνοι εἰς αὐτό. Ἀποσύρεται, κ. Πρόεδρε, ἡ πρότασις.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§45Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἔλθωμεν καὶ μετὰ τὸ φαγητόν, νὰ τελειώσωμεν τέλος πάντων. Μία ὥρα φθάνει.
§46Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλή.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς ἔλθωμεν καὶ μετὰ τὸ φαγητόν.
§48Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σύμφωνοι λοιπὸν εἰς αὐτό, κ. Πρόεδρε.
§49Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Πολὺ καλά.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὰ δωδεκατημόρια «περὶ προσωρινῆς διοικήσεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους».
§51Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῶν δωδεκατημορίων;
§53Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἄς ὁμιλήσῃ, κ. Πρόεδρε.
§54Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Οὐδεὶς βεβαίως ὑπάρχει ὁ ἀντιλέγων ὅτι πρέπει νὰ δοθῶσι τὰ δωδεκατημόρια εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἡ ὑποβολὴ τοῦ νομοσχεδίου, κ. Πρόεδρε, προϋποθέτει, ὅτι καὶ ὁ νέος Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους τῆς μελλούσης χρήσεως θὰ ὑποβληθῇ ἀντισυνταγματικῶς. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ ὅτι καὶ δὲν θὰ ὑποβληθῇ ἐντὸς τοῦ τριμήνου. Παρακαλῶ προσέτι, ὅπως τηρηθῇ ἡ νεκρὰ διάταξις τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὴν ὁποίαν μετὰ τοῦ ὑποβληθησομένου προϋπολογισμοῦ, πρέπει νὰ συνυποβληθῇ καὶ ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ Κράτους τῆς ληξάσης οἰκονομικῆς περιόδου.
§55Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Κύριε Συνάδελφε, ὁ ἀπολογισμὸς τῆς ληξάσης περιόδου βεβαίως εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποβληθῇ.
§56Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Τῆς προληξάσης.
§57Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἔχει καλῶς. Ἀλλὰ ἐγὼ ἔδωκα τὴν ἐξήγησιν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι καὶ ἡ ὑποβολὴ τοῦ νέου Προϋπολογισμοῦ θὰ εἶναι ἀτελής, ἵνα μὴ εἴπω ψευδής. Τὸ θεωρῶ δὲ τοῦτο πλεονέκτημα ὑπὲρ τῆς οἰκονομικῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους καὶ ὄχι ἐλάττωμα διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τῆς παρελθούσης χρήσεως συνετάχθη μέν, ὡς ἀπεδείχθη ἐκ τῶν πραγμάτων, μετὰ πάσης προσοχῆς, ἀλλὰ ἐπὶ τῇ βάσει εἰκασιῶν. Ὁ Προϋπολογισμὸς τῆς μελλούσης χρήσεως ὀφείλει νὰ στηριχθῇ ἐπὶ θετικῶν δεδομένων. Θετικὰ δεδομένα, κ. Συνάδελφε, δὲν ἔχομεν δυστυχῶς ἄλλα, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἴδωμεν τ’ ἀποτελέσματα τῆς τρεχούσης χρήσεως, τ’ ἀποτελέσματα τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα ἐφηρμόσαμεν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν ἀποτελεσμάτων νὰ καθορίσωμεν τὸν νέον Προϋπολογισμόν, διὰ νὰ εἶναι πραγματικὸς προϋπολογισμὸς καὶ νὰ μὴ εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, ψευδής. Δὲν εἶναι δύσκολον νὰ σᾶς φέρω ἕνα προϋπολογισμόν, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται νὰ εἶναι βάσις συζητήσεως. Θὰ φέρωμεν προϋπολογισμὸν ὁ ὁποῖος θὰ δίδῃ τὴν πίστιν ὅτι πραγματικῶς ἀπεκτήσαμεν τὴν ἀκριβῆ γνῶσιν τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν.
§58Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Ἀπολογισμὸν θὰ ὑποβάλλετε, κύριε Ὑπουργέ;
§59Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Κύριε συνάδελφε, ὑποβάλλομεν τὸν Ἰσολογισμὸν τῆς δημοσίας διαχειρίσεως.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ψηφίζομεν «βʹ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον συζήτησιν, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν αʹ συζήτησιν «περὶ προσωρινῆς διοικήσεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ τῶν εἰδικῶν Ταμείων καὶ εἰδικῶν ὑπηρεσιῶν κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους 1928–1929».
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχ. «Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Δημοσίου καὶ Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος Συμβάσεως τῆς 23 Φεβρουαρίου 1928 περὶ διακανονισμοῦ τῶν μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἐθν, κῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος σχέσεων καὶ εἰς ἐφεξῆς λειτουργίας τῆς Τραπέζης ταύτης». Ὁ κ. Στρίγκος εἰσηγητὴς ἔχει τὸν λόγον.
§62Γ. ΣΤΡΙΓΚΟΣ. Τρεῖς, Κύριοι Συνάδελφοι, ὑπῆρξαν αἱ ἀπόψεις, αἱ ὁποῖαι ἀπησχόλησαν τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, προτοῦ αὕτη εἰσέλθῃ εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Ἡ πρώτη ἄποψις ἀφεώρα τὴν ἀπόρριψιν κατ’ ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὴν μὴ ἐξέτασιν αὐτοῦ ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δὲν συμφέρει, κατὰ τοὺς ὑποστηρίζοντας τὴν γνώμην ταύτην, ἡ διχοτόμησις καὶ ὁ διχασμὸς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ἡ μεταβολὴ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον τὴν διέπει ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς ἱδρύσεώς της. Ἡ δευτέρα ἄποψις ἀφεώρα τὴν γνώμην τοῦ συναδέλφου κ. Ν. Μπακοπούλου, ὁ ὁποῖος ὑπεστήριξε ἐκ μέρους τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ὅτι παρὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔπρεπε νὰ συνυποβληθῇ καὶ τὸ νομοσχέδιον τὸ καθορίζον τὰς σχέσεις τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὡς πρὸς τὴν ἄσκησιν τῆς ἀγροτικῆς πίστεως, ἤτοι ὡς πρὸς τὴν ἵδρυσιν τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης. Ἡ τρίτη ἄποψις ἡ ὁποία μᾶς ἀπησχόλησεν, ὑπῆρξε ἐκείνη ἡ ὁποία ἀφεώρα τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος διότι κατὰ τοὺς ὑποστηρίζοντας τὴν γνώμην ταύτην δὲν εἶχον προσκομισθῇ πλήρη καὶ ἐπαρκῆ, τὰ στοιχεῖα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων θὰ ἔπρεπε νὰ συζητήσωμεν. Αἱ ἀπόψεις αὐταὶ καὶ ἰδίως αἱ δύο τελευταῖαι, ἀπησχόλησαν μὲ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία κατὰ πλειονοψηφίαν ἀπεφάνθη ὅτι δυνάμεθα νὰ χωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἔχετε πρὸ ὑμῶν, Κύριοι Συνάδελφοι, τὴν ἐν τάχει ὑποβληθεῖσαν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τῆς ὁποίας ἡ σύνταξις μοὶ ἀνετέθη. Ἐν τάχει λέγω, διότι ἔπρεπεν αὐτὴν τὴν ὥραν κατόπιν τῶν ληφθεισῶν ἀποφάσεων νὰ ἀποσταλῇ εἰς τὸ Ἐθνικὸν τυπογραφεῖον καὶ διανεμηθῇ ἀπὸ χθὲς ὅπως τὴν ἔχητε σήμερον. Τὸ 1ον ἄρθρον τῆς συμβάσεως ἀφορῶν τὴν παράτασιν τῆς ἰσχύος τοῦ προνομίου, τὸ ὁποῖον ἰσχύει ἀπὸ τοῦ 1841 ἀφ’ ὅτου δηλ. ἤρχισε λειτουργοῦσα ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, δὲν χρήζει ἐπεξηγήσεώς τινος, διότι εἶναι ἡ βάσις ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστηρίχθη καὶ ἡ βάσις ἡ ὁποία ὑπηγόρευσεν τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ 2ον ἄρθρον ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ 3ον ὁμιλεῖ περὶ τῶν τροποποιήσεων, αἱ ὁποῖαι γίνονται ὡς πρὸς τὴν συμμετοχὴν τοῦ δημοσίου κατόπιν τῆς ἄρσεως τοῦ προνομίου. Ἡ συμμετοχὴ τοῦ Δημοσίου κατὰ τὸ νομοσχέδιον περιορίζεται εἰς τὸ μέλλον εἰς τὸ νὰ ἔχῃ δικαίωμα τὸ Δημόσιον ἐπὶ τοῦ ὑπερβάλλοντος τῶν δραχμῶν 150 τῶν ἑξαμηνιαίων μερισμάτων, τὸ ὁποῖον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δύναται νὰ διανείμῃ εἰς τοὺς μετόχους της, χωρὶς τὸ Δημόσιον νὰ ἔχῃ συμμετοχήν. Πέραν τῶν 1500 δραχμῶν τὸ Δημόσιον συμμετέχει κατὰ τὸ ¼. Ἐπίσης τὸ Δημόσιον συμμετέχει συμφώνως πρὸς τὰς προηγουμένας συμβάσεις καὶ ἐν συνδυασμῷ πρὸς τούτους εἰς τὰ ἀποθεματικὰ τὰ ἑκάστοτε μεταφερόμενα καὶ μὴ διανεμόμενα εἰς τοὺς μετόχους κατὰ τὴν ἰδίαν ἀναλογίαν τοῦ ¼. Τὸ ἴδιον ἄρθρον μάλιστα καθορίζει ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἀφορᾷ τὰ ἀποθεματικὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σχηματίζονται ἐκ τῶν κερδῶν καὶ οὐχὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα σχηματίζονται ἐκ τῆς ἐκδόσεως μετοχῶν. Εἶναι γνωστὸν ὅτι αἱ Ἑταιρεῖαι δύνανται ἐκδίδουσαι τὰς μετοχάς των ὑπὲρ τὸ ἄρτιον, νὰ μεταφέρωσιν εἰς ἔκτακτον ἀποθεματικὸν τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει τὴν διαφορὰν τῆς ἀξίας τῆς μετοχῆς, ἀπὸ τὴν τιμὴν τῆς ἐκδόσεως καὶ τοῦτο ἀποτελεῖ ἓν κέρδος τὸ ὁποῖον εἶναι ἔκτακτον ἀποθεματικὸν προκύπτον ἐκ τῶν μετοχῶν. Τὸ νομοσχέδιον ποιεῖται ἐξαίρεσιν ἐπὶ τοῦ κονδυλίου τούτου καὶ δὲν ἀναγνωρίζεται εἰς τὸ Δημόσιον τὴν συμμετοχὴν ἐπὶ τῆς περιπτώσεως ταύτης. Ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἔκρινεν ὅτι ἔχει δικαίωμα τὸ Δημόσιον ἐπὶ τῆς διαφορᾶς τῆς τιμῆς ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἔχουν σήμερον αἱ μετοχαὶ ἀπὸ τῆς τιμῆς ἐκείνης τὴν ὁποίαν θὰ ἀποκτήσουν ἀργότερον. Ἐκρίθη ὅτι τὸ ὑπερβάλλον κέρδος ἐδικαιοῦτο τὸ Δημόσιον νὰ ἔχῃ κατὰ τὴν ἰδίαν ἀναλογίαν τὴν ὁποίαν ἔχει ἐπὶ τῶν ἀποθεματικῶν καὶ ἐπὶ τῶν ἀπονεμομένων κερδῶν.
§63Σ. ΣΥΜΕΟΝΟΓΛΟΥ. Σήμερον αἱ μετοχαὶ ἔχουν 70.000, ἄλλοτε ἔχουν 45.000, τί γίνεται τότε;
§64Γ. ΣΤΡΙΓΚΟΣ. Ἡ τιμὴ αὐτὴ ἐμφανίζεται μετὰ τῆς τιμῆς τὴν ὁποίαν ἔχουν εἰς τὸ χρηματιστήριον. Ἐπὶ πλέον θὰ ἔχῃ συμμετοχὴν τὸ Δημόσιον ἐν περιπτώσει ἐκδόσεως νέων μετοχῶν ὑπὲρ τὸ ἄρτιον.
§65Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δύνασθε νὰ βεβαιώσητε ἐὰν αὐτὴ ἡ τιμὴ ἀπὸ 45.000 εἰς 70.000 ὑπῆρξε προϊὸν τῆς συμβάσεως ἢ ὄχι;
§66Γ. ΣΤΡΙΓΚΟΣ. Ἠμπορεῖ νὰ ὑπῆρξε.
§67Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκριβές.
§68Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἡ τιμὴ τῶν 70 χιλ. δραχμῶν ἔχει καὶ ἄλλην αὔξησιν 10 χιλ. δραχμῶν.
§69Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶσθε βέβαιος ἐὰν σήμερον δὲν ἐψηφίζετο ἡ σύμβασις, ὅτι θὰ διετηροῦντο αἱ μετοχαὶ εἰς 70.000;
§70Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Θέλω νὰ σᾶς διαφωτίσω εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀγοράζει μίαν μετοχὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης 70.000, αὐτὸς μὲ τὴν μετοχὴν αὐτὴν θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ πάρῃ τὰς 3 μετοχάς;
§71Γ. ΣΤΡΙΓΚΟΣ. Ναὶ τὰς ἔχουν ἤδη πάρει.
§72Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Τότε διατί δὲν θὰ γίνῃ ἀφαίρεσις;
§73Γ. ΣΤΡΙΓΚΟΣ. Ἐπίσης ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνεπλήρωσεν ἡ Ἐπιτροπὴ εἶναι ἡ συμμετοχὴ τοῦ Δημοσίου εἰς τὰ κέρδη διὰ τὸ διάστημα τὸ μεσολαβοῦν μεταξὺ τῆς ἐνάρξεως τῆς λειτουργίας τῆς Τραπέζης μέχρι 1 Ἰανουαρίου 1929, ἡμέρας ἀφ’ ἧς ἀρχίζει τὸ Δημόσιον νὰ συμμετέχῃ κατὰ τὴν σύμβασιν εἰς τὰ κέρδη. Ἐκρίθη, ὅτι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς αὐτῆς μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1929, τὸ Δημόσιον δικαιοῦται νὰ ἔχῃ κέρδη, ἐννοεῖται ἐπὶ τῶν κερδῶν τῶν προκυπτόντων ἐκ τῆς ἐνασκήσεως τῶν καθ’ ἑαυτὸ ἐμπορικῶν ἐπιχειρήσεων τῆς Τραπέζης. Καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ κατὰ τὸ χρονικὸν αὐτὸ διάστημα συμμετοχὴν καὶ τὸ Δημόσιον κατὰ τὸ ¼ κατὰ τὸ ὑπερβάλλον.
§74Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα γίνεται Τράπεζα ἐντελῶς ἐλευθέρα. Πῶς ἔρχεται τὸ δημόσιον καὶ παίρνει κέρδη;
§75Γ. ΣΤΡΙΓΚΟΣ. Τὸ Δημόσιον διὰ τοῦ ἰδίου ἄρθρου 3 ὁρίζει ὅπως ἡ συμμετοχὴ αὕτη τοῦ Δημοσίου τοῦ ¼ ἐπὶ πλέον τῶν 1500 δραχ. διατίθεται ὑπὲρ τῆς Ἀγροτικῆς Πίστεως ὡς εἰσφορὰ τοῦ Δημοσίου πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν κεφαλαίων ταύτης κατὰ τὰ ὁριζόμενα δι’ ἰδιαιτέρας συμβάσεως. Τὸ Δημόσιον διὰ τῆς Συμβάσεως ὁρίζεται ὅτι δὲν ἔχει οὐδὲν δικαίωμα συμμετοχῆς ὅσον ἀφορᾶ τὴν διαχείρισιν τῶν Τραπεζιτικῶν ἐργασιῶν ἢ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀποτελούντων τὸν ἰσολογισμὸν τῆς Τραπέζης στοιχείων ὡς καὶ τὸν τρόπον τῆς καταρτίσεως τοῦ ἰσολογισμοῦ. Ὑπὸ μερικῶν τῶν κ. Συναδέλφων ὑπεστηρίχθη καὶ ὑπῆρξε γνώμη τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅπως μετὰ τὴν λέξιν ἰσολογισμοῦ προστεθῇ ἡ φράσις «μετέχει διὰ τριῶν συμβούλων ἐν τῇ Διοικήσει». Ὑπεστηρίχθη ὑπὸ τῶν κ. Συναδέλφων ὅτι τὸ Δημόσιον ὡς ἐπιβάλλον ὑποχρεώσεις εἰς νομικὰ πρόσωπα δημοσίου δικαίου νὰ καταθέτουν τὰ χρήματά των εἰς τὴν Τράπεζαν ὤφειλε νὰ ἔχῃ συμμετοχὴν διὰ τριῶν συμβούλων εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Τραπέζης. Τὸ ἄρθρον 4 προεκάλεσε ἐπίσης συζήτησιν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ποσὸν τῶν 75 ἑκατομ. δραχμῶν, ποσὸν τὸ ὁποῖον ζητεῖ τὸ Δημόσιον καὶ τὸ ὁποῖον κατὰ τὸν ἰσολογισμὸν τῆς 31 Δεκεμβρίου τοῦ 27, ἀπετελεῖτο ἀπὸ δραχμὰς χαρτίνας.
§76Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν τὸ ἐκατάλαβα αὐτό.
§77Γ. ΣΤΡΙΓΚΟΣ. Ὑπεστηρίχθη ὅτι εἶναι χάρτινα τὰ ποσὰ αὐτά, διότι καὶ ὁ ἰσολογισμὸς τῆς Τραπέζης καὶ τῆς συμβάσεως καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι ἤρχισε σχηματιζόμενον μετὰ τὸ 23 τὸ κεφάλαιον αὐτὸ μαρτυρεῖ ὅτι πρόκειται περὶ δραχμῶν καὶ εἰς δραχμὰς τὸ παρουσιάζει ἡ Τράπεζα. Κατὰ τὴν σύμβασιν τοῦ 1915 καὶ τὴν σύμβασιν τοῦ Μαρτίου τοῦ 1920 τὸ ἥμισυ τῶν 150 ἑκατομμυρίων ἀνήκει εἰς τὸ Δημόσιον καὶ δυνάμει τῆς συμβάσεως ἀποδίδεται αὐτούσιον τοῦτον, τὰ 75 δηλ. ἑκατομ. δραχμὰς εἰς τὸ Δημόσιον. Κάνει δὲ τὴν δήλωσιν τὸ δημόσιον ἐν τῇ συμβάσει ὅτι παραιτεῖται πάσης οἱασδήποτε ἀξιώσεώς του ἐκ τῶν κειμένων νόμων. Προέκυψε ἐκ τῆς φράσεως ταύτης, ὡς ἦτο φυσικόν, μεγάλη συζήτησις παρὰ τῇ Ἐπιτροπῇ, ὅσον ἀφορᾷ τὰ καλύμματα. Τὸ ζήτημα τῶν καλυμμάτων ἀνεπτύχθη καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν τῷ Τύπῳ καὶ προφορικῶς, ἴσως τόσον ἐκτενῶς, ὥστε δὲν θὰ εἶχε τὴν ἀξίωσιν ἡ Βουλὴ ἀπὸ ἐμέ, ἄπειρον περὶ τὰ νομικά, νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ ὅμως νὰ εἴπω μερικὰ πρακτικὰ πράγματα. Φρονῶ κύριοι, Συνάδελφοι, ὅτι ἕνα ἐπιχείρημα ἐντελῶς πρακτικὸν καὶ ἐντελῶς οἰκονομικὸν καὶ λογικὸν ἀκόμη λύει ὅλας τὰς ἀμφιβολίας καὶ θὰ μᾶς εὐκολύνῃ ἴσως νὰ μὴ ἀσχοληθῶμεν ἐπὶ πολὺ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Ἐκ τῶν συμβάσεων τοῦ 1914 καὶ τοῦ 1920 προκύπτει ἡ ὑποχρέωσις τῆς Τραπέζης, ὅπως τὸ ⅛ τοῦ ποσοῦ τοῦ προερχομένου ἐκ τῶν συμβάσεων καὶ ἀνερχομένου τοῦ μὲν εἰς 200 ἑκατομ. καὶ τοῦ δὲ ἄλλου εἰς 300 ἑκατομμύρια, κρατεῖται εἰς ὁμολογίας τῶν Ἐθνικῶν Δανείων εἰς χρυσὸν τὸ δὲ ἄλλο ⅛ εἰς αὐτούσιον χρυσὸν ἢ εἰς καταθέσεις ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Εἶναι γνωστά, Κύριοι, Συνάδελφοι τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα προέκυψαν ἀπὸ τοῦ 1915 εἴτε καὶ κατὰ τὸν πόλεμον εἴτε καὶ μετὰ τὸν πόλεμον ἐπὶ τῶν ξένων νομισμάτων. Νομίσματα θεωρούμενα ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων εἰς χρυσὸν ἦσαν τὰ ρούβλια καὶ αἱ Αὐστριακὲς κορῶνες. Ἐνθυμοῦμαι διὰ τὰ ρούβλια, εἶχα διαβάσει κάτι ἀπομνημονεύματα τοῦ Ἀνδρέα Συγγροῦ, εἰς τὰ ὁποῖα συνιστᾷ εἰς εὐαγῆ ἱδρύματα καὶ τοὺς ἔχοντας τὰ μέσα νὰ κάνουν μεγάλας τοποθετήσεις, συνιστᾷ λέγω τὴν τοποθέτησιν εἰς ρούβλια διότι ἐφρόνει ὅτι τὸ Ρωσσικὸν Κράτος εἶναι τόσον ἰσχυρὸν καὶ ἀνέφερε τὴν ἱστορίαν του ἡ ὁποία ἄλλοτε εἶναι τόσον γνωστὴ — καὶ ὅτι ἡ Ρωσσία δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἡττηθῇ ποτὲ καὶ συνεπῶς τὸ νόμισμά της ἐθεωρεῖτο ὡς ἓν ἐκ τῶν ἀσφαλεστέρων. Καὶ ὅμως εἴδετε ποῦ κατήντησε τὸ ρούβλιον. Καὶ ἐρωτῶ: κατὰ ποῖον δικαίωμα καὶ μὲ ποῖον ντοκουμέντο θὰ ἔβγαιναν, ὅτι, εἴτε τὸ δημόσιον, εἴτε οἱ κάτοχοι Τραπεζογραμματίων θὰ ὑπεχρεοῦντο παρὰ τῆς Τραπέζης νὰ δώσουν τὴν ζημίαν ἡ ὁποία θὰ προέκυπτε ἐκ τῆς ζημίας ταύτης, ἐὰν τὰ χρήματα ταῦτα εἶχον τοποθετηθῇ εἰς ρούβλια ἢ κορῶνες Αὐστριακές; Ἡ Τράπεζα εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ τοποθετήσῃ ὅπως ἠδύνατο τὰ χρήματα ταῦτα, ἐφόσον εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀναγνωρίσῃ τοὺς κατόχους τῶν Τραπεζογραμματίων αὐτῶν εἴτε εἰς τὸ Δημόσιον εἴτε εἰς τρίτους ἀνῆκον ταῦτα, πῶς ἐπαναλαμβάνω, ἡ Τράπεζα θὰ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς κατόχους τῶν γραμματίων αὐτῶν Κύριοι ἔχετε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πληρώσετε τὴν ἐπελθοῦσαν ζημίαν ἐκ τῆς πτώσεως τῶν ξένων αὐτῶν νομισμάτων;
§78Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἶναι ὡσὰν νὰ δώσῃ ἡ Τράπεζα ἓν χαρτὶ τὸ ὁποῖον νὰ λέγῃ, ὅτι, ὅταν ἔλθῃ ὁ κάτοχος εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Τραπέζης θὰ τοῦ δώσῃ χρυσόν.
§79Γ. ΣΤΡΙΓΚΟΣ. Δὲν ἦτο αὐτό. Ἦτο μία ἐκδήλωσις τῆς πίστεως τοῦ τραπεζογραμματίου δι’ ἕνα ποσόν, τὸ ὁποῖον εἰς ἄλλα Κράτη κανονίζεται ἄλλως. Πάντως, ἐφόσον δὲν δύναται ἡ Τράπεζα, ζημιουμένη ἐκ τῆς διαφυλάξεως τῶν νομισμάτων νὰ τὰ ἀπαιτήσῃ, δὲν ἔχει δικαίωμα καὶ ὑποχρέωσιν νὰ τὰ δώσῃ.
§80Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Χειρίζεσθε τὸ ζήτημα νομικῶς, ἐνῷ εἴπετε ὅτι θὰ τὸ χειρισθῆτε πρακτικῶς.
§81Γ. ΣΤΡΙΓΚΟΣ. Ὄχι, πρακτικῶς. Ποῦ εὑρίσκετε τὴν ἀπαίτησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ τὰς ζημίας ταύτας;
§82Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔχει αὐτὰ τὰ καλύμματα δι’ ὡρισμένην ἐγγύησιν. Ἐὰν χάσῃ τὰ καλύμματα αὐτὰ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, δὲν θὰ εἴπῃ ὅτι ἐξακολουθεῖ νὰ μένῃ ὑπόχρεως, ἀπέναντι τῶν κατόχων μόνον μὲ τὰ καλύμματα, ἀλλὰ καὶ δι’ ὁλοκλήρου τῆς περιουσίας της.
§83Γ. ΣΤΡΙΓΚΟΣ. Καὶ διὰ τὰ καλύμματα ἔχει ὑποχρέωσιν ἐκ τοῦ νόμου.
§84Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Ἐὰν τὰ καλύμματα ἦσαν εἰς ρούβλια, θὰ ἔπιπτεν ἡ ἀξία τοῦ νομίσματος.
§85Γ. ΣΤΡΙΓΚΟΣ. Ἐδῶ ὁμιλοῦμεν περὶ τοῦ ὅλου τῆς ζημίας. Ἐφόσον θέλομεν νὰ ὑποστηρίξωμεν ὅτι οἱ κάτοχοι τοῦ χαρτονομίσματος ἔχουσι δικαίωμα ἐπὶ τοῦ χρυσοῦ τούτου, θὰ ἔπρεπε νὰ συναγάγωμεν ὅτι ἔχουσι καὶ ὑποχρέωσιν νὰ ἀκολουθήσωσι τὴν τύχην τοῦ χαρτονομίσματος τούτου. Δι’ αὐτὸ λέγω ὅτι τὰ καλύμματα εἶναι περιουσία τῆς Τραπέζης καὶ οὐχὶ τοῦ Δημοσίου.
§86Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἡ Τράπεζα εἶναι ὑπόχρεως δι’ ὅλης τῆς περιουσίας διὰ τὰ τραπεζογραμμάτιά της;
§87Γ. ΣΤΡΙΓΚΟΣ. Ὄχι.
§88Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Χειρίζεσθε, ἐπαναλαμβάνω, τὸ ζήτημα νομικῶς, ἐνῷ εἴπετε ὅτι θὰ τὸ χειρισθῆτε πρακτικῶς.
§89Γ. ΣΤΡΙΓΚΟΣ. Κάμνω ἕνα συμπέρασμα. Ἂν δεχθῶμεν τὴν θεωρίαν σας θὰ μᾶς ἀγάγῃ εἰς ἀδιέξοδον αὕτη. Τὰ σχετικὰ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἄρθρα τῆς συμβάσεως εἶναι σαφῆ. (ἀναγινώσκει). Ἐπίσης ἡ Τράπεζα ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἀσκήσεως τῆς ἀγροτικῆς πίστεως μὲ ἐπιτόκιον καὶ χρόνον ὡς ταῦτα θὰ καθορισθῶσιν, ὡς ἐπίσης καὶ τὴν χορήγησιν δανείου 450 ἑκατομμύρια δραχμῶν εἰς δάνεια καὶ προκαταβολὰς διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ Βʹ. Συμπληρωματικοῦ Μητρώου τῶν Προσφύγων.
§90Λ. ΙΑΣΩΝΙΔΗΣ. Ἐκτὸς τοῦ ⅙, ἢ συμπεριλαμβάνεται εἰς αὐτὸ τὸ ἀνωτέρω ποσόν;
§91Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Αὐτὸ εἶναι μία ἰδιαιτέρα ὑποχρέωσις νὰ παρέχῃ δάνεια ἐπὶ ἐνεχύρῳ τίτλων.
§92Λ. ΙΑΣΩΝΙΔΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἐκτὸς τοῦ ⅙;
§93Γ. ΣΤΡΙΓΚΟΣ. Εἶναι ὑποχρέωσις νὰ χορηγήσῃ δάνεια ἐπὶ ἐνεχύρῳ τῶν ἐκδοθησομένων ὁμολογιῶν πρὸς τοὺς δικαιούχους πρόσφυγας. Ὑποχρεοῦται, δηλ. ἡ Τράπεζα εἰς προκαταβολὰς ἐπὶ τίτλων μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 450 ἑκατομμυρίων.
§94Λ. ΙΑΣΩΝΙΔΗΣ. Δηλαδὴ εἶναι ἐκτὸς τοῦ ⅙, ἢ εἶναι τὸ ⅙;
§95Γ. ΣΤΡΙΓΚΟΣ. Φρονῶ ὅτι δὲν ἔχει οὐδεμίαν σχέσιν τὸ ἓν πρὸς τὸ ἄλλο. Λέγει, λοιπόν, «ὑφ’ οὓς ὅρους θέλει καθορίσει ἡ σύμβασις».
§96Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἔχει ὑποχρέωσιν ἡ Τράπεζα νὰ δεχθῇ τοὺς τίτλους ἐπὶ δανείῳ;
§97Γ. ΣΤΡΙΓΚΟΣ. Τὸ ἄρθρον 8 δὲν ὁμιλεῖ παρὰ μόνον διὰ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς Τραπέζης διὰ τὴν ἀνταλλαγὴν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ χαρτονομισμάτων καὶ περὶ τῆς ὑποχρεώσεως τῆς Τραπέζης νὰ ἐξαργυρώνῃ τὰ χαρτονομίσματα. Τὸ ἄρθρον 9 ἀναφέρει ὅλους τοὺς νόμους οἱ ὁποῖοι διέπουν τὰς σχέσεις τὴν διεύθυνσιν καὶ τὴν λειτουργίαν τῆς Τραπέζης, οἵτινες παύουν ἰσχύοντες καὶ ἀπομένει ἡ Τράπεζα ὡς ἕνας ὀργανισμός, ὁ ὁποῖος θὰ ἀσκῇ τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου ἀπορρεούσας, πλὴν ἐκείνων τὰς ὁποίας ἐκ τοῦ παρελθόντος εἶχεν, ἤτοι τὰς ἐμπορικὰς εὐκολίας, τὰς χορηγήσεις πρὸς πρόσωπα, τὴν διαχείρισιν τῶν μεγάλων καὶ ὀγκωδῶν κονδυλίων, τὰ ὁποῖα τῆς ὀφείλει τὸ Δημόσιον. Εἶναι ἐντελῶς εἷς ἰδιωτικὸς ὀργανισμός, ἀλλὰ πάντως ὀργανισμός, ὁ ὁποῖος θὰ παίξῃ τὸν πρῶτον ρόλον εἰς τὴν πρώτην γραμμὴν τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας.
§98Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἡ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς τιθεμένη σήμερον Σύμβασις μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τοῦ Δημοσίου ἀποτελεῖ ἕνα καρπὸν τῆς ὅλης ἐξουσιοδοτήσεως, τὴν ὁποίαν ἔχομεν δώσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ θέρος, ὅπως διὰ τῆς ἐκδόσεως Νομοθετικῶν Διαταγμάτων κανονίσῃ μίαν νέαν τραπεζιτικὴν πολιτικήν, πολιτικὴν ριζικῶς διάφορον μὲ τὴν τότε ὑφισταμένην. Κύριοι, χαρακτηριστικὸν τῆς διαφορᾶς τῶν δύο Τραπεζιτικῶν πολιτικῶν τῆς προηγουμένης καὶ τῆς σήμερον ἐγκαινιαζομένης, ἦτο ἡ καθιέρωσις τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Ὅτε συνεζητεῖτο τότε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ σχέδιον τῆς προτάσεως τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἐξουσιοδότησιν πρὸς ἔκδοσιν τῶν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων, εἶχα τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Τότε εὑρισκόμεθα καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν συμπολίτευσιν. Πάντως ὅμως καὶ σήμερον, ἀντιπολιτευόμενοι, οὕτως ἀντιμετωπίζομεν τὸ ζήτημα ὑπὸ τὸ αὐτὸ πρῖσμα μὲ τὸ ὁποῖον ἀντεμετωπίσαμεν καὶ τότε, καὶ συζητοῦμεν καὶ σήμερον, ἀντιπολιτευόμενοι ὄντες, μὲ τὴν αὐτὴν βάσιν μὲ τὴν ὁποίαν συνεζητούσαμεν καὶ τότε. Ἂς ἐξετάσωμεν τὰς λεπτομερείας τοῦ νομοσχεδίου μὲ τὰς αὐτὰς ἀκριβεῖς σκέψεις, αἱ ὁποῖαι μᾶς κατεῖχον καὶ τότε ἀντιπολιτευόμενοι ὄντες. Λέγω τοῦτο διὰ νὰ μὴ νομισθῇ ὅτι μόνον ἀντιπολιτευτικὸν πνεῦμα μᾶς ὠθεῖ εἰς ὡρισμένας παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλωμεν σήμερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Πρώτη παρατήρησις, τὴν ὁποίαν τὸ θάρρος εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι ὅτι κατ’ ἀρχὴν εἴμεθα σύμφωνοι εἰς τὸ ὅτι ἐπέστη πλέον ἡ στιγμὴ τῆς ἐκκαθαρίσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Διεφωνήσαμεν μὲ τὸ Κυβερνητικὸν σχέδιον, ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον, διότι καὶ τότε ἐγὼ ὑπεστήριξα ὅτι δὲν ἦτο ὀρθὸν νὰ προβῇ ἡ Ἑλλὰς εἰς ἵδρυσιν νέας Ἐκδοτικῆς Τραπέζης τὸ πρῶτον ἤδη ἱδρυομένη ἀλλὰ τὸ ὀρθὸν ἦτο νὰ ἐκκαθαρισθῇ ἡ εὑρισκομένη Ἐθνικὴ Τράπεζα ἡ ἀπὸ ἑβδομηκονταπενταετίας λειτουργοῦσα ἐν Ἑλλάδι ὡς «Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος», νὰ ἐκκαθαρισθῇ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς καὶ τότε ὑφισταμένης, τῆς Κτηματικῆς πίστεως, καὶ νὰ συμπληρωθῇ ἡ ἐκκαθάρισις διὰ τῆς ἀποκοπῆς τῆς ἀγροτικῆς πίστεως καὶ ἱδρυομένης νέας αὐθυπάρκτου Γεωργικῆς Τραπέζης καὶ διὰ τῆς ἀπαγορεύσεως εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἐὰν παραμείνῃ ὡς Ἐκδοτικὴ Τράπεζα, τῆς ἀναμίξεώς της εἰς διαφόρους ἐπιχειρήσεις, διὰ τοῦ περιορισμοῦ, ἐν ἑνὶ λόγῳ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐὰν παραμείνῃ ὡς Ἐκδοτικὴ Τράπεζα, εἰς τὸν κύκλον τῶν τραπεζιτικῶν ἐργασιῶν, αἱ ὁποῖαι καὶ κατὰ τὴν σύγχρονον ἐπιστήμην καὶ πρᾶξιν δι’ ὅλα τὰ πεπολιτισμένα Κράτη ἐνδείκνυνται καὶ διὰ μιᾶς κεντρικῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Ἡ γνώμη ἡμῶν ἐκείνη δὲν ἐγένετο ἀσπαστὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς τὴν ἵδρυσιν νέας Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, ἀναλαβοῦσα καὶ διεθνῶς πλέον ὑποχρεώσεις διὰ τὴν ἵδρυσιν τῆς Τραπέζης ἐκπεφρασμένας εἰς τὴν τελευταίαν συμφωνίαν τῆς Γενεύης. Ἑπομένως ἡ συζήτησις σήμερον ἐπὶ τῆς ὀργανώσεως ἢ μὴ τῆς τοιαύτης τραπεζιτικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως παρέλκει, δεδομένου ὅτι ἡ συζήτησις δὲν ἔχει πρακτικὸν ἀποτέλεσμα ἐφόσον ἡ Ἑλλὰς ἔχει διεθνῶς δεσμευθῆ ὡς πρὸς τὴν ἵδρυσιν τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Ἐπιθυμῶ, ὅμως, νὰ πιστοποιήσω καὶ σήμερον ὅτι τὸ γεγονὸς τῆς ἱδρύσεως νέας Ἐκδοτικῆς Τραπέζης μᾶς ἄγει εἰς ὡρισμένα ἄτοπα, τῶν ὁποίων τὴν θεραπείαν ἐπιζητεῖ ἡ Κυβέρνησις σήμερον διὰ τεχνικῶν μέσων, ἐκδηλουμένων εἰς τὴν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς σήμερον ἐκτεθειμένην σύμβασιν. Διότι ἐνῶ ὁμόφωνος εἶναι καὶ ἡ ἐπιστήμη εἰς τὸ στάδιον εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται σήμερον ἡ κατάταξις αὐτὴ καὶ ἡ πρᾶξις ὅλων τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν φρονῶ ὅτι ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα, δηλ. τὸ προνόμιον τῆς ἐκδόσεως τραπεζογραμματίων πρέπει εἰς πᾶν εὐνοούμενον Κράτος νὰ παρέχεται εἰς μίαν Κεντρικὴν Τράπεζαν, ἡ ὁποία νὰ παίξῃ τὸν ρόλον τῆς Τραπέζης τῶν Τραπεζῶν, εἰς τὴν Τράπεζαν ἡ ὁποία πρέπει νὰ εἶναι Τράπεζα ἰδιωτική, διὰ νὰ παρέχῃ τὴν ἰδέαν αὐθυπάρκτου πλέον πίστεως ὡς πρὸς τὴν ἐνίσχυσιν εἰς δυσχερεῖς στιγμὰς διὰ τὸ Κράτος, τῆς πίστεως τοῦ Κράτους, καὶ ἑπομένως πᾶσαν ἄλλην ἐνίσχυσιν τὴν ὁποίαν διὰ διαφόρων μέσων, ὅπως διὰ τῶν ὑποχρεωτικῶν καταθέσεων, παρέχῃ τὸ Κράτος εἰς μίαν Τράπεζαν. Μὴ ἀκολουθῆσαν τὸ Κράτος τὴν ὑφ’ ἡμῶν ἐκδηλωθεῖσαν γνώμην τῆς διατηρήσεως ὡς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης τῆς ὑπαρχούσης τῆς δεδοκιμασμένης τῆς ἐχούσης ἤδη αὐθύπαρκτον πίστιν, εὑρίσκεται σήμερον εἰς τὴν ἀνάγκην διὰ νὰ μὴ κλονίσῃ πρόρριζα τὴν πίστιν τῆς Ἐθν. Τραπέζης μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς κτηματικῆς πίστεως καὶ τῆς γεωργικῆς πίστεως—ἐὰν πραγματοποιηθῇ—εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀκολουθήσῃ μίαν καθ’ ἡμᾶς νόθον τραπεζιτικὴν πολιτικήν, συνισταμένην εἰς τὸ ὅτι ἱδρύει καὶ Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν προωρισμένην νὰ εἶναι Κεντρικὴ Τράπεζα τοῦ Κράτους. Καὶ ἐν τούτοις ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην περικλειουμένη ἐντὸς κλοιοῦ, τὸν ὁποῖον αὐτὴ ἤνοιξε διὰ τῆς ἰδικῆς της τραπεζιτικῆς πολιτικῆς, νὰ ἐνισχύσῃ μίαν Τράπεζαν μίαν Ἐκδοτικὴν Ἀνώνυμον Ἑταιρείαν, τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, ὅπως ἀπομένει μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐργασιῶν ἐκείνων τὰς ὁποίας τῆς ἀφῄρεσεν διὰ τῶν συμβάσεων καὶ προσπαθεῖ διὰ τεχνικῶν μέσων νὰ τῆς ἐξασφαλίσῃ τὴν ὑφισταμένην πίστιν της διὰ νὰ δυνηθῇ ν’ ἀποφύγῃ ἕνα κλονισμὸν βαθύτερον εἰς τὴν ὅλην οἰκονομικὴν ζωὴν τῆς Ἑλλάδος. Ὥς ὅμως εἶπον, εὑρισκόμεθα σήμερον πρὸ τοῦ τετελεσμένου γεγονότος, ὅτι δὲν ἔχει πλέον τὴν εὐχέρειαν ἡ Ἑλλὰς μὲ οἱανδήποτε πλέον Κυβέρνησιν νὰ ματαιώσῃ τὴν ἵδρυσιν νέας Ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Εὑρισκόμενοι πρὸ τῆς πραγματικῆς αὐτῆς καταστάσεως ἀντιμετωπίζομεν πλέον τὴν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς τιθεμένην σύμβασιν μεθ’ ὅλων τὴν λύπην τὴν ὁποίαν αἰσθανόμεθα, διότι ἡ γνώμη ἡμῶν ἐκείνη δὲν ἐγένετο ἀσπαστή. Εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν κ. Βουλευταί, εἴχομεν τὴν τιμὴν νὰ προτείνωμεν 3 ἢ 4 παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου, τοῦ κανονίζοντος τὰς λεπτομερειακὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι προορίζονται νὰ κανονίσουν τὰς μελλοντικὰς σχέσεις μεταξὺ Κράτους καὶ Ἐθν. Τραπέζης ὡς πλέον ἀπομένει. Ἡ πρώτη μας πρότασις ἦτο ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τῆς ὑπὸ κρίσιν συμβάσεως μέχρις ὅτου προσκομισθοῦν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἡ ὑπ’ αὐτῆς ἐξαγγελομένη σύμβασις, διὰ τὴν ἵδρυσιν Γεωργικῆς Τραπέζης, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι ὅπως προεῖπον κυροῦται σήμερον μιὰ νέα τραπεζητικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως μὴ περιοριζομένη εἰς τὴν ὀργάνωσιν Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ εἰς τὴν ἵδρυσιν αὐθυπάρκτου Γεωργικῆς Τραπέζης. Ἐφόσον, λοιπόν, καὶ ἡ νέα ἐκδοτικὴ Τράπεζα καὶ ἡ νέα Γεωργικὴ Τράπεζα ἔχουν ἄμεσον σχέσιν νὰ καθορίσουν τὰς σχέσεις, τὰς μέχρι σήμερον ὑφισταμένας μεταξὺ Κράτους καὶ Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὑπεστηρίξαμεν ὅτι ἔργον εὐσυνείδητον θὰ ἐπετέλη καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ Οἰκονομιῶν καὶ ἡ Βουλή, ἐὰν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ἀμφοτέρας τὰς συμβάσεις ἐκδηλούσας τὸ ὅλον σύστημα τῆς Τραπεζικῆς πολιτικῆς Κυβερνήσεως, ἵνα καὶ συζητήσῃ ἀπὸ κοινοῦ καὶ συγχρόνως νὰ λάβῃ ὡρισμένας ἀποφάσεις ἐπὶ τοῦ ὅλου τῶν Τραπεζητικῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν θέλω νὰ ἐπιμείνω λεπτομερέστερον ἐπὶ τῆς προτάσεως ὑμῶν ταύτης, διότι ἡ συζήτησις ἡ πρὸ ὀλίγου διεξαχθεῖσα ἐκτὸς τῆς Βουλῆς μεταξὺ τῶν Ἀρχηγῶν ἐξεκαθάρισε τὸ ζήτημα. Ἐκφράζω τὴν χαράν μου μόνον διότι ἐδέχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἔν τινι μέτρῳ τῆς ἡμετέρας ἀπόψεως καὶ ἐδήλωσεν ὅτι δὲν θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν, ἔστω καὶ κατὰ ἕνα μέρος τῆς συμβάσεως, δι’ ἄλλην ἡμέραν, ἴσως αὔριον, διὰ νὰ δοθῇ καιρὸς εἰς εἰς τοὺς κ. Βουλευτὰς νὰ λάβωσιν ἔστω καὶ ἐπιτροχάδην γνῶσιν τῆς συμβάσεως διὰ τὴν ἵδρυσιν τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης. Ἡ σπουδαιοτέρα παρατήρησις ἡμῶν ἔγκειται εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 4 τῆς Συμβάσεως. Ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν εἰσηγητικήν της ἔκθεσιν τὴν συνοδεύσασα τὴν ὑπὸ συζήτησιν σύμβασιν ἔλεγεν ὅτι (ἀναγινώσκει) «Σκοπὸς καὶ ἵδρυσις τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης κλπ». Καὶ ἡμεῖς, κύριοι Βουλευταί, εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι ἐπέστη πλέον ἡ στιγμὴ πλήρους ἐκκαθαρίσεως τῶν λογαριασμῶν μεταξὺ Κράτους καὶ Ἐθνικῆς Τραπέζης τῶν λογαριασμῶν, οἱ ὁποῖοι στηρίζονται εἰς τοὺς νόμους καὶ τὰς συμβάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐκανόνιζον τὴν μέχρι τοῦδε λειτουργίαν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ὡς ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον διαφωνοῦμεν μετὰ τοῦ Κυβερνητικοῦ σχεδίου, εἶναι ὁ τρόπος τῆς ἐκκαθαρίσεως. Καθ’ ἡμᾶς ὁ τρόπος τῆς ἐκκαθαρίσεως ὁ καθοριζόμενος ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 4 τῆς συμβάσεως, εἶναι ἀπολύτως ἀτελής, καὶ κατὰ μεγάλον βαθμὸν ἀσύμφορος εἰς τὸ Κράτος, ἐπιπροσθέτως δὲ καὶ ἄδικος διὰ τὸ Κράτος, διότι ἀντιβαίνει εἰς τοὺς μέχρι τοῦδε ἰσχύοντας νόμους καὶ τὰς συμβάσεις αἱ ὁποῖαι διέπουν τὰς σχέσεις μεταξὺ Κράτους καὶ Ἐθνικῆς Τραπέζης. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Τὸ ἄρθρον 4ον τῆς συμβάσεως λέγει. «Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος παραιτεῖται πάσης ἀξιώσεως ἔναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου ἐκ τῆς προώρου ἄρσεως τοῦ προνομίου τῆς ἐκδόσεως τραπεζικῶν γραμματίων καὶ λοιπῶν προνομίων». Εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους σας ὅτι τὸ ἐκδοτικὸν προνόμιον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐπεξετείνετο μέχρι τοῦ ἔτους 1950 καὶ ἔρχεται σήμερον τὸ Κράτος, τὸ ἀφαιρεῖ καὶ τὸ δίδει εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος. Λέγει, λοιπόν, τὸ κυβερνητικὸν σχέδιον, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος παραιτεῖται τοῦ προνομίου, τὸ ὁποῖον εἶχε σήμερον καὶ εὐδοκεῖ νὰ μὴ ζητήσῃ ἄλλην τινὰ ἀποζημίωσιν πλὴν τῆς γενικῆς παραιτήσεως τὴν ὁποίαν εἰς τὸ ἄρθρον 4ον τῆς συμβάσεως κάμνει τὸ Κράτος πάσης οἱασδήποτε ἀξιώσεώς του ἔναντι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ἐκ τῶν ὑφισταμένων νόμων καὶ συμβάσεων. Ἐπιπροσθέτως τὸ ἄρθρον 4ον καθορίζει ὅτι τὸ Κράτος θὰ λάβῃ μόνον τὰ 75 ἑκατομμύρια δραχμῶν, τὸ ἀποθεματικὸν δηλαδὴ τὸ ὁποῖον εἶχε σχηματισθῆ μέχρι τοῦδε εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Δὲν γνωρίζω ἂν ἡ παραίτησις ἀπὸ μέρους τοῦ Κράτους πάσης οἱασδήποτε ἀξιώσεώς του ἔναντι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ἐκ τῶν ὑφισταμένων νόμων καὶ συμβάσεων, διατυπουμένη εἰς τὸ αὐτὸ ἄρθρον, εἰς τὸ αὐτὸ μάλιστα ἐδάφιον εἰς τὸ ὁποῖον διατυποῦται καὶ ἡ παραίτησις ἀπὸ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῶν δικαιωμάτων τὰ ὁποῖα εἶχε δι’ ἐνασκήσεως τοῦ ἐκδοτικοῦ προνομίου ἐπὶ σειρὰν ἀκόμη ἐτῶν, γίνεται εἰς ἀποζημίωσιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ τὴν παραίτησίν της ταύτην. Ἂν κρίνω ἐκ τῆς διατυπώσεως τοῦ κειμένου τοῦ νομοσχεδίου, νομίζω, ναί, διότι, ὅπως προεῖπον, ἡ πρώτη περίοδος τοῦ αὐτοῦ ἐδαφίου εἶναι ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα παραιτεῖται τοῦ προνομίου, τελικὸν δὲ ἐδάφιον εἶναι ὅτι τὸ Κράτος παραιτεῖται ἀπὸ πάσης ἀξιώσεως ἔναντι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἐὰν τὸ πρᾶγμα οὕτως ἔχει, μοῦ γεννᾶται ἡ ἑξῆς βάσιμος ἀπορία: ὅταν τὸ θέρος, Κύριοι, ὅπως ἐνθυμεῖσθε ἐλπίζω ὅλοι σας, διεξήχθη μία μακρά, ἔντονος καὶ λεπτομερειακὴ δημοσία συζήτησις ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης μεταξὺ τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἀφ’ ἑνός, καὶ τοῦ ἀξιοτίμου Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀφ’ ἑτέρου σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν καλυμμάτων, συζήτησις κατὰ τὴν ὁποίαν, τὸ μὲν Λαϊκὸν Κόμμα διὰ τοῦ ἐντίμου Ἀρχηγοῦ του ὑπεστήριξεν ὅτι τὰ καλύμματα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀνήκουν εἰς τὸ κοινόν, διότι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀπέκτησε ταῦτα διὰ τῶν τραπεζογραμματίων τὰ ὁποῖα ἔθεσεν εἰς κυκλοφορίαν, ἑπομένως εἶναι ἓν προϊόν, τὸ ὁποῖον ἀπέκτησεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἰς βάρος τοῦ κοινοῦ, ἀποδώσασα εἰς τὸ κοινὸν τραπεζογραμμάτια χάρτινα καὶ ἀγοράσασα δι’ αὐτῶν χρυσόν, ὁ Διοικητὴς τότε τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀντέκρουε τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ἰσχυριζόμενος ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος εἶναι ἀνακριβὴς καὶ δι’ ἄλλους μὲν λόγους, ἀλλὰ κυρίως διότι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν καλυμμάτων τὸ ἀπέκτησεν ἐκ πάσης ἄλλης ἐργασίας της πλὴν τῆς ἐκδόσεως τραπεζογραμματίων, τοσούτῳ δὲ μᾶλλον, ἔλεγε, τοῦτο εἶναι ἀληθές, ὥστε ἡ ἐνάσκησις τοῦ προνομίου τῆς ἐκδόσεως τραπεζογραμματίων ἀπὸ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, οὐ μόνον δὲν ἀπέδιδεν εἰς αὐτὴν κέρδη, ἀλλὰ τοὐναντίον τῆς ἀφῆκε καὶ ζημίας. Αὐτὸ εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ὑπάρχουν ὡρισμέναι ἔγγραφοι δηλώσεις. Καὶ διερωτῶμαι: Ἀφοῦ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, διὰ τοῦ ὑπευθύνου αὐτῆς ἐκπροσώπου, τοῦ μόνον τοῦ ὑπευθύνου νομικῶς, ἀλλὰ οὐσιαστικῶς ὑπευθύνου ἐκπροσώπου της, ἐξήγγειλε δημοσίᾳ ὅτι ἡ ὑπ’ αὐτῆς μέχρι τοῦδε ἐνάσκησις τοῦ ἐκδοτικοῦ προνομίου τὴν ἐζημίωσε...
§99Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Διεψεύσθη αὐτό. Δὲν ἐλέχθη εἰς καμμίαν συνέντευξιν.
§100Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν τώρα διαψεύδεται...
§101Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Διεψεύσθη ἀμέσως.
§102Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐλέχθη καὶ δι’ ἐγκυκλίου πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους.
§103Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν ἐλέχθη οὔτε δι’ ἐγκυκλίου πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους.
§104Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι εὐχάριστον τὸ γεγονός’ ἔστω καὶ ἂν ἐκ τῶν ὑστέρων διαψεύδεται.
§105Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον). Δὲν διαψεύδεται ἐκ τῶν ὑστέρων. Δὲν ἐλέχθη οὐδέποτε αὐτὸ τὸ πρᾶγμα.
§106Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν γνωρίζω ποίαν σημασίαν δύναται νὰ ἔχῃ δήλωσις ἐκ μέρους τοῦ διευθύνοντος μίαν Ἀνώνυμον Ἑταιρίαν, ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα ἔχει ἀκριβῶς ὡς ἑξῆς: Εἰς ἐπίσημον ἐγκύκλιον, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθν. Τραπέζης πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους, ἐδήλωσεν ὅτι ἐκ τῆς παραιτήσεως αὐτῆς οὐδεμία ζημία πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ εἰς τὴν Τράπεζαν. Τὸ ἔγγραφον αὐτὸ ἐνθυμοῦμαι ὅτι κατὰ τὴν μεταξύ μας συζήτησιν σᾶς τὸ προσήγαγον καὶ ἑπομένως τὸ πρᾶγμα ἔχει ἀκριβῶς οὕτω. Θὰ σᾶς φέρω αὔριον τὸ ἔγγραφον, διότι τὸ ἔχω, καὶ θὰ σᾶς τὸ δείξω.
§107Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν λέγω ὅτι δὲν ἔχετε αὐτὸ τὸ φύλλον, ἀλλὰ καθόσον ἐνθυμοῦμαι ἐδηλώθη ὅτι τὸ φύλλον, τὸ προσαχθέν, δὲν ἀπετέλει καμμίαν ἐγκύκλιον, ἀλλ’ ὑπῆρχεν ἕν ἀδέσποτον δημοσίευμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἐβεβαιοῦτο ὅτι ὁ Διοικητὴς ἐδήλωσεν εἴς τινα συνέλευσιν ὑπαλλήλων, ὅτι ἡ Τράπεζα δὲν θὰ ζημιωθῇ ἀπὸ τὴν παραίτησιν τοῦ ἐκδοτικοῦ προνομίου. Δὲν πρόκειται, λοιπόν, περὶ ἐγκυκλίου τοῦ Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐδηλώθη ἀμέσως, κατὰ τὸν κατηγορηματικώτερον τρόπον, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκριβές.
§108Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Διομήδη.
§109Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ὄχι. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲ διεψεύσθη κατὰ τὸν κατηγορηματικώτερον τρόπον. Ἄλλως τε δὲν ἀρκεῖ νὰ λέγῃ τι ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης. Τὰ πράγματα εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουν ἂν ἀποτελῇ ζημίαν ἢ ὄχι.
§110Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Βεβαίως δὲν ἀποτελεῖ ζήτημα ἄξιον σημασίας ἂν ἡ δήλωσις ἀποτελῇ ὑποχρέωσιν. Ἐγὼ ἠθέλησα τοῦτο μόνον νὰ βεβαιώσω, ὅτι ὑπῆρξε τοιαύτη δήλωσις.
§111Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἐγκυκλίου. Ἐν πάσῃ περιπτώσει γνωρίζω ὅτι διεψεύσθη. Ἐξ ἄλλου δὲ δὲν ἔχει σημασίαν ἡ προσωπικὴ γνώμη οιουδήποτε προσώπου.
§112Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνοῦμεν, κ. Ὑπουργέ. Ἐγὼ δὲ ἐκφράζω τὴν χαράν μου, διότι, ἔστω καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων, διεψεύσθη, διότι κατὰ τὸ σύστημα τῶν σκέψεων τῶν ἰδικῶν μου δὲν παίζει τοῦτο ρόλον. Ἠθέλησα νὰ τὸ σημειώσω διὰ νὰ φέρω τὴν διαστολὴν τῶν δύο διατάξεων τοῦ ἄρθρου 4. Ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον ἀποδίδομεν ὑψίστην σημασίαν εἶναι ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου 4, καθ’ ἣν τὸ Κράτος παραιτεῖται πάσης οἱασδήποτε ἀξιώσεώς του ἔναντι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐκ τῶν ὑφισταμένων νόμων καὶ συμβάσεων. Ἀποδίδομεν δὲ μεγάλην σημασίαν εἰς τὴν οὕτω διατυπουμένην παραίτησιν, διότι καθ’ ἡμᾶς τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ὑποκρύπτεται ὑπὸ τὰς λέξεις ταύτας καὶ ἀπὸ τοῦ ὁποίου παραιτεῖται τὸ Κράτος, ἀνέρχεται εἰς πολλὰ ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἀπὸ τῶν ὁποίων δὲν βλέπομεν κανένα λόγον διατὶ νὰ παραιτηθῇ τὸ Κράτος ὑπὲρ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὁ δὲ συλλογισμός μας ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου εἶναι ἁπλούστατος. Παρακαλῶ τοὺς κ. Συναδέλφους νὰ μὴ μὲ διακόψωσι, διότι ἔχω πλήρη τὴν συνείδησιν καὶ τὴν γνῶσιν ὅτι ὁ συλλογισμὸς ἡμῶν δὲν εἶναι ἀποδεκτὸς ἀπὸ ὅλους ὑμᾶς, εἰδικώτερον δὲ ἀπὸ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῶ, ἐκφράζων τὰς γνώμας τὰς ἰδικάς μου, καὶ ἐπειδὴ ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων δὲν δύναται νὰ γίνῃ κατανόησις τῶν διαλογικῶν συζητήσεων, θὰ παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ὁλοκληρώσω τὰς σκέψεις μου ἄνευ διακοπῆς καὶ κατόπιν νὰ δώσω πᾶσαν διασάφησιν. Λέγω, λοιπόν, ὅτι ὁ συλλογισμὸς ἡμῶν εἶναι ὁ ἑξῆς. Αἱ σχέσεις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, αἱ οἰκονομικαί, μετὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἀφ’ ὅτου αὕτη εἶχε τὸ ἐκδοτικὸν προνόμιον—καὶ τοῦτο ἀνάγεται εἰς τοὺς πρώτους χρόνους τῆς συστάσεως τῆς Τραπέζης,—καθορίζεται ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένων συμβάσεων κεκυρωμένων ὑπὸ νόμων. Αὐτοὶ οἱ νόμοι καὶ αὐταὶ αἱ συμβάσεις, σὺν ἄλλοις, καθορίζουν πᾶσαι, ὅτι τὸ Κράτος συμμετέχει εἰς τὰ κέρδη τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κατὰ ἓν ὡρισμένον ποσοστόν. Οἱ νόμοι οὗτοι καὶ αἱ συμβάσεις ἐκεῖναι βέβαια καθορίζουν καὶ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἐγίνετο ἡ ἐξεύρεσις τῶν ποσοστῶν ἐκείνων ἐκ τοῦ συνόλου τῶν κερδῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος. Καὶ ἐφόσον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ὡς οἰκονομικὸς ὀργανισμὸς διεπόμενος ὑπὸ ἑλληνικοῦ δικαίου, καταρτίζει τοὺς ἰσολογισμούς της εἰς δραχμάς, οἱ ἰσολογισμοὶ ἐκεῖνοι ἦσαν οὐσιαστικῶς ἰσολογισμοὶ κατηρτισμένοι εἰς χρυσὸν ἐφόσον ὑπῆρχεν ἰσοτιμία μεταξὺ χρυσῆς δραχμῆς καὶ δραχμῆς κυκλοφοριακῆς. Ἐφόσον δηλαδὴ δὲν ὑπῆρχεν ἐπικαταλλαγὴ μεταξὺ δραχμῆς χρυσῆς καὶ δραχμῆς χαρτίνης. Ἀπὸ τοῦ 1920 ὅμως καὶ ἐφεξῆς ὑπάρχει μία ἐπικαταλλαγή, ἐπικαταλλαγὴ κυμαινομένη, ἀλλὰ πάντως μία ἐπικαταλλαγή. Ἂν ἡμᾶς ἐπιθυμοῦντας νὰ καθορίσωμεν νομοθετικῶς τὸν καθορισμὸν τῶν σχέσεων τούτων αὐτὴν τὴν στιγμήν, δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει ἡ λεπτομέρεια τῆς ἐπικαταλλαγῆς, ἂν ἡ Βουλὴ θὰ ἀποδεχθῇ κατ’ ἀρχὴν τὸ σύστημα τῆς ἐκκαθαρίσεως, τὸ ὁποῖον εἴχομεν τὴν τιμὴν νὰ προτείνωμεν εἰς τὴν Βουλὴν ἢ θὰ τὸ ἀπορρίψῃ, μᾶς εἶναι ἀδιάφορον. Μέχρι τοῦ 1920 οἱ ἰσολογισμοὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, κατηρτισμένοι εἰς δραχμάς, ἦσαν οὐσιαστικῶς εἰς χρυσόν, διότι δὲν ὑπῆρχεν ἐπικαταλλαγὴ καὶ ἑπομένως ὑπάρχει ἐνεργητικὸν α, παθητικόν β. Καὶ ἐκ τῆς συγκρίσεως τοῦ ἐνεργητικοῦ πρὸς τὸ παθητικὸν ἐξάγεται ἂν ὑπῆρχεν ἢ ὄχι κέρδος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὡς οἰκονομικοῦ ὀργανισμοῦ καὶ ἐκ τοῦ συνολικοῦ τούτου κέρδους ποῖον ποσὸν θὰ ἀνῆκεν εἰς τὸ Κράτος. Εἰς τοὺς ἰσολογισμοὺς ἐκείνους, τὰ 95 ἑκατομμύρια χρυσῶν δραχμῶν, τὰ ὁποῖα ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα προώριζεν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων, ἐνῷ εἰς τὰ καλύμματα τῶν τραπεζογραμματίων ἀναγράφονται εἰς τὸ ἐνεργητικόν της ὡς 95.000.000 δραχμῶν χρυσῶν πάντοτε, διότι δὲν ὑπῆρχεν ἐπικαταλλαγή, ἐκάλυπτον ὅμως καὶ ἀντιστοίχως ἀντίστοιχα κονδύλια τοῦ Παθητικοῦ 95.000.000 χρυσῶν δραχμῶν, διότι καὶ αἱ ὑποχρεώσεις τῆς Τραπέζης τότε ἦσαν ὑποχρεώσεις εἰς χρυσόν. Ἤρχισεν ἡ ἐπικαταλλαγὴ καὶ ἐξηκολούθουν ἀναγραφόμενα εἰς τὸ Ἐνεργητικὸν τὰ 95.000.000 δραχμῶν, χρυσῶν δραχμῶν, ὡς 95.000.000 δραχμῶν πλέον κυκλοφοριακῶν, δραχμῶν χαρτίνων, καλυπτουσῶν ἀντίστοιχα κονδύλια τοῦ παθητικοῦ 95.000.000, δραχμῶν ὄχι ὅμως πλέον χρυσῶν ἀλλὰ δραχμῶν χαρτίνων, αἱ ὁποῖαι εἶχον τὴν ἀξίαν τὴν κυκλοφοριακὴν τὴν ὁποίαν εἶχον καθ’ ἕκαστον ἔτος, σύμφωνα μὲ τὴν ἐπικαταλλαγὴν ἀπέναντι τοῦ χρυσοῦ. Εἶναι εὐνόητον, Κύριοι Συνάδελφοι, ὅτι ὅταν εἰς ἰσολογισμὸν εἰς τὸν ὁποῖον ἀναγράφεται μὲν παθητικὸν εἰς δραχμὰς ὑποτετιμημένας ἀπέναντι τῶν χρυσῶν, εἰς δὲ τὸ ἐνεργητικὸν ἀναγράφεται ἓν κονδύλιον α (ἐν προκειμένῳ 95 ἑκατομμύρια), ἀλλ’ ἓν κονδύλιον α οἱονδήποτε εἰς δραχμὰς ἐχούσας ἐν τῇ ὀνομαστικῇ των ἀξίᾳ τὴν ἀξίαν τῶν ὑποτετιμημένην, εἶναι προφανὲς ὅτι ὁ ἰσολογισμὸς καλύπτει τὸ ἐνεργητικὸν τοῦ οἰκονομικοῦ ὀργανισμοῦ κατὰ τὸ μέτρον ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται ἡ ἐπικαταλλαγή. Καὶ ἐφόσον ἐν τῷ μέτρῳ αὐτῷ καλύπτεται τὸ ἐνεργητικόν, καλύπτεται καὶ ἀντίστοιχον ποσὸν ἐκ τοῦ συνολικοῦ κέρδους τοῦ οἰκονομικοῦ τούτου ὀργανισμοῦ, ἐν προκειμένῳ δὲ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἑπομένως ἀπὸ τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ἤρχισεν ἡ ἐπικαταλλαγὴ καὶ ἤρχισεν ὁ καταρτισμὸς ἰσολογισμοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὸ συνολικὸν κέρδος, τὸ ὁποῖον ἐμφανίζεται εἰς τὸν ἰσολογισμὸν τοῦτον, δὲν ἀποτελεῖ τὸ πραγματικὸν κέρδος. Ἑπομένως τὸ ποσοστὸν τὸ ὁποῖον μεταβαίνει εἰς τὸ Δημόσιον δὲν εἶναι τὸ πραγματικόν, ἀλλὰ ὀλιγώτερον. Μακρὰν ἀπ’ ἐμοῦ ἡ σκέψις νὰ ψέξω τὸν τοιοῦτον τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον οἱ ἰσολογισμοὶ οὗτοι εἶναι κατηρτισμένοι. Συνετῶς ἐγένετο τοῦτο καὶ ἦτο ἐπιβεβλημένον πάντοτε, ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ὑπῆρχε μία ἐπικαταλλαγὴ καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ προΐδωμεν τί θὰ ἐγίνετο τὴν αὔριον. Τοιουτοτρόπως καὶ εἷς οἰκονομικὸς ὀργανισμός, ὁ ὁποῖος μὲ τὴν διαφορὰν τῆς ἐπικαταλλαγῆς εἶχε δραχμὰς χαρτίνας ἀπὸ χρυσᾶς, ἂν ἤθελε φέρῃ εἰς διανομὴν τὰ κέρδη, θὰ εὑρίσκετο πρὸ ἀντιθέτου ῥοπῆς καὶ θὰ κατεβαράθρωνε. Κύριοι Συνάδελφοι, δι’ ἐμὲ τοὐλάχιστον ἡ λέξις κάλυμμα, ὅπως θὰ εἴπω μετ’ ὀλίγον, δὲν παίζει κανένα ῥόλον. Καλύμματα δι’ ἐμὲ εἶναι τὸ γεγονός, ὅτι τὰ 95.000.000 εἶναι ἓν περιουσιακὸν στοιχεῖον τῆς Τραπέζης εἰς τὴν ἐμὴν σκέψιν καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο διεφώνησα μὲ τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Λοιπόν, λέγω, ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης δὲν ἐμφανίζεται εἰς τὸν ἰσολογισμὸν τῆς Τραπέζης τὸ πραγματικόν της κέρδος, ἀλλὰ τὸ ἐξάγομεν ἐκ τῆς πραγματικῆς της οἰκονομικῆς θέσεως, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν καταρτίζεται ὁ ἰσολογισμός. Ἑπομένως δὲν παρουσιάζει ἡ εἰκὼν σαφῶς καὶ ἀκριβῶς καὶ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος ἐκ τοῦ συνολικοῦ κέρδους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Σήμερον ὅμως λέγει καὶ ἡ Κυβέρνησις, βοοῦν δὲ καὶ τὰ πράγματα, ὅτι, ἐφόσον κάμνομεν νέαν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν, ἐκκαθαρίζομεν πλέον τοὺς λογαριασμοὺς μὲ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐκκαθαρισθοῦν αἱ οἰκονομικαὶ σχέσεις ἑνὸς οἰκονομικοῦ ὀργανισμοῦ, θὰ γίνῃ εἷς ἰσολογισμός ἐκκαθαρίσεως πλέον, καὶ τὸν ἰσολογισμὸν τοῦτον τῆς ἐκκαθαρίσεως, θέλομεν ἡμεῖς σαφῆ. Θὰ εἶναι δὲ σαφὴς καθ’ ἡμᾶς, ἂν τὸ ποσὸν τῶν χρυσῶν δραχμῶν, οἱονδήποτε καὶ ἂν εἶναι, ὁσονδήποτε καὶ ἂν εἶναι, ὁθενδήποτε καὶ ἂν τὸ ἀπέκτησεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα καὶ δι’ οἱονδήποτε σκοπὸν καὶ ἂν τὸ ἐκράτει, ἂν τὸ ποσὸν τοῦτο ἀχθῇ εἰς τὸν ἰσολογισμὸν τῆς ἐκκαθαρίσεως, ὁ ὁποῖος πλέον θὰ εἶναι εἰς δραχμάς. Καὶ ἔθιξα καὶ τὸ ζήτημα τῆς σχέσεως τῶν καλυμμάτων ἀφ’ ἑνός, ἀπέναντι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ἀπέναντι ἀφ’ ἑτέρου τῶν φορέων τῶν τραπεζογραμματίων. Ὑπεστήριξα τὴν ἄποψιν ὅτι τὰ καλύμματα ἔχουν πάντοτε διττὴν ὑπόστασιν καὶ διττὴν ἀποστολήν: ἔχουν τὴν οἰκονομικήν των ὑπόστασιν καὶ τὴν νομικήν των ὑπόστασιν. Καὶ εἶπον τότε, ὅτι ἡ ἐκκαθάρισις μιᾶς ἐκδοτικῆς Τραπέζης ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως εὐθύνεται ἀπέναντι τῶν κατόχων τῶν Τραπεζογραμματίων, τὰ ὁποῖα θέτει αὕτη εἰς κυκλοφορίαν, οὐ μόνον διὰ τῶν καλυμμάτων τὰ ὁποῖα ἔχει, ἀλλὰ δι’ ὅλης της τῆς περιουσίας, καὶ ὑπεστήριξα ὅτι ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι μία οἱαδήποτε Ἐκδοτικὴ Τράπεζα ἐπτώχευεν, οἱ κάτοχοι τῶν τραπεζογραμματίων, πιστωταὶ καὶ αὐτοὶ τῆς ἐκδοτικῆς Τραπέζης, ὅπως καὶ οἱοσδήποτε ἄλλος πιστωτής, θὰ συνέτρεχον εἰς τὴν ὁμάδα τῶν πιστωτῶν τοῦ πτωχεύσαντος ὀργανισμοῦ, θὰ ἀνηγγέλλοντο διὰ τὰς ἀξιώσεις των, συνιστωμένας εἰς τὴν προσφορὰν τῶν τραπεζογραμματίων, τὰ ὁποῖα εἶχον εἰς χεῖρας των, καὶ θὰ ἐλάμβανον ἐκ τοῦ ἐνεργητικοῦ τοῦ πτωχεύσαντος οἰκονομικοῦ ὀργανισμοῦ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον θὰ ἐλάμβανον καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι πιστωταί. Ἔλεγον ὅτι δι’ ὅλης τῆς περιουσίας του, δι’ ὅλου τοῦ ἐνεργητικοῦ τῆς Τραπέζης, ἐνθυμοῦμαι δὲ ὅτι εἶπον, ἀπὸ τοῦ τελευταίου κονδυλυφόρου μέχρι τῶν κτιρίων καλύπτονται ὅλα τὰ τραπεζογραμμάτια ὡς καὶ οἱαδήποτε ἄλλη ὑποχρέωσις αὐτῆς. Ἀπὸ ἐδῶ πλέον ἐμφανίζεται ἡ οἰκονομικὴ σημασία τῶν καλυμμάτων, τὴν τήρησιν τῶν ὁποίων ἐπιβάλλει εἰς πᾶσαν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τὸ Κράτος, εἴτε ὑπὸ μορφὴν χρυσοῦ εἴτε ὑπὸ οἱανδήποτε ἄλλην μορφήν, διὰ νὰ κινῇ μόνον καὶ μόνον τὴν πίστιν εἰς τὸ ἀμαθὲς κοινόν, εἰς τὸν φορέα τῶν τραπεζογραμματίων, ὅτι ὄντως εἶναι πρόχειρον τὸ ποσὸν τῆς ἐξαργυρώσεως, καὶ διὰ νὰ ἐξασφαλίζεται πάντοτε εἰς τὰ Ταμεῖα τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης ἓν πρόχειρον ποσὸν χρήματος—χρήματος χρυσοῦ—διότι λαμβάνομεν πάντοτε κατάστασιν ἐξασφαλίζουσαν τὴν χρυσῆν κυκλοφορίαν, διὰ νὰ ἐξασφαλίζῃ τὴν Τράπεζαν νὰ ἔχῃ πάντοτε διαθέσιμον εἰς τὰ ταμεῖα ἓν ποσὸν χρυσοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ δύναται νὰ ἀντιμετωπίζῃ, κατὰ τὸν κοινὸν ὑπολογισμὸν καὶ κατὰ τὰ διδάγματα τῆς γενικῆς πείρας, τὴν ἄμεσον ἐξαργύρωσιν τῶν ποσοστῶν ἐκείνων τῶν Τραπεζογραμματίων, τὰ ὁποῖα εἶναι πιθανὸν νὰ ἐμφανισθῶσιν εἰς τὴν Τράπεζαν πρὸς ἐξαργύρωσιν. Τοῦτο ὅμως ἀποτελεῖ τὴν οἰκονομικὴν σημασίαν τῶν καλυμμάτων, καὶ δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν πρὸς τὴν νομικὴν ὑποχρέωσιν τῆς Τραπέζης πρὸς ἐξαργύρωσιν τῶν τραπεζογραμματίων δι’ ὅλης τῆς περιουσίας. Δι’ ἐμέ, λοιπόν, δὲν παίζει κανένα ρόλον ἐὰν τὰ 95 ἐκεῖνα ἑκατομμύρια χρυσῶν δραχμῶν, ἢ ὁσαδήποτε ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἔχει σήμερον ἡ Τράπεζα ὡς ἰδίαν της περιουσίαν, εἶναι καλύμματα ἢ δὲν εἶναι καλύμματα, ὅπως δὲν μὲ ἐνδιαφέρει τὸ πόθεν τὰ προσεπορίσθη, οὔτε διατί τὰ προσεπορίσθη. Δι’ ἐμὲ σήμερον, ἐκκαθαρίζοντα τοὺς λογαριασμοὺς καὶ καταρτίζοντα ἕνα Ἰσολογισμὸν εἰς δραχμάς, γεννᾶται τὸ ζήτημα, ὅτι, ἐὰν διορισθῶ ὡς ἐκκαθαριστής, θὰ εὕρω στοιχεῖα ἐνεργητικοῦ 95 ἑκατομμύρια χρυσοῦ. Πῶς θὰ τὰ μοιράσω; Θὰ τῆς εἴπω ὅτι «σᾶς τὰ γράφω ὡς κάλυμμα καὶ παραιτοῦμαι ἐγὼ πάσης διαφορᾶς». Βεβαίως ἠμπορῶ νὰ τὸ κάμω, ἀλλὰ θὰ ἔχω τὴν συνείδησιν ὅτι, πράττων τοῦτο, κάμνω δωρεὰν εἰς τὴν Τράπεζαν, καὶ ἂν θέλω τὸ κάμνω, καὶ ἂν δὲν θέλω δὲν τὸ κάμνω. Καὶ διὰ τοῦτο λέγω ὅτι, προκειμένου νὰ γίνῃ ἡ ἐκκαθάρισις τῶν λογαριασμῶν τοῦ Κράτους καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐκκαθάρισις τῆς ὁποίας τὴν ἀναγκαιότητα ὑποστηρίζει καὶ ἡ Κυβέρνησις σήμερον διὰ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, ὁ Ἰσολογισμὸς αὐτὸς τῆς ἐκκαθαρίσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνταχθῇ ἄλλως, παρὰ μόνον εἰς δραχμάς, καὶ ἑπομένως τὸ ποσὸν τῶν χρυσῶν δραχμῶν, ὁσονδήποτε καὶ ἂν εἶναι καὶ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον καὶ ἂν προέρχεται, εὑρισκόμενον εἰς τὰ Ταμεῖα τῆς Τραπέζης, πρέπει εἰς τὸν Ἰσολογισμὸν νὰ ἀναγραφῇ εἰς ποσότητα δραχμῶν. Ἡ ποσότης αὕτη τῶν δραχμῶν ἀνήκει κατὰ κυριότητα εἰς τὸ Κράτος. Διὰ τὸν αὐτὸν ἀκριβῆ λόγον ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν δραχμῶν...
§113Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Ποίου ποσοῦ;
§114Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐάν, Κύριοι Συνάδελφοι, ἀναχθῇ εἰς δραχμὰς τὸ ποσὸν τῶν 95 ἑκατομμυρίων, θὰ κάμητε μίαν εἰκόνα τοῦ Ἰσολογισμοῦ, ἡ ὁποία θὰ μᾶς παρέχῃ μεῖζον ποσόν. Ἑπομένω, ἐκ τῆς μείζονος ταύτης ποσότητος ἔχει νὰ λάβῃ τὸ Κράτος τὸ ποσοστὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐξασφαλίζει τὴν κοινὴν γνώμην. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει τὸ ποσόν· θὰ τὸ εὕρωμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νόμων. Ὑπάρχουν οἱ κείμενοι νόμοι, οἱ ὁποῖοι θὰ τὸ προσδιορίσουν, ὑποστηρίζω δὲ τὴν ἄποψίν μου μὲ τὴν αὐτὴν ἠθικὴν βάσιν καὶ τὰ νομικὰ ἐπιχειρήματα, μὲ τὰ ὁποῖα ὑποστηρίζω ὅτι τὸ ποσὸν τοῦ χρυσοῦ τῶν 95 ἑκατομμυρίων ἀνήκει εἰς τὴν Τράπεζαν, δηλαδὴ καὶ διότι τὸ ἐξασφαλίζουν οἱ Νόμοι τοῦ Κράτους καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ Κράτους, καὶ ὡς συμμετέχον εἰς τὰ κέρδη τῆς Τραπέζης, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν Νόμων καὶ τῶν συμβάσεων τοῦ Κράτους. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη μας πρότασις, ἡ θετική μας ἄποψις.
§115Γ. ΣΤΡΙΓΚΟΣ. Ὁ κ. Συνάδελφος ἔθεσεν ἄλλην βάσιν ὅσον ἀφορᾷ τὰ καλύμματα, ὅσον ἀφορᾷ τὸ παθητικόν τὸ ὁποῖον δυνάμει τοῦ νόμου 2150 παρίσταται εἰς δραχμάς, καὶ φυσικὸν εἶναι, ἐπειδὴ εἶναι ὑποχρέωσις ἐκ τοῦ νόμου 2150 πηγάζουσα διὰ τὰ ἱδρύματα νὰ παρουσιάζωνται εἰς τὴν τιμὴν τῆς κτήσεως ὡς συνάλλαγμα, ἡ Τράπεζα τὰ παρουσιάζει ὡς τὰ παρουσιάζει καὶ δὲν εἶχε τὰ κέρδη τὰ ὁποῖα θὰ εὕρῃ κανεὶς ἂν ἀνατάμῃ τὴν Τράπεζαν. Σεῖς ζητεῖτε μίαν ἀπογραφὴν τῆς Τραπέζης καὶ ὅ,τι προκύψει ὡς μερὶς κέρδους τοῦ Κράτους νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸ Κράτος.
§116Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ζητῶ ἰσολογισμὸν ἐκκαθαρίσεως, ὁ ὁποῖος δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι διάφορος ἀπὸ τὸν ἰσολογισμὸν τῆς τρεχούσης χρήσεως.
§117Γ. ΣΤΡΙΓΚΟΣ. Ἀλλὰ δὲν ἀναλογίζεσθε πόσα καὶ ποῖα ζητήματα θὰ προκύψουν ἐκ τῆς τοιαύτης ἀνατομῆς, τί ἀξίζει τὸ προνόμιον καὶ πῶς προσμετρᾶται. Ἀφοῦ ἀνατάμετε τὴν Τράπεζαν καὶ τῆς πάρετε ὅ,τι σᾶς ἀνήκει, πρέπει νὰ τῆς δώσητε ὅ,τι τῆς ἀνήκει.
§118Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν εἶναι ζήτημα αὐτό, ἂς ἐξετάσωμεν ἂν εἶναι ὀρθὸν καὶ κατόπιν ἂν εἶναι δυσχερές.
§119Γ. ΣΤΡΙΓΚΟΣ. Καὶ τόσα ἄλλα ζητήματα θὰ προκύψουν, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ κάμωμεν προϋπολογισμόν, διότι ἄλλως θὰ εὑρεθῆτε εἰς ἀδυναμίαν νὰ κάμετε ἐκκαθάρισιν.
§120Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε ἀπολύτως δίκαιον. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἁπλοῦν. Εἶναι σύνθετον, ἀλλ’ αὐτή σας ἡ ἄποψις δικαιολογεῖ ἀπολύτως τὴν ἡμετέραν ἄποψιν καὶ τὴν ἄποψιν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ζητούντων τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως μέχρις ὅτου προσαχθῶσιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὅλα αὐτὰ τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα σεῖς ἐθίξατε. Ἑπομένως ἄκων προεχωρήσατε εἰς τὴν ἄποψιν τὴν ἰδικήν μας. Τίποτε δὲν εἶναι ἀδύνατον εἰς τὸν κόσμον, ἡ ἐκκαθάρισις ἑνὸς ἰσολογισμοῦ ἑνὸς οἰκονομικοῦ ὀργανισμοῦ εἶναι ζήτημα προσθέσεως καὶ ἀφαιρέσεως.
§121Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν πρόκειται νὰ συζητήσω ἐπὶ τῆς ἀπόψεώς σας. Θέλω νὰ τὴν ἀντιληφθῶ μόνον. Ὑποστηρίζετε τοῦτο· ὅτι τὸ κέρδος τῆς Τραπέζης ἀπὸ τοῦ 1920 καὶ ἐντεῦθεν...
§122Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφ’ ἧς ὑπῆρξεν ἐπικαταλλαγὴ ἀπὸ τοῦ 1920.
§123Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Ὄχι πρωτήτερα;
§124Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§125Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Ἀπὸ τὸ 1914.
§126Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τότε μέχρι τοῦ 1920 ὑπῆρχεν ἰσοτιμία. Ἑπομένως ἀπὸ τοῦ 1920 καὶ ἐντεῦθεν,
§127Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἄς τὸ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα ἀπὸ τοῦ 1921 καὶ ἐντεῦθεν. Ὑποστηρίζετε, ὑποθέτω, δηλ. ὅτι ὁ ὑπολογισμὸς τῶν κερδῶν ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔχει καὶ τὸ Κράτος συμμετοχήν, γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει ἐκτιμήσεως τῶν στοιχείων τῶν 95 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει ἐκτιμήσεως εἰς τὴν τιμὴν τῆς κτήσεως· δηλ. τῆς τιμῆς τοῦ ἀρτίου, τῶν 25 δραχμῶν καὶ ὅτι ἐὰν ὑπολογίζεται κατὰ διάφορον τρόπον εἰς τὴν πραγματικήν, τὴν τρέχουσαν ἀξίαν, εἴπατε, τὸ κάλυμμα τὰ 95 ἑκατομμύρια τὰ κέρδη θὰ ηὔξανον.
§128Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Οὔτε αὐτὸ ἀπολύτως.
§129Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Τὸ ἠξεύρω, ἀλλὰ θέλω νὰ μάθω τὴν σκέψιν...
§130Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διότι δυνάμει τῶν συμβάσεων θὰ ἐδικαιοῦτο ἡ Τράπεζα ἡ Ἐθνικὴ νὰ ἀπαλλαγῇ αὐτῶν τῶν καλυμμάτων, ἔχουσα ὑποχρέωσιν νὰ ἔχῃ καλύμματα 95 ἑκατομμυρίων καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ἀποφύγῃ. Σήμερον ὅμως, ὁπότε γίνεται ἀφαίρεσις τοῦ προνομίου, δικαιοῦται νὰ τὰ μετατρέψῃ εἰς δραχμάς.
§131Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον ἐγὼ διάφορον τίποτε ἀπ’ αὐτό; Ἐγὼ εἶπον, ὅτι δὲν κακίζω τὴν Τράπεζαν.
§132Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἠθέλησα νὰ ἀντιληφθῶ τὴν σκέψιν σας. Δὲν ἀπαντῶ. Δὲν σᾶς λέγω οὔτε καλῶς, οὔτε κακῶς, ὅτι ἐκάματε τὴν σκέψιν. Θέλω ἁπλῶς νὰ καθορίσω τὴν σκέψιν σας. Λέγετε ὅτι ἡ συμμετοχὴ τοῦ Κράτους γίνεται πλημμελὴς καὶ ὅτι ἡ ἐτησία μετὰ τὸ 1921...
§133Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὄχι αὐτό, διότι ἡ Τράπεζα εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἔχῃ τὰ καλύμματα δημιουργοῦσα τὰ κέρδη.
§134Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Ζητῶ ἐξηγήσεις ἀπό σᾶς καὶ σεῖς μοῦ λέγετε, ὅτι παίζομεν μὲ τὰς λέξεις. Δύνασθε νὰ διαμαρτύρεσθε ἐναντίον τοῦ ἐκ Θισαλονίκης πολιτευτοῦ. Σᾶς ἐρωτῶ: Σεῖς ὑπολογίζετε, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1921 καὶ ἐντεῦθεν ἡ Τράπεζα κακῶς ὑπολογίζει τὰ ἐκδοτικὰ στοιχεῖα εἰς τὴν τιμὴν τοῦ ἀρτίου.
§135Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι κακῶς. Δὲν εἶπον αὐτό.
§136Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Ἔστω ἐπὶ ζημίᾳ.
§137Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε αὐτό, ἀλλ’ ὅτι γεγονὸς εἶναι, ὅτι διὰ τῶν εἰς χρυσὸν ἀποθεμάτων παρουσιάζει ἰσολογισμὸν διάφορον πρὸς τὸν ἰσολογισμὸν ἐκκαθαρίσεως.
§138Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Σᾶς παρακαλῶ διὰ νὰ σᾶς ἀντιληφθῶ καὶ διὰ νὰ συνενοηθῶμεν, διότι θὰ φέρω καὶ ἐγὼ ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον καὶ ἔχω ἀνάγκην αὐτῶν τῶν ἐξηγήσεων, ἐγὼ πρωτίστως μάλιστα. Σεῖς λέγετε, ὅτι ἀπὸ τὸ 1921 μέχρι τῆς σημερινῆς ἐκκαθαρίσεως προέκυψε ζημία. Ἐκ τοῦ ὑπολογισμοῦ τῶν ἐνεργητικῶν στοιχείων, καθ’ ὃν τρόπον ὑπολογίσθησαν ὑπό τῆς Τραπέζης, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἡ αὐτὴ ἄποψις, ὅπως εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ καὶ ἡ διάφορος, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει ὁ ἐκ Θεσσαλονίκης συνάδελφος, ὅτι σήμερον κατὰ τὴν ἐκκαθάρισιν μὴ ὑπαρχούσης τῆς ὑποχρεώσεως τῆς Τραπέζης διὰ τὴν διατήρησιν τῶν καλυμμάτων εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπολογίζωμεν τὴν διαφορὰν ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν ἰσολογισμῶν.
§139Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον τίποτε διάφορον. Ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω περὶ ζημιῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δὲν ὡμίλησα περὶ ζημίας τοῦ Κράτους. Τοὐναντίον ἐβράβευσα τὸν τρόπον τῆς καταρτίσεως τοῦ ἰσολογισμοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ εἶπον ὅτι ὅσον συνετὸς καὶ ὅσον νόμιμος καὶ ἂν ἦτο ὁ τρόπος αὐτὸς σήμερον ποὺ γίνεται ἡ ἐκκαθάρισις πρέπει νὰ γίνῃ καὶ ἐκκαθάρισις τῶν λογαριασμῶν διὰ νὰ ἐκαθαρισθοῦν καὶ τὰ κέρδη αὐτά.
§140Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ὁμιλεῖτε, ἂς τὸ εἴπωμεν ἔτσι, τεχνικῶς, περὶ τῶν ἀποθεματικῶν.
§141Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§142Γ. ΣΤΡΙΓΚΟΣ. Θὰ πάρῃ εἰς τὸ ἥμισυ ὅμως. Ἔχει τόσα ἐκ τῶν κερδῶν ὅσα ἀποδίδονται μετὰ τὸ 1850, δηλαδὴ μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ προνομίου.
§143Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὑπάρχει μία διαφορά. Ἐκ τῶν κερδῶν τὸ Κράτος ἔχει τὸ ἥμισυ, μετὰ πληρωμὴν ὡρισμένου μερίσματος τῶν μετόχων. Ὅ,τι πλεονάζει μετὰ τὴν πληρωμὴν τῶν 250 δραχμῶν κατ’ ἑξαμηνίαν τῶν μετόχων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὅ,τι πλεονάζει τὸ μοιράζεται τὸ Κράτος μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ὅσον ἀφορᾷ τ’ ἀποθέματα αὐτὰ καὶ μόνα ἀποδίδονται εἰς τὴν λῆξιν τῶν προνομίων. Δὲν εἶναι ἀποθεματικά. Εἶναι κέρδη διὰ μεταποιήσεως τῶν χρυσῶν δραχμῶν εἰς χαρτίνας.
§144Α. ΜΥΛΩΝΑΣ (Ὑφ. Οἰκον.). Ἐδόθη εἰς μέρισμα.
§145Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ λοιπόν, Κύριοι Συνάδελφοι, εἶναι ἡ θεμελιώδης, ἡ βασικὴ ἡμῶν σκέψις. Ἐὰν ἤθελέ τις κρίνῃ μόνον ἀπὸ ἀπόψεως αὐστηροῦ δικαίου δὲν εἶναι δυνατὸν κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν ν’ ἀποφασίσῃ ἄλλως, παρὰ ὅτι τὸ Κράτος πρέπει νὰ λάβῃ εἰς πλῆρες ἰδιοκτησίας δικαίωμα καὶ τὴν ἀπόλυτον καὶ ἐλευθέραν κρίσιν καὶ διάθεσιν τῶν ποσοστῶν ἐκείνων ἐκ τῶν εὑρεθησομένων κερδῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὰ ὁποῖα τοῦ ἀνήκουν κατὰ τοὺς κειμένους νόμους καὶ τὰς ὑφισταμένας συμβάσεις.
§146Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μόνον τὸ ἥμισυ.
§147Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀπολύτως τὸ ἥμισυ, διότι τοῦτο τὸ καθορίζει ἡ σύμβασις, ἀνεξαρτήτως τῆς συμμετοχῆς τοῦ Κράτους εἰς τὰ κέρδη τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑφισταμένων συμβάσεων. Ἡ δὲ σύμβασις τοῦ 1914 ἡ καθορίζουσα τὸ ποσοστὸν τῶν κερδῶν τοῦ Κράτους ἐπὶ τοῦ ἐκδοτικοῦ προνομίου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, μετὰ τὴν ἐπέκτασιν αὐτοῦ καὶ εἰς τὰς Νέας Χώρας, καθορίζει τὴν συμμετοχὴν τοῦ Κράτους ἐπὶ τῶν κερδῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῶν προερχομένων ἐκ τῆς πραγματικῆς κυκλοφορίας τῶν νομισμάτων. Ἑπομένως εἶναι ἡ ἰδία βάσις ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ στηριχθῇ τὸ ἐνδεχόμενον αὐτό, ἡ δὲ σύμβασις τοῦ 1914 καθορίζει καὶ τὸν τρόπον λεπτομερειακῆς ἐξευρέσεως τοῦ ποσοστοῦ. Δι’ αὐτὸ δὲν εἶναι ἀπολύτως τὸ ἥμισυ. Ἀπὸ τοῦ σημείου ὅμως αὐτοῦ, ἢ μᾶλλον εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, ἐξαφανίζεται καθ’ ἡμᾶς τὸ τρωτὸν τῆς τραπεζιτικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡ Κυβέρνησις λέγω, ἢ μᾶλλον—διὰ νὰ μὴ μεταχειρισθῶ τὴν λέξιν Κυβέρνησις καὶ προκαλέσω διαμαρτυρίας τῆς Κυβερνήσεως—βουλευταὶ συμπολιτευόμενοι εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀντικρούοντες τὴν τοιαύτην ἀνάγκην, ἀντικρούοντες τὴν τοιαύτην ἡμῶν πρότασιν, εἶπον: «Ἐὰν γίνῃ αὐτό, κλονίζεται πλέον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, καί, κλονιζομένης τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐπέρχεται μεγάλη ζημία εἰς τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν τῆς Χώρας». Καὶ λέγομεν ὅτι τοῦτο ἀποδεικνύει ἀκριβῶς τὸ τρωτὸν τῆς ἀκολουθηθείσης κυβερνητικῆς πολιτικῆς, ὅτι ἔν τινι μέτρῳ δεσμεύονται αἱ χεῖρες τοῦ Κράτους εἰς τὴν ἐλευθέραν του δρᾶσιν, διότι ἐὰν θέλῃ τὸ Κράτος νὰ ἐνασκήσῃ τὸ δικαίωμά του καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν εἰς αὐτὸ ἀπόδοσιν τοῦ ὅλου μεριδίου τοῦ ἀνήκοντος παρουσιάζεται αὐτὸς ὁ κίνδυνος τοῦ κλονισμοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐνῷ ἂν παραμείνῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὡς ἐκδοτικὴ δὲν θὰ παρουσιάζοντο αἱ ἀνωμαλίαι αὐταὶ καὶ τότε ἡμεῖς, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ εἷς συμβιβασμὸς καὶ ἐὰν προέβημεν κατά τι εἰς ὑποχωρήσεις καὶ εἴπομεν ὅτι δεχόμεθα ἐν ἀνάγκῃ τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν κερδῶν νὰ παραμείνῃ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἀλλὰ ἐξασφαλιζομένων τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους ἐπ’ αὐτῶν, θὰ παρέμενε τὸ ποσὸν αὐτὸ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὡς μία κατάθεσις ἐκ μέρους τοῦ Κράτους.
§148Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μία ἰδιώνυμος μετοχὴ τοῦ Κράτους.
§149Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Μία διαβεβαίωσις ἐκ τῶν προηγουμένων τοῦ μέτρου, ἡ ὁποία θὰ ἐξησφάλιζε εἰς τὸ Κράτος ἕν ὡρισμένον μέρος συμμετοχῆς τῶν κερδῶν ἐπὶ τῆς Τραπέζης. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἤθελον τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν κρατικῶν χρημάτων νὰ μὴ διατεθῇ ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς τὰς κοινὰς ἐπικερδεῖς ἐπιχειρήσεις πάσης Τραπέζης, ἀλλὰ νὰ διατεθῇ πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἀγροτικῆς πίστεως καὶ καθ’ ὡρισμένον τρόπον.
§150Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νὰ συμβάλῃ καὶ αὐτὸ εἰς τὴν βελτίωσιν.
§151Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφήσατε νὰ τελειώσω. Καὶ πῶς θὰ γίνῃ αὐτό; Θὰ γίνῃ τροποποιουμένων τῶν ὅρων πλέον τῆς συμβάσεως μὲ τὴν Γεωργικὴν Τράπεζαν, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι κατὰ τὸ ποσὸν τοῦτο θὰ ηὐξάνετο ἡ συμβολὴ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς τὴν γεωργικὴν πίστιν ἐπὶ τόκῳ μικρῷ. Θὰ ἐπιθυμοῦμεν ἡμεῖς, ἵνα ὁ τόκος αὐτὸς μὴ ἔχῃ διαφορὰν ἀνωτέραν τοῦ 1% ἀπὸ τὸν τόκον καταθέσεως τὸν ὁποῖον πληρώνει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα διὰ τὰς παρ’ αὐτῇ καταθέσεις. Αὐταὶ ἦσαν αἱ οὐσιώδεις, αἱ κεφαλαιώδεις παρατηρήσεις μας ἐπὶ τῆς συμβάσεως. Τώρα, βέβαια, τὸ 1% δὲν θὰ ἦτο τὸ sacro sanctam τῆς προτάσεώς μας, ἐὰν κατ’ ἀρχὴν ἐγένετο δεκτὴ ἢ ἐὰν ἐξηρτᾶτο ἀπὸ ἡμᾶς. Ἐπιθυμοῦντες νὰ ἐνισχύσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν τὴν ἀγροτικὴν πίστιν θὰ τὸ κάμωμεν τόσον, ἀλλὰ ἐννοοῦμεν ὅτι δὲν τίθεται ὡς ἀπαράβατος ὅρος διὰ νὰ ἀποσύρωμεν τὴν πρότασιν ἡμῶν. Αἱ προτάσεις ἡμῶν αὗται δὲν ἐγένοντο δεκταὶ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἂς ἐλπίσωμεν ὅτι θὰ γίνουν δεκταὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἡ μόνη πρότασις ἡμῶν, ἡ ὁποία ἐγένετο δεκτὴ καὶ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι ἡ πρότασις κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος συμμετέχει εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ τοῦ διορισμοῦ ἀπὸ μέρους τοῦ Κράτους τριῶν συμβούλων. Ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἐπροτείναμεν τοῦτο εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ διὰ τὸν ὁποῖον ὑποστηρίζομεν τὴν πρότασίν μας ταύτην καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς εἶναι ὁ ἑξῆς: Κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τῆς Συμβάσεως παραχωροῦνται ὑπὸ τοῦ Κράτους, διὰ νομικῶν ἐπιταγῶν, ὡρισμένα πλεονεκτήματα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, πλεονεκτήματα συνιστάμενα εἰς τὴν ὑποχρεωτικὴν παρ’ αὐτῇ κατάθεσιν ἀπὸ μέρους ὡρισμένων νομικῶν προσώπων, καταθέσεων ἀνερχομένων εἰς ἀρκετὰ σεβαστὸν ποσόν. Τὰς καταθέσεις ταύτας βεβαίως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα θὰ τὰς ἐκμεταλλευθῇ ἐμπορικῶς ὅπως προσπορισθῇ κέρδη. Τὰ κέρδη ταῦτα δὲν τὰ προσπορίζεται ἐξ ἰδίας δυνάμεως, ἀλλὰ ἐκ τῆς δυνάμεως τοῦ Κράτους ἐπιτάσσοντος τὴν παρ’ αὐτῇ κατάθεσιν τῶν ποσῶν τούτων. Καὶ ἀφ’ ἑτέρου διὰ τοῦ ἄρθρου 3 τῆς συμβάσεως καθορίζεται ὅτι εἰς ἀντιστάθμισμα ὅλων αὐτῶν τῶν προνομίων καὶ τῶν πλεονεκτημάτων τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος, ὡς Κράτος, παρέχει εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος καὶ ὑπὸ τὴν μελλοντικὴν αὐτῆς μορφήν, συμμετέχει εἰς τὰ κέρδη της κατὰ 25% πέραν ἑνὸς ὡρισμένου ποσοῦ Ὑπάρχει δὲ καὶ μία ἄλλη διάταξις εἰς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 3 κατὰ τήν ὁποίαν, παρ’ ὅλα ταῦτα, μολονότι τὸ Κράτος τῆς παρέχει ὡρισμένα πλεονεκτήματα, ὡρισμένα προνόμια, μόλον τοῦτο τὸ Κράτος δικαιοῦται νὰ μὲν ἔχῃ κατὰ 25% μόνον εἰς τὰ κέρδη τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, δὲν ἔχει ὅμως οὐδὲν δικαίωμα νὰ ἀναμιγνύηται, οὔτε εἰς τὸν τρόπον τῆς ἐνασκήσεως τῆς τραπεζιτικῆς λειτουργίας ἐκ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, οὐδὲ εἰς τὸν τρόπον τοῦ καταρτισμοῦ τῶν ἰσολογισμῶν της. Καὶ εἶναι ἀληθές, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι καὶ εἰς τὰς προηγουμένας συμβάσεις μεταξὺ τοῦ Κράτους καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὑπῆρχε παρόμοιος ρήτρα, ὅτι τὸ Κράτος δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ ἐπεμβῇ εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ ἰσολογισμοῦ της, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ παραγνωρίζωμεν, οὔτε νὰ λησμονῶμεν ὅτι μέχρι σήμερον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἦτο ἡ ἐκδοτικὴ Τράπεζα τοῦ Κράτους, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος εἶχεν Ἐπίτροπον τῆς Ἐπικρατείας, προωρισμένον νὰ παρακολουθῇ πάσας αὐτῆς τὰς ἐργασίας, ἦτο Τράπεζα ἐκδοτικὴ εἰς τὴν ὁποίαν τὴν διοίκησιν εἶχεν αὐτὸ τὸ Κράτος. Σήμερον παρέμεινον ὄχι ὅλα, ἀλλὰ μέγα μέρος τῶν πλεονεκτημάτων τῶν ἀπὸ τοῦ Κράτους ἀπορρεόντων εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἐλλείπει ὅμως καὶ ὁ θεσμὸς τοῦ Ἐπιτρόπου τῆς Ἐπικρατείας παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ καὶ ἡ συμμετοχὴ τοῦ Κράτους εἰς τὴν ὑπόδειξιν τοῦ διοικητοῦ τῆς Τραπέζης. Διὰ τοὺς λόγους τούτους ἡμεῖς δὲν θὰ ἐβλέπομεν μὲ δυσάρεστον ὄμμα, ἐὰν τὸ Κράτος ἐξηκολούθει νὰ ἔχῃ τὰ αὐτὰ δικαιώματα εἰς τὸν καθορισμὸν τῆς διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τῆς ὑποδείξεως τοῦ Διοικητοῦ της, ὅπως μέχρι σήμερον. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἡ ἄποψις ἡμῶν αὕτη προσέκοψεν εἰς τὴν ἀντίρρησιν τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς ἐλάσσονα πρότασιν ὑποβάλλομεν τὴν πρότασιν τοῦ διορισμοῦ ἀπὸ μέρους τοῦ Κράτους τριῶν συμβούλων, διὰ νὰ μετέχῃ τὸ Κράτος ἐμμέσως, ἔστω, διὰ τοῦ Διοικητικοῦ της συμβουλίου ἐν τινι μέτρῳ εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Τραπέζης, νὰ ἔχῃ ἕνα ἔλεγχον ἐπὶ τῶν ἐργασιῶν της, ἐπὶ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ ἰσολογισμοῦ της καὶ νὰ ἐξασφαλίζει ἐπὶ τέλους καὶ τὸ 25%. Αὐταὶ εἶναι αἱ παρατηρήσεις μας, Κύριοι Συνάδελφοι, παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι, ὡς καὶ ἐν ἀρχῇ τῆς ἀγορεύσεώς μου ἐτόνισα, προέρχονται ὄχι ἀπὸ πνεῦμα ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ ἀπὸ ἕνα ἀγαθὸν σκοπόν, σαφῆ, καὶ ἀπὸ μίαν ἐπιθυμίαν καλῆς πίστεως, ὅπως συμβάλωμεν εἰς τὴν ἀρτιωτέραν κατάρτισιν τῶν μελλοντικῶν σχέσεων μεταξὺ Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ Κράτους, σχέσεων, αἱ ὁποῖαι προορίζονται νὰ ἐξασφαλίσουν ὄχι μόνον μίαν Τράπεζαν μὲ ἀκεραίαν καὶ ἀκμαίαν οἰκονομικὴν πίστιν, ἀλλὰ καὶ τὰ στοιχειώδη δικαιώματα τοῦ Κράτους ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς ὅλης οἰκονομίας τῆς Χώρας. (Χειροκροτήματα).
§152Λ. ΙΑΣΩΝΙΔΗΣ. Ἐκάματε, κ. Συνάδελφε, ὑποχωρήσεις, ἀλλὰ δὲν μᾶς εἴπατε ἐὰν αὐτὰ τὰ καλύμματα ἀνήκουν εἰς τὴν Τράπεζαν ἢ τὸ Κράτος.
§153Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μὲ παρηκολουθήσατε καὶ λυποῦμαι πολύ.
§154Λ. ΙΑΣΩΝΙΔΗΣ. Ναὶ ἢ ὄχι; Σαφῶς.
§155ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ εἶπες κ. Συνάδελφε.
§156Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ἰασωνίδη, διὰ νὰ μὴ νομισθῇ ὅτι δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀπαντήσω, ἐὰν ἡ Βουλὴ εἶχε τὴν ὑπομονὴν νὰ μὲ ἀκούσῃ καὶ πάλιν, θὰ ἀνηρχόμην εἰς τὸ βῆμα καὶ πάλιν, ἀλλὰ τὸ εἶπον...
§157Λ. ΙΑΣΩΝΙΔΗΣ. Τὴν νομικὴν ἀντίληψίν σας, ὅτι τὰ καλύμματα ἀνήκουν εἰς τὸ Κράτος πῶς συμβιβάζετε μὲ τὰς ὑποχωρήσεις τὰς ὁποίας ἐκάματε;
§158Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἠθέλατε νὰ κάμωμεν, ὅταν δὲν ἔχομεν τὴν δύναμιν νὰ ἐπιβάλωμεν τὰς γνώμας μας;
§159ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι κανεὶς ἄλλος ἐγγεγραμμένος;
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κανείς. Λοιπὸν θὰ διακόψωμεν διὰ τὰς 10½.
§161ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί θὰ κάμωμεν ἐπιστρέφοντες;
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ συζητήσωμεν τὴν σύμβασιν τοῦ ΣΠΑΠ καὶ μόνον. Λοιπὸν διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὰς 10½. (Ὥρα 9.15′ μ. μ.) Μετὰ τὴν διακοπὴν.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Βʹ. συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 15 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τῆς μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἑταιρείας ΣΠΑΠ συμβάσεως κλπ». Ὁ κ. Μπότσαρης ἔχει τὸν λόγον.
§164Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Κύριοι Συνάδελφοι, ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἰς δευτέραν συζήτησιν νομοσχεδίου θέλω ἐπιστήσει τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἐπὶ κυριωτέρων τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου καὶ δὴ ἐκείνων τὰ ὁποῖα θίγουν τὴν βάσιν τῆς συμβάσεως, ἢ ἐπιφέρουν ἀλλαγὴν τῶν μέχρι τοῦδε κρατούντων. Θὰ ἔπρεπε νὰ ἐνωτισθῶμεν πρῶτον μιᾶς συνοπτικῆς ἱστορικῆς ἀνασκοπήσεως, ἀφορώσης τὰ τῆς Ἑταιρείας αὐτῆς. Γνωρίζομεν ὅλοι ὅτι κατὰ τὸ 1918 ἡ Ἑταιρεία τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου εἶχεν ἐπιταχθῆ ὑπὸ τοῦ Κράτους καὶ ἐδέχθη τὸ ὄνομα «Προσωρινὴ Κυβερνητικὴ ὑπηρεσία Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου». Κατὰ τὸ 1919 συνηνώθη μὲ τοὺς Κρατικοὺς σιδηροδρόμους, ἀποτελέσασα κλάδον τοῦ νομικοῦ ἐκείνου προσώπου, τοῦ κατὰ τὸν νόμον 2144 ἀναγνωρισθέντος ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τῆς Γαλλικῆς Ἀποστολῆς καὶ τὴν ἐπωνυμίαν «Σιδηρόδρομοι τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους». Τὸ 1922, κ. Συνάδελφοι, ἡ ἐκμετάλλευσις περιῆλθεν εἰς τὴν Ἀνώνυμον Ἑταιρείαν τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου. Τοιουτοτρόπως ἔγινε πάλιν μία σύμβασις κατὰ τὸν νόμον 2976 ὑπὸ τύπον προσωρινότητος. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὰς προσφατωτέρας φάσεις τῆς Ἑταιρείας αὐτῆς. Κατὰ τὸ 1925 ἔλαβε χώραν μελέτη ἐνδελεχὴς τῆς συμβάσεως ταύτης παρὰ τῆς τεχνικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας καὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον προέκυψεν ἡ ἤδη ὑπὸ συζήτησιν σύμβασις. Ἐξωνυχίσθη αὕτη ἐπὶ μακρόν, ἐπὶ δύο μῆνας νομίζω. Ὑπέστη νέαν βάσανον, ἐνεκρίθη ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, προσήχθη κατόπιν ἐνώπιον τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς ἐχούσης εὐρυτέραν ἐξουσίαν, ὑπέστη τροποποιήσεις τινὰς καὶ τροποποιημένη ἐνεκρίθη. Κατόπιν ἐνεκρίθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Δὲν ἐδημοσιεύθη ὅμως καὶ τοιουτοτρόπως παρέστη ἀνάγκη νὰ παρουσιασθῇ ἐκ νέου ἐνώπιον ἡμῶν.
§165Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδημοσιεύθη, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐγεννήθη τὸ συνταγματικὸν ζήτημα, ἂν εἰς μίαν ἢ εἰς δύο ἀναγνώσεις...
§166Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ἔχετε δίκαιον. Βάσις τῆς παρούσης συμβάσεως εἶναι ἡ καθ’ ἕνατον τρόπον ἐκμετάλλευσις ἐκ μέρους τῆς Ἑταιρείας τῶν γραμμῶν τῶν ἀνηκουσῶν εἰς αὐτήν, ὡς καὶ τῶν κρατικῶν, καὶ λαμβάνεται μέριμνα ἐπανόδου εἰς τὴν κανονικὴν τροχιὰν τῶν πραγμάτων μετὰ τὴν λύσιν τῆς ἐπιτάξεως. Δύναταί τις, λοιπόν, εἰπεῖν ὅτι δὲν πρόκειται σήμερον περὶ συμβάσεως νέας, ἀλλὰ περὶ ἐπανόδου, μὲ τροποποιήσεις τινάς, εἰς τὴν παλαιὰν σύμβασιν καὶ ἐπεκτάσεως τοῦ προνομίου τῆς παλαιᾶς συμβάσεως κατὰ 15 ἔτη. Τοῦτο δὲ ἵνα μὴ γεννηθῇ πλάνη τις. Ἠκούσθη ὅτι ηὐξήθη ἀπὸ εἰκοσαετίας εἰς τριακονταετίαν ἡ ἐπέκτασις τοῦ προνομίου. Δὲν εἶναι τοῦτο ἀκριβές. Ἀπὸ πενταετίας ηὐξήθη εἰς δεκαπενταετίαν, διότι θὰ ἴσχυεν εἰσέτι ἡ σύμβασις ἐπὶ 15 ἔτη. Ἤδη δὲ πρόκειται νὰ ἰσχύσῃ, ἐκ τῶν παρουσιαζομένων ἐνώπιον τῆς Βουλῆς προτάσεων, ἐπὶ τριακονταετίαν. Τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἀντικείμενον βασικῶν ἀντιρρήσεων, ἐξωνυχίσθη τότε ἐπιμελῶς ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Κοινοβουλευτικῆς, τῆς ὁποίας ἤμην εἰσηγητής, καὶ ἐπεκράτησεν ἡ ἄποψις, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ δεσμεύσωμεν τὰς ἐπεκτάσεις εἰς ἐντελῶς βραχέα χρονικὰ διαστήματα, ὅπως ἴσως δὲν εἶναι ὀρθὸν τὸ νὰ ἐπεκτείνωμεν τὰ χρονικὰ ταῦτα διαστήματα εἰς ὑπερβολικῶς μεγάλους ἀριθμοὺς δεκαετηρίδων. Ὡς μέσος ὅρος, οὕτως εἰπεῖν, ἡ τριακονταετία εἶναι ἐπαρκής, ὥστε καὶ ὁ ζῆλος τῆς Ἑταιρείας νὰ ὑποκαυθῇ καὶ ταὐτοχρόνως νὰ ἀσφαλισθῇ ἀρκετοῦ χρονικοῦ διαστήματος διαχείρισις τῶν καθ’ ἑαυτήν. Καὶ ἤδη, Κύριοι, ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἐπὶ τῶν κυριωτέρων ἐκ τῶν ἄρθρων τῆς συμβάσεως, τοῦ ἄρθρου 1ου καὶ τοῦ ἄρθρου 2ου. Τὸ μὲν ἄρθρον 1ον ἀναφέρει ὅτι ἐξακολουθοῦσιν ἰσχύουσαι πᾶσαι αἱ παλαιαὶ συμβάσεις καὶ αἱ συγγραφαὶ ὑποχρεώσεων, αἱ συναφθεῖσαι μεταξὺ τοῦ Κράτους καὶ τῆς Ἑταιρείας τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, ἐφόσον αὗται δὲν καταργοῦνται διὰ τῆς ὑπὸ κρίσιν συμβάσεως. Ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον λοιπὸν 1ον, δὲν συντρέχει λόγος νὰ ἀναπτύξωμεν ἐνταῦθα λεπτομερέστερον τὰ ἐν αὐτῷ, ἐφόσον ἰσχύουσιν αἱ νῦν συμβάσεις, ἐφόσον δὲν ὑπάρχουν ἀντιρρήσεις καὶ ἐφόσον δὲν τίθεται ζήτημα ἀλλαγῆς ἢ καταργήσεως αὐτῶν. Κατὰ τὸ ἄρθρον 2 «ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1926 λύεται ὁριστικῶς ἡ ἐκ μέρους τοῦ Κράτους ἐπίταξις τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου». Τὰ ἄρθρα 6 καὶ 7, ἀφορῶντα τὸν καταρτισμὸν τῶν τιμολογίων τῶν διοδίων καὶ κομίστρων, ἀπετέλεσαν ἀντικείμενον διαμφισβητήσεως. Ἐν τούτοις φρονοῦμεν, ὅτι τὰ ἄρθρα αὐτὰ εἶναι ἀπολύτως σαφῆ, στηριζόμενα δ’ ἐπὶ ἀρίστης βάσεως, ἐξασφαλίζουσι καὶ τὴν Ἑταιρείαν ἔναντι τοῦ κοινοῦ καὶ τὸ Κράτος ἔναντι τῆς Ἑταιρείας. Ἐὰν τὰ ἄρθρα ταῦτα ἐκρίνοντο αὐτοτελῶς, θὰ ἐδημιούργουν τὴν ἀπορίαν πῶς λαμβάνεται τόση μέριμνα νὰ ἐξασφαλίζωνται τὰ κέρδη τῆς Ἑταιρείας. Ἀλλ’ ὡς εἶπον εἶναι ταῦτα τόσον σαφῆ, ὥστε νὰ ἀποκλείεται πᾶσα ἰδέα ὅτι ὑποκρύπτεται ἐν αὐτοῖς δόλος τις. Τὰ περαιτέρω ἄρθρα διαλαμβάνουσι τοὺς ἀναγκαίους ἐκείνους περιορισμοὺς οἵτινες πείθουσιν ὅτι, ἀφ’ ἑνὸς ἐξασφαλίζεται εἰς τὴν Ἑταιρείαν ἡ ἀπόληψις τῶν ἐγκεκριμένων κερδῶν, ἀφ’ ἑτέρου ἡ Ἑταιρεία ὑπόκειται εἰς τοσούτους περιορισμούς, ὥστε τὰ τιμολόγια καὶ αἱ σχέσεις τοῦ κοινοῦ πρὸς αὐτὴν νὰ ἐξασφαλίζωνται κατόπιν ἐγκρίσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας καὶ κατόπιν τῆς παρακολουθήσεως τῆς κινήσεως ταύτης ὑπὸ ἀντιπροσώπου τοῦ Ἐπιμελητηρίου, ἐπὶ τῇ βάσει κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον ἐπιστημονικῶν δεδομένων, στηριζομένων ἐπὶ τῆς παρελθούσης χρήσεως. Εἶναι βεβαίως λεπτὸν καὶ ἐπίμαχον τὸ ζήτημα, τὸ κανονίζον τὰς σχέσεις τὰς χρηματικὰς μεταξὺ μιᾶς Ἑταιρείας κοινωφελοῦς προορισμοῦ καὶ τοῦ κοινοῦ, ἀλλὰ νομίζομεν ὅτι προτιμότερον εἶναι νὰ εἶναι καὶ τὸ κεφάλαιον ἐξησφαλισμένον πως, ἀλλὰ καὶ τὸ κοινὸν ἐξησφαλισμένον ἀπὸ αἰφνιδιασμὸν οἱονδήποτε τῆς Ἑταιρείας. Ἂν τινῶν ἐκ τῶν ἀξιοτίμων Συναδέλφων κινῆται ἡ περιέργεια περὶ τὸν μηχανισμὸν τὸν ἀκολουθητέον, θὰ ἦτο σκόπιμον νὰ ἐμελετᾶτο ὑπ’ αὐτῶν τὸ ἄρθρον 7. Δὲν θ’ ἀναγνώσω ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον τοῦτο, διότι εἶναι μακρόν. Αἱ κυριώτεραί του διατάξεις ὁρίζουσιν ὅτι «ἵνα καταρτισθῶσι τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος τιμολόγια...» (ἀναγινώσκει). Τὰ τιμολόγια δηλ. ταῦτα ὑπόκεινται ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ ἐπιφέρῃ τὰς ἐπ’ αὐτοῦ παρατηρήσεις του καὶ νὰ ἀποφανθῇ ἐντὸς μηνός. Ἐκεῖνο μόνον τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ παρατηρήσω εἶναι, ὅτι εἶναι μακρὸν τὸ τιθέμενον πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν χρονικὸν διάστημα. Ὡς ὑπόχρεοι αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ Ὑπουργείου καὶ αὐτεπαγγέλτως νὰ παρακολουθοῦν τὰ τῆς κινήσεως τῆς Ἑταιρείας, δέον νὰ γνωρίζωσι τί πρέπει νὰ καθορισθῇ διὰ τὰ τιμολόγια, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι θὰ ἦτο ἐπαρκὲς τὸ διάστημα τῶν 10 ἢ 15 ἡμερῶν. Δι’ αὐτό, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ χρονικὸν διάστημα τοῦ ἑνὸς μηνὸς εἶναι μακρόν. Τὸ ἄρθρον 8 ὁμιλεῖ περὶ τῶν ὀχημάτων τοῦ Σιδηροδρόμου Πελοποννήσου. Μεταχειριζόμεθα καὶ ἡμεῖς μοιραίως συχνότατα τοὺς σιδηροδρόμους εἰς πολλὰς διαδρομὰς καὶ παρακολουθοῦμεν τὴν ἐξέλιξιν, ἡ ὁποία εἶναι ἐπὶ μᾶλλον καὶ μᾶλλον βελτιωτική, ἀπὸ ἀπόψεως ὀχημάτων. Δὲν λέγομεν ὅτι ἡ κατάστασις αὐτῶν εἶναι εἰσέτι ἱκανοποιητική. Οὐχ ἧττον ἡ παρατηρουμένη πρόοδος αὐτῶν, ποιοτικῶς συνεχιζομένη, θὰ φθάσῃ εἰς ἐπίπεδον ἱκανοποιητικόν, εἰς χρονικὸν διάστημα οὐχὶ πολὺ μακρόν. Δὲν δύναταί τις νὰ προσέξῃ τὴν τεχνικὴν ἀρτιότητα τῶν βαγονίων τῶν 4 ἀξόνων ἀποβάρου 22 τόννων. Τὰ νεώτερα ὀχήματα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ρυθμοῦ τούτου, ἂν καὶ ἔχουν ἐλαφρότερον ἀπόβαρον 16½, τὰ ὁποῖα ἠθέλησε νὰ προμηθευθῇ ἡ Ἑταιρεία, δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι εἶναι ἐξ ἴσου ἐπιτυχῆ. Ὑπόκεινται εἰς κραδασμοὺς οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι βεβαίως σήμερον ἐπιθυμητοί, ἀλλ’ ἡ κατάστασις αὐτῶν δὲν εἶναι κακή. Ἔχομεν ὅμως τὴν πληροφορίαν ὅτι ἡ Ἑταιρεία τῶν Σιδηροδρόμων δὲν προτίθεται νὰ ἀνανεώσῃ τὴν παραγγελίαν ὁμοίου τύπου ὀχημάτων. Εἰς ταῦτα ὀφείλομεν νὰ προσθέσωμεν ὡρισμένας τεχνικὰς μερίμνας, τὰς ὁποίας ἔχει λάβει ἡ Ἑταιρεία. Τὴν προσθήκην π. χ. θερμάνσεως εἰς τήν ψυχροτέραν γραμμὴν Τριπόλεως–Καλαμῶν...
§167Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀθηνῶν–Καλαμῶν...
§168Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ὅταν λέγω Τριπόλεως, ἐννοῶ τὴν ἀρχομένην ἐντεῦθεν. Ἡ Τρίπολις εἶναι ἡ κορυφὴ τῆς πυραμίδος. Ἔκαμεν καὶ ἑτέρας τινὰς βελτιώσεις, αἱ ὁποῖαι συνεχίζονται ἐνδελεχῶς, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ Κράτους, μετ’ ἐπιτυχίας ἐπὶ μᾶλλον καὶ μᾶλλον. Τὸ 10ον ἄρθρον καθορίζει τὴν σειρὰν τῶν δαπανῶν. Εἶναι ἓν ἄρθρον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὀφείλει νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ ἡμῶν ἡ ἀμέριστος. Ὁρίζει τοῦτο ὅπως τὸ μέρισμα καθορισθῇ οὕτως, ὥστε ἐπὶ 110 δραχμῶν χρυσῶν ν’ ἀντιστοιχῇ μέρισμα 5 δραχμῶν χρυσῶν πολλαπλασιαζομένων ἐπὶ τοῦ τιμαρίθμου τῆς ζωῆς. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνῃ δεκτόν καὶ διὰ τοῦτο ἡ Ἑταιρεία ἐδέχθη ὅπως τὸ μέρισμα τῶν 5 χρυσῶν δραχμῶν κανονίζεται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀγοραστικῆς ἀξίας τῆς δραχμῆς καὶ ἐπὶ τῶν γινομένων τούτων, διαιρουμένων διὰ τῆς ἀκριβείας τῆς ζωῆς. Καὶ διὰ τοῦτο, παρακαλῶ καὶ πάλιν νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ ὑμῶν. Ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφος κ. Καντιάνης, τοῦ ὁποίου ἡ γνώμη ἀξίζει κατὰ τοσοῦτον μᾶλλον, καθόσον οὗτος ἀντιπροσωπεύει περιφέρειαν ἐκ τῶν μᾶλλον ἐνδιαφερομένων διὰ τὰ σιδηροδρομικὰ πράγματα τῆς Πελοποννήσου, ἐξέφρασε τὴν ἀπορίαν του διὰ τὴν ἀλγεβρικὴν ὄψιν, τὴν ὁποίαν παρουσιάζει ὁ ἐμφανιζόμενος τύπος. Κύριοι, τὸν τύπον αὐτὸν εἰσηγήθην ἐγὼ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Δὲν ἐνδιαφέρεται ὁ εἰσηγητὴς διὰ τὰ ποσοστὰ τὰ ἀναφερόμενα εἰς τοιοῦτον ἢ τοιοῦτον τύπον. Ἐνδιαφέρεται ὅμως ἵνα τεθῇ ἐπὶ ἐπιστημονικωτέρας βάσεως ὁ ἑκάστοτε καθορισμὸς τῶν ποσοστῶν. Τὸ μέρισμα ἐπὶ χρυσῶν δραχμῶν 100 κανονίζεται μέχρι δραχμῶν 5 χρυσῶν. Ἡ Ἑταιρεία εἰς τὰς εἰσηγήσεις τὰς ὁποίας πρὸς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ πρὸς ἡμᾶς ἰδιαιτέρως ὡς εἰσηγητὴν ἔδωκεν, ἐφόσον ἠσθάνθη τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναπτύξῃ τὰς ἀπόψεις της, ἐζήτησε κατ’ ἀρχὰς νὰ τύχῃ τοῦ ποσοῦ τῶν 5 χρυσῶν δραχμῶν πολλαπλασιαζομένων ἐπὶ τοῦ τιμαρίθμου τῆς ζωῆς, οὕτως ὥστε τὸ μέρισμα μὲ τὴν τρέχουσαν ἀξίαν τῆς δραχμῆς καὶ τοῦ τιμαρίθμου τοῦ βίου θὰ ὑπερβαίνῃ τὰς 100 δρχ. χαρτίνας. Κατόπιν, ἐφόσον ἡ βάσις αὕτη δὲν ἦτο δυνατὸν βεβαίως νὰ τύχῃ ἱκανοποιήσεως, καθότι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν, οὐδὲ εἰς τὸν δημόσιον, οὐδὲ εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον ἀμείβεται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ τιμαρίθμου τῆς ζωῆς, ἀνεγνώρισε τὴν ὀρθότητα τῶν γνωμῶν ἡμῶν καὶ περιωρίσθη νὰ δεχθῇ νὰ ὁρισθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀξίας τῆς ἐπικαταλλαγῆς, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀγοραστικῆς ἀξίας τῆς δραχμῆς ἡμῶν. Ἐὰν τοῦτο παρεχωρεῖτο, θὰ περιωρίζετο τὸ μέρισμα τῆς Ἑταιρείας εἰς 75 δραχμὰς μὲ τιμὴν λίρας 375. Ἀλλ’ ἀντετάχθη εἰς τὴν Ἑταιρείαν ὅτι καὶ τοῦτο δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἱκανοποιηθῇ. Ὁ λόγος τὸν ὁποῖον προσωπικῶς ἀντέταξα, ἐστηρίζετο ἐπὶ τῆς ἑξῆς τεχνικῆς παρατηρήσεως. Ἐὰν εἶναι ἀληθές, κ. Συνάδελφοι, ὅτι σήμερον 5 χρυσαῖ δραχμαὶ παρουσιάζονται εἰς τὴν ἀγορὰν ἀντὶ 75 χαρτίνων, ἡ ἰσοφάρισις αὐτῶν εἶναι ἐντελῶς φαινομενική, διότι μὲ 75 χαρτίνας δραχμὰς δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ προμηθευθῶμεν ὅ,τι ἐπρομηθευόμεθα ἄλλοτε μὲ 5 χρυσᾶς δραχμάς. Τοῦτο δὲ διότι ὁ συντελεστής, ὁ ὀνομαζόμενος τιμάριθμος, ἡ ἀκρίβεια δηλ. τῆς ζωῆς, εἶναι πολὺ μεγαλύτερος τῶν 30–35% ἀπὸ τὸν συντελεστὴν ἐπικαταλλαγῆς. Μὲ τὰς 75, λοιπόν, χρυσᾶς δραχμάς, ἀντὶ νὰ προμηθευθῶμεν ἀντικείμενον ἀξίας πέντε χρυσῶν δραχμῶν, θὰ ἐπρομηθευόμεθα πραγματικῶς ἀντικείμενα τῶν 75 δραχμῶν πολλαπλασιαζομένων ἐπὶ τὸν συντελεστὴν τῆς ἐπικαταλλαγῆς, τοῦ γινομένου δὲ τούτου διαιρουμένου διὰ τοῦ τιμαρίθμου τῆς ἀκριβείας τῆς ζωῆς. Μὲ ἄλλους λόγους αἱ 75 χάρτινοι δραχμαί, σήμερον ἀντιπροσωπεύουν 4 χρυσᾶς δραχμὰς πραγματικὰς εἰς ἀξίαν κτητικήν. Τοῦτο στηρίζεται ἐπὶ τοῦ φαινομένου τῆς ἀκριβείας τοῦ μεταπολεμικοῦ βίου, διότι εἰς τὰ Κράτη εἰς τὰ ὁποῖα τὸ νόμισμα παρέμεινεν ὑγιές, ἡ πραγματική του ἀξία ἔχει μειωθῆ, διότι τὸ κρίσιμον τῆς ζωῆς ἐδημιούργησεν ἀνάγκας χρηματικὰς μείζονας, ὁ δὲ συντελεστὴς τῆς ἀκριβείας κυμαίνεται πάντοτε κάτω τῶν 68%. Ἔχω ἀναγνώσει ὅτι εἴς τινας Χώρας ἀνέρχεται μόλις εἰς 55%. Ὁ μέσος ὅρος εἶναι περὶ τὰ 62%. Εἰς τὴν Ἑλλάδα ὁ συντελεστὴς τῆς ἀκριβείας τῆς ζωῆς εἶναι σήμερον 37–38% εἰς χρυσοῦν νόμισμα, διότι ἐκεῖ ὅπου ἄλλοτε ἐχρειαζόμεθα μίαν χρυσῆν δραχμήν, σήμερον χρειαζόμεθα μίαν χρυσῆν δραχμὴν καὶ 38 χρυσᾶ λεπτά. Καὶ ἐσκέφθην ὅτι εἶναι δίκαιον, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑφιστάμεθα ἡμεῖς, νὰ τὸ ὑποστῇ καὶ ἡ Ἑταιρεία. Καὶ εἶπα πρὸς αὐτήν; ἀναγνωρίζομεν ὅτι αἱ ἐπιχειρήσεις πρέπει νὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ διανέμωσι μερίσματα ἱκανοποιητικά, διότι ὁ ἀπηνῶς διώκων τὸ κεφάλαιον δὲν τὸ τιμωρεῖ, ἀλλὰ τιμωρεῖται ὑπ’ αὐτοῦ. Τὸ κεφάλαιον εὑρίσκει πάντοτε τρόπους ἐκδικήσεως καὶ τοὺς τρόπους τούτους θὰ τοὺς εὕρῃ οὐχὶ κατ’ εὐθεῖαν γραμμήν. Ἢ θὰ φύγῃ, ὁπότε ἡ ἐκδίκησίς του συνίσταται ἀκριβῶς εἰς τὴν φυγὴν καὶ τὴν στενότητα τὴν ὁποίαν δημιουργεῖ, ἢ θὰ εὕρῃ τρόπον λοξῆς ἱκανοποιήσεως. Εἶπα ἐπίσης ὅτι ἀναγνωρίζομεν ὅτι ἡ ἀκρίβεια τῶν εἰσιτηρίων καὶ κομίστρων, ἡ ἐξαιρετική, δὲν ὀφείλεται εἰς πραγματικὰ ὑπέρογκα κέρδη μερίσματος. Ποσῶς. Εἶναι ἄλλαι συνθῆκαι, καὶ θέλω ἐπίσης οἱ τυχὸν ἐκ τῶν συναδέλφων ἐνιστάμενοι νὰ τὰς προσέξουν. Αἱ συνθῆκαι αὐταὶ συνίστανται κυρίως εἰς τὴν ἀκρίβειαν τῶν ἐργατικῶν ἀπολαυῶν, εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ προσωπικοῦ, εἰς τὴν αὔξησιν τῶν φορολογιῶν εἰς βάρος τοῦ Κράτους, συγχρόνως δὲ εἰς τὴν ἀκρίβειαν τῶν διαφόρων προμηθειῶν. Δίδω τὴν ἐξήγησιν ταύτην, κ. Συνάδελφοι, διότι ἐν τῇ συμβάσει ταύτῃ, ὡς αὕτη παρουσιάζεται ἐνώπιον ὑμῶν, τὸ διαλαμβανόμενον μέρισμα εἶναι ἀνώτερον τοῦ μερίσματος, τὸ ὁποῖον ὥριζεν ἡ σύμβασις ἡ ἐπὶ τῆς δικτατορίας. Τὸ φαινόμενον τοῦτο ἰσοφαρίζεται πολλαπλασίως ἐξ ἄλλων βελτιώσεων, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ἐπιτευχθῇ. Ἐνομίσαμεν ὅμως ὅτι ἡ ἐπιβάρυνσις ἡ ἐπιβαλλομένη εἰς τὰ εἰσιτήρια καὶ τὰ κόμιστρα, ἡ κυμαινομένη περὶ τὸ ½%, τουτέστιν ἐπὶ εἰσιτηρίου 500 δρχ. ἡ λόγῳ αὐξήσεως τοῦ μερίσματος αὔξησις τοῦ εἰσιτηρίου θὰ εἶναι περὶ τὰς δραχμὰς τρεῖς, ὅτι ἡ αὔξησις αὕτη τονώνει τὸν ζῆλον τῶν μερισματούχων, ἀλλὰ συγχρόνως ἐπιτρέπει εἰς τὸ Κράτος νὰ ἀσκήσῃ τὴν αὐστηρότητα αὐτοῦ πρὸς τὰς κεντρικωτάτας κατευθύνσεις τῆς Ἑταιρείας. Ἀλλὰ δὲν παρέμεινε τὸ μέρισμα καὶ εἰς τὴν βάσιν ταύτην. Ὑπέστη καὶ νεωτέραν τινὰ ἐλάττωσιν καὶ κατόπιν τροπολογιῶν καὶ ἄλλων ἀξιοτίμων Συναδέλφων ἐγένετο δεκτὴ ἡ ἑξῆς βάσις: Νὰ ἐπέλθῃ ἐλάττωσις τοῦ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἀναπτυχθέντος εἰς ὑμᾶς τρόπου καθορισμοῦ τοῦ μερίσματος εἰς βαθμὸν, ὥστε ἀπὸ τοῦ ποσοῦ τούτου νὰ ἀφαιρεθῇ ἓν κλάσμα τοῦ ὁποίου, ἀριθμητὴς μὲν νὰ εἶναι ἡ διαφορὰ τοῦ τιμαρίθμου τοῦ ἐργατικοῦ ἀπὸ τὸν τιμάριθμον τῆς ζωῆς, παρονομαστὴς δὲ ὁ τιμάριθμος τῆς ζωῆς. Μὲ ἄλλους λόγους ὁ τιμάριθμος τοῦ βίου σήμερον εἶναι 21, ἀλλ’ ὁ τιμάριθμος ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου πληρώνονται οἱ ἐργάται εἶναι 18. Ἡ διαφορὰ εἶναι 3. Συνεπῶς τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον θὰ χορηγεῖται ὡς μέρισμα κατὰ τὰς ἀναπτυχθείσας εἰς ἡμᾶς θεωρίας ἐλαττοῦται κατὰ 3)21. Ἐννοεῖται ὅτι τὸ σύνολον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον δημιουργεῖ ὁ τύπος αὐτός, πολλαπλασιάζεται βεβαίως ἐπὶ τὴν νομισματικὴν ἐπικαταλλαγήν. Ἂν ἐφαρμόσητε τὸν τύπον τοῦτον ἀναλλοίωτον εἰς τὴν σημερινὴν ἀξίαν τῆς δραχμῆς, φθάνομεν εἰς μέρισμα 50–51 καὶ ὄχι 58, ὅπως ἤκουσα. Κατὰ τὸν τύπον τῆς δικτατορίας τὸ μέρισμα θὰ ἦτο τὸ ἥμισυ. Κύριοι, ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ συνιστῶ πρὸς τὴν Βουλὴν ἐν τῇ εἰσηγήσει μου, εἶναι τοῦτο: ν’ ἀποδεχθῇ αὕτη τὸν ἐπιστημονικώτατον τοῦτον προσδιορισμὸν τοῦ μερίσματος. Ἂν τὸ ποσὸν αὐτὸ ἡ Βουλὴ τὸ εὑρίσκει ὑπερβολικόν, ἐγὼ δὲν τὸ εὑρίσκω τοιοῦτον. Ἐὰν ἡ Βουλὴ τὸ εὑρίσκει ὑπερβολικὸν, δύναται κατὰ σταθερόν τι ποσοστὸν νὰ τὸ μειώσῃ ἀλλὰ νὰ διατηρήσῃ τὴν βάσιν ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐρείδεται ὁ τύπος οὗτος, διότι αὐτομάτως ὁ τύπος καθιστᾷ τὴν Ἑταιρείαν ἀλληλέγγυον μετὰ τῶν διακυμάνσεων τῆς ἀκριβείας τῆς ζωῆς, τὰς ὁποίας ὑφιστάμεθα ἡμεῖς. Καὶ δὲν τὴν καθιστᾷ μόνον ἀλληλέγγυον, ἀλλὰ τὴν μεταβιβάζει εἰς σημεῖον σταθερῶς ἑκάστοτε κατώτερον τῆς ἀκριβείας τῆς ζωῆς τὴν ὁποίαν δοκιμάζει ἑκάστοτε τὸ προσωπικὸν τῆς Ἑταιρείας, διότι αὐτὸ ἀμείβεται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐργατικοῦ τιμαρίθμου. Ἡμεῖς φρονοῦμεν ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐμπιστεύεταί τις τὸ κεφάλαιον αὐτοῦ, ὅταν πράγματι δὲν τυγχάνει μιᾶς νομίμου ἀμοιβῆς. Ἀλλὰ καὶ πάλιν ἂς σκεφθῇ ὡρίμως ἡ Βουλὴ ἂν τοῦτο εὑρίσκῃ ὑπερβολικόν, θ’ ἀκούσωμεν βεβαίως μετὰ πολλῆς προσοχῆς τὰς ἐξηγήσεις κυρίως τῶν συναδέλφων ἡμῶν, τῶν ἐκ Πελοποννήσου, οἵτινες ἐμβριθέστερον θ’ ἀσχολοῦνται μὲ τὰ ζητήματα ταῦτα καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ γνωρίσῃ νὰ σταθῇ εἰς ἐπίπεδον τὸ ὁποῖον καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ κοινοῦ νὰ ἐξασφαλίζῃ, ἀλλὰ συγχρόνως νὰ μὴ τρέπῃ εἰς φυγὴν τὸ Ἑλληνικὸν κεφάλαιον.
§169Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Πόσο ἔχουν αἱ μετοχαὶ τῆς Ἑταιρείας;
§170Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. 130.
§171Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Σημειώσατε, Κύριοι, ὅτι αἱ μετοχαὶ τῆς Ἑταιρείας εἶναι κάτω τοῦ ἡμίσεος τῆς εἰς χρυσὸν ἀξίας αὐτῶν. Ἐπ’ αὐτῶν ὅμως θὰ εἴμεθα εὐτυχεῖς νὰ ἀκούσωμεν τὰς γνώμας τῶν ἐνδιαφερομένων, διότι ἐκεῖνοι θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ διδάξουν καὶ ἡμᾶς. Τὸ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ κονδυλίου τούτου ἀπομένον ὑπόλοιπον, διατίθεται διὰ διάφορα ἔργα ὠφέλιμα τῶν γραμμῶν. Τὸ 11ον ἄρθρον ὁμιλεῖ περὶ ἀμοιβῶν, μειώσεως δαπανῶν κλπ. Ἀλλ’ ἔχω τὴν ἐλπίδα ὅτι οἱ ἁρμοδιώτεροι περὶ τὰ οἰκονομικὰ Πελοποννήσιοι Συνάδελφοι δὲν θέλουν λήψει ν’ ἀναπτύξουν, ἂν παραστῇ ἀνάγκη, τὸ ζήτημα τοῦτο.
§172Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Τὰ ὠφέλιμα ἔργα πρέπει ν’ ἀναπτύξετε.
§173Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ἂν δὲν ἀναπτυχθοῦν νὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ δευτερολογήσω. Πρόκειται περὶ διαφόρων ἀμοιβῶν, τὰς ὁποίας ἔχουν πάντοτε, καὶ αἱ ὁποῖαι χρησιμεύουν εἰς πᾶσαν ἐπιχείρησιν. Ἔχομεν τώρα, Κύριοι, τὸν συντελεστὴν τῆς αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ τῆς Ἑταιρείας ταύτης, ηὐξημένον λόγῳ ἐλαττώσεως τῶν ὡρῶν ἐργασίας ἀφ’ ἑνός, ἐφαρμοσθέντος τοῦ ὀκταώρου καὶ παρ’ ἡμῖν, καὶ λόγῳ τῆς ἐπιτάξεως τοῦ σιδηροδρόμου. Τοῦτο εἶναι ἀκόμη μία ἀπόδειξις ὑπὲρ τοῦ ὅτι κατὰ τρόπον μᾶλλον αὐστηρὸν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρίσκωνται αἱ ἐπιχειρήσεις εἰς χεῖρας Ἑταιρειῶν παρὰ εἰς χεῖρας τοῦ Κράτους, διότι ὅσον δήποτε καὶ ἂν ἐπιθυμοῦσι τὰ ὄργανα τοῦ Κράτους νὰ ἐξασκήσωσιν ἐποπτείαν καὶ ἔλεγχον δὲν θὰ τὸ ἐπιτύχωσιν. Ἡ συγκριτικὴ τώρα οἰκονομικὴ κατάστασις τῶν Ἑταιρειῶν τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, θεωρουμένη εἰς διάστημα μεταξὺ 1914 καὶ 1925, 1926 καὶ 1927, παρουσιάζει μίαν διαρκῆ ἐπιδείνωσιν. Οἱ μισθοὶ ἀπὸ 3.300.000 εἰς χρυσὸν τότε, ἀνῆλθον εἰς 71.000.000. Ἔχετε ὡς σημεῖον συγκρίσεως τὸ 1925, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τότε ἡ αὔξησις ἀνέρχεται ἁλματωδῶς.
§174Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. 109 εἶναι σήμερον.
§175Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ἦτο 93 πέρυσι καὶ 71 προπέρυσι. Τὴν αὔξησιν ταύτην φαίνεται ὅτι θὰ ἀκολουθήσῃ ἀκόμη καὶ κατὰ τὴν τρέχουσα κρίσιν. Ἔχομεν, λοιπόν, 3) συντελεστὴν τῆς αὐξήσεως τοῦ 14 καὶ 27 διὰ τοὺς μισθούς. Τὸ ὑλικὸν ἀπὸ 2.500.000 ἀνῆλθεν εἰς 40.000.000. Ἑπομένως 15 ὁ συντελεστής. Οἱ φόροι τοῦ δημοσίου ἀπὸ 332.000 ἀνῆλθον εἰς 23.000.000, τοὐτέστι ὀγδοηκονταπλασιάσθησαν. Αἱ εἰσπράξεις εἰς τὸ Ταμεῖον Προσωπικοῦ ἀπὸ 111.000 ἀνῆλθον εἰς 3.500.000, δηλαδὴ ἐτριακονταπλασιάσθησαν. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ δανείου ἀπὸ 1.380.000 ἀνῆλθεν εἰς 15.500.000· ἑπομένως ἐδεκαπενταπλασιάσθη. Τὸ δὲ μέρισμα μόλις ἐπολλαπλασιάσθη ἐπὶ τρία καὶ ἥμισυ. Ἑπομένως τὸ μέρισμα ἦτο κατὰ μὲν τὸ 1914 9% ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων περίπου, ἤδη περιέστη εἰς τὸ 1½% περίπου ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων. Κύριοι, τηρῶ εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ἐπιθυμούντων ἐξ ὑμῶν, πίνακα τῶν ἐκπτώσεων τῶν ἐμπορευμάτων δι’ ὁλοκλήρους φορταμάξας ὡς καὶ διὰ τμηματικῶν ἀποστολῶν, τὰς ὁποίας θέλει ἐφαρμόσει ἡ Ἑταιρεία. Ἐπίσης γενικώτερον πίνακα ὅλων τῶν ἐκπτώσεων τῆς Ἑταιρείας διά τε τὰ ἐπιβατικὰ εἰσιτήρια, ὡς καὶ διὰ τὰ κόμιστρα. Ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν κρίσιν τῆς παρούσης συμβάσεως, ὅτι οἱ Σιδηρόδρομοι Πελοποννήσου ἐπὶ μᾶλλον καὶ μᾶλλον ὑφίστανται συναγωνισμὸν ἀπὸ μέρους τῶν ἀτμοπλοίων καὶ ἐκ μέρους τῶν αὐτοκινήτων. Ἐπὶ τοῦ δευτέρου τούτου σημείου, καθότι τὰ αὐτοκίνητα δὲν ὑπῆρχον ἀκόμη καθ’ ἣν ἐποχὴν εἶχε συναφθῆ ἀρχικῶς ἡ σύμβασις τῶν Σιδηροδρόμων, ἡ ἤδη προσδοκωμένη βασικὴ λύσις τοῦ προβλήματος τῆς ὁδοποιΐας, ἂν μάλιστα αὕτη ὠθηθῇ ἐπιτυχῶς μέχρι τῆς κατασκευῆς εἰς τὰς μεγαλυτέρας ἀρτηρίας ἡμιμονίμων ὁδοστρωμάτων, θέλει περιαγάγει ἀσφαλῶς, διὰ τὰς μικρὰς τουλάχιστον ἀποστάσεις, εἰς δυσχερεστάτην θέσιν τὴν Σιδηροδρομικὴν Ἑταιρείαν εἰς τὰ παράλια, ἰδίως, τὰ πρὸς τὰς ἀποστάσεις ταύτας τμήματα τῆς λειτουργίας αὐτῆς. Εἶχε λεχθῇ ὅτι ἐξασφαλίζει μονοπώλιον ὑπὲρ τῆς Ἑταιρείας, ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 30 εἶναι σαφὲς καὶ μαρτυρεῖ ὅτι παρανόησίς τις ἐμφιλοχωρεῖ ἐν προκειμένῳ. Τὸ ἄρθρον 30 λέγει ὅτι (ἀναγινώσκει) «δὲν ἐπιτρέπεται ἡ εἰς τρίτους, φυσικὰ ἢ νομικὰ πρόσωπα κλπ.» Ὄχι ὅτι ἀπαγορεύεται ὁ συναγωνισμὸς τῶν σιδηροδρόμων ἐκ μέρους τῶν αὐτοκινήτων. Ἀπαγορεύεται βεβαίως ἡ ἵδρυσις ἑνὸς ὀργανισμοῦ ὁ ὁποῖος ἀπορροφῶν ὑπὲρ αὐτοῦ ἅπαντα τὰ αὐτοκίνητα συγκοινωνίας, θέλει καταστήσει ἐξαιρετικῶς δυσχερῆ τὸν σιδηροδρομικὸν τοῦτον συναγωνισμόν. Εἶναι, ὅμως, φυσικόν, ὅτι ἐφόσον ἡ ἰδιωτικὴ πρωτοβουλία δὲν ἀπεμπολεῖται, θὰ ἐπέλθωσιν, αὐτομάτως, μειώσεις τῶν τε εἰσιτηρίων καὶ τῶν κομίστρων, ἐφόσον θέλει προοδευτικῶς λυθῇ τὸ ζήτημα τὸ ὁδικόν.
§176Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὴν ἔννοιαν αὐτὴν τοῦ ὅρου τὴν δίδετε σεῖς προσωπικῶς, ἢ εἶναι τῆς Ἐπιτροπῆς;
§177Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Σεῖς, ἐντριβέστατος περὶ τὰ νομικά, θὰ δύνασθε νὰ δώσητε καλλιτέραν ἑρμηνείαν—Ἐγὼ ἔδωσα τὴν ἑρμηνείαν αὐτήν: «Δὲν ἐπιτρέπεται ἡ εἰς τρίτους κλπ» (ἀναγινώσκει)—τῆς καταρτισθείσης διατάξεως, ἀλλὰ ἐὰν νομίζετε, ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ δὲν ἔχει ἐπαρκῶς διαλευκανθῇ, δυνάμεθα νὰ τὴν διαλευκάνωμεν καθ’ ὃν τρόπον θελήσωμεν.
§178Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Εἶναι σαφὴς ἡ διάταξις.
§179Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Αὐτὴ ἡ δήλωσις θέλω νὰ γραφῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§180Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκοιν.). Μάλιστα.
§181Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τώρα ἰσχύει ἡ σύμβασις καὶ ὅμως κυκλοφοροῦν αὐτοκίνητα.
§182Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ἠμπορεῖ νὰ μὴ εἶναι συμφέρουσα, δι’ οἱονδήποτε λόγον, ἡ χορήγησις προνομίου. Διατὶ νὰ δεσμεύσωμεν τὸ Κράτος ἐπὶ 30 ἔτη νὰ μὴ ἠμπορῇ νὰ κάμῃ ὅ,τι χρειάζεται.
§183Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκοινωνίας). Χορήγησις οἱουδήποτε προνομίου ἐκμεταλλεύσεως ὁδοῦ θὰ ἦτο ἐναντίον τοῦ συμφέροντος τοῦ κοινοῦ, ἀλλὰ καὶ αὐτοῦ τοῦ Δημοσίου, διότι τὰ συμφέροντα τὰ κοινὰ καὶ τὰ δημόσια εἶναι ἀλληλένδετα. Δὲν δύνανται νὰ χωρισθῶσι διαφορετικά. Ἑπομένως οὐδεμία Βουλὴ Ἑλληνικὴ θὰ ἐψήφιζε ποτὲ ἐκμετάλλευσιν προνομίου ὁδῶν, οὐδὲ θὰ εἶναι ἐπιτετραμμένον τοιοῦτόν τι. Αὐτὸ θὰ ἦτο καὶ ἐναντίον τοῦ συμφέροντος καὶ τῶν αὐτοκινήτων ἀκόμη, διότι ἡ χορήγησις προνομίου εἰς μίαν Ἑταιρείαν αὐτοκινήτων, θ’ ἀπέκλειε τὴν χρῆσιν τῆς ὁδοῦ ταύτης ἀπὸ τὰ λοιπὰ αὐτοκίνητα, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο ἐναντίον τοῦ συμφέροντος τῶν αὐτοκινητιστῶν. Ἂν δὲ τίθεται εἰς τὴν σύμβασιν αὐτήν, τίθεται διότι τὸ συμφέρον τῆς Ἑταιρείας συμπίπτει νὰ εἶναι καὶ συμφέρον τοῦ κοινοῦ καὶ συνεπῶς καὶ τοῦ Δημοσίου καὶ ἡ Ἑταιρεία ζητεῖ νὰ τὸ ἐξασφαλίσῃ διὰ τὸν ἑαυτόν της συμβατικῶς.
§184Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἄρα τὸ οὐσιῶδες εἶναι τοῦτο· ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραχωρηθῇ ἡ ἐκμετάλλευσις τῆς ὁδοῦ εἰς ὡρισμένην Ἑταιρείαν αὐτοκινήτων. Ἀλλ’ ἐδῶ δεσμεύεται τὸ Δημόσιον ἀπέναντι τῆς Ἑταιρείας. Διατί νὰ εἶναι δεσμευμένον;
§185Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουρ. Συγκ.). Διὰ τὸν ἴδιον λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον, ὅταν κατασκευάζεται μίαν σιδηροδρομικὴν γραμμήν, ἡ ἑταιρία, ἡ ὁποία ἀναλαμβάνει τὴν κατασκευὴν τῆς γραμμῆς ταύτης, ζητεῖ ἀπὸ τὸ Δημόσιον νὰ μὴ ἐπιτραπῇ εἰς ἄλλην ἑταιρείαν νὰ κατασκευάσῃ παράλληλον σιδηροδρομικὴν γραμμήν.
§186Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὑποθέσατε ὅτι ἓν μέρος τῆς ὁδοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπικοινωνεῖ μὲ μέρος εἰς τὸ ὁποῖον δὲν δύνασθε νὰ ἐπιτύχετε συγκοινωνίαν, τί θὰ κάμετε ἐὰν δὲν παραχωρήσετε προνόμιον; π.χ. εἰς τὴν Ἐλευσῖνα. Ἐκεῖ ὑπάρχει σιδηροδρομικὴ γραμμὴ ἀπὸ τῆς ὁποίας πρέπει νὰ διέλθῃ αὐτοκίνητον διὰ νὰ ἐπικοινωνήσῃ ὁ κόσμος τῶν Ἀθηνῶν μὲ τὰ Μεσόγεια; Πῶς θὰ δυνηθῇ νὰ γίνῃ τοῦτο; Πρέπει νὰ ἔχῃ προνόμιον ἀπὸ τὴν Ἐλευσῖνα καὶ πέραν τὸ αὐτοκίνητον, διότι ἀπὸ Ἀθηνῶν μέχρις Ἐλευσῖνος δὲν θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ταξειδεύσῃ. Τὸ ἴδιον θέλει συμβῆ καὶ δι’ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος θέλει νὰ μεταβῇ εἰς Λαύριον, διότι ὑπάρχει παράλληλος γραμμὴ τοῦ σιδηροδρόμου. Ἀλλὰ τότε δὲν θὰ ἔχετε τὴν συγκοινωνίαν, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ ἔχωμεν, οὔτε μὲ τὰ Μεσόγεια οὔτε μὲ ἄλλα παρόμοια μέρη.
§187Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκ.). Ἕν ἀπὸ τὰ δύο θὰ διαλέξετε, ἢ σιδηροδρομικὴν συγκοινωνίαν ἢ θὰ δώσετε προνόμιον κινήσεως δι’ αὐτοκινήτων. Διότι ὅταν σχηματίσετε μίαν Ἑταιρείαν ἐπὶ ἀποκλεισμῷ τοῦ συναγωνισμοῦ τῶν αὐτοκινήτων, αὐτὸ σημαίνει προνόμιον. Δημιουργήσατε λοιπὸν μίαν Ἑταιρείαν αὐτοκινήτων τοιαύτην, ὥστε αὕτη νὰ ἔχῃ εἰσπράξεις καλάς. Τότε θὰ ἀναγκασθῇ ὁ σιδηρόδρομος νὰ κλείσῃ, μὴ δυνάμενος νὰ συναγωνισθῇ. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἰπέτε ὅτι δὲν θέλετε σιδηρόδρομον. Ἐγὼ ὁμιλῶ πρὸς τὴν Βουλήν, εἰς ἣν ἔδωκα ὅλας τὰς ἐξηγήσεις. Ἐὰν ἡ Βουλή, παρ’ ὅλας τὰς ἐξηγήσεις μου, νομίζει ὅτι πρέπει νὰ ἐπιτρέψῃ τὸν συναγωνισμὸν διὰ τῆς παροχῆς προνομίου ἐκμεταλλεύσεως εἰς τὰ αὐτοκίνητα, ἂς τὸ κάμῃ, ἀλλὰ τότε θὰ σταματήσῃ τὸν σιδηρόδρομον.
§188Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Παραχωροῦμεν σήμερον εἰς τὴν Ἑταιρείαν τὸ ἑξῆς προνόμιον. Νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ κάμωμεν μίαν συγκοινωνίαν δι’ αὐτοκινήτων ἐὰν καὶ ἐφόσον ἠθέλομεν νομίζει ὅτι εἶναι αὕτη συμφέρουσα, ἐὰν ἡ Ἑταιρεία δὲν παραιτηθῇ τοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖον ἔχει. Καὶ σήμερον μὲν εἶναι ἀλήθεια ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι συμφέρουσα τοιαύτη αὐτοκινητικὴ συγκοινωνία. Εἶναι ὅμως ἐνδεχόμενον νὰ παρουσιασθῇ αὔριον εὐκαιρία καὶ νὰ συμφέρῃ μία τοιαύτη συγκοινωνία. Διατὶ νὰ ἔχωμεν δεσμευθῇ δίδοντες τοιαῦτα δικαιώματα πρὸς τὴν Ἑταιρείαν ἄνευ λόγου;
§189Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Διότι, Κύριοι, Συνάδελφοι, καθ’ ἣν στιγμὴν εἶχεν συγκροτηθῇ ὁ σιδηρόδρομος οὗτος, αὐτοκίνητα δὲν ὑπῆρχον. Τὸ αὐτοκίνητον εἰσῆλθεν εἰς χρησιμοποίησιν μόλις πρὸ 15 ἐτῶν καὶ δὲν εἶναι νοητὸν ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ κατασκευασθεῖσα διὰ νὰ εἶναι σιδηροδρομικὴ γραμμὴ νὰ κατεσκευάσθη θνησιγενής. Ἔπρεπε τότε νὰ μὴ τήν κατεσκευάζομεν, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ δι’ αὐτοκινήτων συγκοινωνία εἶναι μὲν ὀλιγώτερον δαπανηρὰ, ἀλλ’ ἡ δι’ αὐτοκινήτων μεταφορὰ οὐχί. Δι’ αὐτὸ ὁ σιδηρόδρομος ὁ ὁποῖος ἀνταποκρίνεται περισσότερον εἰς τὰς ἀνάγκας μεταφορῶν καὶ εἰς σημεῖα λίαν μεμακρυσμένα ἀλλήλων, ἔχει ἀνάγκην στερρᾶς βάσεως, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐμφανίζεται τὸ αὐτοκίνητον ὡς ἀντίπαλος τοῦ σιδηροδρόμου. Δὲν φαντάζομαι ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι σοβαρὰ σιδηροδρομικὴ Ἑταιρεία ἐκείνη ἡ ὁποία νὰ μὴ κατοχυρωθῇ ἐναντίον τοῦ κινδύνου αὐτοῦ. Τὸ Κράτος ἓν δικαίωμα ἔχει: νὰ εἴπῃ, ὅτι προτιμῶ τὴν συγκοινωνίαν δι’ αὐτοκινήτων, ὁπότε καὶ ἡ συζήτησις παρέλκει καὶ σιδηροδρόμους δὲν θὰ ἔχωμεν. Ὑπάρχουν περιπτώσεις εἰς ξένα Κράτη κατὰ τὰς ὁποίας ἔχουν παραχωρηθῆ μονοπωλιακῶς δικαιώματα κυκλοφορίας ἐπὶ ὁδῶν. Ἀλλ’ εἰς τὰς περιπτώσεις τοιαύτας τὰς ἐξαιρετικάς, πρόκειται περὶ ὁδῶν τὰς ὁποίας κατεσκεύασαν Ἑταιρεῖαι, αἱ ὁποῖαι ἐζήτησαν εἰς ἀντάλλαγμα τὴν ἐπ’ αὐτῶν κυκλοφορίαν. Αἱ ὁδοὶ ὅμως αὗται δὲν εἶναι κεντρικαί, ὡς αἱ ὁδοὶ τῶν Ἄλπεων καὶ ἄλλαι τινές, αἱ ὁποῖαι ἀποτελεῖ τρόπον τινὰ συνιδιοκτησίαν μετὰ τοῦ κοινοῦ. Ἀλλ’ ἐφόσον σήμερον προτιθέμεθα νὰ λύσωμεν βασικῶς τὸ πρόβλημα τῆς ὁδοποιΐας, δημιουργοῦμεν ἕνα ἐπικίνδυνον ἀντίπαλον ἐὰν δὲν κατοχυρώσωμεν μονοπωλιακῶς διὰ προνομίου ἐκμεταλλεύσεως διαφόρους ὁδούς. Ὀφείλει λοιπὸν τὸ Δημόσιον νὰ προσπαθήσῃ νὰ κανονίσῃ τὰ προκύπτοντα ἐκ τούτου διάφορα συμπτώματα καὶ νὰ εἶναι ἐπαρκῶς εἰλικρινὲς συναλλασσόμενον, καὶ νὰ καθορίσῃ ἐκ τῶν προτέρων τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τῆς Ἑταιρείας. Δὲν δύναται νὰ διεκδικήσῃ ὑπὲρ αὐτοῦ τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἐπικρεμᾷ ἑκάστοτε μίαν δαμόκλειον σπάθην ἑνὸς κινδύνου, τὸν ὁποῖον δύναται ἀπὸ τοῦδε νὰ προΐδῃ ὡς ὑπάρχοντα. Πρέπει νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Ἑταιρείαν τὰ μέσα τοῦ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸν κίνδυνον αὐτόν, ἐκτὸς ἐὰν ἀνελάμβανε τὸ Κράτος τὴν ὑποχρέωσιν ἐπιχορηγήσεως εἰς τὴν Ἑταιρείαν τοιαύτης, ἡ ὁποία νὰ ἰσοφαρίσῃ τὰς ζημίας τῆς Ἑταιρείας.
§190Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἤθελον νὰ ἐξακριβώσω καλύτερον τὸ ἑξῆς. Τὸ νὰ συμφωνοῦμεν νὰ μὴ χορηγήσωμεν προνόμιον εἰς καμμίαν Ἑταιρείαν αὐτοκινήτων, τοῦτο ἀποτελεῖ προνόμιον διὰ τὴν Ἑταιρείαν τοῦ Σιδηροδρόμων;
§191Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκοιν.). Ὄχι, διότι ἀφήνομεν τὸν συναγωνισμὸν εἰς τὴν ἰδιωτικὴν ἐπιχείρησιν.
§192Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἤθελον νὰ μάθω τὸ ἑξῆς. Τί ἐνδιαφέρει τὴν Ἑταιρείαν νὰ μὴ δώσῃ προνόμιον τὸ Κράτος εἰς Ἑταιρείαν αὐτοκινήτων, ἀφοῦ ἀφήνει ἐλευθέραν πᾶσαν Ἑταιρείαν αὐτοκινήτων καὶ αὐτὰ τὰ ἰδιωτικὰ αὐτοκίνητα νὰ κυκλοφοροῦν παραλλήλως τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς;
§193Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκοιν.). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψωμεν τὸν σχηματισμὸν μιᾶς Ἑταιρείας αὐτοκινήτων ἵνα ἐκμεταλλεύεται τὴν ὑπάρχουσαν κατάστασιν, διότι τὰ αὐτοκίνητα θὰ καταστήσωσιν ἀδύνατον τὴν λειτουργίαν τοῦ Σιδηροδρόμου. Δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς μίαν Ἑταιρείαν αὐτοκινήτων τὸν συναγωνισμὸν καὶ οὕτω πῶς νὰ καταστῇ ὁ βίος τῶν σιδηροδρόμων ἀδύνατος. Ἡ σύστασις μιᾶς Ἑταιρείας Σιδηροδρόμων εἶναι πολὺ δαπανηροτέρα ἀπὸ τὴν σύστασιν μιᾶς Ἑταιρείας αὐτοκινήτων. Τὸ πόρισμα, λοιπόν, τῆς συζητήσεως αὐτῆς ἐν προκειμένῳ εἶναι ὅτι δὲν παρέχομεν προνόμιον εἰς τὴν Ἑταιρείαν. Ἀπεναντίας ἐλαττοῦμεν τὸ προϋπάρχον προνόμιον μονοπωλήσεως τῆς συγκοινωνίας. Τὸ ἐλαττοῦμεν κατὰ τὸ ὅτι παρέχομεν πλήρη ἐλευθερίαν εἰς τὰ ἰδιωτικὰ αὐτοκίνητα νὰ συναγωνισθοῦν τὴν Ἑταιρείαν.
§194Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἡ Ἑταιρεία θὰ δύναται νὰ συμπληρώσῃ τὴν συγκοινωνίαν της δι’ αὐτοκινήτων; Θὰ δύναται δηλ. ἡ Ἑταιρεία τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου νὰ δημιουργήσῃ μίαν παρα–Ἑταιρείαν αὐτοκινήτων διὰ νὰ ἀποκλείσῃ τὰ ἰδιωτικὰ αὐτοκίνητα;
§195Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκοιν.). Καὶ ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι ἐμποδίζομεν τὴν Ἑταιρείαν τῶν Σιδηροδρόμων νὰ συστήσῃ μίαν τοιαύτην Ἑταιρείαν, θὰ ἠδύνατο αὕτη νὰ διαφύγῃ αὐτὴν τὴν ἀπαγόρευσιν, δίδουσα ταύτην εἰς ἑταιρείαν ἰδιωτικήν, ὁπότε φαινομενικῶς δὲν θὰ ἔχῃ καμμίαν σχέσιν μὲ αὐτήν. Τοῦτο ὅμως ἀσφαλῶς θὰ ἀποβῇ πρὸς ζημίαν αὐτῆς.
§196Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον νὰ εἴπω, ὅτι ἐκτὸς τῶν γνωστῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἀνεπτύχθησαν περὶ τοῦ ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὑπάρχῃ ἓν προνόμιον ἀντιθέτως πρὸς τὴν γραμμὴν τῶν Σιδηροδρόμων, οἱ Σιδηρόδρομοι Πελοποννήσου κατὰ μέγα μέρος ἀνήκουσιν εἰς τὸ Κράτος. Καὶ ἐφόσον τὸ Κράτος δὲν ἠδύνατο ἀνέκαθεν, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Τρικούπη καὶ τοῦ Δεληγιάννη, νὰ τοὺς ἐκμεταλλεύεται, τοὺς ἔδωκε πρὸς ἐκμετάλλευσιν εἰς τὴν Ἑταιρείαν αὐτὴν μὲ συμμετοχὴν τοῦ Κράτους εἰς τὰ κέρδη. Ἑπομένως τὸ Κράτος εἶναι συνεπιχειρηματίας εἰς τοὺς Σιδηροδρόμους τοῦ ΣΠΑΠ. Καὶ ἐρωτᾶται· ἠμπορεῖ τὸ Κράτος νὰ θεσπίσῃ, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ καὶ προνόμιον ἀντίθετον πρὸς τὰ ἰδικά του συμφέροντα; Ἠμπορεῖ τὸ Κράτος νὰ εἴπῃ ὅτι εἰς τὴν γραμμήν, τὴν κρατικήν, δὲν ἐπιτρέπω συναγωνισμὸν διότι ἔχω κέρδη, εἰς τήν γραμμὴν δὲ τῆς Ἑταιρείας ἐπιτρέπω νὰ γίνῃ καὶ ἂν πτωχεύσῃ ἡ Ἑταιρεία;
§197Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι ἐπιχείρημα αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε, διότι τὸ Κράτος δὲν εἶναι πρὸ παντὸς ἐπιχειρηματίας. Τὸ Κράτος ὀφείλει νὰ προνοήσῃ περὶ τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας, ὅπως αὕτη εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν ταχυτέρα, εὐθυνοτέρα καὶ καλυτέρα. Δὲν εἶναι, λοιπόν, δυνατὸν νὰ ἀποκλεισθῇ ἕνας τοιοῦτος συναγωνισμὸς ἀδιάφορον ἂν μειοῦνται τὰ κέρδη τοῦ Κράτους, διότι τὸ Κράτος δὲν εἶναι ἐπιχειρηματίας. Τὸ Κράτος δὲν πρέπει νὰ ἀφήσῃ εἰς τὴν Ἑταιρείαν νὰ κάμῃ ὅ,τι θέλει, ἀλλὰ νὰ εἶναι αὐτὸ ὁ ἐλεύθερος ρυθμιστὴς τῆς καταστάσεως ἀναλόγως τῶν παρουσιαζομένων περιστάσεων. Πρέπει λοιπὸν τὸ Κράτος νὰ μείνῃ ἐλεύθερον νὰ παραχωρήσῃ καὶ ἄλλα προνόμια. Δὲν ἐννοῶ βεβαίως νὰ βλάψωμεν τὴν Ἑταιρείαν οὔτε τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ τὸ Κράτος πρέπει νὰ εἶναι ὁ μόνος ρυθμιστὴς τῆς καταστάσεως.
§198Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργ. Συγκ.). Ἡ Ἑταιρία ἀναλαμβάνει μερικὰς ὑποχρεώσεις. Ἡ ἑταιρεία ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ζήσῃ, διότι ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι ἡ ἑταιρεία δὲν δύναται νὰ ζήσῃ, θὰ παρουσιάσῃ κακὴν κατάστασιν τροχαίου ὑλικοῦ κλπ. Ἑπομένως τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ νὰ δώσῃ καλὴν συγκοινωνίαν τὴν ἀναλαμβάνει ἀπέναντι τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ τὸ Κράτος δὲν δύναται νὰ μὴ ἀναλάβῃ ἀπέναντι τῆς ἑταιρείας τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τὴν ἀφήσῃ νὰ ζήσῃ. Πρέπει ἡ ἑταιρεία Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου νὰ ζήσῃ καὶ πρέπει καὶ ἐγὼ νὰ ἀναλάβω ἀπέναντί της τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ τὴν φονεύσω. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Διότι ἅμα ἐγὼ ἔχω ἀπέναντι αὐτῆς τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ νὰ μὴ τὴν φονεύσω, ἕπεται τότε ὅτι καὶ αὐτὴ θὰ ἔχῃ ἀπέναντί μου εὐγνωμοσύνην. Ἤδη, καὶ μετά τινα χρόνον θὰ ἀρχίσητε νὰ βλέπετε ὅτι ὡρισμένα τμήματα τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς θὰ νεκρωθοῦν. Ὑπάρχει μάλιστα ἓν τμῆμα τοῦ ὁποίου προβλέπω ἐντὸς βραχέως χρόνου τὸν θάνατον. Τὸ ζήτημα εἶναι τὸ ἑξῆς: Δεδομένου, ὅτι σήμερον ἀκόμη, ὅπως εἶναι τὰ πράγματα, τὰ συγκοινωνιακά, ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην τοῦ σιδηροδρόμου, πρέπει νὰ δώσωμεν εἰς τοὺς σιδηροδρόμους τὰ μέσα νὰ ζήσουν. Ἐπειδὴ σήμερον τὰ αὐτοκίνητα συναγωνίζονται τοὺς σιδηροδρόμους κατὰ τρόπον, ὥστε, σᾶς ἐπαναλαμβάνω καὶ μερικὰ τμήματα, ἴσως εἶναι πρόβλημα ἐὰν θὰ γίνωσι, πρέπει τὰς γραμμὰς τὰς ὁποίας ἔχομεν ἀνάγκην νὰ τὰς διατηρήσωμεν, νὰ μὴ καταστήσωμεν εἰς αὐτὰς ἐκ τῶν προτέρων τὸν βίον ἀδύνατον. Διότι ἐὰν τοῦτο συμβῇ εἶναι περιττὸν νὰ συζητῶμεν.
§199Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ ἤθελον νὰ βεβαιώσητε ὅτι λαμβάνεται ἐπαρκὴς πρόνοια ὥστε ν’ ἀποτραπῇ ὁ θάνατος διὰ τοῦ ὁποίου ἀπειλοῦνται τὰ τμήματα αὐτά.
§200Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Μάλιστα, διότι, ἐὰν ἀφήσωμεν ἐλευθέρως νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ παροχήν, ἐπὶ τῶν ὁδῶν τῶν παραλλήλων, προνομίου ἐκμεταλλεύσεως δι’ αὐτοκινήτου, ἡ σιδηροδρομικὴ συγκοινωνία τότε θνήσκει.
§201Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Θὰ συνομολογήσητε κ. Συνάδελφοι ὅτι μόνον ὁ ἀγορεύων δὲν ὁμιλεῖ. Παρατηρήσεις τινὰς γενικωτέρας εἰς τὸ ἄρθρον 29 θὰ κάμω. Μεριμνᾷ τοῦτο περὶ ἀμοιβαίων παραιτήσεων ἀπὸ τῶν διεκδικήσεων τοῦ Κράτους ἀπὸ τὴν Ἑταιρείαν καὶ τῆς Ἑταιρείας ἀπὸ τὸ Κράτος καὶ οὐχί, ὡς ἐλέχθη, μονοπλεύρου παραιτήσεως τῶν διεκδικήσεων τοῦ Κράτους πρὸς τὴν Ἑταιρείαν. Ὑπάρχει ἰσότης. Τὸ προσωπικὸν τῆς Ἑταιρείας, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ 1914 ἠρίθμει 2.200 ἄτομα, ὑπερέβη τὰς 3.100. Ὀφείλεται δὲ ἡ αὔξησις αὕτη εἰς οὓς λόγους ἀνέπτυξα. Θὰ ἦτο εὐκταία ἡ κατὰ τὸ δυνατὸν μείωσις προοδευτικῶς τοῦ ἀριθμοῦ τούτου τοῦ προσωπικοῦ. Δὲν λαμβάνομεν ποσῶς ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐπελθοῦσαν φθορὰν εἰς τὰ ὑλικὰ τῆς Ἑταιρείας λόγῳ τῆς πολυετοῦς ἐπιτάξεως, ἀλλ’ ἄλλαι δαπάναι, χάριν τοῦ προσωπικοῦ, ὑπάρχουσαι εἰς τὸ Κεντρικὸν Γραφεῖον τῆς Ἑταιρείας, αὐταὶ δέον νὰ μειωθῶσι. Καὶ ἤδη ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τοῦ ἐπιμάχου ἄρθρου 36. Τοῦτο ἀνήκει εἰς τὸ δεύτερον μέρος τῆς συμβάσεως, τὸ χαράττον τὰς γενικὰς διατάξεις περὶ μελετῶν καὶ κατασκευῶν. Ὀρθῶς παρετηρήθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ὅτι ὑπάρχει μία μακρὰ ἅλυσσος μελετῶν, τὰς ὁποίας καλούμεθα νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν. Κύριοι, δὲν φρονοῦμεν ὅτι εἶναι δυνατὸν αἱ μελέται αὗται νὰ εἶναι καὶ συμφέρουσαι, ἂν δὲ ἐγένοντο, ἐγένοντο τῇ ἀπαιτήσει ἐνδιαφερομένων τινῶν συναδέλφων. Ἔχω καθῆκον νὰ ὑπομνήσω ὅτι δὲν ὑπῆρξεν ἡ Ἑταιρεία ἡ ὁποία ἐζήτησε τὴν κατάρτισιν πασῶν τῶν νέων αὐτῶν μελετῶν. Τῆς ἐπεβλήθη νὰ καταρτίσῃ ταύτας. Τὸ αὐτὸ ἄρθρον ἀναφέρει ὅτι ἡ Ἑταιρεία ὑποχρεοῦται νὰ ἀναλάβῃ τὴν μελέτην τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῆς γραμμῆς Φιλιατρῶν–Μαράθου ἀλλ’ ἐὰν ἐντὸς διετίας κληθῇ καὶ κατασκευάσῃ τὸ μεταξὺ διώρυγας Κορίνθου–Πύργου τμῆμα, καταργεῖται ἡ ὑπὸ τοῦ Παγκάλου καταρτισθεῖσα σύμβασις τῆς μελέτης καὶ κατασκευῆς τῆς γραμμῆς Γυθείου– Σπάρτης–Τριπόλεως, μήκους 170 χιλιάδων χιλιομέτρων. Κατὰ τὴν σύμβασιν ταύτην ἡ Ἑταιρεία ὑποχρεοῦται νὰ συνάψῃ τοκοχρεωλυτικὸν δάνειον ἐκ 12 ἑκατομμυρίων καὶ 500 χιλ. ἀγγλικῶν λιρῶν, ἐκδίδουσα μετοχάς, ἔχει δὲ τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ ὁ μέτοχος 5 χρυσᾶς δραχμάς. Σημειώσατε ὅτι καὶ διὰ τῆς συμβάσεως Παγκάλου ἡ Ἑταιρεία ἀνέλαβε νὰ πληρώνῃ τοκοχρεωλύσιον, περὶ τὰ 16 ἑκατομμύρια. Τὸ Δημόσιον ἀναλαμβάνει τὰς δαπάνας μελετῶν καὶ κατασκευῆς γραμμῶν, ἀξίας 5 ἑκατομμυρίων, μὲ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐγγράφῃ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ποσὸν 80 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἀλλὰ τὸ ποσὸν αὐτὸ εἶναι δυσβάστακτον διὰ τὸν Προϋπολογισμόν. Τὸ ἄρθρον 4), ἀφορᾷ τὸν διακανονισμὸν τῶν ὑποχρεώσεων τῆς Ἑταιρείας πρὸς τὸ Κράτος, διὰ τὰ δάνεια. Διὰ τῆς σημερινῆς συμβάσεως ἡ Ἑταιρεία ἐξακολουθεῖ τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν Κρατικῶν γραμμῶν καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ἀναλαμβάνῃ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου, τὰς ὁποίας εἶχε μέχρι τοῦδε ἀπέναντι τῶν δανείων τῶν σιδηροδρομικῶν, ἀνερχομένας εἰς 16 ἑκατομμύρια. Ἐπίσης τὰς κατασκευὰς καὶ τὰς μελέτας νέων γραμμῶν ἀναλαμβάνει ἡ Ἑταιρεία διὰ τῆς συνάψεως δανείου διὰ λ)σμὸν της, ἐξυπηρετουμένου παρ’ αὐτῆς, μὲ συμμετοχὴν ἐλαχίστην τοῦ Δημοσίου διὰ μίαν δεκαετίαν. Ἡ ἐπιβάρυνσις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἄρχεται ἀπὸ τὸ 1929. Τὸ ἄρθρον 50ὸν ἀναφέρει ὅτι τὰ περιερχόμενα εἰς τὸ Κράτος ¾ ἐκ τῶν τυχὸν περισσευμάτων, περιέρχονται εἰς τὸ Δημόσιον ἀπ’ εὐθείας, ἐνῷ ἡ σύμβασις Παγκάλου τὰ διέθετεν ὑπὲρ τῶν γραμμῶν. Κατὰ τὴν ἐξαγορὰν τὰ ἀποθεματικὰ περιέρχονται εἰς τὸ Κράτος ὡς καὶ τὸ γνωστὸν ὑλικὸν καὶ λοιπά, ἅτινα κατὰ τὴν σύμβασιν Παγκάλου παρέμενον εἰς τὴν Ἑταιρείαν. Τὰ δικαιώματα τῆς Ἑταιρείας ἐπὶ τῶν κατασκευῶν τῶν γραμμῶν ὁρίζονται εἰς 10% ἀντὶ 20% τὰ ὁποῖα ὥριζεν ἡ σύμβασις Παγκάλου. Αὐταί, Κύριοι, εἶναι αἱ γενικαὶ γραμμαὶ τῆς συμβάσεως. Ἐναπόκειται βεβαίως εἰς τὴν Βουλήν, ἀκούουσαν τὰς γνώμας τῶν κ. Συναδέλφων, νὰ λάβῃ ἀπόφασιν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡμεῖς, περατοῦντες τὸν λόγον, ἐπιθυμοῦμεν νὰ τονίσωμεν ἐνώπιον ὑμῶν εἶναι ὅτι—καὶ οὐδέποτε θέλω κουρασθῆ ὁσάκις παρουσιάζεται ἡ περίστασις νὰ τονίζω τοῦτο—ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην σιδηροδρομικῆς πολιτικῆς ὑγιοῦς. Ἡ σύμβασις ἡ ὑπ’ ὄψιν ἀποτελεῖ ἀναντιρρήτως μέρος τῆς τοιαύτης ὑγιοῦς πολιτικῆς καὶ ὡς τοιαύτην συνιστῶ εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ἔπρεπε νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἀπέχει μακρὰν εἰσέτι ἡ ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ αὐτοκίνητα θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποκαταστήσωσι πλήρως τοὺς σιδηροδρόμους, οὐχὶ μόνον κατὰ τὰς κρισίμους περιστάσεις τοῦ ἔθνους, ὅταν τὸ Κράτος θὰ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ συγκεντρώσῃ τοὺς εἰς ἄνδρας καὶ ὑλικὸν πόρους αὑτοῦ εἰς ὡρισμένους τομεῖς, ἀλλὰ καὶ καθ’ ὃν χρόνον θὰ θάλλῃ ἡ ἐλαία τῆς εἰρήνης, δὲν παύει ἡ σπουδαιότης τῶν σιδηροδρόμων νὰ εἶναι πρωτίστη. Ἡ πύκνωσις τῶν γραμμῶν τῶν σιδηροδρομικῶν τῆς Χώρας εἶναι ἀπαραίτητος, ἐστερημένης καὶ τῶν κυριωτέρων ἔστω ἀρτηριῶν, ὅταν γειτονικαὶ ἡμῶν χῶραι πυκνοῦσιν ἀδιστάκτως τὸ δίκτυον αὐτῶν. Ὡς πρὸ ἡμερῶν εἶπον, ἡ Ἑλλὰς δὲν συνδέει οὔτε τὰς δυτικὰς πρὸς τὴν Πρωτεύουσαν εἰσέτι χώρας. Ἡ γραμμὴ τοῦ σιδηροδρόμου Πελοποννήσου μᾶς ἐνδιαφέρει νὰ εἶναι εἰς κατάστασιν ἀκμῆς οὐχὶ μόνον διὰ τὴν εὐημερίαν τοῦ λαοῦ τῆς Πελοποννήσου, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν εὐημερίαν τῶν λαῶν τῆς βορειοδυτικῆς Ἑλλάδος, τῆς ὁποίας ἀποτελεῖ τοῦτο τμῆμα συνδεόμενον πρὸς τὴν πρωτεύουσαν καὶ τὰς ἀνατολικὰς καὶ μεσημβρινὰς ἐπαρχίας τῆς πατρίδος ἡμῶν Δι’ ἡμᾶς τοὺς κατοικοῦντας εἰς περιοχὰς ἐστερημένας σιδηροδρομικῆς συγκοινωνίας, ἡ ἀκμὴ τοῦ σιδηροδρόμου Πελοποννήσου, κατὰ τὸ βορειότερον μάλιστα αὐτῆς τμῆμα, ἀποτελεῖ ἕνα στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ παρακολουθήσωμεν οὐχὶ μόνον διὰ λόγους γενικοῦ ἐνδιαφέροντος, ἀλλὰ καὶ διὰ λόγους τοπικῆς ἀνάγκης διότι δὲν ἀποκλείεται ἡ ἰδέα, ὅτι θὰ ἀποτελέσωσι μίαν ἡμέραν τὸ ἐγγύτερον σκέλος μιᾶς λύσεως, ἡ ὁποία θέλει συνδέσει καὶ τὰς ἐστερημένας σιδηροδρομικῆς συγκοινωνίας περιοχὰς μετὰ τῶν μεσημβρινωτέρων ἐπαρχιῶν. Ὁπωσδήποτε ἂς λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ὁσάκις δειλία ἢ δισταγμοὶ ἐνεφυλλοχώρησαν, ὁσάκις, εἴτε ὑπὸ τὴν πραγματικὴν δικαιολογίαν, εἴτε ὑπὸ τὸ πρόσχημα ἐξεζητημένης εὐσυνειδησίας, ἐστραγγαλίσαμεν τὰς ἐπιχειρήσεις, ἐπληρώσαμεν ἐκ τῶν ὑστέρων πολλαπλᾶς ἐκτρώσεις ἀκμῆς πολιτισμοῦ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠθελήσαμεν μὲ μίαν νωχέλειαν ἢ μὲ μίαν γλισχρότητα, μὴ ἀνταποκρινομένην πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς ἐποχῆς νὰ ἐξασφαλίσωμεν ἀπὸ τῆς εὐρυτέρας αὐτῆς ἀπόψεως ἐκεῖνο τὸ ζήτημα, εἰσηγοῦμαι εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα ἐπενέγκῃ ὅσας τυχὸν ἤθελε νομίσει ἀναγκαίας καὶ ἐπιβεβλημένας τροπολογίας, ἀλλὰ καὶ ἵνα βαδίσῃ εἰς τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως ἄνευ δισταγμοῦ καὶ ἄνευ βραδύτητος. Ἐὰν ἡ Χώρα ἔμεινεν ἐπὶ μίαν τριακονταετίαν ἄνευ ὑδρεύσεως τοῦτο ὠφείλετο εἰς τὸ ὅτι εἰς τὰς παρουσιαζομένας λύσεις ἑκάστοτε ὠρθοῦντο ἀντιμέτωποι μακρολόγοι ἀντιρρήσεις καὶ ὅταν ἐπανερχώμεθα εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν προτεινομένων λύσεων αὗται πλέον ἢ δὲν ἦσαν ἐπαρκεῖς ἢ δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθῶσιν. Ἰδοὺ ὅτι τὰ διδάγματα εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντληθῶσιν ἐκ τῶν παθημάτων τῆς Χώρας ἡμῶν. Εἶναι ἀναντιρρήτως ὀρθὸς ὁ πόθος τῆς εὐσυνειδησίας, ἀλλὰ ἐξ ἴσου εἶναι ἀνάγκη καὶ ἡ ἐπιτακτικὴ λύσις.
§202Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐγώ, κ. Συνάδελφοι, δὲν θ’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν παρὰ μὲ ὀλίγας μόνον λέξεις. Ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. εἰσηγητοῦ ἐπὶ τῆς συμβάσεως καὶ ἄλλων πρὸ ἡμερῶν ὁμιλησάντων ἐνόμισα πρὸς στιγμὴν ὅτι πρόκειται νὰ γίνῃ κατασκευὴ σιδηροδρόμου. Ἀλλ’ ὁ σιδηρόδρομος εὐτυχῶς εἰς τὴν Πελοπόννησον ὑπάρχει ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν, σήμερον δὲ δὲν πρόκειται παρὰ περὶ μιᾶς συμβάσεως, —διότι ὁ σιδηρόδρομος θὰ διατηρηθῇ—δι’ ἧς ζητεῖται ἡ τακτοποίησις πραγμάτων τινῶν τοῦ σιδηροδρόμου καὶ ἐξετάζεται ἐὰν ἡ τακτοποίησις αὐτὴ εἶναι ὠφέλιμος μόνον εἰς τὴν Ἑταιρείαν ἢ καὶ εἰς τὸ κοινόν. Τοῦτο κυρίως κατ’ ἐμὴν ἀντίληψιν ἐν τῇ συμβάσει ταύτῃ εἶναι τὸ ἐξεταστέον. Δὲν μέ συγκινοῦν οὔτε αἱ προμελέται, οὔτε αἱ μελέται, πολὺ ὀλιγώτερον, περὶ κατασκευῆς συμπληρωματικῶν ἔργων, διότι ἀπολύτως ταῦτα εἶναι ἐλάχιστα. Ἡ σύμβασις δι’ ὅλα αὐτὰ ὑπάρχει, διὰ δὲ τῆς παρούσης συμβάσεως οὐδὲν ἄλλο ζητεῖται, παρὰ ἡ τακτοποίησις τῶν σχέσεων μεταξὺ τοῦ Κράτους καὶ τῆς Ἑταιρείας, καὶ ἐξεταστέον εἶναι, ἂν ἡ Ἑταιρεία λαμβάνῃ ἀνταλλάγματα καὶ ποῖα ἀπὸ τὸ Κράτος καὶ ἂν τὸ κοινὸν ὠφελεῖται ἐκ τῆς συμβάσεως αὐτῆς ἢ ζημιοῦται. Ἐδῶ ἐντοπίζεται τὸ ζήτημα καὶ περὶ αὐτοῦ ἐνδιαφέρονται οἱ πληθυσμοὶ τῶν μερῶν ἐκείνων, ὅπου ὑπάρχει καὶ λειτουργεῖ ὁ σιδηρόδρομος ἀπὸ ἐτῶν. Δὲν πρόκειται νὰ μᾶς παρασχεθῇ τὸ ἀγαθὸν τοῦ ν’ ἀποκτήσωμεν σιδηρόδρομον τὸν ὁποῖον δηλ. ἔχομεν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συμβαίνει μὲ τὴν παροῦσαν σύμβασιν τὴν προκαταρκτικὴν εἶναι ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, διὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὰ τιμολόγια καὶ εἰς τὸν κανονισμὸν ἐν γένει τῆς λειτουργίας τῆς Ἑταιρείας. Πρόκειται δηλ. περὶ ἑλληνικῆς Ἑταιρείας, διότι ὑπάρχουν ἄλλαι ἑταιρεῖαι ἐπὶ τῆς λειτουργίας τῶν ὁποίων καὶ ἐπὶ τῶν κανονισμῶν καὶ ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων αὐτῶν διὰ τὸν κανονισμὸν τῶν τιμολογίων τὸ Κράτος δὲν ἔχει κανὲν δικαίωμα. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ αὐτῇ ἤθελον νὰ λάβω τὴν τιμήν, καὶ λυποῦμαι διότι δὲν εἶναι παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας νὰ τὸν ἐρωτήσω, ἐὰν ἀπησχόλησε τὴν Κυβέρνησιν ἢ τὸν Ὑπουργὸν ἡ ὑπάρχουσα κατάστασις περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. Συνάδελφος, διὰ τὴν συμμετοχὴν ἢ οὔ τῶν ἀλλοδαπῶν μὲ δικαίωμα ψήφου εἰς τὰς συνελεύσεις τῆς Ἑταιρείας. Νομίζω ὅτι καὶ εἰς ἄλλα Κράτη ἐψηφίσθη νόμος, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἀλλοδαποὶ δὲν ἔχουσι δικαίωμα ψήφου εἰς τὴν Συνέλευσιν τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ δὲν ἔχουσι καὶ τὸ δικαίωμα νὰ διορίζωνται μέλη τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου. Δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον χρειάζεται προκαταρκτικὴ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως καὶ κατὰ πόσον θὰ ἀπασχοληθῇ ἡ Κυβέρνησις ἐπ’ αὐτοῦ, ἔχουσα πάντως τοιοῦτον παράδειγμα ἄλλου Κράτους, ψηφίσαντος τοιοῦτον νόμον. Πρέπει νὰ ληφθῇ ὅμως μέριμνα ἵνα μή, Ἑταιρεία, ἡ ὁποία ἀσκεῖ ὠφέλιμον καὶ βιομηχανικὸν ἔργον ἐν Ἑλλάδι καὶ σπουδαία ἑταιρία καὶ ἄλλαι ἑλληνικαὶ ἑταιρεῖαι διατρέχουν τὸν κίνδυνον, λόγῳ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς, νὰ ἐξαγορασθῶσιν ἀπὸ ξένους καὶ νὰ ἔχωσι ἄλλα δικαιώματα ἀπὸ ὅ,τι ἔχουσιν αἱ ἄλλαι ἑλληνικαὶ ἑταιρεῖαι. Ἐν προκειμένῳ τὸ Κράτος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπεμβῇ νὰ ρυθμίζῃ τὰ τιμολόγια τῆς Ἑταιρείας τοῦ ΣΠΑΠ, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον ἐὰν ἐτηρήθησαν αἱ προϋποθέσεις ἐκεῖναι, ὥστε τὰ κόμιστρα νὰ γίνουν εὐθηνότερα, διότι σήμερον ἡ Πελοπόννησος πληρώνει κόμιστρα βαρύτατα. Καὶ ἂν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω, τοῦτο τὸ ἔκαμα διότι θέλω νὰ διερμηνεύσω παράπονα ἐκ μέρους τῶν γεωργικῶν κυρίως πληθυσμῶν, τῶν ὁποίων τὰ προϊόντα εἶναι δύσκολον νὰ μεταφερθοῦν εἰς τοὺς τόπους τῆς καταναλώσεως λόγῳ καὶ ἀκριβείας τῶν κομίστρων, ὁπότε εἶναι προτιμώτερον νὰ εἰσάγωνται ταῦτα ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον ἢ τὸ ἐξωτερικόν, παρὰ ἀπὸ τὴν Πελοπόννησον. Τοῦτο δὲν βαρύνει μόνον τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμούς, ἀλλ’ ἐπιδρᾷ σπουδαίως καὶ ἐπὶ τοῦ κέντρου τῆς καταναλώσεως, ἐπὶ τοῦ πληθυσμοῦ τῶν Ἀθηνῶν, διότι, ἐφ’ ὅσον φθάνουν ἐδῶ ἀκριβώτερα τὰ πράγματα, αὐτὸς ἀκριβῶς ὁ ἀστικὸς πληθυσμὸς τὰ τρώγει ἀκριβώτερα. Πρέπει νὰ μάθετε, ὅτι ὑπάρχει τεραστία διαφορὰ μεταξὺ παραγωγῆς καὶ καταναλώσεως. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας, θὰ ἴδητε, ὅτι δυστυχῶς οὐδέποτε ἔλαβε τὸν κόπον νὰ ἀσχοληθῇ μὲ τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας τρόπον μεταφορᾶς προϊόντων, ὅσον ἀφορᾷ τὰ κόμιστρα. Οὐδέποτε ἠσχολήθη τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας διὰ τοιούτου εἴδους πράγματα καὶ τοῦτο τὸ κρίνω ἀπὸ τοὺς φορολογικοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι, ὅλοι, καὶ τῆς εἰσπράξεως καὶ τῆς βεβαιώσεως εἶναι ἀντιγεωργικοὶ καὶ πλήττουν τὸν γεωργὸν περισσότερον, παρὰ τὸ ποσὸν καὶ τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου. Εἶναι ἕνα πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ζητεῖται ἐξ ἴσου καὶ ἀπὸ τὸν ἐπιστήμονα καὶ ἀπὸ τὸν ἀγρότην, τὸν διαμένοντα εἰς συνοικισμὸν ἀποτελούμενον ἐκ τριῶν, ἢ δέκα ἢ εἴκοσι σπιτιῶν. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον Γεωργίας δὲν παρακολουθεῖ αὐτὰ τὰ πράγματα, ὡς ἔχει καθῆκον, καὶ δὲν ἐπεμβαίνει, ὡς ἁρμόδιον, καὶ δὲν ὑποδεικνύει ἢ δὲν συμμετέχει δι’ ἐπιτροπῆς ἵνα κανονίζῃ ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα. Τὸ Κράτος εἴπομεν ὅτι ἔχει δικαίωμα ἐπεμβάσεως εἰς τὰ τῆς Ἑταιρείας, ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ ἐπέμβασίς του εἰς οὐδὲν ἄλλο χρησιμεύει παρὰ νὰ αὐξάνῃ μόνον τὰ ἔξοδα τῆς ἑταιρείας μέχρι τοιούτου σημείου ὥστε ἡ Ἑταιρεία νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ μείωσιν τούτων. Καὶ τόσα ἄλλα τὰ ὁποῖα ἐπηγγέλθη ἡ σύμβασις ἦτο δυνατὸν νὰ προκύψουν, ἐὰν δὲν ηὐξάνοντο διαρκῶς τὰ κόμιστρα. Π. χ. εἰς τὰ 1914 ἡ Ἑταιρεία εἶχε 8.159.625 δραχ. εἰς τὰ ἔσοδά της, εἰς τὰ 1927 ἔχει ἔσοδα ἡ Ἑταιρεία 189.730.553 δραχ., τουτέστι τὸ 23πλάσιον. Ἑπομένως θὰ ἦτο δυνατὸν καὶ μερίσματα παχέα νὰ δοθοῦν καὶ διορθώσεις νὰ γίνουν καὶ βελτιώσεις τῆς γραμμῆς, ἀλλὰ καὶ ἐλάττωσις ὁπωσδήποτε κομίστρων καὶ δαπανῶν ἐκεῖ ὅπου ἔπρεπε. Ἀλλὰ τὰ ἔσοδα τὰ ἀπορροφοῦν τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου ἀνέλυσεν ὁ εἰσηγητής, εἶναι δὲ ταῦτα τεράστια. Δὲν εἶναι μόνον τὰ ἔξοδα τὰ ὁποῖα δαπανᾷ, εἶναι καὶ ἔξοδα τὰ ὁποῖα ηὐξήθησαν ἐκ τῶν περιστάσεων, εἶναι ἔξοδα ἐκ τῶν διαφόρων νόμων, εἶναι ἔξοδα ἐξ ἐπιβολῆς τελῶν κρατικῶν. Ἡ αὔξησις π. χ. τοῦ προσωπικοῦ, δὲν ἔχει γίνει πάντοτε πρωτοβουλίᾳ τῆς Ἑταιρείας οὐδὲ ἰδίᾳ βουλήσει αὐτῆς. Ἔχει γίνει κατ’ ἐπέμβασιν τοῦ Κράτους. Ὁ κανονισμὸς τῶν ὡρῶν ἐργασίας ἔχει γίνει κατὰ νόμον τοῦ Κράτους καὶ κατ’ ἀπόφασιν τοῦ Κράτους. Καὶ δὲν εἶναι μόνον αὐτά. Καὶ αἱ ὧραι τῆς ἐργασίας ἀκόμη ἔχουν κανονισθῇ οὕτως, ὥστε νὰ ὑπολογίζωνται ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἔχουν πιάσει ἐργασίαν οἱ ἐργάται καὶ λοιποί. Τότε ἀρχίζει τὸ ἑπτάωρον, ἐνῷ ἄλλοτε ἦτο ἀπὸ τῆς ἐκκινήσεως ἡ ὥρα τῆς ἐργασίας. Ἀφίνω δὲ ὅτι καὶ τὰ μισθολόγια καὶ αἱ ἀπολαυαὶ ἐν γένει τῶν ὑπαλλήλων ἔχουν αὐξηθῆ εἰς σημεῖον παμμέγιστον, τὸ ὁποῖον δὲν συμβαίνει εἰς κανένα ἄλλον κρατικὸν ὑπάλληλον. Κανεὶς κρατικὸς ὑπάλληλος δὲν ἔχει τὸν συντελεστήν, τὸν ὁποῖον ἔχουν οἱ σιδηρόδρομοι.
§203Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουρ. Συγκοιν.). Ἔχει καὶ τὸν 13ον μισθόν.
§204Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐκτὸς τοῦ 13ου μισθοῦ. Διὰ νὰ εἶμαι ἀκριβέστερος σᾶς λέγω τὸ ἑξῆς: Εἰς τὰ 1914 ἐκτὸς τῶν ὅσων ἠκούσατε, οἱ μισθοὶ τοῦ προσωπικοῦ καὶ αἱ εἰσφοραὶ εἰς τὰ ταμεῖα τῶν ἐργατῶν ἦσαν 3 ἑκατ. 500 χιλ. Εἰς τὰ 1927 οἱ μισθοὶ καὶ αἱ εἰσφοραὶ εἰς τὰ ταμεῖα ἀνῆλθον εἶναι 109.190.000.
§205Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλαδὴ 33 φορὰς περισσότερον.
§206Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. 31 φορὰς.
§207Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Πῶς δικαιολογεῖται αὐτό;
§208Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Θὰ σᾶς τὸ ἐξηγήσω ἐγώ.
§209Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουρ. τῆς Συγκ.). Εἶναι ἡ αὔξησις τῶν μισθῶν ἕνεκα τοῦ τιμαρίθμου καὶ ἡ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαλλήλων ἕνεκα τῆς ἐλαττώσεως τῶν ὡρῶν ἐργασίας.
§210Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἡ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαλλήλων ἔχει διπλοῦν λόγον. Ἔχει τὸν λόγον τὸν ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ ὅτι ἠλαττώθησαν αἱ ὧραι ἐργασίας, καὶ συνεπῶς χρειάζονται περισσότεροι ὑπάλληλοι. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ μίαν ὑπεραριθμίαν δημιουργηθεῖσαν ἐκ τῶν διαφόρων σιδηροδρομικῶν ἀπεργιῶν καὶ ἰδίως τῆς τελευταίας.
§211Ε. ΜΑΧΑΙΡΑΣ. Δὲν πταίουν οἱ ὑπάλληλοι. Πταίει ἡ ἑταιρεία.
§212Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουρ. Συγκ.). Εἶναι καὶ ἡ ἐπίταξις, τὴν ὁποίαν ἔκαμε τὸ Κράτος ἐπί τι χρονικὸν διάστημα.
§213Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Πρὸ τῆς ἀπεργίας ἦτο ἡ ἐπίταξις. Λοιπὸν ηὔξησε τὸ προσωπικὸν λόγῳ τῆς ἐπιτάξεως, ηὔξησε τὸ προσωπικὸν λόγῳ τοῦ κανονισμοῦ τῶν ὡρῶν. Ἔρχεται ἐν τέλει ἡ ἀπεργία τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ἀντεμετώπισε τότε ὡς γνωρίζετε. Ἐκάλεσε τοὺς ἀπεργοὺς νὰ ἀναλάβωσι τὴν ὑπηρεσίαν δι’ ἐπανειλημμένων προσκλήσεων. Δὲν ἐπανέλαβον οὔτε ἐργασίαν καὶ ἠναγκάσθη τὸ Κράτος νὰ δώσῃ ὑπόσχεσιν εἰς τοὺς νέους ὑπαλλήλους οἱ ὁποῖοι θὰ ἀνελάμβανον ἐργασίαν ὅτι θὰ τοὺς διατηρήσῃ καὶ συνεπῶς τὴν ὑπόσχεσιν ὅτι δὲν θὰ ἐπανέλθωσιν οἱ ἄλλοι. Μόλις ἔπεσεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη καὶ ἦλθον ἄλλοι οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν τὰ ἀντίθετα, προσετέθησαν καὶ οἱ νέοι αὐτοὶ ὑπάλληλοι καὶ ἐκάμαμεν διαφόρους νόμους ὥστε νὰ ὑποχρεώσωμεν τὴν ἑταιρείαν νὰ δεχθῇ πάλιν τοὺς ὑπαλλήλους αὐτούς. Καὶ τώρα ἔχομεν μίαν τεραστίαν αὔξησιν προσωπικοῦ. Τὴν αὔξησιν αὐτὴν τοῦ προσωπικοῦ ποῖος τὴν πληρώνει παρακαλῶ; Τὴν πληρώνουν τὰ 109 ἑκατομμύρια τὸν χρόνον τὰ ὁποῖα δίδει ἡ Πελοπόννησος.
§214Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μόνον ἡ Πελοπόννησος;
§215Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Μόνον ἡ Πελοπόννησος μεταφέρει τὰ προϊόντα της ἐδῶ καὶ παίρνει ἄλλα ἀπ’ ἐδῶ. Τὰ 109 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα μπαίνουν εἰς τὰ ταμεῖα τῆς Ἑταιρείας τὰ πληρώνουν οἱ φορτωταὶ καὶ οἱ ἐπιβάται. Οἱ φορτωταὶ εἴτε ἐντεῦθεν εἴτε ἐκεῖθεν. Ὁ λαὸς ὅμως ὁ καταναλωτὴς ἄλλα ἑκατομμύρια, ἀνερχόμενα εἰς 189 καὶ ὄχι τὰ 109 μόνον ἑκατομμύρια.
§216ΧΡ. ΑΛΑΜΑΝΗΣ. Λόγῳ τῆς ὑπερτιμήσεως τῶν προϊόντων.
§217Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Βεβαίως. Ταῦτα δὲν ἀναγράφονται ἐδῶ.
§218Χ. ΑΛΑΜΑΝΗΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι.
§219Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἀλλὰ πληρώνει καὶ ἄλλα ἑκατομμύρια. Οἱ φόροι τοῦ Δημοσίου ἔχουν φθάσει εἰς τὸ ἑβδομηκονταπλάσιον.
§220Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὀγδοηκονταπλάσιον. Κάμετε τὸν λογαριασμόν.
§221Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἔστω. Ἐνῷ τὸ μέρισμα τῶν μετόχων εἶναι ἁπλῶς τὸ τετραπλάσιον τοῦ προπολεμικοῦ.
§222Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέπετε, κ. Συνάδελφε, νὰ τελειώσετε τὴν σειρὰν τῶν σκέψεών σας;
§223Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὁρίστε.
§224Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἐτονίσθη ἀπὸ ἀντιφρονοῦντας πρὸς τὴν σύμβασιν συναδέλφους ὅτι τάχα τὸ μέρισμα...
§225Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν ὁμιλῶ διὰ τὸ μέρισμα τῆς συμβάσεως. Ὁμιλῶ διὰ τὸ μέρισμα τοῦ 1927.
§226Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ μέρισμα τὸ ὁποῖον διένειμε εἰς τὰ 1927 ἡ Ἑταιρεία εἶναι τὸ τετραπλάσιον τοῦ προπολεμικοῦ εἰς δραχμάς. Δεδομένου ὅμως ὅτι ἡ ἀξία τῆς δραχμῆς σήμερον εἶναι τὸ ἓν δέκατον ἕκτον τοῦ προπολεμικοῦ, θὰ εἴπῃ ὅτι...
§227Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἡ Τράπεζα τῶν Ἀθηνῶν πόσον παίρνει; Ἡ Τράπεζα ἡ Ἐμπορική;...
§228Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐλέχθη ὅτι τὸ μέρισμα τῆς Ἑταιρείας εἶναι καταπληκτικὸν διὰ τὸν λόγον τῶν κυκλοφορούντων εἰς τὸν σιδηρόδρομον, ἐπιθυμῶ νὰ τονίσω ὅτι τὸ μέρισμα 3 ἑκατομμυρίων δραχμῶν εἴτε καὶ 6 ἑκατομμυρίων δραχμῶν ἐὰν διπλασιασθῇ συγκρινόμενον πρὸς τὸ ὅλον τῶν δαπανῶν τῆς Ἑταιρείας αἵτινες εἰς τὰ 1927 ἀνήρχοντο εἰς 206 ἑκατομμύρια εἶναι μόνον 3%. Ἐὰν λοιπὸν ὑποθέσωμεν ὅτι σβύνομεν ἐντελῶς τὸ μέρισμα καὶ δὲν δίδομεν κανὲν μέρισμα, τὰ κόμιστρα θὰ ἐλαττωθῶσι μόνον κατὰ 3%. Καὶ εἷς ἐπιβάτης ὁ ὁποῖος πληρώνει ἀπὸ τὰς Ἀθήνας ἕως τὰς Καλάμας 600 δραχ. θὰ πληρώνῃ 550 δραχμάς. Ἐσώθη ὁ κόσμος! Θέλων νὰ εἴπω ὅτι καὶ κανὲν μέρισμα νὰ μὴ δώσωμεν δὲν παίζει κανένα ρόλον.
§229Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω ἐπ’ αὐτοῦ.
§230Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ὁμιλήσετε. Σᾶς ἔχομεν μάλιστα κ. Καντιάνη προκαλέσει νὰ φέρνετε τοὺς ἀριθμούς σας. Φέρετέ τους.
§231Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Εἰς τὰ 1927 πληρώνει 22 ἑκατομμύρια.
§232Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Τί σημείωσιν ἔχετε παρακαλῶ;
§233Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Σημείωσιν ἐξαχθεῖσαν ἀπὸ τὰ βιβλία τῆς Ἑταιρείας. Ἐδῶ ἔχω τὸ ὑπόμνημα τῆς Ἑταιρείας. Ἐπίσημον ἔγγραφον, δημόσιον ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ὑπολογίζει φόρον τοῦ Δημοσίου 18 ἑκατομμύρια.
§234Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίου ἔτους; Ἡμεῖς ὁμιλῶμεν περὶ τὰ 1927.
§235Α. ΜΑΡΚΟΥ. Αὐτὸ εἶναι τοῦ 19.
§236Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Εἰς τὰ 1927 ὁ φόρος εἶναι 22.491.000. Ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ ἐνδιαφέρον τὸ ἰδικόν μου δὲν εἶναι ἐὰν τὰ μερίσματα εἶναι μεγάλα ἢ ὄχι. Περὶ τούτου δὲν θὰ ἀσχοληθῶ. Ἠσχολήθησαν ἄλλοι συνάδελφοι. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ ἐνδιαφέρει εἶναι ὅτι τὰ κόμιστρα εἶναι βαρύτατα. Αὐτὸ μὲ ἐνδιαφέρει. Τὰ εἰσιτήρια τῶν ἐπιβατῶν εἶναι βαρύτατα. Βαρύνονται δὲ ὅλα αὐτὰ καὶ ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω οὐχὶ ἐκ τῆς δικνομῆς τῶν κερδῶν ἀλλὰ βαρύνονται ἐκ τῶν μεγάλων δαπανῶν αἱ ὁποῖαι ἀνέρχονται εἰς 200.000.000. Λοιπὸν ὑπάρχει τρόπος περιορισμοῦ τῶν δαπανῶν αὐτῶν; Ἐδῶ εἶναι τὸ ζήτημα. Κατὰ τὴν γνώμην μου μία δαπάνη ἡ ὁποία δὲν εἶναι δαπάνη ἐπιβολῆς ὅπως οἱ φόροι τοῦ Δημοσίου, ἡ δαπάνη προσωπικοῦ ἡ ὁποία εἶναι μεγαλυτέρα, ἡ δαπάνη τῶν 110 ἑκατομμυρίων εἶναι δυνατὸν νὰ περιορισθῇ, ἐὰν ὄχι σήμερον ἀλλὰ σὺν τῷ χρόνῳ. Δὲν θὰ προτείνω οὔτε μείωσιν, διότι, ὅσον καὶ ἂν φαίνονται εὐτυχέστεροι πάντων τῶν ὑπαλλήλων, πάντως φρονῶ, ὅτι μὲ τὰς σημερινὰς ἀνάγκας καὶ μὲ τὴν σημερινὴν ἀκρίβειαν δὲν δύνανται νὰ θεωρῶνται εὐτυχεῖς. Δὲν δύνανται νὰ ζήσωσιν, ἀτυχῶς. Ἀπέχω κατὰ πολὺ νὰ ὑποστηρίξω τὸ νὰ ἐλαττωθῶσι καὶ κατὰ μίαν δεκάραν αἱ ἀποδοχαὶ τῶν ὑπαλλήλων. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ, εἶναι τὸ νὰ ληφθῶσι διάφορα μέτρα, τὰ ὁποῖα νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς τὴν Ἑταιρείαν διὰ νόμου. Νὰ περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαλλήλων διὰ νόμου καὶ οὐχὶ δι’ ἐκκαθαρίσεως καὶ δι’ ἀπολύσεως, ἀλλὰ νὰ μὴ συμπληροῦνται αἱ κενούμεναι θέσεις πρῶτον, καὶ δεύτερον νὰ ἐπιβληθῇ τὸ ὅριον διὰ νόμου, κ. Ὑπουργὲ, τῆς ἡλικίας Τοῦτο εἶναι ἀπαραίτητον καὶ ἰδίως εἰς τοὺς σιδηροδρομικοὺς ὑπαλλήλους. Ἔχουσι τὸ 7ωρον των, θὰ λαμβάνουν καὶ σύνταξιν, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐγήρασαν καὶ σιγὰ–σιγὰ, χωρὶς κανεὶς νὰ διωχθῇ ἀποτόμως, θὰ φεύγουν, ἀλλὰ δὲν θὰ πληροῦνται αἱ θέσεις διὰ προσλήψεως νεωτέρων, καὶ ὑποθέτω ὅτι ἐντὸς ἑνὸς ἔτους θὰ ἔχωμεν οἰκονομίαν σοβαράν, τὴν ὁποίαν ρητῶς καὶ κατηγορηματικῶς νὰ τὴν ἐγγράψωμεν εἰς τὸν νόμον. Ἐνῷ δὲ ἔχομεν σύμβασιν καὶ ἐνῷ ἔχομεν ρυθμίσει τὰ ποσοστὰ τῶν μερισμάτων, αὐτὰ δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμεύσωσι παρὰ εἰς ἐλάττωσιν τῶν κομίστρων καὶ εἰσιτηρίων.
§237Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Γνωρίζετε, ἐὰν ὑπάρχῃ μέγας ἀριθμὸς πλεοναζόντων ὑπαλλήλων;
§238Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὑπάρχει.
§239ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὄχι πλέον τῶν 500.
§240Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ τὰ αὐτὰ χιλιόμετρα τῆς γραμμῆς τοῦ 1914 ἔχομεν 2.200 ὑπαλλήλους.
§241ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰργάζοντο ὅμως 17 ὥρας.
§242Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σήμερον ἔχομεν 3100 ὑπαλλήλους. Ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς δικαιολογεῖται ἀπὸ τὴν αὔξησιν τῶν ὡρῶν.
§243Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Περιωρίσθη τώρα καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ὡρῶν.
§244Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρῶτον ἦτο δεκάωρον, σήμερον εἶναι 8 ὧραι. Ἑπομένως τὸ πέμπτον. Εἶναι 500 ὑπάλληλοι παραπάνω καὶ μὲ αὐτὸν τὸν ὑπολογισμόν.
§245Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν προτείνω ἀπόλυσιν ὑπαλλήλων ἢ περιορισμὸν τῶν ἀποδοχῶν σήμερον ἀμέσως. Αὐτό, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὡς ἔχω πληροφορηθῇ, εἶναι ὅτι εἰς μέγαν ἀριθμὸν δύναται νὰ γίνῃ ἀπὸ σήμερον ὁ καθορισμὸς τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας, διότι ὑπάρχουν γέροντες πολλοὶ οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται ν’ ἀποδώσωσιν ἐργασίαν. Φρονῶ, λοιπόν, ὅτι πρέπει νὰ καθορισθῇ ὅριον ἡλικίας. Τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ παρὰ τῆς Ἑταιρείας, ἀλλὰ διὰ νόμου, διότι ὅλα αὐτὰ γίνονται διὰ νόμου. Καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας εἶπον, ὅτι πᾶσα οἰκονομία δύναται νὰ γίνῃ εἴτε ἐκ τῆς συμβάσεως εἴτε διὰ νόμου, τὸ ἐκεῖθεν δὲ ἐξοικονομηθησόμενον ποσὸν νὰ διατεθῇ διὰ τὴν ἐλάττωσιν τῶν κομίστρων καὶ τῶν εἰσητηρίων τῶν ἐπιβατῶν.
§246Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι πολὺ εὐχαριστημένος ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἠλείας Βουλευτὴς διεχειρίσθη μίαν σειρὰν σκέψεων πλήρως ἀνταποκρινομένων πρὸς τὴν ἰδικήν μου σειράν. Ἑπομένως παραιτοῦμαι τοῦ λόγου, μὴ ἐπιθυμῶν νὰ κουράσω τὴν Βουλὴν εἰς τοιαύτην ὥραν.
§247ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μοσχούλας.
§248Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ κρίσιν, διὰ τὴν Πελοπόννησον καὶ τοὺς πληθυσμοὺς τῆς δυτ. πλευρᾶς τῆς Μεσσηνίας εἶναι ζωτικώτατον. Ἔλαβον τὸν λόγον, Κύριοι Βουλευταί, διὰ ν’ ἀντικρούσω ὡρισμένας κατὰ τῆς συμβάσεως κατηγορίας ἐκ μέρους τοῦ Συναδέλφου ἐκ Μεσσηνίας κ. Καντιάνη καὶ ἐπειδὴ νομίζω ὅτι, ἡ πρώτη ἀγόρευσις τοῦ κ. Συναδέλφου παρέσυρε καί τινας τῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ἐν γνώσει τοῦ θέματος, ὑπέλαβον ὅτι ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διαφωτίσω ἐπὶ τούτου ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν μελετήσει τὸ ζήτημα. Ἐγὼ διὰ τὴν μελέτην τῆς γραμμῆς Ἀνδριτσαίνης–Κρεσταίνων–Ἀνεχωρίου, ἔχω λάβει ἤδη τὴν ὑπόσχεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας καὶ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἑταιρίας, ἔχω δὲ ὑποβάλει πρὸ πολλοῦ καὶ σχετικὴν τροπολογίαν· ἑπομένως περὶ τούτου δὲν θ’ ἀσχοληθῶ. Ἡ σύμβασις ἡ ὑπὸ κρίσιν εἶναι ἐκκρεμὴς ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἐπὶ 5 σχεδὸν μῆνας. Ἤρχισεν ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτῆς τὴν 18ην Ἰανουαρίου, ἐπηκολούθησε συνέχεια αὐτῆς τὴν 19ην καὶ ἔκτοτε, λόγῳ τῶν διακοπῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, παραμένει μετέωρος. Εὐτυχῶς πρό τινων ἡμερῶν ἐψηφίσθη εἰς αʹ ἀνάγνωσιν, ἡμῶν ἐπιμενόντων, καὶ ὅπως ἀνέπτυξεν ὁ κ. Μπότσαρης, ὁ καὶ ἐπὶ τῆς συμβάσεως εἰσηγητής, τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἡ σύμβασις αὕτη ἔρχεται πρὸς κύρωσιν νομοθετικοῦ παγκαλικοῦ διατάγματος, τὸ ὁποῖον ὑπέστη τὸν ἔλεγχον τοῦ τεχνικοῦ συμβουλίου τοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ Συγκοινωνίας, ἐπεξειργάσθη ἐν τῇ Κοινοβουλευτικῇ Ἐπιτροπῇ, ἡ ὁποία ἐκάλεσε καὶ τὰς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας εἰς συζήτησιν διονυχιστικὴν ταύτης, ἐκυρώθη παρὰ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἑπομένως ἦλθεν, δύναταί τις εἰπεῖν, ὡπλισμένη μὲ ὅλα τὰ ἐφόδια, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ παρουσιάσῃ μία σύμβασις, ὅπως ἀπομακρυνθῇ ἡ ὑπόνοια ἀπὸ τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ Ἔθνους, ὅτι πρόκειται περὶ συμβάσεως ὑπόπτου, διότι οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν φρούρησιν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου εἶχον καθῆκον νὰ προστατεύσουν καὶ ἐπροστάτευσαν ἐπαρκῶς, ὡς φρονῶ, ταῦτα. Γνωρίζετε, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἡ μεταπολεμικὴ πολιτικὴ τῶν κρατῶν ἐξελίσσεται, πρὸ παντός, ἐπὶ οἰκονομικοῦ πεδίου· ἀλλ’ ἡ οἰκονομικὴ ἀνόρθωσις μιᾶς χώρας δὲν ἐξυπηρετεῖται μόνον διὰ μιᾶς ταμιευτικῆς πολιτικῆς, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς ταυτοχρόνου ἐνισχύσεως ὅλων τῶν πλουτοπαραγωγικῶν δυνάμεων τῆς Χώρας. Τουτέστι διὰ τῆς ἐνισχύσεως τῆς ἐδικῆς καὶ σιδ)κῆς συγκοινωνίας, διὰ τῆς ἀμύνης κατὰ τῶν ποταμῶν, καὶ γνωρίζεται τὰς τελευταίας πλημμύρας τοῦ Ἀλφειοῦ, τοῦ Νέδονος, τοῦ Πηνειοῦ καὶ ἄλλων, οἱ ὁποῖοι τόσας καταστροφὰς ἐπροκάλεσαν εἰς Μεσσηνίαν, Ἠλείαν καὶ ἀλλαχοῦ· διὰ τῆς διευθετήσεως τῆς κοίτης τῶν ποταμῶν καὶ τῆς ἀμύνης κατ’ αὐτῶν, ἵνα ἀπὸ κακοὶ γείτονες καταστῶσιν ἀγαθοὶ τοιοῦτοι, ὅπως συμβαίνει παντοῦ τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου· διὰ τῆς διευθετήσεως τῶν χειμάρρων, καὶ διὰ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν μεταλλοφόρων κοιτασμάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς ἀδρανὴς πλοῦτος τῆς χώρας καθιστάμενος προσοδοφόρος διὰ τὴν γεννεὰν ἥτις τὰ ἐκμεταλλεύεται. Καὶ κατ’ ἀκολουθίαν, κύριοι βουλευταί, ἡ σύμβασις ἡ ὁποία εἶναι ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν τὴν ἑσπέραν ταύτην, προέβη οὐχὶ ξένου πιεστικοῦ κεφαλαίου, ὅπως ἡ Οὖλεν καὶ ἡ Πάουερ θὰ παράσχῃ εἰς τὰς ἀνέργους χεῖρας στάδιον ὠφέλιμον χρησιμοποιήσεως ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος. Ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἐκ Μεσσηνίας, ὅταν ἔλαβε τὸν λόγον κατὰ τὴν πρώτην ἑσπέραν τῆς 18 Ἰανουαρίου, εἶπεν ὅτι τὴν σύμβασιν τῆς κατασκευῆς τῶν γραμμῶν Κυπαρισίας–Φιλιατρῶν–Μαράθου τὴν ἐμφανίζει ἡ ἑταιρεία ὡς δόλωμα πρὸς ὑφαρπαγὴν τοῦ πρώτου μέρους τῆς συμβάσεως. Ἀλλ’ εἶναι φυσικὸν ὅτι ὅταν δύο πρόσωπα φυσικὰ ἢ νομικὰ συμβάλλωνται καὶ ἔχουν ἐκκρεμεῖς λογαριασμοὺς πρέπει νὰ διακανονίζωσι τούτους προηγουμένως· καὶ τὸν διακανονισμὸν τῶν λογ)σμῶν τούτων, ὁ κ. Συνάδελφος ἐνεφάνισεν ὡς τὴν Ἀχίλλειον πτέρναν τῆς συμβάσεως. Εἶμαι ὑποχρεωμένως νὰ παρακολουθήσω τὸν κ. Συνάδελφον ἐν τῇ ἀναπτύξει τῆς πολεμικῆς του κατὰ τῆς ὑπὸ κρίσιν συμβάσεως. Ὁ ἔντιμος Συνάδελφος εἶπεν ὡς ἀναφέρουν τὰ ἐπίσημα πρακτικά, ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη, πρέπει νὰ ἀπορριφθῇ διότι ἀρκεῖ ν’ ἀναμνησθῇ τις ὅτι εἶναι ἔργον τοῦ Ταβουλάρη. Κατὰ τοῦτο ὁμολογῶ ὅτι ἔχει ἀπόλυτον δίκαιον. Ταυτοχρόνως ἔλεγεν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἔκθεσις τοῦ γενικοῦ λογιστηρίου οὐδὲ τοιαύτη τοῦ τεχνικοῦ συμβουλίου τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνίας, καὶ ὅπως γνωρίζετε, κύριοι συνάδελφοι, ἔχετε ἀνὰ χεῖρας ὑμῶν τὴν ἔκθεσιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Προκειμένου περὶ τῆς ἐκθέσεως τοῦ τεχνικοῦ Συμβουλίου τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνίας ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἐπεξεργάσθη τὰ νομοθετικὰ διατάγματα τὰ Παγκαλικά, ὅτι θὰ εἶχε ὑπ’ ὄψιν τὴν ἔκθεσιν τούτων. Ὁ κ. Συνάδελφος προσέτι εἶπεν ὅτι τὸ προνόμιον τῆς ἑταιρείας παρετάθη ἀπὸ 20 ἔτη εἰς 30. Ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ παρατηρήσω, κ. Βουλευταί, ὅτι ἡ ἀρχικὴ σύμβασις, ἡ ὁποία ἔγινε τὸ πρῶτον ὑπὸ τοῦ νόμου Α.Μ.Σ.Τ. τοῦ ἔτους 1882 παρέχει εἰς τὴν ἑταιρείαν τὸ προνόμιον ἐπὶ 99 ἔτη. Ἑπομένως ἡ ἔνστασις τοῦ συναδέλφου ὅτι πολλὰ παραχωροῦνται εἰς τὴν ἑταιρείαν προνόμια δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργήσῃ ἐντύπωσιν ὅτι παραχωρήσεις ἐγένοντο οὐχὶ νόμιμοι προκειμένου περὶ ἀνανεώσεως κεκτημένων ἤδη προνομίων. Δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω διὰ νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ ἄρθρον τοῦ Νόμου, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι ἐπὶ 99 ἔτη ἡ ἀρχικὴ σύμβασις παραχωρεῖ εἰς τὴν ἑταιρείαν τὸ προνόμιον τοῦτο. Ὁ κ. Συνάδελφος ταὐτοχρόνως ἔλεγεν ὅτι τὸ ἄρθρον 6 δίδει δικαίωμα εἰς εἴσπραξιν διοδίων καὶ κομίστρων διὰ νὰ ἐξασφαλίζωνται ὡρισμένα κέρδη εἰς τοὺς μετόχους. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Μπότσαρης ὁ καὶ εἰσηγητὴς τῆς συμβάσεως σᾶς ἀνέπτυξε πρὸ ὀλίγου τὰ ἄρθρα δι’ ὧν ἐξασφαλίζεται τὸ κοινὸν ἀλλὰ καὶ τὸ κράτος. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν αὔξησιν τῶν κομίστρων συμφωνῶ μετὰ τοῦ συναδέλφου κ. Γόντικα τοῦ ἄρτι κατελθόντος τὸ βῆμα, ὅτι καὶ τὰ κόμιστρα καὶ τὰ διόδια εἶναι ἀρκούντως ὑψηλὰ καὶ ὅτι θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἠδύνατο νὰ λάβῃ πρόνοιαν ἐπὶ τοῦ ζωτικοτάτου τούτου διὰ τὸν Πελοποννησιακὸν λαὸν ζητήματος. Γνωρίζετε ὅμως ἐκ τῆς ἀναπτύξεως τῆς γενομένης ἐκ μέρους τῶν προλαλησάντων δύο συναδέλφων ὅτι ἂν τὰ κόμιστρα ἔφθαναν εἰς τὰς σημερινὰς αὐτῶν τιμὰς τοῦτο ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω εὐσυνειδήτως ὅτι δὲν ὀφείλεται εἰς τὴν ἑταιρείαν, διότι ἡ ἑταιρεία ἔχουσα ἀνταγωνιστὴν τὸ αὐτοκίνητον καὶ τὰ ἀτμόπλοια, συμφέρον ἔχει ὑπὲρ πάντας ἡμᾶς νὰ μειώσῃ τὰς τιμὰς τῶν διοδίων ἀλλὰ καὶ τῶν κομίστρων. Ἂν δὲν πράττῃ τοῦτο εἶναι δι’ οὓς λόγους ἀνέπτυξεν ὁ κ. Γόντικας, διότι ἐπιβαρύνεται σήμερον μὲ τὸ 18 πλάσιον εἰς μισθοὺς διότι ὑπεχρεώθη νὰ δίδῃ τὸν 13ον μισθόν, διότι τὸ δημόσιον εἰσπράττει ἑβδομηκονταπλάσιον εἰς φόρους ἀπὸ Ἑταιρίαν, ἀπὸ ὅτι εἰσέπραττε προπολεμικῶς, διότι κατὰ τριετίαν αὐξάνει τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων καὶ διότι τὰ ⅘ τῶν ἐτησίων εἰσπράξεων διατίθενται εἰς μισθοὺς τοῦ Προσωπικοῦ καὶ φόρον τοῦ Δημοσίου ἀνερχόμενα εἰς 123 ἑκατομμύρια ἐτησίως, διότι ἐπὶ πλέον ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαλλήλων ηὔξησε κατὰ μεγίστην ἀναλογίαν λόγῳ τῶν πολιτικῶν ἀνωμαλιῶν δι’ ἐπιβολῆς τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων καὶ τῶν δικτατοριῶν, ὥστε ἐπὶ εἰσπράξεων κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος 183 ἑκατομμυρίων, τὰ 123 ἑκατομμύρια νὰ διατίθενται διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Προσωπικοῦ, καὶ εἰς φόρον τοῦ Δημοσίου ἡ δὲ ἑταιρεία εὑρίσκεται ἐν ἀδυναμίᾳ ν’ ἀντιτάξῃ ἄμυναν κατὰ τῆς τοιαύτης Κυβερνητικῆς ἐπιδρομῆς. Τὸ ἄρθρον 8 ἔλεγεν ὁ κ. Συνάδελφος ὁμιλεῖ περὶ ὀχημάτων. Εἶναι ἀληθές, κύριοι Συνάδελφοι, ὅτι ἡ Ἑταιρεία δὲν ἐμφανίζει καμμίαν ὄψιν εὐρωπαϊκῆς Ἑταιρείας ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ τροχαίου ὑλικοῦ. Ἀλλὰ ὑποθέτω ὅτι τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν ἐπίταξιν τῶν σιδηροδρόμου ὑπὸ τοῦ Κράτους καὶ εἶναι φυσικὸν ὅταν ἐπὶ μίαν πενταετίαν τὸ Κράτος διεχειρίζετο χάριν τῶν ἐθνικῶν ἀναγκῶν τὸν σιδηρόδρομον ὅτι τῆς παρέδωκεν ὑλικὸν χρησιμοποιηθὲν ἐπὶ μίαν πενταετίαν μὴ ἀνανεωθὲν ἢ ἐπὶ ἐλάχιστον ἔκτοτε.
§249Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ καταστάσεως τοῦ τροχαίου ὑλικοῦ, ἤθελα νὰ εἴπω τοῦτο, ὅτι τελευταίως ἔχει σημειωθῆ μία σημαντικωτάτη βελτίωσις, τὴν ὁποίαν οὐδέποτε ἐγνώρισαν οἱ σιδηρόδρομοι, συνισταμένη εἰς τὰ ἑξῆς τρία κύρια σημεῖα. Εἰς τὴν γραμμὴν Ἀθηνῶν– Καλαμῶν ἔχει ἠλεκτρικὸν φῶς, θέρμανσιν, βαγκὸν ρεστωράν, ἑπομένως καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ταύτης εἶναι ἄμεμπτος ἡ Ἑταιρεία, διότι κάμνει τὸ ἀνθρωπίνως δυνατόν.
§250Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Μπακόπουλος θὰ προσθέσω ὅτι διὰ τῆς παρούσης συμβάσεως ἀναλαμβάνει ἡ Ἑταιρεία τὴν ὑποχρέωσιν ὅπως κατὰ τοὺς χειμερινοὺς μῆνας διατηρῇ θέρμανσιν εἰς ὁλόκληρον τὸ δίκτυον τοῦ ΣΠΑΠ καὶ τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην λαμβάνομεν ὑπὸ σημείωσιν. Εἶνε δὲ αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κύριος Συνάδελφος ἐκ Μαντινείας, ὅτι ἐπὶ τῆς γραμμῆς Ἀθηνῶν– Καλαμῶν τὰ βαγόνια θερμαίνονται, ὅλων τῶν θέσεων. Ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν ἀναπήρων τοῦ πολέμου ἐλήφθη πρόνοια ὥστε νὰ ταξιδεύουν ἐπὶ τοῖς αὐτοῖς ὅροις ὅπως καὶ εἰς τοὺς Σιδηροδρόμους τοῦ Κράτους. Δυστυχῶς ἡ ἑταιρεία δὲν ἠθέλησε νὰ δεχθῇ ὅπως διὰ τὰ καφεζυθεστιατόρια προτιμῶνται ἐπὶ ἴσοις ὅροις οἱ ἀνάπηροι τοῦ πολέμου καὶ ἐπὶ τούτου ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας. Δυστυχῶς ἡ ὥρα 3η πρωϊνὴ εἶναι ἀκατάλληλος, ὥστε νὰ μὴ δύναμαι νὰ μακρηγορήσω διὰ νὰ ἀποδείξω ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως προάγονται μὲν τὰ συμφέροντα τῆς ἑταιρείας τῶν Σιδηροδρόμων, ἀλλὰ ταυτοχρόνως ἐξασφαλίζονται τὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ τοῦ κοινοῦ. Ἰσχυρίσθη ἐπίσης ὁ κ. Καντιάνης, ὅτι τὸ ἄρθρον 6 δίδει δικαιώματα εἰς τὴν Ἑταιρείαν αὐξήσεως τῶν εἰσιτηρίων καὶ κομίστρων εἰς βάρος τοῦ κοινοῦ. Ἀλλὰ τὰ ἄρθρα 6 καὶ 7 καθορίζουν τὸν τρόπον τῶν τιμολογίων ἐξασφαλιστικὸν κατὰ πάσης ὑπερβασίας τῆς Ἑταιρείας. Ὡς πρὸς τὴν διάταξιν τὴν ἀπαγορεύουσαν τὴν προνομιακὴν ἐκμετάλλευσιν δι’ αὐτοκινήτων εἰς πρόσωπα φυσικὰ ἢ νομικά, τοῦτο εἶναι ὑπὲρ τοῦ ἐλευθέρου συναγωνισμοῦ καὶ τῶν ἐχόντων αὐτοκίνητα, διότι ἀποκλείεται ὁ κίνδυνος ἐὰν ἔλθῃ αὔριον ἕνας νέος Ταβουλάρης νὰ δώσῃ τὸ προνόμιον τῆς ἀποκλειστικῆς ἐκμεταλλεύσεως εἰς οἱονδήποτε Κεφαλαιοκράτην. Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν τὶ παρεχωρεῖτο εἰς τὴν Ἑταιρείαν οὐχὶ παρὰ τοῦ Ταβουλάρη, ἀλλὰ παρὰ Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν ἡ θέλησις τοῦ Ἔθνους ὁλοκλήρου ἔφερεν εἰς τὴν Ἀρχή, τῆς Κυβερνήσεως Γούναρη. Καὶ ὅτι θὰ εἴπω ἐν βραχυλογίᾳ, ἐξάγεται ἐκ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν τῆς Γʹ Συνελεύσεως τοῦ 1920. Ἀλλὰ ἔχομεν ταὐτοχρόνως μίαν ἄλλην σύμβασιν συναφθεῖσαν παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας κ. Ἡσαΐα, ὁ ὁποῖος εἰσάγων ταύτην εἰς τὴν Δʹ Ἐθνοσυνέλευσιν ἔλεγε τὰ ἑξῆς προκειμένου περὶ τῆς συμβάσεως τὴν ὁποίαν συνῆψεν μετὰ τῆς ΣΠΑΠ ὁ Ξενοφῶν Στρατηγός, Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως Γούναρη. «Αἱ γενόμεναι παραχωρήσεις διὰ τῆς Συμβάσεως ταύτης γενναῖαι ὄντως, ἦσαν τελείως δεδικαιολογημέναι, προκειμένου νὰ βελτιωθῇ ἡ λειτουργία τῆς σπουδαιοτέρας σιδηροδρομικῆς ἀρτηρίας τοῦ Κράτους, ἥτις ἐξυπηρετεῖ κυρίως τὸ ἐμπόριον τῆς σταφίδος ὡς καὶ μεγάλας βιομηχανίας, αἵτινες εὑρίσκονται ἤδη ἐγκαθιδρυμέναι καθ’ ὅλον τὸ μῆκος τοῦ ἐν λόγῳ δικτύου, καὶ κυρίως τὸ μεταφορικὸν ἐμπόριον Πελοποννήσου καὶ Πρωτευούσης οὐ μὴν ἀλλὰ μεγάλως θὰ ἐξυπηρετήσῃ καὶ τὴν ἄμυναν τῆς χώρας ἐν εὐθέτῳ στιγμῇ». Ταῦτα ἔλεγεν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας διὰ τὴν σύμβασιν τὴν συναφθεῖσαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως Γούναρη μετὰ τῆς Ἑταιρείας Σ.Π.Α.Π. Καὶ διὰ τοῦ ἄρθρου 5 τῆς συμβάσεως ἐπίσης τὸ Κράτος ἀνελάμβανε τὴν βαρεῖαν ὑποχρέωσιν νὰ πληρώσῃ τὸ τοκοχρεολύσιον τῶν δανείων τῆς Ἑταιρείας ἀνερχόμενον εἰς 500 χιλιάδας λίρας Ἀγγλίας ὡς καὶ ἕτερον δάνειον ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν. Ἐπίσης ἀνελάμβανε τὸ Κράτος τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παρέχῃ εἰς τὴν Ἑταιρείαν προκαταβολάς, λόγῳ δανείου ἐπὶ τόκῳ 5% μόνον ἐτησίως πρὸς κάλυψιν τῶν τυχὸν ἐλλειμάτων τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἢ ταμειακῶν ἀναγκῶν τῆς Ἑταιρείας. Ἐπίσης ἀνελάμβανε τὴν ὑποχρέωσιν τὸ Κράτος νὰ δίδῃ εἰς τὴν Ἑταιρείαν δραχ. 469.217 ἐτησίως ὡς ἀποζημίωσιν λόγῳ ἐπιτάξεως. Κατὰ τὸ πέρας ἑκάστης χρήσεως μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν ἐκ τῶν συνολικῶν τῶν δαπανῶν ὅλων ἀπὸ τὰς ὁποίας ἐξῃρεῖτο τὸ τοκοχρεολύσιον, ὅπερ ἀνήρχετο εἰς 10 ἑκατομμύρια ἐτησίως τότε, καὶ τῆς ἀποζημιώσεως λόγῳ ἐπιτάξεως ἐκ δρ. 500 χιλ. περίπου, τὰ ὁποῖα ἐπλήρωνε τὸ Κράτος, τὸ ἀπομένον κέρδος διενέμετο ὡς ἀκολούθως: Ἐξησφαλίζετο ὑπὲρ τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου μέρισμα ἀπηλλαγμένον φόρου ἐκ δρχ. 5 κατὰ μετοχὴν συνυπολογιζομένης ὅμως τῆς λόγῳ ἐπιτάξεως ἀποζημιώσεως, ἀντιστοιχεῖ πρὸς 3½ δρ. κατὰ μετοχήν, καὶ ἐδέχθη τὸ Κράτος καὶ ἐξησφάλιζεν εἰς τὴν Ἑταιρείαν προνομιακῶς 1½ δραχμὴν κατὰ μετοχὴν τὸ δὲ ὑπόλοιπον ἐμερίζετο ἐξ ἴσου τὸ Κράτος καὶ ἡ Ἑταιρεία ἐφ’ ὅσον ὑπῆρχε τοιοῦτον, μέχρι συμπληρώσεως 10 δραχμῶν κατὰ μετοχήν. Πᾶν δὲ τυχὸν πλεόνασμα πέραν τῶν δραχ. 10 διετίθετο διὰ τῆς ἐν λόγῳ συμβάσεως τῆς συναφθείσης οὐχὶ ἐπὶ δικτατορικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ ἐπὶ ἐξόχως Κοινοβουλευτικῆς τοιαύτης—ὡς ἦτο ἡ Κυβέρνησις Γούναρη κατὰ 75% ὑπὲρ τοῦ Κράτους καὶ 25% ὑπὲρ τῆς Ἑταιρείας. Ἀντιθέτως ἂν κατά τινα χρῆσιν προέκυπτεν ἐκ τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἔλλειμμα, τοῦτο ἐκάλυπτε κατὰ τὸ ἥμισυ ἡ Ἑταιρεία κατὰ δὲ τὸ ἕτερον ἥμισυ ἢ τυχὸν ἀνώτερον τούτου τὸ Κράτος, δηλαδὴ ἐγκατέλειπεν ἡ Ἑταιρεία τὸ ποσὸν τῶν 569,217 δρχ. τὸ ὁποῖον ἐπλήρωνε τὸ Κράτος, τῆς Ἑταιρείας μὴ εὐθυνομένης δι’ οἱανδήποτε ζημίαν ἥτις ἤθελε προκύψει. Κατὰ δὲ τὸ 14 ἄρθρον τῆς ἰδίας συμβάσεως ἀνεστέλλετο οἱαδήποτε ἀπαίτησις τοῦ Δημοσίου κατὰ τῆς Ἑταιρείας καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς συμβάσεως ἐπὶ 3 ἔτι μῆνας μετὰ τὴν λῆξιν αὐτῆς. Καὶ ἡ σύμβασις αὕτη, Κύριοι Βουλευταί, παρετάθη ὑπὸ τῆς Δικτατορίας τοῦ Πλαστήρα διὰ τοῦ ἀπὸ 22 7βρίου 1923 Ν.Δ. μέχρι τέλους τοῦ ἔτους 1925. Καὶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ εἴπωμεν ὀλίγα τινὰ ἀκόμη ἐν σχέσει πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Καντιάνης. Ἐξασφαλίζει ὑπὲρ τῆς Ἑταιρείας ἔλεγεν ὁ κ. Καντιάνης καὶ ἄλλα πλεονεκτήματα 1) ἡ ἐξαίρεσις ἐκ τοῦ ἐνοικιοστασίου. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 12 τῆς συμβάσεως τῆς μεταξὺ Κράτους καὶ τῆς Σ.Π.Α.Π. τῆς συναφθείσης ἐπὶ Κυβερνήσεως Γούναρη, Ὑπουργοῦ ὄντος τοῦ μακαρίτου Ξενοφ. Στρατηγοῦ παραχωρεῖ τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὴν Ἑταιρείαν (τὰ καφεζυθεστιατόρια καὶ ἐν γένει κτήσεις τῶν γραμμῶν τῆς Ἑταιρείας καὶ τοῦ Δημοσίου ἐξαιροῦνται τοῦ ἐνοικιοστασίου). Καὶ προσέθεσεν ὁ κ. Καντιάνης ὅτι παραχωρεῖ ἀτέλειαν εἰσαγωγῆς ὑλικῶν. Ἀλλ’, κ. Βουλευταί, ἐὰν ὁ κ. συνάδελφος ἀνέτρεχεν εἰς τὴν πρὸ 45 ἐτῶν ἀρχικὴν σύμβασιν τὴν ἐπὶ Κυβερνήσεως τοῦ ἀειμνήστου Ἀλεξάνδρου Κουμουνδούρου θὰ ἀνεγίνωσκεν ὅτι ὁ Νόμος ΑΜΣΤʹ τοῦ ἔτους 1882 ἀναφέρει ἐν ἄρθρῳ 11ῳ ὅτι «ὅλα τὰ ὑλικὰ ἀναγκαῖα πρὸς χρῆσιν τῆς Ἑταιρείας, εἰσάγονται ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς ἐλεύθερα». Ἰσχυρίσθη ἐπίσης ὁ κύριος Καντιάνης, ὅτι τὸ Δημόσιον παραιτεῖται τῶν ἀπαιτήσεων αὐτοῦ ἐκ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν γραμμῶν τῶν ἐπιδικασθεισῶν εἰς αὐτὸ διὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐφετείου ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦτο παρεχώρησε τῇ ἑταιρείᾳ ἡ σύμβασις ἡ γενομένη ἐπὶ Κυβερνήσεως Γούναρη. Κατόπιν τῶν σχετικῶν διατάξεων τῶν ἐν τῇ συμβάσει τῆς Κυβερνήσεως Γούναρη ἃς ἀνέγνωσα ἐν σχέσει πρὸς τὸ μέρισμα, θεωρῶ περιττὸν νὰ ἀσχοληθῶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἐγκαλοῦμεν τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν Δημοσιονομικὴν αὐτῆς πολιτικὴν τουτέστιν τὴν φορολογικὴν τοιαύτην καὶ δικαίως, ἐγὼ τοὐλάχιστον ὁ ὁποῖος κατῆλθον εἰς τὰς ἐκλογὰς ἀνεξάρτητος ἔχω συνάψει συμβόλαιον μετὰ τῶν ἐκλογέων μου, ὅτι οὐδένα φόρον ἤθελον ψηφίσει, ὅτι θὰ ἐπεδίωκον καὶ θὰ συνέτρεχον εἰς τὴν δι’ ἐφαρμογῆς αὐστηρῶν οἰκονομιῶν, ἐκκαθάρισιν τῶν Δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Κατὰ τοῦτο εὑρίσκομαι, καὶ θὰ εὑρίσκομαι πάντοτε ἀντιμέτωπος τῆς Κυβερνήσεως, διότι ὅπως εἶπεν ὁ Συνάδελφος κ. Στάης, ἡ Κυβέρνησις λόγῳ τοῦ ἐκλογικοῦ ἀναλογικοῦ συστήματος κομματικῶς πολύμορφος ἐμφανιζομένη, ἑπόμενον εἶνε νὰ μὴ δύναται νὰ ἐφαρμόσῃ πρόγραμμα αἱματηρῶν οἰκονομιῶν ὡς ἐξ οὗ ὁ Λαός, ὅπερ ὅμως πάσῃ θυσίᾳ ἔπρεπε νὰ ἐπιδιώξῃ. Καὶ τὸ Κράτος ὁ φυσικὸς οὗτος ἀντιλήπτωρ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Λαοῦ, ἀλλὰ καὶ ρυθμιστὴς ἐν αὐτῷ τῆς δυνατῆς ἀντοχῆς αὐτοῦ, ἀφῆκεν ἐξ ἀδυναμίας τοῦ Πολιτικοῦ Κόσμου ἴσως, τῆς ψυχικῆς ἀτονίας τοῦ Λαοῦ μᾶλλον, ἀφῆκε τοὺς χαλινοὺς εἰς τὰς χεῖρας τῶν ὑπηρετῶν τοῦ Λαοῦ, τοῦ λαοῦ ἀδικουμένου καὶ κύπτοντος ὡς ὑποζύγιον ὑπὸ τὰ αἱματηρὰ πλήγματα τῶν πτερνιστήρων ἐπὶ τὰ πλευρά του. Καὶ τὸ Κράτος διὰ νὰ θεραπεύσῃ τὴν ἀθεράπευτον βουλιμίαν τῶν ἐπιβητόρων τῆς Ἀρχῆς, νέας συνῆπτε ὑπόπτους συμβάσεις, νέα ἐπέθετε βάρη φορολογικὰ ἐπὶ τοῦ Λαοῦ καὶ νέα ἐξεχώρει πρὸς εὐνοουμένους δικαιώματα αὐτοῦ. Τούτῳ τῷ λόγῳ ἔχομεν τοὺς ὑπὸ διαφόρους μορφὰς ἐμφανισθέντας θρασεῖς ἀπομυζητὰς τοῦ αἵματος τοῦ Λαοῦ, τοὺς εἴτε ἐξ ὑπόπτων συμβάσεων ἀλλοδαπούς, εἴτε ἐξ ἐκχωρήσεως κρατικῶν δικαιωμάτων ἐκμεταλλευτάς. Ἐντεῦθεν, ἡ δυσπιστία τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, διὰ πᾶσαν εἰσαγομένην ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ πρὸς κύρωσιν σύμβασιν, ἐντεῦθεν ἡ διστακτικότης τοῦ κ. Συναδέλφου ἐκ Μεσσηνίας διὰ τὴν ὑπὸ κρίσιν τοιαύτην. Καὶ ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι πρὸ πολλῶν ἐτῶν εἰσήγετο ἐν τῇ Βουλῇ σύμβασις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀειμνήστου Ἀρχηγοῦ μου Γ. Θεοτόκη πρὸς παροχὴν δανείου τριῶν ἑκατομμυρίων εἰς τὴν Ἑταιρείαν τοῦ Σ.Π.Α.Π. φῆμαι διεσταυροῦντο ἐν τοῖς διαδρόμοις τῆς Βουλῆς ὅτι ἡ ἀρωγὴ ἦτο πρόσχημα, καὶ δὲν ἐπρόκειτο περὶ σωτηρίας τῆς χρεωκοπούσης Ἑταιρείας, ἀλλὰ περὶ ἑνὸς χρηματικοῦ κόλπου, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Καντιάνης διὰ τὴν παροῦσαν σύμβασιν, ὅτι σκοπὸς τῆς συμβάσεως εἶναι νὰ παίξουν οἱ Μέτοχοι τῆς Ἑταιρείας εἰς τὸ χρηματιστήριον. Ἀλλὰ εἶναι φυσικὸν ὅταν ἔχῃ τις μετοχάς, ὅτι θὰ ζητήσῃ νὰ ἐπωφεληθῇ ἐκ τῆς ἀνατιμήσεως τῶν μετοχῶν τούτων, καθόσον ὁ κάτοχος τούτων δὲν διακινδυνεύει τό χρῆμά του διὰ τὸν Βασιλέα τῆς Πρωσσίας. Τότε ἤσκησα, νέος ὤν, πολεμικὴν κατὰ τῆς συμβάσεως ἐκείνης καὶ ἠπείλησα νὰ κάμω χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐνστάσεως περὶ μὴ ἀπαρτίας, τοῦ ὁποίου δικαιώματος ὅμως χάριν τῆς ὑστεροφημίας μου, ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἔκαμα ποτὲ χρῆσιν. Καὶ τότε εἷς ἐκ τῶν φίλων μου Ὑπουργῶν, μακαρίτης ἤδη, μοῦ εἶπε: «μὴ ὠθεῖτε τὰ πράγματα τόσον, διότι ἡ παροχὴ τοῦ δανείου τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων γίνεται πρὸς σωτηρίαν τῆς Ἑταιρείας, ἡ ὁποία κινδυνεύει νὰ χρεωκοπήσῃ καὶ τῆς ὁποίας τὰ χρέη εἶναι πρὸς ξένους καὶ θὰ περιέλθῃ εἰς ξένους ἐὰν δὲν πληρώσῃ ταῦτα. Καὶ ἠπειλεῖτο πράγματι τότε ἡ χρεωκοπία τῆς Ἑταιρείας· πεισθεὶς ἐξ ὅσων μοῦ εἶπεν ὁ φίλος μου Ὑπουργὸς παρῃτήθην τῆς ἀπειλῆς μου καὶ τῆς περαιτέρω πολεμικῆς. Ἐψηφίσθη ἡ σύμβασις καὶ ἐσώθη ἡ Ἑταιρεία. Τὸ δάνειον τὸ ὁποῖον παρέσχεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Ἑταιρείαν ἀπεδόθη μετὰ ἕν ἢ δύο ἔτη. Ἠγοράσθη νέον τροχαῖον ὑλικὸν καὶ ἠδυνήθη νὰ παράσχῃ πολυτίμους ὄντως ὑπηρεσίας αὕτη κατὰ τοὺς πολέμους τοῦ 12 καὶ 13. Καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὁμολογήσω ὅτι εἰς τὴν πολεμικήν μου κατὰ τῆς Ἑταιρείας τότε, μὲ ὤθει ἡ ἄγνοια, διότι ἐφρόνουν, νέος ὤν, ὅτι τὰ πάντα ἦσαν ὕποπτα. Λέγω τοῦτο διότι ἡ πολεμικὴ τοῦ κ. Καντιάνη κατὰ τῆς συμβάσεως δὲν εἶναι δεδικαιολογημένη, διότι καὶ ἐγὼ καὶ ὁ κ. Καντάνης, ὅστις εἶναι καὶ νεώτερός μου, κατήλθομεν τὴν μέσην κλίμακα τῆς ἡλικίας, ἑπομένως ἔχομεν ὁδηγὸν τὴν πεῖραν τοῦ παρελθόντος. Καὶ ὅταν ἡ Κυβέρνησις, κ. Βουλευταί, ἐμφανίζεται ἐνώπιον τοῦ Λαοῦ, διὰ νὰ ἐφαρμόσῃ πρόγραμμα ἐνισχύσεως τῶν πλουτοπαραγωγικῶν δυνάμεων τῆς Χώρας διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῆς ὁδικῆς καὶ σιδηροδρομικῆς συγκοινωνίας πολεμοῦμεν τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ τοὺς μεθ’ ὧν συμβάλλεται αὕτη, ἴσως ἐκ συνηθείας, διὰ νὰ ματαιώσωμεν πᾶσαν ἀγαθὴν αὐτῆς προσπάθειαν πρὸς ἀνάπτυξιν τῶν ἀγαθῶν τῆς συγκοινωνίας καὶ ἐν προκειμένῳ διὰ νὰ καταδικάσωμεν εἰς ἀποκλεισμὸν καὶ ἀπομόνωσιν πληθυσμοὺς, ὅπως οἱ πληθυσμοὶ τῶν δύο μεγαλουπόλεων Γαργαλιάνων καὶ Φιλιατρῶν, οἵτινες ἀποτελοῦν ἕνα ἰσχυρὸν προβολέα προόδου καὶ ἕνα ἰσχυρότερον ἔτι παράγοντα ἔν τε τῇ ἰδιωτικῇ καὶ δημοσίᾳ οἰκονομίᾳ. Καὶ ὅταν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἐν τῇ δικαίᾳ ἀγανακτήσει του, ἔλεγεν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ τὴν σύμβασιν, τοῦ μακρὰν τῆς Ἑλλάδος εὑρισκομένου Ταβουλάρη, εἶχε δίκαιον. Ἀλλ’ ὅταν ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις ἐκ πολιτικῆς σκοπιμότητος, εἴτε ἐκ πιέσεως τοῦ ξένου κεφαλαίου εἰσῆγεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρὸς κύρωσιν τὴν ἁμαρτωλὴν σύμβασιν τῆς Πάουερ, ὁ ἔντιμος συνάδελφος ὁ ὁποῖος παρίσταται πολέμιος τῆς συμβάσεως Σ. Π. Α. Π., ἐλησμόνησε τὸν Ταβουλάρην τότε, καὶ ἐκύρωσε διὰ τῆς ψήφου του ἀδιαμαρτυρήτως τὴν Πάουερ.
§251Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Νομίζω, ἐὰν μὲ βοηθῇ ἡ μνήμη μου, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως ἐκείνης, ἐτέθη ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ναὶ ἢ ὄχι;
§252Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Μάλιστα.
§253Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἐγὼ τότε ἐξολισθήσας ἐκ τῆς ὁδοῦ τὴν ὁποίαν ἐπὶ 25 ἔτη ἐβάδιζον, ἀπεσχίσθην τοῦ κόμματος ἐκείνου χάριν τοῦ ὁποίου τότε ἐψήφισα καὶ μετανοῶ ἀπείρως διὰ τοῦτο. Ἐφόσον τότε ἀνῆκον εἰς κόμμα ὤφειλον νὰ πειθαρχήσω εἰς αὐτό· σήμερον ὅμως δὲν ἀνήκω εἰς οὐδὲν κόμμα.
§254Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Θὰ ἀπαντήσω, κ. Συνάδελφε. Ἐάν, Κύριοι Βουλευταί, ἔκαμα μνείαν τοῦ γεγονότος καθ’ ὃ ὁ κ. συνάδελφος ἔδωκε ψῆφον ὑπὲρ τῆς Συμβάσεως Πάουερ, τὸ ἔκαμα δι’ ἕνα λόγον, διότι, ὅταν τὸ πρῶτον ἤρχισε τὴν κατὰ τῆς Συμβάσεως Σ.Π.Α.Π πολεμικήν του, ἔλεγεν, ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη, Κύριοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ, διότι εἶναι ἔργον τοῦ Ταβουλάρη.
§255Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό· σᾶς ὑπενθυμίζω, ὅτι σεῖς ἀπουσιάζατε εἰς Θεσσαλονίκην κατὰ τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν ἠγόρευον ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Τὰ δὲ πρακτικὰ δὲν μοῦ ἐστάλησαν πρὸς διόρθωσιν. Γνωρίζω, ὅτι τὰ πρακτικὰ στέλλονται πρὸς διόρθωσιν.
§256Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐγὼ τότε, Κύριοι Βουλευταί, ἀπουσίαζον πράγματι εἰς Θεσσαλονίκην, ἀλλ’ ὁμιλῶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν. Εἴπατε μάλιστα τὰ ἑξῆς, ὅτι ἀρκεῖ νὰ ἀναμνησθῇ κανείς, ὅτι ἡ Σύμβασις αὕτη εἶναι ἔργον τοῦ Ταβουλάρη, διὰ νὰ ἐξεγερθῇ κατ’ αὐτῆς.
§257Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Δὲν ἔχει ἀξίαν αὐτό.
§258Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Καὶ διὰ μὲν τὴν σύμβασιν τῆς Πάουερ παρήλασαν τόσοι ρήτορες, οἵτινες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐνεφάνισαν ὅλην τῆς ἄσεμνον γυμνότητα αὐτῆς, ἐξηγέρθησαν δὲ κατ’ αὐτῆς ὅλαι αἱ κοινωνικαὶ τάξεις τῶν Ἀθηνῶν, ἐνῷ διὰ τὴν ὑπὸ συζήτησιν τοιαύτην ἠγέρθησαν ὑπὲρ αὐτῆς ὅλαι αἱ κοινωνικαὶ τάξεις τῶν δύο πόλεων Γαργαλιάνων καὶ Φιλιατρῶν. Εἶμαι ὑποχρεωμένος ὅμως νὰ συνεχίσω. Ὁ συνάδελφος καὶ εἰσηγητὴς τῆς συμβάσεως κ. Μπότσαρης, ὁμιλῶν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν περὶ τῆς μεταπολεμικῆς πολιτικῆς τῶν Κρατῶν τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης, ἔλεγεν ὅτι ἡ πολιτικὴ αὐτῶν στρέφεται εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ὁδικῆς συγκοινωνίας. Εἶναι τοῦτο φυσικόν, διότι, ὅπως γνωρίζετε πάντες, ἡ Εὐρώπη ἔχει πλέον αὑλακώσει διὰ σιδηροδρομικῶν ράβδων ὁλόκληρον τὸ ἔδαφος αὐτῆς. Ἀλλὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ μὴ λησμονήσῃ ἡ Βουλὴ ὁποίαν πολιτικὴν ἀκολουθοῦν τὰ Βαλκανικὰ κράτη μεταπολεμικῶς. Ἡ Τουρκία κατὰ τὸ 1925 κατεσκεύασε σιδηροδρομικὰς γραμμὰς χιλίων πεντακοσίων χιλιομέτρων, ἡ δὲ Σερβία συνῆψεν εἰδικὸν δάνειον μετὰ τῆς Γαλλίας 300 ἑκατ. χρυσῶν φράγκων διὰ ν’ ἀναπτύξῃ τὸ σιδηροδρομικόν της δίκτυον μέχρι τῶν ἑλληνικῶν συνόρων. Καὶ ἡμεῖς τί ἐπράξαμεν κατὰ τὸ διάστημα αὐτό; Ἀπὸ τοῦ 1912 μέχρι σήμερον μίαν μόνην σύμβασιν παρουσιάζομεν 32 ἐν ὅλῳ χιλιομέτρων, διὰ πληθυσμοὺς οἵτινες εἶναι ἄξιοι πάσης προστασίας, καὶ ἐρχόμεθα ζητοῦντες τὴν μὴ ψήφισιν αὐτῆς διότι ἡ Ἑταιρεία προσέθηκεν ἕνα ὄροφον εἰς τὸ κτίριόν της, ἢ διότι οἱ μέτοχοι θὰ λάβουν ἓν πλούσιον μέρισμα, ὅπερ εἶναι ἀνακριβές, ἢ οἱ σύμβουλοι λαμβάνουν ἐπίδομα μεγάλο. Εἶναι ὄντως ἀνάξια νὰ λέγωνται αὐτά. Ἔχομεν ὑποχρέωσιν, ἐφόσον ἐπιβάλλομεν τόσους φόρους εἰς τὸν λαόν, ὅσοι ἐψηφίσατε τούτου, νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν ὁδικὴν καὶ σιδηροδρομικὴν συγκοινωνίαν τοῦ Κράτους καὶ χάριν τοῦ λαοῦ τοῦ ἐστερημένου ὁδικῶς τοιαύτας. Καὶ γνωρίζει ὁ ἐκ Μεσσηνίας συνάδελφος ὅτι ἡ Μεσσηνία ἀπὸ ἀπόψεως συγκοινωνίας εὑρίσκεται εἰς οἰκτρὸν σημεῖον. Γνωρίζει ὅτι ἡ ἐπαρχία Ὀλυμπίας εὑρίσκεται ἀπὸ ἀπόψεως συγκοινωνίας εἰς ἀρχέγονον κατάστασιν. Μία ὁδὸς ἤρχισε πρὸ 40ετίας καὶ ἀπομένει ἡμιτελής, κ. Ὑπουργὲ τῆς Συγκοινωνίας. Ἡ ὁδὸς ἥτις πρόκειται νὰ ἑνώσῃ τὴν Ἀνδρίτσαιναν μὲ τὸν Πύργον μένει ἡμιτελής. Ἑπομένως νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ κάμωμεν πολεμικήν, προκειμένου περὶ τῆς ἐνισχύσεως τῆς ὁδικῆς καὶ σιδηροδρομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ἀντιπολιτευόμεθα τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι συμφέρον εἰς ἡμᾶς, χάριν τοῦ λαοῦ ὃν ἐκπροσωποῦμεν, ν’ ἀντιτασσώμεθα κατὰ τοιοῦτον τρόπον, προκειμένου περὶ τελέσεως κοινωνικοῦ ἀγαθοῦ καὶ τῆς προστασίας τῶν συμφερόντων τῶν δι’ οὓς ἐνδιαφερόμεθα καὶ ἐκπροσωποῦμεν πληθυσμῶν. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ἤθελον παρακαλέσει ὑμᾶς, κ. Ὑπουργὲ τῆς Συγκοινωνίας, ἅμα ὡς τελειωτικῶς καθορισθῇ τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας ὑπὲρ τῆς ὁποίας καὶ ἐψήφισα, ἀδιαφορήσας διὰ πᾶν σχόλιον, ὅταν ἤθελε τεθῆ εἰς ἐνέργειαν ἡ σύμβασις τῆς ὁδοποιΐας, νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψει σας αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπον, ὅτι ὑπάρχει ἡμιτελὴς ἡ ὁδὸς Ἀνδριτσαίνης–Πύργου ἀπὸ 40ετίας. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν μικρῶν διακλαδώσεων, ὅπως ἡ ὁδὸς Ζούρτσης εἰς Θολό, καὶ Ἀνδριτσαίνης εἰς Ναὸν Ἀπόλλωνος καὶ ἄλλων αἵτινες μένουν ἡμιτελεῖς ἀπὸ 25ετίας, ἐμφανίζουσαι τὸ θέαμα ἡφαιστειογενῶν ἐπιχωματώσεων, ὥστε μόλις βαταὶ κατέστησαν ἀδιάβατοι. Καὶ ἐπιφυλάσσομαι περὶ τούτων ἐν τῇ εὐθέτῳ στιγμῇ. Καταστρέφων τὸν λόγον ζητῶ συγγνώμην, διότι ἐπὶ μακρὸν σᾶς ἀπησχόλησα, οὐχὶ ὑπεραμυνόμενος τῆς Ἑταιρείας, ἀλλὰ χάριν αὐτοῦ τοῦ κοινοῦ συμφέροντος καὶ τῆς ἀληθείας. Καὶ ὑπομιμνήσκω τὰ ἐπανειλημμένα τηλεγραφήματα καὶ τὰς ἐπανειλημμένας πρὸς τὴν Βουλὴν τηλεγραφικὰς διαμαρτυρίας τῶν κατοίκων Γαργαλιάνων καὶ Φιλιατρῶν, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν παρ’ ἡμῶν δικαιοσύνην. Δικαιοσύνην ἐν τῇ κατανομῇ τῶν βαρῶν, ἀλλὰ καὶ δικαιοσύνην ἐν τῇ κατανομῇ τῶν ἀγαθῶν. Καὶ ἐν τῇ πλάστιγγι τῆς δικαιοσύνης σας, Κύριοι Βουλευταί, ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἡ σύμβασις θὰ βαρύνῃ παράπλευρος πρὸς τὰ ἐλλιποβαρῆ σταθμά, τὰ ὁποῖα ἔθεσαν ἀπέναντί της οἱ πολέμιοι αὐτῆς.
§259Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Οἱ παρόντες, κ. Βουλευταί, ἐξ ὑμῶν εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς 18 Ἰανουαρίου καὶ τὴν ἐπακολουθήσασαν κατὰ συνέχειαν τῆς 19, θὰ ἐνθυμοῦνται καλῶς ὅτι κατέληξα εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου ἐκείνην, ἀφοῦ ὡμίλησα ἐπὶ μακρόν, δηλώσας ὅτι ἐξ ὅλης τῆς Συμβάσεως τὸ μέρος ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀφεώρα τὴν προέκτασιν τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Κυπαρισσίας μέχρι Μαράθου, τὸ ἐθεώρουν καὶ ἀναγκαῖον καὶ χρήσιμον καὶ κατεπεῖγον. Ἀλλ’ ἐρωτῶ: πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἡ σύμβασις αὐτή, τῆς ὁποίας τὸ μέρος τοῦτο τὸ ἐθεώρουν ἐγὼ ἀπαραίτητον, μὲ τοὺς ὅρους τοὺς ὁποίους περιέχει; Ἀτυχῶς ὑπῆρξαν ἄνθρωποι τῆς Ἑταιρείας, ἐξαρτώμενοι ἐκ τῆς Ἑταιρείας καὶ συνδεόμενοι μὲ τὴν Ἑταιρείαν, οἱ ὁποῖοι ἐξαπεστάλησαν εἰς τὰ ἐνδιαφερόμενα μέρη, κατεσυκιφάντησαν τὰ ὅσα ἐγὼ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπον καὶ ἠθέλησαν νὰ ἐξεγείρουν τινάς, ἐλαχίστην μειονότητα τοῦ συνόλου, οἱ ὁποῖοι ἐξαπέστειλαν τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα ἄνθρωποι τῆς Ἑταιρείας ἐπροθυμοποιήθησαν νὰ περιτρέχουν νύκτωρ τὰ δημοσιογραφικὰ γραφεῖα καὶ νὰ δημοσιεύουν καὶ ν’ ἀποδοκιμάζουν τὴν στάσιν μου. Ποίαν δὲ στάσιν μου; Εἶπον ἐγὼ νὰ μὴ κατασκευασθῇ ἡ γραμμὴ Κυπαρισσίας–Μαράθου; Ὅλως τοὐναντίον. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τίνες εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ἐλάχιστοι, εἰς τὰ δάκτυλα τῶν χειρῶν μετρούμενοι καὶ ἀπολύτως δι’ ἐμὲ ἀσήμαντοι, οἱ ὁποῖοι ἀπετόλμησαν ν’ ἀποδοκιμάσουν Βουλευτὴν ἐν τῇ ἐνασκήσει τοῦ νομοθετικοῦ του ἔργου. Γνωρίζετε πῶς κατασκευάζονται τὰ τοιούτου εἴδους τηλεγραφήματα καὶ τίνα ἀξίαν ἔχουν.
§260ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ἀνάξιοι.
§261Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἐὰν δὲ τὰ μνημονεύω, τὰ μνημονεύω μόνον διὰ νὰ χαρακτηρίσω τοὺς συκοφάντας ἐκείνους οἱ ὁποῖοι μοῦ διέστρεψαν τοὺς λόγους μου, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀντίθετον ἀκριβῶς ἔννοιαν, ἐκείνης ἥν τοῖς ἀπέδιδον.
§262Δ. ΜΠΕΝΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ ἔλαβον καὶ ἐγὼ τηλεγραφήματα, δὲν φαντάζομαι νὰ ἐννοῆτε ἐμέ...
§263Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ὑμῶν. Ἂν εἶχον τοιαύτην ὑπόνοιαν, θὰ τὴν ἐξέφραζον. Γνωρίζω τοὺς κατασκευαστάς. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ πεποιθήσεις τὰς ὁποίας ἐσχημάτισα ἐπὶ ὡρισμένου ζητήματος μοῦ ἐκόστισαν ἀκριβά. Δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὰ αἰσθήματα ἢ τὰς ἀντιλήψεις ἐκείνων, μικροῦ ἢ μεγάλου μέρους, τοὺς ὁποίους αὔριον θὰ συναντήσω καὶ θὰ ἐπιζητήσω τὴν ἐμπιστοσύνην των· καὶ τὴν ἐζήτησα καὶ εἰς τὴν Αην ἀναθεωρητικήν, ἀδιάφορον ἂν ὁμιλήσας ὡς ὡμίλησα τότε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διὰ τὴν ὁμαδικὴν παραφροσύνην τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶχον ὡς ἀποτέλεσμα κατὰ τὴν Βαν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν νὰ ἀποτύχω. Δὲν ἐπτοήθην διὰ τοῦτο. Ἀρκεῖ ὅτι ἤμην ἐν τάξει μὲ τὴν συνείδησίν μου, ὡς, ἀπὸ τῶν αὐτῶν ἰδεῶν ὁρμώμενος, εἶμαι καὶ σήμερον. Βεβαίως μεθ’ ὅσα καὶ τώρα λέγω θὰ διακινδυνεύσω τὴν δημοτικότητά μου εἰς ὡρισμένας περιφερείας τῆς Μεσσηνίας, ἀλλ’ ἐξακολουθῶ νὰ ἐμμένω ἐκ πεποιθήσεως εἰς τὰς ἰδέας μου καί φρονῶ ὅτι ἡ Σύμβασις αὕτη εἶναι σύμβασις ἀπολύτως πρὸς περίθαλψιν μιᾶς Ἑταιρείας, ἡ ὁποία κατασπαταλῶσα καὶ ὀργιάζουσα εἰς τὴν διαχείρισιν ὑπὸ τὴν ἐνεστῶσαν διοίκησιν αὐτῆς, νομίζει ὅτι ὁ λαὸς τῆς Πελοποννήσου πρέπει νὰ δουλεύῃ εἰς αὐτήν, τὸ ἀπέδειξα δὲ ἀναλύσας σειρὰν ἄρθρων τῆς Συμβάσεως ἐκείνης. Δὲν ἠθέλησα νὰ διακόψω τὸν εἰσηγητὴν ὁμιλοῦντα. Ἀλλὰ ἐρωτῶ τὸ ἑξῆς: Διὰ ποῖον λόγον, ἀφοῦ ἡ Ἑταιρεία ἀνελάμβανε νὰ κάμῃ ἕνα δάνειον ἀπὸ τὸ ὁποῖον παίρνει προκαταβολικῶς 10%, πλὴν τῶν ἄλλων κερδῶν, προμηθειῶν, ἀτέλειαν χαρτοσήμου κλπ., διὰ τίνα λόγον ἔρχεται τὸ Δημόσιον καὶ λέγει: σοῦ δίδω τὴν πρώτην πενταετίαν, διὰ τὸ δάνειον τὸ ὁποῖον σὺ ἔκαμες 15000 λίρας, διὰ τὴν δευτέραν πενταετίαν 8000 λίρας — αὐτὴ εἶναι ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Οἰκονόμου, τὴν ὁποίαν ἔχει ὑποβάλει εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων ὡς εἰσηγητής — ἀφοῦ οὐσιαστικῶς ἄλλην γραμμήν, πλὴν τῆς Κυπαρισσίας–Μαράθου δὲν πρόκειται νὰ κατασκευάσῃ. Ἡ γραμμὴ αὐτὴ ὑπολογίζεται ὅτι θὰ κοστίσῃ 57.000.000 δραχ. κατ’ ἀνώτατον ὅριον, καὶ ἤθελον νὰ λάβω μίαν ἀπάντησιν συγκεκριμένην ἐπ’ αὐτοῦ διὰ νὰ λύσω μίαν ἀπορίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον ὑπὸ τύπον ἐρωτήματος. Κάμνω ἕνα ἔργον, τὸ ὁποῖον θὰ μοῦ κοστίσῃ 57.000.000 καὶ ἀναλαμβάνω ὡς ἐργολάβος αὐτὸ τὸ ἔργον νὰ τὸ κάμω· εἶναι ὡσὰν νὰ μοῦ λέγῃ, ἀναλαμβάνω τὸ ἔργον αὐτό, θὰ δαπανήσω 57.000.000, θὰ μοῦ δώσῃς ὅμως 42.000.000 — διότι τόσαι εἶναι 115.000 λίραι. Θὰ τὸ κάμω αὐτό, θὰ τὸ ἐκμεταλλευθῶ ἐπὶ 30 ἔτη καὶ μετὰ θὰ ἔλθῃς νὰ τὸ ἐξαγοράσῃς αὐτὸ τὸ ἔργον. Δὲν μοῦ λέγετε, αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος θεωρεῖται ὅτι εἶναι στὰ καλά του, ἢ ὁδεύει εἰς τὴν ἄγουσαν εἰς Δαφνίον; Διότι ἡ ἁπλουστέρα σκέψις εἶναι ἡ ἑξῆς: Προκειμένου νὰ κάμῃς σὺ τὸ Α ἔργον καὶ νὰ σοῦ δώσω ἐγὼ τὰ 42.000.000, διατὶ νὰ μὴ δώσω ἄλλα 42 καὶ νὰ τὸ κάμω ἐγὼ καὶ νὰ τὸ ἐκμεταλλευθῶ ἀπὸ σήμερον; Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτά. Ὑπολογίζει εἰς τὸ δάνειον καὶ τὸ 10% ἐπὶ τοῦ συνολικοῦ ποσοῦ τοῦ δανείου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, σημαίνει, ἐὰν ψηφισθῇ ἡ σύμβασις, ὅτι ἡ Ἑταιρεία ἔχει νὰ ὠφεληθῇ πολλὰ πράγματα καὶ ἀπὸ τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον θὰ συνομολογήσῃ καὶ ἀπὸ τὰ κόμιστρα, τὰ ὁποῖα λέγεται ὅτι εἶναι ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ Ὑπουργείου, ἔλεγχον ἐντελῶς πλατωνικόν. Δὲν θέλω νὰ ἐπικαλεσθῶ τὶ ἐγένετο κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ πῶς ἐκανόνιζε τὰ δρομολόγιά της ἡ Ἑταιρεία, διότι ἀπόδειξις εἶναι ὅτι ἀπὸ τὸ 1923 μέχρι τώρα τὰ δρομολόγια ἐτριπλασιάσθησαν καὶ οἱ δυστυχεῖς ἐπιβάται, διὰ νὰ μεταβοῦν εἰς τὴν τρίτην θέσιν ποὺ εἶναι γιὰ κτήνη, διότι δὲν ἔχει οὔτε κλευτοφάναρο, ὅπως ἐλέχθη πληρώνουν ἀκριβά, πενταπλάσια ναῦλα. Ἀλλ’ ἐκεῖνο ποὺ θέλω νὰ εἴπω εἶναι, ὅτι ἡ Ἑταιρεία φρονεῖ ὅτι ὁ λαὸς τῆς Πελοποννήσου εὑρίσκεται εἰς κτηνώδη κατάστασιν. Συνέβη νὰ μεταβαίνω εἰς Κυπαρισσίαν νύκτα καὶ ὅτε ἐφθάσαμεν εἰς τὸν σταθμόν, δὲν τὸν εὑρίσκομεν, διότι δὲν εἶχον τὰ βαγόνια οὔτε μίαν λάμπαν! Μὰ ἐπὶ τέλους τί θὰ ἐξοδεύσῃ ἡ Ἑταιρεία; Ἑκατὸν δράμια πετρέλαιον μόνον. Γίνονται, Κύριοι, εἰς τὴν Ἑταιρείαν μεγάλαι σπατάλαι, μεγάλαι ἀμοιβαὶ δίνονται εἰς τὰ Διοικητικά της Συμβούλια. Ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς ἔχει μεγάλας ἀποδοχὰς καὶ ἐρωτῶ: διατί ἐλέχθη ὅτι θέλουν νὰ ἐνισχυθῇ ἡ Ἑταιρεία ἐπειδὴ ζημιοῦται καί ζημιοῦται πράγματι ἡ Ἑταιρεία, ἐρωτῶ, ἐπαναλαμβάνω, διατὶ θέλει νὰ ἐξασφαλίσῃ μέρισμα μὲ μεταλλικὰς δραχμάς; Δὲν μοῦ λέγετε σᾶς παρακαλῶ, ποία Ἑταιρεία ὑπολογίζει τὸ μέρισμά της εἰς μεταλλικὰς δραχμάς; Ἡ Ἑταιρεία εἶναι μεγαλυτέρα ἀπὸ ὅ,τι εἶναι ἡ Τράπεζα Ἀθηνῶν; Ποία εἶναι ἡ Ἑταιρεία καὶ ποία Ἑταιρεία ἐζήτησε νὰ ἐξασφαλίσῃ ὡρισμένον ποσὸν μερίσματος εἰς τοὺς μετόχους της; Πόσον εἶχον αἱ μετοχαὶ τῆς Ἑταιρείας; 100 δραχμάς, ἐὰν δὲ δὲν ὑπῆρχεν ὁ συναγωνισμὸς τῶν δύο ὁμίλων Τετενὲ καὶ Παπαγεωργίου, ἀντὶ νὰ ἔχουν 700 δραχμὰς δὲν θὰ εἶχον οὔτε 100 δραχμάς. Ἀλλ’ ὁ συναγωνισμὸς ὁ ἄγριος ὁ ὁποῖος γίνεται μεταξὺ τῶν δύο Ἑταιρειῶν φέρει αὐτὴν τὴν στιγμὴν καὶ αὐτοὺς τοὺς ἰδίους οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν Ἑταιρείαν νὰ περιτρέχουν τοὺς διαδρόμους τῆς Βουλῆς καὶ παρακαλοῦν τοὺς Βουλευτὰς νὰ κλείσουν τὴν σύμβασιν λέγοντες· «σώσατέ μας γιατὶ χανόμεθα». Δὲν μοῦ λέγετε σᾶς παρακαλῶ ἐκ τῶν 130.000 χιλιάδων μετοχῶν, τὰς ὁποίας ἔχει ἐκδόσει ἡ Ἑταιρεία, πῶς ἔχει εἰς τὰς χεῖρας της 65.000; Τί ἀξίαν ἔχουν αἱ μετοχαὶ αὐταὶ καὶ πῶς δύνανται νὰ ἔχουν κλεισμένα 40 ἑκατομ. μὲ τόκον 3% καθ’ ἣν ἐποχὴν δύνανται νὰ τὰ δώσουν τοὐλάχιστον μὲ 15%; Αὐταὶ εἶναι αἱ ζημίαι, τὰς ὁποίας ὑφίστανται αἱ Ἑταιρεῖαι καὶ ζητοῦν νὰ τοὺς ἐξασφαλίσῃ ὡρισμένον μέρισμα τὸ Κράτος, 75 δραχ. τοὐλάχιστον, τὰς ὁποίας ἀμφιβάλλω ἂν τὰς δίδῃ ἡ Τράπεζα Ἀθηνῶν. Ἔρχεται λοιπόν, Κύριοι, τὸ Κράτος νὰ ἐξασφαλίσῃ πλέον ἁρπαγὰς ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως καὶ ἰδίως ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ ἀπεριορίστου τῆς ὑψώσεως τῶν εἰσιτηρίων καὶ τῶν κομίστρων. Ἐγὼ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως ἐπιθυμῶ νὰ ψηφισθῇ ἡ σύμβασις ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διότι δὲν λέγω νὰ μὴ ὠφεληθῇ ἡ Ἑταιρεία, ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖ νὰ πιστεύσῃ κανεὶς καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι εἶναι φιλάνθρωπος Ἑταιρεία. Εἶναι κερδοσκοπικὴ Ἑταιρεία. Βεβαίως ὅταν καταθέτει κανεὶς κεφάλαια, θέλει λογικῶς νὰ ὠφεληθῇ, ἀλλὰ νὰ ὠφεληθῇ λογικῶς καὶ ὄχι ληστρικῶς. Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῇ τὸ δικαίωμα τῆς Ἑταιρείας τοῦ νὰ αὐξάνῃ, νὰ καθορίζῃ αὐτὴ τὸ μέρισμα καὶ τὴν ὕψωσιν τῶν τιμολογίων. Δὲν μοῦ ἀρκεῖ τὸ Ὑπουργεῖον, διότι τὸ Ὑπουργεῖον θὰ ἐγκρίνῃ τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποβάλῃ ἡ Ἑταιρεία κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς της, ἀλλ’ ἡ Ἑταιρεία ἀντὶ νὰ κάμῃ μίαν διανομὴν 10, θὰ κάμῃ 50. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐπέμβῃ τὸ Ὑπουργεῖον καὶ νὰ ἐλέγχῃ τὴν διαχείρησιν τοῦ Συμβουλίου.
§264Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. (Ὑπ. Συγκ.). Ἔχει κυβερνητικὸν ἐπίτροπον. Τὸ Κράτος καὶ ἐπεμβαίνει.
§265Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Δὲν ἐπεμβαίνει. Θὰ σᾶς φέρῃ τὴν κατάστασιν, ἢ θὰ σᾶς εἴπῃ τόσον εἶναι αἱ εἰσπράξεις. Τόσον πρέπει νὰ ἐξασφαλισθῇ τὸ πρῶτον μέρισμα. Τί θὰ κάμετε σεῖς; Θὰ τὸ ἐλαττώσετε; Ἀνατρέπετε τὴν σύμβασιν. Ἀπὸ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως ἐξετάζω ἐγὼ τὴν σύμβασιν. Ἡ Ἑταιρεία εὐχαρίστως ἐδέχετο, ὅ,τι τῆς ὑπεδεικνύετο καὶ τοιουτοτρόπως ἔχομεν πολλὰς μελέτας περὶ κατασκευῆς γραμμῆς. Ὁ κ. Συνάδελφος εἶναι εὐχαριστημένος διότι ἡ σύμβασις περιλαμβάνει, ὅτι θὰ γίνῃ μελέτη κατασκευῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς εἰς Ἀνδρίτσαινα.....
§266Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὅταν, κ. Συνάδελφε, ἐκ τῆς συμβάσεως ὑπάρχει ὑποχρέωσις τῆς Ἑταιρείας, κατόπιν τῆς συνάψεως τοῦ δανείου τῶν 20).000 λιρῶν νὰ γίνῃ ἡ μελέτη ὡρισμένης γραμμῆς, ὑποθέτω, ὅτι τοῦτο δὲν ἀναγράφεται εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν. Εἶναι φυσικόν, διάταξις ἀναγεγραμμένη ἐν τῇ συμβάσει νὰ εἶναι ὑποχρέωσις ἐκ μέρους τῆς Ἑταιρείας. Τώρα βεβαίως, ἐὰν τὸ Κράτος εἴπῃ εἰς τὴν Ἑταιρείαν, ὅτι δὲν θέλει νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν μελέτην τῆς γραμμῆς, εἶναι δικαίωμα τοῦ Κράτους καὶ ἴσως ὑποχρέωσις τῆς Ἑταιρείας νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὰς ὑποδείξεις τοῦ Κράτους.
§267Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἡ ἄποψις αὐτὴ εἶναι ἐντελῶς ἐσφαλμένη, διότι ἡ Ἑταιρεία δὲν ἀναλαμβάνει καμμίαν ὑποχρέωσιν. Ὅλα αὐτὰ ποὺ λέγει εἶναι σαπουνόφουσκες. Ἰδοὺ τί ὑποχρεώσεις ἀναλαμβάνει ἡ Ἑταιρεία. Τὴν ὑποχρέωσιν τῆς μελέτης τῆς κατασκευῆς (ἀναγινώσκει). Δλαδὴ δύναται νὰ ζεύξῃ ὅλην τὴν Πελοπόννησον μὲ σιδηροδρομικὰς γραμμάς, ἀλλὰ μόνον εἰς τὰ χαρτιὰ μένουσιν αὐτά. Διὰ τὸ Λουτράκι τὸ λέγει. Τ’ ἄλλα ὅλα εἶναι λόγια, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ βλέπουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ βλέπουν πάρα πέρα. Λοιπὸν καταλήγων ἐπαναλαμβάνω καὶ τονίζω ὅτι ἡ σύμβασις ἔχει πολλὰ τὰ τρωτὰ κατὰ τὴν ἐφαρμογήν της. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἐμφανισθῇ ἡ σύμβασις, διότι εἰς τὴν περιφέρειάν μου θὰ ἔχωμεν μίαν γραμμήν, ἡ ὁποία θὰ ἐξυπηρετῇ τὰ τοπικὰ συμφέροντα, ἀλλ’ ἀφοῦ τροποποιηθοῦν οἱ ὅροι τοὺς ὁποίους ὑπέδειξα. Μόνον δι’ αὐτὸ ἔλαβον τὸν λόγον καὶ κατὰ τὸν Ἰανουάριον καὶ σήμερον καὶ ὄχι ὅτι εἶμαι ἐναντίον τῆς συμβάσεως. Νὰ ψηφισθῇ, ἀλλὰ διὰ νὰ τροποποιηθῇ αὕτη κατὰ τὸ προσῆκον καὶ τὸ δίκαιον.
§268Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, ἐὰν δὲν εἶχον στοιχεῖα νέα νὰ παρουσιάσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ὁμολογῶ ὅτι τὰ στοιχεῖα ταῦτα ἐξήντλησαν οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες κατὰ τῆς συμβάσεως. Ὁ σκοπὸς διὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον εἶνε ἁπλῶς νὰ καταστήσω γνωστὸν τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἐγὼ κατέληξα ἐκ τῆς συζητήσεως, καὶ νὰ συσχετίσω αὐτὸ μὲ ἕν θέμα, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει τὴν Δυτικὴν Μακεδονίαν. Ἡ κατασκευὴ ἑνὸς σιδηροδρόμου, ἕνα ἔχει σκοπὸν, τὴν εὐθηνίαν, τὴν ταχύτητα, καὶ τὴν εὐκολίαν τῶν μεταφορῶν, ἐπὶ τῷ σκοπῷ τῆς αὐξήσεως τῶν συναλλαγῶν καὶ τῆς εὐθηνίας τῆς ζωῆς. Ἐκπληροῖ ὅμως ἡ σύμβασις ὑμῶν τὸν σκοπὸν αὐτόν; Ἡ πεποίθησίς μου ἐκ τῆς συζητήσεως εἶναι ὅτι δὲν ἐξυπηρετεῖ αὐτόν· ὅτι τὰ κόμιστρα θὰ αὐξηθοῦν καὶ ἑπομένως θὰ ἔχωμεν δυσμενῆ ἀντίκτυπον εἰς τὴν Χώραν καὶ τὴν εὐθηνίαν τῆς ζωῆς. Ἀλλὰ διατὶ ἔγινεν ἡ σύμβασις; Ἔγινεν ἡ σύμβασις διότι εἶναι μία παραφυὰς τῆς ὅλης οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τῆς λεγομένης οἰκονομικῆς ἐξυγιάνσεως, τῆς ἐξυγιάνσεως τῶν οἰκονομικῶν μιᾶς κεφαλαιοκρατικῆς ἀπολυταρχίας, ἡ ὁποία τείνει νὰ ἀπορροφήσῃ τὴν ὅλην ἰκμάδα τοῦ οἰκονομικοῦ βίου τῆς χώρας. Σιδηρόδρομος σήμερον δὲν κατασκευάζεται ἐν Εὐρώπῃ, παρὰ μόνον ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει διεθνὴς ἀρτηρία μεταφορῶν, διὰ τὰς ὁποίας δὲν ἐπαρκεῖ τὸ αὐτοκίνητον. Μετὰ τὴν ἐφεύρεσιν ὅμως τοῦ αὐτοκινήτου, οὐδαμοῦ εἰς δευτερευούσας γραμμάς, ὡς αἱ σιδηροδρομικαὶ γραμμαὶ Πελοποννήσου, κατεσκευάσθησαν σιδηρόδρομοι, διότι τοῦτο θὰ ἐπαρουσίαζε τὴν θλιβερὰν εἰκόνα τὴν ὁποίαν παρεστήσατε ἐνταῦθα. Σήμερον, κ. Πρόεδρε, τὸ αὐτοκίνητον, ὅταν τρέχῃ ἐπὶ μονίμου ὁδοστρώμματος μὲ ταχύτητα 40 χιλιομ. τὴν ὥραν, εἶναι πολὺ εὐθηνότερον καὶ ταχύτερον καὶ πολὺ συμφέρει εἰς τὸ ἐμπόριον, διότι ἀναχωρεῖ τὴν ὥραν ποὺ θέλω ἐγὼ ὁ ἔμπορος, διότι παίρνει τὸ ἐμπόρευμά μου ἀπὸ τὴν πόρτα μου καὶ τὸ φέρνει εἰς τὴν πόρτα σας, καὶ διότι εἶναι εὐθηνότερον. Ἄρα τὸ αὐτοκίνητον μᾶς ἀπαλλάσσει ἡμᾶς, τοὺς ἔχοντας ἀσθενεῖς τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις, ἀπὸ τὴν πληγὴν τῶν σιδηροδρόμων. Τὰ ἔξοδα τοῦ σιδηροδρόμου Πελοποννήσου εἶναι 210 ἑκατομμύρια. Δὲν μᾶς ἀπαλλάσσετε ὅμως ἀπὸ τὸν φόρτον τῶν ὑπαλλήλων, ἀπὸ τὴν ἐπήρειαν τῆς πολιτικῆς, ἀπὸ τὰς δικαιολογημένας αὐτῶν ἀπεργίας, διότι πένονται. Τότε λοιπὸν ὁ σιδηρόδρομος εἶναι καρκίνωμα ἀντὶ νὰ εἶναι εὐεργέτημα διὰ τὸν λαόν. Ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως αὐτῆς, ἡ ὁποία περιέχει δάνειον, θὰ παρουσιασθῇ ὁ ἀπαραίτητος μαικηνὰς τῆς οἰκονομικῆς ἐξυγιάνσεως, ὁ κ. Χάμπρο, καὶ θὰ παρουσιασθῇ ὡς Ἄγγλος—δανειστής. Εἶναι δὲ πράγματι αἱ συμβάσεις τὰς ὁποίας συνάπτει τὸ Κράτος μετ’ Ἑταιρείας ἡ ἀσφαλεστέρα τοποθέτησις κεφαλαίων, καὶ ἡ ἀσφαλεστέρα τοποθέτησις κεφαλαίου δίδεται εἰς ξένους μὲ τὸ ὡσανὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τὰ ξένα κεφάλαια, τὰ ὁποῖα διαρκῶς θυμιατίζει. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εὔχομαι καὶ συνιστῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, εἶναι, ἂν θέλῃ νὰ ἀφήσῃ ἀληθῶς φήμην τῆς διαβάσεώς του ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας εἰς τὸν Νομὸν ἐκ τοῦ ὁποίου ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἐκλέγωμαι, νὰ μετατρέψῃ τὴν σύμβασιν τῶν σιδηροδρόμων τῆς Μακεδονίας εἰς σύμβασιν ὁδοποιίας. Ἐὰν μᾶς κατασκευάσῃ ἕνα δρόμον ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκην ἕως τὰ Ἰωάννινα θὰ εἴμεθα εὐγνώμονες, ἀλλὰ οὐχὶ δρόμον ἡμιονικῶν ὁδοστρωμάτων ἀλλὰ δρόμον μονίμου ὁδοστρώματος, ὥστε τὸ αὐτοκίνητον Θεσσαλονίκης–Ἰωαννίνων νὰ δύναται νὰ τρέχῃ μὲ ταχύτητα 40 χιλιομέτρων, εἰς δρόμον ἀρκετὰ πλατὺν καὶ καλὰ ἐστρωμένον, ὁ ὁποῖος ἐπὶ 15 χρόνια νὰ μὴ χαλάσῃ. Θὰ εἶναι δὲ πολὺ ὠφέλιμος καὶ ὁ σιδηρόδρομος Βερροίας–Ἰωαννίνων.
§269Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καὶ ὁ στρατὸς πῶς θὰ μεταφέρεται;
§270Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Ἀλλ’ ἐὰν πρόκειται νὰ ἱδρυθῇ σιδηρόδρομος ἄνευ ἐπιβατῶν καὶ μετὰ περισσοτέρων ὑπαλλήλων ἢ ὅσοι θὰ εἶναι οἱ ἐπιβάται, καὶ σιδηρόδρομος ὁ ὁποῖος θὰ στοιχίζῃ πολὺ περισσότερα ἀπὸ τὸ αὐτοκίνητον, ἐγὼ τὸ ἀπεύχομαι νὰ κατασκευασθῇ αὐτὸς ὁ φθισικὸς σιδηρόδρομος.
§271ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος.
§272ΣΠΥΡ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μετὰ τὰς ἀγορεύσεις τῶν ἀξιοτίμων προλαλησάντων, τοῦ κ. Γόντικα, τοῦ κ. Μουσχούλα καὶ τοῦ κ. Μπότσαρη, ἔχω ἐλάχιστα νὰ προσθέσω ἐπὶ θέματος τὸ ὁποῖον προλαλήσαντες δὲν ἔθιξαν διόλου, καὶ δι’ αὐτὸ θέλω νὰ εἴπω δύο λέξεις ἐπ’ αὐτοῦ. Πρὶν ἢ τὸ θίξω ἐπιθυμῶ νὰ δηλώσω ὅτι θεωρῶ αὐτὴν τὴν σύμβασιν εὐεργετικὴν διὰ τὴν Πελοπόννησον. Γνωρίζουσιν οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες, καὶ ἰδίως ὁ κ. ἐκ Μεσσηνίας Συνάδελφος, ὅτι ὅλοι οἱ πληθυσμοὶ τῆς Πελοποννήσου ἀναμένουν ἐναγωνίως τὴν ψήφισιν αὐτῆς τῆς συμβάσεως. Δι’ ἐμὲ ἓν σπουδαῖον ἔργον, τὸ ὁποῖον δικαιολογεῖ ἐπαρκῶς τὴν σύμβασιν αὐτήν, εἶναι ἡ κατασκευὴ τῆς γραμμῆς Κυπαρισσίας–Φιλιατρῶν–Μαράθου. Αὐτὴ ἡ γραμμὴ θὰ ἐξυπηρετήσῃ μίαν περιφέρειαν εὐφορωτάτην, ἡ ὁποία ἠμπορῶ νὰ εἴπω ὅτι εἶναι ἠδικημένη διότι εἶναι ἐστερημένη πάσης συγκοινωνίας μὲ τὰ μεγαλύτερα κέντρα καταναλώσεως, πρὸς μεγάλην βλάβην τῆς παραγωγῆς. Παρ’ ὅλα αὐτά, κύριοι, εἶναι γεγονὸς ὅτι οἱ σιδηρόδρομοι Πελοποννήσου εἶναι ἀτελεῖς, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζει καὶ ἡ ἰδία Ἑταιρεία. Ἔχουν πλείστας ὅσας ἐλλείψεις. Ἡ στοιχειώδης ὅμως εἰλικρίνεια ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς τοὐλάχιστον οἱ ὁποῖοι ταξιδεύομεν δι’ αὐτῶν τῶν σιδηροδρόμων νὰ ἀναγνωρίσωμεν ὅτι ἀφ’ ἧς ἐλύθη ἡ ἐπίταξις ἐπετελέσθησαν μέγισται πρόοδοι τὰς ὁποίας ἀνέφερον οἱ κ.κ. προλαλήσαντες καὶ εἶναι περιττὸν νὰ τὰς ἐπαναλάβω. Τολμῶ νὰ εἴπω ὅτι ἐντὸς 2 ἐτῶν οἱ συρμοὶ τοῦ ΣΠΑΠ ἔγιναν οἱ τελειώτεροι τῆς Ἑλλάδος. Ὡς προεῖπον, πολλαὶ ἐλλείψεις ὑπάρχουν ἀλλὰ μίαν ἰδίως ἐπιθυμῶ νὰ τονίσω. Εἶναι ἡ ταχύτης ἢ μᾶλλον ἡ βραδύτης τῶν συρμῶν. Ἡ γραμμὴ Ἀθηνῶν–Καλαμῶν ἀριθμεῖ 330 χιλιόμ. τὰ ὁποῖα διανύονται εἰς 14 ὥρας. Ἐπιθυμῶ νὰ συγκρίνω αὐτὴν μὲ τὴν γραμμὴν τὴν γνωστὴν εἰς ὅλους Paris — Lyon — Mediterrané. Ἡ ἀπόστασις μεταξὺ Παρισσίων καὶ Μασσαλίας εἶναι ἄνω τῶν ὀκτακοσίων χιλιομέτρων τὰ ὁποῖα διανύονται εἰς 13 ὥρας. Δὲν λέγω ὅτι δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν αὐτὴν τὴν τελειότητα, ἀλλὰ θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν μείζονα ταχύτητα διότι οἱ συρμοὶ αὐτοί, κύριοι, κυριολεκτικῶς εἰς πολλὰς περιφερείας καρκινοβατοῦσι. Ἡ δὲ γραμμὴ Παρισίων–Καλαμῶν εἶναι διακόσια ἐννενήκοντα χιλιόμετρα τὰ ὁποῖα διανύονται εἰς 3 ὥρας.
§273Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. (Ὑπ. Συγκ.). Εἶναι πλατεῖαι γραμμαί. Ἐὰν θέλετε νὰ κάμετε σύγκρισιν, νὰ πάρετε στενὰς γραμμὰς, αἵτινες εἶναι καὶ πολὺ εὐθυνότεραι.
§274ΣΠ. ΕΜΠ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω, κ. Ὑπουργέ, εἰς αὐτό. Ἐπ’ αὐτῆς τῆς γραμμῆς Παρισίων– Μασσαλίας τὸ χιλιόμετρον στοιχίζει 45 λεπτὰ χρυσᾶ ἐνῷ ἐπὶ τῆς γραμμῆς μας, κατὰ τὸν ὑπολογισμόν, τὸν ὁποῖον δὲν θεωρῶ καὶ ἀλάθητον, τὸ χιλιόμετρον στοιχίζει μίαν δραχμὴν καὶ 75 λεπτά. Ἑπομένως βλέπετε ὅτι εἶναι πλέον εὐθηνὸς ὁ σιδηρόδρομος Παρισίων–Μασσαλίας. Δὲν ἐπιρρίπτω τὴν εὐθύνην δι’ ἀπληστίαν τῆς Ἑταιρείας. Αὐτὸ τὸ ζήτημα ἀνέπτυξαν προηγουμένως οἱ κ. προλαλήσαντες καὶ οἱ λόγοι τῆς ἀκριβείας τῶν τιμολογίων εἶναι ἡ ἐπαχθὴς φορολογία καὶ τὸ μέγα μισθολόγιον. Ἐπίσης ὑπέδειξαν οἱ προλαλήσαντες κ.κ. Συνάδελφοι διὰ ποίου τρόπου εἰμπορεῖ νὰ γίνῃ ἐλάττωσις τοῦ προσωπικοῦ. Ἐπίσης μοὶ φαίνεται ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει σοβαρῶς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως μία ἐλάττωσις τῆς φορολογίας. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ συγκοινωνία εἶναι τὸ κάτοπτρον τοῦ πολιτισμοῦ μιᾶς χώρας. Νομίζω δὲ ὅτι ἐάν τις μᾶς κρίνῃ ἀπὸ τὴν συγκοινωνίαν μας, βεβαίως ἡ κρίσις αὐτοῦ θὰ ἦτο πολὺ ὀλίγον ἐποικοδομητική. Ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ ψηφίσωμεν αὐτὴν τὴν σύμβασιν, ἀλλὰ μὲ αὐτὰς τὶς δύο συστάσεις, τὰς ὁποίας ἐλπίζω ὅτι θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει σοβαρῶς ὁ κ. Ὑπουργός.
§275Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. (Ὑπ. Συγκ.) Μελλοντικῶς.
§276ΕΜΜ. ΜΑΧΑΙΡΑΣ. Ἀναγνωρίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ ὥρα εἶναι ἀκατάλληλος διὰ πολλὲς κουβέντες, ἀλλὰ καὶ κατάλληλος ἐὰν ἦτο, ἐγὼ πολλὲς κουβέντες δὲν ἠξεύρω νὰ λέγω. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω εἰς ὑμᾶς μερικὰ λόγια, πρῶτον γενικῶς καὶ νὰ καταλήξω κατόπιν νὰ ὑποστηρίξω μίαν τροπολογίαν ἐφ’ ὡρισμένων ἄρθρων. Ἐγώ, Κύριοι, δι’ ὅσα ἐλέχθησαν κατὰ τῆς Ἑταιρίας ἀπὸ τοῦ βήματος, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω δύο λέξεις, ὄχι διότι εἶμαι συνήγορος τῆς Ἑταιρίας, κάθε ἄλλο, διότι ἐγὼ ἀπελύθην ἀπὸ τὴν Ἑταιρείαν καὶ ἐπετάχθηκα εἰς τοὺς δρόμους διὰ λόγους συμφέροντος τῆς Ἑταιρείας, διότι ἤμην ἀναμεμιγμένος εἰς τὴν σωματειακὴν κίνησιν τῶν ὑπαλλήλων. Ὁ ἀγών των ἐστρέφετο εἰς τὸ νὰ βελτιώσουν τὴν θέσιν των εἰς βάρος τῶν συμφερόντων τῆς Ἑταιρείας. Ἐν τούτοις ὅμως λόγοι δικαιοσύνης μὲ ὑποχρεώνουν νὰ ὁμολογήσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡ Ἑταιρεία αὐτὴ διὰ τὸ προσωπικόν της, διὰ τὸν κόσμον, διὰ τὰ οἰκονομικὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ τῆς Πελοποννήσου ἐν γένει, εἶναι ἀπὸ ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Ἑλλάδος ἀνεγνωρισμένον ὅτι εἶναι ἡ καλλιτέρα Ἑταιρία. Ἕνα εἶναι γεγονὸς ὅτι αἱ διάφοροι συμβάσεις, αἱ ὁποῖαι σήμερον κωδικοποιοῦνται εἶναι ἀνακατωμέναι ἐντελῶς εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Ἑταιρείας καὶ δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ εὕρῃ λογαριασμὸν μὲ αὐτά. Ἔρχεται λοιπόν, Κύριοι, τὸ Δημόσιον νὰ κωδικοποιήσῃ τὰς διαφόρους αὐτὰς συμβάσεις μὲ τὴν Ἑταιρείαν διὰ νὰ κανονίσῃ καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου μὲ τὴν Ἑταιρίαν καὶ νὰ ρυθμίσῃ τρόπον τινὰ καὶ τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑταιρίας, τὰ ὁποῖα ὁμολογουμένως δὲν πηγαίνουν καλά. Εἶμαι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν ἀπὸ πολλοὺς πρώην συναδέλφους καὶ ἤδη συνταξιούχους, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑταιρείας ἀπὸ δύο ἐτῶν εἶναι ἐντελῶς εἰς ἀξιοθρήνητον κατάστασιν. Ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐλέχθησαν καὶ δύνανται νὰ λεχθῶσιν πολλά, διότι ὅλοι τὰ γνωρίζομεν. Ἓν ἐκ τῶν αἰτίων τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν εἶναι καὶ ἡ ἐπιβάρυνσις τοῦ προσωπικοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆλθε κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη εἰς σεβαστὸν ἀριθμόν. Ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ ὅτι ὑπάρχει πολυτέλεια προσωπικοῦ, ἡ ὁποία δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ εἰς τόσον βαθμόν. Ἀφορμὴ τῆς πολυτελείας αὐτῆς τοῦ προσωπικοῦ δὲν εἶναι οἱ ὑπάλληλοι ἀλλ’ αἱ διάφοροι περιστάσεις, ὅπως ἡ ἀπεργιακὴ κατάστασις καὶ ἡ ἐπίταξις ὑπὸ τοῦ Κράτους κτλ. Διὰ νὰ ἐλαττώσωμεν σήμερον τὶς θυσίας, ἐφόσον ἡ Ἑταιρεία δὲν εἶναι ἐπαρκής, τοὐναντίον μάλιστα ἔχει ἀνάγκην βελτιώσεως, εἶναι ἀδύνατον, ὅπως εἶναι ἀδύνατον, ὡς εἶπεν καὶ ὁ κ. Γόντικας, νὰ ἐλαττώσωμεν καὶ τὸ προσωπικόν. Ὁ μόνος τρόπος πρὸς ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων τῆς Ἑταιρείας, εἶναι ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Γόντικας καὶ ἡ Ἑταιρεία ἤδη λαμβάνει πρόνοιαν νὰ συνταξιοδοτήσῃ τοὺς ὑπαλλήλους περισσότερον τοῦ δέοντος, πρὸς ἀπολύτρωσιν τῶν ἐξόδων καὶ τῶν βαρῶν μὲ τὰ ὁποῖα ἐπιβαρύνεται ἡ Ἑταιρεία. Καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας οἱ ἀποτελοῦντες τὴν τάξιν τῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἐνδιαφέρονται διὰ τὰ γενικὰ ζητήματα, κατὰ τὸ τρέχον ἔτος πρόκειται νὰ ἀπομακρυνθῶσι καὶ θὰ ἐπιβαρυνθῇ ἑπομένως τὸ Ταμεῖον τῶν Συντάξεων τῶν ὑπαλλήλων τόσον πολύ, ὥστε εἶναι δυνατὸν νὰ διασεισθῶσι τὰ θεμέλια αὐτοῦ. Νομίζω διὰ τοῦτο ὅτι δὲν εἶναι πολὺ τὸ θάρρος μὲ τὸ ὅποιον ἀνέλαβον μὲ ἐμὲ πολλοὶ τῶν κυρίων Συναδέλφων νὰ ὑποβάλωμεν μίαν ἔκθεσιν καὶ τροπολογίαν ἀφορώσας ἰδίως τοὺς ὑπαλλήλους οἱ ὁποῖοι ἀπέρχονται ἀπὸ τὴν Ἑταιρείαν. Δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι θὰ φανῇ παράξενον εἰς πολλοὺς εἰς μίαν σύμβασιν νὰ τεθῶσιν διατάξεις ἀφορῶσαι τοὺς ὑπαλλήλους. Εἰς παλαιοτέραν ἐποχὴν δὲν ἐδίδετο οὐδεμία προσοχὴ ποτέ, οὐχὶ ἀπὸ ἔλλειψιν ἐνδιαφέροντος πρὸς τὸν ἐργαζόμενον κόσμον, ἀλλὰ ἐκ συστήματος. Τέλος πάντων ὁ ἀὴρ, ὁ ὁποῖος δὲν ὑπῆρχε τότε ὑπάρχει σήμερον καὶ ἡ ἀτμόσφαιρα ἡ ὁποία ἔχει δημιουργηθῆ ἀπὸ τὴν μεταπολεμικὴν περίοδον καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἡ ὁποία τείνει νὰ ἀσφαλίσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον τὰς ἐργατικὰς τάξεις εἶναι καλή. Εἶναι λοιπὸν, φρονῶ, ὑποχρέωσις τῆς Βουλῆς σήμερον νὰ δεχθῇ, ὅπως εἰς τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως τεθῶσι διατάξεις τινὲς διὰ τῶν ὁποίων νὰ ἐξασφαλίζωνται οἱ ἀπερχόμενοι τῆς ὑπηρεσίας ὑπάλληλοι. Πρέπει νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 10 μία παράγραφος κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ ὑποχρεοῦται ἡ Ἑταιρεία νὰ συνεισφέρῃ ἴσον ποσὸν εἰς τὸ Ταμεῖον τῶν Συντάξεων ὅσον καὶ οἱ ὑπάλληλοι. Ὑπάρχει εἷς νόμος 2868 ὁ ὁποῖος προβλέπει τὰς ἀσφαλείας αὐτὰς δι’ ὅλους τοὺς ἰδιωτικοὺς ὑπαλλήλους. Εἰς τὸν Νόμον αὐτὸν ἀναφέρεται, ὅτι ὅλαι αἱ Ἑταιρεῖαι θὰ δώσωσιν εἰς τὸ τὸ Ταμεῖον Συντάξεως καὶ ρητῶς ἀναφέρει ὅτι ὑποχρεοῦνται νὰ δώσωσιν ἴσον ποσὸν μὲ τοὺς ὑπαλλήλους, ἐξαιρεῖται δὲ μόνον ἡ Ἑταιρεία Πελοποννήσου. Δὲν γνωρίζω τὸν λόγον τῆς ἐξαιρέσεως τῆς Ἑταιρείας αὐτῆς, ἀλλὰ λέγουν ὅτι αἱ ὑποχρεώσεις της καθορίζονται δι’ ἄλλου Νόμου, τοῦ Νόμου ΓΣΚ. Εἰς ὅλα τὰ Κράτη ὑπάρχουσι Ταμεῖα τεράστια τῶν Σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων καὶ αἱ Ἑταιρεῖαι καταβάλλωσι καὶ 25% πάρα πάνω ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι δὲν εἶναι δύσκολον νὰ πεισθῇ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, ὅτι αὐτὴ ἡ διάταξις εἶναι ἀναγκαιοτάτη καὶ πρέπει νὰ προστεθῇ εἰς τὴν σύμβασιν. Εἶπον προηγουμένως ὅτι ἀνεγνώρισα καὶ ἀναγνωρίζω, ὅτι ἡ Ἑταιρεία χωλαίνει καὶ βεβαίως διὰ τῆς προσπαθείας θὰ ἐπιδιορθωθῇ κατά τι.
§277Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκ.). Πόσον ὑπολογίζετε.
§278Ε. ΜΑΧΑΙΡΑΣ. Κατὰ 1½ ἑκατ. ἴσως, διὰ νὰ δώσῃ δηλ. τὸ ἴσον ποσὸν μὲ τοὺς ὑπαλλήλους. Τὸ ποσὸν αὐτὸ θὰ τὸ ὠφεληθῇ ἡ Ἑταιρεία ἀπὸ τὴν συνταξιοδότησιν τῶν γεροντοτέρων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουσι τὸν μεγαλύτερον μισθόν. Εἶναι γεγονὸς ὅτι εἰς διάστημα ἑνὸς ἔτους θὰ συνταξιοδοτηθῶσιν πλέον τῶν 800 ὑπαλλήλων οἱ ὁποῖοι λαμβάνουσι ἄνω τῶν 7000 δραχμῶν σήμερον.
§279Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Λόγῳ τῆς αὐξήσεως τῆς τριετοῦς ὑπηρεσίας.
§280Ε. ΜΑΧΑΙΡΑΣ. Μάλιστα. Αὐτοὶ ἔχουσι 40 ἐτῶν ὑπηρεσίαν καὶ θὰ λάβωσι σύνταξιν λόγῳ ὁρίου τῆς ἡλικίας. Ὅταν θὰ φύγωσιν ἀπὸ τὴν Ἑταιρείαν δὲν θὰ ἀντικατασταθῶσι καὶ δὲν πρέπει νὰ συμπληρωθῶσιν αἱ θέσεις των ἐὰν δὲν λάβῃ πρότερον πρόνοιαν ἡ Ἑταιρεία νὰ κάμῃ ἕναν καταστατικὸν χάρτην τῶν σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων, νὰ καθορίσῃ τὰς ὀργανικὰς θέσεις εἰς τρόπον, ὥστε ἡ Ἑταιρεία νὰ μὴ ἔχῃ πολυτελὲς προσωπικόν. Ἐγὼ δύναμαι νὰ ἀποδείξω ὅτι ἡ Ἑταιρεία θὰ ἔχῃ συμφέρον καὶ δὲν θὰ εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἰσοφαρίσῃ τὴν ζημίαν τὴν ὁποίαν θὰ ὑποστῇ δίδουσα εἰς τὸ Ταμεῖον τῶν Συντάξεων 1½ ἑκατομ. ἀλλὰ θὰ ἔχῃ καὶ περισσοτέραν ὠφέλειαν διότι ἡ συμπλήρωσις θὰ γίνῃ ἀπὸ νεωτέρους ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι κατὰ λογικὴν συνέπειαν λαμβάνωσιν ὀλιγώτερον μισθὸν ἀπὸ τοὺς συνταξιούχους. Ἡ τροπολογία μας προβλέπει νὰ προστεθῇ ἓν ἐδάφιον εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 10 ἄρθρον τὸ ὁποῖον νὰ λέγῃ ὅτι ἡ ὑπὲρ τῆς συντάξεως τῶν ΣΠΑΠ εἰσφορὰ τῆς Ἑταιρείας θὰ εἶναι ἰσόποσος πρὸς τὴν τοῦ προσωπικοῦ. Ἔχομεν καὶ ἄλλας τινὰς τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐντελῶς ἐπουσιώδεις δηλ. εἰς τὸ ἄρθρον 17 προτείνομεν ...
§281ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀφοῦ ἀνεγνωρίσθη ὅτι ἡ Ἑταιρεία ἔχει τόσα βάρη καὶ δὲν δύναται νὰ ἀντεπεξέλθῃ, πῶς θὰ γίνῃ τοῦτο;
§282Ε. ΜΑΧΑΙΡΑΣ. Εἶπον ὅτι ἐὰν δώσῃ 1½ ἑκατ. σήμερον ἡ Ἑταιρεία θὰ κερδίσῃ 2½ ἑκατομ. ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους οἱ ὁποῖοι θὰ ἐξέλθουν ὡς συνταξιοῦχοι.
§283Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκοιν). Αὐτὸ τὸ ζήτημα δύναται τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ τὸ ρυθμίσῃ κατὰ τρόπον ἑνιαῖον.
§284ΕΜ. ΜΑΧΑΙΡΑΣ. Εἶναι ὁ νόμος 2868. Φρονῶ ὅτι διὰ νὰ ἀπορρίψητε τὴν τροπολογίαν αὐτὴν θὰ ἀδικήσητε πολὺ τὴν σύγχρονον ἀντίληψιν τῆς νομοθεσίας.
§285Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκοιν.). Δὲν θὰ εἶχα δυνατὸν εἰς κάθε σύμβασιν νὰ κανονίζωνται καὶ διαφόρως τὰ ἐργατικὰ ζητήματα.
§286Ε. ΜΑΧΑΙΡΑΣ. Δὲν εἶναι ἐργατικὰ ζητήματα. Εἶναι μία κοινωνικὴ πρόνοια ὑπὲρ τῶν ἀποχωρούντων ἀπὸ τὴν Ἑταιρείαν.
§287Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκοιν). Δὲν εἶναι δυνατὸν, παρὰ τὰ ζητήματα ταῦτα νὰ κανονίζωνται ὁμοιομόρφως διὰ κάθε Ἑταιρείαν. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ δικαιώματα τῆς συντάξεως, δὲν ὑπάρχει λόγος οἱ σιδηροδρομικοὶ τοῦ ΣΠΑΠ νὰ λάβουν διάφορον σύνταξιν ἀπὸ μίαν ἄλλην Ἑταιρείαν.
§288ΕΜΜ. ΜΑΧΑΙΡΑΣ. Δὲν συμφωνῶ μὲ αὐτὴν τὴν γνώμην, διότι πάντως θὰ εἶναι διάφορος ἡ σύνταξις τοῦ ΣΕΚ ἀπὸ τοῦ ΣΠΑΠ, δεδομένου ὅτι τὸ Ταμεῖον τοῦ ΣΠΑΠ εἶναι ξεχωριστὸ ἀπὸ τὰ ἄλλα ταμεῖα καὶ χρονολογεῖται ἀπὸ τοῦ 1907, ἐνῷ τὰ ἄλλα ταμεῖα ἔγιναν πρὸ 2–3 ἐτῶν. Ἔχει 59.000.000 περιουσίαν, ἐνῷ τὰ ἄλλα δὲν ἔχουν. Ἂν δὲν τὴν δεχθῆτε τὴν τροπολογίαν αὐτήν, θὰ ἀδικήσετε τὴν σημερινὴν ἀντίληψιν τῆς Νομοθεσίας, διότι δὲν θὰ λαμβάνηται μέριμνα διὰ τὴν κοινωνικὴν ἀσφάλειαν τῶν ἀπερχομένων. Καὶ ὁ Νόμος 2868 τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, Κε Ὑπουργέ, ὁμιλεῖ διὰ τὴν ὑποχρέωσιν τῶν Ἑταιριῶν εἰς τὰ ταμεῖα συντάξεως, ποὺ συνιστῶνται διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ, λέγει δὲ ὅτι ὅλαι αἱ Ἐπιχειρήσεις πλὴν τοῦ ΣΠΑΠ ὑποχρεοῦνται νὰ καταβάλλουν ἴσον ποσόν, ὅσον καὶ οἱ ὑπάλληλοι. Ἐδῶ κατὰ τὸν δρόμον ποὺ πήραμε, ἂν ἐξακολουθήσῃ ἡ τέχνη τοῦ νὰ βγάζῃ ὑπαλλήλους καὶ νὰ τοὺς στέλλῃ εἰς τὸ ταμεῖον συντάξεως, πρέπει νὰ τὸ τροποποιήσωμεν τὸ Ταμεῖον αὐτὸ τῆς συντάξεως. Νομίζω, ὅτι δὲν θὰ εἶναι δίκαιον, ἂν δὲν γίνῃ τώρα. Προτείνω ἐπίσης μίαν τροπολογίαν εἰς τὸ ἄρθρον 17, τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ περὶ τῶν δωρεὰν εἰσιτηρίων εἰς διαφόρους ὑπηρεσίας καὶ διάφορα ἄλλα. Προτείνομεν μίαν τροπολογίαν ὥστε οἱ συνταξιοῦχοι οἱ ἀπερχόμενοι τῆς Ἑταιρείας νὰ λαμβάνουν τὸ ἥμισυ τοῦ μισθοῦ, τοῦ διδομένου εἰς τοὺς ἐργαζομένους. Μὲ εἴχατε μηχανοδηγὸν εἰς τὴν Κόρινθον καὶ ἐνυμφεύθην ἐκεῖ Ἔρχομαι εἰς τὸν Πειραιᾶ. Μὲ τὴν ἀπομάκρυνσίν μου ἐκ τῆς ὑπηρεσίας δὲν δύναμαι νὰ μεταβαίνω καμμιὰ φορὰ εἰς τὸ χωριὸ τῆς γυναίκας μου, οὔτε νὰ μεταβαίνω κἄποτε εἰς τὰ λουτρά. Ἐπίσης προτείνομεν μίαν ἄλλην τροπολογίαν εἰς τὸ ἄρθρον 20 διὰ τὰ μαγαζεῖα τῶν σταθμῶν. Νὰ τὰ παίρνουν κατὰ προτίμησιν οἱ συνταξιοῦχοι, ἐν ἴσοις ὅροις, διότι καὶ καλλίτερον θὰ περιποιοῦνται τὸν κόσμον καὶ εἶναι ὀλιγαρκέστεροι.
§289Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχητε ἡμᾶς συμφώνους εἰς τὰς προτάσεις αὐτάς, διότι ἂν πρόκειται νὰ δοθῶσιν εἰς ὡρισμένην τάξιν πολιτῶν τὰ κτίρια αὐτὰ θὰ δοθῶσιν ἐπ’ ἴσοις ὅροις εἰς τοὺς ἀναπήρους τοῦ πολέμου, οὐχὶ εἰς τοὺς συνταξιούχους.
§290ΕΜΜ. ΜΑΧΑΙΡΑΣ. Ἂν δοθοῦν εἰς τοὺς ἀναπήρους συνταξιούχους. Διὰ νὰ καταλήξω, ἔχω ἀκόμη μίαν τροπολογίαν εἰς τὸ ἄρθρον 29, ἡ ὁποία εἶναι καὶ πολὺ ἐπουσιώδης. Ὁ ΓΚΩΤ νόμος τοῦ 1907 ὑποχρεώνει τὸ Δημόσιον νὰ δίδῃ εἰς τὸ Ταμεῖον Συντάξεων τῶν ὑπαλλήλων ΣΠΑΠ 10% ἐκ τῶν κερδῶν τοῦ Δημοσίου ἀπὸ τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν γραμμῶν τῆς Πελοποννήσου, δηλ. τῶν γραμμῶν Μύλων–Καλαμῶν. Κυπαρισσίας–Μελιγαλᾶ καὶ τῆς γραμμῆς Διακοφτοῦ. Ἐκ τῶν κερδῶν τοῦ Κράτους ἀπὸ τὰς γραμμὰς αὐτὰς ἔδιδε τὸ 10% ἐπὶ 20 συναπτὰ ἔτη. Ἀπὸ τὸ 1916 τὸ Κράτος ἔπαυσε νὰ πληρώνῃ, καὶ οἱ ἀναγράφονται εἰς τοὺς λογαριασμοὺς τῆς Ἑταιρείας τοῦ 1916–1917 καὶ 1918, κέρδη τὰ ὁποῖα ἀπεκόμισε τὸ Δημόσιον ἀπὸ τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν γραμμῶν καὶ δὲν κατέθεσεν εἰς τὸ Ταμεῖον Συντάξεων τὸ 10%. Ἀκολουθεῖ κατόπιν ἡ ἐπίταξις τῶν Σιδηροδρόμων τῆς Πελοποννήσου ὑπὸ τοῦ Κράτους. Δὲν ἀνεγνώρισε καμμίαν ὑποχρέωσίν του νὰ πληρώσῃ εἰς τὸ Ταμεῖον Συντάξεως καὶ ἐπανέρχονται πάλιν ὅλαι αἱ γραμμαὶ εἰς τὴν ἐκμετάλλευσιν τῆς Ἑταιρείας. Ἐπίσης δὲ ἀναγνωρίζει ἡ Ἑταιρεία νὰ δώσῃ τίποτε μέχρι τοῦ 1927. Προτείνομεν, λοιπόν, νὰ τεθῇ τροπολογία, διότι ἔρχεται κατόπιν μία ἀπόφασις τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν παραχωρεῖ τὸ Δημόσιον εἰς τὴν Ἑταιρείαν ἕν ἀρκετὰ σημαντικὸν ποσὸν, μεταξὺ δὲ τοῦ ποσοῦ τούτου εἶναι καὶ τὰ χρήματα αὐτά, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἔχουν κατατεθῇ εἰς τὸ Ταμεῖον Συντάξεων ΣΠΑΠ. Φρονῶ, λοιπόν, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ τεθῇ εἰς τὴν ὑπὸ συζήτησιν σύμβασιν μία τροπολογία, τὴν ὁποίαν προτείνομεν καὶ διὰ τῆς ὁποίας νὰ καταβάλλωνται αὐτὰ τὰ ποσὰ στὰ τὸ 10%, ποὺ καθὼς φέρεται, εἰς τὸ Ταμεῖον Συντάξεων, 2.000.000, νὰ τὰ καταβάλῃ ἡ Ἑταιρεία εἰς 10 συναπτὰ ἔτη ...
§291Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκοιν). Ἡ ἐκμετάλλευσις τῶν γραμμῶν τοῦ Κράτους ἔχει καταλήξει εἰς ζημίας.
§292ΕΜΜ. ΜΑΧΑΙΡΑΣ. Κατὰ τὴν ἐπίταξιν;
§293Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκ.). Ἀπὸ τὸ 1914 ἔγιναν μακρόταται συζητήσεις.
§294ΕΜΜ. ΜΑΧΑΙΡΑΣ. Πότε συγκεκριμένως δὲν μᾶς εἴπατε ὅτι εἶχε ζημίαν τὸ Κράτος. Ἡμεῖς μάλιστα ἔχομεν νὰ ἀποδείξωμεν ὅτι εἶχε κέρδη.
§295Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουρ. Συγκοιν.). Τοὺς ἔχουν δώσει ζημίαν.
§296Ε. ΜΑΧΑΙΡΑΣ. Ἐγὼ σᾶς ἀναφέρω συγκεκριμμένως ὅτι ἡ Ἑταιρεία ἀναγράφει εἰς τοὺς ἰσολογισμούς της, ὅτι δίδει εἰς τὸ Δημόσιον 400–600 χιλιάδας τὰ τρία ἔτη. Ἀπὸ ἐκεῖ δὲ φαίνεται ὅτι πρέπει νὰ πάρῃ τὸ Ταμεῖον Συντάξεως τὸ 10%. Πῶς συμβαίνει κατόπιν νὰ ἔχῃ τὸ Κράτος ζημίαν, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπῆρε τὸ Κράτος 19.600 ἀπὸ τὸ ποσοστὸν τὴν ἐποχὴν ποὺ ἡ Ἑταιρεία ἐξεμεταλλεύετο τὰς γραμμὰς τοῦ Κράτους;
§297Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκοιν.). Δὲν ἔλαβον γνῶσιν τῶν τροπολογιῶν αὐτῶν. Ρυθμίζονται καὶ ἄλλα ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν εἰς τὴν δικαιοδοσίαν ἄλλου Ὑπουργείου. Νομίζω, ὅτι θὰ κάμωμεν μίαν ἀναστάτωσιν εἰς τὴν νομοθεσίαν, ἐὰν ρυθμίσωμεν ζητήματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ρυθμισθῶσιν ἂν ὄχι ἐξ ἴσου δι’ ὅλας τὰς Ἑταιρείας, ἀλλὰ πάντως μὲ ἕνα γενικὸν κανένα. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἓν ἄλλο ζήτημα, τὸ ἑξῆς: ὅτι τὰ ποσὰ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἰσέπραξεν ἀπὸ τὴν Ἑταιρείαν τὸ Δημόσιον, ὀφείλει νὰ τὰ δώσῃ.
§298Ε. ΜΑΧΑΙΡΑΣ. Τὰ παραχωρεῖ πάλιν.
§299Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. (Ὑπ. Συγκ.). Τὰ εἰσπραχθέντα δὲν παραχωρεῖ. Τὰ εἰσέπραξε μὲν, ἀλλὰ δὲν τὰ ἀνέγραψεν εἰς τὸν προϋπολογισμόν του Ἀλλ’ ἐγὼ λέγω ἄλλο. Πρόκειται περὶ ἀνειλημμένων ὑποχρεώσεων παρελθουσῶν χρήσεων. Ἑπομένως, ἐὰν πραγματικῶς συμβαίνῃ αὐτό, τὸ ὁποῖον εἴπατε, πρόκειται περὶ μιᾶς καθυστερήσεως τοῦ Κράτους πρὸς τὸ Ταμεῖον Συντάξεων, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἀναγράψῃ εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ του ἀποδόσεως τοῦ ποσοῦ τάδε καὶ παρέλειψε νὰ τὸ κάμῃ. Ἀφοῦ δὲν τὸ ἔκαμε, θὰ εἴπῃ ὅτι τὸ χρεωστεῖ. Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη καμμιᾶς νομοθεσίας ὅπως τὸ Κράτος ἀποδώσῃ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα χρεωστεῖ, διότι θὰ τὰ δώσῃ.
§300Ε. ΜΑΧΑΙΡΑΣ. Δι’ αὐτὸ ζητῶ ἐγὼ νὰ τεθῇ ἡ φορολογία αὐτὴ διότι δὲν θὰ τὰ δώσῃ ποτὲ τὸ Κράτος.
§301Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. (Ὑπ. Συγκ.). Διὰ τῆς τροπολογίας αὐτῆς ἀναγκάζεται τὸ Κράτος νὰ ἀναγνωρίσῃ κἄτι τι, τὸ ὁποῖον ἡ ὑπηρεσία μοῦ λέγει ὅτι δὲν ὑπάρχει. Καὶ δεύτερον ὁρίζετε τὸν τρόπον εἰσπράξεως...
§302Ε. ΜΑΧΑΙΡΑΣ. Ἐγὼ θέλω νὰ καθορίσω αὐτὸ κ. Ὑπουργέ. Ἡ Ἑταιρεία ἀπὸ τὴν ἐποχὴν ποὺ ἐπῆρε πάλιν τὴν ἐκμετάλλευσιν, εἶχε νὰ δώσῃ εἰς τὸ Δημόσιον τὸ ποσοστὸν ἐκεῖνο τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν γραμμῶν, αἱ ὁποῖαι τώρα πλέον παραχωροῦνται εἰς αὐτὴν ὁλοσχερῶς. Δὲν τὸ ἔδωκεν εἰς τὸ Κράτος. Παραιτεῖται τῶν δικαιωμάτων αὑτῶν ὑπὲρ τῆς Ἑταιρείας σήμερον διὰ τῆς συμβάσεως αὐτῆς. Ὁμιλῶ ἀπὸ τοῦ 1919 καὶ ἐντεῦθεν, ποὺ ἐπανῆλθε πάλιν ἡ ἐκμετάλλευσις τῶν γραμμῶν εἰς τὴν Ἑταιρείαν. Ἔκτοτε δὲν ἐπλήρωσεν εἰς τὸ Δημόσιον ἡ Ἑταιρεία τὰ ποσοστὰ τῆς ἐκμεταλλεύσεως καὶ ἔρχεται σήμερον διὰ τῆς συμβάσεως αὐτῆς καὶ τὰ χαρίζει. Ἐγὼ καταλήγων παρακαλῶ καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν Συγκοινωνίας νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει του, ὅτι ἐὰν δὲν γίνῃ δεκτὸν νὰ τεθῇ εἰς τὴν σύμβασιν ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν εἶπα, εἰς τὸ 10ον ἄρθρον, νὰ καταβάλῃ τὸ ἰσόποσον ἡ Ἑταιρεία εἰς τὸ Ταμεῖον Συντάξεων τῶν ὑπαλλήλων, πολὺ γρήγορα θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διαλυθῇ.
§303Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. (Ὑπ. Συγκ.). Θὰ σᾶς παρεκάλουν ἐὰν εἶναι ζήτημα Ταμείου Συντάξεως νὰ τὸ μελετήσωμεν διὰ νὰ προνοήσωμεν περὶ αὐτοῦ.
§304Ε. ΜΑΧΑΙΡΑΣ. Λυποῦμαι διότι ἡ ὑπηρεσία σας δὲν ἐφρόντισε νὰ καταστῇ ἐνήμερος, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ ὑπηρεσία τῆς Βουλῆς, νὰ μὴ ἔδωσε μίαν τροπολογίαν τοιαύτην εἰς τὴν ὑπηρεσίαν σας.
§305Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκ.). Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου μου εἶναι ὑπὲρ τῶν σιδηροδρομικῶν, ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ παραπονεῖσθε.
§306Δ. ΚΑΚΑΒΟΣ. Μετὰ τὴν ἐξονύχισιν τῆς παρούσης συμβάσεως καὶ ὡς ἀπηχῶν ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν γνώμην τῶν πληθυσμῶν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐστερήθησαν τῆς Σιδηροδρομικῆς Συγκοινωνίας, ἀφ’ ἑτέρου τὴν ἀνέκφραστον χαρὰν ἐπὶ τῇ ἐλπιζομένῃ ἀποκαταστάσει ταύτης αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συστήσω ἰδιαζόντως τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως αὐτῆς μὲ τὴν πλήρη πεποίθησιν, ὅτι διὰ τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς εὐεργετεῖται διαμέρισμα εὐρύτατον καὶ πρόθυμον πάντοτε διὰ τὰς πρὸς τὴν Πατρίδα ὑποχρεώσεις του.
§307ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε καμμίαν τροπολογίαν, κ. Ὑπουργέ;
§308Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκ.). Εἰς τὸ ἄρθρον 17 προτείνω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν. Εἰς τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα ταξιδεύουν δωρεὰν νὰ περιληφθῇ. (Ἀναγινώσκει): «Οἱ Πταισματοδίκαι, Εἰρηνοδίκαι, Τελῶναι καὶ Δασάρχαι».
§309ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτή.
§310Ε. ΜΑΧΑΙΡΑΣ. Τοὺς συνταξιούχους;
§311Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκ.). Τοὺς συνταξιούχους ὄχι. Ἔπειτα εἰς τὸ ἄρθρον 28, ἐδάφιον 2ον νὰ περιληφθῇ ἡ κατωτέρω τροπολογία, διότι πρόκειται περὶ δικαιώματος τοῦ Δημοσίου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγκαῖον νὰ περιληφθῇ πάλιν εἰς τὴν σύμβασιν. «Ὁψέποτε τὸ Κράτος ἤθελε γίνει κύριον τῆς γραμμῆς. (Ἀναγινώσκει).
§312ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτή.
§313Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκ.). Ἐπίσης εἰς τὸ ἄρθρον 30 τῆς συμβάσεως, τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ περὶ προνομίων ἐκμεταλλεύσεως. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐξαιρεθῇ διὰ τὸ ζήτημα αὐτὸ ὁ Δῆμος Πατρέων διότι πέριξ τοῦ Δήμου Πατρέων ὑπάρχουν διάφοροι Ἑταιρεῖαι ἐκμεταλλεύσεως αὐτοκινήτων, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἐξαιρέσωμεν.
§314ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτή.
§315Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκ.). Εἰς τὸ ἄρθρ. 36, παράγρ. 2 μετὰ τὴν φράσιν τοῦ «Κεντρικοῦ Σταθμοῦ Πατρέων» νὰ προστεθῇ «εἰς θέσιν Ἅγιος Διονύσιος ἢ ἄλλην ὁρισθησομένην ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως».
§316ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτή.
§317Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκ.). Ἐπίσης παρακαλῶ τὸ ἄρθρον 70 νὰ μετατραπῇ ὡς ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει): «Αἱ διὰ τὰς ἀπὸ 21 Ὀκτωβρίου 1925 μέχρι τῆς κυρώσεως τῆς παρούσης ἐκτελεσθείσας κ.λ.π.»
§318ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτή.
§319Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκ.). Ἐπίσης ἡ τροπολογία τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Μοσχούλας εἰς τὸ ἄρθρον 36 νὰ προστεθῇ εἰς τὸ τέλος τοῦ ἐδαφ. 2 (ἀναγινώσκει): «Κρεσταίνης–Ἀνδριτσαίνης κλπ.» Ἀναγινώσκονται μετὰ ταῦτα καὶ ἄλλαι τινὲς τροπολογίαι ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας καὶ ἡ συζήτησις κηρύσσεται λήξασα.
§320ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον γίνεται δεκτόν, ἀναβαλλομένου τοῦ συνόλου.
§321ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 5 μ. μ.