1925.02.12
2.045 στίχοι · 16.622 λέξεις · 64 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 146
Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 1925.
Προεδρία Κ. Ρακτιβάν
(Ὥρα 5.30′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: — Ἡ Ἕνωσις τῶν Ποντίων Θεσσαλονίκης ἐκφράζει τὴν ἀγανάκτησιν καὶ τὸν ἀποτροπιασμόν της κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ κομμουνισμοῦ. — Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Δερβενίου παρακαλεῖ ὅπως ἀνακληθῶσι τὰ Διατάγματα τῆς μετακινήσεως τῆς ἕδρας τοῦ Εἰρηνοδικείου Δερβενίου. — Ὁ Δημοκρατικὸς Σύλλογος Καβάλλας ὑποβάλλει ψήφισμα καθιερώσεως τῆς ἀναλογικῆς ἀντιπροσωπείας. — Οἱ ἔκτακτοι ὑπάλληλοι τῶν Τ.Τ.Τ. Πύργου ζητοῦσι τὴν μονιμοποίησίν των. — Ἐπιτροπὴ κτηματιῶν Κομοτηνῆς παρακαλεῖ ὅπως ἐπισπευσθῇ ἡ τροποποίησις τοῦ ἐνοικιοστασίου. — Ἡ «Ἕνωσις Παλαιῶν Πολεμιστῶν» Ροδολείβης ζητεῖ τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου οἰκοδομῶν. — Ἡ Ἀλληλοβοηθητικὴ Ἕνωσις παλαιῶν πολεμιστῶν Ἐπανωμῆς διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἀκύρωσιν τῆς διαταγῆς τῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν κτημάτων Μετοχίου–Κριτσιανὰ ὑπὲρ τῶν μελῶν της. — Ὁ Νικόλαος Ἀθανασιάδης, δημοδιδάσκαλος, αἰτεῖται ὅπως τῷ ἀποδοθῇ ἡ οἰκία του. — Ὁ πρόεδρος τοῦ Συλλόγου Ποντίων Καβάλλας παρακαλεῖ ὅπως ἀφεθῶσιν οἱ κρατούμενοι εἰς τὰς φυλακὰς Αἰγίνης Σεραφεὶμ Σαγκόγλου καὶ Κωνστ. Μελισσόπουλος. — Ἡ Ἕνωσις τῶν Συνεταιρισμῶν Δράμας παρακαλεῖ ὅπως μὴ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπὸ τοῦ Αʹ Καπνοπαραγωγικοῦ Συνεδρίου ὑποβληθὲν ὑπόμνημα. — Ἐπιτροπὴ παραγωγῶν Πάργης παραπονεῖται διὰ τὴν ὑπέρμετρον δήλωσιν παραγωγῆς προϊόντων ὑπὸ τοῦ ὑπαλλήλου τῆς Ἐφορίας. — Οἱ κληρωτοὶ μαθηταὶ Γʹ Γυμνασιακῆς τάξεως Δαδίου αἰτοῦνται ὅπως τοῖς δοθῇ ἀναστολὴ μέχρι λήξεως τοῦ σχολικοῦ ἔτους. — Οἱ ἀποστρατευθέντες ὑπαξιωματικοὶ ζητοῦσι τὴν ὑπαγωγὴν εἰς τὸν νόμον «περὶ ἀφομοιώσεως συντάξεων» καὶ τῶν ἀποστρατευθέντων μὲ σύνταξιν ἀνθυπολοχαγοῦ ὑπαξιωματικῶν. — Τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον Πειραιῶς παρακαλεῖ τὴν Συνέλευσιν ὅπως ἐπιληφθῇ τοῦ ἐκκρεμοῦντος ζητήματος τῶν ἐργατῶν τοῦ Τελωνείου Πειραιῶς διὰ τὴν ἐπαναφορὰν τούτων εἰς τὰς ἐργασίας των. — Ὁ Σύνδεσμος ἐργατῶν Τελωνείου Πειραιῶς ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ ἐπαναφορᾶς εἰς τὸ Τελωνεῖον τῶν παυθέντων ἐργατῶν. — Ἡ «Ἕνωσις Παλαιῶν Πολεμιστῶν» Μυτιλήνης διαμαρτύρεται διὰ τὰς συλλήψεις τῶν ἡγετῶν τοῦ ἐργαζομένου λαοῦ. — Οἱ κάτοικοι τῶν Κοινοτήτων Ἄμπλιανης, Ἁγίου Σώστη, Μπέρεκλας κλπ. ὑποβάλλουσι ψήφισμα διαμαρτυρίας διὰ τὴν ἀπόλυσιν τῶν ἀγροφυλάκων. — Ἡ Μάρθα, χήρα Λαμπροπούλου, κάτοικος Γαργαλιάνων, παρακαλεῖ ὅπως τῇ χορηγηθῇ σύνταξις. — Πρόσφυγες ἐξ Ὀρτάκιοϊ τῆς Βουλγαρίας παρακαλοῦσιν ὅπως ληφθῇ μέριμνα ὑπὲρ τῆς ἀγροτικῆς ἐγκαταστάσεώς των. — Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Κ. Γκότσης ὑποβάλλει σχέδιον ψηφίσματος «περὶ παρατάσεως ἐπὶ δίμηνον τοῦ παλαιοῦ δασμολογίου καὶ τοῦ σήμερον ἰσχύοντος συμβατικοῦ καθεστῶτος». — Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Γ. Κονδύλης ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως Ν. Διατάγματος αʹ) τῆς 19 Αὐγούστου 1924 περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ νόμου ΤΟΔʹ τοῦ 1871 ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου ΥΙΕʹ τοῦ 1871 περὶ καταδιώξεως τῆς ληστείας, ὡς συνεπληρώθη διὰ τοῦ ἀπὸ 8 Μαρτίου 1923 Ν. Δ. βʹ) τῆς 30 Σεπτεμβρίου 1924 περὶ προσθήκης εἰς τὸ προρρηθὲν Ν. Δ. τῆς 19 Αὐγούστου 1924». — Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Κ. Γκότσης ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως, συμπληρώσεως καὶ καταργήσεως φορολογικῶν νόμων». — Ὁ πληρεξούσιος κ. Ι. Στάϊκος ἢ Παπαδάκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τηλεφωνικῆς συγκοινωνίας τῶν Κοινοτήτων». — Οἱ πληρεξούσιοι κ.κ. Κ. Γόντικας, Α. Μάρκου, Β. Δαλιάνης, Η. Ἀποσκίτης καὶ Β. Βλαχόπουλος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὑπολογισμοῦ δικηγορικῆς ὑπηρεσίας ὡς συνταξίμου κλπ.». — Ἡ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἀσφαλείας καὶ Διοικήσεως Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διατηρήσεως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν γραφέων βʹ τάξεως». — Ἡ ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως Ἐπαγγελματικοῦ καὶ Βιοτεχνικοῦ Ἐπιμελητηρίου». — Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκρίσεως δαπάνης διὰ τὴν ῥύθμισιν τοῦ ἐν Θεσσαλονίκῃ κτιρίου Γεν. Διευθύνσεως Μηχανικοῦ καὶ δικαστικοῦ μεγάρου». Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν....
§2Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως θὰ παρεκάλουν τὴν Κυβέρνησιν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Συνέλευσιν ἂν καὶ ποίας πληροφορίας ἔχει διὰ τὸ γεωλογικὸν ἀτύχημα τὸ ὁποῖον ἀπειλεῖ τὴν νῆσον Κρήτην. Ἔχω τὴν πληροφορίαν ὅτι μέρος τι τῆς ἐπαρχίας Βιάνου ἤρχισε νὰ καθιζάνῃ καὶ ἤδη ἡ καθίζησις ἔχει φθάσει εἰς βάθος 150 μέτρων. Ἡ πληροφορία αὐτὴ ἀνεγράφη εἰς μίαν ἐφημερίδα τοῦ Ἡρακλείου καὶ χθὲς εἰς ἄλλην ἐδῶ ἐφημερίδα. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ἂν ἔχει καὶ ποίας ἔχει πληροφορίας. Εἶμαι δὲ πολὺ λυπημένος ὑποχρεούμενος νὰ εἴπω εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι, ἂν ἀναμένῃ πληροφορίας ἀπὸ τὸν ἐκεῖ Νομάρχην τὸν ὁποῖον ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχε τοποθετήσει, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ βουλιάξῃ ὁλόκληρος ὁ Νομὸς καὶ ὁ κ. Νομάρχης νὰ μὴ ἀντιληφθῇ περὶ τίνος πρόκειται. Ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχῃ πληροφορίας, πρέπει νὰ ἀποταθῇ εἰς ἄλλας Ἀρχὰς διὰ νὰ λάβῃ τοιαύτας.
§3Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ Νομάρχης Λασηθίου ἔχει μετατεθῆ εἰς Φλώριναν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν ἔχω δ’ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος οὐδεμίαν πληροφορίαν. Τώρα εἶδον τὸν Διευθυντὴν τῆς Χωροφυλακῆς τοῦ Ὑπουργείου κ. Κατσιγιαννάκην καὶ δὲν ἔχει καμμίαν πληροφορίαν. Θὰ ζητήσω ἀμέσως πληροφορίας καὶ θὰ στείλω τηλεγράφημα.
§4Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν προκαταβολικῶς, ὅταν διαπιστωθῇ τὸ γεγονός, νὰ ἐξετάσῃ τὸ φαινόμενον.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Συντακτικῆς καὶ Νομοθετικῆς Ἐργασίας.
§6Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς τὸ συντακτικὸν ἔργον θὰ ἐπεθύμουν νὰ ὑπομνήσω μίαν παράκλησιν, τὴν ὁποίαν ἐπανειλημμένως ἔκαμα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα μὴ ἐπαναλαμβάνηται ἡ ἀσχημία τῆς ἐπιψηφίσεως νομοσχεδίων εἰς στιγμὰς θορύβου καὶ ἀνησυχίας καὶ ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ μεγίστου μέρους τῶν κ.κ. πληρεξουσίων, ἂν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διαθέτωμεν ἡμίσειαν ὥραν πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ συντακτικοῦ ἔργου πρὸς ἐπιψήφισιν τῶν μὴ ἐπιδεχομένων συζήτησιν νομοσχεδίων, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ παραπονῆται κανεὶς ὅτι ψηφίζονται νομοσχέδια ἐν ἀπουσίᾳ του.
§7Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι ἐδῶ οἱ κ.κ. Ὑπουργοὶ διὰ νὰ σᾶς ἀπαντήσω. Εἰς ἄλλην συνεδρίασιν θὰ τὸ ἐξετάσω.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Νομοθετικὴν Διάταξιν. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως Γεν. Διευθύνσεως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν».
§9Κ. ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἂν θὰ ἐφαρμόσῃ αὐτὸν τὸν νόμον, διότι ἔκαμεν ἕνα δικτάτωρα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος διὰ Διαταγμάτων θὰ κανονίζῃ πολλὰ ζητήματα.
§10Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἔτυχε νὰ ἴδω εἰς ξένον Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τί κάμνει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι δὲν ὑπογράφει οὔτε τέσσαρα ἔγγραφα τὴν ἡμέραν. Παρ’ ἡμῖν οἱ Ὑπουργοὶ καταγίνονται νὰ ὑπογράφουν 1000 ἔγγραφα ἡμερησίως, τὰ περισσότερα δ’ ἐξ αὐτῶν εἶναι διαδικαστικά. Ἐφόσον δὲν ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα, ὅπως ἐπαναλαμβάνηται εἰς δύο ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, νὰ γίνῃ μεταβίβασις, εἶναι ἡ ἀποκέντρωσις δι’ ἣν κοπτόμεθα ἀδιακόπως, τὴν ὁποίαν ἔχουν καὶ τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα. Διὰ τίνα λόγον λοιπὸν εὑρίσκετε ὅτι μειοῦνται τὰ δικαιώματα τοῦ Ὑπουργοῦ;
§11Δ. ΠΕΤΡΙΤΗΣ. Ἤθελα μίαν δήλωσιν. Ἐπειδὴ ἡ προσωνυμία Γενικῆς Διευθύνσεως ὑπάρχει καὶ εἰς τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα, θὰ ἤθελα νὰ μὴ χρησιμεύσῃ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἡ προσωνυμία πρὸς μισθολογικὴν σύγκρισιν μὲ τοὺς Διευθυντὰς ἄλλων Ὑπουργείων.
§12Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ μετέχων θὰ λαμβάνῃ τὸν βαθμὸν τοῦ μισθοῦ του· οὐδὲν προνόμιον ἀπολύτως. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ «περὶ Νομοθετικῆς Ἐξουσίας» κεφαλαίου τοῦ Συντάγματος. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Α. Παπαναστασίου.
§14Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ τελευταία ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως παρουσίασε ῥιζικὰς διαφωνίας ἀναφορικῶς μὲ τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ Συντάγματος, τῆς δικαιοδοσίας δηλαδὴ τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος. Θὰ ἀκολουθήσω τὴν σειρὰν τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠμφισβήτησεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον, ὅτι δηλαδὴ ἡ ἐξέλιξις βαθμηδὸν μεταθέτει τὸ βάρος ἀπὸ τὸ ἓν πολιτικὸν Σῶμα εἰς τὸ κατ’ ἐξοχὴν λαϊκὸν Σῶμα τὸ προερχόμενον ἐξ ἀμέσου ἢ ἐμμέσου λαϊκῆς ἐκλογῆς, καὶ θὰ ἦτο ὀρθότερον νὰ ἐλέγομεν ὅτι ἡ ἐξέλιξις τείνει νὰ μεταφέρῃ τὸ βάρος εἰς τὸν λαόν. Ἐπιμένω ἀκόμη ὅτι καὶ τὰ δύο εἶναι ὀρθὰ καὶ ὅτι ἡ ἐξέλιξις τείνει νὰ καταστήσῃ τὸν λαὸν ἀμεσώτερον μέτοχον τῶν δημοσίων πραγμάτων καὶ εἰς τὸ ὅτι συνδέονται τὰ πράγματα καὶ εἰς τὸ ὅτι τὸ βάρος μετατίθεται εἰς τὸ πρῶτον Νομοθετικὸν Σῶμα. Εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δὲν πρέπει νὰ μᾶς κάμνῃ ἐντύπωσιν τὸ παράδειγμα τῆς Ἀγγλίας, ὅπου, ὡς γνωρίζετε, κατόπιν ἀγώνων περιωρίσθη τὸ νομοθετικὸν δικαίωμα τῆς Βουλῆς τῶν Λόρδων, διότι πολιτικὸν δικαίωμα εἶχεν ἡ Βουλὴ τῶν Λόρδων καὶ περιωρίσθη τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἐν τούτοις τὸ κῦρος τὸ ὁποῖον εἶχεν ἡ Βουλὴ τῶν Λόρδων διετηρήθη· ὁ σεβασμὸς τοῦ Ἀγγλικοῦ λαοῦ πρὸς τὰ κρατοῦντα ἐν Ἀγγλίᾳ ἦτο τοιοῦτος, ὥστε ἐχρειάζετο εἷς ἀγὼν σοβαρὸς καὶ μακρὸς ὅπως περιορισθοῦν αὐτὰ τὰ δικαιώματα. Καὶ ὁ περιορισμὸς θὰ ἦτο ὁ εὐκολώτερος, διότι ἡ Βουλὴ τῶν Λόρδων δὲν προέρχεται ἀπὸ λαϊκῆς ἀντιπροσωπείας, ὁ περιορισμὸς ἦτο ἀναγκαῖος, διότι ἡ ὕπαρξις αὐτὴ τῶν δύο Σωμάτων, καὶ μάλιστα προερχομένων ἐξ ἀμέσου ἐκλογῆς, ἐπροκάλει συγκρούσεις καὶ ματαίωσιν τῆς λαϊκῆς θελήσεως. Καὶ ἡ ἐξέλιξις τοῦ θεσμοῦ ἐν Γαλλίᾳ δὲν ἀπέδωκε τίποτε τὸ διαφορετικόν, διότι, μολονότι τοὺς τελευταίους χρόνους καὶ αὐταὶ αἱ Γαλλικαὶ Κυβερνήσεις ἔθεσαν ζήτημα εἰς τὴν δευτέραν Βουλήν, τὴν Γερουσίαν, καὶ κατόπιν δυσμενοῦς ψήφου ἀπεσύρθησαν, κατὰ τὰ προηγούμενα παραδείγματα, κατὰ τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἐδέχθη καὶ ἡ Βουλὴ ἐπανέλαβεν ὅτι ἡ Γερουσία δὲν εἶχε πολιτικὴν δύναμιν καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ὑποχωρήσῃ, νὰ πέσῃ, νὰ ἀποσυρθῇ, κατόπιν μιᾶς δυσμενοῦς ἀποφάσεως τῆς δευτέρας Βουλῆς, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ νὰ λογοδοτήσῃ, διότι ὑπῆρξαν περιπτώσεις, καθ’ ἃς ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠρνήθη νὰ ἀπαντήσῃ εἰς ἐπερωτήσεις ἐν τῇ δευτέρᾳ Βουλῇ, ἐφόσον εἶχε λογοδοτήσει εἰς τὴν πρώτην Βουλὴν καὶ εἶχε λάβει ψῆφον ἐμπιστοσύνης αὐτῆς, δηλοῦσα ὅτι δὲν ἔχει ὑποχρέωσιν δι’ αὐτὰ τὰ ζητήματα νὰ ἀπολογηθῇ εἰς τὴν Γερουσίαν καὶ νὰ ζητήσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Ἐκεῖ εἰς τὴν Γαλλίαν ἐπέτυχε πραγματικῶς αὐτὴν τὴν δύναμιν ἡ Γαλλικὴ Βουλή, ἀλλὰ θὰ ἐπρόκειτο περὶ παρεξηγήσεως τῶν περιπτώσεων, τὰς ὁποίας ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἂν ὑπετίθετο ὅτι πραγματικῶς ἔχει ἡ Γερουσία ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν οἵαν ἔχει ἡ Βουλή, διότι εἰς κανενὸς ἄλλου τὸν νοῦν δὲν ἐπέρασε ποτὲ ὅτι Κυβέρνησις προερχομένη ἐκ τῶν ἐκλογῶν καὶ ἔχουσα πλειονοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ παρίσταται ἀνάγκη νὰ ἔχῃ πλειονοψηφίαν καὶ εἰς τὴν Γερουσίαν. Εἰς τὴν Γαλλίαν ἡ πολιτικὴ ἀντίληψις εἶναι ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ προέρχηται ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ ὅτι εἰς ἐξαιρετικὰς περιπτώσεις ἡ Γερουσία δύναται νὰ ἀνθίσταται εἰς ὡρισμένα μέτρα τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὴν ἀκόμη τὴν περιωρισμένην ἀντίληψιν ὑπάρχουσι ῥιζικαὶ διαφωνίαι. Ἐν Γαλλίᾳ ὑπάρχουσιν ἐπιστήμονες ὑποστηρίζοντες ὅτι καὶ αὐτὴν τὴν περιωρισμένην ἐξουσίαν δὲν ἔχει ἡ Γερουσία. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐπαναλαμβάνω ὅτι εἰς οὐδὲν Κράτος τοῦ κόσμου ὑπάρχει ἡ ἀντίληψις ὅτι δύναται νὰ ἔχῃ ἡ Γερουσία ὁπωσδήποτε καὶ νὰ συγκεντρώνῃ ἴσην πολιτικὴν δύναμιν μὲ τὴν Βουλήν. Ἀκόμη φανερώτερα εἶναι τὰ παραδείγματα τῶν τελευταίων Δημοκρατιῶν, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι Γερουσίαν, ὅπου, μολονότι ἡ Βουλὴ προέρχεται ἀπὸ ἐκλογάς, ἡ Βουλὴ ἔχει ὑπεροχὴν ἀπέναντι τῆς Γερουσίας. Καὶ τὸ γαλλικὸν παράδειγμα συμβαίνει εἰς τὴν Γαλλίαν, διότι εἰσῆλθον πράγματι εἰς τὴν Γερουσίαν πολιτευόμενοι περιωπῆς καὶ κατώρθωσαν νὰ ἀναλάβῃ ἡ Γερουσία τὴν διαχείρισιν τῶν στρατιωτικῶν ζητημάτων, διότι εἰς τὴν Γαλλίαν ἐγένετο αὐτὴ ἡ ἐξαίρεσις. Εἶναι ἐπιτετραμμένον ὑπὸ τὰς συνθήκας αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν ἐν Ἑλλάδι νὰ εἴπωμεν ὅτι καὶ ἡμεῖς θὰ δώσωμεν ἴσα δικαιώματα εἰς τὴν Γερουσίαν, πιστεύοντες ὅτι ἐδῶ θὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ ἐξέλιξις; Εἶναι, κύριοι, μία κοινοτοπία ὅτι οἱ θεσμοὶ χρωματίζονται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰδιαιτέρων συνθηκῶν τοῦ Τόπου καὶ εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι, ἂν θελήσωμεν νὰ μεταστρέψωμεν τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας ὡς εἶναι ἐν Γαλλίᾳ, ἡ ἐξέλιξις θὰ εἶναι ἐντελῶς διάφορος ἀπὸ τὴν γαλλικήν. Καὶ ἐν Γαλλίᾳ ἡ Γερουσία ἔπαιξε διάφορον ρόλον καὶ εἰς τὰ ζητήματα βουλανζερισμοῦ καὶ εἰς τὰ ζητήματα τοῦ χωρισμοῦ τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τοῦ Κράτους. Φοβοῦμαι ὅτι ἡ μεταφύτευσις αὐτουσίου τοῦ θεσμοῦ εἰς τὴν Ἑλλάδα ὡς ἀποτέλεσμα θὰ εἶχε τὴν δημιουργίαν μιᾶς ἀνωμαλίας καὶ ἐν τέλει τὴν κατάργησιν αὐτοῦ τοῦ θεσμοῦ τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος. Ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐπιθυμεῖ τὴν ἰσοτιμίαν; Καὶ ναὶ μὲν δὲν κατέληξεν εἰς προτάσεις σαφεῖς ἀνταποκρινομένας εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ θεσμοῦ, ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει σαφῶς διετύπωσε τὰς γνώμας του καὶ ἐν τέλει, ἂν καλῶς ἀντελήφθην, συνεφώνησε μὲ τὰς γνώμας τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Εὐρυτανίας πολιτευτοῦ, περὶ λύσεως τῶν διαφορῶν Γερουσίας καὶ Βουλῆς ἐν κοινῇ συνεδριάσει.
§15Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ πρότασίς μου ὑπῆρξεν ἀρκετὰ σαφής, δὲν τὴν ὑπέβαλον διὰ τὸν ἑξῆς λόγον, διότι δὲν ἐπερατώθη ἡ συζήτησις· ἴσως θὰ προτείνω αὐτὴν ὅταν περατωθῇ ἡ συζήτησις. Εἶπον ὅτι θὰ γίνεται μία συζήτησις εἰς τὴν Βουλὴν καὶ μία εἰς τὴν Γερουσίαν, καὶ διὰ νὰ γίνω καταληπτότερος ὑποθέσωμεν ὅτι ὑποβάλλονται νομοσχέδια εἰς τὴν Βουλὴν καὶ δὲν συμφωνεῖ ἡ Γερουσία. Θὰ συνέρχωνται τότε Ἐπιτροπαὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας, θὰ συντάσσωσι νομοσχέδιον, τὸ σχέδιον θὰ ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλήν, ἅπαξ συζητούμενον, καὶ εἰς τὴν Γερουσίαν. Ἂν ὑφίστανται ἀκόμη αἱ διαφωνίαι ἐπί τινος σημείου καὶ μετὰ τὴν δευτέραν ταύτην συζήτησιν, τότε θὰ συνέρχωνται τὰ δύο Σώματα ἀπὸ κοινοῦ διὰ νὰ συζητήσωσιν ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ. Αὐτὸ διετύπωσα ὡς πρότασιν. Μοὶ φαίνεται ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας πολιτευτὴς ἔκαμεν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, μίαν διαστολὴν οὐσιωδῶν καὶ μὴ οὐσιωδῶν μεταρρυθμίσεων.
§16Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτό, νομίζω, δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ.
§17Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἡ ἐπεξήγησις, δὲν εἶναι ἡ πρότασις.
§18Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἰς τὴν πρότασιν ὁμιλεῖτε ρητῶς περὶ οὐσιωδῶν διαφορῶν. Ποῖος θὰ κρίνῃ ἂν αἱ διαφοραὶ εἶναι οὐσιώδεις;
§19Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὅταν ἡ πλειονοψηφία τῶν ⅗ εἴπῃ ὅτι ὡρισμένη πρότασις εἶναι οὐσιώδης, τότε θὰ λαμβάνεται πλέον ὡς οὐσιώδης ἡ διαφορά.
§20Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὥστε θέλετε νὰ συνέρχωνται τὰ δύο Σώματα.
§21Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὄχι· λέγω ἡ πλειονοψηφία τῶν ⅗ νὰ κρίνῃ περὶ τῆς οὐσιώδους διαφορᾶς. Ψηφίζεται π.χ. ἓν νομοσχέδιον ἀπὸ τὴν Βουλήν, μεταβαίνει εἰς τὴν Γερουσίαν καὶ ἀπορρίπτεται κατ’ ἀρχήν, κατὰ τὴν πρότασίν μου, καὶ δὲν διστάζω νὰ εἴπω ὅτι θὰ γίνεται μετὰ τὴν ἀνασυζήτησιν, ἂν δηλαδὴ ἡ Βουλὴ δὲν δεχθῇ τὰς τροποποιήσεις τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ἡ Γερουσία καὶ δὲν συμφωνῇ μὲ τὴν Γερουσίαν, τότε ὑπολείπονται ἕτεραι ὁδοί. Ἡ ὁδὸς τοῦ τετραμήνου, κατὰ τὴν ἰδικήν μου πρότασιν, καὶ ἡ ἑτέρα ὁδὸς τῶν κοινῶν συνελεύσεων. Ἐγὼ λέγω ὅτι αἱ κοιναὶ συνελεύσεις ἀπαιτοῦν μίαν πλειονοψηφίαν ⅗ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν γερουσιαστῶν ἢ βουλευτῶν, θὰ περιορισθοῦν δὲ εἰς ἐξαιρετικὰς περιπτώσεις ἐπὶ ζητημάτων οὐσιωδῶν.
§22Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε τότε νὰ εἴπω ὅτι ἡ πρότασίς σας εἶναι διάφορος ἀπὸ τῆς τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Δηλαδὴ ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ῥιζικωτέρα ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς. Δὲν θέλει τετράμηνον, θέλει Ἐπιτροπὰς καὶ κατόπιν τῶν Ἐπιτροπῶν θέλει κοινὴν συνεργασίαν. Ἡμεῖς ἔχομεν νὰ συζητήσωμεν τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἴσως θὰ παρασύρῃ καὶ τὴν ἰδικήν σας πρότασιν. Ποῖοι λοιπὸν εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐπιβάλλουν αὐτὴν τὴν ἰσοτιμίαν; Λέγει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως· θέλετε νὰ εἶναι ἡ πρότασις τῆς Γερουσίας μηδὲν λοιπὸν ἀπέναντι τῆς Βουλῆς; Καὶ ἐνῷ εἶναι μηδὲν ἡ πρότασις τῆς Γερουσίας, ποῖον ἐνδιαφέρον ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ εἰς τὴν Γερουσίαν συζήτησις ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου πόσους ἀνθρώπους σοβαροὺς ἠμπορεῖ νὰ προσελκύσῃ ἡ Γερουσία εἰς τοὺς κόλπους της, ὥστε πραγματικῶς τὸ Σῶμα αὐτὸ νὰ ἀποβῇ Σῶμα κύρους, δυνάμενον νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν Κοινὴν Γνώμην; Ἡμεῖς ἔχομεν νὰ ἀπαντήσωμεν τὰ ἑξῆς: Ἡ πρότασις τῆς Γερουσίας, καὶ μὲ τὴν πρότασιν ὄχι μόνον τῆς Ἐπιτροπῆς ἡ ὁποία, ὅπως ἠξεύρετε, θέλει τὰ 11/20, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἰδικήν μου πρότασιν, ἡ ὁποία θέλει ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν, ἡ πρότασις τῆς Γερουσίας ποτὲ δὲν εἶναι μηδέν. Ἄν πάρετε τὴν ἱστορίαν τὴν τελευταίαν, θὰ ἴδητε τὸ ἑξῆς, ὅτι νομοσχέδια σοβαρά, διότι ὅταν θέλωμεν νὰ ἐξεύρωμεν ἕνα τρόπον λύσεως τῶν διαφορῶν, πρόκειται βεβαίως περὶ σοβαρῶν νομοσχεδίων— διότι ἐπὶ δευτερευόντων ὑπάρχει ἡ λύσις, ὅπως καὶ εἰς τὰ ἄλλα Κράτη γίνεται, νὰ ἐπέρχηται συμβιβασμός—ὑπάρχει μία ἀπόκρουσις περὶ ματαιώσεως τῆς ψηφίσεως ἑνὸς νομοσχεδίου, ὄχι μόνον ἐπὶ τετράμηνον, διότι ἕως ὅτου νὰ ψηφισθῇ εἰς τὴν Βουλήν, νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Γερουσίαν καὶ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν θὰ καταναλώσῃ τοὐλάχιστον διάστημα ἑπτάμηνον. Ἡ ματαίωσις τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου ἐπὶ ἑπτὰ μῆνας σημαίνει σοβαρὰν παρακώλυσιν τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, τόσον σοβαρὰν παρακώλυσιν ἡ ὁποία ἀσφαλῶς πλησιάζει πολὺ πρὸς τὴν ματαίωσιν· διότι νομοσχέδια εἰς τὰ ὁποῖα τοιαῦτα προέκυψαν ἐμπόδια σπανίως θὰ ἴδητε ὅτι εἰς τὸ τέλος ἐπεκυρώθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἄν ἔχετε ὑπ’ ὄψιν τὴν τελευταίαν ἐξέλιξιν, θὰ πεισθῆτε ὅτι ἡ ματαίωσις ἑνὸς κυβερνητικοῦ προγράμματος ἀσφαλῶς θέτει εἰς μεγίστην στενοχωρίαν τὴν Κυβέρνησιν, ἐκθέτει αὐτὴν εἰς τὴν Κοινὴν Γνώμην καὶ ἀσφαλῶς παρέχει τὴν εὐκαιρίαν εὐρείας συζητήσεως. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ ἐκμηδενίσεως τῆς γνώμης τῆς Γερουσίας. Τὸ νὰ ἀναβάλῃ τὴν τελικὴν ψήφισιν ἑνὸς νομοσχεδίου εἶναι σπουδαιότατον ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ δίδῃ ἀρκετὸν κῦρος εἰς τὸ δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε «ποῖοι θὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν δευτέραν Βουλήν;» Καὶ ἀπαντῶ ὅτι, ἀνεξαρτήτως τῶν ἄλλων δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ Γερουσία, τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς καὶ ἄλλων δυναστικῶν δικαιωμάτων κλπ., αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς παρακωλύσεως τῆς ψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων καὶ τὸ δικαίωμα τῆς δημοσίας συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων καὶ τῆς παρακωλύσεως τῆς ψηφίσεως αὐτῶν ἀσφαλῶς θὰ συγκεντρώσῃ εἰς τοὺς κόλπους της πρόσωπα εἰδικά, τὴν συνεργασίαν τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην. Σᾶς φέρω ὡς παράδειγμα τὴν Ἐπιτροπὴν Οἰκονομιῶν. Ἀπετελέσθη, διὰ διορισμοῦ, ἀπὸ πρόσωπα τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι μόνιμα καὶ τῶν ὁποίων αἱ ἀποφάσεις δὲν ἔχουν κανὲν κῦρος ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἢ τῆς Κυβερνήσεως διὰ Διατάγματος. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτὴν ἐξ ἀρχῆς εὑρέθησαν σοβαροὶ καὶ ἄνθρωποι κύρους νὰ μεθέξουν διὰ νὰ φέρουν εἰς πέρας τὸ ἔργον αὐτῆς. Ἀλλὰ μεταξὺ ἑνὸς τόσον εὐαρίθμου Σώματος, δυστυχῶς συνεδριάζοντος, τοῦ ὁποίου αἱ ἀποφάσεις δὲν πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθοῦν καὶ δὲν ἔχουν κανὲν κῦρος ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος, τῆς Γερουσίας, ὑπάρχει κολοσσιαία διαφορά. Αὐτὸ τὸ μικρὸν παράδειγμα ἠμπορεῖ νὰ μᾶς πείσῃ ὅτι πρόσωπα σοβαρὰ καὶ κύρους θὰ θελήσουν νὰ προσφέρουν τὰς ὑπηρεσίας των εἰς τὸ Κράτος διὰ τῆς συμμετοχῆς των εἰς τὴν Γερουσίαν. Δὲν πρέπει νὰ εἴμεθα τόσον ἀπαισιόδοξοι, νὰ ἔχωμεν τόσην φιλαυτίαν, ὥστε, διότι αἱ ἀποφάσεις ἑνὸς Σώματος δὲν θὰ κρατήσουν ἄλλου Σώματος, νὰ μὴ θελήσωμεν νὰ διαφωτίσωμεν τὴν Βουλήν, τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Κοινὴν Γνώμην ἐπὶ τῶν σοβαρῶν νομοθετικῶν πραγμάτων. Βλέπομεν τοὺς ἐπαγγελματίας, μικροὺς καὶ μεγάλους, συγκεντρουμένους ἑκάστοτε, δαπανῶντας ἀρκετὰ χρήματα διὰ νὰ ἐκφράσουν ἁπλῶς τὴν εὐχήν των ἐπὶ ὡρισμένων μέτρων, τὰ ὁποῖα θεωροῦν ἀπαραίτητα νὰ ληφθοῦν ἐκ μέρους τοῦ Κράτους. Ὅλα αὐτὰ τὰ παραδείγματα μᾶς πείθουν καὶ πιστεύω ὅτι πείθουν καὶ σᾶς ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀπροθυμία ἐκ μέρους ἐπιλέκτων πολιτικῶν νὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν Γερουσίαν καὶ νὰ προσφέρουν τὰς ὑπηρεσίας των εἰς τὴν Πατρίδα.
§23Β. ΚΥΒΕΛΟΣ. Τοὐναντίον, εἶναι γεγονὸς ὅτι πολλοὶ ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ προσφέρουν εἰς τὴν Πατρίδα τὰς ὑπηρεσίας των δὲν εἰσέρχονται εἰς τὴν πολιτικὴν ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, διότι ἔχουν τὴν γνώμην ὅτι θὰ ἀντικρύσουν τὰς ὑποχρεώσεις πρὸς τὸν λαόν, αἱ ὁποῖαι ἔχουν διαζύγιον μὲ τὸ καθῆκον. Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς εἰσερχόμενοι εἰς τὴν Γερουσίαν θὰ εἶναι ἀπηλλαγμένοι ἀπὸ τὰς ὑποχρεώσεις ἀπέναντι τοῦ λαοῦ καὶ θὰ δύνανται ἐν ὅλῃ τῇ ἀνέσει νὰ ἐκπληρώσουν τὰς ὑποχρεώσεις των τὰς σοβαρωτέρας πρὸς τὴν Πατρίδα.
§24Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ κῦρος τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ τὸ δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα δὲν ἐξαρτᾶται—καὶ δὲν εἶναι αὐτὸ ὑπερβολὴ ποὺ θὰ εἴπω—δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰ τυπικὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα θὰ ἔχῃ τὸ δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα — τὸ ἐτόνισε καὶ ὁ κ. Γόντικας—, διότι αἱ Βουλαὶ ἔχουν ἀπεριόριστα δικαιώματα καὶ εὑρισκόμεθα εἰς μίαν περίοδον καταπτώσεως τοῦ κύρους τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων, ἀλλὰ θὰ ἐξαρτηθῇ κυρίως ἀπὸ τὴν οὐσιαστικὴν ὑπηρεσίαν τὴν ὁποίαν θὰ προσφέρουν τὰ δύο Νομοθετικὰ Σώματα. Ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος ὅτι καὶ ἄλλοι ὀργανισμοί, οἱ Δικηγορικοὶ Σύλλογοι τοῦ Κράτους, τὸ Πανεπιστήμιον, εἰς μίαν ὡρισμένην περίπτωσιν, ἂν ἐξαρθοῦν εἰς περιωπήν, θὰ ἠδύναντο νὰ κλονίσουν διὰ μιᾶς ἀποφάσεως ἢ δι’ ἑνὸς ψηφίσματος μίαν Κυβέρνησιν, δὲν πρόκειται δέ, ὅπως ὀρθῶς παρετηρήθη, νὰ ἐμπιστευθῇ εἰς τὸ μέλλον νὰ ἀποκτήσῃ κῦρος πολιτικὸν τὸ δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα. Ἄν ἐκ τῆς ἐργασίας αὐτοῦ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐπηρεάζῃ τὴν Κοινὴν Γνώμην, ἀσφαλῶς ἕνας ἔλεγχος σοβαρὸς τῆς Κυβερνήσεως, στηριζόμενος εἰς σοβαρὰ ἐπιχειρήματα, μολονότι ἡ ἀπόφασις τῆς Γερουσίας δὲν θὰ εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὴν Κυβέρνησιν, θὰ κλονίσῃ μέχρι τοιούτου σημείου μίαν Κυβέρνησιν ἀσθενῆ, ὥστε θὰ προκαλέσῃ τὴν πτῶσιν αὐτῆς. Εἶναι ἐλεύθερος λοιπὸν ὁ δρόμος διὰ μίαν τοιαύτην ἐξέλιξιν, ἀποκτήσεως περισσοτέρων δικαιωμάτων ἀπὸ τὴν Γερουσίαν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡμεῖς δὲν θέλομεν εἶναι νὰ ὑπάρχῃ ἀπ’ ἀρχῆς μία ἰσοτιμία ὄχι μόνον πολιτική, ἀλλὰ καὶ νομοθετική, ἡ ὁποία νὰ ἔχῃ ὡς συνέπειαν καὶ πολιτικὴν δύναμιν, ἡ ὁποία θὰ φέρῃ ἰσοτιμίαν μεταξὺ Γερουσίας καὶ Βουλῆς. Δὲν τὸ θέλομεν καὶ διὰ γενικωτέρους λόγους, ἀλλὰ καὶ εἰδικώτερον δι’ εἰδικοὺς λόγῳ τῶν ἰδιαιτέρων Ἑλληνικῶν συνθηκῶν. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἡμεῖς θέτομεν εἰς κατωτέραν μοῖραν τὴν ἔμμεσον ἐκλογήν. Εἴμεθα τῆς γνώμης ὅτι συντελεῖ πολλάκις ἡ ἔμμεσος ἐκλογὴ νὰ ἀναμιγνύωνται εἰς τὴν πολιτικὴν πρόσωπα περιωπῆς, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ὑποστοῦν ὅλας τὰς θυσίας, νὰ ἐκτελέσουν ὅλην τὴν ἐργασίαν ἡ ὁποία χρειάζεται διὰ νὰ ἀποκτήσουν τὴν προσωπικὴν ἐπιρροὴν εἰς τὴν περιφέρειάν των, ὅπως ἐκλέγωνται βουλευταὶ καὶ εὐκολώτερον ἀναδεικνύωνται διὰ τῆς ἐμμέσου ἐκλογῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις τοῦ πολιτεύματος τοῦ ἰδικοῦ μας καὶ ἀπ’ αὐτὴν τὴν βάσιν δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἐκφύγωμεν, καὶ ἂν συμβαίνῃ νὰ ὑπάρχουν περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας πρόσωπα περιωπῆς θὰ ἐκλέγωνται καλύτερον διὰ τῆς ἐμμέσου ἐκλογῆς, νὰ προτιμῶμεν τὴν ἔμμεσον ἐκλογήν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὅμως ποτὲ ἡμεῖς δὲν ἠμποροῦμεν νὰ δεχθῶμεν ὅπως ἡ λαϊκὴ θέλησις, ἡ ὁποία ἐκδηλοῦται διὰ τῆς ἀμέσου ἐκλογῆς, ἐκμηδενίζηται ἀπὸ Σῶμα προερχόμενον ὄχι πλέον ἐκ τῆς ἐμμέσου ἐκλογῆς καὶ μὴ ἀνταποκρινόμενον εἰς τὴν θέλησιν τὴν πολιτικὴν τὴν λαϊκήν. Ἡ ἀπὸ κοινοῦ συνεδρίασις τῶν δύο Σωμάτων κατὰ συνέπειαν δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ παροχὴ ἴσων δικαιωμάτων εἰς αἱρετοὺς ἀντιπροσώπους, μὴ προερχομένους ἀπὸ τὴν λαϊκὴν ἐκλογὴν ἀμέσως, μὴ ἀνταποκρινομένους πλήρως εἰς τοὺς λαϊκοὺς πόθους καὶ μὴ παρέχοντας ἐγγυήσεις ὅτι προστατεύονται ἐπαρκῶς τὰ λαϊκὰ συμφέροντα. Διότι δὲν εἶναι μόνον τὸ ζήτημα τῆς ἀμέσου ἢ ἐμμέσου ἐκλογῆς, εἶναι καὶ δύο ἄλλα ζητήματα· εἶναι τὸ ζήτημα τῆς κανονικῆς ἀνανεώσεως καὶ τὸ ζήτημα τῆς μὴ κανονικῆς ἀνανεώσεως. Ἡ κανονικὴ ἀνανέωσις εἶναι τμηματική, ἡ περίοδος δὲ ἑνὸς ἑκάστου γερουσιαστοῦ εἶναι ἐννεαετής. Βλέπετε λοιπὸν καλὰ ὅτι ὑπάρχει μέγιστος κίνδυνος κατὰ τὸ χρονικὸν αὐτὸ διάστημα νὰ ἐπέλθῃ πλήρης διάστασις μεταξὺ ἀντιπροσώπων καὶ ἀντιπροσωπευομένων. Ἡ περίοδος τῆς Βουλῆς εἶναι τετραετής. Ἡμεῖς θὰ τὴν ἠθέλομεν διετῆ. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορὰ τῆς κανονικῆς ἀνανεώσεως τοῦ ἑνὸς Σώματος καὶ τοῦ ἄλλου. Διὰ τὴν Γερουσίαν δὲν ὑπάρχει μὴ κανονικὸς τρόπος, ὑπάρχει μόνον ὁ κανονικὸς τρόπος ἀνανεώσεως, διότι ἡ Γερουσία παραμένει, διότι τὸ πολίτευμα τὸ ἰδικόν μας στηρίζεται ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἀρχῆς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἔγκρισιν τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς ἀφ’ ἑνὸς καὶ ὅτι ἐν περιπτώσει συγκρούσεως ἡ Κυβέρνησις παραιτεῖται ἢ ζητεῖται ἡ ἐτυμηγορία τοῦ λαοῦ. Ὑπάρχει δηλαδὴ δυνατότης τῆς διαλύσεως. Αὐτὸ χρωματίζει τὸ πολίτευμα ἡμῶν, ὅπως χρωματίζει καὶ τὸ Ἀγγλικὸν πολίτευμα. Εἰς τὴν Γαλλίαν δὲν ὑπάρχει τόσον εὔκολος χρῆσις αὐτοῦ τοῦ κανονικοῦ τρόπου ἀνανεώσεως τῆς Βουλῆς, διότι, ὅπως γνωρίζετε, ἀπαιτεῖται συγκατάθεσις τῆς Γερουσίας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ εἰς ἡμᾶς, ἂν δεχθῶμεν τὸ σύστημα τῆς διὰ συγκαταθέσεως τῆς Γερουσίας διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ὅταν ὑπάρξουν περιστατικὰ τοιαῦτα, ὁπότε ἡ Γερουσία δὲν θὰ ἀρνηθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλήν, διότι δὲν θὰ ἀρνηθῇ εἰς τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα τὸ δικαίωμα τοῦτο ἄνευ συγκαταθέσεως τῆς Κυβερνήσεως, ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία θὰ τὴν διαλύῃ, ὅταν θὰ νομίζῃ ὅτι θὰ εἶναι πρακτικόν. Θὰ ὑπάρξῃ ὑποχρέωσις διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία θέτει εἰς ἀγῶνα τὴν Βουλὴν μὲ τὸν λαόν. Τοιαύτη ὑποχρέωσις διαλύσεως δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ ὅσον ἀφορᾷ τὴν Γερουσίαν. Διὰ τὴν Γαλλίαν ὑποστηρίζεται ὅτι ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου, τῆς δυσκολίας δηλαδὴ τῆς διαλύσεως, δυσκολίας ἡ ὁποία πηγάζει καὶ ἐκ τῆς συνηθείας—διότι ἴσως ὁ σχηματισμὸς τῶν κομμάτων ἐν Γαλλίᾳ, ἡ δυνατότης σχηματισμοῦ Κυβερνήσεως ἀπὸ τὴν αὐτὴν παράταξιν— ἴσως νὰ συνετέλεσε νὰ μὴ διαλύωνται αἱ Βουλαί, ἀλλὰ πάντοτε ὑπάρχει ἡ δυνατότης τῆς διαλύσεως. Ἐν τούτοις τοῦτο συντελεῖ ὥστε νὰ θεωρῆται ἰδιόρρυθμος ἡ Γαλλικὴ μορφὴ τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος ἀνεξαρτήτως τῶν ἄλλων διαφορῶν τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος. Καὶ διὰ τοῦτο ὑπάρχουν συγγραφεῖς οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν ὅτι τὸ Γαλλικὸν σύστημα, ὅπως εἶναι διαμορφωμένον, εἶναι ἓν σύστημα τὸ ὁποῖον ἀκόμη εἶναι ὑπὸ πειραματισμὸν καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ λεχθῇ ἀπολύτως ὅτι πραγματικῶς τὸ σύστημα αὐτὸ εἶναι σύστημα τὸ ὁποῖον ἔχει ἀπολύτως ἐπιτύχει, ὥστε νὰ συνιστᾶται γενικώτερον εἰς ὅλους τοὺς λαούς. Μία τοιαύτη ὅμως ἀποδοχὴ τοῦ Γαλλικοῦ συστήματος, τῆς ἰσοδυναμίας τῶν δύο Βουλῶν, ἀντενδείκνυται καὶ ἕνεκα τῶν ἰδιαιτέρων Ἑλληνικῶν συνθηκῶν, διότι ἐδῶ ὑπάρχει ὁ κίνδυνος, λόγῳ τῶν ἀντιθέσεων τοῦ ἀμέσου παρελθόντος, μία ἀπόκρουσις τῶν προτάσεων τῆς Βουλῆς ἐκ μέρους τῆς Γερουσίας νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀπόκρουσις κομματική, ὡς ἀπόκρουσις μὴ προερχομένη ἀπὸ ἀγαθὴν πρόθεσιν, κατὰ συνέπειαν, ἀντὶ ἡ ἀπόκρουσις αὐτὴ τῆς Γερουσίας νὰ εἶναι σεβαστὴ καὶ νὰ αὐξήσῃ τὸ κῦρος αὐτῆς, θὰ συντελέσῃ ὥστε ἡ πολεμικὴ ἐναντίον τῆς Γερουσίας νὰ εἶναι γενικωτέρα καὶ νὰ διασείσῃ καὶ αὐτὰ τὰ θεμέλια τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὁμιλῶν εἶπεν ὅτι φοβεῖται ὅτι, λόγῳ ἀκριβῶς τῆς ἀντιθέσεως, τὸ χρονικὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον ἀσφαλῶς θὰ παραστῇ ἀνάγκη νὰ τεθῇ διὰ νὰ κατορθώσῃ ἡ Βουλή, συμφώνως μὲ τὴν πρότασιν τῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ ἐπιψηφίσῃ ὁριστικῶς ἓν νομοσχέδιον, δὲν θὰ ἀρκῇ, λόγῳ τῆς ἀντιθέσεως, διὰ νὰ δύναται ἡ Γερουσία νὰ διαφωτίσῃ τὴν Κοινὴν Γνώμην καὶ κατὰ συνέπειαν νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι αὐτὸ ἠμπορεῖ νὰ συμβῇ ἀναλόγως τῶν τάσεων τὰς ὁποίας θὰ ἀποκτήσῃ τὸ δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα. Ἂν ἔχῃ τάσεις πολιτικάς, ἀσφαλῶς καμμία διαφώτισις δὲν θὰ ἠμπορῇ νὰ προέλθῃ ἀπὸ τὴν Γερουσίαν. Καὶ ἀντιστρόφως, ἂν ἔχῃ τάσεις ὄχι πολιτικάς, ἡ ἐπίδρασις αὐτῆς θὰ εἶναι πολὺ μεγαλυτέρα. Ὑπάρχουν δύο ἀντιλήψεις· ἡ ἀντίληψις τῆς ἰσοδυναμίας, ἡ ὁποία δίδει πολιτικὴν χροιὰν εἰς τὴν Γερουσίαν· ἡ συνεργασία τῶν δύο Σωμάτων μοιραίως μεταβάλλει τὴν Γερουσίαν εἰς ἓν τμῆμα τῆς Βουλῆς, εἰς μίαν Ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς καὶ μεταδίδει εἰς τὴν Γερουσίαν τὰς κομματικὰς ἀντιθέσεις τῆς Βουλῆς, μεταβάλλει δηλαδὴ τὴν Γερουσίαν εἰς καθαρῶς πολιτικὸν Σῶμα· διότι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν πρόκειται περὶ ἐπιψηφίσεως ἑνὸς νομοσχεδίου, διὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιμένῃ ἡ Κυβέρνησις, οἱ γερουσιασταί, μετέχοντες τῆς συνεδριάσεως, ἀναγκαστικῶς προσαρμόζονται εἰς τὰς ἀντιθέσεις τῆς Βουλῆς καὶ κατὰ συνέπειαν ψυχολογικὴν καὶ κοινωνιολογικήν, κατὰ ἀναγκαίαν συνέπειαν, αἱ ἀντιθέσεις αἱ κομματικαὶ τῆς Βουλῆς μεταβιβάζονται αὐτοδικαίως εἰς τὴν Γερουσίαν.
§25Δ. ΒΑΡΕΛΑΣ. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ γίνεται παραίτησις τῆς Κυβερνήσεως;
§26Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἂν ἡ Κυβέρνησις θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης καὶ τὰ δύο Σώματα, ὁμοῦ ἐργαζόμενα, ἀπορρίψωσι τὸ νομοσχέδιον, βεβαίως θὰ ἐπέλθῃ παραίτησις τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ εἶμαι ἀντίθετος αὐτῆς τῆς ἀντιλήψεως. Ἐγὼ λέγω ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ δρόμου, διὰ τῆς κοινῆς συνεργασίας τῶν δύο Σωμάτων, μοιραίως δίδομεν πολιτικὴν σημασίαν εἰς τὴν Γερουσίαν, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀκριβῶς ἐκείνη ἡ ἀγαθὴ ἐπίδρασις τῆς Γερουσίας, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς θέλομεν, ἡ ἐπίδρασις δηλαδὴ τῆς διαφωτίσεως τῆς Κοινῆς Γνώμης. Θὰ μοὶ εἴπητε ὅτι καὶ ὅταν δὲν ὑπάρχῃ συνεργασία δὲν θὰ ὑπάρχωσι κομματικαὶ ἀντιθέσεις εἰς τὴν Γερουσίαν; Θὰ ὑπάρξωσι βεβαίως κομματικαὶ ἀντιθέσεις καὶ εἰς τὴν Γερουσίαν, ἀλλ’ ἡ μὴ ἐξάρτησις τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τὴν Γερουσίαν ἔχει ἀναγκαστικῶς τὸ σπουδαιότατον καὶ λυσιτελέστατον ἀποτέλεσμα ὅτι καθιστᾷ ἀνεξάρτητον μέχρις ὡρισμένου βαθμοῦ τὴν Γερουσίαν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀντιστρόφως. Ἐπέρχεται δηλαδὴ ὅσον ἀφορᾷ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Γερουσίαν ἕνας χωρισμὸς ἐξουσιῶν, ὁ ὁποῖος δὲν ὑπάρχει προκειμένου περὶ τῆς Βουλῆς. Γνωρίζετε δὲ πολὺ καλὰ ὅτι ἕνας ἀπὸ τοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν νὰ καταπέσῃ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα εἶναι καὶ αὐτός, ὅτι αἱ συζητήσεις τῶν Βουλῶν διευθύνονται κυρίως ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δηλαδὴ ἐπιβάλλει τὰς ἀποφάσεις καὶ ὅτι αἱ συζητήσεις τῶν Βουλῶν εἶναι τυπικαί, δὲν εἶναι οὐσιαστικαί. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι πραγματικῶς συνετέλεσαν ὥστε νὰ χάσῃ ὁ κόσμος τὸ ἐνδιαφέρον του διὰ τὰς ἐργασίας τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων, ὄχι μόνον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καὶ εἰς ὅλον τὸν κόσμον καὶ νὰ καταπέσῃ τὸ κῦρος τῶν Βουλῶν. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι λόγοι, οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν νὰ ἐπέλθῃ ἡ κρίσις αὐτὴ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ καὶ περὶ τῶν ὁποίων θὰ ὁμιλήσωμεν, ὅταν ὁμιλήσωμεν περὶ συνθέσεως τῆς Γερουσίας. Καὶ ἐν συνόψει λέγω ὅτι εἶναι καὶ τοῦτο ἀκόμη, ὅτι ἡ σύνθεσις τῶν Βουλῶν εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιλαμβάνουν ἀνθρώπους καταλλήλους γενικῶς διὰ νὰ πραγματευθῶσι καὶ λύσωσι τὰ μεγάλα ζητήματα τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Κράτους. Ἕνας ἀπὸ τοὺς σπουδαιοτέρους λόγους εἶναι ἐπίσης ὅτι αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς ἐπηρεάζονται ἀπὸ τὰς κομματικὰς ἀντιθέσεις καὶ αἱ ἀποφάσεις λαμβάνονται ὄχι ἀπὸ τὰ Νομοθετικὰ Σώματα, ἀλλ’ ἀπὸ τὰς Κυβερνήσεις, ἀπὸ τὸ κόμμα. Λοιπὸν θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ἂν ἦτο δυνατόν, νὰ καταφεύγωμεν εἰς ἓν δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα. Ἔτσι θὰ διορθώνωμεν τὰ ἄτοπα τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ· διότι πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ὁ κοινοβουλευτισμὸς διατρέχει κρίσιν, ὅτι ἔχει ἐλαττώματα καὶ καθῆκον ἡμῶν εἶναι νὰ φροντίσωμεν διὰ διαφόρων μεταρρυθμίσεων νὰ ἄρωμεν ἢ τοὐλάχιστον νὰ περιορίσωμεν τὰ ἐλαττώματα αὐτὰ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, τὰ ὁποῖα, ἂν δὲν ἄρωμεν, ἔχουν συνεπείας, τὰς ὁποίας γνωρίζετε, ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν διεκδίκησιν δικαιωμάτων νομοθετικῶν ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ ἀμέσως, ἢ ἐπιβολὴν ἀφ’ ἑτέρου ὡρισμένων προσωπικοτήτων. Τὸ μὲν πρῶτον, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ, ἂν ἦτο εἰς θέσιν ὁ λαὸς νὰ λύῃ τὰ ζητήματα, δὲν θὰ ἦτο καὶ δυσάρεστον, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ δώσῃ τὴν τελικὴν λύσιν εἰς τὰς δυσχερείας τὰς ὁποίας παρουσιάζει τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Τὸ ἄλλο ὅμως ἀποτελεῖ κατάργησιν τῶν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν καὶ εἶναι μία ἐκ τῶν ἐπικινδύνων συνεπειῶν τῆς ἐξελίξεως τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἔχομεν λοιπὸν ὑποχρέωσιν νὰ φροντίσωμεν νὰ περιορίσωμεν, ἂν μὴ νὰ ἄρωμεν, τὰ ἐλαττώματα αὐτὰ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ. Καὶ τὰ περιορίζομεν ἀσφαλῶς, ὅταν παραπλεύρως τῆς Βουλῆς δημιουργήσωμεν ἓν Σῶμα, ἀπὸ τὸ ὁποῖον δὲν θὰ εἶναι ἐξῃρτημένη ἡ Κυβέρνησις, καὶ τὸ ὁποῖον ἐπίσης θὰ ἐξαρτᾶται ὀλιγώτερον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ θὰ ἠμπορῇ νὰ συζητῇ κάπως ἀμεροληπτότερον, ὀλιγώτερον ἐπηρεαζόμενον ἀπὸ τὰς κομματικὰς ἀντιθέσεις καὶ θὰ παρέχῃ ἑπομένως τὴν ἐγγύησιν ὅτι τὰ ψηφιζόμενα νομοθετικὰ μέτρα προέρχονται ἐξ εἰλικρινοῦς ἐξετάσεως καὶ ἐκτιμήσεως τῶν πραγμάτων. Θὰ ὑπάρχῃ δὲ καὶ τὸ πλεονέκτημα ὅτι οἱ 150 αὐτοὶ ἢ οἱ 130 τυχὸν γερουσιασταὶ δὲν θὰ πιέζουν καὶ αὐτοὶ τὴν διοίκησιν καθὼς τὴν πιέζουν οἱ βουλευταί. Καὶ δὲν θὰ τὴν πιέζουν, διότι ὅσην καὶ ἂν ἔχουν ἐπίδρασιν ἐπὶ τῶν νομοθετικῶν πραγμάτων, πάντοτε ἡ γνώμη αὐτῶν δὲν εἶναι ἡ τελικὴ καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν ὑπάρχει τόση ἀνάγκη ὑποταγῆς τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰς θελήσεις τῶν γερουσιαστῶν διὰ τὰ ζητήματα τῆς διοικήσεως. Εἶμαι καὶ ἐγὼ ἀπὸ τοὺς θιασώτας τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ. Ἀλλὰ μήπως ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὁμολογοῦν τὰ ἐλαττώματα καὶ τὴν δικαιολογημένην κρίσιν τὴν ὁποίαν ὑφίσταται ὁ κοινοβουλευτισμὸς δὲν ὑποστηρίζουν μὲ κάθε τρόπον, μὲ ὅλην τὴν δυνατὴν θέρμην ὅλας τὰς μεταρρυθμίσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ περιορίσωσι τὸν κοινοβουλευτισμόν; Ἐλέχθη ποία διαφορὰ ὑπάρχει ἂν δεχθῶμεν τὰ 11/20 εἰς τὴν ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν. Ἡ διαφορὰ εἶναι καὶ τυπική. Εἶναι ζήτημα ἀρχῆς ἢ ζήτημα οὐσίας; Εἶναι ζήτημα ἀρχῆς, διότι θέλομεν, ὅταν ὑπάρχῃ πλειονοψηφία εἰς τὴν Βουλὴν περὶ μιᾶς μεταρρυθμίσεως, νὰ ἀναβάλληται ἡ μεταρρύθμισις, νὰ ἐπιβραδύνηται ἡ μεταρρύθμισις, ἀλλὰ τελικῶς νὰ ἐπικρατῇ ἡ γνώμη τῆς πλειονοψηφίας. Ὑπάρχει πλειονοψηφία, ὅταν εἶναι ἀπόλυτος ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς. Βεβαίως δὲ ἡ Κυβέρνησις, ἂν θέλῃ νὰ κάμῃ μίαν σπουδαίαν μεταρρύθμισιν, δὲν στηρίζεται εἰς τὴν ἀπόλυτον αὐτὴν πλειονοψηφίαν τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, θὰ ἔχῃ ἓν περιθώριον, ἀλλ’ ὅσον καὶ ἂν θέλωμεν νὰ αὐξήσωμεν τὸ περιθώριον αὐτό, νὰ καταστήσωμεν τὴν παρουσίαν αὐτῆς εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τὴν ἀρχὴν παραβιάζομεν καὶ οὐσιαστικώτερον δυσχεραίνομεν τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νομοσχεδίων· διότι γνωρίζετε πολὺ καλὰ πόσον δύσκολος εἶναι ἡ παρουσία ὅλων τῶν φίλων μιᾶς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ὅτι, ἂν δώσωμεν περιωρισμένα δικαιώματα εἰς τὴν Γερουσίαν, θὰ θεωρηθῇ πολὺ ταχέως ὡς πολυτέλεια καὶ θὰ προκαλέσωμεν τὴν κατάργησιν αὐτῆς. Ἡμεῖς νομίζομεν τὸ ἀντίθετον· ἂν δοθῶσι πολλὰ δικαιώματα εἰς τὴν Γερουσίαν, τότε ὄχι μόνον ὑπάρχει τρόπος καταργήσεως τῆς Γερουσίας, ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ὁ φόβος τῆς κατασυκοφαντήσεως ὁλοκλήρου τοῦ ἔργου ἡμῶν. Ὁ φόβος τῆς καταργήσεως ὑπάρχει, διότι ὑπάρχει ὁ κίνδυνος νὰ γίνῃ κομματικὴ ἐκμετάλλευσις τῆς Γερουσίας πρὸς ματαίωσιν τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου μιᾶς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἐκμετάλλευσις τῆς Γερουσίας δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα παρὰ ἐξέγερσιν λαϊκὴν ὄχι κατὰ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Γερουσίας, ἀλλὰ κατὰ τοῦ θεσμοῦ ἡμῶν. Ὑπάρχει κίνδυνος τῆς κατασυκοφαντήσεως τοῦ ἔργου ἡμῶν, διότι θὰ μᾶς εἴπωσιν ὅτι παρελάβομεν ἓν λαϊκὸν πολίτευμα, τὸ ὁποῖον στηρίζεται εἰς τὴν ἐπικράτησιν τῆς λαϊκῆς θελήσεως, ἐκδηλουμένης ἀπὸ ἀντιπροσώπους οἱ ὁποῖοι προῆλθον ἀπὸ λαϊκὴν ἄμεσον ἐκλογήν, καὶ μετεβάλομεν τὸ πολίτευμα εἰς τὸ ὁποῖον ἔγκυρον γνώμην δὲν ἔχουσιν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἄλλοι ἀντιπρόσωποι προερχόμενοι ἀπὸ ἐμμέσου ἐκλογῆς. Κατ’ οὐσίαν προφανῶς κατηργήσαμεν τὴν λαϊκὴν ἀντιπροσωπείαν δι’ εἰσαγωγῆς παραπλεύρως καὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς ἐμμέσου ἐκλογῆς διὰ παροχῆς ἴσων δικαιωμάτων ὄχι πρὸς τὴν λαϊκὴν ἀντιπροσωπείαν ἀμέσως, ἀλλ’ ἐμμέσως πρὸς ἀντιπροσώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν παρέχουν τὴν αὐτὴν ἐγγύησιν προστασίας τῶν λαϊκῶν συμφερόντων, ὅπως τὴν παρέχουσιν οἱ ἀμέσως λαϊκοὶ ἀντιπρόσωποι. Καὶ δι’ αὐτοὺς τοὺς δύο λόγους ἀποκρούομεν τὴν ἰσοδυναμίαν αὐτὴν διὰ τῆς ἑνώσεως τῶν δύο Σωμάτων εἰς ἕν. Ἀποκρούομεν ῥιζικῶς καὶ συνιστῶμεν τὴν καθιέρωσιν αὐτοῦ τοῦ θεσμοῦ τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος, οὐχὶ ὅπως ὑποδεικνύει ἡ Συνέλευσις ἀφήνουσα ἀνοικτὸν τὸν δρόμον διὰ μιᾶς ἐξελίξεως, ἡ ὁποία θὰ καταλήξῃ εἰς αὔξησιν τοῦ κύρους τῆς Γερουσίας, ὅταν εἰσέλθουν πρόσωπα περιωπῆς, ἐνῷ ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει κλονίζει τὴν πεποίθησιν ἡμῶν ἂν πρέπει νὰ συσταθῇ τὸ δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα μὲ τοιαῦτα περιβαλλόμενον δικαιώματα. (Χειροκροτήματα).
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπανδρέου ἔχει τὸν λόγον.
§28Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ ζήτημα ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται σήμερον ἡ Συνέλευσις νὰ ἐκφέρῃ ἀπόφασιν εἶναι ἡ ἔκτασις τῆς ἀρμοδιότητος τῆς Γερουσίας. Μέχρι τοῦδε ἔχει λυθῆ κατ’ ἀρχὴν τὸ ζήτημα τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ θεσμοῦ καὶ διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ἄρθρου 3, συμφώνως πρὸς τὸ ὁποῖον «ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ἀσκεῖται ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ Γερουσίας», ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς ὁμοφωνίας ἡ ὁποία ἐπιστοποιήθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἴσως μόνον, ἐνῷ ὑπῆρξεν ὁμοφωνία ὡς πρὸς τὴν ἀνάγκην τῆς ἱδρύσεως τοῦ θεσμοῦ, ἐξεδηλώθη ὀλίγη διχογνωμία ὡς πρὸς τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους ἡ ἵδρυσις καθίσταται ἀπαραίτητος, καὶ ὡς πρὸς τοὺς σκοποὺς τοὺς ὁποίους καλεῖται νὰ ἐπιτελέσῃ. Διότι ἐδόθη ἀπό τινας ἀγορητὰς ἡ ἐντύπωσις ὅτι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον θεωροῦν τὴν ἵδρυσιν δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος ἀπαραίτητον εἶναι διότι πρέπει νὰ ἔχωμεν τοῦτο ὡς ἀντιστάθμισμα κατὰ τῶν ὑπερβασιῶν τῆς λαϊκῆς θελήσεως. Ἂν ἐπρόκειτο, κύριοι συνάδελφοι, τὸ δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα νὰ προσλάβῃ χαρακτῆρα ἀντιδραστικὸν καὶ ἀντιλαϊκόν, ὁμολογοῦμεν ὅτι, ἐπιδιώκοντες σήμερον νὰ δημιουργήσωμεν πολίτευμα ἀληθῶς δημοκρατικόν, νὰ ὁλοκληρώσωμεν τοὺς δημοκρατικοὺς θεσμοὺς καὶ νὰ ἐμφυσήσωμεν εἰς αὐτοὺς πνοὴν δημοκρατικήν, ὁμολογοῦμεν ὅτι ἡ ἵδρυσις τοιούτου δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος θὰ ἦτο δι’ ἡμᾶς ἀνεπιθύμητος. Ἂν θέλωμεν τὴν ἵδρυσιν τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος, δὲν εἶναι διὰ νὰ ἔχωμεν προμαχῶνα ἐναντίον τῶν λαϊκῶν θελήσεων, ἀλλὰ διὰ νὰ δημιουργήσωμεν ἕνα ὀργανισμὸν ὁ ὁποῖος νὰ ὑπηρετήσῃ πληρέστερον τοὺς σκοπούς, τὴν θέλησιν, τὰς ἀνάγκας τοῦ λαοῦ. Θέλομεν τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα ὡς παράγοντα διὰ τὴν καλυτέραν λειτουργίαν τῆς νομοθετικῆς μηχανῆς, διὰ τὴν ὁμαλωτέραν λειτουργίαν τοῦ πολιτικοῦ βίου τῆς Χώρας.
§29Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Παρεστάθησαν τὰ πράγματα ὡς ἄν ἡ Βουλὴ ἐκπροσωπῇ...
§30Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς ἐπεβάλλετο νὰ ἀποκαταστήσωμεν τὰ πράγματα. Αὐτὸς λοιπὸν εἶναι ὁ βασικὸς λόγος διὰ τὸν ὁποῖον θέλομεν τὴν ἵδρυσιν τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος καὶ τοιουτοτρόπως ἐξηγεῖται διατί, ἱδρύοντες τὴν Δημοκρατίαν, θεωροῦμεν ταυτοχρόνως ὡς θεσμὸν δημοκρατικὸν τὴν Γερουσίαν καὶ νομίζομεν ὅτι τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ πληρέστερον πρόκειται νὰ ὑπηρετοῦνται διὰ τῆς ἱδρύσεως τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὅμως βέβαιον εἶναι ὅτι διὰ τὴν ἀνάγκην τῆς ἱδρύσεως τοῦ θεσμοῦ τούτου ὑφίσταται ὁμοφωνία καὶ πρόκειται σήμερον νὰ συζητήσωμεν περαιτέρω ποία πρέπει νὰ εἶναι ἡ ἁρμοδιότης τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος. Κατὰ τὰς ἀπόψεις ἡμῶν ἡ ἁρμοδιότης τῆς Γερουσίας εἶναι πρῶτον συντακτική. Συνερχομένη ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τῆς Βουλῆς, ἀπαρτίζει Ἐθνικὴν Συνέλευσιν, ἡ ὁποία ἔχει δύο δικαιώματα, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὑπὸ ὡρισμένας προϋποθέσεις νὰ προβαίνῃ εἰς ἀναθεώρησιν τῶν διατάξεων τοῦ πολιτεύματος καὶ ἀφ’ ἑτέρου κατὰ χρονικὰ διαστήματα, τασσόμενα ἀπὸ τὸ πολίτευμα, νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας. Δεύτερον ἁρμοδιότης δικαστική. Ἡ μὲν Βουλὴ κατηγορεῖ τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας δι’ ἀδικήματα ἐσχάτης προδοσίας καὶ διὰ παραβάσεις τοῦ Συντάγματος, ἡ δὲ Γερουσία δικάζει. Τρίτον ἁρμοδιότης πολιτική. Καὶ ἡ πολιτικὴ ἁρμοδιότης τῆς Γερουσίας συνίσταται εἰς τὴν ἄσκησιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Δηλαδὴ εἰς τὴν ὑποβολὴν ἐρωτήσεων καὶ ἐπερωτήσεων καὶ εἰς τὴν σύστασιν ἐξεταστικῶν Ἐπιτροπῶν, ἀλλὰ συνίσταται ἐπίσης καὶ εἰς τὴν γνωμοδότησιν πρὸς διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Τοιουτοτρόπως διὰ τῆς ἁρμοδιότητος ταύτης, ἡ ὁποία τάσσεται εἰς τὴν Γερουσίαν, οἱ θεσμοὶ ἐναρμονίζονται καὶ ὁλοκληροῦνται· διότι διὰ μὲν τὸ συντακτικὸν ἔργον συνεργάζεται ἰσοτίμως μὲ τὴν Βουλήν, διὰ δὲ τὸ δικαστικὸν ἔργον ἡ μὲν Βουλή, προερχομένη ἀμέσως ἀπὸ τὸν λαόν, ἔχει τὴν ἁρμοδιότητα νὰ κατηγορήσῃ, ἡ δὲ Γερουσία, συγκροτουμένη καθ’ ὃν ἔμμεσον τρόπον συγκροτεῖται, ἔχει τὴν ἀτμόσφαιραν τῆς ἠρεμίας, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραίτητος διὰ Σῶμα δικαστικόν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πολιτικὴν ἐξουσίαν, ἡ μὲν Βουλὴ σχηματίζει καὶ ἀνατρέπει τὰς Κυβερνήσεις, ἡ δὲ Γερουσία ἀσκεῖ μόνον τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον χωρὶς τὸ δικαίωμα νὰ ἀνατρέπῃ τὰς Κυβερνήσεις. Μὲ τὸ δικαίωμα ὅμως, ὅταν σχηματίζῃ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὸ δημόσιον αἴσθημα, ὅταν εὑρίσκῃ ὅτι ὁ θρυμματισμὸς καὶ ἡ ἀσυμφωνία τῶν κομμάτων δὲν ἐπιτρέπει τὸν σχηματισμὸν Κυβερνήσεως βιωσίμου, μὲ τὸ δικαίωμα εἰς τὰς δύο αὐτὰς περιπτώσεις νὰ εἰσηγῆται πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας τὴν ἀνάγκην τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐφόσον τοιοῦτον τάσσομεν προορισμόν, εὔλογος ἐπίσης εἶναι καὶ ἡ γνώμη ἡμῶν ὅπως ἡ συγκρότησις τῆς Γερουσίας διὰ τὴν πληρεστέραν ἐπίτευξιν τῶν τοιούτων σκοπῶν εἶναι διάφορος τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο ἔχομεν ὁρίσει εἰς τὸ σχέδιον ὅτι ἡ συγκρότησις τῆς Γερουσίας θὰ εἶναι ἔμμεσος, ἡ ἀνανέωσις τμηματικὴ καὶ ὅτι ἐπίσης δὲν θὰ ὑπόκειται εἰς διάλυσιν. Ἂν ἐπιμένω εἰς τὴν ἀνάπτυξιν καὶ θεμάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων σήμερον δὲν πρόκειται νὰ γίνῃ ψηφοφορία, εἶναι διότι ἐπιθυμῶ νὰ καταστῇ σαφὲς ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐξετασθῇ τμηματικῶς κατὰ διατάξεις καὶ ἄρθρα, ἀλλὰ κυρίως ὡς σύνολον, καὶ μόνον ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς γενικῆς ἀντιλήψεως τοῦ θεσμοῦ θὰ καταλήξωμεν εἰς συμπεράσματα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων θὰ ἐκφέρωμεν τὴν ψῆφον ἡμῶν. Τὸ ζήτημα ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται σήμερον νὰ λάβωμεν ἀπόφασιν εἶναι ἡ νομοθετικὴ ἁρμοδιότης τῆς Γερουσίας. Ἐρωτᾶται: Θὰ ἔχῃ ἡ Γερουσία ἴσην νομοθετικὴν δύναμιν πρὸς τὴν Βουλήν; Εἰς περίπτωσιν διαφωνίας ποῖον Σῶμα θὰ ἐπικρατήσῃ; Καὶ κατὰ τίνα τρόπον θὰ αἴρεται τελικῶς ἡ διαφωνία τῶν δύο Σωμάτων; Κύριοι συνάδελφοι, γνωστὴ εἶναι εἰς ὑμᾶς ἡ ἄποψις τῆς Ἐπιτροπῆς. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν νομοθετικὴν ἁρμοδιότητα, εἶναι προκαταβολικῶς ἀναγκαία μία διάκρισις. Δὲν νομίζομεν ὅτι ἐφ’ ὅλων τῶν νόμων πρέπει νὰ τηρηθῇ ὁ αὐτὸς κανών. Κάμνομεν διάκρισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀπὸ τοὺς λοιποὺς νόμους καὶ ἡ διάκρισις ἔχει τὸν λόγον της. Ἐφόσον ἐδέχθημεν ὅτι ἡ Γερουσία δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ πολιτικὴν ἰσοδυναμίαν πρὸς τὴν Βουλήν, ὀφείλομεν ἐπίσης νὰ προβῶμεν καὶ εἰς τὴν διάκρισιν αὐτήν. Ἐπειδὴ ἦτο ἐνδεχόμενον, ἂν καὶ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶχεν ἰσοδυναμίαν ἡ Γερουσία, ὅτι θὰ κατελήγομεν δι’ ἄλλης ὁδοῦ εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα· διότι ἡ πολιτικὴ τῶν Κυβερνήσεων ἐκφράζεται κυρίως εἰς τὸν Προϋπολογισμόν. Δικαίωμα ἑπομένως τῆς Γερουσίας θὰ ἦτο νὰ ἀπορρίψῃ τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τοῦτο θὰ εἶχεν ὡς συνέπειαν τὴν ἀνατροπὴν τῶν Κυβερνήσεων. Καὶ ἐφόσον ἐπιθυμοῦμεν αἱ Κυβερνήσεις νὰ στηρίζωνται μόνον εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ὀφείλομεν ἐπίσης νὰ προνοήσωμεν ὥστε, προκειμένου περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἡ δικαιοδοσία τῆς Γερουσίας νὰ εἶναι μᾶλλον περιωρισμένη. Εἰς τοῦτο ὀφείλεται ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 13, συμφώνως πρὸς τὸ ὁποῖον (ἀναγινώσκει): «Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ὑποβάλλεται πρῶτον εἰς τὴν Βουλήν. Μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν παραπέμπεται εἰς τὴν Γερουσίαν, ἥτις ὀφείλει νὰ ἀποφανθῇ ἐντὸς μηνός. Μετὰ τὴν πάροδον τοῦ μηνὸς ὁ Προϋπολογισμὸς ἐπαναφέρεται εἰς τὴν Βουλήν, ἥτις ἀποφασίζει ὁριστικῶς διὰ τῆς συνήθους πλειονοψηφίας». Ἐπρονοήσαμεν ἐπίσης, ὅπως, πρὸς ἄρσιν τῶν διαφωνιῶν, συνέρχονται Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ μικταὶ ἐξ ἴσου ἀριθμοῦ βουλευτῶν καὶ γερουσιαστῶν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἀνταλλάσσουν τὰς διαφόρους αὐτῶν γνώμας καὶ νὰ καταλήγουν εἰ δυνατὸν εἰς ὁμοφωνίαν. Καὶ εἰς τοῦτο ἀποβλέπει τὸ ἄρθρον 12, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει ὅτι (ἀναγινώσκει): «Πρὸς εὐχερεστέραν συνεννόησιν μεταξὺ τῶν δύο Σωμάτων ἐπὶ νομοθετικῶν ζητημάτων συγκροτοῦνται μικταὶ Ἐπιτροπαὶ ἐξ ἴσου ἀριθμοῦ βουλευτῶν καὶ γερουσιαστῶν καὶ προτάσει ἑκατέρου τῶν Σωμάτων». Ἀλλὰ γεννᾶται τὸ ζήτημα: ἂν καὶ μετὰ τὴν παρέμβασιν τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν ἡ διαφωνία ἐξακολουθήσῃ, κατὰ τίνα τρόπον τελικῶς θὰ ἀρθῇ; Ἡ Ἐπιτροπὴ ἀνεχώρησεν ἀπὸ τὴν σκέψιν ὅτι καὶ ἐπὶ τοῦ νομοθετικοῦ ἐδάφους δὲν ἐπιτρέπεται πλήρης ἰσοδυναμία τῆς Γερουσίας. Πρῶτον διὰ τὸν γενικὸν λόγον ὅτι πλήρης ἰσοδυναμία καὶ ἐπὶ ἐδάφους νομοθετικοῦ θὰ ἦτο ἐπίσης δυνατὸν νὰ δημιουργῇ κρίσεις κυβερνητικάς, ἐπειδὴ πιθανὸν εἶναι ὅτι καὶ ἐπὶ θεμάτων νομοθετικῶν αἱ Κυβερνήσεις θὰ ἤθελον νὰ θέσουν ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ταυτίζουσαι τὴν τύχην των πρὸς τὴν τύχην ὡρισμένων νομοσχεδίων. Καὶ ἐπιθυμοῦμεν νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀστάθεια κυβερνητική, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ δεινόν, καὶ μάλιστα σύνηθες εἰς τοὺς καιροὺς τοὺς μεταπολεμικούς, λόγῳ ἰδίως τῆς ἀναλογικῆς ἐκλογῆς. Ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς τοῦ λόγου αὐτοῦ ἔχομεν τὴν γνώμην ὅτι πλήρης ἰσοδυναμία τῆς Γερουσίας θὰ ὡδήγει εἰς ἐξουδετέρωσιν τῶν ἀντιρρόπων δυνάμεων, εἰς στασιμότητα καὶ εἰς ἀδιέξοδον. Θὰ ἐδημιουργοῦντο οὕτω καὶ πολιτικαὶ κρίσεις, τὰς ὁποίας ἔχομεν πάντα λόγον νὰ ἀποφύγωμεν. Ἂν ὅμως δὲν ἐδέχθημεν πλήρη νομοθετικὴν ἰσοδυναμίαν, ἐσκέφθημεν ἐπίσης ὅτι δὲν ἐπετρέπετο καὶ ἡ πλήρης ἐκμηδένισις τῆς Γερουσίας, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἔγκυροι πολιτικοὶ ἄνδρες θὰ ἀπέφευγον τὴν συμμετοχὴν εἰς αὐτήν, καὶ ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας ἡ Γερουσία, στερουμένη ἐπαρκοῦς ἐξουσίας καὶ στερουμένη ἐπίσης καὶ ἐγκύρων μελῶν, θὰ ἐξέπιπτεν εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν καὶ θὰ καθίστατο πλέον ἐντελῶς ἀκατάλληλος διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν οἱουδήποτε σκοποῦ ἐξ ἐκείνων τῶν ὁποίων τὴν ἐπιτέλεσιν ἐμπιστευόμεθα εἰς αὐτήν. Τὸ πρακτικὸν πρόβλημα, εἰς τὴν λύσιν τοῦ ὁποίου ἀπέβλεψεν ἡ Ἐπιτροπή, ἦτο νὰ εὕρῃ μίαν μέσην ὁδὸν μεταξὺ τῆς πλήρους ἰσοδυναμίας, ἡ ὁποία ἀντενδείκνυται, καὶ τῆς πλήρους ἐκμηδενίσεως, ἡ ὁποία ἐπίσης ἀντενδείκνυται. Διὰ τοῦτο ἐδέχθημεν ὅτι εἰς περίπτωσιν διαφωνίας ἀπαιτεῖται μία χρονικὴ ἐπιβράδυνσις. Δὲν ἐπιτρέπεται νομοσχέδιον ἀπορριπτόμενον ἀπὸ τὴν Γερουσίαν νὰ ἐπανέλθῃ ἀμέσως εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ ἐδέχθημεν τοῦτο διὰ νὰ δοθῇ χρόνος εἰς τρόπον ὥστε καὶ οἱ βουλευταὶ ψυχραιμότερον νὰ μελετήσουν τὰ πράγματα καὶ ὁ Τύπος νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος, προκαλούμενος ἀπὸ τὸ γεγονὸς τῆς διαφωνίας τῶν δύο Σωμάτων· καὶ Κοινὴ Γνώμη ἐπίσης νὰ σχηματισθῇ, εἰς τρόπον ὥστε ὑπὸ νέας πλέον συνθήκας νὰ ἐπανέλθῃ μετά τινα χρόνον ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος. Καὶ ὡρίσαμεν ἐπίσης, ὅπως, ὅταν μετὰ τετράμηνον ἐπανέλθῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, μὴ δύναται ἡ Βουλὴ δι’ ἁπλῆς συνήθους πλειονοψηφίας νὰ προβῇ εἰς τὴν ψήφισιν. Ὡρίσαμεν ὅτι ἡ πλειονοψηφία πρέπει νὰ εἶναι ηὐξημένη, ἤτοι τὰ 11/20 τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν. Καὶ ὡρίσαμεν τὴν πλειονοψηφίαν ηὐξημένην, διότι ἔχομεν τὴν γνώμην ὅτι θὰ ἀπετέλει πραγματικὴν ἐκμηδένισιν τῆς Γερουσίας, ἂν ἡ συνήθης πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἤρκει διὰ νὰ καταρρίπτῃ τὴν ἀντίρρησιν τῆς Γερουσίας. Τοιουτοτρόπως ἐξασφαλίζομεν μὲν τὴν τελικὴν ἐπικράτησιν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἔχει ἄμεσον λαϊκὴν προέλευσιν, ἀλλὰ κατοχυροῦμεν ἐπίσης καὶ τὸ κῦρος τῆς Γερουσίας καὶ συγχρόνως ἐξασφαλίζομεν τὸν πληρέστερον καταρτισμὸν τῶν νόμων. Ἀπέναντι τῆς προτάσεως ἡμῶν ταύτης διετυπώθη ἡ ἀντίρρησις, ἰδίως ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι παρ’ ὅλα ταῦτα δὲν ἐπιτυγχάνομεν τὸ ἐπιδιωκόμενον ἀποτέλεσμα, διότι καὶ πάλιν ἡ Γερουσία ἀπειλεῖται ἀπὸ ἐκμηδένισιν. Καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατέληξε μὲν εἰς πρότασιν μᾶλλον περιωρισμένην, ἐπεκαλέσθη ὅμως θεωρητικὰ ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς πλήρους ἰσοδυναμίας τῶν δύο Σωμάτων, καθὼς καὶ παραδείγματα ἀπὸ τὰ πολιτεύματα τῶν συγχρόνων Κρατῶν. Ἐπεκαλέσθη πρῶτον τὴν Γαλλίαν διὰ νὰ συναγάγῃ ἐξ αὐτῆς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ κατεύθυνσις τῆς ἐποχῆς μας, τὸ σύγχρονον πνεῦμα διδάσκει ὅτι ἡ ἐπικράτησις τῆς ἐξουσίας τῆς Γερουσίας γίνεται ὁσημέραι εὐρυτέρα. Κύριοι συνάδελφοι, εὑρίσκομαι εἰς ἀδυναμίαν νὰ συμφωνήσω πρὸς τὴν ἄποψιν ταύτην· διότι, καθ’ ὅσον γνωρίζω, συμβαίνει ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον. Εἰς τὴν Γαλλίαν, ἐνῷ τὸ πολίτευμα ὁρίζει ὅτι τὰ δύο Σώματα εἶναι ἰσοδύναμα, μολαταῦτα εἰς τὴν πρᾶξιν συμβαίνει τὸ ἀντίθετον. Σπανιώτατα ἡ Γερουσία ὑπῆρξεν ἰσοδύναμος. Σχεδὸν πάντοτε ἀσκεῖ μειωμένην καὶ νομοθετικὴν καὶ πολιτικὴν δύναμιν. Ἐξαιρέσεις ὑπῆρξαν αἱ περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας ἡ ψῆφος τῆς Γερουσίας ἀνέτρεψε Κυβερνήσεις. Δύο εἶναι, καθ’ ὅσον γνωρίζω· ἡ περίπτωσις τοῦ 1894 μὲ τὴν Κυβέρνησιν Μπουρζουᾶ, καὶ ἡ περίπτωσις τοῦ 1913 μὲ τὴν Κυβέρνησιν Μπριάν. Ὁ κανὼν εἶναι ὅτι μόνη ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς κρίνει τὴν τύχην τῆς Κυβερνήσεως. Ἑπομένως ἐκ τοῦ παραδείγματος τῆς Γαλλίας πιστοποιεῖται ὅτι παρὰ τὴν γραπτὴν διάταξιν τοῦ πολιτεύματος....
§31Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀναγράφεται τοιαύτη ἰσοδυναμία.
§32Σ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ἀναφέρει τὸ Γαλλικὸν Σύνταγμα ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὴν γενικήν της πολιτικὴν ἐνώπιον τῶν Βουλῶν.
§33Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Καὶ ἐνῷ ἔχομεν διατύπωσιν γραπτὴν τοῦ Γαλλικοῦ πολιτεύματος ὅτι τὰ δύο Σώματα εἶναι ἰσοδύναμα, ἡ πρᾶξις ἐν τούτοις ἔκαμεν ὥστε νὰ ἀτονήσῃ ἡ δύναμις τῆς Γερουσίας καὶ νὰ ἐπικρατήσῃ ἡ θέλησις τῆς Βουλῆς. Ἀντίθετον ἑπομένως, καθ’ ὅσον δύναμαι νὰ ἀντιληφθῶ, εἶναι τὸ συμπέρασμα τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ συναχθῇ ἀπὸ τὸ παράδειγμα τῆς Γαλλίας. Ἐκτὸς αὐτοῦ ὅμως ἔγινεν ἐπίσης ἐπίκλησις καὶ τῶν νεωτέρων πολιτευμάτων, τῆς Δημοκρατίας τῆς Τσεχοσλοβακίας καὶ τῆς Πολωνίας. Καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνέτρεξεν εἰς λόγους ἱστορικοὺς καὶ ψυχολογικοὺς διὰ νὰ ἐξηγήσῃ πῶς συνέβη ὥστε καὶ εἰς τὰς νέας αὐτὰς Δημοκρατίας νὰ εἶναι περιωρισμένη ἡ ἐξουσία τῆς Γερουσίας. Καὶ εἶπεν ὅτι διότι εἰς τὸ παρελθὸν ἡ Μοναρχία ἐκεῖ συνειργάζετο μὲ τὰς Ἄνω Βουλὰς, αἱ ὁποῖαι ἀπετελοῦντο ἀπὸ τοὺς προνομιούχους, τοὺς εὐγενεῖς, τοὺς φεουδάρχας, διότι αἱ ἀναμνήσεις ἀπὸ τὴν δρᾶσιν τῶν Ἄνω Βουλῶν τοῦ καιροῦ ἐκείνου ἦσαν δυσάρεστοι, διὰ τοῦτο ἀπεφάσισαν τὰ νεώτερα πολιτεύματα, ὑπὸ τὴν πίεσιν τῶν ἱστορικῶν ἀναμνήσεων καὶ τῶν ψυχολογικῶν ἐπιδράσεων, νὰ περιορίσουν τὴν ἐξουσίαν τῆς Γερουσίας. Κύριοι συνάδελφοι, εὑρίσκομαι καὶ πάλιν εἰς ἀδυναμίαν νὰ ἐννοήσω τὸ συμπέρασμα τὸ ὁποῖον συνάγεται ἀπὸ τοὺς συλλογισμοὺς αὐτούς. Ἂν ὑπῆρχε μία διάταξις τῶν νεωτέρων αὐτῶν πολιτευμάτων ἡ ὁποία νὰ ἐξηγηθῇ ἀπὸ τοὺς ἱστορικοὺς καὶ τοὺς ψυχολογικοὺς αὐτοὺς λόγους εἶναι ἡ διάταξις μόνον ἡ ὁρίζουσα ὅτι καὶ τὸ δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα θὰ προέρχηται ἀπὸ ἄμεσον καθολικὴν καὶ ἀναλογικὴν ἐκλογήν. Καὶ τοῦτο, διότι ἦτο τόση ἡ δυσπιστία πρὸς οἱανδήποτε ἄλλην προέλευσιν τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος, ὥστε οἱ λαοὶ αὐτοί, ἀποκαθιστάμενοι εἰς Δημοκρατίας, ἤθελον νὰ καταστήσουν ἀσφαλὲς ὅτι ἀπὸ τὴν λαϊκὴν πηγὴν μόνον θὰ ἀπορρεύσῃ ἡ δύναμις ἡ ὁποία θὰ ἀσκηθῇ καὶ εἰς τὸ δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα. Ἀφ’ ἧς ὅμως ὥρισαν ὡς πηγὴν προελεύσεως καὶ τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος τὴν ἄμεσον λαϊκὴν ἐκλογὴν οὐδεὶς λόγος πλέον ὑπῆρχεν ὅπως εἴτε ἱστορικαὶ ἀναμνήσεις εἴτε ψυχολογικαὶ ἐπιδράσεις περιορίσουν τὴν ἐξουσίαν αὐτοῦ, διότι δὲν ὑπῆρχε πλέον καμμία ἀνησυχία. Ὁ λόγος ἑπομένως διὰ τὸν ὁποῖον ὥρισαν ὅτι, καίτοι ἀπὸ τοῦ λαοῦ προερχόμενον δι’ ἀμέσου ἐκλογῆς τὸ δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα θὰ ἔχῃ περιωρισμένην δύναμιν, ὁ λόγος εἶναι ἡ στάθμισις τῆς πολιτικῆς σκοπιμότητος, ἡ ἐκτίμησις τῆς πρακτικῆς χρησιμότητος, τὴν ὁποίαν περιέχει ἡ περιωρισμένη δικαιοδοσία, ὁ λόγος ἀκριβῶς τὸν ὁποῖον καὶ ἡμεῖς ἐπικαλούμεθα διὰ τὴν ἰδικήν μας Δημοκρατίαν· διότι μόνον τοιουτοτρόπως εἶναι δυνατὸν καὶ ἡ νομοθετικὴ λειτουργία νὰ βελτιωθῇ καὶ ὁ πολιτικὸς βίος νὰ καταστῇ ἐπίσης ὁμαλώτερος. Περιέργως ὅμως, καίτοι εὐρύτερα ἦσαν τὰ θεωρητικὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, περισσότερον περιωρισμένη ὑπῆρξεν ἡ πρότασις εἰς τὴν ὁποίαν κατέληξεν. Ὑπεστήριξεν ὅτι δὲν πρέπει μὲν νὰ ὑπάρχῃ πλήρης ἰσοδυναμία, πρέπει ὅμως εἰς περίπτωσιν διαφωνίας νὰ συνέρχωνται τὰ δύο Σώματα καὶ ἡ σχετικὴ πλειονοψηφία τῆς κοινῆς συνελεύσεως νὰ κρίνῃ τὴν τύχην τῶν νομοσχεδίων. Τὸ μοναδικὸν ἐπιχείρημα, καθ’ ὅσον ἀντελήφθην, τὸ ὁποῖον ἐπικαλοῦνται οἱ συνήγοροι τῆς προτάσεως διὰ τὴν κοινὴν συνέλευσιν τῶν δύο Νομοθετικῶν Σωμάτων εἶναι ὅτι διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ τονοῦται περισσότερον τὸ κῦρος τῆς Γερουσίας. Ἀλλὰ κατὰ τίνα τρόπον; Θὰ συνέλθουν ἔστω τὰ δύο Σώματα ἀπὸ κοινοῦ. Ὁ ἀριθμὸς ὅμως τῶν βουλευτῶν εἶναι διπλάσιος τοῦ ἀριθμοῦ τῶν γερουσιαστῶν. Εἰς τὰς πλείστας συνεπῶς περιπτώσεις εἶναι ἐντελῶς βέβαιον ὅτι θὰ ἐπικρατήσῃ ἡ θέλησις τῆς Βουλῆς.
§34Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί;
§35Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Διότι, ὅταν συνέρχωνται τὰ Σώματα, διαφωνοῦντα, σημαίνει ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς δέχεται ἕνα νόμον καὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς Γερουσίας τὸν ἀπορρίπτει. Θὰ ὑπάρξουν ἴσως περιπτώσεις σπανιώταται, καθ’ ἃς ἡ μειονοψηφία τῆς Βουλῆς προστιθεμένη εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Γερουσίας θὰ ἀποτελέσῃ τὴν σχετικὴν πλειονοψηφίαν τῆς συνελεύσεως, εἰς τρόπον ὥστε τὸ νομοσχέδιον, παρὰ τὴν θέλησιν τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, νὰ καταστῇ νόμος. Προφανῶς ὅμως σπάνιαι θὰ εἶναι αἱ περιπτώσεις. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ὑποστηρίζομεν ὅτι πρέπει νὰ ἀρκῇ ἡ συνήθης πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς διὰ τὴν ψήφισιν νομοσχεδίου ἀπορριφθέντος ἀπὸ τὴν Γερουσίαν. Ὑποστηρίζομεν πλειονοψηφίαν 11/20 τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν ἢ τοὐλάχιστον ἀπόλυτον παμψηφίαν. Καὶ ἂν ἐπρόκειτο νὰ συγκρίνωμεν τὰς δύο αὐτὰς περιπτώσεις, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι τὸ κῦρος τῆς Γερουσίας τονοῦται ἀπείρως περισσότερον διὰ τῆς ἰδικῆς μας προτάσεως, ἡ ὁποία αὐξάνει τὰς πιθανότητας ἐπικρατήσεως τῆς γνώμης τῆς Γερουσίας. Καὶ ἐνῷ τὸ μοναδικὸν ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθησαν ὑπὲρ τῆς κοινῆς συνελεύσεως δὲν εἶναι βάσιμον, ἀντιθέτως σειρὰ ὁλόκληρος ὑφίσταται μειονεκτημάτων τοῦ συστήματος τούτου. Τὸ πρῶτον μειονέκτημα εἶναι ὅτι διὰ τῆς κοινῆς συνελεύσεως τὸ κῦρος τῆς Γερουσίας θὰ μειοῦται. Καὶ θὰ μειοῦται, διότι σχεδὸν πάντοτε θὰ ἡττᾶται. Ἤκουσα τὴν ἀντίρρησιν ὅτι δὲν θὰ ἡττᾶται ἡ Γερουσία, διότι κατὰ τὴν κοινὴν συνέλευσιν δὲν θὰ εἶναι ἀντιμέτωπα τὰ δύο Σώματα ὡς τοιαῦτα. Θὰ εἶναι ἀντιμέτωποι αἱ δύο ἀπόψεις αἱ ὁποῖαι θὰ ἔχουν ὀπαδοὺς καὶ εἰς τὰ δύο Σώματα. Ἀλλ’ ἡ ἀντίρρησις εἶναι βάσιμος μόνον ἐν μέρει. Ἴσως ἐντὸς τῆς συνελεύσεως νὰ ὑφίσταται τοιαύτη ἀντίληψις, ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτῆς ἡ Κοινὴ Γνώμη θὰ ἔχῃ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἡ Γερουσία διεφώνησε πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ὅτι ἔρχονται τὰ δύο Σώματα διὰ νὰ δώσουν μίαν μάχην. Καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν μάχην θὰ ἐξέρχηται ἡττημένη καὶ μὲ μειωμένον τὸ κῦρος ἡ Γερουσία. Καὶ ἀφοῦ θὰ ἐξέρχηται ἡττημένη, εἶναι εὔλογον νὰ μνησικακῇ. Παράδειγμα τοιαύτης μνησικακίας ἔχομεν συνήθως εἰς τὴν Γαλλίαν. Ἡ δὲ μνησικακία ἑνὸς Σώματος κατὰ τοῦ ἄλλου δημιουργεῖ μίαν πολιτικὴν ἀτμόσφαιραν ἐντελῶς ἀντίθετον πρὸς τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἡμεῖς ἐπιδιώκομεν· πρὸς τὴν ὁμαλότητα τοῦ πολιτικοῦ βίου τῆς Χώρας. Ἀλλὰ δὲν εἶναι, κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν, μόνον αὐτὰ τὰ μειονεκτήματα τῆς κοινῆς συνελεύσεως πρὸς ἄρσιν τῆς νομοθετικῆς διαφωνίας. Οὐσιῶδες μειονέκτημα εἶναι ἐπίσης ἡ σύγχυσις τῆς ἀτμοσφαίρας ἡ ὁποία θὰ ἐπακολουθήσῃ τὴν κοινὴν συνέλευσιν τῶν δύο Σωμάτων. Ποῖαι εἶναι αἱ προσπάθειαι ἡμῶν διὰ τὴν συγκρότησιν τῆς Γερουσίας; Θέλομεν ἡ συγκρότησις νὰ εἶναι ἔμμεσος, θέλομεν ἡ ἀνανέωσις νὰ εἶναι τμηματική, θέλομεν νὰ μὴ ὑπόκειται εἰς διάλυσιν. Καὶ αὐτὰ ὅλα, διότι θέλομεν νὰ ἔχῃ ψυχολογικὴν πολιτικὴν ἐντελῶς διάφορον ἀπὸ τὴν ψυχολογίαν τοῦ πρώτου Νομοθετικοῦ Σώματος. Ἀλλ’ ἡ προσπάθεια ἡμῶν θὰ ναυαγήσῃ, ἂν θελήσωμεν τὰ δύο Σώματα νὰ συνέρχωνται συχνότατα ἀπὸ κοινοῦ, ὥστε ἡ φυσιογνωμία καὶ ἡ ἀτμόσφαιρα ἡ πολιτικὴ ἑκάστου ἐξ αὐτῶν νὰ ὑφίσταται σύγχυσιν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἡ σύγχυσις τῆς ἀτμοσφαίρας, εἶναι ἀκόμη καὶ ἄλλα μειονεκτήματα ἀκόμη βαρύτερα· εἶναι ἡ σύγχυσις τῶν εὐθυνῶν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ἐγγύησιν διὰ τὴν καλὴν λειτουργίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ βίου εἶναι πρὸ παντὸς ἡ αἴσθησις τῆς πολιτικῆς εὐθύνης ἐκ μέρους καὶ τῶν ἀτόμων καὶ τῶν Σωμάτων. Ἀλλ’ ὅταν τὰ δύο Σώματα συνέρχωνται ἀπὸ κοινοῦ, ἐκλείπει πλέον ἀπὸ τὴν Κοινὴν Γνώμην ἡ ἐντύπωσις ποία εἶναι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς καὶ ποία ἡ ἀπόφασις τῆς Γερουσίας. Συγχύζεται πλέον ἡ προέλευσις τῶν ἀποφάσεων καὶ ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας ἐκλείπει ἡ κυρία ἐγγύησις διὰ τὴν εὐσυνείδητον ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων ἑκάστου Σώματος. Καὶ νομίζω ὅτι τὸ πλῆγμα θὰ ἦτο δεινὸν εἰς βάρος καὶ τῆς εὐοδώσεως τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου τοῦ μέλλοντος, ἀλλὰ καὶ τῆς ὑπευθύνου λειτουργίας τοῦ πολιτικοῦ βίου τῆς Χώρας, ὁ δὲ λαὸς καλούμενος νὰ ἀποφανθῇ θὰ εὑρίσκετο εἰς ἀδυναμίαν ἀσφαλοῦς καταλογισμοῦ τῶν εὐθυνῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν λόγων αὐτῶν, κύριοι συνάδελφοι, ὑπάρχει καὶ ἄλλος, ἄξιος ἐπίσης σοβαρᾶς προσοχῆς. Δύο εἶναι αἱ περιπτώσεις, συμφώνως πρὸς τὸ σχέδιον ἡμῶν, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία πρόκειται νὰ συνέρχωνται ἀπὸ κοινοῦ, καὶ εἰς τὰς δύο περιπτώσεις δὲν ὑπάρχει προκατάληψις ἀντιθέσεων, ὅπως πρόκειται νὰ ὑπάρχῃ κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Τὰ δύο Σώματα θὰ συνέρχωνται ἀπὸ κοινοῦ μόνον διὰ τὴν ἀναθεώρησιν τῶν συντακτικῶν διατάξεων, καθὼς καὶ διὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας. Θὰ συνέρχωνται εἰς ἀτμόσφαιραν ἤρεμον καὶ ὑπὸ συνθήκας ἐντελῶς ἐπισήμους καὶ πανηγυρικάς. Ἂν ὅμως δεχθῶμεν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἡ συνέλευσις τῶν δύο Νομοθετικῶν Σωμάτων θὰ εἶναι σχεδὸν καθημερινὴ καὶ ὑπὸ συνθήκας ὀξείας μεταξὺ αὐτῶν ἀντιθέσεως. Καὶ θὰ ἔχωμεν ὡς συνέπειαν φθορὰν μὲν τοῦ κύρους τοῦ Σώματος, ἀλλ’ ἐπίσης καὶ μείωσιν τῆς αἴγλης, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραίτητος διὰ τὰς δύο ἐξαιρετικὰς περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας τὰ δύο Νομοθετικὰ Σώματα πρέπει νὰ συνεργάζωνται ἀπὸ κοινοῦ. Καὶ πρέπει νὰ προνοήσωμεν, κύριοι συνάδελφοι, ὥστε αἱ δύο αὐταὶ περιπτώσεις νὰ διατηρήσουν ἀκεραίαν τὴν αἴγλην αὐτῶν χάριν αὐτοῦ τοῦ γοήτρου τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, κύριοι συνάδελφοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἀποκρούομεν τὴν πρότασιν τῆς κοινῆς συνελεύσεως καὶ ἐμμένομεν εἰς τὰς ἀπόψεις ἡμῶν. Μεταξὺ αὐτῶν τῶν δύο προτάσεων θὰ κληθῇ νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην αὐτῆς ἡ Συνέλευσις. Εἰς περίπτωσιν δὲ κατὰ τὴν ὁποίαν τυχὸν ἐγκρίνῃ τὰς ἀπόψεις ἡμῶν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ κατόπιν μία συνεννόησις διὰ τὰς ὑποβληθείσας λεπτομερειακὰς τροπολογίας, ὥστε νὰ καταλήξωμεν εἰς τὴν ὁριστικὴν διατύπωσιν ἡ ὁποία νὰ τεθῇ τελικῶς ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως. Ἐκτὸς ὅμως τῆς προτάσεως τῆς κοινῆς συνελεύσεως πρόκειται ἐπίσης, κύριοι συνάδελφοι, νὰ κληθῆτε ὅπως ἀποφανθῆτε καὶ ἐπὶ μιᾶς ἄλλης προτάσεως· κατὰ πόσον ἡ ἄρσις τῆς διαφωνίας τῶν δύο Σωμάτων θὰ εἶναι δυνατὴ διὰ δημοψηφίσματος. Ἔσχομεν δύο μέχρι τοῦδε εὐκαιρίας νὰ ἀναπτύξωμεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου τὰς ἀπόψεις ἡμῶν. Ἀποκρούομεν κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοθετικὸν δημοψήφισμα εἴτε ὑπὸ τύπον referendum εἴτε ὑπὸ τύπον λαϊκῆς πρωτοβουλίας εἴτε ὑπὸ τύπον ἄρσεως τῆς διαφωνίας μεταξὺ τῶν δύο Νομοθετικῶν Σωμάτων. Καὶ τὰ ἀποκρούομεν διὰ λόγους πολλούς. Πρῶτον, διότι κατὰ τὴν γνώμην αὐτῶν τῶν συνηγόρων τοῦ δημοψηφίσματος τὰ οὐσιώδη θέματα δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τίθενται ὑπὸ τὴν ἄμεσον κρίσιν τοῦ λαοῦ. Δὲν ἐπιτρέπεται, λέγουν καὶ οἱ ἴδιοι, νὰ ἐρωτᾶται ὁ λαὸς διὰ τὴν εἰρήνην, διὰ τὸν πόλεμον, διὰ τὴν στρατολογίαν, διὰ τὴν φορολογίαν, ὅ,τι δηλαδὴ ἀποτελεῖ θέμα οὐσιῶδες. Καὶ τοῦτο, διότι καὶ οἱ συνήγοροι τοῦ θεσμοῦ ἀναγνωρίζουν πόσον εὔκολος εἶναι ἡ καταδημαγώγησις τῶν κατωτέρων ἐνστίκτων τοῦ λαοῦ, ἡ ὁποία δύναται νὰ καταλήξῃ εἰς παραγνώρισιν καὶ ἐνίοτε εἰς θυσίαν τῶν γενικωτέρων ἐθνικῶν καὶ κοινωνικῶν συμφερόντων! Τί ὑπολείπεται λοιπὸν διὰ νὰ ἐρωτηθῇ ὁ λαός; Θέματα ἐπουσιώδη. Καὶ ἐπὶ τῶν θεμάτων τούτων θὰ συναντήσωμεν ἄγνοιαν τεχνικὴν τοῦ λαοῦ, καθὼς καὶ ἀδιαφορίαν! Καὶ ἐνῷ πρόκειται τοῦτο νὰ εἶναι τὸ κατάντημα τοῦ δημοψηφίσματος, δημιουργοῦμεν μολαταῦτα σάλον συνεχῆ ἀπομακρύνοντες τὸν λαὸν ἀπὸ τὰ ἔργα αὐτοῦ καὶ ταυτοχρόνως ὑποβαλλόμεθα εἰς μεγάλας δαπάνας, αἱ ὁποῖαι, ὡς γνωστόν, εἶναι ἀπαραίτητοι διὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν δημοψηφισμάτων. Αὐταὶ πρόκειται νὰ εἶναι αἱ συνέπειαι μιᾶς ἐνδεχομένης ἐφαρμογῆς τοῦ νομοθετικοῦ δημοψηφίσματος. Καὶ δι’ αὐτὸ τὸ ἀποκρούομεν. Ἴσως εἰς τὸ μέλλον ἡ πολιτικὴ τοῦ λαοῦ ἀγωγὴ καὶ ἡ γενικωτέρα αὐτοῦ παίδευσις ἐπιτρέψῃ τὴν εἰσαγωγὴν καὶ τοῦ κατ’ ἐξοχὴν δημοκρατικοῦ αὐτοῦ θεσμοῦ, τοῦ δημοψηφίσματος. Ἴσως φθάσῃ ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ κριθῇ σκόπιμον νὰ καταργηθῇ ἀκόμη καὶ τὸ σύστημα τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν διὰ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ πολίτευμα τοῦ ἀρχαίου δήμου, ὁπότε ἐλαμβάνοντο ἀποφάσεις ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τοῦ λαοῦ. Ἐπιτρέπεται λοιπὸν νὰ ἀποτελῇ ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ δημοψηφίσματος ὀνειροπόλησιν καὶ εὐχὴν διὰ τὸ μέλλον, ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει τοιαύτη εὐτυχία δὲν πρόκειται νὰ ἀνήκῃ εἰς τὴν γενεὰν ἡμῶν. (Χειροκροτήματα).
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5 λεπτὰ. (Ὥρα 7.25′ μ.μ.).
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 7.35′ μ.μ.).
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Κακουλίδης ἔχει τὸν λόγον.
§38Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Ἡ Γερουσία ὡς φάρμακον! Ἄρα ὑπάρχει νόσος, διότι μόνον ὅταν ὑπάρχῃ νόσος προτείνεται φάρμακον. Ἵνα καθορίσω σαφῶς ἐν τῇ ἐμῇ συνειδήσει τὴν ψῆφόν μου διὰ τὴν Γερουσίαν, προσεπάθησα νὰ καθορίσω σαφῶς, μὲ μαθηματικήν, εἰ δυνατόν, ἀκρίβειαν, ποία εἶναι ἡ νόσος ἡμῶν ἡ πολιτειακή. Τὸ φαινόμενον τῆς νόσου τὸ λεγόμενον «χρεοκοπία κοινοβουλευτισμοῦ» δὲν παρουσιάζεται μόνον ἐν Ἑλλάδι ἀλλὰ παρουσιάζεται εἰς ἁπαξάπαντα σχεδὸν τὰ Κράτη τοῦ κόσμου, καὶ τελευταίως μάλιστα ἡ χρεοκοπία αὐτὴ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ ἀνέδειξεν ἐνιαχοῦ δικτάτωρας καὶ δυστυχῶς ἡ νόσος αὐτὴ τῆς δικτατωρίας ἦλθεν ὀλίγον καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ μὲ τὸ ἄκρον τῶν πτερύγων της μᾶς ἔθιξεν. Ἡ δικτατωρία εἶναι ἀληθὲς ὅτι θεραπεύει προσωρινῶς τὰ κακὰ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, διότι εἷς μόνος δικτάτωρ πολὺ ταχύτερον ἑνὸς Κοινοβουλίου βαίνει πρὸς τὰ ἐμπρός. Ἀλλὰ τὸ τέλος τῶν δικτατωριῶν εἶναι παντοῦ καὶ πάντοτε, ὡς ἀπέδειξεν ἡ Ἱστορία, ὀλέθριον διὰ τὰ Κράτη. Διὰ τοῦτο τὰ Συντάγματα εἶναι ἡ ἀσφαλιστικὴ δικλεὶς κατὰ τοῦ ἐμφυλίου σπαραγμοῦ τῶν Κρατῶν καὶ ἰδίως κατὰ τοῦ ἐμφυλίου σπαραγμοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἑπομένως ἀλλαχοῦ ἐζητήσαμεν τὸ φάρμακον τῆς νόσου, εἰς τὴν Γερουσίαν. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι, μολονότι γνωρίζω ὅτι αἱ στιγμαὶ τῆς Συνελεύσεως εἶναι πολύτιμοι καὶ μολονότι ἔχω τὸ «γνῶθι σαυτὸν» ὅτι δὲν κατέγινα εἰς πολιτειακὰ ζητήματα, ἐν τούτοις σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ θεωρήσητε ὡς ἕνα ἁπλοῦν ψηφοφόρον Ἕλληνα, ὡς τυχαῖον διαβάτην τῆς ὁδοῦ Σταδίου, ὁ ὁποῖος προσβλέπει τὸ κτίριον τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τὸν ὁποῖον πρὸς στιγμὴν σταματᾶτε καὶ τῷ λέγετε «εἰπέ μοι τὴν γνώμην σου περὶ τοῦ κτιρίου αὐτοῦ (τοῦ Κοινοβουλίου)». Ἴσως τὸ πρᾶγμα σᾶς κινήσῃ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν τὴν περιέργειαν. Ἄλλως τε ἡ πεῖρά μοι ἔδειξεν ὅτι οἱ ἐξελθόντες πρῶτοι ἐκ τῶν στρατιωτικῶν Σχολῶν δὲν ἦσαν οἱ καλύτεροι στρατηγοὶ καὶ οἱ ἐξελθόντες πρῶτοι ἐκ τῶν ναυτικῶν Σχολῶν δὲν ἦσαν οἱ καλύτεροι ναύαρχοι, οὔτε οἱ συνταγματολόγοι οἱ καλύτεροι πολιτευταί. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὴν διάγνωσιν τῆς νόσου λίαν συντόμως σεβόμενος τὰς πολυτίμους στιγμὰς τῆς Συνελεύσεως. Κύριοι, τὰ Κοινοβούλια σχεδὸν παντοῦ, ἀλλὰ περισσότερον ἐν Ἑλλάδι, δὲν προέρχονται ἀπὸ τὴν κοινὴν γνώμην τοῦ Λαοῦ· προέρχονται ἀπὸ ὁμάδας κομματικὰς συμφεροντολογικῶς ὠργανωμένας, τὸ δὲ συμφέρον ὀργανώνει πάντοτε πολὺ καλύτερον ἀπὸ τὴν ἰδεολογίαν, καὶ αἱ ὁμάδες αὐταὶ αἱ ὠργανωμέναι ἄριστα, αἱ ἔχουσαι ἐπὶ κεφαλῆς ἐμπείρους ἐπαγγελματίας πολιτικοὺς κομματάρχας, συμβάλλουν τὰ μέγιστα εἰς τὴν ἐπιλογὴν τῶν ἀντιπροσώπων. Ἰδοὺ ἓν στοιχεῖον τῆς νόσου τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ. Δεύτερον στοιχεῖον τῆς νόσου εἶναι ὅτι ἡ ὑποψηφιότης τῶν βουλευτῶν προέρχεται ἄνωθεν καὶ οὐχὶ κάτωθεν, καὶ πλειστάκις προέρχεται ἐκ παρασκηνίων πολιτικῶν, προέρχεται ἐκ τῶν παρασκηνίων τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων, τὰ ὁποῖα συχνὰ εἶναι ἀσφυξιογόνα. Τρίτον στοιχεῖον εἶναι ὅτι Ὑπουργοὶ δὲν γίνονται παντοῦ οἱ εἰδικοί, ὅτι εἶναι σπάνια τὰ Κοινοβούλια, εἰς τὰ ὁποῖα οἱ Ὑπουργοὶ ἐκλέγονται ἐξ ἐκείνων τῶν βουλευτῶν οἱ ὁποῖοι διεκρίθησαν εἰς τὰ δωμάτια τῶν Ἐπιτροπῶν τῆς Βουλῆς, διὰ τῶν εἰσηγητικῶν αὐτῶν ἐκθέσεων καὶ διὰ τῶν μελετῶν τὰς ὁποίας ὑποβάλλουν ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Κοινοβουλίου. Τέταρτον, ὅτι ἕκαστος Ὑπουργὸς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ δέχηται καθ’ ἑκάστην περὶ τὰ 100 ἄτομα—ἴσως ὑπάρχουν καὶ Ὑπουργοὶ οἱ ὁποῖοι δέχονται περισσότερα—καὶ κατόπιν, ἀφοῦ ἀκούσῃ τὰ προσωπικὰ αὐτῶν ζητήματα καὶ ἀφοῦ ἀναγνώσῃ καὶ ἑκατὸν ἐπιστολὰς τὰς ὁποίας λαμβάνει παρὰ πολιτῶν διὰ προσωπικὰ ἐπίσης ζητήματα, δὲν τῷ μένει δυστυχῶς καιρὸς διὰ νὰ μελετήσῃ τὰ γενικὰ ἐθνικὰ ζητήματα, καὶ περὶ ὥραν 8ην τῆς ἑσπέρας πίπτει μὲ πονοκέφαλον ἡμιθανὴς εἰς τὴν κλίνην καὶ κατάκοπος. Καὶ διὰ τοῦτο θεωρῶ ὡς ἐθνομάρτυρας τοὺς Ἕλληνας Ὑπουργοὺς καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι, ἂν ἤρχετο ἐνταῦθα ὁ διασημότερος πολιτικὸς τῆς Εὐρώπης, ὁ Λόϋδ Τζὼρτζ ἐπὶ παραδείγματι, διὰ νὰ κυβερνήσῃ τὴν Ἑλλάδα, πολὺ ταχέως δὲν θὰ ἀντεῖχον τὰ νεῦρά του εἰς τὴν διακυβέρνησιν αὐτήν. Πέμπτον, ὅτι ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ἔχει μεταβληθῆ εἰς Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν καὶ ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία εἰς Νομοθετικήν. Δὲν θέλω ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ νὰ ἐκταθῶ περισσότερον, διότι καὶ ἐγὼ εἶμαι ἁμαρτωλός, ἀλλ’ «ὁ ἀναμάρτητος τὸν λίθον βαλέτω». Ἕκτον, ὅτι αἱ ἐπερωτήσεις ἐπὶ τοπικῶν καθαρῶς ζητημάτων καταναλίσκουσι τὸν χρόνον μιᾶς συνεδριάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν παρίστανται ἑκατοντάδες βουλευταὶ ἀκούοντες πολλάκις τοπικὰ ζητήματα, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι κἂν καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἐπιδείξωσιν ἐνδιαφέρον, καὶ ἑπομένως ἡ πολυλογία φέρει κάματον, κόπωσιν καὶ παρεμπόδισιν τῆς ἀσχολίας τῆς Βουλῆς εἰς τὰ καθαρῶς ἐθνικὰ ἔργα. Ἕβδομον, ὅτι ἡ πολιτικὴ διαπάλη εἶναι τοιαύτη, ὥστε πολλὰ ἄτομα, τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύναντο νὰ τιμήσωσι τὸ Κοινοβούλιον, ἀποφεύγουν διὰ τοὺς γνωστοὺς λόγους νὰ κατέλθουν εἰς τὴν πολιτικὴν διαπάλην. Ἀλλ’ ὑπάρχει, κύριοι, καὶ κάτι ἄλλο νοσηρόν. Ὁ Μοντεσκιὲ λέγει: «Ὅταν πηγαίνω εἰς ἕνα Τόπον, δὲν ἐρωτῶ ἂν ἔχει καλοὺς νόμους ἀλλ’ ἂν ἔχει καλοὺς πολίτας οἱ ὁποῖοι τοὺς ἐφαρμόζουν». Καὶ ἐρωτῶ: Νομίζετε ὅτι πάσχομεν διότι ψηφίζομεν ἐδῶ κακοὺς νόμους; Ἢ μήπως πάσχομεν διότι καὶ τοὺς κακοὺς ἔστω αὐτοὺς νόμους δὲν τοὺς ἐφαρμόζομεν; Καὶ εἰς ὅντινα, κύριοι, θελήσῃ νὰ μὲ πείσῃ ὅτι πάσχομεν πρωτίστως ἀπὸ κακοὺς νόμους καὶ ὄχι ἀπὸ κακὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων θὰ παρακαλέσω τὸν σεβαστὸν κ. Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως νὰ ἐπιδείξῃ τὸν κατάλογον τῶν ἐπερωτήσεων καὶ τῶν αἰτημάτων τῶν κ.κ. πληρεξουσίων. Ἡ πλήμμυρα τῶν ἐπερωτήσεων καὶ αἱ παραβάσεις τῆς Διοικήσεως, αἱ ὁποῖαι πολλάκις ἐξεγείρουν τὴν συνείδησιν τῆς Συνελεύσεως, εἶναι τὸ καλύτερον γνώρισμα, εἶναι τὸ καλύτερον ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς γνώμης μου, ὅτι δὲν πάσχομεν ἀπὸ κακῶς μελετημένους νόμους ἀλλ’ ἀπὸ κακὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων. Καὶ ἐρωτῶ τὴν ἐμὴν συνείδησιν — καὶ συγχωρήσατέ με διὰ τὸ θάρρος, ὅτι ἔρχομαι νὰ ἀπασχολήσω καὶ σᾶς μὲ τὴν ἰδικήν μου μελέτην τῆς ἐμῆς πολιτικῆς συνειδήσεως — ἐρωτῶ ἐμαυτόν: Καὶ διατί θὰ ψηφίσω τὴν Γερουσίαν; Διὰ νὰ γίνωνται καλύτεροι νόμοι; Μήπως πρέπει νὰ ψηφίσω κάτι τι ἄλλο, ὄχι διὰ νὰ ψηφίζωνται, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐκτελῶνται καλύτερον οἱ νόμοι; Καὶ ἀμέσως ἀπὸ αὐτὸ ἄγομαι εἰς ἄλλην σειρὰν σκέψεων καὶ λέγω: Ναί, χρειάζεται Γερουσία, ἀλλ’ ἡ Γερουσία αὕτη δὲν ἔχει κανένα λόγον νὰ νομοθετῇ. Καὶ ἐκεῖ ἀκούω τοὺς ἀξιοτίμους πληρεξουσίους, οἵτινες ἐξήνεγκον γνώμας ἐνταῦθα ὅτι πολὺ ταχέως μὲ τὰ πολιτικά μας ἤθη ἡ Γερουσία αὐτὴ θὰ ἔλθῃ ἀντιμέτωπος τοῦ Κοινοβουλίου καὶ θὰ ἴδωμεν πολὺ ταχέως ἢ τὴν Γερουσίαν αὐτὴν θέλουσαν νὰ κυριαρχήσῃ πολιτικῶς καὶ τότε θὰ ἔχωμεν πολιτικὸν ἐμφύλιον σπαραγμὸν ἢ θὰ ἴδωμεν τὴν Γερουσίαν αὐτὴν τηροῦσαν παθητικὴν στάσιν ἀπέναντι τῆς Βουλῆς καὶ τότε δι’ ἐμὲ δὲν θὰ διαφέρῃ αὕτη ἀπὸ τὴν ἰδιωτικὴν ἐκείνην Γερουσίαν, ἡ ὁποία συνήθως συνεδριάζει παρὰ τὴν πλατεῖαν τοῦ Συντάγματος. Τί εἴδους Γερουσίαν λοιπὸν νὰ κάμωμεν; Ναί, κύριοι, πρέπει νὰ κάμωμεν Γερουσίαν. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀφῃρέσαμεν ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, λαὸν Ἀνατολικόν, τὸ γόητρον μιᾶς βασιλικῆς τηβέννου, πρέπει εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ λαοῦ νὰ ἀντικαταστήσωμεν αὐτὴν τὴν βασιλικὴν τήβεννον. Καὶ πρέπει νὰ τὴν ἀντικαταστήσωμεν, διότι ἀλλοίμονον ἂν ἐδῶ ἐν Ἀθήναις κατῴκει ὁ λαὸς ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐπὶ Καλιγούλα ἐστεφάνωσε τὸν ἵππον του Αὐτοκράτορα. Πρέπει δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἡμεῖς, ἡ ἰθύνουσα καὶ ἀνεπτυγμένη τάξις, νὰ τῷ δώσωμεν νὰ ἐννοήσῃ ὅτι δὲν εἶναι οἱ Βασιλεῖς ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι προάγουσι τοὺς λαούς, ἀλλ’ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τῶν κατωτάτων στρωμάτων διὰ τῆς ἱκανότητός των, ἀποτελοῦντες τὴν ἀριστοκρατίαν τοῦ πνεύματος, ἀνέρχονται εἰς τὰ ὑψηλότερα ἀξιώματα. Ἰδοὺ ἡ ἀληθὴς Δημοκρατία. Αὐτὴν τὴν ἀριστοκρατίαν τοῦ πνεύματος καὶ αὐτὴν τὴν ἀριστοκρατίαν τοῦ ἤθους πρέπει νὰ θέσωμεν μέσα εἰς τὴν Γερουσίαν. Ἰδοὺ τὸ πρόβλημα. Ἀλλὰ κατὰ ποῖον τρόπον; Κύριοι, ἡ Γερουσία αὐτή, ὅπως ἐγὼ τὴν φαντάζομαι, πρέπει νὰ εἶναι ὁ ἐλεγκτὴς ὁ συνταγματικὸς τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς. Καὶ προσέτι πρέπει νὰ εἶναι ὁ διοικητικὸς δικαστὴς τῶν Ὑπουργῶν καὶ τῶν ὑπαλλήλων.
§39Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶναι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας.
§40Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Πρέπει νὰ εἶναι ὁ τιμητὴς καὶ ὁ ἐλεγκτής, μὲ δικαστικὴν ἐξουσίαν, διότι ἄλλως θὰ εἶναι ἀερολογία, μὲ δικαστικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν Ὑπουργῶν καὶ τῶν ὑπαλλήλων. Δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ καμμίαν πολιτικὴν σημασίαν ἡ ψῆφος τῆς Γερουσίας καὶ διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ κανὲν πολιτικὸν δικαίωμα.
§41Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀφοῦ θὰ ἔχῃ δικαστικὴν ἐξουσίαν;
§42Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Διότι, σᾶς ἐρωτῶ, κύριε πληρεξούσιε ἐκ Μαντινείας — καὶ ἐπρόσεξα ἰδιαιτέρως εἰς τὴν ἀγόρευσίν σας — ὅταν εἴπητε ὅτι πρέπει νὰ νομοθετῇ ἡ Γερουσία, σᾶς ἐρωτῶ· ἂν ἐδῶ ψηφίσωμεν νομοσχέδιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔθεσε ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἂν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀπορριφθῇ ὑπὸ τῆς Γερουσίας, τί θὰ γίνῃ;
§43Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Ἂν ἡ Γερουσία ἔχῃ ὑπερβολικὸν κῦρος εἰς τὸν Τόπον, θὰ πέσῃ ἡ Κυβέρνησις. Ἂν ἡ Γερουσία δὲν ἔχῃ ὑπερβολικὸν κῦρος, θὰ ἐπιμείνῃ ἡ Κυβέρνησις, καὶ μετὰ χρονικὸν διάστημα θὰ τὸ ἐπαναψηφίσῃ.
§44Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς λέγω ὅτι θὰ φέρῃ τὸν ἐμφύλιον σπαραγμὸν μεταξὺ τῶν δύο Νομοθετικῶν Σωμάτων. Ἑπομένως νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τῆς νομοθετικῆς ταύτης αἰθούσης τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπερωτᾶν καὶ νὰ μεταφυτευθῇ ἐντελῶς μέσα εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς Γερουσίας. Οἱ βουλευταὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὸ καθῆκον καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἐπερωτῶσι διὰ παραβάσεις τῆς Διοικήσεως ἐξ ἧς πάσχομεν— διότι ἀπὸ τὴν Διοίκησιν μόνον καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν νομοθεσίαν πάσχομεν —, ὅταν διὰ τοῦ νέου Συντάγματος θὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ μεταβαίνωμεν εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς Γερουσίας καὶ νὰ ἐπερωτῶμεν τοὺς Ὑπουργοὺς διὰ παραβάσεις τῆς Διοικήσεως, τότε ἀφ’ ἑνὸς μὲν θὰ προέλθῃ τὸ καλὸν ὅτι θὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὴν αἴθουσαν ταύτην, καθαρῶς νομοθετικὴν αἴθουσαν, ἡ πολυλογία τῶν ἐπερωτήσεων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ θὰ μεταφυτευθῇ τὸ δικαίωμα τῶν ἐπερωτήσεων εἰς αἴθουσαν ἔχουσαν διοικητικὴν ἐξουσίαν, ἀλλ’ ἔχουσαν καὶ δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἐνῷ ἐδῶ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία εἶναι ἐντελῶς νεφελώδης καὶ αἱ ἐπερωτήσεις πάντοτε καταλήγουσι — μὲ συγχωρεῖτε διὰ τὴν φράσιν — εἰς ἓν πούφ. Ἀντιθέτως ἡ Γερουσία θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ καλέσῃ τὸν Ὑπουργὸν ἢ τὸν ὑπάλληλον καὶ νὰ τοὺς καθίσῃ εἰς τὸ σκαμνί. Τότε, κύριοι, θὰ ἔχωμεν Διοίκησιν, ὅταν δώσωμεν εἰς τὴν Γερουσίαν αὐτὸ τὸ δικαίωμα. Ἄν δὲν τὸ δώσωμεν, ἡ ἱστορία τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἡμῶν πολιτεύματος θὰ ἐπαναλαμβάνηται ἡ αὐτὴ ἀπὸ τοῦ 1844 καὶ πέρα. Μὴ περιμένετέ ποτε καλὴν Διοίκησιν ἐν Ἑλλάδι, διότι ὀφείλομεν πάντες νὰ ὁμολογήσωμεν — καὶ ἐγὼ πρῶτος — ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι ἐξ ἐκείνων τῶν λαῶν οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀδύνατον τὸ συναίσθημα τῆς ἐκτελέσεως τοῦ καθήκοντος. Θὰ τὸν διδάξῃ τοῦτο ἡ Γερουσία, ἀρχῆς γινομένης ἀπὸ τοὺς κορυφαίους, ἀπὸ τοὺς Ὑπουργούς.
§45Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε, ν’ ἀνατεθῇ εἰς τὴν Γερουσίαν ἡ ἐκτέλεσις τῶν νόμων....
§46Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Ὄχι ἡ ἐκτέλεσις τῶν νόμων, ἀλλ’ ὁ ἔλεγχος τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων.
§47Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ὁ ἔλεγχος τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων, ἀλλ’ ὄχι μὲ τοιαύτην εὐρύτητα, ἔχει ἀνατεθῆ εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον ἐν Ἀμερικῇ· αὐτὸ ὅμως δὲν λέγεται Γερουσία. Ἡ Γερουσία, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, εἶναι Σῶμα βουλευόμενον. Ἄν σκεπτώμεθα νὰ ἱδρύσωμεν κανὲν Σῶμα τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ τὸν ἔλεγχον τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων, δύνασθε νὰ προτείνητε κάτι τι ἀνάλογον, διότι εἶναι θεσπισμένον ἐν Ἀμερικῇ νὰ δίδωσιν εἰς ἓν ἄλλο Σῶμα δικαιώματα περισσότερα. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ ζήτημα δὲν εἶναι σχετικὸν μὲ τὴν Γερουσίαν, ἀλλ’ εἶναι σχετικὸν μὲ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, διότι εἴτε ἐφαρμόζει νόμον εἴτε ἐλέγχει εἶναι καθαρῶς δικαστικὸν ζήτημα. Εἰς τὴν Ἀμερικὴν παρέσχε τὸ Σῶμα αὐτὸ τὸ ἀνώτατον ἐξαιρετικὰς ὑπηρεσίας καὶ εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι εἶναι εἷς τῶν σπουδαιοτέρων θεσμῶν τῆς Ἀμερικῆς.
§48Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Καὶ διὰ νὰ μὴ κάμω κατάχρησιν τῆς καλωσύνης σας, κύριοι συνάδελφοι, καὶ διὰ νὰ μὴ λάβω πλέον τὸν λόγον περὶ Γερουσίας, ἐπιτρέψατέ μοι ἐπὶ δέκα λεπτὰ τῆς ὥρας νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῶν ἐπιλοίπων σκέψεών μου. Ἡ Γερουσία, διὰ νὰ ἔχῃ δικαίωμα νὰ κρίνῃ ὡς δικαστὴς ἐπὶ διοικητικῶν ζητημάτων, οὐδέποτε δὲ ἐπὶ πολιτικῶν, πρέπει νὰ συντεθῇ ἀπὸ ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι νὰ εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ κρίνωσι καὶ πρωτίστως πρέπει νὰ συντεθῇ ἀπὸ τρεῖς τοὐλάχιστον συνταξιούχους ὑπαλλήλους ἐξ ἑκάστου Ὑπουργείου, τοὺς ὁποίους νὰ ἐκλέγῃ ἡ Βουλή, καὶ νὰ συντεθῇ ἀκόμη καὶ ἀπὸ ἀντιπροσώπους τῶν ἐπαγγελματικῶν τάξεων, καὶ μετ’ εὐχαριστήσεως εἶδον ὅτι ἤρχισε νὰ ἐπικρατῇ τοιοῦτον πνεῦμα ἀντιπροσωπευτικὸν τῶν ἐπαγγελματικῶν τάξεων. Κατὰ ποῖον τρόπον; Αἱ λεπτομέρειαι δὲν εἶναι τοῦ παρόντος· εἶναι ζήτημα τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ δὲν θὰ πολυλογήσω τώρα διὰ νὰ ὑποδεικνύω μέτρα καὶ λεπτομερείας τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀντιπροσώπων. Καὶ ἀφοῦ ἔδωκα γενικωτάτας γραμμὰς τῶν σκέψεών μου περὶ Γερουσίας, ἀποκρούω ἐντελῶς Νομοθετικὴν Γερουσίαν καὶ γεραίρω Γερουσίαν μὲ δικαστικὴν καὶ διοικητικὴν ἐξουσίαν. Ἐπαναλαμβάνω δὲ ὅτι δὲν εἶναι μόνον αὐτὸ τὸ φάρμακον, ἀλλ’ ὅτι ὑπάρχει καὶ δεύτερον τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον δὲν χρειάζεται ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὸ Σύνταγμα. Τὸ δεύτερον τοῦτο φάρμακον ἀπορρέει ἀπὸ τῆς πολιτικῆς συνειδήσεως πρωτίστως τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων. Εἶναι ἡ προεκλογὴ τῶν ὑποψηφίων βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀποτελέσωσι τοὺς συνδυασμοὺς ἑκάστου κόμματος, καὶ ἡ προεκλογὴ αὕτη, τῆς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι σημαιοφόρος, ἐφηρμόσθη ἤδη ἐν τῷ Νομῷ Φλωρίνης καὶ ἐφηρμόσθη, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, καὶ ἐν τῷ Νομῷ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, νὰ μᾶς εἴπητε ἂν τὸν συνδυασμὸν τῆς ἐκλογικῆς σας περιφερείας τὸν κατηρτίσατε σεῖς ἢ ὁ λαός.
§49Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ λαός.
§50Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Σᾶς συγχαίρω δι’ αὐτό. Εἶναι δημοκρατικόν. Ἡ Δημοκρατία δὲν εἶναι ἡ ἀντικατάστασις τῶν βασιλικῶν παρασκηνίων διὰ τῶν παρασκηνίων τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων. Αὐτὸ λέγεται δικτατορία βουλευτικὴ καὶ ἑπομένως, ἂν θέλωμεν νὰ εἴμεθα ἀληθεῖς δημοκράται, δηλαδὴ νὰ κρατῇ ὁ δῆμος, ὁ λαός, δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν παρασκήνια, ἀλλὰ πρέπει νὰ κατερχώμεθα ἀπ’ εὐθείας κάτωθεν καὶ νὰ ἀπευθυνώμεθα πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διὰ τοὺς ὑποψηφίους. Νομίζει τις ὅτι εἶναι ἱκανὸς διὰ νὰ ἀντιπροσωπεύσῃ τὸν λαόν; Ἂς εἴπῃ «ἐλθέ, λαέ, νὰ μὲ προτείνῃς, ἂν εἶμαι ἄξιος». Δὲν χρειάζεται νὰ ἀναγραφῇ αὐτὸ εἰς τὸ Σύνταγμα. Εἶναι τὸ οἰκογενειακὸν Σύνταγμα ἑκάστου ἀρχηγοῦ κόμματος.
§51Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Τὸ σύστημα τῆς προεκλογῆς ἐφαρμόζεται εἰς τὴν Ἀμερικὴν ἀπὸ μακροῦ χρόνου.
§52Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Ἂν σᾶς ἀπαντήσω, θὰ εἴπῃ ἡ Συνέλευσις ὅτι ἐγὼ πολυλογῶ καὶ θὰ εἶμαι συνεπῶς ἀνακόλουθος. Προεῖπον λοιπόν, κύριοι πρῶτον ὅτι ὄχι, πρὸς Θεοῦ, Νομοθετικὴν Γερουσίαν, ἀλλ’ ἐλεγκτικὴν μὲ δικαστικὸν δικαίωμα. Δεύτερον προεκλογὴν τῶν ὑπὸ τὰς συνταγματικὰς διατάξεις ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων, ἑκάστου ἀρχηγοῦ λέγοντος εἰς τὸ κόμμα του ὅτι «ἐγὼ δὲν θὰ καταρτίσω τοὺς συνδυασμοὺς ἀλλ’ ὁ λαός, οἱ ὀπαδοὶ τοῦ κόμματος, διὰ προεκλογῆς, μὲ στενωτάτην περιφέρειαν ἐκλέγουσαν ἕνα καὶ μόνον ὑποψήφιον (ἑνιαῖον τῆς ψήφου), ἀλλὰ μὲ εὐρυτάτην περιφέρειαν διὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ ὅλου συνδυασμοῦ». Ἤτοι διὰ μὲν τὴν ἐκλογὴν τῶν προσώπων στενωτάτη περιφέρεια ἐκλέγουσα ἕνα μόνον ὑποψήφιον (ἑνιαῖον ψῆφον), διὰ δὲ τὴν ἐκλογὴν τοῦ συνδυασμοῦ, δηλαδὴ τὴν ψήφισιν πολιτικῶν Ἀρχῶν τοῦ κόμματος, εὐρυτάτη περιφέρεια. Ἑπομένως θὰ συνδυασθοῦν ὅλα τὰ καλὰ τῆς στενῆς περιφερείας μὲ ὅλα τὰ καλὰ τῆς εὐρυτάτης περιφερείας, καὶ οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων θὰ ἀποδεχθοῦν οἰκειοθελῶς διὰ τὸν ἐσωτερικὸν ὀργανισμὸν τοῦ κόμματός των τὰς ἀγράφους αὐτὰς διατάξεις. Καὶ αἱ ἄγραφοι διατάξεις, ὅπως ἀπέδειξε τὸ Ἀγγλικὸν Σύνταγμα, εἶναι καλύτεραι ἀπὸ ὅλας τὰς γραπτάς. Ἂν εἰς τὰς μελλούσας ἐκλογὰς οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων εἴπουν: «Ἔλθετε, κύριοι ὀπαδοὶ τοῦ κόμματος, νὰ ἐκλέξητε κατὰ στενὴν περιφέρειαν τοὺς ὑποψηφίους βουλευτὰς σεῖς ὁ λαὸς καὶ ὄχι τὰ παρασκήνια ἐμοῦ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ κόμματος», θὰ λείψουν τότε οἱ κομματάρχαι, θὰ ἠθικοποιηθοῦν οἱ βουλευταὶ καὶ δὲν θὰ ἀναγκάζωνται οἱ ἑκάστοτε Πρωθυπουργοὶ νὰ ὑπακούωσιν εἰς τοὺς κομματάρχας καὶ νὰ ὑφίστανται τὰς πιέσεις των. Ἀλλὰ θὰ προτείνω, κύριοι, καὶ τρίτον φάρμακον διὰ τὴν πολιτικήν μας ὀργάνωσιν. Παντοῦ βλέπετε τὰς ἀφῃρημένας ὀνομασίας τῶν κομμάτων νὰ τὰς διαδέχωνται πλέον συγκεκριμέναι ὀνομασίαι, κάπως συμφεροντολογικώτεραι. Οἱ «Ριζοσπάσται», οἱ «Συντηρητικοὶ» κλπ.· ὅλαι αὐταὶ αἱ ἔννοιαι ἤρχισαν νὰ ὑποχωροῦν πρὸ τῶν λεγομένων ἐπαγγελματικῶν ὀνομασιῶν. Ἤρχισαν νὰ φαίνωνται ἀγροτικὰ κόμματα, ἔπειτα ἦλθον τὰ ἐργατικά, ἐδῶ δὲ παρ’ ὀλίγον νὰ ἴδωμεν καὶ «κόμμα ἰδιοκτητῶν οἰκιῶν». Τὰ ἐπαγγελματικὰ αὐτὰ κόμματα ἐγὼ τὰ καλῶ ἐγωιστικὰ καὶ ἐθνοκτόνα κόμματα. Διότι τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν παρουσιάζεται μία καὶ μόνον ἐπαγγελματικὴ τάξις καὶ λέγει, ὡς ὁ Λουδοβῖκος 14ος, «L’ Etat c’ est moi», αὐτὴ ἡ ἐπαγγελματικὴ τάξις εἶναι τάξις συμφεροντολογική, εἶναι τάξις ἀδιαφοροῦσα διὰ τὰς λοιπὰς ἐπαγγελματικὰς τάξεις, ἄρα διὰ τὸν ὅλον Λαόν, τὴν ὅλην Φυλήν, τὸ ὅλον Ἔθνος, τὴν ὅλην κοινὴν Πατρίδα. Τὸ ἄτομον δὲν στεγάζεται παρὰ κάτω ἀπὸ μίαν καὶ μόνην στέγην, ἡ ὁποία καλεῖται Κράτος, Φυλή, Ἔθνος, Πατρίς. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον νομίζω ὀρθὸν καὶ εἰς τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι ἀσφαλῶς θὰ τείνῃ ἡ ἐξέλιξις τῶν κοινοβουλευτικῶν πολιτευμάτων, εἶναι ἡ ἐντὸς τοῦ πλαισίου τῶν γενικῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, τῆς Φυλῆς, τοῦ Ἔθνους ἐναρμόνισις πάντων τῶν ἀλληλοσυγκρουομένων συμφερόντων τῶν ἐπαγγελματικῶν τάξεων πρὸς τὸ κοινὸν συμφέρον τῆς κοινῆς Πατρίδος. Καὶ ἐκεῖνο τὸ κόμμα θὰ εἶναι ὑγιέστερον καὶ ἠθικώτερον ἐν Ἑλλάδι τὸ ὁποῖον θὰ περιλάβῃ εἰς τοὺς κόλπους του ἀντιπροσώπους πασῶν ἀνεξαιρέτως τῶν ἐπαγγελματικῶν τάξεων, ἐκεῖνο τὸ κόμμα τὸ ὁποῖον θὰ περιλάβῃ εἰς τοὺς κόλπους του ὄχι μόνον ἀγρότας, ὄχι μόνον ἐργάτας, ὄχι μόνον ἰδιοκτήτας οἰκιῶν ἀλλ’ ἅπαντας τοὺς Ἕλληνας μὲ ἁπαξάπαντα τὰ ἐπαγγέλματα, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ συσταθῇ ἐξ ἀντιπροσώπων ἁπαξαπασῶν τῶν ἐπαγγελματικῶν τάξεων. Καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ στέλεχος τῶν ἰδεῶν. Τὸ ζήτημα ἐφάνη, ὅτε κατὰ πρῶτον μερικοὶ Φιλελεύθεροι ὑψώσαμεν μίαν τοιαύτην σημαίαν κατὰ τὴν περίοδον τῆς Ἐπαναστάσεως, ὀλίγον παράξενον. Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἀποδείξω διὰ τίνα λόγον μοιραίως ἐκεῖ βαίνουν τὰ κοινοβουλευτικὰ πράγματα καὶ ἂν εἶναι δύσκολος ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ τοῦ συστήματος τῆς συνθέσεως τῶν κομμάτων καὶ τῶν Κοινοβουλίων ἀπὸ ἀντιπροσώπους ὅλων τῶν ἐπαγγελματικῶν τάξεων. Πρῶτον λοιπὸν ἂς ἐξηγήσωμεν διατί ἐξελίσσονται πρὸς τὸ σημεῖον τοῦτο τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα. Κύριοι, καθεὶς ἐξ ὑμῶν, ὅταν ἐξέρχηται τῆς οἰκίας του ἑκάστην πρωίαν, καὶ ἐκεῖνος ἀκόμη ὁ ὁποῖος ἔχει 100 ἑκατομμύρια περιουσίαν, διὰ τίνα ἄλλον λόγον ἐξέρχεται παρὰ διὰ τὴν βιοπάλην καὶ τὴν φροντίδα τῶν συμφερόντων του; Καὶ τί ἄλλο εἶναι αὐτὴ ἡ βιοπάλη ἀπὸ τῆς πρωίας μέχρι τῆς ἑσπέρας παρὰ πάλη ἀτόμου ἀνήκοντος εἰς μίαν ἐπαγγελματικὴν τάξιν πρὸς ἕτερα ἄτομα ἀνήκοντα εἰς ἑτέραν ἐπαγγελματικὴν τάξιν καὶ πρὸς τὸ Κράτος, πρὸς τὸ ὁποῖον μοιραίως συνδέονται ὅλαι αἱ ἐπαγγελματικαὶ τάξεις, διότι τὰς φορολογεῖ; Τί ἄλλο διεξάγει οἱοσδήποτε ἐξ ὑμῶν παρὰ μίαν πάλην, λεγομένην «πάλην τῶν τάξεων»; Ἀλλ’ ὅπως ἡ λέξις «κόμμα» κατέπεσεν εἰς κακὴν σημασίαν ἐνῷ ἔχει ἔννοιαν ἠθικωτάτην καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα χωρὶς κόμμα, οὕτω κατέπεσε καὶ ἡ λέξις «συμφέρον» εἰς κακὴν σημασίαν. Ἀλλὰ δὲν πιστεύω, κύριοι, νὰ ὑπάρχουν μόνον κακὰ συμφέροντα· ὑπάρχουν καὶ καλὰ συμφέροντα καὶ δὲν φαντάζομαι νὰ ἀγνοῇ κανεὶς ὅτι ἡ Ἀγγλία, τὴν ὁποίαν θεωροῦμεν ὡς τὸ ἠθικώτερον Κράτος, δὲν ἐκυβερνήθη μὲ ἄλλην σειρὰν ἰδεῶν παρὰ μόνον καὶ καθαρῶς μὲ τὰ χρηματικά της συμφέροντα. Ἑπομένως πᾶν ἄλλο εἶναι ἢ ἀνήθικον νὰ ὁμιλῶμεν περὶ συμφερόντων, ἀρκεῖ νὰ μὴ ὁμιλῶμεν περὶ ἀνηθίκων συμφερόντων. Θὰ φέρω ὡς παράδειγμα ὅ,τι γίνεται μὲ τὸ ἐνοικιοστάσιον καὶ ἐμποδίζει ὁ ἐνοικιστής τὸν ἰδιοκτήτην νὰ εἶναι κύριος τοῦ οἴκου του, ὁ δὲ ἰδιοκτήτης ἀντιδρᾷ. Τοῦτο τί ἄλλο εἶναι παρὰ συμφέρον; Ἐπειδὴ δὲ ἀρχίζει νὰ γίνεται ὀξυτέρα ἡ πάλη τῶν τάξεων, ἰδίως μετὰ τὸν πόλεμον, ἐσκέφθην· δὲν εἶναι ἆρά γε καλύτερον ἡ πάλη αὕτη τῶν τάξεων νὰ διεξαχθῇ ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου ὑπὸ τὸν κώδωνα ἑνὸς Προέδρου καὶ μὲ ἕνα Κανονισμὸν Βουλῆς, παρὰ νὰ διεξάγηται ἡ πάλη αὐτὴ τῶν τάξεων ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου; Ἀλλὰ διὰ νὰ διεξαχθῇ αὐτὴ ἡ πάλη τῶν τάξεων ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχουν ἐντὸς αὐτοῦ ἀντιπρόσωποι τῶν τάξεων τούτων. Ἑπομένως, μοιραίως ἡ πάλη τῶν τάξεων θ’ ἀναγκάσῃ τοὺς ἐκλογεῖς νὰ συνθέσουν τὸ Κοινοβούλιον ἐξ ἀντιπροσώπων ὅλων τῶν ἐπαγγελματικῶν τάξεων.
§53Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἡ ἀναλογικὴ ἀντιπροσωπεία.
§54Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Ἡ ἀναλογικὴ ἀντιπροσωπεία εἰς οὐδὲν ὠφελεῖ διὰ τὰς ἐπαγγελματικὰς τάξεις... Εἶναι ὅμως, κύριοι συνάδελφοι, δύσκολος ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ; Ἑκάστου κόμματος οἱ ὀπαδοὶ διαιροῦνται εἰς ἐπαγγελματικὰς τάξεις. Ποῖαι εἶναι αὐταὶ αἱ ἐπαγγελματικαὶ τάξεις; Εἶναι ἁπλούστατα ἐννέα. Ἡ ἐπιστήμη τὰς διαιρεῖ εἰς περισσοτέρας, ἀλλ’ ἐδῶ ἐφαρμοζόμεναι εἶναι ἐννέα. Εἶναι: 1) Οἱ μεγαλοβιομήχανοι· 2) οἱ μικροβιομήχανοι· 3) οἱ μεγαλέμποροι· 4) οἱ μικρέμποροι· 5) οἱ μεγαλοκτηματίαι ἀγρόται· 6) οἱ μικροκτηματίαι ἀγρόται· 7) οἱ ἐλεύθεροι ἐπαγγελματίαι· 8) οἱ ὑπάλληλοι· 9) οἱ ἀγρόται. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν ἀνήκουν πουθενὰ εἶναι οἱ ἄεργοι καὶ ὁ κλῆρος, ὁ ὁποῖος δὲν πρέπει νὰ ἀνήκει πουθενά. Ἑπομένως ἕκαστον κόμμα εἶναι δυνατὸν νὰ διαιρῇ τοὺς ὀπαδοὺς ἐκλογεῖς του εἰς τόσας ἐπαγγελματικὰς τάξεις καὶ νὰ λέγῃ· αὔριον καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν θὰ ἐνεργηθῇ προεκλογὴ ὑποψηφίου τῆς δεῖνα ἐπαγγελματικῆς τάξεως διὰ τὸν συνδυασμὸν τοῦ κόμματος εἰς τὸ δεῖνα μέρος· προσέλθετε οἱ ὀπαδοὶ τοῦ κόμματος τῆς δεῖνα ἐπαγγελματικῆς τάξεως νὰ προεκλέξητε τὸν ὑποψήφιον τῆς τάξεώς σας. Γραμματεὺς θὰ καταγράφῃ τοὺς προσερχομένους νὰ ψηφίσουν. Ὁ λαβὼν τὰς πλειοτέρας ψήφους θὰ εἶναι ὑποψήφιος τοῦ κόμματος. Κύριοι, θὰ εἶμαι εὐτυχὴς ἂν ἡ Συνέλευσις δὲν εἴπῃ μόλις κατέλθω τοῦ βήματος ὅτι, ἀνακόλουθος ὢν πρὸς ἐμαυτόν, ἐγὼ πρῶτος ἐφήρμοσα τὸ σύστημα τῆς πολυλογίας εἰς τὴν Συνέλευσιν. (Χειροκροτήματα).
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§56Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι εὐρύ, κύριοι, τὸ θέμα τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ ἀπὸ ἡμερῶν τὴν Συνέλευσιν, ποικίλαι δὲ εἶναι αἱ ἀπόψεις τὰς ὁποίας παρουσιάζει καὶ πολλὰ τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα γεννῶνται, χρῄζοντα μεγάλης προσοχῆς. Ἀλλὰ μετὰ τὴν γενομένην μέχρι τοῦδε συζήτησιν νομίζω ὅτι τὸ ἔδαφος τῆς συζητήσεως ἐξεκαθαρίσθη καὶ ἀπομένει ἐπίμαχος καὶ ὑπὸ ἀμφισβήτησιν μία καὶ μόνον ἄποψις τοῦ θέματος, τοῦ περικλειομένου εἰς τὸ 8ον ἄρθρον τῆς Ἐπιτροπῆς. Τὸ θέμα δὲ τοῦτο εἶναι ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ αἴρωνται εἰς τὸ μέλλον, ἀπὸ τῆς θεσμοθετήσεως τῆς Γερουσίας, αἱ μεταξὺ αὐτῆς καὶ τοῦ ἐξ ἀμέσου ἐκλογῆς προερχομένου ἑτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος ἐνδεχόμεναι διαφωνίαι ἐπὶ θεμάτων νομοθετικῶν. Περὶ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐστράφη κυρίως μέχρι τοῦδε ἡ συζήτησις καὶ δύο κεφαλαιώδεις τρόποι, δύναμαι νὰ εἰπῶ, ὑπεδείχθησαν διὰ τὴν διευθέτησιν τοῦ ζητήματος τούτου τῆς διαφωνίας· ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὁ τρόπος ὁ ἀναγραφόμενος ἐν τῷ προσχεδίῳ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, τὸν ὁποῖον καὶ μεγάλη μερίς, ὡς ἀντιλαμβάνομαι, τῶν κυρίων πληρεξουσίων ἀποδέχεται μέ τινας μεταβολὰς καὶ τροποποιήσεις, καὶ ὁ ἕτερος τρόπος ὁ θεμελιωδῶς διαφέρων ἀπὸ τοῦτον, κατὰ τὸν ὁποῖον τὰ δύο Νομοθετικὰ Σώματα, συνερχόμενα ἐπὶ τὸ αὐτό, θέλουσι λύει διὰ κοινῆς ψήφου, διὰ κοινῆς ἀποφάσεως τὴν ὑπάρχουσαν διαφωνίαν. Γεγονὸς εἶναι, κύριοι—καὶ συμμερίζομαι πληρέστατα τὴν γνώμην ἣν ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως»—ὅτι περίοδον κρίσεως διέρχεται ὁ κοινοβουλευτισμὸς καὶ ὄχι μόνον παρ’ ἡμῖν, ἀλλ’ ἁπανταχοῦ τῆς γῆς, ὅπου ἐπικρατεῖ τὸ σύστημα τῆς κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως. Ὑποθέτω δὲ ὅτι ἡ αἰτία τῆς κρίσεως, ἡ αἰτία τῆς ἔν τινι μέτρῳ ἐκπτώσεως τοῦ κοινοβουλευτικοῦ συστήματος ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ λαοῦ εἶναι ἡ αὐτὴ καὶ παρ’ ἡμῖν καθὼς καὶ ἀλλαχοῦ. Ἀλλ’ ἵνα μὴ ἐπεκταθῶμεν εἰς τὰ πέρα τῶν ὁρίων ἡμῶν συμβαίνοντα ἀρκούμεθα μόνον εἰς τὴν διερεύνησιν τῶν αἰτίων τῆς ἐκπτώσεως ταύτης τῆς μερικῆς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ συστήματος παρ’ ἡμῖν, καὶ τότε πρέπει νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ κυρία αἰτία τῆς ἐκπτώσεως αὐτῆς εἶναι ἡ ἀνατροπὴ τῶν ὅρων τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ὡς τοῦτο ἔχει καθιερωθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν καὶ ἀλλαχοῦ, ἡ ἀνατροπὴ τῶν ὅρων κατὰ τοὺς ὁποίους εἷς λαός, ἓν Ἔθνος κυβερνᾶται χωριζομένων δι’ ἀνυπερβλήτων ὁρίων καὶ διὰ τείχους ἰσχυροῦ τῶν διαφόρων ἐξουσιῶν, αἵτινες λειτουργοῦσιν εἰς τὸ Κράτος. Παρ’ ἡμῖν εἴδομεν ὅσα ἔλεγε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κοζάνης πληρεξούσιος ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ βήματος καὶ ὡς πάντες γνωρίζομεν παρ’ ἡμῖν συνέβη ὥστε νὰ ἐπέλθῃ σχεδὸν τελεία ἀνατροπὴ τῶν ὅρων τοῦ κοινοβουλευτικοῦ συστήματος ἐν τῇ διακρίσει τῶν δύο μεγαλυτέρων ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους, τῆς ἐξουσίας τῆς νομοθετικῆς καὶ τῆς ἐξουσίας τῆς ἐκτελεστικῆς. Παραίτησις σιωπηρὰ ἀλλὰ πραγματικὴ ἀφ’ ἑνὸς μὲν τῶν δικαιωμάτων καὶ τῆς δικαιοδοσίας τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία ὑπὲρ τῆς Νομοθετικῆς, ἐξ ἄλλου παραίτησις τῶν δικαιωμάτων καὶ τῆς δικαιοδοσίας τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀσκῇ ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία, ὡς τοιαύτη, ὑπὲρ τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, ἐπ’ ἀνταλλάγματι τῆς οἰκειοποιήσεως τῶν ἔργων τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας. Τοῦτο δέ, καίτοι ἡ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος κατὰ τὸ ὁποῖον διέπεται τὸ Κράτος εἶναι ἡ μορφὴ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, σημαίνει ὅτι ἐν τῇ οὐσίᾳ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα δὲν ἔχομεν, διότι ἡ ἀνατροπὴ αὐτῶν τῶν ὅρων τῆς διακυβερνήσεως τῆς Χώρας ἀποτελεῖ τελείαν ἀνατροπὴν τοῦ ὅλου κοινοβουλευτικοῦ συστήματος. Τοῦτο εἶναι φανερόν, τοῦτο εἶναι τόσον ἔκδηλον, τόσον καταφανές, ὥστε νὰ μὴ χρήζῃ περαιτέρω ἐξηγήσεων, διότι ἀντίρρησίν τινα — ἔχω τὴν ἰδέαν — δὲν θὰ συναντήσῃ ἡ τοιαύτη ἀντίληψις τῶν πραγμάτων. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων ἐρωτητέον εἶναι κατὰ ποῖον τρόπον τὸ νομοθετούμενον ἤδη Σῶμα θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ συμβάλῃ, ἀσκοῦν τὰ ἔργα τὰ ἀνατιθέμενα εἰς αὐτὸ διὰ τοῦ Συντάγματος, ὥστε ἡ ἀνατροπὴ αὕτη τῶν ὅρων τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, τῆς ὁποίας τοὺς πικροὺς καρποὺς ἐγεύθημεν μέχρι τοῦδε, κατὰ ποῖον τρόπον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ συμβάλῃ ὥστε νὰ ἐκλείψουν εἰς τὸ μέλλον αἱ συνέπειαι αἱ δυσάρεστοι αἱ ἀποτελοῦσαι τὴν ἀνατροπὴν μιᾶς θεμελιώδους ἀρχῆς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, αἱ συνεπαγόμεναι τὴν ἔκπτωσιν αὐτοῦ ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ λαοῦ ἢ τουλάχιστον τὴν μείωσιν τῆς πρὸς αὐτὸ ὑπολήψεως καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ κοινωνικοῦ Σώματος διὰ τὴν σκοπιμότητα τῶν φιλελευθέρων κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν καὶ τὸ τελεσφόρον τοῦ τοιούτου πολιτεύματος. Εἴμεθα πάντες, κύριοι, σύμφωνοι ὅτι δημιουργοῦμεν, θεσπίζοντες τὴν Γερουσίαν ἓν δεύτερον πραγματικὸν Νομοθετικὸν Σῶμα· εἴμεθα πάντες σύμφωνοι ὡς πρὸς τὴν λεκτικὴν διατύπωσιν τοῦ θεσμοῦ διὰ τοῦ ὁποίου καθιεροῦται τὸ δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα, ἀλλὰ πρέπει νὰ εἴμεθα σύμφωνοι καὶ ἐν τῇ ἐννοίᾳ τὴν ὁποίαν ἀποδίδομεν καὶ εἰς τοὺς συνταγματικοὺς ὅρους τοὺς καθιεροῦντας τὴν Γερουσίαν. Εἴμεθα ἆρά γε σύμφωνοι περὶ τούτου; Φοβοῦμαι ὅτι διαφωνοῦμεν ἐν τούτῳ. Διὰ νὰ εἴμεθα σύμφωνοι θὰ ἔπρεπε νὰ εἴπωμεν ὅτι ἱδρύοντες δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα — ἢ ἂν δὲν τὸ εἴπωμεν νὰ τὸ ἔχωμεν ἐν τῇ διανοίᾳ ἡμῶν — ἱδρύομεν πράγματι δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα, Σῶμα Νομοθετικὸν τὸ ὁποῖον ἐκ παραλλήλου πρὸς τὴν Βουλὴν θὰ ἀσκῇ αὐτοτελῶς ἔργα νομοθετικά. Ἀλλ’ ἐνόσῳ τὴν δύναμιν ταύτην τοῦ νομοθετεῖν τὴν ἀναγνωριζομένην εἰς τὴν Γερουσίαν τὴν κολοβώνομεν, καθ’ ὃν τρόπον γίνεται προσπάθεια νὰ κολοβωθῇ, εἶναι πρόδηλον ἐντεῦθεν ὅτι δὲν ἱδρύομεν δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα, ὅτι ἱδρύομεν ἓν Σῶμα πρὸς τὸ θεαθῆναι μόνον, ὅπερ λέγεται μὲν ὅτι θὰ νομοθετῇ, θὰ διασκέπτηται περὶ νόμων, θὰ ἀποφασίζῃ περὶ νόμων, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ἐν τέλει οὔτε τὴν κυριαρχοῦσαν γνώμην θὰ ἔχῃ ἐπὶ τῶν συζητουμένων νομοθετικῶν θεμάτων, ἀλλ’ οὐδὲ κἂν θὰ τῷ ἐπιτρέπηται τὴν γνώμην ταύτην, τὴν ὁποίαν ἔχει, νὰ τὴν εἴπῃ ἐλευθέρως, νὰ τὴν εἴπῃ κατὰ τρόπον ὥστε νὰ δημιουργήσῃ πεποίθησιν περὶ τῆς ὀρθότητος τῶν σκέψεων αὐτοῦ. Ὅταν ἀπομονῶμεν ἑκάτερον τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων εἰς τὰ ἔργα αὐτοῦ καὶ λέγωμεν εἰς αὐτά: διασκεφθῆτε περὶ τῶν ὑποβληθεισῶν προτάσεων νόμου καὶ ἀποφασίσατε περὶ αὐτῶν, ἀλλ’ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἐν τελικῇ διαφωνίᾳ παραμερίζεται ὁ εἷς τῶν νομοθετικῶν παραγόντων, ἡ Γερουσία, ὅταν τίθεται ἐν μοίρᾳ ἥσσονι ἡ γνώμη αὐτῆς, καὶ ὅτι ἡ κυρίαρχος γνώμη καὶ ἡ τελικὴ ἀπόφασις ἀνήκει εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι προφανὲς ἐντεῦθεν ὅτι δὲν δημιουργοῦμεν εἰμὴ διὰ λέξεων, δι’ ὁρισμῶν συνταγματικῶν ἀνεφαρμόστων καὶ ἄνευ ἐσωτερικῆς ἐννοίας δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα ὡς παράγοντα, ὡς συντελεστὴν τῆς βελτιώσεως τῶν δημοσίων καὶ τῆς προόδου τὴν ὁποίαν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτύχωμεν διὰ τῆς πραγματικῆς ἐφαρμογῆς κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἄνευ ἀνατροπῆς τῶν ὅρων αὐτοῦ, τὰ κακὰ τῆς ὁποίας ἐγεύθημεν καὶ γευόμεθα μέχρι τοῦδε. Καὶ οὕτως ἔρχομαι, κύριοι, εἰς τὸ ζήτημα, κατὰ τίνα τρόπον θὰ αἴρηται ἡ ἐνδεχομένη διαφωνία μεταξὺ τῶν δύο Σωμάτων, διὰ τὸ ὁποῖον πρέπει ἀναγκαίως καὶ ἀπαραιτήτως νὰ μεριμνήσῃ τὸ Σύνταγμα, διότι ἡ καλὴ λύσις τοῦ ζητήματος τούτου δύναται νὰ δώσῃ εἰς τὴν Γερουσίαν πραγματικὴν ζωὴν καὶ ἐνέργειαν Νομοθετικοῦ Σώματος, ὥστε ν’ ἀπεκδεχώμεθα ἐντεῦθεν τὰ ἀγαθὰ τῆς βελτιώσεως τῶν δημοσίων πραγμάτων. Θὰ αἴρηται διὰ τῆς κυριαρχούσης τελικῶς ψήφου τῆς Βουλῆς ἢ θὰ αἴρηται διὰ τῆς κοινῆς συνεργασίας; Ἂν τὰ δύο Σώματα εἶναι ἔργῳ καὶ οὐσίᾳ Σώματα Νομοθετικά, ἡ ἐνδεδειγμένη λύσις τῆς διαφωνίας δὲν εἶναι ἄλλη εἰμὴ ἡ ἐν κοινῷ σύσκεψις καὶ ἐν κοινῷ ἀπόφασις ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ ἀμφισβητουμένου. Προεβλήθησαν ἀντιρρήσεις κατὰ τοῦ συστήματος τούτου καὶ σήμερον καὶ εἰς προγενεστέρας ἀκόμη συνεδριάσεις. Ὑπεστηρίχθη κυρίως ἡ ἀντίρρησις, ἡ ὑποστηριχθεῖσα καὶ παρὰ τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», ὅτι διὰ τῆς ἐπὶ τὸ αὐτὸ συνεργασίας καὶ κοινῆς συνελεύσεως, προκειμένου περὶ νόμων, ἡ Γερουσία ἀνακτᾷ ἢ μᾶλλον ἀποκτᾷ πολιτικὴν δύναμιν καὶ πολιτικὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχει καὶ δὲν πρέπει πράγματι νὰ ἔχῃ. Ὅταν καλῆται ἡ Γερουσία νὰ κρίνῃ καὶ ἀποφασίζῃ ἐν κοινῷ μετὰ τῆς Βουλῆς περὶ μέτρων τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν θέματα κεφαλαιώδη τοῦ ὅλου προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι πρόδηλον, λέγουσιν, ἐντεῦθεν ὅτι ἀποκτᾷ ἡ Γερουσία μεγάλην δύναμιν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν οἱ νομοθέται τοῦ Συντάγματος δὲν εἶναι διατεθειμένοι ν’ ἀναγνωρίσουν εἰς αὐτήν. Ἀλλὰ διατί ἆρά γε, θὰ ἠρώτων τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», διατί ἆρά γε ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἀποκτᾷ πολιτικὴν δύναμιν ἡ Γερουσία —ἂν πράγματι ἡ Γερουσία εἶναι καὶ θέλομεν νὰ εἶναι Νομοθετικὸν Σῶμα—διατί, λέγω, ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἀποκτᾷ δύναμιν πολιτικὴν καὶ δὲν ἀποκτᾷ τοιαύτην, ὅταν καλῆται ὅπως, κατ’ ἰδίαν διασκεπτομένη, συζητήσῃ περὶ τοῦ μέτρου τοῦ νομοθετικοῦ, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις θέτει καὶ τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ἓν τμῆμα τοῦ πολιτικοῦ της προγράμματος; Διατί, λέγω, εἰς τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν κατ’ ἰδίαν, ἐν ἰδιαιτέρᾳ αἰθούσῃ, θὰ συζητήσῃ καὶ θὰ ἐκφράσῃ μίαν γνώμην, μίαν ψῆφον περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοθετήματος, δὲν ἀσκεῖ τοιαύτην πολιτικὴν ἐξουσίαν; Μὴ τάχα διότι ἡ ψῆφος αὐτῆς ἡ δυσμενὴς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν τύχην τῆς Κυβερνήσεως; Ἡ πολιτικὴ δύναμις τῆς Γερουσίας δὲν θὰ συνίσταται, καθὼς ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀντιλαμβάνομαι τὸ πρᾶγμα, εἰς τὴν ψῆφον τὴν δυσμενῆ κατὰ τοῦ μέτρου τοῦ κυβερνητικοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ συνεπάγηται τὴν ἀνατροπὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ δύναμις ἡ πολιτικὴ τῆς Γερουσίας συνίσταται καὶ ἀπορρέει ἐμμέσως ἐκ τῆς ἐξετάσεως τοῦ μέτρου τοῦ κυβερνητικοῦ, ἐν τῇ ἀνατομίᾳ αὐτοῦ, ἐν τῇ καταδείξει τῶν τρωτῶν σημείων τοῦ προτεινομένου μέτρου. Συνίσταται εἰς τὸ ὅτι ἡ ἐν τῇ Γερουσίᾳ συζήτησις θὰ χρησιμεύσῃ ὡς θεμέλιον καὶ στοιχεῖον κρίσεως διὰ τὰς λαϊκὰς ἀντιλήψεις, αἵτινες θὰ μορφωθῶσιν εὐνοϊκαί, ἂν εὐνοϊκὴ εἶναι ἡ γνώμη τῆς Γερουσίας, ἢ ἐξ ἐναντίας δυσμενεῖς, ἂν δυσμενὴς εἶναι ἡ γνώμη τῆς Γερουσίας ὡς πρὸς τὸ προτεινόμενον νομοθετικὸν μέτρον. Ἰδοὺ λοιπὸν ἄσκησις πολιτικῆς ἐξουσίας εἴτε κατ’ ἰδίαν συζητεῖ ἡ Γερουσία εἴτε ἐν κοινῷ μετὰ τῆς Βουλῆς. Ἂν βάσις τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν εἶναι, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», ἡ κυριαρχία τοῦ λαοῦ καὶ ἡ ἐκ τῆς κυριαρχίας ταύτης ἀπορρέουσα Βουλὴ δι’ ἀμέσου καθολικῆς ψηφοφορίας, ἂν βάσις εἶναι αὕτη, τίς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι ἡ κυριαρχία αὐτὴ ἡ λαϊκὴ καὶ ἡ κυριαρχία ἡ τελικὴ τῶν ἀμέσων ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ αἴρεται ἢ ἐξασθενίζεται, διότι ἡ Βουλὴ θὰ συζητῇ ἐν κοινῷ μετὰ τῆς Γερουσίας πρὸς λῆψιν ἀποφάσεως; Μὴ τυχὸν ἐλαττοῦται ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀμέσων ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος, καθ’ ἃ νομοθετεῖται διὰ τοῦ Συντάγματος, θὰ εἶναι διπλάσιος τοῦ τῶν γερουσιαστῶν; Μὴ τυχόν, λέγω, ὁ ἀριθμὸς μειοῦται ὥστε νὰ κινδυνεύῃ ἐντεῦθεν ἡ ἐπικράτησις τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς καὶ τῆς ἀμέσου ἀντιπροσωπεύσεως τῆς λαϊκῆς θελήσεως; Ποῦ λοιπόν, λέγω, ἀναφαίνεται ὁ κίνδυνος αὐτὸς τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, ἂν δὲν ὑπάρχῃ ὁ κίνδυνος ὡς ἐκ τῆς ἀριθμητικῆς κατανομῆς Βουλῆς καὶ Γερουσίας; Καὶ τότε θὰ πρέπῃ νὰ ὑπάρχῃ ὁ κίνδυνος αὐτὸς τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας κάπου ἀλλοῦ. Καὶ ἐρωτῶ: Μὴ τυχὸν φαντάζονται οἱ τὰ ἐναντία ὑποστηρίζοντες ὅτι κίνδυνος τοιοῦτος ὑπάρχει ἐκ τοῦ παράγοντος τῆς σκέψεως; Διότι εἷς παράγων εἶναι ὁ ἀριθμὸς ἐν τῇ λήψει ἀποφάσεων, ἕτερος δὲ παράγων, ὁ καὶ σημαντικώτερος, εἶναι· ἡ σκέψις, ἡ ἐπιβολὴ καὶ ἡ ἠθικὴ δύναμις καὶ τὸ κῦρος τῆς σκέψεως καὶ τῆς βουλήσεως, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἀγάγῃ εἰς θετικὸν ἀποτέλεσμα, εἰς θετικὰς ἀποφάσεις. Μὴ τυχόν, λέγω, εἶναι ἡ δύναμις τῆς σκέψεως ὁ ἕτερος παράγων εἰς τὴν λῆψιν ἀποφάσεων, ὁ ὁποῖος νὰ θέτῃ ἐν κινδύνῳ τὴν λαϊκὴν θέλησιν; Ἄν τοιοῦτός τις κίνδυνος ὑπῆρχε, θὰ ἔλεγον «τύχῃ ἀγαθῇ», ὅτι διατρέχομεν τὸν κίνδυνον τοῦτον, ὥστε ὁ παράγων οὗτος καὶ οὐχὶ ὁ ἀριθμός, ἀλλ’ ὁ παράγων τῆς σκέψεως τῆς ὡρίμου δύναται νὰ ἐπιβληθῇ ἐνίοτε εἰς τὸ κοινὸν Σῶμα. Ἄν ὁ παράγων οὗτος τῆς σκέψεως ἔχῃ τὰ ἐφόδια τῆς πείρας, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ συντρέξωσι καὶ νὰ συντελέσωσιν εἰς μίαν συζήτησιν, ἂν ὁ παράγων οὗτος τῆς πείρας ὑπάρχῃ κίνδυνος νὰ κατισχύσῃ καὶ νὰ μεταβάλῃ τὴν γνώμην τοῦ ὅλου καὶ μόνου Σώματος καὶ νὰ κάμῃ ὥστε καὶ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀντίθετον γνώμην, ἀντίθετον φρόνημα νὰ ἔχουν ἤδη ἀλλοίαν ἀπὸ τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν εἶχον ἄλλοτε, δὲν βλέπω, κύριοι, ποῦ στηρίζεται ὁ φόβος οὗτος ὅτι τίθεται ἐκποδὼν καὶ ἀνατρέπεται ἡ λαϊκὴ κυριαρχία καὶ ἡ ἐπικράτησις τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ τῶν προερχομένων ἐξ ἀμέσου ἐκλογῆς. Ὁ ἀριθμὸς δὲν εἶναι τὸ πᾶν, κύριοι, προκειμένης τῆς λήψεως ἀποφάσεων δυναμένων νὰ ἀποβῶσιν ἐξυπηρετικαὶ τοῦ δημοσίου, τοῦ κοινοῦ συμφέροντος· ὁ ἀριθμὸς δὲν εἶναι τὸ πᾶν, εἶναι δὲ ἴσως τὸ ὀλιγώτερον πάντων καὶ μάλιστα δι’ ὅσους εἶναι κεκηρυγμένοι θιασῶται τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος τῆς ἀναλογικῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ λαοῦ. Καὶ ὅπως θέλων νὰ παραστήσῃ τις εἰκονικῶς ἕνα ἄνθρωπον δὲν θὰ ἠρκεῖτο μόνον νὰ εἴπῃ τὰς διαστάσεις του εἰς ὕψος, εἰς ἀνάστημα, εἰς πλάτος, εἰς βάρος, ἀλλὰ θὰ ἔπρεπε νὰ εἰκονίσῃ τὸν ἐσωτερικὸν ἄνθρωπον διὰ νὰ ἔχῃ μίαν εἰκόνα σαφῆ περὶ τοῦ εἰκονιζομένου προσώπου, οὕτω πως καὶ ἐν τῇ ἐκτιμήσει τῆς ἀξίας καὶ τῆς ὀρθότητος τῆς γνώμης ἑνὸς Σώματος εἴτε ἀριθμητικῶς ὑπερτέρου, διὰ μόνου τοῦ παράγοντος τοῦ ἀριθμοῦ, εἴτε ἀριθμητικῶς ὑποδεεστέρου, δὲν εὑρίσκομεν τὴν ἐσωτερικὴν ἀξίαν τῆς διανοίας καὶ τῆς σκέψεως ἐν τῇ ὑπεροχῇ τοῦ ἀριθμοῦ, ἀλλὰ κυρίως ἐν τῇ ἀναπαραστάσει τῶν ἰδεῶν καὶ τῆς πολιτικῆς συνειδήσεως τῶν δύο Νομοθετικῶν Σωμάτων, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐνσωματοῦται καὶ ἀπεικονίζεται ὁλόκληρον τὸ περιεχόμενον τῆς λαϊκῆς βουλήσεως, ὅταν ταῦτα θὰ ἑνοῦνται λαμβάνοντα μίαν κοινὴν ἀπόφασιν. Ἀλλ’ εἶναι διάφορος, λέγουν, ἡ καταγωγὴ τῶν δύο Σωμάτων—τοῦτο δὲ εἶναι ἄδηλον μέχρις τῆς ὥρας τῆς παρούσης, διότι περὶ τούτου δὲν ἐθεσπίσθη τι ἀκόμη ἐν τῷ Συντάγματι. —Ἀλλ’ ἔστω· θὰ εἶναι διάφορος κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἡ καταγωγὴ τῶν δύο Νομοθετικῶν Σωμάτων. Τὸ ἓν θὰ προέρχηται ἀπὸ τὴν ἄμεσον ἐκλογὴν τοῦ λαοῦ, τὸ ἕτερον θὰ προέρχηται ἐξ ἐμμέσου ἐκλογῆς ὡρισμένων τάξεων τῆς κοινωνίας. Εἶναι διάφορος λοιπὸν ἡ καταγωγὴ· καὶ διάφορος ἡ ψυχολογία, καίτοι θὰ ἔπρεπε νὰ εἴπωμεν ὅτι ὁ τρόπος τῆς ἐκλογῆς εἶναι διάφορος καὶ ὄχι ἡ καταγωγὴ τῶν δύο Σωμάτων. Εἶπε, νομίζω, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας συνάδελφος κ. Μπακόπουλος ὅτι θὰ εἶναι διάφορος καὶ ἡ ψυχολογία ἑκατέρου τῶν δύο Σωμάτων καὶ ἑνώνοντες τὰ δύο Σώματα εἰς κοινὴν ἀπόφασιν προσπαθοῦμεν νὰ ἑνώσωμεν πράγματα ἀσυμβίβαστα, πράγματα ἀντιτιθέμενα πρὸς ἄλληλα, πράγματα μὴ ἐπιδεκτικὰ ἑνώσεως. Καὶ πρόδηλον εἶναι, λέγουν, ὅτι οὔτε εἰς κοινὴν ἀπόφασιν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπολήξουν τὰ δύο οὕτω πως οὔτε, ἂν προέλθουν εἰς κοινὴν ἀπόφασιν, ἡ ἀπόφασις θὰ εἶναι σοφωτέρα καὶ συμφερωτέρα. Ἀλλ’ ἀκριβῶς, κύριοι, τοῦτο τὸ λεγόμενον ὡς μειονέκτημα, τὸ τῆς διαφόρου ψυχολογικῆς ὑποστάσεως τῶν δύο Σωμάτων, ἐγὼ τοὐλάχιστον τὸ ἀντιλαμβάνομαι, ἀτομικῶς, ὡς πλεονέκτημα μέγα τοῦ συστήματος τῆς ἑνώσεως τῶν δύο Σωμάτων· διότι ἐξεταστέον εἶναι ἐκ ποίας ἀφετηρίας ὡρμήθη τὸ πρῶτον ἡ καθιέρωσις τῆς Γερουσίας οὐχὶ παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ καὶ ἀλλαχοῦ. Ἀφετηρία τοιαύτη ὑπῆρξεν ὁ συγκερασμὸς τῶν τάσεων τῶν ὁρμητικῶν, τῶν τάσεων ἔστω τῶν προοδευτικῶν καὶ τῶν ἰδιαιτέρων ροπῶν αἱ ὁποῖαι μορφώνονται εἰς μίαν Βουλὴν πρὸς τὰς τάσεις καὶ τὰς ροπὰς τῆς παραδόσεως καὶ τῆς συντηρήσεως, τὰς ὁποίας ἐκπροσωπεῖ ἡ ἄλλη Βουλή, ἐκλεγομένη κατ’ ἄλλον τρόπον ἢ ὑφισταμένη κατὰ κληρονομικὸν δίκαιον. Διὰ τοῦ συγκερασμοῦ τούτου ἐπεζητήθη ὁ μεμετρημένος ρυθμὸς τῶν ἀποφάσεων καὶ ἐκ τοιούτου πνεύματος καὶ ἡμεῖς ὁρμώμεθα σήμερον εἰς τὴν καθιέρωσιν τῆς Γερουσίας. Ἄν λοιπὸν τοῦτο εἶναι ἀληθές, εἶναι ἐπίσης ἀληθές, εἶναι ἀσφαλῶς ἀληθὲς ὅτι ἀποτελεῖ καὶ πλεονέκτημα ἀπόλυτον, ὅτι ἑκάτερον τῶν δύο Σωμάτων ἐμφανίζει διάφορον ψυχολογίαν, ὅτι ἔχει ἐν ἑαυτῷ διαφόρους ροπάς, ἐπὶ τοῦ συγκερασμένου τῶν ὁποίων εἶναι δυνατὸν νὰ προέλθῃ ἡ τελειοτέρα, ἡ συνετωτέρα ἀπόφασις. Ὑπεστηρίχθη, κύριοι, ὅτι ἐν τῷ συναγερμῷ τούτῳ Βουλῆς καὶ Γερουσίας ἡ Γερουσία κινδυνεύει, ἀντὶ νὰ ἐξέλθῃ ἀποκομίζουσα τόνωσιν ἑαυτῆς ἐκ τῆς συνεργασίας, ὑπεστηρίχθη ὅτι ἐκ τῆς συνεργασίας ταύτης θέλει ἐξέλθει μὲ μειωμένον τὸ κῦρος αὐτῆς, ἄτονος καὶ ἀνίσχυρος διὰ τὸ μέλλον, ἴσως δὲ καὶ παρεσκευασμένη διὰ τὸν τελικὸν θάνατον. Ἀληθῶς δέ, ἂν οὕτως ἤθελον ἐξελιχθῆ τὰ πράγματα, ὡς φοβοῦνται οἱ ἀποκρούοντες τὸ σύστημα τῆς συνεργασίας Βουλῆς καὶ Γερουσίας, θὰ παρεσκευάζετο μικρὸν καὶ κατ’ ὀλίγον λεληθότως ἡ ἀντίληψις τοῦ πολιτικοῦ κόσμου ὅτι ἄχρηστος θεσμὸς ἀποβαίνει ἡ Γερουσία καὶ θὰ ὡρίμαζεν οὕτω μετά τινα χρόνον ἡ σκέψις ὅτι συμφέρει ἡ κατάργησις αὐτῆς. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψουν νὰ πιστεύω ὅτι διὰ τοῦ ἀντιθέτου συστήματος τῆς κατ’ ἰδίαν ἐργασίας τῶν δύο Σωμάτων καὶ τῆς ἐπικρατήσεως τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν στασιαζομένων ζητημάτων παρασκευάζεται ἀσφαλῶς ἡ ἀχρήστευσις τῆς Γερουσίας καὶ σὺν τῷ χρόνῳ ἡ κατάργησις αὐτῆς· διότι μὲ τὸ σύστημα τῆς μονομεροῦς ἀποφάσεως ἐπὶ τῶν οὐσιωδεστέρων νομοθετικῶν μέτρων, καθ’ ἣν πάντοτε καὶ κατὰ κανόνα συνταγματικὸν καὶ ἄρα ἀπαράβατον θὰ κυριαρχῇ ἡ θέλησις τῆς Βουλῆς, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι δίδομεν τὸ μέτρον τῆς ἀξίας καὶ τῆς χρησιμότητος τῆς Βουλῆς, ἤτοι παρέχομεν τὴν ἀπόδειξιν ὅτι εἶναι καταργητέα αὕτη. Ἐφοβήθησαν οἱ ταῦτα φρονοῦντες καὶ ὑποστηρίζοντες ὅτι ἡ Γερουσία ἤθελεν, εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν μόνον ὁ ἀριθμὸς θὰ ἔλυε τὰς διαφωνίας, ἐφοβήθησαν ὅτι αἱ ἀλλεπάλληλοι ἧτται—αἱ ὁποῖαι εἶναι κατ’ ἐμὲ ἐντελῶς ἰδανικαὶ καὶ ἀνύπαρκτοι—αἱ ἧτται αὐταὶ ἤθελον περιαγάγει τὴν Γερουσίαν εἰς μίαν capitis diminutio, ὅπως λέγουν οἱ νομικοί, ὥστε σὺν τῷ χρόνῳ, ἀποβάλλουσα διαρκῶς ἓν μέρος τοῦ κύρους αὐτῆς, νὰ περιέλθῃ εἰς τὴν πλήρη, πραγματικήν, ἂν ὄχι τυπικήν, ἀνυπαρξίαν. Ἀλλὰ παράδοξον εἶναι, κύριοι, ἐνῷ ταῦτά τινες ὑποστηρίζουσι, πῶς ἐξ ἄλλου ἄλλοι τῶν κυρίων πληρεξουσίων, καὶ ὁμάδες μάλιστα, συμφωνοῦντες εἰς ἀπόκρουσιν τοῦ συστήματος τῆς ἑνώσεως τῶν δύο Σωμάτων, ἀντιθέτως πρὸς τὴν ἀντίληψιν τὴν φρονοῦσαν ὅτι ἐκ τῆς ἑνώσεως τῶν δύο Σωμάτων θέλει ἐπέλθει μείωσις τῆς Γερουσίας, ὄχι μόνον δὲν φοβοῦνται ὅτι μείωσις τῆς δυνάμεως τῆς Γερουσίας ἤθελεν ἐπέλθει, ἀλλὰ τοὐναντίον, παρὰ τὰ καθεστῶτα, παρὰ τὴν θέλησιν ἡμῶν, θέλει ἐπέλθει τόνωσις καὶ ἐνίσχυσις τῆς Γερουσίας, ὥστε νὰ ἀποκτήσῃ αὕτη καὶ πολιτικὴν καὶ νομοθετικὴν δύναμιν. Θὰ παρακαλέσω ὅλους τοὺς κυρίους συναδέλφους τοὺς ἕνεκα λόγων καὶ βλέψεων ἐκ διαμέτρου ἀντιθέτων συμφωνοῦντας εἰς ἀπόκρουσιν τοῦ συστήματος τῆς ἑνώσεως τῶν δύο Σωμάτων νὰ συμφωνήσουν μεταξὺ αὐτῶν, διότι ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι εὑρίσκομαι ἐν ἀδυναμίᾳ νὰ ἀπαντήσω καὶ εἰς τοὺς μὲν καὶ εἰς τοὺς δέ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀντιλαμβάνομαι ἐγὼ εἶναι τοῦτο· ὅτι ἐν τῇ ἑνώσει τῶν δύο Σωμάτων θὰ λύωνται τὰ ζητήματα διὰ τοῦ παράγοντος τοῦ κυριάρχου, τῆς σκέψεως τῆς ὀρθῆς. Ἂν μάλιστα ἐν τῇ προτάσει ἡ ὁποία ὑπεβλήθη ἢ θὰ ὑποβληθῇ, ἀνεξαρτήτως ἐκείνης τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων καὶ ἀνεξαρτήτως ἐκείνης τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, περιληφθῇ ὁ ὅρος τῆς μυστικῆς ψηφοφορίας πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἐννοίας τοῦ ὅλου συστήματος, ὥστε κατὰ τὴν συνεργασίαν ταύτην Βουλῆς καὶ Γερουσίας εἰς τὴν τελικὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν θὰ ὑπάρχῃ ἡ διαφωνία καὶ μετὰ τὴν ἐπεξεργασίαν τοῦ νομοθετήματος παρὰ Μικτῆς Ἐπιτροπῆς, ληφθῇ, λέγω, πρόνοια ὥστε νὰ ἀποφαίνηται μυστικῶς ἡ συνέλευσις, διὰ τοῦ τρόπου τούτου θὰ καλυφθῇ ἡ ἐκτεθειμένη, τρόπον τινά, ὑπόληψις ἑκατέρου τῶν δύο Σωμάτων· διότι ἀνθρωπίνη ἀδυναμία εἶναι αὐτὴ καὶ πρέπει νὰ τὴν ἀναγνωρίσωμεν ὅλοι, ὅτι ἐν τῇ ὑποστηρίξει γνώμης τινὸς τυγχάνει ἐκτεθειμένη ἡ ὑπόληψις τοῦ Σώματος καὶ τῶν ἀποτελούντων αὐτὸ μελῶν. Ὁ τρόπος δὲ τῆς διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας ἀποφάσεως καὶ ἡ οὕτως ἐπιτυγχανομένη τελικὴ ψῆφος τοῦ κοινοῦ Σώματος θὰ καλύψῃ τὴν ἐκτεθειμένην προσωπικὴν φιλοτιμίαν τῶν ἀποτελούντων ἑκάτερον τῶν Σωμάτων. Θὰ ἠδύνατο δὲ τότε μετὰ πάσης ἀσφαλείας νὰ προΐδῃ τις καὶ νὰ προείπῃ ὅτι κατὰ τὴν τελικὴν ἀπόφασιν δὲν θὰ ἐπικρατήσῃ τὸ στοιχεῖον τοῦ ἀριθμοῦ, ἤτοι ὑπεροχὴ τοῦ παράγοντος τούτου διὰ τοῦ Σώματος τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἡ ὀρθὴ σκέψις, ἡ ὑπαγόρευσις τῆς συνειδήσεως, ἀσχέτως πρὸς πᾶσαν πολιτικὴν ἀντίληψιν καὶ πρὸς πᾶν πολιτικὸν συμφέρον. Ὁμολογῶ ὅμως, κύριοι, ὅτι καὶ εἰς ἐμὲ μερικαὶ ἐκ τῶν ἀντιρρήσεων αἱ ὁποῖαι ἠκούσθησαν παρήγαγον ἱκανὴν ἐντύπωσιν καὶ τὰς ἐθεώρησα καὶ τὰς θεωρῶ ἀξίας πολλῆς προσοχῆς. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἀντίρρησις ἡ ὁποία ἐμφανίζει ἕνα μειονέκτημα ἰδιαίτερον τοῦ συστήματος τούτου, ἡ ἀντίρρησις ἡ προβλέπουσα ὅτι ἐμφανιζομένων πολλῶν περιπτώσεων διαφωνίας μεταξὺ τῶν δύο Σωμάτων πολλαὶ θὰ εἶναι καὶ συχναί, συχνόταται καὶ αἱ περιπτώσεις τῆς συγκεντρώσεως τῶν δύο Σωμάτων ἐπὶ τὸ αὐτό, ἵνα ἀπὸ κοινοῦ συσκεφθῶσι καὶ ἀποφασίσωσι. Τὸ γεγονὸς δὲ τοῦτο τῆς συχνῆς συγκεντρώσεως, ἐπαναλαμβανόμενον θέλει ἀπαμβλύνει τὴν ἐντύπωσιν καὶ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ λαοῦ πρὸς τὸ μεγαλεῖον μιᾶς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, ἣν θὰ ἀποτελοῦν τὰ δύο Σώματα ἡνωμένα ἐπὶ τὸ αὐτό. Θὰ ἐκπέσῃ δὲ σὺν τῷ χρόνῳ τὸ κῦρος καὶ ἡ ἐπιβολὴ τὴν ὁποίαν παράγει, καὶ πρέπει νὰ παράγῃ, ἡ ἕνωσις τῶν δύο Σωμάτων ὡς Ἐθνοσυνέλευσις εἰς τὰς μεγαλυτέρας ἐθνικὰς περιπτώσεις οἷαι εἶναι ἡ ἐκλογὴ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, ἡ τροποποίησις τοῦ Καταστατικοῦ ἡμῶν Χάρτου καὶ ἄλλαι. Ἂν τὸ πρᾶγμα οὕτως εἶχε, κύριοι, ἂν ὑπῆρχε φόβος τοιοῦτος, βεβαίως θὰ ἤμην πάρα πολὺ ἐφεκτικὸς ἵνα προτείνω σύστημα τοιοῦτον πρὸς ἄρσιν τῶν διαφωνιῶν. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ πιστεύω—διότι μέχρι πίστεως φθάνω—καὶ ὄχι μόνον μέχρις ἐλπίδος—ὅτι ὁ κίνδυνος οὗτος δὲν θὰ παρουσιασθῇ. Τὸ μέσον διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἀποτραπῇ ὁ κίνδυνος οὗτος, τῆς συχνῆς ἐπαναλήψεως τῆς συγκεντρώσεως τῶν δύο Σωμάτων διὰ τὴν ἄσκησιν τῶν νομοθετικῶν αὐτῶν ἔργων, εἶναι αὐτὸ τοῦτο τὸ σύστημα τῆς ἑνώσεως τῶν δύο Σωμάτων ὡς μέσον σοφώτατον καὶ τελεσφόρον, τὸ συμπεπληρωμένον ὅμως, καθὰ ὑπεδείχθη παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τῶν μικτῶν Ἐπιτροπῶν. Ἐπιτροπαὶ ἀποτελούμεναι, εἰς περιπτώσεις διαφωνίας, ἀπὸ γερουσιαστὰς καὶ βουλευτὰς καί, φυσικά, Ἐπιτροπαὶ ἀποτελούμεναι ἀπὸ τὰ σοφώτερα, ἀπὸ τὰ ἱκανώτερα, ἀπὸ τὰ μᾶλλον πεπειραμένα καὶ τὰ μᾶλλον πρὸς τὸ νομοθετεῖν ἐπαρκῆ μέλη τῶν δύο Βουλῶν. Ἐπιτροπαὶ τοιαῦται, ἐργαζόμεναι καὶ συζητοῦσαι οὐχὶ ἀπὸ βήματος βουλευτικοῦ, οὐχὶ ὑπὸ τὰς ὄψεις καὶ ὑπὸ τὰς ἀκοὰς τοῦ λαοῦ, οὐχὶ ὑπὸ τὴν ἀκρόασιν τῆς δημοσιογραφίας, ἀλλὰ καθ’ ὃν τρόπον ἐργάζονται ὅλαι αἱ Ἐπιτροπαί, θὰ ἀποβοῦν τὸ τελεσφορώτερον ὄργανον καὶ ὁ κύριος συντελεστὴς διὰ τὴν ἄρσιν τῆς διαφωνίας, ἐπιτυγχανομένης ὄχι δι’ ὑποχωρήσεων, ἀλλὰ διὰ πραγματικῆς διαφωτίσεως τοῦ ἀντικειμένου τῆς συσκέψεως, ὥστε νὰ ἐπικρατήσουν αἱ ὀρθαὶ ἀποφάσεις. Καὶ ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἐργάζωνται αἱ μικταὶ Ἐπιτροπαὶ παρέχει πᾶσαν ἐγγύησιν καὶ πᾶσαν ἀσφάλειαν ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ καταλήξωσιν εἰς κοινὰς ἀποφάσεις καὶ ὅτι αἱ ἀποφάσεις των αὐταὶ θὰ εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὰς ὑπαγορεύσεις τῶν περιστάσεων καὶ ἀνταποκρινόμεναι εἰς τὴν ἀνάγκην διὰ τὴν ὁποίαν λαμβάνονται. Ἔχομεν δὲ καὶ δεδομένα νὰ πιστεύωμεν, κύριοι, ὅτι τὸ ἔργον τῶν μικτῶν Ἐπιτροπῶν εἶναι οὐσιῶδες συμπλήρωμα τοῦ συστήματος τῆς ἑνώσεως τῶν δύο Σωμάτων διὰ τὴν ἄρσιν τῶν διαφωνιῶν. Ὅσον καὶ ἂν φαίνεται τὸ θέμα τοῦτο εὐτελὲς καὶ οὐχὶ ἄξιον συνταγματικῆς καθιερώσεως, συμβαίνει ὅμως τὸ ἐναντίον. Τὸ ἔργον τῶν Ἐπιτροπῶν εἶναι μέγα, κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν, καὶ δύναται νὰ ἀγάγῃ εἰς συνάντησιν γνωμῶν καὶ πεποιθήσεων τὰ δύο Σώματα, παρὰ τῶν ὁποίων ἀβιάστως τότε θὰ προέρχηται μία κοινὴ γνώμη, ἡ τελική. Ἔχομεν δεδομένα ὅτι τὸ ἔργον αὐτῶν δὲν εἶναι μηδαμινόν, δὲν εἶναι ἀνάξιον προσοχῆς, ἀλλ’ ὅτι ἀποτελεῖ τὴν ἀσφαλεστέραν ὁδὸν ἡ ἐργασία τῶν Ἐπιτροπῶν πρὸς τὴν κοινὴν ἀποδοχὴν τῶν προτάσεων αὐτῶν παρὰ τῶν δύο Σωμάτων. Ἡ ἱστορία τῶν τοιούτων μικτῶν Ἐπιτροπῶν καὶ ἀλλαχοῦ ὅπου ἐφηρμόσθη μαρτυρεῖ περὶ τούτου. Καὶ θὰ ἠρκούμην, ὡς πρὸς τοῦτο, κύριοι, ἵνα μὴ μακρηγορήσω, νὰ ἀναφέρω ἓν καὶ μόνον παράδειγμα ἐκ τῆς συγχρόνου ἱστορίας τῆς Γαλλίας, ἐκ τοῦ ὁποίου ὀφείλομεν νὰ πεισθῶμεν ὅτι σημαντικώτατον καὶ σοβαρώτατον εἶναι τὸ ἔργον τῶν μικτῶν Ἐπιτροπῶν. Ἀναφέρω ἓν καὶ μόνον παράδειγμα, διότι τὸ ἀντλῶ ἐκ τῆς συγχρόνου ἱστορίας τῆς Γαλλίας καὶ διότι ἐν τῇ ἐξιστορήσει τοῦ παραδείγματος τούτου θέλετε ἀνεύρει καὶ τὰ αἴτια τῆς ἐν τῷ παγκοσμίῳ πολέμῳ ἐπικρατήσεως τῆς Γαλλίας κατὰ τῶν ἐχθρῶν αὐτῆς. Ἄλλη ἦτο ἡ θητεία ἡ στρατιωτικὴ ἐν Γαλλίᾳ μέχρι τοῦ 1889 καὶ τῷ 1889 ἐνομοθετήθη ἡ θητεία ἡ τριετής. Τὸ θέμα τοῦτο ἦτο εἰς ἄκρον ἐπίμαχον, ἠμφισβητήθη μεταξὺ τῶν δύο Σωμάτων τῶν Νομοθετικῶν, τοῦ πρώτου ἐμφορουμένου ἀπὸ τάσεις καὶ ροπὰς ἐξόχως λαϊκάς, τοῦ δὲ ἑτέρου, τῆς Γερουσίας, ἐμφορουμένου ἀπὸ τὴν ψυχικὴν διάθεσιν καὶ τὴν συναίσθησιν τῆς ἀνάγκης τῆς κατοχυρώσεως τῆς Γαλλίας ἀπέναντι τῶν ἐχθρῶν αὐτῆς, διὰ τῆς δημιουργίας ὀργάνου πολεμικοῦ, τὸ ὁποῖον ἐν ἀνάγκῃ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸν ἐχθρὸν καὶ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν νίκην εἰς τὴν Γαλλίαν. Ἡ θητεία ἡ διετὴς ἡ μέχρι τότε ἰσχύουσα δὲν ἐκρίνετο ἐπαρκὴς κατὰ τὰς ὑποδείξεις τῶν ἐξεχόντων στρατιωτικῶν παραγόντων καὶ ὑπεδεικνύετο ὡς ἀνάγκη ἐθνικὴ ἡ καθιέρωσις τῆς τριετοῦς. Ἡ Βουλὴ σύσσωμος σχεδὸν ἀπέκρουε τὴν τριετῆ θητείαν, ἐνῷ σύσσωμος ἡ Γερουσία ἐκηρύχθη ὑπὲρ αὐτῆς, καίτοι τὸ μέτρον ἦτο ἥκιστα δημοφιλές. Ἡ διαφωνία ἦτο σχεδὸν ἀδιάλυτος καὶ ἡ ῥῆξις μεταξὺ τῶν δύο Σωμάτων τοιαύτη, ὥστε οὐδὲν καλὸν νὰ προμηνύηται καὶ δι’ αὐτὸ ἀκόμη τὸ πολίτευμα τὸ δημοκρατικόν. Καὶ μέσα εἰς τὴν ριζικὴν καὶ ἀσυμβίβαστον διαφωνίαν ταύτην ἐξελέγη ἡ μεγάλη μικτὴ Ἐπιτροπὴ ἐκ γερουσιαστῶν καὶ βουλευτῶν, ἡ ὁποία εἰργάσθη μετὰ τοῦ προσήκοντος ζήλου καὶ ἡ ὁποία ἐν καιρῷ παρουσίασεν εἰς τὰ δύο Σώματα τὸ πόρισμα τῆς ἐργασίας αὐτῆς, τὸ ὁποῖον κατέληγεν εἰς σύστασιν πρὸς ψήφισιν τῆς τριετοῦς θητείας. Ἡ Βουλὴ ἡ Γαλλικὴ τιμῶσα ἑαυτήν, τιμῶσα τὴν ἐθνικὴν ἀποστολὴν αὐτῆς, ἐξασφαλίζουσα τὴν ἐθνικὴν ἄμυναν καὶ ὕπαρξιν ἐκάμφθη ἀπέναντι τῆς σοφῆς γνώμης τῆς Ἐπιτροπῆς. Καὶ ἐνῷ ἐν ὁλοψηφίᾳ σχεδὸν ἀπέκρουε πρὶν τὸ μέτρον τοῦτο, ἐν ὁλοψηφίᾳ σχεδὸν ἀπεδέχθη τὴν πρότασιν τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ καθιέρωσε τὴν τριετῆ θητείαν καὶ αὕτη. Ποῖα εἶναι σήμερον τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐκ τοιούτου νόμου ὀργανώσεως τοῦ Γαλλικοῦ Στρατοῦ εἶναι γνωστὰ εἰς πάντας ὑμᾶς καὶ ἀποβαίνει ὅλως περιττὸν νὰ ἐξάρω τὰ ἀποτελέσματα τοῦ σοφοῦ νόμου, ἔργου τῶν δύο Νομοθετικῶν Σωμάτων, ἀλλὰ κυρίως ἔργου μιᾶς μικτῆς Ἐπιτροπῆς. Ἰδοὺ λοιπὸν πῶς ἐξυπηρετήθη τὸ μέγα ἐθνικὸν συμφέρον ἐν Γαλλίᾳ, εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν τοιαύτη ριζικὴ καὶ ἐπὶ σπουδαιοτάτου θέματος διαφωνία ἐχώρισεν ἐπί τινα χρόνον τὰ δύο Νομοθετικὰ Σώματα. Μία Ἐπιτροπὴ ἐν τῇ ἀφανείᾳ ἐργαζομένη, ἔχουσα ἐν ἑαυτῇ τὰ πλεονεκτήματα τῆς πείρας καὶ τῆς ὀρθοφροσύνης τῆς πολιτικῆς, κατώρθωσε τὸ μέγα αὐτὸ χάσμα, τὸ ὁποῖον ἐχώριζε τὰ δύο Σώματα, νὰ τὸ γεφυρώσῃ, ὥστε νὰ ἐπέλθῃ ἡ συνάντησις καὶ ἡ ὁμοφωνία τῶν δύο Σωμάτων ἐν ζητήματι συνδεομένῳ πρὸς τὸ κυβερνητικὸν πρόγραμμα, ἀλλὰ καὶ μὲ αὐτὴν τὴν ὑπόστασιν τοῦ Ἔθνους, τῷ ζητήματι τῆς τριετοῦς θητείας. Τελειώνων, κύριοι, καὶ ἀπαντῶν εἰς μίαν τελευταίαν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. συναδέλφου καὶ φίλου μου ἐκ Λέσβου ὀφείλω, διὰ νὰ διασκεδάσω τὸν φόβον τὸν ὁποῖον ἔχει, νὰ προσθέσω ὅτι ἡ ἐν τῇ ἑνώσει τῶν δύο Σωμάτων γενησομένη μάχη—καὶ ὡς μάχην χαρακτηρίζει τὴν συζήτησιν τὴν ἐν κοινῷ, ὡς ἂν ἐξ ἐχθρικῶν διαθέσεων πρὸς ἄλληλα ἐμφορῶνται τὰ δύο Νομοθετικὰ Σώματα—δὲν θὰ ἔχῃ τὰ ἀποτελέσματα οἷα φοβεῖται ὁ κ. συνάδελφος. Ἐγὼ δὲν τὴν ὀνομάζω μάχην· ἀλλὰ καὶ μάχη ἂν εἶναι, διατί ἆρά γε, καὶ ἂν κατ’ αὐτὴν ἤθελεν ἐπέλθει ἧττα τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος, τῆς Γερουσίας, διατρέχει κίνδυνον ἡ Γερουσία νὰ ὑποστῇ ἔκπτωσιν τοῦ κύρους καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας αὐτῆς καὶ δὲν διατρέχει κίνδυνον τοιοῦτον, ὅταν κατ’ ἰδίαν ἐργαζομένη ἀποφαίνηται ἀντιθέτως καὶ βλέπῃ τὴν ἀντίθετον ἀπόφασίν της ἀπορριπτομένην ἀπὸ τὴν Βουλήν; Καὶ διὰ νὰ ὁμιλήσω στρατιωτικῶς, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ μάχης, ὅταν ἔχωμεν μάχην ἐξ ἀποστάσεως, ἐξ ἀποστάσεως χιλίων μέτρων λ.χ. καὶ ὄχι μάχην ἐκ τοῦ συστάδην, διατί ἆρά γε ἔκπτωσις τοῦ κύρους καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ ἡττωμένου στρατεύματος δὲν ἐπέρχεται καὶ κατὰ τὴν περίπτωσιν αὐτὴν τῆς ἐξ ἀποστάσεως μάχης; Ἀλλὰ δὲν φοροῦμαι ὅτι ἔχει νὰ ὑποστῇ τοιαύτην ἔκπτωσιν, δὲν ἔχει μάλιστα τὸν κίνδυνον νὰ ὑποστῇ οὐδεμίαν ἔκπτωσιν καὶ οὐδεμίαν ζημίαν καὶ οὐδὲν νὰ ἀποβάλῃ ἐκ τοῦ κύρους καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας αὐτῆς ἡ Γερουσία. Καὶ διὰ νὰ πείσω τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Παπανδρέου, θὰ ἠρώτων καὶ αὐτὸν καὶ ὑμᾶς· ὑφίσταται ἆρά γε μείωσιν τῆς ἀξιοπρεπείας, τοῦ κύρους της, ἀποβάλλει τι ἀπὸ τὴν δύναμίν της ἡ Ἀντιπολίτευσις, καὶ προσωπικῶς οἱ συνεργαζόμενοι μετὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅταν ἐν κοινῷ, ἐν τῇ Βουλῇ, συνεργαζόμενοι μετὰ τῆς Συμπολιτεύσεως ἐπὶ ἐδάφους πολιτικοῦ ἢ νομοθετικοῦ, ἡττᾶται ὡς Ἀντιπολίτευσις ἀπὸ τὸ πλειονοψηφοῦν κόμμα; Ἀποχωρεῖ ἆρά γε συντετριμένη ἐκ τοῦ Βουλευτηρίου, φεύγει μὲ μειωμένον τὸ ἠθικόν, μὲ μειωμένον τὸ κῦρος αὐτῆς ἀπὸ τὴν αἴθουσαν τοῦ Βουλευτηρίου; Καὶ ὅταν ἡττηθῇ ὄχι μὲ δύο ἢ τρεῖς ψήφους, ἀλλὰ διὰ πλειονοψηφίας δεκάδων ὅλων ψήφων; Οὐδὲν οὐδὲ μόριον τοῦ κύρους καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας της ἀπέβαλέ ποτε ἡ Ἀντιπολίτευσις εἰς τοιαύτας περιστάσεις, οὐδὲν δὲ θὰ ἀποβάλῃ καὶ ἡ Γερουσία εἴτε θὰ ὑφίσταται τὴν ἧτταν ἐν κοινῇ συνεργασίᾳ μετὰ τῆς Βουλῆς εἴτε κατ’ ἰδίαν ἐργαζομένη. Ἀλλ’ οὐδὲ σύγχυσις εὐθυνῶν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ οἵαν φοβεῖται ὁ κ. συνάδελφος ἢ τοὐλάχιστον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ παράγηται τοιαύτη, ὅταν τῶν δύο Σωμάτων αἱ ἀντιλήψεις, κεχωρισμένως δρώντων καὶ ἀποφασιζόντων, θὰ ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ χωρίζωνται εἰς δύο διακεκριμένας σαφῶς ἀπόψεις, τόσον διὰ τὴν ὁλότητα τῶν μελῶν τῆς Γερουσίας, ὅσον καὶ διὰ τὴν ὁλότητα τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ τοῦτο ἀποβαίνει ἀδύνατον καὶ ἀπίθανον. Ὥστε σύγχυσις εὐθυνῶν ὑπάρχει πάντοτε. Ἂν ἡ Γερουσία ἐξέφερε μίαν γνώμην, φέρει ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην τῆς γνώμης της ταύτης· ἂν ἡ Βουλὴ ἐξήνεγκεν ἀντίθετον γνώμην κατ’ ἰδίαν ἐργαζομένη, φέρει ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην τῆς γνώμης της. Τί δὲ θὰ προκύψῃ ἐκ τῆς ἑνώσεως ὡς πρὸς τὰς εὐθύνας μαρτυρεῖται ἑκάστοτε ἐκ τῶν πρακτικῶν τῆς κοινῆς συνεδριάσεως. Ὥστε ἀποχωρίζονται αἱ εὐθῦναι ὥστε δὲν ὑπάρχει κανένας κίνδυνος συνταυτίσεως καὶ συγχύσεως εὐθυνῶν, ἣν φοβεῖται ὁ κ. συνάδελφος. Καταλήγω, κύριοι, βεβαιῶν ὑμᾶς ὅτι, μολονότι ἀπροκαταλήπτως, ὡς πιστεύω, ἐν τῇ συνειδήσει μου ἐξήτασα τὸ πρᾶγμα, δὲν ἠδυνήθην νὰ μεταβάλω γνώμην. Καὶ ἀπὸ τὸ προσχέδιον τὸ ὁποῖον προτείνει ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων συζητήσεων ἐπερρώσθη ἐν ἐμοὶ ἡ πεποίθησις ὅτι τὸ ἄριστον σύστημα διὰ τοῦ ὁποίου εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἄρσιν τῶν διαφωνιῶν εἶναι τὸ σύστημα τῆς καταρτίσεως μικτῶν Ἐπιτροπῶν καὶ τὸ σύστημα τῆς συνεργασίας ἐν κοινῷ Βουλῆς καὶ Γερουσίας. Τότε μόνον καὶ ὑπὸ τοὺς ὅρους τούτους ἡ Γερουσία, εἰς τὴν ὁποίαν ἀποβλέπομεν μετὰ χρηστῶν ἐλπίδων πάντες, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποβῇ συντελεστὴς τῆς προόδου τῆς Χώρας ἡμῶν, ἀποβαίνουσα ἰσχυρὸν ὄργανον ἀναπτύξεως καὶ ἀρτιώσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ παράγων οὐσιώδης καὶ ἀπαραίτητος, ἴσως δὲ καὶ μοναδικός, ὅστις θὰ κάμῃ ὥστε νὰ ἐκλείψῃ εἰς τὸ μέλλον αὐτὴ ἡ ἀνατροπὴ τῶν ὅρων τοῦ κοινοβουλευτικοῦ βίου παρ’ ἡμῖν καὶ νὰ ἀποκτήσωμεν πραγματικῶς καὶ οὐσιαστικῶς εἱλικρινές, βέβαιον, ἀσφαλὲς καὶ ἀσάλευτον κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, τῆς μὲν Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας περιοριζομένης εἰς τὰ ἔργα αὑτῆς, τῆς δὲ Νομοθετικῆς Ἐξουσίας ἀσκούσης τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ νομοθετεῖν. (Χειροκροτήματα).
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας. Δέχονται οἱ ὑποβαλόντες ταύτην νὰ ψηφίσωμεν μερικὰ νομοσχέδια;
§58Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συνεδριάσεως ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τοῦ τρόπου καὶ τοῦ χρόνου κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ συζητῶνται τὰ νομοσχέδια. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀπεδέχθη τὰς ἀπόψεις μας. Δὲν ἠμποροῦμεν τώρα νὰ ψηφίζωμεν νομοσχέδια μὲ παρόντας 15 πληρεξουσίους.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι μερικὰ τυπικὰ καὶ δύο ἢ τρία τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν τοὺς πρόσφυγας. Ἄν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις...
§60Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ ἔλθωμεν μετὰ τὸ φαγητόν.
§61Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἂν ὑπεβλήθη ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας, νὰ ἴδωμεν ποῖοι τὴν ὑπέβαλον.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη ἐκ μέρους τῶν κ.κ. Ι. Κουνδούρου, Ε. Παυλίδου, Γ. Κιαγιᾶ, Γ. Δουζίνα, Π. Καραπάνου καὶ Γ. Βραχνοῦ.
§63Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τότε νὰ διακόψωμεν δι’ αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ αὕτη αὔριον τῇ 5 μ.μ. (Ὥρα 9 μ.μ.).