1927.06.01
4.768 στίχοι · 37.430 λέξεις · 232 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 86
Τετάρτη 1 Ἰουνίου 1927
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρα 7 μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἐπειδὴ ἐξετυπώθησαν πολὺ ἐσφαλμένως τὰ πρακτικά, δι’ αὐτὸ διετάχθη νέα ἐκτύπωσις αὐτῶν, ὥστε θὰ ἐπικυρωθοῦν ταῦτα αὔριον. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Ὁ βουλευτὴς κ. Φ. Παπαγεωργίου καταθέτει τηλεγραφικὴν διαμαρτυρίαν τῆς Παμμικρασιατικῆς Ἑνώσεως καὶ τοῦ Συνδέσμου τῶν ἐκτελωνιστῶν καὶ φορτωτῶν Θεσσαλονίκης, δι’ ἧς ἐξαιτοῦνται τὴν καταψήφισιν τῶν νομοσχεδίων ἄρτου καὶ δασμοῦ σίτου. — Ὁμοίως καταθέτει τηλεγραφικὴν αἴτησιν τοῦ Ἐθνικοῦ Σωματείου Κομοτινῆς, ἐξαιτουμένου τὴν ἐλευθέραν εἰσαγωγὴν τῶν ἀλεύρων. — Ὁ βουλευτὴς κ. Λ. Κυβετὸς καταθέτει τηλεγραφήματα: 1) τῆς Παμμικρασιατικῆς Ἑνώσεως, 2) τοῦ Συνδέσμου προσφύγων Ραιδεστοῦ, 3) τῆς Ἐπιτροπῆς προσφύγων Ἀρτάκης– Κυζίκου, 4) τοῦ Συλλόγου ἀλευρεμπόρων, 5) τοῦ Συνδέσμου ἐκτελωνιστῶν καὶ φορτωτῶν καὶ 6) τῶν ἀρτοποιῶν Θεσσαλονίκης καὶ συνιστᾷ τὴν ἄμεσον κατάργησιν τῆς ἀποτυχούσης ἐφαρμογῆς τῶν δύο ποιοτήτων ἀλεύρων καὶ ψήφισιν τῆς δασμολογικῆς προστασίας τῶν ἀλευροβιομηχάνων, διότι πᾶσαν ἐπὶ πλέον ἐπιβάρυνσιν τῶν ἀλεύρων δὲν δύναται νὰ ὑποστῇ ὁ καταναλωτὴς Λαός. — Διάφοροι ἐπαγγελματίαι Ἀθηνῶν, Πειραιῶς, Θεσσαλονίκης καὶ Χίου ζητοῦν τὴν ἀπόρριψιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ δύο ποιοτήτων ἄρτου». — Ὁ βουλευτὴς κ. Λ. Θεολογίτης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ προέδρου τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς Καβάλλας καὶ παρακαλεῖ ὅπως δοθῶσι τὸ ταχύτερον αἱ σχετικαὶ πληροφορίαι ἐπὶ τῶν παραπόνων τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Καβάλλας. — Ὁμοίως ὁ αὐτὸς κ. βουλευτὴς καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου νεοκτηματιῶν τῆς Καβάλλας καὶ παρακαλεῖ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ταύτην ὑπ’ ὄψιν. — Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Φλωριᾶς καταθέτει ψήφισμα τοῦ λαοῦ Ἀνατολικῆς Μακεδονίας, παρακαλοῦντος τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ, καθ’ ὃν τρόπον νομίζει προσφορώτερον, εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν μεγάλων καὶ μονίμων ὑδραυλικῶν ἔργων τοῦ Στρυμῶνος κλπ., λαμβάνουσα ταχείας ἀποφάσεις ἐπὶ τοῦ σοβαρωτάτου τούτου ζητήματος. — Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Μπούκουρας καταθέτει ἀναφορὰν τῶν χαλαζοπλήκτων κατοίκων τῆς περιφερείας Ἀμαλιάδος, αἰτουμένων τὴν ἀναστολὴν τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου τῶν καταστραφέντων μερῶν πρὸς ἀνακούφισιν τῶν ζημιωθέντων. — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Σ. Ταλιαδοῦρος καὶ Ε. Ἔξαρχος καταθέτουν ὑπόμνημα τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων τῆς νομαρχίας Τρικκάλων, δι’ οὗ παρακαλοῦν ὅπως μὴ περικοπῇ τὸ εἰς αὐτοὺς διδόμενον ποσοστὸν 1% ἐπὶ τῶν εἰσπραττομένων ἐσόδων τῶν δήμων καὶ κοινοτήτων. — Ὁμοίως οἱ αὐτοὶ κ.κ. βουλευταὶ καταθέτουν αἴτησιν τῶν Ν. Βαχίδου, Π. Παπανικολάου κλπ. ὁπλαρχηγῶν, ζητούντων ὅπως ἀπονεμηθῇ καὶ εἰς αὐτοὺς ὁ βαθμὸς τοῦ ἐφέδρου ἀξιωματικοῦ. — Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς συμφωνίας μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἰταλίας, συναφθείσης τὴν 11ην Σεπτεμβρίου 1926». — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ε. Μαλαμίδας καὶ Θ. Γοῦσκος ὑποβάλλουν τροπολογίας ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαθέσεως τῶν ὑπολοίπων τοῦ Ταμείου Ἀγροφυλακῆς Ἰωαννίνων». — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας κ. Μ. Κύρκος ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ἱδρύσεως ἐν Πάτραις ἀγροτικοῦ Ὀρφανοτροφείου ἀρρένων». — Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Πιέρρης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ συμπληρώσεως καὶ ἑρμηνείας τοῦ ἀπὸ 7 Φεβρουαρίου 1812 θεσπίσματος τῆς Ἰονίου Γερουσίας, ἀφορῶντος τὸν ἐν Κερκύρᾳ ναὸν Ἁγίου Σπυρίδωνος». — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας κ. Α. Παπαναστασίου ὑποβάλλει τὰ κάτωθι νομοσχέδια: 1ον) «Περὶ κυρώσεως τῆς διεθνοῦς συμβάσεως τῆς διεθνοῦς συνδιασκέψεως ἐργασίας περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι». 2ον) «Περὶ κυρώσεως τῆς διεθνοῦς συμβάσεως περὶ κατωτάτου ὁρίου ἡλικίας παραδοχῆς παίδων ἐν ταῖς γεωργικαῖς ἐργασίαις» καὶ 3ον) «Περὶ κυρώσεως τῆς διεθνοῦς συμβάσεως τῆς διεθνοῦς συνδιασκέψεως ἐργασίας περὶ ἀποζημιώσεως τῶν ἀτυχημάτων ἐργασίας ἐν τῇ γεωργίᾳ». — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας κ. Α. Ἀργυρὸς ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ἱδρύσεως πειραματικοῦ σχολείου ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ». — Οἱ Ὑπουργοὶ τῆς Συγκοινωνίας κ. Ι. Μεταξᾶς καὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Γ. Καφαντάρης ὑποβάλλουσι τὰ κάτωθι σχέδια νόμου: 1ον «Περὶ ἐγκρίσεως δαπάνης 155.000 δραχμῶν διὰ τὴν ἀνέγερσιν ἀποθήκης ἐν Πρεβέζῃ πρὸς φύλαξιν ὑλικοῦ καὶ ὁδοστρωτήρων τοῦ Δημοσίου» καὶ 2ον) «Περὶ ἐγκρίσεως δαπάνης 180.000 δραχμῶν διὰ τὴν κατασκευὴν ἀποθήκης ἐν Λέσβῳ πρὸς φύλαξιν ὑλικῶν καὶ ὁδοστρωτήρων τοῦ Δημοσίου». — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ν. Κουμάνταρος καὶ Ν. Καμπάνης ὑποβάλλουσι πρότασιν ψηφίσματος «περὶ μετατροπῆς τοῦ σκοποῦ τοῦ κληροδοτήματος ὑπὸ τοῦ Ἰωάννου Γρηγορίου». — Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Γ. Καφαντάρης ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς σχέδια νόμου: 1ον) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ φορολογίας γεωργικῶν τινων προϊόντων τῶν αἰγοπροβάτων καὶ χοίρων». 2ον) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 1640 περὶ φορολογίας τῶν καθαρῶν προσόδων καὶ ἑτέρων φορολογικῶν νόμων». 3ον) «Περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τῆς Νομοθεσίας περὶ ἐφάπαξ φορολογίας τῆς κινητῆς καὶ ἀκινήτου φορολογίας». 4 ν) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ φορολογίας τῶν κληρονομιῶν, δωρεῶν, προικῶν καὶ κερδῶν λαχείων». 5ον) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς ἀφορώσης τὸ στρεμματικὸν δικαίωμα Νομοθεσίας» καὶ 6ον) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ φορολογίας τῆς αὐτομάτου ὑπερτιμήσεως τῆς ἀκινήτου ἰδιοκτησίας».
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§3Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Καταθέτω, κύριοι, τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1927–1928 μετά τινων ἐκ τῶν συναφῶν πρὸς αὐτὸν νομοσχεδίων, περὶ τῶν ὁποίων θὰ ὁμιλήσω μετ’ ὀλίγον. Σφοδραὶ ἐξετοξεύθησαν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδίως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κατηγορίαι διὰ τὴν βραδύτητα τῆς καταθέσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, κατηγορίαι ἀπασχολήσασαι καὶ ἄλλοτε τὴν Βουλήν. Ἐλέχθη σὺν τοῖς ἄλλοις ὅτι ὡς ἐκ τῆς καθυστερήσεως ταύτης τὸ Κράτος ὑπέστη κολοσσιαίας ζημίας, καθόσον ἐξακολουθεῖ εἰσέτι κυβερνώμενον διὰ τῶν σπατάλων τῆς δικτατορίας προϋπολογισμῶν. Εἶμαι εἰς θέσιν εὐτυχῶς νὰ παράσχω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν καθησυχαστικὴν διαβεβαίωσιν ὅτι αἱ ζημίαι αὐταὶ εἶναι κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον φαντασιώδεις, ἡ δὲ περὶ αὐτῶν ἀντίληψις προέρχεται προδήλως ἐκ τῆς ἐσφαλμένης σκέψεως ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς κατατέμνεται κατ’ ἰσομερεῖς χρονικὰς ἀναλογίας καὶ ὅτι τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα, πρὸ παντὸς δὲ τὰ ἔξοδα πραγματοποιοῦνται ἀναλόγως τοῦ διαρρέοντος διαστήματος τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους. Ἡ διαχείρισις ὅμως τῶν δημοσίων ἐξόδων καὶ ἡ πραγματοποίησις αὐτῶν, ἐξαιρέσει τῶν συνήθων κανονικῶν δαπανῶν, ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς διοικήσεως, τὰ δὲ κονδύλια τὰ ἀμεσώτερον συνδεόμενα πρὸς τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, αἱ δαπάναι ἐ. ἔ. τῶν προμηθειῶν, τῶν ἔργων, τῶν χορηγήσεων, δὲν ἐκτελοῦνται ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ, ἀλλὰ συνολικῶς κατόπιν κυβερνητικῆς ἐγκρίσεως. Τοιουτοτρόπως αἱ ἐκ τῆς παρελεύσεως τοῦ χρόνου ζημίαι περιορίζονται μόνον εἰς ἐλαχίστας προσωπικὰς δαπάνας, ἀφορώσας τὰς καταργουμένας διὰ τῶν προτεινομένων οἰκονομιῶν θέσεις, αἱ τοιαῦται ὅμως δαπάναι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπερβαίνουν τὸ ποσὸν τῶν 5, 6 ἢ 10 ἑκατομμυρίων διὰ τὸν διαρρεύσαντα ἤδη χρόνον τῆς χρήσεως. Ἡ τεραστία λοιπὸν ζημία ἡ σκοπίμως ὀγκωθεῖσα μέχρις ἑκατοντάδων ὁλοκλήρων ἑκατομμυρίων, ἐν τοῖς πράγμασι δὲν ὑπερβαίνει τὰ 5, 6 ἢ 10 ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἐφόσον ἐννοεῖται τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως πρόκειται νὰ ψηφισθοῦν ἐγκαίρως, διότι ἄλλως κατ’ ἀνάγκην θὰ ἀποβῇ αὕτη πολὺ μεγαλυτέρα καὶ ἴσως ὄχι ἀνεπαίσθητος. Ἀλλ’ ἡ ζημία αὕτη θὰ βαρύνῃ οὐχὶ τὸν διαρρεύσαντα χρόνον καὶ δὲν θὰ ἀπορρέῃ ἐκ τῆς βραδείας τοῦ Προϋπολογισμοῦ καταρτίσεως. Ὑπάρχουν νομοσχέδια, τῶν ὁποίων ἐπιβάλλεται ἡ ἐπείγουσα ἐπιψήφισις, νομοσχέδια ἰδίως συντείνοντα εἰς τὴν ἔγκαιρον σημαντικῶν τινῶν ἐσόδων βεβαίωσιν, ὡς ἐκ τούτου δὲ εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ προτείνωμεν τὴν υἱοθέτησιν ὡς πρὸς τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν αὐτῶν διαδικασίας ἐξαιρετικῆς, ἄνευ τῆς ὁποίας τὸ Δημόσιον θὰ ἐστερεῖτο σπουδαίων καὶ ἀπαραιτήτων προσόδων. Δὲν νομίζω, κύριοι, ὅτι ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐπιμείνω περισσότερον εἰς ὅσα πρό τινος ἐξέθεσα, ὅσον ἀφορᾷ τὴν καθυστέρησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἰλικρινῶς ἄλλως τε ἀναγνωρίσας ὅτι ἡ βραδύτης ἀποτελεῖ ἀξιόμεμπτον κατάχρησιν καὶ ἀνωμαλίαν, τὴν ὁποίαν αἱ Κυβερνήσεις ὀφείλουν πάσῃ δυνάμει νὰ ἀποφεύγουν. Ἐξήγησα ἐν τούτοις ἐν πλάτει τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι κατέστησαν ἀπολύτως ἀνέφικτον τὴν κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ἔγκαιρον τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατάθεσιν, αἱ δὲ δοθεῖσαι ἐξηγήσεις κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν δωδεκατημορίων νομίζω ὅτι ὑπῆρξαν ἐπαρκεῖς. Ἔχω οὐχ ἧττον τὸ καθῆκον νὰ ἐπιληφθῶ καὶ τῆς παρούσης εὐκαιρίας ὅπως ἐξάρω τὸ γεγονός, τοῦ ὁποίου συστηματικῶς ἐπιζητεῖται ἡ ἐπισκίασις καὶ ἡ ὑποτίμησις, τὸ γεγονὸς ὅτι κατὰ τοὺς πέντε διαρρεύσαντας μῆνας ἀπὸ τῆς ἀναλήψεως τῆς Ἀρχῆς δὲν παρέμεινε, πολλοῦ γε καὶ δεῖ, ἄπρακτος ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ πεδίου, οὐδὲ ἠρκέσθη εἰς τὴν ἁπλῆν τῆς καταστάσεως μελέτην καὶ παρακολούθησιν. Ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ ἀποτελέσματα πολλὰ καὶ ὑψίστης κατὰ τὴν γνώμην μου σημασίας καὶ ἐπιδράσεως ἐπὶ τῆς περαιτέρω οἰκονομικῆς τῆς Ἑλλάδος ἐξελίξεως. Ἀπηρίθμησα τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα ἄλλοτε, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δικαιοῦμαι νὰ ἐπαναλάβω τὴν μνείαν αὐτῶν καὶ σήμερον ὅπως μὴ ἀφίνηται ἡ δημοσία γνώμη ἀκαθοδήγητος καὶ παρασύρηται διὰ τῶν φωνασκιῶν πρὸς ἀδίκους κρίσεις καὶ ἀντιλήψεις. Ἔχω νὰ ὑπομνήσω ἐν πρώτοις ὅτι χάρις εἰς τὴν σταθερὰν τῆς Κυβερνήσεως θέλησιν ἐπετεύχθη ἡ ὁριστικὴ καταστολὴ τῆς κεκτημένης πρὸς τὴν διασπάθισιν τοῦ δημοσίου χρήματος ὁρμῆς καὶ ἡ μετὰ πολλὰ ἔτη ἀποκατάστασις τάξεως καὶ ἰσότητος εἰς τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων. Δύναμαι νὰ ἐπικαλεσθῶ ἐπίσης ὡς ἔργον τῆς Κυβερνήσεως ὅτι κατὰ τρόπον ὅσον οἷόν τε ἀνεπαίσθητον ηὔρυνε τὸν κύκλον τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους κατὰ 500 ἑκατομμύρια καὶ πλέον δραχμῶν διὰ τῶν εἰσαχθεισῶν παρ’ αὐτῆς δασμολογικῶν τροποποιήσεων. Κατώρθωσεν ὡσαύτως ἡ Κυβέρνησις δι’ ἀποτελεσματικῆς ἐπεμβάσεως νὰ ἀποτρέψῃ τὴν πληρωμὴν κατὰ τὸ τρέχον ἔτος 100 ὁλοκλήρων ἑκατομμυρίων δραχμῶν, τὰς ὁποίας θὰ ἔπρεπε νὰ καταβάλῃ τὸ Κράτος ἐπὶ πλέον τῶν ὀφειλομένων, λόγῳ τῆς κατὰ τὸ γνωστὸν τρόπον σφαλερᾶς μετατροπῆς τῶν πλεονασμάτων τοῦ Δημοσίου Χρέους. Ὄχι δὲ μόνον τὴν ζημίαν ταύτην ἀπέτρεψεν, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς τροπῆς τὴν ὁποίαν προσέδωκεν εἰς τὰς μετὰ τοῦ Ἐλέγχου διαφορὰς, ἀπεσόβησε καὶ ἐν τῷ μέλλοντι παραπλησίας καὶ ἥκιστα εὐκαταφρονήτους ζημίας. Οὐδὲ εἰς ταῦτα καὶ μόνον συνοψίζεται τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως. Ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ αὕτη ἐπὶ πλέον τὸν ὁριστικὸν διακανονισμὸν τῶν πολεμικῶν πρὸς τὴν Ἀγγλίαν χρεῶν καὶ τὴν ὑπογραφὴν τῶν σχετικῶν συμφωνιῶν, διὰ τῶν ὁποίων ἤρθησαν τυπικὰ καὶ οὐσιαστικὰ κωλύματα, τὰ μέχρι τοῦδε παρεμβαλλόμενα καὶ ματαιοῦντα τὴν σκέψιν οἱασδήποτε ἔξωθεν ἀρωγῆς. Δημιουργεῖται οὕτως ἤδη βάσις θετικὴ εὐρυτέρων ἐπιδιώξεων χάριν τῆς περαιτέρω οἰκονομικῆς τοῦ Τόπου ἀναπτύξεως. Δὲν κατηναλώθη λοιπόν, κύριοι, εἰς μάτην ὁ διαρρεύσας χρόνος. Ἀνεκόπη κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ἡ θανάσιμος αἱμορραγία τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου καὶ ἤρχισαν νὰ διαμορφοῦνται ροπαὶ φειδοῦς καὶ περισυλλογῆς εἰς τὴν διοίκησιν, διευθετήθησαν δὲ ὁριστικῶς οὐσιώδη ζητήματα, τῶν ὁποίων ἡ ἐκκρεμότης πολλὰς μέχρι τοῦδε ἐστοίχισε ζημίας εἴς τε τὸ Κράτος καὶ τὴν Κοινωνίαν. Διηνύσαμεν δηλαδὴ ὑπὸ τοὺς αἰσιωτέρους οἰωνοὺς καὶ ἄνευ οὐδενὸς μελανοῦ σημείου τὸ πρῶτον στάδιον τῆς οἰκονομικῆς ἀνορθώσεως, πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ὁποίας πολλὰ βεβαίως ὑπολείπονται ἀκόμη νὰ πράξωμεν. Ὅταν ἀνέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸ ἀνέλαβον ὡς γνωστὸν ἐξ ἰδίας προαιρέσεως, διετέλουν ἐν γνώσει τῶν δυσχερειῶν τὰς ὁποίας ἐπρόκειτο νὰ συναντήσω καὶ τῆς ἀντιδημοτικότητος τὴν ὁποίαν ἔμελλον νὰ συγκομίσω ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς πολιτικῆς ἀποκλειούσης πᾶν ἀπατηλὸν μέσον καὶ στηριζομένης πρωτίστως ἐπὶ τῶν θυσιῶν. Πολλοὶ ἐκ τῶν φίλων μου ἔσπευσαν νὰ μοὶ ὑποδείξουν εἰς ποίους κομματικοὺς κινδύνους ἐξετιθέμην, προβλέποντες τὴν ἐκμετάλλευσιν εἰς τὴν ὁποίαν ἔμελλε νὰ δώσῃ λαβὴν ἡ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν παρουσία μου. Δὲν ἐνέδωκα εἰς τὰς φιλικὰς ταύτας εἰσηγήσεις. Αἱ ἐκμεταλλεύσεις μὲ ἄφινον αὐταὶ καθ’ ἑαυτὰς τελείως ἀδιάφορον, μὲ ἀπησχόλουν δὲ μόνον ἐπὶ στιγμὴν ὅπως ἐκτιμήσω κατὰ πόσον θὰ ἠδύναντο νὰ φθάσουν μέχρι ματαιώσεως τῆς ἐπιδιωκομένης ἐξυγιάνσεως. Ὑπῆρξα καὶ ἐν τούτῳ ἀπολύτως αἰσιόδοξος, ὄχι διότι δὲν ἀντελαμβανόμην πόσον δύσκολον ἦτο τὸ ἀναληφθὲν ἔργον, ἀλλὰ διότι ἐσχημάτισα τὴν πεποίθησιν ὅτι σκληρὰ παθήματα ἐδίδαξαν τὸν Λαὸν ὅτι ὁσάκις ἡ δημοκοπία κατίσχυσεν, ἐπηκολούθησαν πάντοτε καταστροφαὶ ὅμοιαι ἐκείνων, τὰς ὁποίας ζητοῦμεν σήμερον νὰ ἐπανορθώσωμεν. Δὲν θὰ ἐπανορθώσωμεν δὲ βεβαίως τὰς καταστροφὰς συνεχίζοντες τὰς μεθόδους τῆς οἰκονομικῆς καὶ πολιτικῆς ἀγυρτείας, θὰ τὰς ἐπανορθώσωμεν ἂν θαρροῦντες ἀντιμετωπίσωμεν τὴν πραγματικότητα καὶ τὰς ἀνάγκας αὐτῆς, ἂν θελήσωμεν νὰ ἀναγνωρίσωμεν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι τὴν ἀλήθειαν καὶ νὰ ἀποκαλύψωμεν τὴν ἀλήθειαν ταύτην πρὸς πάντας καὶ ἂν ὑποβληθῶμεν ἀγογγύστως εἰς ὅλας τὰς ἐφημέρους θυσίας, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλει ἡ πρόνοια περὶ τῆς σταθερᾶς τοῦ Ἔθνους εὐημερίας. Ὑπὸ τὸ πνεῦμα τοῦτο, κύριοι βουλευταί, ἐπελήφθη ἡ Κυβέρνησις τοῦ οἰκονομικοῦ της ἔργου καὶ προέβη εἰς τὴν κατάρτισιν τῶν μέτρων της καὶ τὴν σύνταξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν. Ἀποβλέποντες ὄχι μόνον εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς παρούσης χρήσεως, ἀλλ’ εἰς ῥιζικὴν οἰκονομικὴν ὀρθοπόδησιν, ἐφροντίσαμεν κατὰ πρῶτον νὰ ἐξακριβώσωμεν ποῖον τὸ παθητικόν, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐγκατέλειψε τὸ παρελθόν, ὅπως σὺν τῇ ἰσοσκελίσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιληφθῶμεν καὶ τῆς ἀναγκαίας ἐκκαθαρίσεως τῶν ἐκκρεμῶν τοῦ Κράτους ὑποχρεώσεων. Τὸ παθητικόν, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐκληροδότησε τὸ παρελθόν, ἀποτελεῖται ἐκ δύο στοιχείων, ἐκ τῶν ἐλλειμμάτων τῶν Προϋπολογισμῶν καὶ ἐκ τῶν κυμαινομένων ὀφειλῶν, αἱ ὁποῖαι χρήζουν ταχείας καὶ εἰ δυνατὸν ἀμέσου τακτοποιήσεως. Ἂς ἴδωμεν κατὰ πρῶτον εἰς τί ποσὰ ἀνέρχονται τὰ ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα ἐγκατέλειψαν αἱ μέχρι τοῦδε χρήσεις καὶ κατόπιν ποῖος εἶναι ὁ ἀριθμὸς εἰς τὸν ὁποῖον συμποσοῦται τὸ κυμαινόμενον χρέος τὸ χρῇζον ἐξοφλήσεως ἢ παγιώσεως. Τὰ στοιχεῖα, κύριοι, τὰ ὁποῖα ἐχρησιμοποίησαν πρὸς κατάρτισιν τοῦ πίνακος, τὸν ὁποῖον θὰ θέσω ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν, ὅσον ἀφορᾶ τὰ ἐλλείμματα ἐλήφθησαν μέχρι μὲν τῆς χρήσεως 1924–1925 περιλαμβανομένης ἐκ τοῦ προσωρινοῦ ἰσολογισμοῦ τῆς 31ης Μαρτίου 1926 τῶν ὁριστικῶν ἰσολογισμῶν μὴ ἐξικνουμένων πέραν τῆς 31ης Μαρτίου 1921, ὡς πρὸς δὲ τὴν χρῆσιν 1925–1926 ἐκ τῆς προσωρινῆς τοῦ ἔτους τούτου καταστάσεως. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν στοιχείων τούτων ἔχομεν τὰ ἑξῆς ἀποτελέσματα. Αἱ χρήσεις ἀπὸ τοῦ 1913 μέχρι καὶ τῆς χρήσεως 1916 ἔκλεισαν μὲ περίσσευμα 259,026,206, αἱ χρήσεις 1917 μέχρι τῆς χρήσεως 1920–1921 περιλαμβανομένης παρουσιάζουν ἔλλειμμα 308,832.796. Τὰ ἔτη 1921–1922 καὶ 1922–1923 περίσσευμα 1,139,746,000. Τὸ ἔτος 1923–1924 ἔλλειμμα 958,487,963. Τὸ ἔτος 1924–1925 περίσσευμα 139,160,229. Κατὰ τὴν χρῆσιν 1925–1926 ἔχομεν εἰσπράξεις 8,050,089,392 καὶ ἐνταλθέντα ἔξοδα 6,839,100,971, ἤτοι περίσσευμα 1,210,988,421. Αἱ μέχρι λοιπὸν τοῦ ἔτους 1925–1926 περιλαμβανομένου χρήσεις ἐμφανίζουν περίσσευμα 1,541,600,644. Τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα ἐκπροσωποῦν τὰ δεδομένα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται κατὰ τὴν λῆξιν ἑκάστης χρήσεως, τὰς κατὰ τὴν διάρκειαν τ. ἔ. αὐτῆς εἰσπράξεις καὶ πληρωμάς. Παρὰ ταῦτα ὅμως ὑφίσταται ὁ εἰδικὸς λογαριασμὸς τῶν λεγομένων ἐνεργητικῶν καὶ παθητικῶν ὑπολοίπων, τῶν ἐσόδων δηλαδὴ ἀφ’ ἑνός, τὰ ὁποῖα βεβαιούμενα δὲν εἰσπράττονται ἐντὸς τῆς χρήσεως ἢ τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ἀναληφθέντα κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς χρήσεως ἀνατρέπονται μετ’ αὐτήν. Ὁ λογαριασμὸς οὗτος διατελεῖ ὑπὸ διαρκῆ οὕτως εἰπεῖν ἀναθεώρησιν μέχρι τῆς ὁριστικῆς τῶν κονδυλίων διαγραφῆς, ἔχει δὲ ἤδη συμπληρωθῆ ἡ πρώτη ἀναθεώρησις τῶν ἐξόδων ὅλων τῶν Ὑπουργείων, ἐξαιρέσει τῶν Ὑπουργείων Στρατιωτικῶν, Ἐξωτερικῶν, Δικαιοσύνης καὶ Παιδείας, τῶν μέχρι καὶ τοῦ ἔτους 1924–1925 χρήσεων, βεβαιωθέντων ἐνεργητικῶν ὑπολοίπων ἐκ δραχμῶν 1,090,000,000, ἔναντι τῶν ὁποίων εἰσεπράχθησαν ἀπὸ τῆς 1ης Ἀπριλίου 1919 μέχρι τῆς 31ης Μαρτίου 1926 κατὰ τὸν προσωρινὸν ἰσολογισμὸν τῆς 31ης Μαρτίου 1926 δραχ. 203,683,526 καὶ ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου 1926 μέχρι τῆς 31ης Μαρτίου 1927 κατὰ τὰς προσωρινὰς καταστάσεις δραχ. 86,532,739, ἤτοι ἐν ὅλῳ δραχ. 290,216,265 ἀνερχόμεναι μετὰ τῶν θεωρουμένων ὡς ἀσφαλῶς εἰσπραττομένων δραχ. 100,000,000 εἰς δραχ. 390,216,265. Ἀφ’ ἑτέρου ἐκ τῶν παθητικῶν ὑπολοίπων ἐβεβαιώθησαν ἐκ τῶν χρήσεων 1918 μέχρι καὶ τῆς χρήσεως 1925–1926 δραχ. 3,272,109,000, ἀνετράπησαν δὲ δραχ. 276,072,000, αἵτινες μετὰ τῶν προβλεπομένων ἀνατροπῶν ἐκ τῶν Ὑπουργείων, τῶν ὁποίων δὲν ἐγένετο μέχρι σήμερον ἡ ἀναθεώρησις, ἐκ δραχ. 60,000,000 καὶ τῶν παθητικῶν ὑπολοίπων τῆς χρήσεως 1925–1926 ὅλων τῶν Ὑπουργείων ἐκ δραχ. 150,000,000 ἀναβιβάζουν τὸ ἐξ ἀνατροπῶν ποσὸν εἰς δραχ. 486,072,000, ἀπομένοντος οὕτω καθαροῦ παθητικοῦ ὑπολοίπου ἐκ δραχ. 2,786,000,000. Ἀπέναντι τούτων ἐπληρώθησαν ἀπὸ τῆς 1ης Ἀπριλίου 1919 μέχρι 31ης Μαρτίου 1927, κατὰ τὰς προσωρινὰς καταστάσεις δραχμαὶ 1,440,748,503, ἀπὸ δὲ τῆς 1ης Ἀπριλίου 1926 μέχρι 31ης Μαρτίου 1927, κατὰ τὰς προσωρινὰς καταστάσεις δραχμαὶ 748,842,452, ἐν ὅλῳ δραχ. 2,189,590,000, θεωροῦνται δὲ ὡς ἀσφαλῶς πληρωθησόμεναι δραχ. 626,445,881. Ἔχομεν οὕτω κατὰ τὰς καταστάσεις ἐκ τῶν παθητικῶν ὑπολοίπων ποσὸν δραχμὰς 2,786,036,000, ἐξ οὗ ἀφαιρουμένων δραχμῶν 310,216,265 ἐνεργητικοῦ ὑπολοίπου προκύπτει ἔλλειμμα ἐκ τοῦ λογαριασμοῦ τῶν ἐνεργητικῶν καὶ παθητικῶν ὑπολοίπων δραχ. 2,395,820,570. Αἱ παρελθοῦσαι ἑπομένως χρήσεις μέχρι καὶ τῆς χρήσεως 1925–1926 συμπεριλαμβανομένης καταλήγουν εἰς τὰ ἑξῆς οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα: Ἀποτελέσματα κατὰ τὴν λῆξιν ἑκάστης τῶν χρήσεων πλεόνασμα δραχμῶν 1,541,600,644, ἀποτέλεσμα τοῦ λογαριασμοῦ ὑπολοίπων ἔλλειμμα δραχ. 2,395,820,570, ἐξ οὗ ἐμφαίνεται ὁλικὸν ἔλλειμμα δραχ. 854,219,926. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὴν χρῆσιν 1926–1927. Κατὰ τὴν χρῆσιν ταύτην εἰσεπράχθησαν μέχρι τῆς 30ῆς Μαρτίου 1927 δρ. 7,895,699,705, ὑπολογίζεται δὲ ὅτι θὰ εἰσπραχθῶσι μέχρι τῆς 31ης Ἰουλίου 1927 ἀπὸ τακτικὰ ἔσοδα δρ. 200,000,000 καὶ ἐκ λογιστικῶν ἐσόδων δραχ. 1,369,523,650, οὕτως ὥστε τὰ ἔσοδα ἐν συνόλῳ θέλουν ἀνέλθει εἰς δραχ. 9,465,220,445. Ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα ἀφ’ ἑτέρου παρατηροῦμεν ὅτι ἀνελήφθησαν ὑποχρεώσεις μέχρι τῆς 31 Μαρτίου 1927 δρ. 8,637,000,000. θὰ ἀναληφθοῦν δὲ μέχρι τέλους τῆς χρήσεως δρ. 160,000,000, ἐχορηγήθησαν καὶ θὰ χορηγηθοῦν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις δραχ. 120,000,000 καὶ τοιουτοτρόπως, σὺν τῇ εἰσαγωγῇ τοῦ τρίτου ἀναγκαστικοῦ δανείου διὰ τὴν ἀπόσυρσιν γραμματίου Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἐκ δραχ. 635,000,000, ἔχομεν ἐν ὅλῳ ἔξοδα δραχ. 9,552,000,000, ἐξ ὧν ἐκπιπτομένων δραχ. 90,000,000 διὰ προβλεπομένας ἀνατροπάς, ὑπολείπονται καθαρὰ ἔξοδα δραχ. 9,462,000,000, ἔναντι ἐσόδων 9,466,000,000. Ἡ χρῆσις ὅθεν 1926–1927 παρουσιάζει περίσσευμα δραχ. 3,223,000. (Φωναί: Εὖγε, εὖγε). Τὸ γενικὸν ἀποτέλεσμα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἄνω δεδομένων ἔχει ὡς ἑξῆς: Μέχρι καὶ τῆς χρήσεως 1925–1926 συμπεριλαμβανομένης ἔλλειμμα 854,219,000, χρῆσις 1926–1927 περίσσευμα 3,223,000, συνολικὸν ἔλλειμμα τῶν μέχρι καὶ τοῦ ἔτους 1926–1927 χρήσεων 850,996,000 μειούμενον μετ’ ἀφαίρεσιν τοῦ ὀφειλομένου ἐκ μακροπροθέσμων γραμματίων, τῶν ὁποίων ἡ λῆξις ἀρχίζει ἀπὸ τῆς χρήσεως 1928–1929 καὶ φθάνει μέχρι τοῦ 1935–1936, εἰς δραχμὰς 754,816,000. Αὐτὸ εἶναι, κύριοι, τὸ ἔλλειμμα ὅλων τῶν μέχρι τοῦδε διαρρευσασῶν χρήσεων, περιλαμβανομένης καὶ τῆς τελευταίας. Οἱ ἀριθμοί, μέσῳ τῶν ὁποίων ἀπελήξαμεν εἰς τὸ ἐν λόγῳ συμπέρασμα, δὲν φαίνονται ὅσον πρέπει σαφεῖς καὶ δίδουν ἀφορμὴν εἰς παντοίας παρεξηγήσεις, παρουσιάζοντες χρήσεις, περὶ ὧν κοινῶς ὑπετίθετο ὅτι ἔκλεισαν δι’ ἐλλειμμάτων, κατόχους περισσευμάτων, ἔστω καὶ μικρῶν, ὅπως λ. χ. ἡ χρῆσις 1926– 1927 καὶ ἄλλας ἀπολαυούσας ἀγαθωτέρας φήμης ἥκιστα ἀνταποκρινομένας πρὸς τὴν κοινὴν ὑπόληψιν. Τὸ πρᾶγμα εἶναι εὐεξήγητον καὶ ἀπορρέει ἐκ τῆς παρεμβολῆς τῶν λεγομένων λογιστικῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα ἀφίνουν μὲν τὸ βάθος τῶν πραγμάτων ἀμετάβλητον, δημιουργοῦν ὅμως ψευδῆ καὶ ἀπατηλὴν ἐπίφασιν. Ἔκρινα σκόπιμον νὰ θέσω ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς τὴν εἰκόνα τῶν λογαριασμῶν τούτων, ὡς ἐμφανίζονται εἰς τὰ λογιστικὰ τοῦ Κράτους βιβλία, μόνον ὅπως μὴ εὑρεθοῦν πρὸ ἀποριῶν οἱ τυχὸν προτιθέμενοι νὰ προσφύγουν πρὸς ἔλεγχον εἰς τὰς λογιστικὰς πηγάς. Τούτου ὅμως γενομένου δὲν θὰ παραλείψω νὰ παρουσιάσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀληθεστέραν τὴν εἰκόνα τῶν μέχρι τοῦδε διαχειρίσεων, νὰ ἀπαλλάξω δηλαδὴ αὐτὴν ἐκ τῶν λογιστικῶν μυστηρίων ἐντὸς τῶν ὁποίων θολοῦται ἡ ἀκριβὴς παράστασις τῶν λογαριασμῶν καὶ καταπνίγεται πολλάκις ὁ δημόσιος ἔλεγχος. Ὑπὸ τὴν μορφὴν ταύτην τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα μέχρι καὶ τῆς χρήσεως 1924–1925 συμπεριλαμβανομένης εἶναι κατὰ μὲν τὴν λῆξιν ἑκάστης χρήσεως περίσσευμα 330,612,223, ἐκ δὲ τοῦ λογαριασμοῦ τῶν ἐνεργητικῶν καὶ παθητικῶν ὑπολοίπων ἔλλειμμα δραχ. 1,236,059,526, ἤτοι ἐν ὅλῳ ἐπὶ ἔλαττον δραχ. 905,447,303. Κατὰ τὴν χρῆσιν 1925–1926 ἔχομεν εἰσπράξεις δραχ. 8,050,089,392, ἐξ ἐνεργητικῶν δὲ ὑπολοίπων δραχ. 64,769,221, ἐν ὅλῳ δραχ. 8,114,798,613, ἐκπιπτομένων ὅμως τῶν λογιστικῶν εἰσαγωγῶν ἐκ γραμματίων τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ τοῦ δευτέρου ἀναγκαστικοῦ δανείου ἐκ δραχμῶν 1,969,907,000 ἔχομεν καθαρὸν ὑπόλοιπον ἐσόδων δραχ. 6,145,790,816, ἔναντι τῶν ὁποίων τὰ ἔξοδα, περιλαμβανομένων τῶν ἐνταλθέντων ἐκ δραχ. 6,839,100,971 καὶ τῶν παθητικῶν ὑπολοίπων ἐκ δραχ. 698,024,384, ἀνέρχονται εἰς δραχ. 7,537,125,355, προκύπτοντος οὕτως ἀντὶ τοῦ λογιστικοῦ περισσεύματος, ὅπερ σᾶς ἀνεκοίνωσα πρότερον, πραγματικοῦ ἐλλείμματος δραχ. 1,391,334,538. Ἡ χρῆσις 1926–1927 ἡ παρουσιάζουσα καὶ αὕτη κατὰ τὸν προηγούμενον λογαριασμὸν περίσσευμα δραχ. 3,223,000,000, ἔχει πράγματι ὡς ἑξῆς: Εἰσπράξεις μέχρι τῆς 31ης Μαρτίου 1927 δρ. 7,895,699,795, εἰσπραχθησόμενα δὲ κατὰ τὴν δευτέραν περίοδον δραχμαὶ 1,570,910,000, ἐν ὅλῳ δραχ. 9,466,610,745 καὶ μετ’ ἔκπτωσιν τῶν λογιστικῶν ἐγγραφῶν ἐκ δραχ. 1,812,410,000 ἔσοδα δραχ. 7,654,199,795, ὁμοῦ μετὰ τοῦ προϊόντος τοῦ Σουηδικοῦ δανείου ἐκ δραχ. 391,000,000, τοῦ ὁποίου ἀφαιρουμένου παραμένει καθαρὸν σύνολον ἐσόδων δρ. 7,263,199,795. Τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως 1926–1927 ὑπολογίζονται οὕτω: 1ον) Ἀναληφθεῖσαι ὑποχρεώσεις μέχρι 31ης Μαρτίου 1927 δραχ. 8,637,000,000, ἀναληφθησόμεναι μέχρι τέλους τῆς χρήσεως δραχ. 995,693,650, ἐν ὅλῳ 9,552,693,650. Ὑπολογιζομένων τῶν ἀναμφισβητήτων ἀνατροπῶν εἰς δραχ. 90,000,000, ἀπομένει ποσὸν δραχ. 9,462,639,650 καὶ μετ’ ἀφαίρεσιν τοῦ προϊόντος τοῦ τρίτου ἀναγκαστικοῦ δανείου ἐκ δραχ. 635,693,650. σύνολον καθαρῶν δαπανῶν δραχ. 8,827,000,000, ἔναντι ἐσόδων δραχ. 7,654,199,795 μετὰ τοῦ Σουηδικοῦ δανείου, ἤτοι ἔχομεν ἔλλειμμα 1,172,000,000, προστιθεμένου δὲ καὶ τοῦ καλυφθέντος ποσοῦ διὰ τοῦ Σουηδικοῦ δανείου, πραγματικὸν ἔλλειμμα 1,563,800,000. Τὸ σύνολον ἀπολήγει πάντοτε εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα, ἤτοι ἔλλειμμα τῶν μέχρι τοῦδε χρήσεων περιλαμβανομένης καὶ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1926–1927 ἐξ 754,000,000, καλυφθέντος τοῦ ὑπολοίπου ποσοῦ τῶν δραχ. 3,241,905,097 ἐκ τοῦ προϊόντος τῶν γραμματίων Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἀνερχομένου εἰς 2,041,905,097 καὶ τοῦ δευτέρου ἀναγκαστικοῦ δανείου ἐκ δραχ. 1,200,000,000. Δὲν εἶναι φρονῶ ἄσκοπον πρὶν εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν ἑτέρων κεφαλαίων νὰ ἀσχοληθῶ εἰδικώτερον, μετὰ πάσης δυνατῆς συντομίας, μὲ τὰς περισσότερον πρὸς τὰς παρούσας συνεχομένας δύο χρήσεις τῶν ἐτῶν 1925–1926 καὶ 1926–1927, τῶν ὁποίων ἡ διαχείρισις ἀμεσωτέραν ἀσκεῖ ἐπίδρασιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ τρέχοντος ἔτους. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1925–1926 καταρτισθεὰς ὡς γνωστὸν καὶ ὑποβληθεὶς εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως Μιχαλακοπούλου καὶ κυρωθεὶς μετὰ τὴν ἀνατροπὴν ἄνευ μεταβολῆς ὑπὸ τῆς δικτατορίας, περιελάμβανε τακτικὰ ἔσοδα δραχ. 6,476,440,118, ἔκτακτα δὲ δραχ. 543,960,750, ἐν ὅλῳ ἔσοδα δραχ. 7,020,400,000 καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἔξοδα τακτικὰ δραχ. 861,656,944, ἔκτακτα δὲ 865,036,666, ἐν ὅλῳ δραχ. 7,020,400,000. Πῶς ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος ὁ ὑπὸ τῆς δικτατορίας κυρωθεὶς καὶ ἐφαρμοσθεὶς ἀπέληξε, τὸ εἴδομεν ἤδη. Ἀντὶ τῆς προβλεφθείσης μαθηματικῆς ἰσοσκελίσεως, τὸ ἔλλειμμα ἀνῆλθεν εἰς δραχμὰς 1,391,334,539, εἰσπραχθεισῶν ἐξ ἐσόδων δραχμῶν 6,145,790,816 καὶ καταβληθεισῶν δι’ ἔξοδα δραχμῶν 7,537,125,355. Δὲν εἶναι ποσῶς δυσεξήγητος ἡ οἰκτρὰ αὐτὴ διάψευσις τῶν ἀρχικῶν προβλέψεων καὶ ἡ ἐμφάνισις ἀντὶ ἰσοζυγίου τεραστίου ἐλλείμματος, ἂν ἀναλογισθῶμεν ὅτι ἅμα τῇ καταρτίσει καὶ ὑποβολῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀνετράπη ἡ ἔννομος τάξις τῆς Χώρας καὶ ὡδηγήθη αὕτη ὑπὸ τὸ ἀξιοθρήνητον καθεστὼς τὸ γνωστὸν ὑπὸ τὸ ὄνομα τῆς δικτατορίας, εἰς μυρίους ἐκτραχηλισμούς. Εἶναι δύσκολον νὰ εἴπῃ τις μετ’ ἀκριβείας ποῖον, ὁμαλῶς ἐξελισσομένων τῶν πραγμάτων, θὰ ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα τῆς χρήσεως τοῦ 1925–1926. Δέον νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι τινὰ ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ ἀρχικοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶχον ὑπολογισθῆ μεθ’ ὑπερμέτρου αἰσιοδοξίας, ἐπίσης δὲ ὅτι καὶ ἔξοδά τινα τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐξετιμήθησαν μετὰ πολλῆς στενότητος. Εἰς τὰ ἔσοδα λ. χ. ἀνεγράφοντο εἰσπράξεις ἐκ παρελθόντων ἐτῶν δραχ. 400,000,000, εἰσεπράχθησαν δὲ 348,635,000, μεταξὺ ὅμως τῶν ὁποίων περιλαμβάνονται δραχ. 140,000,000 ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν τῆς χρήσεως 1924–1925, αἵτινες ὤφειλον νὰ καταλογισθοῦν εἰς τὴν χρῆσιν 1924–1925, εἰς ἣν καὶ ἀνῆκον. Ὡσαύτως ἐκ δασμοῦ εἰσαγωγῆς ὑπελογίσθη ποσὸν δραχ. 1,550,000,000, ἔναντι τοῦ ὁποίου εἰσεπράχθησαν μόνον δραχ. 1,156,615,000, παρὰ τὴν ἐπακολουθήσασαν αὔξησιν τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς ἀπὸ δραχ. 10 εἰς δραχ. 12 καὶ κατόπιν εἰς 14, αὔξησιν εἰς ἣν ἀναμφισβητήτως ἀπέβλεπεν ἡ ὑποβαλοῦσα τὸν Προϋπολογισμὸν Κυβέρνησις, ματαιουμένης τυχὸν τῆς ἐγκαίρου ἐφαρμογῆς τοῦ νέου δασμολογίου. Ἐκ στρεμματικοῦ φόρου προεβλέφθη ἔσοδον δραχ. 100,000,000, εἰσεπράχθησαν ὅμως μόνον δραχ. 14,786,000. Ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα παρατηρεῖται ἐπίσης ἐν τισιν ὁμοία περίπου ἐκτίμησις καὶ φέρω ἐν παραδείγματι ὅτι ἐκ τῶν κεκλεισμένων χρήσεων ὑπελογίσθη ἐπὶ ἔλαττον ποσὸν ἐκ δραχμῶν 219,000,000. Μεθ’ ὅλα ταῦτα ὅμως δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀπολύτως πιθανὸν ὅτι ἡ χρῆσις ἄνευ τοῦ πραξικοπήματος τῆς 25ης Ἰουνίου θὰ ἀπέληγεν εἰς ἔλλειμμα 200,000,000, μικρὸν ὅλως καὶ ἀσήμαντον ἐν σχέσει πρὸς τὸ προκῦψαν. Ἂν μάλιστα ὑπὸ τῆς τότε Κυβερνήσεως ἐλαμβάνετο ἡ φροντὶς τῆς ἐπαυξήσεως τῶν ἐσόδων διὰ τῆς δημιουργίας νέων φόρων, οἱ ὁποῖοι ἐπεβλήθησαν, ἀλλὰ πρὸς διασπάθισιν μόνον ὑπὸ τῆς δικτατορίας, τὸ ἔλλειμμα τοῦτο θὰ ἠδύνατο νὰ καλυφθῇ ὁλοσχερῶς. Εἶναι προφανὲς ὅτι αἱ ἀποδόσεις τῶν ἐσόδων θὰ ἔβαινον, παγιουμένης τῆς ὁμαλότητος, κατὰ κλίμακα ἀνιοῦσαν, παρακολουθοῦσαν τὴν οἰκονομικὴν ἀνάρρωσιν καὶ ἐκ τῶν ἀναγεγραμμένων πιστώσεων πλεῖσται θὰ παρέμενον ἀδιάθετοι. Ὁπωσδήποτε ὁ Προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος ἐσημείωσεν οὐσιώδη πρόοδον, πρῶτος ἀναγράψας ποσὸν δραχ. 750,000,000 πρὸς βαθμιαίαν τοῦ κυμαινομένου χρέους ἀπόσβεσιν, πρόδρομον τῆς ριζικῆς τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν ἐξυγιάνσεως. Ἀπὸ τοῦ πραξικοπήματος ὅμως τοῦ Ἰουνίου 1925 τὰ πράγματα ἄρδην μετεβλήθησαν. Αἱ πιστώσεις ἀπὸ δραχ. 7,020,000,000 τοῦ ἀρχικοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀνεβιβάσθησαν εἰς δραχ. 9,058,921,633, χορηγηθεισῶν ἐπὶ πλέον ἀναπληρωματικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων δραχ. 2,038,000,000, αἵτινες περιττὸν εἶναι νὰ ἐπεξηγήσω εἰς τί κατηναλώθησαν. Μέρος αὐτῶν ἀπερροφήθη ὑπὸ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς, καθόσον, συνεπείᾳ τῆς ἐκπιπτούσης ὁσημέραι πίστεως τοῦ Κράτους, ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος ἠκολούθησεν ὅλως ἀντίθετον διεύθυνσιν, ὑψωθεῖσα ἀπὸ δραχ. 288 τὴν λίραν, ὡς εἶχε κατ’ Ἰούνιον τοῦ 1925, εἰς δραχ. 372, ἐνῷ ἀντιστρόφως τὸ κρατικὸν ἀπόθεμα κατήρχετο ἀπὸ δραχ. 3,425,000,000 εἰς Ἀγγλικὰς λίρας τοῦ Ἰουνίου 1925 εἰς δραχ. 1,202,000,000 κατὰ Μάρτιον 1926. Πλὴν τῆς νομισματικῆς ζημίας τὰ λοιπὰ ἐπὶ πλέον ἔξοδα διετέθησαν κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον εἰς προσωπικὰς χορηγίας χάριν τῆς προσωπικῆς ἀσφαλείας τοῦ δικτάτορος καὶ τῶν περὶ αὐτὸν καὶ εἰς παντοίας ἄλλας ἰδιοτελεῖς παροχάς, ἐκ πάντων δὲ τούτων ἐγεννήθη τὸ ἔλλειμμα τῶν δραχ. 1,400,000,000 περίπου. Πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν ἀφρόνως καὶ ἐνόχως πολλαπλασιαζομένων δαπανῶν, ἐπεβλήθησαν νέαι φορολογίαι, ἡ φορολογία τοῦ χαρτοσήμου, τῆς κινίνης, τῶν πυρείων, τῆς καταναλώσεως καπνοῦ, τρὶς αὕτη αὐξηθεῖσα ἐντὸς ἐννέα μηνῶν, τῆς αὐξήσεως τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς, οὐδὲ τὰ πρόσθετα ὅμως ταῦτα βάρη ἐχρησίμευσαν, ἡ δὲ Χώρα δὲν ἔπαυσεν ἐξωθουμένη πρὸς τὸ οἰκονομικὸν βάραθρον. Ἔρχομαι ἤδη, κύριοι, εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1926–1927, καταρτισθέντα ὑπὸ τῆς δικτατορίας καὶ κυρωθέντα διὰ Νομοθετικοῦ αὐτῆς Διατάγματος, ἐφαρμοσθέντα δὲ ὑπὸ τριῶν ἀλληλοδιαδόχως Κυβερνήσεων, τῆς Κυβερνήσεως τῆς δικτατορίας μέχρι τῆς 20ῆς Αὐγούστου 1926, τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη, ἀπὸ τῆς 20ῆς Αὐγούστου μέχρι τῆς 4ης Δεκεμβρίου 1926 καὶ ἔκτοτε ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Προϋπελογίζοντο ἐν αὐτῷ ἔσοδα τακτικὰ δρ. 8,522,199,618, ἔκτακτα δρ. 299,000,000, ἐν ὅλῳ ἔσοδα δρ. 8,821,619,843, ἔναντι ἐξόδων τακτικῶν δραχ. 6,340,736,665, ἐκτάκτων δὲ δραχ. 2,480,883,067, ἐν ὅλῳ δραχ. 8,821,619,843. Κατὰ μίμησιν τοῦ προηγουμένου καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος παρουσίασε πλῆρες μέχρι λεπτοῦ ἰσοζύγιον, ἔδωκε δὲ τοῦτο ἀφορμὴν εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὅπως γηθοσύνης χαιρετίσῃ τὸ ἰσοζύγιον τοῦτο ὡς προάγγελον κολοσσιαίων περισσευμάτων, τὰ ὁποῖα ἔμελλον νὰ δημιουργήσουν ἀπόλυτον οἰκονομικὴν ἀνθηρότητα καὶ εὐεξίαν, ἀνεξαρτήτως τῶν ἐπικειμένων, ὡς ἔλεγεν, ἔξωθεν ἐπικουριῶν. Ἦσαν δὲ ὡς γνωστὸν αἱ ὑπαινισσόμεναι ἔξωθεν ἐπικουρίαι αἱ Ἀμερικανικαὶ πιστώσεις, αἱ τοσοῦτον κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην παντοειδῶς ἀπασχολήσασαι τὴν χρηματαγοράν. Διὰ νὰ κρίνητε, κύριοι, μετὰ πόσης εὐθύτητος καὶ εὐσυνειδησίας κατεστρώθησαν αἱ ἐκτιμήσεως τοῦ ἐν λόγῳ Προϋπολογισμοῦ, ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἀναφέρω ὅτι δύο μῆνας μετὰ τὰς πανηγυρικὰς ταύτας καὶ ἐνθουσιώδεις δηλώσεις τοῦ κ. Τανταλίδου, τὸν Αὔγουστον δηλαδὴ τοῦ 1926, κρατούσης εἰσέτι καὶ τρομοκρατούσης τῆς δικτατορίας, συνῆλθε τὸ ὑπ’ αὐτῆς συγκροτηθὲν Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Οἰκονομιῶν καὶ ἀπεφάνθη—ἐπὶ δικτατορίας, ἐπαναλαμβάνω—ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους εἶχον προϋπολογισθῆ ἀνώτερα τῶν πραγματικῶν κατὰ δραχ. 1,100,000,000. Ὁμοία ἐπεκράτησεν ἀκρίβεια καὶ ἐν τῷ ὑπολογισμῷ τῶν ἐξόδων, ἀπόδειξις δὲ εἶναι αἱ χορηγηθεῖσαι ἀναπληρωματικαὶ καὶ ἔκτακτοι πιστώσεις, φθάσασαι τὸ ποσὸν τῶν δρ. 1,249,225,525. Διὰ νὰ μὴ προξενεῖται μάλιστα ἐντύπωσις δυσμενὴς ἐκ τῆς διηνεκοῦς ἐπαυξήσεως τῶν ἐξόδων, καθιέρωσεν ἡ δικτατορία καινοφανὲς διὰ τὰ καθ’ ἡμᾶς σύστημα, τὸ σύστημα τῆς μεταφορᾶς τῶν μὴ χρησιμοποιουμένων δι’ ὃν ὡρίσθησαν σκοπὸν πιστώσεων εἰς ἄλλα ἄρθρα καὶ κεφάλαια τοῦ Προϋπολογισμοῦ, πρὸς ἄλλας ἀνάγκας. Ἐκ τῆς προσθέτου ἐπιβαρύνσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων κατὰ δραχ. 1,249,000,000 ἦλθον εἰς ἐπαύξησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ μόνον δραχ. 270,000,000, αἱ δὲ λοιπαὶ πιστώσεις ἐξευρέθησαν διὰ τῆς μεταφορᾶς μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τοῦ ἀποθεματικοῦ, μεταφορᾶς μειούσης καὶ ἐξουθενούσης τελείως τὰς πιθανότητας τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων. Τὸ ἔλλειμμα τῆς χρήσεως 1926–1927, καθ’ ἃ εἶπον, θέλει ἀνέλθει περίπου εἰς δραχ. 1,563,000,000 καὶ θὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο, παρ’ ὅλην τὴν ἀθρόαν ἐπιβολὴν πάσης φύσεως φορολογιῶν, ἐννέα ἂν δὲν ἀπατῶμαι τὸν ἀριθμόν. Εἶναι δὲ αἱ ἐπιβληθεῖσαι φορολογίαι αἱ ἑξῆς: 1) τῶν αἰγοπροβάτων, 2) τοῦ οἰνοπνεύματος, 3) τῆς βύνης, 4) τοῦ ἅλατος, 5) τοῦ οἴνου, 6) τῶν ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν τελῶν, 7) τοῦ καπνοῦ, 8) τῆς δεκάτης, 9) τῶν δέκα προσθέτων ἑκατοστῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων. Ἡ ἐκ τῶν φόρων τούτων ἀπόδοσις ὑπελογίσθη, ὑποθέτω, εἰς σημαντικὸν ποσόν, ἀγνοῶ ἀκριβῶς ποῖον, οὐχ ἧττον ὅμως καὶ πάλιν παρὰ τὰς ὀδυνηρὰς φορολογικὰς ἐπιβαρύνσεις τὸ ἀποτέλεσμα δὲν ὑπῆρξε καλύτερον ἢ κατὰ τὸ προηγούμενον ἔτος, ἀπεκομίσαμεν δὲ καὶ ἐκ τῆς χρήσεως ταύτης ἔλλειμμα 1,500,000,000 καὶ πλέον δραχμῶν. Ὑποχρέωσις δικαιοσύνης μοὶ ἐπιβάλλει νὰ μὴ ἀποσιωπήσω ὅτι ἀμέτοχος εὐθύνης δὲν ὑπῆρξε καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις Κονδύλη, δειχθεῖσα ἐξ ἴσου πρόθυμος πρὸς παροχὰς καὶ σπατάλας. Μόνον διὰ τῶν μισθολογικῶν αὐξήσεων, αἵτινες ἐπεβλήθησαν κατὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἐπεβαρύνθη ὁ Προϋπολογισμὸς κατὰ 70,000,000 δραχμῶν. Τὰ ὀγκώδη, κύριοι, τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐλλείμματα κατὰ τὸ παρελθὸν ἐκαλύφθησαν κατὰ τὸ πλεῖστον διὰ τῶν ἀναγκαστικῶν δανείων, τῶν πιστωτικῶν ἐκδόσεων, τοῦ προϊόντος τῶν ἐντόκων γραμματίων, ὡς καὶ διὰ προσωρινῶν δανείων, δι’ ὧν τὸ ταμιακόν μας ἄνοιγμα περιεστάλη μόνον εἰς δραχμὰς 754,000,000. Ἐκτὸς ὅμως τοῦ ἐλλείμματος τούτου ἔχομεν καὶ ἄλλας νὰ ἀντικρύσωμεν σημαντικὰς τοῦ Κράτους ὑποχρεώσεις, τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ κυμαινομένου χρέους, ὡς καὶ τὰ ἀναληφθέντα ὑπὸ τῶν προκατόχων ἡμῶν πρόσθετα βάρη εἰς χρέωσιν τῆς ἀρξαμένης χρήσεως. Εἰς ποῖον δύναται νὰ ὑπολογισθῇ ποσὸν τὸ κυμαινόμενον χρέος; Ποῖαι εἶναι αἱ συνιστῶσαι αὐτὸ ὀφειλαί; Τὰς ἀπαριθμῶ. Ὀφείλομεν: 1) Πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἀποκαταστάσεως Προσφύγων χρέος προερχόμενον ἐκ τοῦ πρώτου τοκομεριδίου τοῦ προσφυγικοῦ δανείου καὶ ἐκ σιτηρῶν διατεθέντων διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους δραχ. 57,000,000. 2) Εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν διὰ δάνειον χορηγηθὲν εἰς τὸ ταμεῖον Ἐποικισμοῦ δραχ. 32,046,000 καὶ ἐκ τοῦ ἐπισιτισμοῦ δραχ. 440,000,000, ἐν ὅλῳ δραχ. 472,046,000. 3) Πρὸς τοὺς σιδηροδρόμους Σμύρνης–Κασαμπᾶ καὶ Σμύρνης–Ἀϊδινίου ἐκ κομίστρων δραχ. 53,682,040. 4) Πρὸς τακτοποίησιν τῶν ἐκ μεταφορῶν προκαταβολῶν δραχ. 129,000,000. Ἐπίσης δυνάμεθα νὰ κατατάξωμεν δι’ ἀπόλυτον ἀκρίβειαν μεταξὺ τῶν κυμαινομένων ὀφειλῶν μας καὶ τὰς ἀνεκκαθαρίστους εἰσέτι τοιαύτας, ἃς δυνάμεθα κατὰ προσέγγισιν νὰ ὑπολογίσωμεν εἰς δραχ. 200,000,000 δι’ ἀξίαν οἰκοπέδων, ἐφ’ ὧν ἀνηγέρθησαν ἀστικοὶ συνοικισμοί, δραχ. 100,000,000 δι’ ἀποζημίωσιν κτημάτων ἀλλοδαπῶν, δραχ. 80,000,000 διὰ ναυτικὰς ἐπιτάξεις, ἐν ὅλῳ δραχ. 380,000,000. Κατὰ πληροφορίαν δοθεῖσάν μοι πρὸ μιᾶς ἢ δύο ἡμερῶν, ὁ λογαριασμὸς τῶν κτημάτων τῶν ἀλλοδαπῶν φαίνεται ὅτι εἶναι ἀνώτερος τοῦ ὑπολογισθέντος τῶν 100,000,000 δραχμῶν.
§4Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἑκατὸν πεντήκοντα ἑκατομμύρια πληρώνουν τὰ κτήματα τῶν Τούρκων ὑπηκόων.
§5Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔχει καλῶς. Διότι προχθὲς μοὶ ἐδόθησαν τηλεφωνικῶς πληροφορίαι ὅτι ὁ λογαριασμὸς εἶχεν ἐξογκωθῆ κατ’ ἀρκετὰ σεβαστὸν ποσόν, εἶμαι δὲ εὐτυχὴς πληροφορούμενος ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἀνέλθουν πέραν τῶν 150,000,000.
§6Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Δι’ ὅλους τοὺς ἀλλοδαπούς.
§7Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὄχι ὅλων τῶν Κρατῶν, ἀλλὰ μὲ τοὺς ἀλλοδαποὺς τῶν Κρατῶν ἐκείνων, μὲ τὰ ὁποῖα συνωμολογήθησαν συμβάσεις.
§8Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἡ συμφωνία εἶναι μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῆς Γαλλίας.
§9Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐκτὸς τούτων, ὀφείλονται εἰς διαφόρους λογαριασμοὺς ὑπὲρ τρίτων δραχ. 567,000,000 καὶ ἐκ τοῦ ἀλληλοχρέου λογαριασμοῦ μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δραχ. 250,000,000. Ἤτοι 817,000,000, δι’ ὧν ἀναβιβάζεται τὸ ὅλον ποσὸν τῶν κυμαινομένων χρεῶν, εἰς δραχ. 1,917,000,000, ἅτινα θὰ ἔπρεπε νὰ προστεθοῦν εἰς τὸ ἐξ 750,000,000 ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Εὐτυχῶς τὸ ποσὸν αὐτὸ δὲν ἐκπροσωπεῖ ὁλόκληρον ἀτακτοποιήτους ὀφειλάς, ἀνερχομένας πράγματι εἰς ἀριθμὸν πολὺ τοῦ μνησθέντος μικρότερον. Ὁλόκληρος σχεδὸν ὁ λογαριασμὸς τῶν 817,000,000 δραχμῶν τῶν ὀφειλῶν ὑπὲρ τρίτων καὶ τοῦ ἀλληλοχρέου δέον νὰ ἐκπεσθῇ, καθόσον τὰ ἀναφερόμενα ἐν αὐτῷ κονδύλια περιελήφθησαν ἤδη ἐν πολλοῖς εἰς τὰ ἐλλείμματα τῶν Προϋπολογισμῶν ἢ ἀντικρύζονται ἐκ τῆς καθόλου κινήσεως τῶν λογαριασμῶν τούτων, μὴ ἐμφανιζόντων ἀθρόας καὶ ἐπειγούσας ὑποχρεώσεις ἐξοφλήσεως. Ὁ ἀλληλόχρεος λ. χ. λογαριασμὸς διατίθεται πρὸς κάλυψιν ἀναγκῶν, ἀπορρεουσῶν ἐκ τῶν ἐλλειμμάτων. Τὰ ποσὰ λοιπὸν ταῦτα, δεδομένου τοῦ ἀνωτάτου ὁρίου τοῦ ἀλληλοχρέου λογαριασμοῦ, ὅστις αὐξομειοῦται ἀναλόγως τῶν καταθέσεων καὶ ἀναλήψεων τῶν ὑπεγγύων προσόδων, δέον νὰ ἀπαλειφθοῦν ἀφ’ ἑνὸς ὡς ἐλέχθη διότι περιλαμβάνονται εἰς τὸ ἔλλειμμα τῶν 754,000,000 δραχμῶν, ἐφόσον οἱ λογαριασμοὶ τῶν τρίτων ἐν ἀδιασπάστῳ συνοχῇ μὲ τὴν καθ’ ἡμέραν τοῦ δημοσίου ταμείου κίνησιν, δὲν δύνανται νὰ περιαγάγουν ἡμᾶς εἰς δυσχέρειαν, θὰ ἦτο δὲ παράλογον νὰ σκεφθῶμεν νὰ δανεισθῶμεν χρήματα ὅπως θέτωμεν αὐτὰ εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους ἐν ἀχρηστείᾳ. Ὁ λογαριασμὸς λ. χ. τῶν ἐπιταγῶν ἐξοφλεῖται συνεχῶς διὰ τῶν εἰσκομιζομένων νέων τοιούτων ὁμαλῶς καὶ ἀκωλύτως. Ἀπομένει συνεπῶς πρὸς τακτοποίησιν ἐκ τῶν λοιπῶν ὀφειλῶν ποσὸν δραχ. 1,091,728,040, οὗτινος ὅμως σημαντικὸν μέρος ἔτυχεν ἤδη τακτοποιήσεως. Συνήψαμεν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης συμφωνίαν, ὑποβαλλομένην πρὸς κύρωσιν, καθ’ ἣν τὸ πρὸς αὐτὴν χρέος τοῦ Κράτους ἐξοφλεῖται δι’ ἐτησίων ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καταβολῶν ἐκ δραχμῶν 150,000,000 ἑκάστη, ἀντιπροσωπεύουν δὲ αἱ οὕτω παγιωθεῖσαι ὀφειλαὶ ποσὸν δραχμῶν 472,046,000. Ὡσαύτως αἱ πρὸς τοὺς σιδηροδρόμους Σμύρνης–Ἀϊδινίου καὶ Σμύρνης–Κασαμπᾶ ὀφειλαὶ ἔχουν ἤδη διευθετηθῆ διὰ συμφωνίας ἐπιτρεπούσης τὴν κατὰ δόσεις ἐντὸς ἑπτὰ ἐτῶν ἀπόσβεσιν. Παραμένει ὅθεν ὑπόλοιπον δραχ. 516,000,000, ἐξ οὗ πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν δραχ. 260,000,000, ἀνηκούσας εἰς τὰς ἀνεκαθαρίστους ὀφειλάς, τῶν ὁποίων μέρος θέλει παγιωθῆ διὰ τῆς ἐκδόσεως ὁμολογιῶν, μέρος δὲ θέλει ἐκκαθαρισθῆ βραδύτατα, οὕτως ὥστε ὑπολείπονται πρὸς ἄμεσον ἐκκαθάρισιν 306,000,000 δραχμῶν, αἵτινες προστιθέμεναι εἰς τὸ ἔλλειμμα τῶν δραχμῶν 754,122,831, μᾶς δίδουν σύνολον πραγματικοῦ κυμαινομένου χρέους δραχ. 1,060,122,831. Αὗται περίπου, κύριοι, εἶναι αἱ ἐκ τοῦ παρελθόντος ὑποχρεώσεις μας. Προσεπάθησα—καὶ δύνασθε νὰ πιστεύσητε—ὅτι πολὺν πρὸς τοῦτο κατηνάλωσα χρόνον ὅπως πρυτανεύσῃ ἐν τῇ ἐκκαθαρίσει τῶν λογαριασμῶν τούτων πᾶσα δυνατὴ ἀκρίβεια. Αἱ δυσκολίαι ἃς συνήντησα μὲ ἤγαγον εἰς τὴν σκέψιν ὅτι ὀφείλομεν νὰ φροντίσωμεν ὅπως, ἂν μὴ καθ’ ἑβδομάδα, τοὐλάχιστον κατὰ μῆνα ἢ ἔστω καὶ κατὰ τριμηνίαν δημοσιεύεται πρόχειρος τοῦ Κράτους ἰσολογισμός, ἱκανὸς νὰ μᾶς διαφωτίζῃ περὶ τῶν ληψοδοσιῶν αὐτοῦ, ὧν μερικὴν μόνον καὶ ἀτελεστάτην λαμβάνομεν γνῶσιν διὰ τῶν προσωρινῶν καταστάσεων. Ἔδωκα ἤδη πρὸς τοῦτο τὰς δεούσας συστάσεις καὶ ἐλπίζω νὰ κατορθωθῇ νὰ ἀρχίσῃ ἡ δημοσίευσις ἀπὸ τοῦ προσεχοῦς Σεπτεμβρίου. Ἐξ ἴσου ἐπιτακτικὴ πρὸς τὰς ἤδη γεγεννημένας προσωρινὰς ὀφειλὰς πρέπει νὰ θεωρηθοῦν αἱ ὑποχρεώσεις ἡμῶν πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν προσφυγικῶν ἀναγκῶν. Δὲν εἶναι βεβαίως δυνατὸν νὰ καθορίσωμεν ποῖον τὸ ἀπαιτούμενον ποσὸν πρὸς ἀποπεράτωσιν τῆς προσφυγικῆς ἀποκαταστάσεως, ἐφόσον τὰ στατιστικὰ δεδομένα εἶναι ἐλλειπῆ, οὐδὲ δυνάμεθα νὰ ἀναπληρώσωμεν τὴν ἔλλειψιν ταύτην ἐκ πληροφοριῶν, ποικιλλουσῶν ἐπὶ εὐρυτάτης κλίμακος. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου διαφόρους πίνακας ἐκ πολλῶν προερχομένων πηγῶν, ἐλάχιστα συναντωμένους πρὸς ἀλλήλους. Θὰ ἀρκεσθῶ εἰς τὸν ἕνα ἐξ αὐτῶν. Κατ’ αὐτόν, τὸ σύνολον τῶν οἰκογενειῶν, αἱ ὁποῖαι χρήζουν ἀγροτικῆς ἀποκαταστάσεως, δύναται νὰ ὑπολογισθῇ — πρόκειται περὶ τοῦ ἀριθμοῦ ὅστις εἶναι γνωστὸς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν — εἰς 8,755 οἰκογενείας.
§10ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀγροτικάς;
§11Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀγροτικάς. Ὑπολογίζεται ἐπίσης εἰς 20,000 ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀστικῶν οἰκογενειῶν, τῶν διαιτωμένων ὑπὸ τὰς θλιβερὰς συνθήκας, ἃς τόσον παραστατικῶς ἀπεικόνισε πρό τινος ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Προνοίας Ὑπουργός. Τὸ ἀπαιτούμενον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀριθμῶν τούτων ποσὸν πρὸς ὁριστικὸν διακανονισμὸν τοῦ προσφυγικοῦ ζητήματος ἀνέρχεται εἰς 5,000,000 τοὐλάχιστον Ἀγγλικῶν λιρῶν, ποσὸν θεωρούμενον ὑπὸ πλείστων ὅλως ἀνεπαρκές. Ὀφείλω νὰ σᾶς ὁμολογήσω ὅτι καὶ ἐγὼ καταλέγομαι μεταξὺ τῶν τελευταίων τούτων, φρονῶν ὅτι τὸ προσφυγικὸν ζήτημα εἶναι ἀδύνατον νὰ τύχῃ πλήρους ἐκκαθαρίσεως μόνον διὰ 5,000,000 λιρῶν. Αἱ ἀνάγκαι εἶναι τόσον μεγάλαι, ἡ δὲ ὑποχρέωσις νὰ μὴ ἀφήσωμεν ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ οὐδὲν τὸ ἐκκρεμὲς τοσοῦτον ἐπιτακτική, ὥστε νὰ μὴ ἐλπίζωμεν ὅτι θὰ δυνηθῶμεν διὰ τοιούτου ποσοῦ νὰ ἐξοφλήσωμεν ὁλοσχερῶς τὰς πρὸς τοὺς καταστραφέντας ὁμοεθνεῖς ἐθνικὰς ὑποχρεώσεις. Τούτου δοθέντος δὲν θὰ ἦτο ἄσκοπον νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς ἐξυπηρέτησιν τῶν ἀμεσωτέρων τῶν προσφύγων ἀναγκῶν κατὰ κλίμακα προνοοῦσαν περὶ τῆς ἐγκαταστάσεως 3,000 ἀγροτικῶν οἰκογενειῶν καὶ τῆς ἀνεγέρσεως 7,000 οἰκιῶν διὰ τοὺς ἀστοὺς διὰ δαπάνης 3,000,000 Ἀγγλικῶν λιρῶν. Ἔχω πρὸ ὀφθαλμῶν καὶ τρίτην κλίμακα ἔτι μικροτέραν, δὲν νομίζω οὐχ ἧττον ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ κατέλθωμεν κάτω τοῦ ποσοῦ τῶν 3,000,000 λιρῶν, εἰς τὸ ὁποῖον ὅμως δυνάμεθα νὰ ἀρκεσθῶμεν, ἐφόσον τὸ ποσὸν τοῦτο προστιθέμενον εἰς τὸ ἤδη διαθέσιμον εἰς χεῖρας τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀποκαταστάσεως ὑπόλοιπον τοῦ προσφυγικοῦ δανείου ἐξ 1,400,000 λιρῶν ἀπαρτίζει κεφάλαιον 4,400,000 λιρῶν, ἱκανὸν κατὰ βασίμους ὑπολογισμοὺς νὰ ἐξαρκέσῃ εἰς ἐντατικὴν ἐργασίαν ἀνάλογον πρὸς τὸν τεχνικόν μας ἐφοδιασμὸν ἐπὶ χρονικὸν διάστημα δύο καὶ πλέον ἐτῶν. Ἄν αἱ παρεχόμεναι ὑπεύθυνοι πληροφορίαι εἶναι ἀκριβεῖς καὶ ἂν ἔχωμεν, δὲν δυνάμεθα νὰ δαπανήσωμεν πλέον τῶν 200,000 λιρῶν μηνιαίως, δάνειον δὲ ἀνώτερον τῶν 3,000,000 λιρῶν θὰ ἐπεβάρυνεν ἀσκόπως τὸ Κράτος ἐπὶ ὁλόκληρον διετίαν. Ἔχομεν πᾶν, κύριοι, συμφέρον νὰ τακτοποιήσωμεν τὸ ταχύτερον τὰ προσφυγικὰ ζητήματα, οὐχὶ μόνον ἐκ λόγων ἐθνικῆς ἀλληλεγγύης, ἀλλὰ καὶ διότι γνωρίζομεν ὅτι τὰ διατεθησόμενα προσκαίρως ποσὰ θέλουν τάχιστα ἀποδοθῆ ὑπὲρ τοῦ Τόπου πολλαπλασίως διὰ τῆς φιλεργίας καὶ τῆς παραγωγικότητος, τῶν ὁποίων τόσον ἁπτὰ καὶ ἀπαράμιλλα ἔδωκε μέχρι τοῦδε δείγματα ὁ προσφυγικὸς κόσμος. Ὅ,τι μᾶς ἐπιβάλλεται νὰ πράξωμεν εἶναι νὰ ἐξαντλήσωμεν τὰ ὅρια τῆς ἐντατικότητος, τὰ ὁποῖα χαράσσουν αἱ ἐγχώριοι συνθῆκαι, φρονῶ δὲ ὅτι ἐξαντλοῦμεν τὰ ὅρια ταῦτα ἀσφαλίζοντες τὴν ἀπρόσκοπτον συνέχισιν τῆς προσφυγικῆς ἀποκαταστάσεως ἐπὶ διετίαν καὶ πλέον. Ἀτυχῶς πλὴν τῶν ἐκ τοῦ παρελθόντος ὑποχρεώσεων καὶ τῶν προσφυγικῶν ἀναγκῶν ἔχομεν νὰ σκεφθῶμεν καὶ διὰ τὸ προβάλλον ἔλλειμμα τῆς τρεχούσης χρήσεως, ἔλλειμμα ὑπερβαῖνον, ὡς καὶ ἄλλοτε ἐδήλωσα, τὰ 2,600,000,000 δραχμῶν, ἂν ληφθῇ πρὸ ὀφθαλμῶν ὅτι εἰς τὸ ἔλλειμμα τῆς χρήσεως 1925–1926 ἐκ δραχμῶν 1,500,000,000 δέον νὰ προστεθοῦν τὰ νέα θετικὰ καὶ ἀρνητικὰ βάρη, ὑπολογιζόμενα ὑπὲρ τὸ 1,000,000,000 δραχμῶν. Τὰ πρόσθετα ταῦτα τοῦ ἔτους 1927–1928, συνεπείᾳ ἀνειλημμένων ἤδη ὑποχρεώσεων, βάρη εἶναι: 1) Ἐκ τοῦ Σουηδικοῦ δανείου δραχ. 34,693,885. 2) Fondeation δραχ. 10,116,403. 3) Ὑδρεύσεως δραχ. 14,726,000. 4) Ἀγγλικοῦ χρέους δραχ. 77,000,000. 5) Τρίτου ἀναγκαστικοῦ δανείου δραχ. 79,800,000. 6) Μεγάρου Σλῆμαν 2,345,000. 7) Νέας Σμύρνης δραχ. 140,000. 8) Δανείου Ἑλλήνων ὑπηκόων δραχ. 32,000,000. 9) Ἑλληνοβουλγαρικῆς μεταναστεύσεως δραχ. 15,750,000. 10) Δανείου ἀπαλλοτριώσεως δραχ. 34,660,000. 11) Ἐκ τραπεζιτικῶν προμηθειῶν δραχ. 730,563. 12) Ἐκ συμφωνιῶν Σουκρῆ Σαράτσογλου βέη δραχ. 192,500,000. 13) Δανείου ἀνταλλαξίμων δραχ. 200,000,000. 14) Ἐκ τοῦ ⅒ τοῖς μετρητοῖς τῆς Ἑλληνοβουλγαρικῆς μεταναστεύσεως δραχ. 50,000,000. 15) Προσθέτων δαπανῶν τῆς Βουλῆς δραχ. 21,260,000. 16) Ἐκ μισθολογικῶν αὐξήσεων γενομένων ὑπὸ τῆς δικτατορίας καὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως δραχ. 122,000,000, ἤτοι ἐν συνόλῳ πρόσθετα βάρη δρ. 878,715,851. Ἐκτὸς τῶν δαπανῶν τούτων ἔχομεν ἐπίσης καὶ μειώσεις ἐσόδων: 1) Ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ πόρου τῆς δεκάτης δραχ. 234,000,000 καὶ 2) Ἐκ τῆς κατασκευῆς κερμάτων δραχ. 57,000,000, ἐν ὅλῳ ἐλαττώσεις ἐσόδων δραχ. 291,000,000. Ἀφαιρουμένων τῶν ἀπαλλαγῶν ἐκ δραχ. 181,000,000 ἢ ἐπὶ πλέον ἐξ αὐξήσεως δαπανῶν καὶ ἐλαττώσεων, ἐσόδων ὑποχρεώσεις τῆς τρεχούσης χρήσεως, ἀνέρχονται εἰς 1,169,000,000 δραχμῶν, αὐξάνουσαι τὸ ἔλλειμμα αὐτῆς εἰς 2,600,000,000 δραχμῶν, καί τι ἴσως ὀλιγώτερον διά τινων λογιστικῶν τροποποιήσεων. Συνοψίζοντες τὰς πληρωτέας τοῦ Κράτους ὑποχρεώσεις καταλήγομεν εἰς τὰ ἑξῆς ἀποτελέσματα: 1) Ἐκ κυμαινομένου χρέους, περιλαμβανομένων καὶ τῶν ἐλλειμμάτων, δραχ. 1,060,000,000. 2) Ἐκ τῆς προσφυγικῆς ἀποκαταστάσεως δραχ. 1,100,000,000, ἤτοι δραχ. 2,160,000,000 καὶ μετὰ τοῦ προβλεπομένου ἐλλείμματος τῆς τρεχούσης χρήσεως ἐκ δραχ. 2,600,000,000, ποσὸν ἐν ὅλῳ ἀνοίγματος τῆς δημοσίας διαχειρίσεως δραχ. 4,760,000,000. Ὑπὸ τὴν μορφὴν ταύτην τοῦ ἀπειλητικοῦ ἀριθμοῦ τῶν πέντε σχεδὸν δισεκατομμυρίων δραχμῶν ὠρθώθη ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς πρὸ τῆς Κυβερνήσεως τὸ οἰκονομικὸν πρόβλημα τῆς Χώρας. Ἡ ἀνάγκη τῆς ἐξευρέσεως ποσοῦ 2,700,000,000 δραχμῶν δι’ ἐπιτακτικὰς καὶ ἀμέσους ὀφειλὰς καὶ τῆς καλύψεως τοῦ ἐκ δραχ. 2,600,000,000 προβλεπομένου ἐλλείμματος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους τούτου, ἐπέβαλον ἐπὶ τῶν ὤμων τῆς Κυβερνήσεως φορτίον δικαιολογοῦν ἂν μή τι ἄλλο, τὴν ἀδυναμίαν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς δημιουργίαν ἐντὸς ἑβδομάδων νέων τοιαύτης ἐκτάσεως πόρων. Οὐδὲ ἠδύνατο σώφρων Κυβέρνησις νὰ ἀρκεσθῇ εἰς πλήρωσιν τῶν ἐλλειμμάτων μόνον. Στοιχειώδης πρόνοια ἐπέβαλε νὰ μεριμνήσῃ ἐπίσης ὅπως ἐξευρεθοῦν τὰ μέσα πρὸς ἀπόκτησιν οἰκονομικῆς εὐσταθείας ἐπιτρεπούσης τὴν ἐλευθέραν ἀνάπτυξιν τῶν οἰκονομικῶν σχέσεων καὶ τῶν παραγωγικῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ ἀρετῶν, ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ καταρτίσῃ πρόγραμμα εὐρυτέρας ἀκτῖνος, περιλαμβάνον ὄχι μόνον τὴν κάλυψιν τῶν ἐπειγουσῶν ὑποχρεώσεων, ἀλλὰ πάντα τὰ σημεῖα τὰ συνεχόμενα πρὸς τὴν ἐν γένει ἀνάπτυξιν τῆς οἰκονομίας τοῦ Τόπου. Ὤφειλε πρωτίστως νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν νομισματικὴν σταθερότητα καὶ νὰ συμπληρώσῃ τὸν οἰκονομικὸν καὶ τεχνικὸν τῆς Χώρας ἐφοδιασμόν. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ καταστρώσῃ μεθοδικὸν σχέδιον, ἀνταποκρινόμενον εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς καλύψεως τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ παρελθόντος, τοῦ κυμαινομένου χρέους εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν προσφυγικῶν ἀναγκῶν, τὴν ἰσοσκέλισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς τρεχούσης χρήσεως, τὴν ἐξεύρεσιν τῶν μέσων τῆς σταθεροποιήσεως καὶ τὴν ἐπιδίωξιν τῆς γενικωτέρας οἰκονομικῆς ἡμῶν ἀναδιοργανώσεως. Ὡς ἀπαρχὴν τῆς προσπαθείας μας ἐθέσαμεν τὴν ἰσοσκέλισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἥτις ἀποτελεῖ καὶ τὸ ἀκανθωδέστερον τοῦ προβλήματος μέρος, καθόσον ἀποκαθισταμένου τοῦ ἰσοζυγίου, ἡ κατὰ τὰ λοιπὰ ἐκτέλεσις τοῦ προγράμματος θὰ ἀπέβαινεν εὐκολωτέρα ἂν μὴ καὶ ὅλως ἄκοπος. Ἡ ἰσορρόπησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, παρουσιάζοντος ἄνοιγμα τριῶν δισεκατομμυρίων, δὲν δύναται προφανῶς νὰ προέλθῃ ἐξ ἀναποφασίστου καὶ ἀμφιταλαντευομένης πολιτικῆς. Μόνον διὰ μέτρων γενναίων, ριζικῶν καὶ ἐν ἀνάγκῃ δρακοντείων θὰ κατορθώσωμεν νὰ ἐμποδίσωμεν ἀπὸ τοῦ νὰ μεταβληθοῦν αἱ παροδικαὶ τῆς Ἑλλάδος κρίσεις εἰς χρονίαν καὶ ἀνίατον νόσον. Αὕτη ὑπῆρξεν ἡ ἄρχουσα σκέψις ἐν τῇ καταστρώσει τοῦ κατατιθεμένου Προϋπολογισμοῦ, παρουσιάζοντος τὰς ἑξῆς προβλέψεις: Ἀναγράφονται ἐν αὐτῷ ἔσοδα πρώτης κατηγορίας τακτικὰ δραχ. 8,404,331,545, ἔκτακτα δραχ. 272,194,411, σύνολον ἐσόδων πρώτης κατηγορίας δραχ. 8,676,525,956. Τῆς δευτέρας κατηγορίας τακτικὰ ἔσοδα δραχ. 2,805,150, ἔκτακτα δραχ. 150,000,000, σύνολον ἐσόδων δευτέρας κατηγορίας δραχ. 152,805,589. Τὸ ὅλον τοιουτοτρόπως τῶν ἐσόδων ἀμφοτέρων τῶν κατηγοριῶν ὑπολογίζεται εἰς δραχ. 8,829,331,545. Ἔξοδα πρώτης κατηγορίας τακτικὰ δραχ. 6,314,098,270, ἔκτακτα δρ. 1,583,542,949, ἐν ὅλῳ ἔξοδα πρώτης κατηγορίας δραχ. 7,897,641,219. Τῆς δευτέρας κατηγορίας τακτικὰ ἔξοδα δραχ. 220,352,942, ἔκτακτα ἔξοδα δραχ. 760,337,384, ἐν ὅλῳ δρ. 980,690,326. Σύνολον ἐξόδων ἀμφοτέρων τῶν κατηγοριῶν 8,878,331,545 δραχ. ἔναντι ἐσόδων 8,829,331,545 δραχ., προβλεπομένου ἐλλείμματος 49,000,000 δραχμῶν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ πέντε λεπτά.
(Ὥρα 8.30′ μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 8.40′ μ. μ.)
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§14Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔλεγον πρὸ τῆς διακοπῆς ὅτι διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου Προϋπολογισμοῦ προβλέπεται ἔλλειμμα δραχ. 49,000,000, ἀνέφερα δὲ τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων κατὰ τὴν τυπικὴν αὐτῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ κατάταξιν. Συγκεντροῦντες ἤδη τά τε ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα εἰς τακτικὰ καὶ ἔκτακτα, ἔχομεν προβλεπόμενα ἔσοδα τακτικὰ ἀμφοτέρων τῶν κατηγοριῶν δραχ. 8,407,137,134, ἔκτακτα δραχ. 422,194,411, ἐν ὅλῳ δρ. 8,829,331,545. Ἔξοδα τακτικὰ ἐν ὅλῳ 6,534,451,212, ἔκτακτα 2,343,880,333. Μεταξὺ τακτικῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων προκύπτει περίσσευμα 1,872,685,922 δραχμῶν καὶ μεταξὺ ἐκτάκτων ἐσόδων καὶ ἐξόδων ἔλλειμμα δραχ. 1,921,685,922. Κατὰ τίνα τρόπον τὸ ἐκ τῶν πραγμάτων προβλεπόμενον ἔλλειμμα τῶν 2,700,000,000 δραχμῶν περιεστάλη εἰς δραχμὰς 49,000,000; Πόθεν ἠρύσθημεν τὰ μέσα ὅπως γεφυρώσωμεν χάσμα εὐρύτερον καὶ ὄχι ὀλιγώτερον ἐπίφοβον τοῦ πολιτικοῦ χάσματος; Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1927–1928, προστιθεμένων τῶν νέων βαρῶν, ἔπρεπε νὰ παρουσιάζῃ δαπάνας 9,524,000,000 δραχμῶν, ἀντὶ τῶν ὁποίων ἀναγράφει δραχ. 8,878,331,545, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον δραχ. 646,000,000. Εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο δέον νὰ προστεθῇ τὸ ἀποθεματικὸν ἐκ δραχ. 350,000,000, μὴ περιληφθὲν ἐν τῇ συγκρίσει. Οὕτω τὸ σύνολον τῶν περικοπῶν συμποσοῦται εἰς δραχ. 996,000,000. Ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων ἔδει, συνεπείᾳ τῶν ἐπελθουσῶν μειώσεων, νὰ ἀναγράφῃ δραχ. 6,972,000,000, ἐνῷ πράγματι αἱ προβλεπόμεναι εἰσπράξεις ὑπολογίζονται εἰς δραχ. 8,827,000,000, ἤτοι ἐπὶ πλέον ἔσοδα δραχ. 1,855,000,000. Σπεύδω νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν ὅτι οὔτε ἡ κατὰ ἓν δισεκατομμύριον δραχμῶν ἐλάττωσις τῶν ἐξόδων ἀποτελεῖ πραγματικὴν οἰκονομίαν, οὐδὲ κατὰ μείζονα λόγον, ὡς θέλω καταδείξει προϊόντος τοῦ λόγου μου, ἡ ἐξ 1,855,000,000 δραχμῶν αὔξησις τῶν ἐσόδων ὀφείλεται εἰς φορολογικὰς ἐπιβαρύνσεις. Τὸ περίσσευμα τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀνερχόμενον ὡς εἴρηται εἰς δραχ. 1,872,000,000, δὲν εἶναι ἀτυχῶς ὅσον ἐκ πρώτης φαίνεται ὄψεως ἐνθαρρυντικόν, μειούμενον ἐπαισθητῶς ἐκ τῆς οὐσιαστικῆς τῶν στοιχείων ταξινομήσεως. Ἡ ἐπὶ τῇ βάσει τυπικῆς καθαρῶς καὶ νομικῆς διακρίσεως κατάταξις τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων εἰς τακτικὰ καὶ ἔκτακτα, πόρω ἀπέχει ἀπὸ τὸ νὰ ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν οὐσιαστικὴν αὐτῶν διαστολήν, βλέπομεν δὲ οὕτω χαρακτηριζόμενα ὡς ἔκτακτα ἔξοδα δαπάνας κανονικῶς ἐπαναλαμβανομένας, ὑπὸ τὴν αὐτὴν ἢ παραπλησίαν μορφὴν καὶ ἀνηκούσας ἑπομένως πράγματι εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν τακτικῶν ἐξόδων. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα. Ἀνασχηματισμὸς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπὶ τῇ βάσει οὐσιαστικῶν κριτηρίων θὰ ἀπέληγεν εἰς τὴν ἀκόλουθον μορφήν: Τακτικὰ ἔσοδα δραχ. 8,432,967,000, ἐν οἷς τὰ τακτικὰ τῆς πρώτης κατηγορίας, τὰ τακτικὰ τῆς δευτέρας κατηγορίας καὶ τὰ λεγόμενα συνήθη ἔκτακτα τῆς πρώτης κατηγορίας, ὡς λ. χ. ὁ φόρος τῶν ἐκτάκτων κερδῶν, εἰσπραττόμενος ἐτησίως, τὰ ἔξοδα τῶν παρελθόντων οἰκονομικῶν ἐτῶν, ἀποτελοῦντα ἐπίσης πάγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔσοδον. Τακτικὰ ἔξοδα δραχ. 7,121,000,000, περιλαμβάνοντα πλὴν τῶν τακτικῶν ἐξόδων τῆς πρώτης καὶ δευτέρας κατηγορίας καὶ συνήθη ἔκτακτα, ὡς λ. χ. Δημόσιον Χρέος, ἀσφάλεια, κεκλεισμέναι χρήσεις δραχ. 586,608,579. Τοιουτοτρόπως τὸ πλεόνασμα τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ συμπτύσσεται σημαντικῶς εἰς δραχ. μόνον 1,311,907,000, αἵτινες ἀτυχῶς οὐδὲ καὶ αὐταὶ ἄνευ νέας βαθυτέρας περιστολῆς δύνανται νὰ θεωρηθοῦν ὡς ἀπεικονίζουσαι τὸ ἀκριβὲς τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐξαγόμενον καὶ ὡς παρέχουσαι ἀσφαλῆ βάσιν τῆς διὰ τὸ μέλλον προοπτικῆς. Διότι ἔναντι τακτικῶν ἐσόδων δραχ. 8,432,967,134 πρέπει νὰ προστεθοῦν εἰς τὰ ἤδη ἀριθμηθέντα τακτικὰ ἔξοδα ἐκ δραχ. 7,121,059,691 καὶ δαπάναι αἵτινες, καίτοι κατὰ φύσιν ὅλως ἔκτακτοι, θὰ ἐπαναλαμβάνωνται ὑπὸ τὰς παρούσας ἀνάγκας ἐτησίως ἐπὶ πολὺν εἰσέτι χρόνον, τοιαῦται δαπάναι εἶναι αἱ δαπάναι, ἐν τινι βεβαίως μέτρῳ, πρὸς ἀνασυγκρότησιν τοῦ Στρατεύματος καὶ τοῦ Ναυτικοῦ, τῆς περιθάλψεως προσφύγων, τῆς ἀνταλλαγῆς, τῆς συνδρομῆς εἰς τοὺς σιδηροδρόμους, σὺν τῇ προσθήκῃ τῶν ὁποίων τὰ τακτικὰ ἔξοδα ἀναβιβάζονται εἰς 7,803,059,691 δραχ. καὶ τὸ περίσσευμα κατέρχεται εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 639,907,443, ἐκπιπτομένων δὲ τυχὸν ἐκ τῶν τακτικῶν ἐξόδων τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου ἀνταλλαξίμων, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ταχείας αὐτοῦ ἀποσβέσεως διὰ τῆς ρευστοποιήσεως τῆς Μουσουλμανικῆς περιουσίας, τὸ καθαρὸν τακτικὸν περίσσευμα δέον νὰ ὑπολογισθῇ εἰς δραχ. 839,907,443. Εἰσέρχομαι ἤδη εἰς τὴν ἀνάλυσιν τῶν ἐπενεχθεισῶν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν μεταβολῶν, τῶν περικοπῶν τῶν ἐξόδων τῶν ἐπαυξήσεων τῶν ἐσόδων, δι’ ὧν ἐπετεύχθη τὸ ἰσοζύγιον, διότι περὶ ἰσοζυγίου καθ’ αὑτὸ εἰπεῖν πρόκειται, λαμβανομένης πρὸ ὀφθαλμῶν τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς, ὑπολογισθείσης ἐπὶ τῇ βάσει τιμῆς λίρας 385, ἐνῷ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ὁ μέσος αὐτῆς ὅρος δὲν θέλει ὑπερβῆ τὸ ἐπίπεδον τῶν 375 δραχμῶν. Εἰς τὰς προγραμματικάς της δηλώσεις ἡ Κυβέρνησις, χαράσσουσα ἐν γενικωτάταις γραμμαῖς τὸ οἰκονομικόν της πρόγραμμα, ἔλεγε τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐκ τῶν κυριωδεστάτων, ἀλλὰ καὶ δυσχερεστάτων ἔργων τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἡ περὶ τῶν οἰκονομικῶν μέριμνα. Πρῶτον δὲ μέλημα αὐτῆς ἔσται ἡ προσπάθεια καταρτισμοῦ ἰσοσκελοῦς Προϋπολογισμοῦ. Ὡς βάσις πρὸς ἐπίτευξιν τούτου τεθήσονται αὐστηραὶ οἰκονομίαι, περιορισμὸς τουτέστι τῶν δαπανῶν εἰς τὸ κατώτατον ὅριον ἄνευ ζημίας τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν». Ἐπηγγέλθη λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις οἰκονομίας, ἐφόσον διὰ τῶν οἰκονομιῶν δὲν θὰ διεταράσσετο ἡ κανονικὴ τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν λειτουργία. Αἱ οἰκονομίαι ἄλλως τε διήνθισαν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τὰ προγράμματα ὅλων τῶν Κυβερνήσεων ὅλων τῶν πολιτικῶν μερίδων, ἐχρησίμευσαν δὲ ὡς ἡ μαγική, οὕτως εἰπεῖν, λέξις, τῇ ἐπενεργείᾳ τῆς ὁποίας ἔμελλε κατὰ τὴν κοινὴν ἀντίληψιν, νὰ ἐπέλθῃ ἄκοπος καὶ αὐτόματος ἰσοσκέλισις τῶν δαπανῶν καὶ τῶν ἐσόδων. Κοινὴ διεμορφώθη συνείδησις ὅτι, τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀπαλλασσομένου τῶν περιττῶν δαπανῶν, τὸ ἰσοζύγιον θὰ ἀνέκυπτεν ἀστραπιαίως, ὑπὸ τὴν ὤθησιν δὲ ταύτην τῆς Κοινῆς Γνώμης συνέστη κατὰ τὸ 1924 ἡ Ἐπιτροπὴ Οἰκονομιῶν, ἀπαρτισθεῖσα ἐκ 12 μελῶν καὶ ὑποβοηθουμένη ὑπὸ δεκάδος ἀπεσπασμένων ὑπαλλήλων. Διὰ τοῦ ἱδρύσαντος αὐτὴν ψηφίσματος ἐδικαιοῦτο ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν περικοπὴν θέσεων, εἰς σύμπτυξιν καὶ κατάργησιν δημοσίων ὑπηρεσιῶν καὶ ἵδρυσιν ὑπηρεσίας Κρατικῶν Προμηθειῶν. Ἀρχικῶς αἱ ἀποφάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς ἔδει νὰ ὑποβάλλωνται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρὸς κύρωσιν, τῇ ἰδίᾳ της οὐχ ἧττον προτάσει διὰ μεταγενεστέρου ψηφίσματος, ἀρθείσης τῆς ὑποχρεώσεως τῆς νομοθετικῆς ὑπὸ τῆς Βουλῆς κυρώσεως, παρεσχέθη εὐρυτάτη εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐξουσιοδότησις ὅπως ἐγκρίνῃ ἢ ἀπορρίπτῃ τὰς προτεινομένας οἰκονομίας, ἐξουσιοδότησις ἐξικνουμένη μέχρι τοῦ δικαιώματος τῆς καταργήσεως καὶ μεταρρυθμίσεως τῶν κειμένων νόμων. Ἡ ταχθεῖσα εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τρίμηνος προθεσμία παρετάθη κατόπιν εἰς ἐννεάμηνον, αἱ δὲ ἐργασίαι αὐτῆς διήρκεσαν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐπὶ ὀκτάμηνον. Λέγω «ἂν δὲν ἀπατῶμαι», διότι εἰς πρόσφατον συνομιλίαν μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν συναδέλφου μου, ἁρμοδιωτέρου ἐπὶ τοῦ ζητήματος, διότι ἦτο τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπληροφορήθην ὅτι τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς διήρκεσε πολὺ πέραν τῶν ὀκτὼ μηνῶν.
§15Γ. ΣΤΡΙΓΚΟΣ. Ἀκριβῶς ὀκτὼ μῆνας διήρκεσε τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς.
§16Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔστω. Ὑπεβλήθησαν κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο προτάσεις οἰκονομιῶν ἀφορῶσαι σχεδὸν ὅλους τοὺς κλάδους, οἰκονομιῶν τῶν ὁποίων τὴν ἀποτίμησιν δύσκολον θὰ ἦτο, συνεπείᾳ τῶν ἀλληλοαναιρουμένων Διαταγμάτων, νὰ ἐπιχειρήσωμεν, ἀνερχομένων ὅμως κατὰ βεβαίωσιν τοῦ προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς, εἰς χιλιάδας καὶ ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων. Μέγα μέρος τῶν προτάσεών της ἐξετελέσθη καὶ ἐξεδόθησαν Διατάγματα περικοπῆς δαπανῶν εἰς ὅλας σχεδὸν τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας, ἰδιαιτέρως δὲ εἰς τὰ Ὑπουργεῖα Οἰκονομικῶν, Ἐσωτερικῶν, Συγκοινωνίας, Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ Προνοίας. Μεθ’ ὅλα ταῦτα οὔτε τὸ οἰκονομικὸν πρόβλημα ἐλύθη, οὔτε ἔπαυσαν ἐν τῇ κοινῇ ἀντιλήψει αἱ οἰκονομίαι νὰ παρίστανται ὡς ἡ θαυματουργὸς πηγὴ τῆς οἰκονομικῆς ἀνορθώσεως. Ἐπὶ τῆς δικτατορίας ἐδόθησαν κατὰ τὸ εἰωθὸς ἀφειδέσταται ὑποσχέσεις αἱματηρῶν οἰκονομιῶν, ἐπεκτεινομένων ἐφ’ ὅλων τῶν κλάδων, μηδὲ τοῦ Στρατεύματος ἐξαιρουμένου, ἀφειδέστεραι ὅμως τῶν ὑποσχέσεων ὑπῆρξαν αἱ διασπαθίσεις αἱ ἀποστραγγίσασαι τὸ Κράτος. Ἀμφιβάλλω εἰλικρινῶς, ἂν ὑπάρχῃ παράδειγμα Κυβερνήσεως ἐπιδοθείσης μετὰ τόσης ἀλλόφρονος μανίας εἰς τὴν σπατάλην, ὡς ἐκ τῆς ὁποίας ὄχι μόνον αἱ ἐπαγγελθεῖσαι οἰκονομίαι δὲν ἐξετελέσθησαν, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐκδοθέντα προγενεστέρως Διατάγματα ἐματαιώθησαν. Μία μόνον ὑπῆρξεν ἡ διαπραχθεῖσα ὑπὸ τῆς δικτατορίας οἰκονομία, ἡ βαρβαρότης τῆς καταργήσεως τῆς στατιστικῆς τοῦ Κράτους ὑπηρεσίας. Ἡ Κυβέρνησις Κονδύλη νομίζω ὅτι δὲν ἐσκέφθη ποσῶς περὶ οἰκονομιῶν. Κυβέρνησις μεταβατικὴ καὶ ἐφήμερος ἄφινεν εἰς ἄλλους τὰς δυσκόλους καὶ δυσαρέστους ἐνασχολήσεις, προθυμοποιουμένη νὰ παρίσταται καὶ αὐτὴ γενναιόδωρος κατὰ τὸ πρότυπον τῆς δικτατορίας πρὸς δαπάνας, οὐκ ὀλίγον συμβαλούσας εἰς τὴν σημερινὴν οἰκονομικὴν ἀμηχανίαν. Δυστύχημα εἶναι ὅτι καὶ ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως ταύτης ὡς καὶ ἐπὶ τῆς προκατόχου της, ὡς νὰ μὴ ἤρκουν αἱ πρόσκαιροι χορηγίαι, ἐπεβαρύνθη ὁ Προϋπολογισμὸς διὰ μονίμων δαπανηρῶν αὐξήσεων, τὰς ὁποίας δύσκολον εἶναι ἤδη νὰ ἀποσείσῃ οἱαδήποτε Κυβέρνησις. Τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἡ Κυβέρνησις Κονδύλη ἦτο ἕτοιμος νὰ ὑπογράψῃ σύμβασιν στρατιωτικῆς προμηθείας ἀξίας 170,000,000 δραχμῶν, ἐδέησε δὲ τότε ὁ κ. Μιχαλακόπουλος καὶ ἐγώ, παρὰ τὴν ἀπόφασιν ὅπως μὴ ἀναμιχθῶμεν εἰς τὸ κυβερνητικὸν ἔργον, νὰ ἀπευθύνωμεν πρὸς τὸν τότε Πρωθυπουργὸν ἐπιστολήν, κατ’ ἀκολουθίαν τῆς ὁποίας ἐματαιώθη ἡ κύρωσις τῆς συμβάσεως. Τὸ πρόβλημα, τὸ ὁποῖον ὑπὸ τὰς περιστάσεις ταύτας εἴχομεν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν, εἶχεν ἤδη ἀποβῆ παρά ποτε βαρὺ καὶ δυσκατόρθωτον, ἐπιδεινούμενον ἔτι μᾶλλον ἐκ τῆς ἐπιτακτικῆς τῆς δημοσίας γνώμης ἀξιώσεως ὅπως ἀποφευχθῇ πᾶσα νέα φορολογικὴ ἐπιβάρυνσις. Ποῖαι ἦσαν αἱ δαπάναι ἐφ’ ὧν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιφέρῃ περικοπὰς καὶ οἰκονομίας; Ἂν λάβωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1926–1927 ὡς εἶχεν ἀρχικῶς, παρατηροῦμεν ὅτι μέρος τῶν ἐξόδων εἶναι ἐπιδεκτικὸν κατ’ ἀρχὴν μειώσεως, ἕτερον δὲ μέρος εἶναι ἀνεπίδεκτον τοιαύτης, ἄνευ τοὐλάχιστον εἰδικῶν πρὸς τοὺς δικαιούχους συμφωνιῶν. Τοιαῦται δαπάναι μὴ ἐπιδεκτικαὶ ἐλαττώσεως εἶναι: 1) Δημόσιον Χρέος, τακτικαὶ 1,686,000,000 δραχ., ἔκτακτοι 37,000,000 δραχ. Συντάξεις 575,000,000 δραχ. Ἐπὶ τῶν συντάξεων δὲν ἀποκλείονται βεβαίως ἐξ ὁλοκλήρου αἱ οἰκονομίαι, ἔχει δὲ ἤδη ἕτοιμον νομοσχέδιον ἡ Κυβέρνησις ἐκκαθαρίσεως καὶ αἱ συντάξεις ὅμως ὀφείλουν κατὰ κανόνα νὰ θεωροῦνται ὡς σταθεραὶ τοῦ Κράτους ὑποχρεώσεις. 3) Ἀποθεματικὸν δραχ. 350,000,000. 4) Ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων δραχ. 194,000,000. 5) Ἀποσβέσεις ἔκτακτοι καὶ δάνεια πρὸς τρίτους δραχ. 1,002,000,000. 6) Δαπάναι ἐκ συμβατικῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ὑποχρεώσεων δρ. 126,000,000. 7) Ὁμοίως Ὑπουργείου Στρατιωτικῶν δραχ. 633,000,000. 8) Ὑπουργείου Συγκοινωνίας δρ. 70,000,000, ἐν ὅλῳ δραχ. 4,673,000,000, ἐπὶ Προϋπολογισμοῦ δραχμῶν 8,821,000,000. Ὑπολείπεται ποσὸν δραχμῶν 4,148,000,000, ἐφ’ οὗ δύναται νὰ κινηθῇ ἡ χειρουργικὴ μάχαιρα τῶν οἰκονομιῶν. Ἂν ἐπρόκειτο ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου νὰ ἀντλήσωμεν διὰ περικοπῶν τὸ κάλυμμα τοῦ ἐλλείμματος, δὲν θὰ ἔμενεν εἰμὴ ποσὸν δραχ. 1,500,000,000 δι’ ὅλας τοῦ Κράτους τὰς λειτουργίας, πρὸς ὀργάνωσιν τῶν ἀμυντικῶν τῆς Χώρας δυνάμεων καὶ διὰ τὴν ἐθνικὴν τοῦ Λαοῦ ἀγωγήν, διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν, τὴν προαγωγὴν τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας καὶ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς γεωργίας, διὰ τὰς προσφυγικὰς ἀνάγκας, διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, τὴν διοίκησιν τῶν οἰκονομικῶν καὶ διὰ πᾶν ὅ,τι τέλος πάντων ἀποτελεῖ τὸν προορισμὸν τοῦ Κράτους. Ὀρθοφρονοῦσα Κυβέρνησις δὲν θὰ ἐσκέπτετο τόλμημα παρόμοιον. Ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν ἐμπειρονομόνων ἀνεβίβασε τὸ ποσὸν τῶν δυνατῶν περικοπῶν εἰς δραχ. 1.295.000.000, γνωρίζετε δὲ τί ἀπόστασις ὑφίσταται μεταξὺ προτάσεων ἐπὶ τοῦ χάρτου καὶ τῆς ἐφαρμογῆς. Εἶναι τόσον εὔκολον νὰ προτείνῃ τις οἰκονομίας, ἐπισταμένης ὅμως τῆς ὥρας τῆς ἐκτελέσεως τὰ θιγόμενα συμφέροντα δικαίως ἢ παραλόγως ἐξανίστανται καὶ ἀντιδροῦν μέχρις ἐσχάτων.
§17ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν μόνον δύνανται νὰ προέλθουν οἰκονομίαι ἑνὸς δισεκατομμυρίου.
§18Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑπεστηρίξατε, κ. συνάδελφε, ὅτι ἐκ μόνου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δύνανται νὰ πραγματοποιηθοῦν οἰκονομίαι ἑνὸς ὁλοκλήρου δισεκατομμυρίου, ἀπεδείχθη ὅμως εἰς ἄλλην συνεδρίασιν ὅτι τὰ πράγματα ἐγγύτερον ἐξεταζόμενα δὲν ἐπιτρέπουν τοιαύτας ἐλπίδας. Ἡ Κυβέρνησις προσάγει προτάσεις περιορισμοῦ δαπανῶν κατὰ ἓν ἐν συνόλῳ δισεκατομμύριον δραχμῶν καὶ μολονότι δὲν ἐννοῶ νὰ χαιρετισθῇ τὸ γεγονὸς τοῦτο ὡς ὕψιστον κατόρθωμα, καθόσον ἔν τινι μέτρῳ αἱ ἐλαττώσεις ὑφίστανται κατ’ ἐπίφασιν μόνον, εἶναι ἐκτὸς ἀμφισβητήσεως ὅτι ἀποτελεῖ σπουδαίαν διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἀνασύνταξιν συμβολήν. Ἐκτὸς ἑνὸς δισεκατομμυρίου, ἐλάττωσις 172.000.000 δρ. προέρχεται ἐξ ἁπλῆς μεταθέσεως πιστώσεων εἰς τὴν ἑπομένην χρῆσιν 1928–1929, συνεπείᾳ συμφωνίας εἰς ἣν προῆλθεν ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν συνάδελφός μου μετὰ προμηθευτικῶν Οἴκων, δεχθέντων νὰ ἀναβάλουν τὴν ἐξόφλησιν ἀπαιτήσεών των ἐπὶ ἓν ἔτος. Τοιαῦται συμφωνίαι συνήφθησαν μετὰ τοῦ Οἴκου Bredha διὰ τὴν προμήθειαν τῶν ὅπλων διὰ δραχμὰς 87.000.000, τοῦ ἐργοστασίου Χότσκης διὰ δραχμὰς 20.560.000 καὶ τοῦ Καλυκοποιείου διὰ δραχμὰς 65.000.000. Αἱ μεταθέσεις αὗται ἀνακουφίζουν τὴν ὑπερβεβαρημένην τρέχουσαν χρῆσιν, δὲν δημιουργοῦν δὲ βάρος ὑπέρογκον διὰ τὴν ἑπομένην, τῆς ὁποίας αἱ προβλέψεις ἐπιτρέπουν ἀφόβως τὴν μετάθεσιν. Ὡσαύτως ἑτέρα ἐλάττωσις κατὰ δραχ. 373.000.000 ὀφείλεται εἰς συμφωνίαν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, δυνάμει τῆς ὁποίας τὸ προϊόν τῶν δύο προσθέτων δεκατημορίων ἐπὶ τῶν ἀμέσων καὶ τῶν ἐμμέσων φόρων, μετὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἀναγκαστικῶν δανείων, δὲν θὰ διατίθεται τοῦ λοιποῦ ἐξ ὁλοκλήρου ὑπὲρ αὐτῆς. Κατὰ νόμον ψηφισθέντα τὸ 1925, αἱ εἰσπράξεις ἐκ τοῦ πρώτου δεκατημορίου τοῦ ἐπιβληθέντος τῷ 1922 καὶ τοῦ δευτέρου τοῦ ἐπιβληθέντος τὸ 1925, διατίθεται κατὰ πρῶτον λόγον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἀναγκαστικῶν δανείων, τὸ δὲ ἀπομένον ποσὸν μεταβιβάζεται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν πρὸς βαθμιαίαν ἐλάττωσιν τῶν προσωρινῶν πρὸς αὐτὴν ὀφειλῶν. Ὁ νόμος 3312 συνετάχθη καὶ ἐψηφίσθη ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἔγινε δὲ μάλιστα ῥητὴ περὶ τούτου, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, δήλωσις τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, προκληθέντος κατὰ τὴν συζήτησιν. Ἡ μεταβληθεῖσα ἔκτοτε κατάστασις ἐματαίωσε τὰς προσδοκίας τῶν περισσευμάτων καὶ ἔχομεν ὡς ἐκ τούτου ὀγκώδη, ὡς ἐξετέθη, ἐλλείμματα, θὰ ἦτο δὲ πρᾶξις ἀκατανόητος νὰ ἐξοφλῶμεν διὰ τῆς μιᾶς χειρὸς προσωρινὰς ὀφειλὰς καὶ νὰ δημιουργῶμεν τοιαύτας διὰ τῆς ἄλλης. Τὸ κυμαινόμενον ἄλλως τε πρὸς τὴν Τράπεζαν χρέος, καθ’ ὃν χρόνον ἐλήφθη τὸ μέτρον, ἦτο ἀσυγκρίτως ἀνώτερον τοῦ σημερινοῦ, περιλαμβάνον τὸ ποσὸν τῶν ἐξοφληθέντων ἔκτοτε ἐντόκων γραμματίων, ἀνερχομένων εἰς 2,000,000,000 περίπου δραχμάς. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, καθ’ ἃ συνάγεται ἐκ τῆς τελευταίας ἐτησίας ἐκθέσεως, ἐξακολουθεῖ, παρ’ ὅλας τὰς ἐπιβληθείσας εἰς αὐτὴν βαρείας ὑποχρεώσεις, νὰ παρουσιάζῃ ἀμείωτον ὡς πάντοτε ἀκμὴν καὶ εὐρωστίαν, μὴ ἐπιβάλλουσαν οὐδὲ δικαιολογοῦσαν τὴν ἐτησίαν διάθεσιν ποσῶν ὑπερόγκων ἐκ τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρὸς ἀπόσβεσιν μικροῦ σχετικῶς κυμαινομένου χρέους, διὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἤρκει ἐτησία καταβολὴ 150,000,000 δραχμῶν. Τὰς ἀπόψεις ταύτας ἀπεδέχθη ἡ Διοίκησις τῆς Τραπέζης καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τούτων κατηρτίσθη ἡ ὑποβαλλομένη σύμβασις, σὺν τῇ προσθήκῃ ὅτι, ἐκ τοῦ ἐνδεχομένως συναφθησομένου δανείου πρὸς κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων, θέλει διατεθῆ ἐπιπροσθέτως καὶ ἐφάπαξ ὑπὲρ τῆς Τραπέζης πρὸς ἐξόφλησιν χρεῶν τοῦ Κράτους ποσὸν δραχμῶν 200,000,000. Τὰ διατεθέντα μέχρι τοῦδε πρὸς ἐκκαθάρισιν κυμαινομένων ὀφειλῶν ἀνῆλθον κατὰ τὸ 1925–1926 εἰς δραχ. 439,391,123, κατὰ τὸ 1926–1927 εἰς δραχ. 509,683,859, ἐνῷ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος πρόκειται, ὡς εἶπον, νὰ διαθέσωμεν μόνον 150,000,000 δραχ. ἐκ προβλεπομένων εἰσπράξεων ἐκ τοῦ 20% δραχ. 944,019,000, ἐξ ὧν μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ἀναγκαστικοῦ δανείου ἐκ δραχ. 364,000,000, ἀπομένει ἐλεύθερον ὑπόλοιπον δραχ. 580,000,000. Τὸ ποσὸν τοῦτο θὰ διέθετεν, ἄνευ τῆς γενομένης διαρρυθμίσεως, ὁλόκληρον ὑπὲρ τῆς Τραπέζης, διατίθενται δὲ δι’ αὐτῆς μόνον δραχ. 150,000,000, ὡς καὶ 57,000,000 δρ. πρὸς ἀπόσβεσιν χρέους πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἀποκαταστάσεως Προσφύγων, τοῦ ὁποίου τὴν ἐξόφλησιν ἀνέλαβεν ἡ Τράπεζα καὶ τὸ ὁποῖον, ἄνευ τοῦ γενομένου διακανονισμοῦ, θὰ περιελαμβάνετο εἰς τὸ ποσὸν τῶν 580,000,000 δραχμῶν. Αἱ λοιπαὶ οἰκονομίαι καὶ περικοπαί, καίτοι δὲν εἶναι ἀπολύτως εὐχερὲς νὰ προσδιορισθοῦν μετ’ ἀπολύτου ἀκριβείας, ὡς ἐκ τῆς ἀναμίξεως τῶν διαφόρων κονδυλίων, κατανέμονται περίπου ὡς ἑξῆς: Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν αἱ πραγματικαὶ οἰκονομίαι ὑπολογίζονται εἰς δραχ. 271,000,000, ἐπέρχονται δὲ σὺν ἄλλοις διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῆς θητείας ἀπὸ 18 μηνῶν εἰς δεκαπεντάμηνον, ἐλαττώσεως τῆς ὁποίας τὴν ἄμεσον καὶ βαρυσήμαντον ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς ἐν γένει οἰκονομίας δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξάρωμεν, ἀνακουφιζούσης δὲ τὸν Προϋπολογισμὸν κατὰ 60,000,000 δραχμάς. Ἡ περαιτέρω βράχυνσις τῆς θητείας, τὴν ὁποίαν πεισμόνως ἐν ἀρχῇ ἐπεδίωξα, ἐφικτὴ μόνον ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς βαθμιαίας καὶ ἐκ βάθρων τροποποιήσεως τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως, καθίσταται ἤδη ἀδύνατος ἐξ ἀνυπερβλήτων κωλυμάτων τεχνικῆς φύσεως. Πλὴν τῆς θητείας ἐκ τῆς περικοπῆς τῶν ἀποδοχῶν τῶν ἀξιωματικῶν κατὰ 7% καὶ τῆς καταργήσεως ἐπιδομάτων τινῶν, προκύπτει οἰκονομία 21,000,000 δραχμῶν, οἰκονομία ἥτις δὲν πρόκειται, κατὰ τὴν γνώμην μου, νὰ θίξῃ οὐσιωδῶς τὴν οἰκονομικὴν ἐπάρκειαν τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν ὁποίων αἱ ἀποδοχαὶ αὐξηθεῖσαι ἐσχάτως διὰ τῶν ἐπιδομάτων, δὲν θὰ εἶναι καὶ μετὰ τὴν ἀνωτέρω κράτησιν κατώτεραι τῶν ἀποδοχῶν τῶν ἀξιωματικῶν ἄλλων πλουσιωτέρων Κρατῶν, τῆς Ρουμανίας λ. χ., καὶ αὐτῆς τῆς Ἰταλίας. Προσδοκῶμεν ὁμοίως ἐκ τῆς διαρρυθμίσεως τῶν νόμων τῆς τιμητικῆς διαθεσιμότητος καὶ τῆς εἰδικῆς ἀποστρατείας μείωσιν δραχμῶν 8,000,000. Ἐκ τῆς τροποποιήσεως τῆς συνθέσεως τῶν ὑπαξιωματικῶν τεχνιτῶν δραχ. 9,000,000. Ἐκ τῆς τροποποιήσεως τοῦ Ὀργανισμοῦ τοῦ Στρατοῦ διὰ τῆς συμπτύξεως μικροτέρων τινῶν μονάδων καὶ τοῦ περιορισμοῦ τῶν ὀργανικῶν θέσεων, ἀνερχομένων εἰς 7 περίπου χιλιάδας εἰς τὰς ἤδη συμπεπληρωμένας, ὑπολογιζομένας εἰς 5,000 περίπου, εἰς 69,000,000 δραχμῶν. Ἐκ διαφόρων ἄλλων δαπανῶν Ἐπιμελητείας, προμηθειῶν κλπ. δραχ. 48,000,000. Ἐκ τοῦ διακανονισμοῦ τῶν λογαριασμῶν ἡμῶν μετὰ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου τοῦ Στρατοῦ, καταργουμένης τῆς ἀποδόσεως τῶν ἀντισηκωμάτων καὶ ὁριζομένης ἐτησίας χρεωλυτικῆς δόσεως δραχ. 10,000,000 διὰ τὴν ἀπόσβεσιν τοῦ ἐξ 70,000,000 χρέους τοῦ Κράτους, 56,000,000 δραχ. Αἱ ἐλαττώσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν δύνανται νὰ ὑπολογισθοῦν, συμψηφιζομένων καί τινων αὐξήσεων, εἰς 41,000,000 δραχμῶν, ἐπέρχονται δέ: 1) διὰ τῆς συγχωνεύσεως τῶν δύο καταδιωκτικῶν Σωμάτων, τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων καὶ τῆς Χωροφυλακῆς, τῆς μειώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς Χωροφυλακῆς εἰς τὸ νόμιμον ὅριον....
§19Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν περιλαμβάνεται ἡ ἐλάττωσις ἐκ τῆς μειώσεως τοῦ ἀριθμοῦ.
§20Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἴσως. Ὡσαύτως δὲ καὶ ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ μισθοῦ τῶν ἀξιωματικῶν κατὰ 7% δραχ. 18,650,000, τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὁπλιτῶν κατὰ 1957 δραχ. 11,100,000, 3) τῆς οἰκονομίας τοῦ ἱματισμοῦ δραχ. 11,000,000, 4) τῶν ὁδοιπορικῶν δραχ. 3,000,000. Αἱ δαπάναι τῆς Ἀστυνομίας τῶν Πόλεων αὐξάνονται κατὰ 12,000,000 δραχμῶν, ἔχομεν δὲ ἐξ ἄλλου καὶ ἐλαττώσεις τινὰς αὐτομάτους, τὴν ἀπάλειψιν λ. χ. τῆς πιστώσεως τῶν ἐκλογικῶν ἐξόδων. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Προνοίας ὑπολογίζομεν μειώσεις: 1) Ἐκ τῶν συντάξεων θυμάτων πολέμου δι’ ὀκτὼ μῆνας δραχ. 130,000,000, αἰρομένων τῶν εἰσχωρησασῶν καταχρήσεων, ἐν τῇ ἐκπληρώσει τῆς ἐθνικῆς ὑποχρεώσεως πρὸς ἀνακούφισιν τῶν θυμάτων πολέμου, καταχρήσεων ἀτυχῶς πολυαρίθμων, τὰς ὁποίας διηυκόλυνε διαδικασία ἀπονομῆς συνοπτικὴ καὶ ἀτελεστάτη, ἐπιτρέψασα τὴν ἀνήθικον δημιουργίαν παρασίτων, ἀπομυζώντων τὸν Προϋπολογισμόν. Ἀπὸ τῶν παρεισάκτων τούτων στοιχείων ἐπιθυμοῦντες νὰ ἀπαλλάξωμεν τὸ Κράτος προτείνομεν τὴν ἀναθεώρησιν τῶν συντάξεων, ἀναθεώρησιν μὴ θίγουσαν τοὺς πράγματι δικαιούχους καὶ ὑπολογίζομεν τὴν ἐντεῦθεν οἰκονομίαν, σὺν τῇ ἐπανορθώσει τῆς γενομένης κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ὑπερόγκου ἐκτιμήσεως τῆς σχετικῆς δαπάνης εἰς τὸ ἀναφερθὲν ποσὸν τῶν 131,000,000 δραχμῶν. Ἕτεραι οἰκονομίαι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Προνοίας ἐπέρχονται διὰ καταργήσεως θέσεων τοῦ ὑγειονομικοῦ προσωπικοῦ 3,500,000 δραχμῶν, τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἡμερομισθίου προσωπικοῦ στεγάσεως δραχμῶν 3,300,000, τῆς περικοπῆς κονδυλίου στεγάσεως ἐπὶ τῇ προόψει ἐντατικωτέρας συνεχίσεως τοῦ ἀπαραιτήτου τούτου ἔργου διὰ τοῦ συναφθησομένου δανείου δραχ. 41.000.000, τῶν δαπανῶν τῶν προσφυγικῶν νοσοκομείων δραχμῶν 8,000,000, ἐν ὅλῳ δραχ. 187,000,000.
§21Β. ΣΑΓΙΑΣ. Πόσος εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Προνοίας;
§22Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ σύνολον τῶν τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων δαπανῶν του ἀνέρχεται εἰς δραχ. 552,000,000.
§23ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μαζὶ μὲ τὰ θύματα τοῦ πολέμου;
§24Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Βεβαίως.
§25Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Ἀφοῦ εἶναι 552.000.000 τῶν θυμάτων τοῦ πολέμου;
§26Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ποσῶς. Οὐδέποτε τὸ κονδύλιον θυμάτων πολέμου ἀνῆλθεν εἰς 500,000,000 δραχμῶν. Εἰς τὸν περυσινὸν Προϋπολογισμὸν ἀνεγράφετο δαπάνη 350,000,000 δραχμῶν, περιοριζομένη ἤδη εἰς 180,000,000 δραχμῶν. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἔχομεν μειώσεις: 1) ἐξ ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ναυτῶν ἀπὸ 6,361, ὅσοι ἐτησίως ὑπηρέτουν κατὰ μέσον ὅρον μέχρι τοῦδε, εἰς 4,861, δραχ. 14,200,000, 2) ἐκ περικοπῆς τοῦ μισθοῦ τῶν ἀξιωματικῶν κατὰ 7% καὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν κατὰ 5%, δραχμὰς 6,600,000, 3) ἐξ ἀφορμῆς τοῦ μέτρου τῆς διαθεσιμότητος τῶν ὑπεραρίθμων ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν καὶ μειώσεως κατὰ 30% τῶν ἀποδοχῶν των, δραχ. 1,600,000, 4) ἐκ τῆς καταργήσεως τῆς προσφορᾶς πρὸς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον τοῦ Στρατοῦ καὶ τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον δραχμὰς 2,600,000, 5) ἐκ τῶν ἀποστολῶν ἐξωτερικοῦ δρ. 4,400,000, 6) ἐξ ἐλαττώσεως ἀριθμοῦ ἐργατῶν Ναυστάθμου δραχμὰς 1,500,000, 7) ἐκ παροπλισμοῦ πλοίων καὶ τῆς ἐντεῦθεν ἐλαττώσεως τῆς καυσίμου κυρίως ὕλης δραχ. 4,200,000, 8) ἐκ κατασκευῆς κτιρίων δραχ. 12,900,000. 9) ἐκ ναυπηγήσεων περατωθεισῶν ἤδη δραχ. 19,800,000 καὶ 10) ἐξ ἐκτάκτου ὑλικοῦ δραχ. 13,000,000, ἐν ὅλῳ 77,000,000. Ἡ ἐλάττωσις τῶν πιστώσεων φθάνει τὰ 121,000,000 δραχμῶν, ἐκ τούτων ὅμως 46,000,000 δραχ. ἀποτελοῦν λογιστικὴν διαγραφὴν τῶν Γερμανικῶν ἐπανορθώσεων.
§27ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Περὶ ναυάρχων;
§28Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς ἀναφέρω σχετικὴν ἀπόφασιν ὡς ληφθεῖσαν μέχρις ὥρας. Ἀναμφιβόλως ὁ ἀριθμὸς τῶν ναυάρχων εἶναι ἀδικαιολογήτως ὑπερβολικός, ἡ διαρρύθμισις ὅμως τῶν προσωπικῶν ζητημάτων τῶν δύο πολεμικῶν Ὑπουργείων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσλάβῃ ἤδη τὴν τελικὴν αὐτῆς μορφήν.
§29Α. ΚΑΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Αὐτὰ εἶναι ἁμαρτήματα τοῦ παρελθόντος.
§30Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Αἱ οἰκονομίαι ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν ἐξηντλήθησαν ὁλοσχερῶς διὰ τῶν προτεινομένων μέτρων, ἡ δὲ Κυβέρνησις προτίθεται νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ ἔργον τοῦτο, ὅπως πᾶσα περιττὴ δαπάνη, ἐπιβληθεῖσα ἔστω μέχρι τινὸς ὑπὸ τῶν περιστάσεων, ἐκλείψῃ διὰ παντός.
§31ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κ. Πρόεδρε.
§32Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Νὰ τελειώσῃ πρῶτον τὸ μέρος τῶν οἰκονομιῶν, σᾶς παρακαλῶ.
§33ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Σεῖς κανονίσατε διὰ νὰ ξεκουρασθῆτε.
§34Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας ἀναγράφονται ἐπὶ ἔλαττον δαπάναι δραχ. 49,000,000, οἰκονομίαι, ἡ περικοπὴ δὲ αὕτη ἀποδοτέα, κυρίως εἰς τὴν λαμβανομένην πρόνοιαν ὅπως αἱ δαπάναι τῆς κατασκευῆς καὶ συντηρήσεως ὁδῶν συντελεσθοῦν κατὰ τὴν τρέχουσαν χρῆσιν διὰ τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας, ἡ περὶ τοῦ ὁποίου σύμβασις ἐκκρεμεῖ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὡς καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως ταμείου ὁδοποιΐας», μὴ συζητηθέντος ἄχρις ὥρας. Ἐπιθυμία τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὅπως τὰ προτεινόμενα σχετικὰ πρὸς τὴν ὁδοποιΐαν μέτρα ἐξετασθῶσι μετὰ πάσης δυνατῆς σπουδῆς καὶ ἐπιψηφισθοῦν τὸ ταχύτερον, ἵνα ἄνευ ἀναβολῆς ἐπιληφθῶμεν τῆς συμπληρώσεως τοῦ ὁδικοῦ μας δικτύου, τὴν ἀτέλειαν τοῦ ὁποίου βαθύτατα αἰσθάνεται ἡ Κοινωνία ὁλόκληρος. Ἄν, ὡς ἐλπίζω, ὑφ’ οὓς ὅρους διεσκευάσθησαν τὰ νομοσχέδια τύχουν τῆς ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς, θέλει ἰσχύσει ἡ μείωσις τῶν πιστώσεων, ἐν ἐναντίᾳ ὅμως περιπτώσει θὰ παραστῇ προδήλως ἀνάγκη αὐξήσεως αὐτῶν, ἣν δέον νὰ ἀποφύγωμεν ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ κοινοῦ συμφέροντος. Ἡ ἔναρξις τῶν ὁδικῶν ἔργων πλὴν τῶν ἄλλων ἀγαθῶν θὰ παράσχῃ ἐργασίαν εἰς πλῆθος ἐργατῶν καὶ θὰ ἀποτρέψῃ τὸν ἐκ τῆς ἀεργίας ὀγκούμενον ὁλοὲν κίνδυνον. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας δὲν ἔχομεν νὰ σημειώσωμεν τί τὸ σημαντικόν, πλὴν μιᾶς ἁπλῆς μεταθέσεως δαπάνης δραχμῶν 10,000,000 εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν εἰδικῶν ταμείων. Εὑρίσκεται οὐχ ἧττον ἐν τῷ περατοῦσθαι ἐργασία ἀξιόλογος πρὸς ὀργάνωσιν τοῦ αὐτονόμου ταμείου τοῦ Ἐποικισμοῦ, ἥτις θέλει περιορίσει σημαντικῶς τὰς δημοσίας δαπάνας καὶ θέλει συντελέσει εἰς τὴν καλυτέραν ὀργάνωσιν τῆς γεωργίας καὶ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων.
§35Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἡ ἐλάττωσις τῶν δαπανῶν εἶναι 10,000,000.
§36Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι ἐλάττωσις δαπανῶν ἐκ τῆς ἀνταλλαγῆς.
§37Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Καὶ ἐν γένει;
§38Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας παρατηρεῖται ἀντὶ ἐλαττώσεως αὔξησις δαπανῶν ὀφειλομένη εἰς τὰς ὑπὸ τῶν προκατόχων Κυβερνήσεων γενομένας αὐξήσεις μισθῶν. Προβλέπεται ἐν τούτοις ἡ κατάργησις ἀριθμοῦ τινος γυμνασίων, πολυταξίων διδασκαλείων καὶ τῆς ἐπιχορηγήσεως τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ἐξασφαλίσαντος ἐπαρκεῖς πόρους ἐκ τοῦ ἐπιβληθέντος προσθέτου δασμοῦ ἐπὶ τῶν διὰ λιμένος Θεσσαλονίκης εἰσαγομένων εἰδῶν καὶ διαθέτοντος ἤδη ἀποθεματικὸν ἕνδεκα ἑκατομμυρίων.
§39ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν.
§40Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἡ ἐπερχομένη μείωσις ὑπολογίζεται εἰς δραχ. 2,000,000 ἐκ τῆς καταργήσεως Πρωτοδικείων τινῶν ἢ Εἰρηνοδικείων, ὡς καὶ θέσεών τινων ἀντεισαγγελέων καὶ τοῦ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ τῶν Ἐφετείων.
§41Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι καὶ αἱ συντάξεις.
§42Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ ὑπελόγισα 2,000,000 δραχμῶν. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἔχομεν βεβαίως σημαντικὴν ἐλάττωσιν, 28,000,000 δραχμῶν, ὀφειλομένων οὐχ ἧττον εἰς τὴν ἀπάλειψιν τῆς ἐφάπαξ χορηγηθείσης πιστώσεως εἰς τὸ ταμεῖον τῶν καπνεργατῶν. Οἰκονομίαι τινὲς ἀφορῶσαι τὴν κατάργησιν ἐμπορικῶν σχολῶν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἀποδόσεως δὲν εἶναι ἄξιαι λόγου. Τοιουτοτρόπως ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων διερρυθμίσθη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀκολούθων ἀναλογιῶν: Τὸ Δημόσιον Χρέος καλύπτει τὰ 25,21% τοῦ συνόλου τῶν προβλεπομένων δαπανῶν, ἐνῷ τὸ ποσοστὸν ἐν τῷ περυσινῷ Προϋπολογισμῷ ἀνήρχετο εἰς 28,46, γεγονὸς ὅπερ δὲν πρέπει δυστυχῶς νὰ μᾶς κάμῃ νὰ ὑποθέσωμεν ὅτι τὸ Δημ. Χρέος βαίνει ἐλαττούμενον, καθόσον ἡ παρατηρουμένη ἐλάττωσις ὀφείλεται εἰς τὴν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης συμφωνίαν. Αἱ συντάξεις ἀπορροφοῦν 5,46%, ἐνῷ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἀνήρχοντο εἰς 6,40%, ἡ δημοσία ἀσφάλεια 3,86 ἔναντι 4,27, τὰ δημόσια ἔργα 2,91% ἀντὶ 3,36, ἡ ἐκπαίδευσις παρουσιάζει αὔξησιν τοῦ ποσοστοῦ ἀπὸ 4,54% εἰς 4,92, τὰ μονοπώλια ἐλάττωσιν ἀπὸ 1,71 εἰς 1,54, τὰ Τ.Τ.Τ. αὔξησιν ἀπὸ 2,56 εἰς 2,84, ὁ Στρατὸς μείωσιν ἀπὸ 20,28% εἰς 16%, ὡσαύτως τὸ Ναυτικὸν ἀπὸ 5,6 εἰς 4,46. Συνεπῶς αἱ δαπάναι τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἀναβιβάζονται ἐν ὅλῳ εἰς 20,50% ἔναντι 25,35 τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἀποδεικνυομένης ἀνακριβοῦς τῆς κοινῶς κρατούσης ἀντιλήψεως περὶ τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν ὡς ἀνερχομένων εἰς 33%. Ἡ περίθαλψις καὶ ἐγκατάστασις τῶν προσφύγων παρουσιάζουν καὶ αὗται πτῶσιν ἀπὸ 2,02 εἰς 1,38. Ἡ ἀνταλλαγὴ τῶν πληθυσμῶν αἰσθητὴν αὔξησιν ἀπὸ 0,62% εἰς 2,83%, τὰ δάνεια πρὸς τούτοις ἀνῆλθον ἀπὸ 3,76 εἰς 6,72, τῆς λοιπῆς διοικήσεως ὑπολογιζομένης εἰς 13,86%. Αἱ προτεινόμεναι παρ’ ἡμῶν μειώσεις καὶ περικοπαὶ δύνανται νὰ πραγματοποιηθοῦν αἱ μὲν διὰ πράξεων τῆς διοικήσεως καὶ λογιστικῆς μειώσεως τῶν σχετικῶν πιστώσεων, ἄλλα δὲ ἀπαραιτήτως διὰ νομοθετικῆς κυρώσεως. Τηρουμένης τῆς συνήθους κοινοβουλευτικῆς διαδικασίας εἶναι φανερὸν ὅτι ὅπως ἐπιτελέσωμεν τὸ ἔργον τῶν οἰκονομιῶν δὲν θὰ ἤρκει ἀσφαλῶς τὸ ὑπολειπόμενον μέχρι τοῦ τέλους τῆς παρούσης χρήσεως διάστημα. Αἱ συζητήσεις θὰ ἦσαν μακραί, αἱ διαφωνίαι αἱ ὁποῖαι θὰ προέκυπτον, ριζικαί, οὕτω δὲ τὸ ἔργον τὸ οἰκονομικὸν θὰ ἐματαιοῦτο, ὑποκῦπτον εἰς τοὺς κανόνας τῆς κοινοβουλευτικῆς δικονομίας. Τοῦτο συνησθάνθησαν πανταχοῦ ὅπου σοβαρῶς ἐσκέφθησαν περὶ τῆς ἀνάγκης ὅπως μέρος τοὐλάχιστον τῶν ἐλλειμμάτων καλυφθῇ διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῶν δαπανῶν, αἵτινες ὑπερεξογκώθησαν κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν πολέμων, εἰς δὲ τὸ Βέλγιον, τὴν Γαλλίαν τὴν Ἰταλίαν, εἰς αὐτὴν τὴν κοιτίδα τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ τὴν Ἀγγλίαν, τὸ ἔργον τῶν οἰκονομιῶν συνετελέσθη διὰ τῶν νομοθετικῶν ἐξουσιοδοτήσεων πρὸς τὰς Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι εἴτε μόναι, εἴτε βοηθούμεναι ὑπὸ Ἐπιτροπῶν κατώρθωσα νὰ φέρουν τὸ ἔργον τοῦτο εἰς πέρας. Ὁμοία ἀντίληψις ἐπεκράτησε καὶ παρ’ ἡμῖν κατὰ τὸ 1924, ἐδόθη δὲ καὶ τότε εὐρυτάτη ἐξουσιοδότησις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, χάρις εἰς τὴν ὁποίαν καὶ μόνην ἐπηνέχθησαν αἱ οἰκονομίαι, περὶ ὧν προηγουμένως ὡμίλησα. Θὰ ἦτο ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ σκεφθῶμεν ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐκπληρώσωμεν τὴν ἀξίωσιν τῆς Κοινῆς Γνώμης, πεισμόνως ἐχομένης τῆς ἀνάγκης τοῦ περιορισμοῦ τῶν δαπανῶν, ἀφίνοντες τὴν περὶ τούτου μέριμναν ἔκθετον εἰς τὰς πολυποικίλους διατυπώσεις καὶ τὰς μακρὰς παρελκύσεις τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ἄν ἡ Βουλή, ὡς πιστεύω, ἐμφορεῖται ἐκ τῶν διαθέσεων ὅπως ἀνταποκρινομένη πρὸς τὸ κοινὸν αἴσθημα μὴ ἀφήσῃ τὴν δημοσίαν διαχείρισιν ὑπὸ τὸν ὄγκον νεκρῶν καὶ ἀχρήστων βαρῶν, δὲν θέλει διστάσει, ὑποθέτω, νὰ δεχθῇ καὶ σήμερον, πρὸ ὀφθαλμῶν ἔχουσα τὴν κρισιμωτάτην καμπήν, πρὸ τῆς ὁποίας εὑρισκόμεθα, νὰ ἀναθέσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ ἄχαρι καὶ δυσάρεστον ἐγχείρημα τῶν περικοπῶν. Δὲν ἀποτελεῖ ὅ,τι ζητοῦμεν προνόμιον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ βάρος ἐπαχθές, ὅπερ ἀναλαμβάνομεν ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι κωφεύοντες πρὸ τῶν διαμαρτυριῶν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐξυπηρετήσωμεν τὸ ἀληθὲς τοῦ Λαοῦ συμφέρον. Ὑποβάλλομεν διὰ τοῦτο ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν ψήφισμα παρέχον τὴν ἀπαιτουμένην νομοθετικὴν ἐντολὴν πρὸς ὅλας τὰς ἀναγκαίας μεταρρυθμίσεις, δι’ οὗ θέλει ἐπιτευχθῆ ἐλάσσων δαπάνη μετ’ ἴσης ἀποδόσεως. Δὲν σκέπτεται δὲ ἡ Κυβέρνησις νὰ σταματήσῃ εἰς ὃ μόνον σημεῖον ἤδη ἔφθασεν, ἀλλὰ θεωρεῖ καθῆκόν της νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν προσπάθειαν, παρατεινομένης τῆς ἐξουσιοδοτήσεως ἐπὶ ἕξ εἰσέτι μῆνας. Ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Οἰκονομιῶν, πολυπληθὴς καὶ μὴ περισπωμένη ὑπὸ ἄλλων ἀσχολιῶν, ἐχρειάσθη ὀκτὼ ὁλοκλήρους μῆνας πρὸς κατάρτισιν τῶν προτάσεών της, Δὲν εἶναι δὲ ὑποθέτω μακρὰ ἡ ὑφ’ ἡμῶν ζητουμένη προθεσμία, οὐχὶ πρὸς ὑποβολὴν σκέψεων, ἀλλὰ πρὸς πραγμάτωσιν ἀποφάσεων, τῶν ὁποίων ἡ ὀρθότης, ἡ ἀμεροληψία καὶ ἡ ἀκρίβεια ἀσφαλίζεται διὰ τοῦ ἀμοιβαίου ἐλέγχου, τοῦ ἀσκουμένου ἐντὸς τῶν κόλπων τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ τῶν προσκαίρως μόνον συνεργαζομένων καὶ κατὰ βάσιν ἀντιτιθεμένων κομμάτων. Ἂν τὸ κοινοβουλευτικὸν σύστημα ἔχῃ ὡς κυρίαν του ἀρετὴν τὴν δυσπιστίαν καὶ τὴν ἄγρυπνον τῶν Κυβερνήσεων παρακολούθησιν, ὁ ἀμοιβαῖος ἔλεγχος δὲν εἶναι ὀλιγώτερον ἰσχυρός, οὔτε ὀλιγώτερον ἄγρυπνος ἐντὸς τῶν τάξεων τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Θὰ ἦτο ἀπολύτως δύσκολος ἡ συμπαιγνία καὶ ἡ συνεννόησις πέντε κομμάτων πρὸς οἱασδήποτε καταχρήσεις, ἃς ἡ Κοινὴ Γνώμη θὰ ἀπεστρέφετο καὶ θὰ ἐστηλίτευε. Θὰ ἔχῃ ἄλλως τε πάντοτε ἡ Βουλή, εἰς ἣν τὰ ἐκδοθησόμενα θέλουν προσαχθῆ, τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγξῃ τὸ κυβερνητικὸν ἔργον καὶ νὰ τὸ τροποποιήσῃ ἢ καὶ νὰ ἀποτρέψῃ αὐτό, ἐφόσον τὸ κρίνει χρήσιμον. (Χειροκροτήματα).
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 11.30′ μ. μ.
(Ὥρα 10 μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 11.30′ μ. μ.)
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§45Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Λυποῦμαι, κύριοι, διότι ἐκούρασα τὴν Βουλὴν διὰ τῆς λεπτομεροῦς μου ἐκθέσεως παρὰ τὸν κανόνα, ὃν πάντοτε ἐτήρησα νὰ μὴ καταχρῶμαι τῆς εὐμενείας τῆς Βουλῆς, διὰ λεπτομερῶν ἀναλύσεων καὶ μακρηγοριῶν, μὴ προσιδιαζουσῶν εἰς τὴν ἰδιοσυγκρασίαν καὶ τὰς ἕξεις μου. Ἐστερήθην δυστυχῶς τοῦ ἀπαραιτήτου χρόνου ὅπως, συμπτύσσων τὰ στοιχεῖα, παράσχω εἰς τὴν Βουλὴν συνθετικὴν εἰκόνα τῶν δημοσίων οἰκονομιῶν, ἐφοβήθην δὲ μὴ ἐν τῇ σπουδῇ παραλείψω δεδομένα ἀπαραίτητα πρὸς μόρφωσιν ἀρτίας γνώμης. Ὁπωσδήποτε ἐλπίζω ὅτι ἡ μοναδικὴ αὐτῆς ἐξαίρεσις θὰ εἶναι καὶ τελευταία. Ἔλεγον, κύριοι, πρὸ τῆς διακοπῆς ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς ὅσας ἤδη προτείνομεν οἰκονομίας, ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις προτίθεται καὶ ὀφείλει νὰ συνεχίσῃ τὴν προσπάθειαν πρὸς ἐκκαθάρισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐπιζητοῦσα πρὸς τοῦτο τὴν νομοθετικὴν τῆς Βουλῆς ἐξουσιοδότησιν. Ὡς διετυπώθη τὸ σχέδιον τοῦ ψηφίσματος, ὑποθέτω ὅτι δὲν θέλει ἐγείρῃ σοβαρὰς ἀντιρρήσεις, ἐφόσον πρὸς τοῖς ἄλλοις προστίθεται εἰς αὐτὸ διάταξις μὴ ἀπαντῶσα συνήθως εἰς ὁμοίας περιπτώσεις καὶ ἐπιβάλλουσα τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ὑποβολῆς τῶν Διαταγμάτων εἰς τὴν Βουλὴν, εἰς τὴν ὁποίαν οὕτω παραμένει ἡ ὁριστικὴ ἀπόφασις ἐπὶ τῶν ληφθησομένων μέτρων. Ἡ ἐπεκτεινομένη ὁσημέραι αὔξησις τῶν δαπανῶν ἐπιβάλλει ἐν τῷ μέλλοντι περιφρούρησιν τῆς σκοπίμου διαχειρίσεως τῶν ἐξόδων ἀπὸ τῶν ὑπερβασιῶν πρὸς τὰς ὁποίας ῥέπουν οἱ καθ’ ἕκαστον κλάδον ἐπιδιώκοντες τὴν ἰδίαν των βελτίωσιν. Καταθέτω περὶ τούτου νομοσχέδιον, δι’ οὗ θὰ παρέχεται εὐρυτέρα τοῦ λοιποῦ δικαιοδοσία ἐποπτείας εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀδυνατοῦντα ὡς ἔχουν σήμερον τὰ πράγματα νὰ ἀναχαιτίσῃ οἱανδήποτε ὑπέρογκον καὶ δυσανάλογον πρὸς τοὺς δημοσίους πόρους δαπάνην, τῶν προσαρτωμένων εἰς ἕκαστον τῶν Ὑπουργείων εἰδικῶν λογιστηρίων, περιοριζομένων εἰς τὴν βεβαίωσιν τῆς μὴ ὑπερβάσεως τῶν ἀναγεγραμμένων πιστώσεων. Ἡ ὅλως τυπικὴ αὕτη ἐξουσία εἶναι προδήλως καὶ ἐκ τῶν πραγμάτων ἀπεδείχθη ἀλυσιτελής. Ἡ ἔλλειψις πραγματικῆς δικαιοδοσίας χαλαρώνει τὴν ἐποπτείαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, μόνου ἁρμοδίου νὰ κρίνῃ κατὰ πόσον ἡ κίνησις τῶν δημοσίων πόρων ἐπιτρέπει τὴν πραγματοποίησιν τῶν δαπανῶν ἢ ἐπιβάλλει τὴν περιστολὴν αὐτῶν εἰς τὸ ἐλάχιστον. Ἐπιζητοῦμεν ἤδη νὰ καθιερωθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν ὅτι κρατεῖ εἰς ὅλον τὸν κόσμον καὶ νὰ εἰδοποιηθοῦν τὰ εἰδικὰ λογιστήρια, πρὸ πάσης ἀναλήψεως δαπάνης, τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, δικαιούμενον νὰ διατάξῃ τὴν ἀναστολὴν, ἕως οὗ, συντρεχούσης τυχὸν περιπτώσεως, κριθῇ τὸ ζήτημα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ παρακολούθησις καθίσταται οὐσιαστικὴ καὶ τελεσφόρος, ἐπεκτεινομένη ἐπὶ τῆς διαθέσεως τῶν πιστώσεων.
§46Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Αὐτὸ θὰ σημάνῃ ἀρχὴν νοικοκυρωσύνης διὰ πρώτην φοράν.
§47Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐφηρμόσθη ἔν τινι μέτρῳ καὶ ἄλλοτε τὸ σύστημα, ἰδίᾳ κατὰ τὴν περίοδον 1917–1920. Ἔκτοτε ὅμως καὶ ἰδίᾳ ὁσάκις τὰ κοινὰ διεχειρίσθησαν ἑτερογενεῖς Κυβερνήσεις, ἡ οὐσιαστικὴ ἐπέμβασις ἠτόνησε καὶ παρέμεινε μόνον ἡ τυπικὴ ἔγκρισις. Ἑτέρα πηγὴ οἰκονομιῶν δύναται νὰ ἀνευρεθῇ καθ’ ἡμᾶς διὰ τῆς ἀναδιοργανώσεως τῆς ὑπηρεσίας τῶν Κρατικῶν Προμηθειῶν, ἡ λειτουργία τῆς ὁποίας κατὰ τὸ 1924–1925 ἔδωκε, κατὰ τὴν κοινὴν ὁμολογίαν, ἄκρως ἱκανοποιητικὰ ἀποτελέσματα, τοῦθ’ ὅπερ ὑπῆρξεν ἴσως εἷς ἐκ τῶν λόγων, δι’ οὓς κατηργήθη ὑπὸ τῆς δικτατορίας.
§48Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ὁ σπουδαιότερος λόγος ἦτο αὐτός.
§49Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ ἀνασύστασις τῆς ὑπηρεσίας ταύτης πρόκειται νὰ συντελεσθῇ κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐλειτούργησε καὶ κατὰ τὴν πρώτην της περίοδον, ἐπιφερομένων μόνον τῶν τροποποιήσεων τὰς ὁποίας ἐνδεικνύει ἡ συγκομισθεῖσα πεῖρα. Ἐπαναλαμβάνω, κύριοι, κλείων τὸ κεφάλαιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, ὅτι αἱ οἰκονομίαι καὶ οἱ περιορισμοὶ τῶν δαπανῶν συγκεφαλαιοῦνται περίπου εἰς ἓν δισεκατομμύριον δραχμῶν, φρονῶ δὲ ὅτι ὑπὸ τὰς παρούσας περιστάσεις τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο ὀφείλει νὰ κριθῇ ὡς ἄκρως ἱκανοποιητικόν. Πολλοὶ παρ’ ἡμῖν ὑπεστήριξαν ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιστρέψωμεν εἰς τὸ ὅριον τῶν δαπανῶν, αἵτινες ἐβάρυναν τὸ Κράτος κατὰ τὸ 1914, καθ’ ὃν ἀκριβῶς λόγον ἐπανήλθομεν ἐντὸς τῶν γεωγραφικῶν ὁρίων τῆς μικροτέρας Ἑλλάδος. Πρόκειται δυστυχῶς περὶ πλάνης ὄχι μικρὰν ἀσκησάσης ἐπίδρασιν ἐπὶ τῶν πνευμάτων. Ἡ ἐπιστροφή μας ἐντὸς τῶν παλαιοτέρων ἐθνικῶν ὁρίων ἐπῆλθεν οὐχὶ ὁμαλῶς, οὐδὲ ἄνευ κλονισμῶν, ἀλλὰ μετὰ καταστροφάς, ἑρμηνευομένας ἀναποδράστως εἰς προσθέτους εἰσέτι δαπάνας, τὰς ὁποίας οὐδὲ ἐξωφλήσαμεν, οὐδὲ δυνάμεθα εὐχερῶς νὰ ἐξοφλήσωμεν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν δαπανῶν τούτων, δαπανῶν ἀνασυγκροτήσεως τοῦ καταστραφέντος ὑλικοῦ, δαπανῶν συντηρήσεως, περιθάλψεως καὶ ἐγκαταστάσεως τῶν προσφύγων, δὲν δυνάμεθα νὰ παρίδωμεν τὸ γεγονὸς τῆς αὐξανούσης τοῦ Κράτους ροπῆς πρὸς ἐπέκτασιν τοῦ κύκλου τῆς ἐνεργείας του, γεγονὸς οὐχὶ τυχαῖον, ἀλλ’ ὀφειλόμενον εἰς τὰς συγχρόνους συνθήκας καὶ τὴν ἐπιτακτικὴν ἀξίωσιν τῆς Κοινωνίας, ἐκ τοῦ Κράτους προσδοκώσης τὴν ρύθμισιν πάσης ἐν τῇ Χώρᾳ κινήσεως, ἰδίᾳ δὲ τὴν ἐπίλυσιν τῶν ἀναφυομένων οἰκονομικῶν συγκρούσεων. Ἐκ τοῦ λόγου τούτου καὶ ἐκ τῆς βελτιουμένης ὁσημέραι κοινῆς περὶ τοῦ βίου ἀντιλήψεως καὶ τῆς ὑψώσεως τοῦ βιωτικοῦ ἐπιπέδου τῶν μαζῶν, καθίσταται ἀδύνατον νὰ ἱκανοποιήσωμεν σήμερον τὰς εὐλόγους ἀξιώσεις διὰ τὴν ἐπάρκειαν τῆς ἐκπαιδεύσεως, τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, τῆς ἐργατικῆς προστασίας, τῆς κοινωνικῆς ἀντιλήψεως, ἄνευ ἐπεκτάσεως τῶν δαπανῶν. Οἱ ἀντίθετοι ὑπολογισμοὶ στηρίζονται προφανῶς ἐπὶ ἐσφαλμένων προϋποθέσεων. Δὲν σημαίνει ὅμως τοῦτο ὅτι πρέπει νὰ ἀφεθῶμεν ἀνυπεράσπιστοι καὶ νὰ παρασυρθῶμεν ὑπὸ τοῦ ρεύματος τῶν ὑπερβασιῶν καὶ τῶν καταχρήσεων, εἰς ἃς συνήθως ἐκφυλίζονται αἱ ὀρθαὶ κατὰ τὰ ἄλλα ἀντιλήψεις περὶ τῆς ἀποστολῆς τοῦ Κράτους. Καθῆκον ἔχομεν νὰ περιφρουρήσωμεν τὸν δημόσιον πλοῦτον, μὲ τὴν σαφῆ οὐχ ἧττον συνείδησιν ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ κατέλθωμεν κάτω ἑνὸς κατωτάτου ὁρίου δαπανῶν, οὐδὲ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς συνθήκας ἀνηκούσας οὐχὶ εἰς τὴν σημερινὴν πραγματικότητα, ἀλλ’ εἰς τὴν ἱστορίαν. Εἰσέρχομαι ἤδη εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἐσόδων, ἐφ’ ὧν προβλέπεται αὔξησις δραχμῶν 1,606,000,000, αὔξησις ὅμως μὴ ἐπαγομένη ἴσην τοῦ Λαοῦ ἐπιβάρυνσιν. Μᾶλλον ἐμπεριστατωμένη ἀνάλυσις τῶν κονδυλίων τῶν ἐσόδων καταδεικνύει ὅτι αἱ αὐξήσεις προέρχονται ἐν πολλοῖς ἐκ τῆς προσδοκωμένης μετὰ θετικότητος πληρεστέρας τῶν ἐσόδων βεβαιώσεως καὶ ἔν τισιν ἐκ φορολογικῆς ἐπεκτάσεως. Ἔχομεν προβλέψει αὐξήσεις: 1) Ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν δραχ. 63,000,000, συνεπείᾳ τῆς διενεργουμένης ἤδη ἀπογραφῆς τῶν οἰκοδομῶν, μελλούσης νὰ ἀποπερατωθῇ κατὰ τὰς προβλέψεις τῆς ὑπηρεσίας μέχρι τέλους προσεχοῦς Αὐγούστου ἢ Σεπτεμβρίου καὶ ἄνευ φορολογικῆς ἐπιβαρύνσεως.
§50ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας τὸ Ἐνοικιοστάσιον;
§51Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὰ ἔσοδα ἐξετιμήθησαν κατὰ τὸν μετριώτερον τρόπον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων ὅρων, ἄνευ ὑπολογισμοῦ τῶν ἐκ τῆς τροποποιήσεως τοῦ Ἐνοικιοστασίου ἐνδεχομένων προσαυξήσεων. 2) Ἐκ τοῦ προσθέτου φόρου τῆς ὑδρεύσεως Ἀθηνῶν–Πειραιῶς πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ δανείου Οὔλεν δραχ. 25,000,000, προερχομένων κατὰ δραχ. 12,000,000, συνεπείᾳ τῆς μεγαλυτέρας ἀποδόσεως τοῦ κυρίου φόρου καὶ κατὰ τὸ ὑπόλοιπον ἐξ αὐξήσεως τοῦ ποσοστοῦ ἀπὸ 8 εἰς 12%. Κατὰ πίνακα, ὃν ἔχω ὑπ’ ὄψιν, τὸ ἔλλειμμα τῆς διαχειρίσεως τῆς Ἑταιρείας Οὔλεν μέχρι τῆς 31ης Μαρτίου 1927, περιλαμβανομένων ὅλων τῶν ἐξόδων καὶ τῶν εἰσπράξεων καὶ τοῦ προσθέτου ποσοστοῦ τῆς φορολογίας, ἀνῆλθεν εἰς δραχ. 32,424,000, ἔλλειμμα πληρωθὲν διὰ λογαριασμὸν τῶν ἰδιοκτητῶν τῆς πρωτευούσης ὑπὸ τοῦ Κράτους. Τὸ Δημόσιον εἶναι ὑπόχρεον νὰ συμπληρώνῃ ἐκ τῶν γενικῶν του πόρων εἰς βάρος ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου, συναφθέντος ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν ἰδιοκτητῶν τῆς πρωτευούσης, ἐπλήρωσε δὲ ἄχρι τοῦδε ποσὸν δραχ. 32,424,000, ὅπερ οὐδέποτε θέλει εἰσπραχθῆ ἀπὸ τοὺς καθ’ ἑαυτὸ ὑποχρέους πρὸς πληρωμήν.
§52Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Πῶς ἐβεβαιώθη τὸ ἔλλειμμα;
§53Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐκ τῶν λογαριασμῶν. Αἱ ἐξ ὑδροληψίας καὶ τοῦ προσθέτου φόρου εἰσπράξεις συνενούμεναι δὲν ἀρκοῦν πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἐτησίας δόσεως, οὐδὲ θὰ ἐξαρκέσουν καὶ μετὰ τὴν ἐπαύξησιν τοῦ ποσοστοῦ εἰς 12%.
§54Σ. ΣΤΑΗΣ. Πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ δανείου τῶν 5 ἑκατομμυρίων δολλαρίων;
§55Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ δεήσῃ δὲ νὰ καταβάλῃ πάλιν τὸ Κράτος περὶ τὰ 15 ἑκατομμύρια δραχμῶν. 3) Ἐκ τοῦ γενικοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος δραχ. 67,000,000, ἀποδοτέαι εἰς τὴν καλυτέραν βεβαίωσιν, καθὼς καὶ εἰς τὴν ἐλαφρὰν τῆς κλίμακος τροποποίησιν καὶ τὴν σύντονον τοῦ ἐλέγχου λειτουργίαν ἐπὶ τῇ βάσει ἐξωτερικῶν τεκμηρίων γνωμοδοτήσεως Ἐπιτροπῶν κλπ. Ἡ κλίμαξ τοῦ συνθετικοῦ φόρου ἐμειώθη κατὰ τὸ 1926 διὰ Ν. Διατάγματος, συνεπείᾳ δὲ τῆς μειώσεως ταύτης τὸ ἐξ αὐτῆς ἰσχῦον πάντοτε ἔσοδον κατῆλθεν ἀπὸ δραχ. 50,000,000 περίπου εἰς δραχ. 35,000,000. Διὰ τῆς προτεινομένης παρ’ ἡμῶν τροποποιήσεως δὲν ἀποκαθίσταται ἡ παλαιὰ κλίμαξ, ἀλλ’ ἁπλῶς βελτιοῦται κατά τι ἡ ἤδη ἰσχύουσα, ἐναρμοζομένη πρὸς τὰς παρούσας ἀνάγκας. 4) Ἐκ Λεσχῶν τυχηρῶν παιγνίων δραχ. 13,600,000, λόγῳ τῶν ἐπιτευχθέντων κατὰ τὰς δημοπρασίας ἀνωτέρων ἐνοικίων. Δὲν ἔχει λόγους τὸ Κράτος νὰ εἶναι ὑπερήφανον ἐκ τοῦ ἐσόδου τούτου. Ἡ χαρτοπαιξία ἡ ὑπὸ τοῦ Κράτους ἀντὶ πινακίου φακῆς ἐμφανῶς ὑποθαλπομένη εἶναι ἀπειράκις εἰδεχθεστέρα καὶ κοινωνικῶς ἐπικίνδυνος τῆς λάθρα, τῆς Ἀρχῆς ἀντιδρώσης, διενεργουμένης. Δὲν νομίζω ὅτι τὸ ἔσοδον τοῦτο ὀφείλει νὰ παραμείνῃ ἐπὶ μακρὸν ἀναγεγραμμένον εἰς τὸν Προϋπολογισμόν. Ὑπάρχουν εἰς τὴν ζωὴν τῶν λαῶν σύμβολά τινα ἐξουδετεροῦντα ἢ ἀναστέλλοντα τὰς ἠθικὰς ῥοπάς. Θὰ ἦτο χιλιάκις προτιμότερον νὰ ἐστερεῖτο τὸ Κράτος τῆς προσόδου ταύτης ἀντὶ τοῦ θεάματος τῆς ἀπροκαλύπτου διαφημίσεως τῶν χαρτοπαικτικῶν κέντρων, τῆς ἐλευθέρας εἰς ταῦτα δι’ εἰδικῶν ὑπηρεσιῶν μεταφορᾶς καὶ ἐνὶ λόγῳ βοηθείᾳ τοῦ Κράτους ἐξαπλώσεως τοῦ χαρτοπαικτικοῦ μιάσματος, τοῦ ἐπιφέροντος ραγδαίαν τὴν κοινωνικὴν ἔκλυσιν καὶ τὴν πλήρη τῆς ἐργατικῆς οἰκογενείας ἀποσύνθεσιν.
§56Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Ἡ ὑπηρεσία τῶν ξένων καὶ ἐκθέσεων ἐβεβαίωσεν ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐνέκρινε τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν καζίνων διὰ τῆς ἐγκαταστάσεως καὶ τοιούτων εἰς τὴν ἀκτὴν παρὰ τὴν Βουλιαγμένην.
§57Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐννοεῖται ὅτι τὴν στιγμὴν ταύτην διερμηνεύω μόνον τὰς ἀτομικάς μου ἀντιλήψεις. 5) Ἐκ τοῦ φόρου τοῦ ἐπιτηδεύματος, συνεπείᾳ τῆς ἀρτιωτέρας αὐτοῦ βεβαιώσεως, δρ. 81,000,000,
§58Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μόνον εἰς βεβαιώσεις;
§59Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Βεβαίως, ἐφόσον δὲν προτείνομεν αὔξησιν τῆς φορολογίας. Ὁ φόρος δὲν ἐπεβλήθη ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας. Τὰ εὕρομεν, εἶχε δὲ ἀπασχοληθῆ διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ ἐλέγχου ὁλόκληρος σχεδὸν ἡ φοροτεχνικὴ ὑπηρεσία κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος. Πρὸς στιγμὴν εἶχε γεννηθῆ ἐν ἐμοὶ ἡ ὄχι ἴσως ἐπαινετὴ ἐλπίς, συγχωρουμένη δὲ ἴσως μόνον ἐκ τῶν δυσκόλων περιστάσεων, ὅτι ἡ ἐκ τῶν ἐσόδων τούτων πρόσοδος θὰ ἦτο ἀπείρως μεγαλυτέρα, συνεπείᾳ τῶν δρακοντίων ὡς ἐλέγετο μέτρων τῶν Ἀρχῶν, ἔμποροι δὲ ἐκ τῶν τὰ πρῶτα φερόντων μὲ διεβεβαίωσαν ὅτι συνεπείᾳ τῶν διαπραττομένων, ὡς ἐλέγετο, ἐπισήμων λῃστοπραξιῶν, ἡ βεβαίωσις θὰ ὑπερέβαινε τὰ 700,000,000 δραχμῶν. Παραπεισθεὶς ἔσπευσα νὰ λάβω ὅλα τὰ δυνατὰ μέτρα πρὸς ἀποσόβησιν τοῦ ἀτόπου τῶν ὑπαλλήλων ζήλου καὶ δι’ ἐντονωτάτων καὶ ἐπανειλημμένων διαταγῶν κατέστησα προσεκτικὰς τὰς ἐφοριακὰς Ἀρχὰς καὶ τὰς Ἐπιτροπὰς τῆς κατατάξεως καὶ συνέστησα εἰς αὐτὰς νὰ ἀποφεύγουν ὑπερβολὰς ἐκθετούσας τὴν ἄμεσον φορολογίαν εἰς τὴν κοινὴν ἀντιπάθειαν. Τὸ ἀποτέλεσμα ὑπῆρξεν ὅτι ἀντὶ τῶν θρυλλουμένων 700 ἑκατομμυρίων δραχμῶν ἐβεβαιώθησαν μόνον περὶ τὰ 270 ἑκατομμύρια, ἐξ αὐτῶν δὲ μετὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν δευτεροβαθμίων Ἐπιτροπῶν ἀμφιβάλλω ἂν θέλῃ ὑπολειφθῆ καθαρὰ βεβαίωσις 201 ἕως 210 ἑκατομμυρίων. Δὲν μετανοῶ διὰ τὰς συστάσεις μου, ἐπείσθην ὅμως μετὰ πόσης ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὀφείλει νὰ ἀποβλέπῃ δυσπιστίας πρὸς τὰς διατόρους κραυγάς, τὰς τόσον συνήθεις ἐν Ἑλλάδι, προκειμένου περὶ πληρωμῆς φόρων. 6) Ἐκ προσαυξήσεως τῆς καταβαλλομένης ὑπὸ τοῦ σταφιδικοῦ ὀργανισμοῦ εἰσφορᾶς κατὰ δραχ. 24,000,000. Ὁ φόρος τῆς σταφίδος ὁρισθεὶς κατ’ ἀποκοπὴν κατὰ τὴν ἵδρυσιν τῆς Προνομιούχου εἰς 3,500,000 δραχ. παρέμεινεν ἀμετάβλητος μέχρις ἐσχάτων, μόνον δὲ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ηὐξήθη ἀνεπαισθήτως, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, εἰς 16,000,000 δραχμῶν, ἥκιστα ἀνταποκρινομένων πρὸς τὴν ἀρχικὴν τῆς εἰσφορᾶς ἀξίαν. Συμβαίνει ὅμως κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο καί τι πλέον. Ὁ Σταφιδικὸς Ὀργανισμὸς ἐκκαθαρίσας ὁλοσχερῶς τὰ ἐν ταῖς ἀποθήκαις του συσσωρευθέντα ἀποθέματα παρουσιάζει ἀσυνήθη ὅσον καὶ εὐχάριστον ἀνθηρότητα, ἐσχημάτισε δὲ ἤδη περίσσευμα 80,000,000 δραχμῶν, ἐξ οὗ ζητεῖται ἡ καταβολὴ τῶν ἐπὶ πλέον 24 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Τὸ βάρος εἶναι ἀσήμαντον, δεδομένου μάλιστα ὅτι οὐδεὶς ἕτερος φόρος ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῆς σταφίδος, καθόσον τὸ παρακράτημα εἶναι στέρησις βεβαίας προσόδου, στέρησις ὅμως ἐπιζητουμένη ὑπὸ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν πρὸς τὸ ἴδιον συμφέρον. 7) Ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς κινητῆς καὶ ἀκινήτου περιουσίας, ἐκπνέοντος μετὰ τῆς παρούσης χρήσεως ἐπὶ πλέον δραχ. 84,000,000, ἕνεκα τῆς ἐπιδιωχθησομένης συντονωτέρας τοῦ ἐσόδου βεβαιώσεως, ὡσαύτως δὲ συνεπείᾳ δύο τροποποιήσεων, ἃς προτείνομεν εἰς τὴν φορολογίαν. Διὰ τῆς πρώτης ἐξ αὐτῶν αἴρεται ἡ διὰ Ν. Διατάγματος μετὰ τὴν ραγδαίαν πτῶσιν τοῦ ξένου συναλλάγματος κατὰ Μάϊον 1923, παρασχεθεῖσα ἔκπτωσις τοῦ ἑνὸς τετάρτου. Ὁ φόρος οὗτος βεβαιοῦται, ὡς γνωστόν, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀξίας τῆς περιουσίας κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1922. Ἀπὸ τοῦ Δεκεμβρίου ὅμως τοῦ 1922 μέχρι τοῦ Μαΐου τοῦ 1923, ἡ λίρα ἀπὸ δραχ. 376 κατέπεσεν εἰς τὰς 150 μέχρι 200, ὑποτιμηθέντων οὕτω σημαντικῶς τῶν περιουσιακῶν στοιχείων. Θείᾳ συνάρσει εὑρισκόμεθα καὶ πάλιν ὡς πρὸς τὴν τιμὴν τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος εἰς τὰ ὕψη τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1922, εἰς τὴν βάσιν τουτέστιν ἐφ’ ἧς ἐστηρίχθη ὁ φόρος, ἐξέλιπε δὲ ὁ δικαιολογητικὸς λόγος τῆς καταργουμένης διατάξεως. Διὰ τῆς δευτέρας τροποποιήσεως δίδεται ἡ αὐθεντικὴ ἑρμηνεία, προκειμένου περὶ τῶν εἰς χρυσὸν καταθέσεων ὅτι ὁσάκις ἡ ἀπόδοσις αὐτῶν ἐνεργεῖται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀγοραίας τοῦ χρυσοῦ ἀξίας, ἡ τιμὴ αὕτη δέον νὰ λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν προσμέτρησιν τοῦ φόρου. Ἡ ἑρμηνεία αὕτη ἀποκαθιστῶσα ἁπλῶς τὴν ἀκρίβειαν ἐν τῇ ἐκτιμήσει, οὐδὲν πράγματι συνεπάγεται πρόσθετον βάρος. Ἀντιστοίχως πρὸς τὰς αὐξήσεις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, σημειοῦνται καὶ ἐλαττώσεις, ἐκ τῶν ὁποίων ἰδιαιτέρας μνείας χρήζει ἡ ἐλάττωσις τοῦ φόρου τῶν αἰγοπροβάτων καὶ χοίρων, ἐπεκτεινομένης τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπὸ δύο εἰς δεκαπέντε δι’ ἑκάστην οἰκογένειαν, πρὸς ἀποσόβησιν κυρίως τῶν καταχρήσεων καὶ τῶν πιέσεων τῶν κτηνοτροφικῶν πληθυσμῶν κατὰ τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου. Μείωσις ἐπίσης ἐπέρχεται διὰ τῆς προτεινομένης ριζικῆς διασκευῆς τοῦ φόρου τοῦ ὑπερτιμήματος, ἐπὶ τῷ σκοπῷ τῆς προσαρμογῆς τοῦ ποσοστοῦ πρὸς τὰς ἀλλεπαλλήλους περιόδους τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ Ἐθνικοῦ νομίσματος. Ὡσαύτως δὲ καὶ ἐκ τῆς προσδοκωμένης κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο μικροτέρας τοῦ ἐλαίου ἐσοδείας. Ὑπολογίζομεν ἐπίσης σχετικὴν ἐλάττωσιν καὶ ἐκ τῆς φορολογίας τῆς ἐγγείου παραγωγῆς, μὴ ἰσοφαριζούσης τὴν ἀπόδοσιν τῆς δεκάτης. Τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον ἔχει ἤδη κατατεθῇ καὶ παραπεμφθῆ εἰς τὴν οἰκείαν Ἐπιτροπήν, ὅσον δὲ καὶ ἂν δὲν πρόκειται νὰ φανῇ εὐάρεστον εἰς τὴν γεωργικὴν τάξιν, ἐπιθυμοῦσαν ὡς εἰκὸς πλήρη σχεδὸν ἀσυδοσίαν, ἐνέχει πλεονεκτήματα ἀναμφισβήτητα, αἰρομένων τῶν πιέσεων τῆς ἐνοικιάσεως, αἵτινες ἀπετέλουν καὶ τὸν κύριον λόγον τῆς ἐναντίον τῆς δεκάτης ἐξεγέρσεως καὶ ἐφαρμοζομένης μιᾶς ἰδεώδους κατὰ βάσιν ἀρχῆς, τῆς ἀρχῆς τῆς αὐτοβεβαιώσεως τοῦ φόρου διὰ τῶν αἱρετῶν τῶν φορολογουμένων κοινοτικῶν ἀντιπροσώπων. Τίς δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὅτι αἱ ἐπιτόπιαι, αἱ κοινοτικαὶ Ἀρχαὶ εἶναι εἰς καλυτέραν παντὸς ἄλλου θέσιν νὰ πιστοποιήσουν ἐν ἀκριβείᾳ τὴν παραγωγήν; Δὲν κατηρτίσθη ἡ φορολογία αὕτη εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε παρ’ ἡμῶν, οὐδὲ ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς θεμελιώδεις ἡμῶν ἀντιλήψεις, περὶ τῆς δικαίας καὶ σκοπίμου κατανομῆς τῶν φορολογικῶν βαρῶν, ἀφοῦ καὶ ἡ φορολογία αὕτη ὡς φορολογία τοῦ ἀκαθορίστου εἰσοδήματος πιέζει ἐπιζημίως καὶ ἐπαχθῶς τοὺς μικροὺς παραγωγοὺς καὶ ἐν γένει τὴν παραγωγήν. Οὐδεμία ἀμφιβολία ὅτι ἡ προσφορωτέρα φορολογία καὶ διὰ τὴν ἔγγειον ὅπως καὶ διὰ πᾶσαν ἄλλην παραγωγὴν εἶναι ἡ φορολογία τῇ καθαρᾶς προσόδου, ἀτυχῶς ὅμως ἐν τῇ πράξει ἡ φορολογία αὕτη ἐν τῷ συνόλῳ της ἠστόχησε, προκειμένου δὲ περὶ τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς θὰ ἦτο καθαρὰ χείμαιρα νὰ ἐλπίσωμεν βεβαίωσιν αὐτῆς κατὰ σύστημα ἀποτυχὸν καὶ ἀπὸ τοῦ δευτέρου ἔτους τῆς εἰσαγωγῆς του, ἕνεκα τούτου καταργηθέν. Τὰ παλαιότερα συστήματα ὅσα κατόπιν τῆς ἀποτυχίας ταύτης ἐφηρμόσθησαν, ἠστόχησαν καὶ ταῦτα ἀπὸ ταμιακῆς ἀπόψεως οἰκτρῶς. Ἡ φορολογία τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, ἡ ἰσχύσασα ἐπὶ ἓν ἢ δύο ἔτη, οὐδὲν ἀπέδωκεν, ἡ δὲ φορολογία τοῦ στρεμματικοῦ φόρου ἀπέδωκε μόνον ἔσοδον 14,000,000 δραχμῶν. Ὁ φόρος τῆς ἐγγείου παραγωγῆς, ὡς διερρυθμίσθη διὰ τοῦ νομοσχεδίου, δὲν ὀφείλει καὶ καθ’ ἡμᾶς νὰ χρησιμεύσῃ ὡς σύστημα μόνιμον, ἀλλ’ ὡς μέτρον προσωρινόν, τοῦ ὁποίου ἡ ἰσχὺς δὲν θέλει ἐπεκταθῆ πέραν τοῦ τρέχοντος ἔτους. Σὺν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ ἐγγείου φορολογίας ὑποβάλλεται καὶ νομοσχέδιον περὶ στρεμματικῆς φορολογίας, τὴν ὁποίαν προκρίνομεν ὄχι ὡς ἀνταποκρινομένην καὶ ταύτην πρὸς τὰς ἰδέας ἡμῶν, ἀλλ’ ὡς ἐγείρουσαν ὀλιγωτέρας ἀντιδράσεις. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου διαιροῦνται αἱ γαῖαι κατὰ κατηγορίας, ἀναλόγως τῆς παραγωγικότητος αὐτῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας ὁρίζεται ὁ πληρωτέος φόρος. Πρὸς βεβαίωσιν ὅμως τοιούτου φόρου, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς ἀνεπαρκείας τῶν ἐφοριακῶν ὀργάνων, θὰ ἀπῃτεῖτο χρόνος μακρὸς καὶ θὰ ἐματαιοῦτο ἐντελῶς τὸ ἔσοδον κατὰ τὸ τρέχον ἔτος. Δι’ ὃ καὶ εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προσφύγωμεν εἰς τὸ προτεινόμενον μέτρον, ὅπερ ἄνευ πιέσεων ἐπιτρέπει εἰς τὴν γεωργικὴν τάξιν νὰ εἰσφέρῃ καὶ αὐτὴ τὸν ὀβολόν της ὑπὲρ τῶν κοινῶν. Ὑπολογίζω εἴσπραξιν δραχμῶν 180,000,000 περίπου, λαμβάνων ὡς βάσιν τὴν περυσινὴν ἐσοδείαν. Αὐταί, κύριοι, εἶναι αἱ προτεινόμεναι τροποποιήσεις τῆς ἀμέσου φορολογίας, τῆς ὁποίας ἡ ἀναλογία ἐν σχέσει πρὸς τὸ σύνολον τῶν φορολογικῶν βαρῶν εἶναι 26%, τῆς ἐμμέσου φορολογίας ἀνερχομένης εἰς 74% διὰ τοῦ συνυπολογισμοῦ εἰς ταύτην καὶ τοῦ χαρτοσήμου καὶ τῶν μονοπωλίων, μετ’ ἀφαίρεσιν ἐννοεῖται τοῦ κόστους τῶν μονοπωλιακῶν εἰδῶν. Εἶναι ἴσως παρήγορον ὅτι δὲν εἴμεθα ὁ μόνος ὑστερῶν Λαὸς ἐν τῇ ἀναπτύξει τῆς ἀμέσου φορολογίας, καθόσον εἰς τὰ πλεῖστα τῶν Κρατῶν τὸ αὐτὸ ἀπαντῶμεν φαινόμενον, εἰς κλίμακα δὲ ἔτι μεγαλυτέραν εἰς τοὺς Βαλκανικοὺς ἡμῶν γείτονας, τὴν Ρουμανίαν, τὴν Σερβίαν καὶ τὴν Βουλγαρίαν. Δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας ἡ ἔρευνα τῶν αἰτίων τῆς καθυστερήσεως, κεφαλαιωδῶς δὲ μόνον δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ὀφείλεται αὕτη ἐν πρώτοις εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι ἀπὸ τὸ 1919 οἱ ἄμεσοι φόροι διερρυθμίσθησαν ἐπὶ ὀρθοτέρας μὲν θεωρητικῆς βάσεως, ἀλλ’ ἄνευ τῆς δεούσης προπαρασκευῆς, δεύτερον καὶ σπουδαιότερον διότι κατὰ τὰ πρόσφατα ἔτη καὶ σήμερον ἀκόμη προέχουν οἱ καθαρῶς ταμιευτικαὶ ἀπόψεις ἐν τῇ φορολογίᾳ, οἱ δὲ ἄμεσοι φόροι ἔχουν μικρὰν καὶ βραδεῖαν ἀπόδοσιν, τέλος ἴσως δὲ καὶ τὸ κυριώτερον ἐξ ὅλων ὅτι ἡ φορολογία αὕτη προσκρούει εἰς τὴν κοινὴν ἀντιπάθειαν, πιθανῶς διότι εἶναι δικαιοτέρα τῶν ἄλλων. Ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων χρήζουν ἰδιαιτέρας προσοχῆς οἱ δύο φόροι, εἰς οὓς ἐνσαρκοῦται ἰδιαζόντως ἡ περὶ τῆς φορολογικῆς δικαιοσύνης κοινὴ ἀντίληψις, ὁ γενικὸς τοῦ εἰσοδήματος φόρος καὶ ὁ τῆς κινητῆς καὶ ἀκινήτου περιουσίας. Ἡ μέχρι τοῦδε ἀπόδοσις τῶν φορολογιῶν εἶναι τοσοῦτον μηδαμινή, ὥστε ἐγεννήθη ἡ ὑπόνοια ἀπροκαλύπτου τοῦ Κράτους μεροληψίας ὑπὲρ τῶν εὐπορούντων, ὑπόνοια ἀνακριβὴς κατ’ οὐσίαν, δικαιολογουμένη οὐχ ἧττον ἐκ τῶν φαινομένων. Τί ἐβεβαιώθησαν ἐκ τοῦ συνθετικοῦ φόρου κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη; Κατὰ τὸ ἔτος 1923–1924 δραχ. 48,700,000, κατὰ τὸ ἔτος 1924–1925 δρ. 51,300,000, κατὰ τὸ ἔτος 1925–1926 δραχ. 53,800,000 καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1926–1927, δι’ οὓς ἀνέφερα λόγους, δραχ. 35,500,000. Ὁ φόρος τοῦ κεφαλαίου τὴν αὐτὴν παρουσιάζει εἰκόνα, περιστρεφόμενος περὶ τὰ 50 ἕως 60 ἑκατομμύρια ἐτησίως. Καὶ παρατηροῦμεν ἐντεῦθεν περίεργον γεγονός, ὅτι ἐνῷ αἱ φορολογίαι αὐταὶ ἐπεβλήθησαν ὅπως μετριάσουν τὰς φορολογικὰς ἀνισότητας, ἐκ τῆς πλήρους αὐτῶν ἐν τῇ πράξει ἀτονήσεως προεχειρίσθησαν εἰς σημαίαν συνεγείρουσαν τὸν Λαὸν κατὰ πάσης φορολογικῆς τοῦ Κράτους κινήσεως. Ὁσάκις τὸ Κράτος ἀποπειρᾶται, ὠθούμενον ὑπὸ τῶν ἀναγκῶν, νὰ αὐξήσῃ τοὺς φόρους, ἀκούεται πανταχόθεν ἡ κραυγὴ «διατί δὲν φορολογεῖτε τοὺς πλουσίους;» Ἀκούεται δὲ ἡ κραυγὴ αὕτη ὄχι μόνον ἀπὸ τῶν τάξεων τῆς ἀριστερᾶς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ μέρους τῶν ἐπιβαρυνομένων διὰ τὰς συντηρητικάς των δοξασίας, ἑτοίμων ὅπως ἐννοεῖται πάντοτε νὰ ἀντικαταστήσουν τὴν διαμαρτυρίαν ταύτην μὲ τὴν ἄλλην κραυγὴν «διατί φυγαδεύετε τὸ κεφάλαιον;» Δημιουργοῦνται ὡς ἐκ τούτου δυσχέρειαι δυσυπέρβλητοι, τῆς κοινῆς συνειδήσεως μὴ ἀνεχομένης, καὶ εὐλόγως, νὰ βλέπῃ ἀσυδότους ἐκείνους, οἵτινες κατὰ πρῶτον λόγον ὤφειλον νὰ φέρουν τὰ βάρη τῶν φόρων. Ἀλλεπάλληλοι Κυβερνήσεις, ἐκ διαφόρων ἐμφορούμεναι ἀρχῶν συντηρητικῶν ἢ ῥιζοσπαστικῶν ἢ ἁπλῶς προοδευτικῶν, ἦλθον ἀπὸ τῆς καθιερώσεως τῶν φόρων τούτων εἰς τὴν Ἀρχὴν καὶ οὐδεμία ἐξ αὐτῶν κατώρθωσε νὰ προσδώσῃ εἰς τοὺς φόρους τούτους τὴν ἐπιβαλλομένην τόνωσιν. Διατί; Εὑρισκόμεθα μήπως πρὸ ἐσκεμμένης τοῦ Κράτους ἀδρανείας ἢ ἐνώπιον πραγματικῆς ἀδυναμίας; Ἀντὶ νὰ ἀπαντήσω προσωπικῶς εἰς τὸ ἐρώτημα, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ δώσω τὸν λόγον εἰς τὸν διευθυντὴν τῶν Ἀμέσων Φόρων, ἁρμοδιώτερον ὅπως σᾶς διαφωτίσῃ ἐμοῦ, ὅστις μῆνας μόνον τινὰς διευθύνω ἐν μέσῳ παντοίων περισπασμῶν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐν ἐκθέσει, συνταχθείσῃ τῇ αἰτήσει μου, ὁ προϊστάμενος τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας γράφει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ κατὰ τὸ 1919 μεταρρύθμισις τῶν φορολογιῶν εὗρεν ἀπαράσκευον τόσον τὴν φοροτεχνικὴν ὑπηρεσίαν, ὅσον καὶ τοὺς φορολογουμένους. Τὸ προσωπικὸν τῶν Οἰκονομικῶν Ἐφοριῶν, ἐξοικειωμένον μὲν πρὸς τὰς παλαιὰς φορολογίας, ἀλλ’ ἄμοιρον τῶν γνώσεων αἵτινες ἀπῃτοῦντο διὰ τὰς καινοτόμους φορολογίας, μετὰ βραδύτητος προσηρμόζετο πρὸς ταύτας. Ἐπίσης αἱ νέαι φορολογίαι, ἀπαιτοῦσαι καὶ ὑλικὴν ἀπασχόλησιν τοῦ προσωπικοῦ μεγαλυτέραν ἢ πρότερον, κατέδειξαν ὅτι ἡ δύναμις τῆς φορολοτεχνικῆς ὑπηρεσίας ὄχι μόνον ποιοτικῶς ὑστέρει, ἀλλὰ καὶ ποσοτικῶς. Ἕνεκα τούτου προσελήφθησαν δι’ εἰδικῶν ἐξαιρετικῶν διατάξεων καὶ ὑπάλληλοι δόκιμοι καὶ ἐμπειροτέχναι, ἔχοντες κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον εἰδικὰς γνώσεις καταλλήλους διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νέων φορολογιῶν. Οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι προωρίζοντο νὰ ἀπορροφηθῶσι βαθμιαίως εἰς τὸν ἐφοριακὸν κλάδον. Ἀλλὰ καὶ ἡ τοιαύτη ἐνίσχυσις τοῦ προσωπικοῦ ἦτο ἀνεπαρκής, ὡς νὰ μὴ ἤρκει δὲ τοῦτο, ἡ κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1921 γενομένη γενικὴ ἐπιστράτευσις ἀπεγύμνωσε τὸν ἐφοριακὸν κλάδον. Οὕτως ἐκ τῶν ὑπερεννεακοσίων ὀργανικῶν θέσεων τῶν ἐφοριακῶν ὑπαλλήλων ἦσαν κατὰ τὸ 1922 συμπεπληρωμέναι μόνον αἱ ἑξακόσιαι περίπου, ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ δὲ τούτου τῶν ὑπαλλήλων τὸ ἥμισυ ὑπηρέτει ἐν τῷ Στρατῷ, ἤτοι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην αἱ Ἐφορίαι εἰργάζοντο μὲ τὸ τρίτον τοῦ προσωπικοῦ των. Τοιουτοτρόπως τὰ μὲν δύο πρῶτα ἔτη τῆς ἐφαρμογῆς 1919 καὶ 1920–1921 οὐδεὶς σχεδὸν ἔλεγχος ἐγένετο ἕνεκα τῶν προπαρασκευαστικῶν τῆς ἐφαρμογῆς, κατὰ δὲ τὰ ἔτη 1921–1922 καὶ 1922 1923 ὡσαύτως οὐδεὶς ἔλεγχος τῶν φορολογουμένων ἐγένετο, καθόσον τὸ προσωπικὸν εὑρίσκετο κατὰ τὸ πλεῖστον ὑπὸ τὰ ὅπλα. Ἀπὸ τοῦ 1923–1924 καὶ ἐφεξῆς καταβάλλεται ἀδιάλειπτος καὶ ἐντεταμένη προσπάθεια, ἀφ’ ἑνὸς πρὸς κατάρτισιν τῶν ὑπηρεσιακῶν στελεχῶν καὶ ἐνίσχυσιν τοῦ προσωπικοῦ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ πρὸς διεξαγωγὴν τοῦ ἐλέγχου. Τὸ γεγονὸς ὅμως ὅτι ὑπελείποντο πρὸς ἐκκαθάρισιν φορολογίαι τεσσάρων οἰκονομικῶν ἐτῶν ἐπιπροσθέτως πρὸς τὴν καθ’ ἕκαστον ἔτος τρέχουσαν ἐργασίαν, ὑπῆρξε μέγα ἐμπόδιον διὰ τὴν πλήρη ἐνημέρωσιν καὶ τελείαν ἐκκαθάρισιν τοῦ ἐλέγχου τῶν ἀπὸ τοῦ 1923–1924 καὶ ἐφεξῆς ἐτῶν. Τὸ τοιοῦτον ἀπέβη ἰδιαιτέρως πρὸς βλάβην τοῦ συνθετικοῦ φόρου, ὅστις κατὰ φυσικὴν σειρὰν ἐκκαθαρίζεται μετὰ τὴν ὁριστικοποίησιν τοῦ ἀναλυτικοῦ φόρου τῶν καθαρῶν προσόδων. Τὴν αὐτὴν καθυστέρησιν ὑπέστη καὶ ἡ φορολογία τοῦ κεφαλαίου». Ἰδοὺ λοιπὸν οἱ λόγοι οἱ ἐξηγοῦντες τὴν καθυστέρησιν. Κατὰ τὰ ἔτη 1919 καὶ 1920 ἡ φορολογία τῶν καθαρῶν προσόδων δὲν ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῇ, διότι τὸ προσωπικὸν δὲν ἐπῄρκει καὶ ἦτο τεχνικῶς ἀπαράσκευον διὰ τὴν βεβαίωσιν, κατὰ τὰ ἔτη 1921 καὶ 1922 αἱ Ἐφορίαι, συνεπείᾳ τῆς ἐπιστρατεύσεως ἠρημώθησαν, ἐπεσωρεύθη δὲ μετὰ τοῦτο τοσοῦτος ὄγκος τῆς ἐν καθυστερήσει ἐργασίας, ὥστε ἡ ἐκκαθάρισις μὲ τὸ ἀραιὸν καὶ ἀκατάρτιστον προσωπικὸν καθίσταται ἀνέφικτος. Ἐπὶ πλέον αἱ συνεχεῖς φορολογικαὶ μεταρρυθμίσεις, αἱ ἐκ τῆς καθυστερήσεως ἀκριβῶς ταύτης προκληθεῖσαι καὶ αἱ ἀλλεπάλληλοι καὶ ἀτελεύτητοι τῶν προθεσμιῶν παρατάσεις ἐπεδείνωσαν ἔτι μᾶλλον τὴν κατάστασιν, ὅσον ἀφορᾷ ἰδίως τὸν ἔλεγχον τῶν φόρων τοῦ κεφαλαίου καὶ τοῦ συνθετικοῦ, προαπαιτοῦντος τὴν ἐξακρίβωσιν καὶ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν ἀναλυτικῶν εἰσοδημάτων, ὅπως ἐξ αὐτῶν προκύψῃ τὸ σύνολον τοῦ εἰσοδήματος καὶ τῆς περιουσίας. Τί πρέπει λοιπὸν νὰ πράξωμεν; Πρέπει νὰ παραιτηθῶμεν τῆς ἰδέας τῆς ἀκριβεστέρας βεβαιώσεως, ἐπιβεβαιοῦντες τὸ βάσιμον τῆς κοινῆς κατακραυγῆς; Θὰ ἦτο σφάλμα ἀσύγγνωστον καὶ ἀδικία καὶ ἀνισότης ἀφόρητος. Τὸ αἴσθημα τοῦ δικαίου καὶ ἡ ἐπίγνωσις τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους μᾶς ὑποχρεώνει νὰ ἐντείνωμεν τὰς προσπαθείας μας πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς φορολογίας τῶν καθαρῶν προσόδων. Ἀπὸ τῆς σκέψεως ταύτης κινούμενος ἐπέσπευσα τὴν ἀπογραφὴν τῶν οἰκοδομῶν καὶ τὸν ἔλεγχον τῶν δηλώσεων. Θέλω ὡσαύτως ἐπιταχύνει τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν δύο γενικῶν φόρων διὰ πολυαρίθμων Ἐπιτροπῶν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τεκμηρίων, τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπουν εἰς Τόπον μικρόν, ὡς ἡ Ἑλλάς, νὰ ἐκτιμήσωμεν ποῖοι δύνανται νὰ πληρώσουν φόρους καὶ ποῖοι ὄχι. Εἶναι ἐν τούτοις ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν ἐξακρίβωσιν καὶ τὴν καταβολὴν τῶν ὀφειλομένων, ἐφόσον αἱ ὑπηρεσίαι τῆς βεβαιώσεως καὶ τῆς εἰσπράξεως διατελοῦν εἰς τὴν παροῦσαν ἐξάρθρωσιν ὑπὸ τὴν ἔποψιν ἀριθμοῦ καὶ τεχνικῆς ἐπαρκείας. Τὸ καταρτισθὲν ἄλλοτε Σῶμα τῶν ἐμπειροτεχνῶν, ἀπαραίτητον σήμερον διὰ τὴν παρακολούθησιν τοῦ πολυπλόκου μηχανισμοῦ τῶν ἐμπορικῶν ἐπιχειρήσεων, διελύθη, δὲν ὑπελείφθησαν δὲν ὅλῳ ἂν μὴ σφάλλωμαι, εἰμὴ 26, ἐμπειροτέχναι, ἀδυνατοῦντες νὰ ἱκανοποιήσουν τὰς ἀνάγκας τοῦ τεχνικοῦ ἐλέγχου. Πάντα ταῦτα μᾶς ἤγαγον εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ ἀποκαταστήσωμεν ἀκεραίαν τὴν λειτουργίαν τῶν σχετικῶν ὑπηρεσιῶν, συμπληροῦντες τὸ προσωπικόν, ὅπως παύσῃ τοῦ λοιποῦ ἡ ἀδικαιολόγητος διαφυγὴ τῶν ἐσόδων καὶ ἡ ἄνισος διάκρισις μεταξὺ τῶν φορολογουμένων, εἰς φορολογουμένους καταβάλλοντας καὶ εἰς φορολογουμένους μὴ καταβάλλοντας τοὺς φόρους. Αἱ κεναὶ θέσεις τοῦ ἐφοριακοῦ κλάδου ὑπολογίζονται εἰς 400 καὶ θέλω ἐπιδιώξει τὴν συμπλήρωσιν αὐτῶν μέχρι μιᾶς κατὰ τρόπον ἐννοεῖται καθαρῶς ὑπηρεσιακόν. Θὰ προσπαθήσω ἐπίσης ὅπως προσελκύσω ἐντὸς τοῦ κλάδου ὑπαλλήλους εἰδήμονας καὶ ἐντριβεῖς τῆς λογιστικῆς τέχνης, ἄνευ τῶν ὁποίων ἡ λειτουργία τῆς φορολογίας τῶν καθαρῶν προσόδων θὰ εἶναι πάντοτε ἀτελής. Εἶμαι ὁμοίως διατεθειμένος νὰ θέσω εἰς ἄμεσον λειτουργίαν, ἐφόσον εἶναι δυνατόν, τὴν ἱδρυθεῖσαν, ἀλλὰ μὴ λειτουργήσασαν εἰσέτι σχολὴν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ φοίτησις ὡρίσθη διετὴς διὰ τοὺς μὴ ἔχοντας δίπλωμα ἀνωτέρων σχολῶν, μονοετὴς δὲ διὰ τοὺς διπλωματούχους. Κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον θὰ δυνηθῶμεν νὰ προσδώσωμεν εἰς τὴν ἄμεσον φορολογίαν ὅλην τὴν ἀναγκαίαν ζωτικότητα καὶ νὰ ἀποφύγωμεν τὴν διηνεκῆ καὶ ἀσύμφορον τῶν ἐμμέσων φορολογιῶν ἐξόγκωσιν. Ὅπως κρίνητε, κύριοι, περὶ τῶν βαρυνουσῶν τὰς οἰκονομικὰς ὑπηρεσίας βαρῶν σᾶς καθιστῶ γνωστὸν ὅτι κατὰ τὸ τρέχον ἔτος τὴν φοροτεχνικὴν ὑπηρεσίαν θὰ ἀπασχολήσῃ ἡ βεβαίωσις καὶ ἡ ἐξέλεγξις τῶν δηλώσεων τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν, ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου τῆς ἐγγείου παραγωγῆς, ὁ φόρος τῶν κληρονομιῶν καὶ τοῦ ὑπερτιμήματος, ὁ ἔλεγχος τῶν καθαρῶν προσόδων, τῶν βιομηχανικῶν καὶ ἐμπορικῶν ἐπιχειρήσεων τοῦ κεφαλαίου, ἡ πλήρης ἐκκαθάρισις τῶν φόρων παλαιῶν ἐτῶν καὶ ἡ φορολογία τῶν καθαρῶν προσόδων. Ὁ εἰσηγητὴς τῆς φορολογίας τοῦ κεφαλαίου εἶχεν ὑπολογίσει ἐξ αὐτῆς δύο δισεκατομμύρια δραχμῶν, εἰσεπράχθησαν δὲ μόνον τὸ 1926–1927 καὶ θέλουν εἰσπραχθῆ μετὰ τῶν προϋπολογιζομένων διὰ τὴν τρέχουσαν χρῆσιν ἐν ὅλῳ 440,000,000 δραχμῶν. Αἱ ἀνάγκαι ἃς ἀνέφερα καὶ αἱ καθυστερήσεις αἱ θίγουσαι τὸ κοινὸν αἴσθημα ὑπαγορεύουν τὴν λῆψιν ὑπερτάτων μέτρων, ἔτι δὲ καὶ τὴν δημοσίευσιν διὰ τοῦ Τύπου πρὸς στηλίτευσιν τῶν ὀνομάτων τῶν λιποτακτούντων ἐνώπιον τοῦ καθήκοντος τῆς ἐν τῷ μέτρῳ τῶν δυνάμεων ἑκάστου εἰσφορᾶς διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ Κράτους.
§60Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Τὸ ἔχομεν προτείνει καὶ δὲν ἔγινε.
§61Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ θὰ τὸ προτείνω διὰ νὰ γίνῃ. Ἡ καθιέρωσις τοιαύτης διατάξεως δὲν εἶναι βεβαίως ἄμοιρος τρωτῶν σημείων καὶ δύναται νὰ δώσῃ λαβὴν εἰς καταχρήσεις, καθ’ ὧν δέον νὰ ληφθοῦν ἐπαρκεῖς ἐγγυήσεις ὅπως μὴ διασύρωνται ἀδίκως ὑπολήψεις. Δὲν ἀμφιβάλλω ἐν τούτοις περὶ τῆς χρησιμότητος τοῦ μέτρου, χρησιμότητος ἰδίως προληπτικῆς διὰ τοὺς ἔχοντας χαλαρὰν συναίσθησιν τῶν ὑποχρεώσεών των καὶ ἐννοοῦντας νὰ μὴ διαθέσουν οὐδὲν ὑπὲρ τοῦ Κράτους ἐξ ὅσων θησαυρίζουν εἰς τὰς καλὰς καὶ κακὰς περιστάσεις. Αἱ ἐκ τῆς ἐμμέσου φορολογίας ἐπαυξήσεις ἀπορρέουν κατὰ πρῶτον λόγον ἐκ τῶν ἐν ἰσχύϊ ἤδη δασμολογικῶν τροποποιήσεων, τῆς αὐξήσεως δηλαδὴ τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς ἐκ τῶν δασμῶν τοῦ σίτου, τῶν ἀλεύρων, τῆς ζακχάρεως, τῶν ζώων καὶ ἄλλων τινῶν γεωργικῶν προϊόντων, ἐξ ἧς προσδοκῶμεν ἐπὶ πλέον εἰσπράξεις δραχ. 257,000,000 καὶ μετὰ τοῦ δημοτικοῦ φόρου ἐκ δραχ. 43,000,000, δραχμῶν 300,000,000.
§62Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Τί αὐξήσεις;
§63Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐξήσεις 300,000,000 δραχμῶν, καίτοι ἐλπίζομεν ὅτι θὰ εἶναι μεγαλύτερον τὸ εἰσπραχθησόμενον ποσόν. Σημαντικὰς ὡσαύτως προσαυξήσεις ἀναμένομεν ἐκ τῶν προτεινομένων τροποποιήσεων τῆς φορολογίας καταναλώσεως καπνοῦ, τροποποιήσεις διττῆς φύσεως ἀφορώσας ἀφ’ ἑνὸς τὴν καθιέρωσιν ἀκριβεστέρας ἀναλογίας μεταξὺ τῶν πακέτων χονδρῶν καὶ λεπτῶν σιγαρέττων καὶ τὴν καθιέρωσιν εἰδικοῦ σιγαροχάρτου καπνοπαραγωγῶν. Ὁ ἀριθμὸς τῶν περιεχομένων εἰς ἕκαστον κυτίον λεπτῶν σιγαρέττων ἔχει ὁρισθῆ εἰς 33, περιορίζεται δὲ ἤδη εἰς 26, περιορίζεται δὲ διότι ἡ καθιέρωσις τῶν λεπτῶν δὲν ἔγινε πρὸς τὸν σκοπὸν εἰσαγωγῆς κατωτέρας φορολογικῆς βαθμίδος, ἀλλὰ πρὸς ἱκανοποίησιν μόνον τῶν μὴ ἀρεσκομένων εἰς τὸ Κοινὸν σιγαρέττων, ἐξεφυλίσθη δὲ βραδύτερον, ἀφ’ ἧς ἡ δυσαναλογία τῆς φορολογίας κατέστη ἀντιληπτὴ εἰς κατωτέραν φορολόγησιν ὁλονὲν τείνουσαν νὰ ἀπορροφήσῃ ὁλόκληρον τὴν κατανάλωσιν. Ἡ ἐξέλιξις τῆς καταναλώσεως τῶν «νταμῶν» εἶναι λίαν χαρακτηριστικὴ τῆς νομίμου καταχρήσεως εἰς τὴν ὁποίαν δίδει χώραν. Ἡ κατανάλωσις αὕτη ἀνήρχετο τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1925 εἰς 10,877 χιλιόγραμμα, τὸν Μάϊον ὡσαύτως καὶ τὸν Ἰούνιον εἰς 12,160, τὸν Ἰούλιον εἰς 14,256, τὸν Αὔγουστον εἰς 15,727, τὸν Σεπτέμβριον εἰς 17,817, τὸν Ὀκτώβριον εἰς 20,672, τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1926 εἰς 22,784, τὸν Μάρτιον εἰς 28,840, τὸν Ἀπρίλιον εἰς 37,936, τὸν Μάϊον εἰς 61,232, τὸν Ἰούλιον εἰς 102,176, τὸν Αὔγουστον εἰς 118,752, τὸν Σεπτέμβριον εἰς 126,768 καὶ τὸν Μάρτιον τοῦ 1927 εἰς 133,168. Ὅσον καὶ ἂν εἶναι ἐπισφαλὴς ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν εἰσπράξεων ἡ καθιέρωσις δευτέρας φορολογικῆς βαθμίδος θὰ ἠνόουν ὁπωσδήποτε τὸ μέτρον ὅπερ θὰ ὑπαγόρευεν ἡ ἰδέα τῆς παροχῆς τοῦ καπνοῦ εἰς τιμὰς προσιτὰς διὰ τὸν Λαόν. Δὲν δύναμαι ὅμως οὐδὲ νὰ ἐννοήσω, οὐδὲ νὰ ἐπιδοκιμάσω τὴν ἀνεπίγνωστον ἀπώλειαν σημαντικοῦ ἐσόδου διὰ τῆς μεθόδου τῶν λεπτῶν σιγαρέττων, μεθόδου ἐπιζημίου εἰς τὸ ταμεῖον, ἀλλὰ πολὺ ἐπιβλαβεστέρας εἰς τὴν δημοσίαν ὑγείαν, γνωστοῦ ὄντος ὅτι ἡ τοξικότης τῶν λεπτῶν σιγαρέττων λόγῳ τῆς μεγάλης τοῦ σιγαροχάρτου ποσότητος, εἶναι ἀσυγκρίτως μεγαλυτέρα τῆς τοξικότητος τῶν συνήθων σιγαρέττων. Ἡ ἑτέρα τροποποίησις τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ καπνοπαραγωγικοῦ σιγαροχάρτου ὑπηγορεύθη ἐκ τῆς παρατηρήσεως ὅτι ἡ φορολογία τοῦ καπνοῦ, ὡς ἔχει σήμερον, δὲν εἶναι γενική, ἀλλ’ ἰσχύει μόνον ἐντὸς ὡρισμένων περιοχῶν, εἰς δὲ τὰς καπνοπαραγωγικὰς ἐπαρχίας τὸ λαθρεμπόριον ἀσκεῖται ἐλευθέρως καὶ ἰσχύει νομίμως, παρ’ ὅλας τὰς ἐνεργουμένας ἑκάστοτε σπασμωδικὰς καταδιώξεις. Ἂν εἶναι δύσκολος ἐν γένει ἡ καταστολὴ τῆς λαθρεμπορίας, ἀληθοῦς μάστιγος τῶν δημοσίων ἐσόδων, λόγῳ τῆς ἐκτάσεως τῶν ἀκτῶν καὶ τῆς ἀνεπαρκείας τῶν μέσων, ἀποβαίνει αὕτη σχεδὸν ἀδύνατος προκειμένου περὶ τοῦ καπνοῦ τῶν παραγωγικῶν μερῶν, ἐν οἷς ἡ λαθρεμπορία ἀσκεῖται ὁμαδικῶς καὶ μὲ τὴν συναίσθησιν τῶν φορολογουμένων ὅτι ἀδικοῦνται, μὴ δυνάμενοι νὰ χρησιμοποιήσουν τὸ παραγόμενον παρ’ αὐτῶν προϊόν, προσλαμβάνον καὶ ἰδιαιτέραν ἐκ τοῦ λόγου τούτου ἀπὸ διαθέσεως ἀξίαν. Ὅλα τὰ μέτρα, ὅσα ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν λαμβάνονται, ἠστόχησαν, ὡς ἠστόχησαν καὶ ὅλα τὰ μέτρα κατὰ τῆς λαθρεμπορίας ἐν γένει, ἐγκαταληφθέντα ἄλλως τε ὁλοσχερῶς σχεδὸν κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν, καταργηθέντων τῶν ἄλλοτε χρησιμοποιουμένων διὰ τὴν καταδίωξιν εἰδικῶν σκαφῶν. Ὅταν ἀνέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον, εὗρον ἑτοίμην διακήρυξιν δημοπρασίας ναυπηγήσεως ἕξ, νομίζω, πλοίων, δὲν ἐδημοσίευσα ὅμως ταύτην, διότι ἔλαβον τὴν πληροφορίαν ὅτι τὰ πλοῖα ταῦτα θὰ ἐχρειάζοντο 1½ ἔτος διὰ νὰ κατασκευασθοῦν καὶ προέβην εἰς συνεννοήσεις μετὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὅπερ μέχρις ὥρας διέθεσε δύο ἐκ τῶν πολεμικῶν σκαφῶν καὶ πρόκειται νὰ ἀποσπάσῃ καὶ ἄλλα τοιαῦτα διὰ τὴν ἀποτελεσματικήν, ὡς ἐλπίζομεν, τοῦ λαθρεμπορίου καταδίωξιν. Προκειμένου εἰδικώτερον περὶ τοῦ καπνοῦ ἐνομίσαμεν ὅτι ἔπρεπε νὰ προβῶμεν ἔτι περαιτέρω καὶ διὰ τῆς ἐγγυτέρας ἀντιλήψεως τοῦ πνεύματος τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ, νὰ δημιουργήσωμεν οὕτως εἰπεῖν ἓν εἶδος συναγωνισμοῦ πρὸς τὸ λαθρεμπόριον. Ἀντὶ νὰ ἀγοράζουν μὲ μυρίους κινδύνους τὸ σιγαρόχαρτον οἱ καπνοπαραγωγοὶ παρὰ τῶν λαθρεμπόρων, ἐσκέφθημεν ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ τὸ προσφέρῃ εἰς αὐτοὺς αὐτὸ τοῦτο τὸ Κράτος εἰς τιμὴν συμφέρουσαν, ἐν τῇ πεποιθήσει τῆς προτιμήσεως τῶν νομίμων μέσων. Οὕτω πως πρόκειται νὰ προσφέρωμεν ἤδη τὸ σιγαρόχαρτον δι’ 25 σιγαρέττα εἰς τὸν καπνοπαραγωγὸν ἐπὶ τιμῇ τριῶν μόνον δραχμῶν, ἀντὶ τῶν 10 δραχμῶν, ὅσας στοιχίζει τὸ σημερινὸν πακέτον, δυνάμει ἁπλῆς πιστοποιήσεως τοῦ Ἐφόρου περὶ τῆς ἰδιότητος τοῦ καπνοπαραγωγοῦ. Πολλοὶ ἐκφράζονται ἐνδοιασμοὶ περὶ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ μέτρου, ἐνδοιασμοὶ οἵτινες δὲν ἐκλόνισαν τὴν αἰσιόδοξον πεποίθησιν, ἣν προσωπικῶς τρέφω. Δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω ὅτι μὲ τὴν τιμὴν αὐτὴν τὸ πλεῖστον, ἂν μὴ τὸ ὅλον, τῶν καπνοπαραγωγῶν δὲν θὰ προμηθεύεται τοῦ λοιποῦ τὸ σιγαρόχαρτον ἀπὸ τὸ Δημόσιον, ὑπολογίζω δὲ ἐκ τούτου αὔξησιν 80,000,000 δραχμῶν. Ἐν τῇ ὑποθέσει καθ’ ἣν τὸ σύνολον τῶν παραγωγῶν συνεμορφοῦτο πρὸς τὸν νόμον, ἡ ἐπὶ πλέον εἴσπραξις ἔδει νὰ ὑπολογισθῇ εἰς 300 περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν. Δὲν παραλείπω νὰ προσθέσω ὅτι κατόπιν τῆς παρεχομένης εὐκολίας θέλει ἀποβῆ συντονωτέρα ἡ καταδίωξις τῆς λαθρεμπορίας, οὐδαμῶς πλέον συγχωρουμένης.
§64ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὥστε ὁ καπνὸς θὰ εἶναι ἐλεύθερος.
§65Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μόνον διὰ τοὺς καπνοπαραγωγοὺς καὶ δι’ οὐδένα ἄλλον. Ἐκ τῆς γνωστῆς φορολογίας τῶν ἀμύκων ὑπολογίζομεν ἑτέραν αὔξησιν 54,000,000 δραχμῶν. Οὕτως ἐπετεύχθη τὸ ἰσοζύγιον, διότι περὶ ἰσοζυγίου, ὡς ἐλέχθη, πρόκειται, τῶν 49,000,000 δραχμῶν πλέον καλυπτομένων ὑπὸ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς καὶ τῶν ἀναμενομένων ἀνακουφίσεων ἐκ τῆς ὁριστικῆς ἐπιλύσεως τῶν διαφορῶν μετὰ τοῦ Ἐλέγχου. Ἐλησμόνησα οὐσιῶδες κεφάλαιον προσαυξήσεως τῶν ἐξόδων, προωρισμένον ἴσως νὰ προκαλέσῃ μεγαλυτέρας ἀπὸ τὰς μὴ ἀκουσθείσας εὐτυχῶς εἰσέτι διαμαρτυρίας. Τῶν ἐπαυξήσεων, ἃς ἤδη ἀπηρίθμησα, μὴ ἐπαρκουσῶν πρὸς ἰσοσκέλισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐτέθημεν πρὸ τοῦ διλήμματος, τοσούτῳ μᾶλλον δεινοῦ, ὅσῳ ὁ καταρτιζόμενος Προϋπολογισμὸς δὲν ἀφεώρα μόνον τὴν παροῦσαν χρῆσιν, ἀλλὰ καὶ τὰς ἀμέσως ἑπομένας, ἂν ἔπρεπε νὰ ἀφήσωμεν ἔλλειμμα 300 ἑκατομμυρίων περίπου, πληγὴν χαίνουσαν καὶ ἀπειλητικὴν ἢ καταβάλλοντες ὑστάτην προσπάθειαν νὰ ἐπουλώσωμεν καὶ τὴν πληγὴν αὐτήν, ἀποβλέποντες ἀποφασιστικῶς εἰς τὴν πλήρη οἰκονομικὴν ἐξυγίανσιν. Ὁμόθυμον τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἔκρινεν ὅτι θὰ ἦτο σφάλμα ἀσύγγνωστον νὰ ἀφήσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν ἐλλειμματικόν, ἐγείροντες σαθρὸν ἀπὸ θεμελίων τὸ ἔργον ἡμῶν, ἐνῷ θὰ ἦτο δυνατὸν παρὰ τὴν ἐξάντλησιν τῶν πόρων νὰ θέσωμεν στερεὰς καὶ ἀκλονήτους τὰς βάσεις του. Ποία νέα φορολογία θὰ ἦτο ἱκανὴ νὰ ἀποδώσῃ ἐπαρκεῖς εἰσπράξεις; Ὑπῆρχε βεβαίως μία, ἡ γνωστὴ φορολογία τοῦ κύκλου τῶν ἐργασιῶν. Ἀπὸ ταμιευτικῆς ἀπόψεως ὁ φόρος οὗτος ὄχι μόνον πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος θὰ ἦτο ἐπαρκής, ἀλλὰ καὶ περισσεύματα θὰ ἠδύνατο νὰ ἐξασφαλίσῃ, παρακαμπτομένης μάλιστα οὕτω καὶ τῆς ἀνυπερβλήτου δυσχερείας, εἰς τὴν ὁποίαν προσκρούει ἡ ἐπαύξησις τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν. Πῶς ὅμως ἦτο δυνατὸν νὰ παρίδωμεν ὅτι διερχόμεθα ἤδη ἐμπορικὴν κρίσιν καὶ ὅτι τοιαύτη ἐπιβάρυνσις θὰ ἐπέφερεν ἐπιδείνωσιν μέλλουσαν νὰ προκαλέσῃ εὔλογον δυσφορίαν. Ἐγκαταλείψαντες ὡς ἐκ τούτου τὴν ἰδέαν τῆς φορολογίας τοῦ κύκλου τῶν ἐργασιῶν, δὲν εἴχομεν ἢ μίαν μόνην σανίδα διαφυγῆς, τὴν προσθήκην ἑνὸς τετάρτου δωδεκατημορίου τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων. Ὁ φόρος οὗτος γενικὸς καὶ μὴ πλήττων μονομερῶς ὡρισμένην κατηγορίαν, δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον ἐν τούτοις νὰ ἐπεκταθῇ πέραν τοῦ δέοντος, πέραν τῆς ἀνάγκης ἥτις τὸν ἐπροκάλεσεν. Ἀπηλλάξαμεν ὅθεν τοῦ φόρου σπουδαιοτάτας κατηγορίας ἐσόδων, ὅλους τοὺς εἰσαγωγικοὺς δασμούς, τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν Ἀθηνῶν–Πειραιῶς, λόγῳ τῆς προσθέτου φορολογίας τῆς Οὖλεν, τὸν φόρον τῶν μερισμάτων, τῶν ποσοστῶν ἢ ἄλλων ἀμοιβῶν τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν, συνεπείᾳ τῆς ἄκρας εὐπαθείας τῆς χρηματικῆς ἀγορᾶς καὶ τῶν ἐπιχειρήσεων, εὐπαθείας, ἥτις μὲ ἠνάγκαζε καθ’ ἑκάστην νὰ διαψεύδω καὶ κατὰ τρόπον ἐνίοτε σκαιὸν παντοίας ἀδεσπότους φήμας τιθεμένας ἐν ἐπιγνώσει ἢ κακοβούλως εἰς κυκλοφορίαν καὶ ταραττούσας τοὺς συναλλασσομένους, τὸν φόρον τῶν κέντρων διασκεδάσεων, τὸν φόρον τῶν λεσχῶν, βεβαιούμενον ὡς γνωστὸν δι’ ἐνοικιαστῶν, τὸν φόρον τῆς σταφίδος, καταβαλλόμενον κατ’ ἀποκοπὴν ὑπὸ τοῦ Σταφιδικοῦ Ὀργανισμοῦ, τὰ τέλη εἰσιτηρίων δημοσίων θεαμάτων, τὰ τέλη εἰσιτηρίων καὶ κομίστρων σιδηροδρόμων καὶ τὸν φόρον ἐπιτηδεύματος. Ἐφαρμόζοντες ἑπομένως τὸ πρόσθετον δεκατημόριον ἐπὶ τῶν μονοπωλιακῶν εἰδῶν καὶ τῶν λοιπῶν ἐμμέσων καὶ ἀμέσων φόρων, ἐλπίζομεν ἐξ αὐτοῦ αὔξησιν 390,000,000 δραχμῶν. Εἰδικῶς προκειμένου περὶ τοῦ καπνοῦ ὁριζομένης αὐξήσεως 50 λεπτῶν κατὰ πακέτον, ἡ ἐπιβάρυνσις δὲν ἀνέρχεται εἰς 10 ἄλλα, ἀλλὰ μόνον εἰς 5%. Εἰδικὴ τιμὴ θέλει ὁρισθῆ καὶ καὶ ἐπὶ τῶν μονοπωλιακῶν εἰδῶν. Καταρτίζοντες τὸν Προϋπολογισμὸν ἀπεβλέψαμεν οὐχὶ εἰς τὴν δημιουργίαν παροδικῶν ἐντυπώσεων, ἀλλ’ εἰς τὴν κατάστρωσιν συνολικοῦ προγράμματος ἱκανοῦ νὰ ἐπιφέρῃ τὴν περισυλλογὴν καὶ τὴν ἀνόρθωσιν τοῦ Κράτους. Κατηγορήθημεν, θὰ κατηγορηθῶμεν δὲ ἴσως ἤδη ἔτι δριμύτερον, ὅτι ἠκολουθήσαμεν τακτικὴν ἀπότομον, ἐπιζητήσαντες τὴν λύσιν τοῦ οἰκονομικοῦ προβλήματος κατὰ μέτωπον, ὅτι παριδόντες τὴν οἰκονομικὴν δυσπραγίαν ἀπεφύγαμεν τοὺς ἐπιβεβλημένους ἑλιγμούς, δι’ ὧν βραδύτερον μὲν ἀλλ’ ἀσφαλέστερον καὶ ἄνευ ὑπερμέτρου πιέσεως τῆς ἰδιωτικῆς οἰκονομίας θὰ ἠδυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν αὐτὸν σκοπόν. Θὰ σᾶς εἴπω ἀμέσως, πόσοι εἶναι οἱ πολυθρύλλητοι οἰκονομικοὶ ἑλιγμοί, περὶ ὧν, ὡς μὴ ὤφειλε, γίνεται λόγος ἀρκετός, δυνάμενος νὰ παραπείσῃ τοὺς εὐπίστους. Θὰ ἴδωμεν δηλαδὴ εὐθὺς ἀμέσως ποῖα εἶναι τὰ ἀντιτασσόμενα προγράμματα εἰς τὸ πρόγραμμα τὸ ἰδικόν μας. Εἶναι τὰ προγράμματα ταῦτα τρία. Ὑποστηρίζουν δηλαδὴ οἱ μὲν ὅτι ἡ πολιτικὴ τῶν οἰκονομιῶν καὶ τῶν φόρων, πολιτικὴ καθαρῶς ἐμπειρικὴ καὶ ἐστερημένη ἐπιστημονικῆς βαρύτητος, οὐδὲν τὸ γενναῖον δύναται νὰ ἐπιτύχῃ, ἡ μόνη δὲ σωτηρία ἔγκειται εἰς τὴν ἐπίρρωσιν τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων, ἐξ ἧς θέλουν ἀναπηδήσει ἀβιάστως οἱ πακτωλοὶ πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους. Ἄν, κύριοι, εἰς μίαν βαθεῖαν διασάλευσιν τῆς δημοσίας τάξεως εἰς μίαν λῃστρικὴν ἐπιδρομὴν ἐνεφανίζοντο οἱοιδήποτε δοκισίσοφοι καὶ πρόχειροι μελετηταὶ τῶν κοινωνικῶν φαινομένων καὶ μᾶς ἔλεγον· κύριοι, πρέπει νὰ ἀφήσητε κατὰ μέρος τὰς καταδιώξεις καὶ τὰ ἀποσπάσματα καὶ τὴν χωροφυλακὴν καὶ τὰ ποινικὰ δικαστήρια, διότι ἐξ αὐτῶν οὐδὲν τὸ σταθερὸν θὰ ἀποκομίσητε, ἂν δὲ ὄντως θέλητε νὰ φθάσητε εἰς τὴν ἐκρίζωσιν τῆς ἐγκληματικότητος ἀνάγκη νὰ φροντίσητε ὅπως τονωθῇ τὸ ἠθικὸν τοῦ Λαοῦ, μορφοῦντες τὸν Κλῆρον, ἐξυψοῦντες τὴν ἐκπαίδευσιν, βελτιοῦντες τοὺς οἰκονομικοὺς τοῦ Λαοῦ πόρους καὶ θὰ ἴδητε τότε ὅτι ἡ ἑστία τῶν ἐγκλημάτων θέλει ἐκλείψει ἀφ’ ἑαυτῆς καὶ θὰ ἀναπετασθῇ ἡ λευκὴ σημαία ἐπὶ τῶν φυλακῶν, ἂν ταῦτα συνιστῶντο πρὸς ἐξουδετέρωσιν μιᾶς ἀνησυχαστικῆς κρίσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ὑποθέτω ὅτι ὡς μόνην ἀπήχησιν θὰ εἶχον νὰ προκαλέσουν τὸν γέλωτα καὶ τὴν κοινὴν περιφρόνησιν εἰς βάρος τῶν αὐτοχειροτονήτων συμβούλων καὶ τῆς κουφότητος αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· κατὰ τί διαφέρουν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι, ἐνῷ σφαδάζομεν ὑπὸ τόσον δεινὴν καὶ ὀξεῖαν οἰκονομικὴν κρίσιν, ἐνῷ ἔχομεν νὰ ἀντικρύσωμεν ὑποχρεώσεις ληξιπροθέσμους δισεκατομμυρίων ὁλοκλήρων, ἔρχονται μετὰ στόμφου ἐνδεικτικοῦ τῆς κενότητος αὐτῶν νὰ διακηρύξουν ὅτι εἰς οὐδὲν χρησιμεύουν οἱ φόροι καὶ αἱ οἰκονομίαι καὶ ὅτι, ἂν θέλωμεν νὰ ἐξεύρωμεν τὸ ἀναγκαιοῦν εἰς ἡμᾶς χρῆμα, ὀφείλομεν νὰ ἀναμείνωμεν νὰ συντελεσθῇ προηγουμένως πλήρης ἡ ἀναδιοργάνωσις τῆς ἐθνικῆς μας οἰκονομίας, νὰ ἀποξηρανθοῦν τὰ ἕλη, νὰ συμπληρωθῇ τὸ δίκτυον τῶν ὁδῶν καὶ τῶν σιδηροδρόμων, νὰ ἀνδρωθῇ ἡ γεωργία καὶ ἡ βιομηχανία μας ὅπως ἀρυσθῶμεν τὰ μέσα τῆς πληρώσεως τῶν ἐλλειμμάτων καὶ τῶν χρεῶν μας; Τοιαύτη πολιτικὴ δὲν εἶναι ἀξία συζητήσεως. Εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς νοσηρᾶς ἀδρανείας, εἰς στιγμὰς καθ’ ἃς μόνον ἡ ἄμεσος καὶ δραστικὴ ἐπέμβασις δύναται νὰ σώσῃ. Ἄλλοι συνιστοῦν ἐκ διαμέτρου ἀντίθετον ὁδόν. Ἔχετε, λέγουσιν, ἀνάγκην χρημάτων. Τὰ χρήματα ὅμως δὲν θὰ τὰ εὕρητε οὔτε διὰ τῶν οἰκονομιῶν, διότι αἱ οἰκονομίαι ἐλάχιστα ἀποδίδουν, οὔτε διὰ τῶν φόρων, διότι ὡς ἐκ τῆς ἐξαντλήσεως τοῦ Λαοῦ πᾶν νέον βάρος ἄγει εἰς ἀντίθετα τῶν ἐπιδιωκομένων ἀποτελέσματα. Εἷς μόνος ὑπάρχει τρόπος ἐξοικονομήσεως, οἱ οἰκονομικοὶ συνδυασμοὶ οἱ χαρακτηρίζοντες τὰς ἰδιοφυΐας καὶ τοὺς μεγάλους οἰκονομολόγους. Ἐν ἀποτυχίᾳ ἢ ἐν ἀνεπαρκείᾳ τοῦ μέσου τούτου, ἂν δὲν δύνασθε τουτέστι νὰ ἐξεύρητε τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα σᾶς ἀναγκαιοῦν, ἁπλούστατα θὰ τὰ κατασκευάσητε διὰ τῶν πασιγνώστων τρόπων. Τὸ σύστημα εἶναι ἁπλοῦν καὶ γνωστόν. Εἶναι τὸ σύστημα τῶν ἀναγκαστικῶν δανείων ὑπὸ τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην μορφὴν καὶ τὸ σύστημα τῶν πιστωτικῶν ἐκδόσεων, ὑφ’ οἱονδήποτε τύπον. Αὐτοὶ εἶναι οἱ περίφημοι οἰκονομικοὶ συνδυασμοὶ συνδυασμοὶ, ἐφαρμοσθέντες πλειστάκις παρ’ ἡμῖν καὶ οὐκ ὀλίγον συντελέσαντες εἰς τὴν δημιουργηθεῖσαν θλιβερὰν κατάστασιν, ὁδηγήσαντες δὲ πανταχοῦ τοὺς λαοὺς εἰς τὴν καταστροφὴν καὶ τὴν δυστυχίαν. Ὑπάρχουν ἄλλοι, τρίτοι, προχωροῦντες ἔτι περαιτέρω καὶ ὑποστηρίζοντες ὅτι αἱ ἄκρως δυσχερεῖς περιστάσεις δικαιολογοῦν μίαν παρέκκλισιν ἀπὸ τὴν κανονικὴν ὁδόν, τὴν ὁποίαν ὀφείλουν νὰ τηροῦν τὰ Κράτη, τὰ στερρῶς ἐχόμενα τῆς πίστεώς των. Δυνάμεθα, λέγουν, προσωρινῶς νὰ ἀναστείλωμεν τὴν καταβολὴν τῶν χρεωλυσίων, ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἐντεῦθεν θὰ ἀρυσθῶμεν δὲν ἐξαρκεῖ νὰ τὸ συμπληρώσωμεν διὰ πιστωτικῆς ἐκδόσεως προσηκόντως ὅμως ἠτιολογημένης. Κύριοι βουλευταί, δὲν ὑποθέτω ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις εἶναι δυνατὸν νὰ ἀκολουθήσῃ τοιαύτας σκολιὰς ἀτραποὺς καὶ τοιαύτας μεθόδους καθαρᾶς χρεωκοπίας, οὐδὲ ὑποθέτω ἐπίσης ὅτι καὶ ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἀξία παρομοίας τύχης. Εἶμαι βέβαιος ὅτι κωφεύουσα εἰς τὰς ὑπούλους παρορμήσεις πρὸς ἀσυγχωρήτους τυχοδιωκτισμοὺς καὶ καταβάλλουσα ὀλιγοχρόνιον καὶ γενναίαν ἔντασιν τῶν δυνάμεών της ἡ Ἑλλὰς θὰ ἀποβῇ ἐντὸς ὄχι πολὺ μακροῦ διαστήματος, ἐντὸς τὸ πολὺ δύο ἢ τριῶν ἐτῶν, Χώρα οἰκονομικῶς ἀκμαία καὶ εὐδαίμων. Θὰ ἦτο εὐχάριστον νὰ προσηρχόμην καὶ ἐγὼ σήμερον ἐνώπιόν σας ὅπως σᾶς ἀναγγείλω ὄχι μόνον τὴν ἐπίτευξιν τοῦ ἰσοζυγίου, ἀλλὰ μετὰ τοῦ ἰσοζυγίου καὶ φορολογικὰς ἀνακουφίσεις. Δὲν θὰ ἦτο τὸ γεγονὸς ἁπλῶς εὐχάριστον, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ πάσης ἀπόψεως εἰς ἀρχηγὸν μέχρις ὥρας κόμματος συμφέρον.
§66Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Διατί μέχρις ὥρας;
§67Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀποδίδω ἀπεριόριστον σημασίαν εἰς τὴν λαϊκὴν παντοδυναμίαν, ἡ ὁποία δύναται νὰ καταλύσῃ τὰ πάντα καὶ τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων. Βλέπετε ὅτι ὁ σεβασμὸς πρὸς τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν ἀνήκει ἐνίοτε καὶ εἰς ἡμᾶς.
§68Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Ἐνίοτε;
§69Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐνίοτε, ἀφοῦ εἶναι μονοπώλιόν σας. Τὰ φορολογικὰ βάρη, τὰ ἐπιβαλλόμενα σήμερον εἰς τὸν Λαόν, δὲν εἶναι μικρά. Οὐδεὶς θὰ ἐσκέπτετο νὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἀναμφισβήτητον ταύτην ἀλήθειαν. Δὲν εἶναι μικρά. Εἶναι μεγάλα τὰ βάρη τοῦ Λαοῦ καὶ ἀνάλογα πρὸς τὸν ὄγκον τῶν συμφορῶν, αἱ ὁποῖαι τὸν ἔπληξαν.
§70ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μίαν μικρὰν διακοπήν, κ. Πρόεδρε.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ 5 λεπτά.
(Ὥρα 12.40 π. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 12.50′ π. μ.)
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν σου.
§73Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ σύνολον τῶν φορολογικῶν βαρῶν, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται, δὲν εἶναι ποσῶς μηδαμηνόν, ἀνερχόμενον εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ τρέχοντος ἔτους δραχ. 7,434,000,000 καὶ ἀναλογοῦν εἰς δραχ. 1,143 κατὰ κεφαλήν. Ἂν συνυπολογίσωμεν εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο καὶ τοὺς δημοτικοὺς φόρους ἐξ 600,000,000 δραχμῶν, ἀναβιβάζουσιν τὸ σύνολον τῆς φορολογίας εἰς δραχ. 8,100,000,000, φθάνομεν εἰς τὴν ἀναλογίαν 1,217 δραχμῶν, ἀντιστοιχουσῶν πρὸς δραχ. χρυσᾶς 81 κατὰ κάτοικον. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου ὑπολογισμόν, ἐμπεριστατωμένως καταρτισθέντα ὑπὸ τοῦ συναδέλφου ἐκ Πειραιῶς κ. Σακαλῆ, κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ ἐτήσιον ἐθνικὸν εἰσόδημα ὑπολογίζεται εἰς 2,000,000,000 δραχμῶν χρυσῶν.
§74Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Ἀδύνατον.
§75Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ γενομένη ἐργασία καὶ ἐκτίμησις δὲν εἶναι βεβαίως τελείως ἐξῃκριβωμένη καὶ ἀσφαλής, ἀλλὰ σοβαρὰ καὶ ἀξία προσοχῆς. Ἔχομεν λοιπὸν ἐτήσιον εἰσόδημα δραχ. χρ. 2,000,000,000, ἐξ οὗ τὰ 6)10 ἐκ κεφαλαίου καὶ τὰ 4)10 ἐξ ἐργασίας, ἤτοι κατὰ κεφαλὴν δραχ. χρ. 303 καὶ φορολογικὴν ἀναλογίαν ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος σχεδὸν 27%. Τὸ βάρος εἶναι ἐπαχθὲς καὶ ὑπέρογκον, ἐφόσον ὁ ὑπολογισμὸς εἶναι ἀκριβὴς καὶ περὶ τούτου κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον μᾶς πείθει ἑτέρα βάσις ἐκτιμήσεως εἰς τὸ αὐτὸ ἄγουσα συμπέρασμα. Ἂν ὑπολογίσωμεν τὸ φορολογικὸν βάρος εἰς 6,000 δραχμῶν κατὰ οἰκογένειαν, ἔχομεν ἐπὶ ἑνὸς μέσου ἐτησίου εἰσοδήματος τῆς ἐργατικῆς οἰκογενείας ἐκτιμωμένου εἰς δραχ. 25,000 δραχ. ἐτησίως, τὴν αὐτὴν περίπου ἀναλογίαν, τοῦ φορολογικοῦ βάρους ἀπορροφῶντος κατὰ προσέγγισιν τὸ τέταρτον τοῦ εἰσοδήματος. Τὸ βάρος τοῦτο μετριάζεται ὁπωσδήποτε διὰ τὸν λόγον ὅτι ἡ ἀγοραστικὴ ἀξία τῆς δραχμῆς διετηρήθη εἰς ἐπίπεδον ἀνώτερον ἐν σχέσει πρὸς τὴν ὀνομαστικήν της ἰσοτιμίαν, ἐπιδεινοῦται ὅμως ἐξ ἄλλου εἰς πολὺ μεγαλύτερον βαθμὸν ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι τὸ μέσον ἐτήσιον εἰσόδημα τῶν 303 χρυσῶν δραχμῶν, εἶναι αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ ἀπολύτως ἀνεπαρκὲς καὶ ἀφίνει ἐλάχιστον περιθώριον διὰ τὴν βιωτικὴν συντήρησιν. Ἀπέβη ὄντως ἐπαχθὲς τὸ φορολογικὸν βάρος, δὲν εἶναι ὅμως παντάπασιν ἀκριβὲς τὸ λεγόμενον καὶ πιστευόμενον ὅτι ἡ φορολογικὴ τοῦ Λαοῦ ἀντοχὴ ἐκάμφθη μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε αἱ εἰσπράξεις, παρὰ τὴν αὔξησιν τοῦ ποσοστοῦ, μειοῦνται ὁλονὲν καὶ καταπίπτουν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι αἱ εἰσπράξεις δὲν παρακολουθοῦν κατ’ αὐστηρὰν ἀναλογίαν τὰς φορολογικὰς αὐξήσεις, παρουσιάζουν ὅμως σταθερὰν ἐπὶ τὰ πρόσω πορείαν, ἡ ὁποία δὲν δεικνύει ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸ τοιούτου καμάτου τῆς οἰκονομίας, ὥστε ἡ πρόσθεσις νέων φορολογιῶν νὰ ἐλαττώνῃ τὴν ἀπόδοσιν. Αὐτὸ παρατηρεῖται τόσον εἰς τοὺς ἀμέσους ὅσον καὶ τοὺς ἐμμέσους φόρους. Ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ πινάκων τοὺς ὁποίους δύναμαι νὰ θέσω ὑπ’ ὄψιν σας, οὐδεμία ὑποχώρησις εἰς κανὲν κεφάλαιον παρετηρήθη μέχρι σήμερον. Ὁπωσδήποτε δὲν εἴμεθα ἡμεῖς, ὑποθέτω, οἱ ὑπεύθυνοι διὰ τὰ ἐλλείμματα τῶν Προϋπολογισμῶν ἢ οἱ ἐπιβάλλοντες τοὺς φόρους. Ἡμεῖς εἴμεθα τὰ ὄργανα τὰ μετ’ αὐταπαρνήσεως, δέον νὰ ὁμολογηθῇ, ἀναλαβόντα τὴν ἐκκαθάρισιν σαπροῦ παρελθόντος, τοῦ ὁποίου ἡ διατήρησις ἠπείλει νὰ μολύνῃ τὸν ἐθνικὸν ὀργανισμόν. Ὅλαι αἱ ἀτυχίαι καὶ τὰ σφάλματα, ὅλαι αἱ συμφοραὶ καὶ αἱ περιπέτειαι, τὰς ὁποίας διῆλθε τὸ Ἔθνος, ἀναζοῦν, κύριοι βουλευταί, εἰς τοὺς ἀριθμούς, τοὺς ὁποίους σᾶς παρέθεσα. Ἡ τραγικὴ ἱστορία τῶν τελευταίων ἐτῶν, μεταξὺ τῶν λοιπῶν συνεπειῶν δημιούργησε καὶ τὴν παροῦσαν ἀναπόδραστον οἰκονομικὴν ἐκκαθάρισιν. Δὲν εἴμεθα λοιπὸν ἡμεῖς οἱ προτείνοντες τὸν φόρον. Οὐδέποτε λαὸς ἐξῆλθεν ἐκ κρίσεως ὁμοίας πρὸς τὴν ἡμετέραν ἄνευ γενναίων ἀποφάσεων καὶ μέτρων. Ὅσοι δὲ ἀπεπειράθησαν νὰ ὑπεκφύγουν ἀνοήτως λοξοδρομοῦντες ἀπὸ τῶν ἀσαλεύτων κανόνων τῆς λογικῆς καὶ τῆς πείρας καὶ τῆς ἐπιστήμης ἐβυθίσθησαν εἰς τὴν δυστυχίαν. Ὅταν εἰς τὴν Αὐστρίαν καὶ εἰς τὴν Γερμανίαν—ὑπῆρξε δὲ καὶ εἶναι ἡ Γερμανία οἰκονομικὸς κολοσσὸς ἔναντι ἡμῶν—ὅταν, λέγω, αἱ ἐκδόσεις διεδέχοντο ἀλλήλας, ὁ Αὐστριακὸς καὶ ὁ Γερμανικὸς λαὸς ἐσφάδαζον ἐκ τῆς ἐσχάτης ἀθλιότητος καὶ ἐδεκατίζοντο ὑπὸ τῆς πείνης καὶ εἶδον αἰωρούμενον πρὸ αὐτῶν τὸ φάσμα τῆς ἐσχάτης κοινωνικῆς ἀναρχίας. Ἀντιθέτως ὅσοι λαοὶ ἠθέλησαν νὰ ἀντιμετωπίσουν θαρραλέως τὸ οἰκονομικὸν πρόβλημα, αὐτοὶ καὶ μόνον κατώρθωσαν διὰ προσκαίρων ὀδυνηρῶν ἴσως θυσιῶν νὰ περισωθοῦν καὶ τάχιστα νὰ ἀνακτήσουν τὸ παλαιόν των σφρῖγος. Ἂν ἐξετάσωμεν ἄλλως τε ἐγγύτερον τὰ πράγματα, ὡς πρὸς τὰς προτεινομένας φορολογικὰς αὐξήσεις, θὰ πεισθῶμεν ὅτι οὐδέποτε ἐπετεύχθη ἔργον μεῖζον διὰ μικροτέρων θυσιῶν. Δικαιούμεθα νὰ τὸ ἰσχυρισθῶμεν. Διότι ἐπὶ τέλους ποῖα εἶναι τὰ φορολογικὰ βάρη, τὰ ὁποῖα προτείνομεν; Ποία ἡ ἔκτασις καὶ ἡ σημασία των; Ἐκ τῶν αὐξήσεων τῶν 1,606,000,000 περίπου δραχμῶν μέγα μέρος οὐδεμίαν ἔχουν σχέσιν πρὸς οἱανδήποτε ἔννοιαν φορολογίας, τοιαῦται δὲ αὐξήσεις εἶναι αἱ ἐκ τῆς λογιστικῆς ἐγγραφῆς τοῦ δανείου τῆς ἀπαλλοτριώσεως δραχ. 98,000,000 καὶ τῶν Γερμανικῶν ἐπανορθώσεων δραχ. 62,000,000, ἐν ὅλῳ δραχ. 160,000,000. Αἱ λοιπαὶ συγκεφαλαιοῦνται ὡς ἀκολούθως: Ἐκ δικαιωμάτων καὶ ἄλλων ἐσόδων δραχ., 36,000,000, ἐκ τῶν Τ.Τ.Τ. δραχ. 40,000,000, ἐκ καλυτέρας βεβαιώσεως τῶν φόρων δραχ. 288,000,000, ἐξ ἀντικαταστάσεως τοῦ φόρου τῆς δεκάτης, ἀντικαταστάσεως ἥτις διὰ τῆς τροποποιήσεως τῆς βεβαιώσεως καὶ ἐνισχύσεως τῶν γεωργῶν, διὰ τῶν δασμολογικῶν αὐξήσεων καὶ τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ φόρου τῶν αἰγοπροβάτων προάγει ἀντὶ νὰ χειροτερεύῃ τὴν θέσιν τῶν γεωργικῶν τάξεων ἐν σχέσει πρὸς τὸ παρελθὸν ἔτος, δραχ. 193,000,000, ἐκ τῆς φορολογίας τῶν ἀμβύκων αὔξησις ἀποδόσεως 34,000,000, αὔξησις συνδυαζομένη πρὸς πλήρη τοῦ φόρου τῶν ἀμβύκων κατάργησιν, αὔξησιν ἐκ φορολογικῆς ἀνακουφίσεως, ἐκτὸς ἂν χαρακτηρίσωμεν βάρος τὴν ἐξασφάλισιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου ἀπὸ τῆς λαθρεμπορίας ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ καπνοπαραγωγικοῦ σιγαροχάρτου, ἀποτελούσης πρόσθετον προστασίαν τῆς γεωργικῆς τάξεως, δραχ. 80,000,000. Ὑπολογιζομένων καὶ τῶν 30% ἐπὶ τῶν ἀνωτέρω ἐσόδων, ἔχομεν ἐν ὅλῳ δραχ. 1,001,000,000, ποσὸν ἐπὶ πλέον ἐσόδων μὴ ὀφειλόμενον παντάπασιν εἰς φορολογικὴν ἐπιβάρυνσιν. Τίνες εἶναι κατόπιν τούτου οἱ ἤδη τὸ πρῶτον ἐπιβαλλόμενοι φόροι καὶ ποῖον τὸ ποσὸν αὐτῶν; Τοιοῦτοι φόροι εἶναι οἱ δασμοὶ σίτου, ἀλεύρων, ζώων, ζακχάρεως, ὑπολογιζόμενοι μετὰ τοῦ δημοτικοῦ εἰς δρ. 300,000,000. Ἡ αὔξησις ὅμως τῶν δασμῶν ἐγένετο ἐν συνδυασμῷ μὲ ἄλλα μέτρα, λ. χ. καθορισμοῦ τῶν δύο ποιοτήτων ἄρτου, ἅτινα κατέστησαν ἀνεπαίσθητον τὸ βάρος. Αἱ αὐξήσεις αἱ ἐπακολουθήσασαι τῆς τιμῆς τοῦ ἄρτου εἶχον τὴν ἀρχήν των εἰς τὰς ἐπισυμβάσας καταστροφὰς τῶν σιτοκαλλιεργειῶν τῆς Ἀμερικῆς καὶ τὴν ἐκ τούτων μείωσιν τῆς ἐσοδείας. Ἐκ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ διὰ τῆς ἐξισώσεως τῶν χονδρῶν σιγαρέττων καὶ τῶν «νταμῶν», κατασταλείσης οὕτω καταχρήσεως, τὴν ὁποίαν οὐδέποτε τὸ Κράτος ἐσκέφθη νὰ θεσπίσῃ καὶ νὰ διατηρήσῃ ὡς νόμιμον κατάστασιν εἰς βάρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῆς δημοσίας ὑγείας. Αἱ ἄλλαι φορολογικαὶ αὐξήσεις προέρχονται ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων κεφαλαίου, τοῦ συνθετικοῦ φόρου, τῆς φορολογίας τῆς Οὖλεν, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ἐκτελεῖ χρέη εἰσπράκτορος. Τί μένει λοιπὸν πράγματι; Μένει μόνον ὅτι διὰ τοῦ προσθέτου δεκατημορίου θὰ αὐξηθῇ ἡ τιμὴ τοῦ πακέτου κατὰ 50 λεπτά. Ὡσαύτως δὲ ἔν τινι μέτρῳ καὶ ἡ τιμὴ τῶν μονοπωλιακῶν εἰδῶν καὶ τοῦ χαρτοσήμου καὶ ἀνεπαισθήτως τὸ ποσοστὸν ἄλλων τινων φόρων. Τὸ ἰσοζύγιον λοιπὸν τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατωρθώθη νὰ ἐπιτευχθῇ δι’ ἐπιβαρύνσεως τοῦ ἄρτου κατὰ 30 λεπτά, τῆς ζακχάρεως κατὰ 2.50 δραχμάς, τοῦ πακέτου τῶν σιγαρέτων κατὰ 50 λεπτὰ λεπτὰ καὶ τῆς ἐλαφρᾶς ἐπιβαρύνσεως τῶν μονοπωλιακῶν εἰδῶν καὶ τοῦ χαρτοσήμου. Θὰ ἠδυνάμεθα νὰ πληρώσωμεν τὸ ἄνοιγμα τῶν τριῶν δισεκατομμυρίων κατ’ ἄλλον τρόπον, ἀποφεύγοντες καὶ τὰς ἀνεπαισθήτους ταύτας ζημίας. Ἀνέπτυξα πῶς οἱ ὑποστηρίζοντες τοῦτο ὠθοῦν εἰς κατωφέρειαν, εἰς τὸ βάθος τῆς ὁποίας εὑρίσκεται πάντοτε ὁ οἰκονομικὸς ὄλεθρος. Ἀποκαθιστῶντες τοιουτοτρόπως, κύριοι, τὴν σταθερὰν ἰσοσκέλισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τὸ τρέχον ἔτος, ἐξασφαλίζομεν ἐπίσης τὸ ἰσοζύγιον καὶ διὰ τὰς ἀμέσους ἑπομένας χρήσεις. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου στοιχειώδη προοπτικὴν τῆς μελλούσης χρήσεως, ἐκ τῆς ὁποίας καταφαίνεται ὅτι καὶ ἡ μέλλουσα χρῆσις παρὰ τὰς ἀναποφεύκτους μεταβολάς, τὰς ὁποίας θέλει ὑποστῆ, θέλει καταλήξει καὶ αὐτὴ ὄχι μόνον εἰς ἰσοζύγιον, ἀλλὰ καὶ εἰς περίσσευμα, μεθ’ ὅλην τὴν ἀναγραφὴν εἰς τὴν μέλλουσαν χρῆσιν ὁλοκλήρου τῆς ὑπηρεσίας τῶν πρὸς τὴν Ἀμερικὴν χρεῶν μας, τὸν διακανονισμὸν τῶν ὁποίων θέλομεν ἐπιδιώξει λίαν προθύμως ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς αὐστηρᾶς τηρήσεως τῶν ἀμοιβαίων ἐκ τῶν ὑφισταμένων συμφωνιῶν ὑποχρεώσεων. Ἡ προοπτικὴ ὁμοίως τῆς χρήσεως 1929–1930 ἀποδεικνύει ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ δύναται νὰ διαταραχθῇ καὶ κατ’ αὐτὴν τὸ ἰσοζύγιον, ἐφόσον δὲν παρεμπέσουν γεγονότα δυνάμενα νὰ διαταράξουν τὴν γενικὴν τοῦ Κράτους ἰσορροπίαν καὶ νὰ προκαλέσουν νέας κρίσεις. Τοιοῦτος φόβος δὲν ὑπάρχει σήμερον, καθ’ ὅλα δὲ τὰ φαινόμενα ἡ πολιτικὴ ἡμῶν ἐξέλιξις θέλει βαδίσει παραλλήλως πρὸς τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν ἀνάρρωσιν. Ἔχομεν, κύριοι, τοιουτοτρόπως πλῆρες καὶ ἕτοιμον ἤδη τὸ κυριώτερον μέρος τοῦ κυβερνητικοῦ προγράμματος, ὅπερ ὅμως δὲν εἶναι καὶ τὸ μόνον, ὑπολειπομένου πρὸς συμπλήρωσιν αὐτοῦ δύο ἑτέρων οὐσιωδεστάτων κεφαλαίων, τῆς σταθεροποιήσεως τοῦ νομίσματος, ἄνευ τῆς ὁποίας ὅλοι οἱ ὑπολογισμοὶ καὶ αἱ προβλέψεις μας καταπίπτουν καὶ τῆς ὀργανώσεως τῶν οἰκονομικῶν τῆς Χώρας ἐφοδίων, ὅπως τονωθῇ ἡ παραγωγὴ καὶ ἀναπτυχθοῦν ἐλευθέρως καὶ εὐρέως αἱ οἰκονομικαὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ ἀρεταί. Σὺν τῇ σταθεροποιήσει τοῦ νομίσματος ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ τίνα τρόπον θέλομεν καλύψει τὰ ἐλλείμματα τοῦ παρελθόντος καὶ ἐξυπηρετήσει τὰς ἀμέσους ἐθνικὰς ἀνάγκας. Εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ποσὸν τόσον μέγα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξοικονομηθῇ ἐκ τῶν συνήθων τοῦ Προϋπολογισμοῦ πόρων, οὐδὲ ἠμποροῦμεν νὰ τὸ ἀνεύρωμεν ἐντὸς τοῦ κύκλου τῆς ἐγχωρίου ἀγορᾶς, πενιχρᾶς γενικῶς εἰς κεφάλαια, ἰδίως μετὰ τὴν φυγάδευσιν αὐτῶν, συνεπείᾳ τῆς πολιτικῆς καὶ νομισματικῆς ἀνωμαλίας. Τὸ ρευστὸν χρῆμα, ὑπολογιζόμενον εἰς πολλὰ ἑκατομμύρια δραχμῶν, κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐτράπη πρὸς τὰ ἔξω ὄχι συνεπείᾳ τῆς διώξεως ἣν ὑπέστη ἡ ἰδιοκτησία ἐκ τῆς ἀγροτικῆς πολιτικῆς ἢ τῶν ἐνοικιοστασίων, ὡς ἐλέχθη ἐπανειλημμένως, ἀλλὰ κατ’ ἀκολουθίαν τῶν ἱστορικῶν τοῦ Ἔθνους περιπετειῶν. Πρέπει νὰ ἐνθυμηθῶμεν ὅτι ἡ ἀγροτικὴ πολιτικὴ καθὼς καὶ τὸ Ἐνοικιοστάσιον ἦσαν ἐν ἐφαρμογῇ ἤδη ἀπὸ τοῦ 1919–1920 καὶ ὅμως κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα ἐσημειώθη ἡ μεγαλυτέρα εἰσροὴ κεφαλαίων εἰς τὴν Χώραν μας καὶ τὰ ἐμβάσματα τῶν μεταναστῶν ἔφθασαν εἰς τὸ ὕψιστον αὐτῶν σημεῖον. Τὰ αἴτια τῆς φυγαδεύσεως δὲν εἶναι ἄγνωστα. Θὰ ἦτο δὲ περίεργον νὰ παραμείνουν ἀνεπηρέαστα ἐκ τῶν σάλων καὶ τῶν καταστροφῶν τὰ κεφάλαια τὰ ἐπιζητοῦντα πάντοτε ἀσφαλὲς ἄσυλον κατὰ τῶν πολιτικῶν κινδύνων. Ἀπεδόθη, κύριοι, ἐπίσης ἡ φυγὴ τῶν κεφαλαίων εἰς τὸ Ν. Διάταγμα περὶ τῶν εἰς χρυσὸν καταθέσεων. Δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσω ἤδη τὸ μέτρον αὐτὸ κατ’ οὐσίαν. Θεωρητικῶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθῇ ἐπιλήψιμον, πρακτικῶς ὅμως, δέον νὰ ὁμολογηθῇ, ὑπῆρξεν ἄστοχον, συνετέλεσε δὲ καὶ αὐτὸ ὄχι ὅμως εἰς βαθμὸν σημαντικὸν εἰς τὸν ἐκπατρισμὸν τοῦ χρήματος. Ἀναγνωρίζοντες τὴν ψυχολογικὴν ἐπίδρασιν, ἣν τὸ μέτρον τοῦτο ἤσκησεν ὑποβάλλομεν εἰς τὴν Βουλὴν ψήφισμα, διὰ τοῦ ὁποίου συνταγματικῶς κατοχυροῦνται αἱ εἰς χρυσὸν καταθέσεις ἐπὶ μίαν πενταετίαν ὅπως ἐξαλειφθῇ καὶ ἡ ἐλαχίστη ὑπόνοια ὅτι τὸ Κράτος θέλει ποτὲ σκεφθῆ νὰ ἐπανέλθῃ ἐπὶ μέτρων καταδειχθέντων ἐπιζημίων. Ὑπελογίσαμεν ἤδη ὅτι τὸ ποσὸν τὸ ἀπαιτούμενον διὰ μὲν τὸ κυμαινόμενον χρέος θὰ εἶναι 1,100,000,000 δραχμῶν, διὰ δὲ τὴν προσφυγικὴν ἀποκατάστασιν ὡσαύτως 1,100,000,000 δραχμῶν, εἰς τὰ ποσὰ δὲ ταῦτα πρέπει νὰ προσθέσωμεν ἐπὶ πλέον 3,000,000 Ἀγγλικῶν λιρῶν πρὸς δημιουργίαν σταθερᾶς νομισματικῆς βάσεως. Ἡ ἔμπρακτος σταθεροποίησις, τὴν ὁποίαν παρατηροῦμεν ἀφ’ ὅτου ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται εἰς τὴν Ἀρχήν, ἤρχισεν ἤδη νὰ ἀποφέρῃ τοὺς καρπούς της, τὸ ἐμπόριον ὡς ἐκ τοῦ λόγου τούτου καὶ τῆς πίστεως, τὴν ὁποίαν ἐμπνέει ἡ Κυβέρνησις, ἤρχισε νὰ ἀναθαρρῇ καὶ νὰ ἐργάζεται, κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν τῶν ἁρμοδίων ἀντιπροσώπων τοῦ ἐμπορικοῦ καὶ βιομηχανικοῦ κόσμου. Δὲν δυνάμεθα οὐχ ἧττον νὰ ἀφήσωμεν τὰ πράγματα εἰς τὴν τύχην των. Ἡ σταθεροποίησις ὑπὸ τὴν ἔμπρακτον αὑτῆς μορφὴν ἀποτελεῖ πάντοτε προσωρινὴν καὶ ἀκροσφαλῆ κατάστασιν. Μόνον ἡ νόμιμος σταθεροποίησις, ἡ ὑποχρεωτικὴ δηλαδὴ μετατροπὴ τῶν τραπεζογραμματίων εἰς χρυσὸν ἢ συνάλλαγμα, δημιουργεῖ τὴν ἀνύποπτον καὶ σταθερὰν βάσιν διὰ τὴν ἀσφαλῆ ἀνάπτυξιν τῶν οἰκονομικῶν σχέσεων. Ἓν τῶν κυριωτέρων ἐπιχειρημάτων ἐναντίον τῆς σταθεροποιήσεως εἶναι καὶ τὸ μάταιον τῆς προνοίας ταύτης, ἐφόσον τὸ ἐμπορικὸν ἰσοζύγιον ἢ γενικώτερον τὸ οἰκονομικὸν ἰσοζύγιον παρουσιάζει, οἷον σήμερον παρουσιάζει, παθητικὴν κατάστασιν. Εἶναι ἀληθές, κύριοι, ὅτι τόσον τὸ ἐμπορικὸν ἰσοζύγιον ὅσον καὶ οἱ λογαριασμοὶ τῶν μετὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ ληψοδοσιῶν ἐμφανίζουν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐλλείμματα συμποσούμενα εἰς 16, 17 ἢ 18 ἑκατομμύρια Ἀγγλικῶν λιρῶν ἐτησίως, καίτοι ὑπάρχουν οἱ ὑποστηρίζοντες ὅτι τὰ ἐλλείμματα ταῦτα δὲν εἶναι πραγματικά, στηρίζοντες δὲ τὴν γνώμην των ταύτην ἐπὶ τοῦ κρατικοῦ ἀποθέματος, μηδέποτε σχεδὸν κατερχομένου κάτω τῶν 2 ἑκατομμυρίων λιρῶν, ἀποθέματος ἀποδεικνύοντος τὴν ὕπαρξιν οὐχὶ ἐλλείμματος, ἀλλὰ σταθεροῦ συναλλαγματικοῦ περισσεύματος. Ἔχει τι τὸ ἄξιον προσοχῆς ἡ γνώμη αὕτη, ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει προκειμένου νὰ ληφθοῦν ἀποφάσεις ὑπὲρ τῆς σταθεροποιήσεως, τὸ ζήτημα τοῦ ἰσοζυγίου τῶν πληρωμῶν μικρὰν ὀφείλει νὰ ἀσκήσῃ ἐπιρροήν, δοθέντος ὅτι ἡ σταθεροποίησις ἀποτελεῖ οὐ μόνον συνέπειαν, ἀλλὰ καὶ ἀρχὴν καὶ προϋπόθεσιν τῆς ἰσορροπήσεως τῶν ἐξωτερικῶν λογαριασμῶν μας. Παντοῦ ὅπου κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐλήφθη τὸ μέτρον τῆς νομίμου σταθεροποιήσεως, ἡ πλάστιγξ τῶν πληρωμῶν μετεστράφη εὐμενῶς. Ἕτερον κατὰ τῆς νομίμου σταθεροποιήσεως ἐπιχείρημα εἶναι ὅτι ὁ Τόπος ἡμῶν παρουσιάζει σήμερον οἰκονομικὴν εὐπάθειαν, ἐπερχομένης δὲ τῆς νομίμου σταθεροποιήσεως, δυνατὸν νὰ ὑποστῇ κρίσιν, τὴν λεγομένην κρίσιν τῆς προσαρμογῆς, παρατηρηθεῖσαν εἰς πολλὰς ἐκ τῶν Χωρῶν αἱ ὁποῖαι ἐσταθεροποίησαν τὸ νόμισμά των, κρίσιν πάντως ἀναρρώσεως καὶ ἀναπτύξεως. Ἂν τὸ στάδιον τοῦτο εἶναι ἀναπόφευκτον διὰ τὴν οἰκονομικήν μας ἐξυγίανσιν, θὰ ἦτο ἀδικαιολόγητον νὰ τὸ φοβηθῶμεν καὶ νὰ ὀπισθοχωρήσωμεν. Ἔχομεν ἄλλως τε τὸ δεδομένον τοῦ Βελγίου, τὸ ὁποῖον ἀπὸ ὀκτὼ μηνῶν ἐθέσπισε τὴν νόμιμον σταθεροποίησιν.
§76Σ. ΣΤΑΗΣ. Ἐκ δευτέρου.
§77Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐκ πρώτου. Οὐδέποτε ἐφηρμόσθη ἡ πρώτη σταθεροποίησις, μελετηθεῖσα καὶ σχεδιασθεῖσα μόνον, ἀλλ’ ἀστοχήσασα μετὰ τὴν ματαίωσιν τοῦ δανείου τῶν 150,000,000 δολλαρίων. Ἀφ’ ἧς ἐν τούτοις ἐφηρμόσθη τὸ μέτρον οὐδὲν ἐξεδηλώθη ἄχρις ὥρας σύμπτωμα διαταραχῆς ἢ κρίσεως. Εἶναι ἐνδεχόμενον καὶ ἡμεῖς θεσπίζοντες τὴν σταθεροποίησιν νὰ διέλθωμεν διά τινων προσκαίρων καὶ ἀνωδύνων ἀνωμαλιῶν, αἵτινες θὰ χρησιμεύσουν εἰς τὴν περαιτέρω ἀκμὴν καὶ εὐημερίαν. Προϋπόθεσις τῆς σταθεροποιήσεως εἶναι ἡ συνομολόγησις δανείου, τὸ προϊόν τοῦ ὁποίου θέλει χρησιμεύσει ὡς ἀντίκρυσμα τῆς κυκλοφορίας, δανείου ὅπερ ἐλάχιστα θέλει ἐπιβαρύνει τὸν Προϋπολογισμόν, καλυπτομένης ἐν πολλοῖς τῆς ὑπηρεσίας του διὰ τῆς τοκοφόρου ἐπενδύσεως τοῦ κεφαλαίου εἰς τίτλους ἀμέσως ρευστοποιήσιμους καὶ ἀποδίδοντας τόκον 4–4½% καὶ τῆς ὑπὸ ὁμοίους ὅρους τοποθετήσεως τοῦ κρατικοῦ ἀποθέματος, ὑπολογιζομένου εἰς 3–3½ ἑκατομμύρια λιρῶν. Οὐδὲν ἀπὸ τοῦδε δύναται νὰ λεχθῇ περὶ τῆς τιμῆς τῆς σταθεροποιήσεως, ἥτις θέλει καθορισθῆ κατὰ τὴν ὑστάτην στιγμὴν ἐπὶ τῇ βάσει πραγματικῶν δεδομένων. Οὐδεὶς ἀπόλυτος κανὼν ἰσχύει ἐν προκειμένῳ. Ἐν Γαλλίᾳ ἐπεδιώχθη ἡ σχετικὴ τοῦ νομίσματος ἀνατίμησις, κρατεῖ ὅμως εἰσέτι πολὺς δισταγμὸς ὡς πρὸς τὸ ὁρισθησόμενον ἐπίπεδον, δισταγμὸς οὐκ ὀλίγον συντελῶν εἰς τὴν παρέλκυσιν τοῦ ζητήματος. Εἰς τὸ Βέλγιον ἡ σταθεροποίησις ἐπιδιωχθεῖσα εἰς τὴν τιμὴν τῶν 107 φράγκων ἀπέτυχεν, ἐπραγματοποιήθη δὲ εἰς τὴν τιμὴν τῶν 175 μετ’ ἀγαθῶν ἀποτελεσμάτων. Ὅ,τι προέχει παρ’ ἡμῖν εἶναι ἡ ἐξεύρεσις τῶν ἀναγκαίων πιστῶν πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς νομισματικῆς εὐσταθείας, ἡ συναίσθησις δὲ ἀκριβῶς τῆς ἀδυναμίας τῆς ἐξοικονομήσεως αὐτῶν εἴτε διὰ τακτικῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ πόρων, εἴτε ἐκ τῆς ἐντοπίας ἀγορᾶς ἐγέννησε τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ ἐπικειμένη μετάβασις ἡμῶν, τῆς Βουλῆς ἐπιτρεπούσης, εἰς Γενεύην, εἰς αὐτὸν κυρίως ἀποβλέπει τὸν σκοπόν, εἰς τὴν προσπάθειαν τῆς ὑπὸ συμφέροντας ὅρους συνομολογήσεως δανείου. Δὲν ἀρνούμεθα, κύριοι, ὅτι τὸ ἠθικὸν κῦρος τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Γενεύης θὰ μᾶς ἦτο ἀπὸ πάσης ἀπόψεως χρήσιμον, ἂν πράγματι ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσιζε νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὴν ὅλην οἰκονομικὴν κατάστασιν διὰ τῆς συνομολογήσεως ἐξωτερικοῦ δανείου, δυναμένου τῇ ἠθικῇ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ἐγγυήσει νὰ συναφθῇ ὑπὸ τοὺς συμφερωτέρους ὅρους. Ἐξέθεσα διὰ τοῦ Τύπου ποῖα ἄλλα θὰ ἦσαν τὰ ἀνεκτίμητα ἀνταλλάγματα, τὰ ὁποῖα θὰ προέκυπτον ἐκ τῆς ἠθικῆς ἀρωγῆς τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Γενεύης. Δὲν παρέχει τὰ πιστοποιητικά της εὐκόλως ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν, ἡ βεβαίωσις δὲ αὐτῆς ὅτι ὄντως ἡ Χώρα μας εἰσῆλθεν εἰς οἰκονομικὴν ἀνάρρωσιν θὰ ἀπετέλει τὴν ἀσφαλεστέραν ἐγγύησις πρὸς προσέλευσιν τῶν ἐκπατρισθέντων ἡμεδαπῶν κεφαλαίων καὶ τῶν ξένων τοιούτων πρὸς ἐπικερδεῖς εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τοποθετήσεις, ἀφθονούσας ἐν Ἑλλάδι, τοποθετήσεις προαγούσας τὴν ραγδαίαν τῆς Χώρας οἰκονομικὴν ἀνόρθωσιν. Δὲν πρόκειται ἐν τούτοις νὰ ἐπιζητήσωμεν τὴν ἔξωθεν ἀρωγὴν ἐπὶ τῇ βάσει οἱασδήποτε δεσμεύσεως. Παρὰ τὰς κυβερνητικὰς διαψεύσεις ἐξεδηλώθη παράδοξος ἐπιμονὴ ὅπως παρασταθῇ ἡ Κυβέρνησις ὡς ἀναλαβοῦσα ὑποχρεώσεις, οὐκ οἶδα ἀπέναντι τίνων. Εἶμαι εἰς θέσιν νὰ δηλώσω κατὰ τὸν ἐπισημότερον τρόπον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι ἡ Ἑλλὰς διατηρεῖ ἀπεριόριστον τὴν ἐλευθερίαν της ὅπως κανονίσῃ κατὰ τὸ δοκοῦν τὰ τοῦ οἴκου της. Μεταβαίνοντες εἰς τὴν Γενεύην ὡς μόνον σύμβουλον θὰ ἔχωμεν τὸ ἐθνικὸν συμφέρον καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ θὰ καθορίσωμεν καὶ τὰς ἐνεργείας μας καὶ τὰς ἀποφάσεις μας. Εὑρίσκομαι ἤδη, κύριοι, εἰς τὸ τέλος τοῦ λόγου μου, Τῇ τελευταῖον μέρος τοῦ κυβερνητικοῦ προγράμματος συνδέεται πρὸς τὴν ὅλην οἰκονομικὴν ἀναδιοργάνωσιν. Τὸ μέρος τούτου τοῦ κυβερνητικοῦ προγράμματος, συνάρτησις τῶν δύο προηγουμένων, παρουσιάζει ἀσυγκρίτως μικροτέρας δυσχερείας, δυσχερείας ὡς πρός τε τὴν κατάρτισιν καὶ τὴν ἐφαρμογήν του, ἐφόσον, ἀναστηλουμένης τῆς πίστεως, τὰ μέσα θὰ ἀφθονήσουν καὶ ἐν τῇ Χώρᾳ. Ἐκ τῶν ἐκτελεστέων ἔργων ὀφείλουν νὰ προτιμηθοῦν τὰ ἔργα τὰ ἀμεσώτερον συμβάλλοντα εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς οἰκονομίας. Ἡ Κυβέρνησις, κύριοι, ἔχει τὴν συναίσθησιν ὅτι ἐξεπλήρωσεν ἀκεραίως τὸ καθῆκόν της. Ἡ περαιτέρω τύχη τῆς πολιτικῆς της τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τῆς νομισματικῆς σταθερότητος, τῆς οἰκονομικῆς ἀναστηλώσεως, ἡ περαιτέρω τύχη τοῦ προγράμματος καὶ τῶν μέτρων της εὑρίσκεται ἤδη εἰς χεῖρας ὑμῶν. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ θελήσῃ νὰ φανῇ ὅπως ὀφείλει νὰ εἶναι ἀνταξία τῶν περιστάσεων. (Χειροκροτήματα).
§78Σ. ΣΤΑΗΣ. Θὰ παρακαλέσω νὰ ζητηθῇ ἡ ἄδεια ἀπὸ τὴν Βουλήν, ὅπως ὁ λόγος, ἐπειδὴ περιέχει σπουδαῖα θέματα, δημοσιευθῇ εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Τοῦτο λαμβάνει χώραν καὶ εἰς ἄλλα Κράτη, μάλιστα τιμῆς χάριν. (Ἡ Βουλὴ ἐρωτωμένη δέχεται τὴν πρότασιν τοῦ κ. Σ. Στάη).
§79Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ κόπωσις τῆς Βουλῆς—καὶ αἰσθάνομαι δι’ αὐτὴν ἐνοχὴν ἀπέναντί της—μὲ ἠνάγκασε νὰ ἐπισπεύσω τὸ τελευταῖον μέρος τοῦ λόγου μου, παραλείψας νὰ ὁμιλήσω ἐπί τινων σημείων, ἐφ’ ὧν δὲν δύναμαι νὰ σιωπήσω. Εἴμεθα ὑπόχρεοι τὴν Παρασκευὴν τὴν πρωΐαν νὰ ἀπέλθωμεν διὰ τὴν Γενεύην. Ὑπάρχουσι μεταξὺ τῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως τινὰ ἀνεπίδεκτα ἀναβολῆς, ὡς λ. χ. τὸ νομοσχέδιον «περὶ γεωργικῆς παραγωγῆς», ἡ ἀναβολὴ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ὁποίου μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, συγκομιζομένης ἐν τῷ μεταξὺ τῆς ἐσοδείας, ματαιώνει καθολοκληρίαν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ μέτρου καὶ στερεῖ τὸν Προϋπολογισμὸν 200–250 περίπου ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἀνατρεπομένης οὕτω τῆς βάσεως, ἐφ’ ἧς ἐστηρίχθη οὗτος. Ἐπίσης εἶναι ἀνάγκη διὰ τὸν αὐτὸν λόγον τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ προσθέτου δεκατημορίου, ἐν σχέσει πρὸς τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω καὶ σχέδιον ψηφίσματος πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ σχετικοῦ πρὸς τὰς φορολογικὰς καὶ δασμολογικὰς αὐξήσεις ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ἐπεκτεινομένων τῶν ἐξαιρέσεων ἐπὶ τῶν φόρων τῶν μονοπωλιακῶν εἰδῶν καὶ τοῦ χαρτοσήμου καὶ θὰ σᾶς ἐξηγήσω διατί, πρὸς ἀποσόβησιν τῆς διαρρεύσεως τοῦ ἐσόδου ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν κερδοσκόπων. Ἄλλοτε αἱ αὐξήσεις τοῦ χαρτοσήμου δὲν ἔδιδον εὐκαιρίαν πρὸς καταχρήσεις, πραγματοποιούμεναι δι’ ἐνσήμων ἐπὶ τῇ βάσει τῆς νέας φορολογικῆς κλίμακος, ἤδη ὅμως συνεπείᾳ τῶν μετὰ τοῦ Ἐλέγχου συμφωνιῶν καὶ ἀποκλειομένης τῆς χρήσεως τῶν ἐνσήμων εἶναι δυνατὸν ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τοῦ χαρτοσήμου νὰ εὑρεθῇ διατεθειμένον ἄνευ κέρδους τινὸς τοῦ Κράτους. Ἐπίσης τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ μὲ τὰ εἴδη τῶν μονοπωλίων. Εἶναι τρομερὸν καὶ ἀσύγγνωστον νὰ ἐπιβάλλωνται φόροι, νὰ καταβάλλωνται ὑπὸ τοῦ Κοινοῦ, χωρὶς ὅμως καὶ νὰ εἰσπράττωνται ὑπὸ τοῦ Κράτους. Παρακαλῶ ὅπως τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, τῶν ὁποίων ἐμνήσθην, χαρακτηρισθοῦν ὡς ψηφίσματα καὶ νὰ τὰ συζητήσωμεν ἀμέσως, ἔστω καθήμενοι καὶ κοπιάζοντες ἐπὶ ὥρας τινὰς εἰσέτι.
§80Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν διενεμήθησαν ἀκόμη.
§81Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔχει καλῶς. Δι’ ὅσα νομοσχέδια δὲν ἔχει γίνει ἡ διανομή, νὰ ὁρίσωμεν τὴν αὔριον πρὸς συζήτησιν.
§82Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Εἶναι τρόπος τοῦ λέγειν νὰ συζητήσωμεν, ἂν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν τίποτε, ἐφόσον δὲν ἠξεύρομεν τίποτε.
§83Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὸ δὲν ἠμπορεῖ νὰ λεχθῇ διὰ τὴν φορολογίαν τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς.
§84Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Ἀφοῦ δὲν τὰ γνωρίζομεν ἀκόμη. Δὲν εἶναι ἡ πεῖρά μου μεγάλη, ἀλλ’ εἶναι μοναδικὸν τὸ παράδειγμα αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ δικτατορία, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον σᾶς ἐνοχλεῖ ὅταν λέγετε, εἶναι ἀνήκουστον. Σεῖς ποὺ ἔχετε τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, νὰ ἀναλάβητε καὶ τὴν νομοθετικὴν καὶ νὰ μᾶς καταργήσητε. Δὲν πταίομεν ἡμεῖς ἂν μετὰ ἑξάμηνον βίον ἔρχεσθε τὴν τελευταίαν στιγμὴν νὰ τὰ καταθέσητε μὲ τὸν ἐκβιασμὸν τῆς ἀναχωρήσεώς σας εἰς Γενεύην.
§85Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Πρέπει νὰ γνωσθῇ ἂν τὸ Λαϊκὸν Κόμμα θὰ ὑποστηρίξῃ τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια.
§86Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Ὁμιλῶ ὡς βουλευτὴς μόνον.
§87Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς ὡμίλησεν ὑπὸ τὴν ἰδιότητά του ὡς βουλευτοῦ, χωρὶς ἐν τούτοις ποσῶς νὰ λησμονήσῃ τὸν δημοσιογράφον.
§88Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι αὐτὸ ἀντικείμενον κατηγορίας.
§89Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν σᾶς κατηγορῶ, ἡ γλῶσσα αὐτὴ εἶναι γνώριμος εἰς τὰς στήλας τῶν ἐφημερίδων, ἀήθης ὅμως εἰς τὴν Βουλήν. Ἐκεῖνος καθ’ οὗ ἀπηυθύνθη, ἔχει νομίζω ἀρκοῦσαν ἠθικὴν ἐπιφάνειαν διὰ νὰ ἀντιπαρέρχεται τὴν κατηγορίαν τοῦ ἐκβιασμοῦ, χωρὶς νὰ φοβεῖται ὅτι δύναται ἐξ αὐτοῦ νὰ μειωθῇ ἡ πρὸς αὐτὸν ἐμπιστοσύνη καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον. (Χειροκροτήματα). Δὲν ἐρχόμεθα νὰ ἐκβιάσωμεν κανένα, διότι δὲν ἐπιδιώκομεν κανὲν ἴδιον συμφέρον. Ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν εἶναι κτῆμα ἡμῶν, οὔτε τοῦ κόμματος ἡμῶν. Προτείνομεν μέτρα, τὰ ὁποῖα γνωρίζομεν ὅτι θὰ μᾶς ἐπιδαψιλεύσουν δυσαρεσκείας. Ἐφθάσαμεν ὅμως εἰς ἓν σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν ὁπωσδήποτε νὰ λάβωμεν γενναιοτέρας ἀποφάσεις. Τόσον ἡ ἀνάγκη τῆς μεταβάσεως εἰς τὴν Γενεύην, ὅσον καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπιψηφίσεως τινῶν ἐκ τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων εἶναι κατάδηλος, ἐφόσον ἐννοοῦμεν νὰ μὴ καταρρεύσῃ τὸ ὅλον σύστημα, θέλει δὲ καταρρεύσει ἂν ἡ Βουλὴ προσκειμένη εἰς τυπικοὺς κανόνας, οὐδαμοῦ εἰς παρομοίας περιπτώσεις τηρουμένας, ἀποκρούσῃ τὴν μετατροπὴν τῶν νομοσχεδίων τούτων εἰς ψηφίσματα. Εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς βουλευτικῆς περιόδου ἄνευ οὐδεμιᾶς τοιαύτης ἀνάγκης ὅλα τὰ νομοσχέδια εἰσήγοντο ὑπὸ τύπον ψηφίσματος. Δὲν ὑποθέτω ὅτι θέλει τρωθῆ, ἂν καὶ σήμερον συμβῇ τὸ αὐτό, ὁ κοινοβουλευτισμός. Ἄλλα εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα τὸν κλονίζουν. Προθύμως θέλω παράσχει πᾶσαν χρήσιμον πληροφορίαν, συνεχιζομένης τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν διανεμηθέντων νομοσχεδίων, ὡς λ. χ. τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς καὶ τῶν ἀμβύκων, ἅτινα διενεμήθησαν ἀπὸ ἑνὸς μηνός. Ἂν ἡ Βουλὴ δὲν δέχεται τὰ μέτρα ταῦτα, εἶναι ἐλευθέρα νὰ τὰ καταψηφίσῃ, ὡς εἶναι ἐλευθέρα ἐπίσης νὰ καταναλώσῃ πρὸς συζήτησιν χρόνον μακρόν, τὸν ὁποῖον δυστυχῶς ἡμεῖς δὲ διαθέτομεν. Τὸ Σῶμα εἶναι κυρίαρχον, ἀλλὰ θὰ ἀπετέλει ἀπὸ μέρους ἡμῶν ἀνειλικρίνειαν, μὴ ἐπιτρεπομένην νὰ καταθέσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς νὰ δεχθῶμεν τὴν καταδίκην του εἰς χρεωκοπίαν. Εἶμαι πεπεισμένος ὅτι διὰ τοῦ κατατεθέντος Προϋπολογισμοῦ τίθενται ἀσφαλεῖς βάσεις τῆς οἰκονομικῆς τοῦ Τόπου ἀνασυγκροτήσεως. Ἄν ἡ Βουλὴ ἄλλως κρίνῃ, δύναται νὰ ἀκολουθήσῃ διάφορον ὁδόν, ἂς τὸ πράξῃ ὅμως, ἀναθέτουσα τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν ζητημάτων εἰς ἐκείνους, οἵτινες εἶναι πρόθυμοι νὰ ἀκολουθήσουν τὴν ὁδὸν ταύτην. (Χειροκροτήματα).
§90Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον εἶναι ὁμοφώνως σύμφωνον ἐφ’ ὅλων τῶν οἰκονομικῶν μέτρων;
§91Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριε βουλευτά, ἠξεύρετε πολὺ καλὰ ὅτι δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ καταθέσω τὸν Προϋπολογισμὸν δι’ ἴδιόν μου λογαριασμόν.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μπούσιος ἔχει τὸν λόγον.
§93Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς διὰ τῆς ἑξαώρου, ἴσως καὶ ἑπταώρου, μακρᾶς ὁμιλίας του, ἀνέπτυξεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὅλην τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἀπεκρυσταλλώθη εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς τρεχούσης χρήσεως μετὰ τῶν συναφῶν φορολογικῶν μέτρων, ὡς ἀποτέλεσμα πολυμήνου μελέτης. Μολονότι μετ’ ἀγωνίας καὶ μετὰ γενικοῦ ἐνδιαφέροντος ἀνεμένομεν βεβαίως τὴν ὑποβολὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τὴν εἰσήγησιν ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους, δὲν δύναμαι ἐγὼ τοὐλάχιστον νὰ ἀποκρύψω, ὅτι εἰς τὴν εἰκόνα αὐτὴν τῆς ὅλης οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως θὰ ἔπρεπε νὰ προσθέσητε καὶ μίαν ἄλλην εἰκόνα ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἑτοιμάζεται διὰ ταξείδιον, τὸ ὁποῖον ὑποθέσατε ὅτι γίνεται ἐντὸς τῆς ζώνης τῆς περιφερείας Ἀττικῆς καὶ ἐπὶ ἵππου. Βλέπετε λοιπὸν ἕνα ἀναβάτην μὲ τὸν πόδα ἐπὶ τοῦ ἀναβολέως, ἀναπτύσσοντα ἐπὶ ἑξάωρον ὁλόκληρον τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως καὶ λέγοντα: Κύριοι, εἶμαι ἕτοιμος νὰ ἀνέλθω εἰς τὸν ἵππον καὶ ζητῶ πρὶν ἢ ἀνέλθω ἐπὶ τοῦ ἐφιππίου νὰ κυρώσητε ὅλα τὰ λεχθέντα ὑπ’ ἐμοῦ, χωρὶς κἂν νὰ ἔχητε τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν νὰ ἴδητε τοὺς ἀριθμούς, τοὺς ὁποίους ἀναπτύσσω πρὸ ὑμῶν καὶ τοὺς ὁποίους βεβαίως θὰ ἀναγνώσω ἐκ τοῦ προχείρου, ἀλλ’ ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἀριθμοὶ εἶναι ἀποτέλεσμα μακρᾶς, πολυμήνου μελέτης, ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Οὕτω δὲ θὰ ἴδωμεν καὶ τὴν χρησιμότητα καὶ τὸ ἐπεῖγον τῶν οἰκονομικῶν καὶ φορολογικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλει ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός. Ἀπὸ τοὺς ἀριθμοὺς δὲ τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξεν, ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀντελήφθην τὸ ἑξῆς· ὅτι ἂν ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ τρέχοντος ἔτους ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ λήξαντος ἤδη ἔτους, θὰ ἔπρεπε νὰ παρουσιάσῃ ἓν ἔλλειμμα ἐκ 2½ δισεκατομμυρίων δραχμῶν. Αὐτὸ τὸ ἔλλειμμα τὸ ἀντεμετώπισεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς διὰ περικοπῆς δαπανῶν ἀνερχομένων εἰς ἓν δισεκατομμύριον περίπου δραχμῶν καὶ διὰ δημιουργίας νέων ἐσόδων, εἴτε δι’ ἐπιβολῆς νέων φορολογιῶν, εἴτε διὰ καλυτέρας ἀποδόσεως τῶν ὑπαρχόντων φόρων, συμποσουμένων εἰς 1½ δισεκατομμύριον δραχμῶν. Ἂν λοιπὸν ἐκ τοῦ 1½ δισεκατομμυρίου δραχμῶν ἀφαιρέσωμεν τὸ ἥμισυ δισεκατομμύριον, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἐπαυξήσεως τῆς καλυτέρας ἀποδόσεως τῶν φόρων, ἔχομεν τοὐλάχιστον ἓν δισεκατομμύριον δραχμῶν προϊὸν νέων φόρων.
§94Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ποσῶς καθ’ ὅλον.
§95Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Διακόσια πεντήκοντα ἑκατομμύρια εἴπατε ὅτι εἶναι τὸ 10%. Διακόσια πεντήκοντα ἑκατομμύρια εἶναι ὁ φόρος τῆς δεκάτης.
§96Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶναι ἔτσι, κ. συνάδελφε.
§97Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Εἶναι 300,000,000 περίπου αἱ δασμολογικαὶ ἐπιβαρύνσεις σίτου, ζακχάρεως κλπ. Ἄλλη προσαύξησις τοῦ φόρου οἰκοδομῶν κλπ. Εἶναι λοιπὸν αὐτὸς ὁ ἀριθμός, ὁ ὁποῖος θὰ παρουσιασθῇ ὡς νέα ἐπιβάρυνσις τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ἀρκοῦμαι νὰ σᾶς παρατηρήσω μόνον τὴν ἐπιβάρυνσιν τοῦ ἄρτου, τὸν ὁποῖον τρώγει καθημερινῶς ὁ Ἕλλην. Τί πληρώνει διὰ τὸν ἄρτον εἰς δασμούς; Δεδομένου ὅτι ὁ δασμὸς τοῦ σίτου ἢ τῶν ἀλεύρων τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων ἔχει τὴν ἐπίπτωσιν καὶ ἐπὶ τῆς ἐσωτερικῆς παραγωγῆς, πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν ὅτι ὅλος ὁ τρωγόμενος ἄρτος ἐπιβαρύνεται ὅσον καὶ ὁ παραγόμενος ἐκ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων σίτου καὶ ἀλεύρων. Εἰς μίαν δραχμὴν καὶ 38 λεπτὰ χάρτινα κατὰ χιλιόγραμμον ἀναβιβάζουν τὴν δασμολογικὴν ἐπιβάρυνσιν τοῦ σίτου τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου. Γνωρίζομεν δὲ ὅτι ἐκ μιᾶς ὀκᾶς σίτου παράγεται μία ὀκᾶ ἄρτου. Πληρώνει λοιπὸν ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς 138 λεπτὰ χάρτινα δασμὸν τρωγομένου ἄρτου κατ’ ὀκᾶν. Δεδομένου δὲ ὅτι δὲν καταναλίσκεται ἐξ ἴσου ἄρτος παρ’ ἑκάστου ἀτόμου, ἂν ὑπολογίσωμεν τὸν Λαὸν τῆς ὑπαίθρου χώρας καὶ τὸν ἐργατικὸν πληθυσμὸν τῶν πόλεων, καταναλίσκοντα κατ’ ἄτομον 300 δράμια, θὰ ἴδητε ὅτι πληρώνει μίαν δραχμὴν διὰ τὸν ἐπιούσιον αὐτοῦ ἄρτον. Αὐταὶ εἶναι αἱ ἐπιβαρύνσεις.
§98Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Πρὶν ἐπλήρωνεν ἐννέα λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν.
§99Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπιβάρυνσις ἡ δασμολογικὴ ἐπὶ τοῦ ἄρτου. Δὲν εἶναι δυνατὸν βεβαίως εἰς τόσον προχωρημένην ὥραν καὶ μὲ τόσην καταπόνησιν, τὴν ὁποίαν ὑπέστημεν ἀκούοντες τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν ὁμιλοῦντα ἐπὶ ἑπτάωρον, νὰ θελήσωμεν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς ἀντίκρουσιν τοῦ ὅλου οἰκονομικοῦ προγράμματος καὶ θὰ εἴμεθα ἀρκετὰ ἐπιπόλαιοι νὰ τὸν ἀντικρούσωμεν ἐκ μόνης τῆς ἀκοῆς τῶν ἀριθμῶν. Ὑπάρχουν ὅμως σημεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔσπευσεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός. Τοιοῦτον εἶναι τὸ φορολογικὸν μέτρον ἐπὶ τῶν ἀμβύκων, τὸ ὁποῖον πρὸ μηνὸς ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἶχον δίκαιον λέγων ὅτι ἔπρεπεν ἤδη νὰ εἶναι ὥριμον ἀπὸ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Πῶς θέλετε αὐτὴν τὴν ὥραν νὰ καθήσῃ εἷς βουλευτὴς νὰ ψέξῃ ἢ ἐπαινέσῃ τὴν ἀρχὴν ἐφ’ ἧς στηρίζεται τὸ νομοσχέδιον καὶ ἀφοῦ καταλήξῃ ἔστω καὶ εἰς τὴν ἀποδοχὴν τῆς ἀρχῆς νὰ εἰσέλθῃ ἔπειτα εἰς τὰς λεπτομερείας καὶ νὰ θελήσῃ ἔν τινι μέτρῳ νὰ βελτιώσῃ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου;
§100ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἂν δὲν ψηφισθῇ αὐτό, θὰ εἶναι ἡ παγκαλικὴ φορολογία.
§101Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Πρόκειται νὰ ψηφισθῇ ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσαγάγῃ φορολογίαν προϋπάρξασαν τῆς παγκαλικῆς. Διότι ἡ Κυβέρνησις καταργεῖ μὲ τὴν φορολογίαν τὴν προϋπάρξασαν τῆς παγκαλικῆς καὶ φορολογεῖ τοὺς ἄμβυκας ὑπὸ συνθήκας δυσμενεστάτας εἰς βάρος τῶν ἀμπελουργῶν. Δὲν εἶναι δὲ μόνον οἱ ἀμπελουργοί, ἀλλὰ καὶ οἱ ποτοποιοί, οἱ ὁποῖοι φορολογοῦνται βαρύτατα, μεταξὺ δὲ αὐτῶν εἶναι καὶ πολλοὶ πρόσφυγες, οἱ ὁποῖοι ἐλθόντες ἐδῶ, ἀποζοῦν ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἐπαγγέλματος.
§102Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Τὸ πωλοῦν ἀμέσως.
§103Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ναί, ἀλλὰ τὸ γλεῦκος τὸ ὁποῖον ἀγοράζουν καὶ τὸ ὁποῖον διὰ τῆς ἀποστάξεως τῶν μικρῶν ἀμβύκων μεταπωλοῦν εἰς οὖζον, στοιχίζει εἰς αὐτοὺς 14 δραχ. κατ’ ὀκᾶν. Καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔρχεται διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου νὰ τὸ παραδώσῃ εἰς τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς δευτέρας κατηγορίας. Λοιπὸν αὐτοὶ οἱ ποτοποιοὶ ζημιώνονται δύο δραχμὰς κατ’ ὀκᾶν. Μὲ τὰ ὀλίγα αὐτὰ ἠθέλησα νὰ ἀποδείξω ὅτι τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως «περὶ φορολογίας τῶν ἀμβύκων» δὲν εἶναι δυνατόν, κατ’ ἐμέ, νὰ γίνῃ οὔτε κατ’ ἀρχὴν ἀποδεκτόν, διότι καταδικάζει καὶ τοὺς ἀμπελουργοὺς καὶ τοὺς ποτοποιούς, οἱ ὁποῖοι μεταχειρίζονται μικροὺς ἄμβυκας, νὰ διαθέτουν ἐπιζημίως τὸ προϊόν των. Καὶ ἐρχόμεθα εἰς τὸ δεύτερον κατὰ σειρὰν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη μόνον πρὸ τριῶν ἡμερῶν.
§104Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τίνος γίνεται συζήτησις;
§105Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐζήτησε νὰ συζητήσωμεν ἀπόψε ἐπὶ νομοσχεδίων καὶ ψηφισμάτων, τὰ ὁποῖα θεωρεῖ ὥριμα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀπαντῶν λοιπὸν εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν ἀνέπτυξα ὅτι διὰ μὲν τὸ νομοσχέδιον τῶν ἀμβύκων, τὸ ὁποῖον εἶναι ὥριμον, ὑπάρχουν ἀντιρρήσεις κατ’ ἀρχὴν καὶ ἀνέπτυξα τὰς ἀντιρρήσεις. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐγγείου παραγωγῆς, λέγω ὅτι δὲν εἶναι ὥριμον πρὸς συζήτησιν. Εἶμαι ἕτοιμος νὰ τὸ ἀντικρούσω, ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας.
§106Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὰ περισσότερον ἐπείγοντα νομοθετικὰ μέτρα εἶναι πρῶτον τὸ νομοσχέδιον «περὶ γεωργικῆς παραγωγῆς, τὸ ὁποῖον ἔχει ἤδη διανεμηθῆ, ἵνα μὴ ματαιωθῇ ὁ φόρος, ἐπικειμένης τῆς ἐσοδείας. Ἔχομεν ἐπίσης τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐγγείου παραγωγῆς», τὸ νομοσχέδιον «περὶ τοῦ καπνοῦ» καὶ τὸ νομοσχέδιον «περὶ τῶν δωδεκατημορίων».
§107Ι. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Αὐτὸ δὲν δυνάμεθα.
§108Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἄν δὲν θέλητε, τὸ ἀφίνομεν αὐτὸ διὰ τὸ ἑσπέρας.
§109Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον «περὶ καπνοῦ» ἤθελα νὰ τὸ ἔβλεπα.
§110Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δὲν εἶμαι παρεσκευασμένος ἐγώ.
§111Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἄν θέλητε νὰ μεταβάλλετε τὴν τάξιν, ἄς ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὸ ψήφισμα τῶν προσθέτων 10%.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ αὐξήσεως τοῦ διὰ τῶν νόμων 2749 καὶ 3312 ἐπιβληθέντος προσθέτου ποσοστοῦ». Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκει)....
§113Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δηλῶ ὅτι μὲ εὑρίσκετε τελείως ἀπροπαράσκευον, διότι πρὸ ὀλίγου ἔλαβον τὸ ψήφισμα εἰς τὰς χεῖράς μου καὶ εἶμαι κατὰ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ προσθέτου φόρου.
§114Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἐζήτησεν, ἐξουσιοδοτημένος, ὡς εἶπε, καὶ ὑπὸ τῶν ἄλλων ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων, νὰ παρίδωμεν τὰς διατάξεις καὶ τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ νὰ προβῶμεν ἀμέσως τώρα εἰς τὴν ψήφισιν τῶν οἰκονομικῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως, εἰς πρωϊνὰς ὥρας, μετὰ δέκα ὡρῶν ἐργασίαν, καταπεπονημένοι καὶ χωρὶς κἄν νὰ μελετήσωμεν τὰ μέτρα ταῦτα, χωρὶς νὰ δυνάμεθα νὰ ἐξετάσωμεν οὐδὲ τὰ ἐλλείμματα, οὐδὲ τὰς αἰτίας αὐτῶν, οὐδὲ καὶ τίνες οἱ αἴτιοι αὐτῶν, οὐδὲ τὰ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων δημιουργοῦνται αὐξήσεις ἐσόδων καὶ φόροι ἑνὸς δισεκατομμυρίου καὶ ὀκτακοσίων ἑκατομμυρίων, ἀμέσως τώρα, διότι οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ ἐπείγονται νὰ ἀναχωρήσουν εἰς Γενεύην. Εὗρε δηλαδὴ ἡ Κυβέρνησις τὸ μέσον νὰ ἐπιβάλῃ τὰς φορολογίας χωρὶς συζήτησιν καὶ παρεσκεύασε τὴν ἀνάγκην τῆς τοιαύτης ψηφίσεως διὰ νὰ μὴ ἐννοήσῃ οὔτε ἡ Βουλὴ οὔτε ὁ Λαὸς τὶ διαπράττεται εἰς βάρος του. Ἡμεῖς ὑπὸ τοιούτους ὅρους δὲν δυνάμεθα νὰ ἐκτελέσωμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν. Διαμαρτυρόμεθα διὰ τοῦτο τὸ ἔκτροπον, τοῦ ὁποίου τὴν εὐθύνην σαφῶς ἐδήλωσαν ὅτι ἀναλαμβάνουν καὶ οἱ πέντε ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων καὶ δηλοῦμεν ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐγκρίνωμεν τοιαύτην κοινοβουλευτικὴν ἀτασθαλίαν, ἀφοῦ μάλιστα δὲν ἔχομεν οὐδὲ τὸν ἀναγκαῖον ἀριθμὸν βουλευτῶν διὰ νὰ ἀνακόψωμεν τὴν πλειονοψηφίαν ἀπὸ τὸν κατήφορον, εἰς τὸν ὁποῖον τὴν ὁδηγοῦν οἱ ἀρχηγοί της.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Μητσοτάκης ἔχει τὸν λόγον.
§116Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Εἶναι ἡ ὥρα τετάρτη καὶ ἡμίσεια πρωϊνὴ καὶ ἡ τρίτη ἑσπέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀσχολούμεθα μὲ τὰ οἰκονομικὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως καὶ κατὰ τὴν τρίτην ταύτην ἑσπέραν καὶ περὶ ὥραν τετάρτην καὶ ἡμίσειαν πρωϊνὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰσηγήθη τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ἀποτελοῦντα τὸ κάτοπτρον τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ μετ’ αὐτοῦ καὶ τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, τῶν ὁποίων τόσον ἐσπευσμένως ζητεῖ τὴν ἐπιψήφισιν. Εἶναι φυσικόν, ὅταν τὴν Κυβέρνησιν ἀποτελοῦν ἀρχηγοὶ κομμάτων καὶ ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ ἔχει τὸν χαρακτῆρα τῆς οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, εἶναι φυσικόν, λέγω, ἐλλείψει Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ παραβιάζωνται οἱ στοιχειώδεις κοινοβουλευτικοὶ κανόνες, νὰ παραβλέπεται δὲ καὶ ἡ κοινοβουλευτικὴ εὐθιξία. Ὁμιλῶ ἐπὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον δὲν ἀνέγνωσα. Ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνεγίνωσκε τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιβάλλεται φορολογία 10% ἐπὶ τῶν ἀμέσων φόρων καὶ ἀνεγίνωσκε τὰς ἐξαιρέσεις ἐκ τοῦ φόρου τούτου, ὑπέπεσεν εἰς τὴν ἀντίληψίν μου ἡ ἑξῆς φορολογικὴ ἀνισότης ἐπὶ ὡρισμένου φορολογικοῦ προϊόντος. Ἐνῷ ἡ σταφὶς τῆς Πελοποννήσου, ἥτις, σημειωτέον, φορολογεῖται ἐλάχιστα, ἐξῃρέθη τοῦ φόρου τούτου, ἡ σταφὶς τῆς Κρήτης, ἥτις φορολογεῖται βαρύτατα, ὑπήχθη ὑπὸ τὴν νέαν τοιαύτην φορολογίαν. Ἀνέμενον ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσηγούμενον τὸν Προϋπολογισμόν, ὅτι δὲν θὰ περιωρίζετο μόνον εἰς τὴν ἀντιγραφὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1926– 1927 διὰ τῆς αὐξήσεως ὡρισμένων φορολογικῶν συντελεστῶν ἢ διὰ τῆς ἐπιβολῆς νέων φορολογιῶν, ἀλλ’ ἀνέμενον ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσηγούμενον τὸν Προϋπολογισμόν, νὰ θελήσῃ νὰ στηρίξῃ τὸ οἰκονομικὸν αὐτοῦ πρόγραμμα ἐπὶ νέων βάσεων καὶ εἰδικῶς ἐπὶ βάσεως ἐξασφαλιζούσης τὴν φορολογικὴν ἰσότητα. Ἡ σουλτανίνα, σταφὶς τῆς Κρήτης, κύριοι συνάδελφοι, ἡ ὁποία ἐν τῇ διεθνῇ ἀγορᾷ ἔχει ἐπικίνδυνον ἀνταγωνιστὴν τὴν σουλτανίναν τῆς Τουρκίας καὶ τῆς Αὐστραλίας, φορολογεῖται κατ’ ὀκᾶν μὲ δασμὸν 3.30 λεπτὰ καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ μὲν σουλτανίνα τῆς Τουρκίας φορολογεῖται μὲ 2½%, ἡ δὲ σταφὶς τῆς Αὐστραλίας ἐξάγεται ἀφορολόγητος καὶ οὕτω ἀποβαίνουσιν ἐπικίνδυνοι ἀντίπαλοι διὰ τὸ εἶδος τῆς Κρήτης. Ἐνῷ δὲ ἡ σταφὶς τῆς Κρήτης, ἡ ὁποία δὲν ἔτυχεν οὐδεμιᾶς κυβερνητικῆς προνοίας, ἐνῷ φορολογεῖται βαρύτατα εἰς τρόπον ὥστε ἡ βαρυτάτη αὐτὴ φορολογία νὰ ἐπισείσῃ τὸν κίνδυνον τοῦ ἀποκλεισμοῦ αὐτῆς ἐκ τῆς διεθνοῦς ἀγορᾶς, καὶ ἡ σουλτανίνα τῆς Κορίνθου φορολογεῖται πρὸς 45 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Δὲν θίγομεν τὸ ζήτημα τοῦτο, κύριοι, μόνον διότι ἡ φορολογικὴ ἐπιβάρυνσις τῆς σταφίδος τῆς Πελοποννήσου ὡς μικροτέρα τῆς φορολογικῆς ἐπιβαρύνσεως τῆς σταφίδος τῆς Κρήτης δημιουργεῖ προνόμιον, ἀλλὰ διότι νομίζομεν, ὅτι ἓν Κράτος, προκειμένου περὶ φορολογίας, ἔχει ἠθικὴν ὑποχρέωσιν, ἐκτὸς τῆς ὑποχρεώσεως τῆς ἐνισχύσεως τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς, ἔχει ἠθικὴν ὑποχρέωσιν νὰ τηρῇ φορολογικὴν ἰσότητα, διότι οὕτω καὶ μόνον δύναται νὰ εἴπῃ μία Κυβέρνησις ὅτι ἀκολουθεῖ πολιτικὴν τείνουσαν πραγματικῶς εἰς τὴν ἐξυγίανσιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς Χώρας. Δὲν ἀνακινῶ τὴν στιγμὴν αὐτὴν τὸ ζήτημα τῆς φορολογικῆς αὐτῆς ἀνισότητος, ἀλλὰ νομίζω ὅτι, προκειμένου περὶ ἐπιβολῆς νέων φορολογιῶν, ἡ ὁποία θὰ ἀνεβίβαζε τὴν ὅλην φορολογίαν τῆς σουλτανίνας Κρήτης εἰς 4 δραχμὰς κατ’ ὀκᾶν, θὰ ἠδύνατο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ φανῇ ὀλιγότερον ἄτεγκτος καὶ νὰ θελήσῃ νὰ ἀπαλλάξῃ τὸ προϊόν τοῦτο, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ Βιομηχανικοῦ καὶ Ἐμπορικοῦ Ἐπιμελητηρίου Ἡρακλείου, κινδυνεύει νὰ ἀποκλεισθῇ ἐκ τῆς διεθνοῦς ἀγορᾶς, διότι εὑρίσκεται ἐν ἀδυναμίᾳ νὰ συναγωνισθῇ τὴν σουλτανίναν τῆς Τουρκίας διὰ τῆς νέας αὐξήσεως τῆς φορολογίας. Δὲν ἐπιμένω εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐξαιρέσεως τοῦ ἐλαίου, μολονότι καὶ τοῦτο εἶναι προϊόν ἐπαχθῶς φορολογούμενον.
§117Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε, κ. συνάδελφε; Ὁμιλήσατε περὶ φορολογικῆς ἀνισότητος τῆς σταφίδος τῆς Πελοποννήσου μὲ τὴν σταφῖδα τῆς Κρήτης. Ἐν πρώτοις νὰ διευκρινίσητε ποίαν σταφίδα ἐννοεῖτε, τὴν λευκήν; Ἂν ἐννοεῖτε τὴν λευκήν, δὲν πρέπει νὰ συγχέητε ταύτην μὲ τὴν σταφίδα τὴν ὑπαγομένην εἰς τὸν Αὐτόνομον Ὀργανισμόν, ἡ ὁποία εἶναι μαύρη σταφίς, ἐνῷ ἡ ἄσπρη δὲν ὑπάγεται. Ἡ λευκὴ σταφὶς τῆς Πελοποννήσου φορολογεῖται διαφορετικά.
§118Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἐννοῶ τὴν σουλτανίναν.
§119Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Ἡ σταφὶς δὲν δύναται νὰ ὑποστῇ μεγαλυτέραν φορολογίαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ὑφίσταται διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Εἶναι διάφορος ἡ οἰκονομικὴ θέσις τοῦ πρώτου προϊόντος ἀπὸ τοῦ ἄλλου, διότι διὰ νὰ σχηματισθῇ ἡ διεθνὴς ἀγοραία τιμὴ ὑφίσταται ἤδη μίαν ἐπιβάρυνσιν ἡ μαύρη σταφὶς μὴ περιερχομένην εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀφαιροῦσαν ὅμως ἀξίαν διὰ τῆς παρακρατήσεως. Ἑπομένως δὲν ταράσσεται ὁ φορολογικὸς κανών, ὅτι ἕκαστος φορολογούμενος φορολογεῖται ἀναλόγως τῆς φορολογικῆς ἀντοχῆς. Ἡ οἰκονομικὴ λοιπὸν ἀντοχὴ τῆς σταφίδος, λόγῳ τοῦ παρακρατήματος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι πολὺ μεγαλυτέρα τῆς λευκῆς σταφίδος, ἡ ὁποία οὐδὲν παρακράτημα ὑφίσταται, διότι δὲν ὑφίστανται οἱ αὐτοὶ οἰκονομικοὶ ὅροι τῆς πληθωρικῆς παραγωγῆς ὅπως ἐπιβληθῇ ἡ παρακράτησις καὶ ἐπ’ αὐτῆς.
§120Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἄν, κ. συνάδελφε, λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν πρὸς καθορισμὸν τῆς φορολογίας ἡ οἰκονομικὴ ἀντοχὴ ὡρισμένων διαμερισμάτων, ἀναμφισβητήτως ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ Κρήτης θὰ ἔχωσι τὴν ἀξίωσιν νὰ κριθῶσι τὸ μέτρον ἐπιεικές, διότι ἀποκτήσαντες τὴν ἐλευθερίαν των πολὺ ἀργὰ καὶ μὴ ἀπολαύσαντες τῶν ἀγαθῶν τῆς ἐλευθερίας, εὑρίσκονται εἰς δύσκολον οἰκονομικὴν θέσιν. Οἱ σταφιδοκτήμονες τῆς Πελοποννήσου συνήθισαν μὲ ἀρκετὰ κέρδη καὶ παραγνωρίζουν ὡρισμένας ἀρχάς, αἵτινες ἀποτελοῦν τὴν βάσιν ὑγιοῦς γεωργικῆς πολιτικῆς. Τὸ Κράτος δὲν δύναται νὰ κάμῃ διάκρισιν εἰς τὴν φορολογίαν τοῦ προϊόντος αὐτοῦ, διότι εἰς δημοκρατικὰ πολιτεύματα οἱ πολῖται συνεισφέρουν ἀναλόγως τῆς οἰκονομικῆς των ἀντοχῆς. Προκειμένου δὲ περὶ τῆς σταφίδος τῆς Κρήτης, ἡ ὁποία ἔχει ἀντίπαλον σοβαρόν καὶ ἡ ὁποία φορολογεῖται διὰ δασμοῦ βαρυτέρου, ἡ ἐπιβολὴ νέας φορολογίας ἀναμφισβητήτως θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ἀποκλεισθῇ ἐκ τῆς διεθνοῦς ἀγορᾶς, ἐπὶ μεγίστῃ ζημίᾳ τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας τῆς Χώρας. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον πιστεύω ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς θὰ ἐγκρίνῃ ὅπως περιληφθῇ εἰς τὰς ἐξαιρέσεις καὶ ἡ σουλτανίνα τῆς Κρήτης, δοθέντος ὅτι ἐκ τῆς ἐξαιρέσεως αὐτῆς δὲν πρόκειται νὰ ὑποστῇ τὸ δημόσιον οὐδεμίαν ζημίαν καὶ διότι τοῦτο ἐπιβάλλει ἡ φορολογικὴ δικαιοσύνη.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Δεμερτζῆς ἔχει τὸν λόγον.
§122Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔχω κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ κρίνω τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ἐκτεθὲν ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, οὔτε ἡ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποίαν συζητοῦνται τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια εἶναι ἡ κατάλληλος. Ἄλλως τε λόγῳ τῆς ταχύτητος μετὰ τῆς ὁποίας ἐπιδιώκεται ἡ ἐπιψήφισις αὐτῶν εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐκφράσωμεν τὰς γνώμας μας. Ἐπιθυμῶ μόνον νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου. Δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ καταψηφίσω τὰ ὑποβληθέντα φορολογικὰ νομοσχέδια, τοσούτῳ μᾶλλον καθόσον ταῦτα εἶναι ὄχι μόνον ἐμπειρικά, ἀλλὰ καὶ διότι στηρίζονται ἐπὶ βάσεως ἡ ὁποία εἶναι ἐντελῶς ἀναχρονιστικὴ καὶ ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἔχωσιν ἐπείγοντα ταμιευτικὸν χαρακτῆρα, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὰ μέτρα ταῦτα. Διὰ τῶν νομοσχεδίων τούτων ἐπιδιώκεται ἡ ἐκ νέου εἰσαγωγὴ τῆς φορολογίας τῆς δεκάτης, ἡ ὁποία εἶναι φορολογία ἀναχρονιστικὴ ἐντελῶς. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι δὲν ἐπιβάλλεται ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἄν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ ὅτι ἐπείγει νὰ ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ἀναλαμβάνει αὐτὴ καὶ οἱ ἀποτελοῦντες ταύτην ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἡ δὲ εὐθύνη εἶναι βαρεῖα. Ἐφόσον ἀποτύχῃ τὸ πρόγραμμα ταύτης ὄχι μόνον ἀπὸ ἀπόψεως ταμιευτικῆς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως κοινωνικῆς, αἱ ζημίαι τοῦ Ἔθνους τοῦ Ἑλληνικοῦ θὰ εἶναι ἀνεπανόρθωτοι.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Ἀλεξανδρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§124Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ληφθεῖσα ἀπόφασις, κύριοι βουλευταί, παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἣν βεβαίως ἀποδέχεται καὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, ὅπως ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ ψηφισθῶσι φορολογικὰ νομοσχέδια, μὴ ἐκτυπωθέντα εἰσέτι, μὴ διανεμηθέντα καὶ ἀγνώστου περιεχομένου καὶ ἀγνώστων διατάξεων, εἶναι πρωτοφανὲς εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ χρονικά. Ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὸν τρόπον τοῦτον τῆς συζητήσεως, τρόπον πρωτότυπον καὶ πρωτοφανῆ, προκειμένου μάλιστα περὶ φορολογικῶν νομοσχεδίων, εἶμαι δὲ ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω ὅτι οὔτε ταῦτα, οὔτε οἱονδήποτε ἄλλον φόρον ἐπιβαλλόμενον θέλω ψηφίσει, ὀφείλω δὲ νὰ δώσω καὶ τὴν δικαιολογίαν τῆς ἀποφάσεώς μου ταύτης. Συμπληροῦνται ἤδη ἕξ μῆνες ἀφ’ ἧς κατηρτίσθη ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις, ἡ Κυβέρνησις τοῦ συνασπισμοῦ τῶν κομμάτων. Ἡ ἰδέα καταρτισμοῦ τοιαύτης Κυβερνήσεως ἐξεπέμφθη πρὸ τῶν ἐκλογῶν ἐξ Εὐρώπης. Ἐγένοντο αἱ ἐκλογαὶ καὶ τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῶν ὑπῆρξεν τοιοῦτον, ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ κατατεμαχισθῇ εἰς κόμματα πολλά. Τότε ἐπιτηδείως ἐρρίφθη καὶ πάλιν ἡ ἰδέα τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, ἣν ἰδέαν ἐπιτηδείως ἐκαλλιέργησεν ὁ Τύπος καὶ διεμορφώθη οὕτω μίαν γνώμη ἐπιτακτικὴ οὕτως εἰπεῖν καταρτισμοῦ Κυβερνήσεως συνασπισμοῦ τῶν κομμάτων. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις αὕτη, ἅμα τῷ καταρτισμῷ αὐτῆς, ὑπεσχέθη οἰκονομίας καὶ οἰκονομίας αἱματηράς, ὡς τὰς ἀπεκάλεσε τότε. Ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ἐλάχομεν ἐντολὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ὄχι μόνον νὰ μὴ ψηφίσωμεν φόρους, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐλαττώσωμεν, εἰ δυνατόν, τινάς, ὥστε νὰ ἐπέλθῃ ἀνακούφισις εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν καὶ νὰ κατασταθῇ ὁ ἤδη ἀφόρητος βίος αὐτοῦ ἀνετώτερος. Ἐπὶ πλέον δὲ ἐλάβομεν ἐντολήν, ἵνα συντελέσωμεν εἰς τὴν ἐπίτευξιν οἰκονομιῶν εἰς πάντας τοὺς κλάδους καὶ οἰκονομιῶν μεγάλων. Ταύτην τὴν ἀντίληψιν ἔσχεν ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς καὶ ταύτην τὴν ἐντολὴν ἔδωκε κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 7ης Νοεμβρίου εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ.
§125Ε. ΜΑΛΑΜΙΔΑΣ. Ἡμεῖς ἔχομεν ἀντίθετον ἐντολήν.
§126Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ ἐπὶ τέλους διὰ τὸν ἑαυτόν μου, διότι τοιαύτην ἔλαβον ἐντολήν, ἀντιλαμβάνομαι ὅμως ὅτι ἡ ἀξίωσις τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ τοιαύτη ἦτο καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἶναι ἄλλη, ἀφοῦ ἀπὸ τοῦ 1922 καὶ ἐντεῦθεν ἐπεβαρύνθη μὲ φόρους δυσβαστάκτους καὶ ἐκάμφθη ὑπὸ τὸ βάρος αὐτῶν. Ἡ Κυβέρνησις μέχρι σήμερον δὲν προέβη εἰς οὐδεμίαν οἰκονομίαν ἀπολύτως, ἐνῷ εἶχε στάδιον νὰ προβῇ εἰς ταύτας, περὶ τοῦ δυνατοῦ δὲ τῶν οἰκονομιῶν καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν ἐμπειρογνωμόνων ἔχει ὑποβάλλει ἀπὸ μηνῶν πολλῶν τὴν σχετικὴν ἔκθεσίν της. Μόνον ἀπειλὴν οἰκονομιῶν μᾶς ἐξήγγειλεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, ὅστις μελετᾷ ἀκόμη ποίας καὶ ὁπόσας θὰ προκαλέσῃ οἰκονομίας, τοῦτο δὲ μαρτυρεῖ καὶ τὸ ἀπόψε ὑποβληθὲν σχέδιον ψηφίσματος, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἵνα ἐπιτρέψῃ εἰς αὐτὴν νὰ προβῇ μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 1927 εἰς οἰκονομίας. Ὅλαι ἄρα αἱ οἰκονομίαι, τὰς ὁποίας ἀπόψε ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς διὰ τοῦ λόγου του κατέστησε γνωστὰς εἰς τὴν Βουλὴν, ὅλαι, λέγω, αὗται ἀποτελοῦσιν ἀπειλὴν οἰκονομιῶν, διότι οὐδεμία μέχρι σήμερον ὑπῆρξεν ἁπτὴ καὶ οὐδεμία ἔχει πραγματοποιηθῆ, ἵνα πεισθῇ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ὅτι οἱ ἐπιβαλλόμενοι φόροι δικαιολογοῦνται ἀπολύτως. Ἐρωτῶ λοιπόν· εἶναι δυνατὸν καὶ ἐπιτετραμμένον εἰς ἐμέ, ὄχι μόνον διότι δὲν ἔλαβον ἐντολὴν νὰ ψηφίσω φόρους, ἀλλὰ καὶ διότι ἐγὼ αὐτὸς αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην ἵνα μὴ ἐγκρίνω τοιαύτην πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι, λέγω, δυνατὸν νὰ ψηφίσω φόρους 1,800,000 δραχμῶν, καθ’ ἣν στιγμήν, ὡς εἶπον, δὲν βλέπω οὐδ’ ἑνὸς λεπτοῦ πραγματικῶν οἰκονομιῶν, ἀλλὰ τοὐναντίον βλέπω ὅτι ἐξακολουθοῦσιν ὑφιστάμεναι καὶ αἱ πρὸ τῶν ἐκλογῶν δαπάναι καὶ αἱ πολυτελεῖς θέσεις, ἀλλὰ καὶ σπατάλαι τοῦ δημοσίου χρήματος, διατηρουμένων εἰς τὰς θέσεις των ὅλων τῶν ἐκτάκτων πολυαρίθμων ὑπαλλήλων, διὰ τῶν ὁποίων κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐπροικίσθησαν ὅλοι οἱ κλάδοι τῆς διοικήσεως, καταρτισθέντος οὕτως ἑνὸς πολυτελοῦς καὶ πολυδαπάνου κρατικοῦ ὀργανισμοῦ. Ζητεῖ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς προσθήκην 10% ἐφ’ ὅλων τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων καὶ οὕτως ἀπὸ 10% οἷος ἦτο ὁ φόρος διὰ τὸ ἀναγκαστικὸν δάνειον τοῦ 1922 καὶ ἀπὸ 20% εἰς ὅσον ποσὸν ηὐξήθη κατόπιν καὶ ἀπὸ 30% εἰς ὅσον καὶ πάλιν ἐκ τρίτου ηὐξήθη ὁ φόρος οὗτος, ἀνέρχεται ἤδη εἰς 40%. Ὁ φόρος οὗτος εἶναι βαρύτατος καὶ καταθλιπτικώτατος. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ τὸ νομοσχέδιον τῆς φορολογίας ἐπὶ τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς. Ἡ φορολογία αὕτη, ἡ αἰσθητὴ εἰς τοὺς γεωργούς, εἶναι βαρυτάτη, εἶναι δὲ αὐτὴ αὕτη ἡ φορολογία τῆς δεκάτης. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου λαμβάνεται ὡς βάσις ὅπως τὸ εἰσπραχθὲν ποσὸν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐκ τῆς φορολογίας τῆς δεκάτης εἰσπραχθῇ καὶ ἐφέτος καὶ κατὰ τὰ μέλλοντα ἔτη, ἡ μόνη δὲ διαφορὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀπὸ τοῦ νόμου «περὶ φορολογίας τῆς δεκάτης» συνίσταται εἰς τὸ ὅτι δὲν θὰ ἔχωμεν ἐνοικιαστὰς τοῦ φόρου, ὡς ἐπὶ τῆς δεκάτης καὶ ἀντ’ αὐτῶν ἀνατίθεται εἰς τὰς κοινότητας ἵνα κατανείμωσι τὸν φόρον κατ’ ἀναλογίαν εἰς ἕκαστον γεωργὸν καὶ παραγωγὸν τῆς κοινότητος καὶ ἀναλόγως τοῦ παραγομένου ὑπ’ αὐτοῦ πασοῦ προϊόντων. Ἂν λ. χ. μία κοινότης κατέβαλε κατὰ τὰ παρελθὸν ἔτος ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου «περὶ φορολογίας τῆς δεκάτης» δραχ. 100,000, τοῦτο τὸ ποσὸν ὑποχρεοῦται ἡ κοινότης νὰ καταβάλῃ καὶ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος. Ἀλλ’ ἂν ὑποτεθῇ, ἐκτὸς ἐνδεχομένου μιᾶς θεομηνίας, ὅτι ἓν μέρος γεωργῶν τῆς κοινότητος δὲν παραγάγῃ τὸ αὐτὸ ποσόν, ὅπερ παρήγαγε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ἐνῷ ἄλλοι γεωργοὶ τῆς αὐτῆς κοινότητος θὰ παραγάγουν τὸ ἴδιον ποσὸν τοῦ παρελθόντος ἔτους, πῶς θὰ ἐπιτευχθῇ ἡ εἴσπραξις τοῦ ὅλου φόρου τῶν 100,000 δραχμῶν; Ἐρωτῶ· ἂν θὰ χάσῃ τὸ Δημόσιον τὸ ποσὸν ἢ θὰ γίνῃ ἐπίπτωσις ἐπὶ τῶν ἄλλων παραγωγῶν τῆς αὐτῆς κοινότητος, ἵνα δυνηθῇ τὸ Δημόσιον νὰ εἰσπράξῃ ἀπὸ τὴν κοινότητα τὸν ὅλον φόρον τῶν 100,000 δραχμῶν;
§127Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποχρεωτικῶς δὲν θὰ καταλογισθῇ εἰς τοὺς ἄλλους, ἐπιτρέπεται ὅμως ἡ ἀναθεώρησις.
§128Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀπάντησις δὲν εἶναι ἐπαρκής. Ὅπως ἔχει ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ποσὸν τὸ εἰσπραχθὲν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος διὰ τοῦ φόρου τῆς δεκάτης πρέπει νὰ εἰσπραχθῇ καὶ ἐφέτος. Παρόμοιον ζήτημα ἠγέρθη καὶ ὅτε ἴσχυεν ἡ φορολογία ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Τότε εἴς τι χωρίον τοῦ δήμου Εὐρυτάνων εἶχεν εἰσπραχθῆ φόρος ἐξ ἀροτριώντων κτηνῶν δραχ. 700 περίπου, ἀλλὰ κατόπιν οἱ κάτοικοι ἐπώλησαν τὰ ἀροτριῶντα ζῷά των, μόνον δὲ εἷς δὲν εἶχε πωλήσει τὸ ἰδικόν του ζεῦγος καὶ ὑπεχρεοῦτο νὰ πληρώσῃ ὁλόκληρον τὸν φόρον τῶν 300 δραχμῶν.
§129Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν πρόκειται νὰ συμβῇ αὐτό. Δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν. Δὲν πρόκειται περὶ νέου φόρου, ἀλλὰ κατ’ ἀκριβῆ ἔννοιαν τῆς λέξεως, ὁρίζεται μία Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ὁρίζει τὸ καταβλητέον ποσόν. Ἐπὶ τοῦ ποσοῦ δύναται νὰ γίνῃ ἔνστασις. Ἄν τὸ ποσὸν εἶναι μικρότερον ἢ μεγαλύτερον, τοῦτο ἀποτελεῖ στοιχεῖον ἐκτιμήσεως. Ὑποθέσατε ὅτι μία κοινότης ἔπαθε μίαν θεομηνίαν· θὰ δύναται νὰ κάμῃ ἔνστασιν. Δὲν εἶναι βέβαιον ὅτι τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον θὰ μετριασθῇ θὰ πέσῃ εἰς βάρος τῶν ἄλλων. Ἑπομένως δὲν πρόκειται περὶ ὑποχρεωτικῆς καθιερώσεως φόρου. Ἴσως εἶναι καὶ φοβερὸς ὁ φόρος. Εἶναι εἷς φόρος ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, ὁ ὁποῖος ἔχει πλεῖστα ἐλαττώματα. Ἀλλ’ ἐφόσον ἡ βεβαίωσις ἀληθεύει, νομίζω ὅτι ἡ φορολογία ἀποκαθίσταται ἐπὶ τῇ βάσει τὴν ὁποίαν νομίζομεν ὅτι ἔχει ὀρθῶς.
§130Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ἐξηγήσεις αὗται ἦσαν ἀναγκαῖαι, ἀδιάφορον ἂν εἶναι ἐπαρκεῖς. Δὲν εἶναι ἡ ὥρα ἤδη κατάλληλος ἵνα γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἐπιμένω ὅμως καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρὸ τῆς ἐπιβολῆς φόρων ὤφειλε νὰ προβῇ εἰς αὐστηροτάτας οἰκονομίας.
§131Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅσαι οἰκονομίαι ἠδύναντο νὰ ἐνεργηθῶσιν, αὐταὶ καὶ ἐπραγματοποιήθησαν, ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν πράγματι ἐγένετο σύμπτυξις ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νέου ὀργανισμοῦ καὶ πλεῖσται ὅσαι ἄλλαι.
§132Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐγένοντο γνωσταὶ σοβαραὶ οἰκονομίαι καὶ ἀνάλογοι τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους. Τὸ ἀκατάλληλον τῆς ὥρας δὲν ἐπιτρέπει μακρηγορίας, δηλῶ δὲ καὶ πάλιν μὲ τὸν κατηγορηματικώτερον καὶ ἐντονώτερον τρόπον ὅτι δὲν θὰ ψηφίσω οὐδένα ἀπολύτως φόρον.
§133Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ ἐγὼ εἶμαι κατὰ παντὸς φόρου, ἀλλὰ τὸν ἐπιβάλλω διότι εἶμαι ὑποχρεωμένος εἰς τοῦτο.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Σωτηριάδης ἔχει τὸν λόγον.
§135Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Μίαν μόνον λέξιν θὰ εἴπω διὰ νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ζητεῖται ἡ ψήφισις τοῦ εἰσαγομένου ψηφίσματος. Λέγω ὁ τρόπος, διότι πρόκειται περὶ ἑνὸς ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον εἰσάγεται χωρὶς νὰ ἔχῃ χρονολογίαν. Λέγει ἐν Ἀθήναις τῇ ...... Πότε; Δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι εἶναι ἄκυρον διὰ τὸν λόγον τοῦτον τὸ ἐπιβαλλόμενον ψήφισμα. Ἀλλ’ ἐκ τούτου πείθεταί τις ὅτι εἰσάγεται ἀπροόπτως καὶ ἐσπευσμένως χωρὶς νὰ λάβωμεν προηγουμένως γνῶσιν αὐτοῦ, διὰ νὰ ἐξασκήσωμεν δὲ τὸ καθῆκόν μας εὐσυνειδήτως ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ Λαοῦ ἔδει νὰ γνωρίζωμεν τὸ περιεχόμενον τοῦ ψηφίσματος καὶ ὁμολογῶ εἰλικρινῶς ὅτι ταύτην τὴν στιγμὴν λαμβάνω γνῶσιν. Λέγω ὅτι ἡ ψήφισις δὲν δύναται νὰ δικαιολογηθῇ καὶ δι’ ἕνα ἄλλον λόγον, διότι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις εἰσήγαγε τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς τρόπον ὥστε νὰ σχηματίσωμεν γνώμην ὅτι εἶναι δυναταὶ οἰκονομίαι μείζονες, ὥστε νὰ δικαιολογεῖται ἡ ἐπιβολὴ τῶν βαρῶν, φρονῶ ὅτι ἡ συζήτησις εἶναι πρόωρος. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου τὴν στιγμὴν ταύτην λαμβάνω γνῶσιν τοῦ συζητουμένου ψηφίσματος καὶ εὑρίσκω ὅτι εἰς τὰς ἐξαιρέσεις περιλαμβάνονται καὶ κεφάλαια, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἐννοῶ διατί γίνεται ἡ ἐξαίρεσις. Καὶ ἰδοὺ τί λέγει (ἀναγινώσκει): «Ὁ φόρος τῶν κέντρων διασκεδάσεως καὶ πολυτελείας.... κλπ.» Καὶ ἐρωτῶ· διατί τάχα ὁ φόρος ἐπὶ τῶν κέντρων διασκεδάσεως καὶ πολυτελείας πρέπει νὰ ἀπολαμβάνῃ ἀσυλίας φορολογικῶς; Δηλαδὴ ὁ μόνος φόρος ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νὰ ἐπιβάλλεται διὰ τὴν αὔξησιν αὐτῶν ἐξέλιπε. Καὶ προχωρῶ. Ἕκτον ὁ φόρος τῶν τυχηρῶν παιγνιδίων. Καὶ ἐρωτῶ· διατί νὰ ἐπιβάλλωνται εἰς τὴν πρόσθετον αὔξησιν οἱ ἄλλοι φόροι τῆς πρώτης ἀνάγκης καὶ νὰ ἐξαιρεῖται ὁ φόρος τῶν τυχηρῶν παιγνιδίων; Παρακάτω προχωρῶ. Τὰ τέλη τῶν δημοσίων θεαμάτων. Διατί νὰ ἐξαιροῦνται τὰ τέλη τῶν δημοσίων θεαμάτων; Διατί νὰ φορολογοῦνται ὅλα τὰ εἴδη καὶ ὄχι τὰ δημόσια θεάματα;
§136Σ. ΣΤΑΗΣ. Φορολογοῦνται μὲ 55%.
§137Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι φορολογία ἐπὶ τῶν λεσχῶν.
§138Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ φόρος τῶν δημοσίων θεαμάτων ἐξαιρεῖται, διότι δὲν εἶναι ἀπολύτως ἐπιδεκτικὸς αὐξήσεως. Εἶναι ἀπολύτως ἀναμφισβήτητον ὅτι οἱαδήποτε αὔξησις θὰ ἔτεινε πραγματικῶς εἰς τὴν ματαίωσιν, διότι τὰ δημόσια θεάματα εἶναι κέντρα διασκεδάσεως, ἂν ὑποθέσωμεν δὲ ὅτι θὰ ἐπιβαρύνωμεν μέχρι τοῦ σημείου ὥστε νὰ ὑπάρχῃ κρίσις, δὲν πρόκειται νὰ εἰσπράξωμεν ἀπολύτως τίποτε, εἶναι δὲ πρόνοια φύσεως ταμιευτικῆς. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐξαίρεσιν τῶν τυχηρῶν παιγνιδίων, αὕτη εἶναι μοιραία ἐξαίρεσις, διότι γίνεται δι’ ἐνοικιάσεως καὶ δὲν δύνασθε νὰ ἐπιβαρύνητε αὐτά. Τί θὰ εἴπῃ 10%; Ἠμποροῦσε νὰ εἶναι 20.000,000 ἡ ἐνοικίασις καὶ μὲ τὸ 10% 10,000,000. σήμερον ἐπῆγεν 30.000,000. Πρόκειται περὶ ἐνοικιάσεων αἱ ὁποῖαι γίνονται διὰ συναγωνισμοῦ. Δὲν ἔχει οὐδένα ὑπολογισμὸν τὸ 10% ἢ τὸ 20%. Καὶ τῶν κέντρων ὡς καὶ τῶν δημοσίων θεαμάτων ὁ φόρος εἶναι εἷς φόρος καταπληκτικός. Ἐγὼ τὸν ἐπεξέτεινα τὸν φόρον τῶν κέντρων ἐν μέρει ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ἐτίθετο αὐτὴ ἡ φορολογία. Εἰς τὰ ξενοδοχεῖα εἰς τὰ ὁποῖα ἐχόρευον οὐδέποτε ἄλλοτε ἐφηρμόσθη. Ἐγὼ τὸν ἐπεξέτεινα καὶ τὸν ἐφήρμοσα. Ἐφορολόγησα τὰς διασκεδάσεις, διότι ὁμολογῶ ὅτι αὐτὸς ὁ ὀργασμός, νὰ εἴπωμεν οὕτω, τῆς κινήσεως, ὁ ὁποῖος ἐφάνη τελευταῖος, δὲν ἦτο καθόλου εὐχάριστος.
§139Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἔχω καὶ μίαν ἄλλην ἀπορίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 10 περὶ τῶν τελῶν χαρτοσήμου. Διατί διὰ Διαταγμάτων;
§140Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ τὸ ἀφαιρέσωμεν αὐτὸ τὸ ἐδάφιον, διότι ἔχομεν ἓν ψήφισμα ἰδιαίτερον, διότι ἂν γίνῃ διὰ Διαταγμάτων θὰ διαρρεύσῃ ὁ φόρος αὐτός. Ἐγὼ ἔκαμα ἓν ψήφισμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ ἰσχὺς τοῦ φόρου αὐτοῦ ἄρχεται ἀπὸ τῆς καταθέσεως.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Χαβίνης ἔχει τὸν λόγον.
§142Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Εἰς τὸ ψήφισμα παρατηρῶ ὅτι ἐξαιροῦνται τῆς προσθέτου φορολογίας οἱ ἰδιοκτῆται οἰκοδομῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὴν ἐξαίρεσιν αὐτήν, τοσούτῳ μᾶλλον καθόσον ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς θὰ πληρώσῃ χάριν τῶν Ἀθηναίων 30,000,000 δραχμῶν εἰς τὴν Οὖλεν ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν εἰσπραχθῇ τὸ ὡρισμένον ποσόν. Ἑπομένως ἡ ἐξαίρεσις αὐτὴ τῶν ἰδιοκτητῶν οἰκιῶν καθιστᾷ τοὺς κατοίκους τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς προνομιοῦχον τάξιν. Δὲν γνωρίζω ἂν οἱ κ. κ. συνάδελφοι οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τὰς ἐπαρχίας ἐγκρίνωσιν αὐτὴν τὴν φορολογίαν. Ἐγὼ διαμαρτύρομαι καὶ παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ διαγράψῃ τὴν παράγραφον αὐτήν.
§143Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριε συνάδελφε, ἂν εἴχομεν τέλος πάντων τὴν εὐχέρειαν τῆς ἐπαυξήσεως αὐτῆς τῆς φορολογίας διὰ τὰς οἰκοδομὰς τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς, δὲν θὰ περιοριζώμεθα εἰς τὸ ποσοστὸν τῶν 12% τῆς Οὖλεν. Ἐφόσον δὲν καλύπτεται ἐν τῷ συνόλῳ αὐτῆς ἡ ὑποχρέωσις, σημαίνει ὅτι διὰ νὰ περιορίσωμεν τὸν συντελεστὴν εἰς 12% διὰ τὴν Οὖλεν δὲν ἠδυνάμεθα νὰ τὸν ἐπαυξήσωμεν. Ἀφοῦ δὲν δὲν δυνάμεθα νὰ τὸν ἐπαυξήσωμεν διὰ τῶν 12%, θὰ τὸν ἐπαυξήσωμεν διὰ τῆς προσθέτου αὐτῆς φορολογίας.
§144Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ παρατηρήσω εἶναι ὅτι ἐπὶ συνεχεῖς ἡμέρας εἰς τὴν Βουλὴν δὲν ἀσχολούμεθα παρὰ διὰ τὰς Ἀθήνας καὶ τὸν Πειραιᾶ. Τώρα διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐξαιροῦνται τῆς φορολογίας οἱ ἰδιοκτῆται οἰκιῶν εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ τὸν Πειραιᾶ. Ἔχομεν ἓν Σύνταγμα, κατὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μία φορολογικὴ ἰσότης. (Διαλογικαὶ συζητήσεις). Ἐπίσης διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐξαιροῦνται τῆς προσθέτου φορολογίας αἱ Ἀνώνυμοι Ἑταιρεῖαι, αἵτινες ὡς γνωστόν, κύριοι συνάδελφοι, δὲν πληρώνουν φόρον καθαρᾶς προσόδου ὡς ἐπλήρωνον ἄλλοτε, ἀλλὰ πληρώνουν μόνον ἐπὶ τῶν μερισμάτων καὶ τοιουτοτρόπως χαρίζονται 90,000,000 δραχμῶν. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μειώσητε αὐτὸν τὸν ἀριθμόν. Ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι καταπλήσσομαι διὰ τὴν ἐξαίρεσιν αὐτὴν τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν καὶ διαμαρτύρομαι ἐντόνως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ διὰ τοῦτο κυρίως ἔλαβον τὸν λόγον. Ἔσχον ἄλλοτε τὴν τιμὴν μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου τέως βουλευτοῦ Μεσσηνίας κ. Βουδούρη νὰ κάμω μίαν ἐπερώτησιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ παρατηρήσω ὅτι οἱ πλούσιοι δὲν πληρώνουν οὐδὲ 5% ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὰς μικρὰς τάξεις. Ἔχω ἐνταῦθα φορολογικοὺς καταλόγους, οἱ ὁποῖοι ἐδημοσιεύθησαν κατόπιν τῆς ἐπερωτήσεώς μου τὴν 11ην Δεκεμβρίου 1924, ἐκ τῶν ὁποίων καταφαίνεται ὅτι οὐδεὶς ἐκ τῶν πολὺ πλουσίων εἶναι ἐγγεγραμμένος εἰς αὐτούς.
§145ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν πληρώνουν;
§146Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένοι εἰς τοὺς φορολογικοὺς καταλόγους καὶ συνεπῶς δὲν πληρώνουσι σχεδὸν τίποτε. Ἀρκεῖ, κύριοι συνάδελφοι, νὰ σημειώσητε ὅτι εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα μόνον 5 ἄνθρωποι εὑρέθησαν νὰ δηλώσουν περιουσίαν ἄνω τῶν 10,000,000 δραχμῶν. Εἰς τὰς Ἀθήνας μόνον 35 ἄνθρωποι ἐδήλωσαν ὅτι ἔχουν κέρδη 200,000 δραχμῶν τὸ ἔτος. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας. Ὁμολογῶ καὶ πάλιν ὅτι μὲ καταπλήσσει αὐτὴ ἡ ἐξαίρεσις τῶν Ἀνωνύμων Ἑετιρειῶν, μὲ καταπλήσει δὲ διὰ τὸν ἑξῆς λόγον, διότι μὲ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐπιβάλλεται καὶ δευτέρα φορολογία ἐπὶ τῆς ἐγγείου παραγωγῆς, δηλαδὴ ἐπιβάλλεται 7% ἐπὶ τῆς παραγωγῆς, ἄρα ἡ γεωργικὴ παραγωγὴ ἐπιβαρύνεται μὲ 2% ἐπὶ πλέον. Θὰ ἴδῃ λοιπὸν αὔριον ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς δημοσιευόμενα δύο νομοσχέδια, τὸ ἓν περὶ ἐπιβολῆς φορολογίας ἐπὶ τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς καὶ τὸ ἄλλο περὶ γενικῆς φορολογίας, ἥτις συνεπῶς ἐπιβάλλεται καὶ εἰς τὴν γεωργικὴν παραγωγήν. Εἶναι λοιπὸν φυσικὸν ὄχι μόνον νὰ ἀγανακτήσῃ ὁ ἀγροτικὸς κόσμος τῆς Ἑλλάδος διὰ τῆς διπλῆν αὐτὴν φορολογίαν, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀρνηθῇ, φοβοῦμαι, νὰ πληρώσῃ φόρους. Ἄλλη ἀνισότης εἰς βάρος τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου εἶναι ὅτι ἐπὶ τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς ἐπιβάλλεται φορολογία ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, δηλαδὴ ὁ πτωχὸς γεωργὸς καὶ ὅταν καταστρέφεται ἡ παραγωγὴ θὰ εἶναι ἠναγκασμένος νὰ πληρώνῃ φόρον καὶ διὰ τὸν σπόρον ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὰς λοιπὰς τάξεις τῆς Ἑλλάδος, αἵτινες πληρώνουσι μόνον ἐφόσον ἔχουσι κέρδος. Καὶ ταῦτα πάντα καθ’ ἣν στιγμὴν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ κατοικοῦντες μακρὰν τῶν κέντρων καὶ τῶν συγκοινωνιῶν ὄχι μόνον δὲν ἀπολαμβάνουσι τὰ ἀγαθὰ τῆς προόδου καὶ τοῦ πολιτισμοῦ τὰ ὁποῖα ἀπολαμβάνουσιν οἱ κάτοικοι τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς, ἀλλὰ καὶ στεροῦνται καὶ τῶν στοιχειωδῶν καὶ ἀπαραιτήτων πραγμάτων. Στεροῦνται ἀσφαλείας, στεροῦνται σχολείων καὶ διδασκάλων καὶ ἀγνοοῦσι παντελῶς τί ἐστὶ συγκοινωνία. Μόνον πληρώνουσι φόρους καὶ πηγαίνουν στρατιῶται. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ἀνῆλθον τὸ βῆμα, ἵνα διαμαρτυρηθῶ καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν πρῶτον νὰ ἐξαιρέσῃ τὴν γεωργικὴν παραγωγὴν ἀπὸ τὴν γενικὴν φορολογίαν, δηλαδὴ τῶν 2%, καὶ νὰ πληρώνῃ μόνον 5%, διότι τώρα θὰ πληρώνῃ 7% καὶ δεύτερον νὰ διαγράψῃ τὴν σκανδαλώδη ὄντως ἐκείνην παράγραφον περὶ ἀπαλλαγῆς ἐκ τῆς προσθέτου φορολογίας τῶν ἰδιοκτητῶν οἰκιῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ὡς καὶ τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν. Τοὐναντίον μάλιστα ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ συνιστῶ ὁ φόρος τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν νὰ γίνεται ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῶν μερισμάτων. Παρακαλῶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου νὰ προσέξῃ ἡ Βουλή, διότι εἶναι ἐξωφρενικὸν νὰ μὴ πληρώνουν αἱ Ἀνώνυμοι Ἑταιρεῖαι φόρον ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου, οἱ δὲ πτωχοὶ παραγωγοὶ νὰ πληρώνουν ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου. Ἐπὶ πλέον ὑπάρχει καὶ ἄλλη κολοσσιαία διαφορὰ εἰς βάρος τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου· ὄχι μόνον εἰσπράττεται ὁ φόρος ὅλος ἀπὸ τοὺς χωρικούς, ἀλλὰ πολλάκις εἰσπράττεται καὶ μὴ ὀφειλόμενος φόρος. Ἔχω παράδειγμα ὅτι εἰς τὴν περιφέρειαν Φιλιππιάδος εἰς τὸ χωρίον Ποδογόρα εἰσεπράχθη φόρος αἰγοπροβάτων ἀπὸ ἀνθρώπους οἵτινες δὲν ἔχουσι οὔτε ἓν ζῷον. Ἔγιναν διαμαρτυρίαι, ἐπαύθη ὁ ἔφορος, ἀλλ’ ὁ φόρος δὲν ἐπεστράφη. Τοὐναντίον οἱ πλούσιοι τῶν πόλεων ὄχι μόνον δὲν πληρώνουσι τοὺς ὀφειλομένους φόρους, ἀλλὰ τοὐναντίον περιέρχονται ἐπ’ αὐτοκινήτων ἀνενόχλητοι ἐντὸς τῶν πόλεων πρὸς ἐμπαιγμὸν τοῦ Κράτους. Ἡ ἀνισότης λοιπὸν αὐτή, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὴν φορολογίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ. Πιστεύω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ δείξῃ τὸ ἀνάλογον ἐνδιαφέρον ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ θὰ ἀπαιτήσῃ ἀφ’ ἑνὸς μὲν αἱ Ἀνώνυμοι Ἑταιρεῖαι νὰ μὴ ἐξαιρεθῶσι τῆς φορολογίας αὐτῆς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ γεωργικὴ παραγωγὴ νὰ πληρώνῃ φόρον μόνον 5%, ὅπως ὁρίζεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ φορολογίας τῆς ἐγγείου παραγωγῆς», ἀπαλλαγῇ δὲ τοῦ φόρου 2%, μὲ τὸ ὁποῖον ἐπιβαρύνεται μὲ τὸ δεύτερον νομοσχέδιον. (Χειροκροτήματα).
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ρ. Κούνδουρος ἔχει τὸν λόγον.
§148Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀντιλαμβάνομαι καλῶς, κύριοι βουλευταί, τὴν κόπωσιν ὅλων μετὰ ἕνα τόσον παρατεταμένον ὁλονύκτιον χορὸν μεταξὺ τῶν ἀριθμῶν τῶν ἑκατομμυρίων καὶ δισεκατομμυρίων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀντιλαμβάνομαι ἀκόμη ὅτι ἡ γνώμη ἑνὸς ἀνεξαρτήτου βουλευτοῦ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐπηρεάσῃ μήτε τὴν πανίσχυρον Κυβέρνησιν τῶν πέντε κομμάτων, μήτε τὴν μεγίστην πλειονοψηφίαν τῶν βουλευτῶν ποὺ τὰ ἀποτελοῦν. Ἐν τούτοις νομίζω καθῆκόν μου νὰ μὴ ἀφήσω ἄνευ διαμαρτυρίας τὰ ἐξαιρετικῶς καταθλιπτικὰ νέα βάρη, τὰ ὁποῖα ἀθρόως τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἐζήτησεν ἡ Κυβέρνησις νὰ θέσῃ διὰ ψηφισμάτων ἐπὶ τῶν κεκυρτωμένων ἤδη ὤμων τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καὶ τὰ ὁποῖα ἀδίκως καὶ δυσαναλόγως πρόκειται νὰ ἐπιπέσουν ἐπὶ τῶν λαϊκῶν καὶ ἀγροτικῶν τάξεων, ἐνῷ κατὰ τοῦ ὑπερεισοδήματος τῶν πλουσίων καὶ τῶν εἰδῶν τοῦ πολυτελοῦς βίου των οὐδένα νέον φόρον εἰσηγήθη ἡ Κυβέρνησις. Νομίζω ἐπίσης καθῆκόν μου νὰ δικαιολογήσω τὴν ἀρνητικήν μου ψῆφον ὄχι μόνον διότι φορολογοῦνται καὶ πάλιν οἱ πτωχοὶ πολῖται, οἱ βιοπαλαισταὶ καὶ οἱ γεωργοί, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἐξαντλοῦνται ἤδη προθύμως εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν πολλῶν καὶ ποικιλλωνύμων ὑφισταμένων φόρων καὶ εἰς τὰ πρόσθετα δι’ αὐτοὺς βάρη τῶν διαφόρων φορολογικῶν διατυπώσεων, ἐνῷ οἱ ἄλλοι διὰ ποικίλλων μεθόδων διαφεύγουν τὴν πληρωμὴν τῶν πρὸς τὸ Κράτος ὑποχρεώσεών των. Ἀλλὰ κυρίως καὶ πρὸ πάντων θὰ ἀρνηθῶ τὴν ψῆφόν μου εἰς τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, διότι ἡ Κυβέρνησις ἀντὶ τῶν οἰκονομιῶν τὰς ὁποίας τόσον πομπωδῶς ὑπεσχέθη, ἐδημιούργησε νέας ὑπερόγκους σπατάλας, πρὸς κάλυψιν τῶν ὁποίων εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καταλήξῃ αἰφνιδιαστικῶς εἰς τὴν ἐπιβολὴν νέων ὑπερμέτρων φόρων, τοὺς ὁποίους εἶναι ἀδύνατον νὰ δυνηθῇ νὰ πληρώσῃ ὁ Λαός. Ἔλαβα ἀκόμη τὸν λόγον διὰ νὰ ἀναπτύξω δι’ ὀλίγων μερικὰς τροπολογίας μου, τὰς ὁποίας δὲν ἔχω βεβαίως τὴν δύναμιν νὰ ἐπιβάλλω, ἀλλὰ τὰς ὁποίας νομίζω ὅτι δύναμαι νὰ ἐμπιστευθῶ εἰς τὴν εὐθυκρισίαν ὑμῶν καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ αἱ ὁποῖαι πιστεύω ὅτι, ἂν γίνουν δεκταί, θὰ μειώσουν σημαντικῶς τὰ ἐκ τῶν νέων φορολογιῶν κακά. Εἰς τὸ νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐπιβάλλεται πρόσθετον ποσοστὸν 10% ἐπὶ τῶν ὑφισταμένων ἤδη φόρων, δέον νὰ συμπεριληφθοῦν μεταξὺ τῶν ἐξαιρέσεων καὶ ἡ ἀπαλλαγὴ τῆς σταφίδος καὶ τοῦ ἐλαίου. Μεταξὺ τῆς Σουλτανίνας Κρήτης καὶ τῆς Σουλτανίνας Πελοποννήσου ὑφίσταται ἤδη μία τρομακτικὴ διαφορὰ φόρου ἐξαγωγῆς, διότι ἡ μὲν πρώτη ὑποβάλλεται εἰς ἐξαγωγικὸν δασμὸν πλέον τῶν 4 δραχμῶν κατ’ ὀκᾶν, ἡ δὲ δευτέρα μόνον 40 λεπτῶν. Δὲν πρόκειται νὰ ἀπασχολήσω τώρα τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς μεγίστης ταύτης ἀδικίας, διὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρχει ἐκκρεμὴς σχετικὴ ἐπερώτησίς μου, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ἀδικίας τὴν ὁποίαν δημιουργεῖ ἐπίσης τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν σας νέον νομοσχέδιον. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐνῷ ἡ σταφὶς τῆς Πελοποννήσου πρόκειται νὰ ὑποβληθῇ εἰς πρόσθετον φόρον τεσσάρων λεπτῶν, ἡ σταφὶς τῆς Κρήτης φορολογεῖται κατὰ τεσσαράκοντα λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Ἡ ἀνισότης αὕτη εἶναι πρωτοφανὴς καὶ ἀδικαιολόγητος, ἐκθέτουσα πᾶσαν ἔννοιαν ἠθικῆς τοῦ Κράτους. Ὑφίσταται ἤδη μία καταθλιπτικὴ ἀνισότης καὶ ἀντὶ νὰ τὴν ἄρωμεν, τὴν ἐπαυξάνομεν δυσαναλόγως. Νομίζω, κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργέ, ὅτι ἡ ἀνισότης αὕτη ὑπερβαίνει πᾶν ὅριον ἀνοχῆς καὶ θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ ἐξαιρεθῇ γενικῶς ἡ σταφὶς Σουλτανίνα καὶ τῆς Κρήτης καὶ τῆς Πελοποννήσου τοῦ προσθέτου νέου φόρου 10%, ἕως ὅτου γίνῃ δυνατὸν νὰ ἐξισωθοῦν ἀπολύτως οἱ δύο φόροι. Ἡ ἐξομοίωσις αὕτη εἶναι ἀπολύτως ἐπιβεβλημένη καὶ ἐπείγουσα. Ἠκούσαμεν ἄλλοτε μὲ μεγάλην εὐχαρίστησιν τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν, ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τῶν ἀμβύκων, ὅταν ἔλεγεν ὅτι ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις ἔχει τὴν δύναμιν νὰ ἐπιβάλῃ φορολογικὴν ἰσότητα εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Θὰ ἠθέλαμεν ἡ φορολογικὴ αὕτη ἰσότης νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὴν σταφίδα, διότι δέκα περίπου ἑκατομμύρια ὀκάδων Σουλτανίνας ἐξάγονται ἤδη ἐκ Κρήτης ὑπὸ ἐντελῶς ἀνίσους ὅρους εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ εὑρίσκονται ἐν ἀδυναμίᾳ λόγῳ τῶν μεγάλων φόρων νὰ ἀνταγωνισθῶσιν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν τὴν σταφίδα τῆς Αὐστραλίας, ἡ ὁποία μεταφέρεται ἐκεῖ ἀτελῶς καὶ αὐτὴν ἀκόμη τὴν τῆς Τουρκίας. Καὶ ἂν ζητεῖται εἰς τὰς διεθνεῖς ἀγορὰς ἡ σταφὶς τῆς Κρήτης, μεταξὺ τῶν ἄλλων προνομιακῶς ἐξαγομένων ἄνευ φορολογικῶν βαρῶν, τοῦτο ὀφείλεται μόνον καὶ μόνον εἰς τὴν ἐξαιρετικὴν ποιότητα ποὺ τῆς ἐξησφάλισαν τὸ ἐξαιρετικὸν ἐνδιαφέρον καὶ ἡ μεγάλη ἐπιμέλεια τῶν σταφιδοπαραγωγῶν καὶ τῶν σταφιδεμπόρων μας. Ἂν καλῶς ἀντιλαμβάνομαι, ἡ Βουλὴ εἶναι ἤδη σύμφωνος εἰς τὴν δικαίαν ταύτην ἐξαίρεσιν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου θὰ παρεκάλουν ἐπίσης τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ νὰ ἐξαιρέσῃ ἐπίσης ἀπὸ τὴν νέαν πρόσθετον φορολογίαν καὶ τὸ ἔλαιον.
§149ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ ἐξαιρεθοῦν ὅλα τὰ προϊόντα τῆς Κρήτης.
§150Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ ἔλαιον δὲν εἶναι μόνον Κρητικὸν προϊόν, κ. συνάδελφε. Ἄλλως τε ἡ φορολογική του ἐπιβάρυνσις δὲν ἐνδιαφέρει μόνον τοὺς ἐλαιοπαραγωγούς, ἀλλὰ καὶ τοὺς καταναλωτάς. Ἡ Ἑλλάς, κύριοι, εἶναι ἡ τρίτη Χώρα τοῦ κόσμου εἰς παραγωγὴν ἐλαίου καὶ διὰ τῶν βαρυτάτων φορολογιῶν τοῦ προϊόντος τούτου, τὰς ὁποίας συνεχῶς ἑκάστη Κυβέρνησις ἐπαυξάνει, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν ἔλλειψιν τῆς προσηκούσης προνοίας πρὸς ἀποτελεσματικὴν καταπολέμησιν τῶν τόσων ἐχθρῶν του, ἐδημιουργήσαμεν τοιαύτην ἀπόγνωσιν εἰς τοὺς κατόχους ἐλαιῶν, ὥστε νὰ ἀρχίσουν οὗτοι εἰς τὰ διάφορα μέρη νὰ ξερριζώνουν τὰ ἐλαιόδενδρά των καὶ θὰ φθάσωμεν οὕτω πολιτευόμενοι νὰ καταβιβάσωμεν τὴν παραγωγὴν τοῦ ἐλαίου εἰς τὸν Τόπον μας, τὴν ἐποχὴν ἀκριβῶς ὅτε ἐν Εὐρώπη ἤρχισαν νὰ δέχωνται ὅτι τὸ ἐλαιόλαδον πρέπει νὰ ἀντικαταστήσῃ ὅλα τὰ σπορέλαια τὰ ὁποῖα ἐκεῖ χρησιμοποιοῦν. Νομίζω, κύριοι, ὅτι, ἐφόσον ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἔκαμεν ἤδη ἐξαιρέσεις ἐπὶ τοῦ προσθέτου αὐτοῦ φόρου, πρέπει νὰ συμπεριλάβῃ μεταξὺ αὐτῶν καὶ τὸ ἔλαιον. Εἶναι ἐπιβεβλημέναι αἱ νομοθετικαί μας πράξεις νὰ μὴ διέπωνται μόνον ὑπὸ τῶν ὅρων τοῦ ἐμβαλώματος ἐπειγουσῶν ἀναγκῶν καὶ νὰ μὴ προορίζωνται νὰ ἐπιδεινώσουν ἀντὶ νὰ θεραπεύσουν τὰ ὑπάρχοντα κακά. Καὶ ἔρχεται αὐτομάτως εἰς τὴν μνήμην μου, ὄχι βεβαίως πρὸς τιμὴν τῆς σημερινῆς μας κρατικῆς ὀργανώσεως, ὅτι πολὺ παλαιότερον, πρὸ δύο καὶ πλέον χιλιάδων ἐτῶν τὰ ἐλαιόδενδρα, τὰ ὁποῖα ἤρχισαν νὰ ξερριζώνουν σήμερον οἱ χωρικοί μας, μὴ ἀντέχοντες εἰς τὸ βάρος τῆς φορολογίας, ἐφυτεύθησαν ἀπὸ πρωτοβουλίαν τῶν τότε Πολιτειῶν. Εἶναι γνωστὸν ἤδη ἀπὸ τὰ σωθέντα λίθινα κειμήλια ὅτι ὁ πρὸς τὴν Πολιτείαν ὅρκος τῶν ἐφήβων τῆς Δρήρου περιελάμβανε καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ φυτεύσουν καὶ νὰ παραδώσουν ἀνεπτυγμένην εἰς δένδρον μίαν τοὐλάχιστον ἐλαίαν, ἄλλως θὰ ἐτιμωροῦντο διὰ μεγάλου προστίμου. Ἐκεῖνοι ἐπέβαλον πρόστιμα εἰς τοὺς μὴ φυτεύοντας ἐλαίας καὶ ἐξησφάλισαν οὕτως εἰς τὴν Χώραν ἕνα ἀληθῶς ἀμύθητον πλοῦτον. Ἡμεῖς δημεύομεν ὑπὸ τὴν μορφὴν τοῦ φόρου πᾶν ὅ,τι μένει εἰς τὸν ἰδιοκτήτην ἐκ τοῦ εἰσοδήματος μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων καλλιεργείας, συλλογῆς καὶ ἐκθλίψεως καὶ τὸν ὁδηγοῦμεν οὕτως ἀπογοητευμένον εἰς τὸ νὰ ἐκριζώσῃ τὰς ἐλαίας ποὺ εὑρῆκεν. Εἶναι ἀνάγκη ἐπὶ τέλους νὰ συνέλθωμεν. Εἶναι ἀνάγκη, ἂν θέλωμεν νὰ βαδίσωμεν μὲ σταθερὰ βήματα πρὸς τὴν εὐημερίαν καὶ τὴν προκοπὴν νὰ χαράξωμεν πολιτικὴν ἐντελῶς γεωργικήν, νὰ στραφῶμεν μὲ χέρι ἀποφασιστικὰ προστατευτικὸν πρὸς τοὺς ἀγροὺς καὶ τοὺς καλλιεργητάς των. Εἶναι ἀνάγκη διὰ μίαν ὡρισμένην περίοδον νὰ ἀραιώσωμεν τὴν στρατιὰν τῶν εἰσπρακτόρων τῆς ὑπαίθρου ἢ καὶ νὰ τοὺς ἀποσύρωμεν ἐξ ὁλοκλήρου καὶ νὰ τοὺς ἀντικαταστήσωμεν μὲ γεωπόνους ἐφωδιασμένους μὲ ὅλα τὰ μέσα νὰ ἐξασφαλίσουν μίαν μεθοδικὴν καὶ ἐντατικὴν ὑπερπαραγωγὴν τοῦ ἀφθόνου κεκρυμμένου πλούτου τῆς Ἑλληνικῆς γῆς. Καὶ εἰσέρχομαι εἰς τὸ δεύτερον νομοσχέδιον, «περὶ ἀμβύκων». Ἔχω ὑποβάλει μίαν τροπολογίαν ὅπως μεταξὺ τῶν ἄλλων πρώτων ὑλῶν τῶν ὁποίων ἐπιτρέπεται ἡ οἰνοπνευματοποίησις προστεθοῦν καὶ τὰ χαρούπια. Τοῦτο οὐδένα δύναται νὰ ζημιώσῃ, ἀντιθέτως δὲ θὰ ὠφελήσῃ σπουδαίως τοὺς κατόχους τοῦ προϊόντος τούτου, τὸ ὁποῖον διέρχεται ἐπίσης κρίσιν, πρὸ τῆς ὁποίας δὲν πρέπει νὰ διέλθωμεν ἀδιάφοροι. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἡ τιμὴ εἰς ἣν διὰ τοῦ νομοσχεδίου θὰ πωλοῦν τὸ οἰνόπνευμα οἱ χωρικοὶ εἶναι πολὺ μικρὰ καὶ δέον νὰ αὐξηθῇ αὕτη τοὐλάχιστον κατὰ πέντε δραχμὰς κατ’ ὀκᾶν, ἀφοῦ πρόκειται νὰ στερηθοῦν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐλευθέρας πωλήσεως, ἐξ ἧς θὰ ἐπραγματοποίουν ἀσφαλῶς πολὺ ἀνωτέραν τῆς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ προβλεπομένης τιμῆς. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον τῶν συγκομιζομένων γεωργικῶν προϊόντων, ἐκτὸς τῶν ὅσων ἐλέχθησαν ἤδη περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς θετικῆς προστασίας τῆς γεωργίας, εἶναι ἀνάγκη ἐπίσης νὰ τονισθῇ ὅτι τὸ νομοσχέδιον δημιουργεῖ μίαν νέαν μεγάλην ἀδικίαν. Εἶναι γνωστὸν ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ καλλιέργεια τῶν ἀγρῶν ἀποδίδει ἐλάχιστα, ὅτι οἱ γεωργοί μας δὲν συγκομίζουν ἐνίοτε οὔτε αὐτὸν τὸν σπόρον. Ἂν λάβητε μάλιστα ὑπ’ ὄψιν σας τὰ ἀτελῆ μέσα τῆς καλλιεργείας καὶ τὴν προσήλωσιν τῶν γεωργῶν μας πρὸς τὰς παλαιάς των καλλιεργητικὰς μεθόδους καὶ συνηθείας, τὰς ὁποίας ἀτυχῶς τὸ Κράτος δὲν ἐφρόντισε ποτὲ νὰ καλυτερεύσῃ καὶ νὰ προαγάγῃ, θὰ καταλήξητε καὶ σεῖς εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι οἱ γεωργοί μας δὲν παράγουν οὔτε τὴν ἀξίαν τοῦ σπόρου καὶ τῶν ἡμερομισθίων των. Ἔτσι τὸ νομοσχέδιον φορολογοῦν τὰ συγκομιζόμενα προϊόντα, δὲν φορολογεῖ παρὰ τὸν σπόρον καὶ τὴν προσωπικὴν ἐργασίαν τῶν γεωργῶν μας. Φορολογεῖ δηλαδὴ αὐτὸ τοῦτο τὸ μικρὸν κεφάλαιον τοῦ γεωργοῦ, τὸ ὁποῖον πολλάκις δανείζεται παρ’ ἄλλων μὲ ἀντισηκώματα βαρύτατα. Αὐτὴν ταύτην τὴν ἀξίαν τῆς ἀντιμόχθου προσωπικῆς ἐργασίας τῶν γεωργῶν καὶ τῶν οἰκογενειῶν των. Διότι, ἂν ὀρθῶς ὑπολογίσωμεν τὴν ἀξίαν τῆς ἐργασίας ταύτης καὶ τοῦ σπόρου, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ γεωργικὴ παραγωγή μας καὶ ὅταν ἀκόμη ἔχωμεν ἐπιτυχῆ ἐσοδείαν, δὲν καλύπτει τὰ δύο ταῦτα κονδύλια τῶν ἐξόδων. Διὰ τῆς προτεινομένης ὅθεν φορολογίας καλούμεθα νὰ φορολογήσωμεν προνομιακῶς εἰς τὸν γεωργὸν ὅ,τι δὲν φορολογοῦμεν διὰ κανένα ἄλλον, καλούμεθα δηλαδὴ νὰ ἐπιβάλωμεν φόρον καὶ ἐπ’ αὐτῆς τῆς ζημίας τοῦ γεωργοῦ μας. Ἡ φορολογία αὕτη θὰ ἐνσπείρῃ νέαν ἀπαγοήτευσιν τῶν ἀγροτῶν μας, διὰ τοὺς ὁποίους οὐδόλως ἐφρόντισεν ἡ Κυβέρνησις, ἐνῷ διὰ τῶν βραχιόνων των ἠδύνατο νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐθνικὴν εὐημερίαν. Καὶ θὰ παρεκάλουν, ἂν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποσυρθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τοὐλάχιστον νὰ ἐξαιρεθῇ ὁ σπόρος ἐκ τῆς πληρωμῆς παντὸς φόρου. Ἐκτὸς τούτου τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποστῇ καὶ ἄλλην τροποποίησιν εἰς τὰς διατάξεις του περὶ εἰσπράξεως τοῦ φόρου. Δι’ αὐτῶν δημιουργεῖται κατάστασις ἀκηρύκτου πολέμου μεταξὺ τῶν δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν Ἀρχῶν ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῶν φορολογουμένων ἀφ’ ἑτέρου. Παρόμοιον σύστημα, κύριοι συνάδελφοι, ἐφαρμόζεται σήμερον κατὰ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ φόρου ὑπὲρ τῆς ἀγροφυλακῆς, Ἔφθασαν δὲ εἴς τινα χωρία οἱ κοινοτικοὶ ἄρχοντες εἰς τὸ σημεῖον νὰ ἐπιβάλλουν τὸν φόρον ἀναλόγως τῶν πολιτικῶν των ἀντιθέσεων, ἀναλόγως τῶν κομματικῶν ἢ προσωπικῶν συμπαθειῶν των. Ἔφθασαν ἀκόμη εἰς μερικὰ χωρία τὰ κοινοτικὰ Συμβούλια εἰς τὸ νὰ φορολογοῦν βαρύτερον τοὺς φορολογουμένους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ὁμοχώριοί των. Τοιαῦται ἀταξίαι θὰ δημιουργηθοῦν ἀσφαλῶς καὶ κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου νόμου, ἂν δὲν τροποποιηθῇ. Θὰ φθάσωμεν ἀσφαλῶς εἰς τὸ δυσάρεστον σημεῖον νὰ ἴδωμεν νέας περιπτώσεις προστριβῶν καὶ νέας εὐκαιρίας ἀνυποληψίας τῶν πολιτῶν πρὸς τοὺς αἱρετούς των ἄρχοντας, τοὺς ὁποίους ἔχει πᾶν συμφέρον τὸ Κράτος νὰ καταστήσῃ σεβαστοὺς καὶ νὰ ἐνισχύσῃ εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τῆς κυρίας ἀποστολῆς των, ἀπομακρύνων ἀπ’ αὐτῶν τὰ ἀδικαιολόγητα ἐπιβαλλόμενα ἐπὶ τῶν ὤμων των βάρη τῶν κρατικῶν λειτουργιῶν καὶ ὑπηρεσιῶν.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μάξιμος ἔχει τὸν λόγον.
§152Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν τῆς συζητήσεως καὶ εἰς τὸ ἰδιαίτερον περιεχόμενον ἑκάστου νομοθετήματος. Νομίζω κατ’ ἀρχὴν ὅτι διὰ νὰ ταχθῇ κανεὶς ὑπὲρ τοῦ ψηφίσματος, ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀμβύκων», ὑπὲρ τοῦ φόρου τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς κλπ., πρέπει νὰ συμφωνῇ βασικῶς καὶ κατ’ ἀρχὴν ἐπὶ τῆς γραμμῆς, τὴν ὁποίαν ἐχάραξεν ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις ὡς πρὸς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικήν. Τὰ νομοσχέδια τὰ ὁποῖα κατέθεσεν ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις πρὸ καὶ μετὰ τὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰσήγησιν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ εὑρίσκονται ἐν πλήρει ἁρμονίᾳ καὶ εἰς τὴν γραμμὴν τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ἡ Κυβέρνησις γενικῶς ὡς πρὸς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Χώρας. Τὸ ζήτημα συνεπῶς εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον θὰ ἐξετασθῇ κατὰ τὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ συζήτησιν καὶ τὰ νομοσχέδια δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθοῦν χωρὶς προηγουμένως νὰ ἔχῃ γίνει συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀπὸ τὴν πρώτην στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐσχηματίσθη ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις εἶπον ὅτι διὰ νὰ κριθῇ ὁ χαρακτὴρ τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ σαφὴς καὶ κατανοητὴ ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὰς περὶ συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν διακήρυξις τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως εἶπον ὅτι ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως θὰ εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία θὰ κρίνῃ τελειωτικῶς τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ ἐργαζομένου Λαοῦ. Δὲν εἶναι αἱ δηλώσεις περὶ ἐλευθερίας καὶ ὁμαλότητος καὶ περὶ ἀντιπαγκαλισμοῦ καὶ ὑπὲρ ἀποκαταστάσεως τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι συγκινοῦν τὸν ἐργαζόμενον Λαόν, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἡ ἀνωμαλία ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰς τὴν Βουλὴν ἀντανακλᾷ ἐπιτυχῶς τὴν ἔξω τῆς Βουλῆς ὑπάρχουσαν κατάστασιν καὶ κυρίως διότι ἀφορᾷ τὴν φορολογικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ὑπάρχει μία δεδικαιολογημένη ἀγανάκτησις τῶν χωρικῶς ὡς πρὸς τὴν πληρωμὴν τῶν ὑπαρχόντων ἀκόμη φόρων, πολὺ δὲ μᾶλλον ὡς πρὸς τὴν ἐπιβολὴν νέων ποσοστῶν ἐπὶ τῆς φορολογίας. Πρέπει νὰ ὑποστῶμεν θυσίας, λέγει ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός. Αὐτὸ εἶναι μία ἀρχὴ γενική. Τὸ πρόβλημα εἶναι τὸ ποῖοι θὰ ὑποστοῦν τὰς θυσίας. Δὲν εἶναι οἱ κεφαλαιοῦχοι ἐκεῖνοι οἵτινες θὰ ὑποστοῦν τὰς θυσίας, θὰ εἶναι οἱ ἐργάται, θὰ εἶναι οἱ χωρικοί. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι εἶναι καὶ αὐτὸς κατὰ τῶν φόρων καὶ μάλιστα ὅτι εἶναι καὶ ὑπὲρ τῆς φορολογίας τοῦ κεφαλαίου. Ἡ φορολογία τοῦ κεφαλαίου δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἐπιθυμίαν του, ἀλλ’ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν γενικὴν ἀντίληψιν τὴν ὁποίαν ἔχει μία Κυβέρνησις καὶ ἀπὸ τὴν ἀντίληψίν της ὡς πρὸς τὸ κοινωνικὸν καθεστώς. Μία ἀστικὴ Κυβέρνησις οἱασδήποτε μεταρρυθμίσεις καὶ ἂν κάμῃ, δὲν εἶναι δυνατὸν ὑπὸ τὰς παρούσας συνθήκας νὰ θέσῃ φορολογίαν εἰς τὸ κεφάλαιον. Τὸ πρόβλημα αὐτὸ θὰ συζητηθῇ κατὰ τὴν ἐξέτασιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν νομοσχεδίων γενικῶς καὶ πρῶτον ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀμβύκων» εἶπον καὶ εἰς μίαν προηγουμένην συζήτησιν, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶχε ζητηθῆ ἡ κατάργησις τοῦ Παγκαλικοῦ Διατάγματος «περὶ ἀμβύκων». Καὶ αἱ νέαι ἀπόψεις τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν νομοσχεδίων δὲν ἦσαν παρὰ εἷς συμβιβασμὸς τῆς δημιουργηθείσης καταστάσεως, ὡς καὶ τοῦ ὑπάρχοντος «περὶ ἀμβύκων» νόμου, μὲ τὸ νέον δὲ σχέδιον δὲν εἶναι παρὰ μία μονοπώλησις τῆς παραγωγῆς πρὸς ὄφελος ὡρισμένων βιομηχανικῶν κύκλων. Καὶ τὸ νομοθέτημα αὐτό, τὸ ὁποῖον μονοπωλεῖ τὴν παραγωγήν, ἀποβλέπει εἰς τὴν ὑποταγὴν τῶν μικρῶν παραγωγῶν εἰς ὡρισμένους βιομηχανικοὺς κύκλους, ἑπομένως δὲν ἔχει σημασίαν αὕτη ἢ ἐκείνη ἡ τροπολογία. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ σχέδιον τοῦτο περὶ ἐπιβολῆς φορολογίας ἐπὶ τῆς ἀγροτικῆς παραγωγῆς, νομίζω ὅτι μία Κυβέρνησις ἡ ὁποία ὑποστηρίζει ὅτι προέρχεται ἀπὸ τὸν Λαόν, θὰ ἔκαμνε καλύτερα νὰ ὑπέβαλεν αὐτὸ τὸ σχέδιον νόμου εἰς αὐτὸν τὸν Λαὸν διὰ νὰ τὸ κρίνῃ. Ἡμεῖς εὐχαρίστως θὰ ἐδεχόμεθα καὶ ἀπ’ εὐθείας ἐτυμηγορίαν τοῦ Λαοῦ ἐπὶ τῶν φορολογικῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν οἰκονομικῶν αὐτῆς σχεδίων. Ἂς προτείνῃ ἡ Κυβέρνησις ἀπ’ εὐθείας καὶ ἂς ἐρωτήσῃ αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι θὰ φορολογηθοῦν, τοὺς ἐργάτας καὶ τοὺς χωρικούς, ἂν εἶναι ὑπὲρ τῆς οἰκονομικῆς της πολιτικῆς. Ἡ ἀπάντησις, μοὶ φαίνεται, θὰ εἶναι ἀρνητικὴ καὶ θὰ σημαίνῃ ὅτι ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις δὲν ἀπολαμβάνει τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν φορολογουμένων. Εἴμεθα ἐναντίον τῶν νέων νομοσχεδίων, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιβάλλονται βαρύταται φορολογίαι ἐπὶ τοῦ ἐργαζομένου Λαοῦ καὶ νομίζω ὅτι ὅλοι οἱ βουλευταὶ πρέπει νὰ εἴπουν σαφῶς τὴν γνώμην των προκειμένου νὰ ἐπιβληθοῦν φορολογίαι συνολικοῦ ποσοῦ ὑπερβαίνοντος τὰ 200,000,000 δραχμῶν. Λοιπὸν κατὰ τὴν προεκλογικὴν περίοδον ἐκυκλοφόρουν προκηρύξεις καλοῦσαι τὸν Λαὸν εἰς ἀγῶνα καὶ εἰς φορολογίαν κατὰ τοῦ κεφαλαίου. Αἱ προεκλογικαὶ ἐκεῖναι διαβεβαιώσεις παρῆλθον καὶ ἤδη οἱ βουλευταὶ οἱ ἐκλεγέντες ἀπὸ ἀγροτικὰς περιφερείας νομίζω ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποφανθοῦν σαφῶς ἂν εἶναι ὑπὲρ τῆς νέας φορολογίας, ἂν εἶναι ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως τῶν ποσοστῶν τῶν νέων φόρων, ἂν εἶναι ὑπὲρ τῆς φορολογικῆς ἐπιβαρύνσεως τοῦ ἐργαζομένου Λαοῦ. Ἡμεῖς εἴμεθα ἐναντίον τῆς ἐπιβαρύνσεως αὐτῆς, ἐπιφυλασσόμενοι ὅταν θὰ ἔχωμεν τὰ συγκεκριμένα στοιχεῖα καὶ ὅταν θὰ λάβωμεν μέρος εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νὰ ὑποδείξωμεν ποῖαι θὰ εἶναι κατὰ τὴν ἀντίληψίν μας αἱ ἐσωτερικαὶ πηγαί, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ δύναται νὰ στηριχθῇ μία οἰκονομικὴ πολιτικὴ ἐξυπηρετήσεως τῶν συμφερόντων τῶν ἐργαζομένων μαζῶν τῆς Ἑλλάδος.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μ. Κοθρῆς ἔχει τὸν λόγον.
§154Μ. ΚΟΘΡΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἀνῆλθον ἐγὼ εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ κατηγορήσω τὸ σύστημα τῶν νομοσχεδίων τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐπὶ 30 ἔτη καθ’ ἃ εἶμαι βουλευτὴς παρέστην πολλάκις εἰς τοιαῦτα θεάματα καὶ ἀντιλαμβάνομαι ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἔχει τὴν διάθεσιν νὰ ψηφίσῃ τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια. Καὶ ἐγὼ ἐπεθύμουν νὰ μὴ εἶχον λόγον νὰ ἀρνηθῶ τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν, διότι εἶμαι ἔνθερμος ὑποστηρικτὴς τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Δυστυχῶς, δύο πράγματα, τὰ ὁποῖα παρετήρησα, μὲ ἀναγκάζουν νὰ καταψηφίσω τὰ νομοσχέδια ταῦτα καὶ θέλω νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου. Πρῶτον ἡ ἀνισότης ἡ φορολογικὴ ἐπὶ τῆς σταφίδος Σουλτανίνας εἰς τὰ διάφορα διαμερίσματα. Δεύτερον, ὅταν ἐπιβάλλωνται φόροι ἀπὸ μίαν Κυβέρνησιν, κάμνει ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ καὶ ἓν δημόσιον ἔργον. Πῶς θὰ ὑπάγω ἐγὼ εἰς τὸ χωρίον μου νὰ τοὺς εἴπω ὅτι ἐψήφισα τὰ νομοσχέδια αὐτά, ὅταν τοὺς εἴπω ὅτι δὲν ἐγένετο τίποτε διὰ τὰ δημόσια ἔργα; Ἐφόσον λοιπὸν δὲν γίνονται δημόσια ἔργα καὶ φορολογικαὶ μόνον αὐξήσεις γίνονται ἐν ἀνισότητι, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ψηφίσωμεν τὰ νομοσχέδια αὐτά, καίτοι εἰλικρινῶς καὶ τιμίως ἠθέλομεν νὰ τὰ ψηφίσωμεν καὶ νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν. Λοιπὸν ἐγὼ διαμαρτύρομαι διὰ τὸν τρόπον αὐτὸν καὶ παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ ὅτι ὄχι μόνον δὲν θὰ τὰ ψηφίσωμεν, ἀλλ’ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι καὶ νὰ παραιτηθῶμεν.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Κακουλίδης ἔχει τὸν λόγον.
§156Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται πρὸ ἑνὸς διλήμματος. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἀφ’ ἑνὸς λέγει: «Ψηφίσατε, κύριοι, ἐντὸς τῆς σήμερον ἢ τῆς αὔριον τὰ τέσσαρα αὐτὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, διότι ἄλλως ἢ θὰ μείνουν κενὰ ἑκατοντάδων ἑκατομμυρίων εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, διὰ τὰ ὁποῖα ὑπέχετε σεῖς, ἡ Βουλή, τὰς εὐθύνας, ἢ θὰ γίνῃ κερδοσκοπία εἰς βάρος τῶν νομοσχεδίων». Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου ἔρχεται καὶ ἡ Βουλὴ ἡ ὁποία λέγει τὰ ἑξῆς: «Δὲν δύναμαι νὰ ψηφίσω μετὰ μίαν μακροτάτην εἰσήγησιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, κεκοπιακείσα, τέσσαρα νομοσχέδια, φόρων χιλίων ἑκατομμυρίων, πρὶν τὰ μελετήσω». Τὸ ζήτημα εἶναι ἀληθὴς Γόρδιος δεσμός. Ἐν τούτοις πρέπει νὰ λυθῇ. Νομίζω ὅτι τὸν τρόπον τῆς λύσεως μᾶς δίδει παλαιότατον κοινοβουλευτικὸν ἔθιμον. Δηλαδὴ ὅταν ὑπεβάλλετο εἰς τὴν Βουλὴν δασμολογικὸν νομοσχέδιον εἴτε ἐλαττώσεως, εἴτε αὐξήσεως δασμῶν, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἤρχιζεν ἀμέσως νὰ ἰσχύῃ καὶ ἡ Βουλὴ ἐπεφυλάσσετο νὰ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτοῦ βραδύτερον. Νομίζω λοιπὸν ὅτι θὰ καταμερίσωμεν τὰς εὐθύνας δικαίως καὶ λογικῶς. Ἂν λοιπὸν ψηφίσωμεν ψήφισμα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἄμεσον ἐφαρμογὴν καὶ τῶν τεσσάρων φορολογικῶν νομοσχεδίων μέχρι τῆς ὁριστικῆς ἀποφάσεως αὑτῆς ἐπ’ αὐτῶν, νομίζω τότε, κύριοι βουλευταί, ὅτι καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς θὰ ἀναλάβῃ οὕτω τὰς εὐθύνας, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς θὰ ψηφίσωμεν μετὰ παρέλευσιν ἑνὸς ἢ δύο μηνῶν τὰ σπουδαῖα αὐτὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἀφοῦ σχηματίσωμεν σαφῆ γνώμην ἐπὶ τῆς ὅλης οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας εἶναι παραφυάδες τὰ τέσσαρα νομοσχέδια καὶ ἀφ’ ἑτέρου θὰ ἔχωμεν ἐν χερσὶ τὸ βαρόμετρον τῆς ἐφαρμογῆς ἀφ’ ἑνὸς τῶν νομοσχεδίων, ἔστω καὶ ἐπὶ ἕνα μῆνα καὶ ἀφ’ ἑτέρου τῆς ἐντυπώσεως αὐτῶν παρὰ τῇ Κοινῇ Γνώμῃ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Μεϊμαράκης ἔχει τὸν λόγον.
§158Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον καὶ δὲν θὰ εἶχον σκοπὸν νὰ ἐπικρίνω ποσῶς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, καθόσον ἀναγνωρίζω ὅτι εἰς τοιαύτας κρισίμους περιστάσεις βεβαίως ἐξαιρετικὰ καὶ ἔκτακτα πρέπει νὰ εἶναι τὰ μέτρα ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὸ οἰκονομικὸν αὐτῆς πρόγραμμα. Ἀλλὰ διὰ τῶν ὑποβαλλομένων νομοσχεδίων ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ δικαιολογεῖται τοιαύτη ἀδικία ἀπέναντι ὡρισμένων τάξεων πολιτῶν καὶ δι’ ὡρισμένων περιφερειῶν, ὥστε θὰ ἦτο σπουδαιοτάτη παράλειψις ἂν τοῦτο δὲν ἐξετίθετο καὶ δὲν ὑπεδεικνύετο ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἡ σουλτανίνα τῆς Κρήτης, κύριοι συνάδελφοι, καὶ ἡ σταφὶς ἐν γένει, ἀπὸ πολλοῦ διατρέχουν κρίσιν, κρίσιν σημαντικήν, τὴν κρίσιν δὲ ταύτην τὸ Ἐμπορικὸν Ἐπιμελητήριον Ἡρακλείου Κρήτης πρὸ ἔτους περίπου κατέδειξεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τελευταίως ἐπανῆλθε δι’ ὑπομνήματος αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος, ἐκθέσαν τὰς δυσχερεῖς οἰκονομικὰς συνθήκας ἐκ τοῦ διεθνοῦς ἀνταγωνισμοῦ τὰς ὁποίας διατρέχει ἡ ἐν λόγῳ σταφίς. Αἱ κρίσεις καὶ αἱ ὑποδείξεις αὗται ὑπεβλήθησαν καὶ πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν καὶ πρὸς τὴν Βουλήν. Καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅταν πρὸς ὑποστήριξιν καὶ ἔκθεσιν τῆς δεινῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, εἰς ἣν διατελεῖ ἡ παραγωγὴ καὶ τὸ ἐμπόριον τῆς σταφίδος ἐν Κρήτῃ, εἶδον τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν, εἰς τὸν ὁποῖον ὑπέδειξα τὴν ἀναγκαίως ἐπιβεβλημένην μείωσιν τῆς ὑπαρχούσης φορολογίας τῆς σταφίδος τῆς Κρήτης, ἵνα μὴ οὕτω μειονεκτεῖ καὶ ἀπέναντι τῆς ἄλλης σταφίδος τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος ἔμεινεν οὗτος καθ’ ὅλα σύμφωνος καὶ ὑπεσχέθη μάλιστα ὅτι θὰ ἐλάμβανε τοιαῦτα μέτρα ὥστε, ἂν δὲν κατώρθου ἵνα μειώσῃ τὸν φόρον ἐπὶ τῆς σταφίδος τῆς Κρήτης, πάντως τὰ μέτρα θὰ ἦσαν τοιαῦτα, ὥστε θὰ ἐξίσωνε τὴν φορολογικὴν ἐπιβάρυνσιν τῆς σταφίδος ἐφ’ ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος. Καὶ θὰ ἐνθυμεῖται ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς τὰς ἀντιρρήσεις μου ὡς πρὸς τὴν ἐξίσωσιν τῆς φορολογίας μόνον, καθόσον σκοπός, κύριοι συνάδελφοι, τῶν ἐνεργειῶν μου δὲν ἦτο ἡ ἐπιδείνωσις τῆς καταστάσεως τῆς σταφίδος τῶν ἄλλων μερῶν, ἀλλ’ ἡ καταδήλωσις τῶν κρισίμων περιστάσεων, ἃς διατρέχει τὸ Ἑλληνικὸν προϊὸν καὶ ἰδιαιτέρως ὅλως ἡ σταφὶς τῆς Κρήτης, δι’ ὃ καὶ προσεπάθησα ἵνα ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τὴν βαρεῖαν φορολογίαν τὸ προϊὸν τοῦτο. Ἡ Βουλὴ ἂς γνωρίσῃ ὅτι ἡ Σουλτανίνα τῆς Κρήτης βαρύνεται κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν καὶ κατ’ ὀκᾶν μὲ φόρον τριῶν δραχμῶν καὶ 84 λεπτῶν καὶ ¼ τοῦ λεπτοῦ, ἐνῷ ἀντιθέτως ἡ Σουλτανίνα τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος ἐπιβαρύνεται μὲ 37 λεπτὰ περίπου κατ’ ὀκᾶν. Νομίζω ἑπομένως ὅτι, ἐφόσον ὑπάρχει ὁ ἐξωτερικὸς ἀνταγωνισμὸς καὶ τοιαύτη ἐσωτερικὴ ἀνισότης ἐπὶ τῆς φορολογίας, ὅτι, ἐφόσον τὸ Ἐμπορικὸν Ἐπιμελητήριον Ἡρακλείου καὶ αἱ λοιπαὶ ἐν Κρήτῃ ἐμπορικαὶ καὶ οἰκονομολογικαὶ ὀργανώσεις εἶχον ἤδη ἀπὸ πολλοῦ κρούσει τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως τῆς σταφίδος καὶ ἰδίως τῆς Σουλτανίνας καὶ εἶχον ὑποβάλει τὴν ὑπόδειξιν καὶ παράκλησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἵνα ὑποβιβάσῃ τὸν φόρον τῆς σταφίδος ἐν Κρήτῃ, νομίζω, λέγω, ὅτι σήμερον ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιμένῃ ὥστε νὰ μὴ ἐξαιρεθῇ ἡ σταφὶς τῆς Κρήτης ἀπὸ τῆς νέας ἐπιβαλλομένης φορολογίας τοῦ 10%, οὔτε ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ μὴ προσχωρήσῃ εἰς τὰ ὀρθὰ καὶ δίκαια αἰτήματα τῆς Κρήτης, ἅτινα ὑποστηρίζω. Τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἡμεῖς ἐρχόμεθα καὶ ζητοῦμεν ἀπὸ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου τῆς σταφίδος γενικῶς, εἶναι πολὺ ἄδικον ἡ Κυβέρνησις ὄχι μόνον νὰ παράσχῃ προστασίαν τοῦ προϊόντος ἢ καὶ ἐξίσωσιν τῆς φορολογικῆς ἐπιβαρύνσεως τῆς σταφίδος τῆς ὅλης Ἑλλάδος, ἀλλὰ τοὐναντίον νὰ ἐπιβαρύνῃ ἐπὶ πλέον τὴν σταφίδα τῆς Κρήτης. Σημειώσατε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ σταφὶς τῆς Κρήτης εὑρίσκει ὡς συναγωνιστὰς εἰς τὴν παγκόσμιον κατανάλωσιν τὴν σταφίδα τῆς Τουρκίας καὶ τῆς Αὐστραλίας καὶ μόνον ἡ φυσικὴ ποιοτικὴ ὑπεροχὴ αὐτῆς ἔναντι τῶν προϊόντων τούτων τὴν καθιστᾷ εὐπρόσδεκτόν πως εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς καταναλώσεως. Ὅταν δέ, κύριοι συνάδελφοι, πληροφορηθῆτε ὅτι ἡ Τουρκία τὴν φορολογικὴν ἐπιβάρυνσιν τῆς σταφίδος αὐτῆς ἀπὸ 13% ἐπὶ τῆς ἀξίας τῆς σταφίδος ἠλάττωσεν εἰς 2%, νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἐπιτρέψητε τὸ Ἐθνικὸν Συνέδριον νὰ παρίδῃ τὰ ὑποστηριζόμενα δίκαια τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν τῆς Κρήτης, οὐδὲ θὰ παραμείνῃ ἀσυγκίνητος ἡ Κυβέρνησις. Καὶ φρονῶ ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς θὰ παραδεχθῇ τὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, ὅπως μετὰ τῆς ἐξαιρέσεως τῶν σταφιδικῶν ὀργανισμῶν ἐκ τῆς ἐπιβαλλομένης νέας φορολογίας 10% συμπεριληφθῇ καὶ ἡ σταφὶς τῆς Κρήτης.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Πεσμαζόγλου ἔχει τὸν λόγον.
§160Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν θὰ μακρηγορήσω, διότι ἕτεροι συνάδελφοι εἶπον τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ἐξευρεθῇ μία λύσις. Ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ ζητεῖ τὴν ψήφισιν ὡρισμένων φορολογικῶν νομοσχεδίων, ἄνευ τῶν ὁποίων ὁ κατατεθεὶς Προϋπολογισμὸς δὲν στηρίζεται. Δὲν νομίζω ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ ἐξετάσωμεν τώρα ἂν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ λόγους νὰ εἶναι συγγνωστή, διότι τὴν δωδεκάτην ὥραν κατέθεσε τὸν Προϋπολογισμόν. Σήμερον καλούμεθα νὰ ἐκλέξωμεν μεταξὺ δύο πραγμάτων· ἢ νὰ ψηφίσωμεν νομοσχέδια τῶν ὁποίων δὲν γνωρίζομεν κἂν τὸ περιεχόμενον ἢ νὰ ματαιώσωμεν τὸ ὅλον ἔργον τῆς Κυβερνήσεως. Ἂν εὑρισκόμεθα ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, τὸ ἔργον μας θὰ ἦτο εὐχερές, διότι θὰ ἐλέγομεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν μὴ γνωρίζοντες τί ψηφίζομεν. Πλὴν ὅμως ὑποστηρίζοντες τὴν Κυβέρνησιν μέχρι τοῦδε, φέρομεν τὴν εὐθύνην τῆς ματαιώσεως τοῦ κυβερνητικοῦ ἔργου. Ἡ Κυβέρνησις ἐξ ἄλλου διατείνεται ὅτι ἄνευ τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων τούτων ἀδυνατεῖ νὰ χωρήσῃ εἰς τὴν περαιτέρω ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου τῆς οἰκονομικῆς διοργανώσεως τῆς Χώρας. Νομίζω ὅτι δύναται νὰ δοθῇ διέξοδος εἰς τὴν κατάστασιν δι’ ὑποβολῆς ψηφίσματος, ὡς περίπου προέτεινε καὶ ὁ κ. Κακουλίδης, τὸ ὁποῖον νὰ θέτῃ ἐν ἰσχύϊ τὰ φορολογικὰ ταῦτα νομοσχέδια ἀπὸ τῆς καταθέσεώς των ἐν τῇ Βουλῇ, ἡ δὲ ἐπιψήφισίς των νὰ γίνῃ ἐν καιρῷ. Τοιαύτη νομίζω ὅτι εἶναι ἡ μόνη λύσις ἡ ὁποία δύναται νὰ δοθῇ. Πολλοὶ συνάδελφοι ἔφερον ἀντιρρήσεις, αἱ ὁποῖαι πιθανὸν νὰ εἶναι ὀρθαί. Βεβαίως ἡ ἐκ μέρους μας κύρωσις τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ κάθε ἄλλο παρὰ νὰ μᾶς ἀπαλλάσσῃ τῆς εὐθύνης. Ἀλλὰ τοὐλάχιστον δὲν θὰ ἐμφανισθῶμεν ψηφίζοντες νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχομεν ἀναγνώσει. Τὸ δέχεσθε, κ. Ὑπουργέ;
§161Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ λίαν εὐχαρίστως δέχομαι τὴν πρότασιν, διότι δὲν ἀποβλέπω εἰς τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ μὴ ματαιωθῇ ἡ εἴσπραξις ὡρισμένων φόρων. Ἐφόσον δέχεται ἡ Βουλὴ ὅπως τεθοῦν εἰς προσωρινὴν ἐφαρμογὴν τὰ νομοθετικὰ ταῦτα μέτρα, ἐγὼ δὲν ἔχω ἀντίρρησιν.
§162ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ ψήφισμα.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Μπούμπουλης ἔχει τὸν λόγον.
§164Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν, κύριοι συνάδελφοι, ἀδιαμαρτυρήτως νὰ ἀποδεχθῶμεν τὰ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα φορολογικὰ νομοσχέδια, τοσούτῳ μᾶλλον καθόσον οἱ ἀριθμοὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ δὲν μᾶς ἔπεισαν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐξήντλησεν ὅλα τὰ μέτρα ἐκεῖνα τῶν οἰκονομιῶν, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται, δὲν μᾶς ἔπεισαν δὲ τόσον περισσότερον, καθόσον καὶ εἰς ἡμᾶς εἶναι γνωστὸν ὅτι πλεῖστοι τῶν ἀριθμῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπέφερον τὰς οἰκονομίας καὶ δὴ ἐν τῷ Π. Ναυτικῷ, εἶναι ἀριθμοὶ τῶν περιστάσεων, εἶναι ἀριθμοὶ προσπαθοῦντες νὰ δικαιολογήσωσι τὰ πράγματα, χωρὶς πράγματι νὰ ἐπιφέρωσι σημαντικὰς οἰκονομίας. Διότι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ δεχθῶμεν ὅτι ἡ περικοπὴ τῆς δαπάνης τοῦ γαιάνθρακος, ἡ ὁποία περιλαμβάνεται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, εἶναι πραγματικὴ οἰκονομία. Ἤδη αἱ γαιανθρακαποθῆκαι τοῦ Ναυτικοῦ εἶναι κεναί, μέχρι τέλους δὲ τοῦ μηνὸς δὲν θὰ ὑπάρχωσι γαιάνθρακες.
§165Α. ΚΑΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Οἱ γαιάνθρακες δὲν ἠγοράσθησαν εἰσέτι. Ἔχομεν ἀποφασίσει νὰ ἀγοράσωμεν περὶ τοὺς 14,000 τόννους. Ἡ ἀπαιτουμένη δαπάνη ἀναγράφεται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ.
§166Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν θὰ σᾶς ἐπαρκέσῃ. Ἐπίσης τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον ἐλήφθη, τῆς ἐπισκευῆς δηλαδὴ τοῦ «Κιλκὶς» καὶ τῆς «Λήμνου», δὲν εἶναι ὀρθόν, ἀφοῦ ἐδαπανήσαμεν ὁλόκληρα ἑκατομμύρια νὰ σταματήσῃ ἡ ἐπισκευὴ δι’ ὀλίγα ἀκόμη ἑκατομμύρια.
§167Α. ΚΑΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Μόνον τῆς «Λήμνου» ἀνεστάλη ἡ ἐπισκευή.
§168Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Καὶ τῆς «Λήμνου». Ἂν αὔριον θέλητε νὰ κινητοποιήσητε τὴν «Λῆμνον», ὄχι μόνον οἰκονομίαν δὲν θὰ ἔχητε, ἀλλὰ μεγαλυτέραν δαπάνην, διότι θὰ ἀναγκασθῆτε νὰ προμηθευθῆτε τὰ ὑλικὰ ἀκριβώτερα. Ὅλα αὐτὰ τὰ μέτρα, ὡς καὶ ἄλλα μέτρα σπατάλης, ὅπως εἶναι ἡ σπατάλη διὰ τὴν ἐν γένει πολυτέλειαν τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Πολιτικοῦ Γραφείου, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ περισταλῇ κάλλιστα, μὲ ἔπεισαν ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐξήντλησεν ὅλα τὰ μέσα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπεβάλλετο διὰ νὰ ἐφαρμόσῃ τὰς ἐπαγγελθείσας αἱματηρὰς οἰκονομίας. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἑπομένως νὰ ἀξιώσωμεν ἀπὸ τὸν Λαόν, ὁ ὁποῖος σήμερον ἤδη αἰσθάνεται βαρύτατα τὸ βάρος τῆς φορολογίας, νὰ ἐξαντληθῇ ἀκόμη περισσότερον πληρώνων καὶ νέους φόρους, διότι δυστυχῶς ἀντὶ αἱματηρῶν οἰκονομιῶν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἔχομεν αἱματηρὰς φορολογίας. Αὐτοὶ οἱ λόγοι μᾶς ἀναγκάζουν νὰ ἀρνηθῶμεν τὴν ψῆφόν μας εἰς τὰ οἰκονομικὰ νομοσχέδια. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου αὐτὰ τὰ νομοσχέδια εἶναι τελείως ἀτελῆ, δὲν ἠδυνήθημεν νὰ μελετήσωμεν ταῦτα, διότι μόλις σήμερον τὴν 3ην πρωϊνὴν ὑπεβλήθησαν καὶ ἠξιώθη ἡ ἄμεσος αὐτῶν ἐπιψήφισις. Ἑπομένως μεταξὺ τῶν διαφόρων ἐξαιρέσεων παρατηροῦμεν ἐξαίρεσιν τοῦ φόρου τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν, ἐξαίρεσιν δηλαδὴ καὶ πάλιν τοῦ κεφαλαίου, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιβαρύνεται ὁ Λαός. Εἰς τὰς ἐξαιρέσεις ὑπάρχουν δύο μέτρα καὶ δύο σταθμά. Ἐξαιροῦνται ἀφ’ ἑνὸς ὡρισμέναι μισθώσεις καὶ ἐνοικιάσεις τοῦ Δημοσίου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ παραλείπονται ἄλλαι. Δὲν εἶναι δυνατόν, κύριοι, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξαιροῦνται τὰ χαρτοπαίγνια καὶ αἱ ἐνοικιάσεις τῶν φόρων, νὰ μὴ ἐξαιρεθῶσιν ὅλαι αἱ ἐνοικιάσεις. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Α μειοδότης ἢ πλειοδότης ἔχει ὑπογράψει ὅτι θὰ ἐπλήρωνε τὸ Αʹ ποσόν, τὴν ἑπομένην ἀφοῦ κατεκυρώθη ἡ δημοπρασία, τὴν στιγμὴν τῆς καταβολῆς τοῦ χαρτοσήμου νὰ τῷ εἴπητε ὅτι θὰ πληρώσῃ διπλάσιον χαρτόσημον. Αὐτὰ εἶναι ἄνισα μέτρα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιρρίψωμεν τὰς εὐθύνας καὶ τὰ βάρη ἐπὶ τῶν πτωχῶν καὶ νὰ ἀπαλλάξωμεν τοὺς πλουσίους. Διὰ ποῖον λόγον αἱ Ἀνώνυμοι Ἑταιρεῖαι δὲν φορολογοῦνται;
§169Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Φορολογοῦνται 90%.
§170Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐρωτήσατε πόσον πληρώνει ὁ γεωργός; Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν δὲν δύναμαι εἰμὴ νὰ ἀρνηθῶμεν τὴν ψῆφόν μας πρὸς αὐτὰ τὰ νομοσχέδια. Διαμαρτύρομαι, διότι μίαν ἀκόμη φορὰν καὶ μάλιστα κατὰ πρωτοφανῆ τρόπον ἐπιζητεῖτε νὰ φορολογηθῶσιν οἱ πτωχοὶ καὶ νὰ ἀπαλλαγῶσιν οἱ πλούσιοι.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Δαρβέρης ἔχει τὸν λόγον.
§172Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Μόνον διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν του ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα. Κατὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς διὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπηγγέλθημεν οἰκονομίας καὶ μόνον οἰκονομίας καὶ μετὰ παρέλευσιν ἑπτὰ μηνῶν ὑποβάλλεται ὁ Προϋπολογισμὸς μὲ συναφῆ νομοθετήματα, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιβάλλεται φορολογία εἰς πλεῖστα ὅσα εἴδη, διὰ νὰ μὴ εἴπω εἰς ὅλα σχεδόν. Δὲν θὰ ἐξετάσω ἂν αἱ οἰκονομίαι εἶναι ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσιν ἢ ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνωσι κατ’ ἄλλων, διότι δὲν ἔχομεν τὰ μέσα νὰ ἐξετάσωμεν τὸ σημεῖον τοῦτο. Νομίζω ὅτι δύναται ἡ Κυβέρνησις καὶ ὤφειλε νὰ τὰ ὑποβάλῃ, ἵνα δώσῃ τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐξετάσῃ καὶ συζητήσῃ ἐπὶ τῶν μέτρων τούτων, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὴν βάσιν κάθε Κυβερνήσεως, ὄχι μόνον τῆς Οἰκουμενικῆς ἡ ὁποία ἦλθε μετὰ μίαν ἀνώμαλον περίοδον, κατὰ τὴν ὁποίαν περίοδον κατεπατήθη ἀκριβῶς ὁ κοινοβουλευτισμὸς καὶ οἱ νόμοι ἐγένοντο εἰς διάστημα δευτερολέπτου. Νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ὅλον τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν νὰ ὑποβάλῃ τὰ μέτρα ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων ἐνόμιζεν ὅτι θὰ ἐπέλθῃ βελτίωσις τῶν οἰκονομικῶν τῆς Χώρας, τὰ ὁποῖα μέτρα θὰ συνεζητοῦντο ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ θὰ ἐψηφίζοντο. Καὶ βεβαίως ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἐπεβάλλετο φορολογία τις, ἡ Βουλὴ θὰ ἦτο εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσῃ ἐπὶ ποίων τάξεων καὶ ἐπὶ ποίων εἰδῶν ἔπρεπε νὰ ἐπιβληθῇ ἡ φορολογία αὐτή. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ ἂν θέλῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ μεταφέρῃ τὰς εὐθύνας ἐπὶ τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία θὰ ἐψήφιζε τὰ τοιούτου εἴδους μέτρα. Φρονῶ ὅτι ὑπάρχει ἡ Κυβέρνησις ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην διὰ μίαν πρᾶξιν ἡ ὁποία ἀντίκειται ὄχι μόνον εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα τῆς Χώρας, ἀλλὰ καὶ πρὸς πρωτόγονον Χώραν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ τοιούτου εἴδους νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα πλήττουν ὅλας τὰς τάξεις νὰ συζητῶνται τὴν 6ην πρωϊνήν, ὅταν ὑπεβλήθησαν τὴν 8ην ἑσπερινήν. Φρονῶ ὅτι εἶναι ἀτοπωτάτη ἡ διεξαγομένη συζήτησις καὶ περὶ τούτου ὑπέχει πλήρη τὴν εὐθύνην ἡ Κυβέρνησις χωρὶς νὰ εἶναι δυνατὸν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μεταδοθῇ μία τοιαύτη εὐθύνη, ἡ ὁποία ἀσφαλῶς δὲν τὴν βαρύνει, διότι ὁτιδήποτε καὶ ἂν εἴπωμεν εὑρισκόμεθα εἰς ἄγνοιαν τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα ψηφίζομεν.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φ. Μοσχούλας ἔχει τὸν λόγον.
§174Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἀναγνωρίζω ὅτι βεβαίως ἡ ὥρα εἶναι ἀκατάλληλος καὶ ὅτι ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται ὑπὸ κόπωσιν, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν βεβαίως νὰ ἀνεχθῇ μακρηγορίαν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος. Συμφωνῶ πληρέστατα μετὰ τῶν ἀγορευσάντων προηγουμένως κ. κ. συναδέλφων ὅτι ἡ ψήφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν νομοσχεδίων καθ’ ὃν τρόπον ὑπεβλήθησαν ταῦτα, τῶν νομοσχεδίων τῶν φορολογικῶν, τῶν συναφῶν πρὸς τὸν Προϋπολογισμόν, δὲν εἶναι ἡ πρέπουσα, διότι ἐκ μακροῦ πολιτικοῦ βίου, τὸν ὁποῖον ἔχω, γνωρίζω ὅτι ἐγένετο εἰσήγησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐτυποῦτο, διενέμετο, ἐμελετᾶτο ἀπὸ τοὺς βουλευτὰς καὶ ὅταν ἤρχετο ἡ ὥρα τῆς συζητήσεως συνεζητεῖτο ἐπὶ μακρόν, ἐπὶ ἡμέρας, ὅπως καὶ τὰ νομοσχέδια τὰ ὁποῖα ἦσαν συναφῆ πρὸς αὐτόν. Δὲν ἐσκιάσθην, κύριοι, ὑπὸ τὴν σημαίαν οὐδενὸς κόμματος ὅταν ἐξέθηκα κάλπην, ἀλλ’ ὅταν ἐνεφανίσθην ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων μου ἐξέθηκε ἓν πρόγραμμα καὶ εἰς τὸ πρόγραμμά μου αὐτὸ εἶπον ὅτι ὄχι μόνον δὲν θὰ συντελέσω εἰς τὴν ἐπιβολὴν νέας φορολογίας, ἀλλὰ θὰ προσπαθήσω ὅσῃ μοι δύναμις ἵνα καὶ ἡ ἐπιβεβλημένη φορολογία ὡς βαρυτάτη ὑπὸ τοῦ Λαοῦ μειωθῇ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, τὸν ὁποῖον ἰδιαζόντως τιμῶ καὶ τὸ ὁποῖον γνωρίζει, ἀνέπτυξε τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τὰ συναφῆ νομοσχέδια τὰ φορολογικά, ἀλλὰ δυστυχῶς ἐν τῷ ζητήματι τῶν οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας ἐπεδίωξεν ἡ Κυβέρνησις, ὑπῆρξεν ἀοριστία τις. Δὲν γνωρίζομεν ποίας οἰκονομίας κατώρθωσε νὰ ἐπιτελέσῃ. Ὑπεβλήθη ἓν ψήφισμα, διὰ τοῦ ὁποίου παρείχετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ κανονίσῃ τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας ἤθελε θεωρήσει ὡς ἀναγκαίας πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ ποθητοῦ ἰσοζυγίου. Ἀλλὰ φρονῶ, κύριοι βουλευταί, ὅτι αἱ οἰκονομίαι αἱ ἐπιτευχθεῖσαι δὲν εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ δικαιολογῶσιν ἡμᾶς ἀπέναντι τοῦ Λαοῦ, ἵνα ἐπιβάλωμεν τὴν φορολογίαν τὴν ὁποίαν ζητεῖ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός. Δὲν εἶναι τοιαῦται, διότι ἂν ἤθελέ τις ἐρωτήσει ἕνα οἱονδήποτε πολίτην Ἕλληνα, θὰ σᾶς ἔλεγεν ὅτι ἡ πολιτικὴ τοῦ Κράτους ἐν τῇ διοικήσει εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἂν ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις, ἠδύνατο πράγματι νὰ μειώσῃ τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους εἰς μέγιστον βαθμόν. Καὶ τότε, ἂν τοῦτο ἔπραττεν ἡ Κυβέρνησις, θὰ ἐδικαιολογεῖτο ἵνα ἐπιβάλῃ φορολογίας, ἀλλὰ φορολογίας οὐχὶ ἀνίσους, ὅπως ἀνέπτυξεν ὁ κ. Χαβίνης, ἀλλὰ φορολογίας ἴσας, διότι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ «περὶ προσθήκης 10% ἐπὶ τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων» βλέπομεν ὅτι δὲν φορολογοῦνται αἱ Ἀνώνυμοι Ἑταιρεῖαι, ἀλλ’ ἐπιπίπτουσι ἐπὶ τοῦ Λαοῦ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω ὅτι τὸ Πολιτικὸν Γραφεῖον ἀποτελεῖ ἕνα ὀργανισμὸν πολυτελῆ, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπάρχουσιν ὑπάλληλοι, τμηματάρχαι καὶ διευθυνταί, οἱ ὁποῖοι πληρώνονται μὲ μισθοὺς ὑπερόγκους, ἀλλὰ καὶ τὸ ὁποῖον κατέχει ἓν οἴκημα τοῦ Δημοσίου, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ χρησιμοποιηθῇ δι’ ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου περισσότερον ἐπιβεβλημένας. Καὶ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Πολιτικοῦ Γραφείου διατίθενται καὶ τὰ αὐτοκίνητα καὶ δὲν γνωρίζω πόσα, διότι ἕκαστος τῶν τμηματαρχῶν, ὅπως μοὶ λέγουσιν, ἔχει καὶ ἴδιον αὐτοκίνητον.
§175ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§176Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὑποθέτω βεβαίως ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ ὑπερβολήν, πάντως ὅμως ἀποτελεῖ μίαν σπατάλην. Ἐφόσον εὑρισκόμεθα ὑπὸ τὰς σημερινὰς οἰκονομικὰς περιστάσεις, ἐπιβάλλεται ὁ κ. Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος ἐξήγγειλεν αἱματηρὰς οἰκονομίας, νὰ ἐκτελέσῃ ταύτας καὶ τότε ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς θὰ ἔστεργε χάριν τῆς σωτηρίας τῆς Πατρίδος νὰ ὑποβληθῇ εἰς νέα βάρη. Ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις δὲν ὑπεβλήθη εἰς τοιαύτας οἰκονομίας, εἶναι φυσικὸν ὅτι ὁ Λαὸς δὲν θὰ δεχθῇ τὰς φορολογίας, διότι δὲν δύναται νὰ πληρώσῃ οὐδὲ τὰς ὑφισταμένας. Τὸ γνωρίζετε τοῦτο πάντες καλύτερον ἐμοῦ. Καὶ ἔχομεν, κύριοι βουλευταί, ἀπειρίαν καταστημάτων τῶν Ὑπουργείων, ἐγκατεστημένων εἰς παραρτήματα, ἐνῷ, ἐφόσον εὑρισκόμενοι εἰς τοιαύτην οἰκονομικὴν στενοχωρίαν, ἠδύναντο νὰ καταργηθῶσι. Διότι, ἐφόσον ὁ Λαὸς ὑπὸ τοιαύτην στένει φορολογίαν, δὲν ἀνέχεται νὰ βλέπῃ τοὺς ὑπαλλήλους ἐγκαθισταμένους ἐν πολυτελέσι δωματίοις καὶ μεγάροις. Ἔχομεν τὰ κρατικὰ αὐτοκίνητα καὶ μοὶ ἔρχεται εἰς τὴν μνήμην ὁ Οὐγκώ, ὅστις λέγει περὶ τῶν ἀρχιερέων ὅτι αὐτοὶ εὐοχοῦνται ἐν ὀνόματι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐνῷ αὐτὸς ἐβάδιζεν ἀνυπόδητος, διότι ἀνυπόδητος βαδίζει ὁ Ἑλληνικὸς Λαός. Ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις δὲν προέβη εἰς τὰς οἰκονομίας εἰς τὰς ὁποίας ἔδει νὰ προβῇ, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω ὅτι δὲν θὰ ψηφίσω κανὲν φορολογικὸν νομοσχέδιον, πρὸ παντὸς δὲν θὰ ψηφίσω τὸ νομοσχέδιον «περὶ φορολογίας τῆς ἐγγείου παραγωγῆς» καὶ τὸ φορολογικὸν νομοσχέδιον ἐπὶ τῆς σταφίδος. Διαφωνῶ δὲ πρὸς τοὺς ἐκ Κρήτης ἀξιοτίμους συναδέλφους, διότι οὗτοι δὲν γνωρίζουν ὅτι ἡ σταφίς μας φορολογεῖται κατὰ χιλιόλιτρον 600 δραχμάς, διότι ἂν δὲν εἶναι ἡ φορολογία τοῦ Δημοσίου τόσον μεγάλη, εἶναι ὅμως ἡ αὐτασφάλεια, τὴν ὁποίαν λαμβάνει ὁ Αὐτόνομος Ὀργανισμός. Τὴν ἀνισότητα λοιπὸν τὴν φορολογικὴν ἔπρεπε νὰ τὴν ἐμφανίσητε οὐχὶ ἐν τῷ ζητήματι τῆς σταφίδος, ἀλλ’ εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀνίσου φορολογίας εἰς βάρος τοῦ Λαοῦ, ἀπέναντι αὐταῦ καὶ τῆς πλουτοκρατίας. Διὰ τοῦτο δηλῶ ὅτι οὔτε τὸ ψήφισμα τὸ ὑποβληθὲν θὰ ψηφίσω, ἀλλ’ οὔτε καὶ κανὲν φορολογικὸν νομοσχέδιον, ἂν ἤθελε προταχθῇ πρὸς ψήφισιν.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Κατσάνος ἔχει τὸν λόγον.
§178Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Δὲν θὰ ἀσχοληθῶ, κύριοι συνάδελφοι, οὔτε εἰς διαμαρτυρίας, οὔτε εἰς ἀγορεύσεις, θὰ περιορισθῶ μόνον εἰς τὴν διαδικασίαν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ φορολογίας τῆς ἐγγείου παραγωγῆς». Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ μὲ προσέξῃ, διότι μόνον διαλογικῶς θὰ συζητήσω ἐπὶ τῆς διαδικασίας τοῦ νομοσχεδίου καὶ νομίζω ὅτι θὰ συμφωνήσωμεν. Ὡς πρὸς τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου κατὰ τὸ ἄρθρον 3 συγκροτεῖται μία Ἐπιτροπὴ ἀποτελουμένη ἀπὸ τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον, τὸν ἀστυνόμον καὶ τὸν πρόεδρον τοῦ δημοτικοῦ ἢ κοινοτικοῦ Συμβουλίου. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη θὰ εἶναι ἀνίκανος νὰ κρίνῃ περὶ τῆς κατανομῆς τῶν φόρων, διότι οὔτε τὸν τρόπον, οὔτε τὴν πρόοδον τῆς καλλιεργείας δύναται νὰ γνωρίζῃ. Ἐνταῦθα θὰ ἔχωμεν παρατύπους βεβαιώσεις ἢ ὑπερβολικὰς ἢ ἐπὶ ἔλαττον καὶ κατόπιν θὰ ἔχωμεν σωρείαν ἀδικημάτων. Ἀλλὰ λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι βάσις τῆς φορολογίας λαμβάνεται ἡ ἐνοικίασις, ἔχομεν ἐνοικιάσεις πολλῶν κοινοτήτων. Φαντασθῆτε νὰ εἶναι ἀδύνατον ὁ πρόεδρος τοῦ δημοτικοῦ Συμβουλίου τῆς πρωτευούσης ἢ ὁ δημοτικὸς σύμβουλος τῆς πρωτευούσης ἢ ὁ ἀστυνόμος νὰ γνωρίζῃ ποία εἶναι ἡ ἀναλογία μεταξὺ τῶν κοινοτήτων αἱ ὁποῖαι θὰ ἔχουν τὰ στοιχεῖα νὰ ἐμφανισθοῦν. Εἶναι ὡσὰν νὰ στείλετε ἐμὲ νὰ διαπραγματευθῶ τὰ πολεμικὰ χρέη τῆς Ἀγγλίας. Λοιπὸν θὰ ἔχωμεν αὐτὴν τὴν ἀτέλειαν ὡς πρὸς τὴν διαδικασίαν τοῦ νομοσχεδίου ὅσον ἀφορᾷ τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου. Δεύτερον θὰ ἔλθῃ σύμφωνα μὲ τὸ νομοσχέδιον ὁ κοινοτικὸς σύμβουλος νὰ κανονίσῃ τὴν φορολογίαν τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ καταβάλῃ ὁ φορολογούμενος. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μεταβῆτε μίαν στιγμὴν νοερῶς εἰς τὴν Αἰτωλοακαρνανίαν, νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν σύνθεσιν τῶν ἀγροτῶν καὶ νὰ κρίνητε ποῖαι εἶναι αἱ σχέσεις τῶν κοινοτήτων, ποῖα εἶναι τὰ μίση καὶ τὰ πάθη καὶ νὰ ἴδητε ἂν θὰ ἔχητε ἀντιπαθητικὰς καὶ συμπαθητικὰς ἀποφάσεις καὶ ὅλα αὐτὰ θὰ ἔλθουν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ θὰ τὰ ἴδητε. Εἶναι τοιαύτη ἡ διαδικασία, ὥστε νὰ μεταμεληθῆτε σεῖς πρῶτος, κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργέ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον θὰ παρακαλέσω χάριν τῆς τάξεως καὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἐγὼ δὲν ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ ἀντιδράσω, ἀλλὰ διὰ νὰ συζητήσω τὸ νομοσχέδιον, καίτοι θὰ ἠδυνάμην νὰ ἀντιδράσω, ἀλλὰ ἐν ἄλλῃ ὥρᾳ καὶ ὄχι ταύτην τὴν στιγμὴν ἡ ὁποία δὲν εἶναι κατάληλος. Ἀλλ’ ἤδη ἐπειδὴ εἶμαι ὑποστηρικτὴς τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, θέλω νὰ συντελέσω εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ νομοσχεδίου. Εἶναι προτιμότερον νὰ ἀφήσητε τὸν τρόπον τῆς βεβαιώσεως τοῦ παρελθόντος ἔτους, διότι τὸ κακόηχον ὄνομα τῆς δεκάτης διαγράφεται. Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νομοσχεδίου ἐγένετο κατὰ τὸ παρελθόν. Δὲν ὑπῆρξαν παράπονα. Ἂν ὑπῆρξαν τοιαῦτα, ὑπῆρξαν μετρούμενα ἐπὶ τῶν δακτύλων καὶ δὲν εἶχον καμμίαν ἀξίαν ἀπέναντι τοῦ συνόλου. Ἤδη θὰ δημιουργήσητε διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νομοσχεδίου κυκεῶνα. Ἔχομεν δύο ἀδικήματα, διότι θὰ ἔλθῃ ὁ δημοτικὸς σύμβουλος τῆς πρωτευούσης διὰ τοῦ ἀστυνόμου νὰ κατανείμῃ τὴν φορολογίαν τῶν κοινοτήτων καὶ χωρὶς νὰ γνωρίζῃ οὔτε τὴν πρόοδον τῆς καλλιεργείας, οὔτε τὴν ἔκτασιν, οὔτε τὴν γονιμότητα τοῦ ἐδάφους. Θὰ ὑπάγῃ νὰ φάγῃ ἕνα κοτόπουλο, θὰ ἐπιστρέψῃ καὶ θὰ ἐκδώσῃ μίαν ἀπόφασιν, διὰ τῆς ὁποίας θὰ εἴπῃ ὅτι ἡ τάδε κοινότης πρέπει νὰ φορολογηθῇ μὲ τόσον χρῆμα καὶ θὰ ἔχητε κατόπιν τὰ παράπονα τῶν κοινοτήτων. Οὔτε ἀποθήκας ἔχετε ἀνάγκην νὰ προσδιορίσητε, οὔτε ἀποστάσεις καὶ ἐπὶ τέλους τί θὰ εἴπῃ νὰ ἱδρυθοῦν ἀποθῆκαι εἰς ἀπόστασιν ἡμισείας ὥρας ἀπὸ τὸ χωρίον; Καὶ ἐν τούτοις εἰς αὐτὰς τὰς ἀποθήκας ὑποχρεοῖ τὸ νομοσχέδιον ἵνα μεταφέρῃ τὴν φορολογίαν ὁ παραγωγός, ἐνῷ ἀντιθέτως διὰ τοῦ συστήματος τῆς βεβαιώσεως τῆς ἀρχῆς περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησα εἶναι ὑπόχρεως ὁ ἐνοικιαστὴς νὰ μεταβῇ εἰς τὸν παραγωγὸν νὰ πάρῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον τῷ ἀνήκει. Ἐν πάσῃ περιπτώσει αὐτὸ εἶναι τὸ προτιμότερον, δι’ αὐτὸ ἐπιμένω καὶ μάλιστα σᾶς ἔδωσα μίαν ὑπεύθυνον προσωπικὴν βεβαίωσιν διὰ τὸ ζήτημα αὐτό, ὅτι δὲν θὰ ἀκούσητε παράπονον, διότι εἶναι ὁ καλύτερος τρόπος τῆς βεβαιώσεως. Διατί, κ. Ὑπουργέ, ἀρκεῖσθε εἰς μίαν σύστασιν τῆς ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία μόνον τὰ γραφεῖα γνωρίζει, ἐνῷ ἡμεῖς γνωρίζομεν τὰ πράγματα ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως; Ταύτην τὴν σύστασιν εἶχον νὰ κάμω.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Μέρος ἔχει τὸν λόγον.
§180Α. ΜΕΡΟΣ. Προκειμένου νὰ φορολογηθῶσιν οἱ ἐπαγγελματίαι, τὸ Κράτος καθιέρωσεν αὐτὴν τὴν ἀρχήν· ἐσχημάτισεν Ἐπιτροπάς, αἱ ὁποῖαι ἔκαμον αὐταὶ τὰς φορολογικὰς κατατάξεις. Κατ’ αὐτὸν δὲ τὸν τρόπον οἱ ἐπαγγελματίαι δὲν ἔσχον τὴν εὐχέρειαν νὰ ὑποβάλλωσι τὰ στοιχεῖα τῆς καθαρᾶς των προσόδου ἢ τῆς ὑπηρεσιακῆς των καταστάσεως. Προκειμένου ἐπίσης περὶ τῶν παραγωγῶν σιτηρῶν τὸ Κράτος λέγει: Ἔχω ἀνάγκην ἀπὸ 200,000,000 δραχμῶν ἐτησίως καὶ τὰ 200 αὐτὰ ἑκατομμύρια θὰ τὰ κατανείμω εἰς τὰς κοινότητας τῆς Χώρας καὶ ἐννοῶ νὰ τὰ εἰσπράξω καὶ θὰ τὰ εἰσπράξω. Ταῦτα ἰσχύουν διὰ τοὺς ἐπαγγελματίας καὶ παραγωγούς. Διὰ τοὺς λοιποὺς ὅμως τοὺς εὐπόρους ἄλλο ἐφαρμόζεται μέτρον. Ἡ φορολογία γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς καθαρᾶς των προσόδου. Ὑποχρεοῦνται οὗτοι νὰ προσκομίσουν τὰ βιβλία των πρὸς ἀπόδειξιν τῆς καθαρᾶς των προσόδου, ἀλλὰ τὰ προσκομιζόμενα βιβλία εἶναι συνήθως πλαστὰ καὶ τοιουτοτρόπως ἡ φορολογία δὲν εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὴν πραγματικήν των καθαρὰν πρόσοδον. Ὁπωσδήποτε γεγονὸς εἶναι ὅτι οἱ μεγαλοεισοδηματίαι κατορθώνουν καὶ διαφεύγουν τὰς φορολογίας, ἐνῷ ἀντιθέτως τὰ μικρὰ στρώματα σηκώνουν βαρέα βάρη. Ἐφόσον λοιπὸν διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου καὶ τῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως δὲν προκύπτει ὅτι θὰ ληφθῶσι μέτρα ἀποτελεσματικὰ ἐναντίον τῶν καταστρατηγούντων τοὺς φορολογικοὺς νόμους καὶ μέτρα ἐπίσης πρὸς ἐπίτευξιν κρατικῶν οἰκονομιῶν, εἶναι δὲ ἐξ ἄλλου βέβαιον ὅτι οἱ ἐπαγγελματίαι θὰ πληρώσωσιν εἰς τὸ Κράτος ὅσα κατελόγισαν εἰς αὐτοὺς αἱ Ἐπιτροπαί, εἶναι ἀναπότρεπτον αἱ λαϊκαὶ αὐταὶ τάξεις νὰ δυσφορῶσι καὶ νὰ ἀξιῶσιν, ὅπως τὸ αὐτὸ φορολογικὸν μέτρον ἰσχύσῃ καὶ διὰ τοὺς πλουσίους. Ἀντὶ τοῦ πολυπλόκου φορολογικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζεται σήμερον, θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἁπλούστευσις καὶ ὅλοι νὰ κατατάσσωνται φορολογικῶς ὑπὸ Ἐπιτροπῶν, ὡς καθιερώθη διὰ τοὺς ἐπαγγελματίας. Θεωροῦμεν τοῦτο καλύτερον ἀπὸ τὴν ὑπόσχεσιν ὅτι βελτιουμένων τῶν φοροτεχνικῶν ὑπηρεσιῶν θὰ φορολογοῦνται αὐστηρότερον καὶ οἱ πλούσιοι. Διατί, κύριοι, νὰ ἀναμείνωμεν νὰ παρέλθουν ἔτη πολλὰ μέχρις ὅτου ὀργανώσωμεν καλὰς φοροτεχνικὰς ὑπηρεσίας πρὸς φορολογίαν τοῦ μεγάλου κεφαλαίου, ἐνῷ δυνάμεθα διὰ τῆς ἁπλουστεύσεως τοῦ φορολογικοῦ συστήματος νὰ ἄρωμεν τὰς ἀνισότητας καὶ τὰς ἀδικίας; Αὐτὸ ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν καὶ προσθέτομεν ὅτι, ἐφόσον δὲν λαμβάνεται σοβαρὸν μέτρον, ὅπως εἰσφέρουν καὶ οἱ πλούσιοι ἀναλόγως πρὸς τὰς δυνάμεις των, τὰ λαϊκὰ στρώματα θὰ ἀγανακτοῦν καὶ θὰ ἐξανίστανται. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς κρατικὰς οἰκονομίας, νομίζω ὅτι ἠδύνατο καὶ ἔπρεπε νὰ λάβωσιν αὗται μεγαλυτέραν ἔκτασιν καὶ ὅτι ἐπὶ δύο ἢ τρία ἔτη θὰ ἔπρεπε νὰ ἀνασταλῇ πᾶσα προαγωγὴ καὶ πᾶσα δημιουργία θέσεων. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ἐπήρχοντο ῥιζικώτεραι οἰκονομίαι καὶ ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, ὁ ὁποῖος βαρύνεται μὲ τόσα βάρη, θὰ ἠσθάνετο μίαν ἀνακούφισιν. Νομίζω δὲ ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρὸς αὐτὸ τὸ σημεῖον πρέπει νὰ στρέψῃ τὴν προσοχήν της, διὰ νὰ ἐπανακτήσῃ καὶ ἓν μέρος τοῦ κύρους της, τὸ ὁποῖον ἀρκούντως ἔχει ἤδη φθαρῆ, λόγῳ τῶν ἐνδοκυβερνητικῶν διενέξεων. (Χειροκροτήματα).
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Μοδάτσος ἔχει τὸν λόγον.
§182Ε. ΜΟΔΑΤΣΟΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν ὅπως δεχθῇ νὰ ἐξαιρεθῇ τὸ ἐλαιόλαδον τῆς ἐπιβαλλομένης καὶ εἰς αὐτὸ φορολογίας διὰ τοῦ ὑπ’ αὐτοῦ κατατεθέντος εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἑσπέραν ταύτην νομοσχεδίου, διότι τὸ ἐλαιόλαδον ἔχει ἐπιβαρυνθῆ διὰ τόσων φόρων, ὥστε ἀδυνατεῖ πλέον νὰ βαστάσῃ νέαν φορολογίαν. Ἐν Κρήτῃ, κύριοι, ἔχει ἐπιβαρυνθῆ μέχρι τοῦδε τὸ προϊὸν τοῦτο διὰ 13 φόρων καὶ θὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς αὐτὸ ἀναποφεύκτως δύο ἀκόμη τοιοῦτοι κατ’ αὐτάς, εἷς συνεπείᾳ τοῦ πρό τινος ἐψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς νομοσχεδίου «περὶ ἀγροφυλακῆς» καὶ ἕτερος συνεπείᾳ τοῦ ἐντὸς ὀλίγου ψηφισθησομένου νομοσχεδίου «περὶ ὁδοποιΐας». Οἱ μέχρι τοῦδε δὲ ἐπιβεβλημένοι ἐπὶ τοῦ ἐλαιολάδου ἐν Κρήτῃ φόροι εἶναι οἱ ἑξῆς: Πρῶτον, ὁ ἔγγειος φόρος, ὅστις εἶναι 12%. Δεύτερον, ὁ κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν αὐτοῦ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καταβαλλόμενος δασμός, ὅστις εἶναι 4% καὶ ὅστις μάλιστα ἀνήρχετο εἰς 12% ὡσαύτως ἐπὶ δικτατορίας. Τρίτον, ὁ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ αʹ ἀναγκαστικοῦ δανείου ἐπιβληθεὶς 10% ἐπὶ τοῦ φόρου καὶ τοῦ δασμοῦ αὐτοῦ. Τέταρτον, 10% ἐπίσης ἐπὶ τοῦ φόρου καὶ τοῦ δασμοῦ του χάριν τοῦ κυμαινομένου χρέους τῶν ἐντόκων γραμματίων, ἐπιβληθεὶς ἐπὶ Κυβερνήσεως τοῦ κ. Μιχαλακοπούλου. Πέμπτον, 10% ἐπὶ τοῦ φόρου καὶ τοῦ δασμοῦ αὐτοῦ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ βʹ ἀναγκαστικοῦ δανείου. Ἕκτον, 20% ἐπὶ τοῦ φόρου καὶ τοῦ δασμοῦ του ὑπὲρ τοῦ ταμείου ἐλαίας πρὸς καταπολέμησιν τῶν προσβαλλόντων αὐτὴν ἐντόμων καὶ τῶν ἀσθενειῶν της ἐν γένει. Ἕβδομον, 20 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν δημοτικὸς φόρος. Ὄγδοον, 12 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν λιμενικὸς φόρος. Ἔννατον, 6% ἐπὶ τοῦ φόρου καὶ τοῦ δασμοῦ αὐτοῦ ὑπὲρ τοῦ Κοινωφελοῦς Ταμείου Κρήτης δι’ ἐνίσχυσίν του. Δέκατον, 20% ἐπὶ τοῦ φόρου καὶ τοῦ δασμοῦ του ἐπίσης ὑπὲρ τῶν κοινοτήτων Λασηθίου. Ἑνδέκατον, 40% ἐπὶ τοῦ φόρου καὶ τοῦ δασμοῦ του ὑπὲρ τοῦ Ταμείου Προνοίας ἐλαίας. Δωδέκατον, 3 δραχ. κατὰ τόννον ὑπὲρ τοῦ ταμείου μηχανημάτων λιμενικῶν ἔργων καὶ δέκατον τρίτον, 20 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, ἐξ ὧν δέκα ὑπὲρ τῶν Ὀρφανοτροφείων καὶ τοῦ Φθισιατρείου καὶ ἄλλα 10 λεπτὰ ὑπὲρ τοῦ ταμείου τηλεφωνικῶν συγκοινωνιῶν. Τὸ σύνολον τῶν φόρων τούτων, κύριοι βουλευταί, ἀνέρχεται εἰς τὸ ⅓ τῆς ἀξίας τοῦ ἐλαιολάδου, ἣν κατὰ τὰ λοιπὰ ⅔ αὐτῆς καλύπτουσιν αἱ πρὸς παραγωγὴν αὐτοῦ δαπάναι, ὡς ἐκ τῶν ὁποίων καὶ λόγῳ τῆς μεγάλης αὐτοῦ φορολογίας ὑπάρχει ἄμεσος κίνδυνος τῆς παντελοῦς ἐγκαταλείψεως τῆς καλλιεργείας τῆς ἐλαίας, ἥτις παράγει ἓν τῶν σοβαρωτέρων προϊόντων τῆς Χώρας καὶ χάριν τῆς ἀναπτύξεως τῆς ὁποίας εἰς παλαιοὺς καιροὺς αὐτοὶ οἱ κατακτηταὶ ἐπλήρωνον εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας ἓν τάλληρον δι’ ἕκαστον δένδρον αὐτῆς, τὸ ὁποῖον ἤθελον φυτεύσει καὶ ἀναπτύξει οὗτοι. Περὶ τῆς σοβαρότητος δὲ τοῦ προϊόντος τούτου τῆς Χώρας πολλὰ ἐλέχθησαν, ὡς ἐνθυμεῖσθε, εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, ἥτις κατηναλώθη ὁλόκληρος σχεδὸν ἐπὶ ὁλόκληρον νύκτα διαρκέσασα, ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς ἐξαγωγῆς αὐτοῦ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἧς ἡ ἄρσις ὑπεστηρίχθη τότε πρὸς προστασίαν καὶ ἐνίσχυσιν τῆς παραγωγῆς αὐτοῦ καὶ χάριν ἐν γένει τῆς δημοσίας οἰκονομίας, ὡς ἐκ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις ὑπείκουσα εἰς τὰς συστάσεις τῶν κ. κ. βουλευτῶν καὶ τὴν γενικὴν ἀξίωσιν τῶν ἐλαιοπαραγωγῶν ἐπέτρεψε τὴν ἐξαγωγὴν αὐτοῦ εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Τοῦτο ὅμως δὲν ἀρκεῖ μόνον διὰ τὴν ἐνίσχυσιν τῆς παραγωγῆς του καὶ τὴν προστασίαν αὐτοῦ. Εἶναι ἀνάγκη ὄχι μόνον νὰ μὴ ἐπιβαρύνεται πλέον διὰ νέων φορολογιῶν τοῦτο, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀπαλλαχθῇ ἐνίων ἐξ ἐκείνων οἵτινες τὸ ἐπιβαρύνουσιν, ὥστε νὰ ἐνθαρρυνθῇ ἡ καλλιέργεια τῆς ἐλαίας καὶ ἐνισχυθῇ ἡ παραγωγή του, ὁπότε ἀντὶ τῶν ἑκατὸν ἑκατομμυρίων ὀκάδων τοῦ προϊόντος τούτου, τὸ ὁποῖον παράγει νῦν ἡ Χώρα, θὰ ἀποδίδῃ πολὺ περισσότερον καὶ δὲν θὰ κινδυνεύῃ νὰ ἐγκαταλειφθῇ ἡ καλιέργεια αὕτη, ἥτις, ἂν ἐγκαταλειφθῇ, δὲν θὰ ἔχωμεν πλέον οὐδὲν τὸ σοβαρὸν ποσὸν τῶν ἑκατὸν ἑκατομμυρίων ὀκάδων, τὸ ὁποῖον παράγει νῦν ἡ Χώρα. Μόνον δὲ ἂν ἐγένοντο εἰς εὐρεῖαν κλίμακα δημόσια ἔργα ἐν Κρήτῃ, δι’ ἃ εἶναι ἀνάγκη νὰ δαπανηθῶσι πολλὰ ἑκατομμύρια δραχμῶν, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπαλαγῇ τὸ ἐλαιόλαδον σοβαρᾶς δαπάνης τῆς μεταφορᾶς αὐτοῦ πρὸς πώλησίν του εἰς τὸ ἐμπόριον, ὅτε θὰ ἠδύνατο νὰ μεταφέρεται καὶ ἀπὸ τὰ μᾶλλον ἀπομεμακρυσμένα μέρη ἄνευ τῆς ἐπιβαρυνούσης αὐτὸ σήμερον μεγάλης δαπάνης καὶ τότε δὲν θὰ ἦτο ἐπαισθητὴ εἰς αὐτὸ ἡ διὰ τοῦ κατατεθέντος ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ ἐπιβαλλομένη αὐτῷ νέα φορολογία. Ἂν δὲ ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἀποφασίσει τὴν ἐκτέλεσιν τῶν τοιούτων ἔργων ἐπαναλαμβάνουσα τὴν κατασκευὴν τῶν διακοπέντων τοιούτων ἐν Κρήτῃ, προθύμως θέλω ψηφίσει καὶ τὴν νέαν ταύτην φορολογίαν ἐπὶ τοῦ ἐλαιολάδου, ὡς καὶ τὸ ὅλον οἰκονομικὸν πρόγραμμα αὐτῆς, παρὰ τὴν ἄρνησιν τοῦ Λαοῦ νὰ ὑποβληθῇ εἰς νέας φορολογίας.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Ράλλης ἔχει τὸν λόγον.
§184Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν προτίθεμαι βεβαίως νὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν καὶ αἰσθάνομαι μάλιστα τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσω τὴν συγγνώμην σας, διότι εἰς τοιαύτην ἀκατάλληλον στιγμὴν ὑποχρεοῦμαι νὰ λάβω τὸν λόγον. Τὸ σφάλμα ὅμως δὲν εἶναι ἰδικόν μου καὶ δύναται ἄριστα ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ ἀναφωνήσῃ «mea culpa». Ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ὑπῆρξε θαυμάσιος εἰς τὴν ἀκρίβειαν τοῦ ὑπολογισμοῦ τοῦ χρόνου, ὁ ὁποῖος τῷ ἐχρειάζετο διὰ τὴν σύνταξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν φορολογικῶν μέτρων. Ἂν ἡ ἀκρίβεια τοῦ ὑπολογισμοῦ τοῦ χρόνου ἁμιλλᾶται πρὸς τὴν ἀκρίβειαν τῶν ὑπολογισμῶν αὐτοῦ καὶ τῶν προβλέψεων αὐτοῦ ὅσον ἀφορᾶ τὰ χιλιεκατομμύρια, δύνασθε πλήρη νὰ ἔχητε πεποίθησιν εἰς τοὺς ἀριθμοὺς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Κατώρθωσε, μετὰ ἑξάμηνον, ὁ κ. Ὑπουργός, θαυμασίως ὑπολογίσας τὸν χρόνον, νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ οἰκονομικά του μέτρα, καθ’ ἣν στιγμὴν συρίζει τὸ πλοῖον, δι’ οὗ θὰ ἀναχωρήσῃ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἐν τούτοις ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος εἶναι πλέον πεπειραμένος ἐμοῦ εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, νὰ ἐκφράσω τοὐλάχιστον παράπονον διὰ τὸν ἀντικοινοβουλευτικὸν τρόπον τῆς ὑποβολῆς τοῦ οἰκονομικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τοῦ ὁποίου κυρίως ἐβασίζετο ἡ δικαιολογία τοῦ σχηματισμοῦ τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι δύσκολον νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι δὲν ὑπῆρξε πρόθεσις εἰς τήν, κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμήν, ὑποβολὴν τῶν οἰκονομικῶν μέτρων, πρόθεσις τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ νὰ καταστήσῃ οὕτως ἀδύνατον τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν μέτρων τούτων. Καὶ ἐκεῖνος ἀκόμη, ὅστις ἤθελε δεχθῆ ὅτι δὲν ὑπῆρξε πρόθεσις, θὰ δεχθῇ ὅτι ὑπάρχει βαρυτάτη ἀμέλεια, ἡ ὁποία, ὡς λέγουσιν οἱ νομικοί, τῇ προθέσει ἐξομοιοῦται. Καλούμεθα, κύριοι, νὰ ψηφίσωμεν τὰ οἰκονομικὰ αὐτὰ μέτρα, αὐτὰ τὰ τόσον σοβαρὰ οἰκονομικὰ μέτρα, ἐν τοιαύτῃ ἀκαταλλήλῳ στιγμῇ καὶ ὑπὸ τὴν πίεσιν τῶν συριγμάτων τῶν συρμῶν ἢ τῶν ἀτμοπλοίων. Καὶ ἐρωτῶ: εἶναι κοινοβουλευτικὴ ἡ τακτικὴ αὕτη καὶ δὲν ἔχουσιν ἆρά γε δίκαιον οἱ λέγοντες ὅτι ἐνέχει δικτατορικὴν χροιὰν ἡ ἐνέργεια αὕτη τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ; Βαθυτάτην ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ὅλα αὐτὰ ἐγένοντο ἐκ προθέσεως πρὸς ματαίωσιν τοῦ ἐλέγχου τῆς Βουλῆς καί, ὅταν ἔχω τοιαύτην βαθυτάτην πεποίθησιν, δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ὄχι τὴν κοινὴν εὐθύνην, ἣν ἔχουσιν ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις διὰ τὰ προτεινόμενα ὑπ’ αὐτῶν νομοθετήματα, ἀλλ’ εἰδικὴν καὶ βαρυτάτην φέρει τὴν εὐθύνην τῶν μέτρων τῶν τόσον ἀντικανονικῶς ὑποβληθέντων ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις καὶ ὅτι βαρυτάτας θὰ συγκομίσῃ τὰς συνεπείας τῶν εὐθυνῶν τούτων. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι συνήθισαν νὰ δημοκοποῦν καὶ δὲν διστάζω νὰ εἴπω ὅτι, ὅταν ὑπαιτιότητι καὶ τῶν ἐντὸς καὶ τῶν ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης περιῆλθεν ἡ Χώρα εἰς τὸ κρίσιμον σημεῖον εἰς ὃ περιῆλθε, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξέλθωμεν τοῦ βαράθρου εἰς τὸ ὁποῖον ἐρρίφθημεν ἄνευ φορολογίας, διότι βεβαίως κατανοῶ ὅτι ἐλλείμματα τεσσάρων χιλιεκατομμυρίων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καλυφθῶσι δι’ οἰκονομιῶν ἐπὶ Προϋπολογισμοῦ κατ’ οὐσίαν πέντε χιλιεκατομμυρίων. Γνωρίζει ὅμως ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς καὶ γνωρίζει ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις ὅτι, ἂν δὲν ἦτο δυνατὸν τὰ πάντα ἐκ τῶν οἰκονομιῶν νὰ προέλθωσιν, ἦτο ὅμως ἀναγκαῖον νὰ πεισθῇ προηγουμένως, πρὸ πάσης φορολογίας, ὁ Λαός, ὅτι πᾶν μέτρον ἐλήφθη ὅπως περισταλῇ ἡ σπατάλη καὶ ὅτι μετὰ τὴν λῆψιν τῶν μέτρων τούτων, ὅταν δὲν ἐπήρκεσαν τὰ μέτρα ταῦτα, τότε μόνον προέβημεν εἰς τὴν φορολογίαν. Συζητοῦντες, εἰς τοιαύτην ὥραν, κατὰ τοιοῦτον τρόπον, τὰ οἰκονομικὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως οὐδένα δυνάμεθα νὰ πείσωμεν ὅτι δεόντως ἐγένετο ὁ ἔλεγχος τῶν μέτρων τούτων ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἀφοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ πείσωμεν — οὐχὶ πταίσματι ἡμῶν — οὐδένα ὅτι οὕτως ἐγένοντο τὰ πράγματα καὶ ἀφοῦ δὲν ἦτο δυνατὸν λόγῳ τοῦ τρόπου τῆς ἐνταῦθα προσκομίσεως τῶν οἰκονομικῶν τούτων μέτρων νὰ γίνωσι ταῦτα οὕτω, δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ νὰ φέρωμεν τὰς εὐθύνας τῶν μέτρων αὐτῶν. Ἐγὼ τοὐλάχιστον εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω ὅτι ἀρνοῦμαι νὰ δώσω ψῆφον ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως, ἀντικοινοβουλευτικῶς ὑποβληθέντων καὶ συζητουμένων.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Κουτσοπέταλος ἔχει τὸν λόγον.
§186Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ἐγὼ ὑπέβαλλον μίαν τροπολογίαν δυναμένην νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ εἰς τὸ πρῶτον νομοσχέδιον «περὶ τοῦ φόρου τοῦ ἐνοικιαστοῦ» καὶ εἰς τὸ ἄλλο «περὶ γεωργικῆς παραγωγῆς». Εἶναι βέβαιον ὅτι ἐβεβαιώθησαν ἐφέτος ἐξ ἐνοικιάσεως τοῦ φόρου τῆς δεκάτης 290,000,000 δραχμῶν. Ἐβεβαιώθησαν καὶ θὰ εἰσπραχθῶσι διότι εἶναι βεβαιωμένον δι’ ἐνοικιάσεως ἐκτὸς τῶν 30% τοῦ ἀναγκαστικοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον εἶναι περίπου 90,000,000 δραχμῶν. Ἔχομεν λοιπὸν 290+90=380 ἑκατομμύρια. Ἂν ἐκ τούτων ἀφαιρεθῇ εἴτε ἀπὸ τὸ ἓν νομοσχέδιον, εἴτε ἀπὸ τὸ ἄλλο τὸ 10%....
§187Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐκάματε κάποιο λάθος εἰς τὰ ἑκατομμύρια.
§188Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Μάλιστα. Προηγουμένως, ὅταν ὑπέβαλον τὴν τροπολογίαν, τὰ εἶπον ἀκριβῶς. Πρόκειται νὰ ἐλαττωθῇ ἓν ἔσοδον κατὰ 25,000,000 δραχμῶν. Νομίζω ὅτι, δεδομένου ὅτι ἡ γεωργικὴ παραγωγὴ δι’ ἀμφοτέρων τῶν νομοσχεδίων φορολογεῖται μὲ 7½%, ὅτι εἶναι δίκαιον τοὐλάχιστον νὰ περιορισθῇ ἡ φορολογία αὕτη εἰς ὅσον ποσὸν εἶχεν ὑποβληθῆ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως Παγκάλου. Ἑτέραν τροπολογίαν εἶχον ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον τῆς βεβαιώσεως. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι κατάλληλα τὰ ἀστυνομικὰ πρόσωπα διὰ τὴν βεβαίωσιν τῆς φορολογίας τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν ἔχουσι σχέσιν μὲ τὸν τόπον, δεδομένου ὅτι καὶ ὁ τρόπος τῆς τοποθετήσεως αὐτῶν εἰς τοὺς διαφόρους τόπους εἶναι τοιοῦτος ὥστε νὰ μὴ τοὺς δίδῃ τὸ δικαίωμα εἶναι γνῶσται μιᾶς παραγωγῆς. Ἂν προσθέσῃ τις καὶ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Κατσάνος περὶ τῶν ἀστυνόμων, θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποστηρίξῃ εὐλόγως ὅτι τὸ πρόσωπον τοῦ ἀστυνόμου μέσα εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν δὲν ἔχει οὐδεμίαν σχέσιν. Θὰ ἠδύνατο νὰ εἶναι ἢ ὁ ἐφοριακὸς ὑπάλληλος ἢ ὁ εἰρηνοδίκης, οὐχὶ δὲ ὁ ἀστυνόμος, διότι μοὶ φαίνεται ὅτι θὰ ἀντικαταστήσῃ τὸν ἐνοικιαστήν.
§189ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μήπως ὁ γεωπόνος;
§190Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Δὲν ἔχομεν πολλοὺς τοιούτους, ὅσοι χρειάζονται διὰ νὰ τοὺς ἀποστείλωμεν εἰς ὅλας τὰς Ἐπιτροπάς, αἱ ὁποῖαι θὰ σχηματισθῶσι κατὰ κοινότητας. Δι’ αὐτὸ προτείνω ἀντὶ αὐτῶν νὰ εἶναι ἢ ὁ εἰρηνοδίκης ἢ εἷς ἐφοριακὸς ὑπάλληλος.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μ. Μαντᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§192Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω σχετικῶς ἐπὶ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς. Δὲν γνωρίζω ποῖος εἶναι ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, διότι ἀσφαλῶς ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἐγνώριζεν οὐδὲ τὰς συνθήκας ὑπὸ τὰς ὁποίας βιοῦν οἱ παραγωγοί, οὐδὲ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ γίνῃ ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου. Καὶ ἀπορῶ πῶς διάφοροι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν τεθῆ εἰς τὸ νομοσχέδιον, εἶναι ἐντελῶς ἀνεφάρμοστοι. Θὰ σᾶς ἀναφέρω μόνον τὸ ἄρθρον 7, τὸ ὁποῖον λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται ὅπως.... κλπ.» Συνιστῶνται φορολογικοὶ γεωργικοὶ συνεταιρισμοὶ καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ἔχωμεν διαφόρους συνεταιρισμοὺς εἰς τὰς διαφόρους κοινότητας, ἀντὶ τῶν γεωργικῶν συνεταιρισμῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν γίνει σήμερον μία πληγὴ καὶ πηγὴ καταχρήσεων, ὡς γνωρίζετε πάντες. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ἔχωμεν καὶ ἄλλην πηγὴν καταχρήσεων. Ὁ τρόπος τῆς βεβαιώσεως τῶν φόρων, ὡς καθιεροῦται εἰς τὸ νομοσχέδιον, εἶναι τελείως ἀνεφάρμοστος. Ἔχομεν τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον, τὸν σταθμάρχην, ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι οὐδὲ κἂν ἰδέαν ἔχουν τῆς παραγωγῆς εἰς ἕκαστον τόπον καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν ὅτι θὰ εἰσαγάγῃ, ὥστε νὰ ἀρχίσῃ μὲν ἡ βεβαίωσις τῆς φορολογίας ἀπὸ τοῦδε, νὰ λάβῃ δὲ ἡ Βουλὴ τὴν εὐκαιρίαν νὰ τροποποιήσῃ τὰς διαφόρους διατάξεις, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ εἶναι τόσον καταπιεστικὴ ἡ φορολογία εἰς τοὺς χωρικούς, οἱ ὁποῖοι κανεὶς δὲν δύναται νὰ παραγνωρίσῃ ὅτι μετ’ ἀνακουφίσεως ἤκουσαν τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου τῆς δεκάτης, ὅστις διὰ τῶν διαφόρων ἐνοικιαστῶν εἶχε τοῦτο τὸ καλόν, ὅτι δὲν ἦτο τόσον καταπιεστικός, διότι ἤρχετο εἰς ἐπαφὴν ὁ φορολογούμενος μὲ τὸν ἐνοικιαστήν, ἐν τῇ βεβαιώσει δὲ τοῦ φόρου ἦτο δίκαιος. Ἀλλὰ σήμερον τὸν μεγαλύτερον ρόλον εἰς τὴν βεβαίωσιν τὸν ἔχει ἡ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία θὰ καταλογίσῃ τὸν φόρον, ἡ μεγαλυτέρα δὲ προσοχή, ἡ ὁποία πρέπει νὰ δοθῇ, εἶναι πῶς θὰ γίνῃ ἡ Ἐπιτροπή αὐτή. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν ἀναθέσητε εἰς τὰ κοινοτικὰ Συμβούλια; Τὰ κοινοτικὰ Συμβούλια ἔχουν σήμερον διαιρεθῆ εἰς διάφορα κόμματα καὶ βλέπετε ὅτι εἰς μίαν ἐκλογὴν προέδρου εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐκλέξουν πρόεδρον. Φαντάζεσθε τί θὰ γίνῃ εἰς τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου; Θὰ βλέπετε ἕνα γεωργὸν τῆς ἀντιθέτου παρατάξεως ὅστις θὰ παράγῃ 100 κιλὰ καὶ θὰ τοῦ βάζουν 200. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ ψήφισμα καὶ νὰ δύναται ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ τὰ μέτρα ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ καταστῇ ἠπιωτέρα ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ φόρου αὐτοῦ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ εἰς τοὺς γεωργοὺς δὲν θὰ δοθῇ ἡ ἐντύπωσις ὅτι κατηργήθη ὁ φόρος τῆς δεκάτης ὁ ὁποῖος ἦτο ἐπαχθὴς καὶ ἐβάλαμεν ἕνα ἄλλον φόρον ὁ ὁποῖος διὰ τὸν τρόπον τῆς βεβαιώσεώς του εἶναι ἐπαχθέστερος ἀπὸ τὸν φόρον τῆς δεκάτης. Ἐπιφυλάσσομαι, ἂν γίνῃ ἀποδεκτὸν ἀπὸ τὴν Βουλὴν τοῦτο, κατὰ τὴν συζήτησιν νὰ φέρω τὰς γνώμας μου καὶ ἐπὶ τοῦ τρόπου τῆς βεβαιώσεως.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Καλκάνης ἔχει τὸν λόγον.
§194Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὁ νόμος «περὶ τοῦ φόρου τῆς δεκάτης», ὡς εἶναι γνωστόν, κατηργήθη καὶ ἔπεσεν ὑπὸ τὰς ἀρὰς σύμπαντος τοῦ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ τῆς Ἑλλάδος, διότι ἦτο εἷς νόμος πιεστικός, εἷς νόμος ἀναχρονιστικός, ἦτο νόμος μεσαιωνικός, ὁ ὁποῖος ἦτο ἐντελῶς ἀνάξιος τῆς συγχρόνου ἐποχῆς. Ἀτυχῶς σήμερον ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ φέρῃ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς προσόμοιόν τινα νόμον. Ἀναγνωρίζω πληρέστατα τὴν ἀνάγκην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ Κυβέρνησις. Ἀναγνωρίζω πληρέστατα τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουν τὸ μέτρον τοῦτο τὸ σκληρόν. Ἀλλὰ παρ’ ὅλα ταῦτα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶ ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους. Νομίζω ὅτι θὰ ἐπιβάλωμεν μίαν νέαν δουλείαν εἰς τὸν μόλις ἀνακουφισθέντα ἐκ τοῦ ἐπαχθεστάτου φόρου τῆς δεκάτης γεωργικὸν πληθυσμὸν τῆς Ἑλλάδος, ὁ ὁποῖος γυμνητεύει, ὁ ὁποῖος πεινᾷ, ὁ ὁποῖος πάσχει, ὁ ὁποῖος φορολογεῖται ἀγρίως, ὁ ὁποῖος ὅ,τι ἔχει τὸ δίδει εἰς τὸ Κράτος μέχρι τοῦ τελευταίου ἐπίπλου του καὶ αὐτοῦ τοῦ αἵματός του. Νομίζω λοιπὸν ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα οἱανδήποτε ἄλλην φορολογίαν νὰ ἐξεύρωμεν ἐκτὸς τῆς ἐπαχθεστάτης αὐτῆς φορολογίας, τὴν ὁποίαν δὲν ἀνέχεται τὸ παράπαν ἡ κοινὴ συνείδησις τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ, διότι τὸν θίγει εἰς τὰ καίρια καὶ εἰς τὰ ἱερὰ καὶ τὰ ὅσια αὐτοῦ, διότι βλέπει καταπατούμενον τὸ προϊόν του τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν αἰσθάνεται ὅτι τοῦτο γίνεται ἐντελῶς ἀδίκως. Οἱονδήποτε ἄλλο μέτρον θὰ ἠδύνατο νὰ ἀνεχθῇ, οὐδέποτε ὅμως τοῦτο. Καὶ ὅταν τὰ μέτρα τὰ κυβερνητικά, οἱ νόμοι τοῦ Κράτους δὲν ῥιζοβολοῦν καὶ δὲν γίνονται πραγματικῶς ἀποδεκτοὶ ἐν τῇ ψυχῇ τοῦ Ἔθνους δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπωμεν ὅτι εἶναι οἱ νόμοι οἱ πρέποντες καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ κρατῶσι. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς θὰ ἠδύνατο διὰ μιᾶς τέλος πάντων ἄλλης φορολογίας, δι’ ἑνὸς ἄλλου μέτρου νὰ ἀντικαταστήσῃ τὸ μέτρον αὐτό, ἔστω ἀκόμη καὶ ἂν ἐπρόκειτο νὰ ἐπιβληθῇ μᾶλλον δυσβάστακτος φόρος, ἀλλὰ κατ’ ἄλλον τρόπον καὶ νὰ πλήξῃ ἄλλας τάξεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἠδύναντο νὰ ἀνεχθῶσι μίαν τοιαύτην φορολογίαν, διότι πρέπει νὰ σημειωθῇ, ὡς εἶναι γνωστόν, ὅτι ὁ γεωργὸς τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ δώσῃ πλέον τίποτε, ὅ,τι εἶχε νὰ δώσῃ, τὸ ἔδωσε. Σήμερον εὑρίσκεται εἰς μίαν ἀξιοθρήνητον κατάστασιν. Ταῦτα εἶχον νὰ φέρω ἐνώπιον ὑμῶν διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου.
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ἀνδρεαδάκης ἔχει τὸν λόγον.
§196Ν. ΑΝΔΡΕΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπεβάλομεν μετὰ τοῦ κ. Κουτσοπετάλου, τὴν συνετάξαμεν μαζί, ἐπιμένω δὲ νὰ γίνῃ δεκτὴ διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Ὁ σπόρος εἶναι κεφάλαιον τοῦ γεωργοῦ, εἶναι μέσον παραγωγῆς καὶ ἐφόσον δὲν εἶναι δίκαιον νὰ φορολογήσητε τὸ ἄροτρον, τὴν σβάρναν κλπ., ἄλλο τόσον δὲν εἶναι δίκαιον νὰ φορολογήσητε τὸν σπόρον. Εἷς πτωχὸς γεωργὸς δανείζεται καὶ πληρώνει διὰ τὸ δάνειον τοῦτο ὑπερβολικὸν τόκον, ἐκτὸς τοῦ φόρου χαρτοσήμου, συμβολαιογραφικῶν, φόρου τόκων κλπ., διὰ νὰ ἀγοράσῃ τὸν σπόρον του. Τώρα θὰ πληρώσῃ καὶ ἕτερον φόρον διὰ τὸ δάνειον τοῦτο; Ὁ σπόρος εἶναι μέσον πρὸς παραγωγήν, δὲν εἶναι παραγωγή, σεῖς δὲ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ζητεῖτε νὰ εἰσπράξητε φόρον ἐπὶ τῆς παραγωγῆς. Ὁ γεωργὸς βγάζει ἀπὸ τὴν τσέπην του διὰ νὰ ἀγοράσῃ τὸν σπόρον, ὅπως ἀγοράζει καὶ τὸ ἄροτρον καὶ τὰ ἄλλα μέσα παραγωγῆς. Ἂν δὲ λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας ὅτι οἱ πλεῖστοι γεωργοὶ πληρώνουν γεώμορον (μίσθωμα)—καὶ αὐτοὶ κυρίως εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δανείζονται χρήματα διὰ νὰ ἀγοράσουν τὸν σπόρον—ἂν ἡ κατηγορία αὕτη τῶν γεωργῶν πληρώσῃ εἰς τὸ Δημόσιον καὶ φόρον διὰ τὸν σπόρον, τότε, σᾶς ἐρωτῶ, τί ἀπομένει ἐκ τῆς παραγωγῆς εἰς αὐτοὺς τοὺς δυστυχεῖς; Ἡ φορολογία ἣν ζητεῖτε διὰ τοὺς γεωργούς, κ. Ὑπουργέ, εἶναι σκληρά, εἶναι ἐπαχθής, μολονότι ἐλαφροτέρα τῆς δεκάτης τοῦ Παγκάλου. Ἀφαιρέσατε τὸν σπόρον ἀπὸ τὸν μικρὸν γεωργόν, τὸν τοσαῦτα ὑφιστάμενον κατὰ τὸν χειμῶνα καὶ κατὰ τὸ θέρος διὰ νὰ μὴ παραγάγῃ ἐνίοτε οὔτε τὸν ἄρτον τοῦ ἑνὸς μηνός. Ἐκτὸς ὅμως τούτου ἤθελα νὰ ἐπιστήσω ἐπὶ τοῦ ἑξῆς τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ. Θέλετε, ὅπως λέγει τὸ νομοσχέδιον, νὰ ἐπιβάλλητε φόρον 5% μόνον ἐπὶ τῶν συγκομιζομένων προϊόντων. Δὲν εἶναι ἔτσι; Εἰς τὸ ἄρθρον ὅμως 5 καὶ παράγραφον 3 ἀναφέρονται τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ εἰς τοὺς φορολογουμένους καταμερισθὲν βάρος δὲν ἐξαρκέσῃ διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ ὑπὸ τῆς κοινότητος ὀφειλομένου φόρου, αὕτη δικαιοῦται νὰ συντάξῃ συμπληρωματικὸν πίνακα καὶ νὰ ζητήσῃ συμπληρωματικὴν καταβολὴν παρὰ τῶν φορολογουμένων, ἀκολουθουμένης τῆς κατὰ τὴν παράγραφον 3 τοῦ ἄρθρου 4 διαδικασίας κατανομῆς κλπ.» Ἀλλὰ τότε δύναται ὁ φόρος νὰ ἀνέλθῃ εἰς 15%, διότι θέτετε ὡς βάσιν τοῦ μέλλοντος ἐνοικίου κατὰ κοινότητας τὸ ἐνοίκιον τοῦ παρελθόντος ἔτους καὶ τὰς ἄλλας περιπτώσεις, τὰς ὁποίας ἀναφέρετε εἰς τὸ ἄρθρον 3. Ἀλλ’ εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου συνέβη τὸ ἑξῆς· ὑπάρχουν ἐνοικιασταὶ οἱ ὁποῖοι λόγῳ τῆς πλειοδοσίας καὶ τοῦ μεγάλου συναγωνισμοῦ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἀνεβίβασαν τὸν φόρον εἰς μεγάλα ποσὰ καὶ κατεστράφησαν. Θὰ λάβῃ ἡ Ἐπιτροπὴ ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπερβολικὸν καὶ μέγα τοῦτο ἐνοίκιον τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι τὸ πραγματικὸν καὶ δίκαιον καὶ θὰ θέσῃ τοῦτο ὡς βάσιν τῆς γεννηθησομένης ἐνοικιάσεως; Ἀλλ’ ἀσφαλῶς ἡ εἰσπραχθησομένη ὑποχρέωσις ἀπὸ τοὺς φορολογουμένους, ἡ νόμιμος, τῶν 5%, δὲν θὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ ἐνοικίου καὶ τότε κατὰ τὴν παράγραφον 3 τοῦ ἄρθρου 5 ἡ κοινότης θὰ δικαιοῦται νὰ κάμῃ συμπληρωματικὸν πίνακα καὶ νὰ ζητήσῃ συμπληρωματικὴν καταβολὴν ἐκ μέρους τῶν γεωργῶν διὰ νὰ ἐξισώσῃ τὸ ὅλον ποσὸν μὲ τὸ εἰσπραχθὲν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐνοίκιον. Ἀλλὰ τότε ἡ φορολογία τῶν μελῶν τῆς κοινότητος ἐκείνης θὰ πληρώσῃ ὄχι 5%, ἀλλ’ ἴσως καὶ 25%. Νομίζετε ὅτι θὰ εἶναι δίκαιον τοῦτο; Παρακαλῶ ὅτι θὰ εἶναι δίκαιον τοῦτο; Παρακαλῶ, λοιπὸν νὰ προσθέσητε ἢ νὰ δηλώσητε ὅτι τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, τὸ ὁποῖον θὰ ζητηθῇ, δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ πάντως τὸ 5%. Αὐτὰ εἶχα νὰ παρατηρήσω καὶ παρακαλῶ νὰ προβῆτε εἰς τὴν ἄνω δήλωσιν, ἀφοῦ ἠδυνήθημεν νὰ σᾶς πείσωμεν νὰ ἀποσύρετε τὸ νομοσχέδιον.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Κίνιας ἔχει τὸν λόγον.
§198Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ἡ φορολογία, κύριοι βουλευταί, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται εἰς βάρος τοῦ γεωργικοῦ λαοῦ, εἶναι μία φορολογία, ἡ ὁποία, παρ’ ὅλην τὴν κόπωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχετε ὑποστῆ καθ’ ὅλην τὴν νύκτα ταύτην, νὰ ἐπιτρέπῃ εἰς ἐμέ, ἐκ γεωργικοῦ διαμερίσματος καταγόμενον, νὰ ζητήσω ὅπως εὐμενῶς μὲ ἀκούσητε, ἔστω καὶ κατὰ τὰς πρωϊνὰς ταύτας ὥρας. Δὲν πρόκειται περὶ παρονυχίδος, κύριοι βουλευταί, πρόκειται περὶ φορολογίας τοῦ αἵματος καὶ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ γεωργοῦ, περὶ δημεύσεως τῆς γεωργικῆς τάξεως, ἥτις εἶναι ἡ τροφὸς πασῶν τῶν τάξεων καὶ ἀξίζει συνεπῶς νὰ μᾶς χαρίσητε τὴν ὑπομονήν σας, παρ’ ὅλην τὴν παννύχιον κόπωσίν σας. Ὑποθέτω ὅτι τὸ δεύτερον μέρος τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν δίδει ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ βήματος κύριος συνάδελφος, ἡ παράγραφος ἐκείνη λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ εἰς τοὺς φορολογουμένους καταμερισθὲν φορολογικὸν βάρος δὲν ἐξαρκέσῃ διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ ὑπὸ τῆς Κοινότητος ὀφειλομένου φόρου, αὕτη δικαιοῦται νὰ προβῇ εἰς σύνταξιν συμπληρωματικοῦ πίνακος καὶ νὰ ζητήσῃ συμπληρωματικὴν καταβολὴν παρὰ τῶν φορολογουμένων, ἀκολουθουμένης τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 4 διαδικασίας κατανομῆς». Ἡ παράγραφος αὐτὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὴν ἔννοιαν ἐκ μέρους τοῦ συντάκτου τοῦ νομοσχεδίου ὅτι μεταβάλλει τὸ ποσοστόν, τὸ ὁποῖον θέτει ὡς βάσιν, εἰς βάρος τοῦ Λαοῦ, ἀλλὰ θέλει νὰ εἰπῇ τοῦτο, ὅτι ἡ Κοινότης, ἡ ὁποία ὑπολογίζεται ὡς φορολογουμένη μὲ τὸ α ποσόν, πεντήκοντα χιλιάδων δραχμῶν ἔστω, ποιουμένη τὴν κατανομὴν μεταξὺ τῶν φορολογουμένων της, ἂν δὲν εἰσπράξῃ τὸ ποσὸν τῶν πεντήκοντα χιλιάδων δραχμῶν, τότε ἀναλόγως συμπληροῖ τὴν εἴσπραξιν εἰς βάρος τῶν φορολογουμένων διὰ νὰ εἰσπράξῃ τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, χωρὶς βεβαίως νὰ αὐξάνῃ τὸ φορολογικὸν ποσοστόν. Ἐδῶ λέγει ἡ παράγραφος 3η (ἀναγινώσκει): «Ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ εἰς τοὺς φορολογουμένους καταμερισθὲν βάρος δὲν ἐξαρκέσῃ διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ ὑπὸ τῆς Κοινότητος ὀφειλομένου φόρου, αὕτη δικαιοῦται νὰ προβῇ εἰς σύνταξιν συμπληρωματικοῦ πίνακος καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν συμπληρωματικὴν καταβολὴν παρὰ τῶν φορολογουμένων, ἀκολουθουμένης τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 4 διαδικασίας κατανομῆς». Αὐτὸ τὸ ἄρθρον θὰ τὸ πάρωμεν ἐν συναφείᾳ πρὸς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον καθορίζει τὸ φορολογικὸν ποσοστόν, δηλαδὴ ἡ Κοινότης Α θὰ πληρώσῃ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ποσοστοῦ, τὸ ὁποῖον καθορίζει τὸ νομοσχέδιον τὸ 5% σὺν 40%. Αὐτὸ τὸ ποσὸν θὰ καθορισθῇ, ἤτοι θὰ ἀποτελέσῃ τὸ χρέος τῆς Κοινότητος πρὸς τὸ Κράτος. Ἡ Κοινότης θὰ στραφῇ πρὸς τοὺς φορολογουμένους, θὰ κάμῃ τὸν φορολογικὸν κατάλογον καὶ ἂν τὸ κατανεμηθὲν ποσὸν εἰς τοὺς παραγωγοὺς δὲν καλύπτῃ τὴν Κοινότητα, δὲν φθάνει τὸ ὀφειλόμενον ποσὸν ὑπὸ τῆς Κοινότητος, ἀναλόγως συμπληροῖ, χωρὶς ὅμως νὰ δύναται νὰ φορολογήσῃ τοὺς παραγωγοὺς μὲ ποσὸν ἀνώτερον τοῦ φορολογικοῦ ποσοστοῦ, τὸ ὁποῖον καθορίζεται ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν φρονῶ ὅτι θὰ ἀρχίσῃ νέα φορολογία μὲ ἄλλην βάσιν. Ἀσφαλῶς αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἔχει τὸ ἄρθρον αὐτό, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὴν ἀντίθετον ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. συνάδελφος δίδει. Ἀλλὰ θὰ ἤθελον νὰ συζητήσω ἐπὶ τῶν κεντρικῶν γραμμῶν τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ φορολογία ἐπεβλήθη ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου κατ’ ἀρχὰς καὶ ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου κατὰ τὸ 1921. Ἡ φορολογία ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου, ἐφαρμοσθεῖσα, ἀπέτυχε, διότι δὲν ἀπέδωκεν ὅσα τὸ Κράτος ἠξίου. Ἡ φορολογία ἐπὶ τῆς παραγωγῆς ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου ἀπέδωκεν ἀπὸ τοῦ 1921 ἕως 1925, ὅτε ἐφηρμόσθη, ἓν ποσὸν περίπου πεντήκοντα ἑκατομμυρίων. Δὲν γνωρίζω ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δύναται νὰ μᾶς κάμῃ μίαν δήλωσιν ἐπὶ τῆς ἀποδόσεως τῆς φορολογίας τοῦ νόμου τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς. Ἡ φορολογία δηλαδὴ τῆς παραγωγῆς, ἡ ὁποία σήμερον εἰσάγεται εἰς τὴν ψῆφον ἡμῶν, δὲν εἶναι κοινόν τι, εἶχεν εἰσαχθῆ καὶ κατὰ τὸ 1921 καὶ ἐφηρμόσθη μέχρι τοῦ 1925, ἀλλὰ τότε, παρὰ τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας εἶχε τὸ Κράτος, ὁ νομοθέτης ἐσκέφθη ὅτι ἐπαρκῶς φορολογεῖ τὸν γεωργὸν μὲ 3%. Ὅταν λέγετε 7% γνωρίζετε τί λέγετε; Ὁ ἔχων ἓν στρέμμα γῆς, εἴτε ἰδιοκτήτης, εἴτε καλλιεργητής, ὑπὸ τοὺς εὐνοϊκωτέρους ὅρους θὰ παραγάγῃ 60 ὀκάδας. Ἂν ἀφαιρέσητε τὸ γαιόμορον, ἀφαιρέσητε τὰ ζῶα, ἀφαιρέσητε τὰ ἡμερομίσθιά του καὶ ἐν τέλει ἀφαιρέσητε καὶ τὸ 7%, δὲν γνωρίζω ἂν καὶ ὑπὸ τὰς εὐνοϊκωτέρας συνθήκας θὰ δύναται ὁ γεωργὸς ἐργαζόμενος νὰ κερδίσῃ τὸ 7%, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς τοῦ ζητοῦμεν. Αὐτὸ εἶναι τὸ φοβερὸν τοῦ πράγματος. Κύριε ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργέ, εἶσθε ἓν κεφάλαιον καὶ χάριν τῆς Πατρίδος δὲν πρέπει νὰ φθαρῆτε, σᾶς βεβαιῶ δὲ ὅτι μία φορολογία 7% εἰς τὸν γεωργικὸν κόσμον οὔτε τὸ ἀνάστημα τὸ ἰδικόν μου, οὔτε τὸ τῶν συναδέλφων θὰ δυνηθῇ νὰ συγκρατήσῃ τὴν ἀγανάκτησιν, ἡ ὁποία θὰ ἐκραγῇ. Ἄν, κ. Ὑπουργέ, θέλητε νὰ φθαρῆτε σεῖς καὶ θὰ φθαρῆτε ἀσφαλῶς διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου σας, διότι θὰ προκαλέσητε καθ’ ὑμῶν τὴν μῆνιν τοῦ γεωργικοῦ κόσμου τῆς Ἑλλάδος, διότι δὲν τὸν φορολογεῖτε, ἀλλὰ τὸν δημεύετε, τοῦ ἀφαιρεῖτε τὴν ἰκμάδα τῆς ζωῆς του, τὸ αἷμά του, φθαρεῖτε, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι οὕτω φθειρόμενος ὠφελεῖτε τὴν Πατρίδα, θὰ ἔχητε ἐναντίον ὑμῶν τὸν γεωργικὸν κόσμον, ἤτοι τὰ ⅔ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ἀναμετρήσατε καὶ πεισθεῖτε τοὐλάχιστον εἰς ἓν σημεῖον στέρξατε νὰ ἐλαττωθῇ τὸ φορολογικὸν ποσοστὸν οὐσιωδῶς. Ἐφόσον δὲ ἡ παραγωγὴ τοῦ τρέχοντος γεωργικοῦ ἔτους εἶναι καλὴ καὶ μὲ ἐλάττωσιν τοῦ φορολογικοῦ ποσοστοῦ, θὰ εἰσπράξητε ὅ,τι ὑπολογίζετε. Θὰ εἰσπράξητε τὰ 190,000,000, τὰ ὁποῖα ἀπέδωκεν ἡ δεκάτη, ἴσως καὶ περισσότερον, διότι ἡ παραγωγὴ εἶναι καλυτέρα καὶ ἔγινεν ἐντατικὴ καλλιέργεια τῆς γῆς κατὰ τὸ τρέχον ἔτος. Μὴ θέλετε λοιπόν, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ἐπιμείνητε, ἐλαττώσατε τὸ ποσοστὸν τῆς φορολογίας. Ἂν τοῦτο δὲν πράξητε, δὲν θὰ κάμητε τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ δημεύσητε ἀπολύτως τοὺς γεωργούς. Φοβοῦμαι, κ. Ὑπουργέ, μήπως διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου θάπτετε τὴν γεωργικὴν τάξιν. Εἶναι δὲ περίεργον σεῖς, ὁ μόλις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁμιλήσας περὶ τῆς ζωῆς τῆς γεωργικῆς τάξεως, σεῖς, μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, νὰ τὴν κηδεύητε. Δεχθῆτε ὅθεν, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, τὴν ἐλάττωσιν τοῦ φορολογικοῦ ποσοστοῦ, ἂν δὲν θέλητε νὰ ἀπαγγείλητε τὴν νεκρώσιμον τοῦ γεωργοῦ ἀκολουθίαν. Δεχθῆτε. Δὲν σᾶς ἀντιπολιτευόμεθα, ζητοῦμεν νὰ σώσωμεν τὸν γεωργόν, ἀλλὰ καὶ ὑμᾶς ἐκ τοῦ πολιτικοῦ ὀλέθρου. Πεισθῆτε, ὅτι ταῦτα ὑμῖν συμβουλεύοντες δὲν εἴμεθα οἱ πολιτικοί σας ἐχθροί, δὲν ἐπιδιώκομεν τι ὑπὲρ ἡμῶν καὶ εἰς βάρος ὑμῶν, τοὐναντίον, εἴμεθα εἰλικρινεῖς ἀντίπαλοί σας προσπαθοῦντες νὰ περισώσωμεν ὑμᾶς καὶ τὸ κόμμα σας ἐκ τῆς ἀντιδημοτικότητος, ἣν θὰ ἔχῃ ἐκ τοῦ οὑτωσεὶ ἀγρίως φορολογουμένου ἀγροτικοῦ κόσμου. Σᾶς προαναγγέλλομεν τὸν ὄλεθρόν σας. Πεισθῆτε, ἔστω καὶ κατὰ τὴν ὑστάτην ταύτην στιγμήν, περιορίσατε τὸ φορολογικὸν ποσοστόν, ἵνα μὴ θάψητε καὶ τὸν γεωργικὸν κόσμον τῆς Ἑλλάδος καὶ τὸν ἑαυτόν σας ὡς πολιτικὸν ἀρχηγόν. Εὔχομαι νὰ εἶμαι μάντις κακὸς καὶ ὄχι μάντις κακῶν.
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Τσιόκος ἔχει τὸν λόγον.
§200Λ. ΤΣΙΟΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ ὅπως μειωθῇ ὁ ἀρχικὸς φόρος εἰς 3%, ἐφόσον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπιμένει εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου.
§201Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, τὰ προϊόντα τῆς ἀμπέλου, δηλαδὴ τὸν οἶνον, μετ’ ἀπορίας βλέπω ὅτι δὲν τὰ ἐξαιρεῖτε, ἐνῷ καὶ ἡ δεκάτη ἀκόμη τὰ ἐξῄρει. Νομίζω ὅτι εἶναι λογικὸν καὶ δίκαιον νὰ ἐξαιρέσητε καὶ τὸν οἶνον, ὁ ὁποῖος διέρχεται μεγάλην κρίσιν, οἱ δὲ ἐν Λευκάδι οἰνοπαραγωγοὶ εὑρίσκονται εἰς ἀδυναμίαν νὰ πληρώσωσι τὸν πρόσθετον τοῦτον φόρον.
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§203Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὀφείλω πρῶτον νὰ ὁμολογήσω ὅτι λυποῦμαι, διότι εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσω ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ υἱοθετήσῃ κατ’ ἀρχὴν τὰ νομοσχέδια αὐτά, διὰ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν βεβαίωσιν τῶν φόρων, διότι, ἄλλως, ὅλη ἡ προσπάθεια αὐτὴ θὰ ἀποβῇ εἰς μάτην. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἐζητήσαμεν τὰς τελευταίας ἡμέρας τὴν ψήφισιν αὐτῶν. Νομίζει ἡ Βουλὴ ὅτι ὑπελογίσαμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ τὸν χρόνον, ὥστε νὰ θελήσωμεν νὰ μὴ τὴν ἀφήσωμεν νὰ συζητήσῃ ἐπ’ αὐτοῦ; Ἂς τὸ πιστεύσῃ, ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν νὰ ἀποκομίσωμεν τι ἐξ αὐτοῦ. Ἡμεῖς ζημίας μόνον ἔχομεν νὰ ἀποκομίσωμεν ἐκ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν. Δὲν θὰ ἤθελον νὰ στερήσω τοῦ δικαιώματος τῆς Βουλῆς νὰ συζητήσῃ εὐρύτερον ἐπὶ τῶν μέτρων τούτων. Καὶ διὰ τοῦτο λίαν εὐχαρίστως θὰ ἐδεχόμην τὴν πρότασιν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ νομοσχέδια αὐτὰ θὰ ἰσχύσουν προσωρινῶς, θὰ ἀπομείνῃ δὲ ἡ τελικὴ περὶ αὐτῶν ἀπόφασις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν της, ὥστε νὰ δύναται ἡ Βουλὴ νὰ φέρῃ οἱασδήποτε τροποποιήσεις. Θὰ γίνῃ ἡ βεβαίωσις καὶ εἶμαι πρόθυμος, ὅσον ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον τῆς γεωργικῆς καταβολῆς, νὰ δεχθῶ τὴν καταβολὴν μόνον εἰς χρῆμα, ἵνα μὴ γίνωνται αὐταὶ αἱ μεταφοραὶ εἰς τὰς ἀποθήκας. Θὰ γίνῃ ἡ βεβαίωσις καί, ἂν ἡ Βουλὴ κρίνῃ ὅτι δύναται νὰ τροποποιήσῃ τὸ νομοσχέδιον, ἡ παραγωγὴ δὲν θὰ πάθῃ τίποτε. Ὡς πρὸς τὸ φορολογικὸν ποσοστὸν ἀποδίδω μεγίστην σημασίαν εἰς τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ἀναπτυχθὲν ὅτι ὄντως εἶναι δυνατόν, λόγῳ τῆς μεγάλης παραγωγῆς, νὰ ἐξοφλήσωμεν τὸ προβλεπόμενον ποσὸν καὶ διὰ μιᾶς σχετικῆς ἐλαττώσεως, θὰ ἔπρεπεν ὅμως ἡ ἐλάττωσις αὐτὴ νὰ εἶναι πρὸς τὸ παρὸν μόνον κατὰ 10%, διότι κατὰ τὴν ἐπιστροφήν μας θὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας τὴν βεβαίωσιν καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει πεισθῶμεν πράγματι ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς ἔχει μίαν ἀπόδοσιν μεγαλυτέραν, τότε θὰ τὸ αὐξήσωμεν, δηλαδὴ νὰ εἴπωμεν ὅτι ἐξ ὅλων τῶν προσθέτων φόρων θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ 5, 6, 7%.
§204ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἄν τὸ ἀφήσητε οὕτως δὲν θὰ πληρώσῃ κανείς.
§205Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Γνωρίζομεν ἡμεῖς, κύριε συνάδελφε, ὅτι κατ’ ἀνώτατον ὅρον ὁ φόρος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπερβῇ τὰ 6%. Ἐξ ὅλων τῶν προσθέτων τὸ σύνολον τῶν φόρων τῶν καταβληθησομένων παρ’ ἑκάστου τῶν φορολογουμένων δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰ 6% τῆς παραγωγῆς.
§206Α. ΜΕΡΟΣ. Θὰ πληρώσουν εἰς εἶδος ἢ εἰς χρῆμα;
§207Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ πληρώσουν εἰς χρῆμα. Ἂν ἡ Βουλὴ εἶναι διατεθειμένη νὰ δεχθῇ νὰ συστήσωμεν μίαν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, μετὰ τῆς ὁποίας συνεννοούμενος ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ καταρτίσῃ μίαν βάσιν βεβαιώσεως ἀκόμη μεγαλυτέραν....
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ γίνῃ ψήφισμα δι’ αὐτό;
§209Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ὁ τρόπος τῆς ἐξακριβώσεως εἶναι δύσκολος. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ὁ κατάλληλος τρόπος δὲν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν. Διότι ὁ σκοπὸς εἶναι ὀλιγώτερον ἐπαχθής. Ὡς πρὸς τὰς παρατηρήσεις τοῦ ἄλλου νομοσχεδίου, ἐδέχθην τὴν ἐξαίρεσιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐξηνέχθησαν κατὰ τοῦ ψηφίσματος, τοῦ ἀναφέροντος τὸ τρίτον πρόσθετον δωδεκατημόριον, εὑρίσκω ὀρθὸν τὸ παράπονον, τὸ ὁποῖον ἐξεφράσθη ἐκ μέρους τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Κρήτης, περὶ μιᾶς φορολογικῆς ἀνισότητος, τὴν ὁποίαν δὲν πρέπει νὰ ἐπιτείνωμεν ἔτι μᾶλλον. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ὁ φόρος τῆς ἐξαγωγῆς τῆς Κρήτης εἶναι βαρύτερος τοῦ φόρου ἐξαγωγῆς τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος. Δὲν ἐλησμόνησα τὰς ὑποσχέσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκα καὶ ἐννοῶ νὰ εἶμαι συνεπὴς πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει τὰ νομοσχέδια δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐπιδεκτικὰ ἀναβολῆς καὶ διὰ τοῦτο εἶμαι διατεθειμένος νὰ ἀπαλλάξωμεν ἀπὸ τὴν φορολογίαν τοῦ 10% τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ νὰ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα μεταγενεστέρως. Ἐπίσης δέχομαι τὴν ἐξαίρεσιν, τὴν προταθεῖσαν ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Σπετσῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν φορολογίαν τοῦ χαρτοσήμου εἰς τὰς δημοπρασίας, αἱ ὁποῖαι κατεκυρώθησαν. Μένουν αἱ αἰτιάσεις, αἱ ὁποῖαι διετυπώθησαν διὰ τὴν ἐξαίρεσιν τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν. Ἐπὶ τῶν προτάσεων τούτων θὰ συζητήσωμεν. Ἐκεῖνα τὰ νομοσχέδια, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ζητήσω καὶ προσωρινὴν ἰσχὺν ἄνευ οὐδεμιᾶς μειώσεως τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς διὰ τὴν ὁριστικὴν ἔγκρισιν, εἶναι τὰ ἑξῆς. Ἔχομεν πρῶτον τὸ νομοσχέδιον τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς, τὸ 10%, τοῦ καπνοῦ διὰ τὶς «ντάμες». Ἔχομεν ἐπίσης καὶ τὸ τῶν ἀμβύκων.
§210Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ποῖον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος μᾶς ἐπιτρέπει νὰ συζητήσωμεν προσωρινῶς τὰ νομοσχέδια;
§211Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι ψήφισμα, κ. συνάδελφε, ἀκριβῶς διὰ νὰ διευκολυνθῇ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς. Ἐπίσης παρακαλῶ ὅπως ψηφισθῇ τὸ ψήφισμα διὰ τοὺς φόρους καταναλώσεως καὶ ἂν θέλετε νὰ ψηφίσωμεν τὸ ψήφισμα περὶ οἰκονομιῶν.
§212ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ ἐξουσιοδοτήσεως τῆς Κυβερνήσεως περικοπῆς θέσεων πρὸς ἐπίτευξιν οἰκονομιῶν». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ψήφισμα).
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ κανονισμοῦ τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων καὶ πληρωμῆς τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως 1927–2928 βάσει τοῦ κατατεθειμένου Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως ταύτης καὶ ἐνισχύσεως τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῇ διοικήσει τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους», (Γίνεται δεκτὸν τὸ ψήφισμα).
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ κατοχυρώσεως τῶν παρὰ Τραπέζαις καταθέσεων εἰς χρυσόν». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ψήφισμα).
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ προσωρινῆς ἰσχύος οἰκονομικῶν τινῶν μέτρων». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ψήφισμα).
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ αὐξήσεως τοῦ διὰ τῶν νόμων 2749 καὶ 3312 ἐπιβληθέντος προσθέτου ποσοστοῦ». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ψήφισμα).
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ ἐπιβολῆς προσωρινοῦ φόρου ἐπὶ τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ψήφισμα).
§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 86 τοῦ νόμου 602 τοῦ 1915 «περὶ συνεταιρισμοῦ» καὶ τροποποιήσεως δασμολογικῶν τινῶν νόμων».
§220ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ψήφισμα).
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ φορολογίας τῶν ἀμβύκων καὶ περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τῶν περὶ φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος νόμων». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ψήφισμα).
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ διαρρυθμίσεως τῆς φορολογίας ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ψήφισμα).
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὲ ἐξουσιοδοτήσῃ νὰ ἐπικυρώσω ὑπ’ εὐθύνην μου τὰ πρακτικὰ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως.
§224ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§225Ι. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ τὸ ψήφισμα τὸ ἀφορῶν τὸν δῆμον Ἀγρινίου. Ἀκούσατε περὶ τίνος πρόκειται. Τῷ 1891 ἀπέθανεν ὁ Δ. Στάϊκος ἄνευ κληρονόμων, ἀφῆκε δὲ ὁλόκληρον τὴν περιουσίαν του διὰ διαθήκης εἰς τὸν δῆμον Ἀγρινίου. Ἡ περιουσία ἀπαρτίζεται ἀπὸ ἓν μέγα ἀγροτικὸν κτῆμα, τὸ ὁποῖον ἀπηλλοτριώθη....
§226Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ τώρα παρόντων 15 βουλευτῶν.
§227Ι. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Ἂν ἔχητε ἀντιρρήσεις, νὰ ἔλθητε νὰ τὰς εἴπητε. Εἰς τὴν διαθήκην ἔλεγε ρητῶς ὅτι—καὶ ἔχω ἀντίγραφον τῆς διαθήκης—θὰ χρησιμοποιηθῇ διὰ φιλανθρωπικοὺς καὶ μόνον σκοπούς. Ἡ περιουσία ἀπαιτεῖ τόσα χρήματα ἵνα συντηρεῖται, ὥστε τὰ εἰσοδήματα εἶναι ἐντελῶς ἀνεπαρκῆ, ἐνῷ ἀντιθέτως τὸ Ἀγρίνιον, πόλις ἐκ 30,000 κατοίκων, μαστίζεται ἀπὸ τὴν ἔλλειψιν τοῦ ὕδατος. Ζητεῖται ἤδη διὰ τοῦ ψηφίσματος νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὸν δῆμον Ἀγρινίου, ἀφοῦ ἔχουσι γνωμοδοτήσει τὰ ⅔ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν δημοτικῶν συμβούλων καὶ ἡ ὁλομέλεια τῶν ἐκτελεστῶν τῆς διαθήκης, νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἐκποίησις διὰ δημοπρασίας, τὸ προϊὸν δὲ αὐτῆς νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν ὕδρευσιν τῆς πόλεως Ἀγρινίου.
§228ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀφήσατε τὸ βράδυ.
§229Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτὴν τὴν ὥραν νὰ ψηφισθῇ.
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη πρότασις ὅπως ψηφισθοῦν δι’ ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας ὅλα τὰ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδια.
§231Ι. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἂς ὁρισθῇ νὰ τὸ συζητήσωμεν τὸ βράδυ.
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 5ην μ. μ. σήμερον. (Ὥρα 8 π. μ.)