1927.12.16
5.790 στίχοι · 42.995 λέξεις · 552 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 23Η
ΤΗΣ 16ΗΣ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1927
Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
(Ὥρα 6.30 μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθοῦν τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως. Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ προσέλθῃ ὁ Βουλευτὴς κ. Ι. Κεραμεὺς νὰ ὁρκισθῇ. Προσέρχεται ὁ Βουλευτὴς Ροδόπης κ. Ι. Κεραμεὺς ἐρχόμενος εἰς ἀναπλήρωσιν τοῦ παραιτηθέντος Μουσουλμάνου βουλευτοῦ Ζαδὲ Φαχμῆ καὶ δίδει τὸν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος τεταγμένον ὅρκον.
§3ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄξιος, ἄξιος.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς. Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Τρικούπης ὑποβάλλει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν ὑπαλλήλων τῶν Τ.Τ.Τ. τοῦ Νομοῦ Αἰτωλοακαρνανίας, ζητούντων τὴν βελτίωσιν τοῦ μισθοῦ των καὶ τὴν καταβολὴν 13ου μισθοῦ. Σύνδεσμος ὑπαλλήλων Τ.Τ.Τ. Πατρῶν ὑποβάλλει τηλεγράφημα περὶ χορηγήσεως 13ου μισθοῦ. Πρόεδρος Ἑνώσεως Ἀστικῆς Ἰδιοκτησίας διαμαρτύρεται διὰ λαμβανόμενα μέτρα ἐναντίον Ἀστικῆς Ἰδιοκτησίας. Λαὸς Αἰτωλικοῦ ζητεῖ οἰκονομικὴν ἀρωγὴν λόγῳ τῶν ἑορτῶν. Σύλλογος ἁμαξηλατῶν Βόλου ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ πληρωμῆς καθυστερουμένης ἀποζημιώσεώς των ἐκ τοῦ ταμείου τροχαίας κινήσεως. Κομμουνισταὶ Ἀθηνῶν διαμαρτύρονται δι’ ἀντισυνταγματικὴν καὶ παράνομον φυλάκισίν των. Ὁμοσπονδία ἐπαγγελματιῶν Καρδίτσης διαμαρτύρεται διὰ τὴν μὴ ἐπέκτασιν τοῦ ἐνοικιοστασίου ἐν Φαρσάλοις. Παραγωγοὶ πορτοκαλλίων καὶ μανδαρινίων Χανίων διαμαρτύρονται διὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοιούτων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Λέσχη Δημοσίων Ὑπαλλήλων Κεφαλληνίας ὑποβάλλει τηλεγράφημα περὶ χορηγήσεως 13ου μισθοῦ. Ἡ Ἕνωσις Ξενοδόχων ὕπνου «πίναξ Γʹ» διαμαρτύρεται διὰ τὴν μελετωμένην φορολογίαν ὑπὲρ τῶν δενδροστοιχιῶν καὶ κήπων. Μέλη συλλόγου Ἐργατικῆς Βοηθείας Θεσσαλονίκης διαμαρτύρονται δι’ ἀντιδραστικὴν καὶ ἀναχρονιστικὴν ἐνέργειαν Κράτους ἐναντίον τῆς φιλανθρωπικῆς ὀργανώσεως Ἐργατικῆς Βοηθείας. Σωματεῖον ἐργατῶν τυπογράφων τοῦ Βιβλίου καὶ τοῦ Τύπου ὑποβάλλει ψήφισμα περὶ καταβολῆς τριμήνου ἀποζημιώσεως εἰς τοὺς δικαιούχους τυπογράφους. Σύλλογος Μηχανικῶν καὶ Ἀρχιτεκτόνων Θεσσαλονίκης συνιστᾷ διαφόρους μεταρρυθμίσεις διὰ τὸ ἐκεῖσε Πανεπιστήμιον. Ἕνωσις κατωτέρου προσωπικοῦ Τ.Τ.Τ. Θεσσαλονίκης ζητεῖ οἰκονομικὴν ἀρωγὴν κατὰ τὰς ἑορτάς. Ἔφεδρος Ὑπολοχαγὸς τοῦ Πεζικοῦ Φωκᾶς Κ. τοῦ Ἰωάννου ὑποβάλλει ἀναφορὰν περὶ παραγκωνισμοῦ του ἐκ τῶν μέχρι σήμερον ἐνεργηθεισῶν μονιμοποιήσεων ἐφέδρων Ἀξιωματικῶν. Ὁ Δήμαρχος Σερρῶν, ὡς Πρόεδρος τοῦ Παγκοινοτικοῦ καὶ Πανσυνεταιριστικοῦ Συνεδρίου Νομῶν Σερρῶν, Δράμας καὶ Καβάλλας, ὑποβάλλει ψήφισμα, δι’ οὗ παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν, ὅπως ἐνεργήσῃ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀντιπλημμυρικῶν ἔργων Στρυμόνος καὶ Φιλίππων. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Μπακόπουλος, Δ. Πλαπούτας κλπ. ὑποβάλλουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως ἐφ’ ἅπαξ τοῦ Ν. Δ. περὶ ἀπονομῆς τοῦ μισθοῦ τοῦ τμηματάρχου εἰς τοὺς εἰσηγητὰς καὶ τῶν τούτοις ἐξομοιουμένων, τῶν Πολιτικῶν Ὑπουργείων». Ὁ κ. Α. Ἰωαννίδης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ ἐπανιδρύσεως τοῦ Νομοῦ Μαγνησίας. Οἱ κ. κ. Θ. Χρυσοβέργης, Α. Παχνός, Δ. Εὐθυμιάδης, Α. Ξανθόπουλος κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων ἀφορωσῶν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον Ἀθηνῶν».
ΕΠΙΣΗΣ ΑΝΑΚΟΙΝΩ ΤΑΣ ΕΞΗΣ ΔΙΩΡΘΩΣΕΙΣ
ΚΑΤΑΤΕΘΕΙΣΩΝ ΔΗΛΩΣΕΩΝ
Πρὸς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς Εἰς τὰς παρ’ ἡμῶν κατατεθείσας τῇ Βουλῇ καὶ περιληφθείσας εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ αὐτῆς τῆς 1 Δεκεμβρίου ἐ. ἔ. μεταβολὰς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1927–28 παρεισέφρησαν οἱ ἑξῆς ἐσφαλμένοι καταλογισμοὶ τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν. 1) τὰ ἔξοδα γραφείου ἀνακριτικῶν Ἐπιτροπῶν, κακῶς κατελογίσθησαν ἐπὶ τοῦ κεφ. 15 ἄρθρ. 4 ἀντὶ τοῦ ἀκριβοῦς τοιούτου 11 ἄρθρ. 9. 2) τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν. Ἡ ἀποζημίωσις Ἐπιτροπῶν κατατάξεως κέντρου τυχηρῶν καὶ μὴ παιγνίων, κακῶς κατελογίσθη ἐπὶ τοῦ κεφ. 13 ἄρθρ. 12 ἀντὶ τοῦ πραγματικοῦ τοιούτου 13 ἄρθρ. 2. Ἐπίσης ἡ δαπάνη ἑορτασμοῦ ἑκατονταετηρίδος ποιητοῦ Φωσκόλου ἐπὶ κεφ. 18 ἄρθρ. 7 αὐξάνεται κατὰ 300.000 εἰσέτι καὶ οὐχί, ὡς ἐσφαλμένως ἀνεγράφη, κατὰ 600.000. 3) τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνίας. Ἡ συντήρησις, ἀνακαίνισις καὶ τροποποίησις ὁδοῦ Φλωρίνης–Κορυτσᾶς–Ἀλβανικῶν συνόρων καὶ τοιαύτης Ρεθύμνης–Σπῆλι, κακῶς κατελογίσθη ἐπὶ κεφ. 33 ἄρθρ. 17 ἀντὶ τοῦ ἀκριβοῦς τοιούτου 23 ἄρθρ. 14 δίς. Τὰς ἀνωτέρω ἐπιβαλλομένας διορθώσεις, ὡς ἀφορώσας εἰς ἀκριβῆ ταξινόμησιν κονδυλίων καὶ οὐχὶ ζήτημα νομιμότητος, ἐπεφέραμεν εἰς τὰς κυκλοφορησάσας μεταβολάς, εἰδοποιήσαντες καὶ ἐγγράφως τὰς ἐνδιαφερομένας ὑπηρεσίας καὶ τοὺς ἐντεταλμένους τὸν ἔλεγχον τῶν ἐξόδων. Ἤδη, φέροντες ταύτας καὶ ὑπ’ ὄψει ὑμῶν, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ σᾶς παρακαλέσωμεν, ὅπως συμπεριλάβητε τὸ παρὸν εἰς τὰς κατατεθειμένας δηλώσεις, ἵνα ἔχῃ τοῦτο ὑπ’ ὄψει της ἡ Βουλή, κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ κατατεθέντος προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1927–28.
Ὁ Ὑπουργὸς
Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ
Ὁ κ. Α. Μαζαράκης (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν) ὑποβάλλει τὰ κάτωθι σχέδια νόμου: 1) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 8 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ.» «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 6 Νοεμβρίου 1926 Ν.Δ.» «περὶ νοσηλείας τῶν ἐν ἀποστρατείᾳ ἀξιωματικῶν ἐν τοῖς Στρατ. Νοσοκομείοις». 2) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 10 Νοεμβρίου 1927 Ν.Δ.» «περὶ ἐφέσεως κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν Στρατοδικείων καὶ Ναυτοδικείων, συμπληρώσεως τῶν περὶ ἀναθεωρήσεως, ἀνακοπῆς τῶν περὶ Ἀναθεωρητικοῦ καὶ τῶν ἀφορωσῶν τὸ Σῶμα τῆς Στρατ. Δικαιοσύνης διατάξεων». 3) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 18 Ὀκτωβρίου 1927 Ν. Δ.» «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 1 Ἰουλίου 1926 Ν.Δ.» «περὶ μετατάξεως ἀξιωματικῶν ἄλλων ὅπλων εἰς τὸ τῆς Ἀεροπορίας κλπ.». 4) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 18 Ὀκτωβρίου 1927 Ν. Δ.» «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 17 Νοεμβρίου 1925 Ν.Δ.» «περὶ ἐπαναφορᾶς ἀξιωματικῶν εἰς τὸ ὅπλον τῆς Ἀεροπορίας». 5) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 18 Ὀκτωβρίου 1927 Ν. Δ.» «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 17 Νοεμβρίου 1925 Ν.Δ.» «περὶ συστάσεως ἰδίου κλάδου διαχειρίσεως ἁρμοδιότητος Ἀεροπορίας κλπ.». Οἱ κ. κ. Μ. Κίρκος (Ὑπουργὸς τῆς Ὑγιεινῆς) καὶ Π. Μερλόπουλος (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου «περὶ παροχῆς ἐπιδόματος εἰς τοὺς τροφίμους τοῦ καταργηθέντος Ἐθνικοῦ Ἀκαδημαϊκοῦ Οἰκοτροφείου». Ὁ κ. Ι. Μεταξᾶς (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας) ὑποβάλλει τὰ κάτωθι σχέδια νόμου 1) «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως τῆς συμβάσεως μελέτης καὶ κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ Ἐλευσῖνος– Μαγούλας–Μάνδρας, 2) «περὶ κατασκευῆς διακλαδώσεως τῶν Σ.Ε.Κ.». Ὁ κ. Π. Μερλόπουλος (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου 3421 «περὶ καταργήσεως τοῦ ἐξαγωγικοῦ φόρου καὶ ἐπιβολῆς δασμοῦ ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἐλαίου Παλαιᾶς καὶ Νέας Ἑλλάδος. Ἡ ἐπὶ τῆς Προνοίας Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδ. νόμου «περὶ συστάσεως Φαρμακευτικῶν Συλλόγων». Ἡ ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῶν σχεδ. νόμων 1) «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 24 Δεκεμβρίου 1925 Ν. Δ.» «περὶ κυρώσεως συμβάσεως διὰ τὴν ἀποξήρανσιν καὶ ἐκμετάλλευσιν τῶν ὑδάτων τῆς λίμνης Ξυνιάδος», 2) «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 13 Σεπτεμβρίου 1925 Ν. Δ.» «περὶ κυρώσεως συμβάσεως πρὸς ἐξυγίανσιν καὶ ἀποξήρανσιν τῶν πέριξ τῶν λιμνῶν Λυσιμαχίας καὶ Τριχωνίτιδος ἑλῶν». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Στρίγκος, Σ. Τρικούπης κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν.Δ. τῆς 13 Νοεμβρίου 1927 «περὶ συνδρομῆς ὑπὲρ τοῦ Συλλόγου Συναυλιῶν Ἀθηνῶν».
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη ἔκθεσις τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Συντακτῶν. Ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη. Ὑπεβλήθη σχέδιον ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς περὶ ἐξουσιοδοτήσεως ὑπὸ διαφόρων Βουλευτῶν, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «ἐξουσιοδοτεῖται ἡ Κυβέρνησις, ὅπως κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν διακοπῶν, μετὰ σύμφωνον γνώμην εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, ἐκδώσῃ Νομοθετικὸν Διάταγμα πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν ἐφημερίδων «διατεθειμένου ποσοῦ μέχρι 10 ἑκατομμυρίων».
§6Α. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Λαμβάνω τὴν τιμήν, εἰς ἐκτέλεσιν τῆς συνταγματικῆς διατάξεως νὰ καταθέσω, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, νομοσχέδιον περὶ συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀναθέσῃ πρὸς τὸν κύριον Πρόεδρον νὰ καταρτίσῃ ἐπιτροπὴν εἰδικήν, κατ’ ἀναλογίαν τῆς δυνάμεως τῶν κομμάτων, ἥτις ν’ ἀσχοληθῇ κατὰ τὰς διακοπὰς καὶ νὰ ὑποβάλῃ, ἅμα τῷ ἐπαναλλήψει τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς, ὅπως ἡ Βουλὴ χωρήσῃ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§7Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Παιδείας). Ἐν σχέσει πρὸς τὸ κατατεθὲν ὑπὸ τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως νομοσχέδιον περὶ συστάσεως Γερουσίας, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλήν, ἐκτελῶν ἐπιταγὴν τοῦ ἄρθρου 49 τοῦ Συντάγματος, ἔκθεσιν τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τοῦ Δημοσίου Λογιστικοῦ, ἀφορῶσαν τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας συνεπάγεται ἡ ἵδρυσις τοῦ ἑτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ εἶναι σύμφωνος, μετὰ τὸ πέρας τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως νὰ διακόψωμεν, λόγῳ τῶν ἑορτῶν, τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς.
§9ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄν θέλῃ δὲ ἡ Βουλὴ νὰ ἐξουσιοδοτήσῃ τὸν Πρόεδρον, ἐντὸς τοῦ Ἰανουαρίου νὰ καλέσῃ τὴν Βουλήν, ὅταν νομίσῃ, ὅτι ὑπάρχει ἐπαρκὴς ἀριθμὸς Βουλευτῶν.
§11ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, Μάλιστα.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας.
§13Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω σχέδιον νόμου «περὶ ρυθμίσεως τῶν ἀνωμάλων δικαιοπραξιῶν εἰς τὰς Νέας Χώρας». Γνωρίζεται, κύριοι, ὅτι λόγῳ τῶν ἀπαγορεύσεων, αἱ ὁποῖαι ἔγιναν εἰς τὴν μεταβίβασιν ἀκινήτων εἰς τὰς νέας χώρας καὶ ἐξ ἄλλου, λόγῳ τῆς ἀγορᾶς κτημάτων ἀπὸ τοὺς χριστιανικοὺς πληθυσμούς, οἱ ὁποῖοι, εἶναι ἐστερημένοι ἀκινήτων ἐκτάσεων ἐπαρκῶν, συνήφθησαν ἀνώμαλοι δικαιοπραξίαι, αἱ ὁποῖαι ἐδημιούργησαν μίαν κατάστασιν, ὄχι εὐχάριστον εἰς τὰς νέας χώρας. Ἡ κατάστασις αὕτη ἐχειροτέρευσε, ἀφ’ ἧς ἔγινεν ἡ ἀνταλλαγὴ τῶν πληθυσμῶν καὶ περιῆλθεν ἡ Μουσουλμανικὴ περιουσία εἰς τὸ σύνολον τῶν προσφύγων. Μεγάλαι διαφοραὶ ἀναπτύσσονται ἐκ τῆς ἐκκρεμμότητος τοῦ ζητήματος, αἱ ὁποῖαι δὲν κατωρθώθη ν’ ἀρθοῦν μὲ τὰ ληφθέντα μέτρα, διότι αἱ διατυπώσεις εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ καταστῇ ἀδύνατον νὰ ρυθμισθῶσιν ὅλαι αἱ ἀνώμαλοι δικαιοπραξίαι, αἱ ὁποῖαι ἐντὸς τῶν νομίμων χρονικῶν σημείων ἐδηλώθησαν ὡς τοιαῦται. Ἡ ἔκτασις τῶν ἀνωμάλων αὐτῶν δικαιοπραξιῶν δὲν εἶναι τόσον μεγάλη, ὅσον ἀρχικῶς ἐφαντάζοντο οἱ ἐνδιαφερόμενοι. Εἶναι 2100 αἱ αἰτήσεις καὶ εἰς 26.000 στρέμματα ἀνέρχονται ὅλα τὰ ἀναφερόμενα εἰς ἀνωμάλους δικαιοπραξίας. Μεταξὺ τῶν ἀνωμάλων δικαιοπραξιῶν ὑπάρχουν, κατὰ μέρος, καὶ ἀνώμαλαι κατοχαί, αἱ ὁποῖαι, οὐδένα ἐπιδεικνύουσαι σχετικὸν τίτλον, δὲν ἀποδεικνύουν τὸν κύριον, λόγῳ τῶν ἐκ τοῦ πολέμου δημιουργηθεισῶν ἀνωμαλιῶν, αἱ ὁποῖαι συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ χαθοῦν οἱ τίτλοι. Διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου σχεδίου νόμου ἐπιδιώκεται ἡ ταχεῖα ἐκκαθάρισις τῆς ἀνωμάλου καταστάσεως, ἀνατίθεται δὲ εἰς εἰδικὰς ἐπιτροπάς, ὑπὸ τοῦ νόμου δημιουργουμένας, νὰ ἐκκαθαρίσουν τὴν κατάστασιν.
§14Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης ἔχει συνυπογράψει;
§15Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ὄχι, ὑπάγεται τὸ ζήτημα εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας.
§16Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὀφείλω νὰ δηλώσω ἀντίθεσιν ἐκ μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως, διότι τὸ νομοσχέδιον, αὐτὸ καθ’ ἑαυτό, δὲν ἀνήκει εἰς τὴν προσφυγικὴν ἁρμοδιότητα. Πρόκειται περὶ διαρρυθμίσεως ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ὄχι μόνον τοὺς πρόσφυγας, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐντοπίους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐγκατεστημένοι καὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουν δικαιώματα. Δὲν δύναται λοιπὸν νὰ ρυθμισθῇ τὸ ζήτημα διὰ Διατάγματος τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ διὰ νόμου, ψηφιζομένου ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ ὀφείλω νὰ ἐκφράσω τὰ συγχαρητήριά μου εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅστις ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον, διότι γνωρίζω, ὅτι ἐκ τῶν ἀνωμάλων αὐτῶν δικαιοπραξιῶν μεγάλαι ἀνωμαλίαι περιουσιακαὶ ὑπάρχουν, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς κατοίκους, ἰδίως τῆς Μακεδονίας καὶ ἦτο ἀπαραίτητον νὰ ληφθοῦν μέτρα. Ἀλλὰ ἡ ρύθμισις τοῦ ζητήματος πρέπει νὰ γίνῃ διὰ νόμου, ψηφιζομένου ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Δὲν νομίζω δέ, ὅτι τὸ ζήτημα δύναται νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία μεριμνᾷ διὰ τὰ προσφυγικὰ ζητήματα, διότι τοῦτο δὲν ἀφορᾷ τοὺς πρόσφυγας, ἀλλὰ καὶ τοὺς γηγενεῖς, καὶ ἑπομένως, ἂς ἔλθῃ ταχύτατα, μόλις ἐπαναληφθοῦν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις ἐβράδυνε μέχρι σήμερον νὰ κάμῃ τὴν ρύθμισιν, δὲν νομίζω, ὅτι θὰ κερδίσωμεν καιρόν, ἂν ρυθμισθῇ διὰ Διατάγματος ἐκ μέρους μιᾶς ἐπιτροπῆς καὶ νὰ μὴ ρυθμισθῇ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς. Ἐπ’ αὐτοῦ ἐφιστῶ ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς.
§17Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ἠμπορῶ νὰ καθησυχάσω τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ἀνησύχησαν ἐξ ὅσων ἤκουσαν ἀπὸ τὰ στόματα τῶν βουλευτῶν τοῦ λαϊκοῦ κόμματος. Ἠμπορῶ, λέγω, νὰ καθησυχάσω αὐτοὺς πλέον καὶ νὰ εἴπω, ὅτι ἐβράδυνεν ἡ ὑποβολὴ τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τὸν λόγον, ὅτι παρέστη ἀνάγκη μακρῶν συνεννοήσεων καὶ μακρῶν συζητήσεων, μεταξὺ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, τῶν ἐνδιαφερομένων, καὶ γνωριζόντων τὰς συνθήκας ἑκάστης περιφερείας, ἀκόμη δὲ, διότι ἐχρειάσθη νὰ περισυλλεγοῦν ὅλα τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα δίδουν τὴν εἰκόνα τῆς ἐκτάσεως, τὴν ὁποίαν εἶχον λάβη. Ἐπὶ πλέον παρέστη ἀνάγκη, ὅπως ἐπὶ τόπου ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα. Ἔλαβον βεβαίως χώραν καὶ ἔκτροπα εἰς τὴν προσφυγικὴν ἀποκατάστασιν εἰς τὰς νέας χώρας. Δι’ αὐτὸ καὶ ἐπεχείρησα μίαν περιοδείαν πρὸ μηνὸς εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ ἔχω νὰ δηλώσω ὅτι εἰς Κοζάνην καὶ Φλώριναν καὶ οἱ ἐντόπιοι καὶ οἱ πρόσφυγες συνεφώνησαν, μὲ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ρυθμίζει τὸ νομοσχέδιον, τὰ ζητήματα ταῦτα. Συνεπῶς δὲν ὑπάρχη λόγος οὐδεμιᾶς ἀντιρρήσεως, οὔτε ὑπάρχη ἀνάγκη ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς περὶ τῆς ἁρμοδίας πρὸς ἐξεργασίαν Ἐπιτροπῆς, διότι ὅταν ἀνενεώθη τελευταίως ἡ ἐντολὴ πρὸς τὴν προσφυγικὴν Ἐπιτροπήν, ρητῶς ἐδηλώθη, ὅτι αὕτη εἶναι ἡ μόνη ἁρμοδία διὰ τὰ ὑποβαλλόμενα νομοσχέδια περιεχομένου προσφυγικοῦ. Δὲν πρόκειται λοιπὸν νὰ γίνῃ τίποτε νέον. Ἁπλῶς ἀνεκοίνωσα ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως νὰ κάμῃ χρῆσιν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελεν περατώσῃ τὸ ἔργον της ἡ ἐπιτροπή. Ἐὰν ἡ Βουλὴ θελήσῃ νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν ἐξουσιοδότησιν αὐτῆς, τότε μάλιστα εἴμεθα σύμφωνοι, ἀλλὰ ἡ ἐξουσιοδότησις, ὑπάρχει καὶ θεωρεῖ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δύναται νὰ κάμῃ χρῆσιν αὐτῆς.
§18Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Καὶ ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Κυβερνητικῆς, ἀλλὰ καὶ ἐξ οἱασδήποτε ἄλλης πτέρυγος, νομίζω, ὅτι ὑφίσταται ἡ ἀπόλυτος ἐπιθυμία καὶ θέλησις τοῦ νὰ ληφθῇ μέτρον περὶ κανονισμοῦ τῶν λεγομένων ἀνωμάλων δικαιοπραξιῶν. Περὶ τούτου δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ οὐδεμία ἀμφιβολία. Δύναμαι δὲ νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις, ἴσως καὶ κακίζει ἐν μέρει τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ταχύτερον δὲν ἐπρονόησε περὶ τούτου. Διότι ἀληθῶς ἡ ἀνωμαλία ἡ ὑφισταμένη, δημιουργεῖ ἕνα ζήτημα οἰκονομικὸν σπουδαῖον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ, οὐχὶ μόνον τοὺς κατόχους, ἀλλὰ καὶ γενικῶς τὸν κόσμον. Διότι γεννᾷ μίαν ἀμφισβήτησιν περὶ τῆς ἀκινήτου ἰδιοκτησίας καὶ διὰ τὴν ὁποίαν ἀμφισβήτησιν ἠκούσαμεν καὶ πρὸ ἡμερῶν ἐδῶ καταγγελλομένας καὶ δυσαρέστους συνεπείας. Διότι δὲν δύνανται οἱ κάτοχοι νὰ λάβωσι γενικῶς δάνεια παρὰ τῆς Κτημ. Τραπέζης καὶ δὲν ἐπεκτείνεται ἐξ ἄλλου ἡ εὐεργετικὴ δρᾶσις τῆς Τραπέζης. Ἀλλὰ καὶ πλεῖστα ἄλλα, μεταξὺ τῶν ὁποίων, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ὑφίσταται ἀφορμὴ προστριβῶν, μεταξὺ γηγενῶν καὶ προσφύγων, τὰς ὁποίας καθῆκον πάντων ἡμῶν εἶναι, ὅσῳ τὸ δυνατὸν, νὰ ἀποφύγωμεν. Διότι σκοπὸς τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν προσφύγων δὲν εἶναι μόνον τὸ τῆς ὑλικῆς, ἀλλὰ πρὸ πάντων κατ’ ἐμὲ τῆς ψυχικῆς ἀφομοιώσεως αὐτῶν μετὰ τῶν γηγενῶν. Διὰ τοῦτο θεωρῶ ἀπαραίτητον τὴν λῆψιν μέτρων πρὸς διαρρύθμισιν τῶν ἀνωμάλων δικαιοπραξιῶν. Ἀλλὰ τὸ μέτρον πρέπει νὰ ληφθῇ κατὰ τὸν προσήκοντα τρόπον, ἵνα ἐπιφέρῃ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα πρὸ παντὸς ἐπιθυμοῦμεν. Προσήκων δὲ τρόπους εἶναι νὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ νὰ λάβωσι γνῶσιν ὅλοι οἱ ἐνδιαφερόμενοι καὶ οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχωσι τὰς ἀντιλήψεις των κατ’ ἰδίαν πλέον, διὰ νὰ δοθῇ ἡ προσήκουσα λύσις. Ὀφείλω δὲ νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εὑρίσκω πολὺ καλὸν τὸν τρόπον τῆς ἐνεργείας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος μᾶς εἶπεν ὅτι ἀντελήφθη κατὰ τὴν περιοδείαν του τὰς ἀντιλήψεις τῶν μὲν καὶ ἀντελήφθη καὶ τὰς ἀντιλήψεις τῶν δέ, καὶ κατέληξεν εἰς ἕνα συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον, νομίζει, ὅτι εἶναι ἀρκετὸν διὰ νὰ θεωρήσῃ τὴν Βουλὴν ὡς ἱκανοποιουμένην, χωρὶς νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτοῦ. Ἡ περιοδεία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἦτο βέβαια χρήσιμος, ἵνα αἱ πληροφορίαι του χρησιμεύουν διὰ νὰ προσκομίσῃ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἀντικαταστήσῃ τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς καὶ κανονίσῃ τὰ δικαιώματα αὐτῆς. Αἱ πληροφορίαι του αὗται δύνανται νὰ χρησιμεύσουν ὅπως μορφώσῃ γνώμην ἐπ’ αὐτῶν ἡ Κυβέρνησις. Ὅσον καὶ ἄν νομίζῃ ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἀνταποκρίνονται αὗται εἰς τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ γίνῃ ἡ διαρρύθμισις αὐτή, δὲν εἶναι ἐπαρκὲς τοῦτο, ὥστε νὰ ἀντικαταστήσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ κάμῃ ἡ Βουλή. Διότι ἀντίκειται, ὄχι μόνον εἰς τὴν ἰδέαν τῆς Βουλῆς καὶ πρὸς τὰ δικαιώματα αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχει. Τώρα ὁ κ. ὑπουργὸς ὀχυροῦται ὄπισθεν ἑτέρου καὶ λέγει, ὅτι ὑπάρχει μία κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία διαρρυθμίζῃ τὰ ζητήματα αὐτὰ καὶ ἔχει ἁρμοδιότητα νὰ κανονίζῃ τὰ ζητήματα τῶν προσφύγων, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπάγεται καὶ τὸ ζήτημα αὐτό, διότι, λέγει, πρόκειται περὶ ἀνωμάλων δικαιοπραξιῶν ἐπὶ τῆς προσφυγικῆς περιουσίας. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ τὸ ἀντικείμενον τῶν ἀνωμάλων δικαιοπραξιῶν. Διότι ἡ ἀμφισβήτησις ἔγκειται εἰς τοῦτο: οἱ κάτοχοι γηγενεῖς λέγουν, ὅτι τοῦτο ἀνήκει εἰς ἡμᾶς, οἱ δὲ πρόσφυγες πάλιν λέγουσιν ὅτι εἶναι ἰδικόν των. Διότι ἡ μεταβίβασις, ἡ ὁποία ἐγένετο, δὲν εἶναι τρόπος λύσεως τοιοῦτος, ὥστε κατὰ νόμον νὰ τοὺς δίδῃ πλῆρες δικαίωμα. Τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν ἀνώμαλον δικαιοπραξίαν. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει λύει ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ ζήτημα, ὅτι δηλαδὴ πρόκειται περὶ προσφυγικῆς περιουσίας. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν πρόκειται νὰ τὸ κανονίσῃ ἡ Ἐπιτροπή, διότι ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι τὸ ἀντικείμενον τοῦτο δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, τὴν ἀφορῶσαν τὰ ζητήματα τὰ προσφυγικά. Δύναται, λοιπόν, νὰ διαφεύγῃ τελείως τὴν ἁρμοδιότητα τῆς προσφυγικῆς ἐπιτροπῆς. Ἄλλωστε, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἔχῃ συγκροτηθῇ ἡ ἐπιτροπὴ αὐτή, πάντοτε εἶναι ἐπιτροπή, κατὰ τὸ πλεῖστον ἐξ ἐνδιαφερομένων, ὑπὲρ τῶν προσφυγικῶν ζητημάτων τὰ μέλη τῆς ὁποίας ὁσονδήποτε καὶ ἐὰν νομίζουν, ὅτι δικαίως καὶ ἀμερολήπτως θέλουσι κρίνῃ καὶ θέλουσι ἀποβλέψῃ, ποῖον εἶναι τὸ ὀρθὸν καὶ τὸ δίκαιον, δὲν εἶναι δυνατόν, παρὰ λεληθότως νὰ ἐπηρρεασθοῦν, χωρὶς αὐτοὶ νὰ τὸ θέλουν, νομίζοντες, ὅτι ὑπερασπίζονται ἐπακριβῶς τὰ συμφέροντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀναλάβει ἰδιαιτέρως νὰ ὑπερασπισθοῦν. Θὰ τοὺς θέσωμεν λοιπὸν αὐτοὺς εἰς δυσκολωτέραν θέσιν. Τοῦτ’ αὐτὸ θὰ γίνῃ ἀφορμὴ νέων προστριβῶν, μεταξὺ γηγενῶν καὶ προσφύγων, τὰς ὁποίας, νομίζω, ὅτι τὸ πρώτιστον καθῆκον ἡμῶν εἶναι ν’ ἀποφύγωμεν. Θὰ ἐδεχόμην οἱανδήποτε λύσιν, κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὴ γεννηθῇ ζήτημα προστριβῶν, ἀλλὰ νὰ ἐξυπηρετήσωμεν τὰ συμφέροντα αὐτῶν. Ἔχω νὰ προσθέσω καὶ τοῦτο: Δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, ἐὰν συνέστη νέα Ἐπιτροπή. Θὰ συνέστη εἰς ὥραν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν θὰ εὑρισκόμην εἰς τὴν Βουλὴν καὶ δὲν γνωρίζω ποῖαι ἀποφάσεις καὶ ποῖα προσφυγικὰ ζητήματα θὰ συζητηθῶσι, ἢ ἐὰν ἐλήφθη διὰ γενικώτερα ζητήματα, ὁπότε ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι ἡ σύστασις εἶναι παράνομος, μὴ ἀνταποκρινομένη εἰς τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ ἄρθρου 77 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ὁρίζει, ὅτι ἡ ἐξουσιοδότησις δίδεται δι’ εἰδικὰ θέματα, τὰ ὁποῖα καθορίζονται προηγουμένως. Ἐὰν ἔχῃ δικαίωμα εἰδικῶς διὰ τὰ προσφυγικὰ ζητήματα, λέγω, ὅτι αὐτὴ ἡ ἐξουσιοδότησις εἶναι ἐντελῶς ἀντισυνταγματική, προωρισμένη δὲ νὰ γεννᾷ καθημερινῶς ζητήματα περὶ τῆς δικαιοδοσίας καὶ ἁρμοδιότητος καὶ νὰ ἀμφισβητεῖται κατὰ πόσον αἱ πράξεις τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ἔγκυροι ἢ ὄχι. Καὶ ἀπόδειξις εἶναι, αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον φέρει ὁ κ. Ὑπουργός, νομίζων, ὅτι ὑπόκειται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἐνῷ κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην δὲν ὑπόκειται εἰς τὰ δικαιώματα τῆς ἐπιτροπῆς. Διὰ τοῦτο δὲν θέλω ἐδῶ νὰ συζητήσω τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν προσφυγικῶν ζητημάτων, διότι διαφεύγει τὰ ὅρια τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, ἀλλὰ θὰ ζητήσω ῥητῶς, ἵνα ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ, ὅτι τὸ θέμα, περὶ τοῦ ὁποίου προβλέπει τὸ κατατιθέμενον νομοσχέδιον, δὲν ὑπάγεται εἰς τὰ δικαιώματα τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἐφόσον ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν κάμῃ ρητὴν δήλωσιν, ὅτι δὲν θὰ στείλῃ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν προσφυγικῶν ζητημάτων τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἵνα ἐκδοθῇ κατόπιν Νομοθετικὸν Διάταγμα, ἀλλὰ θὰ ἀκολουθήσῃ τὴν φυσικὴν κανονικὴν πορείαν τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὡς νόμος, μὴ ὑπαγόμενος καθόλου εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν προσφυγικῶν ζητημάτων.
§19Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Κύριοι Βουλευταί, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ διαφωνήσω ὡς πρὸς τὰς παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, διὰ τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον εἶπον ὡς πρὸς τὴν κατάρτισιν τοῦ νομοσχεδίου. Βεβαίως ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ ἀντιλήψεως ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς καταρτίσεως νομοσχεδίου τοιούτου περιεχομένου. Ὁ κύριος Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος φαντάζεται ὅτι ἕκαστος Ὑπουργὸς πρέπει νὰ κάθεται εἰς τὸ γραφεῖον του ἁπλῶς καὶ ἀπὸ τούτου δύναται νὰ νομοθετῇ, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ κανονίζῃ ἐπὶ τόπου τὰς διαφόρους ἀνάγκας καὶ τὰ διάφορα θέματα.
§20Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κάθε ἄλλο. Διαμαρτύρομαι. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι. Ἐγὼ εἶπον ὅτι ἐκάματε τὸ καθῆκον σας πληρέστατα ὅταν περιωδεύσατε καὶ ἀντελήφθητε τὴν κατάστασιν ἐπὶ τόπου, καὶ καταρτίσατε κατόπιν τὸ νομοσχέδιον, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν παρατηρήσεων καὶ ἐξετάσεών σας. Ἀλλὰ λέγω, ὅτι ἡ προσωπική σας γνώμη, τὴν ὁποίαν διετυπώσατε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ σας δὲν δύναται βέβαια νὰ καλύψῃ τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχει ἡ Βουλή, ἵνα ἐξετάσῃ, ἐὰν αἱ ἐκτιθέμεναι ἀπόψεις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ εἶναι ὀρθαί, καὶ ἂν ἀνταποκρίνονται εἰς τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα αὕτη ἔχει. Σᾶς ἐπῄνεσα, διότι ἐκάματε τὴν περιοδείαν, ἐν τούτοις ὅμως δὲν δέχομαι, ὅτι ἡ πρᾶξίς σας αὐτὴ ἀντικειμενικῶς εἶναι τοσοῦτο ἔγκυρος καὶ νόμιμος, ὥστε νὰ καταργῇ τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ εἴπῃ καὶ αὕτη τὴν γνώμην της καὶ ἔχει ὑποχρέωσιν πρὸς τοῦτο.
§21Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ἐξεδηλώσατε ἐπίκρισιν ὅτι πολὺ ἀργά.....
§22Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἶπον ἁπλῶς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις βραδέως ἐπελήφθη τοῦ ζητήματος τούτου, τὸ ὁποῖον εἶναι τοσοῦτον κεφαλαιῶδες.
§23Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ἐφρόνουν, ὅτι ἐὰν ὑπέβαλλον τὸ ἤδη κατατεθειμένον σχέδιον νόμου, ἠδυνάμην νὰ λύσω τὸ ζήτημα διὰ τῶν κειμένων νόμων, καὶ ἔθεσα εἰς λειτουργίαν τὴν ὑπάρχουσαν Κοινοβουλευτικὴν ἐπὶ τῶν προσφυγικῶν ζητημάτων Ἐπιτροπήν, τῆς ὁποίας ἡ γνωμοδότησις εἶναι ἀναγκαία διὰ νὰ νομιμοποιηθῇ κάθε δικαιοπραξία, καὶ τέλος ἐθεώρησα σκόπιμον νὰ μεταβῶ ἐπὶ τόπου νὰ ζητήσω τὴν γνώμην καὶ τῶν βουλευτῶν καὶ τῶν ἐνδιαφερομένων πολιτῶν. Διὰ τοῦτο ἡ διάθεσις ὑμῶν, τὴν ὁποίαν ἐξεδηλώσατε, νὰ μεμφθῆτε τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἐβράδυνε νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος τούτου, εἶναι ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος, ὅπως εἶναι ἐντελῶς ἀδικαιολόγητον νὰ μοῦ ἐπιρρίψητε τὴν κατηγορίαν, ὅτι ἤθελον νὰ ἀγνοήσω τὴν Βουλήν.
§24Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Αὐτὸ τὸ τελευταῖον τὸ εἶπον καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω. Τὰ ἄλλα ὅμως δὲν τὰ εἶπον.
§25Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Φαίνεται ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἠγνόησε τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν κατὰ τὴν ψήφισιν τῶν σχετικῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, προκειμένου περὶ τῆς ἐξουσιοδοτήσεως τῆς ἐπὶ τῶν προσφυγικῶν ζητημάτων ἐπιτροπῆς καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἠμπορεῖ νὰ σταθῇ σοβαρῶς αὐτὴ ἡ θεωρία, ὅτι, ἐπειδὴ ἐδήλωσα ὅτι θὰ κάμω χρῆσιν μιᾶς ἐξουσιοδοτήσεως, προσπαθῶ νὰ καταργήσω τὴν Βουλὴν καὶ νὰ καταργήσω τὰς Κοινοβουλευτικὰς ἐλευθερίας.
§26Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὁμιλεῖ τὸ Σύνταγμα περὶ εἰδικῆς ἐξουσιοδοτήσεως.
§27Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Καὶ ἐπειδὴ πάλιν ὁ κύριος Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος εἶπεν, ὅτι δὲν εἶχε γνῶσιν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ἐλησμόνησεν, ὅτι ἀπησχόλησεν ἐπανειλημμένως τὴν Βουλὴν καὶ κατόπιν συζητήσεως, ἐὰν ἐνθυμεῖται καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτής, ἔλαβε τὸν λόγον κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην, καὶ ἐμείναμε σύμφωνοι περὶ τὴν διατύπωσιν, τὴν ὁποίαν ἐκανονίσαμε. Ὥστε δὲν πρόκειται περὶ θέματος, τὸ ὁποῖον πρώτην φορὰν συνεζητήθη. Καὶ τὸ ζήτημα τῆς εἰδικῆς ἐξουσιοδοτήσεως ἐξητάσθη εὐρύτερον, τελικῶς δὲ ἡ Βουλὴ ἔλαβε τὴν ἀπόφασιν νὰ δώσῃ τὴν ἐξουσιοδότησιν, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησα. Θὰ ἦτο δὲ περιττὸν τώρα νὰ ἀρχίσῃ συζήτησις, ἐὰν ἡ ἐξουσιοδότησις, ἡ διδομένη εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, περὶ τῶν προσφυγικῶν ζητημάτων εὑρίσκεται ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 77 τοῦ Συντάγματος. Τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐλύθη, διότι ἡ Βουλὴ ἐδέχθη ὅτι ἡ περιγραφὴ εἰς προσφυγικὰ ζητήματα, εἶναι μία εἰδικὴ περιγραφή, εὑρισκομένη εἰς πλήρη ἁρμονίαν μὲ τὸ ἄρθρον 77 τοῦ Συντάγματος. Δὲν εἶμαι διατεθειμένος ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν περισσότερον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἐὰν ἡ Βουλή, παρ’ ὅλην τὴν ἐξουσιοδότησιν, νομίζῃ, ὅτι εἰδικῶς τὸ θέμα αὐτὸ τῶν ἀνωμάλων δικαιοπραξιῶν, εἶναι τοιοῦτον, ὥστε δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ λυθῇ, ἔστω καὶ προσωρινῶς διὰ Νομοθετικοῦ Διατάγματος, ἐγὼ δὲν θὰ εἶχον καμμίαν ἀντίρρησιν. Προσωπικῶς, ἐγὼ τοὐλάχιστον θὰ συνίστων εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μὴ κάμῃ τοιαύτην ἐξαίρεσιν, διότι τὰ συμφέροντα εἶναι μεγάλα καὶ δὲν πρόκειται ἄλλως τε νὰ ἐμποδισθῇ ἡ Βουλὴ ἀπὸ τοῦ νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην της, διότι τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα θὰ προσκομισθῇ εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἡ Βουλὴ εἶναι εἰς θέσιν νὰ μεταρρυθμίσῃ τὸ Διάταγμα τοῦτο, ἐὰν κακῶς ἔχῃ. Ἐγὼ εἶπον ὅτι, ἐὰν περατώσῃ τό ἔργον της ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, πολὺ πρὸ τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, νὰ δύναται ἡ Κυβέρνησις, ἀναγνωρίζουσα ἀνάγκην ἐπείγουσαν, νὰ προβῇ εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος, καὶ ἐπαναλαμβάνω πάλιν, ὅτι νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ σπεύσωμεν πρὸς τοῦτο, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀναμείνωμεν τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, ἵνα λάβῃ τὴν συνήθη ὁδὸν τῆς νομοθετικῆς διαδικασίας, τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον. Ἐγὼ θὰ ὑπακούσω εἰς τὴν γνώμην αὐτῆς. Ἐκεῖνο ὅμως, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ κάμω, οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην ὑποχώρησιν ἀπέναντι τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἁρμοδιότητος τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Δὲν πρόκειται περὶ ζητήματος τυπικοῦ, ἀλλὰ περὶ τῆς οὐσίας τοῦ πράγματος. Διότι τὸ ζήτημα τῶν ἀνωμάλων δικαιοπραξιῶν, ὅπως λυθῇ ἱκανοποιητικῶς, ἔχει ἀνάγκην τῆς συνεργασίας καὶ τῶν φώτων, ἐκείνων τῶν μελῶν, τὰ ὁποῖα γνωρίζουσι λεπτομερῶς τὰ ζητήματα αὐτά. Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἔχει συσταθῇ τόσον καλῶς, ὥστε νὰ χειρίζεται μετὰ κύρους τὰ ζητήματα αὐτὰ τὰ προσφυγικά. Δὲν ἀποτελεῖται ἡ Ἐπιτροπή, ὅπως ἐτονίσθη, μόνον ἀπὸ πρόσφυγας. Ἡ προσφυγικὴ ἐπιτροπὴ ἀποτελεῖται καὶ ἀπὸ ἐντοπίους.
§28Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Ἴσα μέλη;
§29Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Μάλιστα ἴσα μέλη. Ἀποτελεῖται ἀπὸ πρόσφυγας καὶ ἐντοπίους τῶν μερῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρονται.
§30Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ ὀφείλω σχετικῶς νὰ δηλώσω ὅτι δὲν ἔλαβον γνῶσιν περὶ τοῦ καταρτισμοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς, οὐδὲ μοὶ κατέστησεν τοῦτο γνωστὸν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς διὰ νὰ συμμετάσχῃ καὶ τὸ κόμμα, τοῦ ὁποίου ἔχω τὴν τιμὴν νὰ προΐσταμαι. Πρώτην φορὰν ἀπόψε λαμβάνω γνῶσιν ὅτι συνέστη Ἐπιτροπή.
§31Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Βλέπετε ὅτι δὲν εἶσθε ἐνήμερος τῶν πραγμάτων, κ. Ἀρχηγὲ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος. Διότι δὲν συνέστη νέα Ἐπιτροπή, ἀλλὰ ἡ παλαιὰ ἐπὶ τοῦ προσφυγικοῦ ζητήματος Ἐπιτροπή, ἐθεωρήθη ἁρμοδία διὰ τὴν ἐξέτασιν τῶν ζητημάτων αὐτῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς. Σχετικῶς νέα Ἐπιτροπὴ δὲν ἐγένετο. Ἀλλ’ ὅτι κυρίως μᾶς ἐνδιαφέρει εἶναι τὸ σχέδιον τοῦτο, ὅπως καὶ σ’ ὅλα τὰ σχετικὰ προσφυγικὰ ζητήματα, ἐξετασθῇ ἀπὸ μίαν Ἐπιτροπὴν κατὰ τοιοῦτον τρόπον συντεταγμένην, ὥστε πράγματι νὰ προλειαίνεται, καὶ διευκολύνηται τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ἠθέλαμεν νὰ ὑπαγάγωμεν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα ἄλλης Ἐπιτροπῆς τὰ ζητήματα αὐτά, καμμία διευκόλυνσις τῆς Βουλῆς δὲν θὰ ἐγίνετο. Ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου, δὲν εἶναι δυνατὸν Ἐπιτροπὴ ἄλλη, συγκροτουμένη, νὰ ἐξετάσῃ, ἐν γνώσει τῶν πραγμάτων, τὰ ζητήματα αὐτὰ καὶ νὰ ἐκδώσῃ τὰς ἐμπρεπούσας λύσεις.
§32Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Νὰ παραπεμφθῇ καὶ εἰς τὰς 3 Ἐπιτροπάς. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Γεωργίας, Δικαιοσύνης καὶ Προσφυγικήν.
§33Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Θὰ ἦτο ἄτοπον νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν ἐπιτροπῶν αὐτῶν τὸ σχέδιον αὐτὸ νόμου, διὰ νὰ ἔχωμεν ἐδῶ κατόπιν συζητήσεις ἀτέρμονας. Καὶ γίνονται αἱ συζητήσεις ἀτέρμονες, ὅταν πράγματι οἱ ἔχοντες γνῶσιν τῶν ζητημάτων, οἱ ἐκπροσωποῦντες τὰ μέρη τὰ ἐνδιαφερόμενα, δὲν ἐξετάζουσι τὰ ζητήματα καὶ δὲν προτείνουσι αὐτοὶ τὰς λύσεις, κατόπιν συζητήσεως, προκειμένου περὶ τοιούτων ζητημάτων, ἐχόντων ἀμέσους οἰκονομικὰς συνεπείας. Διὰ τὴν πρακτικωτέραν λοιπὸν λύσιν ἐπιμένομεν εἰς τοῦτο εἰς τὸ ὅτι δηλαδή, Ἐπιτροπὴ ἁρμοδία, εἶναι ἡ ἐπὶ τοῦ προσφυγικοῦ ζητήματος καὶ ἐκεῖ πρέπει νὰ παραπεμφθῇ. Τώρα δύναται τὸ προεδρεῖον τῆς Βουλῆς νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλὴν καὶ ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ὁρίσῃ ἄλλην Ἐπιτροπήν. Φαντάζομαι ὅμως, κύριοι, ὅτι εἶναι ἀδύνατον ποτὲ ἡ Βουλὴ νὰ δεχθῇ ἄλλην τυχὸν ἁρμοδίαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου Ἐπιτροπήν, ἀπὸ τὴν προσφυγικήν, ἡ ὁποία ὅπως εἶπον καὶ λόγῳ τῆς συνθέσεώς της εἶναι ἡ καταλληλοτάτη καὶ ἁρμοδιοτάτη.
§34Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὑπάρχει καμμία ἀντίρρησις νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὰς 3 ἁρμοδίας ἐπιτροπάς;
§35Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν θέλετε ἠμπορεῖτε νὰ εἴπητε τὸ ἑξῆς: Ἄλλως τε ἡ ἀπόφασις, κύριε Καλκάνη, περὶ ἁρμοδιότητος τῆς Ἐπιτροπῆς, ὁρίζει ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ εἰδικῶς δύναται ν’ αὐξηθῇ μέχρι 50 μελῶν. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν ν’ αὐξηθῇ ὁ ἀριθμὸς εἰς 50 μέλη. Ὑπάρχει ὅμως ἡ ἑξῆς ἀντίρρησις, ὅτι ὑπεραυξάνεται ὁ ἀριθμὸς τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ δὲν δύναται νὰ ἐργασθῶσι.
§36ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐκτὸς αὐτοῦ εἶναι καὶ γηγενεῖς βουλευταὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§37Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Δι’ αὐτὸ ἐπρότεινα, κ. βουλευτά....
§38ΕΜΜ. ΕΜΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Ἐὰν λύσητε ζητήματα, χωρὶς ν’ ἀκουσθῶσιν οἱ πρόσφυγες, δὲν ἔχομεν, παρὰ νὰ ἀποχωρήσωμεν.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἐνόμισα, ὅτι πρέπει νὰ παρακαλέσω νὰ ἡσυχάσητε διὰ ν’ ἀκουσθῇ ὁ κ. Ὑπουργός, ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ Βήματος, ἐὰν ὅμως τοῦτο προκαλῇ ἀντιρρήσεις καὶ δὲν ἐπιθυμεῖ ἡσυχίαν ὁ κ. βουλευτής, τότε διαφέρει τὸ πρᾶγμα.
§40Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Σᾶς λέγω τοῦτο: ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν προσφυγικῶν ζητημάτων ἔχει τὴν εὐκολίαν, ἐξαιρετικῶς, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὰς ἄλλας Ἐπιτροπὰς νὰ αὐξήσῃ μέχρι 50 τὸν ἀριθμὸν τῶν Βουλευτῶν. Ἡ σύνθεσις ἡ ἰδιόρρυθμος τῆς Ἐπιτροπῆς αὐτῆς, παρέχει ὅλην τὴν εὐκολίαν νὰ συμπράξωσιν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ὅλοι οἱ Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι τυχὸν ἔχουν ἐνδιαφέρον. Ἔτσι δὲν παρίσταται καμμία ἀνάγκη συμπράξεως πολλῶν Ἐπιτροπῶν, αἵτινες θὰ καθίστων δύσκολον τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Ἐὰν μὲν ἡ Βουλὴ νομίζει, ὅτι τὸ θέμα εἶναι τόσον σοβαρόν, ὥστε δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ χρῆσις τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ἡ Κυβέρνησις φυσικὰ θὰ ὑπακούσῃ εἰς τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ ἀπαραιτήτως νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὴν προηγουμένην τῆς ἀπόφασιν. Νὰ θεωρήσῃ ἁρμοδίαν τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν προσφυγικῶν ζητημάτων καὶ δὲν πρέπει νὰ φαντάζεται ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ὅτι ὑπάρχει κἄποια πρόθεσις μεροληψίας ὑπὲρ τῆς Α ἢ Β Ἐπιτροπῆς. Ἡ πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ ἀποδοθῇ πλῆρες δίκαιον καὶ νὰ λυθῶσιν ὅλαι αἱ ὑφιστάμεναι διαφοραὶ μεταξὺ προσφύγων καὶ ἐντοπίων, αἱ δεσμεύουσαι τὴν ἐλευθέραν οἰκονομικὴν ἀνάπτυξιν.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσαλδάρης.
§42Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἡ εἰσήγησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Γεωργίας, σχετικῶς πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀνωμάλων δικαιοπραξιῶν, βλέπω ὅτι τείνει νὰ γεννήσῃ ἕτερον ζήτημα καὶ δὴ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ πρὸ παντὸς θέλω ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ ἀποφευχθῇ, ζήτημα τοὐτέστιν προστριβῆς τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν προσφυγικῶν ζητημάτων, ἡ ὁποία συνέστη. Εἶπον καὶ προηγουμένως, ὅτι δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα τῆς συστάσεως τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς, ὀφείλω ἐν τούτοις νὰ εἴπω, ὅτι μοῦ ἐγένετο ἰδιαιτέρως πρότασις περὶ συστάσεως τῆς τοιαύτης ἐπιτροπῆς, καὶ εἶπον ὅτι, τοιαύτη σύστασις, γενικῶς ὡς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν προσφυγικῶν ζητημάτων, δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 77 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ὁρίζει ὅτι ἡ ἐξουσιοδότησις δίδεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν μόνον ἐπὶ εἰδικῶν θεμάτων. Ὅταν δὲ λέγωμεν προσφυγικὰ ζητήματα, ταῦτα δὲν εἶναι εἰδικὰ ζητήματα, εἶναι τόσον εἰδικά, ὅσον ἡ ἐπιτροπὴ δύναται νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ζητημάτων ἢ ἐπὶ τῶν δικαστικῶν ζητημάτων ἢ ἐπὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν ζητημάτων ἢ ἐπὶ οἱουδήποτε ἄλλου ζητήματος.
§43Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Εἶσθε μέλος τῆς Κυβερνήσεως, κ. συνάδελφε, ὅταν ἐλήφθη ἡ πρώτη ἀπόφασις περὶ ἐξουσιοδοτήσεως, ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ τοῦ ἰδίου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος;
§44Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μάλιστα.
§45Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Καὶ τότε ἐλήφθη ἀπόφασις περὶ ἐξουσιοδοτήσεως ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἰσχύοντος τότε Προσωρινοῦ Συντάγματος, ἐπὶ τῶν προσφυγικῶν ζητημάτων.
§46Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀληθῶς, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Γεωργίας θὰ μὲ κατηγόρει δικαίως ἐπὶ ἀσυνεπείᾳ, ἂν ἐπέκρινα τὴν προηγουμένην ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία εἶχε συσταθῇ ἐπὶ τῶν προσφυγικῶν ζητημάτων. Δὲν ἐπέκρινα δὲ τὴν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία συνέστη διότι ἀντιπολιτευόμενος ἤλλαξα σκέψεις περὶ τῆς Συνταγματικῆς ὀρθότητος μιᾶς πράξεως τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, τῆς ὁποίας ἐγὼ ἔπαυσα νά εἶμαι μέλος πλέον. Ἀλλὰ δυστυχῶς διὰ τὸν κ. Ὑπουργόν τῆς Γεωργίας, δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν μία οὐσιωδεστέρα διαφορά, ἡ ὁποία ὑπῆρχε κατὰ τὴν πρώτην κατάρτισιν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὴν δευτέραν. Ἐκείνη ἡ ἐπιτροπή, κ. Ὑπουργὲ τῆς Γεωργίας, συνέστη, δυνάμει πράξεως τῆς Συντακτικῆς Βουλῆς, τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως, καὶ ἦτο πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος. Ὅτε αὐτὴ ἡ Συνέλευσις ἔκαμε χρῆσιν τῶν Συνταγματικῶν δικαιωμάτων, συνέστη μία τοιαύτη ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἦτο ἀπόρροια τῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν εἶχε ἡ Συνέλευσις καὶ ὄχι τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 77, τὸ ὁποῖον οὐδὲ κἂν ὑφίστατο. Διὰ τοῦτο δὲ, ἐκεῖνα τὰ Διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς, δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν διάταξιν ἐκείνην, καθ’ ἣν ἐὰν ἐντὸς 48 ὡρῶν δὲν ὑποβληθῶσιν εἶναι ἄκυρα, ὁπότε, θὰ ἐφαίνετο συνεπέστερος διὰ νὰ ὑποδεικνύῃ συνεπείας εἰς ἐμέ.
§47Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Δυστυχῶς διὰ τὸν κ. Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ἀποδεικνύεται ὅτι δὲν εἶναι, ἢ ὀλιγώτερον συνεπὴς ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διότι ἡ ἀπόφασις ἐκείνη ἐλήφθη ἐπὶ τῇ βάσει τότε τοῦ ἰδίου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος.
§48Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Παρὰ Συντακτικῆς Συνελεύσεως ὅμως, καὶ παρακαλῶ νὰ προσκομισθῇ ἐκεῖνο τὸ ψήφισμα, διὰ νὰ παύσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, ἐπικαλούμενος τὴν λανθάνουσαν μνήμην αὐτοῦ.
§49Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ρητῶς ὑπήχθησαν τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ τοῦ Συντάγματος καὶ τὰ διατάγματα ἐκεῖνα ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐκυρώθησαν, διότι ἦτο ῥητὴ ἡ διάταξις τῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Τὸ ὅτι ἐδόθη ἀπὸ Συντακτικὸν Σῶμα δὲν ἔχει σημασίαν.
§50Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἔχει μεγάλην διαφορὰν, διότι τὸ Συντακτικὸν Σῶμα δύναται νὰ κάμῃ ὅ,τι θέλει.
§51Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Εἴπατε, κύριε συνάδελφε, ὅτι τὰ Διατάγματα δὲν ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐγὼ σᾶς εἶπον, ὅτι ὑπεβλήθησαν καὶ ἐκυρώθησαν.
§52Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Καὶ ἐγὼ δύναμαι νὰ σᾶς διαβεβαιώσω τὸ ἀντίθετον, διότι οὐδεὶς δύναται νὰ ἀποδείξῃ τί ἐγένετο τότε.
§53Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας) (Ἀναγινώσκει)......
§54Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Αὐτὸ ἦτο προγενέστερον, Κύριε Ὑπουργέ. Αὐτὸ δὲν δικαιολογεῖ τίποτε. Ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις ἠδύνατο τότε νὰ ἐκδώσῃ τὴν ἄδειαν αὐτήν. Ἐὰν δὲ ἐξεδόθησαν καὶ ἦλθον εἰς τὴν Βουλὴν, ἐκ τούτου δὲν ἀποδεικνύεται τίποτε ἐξ ὅσων λέγετε.
§55Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Εἰσέρχεσθε εἰς ἓν θέμα, ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ ἐξέλθητε καὶ πάλιν ἡττημένος.
§56Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ Συνέλευσις, ἔχουσα συντακτικὰ δικαιώματα, ἠδύνατο νὰ παρέχῃ νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν, ἠδύνατο νὰ συστήσῃ Κοινοβουλευτικὰς ἐπιτροπὰς, εἰς τὰς ὁποίας νὰ παρέχῃ γενικοῦ περιεχομένου ἐξουσιοδότησιν, ἠδύνατο ἐπὶ πλέον νὰ ὁρίζῃ ὅτι, παρέχουσα αὐτὴν, ἐνόει κατὰ τὰ λοιπὰ νὰ τὴν ὑπαγάγῃ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Σήμερον, ὅπως ἔχει τὸ ἄρθρον 77, εἶναι ἀναντίρρητον, ὅτι δὲν δύναται νὰ συστήσῃ οὕτω πως ἐπιτροπὰς, μὲ γενικὴν ἐξουσιοδότησιν, χωρὶς νὰ καθορίζῃ τὰ εἰδικὰ θέματα ἐπὶ τῶν ὁποίων αἱ ἐπιτροπαὶ θὰ κρίνουν, καὶ θὰ δύνανται νὰ λαμβάνωσιν ἀποφάσεις, ἐχούσας νομοθετικὰ ἀποτελέσματα. Τὸ ζήτημα εἶναι τόσον σαφές, ὥστε δὲν χρήζει συζητήσεως. Ἐπαναλαμβάνω καὶ λέγω, ὅτι ἡ τοιαύτη ἐξουσιοδότησις, ὡς εἴδομεν, ὄχι μόνον ἀντίκειται εἰς τὸ ἄρθρον 77, ἀλλὰ καὶ γενικῶς τόσας δυσχερείας παρέχει περὶ τὸν καθορισμὸν τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς, τῶν ὁποίων τὴν ἀπόδειξιν ἔχομεν ταύτην τὴν ἑσπέραν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, ὅμως, φρονεῖ, ὅτι τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον, δύναται νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἐνῷ ὑπάρχουν καὶ οἱ ἀντίθετα φρονοῦντες, ὅτι τὸ θέμα δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν ἐπιτροπὴν, ἐξακολουθῶ δὲ νὰ ἐπιμένω εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν εἶπον, ἀφήνων κατὰ μέρος τὸ ζήτημα τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης, τὸ ὁποῖον δὲν θέλω νὰ καταστήσω ἀντικείμενον συζητήσεως ταύτην τὴν ἑσπέραν.
§57Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Καὶ εἰς αὐτὸ ἔχετε ἀντίρρησιν.
§58Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὁσονδήποτε εὐρεῖαν δικαιοδοσίαν καὶ ἂν ἔχῃ ἡ συσταθεῖσα ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν προσφυγικῶν ζητημάτων, δὲν δύναται νὰ περιλάβῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ζητήματος ἁπλῶς τοὺς πρόσφυγας ἀφορῶντος, ἀλλὰ πρόκειται ἀκριβῶς περὶ ζητήματος διαφορᾶς μεταξὺ προσφύγων καὶ γηγενῶν, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ὑπάγεται τὸ ζήτημα εἰς τὴν ἐξουσιοδότησιν τὴν δοθεῖσαν, καὶ ἐὰν ἀκόμη αὕτη ἐδόθη ὑπὸ τὴν γενικήν της μορφήν, ὥστε νὰ περιλαμβάνῃ ὅλα τὰ ζητήματα τῶν προσφύγων. Τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον, πρόκειται περὶ ἐξαιρετικῆς δικαιοδοσίας τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης καὶ ἐὰν ἐγερθῇ οἱαδήποτε ἀμφιβολία, περὶ τῶν ὁρίων, εἰς τὰ ὁποῖα ἐκτείνεται ἡ ἐξουσιοδότησις αὐτῆς, κατ’ ἀνάγκην θὰ δοθῇ κατὰ τοὺς κανόνας τῆς ἐπιστήμης στενὴ ἑρμηνεία, καὶ ἑπομένως ἀμφίβολοι περιπτώσεις δὲν δύνανται νὰ περιληφθῶσιν. Καὶ δι’ αὐτὸ ἐπαναλαμβάνω νὰ τονίσω, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν δύναται νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλά, Κύριοι Βουλευταί, θέλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως, ἰδιαιτέρως δὲ τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργοῦ, θὰ παρακαλέσω δὲ καὶ τὴν Βουλὴν νὰ δώσῃ πᾶσαν τὴν προσήκουσαν προσοχὴν, εἰς μίαν ἄλλην ἄποψιν τοῦ ζητήματος. Εἶπον καὶ ἐτόνισα, ὅτι καθῆκον ἡμῶν πάντων εἶναι κατά τίνα τρόπον νὰ ἀποφύγωμεν οἱανδήποτε προστριβὴν μεταξὺ γηγενῶν καὶ προσφύγων. Ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἔχει συσταθῆ διὰ νὰ κανονίζῃ τὰ προσφυγικὰ ζητήματα, ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ ἔλθῃ εἰς σύγκρουσιν μὲ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει καὶ τοὺς πρόσφυγας, θὰ ἦτο ἡ ὀλιγώτερον ἁρμοδία, ἀπὸ ἀπόψεως πλέον πολιτικῆς σκοπιμότητος, νὰ κανονίσῃ τοιοῦτον ζήτημα, κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο νὰ γεννηθῇ προστριβὴ μεταξὺ γηγενῶν καὶ προσφύγων. Ὑποθέτω ὅτι αὐτοὶ οἱ κύριοι ἐκ τῶν προσφύγων, οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνται μὲ τὴν λύσιν τῶν ζητημάτων των, θὰ ἔχωσιν καὶ αὐτοὶ τὴν ἀντίληψιν, ὅτι πρέπει νὰ τεθῶσιν ξένοι, ὅταν πρόκειται νὰ διαρρυθμισθῇ σχέσις, ἡ ὁποία ἀφορᾶ συγκρουόμενα συμφέροντα μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῶν προσφύγων, καὶ ὅτι ἡ μόνη ἁρμοδία ἐξουσία, ἡ ὁποία δύναται καὶ πρέπει νὰ ἀποφασίζῃ ἐπὶ τούτων, εἶναι ἡ Βουλή, ὅπου ἐλευθέρως καὶ ἀκωλύτως θὰ ἀκουσθῶσιν αἱ γνῶμαι πάντων τῶν ὑπερασπιζόντων, εἴτε τὴν μίαν, εἴτε τὴν ἄλλην ἄποψιν.
§59Γ. ΜΟΔΗΣ. Δὲν θὰ τελειώσωμεν ποτὲ μέσα εἰς τὴν Βουλήν.
§60Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὑπάρχουσι ζητήματα, τὰ ὁποῖα παρατείνουσι τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς. Τοῦτο εἶναι φυσικόν, ὡς ἐκ τῆς συνθέσεως τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος. Ἐκ τούτου ὅμως δὲν ἕπεται, ὅτι πρέπει νὰ τὸ καταργήσωμεν τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, διότι κατάργησιν ἀποτελεῖ, ἂν δὲν φροντίζωμεν, ὥστε αἱ συζητήσεις νὰ γίνωνται κατὰ τρόπον, ὅστις νὰ ἐνισχύῃ καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Λαοῦ ἐπὶ τὸ Σῶμα καὶ ὄχι, μολονότι νομίζομεν, ὅτι ἓν ζήτημα ἔπρεπε νὰ λυθῇ διὰ τῆς Βουλῆς, νὰ μὴ τὸ εἰσάγωμεν εἰς αὐτήν, διότι εὑρίσκομεν ὅτι τὸ Σῶμα δὲν ἐκπληροῖ τὸν προορισμόν του, διότι τοῦτο θὰ ἀπετέλει κατάργησιν τοῦ Πολιτεύματος. Ἂν τοῦτο θέλωμεν ἂς φθάσωμεν δι’ εὐθυτέρας ὁδοῦ. Ὥστε καὶ ἂν εἶχεν ἁρμοδιότητα ἡ ἐπιτροπή, θὰ συνίστων εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ, ὅπως τὸ θέμα τοῦτο ρυθμισθῇ παρὰ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ παρὰ τῆς Βουλῆς ὁλοκλήρου καὶ νὰ ἀκουσθοῦν ἐλευθέρως αἱ γνῶμαι ὅλων τῶν ὑποστηριζόντων τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην ἄποψιν. Θὰ παρακαλέσω δὲ καὶ ἐγὼ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιληφθῇ ταχέως τοῦ θέματος, διότι τὴν περιοδείαν τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, τὴν ἔκαμα καὶ ἐγὼ καὶ γνωρίζω ὅτι, ἂν εἶναι ἓν θέμα, τὸ ὁποῖον γεννᾶ πολλὰς ἀνησυχίας καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἀσχολεῖται πρὸ παντὸς ὁ πληθυσμὸς τῆς Μακεδονίας, εἶναι τὸ θέμα τῶν ἀνωμάλων δικαιοπραξιῶν καὶ ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἐκφράσω τὴν μεγάλην μου χαρὰν καὶ τὰ συγχαρητήριά μου διότι εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐκτάκτως ἀναγκαῖον καὶ πρέπει ἡ Βουλὴ τάχιστα νὰ ἐπιληφθῇ αὐτοῦ. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπιμένων νὰ ὑπαγάγῃ τὸ ζήτημα εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν ἐπιτροπήν, ἄλλως, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἐκδηλώσῃ τὴν γνώμην της.
§61Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας) Δὲν πρέπει νὰ συγχέωνται τὰ ζητήματα, ἀλλ’ ἂν ἡ Βουλὴ νομίζῃ ὅτι λόγῳ τὴν σοβαρότητος τοῦ θέματος πρέπει νὰ ἐπιληφθῇ ἡ ἰδία, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ φανῶ ὑποχωρητικός. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ παρασταθοῦν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἄλλα μέλη ἐκ τῶν ἐνδιαφερομένων περιφερειῶν.
§62Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ζητοῦμεν νὰ ἀποφύγωμεν, δὲν εἶναι μόνον αἱ μέλουσαι προστριβαὶ μεταξὺ γηγενῶν καὶ προσφύγων, ἀλλὰ καὶ ἡ προστριβὴ μεταξὺ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς. Τὸ δὲ ἄρθρον 74 τοῦ Συντάγματος ὁρίζει ῥητῶς τὰ καθήκοντα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τῶν ἐπιτροπῶν. Ἡ ὑπάρχουσα ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν προσφυγικῶν ζητημάτων δὲν δύνανται νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος, διότι ἡ ἁρμοδιότης αὐτῆς δὲν προβλέπεται ἀπὸ τὸ ἐν λόγῳ ἄρθρον.
§63Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ὁ κύριος Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ὑποβάλλει τὴν πρότασιν, ὅτι τὸ ζήτημα τῶν κατατεθειμένων νομοσχεδίων δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς προσφυγικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἑπομένως εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν, σύμφωνον πρὸς τὸ ἄρθρον 74 τοῦ Συντάγματος, διὰ τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Ἐπιτροπῆς.
§64Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἀποβλέπω εἰς τὴν πολιτικὴν σκοπιμότητα. Δὲν ἐννοῶ νὰ τεθῇ ζήτημα ἁρμοδιότητος, ἀλλὰ νὰ ἀποφασίσωμεν ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν θὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν συζήτησιν τῆς Βουλῆς. Ἡ ἐπὶ τῶν προσφυγικῶν ζητημάτων ἐπιτροπὴ δὲν δύναται νὰ καταστῇ ἁρμοδία πρὸς ἐπίλυσιν ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου μόνη ἁρμοδία εἶναι ἡ Βουλή.
§65Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ἡ διαφορὰ ἀντιλήψεων μεταξὺ τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος καὶ ἐμοῦ ἔγκειται εἰς τὸ σημεῖον τῆς ἁρμοδιότητος καὶ τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς.
§66Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Διότι καὶ κλονίζεται, κύριε Ὑπουργὲ ἡ πεποίθησις ἐπὶ τῆς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς.
§67Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ἐδήλωσα ἤδη, ὅτι διὰ τὴν ἁρμοδιότητα τῆς ἐπιτροπῆς δέχομαι νὰ ῥυθμισθῇ αὕτη κατὰ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς.
§68Ε. ΕΜΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τῶν δύο ἀρχηγῶν, ἡ συζήτησις κατέληξεν εἰς συμφωνίαν μεταξὺ αὐτῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν, ὁ μὲν ἐζήτησε νὰ μὴ γίνῃ χρῆσις τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ὁ δὲ δέχεται νὰ μὴν κάμῃ χρῆσιν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Εἰς αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα κατέληξαν. Εἴτε δὲν δέχεται ἡ Κυβέρνησις νὰ κάμῃ χρῆσιν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως εἴτε δέχεται, ἡμεῖς, ὅ,τι καὶ ἂν εἴπωμεν, τὸ ἴδιον εἶναι. Ἀλλά, Κύριοι Βουλευταί, ὁ νόμος, ὁ ῥυθμίζων τὴν παροῦσαν κατάστασιν εἶναι Νομοθετικὸν Διάταγμα, ἐκδοθὲν ἐπὶ τῇ γνωμοδοτήσει τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐλέχθη ὅτι τὸ τοιοῦτον ἔχει σημασίαν μεγάλην. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω ποίαν μεγάλην σημασίαν ἔχει τὸ ζήτημα τῶν ἀνωμάλων δικαιοπραξιῶν. Ὑπῆρχε μία σύμβασις, ἡ λεγομένη σύμβασις τῆς Λωζάνης, σύμβασις ἀνταλλαγῆς. Αὐτὴν τὴν σύμβασιν δὲν τὴν ἐκάμαμεν ἡμεῖς. Αὐτὴν τὴν σύμβασιν τὴν ἔκαμε τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, τὴν ἔκαμε διὰ λογαριασμόν μας, διῴκησεν ἀλλότρια καὶ ἡμεῖς ἐδέχθημεν τὴν διοίκησιν. Αὐτὴ ἡ σύμβασις λέγει, ὅτι τὰ Τουρκικὰ κτήματα εἶνε κτήματα ἀνταλλάξιμα καὶ δίδονται εἰς ἀποζημίωσιν ἀπέναντι τῆς περιουσίας, τὴν ὁποίαν ἐγκατέλειψαν οἱ Ἕλληνες ἐν Τουρκίᾳ.
§69Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Αὐτὸ δὲν τὸ διαμφισβητεῖ κανείς.
§70Ε. ΕΜΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Διαμφισβητεῖτε, κύριε. Ἐὰν δὲν διαμφισβητεῖτε, τότε ἀκούσατε. Ὁ μὴ ἀμφισβητῶν δὲν διακόπτει μετὰ θορύβου. Ὁ ἀκούων σιωπᾷ.
§71Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Σᾶς ἀκούομεν μετὰ προσοχῆς.
§72Ε. ΕΜΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Λοιπὸν ἐδῶ ὑπάρχει μιὰ σύμβασις, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι τὰ κτήματα αὐτὰ ἀνήκουν εἰς τοὺς ἐκ Τουρκίας Ἕλληνας. Ποῖον εἶναι τὸ ἐνδιαφέρον τῶν γηγενῶν ἐδῶ; Ἡμεῖς ἀπωλέσαμεν τὰ πάντα καὶ ἤλθομεν νὰ μᾶς δώσητε μερικὰ ψυχία. Θέλετε νὰ χρεώσητε τὰ μισὰ τῶν παραχωρουμένων; Θέλετε νὰ λάβωμεν τὰ μισά; Ἐφάνημεν καὶ εἰς αὐτὸ συγκαταβατικοί. Διότι, κύριοι, αἱ λεγόμεναι ἀνώμαλοι δικαιοπραξίαι εἶναι ἐκεῖναι αἱ πράξεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἄκυροι κατὰ τὸν Ἑλληνικὸν Νόμον, ὁ ὁποῖος κυβερνᾷ αὐτὸ τὸ Κράτος, εἶναι ἄκυροι κατὰ τὸν Τουρκικὸν Νόμον, ὁ ὁποῖος διεῖπε τὰ κτήματα αὐτά, πρὶν ἢ περάσουν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Μᾶς εἶπον, ὅτι ὑπάρχουν μεταξὺ τῶν γηγενῶν καὶ πτωχοὶ καὶ ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ συγκατάβασις ὑπὲρ αὐτῶν καὶ τὴν συγκατάβασιν αὐτὴν μὲ ὅλην μας τὴν καρδιὰ τὴν ἐκάμαμεν. Αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσία. Ἄκυροι πράξεις, ἐπικυροῦνται. Ἀλλ’ ἀκούομεν ποῦ καὶ ποῦ μίαν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν δὲν δέχεται οὐδὲ ἡ συμπολίτευσις. Τῶν τουρκικῶν αὐτῶν κτημάτων, λέγουν ἡμεῖς εἴμεθα οἱ διάδοχοι· τί ζητοῦν οἱ πρόσφυγες;
§73Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Αὐτὸ δὲν ἐλέχθη.
§74Ε. ΕΜΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Ὅλα αὐτά, τὰ ὁποῖα δὲν λέγονται, διὰ τῶν γινομένων τείνουν νὰ πραγματοποιηθοῦν.
§75Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς κάμω μίαν ἐξήγησιν;
§76Ε. ΕΜΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Βεβαιότατα κ. Πρόεδρε.
§77Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἔχετε μίαν ὑπόνοιαν, ἀκόμη χειροτέραν, ὅτι ὁ γηγενὴς πληθυσμὸς ἐννοεῖ νὰ λάβῃ τὰ κτήματα τῶν Ὀθωμανῶν, ἐπὶ βλάβῃ τῶν προσφύγων. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπανειλημμένως ἐτόνισα, ὄχι μόνον ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ἀλὰ καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης καὶ νομίζω, ὅτι ἀποτελεῖ τὸ κυριώτερον προσφυγικὸν ζήτημα, εἶναι νὰ ἐξαλείψωμεν αὐτὴν τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι τὸ ἓν μέρος τοῦ πληθυσμοῦ ζητεῖ κἄτι τί, ἐπὶ βλάβῃ τοῦ ἄλλου. Ὁ μόνος ὁδηγὸς ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ εἶναι εἰς τὴν σκέψιν μας διὰ τὴν λύσιν τοῦ προσφυγικοῦ ζητήματος πρέπει νὰ εἶναι, πῶς ἀντικειμενικῶς θὰ γίνῃ τὸ ὀρθότερον, ὄχι διὰ τοὺς πρόσφυγας, ὄχι διὰ τοὺς γηγενεῖς, ἀλλὰ διὰ τὸ σύνολον τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖται καὶ ἀπὸ γηγενεῖς καὶ ἀπὸ πρόσφυγας. Διὰ τοῦτο ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι αἰσθάνομαι λύπην ὅτι σεῖς, ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἔθνους, ὁ ὁποῖος εἰδικῶς προέρχεσθε ἐκ τῶν προσφύγων, ὁ ὁποῖος ἔχετε μιὰ ἐξαιρετικὴν θέσιν ἐν τῇ Βουλῇ, ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ ἐξεφράσατε τοιαύτην ὑπόνοιαν. Καὶ ἀκριβῶς διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐκφράζονται τοιαῦται ὑπόνοιαι, αἱ ὁποῖαι εἰς μὲν τοὺς ἀνεπτυγμένους δὲν κάμνουν καμμίαν ἐντύπωσιν ἢ μόνον ἴσως ἀσθενεστάτην τοιαύτην, ἀλλ’ εἰς τὰς ψυχὰς τῶν μεγάλων μαζῶν εἶναι δυνατὸν νὰ γεννήσωσι μῖσος. Διὰ τοῦτο κυρίως εἶπον, ἂς ἔλθῃ τὸ ζήτημα ἐνώπιον ὁλοκλήρου τῆς ἀντιπροσωπείας, ἵνα ἐλευθέρως εἴπῃ ἕκαστος τί ἰδέας ἔχει ἀντικειμενικῶς. Καὶ διὰ τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐπικαλοῦμεν καὶ τὴν συνδρομήν σας καὶ ὅλων τῶν πολιτευομένων καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, νὰ χαράξωμεν μίαν κατεύθυνσιν, ὅτι τὰ προσφυγικὰ ζητήματα εἶναι κοινὰ ζητήματα ὅλης τῆς Ἑλλάδος. Διὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι πολλὴν λύπην αἰσθάνομαι, ὅτι σεῖς διακεκριμένος ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἔθνους, ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς διατυποῦτε μίαν τοιαύτην ὑπόνοιαν καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ διατυποῦτε καὶ νὰ μὴ ἔχητε τοιαύτην ὑπόνοιαν. Δὲν δύναται τὸ Κράτος αὐτὸ νὰ ἀποκατασταθῇ εἰς μίαν εὐθεῖαν ὁδόν, ἐὰν ὅλοι δὲν ἐννοήσωμεν, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν μίαν κατεύθυνσιν ἐντελῶς ἀντικειμενικήν, ἐὰν ὅλοι δὲν ἐννοήσωμεν, ὅτι ἀποβλέπομεν εἰς ἕνα καὶ μόνον σκοπόν, πῶς ὁ τόπος αὐτὸς θὰ προαχθῇ. Βεβαίως θὰ ἔχωμεν ἀντιθέσεις καὶ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ Κράτος, κοινοβουλευτικῶς διεπόμενον, ἐὰν δὲν ἔχῃ ἀντιθέτους ἰδέας· ἀλλ’ αἱ ἀντίθετοι αὗται ἰδέαι, αἱ πολιτικαί, ἔχουν μίαν κοινὴν κατεύθυνσιν, πῶς θὰ προαχθῇ ἡ Πατρὶς (χειροκροτήματα).
§78Ε. ΕΜΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Εἰς τὴν μομφήν, τὴν ὁποίαν ἤκουσα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῆς ἀντιπολιτεύσεως δὲν θὰ ἀπαντήσω. Δὲν εἶπον, καὶ εἶσθε μάρτυρες, ὅτι δὲν εἶπον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἢ ἀντιπολίτευσις ζητεῖ τὴν δήμευσιν μιᾶς περιουσίας, ἀνηκούσης εἰς τὴν προσφυγικὴν ὁλότητα. Εἶπον τὸ ἐναντίον. Εἶπον. Ὑπάρχει ἡ ἰδέα εἴς τινα πρόσωπα, τὴν ὁποίαν ἰδέαν, οὐδὲ ἡ Κυβέρνησις, ἡ συμπολίτευσις δέχεται, οὐδὲ ἡ ἀντιπολίτευσις.
§79Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Οὐδὲ κανεὶς ἄλλος.
§80Ε. ΕΜΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Τὸ κανεὶς ἄλλος, βεβαιούμενον ἀπὸ σᾶς, ἀνακουφίζει κάπως. Λοιπόν, λέγω, ὅτι οὐδὲ ἡ συμπολίτευσις τὸ δέχεται, αὐτὸ κατὰ θεωρίαν· ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον φοβοῦμαι εἶναι ἡ πρᾶξις. Μὲ διαφόρους προφάσεις, μὲ διαφόρους ἑρμηνείας, εἶδον ὅτι ἀνέκυψε τὸ ζήτημα τῶν ἀνωμάλων δικαιοπραξιῶν τὸ ὁποῖον αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ τὸ ζήτημα ἀποδεικνύει, ὅτι ὑπάρχουσι πρόσωπά τινα, τὰ ὁποῖα ἐπέτυχον τὴν ἐπικράτησιν τῶν θεωριῶν αὐτῶν καὶ ὅτι τὰ πρόσωπα αὐτὰ ἔχουν ἰδέας εὐρυτέρας ἀκόμη. Διότι ἀνώμαλος δικαιοπραξία δὲν σημαίνει τίποτε ἄλλο, σημαίνει περιουσίαν, μὴ νομίμως ἀνήκουσαν εἰς τὸ πρόσωπον Αʹ, τὸ ὁποῖον διεκδικεῖ αὐτὴν ὡς ἰδίαν καὶ τὴν ὁποίαν εἴτε ἡ προσφυγικὴ ἐπιτροπή, εἴτε ἄλλη ἐπιτροπή, εἴτε ἡ Βουλὴ θὰ τὴν παραδώσῃ εἰς ἄλλο πρόσωπον, παρὰ εἰς τοὺς δικαιούχους.
§81Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἰδική σας θεωρία.
§82Ε. ΕΜΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Περὶ τούτου πρόκειται; Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἄλλοτε ἐπὶ τῆς τετάρτης Συνελεύσεως ἔγινε μία μικτὴ ἐπιτροπὴ ἐξ ἐντοπίων καὶ ἐκ προσφύγων, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἐμελέτησε τὸ ζήτημα καὶ ὅτι προέβη εἰς διαφόρους ἐνεργείας, χωρὶς νὰ ἐπιφέρῃ θετικὸν ἀποτέλεσμα, διότι παρεπέμφη ἐκ νέου τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ προσφυγικοῦ. Θεωρῶ ὅμως πολύ, ὁ κ. συνάδελφος, ὁ ὁποῖος κατέχει διακεκριμένην θέσιν ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει, τὸ νὰ λέγῃ ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν τὸ ἀμφισβητεῖ κανείς, ἀφοῦ ἔγινε τόσον μεγάλη συζήτησις.
§83Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Τὸ εἶπον αὐτὸ εἰς τὸν κ. πρόεδρον, διὰ νὰ δώσῃ καὶ εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν τὴν γνώμην μας, προκειμένου νὰ συζητηθῇ ἡ οὐσία τοῦ πράγματος, διὰ νὰ λείψωσιν αἱ παρεξηγήσεις.
§84Ε. ΕΜΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Ἀνώμαλος δικαιοπραξία σημαίνει περιουσίαν ἀνήκουσαν εἰς τοὺς πρόσφυγας καὶ ἥτις πρόκειται νὰ δοθῇ εἰς ἄλλους. Ἐπὶ τῆς τετάρτης Συνελεύσεως, αἱ ἐπιτροπαὶ κατέληξαν εἰς ὁμοφωνίαν. Δὲν ἤρκεσεν αὐτό. Τὸ ζήτημα παρεπέμφθη εἰς τὴν τόσον ὕποπτον θεωρουμένην κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ προσφυγικοῦ. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη, μετὰ τοσαύτης ἀμεροληψίας ἐξήτασε τὸ ζήτημα τοῦτο, ὥστε πᾶσαν ἀπαίτησιν τῶν γηγενῶν ἐναντίον τῶν προσφύγων τὴν ἀπεδέχθη. Ἐγένετο Νομοθετικὸν Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ εἶναι ἐν ἰσχύϊ. Δὲν γνωρίζω τὶ ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, Τὸ Νομοθετικὸν αὐτὸ Διάταγμα περὶ ἀνωμαλιῶν δικαιοπραξιῶν ἐγένετο, μετὰ γνωμοδότησιν τῆς Προσφυγικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ κατόπιν ὁμοφωνίας μεταξὺ γηγενῶν καὶ προσφύγων.
§85Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Τοῦτο μόνον θέλω νὰ εἴπω, ὅτι, πρὶν ὑποβληθῇ τὸ σχέδιον, προσεπάθησα διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν κειμένων νόμων νὰ λύσω τὸ ζήτημα. Δυστυχῶς ἡ ψήφισις τοῦ νόμου δὲν ἦτο εὔκολος, διότι ἦτο δεύτερον Νομοθετικὸν Διάταγμα καὶ ἐχρειάζοντο μερικαὶ διατυπώσεις. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον τὸ μέγα πλῆθος τῶν ὑποθέσεων μένει ἐκκρεμές. Προσεπάθησα μὲ τὴν ἁρμοδία κοινοβουλευτικὴν ἐπιτροπὴν νὰ διευθετήσω τὸ ζήτημα καὶ ἔφθασα μέχρις ἑνὸς σημείου, ἀλλὰ βλέπω, δυστυχῶς, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τελειώσῃ, χωρὶς μίαν νομοθετικὴν πρόνοιαν. Ἡ νομοθετικὴ αὐτὴ πρόνοια δὲν λαμβάνεται ἀντιλεγόντων τῶν προσφύγων, διότι καὶ οἱ πρόσφυγες, προκειμένου περὶ πραγματικῶς ἀνωμάλων δικαιοπραξιῶν, ἐζήτησαν νὰ δοθῇ μία λύσις, ἱκανοποιοῦσα ἀμφότερα τὰ μέρη. Αὐτὴν τὴν λύσιν ἐπιδιώκει τὸ νομοσχέδιον, διὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ ὁποίου καὶ οἱ πρόσφυγες καὶ οἱ ἐντόπιοι συνάδελφοι συνεφώνησαν. Αἱ ἀντιρρήσεις αἱ μεγάλαι προήρχοντο ἐκ τῆς ἰδέας ὅτι πρόκειται περὶ μιᾶς ἐκτάσεως μεγίστης, ἀλλ’ ἀπεδείχθη, ὅτι ὅλον τὸ ζήτημα τῶν ἀνωμάλων δικαιοπραξιῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις τῶν κειμένων νόμων, ἀφορῶσιν εἰς ἔκτασιν 26 χιλιάδων στρεμμάτων καὶ προκειμένου περὶ 26 χιλ. στρεμμάτων δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ γίνεται τόσος θόρυβος. Θὰ ἀποδειχθῇ ἐκ τῆς συζητήσεως, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλος λόγος, συντελέσας εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, εἰμὴ μόνον, ὁ λόγος τῆς διευθετήσεως τῆς ὑποθέσεως, κατὰ τρόπον, ἱκανοποιοῦντα ἀμφότερα τὰ μέρη.
§86Ε. ΕΜΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν οὔτε ὑπάρχει ἀνάγκη τοιαύτη. Δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀνάγκην νέου Νομοθετήματος περὶ ἀνωμάλων δικαιοπραξιῶν, ἡ οὐσία τοῦ ζητήματος, ἡ ὁποία εἶναι προσφυγική, ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ εἶναι ἁρμοδία. Ἐξουσιοδότησιν δὲν θέλει νὰ δεχθῇ ἡ Κυβέρνησις. Διὰ τῆς βίας δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν ἐξουσιοδοτήσωμεν. Ὁ φόβος τῆς ἀντιπολιτεύσεως εἶναι ὅτι θὰ διαφύγῃ τὸν ἔλεγχον τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλ’ εἴτε εἰς τὴν μίαν περίπτωσιν, εἴτε εἰς τὴν ἄλλην, δὲν ὑπάρχει φόβος, διότι ἐὰν ἐκδοθῇ Νομοθετικὸν Διάταγμα, πάλιν θὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐδῶ. (Χειροκροτήματα).
§87Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος νὰ εἴπω τοῦτο, εἰς ἀντίκρουσιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ τοῦ κ. Ἐμμανουηλίδη: Εἶναι ἀληθές, ὅτι αἱ ἀνώμαλοι δικαιοπραξίαι ἀποτελοῦνται ἀπὸ ὡρισμένας κατηγορίας, ἀλλὰ ὀφείλει νὰ ἀναγνωρίσῃ πᾶς καλῆς πίστεως συζητητής, ὅτι αἱ ἀνώμαλοι δικαιοπραξίαι, αἱ κυρίως ἀφορῶσαι τὸν νέον κόσμον καὶ ἔχουσαι ἀνάγκην ρυθμίσεως εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἐγενήθησαν πρὸ τῆς Μικρασιατικῆς καταστροφῆς, διότι ὁ πληθυσμὸς τῶν Νέων Χωρῶν, εὑρεθεὶς εἰς τὰ ἄγονα μέρη ἀναπτύσσει καθ’ ἑκάστην οἰκονομικὰς δυνάμεις, προβαίνων εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἀγροτικῆς ἰδιοκτησίας. Αὐτὴ ἡ ἀγροτικὴ ἰδιοκτησία, λόγῳ τῆς ἀγροτικῆς ὀργανώσεως τῶν Νέων Χωρῶν δὲν ἔλαβε τὸν ἐπίσημον χαρακτῆρα κατὰ 90%. Πλὴν τούτου, ὑπάρχει, κ. Συνάδελφοι, μία κατηγορία αὐτῶν τῶν ἀνωμάλων δικαιοπραξιῶν, γεννηθεῖσα πρὸ τοῦ 1912, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν. Πλὴν τῆς κατηγορίας αὐτῆς, μετὰ τὸ 1912, τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἀπηγόρευσε τὴν ἐνέργειαν δικαιοπραξιῶν ἐπὶ τῶν ἀκινήτων, ἀλλὰ συγχρόνως, διὰ τῶν ἀντιπροσώπων του, διὰ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τῆς Θεσσαλονίκης καὶ τοῦ Ρέπουλη, ὤθησε τὸν Ἑλληνικὸν πληθυσμὸν εἰς τὴν ἀγοράν, μὲ τὴν ὑπόσχεσιν ὅτι αἱ ἀνώμαλοι δικαιοπραξίαι θὰ ἀναγνωρισθοῦν. Αὐτὰς τὰς ἀνωμάλους δικαιοπραξίας ἔχουν τὴν ἀξίωσιν αἱ Νέαι Χῶραι νὰ ρυθμίσῃ ἡ Βουλή.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§89Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ μὴ διακόψῃ τὰς ἐργασίας της ἡ Βουλὴ λόγῳ τῶν ἑορτῶν, χωρὶς νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τοῦ κ. Εἰσαγγελέως, τῆς ἀφορώσης εἰς τὴν δίωξιν τῶν κ. βουλευτῶν τοῦ Ἑνιαίου μετώπου, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τελῶσιν ὑπὸ τὸ βάρος μιᾶς τόσον βαρείας κατηγορίας, καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία θὰ ἀπέχῃ τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς. Φαντάζομαι, ὅτι ἂν τὸ Σῶμα συναινέσῃ, εἶναι δυνατὸν ἐντὸς τῆς ἑσπέρας ταύτης νὰ ληφθῇ μία ἀπόφασις, ἵνα διευκολύνωμεν καὶ τὸ ἔργον τῆς Δικαιοσύνης. Ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχῃ πράγματι ἀδίκημα, δὲν πρέπει νὰ παρουσιασθῇ τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα, παρεμβάλλον ἐμπόδια καὶ προσκόμματα εἰς τὸ ἔργον τῆς Δικαιοσύνης τὸ ἀφορῶν, ὡς εἶπον, εἰς τὸ ἀδίκημα, δι’ ὃ ζητεῖται ἡ δίωξις. Θὰ παρεκάλουν λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ μίαν ἀπόφασιν ἐπὶ τῆς προτάσεως, τήν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω καὶ ἂν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ καὶ δεχθῇ τὴν πρότασίν σας, τότε πρέπει ἡ συζήτησις νὰ ἐξακολουθήσῃ διὰ νὰ ληφθῇ μία ἀπόφασις οἱαδήποτε, τὴν ἑσπέραν ταύτην.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μητσοτάκης.
§91Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἀναμφισβητήτως ἡ Βουλὴ θὰ ἀναγνωρίζῃ, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἔρχεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀκαίρως, ἄν μὴ τελείως καθυστερημένη. Πρὸ ἡμισείας ὥρας ἡ Βουλὴ ἔλαβεν ἀπόφασιν διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν της καὶ ἄν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶχε τὴν γνώμην ὅτι δὲν ὤφειλεν ἡ Βουλὴ νὰ διακόψῃ τὰς ἐργασίας της, πρὶν ἢ λυθῇ τὸ ζήτημα, βεβαίως τὴν γνώμην ταύτην δὲν ἔπρεπε νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμήν. Ὑπῆρχε χρονικὸν διάστημα ὁλοκλήρων ἑβδομάδων, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠδύνατο νὰ μορφώσῃ γνώμην. Ἄν ἡ Βουλὴ ἤθελε προσχωρήσει πρὸς τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης θὰ διέπραττε σφάλμα. Διότι δὲν εἶναι δίκαιον τόσον ἐσπευσμένως διὰ μιᾶς καὶ μόνης ἑσπέρας νὰ κριθῇ ἡ τύχη ἑνὸς ὁλοκλήρου πολιτικοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον ἔστειλαν ἐνταῦθα Ἕλληνες πολῖται φορολογούμενοι, συμμετασχόντες εἰς τοὺς πολέμους καὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουσι δικαίωμα νὰ ἀξιώσουν ἀπὸ τὴν Βουλήν, πολιτικὸν Σῶμα, νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν, οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει προκαταλήψεων, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει ἐλευθέρας καὶ ψυχραίμου συζητήσεως.
§92Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἐκ Χανίων, ἀπηύθυνε τὴν αἰτίασιν, ὅτι ἀκαίρως ἐκ μέρους μου, καὶ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὑπεβλήθη ἡ αἴτησις αὕτη. Εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους, ὅτι ἡ Βουλὴ ἠσχολήθη, καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα, μὲ τὴν συζήτησιν τὴν ὁποίαν προεκάλεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, μὲ τὴν κατάθεσιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀνωμάλων δικαιοπραξιῶν κατηναλώθη δὲ ὁλόκληρη ὥρα, χωρὶς νὰ μοῦ δοθῇ ὁ καιρὸς νὰ ζητήσω τὴν πρόταξιν τῆς αἰτήσεως.
§93Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Τὸ Σύνταγμα ἐπιβάλλει τὴν εἰσήγησιν.
§94Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Δὲν λέγω τὸ ἐναντίον, ἀλλὰ δικαιολογῶ διατὶ δὲν ζήτησα ἀμέσως τὴν πρόταξιν, τὸ ζήτημα ἐπαναλαμβάνω δὲν εἶναι καθόλου Κυβερνητικὸν ὡς ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προστατεύσω τὴν αἴτησιν τοῦ κ. Εἰσαγγελέως παρ’ Ἐφέταις περὶ ἄρσεως τῆς Βουλευτικῆς ἀσυλίας, καὶ νὰ διευκολύνω τὴν Δικαιοσύνην νὰ προχωρήσῃ εἰς τὸ Ἔργον της. Ἡ Βουλὴ εἶναι κυρίαρχος ν’ ἀποφασίσῃ ὅ,τι νομίζει ὀρθὸν ἐπὶ τῆς ὑπὸ συζήτησιν αἰτήσεως, πάντως ὅμως πρέπει νὰ προέλθῃ εἰς μίαν ἀπόφασιν κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ράλλης.
§96Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Πρὸ παντὸς ἄλλου, κ. Πρόεδρε, σᾶς παρεκάλεσα νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον, μετὰ τὴν περαίωσιν τοῦ ζητήματος τοῦ γεννηθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας, ἀκριβῶς διὰ νὰ φέρω τὸ ζήτημα τῆς διώξεως τῶν βουλευτῶν τοῦ ἑνιαίου μετώπου. Διότι ἐθεώρουν, ὅτι πρὸ παντὸς, ἔπρεπε τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ λυθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Μητσοτάκης τοιαύτην ἐξήνεγκε γνώμην. Διότι, Κύριοι, νομίζω ὅτι ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Σώματος ἐπιβάλλει, τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἔρχονται ἐνώπιον τοῦ Σώματος νὰ μὴ μένουν ἐκκρεμῆ, ἀλλὰ νὰ λύωνται δι’ ἀποφάσεως τοῦ Σώματος. Ὁ κ. Μητσοτάκης, εἶπεν ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔμεινε σύμφωνος εἰς τὸ νὰ διακοπῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς σήμερον. Ἀλλὰ διέλαθε τὸν ἀξιότιμον κ. Μητσοτάκην ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπήντησεν εἰς πρότασιν γινομένην ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἡ πρότασις δὲ ἀφεώρα τὴν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, μετὰ τὴν λῆξιν τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως. Ἐὰν ὁ κ. Μητσοτάκης ἐνόμιζεν, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, εὐθὺς ὡς προετάθη τοῦτο ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Μητσοτάκης δὲν ἔλαβε τὸν λόγον νὰ ζητήσῃ νὰ λυθῇ ἀμέσως ἡ Συνεδρίασις, ἀλλ’ ἀνέμενε τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τοῦ τεθέντος ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ζήτημα τύπων, εἶναι ζήτημα οὐσίας. Εὑρέθημεν ἀπὸ ἡμερῶν πρὸ ἑνὸς θεάματος καλπῶν πρὸς ψηφοφορίαν εἰς μάτην εἰσαγομένων ἐνταῦθα καὶ ἔπειτα ἐξαγομένων παρέστημεν δ’ οὕτω πρὸ ἑνὸς εἴδους μαγικῆς λυχνίας. Ἀπορῶ πῶς οἱ κ. Βουλευταί, τοὺς ὁποίους ἀφορᾷ ἡ δίωξις δὲν ἠγέρθησαν ἤδη νὰ ζητήσουν, ὅπως ἐπὶ τέλους τεθῇ τέρμα εἰς τὴν κωμῳδίαν ταύτην, δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Κύριοι, ἐὰν ὑπάρχῃ ἐπίγνωσις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὡς ἔδει νὰ ὑπάρχῃ, ἐὰν ὑπάρχῃ ἐπίγνωσις τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἐὰν ὑπάρχῃ καὶ σεβασμὸς πρὸς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἐπιβάλλεται, εὐθὺς ἀμέσως, νὰ ληφθῇ μία ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς διώξεως τῶν Βουλευτῶν (Χειροκροτήματα). Δὲν γνωρίζω τὴν γνώμην τοῦ Σώματος ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, δὲν γνωρίζω ἐὰν ἡ Βουλὴ κατὰ πλειοψηφίαν θὰ εἶναι ὑπὲρ ἢ κατὰ τῆς διώξεως. Γνωρίζω, ὅμως, ὅτι θὰ εἶναι πρᾶξις ἀναξιοπρεπὴς διὰ τὸ Σῶμα, ἐὰν μείνῃ ἀναπάντητος ἡ αἴτησις, ἀλλὰ θὰ εἶναι συγχρόνως καὶ τραῦμα δεινὸν κατὰ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μάξιμος.
§98Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Ὅσον ἀφορᾶ τοὺς αἰσθηματικοὺς ὑπαινιγμοὺς τοῦ κ. Συναδέλφου, νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι καθαρῶς πολιτικὸν καὶ δὲν ἔχω ν’ ἀπαντήσω τίποτε ἐπ’ αὐτῶν, δηλαδή, ἂν πρόκειται περὶ ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς. Ἡμεῖς κατ’ ἀρχὴν δὲν ἔχομεν οὐδεμίαν ἀντίρρησιν νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἐχαρακτηρίσαμεν γενικῶς ὡς ἐπίθεσιν, καθαρῶς πολιτικήν, ἡ ὁποία ἀποβλέπει εἰς πολιτικὸν συμφέρον, εἴτε ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, εἴτε ἑνὸς ὡρισμένου κόμματος καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, ἐθέσαμεν τὸ ζήτημα, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, πρὸ τῆς Βουλῆς, ὅπως πράγματι ἦτο. Τὸ γεγονὸς εἶναι, ὡς τὸ ἀνέφερον. Ἡ Βουλὴ ἂς ἀποφασίσῃ.
§99Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὡς ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν αἰσθάνεται οὐδεμίαν ἀπολύτως ἐνόχλησιν ἢ πίεσιν ἐκ μέρους τῆς ὁμάδος τῶν κομμουνιστῶν. Ἑπομένως, ἡ δίωξις δὲν ἔχει οὐδόλως πολιτικὴν σημασίαν, δὲν ἔχει οὐδόλως τὴν σημασίαν τῆς Κυβερνητικῆς διώξεως. Οἱ κύριοι Βουλευταὶ τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου θὰ ἔπρεπε νὰ αἰσθάνωνται μόνοι των τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ζητήσουν, ἅπαξ ὑπεβλήθη μία αἴτησις, ἐκ μέρους τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, ἡ ὁποία αἴτησις ἀποδίδει εἰς αὐτοὺς μίαν βαρεῖαν κατηγορίαν, τὴν κατηγορίαν τῆς ἐσχάτης προδοσίας, εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν, μόνοι των νὰ παρέλθουν ἀπὸ τὸ βῆμα ὅλοι καὶ νὰ ζητήσουν ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ χορηγήσῃ τὴν αἰτουμένην ἄδειαν, ἵνα μὴ τελῶσιν ὑπὸ τὸ βάρος μιᾶς τοιαύτης κατηγορίας. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτου, οἱ κύριοι βουλευταὶ τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου συνεκέντρωσαν ὅλους τοὺς ὁμόφρονας αὐτῶν ἔξωθεν τῆς Βουλῆς καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην Δευτέραν καὶ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην καὶ ἀσχημονοῦν πρὸς τὸ Σῶμα, προσπαθοῦντες νὰ ἐπιβάλουν τὴν θέλησίν των. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ μὴ τερματίσῃ τὰς ἐργασίας της, ἂν δὲν λάβῃ μίαν ἀπόφασιν. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι δὲν δύναται ἡ Βουλὴ ἐσπευσμένως ν’ ἀποφασίσῃ ἐπὶ ἑνὸς τοιούτου ζητήματος, νομίζω, ὅτι οὐδεμία σπουδὴ ὑπάρχει. Τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀπησχόλησε τὴν Βουλήν, ἐπανειλημμένως. Πάντως εἶναι ζήτημα τιμῆς διὰ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ διακόψῃ τὰς ἐργασίας της, πρὶν ἢ ἐκφέρῃ μίαν γνώμην οἱανδήποτε. Ἀκόμη καὶ σήμερον ἀνεγράφη ἀπὸ τὸ ἐπίσημον ὄργανον τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου, ἀπὸ τὸν «Ριζοσπάστην» ὅτι ἀνέβαλεν ἡ Κυβέρνησις τὴν δίωξιν τῶν βουλευτῶν καὶ τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν πρώτην νίκην, τὴν πρώτην ὑποχώρησιν. Ποίαν ὑποχώρησιν ἔκαμεν ἡ Βουλή; Κατὰ τὴν ἑσπέραν τῆς Δευτέρας, ἡ Βουλὴ ἀνέβαλε τὴν συζήτησιν διὰ τὴν ἑσπέραν τῆς σήμερον. Σήμερον λέγει ὁ «Ριζοσπάστης», ἐργάται συγκεντρωθῆτε καὶ ὑπερασπίσατε τὰ δίκαιά σας. Ποῖα δίκαια; Ὁ κ. Παπανικολάου, διὰ τὸν ὁποῖον εἶχε ζητηθῆ ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς, ὅπως ἀσκηθῇ δίωξις κατ’ αὐτοῦ, παρουσιάσθη ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης, ἀπελογήθη καὶ ἀφέθη ἐλεύθερος. Διατὶ λοιπὸν αὐτὴ ἡ ἔλλειψις ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην; Λυποῦμαι, ὅτι συνάδελφοι, ἐκπρόσωποι τοῦ ἀστικοῦ καθεστῶτος, ἔρχονται συνήγοροι τῶν κομμουνιστικῶν αὐτῶν ἀντιλήψεων μαρτυροῦντα, οὕτω, ἔλλειψιν ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Δικαιοσύνην. Διὰ τὴν ἀντίληψιν ταύτην διαμαρτύρομαι καὶ δηλῶ ἐπισήμως, ὅτι ἡ Δικαιοσύνη τῆς Ἑλλάδος εὑρίσκετε εἰς τοιοῦτο ὕψος καὶ εἰς τοιαύτην κρίσιν, ὥστε νὰ μὴ τὴν φθάνῃ οὐδεὶς τοιοῦτος ὑπαινιγμός.
§100Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Εἶμαι, κ. Συνάδελφοι, ἀπολύτως σύμφωνος μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀθηνῶν Βουλευτήν, κ. Ράλλην, ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως περὶ διώξεως τῶν Βουλευτῶν τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου, δὲν διεξήχθη κανονικῶς καὶ κατὰ τὴν τάξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ διεξαχθῇ. Διότι ἐφ’ ὅσον ἤρχισε συζήτησις ἐπὶ τόσου σοβαροῦ ζητήματος, βεβαίως ἡ συζήτησις αὐτὴ δὲν ἐπετρέπετο νὰ διακοπῇ ἐπὶ ὁλόκληρον ἑβδομάδα, διὰ νὰ ἐπανέλθῃ ἐκ νέου εἰς τὴν μέσην κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν, καὶ μετὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς περὶ διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν. Καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀθηνῶν, βεβαίως, εἶχε δικαίωμα νὰ ἐπικρίνῃ τὴν ἀνωμαλίαν ταύτην. Ἡ ἐπίκρισις ὅμως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀθηνῶν, κατὰ τῶν βουλευτῶν τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου Ἐργατῶν Ἀγροτῶν, τὴν ὁποίαν ἦλθεν νὰ προσεπικυρώσῃ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἶναι δεδικαιολογημένη διότι τὸν Κανονισμὸν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς κανονίζει πάντοτε τὸ Προεδρεῖον μετὰ τῆς Κυβερνήσεως.
§101Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἀκριβῶς εἶχε ὁρισθῆ ἡ συζήτησις διὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην καὶ ἑπομένως εἶναι ἑσπέρα συζητήσεως τοῦ θέματος αὐτοῦ.
§102Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Πάντως ἡ ἐπίκρισις αὐτὴ δὲν ἠδύνατο νὰ ἀπευθυνθῇ ἐναντίον τῶν Βουλευτῶν τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου, οὔτε ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀθηνῶν πολὺ δὲ περισσότερον ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, διότι οἱ βουλευταὶ τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου ἐδήλωσαν, ὅτι εἶναι πρόθυμοι νὰ προσέλθουν ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης...
§103ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν τὸ εἶπαν αὐτό.
§104Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. ... ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐλάμβανεν ἀπόφασιν, διότι ἄρσις βουλευτικῆς ἀσυλίας, δὲν εἶναι δικαίωμα τοῦ βουλευτοῦ, ἀλλὰ εἶναι ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τῆς Βουλῆς, ἥτις ἀσκεῖ τὴν πολιτικὴν ἐξουσίαν.
§105Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ διὰ τοῦτο, γνωρίζων ἐγὼ αὐτὸ—διότι δὲν ὑποθέτω νὰ φαντάζεσθε ὅτι δὲν τὸ γνωρίζω—γνωρίζων, λέγω, ἐγὼ αὐτό, δὲν εἶπα ὅτι ἔπρεπε νὰ παραιτηθοῦν τῆς Βουλευτικῆς ἀσυλίας, ἀλλ’ ὅτι ἔπρεπε νὰ προσέλθουν ἐνώπιον τοῦ Σώματος καὶ νὰ ζητήσουν νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ ἀπόφασις.
§106Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Οὔτε ἐπὶ μίαν στιγμὴν ἐξεδηλώθη ἡ ἀντίθετος γνώμη ἐκ μέρους τῶν βουλευτῶν τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου, οὔτε ἡ παραίτησις ἀπὸ τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας εἶναι ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τῶν ὑπὸ δίωξιν βουλευτῶν. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ κυρία εἶναι ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφασίσῃ, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα ἀναγνωρίζει τὸ δικαίωμα νὰ κανονίζῃ ζητήματα ἐξαιρετικῆς σπουδαιότητος, ὅπως εἶναι τὰ ζητήματα ἐκεῖνα, προκειμένου περὶ διώξεως Βουλευτῶν, ἐχούσης πολιτικὸν χαρακτῆρα.
§107Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι δικαίωμα μόνον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ εἶναι καὶ ὑποχρέωσις.
§108Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Μάλιστα, εἶναι καὶ ὑποχρέωσις. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, οὔτε ἡ ἐπίκρισις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀθηνῶν ἀλλὰ πολὺ περισσότερον τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐναντίον τῶν Βουλευτῶν τοῦ Ἑνιαίου μετώπου, ἐργατῶν, ἀγροτῶν, δύναται, κατά τινα ἄποψιν νὰ εὑρεθῇ δεδικαιολογημένη. Εἶναι τελείως ἀδικαιολόγητος, διότι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν θὰ δεχθῇ ὅτι ἐκ τῶν Βουλευτῶν τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου, ἐργατῶν, ἀγροτῶν, ἐξαρτᾶται ὁ Κανονισμὸς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ ἡ διακοπὴ τῆς συζητήσεως τοῦ ζητήματος τούτου, ἐπὶ ὁλόκληρον ἑβδομάδαν. Ἐὰν δύναται νὰ ὑπάρξῃ μομφή, ἡ μομφὴ αὐτὴ ἔδει νὰ στραφῇ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, κανονιζούσης τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, τῆς ὁποίας Κυβερνήσεως, μέλος ἀποτελεῖ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ μόνος ἐξ ὅλων, ὁ ὁποῖος δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ ἀπευθύνῃ τοιαύτην ἐπίκρισιν. Πολὺ περισσότερον, δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ ἀπευθύνῃ τοιαύτην ἐπίκρισιν, μεταχειριζόμενος φράσεις, ἥκιστα κοινοβουλευτικάς.
§109Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ποίας;
§110Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Τὰς ἤκουσεν ἡ Βουλή.
§111Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Λησμονεῖτε κ. συνάδελφε, ὅτι δὲν εἶμαι μόνον μέλος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ προϊστάμενος τῆς Δικαιοσύνης, λησμονεῖτε δέ, ὅτι εἶπα, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἐμφανισθοῦν ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον μαρτυρεῖ ἔλλειψιν ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν ἑλληνικὴν δικαιοσύνην.
§112Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Εἶναι δυνατόν, κ. Ὑπουργέ, νὰ εὑρεθῇ Βουλευτής, ὁ ὁποῖος νὰ εἴπῃ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ὅτι ἡ ἑλληνικὴ δικαιοσύνη δὲν εὑρίσκεται εἰς τὸ ὕψος, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ εὑρίσκεται;
§113Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὅταν ὑποστηρίζετε τοῦτο, ὅτι εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς ὑπάρχει πολιτικὴ εὔνοια, τί ἄλλο μαρτυρεῖ; Πιστεύετε σεῖς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις αἰσθάνεται καμμίαν πίεσιν ἢ καμμίαν ἐνόχλησιν ἐκ μέρους τῶν συναδέλφων τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου; Καὶ ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι οἱ κύριοι συνάδελφοι παραπεμφθῶσιν εἰς τὰς φυλακὰς καὶ ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι θὰ ἐκδοθῇ ἓν βούλευμα καὶ θὰ ἐκπέσουν τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος, φρονεῖται ὅτι δὲν θὰ ἀνακύψωσι ἄλλοι βουλευταὶ τῆς αὐτῆς προελεύσεως δεδομένου, ὅτι ἡ ἀναλογικὴ ἔλαβε πρόνοια περὶ αὐτοῦ; Διὰ τίνα λόγον, λοιπόν, δὲν συγχωρεῖτε εἰς ἐμὲ τὸ δικαίωμα νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὴν ἔλλειψιν αὐτὴν ἐμπιστοσύνης;
§114Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἀποδίδετε ἔννοιαν, κ. Ὑπουργὲ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ ἀνευρεθῇ εἰς τοὺς λόγους οὐδενὸς ἐκ τῶν ἀγορητῶν, τῶν προλαλησάντων ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ἡ ὁποία ἀπασχολεῖ τὴν Βουλὴν σήμερον.
§115Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Εἶπον ὅτι ὑπάρχει πολιτικὴ ἔννοια.
§116Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Τοιαύτην ἔννοιαν δὲν δύνασθε νὰ ἀνεύρετε εἰς τοὺς λόγους τῶν προλαλησάντων. Διότι οὐδεὶς ὑπάρχει ἐν τῇ Βουλῇ, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ τρέφῃ ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν δικαιοσύνην καὶ ὁ ὁποῖος νὰ ἐκφράσῃ ὑπόνοιαν διὰ τὴν ἀμεροληψίαν αὐτῆς. Ἐὰν στερεῖσθε πραγματικῶν ἐπιχειρημάτων...
§117Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ποίων ἐπιχειρημάτων; Φρονεῖται ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι κανὲν δικαστήριον, διὰ νὰ κρίνῃ τὰ ἐπιχειρήματα; Μοῦ κάμετε καταπληκτικὴν ἐντύπωσιν, ἐὰν νομίζετε, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἁρμοδία νὰ τὰ ἐξετάσῃ.
§118Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Δὲν μὲ ἐννοεῖτε, κ. Ὑπουργέ. Σᾶς λέγω, ὅτι ἀφοῦ ἀφήσατε ἐπὶ ὁλόκληρον ἑβδομάδα τὴν συζήτησιν, δὲν ἐδικαιοῦσθε νὰ ἔλθετε τὴν τελευταίαν στιγμὴν καὶ νὰ ζητήσητε ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ἀπόφασιν. Δὲν εἶσθε διόλου δικαιολογημένος καὶ εὑρίσκω ἐξαιρετικῶς ὄψιμον καὶ καθυστερημένον τὸ ἐνδιαφέρον σας καὶ τὴν γνώμην σας περὶ τῆς σημασίας, σημασίαν, τὴν ὁποίαν ἀποδίδετε εἰς τὴν δίωξιν τῶν κομμουνιστῶν βουλευτῶν. Διότι ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως, δυνάμενον νὰ κανονίζῃ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς Βουλῆς, εἴχατε ὅλον τὸν χρόνον, ἐπὶ ὁλόκληρον ἑβδομάδα κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ συζήτησις εἶχε διακοπῇ, νὰ ζητήσητε ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὴν ἐπανάληψίν της. Αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις ἡ ἀσάλευτος, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστήριξα τὴν ἀγόρευσίν μου. Εἶμαι πρόθυμος, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, ἐπὶ τῆς διώξεως τῶν κομμουνιστῶν Βουλευτῶν, διότι πραγματικῶς πρόκειται περὶ ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ ληφθῇ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ἔλαβα τὸν λόγον τὸν ἔλαβα, διὰ νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ παρέμβασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἦτο διόλου δικαιολογημένη.
§119Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὑπάρχει μία παρανόησις. Ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἐκ Χανίων εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἐνδιαφέρον διὰ τὸ ζήτημα αὐτό. Ἡ Κυβέρνησις δὲν δεικνύει ἐνδιαφέρον. Ἡ Κυβέρνησις καθώρισε κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης Δευτέρας, ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου θὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν Παρασκευήν. Ἔχει τούτου γνῶσιν ὁ κ. συνάδελφος. Ἐὰν ἔχῃ γνῶσιν, ὅτι αὐτὴ ἡ ἡμέρα ὡρίσθη πρὸς συζήτησιν διὰ τὴν αἴτησιν τῆς διώξεως, διατί ἀπευθύνει αὐτὴν τὴν αἰτίασιν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως;
§120Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Δίδω τὴν πληροφορίαν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι εἶχεν ὁρισθῇ ἡ προχθεσινὴ ἡμέρα ὡς ἡμέρα τῆς συζητήσεως τῆς ὑποθέσεως τῶν κομμουνιστῶν βουλευτῶν καὶ θὰ ἐνθυμοῦνται οἱ κ. συνάδελφοι ὅτι εἶχον παραταχθῇ αἱ κάλπαι καὶ ἐδόθη καὶ τότε ἡ εὐκαιρία εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζητήσῃ ὅτι ἐζήτησε κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμήν. Οὕτως ἔχουν τὰ πράγματα.
§121Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἄν ἡ Κυβέρνησις παρουσιάζῃ αὐτὸ τὸ θέαμα ν’ ἀντιμάχεται κατὰ τοιοῦτον τρόπον κατὰ τῶν προτάσεων τῶν ἑτέρων μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, τότε βεβαίως καὶ ἡ φωνὴ τοῦ κ. Μητσοτάκη καὶ ἡ φωνὴ τοῦ κ. βουλευτοῦ τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου εἶναι ὀρθὴ καὶ πρέπει νὰ δηλωθῇ ἐντεῦθεν ὅτι παίζεται μία κωμωδία.
§122Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Ἀδίκως ἐπέρριψε τὴν μομφὴν αὐτὴν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀθηνῶν. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀντιτάσσεται ποσῶς εἰς τὴν αἴτησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Ἁπλῶς, ἐπειδὴ θὰ εἰσέλθωμεν, εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος αὐτοῦ, ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔλαβε τὴν ἄδειαν νὰ καταθέσῃ νομοσχέδιά τινα.
§123Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, δύο λεπτὰ νὰ καταθέσω ἓν σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου 3121 «περὶ καταργήσεως τοῦ ἐξαγωγικοῦ φόρου καὶ ἐπιβολῆς δασμῶν ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἐλαίου Παλαιᾶς καὶ Νέας Ἑλλάδος». Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον, ἵνα τὸ παραπέμψῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν, ἀλλὰ συνάμα, μετ’ αὐτοῦ νὰ παραπέμψῃ καὶ τὴν πρότασιν, τὴν ὑποβληθεῖσαν παρὰ τῶν κ. συναδέλφων, ἵνα συγχρόνως μελετηθοῦν καὶ τὰ δύο σχέδια, τὰ ἀφορῶντα τὴν μεταβολὴν τῆς φορολογίας τοῦ σάπωνος.
§124Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Κάμνετε χρῆσιν τοῦ Συνταγματικοῦ δικαιώματος, περὶ ἐνάρξεως ἅμα τῇ καταθέσει;
§125Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν πρόκειται περὶ ἐξαγωγικοῦ δασμοῦ, ἀλλὰ περὶ ἐγγείου φορολογίας, ἡ ὁποία εἴς τινα διαμερίσματα τῆς Χώρας εἰσπράττεται κατὰ τὴν ἐξαγωγήν. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει περίπτωσις ἐφαρμογῆς τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ.
§126Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Νὰ λάβῃ ἡ Βουλὴ μίαν ἀπόφασιν, ἂν θὰ γίνῃ ἡ συζήτησις διὰ τὴν δίωξιν τῶν βουλευτῶν τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν, ἂν θεωρῇ τὴν συζήτησιν λήξασαν. Ὅσοι θεωροῦν ὅτι ἔληξεν ἡ συζήτησις...
§128ΦΩΝΑΙ. Ὄχι, ὄχι. Ἄλλοι Ναί, ναί. (Θόρυβος).
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε κάτω, ἄλλως θὰ λύσω τὴν συνεδρίασιν. (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι).
§130Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Δὲν εἴμεθα, κύριοι, κομμουνισταί, ἀλλὰ ὑποστηρίζομεν τὰ δίκαια ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Καὶ εἰσέρχομαι κύριοι εἰς τὴν ὑπόθεσιν. Ὑπεστήριξα, κύριοι βουλευταί, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν, τὴν τελευταίαν στιγμήν, ἀφοῦ ἐδηλώθη, ὅτι ἡ Βουλὴ τερματίζει ἀπόψε τὰς ἐργασίας τῆς, νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως καὶ τῆς συζητήσεως ἑνὸς τόσον σοβαροῦ ζητήματος, οἷον εἶναι, ἡ ἀποπομπὴ ἀπὸ τῆς αἰθούσης ταύτης 10 συναδέλφων.
§131ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν τὸ εἶπε κανεὶς αὐτό.
§132Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Δὲν ἐμποδίζομεν καθόλου τὴν Δικαιοσύνην νὰ κάμῃ τὸ καθῆκον της. Τὰ δικαιώματα τῆς Δικαιοσύνης εἶναι σεβαστά. Ἀλλὰ ἔχομεν καὶ ἡμεῖς, ὡς πολιτικὸν Σῶμα, τὸ δικαίωμα, νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα ἀπὸ πολιτικῆς ἀπόψεως καὶ νὰ εἴπωμεν τὴν γνώμην μας. Ἐθεώρισα, λοιπόν, ὅτι ἔπρεπε τὸ ζήτημα νὰ μείνῃ μετὰ τὰς ἑορτάς, διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Σώματος ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ὑποθέσεως ἐκκρεμούσης ἀπὸ τριετίας καὶ πλέον καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ εὑρίσκεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, πρὸ μιᾶς ἑβδομάδος καὶ δὲν ἐθεωρήθη τόσον ἐπείγουσα ἡ ἀνάγκη, νὰ ληφθῇ ἀμέσως ἀπόφασις. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ ἐπιμένει εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ὑποθέσεως, ἐφόσον θέλει νὰ ἐπιληφθῇ σήμερον τῆς ἐξετάσεως αὐτῆς, θὰ εἴπωμεν τὴν γνώμην μας.
§133Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ μᾶς πείσητε ὅτι θέλετε νὰ ματαιώσητε τὴν ψηφοφορίαν.
§134Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Ἐγώ, κύριε συνάδελφε, δὲν ἔχω οὐδεμίαν προκατάληψιν. Ἡ συζήτησις γίνεται ἀντικειμενικῶς καὶ πρὸς τὸν σκοπόν, ἢ νὰ πεισθῆτε, ἢ νὰ πεισθῶμεν.
§135Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Μοῦ δίδετε τὴν ἐντύπωσιν ὅτι εἶσθε σύμμαχος τῶν μπολσεβίκων.
§136ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω τὸ ἑξῆς: Ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσητε τὸν ρήτορα νὰ ὁμιλήσῃ, διότι ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς προτιμότερον εἶναι νὰ ἀφεθῇ ἐλεύθερος ὁ ρήτωρ νὰ ὁμιλήσῃ.
§137Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί: Πολλοὶ συνάδελφοι ὑπεστήριξαν ὅτι ἡ Βουλή, προκειμένου νὰ ἐξετάσῃ ζήτημα παροχῆς ἀδείας πρὸς δίωξιν βουλευτῶν, ἕνα καὶ μόνον ἔχει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν: Κατὰ πόσον ἡ δίωξις ὀφείλεται εἰς πολιτικὰς ἐπεμβάσεις σκοπούσας τὴν ἀλλοίωσιν τῆς συνθέσεως τοῦ Κοινοβουλίου. Πρὸς τὴν γνώμην αὐτὴν δὲν συμφωνῶ ποσῶς, διότι ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἡ Συνταγματικὴ διάταξις περὶ βουλευτικῆς ἀσυλίας ἔχει πολὺ εὐρυτέραν ἔννοιαν, ὅτι ἡ Συνταγματικὴ διάταξις περὶ βουλευτικῆς ἀσυλίας, σκοπεῖ νὰ κρατήσῃ τὸ κῦρος τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος, πολὺ ὑψηλά, διότι ὁ βουλευτὴς δὲν ἔχει μόνον προορισμὸν νὰ συντελῇ εἰς τὸ νὰ καταρτίζεται ἡ τοιαύτη ἢ τοιαύτη Κυβέρνησις, ἀλλ’ ἔχει προορισμὸν νὰ ἐπιτελέσῃ καὶ ἄλλα σπουδαιότατα καθήκοντα καὶ ἀπὸ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑψηλῶν καθηκόντων του δὲν ἐπιτρέπεται νὰ παρεμποδίζηται καὶ νὰ ἀπομακρύνεται. Ἡ διάταξις περὶ βουλευτικῆς ἀσυλίας ἐννοεῖ νὰ προστατεύσῃ τὸν βουλευτὴν καὶ νὰ τὸν καταστήσῃ ἱκανὸν νὰ ἀσκήσῃ τὰ πολιτικά, τὰ ἀντιπροσωπευτικά του δικαιώματα. Ἡ διάταξις περὶ βουλευτικῆς ἀσυλίας ἔχῃ καὶ ἄλλον σκοπὸν νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ τόσον εὐκόλως εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἀντιπάλους τοῦ βουλευτοῦ, ἐφ’ ὅσον οὗτοι ἔχουν τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ διάταξις περὶ βουλευτικῆς ἀσυλίας εἶναι φράσις κενή, νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ, λέγω, εἰς αὐτοὺς νὰ δημιουργοῦν καὶ νὰ κατασκευάζουν ἀσυστάτους κατηγορίας, διὰ νὰ σύρουν τὸν βουλευτὴν εἰς τὰ ἀνακριτικὰ γραφεῖα καὶ εἰς τὰ ἑδώλια τῶν κατηγορουμένων διὰ νὰ τὸν ἐξευτελίζουν, ἔστω καὶ ἄν πρόκειται ἐκ τῆς κατηγορίας αὐτῆς νὰ ἐξέλθῃ ἀθῷος.
§138Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Φρονεῖτε ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐξετάσῃ καὶ τὴν οὐσίαν, ἄν ὑφίσταται ἢ ὄχι ἀδίκημα; Φρονεῖτε, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἄν εἶναι ἢ ὄχι ἀδίκημα, φρονεῖτε ὅτι εἰς τὴν αἴτησιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ εἰσαγγελεὺς ὑπάρχουν ὅλα τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, ὥστε νὰ δύναται νὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ ἄν εἶναι μία πρᾶξις ἀξιόποινος; Καὶ φρονεῖτε ὅτι ὁ εἰσαγγελεύς, ὁ ὁποῖος ἐζήτησε τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, εἶχε συγκεντρώσῃ τὰ στοιχεῖα ὅλα διὰ νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀντιληφθῇ ἄν πρόκειται περὶ ἀδικήματος; Τί ζητεῖ ὁ εἰσαγγελεύς. Νὰ τοῦ ἀνοίξετε τὴν ὁδὸν ἐλευθέραν, διὰ νὰ ἐρευνήσῃ μίαν ὑπόθεσιν. Ἑπομένως, ὄχι ἡ Βουλή, ἀλλὰ καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς δὲν ἠμπορεῖ νὰ γνωρίζῃ ἄν ὑπάρχουν πλήρη ἢ ὄχι τὰ στοιχεῖα τοῦ ἀδικήματος.
§139Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ ἐν τῇ συγκεκριμένῃ περιπτώσει, ἄν ὑπάρχῃ ἀδίκημα ἢ ὄχι, δὲν θὰ εἴπω τὴν ἰδικήν μου γνώμην, ἀλλὰ θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προχθεσινὴν τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, τὴν ὁποίαν ἀσπάζομαι, δηλαδὴ ἐὰν καὶ κατὰ πόσον ἡ δίωξις ὀφείλεται εἰς πολιτικὴν ἐπέμβασιν, σκοποῦσαν τὴν ἀλλοίωσιν τῆς συνθέσεως τοῦ Κοινοβουλίου καὶ κατὰ πόσον ὑπάρχει ἀδίκημα. Συνεπῶς ἡ Βουλή, κατ’ ἐμέ, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ καὶ τὸ ζήτημα τῆς ὑπάρξεως ἀδικήματος.
§140Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ναυτικῶν). Λέγετε κολοβὴν τὴν γνώμην μου. Εἶπον περίπου αὐτά, ἀλλὰ συμπληρῶν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, προσέθεσα, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι εἰς θέσιν πάντοτε νὰ ἐξετάσῃ ἀπὸ οὐσιαστικῆς ἀπόψεως, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον νὰ παραπέμψῃ ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης. Διότι πολλάκις ζητεῖται ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς πρὸς δίωξιν βουλευτῶν, καὶ ὅταν ἀκόμη ἔχῃ ὑποβληθῇ μία μήνυσις ἁπλῆ. Ζητοῦσα δὲ τὴν ἄδειαν πρὸς δίωξιν, δὲν ζητεῖ ἡ καταδικαστικὴ ἀρχὴ τὴν ἄδειαν πρὸς εἰσαγωγὴν τῆς ὑποθέσεως εἰς τὸ ἀκροατήριον, ἀλλὰ τὴν ἄδειαν πρὸς ἐνέργειαν καὶ ἀνακρίσεως καὶ εἰσαγωγῆς. Ἀλλὰ θὰ ἔλεγον καὶ ἕτερόν τι, τὸ ὁποῖον θὰ κατέπαυε πᾶσαν περαιτέρω συζήτησιν περὶ τοῦ ἂν ἡ Βουλὴ δικαιοῦται ἢ δύναται νὰ εἰσέλθῃ εἰς οὐσιαστικὴν ἐξέτασιν ἐπὶ ἑκάστης συγκεκριμένης ὑποθέσεως. Κατὰ τὸν νόμον ἡμῶν, τὸν δικονομικόν, ἡ ἀνάκρισις εἶναι μυστική. Ἐὰν καθῃρέθη τὸ φανερὸν τῆς ἀνακρίσεως καθιερώθη τοῦτο ὑπὲρ μόνου τοῦ κατηγορουμένου, ὥστε διὰ πάντα ἄλλον ἡ ἀνάκρισις παραμένει μυστική. Σᾶς ἐρωτῶ λοιπόν; Μυστικῆς οὔσης τῆς ἀνακρίσεως, πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ γνῶσιν, ἔστω καὶ ἂν ἐγένετο ἀνάκρισις, τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν, ὥστε νὰ δυνηθῇ νὰ κρίνῃ οὐσιαστικῶς πλέον, ἐὰν ὑπάρχῃ ἢ ὄχι ἀδίκημα, διὰ νὰ δώσῃ ἢ ἀρνηθῇ τὴν ἄδειαν; Βλέπετε λοιπὸν ὅτι πολλάκις ἡ Βουλὴ εἶναι εἰς ἀδυναμίαν νὰ κρίνῃ ἂν ὑπάρχῃ ἢ δὲν ὑπάρχῃ ἀδίκημα, ἡ δὲ διάταξις ἡ περὶ ἀσυλίας, δὲν χρονολογεῖται ἀφ’ ἧς καθιερώθη παρ’ ἡμῶν τὸ φανερὸν τῆς ἀνακρίσεως ἀλλ’ ὑπῆρχε καὶ εἰς παλαιότερα Συντάγματα, ὅτε ἡ ἀνάκρισις ἦτο μυστικὴ καὶ ὡς περιεκτικὴ τοιαύτης εὐνοίας πάντοτε ἡρμηνεύθη. Αὐτὸ εἶπα προχθές.
§141Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἡ ἀνάμιξις τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν συζήτησιν, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ.
§142Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Οὐδόλως ἀνεμίχθη ἡ Κυβέρνησις. Εἶναι συκοφαντία αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε. (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρία).
§143Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἡ πρώτη κατηγορία ἦτο ὅτι ὀλιγώρησεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ ζήτημα τῆς διώξεως τῶν κομμουνιστῶν βουλευτῶν. Ἀπόψε ἐκτοξεύεται ἡ κατηγορία τῆς ἐπεμβάσεως τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἂν ἡ ἐπιμονή μας νὰ λήξῃ ἀπόψε ἡ συζήτησις, μαρτυρῇ κυβερνητικὴν ἐπέμβασιν θὰ τὸ κρίνητε ὑμεῖς. Εἶναι ζήτημα τιμῆς διὰ τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν νὰ βγάλῃ μίαν ἀπόφασιν. Ἡ δίωξις τῶν βουλευτῶν τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου, κύριε πρόεδρε, ἐζητήθη ἀπὸ τὸν εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν καὶ εἶχε καθῆκον ὁ κ. πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ θέσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο πρὸ τῆς Βουλῆς.
§144Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἐγὼ ὑπεστήριξα ὅτι δὲν δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης...
§145Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Τί; ἀγόρευσιν θὰ κάνῃ; (Θόρυβος, φωναί).
§146Μ. ΔΕΡΛΕΡΕΣ. Κάθησε κάτω.
§147Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ μοῦ ἀφαιρέσῃ τὸν λόγον.
§148Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Φρούραρχον τῆς Βουλῆς θὰ κάμωμεν τὸν κύριον; (Θόρυβος καὶ φωναί).
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ Συνεδρίασις διὰ τὴν 11ην (Μετὰ τὴν διακοπήν). (Ὥρα 11 καὶ 15′ μ.μ.).
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐνέκρινε τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἀποζημιώσεως τῶν ἐφημερίδων» μετὰ τὴν τροπολογίαν. Ἐρωτῶ ἐὰν γίνεται δεκτὸν μὲ τὰς τροπολογίας αὐτάς.
§151ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§152Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, ἢ αἱ τροπολογίαι;
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐταὶ εἶναι αἱ τροπολογίαι εἰς τὸ νομοσχέδιόν σας. Τὸ νομοσχέδιον ἔχει ὡς ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει): «Ἐπίσης τὸ αὐτὸ δικαίωμα ἀναγνωρίζεται... Προσθέτει λοιπὸν ἡ ἐπιτροπή: «ὡς καὶ τῶν ἐν Κρήτῃ τοιούτων, τῶν παυθεισῶν κατὰ τὰ ἔτη 1916 ἕως 1917...»
§154Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ποῖον νομοσχέδιον ἀναγινώσκετε εἰς τὴν Βουλὴν καὶ προκαλεῖτε τὴν ψῆφον αὐτῆς;
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἰδικόν σας.
§156Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἔχει τρία ἄρθρα. Ἂς ἀναγνωσθῇ κατ’ ἄρθρον. Δὲν δέχομαι ὅμως οὐδεμίαν τροπολογίαν.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ νὰ δεχθῆτε, δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ ψηφίσωμεν σήμερον.
§158Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν περιλαμβάνονται αἱ ἐν Κρήτῃ. Νὰ σημειωθῇ.
§159ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Ἀναγινώσκει τὸ νομοσχέδιον. Ἄρθρον 1ον.
§160ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§161Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἤθελα μίαν δήλωσιν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. «Παυθεῖσαι ὑπὸ τῆς ἐπαναστάσεως εἴτε ἀμέσως εἴτε ἐμμέσως».
§162ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι. Δεκτὸν ὅπως ἔχει.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν ὅπως ἔχει. Ἄρθρον 2ον.
§164ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν ὅπως ἔχει. Ζητεῖ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς τὴν πληρεξουσιότητα τῆς ἐγκρίσεως τῶν Πρακτικῶν.
§166Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Δὲν περιλαμβάνει τὸ νομοσχέδιον, τὴν φράσιν «τοῦ ἐργατικοῦ προσωπικοῦ».
§167Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Περιλαμβάνεται. Δηλῶ, καὶ παρακαλῶ νὰ καταχωρισθῇ εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ λοιποῦ προσωπικοῦ, περιλαμβάνεται καὶ τὸ ἐργατικὸν προσωπικόν.
§168Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Δὲν περιλαμβάνονται οἱ πρόσφυγες Δημοσιογράφοι εἰς τὸ νομοσχέδιόν σας, κ. Ὑπουργέ.
§169Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἡ ἑτέρα δήλωσίς μου ὅτι «ἀπόφασις» περιλαμβάνει «διαταγὴν» δύναται νὰ τεθῇ ὡς ἑρμηνευτικὴ Δήλωσις.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὲ ἐξουσιοδοτήσῃ ὅπως ἐγκρίνω τὰ πρακτικά.
§171ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν δι’ ἀναστάσεως εἰς μόνην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἀποζημιώσεως τοῦ συντακτικοῦ καὶ λοιποῦ προσωπικοῦ τῶν ἐφημερίδων).
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς διώξεως τῶν βουλευτῶν τοῦ ἑνιαίου μετώπου. Ὁ κ. ΚΑΛΔΗΣ, παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὴν διακοπεῖσαν ἀγόρευσίν του.
§173Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου, κ. βουλευταί, εἶπον, ὅτι ὑπεστηρίχθησαν δύο γνῶμαι. Κατὰ τὴν μίαν, ἡ Βουλή, προκειμένου νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ εἰσαγγελέως πρὸς δίωξιν βουλευτῶν, δὲν ἔχει νὰ κάμῃ ἄλλο τίποτε, παρὰ νὰ ἐξετάσῃ κατὰ πόσον ἡ δίωξις ὀφείλεται εἰς πολιτικὴν ἐπέμβασιν, σκοποῦσαν νὰ ἀλλοιώσῃ τὴν σύνθεσιν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ κατὰ τὴν δευτέραν, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἀσπάζομαι ἡ Βουλὴ δὲν ὀφείλει νὰ περιορισθῇ εἰς αὐτὸ μόνον τὸ τακτικὸν μέρος, ἀλλὰ ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ καὶ τὴν οὐσίαν, δηλαδή, ἐὰν ὑφίσταται ἀδίκημα καὶ δὲν πρόκειται περὶ πολιτικῆς ἰδέας. Δεύτερον νὰ ἐξετάσῃ τὸ ἐπεῖγον τῆς ἐκδικάσεως τῆς ὑποθέσεως. Καθ’ ἡμᾶς, ὀφείλει ἡ Βουλή, ὄχι εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε, ἐν παντὶ καὶ πάντοτε νὰ δίδῃ ἄδειαν διώξεως τῶν βουλευτῶν, διότι ὁ εἰσαγγελεὺς τὸ ἐζήτησεν, ἀλλὰ καὶ ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ κατὰ πόσον ἡ πρᾶξις ἡ ἀποδιδομένη εἰς τοὺς βουλευτάς, τοὺς κατηγορουμένους, ἀποτελεῖ ὄντως ἀδίκημα καὶ δὲν ἀποτελεῖ πολιτικὴν πρᾶξιν καὶ κατὰ πόσον εἶναι ἐπείγουσα ἡ δίωξις. Καὶ τελευταῖον, κατὰ πόσον ἡ δίωξις ἔχει νὰ ἐπηρεάσῃ ἐκ τῶν ὑστέρων τὴν σύνθεσιν τοῦ Κοινοβουλίου. Διότι ὑπὲρ πᾶν ἄλλο, πρέπει νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τοῦτο: Ὅτι οἱ βουλευταὶ ἔχουσιν ὑπέρτατον καθῆκον νὰ δίδουσι Κυβέρνησιν εἰς τὴν χώραν. Εὐτυχῶς καὶ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα καὶ ἡ μέχρι τοῦδε τακτική, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ἡ Βουλή, ἐπιβάλλουν ὅπως εἶναι φειδωλὴ ἡ Βουλὴ εἰς τὰς ἀδείας διώξεως Βουλευτῶν. Διότι ἂν τυπικῶς μόνον καὶ μόνον ἀκούσῃ τὴν πρότασιν τοῦ εἰσαγγελέως διὰ τὴν ἄδειαν διώξεως δὲν γνωρίζω καὶ ἐγὼ πόσοι ἀπὸ τοὺς παρισταμένους δὲν θὰ ἦσαν ὑπόδικοι καὶ δὲν θὰ ἦσαν ἀπομεμακρυσμένοι ἀπὸ τὰ βουλευτικά των καθήκοντα.
§174ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι πολλοὶ κατηγορούμενοι βουλευταί;
§175Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Ὄχι.
§176ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πόσοι εἶναι;
§177Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Ἄνω τῶν 15, διότι ἕως τώρα ἔχουν ὑποβληθοῦν πολλαὶ προτάσεις τοῦ κ. ἀνακριτοῦ πρὸς δίωξιν. Εὐτυχῶς ὅμως ἡ κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ ἡ Βουλὴ δὲν ἠθέλησαν νὰ δώσουν ἄδειαν διώξεως καὶ τοῦτο, ὡς εἶπον, πολὺ ὀρθῶς, διότι ὁ βουλευτὴς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἔχει νὰ ἐκτελέσῃ ὑψηλὰ καθήκοντα καὶ μεταξὺ τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ νὰ δώσῃ λόγον εἰς τὴν δικαιοσύνην διὰ μίαν πρᾶξιν, καὶ τοῦ νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ ἀντιπροσωπευτικόν του καθῆκον, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ, μοῦ φαίνεται, ὅτι ἡ βαρύτης πρέπει νὰ κλίνῃ πρὸς τὰ βουλευτικά του καθήκοντα, ἐφ’ ὅσον μάλιστα ἡ πρᾶξις δὲν εἶναι σοβαρὰ καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ ἐκδίκασις τῆς πράξεως δὲν ἐπιβάλλεται ἐκ λόγων γενικωτέρας φύσεως. Τὴν ἀρχὴν αὐτὴν ἀκολουθῶν, θέλω εἰσέλθει εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς προκειμένης ὑποθέσεως. Κατηγοροῦνται οἱ συνάδελφοι τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου, ὅτι ἠθέλησαν καὶ ἀπεφάσισαν τὴν αὐτονόμισιν τῆς Μακεδονίας καὶ Θρᾴκης. Καὶ τίθεται τὸ ἐρώτημα, ὅπως ἐγὼ τὸ θέτω. Πιθανὸν τοῦτο ν’ ἀπαρέσκῃ εἰς πολλοὺς συναδέλφους, ἀλλ’ ἐγὼ ὑποστηρίζω τὴν ἐμὴν γνώμην. Πρόκειται, λέγω, περὶ ἀδικήματος, περιλαμβανομένου εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου; Εἶναι γνωστὸν τοῖς πᾶσιν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς αὐτονομήσεως τῆς Θρᾴκης καὶ τῆς Μακεδονίας, ὅπως τὸ κομμουνιστικὸν κόμμα τὸ θέτει, ἀποτελεῖ μέρος τοῦ κομμουνιστικοῦ προγράμματος. Ὁραματίζονται, κατ’ ἐμὴν γνώμην, οἱ ἀκολουθοῦντες τὸ κομμουνιστικὸν πρόγραμμα, ὁραματίζονται μίαν Παμβαλκανικὴν Σοβιετικὴν ὁμοσπονδίαν, μέσα εἰς τὴν ὁποίαν θ’ ἀποτελῶσι πολιτείας σοβιετικάς, διάφορα Κράτη μέσα εἰς τὰ ὁποῖα, ἡ Μακεδονία καὶ ἡ Θρᾴκη θὰ ἀποτελῶσι ἰδίας πολιτείας. Ὅτι πρόκειται περὶ αὐτοῦ τοῦ πράγματος, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ὑποστηρίζω, ὅτι δηλαδὴ τὸ ζήτημα αὐτὸ περιλαμβάνεται μέσα εἰς τὸ κομμουνιστικὸν πρόγραμμα, τὸ λέγει καὶ αὐτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. ἀνακριτοῦ. Λέγει, λοιπόν, ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. ἀνακριτοῦ, ὅτι κατὰ τὴν συνέλευσιν τοῦ 1924, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐλήφθη ἡ ἀπόφασις περὶ τῆς Μακεδονίας καὶ Θρᾴκης, παρευρίσκοντο τρεῖς ἐκ τῶν κατηγορουμένων συναδέλφων.
§178Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δύο, ὁ κ. Μάξιμος, κατ’ ἀντιδιαστολὴν ἐξάγεται, ὅτι παρών.
§179Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Ἡ ἔκθεσις ὁμιλεῖ περὶ τριῶν, ἀλλὰ εἷς ἐκ τῶν τριῶν, ἐξάγεται, ὅτι δὲν ἦτο εἰς τὴν Ἑλλάδα κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχήν. Αὐτὸ ὅμως δὲν δύναμαι νὰ τὸ βεβαιώσω ἐγώ. Εἶναι ζήτημα τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ ἀνήκει εἰς τὴν ἀνάκρισιν νὰ τὸ διευκρινίσῃ.
§180Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ. Ὁ κ. Μάρκου εἶπεν ὅτι ὁ κ. Σταυρίδης ἦτο ἐξόριστος εἰς τὰ Κύθηρα.
§181Α. ΜΑΡΚΟΥ. Δὲν τὸ ξέρω ἐγὼ αὐτό. Ἐγὼ ξεύρω ὅτι ὁ ἀνακριτὴς μὲ ὅλην τὴν ἐπισημότητα τῆς ἀρχῆς, εἶπεν, ὅτι, μιᾶς ἀποφάσεως τοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος, ἀναφέρεται εἰσηγητὴς ὁ κ. Σταυρίδης.
§182Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἀνέφερα ποῖος ἐκ τῶν κατηγορουμένων παρευρίσκετο εἰς τὴν συνέλευσιν ἐκείνην. Ἡ ἔκθεσις τοῦ ἀνακριτοῦ, λέγει ὅτι εἰς τὴν συνέλευσιν παρευρίσκοντο 3 ἐκ τῶν κατηγορουμένων. Ἀναγράφει μάλιστα τὸν Μάξιμον, τὸν Κωνσταντινίδην καὶ τὸν Παπανικολάου. Κατωτέρω, ὅμως, εἰς ἄλλην περίοδον ἀναγράφει, ὅτι τὴν ἔκθεσιν ἐκείνην, τὴν εἰσηγήθη ὁ ἐξόριστος Σταυρίδης. Τώρα πῶς συμβιβάζεται αὐτό, δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας, διότι δὲν ἄγομαι ἀπὸ πνεῦμα κατακριτικὸν τῆς ἐκθέσεως, ἀναφέρομαι εἰς γεγονότα, λαβόντα χώραν κατὰ τὴν συνέλευσιν. Διατί τώρα κατηγοροῦνται καὶ οἱ ἄλλοι βουλευταί; Ἰδού τί λέγει σχετικῶς ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Ἀνακριτοῦ: «διότι ἡ αὐτονόμισις τῆς Μακεδονίας καὶ Θρᾴκης ἀποτελεῖ μέρος τοῦ κομμουνιστικοῦ προγράμματος καὶ ἐπειδή, οἱ λοιποὶ κατηγορούμενοι ἐπροπαγάνδησαν ὑπὲρ αὐτῆς τῆς ἰδέας, ὑπὲρ τοῦ προγράμματος, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει καὶ αὐτὸ τὸ θέμα καὶ ἐπειδὴ ἐξελέγησαν βουλευταὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προγράμματος αὐτοῦ δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ διωχθῶσι καὶ αὐτοί». Συνεπῶς ἡ ἰδέα τῆς αὐτονομίσεως τῆς Μακεδονίας καὶ Θρᾴκης, μέσα εἰς τὸ σύνολον τῆς παμβαλκανικῆς κομμουνιστικῆς ὁμοσπονδίας, δὲν εἶναι ἰδική μου γνώμη, ἀλλὰ τὸ λέγει καὶ ὁ ἴδιος ὁ ἀνακριτής, τὸ λέγει ἄλλωστε καὶ ἡ ἔκθεσις τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας αὐτὸς ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, τονίζει, ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ γεγονός, ἤτοι, ἡ αὐτονόμισις τῆς Μακεδονίας καὶ Θρᾴκης, θὰ γίνῃ κατὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Μαξίμου, μετὰ τὴν σοβιετοποίησιν τῆς ὅλης Βαλκανικῆς, καὶ αὐτὸ τὸ γεγονός, ἀποτελεῖ τὸ ἀδίκημα τῆς ἐσχάτης προδοσίας.
§183Α. ΜΑΡΚΟΥ. Καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ τὸ ἀδίκημα.
§184Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Καὶ ὁ πρόεδρος τῆς πλειοψηφίας τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως δέχεται αὐτὸ τὸ γεγονός, λησμονῶν βεβαίως ὅτι τὸ ἐπιχείρημά του εἶναι νόμῳ ἀβάσιμον, διότι ἂν δεχθῶμεν, ὅτι προϋπόθεσις τῆς αὐτονομίσεως εἶναι ἡ σοβιετοποίησις τῆς παμβαλκανικῆς, βεβαίως τότε, θὰ ἔχωμεν καὶ νέον δίκαιον κατὰ τὰς τότε ἀντιλήψεις καὶ δὲν ξέρομεν ἂν καὶ ἄλλαι πολιτεῖαι δὲν θὰ δημιουργηθοῦν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ αἱ καταστάσεις ἐκεῖναι δὲν θὰ κρίνωνται κατὰ τὰς ἀντιλήψεις τὰς σημερινάς, ἀλλὰ κατὰ τὰς ἀντιλήψεις περὶ δικαίου, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπικρατοῦν τότε. Συμπέρασμα τῶν σκέψεών μου αὐτῶν, κ. συνάδελφοι, εἶναι ὅτι ἡ κατηγορία, ἡ ἀποδιδομένη εἰς τοὺς συναδέλφους τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου περὶ αὐτονομίσεως τῆς Θρᾴκης καὶ Μακεδονίας, ἀποτελεῖ μίαν πολιτικὴν ἰδέαν (Διαμαρτυρίαι ἔντονοι ἐξ ὅλων τῶν πτερύγων) μὲ τὰς προϋποθέσεις, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξα καὶ τῆς ὁποίας ἀναφέρει ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Ἀνακριτοῦ, αἱ ὁποῖαι ἀναπτύσσονται καὶ εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς. Δὲν παραδέχομαι, ὅτι ὀλίγων κτῆμα εἶναι ὁ πατριωτισμός. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν, ὅτι εἴμεθα καὶ ἐμεῖς πατριῶται, ὅσον καὶ οἱ ἄλλοι. Ὑποστηρίζω λοιπόν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀδικήματος, περιλαμβανομένου εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου, ἀλλὰ πρόκειται περὶ πολιτικῆς ἰδέας, ὅπως ὑποστηρίζει καὶ ἡ μειοψηφία τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς καὶ ὡς πολιτικὴ ἰδέα, δὲν εἶναι διώξιμος. Διότι, ἐν ᾧ ἡ πρᾶξις, διὰ τὴν ὁποίαν κατηγοροῦνται, ἔλαβεν χώραν τὸ 1924, ἐντούτοις ἐπροπαγανδίσθη κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. ἀνακριτοῦ, μέχρι τῶν ἐκλογῶν, καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν σημαίαν λέγει ὁ κ. ἀνακριτὴς κατῆλθον εἰς τὰς ἐκλογὰς οἱ ὑποψήφιοι τοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος.
§185ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κακῶς.
§186Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Ἔστω. Ἐγὼ ὅμως, ὡς πολιτικὸς ἀνήρ, δὲν δύναμαι νὰ εἶμαι διώκτης μιᾶς πολιτικῆς ἰδέας, οἱασδήποτε, ἐφ’ ὅσον μάλιστα ἡ πολιτεία ἀναγνωρίζει τὸ ὑπάρχον κομμουνιστικὸν κόμμα, καὶ ἀναγνωρίζει τὸ κομμουνιστικὸν πρόγραμμα ὡς πολιτικὸν πρόγραμμα. Ἐὰν θέλωμεν νὰ θέσωμεν τελείαν καὶ παῦλαν εἰς τὴν κομμουνιστικὴν κίνησιν, ἄλλος εἶνε ὁ δρόμος, τὸν ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ ἀκολουθήσωμεν, δρόμος ἀνδρικὸς εὐθὺς καὶ ἔντιμος. Νὰ κάμωμεν δηλαδὴ ἕνα νόμον, καὶ νὰ θέσωμεν ἐκτὸς νόμου τὸν Κομμουνισμόν, καὶ νὰ θεωρῶμεν ὡς ἀδίκημα τὴν κομμουνιστικὴν ἰδεολογίαν. Ἀλλ’ ἐφόσον δὲν γίνεται τοῦτο, δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ λεγώμεθα πολῖται φιλελευθέρας Δημοκρατίας, ἐὰν καταδιώκωμεν μὲ διαφόρους προφάσεις πᾶσαν ἄλλην πολιτικὴν ἰδέαν, ἡ ὁποία ἀντιτίθεται εἰς τὰς ἀρχάς μας. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα. Καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ὑπάρχει ἀδίκημα κατὰ τὸν Ποινικὸν νόμον καὶ ὅτι δὲν πρόκειται περὶ πολιτικοῦ ἀδικήματος, γεννᾶται τὸ ζήτημα: ἐπείγει ἡ ἐκδίκασις τῆς ὑποθέσεως; Ἴσως φαίνεται παράξενον τὸ ἐρώτημα. Ἀλλ’ ἂς ἔλθω πάλιν εἰς τὴν δικαστικὴν ἐνέργειαν. Πρόκειται περὶ μιᾶς πράξεως, λαβούσης χώραν πρὸ 3½ ἐτῶν, τὸ 1924. Δὲν ἦτο τὸ ζήτημα μυστικόν, ὥστε νὰ διαφεύγῃ τὴν προσοχὴν τῆς πολιτικῆς καὶ δικαστικῆς ἀρχῆς. Ἤχθη ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων καὶ δὴ Παγκαλικῶν δικαστηρίων ἡ ὑπόθεσις αὕτη, ἀλλὰ δὲν ἐπερατώθη, διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους δὲν γνωρίζομεν. Καὶ οὕτω ἔμεινεν ἐκκρεμές. Τοῦτο μοῦ παρέχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσω. Πῶς δὲν ἐτιμωρήθη τὸ ἀδίκημα, ἐφόσον μάλιστα ἤχθη ἐνώπιον Παγκαλικῶν δικαστηρίων, ἀφοῦ ὁ Πάγκαλος ἠρέσκετο νὰ φαίνεται προστάτης τοῦ σημερινοῦ πολιτικοῦ καθεστῶτος, διὰ νὰ ἀποκτήσῃ συμπαθείας παρὰ τῷ λαῷ;
§187Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Λέγετε, ὅτι ὁ ἀνακριτὴς μᾶς εἶπεν ὅτι ἀνεκαλύφθη ἐσχάτως. Πρόκειται περὶ πράξεως, λαβούσης χώραν τελευταίως, καὶ ὄχι ὅτι πρόκειται περὶ ἀδικήματος τελεσθέντος πρὸ τριετίας.
§188Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐφόσον θέτετε ὑπὸ ἀμφισβήτησιν τὴν ἀκρίβειαν τῶν λόγων μου, ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διαφωτίσω τὴν Βουλήν. Ἓν εἶναι τὸ γεγονός, κύριοι, ὅτι δὶς ἤχθη ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ἡ ὑπόθεσις αὕτη καὶ ἐνῶ ἐτελείωνε ἡ διαδικασία, ἀνεβάλλετο ἡ ἔκδοσις τῆς ἀποφάσεως. Τοῦτο ἐπιμαρτυρεῖται ἀπὸ τοὺς διατελέσαντας συνηγόρους τῶν κατηγορουμένων. Γεγονότα νεώτερα, σχετικὰ μὲ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, δὲν ἔχομεν εἰμὴ μόνον ὅτι ὁ «Ριζοσπάστης» τῆς 13 Νοεμβρίου, ἀνέγραψε μέσα εἰς τὸ κομμουνιστικὸν πρόγραμμα καὶ τὸ ζήτημα τῆς αὐτονομήσεως. Ἐφόσον λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, ἡ ὑπόθεσις ἔμεινεν ἐκκρεμὴς ἐπὶ 3½ ἔτη, χωρὶς νὰ δοθῇ νεωτέρα ἀφορμή, χωρὶς νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ἐνεργείας, σκοπούσας τὴν ἐκτέλεσιν καὶ πραγματοποίησιν τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης, νομίζω, ὅτι χάριν τῆς ἐννοίας τῆς Βουλευτικῆς ἀσυλίας, δύναται νὰ μείνῃ ἐκκρεμὴς ἐπί τινα χρόνον ἀκόμη ἡ ὑπόθεσις, ἐφόσον δὲν πρόκειται νὰ ἀμνηστευθῇ.
§189Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὥστε νὰ συντελεσθῇ ἡ ἀνατροπή.
§190Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Καὶ τέλος ἔρχομαι εἰς τὸ τελευταῖον σημεῖον, τοῦ ζητήματος. Εἶπον ὅτι καὶ ἂν ὑπῆρχε ἀδίκημα, καὶ ἂν ἐπείγῃ ἡ ἐκδίκασις, ὑπάρχει φόβος ἀλλοιώσεως τοῦ Κοινοβουλίου, ἐκ τῆς διώξεως δέκα βουλευτῶν; Ἐλέχθη ἀπὸ ὑπουργικὰ χείλη ὅτι αἱ 10 ψῆφοι τῶν κομμουνιστῶν βουλευτῶν δὲν παίζουν κανένα ρόλον εἰς τὴν σύνθεσιν τῆς Κυβερνήσεως.
§191Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Τρεῖς μῆνες εἶναι τὸ ἀνώτερον ὅριον προφυλακίσεως. Λοιπόν, πῶς φοβεῖσθε τὴν διαρκῆ προφυλάκισιν;
§192Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Πάντως θὰ μεσολαβήσῃ ἓν χρονικὸν διάστημα, μέχρι τῆς ἐκδικάσεως καθ’ ὅ, ἐὰν ἐπέλθῃ Κυβερνητική τις μεταβολή, ἐφόσον ἔχομεν Κυβέρνησιν Συνασπισμοῦ, καὶ ἓν κόμμα ἀναλάβῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἐρωτῶ: Αἱ 10 ψῆφοι ἐπηρεάζουν ἢ ὄχι τὴν σύνθεσιν τοῦ Κοινοβουλίου; Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἕκαστος εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην του.
§193Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐξεταστέον εἶναι, ἐὰν γίνεται ἀπὸ σκοποῦ ἡ δίωξις.
§194Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Δὲν συμφωνῶ πρὸς αὐτό, κύριε Ὑπουργέ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἀποφεύγηται ἡ ἀλλοίωσις τῆς συνθέσεως τοῦ Κοινοβουλίου, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθῃ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀρχήν, μὴ ἐκπροσωποῦσα τὴν πλειονοψηφίαν τῆς λαϊκῆς ἀντιπροσωπείας. Σήμερον, δὲν ἀμνηστεύομεν τὰς πράξεις, ἀλλ’ ἀναβάλλομεν τὴν ἐκδίκασιν αὐτῶν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, δι’ οὓς λόγους ἐξέθηκα ἐνώπιόν σας, φρονῶ, ὅτι πρόκειται περὶ πράξεως πολιτικῆς, ἡ ὁποία δὲν εἶναι διωκτέα κατὰ τὸν ποινικὸν νόμον. Καὶ αὐτὴ θὰ εἶναι ἡ ἔννοια τῆς ψήφου μου. (Χειροκροτήματα).
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα νὰ ὁμιλήσῃ καὶ εἷς τῶν ἀντιλεγόντων. Ὁ κύριος Καντιάνης.
§196Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἐγὼ παραιτοῦμαι, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ παραιτηθοῦν καὶ οἱ ἄλλοι (θόρυβος).
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Σωτηριάδης.
§198Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω 5 λεπτὰ μὲ τὸ ὡρολόγι, μόνον.
§199Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Τί θὰ πῇ 5 λεπτά; Παρῃτήθην ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ παραιτηθοῦν καὶ οἱ ἄλλοι.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ προηγοῦνται κύριε Σωτηριάδη, ἄλλοι. Ὁ κύριος Στρατηγόπουλος παραιτεῖται. Ὁ κύριος Μόδης παραιτεῖται. Ὁ κ. Καρπετόπουλος παραιτεῖται. Μοὶ φαίνεται, ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσωμεν νὰ ὁμιλήσωσι οἱ ἐνδιαφερόμενοι κομμουνισταί. Οὗτοι εἶναι εἰς θέσιν νὰ συνηγορήσωσι ὑπὲρ πάντα ἄλλον καλλίτερον.
§201Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Νὰ ἀφεθῇ ἡ συζήτησις ἐλευθέρα, κύριε Πρόεδρε.
§202Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Οὐδεὶς ἐμποδίζεται. Ὅποιος θέλει νὰ ὁμιλήσῃ, ἂς ὁμιλήσῃ.
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κανεὶς δὲν δεσμεύει τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου. Εἶπον μόνον, ὅτι ἐπειδὴ ἀπέμειναν μόνον οἱ συνηγοροῦντες, νὰ παραιτηθῶσι, ἵνα τερματισθῇ ἡ συζήτησις.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φωτάκης.
§205Ε. ΦΩΤΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι. Θὰ προσπαθήσω νὰ εἶμαι ἀπολύτως σύντομος καὶ δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, ἐὰν δὲν ἀντιλαμβανόμην ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, κατόπιν τῆς ἐξελίξεως, τὴν ὁποίαν ἔλαβε τὸ ζήτημα, ἂν θὰ χωρήσῃ ἢ μὴ ἡ δίωξις, ἂν δηλαδὴ 10 συνάδελφοι βουλευταί, οἱ ἐκπροσωποῦντες πάντως μίαν μερίδα τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, θὰ δώσωσι λόγον εἰς τὴν δικαιοσύνην, λέγω, ὅτι δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, ἐὰν δὲν ἀντελαμβανόμην ὅτι εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην πρόκειται νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς μίαν πρᾶξιν ἐξόχου πολιτικῆς σημασίας. Ἐκεῖνο μάλιστα, τὸ ὁποῖον μὲ ἐξέπληξε εἶναι ἡ ἐπέμβασις τοῦ σεβαστοῦ καὶ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἔχει μακροτάτην κοινοβουλευτικὴν πεῖραν, καὶ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, οἱ ὁποῖοι μὲ ἱερὰν ἀγανάκτησιν ὑπερήσπισαν τὴν πρότασιν τῆς διώξεως μὲ τὸν κίνδυνον νὰ δημιουργήσωσι τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέτει ζήτημα πολιτικόν. Ἐφόσον δὲν θέτει ζήτημα πολιτικόν, ἡ θέσις τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐξαιρετικῶς, ἔπρεπε νὰ ἦτο ἐξόχως ἀμερόληπτος καὶ οὐδετέρα μάλιστα. Πρόκειται δὲ νὰ λάβωμεν ἀπόφασιν, περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, σοβαρωτάτην, διότι ἡ ἱστορία τοῦ Κοινοβουλίου δὲν παρουσιάζει δίωξιν κομμουνιστῶν, ἀλλὰ ὁλοκλήρου κόμματος πολιτικοῦ. Ἡ ἀπόφασις ἡμῶν ἑπομένως θὰ ἔχῃ σοβαρὰν σημασίαν.
§206Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Δὲν παρουσιάσθησαν ὅμως κ. συνάδελφε, ἐν τῷ κοινοβουλίῳ ἄλλοτε βουλευταί, κατηγορούμενοι διὰ τοιαῦτα πράγματα.
§207Ε. ΦΩΤΑΚΗΣ. Δεδομένου λοιπόν, ὅτι ἡ ἐπέμβασις, μακρὰν τοῦ νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν Βουλὴν θὰ εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ θεωρηθῇ ἡ ἀπόφασις ταύτης, ὡς ἐνέχουσα πολιτικὴν σημασίαν, δὲν ἔπρεπε νὰ λάβῃ χώραν. Καὶ ἐφόσον παρεδέχθημεν, ὅτι δὲν εἶχε πολιτικὴν σημασίαν, δὲν ἐπιτρέπετο εἰς τὴν συζήτησιν αὐτὴν ἐπέμβασις μελῶν τῆς Κυβερνήσεως.
§208Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ναυτικῶν καὶ προσωρινῶς Οἰκονομικῶν). Ἐπειδὴ ἀνεφέρατε ἐμὲ προσωπικῶς, σᾶς δηλῶ, ὅτι ἐγὼ δὲν ὡμίλησα μετ’ ἀγανακτήσεως διὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν.
§209Ε. ΦΩΤΑΚΗΣ. Ὡμιλήσατε.
§210Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Εἶπον μόνον ὅτι δυνάμεθα, τοὺς κομμουνιστὰς νὰ τοὺς θεωρήσωμεν ὡς ἕνα συγκρότημα, δὲν δυνάμεθα ὅμως νὰ ἀναγνωρίσωμεν αὐτοὺς ὡς κόμμα.
§211Ε. ΦΩΤΑΚΗΣ. Τόσον τὸ χειρότερον κ. Ὑπουργέ.
§212Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν) Τὸ λεχθὲν ὅμως, δὲν σημαίνει ὅτι εἶχε πολιτικὴν χροιάν.
§213Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀνεμίχθη ὡς Κυβέρνησις εἰς τὴν ὑπόθεσιν. Οἱ Ὑπουργοὶ ὡμίλησαν, οὐχὶ ὡς μέλη τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὡς ἁπλοῖ βουλευταί.
§214Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἀνεμίχθησαν.
§215Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὄχι δὲν ἀνεμίχθημεν.
§216Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ναυτικῶν). Τὸ ἐδήλωσα ρητῶς ὅτι ὡμίλησα, ὄχι ὡς Ὑπουργός, ὄχι ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὡς ἁπλοῦς Βουλευτής.
§217Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐπεμβάσεως, ὅταν ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα.
§218Ε. ΦΩΤΑΚΗΣ. Ἐπὶ τοιούτου μάλιστα ζητήματος, ἡ γνώμη καὶ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, κ. βουλευταί, θὰ ἔχῃ ἐπαναλαμβάνω, σοβαρωτάτην σημασίαν. Θὰ ἦτο ἐξόχως ὀδυνηρόν, παρ’ ὅλον τὸν σεβασμὸν ποὺ ἔχω δι’ ὅλας τὰς ἀντιλήψεις, θὰ ἦτο φοβερὸν διὰ τὴν Βουλήν, εἰς μίαν εἰδικὴν περίπτωσιν, νὰ ἤρχετο ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς νὰ δώσῃ ἄδειαν διώξεως δέκα βουλευτῶν, ἐνόσῳ τὸ Δημοκρακὸν Πολίτευμα δίδει τὸ δικαίωμα εἰς πάντα πολίτην, πολὺ δὲ περισσότερον εἰς ἕν κόμμα νὰ πολιτεύεται. Τὸ κόμμα δὲ τοῦτο, μὲ τὸ γνωστὸν πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ἐκλογὴν παρουσίασε, καὶ ἐφόσον κατῆλθεν τὸ κομμουνιστικὸν κόμμα μὲ τὸ γνωστὸν πρόγραμμα, φρονῶ, ὅτι δὲν δύναται νὰ διωχθῇ διὰ τὴν ἰδεολογίαν του.
§219Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ναυτικῶν). Δὲν πρόκειται περὶ ἰδεολογίας, ἡ ἄδεια τῆς διώξεως ζητεῖται διὰ τὰς πράξεις των.
§220Ε. ΦΩΤΑΚΗΣ. Τονίζω, ὅτι καὶ τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ τὴν ἰσότητα, εἰσάγον διάταξιν, διὰ τὴν ὁποίαν ἔγινε σοβαρωτάτη συζήτησις, καθιεροῖ ἀπολύτως τὴν ἐλευθερίαν τῆς σκέψεως καὶ εἶναι ἐλεύθερον οἱονδήποτε πολιτικὸν κόμμα ἐντὸς τῶν κειμένων νόμων, νὰ ὑποστηρίζῃ οἱανδήποτε πολιτικὴν ἰδεολογίαν, κατόπιν ἀκριβῶς καὶ τῶν παραδόσεων τῆς Βουλῆς καὶ τῶν φιλελευθέρων καὶ δημοκρατικῶν φρονημάτων τοῦ λαοῦ, δὲν πρέπει νὰ ἀντιταχθῶμεν πρὸς αὐτό, δίδοντες τὴν ἄδειαν διώξεως συναδέλφων, διὰ μίαν πολιτικὴν ἰδεολογίαν. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῆς θὰ ἦτο ἐσχάτη οὐτοπία νὰ γίνεται λόγος περὶ αὐτονομήσεως τῆς Μακεδονίας, μετὰ τὴν ὁμογένειαν τὴν ὁποίαν παρουσιάζει ὁ πληθυσμὸς Μακεδονίας καὶ Θράκης. Δὲν δύναται νὰ ἀποτελέσῃ πρόγραμμα πρακτικῆς πολιτικῆς ἡ θεωρία προπαγάνδας οἱασδήποτε, ὅτι θὰ ἠδύναντο νὰ ἀποτελέσουν μέλη μιᾶς Βαλκανικῆς Ὁμοσπονδίας, ἡ Μακεδονία εἴτε ἡ Θράκη. Θὰ εἶχε τόσην σημασίαν, ὡς ἐὰν ἤρχετο εἷς πολιτευόμενος καὶ ἔλεγεν, ὅτι τέλος πάντων ἴσως θὰ ἦτο καλλίτερον διὰ τὴν Κρήτην νὰ εἶναι αὐτόνομος. Βεβαίως θὰ κατεκρίνετο ὁμοφώνως παρὰ τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ μιὰ τοιαύτη θεωρία, ἀλλὰ βεβαίως τοιαύτη πρᾶξις, δὲν θὰ ἔδιδεν ἀφορμὴν εἰς ποινικὴν δίωξιν. Ἀλλὰ πῶς ἠθέλετε νὰ γίνῃ κανονικὴ δίωξις ὁμαδική, ἀδείᾳ τῆς Βουλῆς, διὰ τὸ ζήτημα μιᾶς πολιτικῆς θεωρίας τῶν κομμουνιστῶν, ὅταν εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ κεντρικωτέρα γραμμὴ τοῦ προγράμματος τῶν κομμουνιστῶν εἶναι ἡ ἀνατροπὴ τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος, ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς ἰδεολογίας, ἡ ὁποία ἴσως μετὰ μακρὰν περίοδον, θὰ τύχῃ πρακτικῆς ἐφαρμογῆς; Ὅταν τὰ 90 ἑκατοστὰ τοὐλάχιστον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἀποτελοῦνται ἀπὸ διαφόρους μικροεπαγγελματίας μικροαστοὺς καὶ μικροϊδιοκτήτας, ὥστε καταντᾷ τὸ σύστημα αὐτὸ τοὐλάχιστον εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ ἔχῃ καθαρῶς ἰδεολογικὴν σημασίαν, χωρὶς τὸν κίνδυνον πρακτικῆς ἐφαρμογῆς, ποίαν ἔννοιαν ἔχει ἡ ἐπιδιωκομένη δίωξις; Ἐὰν βεβαίως ἐπρόκειτο νὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ἄν κἄν δύναται νὰ ἀποτελέσῃ πρόγραμμα πολιτικῆς πρακτικῆς ὡς θετικῆς καὶ ὡρισμένης, ἄν πρέπῃ νὰ αὐτονομηθῇ οἱοδήποτε τμῆμα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἀμφιβολία, ὅτι θὰ ἐγίνετο διαφορετικὰ ἡ συζήτησις καὶ ὅτι ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ θὰ ἐτίθετο ἀντιμέτωπος εἰς μίαν τοιαύτην ἀντεθνικὴν πολιτικήν.
§221ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐπιτρέπετε; Τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι ὑπάρχουν ξένοι, ἔχοντες τὸ αὐτὸ πρόγραμμα, οἱ ὁποῖοι βεβαίως ἐκμεταλλεύονται τὴν παρουσίαν κόμματος Ἑλληνικοῦ, τὸ ὁποῖον ἔχει σημαίαν καὶ σύνθημα τὸν διαμελισμὸν τῆς χώρας, παρὰ τὰς παλαιὰς πατριωτικὰς παραδόσεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ εἶναι ὑπὲρ τῆς αὐτοδιαθέσεως τῶν λαῶν, ἀλλ’ οὐχὶ τοῦ τεμαχισμοῦ τῆς χώρας.
§222Ε. ΦΩΤΑΚΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι παρ’ ὅλην τὴν διαφορὰν τῶν πολιτικῶν μας ἀντιλήψεων, μᾶς ἑνώνει ἡ κοινὴ ἰδέα μιᾶς μεγάλης καὶ ἑνιαίας ἑλληνικῆς πατρίδος. Ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν ἐκ τῆς ἰδεολογίας 5 ἢ 10 ἀνθρώπων, ἐκπροσωπούντων ἕν μικρὸν μέρος τοῦ λαοῦ, νὰ κινδυνεύῃ ἡ Ἑλλάς.
§223ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὰ θὰ λεχθοῦν εἰς τὸ δικαστήριον.
§224Ε. ΦΩΤΑΚΗΣ. Ἔχω τὸ δικαίωμα, κύριοι συνάδελφοι, ἀκριβῶς ἐπὶ τῆς οὐσίας νὰ ὁμιλήσω. Τὸ ζήτημα τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας, ὅπως ὑπεστηρίχθη καὶ ἀπὸ ἄλλους συναδέλφους εἶνε ἕν ἀπὸ τὰ θεμελιώδη δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἀνεγνωρίσθησαν, μετὰ μακρὰν ἐξέλιξιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, εἰς τὸν βουλευτήν, ὁ ὁποῖος πραγματικῶς ἔχει ὡς πρῶτον δικαίωμα νὰ εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐκθέτῃ τὰς γνώμας του ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπιβολῆς. Ἀλλ’ ἐπίσης ὡς συμπλήρωμα τῆς τοιαύτης ἐλευθερίας τοῦ βουλευτοῦ εἶναι καὶ τὸ ζήτημα τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας. Βεβαίως ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ διώξεως βουλευτοῦ διὰ κοινὸν ἀδίκημα, οὐδέποτε θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εὕρῃ συνηγόρους, ἀνθρώπους, ἀγωνιζομένους ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῆς σκέψεως. Ἀλλ’ ἐφόσον εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, διότι βεβαίως, οἱονδήποτε ἐκ τῶν δικαιολογητικῶν λόγων καὶ ἄν δεχθῇ τις ὡς δικαιολογητικὴν βάσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας, δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἡ Βουλή, χορηγοῦσα τὸ δικαίωμα τῆς διώξεως, δὲν δύναται παρὰ νὰ ἐξετάσῃ καὶ τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, νὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὴν οὐσίαν τῆς κατηγορίας. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν βλέπω στοιχεῖα ἀξιοποίνου πράξεως. Ἡ ἰδεολογία τοῦ Ἑνιαίου μετώπου, ὡς ἰδεολογίαν, εἶναι ἀντίθετος πρὸς τοὺς ὅρους τῆς πολιτικῆς καὶ κοινωνικῆς ἡμῶν ζωῆς, δὲν βλέπω δὲ νὰ ὑπόκειται ἐκ μόνου τοῦ λόγου τούτου εἰς καμμίαν διάταξιν τοῦ Ποινικοῦ Νόμου.
§225Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ἀναγνώσατε τὸ ἄρθρον 123.
§226Ε. ΦΩΤΑΚΗΣ. Ἀφ’ οὗ κάμω τὴν δήλωσιν ὅτι σέβομαι οἱουδήποτε πολιτικοῦ κόμματος τὰς πολιτικὰς ἀντιλήψεις, σᾶς ἐρωτῶ: Δὲν ἔχομεν δημοκρατικὸν πολίτευμα, ἐνῷ ὑπάρχουν συνάδελφοι, ὑποστηρίζοντες τὸν βασιλικὸν θεσμὸν ἀπὸ πεποιθήσεως;
§227Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ναυτικῶν καὶ Οἰκονομικῶν) Κρίνετε ἀνόμοια πράγματα, κύριε, συνάδελφε.
§228Ε. ΦΩΤΑΚΗΣ. Ἡ μεταβολὴ τοῦ πολιτεύματος, ἐπιτρέπετε, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν;
§229Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐπειδὴ μὲ ἐρωτᾶτε, σᾶς λέγω, ὅτι ἐπιτρέπεται ὅταν ἐπιδιώκεται διὰ τῆς νομίμου ὁδοῦ, διὰ τῶν νομίμων μέσων, διὰ τῆς πειθοῦς τοῦ λαοῦ.
§230Ε. ΦΩΤΑΚΗΣ. Τί ἄλλο κάμνουν οἱ κομμουνισταί; Ἐκδίδουν φυλλάδια. Ἐὰν πάρουν τὴν πλειοψηφίαν, δὲν θὰ μᾶς ἐρωτήσουν καθόλου.
§231Ι. ΝΙΚΟΛΙΤΣΑΣ. Ἡ μετατροπὴ τοῦ πολιτεύματος εἶναι κἄτι τι ὀλεθριώτερον τῆς ἀνατροπῆς τῆς πατρίδος;
§232Ε. ΦΩΤΑΚΗΣ. Εἶναι πρᾶξις ἐπιλήψιμος.
§233Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Σᾶς ἐρωτῶ: Ἔχετε κανὲν παράδειγμα κομμουνιστῶν, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν ἢ ἐπιδιώκουν τὴν ἀπόσπασιν τμήματος τῆς χώρας αὐτῶν διὰ νὰ ἀποτελέσῃ μέρος δὲν ἠξεύρω τίνος νεφελώδους κατασκευάσματος, χιμαιρικόν, διότι χιμαιρικὴ εἶναι ἡ ἰδεολογία αὐτή. Αὐτὸ σᾶς ἐρωτῶ.
§234Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Εἰς τὴν Γαλλίαν.
§235Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δὲν εἶναι κομμουνισταί, κύριε συνάδελφε. Εἶναι ἡ ἀστικὴ τάξις, ἡ ὁποία ζητεῖ τὴν αὐτονομίαν τῆς Ἀλσατίας καὶ Λωρραίνης. Γνωρίζετε δὲ ἐκ τῆς ἱστορίας ὅτι ἡ Ἀλσατία καὶ ἡ Λωρραίνη ἀπεσπάσθη ἀπὸ τὴν Γερμανίαν εἰς τὰ 1643 ἐπὶ Λουδοβίκου ΙΔʹ. καὶ ἡ Γερμανία εἰς τὰ 1870, ἀπέσπασεν αὐτὰ πάλιν ἀπὸ τὴν Γαλλίαν. Ἐπῆλθεν ὁ παγκόσμιος πόλεμος, ὁ ὁποῖος ἀπέδωκε τὴν Ἀλσατίαν καὶ Λωραίννην εἰς τὴν Γαλλίαν. Ἀλλὰ μὴ λησμονῆτε ὅτι εἶχε διαμορφωθῆ πλέον εἷς χαρακτὴρ τοπικὸς καὶ ὅτι ἐν τῇ διαμορφώσει αὐτῇ, φυσικά, ἀναπτύσσονται ἰδέαι περὶ αὐτονομήσεως.
§236Ε. ΦΩΤΑΚΗΣ. Σᾶς ὑπενθυμίζω ἀκριβῶς ὅτι κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας ἐγένετο σοβαρώτατος λόγος καὶ εἰς τὸν Τύπον καὶ εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ ἂν ἔπρεπε νὰ διωχθοῦν ἐν Γαλλίᾳ οἱ ὑποστηρίζοντες αὐτονομιστικὰς ἰδέας διὰ τὴν Ἀλσατίαν καὶ τὴν Λωρραίνην.
§237Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἡ αὐτὴ πραγματικὴ κατάστασις. Λυποῦμαι πολύ, σᾶς διαβεβαιῶ. Ποία εἶναι ἡ σχέσις τῆς Ἀλσατίας καὶ Λωρραίννης, μὲ τὴν Μακεδονίαν καὶ Θρᾴκην; Δὲν εἶναι ἡ αὐτὴ κατάστασις.
§238Ε. ΦΩΤΑΚΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι οὐδεμία ἀνεξαιρέτως πολιτικὴ ἰδεολογία θὰ ἦτο σύμφωνος μὲ μίαν πολιτικὴν ἀρχήν, ἡ ὁποία θὰ εἶχεν ὡς πρόγραμμα τὴν ἀπόσπασιν ἢ προσάρτησιν ἀλλαχοῦ, οἱουδήποτε τμήματος τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, διότι ὅλοι θέλομεν τὴν πατρίδα μεγάλην καὶ ἑνιαίαν, χωρὶς νὰ θέλωμεν νὰ ἐπιδιώκωμεν ἐντυπώσεις.
§239Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Ἐντυπώσεις ἡμεῖς δὲν ἐπεδιώξαμεν, κύριε συνάδελφε. Γνωρίζομεν ποῖοι ἐπεζήτησαν ἐντυπώσεις.
§240Ε. ΦΩΤΑΚΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω καὶ τονίζω, ὅτι ἐφόσον ἡ ἀπόφασις θὰ εἶχεν αὐτὴν τὴν σημασίαν, τῆς πολιτικῆς διώξεως δὲν θὰ ἦτο ἐποικοδομητικὸν διὰ τὰ φιλελεύθερα Κράτη, νὰ φανῇ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔδωκεν ἄδειαν διώξεως, δι’ ἀδίκημα, διὰ τὸ ὁποῖον ἐλέχθη, ὅτι ἐγένετο τὸ ἔτος 1924, διότι, ἐὰν ἡ ἐκτελεστικὴ ἀρχή, ἐν τῷ πνεύματι τῷ δικαστικῷ, προσέφευγεν εἰς τὴν Βουλήν, ἡ Βουλὴ εἶχε καθῆκον νὰ μὴ δώσῃ ἄδειαν. Προκειμένου περὶ δέκα συναδέλφων, μοὶ φαίνεται, ὅτι θὰ ἦτο κατώτερον τῶν φιλελευθέρων φρονημάτων, δημοκρατικῆς Βουλῆς, νὰ δώσῃ ἀλλοίαν ὄψιν καὶ νὰ προβῇ εἰς πρᾶξιν, ἡ ὁποία ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἤθελε ν’ ἀφήσῃ τὴν Ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ προβῇ εἰς δίωξιν, διότι ἡ ἀποβολὴ ἑνὸς κόμματος ἀπὸ τῆς Βουλῆς, ἀποτελεῖ μεταβολὴν τῆς συνθέσεως τῆς Βουλῆς. Ἐγώ, κρίνων τὴν πρᾶξιν ὡς καθαρῶς πολιτικήν, δὲν θὰ δώσω οὐδέποτε ψῆφον ὑπὲρ τῆς διώξεως τῶν βουλευτῶν.
§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαχαίρας.
§242Ε. ΜΑΧΑΙΡΑΣ. Κύριοι βουλευταί, Ὀφείλω νὰ κάμω τὴν δήλωσιν, προτοῦ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν τῆς συζητήσεως, ὅτι ἀναλαμβάνω νὰ ὑποστηρίξω τὰς ἀπόψεις μου, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐναντίον τῆς διώξεως τῶν βουλευτῶν τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου. Κύριοι, δὲν εἶμαι κομμουνιστής. Προέρχομαι ἀπὸ τὴν ἐργατικὴν τάξιν, εἶμαι ἐργάτης καὶ ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον ἐργάτης. Ἐὰν δ’ ἐπεδίωξα νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην ἔπραξα τοῦτο, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὰς ἀπόψεις τῶν ἐργατικῶν συμφερόντων. Ὑποστηρίζων τὰς ἀπόψεις μου σήμερον, δὲν ἐννοῶ νὰ ὑποστηρίξω τὰς ἀπόψεις τοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος. Τοὐναντίον θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μὲ προσέξῃ. Δὲν ὁμιλῶ τακτικὰ καὶ δὲν γνωρίζω νὰ ὁμιλῶ δικηγορικὰ καὶ μὲ ρητορικὰ σχήματα. Ἐζητήθη, κύριοι, ἡ δίωξις τῶν βουλευτῶν τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου ἀπὸ τὴν καταδιωκτικὴν Ἀρχὴν διὰ λόγους, οἱ ὁποῖοι ἀναφέρονται ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς διώξεως, καὶ συγκεκριμένως ὅτι εἰς τὸ κατὰ τὸ 1924 γενόμενον συνέδριον τῆς Μόσχας υἱοθετήθη καὶ πάλιν τὸ σημεῖον τοῦ προγράμματος, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν αὐτονόμησιν τῆς Μακεδονίας καὶ Θράκης. Σταματῶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, τὸ περὶ αὐτονομήσεως τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Θράκης διὰ νὰ ἀποδείξω ὅτι δὲν χρονολογεῖται ἀπὸ τὸ 1924 καὶ ἐντεῦθεν ὡς ἀφήνει νὰ ἐννοηθῇ ἡ ζητοῦσα τὴν ἄδειαν τῆς διώξεως ἀρχή. Πρὸ τοῦ μεγάλου πολέμου, ἀλλὰ κυρίως διαρκοῦντος αὐτοῦ, εἰς ὅσους παρηκολούθησαν τὴν σοσιαλιστικὴν κίνησιν εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἐγένοντο πολλὰ σοσιαλιστικὰ συνέδρια εἰς ὅλα τὰ μέρη τῆς Εὐρώπης. Εἰς ὅλα τὰ συνέδρια ἐκεῖνα διεμορφώθη ἡ γνώμη, ὅτι ἔπρεπε σοβαρῶς νὰ ἀσχοληθοῦν ἐπὶ τῆς ἐδαφικῆς διαιρέσεως τῆς Εὐρώπης πρὸ παντὸς δὲ τῆς Βαλκανικῆς, ἡ ὁποία ἐθεωρεῖτο καὶ θεωρεῖται ἡ κατ’ ἐξοχὴν χώρα, ἡ ὁποία ἐπροκάλει καὶ προκαλεῖ τοὺς πολέμους. Καὶ πράγματι, δὲν δύναται κανεὶς νὰ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ἡ Βαλκανικὴ εἶναι ἡ ἑστία, ἡ ὁποία προκαλεῖ τοὺς πολέμους καὶ τοῦτο διότι εἶναι ἐγγύτατα καὶ συνορεύει σχεδὸν μὲ τὴν Μοσούλην, τὸ τρίγωνον τοῦ Εὐφράτου, τὴν Μεσοποταμίαν καὶ λοιπὰς χώρας τῆς Ἀνατολῆς, αἵτινες περικλείουσαι τοὺς φυσικοὺς θησαυροὺς εἰς τὰ ἔγκατα τῆς γῆς των, προκαλοῦν τὸ ἐνδιαφέρον ὅλων τῶν φυλῶν καὶ τῶν ἀνθρώπων τῆς γῆς. Ὅλα λοιπὸν τὰ συνέδρια ἐκεῖνα, κατέληγον εἰς τὸ νὰ ἐκδίδουν ντοκουμέντα, ἀποφάσεις καὶ ψηφίσματα, περὶ ἐδαφικῆς διαιρέσεως τῆς Βαλκανικῆς. Εἰς ὅλα τὰ συνέδρια ἐκεῖνα οὐδέποτε ἀντεπροσωπεύθη ἐπισήμως ἢ ἀνεπισήμως ἡ ἑλληνικὴ χώρα. Συνέπεσεν, ὅμως, τότε, διαρκοῦντος ἀκόμη τοῦ πολέμου, τὰ τρία ἐργατικὰ κέντρα τὸ τοῦ Πειραιῶς, τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῆς Θεσσαλονίκης, νὰ ἔλθωσιν εἰς ἐπαφὴν καὶ νὰ ἀναλάβωσι τὴν πρωτοβουλίαν τῆς συγκλήσεως τοῦ πρώτου Ἐργατικοῦ Πανελλαδικοῦ συνεδρίου, διὰ νὰ ἱδρύσωσι τὴν Γενικὴν Συνομοσπονδίαν τῶν ἐργατῶν τῆς Ἑλλάδος διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἐπαγγελματικῶν αὐτῶν συμφερόντων. Ἐζητήθη τότε ἡ ἄδεια διὰ τὴν σύγκλησιν τοῦ συνεδρίου ἀπὸ τὸ πρῶτον Σῶμα στρατοῦ, διότι εἰς τὴν πρωτεύουσαν καὶ ὅλας τὰς ἐπαρχίας ἐλειτούργει ὁ στρατιωτικὸς νόμος. Ἀλλ’ ἡ ἄδεια δὲν ἐδόθη καὶ ἠναγκάσθημεν τότε τὰ τρία ἐργατικὰ κέντρα νὰ παρουσιασθῶμεν ἐν σώματι εἰς τὸν κ. Βενιζέλον, τότε Πρωθυπουργόν, καὶ ἐζητήσαμεν νὰ μεσολαβήσῃ εἰς τὸ Αʹ. Σῶμα στρατοῦ διὰ νὰ μᾶς χορηγήσῃ ἄδειαν νὰ καλέσωμεν τὸ Πανελλαδικὸν ἐκεῖνο συνέδριον. Ὁ τότε Πρωθυπουργὸς, εὗρε τὴν εὐκαιρίαν νὰ μᾶς ἐπιτιμήσῃ καὶ νὰ ἐκφράσῃ τὴν λύπην του, διότι αἱ ἐργατικαὶ ἀντιλήψεις εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶναι τόσον καθυστερημέναι. Δὲν ἠμπορεῖ ἔλεγε, νὰ ὑπάρξωσιν καὶ νὰ προκόψωσιν ὀργανώσεις ἐργατικαί, ἐφόσον δὲν ἀναμιγνύονται καὶ δὲν παρακολουθοῦν τὴν διεθνῆ ἐργατικὴν καὶ σοσιαλιστικὴν κίνησιν. Διαρκοῦντος τοῦ πολέμου, προέκυψαν τόσα ζητήματα καὶ ἐδόθησαν τόσαι εὐκαιρίαι νὰ ἐκφέρῃ ἡ Ἐργατικὴ Ἑλλὰς τὴν γνώμην της καὶ σχετικῶς μὲ τὰ μεγάλα προβλήματα τοῦ μέλλοντος καὶ τὴν κατεύθυνσιν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ λάβῃ ἡ χώρα διὰ νὰ εἶναι προετοιμασμένη κατὰ τὴν μεταπολεμικὴν περίοδον, ὁπότε θὰ συζητηθῇ διεθνῶς ἡ ἐδαφικὴ διαίρεσις τῆς Εὐρώπης. Δυστυχῶς, αἱ εὐκαιρίαι αὗται ἐχάθησαν. Δύνασθε, ἐν τούτοις, ἐξηκολούθησε, νὰ ἀρχίσητε ἀπὸ τοῦδε καὶ νὰ ἐγκαινιάσητε καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα μίαν τοιαύτην κίνησιν, δὲν θὰ εἶχον δὲ καμμίαν δυσκολίαν νὰ συστήσω νὰ σᾶς δοθῇ ἡ ἄδεια τῆς συγκλήσεως τοῦ Συνεδρίου, ἐὰν μοῦ ἐδίδατε τὸν λόγον σας, ὅτι θὰ ζητήσετε ἀπὸ τὸ Συνέδριον ποῦ θὰ συνέλθῃ νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του ἐπὶ τῆς μεταπολεμικῆς ἐδαφικῆς διαιρέσεως τῆς Βαλκανικῆς. Ἀποφανθῆτε ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου καὶ εἴπετε ἔστω, ὅτι τὸ Ταίναρον εἶναι Βουλγαρικόν, Τουρκικὸν ἢ ὅ,τι ἄλλο. Νὰ τὸ εἴπητε, ὅμως ὡς σοσιαλισταί, ὡς ἐργάται καὶ ὡς τοιοῦτοι νὰ δικαιολογήσητε ποῦ στηρίζετε τὰς ἀντιλήψεις σας ταύτας. Διότι εἶναι ἐντροπή, δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ ὑφίσταται ἡ τοιαύτη κατάστασις καὶ νὰ ἐμφανίζεται ἡ ἐργατικὴ τάξις τῆς χώρας μας, τόσον καθυστερημένη καὶ στερουμένη Ἐθνικῆς συνειδήσεως καὶ Ἐθνικῆς ἀγωγῆς.
§243ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐπρόκειτο περὶ τοῦ Συνεδρίου τῆς Στοκχόλμης.
§244Ε. ΜΑΧΑΙΡΑΣ. Δὲν ἐνθυμεῖσθε καλῶς. Εἶχον προηγηθῆ τὰ συνέδρια τῆς Στοκχόλμης καὶ τοῦ Λονδίνου κατὰ τὰ ὁποῖα τόσαι συζητήσεις ἐγένοντο διὰ τὴν διαίρεσιν τῆς Βαλκανικῆς καὶ ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ τὸ Συνέδριον τῆς Λωζάνης. Μεταξὺ τῶν ἀποτελούντων τὴν ἀντιπροσωπείαν τῶν κέντρων ἣν προανέφερα, ἦσαν καὶ οἱ Μπεναρόγιας καὶ ὁ Κκιονά, γνωστοὶ σοσιαλισταί, καὶ οἱ ὁποῖοι μόλις εἶχαν ἐπανέλθει ἐκ τῆς ἐξορίας. Ἐκεῖνοι περισσότερον τῶν ἄλλων ἐδέχθησαν τὰς συστάσεις ταύτας καὶ ὑπεσχέθησαν, ὅτι εἶναι δυνατὸν τοῦτο. Ἡμεῖς εἴχομεν τότε τὴν ἀντίληψιν ὅτι, ὡς ἐπαγγελματικαὶ ὀργανώσεις, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τοιαύτην πολιτικὴν συζήτησιν, καίτοι ἀνεγνωρίζαμεν πλήρως τὴν Ἐθνικὴν ἀνάγκην. Ἐκεῖνοι, ὅμως οἱ ὁποῖοι εἶχον καὶ πολιτικὴν ἰδιότητα, διότι ἦσαν ἀντιπρόσωποι καὶ τῆς Φεντερασιὸν τῆς Θεσσαλονίκης, (σοσιαλιστικῆς πολιτικῆς ὀργανώσεως) ἐδέχοντο νὰ συζητηθῇ εἰς τὸ συνέδριον ἀπὸ τοὺς ἐργατικοὺς ἀντιπροσώπους, τῶν ἐπαγγελματικῶν Σωματείων καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐδαφικῆς διαιρέσεως τῆς Βαλκανικῆς, καὶ νὰ διατυπωθοῦν αἱ ἐπ’ αὐτοῦ ἀντιλήψεις των. Καὶ πράγματι συνῆλθε τὸ συνέδριον ἐκεῖνο καὶ ἀπετελέσθη ἀπὸ 312 σωματεῖα, ἅτινα ἀντεπροσωπεύθησαν ἀπὸ 415 ἀντιπροσώπους. Καὶ ἀφ’ οὗ ἵδρυσε τὴν Γενικὴν Συνομοσπονδίαν, ἡ ὁποῖα ὑφίσταται σήμερον, καὶ ἔδωσε τὴν κατεύθυνσιν εἰς ὅλα τὰ ζητήματα τῆς ἐπαγγελματικῆς φύσεως, ἦλθε καὶ εἰς τὸ θέμα τὸ πολιτικόν, τὸ ὁποῖον ἀνεγράφετο εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς ἐδαφικῆς διαιρέσεως τῆς Βαλκανικῆς. Εἰς τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία διήρκεσεν ἐπὶ δύο ἡμέρας καὶ τὴν ὁποίαν παρηκολούθησαν μετὰ μεγάλου ἐνδιαφέροντος ἀντιπρόσωποι τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀντιπρόσωποι ξένων Κρατῶν, ἀνεμίχθησαν ὅλοι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Συνεδρίου καὶ τέλος ἐγένετο δεκτὸν τὸ ψήφισμα τῆς μεγάλης πλειοψηφίας τοῦ Συνεδρίου, κατὰ τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζετο καὶ ἀπεδεικνύετο ἡ ἱστορικὴ καὶ ἐθνολογικὴ συγγένεια τῶν λαῶν τῶν κατοικούντων εἰς τὴν Ἤπειρον, τὴν Μακεδονίαν καὶ τὴν Θράκην, μετὰ τῶν κατοικούντων τὴν λοιπὴν Στερεὰν Ἑλλάδα, Πελοπόννησον καὶ νήσους καὶ κατὰ συνέπειαν οἱ λαοὶ οὗτοι πρέπει νὰ ἀποτελοῦν ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ ἀδιαίρετον Κράτος. Κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην, ἐν τούτοις, ἠκούσθησαν καὶ αἱ γνῶμαι τῆς μειοψηφίας ἀποτελουμένης ἐκ 15 ἀντιπροσώπων διαφόρων Σωματείων τῆς Πρωτευούσης καὶ τῶν Ἐπαρχιῶν, αἱ ὑποστηριχθεῖσαι δὲ ἀπόψεις τῆς μειοψηφίας ταύτης, διετυπώθησαν εἰς ἰδιαιτέραν ἔκθεσιν. Ἡ ἔκθεσις ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Μακεδονία καὶ Θράκη ἔπρεπε νὰ ἀποτελοῦν ἰδιαίτερα καὶ ἀνεξάρτητα Κράτη, διεβιβάσθη τότε εἰς τὴν Κυβέρνησιν μαζὺ μὲ τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειοψηφίας ἔλαβον δὲ γνῶσιν τῶν ἐκθέσεων τούτων καὶ οἱ στρατιωτικοί, οἱ ἐφαρμόζοντες τὸν στρατιωτικὸν νόμον.
§245Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Τὴν ἔκθεσιν ἐκείνην τῆς μειοψηφίας τὴν ἔδωσαν εἰς τὴν τότε Κυβέρνησιν καὶ δὲν τοὺς ἐφυλάκισεν;
§246Ε. ΜΑΧΑΙΡΑΣ. Αὐτὸ λέγω. Ἡ ἔκθεσις ἐκείνη διεβιβάσθη ὄχι μόνον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἀντεπροσωπεύετο καὶ ἀπὸ τὸ Συνέδριον ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς στρατιωτικούς, οἱ ὁποῖοι ἐφήρμοζον τὸν λειτουργοῦντα Στρατιωτικὸν Νόμον, καὶ ὄχι μόνον δὲν ἐφυλακίσθησαν, ἀλλ’ οὔτε κἂν ἐγένετο σοβαρὸς λόγος εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἢ τὸν τύπον. Ἀκολουθεῖ κατόπιν ἡ ἵδρυσις τοῦ Σοσιαλεργατικοῦ Κόμματος, τὸ ὁποῖον μετεβλήθη ἤδη εἰς Κομμουνιστικὸν Κόμμα, καὶ ἤμην παρὼν εἰς τὸ Συνέδριον ἐκεῖνο, τὸ ἱδρυτικόν, ὡς Γενικὸς Γραμματεὺς τῆς Γεν. Συνομοσπονδίας, κατὰ τὸ ὁποῖον συνέδριον ἐγένετο δεκτὸν ψήφισμα, ὅπερ καὶ ἐδημοσιεύθη κατ’ ἐπανάληψιν καὶ ἐπὶ δύο χρόνια. Κατὰ τὸ ψήφισμα δὲ τοῦτο, ἡ Μακεδονία, ἡ Θράκη καὶ ἡ Μικρὰ Ἀσία ἔπρεπε νὰ ἀποτελέσουν αὐτόνομα Κράτη. Αὐτὰ ὅλα ἦσαν ἦσαν γνωστὰ εἰς ὅλας τὰς Κυβερνήσεις, ὡς ἐπίσης ἦτο γνωστόν, ὅτι τὰς ἀπόψεις ταύτας τὰς υἱοθέτησε βραδύτερον καὶ ἡ Μόσχα κατὰ τὸ 1924. Τὸ Κομμουνιστικὸν Κόμμα, τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν τελείαν του ἐξάρτησιν ἀπὸ τὴν Μόσχαν, ἦτο δυνατὸν νὰ διαγράψῃ ἀπὸ πρόγραμμά του τὰς περὶ αὐτονομήσεως τῆς Μακεδονίας καὶ Θράκης ἀπόψεις; Μὲ ταῦτα θέλω νὰ πείσω τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν εἶναι κάτι καινούργιο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐμφανίζει σήμερον ἡ καταδιωκτικὴ ἀρχὴ καὶ ζητεῖ τὴν ἄδειαν τῆς διώξεως τῶν βουλευτῶν τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου, εἶναι παλαιὰ ἱστορία. Ἔρχομαι τώρα, κύριοι Βουλευταὶ νὰ τονίσω ἕνα ἄλλο σημεῖον, ὅτι δηλαδὴ τὸ Κόμμα τὸ Κομμουνιστικὸ ἔθεσεν εἰς τὰς προγραμματικάς του ἀρχὰς τὴν αὐτονόμησιν τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Θράκης διὰ νὰ τὴν μεταχειρίζεται, ἀναλόγως τῶν περιστάσεων καὶ ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἄλλο ζήτημα διὰ νὰ κάμῃ θόρυβον εἰς τὴν Ἑλλάδα, τότε ἐμφανίζει τὴν αὐτονόμησιν τῆς Μακεδονίας, ἐμφανίζει δηλαδὴ ἓν μέρος τοῦ προγράμματός του καὶ ἀξιοῖ ἀπὸ τοὺς ὀπαδούς του, ἢ τοὺς συμπαθοῦντας αὐτὸ νὰ ἐπιδιώκουν τὴν πραγματοποίησιν τοῦ σκοποῦ τούτου, δῆθεν, πράγματι ὅμως διὰ νὰ ἐξαναγκάζῃ τὸ Κράτος νὰ προβαίνει εἰς διώξεις πολιτῶν. Τὸ Κομμουνιστικὸν Κόμμα, κ. Βουλευταί, μὴ νομίζετε ὅτι ἔχει ἀνάγκην ἀπὸ πολλοὺς ὀπαδούς. Ἂν τὸ νομίζετε αὐτὸ εἶναι μία πλάνη. Τὸ Κομμουνιστικὸν Κόμμα ἔχει πρὸ παντὸς ἀνάγκην ἀγωνιστῶν· Ἀνθρώπων δηλαδή, οἵτινες νὰ ἀγωνίζωνται διὰ τὴν ἐπικράτησίν του μὲ πίστιν καὶ μὲ πάθος. Καὶ διὰ νὰ τοὺς ἀποκτήσῃ αὐτοὺς ἐργάζεται μὲ σύστημα καὶ ἐπάνω σὲ καλοσχεδιασμένο πλάνο. Ἐργάζεται καὶ κατωρθώνει, ὥστε τὸ Κράτος νὰ διώκῃ τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους θέλει νὰ κάμῃ ἀγωνιστάς, νὰ τοὺς ἔχῃ στελέχη, καὶ οἱ ὁποῖοι νὰ φανατίζουσι καὶ νὰ καθοδηγοῦσι τὰς μάζας, διὰ νὰ πραγματοποιήσῃ εἰς μίαν ψυχολογικὴν στιγμήν, τοὺς σκοπούς του. (Χειροκροτήματα) Αὐτὸ εἶναι, κύριοι, τὸ πρόγραμμα τοῦ Κομμουνιστικοῦ Κόμματος. Καὶ γνωρίζων τοῦτο ἐγὼ ἐκ μεγάλης πείρας, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ πιστεύω, ὅτι καὶ εἰς τὴν ζητοῦσαν σήμερον τὴν δίωξιν Καταδιωκτικὴν Ἀρχὴν ἐπέδρασε μυστηριωδῶς ἡ γνώμη αὐτὴ τοῦ Κομμουνιστικοῦ Κόμματος, ὥστε νὰ ζητῇ αὕτη ἀσφαλῶς ἄθελα καὶ ἀσυνείδητα, τὴν δίωξιν τῶν κομμουνιστῶν βουλευτῶν. Μὴ σᾶς φαίνετε, κύριοι, παράδοξον τοῦτο. Ὑπάρχουσι λόγοι, τοὺς ὁποίους θὰ ἀποδείξω ἀμέσως ὅτι συμφωνεῖ καὶ τὸ Κομμουνιστικὸν Κόμμα εἰς τὸ νὰ διωχθοῦν οἱ σημερινοὶ κομμουνισταὶ βουλευταί. Οἱ Βουλευταί, κύριοι, τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου εἶναι βέβαια κομμουνισταί. Δὲν ἐξετέθησαν ὅμως κατὰ τὰς ἐκλογὰς ὡς κομμουνισταί. Εἴδετε εἰς κανὲν πρόγραμμα προεκλογικὸν ὅτι οἱ ὑποψήφιοι αὐτοὶ ἦσαν ὑποψήφιοι τοῦ Κομμουνιστικοῦ Κόμματος; Κάθε ἄλλο. Εἴδομεν ὅμως ὅλοι τὸν συνδυασμὸν τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου ἐργατῶν ἀγροτῶν καὶ προσφύγων, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνῆκον οἱ βουλευταί, τῶν ὁποίων ζητεῖται ἡ δίωξις. Οἱ βουλευταὶ ἐν τούτοις οὗτοι, εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ἀκολουθοῦσι καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἐκτὸς αὐτῆς τὰ ἀπόψεις τοῦ Κομμουνιστικοῦ Κόμματος, ἐνῷ τὸ Κομμουνιστικὸν Κόμμα εἶναι ἐλεύθερον νὰ τηρῇ ἀπέναντι αὐτῶν στάσιν, ἀνάλογον τῶν περιστάσεων. Ἕνα τοιοῦτον κόμμα λοιπὸν μὲ τὰς ποικιλωνύμους ὀργανώσεις των, ἕνα κόμμα, τὸ ὁποῖον κατωρθώνει νὰ λειτουργῇ τόσον θαυμάσια καὶ νὰ ἔχῃ ἀκόμη καὶ μυστικὴν ἀστυνομίαν, φαντάζεσθε, ὅτι ἂν δὲν ἤθελε νὰ διωχθοῦν οἱ βουλευταί του δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ τὸ κατωρθώσῃ; Αὐτὰ ὅλα μὲ ἀναγκάζουν νὰ πιστεύω ὅτι τὸ Κομμουνιστικὸν Κόμμα κατώρθωσε νὰ ἐπηρεάσῃ μυστηριωδῶς τὴν καταδιωκτικὴν ἀρχὴν καὶ τίποτε ἄλλο. Καὶ θὰ σᾶς φέρω ἕνα παράδειγμα ἀκόμη. Ὅταν τὸ Κομμουνιστικὸν Κόμμα δὲν ἐπεδίωκε τὴν δίωξιν τῶν κομμουνιστῶν βουλευτῶν, δὲν θὰ ἔγραφεν ὁ «Ριζοσπάστης» ἐκεῖνα ποὺ ἔγραψε τὴν ἑπομένην τῆς ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεως; Θὰ ἔστελε τὴν κομμουνιστικὴν νεολαίαν μὲ 15–20 κομμουνιστὰς ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῶν νὰ φωνάζουν ἀπ’ ἔξω ἀπὸ τὴν Βουλήν, καθ’ ἣν ὥραν συνεζητεῖτο τὸ ζήτημα τῆς διώξεως; Καὶ δὲν ἐγνώριζον, ὅτι ὅλα αὐτὰ θὰ ἐξηρέθιζον τὴν ἀντιδραστικὴν βουλήν, ὅπως τὴν ὀνομάζουν, εἰς σημεῖον, ὥστε πραγματικῶς νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν τῆς διώξεως; Καὶ εἰς τὸν ἁπλοϊκώτερον ἄνθρωπον ἀκόμη εἶναι φανερὸν ὅ,τι ἂν τὸ Κομμουνιστικὸν κόμμα δὲν ἤθελεν πραγματικῶς τὴν δίωξιν τῶν βουλευτῶν του θὰ ἔκαμνε τὴν πάπια, ὅπως λέμε ἐμεῖς στὴ γλῶσσα μας καὶ ὅπως ξεύρῃ νὰ τὴν κάμνῃ ὅταν ἔχῃ συμφέρον, καὶ τὴν ἑπομένην, ὅταν ἐκέρδιζε τὸ ζήτημα, θὰ ἤρχετο καὶ θὰ ἔλεγε ὅσα καὶ πάλιν θὰ συνέφερε εἰς τὴν ἄποψίν του καί θὰ ἰσχυρίζετο, ὅτι ἡ μὴ χορήγησις ἀδείας διώξεως, ὀφείλεται εἰς ἀδυναμίαν τοῦ Ἀστικοῦ Κράτους νὰ διώξῃ τοὺς κομμουνιστὰς κτλ. Δὲν ἐπιτρέπεται καμμιὰ ἀμφισβήτησις εἰς τὸν ἰσχυρισμόν μου, ὅτι εἰς τὴν σκέψιν καὶ τὰς ἀποφάσεις τῆς καταδιωκτικῆς Ἀρχῆς, ἐκυριάρχησεν ἡ θέλησις τοῦ Κομμουνιστικοῦ κόμματος, τὴν ὁποίαν, τὶς εἶδεν, μὲ ποῖα μέσα κατώρθωσαν νὰ τὴν μεταδώσῃ. Διὰ νὰ ἐπιδιώκῃ ἄρα τὸ κομμουνιστικὸν κόμμα τὴν δίωξιν τῶν βουλευτῶν, σημαίνει, ὅτι βουλευταὶ τοῦ κόμματος, ἀγωνισταί του δὲ ἐκ τῶν διακεκριμμένων, τοῦ ἔφυγαν ἀπὸ τὴν ἄμεσον ἐπιρροήν του καὶ τὴν τυφλὴν ὑποταγήν, τὴν ὁποίαν ἀξιοῖ ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀγωνιστάς του καὶ ἦτο ἀνάγκη νὰ διωχθοῦν ἀπὸ τὸ Κράτος διὰ νὰ ἀναγκασθοῦν καὶ πάλιν νὰ ὑποταχθοῦν εἰς τὸ κόμμα. Πράγματι, λοιπόν, τὸ κομμουνιστικὸν κόμμα εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κυρίως ζητεῖ σήμερον τὴν δίωξιν τῶν Βουλευτῶν καὶ ἔρχεται ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ εἰς αὐτὸ τὴν ἐπιδιωκομένην παρ’ αὐτοῦ μεγάλην νίκην, νίκην ἡ ὁποία εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ χρονικὰ θὰ μείνῃ ἱστορική. Τὸ κομμουνιστικὸν κόμμα δύναται καὶ μετὰ τὴν δίωξιν τῶν κομμουνιστῶν νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν αὐτονόμησιν τῆς Μακεδονίας, δι’ ἄλλων ἀτόμων καὶ νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι θὰ τὴν ἐπιδιώξῃ. Θὰ εὑρεθοῦν ἄλλα στελέχη, ἄλλοι ἀγωνισταί, εἰς τὸ κόμμα καὶ θὰ ἀναλάβουν αὐτοὶ τὴν προπαγάνδαν ὑπὲρ τῆς αὐτονομήσεως τῆς Μακεδονίας, ἐνῷ συγχρόνως, διωκόμενοι οἱ λιποτακτήσαντες σήμερον βουλευταὶ ἀγωνισταί του, θὰ ἀναγκασθοῦν νὰ ὑποταχθοῦν καὶ πάλιν. Αὐτὸς εἶναι, κύριοι, ὁ ἀντικειμενικὸς σκοπὸς τοῦ κόμματος. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν αἱ πληροφορίαι μου εἶναι ἀληθεῖς, ἀλλ’ αἱ πληροφορίαι μου εἶναι, ὅτι οἱ Βουλευταὶ τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου δὲν ἔχουν πλέον θέσιν εἰς τὸ κομμουνιστικὸν κόμμα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας χθὲς εἶπε κάτι τι σχετικόν. Αἱ πληροφορίαι μου εἶναι ὅτι ὁ Βουλευτὴς τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου Μάξιμος, ἐκλήθη εἰς τὴν Μόσχαν ν’ ἀπολογηθῇ, διότι δὲν ἠθέλησε ν’ ἀναλάβῃ τὸν ἀγῶνα ὑπὲρ τῆς αὐτονομήσεως τῆς Μακεδονίας καὶ ἠρνήθη νὰ ὑπάγῃ, προσποιηθεὶς κατ’ ἀρχάς, ὅτι δὲν ἔχει χρήματα, ἀλλὰ καὶ ὅταν τοῦ προσεφέρθησαν, πάλιν ἠρνήθη. Ἔκτοτε δὲ κοινολογεῖται ὅτι δὲν ἔχει πλέον σχέσιν μὲ τὸ πολιτικὸν γραφεῖον τοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος. Ἡ ἀγαλλίασις, τὴν ὁποίαν δοκιμάζουν σήμερον οἱ κομμουνισταί, ὄχι βέβαια οἱ Βουλευταὶ τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου, ἀλλ’ οἱ κομμουνισταί, οἱ σύντροφοι, ἐκ τῆς ἐνεργείας αὐτῆς τῆς καταδιωκτικῆς ἀρχῆς μὲ πείθει, ὅτι πράγματι τὸ κομμουνιστικὸν κόμμα δὲν θέλει πλέον τὴν ἐπαφήν του μὲ τοὺς κομμουνιστὰς Βουλευτάς. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν θὰ εἶναι πρᾶξις ἀνδρικὴ τοῦ κοινοβουλίου, πρᾶξις ἐθνικῆς σημασίας, τὸ νὰ δοθῇ σήμερον ἡ ἄδεια εἰς τὴν καταδιωκτικὴν ἀρχὴν νὰ καταδιώξῃ αὐτούς. Τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι θὰ ἀκουσθῇ εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ὅτι εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν μέσα συζητεῖται τὸ ζήτημα καὶ ἀμφισβητεῖται ἡ Ἑλληνικότης τῆς Μακεδονίας, δὲν τὸ θεωρῶ σοβαρόν, ὥστε νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι καὶ μόνον δι’ αὐτὸν τὸν λόγον πρέπει νὰ τοὺς ἀφήσωμεν νὰ διωχθοῦν. Δὲν εἶναι, λέγω, ἀνδρικὴ πρᾶξις νὰ δώσωμεν τὴν ἄδειαν νὰ δεχθοῦν οἱ Βουλευταὶ αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσωπεύουν ὁπωσδήποτε μίαν μερίδα φορολογουμένων, οἱ ὁποῖοι ὅταν τοὺς ἐψήφιζον καὶ τοὺς ἀπέστελλον νὰ τοὺς ἀντιπροσωπεύσουν ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψιν τους ὅτι στέλλουν κομμουνιστάς, ἀλλ’ ὅτι στέλλουν ἐργάτας, ἱκανοὺς νὰ διεκδικήσουν τὰ δικαιώματά των. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτους, ὑποθέσατε ὅτι κατηγορήθησαν καὶ κατεδικάσθησαν ἐπὶ ἐσχάτῃ προδοσίᾳ, ὅτι τοὺς ἐφυλάκισαν καὶ ἐξέπεσαν ἀπὸ τοῦ ἀξιώματος τοῦ βουλευτοῦ καὶ ἀνεπληρώθησαν ἑπομένως ἀπὸ ἄλλους τοῦ αὐτοῦ συνδυασμοῦ, βεβαίως, κομμουνιστὰς βουλευτάς. Ὑποθέτετε, ὅτι δὲν θὰ ἔχουν καὶ ἐκεῖνοι τὰς παραιτήσεις εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος, ὥστε νὰ εἶναι καὶ ἐκεῖνοι ὑποχρεωμένοι νὰ ὑποστηρίξουν τὰς ἀπόψεις τοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος, εἰς τὰς ὁποίας συγκαταλέγεται καὶ ἡ αὐτονόμησις; Ἄρα οὐσιαστικῶς, στεροῦμεν 40 ἢ 50.000 Ἑλλήνων ἀπὸ τὴν ἀντιπροσωπείαν τους, χωρὶς νὰ κατορθώσωμεν νὰ ἀπαλλαγῶμεν ἀπὸ τοὺς αὐτονομιστάς. Ἀνδρικώτερον πρᾶγμα θὰ ἦτο διὰ τὸ Κοινοβούλιον νὰ λάβῃ νομοθετικὴν πρόνοιαν καὶ νὰ τίθεται εἰς καταδίωξιν κάθε κόμμα, τὸ ὁποῖον ἔχει τελείαν ἐξάρτησιν ἀπὸ κόμματα ἄλλων Κρατῶν, παρὰ νὰ καταδιώκῃ ἄτομα, ἅτινα ἀνήκουν εἰς κόμματα τῶν ὁποίων αἱ ἀρχαὶ καὶ αἱ ἀπόψεις δὲν συμβιβάζονται μὲν μὲ τὸ καθεστώς, τοὺς ἐπιτρέπεται ὅμως καὶ ἐκτίθενται βουλευταί. Ἐν συμπεράσματι, κύριοι, καταλήγω εἰς τοῦτο. Φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὸ κομμουνιστικὸν κόμμα νὰ ἐπιτύχῃ τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει. Ἀγωνίζομαι, κ. Βουλευταί, διὰ νὰ σᾶς πείσω περὶ τούτου, διότι ἀντιλαμβάνομαι, ὅτι εἶναι δύσκολον νὰ ἀκολουθήσητε τὴν σειρὰν τῆς σκέψεως, τὴν ὁποίαν ἀκολουθῶ ἐγὼ καὶ πᾶς ὅστις ἔρχεται εἰς ἀμεσωτέραν ἐπαφὴν μὲ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ κόμματος καὶ τοὺς συμπαθοῦντας αὐτό. Σεῖς δὲν ἠμπορεῖτε νὰ κατεβῆτε μέχρι καὶ τῶν ἑστιατορίων ὅπου ἐνδιαιτῶνται, οὔτε μέσα στὰ ἐργοστάσια καὶ στοὺς ἐν γένει τόπους τῆς ἐργασίας ποὺ ἐργάζονται, διὰ νὰ γνωρίζητε ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα καὶ νὰ πιστεύετε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἀκραδάντως πιστεύω καὶ ὑποστηρίζω. Λοιπόν, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια τῆς διώξεως. Καὶ ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ θέσῃ φραγμὸν εἰς τὸν κομμουνισμὸν καὶ νὰ καταστήσῃ τὸν τόπον εὐτυχῆ, νὰ ἐπιδιώξῃ παντοιοτρόπως τὴν βελτίωσιν τῆς κατηχητικῆς νομοθεσίας καὶ νὰ μεριμνήσῃ διὰ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῆς, νὰ θέσῃ δὲ ἐκτὸς νόμου κόμματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἐξωτερικὴν ἐξάρτησιν. Τότε μόνον θὰ εἴμεθα συνεπεῖς πρὸς τοὺς σκοποὺς τοὺς ἐθνικούς, τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκομεν, τότε θὰ ἐξυπηρετήσωμεν τὸ πραγματικὸν συμφέρον τῆς Χώρας. (Χειροκροτήματα).
§247ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μητσοτάκης.
§248Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Νομίζω, κ. συνάδελφοι, ὅτι καθῆκον ἔχωμεν πάντες νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα, ἄνευ προκαταλήψεων. Διότι, τὸ ἀπασχολοῦν ἡμᾶς ζήτημα, εἶναι ἐξαιρετικῆς σοβαρότητος, ὡς ἀφορῶν τὴν τύχην ὁλοκλήρου πολιτικοῦ κόμματος, αἱ δὲ περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ ἔρχεται εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, γεννοῦν ὡρισμένας ἀπορίας. Καὶ ἡ πρώτη ἀπορία, ἡ ὁποία γεννᾶται, εἶναι ἐὰν ὁ εἰσαγγελεὺς ἐζήτησε τὴν ἄδειαν νὰ διώξῃ ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας ἢ ἐκ συστάσεως.
§249Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας.
§250Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Διότι ἀναμφισβητήτως γεννᾷ τὴν ἀπορίαν, πῶς, ἀποφάσεις Συνεδρίου, λαβόντος χώραν πρὸ τετραετίας, Συνεδρίου, ἔχοντος ἀκαδημαϊκὸν χαρακτῆρα, ἢ καὶ ἐὰν θέλετε, πῶς πολιτικαὶ ἀποφάσεις, αἵτινες θὰ εἶχον καὶ τὸν χαρακτῆρα εὐχῆς τινος, εἰσαχθεῖσαι ἐνώπιον στρατοδικείων καὶ μὴ κριθεῖσαι ὡς ἔχουσαι κολάσιμον χαρακτῆρα, πῶς, λέγω αἱ ἀποφάσεις αὐταί, μετὰ ὁλόκληρον τετραετίαν εἶναι δυνατὸν νὰ χαρακτηρισθοῦν ὡς φέρουσα τὰ στοιχεῖα ἀδικήματος ἐσχάτης προδοσίας καὶ νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ δίωξις τῶν εἰς τὸ Συνέδριον αὐτὸ μετασχόντων ἰδιωτῶν, νῦν δὲ βουλευτῶν; Ἀλλὰ πρὸς παντὸς ἐκπληκτικώτερον, κ. συνάδελφοι, εἶναι, πῶς τὸ ἔγγραφον ἐπιζητεῖ τὴν δίωξιν, ὄχι μόνον τῶν συμμετασχόντων εἰς τὸ Συνέδριον ἐκεῖνο τριῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἀπέκτησαν τὴν ἰδιότητα τοῦ βουλευτοῦ, ἀλλὰ καὶ πάντων τῶν βουλευτῶν τοῦ κόμματος τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου, ἐργατῶν, ἀγροτῶν, ἐπὶ τῇ δικαιολογίᾳ, ὅτι ἀπεδέχθησαν τὴν ὑποψηφιότητα καὶ ἐγένοντο βουλευταί. Ἐγώ, τοὐλάχιστον, προσωπικῶς, ἀδυνατῶ νὰ ἐννοήσω καὶ τὴν νομικὴν βάσιν καὶ τὸν λογικὸν εἱρμὸν τοῦ ἐγγράφου τῆς καταδιωκτικῆς ἀρχῆς, ὡς καὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς μειοψηφίας τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Εἰς ὅλα τὰ Κράτη ὑπάρχουν κομμουνιστικὰ κόμματα, τῶν ὁποίων οἱ ἀντιπρόσωποι, πολλοὶ ἢ ὀλίγοι, παρακάθηνται εἰς τὰ Κοινοβούλια. Εἰς οὐδὲν ὅμως Κοινοβούλιον ἐγεννήθη ποτὲ ζήτημα διώξεως ὁλοκλήρου κόμματος, διὰ πολιτικὰς πεποιθήσεις. Διότι ἡ διατύπωσις οἱωνδήποτε γνωμῶν εἰς πολιτικὸν πρόγραμμα ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἡ γνώμη αὐτὴ εἶναι δυνατὸν νὰ χαρακτηρίζηται ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν ἢ τὴν παμψηφίαν ἑνὸς λαοῦ, ὡς ἀναρχική, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἡ γνώμη αὕτη προσκρούει εἰς τὰ αἰσθήματα τῆς παμψηφίας τοῦ λαοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἀποτελοῦσα ἀδίκημα, ἐφόσον τὸ πολιτικὸν αὐτῆς πρόγραμμα τίθεται καὶ ἐφαρμόζεται εἰς τὰ Δημοκρατικὰ πολιτεύματα, μόνον κατόπιν ἐγκρίσεως τῆς πλειοψηφίας τοῦ λαοῦ. Ἐφόσον τὰ πολιτικὰ προγράμματα, τὰ περιέχοντα οἱανδήποτε γνώμην, προϋπόθεσιν ἐφαρμογῆς αὐτῶν ἔχουν τὴν ἔγκρισιν αὐτῶν ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας καὶ διατυποῦσι οἱανδήποτε γνώμην, ὁσονδήποτε παράδοξος καὶ ἐὰν εἶναι ἡ γνώμη αὐτὴ ἐφόσον ἐκδηλοῦται ἐντὸς τῶν κειμένων νόμων, δὲν δύναται νὰ ἀποτελέσῃ πρᾶξιν παράνομον. Αὐτὴ εἶναι ἡ θεμελιώδης βάσις τῶν ἀντιπροσωπευτικῶν πολιτευμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι θεμελιώδη ἀρχὴν, ὅτι πᾶσα ἐξουσία ἀπορρέει ἀπὸ τοῦ λαοῦ. Καὶ νὰ σᾶς εἴπω, κύριοι συνάδελφοι, μολονότι ἀντιτίθεμαι ριζικῶς πρὸς τὸν κομμουνισμόν, εὑρίσκω, ὅτι ὡρισμέναι ἀρχαὶ τοῦ κομμουνιστικοῦ προγράμματος, ἀναμφισβητήτως, δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποτελέσουν ἀντικείμενον τοιαύτης ἐπικρίσεως. Καὶ ἡ κατάργησις τῶν πολέμων καὶ τῶν συνόρων ἀκόμη, ἐφόσον βεβαίως θὰ ἦτο γενικὴ καὶ ἡ συναδέλφωσις τῶν λαῶν ἀποτελοῦσι τὴν ὑψηλοτέραν ἐκδήλωσιν τῆς ἀνθρωπίνης σκέψεως. Διότι αἱ σημεριναὶ λαϊκαὶ μᾶζαι δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ ζοῦν μὲ τὰς ἀντιλήψεις τοῦ Μεσαίωνος, ἀλλὰ ζοῦν μὲ τὰς ἀντιλήψεις καὶ μὲ τὰς τάσεις τοῦ νεωτέρου πνεύματος, τὸ ὁποῖον ὡς ἀντικειμενικὸν σκοπὸν παραδέχεται τὴν ἐξασφάλισιν τῆς εὐτυχίας, δι’ ὅσῳ τὸ δυνατόν, μεγαλύτερον ἀριθμὸν προσώπων. Ὅλαι αἱ μεγαλύτεραι φυσιογνωμίαι ἔτρεξαν ὄπισθεν τῶν ἰδεωδῶν αὐτῶν, ἀπὸ τοῦ Οὐΐλσωνος, μέχρι τοῦ Μπριάν. Τὸ δυστύχημα εἶναι, ὄχι, ὅτι αἱ ἰδέαι αὐταὶ εἶναι ἄξιαι μομφῆς ἢ ἐπικρίσεως, ἀλλὰ διότι ἀποτελοῦσι χίμαιραν καὶ οὐτοπίαν. Φοβεῖσθε, κ. συνάδελφοι, ὅτι ἡ παρουσία 10 βουλευτῶν, ἢ ὅπως ὡμίλησεν ὁ προλαλήσας συνάδελφος τοῦ Ἑνιαίου Κόμματος ἀγροτῶν καὶ ἐργατῶν, ὅτι ἐκ τῆς παρουσίας αὐτῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψῃ κίνδυνος διὰ τὸ ἀστικὸν καθεστώς; Ἀλλοίμονον, ἐὰν τὸ ἀστικὸν καθεστὼς ἦτο τόσον εὔθραυστον καὶ ἐστηρίζετο ἐπὶ βάσεων τόσον σαθρῶν, ὥστε ἡ παρουσία 10 βουλευτῶν θὰ ἠδύνατο ν’ ἀποβῇ ἐπικίνδυνος δι’ αὐτό. Ἐὰν οἱ 10 οὗτοι βουλευταὶ ἀποτελοῦν κίνδυνον ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ἀναμφισβητήτως ἀποτελοῦν μεγαλείτερον κίνδυνον ἂν ἤθελον ἐκδιωχθῇ ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης. Διότι γνωρίζετε πάντες, ὅτι αἱ πιέσεις εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἐνισχύουν τὰς ἰδέας. Ἐὰν παρακολουθήσετε τὴν πάλην τῶν ἰδεῶν, εἴτε εἰς τὸ πολιτικὸν ἐπίπεδον, εἴτε εἰς τὸ θρησκευτικὸν εἴτε τὸ οἰκονομικόν, θὰ ἴδητε, ὅτι πάντοτε αἱ διώξεις καὶ αἱ πιέσεις ἐπιταχύνουν τὴν ἐπικράτησιν τῶν ἰδεῶν ἐκείνων, αἵτινες ὑπῆρξαν ὑγιεῖς καὶ ἐστηρίζοντο ἐπὶ ἑδραίων βάσεων. Τὰς ἀπολύτους μοναρχίας διεδέχθησαν αἱ συνταγματικαὶ βασιλεῖαι καὶ τὰς συνταγματικὰς βασιλείας, διεδέχθησαν αἱ καθαραὶ Δημοκρατίαι. Οὐδεμία πίεσις, οὐδὲν μέτρον εἶναι δυνατὸν νὰ σταματήσῃ τὴν ἐξέλιξιν αὐτήν. Διότι ὁ νόμος τῆς ἐξελίξεως καὶ τῆς προόδου τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος, τείνει διαρκῶς, πάντοτε πρὸς τὰ ἐμπρός, μὲ τὴν ἐλπίδα μιᾶς καλλιτέρας αὔριον. Τὰ καθεστῶτα δὲν κινδυνεύουν ἐκ τῆς κομμουνιστικῆς προπαγάνδας, ἢ ἐκ τῆς παρουσίας τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἐὰν ὁ ἀριθμὸς τῶν 10 ἀνήρχετο εἰς 20 καὶ 40. Οὐδεὶς κίνδυνος ὑπάρχει ἐκ τῆς παρουσίας τῶν κομμουνιστῶν βουλευτῶν, ἐναντίον τοῦ ἀστικοῦ καθεστῶτος, κίνδυνος, τὸν ὁποῖον ἐμεγαλοποίησαν τόσον πολὺ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὥστε ἐξ αὐτοῦ νὰ ἀντλοῦν ἐπιχειρήματα καὶ ἐναντίον τοῦ συστήματος τῆς ἀναλογικῆς, ὡς γενομένου ἀφορμὴ νὰ εἰσέλθωσιν ἀντιπρόσωποι τοῦ κομμουνιστικοῦ προγράμματος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Τὰ μέτρα τῆς καταπολεμήσεως τοῦ κομμουνισμοῦ, εὑρίσκονται εἰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις καὶ μόνη δύναται νὰ χρησιμοποιήσῃ ἀποτελεσματικῶς αὐτά, ἐναντίον πάσης προόδου αὐτοῦ. Καὶ τὰ μέσα ταῦτα εὑρίσκονται πάντοτε ἐκτὸς τοῦ κύκλου τῶν διώξεων καὶ τῶν πιέσεων. Εὑρίσκονται μόνον ἐντὸς τοῦ κύκλου τῆς ἐξασφαλίσεως ζωῆς ἀνέτου καὶ ὑποφερτῆς, εἰς ὅσῳ τὸ δυνατὸν μεγαλύτερον ἀριθμὸν πολιτῶν. Ἐὰν παρατηρήσητε τὴν ἐξέλιξιν τῆς κομμουνιστικῆς προόδου εἰς τὰ πεπολιτισμένα Κράτη θὰ ἴδητε, ὅτι ὅπου αἱ Κυβερνήσεις ἀντελήφθησαν καλῶς τὴν ἀποστολήν των καὶ κατενόησαν καλῶς τὴν μεταπολεμικὴν ψυχολογίαν, ἐκεῖ πραγματικῶς ὁ κομμουνισμὸς ὑπέστη τραῦμα βαρύτατον καὶ ἐκεῖ ὄντως ὑπεχώρησε. Εἰς τὴν Γαλλίαν πρὸ 4 ἐτῶν τὸ κομμουνιστικὸν κόμμα ἦτο ἰσχυρότερον. Σήμερον ὅμως ἐξησθένησε καὶ καθ’ ἑκάστην ἐξασθενεῖ. Ἡ ἐφαρμογὴ κοινωνικοῦ προγράμματος, ὅπως ἐτόνισεν εἷς ἐξ τῶν συναδέλφων, ἀναμφισβητήτως εἶναι τὸ καλλίτερον μέτρον καταπολεμήσεως τοῦ κομμουνισμοῦ, ἐξ ὅλων δὲ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν, εἶναι ὁ ἐπικινδυνωδέστερος ἐχθρὸς τοῦ κομμουνισμοῦ, διότι αὐτὸς μόνος ἔχει κατανοήσει τὴν ἀνάγκην τῆς ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἀνοίξεως τῆς δικλείδος τῆς κοινωνικῆς ἀτμομηχανῆς, τῆς ὁποίας τὰ τοιχώματα πιέζονται τόσον πολὺ ἀπὸ τοὺς ἀτμοὺς τῆς κοινῆς δυσφορίας. Ἡ προστασία τοῦ ἀστικοῦ καθεστῶτος εὑρίσκεται ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἐξουσίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία δύναται κάλλιστα νὰ προστατεύσῃ αὐτό, ἀκολουθοῦσα τὴν πολιτικὴν ἐκείνην, ἥτις θὰ ἔχῃ ὡς ὁδηγὸν τὴν μεταπολεμικὴν ψυχολογίαν. Τὴν ἀντίληψιν ταύτην ὀφείλει νὰ ἔχῃ καὶ ἡ Βουλὴ διὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως, ἐπὶ τοῦ ἀπασχολοῦντος ἡμᾶς ζητήματος. Διότι ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ κρίνῃ ὡς πολιτικὸν Σῶμα ἀνωτέρα διανοήσεως καὶ ἐλευθέρα σκέψεως καὶ οὐχὶ ὡς ἄθροισμα ἀνθρώπων, ὑφιστάμενον προκαταλήψεις καὶ πλάνας. (Χειροκροτήματα).
§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δραγούμης.
§252Φ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρέπει νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν, διότι ἡ ὥρα εἶναι περασμένη καὶ ἡ Βουλὴ κουρασμένη δι’ αὐτὸ δὲν θὰ εἴπω ὅσα εἶχον σκοπὸν νὰ εἴπω. Θὰ τονίσω μόνον ἕν σημεῖον τῆς ὑποθέσεως. Τὸ πόσον πολιτικῶς ἄστοχον ὑπῆρξεν, ὅτι ἦλθε τὸ ζήτημα κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον εἰς τὴν Βουλὴν διότι ἠμπορεῖ τοιουτοτρόπως ἀσχέτως πρὸς τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας νὰ δημιουργηθῇ ἡ ἐντύπωσις καὶ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν κοινὴν γνώμην καὶ εἰς τὴν διεθνῆ, ὅτι δῆθεν δύναται νὰ ὑπάρξῃ κίνδυνος ἀποσπάσεως τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Θρᾴκης ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα. Νομίζω, ὅτι αὐτὸ τό σημεῖον δὲν ἔχει ἐξαρθῆ ἀρκετά. Θεωρῶ, ὅτι ἔχω καὶ ὡς Ἕλλην ἀλλὰ καὶ ὡς Μακεδών, ἰδίως, καθῆκον νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλὴν καὶ διὰ τῆς Βουλῆς τὴν κοινὴν γνώμην, ὅτι εἰς τὴν ἑλληνικὴν Μακεδονίαν τοιαῦται ἰδέαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ῥιζώσουν. Γνωρίζουν οἱ Μακεδόνες, ὅτι ἡ Μακεδονία, χωρὶς τὴν Ἑλλάδα, εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ ὄχι μόνον ὡς λαός, ἀλλὰ οὐδὲ ὡς Χώρα, ἐξ’ ἴσου δὲ καὶ ὅτι Ἑλλὰς ἀξία τοῦ ὀνόματος, χωρὶς τὴν Μακεδονίαν, θὰ εἶναι ἀνύπαρκτος. Δι’ αὐτό ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὴν βεβαίωσιν τὴν ὁποίαν ἠκούσαμεν ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον εἰσηγητὴν τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς μεταδίδοντος τὴν γνώμην τοῦ κ. ἀνακριτοῦ, ὅτι δῆθεν τὸ κομμουνιστικὸν κόμμα ἔχει ἀρκετὴν ὀργάνωσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας, ὥστε ἡ πραγμάτωσις τοῦ σκοποῦ του νὰ δύναται νὰ ἐπιτελεσθῇ. Ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς μου καὶ νὰ διαβεβαιώσω καὶ πάλιν τὴν Βουλὴν, ὅτι τοιοῦτος κίνδυνος δὲν ὑπάρχει. Ἑλλὰς χωρὶς τὴν Μακεδονίαν εἶναι κἄτι, τὸ ὁποῖον δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ φαντασθῇ κανείς. Καὶ ὁ τελευταῖος ἐργάτης καὶ ὁ τελευταῖος ἀγρότης τῆς Μακεδονίας, ἐὰν παρουσιάζετο κίνδυνος ἀποσπάσεως τῆς Μακεδονίας ὑπὸ τρίτου, εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ ἡγεῖτο τῆς ἀντιστάσεως κατὰ τῆς τοιαύτης πραγματώσεως, τὴν ὁποίαν, ἐφόσον ὑπάρχει ἡ ἀστικὴ κατάστασις εἰς τὴν Ἀνατολὴν καὶ τὸ σημερινὸν κοινωνικὸν καθεστώς, οὐδ’ αὐτοὶ οἱ ἀληθῶς κομμουνισταί, νομίζω, ὅτι θὰ ἐπεθύμουν.
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γεωργιάδης.
§254Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. «Πρέπει ν’ ἀναζητήσωμεν μόνον ἂν ἡ καταδίωξις φαίνεται σοβαρά, ἂν στηρίζεται ἐπὶ πραγματικῶν κατηγοριῶν» ὁμιλεῖ ὁ Esmein καθηγητὴς τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου εἰς τὸ Πανεπιστήμιον τῶν Παρισίων. Ἰδού, κύριοι, ἤρχισα μὲ τὰ κείμενα, διότι νομίζω ὅτι ἡ ἐξάτμισις τῆς συζητήσεως εἰς ἓν ἔδαφος αἰσθηματολογικὸν ἐμπεριέχει πολλοὺς κινδύνους καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως νίκης τῶν κατηγορουμένων καὶ νομίζω ὅτι, θὰ ἦτο ὀρθὸν ἡ Συνέλευσις νὰ στηρίξῃ τὴν συζήτησιν εἰς ἓν ἔδαφος πραγματικὸν καὶ πρὸ παντὸς πολιτικόν. Καὶ ὅταν λέγω πολιτικὸν ζήτημα δὲν ἐννοῶ κυβερνητικὴν εὐθύνην ἀλλὰ ζήτημα πολιτικόν, τὸ ὁποῖον συνδέεται μὲ τὴν νομικὴν ὑπόστασιν τοῦ ζητήματος. Ἰδοὺ ποία νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ἡ συζήτησις. Τὸ νὰ ἀναχθῶμεν εἰς τὸ εὐρύτερον ἔδαφος τῶν ἐλευθέρων ἰδεῶν ἐπίσης θὰ ἦτο κινδυνῶδες καὶ ἄσκοπον, διότι οὐδόλως ἴσως θὰ ἠδυνάμεθα νὰ πείσωμεν ἀνθρώπους τόσον σοβαροὺς μὲ καθωρισμένας ἰδέας. Θὰ ἦτο ὀρθότερον νὰ ἠδυνάμεθα νὰ συνεννοηθῶμεν ἐπὶ μιᾶς κοινῆς γραμμῆς, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει τὸ καθῆκόν μας, τοῦ νὰ συνεννοούμεθα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νόμων καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πολιτικῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα τίθενται ἐνώπιόν μας.
§255Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ποῦ ἀναφέρεται;
§256Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Εἰς τὸν 2ον τόμον, σελὶς 302.
§257Α. ΜΑΡΚΟΥ. Εἰς ἄλλο σημεῖον, ἀφορῶν τὸ καθῆκον τῆς Βουλῆς ἐπὶ αἰτήσεως τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς περὶ ἄρσεως τῆς ἀσυλίας, ὁ αὐτὸς συγγραφεὺς λέγει, τὰ ἑξῆς: ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει καθῆκον νὰ ἐξετάσῃ.....
§258Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ἰδοὺ τὶ λέγει: «Ἂν ἡ Βουλή, ἡ ὁποῖα καλεῖται διὰ νὰ ἀποφασίσῃ ἐπὶ αἰτήσεως καταδιώξεως ἐναντίον ἑνὸς τῶν μελῶν της δὲν ἔχῃ καθῆκον οὐδὲ ἀποστολήν, ἐξ ὅσων ἐδηλώθησαν ἀνωτέρω νὰ γίνῃ, δικαστήριον τῆς οὐσίας.
§259Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν τὰ ἐδιαβάσατε αὐτά.
§260Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Τὰ ἐδιάβασα, Ἄρχισα ἀπὸ ἐκεῖ. Μεταφράζω»... καὶ νὰ ἀναζητήσῃ ἂν ὁ κατηγορούμενος εἶναι ἔνοχος ἢ ἀθῷος, πρέπει ν’ ἀναζητήσῃ μόνον ἂν ἡ καταδίωξις εἶναι σοβαρά, ἂν στηρίζεται ἐπὶ πραγματικῶν κατηγοριῶν» καὶ ἐσταμάτησα ἐδῶ. Ἔχομεν λοιπὸν ὅπως σᾶς εἶπον, θέμα νομικὸν ἐνώπιόν μας. Εἰς αὐτὸ δέον νὰ ἐντοπισθῇ ἡ συζήτησις, εἰς τὸ θέμα τὸ νομικόν, κατὰ τὴν ἀντίληψιν, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐγὼ καὶ τὴν ὁποίαν ἐγὼ θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἐκθέσω πῶς τὸ ἀντιλαμβάνωμαι. Ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἔρευναν τῆς δικαστικῆς αἰτήσεως καὶ μέχρι ποίου σημείου, τὸ καθορίζει ὁ Esmen. Διότι, ὡς γνωστόν, αἱ βουλευτικαὶ προνομίαι εἶναι δύο καὶ ἀνεπτύχθησαν διάφοροι ἀντιλήψεις. Εἰς Χώρας κατ’ ἐξοχὴν προοδευσάσας εἰς τὴν συνταγματικὴν νομολογίαν, εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ Γαλλίαν, δέον νὰ προσέξωμεν ὅτι, κατ’ ἐξαίρεσιν τοῦ κοινῶς νομιζομένου, αἱ προνομίαι αἱ βουλευτικαὶ αὐτοῦ τοῦ εἴδους, ἀνεπτύχθησαν, διότι ὑπάρχει μία προνομία ἀπεριορίστου ἀσυλίας τοῦ βουλευτοῦ, τὴν ὁποίαν ἐκθέτω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἡ ὁποία ἀνεπτύχθη ἀπὸ τοῦ 1600 ἐν Ἀγγλίᾳ. Ὑπάρχει δὲ καὶ μία νεωτέρα προνομία, ἡ ὁποία κυρίως εἶναι ἔργον τῆς ἀναπτύξεως τῆς Γαλλικῆς συνταγματικῆς ἐπιστήμης, εἶναι δὲ τοῦτο τὸ περίεργον, ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν, δὲν ὑπάρχει αὐτὴ ἡ παράδοσις καὶ ἐὰν ἐφαρμόζεται ἀκόμη εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Λόρδων, δὲν ἔχει σταθερὰν ἐφαρμογήν. Ὡς βλέπετε, ἀναφέρω τὰ κείμενα ἐπακριβῶς διότι δὲν εἶναι καλὴ ὑπεράσπισις μιᾶς ὑποθέσεως ἐὰν παραποιῇ τις τὰ κείμενα. Δι’ αὐτὸ ἀναφέρω τὸν Esmen, διότι ἡ αὐθεντία του εἶναι ἀπεριόριστος. Ἡ προνομία αὐτὴ ἀνεπτύχθη κυρίως ἐν Γαλλίᾳ καὶ ὅπως ὅλα τὰ Κράτη, καὶ τὸ ἡμέτερον, ἔλαβον τὴν προνομίαν αὐτὴν ἐκ τοῦ Γαλλικοῦ Συντάγματος. Ἑπομένως ἡ γνώμη αὐτὴ εἶναι κυριαρχοῦσα. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποφανθῶμεν ἂν εἶναι ἔνοχοι ἢ ἀθῷοι οἱ ὑπὸ κρίσιν Βουλευταί, τῶν ὁποίων ζητεῖ τὴν καταδίωξιν ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐρευνήσωμεν ἐὰν εἶναι σοβαρὰ ἡ κατηγορία, ἐὰν στηρίζεται Sur les charges reelles, ἐπὶ τῶν πραγματικῶν κατηγοριῶν. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξέλθωμεν ἀπὸ αὐτὴν τὴν παράγραφον. Μόνον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα.
§261Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἐὰν εἶναι προσχηματικαὶ ἢ ὄχι... Ὄχι νὰ ἐξετάσωμεν τὰς ἀποδείξεις.
§262Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγετε, εἶναι ἀκριβῶς ἐναντίον τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζητε.
§263Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Δηλαδὴ δὲν δημιουργεῖται σκοπίμως ἡ κατηγορία διὰ πολιτικοὺς λόγους. Αὐτὸ ἐννοῶ, διότι δὲν εἶναι δικαστὴς ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ, εἴτε τὴν ἀθωότητα εἴτε τὴν ἐνοχήν.
§264Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ἐὰν ἀνατρέξητε εἰς τόν μακαρίτην Κωνσταντόπουλον, θὰ εὕρητε τὴν ἑρμηνείαν αὐτήν. Διατὶ νὰ ὑπάγωμεν εἰς τὴν Γαλλίαν νὰ τὴν εὕρωμεν.
§265Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Κατὰ σύμπτωσιν λέγει ὁ Esmen τοῦτο, ὅτι: «τὰ πολιτικὰ θέματα ἐξελίσσονται μὲ τὴν συνταγματικὴν διαμόρφωσιν, τὴν ὁποίαν λαμβάνουν ἀπὸ τὴν πρακτικὴν τῶν Βουλῶν, καὶ ἡ νομολογία ἡ πρακτικὴ τῶν Βουλῶν ἐπηρεάζει ἀναποδράστως τὴν ποινικὴν δικονομίαν». Αὐτὸ εἶναι ἀναμφισβήτητον, ἡ δικονομία εἶναι βραδυτέρα ἀπὸ τὴν ἐξέλιξιν τῆς συνταγματικῆς νομολογίας. Εἰδικῶς σᾶς εἶπον μίαν παράγραφον, μίαν ὑποσημείωσιν ὅπου ἀναφέρει ρητῶς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, κύριοι Βουλευταί! Ὡς ἔλεγον λοιπόν, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐξετάσωμεν τὴν σοβαρότητα τῆς κατηγορίας καὶ ἐὰν στηρίζεται ἐπὶ πραγματικῶν βάσεων, διότι, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ὑπάρχει μία κατηγορία σπουδαιοτάτης φύσεως, ἀλλὰ τοσοῦτον ἀόριστος καὶ ἀδύνατος, καίτοι ἀμέσως ἐπιδεικνυομένη, διότι φέρει ἐν ἑαυτῇ, περιέχει ὅλα τὰ τυπικὰ στοιχεῖα τοῦ νὰ ὑποστηριχθῇ ἀπὸ τοῦ ποινικοῦ νόμου κατηγορία, ἀσφαλῶς, λέγω, καὶ θὰ σᾶς φέρω βραδύτερον ἄλλας σημειώσεις σχετικὰς ποινικολόγων ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἀσφαλῶς, ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ προέλθῃ εἰς τὴν ἄρσιν τῆς Βουλευτικῆς προνομίας. Παράδειγμα: Ἄνθρωπός τις καταγγέλλει οἱονδήποτε ἀπὸ ἡμᾶς ὅτι πρόκειται νὰ διαπράξῃ ἀνθρωποκτονίαν. Βαρυτάτη κατηγορία, ἀλλὰ διὰ μέσου τόσον ἀπροσφόρου, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπαχθῇ εἰς οὐδεμίαν διάταξιν τοῦ ποινικοῦ νόμου. Φαντάζεσθε, ὅτι μόνον καὶ μόνον διότι ἡ κατηγορία αὐτὴ περιλαμβάνεται εἰς ἓν ἄρθρον, τὸ ὁποῖον συνεπάγεται βαρυτάτην ποινήν, φαντάζεσθε, ὅτι ἡ Βουλή, μόνον καὶ μόνον, διότι ἡ κατηγορία εἶναι serieuse, φαντάζεσθε ὅτι μόνον αὐτὸ τὸ στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐνώπιόν της θὰ εἶναι ἀρκετὸν νὰ τὴν ἀγάγῃ εἰς ἄρσιν τῆς προνομίας αὐτῶν; Θὰ σᾶς φέρω ἄλλο παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει ὁ Berner, ὁ Γερμανὸς καθηγητής, καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει σχέσιν ἀμεσωτάτην μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα: Πρόκειται περὶ βαρυτάτου ἐγκλήματος εἰς ἐκ τῶν κ. Ὑπουργῶν, ἂς ὑποθέσωμεν ὁ κ. Παπαναστασίου, πρόκειται νὰ καταλύσῃ, ἢ νὰ μὴ εἴπω, πρὸς ἀποφυγὴν παρεξηγήσεως, ὁ κ. Τουρκοβασίλης ἢ ἄλλος τις, ἂς ὑποθέσωμεν λοιπόν, ὅτι ὁ κ. Παπαναστασίου προτίθεται νὰ καταλύσῃ τὸ καθεστὼς τὸ πολίτευμα τῆς Δημοκρατίας καὶ ἐκδίδει καὶ ἐγκύκλιον καὶ λέγει εἰς τοὺς δικαστὰς «ἀπὸ σήμερον, Κύριοι, ἔχομεν βασιλείαν» ἢ δὲν ἠξεύρω ποῖον ἄλλο πολίτευμα. Αὐτὸ Κύριοι, τὸ πρᾶγμα, ἀποτελεῖ ἐσχάτην προδοσίαν, διότι αὐτὸς ἐξεδήλωσε τὴν πρόθεσίν του νὰ καταλύσῃ τὸ Δημοκρατικὸν καθεστώς. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν εἶναι ἀρκετὸν διὰ νὰ ἄρῃ ἡ Βουλὴ τὴν ἀσυλίαν τοῦ Βουλευτοῦ αὐτοῦ, διότι δὲν βασίζεται ἐπὶ πραγματικῶν κατηγοριῶν των les charges reelles. Ἰδοὺ, λοιπὸν, διατὶ μοιραίως εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐξετάσωμεν, οὐχὶ ἐὰν οἱ κατηγορούμενοι εἶναι ἔνοχοι ἢ ἀθῷοι τοῦ ἀποδιδομένου ἀδικήματος καὶ διὰ τοῦτο, νομίζω, ὅτι πᾶσα ἀπολογία των παρέλκει, πᾶσα ἀνάλυσις περὶ τῶν ἰδεῶν των ἢ περὶ τῶν εὐθυνῶν των, διότι δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ ἐλέγξωμεν ταῦτα. Οἱ δικασταὶ θὰ τὰς ἐλέγξωσιν. Ἀλλὰ θὰ ἐλέγξωμεν ἡμεῖς τοῦτο: Ἐάν, ὡς διατυποῦται ἡ κατηγορία, οὐχὶ πλέον, οὐχὶ ἔλαττον, εἶναι ἀρκετή, ἐὰν στηρίζεται ἐπὶ πραγματικῶν βάσεων, ὡς νομικῶς διαμορφώνεται, ὡς μᾶς τὴν στέλλει ὁ ἀνακριτής. Βλέπετε, ὅτι ἵσταμαι πάντοτε ἐπὶ τοῦ νομικοῦ ἐδάφους, ἐάν, ὡς στέλλει τὴν κατηγορίαν του ὁ ἀνακριτής, συζητῶ ἐὰν ἡ κατηγορία αὕτη ἐστάλη, σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους. Δι’ αὐτὸ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐρευνήσωμεν τὴν κατηγορίαν τοῦ κ. ἀνακριτοῦ, τὴν αἴτησιν τοῦ εἰσαγγελέως ὡς τὴν διατυπώνει ὁ ἴδιος. Καὶ ἡ αἴτησις τοῦ κ. εἰσαγγελέως καὶ ἡ ἔκθεσις τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ἀτελὴς ἐν προκειμένῳ, ἐντελῶς ἀτελής! Διατί, κύριοι, ὁμιλοῦμεν περὶ ἐγκλήματος ἐσχάτης προδοσίας; Ἡ κατηγορία, ὡς διατυποῦται, ἀποτελεῖ ἰδιώνυμον ἀδίκημα, ἐσχάτης προδοσίας. Πρόκειται νὰ ἀποχωρισθῇ τμῆμα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ νὰ ἀποκατασταθῇ ἀνεξάρτητον. Ὡς ἠξεύρετε, τοῦτο ἀποτελεῖ κατηγορίαν προδοσίαν τῆς πατρίδος, ὡς λέγεται, καὶ οὐχὶ ἐσχάτης προδοσίας. Ἡ δὲ προδοσία τῆς πατρίδος, ὡς ἔγκλημα, διαπράττεται, ὅταν ὑποστηρίζεται, ὅτι τμῆμα τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικρατείας πρόκειται νὰ ὑποδουλωθῇ εἰς ξένον Κράτος, εἴτε νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν εἰσβολὴν ξένου Κράτους, εἴτε νὰ δημιουργήσωμεν ἀνεξάρτητον Κράτος. Τὸ στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει ὁ Ἑλληνικὸς νόμος, δὲν εἶναι σαφὲς εἰς τὴν διατύπωσιν τῆς κατηγορίας αὐτῆς. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ καταφύγωμεν εἰς τὴν ξένην νομοθεσίαν, εἰς τὴν Γερμανικήν, διότι εἶναι ἐντελῶς ἰδιώνυμον τὸ ἀδίκημα καὶ ὁ Ἑλληνικὸς νόμος δὲν εἶναι σαφής.
§266Γ. ΜΟΔΗΣ. Ἔχω ἐδῶ τὸν «Ριζοσπάστην τὸν χθεσινόν, ὁ ὁποῖος ἠξεύρετε τί λέγει;
§267Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Δὲν τὸν ἔχω διαβάσει, παραδέχομαι ὅμως προκαταβολικῶς τὸ χείριστον. Ἐγὼ εἶμαι νομικὸς αὐτὴν τὴν στιγμήν. Δὲν ἐνδιαφέρομαι διὰ τὴν οὐσίαν. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν θεωρίαν. Θὰ ἀπογοητεύσω ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐνόμιζον, ὅτι ἐγὼ θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν θεωρίαν. Λοιπόν, Κύριοι, ὑπάρχει μία σπουδαιοτάτη κατηγορία ἰδιώνυμος, ἰδιότυπος διότι δὲν πρόκειται περὶ θέματος ἐρευνηθέντος ἐν Ἑλλάδι, ἴσως διότι δὲν ὑπῆρξεν ἡ περίπτωσις. Ὑπάρχει κατὰ σύμπτωσιν μάλιστα, εἷς Ἕλλην συγγραφεὺς διαπρεπὴς ἐπιστήμων ἐν Γερμανίᾳ ὀνόματι Βαζουκίδης, ὅστις, δι’ εἰδικοῦ ἔργου, ἐπιγραφομένου «τὸ ἀδίκημα τῆς ἐσχάτης προδοσίας, πραγματεύεται τὸ θέμα τοῦτο ad Hoc. Εἶναι ἔκτακτος καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Βερολίνου, ὁ ὁποῖος εἶναι κατὰ σύμπτωσιν καὶ Ἕλλην καὶ δὲν πιστεύω νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι θέλει νὰ νοθεύσῃ τὴν ὑπόθεσιν. Κύριοι συνάδελφοι! Ἀπαραίτητον στοιχεῖον τοῦ ἐγκλήματος τῆς προδοσίας τῆς πατρίδος, δι’ ἀποσπάσεως τμήματος τῆς Πατρίδος, εἰς ἀνεξάρτητον, διότι ὑπάρχει περίπτωσις ἀπεμπολήσεως εἰς τὸν ἐχθρόν, ἡ ἀνεξαρτοποίησις τμήματος τῆς Ἐπικρατείας, εἶναι ἡ βιαία ἐκτέλεσις τοῦ σχεδίου. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ σᾶς διαβάσω...
§268Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Καὶ ποῦ ἠξεύρετε ὅτι δὲν εἶναι βίαιον;
§269Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ὁ ἴδιος ὁ ἀνακριτὴς τὸ λέγει.
§270Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Πῶς ἠξεύρετε ὅτι αὐτοὶ δὲν ἔχουν πρόσφορα τὰ μέσα;
§271Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Δὲν μοῦ τὸ λέγει ὁ ἀνακριτής.
§272Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Ἤμην μέλος τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐκλήθη ὁ κ. ἀνακριτὴς καὶ μᾶς ἔδωσεν ἐξηγήσεις ὅτι ἐκτὸς τοῦ «Ριζοσπάστη» δὲν εἶχον τίποτε ἄλλο μέσον πρὸς ἐκτέλεσιν. Τὸν ἠρωτήσαμεν ἐπίτηδες ἂν οἱ ἄνθρωποι εἶχον τὰ μέσα νὰ ἐκτελέσουν καὶ μᾶς εἶπεν ὄχι.
§273Γ. ΜΟΔΗΣ. Ἐδῶ κυκλοφορεῖ ἕνας. Βασιλικὸς Ἀετός, ὁ ὁποῖος καταλύει κάθε ἡμέραν τὴν Δημοκρατίαν.
§274Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Πρέπει νὰ ὑπάρχουν στοιχεῖα κατηγορίας πραγματικά. Ἂν ὁ ἀνακριτὴς μᾶς προσεκόμιζε τοιαύτην κατηγορίαν, ὁμολογῶ, ὅτι θά εὑρισκόμην εἰς δυσχέρειαν νὰ ὑπερασπίσω τὴν ὑπόθεσιν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Λέγω, λοιπόν, ὅτι καὶ ἐκεῖ ἀκόμη εἰς τὴν Γερμανίαν, ὁ συγγραφεὺς ἀνομολογεῖ ὅτι ἴσως ὑπάρχει ἔλλειψις τοῦ ποινικοῦ νόμου, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει καὶ εἰς τὸν Γερμανικὸν ποινικὸν νόμον —εἰς τὸν Ἑλληνικὸν ὑπάρχει τόση ἀσάφεια καὶ τόση ἔλλειψις ὥστε εἶναι δύσκολον νὰ δικασθοῦν κἄν οἱ κατηγορούμενοι—καὶ εἰς τὸν Πρωσσικόν, λέγω μολονότι ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἔλλειψις, ἐν τούτοις εἶναι δύσκολον, ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους νὰ καταδικάσωμεν τὴν ἐπιχείρησιν αὐτὴν τῆς ἀνεξαρτοποιήσεως, διότι, ἐφόσον δὲν περιέχει βιαίαν ἀνατροπήν, ἂν λείπῃ τὸ στοιχεῖον τῆς βίας, ἀποκλείεται ἡ ποινή». Παρακάτω, εἰς ἄλλην σελίδα: «μία συνεννόησις πρὸς συνωμοσίαν, σύμφωνα μὲ τὴν παράγραφον 13 τοῦ Κώδικος, δὲν δύναται νὰ ὑπαχθῇ, εἰς ποινήν, ἂν αἱ ἀποφάσεις τῶν συνωμοτῶν δὲν περιέχουν ρητῶς τὸν ὅρον ὅτι πρόκειται νὰ ἐκτελεσθῇ βιαίως». Ὅταν, Κύριοι, προσεκόμισα τὰ στοιχεῖα αὐτὰ ἐνώπιον τοῦ Παγκαλικοῦ στρατοδικείου, ἄνθρωποι, ὀλίγον σεβασμὸν ἔχοντες τὴν ἐποχὴν ἐκείνην πρὸς τοὺς συζύγους, εὑρέθησαν εἰς δύσκολον θέσιν νὰ τοὺς καταδικάσωσιν, ἀνέβαλον τρὶς τὴν δίκην καὶ εἰς τὸ τέλος συνέβη τὸ περίεργον νὰ διατάξουν τὴν ὁμαδικὴν ἀποφυλάκισιν.
§275Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Λησμονεῖτε ὅτι εἰς τὰ 1919 κατεδικάσθη ὁ Λιμπρίτης διὰ συνωμοσίαν....
§276Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ἄν θέλετε νὰ μοῦ πάρετε ὁμολογίαν διὰ τὸ παρελθόν, δὲν θὰ εἶχον δυσκολίαν νὰ συνομολογήσω, ὅτι ἄν ἔλαβε χώραν αὐτὴ ἡ καταδίκη, ἡ καταδίκη εἶναι ἄδικος, ἀλλὰ καὶ σεῖς πρέπει νὰ συνομολογήσετε, ὅτι ἄν συνέβη ἄλλοτε ἓν ἄδικον, σήμερον διὰ δύο, δι’ ἑκατὸν λόγους, δὲν δύναται νὰ συμβῇ, ὑπὸ τὸν ὁμαλὸν βίον τὸν πολιτικόν, ὑπὸ τὸν ὁποῖον ζῶμεν. Δὲν ζητοῦμεν νὰ κάμετε διὰ τοὺς βουλευτάς, παρὰ ὅ,τι θὰ πράττετε διὰ πάντα ἄνθρωπον καὶ νομίζω, ὅτι ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ αὐτῇ θὰ ἦτο καλὸν νὰ περιλάβω ὅλους τοὺς κατηγορουμένους. Ἐξεδηλώθη τόσον ζωηρῶς ἡ συμπάθεια τῆς Βουλῆς, ὥστε περιττεύει πᾶσα συμπάθεια ἰδική μου, ἡ ὁποία, βεβαίως, θὰ εἶναι προεξωφλημένη καὶ δὲν θὰ εἶχον νὰ προσθέσω τίποτε. Θὰ ἤθελον νὰ ἐπεκτείνω τὴν παρατήρησίν μου καὶ διὰ τοὺς ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης φυλακιζομένους ἀθώους πολίτας, μέλη τοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος, ὅτι, ἐφόσον οἱ πολῖται αὐτοὶ δὲν δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰς αὐστηρὰς διατάξεις τοῦ νόμου, θὰ ἦτο ὀρθόν, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις τοσοῦτον ἐπιμελεῖται τῆς λειτουργίας τῆς Θέμιδος, νὰ φροντίσῃ νὰ ἐπιβάλῃ τὸν νόμον εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχήν, ἡ ὁποία ἐκ τοῦ ὑπερμέτρου ζήλου της τὸν παραβιάζει.
§277Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Κατὰ τὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐπιβάλῃ τὸν νόμον εἰς τοὺς δικαστάς, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀνεξάρτητοι καὶ ἰσόβιοι;
§278Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Νὰ ὁδηγήσῃ τὸ ὅλον ζήτημα, νὰ φέρῃ τοῦτο εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, διὰ νὰ ἐπιληφθῇ οὗτος ἑνὸς ζητήματος δικαίου. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἀτέλεια εἰς τὴν νομοθεσίαν, καὶ ἀπέδειξα ὅτι ὑπάρχει ἔλλειψις διατάξεως— ἐὰν ὑπάρχῃ ἀτέλεια, δέον νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει αὐτὴν καὶ νὰ τὴν συμπληρώσητε. Ἔχετε πρὸς τοῦτο ὅλο τὸ δικαίωμα. Ἀλλὰ δὲν ἔχετε κανὲν δικαίωμα, τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον θὰ κάμητε μελλοντικῶς, ἐὰν θέλετε νὰ νομοθετήσητε τοιαύτην διάταξιν, νὰ τὸ ἐφαρμόσητε ἀπὸ σήμερον. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νομοθετήσητε διατάξεις προκαταβολικῶς.
§279Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία εἶναι ἀνεξάρτητος.
§280Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ μοὶ προβάλητε τοιαῦτα ἐπιχειρήματα καὶ νὰ πιστεύετε, ὅτι θέτετε ἐν κινδύνῳ τὰ ἐπιχειρήματά μου, τὰ ὁποῖα κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον εἶναι ἀμετάθετα, ἐφόσον ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὴν προκειμένην κατηγορίαν ἔκρινε Παγκαλικὸν δικαστήριον καὶ δὴ στρατοδικεῖον. Ἂς προσπαθήσῃ ἄλλος τις ἐξ ἡμῶν νὰ μοὶ φέρῃ ἐπίσης κείμενα νόμου, διότι κείμενα καὶ νόμους ἐφέραμεν ἡμεῖς, καὶ εἶμαι πρόθυμος τότε νὰ μεταπεισθῶ.
§281Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ὅπως ἀνεγνώσατε τὰς γνώμας διακεκριμένων συγγραφέων καὶ ὅπως ὁμιλεῖτε, ὑποστηρίζετε ὅτι διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἀδίκημα, χρειάζεται ἡ ἐκδήλωσις βίας, ἢ τοὐλάχιστον προδιάθεσις πρὸς βίαν...
§282Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Σκοπὸς βίας.
§283Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. .. ἥτις ὁπωσδήποτε εἶναι τὸ μέσον τοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος—καὶ πρὸς τιμήν του τὸ λέγω—καὶ τὸ ὁποῖον σᾶς ἀπήντησεν ὅτι ὁ σκοπὸς καὶ τὸ πρόγραμμα τοῦ κομμουνισμοῦ εἶναι ἡ διὰ τῆς βίας ἀνατροπὴ τῆς καθεστηκυίας ἀρχῆς.
§284Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Μάλιστα. Ὄχι ὅμως τῆς ἀποσπάσεως τῆς Μακεδονίας. Ἕτερον ἑκάτερον.
§285Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἡ αὐτονόμησις τῆς Μακεδονίας, μετὰ τὴν κατάρρευσιν τοῦ ἀστικοῦ καθεστῶτος, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς βίας ἀποσκοποῦσι ν’ ἀνατρέψωσι, εἶναι ἀπάντησις εἰς τὰ ἐπιχειρήματά σας. Τὰ γεγονότα δὲν ἐπιδέχονται οὐδεμίαν συζήτησιν, ἀγαπητὲ κύριε συνάδελφε.
§286Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Μὰ δὲν χρειάζεται τίποτε ἄλλο. Μιὰ παραγγελία τοῦ Εἰσαγγελέως δι’ ὡρισμένον ἀδίκημα. Ἡ Βουλὴ θὰ ἐξετάσῃ μόνον μὴ ἡ δίωξις γίνεται διὰ πολιτικοὺς λόγους. Τίποτε ἄλλο. Ὅπως ἡ δικαστικὴ ἐξουσία δὲν ἠμπορεῖ ν’ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, οὕτω καὶ ἡ νομοθετικὴ δὲν ἠμπορεῖ ν’ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν δικαστικήν, ἡ ὁποία εἶναι κυρίαρχος. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴπατε προηγουμένως εἶναι τὸ σοβαρόν. Μὴ γίνεται ἀπὸ σκοποὺς πολιτικούς. Ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μοῦ εἴπητε ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ κάμῃ δικαστήριον διὰ νὰ κρίνῃ τὰς διώξεις.
§287Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ὄχι μὴ μεταθέτετε τὸ θέμα. Σᾶς καθωρίσθησαν τὰ θέματα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συγχέετε τὰ πράγματα. Γνωρίζω ὅλα τὰ πράγματα. Εἶναι μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ μας.
§288Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Παρεξηγοῦμαι ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ νόμου. Ὑπάρχει προϋπόθεσις τῶν μέσων τῆς βίας; Σεῖς μοῦ λέτε ὄχι, καὶ ἐγὼ σᾶς λέγω ναί...
§289Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ὄχι μόνον αὐτό.
§290Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. .. Τί μαρτυρεῖ αὐτὴ ἡ διαφορὰ μας; Ποῦ εἶναι ἡ οὐσία; Αὐτὸ θὰ εἰπῇ, ὅτι εἶναι δικαστικὸν ἔργον καὶ μόνη ἡ δικαστικὴ ἐξουσία εἶναι ἱκανὴ νὰ ἐπιλύσῃ τὰς διαφορὰς αὐτάς. Ἐὰν ἐπρόκειτο ὡς δικαστικὴ ἀρχὴ νὰ κρίνω σᾶς λέγω ὅτι. Μία ὁμάς, ἡ ὁποία ἔχει ἕνα πρόγραμμα, πρόγραμμα τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ βίαν καὶ διὰ τῆς βίας σκέπτεται νὰ τὸ ἐφαρμόσῃ— ὅπως ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν τοῦτο—τί ἄλλο νομίζετε, ὅτι θέλει νὰ καταδιωχθῇ; Μήπως νομίζετε, ὅτι χρειάζεται νὰ ἔχῃ τάνκς καὶ πολυβόλα; Πέντε ἄνθρωποι μὲ πέντε πιστόλια ἐπιδιώκοντες τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἰδέας των, εἶναι συνωμόται.
§291Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ πρᾶγμα καθίσταται ὀλίγον στενόχωρον διὰ τὴν σύνθεσιν τῆς Βουλῆς, νὰ παράσχῃ τὴν καταδίωξιν δι’ αἰσθηματικοὺς πλέον λόγους. Δὲν διαμαρτύρομαι διὰ τὴν καταπάτησιν τῶν ἐλευθεριῶν—βλέπετε ὅτι καὶ ἐγὼ δὲν ἔχω μεγάλην ὑπόληψιν διὰ τὰς ἐλευθερίας—ἀλλὰ διὰ τὴν παραβίασιν τῶν νόμων καὶ τῶν κοινῶν καὶ τῶν Συνταγματικῶν καὶ τῶν ποινικῶν καὶ τῶν Κοινοβουλευτικῶν. Δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἀντλήσω ἐπιχειρήματα ἐκ τῆς συγχύσεως τῶν ἐπιχειρημάτων. Σᾶς ἀνέφερα σαφῶς, ὅτι εἶμαι ἐναντίον αὐτῶν διὰ νὰ καταλήξω εἰς μίαν εἰδικὴν συγκαλουμένην περίπτωσιν τοῦ ἀδικήματος. Δὲν πρόκειται ἄλλωστε νὰ γίνω δικαστής. Παραδέχομαι τὴν χειροτέραν ὑπόθεσιν δὲν ἀνέγνωσα ἐγὼ τὸν «Ριζοσπάστην» αὐτὸ τὸ πρᾶγμα τοῦτο τὸ κρίνετε, μὲ τὴν εἰδικὴν ἐκείνην περίπτωσιν, τὴν ὁποίαν λέγει ὁ νόμος. Σᾶς ἀνέφερα πῶς ἐν Γερμανίᾳ κρίνεται τὸ ἀδίκημα τοῦτο, διότι ἐνταῦθα ὑπάρχει ἔλλειψις νομικῆς διατάξεως, καὶ σᾶς ἐξήγησα ἐπίσης πῶς πρέπει νὰ ἐξηγηθῇ καὶ λέγω ὅτι ἡ διατύπωσις τῆς ποινικῆς κατηγορίας περιέχει ἔλλειψιν. Ἐνταῦθα ὑπάρχει καὶ ἔλλειψις τῆς καταδιωκτικῆς Ἀρχῆς καὶ λυποῦμαι διότι ἡ καταδιωκτικὴ Ἀρχὴ δὲν εἶναι πλήρης. Ἂν ἦτο πλήρης ἡ καταδιωκτικὴ Ἀρχή, ἄλλως θὰ ὡμίλουν, ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ ἔλθητε καὶ νὰ εἴπητε ὅτι, θὰ τὴν ἀναπληρώσητε εἰς τὴν ἔλλειψιν ταύτην, διὰ τῶν καταθέσεων καὶ διὰ τῶν ὑποθέσεών σας. Εἶναι ἔλλειψις κατηγορητηρίου. Ὁ κ. Σωτηριάδης τί σᾶς λέγει; ὅτι εἶναι ἔνοχοι οἱ κατηγορούμενοι. Ἐγὼ ὅμως σᾶς ὁμιλῶ νομικῶς: Ἂν ἡ εἰσαγγελία μοῦ διετύπωνε αὐτὴν τὴν καταγγελίαν, ὥστε νὰ εἶναι πλήρης καὶ μοῦ ἔλεγεν, ὅτι «ἐγὼ σᾶς ζητῶ τὴν καταδίωξιν, διότι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἤθελον βιαίως νὰ ἀποσπάσουν τὴν Μακεδονίαν καὶ νὰ τὴν αὐτονομήσουν», ἀσφαλῶς αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν θὰ σᾶς ὡμίλουν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Ἀλλὰ ἐπαναλαμβάνω δὲν δύνασθε σεῖς νὰ ἀναπληρώσητε τὴν ἔλλειψιν ταύτην.
§292Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς τὸ εἴπῃ αὐτό;
§293Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ἀλλοίμονον ἂν εἰς τὰς ποινικὰς συζητήσεις ἀρχίσωμεν νὰ εἴμεθα τόσον συγκαταβατικοί, ὥστε νὰ θέλωμεν νὰ ἀναπληρώσωμεν ἡμεῖς τὸ χάσμα τοῦ νόμου. Πολὺ ὀλίγον θὰ ἀπείχομεν ἀπὸ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν βιαίως συνελαμβάνοντο ἄνθρωποι διότι κατερράκωσαν τοὺς νόμους, καὶ ἔκαμαν καὶ ἀναδρομικὰς ποινάς. Εἶναι λοιπὸν ὀλισθηρὸν τὸ ἔδαφος. Ἐὰν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἶναι ἐπίφοβοι καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἐσωτερικοὺς σκοποὺς νὰ ἐξοντώσῃ ὁλόκληρον τὴν πτέρυγα ἢ τινας τῶν βουλευτῶν, θὰ ἐδημιούργει ἕνα κακὸν προηγούμενον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐστρέφετο ἐναντίον τῶν Κοινοβουλευτικῶν νόμων. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιτρέψωμεν αὐτὸ τὸ ζήτημα καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀπαντήσητε ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τοῦ νομικοῦ ἐδάφους λέγω, ὅτι ὑπάρχει ἔλλειψις τοῦ κατηγορητηρίου. Δὲν ἠκούσθη ἐκ τῆς συγχύσεως προθέσεων καὶ ὑποθέσεων νὰ ἀναπληρώσητε τὴν ἔλλειψιν αὐτὴν καὶ δὲν δύνασθε νὰ πράξετε τοιοῦτόν τι, διότι θὰ καταργήσητε τοὺς νόμους.
§294Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἀφοῦ θέλετε νὰ εἰσέλθετε εἰς τὴν οὐσίαν τῆς συζητήσεως καὶ λέγετε, ὅτι ὑπάρχει ἔλλειψις κατηγορητηρίου, ἐγὼ σᾶς δίδω μιὰ πληροφορίαν.
§295Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ὅ,τι καὶ ἂν μοῦ εἴπητε σεῖς, δὲν τὸ λέγει ὅμως ὁ ἀνακριτής.
§296Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, ὑφίσταται δίωξις διὰ τὸ ἀδίκημα. Σεῖς δὲ ὡς Βουλὴ δὲν ἔχετε νὰ κρίνητε τίποτε ἄλλο, παρὰ ἂν ὁ εἰσαγγελεὺς ζητῇ τὴν δίωξιν δι’ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον τιμωρεῖται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου. Μία εἶνε ἡ προϋπόθεσις, τὴν ὁποίαν ἔχει νὰ ἐρευνήσῃ ἡ Βουλή: ἂν πρόκειται νὰ ἀποκλεισθοῦν τινὲς Βουλευταί.
§297Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, σᾶς λέγω τὸ ἑξῆς: Ὑπάρχει μία ἄλλη προϋπόθεσις, ὅτι οἱ κατηγορούμενοι βουλευταί—διότι τοῦτο συμβαίνει καὶ εἰς ἄλλας Χώρας—ἔρχονται ἐνώπιόν σας καὶ σᾶς παρακαλοῦν νὰ ἐπιταχύνετε καὶ ἐγκρίνετε τὴν δίωξιν καὶ ἐπὶ πλέον τὴν κατηγορίαν σας. Ἐξ αὐτοῦ τοῦ λόγου θὰ ἐδίδετε τὴν δίωξιν, ἂν δὲν ἐστηρίζετο συγχρόνως ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τύπων καὶ τοῦ γράμματος τοῦ Συντάγματος; διότι αἱ κοινοβουλευτικαὶ ἐλευθερίαι δὲν τίθενται χάριν προσώπων, ἀλλὰ πρὸς χάριν τοῦ λαοῦ, πρὸς χάριν τῆς Συνελεύσεως. Κύριοι Βουλευταί, ἐσχάτως ἐν Γαλλίᾳ καὶ Ἀγγλίᾳ οἱ κομμουνισταὶ Βουλευταὶ προκαλοῦν τὴν δίωξιν, διὰ ψήφων τὰς ὁποίας δίδουν οἱ ἴδιοι ὑπὲρ τῆς διώξεως καὶ ὅμως ἡ Βουλὴ ἀρνεῖται τὴν δίωξιν. Ὥστε καὶ ὅταν ἀκόμη οἱ κατηγορούμενοι Βουλευταὶ ἔλθουν ἐνταῦθα καὶ σᾶς εἴπουν ὅτι, «κύριοι, παραβῆτε τοὺς τύπους καὶ τὸ Σύνταγμα, διότι θέλομεν νὰ ὑπάγωμεν εἰς τὸ δικαστήριον, προκαλέσατε τὴν δίωξίν μας», νομίζω, ὅτι δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἐγκρίνετε τὴν δίωξιν, ἂν δὲν στηριχθῆτε ἐπὶ τῶν νόμων, καὶ ἀποδείξητε, ὅτι ἡ πρᾶξις τοῦ ἀνακριτοῦ στηρίζεται καὶ αὕτη ἐπὶ τῶν νόμων, καὶ πληροῖ τὰς νομικὰς προϋποθέσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων δύνασθε νὰ στηρίζεσθε καὶ νὰ συζητῆτε. Δὲν συζητοῦμεν ἂν εἶνε ἔνοχοι ἢ μή, ἀλλ’ ἐὰν ὁ ἀνακριτής, ἐν τῇ ἐκπληρώσει τοῦ καθήκοντός του, εὗρε τὰ στοιχεῖα, διότι πιθανὸν καὶ νὰ μὴ εὑρίσκῃ ταῦτα πάντα. Ἐὰν ἔχῃ ταῦτα, ἂς τὰ φέρῃ, διότι, ἄνευ αὐτῶν, δὲν δύνασθε νὰ τὸν ἀναπληρώσητε.
§298Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Ἠρωτήθη ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ ὁ ἀνακριτής, καὶ ἀπήντησεν εἰς τοὺς ἀξιοτίμους διακόπτοντας, ἂν εἶχε ἅπαντα τὰ στοιχεῖα τῆς συνωμοσίας. Ἐρωτηθεὶς δὲ ἐὰν εἶχεν ὅλα τὰ στοιχεῖα, καὶ ἐὰν μεταξὺ τῶν στοιχείων τῆς συνωμοσίας ὑπάρχῃ καὶ τὸ στοιχεῖον τῆς βιαίας ἐκτελέσεως διὰ τῶν προσφόρων μέσων, διὰ νὰ φέρωσι οὗτοι εἰς πέρας τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπόν, ἐκ τῆς ἀνακρίσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν, προέκυψεν ὅτι δὲν ὑπῆρχον καὶ ἐβεβαίωσε τοῦτο ὁ κ. ἀνακριτής. Ἐρωτῶ λοιπὸν τοὺς ἀξιοτίμους διακόπτοντας: Ὅταν λείπῃ ἓν τῶν στοιχείων αὐτῶν—καὶ λείπῃ, κατὰ τὴν ὁμολογίαν τῆς διωκούσης ἀρχῆς —ποῦ εὑρίσκεται τὸ ἀδίκημα;
§299Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐβεβαιώθη ἐδῶ ὅτι πρόκειται περὶ προσφόρων μέσων· εἰς τὴν συνωμοσίαν δὲν χρειάζονται πρόσφορα μέσα.
§300Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Πρὸς βίαν.
§301Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀνακριτὴς δὲ ἐρωτηθεὶς περὶ προσφόρων μέσων, διότι ἔπρεπε νὰ ἐρωτηθῇ περὶ τούτου, ἀπήντησεν ἀρνητικῶς. Εἶπεν, ὅτι ὑπάρχει ὁ σκοπὸς τῆς βίᾳ ἀνατροπῆς τοῦ πολιτεύματος, καὶ τῆς βίᾳ ἀφαιρέσεως. Τὰ πρόσφορα μέσα δὲν χρειάζονται. Γνωρίζομεν πολὺ καλά, ὅτι καὶ τρεῖς ἂν ἑνωθῶσι διὰ νὰ διαπράξουν τὸ ἀδίκημα τῆς ἐσχάτης προδοσίας, ὑπάρχει τὸ ἀδίκημα τῆς ἐσχάτης προδοσίας, διότι οἱ τρεῖς ἔχουσι σκοπὸν νὰ προσελκύσωσι καὶ ἄλλους, καὶ δι’ αὐτὸ οἱ τρεῖς ἀρκοῦσι.
§302Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ἀκοῦστε καὶ τὰ ἐπιχειρήματα.
§303ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν θέλομεν ἀναγνώσματα.
§304Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ἀλλοίμονον ἂν δὲν ἔχωμεν καλούπια. Δὲν θὰ ὑπάρξῃ Κράτος.
§305Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ὁμιλεῖτε περὶ προσφόρων μέσων. Ὑπάρχει περίπτωσις, καθ’ ἣν δὲν ἐξεδηλώθησαν ταῦτα; Ἔχομεν προσφάτους δύο ἀπεργίας, ἔχομεν αὐτὰ τὰ πρόσφατα μέσα, τὰ ὁποῖα ἀνέλαβεν ὁ κομμουνισμὸς ἐπανειλημμένως κατὰ τοῦ Κράτους, καὶ τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθη πρὸς ἀνατροπὴν τοῦ πολιτεύματος.
§306Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, (ἀναγινώσκει) «ἀπαιτεῖται ρητῶς νὰ καθορίζωνται τὰ μέσα τῆς ἐπιτυχίας.....» Αὐτὰ τὰ λέγει τὸ κείμενον· ἑπομένως ἐὰν θέλετε νὰ δικάσητε μὲ τὰ κείμενα τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς, καὶ ὄχι μόνον αὐτούς, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ἀκόμη, δὲν δύνασθε νὰ τοὺς δικάσητε, διότι δὲν ὑπάρχει οὐδὲν κείμενον, τὸ ὁποῖον νὰ καθορίζῃ ποινήν. Θὰ μοῦ εἰπῆτε, ὅτι αὐτὸ εἶνε τρομερὸν ἐλάττωμα τῆς νομοθεσίας. Οἱ ἄνθρωποι εἶνε κατὰ τὴν γνώμην σας ἔνοχοι, ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ τοὺς δικάσωμεν. Νομίζω, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶνε αὐταπόδεικτον. Δὲν πταίομεν ἡμεῖς Κύριοι Βουλευταί, ἐτελείωσαν τὰ κείμενα. Εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος, ὅτι ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ ἀλλοία, ὄχι δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλὰ διότι ἡ κατηγορία...
§307Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐγώ, Κύριε συνάδελφε, οὔτε τὸν Γκαρώ, οὔτε τὸν Ἐσμὲν εἶχον ὑπ’ ὄψει μου εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν. Ἔχω τὸν ἡμέτερον νομοδιδάσκαλον, τὸν μακαρίτην Κωνσταντόπουλον, ὁ ὁποῖος ὄχι μόνον ἐν τῷ συγγράματί του, ἀλλὰ καὶ ὡς πολιτικός, ἰδοὺ τὶ ἔλεγεν ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλήν, προκειμένου περὶ διώξεως Βουλευτοῦ.
§308Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Γνῶμαι παλαιᾶς ἐποχῆς.
§309Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ναυτικῶν). Ἔλεγε τὰ ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει) «Προδήλως λοιπὸν κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ Συντάγματος ὑπάρχουν περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ χορηγήσῃ τὴν ἄδειαν τῆς διώξεως καὶ περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ὀφείλει νὰ τὴν ἀρνηθῇ». Ἐξηγῆ δὲ ποῖα εἶναι τὰ ὅρια. (Ἀναγινώσκει): Δὲν ἔχει τὰ μέσα ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ, ἐὰν εἶναι βάσιμος ἡ κατηγορία. Λέγει δὲ ἐπὶ πλέον ὁ πολιτικὸς Κωνσταντόπουλος ταῦτα, κύριε συνάδελφε. (Ἀναγινώσκει): Καὶ ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι ἡ ἀνάγκη τῆς ἀδείας ὑφίσταται μόνον ἐφ’ ὅσον ἐργάζεται ἡ Βουλή. Καὶ προβαίνει περαιτέρω καὶ λέγει, ὅτι ἡ Βουλὴ ὅταν ἔχῃ ὑπ’ ὄψει μίαν κατηγορίαν, περιέχουσαν στοιχεῖα ἐνοχῆς, ὀφείλει νὰ χορηγήσῃ τὴν ἄδειαν τῆς διώξεως καὶ ὅτι τὸ ἐναντίον ἀντιβαίνει εἰς μίαν θεμελιώδη διάταξιν τοῦ Συντάγματος.
§310Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εὑρίσκομεν λίαν δεδικαιολογημένην τὴν ἀντίρρησιν τῶν κ. συναδέλφων.
§311Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν δέχεσθε τὴν γνώμην τοῦ Κωνσταντοπούλου;
§312Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Δέχομαι τὴν γνώμην αὐτήν, ἀλλὰ εἶναι πολὺ παλαιά. Αὐτὸ μόνον τὸ ἐλλάττωμα ἔχει.
§313Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ αὐτὰς ἀκολουθῶ. Ἔχω τὰ παλαιά.....
§314Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Σέβομαι τὴν γνώμην σας καὶ ἐκτιμῶ τὰς παλαιὰς ἰδέας, ἐκ τῶν ὁποίων ἀντλῶ διδάγματα. Δικαιολογῶ, λέγω, πλήρως τὴν ἀντίρρησιν τῶν κυρίων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι μᾶς λέγουν, ὅτι ἐδῶ πρόκειται περὶ σωτηρίας τῆς Πατρίδος. Τί μᾶς ὁμιλεῖτε περὶ τῶν τύπων λέγουν, καὶ περὶ τοῦ γράμματος τοῦ κειμένου τοῦ νόμου, ὅταν ὁλόκληρος ἡ ζωή, ὁλόκληρος ἡ ὑπόστασις τοῦ Κράτους κλυδωνίζεται, κινδυνεύει;
§315Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Σεῖς δημιουργεῖτε τοιαύτας ὑποθετικὰς σκέψεις. Δὲν τὸ εἶπε κανεὶς αὐτό.
§316Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Δὲν δυνάμεθα ν’ ἀρνηθῶμεν εἰς τὸ Κράτος τὸ δικαίωμα, νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ καθεστώς του. Θὰ ἤμην ἀνόητος ἐὰν ἐπίστευον τὸ ἀντίθετον. Θὰ ἦτο ἀνοησία ν’ ἀπαιτοῦμεν ἀπὸ τὸ Κράτος νὰ ἀφήσῃ ἐλευθερίαν πρὸς ἀνατροπὴν τῆς ὑποστάσεως αὐτοῦ. Δὲν πρόκειται, κύριοι, νὰ σᾶς κάμω μίαν τοιαύτην πρότασιν. Βεβαίως ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ Κράτος νὰ ὑπερασπίσῃ τὴν ὑπόστασίν του καὶ θὰ ἦτο ἀνόητον ἐπαναλαμβάνω, νὰ ὑπεστηρίζετο τὸ ἀντίθετον.
§317Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Ἐὰν δὲν εἶχεν τοιοῦτο δικαίωμα, δὲν θὰ ἐλέγετο Κράτος.
§318Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Μάλιστα. Δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀφήνεται μία οἱαδήποτε μειοψηφία νὰ μεταχειρίζεται αὐτὰ τὰ μέσα, ὥστε νὰ ρίπτῃ τὸ Κράτος εἰς κλυδωνισμόν. Ἀλλὰ τὶ συμβαίνει εἰς τὴν ζωήν; Ὑπάρχουσι εἰς τὴν πολιτείαν, τὸ Σύνταγμα, οἱ νόμοι καὶ οἱ Κανονισμοί, ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἡ ζωή, ἡ ὁποία ἔχει τὰς ἀντιθέσεις της. Ἰδού, κύριοι, τὸ πρόβλημα τὸ πολιτικόν, ἡ θέσις τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας, ἡ ὁποία θέλει νὰ ἐπιβάλῃ τὸν νόμον της. Καὶ θὰ ἦτο ἀστεῖον νὰ εἴπωσιν οἱ καταδιωκόμενοι, εἰς τὴν Πολιτείαν: Ἀφήσατέ μας ν’ ἀναλάβωμεν, ἀφήσατέ μας νὰ δυναμώσωμεν διὰ νὰ σᾶς ἀνατρέψωμεν. Ἀλλά, ὡς σᾶς εἶπον, ὑπάρχουν καὶ αἱ ἀντιθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπίσης ἔχουν τὴν θέσιν των καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν ἐξαφανίζονται ἐκ τῆς ὑπάρξεως τοῦ Κράτους. Καὶ ἡ Κοινωνία ὑπάρχει καὶ βαδίζει, παρ’ ὅλας τὰς ἀντιθέσεις. Ποῦ εὑρίσκεται, κύριοι, τὸ μέσον, ὁ σύνδεσμος αὐτὸς τῶν ἀντιθέσεων, πρὸς τὴν κυρίαρχον ἐξουσίαν τοῦ Κράτους, τῆς κρατούσης τάξεως; Κύριοι, σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι εὑρισκόμην εἰς δύσκολον θέσιν νὰ εὕρω τὸν σύνδεσμον αὐτόν. Ἀπὸ τὴν δύσκολον δὲ αὐτὴν θέσιν μὲ ἀπήλλαξεν αὐτὸς ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Ἐλευθεροφρόνων κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν. Καὶ ἄλλοι τῶν συναδέλφων καὶ ἐγὼ ἰδιαιτέρως προσέχω τοὺς λόγους του. Εἶπεν, λοιπόν, ὅτι ὑπάρχει κἄτι, ὑπάρχει κἄτι τι, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ συνδέσῃ τὴν θέσιν τοῦ Κράτους μὲ τὰς ἀντιθέσεις αὐτοῦ καὶ ὅτι ἂν δὲν ὑπῆρχε κἄτι τι τοιοῦτον, ἡ κατάστασις θὰ μεταβάλλετο εἰς ἐμφύλιον σπαραγμόν. Ἔχομεν τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τοῦ κόμματος τῶν Ἐλευθεροφρόνων, ὁ ὁποῖος ἀπολαύει συμπαθειῶν καὶ σεβασμοῦ ἀπεριορίστου ἀπὸ ἡμᾶς. Δὲν ἐσκέφθη κανεὶς νὰ προσβάλῃ τὴν πτέρυγα αὐτήν.
§319Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Καὶ ἡμεῖς πρὸς τὴν ἀντίθετον πτέρυγα, καὶ ἰδίως πρὸς τὸν κ. Παπαναστασίου, τρέφομεν ἀπεριόριστον συμπάθειαν.
§320Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ἔχομεν τὰς πλέον παραδόξους κοινωνικὰς ἀντιθέσεις, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι ἀσφαλῶς θὰ ἐπεκράτει εἰς τὴν Κοινωνίαν ἐμφύλιος σπαραγμός. Εἰς πᾶσαν κοινωνίαν δὲν ἐπικρατεῖ ὁ σπαραγμὸς αὐτός, διότι εἶναι ἐν τῇ φύσει, ἐν τοῖς στοιχείοις τῶν ἀνθρωπίνων κοινωνιῶν, ὁ νόμος τῆς ἀμοιβαίας ἀνοχῆς. Ἄνευ αὐτοῦ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ κοινωνία ὠργανωμένη, δὲν δύναται νὰ βαδίσῃ πρὸς τοὺς σκοπούς της, καὶ οἱ σκοποὶ αὐτοὶ μεταβάλλονται. Ἡ Κοινωνία, τὴν ὁποίαν ὑπερασπίζομεν σήμερον, πόσας ἆρά γε μεταβολὰς νὰ ἔχῃ ὑποστῆ κατὰ τὴν ἐξέλιξιν τοῦ παρελθόντος; Ἡ θεωρία της μετεβλήθη. Κατ’ ἀρχὰς ἡ προδοσία τῆς πατρίδος, ἡ μεταβολὴ τοῦ καθεστῶτος ἐθεωρήθη ἀνόσιον ἀδίκημα. Βραδύτερον τὸ ἀδίκημα συνεταυτίσθη πρὸς τὸν ἡγεμόνα, κατόπιν μετεβλήθη εἰς νόμον πολιτικὸν πλέον. Ἠρεμώτερον, εἰς τοὺς χρόνους μας, ἀντιμετωπίζομεν τὰ ζητήματα αὐτά, ὄχι μὲ τὴν ἀγριότητα τοῦ παρελθόντος, τὰ ζητήματα τῆς ἐσχάτης προδοσίας, ὄχι πλέον μὲ αὐτὴν τὴν δυναστικὴν μορφήν, τὴν ὁποίαν εἶχον κατὰ τὸν μεσαίωνα. Ὥστε ἡ θέσις τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος, ὅπως ἐγὼ τὴν ἀντιλαμβάνομαι, εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς ἀνοχῆς. Ἀλλὰ θὰ μὲ ἐρωτήσετε: Μέχρι ποίου σημείου; Διότι θὰ ἦτο πολὺ φυσικὴ αὐτὴ ἡ ἐρώτησις. Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ ἀνοχή, μέχρι τοῦ σημείου, κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν προσβάλλεται ἡ βασικὴ μορφὴ τῆς ἀρχούσης τάξεως. Εἶναι ἀνεγνωρισμένος νόμος κοινωνικός, πολιτικός, ἀλλὰ καὶ πρακτικὸς ἀκόμη, ὅτι τὰ Κράτη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐχρησιμοποίησαν μίαν δύναμιν μεγαλυτέραν τῆς ἐπιβαλλομένης διὰ τὴν συγκράτησίν των, ἀσφαλῶς τὰ Κράτη ἐκεῖνα παρεσκεύασαν τὸν ὄλεθρόν των. Καὶ ἐρωτῶ, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Δραγούμης, ἀνὴρ ἐθνικώτατος: Φαντάζεσθε ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον τοῦ κινδύνου, ὥστε νὰ καταπατήσωμεν τὸν κοινωνικὸν αὐτὸν νόμον, τὸν πολιτικὸν αὐτὸν νόμον τῆς προόδου τῆς κοινωνίας; Δὲν τὸ νομίζω. Ἐάν, κύριοι, ὑπερβῆτε τὰ ὅρια αὐτά, σᾶς βεβαιῶ ὅτι παρασκευάζετε, ἀντὶ νὰ προλαμβάνετε, τὸν ὄλεθρον τοῦ Κράτους, διότι θεσπίζετε, πλέον, νόμον ἀντίθετον πρὸς τὸν βασικὸν νόμον τοῦ Κράτους, ἀντίθετον τοῦ νὰ βαδίζῃ πάντοτε πρὸς τὰ ἐμπρός.
§321ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καρπετόπουλος.
§322Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον νὰ παραιτηθῶ τοῦ λόγου, ἐπιφυλασσόμενος νὰ ὁμιλήσω ἂν παρίστατο ἀνάγκη, ἀφοῦ ἀκούσω ὅλους τοὺς ἀντιλέγοντας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, νομίζω, ὅτι εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ παρατηρήσω ὅτι καὶ ἡ μακρηγορία καὶ ἡ παράτασις τοῦ νὰ καταλήξωμεν εἰς ἀπόφασιν, ὀφείλεται πρὸ παντὸς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις δὲν ἔκαμε χρῆσιν, ὅπως εἶχεν ὑποχρέωσιν, τοῦ τελικοῦ ὅπλου, τὸ ὁποῖον εἶχε εἰς χεῖρας της. Δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀρνηθῇ ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἔχει εἰς χεῖρας της μίαν ἀφαντάστως αὐθάδη καὶ ἀπειλητικὴν προκήρυξιν τῆς κομμουνιστικῆς ἑνώσεως. Εἶμαι πλέον ἢ βέβαιος, ὅτι ἂν ἡ Κυβέρνησις, εἰς χεῖρας τῆς ὁποίας εὑρίσκεται ἡ αὐθάδης ἐκείνη προκήρυξις, ἔκαμνε χρῆσιν αὐτῆς, δὲν θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ μᾶς ἀπασχολῇ ἐπὶ τόσας ὥρας, μὲ θέμα ἐντελῶς περιττὸν καὶ θεωρίαν μὴ ἐξυπηρετοῦσαν τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα. Ἡ προκήρυξις αὐτὴ ὁμιλεῖ περὶ τῆς συζητήσεως ἡ ὁποία πρόκειται νὰ γίνῃ σήμερον καὶ τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν θὰ ἐλαμβάνομεν σήμερον. Εἶναι ἐντελῶς αὐθάδης καὶ ἀπείρως ἀπειλητική, καὶ ἀπορῶ πῶς ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀνεκοίνωσεν αὐτήν, διότι εἶμαι πλέον ἢ βέβαιος ὅτι δὲν ὑπάρχει σοβαρὰ αἰτία δικαιολογοῦσα τὴν μὴ ἄρσιν τῆς ἀσυλίας. Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἐζήτησε νὰ ἀρθῇ ἡ ἀσυλία ἀπὸ ὡρισμένους συναδέλφους. Ἡ Βουλὴ ἓν μόνον εἶχε δικαίωμα: νὰ ἐξετάσῃ κατὰ πόσον, ἐκπληροῦσα τὴν ἄδειαν ταύτην, ὑπῆκεν εἰς πολιτικοὺς λόγους καὶ ἂν μὲν ἐπείθετο ὅτι πολιτικοὶ λόγοι προεκάλεσαν τὴν αἴτησιν τῆς καταδιωκτικῆς Ἀρχῆς, εἶχεν καθῆκον ἀπαραίτητον ν’ ἀρνηθῇ τὴν ἐκχώρησιν τῆς ἀδείας αὐτῆς. Ἐν ἐναντίᾳ ὅμως περιπτώσει, ὡς ἐν προκειμένῳ, ἔχει καθῆκον ἀπαραίτητον νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν τῆς διώξεως καὶ χωρὶς καθόλου νὰ θίξῃ τὸ ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῆς γνώμης. Ἐγώ, κύριοι, διὰ μίαν στιγμὴν θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ δεχθῆτε τὸ δυνατὸν καὶ νὰ φέρετε τὴν σκέψιν εἰς τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ὁ κομμουνισμὸς ἤθελεν ἐπικρατήσει.....
§323ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ὑπάρχει τοιοῦτος φόβος.
§324Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει τοιοῦτος φόβος, ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ διὰ μίαν στιγμὴν νὰ δεχθῆτε τὸ δυνατόν, ὅτι ὁ κομμουνισμὸς ἤθελεν ἐπικρατήσει. Σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι, ἂν θὰ ἠδύναντο ν’ ἀναπτυχθοῦν ὅσαι θεωρίαι ἠκούσθησαν σήμερον ἢ ἂν θὰ ἐπεκράτει ὁ τρόμος καὶ ὁ θάνατος. Αὐτή, κύριοι, εἶναι ἡ ἱστορία, αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ ἀπόφασις τοῦ κομμουνισμοῦ. Τί ἔχετε πρὸ ὀφθαλμῶν σας; Μίαν αἴτησιν ἀπὸ τὸ καθεστώς, τὸ ὁποῖον, ξένον πρὸς τὴν ἀγριότητα, ἀξιοῖ μόνον τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων καὶ ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει ἀξιοῖ τὸ Κράτος, νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος καὶ νὰ χορηγηθῇ ἡ αἰτηθεῖσα ἄδεια τῆς διώξεως.
§325ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θέος.
§326Κ. ΘΕΟΣ. Κύριοι Βουλευταί! Τὸ ζήτημα τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας δέκα βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσωπεύουσιν ἓν ὁλόκληρον κόμμα, δὲν ἠμπορεῖ νὰ χαρακτηρισθῇ τυπικὸν καὶ νὰ μὴ τοῦ δοθῇ ὁ πραγματικὸς χαρακτηρισμὸς τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος. Εἶναι πολιτικὸν ζήτημα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν καὶ προσωρινῶς τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ νὰ μειώσῃ τὴν ἐντύπωσιν τοῦ ὅτι διώκεται ἓν ὁλόκληρον κόμμα, ἐχαρακτήρισε τὸ κόμμα αὐτὸ σπεῖραν. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω, ὅτι ἡ σπεῖρα, ἡ ὁποία ἔσπειρε τὸν ὄλεθρον εἰς τὴν Χώραν, ἡ σπεῖρα, ἡ ὁποία μετέβαλε τὴν Ἑλλάδα εἰς ἓν ἀπέραντον νεκροταφεῖον, δὲν ἦτο τὸ κόμμα μου, ἀλλ’ ἦσαν τὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα ἐκυβέρνησαν ἕως τώρα τὴν χώραν.
§327Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Ἐὰν δὲν ὑπῆρχον τὰ κόμματα αὐτά, δὲν θὰ εἴχατε τὴν τιμὴν νὰ εἶσθε μέλη τοῦ κοινοβουλίου, ἀλλὰ θὰ ἐτελεῖτε ὑπὸ τὴν Τουρκικὴν κυριαρχίαν.
§328Κ. ΘΕΟΣ. Ἀπόδειξις, κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι πολιτικόν, ὅτι πρόκειται περὶ πολιτικῆς διώξεως τοῦ κόμματός μας καὶ ὅτι δὲν πρόκειται περὶ μιᾶς κοινῆς τυπικῆς διώξεως, εἶναι καὶ τὸ γεγονὸς ἀκόμη, ὅτι προσπαθοῦσι νὰ στηριχθῶσιν εἰς γεγονότα καὶ ἐπεισόδια, ἐντελῶς ἔξω ἀπὸ τὸ κατηγορητήριον. Προχθὲς τὴν Δευτέραν, καθ’ ἣν ὥραν συνεζητοῦμεν ἐδῶ, ἦλθεν εἰς τοὺς διαδρόμους τῆς Βουλῆς ὁ ἀρχισυντάκτης τῆς Ἐφημερίδος τοῦ κόμματός μας καὶ μοὶ ἔστειλε μίαν κάρταν, καθ’ ἣν ὥραν συνεζητοῦμεν περὶ κατατάξεως τῆς ὕλης τῆς ἐφημερίδας μας διὰ τὴν συζήτησιν ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὴν Βουλὴν, μὲ τὸ ὄνομα Πέτρος. Καὶ ἡ κάρτα αὐτὴ περιῆλθεν εἰς τὰς χεῖρας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐκρατήθη καὶ ἐτέθη εἰς τὴν δικογραφίαν, ὡς στοιχεῖον κατηγορίας.
§329Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὁ συνάδελφος κ. Σ. Σωτηριάδης ἤρχετο ἀπ’ ἔξω, εἰς τὸν διάδρομον δὲ τῆς Βουλῆς ἔλαβε κἄποιο κομματάκι χαρτὶ μικρό, αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔχω εἰς τὰς χεῖράς μου, καὶ μοῦ λέγει: «Ἔλα, κ. Ὑπουργέ, νὰ ἰδῇς μὲ τί τρόπον γίνεται ἡ ἀλληλογραφία μὲ τοὺς κομμουνιστὰς Βουλευτὰς ἀπ’ ἔξω». Τὸ ἔλαβον εἰς τὰς χεῖράς μου καὶ τὸ ἀνέγνωσα. Ἔλεγεν δὲ ἡ κάρτα αὐτὴ: «Θέο, ἔλα ἔξω, Πέτρος».
§330Κ. ΘΕΟΣ. Αὐτὸ ὅμως χαρακτηρίζει, ὅτι δὲν ἔχετε ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν κατηγορίαν καὶ προσπαθεῖτε νὰ θολώσετε τὰ νερὰ καὶ ψαρεύετε γεγονότα ἔξω ἀπὸ τὸ κατηγορητήριον. Ὡμιλήσατε διὰ προκηρύξεις, ἀλλὰ μήπως ὑπάρχουν τὰ ὀνόματα, Θέος ἢ Μάξιμος εἰς καμμίαν προκήρυξιν; Ἀνεφέρθησαν γεγονότα ὅτι ἀνεμίχθησαν κομμουνισταὶ εἰς τὰς σκηνὰς τοῦ Πανεπιστημίου. Ἀλλὰ τὶ σχέσιν ἔχουν αὐτά; Ἀνεφέρθη περὶ ἀπεργίας ὑπὸ τοῦ κ. Μερκούρη, ἀλλὰ τί σχέσιν ἔχουν ὅλα αὐτὰ τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα εἶνε ἔξω ἀπὸ τὸ κατηγορητήριον;
§331Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Εἶνε γεγονός, ὅτι σεῖς, ὁμιλοῦντες εἰς τὴν Κυψέλλην τὸν παρελθόντα Σ)βριον, ἐλέγατε ὅτι θὰ πατήσετε ἐπὶ πτωμάτων.
§332Κ. ΘΕΟΣ. Ἐπειδὴ ἀναφέρετε περὶ πτωμάτων καὶ αἱμάτων, ἔχω νὰ σᾶς διαβάσω τὸ ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει).
§333Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἐναντίον τῶν Κομμουνιστῶν.
§334Κ. ΘΕΟΣ. Εἶναι ἀστεῖα αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγετε. Ὡμίλουν ἐναντίον τῆς Δημοκρατίας. Τὸ γεγονός, λοιπόν, δὲν ἔγκειται εἰς τὸ ὅτι πραγματικῶς πιστεύει κανείς, ὅτι ὑπάρχει ἓν ποινικὸν δίκαιον, ὅτι ὑπάρχει κἄτι τι, ὅτι ὑπάρχει μία κατηγορία, ὑπὸ τὸ βάρος τῆς ὁποίας ὑποκύπτουν δέκα μέλη τοῦ κοινοβουλίου, καὶ ὅτι πρέπει οἱ ὁμιλοῦντες νὰ ἔχωσι τὸ θάρρος νὰ εἴπωσιν καὶ νὰ ἐμμένουν εἰς τὴν δίωξιν διὰ νὰ ἀποτινάξωσι τὸ βάρος τῆς κατηγορίας αὐτῆς. Τὸ γεγονὸς εἶνε ὅτι ὑπάρχει πλῆθος κατηγοριῶν ἐναντίον Βουλευτῶν, κατηγορουμένων διὰ κοινὰ ποινικὰ ἀδικήματα. Ὑπάρχει Βουλευτὴς ἐδῶ, κατηγορούμενος ἐπὶ κλοπῇ.
§335ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος εἶνε αὐτός;
§336Κ. ΘΕΟΣ. Τοὺς ἔχω ἐδῶ γραμμένους. Ὁ κ. Στρίγκος, ἐζητήθη ἀπὸ τὴν καταδιωκτικὴν Ἀρχὴν διὰ νὰ τὸν δικάσῃ.
§337Κ. ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Ὁ κ. Στρίγκος εἶναι ἀνώτερος πάσης ὑπονοίας...
§338Κ. ΘΕΟΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι πολιτικὸν ἀδίκημα. Ὁ συμπολίτης μου καὶ συνάδελφός μου κ. Ἀποστολίδης ἔχει ἐκκρεμῆ ὑπόθεσιν ἐπὶ φόνῳ ἐξ ἀμελείας, διότι μέσα εἰς ἕνα ἐργοστάσιόν του ἐσκοτώθη ἕνας ἐργάτης, χωρὶς νὰ καταμερισθῶσι αἱ εὐθῦναι, διότι ἔπρεπεν ἡ οἰκογένειά του, νὰ πάρῃ τὴν νόμιμον ἀποζημίωσιν, καὶ αἱ ἀρχαὶ δὲν δύνανται νὰ διεξαγάγουσιν ἀνάκρισιν, διότι ἡ Κοιν. Ἐπιτροπὴ ἐχαρακτήρισε τὴν ὑπόθεσιν ὡς πολιτικὴν καὶ τοῦτο ἦτο συμφέρον διὰ τὸν κ. Ἀποστολίδην, ὅστις τὸ ἐδέχθη. Ὁ κ. Ἐμπειρῖκος, εἶχεν ἐκκρεμῆ κατηγορίαν ἐπὶ αἰσχροκερδείᾳ. Εἶναι πολιτικὸν ἀδίκημα ἡ αἰσχροκέρδεια; ἡ σπεκουλάτσια; Ὑπῆρχεν ἓν κομβολόγιον κατηγοριῶν τοῦ ποινικοῦ δικαίου, πρὶν ὅμως ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἀπέρριψε τὴν αἴτησιν αὐτήν, διότι τὴν ἐχαρακτήρισε πολιτικήν. Ὅταν ἔρχεται αἴτησις διώξεως ἐναντίον ἑνὸς ὁλοκλήρου Κόμματος, ὅταν ἔρχεται αἴτησις διώξεως, ὄχι διὰ γεγονότα, οὔτε διὰ πράξεις, ἀλλὰ διότι παρεδέχθημεν πρόγραμμα κόμματος, δίδεται ἡ ἄδεια μὲ μεγάλον ἐνθουσιασμὸν ἐκ μέρους τῆς Ἐπιτροπῆς. Καὶ ὑπάρχουσιν ἐδῶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν ὅτι τὸ γεγονὸς αὐτὸ δὲν ἔχει σημασίαν. Δίωξις κόμματος δὲν ἔχει σημασίαν, δίωξις προγράμματος δὲν ἔχει σημασίαν διώξεως πολιτικῆς. Διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ κανεὶς αὐτά, ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ μεγάλην πολιτικὴν παχυδερμίαν, ἡ ὁποία πρωτεύει, νὰ ἔχῃ πολὺ ὀλίγην σχέσιν μὲ τὴν πολιτικὴν ἐντιμότητα. Ἐδῶ τὴν κατηγορία μας ἐπὶ τοῦ Ἐθνικοῦ ζητήματος τὴν ἀνέλυσε ὁ προλαλήσας συνάδελφος, ὁ Μάξιμος. Ἐγὼ δὲν ἔχω νὰ προσθέσω, παρὰ ἕν μόνον εἰς αὐτά. Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα, οὔτε ἐργατισταὶ οὔτε αὐτονομισταί. Κάθε ἄλλο μάλιστα. Κάθε ἀγῶνα τῶν ἐργατῶν καὶ ἀγροτῶν καὶ τῶν καταπιεζομένων μειονοτήτων, τὸ ἐργατικὸν κίνημα, τὸ ἀγροτικὸν κίνημα καὶ τὸ προσφυγικὸν κίνημα, ὅλα αὐτὰ προσπαθοῦμεν νὰ τὰ βάλωμεν μέσα εἰς τὸν δρόμον τῆς κοινωνικῆς ἐπαναστάσεως, διὰ νὰ ἐξυπηρετήσωμεν τὸν τελικόν μας σκοπόν, τὴν κοινωνικὴν ἐπανάστασιν, διὰ νὰ ἀνατρέψωμεν τὸ καπιταλιστικὸν καθεστώς. Ἀπὸ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως δὲν εἴμεθα σωβινισταί, δὲν εἴμεθα ἐθνικισταί, ὁ σκοπός μας δὲν εἶναι ἐθνικιστικός. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συνεργάζονται μὲ τοὺς κομιτατζῆδες, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συνεργάζονται μὲ αὐτούς, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πραγματικὰ δίδουν τὴν ἐνίσχυσιν εἰς τοὺς κομιτατζῆδες, εἶσθε σεῖς, τὰ ἀστικὰ κόμματα. Σεῖς διπλώνετε τὴν σπονδυλικὴν στήλην μπροστὰ στὸ φασιστικὸν καθεστὼς τῆς Ἰταλίας, ποὺ προμηθεύει ὅπλα εἰς τὸν Πρωτογέρωφ. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ἄν ἔχητε τὸ θάρρος, δὲν δύνασθε νὰ μᾶς κατηγορῆτε δι’ ἕν μέρος τοῦ προγράμματός μας. Ὀφείλετε νὰ μᾶς κατηγορήσητε, καὶ μᾶς ἐκατηγορεῖτε ἄλλοτε, διὰ τὸ σύνολον τοῦ προγράμματός μας. Καὶ ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως ἡ δίωξις εἶναι πολιτικὸν ἀδίκημα, ἔχει πολιτικὸν χαρακτῆρα, ἔχει μίαν τεραστίαν πολιτικὴν σημασίαν. Ἐπειδὴ ὅμως ἐγὼ ὡμίλησα περὶ μέρους τοῦ προγράμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἄφησα νὰ ὑπονοηθῇ μία αὐτονόμησις κ.λ.π., εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀναφερθῶ εἰς τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε προχθὲς ὁ συνάδελφός μου Μάξιμος.
§339ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατὶ ἐντρέπεσθε νὰ εἴπητε ὁ σύντροφος Μάξιμος;
§340Κ. ΘΕΟΣ. Διότι ἡ λέξις σύντροφος μολύνεται ἐδῶ μέσα. Δὲν δύναται λοιπὸν νὰ μοῦ ἀποδοθῇ ἡ κατηγορία, δὲν δύναται τὸ ζήτημα αὐτὸ νὰ περιορισθῇ εἰς τυπικόν. Ἡ οὐσία ὑπάρχει, εἶναι πολιτική, καὶ αὐτὸ τὸ ἀδίκημα εἶναι πολιτικόν. Κατηγορούμεθα ἐπ’ ἐσχάτῃ προδοσίᾳ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀνασυγκρότησιν, διὰ τὴν αὐτονόμησιν, σᾶς ἐδήλωσα ὅτι ἔχομεν καθῆκον, τὰ ἐθνικιστικὰ κινήματα νὰ τὰ μεταβάλωμεν εἰς διεθνιστικά. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, ἡμεῖς ὑπερησπίσθημεν τὸ δικαίωμα τῆς αὐτοδιαθέσεως, μέχρι πλήρους ἀποχωρισμοῦ. Πιστεύομεν ὅμως συγχρόνως ἀκραδάντως, ὅτι αὐτὸ τὸ δικαίωμα δὲν δύναται νὰ τὸ καταπατήσῃ τὸ Καπιταλιστικὸν Καθεστὼς καὶ προσπαθοῦμεν νὰ ὠθήσωμεν αὐτὸ τὸ κίνημα μέσα εἰς τὸ πλαίσιον τῆς Βαλκανικῆς ὁμοσπονδίας. Οὐσιαστικὰ λοιπόν, δὲν πρόκειται γιὰ καμμιὰ νέα κατηγορία, ἀλλὰ γιὰ μιὰ ὑπόθεσι ἀπὸ τὸ 1918. Θὰ σᾶς διαβάσω τώρα μίαν εἴδησιν ποὺ ἀπόψε ἔλαβα μὲ τὴν γαλλικὴ ἐφημερίδα. Ὁμιλεῖ γιὰ τὴν δίωξι τῶν τούρκων κομμουνιστῶν εἰς τὴν Κωνσταντινούπολι (Ἀναγινώσκει): «Ἡ παρουσία δύο Ἑλλήνων...». Αὐτὸ εἶναι τὸ χαρακτηριστικὸν καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ τίτλος κάθε κομμουνιστοῦ. Ὁ τίτλος τοῦ προδότου, εἶναι τίτλος τιμῆς διὰ τοὺς κομμουνιστάς. Ἀλλοίμονον σὲ μᾶς ἐὰν ἀκούαμε συγχαρητήρια καὶ μπράβο ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς τῆς τάξης. Ὁ Bebel, ὁ ἀρχηγὸς τῆς σοσιαλδημοκρατικῆς ὁμάδος εἰς τὸ Ράϊχσταχ, ὁμιλῶν ἀπὸ τὸ βῆμα, εἶπε τὰ ἑξῆς, ὅταν τὸν ἐγιουχάϊζαν. Ἔλεγεν ὅτι «ὅταν ἐμένα μὲ γιουχάρουν, τότε εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ θέσις, τὴν ὁποίαν παίρνω σὲ κάθε ζήτημα, εἶναι ἡ θέσις τῆς τάξης μου. Ὅταν ὅμως μὲ χειροκροτοῦν, τότε λέγω μέσα μου: Δυστυχησμένε Μπέμπελ, τὶ ἔκανες καὶ σὲ ἐπαινοῦν αὐτοὶ οἱ κανίβαλλοι;».
§341Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Ὑπάρχει ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ Κέντρον ἐδῶ ζητεῖ ἕν ὑπόλοιπον ἀπὸ τὸ κέντρον τὸ ἐξωτερικόν, μιᾶς τριμηνίας, τὴν ὁποίαν σᾶς καθυστεροῦν, ἀπὸ 50 χιλιάδες δολλάρια. Τὸ ξεύρετε αὐτό;
§342Κ. ΘΕΟΣ. Ἠξεύρω. Δὲν ὑπάρχει τίποτε ἀπὸ αὐτά. Καὶ εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Βουλὴν παρουσιαστήκανε τέτοια ἔγγραφα. Τὸ ἐργοστάσιον, τὸ ὁποῖον παράγει τέτοια ἔγγραφα ἀνήκει εἰς τὸ Βερολῖνον. Μπορεῖ ν’ ἀνοίξατε σεῖς κανένα ὑποκατάστημα. Ἀλλ’ ἐδῶ, ἡ κατηγορία δὲν ἔχει καμμιὰ σχέση μὲ τὴς 80 χιλ. Δολλάρια. Γιατὶ ξεφεύγετε ἀπὸ τὸ βασικὸ κατηγορητήριο; Διότι δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ κατηγορία. Ἡ Κατηγορία εἶναι, ὅτι αὐτὴ ἡ πολιτική σας εἶναι πολιτικὴ ποὺ ἀποβλέπει εἰς τὴν σταθεροποίησιν τὴν οἰκονομικὴν μόνον. Μὲ μιὰ δραχμή, προσπαθῆτε νὰ ἀνορθώσετε οἰκονομικὰ τὸ κλονισμένο ἀπὸ τοὺς πολέμους σας καθεστώς, ἀπὸ τοὺς μακροχρόνους πολέμους. Αὐτὴ δὲν στρέφεται μόνον κατὰ τοῦ Κόμματός μας, ἀλλὰ κατ’ ἀρχήν, ἐξεδηλώθη ἐναντίον τῶν ἐργατικῶν ὀργανώσεων, μὲ τὴν πρόφασιν ὅτι παρεξέκλιναν τοῦ σκοποῦ των, ὅτι τὰ ἐργατικὰ συνδικάτα παρεξέκλιναν ἀπὸ τὸν σκοπόν, τὸν ἀναγραφόμενον εἰς τὸ καταστατικόν, καὶ γι’ αὐτὸ κατεβλήθη προσπάθεια διαλύσεως τῶν ὀργανώσεων αὐτῶν. Γιὰ νὰ ἀποδειχθῇ ὅμως, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἐργατικῆς τάξης νὰ ὀργανωθῇ, τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἡ ἐργατικὴ τάξη δὲν τὸ ἤντλησε ἀπὸ τὴν ἄδεια κανενός, τὸ δικαίωμα τῆς ὀργάνωσις, τὸ δικαίωμα τοῦ ἀγῶνος, γιὰ τὴν προστασία τῶν συμφερόντων τῆς ἐργατικῆς τάξης, τὸ κατέκτησε μὲ σειρὰν σκληρῶν ἀγώνων, θὰ σᾶς διαβάσω μιὰ περικοπὴ τοῦ σκοποῦ ἑνὸς ἐπαγγελματικοῦ ἐργατικοῦ σωματείου ἐν Γαλλίᾳ (Ἀναγινώσκει): «Γιὰ νὰ δηλωθῇ τοῦτο...». Αἱ διώξεις, λοιπόν, κύριοι Βουλευταί, δὲν ἀφοροῦν εἰς τὸ νὰ ἐξυπηρετηθῇ ἡ δικαιοσύνη, ἀλλὰ ἡ δίωξη αὐτὴ ἀποβλέπει συγκεκριμένα εἰς τὸ νὰ πνιγῇ ἡ φωνὴ τῆς ἐργατικῆς τάξης εἰς τὶς κρίσιμες αὐτὲς στιγμές. Ἡ δίωξη δὲ αὐτὴ διεξάγεται σήμερα γενικὰ ἐναντίον τῆς ἐργατικῆς τάξης καὶ εἰς τὸ οἰκονομικὸν ἐπίπεδον καὶ ἀπ’ ἐκεῖ μεταφέρεται εἰς τὸν πολιτικὸν στῖβον. Ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τῆς ἐκλογὲς καὶ δῶθε ἐξήσκησε μιὰ πολιτικὴ ἐντατικῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ ἐργαζομένου λαοῦ. Ὅταν ἐπῆρε τὴν ἐξουσίαν ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις, ὅταν ἔγιναν στὴν ἀρχὴ ἐκλογές, ὁ τιμάριθμος τῆς ζωῆς εὑρισκότανε στὰ 16, σήμερα ἐπέρασε τὰ 23.
§343ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶσθε ἐκτὸς τοῦ θέματος.
§344Κ. ΘΕΟΣ. Ἴσα–ἴσα ποὺ εἶμαι πολὺ περισσότερον πρὸς τὸ θέμα. Θέλω νὰ ἀποδείξω διατί ἔχει πολιτικὸν συμφέρον ἡ Κυβέρνησις νὰ μᾶς διώξῃ.
§345Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Δὲν ἔχει κανένα συμφέρον, διότι ἅμα φύγετε σεῖς, θὰ ἔλθουν ἄλλοι δέκα νὰ σᾶς ἀντικαταστήσουν.
§346ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τελειώσατε, κύριε βουλευτά, διότι παρῆλθεν ἤδη τὸ ὀκτάωρον, ὅπως ὁρίζει ὁ Κανονισμός. Δὲν εἴχατε τὸ δικαίωμα, κατὰ τὸν Κανονισμὸν πλέον τοῦ ¼ νὰ ὁμιλήσητε.
§347Κ. ΘΕΟΣ. Ἀκόμα καὶ τοῦτο ἀποδεικνύει.....
§348ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποδεικνύει, ὅτι πρέπει νὰ σέβεσθε τὸν Κανονισμὸν καὶ τὸ Σύνταγμα.
§349Κ. ΘΕΟΣ. Αὐτὸ ἀκόμα ἀποδεικνύει πὼς ἔχετε σκοπὸν νὰ πνίξετε μιὰ ὥρα προτήτερα τὴν φωνὴν τῆς ἐργατικῆς τάξης.
§350ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί σχέσιν ἔχει ἡ ἐργατικὴ τάξις μὲ αὐτὸ ποὺ σᾶς λέγω ἐγώ;
§351Κ. ΘΕΟΣ. Συνδέεται τὸ ζήτημα αὐτὸ ποὺ ἀνέφερα μὲ τὸν τιμάριθμον, διότι οἱ ἐργάτες σήμερα δὲν μποροῦν νὰ ἀγοράζουν...
§352ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ὁμιλήσητε περὶ τιμαρίθμου. Κάμνετε κατάχρησιν, πλέον, τοῦ δικαιώματος.
§353Κ. ΘΕΟΣ. Θὰ ὁμιλήσω...
§354ΦΩΝΑΙ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ Κανονισμός.
§355Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Μπορεῖ νὰ ὁμιλήσῃ, κ. Πρόεδρε.
§356ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ πειὰ εἶναι τυραννία μόνον καὶ ὄχι ἐλευθερία λόγου.
§357Κ. ΘΕΟΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον θέλετε νὰ ἐφαρμόσετε τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Ἡ ἐπιμονὴ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν θὰ κόψῃ μὲ τὴν ἡσυχία του τὴν βασιλόπηττα. Μᾶς διώκετε, λοιπόν, ὄχι διὰ νὰ πραγματοποιηθῇ καμμία δικαιοσύνη, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐξακολουθήσετε τὸ ἀνορθωτικὸν πρόγραμμα, πού, ἐνῷ εἶναι ἀνορθωτικόν, ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ χειροτερεύει τὴ ζωὴ τοῦ ἐργάτη. Ὅταν οἱ ἐργάται ζητᾶνε τὸν 13ον μισθόν...
§358ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχομεν ἐδῶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ συζητήσωμεν τὸ κομμουνιστικὸν πρόγραμμα.
§359Κ. ΘΕΟΣ. Καὶ τώρα τὸ ἔγγραφον τῆς διώξεως τί λέγει; Διατὶ παρεδέχθημεν τὸ πρόγραμμα τοῦ κόμματός μας; Ἀλλὰ τὸ πρόγραμμα αὐτὸ δὲν τὸ παρεδέχθημεν μόνον ἡμεῖς, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ὑποψήφιοι μαζύ μας. Τὸ παρεδέχθησαν καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐψήφισαν, 45.000 Ἕλληνες πολίτες. Τὸ παρεδέχθη αὐτὸ ἡ ὀργάνωσις τοῦ κόμματός μας, ἡ ὁποία λειτουργεῖ καὶ ἡ ὁποία ἀναγνωρίζεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς αὐτό, τὸ ὅτι μᾶς ἀνεγνωρίσατε ὅταν ἐμπήκαμε ἐδῶ καὶ ὑπῆρχε τὸ πρόγραμμα αὐτό. Τότε ἔπρεπε νὰ ἀκυρώσετε τὰς ἐκλογάς μας, ὅταν τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο ἀπετέλει τὴν κατηγορίαν μας. Πρέπει νὰ ἔχετε τὸ θάρρος καὶ τὸν ἀνδρισμὸν τὸν πολιτικόν, νὰ ὑποβάλετε νόμον, ποὺ νὰ θέτῃ τὸ πρόγραμμά μας ἐκτὸς νόμου καὶ τότε πλέον μπορεῖτε νὰ μᾶς διώξητε διὰ τὸ πρόγραμμά μας. Ἀλλ’ ἐὰν παραδέχεσθε ὅτι 45.000 ἐκλογεῖς καὶ ἡμεῖς μαζύ εἴμαστε ἔνοχοι ἐσχάτης προδοσίας, διὰ τὸ πρόγραμμά μας, τὸ ὁποῖον εἶναι πρόγραμμα ἐξυπηρετήσεως τῶν ἐργατικῶν συμφερόντων, τότε, μὲ ποιὰ κατηγορία πρέπει νὰ κατηγορήσωμεν ἡμεῖς ἐδῶ τὰ ἀστικὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν σπείρει τὸν ὄλεθρον εἰς τὰ σύνορα τῆς Ἑλλάδος; Καὶ μὲ ποίαν κατηγορίαν πρέπει νὰ κατηγορήσωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὡδήγησαν τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν Οὐκρανίαν; Πέστε μας: τί δουλειὰ εἴχαμε ἐμεῖς στὴν Οὐκρανία; Ποιὰ κατηγορία πρέπει νὰ ἀπαγγείλουμε ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐκουβάλησαν ἐδῶ τοὺς Σενεγαλέζους καὶ μᾶς ἔστησαν τὶς λόγχες στὰ σπίτια μας; Ποιὰ κατηγορία πρέπει νὰ ἀπαγγείλουμε ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνέχισαν τὴν μικρασιατικὴν ἐκστρατείαν;
§360ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τελευταίαν φορὰν σᾶς λέγω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραβιάζετε τὸν Κανονισμόν.
§361Κ. ΘΕΟΣ. Καὶ ποία κατηγορία πρέπει νὰ ἀπαγγείλουμε, ἐναντίον τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, διὰ τὸ προτεκτορᾶτον τῶν Ἄγγλων τραπεζιτῶν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία μετεβλήθη εἰς ἀνδρείκελον τῆς Ἀγγλικῆς πλουτοκρατίας; Αἱ ἐργατικαὶ τάξεις, τὰ πολιτικὰ δικαιώματα δὲν τὰ ἀντλοῦν...
§362ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἐργατικῆς τάξεως καὶ περὶ δικαιωμάτων. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ παραβιάζετε τὸν Κανονισμόν. Αὐτὸ εἶναι τυραννία δὲν εἶναι ἐλευθερία τοῦ λόγου. Σᾶς παρακαλῶ νὰ κατέλθετε τοῦ βήματος. (Δύο βουλευταὶ κινοῦνται κατὰ τοῦ ρήτορος, ἀλλὰ ἐπεμβαίνουν ἄλλοι ἐκ τῶν κ. βουλευτῶν. Δημιουργεῖται θόρυβος μέγας.
§363ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λόγῳ τοῦ θορύβου, διακόπτωμεν 5 λεπτά. (Μετὰ τὴν διακοπήν). (Ὥρα 11 καὶ 15′ μ. μ.).
§364ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§365Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Κύριοι βουλευταί, ἔλαβε χώραν ἓν ἀξιολύπητον ἐπεισόδιον εἰς τὴν Βουλήν. Νομίζω ὅτι προσεβλήθησαν κατὰ τὸν ἐπιδεικτικώτερον τρόπον τὰ αἰσθήματα τῆς μεγίστης μερίδος τῆς Βουλῆς.
§366ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τῆς ὁλότητος.
§367Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Προσεβλήθη ὅ,τι ἱερὸν καὶ ὅσιον ὑπάρχει μέσα εἰς τὴν ψυχήν μας. Ἡ Βουλὴ ἠνέχθη τοῦτο πραγματικῶς μετ’ ἀξιοθαυμάστου καρτερίας ἐπὶ πολὺν χρόνον. Ἐν τούτοις ὑπῆρξε μιὰ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ βουλευταὶ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ κρατήσουν τὸν ἑαυτόν των. Ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ συμβῇ τοῦτο. Δικαιολογεῖται βεβαίως τὸ πρᾶγμα, ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε. Τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς εἶναι βῆμα ἱερὸν καὶ ὁ ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς ὁμιλῶν πρέπει νὰ μένῃ ἐλεύθερος καὶ ἀπρόσβλητος, ἀλλὰ ἀφ’ ἑτέρου θὰ κάμω ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης σύστασιν καὶ πρὸς τὸν ὁμιλοῦντα ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μέλλουν νὰ τὸν διαδεχθοῦν ἐπὶ τοῦ βήματος, τῶν αὐτῶν ἰδεῶν μὲ αὐτόν, ὅτι ἔχουν καθῆκον καὶ αὐτοὶ νὰ ὑπερασπίσουν μὲν τὸν ἑαυτόν των καὶ ν’ ἀπολογηθῶσιν, ἀλλὰ διὰ τρόπου τοιούτου, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ θίγῃ τὰ αἰσθήματα τῶν ἄλλων. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω πολύ, καὶ ἐλπίζω ὅτι εἰς τοῦτο ἐκφράζω τὴν ὁμόθυμον θέλησιν τῆς Βουλῆς, νὰ ἐκφράσωμεν τὴν λύπην μας διὰ τὸ συμβὰν καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ μείνωμεν ἀπαθεῖς πλέον καὶ ἀντικειμενικοὶ ἀκροαταὶ τῶν ὅσων μέλλουν ἀκόμη νὰ λεχθῶσιν.
§368Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ ζήτημα, κύριοι, τὸ ὁποῖον συζητεῖται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι δυνατόν, παρὰ νὰ φέρῃ τὸν προσωπικὸν χαρακτῆρα διὰ τοὺς βουλευτάς, τοὺς διωκομένους καὶ μάλιστα ὅταν διώκωνται δι’ ἀδίκημα τοιαύτης φύσεως, οἷον τὸ δεδομένον. Ἦτο λοιπόν, ἐνδεχόμενον, νὰ παρεκτραπῶσι διὰ τῶν λόγων των, πέραν τῶν ὀφειλομένων ὁρίων σεβασμοῦ πρὸς τοὺς κυρίους βουλευτάς. Καὶ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι παρεξετράπησαν καὶ μέχρι τοῦ σημείου τούτου, ὥστε νὰ ἐγείρουν τὴν ἀγανάκτησιν τῶν ἀκουόντων αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ἀληθῶς παρηκολούθουν τὴν συζήτησιν μετὰ πάσης καρτερίας, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας. Ἡ καρτερία αὕτη ὀφείλεται εἰς μίαν ἱερὰν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν αἰσθανόμεθα ὡς Κοινοβουλευτικοὶ ἄνδρες, ὅτι τὸ βῆμα αὐτὸ εἶναι βῆμα ἱερὸν καὶ ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκθέτῃ τὰς γνώμας του μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε καὶ ἀδίκημα ἂν διαπράξῃ, τὸ ἀδίκημα τοῦτο νὰ μὴ ἀποτελῇ ἀδίκημα κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ Συντάγματος. Ἄλλο εἶναι τοῦτο. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ δώσωσιν ἀφορμὴν εἰς παρεκτροπάς, ἐὰν δὲν τεθῇ ἀπολύτως μία τάξις, ἔστω καὶ σχετική, ἀπέναντι τῆς πράξεως, ἡ ὁποία ἀποδίδεται εἰς τοὺς ὁμόφρονάς των, διὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀκούσωμεν τοὺς διωκομένους μεθ’ ὅλης τῆς καρτερίας ποὺ τοὺς ἠκούσαμεν ἕως τώρα. Ἀλλ’ εἶναι δίκαιον καὶ ὀρθὸν καὶ χάριν τῆς ὑποθέσεως, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἀμύνονται, νὰ περιορισθοῦν ἐντὸς τῶν σημείων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὴν ὑπόθεσίν των καὶ νὰ μὴ φθάσωσι μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ ἐξεγείρωσι καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔτι μᾶλλον τοὺς ἀνέχονται. Θὰ παρακαλέσω δὲ πρὸς τοῦτο—καὶ ὑποθέτω ὅτι κατὰ τὸ σημεῖον τοῦτο ἐκφράζω ὁμόθυμον τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς—τὸν κ. Πρόεδρον ὅπως κάμῃ αὐστηρὰς συστάσεις καὶ ἐν ἀνάγκῃ κάμῃ αὐστηρὰν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ, ἵνα μὴ εὑρεθῶμεν πάλιν πρὸ ἐπεισοδίων, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν εἶναι εὐχάριστα.
§369ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μάξιμος.
§370Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ ἐπίθεσις ἡ ὁποία γίνεται ἐναντίον μας εἶναι βαρυτάτη καὶ εἶναι τοσούτῳ μᾶλλον βαρυτάτη, ὅσον μᾶς μένει σταθερὰ πεποίθησις ὅτι ἡ ἀποδιδομένη κατηγορία εἶναι μία τυπικὴ ἀφορμὴ μιᾶς βαρυτάτης πολεμικῆς ἐπιθέσεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ πεποίθησίς μας καὶ ἡ γνώμη μας καὶ δικαιολογεῖται ὡς ἐκ τούτου πᾶσα προσπάθεια ἀμύνης, ἡ ὁποία ἄμυνα δὲν τείνει εἰς τὸ νὰ δείξωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλομεν ν’ ἀποδείξωμεν, καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλωμεν νὰ ἀποδείξωμεν, δὲν εἶναι, οὔτε τὰ ἐλαττώματα τοῦ Α ἢ τοῦ Β συναδέλφου, οὔτε τὰ προτερήματα τοῦ Α ἢ τοῦ Β. συναδέλφου. Θέλομεν ν’ ἀποδείξωμεν τὴν οὐσίαν τῆς κατηγορίας, νὰ ὑπεραμυνθῶμεν τῶν ἀπόψεών μας καὶ ν’ ἀποδείξωμεν ἐπίσης, ὅτι εἴμεθα, ὄχι ἁπλῶς ἀθῷοι, ἀλλὰ ἀνώτεροι τοιούτων κατηγοριῶν. Νομίζω, συνεπῶς, ὅτι ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς, ἔχουσα ταυτοχρόνως καὶ πλήρη συναίσθησιν τοῦ γεγονότος, ὅτι ἡμεῖς οἱ ἀμυνόμενοι εἴμεθα μιὰ ἐλαχίστη μειοψηφία, δὲν θὰ ὤφειλεν νὰ κάμῃ χρῆσιν τῆς πραγματικότητος αὐτῆς, τοῦ ὅτι ἀποτελεῖ μίαν πλειοψηφίαν. Διότι νομίζω, ὅτι ὑπὸ τοιούτους ὅρους διεξαγομένη ἡ πάλη, μεταφέρεται ἐπὶ ἑνὸς ἐντελῶς διαφορετικοῦ ἐπιπέδου, ὅταν καταλήγῃ εἰς πρόκλησιν 270 ἀνθρώπων, ἐναντίον 10 ἀμυνομένων μὲ τὰ ἐλάχιστα μέσα, τὰ ὁποῖα τοὺς παρέχει ὁ Κανονισμός.
§371Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Μᾶς προεκαλέσατε.
§372Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ θέσις ἑνὸς ἀμυνομένου ὑπὸ τοιούτους ὅρους, εἶναι ἐντελῶς διαφορετικὴ τῆς θέσεως ἑνὸς ἐκ τῆς πλειοψηφίας, τοῦ ἔχοντος σταθερὰν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἀποτελεῖ τὴν πλειοψηφίαν καὶ ὅτι οἱαδήποτε ἐπιχειρήματα καὶ ἂν παρατάξῃ αὐτός, ἔχει τὴν πλειοψηφίαν. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι δὲν ἀνέφερεν ὕβριν ὁ κ. συνάδελφος.
§373Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν ὑπάρχει πλειοψηφία ἢ μειοψηφία.
§374Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Ἀλλὰ ἀνέφερεν μόνον ὡρισμένα γεγονότα. Παρακαλῶ, συνεπῶς, τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς, τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀνεγνώρισαν τὰ Παγκαλικὰ στρατοδικεῖα, ὑπὸ τὰς τρομερωτέρας συνθήκας, νὰ μὴ μᾶς τὸ ἀφαιρέσῃ ἡ πλειονοψία τῆς Βουλῆς καὶ νὰ μᾶς ἀφήσῃ νὰ ὑπεραμυνθῶμεν ἑαυτῶν, μὲ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα διαθέτομεν.
§375Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἀναντιρρήτως, κ. Πρόεδρε, τὸ ἐπεισόδιον, τὸ λαβὸν χώραν πρὸ ὀλίγου εἶναι ἐξόχως λυπηρόν, καίτοι εἶναι ἀπὸ τὰ σπανίως λαμβάνοντα χώραν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀναγνωρισθῇ, κ. Πρόεδρε,—καὶ οὐδεὶς ἔχων σώας τὰς φρένας, δὲν θὰ ἀναγνωρίσῃ τοῦτο—ὅτι τὸ ἐπεισόδιον προεκλήθη ἐξ αἰτίας καὶ τῆς παρατάσεως τῆς συζητήσεως καὶ τῆς καταχρήσεως τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, τὴν ὁποίαν ἔκαμε ὁ κ. συνάδελφος. Ἐλέχθη μέν, ὅτι εἰς τοὺς κατηγορουμένους ἀπονέμεται κἄποιο δικαίωμα περισσότερον, διὰ ν’ ἀποκρούσουν τὴν κατηγορίαν, ἄνευ περιορισμοῦ ἐν τῇ ἐλευθερίᾳ τοῦ λόγου. Ἀλλὰ ἡ θεωρία αὕτη δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἐφαρμογὴν ἐν τῇ προκειμένῃ περιστάσει. Ὁ κ. βουλευτής, ὁ εὑρισκόμενος ἐπὶ τοῦ βήματος, καὶ οἱ ὁμόφρονες αὐτοῦ, πρέπει νὰ ἐννοήσουν, ὅτι ἐδῶ δὲν εἶναι κατηγορούμενοι καὶ δὲν ὁμιλοῦν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὡς κατηγορούμενοι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· ἐδῶ ὁμιλοῦν ὡς βουλευταί, ὡς μέλη τοῦ αὐτοῦ συνεδρίου, ἔχοντες τὰ αὐτὰ δικαιώματα καὶ τὰς αὐτὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ἔχει πᾶς τις ἐξ ἡμῶν. Δὲν εἶναι λοιπὸν κατηγορούμενοι διὰ ν’ ἀπολογηθοῦν ἐδῶ, ὁμιλοῦν δὲ ὡς βουλευταὶ καὶ ὡς τοιοῦτοι ὀφείλουν νὰ σεβασθοῦν τὸν Κανονισμόν, ὅστις διέπει τὰς ἐργασίας ἡμῶν, καὶ νὰ μὴ ἐπεκτείνουν τὸν λόγον εἰς ἀπόκρουσιν τῆς κατηγορίας, ἀλλὰ νὰ περιορίσουν αὐτὸν εἰς τὴν ἐξέτασιν ἂν συντρέχῃ λόγος χορηγήσεως ἢ μὴ τῆς ἀδείας. Ἔχομεν Κανονισμὸν κυρίαρχον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ δὲν δύναται οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν νὰ παραβιάζῃ τοῦτον. Εἶναι ὁ Κανονισμός, τὸν ὁποῖον αὐτὴ αὕτη ἡ Βουλὴ ἔθεσεν εἰς ἑαυτὴν ὡς χαλινόν, ἵνα μὴ προκαλῆται οὐδεμία ὑπερβασία, ἡ ὁποία νὰ δύναται νὰ φθάσῃ καὶ εἰς ἐπεισόδια, οἷον τὸ λαβὸν χώραν. Λοιπὸν ὀφείλει καὶ ὁ κ. βουλευτὴς νὰ ἐπιλάθηται πρὸς στιγμὴν, ὅτι εἶναι κατηγορούμενος, διότι ἐδῶ δὲν εἶναι αἴθουσα δικαστηρίου, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ν’ ἀναπτύξῃ τὴν ἀπολογίαν του, τόσον ὁ κ. βουλευτής, ὅσον καὶ οἱ ὁμόφρονές του. Ἐδῶ εἶναι αἴθουσα ἐθνικοῦ πολιτικοῦ συνεδρίου, τὸ ὁποῖον ἐκλήθη ἀπὸ τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν νὰ χορηγήσῃ, ἢ ν’ ἀρνηθῇ τὴν ἄδειαν τῆς διώξεως τῶν κατηγορουμένων. Καὶ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα ταύτην, τοῦ μέλους τοῦ συνεδρίου, δύναται νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. βουλευτὴς καὶ δὲν εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ ἀναγνωρίσωμεν οὐδὲν ἐπὶ πλέον δικαίωμα εἰς τὸν κ. βουλευτήν, ἔστω καὶ ἂν εἶναι κατηγορούμενος. Ἀναγνωρίζομεν ὅμως εἰς αὐτὸν μόνον τὸ δικαίωμα τοῦ βουλευτοῦ καὶ ὡς τοιοῦτος εἶναι ἱερὸς καὶ ἀπαραβίαστος ἐν τῇ ἐλευθερίᾳ τοῦ λόγου, ἐνόσῳ σέβεται τὸν Κανονισμόν, τὸν διέποντα τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς.
§376ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη πρότασις δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως, ὑπογεγραμμένη ἀπὸ 17 βουλευτάς. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ πρότασις αὐτή, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν κατὰ τὴν αὐτὴν συνεδρίαν, δίς, νὰ ὑποβληθῇ πρότασις ἀναβολῆς ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος. Εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς συνεδριάσεως ὑπεβλήθη καὶ ὑπεστηρίχθη.
§377Γ. ΒΟΡΑΖΑΝΗΣ. Δὲν ἐζητήθη ἡ ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως, ἐζητήθη νὰ θεωρηθῇ ὡς τερματισθεῖσα ἡ συζήτησις.
§378Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰσηγεῖτο τὴν γνώμην, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ διακόψῃ ἡ Βουλὴ τὰς ἐργασίας της, χωρὶς νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς αἰτήσεως διώξεως τῶν βουλευτῶν τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου. Τότε ἔλαβο τὸν λόγον καὶ εἶπον ὅτι ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοιαύτης ὑποθέσεως, εἰς στιγμάς, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται περὶ τὸ τέρμα τῶν ἐργασιῶν της, δὲν ἦτο ὀρθή, ἐκφράσας μάλιστα οἱονεὶ μομφὴν ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἀφῆκεν ἐπὶ 8 ὁλοκλήρους ἡμέρας τὸ ζήτημα ἐκκρεμὲς καὶ ἠθέλησε τὴν τελευταίαν στιγμὴν νὰ ζητήσῃ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ ὑποθέσεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἡ Βουλὴ δέον ψυχραίμως νὰ κρίνῃ. Αἴτησις ἀναβολῆς οὐδεμία ἐγένετο.
§379ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴπατε ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ σήμερον ἡ συζήτησις, ἀλλ’ εἰς εὐθετώτερον χρόνον.
§380Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ὑπῆρξε μία γνώμη προσωπική. Ἦτο μία οἱονεὶ παράκλησις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν περὶ μὴ ἐπιμονῆς αὐτῆς, ὅπως ἡ συζήτησις ἐξακολουθήσῃ. Τώρα διὰ πρώτην φορὰν ὑποβάλλεται πρότασις περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως.
§381ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, Ὄχι.
§382Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Δὲν εἶμαι ἐκ τῶν ὑπογραψάντων τὴν ἀναβολήν, οὔτε φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, ἀλλὰ κατὰ τὸν Κανονισμὸν πρώτην φορὰν ὑποβάλλεται αἴτησις ἀναβολῆς. Κατὰ τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ αἴτησις ἀναβολῆς γίνεται ὑπὸ 10 βουλευτῶν. Τὸ νὰ σηκωθῇ ἕνας βουλευτὴς καὶ νὰ εἴπῃ δὲν εἶναι ὥρα συζητήσεως τοῦ θέματος, δὲν εἶναι πρότασις ἀναβολῆς.
§383ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπῆρξεν πρότασις τῆς Βουλῆς νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις.
§384Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἦτο συνέχεια προηγουμένης συζητήσεως.
§385ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν θέτω εἰς ψηφοφορίαν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν λέγουσιν ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι, λέγουσιν ὄχι. (Καλοῦνται ὡς ψηφολέκται οἱ κ. κ. Ε. Μαλαμίδας καὶ Γ. Βοραζάνης, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ὁποίων ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. Περατωθείσης τῆς ψηφοφορίας καὶ γενομένης τῆς διαλογῆς προέκυψεν τὸ ἑξῆς ἀποτέλεσμα:
§386ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 116. Εἶπον Ναὶ 18. Εἶπον Ὄχι 88. Ἠρνήθησαν ψῆφον 10. Ἑπομένως ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως ἀπερρίφθη). Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς διώξεως τῶν βουλευτῶν τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Θέος, ἵνα συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§387Κ. ΘΕΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον κατέβηκα ἀπὸ τὸ βῆμα, ὡμίλησεν ὁ κ. Μάξιμος. Ἀπέδωκεν τοῦτο εἰς τὴν γλῶσσαν, ἡ ὁποία ἐξηρέθισε τοὺς βουλευτάς. Ἀπέδωκεν τοῦτο εἰς τὸ ὕφος, μὲ τὸ ὁποῖον ὡμίλουν. Ἐθεώρησαν τοὺς ἑαυτούς των ὑβρισθέντας. Ὅταν ὅμως ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Ὑπουργοῦ ἠκούσθη διὰ τὸ κόμμα μας ἡ λέξις «σπεῖρα» δὲν διαμαρτυρήθη κανείς. Ἄν θέλετε νὰ μετρήσητε κἄτι, πρέπει νὰ ἔχετε πάντοτε ἕνα μέτρον, ἕνα σταθμόν. Ἀλλὰ σεῖς ἔχετε πάντοτε εἰς τὰς κρίσεις σας καὶ τὰς σκέψεις σας, δύο μέτρα, δύο σταθμά. Τὸ μέτρον τῆς ἀστικῆς τάξεως καὶ τὸ μέτρον τῆς ἐργατικῆς τάξεως. Οὐδεμία αἴτησις, ἀφορῶσα δίωξιν ἀστικοῦ βουλευτοῦ ποὺ ἦλθαν χιλιάδες, ἦλθε ἐδῶ μέσα. Ἡ δική μας, ἐπειδὴ ἀφορᾷ κομμουνιστὰς καὶ μάλιστα ἕνα ὁλόκληρον κομμουνιστικὸν κόμμα, ἦλθε ἐδῶ μέσα. Γιὰ μᾶς, μπορεῖ νὰ διαφωνῆτε σεῖς, ἡ δίωξις αὐτὴ ἔχει τὸν χαρακτῆρα διώξεως ἐναντίον ὁλοκλήρου τῆς ἐργατικῆς τάξεως, ἔχει τὸν χαρακτῆρα τῆς στραγγαλίσεως τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων τῆς ἐργατικῆς τάξεως καὶ ἔναντι αὐτοῦ τοῦ στραγγαλισμοῦ ἐγένοντο αἱ συγκεντρώσεις τὰς ὁποίας ἠθέλησε νὰ χρησιμοποιήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν Βουλήν, καὶ νὰ δείξῃ ὅτι εἴμεθα ἀνατροπεῖς. Εἶχον τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἀγῶνος διὰ τὴν προστασίαν τῶν κεκτημένων δικαιωμάτων τῆς ἐργατικῆς τάξεως. Διότι ἡ ἐργατικὴ τάξις, ὁ ἐργαζόμενος λαός, φυσικά, δὲν εἶναι διατεθειμένος ἔτσι, χωρὶς καμμιὰ ἄμυνα, νὰ παραδώσῃ τὰ κεκτημένα του πολιτικὰ δικαιώματα, τὸ δικαίωμα τοῦ ἀγῶνος, τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγειν τοὺς ἀντιπροσώπους του, τὸ δικαίωμα νὰ ἀντιπροσωπεύεται μέσα εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι ἡ πάλη τῶν τάξεων δὲν μπορεῖ νὰ ἐξαλειφθῇ, ἐπειδὴ θὰ στείλητε 10 βουλευτὰς στὰ μπουντρούμια. Δὲν μπορεῖ νὰ ἐξαλειφθῇ ἡ πάλη τῶν τάξεων, ἐκτὸς ἂν ἔχετε τὴν νοοτροπίαν καὶ τὴν ἀντίληψιν ἑνὸς ἐνωμοτάρχου, ποὺ ἐξέδωκε διαταγὴν καὶ τὴν ἐκόλλησε εἰς τὴν πλάτανον τοῦ χωριοῦ καὶ εἶπε ὅτι ἀπαγορεύεται εἰς τὴν περιφέρειάν του ἡ πάλη τῶν τάξεων. Ἄν νομίζετε ὅτι ἔτσι θὰ παύσῃ ἡ πάλη τῶν τάξεων, εἶσθε ἀπατημένοι. Αἱ τάξεις δὲν καταργοῦνται μὲ τὸ νὰ βγάλετε ἐμᾶς μέσα ἀπὸ τὴν Βουλήν. Αὐτὸ δὲν θὰ ἐμποδίσῃ τὸ κόμμα μας νὰ ἀνδρωθῇ καὶ νὰ μεγαλώσῃ καὶ νὰ κατακτήσῃ ἕνα μεγάλο μέρος τῆς ἐργατικῆς τάξεως, νὰ κατακτήσῃ ὁλόκληρον τὸν ἐργαζόμενον λαόν, καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσῃ εἰς προστασίαν τοῦ ψωμιοῦ. Καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ τσαλαπατήσητε καὶ τὰ ὑπόλοιπα καὶ τὰ στοιχειώδη ἐκεῖνα προσχήματα καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν θὰ τσαλαπατήσητε καὶ τὰ προσωπικὰ δικαιώματα τοῦ ἐργαζομένου λαοῦ, διὰ νὰ ἐνισχύεται ἡ πλουτοκρατία, καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἡ ἐργατικὴ τάξις δὲν θὰ παύσῃ νὰ ἐργάζεται διὰ τὴν ἰδεολογίαν της, εἴτε μέσα εἰς τὴν Βουλὴν εὑρίσκεται, εἴτε μέσα εἰς τὰς φυλακάς, εἴτε μέσα εἰς τοὺς δρόμους. Ξέρω ὅτι κατεβαίνοντας ἀπὸ δῶ θὰ ὁδηγηθῶ εἰς τὰς φυλακάς, ἀλλὰ τὰ μπουντρούμια τὰ ἔχομεν ἐπισκεφθῆ καὶ ἄλλοτε καὶ αὐτὰ εἶναι τίτλος τιμῆς γιὰ μᾶς. Οὐδέποτε θὰ παύσωμεν ἐργαζόμενοι. Νὰ ξέρετε ὅμως, ὅτι ἡ ἐργαζομένη τάξη, τὸ κόμμα μας, θὰ συνεχίσῃ τὸν ἀγῶνα, διὰ τὸ 8ωρον καὶ διὰ τὸ ψωμί του, διὰ τὴν ἐλάφρωσιν ἀπὸ τοὺς φόρους καὶ ἐναντίον τῆς ὑποδουλώσεως ἀπὸ τοὺς διαφόρους Χάμπρο. Ἡ ἐργατικὴ τάξη θὰ διαπαιδαγωγηθῇ, θὰ ἀποκτήσῃ τὴν πεῖραν ποὺ τῆς χρειάζεται καὶ θὰ ἀγωνισθῇ διὰ νὰ δώσῃ τὴν ὁριστικὴν μάχην, τὴν ἀποφασιστικὴν μάχην, διὰ νὰ δώσῃ τὴν τελλικὴν νίκην καὶ νὰ δώσῃ τὸ ψωμὶ καὶ τὴν ἐλευθερία εἰς τὸν ἐργαζόμενον λαόν.
§388ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπανικολάου.
§389Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ. Κύριοι βουλευταί, τὸ ὅτι ἀπὸ ἐδῶ βγαίνοντας μᾶς περιμένουν τὰ μπουντρούμια, τὸ γνωρίζουμε καὶ θὰ ἦτο ματαιοπονία νὰ εἴπωμεν τόσα, ὅσα χρειάζονται διὰ νὰ σᾶς πείσωμεν. Δι’ αὐτὸ θὰ εἰποῦμε μερικὰ πράγματα μὲ τὶς λίγες πρακτικὲς γνώσεις ποὺ ἔχουμε, διὰ νὰ παρουσιάσουμε τὸν ἑαυτόν μας ὅτι ἔχουμε δίκαιο καὶ ὅτι ἄδικα πᾶμε ἐκεῖ ποὺ μᾶς στέλνετε. Ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τῆς διώξεως λέγει ὅτι (ἀναγινώσκει). Ἂν ἐπιδιώκῃ ἢ ὄχι πολιτικοὺς σκοποὺς ἡ δίωξις, κυττάξετε τὰς κάλπας μὲ τὰ στόμιά των. Δυστυχῶς ὅμως, ὅπως βλέπετε, εἶναι ἐστραμμένα κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Διότι ἐγὼ θεωρῶ ὡς πολιτικὸν ἔγκλημα αὐτὸ τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ κάμητε, καὶ δι’ αὐτό νομίζω, ὅτι τὰ στόμια εἶναι ἐστραμμένα πρὸς τὴν Κυβέρνησις καὶ δὲν θὰ εἶναι πρὸς τὸ καλόν της αὐτό ποὺ θὰ γίνῃ. Αὐτὴν τὴν γνώμην ἔχω ἐγώ. Ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ συνόλῳ ἔχει ἀπόφασιν νὰ διώξῃ τὴν ἀντιπολίτευσιν ἀπὸ τὴν Βουλήν. Τώρα θὰ πῆτε: ἀντιπολίτευσις σεῖς εἶσθε; Ναί. Ἀντιπολίτευσις εἶναι οἱ 10 βουλευταί. Εἶναι καὶ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ἀντιπολίτευσις, ἀλλὰ αὐτὴ εἶναι ἀντιπολίτευσις μὲ τὸ γάντι. Ὥστε ἀντιπολίτευσις εἶναι οἱ 10 βουλευταί, ἔστω καὶ ἐλάχιστοι, τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις ἐκδιώκει.
§390Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Τοὺς φοβεῖται;
§391Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ. Ὄχι. Εἶναι ἀστεῖον νὰ εἴπωμεν ὅτι φοβεῖται 10 βουλευτάς. Ἔπειτα ὑπάρχει καὶ μία συστηματικῶς φοβερὰ ἐναντίον μας καταφορὰ ἀπὸ τοὺς Ὑπουργοὺς τοῦ κόμματος τῶν Ἐλευθεροφρόνων. Ἐγὼ παρατηρῶ τοῦτο τὸ δεδομένον: Ἡ εἰσαγγελία Ἐφετῶν Ἀθηνῶν ζητεῖ τὴν δίωξιν τῶν Βουλευτῶν, ἀλλὰ συνημμένως ὑπάρχει ἓν ἔγγραφον εἰς τὴν Βουλήν, τὸ ὁποῖον λέγει–καὶ αὐτὸ εἶναι οὐσιῶδες ὅτι δὲν μᾶς διώκει ἡ εἰσαγγελία Ἀθηνῶν, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Λέγει τοῦτο. «Ἡ καταρτισθεῖσα ἐπιτροπὴ ἀσφαλείας τοῦ Κράτους μᾶς καταγγέλλει, ὅτι ἱδρύομεν ἐπιτροπὴν αὐτονομήσεως τῆς Μακεδονίας, μέλος τῆς ὁποίας τυγχάνω καὶ ἐγώ, καὶ παρακαλεῖ ὅπως προβῆτε εἰς τὴν ποινικὴν δίωξιν αὐτῆς». Αὐτὸ λέγει τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, πρὸς τὴν Βουλὴν ἀπευθυνόμενον.
§392Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Τοῦτο εἶναι ἀνακριβές. Ὑπάρχει μέσα τὸ ἔγγραφον τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναφέρονται τὰ πράγματα συγκεκριμένως. Μὴ λέγετε ἀνακριβείας.
§393Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ. Εἶναι ἔγγραφον, ὑπάρχουν ἐδῶ, μᾶς τὸ ἔδειξε ὁ Διευθυντὴς τῆς Βουλῆς, ὁ κ. Βενετάκης.
§394Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δι’ αὐτὴν τὴν κατηγορίαν ἢ διὰ προηγουμένην;
§395Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ. Κύριε συνάδελφε, ἦσαν τρεῖς αἰτήσεις. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐπῆγα καὶ ἐξήτησα εἰς τὴν διεύθυνσιν τῆς Βουλῆς νὰ ἴδω διατὶ διώκομαι, καὶ μοῦ ἔδωσεν αὐτό, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα. Νομίζω, ὅτι ἔχω δικαίωμα. Αὐτὸ ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν μᾶς κυνηγάει ἡ Εἰσαγγελία τῶν Ἐφετῶν, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, κατόπιν καταγγελίας τῆς ἀνυπάρκτου ἀσφαλείας τοῦ Κράτους.
§396Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἡ δικογραφία ὑπάρχει εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ παρακαλῶ νὰ τὴν ἀναγνώσῃ, ἐὰν ὑπάρχῃ τίποτε.
§397Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄσχετον μὲ τὴν παροῦσαν ὑπόθεσιν.
§398Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ. Δηλαδὴ ὑπάρχει ἕν, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τοὺς τρεῖς, καὶ ἕν, τὸ ὁποῖον συμπεριλαμβάνει ὅλην τὴν παρέαν. Λοιπὸν λέγω, ὅτι τὸ ζήτημα, διὰ τὸ ὁποῖον διωκόμεθα, εἶναι πολιτικόν. Αἱ φυλακαὶ εἶναι γεμάται ἀπὸ ἀγωνιστάς, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διαλύει τὰς ὀργανώσεις, διότι εὑρίσκει, ὅτι ἡ πανεργατικὴ ὁμοσπονδία διατρέφει τὰ μέλη αὐτῆς. Ἕν σημεῖον καὶ αὐτό, τὸ ὁποῖον καθόλου δὲν δικαιολογεῖ τὸν σκοπὸν τῆς διώξεως τῶν ἐργατικῶν ὀργανώσεων. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ εἶναι σημεῖον τῆς διώξεως ἐναντίον τῆς ἐργατικῆς τάξεως. Ἀντικειμενικῶς, σκοπὸς πολιτικὸς εἶναι ἡ δίωξις τῶν βουλευτῶν τῆς ἐργατικῆς τάξεως, ἀλλὰ δὲν σημαίνει ὅτι ἡ διάλυσις τῶν ὀργανώσεων θὰ σταματήσῃ τὸν ἀγῶνα τῶν ἐργατῶν διὰ τὸ ψωμί των. Δὲν διαλύεται ἡ ἰδέα, οὔτε ἡ ὀργάνωσις τῶν ἐργατῶν, ἡ ἀπὸ δεκαετηρίδος ἐρριζωμένη. Λέγω καὶ τοῦτο: ὅτι δὲν προτιθέμεθα νὰ προσβάλωμεν οὔτε νὰ θίξωμεν κανένα, οὐδὲ θέλομεν νὰ μεταφέρωμεν τὰ αἴσχη τοῦ Τσαγγώφ, τῶν ἐμφυλίων σπαραγμῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα.
§399ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὰ θέλομεν νὰ προλάβωμεν.
§400Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ. Αὐτὰ θέλετε νὰ δημιουργῆτε. Προχθὲς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Καβάλλας, ὁ κ. Θεολογίτης, εἶχε εἰπῇ, ὅτι πρέπει ὑπερήφανοι νὰ περάσωμεν ἀπὸ τὰ δικαστήρια, ἐφ’ ὅσον εἴμεθα ἀθῷοι. Θὰ ἤμην ἀνακόλουθος, ὡς κομμουνιστής, ἂν δὲν ἐπερνοῦσα ἀπὸ τὰ δικαστήρια, ἐὰν ἐπίστευον ὅτι μὲ τοὺς ἰδίους νόμους, μὲ τοὺς ὁποίους δικάζουν τοὺς ἀστούς, μὲ τοὺς αὐτοὺς δικάζουν καὶ τοὺς ἐργάτας.
§401Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἐπήγατε εἰς τὰ δικαστήρια, ἐζητήθη ἡ ἄδεια ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, ἐχορηγήθη αὕτη, καὶ παρουσιάσθητε εἰς τὸν Εἰσαγγελέα καὶ σᾶς ἀπέλυσε. Ἀληθεύει αὐτό;
§402Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ. Ὅταν ἐζητήθη καὶ ἐδόθη ἡ ἄδεια ἀπὸ τὴν Βουλήν, εἶχε προσβληθῆ ἡ βουλευτικὴ ἀσυλία, εἶχον συλληφθῆ παρανόμως, καὶ ἔμεινα δύο ἡμέρας εἰς τὰς φυλακάς, ἀπεφυλακίσθην δὲ ἐκ τῶν ὑστέρων.
§403Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Διότι εἴχατε διαπράξει ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον δὲν προστατεύεται ἀπὸ τὸν νόμον· δι’ αὐτὸ συνελήφθητε.
§404Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ. Θὰ ἐπήγαινα εἰς τὰ ἀστικὰ δικαστήρια, ἐὰν δὲν ἔβλεπον τὴν δικαιοσύνην, ν’ ἀποφαίνεται καὶ ἀποφυλακίζῃ μὲ ἐγγύησιν καταχραστὰς δημοσίου, ἐνῷ προφυλακίζῃ ἕνα ἐργάτην, ποὺ δὲν ἔχει ἄλλα ροῦχα, ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα φορεῖ.
§405Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ποῦ εὑρέθησαν αἱ 50.000 δραχμαί;
§406Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ. Τὰ ἔδωσεν ὁ δικηγόρος μου. Θὰ ἐπήγαινα μόνος εἰς τὴν ἰδικήν σας δικαιοσύνην, διότι τώρα πηγαίνω ἐθελοντικῶς, ἐὰν ἐπίστευα, ὅτι πράγματι θὰ μοὶ ἀπεδίδετο τὸ δίκαιον, ὡς δίδεται διὰ τοὺς ἀστούς. Ἀλλὰ ἀπὸ δικαστήρια, τὰ ὁποῖα καταδικάζουν τὸν διευθυντὴν τῶν ὑδάτων τῆς Θεσσαλονίκης εἰς ἕνα μῆνα, εἰς δίκην, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἦτο τότε συνήγορος, θὰ ἦτο μωρὸν νὰ ἀναμένωμεν δικαιοσύνην.
§407Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Διὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ὑπῆρχε πρότασις τοῦ Εἰσαγγελέως, ὁ ὁποῖος ὡμίλει καὶ ἔλεγεν, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ δὲν ἦτο οὔτε κἂν ἀξιόποινος πρᾶξις καὶ εἰσηγεῖτο ὅτι πρόκειται περὶ δικαστικῆς πλάνης. Διὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ἤσκησεν ἀναίρεσιν ὁ εἰσαγγελεύς, ὑπὲρ τοῦ νόμου, καὶ τὸ ἀνώτατον Δικαστήριον εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀδίκημα.
§408Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ. Θὰ ἐπήγαινα εἰς τὴν ἰδικήν σας δικαιοσύνην, ἐὰν δὲν τὴν ἔβλεπα τοιαύτην ἡ ὁποία μὲ κατεδίκασεν 18 ἔτη. Ἔμεινα 2 μῆνες εἰς τὴν φυλακήν, ἀμνηστεύομαι καὶ πάλιν κατηγοροῦμαι διὰ τὸ ἴδιον ἀδίκημα. Τὸ ἀδίκημα αὐτό, εἶναι ἀπὸ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα γράφει ὁ «Ριζοσπάστης». Ἐγὼ ἀσπάζομαι ὅ,τι γράφει ὁ «Ριζοσπάστης». Ἀλλὰ δὲν γνωρίζω νὰ εἶμαι δημοσιογράφος ἢ συντάκτης ἢ διευθυντὴς τοῦ «Ριζοσπάστου», διὰ νὰ εὐθύνωμαι δι’ ὅσα γράφει τὸ ὄργανον τοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος. Τόσον δι’ ἐμέ, ὅσον καὶ διὰ τὸν κ. Χαΐνογλου διὰ τὴν ἰδίαν ὑπόθεσιν διὰ τὴν ἰδίαν πρᾶξιν, διὰ τὸ Μακεδονικόν, ζητεῖται ἤδη νὰ δικασθῶμεν.
§409ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ 1924;
§410Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Μήπως ἔχετε τὴν ἀπόφασιν διὰ νὰ ἴδωμεν ἐὰν εἶναι ἡ ἴδια πρᾶξις;
§411Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνηται τοῦτο; Ὑπάρχει νόμος καὶ γνωρίζετε, ὅτι ὅταν ἀποδειχθῇ τὸ μὴ διώξιμον, ἀπολύεται ἀμέσως ὁ κατηγορούμενος.
§412Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐγὼ ἐδικάσθην διὰ τὸ ἴδιον ἀδίκημα εἰς τὸ τρίτον διαρκὲς στρατοδικεῖον Θεσσαλονίκης. Ἤδη καλοῦμαι εἰς τὰς Ἀθήνας διὰ τὸ ἴδιον ἀδίκημα. Ἐγὼ λέγω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχει γίνει.
§413Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Τόσον ὁ κ. Παπανικολάου, ὅσον καὶ ὁ κ. Χαΐνογλου ἐδικάσθησαν εἰς τὴν Θεσσαλονίκην εἰς τὰ 1925 διὰ τὴν ἰδίαν κατηγορίαν, διὰ τὴν ὁποίαν κατηγορήθησαν. Δηλαδὴ διὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ συνεδρίου τοῦ 1924 κατεδικάσθησαν 10 ἔτη.
§414Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Διὰ αὐτὸ πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις καὶ νὰ ἐξακριβωθῇ τοῦτο.
§415Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ. Δὲν θέλω, κύριοι βουλευταί, νὰ σᾶς ἀπασχολήσω πολὺ καὶ περιορίζομαι εἰς αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶπον, καὶ ἔχω τοῦτο μόνον νὰ προσθέσω: Δὲν νομίζω ὅτι τὰ μέτρα αὐτὰ τῶν διώξεων εἶναι συντελεστικὰ γιὰ ὅλους τοὺς σκοποὺς τοὺς ὁποίους ἔχετε. Ἡ ἐργατικὴ τάξις ἔχει ἀνάγκην βελτιώσεως τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεώς της. Τὴν ἐργατικὴν τάξιν προσπαθήσατε νὰ τὴν χορτάσετε, γιὰ νὰ μᾶς ἐγκαταλείψῃ. Κατὰ τὰ ἄλλα δὲν φοβούμεθα τὰς διώξεις. Τὰς ἔχομεν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς διώξεις ὅταν ἐξεκινήσαμεν εἰς τὸν ἀγῶνα καὶ ἐπὶ τουρκοκρατίας ἀκόμη, ἀλλὰ λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ ὅτι ἡ ἐργατικὴ τάξις εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ ἐπιβληθῇ, ἡ ὁποία ὑψοῦται ὁλοέν. Ἡ καπιταλιστικὴ τάξις, εἶναι ἡ τάξις ποὺ χρεωκοπεῖ καὶ ἐκφυλίζεται, εἶναι ἡ τάξις ποὺ θὰ πεθάνῃ. Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικότης καὶ ὅ,τι θέλετε κάμετε.
§416ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κωνσταντινίδης.
§417Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ. Ὑπάρχει, κύριοι βουλευταί, μία γενικὴ ἀρχή....
§418ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας ὅτι ἓν τέταρτον μόνον ἔχετε κατὰ τὸν κανονισμόν.
§419ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἓν τέταρτον μόνον διὰ νὰ ὁμιλήσητε.
§420Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ. Διὰ πρώτην φορὰν βλέπω μὲ τόσην αὐστηρότητα νὰ ἐνθυμῆσθε τὸν Κανονισμὸν καὶ νὰ θέλετε νὰ περιορίσητε τὸν χρόνον, τὸν ὁποῖον ἔχομεν εἰς τὴν διάθεσίν μας, διὰ νὰ ὑπερασπισθῶμεν τὸν ἑαυτόν μας καὶ τὴν ὑπόθεσίν μας. Ἔλεγον, λοιπόν, ὅτι ὑπάρχει μία γενικὴ ἀρχὴ περὶ αὐτοδιαθέσεως τῶν λαῶν, τὴν ὁποίαν γενικὴν ἀρχὴν καὶ χίλια στόματα πολιτευομένων ἐπανέλαβον πολλάκις καὶ ἡ διπλωματία μετεχειρίσθη, ἀναλόγως τῶν περιστάσεων, καὶ ἐφόσον συντρέχουν καὶ τὰ συμφέροντά της μὲ αὐτήν. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχῆς αὐτῆς, διελύθη ἡ μοναρχία τῶν Ἁψβούργων, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχῆς αὐτῆς ἐκολοβώθη ἡ μοναρχία τῶν Χοεντζόλλερν, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχῆς αὐτῆς Ἰταλοὶ βουλευταὶ μέσα εἰς τὴν Φασιστικὴν Βουλὴν τοῦ Μουσσολίνι ἐτόλμησαν νὰ ζητήσουν τὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν Δωδεκανήσων. Συμφώνως πρὸς τὴν ἀρχὴν αὐτήν, ὄχι οἱ Ἄγγλοι κομμουνισταί, ἀλλὰ τὰ 6 ἑκατομμύρια τῶν ὠργανωμένων Ἄγγλων ἐργατῶν, εἰς γενικὴν συγκέντρωσιν, εἰς μίαν συνεδρίαν ἀπεφάνθησαν περὶ τελείας αὐτοδιαθέσεως καὶ περὶ τελείου ἀποχωρισμοῦ ὅλων τῶν Ἀγγλικῶν ἀποικιῶν ἀπὸ τὸ Ἀγγλικὸν Κράτος, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς Κύπρου, χωρὶς νὰ κατηγορηθῇ κανείς, χωρὶς νὰ ζητηθῇ ἡ δίωξις οὐδενὸς ἐξ αὐτῶν, οὐδεὶς δὲ κατηγορήθη ἐπὶ ἐσχάτῃ προδοσίᾳ.
§421ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι ἡ Μακεδονία διὰ τὴν Ἑλλάδα, ὅπως εἶναι τὰ Δωδεκάνησα διὰ τὴν Ἰταλίαν;
§422Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ. Φρονοῦμεν ὅτι πᾶν Ἔθνος ὀφείλει νὰ εἶνε ἀνεξάρτητον, εἴτε ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους εὑρίσκεται, εἴτε ἐκτὸς αὐτοῦ. Ὡς συμπέρασμα ὅλων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον, προκύπτει τὸ ἑξῆς: ὅτι ἂν μία Ἐπαρχία, ἢ ἓν τμῆμα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, μὲ τὴν παμψηφίαν τῶν κατοίκων του ἢ τοὐλάχιστον τὴν μεγάλην πλειοψηφίαν, ἐζήτει, διὰ τὸν λόγον ὅτι ἡ Ἐθνική του συνείδησις δὲν συμφωνεῖ ἢ δὲν ἠξεύρω διὰ ποῖον λόγον, τὸν ἀποχωρισμόν του ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ἡμεῖς δὲν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ μὴ τὸ δεχθῶμεν καὶ ἀκόμη θὰ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ὑποστηρίξωμεν τὸν ἀγῶνα του αὐτόν. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν τώρα νὰ ἴδωμεν: Συμβαίνει αὐτὸ τὸ πρᾶγμα μὲ τὴν Ἑλληνικὴν Μακεδονίαν; Διότι κυρίως περὶ αὐτῆς ἐνδιαφέρεσθε. Εἶνε γνωστόν, κύριοι βουλευταί, ὅτι διὰ τῆς Συνθήκης τῆς Λωζάννης, ἀθρόως καὶ συλλήβδην, πολυάριθμοι πληθυσμοὶ τῶν Μουσουλμάνων κατοίκων τῆς Ἑλληνικῆς Μακεδονίας ἐξετοπίσθησαν βίᾳ, παρὰ τὴν θέλησίν των καὶ ἀντ’ αὐτῶν πολὺ πολυπληθέστεροι Ἕλληνες καὶ πολὺ δυστυχεῖς καὶ ἀναξιοπαθοῦντες Ἑλληνικοὶ πληθυσμοὶ ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ τῆς Θρᾴκης ἐγκατεστάθησαν εἰς τὴν Μακεδονίαν.
§423Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Διωχθέντες.
§424Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ. Βεβαιότατα. Χωρὶς νὰ θέλωμεν νὰ ἐγκρίνωμεν καὶ χωρὶς νὰ παύσωμεν νὰ διαμαρτυρώμεθα ἐναντίον τοῦ ἀνοσιουργήματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον λέγεται ἀνταλλαγὴ τῶν πληθυσμῶν, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀναγνωρίσωμεν ὅτι οἱ νέοι αὐτοὶ κάτοικοι τῆς Μακεδονίας, οἱ προσφυγικοὶ αὐτοὶ πληθυσμοί, οἱ ὁποῖοι διὰ τόσων θυσιῶν καὶ τόσων κόπων καὶ αὐτῶν τῶν ἰδίων καὶ ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς Κοινωνίας προσπαθοῦν νὰ ἐγκατασταθῶσιν εἰς τὴν νέαν αὐτῶν πατρίδα καὶ νὰ ἐπουλώσωσι τὰς πολυπληθεῖς των πληγάς, εἴμεθα, λέγω, ὑποχρεωμένοι νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ἔχουν πᾶν δικαίωμα νὰ λέγωνται Μακεδόνες καὶ ὅτι δὲν εἶνε δυνατὸν τίποτε νὰ ἀποφασισθῇ περὶ Μακεδονίας, οὐδὲ κἂν νὰ συζητηθῇ κἄτι τι περὶ Μακεδονίας, χωρὶς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ γνώμη αὐτῶν τῶν πληθυσμῶν καὶ τὰ ζωτικώτατα συμφέροντά των.
§425Γ. ΣΤΡΙΓΚΟΣ. Ἔχουν ἀντιπροσώπους.
§426Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ. Καὶ μία ἄλλη Συνθήκη, ἐπίσης, ἐπέφερε μεταβολὴν εἰς τὴν Μακεδονίαν, ἡ Συνθήκη τοῦ Νεϊγύ, ἡ ὁποία, καίτοι ἠπιωτέρας μορφῆς φαινομενικῶς, διότι ἐξαρτᾷ τὴν μετατόπισιν αὐτὴν ἀπὸ τὴν θέλησιν τῶν κατοίκων, εἰς τὴν οὐσίαν ὅμως καὶ χάρις εἰς τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἔφερεν, εἶνε ἀκριβῶς τῆς αὐτῆς κατηγορίας μὲ τὴν προηγουμένην, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέφερον. Χάρις εἰς αὐτὴν τὴν Συνθήκην καὶ χάρις εἰς τὰς πιέσεις, τὰς ὁποίας καὶ τὸ Βουλγαρικὸν κράτος ἐξήσκησεν ἐπὶ τῶν Ἑλληνικῶν πληθυσμῶν τῆς Βουλγαρίας, ὅπως καὶ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος καὶ οἱ Ἕλληνες ἐξήσκησαν εἰς βάρος, ὄχι τῶν Βουλγάρων, ἀλλὰ τῶν Σλαυοφώνων πληθυσμῶν τῆς Μακεδονίας, δὲν θέλω νὰ ἐπέμβω εἰς τὸν καυγᾶν, ὁ ὁποῖος γίνεται μεταξὺ τῆς μιᾶς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἄλλης διὰ νὰ ἐπιρρίψουν τὴν εὐθύνην ἡ μία εἰς τὴν ἄλλην, λέγω καθαρώτατα, ὅτι καὶ αἱ δύο Κυβερνήσεις καὶ οἱ δύο λαοὶ εἶνε ὑπεύθυνοι διὰ τὴν κατάστασιν αὐτήν, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη, ἀλλὰ πάντως τὸ γεγονὸς εἶνε ὅτι, μετὰ πολλὰς πιέσεις, οἱ πληθυσμοὶ οἱ Σλαυόφωνοι τῆς Ἑλληνικῆς Μακεδονίας, τὸ μεγαλείτερον τοὐλάχιστον μέρος αὐτῶν, ἠναγκάσθησαν νὰ ἐκπατρισθῶσι ὅπως καὶ οἱ Ἑλληνικοὶ πληθυσμοὶ τῆς Βουλγαρίας, ἡ πλειοψηφία δὲ τῶν Ἑλλήνων τῆς Μακεδονίας ἠναγκάσθησαν καὶ αὐτοὶ νὰ μετατοπισθῶσιν εἰς τὴν Μακεδονίαν. Ἀσφαλῶς καὶ οἱ νέοι αὐτοὶ κάτοικοι τῆς Μακεδονίας ἔχουν τὰ αὐτὰ δικαιώματα καὶ θὰ ἦτο ἀπάνθρωπον ἂν θὰ ἠθέλωμεν νὰ τοὺς ἀρνηθῶμεν τὰ δικαιώματα ταῦτα. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, παρουσιάζει σήμερον ἡ Μακεδονία—ὁμιλῶ περὶ τῆς Ἑλληνικῆς Μακεδονίας— συμπαγῆ Ἑλληνικὸν πληθυσμόν, ἐξαιρέσει μιᾶς μικρᾶς, μικροτάτης μειοψηφίας, Σλαυοφώνων καὶ Ἰσραηλιτῶν.
§427Ι. ΣΙΑΚΗΣ. Οἱ ὁποῖοι δὲν ἀποτελοῦν ἐξαίρεσιν ἀπὸ τὸ ὅλον Ἑλληνικὸν σῶμα καὶ ἀπὸ τὴν μίαν Ἑλληνικὴν οἰκογένειαν. (Χειροκροτήματα).
§428Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ. Ἀσφαλῶς, κύριε. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι ἀποτελοῦν ἐξαίρεσιν, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν ἀνήκουν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ἐθνότητα.
§429Ι. ΣΙΑΚΗΣ. Ὄχι, ἀνήκουν εἰς αὐτήν. Διαμαρτύρομαι. Ἀνήκουν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ἐθνότητα.
§430Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ. Εἶνε ἡ γνώμη σας.
§431Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Εἶναι ἡ γνώμη ἀκριβῶς τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, τοὺς ὁποίους σεῖς διεκδικεῖτε, ὡς μὴ Ἕλληνας, τοὺς ὁποίους σεῖς ὑβρίζετε, ἀπὸ τοὺς ὁποίους σεῖς τολμᾶτε ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς νὰ ἀφαιρέσετε τὸ δικαίωμα τῆς Πατρίδος.
§432Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ. Ὀφείλω, κύριοι, νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν: Ὅταν λέγω ἐθνότητα, ἐγὼ ἐννοῶ ἓν σύνολον ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ὡρισμένην γλῶσσαν, ὡρισμένην θρησκείαν, ὡρισμένα ψυχικὰ χαρακτηριστικὰ τὰ ὁποῖα ξεχωρίζουν αὐτοὺς ἀπὸ ἄλλας παρομοίας ὁμάδας ἀνθρώπων. Δὲν ἠμπορῶ νὰ θεωρηθῶ ὅτι προσβάλλω ἕνα λαόν, διότι ἀναγνωρίζω ὅτι ἔχει αὐτὰ τὰ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά, ὅτι ἀποτελεῖ ἰδιαιτέραν ἐθνότητα ἐντὸς ἑνὸς Κράτους, τοῦ ὁποίου δύνανται κάλλιστα νὰ εἶναι πολῖται καὶ τὸ ὁποῖον δύνανται κάλλιστα νὰ θεωροῦν ὡς Πατρίδα των καὶ μὲ τὸ ὁποῖον δύνανται νὰ συνδέωνται.
§433Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Καὶ ὑπὲρ τοῦ ὁποίου χύνουν τὸ αἷμα των.
§434Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ. Πολὺ ὡραῖα.
§435Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Ὁ ρήτωρ ὁμιλεῖ μὲ τόσην σεμνότητα, μὲ τόσην προσοχήν, ὥστε δὲν ὑπάρχει λόγος διακοπῶν.
§436ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε βουλευτά, θὰ ὁμιλήσετε 15 λεπτά.
§437Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ. Παρουσιάζει, λέγω, σήμερον ἡ Ἑλληνικὴ δικαιοδοσία αὐτὴν τὴν εἰκόνα. Ἐὰν λοιπὸν σήμερον ἐτίθετο τὸ ζήτημα ὑπὸ τοὺς περιορισμοὺς αὐτούς, τὸ ἂν θέλουν νὰ ἀποχωρισθοῦν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, ἂν καὶ δὲν ὑπάρχει κανὲν δημοψήφισμα τὸ ὁποῖον νὰ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου διὰ νὰ ἔχω ἐκπεφρασμένην ἐπ’ αὐτοῦ γνώμην, ἡ ἀντίληψίς μου εἶναι, — καὶ πιστεύω ὅτι οὐδεὶς εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην θὰ εἶναι ἀντίθετος εἰς τὴν ἀντίληψιν αὐτὴν — ὅτι ὁ λαὸς αὐτός, ἔχων αἰσθήματα Ἑλληνικά, ἀνήκων εἰς τὸ Ἑλληνικόν, Ἔθνος, εἶναι πολὺ εὐχαριστημένος ἀπὸ τὰς κρατούσας σχέσεις, αἱ ὁποῖαι πηγάζουν καὶ στηρίζονται ἐπάνω εἰς αὐτὸ τὸ Ἑλληνικὸν αἴσθημα, ὅτι συνεπῶς δὲν μεριμνᾷ καθόλου ὁ λαὸς αὐτὸς περὶ αὐτονομήσεως περὶ ἀποχωρισμοῦ του ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλ’ ἐὰν ἔτσι εἶναι τὰ ζητήματα, κατηγορία, ἡ ὁποία δὲν μᾶς ἀποδίδεται κυριολεκτικῶς ὑπ’ αὐτὴν τὴν μορφήν, ἀλλ’ ἡ ὁποία μέσα εἰς τὸ μυαλὸ τῶν περισσοτέρων ἀπὸ τοὺς κυρίους βουλευτάς, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον εἶναι στηριγμένη, ὅτι δηλαδὴ ἡμεῖς ἐπιδιώκομεν τὴν αὐτονόμησιν αὐτῆς τῆς Μακεδονίας, τῆς Ἑλληνικῆς, τῆς σημερινῆς Μακεδονίας, μὲ τὴν μορφὴν τὴν ὁποίαν παρουσιάζει σήμερον, αὐτὸ λέγω, τὸ πρᾶγμα δὲν μὲ ἐνδιαφέρει πλέον ἐμέ, ἂν δὲν παραβαίνῃ ἁπλῶς τὰ ὅρια τοῦ νόμου καὶ ἂν ἀποτελῇ στοιχεῖον διώξεως, ἀλλὰ μὲ ἐνδιαφέρει ἀπὸ τὴν ἑξῆς ἔννοιαν: ὅτι αὐτὸ τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο ἀντίθετον πρὸς τὰς θεμελιώδεις ἀρχὰς τοῦ Κομμουνισμοῦ, ὁ ὁποῖος πρεσβεύει τὴν αὐτοδιάθεσιν τῶν λαῶν καὶ ὅτι θὰ ἐπρόκειτο περὶ μιᾶς βιαίας μεταβολῆς τῆς καταστάσεως, τὴν ὁποίαν στέργει ἕνας λαὸς νὰ ἔχῃ, περὶ μιᾶς μορφῆς κατακτήσεως. Συνεπῶς τὸ πρᾶγμα αὐτὸ εἶναι ἀντικομμουνιστικὸν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἓν κομμουνιστικὸν κόμμα νὰ υἱοθετῇ τοιαύτην ἄποψιν. Μετὰ τὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἔδωσα, παρακαλῶ νὰ προσέξητε εἰς τὴν ἀνάλυσιν, τὴν ὁποίαν θὰ κάμω. Τί ἀκριβῶς ἐζήτησε τὸ κομμουνιστικὸν κόμμα καὶ τὶ ζητεῖ; Ποία εἶναι ἡ πολιτική του; Διότι παρετηρήθη, ὅτι οἱ πλεῖστοι τοὐλάχιστον τῶν βουλευτῶν δὲν ἔχουσιν ἀκριβῆ ἰδέαν τοῦ πράγματος, δὲν ἔχουσιν ἐσχηματισμένην ἀντίληψιν, ὀρθήν, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Κατὰ τὸ ἔτος 1924, κ. βουλευταί, ἐγένετο τό περίφημον συνέδριον, τὸ ὁποῖον ἔλαβε τὴν πειὸ περίφημον ἀπόφασιν. Εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέλος τοῦ συνεδρίου, ἂν καὶ παρὰ τὴν θέλησίν μου ὅμως καὶ ὅλως τυχαίως, τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν συνεζητεῖτο τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ζήτημα τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς, τῆς Βαλκανικῆς πολιτικῆς, ὅλως τυχαίως, λέγω, καὶ παρὰ τὴν θέλησίν μου ἀπουσίαζον. Τοῦτο δὲν τὸ λέγω διὰ νὰ ἐλαφρύνω τὴν θέσιν μου, τὸ ἀναφέρω ἁπλῶς διὰ νὰ καταδείξω, ὅτι ἡ Εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ ἐν προκειμένῳ δὲν ἔχει ἀκριβῶς πληροφορηθῇ καὶ ὅτι τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἔχει προσκομίσει, δὲν εἶναι τελείως ἀκριβῆ. Ἐκ τῶν ὑστέρων ἔλαβον γνῶσιν τῆς ἀποφάσεως καὶ ἔμεινα σύμφωνος μὲ αὐτήν. Πῶς ἤχθη τὸ κόμμα εἰς τὸ νὰ λάβῃ αὐτὰς τὰς ἀποφάσεις, τὰς γνωστὰς ἀποφάσεις; Ἡμᾶς μᾶς ἐνδιαφέρει πῶς ἐνεφανίζετο ἡ κατάστασις τότε καὶ τίνι τρόπῳ τὸ κόμμα ἐμελέτησε τὴν κατάστασιν αὐτὴν, διὰ νὰ καταλήξωμεν εἰς τοιαῦτα συμπεράσματα. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἰς τὴν Βουλγαρίαν ἐξερράγη ἡ ἐπανάστασις ὑπὸ τὸν Τσαγκώφ, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἐκτοπίσει τὴν Κυβέρνησιν Σταμπολίσκι, εἶχον δολοφονηθῇ δὲ οἱ ἡγέται τοῦ κόμματος καὶ εἶχεν ἐφαρμοσθῇ ἡ ἀγρία τρομοκρατία. Οἱ κομιτατζῆδες, οἱ λῃστρικοὶ αὐτοὶ ἥρωες, οἱ ἀσκηθέντες εἰς τὴν Μακεδονίαν ὄχι μόνον διὰ τὰς λῃστρικάς των περιπετείας, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ ἐπενδύσωσι τὰς περιπετείας των μὲ πολιτικὸν μανδύαν, ἠθέλησαν νὰ ἐξακολουθήσωσι τὸ ἔργον των καὶ τῇ ὑποδείξει τῆς Βουλγαρικῆς Κυβερνήσεως ἔρριψαν τὸ σύνθημα τῆς αὐτονομήσεως τῆς Μακεδονίας, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς Βουλγαρικῆς τοιαύτης. Δύο ἦσαν οἱ σκοποὶ τοὺς ὁποίους ἐπεδίωκον αἱ Μακεδονικαὶ αὐταὶ ὀργανώσεις, καὶ μέσῳ αὐτῶν ἡ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις ἐπεζήτησε πρῶτον νὰ κινητοποιήσῃ τοὺς Μακεδονικοὺς πληθυσμοὺς εἰς ἕναν ἀγῶνα, φαινομενικῶς ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας, κατὰ βάθος ὅμως πρὸς δημιουργίαν πρὸ Βαλκανικοῦ καθεστῶτος, τὸ ὁποῖον εὐκόλως ἔπειτα θὰ ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις ἡ Βουλγαρική, ἡ ὁποία πρὸς τὸ παρὸν τοὐλάχιστον ἦτο ἀνίσχυρος μετὰ τὴν καταστροφήν, τὴν ὁποίαν ἔπαθε κατὰ τὸν εὐρωπαϊκὸν πόλεμον, θὰ ἦτο, λέγω, εὐκολώτερον βραδύτερον νὰ ἐπιτύχῃ ὁριστικῶς τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπεδίωκεν, ἐπεδίωκε δὲ διὰ τῆς πολιτικῆς αὐτῆς νὰ ἐνθουσιάσῃ ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως τοὺς μαχητὰς τῆς Βουλγαρικῆς Μακεδονίας, οἱ ὁποῖοι δὲν διέκειντο καὶ τόσον συμπαθῶς πρὸς τὸ Βουλγαρικὸν Κράτος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ ἀναπληρώσῃ τὰς ἐλλείψεις τῶν Σλαυοφώνων ἐντὸς τοῦ Βουλγαρικοῦ Κράτους, διὰ νὰ τοὺς χρησιμοποιήσῃ ὡς τρομοκράτας καὶ δολοφόνους τοῦ ἐργαζομένου Βουλγαρικοῦ λαοῦ. Καὶ ἐνῷ αὐτὴ ἦτο ἡ κατάστασις εἰς τὴν Βουλγαρίαν, τί ἐγένετο εἰς τὴν Σερβίαν, ἡ ὁποία εἶχε πολλὰ πάθει κατὰ τὸν πόλεμον καὶ μετὰ γενναίως ἠμείφθη, διὰ τῆς ἐπεκτάσεως τῶν ἐδαφῶν της; Εἶχε κάμει τὸν ἀπολογισμὸν τῶν ζημιῶν, αἱ ὁποῖαι ζημίαι ἐπεβάρυνον τὸν λαόν, ἐνῷ οἱ κεφαλαιοκράται ἔβλεπον τὸν φόρον ἐκμεταλλεύσεως, ὁ ὁποῖος ἐδίδετο, ἔβλεπεν πολλοὺς νὰ ὑποδουλῶνται εἰς τὴν ἐκμετάλλευσίν της, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὰ δημοσιονομικὰ πράγματα, χάρις εἰς τὴν βοήθειαν ἡ ὁποία παρεσχέθη ἀπὸ τοὺς φίλους συμμάχους, ἐδιορθώνοντο καὶ ἐπειδὴ τρώγοντας ἡ ὄρεξις ἔρχεται, τῆς ἐγεννῶντο νέαι φιλοδοξίαι δι’ ἐπεκτάσεις. Ἦτο κατάδηλος ἡ κατακτητικὴ αὐτῆς πολιτικὴ ἐπὶ τῆς Ἀλβανίας, ἦτο ἐπίσης φανερόν, ὅτι ἐπεθύμει νὰ ἐπεκταθῇ καὶ πρὸς τὴν Θεσσαλονίκην. Ἀντιθέτως ὅμως συνέβαινεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἡ ὁποία, μόλις ἐξελθοῦσα τῆς Μικρασιατικῆς καταστροφῆς, εἶχε ν’ ἀντιμετωπίσῃ πρὸς Ἀνατολὰς καὶ πρὸς Δυσμὰς τὰς βλέψεις αὐτὰς τὰς Σερβικάς, εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἡ ὁποία κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἔβλεπεν ἐμπρός της τὸ οἰκονομικὸν βάραθρον. Ἀλλὰ μὲ ὅλα ταῦτα, ὅλα ἐφανέρωναν, ὅτι δὲν ἦτο ἄμοιρος καὶ αὐτὴ κατακτητικῶν βλέψεων, καὶ ὅτι βεβαίως θὰ ἦτο ἠναγκασμένη νὰ ὑπερασπίσῃ τὰ κεκτημένα δικαιώματά της, ἐὰν δὲ τῆς ἦτο εὔκολον δὲν θὰ παρῃτεῖτο καὶ ἐπὶ ἐπεκτάσεων τῶν ἐδαφῶν της.
§438ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ συντομεύσητε παρακαλῶ.
§439Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ. Εὐχαρίστως, συντομεύω ὅσον ἠμπορῶ.
§440ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐξακολουθήσατε.
§441Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Μὲ τὴν ἀντικειμενικὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος.
§442Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ. Εἶμαι ἐντὸς τοῦ θέματος καὶ οὐχὶ ἐκτὸς αὐτοῦ.
§443ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν. Ὁ σκοπὸς εἶναι νὰ σεβασθῶ τὴν ἀπόφασιν.
§444Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ. Τὰ ἴδια συνέβαινον καὶ εἰς τὴν Ρουμανίαν, ὅπως καὶ εἰς Σερβίαν. Λάβετε ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἡ ραδιουργία τῆς εὐρωπαϊκῆς διπλωματίας καὶ ἡ ἐπίδρασις τὴν ὁποίαν ἡ Εὐρωπαϊκὴ διπλωματία ἤσκει ἐπὶ τῶν εὐρωπαϊκῶν χωρῶν καὶ χάρις εἰς τὰ ἄφθονα μέσα, τὰ ὁποῖα διέθετε, τὰ οἰκονομικὰ πρῶτα πρῶτα, τὰ πολιτικὰ ἔπειτα, ἐγεννοῦσεν τὰς ὑπονοίας, ὅτι πολὺ εὔκολα θὰ παρείχετο ἔδαφος, εἰς πρώτην εὐκαιρίαν νὰ σπρωχθῶσιν οἱ Βαλκανικοὶ λαοὶ εἰς περιπλοκὰς καὶ περιπετείας, λίαν ἐπικινδύνους διὰ τὰ συμφέροντα ὅλων τῶν Βαλκανικῶν λαῶν. Ἦτο ἀκόμη νωπὸς εἰς τὴν μνήμην ὁ ρόλος, τὸν ὁποῖον ἡ διπλωματία ἡ Εὐρωπαϊκὴ ἔπαιξεν κατὰ τὴν Μικρασιατικὴν τραγῳδίαν. Ἀφ’ ἑνὸς ὑπεδούλωσε τὸ Τουρκικὸν Κράτος καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἐνίσχυσε τὸν Κεμάλ. Ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα παρουσιάζουν ἐναργῆ τὴν εἰκόνα τῶν κινδύνων οἱ ὁποῖοι ἠπείλουν τοὺς Βαλκανικοὺς λαούς. Τὸ κομμουνιστικὸν κόμμα, ὡς κόμμα τοῦ ἐργαζομένου λαοῦ, ὡς πολιτικὴ ὀργάνωσις τῆς ἐργατικῆς τάξεως, ὤφειλεν, εἶχε καθῆκον νὰ μελετήσῃ τὴν κατάστασιν αὐτήν. Ὄχι μόνον δὲ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ νὰ καθοδηγήσῃ τὰς ἐργαζομένας μάζας πῶς ὀφείλουν νὰ ἀντιμετωπίζουν αὐτὴν τὴν κατάστασιν, πῶς νὰ περιφρουρήσουν τὰ συμφέροντά των. Αὐτὸ καὶ μόνον ἔκαμε τὸ κομμουνιστικὸν κόμμα. Ἐμελέτησε τὴν κατάστασιν, καὶ εἶδεν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποσοβηθοῦν τόσοι κίνδυνοι ἀπὸ ἄλλον κανένα, παρὰ μόνον ἀπὸ τοὺς ἰδίους τοὺς λαοὺς τῶν Βαλκανικῶν χωρῶν. Ἡ δύναμις ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἡ ἀστικὴ τάξις, τὴν ὁποίαν αἱ κατὰ τόπους Κοινωνίαι μεταχειρίζονται πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν σχεδίων των, ἡ δύναμις αὕτη ἔπρεπεν ἀκριβῶς νὰ τοὺς ἀφαιρεθῇ καὶ ἡ ἰδία δύναμις ἦτο ἡ μόνη, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ δημιουργήσῃ μίαν ἄλλην κατάστασιν ἀποσοβοῦσαν τοὺς κινδύνους καὶ νὰ δημιουργήσῃ ἓν ἑνιαῖον Καθεστὼς διὰ τῆς ἑνώσεως ὅλων αὐτῶν τῶν λαῶν εἰς μίαν Βαλκανικὴν Ὁμοσπονδίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ὅμως ἕκαστος λαὸς νὰ εἶναι ἀνεξάρτητος καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἔχομεν τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ εὐτυχήσουν οἱ Βαλκανικοὶ Λαοί. Ἀντὶ τοῦ συνθήματος τοῦ ἀλληλοσπαραγμοῦ, ἀντὶ τῆς ἀποβλέψεως τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου, ἠθέλομεν ἡμεῖς νὰ δημιουργήσωμεν τὴν σύνθεσιν ὅλων αὐτῶν τῶν λαῶν, ἠθέλομεν νὰ συμφιλιώσωμεν ὅλους αὐτοὺς τοὺς λαούς, διότι μόνον οὕτως ἔπρεπε νὰ περιμένωμεν τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ μεγάλου μας ἰδανικοῦ. Οὕτως ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τῆς Βαλκανικῆς Ὁμοσπονδίας, ἑνώσεως ὅλων τῶν ἐθνοτήτων, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκοντο εἰς τὴν Βαλκανικήν, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ εἶναι αὐτοὶ ἀνεξάρτητοι καὶ αὐτοδιοίκητοι. Διὰ τοῦ συνθήματος αὐτοῦ ἐπεδιώκετο νὰ δοθῇ ἐλευθερία εἰς τοὺς καταδυναστευομένους ἀπὸ τὴν Σερβίαν καὶ τὴν Ρουμανίαν λαούς, ἐπεδιώκετο νὰ σπάσῃ ἡ μεγάλη δύναμις, ἡ ὁποία ἐδημιουργεῖτο εἰς τὴν Γιουγκοσλαυΐαν ἡ ὁποία ὠνειρεύετο τὴν ἕνωσιν τῶν δύο Κρατῶν, τῶν Σέρβων καὶ τῶν Βουλγάρων, διὰ νὰ γίνῃ μία ἕνωσις καὶ νὰ λύῃ τὰ ζητήματα ποὺ θέλει. Ἡμεῖς λοιπὸν ἠθέλομεν μίαν Ὁμοσπονδίαν, ἕν Ὁμοσπονδιακὸν Κράτος, εἰς τὸ ὁποῖον ὅλοι αὐτοὶ οἱ λαοὶ θὰ εἰργάζοντο διὰ τὴν πρόοδον καὶ τὴν εὐημερίαν των. Ἡμεῖς ἐπεδιώκομεν αὐτό, τὸ ὁποῖον σεῖς θεωρεῖτε ὡς ἔγκλημα, ἐνῷ ἡμεῖς τὸ νομίζομεν ὡς καλόν. Ἡ ἕνωσις τῆς Βαλκανικῆς Ὁμοσπονδίας, ἂν καὶ ἠδύνατο νὰ συντελεσθῇ, εἶχεν ὅμως προσκόμματα ἀπὸ τὴν ἀστικὴν τάξιν, ἀπὸ τοὺς καπιταλιστικοὺς ὀργανισμούς, καὶ ἀσφαλῶς θὰ ἐτίθεντο πλεῖστα ἐμπόδια εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἰδέας αὐτῆς. Ἀλλὰ πρὸ παντὸς παρουσιάζετο ἡ ἑξῆς δυσκολία: Ὑπῆρχον Βαλκανικαὶ χῶραι, εἰς τὰς ὁποίας οἱ πληθυσμοὶ εἶναι ἀνάμικτοι, τοιαῦται δὲ χῶραι ἦσαν ἡ Μακεδονία καὶ ἡ Θρᾴκη ὡς σύνολον. Ἡ δυσκολία αὐτὴ ὤφειλε νὰ ὑπερπηδηθῇ, ὄχι μόνον διὰ νὰ μὴ διαψευσθῇ ὁ γενικὸς κανών, ἀλλὰ διότι θὰ ἐγεννᾶτο ζήτημα ἐμπιστοσύνης, πλέον, ὅλων τῶν λαῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ συμμετεῖχον μέσα εἰς αὐτὴν τὴν Βαλκανικὴν Ὁμοσπονδίαν. Ἔπρεπε νὰ εἶναι βεβαιωμένον ὅτι δὲν μεροληπτεῖ τὸ σχέδιον αὐτὸ γιὰ κανένα. Ἦτο λοιπὸν ἀνάγκη, ἔστω καὶ μὲ μικρὰς θυσίας, νὰ ἐπιτευχθῇ μία λύσις λογικὴ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ἄλλη λύσις, παρὰ μόνον μὲ μίαν ἀνεξάρτητον Μακεδονίαν, χωρὶς νὰ λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ἡ ἰδιότης ἢ ἡ θέλησις τοῦ Μακαιδονικοῦ λαοῦ. Λάβετε δὲ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δὲν εἶχον ἀκόμη συντελεσθῇ τελείως αἱ μεταβολαί, τὰς ὁποίας σήμερον βλέπομεν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Μακεδονίαν. Ἦτο λοιπὸν ἀπόλυτος ἀνάγκη, διὰ νὰ δοθῇ μία λύσις πραγματικὴ εἰς ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα, νὰ ἀποκρυσταλλωθῇ μία γνώμη ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, καὶ ἀπεκρυσταλλώθη εἰς τὸ ὅτι ὤφειλεν ἡ Μακεδονία, ὅταν βεβαίως θὰ ἐγίνετο ἡ Βαλκανικὴ Ὁμοσπονδία, νὰ ἀποτελέσῃ ἀνεξάρτητον καὶ αὐτοδιοίκητον χώραν, ἡ ὁποία θὰ ἦτο καὶ αὐτὴ μέλος τῆς Βαλκανικῆς Ὁμοσπονδίας. Σημειώσατε ὅμως, κ. Βουλευταί, ὅτι τὴν Βαλκανικὴν αὐτὴν Ὁμοσπονδίαν δὲν τὴν ἐπεριμέναμεν ἀπὸ Ἀστικὰς Κυβερνήσεις ἢ ἀπὸ ἀστικὰ Κράτη. Κατ’ ἀνάγκην, τοιαύτην μεταβολὴν δὲν θὰ ἠμποροῦσαν νὰ δεχθοῦν ἀστικαὶ Κυβερνήσεις, καὶ δι’ αὐτὸ εἰς τὴν Βαλκανικὴν Ὁμοσπονδίαν προσετέθη καὶ ἡ φράσις τῆς Ἐργατο–Ἀγροτικῆς Κυβερνήσεως, προϋπέθετε δηλαδὴ μίαν κοινωνικὴν μεταβολήν, χάρις εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ λύσις ὅλων τῶν Ἐθνικῶν ζητημάτων. Ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀντιληφθῶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ κατηγορηθῶμεν ἡμεῖς σήμερον, ὡς ἀποσκοποῦντες τὴν ἀπεμπόλησιν ἑνὸς τμήματος τοῦ Κράτους, καὶ ὅτι ἐλάβομεν ἀπόφασιν, διὰ τῆς ὁποίας προετρέπομεν ὄχι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ἀλλὰ τὴν Ἐργατο–Ἀγροτικὴν Ἑλληνικὴν Δημοκρατίαν τοῦ μέλλοντος νὰ πράξῃ αὐτό, τὸ ὁποῖον σήμερον μᾶς κατηγορεῖτε. Ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς κατηγορήσετε δι’ ὅ,τι θέλετε, ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς κατηγορήσετε ὅτι εἰργάσθημεν ἐναντίον τῶν συμφερόντων τῶν Ἑλληνικῶν. Ἡ μόνη μας φροντὶς ἦτο νὰ ὑπερασπίσωμεν τὰς ἀσυλίας καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ ἐργαζομένου λαοῦ, ὄχι μόνον τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ ὁλοκλήρου τῆς Βαλκανικῆς.
§445ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κυριακόπουλος.
§446Ν. ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὁ σκοπὸς τῆς ἄρσεως τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας εἶναι ὅτι ἡμεῖς ἐζητήσαμεν ν’ ἀποσπάσωμεν μέρος τῆς Μακεδονίας καὶ νὰ τὴν παραδώσωμεν εἰς ξένα Κράτη. Αὐτὸ τὸ ζήτημα τὸ ἀνέπτυξαν οἱ κ. Συνάδελφοι καὶ νομίζω ὅτι ἔγινεν ἀρκετὰ σαφές. Ἡ παράταξις ἡ ἰδική μας εἶναι ἡ παράταξις, ἡ ὁποία ὑποστηρίζει πράγματι τὰ ἐργατικὰ συμφέροντα. Εἶμαι καὶ ἐγὼ Μακεδών, εἶμαι ἕνας ἐξ ἐκείνων, τοῦ ὁποίου κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ οἰκογένεια εἶχε προσφέρει μεγάλας ὑπηρεσίας εἰς αὐτὸ τὸ Ἔθνος, τὸ δικό σας.
§447ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Σεῖς τὶ εἶσθε;
§448Ν. ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔθνος δι’ ἡμᾶς εἶναι ἡ κοινωνία ὁλόκληρος. Ἡ οἰκογένεια ἡ δική μου, χωρὶς νὰ θέλω νὰ προσελκύσω καὶ τὰς εὐχὰς καὶ τὰς εὐχαριστίας, νομίζοντας ὅτι ὑποστηρίζω ἕνα Ἑλληνικὸν Κράτος ἕνα Κράτος χριστιανικό, ἐνόμιζα ὅτι θὰ μποροῦσε νὰ ζήσῃ ἐλεύθερα, ὅτι θὰ παύσουν αἱ καταπιέσεις καὶ αἱ τρομοκρατίαι, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς βάρος τῶν Μακεδόνων ὑπὸ τῶν Τούρκων. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἠγωνίσθημεν ὅλοι καὶ μὲ πολλοὺς ἰδικούς σας τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος. Κι’ ἐγὼ μικρὸ παιδὶ τότε, 12 χρονῶν, προσπαθοῦσα νὰ ἐνισχύσω τοὺς ἀντάρτες, μόνον καὶ μόνον γιὰ νὰ ἑνώσωμεν τὴν Μακεδονίαν μὲ τὴν Ἑλλάδα. Ἕνα μέρος τῆς Μακεδονίας, ἡ Πρέσπα, ὀφείλει τὴν σωτηρίαν της στὸν πατέρα μου. Ἡ Πρέσπα, ἡ ὁποία εἶναι σήμερον Ἑλληνική, ὑπέστη τὶς πειὸ φοβερὲς τρομοκρατίες ἀπὸ αὐτὴν τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Ἄνθρωποι ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὴν Πρέσπα ἐσκοτώθησαν ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς Ἕλληνες στρατιῶτες. Διὰ ποῖον σκοπὸν δὲν ἠξεύρω. Εἶναι ὁ Ναούμ, ὁ Κυπρόπουλος καὶ ἄλλοι. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ὅλων τὰ ὀνόματα. Ἀπὸ μέσα ἀπ’ τὸ χωριὸ συνελήφθησαν Μακεδόνες καὶ ἀγνοοῦνται μέχρι σήμερον, οὔτε ἡ δικαιοσύνη προσεπάθησε νὰ τοὺς ἀνεύρῃ. Τὸ ζήτημα τῆς ἀποσπάσεως, οὔτε τὸ ὑποστηρίζομεν, οὔτε θὰ τὸ ὑποστηρίξωμεν, ὅπως τὸ ὑποστηρίζετε σεῖς. Ὅλη ἡ φυλὴ ἡ δική μας, οἱ Κουτσόβλαχοι, εἴμεθα Μακεδόνες, οἱ ὁποῖοι ὑπεστηρίξαμεν αὐτὴν τὴν ἐθνικὴν γλῶσσαν καὶ αὐτὰ τὰ ἐθνικὰ φρονήματα. Ὅλοι δὲ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διεχειρίζοντο τὴν ἀσφάλειαν τοῦ Κράτους, δικασταὶ καὶ ἄλλοι, δὲν ἔκαμαν τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ τρομοκρατοῦν. Κάποτε ἕνας δημόσιος κατήγορος ἀπεκάλεσε τοὺς Μακεδόνας Βουλγάρους. Ἐγώ, ὡς Ἕλλην πολίτης, τὸν ἠνάγκασα νὰ ἀνακαλέσῃ καὶ μὲ κατήγγειλεν ἐπὶ ἐσχάτῃ προδοσίᾳ καὶ μὲ ἔστειλεν εἰς τὰς φυλακὰς τῆς Κοζάνης. Θέλω νὰ εἴπω ὅτι ἡ διοίκησις εἰς τὴν Μακεδονίαν δὲν εἶναι διοίκησις πραγματική.
§449Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Ἡ Ἑλληνικὴ Δικαιοσύνη σᾶς ἀπέδωσε τὸ δίκαιον.
§450Ν. ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφόσον ἐγὼ ἐκάθησα τρεῖς μῆνες, τὶ δικαιοσύνη εἶναι; Ἔχομεν, συγκεκριμένως, διαφόρους καπεταναίους, τοὺς ὁποίους δὲν ἐπανέφεραν. Συνελήφθησαν διάφοροι καὶ ἐχαστουκίσθησαν, διότι δὲν εἶχον πιστοποιητικόν.
§451Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Λέγετε ἀνακριβείας.
§452Ν. ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω νὰ σᾶς εἴπω συγκεκριμένως, ὅτι τόσον ἡ στάσις τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον καὶ αὐτοῦ τοῦ Ἔθνους, ἔναντι αὐτῶν τῶν μειονοτήτων εἶναι στάσις πιεστική.
§453Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Ὁμιλεῖτε ὡς Κομιτατζῆς καὶ ὄχι ὡς κομμουνιστής.
§454Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Οὐδεὶς ἐκ τῶν συναδέλφων σας ὑπεστήριξε τὰς ἀπόψεις αὐτάς.
§455Ν. ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι Μακεδὼν καὶ ἔχω δικαίωμα νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, Οἱ διάφοροι λοιπὸν καπεταναῖοι....
§456Θ. ΧΡΥΣΟΒΕΡΓΗΣ. Καὶ ἡμεῖς εἴμεθα Μακεδόνες καὶ δὲν σᾶς ἐπιτρέπουμε νὰ λέτε αὐτά.
§457Ν. ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐν τούτοις, παρ’ ὅλα αὐτὰ ποὺ ἔκαναν οἱ καπεταναῖοι, ἡμεῖς ὡς κομμουνιστικὸν κόμμα δὲν ἐτέθημεν ἐπὶ κεφαλῆς διὰ νὰ κινητοποιήσωμεν τὰς μάζας τὰς λαϊκὰς ἐναντίον τοῦ καθεστῶτος. Τὸ πρόγραμμα τὸ ἰδικόν μας δὲν εἶναι μεμονωμένον, διὰ ν’ ἀποσπάσωμεν μερικὰ χωριὰ καὶ νὰ κάνωμεν νέον Κράτος. Ἡμεῖς ἐρχόμεθα νὰ δείξωμεν εἰς τὸν λαὸν ὅτι οὐδεμία Κυβέρνησις ἀστικὴ θὰ εἶναι ἱκανὴ νὰ σώσῃ τὸ Ἔθνος καὶ τὴν Μακεδονίαν. Ἐφόσον λοιπὸν ἐπείσθημεν ὅτι οὐδεμία ἀστικὴ Κυβέρνησις δὲν θὰ εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία θὰ ἠμπορέσῃ νὰ λύσῃ τὰ προβλήματα τὰ ἰδικά μας, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι...
§458Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Περὶ τίνων ζητημάτων ὁμιλεῖτε;
§459ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐπήγατε εἰς τὰς φυλακὰς ἐπὶ στρατιωτικοῦ νόμου καὶ ἐβγήκατε.
§460Ν. ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς νομίζετε ὅτι οἱοσδήποτε ἔχει ἀντίθετα φρονήματα, πρέπει νὰ μπῇ φυλακή. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐφόσον βλέπω ὅτι ὅλοι ἔχετε στραφῆ ἐναντίον μου, χωρὶς νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω τὴν γνώμην μου, διὰ τοῦτο σᾶς κάμω τὴν δήλωσιν: Εἴμεθα κομμουνισταὶ καὶ θὰ ἐξακολουθήσωμεν ἀκλόνητα, θὰ προσπαθήσωμεν πάντοτε νὰ ἑνώσωμεν ὅλα τὰ καταπιεζόμενα στρώματα, διότι μόνον ὑπὸ τὴν καθοδήγησιν τοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος θὰ ἠμπορέσουν νὰ ἀπελευθερωθοῦν, κάνοντας μίαν ἐργατικὴν Κυβέρνησιν, καθοδηγουμένην πάντοτε ἀπὸ τὸ κομμουνιστικὸν κόμμα.
§461ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κίνιας.
§462Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Εἶμαι μέλος τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἐνώπιον τῆς ὁποίας ἦλθεν τὸ ζήτημα περὶ παροχῆς ἢ μὴ παροχῆς τῆς ἀδείας διώξεως τῶν ὑπὸ κατηγορίαν κ. συναδέλφων. Κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην παρεσχέθησαν, οὐχὶ βεβαίως πλήρη τὰ στοιχεῖα, ἀλλὰ μία κατηγορία χρονολογουμένη ἀπὸ τὸ 1924 καὶ ἐνόμισα ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο μετ’ ἄκρας προσοχῆς νὰ ἐξετάσω τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, ἀποδίδων δίκαιον εἰς πᾶσαν πλευράν, ὁπουδήποτε εὑρισκομένην. Ἐτάχθην πρὸς τὴν πλευρὰν τῶν βουλευτῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἠρνήθησαν ψῆφον κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, ἀναμένοντες εὐρυτέραν συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ, παρακολουθούντων καὶ τῶν ὑπὸ κατηγορίαν βουλευτῶν καὶ διδόντων εἰς τὸ σῶμα ἐξηγήσεις ὅπως πληρέστερον ἐξετάσουν τὴν ὑπόθεσιν καὶ μορφώσουν γνώμην περὶ τῆς παροχῆς, ἢ τῆς μὴ παροχῆς ἀδείας. Ὁμολογῶ, ὅτι μετ’ ἄκρας εὐλαβείας παρηκολούθησα τοὺς παρελάσαντας ἀξιοτίμους κ. συναδέλφους. Μετ’ ἄκρας προσοχῆς καὶ καρτερικότητος παρηκολούθησα ὅλας τὰς δοθείσας ἐξηγήσεις. Παρ’ ὅλην τὴν ψυχραιμίαν ὅμως καὶ παρ’ ὅλην τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν εἶχον, διότι ἀκριβῶς εἶμαι ἐκ φύσεως πολὺ ἐπιεικὴς ἐναντίον συναδέλφων ὑπὸ κατηγορίαν τιθεμένων καὶ εἰς ἄλλο στρατόπεδον ἀνηκόντων, παρ’ ὅλα τὰ ἐλατήρια, τονίζω, τὰ εὐγενῆ, τὰ ὁποῖα εἶχον, νὰ μὴ φθάσω εἰς τὸ νὰ δώσω ψῆφον παροχῆς ἀδείας, δυστυχῶς ἐνῷ ἀνέμενον νὰ δοθοῦν ἐξηγήσεις ἐπὶ τοῦ στενοῦ σημείου τοῦ ἂν πρέπει νὰ παρασχεθῇ ἢ δὲν πρέπει νὰ παρασχεθῇ ἡ ἄδεια καὶ νὰ δοθοῦν ἐξηγήσεις περὶ τοῦ ὅτι οὐδεμία νοσηρὰ σκέψεις ἐγένετο περὶ συνεργασίας μετὰ ξένων ὁπουδήποτε εὑρισκομένων, πρὸς ἀπόσπασιν τῆς Ἑλληνικωτάτης Μακεδονίας ὑπὲρ ἧς ἐχύθη τόσον αἷμα, τοὐναντίον, δυστυχῶς, παρετήρησα ὅτι αἱ δοθεῖσαι ἐξηγήσεις, μὲ τὴν πείσμονα ἐπιμονὴν «εἴμεθα κομμουνισταί, ἐξακολουθοῦμεν νὰ εἴμεθα καὶ θὰ εἴμεθα καὶ θὰ ἐργαζώμεθα ὡς ἐργαζόμεθα» ὅλαι αὐταὶ αἱ δοθεῖσαι ἐξηγήσεις μὲ ἔπεισαν ὅτι, οὐχὶ τὴν εὐθεῖαν, ἀλλὰ νοσηρὰν ἠκολούθησαν, οἱ 10 κ. συνάδελφοι, ὁδόν. Βεβαίως τὸ ζήτημα τῆς παροχῆς ἀδείας πρὸς δίωξιν, εἶναι ζήτημα ὅλως ἄσχετον πρὸς τὴν οὐσίαν, ἀλλ’ ἂν εἴμεθα εἰλικρινέστεροι, δὲν εἶναι δυνατὸν, παρὰ νὰ ἐπιδρᾷ ἐν μέρει καὶ ἡ οὐσία κατὰ τὸν καθορισμὸν τῆς στάσεως ἡμῶν. Ἡ παροχὴ ἀδείας πρὸς ἔρευναν εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν εἶναι καθῆκον ὅλων ἡμῶν, ὅταν τίθεταί τις ὑπὸ κατηγορίαν καὶ δὴ κατηγορίαν τοιαύτην, εἰς ἣν ἐτέθησαν οἱ κ. συνάδελφοι. Εὔχομαι ἡ δικαιοσύνη ἡ ἀστική, ἡ ὁποία μετ’ ἄκρας προσοχῆς θὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσίν των νὰ διατρανώσῃ διὰ τοῦ βουλεύματος αὐτῆς, ὅτι οὐδέποτε διενοήθησαν νὰ διαπράξουν τοιοῦτον ἀδίκημα, δι’ ὃ κατηγοροῦνται, διότι θὰ εἶναι ἀληθῶς φοβερὸν ὁπουδήποτε καὶ ἂν ἀνήκουν, ἔστω καὶ εἰς τὴν κομμουνιστικὴν πλευράν, ν’ ἀποδειχθῇ βάσιμος μία τοιαύτη κατηγορία, τόσον σοβαρά, τοσαῦτα κατ’ αὐτῶν ἐπισωρεύουσα ἀδικήματα. Ὀφείλω ὅμως νὰ ὁμολογήσω, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ παύσουν αἱ νοσηραὶ αὐταὶ ἀντιλήψεις περὶ τοῦ ὅτι μίαν ἡμέραν θὰ δημιουργηθῇ μία ἐργατο—ἀγροτικὴ δημοκρατία, μίαν ἡμέραν θὰ καταλύσωμεν τὴν Πατρίδα, μίαν ἡμέραν θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. Ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις αἱ ἀστικαὶ ἀείποτε ὡς πρόγραμμα αὐτῶν ἔχουν θέσει, παρ’ ὅλας τὰς ἀντιξόους περιστάσεις, τὴν ἐνίσχυσιν τοῦ ἐργαζομένου λαοῦ. Ἐργαζόμενος δὲ λαός, πεισθῆτε, ὅτι δὲν εἶναι οἱ 45.000, οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν ὑμᾶς τοὺς 10, ἀλλὰ σύμπας ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι ἐργαζόμενος, ὁ ὁποῖος ἀπέστειλε 270 ἀντιπροσώπους ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου. (Χειροκροτήματα). Δὲν ἀνήκετε σεῖς μόνον εἰς τὸν ἐργαζόμενον λαόν. Ἀνήκομεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὸν ἐργαζόμενον λαὸν καὶ ὑπὲρ αὐτοῦ μαχόμεθα καὶ ὑπὲρ αὐτοῦ ἀγωνιζόμεθα. Εἴμεθα ἐργάται ἀπὸ πρωΐας μέχρι νυκτός. Σεῖς εἶσθε ἀντεργάται. Σεῖς ὑπονομεύετε τὸν ἐργάτην. Ἐργατικὴ εἶναι πᾶσα τάξις Ἑλληνική, ἐργάζεται δὲ διότι δὲν ἔχομεν πλουσίους εἰς τὸν τόπον ἡμῶν. Πάντως δὲ μεταξὺ ἐργοδοσίας καὶ ἐργοληψίας πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἁρμονία, ἂν θέλωμεν νὰ ζήσωμεν εἰλικρινῶς. Μὴ νομίζετε, ὅθεν, ὅτι σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐκπροσωπεῖτε τὰς 45.000 ἐκ τῶν 7.000.000 Ἑλλήνων, ἐκπροσωπεῖτε τι. Δὲν ἐκπροσωπεῖτε οὐδένα, ἀλλὰ ἐκπροσωπεῖτε ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ὀνειρεύονται ἀργίαν, ἡ ὁποία εἶναι μήτηρ πάσης κακίας. Πάντες ὑποφέρομεν, πάντες βασανιζόμεθα, αἱ δὲ ἀστικαὶ Κυβερνήσεις ἔχουν θέσει ὡς πρόγραμμα αὐτῶν, τὴν πρόοδον τοῦ ἐργάτου καὶ τὴν πρόοδον πάσης κοινωνικῆς τάξεως. Μὴ δίδετε σεῖς τοιαῦτα διδάγματα, διότι εἶναι ἀντεθνικά, ἔχω δὲ τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει πάντως νὰ τερματισθῇ αὐτὴ ἡ κατάστασις, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἓν καὶ μόνον ἔχει καθῆκον: Ὅπως λάβῃ πλέον, μετὰ τὰς δοθείσας ἐξηγήσεις ἐκ μέρους τῶν κ. συναδέλφων, βαθύτατα καὶ ριζικὰ μέτρα, ἀντιμετωπίζουσα τὸ ζήτημα, οὐχὶ ὡς τὸ ἀντιμετωπίζει ἤδη διὰ δέκα καλπῶν, ἀλλὰ ἅπαξ διὰ παντός, οὕτως ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ λέγωνται ὅσα λέγονται ἐκ μέρους τῶν κατηγορουμένων. Εὔχομαι ὅπως ἡ Κυβέρνησις πεισθῇ καὶ ἀντιμετωπίσῃ τὸ ζήτημα, οὐχὶ διὰ μιᾶς ψηφοφορίας, ἀλλὰ δι’ ἑνὸς συστήματος καὶ ριζικωτάτης ἐργασίας, χωρὶς νὰ παρασυρώμεθα ἀπὸ τὴν ἰδέαν ὅτι πρέπει νὰ ἐργαζώμεθα κατὰ τρόπον ὑποθάλποντα τὰς ἰδέας αὐτάς. (Χειροκροτήματα).
§463ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλογερᾶς.
§464Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ἠδυνάμην τὸ πᾶν, κ. βουλευταί, νὰ φαντασθῶ, ἀλλὰ ποτὲ ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τοῦ Ἑλληνικοῦ, θὰ ἠκούετο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠκούσαμεν ἀπόψε, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις αἱ Ἑλληνικαί, ἀφ’ ἧς ἠλευθερώθη ἡ Ἑλλάς, αἱ ὁποῖαι εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην, ἀκολουθοῦσαι μίαν πολιτικὴν ἀπελευθερώσεως τοῦ γένους καὶ αἱ ὁποῖαι εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καταφύγουν εἰς τὰ ὅπλα, ὅτι αὐταὶ αἱ Κυβερνήσεις ἦσαν στεῖραι. Κύριοι βουλευταί, δύο ἦσαν τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἀπησχόλησαν. Πρῶτα, ὅτι μὴ τυχὸν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ ἕνεκα πολιτικῶν λόγων κατέφυγαν εἰς τὸ μέτρον τοῦτο τῆς παροχῆς ἀδείας διώξεως τῶν βουλευτῶν μιᾶς ὁμάδος. Ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι κανεὶς δὲν ὑπάρχει ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, οὔτε ἠκούσθη τοιαύτη γνώμη περὶ τοῦ σκοποῦ τῆς διώξεως. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἕνα ἄλλο ζήτημα, διὰ τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς ἐπιμένω νὰ ὁμιλήσω. Μὴ λησμονεῖτε, ὅτι τὰ διδάγματα ἐντεῦθεν ἀρχίζουν. Πᾶς Ἕλλην γνωρίζων γράμματα θὰ ἀναγνώσῃ τὰς συζητήσεις καὶ τὰς λαμβανομένας ἀποφάσεις. Μία ἀπόφασις ἡμῶν, ἡ ὁποία τυχὸν ἤθελεν χορηγήσει τὴν ἄδειαν αὐτήν, ἡ ὁποία ζητεῖται παρὰ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, θὰ ἔχῃ ταύτην τὴν ἑρμηνείαν. Καὶ ὄχι ὅτι ἐγὼ φοβοῦμαι ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ κίνδυνος ἐκ μέρους τοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλ’ ἤθελον νὰ προσέξετε περὶ τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τοὺς νόμους, περὶ τῆς πειθαρχίας πρὸς τὸ Κράτος, διότι ἂν ἤθελεν ἐξέλθῃ τοιαύτη ἀπόφασις, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἑρμηνευθῇ ὅτι διὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον λόγον δὲν ἐδώσαμεν τὴν ἄδειαν. Δηλαδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ ὅτι ἀπὸ τοὺς Ἑλληνικοὺς νόμους, πράγματα, τὰ ὁποῖα προβλέπει ὁ νόμος ὁ ποινικὸς καὶ καταδικάζει, ὅτι εἶνε δυνατόν, λέγω, ἐλευθέρως τὰ πράγματα αὐτὰ νὰ προπαγανδίζωνται. Λοιπὸν τοιαύτη ἑρμηνεία ἐκ τῆς τοιαύτης ἀποφάσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψουν Ἕλληνες βουλευταὶ νὰ δοθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἐπὶ τούτου ἤθελον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας.
§465ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἰωαννίδης.
§466Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Ἠκούσθη ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅταν ἀνέπτυξαν οἱ κομμουνισταὶ βουλευταὶ τὸ ζήτημα τῆς Βαλκανικῆς Ὁμοσπονδίας, ὡς ἰδιαίτερον πρόγραμμα αὐτῶν, ὅτι δὲν θὰ ἠδύναντο αἱ ἀστικαὶ Κυβερνήσεις νὰ τὸ πραγματοποιήσουν. Τὸ ζήτημα τῆς Βαλκανικῆς Ὁμοσπονδίας καὶ τῆς ἀρχῆς ἐν γένει «τὰ Βαλκάνια εἰς τοὺς Βαλκανικοὺς» ἦτο ἤδη ἀναγεγραμμένον πρὸ τοῦ 1912 εἰς τὸ πρόγραμμα τῶν μετὰ τοῦ ἀειμνήστου Ἴωνος Δραγούμη συνεργαζομένων καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολέμου ἀντεπροσωπεύετο ὑπὸ τῶν ἰδίων κύκλων. Ὅτι βεβαίως ἡ εἰρήνη ἡ Βαλκανικὴ θέτει ὡς προϋπόθεσιν τὴν συμφωνίαν τῶν Βαλκανικῶν λαῶν, οὐδεὶς ποτὲ τὸ ἠμφισβήτησε καὶ ἀναμφισβητήτως ἡ Ἑλληνικὴ πολιτική, ἡ ὁποία στηρίζεται ἐπὶ τῆς εἰρήνης, βαδίζει ἐπὶ τῆς πραγματοποιήσεως μιᾶς τοιαύτης συμφωνίας. Ὥστε τὸ ζήτημα τῆς Βαλκανικῆς ὁμοσπονδίας δὲν εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καλούμεθα ἀπόψε νὰ ἐξετάσωμεν, οὐδὲ ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ ἐτέθη εἰς ἡμᾶς νὰ λύσωμεν σήμερον τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος, διὰ τὸ ὁποῖον ζητεῖται ἡ δίωξις τινῶν τῶν κ. βουλευτῶν. Τὸ θέμα εἶναι ἐντελῶς ἄλλο. Ἡ Δικαστικὴ ἀρχὴ ζητεῖ τὴν δίωξιν ὡρισμένων βουλευτῶν δι’ ἐνεργείας, αἵτινες θέτουσιν εἰς κίνδυνον αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν τοῦ Κράτους. Κατηγοροῦνται δι’ ἐνεργείας, τεινούσας πρὸς τὴν αὐτονόμησιν τῆς Μακεδονίας καὶ συνεπῶς τὴν διάλυσιν τοῦ κρατικοῦ ὀργανισμοῦ. Ἐναντίον τοιαύτης κατηγορίας, οἱ συνάδελφοι δὲν δύνανται νὰ θελήσωσιν νὰ προστατευθῶσιν ἀπὸ τὴν βουλευτικὴν ἀσυλίαν, ἥτις ἐθεσπίσθη ἀκριβῶς ὅπως προστατεύσῃ τὴν ἐλευθερίαν. Ἐὰν αἱ ἐνέργειαί των εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ κλονίζουν καὶ νὰ ἀμφισβητοῦν τὴν ὕπαρξιν τοῦ Κράτους καὶ τὴν θέλησιν τοῦ Κράτους πρὸς πραγματοποίησιν τῶν σκοπῶν του, βεβαίως ἡ δικαιοσύνη ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ μέτρα ἐναντίον αὐτῶν. Ἡμεῖς δὲν θὰ ἀποφασίσωμεν ἂν εἶναι ἔνοχοι. Ἡμεῖς ἁπλῶς δίδομεν τὴν ἐλευθερίαν, ἵνα ἀπολογηθῶσιν, ὥστε, ψηφίζοντες τὴν δίωξιν, ἁπλῶς δίδομεν τὴν γνώμην ὅτι εἶναι ἐλεύθεροι ἀπέναντι τῆς Ἑλληνικῆς δικαιοσύνης νὰ ὑποστηρίξωσι τὰς γνώμας των καὶ τὰς ἰδέας των.
§467ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κακουλίδης.
§468Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἐδήλωσα ὅτι εἶμαι ὀπαδὸς τοῦ ἀστικοῦ δημοκρατικοῦ καθεστῶτος καὶ τῆς θερμῆς προστασίας τοῦ συνόλου. Τοῦτο δηλῶ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, διότι θὰ καταλήξω εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι δὲν θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς διώξεως τῶν κομμουνιστῶν βουλευτῶν, καὶ τὴν σειρὰν τῶν σκέψεών μου κρίνω ἀναγκαῖον νὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω εἰς ὑμᾶς. Κύριε Πρόεδρε, ὅταν ἦλθον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τὴν πρώτην φορὰν ἡ νεκροφόρος αὐτή, ἔθεσα εἰς τὴν πολιτικήν μου συνείδησιν τὸ ἑξῆς διπλοῦν ἐρώτημα: Πρῶτον: ὑπὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα, εἴτε βασιλευόμενον, εἴτε προεδρευόμενον, εἶναι ἢ οὒ ἐλευθέρα ἡ σκέψις τοῦ πολίτου; Καὶ ὅταν ἀνελογίσθην ὅτι ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτέρων χρόνων εἰς τὴν χώραν αὐτήν, ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Πλάτωνα καὶ τὸν Ἀριστοτέλην καὶ τὸν Σωκράτην, ὁ ὁποῖος ἔπιε τὸ κώνειον διότι εἰσῆγε καινὰ δαιμόνια, καὶ πηγαίνομεν ἔπειτα εἰς τοὺς ξένους λαοὺς τὸν Γαλλιλαῖον, τὸν Ρενάν, τὸν Δάρβινον, οἵτινες ἐπρέσβευον ἀρχὰς ἀνατρεπτικὰς τοῦ καθεστῶτος, οὐδὲν ἄλλο βλέπομεν καὶ οὐδὲν ἄλλο μᾶς διδάσκει ἡ ἱστορία, ἢ ὅτι ἡ σκέψις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ πρέπει νὰ εἶναι ἐλευθέρα. Καὶ ἦλθον εἰς τὸ δεύτερον σημεῖον τῆς ἐρωτήσεως, τὴν ὁποίαν ἐπίσης ἔκαμα: Κατὰ ποῖον τρόπον αὐτὴ ἡ ἐλευθέρα σκέψις δέον νὰ πολεμηθῇ; Διὰ τῶν διωγμῶν; Εἶναι βέβαια καὶ αὐτὸς εἷς τρόπος, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς, οἱ σύγχρονοι Ἕλληνες, ἔχομεν πεῖραν τῶν πρὸς ἀλλήλους διωγμῶν καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῶν. Ἔχομεν ἐπίσης καὶ ἀπὸ τὴν ἱστορίαν πεῖραν τῶν διωγμῶν καὶ δὲν βλέπω εἰς ποῖον πρακτικὸν ἀποτέλεσμα θὰ ἔλθωμεν, ἐὰν θελήσωμεν νὰ καταπνίξωμεν τὸν κομμουνισμὸν διὰ τῆς μεθόδου τῶν διωγμῶν. Συμφωνῶ πληρέστατα μετὰ τοῦ συναδέλφου κ. Κίνια, ὁ ὁποῖος ἔθεσε σαφῶς τὸ ἐρώτημα: Ὁ τρόπος, καθ’ ὃν θὰ πνίξωμεν τὸν κομμουνισμόν, εἶναι ἡ αὐστηρὰ καὶ εὐρυτέρα ἐφαρμογὴ τῆς δημοκρατίας καὶ ἡ καλὴ διαχείρισις καὶ χρηστὴ διοίκησις. Αὐτὸ θὰ εἶναι ὁ θάνατος τοῦ κομμουνισμοῦ. Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ψηφίσω τὸν διωγμόν, ἀλλὰ δὲν θὰ ἠμπορέσω νὰ παρίδω τὸ ἀντεθνικὸν μέρος τῶν ἀξιώσεων τοῦ κομμουνισμοῦ. Ὑπάρχει βεβαίως πολιτικὴ δίωξις, ἀλλ’ αἱ ἀντεθνικαί των ἐνέργειαι δὲν πρέπει νὰ παρέλθωσιν ἀπαρατήρητοι ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ. Κατὰ σύμπτωσιν, παρόμοιον ζήτημα ἐγεννήθη ἐν Γαλλίᾳ καὶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω ὀλίγας λέξεις. Εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλὴν, κομμουνιστὴς βουλευτὴς Ἀλσατός, ἀνελθὼν εἰς τὸ βῆμα, ἐδήλωσεν ὅτι ἡ Ἀλσατία καὶ ἡ Λωρραίνη πρέπει νὰ αὐτονομηθῶσιν. Ἂς παρακολουθήσωμεν τὴν ψυχολογίαν τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς (Ἀναγινώσκει): «Ὁ κ. Πουανκαρὲ ἀπήντησεν εἰς τὸν βουλευτήν.......». Ὅταν δὲ κατόπιν ὁ κομμουνιστὴς βουλευτὴς ἐπέμενεν, ἐξηγέρθη σύσσωμος ἡ Βουλὴ καὶ τὸν περιέλουσεν διὰ διαφόρων ὕβρεων. Εἰς τὸ τέλος ὁ κ. Πουανκαρὲ εἶπεν: (Ἀναγινώσκει)......... Δὲν ἐσκέφθησαν ἐκεῖ, μολονότι συνελήφθη μεταφέρων ἐφημερίδας καλούσας εἰς αὐτονομίαν, νὰ τὸν συλλάβωσιν, ἀλλὰ τὸν ἀπεδοκίμασαν. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι ὁ διωγμὸς θὰ φέρῃ ὡς ἀποτέλεσμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὀρθότατα παρετήρησεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Φλωρίνης. Θὰ μεγαλοποιήσωμεν εἰς τὰ ὄμματα τῶν ξένων τὸν κίνδυνον τοῦ κομμουνισμοῦ. Ἔχω τὴν τιμήν, κύριοι Συνάδελφοι, δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, νὰ θέσω ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν, οὐχὶ τὴν ὁδὸν πρὸς τὰ πυροβόλα ἐκεῖνα, ἀλλὰ πρὸς τὴν μελάνην καὶ τὸ χαρτί, καὶ ὑποβάλλω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς τὴν ἑξῆς πρότασιν: (Ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλή, στερρῶς ἐχομένη τῶν Πατρίων, ἐκφράζει τὸν ἀποτροπιασμὸν αὐτῆς διὰ τὰς ἀντεθνικὰς ἀρχὰς τῶν Κομμουνιστῶν συναδέλφων, ἀλλ’ ἐπαφίησιν τὴν ἐπ’ αὐτῶν κρίσιν εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων».
§469ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χαϊνόγλου.
§470Α. ΧΑΪΝΟΓΛΟΥ. Ὅταν πρὸ δύο ἐτῶν ἐδικαζόμεθα διὰ τὴν αὐτὴν ὑπόθεσιν, ἐνώπιον τοῦ Γʹ. Διαρκοῦς Στρατοδικείου τῆς Θεσσαλονίκης, εἶχον εἴπει πρὸς τοὺς στρατοδίκας: Ἡ πολιτικὴ τῶν κομμάτων δὲν κρίνεται εἰς τὰ δικαστήρια, ἡ πολιτικὴ τῶν κομμάτων κρίνεται εἰς τὴν συνείδησιν τῶν μαζῶν. Τὸ ἴδιον, νομίζω, ὅτι δικαιούμεθα νὰ ἐπαναλάβωμεν καὶ αὐτὴν τὴν φορὰν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι βλέπω ὅτι ἡ Βουλὴ μετετράπη εἰς δικαστήριον. Ἡ κατηγορία ἀφορᾷ μίαν μεμονωμένην πρᾶξιν, μίαν μεμονωμένην συνωμοσίαν, ἀποβλέπουσαν εἰς τὴν αὐτονόμησιν τῆς Μακεδονίας καὶ ἀπειλοῦσαν τὴν ἀκεραιότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Νομίζω ὅτι ὁ τρόπος αὐτός, κατὰ τὸν ὁποῖον θέτει τὸ ζήτημα ἡ κατηγορία, εἶναι ἐντελῶς σκόπιμος καὶ ἐντελῶς ἐσφαλμένος. Τὸ σύνθημα «ἑνιαία καὶ ἀνεξάρτητος Μακεδονία» εἰς τὸ ὁποῖον στηρίζεται ἡ κατηγορία, υἱοθετήθη ἀπὸ τὰ κομμουνιστικὰ κόμματα τῆς Βαλκανικῆς ὁλοκλήρου καὶ ὄχι μόνον ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν κομμουνιστικὸν κόμμα, υἱοθετήθη μαζὺ μὲ ὁλόκληρον σειρὰν ἄλλων συνθημάτων, ποὺ ἀφοροῦσαν ἐθνικῆς φύσεως ζητήματα καὶ ἐμπεριείχετο εἰς μίαν ὁλόκληρον πολιτικὴν γραμμὴν ἐπὶ τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος, τὴν ὁποίαν καθώρισαν τὰ κόμματα αὐτά, εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὸ ἐθνικὸν ζήτημα γενικῶς καὶ τῶν Βαλκανικῶν. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ μιᾶς ἰδιαιτέρας πράξεως εἰδικῶς διὰ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ἀλλὰ περὶ γενικῆς πολιτικῆς Βαλκανικῆς, ἡ ὁποία δίδει μίαν λύσιν εἰς τὸ ζήτημα τῶν Βαλκανίων γενικῶς. Ἡ Βαλκανική, Κύριοι βουλευταί, εἶναι ἡ γωνία τῆς Εὐρώπης, ἡ ὁποία κατ’ ἐξοχὴν εἶναι πολυσύνθετος ἐθνικῶς, εἰς τὴν ὁποίαν ζοῦν αἱ πλέον ἀνομοιογενεῖς ἐθνότητες καὶ ἡ ὁποία μᾶς παρέχει τὴν εἰκόνα ἑνὸς πεδίου συγκρατουμένου ἐθνικισμοῦ καὶ τάσεων ἐθνικῶν. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω σχετικῶς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν διατυπώνει ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ὁ ἄλλοτε Ἰταλὸς Ὑπουργὸς Νίττι (ἀναγινώσκει): «Τὸ Βαλκανικὸν ζήτημα ἐνέχει τὸν μεγαλύτερον κίνδυνον.... Ὅλαι αἱ χῶραι τῆς Βαλκανικῆς καὶ γενικώτερον τῆς νοτιοανατολικῆς Εὐρώπης δὲν ἀποτελοῦν, παρὰ ἀνομοιογενὲς κατασκεύασμα, λόγχας τῶν διπλωματικῶν παρασκηνίων, συνοθυλεύματα διαφόρων ἐθνικοτήτων καὶ πεδία, εἰς τὰ ὁποῖα συναντᾷ κανεὶς τὴν ἀγριωτέραν ἐθνικὴν καταπίεσιν. Ἀλλὰ συγχρόνως ἡ Βαλκανικὴ εἶναι ἐπίσης ἓν πεδίον, εἰς τὸ ὁποῖον διασταυροῦνται οἱ ὀξύτεροι ἀνταγωνισμοὶ τῶν ἰμπεριαλιστικῶν δυνάμεων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν παρὰ ἕνα καὶ μόνον σκοπόν, τὴν πλήρη ὑποταγὴν τῶν Βαλκανικῶν χωρῶν καὶ τὴν πρόσδεσίν των εἰς τὸ ἅρμα τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Διότι εἶναι γεγονὸς ὅτι παρευρισκόμεθα σήμερον εἰς τὰ Βαλκάνια ἐνώπιον μιᾶς συστηματικῆς καὶ μεθοδικῆς διεισδύσεως τοῦ ξένου ἰμπεριαλισμοῦ, τόσον ἀπὸ οἰκονομικῆς ὅσον καὶ ἀπὸ πολιτικῆς ἀπόψεως. Αἱ δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι διαρκῶς περισσότερον ἐξασκοῦν τὴν ἐπιρροήν των ἐπὶ τῶν Βαλκανικῶν χωρῶν, αἱ δυνάμεις αὗται εἶναι ἡ πραγματικὴ κυριαρχία τῆς ζωῆς καὶ τῆς τύχης τῶν ἐργαζομένων λαῶν τῆς Βαλκανικῆς, εἶναι αὗται αἱ ὁποῖαι κανονίζουν τὴν τύχην τοῦ ἐργαζομένου λαοῦ ὁλοκλήρου τῆς Βαλκανικῆς καὶ διευθύνουν τὴν πολιτικὴν ὅλων τῶν Βαλκανικῶν Κυβερνήσεων. Ἀλλὰ διὰ μέσου τῶν ἐθνικιστικῶν ἀνταγωνισμῶν διὰ μέσου τῶν πιέσεων καὶ τῶν συγκρούσεων τῶν ἰμπεριαλιστικῶν ἐπιρροῶν, διαφαίνεται καθημερινῶς διαρκῶς περισσότερον, ἡ ἀπειλὴ τοῦ πολέμου, τοῦ πολέμου αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος ἐμποιεῖ τόσην φρίκην, ὥστε καὶ στρατηγοὶ ἀκόμη νὰ κηρύσσωνται ἐχθροί του. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὅλη εἰκών, τὴν ὁποίαν παρουσιάζει ἡ Βαλκανική, αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ εἰκών, τὴν ὁποίαν ἡ Βαλκανικὴ παρουσιάζει εἰς τὸ εὐαισθητότερον αὐτῆς σημεῖον, ὅταν τὰ Βαλκανικὰ κομμουνιστικὰ κόμματα ἐφήρμοσαν συγκεκριμένως εἰς τὸ ἐθνικὸν ζήτημα τῆς Βαλκανικῆς χερσονήσου τὴν γενικὴν προγραμματικὴν ἀρχὴν τῶν κομμουνιστικῶν κομμάτων, ἡ ὁποία συνίσταται εἰς τὸν σεβασμὸν τῶν καταπιεζομένων ἐθνικοτήτων, μέχρι καὶ τοῦ πλήρους ἀποχωρισμοῦ. Ἐνδιαφέρει νὰ ἴδωμεν τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον διήκει διὰ μέσου ὅλης αὐτῆς τῆς πολιτικῆς. Τὰ κομμουνιστικὰ κόμματα τῆς Βαλκανικῆς, ὡς κόμματα τοῦ ἐπαναστατικοῦ προλεταριάτου, τῆς κατ’ ἐξοχὴν δυνάμεως τῆς εἰρήνης εἰς τὸν κόσμον, ὤφειλον νὰ ἀντιμετωπίσουν τὴν ἀπειλὴν τοῦ πολέμου, ἡ ὁποία ἐτίθετο διαρκῶς ἀμεσωτέρα ἐνώπιον τῶν Βαλκανικῶν λαῶν. Τὰ κόμματα τῆς Βαλκανικῆς, τὰ κομμουνιστικά, δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ ταχθοῦν ἐναντίον τῶν πολέμων, οἱ ὁποῖοι παρασκευάζονται καὶ ἡ ἀπειλὴ τῶν ὁποίων φαίνεται διαρκῶς μεγαλυτέρα. Ἔπρεπε νὰ κινήσουν τὸν ἐργαζόμενον λαὸν τῆς Βαλκανικῆς πρὸς τὴν ἀντιπολεμικὴν αὐτὴν κατεύθυνσιν. Ἀλλὰ μία συνεχὴς ἀντιπολεμικὴ πάλη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρῃ τὴν πρακτικὴν αὐτῆς ἐφαρμογήν, χωρὶς μίαν συναφῆ συστηματικὴν καὶ μεθοδικὴν πάλην ἐναντίον τῶν ἰμπεριαλιστικῶν ἐπιρροῶν, αἱ ὁποῖαι κυριαρχοῦν εἰς τὴν Βαλκανικήν. Ἀλλ’ ἐπίσης ἡ ἀπειλὴ αὐτὴ τοῦ πολέμου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποτραπῇ, χωρὶς τὴν κατάπαυσιν τῶν ἐθνικιστικῶν ἀνταγωνισμῶν μέσα εἰς τοὺς ὁποίους ἐσπάρασσεν ὁ Βαλκανικὸς λαὸς καὶ ἡ ὁποία κατάπαυσις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εὕρῃ τὴν ἐφαρμογήν της, παρὰ μέσα εἰς τὰ πλαίσια τῆς συναδελφώσεως τῶν βαλκανικῶν λαῶν, εἰς μίαν Βαλκανικὴν ὁμοσπονδίαν. Ἀλλὰ προϋπόθεσις ἀπαραίτητος ὅλων αὐτῶν, δὲν ἠδύνατο νὰ εἶναι, παρὰ ἡ κατάπαυσις πάσης ἐθνικῆς καταπτώσεως, ἡ παῦσις τῆς καταπιέσεως τῶν ἐχθρικῶν μειονοτήτων, ἀπὸ μέρους τῶν κυριάρχων ἐθνοτήτων. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἀπὸ τοῦ σημείου αὐτοῦ ἀπορρέει ἡ ὅλη πολιτικὴ ἐπὶ τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος τὴν ὁποίαν ἠκολούθησαν τὰ βαλκανικὰ κομμουνιστικὰ κόμματα καὶ τὴν ὁποίαν συνεπῶς ἠκολούθησε καὶ τὸ Ἑλληνικὸν κομμουνιστικὸν κόμμα. Διεκηρύξαμεν τὴν γνωστὴν ἀρχὴν τῶν κομμουνιστικῶν κομμάτων, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει εἰς τοὺς πραγματικοὺς σοσιαλιστάς, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει εἰς τὸ ἐπαναστατικὸν προλεταριάτον, τὸν σεβασμὸν τοῦ δικαιώματος τῶν καταπιεζομένων ἐθνοτήτων. Τὸ δικαίωμα τοῦτο, τῶν καταπιεζομένων ἐθνοτήτων, δὲν σταματᾶ μόνον εἰς παραχωρήσεις πολιτικῆς φύσεως, ἀλλ’ ἐπεκτείνεται καὶ μέχρι τοῦ πλήρους ἀποχωρισμοῦ, ἂν αἱ ἴδιαι αἱ ἐνδιαφερόμεναι ἐθνότητες θελήσουν αὐτό.
§471Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Ποῖαι εἶναι εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Μακεδονίαν αἱ ἐθνότητες αὗται;
§472Α. ΧΑΪΝΟΓΛΟΥ. Ἐτόνισα καὶ πρότερον, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἡ ὁποία ἐνεκαινιάσθη ἐπὶ τοῦ βαλκανικοῦ ζητήματος, δὲν δύναται νὰ λυθῇ μεμονωμένως μόνον δι’ ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν Ἑλληνικὴν Μακεδονίαν καὶ τὴν Σερβικὴν Μακεδονίαν. Ἐτόνισα ὅτι μία πολιτικὴ βαλκανικὴ εἶναι μία πολιτικὴ βαλκανικὴ εἶναι μία πολιτικὴ γενική, ἡ ὁποία ἐνδιαφέρει ὁλόκληρον τὴν Μακεδονίαν, ὅλα τὰ τμήματα αὐτῆς τὰ ὁποῖα αἱ διάφοροι συνθῆκαι τῆς Εὐρώπης ἐξεχώρησαν καὶ παρεχώρησαν εἰς τοὺς κατακτητάς. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, ἡ ἐξέτασις τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος εἰς τὴν Μακεδονίαν δὲν δύναται νὰ σταματήσῃ εἰς τὴν σημερινὴν εἰκόνα, τὴν ὁποίαν παρουσιάζει ἡ σύνθεσις τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Μακεδονίας, ἀλλὰ θὰ ἔπρεπε νὰ προχωρήσετε ἀκόμη περαιτέρω καὶ εἰς τὰς μεταβολὰς καὶ εἰς τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα προεκάλεσαν τὰς μεταβολὰς αὐτάς.
§473Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Νὰ τοὺς διώξωμεν λοιπὸν τοὺς πρόσφυγας;
§474Α. ΧΑΪΝΟΓΛΟΥ. Δὲν τίθεται ζήτημα νὰ διώξωμεν τοὺς πρόσφυγας. Σᾶς ἐξήγησεν ὁ κ. Μάξιμος ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ἔχομεν τὴν τιμήν, ὡς κομμουνιστικὸν κόμμα, νὰ κηρυχθῶμεν ἐναντίον τῶν συνθηκῶν τῆς ἀνταλλαγῆς, τοῦ ἀνθρωποπαζαρεύματος αὐτοῦ, διότι ἔνοχοι δὲν εἴμεθα ἡμεῖς, ἀλλ’ εἶσθε σεῖς, ὅλος ὁ ἀστικὸς κόσμος τῆς Ἑλλάδος. Μὲ τὴν μέθοδον αὐτὴν τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν πληθυσμῶν, μὲ τὴν μέθοδον αὐτὴν τῶν βιαίων ἐκτοπίσεων.....
§475Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Κατὰ τί πταίομεν ἡμεῖς, ἂν οἱ Τοῦρκοι ἔπιασαν καὶ ἔδιωξαν 300 χιλιάδας Ἕλληνας καὶ τοὺς ἔφεραν ἐδῶ; Ἔπρεπε καὶ ἡμεῖς νὰ τοὺς πετάξωμεν εἰς τὴν θάλασσαν;
§476Α. ΧΑΪΝΟΓΛΟΥ. Ἡ ἐρώτησις τὴν ὁποίαν διετυπώσατε εἶναι ὁ τελευταῖος κρῖκος μιᾶς ὁλοκλήρου ἁλυσσίδας. Τί πταίετε σεῖς; Νὰ διώξετε τοὺς πρόσφυγας; Τί πταίουν ἡ Τοῦρκοι ἂν σεῖς πήγατε εἰς τὴν Μικρὰν Ἀσίαν;
§477Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Τώρα τί νὰ κάμωμεν;
§478Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Μία πολιτική, ἕνα κόμμα, δὲν δύναται νὰ παραγνωρίσῃ μίαν πραγματικὴν κατάστασιν: Ἐκάμαμεν ἄσχημα—δυνατὸν νὰ τὸ πιστεύω καὶ ἐγὼ αὐτό —ποὺ ἐπήγαμεν εἰς τὴν Μικρὰν Ἀσίαν. Ἔγινε λάθος, ἀδιάφορον ἀπὸ ποῖον ἐκ τῶν Κυβερνώντων καθεστώτων, ἀδιάφορον ποῖος ἔπταισε καὶ ποῖος δὲν ἔπταισεν. Τέλος ἦλθε αὐτὸ τὸ κῦμα τῶν δυστυχῶν ἀνθρώπων, ἐκριζωμένων ἀπὸ τὴν Πατρίδα των. Ἐδῶ τί θέλετε νὰ κάμωμεν; Τί νομίζει τὸ κομμουνιστικὸν κόμμα; Ὑποθέσατε ὅτι ἡ Δημοκρατία σας, τὴν ὁποίαν ὀνειρεύεσθε, ἤρχετο τώρα εἰς τὴν Ἀρχήν. Τί θὰ ἔκαμνε αὐτὴ τὰς 300.000 αὐτάς; Εἰλικρινῶς σᾶς ὁμιλῶ, κύριε συνάδελφε, καὶ μὴ νομίσητε ὅτι θέλω νὰ σᾶς κάμω ἀντιπολίτευσιν. Ἐπιθυμῶ νὰ μὲ θεωρήσητε καλῆς πίστεως συζητητὴν καὶ θέλω νὰ μοῦ ἀπαντήσητε ἐπ’ αὐτοῦ.
§479Α. ΧΑΪΝΟΓΛΟΥ. Θὰ ἔπρεπε νὰ ἐρωτήσητε, ὄχι τί θὰ κάμωμεν, τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν θὰ ἀναλάβωμεν τὴν ἐξουσίαν, ὅπως λέγετε, ἀλλ’ ὅταν ἦλθον ἐδῶ οἱ πρόσφυγες εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἔπρεπε νὰ μᾶς ἐρωτήσητε τί θὰ ἐκάναμε καὶ τί εἴπομεν ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνῃ τότε.
§480Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Τώρα τί νὰ κάμωμεν;
§481Α. ΧΑΪΝΟΓΛΟΥ. Τώρα δὲν θὰ ὑποστηρίξωμεν ποτὲ ὅτι οἱ πρόσφυγες δὲν ἔχουν θέσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, οὔτε ὅτι οἱ πρόσφυγες βουλευταὶ δὲν ἔχουν θέσιν εἰς τὴν Βουλήν.
§482Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Τώρα τὴν Μακεδονίαν τί θέλετε νὰ τὴν κάμωμεν; Εἰς αὐτὸ νὰ μᾶς ἀπαντήσητε καὶ ἀφῆστε τὰς θεωρίας.
§483Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Νὰ μοῦ ἀπαντήσητε εἰς τὰ ἐρωτήματά μου.
§484Α. ΧΑΪΝΟΓΛΟΥ. Ἐὰν μὲ ἀφήνατε νὰ περατώσω τὸν λόγον μου, θὰ ἐβλέπατε ὅτι ἡ πολιτικὴ τῶν κομμουνιστικῶν κομμάτων, ἐπὶ τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξετασθῇ κεχωρισμένως ἀπὸ τὴν ὅλην πολιτική, τὴν ὁποίαν φαντάζονται καὶ τὴν ὁποίαν αὐτοὶ θέλουν νὰ πραγματοποιήσουν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, λέγω, τὸ κομμουνιστικὸν κόμμα, ἐφαρμόζον τὸ πρόγραμμά του, πρόκειται νὰ δημιουργήσῃ μίαν ὁλόκληρον σειρὰν πολιτικῶν ἐπιδιώξεων, τόσον εἰς τὰ ἐσωτερικῆς φύσεως ζητήματα, ὅσον καὶ εἰς τὰ ἐξωτερικὰ τοιαῦτα καὶ ἐννοῶ τοῦτο: Ὅτι ἓν κομμουνιστικὸν κόμμα, καταλαμβάνον τὴν ἐξουσίαν, πρόκειται νὰ ἐπιφέρῃ τοιαύτας κοινωνικὰς μεταρρυθμίσεις καὶ μεταβολὴν τοιαύτην, ἡ ὁποία θὰ τοῦ ἐπιτρέψῃ, πολὺ περισσότερον ἀπὸ σᾶς, νὰ ἀποκαταστήσῃ τοὺς πρόσφυγας.
§485Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Ἐν τῷ μεταξὺ τί θὰ γίνῃ;
§486Α. ΧΑΪΝΟΓΛΟΥ. Ἀλλὰ καὶ μίαν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τοιαύτην, ἡ ὁποία θὰ ἔλθῃ εἰς συνεννοήσεις μὲ ὅλους τοὺς λαούς, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν οἱ πρόσφυγες, οἱ ὁποῖοι ἦλθαν ἐδῶ ἐξ ὑπαιτιότητος ἰδικῆς σας, νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὸν τόπον των. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ ὅλη πολιτικὴ τὴν ὁποίαν τὰ κομμουνιστικὰ κόμματα ἐφαρμόζουν, εἶναι μία πολιτικὴ ἀντιπολεμική, μία πολιτικὴ ἀντιμιλιταριστική, μία πολιτικὴ ἀντεθνικιστική, μία πολιτικὴ ἑνωτική, ἡ ὁποία τείνει νὰ συνενώσῃ ὅλους τοὺς λαοὺς τῶν Βαλκανίων, μέσα εἰς μίαν μεγάλην πολιτικὴν καὶ οἰκονομικὴν ἑνότητα, εἰς μίαν βαλκανικὴν ὁμοσπονδίαν καὶ μίαν βαλκανικὴν Δημοκρατίαν. Αὐτὴ ἦτο ἡ βαθυτάτη ἔννοια....
§487ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁμιλεῖτε, νομίζω, ὄχι ἐντὸς τοῦ πνεύματος....
§488Α. ΧΑΪΝΟΓΛΟΥ. Ἡ δίωξίς μας γίνεται διὰ τὴν Βαλκανικὴν πολιτικήν, ἐνδιαφέρει λοιπὸν νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν ἡ πολιτικὴ ἐκείνη.....
§489ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει.
§490Α. ΧΑΪΝΟΓΛΟΥ. Ἐνδιαφέρει ἐμένα.
§491ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ νομίζετε ὅτι σεῖς μόνον εἶσθε ὁ κυρίαρχος. Ὁ Κανονισμὸς εἶνε ὁ κυρίαρχος καὶ ὀφείλετε νὰ σεβασθῆτε τὸν Κανονισμόν. Δὲν ἐκλήθητε νὰ μᾶς ἐξηγήσετε τὴν Βαλκανικὴν πολιτικήν.
§492Α. ΧΑΪΝΟΓΛΟΥ. Ὅλη ἡ σειρὰ τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα διεδραματίσθησαν κατὰ τὰ τελευταῖα χρονικὰ διαστήματα, πείθουν τὰς ἐργαζομένας μάζας περισσότερον, ὅτι πραγματικῶς ἡ διαπίστωσις, τὴν ὁποίαν τὰ κοινοβουλευτικὰ κόμματα εἶχον κάμει ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐξέλιξιν τῆς πολιτικῆς πρὸς τὰ Βαλκάνια καὶ ἐν σχέσει μὲ τὴν ἀπώλειαν τοῦ πολέμου καὶ τὴν καταπίεσιν τῶν ἐθνικοτήτων, ἦτο ἀπολύτως ὀρθή. Ὅλα τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐμεσολάβησαν, πείθουν τοὺς ἐργαζομένους, ὅτι ἡ ἀπώλεια τοῦ παλαιοῦ καθεστῶτος καθίσταται διαρκῶς περισσότερον ἐμφανεστέρα. Νομίζω συνεπῶς, ὅτι ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης ὁ ἰσχυρισμός, τὸν ὁποῖον διετύπωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Γεωργίας ὅταν διέκοπτε τὸν Μάξιμον, ὅτι ἡ πολιτικὴ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς διεκηρύξαμεν δὲν ἐξυπηρετεῖ καθόλου τὴν εἰρήνην τῆς Βαλκανικῆς, εἶναι ἐντελῶς ἐσφαλμένος, καὶ εἶναι ἐσφαλμένος, διότι εἶπον καὶ προηγουμένως πρὸς τὰ κοινοβουλευτικὰ κόμματα, κατὰ ποῖον τρόπον εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφευχθοῦν αἱ αἱματηραὶ συρράξεις ἐν τῇ Βαλκανικῇ.
§493Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ὁ κύριος Κυριακόπουλος ἔκαμε μίαν ἀνάπτυξιν πῶς κατέληξε τὸ Συνέδριον τοῦ 1924. Ἐὰν ἔλαβεν αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν καὶ ἐξέθηκε περὶ Βαλκανίων, ποῖον ἐνδιαφέρει; Ἰδιαίτερον συμφέρον εἶχον αἱ Μακεδονικαὶ ὀργανώσεις καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὅπως μὴ ὑπάρχῃ ἡ ἀξίωσις περὶ αὐτονομήσεως τῆς Μακεδονίας. Βλέπετε, ὅτι μόνον ἡ ἀξίωσις ἑνὸς ὡρισμένου Κράτους καὶ μιᾶς ὡρισμένης ἐθνικότητος ἱκανοποιοῦνται μὲ αὐτὴν τὴν ἰδέαν περὶ αὐτονομήσεως.
§494Α. ΧΑΪΝΟΓΛΟΥ. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργὸς εἶπε κάτι τὸ ὀρθὸν, εἶπεν ὅτι οἱ ἀρχηγοὶ τῶν Μακεδονικῶν ἐκείνων ἐπαναστατικῶν ὀργανώσεων, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ τὴν ἐποχὴν τῆς Τουρκοκρατίας ἀκόμη εἶχον ἀγωνισθῆ διὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Πατρίδος, οἱ ἀρχηγοὶ τῶν ὀργανώσεων Πρωτογέρωφ–Ἀλεξάνδρεφ, κατέληξαν εἰς τὴν καταπρόδοσιν τῶν ἀγώνων τοῦ Μακεδονικοῦ πληθυσμοῦ καὶ τὴν δημιουργίαν ὀργανώσεων, ὑποχειρίων τῶν τότε Κυβερνητῶν τῆς Βουλγαρίας, τοῦ Τσαγκώφ, καὶ τοῦ σήμερον Λιάπτσεφ, καὶ ὅτι ἐπίσης ἡ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις εἶχε χρησιμοποιήσει τοὺς ἀρχηγοὺς αὐτῶν τῶν Μακεδονικῶν ὀργανώσεων, πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν ἰδικῶν της ἐθνικιστικῶν σκοπῶν. Ἤδη τίθεται τὸ ἐρώτημα: Κατὰ τί ἡ πολιτικὴ τῶν κομμουνιστικῶν κομμάτων τῆς Βαλκανικῆς ἦτο ἀλληλέγγυος μὲ τοὺς ἡγέτας τῶν ἐπαναστατικῶν ὀργανώσεων, οἱ ὁποῖοι εἶχον καταπροδόσει τὸν ἀγῶνα τοῦ Μακεδονικοῦ λαοῦ καὶ οἱ ὁποῖοι εἶχον καταστῇ ὄργανα ὑποχείρια τοῦ Τσαγκὼφ καὶ τοῦ Λιάπτσεφ; Νομίζω ὅτι τὴν αὐτὴν ἀπάντησιν εἰς αὐτοὺς παρέχει ἡ σειρὰ τῶν ἀγριοτήτων, τῶν σφαγῶν, εἰς τὰς ὁποίας οἱ ἀρχηγοὶ τῶν Μακεδονικῶν ὀργανώσεων προέβησαν, εἰς βάρος τῶν ἐργατῶν, οἱ ὁποῖοι ἠγωνίζοντο πρὸς ἀνατροπὴν τοῦ Τσαγκὼφ ὑπὸ τὴν σημαίαν τοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος τῆς Βουλγαρίας. Καὶ ἐὰν περαιτέρω ἀναζητήσωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πραγματικῶς ἐτάχθησαν ἀλληλέγγυοι, ὄχι μόνον μὲ τὸν Μακεδονικὸν λαόν, ὁ ὁποῖος ἐζήτει πραγματικῶς τοὺς ἡγέτας, ἂν θέλωμεν νὰ ἀναζητήσωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πραγματικῶς ἐτάχθησαν ἀλληλέγγυοι, θὰ ἀνακαλύψωμεν αὐτοὺς εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Μουσολίνι καὶ εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ φασιστικοῦ κύκλου. Νομίζω ὅτι ἡ πολιτικὴ αὕτη, εἰς τίποτε δὲν ἐνισχύει τὰς βλέψεις τῆς Βαλκανικῆς· τοὐναντίον ἡ πολιτικὴ αὕτη, τὴν ὁποίαν ἐφαρμόζει ἡ Βαλκανικὴ ὁμοσπονδία, διότι ὡς εἴπωμεν ἀποτελεῖ τμῆμα μιᾶς γενικωτέρας πολιτικῆς τῆς γνωστῆς πολιτικῆς τῶν ἐθνικιστικῶν κομμάτων....
§495ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καταντᾷ πλέον ὕβρις, μία περιφρόνησις πρὸς τὴν Βουλήν.
§496Α. ΧΑΪΝΟΓΛΟΥ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐνόμισεν ὅτι ἀνεῦρεν ἐπιχείρημα ἐναντίον τῆς πολιτικῆς μας, λέγων, ὅτι διὰ τῆς πολιτικῆς μας ἀποβλέπομεν εἰς μίαν πολεμικὴν εἰς τὰ Βαλκάνια διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν σκοπόν μας. Εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι μόνη ἡμῶν σκέψις, δὲν εἶναι ἄλλη παρὰ τὸ ἐπαναστατικὸν προλεταριάτον. Νομίζω ἐπίσης, ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι ὄχι ἡμεῖς, ἀλλ’ αὐτοὶ οἱ νόμοι τοῦ σημερινοῦ καθεστῶτος δημιουργοῦν τὸν πόλεμον. Ὁ καπιταλισμός, ἔλεγεν ἄλλοτε ὁ Ζωρές, φέρει διαρκῶς τὸν πόλεμον, ὁ πόλεμος εἶναι προϊὸν τοῦ καπιταλισμοῦ, εἶναι ἡ ἐκδήλωσις ἐκείνη, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπιδίδονται αἱ καπιταλιστικαὶ ὁμάδες. Ἀλλά, κύριοι, ἀπὸ τὰς πληγὰς ἄλλοτε τοῦ Γαλλογερμανικοῦ πολέμου τοῦ 1870, καὶ μέσα εἰς τὴν ἀποπνικτικὴν ἀτμόσφαιραν τῶν πολιορκουμένων Παρισίων, εἶχεν ἀνατείλῃ ἡ Κομμούνα. Ἐπίσης ἀπὸ τὰ καπνίζοντα ἀκόμη ἐρείπια, τὰ ὁποῖα ἄφησεν ὁ τελευταῖος Εὐρωπαϊκὸς πόλεμος, ἔχομεν σειρὰν ἐπαναστατικῶν κινημάτων, τόσον εἰς τὴν σοβιετικὴν Ρωσσίαν, ὅσον καὶ εἰς τὴν Οὐγγαρίαν καὶ τὴν Βαυαρίαν. Πρότερον ἀκόμη ἀπὸ τὸν Ρωσσοϊαπωνικὸν πόλεμον, εἴχομεν τὴν πληγὴν τῆς πρώτης σοβιετικῆς ἐπαναστάσεως. Συνεπῶς δὲν ὑπάρχει οὐδὲ κόκκος ἀληθείας εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπεν εἷς τῶν κυρίων συναδέλφων, ὅτι ἔρχεται μία περίοδος, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἐξαιρετικὴ αὕτη δύναμις τοῦ προλεταριάτου καταφεύγει εἰς τὸν πόλεμον διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν εἰρήνην. Ὁ πόλεμος οὗτος δὲν ἔχει οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὸν πόλεμον τὸν ἰδικόν σας. Εἶναι ὁ πόλεμος ὁ ἐπαναστατικός. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν σημαίνει, ὅτι ἐπιδιώκομεν τοὺς πολέμους καὶ τὰς ταραχάς. Τοὐναντίον, νομίζομεν, ὅτι ἡ ἀνθρωπότης εἶναι ἀξία ἑνὸς καλλιτέρου μέλλοντος καὶ τὸ μέλλον αὐτὸ τὸ βλέπομεν εἰς μίαν κατάστασιν τῶν Ἐθνῶν, ἀποβλέπουσαν εἰς τὴν ἀναγνώρισιν τῶν δικαιωμάτων, εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῆς Ὁμοσπονδίας, ἡ ὁποία θὰ εἶναι τὸ ἔργον τῶν ἐργατῶν καὶ ἀγροτῶν καὶ τῶν καταπιεζομένων ἐθνικοτήτων.
§497ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σιακῆς.
§498Ι. ΣΙΑΚΗΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν θὰ ἐλάμβανον καθόλου τὸν λόγον, ἂν ἐκ τῶν λεχθέντων ἐκ μέρους δύο συναδέλφων τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου δὲν ἔμενεν ἡ ἐντύπωσις, ὅτι κατόπιν τῆς ἑλληνοποιήσεως τῆς Μακεδονίας, διὰ τῆς καθόδου τῶν ἀδελφῶν προσφύγων, δὲν τοὺς ἔμεινεν ἄλλο ὑλικὸν διὰ νὰ ἐφαρμόσουν τὰς θεωρίας των ἢ μόνον ὁ ἑβραϊκὸς πληθυσμός, Ὁ μὲν εἶπεν, ὅτι ὑπάρχει ἐν Μακεδονίᾳ μειονότης ἡ ἑβραϊκή, ὁ δὲ ἄλλος εἶπεν ὅτι ἡμεῖς ἀκολουθοῦμεν—αὐτοί, δηλαδὴ οἱ κομμουνισταί—, μίαν τοιαύτην πολιτικήν, διὰ νὰ προστατεύσωμεν τὰς καταπιεζομένας μειονότητας ὑπὸ τῆς πλειονότητος. Αὐτὸς ὁ λόγος μὲ φέρει εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ δηλώσω, ὅτι ὁ ἑβραϊσμὸς τῆς Θεσσαλονίκης καὶ ὁ ἑβραϊσμὸς τῆς ὅλης Ἑλλάδος δὲν ἐζήτησεν τὴν προστασίαν οὐδενὸς κόμματος. Ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους καὶ ἀπὸ αὐτοὺς μόνον ζητεῖ τὴν προστασίαν ὁσάκις ἀδικηθῇ. (Χειροκροτήματα).
§499ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀναστασίου.
§500Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καὶ εἰς τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, ὅτε συνεζητεῖτο καὶ πάλιν τὸ ζήτημα τῆς διώξεως τῶν βουλευτῶν τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ δηλώσω, ὡς μέλος τῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι ἂν παριστάμην εἰς τὴν ψηφοφορίαν τῆς ἐπιτροπῆς, καθ’ ἣν ἐπρόκειτο τὸ ζήτημα τῆς διώξεως, θὰ ἐψήφιζον κατὰ τῆς διώξεως. Τὴν γνώμην μου ταύτην θὰ δικαιολογήσω δι’ ὀλίγων, χωρὶς νὰ ὑποτεθῇ ἀπὸ κανένα, ὅτι εἰς τοῦτο μὲ ἄγει φόβος τῆς παρεξηγήσεως τῆς γνώμης μου ταύτης, διότι καὶ γνωσταὶ εἶναι αἱ συντηρητικαί μου ἀρχαί, καὶ αἱ πεποιθήσεις μου, καθὼς ἐπίσης καὶ τὸ ὅτι ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐσυνείθισα νὰ ἐκφέρω μετὰ θάρρους καὶ εἰλικρινείας τὴν γνώμην μου, ὁσάκις εἶναι ἀπόρροια τῆς συνειδήσεώς μου, ἀδιαφορῶν πρὸς πᾶσαν παρεξήγησιν. Ἐγὼ μάλιστα ἔχω νὰ ἀναφέρω ὑπὲρ ἐμοῦ καὶ τοῦτο, χωρὶς βέβαια νὰ θέλω νὰ καυχηθῶ ἢ νὰ ἐπιδείξω πολιτικὴν ὀξυδέρκειαν ἢ πρόβλεψιν ὅτι εἶχον προΐδει καὶ προεῖπον τὰ σήμερον συμβαίνοντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ὁμιλῶν δηλαδὴ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνέλευσιν, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναλογικῆς ἐκλογῆς, παρὰ τὰς ἀντιρρήσεις καὶ τοὺς σαρκασμοὺς διαφόρων ἀμυντόρων σήμερον τοῦ ἀστικοῦ καθεστῶτος, εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἀλλὰ καὶ ὁ κίνδυνος τῆς εἰσβολῆς τῶν κομμουνιστῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ δὲν εἶναι τόσον μικρὸς ὅπως παρεστήθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διότι ὁ κομμουνισμός, ὅστις ἤρχισε νὰ εἰσελαύνῃ εἰς ὅλας τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας—καὶ λάβετε παράδειγμα ἀπὸ ὅ,τι γίνεται εἰς τὸ Μαράσλειον—ὁ κομμουνισμὸς θὰ εἰσελάσῃ καὶ εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, διὰ νὰ ἀκουσθῇ καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἡ ἀνίερος ἐκείνη κραυγὴ ἡ ὁποία ἀκούεται ἀπὸ τῶν στηλῶν τοῦ ὀργάνου αὐτῶν, ὅτι δὲν ὑπάρχει Πατρὶς καὶ ὅτι ἡ Μακεδονία δὲν εἶναι Ἑλληνικὴ καὶ πρέπει νὰ αὐτονομηθῇ». Τοιαύτην γνώμην εἶχον, κύριοι βουλευταί, τότε περὶ τῆς δράσεως τοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος καὶ ἀπὸ τῶν ἰδεῶν τούτων δὲν παρεξέκλινα μέχρι σήμερον, οὐδὲ ὑπῆρξεν ἀφορμὴ νὰ παρεκκλίνω ἀπὸ τῶν ἀρχῶν τούτων, διότι εἰς τὴν ἰδέαν τῆς Πατρίδος πιστεύω ὡς εἰς ἄρθρον πίστεως καὶ ἡ ψυχή μου δονεῖται ἀπὸ τοὺς πλέον ἐνθουσιώδεις παλμοὺς εἰς τὸ ἄκουσμα τοῦ ὀνόματος αὐτῆς. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου, μέχρι τοῦ σημείου νὰ παρίσταται ὅτι ὑφίσταται σήμερον κίνδυνος τῆς ἐδαφικῆς ἀκεραιότητος τῆς Χώρας, ἐκ τῶν ἀνοήτων ἰδεῶν, αἱ ὁποῖαι ἀορίστως ἐκφέρονται...;
§501Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Δὲν τὸ εἶπε κανεὶς αὐτό, ἐκτὸς ἂν τὸ δημιουργῆτε σεῖς.
§502Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὅλοι περὶ αὐτοῦ ὁμιλεῖτε καὶ παριστάνετε κινδυνεύουσαν τὴν ἀκεραιότητα τῆς χώρας, ἐκ τῶν ἀνοήτων ἰδεῶν τοῦ κομμουνισμοῦ, τὰς ὁποίας μεγαλοποιῆτε διὰ τῶν συζητήσεων καὶ δίδετε ἀφορμὴν εἰς μεγαλειτέραν διάδοσιν καὶ ἔκτασιν τούτων. Ἐὰν συνελάμβανον καὶ ἐγὼ τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑφίσταται τοιοῦτος κίνδυνος, βεβαιωθῆτε, κύριοι, ὅτι θὰ ἤμην πολὺ ὀξύτερος ἀπὸ τοὺς πλέον εὐεξάπτους ἐξ ἡμῶν. Δὲν δύναμαι ὅμως εἰς τὴν συνείδησίν μου νὰ δικαιολογήσω τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἑδράζεται ἡ διατυπουμένη κατηγορία κατὰ τῶν βουλευτῶν τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου, κατηγορία στηριζομένη, ὡς ἀνεπτύχθη ἄλλως τε πλέον ἢ ἐπαρκῶς ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους τοὺς ὑποστηρίζοντας τὴν ἄποψιν, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω καὶ ἐγώ, κατηγορία, στηριζομένη εἰς ἓν ἔγγραφον ἀνυπόγραφον ἀποκαλυφθὲν μετὰ μίαν τετραετίαν ἀφ’ ἧς συνετάγη καὶ ἀνακοινωθὲν τελευταίως, ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον χρονολογεῖται ἀπὸ τοῦ 1924, τὸ ὁποῖον ἔχει παραγραφῆ εἰς τὴν συνείδησιν παντὸς ἀνθρώπου καὶ τῶν ἰδεῶν τοῦ ὁποίου ἡ ἐκδήλωσις δὲν ἐγένετο πουθενά, οὐδ’ ἐπηκολούθησε τοῦτο ἐνέργειά της.
§503Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ἐπιμένουν πάντες μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς, ἐπιμένουν.
§504Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν παραδέχομαι, ἀξιότιμε συνάδελφε, ὅτι ἐπιμένουν πάντες.
§505Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Τοὺς προσβάλλετε τοὺς ἀνθρώπους. Δὲν ἀρνοῦνται.
§506Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τοὐναντίον, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἠκούσθησαν πολλαὶ ὑποχωρήσεις.
§507Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Καμμιά.
§508Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν εἶναι ὑποχώρησις, τὸ λεχθὲν ἀπὸ τὸν κ. Κωνσταντινίδην, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἡ Μακεδονία διὰ τῶν προσφύγων σήμερον ἔγινε κατὰ παμψηφίαν Ἑλληνική, τὸ ζήτημα τῆς αὐτοδιαθέσεως τῶν λαῶν εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀπόψεως, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ὑποστηρίζει; τί ἄλλην ὑποχώρησιν ἠθέλατε καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ κάνουν; Νομίζετε ὅτι, διότι ὑπῆρχε δι’ αὐτοὺς κίνδυνος νὰ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ τὴν δίωξιν αὐτῶν, ἔπρεπε οὗτοι νὰ καταστῶσι περιδεεῖς καὶ νὰ ἔλθουν ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ νὰ ἐξομολογηθῶσι τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν καὶ νὰ ζητήσωσι δημοσίᾳ συγγνώμην; Τοιοῦτον ἐξευτελισμὸν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀξιώσῃ ἡ Βουλὴ ἀπὸ οἱονδήποτε ἐκ τῶν μελῶν της. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ἡ ἀπόφασις ἐκείνη, ἡ ἀπολύτως ἀόριστος, ἔχει γίνει ἀπὸ τὸ 1924, ὥστε νὰ γεννᾶται καὶ ἡ ἰδέα τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξα προηγουμένως, ὅτι καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν τότε ἐγκατέλειψαν ταύτην ἤδη, διότι καὶ δι’ αὐτοὺς ἡ Μακεδονία κατέστη ἤδη ἀπολύτως Ἑλληνική, εἴτε δι’ οἱονδήποτε ἄλλον λόγον...
§509Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Εἰς τὸν Πύργον μεθαύριον νὰ τὰ εἴπητε αὐτά, ὅτι ὑπεστηρίξατε τοὺς κομμουνιστάς.
§510Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σᾶς εἶπον προηγουμένως ὅτι δὲν φοβοῦμαι κανένα, ἐφόσον ἐκφράζω τὴν πεποίθησίν μου. Οἱ συμπολῖται μου μὲ γνωρίζουν καλλίτερον ἀπὸ ὅ,τι γνωρίζουν σᾶς οἱ δικοί σας.
§511Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Τὸ ἀστικὸν καθεστὼς ὑποστηρίζει ἀκριβῶς ὁ ρήτωρ, δι’ ὅσων λέγει, διότι τὸ ἐντοπίζομεν εἰς τὰ ὅρια ἐκεῖνα.
§512Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐφόσον λοιπὸν ἡ ἀόριστος ἐκείνη ἀπόφασις ἀνάγεται εἰς τὸ 1924, δηλαδὴ παρῆλθεν ὁλόκληρος τετραετία, χωρὶς αἱ ἐκδηλώσεις νὰ λάβωσι σάρκα καὶ ὀστᾶ, ἐφ’ ὅσον δὲ ἀπεδείχθη ἐκ τῆς συζητήσεως, ὅτι δύο μὲν τῶν βουλευτῶν τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου διὰ τὴν πρᾶξιν των ταύτην ἐλογοδότησαν ἐν Θεσσαλονίκῃ, καταδικασθέντες σκληρῶς εἰς 18ετῆ δεσμά, ἄλλοι δὲ κατ’ ἐπανάληψιν ἐλογοδότησαν διὰ τὴν αὐτὴν πρᾶξιν εἰς διάφορα στρατοδικεῖα, νομίζω, ὅτι ἡ συνείδησις παντὸς ἐλευθέρου ἀνθρώπου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχθῇ τὴν δίωξιν τῶν βουλευτῶν τούτων διὰ τοιαύτην ἀσήμαντον αἰτίαν, ρίπτουσα τούτους βορὰν τοῦ φανατισμοῦ ὡρισμένων ἀνθρώπων κατ’ ἐπανάληψιν καπιλευομένων τὴν ἰδέαν τοῦ πατριωτισμοῦ, τὴν ὁποίαν λησμονοῦσιν ἀμέσως, ἅμα τὰ συμφέροντα αὐτῶν τὰ ἀτομικὰ δὲν ἐξυπηρετοῦνται ὑπὸ τῆς ἰδέας ταύτης. Φρονῶ μάλιστα, ὅτι ἡ καταδίωξις τῶν βουλευτῶν τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου, καθ’ ὃν τρόπον ζητεῖται, θὰ ἀποβῇ ἄσκοπος καὶ θὰ ἀποτελέσῃ ἁπλῶς πρᾶξιν ἐκδικήσεως καὶ ταλαιπωρίας, διότι ἡ δικογραφία, ἡ ἀφορῶσα αὐτοὺς, μόλις πρὸ ὀλίγου ἤρξατο σχηματιζομένη, θὰ ἀπαιτήσῃ δὲ μακρὸν χρόνον διὰ τὴν περαίωσιν, χρόνον ὑπερβαίνοντα κατὰ πολὺ τὸ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ὁριζόμενον τρίμηνον διὰ τὴν προφυλάκισιν τῶν διὰ πολιτικὰ ἀδικήματα κατηγορουμένων, εἰς τρόπον ὥστε δὲν θὰ μείνῃ εἰς τὴν Δικαστικὴν ἐξουσίαν, τὴν ἐπιδιώκουσαν τὴν δίωξιν τῶν κομμουνιστῶν βουλευτῶν, εἰ μὴ ἡ ἱκανοποίησις τῆς ἐπὶ τρίμηνον προφυλακίσεως, μετὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀναγκασθῇ νὰ ἀπολύσῃ τούτους, παρέχουσα τὴν εἰκόνα δικαστικῆς κουφότητος καὶ κακεντρεχείας, εἰς δὲ τοὺς διωκομένους βουλευτὰς καὶ τὸ κόμμα αὐτῶν, τὸν θρίαμβον ὅτι ὑπῆρξαν θύματα μιᾶς ἀσκόπου καὶ ἐμπαθοῦς ἀποστερήσεως τῆς προσωπικῆς των ἐλευθερίας. Διὰ τοὺς λόγους τούτους, ἐκπληρῶν ἔργον συνειδήσεως, θὰ ψηφίσω κατὰ τῆς διώξεως. (Χειροκροτήματα).
§513ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βεντούρης ἔχει τὸν λόγον.
§514Ζ. ΒΕΝΤΟΥΡΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, οἱ προλαλήσαντες συνάδελφοί μου τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου ἐξέθεσαν ἤδη τὰς ἰδέας τοῦ κόμματός μας ἐπὶ τοῦ Μακεδονικοῦ ζητήματος καὶ δὲν πρόκειται νὰ ἐπαναλάβω ὅσα εἶπον οἱ διάφοροι συνάδελφοι τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου, διότι κατὰ τὴν γνώμην μου σαφῶς ἔχουν ἐκθέσει οἱ διάφοροι συνάδελφοί μου, ὅτι πρόκειται περὶ προσχήματος καὶ οὐχὶ περὶ κατηγορίας. Κατηγορία οὐσιαστικὴ οὐδὲ ὑπάρχει, οὐδὲ δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Πρόκειται περὶ μιᾶς ὑποθέσεως, ἡ ὁποία, ὡς ἤδη ἀνέπτυξαν οἱ διάφοροι συνάδελφοι, χρονολογεῖται ἀπὸ τοῦ 1924 καὶ δὲν δύναται μία ἀπόφασις, ἡ ὁποία ἐλήφθη τότε νὰ ἀποτελέσῃ σήμερον θεμέλιον κατηγορίας. Θέλω ὅμως νὰ περιορισθῶ εἰς ἓν ζήτημα, διὰ τὸ ὁποῖον ὡμίλησε προηγουμένως ὁ βουλευτὴς κύριος Σιακῆς, εἰς τὸ ζήτημα τῆς Ἰσραηλιτικῆς μειονότητος. Καὶ ἄλλοτε ὁμιλῶν, ἀπέδειξα ὅτι αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις ἔλαβον ἔναντι τῆς Ἰσραηλιτικῆς μειονότητος Θεσσαλονίκης διάφορα καταπιεστικὰ μέτρα. Αὐτὰ τὰ καταπιεστικὰ μέτρα διατηροῦνται ἀκόμη. Εἶνε τὸ ζήτημα τῆς Κυριακῆς ἀργίας.
§515Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Λέγετε σεῖς ὅτι αὐτὸ εἶνε καταπιεστικὸν μέτρον;
§516Ζ. ΒΕΝΤΟΥΡΑΣ. Μάλιστα.
§517Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶσθε ὁ περιεργότερος κομμουνιστής.
§518Ζ. ΒΕΝΤΟΥΡΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, εἶναι καταπιεστικὸν μέτρον, διότι αἱ διάφοραι μειονότητες ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἀναπαύωνται σύμφωνα μὲ τὰς παραδόσεις των, καὶ οἱ Ἰσραηλῖται ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἀναπαύωνται τὸ Σάββατον καὶ νὰ δουλεύουν τὴν Κυριακήν. Εἶνε τὸ ζήτημα τῶν χωριστῶν ἐκλογικῶν συλλόγων. Εἶνε πολλὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν ἐκεῖ ἀκόμη.
§519ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κύριε συνάδελφε, εἰς τὴν Βιέννην δὲν ὑπάρχει Σοσιαλισμός;
§520Ζ. ΒΕΝΤΟΥΡΑΣ. Εἶνε τὸ ζήτημα τῶν ἐπιτάξεων διὰ τὰ Κοινοτικὰ Σχολεῖα, τὰ ὁποῖα δὲν δίδονται, παρ’ ὅλας τὰς ὑποσχέσεις τῶν ἑκάστοτε Ὑπουργῶν τῆς Παιδείας. Εἶνε τὸ ζήτημα τῆς κατεδαφίσεως πολλῶν οἰκιῶν εἰς τὴν Θεσσαλονίκην καὶ κανὲν μέτρον δὲν λαμβάνεται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἀρχῶν διὰ νὰ ἐγκατασταθοῦν ἀλλαχοῦ αὐτοὶ οἱ Ἰσραηλῖται. Εἶνε τὸ ζήτημα τοῦ ἀντισηκώματος τῶν Ἰσραηλιτῶν, τὸ ὁποῖον τελευταίως ἀκόμη ηὐξήθη ἀπὸ 5.000 εἰς 8.000 δραχμάς. Καὶ εἶνε, κύριοι συνάδελφοι, καὶ ἡ ἀπέλασις πολλῶν....
§521ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὰ εἶνε ἀντικομμουνιστικά.
§522Ζ. ΒΕΝΤΟΥΡΑΣ. .... ἡ ἀπέλασις πολλῶν Ἰσραηλιτῶν, ἡ ὁποία ἀπεφασίσθη προχθὲς ἀκόμη εἰς τὴν Θεσσαλονίκην ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Ἀσφαλείας.
§523Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Αὐτοὶ ἀπηλάθησαν, διότι ἦσαν Ἰσραηλῖται;
§524Ζ. ΒΕΝΤΟΥΡΑΣ. Ἐν μέρει, κύριε συνάδελφε.
§525Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Αὐτὸ δὲν εἶνε ἀκριβές. Θὰ τοὺς ἀπήλασαν διότι κἄτι ἔκαμαν. Δὲν ἐγεννήθη ποτὲ εἰς τὴν Ἑλλάδα θρησκευτικὸν ζήτημα.
§526Ζ. ΒΕΝΤΟΥΡΑΣ. Τώρα, κ. συνάδελφε, φαίνεται ὅτι λησμονεῖτε τὰς ἀντισημιτικὰς προκηρύξεις, αἱ ὁποῖαι ἐκυκλοφόρησαν εἰς τὴν Θεσσαλονίκην.
§527ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Σεῖς τὰς ἐκάματε.
§528Ζ. ΒΕΝΤΟΥΡΑΣ. Λησμονεῖτε τὰ διάφορα καταπιεστικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν κατὰ καιρούς.
§529Β. ΣΚΟΥΛΑΣ. Ἡ Ρωσσία, ἡ ὁποία ὑπῆρξεν ὁ μεγαλύτερος ἐχθρὸς τῶν Ἑβραίων, διατί σοῦ ἀρέσει;
§530Ζ. ΒΕΝΤΟΥΡΑΣ. Μοῦ φαίνεται ὅτι καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι μαζὺ μὲ τοὺς ἄλλους βουλευτὰς τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου διώκονται καὶ οἱ Ἰσραηλῖται βουλευταὶ τοῦ κόμματος αὐτοῦ, ἀποδεικνύει ἐπίσης ὅτι ἡ ὑπόθεσις ἡ ὁποία στρέφεται ἐναντίον τῆς ἐργατικῆς τάξεως, στρέφεται ἐπίσης καὶ ἐναντίον τῶν ἐθνικῶν μειονοτήτων. (Θόρυβος) Αὐτὸ εἶναι γεγονὸς καὶ δὲν δύνασθε νὰ τὸ διαψεύσητε. Μὴ νομίζητε, ὅτι μὲ τὴν δίωξιν, μὲ τὴν ἄδειαν τὴν ὁποίαν θὰ δώσῃ ἡ Βουλή, μὴ νομίζητε, ὅτι θὰ ἠμπορέσητε νὰ θέσητε ἕνα φραγμὸν εἰς τὸν ἀγῶνα τῶν ἐργατῶν. Τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι μαζὺ μὲ τοὺς βουλευτὰς τῆς ἐργατικῆς τάξεως, ὑπάρχει καὶ ἡ ἀντιπροσωπεία τῶν ἐθνικῶν μειονοτήτων, ἡ ὁποία καὶ θὰ συσφίγξῃ τὰς ἐθνικὰς μειονότητας.
§531ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μάξιμος.
§532Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Δὲν ἀνέρχομαι, κ. βουλευταί, ἐπὶ τοῦ βήματος δι’ ἄλλο τι, εἰ μὴ διὰ νὰ ἐπιφέρω συνοπτικάς τινὰς παρατηρήσεις ἐν εἴδει περιλήψεως τῆς συζητήσεως, νὰ ἐξετάσω συνοπτικώτερον κἄπως τὰ συμπεράσματα καὶ πορίσματα τῆς συζητήσεως αὐτῆς καὶ νὰ καταθέσω εἰς τὸ τέλος μίαν δήλωσιν, ἡ ὁποία ἐκ μέρους τῆς κοινοβουλευτικῆς ὁμάδος τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου θ’ ἀποτελέσῃ τὴν ἔγγραφον αὐτῆς ἀπάντησιν εἰς τὸ ὅλον ζήτημα. Πρῶτον ἤθελον ν’ ἀπαντήσω εἴς τινα λεχθέντα, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν ἰδιαιτέρως προσωπικῶς ἐμέ, καὶ ἔχοντα σχέσιν μὲ τοὺς ἀνταγωνισμοὺς τοῦ κόμματος τοῦ Κομμουνιστικοῦ καὶ ἀφορῶντα σχετικῶς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα. Εἰς ἕνα παρόμοιον ὑπαινιγμόν, τὸν ὁποῖον ἔκαμε πρὸ ἡμερῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, ἀπήντησα, καὶ ἡ ἀπάντησις αὐτὴ εἶναι ἡ νεωτέρα. Αἱ διαφοραὶ μεταξὺ κομμουνιστῶν δὲν γίνονται ἀντικείμενον συζητήσεως τῶν ἀντιπάλων τοῦ κομμουνισμοῦ, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις. Ἡ Βουλὴ καὶ τὸ δικαστήριον ἀποτελοῦσιν ἰδιαιτέραν ὑπόθεσιν τῶν κομμουνιστῶν, καὶ οἱ κομμουνισταί, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι πεποιθήσεις καὶ ἀρχάς, ὀφείλουν, ἀνεξαρτήτως τῶν διαφορῶν, νὰ προασπίζωσιν ἀπὸ κοινοῦ τὰ συμφέροντα καὶ τοὺς πολιτικοὺς σκοπούς, τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκουσι καὶ θέτουσιν ὡς πρόγραμμά των. Δύο σημεῖα θέλω νὰ θίξω, καὶ πρῶτον τὸ σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν στάσιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπίσημος γνώμη τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς διώξεως τῶν δέκα βουλευτῶν, οὔτε ὑπῆρχεν, οὔτε ὑπάρχει καὶ ἐν τούτοις ὁ καθεὶς ἀντιλαμβάνεται, ὅτι εἶναι ζήτημα πολιτικόν, εἶναι ζήτημα περιλαμβάνον ὁλόκληρον τὴν ὁμάδα τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου. Ἡ γνώμη μου καὶ ἡ γνώμη ὅλης τῆς ὁμάδος, εἶναι ὅτι ὑπάρχει ἀντίληψις τῆς Κυβερνήσεως, τῆς πλειοψηφίας, καὶ ἡ γνώμη αὐτὴ ἐξεδηλώθη ὑπὸ τύπον προσωπικῆς ἐπεμβάσεως, ὑπὸ τύπον διαφωτιστικόν, ἀπὸ μέλη τῆς Κυβερνήσεως, ἀνήκοντα εἰς δύο διάφορα κόμματα. Ἡ γνώμη μας εἶναι, ὅτι ἡ ἐπίθεσις διεξήχθη ἐκ μέρους τοῦ Κόμματος τῶν Ἐλευθεροφρόνων. Ἡ γνώμη μας καὶ ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν δίδομεν εἰς τὸ φαινόμενον αὐτὸ εἶναι, ὅτι τὸ Κόμμα τῶν Ἐλευθεροφρόνων θέλει νὰ δείξῃ μίαν συντηρητικότητα καὶ νὰ δώσῃ, οὕτως εἰπεῖν, μαθήματα καλῆς διαγωγῆς, ἀπέναντι ὅλων τῶν συντηρητικῶν στοιχείων τοῦ τόπου, τὰ ὁποῖα πρὸς τὸ παρὸν δὲν ἐννοοῦσι νὰ ἐγκαταλείψωσι τὰς τάξεις τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος. Ὑπάρχει ἕνας λανθάνων ἀνταγωνισμὸς μεταξὺ τῶν δύο κομμάτων, ὁ ὁποῖος θὰ κριθῇ ἐπὶ τοῦ ἐπιπέδου τῆς πολιτικῆς τῆς συντηρητικότητος. Τὸ Κόμμα τῶν Ἐλευθεροφρόνων, ὑφιστάμενον τὸν κίνδυνον νὰ καταποντισθῇ μεταξὺ διαφόρων καταστάσεων, εἶναι ὑποχρεωμένον ν’ ἀκολουθήσῃ συντηρητικὴν ὁδόν, διὰ ν’ ἀποδείξῃ εἰς τὰ συντηρητικὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἀκολουθοῦσι τὴν ἀντιβενιζελικὴν παράταξιν, ὅτι εἶναι τὸ μόνον κόμμα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐκπροσωπήσῃ γνησιώτερον τὰς ἰδέας αὐτοῦ. Ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἐπίθεσιν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐναντίον μας καὶ δὴ κατὰ τρόπον ὑβριστικὸν ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἐχαρακτήρισε τὴν ὁμάδα καὶ τὸ κόμμα τὸ κομμουνιστικὸν σπεῖραν συνωμοτῶν, ὅσον ἀφορᾷ λέγω, αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν, οἱ ὅροι τοῦ ποινικοῦ νόμου ἐπὶ ζητήματος τοιαύτης φύσεως ἔχουσιν ἐλαχίστην ἀξίαν. Ἡ ἀντίληψις αὐτή, ὅσον καὶ ἂν εἶναι ἀτομικὴ ἀντίληψις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν τούτοις προδικάζει καὶ τὴν ἀντίληψιν τοῦ κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει ὁ κ. Ὑπουργός, ὥστε ἔχομεν στάσιν Κυβερνήσεως κατὰ πλειονοψηφίαν, τοιαύτην, ἡ ὁποία ἀποδεικνύει ὅτι ὀρθῶς ἔχομεν ἐκτιμήσει τὰ πραγματικὰ αἴτια τῆς ἐπιθέσεως ἐναντίον μας. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς διώξεως θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ λάβῃ τὸν χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον ἔλαβεν. Ἐπιμένομεν ὅτι πρόκειται περὶ πολιτικῆς διώξεως. Ἔχομεν φέρει συγκεκριμένα στοιχεῖα, ἀποδεικνύοντα ὅτι μεταξὺ τῶν διωκομένων ὑπάρχουν καὶ βουλευταὶ οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνέχωνται εἰς τὴν κατηγορίαν, ἔχομεν τὸ στοιχεῖον ὅτι ἡ ὑπόθεσις εὑρίσκετο πρὸ ἔτους εἰς τὰ Δικαστήρια καὶ ὅμως ἐνεφανίσθη σήμερον. Δὲν ἔχει σημασίαν ὁ τυπικὸς χωρισμὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ τὴν νομοθετικὴν καὶ ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Δὲν εἶναι δυνατόν, εἰς τὴν πορείαν τῶν πραγμάτων, εἰς τὰ ζητήματα αὐτά, δὲν εἶναι δυνατόν, ἡ Δικαιοσύνη νὰ εἶναι ἀνεξάρτητη, ὅπως δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ σεῖς νὰ ἔχητε γνώμην ἀνεξαρτήτως τῶν πολιτικῶν ἀντιλήψεων τῶν κομμάτων σας. Ἡ δίωξις τῶν κομμουνιστῶν ἔχει ἄμεσον σχέσιν μὲ τὰς κοινωνικὰς καὶ πολιτικὰς ἀντιλήψεις τῶν Βουλευτῶν τοῦ Α ἢ Β Κόμματος, αἱ ὁποῖαι διεμορφώθησαν καθ’ ὅλην τὴν σταδιοδρομίαν τοῦ Κόμματος.
§533Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Δὲν εἶναι ὀρθὸν αὐτό, κ. Μάξιμε.
§534Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Ἂν ὑπάρχουν μερικαὶ ἐξαιρέσεις, δὲν μεταβάλλουν αὗται τὰ πράγματα. Ὅταν ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Α πολιτικοῦ κόμματος ἔχῃ ὡρισμένας κοινωνικὰς καὶ πολιτικὰς ἀντιλήψεις, δὲν εἶναι δυνατόν, παρὰ ὅλοι οἱ βουλευταὶ τοῦ Κόμματος τούτου νὰ διαπνέωνται ἀπὸ τὰς παραδόσεις τοῦ Κόμματος τούτου καὶ τὴν ἱστορικήν του σταδιοδρομίαν. Εἶναι ἀδύνατον, ἡ κρίσις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς διώξεως τῶν Βουλευτῶν νὰ μὴ ἔχῃ σχέσιν μὲ τὰς ἀντιλήψεις, τὰς ὁποίας ἔχει ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῶν κοινωνικῶν ζητημάτων καὶ τοῦ κομμουνισμοῦ. Εἶναι οὐτοπία τὸ διακηρυσσόμενον, «ὅτι ἡμεῖς δὲν σᾶς διώκομεν ὡς κομμουνιστάς, ἀλλὰ δι’ ἀδικήματα, ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς αἰτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως». Διατί ἡ δίωξίς μας νὰ μὴ γίνῃ καὶ τυπικῶς, λόγῳ τῶν κομμουνιστικῶν ἰδεῶν τῆς ὁμάδος μας, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς τυπικῆς ἀφορμῆς, ἡ ὁποία προσκρούει εἰς τὸ ἄρθρον 123 τοῦ ποινικοῦ νόμου; Ἡ ἐξήγησις εἶναι ἡ ἑξῆς: Ὑπάρχει εἰς ὅλα τὰ ἀστικὰ πολιτικὰ συγκροτήματα, τὰ λειτουργοῦντα, ἡ ἔμμονος ἰδέα ὅτι ἡ πολιτικὴ τοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος—εἶναι τοῦτο τὸ ἀσθενὲς σημεῖον τοῦ Κομμουνισμοῦ —ὅτι ἀντικείμενον καὶ σκοπὸς τῶν πολιτικῶν τούτων συγκροτημάτων, τῶν ἀστικῶν, εἶναι ν’ ἀποδειχθῇ ὅτι ὁ κομμουνισμὸς ἐνεργεῖ πρὸς ἐξυπηρέτησιν ἐθνικιστικῶν σκοπῶν, ξένων Κυβερνήσεων, εὐσυνειδήτως ἢ ἀσυνειδήτως, καὶ νὰ καταφερθῇ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐναντίον τοῦ Κομμουνισμοῦ τῆς Ἑλλάδος ἓν πλῆγμα ἰσχυρόν, τοῦ ὁποίου τὰ ἀποτελέσματα νὰ ἐπωφεληθοῦν τὰ πολιτικὰ κόμματα. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον γίνεται ἡ ἐπίθεσις ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ Αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ λόγος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος μᾶς ἀναγκάζει νὰ δώσωμεν τὴν μεγαλυτέραν σημασίαν εἰς τὸ νὰ ἐξάρωμεν τὰ πολιτικὰ σημεῖα τῆς ἐπιθέσεως καὶ ὀλιγωτέραν εἰς αὐτὸ τοῦτο τὸ ζήτημα, διότι δὲν μᾶς διαφεύγει ἡ ὅλη πορεία τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Ἀλλὰ μήπως τὰ ⅘ τῶν ἐναντίον μας ἀναπτυχθέντων ἐπιχειρημάτων δὲν ἀφορῶσιν εἰς τὸν Κομμουνισμὸν ὡς ἰδέαν καὶ ὡς πολιτικὸν συγκρότημα; Ὅταν ἐγίνοντο ὡρισμέναι διακοπαὶ καὶ ἐπεισόδια, τὸ μεγαλύτερον ἐπιχείρημα ἦτο ὅτι πρόκειται περὶ προσώπων, τὰ ὁποῖα μεταχειρίζονται τὴν βίαν. Ἡ βία ἔχει δι’ ἡμᾶς τὴν αὐτὴν σημασίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει καὶ δι’ ὑμᾶς, διότι κατάχρησις αὐτῆς γίνεται καὶ ἀπὸ τοὺς κρατοῦντας καὶ ἀπὸ τὰς τάξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἐργάζονται ἐναντίον τῆς βίας. Ἡμεῖς διακηρύσσομεν μίαν βίαν μιᾶς τάξεως, ἐνῷ σεῖς λέγετε ὄχι! Τὸ ζήτημα ἔχει μίαν οὐσιώδη σημασίαν, διότι ἐπ’ αὐτοῦ γίνεται μία μεγάλη ἐκμετάλλευσις. Βία: μαζευόμεθα 100 ἄνθρωποι, ὅπως ἔλεγε κἄποιος, τρεῖς ὠργανωμένοι καὶ ἀποσπῶμεν τὴν Μακεδονίαν, ἄλλοι τρεῖς καὶ ἄλλοι 100 λαμβάνομεν 5 μυδραλλιοβόλα καὶ καταλαμβάνομεν τὴν ἐξουσίαν. Εἶναι πρᾶξις βίας, ἀλλ’ αὐτὸ οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει μὲ τὸν κομμουνισμόν. Αὐτὸ εἶναι πρᾶξις βίας, ἄσχετη πρὸς τὴν κοινωνικὴν βίαν. Διὰ νὰ πραγματοποιηθῇ, Κύριοι, ἡ βία, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν, πρέπει νὰ ὑπάρχουν ὡρισμέναι συνθῆκαι ἀντικοινωνικαί, αἱ ὁποῖαι νὰ κινητοποιοῦν κοινωνικὰ στρώμματα καὶ ὄχι ἄτομα 5, 10, 100. Εἶναι οὐσιώδης ἡ διαφορά, εἶναι τεραστία ἡ διαφορά. Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα συνωμόται. Ἴσα–ἴσα, ἐδῶ ὑπάρχει μία τεραστία φιλολογία ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Αὐτὴ ἡ βία κατεπολεμήθη, ὡς ἀντιτιθεμένη εἰς τὴν ἱστορικὴν ἐξέλιξιν καὶ ἀντετάξαμεν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ βία νὰ καταπολεμηθῇ, παρὰ ὅταν ὑπάρξουν, ὅταν δημιουργηθοῦν συνθῆκαι τοιαῦται, αἱ ὁποῖαι ἀναποτρέπτως νὰ κινητοποιοῦν μάζας πρὸς αὐτὴν τὴν κατεύθυνσιν. Ποίαν σημασίαν καὶ ποίαν σχέσιν ἔχουσιν αὐτὰ μὲ τὴν βίαν καὶ τὴν συνωμοσίαν; Οὐδεμίαν ἀπολύτως. Ἀλλὰ συμβαίνει ἄρα γε, ἡ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον διατυπωμένη κατηγορία περὶ βίας, συμβαίνει μήπως εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν καὶ δὲν συμβαίνει εἰς καμμίαν ἄλλην; Δὲν γνωρίζω ἂν ὁ συνάδελφος, ὁ προλαλήσας βουλευτὴς τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου, ἔκαμε χρῆσιν κἄποιων ἐφημερίδων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν καὶ μεγάλην κυκλοφορίαν, ἀλλὰ τὸ κείμενον τῶν ὁποίων ἔχει μεγάλην σημασίαν, τῆς ἐφημερίδος «Βασιλικὸς Ἀετός». Ἐκεῖ δὲν θὰ ἴδητε τίποτε ἄλλο νὰ γράφηται, παρὰ ὅτι θὰ πάρουν τὰ ντουφέκια καὶ τὰ κανόνια, θὰ χύσουν τὸ αἷμα των διὰ νὰ φέρουν τὴν Βασιλείαν. Ἡμεῖς, ὄχι μόνον καταδικάζομεν τὴν βίαν αὐτήν, διότι ἐδῶ πρόκειται καὶ περὶ ἀστειότητος, ἀλλὰ καὶ περὶ σοβαρότητος ἂν ἐπρόκειτο, θὰ εἴμεθα ἐναντίον αὐτῆς, διότι πρόκειται περὶ μοναρχικῆς κινήσεως. Λέγεται καὶ γράφεται ἀδιακόπως ἐν τῇ ἐφημερίδι ἐκείνῃ, ὅτι ἡ Βασιλεία θὰ ἐπανέλθῃ μόνον διὰ τῆς βίας. Κατέληξαν λοιπὸν οἱ ἀναπτύξαντες τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὑπὲρ τῆς διώξεως, εἰς τὸ νὰ ἔχουν πεποίθησιν ἐσχηματισμένην, ἐκεῖνοι δηλαδὴ οἱ ὁποῖοι θὰ ψηφίσουν τὴν δίωξιν τῶν κομμουνιστῶν βουλευτῶν, νὰ ἔχουν σχηματίσει ἐσωτερικὴν πεποίθησιν, καὶ ταύτην, οὐχὶ διαμορφωθεῖσαν ἐκ τῆς συζητήσεως, ἀλλὰ ἐσχηματισμένην ἤδη προτοῦ εἰσέλθουν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐπελήφθησαν ἁπλούστατα τῆς εὐκαιρίας, μιὰ ποὺ ἦλθε τὸ ζήτημα αὐτό, νὰ ζητήσουν νὰ καταδικάσουν τοὺς Βουλευτὰς τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου, διότι εἶναι κομμουνισταί. Ἡ πλειοψηφία λοιπὸν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ψηφίσουν ὑπὲρ τῆς διώξεως, ἔχουν ἐσχηματισμένην γνώμην, πρὶν ἢ εἰσέλθουν εἰς τὴν Βουλὴν. Τὴν αὐτὴν ἀντίληψιν, παρ’ ὅλο τὸ ἀνεξάρτητον τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἔχουσι καὶ οἱ Δικασταί. Πρέπει νὰ προσέξητε τὴν οὐσίαν τοῦ πράγματος. Δὲν εἶναι δυνατὸν εἷς δικαστὴς δημοκρατικὸς ἢ βασιλόφρων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν ἑρμηνεύσῃ τοὺς νόμους... ὑπὸ τὸ πρῖσμα τῶν ἰδικῶν του κοινωνικῶν καὶ πολιτικῶν ἀντιλήψεων. Ὅταν ὑπάρχῃ δικαστὴς οἱοσδήποτε, ὁ ὁποῖος θεωρεῖ τὸν κομμουνισμὸν ὡς ἔγκλημα, δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτὸς νὰ δικάσῃ τοὺς κομμουνιστὰς ἐπὶ τῇ βάσει ἄλλων ἀντιλήψεων.
§535Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Σᾶς διαφεύγει τὸ γεγονός, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ὑπάρχουν οὔτε βασιλόφρονες δικασταί, οὔτε δημοκρατικοὶ δικασταί, οὔτε καὶ ἡ Δικαιοσύνη γίνεται, ὡς κατὰ κατάχρησιν ἐλέχθη ἐνταῦθα, ὄργανον οὔτε τῆς νομοθετικῆς, οὔτε τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας· ἀλλ’ ὑπάρχουν πάντοτε Ἕλληνες μόνον δικασταί, ἀποβλέποντες εἰς τοὺς κειμένους νόμους καὶ αὐτοὺς ἐφαρμόζοντες.
§536Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Λυποῦμαι πολύ, διότι δὲν ἔχω ὡρισμένους ἀριθμοὺς τῆς «Θέμιδος» ἢ ἕνα ἀριθμὸν τῆς «Θέμιδος» τὴν ὁποίαν μοῦ ἀνέφερεν κάποιος συνάδελφος, ἡ ὁποία περιέχει δύο ἀποφάσεις τοῦ Ἀρείου Πάγου διαφόρους, ἐπὶ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ ἀδικήματος. Εἶναι ἐκπληκτικὸν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Ἡ μία ἀφορᾷ ἐξύβρισιν τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ κάποιον, διευθύνοντα πολιτικὸν γραφεῖον, πολιτευόμενον τοῦ Βενιζελικοῦ κόμματος, καὶ ἡ ἄλλη ἀφορᾷ ἐξύβρισιν τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ ἕνα ἐργάτην. Διὰ τῆς αὐτῆς ἀποφάσεως, ὁ μὲν ἠθῳώθη ὁ δὲ κατεδικάσθη. Μὴ θέλετε νὰ δημιουργήσητε τύπους καὶ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπάρχουν εἰς τὴν πραγματικότητα. Οἱ ἄνθρωποι θὰ εἶναι ὅπως ὁ νόμος τοὺς ὁρίζει. Ὁ χωροφύλαξ Α. Δημήτριος, δὲν εἶναι ὁ χωροφύλαξ ὑπ’ ἀριθ. 20, ἀλλὰ εἶναι ὁ Α. Δημήτριος. Εἶναι ὁ χωροφύλαξ, ὁ ὁποῖος ἔχει τὰς ἀντιλήψεις του τὰς κοινωνικάς. Μὴ θέλετε τώρα, νὰ ἐξαϋλώσητε τοὺς ἑαυτούς σας, μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε νὰ μᾶς πείσητε ὅτι δὲν καταδιώκετε καθ’ ὅλου τὸν κομμουνισμόν, ἀλλ’ ἁπλούστατα τοῦ διευκολύνητε τὴν δίωξιν. Ὑπεβλήθησαν μερικαὶ ἐρωτήσεις ὅταν ἐγένετο ἡ συζήτησις καὶ ἰδιαιτέρως ἐπὶ τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς τοῦ κόμματος. Ὅλαι αἱ συζητήσεις αὐταὶ καὶ κυρίως ὡρισμένα ἐρωτήσεις, ἔφερον ἕνα χαρακτῆρα, ἄλλαι μὲν σκοπιμότητος —καὶ ἔγιναν καὶ εἰς πολλοὺς συναδέλφους διὰ νὰ περιπλέξουν τὸ ζήτημα,— ἄλλαι δὲ ἐγένοντο ἀπὸ λόγους ἀγνοίας αὐτοῦ τούτου τοῦ ζητήματος. Αἱ βασικαὶ διαφοραὶ μεταξύ μας κύριοι, εἶναι πρῶτον, ὅτι διϊστάμεθα ὅσον ἀφορᾷ τὰς κοινωνικὰς ἀντιλήψεις. Ὅτι δὲ διϊστάμεθα εἰς τὰς κοινωνικάς μας ἀντιλήψεις, σημαίνει ὅτι ἕνα πρᾶγμα ἡμεῖς μὲν δυνάμεθα νὰ τὸ ἴδωμεν ἄσπρο, σεῖς δὲ μαῦρο. Δεύτερον ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα διεθνισταὶ σεῖς δὲ ἐθνισταί, μία τεραστία δηλαδὴ διαφορά. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατανοήσητε πῶς σκεπτόμεθα ἡμεῖς, διότι ἡμεῖς ἔχομεν μίαν ἐντελῶς διάφορον βάσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας στερεοῦμεν ὅλο τὸ οἰκοδόμημα τῶν ἀντιλήψεών μας καὶ τῆς πολιτικῆς μας. Σεῖς ἔχετε τὸ ἀντίθετον. Ὡμίλησαν ἀκόμη καὶ ἔγιναν καὶ ὑπαινιγμοί, ἢ μᾶλλον ἐλέχθη καθαρά, ὅτι δὲν ἐδόθησαν ἐξηγήσεις, διότι ὁ προλαλήσας Συνάδελφος ἐκ Πατρῶν, κ. Ἀναστασίου κακῶς ἔθεσε τὸ ζήτημα τῶν ὑποχωρήσεων καὶ τῶν ἐξηγήσεων, εἰς τὰς ὁποίας προέβησαν δῆθεν οἱ Βουλευταὶ τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου. Νομίζω ὅτι αὐτὸ ἀποτελεῖ ἓν οὐσιῶδες σημεῖον. Περὶ ποίων ὑποχωρήσεων πρόκειται; Ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν τὴν πολιτικὴν τοῦ κόμματός μας. Δὲν ἐξυπηρετοῦμεν οὐδένα ἐθνικισμόν. Εἴμεθα ἐναντίον παντὸς ἐθνικισμοῦ. Κανένα ἐθνικισμὸν δὲν ἐξυπηρετοῦμεν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κάμωμεν συμβιβασμοὺς εἰς καταστάσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ δημιουργήσουν τεραστίας ζημίας διὰ τὴν ὅλην ἐξέλιξιν τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ πραγματοποιήσιμον ἢ ὄχι τῶν ἰδεῶν μας αὐτῶν, νομίζω, ὅτι δὲν ἀποτελεῖ κἂν θέμα συζητήσεως, διότι ἐδῶ συζητοῦμεν, ἐπὶ τῇ βάσει πολιτικῶν ἀντιλήψεων. Ἄλλοι ἔχουν τὴν ἰδέαν ὅτι ἐπὶ τοῦ Ἄρεως ὑπάρχουν κάτοικοι, ἄλλοι ἔχουν τὴν ἀντίθετον ἰδέαν. Σεῖς ἔχετε τὴν ἰδέαν ὅτι αὐτά, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς διακηρύττομεν εἶναι ἀπραγματοποίητα. Ἄλλοι λέγουν ὅτι εἶναι μεταφορὰ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ὁ καθεὶς ἔχει ὡρισμένας ἀντιλήψεις, αἱ ὁποῖαι εἰς τὸ τέλος ἀνάγονται εἰς μίαν καὶ μόνην: ἢ εἶναι ὑπὲρ τοῦ κρατοῦντος κοινωνικοῦ καθεστῶτος, ἢ ἐναντίον τοῦ κρατοῦντος κοινωνικοῦ καθεστῶτος. Αὐτά, κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω καὶ νομίζω ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἔχει μίαν ἐντελῶς ἰδιαιτέραν σημασίαν, ὄχι διότι πρόκειται περὶ διώξεως 10 Βουλευτῶν κομμουνιστῶν. Ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς θὰ προδικάσῃ κατὰ μέγα μέρος τὴν ὅλην πολιτικήν, εἰς τὴν ὁποίαν ὠθεῖται ἡ Κυβέρνησις, θὰ προδικάσῃ κατὰ πολύ, ὄχι ἁπλῶς τὴν ἔκβασιν τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, ἀπὸ ἀπόψεως διαδικασίας— αὐτὸ εἶναι τὸ ἐλάχιστον—, ἀλλὰ θὰ προδικάσῃ τὴν ὅλην πολιτικήν, τὴν ὁποίαν θὰ ἀκολουθήσῃ ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τώρα καὶ εἰς τὸ ἑξῆς ἀπέναντι τοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος καὶ τῆς ἐργατικῆς τάξεως, ὡς ὠργανωμένης ἐργατικῆς τάξεως. Αὐτὴν τὴν μεγάλην σημασίαν ἔχει δι’ ἡμᾶς. Καὶ ἔχει καὶ μίαν ἄλλην σημασίαν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἐνθυμηθοῦν μερικοὶ ἰδιαιτέρως. Ἡ σημασία αὐτῆς εἶναι ἡ ἀντανάκλασις, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἔχῃ ἡ πρᾶξις τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ προβλήματος τῆς Δημοκρατίας. Εἶναι οὐσιῶδες τοῦτο τὸ γεγονός, οὐσιωδέστερον τοῦ πρώτου. Διότι ἡ Δημοκρατία σας ἐξεφυλλίσθη, ἡ Δημοκρατία σας, τὴν ὁποίαν καὶ ἡμεῖς ὑπερησπίσθημεν καὶ τὴν ὁποίαν ἂν καὶ μᾶς καταδιώκει θὰ ὑπερασπισθῶμεν ἐκ νέου, εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρξῃ κίνδυνος παλινοστήσεως τῆς Βασιλείας, ἡ Δημοκρατία σας, λέγω, αὐτή, εἶναι ἡ Δημοκρατία τὴν ὁποίαν ἐκπροσωποῦν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οὔτε κἂν ἀστοὶ δημοκράται, εἶναι ἡ Δημοκρατία, ἡ ὁποία ἐγνώσθη εἰς τὰς μάζας τοῦ λαοῦ, μόνον διὰ τῶν εἰσπρακτόρων τῶν φόρων, εἶναι ἡ Δηκρατία, ἡ ὁποία ὕψωσε τὸν τιμάριθμον τῆς ζωῆς. Διὰ τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς ἡ Βουλὴ θὰ καταφέρῃ ἕνα νέον πλῆγμα ἐναντίον αὐτῶν τούτων τῶν ἀστικῶν ἰδεωδῶν καὶ θὰ ἐξυπηρετήσῃ ἀκόμη περισσότερον τὰς κομμουνιστικὰς θεωρίας περὶ τῆς ἀστικότητος τῶν δημοκρατικῶν ἐλευθεριῶν. Δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει ἡμᾶς τόσον ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ὅσον μᾶς ἐνδιαφέρει νὰ προσκομισθῶσι μερικὰ διδάγματα πολιτικῆς φύσεως, τὰ ὁποῖα νὰ διαπαιδαγωγήσουν τὴν ἐργατικὴν τάξιν. Αὐτὰ ἤθελον νὰ εἴπω καὶ καταλήγω εἰς τὴν ἑξῆς δήλωσιν. (Ἀναγινώσκει): Δήλωσις: Ἡ ὁμὰς τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου θεωρεῖ, ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς διώξεώς της ἀπέδειξεν εἰς ὅλους τὴν ὕπαρξιν πολιτικῶν λόγων καὶ πολιτικοῦ συμφέροντος τῆς ἀρχούσης τάξεως—Κυβερνήσεως.—Ἡ ὁμὰς θεωρεῖ ὡς τυπικὴν ἁπλῶς ἀφορμὴν τὴν ἐπὶ ἐσχάτῃ προδοσίᾳ κατηγορίαν, τὴν ὑφισταμένην ἀπὸ ἐτῶν καὶ στηριζομένην εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ συνεδρίου τοῦ κόμματος τοῦ 1924. Οἱ οὐσιαστικοὶ λόγοι τῆς ἐπιθέσεως εἶνε οἱ πρὸ πολλοῦ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἐν τῷ συνόλῳ, καὶ τοῦ κόμματος τῶν Ἐλευθεροφρόνων ἰδιαιτέρως, ἐφαρμοζομένη τακτικὴ ἀντιδράσεως καὶ ἐξωντώσεως τοῦ πολιτικοῦ καὶ ἐπαγγελματικοῦ κινήματος τῶν ἐργατῶν τῆς Ἑλλάδος. Τοῦτο ἀπέδειξεν ἡ σκανδαλώδης, καθ’ ὅλην τὴν συζήτησιν ἀνάμιξις τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, οὐδὲν πρὸς τοῦτο ἔχοντος δικαίωμα καὶ προσπαθοῦντος νὰ δημιουργήσῃ παντὶ σθένει ἀτμόσφαιραν εὐνοϊκὴν διὰ τὴν δίωξιν, τοῦτο καὶ αἱ ἐναντίον τοῦ κόμματός μας καὶ ἡμῶν, ὡς ὁμάδος, ὑβριστικαὶ φράσεις τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, τοῦτο καὶ τὸ οὐσιαστικὸν περιεχόμενον τῶν ὑπὲρ τῆς διώξεως ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα δύνανται τελικῶς νὰ ἀναχθοῦν εἰς ἓν καὶ μόνον, εἰς τὸ ὅτι εἴμεθα κομμουνισταί. Οἱ βουλευταὶ τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου δὲν εἰσῆλθον εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ ἐπιδιώξουν συμβιβασμούς. Τὸ ἐδήλωσαν ἄλλως τε καὶ κατὰ τὴν ἐπὶ τῇ ἐνάρξει τῶν ἐργασιῶν ὁρκωμοσίαν. Εἰσῆλθον διὰ νὰ ἀγωνισθοῦν ὑπὲρ τῆς ἐργατικῆς ὑποθέσεως, ὑπὲρ τῆς ἰδέας καὶ τῆς πολιτικῆς τοῦ ἀπελευθερωτικοῦ ἐργατικοῦ κινήματος. Τὰ περὶ σεβασμοῦ τῶν ἰδεῶν καὶ τὰ περὶ ἐλευθεριῶν λεχθέντα, εἶναι μία ἁπλῆ φενάκη. Ἡ κυρίαρχος τάξις νομίζει ὅτι εἰς τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν τοῦ κόμματός μας εὑρίσκει τὸ ἀσθενὲς σημεῖον τοῦ κομμουνισμοῦ ἐν Ἑλλάδι, τὸν ὁποῖον θέλει νὰ πλήξῃ δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου. Ἡ κοινοβουλευτικὴ ὁμὰς τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου διαμαρτύρεται ἐναντίον τῆς κυβερνητικῆς αὐτῆς πολιτικῆς, διαμαρτύρεται ἀκόμη διὰ τὴν μεταβολὴν τῶν διαδρόμων τῆς Βουλῆς εἰς διεύθυνσιν ἀστυνομίας, πλήρη καταδιωκτικῶν ὀργάνων καὶ ἐνόπλων χωροφυλάκων καὶ διακηρύσσει ὅτι παραμένει πιστὴ καὶ σταθερὰ ὑπὲρ τῶν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν τοῦ ἐργαζομένου λαοῦ, πρόθυμος νὰ ὑποστῇ πρὸς τοῦτο ὅλας τὰς λύπας καὶ νὰ ἀντιμετωπίσει ὅλας τὰς ἐπιθέσεις τῶν δυνάμεων τῆς ἀστικῆς ἀντιδράσεως. Διὰ τὴν ὁμάδα Σ. Μάξιμος».
§537Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Ὁ συνάδελφος τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου, προσεπάθησε νὰ μετατοπίσῃ τὸ ζήτημα μετὰ πολλῆς δεξιότητος, ἀπὸ τῆς θέσεως, τῆς ἀσθενοῦς θέσεως ὅπου εὑρίσκεται, εἰς μίαν ἰσχυροτέραν θέσιν. Δὲν θὰ τὸν ἀκολουθήσω εἰς αὐτό. Τὸ κόμμα τὸ Κομμουνιστικὸν δὲν εἶνε τὸ κόμμα, τὸ ὁποῖον αὐτὴν τὴν ἑσπέραν πρόκειται νὰ διωχθῇ. Αὐτὴν τὴν ἑσπέραν πρόκειται νὰ διωχθῶσιν ὡρισμένα πρόσωπα τῆς Βουλῆς, ἀσχέτως ἐὰν ἀνήκουν εἰς τὸ κόμμα τὸ κομμουνιστικὸν ἢ ὄχι, διότι ἐζητήθη παρὰ τοῦ εἰσαγγελέως ἡ καταδίωξις, δι’ ὡρισμένην πρᾶξιν. Ἡ πρᾶξις δὲ αὐτὴ εἶναι τὸ ὅτι ἐπεζήτησαν τὴν αὐτονόμησιν τῆς Μακεδονίας. Δὲν θὰ ἐξετάσω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνάδελφοι ἐπεζήτησαν, ὅπως θεωρηθῇ ἡ βάσις τοῦ κατηγορητηρίου, τὸ ὅτι ἡ πρόθεσις δὲν ἦτο ὅπως γίνῃ αὕτη διὰ τῆς βίας. Διότι δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ κανεὶς ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ, ὁ ὁποῖος νὰ νομίζῃ ὅτι εἶναι δυνατὴ ἡ αὐτονόμησις τῆς Μακεδονίας κατ’ ἄλλον τρόπον, παρὰ διὰ τῆς βίας. Εἶναι ὡσὰν νὰ λέγωμεν, ὅτι ἐκάμαμεν ἓν σχέδιον διὰ νὰ φονεύσωμεν ἕναν ἄνθρωπον—ὑπάρχει πρόθεσις—ἀλλὰ λέγομεν ὄχι διὰ τῆς βίας. Ἡ αὐτονόμησις τῆς Μακεδονίας, ἡ ὁποία δὲν ἀποτελεῖ, παρὰ ἕνα γεωγραφικὸν χῶρον, διότι ἡ Μακεδονία, ἔχουσα τοιαύτην ἔκτασιν, δὲν εἶναι μία χώρα ἀποτελοῦσα ἓν σύνολον, παρὰ εἷς γεωγραφικὸς χῶρος. Ἡ Μακεδονία αὕτη διαιρεῖται εἰς τμήματα, ἕκαστον δὲ τῶν τμημάτων τούτων κατοικεῖται παρὰ ἰδιαιτέρας φυλῆς. Τὸ νὰ ἑνωθῇ ὅλον αὐτὸ τὸ κατασκεύασμα εἰς ἓν σύνολον, εἶναι φυσικόν, ὅτι τοῦτο δὲν δύναται νὰ προέλθῃ ἐκ τῆς θελήσεως τῶν κατοίκων, διότι τότε πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι οἱ κάτοικοι εἶναι παράφρονες, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ κατ’ ἄλλον τρόπον, παρὰ μόνον διὰ τῆς βίας. Ἑπομένως τὸ στοιχεῖον τῆς βίας ὑπάρχει καὶ ἐν τῇ προθέσει. Ὁ αὐτὸς βουλευτὴς εἶπεν—θέλω νὰ στενέψω τὸ ζήτημα ἐντὸς τοῦ καθαρῶς δικαστικοῦ μέρους, διότι πᾶσα ἔκτασις τοῦ ζητήματος, πέραν τοῦ δικαστικοῦ μέρους εἶναι κάτι τί, τὸ ὁποῖον θὰ ὠφέλει τὴν κομμουνιστικὴν ἰδεολογίαν, ἐνῷ δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ σήμερον ἐν τῇ Βουλῇ—ὁ αὐτός, λοιπόν, συνάδελφος, εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ πόσον καὶ τὸ ἀδίκημα, διὰ τὸ ὁποῖον κατηγοροῦνται, εἶναι σοβαρόν, δηλαδή, κατὰ πόσον θὰ ἠδύνατο νὰ θέσῃ τὴν κατάστασίν μας τὴν ἐθνικήν, εἰς κίνδυνον. Ἐγὼ θεωρῶ, ὅτι, πραγματικῶς, ἡ ἐργασία αὐτὴ δὲν ἀποτελεῖ κίνδυνον εἰς τὸ ἐθνικὸν ἡμῶν καθεστώς. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ προσέξῃ εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ εἴπω. Θὰ παρακαλέσω δὲ, ἰδιαιτέρως, νὰ προσέξουν ἐκεῖνοι ἐκ τῶν Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐνόμισαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ δείξουν μεγάλην συγκατάβασιν καὶ ἐπιείκειαν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, εἰς τοὺς κυρίους βουλευτὰς τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ἔχω τὴν ἰδέαν, ἡ ὁποία πιστοποιεῖται ἀπὸ τὴν ἱστορίαν, ὅτι τὰ καθεστῶτα δὲν πίπτουν, κύριοι, βαλλόμενα ὑπὸ τῶν ἐχθρῶν αὐτῶν, ὅσον πίπτουν, ὑπονομευόμενα παρὰ τῶν ἰδίων αὐτῶν φίλων, διότι οἱ φίλοι αὐτοὶ ἀλλεπίστησαν, ἔχασαν τὴν πίστην ἐπὶ τῶν ἰδεῶν, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν τὸ καθεστώς. Ἀποτελοῦν κίνδυνον αἱ ἰδέαι αὐταὶ διαδιδόμεναι μεταξύ μας, διότι, πῶς φαντάζεσθε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ διατηρηθῇ ἀκεραιότης τῆς Ἑλλάδος κατ’ ἄλλον τρόπον; Δὲν εἶναι δυνατὸν τοῦτο, παρὰ εἰς μίαν δεδομένην στιγμήν, οἱ Ἕλληνες ὅλοι, ὅσοι εἶναι δυνατὸν νὰ φέρωσιν ὅπλα, νὰ συναθροισθῶσιν εἰς τὰ σύνορα καὶ νὰ εἶναι ἕτοιμοι νὰ ὑποστῶσι τὴν πεῖνα, τὴν δίψαν, τὴν δυστυχίαν, τὰς ἀσθενείας, νὰ ἐκτεθῶσιν εἰς τὸν θάνατον, εἰς τοὺς ἀκρωτηριασμοὺς καὶ εἰς τὴν πενίαν, ἡ ὁποία τοὺς ἀκολουθεῖ. Ὅλας αὐτὰς τὰς θυσίας, διατὶ θὰ τὰς κάμῃ μίαν ἡμέραν ἡ νεολαία τῆς Ἑλλάδος, ὅταν μέσα εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ἀτμόσφαιραν συζητεῖται ἡ αὐτονόμησις τῆς Μακεδονίας, ἡ αὐτονόμησις τῆς Θρᾴκης, μεθαύριον ἡ ἀπόσπασις τῆς Ἠπείρου, καὶ δὲν γνωρίζω τὶ ἄλλο; Ὅταν ἔχει τὸ δικαίωμα κάθε κόμμα, κάθε πολιτικὴ ὁμάς, κάθε πολίτης, νὰ προπαγανδίζῃ ὑπὲρ τοιούτων ἰδεῶν, νομίζετε, ὅτι εἰς μίαν δεδομένην στιγμὴν θὰ εὕρετε ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι θὰ πᾶνε νὰ φονευθῶσιν διὰ τοιαύτας ἰδέας; Ἀδύνατον. Ὥστε βλέπετε, ὅτι ἀποτελεῖ αὐτὸ κίνδυνον. Ἄρα καὶ τὰ δύο στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μας, ὑπάρχουν. Τώρα, τὸ διατὶ τὸ ἓν κόμμα κάμνει τοῦτο καὶ τὸ ἄλλο κάμνει ἐκεῖνο, τοῦτο εἶναι ζήτημα ἐντελῶς δευτερεῦον καὶ δὲν θὰ ἀσχοληθῶ ἐπ’ αὐτοῦ. Ὁμολογῶ, κύριοι βουλευταί, ὅτι εὑρίσκεται ἡ Βουλὴ εἰς δύσκολον θέσιν, ὅπως δώσῃ τὴν ψῆφον της. Ἀναμφισβητήτως ἡ συνύπαρξις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τῶν συναδέλφων τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου ἐγέννησεν μεταξὺ αὐτοῦ καὶ ἡμῶν μίαν σχέσιν συναδελφικήν. Συνομιλοῦμεν μετ’ αὐτῶν, χαιρετώμεθα, συζητοῦμεν. Εἶναι πολὺ δύσκολον, ὅταν γεννᾶται μία τοιαύτη συναδελφικὴ σχέσις, νὰ δώσῃ τις τὴν ψῆφον του πρὸς καταδίωξιν. Τὸ καταλαμβάνω τὸ πρᾶγμα καὶ δικαιολογῶ ἐν μέρει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀγόμενοι ἀπὸ τοιαῦτα αἰσθήματα, ἐφάνησαν ἐπιεικεῖς πρὸς τοὺς συναδέλφους των. Ἀλλὰ, κύριοι βουλευταί, ὑπάρχουν στιγμαί, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ σκληρότης ἐπιβάλλεται. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σώσωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον νομίζομεν, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡμεῖς αἰσθανόμεθα, ὅτι εἶναι ἡ Ἑλλάς, παρὰ ὅταν καὶ ἡμεῖς πνίξωμεν τὰ τοιαῦτα αἰσθήματα μέσα εἰς τὴν ψυχήν μας καὶ δώσωμεν τὴν ψῆφον μας, σκληρῶς, ἀλλὰ δικαίως. (Χειροκροτήματα).
§538ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις. Ἡ πρότασις τίθεται οὕτω: Οἱ ὑπὲρ τῆς διώξεως ψηφίζουν εἰς τὸ Ναί, οἱ ἐναντίον εἰς τὸ Ὄχι. Καλοῦνται ὡς ψηφολέκται οἱ κ. κ. Ι. Μουτζουρίδης, Α. Μάρκου καὶ Ι. Νικολίτσας ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ὁποίων διεξάγεται ἡ μυστικὴ διὰ σφαιριδίων ψηφοφορία. Περατωθείσης τῆς ψηφοφορίας καὶ γενομένης τῆς διαλογῆς προέκυψε τὸ ἑξῆς ἀποτέλεσμα:
§539ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 126. Εἶπον ναὶ διὰ τὴν παραπομπὴν τοῦ Ζ. Βεντούρη 92 καὶ ὄχι 33, τοῦ Κ. Θέου ναὶ 92 καὶ ὄχι 22, τοῦ Κυριακοπούλου ναὶ 91 καὶ ὄχι 31, τοῦ Κ. Κωνσταντινίδου ναὶ 80 καὶ ὄχι 45, τοῦ Σ. Μαξίμου ναὶ 66 καὶ ὄχι 56, τοῦ Α. Σινώκα ναὶ 89 καὶ ὄχι 39, τοῦ Δ. Σολὰν ναὶ 95 καὶ ὄχι 32, τοῦ Ε. Σταυρίδη ναὶ 90 καὶ ὄχι 36, τοῦ Κ. Παπανικολάου ναὶ 82 καὶ ὄχι 44, καὶ τοῦ Α. Χαϊνόγλου ναὶ 87 καὶ ὄχι 39. Ἑπομένως ἐχορηγήθη ἡ ἄδεια διώξεως ὅλων τῶν ἀνωτέρω, πλὴν τοῦ κ. Μαξίμου, δι’ ὃν δὲν συνεγκεντρώθη ὁ ἀπαιτούμενος κατὰ τὸ Σύνταγμα ἀριθμός.
§540Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ὅπως μὴ ἀρθῇ ἡ Κοινοβουλευτική μου ἀσυλία, ἀποτελεῖ μίαν ἐντελῶς προσωπικὴν ἐπίθεσιν ἐναντίον μου, ἀποσκοποῦσαν εἰς τὴν ἔντασιν τῶν ἐνδοκομματικῶν ἀγώνων, πρὸς σκοποὺς καθαρᾶς πολιτικῆς ἐκμεταλλεύσεως, δηλῶ δὲ ὅτι εἶμαι πλήρως ἀλληλέγγυος μὲ τοὺς συναγωνιστὰς συναδέλφους μου καὶ ἀπὸ κοινοῦ μὲ αὐτοὺς ὑπερασπίζομαι καὶ θὰ ὑπερασπισθῶ τὴν πολιτικὴν τοῦ κόμματός μου».
§541ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως συμβουλίου οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας παρὰ τῷ Ὑπουργίῳ τῶν Οἰκονομικῶν».
§542Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μὴ ψηφισθῇ. Θέλω νὰ ὁμιλήσω ἐπ’ αὐτοῦ.
§543Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐνδιαφέρεσθε ὅσον καὶ ἐγὼ διὰ τὰ δημόσια. Ἂν δὲν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, οἱ ἐπαρχιακοὶ ὑπάλληλοι δικαιοῦνται νὰ ἔλθουν εἰς Ἀθήνας νὰ δώσουν ἐξετάσεις.
§544Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Εἰς τὰς 8½ τὸ πρωῒ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητήσωμεν τοιαῦτα πράγματα.
§545Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Εἶναι ἐντελῶς ὑπηρεσιακόν.
§546Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Θέλετε νὰ ἐπικυρώσητε διάταγμα τοῦ Κονδύλη. Ἐὰν ἤμην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ μοῦ ἔφεραν τοιαῦτα νομοσχέδια, τὸν δράστην τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ θὰ τὸν πετοῦσα μὲ κλωτσιές. (Θόρυβος).
§547Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Συμπεριλαμβάνονται καὶ ἐπιδόματα εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
§548Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἰδού, εἰς τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου παρέχονται δραχμαὶ 200 κατὰ συνεδρίασιν.
§549ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ μὴ ψηφισθῇ. (Θόρυβος).
§550ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον;
§551ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§552ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δέχεται ἡ Βουλή. Λύεται ἡ Συνεδρίασις, ἵνα ἐπανέλθῃ ἡ Βουλὴ μετὰ τὰς ἑορτάς. (Ὥρα 8½ πρωϊνή)