1927.05.31
2.237 στίχοι · 18.005 λέξεις · 144 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 85
Τρίτη 31 Μαΐου 1927
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρα 6.15′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Τὰ πρακτικὰ δὲν ἐξετυπώθησαν. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Ὁ ἐμποροβιομηχανικὸς καὶ βιοτεχνικὸς κόσμος τῆς πόλεως Καρδίτσης παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας ὅπως ἐμμείνῃ εἰς τὰς ἀρχικῶς ληφθείσας ἀποφάσεις περὶ χαράξεως καὶ ἐπεκτάσεως τῆς γραμμῆς τῶν Θεσσαλικῶν σιδηροδρόμων διὰ μέσου Καλαμπάκας. — Οἱ μόνιμοι πολιτικοὶ γραφεῖς τῆς Διοικήσεως Χωροφυλακῆς Κοζάνης παρακαλοῦν τὴν Βουλὴν ὅπως ἐνεργήσῃ καὶ συμπεριληφθοῦν καὶ αὐτοὶ εἰς τὸ εὐεργετικὸν Διάταγμα «περὶ παροχῆς ἐπιδόματος». — Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Ἀλεξανδρῆς καταθέτει ὑπόμνημα τοῦ ἐμποροεπαγγελματικοῦ κόσμου Καρδίτσης, αἰτουμένου τὴν ἐπέκτασιν τῶν Θεσσαλικῶν σιδηροδρόμων διὰ μέσου Καλαμπάκας. — Αἱ σταφιδικαὶ ὀργανώσεις Γεωργικῶν Ἐπιμελητηρίων καὶ Ἑνώσεων Συνεταιρισμῶν ζητοῦν τὴν ἄμεσον κύρωσιν τῶν ἀφορώντων τὸν Σταφιδικὸν Ὀργανισμὸν δύο συμπληρωματικῶν Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα ἐρρύθμισαν λεπτομερείας τινὰς τοῦ ἀρχικοῦ καταστατικοῦ Ν. Διατάγματος, τοῦ ἐκδοθέντος ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ 1925. — Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Ἀθανασιάδης–Νόβας παρακαλεῖ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργὸν ὅπως λάβῃ μέτρα ἀρωγῆς διὰ τοὺς χαλαζοπλήκτους τῆς περιφερείας Πλατάνου, τὸν δὲ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ τὴν ἀπαλλαγὴν αὐτῶν ἀπὸ τῶν ἀμέσων φόρων. — Ὁ Δημήτριος Σ. Σχοινᾶς, πολιτευτὴς Ἀττικοβοιωτίας, διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἄδικον καὶ μακρὰν προφυλάκισίν του ἐν ταῖς φυλακαῖς Παλαιοῦ Στρατῶνος. — Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Πρεβέζης ὑποβάλλει ὑπόμνημα δι’ οὗ παρακαλεῖ ὅπως ἡ Βουλὴ ἀπαλλάξῃ τοὺς κατοίκους τῆς περιφερείας Πρεβέζης τοῦ φόρου τῆς καταβολῆς τῆς καθαρᾶς προσόδου τῶν ἐτῶν 1919–1923. — Τὰ Ἐργατικὰ Σωματεῖα Σοφάδων, Θεσσαλονίκης, Ἀγρινίου, Δράμας, Ξάνθης, Βόλου, Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς διαμαρτύρονται διὰ τὰς γενομένας πιέσεις κατὰ τῶν καπνεργατῶν, ἐργαζομένων διὰ τὰ δίκαιά των. — Αἱ δημοσιοϋπαλληλικαὶ ὀργανώσεις Σύρου, Ξάνθης, Καβάλλας, Θεσσαλονίκης, Χίου Λαρίσσης καὶ Λεβαδείας διαμαρτύρονται διὰ τὴν μελετωμένην περικοπὴν τοῦ μισθοῦ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. — Τὸ Ἐπαγγελματικὸν καὶ Βιοτεχνικὸν Ἐπιμελητήριον Βόλου ζητεῖ τὴν τροποποίησιν τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος «περὶ Γερουσίας», ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἡλικίαν τῶν ὡς γερουσιαστῶν ἐκλεχθησομένων ἐπαγγελματιῶν καὶ βιοτεχνῶν ὥστε τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς νὰ κέκτηνται οἱ ἄγοντες ἡλικίαν 35 ἐτῶν καὶ ἄνω. — Ὁ βουλευτὴς κ. Τ. Ἀναστασίου ὑποβάλλει ἀναφορὰν τῶν ἐκ χαλάζης καταστραφέντων κατοίκων Ἀμαλιάδος, παρακαλούντων τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀναστείλῃ τὴν εἴσπραξιν παρ’ αὐτῶν τῶν φόρων. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§2Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Κύριοι συνάδελφοι, ἡ Βουλὴ ἐψήφισε τὸ ἄρθρον 20 τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὃ δὲν ἐπιτρέπεται ἡ μεταβολὴ περιεχομένου διαθήκης κλπ. Κατὰ τὸ διάστημα τῆς δικτατορίας ἐξεδόθη Διάταγμα τροποποιοῦν τὰς θελήσεις διαθετῶν, ἰδίως δὲ ἐπενοήθη ἡ μετατροπὴ τῆς κινητῆς περιουσίας κληροδοτήματος εἰς ἀκίνητα καὶ δὴ εἰς διδακτήρια. Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον τὸ σύστημα τοῦτο νὰ διατηρηθῇ, διότι ἔμειναν σεβασταὶ αἱ θελήσεις τῶν διαθετῶν καὶ ἐγένοντο καὶ ἔργα κοινωφελέστατα, ὡς τὰ διδακτήρια. Ἤδη τὸ ψηφισθὲν ἄρθρον 20 δὲν ἐπιτρέπει τὴν διατήρησιν τοῦ συστήματος τούτου καὶ θὰ ἦτο χρήσιμον ὅπως ὁ νομοθέτης δύναται νὰ μετατρέπῃ τὸ κληροδότημα διὰ σκοποὺς παρεμφερεῖς, ἐφόσον ὁ ἀρχικὸς σκοπὸς θὰ παρέμενεν ἀπραγματοποίητος.
§3Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν ἀποτελεῖ κώλυμα ἡ κειμένη συνταγματικὴ διάταξις διὰ τὴν χρησιμοποίησιν τοῦ κληροδοτήματος διὰ παρεμφερεῖς σκοπούς, ἐφόσον οἱ ἀρχικοὶ σκοποὶ εἶναι ἀπραγματοποίητοι.
§4Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Πάντως εἶναι ἀνάγκη μιᾶς ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 20 τοῦ Συντάγματος, τὴν ὁποίαν καὶ καταθέτω. (Ἀναγινώσκει τὴν ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν).
§5ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ψηφισθῇ αὐτή.
§6Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριοι συνάδελφοι, ἡ ὀρθοτέρα διαδικασία ἀφ’ ἧς ἔληξεν ἡ συζήτησις τοῦ ἄρθρου, θὰ ἦτο ὑποβολὴ ἑρμηνευτικοῦ ψηφίσματος, ὅπερ θὰ ἐψηφίζετο.
§7Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Ἑρμηνεία ἐψηφισμένης διατάξεως δὲν ἀπαιτεῖ ψήφισμα.
§8Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Μόνον κατὰ τὴν συζήτησιν δύναται νὰ γίνῃ τοῦτο.
§9Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ ἦτο προτιμότερον ἑρμηνευτικὸν ψήφισμα διὰ τὴν περίπτωσιν αὐτήν.
§10Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Ἂν ἡ Βουλὴ θέλῃ, δύναται καὶ τώρα νὰ συνταχθῇ τὸ ψήφισμα τοῦτο.
§11ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τώρα, τώρα.
§12Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Πρέπει νὰ γίνῃ ὅμως πρὸ τῆς λήξεως τοῦ συνταγματικοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς.
§13ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. Νὰ διατυπωθῇ.
§14Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἂν πρόκειται νὰ συζητηθῇ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον εἰσηγήθη ὁ κ. ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργός, νὰ μοὶ δοθῇ ὁ λόγος.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι ἀκόμη. Κατόπιν. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κ. Κ. Ἀγγελόπουλος ὑποβάλλει τὰ κάτωθι σχέδια νόμου: 1ον) «Περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 15 παράγραφος 4 τοῦ νόμου 2228 περὶ διαζυγίου» καὶ 2ον) «Περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου 2230».
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 57 τοῦ Συντάγματος ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ ἄρθρον 115. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§17Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τὸ ζήτημα τῆς Γερουσίας εἶναι ἀπὸ τὰ ἐλάχιστα ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ μακρὸν ἀπησχόλησαν τὰ ἀντιπροσωπευτικὰ Σώματα. Ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν ἐπροτάθη ὅπως ἀφεθῇ ὁλόκληρος ἡ σύστασις τῆς Γερουσίας εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Βεβαίως ἡ λειτουργία τῆς Γερουσίας ἂν δὲν γίνῃ ἀποδεκτὴ ἡ ἄμεσος αὐτῆς συγκρότησις δι’ ἐκλογῆς τῶν μελῶν αὐτῆς ἀπὸ τὴν Βουλήν, θὰ ἐξαρτηθῇ ἀπὸ τὴν ψήφισιν ὡρισμένου νόμου, διότι εἶναι ἀδύνατον εἰς τὸ Σύνταγμα νὰ περιληφθῶσιν ἄλλαι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀπαραίτητοι ὅπως συγκροτηθῇ ἡ Γερουσία. Ἐν τούτοις νομίζω ὅτι μετὰ τόσην μακρὰν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου θὰ ἦτο σφάλμα ἂν δὲν ὡρίζετο διὰ τοῦ Συντάγματος ἡ συγκρότησις τῆς Γερουσίας, ἀφιεμένης ἐλευθέρας τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας νὰ κανονίσῃ τὸν τρόπον τῆς Γερουσίας. Εἶμαι σύμφωνος ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι ἄμεσος ἐκλογὴ τῶν μελῶν αὐτῆς θὰ εἶναι προτιμοτέρα τῆς ἐμμέσου, ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι ἡ ἀναλογικὴ ἐκλογὴ δὲν πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ ὡς πρὸς τὴν ἐκπροσώπησιν τῶν ἐπαγγελματικῶν Σωματείων, ἐκλεγομένων ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ συνεχίζεται ἡ συζήτησις αὐτή, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ καταλήξῃ εἰς ἓν συμπέρασμα θετικόν, εἰς τρόπον ὥστε ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἀγομένη ἀπὸ τὴν συγκρότησιν τῆς Γερουσίας, ὅπως θὰ γίνῃ, συντάξῃ τοὺς ἀπαραιτήτους νόμους, διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει θὰ φανῇ ὅτι πρὸ πάσης δυσχερείας παρακάμπτομεν τὰ ζητήματα καὶ δὲν ἔχομεν ἱκανότητα νὰ δώσωμεν τὴν πρέπουσαν λύσιν καὶ διότι φοβοῦμαι ὅτι, ἂν ἀφεθῇ ὁλόκληρον τὸ στάδιον εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, θὰ παρέλθῃ πολὺς χρόνος μέχρις ὅτου εἴδομεν τὴν Γερουσίαν συγκεκροτημένην. Δι’ αὐτὸ βεβαίως καὶ ἀνησύχησαν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐξαρτοῦν τὴν συγκρότησιν ἐλευθέρου νομοθετικοῦ Σώματος, τὴν καλυτέραν λειτουργίαν τῆς Γερουσίας καὶ τὴν ἐξύψωσιν τοῦ πολιτικοῦ ἡμῶν βίου καὶ δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ συγκροτήσωμεν, νὰ θέσωμεν τὰς βάσεις τῆς συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας, ἀφ’ ἑνὸς εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ ρυθμίσῃ αὐτὰς τὰς διατάξεις, νὰ κάμῃ κάτι τι ἀνάλογον ὅπως ἐγένετο καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν. Κατ’ ἀρχὰς ἐγένετο ἡ συγκρότησις τῆς Γερουσίας διὰ τοῦ Συντάγματος καὶ κατόπιν ἀφέθη εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἡ τροποποίησις τῶν νόμων τῶν συντακτικῶν τῆς Γερουσίας. Τί πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν δι’ αὐτὰς τὰς δυσχερείας, περὶ τῶν ὁποίων ἐλέχθη ὅτι πρέπει νὰ τὰς ἐμποδίσωμεν ὅπως θέσωμεν τὰς βάσεις τῆς συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας. Τί πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν διὰ νὰ κανονίσωμεν τὴν σύνθεσιν τῆς Γερουσίας; Ὑπ’ ὄψιν δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν ἄλλο παρὰ τοὺς σκοπούς, εἰς τοὺς ὁποίους ἀποβλέπομεν συγκροτοῦντες τὴν Γερουσίαν. Εἰς τὴν ἀρχὴν ὅπου ἐγένετο ἡ πρώτη συζήτησις περὶ Γερουσίας καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς καὶ ἐντός, σφοδρὰ ἐγένετο ἀντίρρησις καὶ ἐτονίσθη ὅτι ὁ θεσμὸς ἦτο δημοκρατικὸς καὶ ὡς ἀποτέλεσμα θὰ ἔχῃ τὴν ματαίωσιν τῆς θελήσεως τοῦ Λαοῦ, ἡ ὁποία ἐκδηλοῦται διὰ τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἐκλέγεται ἀμέσως ἀπὸ τὸν Λαόν. Ἀλλ’ ὁ φόβος αὐτὸς ἀπεδείχθη μάταιος, διότι ἡ πλειονοψηφία ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐζήτουν καὶ ἐπέμενον εἰς τὴν συγκρότησιν τῆς Γερουσίας, δὲν ἠθέλησέ ποτε νὰ δώσῃ τοιαῦτα δικαιώματα εἰς τὴν Γερουσίαν, ὥστε νὰ δύναται τὸ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα νὰ ματαιώνῃ ὁριστικῶς τὴν θέλησιν τῆς Βουλῆς. Καὶ οὕτω διετυπώθη εἰς τὸ σχέδιον τοῦ Συντάγματος, καὶ εἰς τὸ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς μεταρρυθμισθὲν ἄρθρον περὶ τῆς Γερουσίας, ἀπέβλεψαν δὲ εἰς ἄλλους σκοποὺς συντείνοντας εἰς τὴν καλυτέραν λειτουργίαν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ εἰς τὴν ἐξύψωσιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ βίου, διότι ἠθέλησαν οὐχὶ νὰ ματαιωθῇ ἡ θέλησις τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ νὰ ἐμποδίζωνται σφάλματα ἐξ ἐσπευσμένης νομοθετικῆς ἐργασίας. Αὐτὸ εἶναι τὸ ὀλιγώτερον φυσικά, ἀλλὰ τὸ σπουδαιότερον εἶναι νὰ παρέχεται ἡ εὐκαιρία πρὸς καλυτέραν μελέτην τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἐπιλαμβάνεται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, νὰ παρέχεται ἡ εὐκαιρία ὅπως ἀκούεται ἡ ὑπεράσπισις ἡ ἁρμόζουσα τῶν μεγάλων συμφερόντων τοῦ Τόπου καὶ παρέχεται ἡ εὐκαιρία ὅπως χρησιμοποιοῦνται εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν πρόσωπα ἱκανὰ καθ’ ὅλα τὰ ὁποῖα διὰ τὸν ἕνα ἢ διὰ τὸν ἄλλον λόγον δὲν ἠδύναντο ἢ δὲν ἤθελον νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ νὰ ὑποστηρίξῃ τις ὅτι ἡ δημοκρατικότης εἶναι νὰ ἐφαρμόζεται πάντοτε καὶ ἀμέσως ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς χωρὶς ἐξονύχισιν τῶν ζητημάτων, χωρὶς διαφώτισιν τῆς Κοινῆς Γνώμης, χωρὶς νὰ παρέχεται ἡ εὐκαιρία ὅπως ἀκούωνται τὰ συμφέροντα τὰ ὁποῖα θίγονται δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, εἶναι σφάλμα. Ἡ δημοκρατικὴ ἀρχὴ θέλει ὅπως ἰσχύσῃ ἡ θέλησις τοῦ Λαοῦ. Διὰ νὰ λάβῃ ἀπόφασιν ὁ Λαὸς πρέπει νὰ γνωρίζῃ περὶ τίνος πρόκειται, νὰ διαφωτίζεται. Ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν ὅτι αἱ Βουλαὶ δὲν ἐκφράζουν πάντοτε τὴν θέλησιν τοῦ Λαοῦ. Κατὰ τὰς ἐκλογὰς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του ὁ Λαὸς ὅλα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀπασχολήσουν τὴν Βουλὴν ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον περίοδον. Καὶ δι’ αὐτὸ εἶναι ἀνάγκη, ὅπως εἶπον, δι’ ἑνὸς δικαιώματος τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος νὰ ἐμποδίζῃ τὴν ἄμεσον ἀποδοχὴν ὡρισμένων νομοθετικῶν μέτρων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχει διαφωνία τῶν δύο Σωμάτων, νὰ παρέχεται ἡ εὐκαιρία ὅπως τὰ ζητήματα ἀκούωνται καλύτερον καὶ ὅπως ὁ Λαὸς ἐκφράζῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ καὶ ἐπὶ πλέον διὰ τῆς συνθέσεως τῆς Γερουσίας νὰ ἐπιδιώκεται τοῦ νὰ παρέχεται ἡ εὐκαιρία εἰς πρόσωπα εἰδικὰ ἐξαιρετικοῦ κύρους, τὰ ὁποῖα εἴτε δὲν ἤθελον, εἴτε δὲν ἠδυνήθησαν νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀκούεται ἡ γνώμη των. Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς Γερουσίας. Ἐφόσον λοιπὸν αὐτὸς δὲν εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς Γερουσίας, πῶς πρέπει νὰ συγκροτεῖται ἡ Γερουσία; Ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ὑπεστήριξεν ὅτι ἀκριβῶς διότι δὲν δίδεται ἰσοδυναμία νομοθετικὴ εἰς τὸ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα, οὐδὲ ἰσοδυναμία πολιτική, ἡ ὁποία ἀπεφεύχθη διὰ νὰ μὴ αὐξάνῃ ἡ πολιτικὴ ἀστάθεια ἐκ τῆς πολιτικῆς ἰσοδυναμίας τῆς Γερουσίας, ὑπεστήριξε, λέγω, ὅτι δι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγον θὰ ἔπρεπεν ἡ Γερουσία νὰ ἐκλέγεται ἀμέσως ἀπὸ τὸν Λαόν. Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ καὶ τὸ ἀντίθετον ἀκριβῶς, ὅτι δηλαδή, ἐφόσον δὲν θέλομεν ἡ Γερουσία νὰ ἔχῃ πολιτικὴν δύναμιν, νομοθετικὴν ἰσοδυναμίαν μὲ τὴν Βουλήν, δὲν ἐπιτρέπεται τὰ μέλη αὐτῆς νὰ προέρχωνται ἀπὸ τὴν αὐτὴν πηγήν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν προέρχεται καὶ ἡ Βουλή, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἰς τὰς περιπτώσεις τῆς συγκρούσεως, τῆς ἀντιθέσεως, τῆς διαφωνίας, θὰ δημιουργηθῇ μοιραίως μία ἀνωμαλία, διότι μοιραίως τὸ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα θὰ διεκδικῇ ἴσα δικαιώματα πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἐν περιπτώσει διαφωνίας βουλευτῶν καὶ γερουσιαστῶν εἶναι φυσικὸν νὰ μειοῦται τὸ κῦρος τῆς Βουλῆς, προερχομένης ἀπὸ ἐκλογὴν παλαιοτέραν. Καὶ δι’ αὐτὸ καὶ εἰς τὴν Δʹ Συνέλευσιν καὶ ἐγὼ καὶ προηγουμένως εἶχον ὑποστηρίξει ὅτι οἱ γερουσιασταὶ ἔπρεπε κατὰ πρῶτον λόγον νὰ ἐκλέγωνται ἐμμέσως ἀπὸ τὰ κοινοτικά, δημοτικὰ καὶ νομαρχιακὰ συμβούλια. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ὅπως ἔχουν σήμερον τὰ τῆς κοινοτικῆς, δημοτικῆς καὶ νομαρχιακῆς αὐτοδιοικήσεως, θὰ ἦτο παρακεκινδυνευμένον νὰ ἐμπιστευώμεθα τώρα ἀμέσως τὴν συγκρότησιν, τὴν ἐκλογὴν τῶν γερουσιαστῶν τῶν παρὰ τοῦ Λαοῦ ἐκλεγομένων, εἰς τὰ κοινοτικὰ καὶ δημοτικὰ συμβούλια. Ἴσως ἡ ἀνάθεσις τοιούτων δικαιωμάτων εἰς αὐτὴν θὰ εἶχεν ὡς συνέπειαν τὴν χειροτέρευσιν, τὴν δημιουργίαν ἀνωμαλιῶν εἰς τὰς ἐργασίας τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως. Καὶ δι’ αὐτὸ καὶ ἐγὼ ἀποκλίνω τώρα ὑπὲρ τῆς ἀμέσου ἐκλογῆς. Θὰ ἐπεθύμουν ὅμως νὰ ἀφεθῇ ἐλεύθερος ὁ δρόμος, ἀνοικτὴ ἡ θύρα, ὅπως εἰς τὸ μέλλον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἄν ποτε θελήσῃ, στηρίξῃ τὴν Γερουσίαν εἰς τὴν ἐκλογὴν ἀπὸ αὐτὰς τὰς ὀργανώσεις τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως. Μία ἄλλη ἀντίρρησις ἰσχυρά, ἡ ὁποία ἐπροκάλεσε τὸ ἄρθρον αὐτὸ τοῦ Συντάγματος, εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία ἐστηρίχθη εἰς τὴν ἐκπροσώπησιν τῶν ἐπαγγελματικῶν Σωματείων. Αὕτη ἡ διάταξις εἶναι κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου μία ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων. Ὅπως εἴπομεν, θέλομεν ἡ Γερουσία νὰ ἀπαρτίζεται ἀπὸ πρόσωπα τὰ ὁποῖα δὲν καταναλίσκουν τὸν χρόνον αὐτῶν εἰς τὴν ἀπόκτησιν πολιτικῆς ἐπιρροῆς, ἀπὸ πρόσωπα τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξουν ἐγκύρως τὰ συμφέροντα τῶν μεγάλων κοινωνικῶν ὁμάδων. Ἀπὸ ποῦ ἀλλοῦ θὰ ἠμπορούσαμεν νὰ εὕρωμεν τὰ πρόσωπα αὐτά, παρὰ ἀπὸ τὰς ὠργανωμένας ἐπαγγελματικὰς τάξεις; Τὸ σημερινὸν κοινοβουλευτικὸν σύστημα στηρίζεται ἐπὶ τῶν ἀτόμων. Ἡ Γαλλικὴ Ἐπανάστασις, ὅπως γνωρίζετε, διέλυσεν ὅλας τὰς ἐπαγγελματικὰς ὀργανώσεις καὶ ἐστήριξε τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀντιπροσωπευτικῶν Σωματείων εἰς τὰ ἄτομα. Ἀλλ’ ἡ βάσις ἀπεδείχθη διὰ τοῦ χρόνου ἀτελής, διότι ὁλόκληρος ὁ οἰκονομικὸς βίος, διότι ὁλόκληρος ἡ κοινωνικὴ ζωὴ δὲν στηρίζεται εἰς αὐτὸν τὸν τεμαχισμὸν τῆς Κοινωνίας. Ἐντὸς τῆς Κοινωνίας ὑπάρχουν ὠργανωμέναι τάξεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἰδίαν ζωὴν καὶ ἰδίαν ὑπόστασιν. Διὰ τοῦτο ὑποστηρίζεται πολὺ ὀρθῶς ὅτι θὰ ἦτο σφάλμα μέγα ἂν ἐστηρίζαμεν τὴν ἐκπροσώπησιν τοῦ Λαοῦ μόνον ἐπὶ τῶν ἀτόμων. Καὶ δι’ αὐτό, διότι ἡ ἐπὶ τῶν ἀτόμων ἀποκλειστικῶς στηριζομένη ἐκπροσώπησις δὲν ἐξαντλεῖ, ὅπως εἶπον, τὴν πολιτικὴν ζωὴν ἑνὸς Τόπου. Ἡ τελευταία τάσις εἰς ὅλα τὰ πλέον προηγμένα Κράτη εἶναι ὅπως παρέχεται ἡ εὐκαιρία εἰς τὰς μεγάλας κοινωνικὰς ὁμάδας, ὅπως αἱ ὁμάδες αὗται, ὡς τοιαῦται, ἐκπροσωποῦνται κατὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον τρόπον εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Καὶ εἰς τὸν Τόπον μας, ὅπου ἡ ἐπαγγελματικὴ ὀργάνωσις δὲν ἔχει προοδεύσεις, βλέπομεν αἱ ἐπαγγελματικαί, αἱ κοινωνικαὶ ὁμάδες νὰ κινοῦνται, νὰ ἐκδηλώνουν τὴν ὕπαρξιν αὐτῶν καὶ νὰ ἐπηρεάζουν ἑκάστοτε, ὁσάκις μεγάλα ζητήματα θίγουν τὰ συμφέροντα αὐτῶν, νὰ ἐπηρεάζουν τὴν πολιτικὴν ζωὴν τοῦ Τόπου. Ἤδη ἀπὸ τοῦ 1911, ὁπότε εἶχε παρατηρηθῆ ἡ ἀγαθὴ συμβολὴ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων εἰς τὰ διάφορα συμβούλια, εἶχον προτείνει, ὅταν συνεζητεῖτο τὸ ἄρθρον περὶ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, ὅπως συμπληρωθῇ τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας τότε καὶ μὲ ἔκτακτα αἱρετὰ μέλη προκειμένου περὶ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἡ γνώμη ἐκείνη δὲν ἔγινε τότε δεκτή, δὲν ἔγινεν ἀσπαστή, ἀλλ’ οὐδὲ καὶ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ὅπως γνωρίζετε, ἕως τώρα δὲν ἱδρύθη. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν παρουσιάζεται ἡ εὐκαιρία νὰ ὀργανώσωμεν τὸ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα, θὰ ἦτο μέγιστον σφάλμα ἂν παραλείπωμεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν αὐτὰς τὰς ὁμάδας, αἱ ὁποῖαι ἐπίσης ἀποτελοῦν στοιχεῖα σπουδαιότατα τοῦ κοινωνικοῦ, τοῦ οἰκονομικοῦ καὶ τοῦ πολιτικοῦ μας βίου. Ὑπεστηρίχθη ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου εἰσάγομεν τρόπον τινὰ σοβιετισμὸν εἰς τὴν ὀργάνωσιν τοῦ πολιτικοῦ μας βίου. Ἡ ἀντίληψις αὐτὴ εἶναι ἐντελῶς ἐσφαλμένη. Διότι, ἐφόσον ὑπάρχουν κοινωνικαὶ ὁμάδες καὶ ἐφόσον αἱ κοινωνικαὶ αὐταὶ ὁμάδες ζοῦν καὶ λειτουργοῦν καὶ ἔχουν συμφέροντα καὶ ἔχουν ἀνθρώπους ἱκανοὺς ὅπως ἐκπροσωπήσουν τὰ συμφέροντα αὐτά, μὲ τὸ νὰ ἀγνοήσωμεν αὐτὰς τὰς ὁμάδας, δὲν συντελοῦμεν εἰς τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ εἴπωμεν εἰς αὐτὰς τὰς ὁμάδας νὰ εὕρουν διέξοδον δι’ ἄλλου τρόπου, νὰ εὕρουν μίαν διέξοδον ἱκανοποιοῦσαν τὰ συμφέροντά των καὶ δι’ αὐτὸ ἑκάστοτε βλέπομεν τὰς ὁμάδας αὐτὰς εἰς τὴν ἐκλογὴν καὶ τῆς Βουλῆς ἀκόμη, νὰ ἐπιδιώκουν ὅπως ἐπηρεάσουν τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Λαοῦ. Ἀντὶ αὐτῆς τῆς ἀνοργανώτου κινήσεως θὰ ἦτο προτιμώτερον νὰ ὀργανώσωμεν τὴν ἐκπροσώπησιν αὐτῶν τῶν μεγάλων κοινωνικῶν ζητημάτων, αὐτῶν τῶν μεγάλων κοινωνικῶν ὁμάδων εἰς τρόπον ὥστε ποτὲ ἐπὶ τῶν μεγάλων ζητημάτων νὰ δύναται νὰ ἔχῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία μίαν ἔγκυρον γνώμην ἐπὶ τῶν, ὅπως εἶπον, μεγάλων κοινωνικῶν ὁμάδων. Θὰ ἦτο τύφλωσις ἂν προκειμένου νὰ ρυθμίσωμεν μεγάλα οἰκονομικὰ ζητήματα καὶ μεγάλα οἰκονομικὰ συμφέροντα, νὰ μὴ θέλωμεν νὰ ἀκούσωμεν τὴν γνώμην τῶν ὁμάδων αὐτῶν, τῶν ὁποίων τὰ συμφέροντα θίγονται. Ὑπεστηρίχθη ὅτι διὰ τῆς ἀμέσου ἐκλογῆς καὶ μάλιστα ὅταν ἐφαρμοσθῇ τὸ σύστημα τῆς κατ’ ἀναλογίαν ἐκλογῆς, τότε μόνον θὰ εἶναι ἁρμόδιον ὅπως ἐκφράζῃ ἐγκύρως γνώμην ἐπὶ τῶν μεγάλων ἐθνικῶν ζητημάτων. Ἀλλ’ εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ ἀπασχόλησις πρὸς ἀπόκτησιν πολιτικῆς ἐπιρροῆς ἐξαντλεῖ ἓν μέγα μέρος τῶν πολιτευομένων, καταναλίσκει μέγα μέρος τῶν πολιτευομένων καὶ καταναλίσκει τὸν πολύτιμον χρόνον τῶν πολιτευομένων, εἰς τρόπον ὥστε εἷς μέγας ἀριθμὸς πολιτευομένων νὰ μὴ δύναται νὰ ἔχῃ γνώμην εἰδικὴν ἐπὶ τῶν εἰδικῶν αὐτῶν Σωμάτων. Καὶ συμβαίνει καὶ κάτι ἄλλο ἀκόμη. Οἱ ἐπαγγελματίαι προκειμένου νὰ λάβωσι μέρος εἰς μίαν ἐκλογὴν στηριζομένην εἰς τὴν καθολικὴν ψηφοφορίαν, κατ’ ἄλλον τρόπον σκέπτονται καὶ κατ’ ἄλλον ἐνεργοῦσι. Κατ’ ἄλλον τρόπον σκέπτονται οἱ ἐπαγγελματίαι ὅταν πρόκειται νὰ ἐκλέξουν μίαν Βουλὴν ἐκλεγομένην ἐκ τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον σκέπτονται καὶ δρῶσιν ὅταν πρόκειται νὰ ἐκλέξουν ἐκ τῶν πόλεων αὐτῶν ἀντιπροσώπους τῆς ὁμάδος των. Καὶ δι’ αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀντικατασταθῇ ἡ ἐκπροσώπησις αὐτῶν τῶν τάξεων τῶν ἐπαγγελματιῶν, ὡς ἐγένετο εἰς τὰ οἰκονομικὰ συμβούλια ἄλλων Κρατῶν καὶ ὡς ὑπεστηρίχθη νὰ γίνῃ. Ἓν μικρὸν σχετικῶς ποσοστὸν τῶν γερουσιαστῶν ζητεῖται νὰ ἐκλέγεται ἀπὸ τὰς ἐπαγγελματικὰς αὐτὰς ὀργανώσεις. Καὶ ἡ ἐκπροσώπησις αὐτὴ τῶν ὀργανώσεων συνεργαζομένη πρὸς τὰ συμβούλια θὰ συντελέσῃ ὅπως αἱ ἀντιθέσεις μεταξὺ τῶν ἀντιτιθεμένων οἰκονομικῶς τάξεων περιορίζονται. Εἰς τοῦτο δὲ θὰ συντελῇ ἀσφαλῶς καὶ ἡ συνεργασία μὲ τοὺς ἄλλους, τοὺς ἐκπροσώπους, τοὺς ὑπὸ τοῦ Λαοῦ ἀμέσως ἢ ἐμμέσως ἐκλεγομένους ἀντιπροσώπους του, οἱ ὁποῖοι θὰ χρησιμεύσωσι τρόπον τινὰ ὡς διαιτηταὶ μεταξὺ τῶν ἀντιθέσεων τῶν μεγάλων τῶν διαφόρων κοινωνικῶν ὁμάδων. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ εἶναι δυνατὸν ἡ Γερουσία αὕτη, κύριοι, ἐκτὸς τῶν ἐξ ἐπαγγέλματος πολιτευομένων νὰ περιλαμβάνῃ καὶ πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦνται μὲ τὴν ἐπιστήμην καὶ τὴν οἰκονομικὴν ζωὴν καὶ τὰς τέχνας. Ἂν ἕνα ἄνθρωπον ἔχοντα μεγάλην πεῖραν εἰς ὡρισμένην κατηγορίαν ζητημάτων τὸν εἰσαγάγητε εἰς τὸν πολιτικὸν βίον, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι καμμία ἀπώλεια, εἶναι ἓν κέρδος εἰς τὸν πολιτικὸν κόσμον. Βεβαίως ὁ πολιτικὸς κόσμος τοῦ Τόπου περικλείει ἄριστα στοιχεῖα, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁμολογήσητε ὅτι καὶ ἐκτὸς τοῦ πολιτικοῦ κόσμου ὑπάρχει πλῆθος ἀνθρώπων, τῶν ὁποίων ἡ γνώμη θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ κῦρος καὶ νὰ συμβάλῃ τὰ μέγιστα εἰς τὴν καλυτέραν διεξαγωγὴν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Τὸ νὰ ἔχωμεν εἰς μικρὸν βαθμὸν εἰς τὸν πολιτικὸν κόσμον τοιούτους ἀνθρώπους ὄχι μόνον νομίζω δὲν θὰ ἦτο βλάβη, ἀλλὰ καὶ θεωρῶ ἀπαραίτητον. Διότι, ὅπως καὶ προηγουμένως εἶπον, ὁ πολιτικὸς βίος, ἡ ἀπασχόλησις ἡ διαρκὴς πρὸς ἀπόκτησιν πολιτικῆς ἐπιρροῆς ἐξαντλεῖ τοὺς πολιτευομένους. Δι’ αὐτὸ παρ’ ὅλας τὰς ἐξαιρέσεις αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν, παρ’ ὅλην τὴν ἐμφάνισιν ἀνθρώπων ἱκανωτάτων, οἱ ὁποῖοι δύνανται καὶ νὰ ἀπασχολῶνται εἰς τὴν ἀπόκτησιν τῆς πολιτικῆς ἐπιρροῆς καὶ συγχρόνως μὲ τὴν μελέτην τῶν μεγάλων προβλημάτων τοῦ κόσμου, παρ’ ὅλας τὰς ἐξαιρέσεις αὐτάς, νομίζω ὅτι εἶναι ἀπαραίτητος ὁ πλουτισμὸς τοῦ πολιτικοῦ κόσμου μὲ στοιχεῖα νέα προερχόμενα ἀπὸ ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀποκτήσει μεγάλην πεῖραν εἰς ὅλα τὰ οἰκονομικὰ καὶ κοινωνικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦσι τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Ὑπάρχει μία μεγάλη διαφορὰ τῆς ἐκλογῆς διὰ καθολικῆς ψηφοφορίας, μικρᾶς ἢ μεγάλης περιφερείας, ἀπὸ τὴν ἐκλογὴν περιωρισμένου ἀριθμοῦ ἀνθρώπων γνωριζόντων ἀλλήλους καὶ ὑποδεικνυόντων ἄτομα μόνον καὶ μόνον διότι εἰς αὐτὰ ἔχουσιν ἀποκτήσει ἐμπιστοσύνην, λόγῳ τῆς καλυτέρας γνώσεως τῶν ζητημάτων, ἀναλόγως τοῦ κύρους τὸ ὁποῖον ἔχουσιν ἀποκτήσει εἰς τὸν κύκλον τὸν ἰδιαίτερον εἰς τὸν ὁποῖον ζοῦν. Βεβαίως ἂν ἐπρόκειτο, κύριοι βουλευταί, νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ Βουλῆς, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προτείνωμεν τοιοῦτον εἶδος ἐκλογῆς τῆς Λαϊκῆς Βουλῆς, τῆς Βουλῆς ἡ ὁποία ἐκφράζει τὴν θέλησιν τοῦ Λαοῦ. Διότι ἐκεῖ τὰ ἄτομα ἔχουσι τὰ αὐτὰ δικαιώματα καὶ πρέπει ἡ θέλησις τῆς πλειονοψηφίας νὰ ἐπικρατῇ. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τοιαύτης τινὸς Βουλῆς. Πρόκειται περὶ δευτέρας Βουλῆς, ἡ ὁποία δὲν ἔχει πολιτικὴν δύναμιν μὲ τὴν ἄλλην Βουλὴν καὶ τῆς ὁποίας ὁ μόνος προορισμὸς εἶναι διαφωτιστικός, ἀνασχετικὸς μέτρων ἐπειγόντως λαμβανομένων, διαφωτιστικός, ἐπαναλαμβάνω, καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν Βουλὴν καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸν Λαόν. Ἐφόσον λοιπὸν αὐτὸς εἶναι ὁ προορισμὸς τῆς δευτέρας αὐτῆς Βουλῆς, ἔχομεν συμφέρον ἐκεῖ νὰ ἔχωμεν τοὺς ἀνθρώπους τοὺς ἁρμοδιωτέρους διὰ νὰ ἐκπροσωπήσουν τὰ μεγάλα συμφέροντα, μετά, ἐννοεῖται, μὲ τὴν μεγάλην πλειονοψηφίαν τῶν ἐκ τοῦ Λαοῦ προερχομένων ἀντιπροσώπων, εἰς τρόπον ὥστε ἡ Γερουσία νὰ δύναται νὰ ἔχῃ ὅλα τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα θὰ τὴν καθιστοῦν ἱκανὴν νὰ ἔχῃ πεφωτισμένην γνώμην κυρίως ἐπὶ τῶν μεγάλων ζητημάτων τῶν ἀπασχολούντων, ὅπως εἶπον τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Εἷς τῶν μεγαλυτέρων πολιτειολόγων, ὁ Γκράϊς, ὁ ὁποῖος εἶχε μελετήσει ὀλίγον πρὸ τοῦ θανάτου του τὸν ὀργανισμὸν τῶν κοινοβουλευτικῶς κυβερνωμένων Κρατῶν καὶ ὁ ὁποῖος πραγματεύεται τὰ περὶ ἐκλογῆς καὶ τῆς λειτουργίας τῶν κοινοβουλευτικῶν Σωμάτων, λέγει κάπου ὅτι καλύτερος τρόπος ἐκλογῆς τῆς Γερουσίας θὰ ἦτο ἐκεῖνος, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ εἷς μικρὸς ἀριθμὸς ἐκλεκτόρων ἀπολύτου ἐντιμότητος, ἀπολύτου διορατικότητος καὶ ἀμεροληψίας καὶ εἰς τοὺς ὁποίους νὰ ἀνετίθετο νὰ ἐκλέγουν τὸ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα, τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὸς δὲν ἐπεθύμει νὰ ἔχῃ ἰσοδυναμίαν πολιτικὴν μὲ τὸ πρῶτον νομοθετικὸν Σῶμα. Τὸ ζήτημα τῆς δευτέρας Βουλῆς, τῆς Γερουσίας, δὲν εἶναι νὰ ἐκφράζῃ τὴν θέλησιν τοῦ Λαοῦ, διότι αὐτὸ ἀπόκειται εἰς τὴν Βουλήν, εἰς τοὺς ἀπὸ τοῦ Λαοῦ ἀμέσως ἐκλεγομένους ἀντιπροσώπους, τῶν ὁποίων ἡ θέλησις κατισχύει πάντοτε ἀπέναντι τῆς θελήσεως τῆς Γερουσίας. Τῆς Γερουσίας, ὅπως εἶπον, ὁ προορισμὸς εἶναι ἄλλος. Ὁ προορισμὸς τῆς Γερουσίας εἶναι διαφωτιστικός, εἶναι ἀνασχετικὸς ἐσπευσμένως λαμβανομένων νομοθετικῶν μέτρων καὶ οὐδὲν ἄλλο. Ἐφόσον αὐτὸς εἶναι ὁ προορισμὸς τῆς Γερουσίας καὶ ὁ τρόπος τῆς συνθέσεως αὐτῆς, πρέπει νὰ εἶναι διάφορος καὶ δι’ αὐτὸ λέγω ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον ὅπως χρησιμοποιήσωμεν τὰς μεγάλας κοινωνικὰς ὁμάδας τὰς ὠργανωμένας καὶ ἐφόσον δὲν εἶναι ὠργανωμέναι, τὰς τυχὸν ὠργανωθησομένας ὑπὸ τοῦ Κράτους, ὅπως πλουτίσωμεν τὸν πολιτικὸν κόσμον καὶ μὲ πρόσωπα δυνάμενα νὰ ἔχουν ἔγκυρον γνώμην ἐπὶ τῶν σπουδαιοτέρων νομοθετικῶν ζητημάτων. Ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη κατηγορία προσώπων, κατὰ τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα εἰσέρχονται εἰς τὴν Γερουσίαν. Εἶναι οἱ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας ἐκλεγόμενοι κατὰ τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα, εἶναι οἱ ὑπὸ τῆς Βουλῆς μόνον ἐκλεγόμενοι κατὰ τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς. Καὶ αὐτὴ ἡ διάταξις δὲν ἐτέθη διὰ νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὸ Πρυτανεῖον οἱ ἀπόμαχοι τῆς πολιτικῆς, δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ σκοπὸς αὐτῆς τῆς διατάξεως. Καὶ αὐτὴ ἡ διάταξις ἔχει ἐν μέρει τὴν σκοπιμότητα, τὴν ὁποίαν ἔχει καὶ ἡ προηγουμένη διάταξις τῆς ἐκλογῆς ἀπὸ τὰς ἐπαγγελματικὰς ὀργανώσεις, τῆς ἐκλογῆς δηλαδὴ προσώπων, τὰ ὁποῖα λόγῳ τοῦ ἐπαγγέλματός των, λόγῳ τῶν ἀπασχολήσεών των δύνανται νὰ ἔχουν ἔγκυρον γνώμην ἐπὶ τῶν πολιτικῶν πραγμάτων τῆς Χώρας. Ἐν τούτοις αὐτοὶ δὲν δύνανται νὰ ἐκλεγῶσιν εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ ἐκτὸς τούτου σκοπὸν ἔχει αὐτὴ ἡ διάταξις ὅπως καθ’ ἑκάστην ἀνανέωσιν τῆς Βουλῆς διὰ τῆς εἰσόδου εἰς τὴν Γερουσίαν ἑνὸς ἀριθμοῦ γερουσιαστῶν ἐκλεγομένων ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἢ καὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας ὅπως τὸ νέον πνεῦμα τὸ ὁποῖον κυριαρχεῖ εἰς τὴν Βουλὴν εὑρίσκει τρόπον τινὰ ἁρμόζουσαν ὑπεράσπισιν καὶ εἰς τὴν Γερουσίαν. Αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἔχει ἡ διάταξις, ὅπως ἐν περιπτώσει ἀποτυχίας πολιτευομένων ἀξίων λόγου, ὅπως ἡ ἀποτυχία μὴ συντελῇ εἰς τὴν ἀχρήστευσιν αὐτῶν τῶν πολιτευομένων. Καὶ δι’ αὐτοὺς τοὺς τρεῖς λόγους νομίζω ὅτι ἡ διάταξις εἶναι σπουδαιοτάτη καὶ χρησιμωτάτη. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων θὰ ἠμπορούσαμεν, συμφώνως μὲ ὅσα ὑπεστήριξα, νὰ ψηφίσωμεν τὴν σύνθεσιν τῆς Γερουσίας, ἀφίνοντες εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τὴν τροποποίησιν αὐτῆς. Θὰ ἐπεθύμουν δηλαδὴ νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον μὲ μικρὰς τροποποιήσεις ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἀριθμὸν τῶν εἰς ἑκάστην κατηγορίαν ἀνηκόντων γερουσιαστῶν καὶ νὰ ψηφισθῇ περίπου ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ Γερουσία ἀποτελεῖται ἀπὸ 120 γερουσιαστάς.... κλπ.» Τοὺς 120 γερουσιαστὰς ἐδέχθη καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς καὶ ὑποθέτω ὅτι δὲν ἔχει ἀντίρρησιν ἡ Βουλὴ νὰ ἀποδεχθῇ. Λέγομεν 120 καὶ ὄχι τὸ ἥμισυ τῆς Βουλῆς, διότι ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς εἶναι κάτι τι ὄχι σταθερόν. Αἱ ἀκόλουθοι κατηγορίαι εἶναι αἱ ἑξῆς. Πρῶτον 80 γερουσιαστάς. Ἐγὼ προέτεινα μόνον 60, ἀλλ’ ἐφόσον ὑπεστηρίχθη ὅπως εἶναι ὀλιγώτερος ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων, δέχομαι καὶ ἐγὼ ὅπως εἶναι μεγαλύτερος ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπὸ τοῦ Λαοῦ ἀμέσως ἐκλεγομένων (ἀναγινώσκει): «Ὀγδοήκοντα γερουσιασταὶ ἐκλέγονται δι’ ἀμέσου ψηφοφορίας κατ’ εὐρυτάτας περιφερείας καὶ δι’ ἀναλογικῆς ψηφοφορίας... κλπ.» Ὑπεστηρίχθη ὅτι ἡ ἀναλογικὴ ἐδῶ δὲν ἔχει τὸν τόπον της. Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη οἱ γερουσιασταὶ νὰ ἐκπροσωποῦν κόμματα, ἀφοῦ ἡ Γερουσία δὲν ἔχει πολιτικὴν δύναμιν, ὅπως ἡ Βουλὴ καὶ ἀφοῦ ὡς ἐκ τούτου ὑπάρχει εἷς πλήρης χωρισμὸς ἐξουσιῶν, νομοθετικῆς δηλαδὴ καὶ ἐκτελεστικῆς, μεταξὺ Γερουσίας καὶ Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τὸ ἐπιχείρημα δὲν εἶναι βάσιμον, διότι ὁσονδήποτε καὶ ἂν δὲν ἔχῃ πολιτικὴν δύναμιν ἡ Γερουσία, αὕτη ἀσχολεῖται εἰς νομοθετικὰ ἔργα καὶ ὁ Λαὸς εἴτε θέλομεν, εἴτε δὲν θέλομεν, εἶναι διῃρημένος εἰς κόμματα καὶ ἡ ἐκλογή, εἴτε θέλομεν, εἴτε δὲν θέλομεν, διεξάγεται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κομματικῶν διαιρέσεων, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κομματικῶν πολιτικῶν κατευθύνσεων. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων διὰ ποῖον λόγον θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποκλεισθῇ ὁ θεσμὸς τῆς ἀναλογικῆς ἀπὸ τὴν Γερουσίαν, ἀφοῦ τὸ σπουδαιότερον ἐπιχείρημα τὸ χρησιμοποιούμενον ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ θεσμοῦ διὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν βουλευτῶν δὲν δύναται νὰ ἔχῃ οὐδεμίαν ἰσχὺν προκειμένου περὶ τῆς Γερουσίας; Τὸ σπουδαιότερον αὐτῶν ἐπιχείρημα εἶναι ὅτι δημιουργεῖ κυβερνητικὴν ἀστάθειαν, δημιουργεῖ δυσχερείας πρὸς συγκρότησιν ὁμοιογενοῦς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἀπὸ τὴν Γερουσίαν δὲν πρόκειται νὰ προέλθῃ Κυβέρνησις, δὲν πρόκειται νὰ ἐκλέγηται ἀπὸ τὴν Γερουσίαν ἡ Κυβέρνησις. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, προκειμένου περὶ Γερουσίας ἡ ἀναλογικὴ ἔχει ὅλα τὰ πλεονεκτήματα καὶ δὲν ἔχει τὸ ἐλάττωμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου κυρίως στηριζόμενοι πολεμοῦν, ὅπως πολεμοῦν τὴν Γερουσίαν, οἱ πολέμιοι τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας. Καὶ δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι διὰ τὴν Γερουσίαν ἔπρεπεν ὁ θεσμὸς νὰ μείνῃ, ἀφιεμένης πάντοτε εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἐλευθερίας περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ πλειονοψηφικοῦ συστήματος, ἂν ἤθελε κριθῆ πλέον σκόπιμον.
§18Ι. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Διατί νὰ μὴ γίνῃ διὰ νόμου;
§19Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Συνεζητήσαμεν διὰ μακρῶν εἰς τὴν Δʹ Συνέλευσιν τὴν σύνθεσιν τῆς Γερουσίας αὐτῆς, συνεζητήσαμεν καὶ ἐδῶ. Καλὸν εἶναι νὰ καταλήξωμεν εἰς ἓν συμπέρασμα καὶ ἂν νομίζωμεν ὅτι τὸ συμπέρασμα χρήζει ἀναθεωρήσεως, νὰ τὸ ἀναθεωρήσωμεν. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ μία ἐξοικονόμησις χρόνου. Ἠμποροῦμεν νὰ λάβωμεν τοιαύτην ἢ τοιαύτην ἀπόφασιν. Νομίζω ὅτι ἐφωτίσθη ἐπαρκῶς ἡ Βουλὴ καὶ νομίζω ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ λάβωμεν μίαν ἀπόφασιν. Ἐπειδὴ ὅμως πρόκειται περὶ ἔργων τὰ ὁποῖα διὰ πρώτην φορὰν ἐπιχειροῦμεν νὰ κανονίσωμεν ἐδῶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, δὲν εἶναι κανεὶς κίνδυνος νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν μεταρρύθμισιν μιᾶς ὡρισμένης διατάξεως διὰ νόμου. Ἀλλὰ τότε τί πλεονέκτημα θὰ ἔχωμεν; Ἀντὶ νὰ ἀσχοληθῇ ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τὴν ἀρχὴν νὰ κανονίσῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα, θὰ ἀσχοληθῇ εἰς τὴν σύνταξιν τῶν εἰδικῶν κανόνων, νόμων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀπαραίτητοι διὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν γερουσιαστῶν.
§20Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ἂν πρόκειται νὰ γίνῃ ὅπως τὸ λέγει ὁ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργός, δέχομαι τὴν ἀναλογικήν.
§21Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν ἔχει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τὸ δικαίωμα νὰ μεταρρυθμίσῃ ὅλα τὰ ἀφορῶντα τὴν σύνθεσιν τῆς Γερουσίας.
§22Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Καὶ αὐτὸ θὰ ἠδύνατο διὰ νόμου νὰ τὸ καταργήσῃ. Ἂν δὲν ὑπάρχῃ νόμος, ὁ ὁποῖος θὰ τὴν καταργήσῃ, τότε θὰ γίνῃ ἐκλογὴ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀναλογικῆς. Ἀναγνώσατε τὸ ἄρθρον.
§23Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). (Ἀναγινώσκει): «Ὀγδοήκοντα γερουσιασταὶ ἐκλέγονται δι’ ἀμέσου ψηφοφορίας καὶ κατ’ εὐρυτάτας περιφερείας....» Διὰ τὸ «κατὰ εὐρυτάτας περιφερείας» ἐγεννήθη ἀντίρρησις;
§24Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἀντίρρησις ἐξ ὅσων ἀντιλαμβάνομαι εἶναι τὸ νὰ τεθῇ ἐν τῷ Συντάγματι ἔστω καὶ ἂν δύναται νὰ τροποποιηθῇ διὰ νόμου ἡ ἀναλογική. Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν ποῖα δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν ἀπὸ τὸ ἄρθρον, ὥστε ἂν διαφωνῶμεν μόνον εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀναλογικῆς, νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν.
§25Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Ἡ ἀνανέωσις τῆς Γερουσίας θὰ γίνῃ τμηματικῶς. Ἑπομένως, ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι 120 θὰ εἶναι οἱ γερουσιασταί, θὰ γίνῃ ἀνανέωσις 40 γερουσιαστῶν. Κατὰ ποῖον τρόπον φαντάζεσθε δυναμένας νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἐν προκειμένῳ τὰς ἀρχὰς τῆς ἀναλογικῆς προκειμένου περὶ ἐκλογῆς εἰς ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα;
§26Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἠξεύρετε πολὺ καλὰ ὅτι, ἐφόσον καθωρίσαμεν τμηματικὴν ἀνανέωσιν, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη, ὅπως καὶ ἀλλαχοῦ ἔγινεν, ἡ ἀνανέωσις νὰ γίνεται εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Θὰ ὁρισθῇ ὅτι ἡ τάδε περιφέρεια ἀποτελεῖ τὴν πρώτην σειράν, ἡ τάδε τὴν ἄλλην κλπ. Μάλιστα, ἂν θέλητε νὰ σᾶς εἴπω, δὲν εἶναι καὶ συμφέρον. Λοιπὸν θὰ ὁρίσῃ ὁ νόμος. Θὰ γίνῃ ἡ κλήρωσις 26. ἔπειτα τῶν ἄλλων 26 καὶ κατόπιν ἄλλων 26. Τρεῖς σειρὰς δηλαδή. Θὰ ὁρισθοῦν δὲ αἱ περιφέρειαι αἱ ὁποῖαι θὰ ἀνήκουν εἰς τὴν τρίτην κατηγορίαν. Καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν ἔτσι γίνεται.
§27Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ ἀνανέωσις δὲν θὰ γίνεται ἀπὸ τὰς περιφερείας ἐκείνας, ἀπὸ τὰς ὁποίας θὰ ἐξέλθουν οἱ βουλευταί;
§28Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Μάλιστα. Ἡ πρώτη θὰ γίνῃ διὰ κληρώσεως τῶν περιφερειῶν. Λοιπὸν (ἀναγινώσκει): «Διὰ νόμου ὁρίζονται αἱ ἐκλογικαὶ περιφέρειαι.... κλπ.» Ἔχομεν σήμερον ἐμποροβιομηχανικὰ Ἐπιμελητήρια, γεωργικὰ Ἐπιμελητήρια, ἀγροτικὰ Ἐπιμελητήρια καὶ ἐργατικὰ Ἐπιμελητήρια. Δὲν ἀποκλείεται διὰ νόμου νὰ συσταθοῦν καὶ ἄλλαι ὀργανώσεις. Ἀλλ’ αἱ σήμερον ζῶσαι πραγματικαὶ ὀργανώσεις δὲν εἶναι παρὰ αὐταὶ αἱ ὁποῖαι περιλαμβάνονται εἰς τὸ ἄρθρον αὐτό. Ἄν θέλητε, ἠμποροῦμεν νὰ τὸ ἀφήσωμεν εἰς τὸν νόμον. Ἀλλ’ ἐδῶ θέλομεν νὰ παρακάμψωμεν μίαν δυσχέρειαν, διότι ἐγὼ δὲν γνωρίζω ἄλλας ὀργανώσεις παρὰ ἐκείνας τὰς ὁποίας ἀνέφερον, τοὺς βιομηχάνους, τοὺς γεωργούς, τοὺς ἐργάτας καὶ τοὺς ἀνθρώπους τῶν γραμμάτων. Ἐξ ὅλων αὐτῶν τῶν κατηγοριῶν αἱ τρεῖς ἔχουν ἐπαγγελματικὰ Ἐπιμελητήρια ὠργανωμένα διὰ νόμου καὶ ἑπομένως αὐτοὶ ἠμποροῦν νὰ ἐκλέξουν καὶ τοὺς ἀντιπροσώπους των. Ἄν κατὰ τὴν πρώτην ἐκλογὴν τῆς Γερουσίας δὲν ἔχουν ὀργανωθῇ τὰ Ἐπιμελητήρια διὰ τοὺς ἀνθρώπους τῶν γραμμάτων καὶ τῶν τεχνῶν ἢ διὰ τοὺς ἐργάτας, βέβαια τότε αὐταὶ αἱ τάξεις δὲν θὰ στείλουν ἀντιπροσώπους, ἀλλὰ θὰ γίνουν τότε σχετικοὶ νόμοι, ὅπως αὐταὶ αἱ τάξεις ἐκλέξουν τοὺς ἀντιπροσώπους των. Τὰ λέγω αὐτὰ διὰ νὰ μὴ ματαιωθῇ ἡ συγκρότησις τῆς Γερουσίας, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἡ Α. ἢ Β ὀργάνωσις δὲν ἔχει συγκροτηθῆ διὰ νόμου.
§29Σ. ΧΑΣΙΩΤΗΣ. Δὲν θὰ τηρηθῇ ἀναλογία πληθυσμοῦ;
§30Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὄχι. Διότι ἐδῶ πρόκειται νὰ ἐκπροσωπηθοῦν ἀναλόγως τῆς ἀριθμητικῆς των δυνάμεως αἱ ὀργανώσεις αὗται. Διότι οἱ ἐπαγγελματίαι αὐτοὶ μετέχουν εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν 80 γερουσιαστῶν, οἱ ὁποῖοι ἐκλέγονται ἀμέσως ὑπὸ τοῦ Λαοῦ. Αὐτοὶ ἐκλέγονται ἀπὸ τὰ Συμβούλια. Ὑπάρχει διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ μετέχοντες τῶν Συμβουλίων καὶ οἱ ἐκλέκτορες δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ μετέχουν ἄλλης ἐκλογῆς. Ἐπειδὴ εἷς ἐκ τῶν κ. κ. βουλευτῶν ἰσχυρίσθη ὅτι εἰς κανὲν Σύνταγμα τοῦ κόσμου δὲν γίνεται αὐτό, ἐγὼ σᾶς πληροφορῶ ὅτι, καθόσον τουλάνιστον ἐγὼ γνωρίζω, ἡ Ρουμανικὴ Γερουσία ἔχει συγκροτηθῆ καθ’ ὅμοιον τύπον περίπου, δηλαδὴ ἐκλέγεται εἷς μέγας ἀριθμὸς ἀπὸ τὸν Λαὸν καὶ εἷς ἀριθμὸς ἀπὸ τὰς ἐπαγγελματικὰς ὀργανώσεις, κάπως διαφόρως κανονιζομένων παρὰ ὅπως εἰς τὸ ἄρθρον αὐτό. Εἰς τὰς ἄλλας Ἐπικρατείας, εἰς τὴν Γερμανίαν, ἰσχύουν ἰδιαίτερα οἰκονομικὰ Συμβούλια, ἰδιαίτεραι Βουλαί, δηλαδὴ ἀπαρτιζόμεναι ἀπὸ ἀντιπροσώπους ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων. Ἡμεῖς δὲν νομίζω ὅτι ἔχομεν τοιαύτην ὀργάνωσιν, ἡ ὁποία νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν συγκρότησιν ὁλοκλήρου Βουλῆς ἀπὸ ἀντιπροσώπους ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων. Ἀλλ’ ἔχομεν τοιαύτην ἐπαγγελματικὴν συγκρότησιν, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει τὴν ἐκπροσώπησιν εἰς μικρὸν ἀριθμὸν αὐτῶν τῶν ὀργανώσεων εἰς τὸ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα.
§31Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα πόσα εἶναι;
§32Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Σᾶς εἶπον ὅτι εἶναι τὰ ἐμπορικὰ Ἐπιμελητήρια, τὰ βιοτεχνικὰ, τὰ γεωπονικὰ κλπ.
§33Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Τέλος πάντων, πόσα φαντάζεσθε ὅτι εἶναι τὸν ἀριθμόν;
§34Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν τὰ ἔχω μετρήσει, κ. συνάδελφε, καὶ δὲν ἔχει σημασίαν πόσα εἶναι. Σημασίαν ἔχει τὸ ἑξῆς, ὅτι ὁ ἐμποροβιομηχανικὸς κόσμος θὰ στέλλῃ τρεῖς ἀντιπροσώπους εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: ἡ εἴσοδος τριῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἐμπορικοῦ καὶ βιομηχανικοῦ κόσμου τῆς Ἑλλάδος θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν κατάπτωσιν τοῦ κύρους τοῦ Σώματος ἢ εἰς τὴν αὔξησιν αὐτοῦ; Τὸ ἴδιον συμβαίνει καὶ μὲ τὰ γεωργικὰ Ἐπιμελητήρια καὶ μὲ τὰ ἄλλα. Ἔρχονται ζητήματα καθ’ ἡμέραν ἐντεῦθεν καὶ γεννῶνται μεγίστης σημασίας ζητήματα διὰ τὴν ζωὴν αὐτῶν τῶν κοινωνικῶν ὁμάδων καὶ πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐπαρκὴς ἀριθμὸς ἀνθρώπων νὰ ἐξετάσῃ μετὰ κύρους αὐτὰ τὰ ζητήματα.
§35Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ....
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπω οὐδεμίαν διακοπήν.
§37Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε συνάδελφε, εἰς τὴν πρότασίν σας λέγετε «τῶν γραμμάτων καὶ ἐπιστημῶν». Σύλλογοι ἐπιστημονικοὶ ὑπάρχουν, οἱ δικηγορικοὶ Σύλλογοι αἴφνης, οἱ ἰατρικοὶ κλπ. Αὐτοὺς ἐννοεῖτε;
§38Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Θὰ σᾶς εἴπω ἀμέσως. Διὰ νὰ ἔχωμεν αὐτὴν τὴν ἐκπροσώπησιν, θὰ χρειασθῇ νὰ γίνουν εἰδικαὶ ὀργανώσεις, εἰς τὰς ὁποίας καὶ θὰ μετέχουν οἱ δικηγορικοὶ Σύλλογοι, οἱ ἰατρικοὶ Σύλλογοι καὶ ὅλοι οἱ ἀσκοῦντες ἐν γένει ἐλευθέρια ἐπαγγέλματα, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἔχουν καὶ αὐτοὶ μίαν ἐκπροσώπησιν. Ἂν θὰ ὑπάρξῃ ὁ νόμος, θὰ ὑπάρξῃ καὶ ἡ ἐκπροσώπησις, ἄλλως θὰ εἶναι ὀλιγαριθμωτέρα ἡ Γερουσία κατὰ 8–10 Γερουσίας. Ἀντὶ νὰ ἔχῃ 120 μέλη, θὰ ἔχῃ 110. Τὸ λέγω αὐτό, κ. συνάδελφε, διὰ νὰ μὴ θεωρηθῇ ὡς πρόσκομμα συγκροτήσεως ἀμέσως τῆς Γερουσίας ἡ ἔλλειψις αὐτῶν τῶν ὀργανώσεων. (Ἀναγινώσκει): «Οἱ εἴκοσι γερουσιασταὶ ἐκλέγονται κατὰ τὴν πρώτην συγκρότησιν.... κλπ.» Πρέπει δὲ νὰ ὁρισθῇ διὰ μεταβατικῆς διατάξεως ὅτι ὁ τρόπος τῆς συνθέσεως ὁρίζεται διὰ νόμου. Κύριοι βουλευταί, εἰς τὸ παρελθὸν ὑπεστήριξα ὅπως ἡ συγκρότησις τῆς πρώτης Γερουσίας γίνῃ ἀμέσως ἀπὸ τὴν ὑπάρχουσαν τότε Δ. Συνέλευσιν. Τότε διὰ μακρῶν ἀνέπτυξα τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι καθίστων ἀναγκαίαν τὴν τότε ἐκλογὴν τῆς πρώτης Γερουσίας. Οἱ λόγοι αὐτοὶ δὲν ὑφίστανται σήμερον. Τότε ἐπεδιώκετο μὲ τὴν ἄμεσον συγκρότησιν τῆς Γερουσίας ἡ εἴσοδος εἰς τὴν Συντακτικὴν Συνέλευσιν καὶ τῶν ἀπεχόντων τότε ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν πολιτικῶν κομμάτων, ἐπεδιώκετο δὲ καὶ ἡ ἀναγνώρισις τοῦ πολιτεύματος. Σήμερον ὁ εἷς σκοπὸς ἐξέλιπεν, ὑπάρχει ὅμως ἀκόμη ὁ σκοπὸς τῆς ταχείας συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας διὰ τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος. Ἀλλ’ ἐξ ἄλλου πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι ὡς ἐξελίσσονται τὰ πολιτικὰ πράγματα ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἦτο δικαιολογημένη ἂν αὐτὴ προέβαινεν εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς πρώτης Γερουσίας. Καὶ δι’ αὐτό, μολονότι καὶ εἰς τὴν τροπολογίαν κατὰ τὴν ἀρχὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ὑπεστηρίξαμεν ὅπως ἡ Γερουσία ἐκλεγῇ ἀπὸ τὴν Βουλήν, συμφώνως πρὸς ὅσα καὶ ἄλλοτε ὑπεστήριξα, σήμερον τάσσομαι καὶ ἐγὼ μὲ τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουν ὅτι ἡ ἐκλογὴ τῆς πρώτης Γερουσίας πρέπει νὰ γίνῃ ἀμέσως ἀπὸ τὸν Λαόν. Ὥστε ἡ μεταβατικὴ διάταξις δὲν θὰ συμπεριλαμβάνῃ παρὰ μόνον τὴν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐπιτρέπεται διὰ νόμου ἡ μεταρρύθμισις τῆς συνθέσεως τῆς Γερουσίας καὶ ὅτι θὰ κανονίζεται διὰ νόμου ὁ τρόπος τῆς ἀνανεώσεως τῆς Γερουσίας. (Χειροκροτήματα).
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Οἰκονομίδης ἔχει τὸν λόγον.
§40Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ὅταν, κύριοι συνάδελφοι, ὡμίλουν περὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, ἐξέθεσα τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους ὑπῆρξα κεκηρυγμένος ὑπὲρ αὐτοῦ. Δὲν πρόκειται νὰ ἐπαναλάβω τοὺς λόγους αὐτούς, ἀλλ’ ἐν συντόμῳ λέγω ὅτι ὁ λόγος ὁ ὁποῖος μὲ ἀναγκάζει νὰ σκέπτωμαι ὅτι εἶναι ἀναγκαῖος θεσμός, εἶναι ἡ ὁμαλωτέρα ἐκδήλωσις τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας. Διότι νομίζω ὅτι διὰ τῆς ὁμοτιμίας τῆς Γερουσίας πρὸς τὴν Βουλήν, διὰ τοῦ κύρους τοῦ Σώματος τῆς Γερουσίας εἶναι δυνατὸν νὰ προλάβωμεν ἐκεῖνα τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἐμφανίζει τὸ ἓν μόνον ἀντιπροσωπευτικὸν Σῶμα καὶ νὰ ἐπιτελέσῃ ἡ Γερουσία τὴν ἐν τῷ πολιτικῷ βίῳ ἀποστολήν της καὶ νὰ φθάσωμεν τοιουτοτρόπως εἰς ὁμαλώτερον πολιτικὸν βίον. Σήμερον γεννᾶται τὸ ζήτημα κατὰ τίνα τρόπον εἶναι δυνατὸν νὰ συγκροτήσωμεν αὐτὴν τὴν Γερουσίαν. Οὐδεὶς νομίζω δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ ὅτι προκειμένου περὶ τῆς συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας καὶ δὴ διὰ πρώτην φοράν, εἶναι ἀνάγκη οἱ ὅροι τῆς συγκροτήσεως νὰ εἶναι τοιοῦτοι, ὥστε νὰ συντελέσουν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ἀποστολῆς της. Τρία εἶναι τὰ συστήματα τὰ ὁποῖα ἐμφανίζονται πρὸ ἡμῶν· τὸ σύστημα τῆς διὰ τῶν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων ἐκλογῆς, τὸ σύστημα τῆς ἐμμέσου ἐκλογῆς διὰ τῶν νομαρχιακῶν καὶ ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων καὶ τὸ σύστημα τῆς ἀμέσου ἐκλογῆς. Ἄν, κύριοι, θελήσωμεν νὰ ἐξετάσωμεν συγκριτικῶς τὰ συστήματα ταῦτα, ἀσφαλῶς θὰ ἀχθῶμεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ὁ καλύτερος τρόπος ἐκλογῆς εἶναι ἡ ἄμεσος ἐκλογή. Δὲν ἔχει κἂν ἀνάγκη νὰ ἐπιμείνῃ τις διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι ἡ ἄμεσος ἐκλογὴ εἶναι τὸ καλύτερον σύστημα πρὸς ἐκλογὴν οἱουδήποτε ἀντιπροσωπευτικοῦ Σώματος. Ἄν θελήσωμεν νὰ ἐξετάσωμεν ἓν ἕκαστον τῶν συστημάτων, θὰ ἴδωμεν ὅτι ὅλα ἔχουσι μειονεκτήματα, ἀλλὰ τὰ ὀλιγώτερα μειονεκτήματα συγκεντρώνει τὸ σύστημα τῆς ἀμέσου ἐκλογῆς. Διὰ τοῦτο εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέλος, ὑπεστήριξα ἐκθύμως ὅτι ὁλόκληρος ὁ ἀριθμὸς τῶν γερουσιαστῶν ἔδει νὰ ἐκλέγεται ἀμέσως ὑπὸ τοῦ Λαοῦ. Τὸ σύστημα τῶν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων εἶναι σύστημα τὸ ὁποῖον πρὸ παντὸς ἐν Ἑλλάδι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ, διότι δὲν ἔχομεν ἐπαγγελματικῶς ὠργανωμένας συνειδήσεις, δὲν ἔχομεν ἐπαγγελματικὴν συνείδησιν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διακρίνωμεν μεταξὺ αὐτῶν προνομιούχους τάξεις, προνομιούχους ψήφους, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσωμεν εἰς οὐδὲν ἐπαγγελματικὸν Σωματεῖον καὶ εἰς οὐδεμίαν ἐπαγγελματικὴν ὀργάνωσιν προτίμησιν ψήφου πολλαπλασίαν, διότι τὰ μέλη αὐτῶν δὲν δύνανται νὰ ψηφίζουν διὰ τοῦ συστήματος τῆς κατὰ προτίμησιν ἐκλογῆς, ὥστε διὰ τῆς προτιμήσεως αὐτῆς νὰ στείλωσιν ἕνα ἢ δύο ἀντιπροσώπους εἰς τὴν Γερουσίαν. Ποῖα ἐκ τῶν ἐπαγγελματικῶν Σωματείων θὰ προτιμήσωμεν διὰ νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς γερουσιαστῶν; Τὸ τεχνικὸν Ἐπιμελητήριον, τὸ βιομηχανικόν, τὸ ἐμπορικόν; Ἀλλὰ μήπως ἴσα δικαιώματα θὰ ἔχουν καὶ τὰ ἐπαγγελματικὰ Σωματεῖα τῶν ὀπωροπωλῶν κλπ. Διατί νὰ προτιμήσωμεν τὸ Α καὶ νὰ ἀφήσωμεν τὸ Β; Ἑπομένως κατὰ βάσιν θὰ ἔχωμεν ἓν σύστημα ὀλιγαρχικῆς ἐκλογῆς διότι ὅλα αὐτὰ ἀνήκουν εἰς τὸ Ἐπιμελητήριον καὶ δὲν ἀποτελοῦνται ἀπὸ ὡρισμένας προνομιούχους τάξεις, προνομιούχους ψήφους, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ συγκεντροῦται ὁλόκληρον τὸ δικαίωμα ἐκλογῆς ἀντιπροσώπων, οὕτω, λέγω, θὰ ἔχωμεν ἓν σύστημα ὀλιγαρχικῆς ἐκλογῆς μεταξὺ τοῦ δημοκρατικοῦ ἡμῶν πολιτεύματος, διὰ τὸ ὁποῖον πολλοὶ κόπτονται θὰ ἔχωμεν τέλος, ἐπαναλαμβάνω, σύστημα ἀριστοκρατικῆς ἐκλογῆς, τὸ ὁποῖον θὰ ἀποστέλλῃ ἀντιπροσώπους εἰς τὴν Γερουσίαν. Ἐκτὸς τούτου θὰ δημιουργηθῇ ὁ κομματικὸς συναγωνισμός, ὁ ὁποῖος καὶ ἤδη ὑπάρχει μεταξὺ τῶν λαϊκῶν μαζῶν καὶ ὅστις δὲν εἶναι ἀπολύτως συντελεστικὸς καὶ ἐποικοδομητικὸς διὰ τὴν ὅλην πολιτικὴν ἡμῶν συγκρότησιν. Θὰ εἶναι δὲ ἀπολύτως καταστρεπτικώτερος καὶ βλαβερώτερος, διότι θὰ δημιουργηθῇ σοβαρὸς καὶ ὀξὺς ἀνταγωνισμὸς μεταξὺ τῶν ἐπαγγελματικῶν Σωματείων προκειμένου περὶ ἐκλογῆς ὀλίγων ἀντιπροσώπων, οἵτινες θὰ πρόκειται νὰ ἀποσταλῶσιν εἰς τὴν Γερουσίαν, ὅσον δὲ μικρότερος εἶναι ὁ ἀριθμός, τόσον μεγαλύτερος καὶ ὀξύτερος θὰ εἶναι ὁ ἀνταγωνισμός. Νομίζω δὲ ὅτι διὰ τοὺς λόγους τούτους δὲν πρέπει νὰ δώσωμεν προσοχὴν εἰς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ μᾶς ἀποστείλῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον γερουσιαστὰς εἰς τὴν Γερουσίαν. Ἐγὼ τοὐλάχιστον οὔτε κἂν τὰ 12% παραχωρῶ εἰς τοιούτους εἴδους ὀργανώσεις. Οὐδένα θέλω μὴ προερχόμενον ἀμέσως ἐκ τοῦ Λαοῦ. Ὑπάρχει ἓν ἐπιχείρημα συζητητέον ὅτι δυνατὸν προσωπικότητες πολιτικαὶ ἢ κοινωνικαὶ νὰ θελήσουν νὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ μὴ δυνάμενοι νὰ προσαρμοσθοῦν πρὸς τὰς ἀξιώσεις τοῦ ἐκλογικοῦ ἀγῶνος νὰ δύνανται νὰ εἰσέλθουν διὰ τοῦ συστήματος αὐτοῦ. Δὲν ὑπάρχει κανὲν παράδειγμα, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς δὲν ἐξετίμησε τὰς πολιτικὰς ἢ κοινωνικὰς ταύτας προσωπικότητας. Τοὐναντίον μάλιστα ὑπάρχουν ἄπειρα παραδείγματα ὅτι οὐδέποτε παρεγνώρισε τὰς πολιτικὰς προσωπικότητας ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, τοῦ ὁποίου λειτουργεῖ ἄριστα τὸ αἰσθητήριον, ἀλλὰ τοὐναντίον τὰς ἀπέστειλε πάντοτε καὶ εἰς τὸ Κοινοβούλιον καὶ τὰς ἀνεβίβασεν εἰς τὰ ἀνώτατα πολιτικὰ ἀξιώματα. Δὲν δυνάμεθα δὲ ἐκ μεμονωμένων περιπτώσεων νὰ σχηματίζωμεν κανόνας γενικῶς. Τὰ προσκόμματα παρεμβάλονται ἤδη καὶ διὰ τοῦ συστήματος τῆς ἀναλογικῆς ἐκλογῆς. Ἂν ἐπιβάλωμεν τὸ σύστημα τοῦτο, ἀποκλείσωμεν δὲ καὶ τὸ σύστημα τῆς ἀμέσου ἐκλογῆς, θὰ ἐκλεγοῦν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπιβληθοῦν ἐντὸς τῶν νομαρχιακῶν Συμβουλίων ἢ ἐντὸς τῶν κοινοτικῶν Συμβουλίων. Διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω ὅτι ὁλόκληρος ἡ Γερουσία πρέπει νὰ ἐκλεγῇ ἀπὸ τὸν Λαόν. Οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῶμεν ὅτι πρέπει νὰ ἀποκλείσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀπὸ τὸν Λαόν, διότι ἐλέχθη ὅτι δὲν εἶναι πολιτικῶς ὥριμος. Τοὐναντίον μάλιστα ἀπεδείχθη ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἀπὸ δεκαετηρίδων ἔχει ἀποκτήσει ἀξιόλογον πολιτικὴν ὡριμότητα, ἡ ὁποία μάλιστα μᾶς ἐπιβάλει νὰ σκεφθῶμεν ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποστῶμεν συστήματος ἀμέσου ἐκλογῆς, διὰ τῆς ὁποίας ἐννοεῖ ὁ Λαὸς νὰ ἀποστείλῃ ἀντιπροσώπους εἰς ἀντιπροσωπευτικὰ Σώματα καὶ ὅτι τῶν τοιούτων δικαιωμάτων του οὐδέποτε παραιτεῖται. Διὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, ἐκηρύχθην ὑπὲρ τῆς ἀμέσου ἐκλογῆς, ἀποκλείων ἐντελῶς καὶ τὴν κατ’ ἄλλον τρόπον ἐκλογὴν ἢ κατὰ τὰ 5% ἢ κατὰ τὰ 12%. Εἶναι δὲ ὡσαύτως ἀδύνατος καὶ ἡ διὰ τῆς Βουλῆς ἐκλογή, ὅπου μία Κάτω Βουλὴ δὲν θὰ ἐκλέγῃ ἐκ τῶν κόλπων της γερουσιαστάς, εἰμὴ μόνον τοὺς ἀπομάχους της, θὰ ἐκλέγῃ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν νὰ εἰσέλθουν εἰς τὸ Κοινοβούλιον καὶ ὁ Λαὸς δὲν τοὺς ἔστειλεν εἰς αὐτό. Θὰ ἐθεώρουν ἑπομένως πρᾶξιν πολιτικῆς ἀσυνεσίας τὸ νὰ σκεφθῶμεν νὰ ἐμπιστευθῶμεν τὴν ἐκλογὴν γερουσιαστῶν ἔστω καὶ περιωρισμένου ἀριθμοῦ, εἴτε εἰς τὰ ἐπαγγελματικὰ Σωματεῖα, εἴτε εἰς τὰ κοινοτικὰ Συμβούλια, εἴτε εἰς τὰ δημοτικά, διότι ἐκτὸς τῶν ἄλλων, αὐτὰ δὲν ἔχουσι δημιουργηθῆ καὶ δὲν ὑπάρχουν.
§41Σ. ΧΑΣΙΩΤΗΣ. Μόνον τὸ δικηγορικὸν Σῶμα νὰ βάλωμεν Αὐτὸ τὰ λύει ὅλα.
§42Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ἡ ἐκλογή σας ἀποδεικνύει τὴν ἀπόδειξιν τῶν ἐπιχειρημάτων μου. Ἑπομένως νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐμμείνωμεν σταθερῶς εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ἀπὸ τοῦ Λαοῦ προελεύσεως τῆς Γερουσίας. Πρέπει ὅμως νὰ ἐξετάσωμεν πῶς ἄλλως εἶναι δυνατὸν νὰ προέλθωμεν εἰς τὴν συγκρότησιν τῆς Γερουσίας. Ὡμίλησαν περὶ εὐρυτάτων περιφερειῶν. Τὸ ἀποκλείω αὐτό. Ἡ λέξις «εὐρεῖα» ἀποδίδει ὅ,τι χρειάζεται. Εὐρεῖαν ἐννοοῦμεν τὴν νομαρχιακὴν καὶ ἐκείνην θέλω ὅπου εἶναι γνωστοὶ οἱ πολιτευόμενοι. Μὴ πλανώμεθα. Οἱ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ παρακαθήμενοι δὲν εἶναι πανελληνίως γνωστοὶ ἵνα ἐκλέγωνται ἀπὸ εὐρυτάτην περιφέρειαν. Πρέπει ὁ ἐκλογεὺς νὰ ἔχῃ πλήρη ἀντίληψιν τοῦ ἐκλεγομένου. Εἶναι ζήτημα μικροτέρου ἀριθμοῦ, ἀλλὰ περιοριζομένου τοῦ ἀριθμοῦ θὰ ἔχωμεν πάλιν τὴν ἄποψιν τῆς εὐρυτάτης ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ ἀριθμοῦ. Συνεπῶς εὑρίσκω ὅτι πρέπει νὰ ἐκλέξωμεν ὡς ἐκλογικὴν περιφέρειαν τὴν εὐρεῖαν ὡς τὴν ἐννοοῦμεν καὶ ὡς ὑπάρχει σήμερον, ὅπου ὁ ἐκλεγόμενος εἶναι γνωστὸς καὶ ἐκλέγεται ἐν συνειδήσει ὑπὸ τοῦ ἐκλογέως του. Πῶς δύναται π. χ. ὁ ἐκλογεὺς Εὐβοίας νὰ γνωρίζῃ τὸν ὑποψήφιον τῆς Φθιώτιδος; Μόνον ἂν εἶναι Μουσσολίνι ἢ Τρικούπης ἢ Πάγκαλος ἠμπορεῖ νὰ εἶναι γνωστός. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκλέξῃ ἡμᾶς, φέρ’ εἰπεῖν, ὁ ἐκλογεὺς τῆς Φθιώτιδος, τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζομεν; Μόνον οἱ Εὐβοιεῖς μᾶς γνωρίζουν. Αὐτὰ προκειμένου περὶ τῆς Γερουσίας. Προκειμένου περὶ τῆς προσωρινῆς Γερουσίας δὲν βλέπω διὰ τίνα λόγον αὕτη θὰ ἐκλεγῇ ἄλλως. Μήπως δὲν δυνάμεθα τώρα νὰ κάμωμεν ἐκλογάς; Πρέπει νὰ εἶναι ἓν Σῶμα ἀντιπροσωπευτικόν. Συνεπῶς δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ καταφύγωμεν εἰς ἄλλα μέσα. Ἀπεναντίας μάλιστα προκειμένου περὶ τῆς πρώτης Γερουσίας, ἡ ὁποία θὰ δώσῃ τὸ ὑπόδειγμα τῆς ἀποστολῆς τοῦ θεσμοῦ, τοῦ σκοποῦ τοῦ θεσμοῦ, εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἔχωμεν ἀρτιωτέραν συγκρότησιν τῆς Γερουσίας. Διὰ τὴν περίπτωσιν εἰδικώτερον τῆς πρώτης Γερουσίας τάσσομαι ἀπολύτως ὑπὲρ τῆς ἀμέσου ἐκλογῆς, ἔστω καὶ ἂν ἤθελον εἶμαι διατεθειμένος διὰ τὰς ἄλλας ἐκλογὰς νὰ ὑποχωρήσω. Διὰ τὴν πρώτην Γερουσίαν δὲν ὑποχωρῶ. Εὑρίσκω ἀπολύτως ἀπαραίτητον νὰ ἐκλεγῇ ἡ πρώτη Γερουσία ἀπὸ τὸν Λαόν, διότι νομίζω ὅτι οἱ πρῶτοι γερουσιασταί, διὰ νὰ συντελέσουν εἰς τὴν ὑποδειγματικὴν δρᾶσιν διὰ τὴν χρησιμοποίησιν τοῦ θεσμοῦ, εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἐκλέγωνται ἀπὸ τὸν Λαόν. Ἐγὼ εὑρίσκω καὶ ἄλλο τι ἀκόμη, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπὸ ἀπόψεως νομικῆς ἡ Βουλὴ νὰ ἐκλέξῃ γερουσιαστάς. Ὑπάρχει ἡ γνώμη ὅτι τὸ Σύνταγμα εἶχε δημοσιευθῆ. Εἶναι πλάνη. Τὸ Σύνταγμα ἐδημοσιεύθη καὶ ἐφηρμόσθησαν αἱ διατάξεις του προκειμένου περὶ βουλευτικῶν ἐκλογῶν. Διὰ νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ διορίζῃ γερουσιαστάς, ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ὡρισμένον πολιτικὸν πρόγραμμα νὰ περιλάβῃ τὸ ζήτημα τοῦτο. Συνεπῶς δὲν ὑπάρχει νομικῶς τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐκλέξῃ τοὺς πρώτους γερουσιαστάς. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἐπετρέπετο τοῦτο, θὰ τὸ ἐθεώρουν πολιτικῶς ἀνήθικον, διότι καὶ ὁ Λαὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπωμεν ὅτι μᾶς ἐξέλεξε γερουσιαστὰς καὶ δὲν θεωρεῖ τὴν παροῦσαν Βουλὴν ἱκανὴν νὰ διαπράξῃ αὐτὴν τὴν πολιτικὴν ἀσχημίαν.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Καλκάνης ἔχει τὸν λόγον.
§44Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Κατ’ ἀρχήν, κατὰ βάσιν, κύριοι βουλευταί, ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν συνεζητεῖτο ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας, ὁλόκληρον τὸ Κόμμα τῶν Ἐλευθεροφρόνων εἴμεθα ἀπολύτως ἀντίθετοι πρὸς τὴν σύστασιν τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ. Τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους ἐκηρύχθημεν ἀπολύτως ἀντίθετοι πρὸς τὴν ὕπαρξιν καὶ τὴν σύστασιν τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας ἐξεθέσαμεν τότε διὰ μακρῶν. Συνίσταντο κυρίως οἱ λόγοι εἰς τὸ ὅτι ἐπρόκειτο νὰ δημιουργηθῇ ἓν Σῶμα, ὅπως ὠνομάσθη, ἀρτηριοσκληρωτικόν, ἓν Σῶμα τὸ ὁποῖον δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐξυπηρετήσῃ τίποτε ἄλλο παρὰ μόνον διαφόρους παλαιμάχους τῆς πολιτικῆς καὶ τοὺς διαφόρους ἀποτυχόντας. Θὰ ἔφερε δὲ ἓν βάρος καὶ μίαν παρέλκυσιν εἰς τὴν νομοθετικὴν μηχανήν. Διὰ τοὺς λόγους τούτους εἴμεθα εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἀντίθετοι πρὸς τὴν Γερουσίαν. Ἐφόσον ὅμως ἐγένετο ἀποδεκτὴ παρὰ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς καὶ ἀπεδέχθη αὕτη ὅτι πρέπει νὰ δημιουργήσωμεν ἓν τοιοῦτον Σῶμα, νομίζω ὅτι ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ καθιερώσωμεν διὰ τοῦ Συντάγματος ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρας γενικὰς γραμμὰς τῆς συστάσεως τοῦ Σώματος αὐτοῦ. Εἶμαι ἀνέκαθεν κεκηρυγμένος ὑπὲρ τῆς ἐκλογῆς τῶν γερουσιαστῶν διὰ τῆς λαϊκῆς ψήφου, διὰ τῆς λαϊκῆς ψήφου δὲ ἐν τῷ συνόλῳ. Νομίζω ὅτι, ἐφόσον καθ’ οἱονδήποτε τρόπον καὶ καθ’ οἱανδήποτε ἔκφανσιν τὸ Σῶμα τῆς Γερουσίας θὰ ἀσκῇ νομοθετικὰ καθήκοντα, θὰ ἀσκῇ τὸν δεύτερον οὕτως εἰπεῖν συντελεστὴν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, νομίζω ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον καὶ ἐκ τῶν πραγμάτων ἐπιβεβλημένον καὶ σύμφωνον πρὸς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, σύμφωνον πρὸς τὴν βάσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται ὁ κοινοβουλευτισμός, τὸ νὰ ἐκλέγωνται, ὅπως καὶ ἄλλοι ἀξιότιμοι συνάδελφοι εἶπον, ἐκ τοῦ συνόλου διὰ τῆς λαϊκῆς ψήφου. Διότι τότε καὶ μόνον τότε θὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν καὶ τὴν ἐμπρέπουσαν θέσιν, θὰ ἔχῃ τὸ ἀπαιτούμενον κῦρος, ὥστε νὰ δύναται ἡ γνώμη αὐτῆς νὰ εἶναι ὁπωσδήποτε σεβαστή, νὰ εἶναι τέλος πάντων ἐκπρόσωπος μιᾶς λαϊκῆς κυριαρχίας ἔν τινι μέτρῳ. Δὲν νομίζω ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον, ὅτι ἐπειδὴ ἡ Γερουσία δὲν θὰ ἔχῃ, ὅπως ὑπεστηρίχθη πρὸ μικροῦ, πολιτικὸν κῦρος δὲν θὰ ἔχῃ πολιτικὴν δύναμιν καὶ πολιτικὴν ἐξουσίαν. Ἐκ τοῦ λόγου τούτου πρέπει νὰ ἐκλέγεται παρὰ τοῦ Λαοῦ, ἀφοῦ ὁπωσδήποτε θὰ μετέχῃ εἰς τὴν κατάρτισιν τῶν νόμων θὰ ἐκφράζῃ τὴν γνώμην της καὶ συνεπῶς δὲν εἶναι κάτι τι ξένον πρὸς τὸν κοινοβουλευτισμὸν νὰ ἀρύεται ἐξ ἄλλων τάξεων οἱωνδήποτε καὶ οὐχὶ παρὰ τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας τὴν δύναμίν της. Τὰ ἐμπορικὰ καὶ βιομηχανικὰ καὶ τὰ ἐπαγγελματικὰ Σωματεῖα εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἃς μὴν ἀπατώμεθα, εἶναι λέξεις κεναί, πράγματι μηδενικόν. Ταῦτα θὰ ἠδύναντο νὰ λεχθοῦν δι’ ἄλλα Κράτη, διὰ Κράτη πρὸ πολλοῦ ὠργανωμένα. Αἱ ἐπαγγελματικαὶ τάξεις εἰς τὴν Ἑλλάδα εὑρίσκονται εἰς ἐμβρυώδη κατάστασιν ἀπὸ ἀπόψεως ἐπαγγελματικῶν, ἐμπορικῶν καὶ βιομηχανικῶν Ἐπιμελητηρίων. Εἰς τὴν παρατήρησίν μου ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργὸς παρετήρησεν ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν τὸ πόσα εἶναι καθ’ ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα τὰ ἐμπορικὰ καὶ βιομηχανικὰ Ἐπιμελητήρια. Ἀπαντῶ ὅτι τοῦτο ἐνέχει τὴν ὑψίστην σημασίαν. Ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐμπορικῶν καὶ τῶν ἐπαγγελματικῶν Ἐπιμελητηρίων καὶ Σωματείων ἐν γένει θὰ εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ μᾶς ἀποδείξῃ ἂν καὶ κατὰ πόσον εἶναι προηγμένη ἐδῶ ἡ ὀργάνωσις τῶν τοιούτων τάξεων καὶ τῶν ἐπαγγελματικῶν Ἐπιμελητηρίων. Ἂν καὶ ἐφόσον ὑπάρχῃ εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Λαοῦ, ἂν καὶ ἐφόσον ἦσαν ὠργανωμέναι αἱ τοιαῦται ἐπαγγελματικαὶ τάξεις. Ἂν αἱ τάξεις αὐταὶ ἦσαν καλῶς ὠργανωμέναι, δὲν θὰ εἴχομεν 2, 3 ἢ 4 ἐν ὅλῳ ἐμπορικὰ καὶ βιομηχανικὰ Ἐπιμελητήρια εἰς ὡρισμένας πόλεις τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ θὰ εἶχον καὶ εἰς ἄλλας πόλεις τῆς Ἑλλάδος δημιουργηθῆ τοιαῦτα Ἐπιμελητήρια μὲ ζωὴν καὶ μὲ δρᾶσιν. Ἀλλ’ ἀπεναντίας εὑρίσκονται ἐλάχιστα ἄνευ οὐδεμιᾶς βάσεως καὶ ἐφόσον τὰ πράγματα εὑρίσκονται εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν, νομίζω ὅτι θὰ εἴμεθα κάπως μακρὰν τῶν πραγμάτων ἂν θελήσωμεν τὰς τάξεις αὐτάς, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐνέχουν ἐν ἑαυταῖς τὴν δύναμιν νὰ δράσουν, νὰ ἐκπροσωπῶνται εἰς τὰς δύο Βουλάς, τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ δημιουργήσωμεν. Δὲν εἶναι ἄνευ σημασίας τὸ γεγονὸς τοῦτο. Ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι πρόκειται νὰ ἐκπροσωπηθοῦν ὡρισμέναι τάξεις τῶν ἐμπόρων καὶ τῶν βιομηχάνων. Τοιαῦται τάξεις δὲν πρόκειται νὰ ἐκπροσωπηθοῦν, διότι δὲν θὰ συμμετέχουν αἱ τάξεις αὐταί, ἐφόσον δὲν ὑπάρχουν τοιαῦτα Σωματεῖα, ἀλλὰ μόνον θὰ ἐκπροσωπῶνται τοιαῦτα ἀδρανῆ Σωματεῖα. Ἂν ὁ δικαιολογητικὸς λόγος τῆς συστάσεως τῆς Γερουσίας εἶναι, ὡς ὑπεστηρίχθη ὑπὸ ἄλλων, ἄν, λέγω, εἶναι ἀντίρροπον μιᾶς κοινοβουλευτικῆς ὁρμῆς, νομίζω ὅτι ταῦτα πάντα πληροῦνται, ἂν καὶ ἐφόσον τεθῶσι καὶ εἰς τοὺς ἐκλέκτορας καὶ εἰς τοὺς ὡρισμένους νὰ ἐκλεχθῶσιν ὡρισμένα ὅρια ἡλικίας. Ἂν ἔχωμεν ὡρισμένην ἡλικίαν, κάτωθεν τῆς ὁποίας νὰ μὴ δύνανται οὔτε νὰ ἐκλέξωσιν, οὔτε νὰ ἐκλεγῶσι, νομίζω ὅτι πληροῦνται αἱ βάσεις. Διότι ἄλλως θὰ σκεφθῇ ἓν Σῶμα, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖται ἀπὸ ἄνδρας ἡλικίας 40 ἐτῶν καὶ ἄνω καὶ ἄλλως ἀποτελούμενον ἀπὸ νέους εἰκοσιπενταετεῖς. Ὥστε τὸ ἀντίρροπον, ἡ σύνεσις, ἡ ἀπαιτουμένη πεῖρα νομίζω ὅτι διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἐκπληροῦνται καθολοκληρίαν. Κατὰ συνέπειαν δὲν συντρέχει οὐδεὶς λόγος διὰ νὰ ἀπομακρυνθῶμεν ἀπὸ τὴν βάσιν τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας καὶ τῆς λαϊκῆς ψήφου. Πρὸ ὀλίγου εἶπεν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργὸς ὅτι διὰ τοῦ προτεινομένου συστήματος ἐκλογῆς πρόκειται νὰ ἐγχυθῇ νέον αἷμα εἰς τὸ Σῶμα αὐτό. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ τῷ παρατηρήσω ὅτι οὐδόλως ἀπόκειται εἰς τὸ σύστημα αὐτὸ νὰ μεταφέρῃ τὸ νέον αὐτὸ αἷμα, τὸ σφριγὸν αἷμα εἰς τὸν νέον αὐτὸν ἀντιπροσωπευτικὸν θεσμόν. Διότι, ἐφόσον ὅλοι οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλεχθῶσι καὶ τὸ νέον αὐτὸ αἷμα θὰ εὑρεθῇ μεταξὺ τῶν πολλῶν, νομίζω ὅτι τὸ ἀξίωμα ἐκεῖνο εἶναι ἐντελῶς ἀστήρικτον ὅτι τὸ αὐτὸ αἷμα πρόκειται νὰ χυθῇ καὶ διὰ τῆς μιᾶς θύρας καὶ διὰ τῆς ἄλλης. Δὲν πρέπει δὲ οὐδεμία σκέψις νὰ γίνῃ περὶ ἐκλογῆς τῶν γερουσιαστῶν κατ’ ἀναλογίαν τῆς δυνάμεως τῶν κομμάτων. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς ἠθέλησα νὰ τονίσω νὰ ἀποφύγωμεν εἶναι νὰ ἀποφύγωμεν νὰ χρωματισθῇ ἡ Γερουσία ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἐκ τῶν κομμάτων. Ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους θὰ ἐκλέξωμεν δὲν πρέπει νὰ εἶναι ἐξηρτημένοι ἀπὸ τὸ κόμμα τὸ ὁποῖον θὰ τοὺς ἐκλέξῃ διὰ νὰ μὴ εὑρεθῶμεν πρὸ τοῦ γεγονότος νὰ ἐκπροσωπεῖται ἡ Γερουσία ἀπὸ τὰ κόμματα τὰ ὑπάρχοντα. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προσέξωμεν νὰ μὴ ἔχωμεν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς συστάσεως τῆς Γερουσίας τὴν κομματικὴν συναλλαγὴν καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν πρώτην σκέψιν τῆς ἐκλογῆς ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τοῦ Λαοῦ καὶ ὄχι ἀπὸ τῶν κομματικῶν ἀποχρώσεων.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 10.30′ μ. μ.
(Ὥρᾳ 9 μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρᾳ 11.15′ μ. μ.)
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ 57ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Τὸν λόγον ἔχει ὁ Ι. Σπετσιώτης.
§47Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐφόσον διὰ τῆς ἀποδοχῆς ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς τοῦ 2ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος ἀπεφασίσθη κατ’ ἀρχὴν ὁ καταρτισμὸς τῆς Γερουσίας, δὲν νομίζω ὅτι δύναται πλέον νὰ συζητῇ τις ἐπὶ τῆς σκοπιμότητος τῆς ἱδρύσεως αὐτῆς. Ἐν τούτοις εἶναι ὅλως ἀξιοπερίεργον ὅτι οἱ φανατικώτεροι τῶν Ἑλλήνων δημοκρατικῶν οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν ἀριστερὰν τῆς δημοκρατικῆς παρατάξεως, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τοὺς Γάλλους δημοκράτας τοῦ 1793, τοὺς περιφήμους Ἰακωβίνους, οἱ ὁποῖοι ἐπρέσβευον ὅτι ἡ ἐθνικὴ κυριαρχία οὖσα μία, δέον καὶ ἑνιαίως νὰ ἐκπροσωπεῖται, ἀντιτίθενται ἀπολύτως πρὸς τὰ καθαρῶς δημοκρατικὰ δόγματα καὶ ζητοῦσι δυαδικὴν ἐκπροσώπησιν τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας. Προκειμένου περὶ τοῦ καταρτισμοῦ τῆς Γερουσίας, νομίζω ὅτι, ἐφόσον μία Χώρα ἔχει ὁμοσπονδιακὴν ὀργάνωσιν, ἐκεῖ βεβαίως ἡ Γερουσία εἶναι ἐνδεδειγμένη διὰ νὰ ἀντιπροσωπεύωνται ἐν τῇ Γερουσίᾳ τὰ ὁμοσπονδιακὰ συμφέροντα καὶ νὰ χρησιμεύῃ αὕτη ὡς φραγμὸς ἐναντίον τῶν ἑνωτικῶν τάσεων καὶ τῆς διασπάσεως τῆς ὁμοσπονδιακῆς ἐννοίας. Ἐπίσης καταρτισμὸς Γερουσίας ἐνδείκνυται, ἐφόσον ὑπάρχει μία ἀριστοκρατία ἢ μεγάλοι γαιοκτήμονες, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀποτελέσωσιν αὐτήν, ὥστε ἡ Γερουσία νὰ ἀποτελέσῃ ἓν συντηρητικὸν προπύργιον ἐναντίον τῶν νεωτεριστικῶν κοινωνικῶν τάσεων. Ἀλλ’ εἰς μίαν Χώραν, ὡς ἡ Ἑλλάς, εἰς τὴν ὁποίαν οὔτε ὁμοσπονδιακὴ ὀργάνωσις ὑφίσταται, οὔτε ἀριστοκρατία, οὔτε μεγάλοι γαιοκτήμονες, ἡ Γερουσία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταρτισθῇ ἄλλως ἢ διὰ τῆς ψήφου τοῦ Λαοῦ καὶ τότε μόνον θὰ δυνηθῇ νὰ ἔχῃ κῦρος ἐφόσον ἀπέρρευσεν ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ Λαοῦ καὶ θὰ ἀντιπροσωπεύῃ τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν. Προκειμένου περὶ τῆς διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου 57 θὰ εἶχον νὰ ὑποδείξω ὡρισμένας τινὰς τροπολογίας εἰς τὴν παράγραφον πρώτην, εἰς τὴν ὁποίαν ἀναγράφεται ὅτι: «Ὀγδοήκοντα τοῖς ἑκατὸν οἱ γερουσιασταὶ ἐκλέγονται ὑπὸ τῶν συμπληρωσάντων τὸ 25ον ἔτος τῆς ἡλικίας των καὶ ἐχόντων δικαίωμα πρὸς τοῦτο πολιτῶν δι’ ἀμέσου καθολικῆς ψηφοφορίας ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τῆς ἀναλογικῆς ἀντιπροσωπείας καὶ κατὰ περιφερείας εὐρυτάτας». Νομίζω ὅτι, ἐφόσον μάλιστα ἡ Βουλὴ θὰ ἀπεδέχετο ὡς ἀριθμὸν τῶν γερουσιαστῶν τὸν ἀριθμὸν τῶν 120 ἀντὶ τῶν 100, ὅτι ἀντὶ 80% τὰ 50% θὰ ἔπρεπε νὰ ἐκλέγωνται οὐχὶ κατὰ τὸν τρόπον τὸν ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τῆς ἀναλογικῆς ἀντιπροσωπείας, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πλειονοψηφικοῦ συστήματος. Ἄλλως νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται καὶ ἡ διαγραφὴ τῆς φράσεως «ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τῆς ἀναλογικῆς ἀντιπροσωπείας» καὶ ἀντὶ τούτου νὰ τεθῇ «ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τοῦ πλειονοψηφικοῦ συστήματος» καὶ ἀντὶ «εὐρυτάτης» νὰ τεθῇ ἡ λέξις «εὐρείας» ἢ «κατὰ περιφερείας καθορισθησομένας ὑπὸ τοῦ νόμου». Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καθιεροῦται τὸ σύστημα τῆς ἐμμέσου ἐκλογῆς. Νομίζω ὅτι προκειμένου περὶ ἐκλογῆς Γερουσίας δὲν θὰ ἦτο ἄσκοπον νὰ καθιερώσωμεν διάφορα συστήματα. Ἐπὶ παραδείγματι προκειμένου περὶ τῆς δευτέρας παραγράφου, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀναγράφεται «τὰ 12% ἐκλέγονται ὑπὸ τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν ἀρχὴν ἑκάστης περιόδου κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς δυνάμεως τῶν ἐν αὐτῇ κομμάτων», νομίζω ὅτι ἀντὶ τῶν 12% θὰ ἔπρεπε νὰ τεθῇ ὅτι τὰ 30% ἐκλέγονται ὑπὸ τῶν δημοτικῶν καὶ νομαρχιακῶν Συμβουλίων κατὰ τὰ διὰ νόμου ὁρισθησόμενα καὶ κατὰ περιφερείας εὐρυτάτας. Δηλαδὴ δυνάμεθα περὶ τοῦ δευτέρου τρόπου ἐκλογῆς τῶν 30 γερουσιαστῶν νὰ ἐφαρμόσωμεν κάτι ἀνάλογον πρὸς τὸ σύστημα τῆς ἐκλογῆς ἐν Γαλλίᾳ τῶν regions. Διὰ τῆς φράσεως «εὐρυτάτας περιφερείας» ἐννοῶ τὰς ἑξῆς· ὁλόκληρον τὴν Στερεὰν Ἑλλάδα, τὴν Πελοπόννησον, τὴν Θεσσαλίαν, τὴν Ἤπειρον μετὰ τῆς Ἑπτανήσου, τὴν Μακεδονίαν, τὴν Θράκην, τὴν Κρήτην καὶ τὰς νήσους. Ἡ ἐκλογὴ τῶν γερουσιαστῶν τῶν 30% θὰ γίνεται εἰς τὰς εὐρυτάτας ταύτας περιφερείας διὰ συστήματος ἐμμέσου, δηλαδὴ τὰ δημοτικὰ Συμβούλια μετὰ τῶν νομαρχιακῶν Συμβουλίων θὰ ἐκλέγωσι τοὺς γερουσιαστὰς αὐτούς. Εἶμαι ὑπὲρ τοῦ τριαδικοῦ συστήματος, ἂν θέλητε δὲ ἀκόμη καὶ τετραδικοῦ συστήματος, διότι νομίζω ὅτι ὡρισμένα πρόσωπα θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχωσι θέσιν ἐν τῇ Γερουσίᾳ. Προκειμένου περὶ τῆς τρίτης περιπτώσεως νομίζω ὅτι ἀντὶ τῶν 80% ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν γερουσιαστῶν, ὡς ἀναγράφεται εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον, θὰ ἔπρεπε νὰ τεθῇ 20% νὰ ἐκλέγωνται ὑπὸ τῶν ἀκολούθων ὀργανώσεων. Πρῶτον, τῶν ἀνθρώπων τῶν ἐπιστημῶν, τῶν γραμμάτων καὶ τῶν τεχνῶν (ἀκαδημαϊκὰ καὶ τεχνικὰ Ἐπιμελητήρια), νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ τεθῇ «καὶ τῶν δικηγορικῶν Συλλόγων καὶ τῶν Συνδικάτων τοῦ Τύπου. Δεύτερον, τῶν ἐμπόρων καὶ τῶν βιομηχάνων, δηλαδὴ ἐμπορικῶν καὶ βιομηχανικῶν Ἐπιμελητηρίων. Τρίτον, τῶν μικρεμπόρων καὶ τῶν βιοτεχνῶν (ἐπαγγελματικὰ καὶ βιοτεχνικὰ Ἐπιμελητήρια). Τέταρτον, τῶν ἀγροτῶν καὶ τῶν γεωργῶν, δηλαδὴ τῶν γεωργικῶν καὶ ἀγροτικῶν Ἐπιμελητηρίων. Πέμπτον τῶν ἐργατῶν καὶ ἐργατικῶν Ἐπιμελητηρίων καὶ ἕκτον τοῦ Ναυτικοῦ, τῶν ναυτικῶν δηλ. ὀργανώσεων, αἱ ὁποῖαι περιέργως παρελίφθησαν. Δὲν θὰ ἦτο δὲ ἄσκοπον νὰ ἀντιπροσωπεύεται παρ’ αὐτοῖς καὶ ὁ κλῆρος. Ἐφόσον διὰ νόμου θὰ καθορισθοῦν πάντα ταῦτα, νομίζω ὅτι δύναται νὰ καθορισθῇ διὰ μιᾶς νομοθετικῆς διατάξεως ὅτι ἡ Συνέλευσις τῶν Μητροπολιτῶν θὰ ἠδύνατο νὰ ἐκλέξῃ ἕνα ἀντιπρόσωπον, ὁ ὁποῖος νὰ παρεδρεύῃ εἰς τὴν Γερουσίαν. Ἀλλὰ πλὴν τῶν τριῶν τούτων περιπτώσεων νομίζω ὅτι καὶ ὡρισμένα τινὰ πρόσωπα θὰ ἠδύναντο ipso jure νὰ ὑφίστανται εἰς τὴν Γερουσίαν καὶ ὡς τοιαῦτα θεωρῶ ὅτι θὰ ἦσαν καταλληλότατα ὁ πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ ὁ ἑκάστοτε πρύτανις τοῦ Πανεπιστημίου. Ἡ συγκρότησις τῆς Γερουσίας ἐκ προσώπων διαφόρου προελεύσεως μετ’ ἀντιπροσωπεύσεως μάλιστα καὶ τῶν ἐπαγγελματικῶν Σωματείων θὰ συνέβαλε κατὰ τοῦτο, ὅτι θὰ ὠργανοῦτο ἓν Σῶμα συντηρητικῶν, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἔλειπε καὶ τὸ νεωτεριστικὸν πνεῦμα, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ τὸ πρακτικὸν πνεῦμα, διότι μετὰ τῶν θεωρητικῶν θὰ ἦσαν καὶ οἱ πρακτικοί, οἱ ὁποῖοι εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις θὰ ἠδύναντο νὰ διαφωτίσωσι τὴν Γερουσίαν ἐπὶ διαφόρων τεχνικῶν ζητημάτων, διὰ τὰ ὁποῖα οἱ θεωρητικοὶ δὲν θὰ εἶχον γνώσεις. Ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 57. Ἐννοεῖται ὅτι, ἂν γίνῃ ἀποδεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. Μιχαλακοπούλου, δυνάμει τῆς ὁποίας αἱ λεπτομέρειαι τῆς καταρτίσεως τῆς Γερουσίας θὰ καθορισθῶσι διὰ νόμου, μεταγενεστέρως ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ παρέλκυον ὅλαι αἱ προλεχθεῖσαι διατυπώσεις, διότι ἡ Βουλὴ δὲν ἀσχολεῖται κατὰ τὸν καταρτισμὸν νόμων εἰς τὴν ἐκ νέου συζήτησιν τῶν ὅρων τοῦ καταρτισμοῦ τῆς Γερουσίας καὶ τελικῶς θὰ μεταρρύθμιζε συμφώνως πρὸς τὴν ἀπόφασιν ταύτης. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται μόνον περὶ τοῦ ἄρθρου 57, ὑπάρχει καὶ ἕτερον ἄρθρον εἰς τὰς μεταβατικὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 116, τὸ ὁποῖον παρέχει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν πρώτην συγκρότησιν αὐτῆς νὰ προβαίνῃ εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς Γερουσίας, ἀλλ’ οὐσιαστικῶς ἂν ἐρωτήσῃ τις εἰς τὴν διάταξιν ταύτην, ὅταν λέγωμεν Βουλήν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοήσωμεν τίποτε ἄλλο ἀπὸ τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων. Θὰ παρείχομεν λοιπὸν εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων τὸ δικαίωμα νὰ καταρτίσωσι τὴν Γερουσίαν συμφώνως πρὸς τὰ κομματικὰ συμφέροντα, γνωρίζετε δὲ ὅτι μία ἐξουσία δὲν δύναται νὰ δημιουργηθῇ μετὰ κύρους, ἐφόσον πρόκειται νὰ ἀπορρεύσῃ ἐκ τῆς βουλήσεως οἱουδήποτε προσώπου. Δὲν δύναται νὰ ὑποκατασταθῇ διὰ τῆς θελήσεως οἱουδήποτε προσώπου οἱανδήποτε ἐξουσίαν καὶ ἂν ἀσκῇ τὸ πρόσωπον τοῦτο. Τὰ κατασκευάσματα τῶν ἐξουσιῶν εἶναι πάντοτε μηχανικά, δὲν παρέχουν μεγάλην σταθερότητα καὶ δὲν ἐμπερικλείουν ἐν ἑαυτοῖς μίαν ζωήν, ἡ ὁποία νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὰ κατασκευάσματα ταῦτα νὰ εἶναι βιώσιμα. Τὰ κατασκευάσματα ταῦτα θὰ εἶναι ἀθυρματώδη. Ὁ γλύπτης δύναται διὰ τῆς σμίλης νὰ χαράξῃ τὸ ὡραιότερον ἄγαλμα, ἀλλ’ οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ θέλησίς του, δὲν δύναται εἰς τὸ ἄγαλμα αὐτὸ νὰ προσδώσῃ ζωήν. Προκειμένου περὶ καταρτισμοῦ ἑνὸς νομοθετικοῦ Σώματος ἐφαμίλλου σχεδὸν τῆς Βουλῆς δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαρτηθῇ ἡ κατασκευή του ἐκ τῆς θελήσεως πέντε ἀρχηγῶν οἱ ὁποῖοι θὰ ἐκπροσωπήσωσι τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Ὅταν εἰς τὸν Ναπολέοντα διάφοροι ἐνδιαφερόμενοι ὑπέβαλον τὴν γνώμην τοῦ καταρτισμοῦ Γερουσίας, ὁ Αὐτοκράτωρ ἠθέλησε νὰ συζητήσῃ τὴν ἄποψιν ταύτην μὲ τὸν τότε διάσημον πολιτειολόγον Βενιαμὶν Κωνστάν. Καίτοι στρατιωτικὸς ὁ Ναπολέων, ἐν τούτοις ἔκαμε παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω ὡς λίαν ἐνδιαφερούσας (ἀναγινώσκει): «Ποῦ θέλετε – εἶπε πρὸς τὸν Βενιαμὶν Κωνστάν – νὰ εὕρω τὸ ὑλικόν, τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα τῆς ἀριστοκρατίας, τὰ ὁποῖα.... κλπ.» Ἀλλὰ καὶ ἕτερον παράδειγμα Γερουσίας ἀθυρμάτου μᾶς παρουσιάζει ἡ Γαλλικὴ Ἱστορία· τὸν καταρτισμὸν τῆς περιφήμου ἐκείνης Γερουσίας τοῦ Ἰουλίου, τῆς Γερουσίας ἐκείνης, ἡ ὁποία ἀπεκλήθη διὰ τὰς δουλόφρονας ἀντιλήψεις της ἡ Γερουσία τῶν ὑπαλλήλων. Ὅταν ἐξερράγη ἡ Ἐπανάστασις τοῦ 1848 καὶ στρατιῶται εἰσῆλθον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐξεδίωξαν διὰ πυροβολισμῶν τοὺς βουλευτάς, ὁ γερουσιαστὴς Μυλιέ, ὁ ὁποῖος παρίστατο κατὰ τὴν εἰσβολὴν τῶν στρατιωτῶν τῆς Ἐπαναστάσεως εἰς τὸ Παλαὶ Βουρβόν, ἔτρεξε δρομαίως καὶ περίτρομος εἰς τὸ Λουξεμβοῦργον διὰ νὰ ἀναγγείλῃ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Γερουσίας Σαὶν Πιὲρ ὅτι οἱ στρατιῶται εἰσῆλθον εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐξεδίωξαν τοὺς βουλευτὰς διὰ πυροβολισμῶν καὶ ὅτι δὲν ἦτο ἀπίθανον νὰ ἔλθουν καὶ εἰς τὸ Λουξεμβοῦργον διὰ νὰ ἐκδιώξουν τοὺς γερουσιαστὰς διὰ κλωτσοπατημάτων. Ὁ Πρόεδρος τῆς Γερουσίας ἀπήντησε: «Σᾶς διαβεβαιῶ ὅτι δὲν θὰ ἔλθουν, διότι δὲν ἀξίζομεν οὐδὲ τὰ κλωτσοπατήματα». Τοιαύτη ἦτο ἡ κατάστασις τῆς Γερουσίας, ἀθύρματος ἐκείνης, τὴν ὁποίαν δὲν θὰ ἤθελεν οὐδὲ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Ἐπανάστασις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης διὰ τὸ ἀσήμαντον τῆς ἐκπροσωπήσεως, τὴν ὁποίαν παρίστανεν. Νομίζω ὅτι δὲν ἐξῆλθεν ὀλίγον μειωμένος ὁ κοινοβουλευτισμὸς ἐκ τοῦ πειράματος τοῦ ἀτυχοῦς διὰ τὴν Ἑλλάδα τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Ἄν θελήσωμεν νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν καὶ δι’ ἄλλου ἄθλου ἀντικοινοβουλευτικοῦ, τοῦ καταρτισμοῦ τῆς Γερουσίας, ἡ μείωσις τὴν ὁποίαν θὰ ὑποστῇ ὁ κοινοβουλευτισμὸς θὰ εἶναι ἀπείρως μεγαλυτέρας ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἤδη ὑπέστη. Νομίζω ὅτι τὸ καθῆκον ὅλων μας εἶναι νὰ ἀμυνθῶμεν τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ ἀρνηθῶμεν τὴν ψῆφόν μας προκειμένου νὰ ζητηθῇ παρ’ ἡμῶν ὁ καταρτισμὸς τῆς μελλούσης νὰ συγκροτηθῇ Γερουσίας ἐκ μέρους τῶν πέντε πολιτικῶν ἀρχηγῶν. (Χειροκροτήματα).
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Χατζίσκος ἔχει τὸν λόγον.
§49Δ. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ συγκρότησις τῶν νομοθετικῶν Σωμάτων ἀποτελεῖ τὸ σπουδαιότερον ζήτημα τῆς συντάξεως τῆς Πολιτείας. Δυστυχῶς κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν τῆς Παρασκευῆς δὲν ἤμην παρών, ὥστε νὰ παρακολουθήσω ἀξιοτίμους συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι διετύπωσαν γνώμας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, αἵτινες βεβαίως ἐβάρυναν ἐπὶ τῆς γνώμης ἑτέρων συναδέλφων, διότι ἠσχολήθησαν κατ’ ἐξοχὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας, τοῦ Σώματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ κύρους, διὰ τῆς μορφώσεώς του, διὰ τῆς συνέσεως, καὶ διὰ τῆς παραδόσεως θὰ δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀνασχετικὸς φραγμὸς κατὰ πάσης αὐθαιρεσίας τῆς Κάτω Βουλῆς. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, κύριοι, ὅτι δέον μετὰ συνέσεως μεγίστης νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν συγκρότησιν τῆς πρώτης Γερουσίας, Γερουσίας οὐχὶ διοριστῆς, ἀλλὰ προερχομένης εἴτε ἀμέσως, εἴτε ἐμμέσως ἀπὸ τὸν Λαόν, ἵνα δυνηθῇ νὰ φανῇ ἀξία τῆς ἀποστολῆς αὐτῆς. Τὰ συστήματα, κύριοι, τῆς συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας γνωρίζετε ὅτι εἶναι ποικίλλα. Τὸ σύστημα πρῶτον τῆς κληρονομικῆς εὐγενείας δὲν πρέπει νὰ ἀπασχολήσῃ ἡμᾶς, διότι εἶναι ἀπόρροια ἱστορικῶν λόγων. Τὸ σύστημα τοῦ διορισμοῦ τῶν γερουσιαστῶν ἐπίσης δὲν πρέπει ἢ ἐν ὡρισμένῳ μέτρῳ νὰ ἀπασχολήσῃ ἡμᾶς καὶ διότι, ἂν ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ὅτι δέον ἓν μέγα μέρος τῶν γερουσιαστῶν νὰ ἐκλέγεται ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Σώματος, ὑφ’ ἡμῶν αὐτῶν διὰ διορισμοῦ. Δυστυχῶς ὁ Λαὸς ἔχει μίαν μεγίστην προκατάληψιν ἐπὶ τοῦ διορισμοῦ τῶν γερουσιαστῶν καὶ ἡ ταπεινή μου γνώμη εἶναι ὅτι κατὰ τὴν πρώτην τῆς Γερουσίας συγκρότησιν βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν ὑπόδειξιν τῶν γερουσιαστῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἡ ἄμεσος ἐκλογὴ θὰ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ προσδώσῃ ἰδιαίτερον κῦρος εἰς τὸ νομοθετικὸν τοῦτο Σῶμα. Ἀλλ’ ἐρωτᾶται· ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ἐκλέγεται ἀμέσως ὑπὸ τοῦ Λαοῦ, πρέπει καὶ τὸ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα νὰ ἐκλεγῇ ὑπ’ αὐτοῦ, ἐνῷ γνωρίζομεν πάντες ὅτι εἰς τὸ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα δὲν θὰ ἀπονείμωμεν τὴν αὐτὴν πολιτικὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ πολὺ περιωρισμένην; Γνωρίζομεν πάντες ὅτι τὸ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα δὲν θὰ ἔχῃ ἓν σπουδαῖον δικαίωμα, τὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὴν ἰδιάζουσαν δύναμιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Νεώτεροι συγγραφεῖς ἰδίᾳ Γερμανοί, ἀποφαίνονται ὅτι τὸ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα δέον νὰ μὴ ἐκλέγεται κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, καθ’ ὃν τὸ πρῶτον. Ὁ διορισμὸς αὐτοῦ, κατ’ ἐμὴν γνώμην, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται, διότι, ἐφόσον, κύριοι, ἔχομεν δύο ὄργανα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, δύο φορεῖς αὐτῆς, ἐκλεγομένους κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, προερχομένους ἐκ τῆς λαϊκῆς θελήσεως δι’ ἀμέσου ἐκλογῆς, δέον ἀναμφισβητήτως καὶ εἰς τὸ πρῶτον καὶ εἰς τὸ δεύτερον νὰ δώσωμεν τὴν αὐτὴν ἐξουσίαν. Διότι, ἂν θελήσωμεν νὰ μειώσωμεν αὐτὴν ὡς πρὸς τὸ ἕτερον, ποῖος, κύριοι, μᾶς ἐγγυᾶται ὅτι κατὰ τὴν πρώτην συγκρότησιν τῆς Γερουσίας ἐξ αὐτοῦ τοῦ Λαοῦ, οἱ γερουσιασταὶ οἱ ἐκλεχθησόμενοι ὑπὸ τοῦ Λαοῦ δὲν θὰ θελήσωσι νὰ ὑπερβῶσι τὰ ὅρια τὰ ὁποῖα ἡμεῖς θέλομεν νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς αὐτοὺς καὶ δὲν θὰ εἴπουν ὅτι ἀπορρέοντες ἐκ τῆς ἀμέσου λαϊκῆς θελήσεως, ἔχουσι τὴν αὐτὴν μὲ ἡμᾶς ἐξουσίαν; Οἱ λόγοι αὐτοί, κύριοι, μὲ ἠνάγκασαν ἀρχικῶς νὰ ὑποστηρίξω, ὅταν ἤμην εἰσηγητὴς κατὰ τὴν Γʹ Συντακτικὴν Συνέλευσιν, νὰ ὑποστηρίξω, λέγω, τὸ ἔμμεσον τῆς ἐκλογῆς τῶν μέσων τῆς ἐκλογῆς τῶν γερουσιαστῶν. Ἐνθυμοῦμαι τότε ὅτε ἀνῆκον εἰς τὰς τάξεις μεταρρυθμιστικοῦ κόμματος, τὴν διατύπωσιν ἣν τοῦτο εἶχεν ὑποβάλει ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς τότε Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐν τῇ διατυπώσει ταύτῃ ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν τὸ ἔμμεσον τῆς ἐκλογῆς. Ἂν μοὶ ἐπιτρέψητε, δὲν θέλω βεβαίως νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ πολύ, διότι ἀρκετὰ ἐκουράσθητε ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, μετὰ τὴν ἐξονύχισιν τὴν ὁποίαν οἱ διάφοροι ρήτορες ἔκαμον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ ἐπειδὴ δὲν ἀπησχόλησα ἄλλως τε τὴν Βουλήν, διότι σπανίως ὁμιλῶ, ἂν ἐπιτρέψητε, λέγω, θὰ ὑπερβῶ πιθανῶς καὶ τὸ ἓν τέταρτον τῆς ὥρας.
§50ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§51Δ. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Οἱ γερουσιασταὶ ἐκλέγονται, εἴπομεν τότε, δι’ ἓξ ἔτη. Τοῦτο ἠθελήσαμεν διὰ τὸν ἑξῆς λόγον· ἠθελήσαμεν νὰ εἶναι συχνοτέρα ἡ ἐπαφὴ μετὰ τοῦ Λαοῦ, διότι ἂν τὸ πρῶτον νομοθετικὸν Σῶμα ἐκλέγεται διὰ μίαν τετραετίαν νομίζω ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον λόγῳ τῆς συχνότατης ἐπαφῆς πρὸς τὴν λαϊκὴν θέλησιν, τὸ δεύτερον Σῶμα νὰ ἐκλέγεται κατὰ συχνότερα χρονικὰ διαστήματα.
§52Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἴπατε πολὺ ὀρθῶς ὅτι ἐν τῇ Γερουσίᾳ πρέπει νὰ ἐξεύρουν ἄλλον τρόπον ἐκλογῆς, ὄχι ὁμοίας πρὸς τὴν τῶν βουλευτῶν. Λέγετε συγχρόνως ὅτι πρέπει νὰ ἀνανεώνωμεν τοὺς γερουσιαστὰς διὰ νὰ ἔρχωνται εἰς ἀμεσωτέραν ἐπαφὴν μὲ τὸν Λαόν. Ἀφοῦ θὰ ἐκλέγωνται ἐμμέσως ἀπὸ τὸν Λαόν, μὲ ποῖον Λαὸν θὰ ἔρχωνται εἰς ἐπαφήν; Νομίζω ὅτι διὰ νὰ εἶσθε συμφωνότεροι μὲ τὸ δόγμα ἡμῶν, τὸ ὀρθὸν εἶναι νὰ παρατείνωμεν τὴν προθεσμίαν καὶ νὰ ἀνανεοῦται κατὰ τριετίαν, κατὰ τὴν γνώμην μου.
§53Δ. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Βεβαίως κατὰ τὴν γνώμην σας. Ἐγὼ ὑπεστήριξα ὅτι τὸ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα πρέπει νὰ ἐκλέγεται διαφόρως. Ὅταν λέγω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀπορρέῃ ἐκ τῆς ἀμέσου λαϊκῆς θελήσεως, δὲν ἕπεται ὅτι δὲν ὑπεστήριξα τὸ ἔμμεσον τῆς ἐκλογῆς. Οἱ ἐκλέκτορες ἐκλέγοντες τοὺς γερουσιαστὰς τί κάμνουσιν; Ἀντιπροσωπεύουσι μίαν λαϊκὴν θέλησιν. Τὸ ἔμμεσον τῆς ἐκλογῆς δὲν δίδει οὐδὲν κῦρος εἰς τὸ πρόσωπον ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἀντλεῖ τὸ κῦρός του ἀπὸ τὸν Λαόν.
§54Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἀμφισβητῶ ὅτι δὲν προέρχονται ἀπὸ τὸν Λαόν. Πρόκειται περὶ τῆς ἐπαφῆς.
§55Δ. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Σᾶς ἀπαντῶ εἰς τὸ δεύτερον σημεῖον, εἰς τὴν ἐπαφήν· νομίζετε ὅτι δὲν ἔρχεται εἰς ἐπαφὴν μὲ τὴν λαϊκὴν θέλησιν ὁ γερουσιαστής; Οἱ ἐκλέκτορες θὰ ἐκλέγωνται μετὰ δύο ἔτη. Μεταγγίζεται διὰ τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐμμέσου ἓν ρεῦμα λαϊκόν.
§56Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Οἱ δημοτικοὶ καὶ οἱ νομαρχιακοὶ σύμβουλοι δὲν ἐκλέγονται; Θὰ ἔχωμεν τοὺς ἰδίους πάλιν;
§57Δ. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Σπεύδετε, ἐνῷ ἐγὼ δὲν ἐτελείωσα. Σπεύδετε κατὰ τοῦτο, διότι ἐγὼ ὑπεστήριζον τὴν ἔμμεσον ἐκλογὴν τότε καὶ ὄχι σήμερον. Ὑπεστήριζον τὴν ἐκλογὴν τῶν γερουσιαστῶν ὄχι μόνον διὰ τῶν Συμβουλίων τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως, ἀλλὰ καὶ δι’ ἐκλεκτῶν ἐκλεγομένων ὑπὸ τοῦ Λαοῦ ἐμμέσως. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἠθέλησε νὰ μὲ προκαλέσῃ καὶ τὸν ἐρωτῶ ἂν διὰ τοῦ συστήματος τούτου δὲν ἐκπροσωπεῖται ἡ λαϊκὴ θέλησις καὶ δὲν εἶναι ἐπιβεβλημένον ὅπως κατὰ μικρὸν χρονικὸν διάστημα ἔλθωμεν εἰς ἐπαφὴν μετὰ τῆς λαϊκῆς θελήσεως, ἀφοῦ εἰς τὸν ἐκλογικὸν αὐτὸν Σύλλογον μετέχουν ἀντιπρόσωποι ἀμέσως τῶν διαφόρων ἐπαγγελματικῶν καὶ ἐπιστημονικῶν Σωματείων;
§58ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὰ μέλη ἄρα τῶν τοπικῶν Συμβουλίων θὰ ἐκλέγωνται ἀνὰ διετίαν.
§59Δ. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ κανονισθῇ. Πρῶτον ἡ τοπικὴ αὐτοδιοίκησις θὰ ἐκλέγεται ἀπὸ τὸν Λαόν. Οἱ ἄλλοι θὰ ἀνανεοῦνται κατὰ διετίαν. Δὲν πρόκειται, κύριοι, νὰ μακρηγορήσω ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, διότι ἂν τότε εἶχον τὴν γνώμην αὐτήν, ὡς καὶ ἡ Βουλὴ εἶχε τοιαύτην τότε, σήμερον δὲν ἔχω μεταγνώσει. Δὲν θέλω νὰ μετέχουν σήμερον τὰ Συμβούλια τῆς αὐτοδιοικήσεως πρῶτον διότι τὰ κοινοτικὰ Συμβούλια, οἱ κοινοτικοὶ οὗτοι ὀργανισμοί, εὑρίσκονται ἀκόμη σχεδὸν εἰς τὰ σπάργανα, δὲν ἔχουσι προαχθῆ πολύ. Δεύτερον τὰ δημοτικὰ Συμβούλια ἔχουσι παρεκκλίνει ἐν πολλοῖς τοῦ προορισμοῦ αὐτῶν. Τρίτον νομαρχιακὰ Συμβούλια εἰσέτι δὲν ὑπάρχουν, διότι ἀκόμη δὲν ἐφηρμόσθη ἡ αὐτοδιοίκησις ἡ τοπικὴ καὶ ἡ ἀποκέντρωσις ἐν ὅλῃ αὐτῆς τῇ ἐκτάσει. Ἑπομένως δὲν θὰ δυνηθῶ νὰ ὑποστηρίξω τὸ ἔμμεσον τῆς ἐκλογῆς καὶ δι’ ἄλλους λόγους, διότι δὲν πρέπει τὰ Συμβούλια αὐτὰ νὰ κομματίζωνται διὰ τῆς ἐκλογῆς τῶν γερουσιαστῶν. Εἶναι ἀπαραίτητον τὰ Συμβούλια αὐτὰ νὰ μένωσιν ἔξω τῆς πολιτικῆς καὶ νὰ μὴ ἐκτρέφεται ἐν τοῖς κόλποις αὐτῶν ἡ συναλλαγή. Θὰ μοὶ εἴπητε, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ποῖος εἶναι ὁ τρόπος ὁ ὁποῖος ἐνδείκνυται σήμερον. Σᾶς προσθέτω ὅτι καὶ ἄλλοι συνάδελφοι σᾶς εἶπον ὅτι εἰς ὡρισμένος ἀριθμὸς γερουσιαστῶν δέον νὰ ἐκλέγεται ἀμέσως ὑπὸ τοῦ Λαοῦ, ἀλλὰ νὰ μὴ εἶναι ὁ αὐτὸς τρόπος μὲ τὴν Κάτω Βουλήν, ὁ αὐτὸς τρόπος ἐκλογῆς. Ἰδιαίτερα προσόντα νὰ ὁρίζωνται ὅτι οἱ ἐκλογεῖς δέον νὰ ἔχουν συμπεπληρωμένον τὸ 25ον ἔτος τῆς ἡλικίας των καὶ οἱ ἐκλεγόμενοι τὸ 40ον ἔτος. Τὸ τοιοῦτον ὑπάρχει καὶ εἰς τὰ νεώτερα Συντάγματα καὶ εἰς τὰς νεωτέρας δημοκρατουμένας Πολιτείας, τὴν Τσεχοσλοβακίαν, τὴν Πολωνίαν κλπ. Νομίζω δὲ ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου μέγιστον κῦρος προσκτᾶται τὸ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα. Ἐκτὸς ὅμως τῶν συστημάτων αὐτῶν σήμερον κρατεῖ μία τάσις ἴσως ἐπικίνδυνος ἀκόμη διὰ τὴν Χώραν ἡμῶν, τῆς ἐπαγγελματικῆς ἐκπροσωπήσεως. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ μετὰ πολλῆς συνέσεως δέον νὰ βαδίσωμεν καὶ νὰ μὴ θελήσωμεν νὰ γίνωμεν ῥιζοσπαστικώτεροι τῶν ἄλλων Κρατῶν, διότι αἱ ἐπαγγελματικαὶ ὀργανώσεις παρ’ ἡμῖν δὲν ἔχουν προαχθῆ μέχρι τοῦ σημείου ὥστε νὰ ἀντιπροσωπεύωνται εἰς τὸ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα. Ἐπειδὴ ὡς φαίνεται θὰ ἐπικρατήσῃ ἡ ἄποψις τῆς διὰ νόμου συνθέσεως τῆς Γερουσίας, καθοριζομένου τοῦ τρόπου τῆς ἐκλογῆς καὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀνανεώσεως αὐτῆς, νομίζω ὅτι κατ’ ἀρχὴν ἠμπορεῖ νὰ εἴμεθα φειδωλοί, ὥστε νὰ ἐπιτρέψωμεν μίαν ἐκπροσώπησιν ἐπαγγελματικῆς τάξεως ἐν ὡρισμένῳ μέτρῳ, ὡς ἐγένετο ἐν Ἱσπανίᾳ καὶ Ρουμανίᾳ. Ἐγώ, κύριοι, ἤμην ἀνέκαθεν θιασώτης τῆς ἰδέας αὐτῆς, τῆς ἰδέας τῆς ἐκπροσωπήσεως τῆς ἐπαγγελματικῆς τάξεως καὶ τῆς συμμετοχῆς αὐτῆς εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἀλλ’ ἔχουσα συμβουλευτικὸν χαρακτῆρα καὶ ὄχι ὑποχρεωτικόν, ἤμην, λέγω, θιασώτης τῆς προτάσεως ἐκείνης τοῦ ἀειμνήστου Γούναρη. Βεβαίως κατὰ τῶν ἐπιχειρημάτων τούτων τοῦ διασήμου συνταγματολόγου ἔρχονται ἄλλοι συγγραφεῖς καὶ δὲν θέλω νὰ ἀπασχολήσω ὑμᾶς ἐπὶ πολὺ ἀπαριθμῶν τὰς γνώμας τῶν ἄλλων συγγραφέων, ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω μόνον ὅτι νεώτερος συγγραφεὺς ὡς ὁ συνταγματολόγος Μπερτολεμὺ κηρύσσεται ἐναντίον τῆς ἐπαγγελματικῆς ἐκπροσωπήσεως, ὡς καὶ ὁ ἀρχαιότερος Ἐσμέν. Αὐτοὶ εἶναι οἱ τρόποι, οἵτινες πρέπει νὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν πρώτην συγκρότησιν τῆς Γερουσίας, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἀποτελεσθῇ ἐκ γερουσιαστῶν ἀρίστων. Δηλαδὴ ἄμεσος ἐκλογή, ἐπαγγελματικὴ ἐκπροσώπησις δεύτερον καὶ κατὰ τρίτον ὡς πρὸς ὡρισμένον ἀριθμὸν νὰ ἐκλέγωνται οἱ γερουσιασταὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κατὰ τὴν πρώτην μὲν σύνθεσιν μόνον ὑπὸ τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν δευτέραν δὲ σύνθεσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας. Νομίζω τοῦτο ἀπαραίτητον, διότι διὰ τῆς ἐκλογῆς τῶν τελευταίων ὑπὸ τῆς Βουλῆς θὰ μετοχετεύωνται, θὰ μεταγγίζωνται εἰς τὸ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα τὰ λαϊκὰ ῥεύματα, τὰ ὁποῖα τυχὸν ὑπάρχουν κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῆς Βουλῆς ἢ κατὰ τὴν ἀνανέωσιν τῆς Γερουσίας. Νομίζω ἀπαραίτητον νὰ συντελέσῃ καὶ ἡ Βουλή, ἀλλὰ μετὰ πολλῆς προσοχῆς καὶ συνέσεως, εἰς τὴν ὑπόδειξιν καταλλήλων προσώπων, ἵνα διὰ τῆς ὑποδείξεως ταύτης προσδώσωμεν κῦρος εἰς τὸ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα. Εἶμαι ἐναντίος τῆς ἰδέας, ἡ ὁποία τελευταῖον διετυπώθη καὶ ἡ ὁποία ὑποστηρίζεται καὶ σήμερον παρ’ ἐνίων συναδέλφων τῆς ἰδέας ὑποδείξεως ὅλων τῶν γερουσιαστῶν ὑπ’ αὐτῆς τῆς Βουλῆς, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θὰ προσδώσωμεν τὸ κῦρος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δέον νὰ προσδοθῇ εἰς τὸ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα, ἀπαραίτητον διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ θεσμοῦ τοῦ πρώτου ἐφαρμοζομένου κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐν Ἑλλάδι. Διότι, ἂν θελήσωμεν ἡ Βουλὴ νὰ ἐκλέξῃ δι’ ἀποσπάσεως μελῶν αὐτῆς τὸ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα, τότε δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι δύναται ἡ Βουλὴ νὰ διαιρεθῇ εἰς δύο τμήματα, ὅπως ὑπάρχει ἐν Νορβηγίᾳ ἡ Ἄνω καὶ ἡ Κάτω Βουλή. Εἷς συγγραφεύς, κύριοι, ὁ ὁποῖος ἠσχολήθη ἰδιαιτέρως εἰς τὸ ζήτημα τῆς συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας, ὁ περιώνυμος Δεσπλούς, εἰς τὸ ζήτημα αὐτό, τονίζων ἰδιαιτέρως τὴν συγκρότησιν τῆς Γερουσίας ἐν Νορβηγίᾳ, λέγει ὅτι, ἂν θελήσωμεν νὰ τάμωμεν τὸ πρῶτον νομοθετικὸν Σῶμα εἰς δύο, τότε δὲν ἔχομεν Γερουσίαν, τὴν ὁποίαν, ἂν θέλωμεν νὰ συγκροτήσωμεν, πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν κατ’ ἄλλον τρόπον, διότι τὸ σύστημα τῆς κατατμήσεως δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ διαιρεῖται ἓν νομοθετικὸν Σῶμα εἰς δύο τμήματα ὅπως ὑπάρχει ἐν Γερμανίᾳ. Ταῦτα εἶπον, κύριοι, διότι εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ Βουλὴ λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὰ διάφορα συστήματα θὰ ἐκλέξῃ τὸ σύστημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγγυᾶται τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ θεσμοῦ. Διετυπώθη ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευὴν καὶ σήμερον ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργοῦ ὅτι ταῦτα δυνάμεθα νὰ κανονίσωμεν διὰ νόμου. Οὐδεμίαν ἀντίρρησιν εἰς τοῦτο ἔχω. Ὁ νόμος δύναται νὰ κανονίσῃ καὶ τὴν συγκρότησιν τῆς Γερουσίας καὶ τὸν τρόπον αὐτῆς καὶ τὴν διάρκειαν αὐτῆς. Ὁ νόμος ὅμως πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅτι δὲν πρέπει νὰ μεταβάλλεται ἑκάστοτε ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ τοῦτο εἶναι τὸ ἐπικίνδυνον σημεῖον, διότι ἂν μὴ μία πλειονοψηφία, κύριοι, ἡ ὁποία θὰ κάμῃ τὸν νόμον, θέλει νὰ μεταβάλῃ ἑκάστοτε τὸ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα κατὰ τρόπον εὐχάριστον δι’ αὐτήν, τότε δὲν θὰ κάμῃ τίποτε ἄλλο εἰμὴ νὰ καταρρίψῃ τὸ γόητρον τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος, διὰ τὸ ὁποῖον ἀγωνιζόμεθα σήμερον ὅπως προσδώσωμεν μίαν εὐστάθειαν κοινοβουλευτικήν, ὅπως ἐξασφαλίσωμεν ἕνα ὁμαλώτερον πολιτικὸν βίον, ὅπως δι’ αὐτοῦ συντελέσωμεν εἰς τὸ νὰ θέτωμεν φραγμὸν εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν τῶν Κάτω Βουλῶν. (Χειροκροτήματα).
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καλδῆς ἔχει τὸν λόγον.
§61Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος περὶ συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας πρέπει νὰ περιληφθοῦν μόνον διατάξεις γενικαὶ καὶ θεμελιώδεις, ἐπαφιεμένων ὅλων τῶν λεπτομερειῶν εἰς τὸν νόμον. Θεμελιώδεις δὲ διατάξεις καὶ γενικὰς θεωρῶ τὰς ἀφορώσας τὸν ἀριθμὸν τῶν γερουσιαστῶν, τὸν τρόπον τῆς ἐκλογῆς αὐτῶν, ἄμεσον ἢ ἔμμεσον καὶ τὴν διάρκειαν τῆς Γερουσίας. Καὶ ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν γερουσιαστῶν ἀποδέχομαι καὶ ἐγὼ τὸν ἀριθμὸν τῶν 120. Ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς ἐκλογῆς, τάσσομαι ὑπὲρ τῆς ἀμέσου ἐκλογῆς, διότι διὰ τῆς ἀμέσου λαϊκῆς ἐκλογῆς ὄντως τὸ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα θὰ ἔχῃ κῦρος μεγαλύτερον καὶ θὰ ἑδραιωθῇ εὐκολώτερον εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Λαοῦ. Τὸ ἔμμεσον σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑπεστηρίχθη παρά τινων, ἔχει πολλὰ τὰ τρωτά. Εἰς τὰς Νέας Χώρας, προκειμένου περὶ ἐκλογῶν διὰ τὴν Τουρκικὴν Βουλήν, ἐδοκιμάσαμεν τὸ σύστημα αὐτὸ καὶ ἔχομεν πικρὰν πεῖραν τῆς αἰσχρᾶς συναλλαγῆς, ἡ ὁποία παρουσιάσθη τότε. Ὡς πρὸς τὴν διάρκειαν τῆς Γερουσίας φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ εἶναι μακρά, τουτέστιν ἐννεατής, ἀνανεουμένου ἀνὰ τριετίαν τοῦ ⅓ αὐτῆς. Ὅλα τὰ λοιπὰ θέματα, τὰ ὁποῖα θίγει τὸ ἄρθρον 97, δηλαδὴ τὸ ἐκλογικὸν σύστημα, ἡ ἡλικία τῶν ἐκλογέων καὶ αὐτὸ ἀκόμη τὸ τῆς ἐκλογῆς μέρους γερουσιαστῶν ἐκ τῆς Βουλῆς καὶ μέρους ἐκ μέρους τῶν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων, φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ κανονισθοῦν διὰ νόμου, τιθεμένης ἁπλῶς μιᾶς διατάξεως εἰς τὸ ἄρθρον, κατὰ τὴν ὁποίαν δύναται διὰ νόμου νὰ ἐπιτραπῇ ὅπως μέρος τῶν γερουσιαστῶν ἐκλέγεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ μέρος ὑπὸ τῶν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεως, ὡς ὁ νόμος θέλει ὁρίσει. Ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 57, τὰ αὐτὰ ἔχω νὰ εἴπω. Ἀπομένει τὸ ζήτημα τοῦ ἄρθρου 116, τῆς προσωρινῆς δηλαδὴ συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας. Εἰς τοῦτο ὑποστηρίζω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξε καὶ ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, ὅτι δηλαδὴ ἡ πρώτη Γερουσία εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκλεγῇ ὑπ’ αὐτῆς τῆς Βουλῆς διὰ δύο λόγους· πρῶτον διότι θὰ ἀποφύγωμεν τὸν ἐκλογικὸν σάλον καὶ δεύτερον διότι ἡ Βουλὴ θὰ θελήσῃ κατὰ τὴν πρώτην της ἐκλογὴν νὰ ἐκλέξῃ γερουσιαστὰς τοὺς ἀρίστους τῶν πολιτῶν. Πρέπει δὲ νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας τότε θὰ εὐδοκιμήσῃ, ἐφόσον περιλάβῃ τοὺς ἀρίστους, τοὺς ἀρίστους δὲ δύναται νὰ τοὺς δώσῃ ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν πρώτην της ἐκλογήν, διότι αὐτοὶ εἶναι δυνατὸν νὰ δώσουν καὶ ἄριστα ἀποτελέσματα. Διὰ τὰς μελλούσας ἐκλογὰς ἃς ἀποτανθῶμεν εἰς τὸν Λαόν. (Χειροκροτήματα).
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Μάξιμος ἔχει τὸν λόγον.
§63Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς Γερουσίας εἴχομεν ἐκθέσει τὰς ἀπόψεις μας ὡς πρὸς τὰ ἱστορικὰ αἴτια, ὡς πρὸς τοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι ἠνάγκασαν τὰς ἑκάστοτε κρατούσας τάξεις νὰ ἐμφανίσουν τὴν μορφὴν τῆς Γερουσίας, τὸν ὀργανισμὸν αὐτῆς. Οἱ ὑπερασπισταὶ τῆς Γερουσίας εἰς τὴν παροῦσαν Βουλὴν ἐξετάζουν ἕκαστος τὸ ζήτημα ἀναλόγως τῶν εἰδικῶν καὶ κοινωνικῶν ἢ οἰκονομικῶν ἀπόψεων. Οἱ μὲν βλέπουσιν εἰς τὴν Γερουσίαν ὑπὸ τὰς συγκεκριμένας πολιτικὰς συνθήκας ἕνα τρόπον καθιερώσεως τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, οἱ δὲ βλέπουσιν εἰς τὴν Γερουσίαν ἕνα τρόπον καθιερώσεως τοῦ κοινωνικοῦ συστήματος ἐναντίον τῶν νεωτέρων ἰδεῶν καὶ οἱ τρίτοι βλέπουσιν εἰς τὴν Γερουσίαν ὡς πρὸς ἓν Σῶμα, τὸ ὁποῖον ἡσύχως θὰ ἐξετάζῃ καὶ ἠρέμως θὰ κρίνῃ καὶ θὰ νομοθετῇ. Ἡ ἐκτίμησις συνεπῶς καὶ αἱ ἀπόψεις ἐπὶ τῆς Γερουσίας ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὰς ἀντιλήψεις τὰς ὁποίας ἔχει ἕκαστος. Πλὴν τὸ ζήτημα εἶναι τὸ ζήτημα τοῦ τρόπου τῆς συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας. Ἡμεῖς ἔχομεν ταχθῆ ἐναντίον τῆς Γερουσίας καὶ ἐχαρακτηρίσαμεν τὴν Γερουσίαν ὡς ἕνα ὀργανισμὸν προωρισμένον νὰ συμβιβάζῃ τὰς κοινωνικὰς ἀντιθέσεις, ἰδιαιτέρως δὲ νὰ συμβιβάζῃ κατὰ τὰς πολιτικὰς ἰδίως μεταβολάς, νὰ συμβιβάζῃ τὰ νέα πολιτεύματι τὰ προκύπτοντα ἀπὸ τὰς ἐπαναστατικὰς κινήσεις μὲ τὰ παλαιὰ καθεστῶτα καὶ πράγματα. Εἰς ὅλας ἐκείνας τὰς Χώρας, εἰς τὰς ὁποίας ἐπεκράτησαν πολιτεύματα κατόπιν μεγάλων κοινωνικῶν μεταβολῶν θὰ παρουσιάζωνται μορφαὶ συμβιβαστικαί, ὅπως τῆς Γερουσίας. Ἡ Γερουσία παρουσιάσθη εἰς τὴν Γαλλίαν μόνον κατὰ τὴν τρίτην Γαλλικὴν Δημοκρατίαν εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν ἡ πάλη μεταξὺ Δημοκρατίας καὶ Μοναρχίας ἦτο ἀμφίβολος. Ἡ συμβιβαστικὴ αὐτὴ τάσις εὗρε τὴν ὀργανικήν της ἐκδήλωσιν εἰς τὴν Γερουσίαν. Ἡ Γερουσία ἦτο εἷς τρόπος συμβιβασμοῦ τοῦ παλαιοῦ πολιτεύματος, τῶν παλαιῶν δικαιωμάτων τῶν προνομιούχων τάξεων μὲ τὰ νέα δικαιώματα τῆς τάξεως, ἡ ὁποία ἐπεκράτει. Ἂν ἐξετασθῇ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς τὸ πρᾶγμα, νομίζω ὅτι θὰ εὑρεθῇ εἰς τὰ βασικὰ αὐτὰ αἴτια ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ὑποστηρίζεται ἀπὸ ὀπαδοὺς τῆς δημοκρατικῆς ἀστικῆς παρατάξεως ἐν Ἑλλάδι ὁ θεσμὸς καὶ ἡ συγκρότησις τῆς Γερουσίας. Ἡ συγκρότησις τῆς Γερουσίας ἢ μᾶλλον ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ δημοκρατικὴ κυρίως ἀστικὴ παράταξις ὑποστηρίζει τὴν συγκρότησιν τῆς Γερουσίας εἶναι εἷς τρόπος, ὁ ὁποῖος εἶναι συμβιβαστικὸς καὶ ἐπὶ τοῦ πεδίου τοῦ πολιτικοῦ ἀγῶνος καὶ ἀπὸ πολιτικῆς ἀπόψεως, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ κοινωνικῆς ἀπόψεως. Ἡ ἄποψις τοῦ νὰ συγκροτηθῇ μία Γερουσία ἀπὸ ἀντιπροσώπους τῶν διαφόρων ἐπαγγελματικῶν τάξεων εἶναι μία ἄποψις συμβιβασμοῦ τῶν ἀντιτιθεμένων αὐτῶν κοινωνικῶν συμφερόντων τῶν διαφόρων ὁμάδων. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν συγκρότησιν μιᾶς Γερουσίας, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ἀντιπροσωπεύωνται ὅλαι αἱ τάξεις καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἐπίσης νὰ ἀντιπροσωπεύωνται αἱ κυριώτεραι τῶν κοινωνικῶν κατηγοριῶν τῆς Ἑλλάδος, ὑποστηρίζουν τὴν ἄποψιν τοῦ συμβιβασμοῦ, δηλαδὴ μίαν ἄποψιν ἐσφαλμένην, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι οἱ κοινωνικοὶ ἀγῶνες συνεχίζονται ἀνεξαρτήτως τῶν ἐπιθυμιῶν ἢ τῶν τάσεων τὰς ὁποίας ἐκδηλώνουν τὰ ἐκπροσωπούμενα ἐν τῇ Βουλῇ ἀστικὰ κόμματα. Λέγω λοιπὸν ὅτι οἱ ὑπερασπισταὶ τῆς Γερουσίας ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς καὶ μόνον πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν ὑπερασπίζονται τὴν ἀνάγκην τῆς ἀντιπροσωπεύσεως τῶν διαφόρων κοινωνικῶν ὀργανώσεων, τῶν διαφόρων ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων ἐν τῇ Γερουσίᾳ. Συνεπῶς καὶ οἱ καταπολεμήσαντες τὴν ἄποψιν αὐτὴν ὅπως ὁ προηγουμένως λαλήσας συνάδελφος, θέλουν νὰ εἴπουν ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ἔχομεν ἐπαγγελματικὰς ὀργανώσεις ἱκανάς, αἱ ὁποῖαι νὰ ἔχουν φθάσει εἰς σημεῖον ἐκπροσωπεύσεως. Νομίζω ὅτι ἡ ἄποψις αὐτὴ εἶναι ἄποψις ἡ ὁποία ἀπὸ ἀστικῆς κοινωνικῆς βάσεως ἐξεταζομένη δὲν ἔχει καμμίαν σταθερότητα. Διατὶ νὰ ἐκπροσωπεύωνται οἱ βιομήχανοι καὶ ὄχι οἱ ἐπαγγελματίαι, κατὰ τί εἶναι περισσότερον πολιτικῶς προηγμένοι οἱ βιομήχανοι καὶ οἱ τραπεζῖται ἀπὸ τοὺς ἐπαγγελματίας καὶ ἐργάτας; Εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι ἡ ἐργατικὴ τάξις εἶναι ἐξελιγμένη περισσότερον εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἀγῶνας καὶ αὐτὴ δίδει τὴν ρύθμισιν εἰς τὰς ἄλλας κατηγορίας. Συνεπῶς ἡ ἄποψις αὐτὴ εἶναι ἄποψις πολὺ καθυστερημένη. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα ἐν τῷ συνόλῳ του ἐξεταζόμενον ἀποτελεῖ μίαν προσπάθειαν δημιουργίας ἑνὸς ὀργανισμοῦ ὡς ἀντιδραστικοῦ τῶν ροπῶν, αἱ ὁποῖαι δημιουργοῦνται ὡς ἀποτέλεσμα τῶν κοινωνικῶν ἀγώνων. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἡ Βουλή. Τίθεται τὸ ζήτημα συγκρούσεως Βουλῆς καὶ Γερουσίας, δημιουργοῦνται ὑποθετικαὶ ἀπόψεις ὡς πρὸς τὸν συμβιβασμὸν τῶν ἀπόψεων τῶν δύο Σωμάτων. Ἀλλ’ εἶναι γνωστόν, κύριοι, ὅτι οὐδεμία πολιτικὴ ἰδέα καὶ οὐδὲν πολιτικὸν κίνημα μένει εἰς τὰς κοινωνικὰς τάξεις νὰ ἔχῃ μίαν παγίαν κατάστασιν. Ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις, ὅταν συνεκροτήθη, ἦτο ἰσχυροτάτη ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῆς ἐπιβολῆς. Νομίζω δὲ ὅτι οὐδεὶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι αὐτὸ τὸ πρᾶγμα συμβαίνει καὶ σήμερον. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν ὡρισμένων γεγονότων καὶ κυρίως ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν μιᾶς πολιτικῆς, ἡ ὁποία στρέφεται καὶ ἐμφανίζεται εἰς τὰς μάζας τὰς λαϊκὰς καὶ τὰς ἐργατικὰς ὡς πολιτικὴ ἀντίθετος πρὸς τὰ συμφέροντά της, ἐδημιούργησε μίαν ρευστότητα καὶ δυσαρέσκειαν, ἡ ὁποία ἐκδηλοῦται ὑπὸ τὴν μορφὴν κυβερνητικῶν κρίσεων, ἡ ὁποία ἐκδηλοῦται ὑπὸ τὴν μορφὴν τῆς ἀναμίξεως ἐκ νέου τῶν παραγόντων καὶ ἡ ὁποία ἐκδηλοῦται ὑπὸ τὴν μορφὴν νέας κυβερνητικῆς κρίσεως καὶ δὲν εἶναι ἀπίθανον ἂν ἐκ νέου ἐβαδίζομεν εἰς ἐκλογάς, νὰ ἔχωμεν ἀποτελέσματα ἀντίθετα τῆς 7ης Νοεμβρίου. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι οἱ κοινωνικοὶ ἀγῶνες καὶ οἱ οἰκονομικοὶ ἀγῶνες ἐντὸς τῆς Κοινωνίας, ἀποτελοῦν πάντοτε μίαν ρευστότητα ἰδεῶν καὶ πολιτικῶν συγκροτημάτων, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι ἀδύνατον νὰ εὑρίσκῃ ἀπήχησιν εἰς μίαν Γερουσίαν, ἡ ὁποία ἐξελέγη ἀμέσως καὶ ἡ ὁποία θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ παραμένῃ ἐπὶ 8 ἔτη. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἓν Σῶμα, τὸ ὁποῖον θὰ συγκροτηθῇ διὰ μίαν ὀκταετίαν, κατὰ τὴν περίοδον τῆς ὁποίας εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν τεράστιαι μεταβολαί, δὲν εἶναι, λέγω, δυνατὸν αὐτὸ τὸ Σῶμα νὰ εἶναι εἰς τὴν ἰδίαν σχέσιν ἀπέναντι τῶν λαϊκῶν μαζῶν καθ’ ὅλην τὴν ὀκταετίαν.
§64ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀνανεοῦται τμηματικῶς.
§65Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Ἡ τμηματικὴ αὐτὴ ἀνανέωσις δὲν μεταβάλλει τίποτε, συνεπῶς ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς εἶμαι ὑπὲρ τῆς διὰ καθολικῆς ψηφοφορίας ἐκλογῆς τῶν γερουσιαστῶν ὄχι ὅμως ἐξαιρετικῶς διὰ μίαν μόνον φοράν, ἀλλ’ ὑποστηρίζω ὅτι πρέπει νὰ εἶναι συνταγματικὴ διάταξις ἡ ἀφορῶσα τὸν τρόπον τῆς συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§67Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω, ὄχι διὰ νὰ συζητήσω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 57 τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ μᾶλλον διὰ νὰ διαπιστωθῇ ἓν γεγονός, περὶ τοῦ ὁποίου ἐπείσθην ἀπὸ τῆς τελευταίας συνεδριάσεως, καθ’ ἣν συνεζητήθη τὸ ἄρθρον 58, γεγονὸς τὸ ὁποῖον μὲ καθιστᾷ—ὀφείλει δὲ καὶ ὑμᾶς νὰ καταστήσῃ—εὐέλπιδας περὶ τοῦ μέλλοντος τῆς Γερουσίας Ἤτοι δύναμαι σήμερον νὰ διαπιστώσω τοῦτο τὸ γεγονός, ὅτι καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ῥιζικῶς ἀντετίθεντο ὡς πρὸς τὴν ἵδρυσιν τῆς Γερουσίας, παρῆλθον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, συζητουμένου τοῦ τρόπου τῆς συγκροτήσεως αὐτῆς καὶ ὑπέδειξαν κατὰ ποίους τρόπους θὰ ἦτο δυνατὸν ὡς ἄριστα νὰ συγκροτηθῇ ἡ Γερουσία διὰ νὰ δώσῃ τὰ προσδοκώμενα ἐκ τῆς λειτουργίας της ἀποτελέσματα. Τοῦτο ἀποτελεῖ ἀπόδειξιν ὅτι ὁ θεσμὸς τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος δὲν εἶναι ἄχρηστος, ὡς ἐνόμισαν ἄλλοι συνάδελφοι. Καὶ αὐτὸς δὲ ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, ὁ φοβερὸς πολέμιος τοῦ θεσμοῦ, παρασκευάζει ἤδη σχέδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἄριστα θὰ συγκροτηθῇ ἡ Γερουσία. Πάντα ταῦτα ἀποδεικνύουν κατ’ ἐμὲ τὴν χρησιμότητα καὶ τὴν ἀπαραίτητον ἀνάγκην τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἤδη νὰ εἴπω τινὰ μόνον ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς συγκροτήσεως. Νομίζω δὲ ὅτι εἶμαι ἀπηλλαγμένος τοῦ κόπου νὰ ὑποστηρίξω τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον καὶ ἄλλοτε ὑπεστήριξα, τουτέστι τὴν ἄμεσον ἀπὸ τοῦ Λαοῦ ἐκλογήν, διότι ὡς ἀντιλαμβάνομαι, ἐπικρατεῖ ἐν τῇ Βουλῇ ἡ σκέψις, ὁ τρόπος νὰ γίνῃ ἀποδεκτός. Διὰ πολλοὺς λόγους ἡ ἔμμεσος ἐκλογὴ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μοὶ ἐμπνεύσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην ἐκείνην, τὴν ὁποίαν μοὶ ἐμπνέει ἡ ἄμεσος ἐλευθέρα ἐκλογὴ ἀπ’ μέρους τοῦ Λαοῦ. Ἔχομεν μακρὸν κοινοβουλευτικὸν βίον καὶ ἐν τῇ συναφείᾳ καὶ τῇ διαρκεῖ ἐπικοινωνίᾳ μου πρὸς τὸν Λαὸν ἠδυνήθην πάντοτε νὰ διαπιστώσω ὅτι ἡ ὑγιεστέρα κρίσις περὶ τῶν πολιτικῶν πραγμάτων ὑπῆρξεν ἡ κρίσις τοῦ Λαοῦ.
§68ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πάντοτε;
§69Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντοτε. Καὶ ὅταν ἀκόμη ὁ Λαὸς ἐπλανήθη καὶ ὅταν ἀκόμη παρεσύρθη ἀπὸ πάθη ἢ πλάνας καὶ τότε ἀκόμη ἡ κρίσις του ὑπῆρξε τοὐλάχιστον εἰλικρινής, ἂν οὐχὶ ὀρθὴ καὶ συμφέρουσα. Ὑπῆρξε κρίσις ἐκ καλῆς πίστεως ἀπορρέουσα καὶ ἐκ τῆς προαιρέσεως ὅπως ἐξυπηρετήσῃ τὰ δημόσια πράγματα. Δυνάμεθα νὰ καταλογίσωμεν πλάνην εἰς τὸν Λαὸν ἐνίοτε, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ τῷ καταλογίσωμεν δολιότητα καὶ κακὴν πίστιν. Ἀλλὰ προεβάλλετο καὶ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἠκούσθη ἡ διαμαρτυρία, ὅτι ἂν καὶ τὰς ἐκλογὰς τῆς Γερουσίας παρεπέμψωμεν εἰς τὴν καθολικὴν ψηφοφορίαν δὲν θὰ κάμωμεν ἄλλο τι, παρὰ νὰ ἀναστατώσωμεν διαρκῶς τὸν Λαὸν δι’ ἀλλεπαλλήλων ἐκλογῶν, ἐπὶ ζημίᾳ τῶν κοινωνικῶν συμφερόντων. Ἔχω τὴν γνώμην, κύριοι, ὅτι ὄχι μόνον ζημίαν δὲν ἀποτελεῖ ἡ συχνὴ ἐπανάληψις τῶν ἐκλογῶν, ἀλλὰ τοὐναντίον, κατὰ τοὺς τελευταίους ἰδίᾳ χρόνους, γίνεται πρόξενος καὶ ὠφελείας τοῦ Λαοῦ, ὠφελείας ἠθικῆς ἐκ τῆς διαπαιδαγωγήσεως αὐτοῦ. Εἰς παλαιοτέρους χρόνους, ὅταν αἱ ἐκλογαὶ δὲν διεξήγοντο ἐλεύθεραι, ἰδίως δὲ πρὸ τῆς καθιερώσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς ἀντιπροσωπεύσεως τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς, κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους, ὅτε καὶ τὰ πάθη τὰ πολιτικὰ ἦσαν μᾶλλον ἐξημμένα καὶ οἱ πολιτικοὶ ἀνταγωνισμοὶ ὀξύτεροι καὶ εἶχον μᾶλλον προσωπικὸν χαρακτῆρα, κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους βεβαίως αἱ ἐκλογαὶ ἐγένοντο αἰτία ἀναστατώσεως κοινωνικῆς, αἰτία σταματήματος κάθε ἐργασίας παραγωγῆς, αἰτία διαφθορᾶς, δύναμαι νὰ εἴπω καὶ τῶν πολιτευομένων καὶ τῶν πολιτῶν καὶ ἐν συνόλῳ αἰτία ζημίας καὶ ἠθικῆς καὶ ὑλικῆς τῶν κοινωνικῶν συμφερόντων. Ἀλλ’ ἀπὸ πολλοῦ χρόνου τὰ ἤθη ἐκεῖνα ἀνήκουν πλέον εἰς τὸ παρελθὸν καὶ σήμερον δὲν διεξάγονται ὡς ἄλλοτε αἱ ἐκλογαί. Ἐγὼ πολιτευόμενος καὶ ἐκλεγόμενος ἀπὸ τοῦ 1892 δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλήν, τουλάχιστον ὅσον ἀφορᾷ τὸ διαμέρισμα ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἐκλέγομαι, ὅτι δὲν ὑπῆρξε μία ἐκλογή, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ ἀντελήφθην ὅτι ἐσταμάτησεν ἡ κοινωνικὴ ἐργασία, δὲν ὑπῆρξε μία ἐκλογή, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ συνέβησαν ἐγκλήματα ὡς ἄλλοτε, δὲν ὑπῆρξε μία ἐκλογή, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ ἔλαβε χώραν διαφθορὰ τῶν συνειδήσεων τοῦ Λαοῦ. Τουναντίον πᾶσαι αἱ ἐκλογαί, πολὺ δὲ μᾶλλον οἱ τῶν τελευταίων χρόνων, ἐγένοντο ἀφορμὴ ἵνα ὁ Λαὸς πλέον ἐμπεριστατωμένως καὶ μᾶλλον ἐκ τοῦ σύνεγγυς παρακολουθῇ τὰ πολιτικὰ πράγματα καὶ διερευνᾷ αὐτὰ καὶ μορφώνει ὁμαδικῶς μίαν γνώμην, χωρὶς ἐκ τούτων νὰ σταματήσῃ καμμίαν ἡμέραν ἡ κοινωνικὴ ζωὴ καὶ ἐργασία, ὅπερ ἀποδεικνύει ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἐγένετο σὺν τῷ χρόνῳ πολὺ ὡριμώτερος ἢ ἄλλοτε διὰ τὰς πολιτικὰς κρίσεις. Καὶ εἰς τοιοῦτον Λαὸν δὲν θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ ἀρνηθῶμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἀπ’ εὐθείας ἐκλογῆς. Ἡ ἐπικοινωνία εἰς τὴν ὁποίαν ἔρχονται οἱ πολιτευόμενοι οἱ ἀξιοῦντες ν’ ἀντιπροσωπεύσουν τὸν Λαόν, ἡ ἐξήγησις τῶν πολιτικῶν αὐτῶν φρονημάτων, ἡ λογοδοσία τῶν τυχὸν ἀντιπροσωπευσάντων ἤδη αὐτὸν ἐνώπιον τοῦ Λαοῦ, ἡ ἔκθεσις ἀπὸ μέρους τοῦ Λαοῦ τῶν τοπικῶν του ἀναγκῶν πρὸς τοὺς ἀξιοῦντας τὴν ἀντιπροσώπευσιν αὐτοῦ, ὅλα αὐτὰ γίνονται ἀφορμή, ὥστε καὶ οἱ πολιτευόμενοι νὰ αἰσθάνωνται βαθύτερον τὰ καθήκοντα τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀπέναντι τοῦ Λαοῦ καὶ ὁ πολίτης νὰ ἀποκτᾷ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἐν τῇ συνειδήσει του αἴσθημα βαρύτερον ἀνεξαρτησίας καὶ ἐλευθερίας καὶ τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας. Αὐτὴ δὲ εἶναι ἡ ὠφέλεια ἐκ τῆς ἀμέσου ἐπαφῆς, εἰς τὴν ὁποίαν κατ’ ἀνάγκην ἔρχεται ὁ πολιτευόμενος μετὰ τῶν λαϊκῶν μαζῶν, ἐντεῦθεν δὲ ὄχι μόνον ζημία δὲν προκύπτει, ἀλλὰ τοὐναντίον δύναμαι νὰ ἐλπίζω ὅτι καὶ πραγματικὴ ὠφέλεια ἀπορρέει. Εἶδον πρὸ ὀλίγου παρασκευαζόμενον σχέδιον τοῦ ἄρθρου 57 εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ σχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινεν ἡ Ἐπιτροπὴ. Δὲν διστάζω νὰ δεχθῶ τὸ σχέδιον τὸ ὁποῖον ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς διετύπωσεν, ἀλλὰ θὰ ἐπεθύμουν νὰ συνεπληροῦτο τὸ σχέδιον τοῦτο, διότι τὰ κεφαλαιώδη σημεῖα τῆς συνταγματικῆς διατάξεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφεθῶσιν εἰς τὴν κρίσιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ πρέπει νὰ προσδιορισθῶσιν ἐν τῷ Συντάγματι. Εἶναι δὲ ἓν τῶν κεφαλαιωδῶν θεμάτων τὸ ἀναγόμενον εἰς τὸν τρόπον τῆς ἐκλογῆς. Καὶ λέγων τρόπον ἐκλογῆς δὲν ἐννοῶ ἂν θὰ εἶναι αὕτη ἄμεσος ἢ ἔμμεσος, διότι περὶ αὐτοῦ ἐλπίζω δὲν θὰ ὑπάρξῃ δευτέρα γνώμη ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ προσδιορισθῇ ὅτι καὶ διὰ καθολικῆς ψηφοφορίας θὰ ἐκλέγωνται οἱ γερουσιασταί, νὰ προσδιορισθοῦν ἐπίσης καὶ τὰ προσόντα τῶν ἐκλογέων καθὼς καὶ τὰ προσόντα τῶν ἐκλογίμων. Ταῦτα εἶναι κεφαλαιώδη θέματα, τὰ ὁποῖα δὲν δυνάμεθα νὰ παραπέμψωμεν εἰς τὸν νόμον. Τὸ σχέδιον τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ ὁρίζει εἰς 120 τὸν ἀριθμὸν τῶν γερουσιαστῶν. Νομίζω ὀρθοτέρα ὑπῆρξεν ἡ ἀντίληψις τῆς Ἐπιτροπῆς, ἥτις προσδιώρισε δύο ὅρια, μεταξὺ τῶν ὁποίων θὰ προσδιορίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν γερουσιαστῶν, ἤτοι τὸν ἀριθμὸν 100 μέχρις 120 γερουσιαστῶν. Ἡ τοιαύτη πρότασις ἀφίνει τὴν εὐχέρειαν ἑκάστοτε εἰς τὸν νόμον, ἵνα προσδιορίσῃ τὸν ἀναγκαῖον ἀριθμὸν τῶν γερουσιαστῶν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἔχει ἴσως μεγάλην σημασίαν. Σημασίαν ἔχει ὁ ἀριθμὸς τῶν γερουσιαστῶν τῶν ἐκλεκτέων παρὰ τοῦ Λαοῦ καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ προεδιώρισε τὸν ἀριθμὸν αὐτῆς. Ἐπροτάθη, κύριοι, εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἡ ἀντιπροσώπευσις καὶ τῶν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων. Καὶ ὀφείλω νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ καινοτομία αὕτη δὲν μὲ ἐνθουσιάζει ἀπολύτως. Διὰ πολλοὺς λόγους, κύριοι, ἀντετάχθην καὶ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ καὶ ἤδη ἀντιτάσσομαι κατὰ τῆς προτάσεως ὅπως ἀντιπροσωπεύωνται αἱ ἐπαγγελματικαὶ ὀργανώσεις ἐν τῇ Γερουσίᾳ. Ἐπὶ τῷ σκοπῷ τῆς ἀντιπροσωπεύσεως ὀργανώσεων ἐν τῇ Γερουσίᾳ θὰ ἔλεγον ὅτι ὀρθότερον θὰ ἦτο νὰ ἐκλέξωμεν τὰς χρησίμους μεταξὺ τῶν ὀργανώσεων Δημοσίου Δικαίου, ὡς δυναμένας νὰ παράσχουν πραγματικὰς ὑπηρεσίας, ἐκείνας αἱ ὁποῖαι κατὰ δικαιότερον λόγον θὰ ἔπρεπε νὰ τύχωσιν, αἱ ἐκπροσωπεύσεις ἐν τῇ Γερουσίᾳ, χρησίμου ὄχι διὰ τὰ ἰδιαίτερα ἐπαγγελματικὰ συμφέροντα τῶν δημοσίων τούτων λειτουργιῶν, ἀλλὰ χρησίμου χάριν τῶν δημοσίων συμφερόντων, χάριν τῆς εὐστοχωτέρας καὶ ἀρτιωτέρας ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων τῆς Γερουσίας. Καὶ τοιαῦται ἀνώτεραι λειτουργίαι καὶ ὀργανώσεις Δημοσίου Δικαίου κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου δὲν εἶναι ἄλλαι, εἰμὴ ἡ Ἐκκλησία, ἡ Δικαιοσύνη καὶ ἡ Παιδεία ἐν τῇ πλατυτέρᾳ αὐτῶν ἐννοίᾳ. Καὶ οὕτως ἡ Ἐκκλησία θὰ ἠδύνατο νὰ ἀντιπροσωπεύεται ἀπὸ τοὺς ἐκλεγομένους ἀντιπροσώπους αὐτῆς διὰ τῶν Μητροπολιτῶν καὶ τῶν Ἐπισκόπων, ἡ Δικαιοσύνη δι’ ἀντιπροσώπων τινῶν ἐκλεγομένων ἀπὸ τὰ μέλη τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστηρίου καὶ τῶν ἀνωτέρων δικαστηρίων καὶ ἡ Παιδεία διὰ τῆς ἀντιπροσωπεύσεως τῶν δύο Πανεπιστημίων. Ἴσως ἡ περὶ τοιαύτης καινοτομίας ἀπόφασις εἶναι πρόωρος καὶ δὲν ἔχει πολλὰς ἐλπίδας ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ παρὰ τῆς Βουλῆς. Ἐν τούτοις εἶχον καθῆκον νὰ ἀνακοινώσω τὴν περὶ τούτου γνώμην μου πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ μάλιστα εὑρισκόμενος εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀντιτάξω τὴν γνώμην ταύτην πρὸς τὴν καινοτομίαν τὴν προταθεῖσαν καὶ ἄλλοτε καὶ ἤδη προτεινομένην, δηλαδὴ τῆς ἀντιπροσωπεύσεως τῶν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων ἐν τῇ Γερουσίᾳ. (ἀναγινώσκει). Δὲν ἔχω νὰ ἀντείπω εἰς τὸ σχέδιον. Τὸ ἐπιδοκιμάζω ἀπολύτως, μὲ μόνην τὴν παρατήρησιν ὅτι θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ ὁρισθῶσι καὶ προσόντα τῶν ἐκλογέων καὶ ἐκλογίμων καὶ ὅτι ἡ ψηφοφορία θὰ εἶναι καθολική.
§70Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Διὰ τοῦ Συντάγματος;
§71Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Ὅτι θὰ εἶναι καθολικὴ ἡ ψηφοφορία ἀπὸ τοὺς ἐκλογεῖς, ἄμεσος καὶ μυστική, ἡ δὲ καθολικότης θὰ νοεῖται ὡς ἐκτεινομένη εἰς ἅπαντας τοὺς πολίτας τοὺς ἔχοντας συμπεπληρωμένον τὸ 25ον ἔτος τῆς ἡλικίας των καὶ ὅτι οἱ γερουσιασταὶ ἐπίσης θὰ ἔχουν ἡλικίαν ἄνω τῶν 40 ἢ τῶν 35 τοὐλάχιστον ἐτῶν. Ὑπὸ τοὺς προσδιορισμοὺς αὐτοὺς δὲν ἔχω νὰ ἀντείπω εἰς τὸ σχέδιον. Τὰ τῆς ἀνανεώσεως καλῶς ἔχουσι καὶ θὰ προέτεινον ὅπως τὸ σχέδιον γίνῃ δεκτὸν παρὰ τῆς Βουλῆς, διασκευαζόμενον ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην καθ’ ὃν τρόπον θέλει αὕτη.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§73Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐκπεφρασμένη γνώμη μου, κύριοι βουλευταί, κατὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, ἣν ἐξέφερον ὅταν συνεζητεῖτο τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, καθιστᾷ ἴσως ἐμέ, πρὸ τῶν ὀμμάτων τοῦ ἀκροατοῦ, ὀλιγώτερον ἁρμόδιον ὅπως ἀσχοληθῇ ἐπὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκλογῆς τοῦ δευτέρου αὐτοῦ νομοθετικοῦ Σώματος. Οὐχ ἧττον ὅμως, καθιερωθέντος τοῦ θεσμοῦ, αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν ὅπως συντελέσω τὸ ἐπ’ ἐμοὶ εἰς τὸ νὰ τὸ περιβληθῇ ἡ Γερουσία εὐθὺς ἀπὸ τῆς συγκροτήσεως αὐτῆς μετὰ κύρους ἀναλόγου πρὸς τὴν σπουδαιότητα ἥτις τῇ ἀποδίδεται. Καὶ τοῦτο ἐξαρτᾶται κατὰ μέγα μέρος ἐκ τοῦ τρόπου τῆς ἐκλογῆς τῶν μελῶν αὐτῆς. Τὸ κατὰ πόσον ὁ τρόπος αὐτὸς δέον νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον νομοθετικῆς μερίμνης ἢ συνταγματικῆς διατάξεως, εἶναι ἄνευ σοβαρᾶς καὶ δὲν παρίσταται ἀνάγκη νὰ ἐνδιατρίψωμεν καὶ πολὺ ἐπ’ αὐτοῦ. Θὰ συνεφώνουν μᾶλλον πρὸς τὴν γνώμην ἐκείνων, οἵτινες ὑποστηρίζουν ὅτι ὁ τρόπος τῆς ἐκλογῆς δέον νὰ καθορισθῇ διὰ νόμου. Καὶ τὸ ὅτι ἀνεγράφη ποτὲ εἰς τὸ Γαλλικὸν Σύνταγμα, ὡς ἐλέχθη παρὰ προλαλησάντων, ὁ τρόπος τῆς συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας καὶ διεγράφη μετά τινα χρόνον ἡ διάταξις ἐκείνη, εἶναι ὑπὲρ τῆς γνώμης τῆς διὰ νομοθετικῆς ἐνεργείας ρυθμίσεως τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Ἀσχέτως πρὸς τὸ τίς δέον νὰ κανονίσῃ τὸν τρόπον τῆς Γερουσίας, φρονῶ ὅτι αὕτη δέον νὰ ἐκλέγεται ἐξ ὁλοκλήρου ἀμέσως ὑπὸ τοῦ Λαοῦ κατὰ τὸ πλειονοψηφικὸν σύστημα. Ὁ τρόπος αὐτὸς ἐπιβάλλεται καὶ χάριν τοῦ κύρους τῆς Γερουσίας καὶ δι’ ἄλλους λόγους. Δὲν πρέπει, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ ἀναλογικὸν σύστημα προκειμένου περὶ ἐκλογῆς τῆς Γερουσίας. Διότι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ ἀναλογικὸν σύστημα προκειμένου περὶ ἐκλογῆς 100 γερουσιαστῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ἀνὰ δύο σχεδὸν θὰ ἐκλέγωνται ἀπὸ ἕκαστον νομόν; Καὶ ἂν θελήσωμεν νὰ παραβλέψωμεν τὰ ἄλλα ἐλαττώματα τοῦ συστήματος αὐτοῦ, δὲν δυνάμεθα ὅμως νὰ παρίδωμεν ἐν προκειμένῳ τὸ πρακτικῶς ἀνεφάρμοστον αὐτοῦ. Ἐπίσης δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐκλέγωνται, ἔστω καὶ ὀλίγοι γερουσιασταί, ὑπὸ ὀλιγοπροσώπων ἐκλογικῶν Συλλόγων, ὡς ὑπεστηρίχθη. Ἡμεῖς οἱ βασιλόφρονες φρονοῦμεν ὅτι τοῦτο ἀντίκειται εἰς τὰς πραγματικὰς δημοκρατικὰς ἀρχάς, τὰς ὁποίας ἔργῳ ἐσεβάσθημεν καὶ εἶναι ἀπορίας ἄξιον πῶς τοιοῦτος τρόπος ἐκλογῆς ὑποστηρίζεται ὑπὸ προσώπων ἀρεσκομένων νὰ ἐμφανίζωνται ὡς δημοκρατικοί. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, οἱ ὀλίγοι εὐχερέστερον διαφθείρονται.
§74Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὸ ἔλεγε καὶ ὁ Ἀριστοτέλης.
§75Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θὰ ἐκλέγωνται οἱ ἄριστοι, ἀλλ’ οἱ δυνάμενοι νὰ διαθέσουν τὰ μέσα πρὸς ἀπόσπασιν τῆς ψήφου τῶν ὀλίγων. Δὲν εἶναι ὡς ἐκ τούτου ἀξιόλογον τὸ ἐπιχείρημα, κατὰ τὸ ὁποῖον πρέπει δῆθεν νὰ ἀντιπροσωπεύωνται ἐν τῇ Γερουσίᾳ καὶ τὰ Σωματεῖα ἢ οἱ Σύλλογοι, οἵτινες λειτουργοῦσιν ὑπὸ διαφόρους τίτλους καὶ ἐπωνυμίας. Οἱ Σύλλογοι, λόγου χάριν, τῶν ἐμπόρων, τῶν ἐμποροβιομηχάνων, τῶν ἐπιστημόνων κλπ. Αὐτὸ δὲν εἶναι ὀρθὸν καὶ δι’ ἄλλους λόγους. Πρῶτον διότι τὰ μέλη τῶν τοιούτων Συλλόγων ἢ Σωματείων ὡς Ἕλληνες πολῖται ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ψηφίσουν καὶ νὰ ἐκλέξουν τοὺς γερουσιαστὰς τῆς ἐκλογικῆς των περιφερείας. Διὰ ποῖον λόγον οὗτοι νὰ ἐκπροσωπῶνται διττῶς ἐν τῇ Γερουσίᾳ; Δεύτερον, ἐν τῇ Γερουσίᾳ δὲν πρόκειται νὰ ἐκπροσωπῶνται διάφοροι κοινωνικαὶ ἢ ἐπαγγελματικαὶ τάξεις, ὡς τοῦτο θὰ ἦτο ἴσως δυνατὸν νὰ συμβῇ προκειμένου περὶ Βουλῆς. Ὁ σκοπὸς τῆς Γερουσίας εἶναι γνωστός. Πρόκειται, ὡς ἀνέπτυξαν οἱ ὑποστηρικταὶ τοῦ θεσμοῦ, νὰ ἐπέχῃ, ἐν τῇ λειτουργίᾳ τῆς νομοθετικῆς μηχανῆς, θέσιν Μέντορος καὶ νὰ συγκρατῇ τὴν Βουλὴν ἀπὸ τὴν νομοθετικὴν αὐτῆς ὁρμητικότητα. Ἡ Γερουσία δὲν εἶναι Σῶμα ἀντιπροσωπευτικόν. Ἀλλ’ ἂν τοιοῦτόν τι συνέβαινε, διατί νὰ περιορίσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἀντιπροσωπείας ἐν τῇ Γερουσίᾳ εἰς ὡρισμένα Σωματεῖα; Εἰς τὰ ἐμπορικὰ π. χ. Σωματεῖα, εἰς τοὺς δικηγορικοὺς Συλλόγους ἢ ἐμπορικοὺς τοιούτους; Κατὰ ποίαν δημοκρατικὴν ἀρχὴν δὲν θὰ ἐπεκτείνωμεν τὸ δικαίωμα αὐτὸ καὶ εἰς τοὺς Συλλόγους τῶν ὑποδηματοκαθαριστῶν καὶ ὀπωροπωλῶν; Δὲν ἔχουν συμφέροντα αὐτοί; Δὲν εἶναι Ἕλληνες πολῖται αὐτοί; Καὶ πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ τοιούτου τρόπου ἐκλογῆς γερουσιαστῶν ἀνεφέρθη ὡς ἐπιχείρημα καὶ τὸ ὅτι ὁ Μπράϊς ἔγραψεν ὅτι θὰ ἦτο προτιμώτερον ἡ Γερουσία νὰ ἐκλέγεται ἀπὸ ὀλίγους. Τοιαύτην ἀρχὴν ὁ Μπράϊς δὲν ὑπεστήριξεν. Ὁ Μπράϊς, ὁ ὁποῖος, εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, εἶναι ὁ συγγραφεὺς τοῦ ἀξιολόγου βιβλίου «Ἡ Ἀμερικανικὴ Συμπολιτεία», εἶπεν ὅτι, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξουν ὀλίγοι τίμιοι καὶ ἀμερόληπτοι ἄνθρωποι, πραγματικῶς τίμιοι καὶ ἀμερόληπτοι, θὰ ἦτο ἴσως προτιμώτερον αὐτοὶ νὰ ἐκλέξουν τὴν Γερουσίαν. Ἀλλ’ ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι ὑπάρχουν αὐτοὶ οἱ ὀλίγοι τίμιοι καὶ ἀμερόληπτοι ἄνθρωποι διὰ νὰ ἐκλέξουν τὴν Γερουσίαν, εἰς τὴν ὁποίαν δίδεται διὰ τοῦ συζητουμένου τρόπου ἐκλογῆς καθαρῶς ἀντιπροσωπευτικὴ χροιά, τότε διατί νὰ εἴπωμεν τὸ ἴδιον καὶ διὰ τὴν Βουλήν; Κατὰ τὸ Σύνταγμα τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν, οἱ γερουσιασταὶ ἐκλέγονται ὑπὸ τῶν νομοθετικῶν Σωμάτων ἑκάστης Πολιτείας. Ἑκάστη δὲ Πολιτεία ἔχει Βουλὴν καὶ Γερουσίαν. Τὰ δύο αὐτὰ Σώματα ἐκλέγουσι δύο γερουσιαστὰς διὰ τὴν Γερουσίαν τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν. Αἱ συνθῆκαι ὅμως ἐκεῖ εἶναι τοιαῦται, ὥστε τὸ δικαίωμα αὐτὸ τῶν νομοθετικῶν Σωμάτων ἑκάστης Πολιτείας νὰ καθίσταται τυπικόν, διότι οἱ γερουσιασταὶ ἐκλέγονται κατ’ οὐσίαν ὑπὸ τοῦ Λαοῦ. Τοῦτο δὲ ἐπιτυγχάνεται ἐκ τῆς ἑξῆς ἐπικρατησάσης συνηθείας. Ὅταν ἓν κόμμα προτείνῃ κατὰ τὰς ἐκλογὰς βουλευτῶν ἢ γερουσιαστῶν ὡρισμένης τινὸς Πολιτείας τοὺς ὑποψηφίους του, ἀναγράφει εἰς τὸ δελτίον τῶν τοιούτων ὑποψηφίων καὶ τὸ ὄνομα τοῦ μέλλοντος νὰ ἐκλεγῇ ὑπὸ τῶν νομοθετικῶν Σωμάτων, τῆς Πολιτείας αὐτῆς ὡς γερουσιαστοῦ ἐν ᾗ περιπτώσει κενωθῇ ἡ ἀνήκουσα εἰς τὴν ἰδίαν Πολιτείαν θέσις γερουσιαστοῦ ἐν τῇ Γερουσίᾳ τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν. Καὶ οὕτως ὁ Λαὸς ψηφίζων τοὺς βουλευτὰς Πολιτείας τινός, ψηφίζει καὶ τὸν γερουσιαστήν, ὃν οὗτοι ὑποχρεοῦνται νὰ ψηφίσουν διὰ τὴν Γερουσίαν τῆς Συμπολιτείας. Ἐκτὸς αὐτοῦ ἤρξατο καλλιεργουμένη ἐκεῖ ἡ ἰδέα τῆς ἀπ’ εὐθείας ἐκλογῆς τῶν γερουσιαστῶν ὑπὸ τοῦ Λαοῦ. Ὑφ’ ἃς συνθήκας διατελοῦμεν τό γε νῦν ἐν Ἑλλάδι καὶ διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἐν ὀλίγοις ἀνέπτυξα, ἡ Γερουσία πρέπει νὰ ἐκλέγεται ὑπὸ τῶν πολλῶν, ὑπὸ τοῦ Λαοῦ καὶ οὐχὶ ὑπὸ ὀλίγων. Πάντα τὰ ὑπὲρ τοὐναντίον ἐπιχειρήματα εἶναι ἀφελῆ. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας κ. Παπαναστασίου ὑπεστήριξεν ὅτι, ὅταν τὰ δύο Σώματα προέρχωνται ἐκ τῆς αὐτῆς πηγῆς, θὰ διαφωνοῦν καὶ θὰ καταρρίπτουν τὸ κῦρος τοῦ Κοινοβουλίου. Ἂν ἀντιλαμβάνωμαι καλῶς τὸ ἐπιχείρημα αὐτό, θὰ ἔλεγον ὅτι τοῦτο εἶναι μᾶλλον ὑπὲρ τῆς ἀπόψεώς μου. Διότι ὅταν δύο νομοθετικὰ Σώματα προέρχωνται ἀπὸ τὴν αὐτὴν πηγήν, ὅταν ἔχωσι λάβει τὴν ἐντολὴν ἀπὸ τὸν αὐτὸν πολιτειακὸν παράγοντα καὶ διαφωνήσουν, δύνανται νὰ προσφύγουν εἰς τὸν κοινὸν ἐντολέα διὰ νὰ κρίνῃ ἐπὶ τῆς διαφωνίας των. Ἂν ὅμως ὁ ἐντολεὺς εἶναι διάφορος, τί θὰ συμβῇ; Ἡ διαφωνία θὰ διαιωνίζεται καὶ πιθανὸν νὰ προκαλῇ καὶ ἀνωμαλίας. Τὸ ὅτι θὰ προκύψουν διαφωνίαι μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν Σωμάτων, εἶναι ἐκτὸς ἀμφιβολίας. Τοῦτο εἶπον καὶ ὅταν ὡμίλησα κατὰ τῆς καθιερώσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν βλέπω ἄλλον ἁρμοδιώτερον πολιτειακὸν παράγοντα ἀπὸ τὸν Λαὸν ὅπως κρίνῃ ἐπὶ τοιούτων διαφωνιῶν. Ἡ ἐκλογὴ γερουσιαστῶν ὑπὸ Συλλόγων ἢ ἐμπορικῶν Ἐπιμελητηρίων θὰ ἀποτελῇ ὑφαρπαγὴν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Λαοῦ. Καὶ τοιαύτην ὑφαρπαγὴν ἡμεῖς οἱ βασιλόφρονες οὐδέποτε θὰ ἐγκρίνωμεν. Καὶ δὲν ἀνεχόμεθα τοιοῦτόν τι, διότι ἐκ πεποιθήσεως πιστεύομεν εἰς τὰς δημοκρατικὰς ἀρχάς, αἱ ὁποῖαι νομίζομεν ὅτι ἀποτελεσματικώτερον θὰ περιφρουρηθῶσι διὰ τῆς Βασιλευομένης Δημοκρατίας.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Παπαϊωάννου ἔχει τὸν λόγον.
§77Ι. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι, σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα τῆς ψηφοφορίας αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τῆς Γερουσίας, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ τελευταῖον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε ψηφισθῆ, θὰ ἐσήμαινεν ὅτι καὶ τὸ συνταγματικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς θὰ λήξῃ. Ἄρα δὲν θὰ δύναται νὰ λάβῃ οὐσιώδη μέτρα συνταγματικῆς μορφῆς. Ὑπάρχει δὲ ἕν τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ, εἶναι δὲ τοῦτο τὸ ψήφισμα τῆς διώξεως τοῦ Παγκάλου. Ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει ψηφισθῆ τὸ ζήτημα τῆς Γερουσίας, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς συντακτικὰ καθήκοντα.
§78Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς διώξεως τοῦ Παγκάλου, κανονίζεται διὰ τοῦ ψηφίσματος. Τὰ δικαιώματα τῆς Γερουσίας μέχρι τῆς συγκροτήσεως αὐτῆς ἐξασκεῖ ἡ Βουλή.
§79Ι. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Σᾶς ὑπενθυμίζω τὸ ἑξῆς. Εἰς τὴν παρατήρησιν αὐτήν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔκαμαν ἐν τῇ Συνταγματικῇ Ἐπιτροπῇ ἡ ὁποία ἐπεξεργάζεται τὸ σχετικὸν ψήφισμα τοῦ Παγκάλου, πρυτανεύει τοὐλάχιστον μεταξὺ τῶν περισσοτέρων μελῶν ἡ γνώμη, ὅτι κατὰ τὸ ψήφισμα τοῦτο, ἐφόσον δὲν ὑπάρχει Γερουσία, τὰ δικαιώματα αὐτῆς ἐξασκεῖ ἡ Βουλή, δὲν ἀφορᾷ τοῦτο εἰς τοιαῦτα δικαιώματα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξασκῇ ἡ Βουλή, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβιβασθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν δικαιώματα τὰ ὁποῖα φυσικῶς δὲν δύναται νὰ ἀσκήσῃ, οὔτε δὲν δύναται, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἀσκήσῃ τοιαῦτα δικαιώματα, διότι ἡ Γερουσία μετατρέπεται εἰς δικαστήριον, ἀλλ’ ἔχει ἄλλην προϋπόθεσιν ὅτι συντίθεται ἄλλως, ὅτι δὲν εἶναι Σῶμα πολιτικὸν ὡς εἶναι ἡ Βουλή. Ἐπειδὴ δὲ φρονῶ ἐγὼ ὅτι ἡ δημοσίευσις τοῦ Συντάγματος δὲν ἔχει καμμίαν ἐπίδρασιν εἰς τὸ χρονικὸν διάστημα, καθ’ ὃ ἡ Βουλὴ ἀσκεῖ συντακτικὰ δικαιώματα, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ τερματίσωμεν τὸ συντακτικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς πρὶν ψηφισθῇ τὸ ψήφισμα τοῦ Παγκάλου.
§80Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἂν ἀπόψε ψηφίσωμεν τὸ ἄρθρον τῆς Γερουσίας, δὲν τερματίζεται τὸ συντακτικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς, διότι αὕτη ὀφείλει νὰ συναρμολογήσῃ τὸ Σύνταγμα, κατὰ τὴν συναρμολόγησιν ἐπιφέρομεν καὶ τροποποίησιν εἰς τὰ ἄρθρα. Αὐτὸ δὲ συνέβη καὶ κατὰ τὸ 1911.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τερματίζεται τὸ συντακτικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς πρὸ τῆς συναρμολογήσεως τοῦ Συντάγματος.
§82Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Παρακαλῶ νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις ἡ ὑποβληθεῖσα παρὰ τοῦ κ. Ἀγγελοπούλου.
§83Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ἐφόσον διὰ τοῦ ψηφίσματος ἐξεχωρήθη εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδικάσεως, συνταγματικὸν δηλαδὴ δικαίωμα, τὸ ψήφισμα αὐτὸ εἶναι συντακτικὸν ψήφισμα, συνεπῶς δυνάμεθα νὰ τερματίσωμεν τὸ συνταγματικὸν ἔργον καὶ νὰ ἔχωμεν συντακτικὴν ἐξουσίαν.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑποβληθεῖσα διατύπωσις τοῦ ἄρθρου ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ Γερουσία ἀπαρτίζεται ἀπὸ 120 γερουσιαστάς. Τὰ 9)12 τοὐλάχιστον αὐτῶν ἐκλέγονται ὑπὸ τοῦ Λαοῦ καὶ τὸ 1)12 τὸ πολὺ ἐπιτρέπεται νὰ ἐκλέγουν ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία ἐν κοινῇ συνεδρίᾳ κατὰ τὴν ἀρχὴν ἑκάστης βουλευτικῆς περιόδου. Οἱ γερουσιασταὶ ἐκλέγονται δι’ 9 ἔτη, ἀνανεούμενοι ἀνὰ τριετίαν κατὰ τὸ ⅓, οἱ δὲ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας ἐκλεγόμενοι δι’ ὅσον χρόνον διαρκεῖ ἡ βουλευτικὴ περίοδος. Νόμος θέλει ὁρίσει τὸν τρόπον καὶ τὴν διαδικασίαν τῆς ἐκλογῆς ἑκάστης κατηγορίας γερουσιαστῶν, ὡς καὶ τῶν ὑπολοίπων 2)12, ὡς καὶ τὸν τῆς ἀνὰ τριετίαν ἀνανεώσεως αὐτῶν. Οἱ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας ἐκλεγόμενοι πρέπει νὰ συγκεντρῶσι τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁρισθησόμενα ἰδιαίτερα προσόντα».
§85ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§86Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ γεννᾶται μία ἀπορία, κύριε Πρόεδρε. Τὸ σχέδιον λέγει τὰ 9)12 τοὐλάχιστον ἐκλέγονται ὑπὸ τοῦ λαοῦ.
§87ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τοὐλάχιστον.
§88Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά.
§89Ι. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Λέγεται ὅτι τὸ ½ ἐκλέγεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας. Ἡ πρώτη συγκρότησις τῆς Γερουσίας πῶς θὰ γίνῃ;
§90ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀπὸ τὴν Βουλήν.
§91Χ. ΛΑΔΑΣ. «Ἐπιτρέπεται», λέγει. Τὰ 9)12 τοὐλάχιστον, λέγει. Ἑπομένως καὶ τὸ σύνολον δύναται νὰ ἐκλεχθῇ ὑπὸ τοῦ Λαοῦ.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ· δέχεται τὸ ἄρθρον ὡς διετυπώθη;
§93ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεδέχθη τὸ ἄρθρον ὡς διετυπώθη, διαγραφομένου τοῦ ἄρθρου 116. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 20 τοῦ Συντάγματος». Ὑπάρχει πρότασις περὶ ψηφοφορίας ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§95Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ ἑξῆς. Μεταξὺ τῶν ἀθρόως κατὰ τὸ ψήφισμα ἐψηφισμένων ἄρθρων ἐψηφίσθη καὶ τὸ ἄρθρον 115, κατὰ τὸ ὁποῖον καθιερώθη ἀσυμβίβαστον μεταξὺ δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τοῦ μέλους διοικητικοῦ Συμβουλίου Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν. Ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι πρωτοφανής. Μόνον εἰς τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα καθιεροῦται τὸ πρῶτον. Τουναντίον εἰς ἅπαντα τὰ ἄλλα ἢ μᾶλλον εἰς τοὺς σχετικοὺς νόμους, ἀναγράφεται ὡς ὑποχρέωσις τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν ἡ πρόσληψις δημοσίων ὑπαλλήλων. Ὡς ἐκ τούτου προτείνω νὰ γίνῃ μία ἐπιστήμης ἑρμηνεία, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ μὴ δύνανται νὰ μετέχωσι τῶν Συμβουλίων Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ὡς ἐκ τῶν καθηκόντων των ἀσκοῦν ἐποπτείαν ἢ ἔλεγχον ἐπὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν. Ἐν παραδείγματι, τί δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ ὁ καθηγητὴς τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας τοῦ Πανεπιστημίου τὴν Πολιτείαν, ἵνα πράξῃ τι ὑπὲρ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι ἀντίθετον πρὸς τὰ δημόσια συμφέροντα;
§96ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§97Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι, ἂν πρόκειται περὶ καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, πρέπει νὰ τοὺς ἀφήσωμεν νὰ ἀπασχολῶνται εἰς τὰ ἔργα των.
§98ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐτελείωσε τὸ ζήτημα. Ἡ Βουλὴ ἀποδέχεται.
§99ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οἱ βουλευταὶ ἀρνοῦνται νὰ ἀκούσουν αὐτὴν τὴν συζήτησιν.
§100Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀληθῶς εἶναι ἐγκληματικὸν αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἰσάγεται διὰ τῆς σκληρᾶς αὐτῆς καὶ ἀδικαιολογήτου διατάξεως τοῦ ἄρθρου 115.
§101ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς κάθε ἄρθρον θὰ κάμνωμεν ἑρμηνείαν;
§102ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Λύσατε τὴν συνεδρίασιν, κύριε Πρόεδρε.
§103Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Ἤκουσα παρὰ τοῦ κ. Προέδρου λεγόμενον ὅτι ὑπεβλήθη πρότασις ψηφίσεως τοῦ ἑρμηνευτικοῦ αὐτοῦ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Θὰ παρεκάλουν τοὺς κ. κ. βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι ὑπέβαλον τὴν πρότασιν, νὰ τὴν ἀποσύρουν.
§104ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις, κύριε Πρόεδρε.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Βοζίκης ἔχει τὸν λόγον.
§106Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί ἀποκλείετε ἐμέ; Πρὸ τῆς διακοπῆς ἔχω ζητήσει τὸν λόγον. (Θόρυβος).
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κ. Μερλόπουλε.
§108ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Λύσατε τὴν συνεδρίασιν, κύριε Πρόεδρε.
§109Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἡ Βουλὴ ἀποδεικνύει αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ καθῆκόν της.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, σᾶς παρακαλῶ, κύριοι βουλευταί, καὶ ἡσυχάσατε.
§111Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ τρόπος καὶ ὁ χρόνος κατὰ τὸν ὁποῖον εἰσάγεται τὸ ὑπὸ συζήτησιν ψήφισμα εἶναι, διὰ νὰ μὴ εἴπω τι ἄλλο, ὅλως ἄτοπος.
§112Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Κύριε συνάδελφε, ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ ὑποβληθῇ τὸ ψήφισμα.
§113Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἀκούσατέ με πρῶτον καὶ θὰ ἴδητε ὅτι ματαιοπονεῖτε ζητοῦντες νὰ λάβητε ἐψηφισμένον ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὸ ψήφισμα τοῦτο. Λέγω ὅτι εἶναι ἄτοπος ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον εἰσάγεται, διότι ἀφοῦ ἐτερμάτισε τὸ συντακτικὸν ἔργον αὐτῆς ἡ Βουλή, ἐξακολουθεῖ πάλιν συντακτικὰ ἔργα. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 20 ἐπανέρχεται ἤδη μετὰ πολλὰς συνεδριάσεις ὁ κ. ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργὸς καὶ ζητεῖ συμπλήρωσιν τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος.
§114Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Ἑρμηνείαν.
§115Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπὸ τύπον ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως, διότι τὸ ψήφισμα τοῦτο δὲν λέγει ἄλλο τι, ἀλλ’ εἰσάγει ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου 20 τοῦ Συντάγματος. Εἶναι λοιπὸν συμπλήρωσις, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἀντικείμενον τῶν ἄρθρων, εἴτε διὰ προσθήκης ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως ὑπὸ τὸ ἄρθρον 20, εἴτε διὰ τροποποιήσεως τοῦ κειμένου αὐτοῦ. Ἀλλὰ ματαιοπονεῖ ὁ κ. ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργὸς ζητῶν νὰ ψηφισθῇ τὸ κείμενον τοῦ ψηφίσματος. Διότι τί λέγει τὸ ψήφισμα τὸ ἑρμηνεῦον δῆθεν τὸ ἄρθρον 20; Λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἀληθὴς ἔννοια τοῦ ἄρθρου 20 τοῦ Συντάγματος εἶναι ὅτι δὲν ἀπαγορεύεται ἡ μετατροπὴ κινητῶν ἀξιῶν καὶ καταθέσεων εἰς ἀκίνητα ἐπὶ τῷ σκοπῷ αὐξήσεως τῶν προσόδων.... κλπ.» Δὲν ἀντίκειται ἄρα εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 20. Τίς λέγει τὸ ἐναντίον; Ὥστε νὰ δεήσῃ νὰ ζητήσῃ ὁ κ. ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργὸς ἀπὸ μέρους τῆς Βουλῆς ἑρμηνείαν αὐθεντικήν; Πόθεν εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψῃ ἀμφιβολία;
§116Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Θὰ σᾶς τὸ ἐξηγήσω.
§117Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τὸ ἀναγνώσω, κ. Ὑπουργέ, καὶ θὰ ἴδητε ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἑρμηνείας.
§118ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀφοῦ δὲν βλάπτει, ἂς ψηφισθῇ. Ἄς εἶναι περιττόν.
§119Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν ψηφίζει περιττὰ πράγματα. Μόνον τὰ ἀναγκαῖα ψηφίζει.
§120Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Θὰ σᾶς δώσω ἐξήγησιν τῆς ἀπορίας σας. Ἡ αʹ παράγραφος τοῦ ἄρθρου 20 προβλέπει τὴν περίπτωσιν μεταβολῆς τοῦ περιεχομένου ἢ τῶν ὅρων τῆς διαθήκης ἢ δωρεᾶς. Ὅταν αὐστηρῶς καὶ κατὰ γράμμα ἑρμηνεύσητε τὴν διάταξιν αὐτήν, θὰ ἠδύνασθε νὰ προσκόψητε πρὸς τὸ σύστημα ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ὀφείλει ἡ Χώρα χιλιάδας σχολείων, πρὸς τὸ σύστημα τοῦ νὰ μετατρέπωνται κινηταὶ ἀξίαι εἰς ἀκίνητα κτήματα. Θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ· ἐδῶ τὸ Σύνταγμα λέγει ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ μεταβολὴ τοῦ περιεχομένου ἔν τινι ὅρῳ τῆς διαθήκης. Ὅταν αὐτὸ τὸ ἀπαγορεύῃ τὸ Σύνταγμα, θὰ ἐγεννᾶτο τὸ ἐρώτημα· ἐν τῇ ἀπαγορεύσει ταύτῃ μεταβολῆς ὅρου διαθήκης ἢ δωρεᾶς περιέχεται καὶ ἡ ἀπαγόρευσις μεταβολῆς κινητῶν ἀξιῶν εἰς ἀκίνητα; Καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἀπαγορεύεται ἡ μετατροπὴ κινητῶν ἀξιῶν εἰς ἀκίνητα. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια.
§121Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ καλῶς θὰ ἡρμήνευε τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 20, ὅπως ὑμεῖς θέλετε, διὰ νὰ διευκολύνῃ τοὺς σκοποὺς τοὺς ὁποίους ἀνεφέρατε. Ἀλλὰ λέγω ὅτι ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου 20 τοῦ Συντάγματος δὲν ἀφίνει καμμίαν ἀμφιβολίαν περὶ τῆς ἐννοίας αὐτοῦ. Ἡ ἔννοια αὐτοῦ εἶναι σύμφωνος μὲ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑμεῖς ἔχετε κατὰ νοῦν. Διότι τί λέγει τὸ ἄρθρον 20; (Ἀναγινώσκει): «Δὲν ἐπιτρέπεται ἡ μεταβολὴ τοῦ περιεχομένου ἢ τῶν ὅρων διαθήκης ἢ δωρεᾶς κατὰ τὰς ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἢ κοινωφελοῦς σκοποῦ διατάξεις αὐτῆς. Ἐξαιρετικῶς ἐπιτρέπεται διὰ νόμου, ὅταν ἡ θέλησις τοῦ δωρητοῦ ἢ διαθέτου ἀποβαίνει ἀπολύτως ἀπραγματοποίητος, ἢ διάθεσις τοῦ διατεθειμένου ἢ δωρουμένου πρὸς ἄλλον παρεμφερῆ σκοπόν». Οὕτως ἔχοντος τοῦ ἄρθρου ἀποβαίνει πρόδηλος ἡ ἔννοια αὐτοῦ, ὥστε νὰ μὴ χρήζει οὐδεμιᾶς ἑρμηνείας. Τὴν μεταβολὴν τοῦ περιεχομένου τῆς διαθήκης καὶ δωρεᾶς ἀποκλείει τὸ Σύνταγμα, τὸ περιεχόμενον δὲ αὐτῶν ἀποτελεῖται ἀπὸ τὰς οὐσιαστικὰς διατάξεις τὰς περιεχούσας καὶ διατυπούσας τὴν βούλησιν τοῦ διαθέτου ὡς πρὸς τὴν χρησιμοποίησιν τῆς κληρονομίας ἢ κληροδοσίας, ἀδιαφόρως τῶν συντακτικῶν αὐτῆς στοιχείων, εἰς ἄλλους σκοποὺς ἐκτὸς ἐκείνων ὑπὲρ ὧν κατέλιπε τὴν κληρονομίαν. Δὲν ἐπιτρέπεται ἡ μεταβολὴ τούτου τοῦ περιεχομένου. Ἡ τροπὴ τῆς κληρονομίας ἢ τοῦ κληροδοτήματος τοῦ συνισταμένου τυχὸν ἐκ κινητῶν εἰς ἀκίνητον εἶναι μεταβολὴ τοῦ περιεχομένου; Εἶναι ἐγκατάλειψις τοῦ περιεχομένου τοῦ ὁριζομένου ἐν τῇ διαθήκῃ, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπεται ἀπὸ τὴν συνταγματικὴν διάταξιν; Βεβαίως οὐδεὶς καὶ ἄκρῳ δακτύλῳ γευσάμενος τῶν νομικῶν, θὰ ἰσχυρισθῇ τοῦτο.
§122Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Αὐτὸ ἐξαρτᾶται.
§123Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν λέγω ὅτι ἡ τροπὴ τῶν περιουσιακῶν στοιχείων τῶν ἀποτελούντων τὸ κληροδότημα ἂν εἶναι κινητὰ εἰς ἀκίνητα ἢ τἀνάπαλιν, δὲν ἀποτελεῖ μεταβολὴν τοῦ περιεχομένου τῆς διαθήκης ἢ δωρεᾶς, ὥστε νὰ εἶναι ἀπηγορευμένη ἡ τοιαύτη μεταβολὴ ἀπὸ τὴν συνταγματικὴν διάταξιν.
§124Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Ὑπάρχουν κληροδοτήματα ἄπειρα καὶ δὴ ἐν Ἠπείρῳ, κατὰ τὰ ὁποῖα διετέθησαν χρήματα διὰ νὰ καταβάλλωνται αἱ μισθοδοσίαι τῶν διδασκάλων εἰς τὰ διάφορα χωρία. Τὰς μισθοδοσίας ταύτας ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας τὰς καταβάλλει τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Ἐκ τῶν χρημάτων τὰ ὁποῖα παραμένουσιν ἀδιάθετα, διατί νὰ μὴ ἐπιτρέπεται ἡ χρησιμοποίησις τῶν χρημάτων, μεταβαλλομένων εἰς ἀκίνητα, εἰς σχολεῖα; Τεσσαράκοντα ἑκατομμύρια ἐκ κληροδοτημάτων ἐχρησιμοποίησε τὸ Κράτος διὰ νὰ κάμῃ σχολεῖα ἐν Κερκύρᾳ καὶ ἐν Ἠπείρῳ.
§125Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ μέτρον τοῦτο δὲν ἀντίκειται ἡ συνταγματικὴ διάταξις.
§126Ι. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Τὴν γνώμην σας τὴν δέχεται ἡ Βουλή;
§127Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ λέγετε, κ. ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργέ, ὅτι δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ περιεχόμενον τῆς διαθήκης. Τὸ περιεχόμενον τῆς διαθήκης εἶναι ἐντελῶς ἄλλο. Τὸ περιεχόμενον τῆς διαθήκης εἶναι ἡ χρησιμοποίησις τοῦ κληροδοτήματος δι’ ἕνα σκοπὸν ὡρισμένον καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὴν παράγραφον αὐτὴν λέγεται ὅτι: (ἀναγινώσκει): «Δὲν ἐπιτρέπεται ἡ μεταβολὴ τοῦ περιεχομένου τῆς διαθήκης ἢ δωρεᾶς». Περιεχόμενον δὲ δὲν εἶναι ἡ μορφὴ ἣν ἔχουσι τὰ ἐνεργητικὰ στοιχεῖα τῆς κληρονομίας ἢ δωρεᾶς, ὅπερ ἐνδιαφέρει ὑμᾶς, ἀλλ’ ἡ χρησιμοποίησις αὐτῶν. Καὶ μόνον ἂν ἐν τῇ διαθήκῃ ὑπάρχῃ ὁ ὅρος τῆς μὴ μεταβολῆς τῆς μορφῆς τῶν στοιχείων τούτων, τότε μόνον τὸ ψήφισμά σας θὰ εἶχε σκοπόν τινα, ἀλλὰ σκοπὸν καθ’ ὃν ἀντιστρατεύεται ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 20. Τὸ ὅτι δὲ τὸ κληροδότημα δύναται νὰ χρησιμοποιηθῇ καὶ δι’ ἄλλους παρεμφερεῖς σκοπούς, τὸ νὰ μετατρέπεται τὸ κληροδότημα ἀπὸ ἀκίνητα εἰς χρήματα καὶ τὸ ἀντίθετον, τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ μεταβολὴν τοῦ οὐσιαστικοῦ περιεχομένου τῆς διαθήκης. Τοῦτο ἀποτελεῖ διαχείρισιν καὶ εἶναι ὅλως διάφορον ἀπὸ τὴν μετατροπήν. Ἡ δὲ διαχείρισις τοῦ κληροδοτήματος θὰ γίνῃ κατὰ τινα νόμον οἱονδήποτε, ἀρκεῖ νὰ μὴ μεταβάλλεται τὸ οὐσιαστικὸν περιεχόμενον τῆς διαθήκης. Τέλος καταλήγων λέγω ὅτι τὸ ψήφισμα τὸ ὁποῖον εἰσάγεται δὲν ἐξυπηρετεῖ οὐδένα σκοπόν, διότι εἶναι αὐτονόητος ἡ ἐλευθερία τῆς διαχειρίσεως. Τοὐναντίον δὲ γενόμενον τυχὸν δεκτὸν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δημιουργήσῃ πολλὰ ἄτοπα.
§128Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Χάριν τοῦ κ. Μερλοπούλου, διακεκριμένου νομικοῦ, δίδω τὴν ἐξήγησιν ταύτην. Ὅταν μία διαθήκη λέγῃ ὅτι ἀφίνω 500 μετοχὰς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, πῶς θὰ ἔχητε τὸ δικαίωμα τὰς 500 αὐτὰς μετοχὰς νὰ τὰς μετατρέψητε εἰς χωράφια ἢ εἰς οἱονδήποτε ἄλλο ἀκίνητον;
§129Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Ὑπάρχει ἐκκρεμές, κ. Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ συζητηθῇ καὶ νὰ ψηφισθῇ. «περὶ διοικήσεως νομικῶν προσώπων». Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τὸ εὑρισκόμενον ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, δίδει ἐν εἰδικῷ ἄρθρῳ τὴν ἄδειαν ἣν ζητεῖ ὁ κ. ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργός.
§130ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί σημασίαν ἔχουν αὐτά;
§131Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Ἔχετε λάθος. Αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖτε αὐτὴν τὴν στιγμήν, δύναται νὰ κηρυχθῇ αὔριον ὡς ἀντισυνταγματικὸν ἄνευ αὐτῆς τῆς ἑρμηνείας.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Βοζίκης ἔχει τὸν λόγον.
§133Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Θὰ θελήσω καὶ ἐγὼ νὰ εἴπω ὀλίγα τινά, μοὶ χρεωστεῖτε δὲ ὀλίγην προσοχὴν καὶ δι’ ἕνα λόγον ἰδιαίτερον, διότι ἐγὼ δὲν σᾶς ἀπησχόλησα εἰς τὴν συζήτησιν τῶν συνταγματικῶν διατάξεων. Λαμβάνω τὸν λόγον σήμερον, διότι πρόκειται περὶ κληροδοτημάτων. Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ μέθοδος τῶν πατριωτικῶν αὐτῶν κληροδοτημάτων, μέθοδος ἰδιαζόντως παρὰ τῶν Ἑλλήνων ἐφαρμοσθεῖσα διὰ τοὺς ἀγαθοεργοὺς καὶ προοδευτικοὺς σκοπούς, προήγαγε τὴν Ἑλλάδα καὶ ἂν ἔχωμεν πρόοδον σημαντικὴν εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τοὺς Ἑλληνικούς, τοὺς ὀφειλομένους κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς τὰ κληροδοτήματα, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι προκειμένου περὶ διαθέσεων τῶν κληροδοτημάτων νὰ μὴ παραβιάζωμεν τὰς θελήσεις τῶν διαθετῶν καὶ νὰ τὰς περιφρουρῶμεν καθ’ οἱονδήποτε τρόπον, ὄχι μόνον διὰ νὰ διασώσωμεν τὰ ὑπάρχοντα κληροδοτήματα, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ ἐμποδίσωμεν τοὺς ἔχοντας διαθέσεις κληροδότας. Διὰ τῆς μεθόδου τῆς σκοπιμότητος, διὰ τῆς μεθόδου τῆς κατασκευῆς ἑνὸς χρησιμωτάτου ἔργου κατερρίψαμεν τὰ θεμέλια, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη τὸ πανάρχαιον οἰκοδόμημα, τὸ ὀφειλόμενον εἰς τὰ κληροδοτήματα. Τὸ σύστημα αὐτὸ προήγαγε τὴν ἐκπαίδευσιν καὶ σήμερον εἰς ὅλας τὰς κοινότητας τῆς Ἑλλάδος ὠθεῖ πρὸς τὴν πρόοδον τὰς κοινότητας καὶ τὸν Ἑλληνισμὸν ὁλόκληρον. Δι’ αὐτὸ θέλω νὰ εἴμεθα αὐστηροὶ περὶ τὴν τήρησιν τῶν διαθετῶν, αὐτὴν δὲ τὴν αὐστηρότητα τὴν ἐτήρησε τὸ Σύνταγμα. Τὸ Σύνταγμα διὰ τῆς βʹ παραγράφου ἀνέγραψε μεταβολὴν τοῦ περιεχομένου ἢ τῶν ὅρων τῆς διαθήκης καὶ ἡ δευτέρα περίπτωσις εἶναι ὅτι ἐπιτρέπεται διάθεσις, ὅταν ὁ σκοπὸς εἶναι ἀπραγματοποίητος καὶ ἡ διάθεσις αὐτὴ γίνεται διὰ νόμου πρὸς σκοπὸν παρεμφερῆ, διότι εἶμαι τῆς ἀρχῆς ὅτι πρέπει μετὰ πάσης προσοχῆς καὶ λεπτότητος νὰ θίγωμεν τὰς διαθέσεις τῶν διαθετῶν. Εἶμαι ἐπίσης ὑποχρεωμένος νὰ παρατηρήσω ὅτι τὸ ἔργον τὸ ἀναθεωρητικὸν τῆς Βουλῆς ἐτελείωσε πρὸ ὀλίγων στιγμῶν. Δυνάμεθα ἆρά γε ἡμεῖς νὰ ἐξακολουθήσωμεν ἑρμηνεύοντες τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσαμεν; Πρὸ πέντε λεπτῶν ἐτελειώσαμεν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς αὐτῆς φρονῶ ὅτι τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς ἔληξε.
§134ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἔληξε.
§135Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἡμεῖς ἐκλήθημεν νὰ κάμωμεν ἀναθεώρησιν. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης πᾶσα μεταβολή, πᾶσα ἑρμηνεία ἀκόμη τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος εἶναι ἀπηγορευμένη. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ἀπαράδεκτον καὶ δι’ ἄλλον λόγον. Δὲν ἐτηρήθη ἡ διαδικασία τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ καὶ ἀνατρέπει τὰς διατάξεις αὐτοῦ τὸ ψήφισμα ὡς ἐπιβάλλεται. Λέγει τὸ Σύνταγμα, μόνον εἰς τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν ὁ σκοπὸς τοῦ διαθέτου ἀποβαίνει ἀπραγματοποίητος, λαμβάνεται πρόνοια διὰ νόμου. Καὶ ἐφόσον εἰς τοῦτο ἀνάγεται ἡ δευτέρα περίπτωσις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν σχεδίου, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ δευτέρα αὕτη περίπτωσις ἀντίκειται εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 20 τοῦ Συντάγματος, διότι τὸ Σύνταγμα λέγει ὅτι μόνον διὰ νόμου δύναται νὰ ληφθῇ πρόνοια, τὸ δὲ ψήφισμα λέγει διὰ πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου θὰ λαμβάνεται ἐκείνη ἡ πρόνοια, περὶ τῆς ὁποίας πραγματεύεται ἡ βʹ παράγραφος τοῦ ἄρθρου 20. Ἡ βʹ παράγραφος λοιπὸν τοῦ ψηφίσματος ἀντίκειται εἰς τὸ δεύτερον μέρος. Ἡ πρώτη παράγραφος τοῦ ψηφίσματος δὲν εἶναι ἀπαράδεκτος, ἀλλὰ τὸ δὲν εἶναι ἀπαράδεκτος σημαίνει δὲν ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἀλλ’ ἂν ἐξετασθῇ κατ’ οὐσίαν, δημιουργεῖ τὸν μέγιστον κίνδυνον διὰ τὴν διαχείρισιν τῶν κληροδοτημάτων καὶ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ σκοποῦ τοῦ διαθέτου. Ὅταν ἐπιτρέπῃ τὴν μετατροπὴν τῶν κινητῶν ἀξιῶν εἰς ἀκίνητα, δημιουργεῖ παμμέγιστον κίνδυνον καὶ ὅσοι γνωρίζετε ἀπὸ διαχείρισιν περιουσιῶν, ἐννοεῖτε ὅτι μέσα εἰς αὐτοὺς τοὺς ὅρους δύνανται νὰ ἐμφυλλοχωρήσουν καταχρήσεις μεγάλαι. Θὰ εἴμεθα ἀσυνεπεῖς ἂν εἴπωμεν δώσατε εἰς τὸν νομοθέτην, ἀφοῦ ὁ νομοθέτης τοῦ Συντάγματος τὸ ἀπέκλεισε καὶ κατὰ τοῦτο ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος ὄχι μόνον δὲν προστατεύεται, ἀλλὰ καταστρατηγεῖ τὴν διάταξιν ἐκείνην. Ἡ δευτέρα ἀντιτίθεται ἐπίσης, διότι τὸ Σύνταγμα εἶπεν ὅτι αὐτὸ θὰ κανονισθῇ διὰ νόμου, τὸ δὲ σχέδιον αὐτὸ δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργόν. Διὰ τοιοῦτον ζήτημα δὲν ἔχω καμμίαν ἐμπιστοσύνην παρὰ μόνον εἰς τὴν Βουλήν. Γνωρίζομεν, κύριοι, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ καὶ τὰ Ὑπουργικὰ Συμβούλια εἶναι ἠναγκασμένοι ἐκ τῶν ἑκάστοτε περιστάσεων νὰ ὑποχωροῦν εἰς συστάσεις βουλευτῶν ὁρμωμένων ἀπὸ ἀγαθὰς προθέσεις καὶ ἀρνοῦνται περὶ τῶν συμφερόντων τῶν κοινῶν τοῦ τόπου των, ἀλλὰ μὴ ὑποχρεουμένων νὰ σκεφθοῦν περὶ τῶν γενικωτέρων συμφερόντων, ὅταν βλέπουν ὅτι κύρια συμφέροντα τοῦ τόπου των θίγονται. Εἶναι ὑποχρεωμένοι αἱ Κυβερνήσεις καὶ οἱ Ὑπουργοὶ νὰ ὑποκύπτουν εἰς τὴν ἀξίωσιν τῶν βουλευτῶν, ὅταν μάλιστα αἱ ἀξιώσεις εἶναι ἔντονοι καὶ ὑποστηρίζονται ἀπὸ πολλῶν λογχῶν, τὰς ὁποίας μία Κυβέρνησις ἔχει νὰ φοβεῖται ἢ ἐπὶ τῶν ὁποίων μία Κυβέρνησις ἔχει νὰ στηρίζεται. Ἂν ἀφήσωμεν αὐτὴν τὴν θύραν ἀνοικτὴν διὰ νὰ κανονίζωνται τὰ ζητήματα ἀναλόγως τῶν συστάσεων ἢ τῆς δυνάμεως τῶν συνιστώντων, δὲν θὰ διατηρηθῇ τίποτε. Ἐγὼ δὲν ἐνδιαφέρομαι διὰ τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα θὰ δαπανηθοῦν. Ἐνδιαφέρομαι διὰ τοῦτο καὶ μόνον, ὅτι θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰς ψυχὰς τῶν δυναμένων νὰ διαθέσουν περὶ ἀγαθοεργῶν σκοπῶν, θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰς ψυχὰς αὐτῶν ὁ φόβος ὅτι τίποτε δὲν θέλει ἐκτελεσθῆ ἀπὸ τὴν θέλησίν των καὶ θὰ χάσωμεν ἓν κεφάλαιον πάγιον ὑπὲρ τῶν ἀγαθοεργῶν σκοπῶν. (Χειροκροτήματα).
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Οἰκονομίδης ἔχει τὸν λόγον.
§137Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Δύο λέξεις, διὰ νὰ ἔλθω ἐπίκουρος εἰς τὰς σκέψεις τοῦ κ. Βοζίκη σχετικῶς μὲ τὴν διάθεσιν τῶν κληροδοτημάτων. Ἀναμφισβητήτως τὸ Σύνταγμα ἔρχεται εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὸ ψήφισμα. Ἐπειδὴ ὅμως ὑπάρχει ἀνάγκη ἵνα εἰς ὡρισμένας περιστάσεις τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα θὰ μένουν νεκρά, διατίθενται ἐπωφελέστερον, χωρὶς νὰ ἀντιβαίνῃ εἰς τοὺς σκοποὺς τῶν διαθετῶν, διὰ τοῦτο θὰ προέτεινον νὰ ψηφίσωμεν ἢ μᾶλλον νὰ διατυπωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι ἐψηφίσαμεν τὸ ἄρθρον 20 ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν ἐξέθεσεν ὁ κ. Μερλόπουλος, ὅτι θὰ ἐπιτρέπεται ἡ μετατροπή, ἀλλ’ ἂν καὶ ἐφόσον ἡ μετατροπὴ τῶν χρημάτων δὲν ἀντιβαίνει εἰς τὸ πνεῦμα τῆς διαθήκης.
§138ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν πλέον νὰ ἐπανέλθωμεν.
§139Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ἐξακολουθοῦμεν τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην. Ὑπάρχει γνώμη σαφής, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα δὲν ἐτελείωσε παρὰ ἀφ’ ἧς συναρμολογηθῇ. Ἑπομένως, ἐφόσον ἐμφανίζεται ζήτημα, χρῆζον ἑρμηνείας, δυνάμεθα νὰ τὸ ῥυθμίζωμεν. Ἡμεῖς λέγομεν ὅτι ψηφίσαντες τὸ ἄρθρον 20 ἐννοοῦμεν τοῦτο, ὥστε ἀφ’ ἑνὸς νὰ ἀπαλλαγῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς ἀνάγκης τοῦ ψηφίσματος, ἀφ’ ἑτέρου νὰ ἱκανοποιήσωμεν τὰς διαφόρους ἀνάγκας. Ὥστε προτείνω τοῦτο· νὰ γραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι τὸ ἄρθρον ἐψηφίσθη ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ κ. Μερλοπούλου καὶ ὅτι ἡ μετατροπὴ τῶν χρημάτων ἐπιτρέπεται ἂν καὶ ἐφόσον δὲν ἀντίκειται εἰς τὴν γνώμην τοῦ διαθέτου. Ὑπάρχουν τοιαῦτα κληροδοτήματα κατατεθειμένα εἰς χρυσόν. Αὐτὰ ἔγιναν δραχμαὶ καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὰ θίξῃ κανείς.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος συζήτησις. Παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς.
§141ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§143ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις, κύριε Πρόεδρε.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 5.30′ μ. μ. σήμερον. (Ὥρα 1.30′ π. μ.)