1925.02.13
2,181 rows · 17,745 words · 153 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 147
Παρασκευὴ 13 Φεβρουαρίου 1925.
Προεδρία Κ. Ρακτιβάν
(Ὥρα 5.30′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: —Οἱ διευθυνταὶ καὶ ἐκμεταλλευταὶ Κινηματογράφων ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα σχετικὸν πρὸς τὸ κατατεθὲν νομοσχέδιον. —Ὁ Προοδευτικὸς Σύλλογος Δερβενίου «Ἀναγέννησις» διαμαρτύρεται διὰ τὴν μεταφορὰν τοῦ Εἰρηνοδικείου Ζαχόλης εἰς Πιτσᾶ. —Ὁ πρόεδρος τοῦ Ἐπιμελητηρίου Βόλου παρακαλεῖ ὅπως ἀνασταλῶσιν αἱ ἐξώσεις μέχρι ψηφίσεως τοῦ νέου ἐνοικιοστασίου. —Ὁ Σύλλογος παλαιῶν πολεμιστῶν Καβάλλας διαμαρτύρεται διὰ τὰ τρομακτικὰ μέτρα ἐναντίον τῶν ἡγετῶν τοῦ ἐργαζομένου λαοῦ. —Ὁ Δήμαρχος Καρδίτσης παρακαλεῖ ὅπως ἀρθῇ ἡ διαταγὴ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ ρεύματος. —Ὁ Τρύφων Νῖκος, καθηγητὴς τυφλῶν, ὑποβάλλει αἴτησιν περὶ ἱδρύσεως δημοσίας σχολῆς ὑπὲρ τῶν 9.000 τυφλῶν Ἑλλήνων. —Ὁ Κτηματικὸς Σύνδεσμος Κατερίνης διαμαρτύρεται διὰ τὴν μὴ εἰσέτι τροποποίησιν τοῦ ἐνοικιοστασίου. —Ἡ Ἕνωσις θυμάτων πολέμου Καρπενισίου ζητεῖ ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπόμνημα τῆς Ὁμοσπονδίας των. —Ἡ Ἕνωσις σταφιδικῶν συνεταιρισμῶν Αἰγιαλείας παρακαλεῖ ὅπως μὴ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ ἐνέργειαι τῶν ἐμπόρων διὰ τὴν ἀγορὰν δελτίων παρακρατήσεως σταφίδος. —Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Κ. Γκότσης καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας κ. Ι. Βαλαλᾶς ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 1 Σεπτεμβρίου 1923 Ν. Δ. περὶ συστάσεως εἰδικοῦ Ταμείου κατασκευῆς ἁμαξιτῆς ὁδοῦ Αἰγίου–Μονῆς Ἁγίου Ἰωάννου (Ἐρινεῶν) ἑδρεύοντος ἐν Αἰγίῳ». —Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας κ. Ι. Βαλαλᾶς ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ Νομ. Διατάγματος περὶ συστάσεως εἰδικοῦ Ταμείου κατασκευῆς ἁμαξιτῆς ὁδοῦ ἀπὸ Αἰγίου εἰς Φτέρην». —Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κ. Κ. Σπυρίδης ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ περὶ Μέσης Ἐκπαιδεύσεως κωδικοποιηθέντος ὑπ’ ἀριθ. 1242 νόμου». —Ἡ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων: 1) «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 2349 περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ ἐν Παρισίοις Πρεσβευτοῦ τῆς Ἑλλάδος ἀφ’ ἑνὸς ὡς ἀντιπροσώπου τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ ἀφ’ ἑτέρου τοῦ κ. Γρηγ. Μίνου συναφθείσης συμβάσεως περὶ δωρεᾶς ὑπὸ τοῦ τελευταίου πρὸς τὸ Κράτος συλλογῆς ἀντικειμένων Σινικῆς καὶ Ἰαπωνικῆς τέχνης»· 2) «περὶ ἐγκρίσεως δωρεὰν παραχωρήσεως εἰς τὸ Ἀθήνησι Πανεπιστήμιον διαφόρων ἐπιστημονικῶν ὀργάνων χορηγηθέντων παρὰ τῆς Γερμανίας»· 3) «περὶ ἐπαναφορᾶς εἰς ἰσχὺν τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Ν. Δ. τῆς 9 Ὀκτωβρίου 1923 περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ τοῦ πολιτικοῦ Νοσοκομείου κειμένων διατάξεων»· 4) «περὶ αὐξήσεως τῆς ὑπὸ τοῦ Δημοσίου χορηγουμένης συνδρομῆς εἰς τὴν Φιλεκπαιδευτικὴν Ἑταιρείαν Ἀθηνῶν» καὶ 5) Ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας τοῦ ἀπὸ 9 Μαρτίου 1923 Ν. Δ. περὶ ἐγγραφῆς φοιτητριῶν εἰς τὸ Ὀδοντιατρικὸν Σχολεῖον καὶ διὰ τὸ πανεπιστημιακὸν ἔτος 1924». —Ἡ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις αὐτῆς ἐπὶ τῶν ἑξῆς νομοσχεδίων: 1) «περὶ παρακρατήσεως ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ποσοῦ τῶν δικαιούχων ναυτικῶν ἐπιτάξεων καὶ κανονισμοῦ ἀποζημιώσεως τῶν μελῶν τοῦ δικαστηρίου τῶν ναυτικῶν ἐπιτάξεων»· 2) «περὶ ἐγκρίσεως πιστώσεως δρχ. 500 χιλιάδων διὰ τὴν κατασκευὴν νέου κτιρίου φάρου τοῦ ἀκρωτηρίου Μαλέα» 3) «περὶ αὐξήσεως τῆς παγίας προκαταβολῆς τοῦ Ναυτικοῦ»· 4) «περὶ ἐγγραφῆς πιστώσεως δρχ. 241649 ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως 1924–1925» καὶ 5) «περὶ κανονισμοῦ τῆς μισθοδοσίας τῶν ἐθελοντῶν ναυτῶν καὶ τῶν μισθοδοτουμένων τεχνιτῶν τοῦ Συνεργείου Π. Ναυτικοῦ». Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν. Ὁ κ. Ε. Γονατᾶς ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφοράν.
§2Ε. ΓΟΝΑΤΑΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, πρόκειται περὶ ἀναφορᾶς τὴν ὁποίαν συνυποβάλλουσι διάφοροι προσφυγικοὶ Σύλλογοι Θεσσαλονίκης καὶ τῶν περιφερειῶν Ἀδραμυττικοῦ Κόλπου, Κυδωνιῶν, Περγάμου καὶ Μπαλοῦ Κεσέρ. Μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τοῦ Στρατοῦ μας ἐκ Μικρᾶς Ἀσίας ἀπέμειναν ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ 52.000 περίπου ἄτομα, ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παιδία. Ἐκ τῶν 52.000 αὐτῶν κατοίκων δὲν διέφυγον εἰς Ἑλλάδα παρὰ ἐλάχισται δεκάδες. Κατ’ ἐπανάληψιν διεμαρτυρήθησαν ὅπως ἡ Κυβέρνησις λάβῃ μέτρα καὶ δοθῇ τέλος πάντων τέρμα εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν καὶ ἀνευρεθῇ ἀριθμός τις, ἔστω, τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν. Δυστυχῶς οὐδὲν μέτρον ἐλήφθη ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Ἐνῷ δὲ οἱ Τοῦρκοι καθημερινῶς δημιουργοῦν ἐπεισόδια ὅτι δῆθεν ἐπὶ παραδείγματι πιέζονται οἱ Τοῦρκοι τῆς Θράκης, ἐνῷ πολὺ καλὰ γνωρίζετε πῶς καλοπερνοῦν, ἡμεῖς εἰς οὐδὲν διάβημα μέχρι σήμερον ἔχομεν προβῆ. Παρακαλοῦσι λοιπὸν οἱ ἐν λόγῳ Σύλλογοι ὅπως μεριμνήσῃ τὸ Κράτος καὶ λάβῃ πρόνοιάν τινα νὰ ἀνευρεθῇ ἔστω οἱοσδήποτε ἀριθμὸς τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν. Συγκεκριμένως ὑπάρχουσι πληροφορίαι ὅτι πολλαὶ κόραι ἐν γένει ἔχουσιν αἰχμαλωτισθῆ καὶ εὑρίσκονται εἰς πολλὰ χαρέμια. Ἰδιαιτέρως παρακαλοῦν τὴν Κυβέρνησιν ὅπως λάβῃ μέτρα καὶ κατορθώσῃ νὰ ἐξακριβώσῃ ὅ,τι εἶναι δυνατόν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Θ. Χαβίνης, Α. Δενδρινὸς καὶ Ν. Καλέλλης ἐπὶ ἀναφορᾶς ὀργανώσεων ἀναπήρων καὶ θυμάτων πολέμου.
§4Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, οἱ ἀνάπηροι καὶ τὰ θύματα πολέμου ὑπέβαλον ἀναφορὰν εἰς τὴν Συνέλευσιν διὰ τῆς ὁποίας ζητοῦν, ὅπως ληφθῶσι μέτρα πρὸς καλυτέρευσιν τῆς καταστάσεώς των. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐμερίμνησε κατὰ τι περὶ τῶν θυμάτων τοῦ πολέμου διὰ τοῦ ψηφισθέντος νομοσχεδίου περὶ συντάξεων, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν ὅτι εἶναι ὀρθότερον, φαίνεται, διὰ τὰ θύματα πολέμου νὰ ἀνακουφισθοῦν καὶ πληρωθοῦν ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι συνεπολέμησαν ἐπίσης μετ’ αὐτῶν καὶ ἀντιπροσωπεύουσι τὸ Κράτος, διότι, ὡς ἐδηλώθη, ἡ Κυβέρνησις ἐπέβαλε μίαν φορολογίαν 124,000,000 δραχ. εἰς τοὺς μισθοὺς τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν ὑπαλλήλων καὶ συγκεκριμένως ἐπὶ μὲν τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν ὁποίων ὁ μισθὸς εἶναι 500.000.000, πρὸς 12%, 60,000 000, εἰς δὲ τὸν μισθὸν τῶν ὑπαλλήλων, ὁ ὁποῖος ἀνέρχεται εἰς 800.000.000, πρὸς 8%, 64.000.000, τὸ ὅλον δηλαδὴ 124.000.000 δραχ. Διὰ τὸν διπλασιασμὸν τῶν συντάξεων ἀπαιτοῦνται μόνον 80.000.000 δραχ. καὶ συνεπῶς πλεονάζουσι περίπου 44.000.000 δραχ., τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου τὰ διέθεσε διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς θέσεως τῶν θυμάτων πολέμου, τὰ ὁποῖα εἶναι 80.000, ἐξ ὧν 14.000 ἀνάπηροι. Λέγω ὅτι καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ ὑπάλληλοι οὐδεμίαν ἀντίρησιν ἔχουν ὅπως ἡ Κυβέρνησις τοὺς φορολογήσῃ, ὅπως τοὺς ἐφορολόγησεν, ὑπὲρ τῶν θυμάτων τοῦ πολέμου καὶ τῶν ἀναπήρων.
§5Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Νομίζω ὅτι δὲν εἶσθε ἐν τῇ ἀκριβείᾳ ἰσχυριζόμενος ὅτι μόνον 64.000.000 διέθεσεν ὑπὲρ τῶν θυμάτων τοῦ πολέμου.
§6Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. 80 ἑκατομμύρια ὑπὲρ τῶν συνταξιούχων καὶ 64 ἑκατομ. ὑπὲρ τῶν θυμάτων πολέμου.
§7Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι εἶναι πολὺ περισσότερα. Αὐτὸ ὅμως εἶναι ζήτημα ἐρεύνης, τὸ ὁποῖον δὲν εἶμαι εἰς θέσιν ἐγὼ αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ καθορίσω ἀκριβῶς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι εἰς θέσιν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ.
§8Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Διακόσια ἑκατομμύρια. Διὰ τοῦ διπλασιασμοῦ τῶν συντάξεων τῶν ἀναπήρων καὶ τῶν συνταξιούχων ἐπιβαρύνεται ὁ Προϋπολογισμὸς κατὰ διακόσια ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος. Εὐτυχῶς ὅμως δὲν θὰ ἐπιβαρυνθῇ ἀμέσως, ἀλλὰ σὺν τῷ χρόνῳ.
§9Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον θεωρῶ ἄξιον σημασίας καὶ ἀναγκάζομαι νὰ μὴ συμφωνήσω εἶναι τοῦτο: Εἴπατε ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ ὑπάλληλοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωσι καμμίαν ἀντίρρησιν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν ἀλήθειαν· διότι, ἐνῷ οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ ὑπάλληλοι ἀναγνωρίζουν ὅτι ἐπιβάλλεται ἐκ μέρους τοῦ Κράτους πάσῃ θυσίᾳ ἡ ἀνακούφισις τῶν θυμάτων πολέμου, δὲν φρονοῦν ὅτι ἔπρεπε τὸ Κράτος νὰ κρατήσῃ ἐκ τοῦ μισθοῦ των διὰ νὰ δοθῶσιν αὐξήσεις εἰς τοὺς συνταξιούχους καὶ τὰ θύματα πολέμου.
§10Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Δὲν γνωρίζω ποίους ὑπολογισμοὺς ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· ἐγὼ γνωρίζω ὅτι οἱ μισθοὶ τῶν ἀξιωματικῶν ἀνέρχονται εἰς 500 ἑκατομμύρια δραχμῶν καὶ κράτησις 12% εἶναι 60 ἑκατομμύρια δραχμῶν· οἱ μισθοὶ τῶν ὑπαλλήλων ἀνέρχονται εἰς 800 ἑκατομμύρια δραχ. καὶ κράτησις 8% εἶναι 64 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Πρέπει λοιπὸν νὰ εἶναι ὅλα 124 ἑκατομμύρια. Ἡ Κυβέρνησις, καλῶς ποιήσασα, τὰ διέθεσεν ὑπὲρ τῶν θυμάτων πολέμου καὶ τῶν ἀναπήρων. Διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. συνάδελφον· καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ ὑπάλληλοι, ἐφόσον ἡ φορολογία τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν εἰς αὐτοὺς τὸ Κράτος ἐτέθη ὑπὲρ τῶν θυμάτων καὶ τῶν ἀναπήρων πολέμου, δὲν ἔχουν καμμίαν ἀντίρρησιν. Φρονῶ ὅμως ἀδιστάκτως ὅτι διὰ τῆς βελτιώσεως αὐτῆς, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε διὰ τοῦ γλίσχρου μισθοῦ νὰ φέρῃ εἰς τὰ θύματα πολέμου, δὲν θὰ κατορθώσῃ νὰ καλυτερεύσῃ τὴν κατάστασιν αὐτῶν καὶ δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι πρέπει τὸ πλεῖστον τῶν αἰτημάτων τῶν θυμάτων καὶ ἀναπήρων πολέμου νὰ γίνῃ δεκτὸν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδίως νὰ ψηφισθοῦν τὰ δύο νομοσχέδια τὰ ὁποῖα ἔχουν ὑποβληθῆ, τὸ ἓν τῆς μονοπωλήσεως τοῦ καπνοῦ καὶ τὸ ἄλλο διὰ τὴν ἵδρυσιν ταμείου θυμάτων καὶ ἀναπήρων πολέμου, καὶ τὰ ὁποῖα ἔχουν ὑποβληθῆ τὸ ἓν ἐπὶ τῆς πρώτης δημοκρατικῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸ ἄλλο ὑπὸ τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἂν δὲ καὶ δι’ αὐτῶν δὲν ἐπέλθῃ κάποια βελτίωσις τῆς θέσεως τῶν θυμάτων πολέμου, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι πρέπει τὸ Κράτος νὰ ὑποστῇ μερικὰς θυσίας διὰ μιᾶς ἐπιχορηγήσεως εἰς τὰ θύματα. Ἐπίσης ζητοῦν νὰ νοσηλεύωνται δωρεὰν εἰς τὰ στρατιωτικὰ νοσοκομεῖα καὶ δωρεὰν συγκοινωνίαν ἀτμοπλοϊκῶς, σιδηροδρομικῶς καὶ τροχιοδρομικῶς, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θεωρῶ πολὺ καὶ ἰδίως τὴν δωρεὰν διὰ τῶν τροχιοδρόμων συγκοινωνίαν. Νομίζω ὅμως ὅτι ἅπαξ τοῦ ἔτους δύναται νὰ δοθῇ εἰς ἕκαστον ἀνάπηρον ἢ θῦμα πολέμου ἓν εἰσιτήριον διὰ νὰ ταξιδεύσῃ δωρεάν. Ἐπίσης δίκαιον εἶναι καὶ τὸ τελευταῖον αἴτημα αὐτῶν, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν παραχώρησιν γηπέδων διὰ τὴν ἀνέγερσιν συνοικισμοῦ. Ἀφοῦ γίνεται διὰ τόσους ἄλλους καὶ τὰ οἰκόπεδα τοῦ Κράτους παραχωροῦνται εἰς αὐτούς, νομίζω ὅτι δίκαιον εἶναι νὰ ἀνεγερθοῦν συνοικισμοὶ διὰ τὰ θύματα πολέμου καὶ εἰδικῶς διὰ τοὺς πραγματικῶς ἀπόρους ἐκ τῶν θυμάτων. Δὲν γνωρίζω ἂν ἡ Κυβέρνησις εἶναι διατεθειμένη νὰ δεχθῇ τὰ αἰτήματα αὐτῶν, νομίζω ὅμως ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἐπιβεβλημένη νὰ περιθάλψωμεν αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους· διότι ὄχι μόνον ἔχομεν ὑποχρέωσιν ἠθικήν, ἀλλὰ καὶ διότι θὰ γεννηθῇ βραδύτερον ἕνα μέγα κοινωνικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον, ὅταν θελήσωμεν νὰ τὸ καταστείλωμεν, τότε θὰ εὑρίσκεται ὑπὸ σοβαρωτέραν μορφὴν καὶ θὰ εἶναι ἴσως ἀργά.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δενδρινὸς ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος.
§12Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Νομίζω ὅτι κατόπιν τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου περιττεύουν τὰ πολλά. Ἔχει καθῆκον ἐπιβεβλημένον ὄχι μόνον ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ καὶ ἡ Συνέλευσις, ἂν ἔχῃ δισταγμοὺς ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιβάλῃ εἰς αὐτήν, νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ θύματα πολέμου πάσῃ δυνάμει, καθὼς εἶπεν ὁ κ. Χαβίνης. Τὰ 44 ἑκατομμύρια τὰ ὁποῖα περισσεύουν ἀπὸ τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἀνεπαρκέστατον ποσὸν διὰ νὰ περιθάλψωμεν πραγματικῶς καὶ ὄχι νὰ κοροϊδεύωμεν, ὅπως καὶ εἰς τὰ ἄλλα κοινωνικὰ ζητήματα, τὰ θύματα πολέμου, τὰ ὁποῖα τέλος πάντων, ἂν εὑρίσκονται εἰς τὴν θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται, δὲν πιστεύω νὰ μὴ εἴμεθα καὶ ὀλίγον ὑπεύθυνοι. Τὰ αἰτήματά των εἶναι λογικώτατα. Ἐγὼ δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν συνάδελφον κ. Χαβίνην εἰς τοῦτο, ὅτι εἶναι πολὺ νὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ταξειδεύουν σιδηροδρομικῶς, τροχιοδρομικῶς καὶ ἀτμοπλοϊκῶς δωρεάν· διότι βεβαίως δὲν τοὺς περισσεύουν τόσα πολλὰ ὥστε νὰ ταξιδεύουν παρὰ μόνον δι’ ἀνάγκην ἢ δι’ ἐργασίαν των, πάντως ὅμως ὄχι διὰ διασκέδασιν. Συνεπῶς ὄχι ἅπαξ τοῦ ἔτους ἠδύναντο νὰ ταξιδεύουν δωρεὰν ἀπὸ τὰς Ἑταιρείας καὶ τοὺς ἐφοπλιστὰς οἱ ὁποῖοι ἔκαμαν ἑκατομμύρια μὲ τὸ αἷμα αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων. Δίκαιον ἑπομένως εἶναι ὄχι μόνον νὰ ταξιδεύουν δωρεάν, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀπολαύουν ὅλων τῶν τιμῶν, ὡς πρέπει εἰς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ὑπήκουσαν εἰς τὴν φωνὴν τῆς Πατρίδος, δίδοντες ἐλευθερίαν καὶ ῥίπτοντες τὰ μεσαιωνικὰ πολιτεύματα, ὡς ἦτο τὸ πολίτευμα τῆς Γερμανίας καὶ ἄλλα. Νομίζω λοιπὸν ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον καθῆκον τοῦ Κράτους νὰ δεχθῇ τὰ αἰτήματά των, τὰ ὁποῖα εἶναι λογικώτατα, ἀλλὰ πρὸ παντὸς τὸ νὰ ταξιδεύουν διὰ τῶν ἀτμοπλοίων δωρεὰν ὁπουδήποτε ἡ ἀνάγκη ἐπέβαλε τοῦτο πρὸς αὐτούς.
§13Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς εἶχον ζητήσει τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε, ἀλλὰ δὲν βλέπω νὰ εἶμαι ἐγγεγραμμένος. Ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ ἤθελον νὰ σταλῇ εἰς τὴν εἰδικὴν Ἐπιτροπὴν τῆς ὁποίας προεδρεύει ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Γ. Δουζίνας, Ν. Μπακόπουλος, Α. Δενδρινός, Ι. Κούνδουρος, Π. Καραπάνος καὶ Σ. Θεοδωρόπουλος ἐπὶ ἀναφορᾶς Συνδέσμου Ἑλληνίδων.
§15Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ Οἰκονομιῶν διὰ τῆς τελευταίας γνωμοδοτήσεώς της ὑπέβαλε τὴν ἑξῆς πρότασιν. Προκειμένου νὰ ἀπολυθῶσιν ὑπάλληλοι, καταργουμένων τῶν θέσεων, ὥρισε κατὰ προτίμησιν νὰ ἀπολυθῶσιν ὅλαι αἱ ὑπηρετοῦσαι γυναῖκες, ἀφοῦ δὲ ἐξαντληθῇ ὁ πίναξ, τότε νὰ ἀρχίσῃ ἡ ἀπόλυσις τῶν ἀρρένων ὑπαλλήλων. Ὁ Σύνδεσμος τῶν Ἑλληνίδων παραπονεῖται καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω ὅτι πολὺ ἐσφαλμένη εἶναι ἡ γνωμοδότησις τῆς Ἐπιτροπῆς Οἰκονομιῶν, διότι, ἂν δὲν ἔχῃ σκοπὸν νὰ ἐκδηλώσῃ ἀντιφεμινιστικὰ φρονήματά της, ἀσφαλῶς οὐδεμίαν οἰκονομίαν εἰσάγει διὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἡ Ἐπιτροπὴ Οἰκονομιῶν μᾶς συνήθισεν εἰς τοιαύτας ὑπερβολικὰς ἀποφάσεις. Πράγματι ἐπρότεινε κατάργησιν σχολείων καὶ τηλεγραφείων καὶ τὸ ἠνέχθη ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Δὲν γνωρίζω ἂν αὐτὰ ἀποτελοῦσιν οἰκονομίαν, ὅταν στερῇ τις τὰ εὐεργετήματα τοῦ πολιτισμοῦ. Ἤδη μὲ πολὺ ἐλαφράν, ἐλαφροτάτην συνείδησιν προτείνει τὴν ἀπόλυσιν ὅλων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων τοῦ ἄλλου φύλου.
§16ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τοῦ ὡραίου φύλου.
§17Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τοῦ ὡραίου φύλου. Δὲν ἐσκέφθη ὅτι μεταξὺ ἐκείνων αἱ ὁποῖαι ὑπηρετοῦν εἰς τὰς διαφόρους Ὑπηρεσίας εἶναι κοράσια θυμάτων πολέμου, εἶναι προστάτιδες οἰκογενειῶν, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ ἀξιωθῶσι καλυτέρας μερίμνης καὶ καλυτέρας προσοχῆς. Δὲν εἶναι δυνατὸν μία ἀπόφασις, ὡς ἡ τοῦ Ἡρώδου, νὰ ἀποκεφαλίζῃ Ὑπηρεσίας καὶ τάξεις. Δὲν νομίζω ὅτι ἀπεφάνθη ἐν τῷ κύκλῳ τῆς ἁρμοδιότητός της ἡ Ἐπιτροπή· διότι ἡ Ἐπιτροπὴ Οἰκονομιῶν δὲν ἦλθε νὰ λύσῃ ζητήματα τὰ ὁποῖα προκαλοῦν τὴν ἀγανάκτησιν τινῶν τῶν κυρίων συναδέλφων, ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ ἦλθε νὰ προτείνῃ οἰκονομίας εἰς τὸ Δημόσιον, τοιαύτη τις ὅμως ἐνέργεια εἶναι ἐπέμβασις εἰς τὸ βασικὸν πρόγραμμα τῶν Κυβερνήσεων, εἶναι ἀκριβῶς ἐπέμβασις εἰς τὸν ἀγῶνα τῶν τάξεων καὶ εἰς τὸν ἀγῶνα τοῦ φύλου. Πῶς εἶναι δυνατὸν μὲ ἓν Διάταγμα νὰ ἀπολύσητε ὅλας ὅσαι ὑπηρετοῦν καὶ νὰ θεωρήσητε κατὰ προτίμησιν ἀπολυτέας οἱοιδήποτε καὶ ἂν εἶναι οἱ ἄλλοι ὑπάλληλοι οἱ ὁποῖοι συνυπηρετοῦν, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ εἶναι ἀρκετοὶ ἄξιοι ἀπολύσεως; Ἂν ἔχωμεν νὰ ἀπολύσωμεν ποσοστὸν ὑπαλλήλων, θὰ τοὺς ἀπολύσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ πρέπει νὰ ἀπολύσῃ τοὺς χειροτέρους τῶν ὑπαλλήλων. Βεβαίως καὶ ἐγὼ θὰ ἐδεχόμην μεταξὺ ἴσων νὰ διατηρηθῇ ὁ ἄρρην ὑπάλληλος, ἀλλὰ μεταξὺ ἑνὸς φαύλου ὑπαλλήλου καὶ μιᾶς κορασίδος, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ διατηρῇ οἰκογένειαν καὶ νὰ εἶναι κόρη θυμάτων πολέμου, ὡς εἶναι αἱ πλεῖσται, διότι ἐργάζονται κυρίως μόνον ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι ἔχουν πραγματικὴν ἀνάγκην τῆς ἐργασίας καὶ δὲν ἔχουν τὰ ἐφόδια ἄλλοθεν νὰ προσπορισθῶσι τὰ πρὸς τὸ ζῆν πρέπει νὰ προτιμηθῇ ἡ κορασίς. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος καὶ ἄλλοτε, ὅταν συνεζητήσαμεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τὴν Συνταγματικήν, εἶχε τείνει εὐήκοον οὖς εἰς τοιαύτας ἀναφοράς, νὰ μελετήσῃ ἐπισταμένως τὸ ζήτημα. Καὶ ἂν πρόκειται νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ἀπόφασις, νὰ ἐκτελεσθῇ μὲ κάποιαν ἰσότητα καὶ ὄχι γενικῶς καὶ ἐκτεταμένως, ὅπως προτείνει ἡ Ἐπιτροπὴ Οἰκονομιῶν.
§18Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αἰσθάνομαι καὶ ἐγὼ, κύριοι πληρεξούσιοι, τὴν ἀνάγκην νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὴν γενικότητα τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς Οἰκονομιῶν, διότι ἡ Ἐπιτροπὴ Οἰκονομιῶν θέτει ὡς ἓν ὅριον κρίσεως τῆς ἀποδόσεως τῆς ἐργασίας μεταξὺ τῶν δύο φύλων μόνον τὴν διαφορὰν τοῦ φύλου καὶ καθιερώνει a priori ὅτι οἱ ἱκανώτεροι πρὸς ἐργασίαν εἶναι οἱ ἄνδρες καὶ ὄχι αἱ γυναῖκες. Κατὰ τῆς διακρίσεως ταύτης στρέφεται ἡ διαμαρτυρία μου· διότι εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους, ὅσοι ἔχουν οἱανδήποτε ἀφορμὴν συχνάκις νὰ ἐπισκέπτωνται τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα, ὅτι ὑπάρχουν ὡρισμέναι θήλεις ὑπάλληλοι, αἱ ὁποῖαι γνωρίζουσι καὶ τὴν ὑπηρεσίαν ἐξ ἴσου καλῶς, ἂν ὄχι καλύτερον, ἀπὸ τοὺς ἄλλους συναδέλφους των, καὶ ἀπόδοσιν ἐργασίας ἔχουν ὄχι μικροτέραν ἐκείνων. Θὰ ἠδυνάμην νὰ μνημονεύσω δύο, γνωστὰς διὰ τὴν ἱκανότητά των, τοῦ Προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀπὸ τὰς καλυτέρας ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας, θὰ ἠδυνάμην νὰ μνημονεύσω μίαν ἄλλην τοῦ τμήματος Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, τὴν Τζινιέρη, τοῦ τμήματος Ξένων καὶ Ἐκθέσεων, αἱ ὁποῖαι δυσκόλως θὰ δυνηθῶσι νὰ ἀντικατασταθῶσιν ὑπὸ ἄρρενος ὑπαλλήλου. Καὶ εἶναι ἀληθές, καὶ ὅλοι τὸ γνωρίζετε, διότι σεῖς τὸ ἐψηφίσατε, ὅτι ἐψηφίσθη εἷς νόμος καθιερώνων ὡρισμένους περιορισμοὺς εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ὑπαλλήλους καὶ ὥρισεν ὅτι προκειμένου νὰ παυθῶσι καὶ νὰ γίνῃ ἐπιλογὴ μεταξὺ πλειόνων περιττῶν θὰ προτιμηθῶσιν οἱ ἔχοντες ὡρισμένους δεσμοὺς μὲ θύματα πολέμου. Τοῦτο βεβαίως θὰ ἀποτελέσῃ τὴν βάσιν ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν εἶναι ὅτι ἐν τῇ κρίσει της, ἐν τῷ μέτρῳ τῶν καθιερωμένων ὑπὸ τοῦ νόμου δὲν εἶναι δίκαιον νὰ κάμῃ γενικὴν διάκρισιν μεταξὺ ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν καὶ ἐκ τῶν προτέρων νὰ καταδικάσῃ τὰς θήλεις καὶ νὰ διατηρήσῃ τοὺς ἄρρενας.
§19Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Δὲν δύναμαι παρὰ νὰ διαμαρτυρηθῶ πρὸ παντὸς διὰ τὴν ἐπέμβασιν ἐπὶ ζητημάτων καθ’ ὑπέρβασιν δικαιωμάτων τῆς Ἐπιτροπῆς Οἰκονομιῶν, ἡ ὁποία ἔρχεται ὄχι νὰ εἴπῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ εἴπῃ, δηλαδὴ νὰ παυθῶσιν οἱ περιττοὶ καὶ ἀνίκανοι ὑπάλληλοι, περὶ τοῦ ὁποίου οὐδεὶς βεβαίως ἔχει ἀντίρρησιν, οὗ ἕνεκα καὶ ἐδώσαμεν τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἐδώσαμεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Οἰκονομιῶν, ἀλλ’ ἔρχεται καὶ ὁμιλεῖ περὶ ὡρισμένου φύλου καὶ προτείνει νὰ παυθῶσιν ὅλαι τοῦ φύλου τοῦ ὡραίου, ἂς τὸ εἴπωμεν οὕτω πως. Νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι πολὺ αὐθαίρετον, νὰ ἐπεμβαίνῃ ἡ Ἐπιτροπὴ Οἰκονομιῶν εἰς δικαιώματα τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἰδικά της. Τὴν διαμαρτυρίαν αὐτὴν δὲν δυνάμεθα παρὰ νὰ κάμωμεν ἐντόνως καὶ πρὸ παντὸς μία Συνέλευσις, ἡ ὁποία, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον ἐπὶ ἄλλου ζητήματος, προέρχεται ἀπὸ μίαν Ἐπανάστασιν, ἡ ὁποία σκοπὸν εἶχε νὰ ὠθήσῃ τὸ Κράτος πρὸς τὰς προοδευτικὰς ἰδέας καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ διαμαρτυρηθῇ ἡ Συνέλευσις δι’ ἓν μέτρον τόσον ἀναχρονιστικόν, τόσον μεσαιωνικόν. Ἀλλὰ προσέξατε καλά, διότι τὸ ζήτημα ἔχει πολὺ βαθυτέραν ἔννοιαν. Αἱ νέαι αὐταὶ αἱ ὁποῖαι ἐργάζονται—δὲν ὁμιλῶ γενικῶς περὶ ὅλων, διότι ὅπως ὑπάρχουσι καὶ ἀμαθεῖς καὶ κακοὶ ὑπάλληλοι ἐκ τοῦ ἑνὸς φύλου, οὕτως ὑπάρχουν καὶ ἐκ τοῦ ἄλλου—ὅσαι ὅμως ἐργάζονται, πρέπει νὰ τύχωσι πάσης ὑποστηρίξεως, ἰδίᾳ εἰς τὴν σημερινὴν ἐποχὴν τῆς ἐκλύσεως τῶν ἠθῶν. Ὀφείλομεν νὰ ὑποστηρίξωμεν ἐκείνας αἱ ὁποῖαι, ἀντὶ νὰ ζητῶσιν ἄλλως πως τὰ μέσα τοῦ ζῆν καὶ τοῦ διασκεδάζειν, ἅτινα θὰ εὕρισκον ἄφθονα, κάθηνται μέσα εἰς τὰ ὑγρὰ γραφεῖα καὶ ἐργάζονται. Βεβαίως ὅσαι δὲν ἐκτελοῦν τὸ καθῆκόν των ἢ ὅσαι ἀποδειχθοῦν ἀνήθικοι ἂς φύγουν, ἀλλ’ αἱ ἐντίμως ἐργαζόμεναι, ἐκεῖναι τὰς ὁποίας δὲν δελεάζουν τὰ χιλιάρικα τῆς ὁδοῦ Σοφοκλέους, αὐταὶ πρέπει νὰ ὑποστηριχθῶσι καὶ νὰ μὴ ἀφήσωμεν ἄφθονον ὑλικὸν εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι λῃστεύουν τοὺς ἄνδρας μὲ τὸ παίξιμο τοῦ συναλλάγματος, ἵνα μὲ τὰ χρήματα ποὺ παίρνουν ἀπὸ τοὺς ἐντίμους οἰκογενειάρχας ἀπολαμβάνουν ἀφθόνως καὶ τὰς ἄλλας διασκεδάσεις, ὀφείλομεν, λέγω, νὰ τὰς ὑποστηρίξωμεν πάσῃ δυνάμει καὶ νὰ ἀπολυθῶσι μόνον αἱ ἀνίκανοι καὶ περιτταί.
§20Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ πρόγραμμα τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ὑπάρχει ἡ ἀρχὴ τῆς ἰσοπολιτείας ἐξικνουμένη καὶ μέχρι τοῦ ἀδυνάτου φύλου. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν τὴν γενικὴν ἡμεῖς ἀντιτασσόμεθα πρὸς τὴν ἀξίωσιν αὐτὴν τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Οἰκονομιῶν. Ἂν πρόκειται νὰ ἀπολυθῶσι θήλεις ὑπάλληλοι διὰ νὰ ἀντικατασταθῶσιν ἀπὸ ἱκανωτέρους ἄρρενας, οὐδεμία ὑπάρχει ἀντίρρησις· ἀλλὰ λόγῳ τῆς ἰδιότητός των τῆς φυσικῆς νὰ ἀπολυθοῦν, αὐτὸ βεβαίως δὲν εἶναι ἔργον οὔτε δικαιοσύνης οὔτε φρονήσεως. Ἂν ἐπίσης πρόκειται ἡ δικαιολογημένη ἐπιθυμία ὅλων μας πρὸς ἐπίτευξιν οἰκονομιῶν νὰ ἀπομακρύνῃ θήλεις τινὰς ἐκ τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, δὲν θὰ ἔχωμεν ἀντίρρησιν, ἀλλὰ θὰ ἠδυνάμεθα εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν νὰ εἴπωμεν ὅτι δέον νὰ γίνῃ διαλογὴ μεταξὺ τῶν θηλέων, αἵτινες συνδέονται συγγενικῶς μὲ φονευθέντας, ἀπὸ τὰς ἄλλας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν θύματα πολέμου. Διὰ νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ἰσοπέδωσιν τῶν διαφορῶν, τὰς ὁποίας ἡ φύσις ἔταξε μεταξὺ τῶν δύο φύλων, πρέπει ἀναντιρρήτως νὰ ἐνεργῶμεν εἰς ὡρισμένα κοινωνικὰ καὶ πολιτικὰ ζητήματα κατὰ τρόπον ὅστις θὰ μᾶς φέρῃ ἡμέραν τινὰ εἰς ἀπόλυτον ἰσοπέδωσιν. Υἱοθετῶ ἀπολύτως τὴν γνώμην τοῦ κ. Μπακοπούλου περὶ τοῦ ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ Οἰκονομιῶν εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν δὲν προτείνει οἰκονομίαν ἀλλὰ πολιτεύεται ἐκ νέου, ὅπως ἐπολιτεύετο καὶ ἐπὶ ἄλλων ζητημάτων. Νὰ ἀντικαταστήσωμεν τὰς θήλεις δι’ ἀρρένων, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἱκανότητος νὰ γίνῃ διαλογή τις, ὑποθέτω δὲ ὅτι οὕτω θὰ εἶναι ἀνεκτὴ ἡ πρότασις τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας μάλιστα ὁ Πρόεδρος ἔχει ἀξιότιμον Κυρίαν προϊσταμένην τῶν παραπονουμένων.
§21Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ συνηγορῶ ὑπὲρ τοῦ δικαίου τοῦ ὡραίου φύλου, τὸ ὁποῖον τόσας ὑπηρεσίας παρέσχεν εἰς τὴν Πατρίδα εἰς κρισίμους στιγμάς.
§22Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι κάθε πολιτισμένος ἄνθρωπος θὰ διαμαρτυρηθῇ διὰ τὴν πρότασιν αὐτήν, ἡ ὁποία θέτει ὡς βάσιν κρίσεως μεταξὺ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους ὄχι τὴν ἱκανότητα ἀλλ’ ἄλλα στοιχεῖα. Εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ κ. Πρόεδρος αὐτῆς, ὁ ὁποῖος ἔχει μελετήσει τόσον πολὺ τὰ πράγματα αὐτά, δὲν θὰ θελήσῃ νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν διάταξιν αὐτήν, διότι ἄλλως θὰ ἐστερούμεθα ὑπαλλήλων ἀξίων πάσης τιμῆς, καὶ φέρω ὡς παράδειγμα τὴν δεσποινίδα Τζινιέρη καὶ τὴν Καν Σβώλου, αἱ ὁποῖαι, ἂν μή τι ἄλλο, ἀξίζουν ὅσον καὶ οἱ ἄρρενες ὑπάλληλοι.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζερβὸς ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Σωματείου ἐνοικιαστῶν Πειραιῶς.
§24Σ. ΖΕΡΒΟΣ. Κύριοι, ἡ ἀναφορὰ τῶν ἐνοικιαστῶν Πειραιῶς ἀφορᾷ κυρίως τὸ ἐνοικιοστάσιον. Κατόπιν ὅμως τῆς δημοσιεύσεως, ἴσως παρεῖλκε τελείως, ἂν δὲν ὑπῆρχον μερικοὶ λόγοι εἰς τοὺς ὁποίους παρακαλῶ νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχήν σας. Οἱ ἐνοικιασταὶ τοῦ Πειραιῶς λέγουν ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ ἐνοικιοστασίου δὲν θὰ λυθῇ μὲ νόμους, οἱ ὁποῖοι ἐγράφησαν ἢ πρόκειται νὰ γραφῶσιν ἐντὸς τοῦ Α ἢ τοῦ Β μέρους. Καὶ οἱ ἐνοικιασταὶ τοῦ Πειραιῶς λέγουν ὅτι διὰ νὰ λυθῇ τὸ ἐνοικιοστάσιον ἔχομεν ἀνάγκην σπιτιῶν καὶ διὰ νὰ γίνουν σπίτια εἶναι ἀνάγκη ἡ Πολιτεία νὰ διευκολύνῃ τὴν οἰκοδομὴν τῶν οἰκιῶν. Οἱ ἐνοικιασταὶ τοῦ Πειραιῶς λέγουσιν: «Εἶναι ἀνάγκη ἡ Ἐθνοσυνέλευσις νὰ ἀναγκάσῃ τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν οἰκοπέδων τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως Ἀθηνῶν καὶ τῆς πόλεως Πειραιῶς νὰ ἀνεγείρωσιν εἰς τὰ οἰκόπεδά των οἰκίας». Λέγουσιν ἐπίσης οἱ ἐνοικιασταὶ ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη τὰ δημόσια οἰκόπεδα, τὰ ὁποῖα οἱ διάφοροι ἐπιτήδειοι οἰκοπεδοφάγοι καταπατοῦν καθ’ ἑκάστην, νὰ δοθῶσιν εἰς τὰ Σωματεῖα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ συνάψωσιν οἰκονομικοὺς συνδυασμοὺς καὶ νὰ ἀνεγείρωσιν οἰκίας τῇ βοηθείᾳ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Καὶ οὕτω πως θὰ εἶναι δυνατὸν ἐντὸς δύο ἐτῶν τὸ πολὺ νὰ λυθῇ τὸ ἐνοικιοστάσιον. Οἱ ἐνοικιασταὶ Πειραιῶς παρακαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, δηλαδὴ τῆς παροχῆς τῶν δημοσίων οἰκοπέδων ἀντὶ πληρωμῆς εἰς τοὺς ἀστικοὺς τούτους ὀργανισμούς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν συνεννοηθῆ μὲ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ τοιουτοτρόπως θὰ δυνηθῶσιν οἱ ἀστοὶ νὰ ἔχωσιν ἐντὸς ὀλίγου χρονικοῦ διαστήματος οἰκίας. Καὶ τὰς γνώμας αὐτὰς τῶν ἐνοικιαστῶν παρουσιάζω ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὡς ἐκ τῆς ὑπερβολικῆς ἐργασίας τοῦ ἐνοικιοστασίου, δὲν παρίσταται.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κυβέλος ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν Σωματείων Καλαμῶν σχετικῶς πρὸς τὸν κίνδυνον τὸν ὁποῖον διατρέχει ἡ πόλις ἐκ τοῦ ποταμοῦ Νέδοντος.
§26Β. ΚΥΒΕΛΟΣ. Τὰ Σωματεῖα Καλαμῶν ἀναφέρονται εἰς τὴν Δʹ τῶν Ἑλλήνων Ἐθνοσυνέλευσιν διὰ τὴν ἀντίληψιν αὐτῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἀποσοβήσεως ἑνὸς μεγάλου κινδύνου, ὁ ὁποῖος ἀπειλεῖ τὴν πόλιν τῶν Καλαμῶν. Μετὰ ἓν δυστύχημα τὸ ὁποῖον συνέβη καὶ τὸ ὁποῖον ἐστοίχισε τὴν ζωὴν τριῶν–τεσσάρων ἀνθρώπων καὶ ζημίας 10 ἑκατομμυρίων, ἐγένετο μία συζήτησις τυπική. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως, τυχαίως ταξιδεύσας ἐκεῖ, ἔλαβε γνῶσιν τοῦ φόβου ὁ ὁποῖος συνέχει τοὺς κατοίκους. Ἐπίσης ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἀκριβῶς διὰ τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐταξίδευσε μέχρι Καλαμῶν καὶ ἔλαβε γνῶσιν τοῦ ζητήματος. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, κύριοι συνάδελφοι, λόγῳ τοῦ ἐξαιρετικοῦ ἐνδιαφέροντος τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ πόλις τῶν Καλαμῶν, ἡ ὁποία τόσα εἰσφέρει εἰς τὸ Κράτος ποσά, ἄνω τῶν 100 ἑκατομμυρίων, νὰ τονίσω ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ἀντίληψιν ἐναργεστέραν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὸν κίνδυνον ὁ ὁποῖος τὴν ἀπειλεῖ. Θὰ εἴχομεν θύματα περισσότερα καὶ ἀπώλειαν πλούτου μεγαλυτέραν, ἂν ὁ καιρὸς δὲν διετηρεῖτο τόσον καλοκαιρινὸς καὶ ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ κανεὶς ὅτι, ἂν εἶναι κακὸς διὰ τὴν γεωργίαν, εἶναι καλὸς διὰ τὴν πόλιν τῶν Καλαμῶν. Ποιοῦμαι λοιπὸν ἔκκλησιν πρὸς τὰ καλῶς ἐννοούμενα καθήκοντα τῆς Συνελεύσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως ὅπως ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ δώσουν τὴν ἁρμόζουσαν προσοχήν, διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει οὐδεὶς θὰ εἴπῃ ὅτι κακῶς θὰ πράξουν οἱ κάτοικοι Καλαμῶν θέτοντες χεῖρα ἐπὶ τῶν ἑκατομμυρίων τὰ ὁποῖα πληρώνουν εἰς τὸ Κράτος, ἀφοῦ τὸ Κράτος δὲν κάμνει τὸ καθῆκόν του.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φλέσσας ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς.
§28Π. ΦΛΕΣΣΑΣ. Τετράμηνον παρῆλθε, κύριοι, ἀφ’ ἧς ἐγένετο ἡ πλήμμυρα τοῦ χειμάρρου Νέδοντος, πλειστάκις δὲ κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ ἐπεσκέφθην καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας. Δυστυχῶς, μεθ’ ὅλας τὰς ὑποσχέσεις τὰς ὁποίας μοὶ ἔδωκαν ἀμφότεροι, οὐδόλως ἐμερίμνησαν. Ἔστειλαν μόνον τελευταίως ἕνα τοπογράφον. Ἐκ τούτου καταφαίνεται ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐνδιαφέρεται διὰ τὴν πόλιν τῶν Καλαμῶν, οὔτε δὲ καὶ διὰ τὰς ὑποσχέσεις τὰς ὁποίας ἔδωκε. Διότι, ἂν ἐνδιεφέρετο, θὰ ὑπέβαλλε τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον διὰ νὰ ἐξασφαλισθοῦν καὶ ἀρχίσουν ταχέως τὰ σχετικὰ ἔργα. Πρέπει νὰ γνωρίζητε ὅτι εἰς οὐδένα ὀφείλομεν τίποτε, καθόσον ἡμεῖς, καθὼς πάντες ἄλλως τε, ἐξελέγημεν ὑπὸ τὴν σημαίαν τοῦ Μεγάλου μας Ἀρχηγοῦ. Ὁ Μέγας Ἀρχηγός μας ὡς ἔμβλημα εἶχε τὴν εἰλικρίνειαν. Καὶ εἶναι κακοὶ συνεχισταὶ τῆς πολιτικῆς ἐκείνου οἱ μὴ μιμούμενοι αὐτὸν κυρίως ὡς πρὸς τὴν εἰλικρίνειαν.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Θ. Χαβίνης, Α. Δενδρινὸς καὶ Ν. Καλέλλης ἐπὶ ἀναφορᾶς κτηνοτρόφων Ἰωαννίνων.
§30Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ διαβιβάσητε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας αὐτὴν τὴν ἀναφορὰν διὰ νὰ ἴδουν ὄχι μόνον οἱ ἀγρόται ἀλλὰ καὶ οἱ κτηνοτρόφοι, οἵτινες εἶναι ὑπὲρ τῆς ἄρσεως τοῦ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν, διὰ νὰ πεισθῇ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας καὶ ἡ Κυβέρνησις ὅτι ὁλόκληρος ὁ κτηνοτροφικὸς κόσμος καὶ ὅλη ἡ Συνέλευσις ἐνδιαφέρεται διὰ τὴν ἐν μέρει τοὐλάχιστον ἄρσιν τοῦ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν, διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν καὶ μικροκτηνοτρόφων καὶ νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ ἱστορία ἡ ὁποία παρατηρεῖται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, νὰ ἀγωνιζώμεθα νὰ τεθῇ πρῶτον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὸ ἐνοικιοστάσιον βοσκῶν, ἵνα συζητηθῇ τοὐλάχιστον, διότι οὐδὲ συζήτησιν κἂν ἐπιτρέπει ἡ Κυβέρνησις. Ἐλπίζω ὅτι αὐτὴν τὴν φορὰν θὰ πεισθῇ ἡ Κυβέρνησις ὅτι πρέπει νὰ λάβῃ κάποιαν πρόνοιαν καὶ νὰ ἀποφασίσῃ συμφώνως πρὸς τὰς ἀξιώσεις τῶν ἀγροτῶν καὶ τῶν κτηνοτρόφων, ἀλλὰ συμφώνως καὶ πρὸς τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας τῆς Συνελεύσεως.
§31Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ λάβῃ τις τὸν λόγον διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ ἀναφορὰν τοιούτου περιεχομένου, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν καὶ περιεφρόνησε τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως, διὰ τῆς ὁποίας ἀπεφασίσθη νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν», χάριν ὀλίγων φίλων της, τῶν ὁποίων τὰ συμφέροντα θίγονται. Ἀφοῦ λοιπὸν περιεφρόνησε καὶ δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν διὰ τοὺς μικροπολιτικοὺς αὐτοὺς λόγους τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως, νομίζω ὅτι εἶναι ἐντελῶς περιττὸν νὰ περιμένουν αὐτοὶ οἱ δυστυχεῖς ὅτι θὰ κατορθώσουν κάτι διὰ τῆς ὑποβολῆς αὐτῆς τῆς ἀναφορᾶς.
§32Ν. ΚΑΛΕΛΛΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας θὰ παρακληθῇ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁλόκληρος ὁ κτηνοτροφικὸς κόσμος — ὅτε δὲ λέγω κτηνοτροφικὸς κόσμος ἐννοῶ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουν μίαν ποσότητα προβάτων ἢ αἰγῶν μὴ ὑπερβαίνουσαν τὸν ἀριθμὸν τῶν 200 — ζητεῖ τὴν ἄρσιν τοῦ ἐνοικιοστασίου καὶ πολὺ δικαίως ἀπαιτεῖ ἐκ μέρους ἡμῶν προστασίαν τῶν παραγνωριζομένων δικαιωμάτων του. Ὁ κόσμος αὐτὸς ἔρχεται καὶ ζητεῖ διὰ τῆς ὑποβληθείσης εἰς τὴν Συνέλευσιν ἀναφορᾶς τὴν ἄρσιν τοῦ ἐνοικιοστασίου, τοῦ ὁποίου ἡ διατήρησις παραβλάπτει ὄχι μόνον τὰ συμφέροντα διαφόρων ἀτόμων, διαφόρων Κοινοτήτων, διαφόρων Συνεταιρισμῶν, ἀλλὰ παραβλάπτει καὶ αὐτὰ τὰ συμφέροντα τῶν κτηνοτρόφων, πρὸς τοὺς ὁποίους, ἂν αἱ πληροφορίαι μου εἶναι βάσιμοι, καὶ ἡ συμπάθεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας τείνει νὰ ἐκδηλωθῇ. Ἀλλὰ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ μᾶς παρέχωνται διαρκῶς ὑποσχέσεις, χωρὶς αὗται νὰ συνοδεύωνται μὲ πράγματα.
§33Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐξεδηλώθησαν πολλάκις, κύριε πληρεξούσιε, μὲ ἐξαιρέσεις ὑπὲρ...
§34Ν. ΚΑΛΕΛΛΗΣ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἐξεδηλώθη ἀπόφασις ἡ ὁποία ἐξήρεσε τοῦ ἐνοικιοστασίου τὸ ½ τῶν λιβαδίων τῶν ἀνηκόντων εἰς ὡρισμένας Κοινότητας, ἵνα ἡ ἐπιοῦσα τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως ἐμφανίσῃ ἐνώπιον ἡμῶν τὸν κ. Ὑπουργὸν προσπαθοῦντα νὰ παραβιάσῃ τὴν ἀπόφασιν, καθόσον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ὑπέβαλε τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως ταύτης τροπολογίαν εἰς τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἐνοικιοστασίου», διὰ τῆς ὁποίας κατηργεῖτο ἡ ἀπόφασις τὴν ὁποίαν τὴν προηγουμένην ἡμέραν αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶχεν ἐκδώσει. Ἐξηγοῦμαι σαφέστατα.
§35Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Εἶναι ἀνάγκη.
§36Ν. ΚΑΛΕΛΛΗΣ. Ἐξεδόθη ἀπόφασις διὰ 30 ἀγροκτήματα κηρυχθέντα ἀπαλλοτριωτέα, διὰ τῆς ὁποίας τὸ ½ τῶν λιβαδίων τῶν ὁποίων ἡ νομὴ εἶχε παραχωρηθῆ εἰς τοὺς συνεταιρισμοὺς κολλήγων διὰ τῆς ἀποφάσεως αἴρεται ὑπὲρ τῶν καλλιεργητῶν ἀπὸ τῆς προσεχοῦς κτηνοτροφικῆς περιόδου. Ἀλλ’ ἡ ἀπόφασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ κανένα. Εἶναι ἀριθιστικὴ καὶ συνεπῶς, ἅμα τῇ ἐπιδόσει τῆς δηλώσεως τῶν συνεταιρισμῶν τῶν κολλήγων τῶν κτηνοτρόφων, ἀπέκτων δικαίωμα οἱ καλλιεργηταὶ ὅπως εἰς τὸ μέλλον δυνηθῶσι καὶ κάμωσι χρῆσιν τοῦ ½ τῶν λιβαδίων. Ἐξ ἀντιθέτου ὑπεβλήθη τὸ σχέδιον νόμου ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου καταργεῖται ἡ ὑπ’ αὐτοῦ ἐκδοθεῖσα ἀπόφασις.
§37Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κατὰ τίνα τρόπον;
§38Ν. ΚΑΛΕΛΛΗΣ. Ἰδοὺ πῶς. Ἂν τὸ σχέδιον νόμου ἐγίνετο δεκτὸν ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως, θὰ ἐπήρχετο τὸ ἑξῆς ἀποτέλεσμα. Πᾶσα ἀπόφασις ἀντικειμένη εἰς τὸν νόμον, τοῦ ὁποίου ἐπεδιώξατε τὴν ψήφισιν....
§39Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐξηγήσατε τὴν ἀντίφασιν.
§40Ν. ΚΑΛΕΛΛΗΣ. ... Ἡ ἀντίφασις ἔγκειται εἰς τοῦτο· ὅτι ἐνῷ ὑμεῖς ὁριστικῶς εἴχετε παραχωρήσει εἰς τοὺς κτηνοτρόφους, ἤλθετε διὰ τοῦ σχεδίου νόμου νὰ εἴπητε ὅτι ἡ ἀπόφασις θὰ ἀρθῇ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν θὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος.
§41Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Μὰ διατί; Ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ μάθω κατὰ τίνα τρόπον ἡ τροπολογία τὴν ὁποίαν εἰσηγήθην εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὴν ἀπόφασιν τὴν ὁποίαν ἔλαβα.
§42Ν. ΚΑΛΕΛΛΗΣ. Διότι ἡ τροπολογία ἐξαρτᾷ τὴν παραχώρησιν τῆς χρήσεως τοῦ ἡμίσεος τῶν λιβαδίων ἀπὸ τὴν κρίσιν ὡρισμένης Ἐπιτροπῆς.
§43Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἀλλά, κύριε πληρεξούσιε, αὐτὸ εἶναι διὰ τὸ μέλλον. Ὅταν ὁ νόμος λέγῃ ὅτι εἰς τὸ μέλλον ἡ ἐξέτασις θὰ γίνῃ κατ’ ἀπόφασιν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐννοεῖται — καὶ αὐτὸ εἶναι πασίγνωστον νομικῶς — ὅτι ἀπόφασις ἐκδοθεῖσα ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας Ἀρχῆς διατελεῖ ἐν ἰσχύϊ καὶ ἂν ἀκόμη μεταγενέστερος νόμος ἀναθέσῃ εἰς ἄλλην Ἀρχὴν τὴν ἁρμοδιότητα αὐτήν. Καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου αἱ ἀποφάσεις παραμένουν ἐν ἰσχύϊ. Ἡ τροπολογία μου λοιπὸν αὐτὴ δὲν ἀναιρεῖ τὴν ἀπόφασιν.
§44Ν. ΚΑΛΕΛΛΗΣ. Ὅσα εἴπετε ὁμολογουμένως μὲ ἐξέπληξαν, διότι ἀπορῶ πῶς σεῖς, ὁ ὁποῖος εἶσθε διακεκριμένος νομικός, εἶσθε σύμβουλος τόσων Ἑταιρειῶν, εἶσθε ἀνὴρ διὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ὑπερηφανεύηται ἡ Ἑλλὰς ὅτι ὁ νομικός της κόσμος περιλαμβάνει αὐτὸν εἰς τοὺς κόλπους του, λέγετε ὅτι ὁ νόμος δὲν καταργεῖ τὰς ἀποφάσεις τὰς ἐν ἰσχύϊ, ἀφοῦ ὁ νόμος ἀφορᾷ τὸ μέλλον.
§45Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἂν θέλετε νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἔχω ὑποβάλει, ἡ τροπολογία αὐτὴ δὲν ἀναιρεῖ καθόλου τὰς ἀποφάσεις τὰς ἐν ἰσχύϊ.
§46Ν. ΚΑΛΕΛΛΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ παρακαλέσω, κ. Ὑπουργέ, νὰ ἐμμείνητε ἵνα τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν» ψηφισθῇ ὅσον εἶναι δυνατὸν ταχύτερον.
§47Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Αὐτὸ εἶναι ζήτημα Συνελεύσεως.
§48Ν. ΚΑΛΕΛΛΗΣ. Νὰ ἐπιμείνητε νὰ ψηφισθῇ.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ζερβὸς ἐπὶ ἀναφορᾶς Δ. Δημητρίου, αἰτοῦντος οἰκονομικὴν ἐπικουρίαν λόγῳ τῶν πολλῶν τέκνων τὰ ὁποῖα ἔχει.
§50Σ. ΖΕΡΒΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρόκειται περὶ μιᾶς ἀναφορᾶς ἑνὸς οἰκογενειάρχου ὁ ὁποῖος ἔχει δέκα τέκνα, ἑπτὰ ἄρρενα καὶ τρία θήλεα. Ὅταν πρὸ ἡμερῶν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ δεχθῶ τὴν ἐπίσκεψίν των, ὁμολογῶ ὅτι ἐγέμισε τὸ σπίτι μου. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν ὅπως λάβητε τὴν καλωσύνην νὰ τοποθετήσητε τὸν ἀναφερόμενον εἰς κάποιαν Ὑπηρεσίαν προκειμένου περὶ προστάτου οἰκογενείας ἐκ δώδεκα ἀτόμων, ἵνα δυνηθῇ νὰ θρέψῃ αὐτήν.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Κ. Βουδούρης καὶ Λ. Καταφυγιώτης ἐπὶ ἀναφορᾶς Συλλόγου δημοδιδασκάλων.
§52Λ. ΚΑΤΑΦΥΓΙΩΤΗΣ. Εἶναι γνωστόν, κ. Πρόεδρε, πρὸς ὑμᾶς ὅτι ὅμοιαι ἀναφοραὶ πρὸς τὴν ἀναφορὰν ταύτην τοῦ διδασκαλικοῦ κόσμου Καρδίτσης ὑπεβλήθησαν ἀπὸ ὅλας τὰς ἐπαρχίας, εἶναι δὲ γνωστὸν καὶ εἰς ἡμᾶς ὅλους ὅτι τὸ τελευταῖον νομοθέτημα περὶ μισθῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἀνεστάτωσε τὸν διδασκαλικὸν κόσμον λόγῳ τῆς ἀνισότητος καὶ διότι παρουσιάζει τοὺς τριτοβαθμίους δημοδιδασκάλους λαμβάνοντας μισθοὺς κατωτέρους τοῦ χωροφύλακος. Ἐν τῇ ἀναφορᾷ αὐτῇ ἀναπτύσσονται τὰ ἐπιχειρήματα τῶν δημοδιδασκάλων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ὑπέβαλε νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου καθορίζεται καὶ διαβάθμισις τῶν δημοδιδασκάλων. Αὐτὸ παρακαλῶ νὰ συζητηθῇ καὶ νὰ ψηφισθῇ. Κατὰ τὰ ἄλλα ἐπαφίεμαι εἰς τὴν πρόνοιαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Ν. Καλέλλης καὶ Π. Γεωργίτσης ἐπὶ ἀναφορᾶς δημάρχου Ἰωαννίνων.
§54Π. ΓΕΩΡΓΙΤΣΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν τοῦ δημάρχου Ἰωαννίνων, διότι ἀφορᾷ τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον Ἰωαννίνων, ὁ ὁποῖος, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐργάται τοῦ δήμου Ἰωαννίνων εἰργάζοντο ἐκεῖ πρὸς ἰσοπέδωσιν μιᾶς πλατείας ἀνηκούσης εἰς τὸν δῆμον, ἰσχυριζόμενος ὁ Ἔφορος Ἰωαννίνων ὅτι ἡ πλατεῖα αὕτη ἀνήκει εἰς τὸ Δημόσιον ἔστειλε χωροφύλακας καὶ συνέλαβον τοὺς ἐργάτας, παρέπεμψε δὲ αὐτοὺς εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον. Ἡ συμπεριφορὰ αὕτη τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου βεβαίως θίγει βαθύτατα τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ δημάρχου Ἰωαννίνων καὶ τὴν πόλιν τῶν Ἰωαννίνων. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν αὐτὸ καὶ νὰ ἀπευθύνῃ δριμυτάτας παρατηρήσεις εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον. Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον νὰ μετετίθετο ἐκεῖθεν, διότι καὶ ἄλλα παράπονα ὑπάρχουν.
§55Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔλαβον γνῶσιν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ καὶ ἀπέστειλα σχετικὰς διαταγάς.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαντληθείσης τῆς ὥρας τῶν ἐρωτήσεων εἰσερχόμεθα....
§57Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τίνος;
§59Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἐνοικιοστασίου.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ δύναται νὰ ἀποτελέσῃ θέμα ἰδίας ἐπερωτήσεως.
§61Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Λόγῳ τῆς σπουδαιότητος τοῦ ζητήματος νομίζω ὅτι ἡ Συνέλευσις θὰ εἶναι διατεθειμένη νὰ ἀκούσῃ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ δώσῃ μερικὰς διασαφήσεις, διότι ὅλος ὁ κόσμος ἀνεστατώθη μὲ τὴν δημοσίευσιν τοῦ Διατάγματος. Ἐδώσαμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκδώσῃ Διάταγμα ρυθμίζον τὰ τοῦ ἐνοικιοστασίου, ἀλλὰ δὲν ἐδώσαμεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ «φιρμάνι» δι’ ὅλους τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαλλήλους ὅτι εἶναι εὔποροι.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλετε ἐπερώτησιν νὰ ἐγγραφῇ καὶ νὰ συζητηθῇ αὔριον, διότι πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ Κανονισμός.
§63Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καὶ ἐγὼ συμφωνῶ μὲ ὑμᾶς, κ. Πρόεδρε, νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ Κανονισμός, καὶ ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειονοψηφία ἐπιμένει, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ Κανονισμός. Θὰ παρεκάλουν ὅμως ὅπως δεχθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ προταχθῇ αὔριον ἡ ἐπερώτησις περὶ ἐνοικιοστασίου, διότι δὲν εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐπιδέχεται ἀναβολήν. Ἂν ἡ Συνέλευσις ἐπιδοκιμάζῃ τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ Διάταγμα, ἂν δὲ δὲν τὴν ἐπιδοκιμάζῃ, δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ.
§64Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ προσωπικῶς δὲν θὰ εἶχον δυσκολίαν νὰ προταχθῇ αὔριον ἡ ἐπερώτησις, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ προεξοφλήσω τὴν συζήτησιν αὐτῆς, ἐφόσον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν δυνηθῇ νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν συνεδρίασιν. Τὸ Διάταγμα ἰσχύει ἀπὸ 1ης Μαρτίου, ὥστε, ἂν δὲν εἶναι αὔριον ἐδῶ ὁ κ. Ὑπουργός, θὰ προταχθῇ ἡ ἐπερώτησις διὰ τὴν προσεχῆ Τετάρτην· διότι πρέπει νὰ εἶναι ἐδῶ ὁ κ. Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰς θέσιν νὰ συζητήσῃ καὶ νὰ ἐκθέσῃ τὰς ἀπόψεις του ἐπὶ τοῦ Διατάγματος.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Συντακτικῆς καὶ Νομοθετικῆς Ἐργασίας Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ «περὶ Νομοθετικῆς Ἐξουσίας» Κεφαλαίου τοῦ Συντάγματος. Ὁ κ. Δουζίνας ἔχει τὸν λόγον.
§66Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Δὲν ἐσκόπουν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐκ νέου μὲ θέμα τὸ ὁποῖον ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας ἀπασχόλησε τὴν Συνέλευσιν. Ἀτυχῶς ὅμως ὁ φίλος συνάδελφος ἐκ Μυτιλήνης καταστρέφων χθὲς τὸν λόγον του ἐθεώρησεν ὑποχρέωσίν του νὰ ρίψῃ λίθον ἀναθέματος κατὰ τοῦ δημοκρατικωτέρου τῶν θεσμῶν, κατὰ τοῦ θεσμοῦ τοῦ νομοθετικοῦ δημοψηφίσματος, τὸν ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἀναπτύξω ἐν πλάτει εἰς τὴν προηγουμένην συζήτησιν. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι περιετύλιξε τοὺς λίθους αὐτούς, κατὰ τὴν προσφιλῆ του συνήθειαν, διὰ καλυμμάτων μελλοντικῶν ἐλπίδων, ἀλλὰ τοῦτο οὐδόλως μετέβαλε τὴν ὀδυνηρότητα τοῦ πλήγματος. Καὶ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος νὰ τῷ παρατηρήσω ὅτι τὴν τακτικὴν αὐτήν, προκειμένου νὰ ὁλοκληρωθῇ ἡ μορφὴ τῆς Δημοκρατίας ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὴν τακτικήν, λέγω, αὐτὴν ἐτήρησεν εἰς ὅλα τὰ μέχρι τοῦδε ζητήματα. Ὑπῆρξε δημοκρατικὸς καὶ ἐκ τῶν ἀγωνισθέντων σκληρῶς· καὶ ἐγὼ πρῶτος ὁμολογῶ τὴν δρᾶσίν του ταύτην. Ἐν τούτοις παραδόξως ὅλως ἐτήρησε τοιαύτην τακτικὴν εἰς ὅλα τὰ ζητήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παρουσιάσθησαν διὰ νὰ στερεωθῇ ἡ Δημοκρατία εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὥστε, ἀντὶ νὰ ὠφελήσῃ, νὰ νομίζω μᾶλλον ὅτι ἔβλαψε ταύτην. Δὲν τὸ λέγω διὰ νὰ κατηγορήσω τὸν ἀγαπητὸν συνάδελφον, διότι φρονῶ ὅτι πᾶν ὅ,τι εἶπε καὶ πᾶν ὅ,τι ἔπραξε, τὸ ἔπραξε πράγματι ἐν συνειδήσει, νομίζων ὅτι κατὰ τὴν ἰδικήν του ἀντίληψιν προάγει τὸ ζήτημα. Ἡμεῖς ὅμως φρονοῦμεν ὅτι ἡ τακτικὴ τὴν ὁποίαν ἐτήρησεν, ἀντὶ νὰ ὠφελήσῃ, ἀντὶ νὰ στερεοποιήσῃ τὸ νέον δημοκρατικὸν πολίτευμα, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον πρέπει πρὸ παντὸς νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, τοὐναντίον διὰ τῆς τακτικῆς του συνετέλεσε κατὰ πολύ, ὥστε τοῦτο νὰ ζημιωθῇ καὶ εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ εἰς τὴν σταθερότητα εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἐλπίζωμεν.
§67Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ποίαν σχέσιν ἔχει ἡ στερεότης τῆς Δημοκρατίας μὲ τὸ δημοψήφισμα;
§68Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἔχει μεγάλην σχέσιν, κ. πρόεδρε, διότι φρονῶ ὅτι ὁ κ. Παπανδρέου, εἷς τῶν καλυτέρων ἀγωνιστῶν τῆς Δημοκρατίας, διὰ τοῦ ἀγῶνος τὸν ὁποῖον κάμνει κατὰ τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ ἐλάπτει.
§69Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἂν δὲν ἀπατῶμαι, κ. συνάδελφε, ὁ ἀρχηγὸς τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», τοῦ ὁποίου σεῖς τοὐλάχιστον ἀναγνωρίζετε τὴν ἀλάθητον τακτικὴν—ἐγὼ βεβαίως ὄχι—ὁ ἀρχηγὸς ὑμῶν εἰς τὸ συγκεκριμένον αὐτὸ ζήτημα τοῦ νομοθετικοῦ δημοψηφίσματος εἶναι ἐπίσης ἀντίθετος. Ἄρα ὑποσκάπτει ἐπίσης τὰ θεμέλια τῆς Δημοκρατίας ὁ ἀρχηγὸς ὑμῶν. Δίκαιον λοιπὸν εἶναι νὰ ἀπευθύνητε καὶ ἐναντίον ἐκείνου τὰς αἰτιάσεις σας.
§70Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τὴν τακτικὴν αὐτήν, λέγω, ἐτήρησε καὶ ὅταν ἡ παροῦσα Συνέλευσις ἐπρόκειτο νὰ καταλύσῃ τὴν Δυναστείαν καὶ νὰ κηρύξῃ τὸ πολίτευμα τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἤδη. Τὴν τακτικὴν αὐτὴν ἐτήρησε καὶ ὅταν ἐπρόκειτο νὰ θεσπίσωμεν ἀμέσως τὸ ἕτερον σκέλος τῆς Λαϊκῆς Ἀντιπροσωπείας, τὴν δευτέραν Βουλήν, ἐκ τῆς ὁποίας ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ ἔβλεπεν ἀμέσως τὰ ἀποτελέσματα τῆς Δημοκρατίας, θὰ ἔβλεπεν ἀμέσως νέαν κατεύθυνσιν καὶ νέαν μορφὴν πολιτεύματος ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν εἶχε τὸ πολίτευμα ἀπὸ τὸ ὁποῖον διῳκεῖτο μέχρι τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἤλθομεν ἐνταῦθα καὶ ἀνεκηρύξαμεν τὴν Δημοκρατίαν. Καὶ ἤδη, κύριοι, εἰς τὸ ἐπίμαχον θέμα, ὅταν πρόκειται νὰ δώσωμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὸ δικαίωμα, ὅπως ἐν τῷ περιωρισμένῳ μέτρῳ, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἀνέπτυξα ἐνταῦθα, ἐνασκῇ ἀμέσως τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν, καὶ εἰς τὸ θέμα τοῦτο παρουσίασε τὴν ἰδίαν τακτικήν. Καὶ μὲ ποῖα ἐπιχειρήματα, κύριοι συνάδελφοι, ἠθέλησε νὰ πολεμήσῃ τὸν θεσμὸν αὐτόν; Παρηκολούθησα ἐπισταμένως ὅσα ἀνέπτυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐνῷ δὲ εἰς ὅλα τὰ ἄλλα θέματα εἶναι πλουσιώτατος εἰς ἐπιχειρήματα, εἰς τὸ θέμα τοῦτο παρουσιάσθη, τοὐλάχιστον δι’ ἐμέ, πενιχρός, πενιχρότατος· διότι τρία μόνον ἀντέταξεν ἐπιχειρήματα κατὰ τῆς καθιερώσεως τοῦ δημοψηφίσματος τοῦ νομοθετικοῦ ἐν τῷ περιωρισμένῳ, λέγω, μέτρῳ, τὸ ὁποῖον ἐξέθηκα. Μᾶς ἀντέταξεν ἄγνοιαν τεχνικὴν εἰς τὸν λαόν, ἀδιαφορίαν καὶ τρίτον ὅτι τὸ δημοψήφισμα θὰ ἀπασχολῆται μόνον μὲ δευτερεύοντα ζητήματα. Νομίζω ὅτι πλανᾶται ἀπολύτως ὁ κ. συνάδελφος. Δὲν ἀντιλαμβάνομαι σαφῶς τί ἠννόει «ἄγνοιαν τεχνικὴν εἰς τὸν λαόν», διότι ὁ λαὸς δὲν πρόκειται διὰ τοῦ δημοψηφίσματος νὰ καταρτίσῃ τὸν νόμον.
§71Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Δὲν ἐλέχθη αὐτό.
§72Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἀφήσατε, κ. Καρασεβδᾶ, ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρά σας. Ὁ λαὸς δὲν πρόκειται ὁ ἴδιος νὰ καταρτίσῃ ἕνα νόμον, ὁ λαὸς πρόκειται μόνον νὰ ἐγκρίνῃ ἕνα νόμον ψηφισθέντα, ὅταν τὸ ζητῇ εἷς μέγας ἀριθμὸς τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Βουλῆς, ὥστε δὲν ἀπαιτεῖται καμμία νομοτεχνικὴ ἱκανότης πρὸς δημιουργίαν τοῦ νόμου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἔκαμε τὸν κ. συνάδελφον καὶ εἰσηγητὴν τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς νὰ διστάσῃ διὰ τὴν καθιέρωσιν τοῦ θεσμοῦ τοῦ νομοθετικοῦ δημοψηφίσματος. Ὁ λαός, ὅπως ἡμεῖς τοὐλάχιστον ἐπροτείναμεν τὴν καθιέρωσιν τοῦ δημοψηφίσματος, δὲν πρόκειται αὐτὸς νὰ καταρτίσῃ τὸν νόμον· αὐτὸς πρόκειται νὰ ἀποφασίσῃ ἐπὶ καταρτισθέντος, ἐπὶ διατυπωθέντος ἤδη νόμου, ἑπομένως οὐδεμία νομοτεχνικὴ ἱκανότης ἀπαιτεῖται πρὸς τοῦτο. Ἀπεναντίας αἱ συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ διεξαχθῶσι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου ἐν τῇ Βουλῇ, αἱ συζητήσεις αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπακολουθήσουν εἰς τὴν Γερουσίαν, ἡ ὁποία θὰ τὸν ἀπορρίψῃ, αἱ συζητήσεις αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπακολουθήσουν μετέπειτα εἰς τὸν Τύπον καὶ ἀπὸ τὰς ἐπιστημονικὰς Ἑνώσεις, αὐταὶ θὰ φωτίσωσι καὶ αὐταὶ θὰ εὐκολύνωσι τὸν λαόν, ἵνα μορφώσῃ γνώμην, ἂν ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι πράγματι νόμος ὁ ὁποῖος θὰ προαγάγῃ τὰ συμφέροντά του ἢ εἶναι νόμος ὁ ὁποῖος θὰ τὸν ὁδηγήσῃ εἰς τὸν ὄλεθρον. Δὲν ἀπαιτεῖται λοιπὸν καμμία τεχνικὴ ἱκανότης, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται μόνον καλὴ πρόθεσις καὶ καλὴ διάθεσις, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν παρατηρεῖται πολλάκις εἰς τοὺς νομοθέτας. Ἄλλο ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀντέταξεν ὁ κ. Παπανδρέου, εἶναι ἡ ἀδιαφορία. Ὅπου ἐφαρμόζεται τὸ δημοψήφισμα, κύριοι συνάδελφοι, δὲν παρετηρήθη τοιαύτη ἀδιαφορία εἰς τὸ ψηφίζειν. Ἂν δὲν πρέπῃ νὰ ἀρυώμεθα παραδείγματα ἐκ τῆς ξένης, πρέπει νὰ ἀρυσθῶμεν τὰ παραδείγματα ἀπὸ τὰς Χώρας ἐκείνας ὅπου ἐφηρμόσθη τὸ δημοψήφισμα· πρέπει νὰ ἀρυσθῶμεν παραδείγματα ἀπὸ τὴν Ἑλβετίαν, πρέπει νὰ ἀρυσθῶμεν παραδείγματα ἀπὸ τὴν Ἀμερικήν, ἐκεῖ ὅπου ἐφηρμόσθη ἐν ἐκτάσει τὸ δημοψήφισμα. Ἐκεῖ δὲν παρετηρήθη ἡ ἀδιαφορία διὰ τὴν ὁποίαν κατήγγειλε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὁ κ. συνάδελφος. Φαίνεται ὅμως ὅτι ὁ κ. συνάδελφος ἔχει διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν οὐχὶ τὴν ἰδέαν τὴν ὁποίαν ἡμεῖς τοὐλάχιστον ἔχομεν δι’ αὐτὸν καὶ δι’ αὐτὸ νομίζει ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἐνασχολεῖται δι’ ὅσα ζητήματα τὸν ἐνδιαφέρουν. Διὰ τοῦτο τῷ ἀποδίδει ἀδιαφορίαν, ἐνῷ ὅλα τὰ παραδείγματα τὰ ὁποῖα ἔχομεν μαρτυροῦσι περὶ τοῦ ἐναντίου. Ὁσάκις ἐκλήθη ὁ λαός, εἴδομεν ὅτι καθόλου δὲν παρουσιάζει ἀδιαφορίαν, τοὐναντίον παρουσιάζει φανατισμὸν ἴσως περισσότερον τοῦ δέοντος. Ὥστε καὶ τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἀντέταξε δὲν νομίζω ὅτι εἶναι σοβαρόν, ἱκανὸν ἵνα ἐμποδίσῃ ἡμᾶς εἰς τὸ νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοθετικοῦ δημοψηφίσματος. Φαίνεται ὅμως ὅτι ἴσως δὲν ἐξηγήθην καλῶς κατὰ τὴν προηγουμένην ὁμιλίαν μου, διότι ἤκουσα νὰ ὁμιλοῦν καὶ περὶ λαϊκῆς πρωτοβουλίας καὶ περὶ ἐκτεταμένου δημοψηφίσματος, ἐνῷ ἐγὼ καθώρισα τί ἤθελον. Εἶπον ὅτι θέλω μόνον προαιρετικὸν δημοψήφισμα, οὐχὶ ὑποχρεωτικόν, θέλω δηλαδὴ δημοψήφισμα, κατὰ τὸ ὁποῖον ὄχι ὅλοι οἱ νόμοι οἱ ψηφιζόμενοι ἐνταῦθα ὑποχρεωτικῶς θὰ τίθενται ὑπὸ δημοψήφισμα, ἀλλ’ οἱ νόμοι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους θὰ ζητήσῃ ἡ μεγάλη πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, ἢ οἱ νόμοι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἴσως μέγας ἀριθμὸς ἐκλογέων ἐπιμόνως θὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ τεθῶσιν ὑπὸ δημοψήφισμα. Μόνον διὰ τοὺς τοιούτους νόμους ἐγὼ ἐζήτησα νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ τοῦ παρόντος τὸ δημοψήφισμα καὶ ἔφερα παράδειγμα ὅτι ὅλα τὰ μεταπολεμικὰ Κράτη ἔγραψαν εἰς τὰ Συντάγματά των παρομοίας διατάξεις. Μᾶς ἀντιτάσσουν· διατί δὲν ἔχει οὔτε ἡ Γαλλία οὔτε ἡ Ἀγγλία; Μὴ λησμονῶμεν ὅτι τὰ Κράτη αὐτὰ δὲν ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ μεταρρυθμίσουν τὰ Συντάγματά των. Δὲν δυνάμεθα νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ Κράτη ἐκεῖνα εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἐδόθη ἀφορμὴ καὶ ἀποδίδεται ἀφορμὴ μόνον εἰς ἐσωτερικούς τιναγμοὺς καὶ δὲν θὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι μετὰ τὸν πόλεμον ἐδημιουργήθη νέον καὶ δὲν θὰ ἀρυσθῶμεν ἐπίσης διδάγματα ἐκεῖ ὅπου εἶχον ἐφαρμοσθῆ. Ἀλλ’ ἐρευνῶν λεπτομερειακῶς τὴν πρότασίν μου εἰς τὸ σημεῖον ὅπου ἐξαιρῶ τὴν περίπτωσιν τοῦ πολέμου, ὅπου ἐξαιρῶ τὸν Προϋπολογισμὸν ἤντλησα ἀπὸ ἐκεῖ τὸ ἐπιχείρημα ὅτι τί ἔχει τότε νὰ κάμῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διὰ τοῦ δημοψηφίσματος; Θὰ ψηφίζῃ τὰ δευτερεύοντα. Ποῖα δευτερεύοντα; Ὅλα τὰ ζητήματα τὰ κοινωνικὰ τὰ ὁποῖα συζητοῦνται καὶ τὰ ὁποῖα θὰ προκαλέσουν τὸ ζωηρὸν ἐνδιαφέρον τῆς μεγάλης πλειονοψηφίας. Αὐτὰ ὅλα θὰ τεθοῦν ὑπὸ τὴν ψῆφον τοῦ λαοῦ, ὅταν προηγηθῶσιν οἱ ἀπαιτούμενοι ὅροι, ὅταν δηλαδὴ διαμορφωθῇ εἰς τὴν συνείδησιν τῆς μειονοψηφίας ἐκείνης ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκτεθῇ εἰς δημοψήφισμα ὁ νόμος αὐτός, διότι δὲν ἐπείσθησαν ἐπαρκῶς ἐκ τῆς πλειονοψηφίας, ἡ ὁποία τὸν ἀπέρριψεν ἢ τὸν ἐδέχθη. Ὅτι ὄντως καὶ τοῦτο ἔπρεπε νὰ γίνῃ....
§73ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Παραδέχεσθε δημοψήφισμα εἰς τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ὑπάρξῃ διαφωνία μεταξὺ Βουλῆς καὶ Γερουσίας;
§74Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Μάλιστα. Ἀμέσως. Ἄν μὲ εἴχετε παρακολουθήσει, προχθὲς εἶπον τοῦτο. Ἐζήτησα κατὰ πρῶτον νομοθέτημα προαιρετικὸν δημοψήφισμα, δηλαδὴ πλὴν ὡρισμένης κατηγορίας νόμων, τῶν φορολογικῶν, τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῆς περιπτώσεως τοῦ πολέμου, διότι τοὺς νόμους τούτους, τὸν πόλεμον, ὡς ὀρθότατα παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Γρηγορίου, τὸν ἀποκρούει ἡ φύσις του, διότι αὐτὴ εἶναι πρᾶξις τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, ἀλλὰ καί, κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην, διότι εἶναι ἀπρόοπτον γεγονός, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ προΐδῃ οὔτε ἔχει τὸν κατάλληλον χρόνον νὰ τὸ συζητήσῃ. Δι’ ὅλα τὰ ἄλλα ζητῶ, ὅταν τὸ ζητήσῃ μία μεγάλη πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, ὅταν τὸ ζητήσῃ τὸ ⅓ τῆς Βουλῆς, ἢ ἔθεσα εἰς τὴν κρίσιν ὑμῶν καὶ μεῖζον ποσὸν ὥστε καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ δύναται νὰ φέρῃ ὄχι πάντα νόμον, ἀλλὰ μόνον ἐκεῖνον τὸν νόμον ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ σημασίαν καὶ ὁ ὁποῖος γνωρίζομεν ὅτι θὰ προκαλέσῃ τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ κόσμου ἐκ τῆς ἀπορρίψεως. Ἐπίσης ἐζήτησα τὸ δημοψήφισμα διὰ τὴν ἄρσιν τῆς διαφωνίας μεταξὺ Γερουσίας καὶ Βουλῆς. Ὅλα τὰ φάρμακα τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν ἐνταῦθα διὰ τὴν λύσιν τῆς διαφωνίας δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι τὰ ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης πραγματικῶς καθιερωμένα. Ὅλα τὰ φάρμακα εἶναι μικραὶ ἐφευρέσεις μικροεμπειρικῶν, αἱ ὁποῖαι προσπαθοῦσι νὰ κολάσωσι καὶ νὰ βελτιώσωσι τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀδύνατα καὶ δι’ αὐτὸ ὑπάρχει διαφωνία μεταξὺ τῆς Α μερίδος καὶ τῆς Β μερίδος. Καὶ ἤκουσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ. Διατί κύριοι, ἀφοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε τὸ σύστημα τὸ προταθὲν τῆς κοινῆς συμπράξεως οὔτε τὸ ἄλλο σύστημα τῶν προθεσμιῶν εἶναι δυνατὸν νὰ θεραπεύσῃ τὴν ἀνάγκην τῆς λύσεως τῆς διαφωνίας ἄνευ βλάβης ἑκατέρου τῶν Σωμάτων, διατί νὰ μὴ καταφύγωμεν εἰς τὴν μόνην λύσιν τὴν ὀρθὴν καὶ νὰ ἀναθέσωμεν εἰς τὸν λαὸν νὰ λύσῃ τὴν διαφορὰν αὐτήν; Ἐζήτησα, κύριοι συνάδελφοι, καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ὡς τὸ μέσον τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν ὅλας τὰς διαφωνίας τὰς ἐντεῦθεν προκυπτούσας νὰ λύσῃ, ἐζήτησα εἰς τὰς μεταξὺ Βουλῆς καὶ Γερουσίας διαφορὰς ἀντιλήψεων νὰ προσάγηται τὸ νομοθέτημα εἰς τὸν λαὸν κατηρτισμένον, διατετυπωμένον μετὰ τὰς συζητήσεις αἱ ὁποῖαι θὰ ἔχουν διεξαχθῆ μακρόταται καὶ εἰς τὸ Σῶμα τοῦτο καὶ εἰς τὸ Σῶμα ἐκεῖνο, θὰ ἔχῃ ὅλα αὐτὰ ὑπ’ ὄψιν του ὁ λαὸς καὶ θὰ ἔρχηται διὰ τῆς ψήφου του νὰ κρίνῃ ποῖα εἶναι ἡ ὀρθοτέρα γνώμη ἐξ ὅλων. Ἡ γνώμη αὐτὴ ἀπεκρούσθη, νομίζω ὅμως ὅτι πάντως ἐκεῖ θὰ καταλήξωμεν εἴτε θέλομεν εἴτε δὲν θέλομεν. Θὰ μᾶς πείσῃ τὸ προσεχὲς μέλλον, θὰ μᾶς πείσωσιν αἱ πρῶται διαφωνίαι μεταξὺ Βουλῆς καὶ Γερουσίας ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως, θὰ μᾶς πείσωσιν, ἂν πράγματι διὰ μίαν Γερουσίαν, Σῶμα πραγματικῶς βουλευόμενον, καὶ μίαν Βουλὴν πραγματικῶς βουλευομένην, χρειάζεται ὁ διαιτητὴς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ λύῃ καὶ τὰς μεταξὺ ἐκείνων διαφοράς.
§75ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Εἶναι ἀπαραίτητος ἡ διάταξις αὐτή;
§76Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Εἶναι ἀπαραίτητος, κ. συνάδελφε, διότι ἀσφαλῶς τὸ ἓν Σῶμα θ’ ἀπορροφήσῃ ὁλόκληρον τὴν δύναμιν τοῦ ἄλλου καὶ τότε ἀντὶ Γερουσίας θὰ προπαρασκευάσωμεν μίαν ἀκαδημίαν συζητήσεων καὶ οὐδὲν πλέον. Ἂν ἐφαρμοσθῶσιν αἱ λύσεις αἱ προτεινόμεναι ὑπὸ τῶν διαφόρων ρητόρων πλὴν τοῦ δημοψηφίσματος, ἀσφαλῶς εἶναι προωρισμένον νὰ νεκρωθῇ τὸ ἓν ἐκ τῶν δύο Σωμάτων. Εἶναι ὁ νόμος τῆς πάλης, εἶναι ὁ νόμος τοῦ ἀγῶνος, ὅπου ὁ εἷς θὰ ἡττηθῇ εἰς τὴν πάλην, καὶ αὐτὸς θὰ εἶναι κατὰ τὴν γνώμην μου ἡ Γερουσία. Ὅπως διατυποῦται ἐν τῷ συνόλῳ τῶν διατάξεων, θὰ δημιουργηθῇ διὰ τοῦ δημοψηφίσματος ὁ διαιτητὴς ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ λύσῃ τὰς διαφορὰς αὐτάς, ὁ ὁποῖος θὰ κρατήσῃ ἀμφότερα τὰ Σώματα εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν περιωπὴν καὶ θέσιν. Καὶ τοῦτο προκειμένου περὶ ἄρσεως διαφωνίας μεταξὺ Γερουσίας καὶ Βουλῆς. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ περιορισθῶ μόνον εἰς αὐτό, ἀλλὰ θέλω νὰ τὸν ἀσκήσωμεν καὶ νὰ τὸν παιδαγωγήσωμεν ἐναργέστερον εἰς τὰ δημόσια πράγματα. Θέλω νὰ τὸν ἀπασχολήσωμεν εἰς τὴν κυρίως πολιτικὴν καὶ οὐχὶ εἰς τὴν πολιτικὴν τῶν προσώπων, ὅπου ἀσκεῖται μέχρι σήμερον.
§77ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τοῦ ρουσφετιοῦ.
§78Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τοῦ ρουσφετιοῦ· διότι πᾶσαν προσπάθειαν καταβάλλομεν μόλις καταρτίσωμεν τὸ Σῶμα νὰ θέλωμεν νὰ προπαρασκευάζωμεν ὅ,τι συμφέρει διὰ τὰ ἄτομα ἡμῶν, διὰ τὴν μέλλουσαν Βουλήν. Δὲν προσπαθοῦμεν νὰ διαπαιδαγωγήσωμεν τὸν λαὸν ὥστε αὐτὸς νὰ μεριμνᾷ μόνον περὶ τῶν ἰδίων συμφερόντων καὶ ὑποθέσεων. Καὶ ἀνεφέρθησαν παραδείγματα ἀρχαῖα καὶ νέα, ἐν τούτοις μὲ τὰ ἐπιχειρήματα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐπροτάθησαν ἐνώπιόν σας δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν οὔτε νὰ πολεμήσωμεν τὸν πολιτισμὸν τὸν ὁποῖον παρουσίασαν τὰ ἀρχαῖα Κράτη οὔτε τὸν πολιτισμὸν τὸν ὁποῖον παρουσιάζουν τὰ νέα Κράτη, τὰ ὁποῖα ἐφήρμοσαν τὸ σύστημα τοῦτο. Δὲν εἶναι δυνατὸν μὲ λέξεις αἱ ὁποῖαι περιέχουν τόσην ἀοριστίαν ν’ ἀπορρίψωμεν ἕνα θεσμὸν τοῦ ὁποίου ἔχομεν καὶ ἱστορικὰς παραδόσεις καὶ ἔχομεν καὶ παραδείγματα τοῦ συγχρόνου βίου καὶ ἔχομεν ἐφαρμογὴν καὶ εἰς τὸ παρελθόν. Τὸ δημοψήφισμα ἐφηρμόσθη εἰς τὴν Ἀμερικήν, ἐφηρμόσθη εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ βλέπομεν ὅτι τὰ Κράτη ἐκεῖνα ἀπὸ ἀπόψεως διοικήσεως, ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῆς, εἶναι ἴσως ὑπέρτερα παντὸς ἄλλου ὅπου δὲν λειτουργεῖ ὁ θεσμὸς οὗτος· διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητήσῃ κανεὶς οὔτε τὸν πολιτισμὸν οὔτε τὴν πρόοδον τῆς Ἀμερικῆς· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητήσῃ κανεὶς οὔτε τὸν πολιτισμὸν τῆς Ἑλβετίας οὔτε τὴν πρόοδον καὶ τὴν ἀκμὴν εἰς τὴν ὁποίαν εἶχον φθάσει καὶ αἱ ἀρχαῖαι Ἀθῆναι καὶ ἡ Ρώμη ὅπου ἐφηρμόζετο παλαιότατα τὸ σύστημα τοῦτο. Δὲν νομίζω λοιπὸν ὅτι μὲ τρεῖς μόνον λέξεις πρέπει οὔτε ψηφοφορία, ὅπως ἐπρότεινεν ὁ κ. συνάδελφος, νὰ μὴ ἐνεργηθῇ, ἐξέφρασε μάλιστα τὴν δυσφορίαν του, διότι πρόκειται νὰ γίνῃ τοιαύτη ψηφοφορία. Εἶναι, κύριοι συνάδελφοι, τὸ θέμα σοβαρώτατον, κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην, διότι μόνον ἂν δώσωμεν τὴν μορφὴν εἰς τὴν Δημοκρατίαν τὴν ὁποίαν ἔδωκαν ὅλα τὰ μεταπολεμικὰ Κράτη, τότε εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίζωμεν ἐπὶ τῆς στερεότητος αὐτῆς, πρέπει δὲ νὰ συνεχίσωμεν καὶ κατὰ τὴν δημιουργίαν τοῦ Συντάγματος τούτου τὴν τακτικὴν καὶ τὴν πολιτικὴν ἡ ὁποία ἐτηρήθη κατὰ τὴν δημιουργίαν καὶ τὴν σύνταξιν τῶν λοιπῶν Συνταγμάτων. Ἐμείναμεν στερροὶ εἰς τὴν δημιουργίαν νομικῶν πλασμάτων· διότι, κύριοι συνάδελφοι, καὶ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2 καὶ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 5 εἶναι νομικὰ πλάσματα, καὶ ἰδίᾳ τῆς φορολογικῆς ἰσότητος καὶ ἰδίᾳ τῆς οἰκονομικῆς ἰσότητος καὶ ἰδίᾳ τῆς ἀπολύτου ἐλευθερίας· εἶναι νομικὰ πλάσματα αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐστηρίξαμεν ἐκεῖ ὅπου τὰ ἐστηρίξαμεν, εἰς ὅλα τὰ ἄλλα Συντάγματα τὰ ὁποῖα προηγήθησαν τοῦ Συντάγματος τούτου. Ἐλάβομεν τὸν πολίτην ὡς στοιχεῖον τάξεως καὶ ἐκεῖ τῷ ἐδημιουργήσαμεν διατάξεις καθαρῶς πλασματικάς· διότι εἰς τὴν πρᾶξιν ἀντελήφθη ὁ πολίτης τὴν σοβαρότητα, τὴν σημασίαν τῶν διατάξεων αὐτῶν, ἀντελήφθη ὅτι ὅλαι αὐταὶ αἱ ὡραῖαι διατάξεις περὶ φορολογικῆς ἰσότητος, περὶ οἰκονομικῆς ἰσότητος, αἱ διατάξεις περὶ ἐλευθερίας ἦσαν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως, στηριζομένης εἰς μίαν πλειονοψηφίαν, ἡ ὁποία ἠδύνατο καὶ νὰ μὴ ἔχῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος τὴν εἶχεν ἐκλέξει. Καὶ ἐκεῖ, κύριοι, ἐστράφησαν ὅλοι ὅσοι ἠθέλησαν νὰ πολεμήσουν τὸ δημοψήφισμα καὶ εἰς τὰ ἄλλα Κράτη, ὅπου ἐγένοντο εὐρύταται συζητήσεις. Εἶναι, κύριοι, ὁ κίνδυνος μιᾶς πλειονοψηφίας συμπαγοῦς τὸ δημοψήφισμα — ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν τὴν ἀλήθειαν — διότι ἡ πλειονοψηφία αὕτη σφυγμομετρεῖται εἰς κάθε νόμον. Ἡ ἀποδοκιμασία τοῦ λαοῦ εἶναι καὶ προειδοποίησις εἰς τὴν πλειονοψηφίαν ὅτι ὀφείλει νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὴν θέλησίν του, εἶναι προειδοποίησις εἰς τὴν πλειονοψηφίαν ὅτι δὲν τηρεῖ πιστῶς τὰς ἐπαγγελίας τὰς ὁποίας ἐξέθηκεν ἐνώπιόν του, ὅτι παρεξετράπη τῆς ὁδοῦ τὴν ὁποίαν ὁ λαὸς ἐχάραξεν εἰς τὰς ἐκλογάς. Ἀλλὰ χάριν ἀκριβῶς αὐτῆς τῆς κατευθύνσεως καὶ μόνης θὰ ἔπρεπε νὰ θεσπισθῇ τὸ βαρόμετρον τῆς λαικῆς συνειδήσεως, χάριν αὐτῆς καὶ μόνης ἔπρεπε νὰ θεσπισθῇ ὁ θεσμὸς τοῦ δημοψηφίσματος, ὅπως ἑκάστοτε σφυγμομετρῆται ἡ Κοινὴ Γνώμη, ὅπως οἱ βουλευταί, οἱ πληρεξούσιοι συμμορφοῦνται ἑκάστοτε πρὸς τὰς θελήσεις τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος τοὺς ἀποστέλλει ἐνταῦθα. Δὲν πρέπει, κύριοι, νὰ συνεχίσωμεν τὴν τακτικὴν τὴν ὁποίαν ἠκολούθησαν οἱ συντάκται τῶν ἄλλων Συνταγμάτων· ἀρκετὰ εἶναι τὰ Συντάγματα τὰ ὁποῖα ἐδοκιμάσαμεν μὲ τὸν πολίτην ὡς στοιχεῖον τάξεως. Ὀφείλομεν σήμερον νὰ τὸν ἐξετάσωμεν τὸν πολίτην μὲ τὰς νέας συνθήκας τοῦ βίου, ὀφείλει νὰ τὸν ἐξετάσῃ τὸ Σύνταγμά μας τὸν πολίτην ὡς οἰκονομικὸν παράγοντα. Ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ δημιουργήσωμεν τὸ Σύνταγμα ἐπὶ νέων βάσεων, μὲ τὴν βάσιν τὴν οἰκονομικήν, μὲ τὸν πολίτην ὡς ἐπαγγελματίαν, καὶ ὅταν καταλήξωμεν εἰς αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν, τότε θὰ ἴδωμεν ὅτι δὲν εἴμεθα πάντοτε ἡμεῖς οἱ ἐπιτήδειοι διὰ νὰ λύωμεν ὅλα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν αὐτὸν ὄχι ὡς στοιχεῖον τάξεως, ἀλλ’ ὡς οἰκονομικὸν στοιχεῖον. Δὲν ἀπατᾶται ὁ λαός, ὅπως ἰσχυρίσθη τις ἐκ τῶν ῥητόρων. Ἀπὸ τὸ δημοψήφισμα ἀπεδείχθη ὅτι ὁ λαὸς σπανιώτατα ἀπατᾶται, ἂν μὴ οὐδέποτε ἠπατήθη. Ἴσως ὑπῆρξε φειδωλός, ἴσως ὑπῆρξε συντηρητικὸς εἰς πολλὰς περιπτώσεις, ἀλλὰ κατόπιν ὡρίμου σκέψεως, κατόπιν ὡρίμου μελέτης, οὐχὶ διότι ἠπατήθη. Ὁ λαὸς οὐδέποτε ἠπατήθη.
§79ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Δὲν ἠπατήθη εἰς τὸ δημοψήφισμα τοῦ Βασιλέως;
§80Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Εἶπον, κύριοι συνάδελφοι, καὶ εἰς τὴν προηγουμένην μου ὁμιλίαν ὅτι ἡ ἀτυχὴς σύμπτωσις τῶν πολιτικῶν δημοψηφισμάτων ὑπῆρξε τὸ χειρότερον ἐπιχείρημα ὥστε νὰ ἐκφράζηται ἡ γνώμη ὑπὲρ ἀπορρίψεως τοῦ δημοψηφίσματος.
§81Β. ΙΑΚΩΒΑΚΗΣ. Εἴπετε ὅτι τὸ δημοψήφισμα καθιερώθη εἰς ἄλλα Εὐρωπαϊκὰ Κράτη. Φρονεῖτε λοιπὸν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τοσοῦτον διαπαιδαγωγημένον, ὥστε νὰ εἰσαχθῇ καὶ τὸ νομοθετικὸν δημοψήφισμα παρ’ ἡμῖν; Εἶναι τοῦτο λόγος ὅστις σᾶς πείθει ὅτι πρέπει νὰ τὸ καθιερώσωμεν καὶ ἐδῶ;
§82Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὑπεστήριξα, κ. συνάδελφε, προχθὲς ὅτι ἡ πλάνη τῆς ὡριμότητος τοῦ λαοῦ, ἡ πλάνη τῆς διαπαιδαγωγήσεως τοῦ λαοῦ εἶναι ἐφεύρεσις τοῦ 18ου αἰῶνος. Ἑκάστοτε, ὁσάκις ἐπρόκειτο νὰ ψηφίσουν, νὰ προβοῦν εἰς μεταρρυθμίσεις θεσμῶν, διαρκῶς προεβάλλετο ἡ ὡριμότης τοῦ λαοῦ, τὸ ἀδιαπαιδαγώγητον τοῦ λαοῦ. Εἰς αὐτὸ ἀντέταξα τότε ὅτι διδάσκουν οἱ σοφοὶ ὅτι αἱ μᾶζαι εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἔχουν γνώσεις ἔχουν ὅμως διαίσθησιν καὶ ἡ διαίσθησις εἶναι ὁ ἀσφαλέστερος κριτὴς πάσης πράξεως. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὸ πολιτικὸν δημοψήφισμα, τὸ ἀπέκρουσα, διότι πράγματι τὰ πολιτικὰ δημοψηφίσματα δὲν εἶναι δημοψηφίσματα κοινωνικά. Δημιουργοῦνται ὑπὸ διαφόρους συνθήκας καὶ περιστάσεις καὶ ἀποβαίνουν συνήθως ὑπὲρ τοῦ ἐνεργοῦντος τὸ δημοψήφισμα. Διὰ τοῦτο ἀπέκρουσα τὰ πολιτικὰ δημοψηφίσματα, τὰ ὁποῖα δημιουργοῦν φανατισμόν, φέρουν τοὺς πολίτας εἰς ῥῆξιν μεταξύ των. Ἀλλὰ τὸ νομοθετικὸν δημοψήφισμα εἶναι ἀπηλλαγμένον παντὸς τοιούτου, διότι τὸ νομοθετικὸν δημοψήφισμα φέρει μόνον τὰς σκέψεις μιᾶς Βουλῆς ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ λαοῦ, φέρει τὰς συζητήσεις ἐνώπιόν του καὶ δὲν φέρει τὸν φανατισμὸν καὶ δὲν φέρει ὅσα ἐλαττώματα ἔχουν τὰ πολιτικὰ δημοψηφίσματα, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀπέδειξεν ἡ ἱστορία καὶ ἡ πεῖρα ἡμῶν ἡ σύγχρονος. Διὰ τοῦτο ἐπιμένω εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ προαιρετικοῦ δημοψηφίσματος, δηλαδὴ ὁ νόμος, ἀφοῦ συζητηθῇ ἢ ἀφοῦ ἀπορριφθῇ, νὰ ἐκτεθῇ εἰς δημοψήφισμα, ὅταν τὸ ζητήσῃ μία μεγάλη μερὶς τῆς Βουλῆς. Θὰ γίνῃ ἄλλως τε καθὼς καθορίζει ἡ πρότασίς μου ἀπὸ τὸ ⅓, καὶ ὁ ἀριθμὸς οὗτος θὰ εἶναι ἐπαρκὴς ὅταν πρόκειται νὰ ὑποβληθῇ τοιαύτη πρότασις· διότι τὸ ⅓ εἶναι πάντοτε μέγιστος ἀριθμός, ἂν ἐφαρμοσθῇ μάλιστα ἡ ἀναλογικὴ ἀντιπροσωπεία, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει κυρίως ἡ Ἀντιπολίτευσις. Ἂν λοιπὸν ζητήσῃ εἷς μεγάλος ἀριθμὸς βουλευτῶν ἕνα νόμον νὰ ἐκτεθῇ εἰς δημοψήφισμα, πρέπει τότε νὰ εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸν θέσῃ εἰς δημοψήφισμα τὸν νόμον αὐτὸν καὶ νὰ ζητηθῇ ἡ κρίσις τοῦ λαοῦ ἐπ’ αὐτοῦ. Τοιουτοτρόπως....
§83Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Ὑποθέσατε ἕνα νόμον ὁλόκληρον. Ἡμεῖς τροποποιοῦμεν αὐτὸν ἐν ταῖς λεπτομερείαις· ὁ λαὸς θὰ ἀποφαίνηται καὶ ἐπὶ τῶν τροποποιήσεων; Θὰ δύναται νὰ τὸν τροποποιῇ;
§84Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἴσως, κ. συνάδελφε, δὲν ἔχετε γνῶσιν τοῦ μηχανισμοῦ. Πρὸ τῆς ψηφίσεως θὰ προηγηθοῦν συζητήσεις ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, αὐτὸ δηλαδὴ τὸ ὁποῖον γίνεται σήμερον. Οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ λαοῦ, θὰ προκαλῶσι τὴν συζήτησιν ὅταν πρόκειται νὰ ζητήσωσι τὴν ψῆφον τοῦ λαοῦ διὰ τὴν ἐπικύρωσιν ἑνὸς νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον διὰ νὰ ἐκτεθῇ εἰς δημοψήφισμα θὰ εἶναι τοιαύτης οὐσίας καὶ περιεχομένου ὥστε νὰ προκαλῇ τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ λαοῦ. Καὶ δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ φέρῃ τὴν τροποποίησιν. Ἀλλ’ ἐκ τῆς συζητήσεως ἐκείνης καὶ ἐκ τῆς ἀπόψεως τοῦ νόμου, ὡς πρὸς τὰς δευτερευούσας διατάξεις, δυνατὸν νὰ ἐπανέλθῃ καὶ πάλιν εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ συμμορφωθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς βελτιώσεως ἡ ὁποία ἔγινεν.
§85ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Θὰ τὸν ἀναστείλετε;
§86Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἄν ζητηθῇ· δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ στείλωμεν ἐκ νέου τὸν νόμον, διότι κανεὶς δὲν θὰ ἤθελε τοιοῦτον δημοψήφισμα. Δὲν εἶναι κύρωσις τὸ δημοψήφισμα, ὥστε νὰ εἶναι ἀπαραίτητον διὰ πάντα νόμον.
§87Β. ΙΑΚΩΒΑΚΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἂν ὁ λαὸς ἀποφανθῇ ἐναντίον τῆς θελήσεως τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ διαλυθῇ ἡ Βουλή; Ἀφοῦ εὑρίσκεται εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὸν λαόν, εἶναι ἄμεσος ἡ συνέπεια τῆς διαλύσεως.
§88Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὄχι, δὲν εἶναι ἄμεσος ἡ συνέπεια. Ἄν εἷς νόμος ἀπορριφθῇ, δὲν κυρωθῇ διὰ τοῦ δημοψηφίσματος, δὲν εἶναι ἀπαραίτητος ἐκ τούτου ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς. Πότε διαλύεται ἡ Βουλὴ καθορίζεται εἰς τὸ Σύνταγμα. Διὰ τῆς ἀπορρίψεως τοῦ νόμου δὲν ἀποδοκιμάζεται ἡ Βουλὴ ἀπὸ τὸν λαόν. Ὄχι μόνον δὲ ἡ Βουλὴ δὲν διαλύεται, ἀλλ’ οὐδὲ κἂν αἱ Κυβερνήσεις πίπτουν.
§89Β. ΙΑΚΩΒΑΚΗΣ. Εἴπετε πρὸ ὀλίγου ὅτι τὰ προτεινόμενα ζητήματα θὰ εἶναι ἐκ τῶν σοβαρωτέρων. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ διαλυθῇ ἡ Βουλὴ μετὰ τὴν ἀπόρριψιν ὄχι τυχαίων ἀλλὰ τοιούτων νομοσχεδίων;
§90Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τοῦτο θὰ ἐξαρτηθῇ ἐκ τῆς εὐαισθησίας τῆς Βουλῆς. Δὲν πρέπει, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἀποκρούσωμεν τὴν πρότασιν ταύτην, δὲν πρέπει νὰ ἀπορρίψωμεν αὐτὴν ἄνευ ἐρεύνης καὶ βαθυτέρας συζητήσεως. Μὴ διστάζετε διότι ὁ θεσμὸς αὐτὸς εἶναι νέος. Μὴ διστάζετε διότι ὁ θεσμὸς αὐτὸς εἶναι δυνατὸν νὰ συντελέσῃ εἰς τὸν ταχύτερον τερματισμὸν τῶν Βουλῶν. Ἐκεῖ ἀκριβῶς ἔγκεινται τὰ προτερήματα τοῦ δημοψηφίσματος. Ἐκεῖνα ἀκριβῶς εἶναι τὰ προτερήματα διὰ τὰ ὁποῖα θέλομεν νὰ τὸ εἰσαγάγωμεν καὶ παρ’ ἡμῖν. Διότι διὰ τούτου θὰ ἠδυνάμεθα νὰ μελετῶμεν συχνότατα τὸν λαόν, νὰ μελετῶμεν τὸν ἴδιον ἑαυτόν μας, ἂν εἴμεθα συνεπεῖς πρὸς τὴν ἐντολὴν τὴν ὁποίαν ἔχομεν. Ὀφείλομεν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ λάβωμεν, ἐπαναλαμβάνω, ὡς βάσιν τὸν πολίτην ὡς οἰκονομικὸν παράγοντα. Ὀφείλομεν ν’ ἀπομακρύνωμεν αὐτὸν ἀπὸ τὰ νομικὰ πλάσματα καὶ νὰ καταρτίσωμεν τὸ Σύνταγμά μας μὲ αὐτὴν τὴν βάσιν. Διότι, ἂν δὲν καταρτίσωμεν τὸ Σύνταγμά μας μὲ αὐτὴν τὴν βάσιν, δὲν θὰ καταρτίσωμεν Σύνταγμα δημοκρατικόν. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ εἰς τὸν λαὸν αὐτὸν ὡς ἀντάλλαγμα τόσου σάλου διὰ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ νέου πολιτεύματος ἡ μεταβολὴ τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος ἀπὸ κληρονομικοῦ εἰς αἱρετὸν τοιοῦτον. Πρέπει νὰ δώσωμεν εἰς τὸν λαὸν τὸ λαϊκὸν δημοψήφισμα καὶ θέλει τιμήσει τὸ ἔργον ἡμῶν, τὸ ὁποῖον ἐκάμαμεν μέχρι τοῦδε. Διότι τί ὠφελεῖται ὁ ἐπιχειρηματίας, τί ὠφελεῖται ὁ παραγωγὸς ἐκ τῶν νομικῶν πλασμάτων, τὰ ὁποῖα δημιουργοῦμεν καὶ τὰ ὁποῖα συζητοῦμεν ἐνταῦθα; Ἄν δὲν μεταβάλωμεν τὸ σύστημα τῆς σκέψεώς μας, ἂν δὲν μεταβάλωμεν τὴν τακτικὴν τῆς συντάξεως τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου, νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι οὐδὲν προσφέρομεν.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν ἐπὶ 5 λεπτά. (Ὥρα 7.10′ μ.μ.).
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 7.20′ μ.μ.).
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Βαρελᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§93Δ. ΒΑΡΕΛΑΣ. Αἱ πολυήμεροι ἐν τῇ Συνελεύσει συζητήσεις περὶ τῶν ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρων 8 καὶ 9 τοῦ προσχεδίου τοῦ Συντάγματος δὲν ἠδυνήθησαν νὰ μὲ πείσουν περὶ τῆς χρησιμότητος τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, διότι ὁ θεσμὸς οὗτος, ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι ἔχει μεσαιωνικὴν τὴν προέλευσίν του, καὶ ἐν τῇ πράξει θέλει ἀποτύχει, καθόσον ὑπεστηρίχθη παρὰ διαφόρων ῥητόρων ἐνταῦθα τοῦτο, ὅτι πρέπει ἡ Γερουσία νὰ μὴ ἔχῃ δύναμιν ἴσην μετὰ τῆς Βουλῆς, καὶ παρ’ ἄλλων, καὶ δὴ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ δύναμις μεγάλη εἰς τὴν Γερουσίαν. Ἂν μὲν δοθῇ μεγάλη δύναμις εἰς τὴν Γερουσίαν, μόλις ὁ θεσμὸς οὗτος ἱδρυθῇ ἀμέσως θὰ ἐπέλθῃ μοιραία σύγκρουσις μετὰ τῆς Βουλῆς. Καὶ ὡς φάρμακον προυτάθη παρ’ ἄλλων μὲν τὸ δημοψήφισμα, παρ’ ἄλλων δὲ ἡ σύστασις μικτῶν Ἐπιτροπῶν ἐκ γερουσιαστῶν καὶ βουλευτῶν. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι ἀμφότερα τὰ συστήματα ἔχουν τὰ τρωτά των τὸ δημοψήφισμα θέλει ἀναστατώσει ἐντελῶς τὸν λαόν. Εἶναι δὲ γνωστὸν εἰς ὅλους μας τί στοιχίζει καὶ ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως εἰς τὸ Κράτος, ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἀπὸ ἀπόψεως δημοσίας τάξεως, διότι διασαλεύεται αὐτὴ αὕτη ἡ τάξις. Ὁ κ. Δουζίνας ἐρρωμένως ὑπεστήριξε τὸν θεσμὸν τοῦ δημοψηφίσματος. Φαντασθῆτε ὅμως ὅτι εἰς ἑκάστην διαφωνίαν Γερουσίας καὶ Βουλῆς ἢ εἰς ἑκάστην ψήφισιν οἱουδήποτε νόμου θὰ ἔχωμεν καὶ δημοψήφισμα τοῦ λαοῦ, θὰ ἐρωτᾶται δηλαδὴ οὗτος ἂν ἐγκρίνει αὐτὸν τὸν νόμον ἢ ὄχι. Τότε θὰ καταλήξωμεν εἰς ἀέναον ἐκλογὴν καὶ ἀναστάτωσιν τοῦ Κράτους. Ἂν δὲ δὲν δοθῇ εὐρυτέρα δύναμις εἰς τὴν Γερουσίαν, τότε τὸ δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα θὰ καταλήξῃ νὰ εἶναι ἰσοδύναμον πρὸς τὸ Σῶμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἑδρεύει εἰς τὴν πλατεῖαν τοῦ Συντάγματος. Καὶ ὅτι οὕτω θὰ καταλήξῃ οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, κύριοι, εἶμαι ἐναντίον τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας. Διότι καὶ ἄλλοτε ὁ θεσμὸς οὗτος ἱδρύθη καὶ δὴ τῷ 1844 καὶ ἀντὶ νὰ παράσχῃ τὴν ἐργασίαν καὶ τὰ ὠφελήματα τὰ ὁποῖα προσεδόκων οἱ ἱδρυταὶ τοῦ Σώματος αὐτοῦ κατέληξαν εἰς τὸ νὰ διαλυθῇ ἡ Γερουσία καὶ νὰ καταλυθῇ ὁ θεσμὸς αὐτῆς. Οὕτω θέλει συμβῆ καὶ τώρα. Εὔχομαι δὲ ὅπως ὁ συνιστώμενος θεσμός, παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν καὶ παρὰ τὴν ἀντίληψίν μου, μὴ διαπράξῃ τὰ κακὰ τὰ ὁποῖα διέπραξε τὸ δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα τῷ 1844. Δηλῶ ἐν τούτοις ὅτι θέλω καταψηφίσει τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καφαντάρης ἔχει τὸν λόγον.
§95Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Θεωρῶ ἀτελὲς τὸ σύστημα τὸ προτεινόμενον ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς ἐπίλυσιν τῶν διαφορῶν μεταξὺ τῶν δύο Σωμάτων. Τὸ σύστημα τοῦτο ἐλήφθη ἀπὸ τὰ πολιτεύματα τῆς Τσεχοσλοβακίας καὶ τῆς Πολωνίας καὶ ηὐδοκίμησεν εἰς τὰς Δημοκρατίας ταύτας, ὑπὸ ὅρους ὅμως ἀπολύτως διαφόρους. Ἡ Γερουσία ἐν Τσεχοσλοβακίᾳ ὑπόκειται εἰς διάλυσιν, τὰ δύο Σώματα ἐκλέγονται κατὰ κανόνα ταυτοχρόνως καὶ δι’ ἀμέσου ἀμφότερα καθολικῆς ψηφοφορίας. Αἱ κομματικαὶ ὀργανώσεις ἀκόμη εἶναι πανίσχυροι καὶ ὑπὸ τοιούτους ὅρους διαφωνίαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γεννηθοῦν μεταξὺ τῶν δύο Σωμάτων καὶ πᾶν σύστημα θὰ ἦτο ἐπαρκές. Ὑπάρχουν ἐπίσης ἄλλαι ἐγγυήσεις κατὰ τῆς βουλευτικῆς παντοδυναμίας, ἐγγυήσεις τὰς ὁποίας δὲν πρόκειται ἡμεῖς νὰ δεχθῶμεν. Τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως εἶναι ἐκεῖ ἀπεριόριστον, ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν θὰ ἀποβῇ γράμμα νεκρόν. Ὑπάρχει ἡ ἀρνησικυρία, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς κατηργήσαμεν, τὸ δημοψήφισμα τὸ νομοθετικόν, τὸ δικαστήριον τὸ συνταγματικόν. Ἂν ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἐπρόκειτο νὰ λειτουργήσῃ καὶ τὸ πολίτευμα ἡμῶν, οὐδεμία θὰ ἐγεννᾶτο ἀνησυχία, ὑπὸ τοὺς ὅρους ὅμως τοὺς κρατοῦντας παρ’ ἡμῖν πρέπει νὰ ἐνισχύσωμεν τὸ ἠθικὸν κῦρος τῆς Γερουσίας, τὸ μόνον ὑπολειπόμενον ἀντίρροπον κατὰ τῶν καταχρήσεων τῆς λαϊκῆς Βουλῆς, αἱ ὁποῖαι δὲν βαρύνουν τὸν λαόν. Διὰ τὰς ἀντιρρήσεις ὅτι αἱ κοιναὶ συσκέψεις θὰ εἶναι ὑπὲρ τὸ δέον συχναὶ καὶ θὰ ἀμαυρώσουν τὴν αἴγλην τῶν κοινῶν συνελεύσεων, ὅταν θὰ παρίσταται ἀνάγκη αὐτῶν διὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας ἢ διὰ τὴν συνταγματικὴν ἀναθεώρησιν, φρονῶ ὅτι αἱ συνελεύσεις αὗται αἱ κοιναὶ θὰ εἶναι σπάνιαι, διότι ἐν τῇ προτάσει ἀπαιτοῦνται διὰ νὰ ἀποφασισθῇ κοινὴ σύσκεψις τὰ ⅗ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν τοῦ ἑτέρου τῶν Σωμάτων, καὶ ὁ περιορισμὸς οὗτος εἶναι ἱκανὸς κατὰ πάσης ὑπερβολῆς. Οὔτε θὰ δημιουργηθῇ, ὡς ἐλέχθη, σύγχισις εὐθυνῶν διὰ νὰ μὴ δύναται νὰ κρίνῃ ποῖος ὁ πταίων, ἡ Βουλὴ ἢ ἡ Γερουσία. Δὲν λογοδοτοῦν ὅμως ἐνώπιον τοῦ λαοῦ τὰ Σώματα ἢ οἱ θεσμοί, ἀλλὰ τὰ κόμματα καὶ οἱ ἀποτελοῦντες αὐτὰ εἴτε τὰ κόμματα δρῶσιν ἐν τῇ Βουλῇ εἴτε ἐν τῇ Γερουσίᾳ εἴτε εἰς κοινὰς συσκέψεις. Δὲν θὰ ἀλλοιωθῇ ἐπίσης ὁ ἰδιαίτερος χαρακτὴρ ἑνὸς ἑκάστου τῶν Σωμάτων, ἀλλὰ διὰ τῆς προσεγγίσεως θὰ αἴρωνται αἱ παρεξηγήσεις καὶ θὰ δημιουργῆται ὁ συγκερασμὸς ἐκεῖνος τῶν ἀντιλήψεων, ὁ ἀπαραίτητος εἰς τὸν σύγχρονον βίον. Τελευταία ἀντίρρησις ὑπῆρξεν ὅτι θὰ παρασυρθῇ καὶ ἡ Γερουσία εἰς τοὺς κομματικοὺς ἀγῶνας. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφύγωμεν τὴν ἀνάμιξιν τῆς Γερουσίας, ἀφοῦ καὶ αὐτὴ θὰ ἀσχολῆται εἰς τὸ νομοθετικὸν ἔργον, αὐτὸ ἐπὶ τοῦ ὁποίου διεξάγεται ἡ πάλη τῶν πολιτικῶν συστημάτων καὶ πραγματοῦται ἡ πολιτικὴ τῶν Κυβερνήσεων. Δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφέρῃ ψῆφον δυσπιστίας καὶ νὰ κανονίζῃ αὐτὴ τὴν τύχην τῶν Κυβερνήσεων, θὰ δικαιοῦνται ὅμως αἱ Κυβερνήσεις, ὅπως καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν, νὰ θέτουν ζητήματα ἐμπιστοσύνης διὰ τὴν μὴ ματαίωσιν διὰ τῆς παρελκύσεως μέτρων ἀρρήκτως συνδεδεμένων πρὸς τὸ πρόγραμμά των. Εἶναι ἀναμφισβήτητον καὶ ὡμολογήθη ὅτι ἡ παρέλκυσις εἰς τὰς πλείστας περιπτώσεις θὰ ἰσοφαρίζῃ πρὸς ματαίωσιν τῶν νομοθετημάτων. Ἀλλ’ ἀκριβῶς αὐτὸ δὲν θέλομεν, καὶ ναυαγεῖ διὰ τῆς παρεμβολῆς μηχανικῶν κωλυμάτων νομοθετικὴ πρόνοια ὑπαγορευομένη ὑπὸ τῆς κοινῆς θελήσεως καὶ τῶν γενικῶν συμφερόντων. Διὰ τῶν κοινῶν συσκέψεων ἐνισχύομεν τὴν λαϊκὴν Βουλὴν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἀφαιροῦμεν ὅμως καὶ ἐκ τῆς Γερουσίας τὴν ἀπόλυτον παθητικότητα, ἡ ὁποία δὲν συντελεῖ εἰς τὴν προσέλκυσιν ἱκανῶν πολιτικῶν στοιχείων εἰς τοὺς κόλπους της. Ἂν ἐπιτρέψωμεν τὰς κοινὰς συσκέψεις, ἀνοίγομεν εἰς ἄνδρας θερμουργοὺς στάδιον θετικῆς δράσεως καὶ διὰ τῆς συμμετοχῆς των εἰς τὴν Γερουσίαν θὰ ἐνισχυθῇ ἡ ἠθική της ἐπιβολὴ πρὸς ἐξασφάλισιν ἑδραίας πολιτικῆς ἰσορροπίας διὰ τὴν ἀπρόσκοπτον τοῦ πολιτεύματος λειτουργίαν. (Χειροκροτήματα).
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι συνάδελφοι ἐγγεγραμμένοι, ἀλλ’ ὑπερπληρωθέντος τοῦ δεκαώρου εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν ἂν ἐφωτίσθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν.
§97Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἀκούομεν τίποτε. Εἶναι ἐγγεγραμμένοι πολλοί;
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πέντε.
§99Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ θὰ ἔλεγον τὸ ἑξῆς· νὰ ἀφήσωμεν τοὺς πέντε συναδέλφους νὰ ὁμιλήσωσιν ἕκαστος ἐπὶ πέντε λεπτὰ τῆς ὥρας, ὅπως ἀκούσωμεν τὴν γνώμην των. Δὲν πρέπει νὰ λησμονηθῇ τὸ ἑξῆς, ὅτι δὲν συζητοῦμεν ἓν ἄρθρον, ἀλλὰ δύο ἄρθρα καὶ κατὰ συνέπειαν πρέπει νὰ πλησιάσωμεν τὸ εἰκοσάωρον· ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ γίνῃ χρῆσις αὐτοῦ.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὑπενθυμίζω εἰς τοὺς κυρίους πληρεξουσίους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀγορεύσωσι, τὸν Κανονισμόν, ὅτι δὲν ἔχουσι δικαίωμα νὰ ὁμιλήσωσι πλέον τοῦ ἑνὸς τετάρτου τῆς ὥρας. Ὁ κ. Μαμάης ἔχει τὸν λόγον.
§101Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι ἀντὶ Γερουσίας καὶ ἀντὶ τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου συστήματος πρέπει νὰ βάλετε μυαλό. (Γέλωτες). Νὰ φέρετε ἀπ’ ἔξω εἰδικότητας καὶ νὰ δημιουργήσετε μίαν Γερουσίαν ἢ μίαν Ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία νὰ δίδῃ δικαιώματα εἰς τὸν λαόν. Ὅσους νόμους καὶ Συντάγματα καὶ ἂν ψηφίσετε δὲν θὰ ἔχῃ τίποτε νὰ κερδίσῃ ἡ Γερουσία ἡ ὁποία σήμερον ἱδρύεται. Θὰ εἶναι πραγματικῶς Γερουσία ἂν ὅλοι μας γίνωμεν γερουσιασταί, ἂν ὅμως ὁ ἕνας τραβᾷ τὸ σχοινὶ ἀπ’ ἐδῶ καὶ ὁ ἄλλος ἀπ’ ἐκεῖ, οὔτε Γερουσίαν θὰ ἔχωμεν οὔτε τίποτε. Θέλετε νὰ καταστήσετε τὸ Κράτος ἔγκυρον; Δώσατε εἰς τὸν λαὸν τὸν δίκαιον καὶ δὲν τὸν μέλει.
§102Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Λογοπαικτοῦμεν διὰ νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὸν λαὸν τὸ δίκαιον.
§103Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Πολλὰ λέγεις, ἀλλὰ τίποτε δὲν ὠφελεῖ εἰς τὸ ζήτημα αὐτό. Ἐγὼ ὅ,τι λέγω τὸ λέγω ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ.
§104Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Δὲν εἰσακούεσθε.
§105Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Δὲν μᾶς πταίει τὸ Σύνταγμα, παρὰ τὸ μυαλό, διότι ὅλοι ὄπισθεν τοῦ Συντάγματος πηγαίνουν ὅταν τοὺς συμφέρῃ, καὶ ἔμπροσθεν ὅταν δὲν τοὺς συμφέρῃ. Διὰ νὰ διορθωθῶμεν χρειάζεται νὰ βάλωμεν μυαλὸ καὶ νὰ μὴ ἀφήνωμεν τοὺς νόμους νὰ λειτουργοῦν διὰ τοὺς ἐχθροὺς καὶ διὰ τοὺς φίλους νὰ τοὺς ἔχωμεν ἀνοικτούς. Ἅμα κάμετε αὐτὸ ποὺ σᾶς λέγω, τότε ἢ μὲ τὴν Γερουσίαν ἢ μὲ ἄλλο τι θὰ βαδίσετε πρὸς τὰ ἐμπρός.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§107Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ θέμα εἶναι ἐξηντλημένον, κύριοι συνάδελφοι, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἀγορεύσεων τινῶν τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην ν’ ἀναφέρω εἰς ὑμᾶς σκέψεις τινάς, αἱ ὁποῖαι δὲν θὰ εἶναι ἴσως ἄχρηστοι διὰ τὸν σχηματισμὸν ὀρθῆς γνώμης ἐπὶ τοῦ ἐπιμάχου ζητήματος, ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ ἐξαρτηθῇ ὁ βίος τοῦ μέλλοντος νὰ ἱδρυθῇ δευτέρου Σώματος. Ἐλέχθη ὅτι τὴν Γερουσίαν ὑπέλαβον ἐγὼ ὡς Σῶμα ἀντιδρῶν κατὰ τῆς λαϊκῆς θελήσεως, ὑποδεικνύων ὅτι μία τῶν ἀρετῶν τὰς ὁποίας ἀποδίδουν εἰς τὴν Γερουσίαν οἱ ὑπέρμαχοι αὐτῆς, καὶ οἱ λαοὶ οἱ ἀποδεχθέντες αὐτήν, σχεδὸν ὅλοι σήμερον, εἶναι νὰ χρησιμεύῃ ὡς ἀντίρροπον κατὰ τῶν τάσεων τῆς Κάτω Βουλῆς. Ἀλλὰ θὰ ἐνθυμῆσθε ὅτι, ὅταν τὸ πρῶτον ὡμίλησα περὶ Γερουσίας ἐνώπιον ὑμῶν, ἀνέφερα τοὺς λόγους τοῦ Πλουτάρχου, τοὺς ὁποίους εὑρίσκω θαυμασίους ἐν συντομίᾳ παριστῶντας τὰ ἀγαθὰ τῆς Γερουσίας, καὶ ἔλεγον ὅτι δὲν χρησιμεύει ἡ Γερουσία μόνον ὡς προμαχὼν κατὰ τῶν λαϊκῶν ὁρμῶν, ἐπιφερουσῶν ἀνεπανόρθωτα δεινὰ εἰς τὴν Χώραν, ἀλλὰ χρησιμεύει ἐνίοτε—καὶ ἔφερα ὡς παράδειγμα τὴν Γαλλικὴν Γερουσίαν τῶν τελευταίων ἐτῶν—χρησιμεύει ἐνίοτε καὶ ὡς Σῶμα προοδευτικώτερον, ἄν συμπέσῃ νὰ ἄγηται ἀπὸ ἰδέας ὑπερμέτρως συντηρητικὰς ἡ Κάτω Βουλή. Καὶ παρετηρήθη πράγματι κατὰ τὰς τελευταίας περιόδους ἐν Γαλλίᾳ ὅτι ἡ Ἄνω Βουλὴ ἔδειξε πολλάκις ἰδέας προοδευτικωτέρας, ῥιζοσπαστικωτέρας, ἂν θέλετε, τῶν ἰδεῶν αἵτινες εἶχον ἐπικρατήσει ἐν τῇ Κάτω Βουλῇ. Εἰς τοῦτο συνίσταται τὸ ἀντίρροπον. Τὸ δὲ ἀντίρροπον τοῦτο δὲν δεικνύει ἡ ἱστορία τῶν πολιτευμάτων καὶ ἡ ἐξέλιξις τῶν λαϊκῶν θεσμῶν εἰς ἄλλους λαοὺς ἐξ ἴσου κοινοβουλευτικοὺς ἢ περισσότερον κοινοβουλευτικοὺς ἀπὸ ἡμᾶς ἐν τῇ οὐσίᾳ, δὲν δεικνύει ὅτι ἐπηρεάζεται ἐκ τῆς ἀποδόσεως ἰσοτιμίας πολιτικῆς εἰς τὴν Γερουσίαν ἢ μᾶλλον νομοθετικῆς εἰς τὴν Γερουσίαν. Εἶπον ἰσοτιμίας, διότι ἀκριβεστέρα εἶναι ἡ λέξις «ἰσοτιμία» παρὰ ἡ λέξις «ἰσοδυναμία», ἀφοῦ εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ δεχθῶμεν τὴν Γερουσίαν, ἔχουσαν περίπου τὸ ἥμισυ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν. Κατὰ τὸ σχέδιον τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται ἐνώπιον ἡμῶν καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει ἀναμφισβητήτως ἐμπνευσθῆ κατὰ πάντα ἀπὸ τὸ Τσεχοσλοβακικὸν καὶ τὸ Πολωνικὸν Σύνταγμα ἡ Γερουσία δύναται ἁπλῶς νὰ ἐκφέρῃ γνώμην ὅτι ἓν νομοσχέδιον ψηφισθὲν ἀπὸ τὴν Βουλὴν δὲν εἶναι ἀρεστὸν εἰς αὐτὴν καὶ νὰ ἀναπέμψῃ, οὕτως εἰπεῖν, τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, κυρίαρχον ὁριστικῶς νὰ ἀποφασίσῃ. Τοιαύτη, κύριοι, Γερουσία ὑπῆρξεν ἐν Γαλλίᾳ ἐπὶ τῆς ἐποχῆς Ναπολέοντος τοῦ Γʹ. Ναπολέων ὁ Γʹ, ὅπως εἶναι γνωστόν, διὰ πραξικοπήματος ἁρπάσας τὴν Ἐξουσίαν τῷ 1852, καθίδρυσε καὶ μίαν Γερουσίαν. Ἡ Γερουσία ἐκείνη εἶχε τὸ πρῶτον ἐξουσίαν δικαστικὴν καὶ συντακτικήν. Μετὰ πάροδον ἐτῶν τινων ἐθεωρήθη ἀπαραίτητον ἡ Αὐτοκρατορία νὰ λάβῃ μορφήν τινα φιλελευθέραν, ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς Κοινῆς Γνώμης, καί, ὡς γνωστόν, πράγματι ἐξειλίσσετο ἐπὶ τὸ φιλελεύθερον ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἡ Αὐτοκρατορία Ναπολέοντος τοῦ Γʹ, ὀλίγους δὲ μῆνας πρὸ τῆς καταστροφῆς, τὴν ὁποίαν ὑπέστη ἡ Γαλλία κατὰ τὸν Γαλλοπρωσσικὸν πόλεμον, εἶχε θίξει πράγματι τὰ ὅρια τοῦ φιλελευθέρου πολιτεύματος. Τῷ 1867 τὸ πρῶτον ἐδόθη εἰς τὴν Γερουσίαν τὸ δικαίωμα νὰ κάμνῃ ἐπερωτήσεις, ἀλλ’ ἐπερωτήσεις ὄχι διὰ νὰ ἀνατρέπῃ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἡ Κάτω Βουλή, ἀλλ’ ἁπλῶς διὰ νὰ ἐφιστᾷ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ὡρισμένων ζητημάτων· κατὰ τοῦτο δὲ καὶ ἡ τοῦ σχεδίου Γερουσία δὲν θὰ ἀπέχῃ τῆς Γερουσίας τῆς ἐπὶ Ναπολέοντος Γʹ τῷ 1867 κατασταθείσης. Κατὰ τὸ ἔτος δὲ 1867 ἡ Γερουσία ἀπένειμεν εἰς ἑαυτὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ συνισταμένην εἰς τὴν ἐκ νέου παραπομπὴν τοῦ νομοθετήματος εἰς τὴν Βουλὴν μέχρις ὅτου, κατὰ τὸ ἔτος 1870 τὸν Μάϊον, διὰ δημοψηφίσματος ἀπέκτησεν ἰσοτιμίαν νομοθετικὴν καὶ ἡ Γερουσία. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι δὲν εἶναι δικαία ἡ κατηγορία κατὰ τῆς ἰδικῆς μας ἀπόψεως, ἡ συνισταμένη εἰς τὸ ὅτι ἡ Γερουσία θὰ εἶναι ἀντιδραστική. Τοὐναντίον ἡ ἐξέλιξις τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας ἐν Γαλλίᾳ ἀπέδειξεν ὅτι ὅσον περισσότερα δίδει τις νομοθετικὰ δικαιώματα εἰς τὴν Γερουσίαν τόσον θεωρεῖται τὸ πρᾶγμα ὡς ἁρμόζον εἰς φιλελεύθερον πολίτευμα. Ἂν τοῦτο εἶναι ἀκριβὲς διὰ Γερουσίαν ὀνομαστήν, πολλῷ μᾶλλον θὰ εἶναι διὰ Γερουσίαν προερχομένην ἐκ τῆς λαϊκῆς βουλήσεως, ἔστω καὶ ἐμμέσως, διότι εἶναι καὶ αὐτὴ ἀντιπροσωπεία τῆς λαϊκῆς βουλήσεως ἀδιαφιλονίκητος. Κύριοι, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος εἶπεν ὀρθῶς ὅτι ἐν Τσεχοσλοβακίᾳ παρὰ τὸ σύστημα τοῦτο ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι διατάξεις, τὰς ὁποίας ἡμεῖς βεβαίως δὲν εἴμεθα διατεθειμένοι τοὐλάχιστον μέχρι σήμερον νὰ παραδεχθῶμεν. Ἂν ἠθέλομεν νὰ ἀκολουθήσωμεν τὸ σύστημα ἐκεῖνο, θὰ ἀπεσπῶμεν ἓν μέρος μόνον καὶ θὰ ἀφήναμεν ἄλλας διατάξεις χρησίμους διὰ τὸ μέρος τὸ ὁποῖον παρεδέχθημεν. Ὡς θὰ ἴδητε εἰς τὸ ἔντυπον τὸ κυκλοφορῆσαν καὶ περιέχον τὰς μεταφράσεις τινῶν ξένων Συνταγμάτων, ἰδίᾳ μεταγενεστέρων, ἔχει τὸ Τσεχοσλοβακικὸν Σύνταγμα τὴν παράγραφον 46, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ προκαλέσῃ δημοψήφισμα, ἂν νομοσχέδιον τε ἀπορριφθῇ, καὶ τὴν παράγραφον 17, καθ’ ἣν ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιστρέψῃ ψηφισθέντα νόμον καὶ νὰ προκαλέσῃ νέαν συζήτησιν. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι εἶναι διάφορον τὸ σύστημα ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἐκεῖ ἐθέσπισαν τὴν παντοκρατορίαν τῆς Κάτω Βουλῆς.
§108Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ γίνῃ δεκτὴ ὑπὸ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς· νὰ παραπέμπωνται ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας εἰς τὴν Βουλήν.
§109Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν λέγω ὄχι.
§110Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ στηρίξετε συμπεράσματα ἐπὶ τῆς ἐλλείψεως τοιαύτης διατάξεως εἰς τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα.
§111Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἠμπορῶ νὰ στηρίξω συμπεράσματα ἐπὶ τῶν ἐμῶν ἀντιλήψεων, ὀφείλω δὲ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν θὰ ἦτο εὔκολον ν’ ἀκουσθῶ—πρόκειται περὶ συνταγματικῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀποδίδουν εἰμὴ μόνην τὴν προσωπικὴν γνώμην τοῦ λαλοῦντος—. Ἀλλὰ θὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτῆς, ἂν τὴν δεχθῇ ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή. Ἐλέχθη, κύριοι, ἐπίσης ὅτι ἐν Γαλλίᾳ ἡ Γερουσία δὲν ἔχει δικαίωμα ἀνατροπῆς τῶν Κυβερνήσεων. Καὶ κατὰ τὸ προσχεδίασμα, τὸ ὁποῖον ἔλαβον τὴν τιμὴν μετὰ τριῶν ἄλλων συναδέλφων τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς νὰ παρασκευάσω, εἴχομεν δεχθῆ, καὶ ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ δέχεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Ἄνω Βουλῆς. Ὑπὸ ταύτην τὴν ἔννοιαν δὲν δύναται ἡ Ἄνω Βουλὴ νὰ ἀνατρέπῃ τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ γίνηται αὐτὴ τὸ κριτήριον περὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις μέλλει νὰ προΐσταται τῶν τυχῶν τῆς Χώρας. Ἄλλως τε οὐδείς ποτε ἰσχυρίσθη ὅτι ἐν Γαλλίᾳ ἐλειτούργησε τὸ δικαίωμα τοῦ ἀνατρέπειν τὰς Κυβερνήσεις ἐν τῇ Γερουσίᾳ. Ἀλλ’ εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι εὑρέθησαν πολλάκις ἐν Γαλλίᾳ ἠναγκασμέναι αἱ Κυβερνήσεις νὰ θέσουν ζητήματα ἐμπιστοσύνης ἐνώπιον τῆς Ἄνω Βουλῆς, ὅπως εἶναι ἐπίσης ἀναμφισβήτητον ὅτι κατὰ μὲν τὴν πρώτην εἰκοσιπενταετίαν ἀπὸ τῆς λειτουργίας τοῦ Γαλλικοῦ Συντάγματος, τοιαῦται περιπτώσεις θέσεως ζητήματος ἐμπιστοσύνης ἐκ μέρους τῶν Κυβερνήσεων δὲν εἶχον ἐμφανισθῆ, ἀλλ’ ἡ νεωτέρα ἐξέλιξις ἀπὸ τοῦ 1897 παρουσίασε πλείονας τῆς μιᾶς—θὰ ἠδυνάμην προχείρως νὰ σημειώσω ἓξ ἢ ἑπτά—περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας αἱ Κυβερνήσεις ἔθεσαν ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἐνώπιον τῆς Γερουσίας καὶ ἄλλοτε μὲν ἡ Γερουσία ἐπεδοκίμασε τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, ἐπιψηφίσασα τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, ἄλλοτε δέ, δίς, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἠρνήθη τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐπέφερε συνεπῶς τὴν ἀνατροπὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν ἀπέκτησεν ἀναμφισβητήτως σὺν τῇ νομοθετικῇ ἐξουσίᾳ καὶ τὴν μοιραίαν — ἀφοῦ τὸ νομοθετεῖν εἶναι ἔργον τῶν πολιτικῶν Σωμάτων— καὶ τὴν μοιραίαν πολιτικὴν δύναμιν ἡ Γερουσία. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν, κύριοι, ὅτι τὸ τετράμηνον ἢ τὸ τρίμηνον χρονικὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον, διὰ τῆς συζητήσεως ἥτις θὰ ἐπακολουθῇ ἐν τῇ Βουλῇ, θὰ παρατείνηται ἀναμφισβητήτως εἰς πεντάμηνον ἢ ἑξάμηνον, δὲν θὰ εἶναι διάστημα χρησιμεῦον οὔτε εἰς διαφώτισιν τῆς Κοινῆς Γνώμης οὔτε εἰς μετατροπὴν τῶν ἀποφάσεων τῶν εἰλημμένων. Τὰ ζητήματα ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ διαφωνοῦν αἱ δύο Βουλαὶ δὲν θὰ εἶναι βεβαίως ζητήματα μικρά, θὰ εἶναι ζητήματα σπουδαιότητός τινος. Θὰ ἀρχίσῃ ἑκατέρωθεν ὁ ἀγὼν διὰ τοῦ Τύπου, ὁ ἀγὼν θὰ γίνηται ὀξύτερος ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ, ἡ διάστασις μεταξὺ τῶν δύο μερίδων, ἀντὶ νὰ σμικρύνηται διὰ τῆς κοινῆς ἐπαφῆς, τοὐναντίον θὰ ἐπαυξηθῇ. Τὸ πεῖσμα θὰ καταλαμβάνῃ ἑκατέρας τῶν μερίδων καὶ εἰς τὸ τέλος ἡ Βουλὴ διὰ τῆς ψήφου αὐτῆς θὰ δίδῃ τὴν ἐπικράτησιν εἰς τὴν γνώμην αὐτῆς, ἀλλ’ ἀναμφισβητήτως καὶ ἕνα κόλαφον κατὰ τῆς δυνάμεως τῆς Γερουσίας. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἀναμνήσω πρόσφατα περιστατικὰ διὰ νὰ εἴπω ὅτι δὲν εἶδα μετατρεπομένην ἀπὸ τὰς συζητήσεις τὴν Κοινὴν Γνώμην, ἀλλὰ τοὐναντίον ὀξυνομένην τὴν διάστασιν καὶ τὰ πάθη περισσότερον ἐξαπτόμενα ἐκ τῆς προσπαθείας διὰ δημοσιογραφικῶν ἀγώνων πρὸς διαφώτισιν τῆς Κοινῆς Γνώμης. Ἕκαστος νομίζει ἑαυτὸν μὴ πλανώμενον καὶ ἕκαστος νομίζει τὸν ἄλλον πλανώμενον. Ἡ ἀνάπτυξις τῶν ἐπιχειρημάτων ἑκατέρου συναντᾷ τὰ ὀρθὰ ἢ μὴ ὀρθὰ ἐπιχειρήματα τοῦ ἑτέρου, αἱ δύο μερίδες χωρίζονται βαθύτερον καὶ ἡ συνεννόησις καθίσταται ἀπολύτως ἀδύνατος.
§112Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἂν εἶναι ἀκριβὲς ὅτι αἱ γνῶμαι ἑκατέρωθεν θὰ ἔχωσιν ἀποκρυσταλλωθῆ καὶ διὰ τῆς συζητήσεως θὰ ὀξύνωνται αἱ ἀντιθέσεις, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ κοινὴ σύσκεψις ποίαν πραγματικὴν χρησιμότητα θὰ ἔχῃ;
§113Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ εἴπω. Θὰ ἠνειχόμην περισσότερον — ἐπειδὴ πράγματι πρέπει νὰ προσαρμόζωμεν ὅλα ὅσα λαμβάνομεν ἀπὸ ξένους θεσμοὺς εἰς τὰ ἤθη καὶ ἔθιμα καὶ τὰς συνθήκας τὰς ἰδικάς μας, τοῦτο δὲ εἶναι ἀκριβὲς ὄχι μόνον διὰ τὰ ἐκ Γαλλικῶν διδαγμάτων, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ ἐκ Τσεχοσλοβακικῶν διδαγμάτων προερχόμενα, ἴσως μᾶλλον ἀναπόφευκτον διὰ τὰ δεύτερα καὶ ὀλιγώτερον διὰ τὰ πρῶτα, διότι περισσότεραι εἶναι αἱ ὁμοιότητες καὶ πρὸς τὴν Γαλλικὴν κοινοβουλευτικὴν ἱστορίαν καὶ πρὸς τὰς ἕξεις καὶ τὸν χαρακτῆρα τοῦ Γαλλικοῦ λαοῦ—θὰ ἠνειχόμην, ἂν ἠθέλομεν νὰ δώσωμεν αὐτὴν τὴν πολιτικὴν ἀδυναμίαν, τὴν νομοθετικὴν ἀδυναμίαν εἰς τὴν Γερουσίαν, νὰ ἐπηκολούθει ἡ συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ ἀμέσως· διότι νομίζω ὅτι διὰ λαὸν οἷος ὁ ἡμέτερος αἱ πρῶται ἐντυπώσεις μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν ἐπιχειρημάτων σοβαρῶν εἶναι δυνατὸν νὰ κλονίσωσι πρὸς στιγμὴν τὴν γνώμην τινῶν, τοὐναντίον δὲ ὅσον παρατείνεται ἡ συζήτησις καὶ ὅσον ἀκούονται ἐπιχειρήματα ἑκατέρωθεν τόσον—ἴσως πλανῶμαι περὶ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ ἰδίου ἡμῶν χαρακτῆρος— τόσον τὰ στρατόπεδα περιχαρακοῦνται ἐντὸς τῶν ἰδίων των γνωμῶν καὶ σχεδὸν καταντῶσι νὰ μὴ θέλωσι νὰ ἀκούσωσι τὰς ἀντιθέτους γνώμας, ἐξάπτεται δὲ τὸ πάθος τῆς συζητήσεως ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ καὶ τὸ χάσμα ἀποβαίνει εὐρύτερον. Μὲ τρομάζει περισσότερον τὸ διάστημα τὸ χρονικὸν καὶ διὰ τοῦτο θὰ ἐπεθύμουν τὴν συζήτησιν ταχέως ἐπερχομένην προτοῦ τὸ σπουδαῖον ζήτημα—ὑποτίθεται δὲ ἐπὶ σπουδαίων ζητημάτων ὅτι θὰ διαφωνήσουν—προτοῦ τὸ σπουδαῖον ζήτημα γίνῃ ἀφορμὴ μιᾶς διχοστασίας ἐξαιρετικῆς, ὀξείας, προσλαμβανούσης χαρακτῆρα ζωηρότερον τοῦ δέοντος καὶ ἕκαστος ἀρνεῖται νὰ ἐγκαταλείψῃ τὰς ἐπάλξεις ἐπὶ τῶν ὁποίων μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἐμάχετο. Τί θὰ γίνῃ διὰ τῆς κοινῆς συσκέψεως; Ὑποβάλλω εἰς τὴν Συνέλευσιν τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν διετύπωσα. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω ἡ θέσις τῶν προτάσεων, οἷαι θὰ διατυπωθῶσι, διότι καὶ ὁ κ. ἐκ Μαντινείας πολιτευτὴς ἐπρότεινεν ὅπως τροποποιήσῃ μέρος τι ἑνὸς ἄρθρου, θὰ σᾶς παρακαλέσω, λέγω, ἡ θέσις τῶν προτάσεων καὶ ἡ ψηφοφορία νὰ γίνῃ τὴν προσεχῆ Δευτέραν, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ καιρὸς νὰ μελετήσωμεν τὸ πράγματι σπουδαῖον τοῦτο θέμα.
§114Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νὰ μὴ γίνῃ ψηφοφορία ἐπὶ τῶν προτάσεων, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ἀρχῶν.
§115Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Οὔτε θὰ γίνῃ. Ἂν γίνῃ δεκτὸν τὸ σύστημα τῆς Ἐπιτροπῆς, οἷον θὰ τὸ τροποποιήσητε ἐλαφρῶς, τότε αἱ ἄλλαι δὲν θὰ τεθῶσιν ὑπὸ ψηφοφορίαν. Ἂν δὲν γίνῃ δεκτὸν αὐτό, τότε θὰ ψηφίσωμεν ἐπὶ τῶν ἄλλων. Εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ καταλήξωμεν καὶ εἰς κάποιαν συναρμολόγησιν τῶν δύο προτάσεων, αἱ ὁποῖαι δὲν διαφέρουν οὐσιωδῶς, τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Εὐρυτανίας πολιτευτοῦ καὶ τῆς ἐμῆς, διότι ἡ βάσις ἀμφοτέρων τούτων εἶναι ἡ κοινὴ σύσκεψις. Ἐγὼ ἐπρότεινα, ἵνα πρὸ τῆς κοινῆς συσκέψεως ὁρίζηται Ἐπιτροπὴ τῶν δύο Σωμάτων. Ἐπερχομένης διαφωνίας μεταξὺ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας, θὰ ὥριζεν ἡ Γερουσία ἕνα ἀριθμὸν γερουσιαστῶν—καὶ θὰ ὁρίσῃ βεβαίως τοὺς καταλληλοτέρους διὰ τὸν συμβιβασμὸν τῶν δύο ἀντιτιθεμένων ἀπόψεων—θὰ ὥριζε καὶ ἡ Βουλὴ ἀριθμὸν ἀνάλογον πρὸς τὸν ὅλον ἀριθμὸν τῶν μελῶν αὐτῆς καὶ αἱ δύο Ἐπιτροπαὶ θὰ συνήρχοντο ἀπὸ κοινοῦ. Εἶναι πρόδηλον ὅτι λόγῳ τοῦ κύρους αὐτῶν καὶ τοῦ χαρακτῆρος αὐτῶν θὰ εὕρωσι μίαν λύσιν ὄχι μόνον συμβιβαστικὴν τῶν δύο ἀπόψεων, ἀλλὰ καὶ περισσότερον ἐξυπηρετικὴν τοῦ δημοσίου συμφέροντος, διότι ὁ πόθος τῆς ἐξυπηρετήσεως τοῦ δημοσίου συμφέροντος ἀναμφισβητήτως θὰ διέπῃ καὶ τὰ δύο Σώματα. Αὐτὸ τὸ κοινὸν σχέδιον ἅπαξ θὰ ἀναγινώσκηται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Γερουσίαν καὶ ἅπαξ θὰ συζητῆται. Εἶμαι βέβαιος ὅτι τὸ σχέδιον καταρτιζόμενον κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ἀπὸ ἄνδρας τοιούτους, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ τύχῃ τῆς ἐπιδοκιμασίας τοῦ Κάτω Σώματος καὶ τοῦ Ἄνω Σώματος καὶ ὅτι σπάνιαι θὰ εἶναι αἱ περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας θὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ ἡ κοινὴ συνέλευσις. Ἀλλὰ εἰς τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ διατυπώσω ἐνώπιον ὑμῶν, ἀκριβῶς διὰ νὰ μὴ γίνεται συζήτησις περὶ ἀντιθέσεως τῶν δύο Σωμάτων ἢ περὶ μνησικακίας τοῦ ἑνὸς κατὰ τοῦ ἄλλου, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ προτείνω, ὅπως ἡ ψηφοφορία τῆς κοινῆς συνελεύσεως, ἀκριβῶς, ἐπαναλαμβάνω, διὰ νὰ ἀποφεύγωνται τὰ πείσματα, γίνεται μυστική. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οὔτε τὸ ἓν Σῶμα ἡττᾶται οὔτε τὸ ἄλλο. Δὲν θὰ εἶναι ἄλλως τε ἀγὼν μεταξὺ δύο Σωμάτων, ἀλλὰ μεταξὺ ἰδεῶν ἢ κομμάτων. Ἐλέχθη ὅμως, κύριοι, ὅτι εἶναι πιθανὸν τὸ σύστημα τοῦτο νὰ ἀγάγῃ εἰς ἕνα κακὸν ἐνδεχόμενον. Εἶναι ἐνδεχόμενον, ἐλέχθη, ἡ μὲν πλειονοψηφία ἐν τῇ Βουλῇ νὰ εἶναι μικρά, 1 ἢ 2 ἢ 3 ψήφων, ἡ δὲ πλειονοψηφία ἐν τῇ Γερουσίᾳ νὰ εἶναι μεγαλυτέρα, νὰ εἶναι 10 ψήφων, ὑποτεθείσθω. Τὸ ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι ὅτι ἐν τῇ κοινῇ συνελεύσει θὰ κατισχύσῃ ἡ γνώμη τῆς Γερουσίας. Ἀλλά, κύριοι, θὰ εὕρισκα ὀρθὸν νὰ κατισχύσῃ τότε ἡ γνώμη τῆς Γερουσίας· διότι Βουλαὶ αἱ ὁποῖαι παρουσιάζουν πλειονοψηφίαν 1 ἢ 2 ἢ 3 ψήφων δὲν ἀνταποκρίνονται εἰς τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ. Περιέργως ὅμως, κύριοι, ἐλέχθη μεταξὺ τῶν πολλῶν ἐπιχειρημάτων ὅτι ἀρνούμεθα μὲν νὰ δώσωμεν τὴν νομοθετικὴν ταύτην ἰσοτιμίαν εἰς τὴν Γερουσίαν, οὐχ ἧττον ὅμως δίδομεν εἰς αὐτὴν μίαν πολιτικὴν ἰσοτιμίαν μεγάλην, δίδομεν εἰς αὐτὴν τὴν ἐξουσίαν νὰ γνωματεύῃ περὶ διαλύσεως τῆς Κάτω Βουλῆς. Θὰ ἔλθῃ ὥρα, κύριοι, νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀλλ’ ἐν ὀλίγοις ἂς εἴπω ὅτι καὶ τὴν εἰς τὸ δεύτερον Σῶμα ἀπονομὴν δικαιώματος γνωμοδοτήσεως ἐπὶ τῆς διαλύσεως τῆς Κάτω Βουλῆς ἐθεώρησα πάντοτε ἀναγκαιοτάτην, ὅταν μονάρχης εἶναι ὁ ἀνώτατος παράγων, καὶ ὀλιγώτερον ἀναγκαίαν, ὅταν εἶναι αἱρετὸς ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁπωσδήποτε δίδομεν τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς εἰς τὴν Γερουσίαν, δὲν ὑπάρχει ἆρά γε ὁ φόβος ὁ μέγας, Γερουσία ἡ ὁποία θὰ βλέπῃ ἑαυτὴν ἐκμηδενιζομένην διὰ τῶν συνεχῶν ἀποφάσεων τῆς Κάτω Βουλῆς, περιφρονούσης διὰ τῆς ψήφου αὐτῆς τὴν πεῖραν, τὴν γνώμην τῶν γερουσιαστῶν, δὲν ὑπάρχει, λέγω, ὁ φόβος, Γερουσία τοιαύτη νὰ συλλαμβάνῃ τὴν ἰδέαν ὅτι ἀπὸ αὐτὴν ἐξαρτᾶται ἡ διάλυσις....
§116Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὄχι μόνον ἀπὸ αὐτήν.
§117Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, μὴ βιάζεσθε—καὶ νὰ σκέπτηται ὅτι ὁ Ἀνώτατος αἱρετὸς Ἄρχων εἶναι εὔκολον νὰ πεισθῇ ὅτι θὰ ἔχῃ τὴν γνωμοδότησιν τῆς Γερουσίας σύμφωνον πρὸς διάλυσιν; Δὲν θὰ εἶναι εὔκολον ἆρά γε νὰ παραπείσῃ τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα ὅτι δὲν ἀκούονται αἱ γνῶμαι τοῦ δευτέρου Σώματος ποσῶς, ὅτι περιφρονεῖται ἡ ἀντίληψις αὐτοῦ καὶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ ταχέως ἔκκλησις πρὸς τὸν λαόν; Ἄν δέ, κύριοι, ἅπαξ μόνον, διὰ νὰ μὴ εἴπω δίς, γίνῃ μία τοιαύτη συνεννόησις Ἀνωτάτου Ἄρχοντος καὶ Γερουσίας πρὸς διάλυσιν τῆς Κάτω Βουλῆς, τότε δὲν θὰ παρέλθῃ πολὺς χρόνος καὶ θὰ σαρωθῇ ὁλόκληρον τὸ οἰκοδόμημα τῆς Ἄνω Βουλῆς. Ἰδοὺ διατί δὲν θέλω τοιαύτην νομοθετικὴν ἀδυναμίαν τῆς Ἄνω Βουλῆς, διότι φοβοῦμαι ὅτι, περιβεβλημένη ἀκριβῶς μὲ τὸ δικαίωμα τὸ πολιτικὸν τοῦ γνωμοδοτεῖν περὶ διαλύσεως, εὑρισκομένη ὅμως ἐν νομοθετικῇ ἀδυναμίᾳ καὶ βλέπουσα ὅτι περιφρονοῦνται αἱ ἀπόψεις αὐτῆς, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ σκέπτηται συχνότερον τοῦ δέοντος νὰ κάμνῃ χρῆσιν τοῦ ἄλλου δικαιώματος τοῦ πολιτικοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ ἀνήκῃ εἰς αὐτήν, καὶ νὰ περιαγάγῃ μὲν τὴν Χώραν εἰς περιπλοκὰς καὶ ἴσως ταραχὰς ἐθνικάς, νὰ ἐπεξεργάζηται δὲ κατὰ τοιοῦτον τρόπον καὶ τὸν ἴδιον αὐτῆς θάνατον, ἀμφότερα πράγματα τὰ ὁποῖα θεωρῶ ὅτι θὰ εἶναι ἥκιστα ὠφέλιμα διὰ τὴν Χώραν. Ἐλέχθη ὅτι τὴν Γερουσίαν θὰ ἔχωμεν καὶ ὡς πρόχωμα, ἵνα μὴ δύναται ἡ Κάτω Βουλὴ νὰ ἀνατρέψῃ τὸ πολίτευμα. Καὶ ἐρωτῶ: Ποίαν Γερουσίαν καλύτερον θὰ χρησιμοποιήσωμεν ὡς πρόχωμα, τὴν Γερουσίαν ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ νομοθετικὴν ἰσοτιμίαν πρὸς τὴν Κάτω Βουλὴν ἢ τὴν Γερουσίαν τὴν ὁποίαν θὰ ἔχωμεν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι περιορίσει κατὰ τὰ δικαιώματα; Δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μὲ τὴν ἀντίληψιν ὅτι τὸ γόητρον τῆς Γερουσίας διὰ τοῦ συστήματος τῆς Ἐπιτροπῆς, συστήματος κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Γερουσία δὲν ἔχει καμμίαν ψῆφον καὶ περιμένει μόνον ἀπὸ τὴν Κοινὴν Γνώμην καὶ τὴν διαφώτισιν τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ διὰ τοῦ Τύπου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δύναταί τις νὰ τὸ κάμῃ καὶ ὅταν δὲν εἶναι γερουσιαστής, ἵνα ἡ γνώμη αὐτῆς ἀποκτήσῃ κῦρος, δὲν μειοῦται τόσον ὅσον θὰ μειωθῇ ἐκ τῶν κοινῶν συνελεύσεων ἂν ἡ Γερουσία ἐξέλθῃ ἡττημένη ἐκ μιᾶς ψηφοφορίας. Μειοῦται ἆρά γε τὸ γόητρον τῶν Ἀντιπολιτεύσεων ὅταν ἐν ἀγῶνι πρὸς τὴν Συμπολίτευσιν ἡ ψηφοφορία δίδῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς πλειονοψηφίας εἰς τὴν Συμπολίτευσιν; Δὲν νομίζω ὅτι ἐκ τῆς κοινῆς συνελεύσεως τῶν δύο Σωμάτων, καὶ ἂν δὲν ἐπικρατήσῃ ἡ ἀντίληψις τῆς Γερουσίας, θὰ ἐξέλθῃ ἡ Γερουσία μειωμένη περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι θὰ ἐξέρχηται, ὁσάκις εἶναι βέβαιον ὅτι οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ γνώμη αὐτῆς, εἴτε πρὸς ἀπόρριψιν ἑνὸς νομοσχεδίου τείνουσα εἴτε πρὸς τροποποίησιν τοῦ νομοσχεδίου τείνουσα, ἡ Κάτω Βουλὴ θὰ εἶναι ἡ κυρίαρχος νὰ δώσῃ τὴν τελειωτικὴν αὐτῆς γνώμην.
§118Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἐπιτρέπετε;
§119Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁρίστε.
§120Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. ... Ἐπειδὴ εἴπετε διὰ τὸ ἐπιχείρημα ὅτι ἡ Γερουσία θὰ εἶναι μία ἄμυνα ὑπὲρ τοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ὑπεστήριξα. Ἐγὼ εἶπον ὅτι τὴν ἄμυναν ὑπὲρ τοῦ πολιτεύματος ὄχι μόνον ἡ Γερουσία, ὄχι μόνον ἡ Βουλὴ, ἀλλὰ πᾶς πολίτης ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κάμνῃ.
§121Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἴμεθα σύμφωνοι.
§122Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Εἶπον ὅτι ἠθικῶς ἡ Γερουσία θὰ ἐξασκῇ μίαν ἐπιρροὴν ἐπὶ τοῦ πολιτεύματος, ὅταν μία Βουλὴ ἠθικῶς δὲν θέλῃ νὰ ἐξασκήσῃ ἐπιρροήν, διότι νομικῶς δὲν θὰ δύναται. Συνεπῶς εἴτε πολλὰ εἴτε ὀλίγα δικαιώματα δώσωμεν εἰς τὴν Γερουσίαν, ἂν ἡ Γερουσία ἀποτελῆται ἀπὸ ἐκλεκτὰ πρόσωπα, θὰ ἀσκῇ μίαν ἠθικὴν ἐπιρροὴν πρὸς ἄμυναν τοῦ πολιτεύματος. Αὐτὸ εἶπον ἐγὼ τότε καὶ ὑποθέτω ὅτι δὲν καταπίπτει τὸ ἐπιχείρημά μου μὲ τὰ λεχθέντα παρ’ ὑμῶν.
§123Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ τῆς μειώσεως δέ, κύριοι, τὴν ὁποίαν πάντες οἱ λαοὶ ἔχουν δεχθῆ, τοῦ ἀριθμοῦ τῶν γερουσιαστῶν ἀπέναντι τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ ἰσοδυναμία εἶναι μόνον ἰδανική. Ἀλλ’ ἂς μὴ στερήσωμεν τοὐλάχιστον τῆς νομοθετικῆς ἰσοτιμίας τὴν Γερουσίαν. Βλέπετε ὅτι ἐγὼ δὲν ἀσπάζομαι τελείως τὸ Γαλλικὸν σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον, ὡς εἶναι γνωστόν, δύναται νὰ ἐξακολουθῇ θεωρητικῶς ἐπ’ ἄπειρον ἡ διαφωνία μέχρι ματαιώσεως τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ πεῖρα ἀπέδειξε τὸν φόβον μάταιον, διότι καὶ ἐκεῖ διὰ συνεννοήσεως τῶν κομμάτων—κόμματα θὰ εἶναι καὶ εἰς τὴν Ἄνω Βουλήν, ὅπως κόμματα εἶναι εἰς ὅλον τὸν κόσμον, ὅπου εἶναι Ἄνω καὶ Κάτω Βουλή, καὶ κόμματα θὰ εἶναι καὶ ἐδῶ—κατορθώνεται νὰ εὑρεθῇ μέσον τι σχέδιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ συμπίπτουν αἱ γνῶμαι τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας. Τὴν ἐξεύρεσιν ἑνὸς μέσου σχεδίου συμβιβαστικοῦ καὶ συγχρόνως ἐξυπηρετοῦντος τὰ συμφέροντα τῆς Χώρας, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, δύνανται νὰ διευκολύνουν Ἐπιτροπαὶ ἐπὶ τούτῳ διοριζόμεναι ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας διὰ τὰς περιπτώσεις αὐτὰς τῶν συγκρούσεων. Ἔχω δὲ τὴν ἀντίληψιν ὅτι, ἂν διορισθῇ Ἐπιτροπὴ μετὰ τὴν πρώτην διαφωνίαν, εὐκολώτατα θὰ καταρτισθῇ ἕνα σχέδιον ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπέλθῃ κοινὴ συμφωνία καὶ σπάνιαι θὰ εἶναι αἱ κοιναὶ συνελεύσεις.
§124Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δηλαδὴ τὰς Ἐπιτροπὰς τὰς θέλετε ὑποχρεωτικάς;
§125Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἴδητε πῶς διατυπώνω τὸ πρᾶγμα (ἀναγινώσκει).... Κύριοι, τὸ θέμα, ὅπως πλειστάκις ἐλέχθη, εἶναι πράγματι σπουδαῖον. Ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν δύο πρότυπα καὶ βαδίζομεν πλησίον τῶν προτύπων τούτων, ἵνα μὴ εἴπω ἐπὶ τῶν προτύπων τούτων, τὸ πρότυπον τὸ Γαλλικόν, μὴ φθάνον εἰς κοινὴν συνέλευσιν, ἀλλὰ δίδον νομοθετικὴν ἐξουσίαν μεγαλυτέραν ἀπὸ ὅσην δίδει τὸ σχέδιον τὸ διὰ κοινῶν συνελεύσεων ἐπιλύσεως τῶν διαφορῶν, λειτουργῆσαν ἐπὶ μακρὰ ἔτη ἐν Γαλλίᾳ, καὶ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, καὶ ἀνομολογοῦσιν ὅλοι, ὅτι τὸ σύστημα ἐπέφερε καρποὺς ἀγλαούς. Ἡ κοινοβουλευτικὴ ἱστορία, τὰ κοινοβουλευτικὰ ἤθη καὶ ἔθιμα τοῦ Τόπου ἐκείνου, ὁ χαρακτὴρ ἀκόμη τοῦ λαοῦ ὁμοιάζει κατὰ πολὺ πρὸς τὸν ἡμέτερον. Ἔχομεν ἐξ ἄλλου ἓν σύστημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔζησεν ἐπὶ μακρὰ ἔτη ὥστε νὰ γνωρίζωμεν τὴν πεῖραν αὐτοῦ, συγχρόνως δὲ προελθὸν ἀπὸ λαοὺς τῶν ὁποίων οὔτε ἡ κοινοβουλευτικὴ ἱστορία οὔτε τὰ ἤθη οὔτε τὰ ἔθιμα οὐδὲ ὁ χαρακτὴρ προσομοιάζει πρὸς τὸν ἰδικόν μας. Ἰδοὺ οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἐγὼ διστάζω νὰ δεχθῶ τὸ σύστημα τὸ προτεινόμενον ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς. Βλέπω δὲ βαθύτερον μίαν ψυχολογίαν, ἡ ὁποία εἶναι ὑπόλειμμα τῆς ψυχολογίας τοῦ 1911. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας συνάδελφος καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἠλείας συνάδελφος ἦσαν ἐναντίον τῆς Γερουσίας, ἐγὼ ἤμην ἔκτοτε ὑπὲρ τῆς Γερουσίας ζητῶν καὶ τὸ δικαίωμα νὰ γνωμοδοτῇ ἡ Γερουσία ὑπὲρ τῆς διαλύσεως. Ἔχασα τὴν μάχην μέχρι τοῦ σημείου ὥστε νὰ μὴ γίνῃ οὔτε συζήτησις κἄν. Παρῆλθον ἔτη καὶ εὐτυχῶς ἤδη πρὸς τὴν ἐμὴν γνώμην συντάσσονται ἀμφότεροι οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι. Ἀλλὰ δεχθέντες ἅπαξ τὴν Γερουσίαν δὲν τὴν θέλουν ἰσότιμον πρὸς τὴν Κάτω Βουλήν. Εἶναι φυσικὸν ὅ,τι δὲν θελήσῃ τις ἐξ ἀρχῆς, ἂν κατόπιν τὸ ἀποδεχθῇ, προσπαθεῖ νὰ τὸ ἔχῃ ὅσον ἔνεστιν ἠλαττωμένον. Ἡ μόνη εὐχὴ τὴν ὁποίαν ἔχω εἶναι· μετὰ πάροδον δεκαετίας νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι ἐγὼ εὑρισκόμην ἐν ἀδίκῳ. Περατῶν τὸν λόγον μου, κύριοι, καταθέτω τὴν κάτωθι πρότασιν, ἥτις παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ (ἀναγινώσκει): «Πρότασις νόμου ψηφισθεῖσα ὑπὸ τῆς μιᾶς Βουλῆς καὶ ἀπορριφθεῖσα ἢ τροποποιηθεῖσα ὑπὸ τῆς ἑτέρας παραπέμπεται εἰς κοινὴν Ἐπιτροπὴν βουλευτῶν καὶ γερουσιαστῶν, ἐπὶ τούτῳ ὁριζομένων ὑφ’ ἑκάστου Σώματος, ἀναλόγως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μελῶν του, ἥτις ἐπεξεργάζεται τὴν πρότασιν, συντάσσουσα ἴδιον σχέδιον μετ’ ἐκθέσεως αἰτιολογικῆς. Ἐπὶ τοῦ σχεδίου τούτου διεξάγεται νέα συζήτησις εἰς μίαν μόνην ἀνάγνωσιν ἐν ἑκατέρᾳ τῶν Βουλῶν, ἂν δὲ δὲν ἐπιτευχθῇ συμφωνία, συγκαλεῖται κοινὴ συνέλευσις ἀμφοτέρων τῶν Σωμάτων καὶ γίνεται μετὰ μίαν ἀνάγνωσιν μυστικὴ ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ σχεδίου».
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαναστασίου ἔχει τὸν λόγον.
§127Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐξήντλησα τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον εἶχον νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ θέματος. Θὰ παρακαλέσω ὅμως τὴν Συνέλευσιν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἀκόμη. Παρηκολούθησα τὴν ἀγόρευσιν καὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Εὐρυτανίας συναδέλφου καὶ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως μὲ ἐντεταμένην προσοχήν. Διότι ὁμολογουμένως τὸ θέμα εἶναι σπουδαῖον καὶ ὀφείλομεν νὰ τὸ ἐξετάζωμεν ἐμφορούμενοι ἀπὸ τὴν πλέον δυνατὴν ἀμεροληψίαν. Ὅσον καὶ ἂν ἐπρόσεξα ὅμως δὲν κατώρθωσα νὰ πεισθῶ ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Εὐρυτανίας συναδέλφου ἀνέτρεψαν τοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι μᾶς ἔκαμαν νὰ ὑποστηρίξωμεν ὅπως μὴ ὑπάρξῃ ἰσοτιμία μεταξὺ Βουλῆς καὶ Γερουσίας ὅσον ἀφορᾷ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος ἐτόνισε πάλιν καὶ σήμερον ὅτι διὰ τοῦ συστήματος τῆς Ἐπιτροπῆς, εἴτε διωρθωμένου εἴτε μὴ διωρθωμένου, ἡ Γερουσία περιέρχεται εἰς Σῶμα ἀκαδημαϊκόν, θεωρητικόν· ἔσπευσεν ὅμως ὁ ἴδιος νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἡ Γερουσία εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκτήσῃ καὶ πολιτικὴν ἀκόμη ἐπιρροήν, κατ’ εἰσήγησιν αὐτῶν τῶν Κυβερνήσεων, ὅπως γίνεται εἰς τὴν Γαλλίαν. Τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ ἀνατρέπει τὸ προηγούμενον ἐπιχείρημα, διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι, ἂν κατορθώσῃ ἡ Γερουσία νὰ ἐργασθῇ καλῶς, θὰ ἀποκτήσῃ τοιαύτην ἐπιρροὴν καὶ κῦρος, ὥστε νὰ ἐπηρεάζῃ τὴν γνώμην καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐν γένει νὰ διαμορφώνῃ τὴν δημοσίαν γνώμην. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπεστήριξε πρὸ ὀλίγου ὅτι ἡ ἀπόρριψις τῶν προτάσεων τῆς Γερουσίας ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς θὰ ἀπετέλει κόλαφον κατὰ τῆς Γερουσίας. Ἀλλ’ ἠμπορεῖ νὰ ἐρωτήσῃ κανείς: Δὲν θ’ ἀπετέλει κόλαφον κατὰ τῶν προτάσεων τῆς Βουλῆς ἡ ἐν τῇ κοινῇ συνελεύσει ἀπόρριψις τῶν προτάσεων αὐτῆς; Δὲν ὑπάρχει καμμία διαφορὰ ἂν ἡ ἀπόφασις ἐλήφθη ἐν κοινῇ συνεδριάσει ἢ διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας, διότι θὰ ἔχῃ προηγηθῆ φανερὰ ψηφοφορία, νομίζω δὲ ὅτι ἀντίκειται εἰς τὴν σοβαρότητα ἑνὸς Νομοθετικοῦ Σώματος νὰ ψηφίζῃ ἐπὶ νομοθετικῶν μέτρων διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔφερε καὶ ἓν ἄλλο ἐπιχείρημα, ὅτι τὸ χρονικὸν διάστημα τὸ ὁποῖον θὰ ἀπαιτῆται διὰ νὰ ψηφίσῃ τελικῶς ἡ Βουλὴ μίαν πρότασιν ἀπορριφθεῖσαν ἀπὸ τὴν Γερουσίαν θὰ συντελῇ εἰς τὸ νὰ ξεθωριάζουν αἱ συζητήσεις τῆς Γερουσίας καὶ νὰ μὴ ἀσκοῦν καμμίαν ἐπιρροήν, οὕτως ὥστε, ἀντὶ νὰ ἐπηρεάζηται ἡ Κοινὴ Γνώμη, ἀντὶ νὰ ἐπηρεάζηται ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις, νὰ ἐμμένῃ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς εἰς τὴν παλαιάν της γνώμην. Αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα εἶναι ἀδύνατον νὰ τὸ ἐννοήσω, διότι εἶναι νόμος ψυχολογικὸς ὅτι, ὅταν κανεὶς ἔχῃ μίαν γνώμην καὶ δι’ αὐτὴν ἐγείρηται ἀντίρρησις, ἐμμένει εἰς τὴν γνώμην αὐτήν. Ἀλλά, εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν θὰ γίνῃ ἡ δευτέρα συζήτησις, θὰ ἔχουν λησμονηθῆ τὰ ἐπιχειρήματα τῆς Γερουσίας. Δὲν εἶναι ὅμως δυνατόν, κύριοι, νὰ φαντασθῇ κανεὶς ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξουν ἄνθρωποι εἰς τὴν Βουλὴν οἱ ὁποῖοι νὰ ὑποστηρίξουν τὰ ἐπιχειρήματα τῆς Γερουσίας, διότι δὲν δύναται νὰ εἴπῃ κανεὶς ὅτι τὴν γνώμην τῆς Γερουσίας δὲν θὰ ὑποστηρίξῃ κανεὶς εἰς τὴν Βουλήν. Δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς θὰ εἰσαχθῇ ὁ θεσμὸς τῶν Ἐπιτροπῶν ὥστε, ἂν δὲν γίνεται συμβιβασμός, νὰ ἔρχηται ἐκ νέου ἡ συζήτησις. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ πλειονοψηφίαν 2–3 ψήφων καὶ εἰς τὴν Γερουσίαν ὑπάρχῃ πλειονοψηφία 10 ψήφων, εἶναι προτιμότερον νὰ ὑπερισχύσῃ ἡ γνώμη τῆς Γερουσίας, διότι ἐκ τούτου θὰ συνάγηται ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει τὴν πλειονοψηφίαν.
§128Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἡ ὀλίγη αὐτὴ πλειονοψηφία εἶναι ἀνεπαρκής· ἑπομένως ἡ περίπτωσις αὐτὴ εἶναι ἀνύπαρκτος.
§129Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὅταν ὑπάρχῃ ἀπόλυτος πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ ἐπικρατῇ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς, διότι κατὰ τεκμήριον εἶναι ἡ γνώμη τῆς λαϊκῆς πλειονοψηφίας. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ ἀνανέωσις τῆς συζητήσεως θὰ ἐπηρεάζῃ καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν, εἶναι δὲ φανερὸν ὅτι, ὅταν ἡ Βουλὴ ἔχῃ τὴν γνώμην τῆς Γερουσίας, θὰ ἐπηρεάζῃ ἐπὶ πολύ, καὶ ἂν ὑπάρχῃ σοβαρὸς λόγος νὰ ἐπιμείνῃ ἡ Βουλή, θὰ εἶναι σκόπιμον ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς νὰ ὑπερισχύῃ. Ὁμολογῶ ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. συναδέλφου μετριάζει αὐτὴν τὴν ἀδυναμίαν, ἀλλὰ δὲν τὴν ἐξαλείφει. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον φοβούμεθα καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἀνετράπη εἶναι ὅτι μεταβάλλεται ἡ Γερουσία εἰς πολιτικὸν Σῶμα. Ἡμεῖς ὑπεστηρίξαμεν καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐδέχθη ὅπως ὑπάρχωσι καὶ ἀντιπρόσωποι ἐπαγγελματικῶν Ὀργανώσεων. Ἡμεῖς θέλομεν πλήρη τὴν σύνθεσιν τῆς Γερουσίας, διὰ νὰ μὴ ἔχῃ πολιτικὴν χροιὰν αὕτη, διότι θεωροῦμεν ἀπαραίτητον νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἓν Σῶμα, τὸ ὁποῖον, ὅσον τὸ δυνατὸν ἀνεξαρτήτως τῆς κυβερνητικῆς ἐπιδράσεως καὶ τῶν κομματικῶν ἀντιθέσεων, νὰ ἀποφαίνηται ἐπὶ τῶν νομοθετικῶν μέτρων. Καὶ εἶναι χαρακτηριστικὸν ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κοζάνης πληρεξούσιος, ὁρμώμενος ἀπὸ ἄλλας σκέψεις, κατέληξεν εἰς αὐτὰ τὰ συμπεράσματα ἀντιστρέψας τοὺς ὅρους. Θέλει ἓν Σῶμα νομοθετικὸν καὶ ἓν Σῶμα ἐλεγκτικόν. Ἀλλ’ εἶναι σαφὲς ὅτι τὸ πολίτευμα προάγεται ὅταν ὑπάρχῃ ἓν Σῶμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπηρεάζεται τόσον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἐπηρεάζεται ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν Βουλήν. Αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα δὲν ἀνετράπη οὔτε ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Εὐρυτανίας πολιτευτὴν οὔτε ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ δὲν ἐλέχθη καὶ ἡ σημερινὴ πολιτικὴ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος. Ἐτονίσαμεν ἐπανειλημμένως ὅτι ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας εἶναι ἀκόμη ἐπικίνδυνον νὰ δοθῇ τοιοῦτον δικαίωμα εἰς τὴν Γερουσίαν, διότι εἶναι κίνδυνος μέγας νὰ γίνῃ ἐκμετάλλευσις τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας ἀπὸ μίαν πολιτικὴν μερίδα, ἐκμετάλλευσις τοιαύτη, ὥστε νὰ φέρῃ μεγάλην σύγκρουσιν μεταξὺ Βουλῆς καὶ Γερουσίας, κατὰ συνέπειαν δὲ πολιτικὴν ἀνωμαλίαν μεγάλην, ἡ ὁποία θὰ καταλήξῃ εἰς κατάργησιν τῆς Γερουσίας. Αὐτὸ θέλομεν νὰ ἀποφύγωμεν καὶ δι’ αὐτὸ θέλομεν ἀπ’ ἀρχῆς νὰ μὴ παράσχωμεν τοιαύτην ἐξουσίαν εἰς τὴν Γερουσίαν, ἀφήνοντες ἀνοικτὸν τὸν δρόμον ὅπως ἀποκτήσῃ περισσότερα δικαιώματα αὕτη, ἂν ἄνθρωποι κύρους ἐργασθοῦν εἰς τὴν Γερουσίαν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔφερε καὶ ἄλλο ἐπιχείρημα καὶ εἶπεν ὅτι μόνον μὲ τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως ἀποκτᾷ πολιτικὴν δύναμιν ἡ Γερουσία. Ἡμεῖς δὲν ἀρνούμεθα ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως δίδει μίαν δύναμιν εἰς τὴν Γερουσίαν καὶ δι’ αὐτὸ εἴπομεν ὅτι ὁ περιορισμὸς τῶν δικαιωμάτων τῆς Γερουσίας δὲν μεταβάλλει αὐτὴν εἰς ἀκαδημαϊκὸν Σῶμα, ἀλλ’ ἂν ἡ Γερουσία δυσφορῇ διὰ τὴν μὴ ἀποδοχὴν τῶν γνωμῶν της ἀπὸ τὴν Βουλήν, δὲν θὰ εἶναι εὔκολον εἰς τὴν Γερουσίαν νὰ διαλύῃ τὴν Βουλήν, διότι χρειάζεται ἡ συγκατάθεσις τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ γίνῃ ἡ διάλυσις, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι καὶ τόσον εὔκολον. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους, ἂν ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ δυνατότης, ἡμεῖς δὲν ἀρνούμεθα νὰ ἀφαιρεθῇ. Ἔγινε λόγος, κύριοι, καὶ περὶ διαφορᾶς τοῦ ἀριθμοῦ. Βεβαίως ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς εἶναι μεγαλύτερος, ἀλλ’ ἐξ αὐτοῦ δὲν ἐπέρχεται μείωσις τῆς ἰσοτιμίας, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι ἀρκεῖ μία μικροτέρα πλειονοψηφία τῆς Γερουσίας διὰ νὰ ἀνατρέψῃ τὰς ἀποφάσεις μιᾶς μικρᾶς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς. Βάσις τῆς προτάσεως τῆς ἀντιθέτου ἐλήφθη ἡ πεῖρα ἡ Γαλλική. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ μὴ λαμβάνωμεν τόσον προθύμως ἓν ξένον παράδειγμα, ἀλλὰ νὰ ἐξετάζωμεν τὰς ἰδιαιτέρας ἑλληνικὰς συνθήκας, ἰδίως προκειμένου περὶ τοιούτου θεσμοῦ. Διετηρήσαμεν τὸν βασιλικὸν θεσμὸν καὶ εἴχομεν διαρκῶς τὸ ἐπιχείρημα ὅτι τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν. Ἀλλ’ εἴδομεν ὅλοι κατὰ ποῖον τρόπον θλιβερὸν ἐξειλίχθη ὁ θεσμὸς ὁ βασιλικὸς εἰς τὴν Ἑλλάδα. Θὰ ηὐχόμην νὰ ἐγίνετο δεκτὴ ἡ πρότασις, ἵνα μὴ ἔχωμεν δυσαρέστους διχογνωμίας μὲ τὴν Γερουσίαν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει συνιστῶμεν τὸν περιορισμὸν τῶν δικαιωμάτων τῆς Γερουσίας. Καὶ δὲν εἶναι ἀκριβὲς ὅτι ἐστηρίχθη ἡ Ἐπιτροπὴ εἰς τὸ παράδειγμα τῆς Τσεχοσλοβακίας, διότι ἡ ἀρχικὴ σκέψις τοῦ νὰ ἔχῃ ἡ Γερουσία μόνον τὸ δικαίωμα τῆς ἀναστολῆς ἐπιψηφίσεως νόμων ἔγινε πρὶν κἂν ἀναγνωσθῇ τὸ Τσεχοσλοβακικὸν σύστημα. Ὑπεβλήθη δὲ τὸ πρῶτον σχέδιον περὶ καθορισμοῦ τῆς δικαιοδοσίας τῆς Γερουσίας ὅτε ἐγὼ ὁ ὁποῖος συνέστησα τοῦτο δὲν εἶχον ἀναγνώσει τὸ Τσεχοσλοβακικὸν σύστημα. Βλέπω ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη ἑνὸς δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος, ἀλλὰ τὸ δεύτερον τοῦτο Νομοθετικὸν Σῶμα δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὸν προορισμὸν ἑνὸς συντηρητικοῦ Σώματος ἐκπροσωποῦντος τὴν λαϊκὴν θέλησιν, ἀλλ’ ἔχει τὸν προορισμὸν νὰ μὴ ἐμποδίσῃ τὴν ἐπικράτησιν τῆς γνώμης τῆς πλειονοψηφίας τῆς λαϊκῆς θελήσεως καὶ πρέπει νὰ καταστῇ δυνατόν, ἀφοῦ ὑποστηριχθῶσιν ἐπαρκῶς ὅλαι αἱ ἀντίθετοι γνῶμαι, νὰ ἐξασφαλίζηται ἡ λαϊκὴ θέλησις. Καὶ κατὰ δεύτερον λόγον ἐξέφρασα τὴν ἀνάγκην τῆς συστάσεως τῆς Γερουσίας διὰ νὰ διαφύγωμεν τὰ ἄτομα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος νὰ ἔχῃ ἰσοδυναμίαν ἡ Γερουσία πρὸς τὸ ἕτερον Νομοθετικὸν Σῶμα. Εἶναι βέβαια ἀληθὲς ὅτι ἐκ τῶν ὑστέρων ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως φαίνεται ὅτι εἶχε προφητικὴν δύναμιν, ὅτι δηλαδὴ πρὸ 10 ἐτῶν εἶχε δίκαιον. Ἀλλὰ μετὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1922 ἤμην ὁ πρῶτος ὁ ὁποῖος ἐτόνισα ὅτι διὰ νὰ καθιδρυθῇ Δημοκρατία ἔχει ἀνάγκην μεταρρυθμίσεως τὸ πολίτευμα, ὥστε νὰ ἔχωμεν δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐτόνισεν ὅτι οἱ ἐξωμόται εἶναι οἱ φανατικώτεροι. Ἐγὼ ἤμην ἐξωμότης παλαιὸς τῆς συστάσεως τῆς Γερουσίας, ἀλλὰ μελετήσας τὰ πράγματα τὰ ἑλληνικὰ ἐπείσθην ὅτι μὲ τὴν κατάστασιν τὴν πολιτικὴν τῆς Ἑλλάδος θὰ δημιουργήσωμεν ἀνωμαλίας καὶ συγκρούσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ μᾶς ἀγάγωσιν εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ θεσμοῦ τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος, τὸν ὁποῖον θεσμὸν μὲ τόσην στοργὴν περιβάλλομεν. (Χεροκροτήματα).
§130Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Συνέλευσις ἂν ἐπιτρέπει μίαν σύντομον ἀπάντησιν τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς.
§131ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§132Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ὁμολογῶ ὅτι ἐδοκίμασα ἀληθῆ ἔκπληξιν διὰ τὴν ἐντύπωσιν ἡ ὁποία παρεσχέθη ἀπὸ τοὺς λόγους τοὺς ἐκφωνηθέντας τὴν ἑσπέραν αὐτήν, διότι ὑφίστανται διαφωνίαι ριζικαὶ μεταξὺ τῶν ἀπόψεων αἱ ὁποῖαι ἑκατέρωθεν ὑποστηρίζονται. Διότι ἁπλῆ παρατήρησις τῶν προτάσεων αἱ ὁποῖαι πανταχόθεν ὑποβάλλονται πείθει ὅτι αἱ διαφοραὶ εἶναι μόνον σχετικαί, μόνον λεπτομερειακαί. Ποῖα εἶναι τὰ θέματα τὰ ὁποῖα μᾶς ἀπασχολοῦν; Πρῶτον ἡ πολιτικὴ δύναμις τῆς Γερουσίας. Ὅλοι ἀνεξαιρέτως δέχονται ὅτι ἡ Γερουσία ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γραπτῶν διατάξεων τοῦ νέου δημοκρατικοῦ πολιτεύματος δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ δύναμιν πολιτικήν, δηλαδὴ ἡ ψῆφος τῆς Γερουσίας δὲν πρέπει νὰ κρίνῃ τὴν τύχην τῶν Κυβερνήσεων. Τὴν γνώμην αὐτὴν ὄχι μόνον εἰσάγει ἡ Ἐπιτροπὴ ἀλλὰ τὴν δέχεται καὶ ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων καὶ ἡ «Δημοκρατικὴ Ἕνωσις» καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἑπομένως ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ οὐδεμία ὑφίσταται διαφωνία. Ἐπίσης ὅλοι ἀνεξαιρέτως δέχονται ὅτι ἡ ἄσκησις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, ἡ ὁποία ὁμοφώνως ἀναγνωρίζεται εἰς τὴν Γερουσίαν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιφέρῃ ἔμμεσον πολιτικὴν ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς ὑπάρξεως τῶν Κυβερνήσεων. Κατὰ συνέπειαν εὐλόγως, ἂν τὸ δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα ἔχῃ κῦρος, ὁ κοινοβουλευτικὸς αὐτοῦ ἔλεγχος εἶναι ἐνδεχόμενον ὅτι θὰ ἔχῃ ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς τύχης τῶν Κυβερνήσεων. Καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ὑπάρχει πλήρης ὁμοφωνία. Ἂς ἐξετάσωμεν τώρα τὸ ζήτημα τῆς νομοθετικῆς δυνάμεως τῆς Γερουσίας. Παρὰ τὴν θεωρητικὴν ὑποστήριξιν κατ’ ἐπίφασιν διαφόρων γνωμῶν, παρὰ τὴν ἐπίκλησιν ἐπιχειρημάτων θεωρητικῶν καὶ παραδειγμάτων κατ’ ἐπίφασιν ἀντιθέτων, ὅλοι δέχονται τελικῶς ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ πλήρης νομοθετικὴ ἰσοδυναμία τῶν δύο Σωμάτων. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος περισσότερον παντὸς ἄλλου ἔδωκε τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἠθέλησε νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Γερουσίας, δὲν κατέληξε μολαταῦτα εἰς θετικὴν πρότασιν περιέχουσαν πλήρη νομοθετικὴν ἰσοδυναμίαν τῆς Γερουσίας πρὸς τὴν Βουλήν. Διότι τοιαύτη πρότασις θὰ ἦτο μόνον ἡ ἐπανάληψις τῶν διατάξεων τοῦ Γαλλικοῦ Συντάγματος. Μόνον εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀντίθετος ψῆφος τῆς Γερουσίας θὰ ἐξουδετέρου τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, μόνον εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ λόγος περὶ πλήρους νομοθετικῆς ἰσοδυναμίας. Καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδέχθη ὅτι τελικῶς πρὸς ἄρσιν τῶν διαφωνιῶν τὰ δύο Σώματα θὰ συνέρχωνται ἀπὸ κοινοῦ καὶ ἡ σχετικὴ αὐτῶν πλειονοψηφία θὰ κρίνῃ τὴν τύχην τῶν νομοσχεδίων. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι: ἐδέχθη σύστημα τὸ ὁποῖον θὰ καθιερώνῃ τὴν ἀπόλυτον ὑπεροχὴν τῆς Βουλῆς, δεδομένου ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν θὰ εἶναι διπλάσιος τοῦ ἀριθμοῦ τῶν γερουσιαστῶν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξα εἶναι ὅτι πλήρης ἰσοδυναμία δὲν ὑπάρχει, ἂν ὄντως τὰ δύο Σώματα θὰ συνέρχωνται ἀπὸ κοινοῦ. Θὰ ὑπῆρχεν, ἂν ἕκαστον τούτων εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐξουδετεροῖ τὴν ψῆφον τοῦ ἄλλου. Εἰς περιπτώσεις τινὰς ἐνδέχεται ἡ κοινὴ αὕτη σύσκεψις νὰ φέρῃ διάφορον ἀποτέλεσμα, ὁ συνηθέστατος ὅμως κανὼν θὰ εἶναι ὅτι θὰ ἐπικρατῇ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς. Πανταχόθεν ἐπίσης ἀναγνωρίζεται καὶ ἡ πρότασις τῆς Ἐπιτροπῆς ρητῶς ἀναγράφει ὅτι ἡ παρέμβασις τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν θὰ εἶναι ἀπαραίτητος πρὸς συμβιβασμὸν τῶν ἀντιθέτων ἀπόψεων. Καὶ μάλιστα κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι θεωρούμεθα περιορίζοντες τὴν ἐξουσίαν τῆς Γερουσίας, αἱ Κοινοβουλευτικαὶ αὐταὶ Ἐπιτροπαὶ πρόκειται νὰ συγκροτῶνται ἀπὸ ἴσον ἀριθμὸν βουλευτῶν καὶ γερουσιαστῶν, ἐνῷ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ στοργῇ αὐτοῦ ὑπὲρ τῆς Γερουσίας καθώρισε μολαταῦτα ὅτι αἱ Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ θὰ συγκροτῶνται ἀπὸ ἀριθμὸν ἀνάλογον ἐξ ἑκάστου Νομοθετικοῦ Σώματος. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εὑρίσκεται εἰς ἀντίφασιν πρὸς τὴν ἔκτασιν τῆς στοργῆς αὐτοῦ, ἡ ὁποία ἐξεδηλώθη ὑπὲρ τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος. Ποῦ λοιπὸν ὑφίσταται ἡ διαφωνία; Τὸ σημεῖον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὑπάρχει ἡ διαφωνία εἶναι μόνον ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρθῇ ἡ διαφωνία μεταξὺ τῶν δύο Νομοθετικῶν Σωμάτων. Αἱ προτάσεις, καθὼς εἶναι γνωστόν, εἶναι δύο. Ἡ πρότασις ἀφ’ ἑνὸς τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ὁρίζει χρονικὸν ὅριον ἐπιβραδύνσεως ὀκτάμηνον, καθὼς τὸ ἀνεβίβασεν ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος ἡμῶν....
§133Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὑπολογίζω ἀπὸ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ νομοθετήματος μέχρι τῆς ὁριστικῆς ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ.
§134Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν χρονικὴν ἐπιβράδυνσιν ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἐπιμένει εἰς τὸ ἀλάθητον τοῦ τετραμήνου· ὅ,τι ἠθέλησε νὰ καθορίσῃ εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς χρονικῆς ἐπιβραδύνσεως.
§135Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Κατὰ τὸ σύστημα αὐτὸ διὰ νὰ ψηφισθῇ εἷς νόμος χρειάζεται τοὐλάχιστον ὀκτάμηνον. Συζήτησις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ψηφισθῇ, κατόπιν ἐνώπιον τῆς Γερουσίας δευτέρα συζήτησις δίμηνος, κατόπιν ἐπιστροφὴ εἰς τὴν Βουλήν. Ἔναρξις τετραμήνου χρονικοῦ διαστήματος. Κατόπιν συζήτησις ἐνώπιον τῆς Γερουσίας καὶ ἐπιψήφισις. 7–8 μῆνες ἀναμφισβητήτως.
§136Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ κάμω ἕνα ἀνάλογον συλλογισμὸν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως; Τὸ νομοσχέδιον θὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλήν· ἂν ἐγκριθῇ ἀπὸ τὴν Βουλήν, θὰ σταλῇ εἰς τὴν Γερουσίαν. Ἂν ἀπορριφθῇ ἀπὸ τὴν Γερουσίαν, θὰ συνέλθουν αἱ μικταὶ Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαί. Μετὰ τὸ πόρισμα τῶν μικτῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν τὸ νομοσχέδιον θὰ ἐπιστραφῇ εἰς τὴν Βουλήν.
§137Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὑπάρχουν προθεσμίαι;
§138Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὄχι, δὲν ὑπάρχουν. Ὅλοι ὅμως ἔχομεν μίαν στοιχειώδη κοινοβουλευτικὴν πεῖραν καὶ γνωρίζομεν ὅτι ἂν πρόκειται νὰ τηρηθῇ αὐτὴ ἡ πολυδαίδαλος διαδικασία, τοὐλάχιστον θὰ ἀπαιτηθῇ ἑξάμηνον διάστημα.
§139Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν Γαλλίαν γίνεται ἐντὸς δέκα ἡμερῶν.
§140Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Χρειάζονται τὰ ⅗ δι’ ἐξαιρετικὰς περιπτώσεις· κατὰ τὰς ἄλλας περιπτώσεις ἔχομεν τὴν ἁπλῆν διαδικασίαν. Ὅταν πρόκειται περὶ ζητημάτων τὰ ὁποῖα θίγουν τὰ κυριώτερα συμφέροντα, θέλομεν νὰ ἔχωμεν μίαν διέξοδον ἡ ὁποία νὰ ἐπιτρέπῃ τὴν ταχεῖαν καὶ σύντομον συζήτησιν τῶν ζητημάτων τούτων, τὴν ὁποίαν παρέχει ἡ πρότασις ἡμῶν. Σεῖς κάμνετε μίαν θυσίαν μόνον καὶ ἐγὼ παρέχω μίαν διέξοδον.
§141Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ πρόθεσις τῆς ἱδρύσεως τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος ἀποβλέπει κυρίως καὶ εἰς τοῦτο, καὶ εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς ποιότητος τῶν νόμων, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν δημιουργίαν προσκομμάτων ἐπὶ τῆς κακῆς πολυνομίας ἀπὸ τὴν ὁποίαν μαστίζεται ἡ Χώρα. Τὰ σημεῖα ἐπὶ τῆς διαφωνίας, ἡ ὁποία ἐνετοπίσθη, εἶναι: Θὰ προτιμηθῇ ἡ σχετικὴ χρονολογικὴ ἐπιβράδυνσις καὶ ἡ ηὐξημένη πλειονοψηφία, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς προτείνομεν, ἢ θὰ καταστῇ ἀπαραίτητος ἡ κοινὴ συνέλευσις τῶν δύο Σωμάτων; Ἐπιθυμῶ, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἐπαναλάβω συντόμως τοὺς λόγους μου, χωρὶς ἀνάλυσιν, διότι εὑρίσκομαι ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἐκλονίσθη.
§142Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μὲ τὴν πρότασιν τῶν ⅗ θὰ συμβῇ τὸ ἑξῆς· νὰ καταλυθῇ ἡ γνώμη τῆς Γερουσίας, ὅπως συνέβη ἐσχάτως πολὺ συχνὰ νὰ ὑπάρχῃ μία ὀγκώδης πλειονοψηφία εἰς τὴν Βουλήν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἂν ἔχῃ τὰ ⅗, θὰ ψηφίζωνται οἱ νόμοι ἀστραπιαίως οἱανδήποτε ἀντίδρασιν καὶ ἂν ἔχῃ ἡ Γερουσία.
§143Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἡ τυραννία τῆς μιᾶς Βουλῆς, ὅταν καλῆται εἰς κοινὴν συζήτησιν, ὅταν ὑπάρχῃ κοινὴ συνεδρίασις, εἰς τὴν ὁποίαν ἑκάστοτε θὰ παλαίουν ὑπὲρ τῶν ἰδίων ἰδεῶν, διότι πολλάκις εἰς τὴν κοινὴν συνέλευσιν δὲν μεταβάλλονται τὰ πνεύματα τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν εἰς τὴν Κάτω Βουλήν. Θὰ ἴδωμεν δηλαδὴ νομοσχέδια τὰ ὁποῖα ἐπεψηφίσθησαν ὑπὸ τῆς Κάτω Βουλῆς ἀπορριπτόμενα εἰς τὴν κοινὴν σύσκεψιν. Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι τὸ πλεονέκτημα.
§144Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ ἔχῃ ἐπίδρασιν, ὅταν ἡ συζήτησις γίνεται ἀπὸ Σῶμα τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν αὐτὴν πολιτικὴν χροιὰν τὴν ὁποίαν ἔχει καὶ ἡ Βουλή. Ἂν ὅμως μεταβάλλετε τὴν Γερουσίαν εἰς Ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς, σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἡ συζήτησις δὲν θὰ ἔχῃ καμμίαν σημασίαν.
§145Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἡ δύναμις τῶν ἐπιχειρημάτων δὲν μεταβάλλεται, ἀλλὰ θὰ μείνῃ, καὶ ἐκεῖνα θὰ φέρουν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας.
§146Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ γίνεται συζήτησις τυπική, ἂν μεταβάλλετε τὴν Γερουσίαν εἰς Βουλήν.
§147Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν τῆς μεταβάλλω καθόλου τὸν χαρακτῆρα. Ἐπὶ τῆς νομοθετικῆς ὕλης ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ ἀσχοληθῇ, καίτοι μόνη, θὰ ἀσχοληθῇ καὶ εἰς τὰς κοινὰς συνελεύσεις. Κατὰ τί μεταβάλλει ἡ Γερουσία τὴν χροιάν; Δὲν ἐννοῶ τὴν διάκρισιν.
§148Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐπισπεύδω, κύριοι συνάδελφοι, τὸ συμπέρασμα, διότι ἀσφαλῶς δὲν ὑπολείπεται χρόνος. Οἱ συνήγοροι τῆς κοινῆς συνελεύσεως φέρουσιν ὡς μοναδικὸν ἐπιχείρημα τὴν ἀνάγκην τῆς τονώσεως τῆς Γερουσίας. Ἀλλὰ τὸ κῦρος τῆς Γερουσίας τονοῦται διὰ τῆς ηὐξημένης πλειονοψηφίας, τὴν ὁποίαν ὁρίζομεν διὰ τὴν τελικὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου, καὶ ἐπαναλαμβάνομεν ὅτι τὸ σύστημα τῆς κοινῆς συνελεύσεως εἶναι πλῆρες ἄλλων ἐλαττωμάτων· συγχύζει ἀσφαλῶς τὴν ἀτμόσφαιραν τῶν δύο Σωμάτων καὶ ἡ σύγχυσις αὐτὴ δὲν εἶναι ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς χρησίμου αὐτῶν λειτουργίας. Συγχύζει καὶ τὰς εὐθύνας, διότι ἀσφαλῶς ὑπάρχει καὶ ἠθικὴ καὶ πολιτικὴ εὐθύνη Σωμάτων εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ· ἀλλὰ συγχρόνως ἐξάπτει τὴν ἀντίθεσιν μεταξὺ τῶν δύο Σωμάτων, διότι δημιουργεῖ μάχην κατὰ μέτωπον, καὶ ἡ ἔξαψις καὶ ἀντίθεσις ἐπίσης δημιουργεῖ ἀνωμαλίαν τοῦ πολιτικοῦ βίου τῆς Χώρας, δυσχεραίνει συνεργασίαν μόνιμον τῶν δύο Σωμάτων.
§149Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ ἐπιτρέπετε; Σᾶς παρακαλῶ. Γίνεται ἡ κοινὴ συνέλευσις· φαντάζεσθε ὅτι ὅλοι οἱ γερουσιασταὶ οἱ ὁποῖοι θὰ συζητήσουν θὰ ψηφίσουν ὑπὲρ τῆς ἀπορρίψεως; Ὄχι βεβαίως. Ἂν εἶναι 100 γερουσιασταί, θὰ λάβουν τὸν λόγον καὶ ὑπὲρ καὶ κατά. Ὥστε δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἀντίθεσις μεταξὺ Γερουσίας καὶ Βουλῆς.
§150Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἀπήντησα εἰς αὐτὸ προχθές, κ. Πρωθυπουργέ, ὅτι ἐντὸς τῆς κοινῆς συνελεύσεως παρέχεται ἡ ἐντύπωσις τῆς ἀντιθέσεως τῶν δύο ἀπόψεων, ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς κοινῆς συνελεύσεως θὰ παρέχηται ἀσφαλῶς ἡ ἐντύπωσις τῆς ἀντιθέσεως τῶν δύο Σωμάτων. Τὰ δύο Σώματα συνέρχονται ἀπὸ κοινοῦ πρὸς λῆψιν τελικῆς ἀποφάσεως. Ἑπομένως ἡ ἐξωτερικὴ ἐντύπωσις ἀσφαλῶς θὰ εἶναι ὅτι ἐπεκράτησεν ἓν ἐκ τῶν δύο Σωμάτων. Καὶ τελικῶς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παραμένει ἀναμφισβήτητον καὶ τοῦ ὁποίου ἴσως κατεβλήθη προσπάθεια νὰ μειωθῇ ἡ σημασία διὰ τῆς ὑποστηρίξεως τῆς ἀπόψεως, ὅτι σπανιωτάτη θὰ εἶναι ἡ περίπτωσις τῶν κοινῶν συνελεύσεων, εἶναι ὅτι ἀναμφισβητήτως ἐπέρχεται ἡ μείωσις τῆς αἴγλης τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, αἴγλη ἀπαραίτητος διὰ τὴν ἐπιτέλεσιν τῶν δύο κυρίων σκοπῶν, τοὺς ὁποίους ἔχουν αἱ Ἐθνικαὶ Συνελεύσεις, τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας καὶ τῆς ἀναθεωρήσεως συνταγματικῶν διατάξεων. Τὸ γόητρον τῶν Ἐθνικῶν Συνελεύσεων εἰς τὰς δύο αὐτὰς περιπτώσεις εἶναι ἀπαραίτητον χάριν αὐτοῦ τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος. Καὶ τὸ γόητρον αὐτὸ πρέπει νὰ κατοχυρώσωμεν καὶ νὰ ἀποφύγωμεν ὅπως φθείρωμεν τοῦτο διὰ τῶν συχνῶν συναντήσεων καὶ διὰ τῆς προστριβῆς, τὴν ὁποίαν μοιραίως θὰ ἐπιφέρῃ ὁ διαπληκτισμὸς τῶν δύο Νομοθετικῶν Σωμάτων. Καὶ ἔρχομαι τοιουτοτρόπως εἰς τὴν τελευταίαν ἀντίρρησιν. Ἀφοῦ θὰ εἶναι σπανιωτάτη ἡ περίπτωσις, λέγουν, διατί δὲν τὴν δέχεσθε; Καὶ ἀπαντῶμεν, ὅτι, ἀφοῦ πρόκειται νὰ εἶναι τόσον σπανία, ἀξίζει τὸν κόπον διὰ τόσον σπανίαν περίπτωσιν νὰ ἐξεύρωμεν σύστημα τὸ ὁποῖον ἐν τούτοις θὰ περιέχῃ τὸν κίνδυνον συχνῆς ἐφαρμογῆς καὶ ἑπομένως φθορᾶς καὶ τῆς αἴγλης τῶν Ἐθνικῶν Συνελεύσεων καὶ γενικῶς τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων καὶ τῆς ἀποτυχίας αὐτῶν ἐν τῷ μέλλοντι; Οὐδαμοῦ, κύριοι, ἐφηρμόσθη τὸ σύστημα τῶν κοινῶν συνελεύσεων. Τιμῶμεν τὴν πρωτοτυπίαν, ἀλλὰ δὲν νομίζομεν ὅτι πρέπει νὰ τὴν ἀκολουθήσωμεν. Ἄς ἀκολουθήσωμεν τὴν ὁδὸν τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦν ὅλαι αἱ σημεριναὶ Δημοκρατίαι διὰ νὰ εἴμεθα ἥσυχοι ὅτι, ἀκολουθοῦντες μίαν δεδοκιμασμένην μέθοδον, δὲν θὰ δημιουργήσωμεν δυσχερείας καὶ κινδύνους διὰ τὸ μέλλον. (Χειροκροτήματα).
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ροδόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§152Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, δὲν θὰ ἀκολουθήσω τὴν θεωρίαν περὶ τοῦ τί γίνεται ἀλλαχοῦ, ἀλλὰ θὰ συνεισφέρω τὸ ἐλάχιστον τῆς πείρας τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἔχω, εἰς τὴν συζήτησιν αὐτὴν διὰ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ὅτι ἡμεῖς πρέπει νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὸν χαρακτῆρα τὸν Ἑλληνικόν, εἰς τὰ ἤθη τὰ Ἑλληνικά, εἰς τὸ παρελθὸν τὸ Ἑλληνικόν. Ἔχομεν ἐκ τῆς προσφάτου πολιτικῆς ἱστορίας τοῦ Τόπου τὴν πεῖραν ὅτι ἡ ἀντίθεσις μεταξὺ τοῦ ἑνὸς Κοινοβουλίου καὶ τοῦ ἄλλου πολιτικοῦ παράγοντος ἐπέφερε πάντοτε μεταβολὰς ἐπιβλαβεῖς εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ δὲν ἐμονιμοποίησε κανὲν καθεστώς. Δὲν πρέπει νὰ ἀγώμεθα ἀπὸ θεωρίας διαφόρων συνταγματολόγων καὶ ἀπὸ τὸ τί γίνεται εἰς ἄλλους λαοὺς μὲ ἄλλον χαρακτῆρα, μὲ ἄλλην ἱστορίαν, μὲ ἄλλο παρελθόν, μὲ ἄλλην ἰδιοσυγκρασίαν. Πρέπει νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὸν ἰδικόν μας χαρακτῆρα καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν ἔπεσεν ὁ θεσμὸς τῆς Βασιλείας ἐν Ἑλλάδι καὶ καθιερώθη τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα πρέπει νὰ σκεφθῶμεν καὶ νὰ μελετήσωμεν καλῶς ποία θὰ εἶναι ἡ ἀντίρροπος δύναμις τῆς παντοδυναμίας τοῦ Κοινοβουλίου, ἀφοῦ ἐξέλιπεν ἡ ἰσχυρὰ ἀντίρροπος δύναμις τῆς Βασιλείας. Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας δὲν ἔχει τὴν ἀντίρροπον δύναμιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ Βασιλεία. Ἐντεῦθεν ἡ ὀρθὴ σκέψις ὅτι πρέπει νὰ δημιουργήσωμεν τὴν Γερουσίαν, ἡ ὁποία θὰ εἶναι ἡ ἀντίρροπος δύναμις κατὰ τῆς παντοδυναμίας τοῦ Κοινοβουλίου. Αὐτὴν τὴν Γερουσίαν λοιπόν, εἰς τὴν ὁποίαν δίδομεν δικαιώματα βασιλικὰ ἐνίοτε, διότι θὰ συμμετέχῃ διὰ τῆς γνώμης της εἰς τὴν διάλυσιν τοῦ Κοινοβουλίου, πρέπει νὰ τὴν σκεφθῶμεν ἀπὸ ποίους ἀνθρώπους θὰ ἀποτελῆται καί, ὡς ἐκ τῆς συστάσεώς της, κατὰ τί δύναται νὰ συμβάλλῃ εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος. Ὅπως τίθεται τὸ ζήτημα ἀντιθέσεως μεταξὺ Βουλῆς καὶ Γερουσίας, φαντάζομαι ὅτι θὰ δημιουργήσωμεν μίαν ἀντίθεσιν ζωηράν, ἕνα πόλεμον μεταξὺ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης ἀνωτέρας ἀντιρρόπου δυνάμεως, καὶ ἂν δὲν λάβωμεν φροντίδα ὥστε αὐτὴ ἡ ἀντίθεσις νὰ μὴ φθάσῃ εἰς τὸ ἀπροχώρητον, θὰ καταλήξωμεν πάλιν εἰς τὴν κατάργησιν τῆς Γερουσίας καὶ δὲν θὰ ὑπάρχῃ πλέον καμμία ἀντίρροπος δύναμις. Σκεφθῆτε, κύριοι, καλῶς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν, σκεφθῆτε ὅτι, ἂν ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας καταρτισθῇ τοιουτοτρόπως ὥστε τὰ δύο Σώματα νὰ ἔρχωνται εἰς ὀξύτητα ἀντιθέσεως, εἰς ὀξύτητα βλέψεων, εἰς πολιτικοὺς ἀγῶνας ἰσχυρούς, ἐπιφέροντας διαταραχὴν εἰς τὴν πολιτικὴν ζωὴν τοῦ Τόπου, ἀσφαλῶς θὰ καταλήξωμεν εἰς τὴν κατάργησιν τῆς Γερουσίας, καὶ τότε, κύριοι, σκεφθῆτε τί θὰ γίνῃ μία Δημοκρατία μὲ μίαν Βουλήν. Ἐντεῦθεν ἐγείρεται, κύριοι συνάδελφοι, τὸ ζήτημα—διότι πρέπει νὰ εἶμαι σύντομος εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου καὶ νὰ μὴ ἐπαναλάβω λεχθέντα—ἐγείρεται καθαρῶς τὸ ζήτημα· πῶς θὰ λύηται ἡ ἀντίθεσις τῶν γνωμῶν μεταξὺ Γερουσίας καὶ Βουλῆς; Τὸ θέμα τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξεν ὁ εἰσηγητὴς τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος, ὅτι ἡ ἀντίθεσις αὐτὴ πρέπει νὰ λύηται δι’ ἀναβολῆς καὶ δι’ ἐπαναφορᾶς τοῦ νομοθετήματος εἰς τὴν Βουλὴν καὶ διὰ τετραμήνου παρελεύσεως φέρει τὴν ὀξύτητα ἀντιθέσεως καὶ τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα παρέταξεν ἐδῶ ἄγουν εἰς τὸ ἀντίθετον ἐκείνου τὸ ὁποῖον ἤθελε νὰ ὑποστηρίξῃ· διότι, ἐφ’ ὅσον ἓν Σῶμα εἶναι εἰς τὸ ἓν μέρος καὶ κρατεῖ μίαν σημαίαν, μίαν γνώμην ἀμετάβλητον καὶ τὸ ἄλλο εὑρίσκεται εἰς τὸ ἄλλο μέρος καὶ κρατεῖ μίαν γνώμην ἀντίθετον, ἀμετάβλητον, δὲν ὑπάρχει τρόπος συνεννοήσεως. Ἀκούω ἐδῶ νὰ λέγουν ὅτι πίπτει τὸ κῦρος τῆς Γερουσίας, ἂν ἐπικρατήσῃ τελικῶς ἡ γνώμη τῆς Κάτω Βουλῆς. Ἐγώ, κύριοι, μὲ τὴν πεῖραν τὴν ἰδικήν μου, μέχρι τοῦδε δὲν ἀντελήφθην ὅτι, ὅταν ἕνας ἄνθρωπος, ἕνα Σῶμα ἔχῃ μίαν ὀρθὴν γνώμην καὶ ἡ γνώμη του δὲν ἐπικρατήσῃ, πίπτει τὸ κῦρός του. Διότι ἓν νομοθέτημα θὰ ψηφισθῇ ἀπὸ τὴν Βουλήν, θὰ τὸ ἀποκρούσῃ ἡ Γερουσία, καὶ ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ ἔχει μείζονα δύναμιν, πίπτει τὸ κῦρος τῆς Γερουσίας; Ὄχι. Τὸ κῦρος γίνεται περισσότερον, διότι ἡ Κοινὴ Γνώμη θὰ κρίνῃ. Ἂν ἐπικρατήσῃ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς καὶ δὲν ἐπικρατήσῃ ἡ τῆς Γερουσίας, τὸ κῦρος τῆς Γερουσίας δὲν μειοῦται καθόλου. Φανταζόμεθα, κύριοι, ὅτι θὰ ἱδρύσωμεν μίαν Γερουσίαν ἀπὸ ἄτομα νηφάλια, ἀπὸ ἀνθρώπους πείρας πολιτικῆς καὶ διοικητικῆς, ἀπὸ ἀνθρώπους ὡς ἐκ τῆς ἡλικίας των δυναμένους νὰ ἵστανται ὑπεράνω τῶν κομματικῶν διαμαχῶν, ἀπὸ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἐρχόμενοι εἰς συμφωνίαν μὲ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Συνέλευσιν, ὅπως ὑπεστήριξε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος τῶν Προοδευτικῶν, ἐρχόμενοι εἰς τὴν Βουλὴν θὰ φέρωσι τὴν νηφαλιότητα, τὴν ἀντικειμενικότητα τῶν σκέψεων, τὸ ἤρεμον τοῦ ἤθους καὶ διὰ τῆς εἰσροῆς αὐτῶν ἐν μέσῳ τῆς θέρμης τῶν νέων βουλευτῶν καὶ πολιτευτῶν νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν γνώμην των, ἔρχεται μία κατεύθυνσις ἐν εἴδει ψυχρολουσίας ἐκ τῆς ἀπὸ κοινοῦ συμπράξεως τῶν γερόντων μετὰ τῶν νέων. Εὑρίσκω, κύριοι, τὴν πρότασιν αὐτὴν θαυμασίαν, πολὺ κατάλληλον, πολὺ ἐπίκαιρον, πολὺ χρήσιμον ἐν σχέσει μὲ τὸν χαρακτῆρά μας, μὲ τὴν ὀξύτητα τῶν πολιτικῶν παθῶν καὶ ἰδίως πολὺ χρήσιμον δι’ ἡμᾶς. Ἐφθάσαμεν εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον, ὅτι ἡ ἀντίθεσις τῶν δύο Σωμάτων ἐνδέχεται νὰ εἶναι τόσον ὀξεῖα, νὰ ἐξεγείρῃ τοιαύτην ἀντίδρασιν καὶ ἔλλειψιν συνεννοήσεως, ὥστε νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα ἢ ἡ Βουλὴ ἢ ἡ Γερουσία. Διὰ τῆς συμπράξεως δὲν τίθεται τὸ ζήτημα οὕτως, εἶπεν ὅμως ὁ κ. εἰσηγητὴς ὅτι θίγεται τὸ γόητρον τῆς Γερουσίας ἂν κατέλθῃ εἰς τὴν Κάτω Βουλὴν καὶ συνεργασθῇ μὲ τοὺς νέους ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους. Διατί θίγεται τὸ γόητρον; Μήπως ἡ ἰδική μας Γερουσία θὰ ἀποτελεσθῇ ἀπὸ ἀνθρώπους ἀριστοκράτας, ἀπὸ δοῦκας, ἀπὸ πρίγκιπας, ἀπὸ ἄλλα στοιχεῖα τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ κατέλθουν εἰς λαϊκὸν Κοινοβούλιον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ συμβῇ εἰς ἄλλους λαοὺς καὶ εἰς ἄλλα Κράτη; Ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες εἴμεθα τόσον γνωστοὶ ὥστε δὲν βλάπτεται τὸ γόητρον τῆς Γερουσίας, ἂν οἱ γερουσιασταί—ἴσως θὰ εἶναι καὶ πολλοὶ ἐξ ἡμῶν— βλέπουσι τοὺς φίλους καὶ παλαιοὺς συναδέλφους των πρὸς κανονισμὸν ἑνὸς ζητήματος. Ἡ μείωσις λοιπὸν τοῦ κύρους ἐν διαφωνίᾳ δὲν ὑπάρχει· τοὐναντίον μάλιστα, ἂν γίνῃ κοινὴ σύσκεψις ἐπὶ τοῦ ἐπιμάχου θέματος, θὰ γεννηθῇ μία νέα ψυχολογία εἰς τὴν Βουλήν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω εἰς σᾶς καὶ εἰς τοὺς πρώην βουλευτὰς καὶ εἰς τοὺς μέλλοντας κατὰ τίνα τρόπον γίνεται ἡ ἐργασία ἐδῶ μέσα; Μὰ εἶναι, πρὸς Θεοῦ, νομοθετικὴ ἐργασία αὐτὴ τὴν ὁποίαν κάμνομεν, μὴ ἀντιλαμβανόμενοι τίνας νόμους ψηφίζομεν; Ἔχομεν σωρείαν νόμων, τοὺς ὁποίους ἀγνοοῦν πολλάκις οἱ Ὑπουργοί, ἐπὶ πραγμάτων θετικῶν. Ἔχομεν δικαστικοὺς οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζουν τὴν ὕπαρξιν νόμων καὶ φαντάζομαι ὅτι, ἂν ἔζη ὁ σοφὸς νομοδιδάσκαλος Β. Οἰκονομίδης ὁ ὁποῖος εἰς τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ νόμοι ἦσαν χίλιοι μόνον ἔγραφεν εἰς τὰς γνωμοδοτήσεις του ὅτι «οὕτως ἔχει, ἐκτὸς ἂν ὑπάρχῃ ἄλλος νόμος τὸν ὁποῖον ἀγνοῶ», τί θὰ ἔλεγεν ἂν ἔβλεπε σήμερον τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Συνελεύσεως καὶ τοὺς ἐκκρεμεῖς νόμους οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰς τὰ ἀρχεῖα τῆς Βουλῆς, νὰ ἐξακολουθῇ ἡ κατάστασις αὐτὴ καὶ νὰ μὴ ὑπάρχῃ Σῶμα ἀνώτατον τὸ ὁποῖον νὰ σταματήσῃ τὸν κατήφορον αὐτόν;
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε πληρεξούσιε ὑπεβλήθη ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας ὑπὸ τῶν πληρεξουσίων κ.κ. Π. Ἀραβαντινοῦ, Ι. Παπαθεοδώρου, Ν. Κοντολέοντος, Δ. Θεοδωρίδη, Δ. Ἡρακλείδη καὶ Ν. Ζαμκίνου καὶ κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ Προεδρείου δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Ἑπομένως λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ τῇ 4.30′ μ.μ. αὔριον. (Ὥρα 9.40′ μ.μ.).