1925.02.11
2.774 στίχοι · 21.628 λέξεις · 284 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 145
Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 1925.
Προεδρία Κ. Ρακτιβάν
(Ὥρᾳ 5.30′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, ἀφορμὴν λαβὼν ἐκ τῆς ἀναφορᾶς Ρεθυμνίων, παραπονουμένων διὰ τὴν κατάργησιν τῆς θέσεως τοῦ Νομάρχου, εἶπον ὅτι αὐτὸ συνέβη καὶ διὰ τὸν νομὸν Λασηθίου, ἐνῷ ἡ κατάργησις αὕτη οὐδεμίαν φέρει οἰκονομίαν, διότι δημιουργεῖ ἰσομίσθους Διευθυντὰς Νομαρχίας. Ἤδη ἐγένετο ἑρμηνεία ὅτι δὲν εἶναι ὑποχρεωτικαὶ αἱ ἀποφάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς Οἰκονομιῶν καὶ συνεπῶς ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἐξαρτᾶται ἡ μὴ ἐκτέλεσις μιᾶς ἀστόχου ἀποφάσεως, θιγούσης κεκτημένα δικαιώματα χωρὶς οὐδεμίαν νὰ ἐπιφέρῃ οἰκονομίαν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μὴ ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασιν αὐτήν, νὰ μὴ καταργήσῃ τὴν θέσιν τοῦ Νομάρχου Λασηθίου, καὶ ἂν ἀκόμη πρόκειται νὰ κατέχῃ αὐτὴν ἐπὶ μακρὸν τὸ πρόσωπον ὅπερ τὴν κατέχει, διὰ τὸ ὁποῖον λυποῦμαι μὴ δυνάμενος νὰ συγχαρῶ τὴν Κυβέρνησιν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ ὡς διωρθώθησαν. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: Ἐπιτροπὴ κατοίκων τῆς πόλεως Ἀγρινίου παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως μεριμνήσῃ διὰ τὴν χορήγησιν μηνιαίας συντάξεως εἰς τὴν μόνην ἀπόγονον τῆς οἰκογενείας Βελῆ Κορνηλίαν. —Οἱ κάτοικοι Μπαϊρακτὰρ παρακαλοῦσιν ὅπως τοῖς παραχωρηθῶσι γαῖαι. —Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ὑποβάλλει ὑπόμνημα, δι’ οὗ ζητεῖ τὴν ἀπάλειψιν τῆς εʹ παραγράφου τοῦ 2 ἄρθρου τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3222 ψηφισθέντος νόμου. —Ἐπιτροπὴ κατοίκων Σπερχειάδος παραπονεῖται ἐναντίον τοῦ ἐκεῖ ἐφοριακοῦ ὑπαλλήλου διὰ τὴν μὴ δικαίαν καὶ ἀκριβῆ ἐγγραφήν των εἰς τοὺς φορολογικοὺς καταλόγους καὶ παρακαλεῖ ὅπως ἀποσταλῇ ἐνήμερος οἰκονομικὸς ὑπάλληλος. —Ὁ Σύνδεσμος τῶν κτηματιῶν Θεσσαλονίκης διαμαρτύρεται διὰ τὴν βραδύτητα τῆς τροποποιήσεως τοῦ ἐνοικιοστασίου. —Τὸ Σωματεῖον ἀλληλεγγύης τῶν ἐνοικιαστῶν παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἄρῃ τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἀπαλλοτριώσεως τοῦ ἐκ 1800 στρεμμάτων γηπέδου παρὰ τὴν θέσιν «Ἀνάλατος» πρὸς ἀνέγερσιν συνοικισμοῦ τῶν μελῶν τοῦ Σωματείου των. —Ἡ Ὁμοσπονδία τῶν ἐπαγγελματιῶν Κομοτηνῆς παρακαλεῖ ὅπως ἐπέλθῃ φορολογικὴ ἀφομοίωσις τῆς Δ. Θράκης πρὸς τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα, συνάμα δὲ ὅπως χορηγηθῇ τὸ δικαίωμα τῆς τμηματικῆς καταβολῆς τῶν ὀφειλομένων παλαιῶν φόρων. —Ἡ Ἕνωσις τοῦ Ἀγροτικοῦ Συνεταιρισμοῦ Κερκύρας διαμαρτύρεται διὰ τὴν κατάργησιν τῶν σχολείων Καρουσάδων, Ἀργυράδων καὶ Βασιλίτικων. —Ὁ Σύλλογος τῶν φοιτητῶν τῆς Φαρμακευτικῆς Σχολῆς ζητεῖ ὅπως ἀνακληθῶσιν αἱ χορηγηθεῖσαι ἄδειαι ἱδρύσεως φαρμακείων εἰς ἐκείνους οἵτινες δὲν ἤθελον προσαγάγει τεκμήρια ὅτι εἶναι ἐπιστήμονες φαρμακοποιοί. —Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Κ. Γκότσης καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας κ. Ι. Βαλαλᾶς ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου «περὶ συστάσεως εἰδικῶν Ταμείων κοινωφελῶν ἔργων Κολινδροῦ καὶ Λιτοχωρίου». —Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Κ. Γκότσης ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ συστάσεως εἰδικοῦ Ταμείου Τελωνειακῶν ἐγκαταστάσεων». —Ἡ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἀσφαλείας κεντρικῆς καὶ τοπικῆς Διοικήσεως Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγγραφῆς πιστώσεως εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1924–25 δραχμῶν 940,000 πρὸς ἀποπεράτωσιν τοῦ ἐν Καϊλαρίοις ἡμιτελοῦς Διοικητηρίου». Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἐπερωτήσεων.
§4Β. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅλαι αἱ ἐγγεγραμμέναι ἐπερωτήσεις ἀντιστάσεως μὴ οὔσης ἐν μιᾷ νυκτὶ διεγράφησαν, διότι ἀπουσίαζον οἱ κύριοι πληρεξούσιοι.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς τῆς Συνελεύσεως λέγει ὅτι ἂν δὲν ἐμφανίζεται ὁ ἐπερωτῶν θεωρεῖται παρῃτημένος καὶ διαγράφεται, ἂν δὲ θέλῃ νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐπερώτησις, πρέπει νὰ τὸ ζητήσῃ. Ἐγώ, ὅταν ἐκδηλοῦται ἐπιθυμία ἀναβολῆς, τὴν δέχομαι.
§6Β. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἦσαν πέρα τῶν δέκα πληρεξουσίων ὅταν διεγράφησαν. Δὲν ἦτο ἡ Συνέλευσις ἐν ἀπαρτίᾳ.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔπρεπε νὰ φέρητε ἔνστασιν.
§8Β. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅταν ἀπουσιάζουν οἱ Ὑπουργοί, τί λέγει ὁ Κανονισμός;
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι δικαίωμα τοῦ πληρεξουσίου, ἂν θέλῃ, νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἐπερώτησιν.
§10Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶχον μίαν ἐπερώτησιν ἐπὶ τρεῖς μῆνας καὶ διεγράφη.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χαβίνης.
§12Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἀπόντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀναβληθῇ τότε. Ὁ κ. Φραγκούδης ἐπερωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν «διατί δὲν ὑπεβλήθη ἀκόμη ἡ ἔκθεσις διὰ τὸ δυστύχημα τοῦ ναυαγήσαντος πλοίου «Ἀλέξανδρος Ζ».
§14Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Ἡ ἐπερώτησις ἀφορᾷ τὰς εὐθύνας τῆς καταστροφῆς τοῦ «Ἀλεξάνδρου Ζ», ἡ ὁποία ἔγινεν αἰτία 350 παιδιὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ναυτικοῦ νὰ καταποντισθοῦν μίαν ἡμέραν τραγικῶς. Αὐτὸ συνέβη πρὸ δύο περίπου ἐτῶν καὶ ἡ ἐπερώτησίς μου ἔγινεν ἀμέσως μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς Συνελεύσεως, διότι αἱ ἐφημερίδες ἀναγράφουν ὅτι προσπαθοῦν νὰ καλυφθοῦν οἱ ἔνοχοι. Ὑπάρχουν βεβαίως, κύριοι, ἔνοχοι, ἐπικρίνοντες δὲ τὰ γενόμενα προλαμβάνομεν τὰ δυνάμενα νὰ συμβῶσιν. Ἐγράφη ὅτι τὸ πλοῖον αὐτὸ δὲν ἔπρεπε νὰ μεταφέρῃ τόσον πολλοὺς ναύτας, ὅτι ὑπῆρχον κανονισμοὶ οἱ ὁποῖοι ἐπέβαλλον ὡρισμένας ὑποχρεώσεις πρὸς μεταφορὰν τῶν ναυτῶν καὶ ὅτι αὐτοὶ δὲν ἐτηρήθησαν. Τὴν ἐπερώτησιν τὴν ἔκαμον ὅτι δὲν κατετίθετο τὸ πόρισμα καὶ σήμερον μανθάνω ὅτι ἡ ἔκθεσις κατετέθη, ὅτι οἱ ὑπεύθυνοι παρεπέμφθησαν εἰς τὸ Ναυτικὸν Συμβούλιον καὶ ἠθωώθησαν. Δὲν ἔχω νὰ εἴπω κατόπιν αὐτοῦ τίποτε παρὰ μόνον μνημόσυνον νὰ κάμω εἰς τοὺς 350 πνιγέντας, διότι ζῶμεν εἰς τὸ Κράτος τῶν ἀνευθύνων. Εἶναι τὸ μόνον Κράτος ὅπου σκοτώνονται οἱ ἄνθρωποι καὶ κανεὶς ὑπαίτιος δὲν εὑρίσκεται. Εἶναι τὸ πρᾶγμα πρωτάκουστον, ἀλλ’ εἶναι πεπρωμένον οἱ ἀτυχεῖς Ἕλληνες νὰ ὑφίστανται αὐτὰ ἀπὸ τὸ Κράτος. Συγκινούμεθα τὴν μίαν ἡμέραν καὶ τὴν ἄλλην καλύπτομεν τὰ πράγματα καὶ κοιμώμεθα ἐπὶ τῶν δακρύων μας καὶ οὕτω τὰ ἴδια πράγματα πάλιν ἐπαναλαμβάνονται. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ μοῦ συνιστᾷ ἕνας συνάδελφος ὅτι τὰ θύματα δὲν λαμβάνουν τὴν ἀποζημίωσιν.
§15Α. ΜΙΑΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Καὶ σύνταξιν καὶ ἀποζημίωσιν λαμβάνουν.
§16Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Δὲν γνωρίζω. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἂν συνέβαινε χθές, ἡ Βουλὴ θὰ ἦτο ἀνάστατος σήμερον καὶ θὰ ἤθελε νὰ κρεμάσωμεν τοὺς αἰτίους. Ἐπειδὴ ὅμως παρῆλθεν ἓν ἔτος, δὲν ὑπάρχει....
§17Α. ΜΙΑΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀναμιχθῶ εἰς ὑπόθεσιν ἡ ὁποία ἔχει λήξει.
§18Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Ὄχι. Τὴν ὑπέβαλα ἐγὼ ἀπὸ πέρυσιν, ἀλλ’ ἕως ὅτου ἔλθῃ ἡ σειρά της....
§19Α. ΜΙΑΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Σᾶς λέγω καὶ πάλιν ὅτι ἡ ὑπόθεσις ἔληξε. Παρεπέμφθησαν οἱ ὑπαίτιοι εἰς Ναυτικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον τοὺς ἀπήλλαξε.
§20Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Αἰωνία τους ἡ μνήμη.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Θ. Χαβίνης, Κ. Ρέντης, Κ. Φίλανδρος καὶ Α. Μπακάλμπασης ἐπερωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν «διατί μέχρι σήμερον δὲν ἀνεχώρησαν οἱ ὑπὸ ἀνταλλαγὴν Μουσουλμάνοι τῆς Τσαμουριᾶς Ἠπείρου λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι χιλιάδες προσφύγων ἀφιχθέντων εἰς Ἤπειρον εὑρίσκονται εἰς τὸ ὕπαιθρον δυστυχῶς ἄστεγοι». Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Χαβίνης.
§22Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ὅταν πρὸ 2–3 μηνῶν, κύριοι συνάδελφοι, συνεζητήθη ἡ αὐτὴ ἐπερώτησις, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Συνέλευσιν τὴν γνώμην μου ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαχείρισιν τοῦ ζητήματος τῆς μὴ ἀναχωρήσεως τῶν ἀνταλλαξίμων Μουσουλμάνων ἀπὸ τὴν Τσαμουριὰν τῆς Ἠπείρου. Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, γενικευθείσης τῆς συζητήσεως, ἐζήτησεν ὅπως διακοπῇ ἡ συζήτησις ἵνα προσκομίσῃ τὸν φάκελον. Δυστυχῶς ὅμως παρενεβλήθησαν ἄλλαι ἐπερωτήσεις ἐν τῷ μεταξὺ καὶ οὕτω δὲν συνεζητήθη τὸ ζήτημα μέχρι σήμερον. Δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω παρὰ ἐλάχιστα, ἵνα ἐν περιλήψει εἴπω ὅ,τι εἶπον εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου ἐκείνην. Ὡς γνωστόν, συμφώνως πρὸς τὴν Συνθήκην τῆς Ἀνταλλαγῆς ἡ Μικτὴ Ἐπιτροπὴ κατήρτισεν ὑποεπιτροπὴν καὶ ἀπέστειλεν αὐτὴν εἰς Τσαμουριὰν ὅπως ἐξετάσῃ τὴν ἐπιθυμίαν τῶν Τούρκων κατοίκων, ἂν ἐπιθυμοῦσι νὰ ἀναχωρήσουν ἐξ Ἑλλάδος. Κατὰ τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ἔχω τὰ 95% καὶ πλέον ἐκ τῶν Τούρκων ἐδήλωσαν ὅτι ἐπιθυμοῦν νὰ ἀναχωρήσουν ἐκ τῆς Ἑλλάδος. Δυστυχῶς, ἀντὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ τὰ μέτρα τὰ κατάλληλα πρὸς ταχυτέραν ἀναχώρησιν αὐτῶν, οὐδὲν μέτρον ἔλαβεν. Ἔμεινε καὶ πάλιν ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα τοῦτο, ὁ δὲ τότε Πρωθυπουργὸς τῆς Ἀλβανίας Φανόλι ἔφερε τοῦτο ἐνώπιον τῆς Διασκέψεως τῆς Γενεύης, ὅπου, ὡς γνωστόν, ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἐπιτυχιῶν, εἶχε μεγίστην ἐπιτυχίαν καὶ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ἡ Ἑλληνικὴ διπλωματία, διότι ὁ Ἕλλην ἀντιπρόσωπος ἐδέχθη τὴν πρότασιν τοῦ Ἀλβανοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὅπως μὴ ἀναχωρήσουν ἐκ τῆς Ἑλλάδος οἱ Τσάμηδες. Καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, οἱ κάτοικοι τῆς Τσαμουριᾶς Τοῦρκοι ἐρωτηθέντες ἂν ἐπιθυμοῦν νὰ ἀναχωρήσουν ἐδήλωσαν κατὰ μεγίστην πλειονοψηφίαν, 75%, ὅτι ἐπιθυμοῦσι νὰ ἀναχωρήσουν καὶ νὰ θεωρηθῶσι συνεπῶς ὡς ἀνταλλάξιμοι.
§23ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. 90%.
§24Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Πληροφορεῖ τὴν Συνέλευσιν ὁ κ. συνάδελφος ὅτι εἶναι 90%. Δυστυχῶς, κύριοι, μέχρι τῆς στιγμῆς οὐδὲν μέτρον βλέπομεν λαμβανόμενον, ὅπως ἐφαρμοσθῇ ἡ Συνθήκη τῆς Ἀνταλλαγῆς. Φοβοῦμαι δὲ μήπως τὸ ζήτημα τῆς ἀνταλλαγῆς μεταβληθῇ εἰς ζήτημα μειονοτήτων· διότι ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὁ Φανόλι τὸ ἔφερεν εἰς τὴν Διάσκεψιν μετεβλήθη εἰς ζήτημα μειονοτήτων. Δὲν γνωρίζω ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶναι σήμερον εἰς θέσιν νὰ δώσῃ τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ζητῶ, νομίζω ὅμως ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη, ὄχι μόνον διότι εἶναι ἐπιθυμία αὐτῶν, καὶ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐκτελέσωμεν τὴν Συνθήκην τῆς Ἀνταλλαγῆς, ἀλλὰ καὶ διότι εἰς τὴν γωνίαν ἐκείνην τῆς Πατρίδος ἡμῶν παρὰ τὰ Ἑλληνοαλβανικὰ σύνορα δὲν πρέπει νὰ ὑφίσταται ἑστία προστριβῶν μετὰ τοῦ ὁμόρου Κράτους, αἵτινες δύνανται νὰ ἔχωσι δυσάρεστα ἀποτελέσματα· ἐπὶ πλέον ἡ ἀναχώρησις τῶν Τσάμηδων θὰ διευκολύνῃ τὴν ἐγκατάστασιν τῶν προσφύγων, διότι ἡ περιφέρεια ἐκείνη δύναται νὰ περιλάβῃ πλέον τῶν 50.000 προσφύγων, οἱ ὁποῖοι μένουν εἰς τὸ ὕπαιθρον ἐλλείψει οἰκημάτων. Ἀναμένω τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας μέχρι τῆς στιγμῆς ἔχει.
§25Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ φάκελος εἶναι ἀληθῶς ὀγκώδης. Σήμερον ἐπελήφθην τῆς μελέτης τοῦ ζητήματος, διότι εἶχα μελετήσει αὐτὸ πρό τινων ἡμερῶν, ἀλλὰ σήμερον ἐμπεριστατωμένως. Εἰς τὴν Λωζάννην, ὅταν ἐγίνετο ἡ Συνθήκη, ἐζητήθη εἰς τοὺς ἀνταλλαξίμους Μουσουλμάνους νὰ μὴ περιληφθοῦν οἱ Ἀλβανοί. Ἐλέχθη τότε καὶ ἐδηλώθη ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐσκοποῦμεν ποσῶς νὰ ἐκδιώξωμεν εἰς τὴν Τουρκίαν τοὺς Ἀλβανοὺς ὡς ἀνταλλαξίμους. Κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1923 ἡ Ἀλβανία κατέφυγεν εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, ἰσχυρισθεῖσα ὅτι αἱ σχέσεις τῆς Ἀλβανίας μετὰ τῆς Ἑλλάδος διατρέχουσι κίνδυνον νὰ διαταραχθοῦν, διότι τάχα ἡ Ἑλλὰς τοὺς Ἀλβανοὺς τὴν συνείδησιν μετατρέπει εἰς Τούρκους καὶ ἐκδιώκει ἀπὸ τὴν Ἤπειρον. Ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν ἐπελήφθη τότε, τὸν Δεκέμβριον 1923, τοῦ ζητήματος. Ἡ Ἀλβανία ἐζήτει τότε νὰ θεωρηθῇ ὡς κριτήριον, ἂν εἶναί τις Ἀλβανὸς ἢ ὄχι, ἡ γλῶσσα. Ἡ ἑλληνικὴ ἀντιπροσωπεία ἀπέκρουσε τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον τῆς Ἀλβανίας. Δὲν δύναται τῳόντι ἡ γλῶσσα νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀπόδειξις τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως. Ἡ ἐθνικὴ συνείδησις εἶναι ἀνεξάρτητος ἀπὸ τὴν γλῶσσαν καὶ εἶναι περιττὸν νὰ φέρῃ τις παραδείγματα, ἅτινα μετεχειρίσθημεν πολλάκις κατὰ τὰς τελευταίας δεκαετηρίδας. Εἰς τὴν Ἑλβετίαν ὅτι ὑπάρχουν Ἑλβετοὶ ὁμιλοῦντες θαυμάσια τὴν γαλλικὴν ἢ τὴν γερμανικὴν γλῶσσαν καὶ δὲν εἶναι Γάλλοι ἢ Γερμανοί, εἶναι Ἑλβετοί. Οἱ Βέλγοι εἶναι Βέλγοι καὶ ὁμιλοῦν γαλλικά. Δὲν ἐγένετο λοιπὸν δεκτὸν τὸ κριτήριον τῆς γλώσσης. Ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν ἀπεφάνθη ὅτι ἡ ὑπάρχουσα Μικτὴ Ἐπιτροπὴ ἡ ἑδρεύουσα ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἀποτελουμένη ἀπὸ τρία οὐδέτερα μέλη καὶ τέσσαρας Ἕλληνας καὶ Τούρκους, ἐντεταλμένη νὰ ἀνεύρῃ τοὺς Ἕλληνας ἀνταλλαξίμους ἐν Τουρκίᾳ, ἵνα τοὺς ἀνταλλάξῃ μὲ Τούρκους τῆς Ἑλλάδος, ἡ ἰδία Ἐπιτροπὴ ὤφειλε νὰ ἀπασχοληθῇ καὶ μὲ τὴν ἐξακρίβωσιν τῆς τουρκικῆς ἰδιότητος ἐκείνων ὧν τυχὸν θὰ ἠμφισβητεῖτο καὶ ἡ ἐθνικὴ συνείδησις. Ἀπορριφθείσης, ὡς εἶπον, τῆς Ἀλβανικῆς προτάσεως, καθ’ ἣν ἡ γλῶσσα θὰ ἔπρεπε νὰ χρησιμεύσῃ ὡς κριτήριον, ἐπελήφθη ἡ Μικτὴ Ἐπιτροπὴ, ἡ γενικῶς ἐπιτετραμμένη τὴν ἀνταλλαγὴν τῶν Τούρκων καὶ Ἑλλήνων. Αὐτὴ ἡ Ἐπιτροπὴ συνέστησε μίαν ὑποεπιτροπήν, ἀποτελουμένην ἀπὸ τὸν κ. Ἔξτραντ, τὸν κ. Μεταξᾶν καὶ ἕνα Τοῦρκον καὶ κατὰ τὴν ἄνοιξιν τοῦ 1924 μεταβάντες ἐπὶ τόπου συνέταξαν ἔκθεσιν δι’ ἧς ἐβεβαίωναν ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς τῶν Ἀλβανῶν ὅτι ἡ Ἑλλὰς προσπαθεῖ νὰ μετατρέψῃ διὰ πιέσεων τοὺς Ἀλβανοὺς εἰς Μουσουλμάνους δὲν ἐφαίνετο ποσῶς ἀποδεδειγμένος. Κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1924 διωρίσθη εἰδικὴ ὑποεπιτροπὴ ἀπὸ τὸν κ. Μπράδλι, ἕνα Ἕλληνα, τὸν κ. Γκιόσκαν, καὶ ἕνα Τοῦρκον διὰ νὰ ἐνεργήσῃ τὴν ἀνταλλαγὴν Ἠπείρου, εἶχε δὲ γίνει δεκτὸν πρότερον ὅτι ἡ καταγωγή, ἡ προέλευσις θὰ ἦτο κριτήριον πρὸς ἐξακρίβωσιν τοῦ ἂν πρόκειται περὶ Μουσουλμάνων ἢ Ἀλβανῶν, δηλαδὴ θὰ ἐλαμβάνετο ὑπ’ ὄψιν ἡ ἐθνικὴ συνείδησις, ἡ ἐθνικὴ βούλησις, ἀλλὰ ἐν ἀμφιβολίᾳ καὶ ἡ προέλευσις, δηλαδὴ ἂν ὁ κριτέος ἢ ὁ πατὴρ αὐτοῦ κατήγετο ἐξ Ἀλβανίας. Ἔλεγα λοιπὸν ὅτι κατὰ Μάϊον τοῦ 1924 κατέστησε μίαν εἰδικὴν ὑποεπιτροπὴν ἡ Μικτὴ Ἐπιτροπὴ ἡ ἑδρεύουσα ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἵνα ἀσχοληθῇ τοπικῶς μὲ τὴν ἀνταλλαγὴν ἐν Ἠπείρῳ, ἀπὸ τὸν κ. Μπράδλι, τὸν κ. Γκιόσκαν καὶ ἕνα Τοῦρκον. Ἀλλὰ κατὰ τὸ θέρος ἐγένοντο νέα παράπονα, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πιέζει τοὺς κατοίκους, ἵνα δηλώσωσι τουρκικὴν συνείδησιν, καὶ ἐπελήφθη ἐκ νέου ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν κατὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1924. Ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν δὲν ἔλαβε τότε καμμίαν ἀπόφασιν, εἶπεν ὅτι τὸ ζήτημα πρέπει νὰ μείνῃ ἐκκρεμὲς μέχρι τῆς προσεχοῦς Συνόδου, ἥτις θὰ συνέπιπτε κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1924, ἐζήτησε δὲ ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν νὰ μὴ προβῇ οὐδέτερον τῶν μερῶν εἰς ἐνέργειαν. Πρὸ τοῦ Δεκεμβρίου ἐγένετο μία ἔκτακτος Σύνοδος εἰς τὰς Βρυξέλλας, κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1924, ἡ ὁποία ἠσχολήθη κυρίως μὲ τὸ ζήτημα τοῦ Μοσοὺλ μεταξὺ Τουρκίας καὶ Ἀγγλίας. Τότε ἡ Ἑλλὰς παρουσιασθεῖσα εἶπεν, ὅτι ναὶ μὲν προηγουμένως ἐζητήθη ἀπὸ αὐτὴν νὰ μὴ προβῇ εἰς καμμίαν πρᾶξιν ἡ ὁποία νὰ παρουσιάζῃ ἕνα fait accompli δυσχεραῖνον τὴν κρίσιν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ἡ ὁποία θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξαχθῇ βραδύτερον, ἀλλ’ ἐν τούτοις ἐζήτησεν ἵνα οἱ 1500 περίπου κάτοικοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον κριθῆ ὡς ἀνταλλάξιμοι καὶ ἦσαν ἕτοιμοι νὰ ἀναχωρήσουν, ἔπρεπε νὰ ἀναχωρήσουν. Ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν ἐδέχθη ὅτι αὐτοὶ πρέπει νὰ φύγουν καὶ ἀνέθεσε τὸ πρᾶγμα εἰς τὰ τρία οὐδέτερα μέλη τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει. Ἔκτοτε ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Μικτὴν Ἐπιτροπὴν νὰ ἐκδώσῃ τὰ διαβατήρια αὐτῶν, διότι, ὅπως γνωρίζετε, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τοὺς διώξωμεν, ἐκτὸς ἂν θέλῃ τις νὰ κάμῃ αὐθαιρεσίαν, ἄνευ διαβατηρίων τῆς Ἐπιτροπῆς, διότι αὐτὸ θὰ ἀντέκειτο καὶ εἰς τὰ κεκανονισμένα. Θὰ ἔπρεπε νὰ τοὺς παραλάβῃ ἡ Μικτὴ Ἐπιτροπὴ καὶ νὰ τοὺς ἀποστείλῃ εἰς Τουρκίαν. Ἐγένοντο λοιπὸν παραστάσεις, ἀλλὰ συνέβη, ἕνεκα ἄλλων ζητημάτων παρεμπεσόντων, οἷον τὸ ζήτημα τῶν établis, νὰ ταξιδεύσουν πολλὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ νὰ μεταβοῦν εἰς Ρώμην. Οὕτω τὸ πρᾶγμα δὲν ἐξετελέσθη μέχρι τοῦδε ἀπὸ τοῦ Δεκεμβρίου, ὅτε χρονολογεῖται ἡ τελευταία ἀπόφασις τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Ὅτε ἀνέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον, ἐζήτησα νὰ μάθω τὴν σημερινὴν κατάστασιν, καὶ ἔδωκα ἀμέσως ὁδηγίας εἰς τὴν Ὑπηρεσίαν νὰ τηλεγραφῇ ἀνὰ πᾶσαν ἑβδομάδα εἰς τὴν Μικτὴν Ἐπιτροπήν, ἵνα ζητῇ ἀπὸ αὐτὴν νὰ μεταφέρῃ μὲν τοὺς 1500 ἀνθρώπους, σύμφωνα μὲ ὅσα ἀπεφάσισεν ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν, καὶ ἂν δίς, τρίς, πολλάκις ζητήσωμεν καὶ κωφεύσῃ, θὰ ἀποταθῶμεν εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, ἵνα μᾶς ἐπιτραπῇ νὰ λάβωμεν ἄλλα μέτρα. Ὡς πρὸς δὲ τοὺς ὑπολοίπους θὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ ἔργον τῆς ἀνταλλαγῆς διενεργούμενον ἀπὸ τὰ τρία οὐδέτερα μέλη, κατὰ τὴν ἀπόφασιν ἣν ἔλαβε τὸ Συμβούλιον τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν κατὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1924 καὶ θὰ γίνῃ πᾶσα μέριμνα, ἵνα τὸ ἔργον συντελεσθῇ ὅσον δυνατὸν ταχύτερον.
§26Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Εἶναι γνωστὸν ὅτι κατὰ μῆνα Σεπτέμβριον ἀπεστάλησαν πρὸς ἐγκατάστασιν εἰς τὴν Γουμένιτσαν 2500 πρόσφυγες οἱ ὁποῖοι, ἀφοῦ παρέμειναν ἐκεῖ εἴκοσιν ἡμέρας εἰς τὸ ὕπαιθρον, ἀνεχώρησαν καὶ πάλιν καὶ μετεφέρθησαν εἰς τὴν Μακεδονίαν. Τοῦτο ἀποδεικνύει ὅτι ἐν τῇ σκέψει τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἦτο εἰλημμένη ἡ ἀπόφασις ὅτι θὰ ἀνεχώρουν οἱ Τσάμηδες. Ὁ ἰσχυρισμὸς δὲ τῆς Ἀλβανικῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἡμεῖς πιέζομεν αὐτοὺς νὰ φύγουν εἶναι ἀστήρικτος, διότι αὐτοὶ ἐπανειλημμένως ἐδήλωσαν ὅτι εἶναι Τοῦρκοι καὶ ἐπιθυμοῦσι νὰ ἀναχωρήσουν, πολλοὶ μάλιστα ἐξ αὐτῶν ἐπώλησαν καὶ τὰς περιουσίας των καὶ τώρα ἀκόμη μετ’ ἐπιμονῆς ἐκφράζουν τὴν ἐπιθυμίαν των νὰ ἀναχωρήσουν.
§27Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι τόσον βέβαιον αὐτὸ ποὺ λέγετε, ὥστε εἶναι ζήτημα ταξιδίου, ζήτημο ἐκπληρώσεως τῆς ὑποχρεώσεως ἐκ μέρους τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς.
§28Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ὥστε θὰ φύγουν;
§29Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Βέβαια. Καὶ σᾶς εἶπα ὅτι δὲν βλέπω ἄλλην λύσιν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κάμω τὴν αὐθαιρεσίαν νὰ τοὺς πάρω καὶ νὰ τοὺς βάλω εἰς ἕνα ἀτμόπλοιον. Ἔδωκα ὁδηγίας εἰς τὴν Ὑπηρεσίαν νὰ ὀχλῇ ἀνὰ πᾶσαν ἑβδομάδα τὴν Μικτὴν Ἐπιτροπὴν διὰ νὰ ἔλθῃ νὰ τοὺς παραλάβῃ, διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει θὰ ἀποταθῶμεν εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν καὶ θὰ τῇ εἴπωμεν ὅτι εἴμεθα νομιμόφρονες, ἀλλὰ μέχρις ἑνὸς ὁρίου.
§30Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἐφόσον δηλώνετε ὅτι θὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ἐπιθυμία τῶν Τούρκων, ἐγὼ δὲν ἔχω τίποτε νὰ προσθέσω.
§31Γ. ΓΕΡΟΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτοὶ οἱ 1500, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κ. συνάδελφε, δὲν εἶναι αὐτοὶ περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλεῖτε σεῖς. Αὐτοὶ εἶναι πραγματικῶς Τοῦρκοι, οἱ ὁποῖοι προέρχονται ἀπὸ διάφορα μέρη, ὅπου εἶναι ἐγκατεστημένοι ἔκπαλαι καὶ οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ φύγουν. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτῶν· αὐτοὶ ὁπωσδήποτε θὰ φύγουν καὶ πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἔφυγον δι’ ἰδίων ἐξόδων. Ἐκεῖνοι διὰ τοὺς ὁποίους ζητοῦμεν νὰ μάθωμεν εἶναι οἱ ἀποτελοῦντες τὸν ἀριθμὸν τῶν 6.000 οἰκογενειῶν.
§32Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Θὰ φύγουν, καθὼς ἐδήλωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§33Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ· αὐτοὶ θὰ κριθοῦν ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπήν. Οἱ χίλιοι πεντακόσιοι εἶναι κεκριμένοι, λέγει ὀρθότατα ὁ κ. συνάδελφος· λοιπὸν διατί δὲν φεύγουν;
§34Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ διὰ τοὺς ἄλλους, διὰ τοὺς πολλούς. Ἔχουν πωλήσει πολλοὶ τὰ πράγματά των.
§35Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐξακολουθεῖ δι’ αὐτοὺς ἡ διαδικασία διὰ νὰ ἐξακριβωθῇ ποῖοι ἐξ αὐτῶν θὰ φύγουν καὶ ποῖοι δὲν θὰ φύγουν.
§36Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ὥστε δὲν ἐτελείωσε τὸ ζήτημα;
§37Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι.
§38Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ὁμολογῶ, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐσχημάτισα ἐσφαλμένην γνώμην ὅτι θὰ φύγουν αὐτοὶ οἱ ἀνερχόμενοι εἰς 35.000, ἀλλὰ βλέπω ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἐκκρεμὲς ἀκόμη.
§39Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ζήτημα τῆς ὑποεπιτροπῆς.
§40Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Διατί;
§41Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐξήλεγξεν ἕνα–ἕνα.
§42Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Τοὺς ἐξήλεγξε δύο φοράς, καθ’ ἃς οἱ Τσάμηδες ἐδήλωσαν ὅτι θέλουν νὰ φύγουν.
§43Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἐξακριβώσω αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε.
§44Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Μετέβην ἐπανειλημμένως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἐξήλεγξα ὅλα αὐτὰ τὰ στοιχεῖα. Ἐκ τῆς ὅλης αὐτῆς ἐξελέγξεως διαπιστοῦται ὅτι 90% θέλουν νὰ μεταβοῦν εἰς Τουρκίαν. Αὐτὸ εἶναι τρανοτάτη ἀπόδειξις. Εἶναι ἄλλο ζήτημα ἂν καὶ τοῦτο περιεπλάκη εἰς τοὺς πλοκάμους τῆς διπλωματίας. Οὐδεμίαν ἔχομεν ἀντίρρησιν ἐκ μέρους τῆς Τουρκίας, ὀφείλομεν δὲ νὰ διαμαρτυρηθῶμεν κατὰ τῶν ἰσχυρισμῶν τοῦ Ἀλβανοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ἐφόσον ἔχομεν μίαν Συνθήκην προβλέπουσαν τὸ ζήτημα, δὲν ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ τοῦτο εἰς τὴν Συνδιάσκεψιν τῆς Γενεύης, τὴν πρότασιν δὲ τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς Ἀλβανίας κ. Φανόλι, ὅπως μὴ ἀναχωρήσωσιν οἱ Τσάμηδες, πολὺ κακῶς ποιῶν ὁ κ. Πολίτης ἐδέχθη, ἔστω καὶ πρὸς τὸ παρόν.
§45Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τοιοῦτόν τι δὲν μοῦ προτείνεται ἐκ μέρους τῆς Ὑπηρεσίας, ἀλλὰ γνωρίζω ὅτι τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1923 ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν ἐπελήφθη τοῦ ζητήματος.
§46Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἔχομεν βάσιμα καὶ ἐξηκριβωμένα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λέγομεν, ἀνεγράφη δὲ καὶ εἰς τὰς ἐφημερίδας σχετικῶς καὶ δὲν διεψεύσθη.
§47Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς εἶπον ὅτι τὸν Σεπτέμβριον 1923 ἐπελήφθη διὰ τρίτην φορὰν τοῦ ζητήματος ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν καὶ ἀπῄτησε νὰ μὴ προβῶμεν εἰς τελεσίδικα γεγονότα μέχρις ὅτου λάβῃ ἀποφάσεις. Μετὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1923 ἀπετάθημεν ἐκ νέου, διότι εἴχομεν 1500 ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἤθελαν νὰ φύγουν. Τότε παρεπέμφθη εἰς τὰ τρία οὐδέτερα μέλη τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὅτι ὁ εἷς ἔλαβε τριῶν μηνῶν ἄδειαν καὶ ὁ ἄλλος μετέβη εἰς τὴν Ρώμην διὰ τοὺς établis, ἀνεβλήθη τὸ ζήτημα. Τώρα πρόκειται νὰ συζητηθῇ, διότι ἀπετάθημεν ἐκ νέου καὶ ἀπῃτήσαμεν τὴν ταχεῖαν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ρέντης ἔχει τὸν λόγον.
§49Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Τὸ ζήτημα τῶν ἀνταλλαξίμων ἐν Ἠπείρῳ φοβοῦμαι ὅτι ἔχει φύγει ἀπὸ τὴν βάσιν ἐπὶ τῆς ὁποίας ἀρχικῶς εὑρίσκετο. Κατὰ τὴν Σύμβασιν περὶ ἀναγκαστικῆς ἀνταλλαγῆς μεταξὺ Ἑλλήνων καὶ Τούρκων ἁρμοδία νὰ ἀποφανθῇ τελειωτικῶς ἂν οἱ Μουσουλμάνοι τῆς Ἠπείρου θ’ ἀνεχώρουν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα ἦτο ἡ Μικτὴ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς ἀνταλλαγῆς. Τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκείνης οὐδεὶς ἠμφισβήτησεν ἀρχικῶς. Ἡ Μικτὴ Ἐπιτροπὴ ἐπελήφθη καὶ τοῦ ζητήματος τῶν ἐν Ἠπείρῳ Μουσουλμάνων. Ἀπεστάλησαν κατ’ ἀρχὰς μέλη αὐτῆς, τὰ ὁποῖα ἀπετέλεσαν μίαν ὑποεπιτροπήν, μεταξὺ δὲ αὐτῶν ἦτο καὶ ὁ κ. Ἔξτραντ, Σουηδός, καὶ προέβησαν εἰς ἐπιτόπιον ἔρευναν πρὸς ἐξακρίβωσιν τοῦ ποῖοι ἐκ τῶν Μουσουλμάνων τῆς Ἠπείρου εἶναι ἀνταλλάξιμοι καὶ θὰ ἔπρεπε ν’ ἀναχωρήσουν. Ἔλαβον γνῶσιν τῆς ἐκθέσεως τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ἡ ὑποεπιτροπὴ ἐκείνη λεπτομερέστατα καὶ ἡ ὁποία ὑπεδείκνυε τί πρέπει νὰ χρησιμεύσῃ ὡς γνώμων διὰ νὰ διακρίνωμεν ποῖοι ἐξ αὐτῶν εἶναι ἀνταλλάξιμοι. Ἡ ὑποεπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσιν ἐκείνην εἰς τὴν Μικτὴν Ἐπιτροπήν. Ἡ Μικτὴ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκθέσεως ἔλαβε περίπου τὰς ἑξῆς ἀποφάσεις· ὅτι δὲν πρέπει νὰ στηριχθῶμεν ἀπολύτως εἰς τὸν γνώμονα τῆς καταγωγῆς, διότι πιθανὸν ἐξ αὐτοῦ νὰ παραπλανηθῶμεν. Ἐπίσης δὲν πρέπει νὰ στηριχθῶμεν εἰς τὸν γνώμονα τῆς γλώσσης, διότι καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ἑδραῖον ἐπιχείρημα, ἐνῷ εἶναι καλύτερον νὰ στηριχθῶμεν εἰς τὸν γνώμονα τῆς συνειδήσεως, τῆς δηλώσεως τῶν προσώπων. Ἂν ἓν πρόσωπον δηλοῖ ὅτι εἶναι Τοῦρκος καὶ ζητῇ νὰ περιληφθῇ εἰς τὴν ἀνταλλαγήν, πρέπει νὰ δεχθῶμεν τοῦτο ὡς ἀκριβές· διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποπτευθῇ κανεὶς ὅτι ἓν πρόσωπον μὴ ὑποκείμενον εἰς ἀνταλλαγὴν θὰ ἀπαιτῇ νὰ τύχῃ ἑνὸς μειονεκτήματος, διότι μειονέκτημα εἶναι ἡ ἀνταλλαγὴ τῶν πληθυσμῶν. Ἄρα τὴν θέλησιν τῶν ἀτόμων πρέπει νὰ δεχθῶμεν ὡς γνώμονα. Τοῦτο ἀπεφάσισεν ἡ Μικτὴ Ἐπιτροπή, ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως οἱ Μουσουλμάνοι κάτοικοι τῆς Ἠπείρου εἶχον ὑποβάλει πολλὰς αἰτήσεις, ζητοῦντες νὰ περιληφθοῦν εἰς τὴν ἀνταλλαγήν. Σχεδὸν ἐλάχιστοι θὰ ἔμενον εἰς Ἤπειρον, οἱ περισσότεροι ἤθελον νὰ περιληφθοῦν εἰς τὴν ἀνταλλαγὴν καὶ νὰ μεταβοῦν εἰς τὴν Τουρκίαν. Οὕτω τὰ πράγματα, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκδηλουμένης θελήσεως ὑπὸ τῶν κατοίκων δι’ ἀναφορῶν καὶ προφορικῶν ἀνακοινώσεων πρὸς τὴν ὑποεπιτροπὴν καὶ διὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ τί πρέπει νὰ χρησιμεύσῃ ὡς γνώμων, ἔφερον ὅτι τὸ ζήτημα ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὡς τερματισθὲν εἰς τὴν μεγάλην του γραμμήν. Ἐνῷ ταῦτα ἐξηκολούθουν καὶ ὡρίσθησαν ποῖοι θὰ ἀνεχώρουν, αἴφνης ἡ Ἀλβανία ἠθέλησε νὰ παρελκύσῃ τὸ ζήτημα. Ὑπέβαλεν αἴτησιν, στηριζομένην εἰς ἄρθρον τοῦ Καταστατικοῦ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, τὸ ὁποῖον προβλέπει περὶ κινδύνων πολέμου καὶ εἶπεν ὅτι ἐκ τῆς ἐνεργείας τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς, τοῦ νὰ φύγουν οἱ κάτοικοι τῆς Ἠπείρου, προβάλλει ὁ κίνδυνος νὰ ἐπέλθῃ ἐμπόλεμος κατάστασις μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀλβανίας καὶ ἐζήτησε τὴν παρέμβασιν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Ἡ βάσις τῆς αἰτήσεως τῆς Ἀλβανικῆς Κυβερνήσεως προφανῶς εἶναι ἀσθενεστάτη, διότι τὸ ζήτημα δὲν τὸ ἐχειρίζετο ἡ Ἑλλάς, ἀλλ’ αὐτὴ αὕτη ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν διὰ τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς, διὰ μελῶν διορισθέντων ὑπὸ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν διὰ νὰ κανονίσουν τὰ τοῦ ζητήματος τούτου. Θὰ ἠδύνατο συνεπῶς νὰ ὑποστηρίξῃ καὶ ἡ Ἑλλὰς καὶ ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν ἐνδεχομένως ἀπέναντι τῆς Ἀλβανίας, ὅτι ἔχομεν ἤδη ἐπιληφθῆ τοῦ θέματος, διότι ἡ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία κανονίζει τὸ ζήτημα τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν πληθυσμῶν, εἶναι Ἐπιτροπὴ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν καὶ ὅτι λαμβάνει ὅλα τὰ μέτρα, ὥστε νὰ μὴ ἐπέλθῃ παράβασίς τις καὶ συμπεριληφθοῦν πρόσωπα ἀνήκοντα εἰς ἄλλην ἐθνότητα. Ἔλαβον γνῶσιν τῶν πρακτικῶν τῶν συζητήσεων τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν κατὰ τὴν συνέλευσιν τὴν τελευταίαν τοῦ Σεπτεμβρίου. Ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος εἶπεν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Ἀλβανία νὰ προβάλῃ τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο τοῦ Καταστατικοῦ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν καὶ νὰ ζητῇ τὴν παρέμβασίν της ὑπὸ τὴν πρόφασιν ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος πολέμου· διότι, ἂν κάτοικοι τῆς Ἠπείρου εἶναι Ἀλβανοί, τότε πρόκειται περὶ μειονοτήτων καί, ὡς γνωρίζετε, αἱ μειονότητες δὲν εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον δύναται νὰ συζητηθῇ μεταξὺ δύο Κρατῶν· εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸ ἓν Κράτος καὶ τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν καὶ ὅτι συνεπῶς ἡ βάσις τῆς προσφυγῆς αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν δὲν ἦτο σταθερά. Ἡ συζήτησις δὲν ἐξηκολούθησε τὴν ἰδίαν ἡμέραν, ἔπαυσε διὰ νὰ συνεχισθῇ τὴν ἑπομένην, νομίζω, ἢ μετὰ δύο ἡμέρας. Βλέπει ὅμως κανεὶς κάποιαν μεταβολὴν εἰς τὸν τόνον τῆς συζητήσεως. Εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν βλέπει ἐκδηλώσεις φιλίας μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀλβανίας καὶ ἐν τέλει συνέβη τοῦτο, ὅτι ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν λέγει ὅτι πρόκειται περὶ μειονότητος, ὅτι τὴν προστασίαν αὐτῆς ἔχει αὐτὴ καὶ ὅτι πρὸς τοῦτο θὰ διορίσῃ μίαν Ἐπιτροπήν, ἐν τῷ μεταξὺ δὲ δὲν θὰ ἀναχωρήσουν ἄλλοι Τοῦρκοι τῆς Ἠπείρου ἕως ὅτου πιστοποιήσῃ καὶ ἀναλάβῃ τὴν προστασίαν των ἄλλη Ἐπιτροπή, τρόπον τινὰ Ἐπιτροπὴ εἰδικὴ διὰ τὴν προστασίαν τῆς Ἀλβανικῆς μειονότητος ἐν Ἠπείρῳ. Νομίζω ὅτι ἐδῶ ὑπάρχει κάτι τι τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Ἑλλάδος. Μειονότητα Ἀλβανικὴν θὰ ἀποτελέσουν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ μείνουν ἐν Ἠπείρῳ μετὰ τὸ πέρας τῆς ἀνταλλαγῆς. Τὸ νὰ θέσωμεν αὐτὴν ὑπὸ τὴν προστασίαν μιᾶς Ἐπιτροπῆς, θὰ ἀπετέλει δυσχέρειαν εἰς τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς ἀνταλλαγῆς κατὰ τοῦτο ἀκριβῶς, ὅτι ἐκ τῶν προτέρων ἐχαρακτηρίσθησαν ὡς μειονότητες καὶ ἐτέθησαν ὑπὸ τὴν προστασίαν μιᾶς Ἐπιτροπῆς, ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν πληθυσμοὶ ὑποκείμενοι εἰς ἀνταλλαγήν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ συντελέσῃ εἰς τὸ νὰ ἐξακολουθήσωσι νὰ παραμένωσιν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος Τοῦρκοι ἀνταλλάξιμοι. Πρὶν ἢ ἀκόμη καθορισθῇ ποῖοι εἶναι οἱ ἀνταλλάξιμοι καὶ ποῖοι θὰ ἀποτελέσουν τὴν μειονότητα, βλέπομεν Ἐπιτροπὴν καταρτιζομένην πρὸς προστασίαν τῆς μειονότητος τῆς Ἀλβανίας. Πρὶν ἀκόμη ξεχωρισθοῦν ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ φύγουν καὶ ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ μείνουν, διατί ἔχουν ἀνάγκην μιᾶς Ἐπιτροπῆς προστατευτικῆς τῆς μειονότητος; Εἶναι μία νίκη διπλωματικὴ τῆς Ἀλβανίας. Καὶ βλέπομεν νὰ μὴ ἀναχωροῦν οἱ Τοῦρκοι τῆς Ἠπείρου, καὶ τοῦτο εἰς βάρος τῆς Ἑλλάδος καὶ εἰς βάρος τῶν προσφύγων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐγκαθίσταντο εἰς τὰ κτήματα τῶν Τούρκων μετὰ τὴν ἀναχώρησιν αὐτῶν. Δὲν γνωρίζω εἰς τί ὀφείλεται ἡ ὑποχωρητικότης τῆς Ἑλλάδος. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο φοβοῦμαι μήπως ἀπεδόθη ὑπερβολικὴ σημασία εἰς τὰς δηλώσεις φιλίας τῆς Ἀλβανίας, εἶχον δὲ καὶ πληροφορίας καθ’ ἃς Ὑπουργὸς τῆς τότε Κυβερνήσεως Φανόλι εἶπεν ὅτι «ἡμεῖς τώρα θὰ συνδεθῶμεν πάρα πολὺ μὲ τὴν Ἑλλάδα». Ἐδῶ ἠκούσθησαν πολλάκις τὰ ἀγαθὰ μιᾶς τοιαύτης προσεγγίσεως πρὸς τὴν Ἀλβανίαν, ἴσως δὲ ἀπὸ αὐτὰς τὰς σκέψεις τῆς προσεγγίσεως νὰ ὑπήρξαμεν ὑποχωρητικοὶ καὶ νὰ ἐχάσαμεν ἓν ζήτημα χωρὶς νὰ ἔχωμεν κανὲν ἀντάλλαγμα πολιτικὸν ἢ ἄλλο οἱονδήποτε ἐκ μέρους τοῦ Ἀλβανικοῦ Κράτους. Ἡ Ἀλβανία ποτὲ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ φίλη τῶν Ἑλλήνων, εἶναι δὲ οὐτοπία τὸ νὰ ἐπιδιώκηται ἡ συμμαχία τῆς Ἀλβανίας. Ἀφ’ ἑτέρου ἡμεῖς ἔχομεν χάσει καὶ τὸ αἴσθημα τῆς πραγματικότητος, νομίζοντες ὅτι ἡ Ἀλβανία ἀποτελεῖ Κράτος ὠφέλιμον εἰς τὴν Ἑλλάδα διὰ τῆς συμμαχίας της. Ἡ Ἀλβανία δὲν εἶναι κἂν συγκεκροτημένη καὶ δὲν γνωρίζω ἂν θὰ συγκροτηθῇ ποτε λόγῳ τῶν φυλετικῶν διαφορῶν, ὥστε νὰ εἶναι ἄκρως περίεργον καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω κατὰ τί—καὶ ἂν ἀκόμη εἶναι δυνατή— θὰ χρησιμεύσῃ αὐτὴ ἡ φιλία τῆς Ἀλβανίας εἰς τοὺς Ἕλληνας. Τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι μὲ τὰς δηλώσεις αὐτὰς φιλίας τῆς Ἀλβανίας ἐχάσαμεν τὸ ζήτημα τῆς ἀνταλλαγῆς καὶ ὑφίστανται τὸν ἀντίκτυπον οἱ πρόσφυγες. Ὑπάρχει σήμερον μία Ἐπιτροπὴ εὐνοοῦσα τὴν παραμονὴν τῶν Τούρκων τῆς Ἠπείρου. Ὑπάρχει ἐξ ἄλλου καὶ προπαγάνδα ἐπιζητοῦσα νὰ μείνουν Μουσουλμάνοι διὰ νὰ χρησιμεύσουν δι’ ἄλλους σκοπούς. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀπατώμεθα. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν φιλίαν μας μὲ τὴν Ἀλβανίαν, δὲν ἔφθασεν ὅτι ἀντηλλάξαμεν μὲ τὴν Κυβέρνησιν Φανόλι λέξεις φιλίας. Τελευταίως, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἐκραγῇ τὸ κίνημα τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, μετέβη εἷς τῶν ὀπαδῶν τοῦ Ζώγου εἰς Ἰωάννινα, καὶ τυχαίως περιέπεσεν εἰς τὰς χεῖράς μου ἓν φύλλον τοῦ «Κήρυκος» τῶν Ἰωαννίνων, τὸ ὁποῖον περιέχει δηλώσεις τοῦ Μουφὰτ μπέη, ὁ ὁποῖος μετέβη ἐκεῖ διὰ νὰ ἐργασθῇ διὰ τὸ κίνημα τοῦ Ἀχμὲτ Ζώγου. Δὲν γνωρίζω ἂν τοῦτο εἶχε περιπέσει εἰς τὴν ἀντίληψιν τῆς Κυβερνήσεως.
§50Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως ὄχι. Ἠξεύρετε ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπιτρέπει τὴν ὀργάνωσιν οἱουδήποτε κινήματος ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους.
§51Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Κατέφυγον ὅμως μερικαὶ συμμορίαι εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος.
§52Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε συνάδελφε, πολὺ πιθανὸν νὰ κατέφυγον εἰς διάφορα σημεῖα, ὅπου θὰ εἶχον γνωριμίας. Ἂν κατέφυγον ὡπλισμένοι, ἀφωπλίσθησαν· ἔκαμε δηλαδὴ ἡ Ἑλλὰς ὅ,τι θὰ ἔπραττε κάθε Κράτος, ὅταν θὰ κατέφευγον εἰς αὐτὸ ὁμάδες ὡπλισμέναι. Εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ περὶ φιλίας τῆς Ἀλβανίας, περὶ συμμαχίας, δὲν γνωρίζω νὰ ὡμίλησε καμμία Κυβέρνησις, ἀλλ’ ἡ εὔνοια μιᾶς συνεννοήσεως φιλικῆς μὲ ὅλους τοὺς ὁμόρους γνωρίζετε ὅτι ὑπῆρξεν εἰς ὅλας τὰς Κυβερνήσεις.
§53Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Ἄρισται αἱ προθέσεις.
§54Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχετε τὸ δικαίωμα, ὅταν διαχειρίζησθε σεῖς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τοῦ Κράτους, νὰ μὴ ἐφαρμόσητε αὐτά. Ἀλλὰ καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις καὶ ἡ πρὸ αὐτῆς ἐνθυμεῖσθε ὅτι ὡμίλουν πάντοτε περὶ καλῶν σχέσεων μετὰ τῆς Ἀλβανίας.
§55Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἔχω αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν.
§56Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μὴ ὁμιλεῖτε εἰρωνικῶς.
§57Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ὡμίλησε περὶ κακῶν σχέσεων ὁ κ. συνάδελφος.
§58Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἔχω αὐτὴν τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ διάγωμεν φιλικῶς καὶ πρὸς τὴν Ἀλβανίαν, ἀλλ’ ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἡ φιλία τῆς Ἑλλάδος εἶναι πολυτιμοτέρα πρὸς τὴν Ἀλβανίαν ἢ ἡ τῆς Ἀλβανίας πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Καὶ δὲν δικαιολογεῖται νὰ ὑφιστάμεθα ἡμεῖς θυσίας διὰ νὰ ἀποκτήσωμεν τὴν φιλίαν τῆς Ἀλβανίας· διότι ὑπέστημεν θυσίας εἰς τὴν παραχώρησιν τῶν 14 χωρίων τῆς Βορείου Ἠπείρου, ὑφιστάμεθα θυσίας διὰ νὰ συγκρατήσωμεν δὲν ἠξεύρω πόσους Τούρκους τῆς Ἠπείρου.
§59Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ 14 χωρία τὰ διεχειρίσθη ἡ Κυβέρνησις τῆς ὁποίας μετείχετε.
§60Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Ὄχι.
§61Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀπεφάσισεν ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν διὰ τὰ 14 χωρία;
§62Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ναί.
§63Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἠμφισβητήσατε τὸ δικαίωμα τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν;
§64Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ διαφορά μας εἶναι ἡ ἑξῆς· δηλαδὴ ὤφειλεν ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ Κοινωνίᾳ τῶν Ἐθνῶν νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὸ ὅτι τότε θὰ παρεχώρει τὰ χωρία ἡ Ἑλλάς, ὅταν ἡ Ἀλβανία ἀνεγνώριζε τὰ δικαιώματα τῶν Ἑλλήνων ἐν Ἀλβανίᾳ.
§65Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Καὶ βλέπομεν εἰς τὸν «Κήρυκα» τῶν Ἰωαννίνων τῆς 13 Δεκεμβρίου τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Σᾶς δηλῶ κατηγορηματικῶς ὅτι γενικῶς οἱ Ἀλβανοὶ εἴμεθα κεκηρυγμένοι ὑπὲρ τῆς Ἑλληναλβανικῆς συνεννοήσεως, ἐφόσον οὐδὲν ζήτημα μᾶς χωρίζει μὲ τὴν Ἑλλάδα. Εἴμεθα ὑπὲρ τῆς τελείας ἐφαρμογῆς τῶν ἀποφάσεων τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν σχετικῶς μὲ τὰ δικαιώματα τῶν Ἑλληνικῶν μειονοτήτων ἐν Ἀλβανίᾳ. Ἡ σημερινὴ Ἀλβανικὴ Κυβέρνησις ἦλθεν εἰς τὴν Ἀρχὴν μὲ προνουντσιαμέντα καὶ οὐδόλως ἀπολαύει τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ λαοῦ. Τὸ ζήτημα τῶν Τσάμηδων ἐλπίζω νὰ λυθῇ ἱκανοποιητικῶς δι’ ἀμφότερα τὰ μέρη. Ἔπειτα δὲ καὶ ἐντὸς τοῦ Ἀλβανικοῦ Κράτους ὑπάρχουν Ἑλληνικοὶ πληθυσμοί, εἰς τοὺς ὁποίους θὰ ἀναγνωρισθοῦν ὅλα τὰ δικαιώματά των καὶ ἀντιπροσώπους μάλιστα νὰ ἀποστέλλουν εἰς τὸ Ἀλβανικὸν Κοινοβούλιον. Ἡ Ἐκπαίδευσις καὶ αἱ Ἐκκλησίαι θὰ ἀφεθοῦν ἐλεύθεραι. Ἐν ἑνὶ λόγῳ θὰ ἀποδοθῇ τελεία ἀνεξαρτησία εἰς τὸ Ἑλληνικὸν στοιχεῖον. Ἔστε βέβαιοι ὅτι, ὅταν ἡ Ἀλβανία θὰ ἔχῃ οἰκονομικὴν εὐεξίαν, κατ’ ἀνάγκην ὅλοι οἱ Τσάμηδες θὰ μεταναστεύσουν καὶ θὰ ἐγκατασταθοῦν εἰς Ἀλβανίαν. Ἔχω ἀκράδαντον πεποίθησιν ὅτι εἰς διάστημα 20 ἐτῶν οὐδεὶς Μουσουλμάνος Ἀλβανὸς θὰ εὑρίσκεται εἰς Τσαμουριάν. Θεωρῶ δὲ περιττὴν τὴν λῆψιν οἱωνδήποτε μέτρων». Αὐτὰ εἶναι ἐνδεικτικὰ καὶ τῶν ἀπόψεων τοῦ Μουφὰτ μπέη καὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι θὰ ἐνήργησαν βεβαίως ἀνευθύνως ἐν Ἑλλάδι ὑπὲρ τοῦ Ἀχμὲτ Ζώγου. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἀνταλλάγματα τὰ ὁποῖα θὰ ἔχῃ ἡ Ἑλλὰς εἰς τὴν Βόρειον Ἤπειρον, μὲ τὴν καλὴν θέλησιν τῆς Ἀλβανικῆς Κυβερνήσεως, ἐννοεῖται, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπομονὴν νὰ τὰ ἴδωμεν. Λυποῦμαι ὅτι δὲν ἔχω τὰ πρακτικὰ τῶν συζητήσεων τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν διὰ νὰ ἴδητε ὅτι ἡ στάσις τῆς Ἑλλάδος ἦτο ἄκρως ὑποχωρητικὴ καὶ ὅτι παρεδέχθημεν τὴν σύστασιν Ἐπιτροπῆς προστατευτικῆς τῶν Ἀλβανῶν τῆς Ἠπείρου καθ’ ἣν στιγμὴν δὲν κατωρθώθη νὰ γίνῃ τὸ αὐτὸ ὑπὲρ τῶν Ἑλλήνων τῆς Βορείου Ἠπείρου, οἱ ὁποῖοι εἶναι πολὺ περισσότεροι. Ἐδῶ δὲ ἔγκειται ὁ τρόπος τῆς ἐπιδιώξεως τῶν φιλικῶν σχέσεων μὲ τὴν Ἀλβανίαν. Ζητοῦμεν φιλικὰς σχέσεις μὲ τὴν Ἀλβανίαν διαρκῶς θυσιαζόμενοι καὶ θυσιάζοντες συμφέροντα Ἑλληνικὰ καὶ λέγω ὅτι, ἂν ἐθυσιάζομεν τὴν μετὰ τῆς Ἀλβανίας φιλίαν καὶ διεσώζομεν τὰ συμφέροντα τὰ Ἑλληνικά, δὲν θὰ εἴχομεν καμμίαν ζημίαν. Ἀλλ’ ἐθυσιάσαμεν τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα καὶ διετηρήσαμεν Μουσουλμάνους εἰς τὴν Ἤπειρον ἐπὶ ζημίᾳ τῶν προσφύγων καὶ τῆς Ἑλληνικῆς ὑποθέσεως, διότι οἱ οὕτω διατηρούμενοι Μουσουλμάνοι θὰ χρησιμεύσουν καὶ ὡς μέσον καὶ ὡς στοιχεῖον διενεργείας ξένης προπαγάνδας.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπακάλμπασης ἔχει τὸν λόγον.
§67Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Ἡ βάσις ἐφ’ ἧς διεξάγομεν σήμερον τὸν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἔλεγχον διὰ τὴν διαχείρισιν τῆς ὑποθέσεως Τσαμουριᾶς εἶναι ἡ ἀκόλουθος: Καταγγέλλομεν πρὸς τὴν Συνέλευσιν ὅτι ἐξωτερικὸν ζήτημα, ὑπαγόμενον εἰς τὴν Σύμβασιν περὶ ἀνταλλαγῆς, μετετράπη, λόγῳ κακῆς διαχειρίσεως, εἰς ζήτημα μειονότητος εἰς βάρος τῆς Ἑλλάδος, εἰς βάρος ἰδίως τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος ἀνέμενε τὸν τερματισμὸν τῶν περὶ Τσαμουριᾶς διαπραγματεύσεων, διὰ νὰ κατορθώσῃ νὰ ἐγκατασταθῇ εἰς χωρία ἀπὸ τὰ ὁποῖα θὰ ἔφευγον οἱ ἀνταλλάξιμοι Τσάμηδες. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχε τὴν εὐγενῆ καλωσύνην νὰ προβῇ εἰς μίαν ἀνακεφαλαίωσιν τοῦ ἱστορικοῦ τῶν διαβημάτων ἀπὸ τῆς γεννήσεως τοῦ ὅλου ζητήματος. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ, προτοῦ εἰσέλθω εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ζητήματος, νὰ δώσω μίαν σαφῆ ἰδέαν εἰς τοὺς κυρίους συναδέλφους, ἐξετάζων τοῦτο ἀπὸ ἀπόψεως ἐθνολογικῆς. Ποία ἡ ἐθνικὴ συνείδησις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν πληθυσμοῦ; Ὑπάγονται ἆρά γε οἱ Τσάμηδες εἰς τὴν ἀνταλλαγήν; Ποῖα εἶναι τὰ ἐπιχειρήματα ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ Ἑλλὰς στηρίζει τὸ ἀνταλλακτέον τῆς Μουσουλμανικῆς ταύτης φυλῆς; Τρία βασικὰ ἐρωτήματα, ἐφ’ ὧν ὀφείλομεν νὰ διαφωτίσωμεν τὴν Συνέλευσιν. Ὅταν, κύριοι συνάδελφοι, ὁ Ἀβδοὺλ Χαμίτ δι’ ἰδιαιτέρων εὐνοιῶν καὶ προσωπικῶν ἐκδουλεύσεων συνεκράτει τὸν Τουρκικὸν θρόνον καὶ περιεφρούρει τὴν ζωήν του, προσεπάθει πάσῃ θυσίᾳ νὰ προσελκύσῃ εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν πρὸ παντὸς Ἀλβανοὺς σωματοφύλακας. Μεταξὺ τούτων οὐδέποτε συγκατελέγοντο Τσάμηδες, διότι, λόγῳ τῆς καθαρῶς τουρκικῆς αὐτῶν συνειδήσεως, οὐδεμίαν ὑπόνοιαν εἶχον πρὸς αὐτοὺς οἱ κυβερνῶντες τὰς τύχας τῆς Τουρκίας κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ὅταν κατὰ τὸ 1908 ἐκηρύχθη τὸ Τουρκικὸν Σύνταγμα καὶ ἤρχισε νὰ καλλιεργῆται ἡ ἐθνικὴ συνείδησις ὅλων τῶν ἐν Τουρκίᾳ βιούντων ξένων στοιχείων, τότε ὑπῆρχε μία ἑστία ἀλβανιζόντων εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, ἡ ὁποία προσεπάθει πάσῃ θυσίᾳ ὅπως ἀφυπνίσῃ τὸ Ἀλβανικὸν φρόνημα. Μεταξὺ αὐτῶν εἶναι ἴσως γνωστὸν εἰς τοὺς κυρίους συναδέλφους ὅτι προεξῆρχεν ὁ διανοούμενος Ἀλβανιστὴς Δερβὶς Χίμα, ὁ ὁποῖος ὑπεισῆλθεν εἰς τὴν Τσαμουριὰν καὶ προσεπάθει ὅπως, ἐπιβαλλόμενος εἰς τοὺς Τσάμηδες, ὠθήσῃ αὐτοὺς εἰς τὴν ἵδρυσιν σχολῶν Ἀλβανικῶν. Δυστυχῶς δι’ αὐτὸν ἠναγκάσθη νύκτωρ νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν Τσαμουριάν, διότι ἀντιμετώπισεν ἐθνικὴν συνείδησιν ἄρδην ἀντίθετον πρὸς ἐκείνην ἣν ἐπεθύμει νὰ καλλιεργήσῃ. Εὑρέθη πρὸ καθαρᾶς τουρκικῆς συνειδήσεως. Τῷ 1909, ὡς γνωστόν, ἔγινεν ἡ Ἐπανάστασις μεταξὺ Ἀλβανίας ἀφ’ ἑνὸς καὶ Τουρκίας ἀφ’ ἑτέρου· πρῶτοι οἱ Τσάμηδες ἦσαν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι κατετάχθησαν εἰς τὸν Τουρκικὸν Στρατόν, ὅπως πολεμήσωσιν ἐναντίον τῆς Ἀλβανίας, διότι ἀπὸ ἀπόψεως ἐθνικῆς συνειδήσεως οὐδεμίαν σχέσιν εἶχον μὲ τοὺς Ἀλβανοὺς ἐπαναστάτας. Ἑπομένως, ἂν πραγματικῶς ὁ φόρος τοῦ αἵματος εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδείξῃ τὴν ἐθνικὴν συνείδησιν ἑνὸς λαοῦ, νομίζω ὅτι ἀπὸ τὰ ἁπτὰ αὐτὰ παραδείγματα σχηματίζει τις τὴν πεποίθησιν ὅτι οἱ Τσάμηδες ἀφ’ ἧς ἀφυπνίσθησαν ὡς ἐθνικότητες ἐν Ἠπείρῳ δὲν ἐξεδήλωσαν ἄλλο φρόνημα παρὰ μόνον καθαρῶς τουρκικόν. Ὅταν ἐτέθη τὸ ζήτημα τῆς ὑποχρεωτικῆς ἀνταλλαγῆς, ἦτο πολὺ φυσικὸν μεταξὺ τῶν ἄλλων τουρκικῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον ἐν Ἑλλάδι νὰ ἀποβλέψωμεν καὶ εἰς τὴν ἀνταλλαγὴν τῶν Μουσουλμάνων τῆς Τσαμουριᾶς. Τὸ ζήτημα ἐτέθη εἰς τὴν Λωζάννην ἐκ μέρους τοῦ Ἰταλοῦ ἀντιπροσώπου παρὰ τῇ Ἐπιτροπῇ κ. Μοντάνια, ὁ ὁποῖος ἠξίωσεν εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς 19 Ἰανουαρίου 1923, ὅπως εἰς τὸ ἄρθρον 1, ἐδάφιον αʹ τῆς Συμβάσεως περὶ Ἀνταλλαγῆς ἀντὶ τοῦ ὅρου «Ἕλληνες ὑπήκοοι μουσουλμανικοῦ θρησκεύματος» τεθῇ «τουρκομουσουλμανικοῦ», ὅπως ἐξαιρεθῶσι τῆς ἀνταλλαγῆς οἱ Μουσουλμάνοι Ἀλβανικῆς καταγωγῆς. Ὁ κ. Κακλαμᾶνος, ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος, ἐδήλωσεν ὅτι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ Ἀλβανικῆς καταγωγῆς Μουσουλμάνοι εὑρίσκονται εἰς ὡρισμένην γεωγραφικὴν περιοχήν, εἰς τὴν Ἤπειρον, ἡ Ἑλλὰς δὲν σκέπτεται νὰ προβῇ εἰς ἀνταλλαγήν. Κατόπιν τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Κακλαμάνου δὲν ἐγένετο κἀμμία προσθήκη εἰς τὴν Σύμβασιν Ἀνταλλαγῆς καὶ ἡ δήλωσις αὐτὴ ἐθεωρήθη ἐπαρκὴς διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν παραμονὴν τῶν Ἀλβανῶν εἰς τὴν Ἤπειρον. Τὸ κριτήριον κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἦτο κριτήριον στηριζόμενον εἰς τὸ θρήσκευμα καὶ τὴν ἐθνικὴν συνείδησιν.
§68Σ. ΣΙΜΟΣ. Εἶναι Ἕλληνες ἐξισλαμισθέντες πρὸ ἑκατὸν ἐτῶν.
§69Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Δὲν ἠθέλησα νὰ ἀνατρέξω εἰς παλαιοτέραν ἐποχὴν πρὸς ἐξακρίβωσιν τῆς καταγωγῆς τούτων. Τὸν παρελθόντα Νοέμβριον 1923 ἡ τότε λειτουργοῦσα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν Ἐπιτροπὴ διώρισεν ὑποεπιτροπὰς αἱ ὁποῖαι ἐπὶ τῇ βάσει κριτηρίου τῆς θρησκείας καὶ τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως συνέταξε κατάλογον τῶν ἀνταλλαξίμων Μουσουλμάνων τῆς Τσαμουριᾶς. Ἡ Ἀλβανία, δὲν γνωρίζω διὰ ποίους λόγους, —διότι, ὡς γνωστόν, ὑπῆρχε καὶ ἐκεῖ πολιτικὸν κόμμα συμπαθῶς διακείμενον πρὸς τὴν τουρκικὴν δικτατορίαν καὶ τὴν παντουρανικὴν αὐτῆς πολιτικὴν— ἐνόμισεν ὅτι πρόκειται νὰ ἀνταλλαχθῶσιν ὅλοι οἱ Τσάμηδες οἱ εὑρισκόμενοι εἰς τὴν Τσαμουριὰν καὶ ἀπηυθύνθη εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, ζητήσασα τὴν σύστασιν Ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ μετεῖχον εἷς Ἀλβανός, εἷς Ἕλλην καὶ εἷς ξένος, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔκρινον περὶ τῆς ἀνταλλαξιμότητος ἢ μὴ τῶν Τσάμηδων. Ὁ κ. Κακλαμᾶνος, ἀντικρούσας τὴν πρότασιν τῶν Ἀλβανῶν, ἐχαρακτήρισε τὸ ζήτημα ὡς καθαρῶς ζήτημα ἀνταλλαγῆς καὶ ἐπρότεινεν, ὅπως τοῦτο, ὑπαγόμενον εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς, λυθῇ ῥιζικῶς ἐκ μέρους αὐτῆς. Πραγματικῶς ἡ Μικτὴ Ἐπιτροπὴ λαβοῦσα ἐντολὴν ἐκ μέρους τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν τῇ 13 Μαρτίου 1924 ἐξέδωκεν ἀπόφασιν κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Κακλαμάνου τῆς ἀρχικῆς, ἐξαιροῦνται τῆς ἀνταλλαγῆς οἱ ὑπήκοοι Ἕλληνες Μουσουλμάνοι τὸ θρήσκευμα, ἀλλὰ Ἀλβανοὶ τὴν καταγωγήν. Ὡς κριτήριον τοῦ καθορισμοῦ τῆς ἐθνικότητος τῶν Τσάμηδων ὥρισε γλῶσσαν, ἐθνικὴν συνείδησιν, καταγωγήν, προέλευσιν, ἤθη καὶ ἔθιμα. Τὸ κριτήριον τοῦτο ἐστήριξεν ἐπὶ τῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν εἰς αὐτὴν ἐκ μέρους εἰδικῆς ὑποεπιτροπῆς ἐπὶ τούτῳ καταρτισθείσης. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνέφερε τὰ πρόσωπα ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀπετελέσθη αὕτη. Ὁ κ. Ἔξτραντ, ὁ Χαμδῆ βέης καὶ ὁ κ. Μεταξᾶς ἦσαν τὰ τρία αὐτῆς μέλη. Ἡ ὑποεπιτροπὴ αὕτη εἶχε περιέλθει ὁλόκληρον τὴν Μακεδονίαν. Συνέστησεν ἄλλας ὑποεπιτροπάς, αἱ ὁποῖαι ἐπρόκειτο ἀκριβῶς νὰ ἀναλάβωσι τὸ ἔργον αὐτὸ καὶ καθώρισεν ὅτι ἐκ τῆς Μακεδονίας Ἀνατολικῆς καὶ Δυτικῆς 175 οἰκογένειαι περίπου Ἀλβανικῆς καταγωγῆς ὤφειλον νὰ ἐξαιρεθῶσι τῆς ἀνταλλαγῆς. Οἱ ἄλλοι, ὑπαχθέντες εἰς τοὺς ὅρους τῆς Συμβάσεως, ἀνεχώρησαν ἐκ τῆς Μακεδονίας. Ἡ μόνη περιοχὴ εἰς τὴν ὁποίαν ἡ καταρτισθεῖσα ὑποεπιτροπὴ εὗρεν ἐμπόδια τεράστια ἦτο ἡ Τσαμουριά. Ἡ εἰδικὴ ὑποεπιτροπὴ ἐλθοῦσα εἰς τὰς Ἀθήνας ὑπέβαλε τὰ πορίσματα τῶν σκέψεών της εἰς τὴν τότε ἐν Ἀθήναις ἑδρεύουσαν Μικτὴν Ἐπιτροπήν. Ἡ εἰς Ἤπειρον ὁρισθεῖσα ὑποεπιτροπὴ ἐξηκολούθησε, καίτοι μετ’ ἐμποδίων, τὸ ἔργον της. Μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης τὸ ἔργον τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν Τσάμηδων ἔβαινε καλῶς. Ἦτο ζήτημα ὑπαγόμενον εἰς τὴν Μικτὴν Ἐπιτροπὴν εἶχε καθορισθῆ ἡ ὑποεπιτροπὴ νὰ συντάξῃ τοὺς καταλόγους τῶν ἀνταλλαξίμων καὶ εἶχον ἀρχίσει οἱ Τσάμηδες νὰ ἀναχωροῦν εἰς τὴν Τουρκίαν. Ὅλως ἀπροόπτως ἡ Ἄγκυρα, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ προκαλέσῃ ζητήματα εἰς τὴν Ἑλλάδα, δὲν ἠξεύρω πῶς, συνεννοηθεῖσα ἴσως μὲ τοὺς ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀλβανίζοντας, ἀπέστειλεν εἰς τὸ Δυρράχιον 40 περίπου Μουσουλμάνους ἐκ Τσαμουριᾶς, οἱ ὁποῖοι θεωρηθέντες ἐκ μέρους τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς ὡς ἀνταλλάξιμοι εἶχον φύγει καὶ εἶχον μεταβῆ εἰς τὸ Δυρράχιον. Ἔφθασαν λοιπὸν οἱ 40 αὐτοὶ εἰς τὸ Δυρράχιον. Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ Φανόλι ζητεῖ τηλεγραφικῶς τὴν ἐπέμβασιν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ὅπως πολὺ ὀρθῶς ἀνέφερεν ὁ συνάδελφος ἐκ Κορινθίας κ. Ρέντης, καὶ ἡ Ἑλλὰς εὑρέθη πρὸ ἑνὸς ἐντέχνου τορπιλλισμοῦ τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν Τσάμηδων, διότι διετυπώθησαν ἀπειλαὶ περὶ ἐκδιώξεως ἀπὸ τὴν Ἀλβανίαν τῶν Ἑλλήνων. Ἡ Τουρκία ἐπέτυχεν οὕτω τοῦ σκοποῦ της. Τὸ ζήτημα τῆς Τσαμουριᾶς ἔμεινεν ἐκκρεμές. Ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν ἐπελήφθη τούτου ἐπὶ τῇ βάσει αἰτήσεως τῆς Ἀλβανίας, τὸ δὲ ζήτημα εἶχε συζητηθῆ ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου κατὰ τὰς συνεδριάσεις τῆς 29 καὶ 30 Σεπτεμβρίου 1924.
§70Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κατὰ τὴν 30 Σεπτεμβρίου;
§71Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Μάλιστα.
§72Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Μὲ τὸ Πρωτόκολλον μαζί;
§73Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος τότε κ. Πολίτης ἐδήλωσεν ὅτι ἡ Ἀλβανία δὲν ἔχει δικαίωμα ἐπεμβάσεως διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι τὸ «ζήτημα τῆς Τσαμουριᾶς εἶναι ζήτημα μειονότητος». Οὕτως ἡ ὑπόθεσις, ὑπαγομένη ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς, ἔλαβε μορφὴν προβλήματος μειονότητος, τὴν ὁποίαν πρὸ πάσης ἐκκαθαρίσεως τοῦ ζητήματος τῆς ἀνταλλαγῆς, ἐπεδιώξαμεν νὰ ἐμφυτεύσωμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα διὰ τῆς πρὸ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν συζητήσεως τοῦ ἡμετέρου ἀντιπροσώπου. Ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν ἢ μᾶλλον ὁ εἰσηγητὴς ὁ ὁποῖος εἶχε διορισθῆ τότε ἐκ μέρους τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ὅπως προβῇ εἰς σχετικὴν ἔκθεσιν, ὁ Leon Quinones, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐπωφεληθεὶς τῆς εὐκαιρίας, συνέδεσε τὸ ζήτημα τῆς ἀνταλλαγῆς μὲ τὸ τῶν μειονοτήτων καὶ ὑπεστήριξεν ὅτι, ἀφοῦ αὐτὴ ἡ Ἑλλὰς ἀποδέχεται ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι καθαρῶς ζήτημα ἀνταλλαγῆς, ἀλλὰ καὶ μειονότητος, ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἁρμοδία δὲν εἶναι πλέον ἀποκλειστικῶς ἡ Μικτὴ Ἐπιτροπὴ, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάρχουν καὶ Ἕλληνες ἀντιπρόσωποι, ἀλλ’ ἐκείνη, ἣν θὰ ὁρίσῃ ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν, ὡς μέλη δὲ ὡρίσθησαν τὰ οὐδέτερα μέλη τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς καὶ οἱ πρόεδροι τῶν ὑποεπιτροπῶν. Ἑπομένως ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχει πλέον Ἕλληνας ἀντιπροσώπους εἰς τὴν Μικτὴν Ἐπιτροπήν, οἱ ὁποῖοι θὰ διαφωτίσουν ἐν τῷ μεταξὺ τοὺς ξένους προκειμένου περὶ τῆς θέσεως τῆς ἐθνολογικῆς τοῦ ζητήματος. Γνώμην ἐπ’ αὐτοῦ ἔχουν μόνον οἱ ξένοι.
§74Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Οὔτε ἡ Τουρκία ἔχει.
§75Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω τώρα, κ. Πρόεδρε, ποῖον εἶναι τὸ μειονέκτημα. Ἐκτὸς τῶν ξένων μελῶν τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν ἀπεδέχθημεν καὶ τὴν προσθήκην ἑτέρου προσώπου ὑπὸ τύπον παρατηρητοῦ ἀλβανικῆς καταγωγῆς.
§76Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἕλληνος ὅμως.
§77Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Ἀλβανικῆς καταγωγῆς, ὁ ὁποῖος θὰ συνεργάζηται μὲ τὰ οὐδέτερα αὐτὰ μέλη, τὰ ὁποῖα θὰ καθορίζωσι τὴν ἐθνολογικὴν θέσιν τοῦ ζητήματος. Ἀφήνω εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ κρίνῃ κατὰ πόσον τὸ ζήτημα τῆς Τσαμουριᾶς ἐχάθη εἰς βάρος καὶ ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος, ἰδίᾳ ὅμως εἰς βάρος τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος περιέμενεν ἐγκατάστασιν εἰς τὰ μέρη αὐτά.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπέμπης ἔχει τὸν λόγον.
§79Π. ΜΠΕΜΠΗΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν, κύριοι, παρὰ νὰ συγχαρῶμεν τὴν ἀντιπροσωπείαν τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία διαχειρίζεται μετὰ τόσης δεξιότητος ζητήματα ὑψίστης σημασίας διὰ τὴν Ἑλλάδα· δὲν ἠμποροῦμεν παρὰ νὰ συγχαρῶμεν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ τὴν σημασίαν τὴν ὁποίαν δίδει εἰς τὰ ζητήματα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θίγουν τόσον βαθέως τὸ αἴσθημα τὸ ἐθνικόν.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔληξεν ἡ συζήτησις. Οἱ κ.κ. Ν. Ξηρός, Κ. Βουδούρης καὶ Σ. Σῖμος ἐπερωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν «διατί δὲν ἔλαβε τὰ ἐπιβαλλόμενα μέτρα διὰ τὸ ζήτημα τοῦ δυστυχήματος τοῦ «Πανοράματος».
§81ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Παλαιὰ πράγματα, κ. Πρόεδρε.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαγράφεται. Οἱ κ.κ. Ν. Ἀβραάμ, Α. Μπακάλμπασης καὶ Δ. Μαρσέλος ἐπερωτῶσι τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς τῆς Γεωργίας καὶ Οἰκονομικῶν «διατί δὲν λαμβάνουν μέτρα προστατευτικὰ τῶν ἐπὶ τῆς Πειραϊκῆς Χερσονήσου κτημάτων τοῦ Δημοσίου, διαρπαζομένων καθημέραν παρὰ διαφόρων οἰκοπεδοφάγων». Ὁ κ. Ν. Ἀβραὰμ ἔχει τὸν λόγον.
§83Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἐπερώτησίς μου ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν κτημάτων τοῦ Δημοσίου τῶν εὑρισκομένων εἰς τὴν Πειραϊκὴν Χερσόνησον. Δὲν γνωρίζω ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας εἶναι ἐνήμερος καὶ ἔχει καὶ τὸν σχετικὸν φάκελον, ὥστε νὰ δύναται νὰ δώσῃ τὴν προσήκουσαν ἀπάντησιν, διότι τὸ ζήτημα κέκτηται γενικωτέραν σημασίαν. Πάντως εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ ἕνεκα ἀκριβῶς τῆς γενικωτέρας του ταύτης σπουδαιότητος. Ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ εἰδικὴ Ὑπηρεσία τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργείων — τώρα ἡ ἁρμοδιότης ἐπὶ τῶν δημοσίων κτημάτων ἔχει περιορισθῆ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας, ἐνῷ ἄλλοτε εἶχεν, ὡς γνωστόν, ἁρμοδιότητα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, διότι τὸ ζήτημα εἶναι παλαιόν —, ὁ τρόπος, ἐπαναλαμβάνω, καθ’ ὃν χειρίζεται τοῦτο ἡ ἁρμοδία Ὑπηρεσία εἶναι ἐνδεικτικὸς μιᾶς ἐσχάτης ἀδιαφορίας, μιᾶς ἐγκληματικῆς ἀστοργίας, ἐκδηλουμένης παρ’ ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀκριβῶς ταχθῆ εἰς τὴν φρούρησιν τῆς περιουσίας τοῦ Δημοσίου, περιουσίας ἀξίας ἑκατομμυρίων. Τῆς ἀδιαφορίας ταύτης τὰς ἐκδηλώσεις ἀντιλαμβάνονται καθημέραν οἱ λέγω τοῦ ἐπαγγέλματός των λαμβάνοντες γνῶσιν δικῶν, αἱ ὁποῖαι διεξάγονται μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ ἰδιωτῶν, ἀνηκόντων εἰς τὴν γνωστὴν κατηγορίαν τῶν ἐξ ἐπαγγέλματος οἰκοπεδοφάγων, καὶ παρακολουθοῦντες τὸν λυσσώδη ἀγῶνα, ὁ ὁποῖος διεξάγεται ἐναντίον τοῦ Δημοσίου, τὸ ὁποῖον δυστυχῶς εἰς τὰς ὑποθέσεις αὐτὰς ἐξέρχεται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ἂν μὴ πάντοτε, ἡττημένον. Ὁ λόγος αὐτὸς ἴσως εἶχεν ὑπαγορεύσει τὴν σύστασιν εἰδικῆς Ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας, ἡ ὁποία δυστυχῶς, ὡς ἐδείχθη ἐκ τῶν πραγμάτων, δὲν ἐδικαιολόγησεν ἐπαρκῶς τὴν λειτουργίαν της Ὠργανώθη καλύτερον, συνεκροτήθη πολυτελέστερον καὶ ἐν τούτοις τὸ φαινόμενον τῆς ἀσυστόλου διαρπαγῆς τῶν κτημάτων τοῦ Δημοσίου παρὰ οἰκοπεδοφάγων γνωστῶν ἐξακολουθεῖ νὰ ἐμφανίζηται καθημέραν ὑπὸ τὴν ἰδίαν ὀξεῖαν μορφήν. Εἰδικῶς, ἐπειδὴ κατοικῶ καὶ ζῶ ἐν Πειραιεῖ, ἀντιλαμβάνομαι καθημέραν τὰ παράπονα τῆς κοινωνίας Πειραιῶς δι’ ἓν θέαμα αὐτόχρημα αἰσχυντηλόν, τῆς φανερᾶς διαρπαγῆς τῶν κτημάτων τῆς Πειραϊκῆς Χερσονήσου. Προσάγονται ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων τίτλοι, διὰ τοὺς ὁποίους εἶναι ἐξηκριβωμένον δι’ ἀποφάσεων δικαστικῶν ὅτι ἔχουσιν ἐλεγχθῆ ὡς πλαστοὶ καὶ οἱ πρῶτοι κάτοχοι αὐτῶν ἔχουν καταδικασθῆ ἐπὶ πλαστογραφίᾳ. Ἀκούεται κατὰ τὸ πλεῖστον τὸ ὄνομα ἑνὸς Μαυρομιχάλη, ἀπὸ τὸν ὁποῖον φέρονται ἀγοράσαντες οἱ δῆθεν δικαιοῦχοι. Δὲν θέλω νὰ ὀνομάσω τὰ πρόσωπα. Εἶναι σχεδὸν τὰ ἴδια τὰ ὁποῖα διεκδικοῦν ὅλα τὰ κτήματα τὰ ἐξικνούμενα ἀπὸ τῆς Πειραϊκῆς Χερσονήσου μέχρι καὶ τοῦ Παλαιοῦ Φαλήρου καὶ τὰ ὁποῖα δυστυχῶς εἰς ὅλας σχεδὸν τὰς δίκας, πρὸ τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς λήψεως προσωρινῶν μέτρων κατὰ τοῦ Δημοσίου; ἐξήρχοντο πάντοτε νικηταί. Βεβαίως ἔχει λάβει γνῶσιν λεπτομερῆ ἡ ἁρμοδία Ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας, διότι τὸ πρᾶγμα εἶναι παλαιόν. Τὸ ἔγκλημα συντελεῖται ὑπὸ τὰ ὄμματα τῶν ἁρμοδίων καὶ θὰ εἶχον νὰ βεβαιώσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας ὅτι ἐξ ἀτομικῆς ἀντιλήψεώς μου γνωρίζω τοῦτο τὸ θλιβερώτατον γεγονός, ὅτι εἰς δίκην μεταξὺ Δημοσίου καὶ ἰδιώτου οἰκοπεδοφάγου παρίσταντο μάρτυρες ὑπὲρ τοῦ οἰκοπεδοφάγου ὑπάλληλοι δημόσιοι τεταγμένοι πρὸς φρούρησιν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Καὶ πολλάκις δικαστικαὶ ἀποφάσεις ἐστηρίχθησαν ἐπὶ τῶν μαρτυριῶν τῶν ὑπαλλήλων τούτων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ἠδύνατο δι’ ἐγγράφου, ἁρμοδίως ἐξετάζων, νὰ πληροφορηθῇ καὶ τὰ ὀνόματα τῶν ὑπαλλήλων ἀπὸ τὴν ἁρμοδίαν Ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου του καὶ ἀπὸ τὴν Ὑπηρεσίαν τῆς Οἰκονομικῆς Ἐφορίας Πειραιῶς. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ἐκ τῶν ἐγγράφων —τὰ εἶχε δὲ ὑπ’ ὄψιν της καὶ τὰ ἔχει εἰς χεῖράς της τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἡ Ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας— ὅτι τὸ μεῖζον μέρος τῆς Πειραϊκῆς Χερσονήσου ἀπετέλουν κτήματα ἐνοικιαζόμενα ὑπὸ τοῦ Δημοσίου πρὸς βοσκὴν καὶ λατομίαν καὶ ἐν τούτοις τὰ λατομεῖα ἔχουσιν ἁρπαγῆ καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἔχουσι κτισθῆ οἰκοδομαί, παρουσιάζονται δὲ τελευταίως οἰκοπεδοφάγοι διεκδικοῦντες καὶ τὸ κτῆμα τὸ ὁποῖον ἀπηλλοτρίωσε τὸ Δημόσιον πρὸς ἐγκατάστασιν προσφυγικῶν συνοικισμῶν. Παρὰ τῶν πωλούντων τὰ κτήματα ταῦτα ἰδιωτῶν ἀγοράζουν δυστυχῶς καὶ ὑπάλληλοι τοῦ Δημοσίου, γνωρίζοντες —ὀφείλοντες τοὐλάχιστον νὰ γνωρίζωσιν— ὅτι αὐτὰ ἀνήκουν εἰς τὸ Δημόσιον ἀντὶ 5 καὶ 10 δραχμῶν κατὰ πῆχυν. Τὸ ζήτημα ἔχει μορφὴν σκανδάλου. Θὰ ἔπρεπε νὰ ληφθῇ μέριμνα σύντονος πρὸς μίαν ἀποτελεσματικὴν καὶ δραστηριωτέραν ἐνέργειαν ἐκ μέρους τῆς ἁρμοδίας Ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας, ἡ ὁποία, ὡς γνωρίζω, ἔχει προκληθῆ ἐπανειλημμένως δι’ ἀναφορῶν καὶ ἐγγράφων ἀπὸ τὴν Ὑπηρεσίαν τῆς Οἰκονομικῆς Ἐφορίας Πειραιῶς. Θὰ εἶχον ν’ ἀναφέρω χαρακτηριστικὸν γεγονὸς τὸ ὁποῖον ὑπέπεσεν εἰς τὴν ἀντίληψίν μου καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἠναγκάσθην ἴσως διὰ πρώτην φορὰν εἰς τὴν ζωήν μου νὰ καταγγείλω δικαστικὸν ὑπάλληλον, Εἰρηνοδίκην. Δὲν ἔλαβε χώραν ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας, ἀλλὰ κατὰ τὴν περίοδον τῆς Ἐπαναστάσεως. Τὸ Δημόσιον ἐκεῖ πρὸς τὸ Νέον Φάληρον εἶχεν ἐνοικιάσει κτῆμα ἰδικόν του εἴς τινα ἰδιώτην, ὁ ὁποῖος ὑπενοικίασε τμῆμα τοῦ κτήματος αὐτοῦ εἰς ἕνα πρόσφυγα ἐργοστασιάρχην πρὸς ἐγκατάστασιν μεγάλου ἐργοστασίου ταπητουργίας καὶ ἀγγειοπλαστικῆς, πρὸς ἀνάπτυξιν δηλαδὴ ἑνὸς σπουδαιοτάτου κλάδου ἐθνικῆς βιομηχανίας τῶν προσφύγων, πρὸς τὴν ὁποίαν ἔχει ὑποχρέωσιν τὸ Κράτος νὰ δείξῃ ἰδιαιτέραν στοργήν. Καὶ ἐνεφανίσθησαν οἱ οἰκοπεδοφάγοι, παραδόξως δὲ καὶ ἐδῶ συμπίπτουν τὰ ἴδια πρόσωπα, τὰ ὁποῖα φαίνονται εἰς τὴν Πειραϊκὴν Χερσόνησον. Μεταξὺ αὐτῶν ἦτο καὶ εἷς πρώην Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν.
§84ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ποῖος;
§85Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ὁ Σωτηριάδης. Ὁ Εἰρηνοδίκης ἐπ’ αὐτοκινήτου μεταβιβασθεὶς εἰς τὸν τόπον τῶν προσωρινῶν μέτρων χωρὶς νὰ προσέξῃ διόλου τὴν διαδικασίαν εἶπεν εἰς τοὺς συνηγόρους τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Δημοσίου, πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν ὁποίων ὡς μάρτυς εἶχεν ἐμφανισθῆ καὶ ὁ τμηματάρχης τῶν κτημάτων τοῦ Δημοσίου κ. Κατωπόδης, «ὅ,τι ἔχετε νὰ εἴπητε, νὰ τὸ ὑποβάλητε ἐγγράφως ἐντὸς τῆς αὔριον» καὶ τὴν ἑσπέραν τῆς ἡμέρας τῆς δίκης ἐξέδωκε τὴν ἀπόφασίν του κατὰ τοῦ Δημοσίου. Ἔλαβε γνῶσιν ὁ τότε Ὑπουργὸς κ. Σίδερης, ὁ ὁποῖος προσεπάθησε νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ πρᾶγμα. Ἐξέδωκε μίαν διαταγὴν νὰ μείνουν πάλιν οἱ ἐνοικιασταὶ τοῦ Δημοσίου ὡς ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ, μὴ ἀσκοῦντες πλέον ἰδίαν νομήν, ἀλλὰ διακατέχοντες τὸ κτῆμα ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ Δημοσίου. Ἡ ἀπόφασις ὅμως ἡ δικαστικὴ εἶχεν ἤδη ἐκδοθῆ εἰς βάρος τῶν ἐνοικιαστῶν τοῦ Δημοσίου, οἱ ὁποῖοι ἐξηκολούθουν, δυνάμει τῆς ὑπουργικῆς ταύτης διαταγῆς, νὰ παραμένουν εἰς τὸ κτῆμα. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἐμηνύθησαν, εἰσήχθησαν εἰς δίκην καὶ τὸ δικαστήριον στηριζόμενον εἰς μίαν δικαστικὴν ἀπόφασιν τοὺς κατεδίκασεν ἐπὶ παραβάσει τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς. Προεκάλεσαν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ τὸ Δημόσιον νὰ ἐπεμβῇ καὶ ν’ ἀναλάβῃ αὐτὸ τὸν ἀγῶνα ἐναντίον τῶν οἰκοπεδοφάγων, ἀλλὰ τὸ Δημόσιον ἠμέλησεν. Ἐξηκολούθησαν οὕτω νὰ μένουν. Μηνύονται ἐκ νέου, εἰσάγονται ἐκ νέου εἰς δίκην, φθάνουν μέχρι τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος ἀποφαίνεται ὅτι ἡ ἀπόφασις αὐτὴ εἶναι ἔγκυρος, ἀδιαφόρως ἂν ὁ Εἰρηνοδίκης κατηγγέλθη καὶ ἄν, διεξαχθείσης ἐν τῷ μεταξὺ τῆς σχετικῆς διοικητικῆς ἀνακρίσεως, ἀπεδείχθη ὅτι ἐνήργησεν εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην σκανδαλωδέστατα. Τί ἔπραξαν εἰς τὸ τέλος αὐτοὶ οἱ διὰ διαταγῆς τοῦ Ὑπουργοῦ διορισθέντες ἀντιπρόσωποι τοῦ Δημοσίου; Ἠναγκάσθησαν νὰ συμβιβασθοῦν μετὰ τῶν οἰκοπεδοφάγων! Διότι τὸ Δημόσιον τοὺς εἶχεν ἐγκαταλείψει, εἶχον δ’ οὗτοι ἐν τῷ μεταξὺ ἱδρύσει μέγα ἐργοστάσιον ἀγγειοπλαστικῆς καὶ ταπητουργίας καὶ εἶχον ἐκτεθῆ εἰς κολοσσιαίας δαπάνας. Καὶ ἐρωτᾷ κανείς: Διατί τάχα αὐτὴ ἡ τόσον πολυτελὴς Ὑπηρεσία τῶν κτημάτων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας νὰ ὑφίσταται; Διὰ νὰ παραδίδῃ μήπως τόσον ἀσυνειδήτως τοὺς ἀνθρώπους τοὺς ὁποίους τὸ Ὑπουργεῖον ἐξέθηκεν εἰς τόσον κολοσσιαίας δαπάνας εἰς τὰς χεῖρας τῶν ἁρπάγων, τῶν οἰκοπεδοφάγων; Τὰ ἴδια πράγματα συμβαίνουν κάθε ἡμέραν εἰς τὴν Πειραϊκὴν Χερσόνησον. «Τί νὰ κάμωμεν;» λέγει ὁ Ἔφορος. «Ἠξεύρομεν ὅτι καὶ ὑπάλληλοι ἀκόμη τῆς Ἐφορίας ἀγοράζουν ἀπὸ τοὺς οἰκοπεδοφάγους, ὑπάλληλοι ἐργαζόμενοι ἐντὸς τῆς Ἐφορίας καὶ ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν των ὅλα αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα στηρίζουν τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου». Καὶ ὑπάλληλοι ἀνώτεροι καὶ ὄργανα τῆς Ἀστυνομίας εἶναι ἀγορασταὶ τοιούτων οἰκοπέδων, διότι τὰ εὑρίσκουν ἐφθηνὰ — εἶναι καὶ πολὺ ὡραῖον τὸ μέρος — καὶ κτίζουν ἐκεῖ εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου. Τὰ κτήματα δὲ αὐτά, ἂν ἤθελεν ἡ ἁρμοδία Ὑπηρεσία σοβαρῶς ἐρευνήσει, θὰ εὕρισκεν ὅτι εἶναι τμῆμα τῆς Πειραϊκῆς Χερσονήσου, τὸ ὁποῖον εἶχε παραχωρηθῆ ἐπὶ Τρικούπη εἰς ἰδιώτας κατὰ τὸν τότε ἐκδοθέντα σχετικὸν νόμον. Οἱ πλεῖστοι ὅμως τῶν πρὸς οὓς ἐγένετο ἡ παραχώρησις αὕτη δὲν ἐξεπλήρωσαν τὰς ὑποχρεώσεις των καὶ ἡ παραχώρησις ἠκυρώθη. Δύο–τρεῖς μόνον εἶχον ἐκπληρώσει τὰς ὑποχρεώσεις των καὶ ἐγένοντο ἐγκύρως κάτοχοι καὶ κύριοι τῶν ἰδικῶν τῶν τμημάτων. Οἱ πλεῖστοι κατέχουν ἐντελῶς ἀδικαιολογήτως καὶ παρανόμως τὰ μέρη τὰ ὁποῖα διεκδικοῦν, ἄλλοι δὲ τὰ κατέχουν δυνάμει πλαστῶν τίτλων. Θὰ μοὶ εἴπητε: Ἔχει εὐθύνην ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργός; Στοχάζομαι ναί. Διότι πρὸ πολλοῦ τὸ πρᾶγμα προκαλεῖ εἰς τὴν κοινωνίαν τοῦ Πειραιῶς κατάπληξιν, διότι γνωστὸς τύπος τοῦ Πειραιῶς, ἄνθρωπος ἀσκῶν ἄλλοτε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ λεμβούχου, ἐπωχούμενος νῦν αὐτοκινήτου ἐμφανίζεται σκανδαλωδῶς διανέμων ὁλόκληρον τὴν Πειραϊκὴν Χερσόνησον ὡς κύριος καὶ κάτοχος αὐτῆς, διανέμων, πωλῶν τμήματα αὐτῆς εἰς ὅλους, δικηγόρους, ἀξιωματικούς, ὑπαλλήλους ἐφοριακούς, πρώην Εἰσαγγελεῖς, πρώην Ὑπουργούς. Ἀκόμη καὶ ἡ ἁρμοδία Ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου....
§86ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Δὲν λέγετε τὰ ὀνόματα, κύριε συνάδελφε;
§87Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Τί σᾶς ἐνδιαφέρουν τὰ ἄτομα; Αἱ πράξεις θὰ ἔπρεπε νὰ ἐνδιαφέρουν, αἱ ἐνέργειαι τῆς Ὑπηρεσίας, διότι, ὡς εἶπον, δυστυχῶς ἡ ἁρμοδία Ὑπηρεσία, ἡ ὁποία εἶναι τεταγμένη εἰς περιφρούρησιν τῶν κτημάτων τοῦ Δημοσίου, δὲν ἐνεργεῖ ὅ,τι θὰ ἔπρεπε νὰ ἐνεργήσῃ ἐν προκειμένῳ. Θὰ ἔπρεπε δὲ νὰ ἀνεύρῃ καὶ τιμωρήσῃ καὶ ἐκείνους ἀκόμη τοὺς ὑπαλλήλους οἱ ὁποῖοι, ὡς εἶπον, ἐνεφανίσθησαν καὶ εἰς δίκας μάρτυρες ὑπὲρ τοῦ ἰδιώτου καὶ ἐναντίον τοῦ Δημοσίου.
§88Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν καθορίζετε, κύριε συνάδελφε, ἂν εἶναι ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας;
§89Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Εἶπον εἷς ὑπάλληλος τῆς Ἐφορίας. Ἴσως καὶ ὁ ἄλλος ὑπῆρξεν ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας κατὰ τὸ 1922, δὲν γνωρίζω ὅμως ἂν εἶναι καὶ σήμερον ὑπάλληλος.
§90Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δύνασθε νὰ μὲ πληροφορήσητε τοὐλάχιστον εἰς ποίαν δίκην ἦλθεν ὡς μάρτυς;
§91Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ὡς ἐπληροφορήθην, ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς ἀνῆκε τότε εἰς τὴν Ὑπηρεσίαν τοῦ Τμήματος τῶν δημοσίων κτημάτων, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ἂν καὶ σήμερον ἀνήκει εἰς αὐτό. Παρέστη εἰς δίκην προσωρινῶν μέτρων κατὰ τοῦ Δημοσίου, διότι τότε δὲν εἶχε ληφθῆ τὸ μέτρον τῆς ἀπαγορεύσεως αὐτῶν, τὸ ὁποῖον ἐλήφθη ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Σίδερη.
§92Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀνεύρῃ κανεὶς ἕνα ὑπάλληλον, ἂν τοὐλάχιστον δὲν γνωρίζῃ ποῖος ἦτο ἀντίδικος τοῦ Δημοσίου.
§93Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Τοὺς ἀντιδίκους δύνασθε νὰ τοὺς μάθητε ἀπὸ τὸν δικαστικὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ Δημοσίου παρὰ τῇ Ἐφορίᾳ Πειραιῶς, ὁ ὁποῖος δύναται βεβαίως νὰ σᾶς πληροφορήσῃ καὶ νὰ σᾶς εἴπῃ καὶ τὰ ὀνόματα, τὰ ὁποῖα γνωρίζει. Τὸ φαινόμενον αὐτὸ τῆς σκανδαλώδους διαρπαγῆς τῶν δημοσίων κτημάτων ὑπηγόρευσεν εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας κ. Σίδερην τὴν λῆψιν ἑνὸς μέτρου ἐξαιρετικοῦ, μέτρου μὴ δικαιολογουμένου γενικώτερον, τῆς καταργήσεως τῶν προσωρινῶν μέτρων ἐναντίον τοῦ Δημοσίου.
§94Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἐπειδὴ δὲν διετέλεσα μόνον Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, ἀλλὰ καὶ διευθυντὴς τῶν κτημάτων, γνωρίζω τὸ ζήτημα τῆς καταπατήσεως καὶ ἐξ ὑπηρεσιακῆς πείρας. Αἱ καταπατήσεις οἰκοπέδων πάσης φύσεως, ἀνηκόντων εἰς τὸ Κράτος, εἶναι ἀπειράριθμοι. Ὅτε διὰ πρώτην φορὰν τῷ 1915 διωρίσθην Τμηματάρχης τῶν Κτημάτων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, εὑρέθην πρὸ ὁλοκλήρου δωματίου γεμάτου ἀπὸ δικογραφίας, τὰς ὁποίας προσεπαθήσαμεν τότε νὰ ἐκκαθαρίσωμεν. Δυστυχῶς αἱ περισσότεραι ὑποθέσεις εἶχον παραγραφῆ, διότι εἶχε συμπληρωθῆ τριακονταετία καὶ τεσσαρακονταετία. Ἀναφέρω μίαν καὶ μόνην περίπτωσιν τῶν καταπατήσεων τῆς Λαυρεωτικῆς. Ὁλόκληρος ἡ Λαυρεωτικὴ ἦτο κτῆμα τοῦ Δημοσίου. Κατεπατήθη δὲ ἀπὸ τοὺς χωρικοὺς καὶ ἀπὸ διαφόρους ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον ἑκάστοτε παραχωρήσεις διὰ μεταλλεῖα καὶ ἐπὶ τέλους, ὅταν ἐγὼ ἀνέλαβον τὴν Ὑπηρεσίαν τῶν κτημάτων, εἶχαν παρέλθει ἄνω τῶν 45 ἐτῶν καὶ ὅλαι ἐκεῖναι αἱ δικογραφίαι ἐπῆγαν εἰς τὰ ἀρχεῖα. Ἡ Ὑπηρεσία τῶν κτημάτων, ὁσάκις ἐτύγχανε νὰ εὑρίσκηται πρὸ ὑπαλλήλων ἐνδιαφερομένων διὰ τὴν περιουσίαν τοῦ Δημοσίου, προσεπάθει νὰ εὕρῃ μίαν λύσιν καὶ ἡ λύσις ἦτο ἡ διὰ τῆς λόγχης τοῦ χωροφύλακος, διότι δυστυχῶς οὐδεμία προστασία ὑπῆρχε τοῦ Δημοσίου, ὄχι μόνον ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους τῶν περιφερειῶν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ κέντρου καὶ τοὺς νομικοὺς συμβούλους. Θὰ ἔπρεπε λοιπὸν νὰ τεθῇ ἓν τέρμα εἰς τὰς καταπατήσεις αὐτάς, ἀκριβῶς δὲ ἡ ὑπόθεσις τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. συνάδελφος, τῆς καταπατήσεως τοῦ Νέου Φαλήρου, μὲ ἔθεσεν εἰς τὸ νὰ προκαλέσω Νομοθετικὸν Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπηγορεύοντο τὰ προσωρινὰ μέτρα κατὰ τῆς ἀκινήτου περιουσίας τοῦ Δημοσίου.
§95Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Ὑπῆρχε προγενέστερος νόμος;
§96Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ὑπῆρχεν, ἀλλ’ ἐφηρμόζετο μόνον εἰς τὰς Νέας Χώρας. Ἐπεξετάθη διὰ τοῦ Νομοθετικοῦ τούτου Διατάγματος τῆς Ἐπαναστάσεως εἰς τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα, εἰς τὴν ὁποίαν εἴχομεν καὶ τὰς περισσοτέρας καταπατήσεις, διότι αἱ Νέαι Χῶραι δὲν εἶχον συνηθίσει εἰς τὴν φάμπρικαν αὐτήν, διὰ τῆς ὁποίας πολλοὶ ἔχουσι γίνει ἑκατομμυριοῦχοι. Ἀλλὰ τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα τὸ ὁποῖον ἀπηγόρευε τὴν ἔκδοσιν ἀποφάσεων κατὰ προσωρινῶν μέτρων ἐκήρυττεν ἀκύρους καὶ τὰς ἐκδοθείσας ἀποφάσεις, ἐχρησιμοποιήθη δὲ νομίζω καὶ εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Τὸ Νομοθετικὸν αὐτὸ Διάταγμα ψήφῳ τῆς Συνελεύσεως κατηργήθη καὶ τὰ προσωρινὰ μέτρα εἶναι ἐλεύθερα εἰς πάντας ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐνδιαφέρονται ἵνα ἀσκήσουν τὰ πραγματικὰ δικαιώματά των· ὥστε ἤδη ἐπιτρέπονται τὰ προσωρινὰ μέτρα κατὰ τῆς περιουσίας τοῦ Δημοσίου. Ἵνα μὴ παραμείνω εἰς τὴν παρατήρησιν αὐτήν, σχετικῶς προσθέτω τοῦτο τὸ οὐσιαστικόν, ὅτι, ἂν δὲν ἐπαναφέρωμεν ἐν πλήρει ἰσχύϊ τὸ Διάταγμα αὐτό, οὐδὲν οἰκόπεδον τοῦ Δημοσίου εἶναι δυνατὸν νὰ παραφυλάξωμεν, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι τὸ Δημόσιον, τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας, ὁσονδήποτε καὶ ἂν φροντίσῃ, εἶναι ἀδύνατον νὰ διαθέσῃ τοὺς μάρτυρας, τοὺς ὁποίους εὐκόλως δύναται νὰ ἐξευρίσκῃ οἱοσδήποτε ἐνδιαφερόμενος ἰδιώτης. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἤδη δικηγορῶν ἐδέχθην τὴν ἐπίσκεψιν πολλῶν καὶ ἔχω μίαν ὑπόθεσιν διὰ τὴν ὁποίαν δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὅτι οὐδεμία πώλησις ὑπῆρξεν ἀκόμη ἀπὸ τοὺς ἐνδιαφερομένους — αὐτὴν τὴν στιγμὴν χωρίζω τὸν δικηγόρον ἀπὸ τοῦ μέλους τῆς παρούσης Συνελεύσεως — καὶ δηλῶ, παρὰ τὸ συμφέρον τὸ ὁποῖον θὰ εἶχον, ὅτι καὶ εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν διατρέχει κίνδυνον τὸ Δημόσιον, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ προάσπισις τῶν συμφερόντων του ἄνευ τοῦ ριζικοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον κακῶς κατηργήθη ψήφῳ τῆς Συνελεύσεως.
§97Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν κατηργήθη. Προχθὲς ἀκόμη προεκάλεσα τὴν ἐπέμβασιν τοῦ Εἰσαγγελέως δι’ ἓν οἰκόπεδον, ὅπερ καὶ κατελήφθη.
§98Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι προσωρινὸν μέτρον· εἶναι ἐνέργεια εἰσαγγελική.
§99Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Πρὸ τριῶν μηνῶν ἦλθον εἰς τὸ γραφεῖόν σας μαζὶ μὲ τὸν πρόεδρον τῆς Κοινότητος Μονεμβασίας, διότι ὁ γείτων του λόγῳ ἀντιζηλίας τὸν ἀνέφερεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τὸν ἐσταμάτησεν ἀπὸ τοῦ νὰ κτίζῃ. Αὐτὸς προσεκόμισε τοὺς τίτλους του καὶ τὸ Ὑπουργεῖον διέταξε νὰ γίνωσιν ἀνακρίσεις καὶ ἐξητάσθησαν 17 μάρτυρες, μόλις δὲ προχθὲς σεῖς ἐδώσατε διαταγὴν ν’ ἀφεθῇ ὁ ἄνθρωπος ἐλεύθερος νὰ κτίσῃ. Τοῦτο δηλοῖ ὅτι δὲν εἶχε πρόχειρα τὰ μέσα νὰ τρέξῃ εἰς τὸν Εἰρηνοδίκην.
§100Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν δύναται νὰ ἐξευρίσκῃ μάρτυρας, ὁ δὲ Εἰρηνοδίκης στηρίζεται εἰς μάρτυρας καὶ ἐπιδικάζει τὴν κατοχήν. Πλὴν ὅμως τοῦ τρόπου τῶν προσωρινῶν μέτρων καὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐπεμβάσεως τοῦ Εἰσαγγελέως ὑπάρχει καὶ ἄλλος τρόπος ἵνα ἐκκαθαρισθῶσιν αἱ ὑποθέσεις αὗται. Ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ κ. Καφαντάρη ἐψηφίσθη νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ἱδρύθη διοικητικὸν δικαστήριον λειτουργοῦν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Γεωργίας ὑπὸ τὴν προεδρίαν Ἀρεοπαγίτου, εἰς τὸ ὁποῖον μετεῖχον καὶ μέλη δικαστικὰ καὶ μέλη διοικητικά, ἦτο δὲ δυνατὸν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὸ δικαστήριον αὐτό. Αἱ ἀποφάσεις τοῦ δικαστηρίου αὐτοῦ, ἐνῷ εἶναι ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὸν Ὑπουργόν, δὲν εἶναι ὑποχρεωτικαὶ διὰ τοὺς ἀντιδίκους, οἱ ὁποῖοι πρέπει ν’ ἀσκήσουν τακτικὴν ἀγωγὴν περὶ νομῆς.
§101Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Δυστυχῶς ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος ἐδίδαξεν ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν εἰρηνοδικειακὴν δικαιοσύνην, ἡ ὁποία καλεῖται ἑκάστοτε νὰ τέμνῃ τὰς διαφορὰς μεταξὺ τῶν ἰδιωτῶν καὶ τοῦ Δημοσίου. Πάντοτε, κύριοι, σχεδὸν τὸ Δημόσιον ἡττήθη εἰς τοιαύτας δίκας. Ἀλλ’ ἐγὼ αὐτὸ τὸ ἀποδίδω καὶ εἰς ὑπαιτιότητα τῆς ἁρμοδίας Ὑπηρεσίας, εἰς ἐλαττωματικὴν ὀργάνωσιν τῆς κατωτέρας Ὑπηρεσίας τοῦ προσωπικοῦ τῶν φυλάκων τῶν κτημάτων τοῦ Δημοσίου. Ὑπάρχει ἡ γνώμη ὅτι, ὅτε τὰ κτήματα ἦσαν ἐμπεπιστευμένα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, οἱ διάφοροι ἔφοροι ἐνεφανίζοντο ὡς κέρβεροι τῆς περιουσίας τοῦ Δημοσίου, ἐνῷ σήμερον δὲν ἔχουσι τόσον αὐστηρὰν συνείδησιν οἱ φύλακες τῆς ὑποχρεώσεως αὐτῶν ὅπως περιφρουρήσωσι τὰ κτήματα, διὰ τὸν λόγον ὅτι περιῆλθεν εἰς ἄλλο Ὑπουργεῖον ἡ ἁρμοδιότης.
§102Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἡ Διεύθυνσις Κτημάτων ἀπεσπάσθη κατὰ τὸ 1917. Φαντάζεσθε ὅτι αἱ καταπατήσεις ἔγιναν μετὰ τὸ 1917; Δὲν πρέπει νὰ σᾶς ἀνησυχοῦν αἱ μετὰ τὸ 1917. Αἱ καταπατήσεις, κύριε συνάδελφε, χρονολογοῦνται ἀφ’ ἧς συνεστήθη τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος.
§103Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Τὸ γνωρίζω, κύριε Ὑπουργέ, ἀλλὰ καὶ τώρα συμβαίνουν. Καὶ πρέπει νὰ ληφθῶσιν αὐστηρὰ μέτρα, ἵνα ἐπιτευχθῇ ἡ θεραπεία τοῦ κακοῦ. Αὐτὸ ἐπεδίωξα καὶ δι’ αὐτὸ ὑπέβαλα τὴν ἐπερώτησιν αὐτήν. Ἀπέβλεπα δηλαδὴ εἰς τὸ νὰ κεντρίσω τὰς ἁρμοδίας Ὑπηρεσίας εἰς μίαν σύντονον, ταχεῖαν, ἀποτελεσματικὴν ἐνέργειαν. Δὲν ἤθελον βεβαίως νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι εἰς τὸ παρελθὸν δὲν συνέβαινον τοιαῦται καταπατήσεις, ἀλλ’ οἱ ἔφοροι, ἐξαρτώμενοι ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἔχοντες ἀποκλειστικὴν ἁρμοδιότητα, ἐδείκνυον περισσότερον ζῆλον εἰς περιφρούρησιν τῶν κτημάτων τοῦ Δημοσίου παρ’ ὅσον σήμερον ἰσχυρίζονται ὅτι δεικνύουσιν οἱ ἁρμόδιοι. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι ὑπῆρξαν λόγοι πρακτικοὶ ἰσχυρότατοι αὐτοὶ τοὺς ὁποίους διηρμήνευσεν ὁ συνάδελφος κ. Σίδερης, ὁ ὁποῖος ὑπηγόρευσεν ὀρθότατα τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς λήψεως προσωρινῶν μέτρων κατὰ τοῦ Δημοσίου. Δὲν ἔλαβον καὶ ἐγὼ γνῶσιν ὅτε ἐψηφίζετο τὸ νέον νομοθέτημα περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου «περὶ προσωρινῶν μέτρων», τῆς προσθήκης διατάξεως, δι’ ἧς κατηργήθη ἡ ἀπαγόρευσις ἐκείνη τῆς λήψεως προσωρινῶν μέτρων κατὰ τοῦ Δημοσίου. Φρονῶ ὅτι, ἂν δὲν δύναται ἡ Ὑπηρεσία νὰ ὀργανωθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον καὶ νὰ προασπίσῃ ἀποτελεσματικώτερον τὰ κτήματα τοῦ Δημοσίου κατὰ τῶν ἁρπακτικῶν τάσεων τῶν οἰκοπεδοφάγων, αἱ ὁποῖαι ἤδη ἐκδηλοῦνται ζωηρότεραι καὶ πυκνότεραι, θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπαναφέρωμεν τὴν ἀπαγόρευσιν. Πάντως εἶμαι ἠναγκασμένος κατόπιν τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας νὰ θωπεύσω τὴν ἐλπίδα ὅτι ἡ ἁρμοδία Ὑπηρεσία θὰ κινηθῇ περισσότερον διὰ νὰ μὴ συνεχίζηται αὐτὴ ἡ ἀπολύτως σκανδαλώδης καὶ τερατώδης ἐνέργεια ὑπὸ τὰ ὄμματα τοῦ Δημοσίου, πέντε μέτρα μακρὰν τῆς Ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας καὶ ὑπὸ τὰ ὄμματα τοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις ἐνδιαφέρεται περισσότερον παρὰ ἄλλοτε διὰ τὴν περιφρούρησιν τῆς περιουσίας αὐτῆς τοῦ Δημοσίου, ἐκ τῆς ὁποίας, ἐπὶ τέλους, ἂν τὴν ἀπαλλοτρίου τὸ Δημόσιον, θὰ ἠδύνατο νὰ προσπορισθῇ καὶ ἐξαιρετικὰ κέρδη. Ἐν συνδυασμῷ δὲ πρὸς τὴν ἄλλην πρότασιν τῆς Ἐπιτροπῆς Οἰκονομιῶν, ἡ ὁποία εὗρε μόνον εἰς τὰς ἀπαλλοτριώσεις τῶν ἰδιωτικῶν οἰκοπέδων σφάλματα, θὰ ἠδύνατο ἐνεργῶν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς νὰ προσπορίσῃ εἰς τὸν δημόσιον θησαυρὸν μεγίστην ἀρωγήν. Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργός, δώσας ἀπόψε τὴν ὑπόσχεσιν ὅτι θὰ συμβάλῃ εἰς τὴν θεραπείαν τοῦ κακοῦ, θὰ προβῇ εἰς τὴν λῆψιν τῶν ἐνδεικνυομένων μέτρων, ἵνα τελειωτικῶς ἐκλείψῃ τὸ σκάνδαλον αὐτό, τοῦ ὁποίου τὴν ἔκτασιν πάντες ἀντιλαμβανόμεθα.
§104Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Πρὸ ὀκτὼ περίπου μηνῶν, κ. Ὑπουργὲ τῆς Γεωργίας, εἶχον ὑποβάλει ἓν νομοσχέδιον περὶ ἱδρύσεως ἑνὸς προσφυγικοῦ συνοικισμοῦ εἰς τὴν Πειραϊκὴν Χερσόνησον. Οὐδεμία ἀμφισβήτησις ὑπῆρξεν ὅτι τὸ οἰκόπεδον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ ὁ συνοικισμὸς ἀνῆκεν εἰς τὸ Δημόσιον. Ἔκαμα τὰς σχετικὰς ἐρεύνας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας καὶ ἐπείσθην ὅτι τὸ μέρος ἐκεῖνο ἦσαν παλαιαὶ βοσκαὶ καὶ παλαιὰ λατομεῖα ἀνήκοντα εἰς τὸ Δημόσιον. Μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου οὐδεὶς παρουσιάσθη ἵνα προβάλῃ ἀξιώσεις. Ἀκολούθως μετὰ τὴν ψήφισιν ὑπέβαλον οἱ δικαιοῦχοι τὰς αἰτήσεις, ἐγένετο ὁ ἔλεγχος τῶν αἰτήσεων, τὰ σχέδια τοῦ συνοικισμοῦ καὶ μετέβησαν οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι ὅπως ἐφαρμόσουν τὸ σχετικὸν σχέδιον καὶ προβοῦν εἰς τὸν καθορισμὸν τῶν οἰκοπέδων ἑνὸς ἑκάστου τῶν δικαιούχων. Ἀλλὰ τότε, ὅπως πολὺ ὀρθῶς καὶ μὲ ἀρκετὰ ζωηρὰ χρώματα ἀνέπτυξεν ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ βήματος ἀξιότιμος συνάδελφος, εὑρέθησαν πρὸ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι προέβαλον τίτλους, ἰσχυριζόμενοι ὅτι δὲν ἀνῆκον εἰς τὸ Δημόσιον τὰ οἰκόπεδα, μεταξὺ δὲ αὐτῶν ἐπρωτοστάτει κάποιος ὁ ὁποῖος εἶναι γενικὸς κληρονόμος τῆς Πειραϊκῆς Χερσονήσου, ὅστις ἔχει καὶ τὸ ἀξίωμα, ὡς μοὶ εἶπον, τοῦ προέδρου τῶν λεμβούχων ὀνόματι Μαντούβαλος. Ἀποτέλεσμα ἦτο ὅτι τὸ σχέδιον δὲν κατωρθώθη νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ὑγιεινῆς ἠναγκάσθησαν νὰ προστρέξουν εἰς τὴν Χωροφυλακὴν διὰ νὰ κατορθώσουν νὰ κάμουν ἔναρξιν τοῦ ἔργου, ἠναγκάσθησαν δὲ κατόπιν νὰ φύγουν, διότι ἠπειλεῖτο σύρραξις μεταξὺ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν προσφύγων καὶ τῶν ἐνδιαφερομένων οἰκοπεδοφάγων. Ἐκεῖνο λοιπὸν τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Προνοίας, διότι τώρα τελευταίως ἐνδιαφέρει τὸ ζήτημα καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Προνοίας, εἶναι πρὸ παντὸς νὰ ἄρῃ ἀπὸ τὸ μέσον τοὺς ἀνθρώπους τοὺς στηριζομένους ἐπὶ πλαστῶν τίτλων καὶ νὰ κατορθώσῃ νὰ ἀποδοθῇ ὁ ἐν λόγῳ χῶρος εἰς τὸν προσφυγικὸν κόσμον, ὁ ὁποῖος ἀναμένει τὴν διανομὴν τῶν οἰκοπέδων διὰ νὰ γίνῃ ἔναρξις.
§105Α. ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας). Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Προνοίας διεβίβασε τὴν ὑπόθεσιν εἰς ἓν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖται ἀπὸ ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου τῆς Προνοίας καὶ τῆς Συγκοινωνίας, φαίνεται δὲ ὅτι οἱ οἰκοπεδοφάγοι δὲν εὑρίσκονται ἐν δικαίῳ, διότι τὰ οἰκόπεδα εἶναι τοῦ Δημοσίου, καὶ οὕτω θὰ κανονισθῇ τὸ ζήτημα καὶ θὰ λήξῃ πᾶσα συζήτησις.
§106Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ τοῦ Εἰσαγγελέως δύναταί τις πάντοτε νὰ λάβῃ τὴν κατάληψιν ἑνὸς οἰκοπέδου, ὁ δὲ νόμος περὶ καταργήσεως τῶν προσωρινῶν μέτρων ἐγένετο, διότι τὸ Δημόσιον προέβαινεν εἰς τὴν κατάληψιν ἑνὸς ἰδιωτικοῦ οἰκοπέδου καὶ δὲν εἶχε τὸ μέσον ὁ πολίτης νὰ ἀμυνθῇ. Ὑπάρχει ὅμως τὸ μέσον τῆς καταλήψεως διὰ τοῦ Εἰσαγγελέως, ὁσάκις προδήλως πρόκειται περὶ αὐθαιρεσίας εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου.
§107Δ. ΜΑΡΣΕΛΟΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν προλαλησάντων συναδέλφων δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε. Εἶμαι ὅμως ὑποχρεωμένος νὰ τονίσω ἓν πρᾶγμα, ὅτι ὁ προσφυγικὸς κόσμος ἀπὸ τὴν ἀρχὴν ἔχει ὑποστῆ τὰ πάνδεινα ἀπὸ τοὺς ὀλίγους, εὐτυχῶς, ὑπαλλήλους τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, οἱ ὁποῖοι ὀλιγωροῦν νὰ πράξουν τὸ ταχύτερον τὸ καθῆκόν των. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ νομοθέτημα τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη πρὸ 8 μηνῶν, ἐν τῷ ὁποίῳ ὑπῆρχε διάταξις καθ’ ἣν ἔπρεπεν ἐντὸς δύο μηνῶν νὰ βγάλουν σχεδιάγραμμα καὶ τὸ σχεδιάγραμμα παρέμεινεν ἐπὶ ὀκτάμηνον καὶ ἔπρεπε τὴν τελευταίαν στιγμὴν νὰ μεταβῶμεν δύο–τρεῖς πληρεξούσιοι νὰ παρακαλέσωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ νομοθέτημα καὶ αὐτοστιγμεὶ ἐγένετο τῇ ἐπεμβάσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας. Ἂν αὐτὸ ἐγίνετο ἐγκαίρως, δὲν θὰ ἐπρόφθανον νὰ παρουσιασθοῦν τόσοι τιτλοῦχοι, διὰ τοὺς ὁποίους τὸ Νομικὸν Συμβούλιον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Προνοίας ἀπεφάνθη ὅτι δὲν ἔχουν κανὲν δικαίωμα. Ἀλλὰ δυστυχῶς αὐτοὶ οἱ ὀλίγοι ὑπάλληλοι τῶν Ὑπουργείων, ὅπως τὸ ἐτόνισα καὶ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι καταστρέφουν τὰ πάντα καὶ φέρουν τοὺς πρόσφυγας πρὸς τοὺς ἐντοπίους εἰς διαμάχας καὶ τοὺς πρόσφυγας ἀναμεταξύ των καὶ ὑπάρχουν πλεῖστα παραδείγματα ἐδῶ εἰς τὰ πρόθυρα τῶν Ἀθηνῶν, ὅπου πρόκειται ἐντὸς ὀλίγου νὰ ἔχωμεν δευτέρας σκηνὰς τοῦ Κιούπκιοϊ· διότι ὑπάρχει μία ὁμὰς προσφύγων ἐκ Φωκαίας, οἱ ὁποῖοι ἔχουν καταστραφῆ ἐκεῖ κάτω καὶ ἐσώθησαν διὰ σχεδιῶν. Λοιπὸν ἐζητήσαμεν ἐγὼ καὶ ἄλλοι πληρεξούσιοι νὰ ἀποκατασταθοῦν ἐδῶ εἰς τὰς ἁλυκάς, ἐπειδὴ εἶναι καὶ εἰδικοί. Καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας συνιστᾷ νὰ ἐγκατασταθοῦν ἐκεῖ, διότι θὰ προαχθῇ καὶ ἡ ἐθνικὴ οἰκονομία τοῦ Τόπου. Ἔρχεται ἀνώτερος ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας, μόλις ἔμαθεν ὅτι ἀπαλλοτριοῦνται τὰ μέρη αὐτὰ πρὸς ἐγκατάστασιν προσφύγων χωρὶς νὰ περάσουν ἀπὸ τὸ Ἐποικιστικὸν Συμβούλιον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας, παρεισέφρησεν ἓν ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου καὶ τὸ ζήτημα ἐναυάγησε. Τὰς σκηνὰς λοιπόν, κύριοι, ποῖος τὰς προκαλεῖ; Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ ἰδιαιτέρως νὰ συστηθῇ εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς ὑπαλλήλους νὰ ἐκτελοῦν τὰ καθήκοντά των, διότι αὐτοὶ θὰ εἶναι ὑπαίτιοι τῶν τυχὸν αὐριανῶν σκηνῶν.
§108Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπωμεν καὶ ὑπὲρ τῆς Ὑπηρεσίας αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργείου καὶ εἰδικῶς διὰ τὸ τμῆμα τὸ ὁποῖον διευθύνει ὁ κ. Λάμπρος, ὁ ὁποῖος εἶπε τὴν ἑξῆς σκέψιν: Ὅσοι κατέχουν κτήματα τοῦ Δημοσίου ἀπὸ δεκαετίας καὶ πλέον, αὐτοὶ καλῶς τὰ κατέχουν καὶ τὸ Δημόσιον ἂς λύσῃ δικαστικῶς τὸ ζήτημα, ὅσοι δὲ τὰ κατέχουν ἀπὸ δεκαετίας θὰ τὰ πάρῃ τὸ Δημόσιον μὲ τὸ σπαθί του, διὰ τοῦ χωροφύλακος καὶ τότε, ἂν ἔχουν δίκαιον, ἂς ὑπάγουν εἰς τὸ δικαστήριον. Καὶ εἶπον τότε ἐγώ, διότι παρευρισκόμην, ἂν ἀρχίσωμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, θὰ δημιουργήσωμεν κράτος ἐν κράτει. Φαίνεται λοιπὸν ὅτι ἡ ἁρμοδία Ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας ἔχει λάβει σοβαρῶς ὑπ’ ὄψιν τὸ ζήτημα καὶ δὲν πρέπει νὰ τὴν ἀδικῶμεν.
§109Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὀφείλω, κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ εὐχαριστήσω τὸν ἀξιότιμον πληρεξούσιον Λοκρίδος καὶ διότι ἠθέλησε νὰ μὲ κεντρίσῃ εἰς ἐντονωτέραν ἐνέργειαν πρὸς διάσωσιν τῶν δημοσίων κτημάτων καὶ διότι ἐξέφρασε τὴν ἐλπίδα ὅτι ὁ κεντρισμός του θὰ εἶναι ἀποτελεσματικός· ἀλλὰ διαβεβαιῶ ὑμᾶς ὅτι οὐδενὸς κεντρισμοῦ ὑπῆρχεν ἀνάγκη. Ἡ κατάστασις τῶν δημοσίων κτημάτων ἀποτελεῖ τὸ καλύτερον κέντρον διὰ πᾶσαν ἐνέργειαν, διότι ὄντως εἶναι οἰκτρά, ὄντως εἶναι πολὺ ἀνωτέρα τῆς ζωηρᾶς περιγραφῆς τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. πληρεξούσιος ἐκ Λοκρίδος. Ἀπὸ μακροῦ χρόνου, ἀπὸ δεκαετηρίδων, ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ἐνεργεῖται ἀσύστολος καταπάτησις τῶν κτημάτων τοῦ Δημοσίου, ὄχι μόνον τῶν γηπέδων, ἀλλὰ καὶ ἄλλων κτημάτων ὑπὸ διαφόρων κυρίων. Τὸ περίεργον δὲ εἶναι ὅτι αἱ καταπατήσεις αὐταὶ ἦσαν πράγματα πασίγνωστα καὶ ἐν τούτοις κατ’ ἀνεξήγητον σύμπτωσιν ἐγένοντο ἀνεκταί. Καὶ ἐδημιουργήθη σήμερον μία κατάστασις ἡ ὁποία εἶναι ἀληθῶς οἰκτρά. Αἱ καταπατήσεις αὗται, γινόμεναι ἀπὸ μακροῦ χρόνου, ἐγένοντο κατὰ πολλοὺς τρόπους. Εἶδον π.χ. περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν εἶμαι βέβαιος ὅτι συνεννοήθησαν δύο Ἕλληνες καὶ ὑποθήκευσαν ὁ εἷς εἰς τὸν ἄλλον κτῆμα τοῦ Δημοσίου πρὸς ἀσφάλειαν δανείου, ἐννοεῖται, εἰκονικῶς· μετὰ ἓξ μῆνας ἐπήρχετο ἡ ἐκτέλεσις.
§110Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐνίοτε ἐγίνετο καὶ ἐπὶ ἰδιωτικῶν κτημάτων καὶ εὑρίσκετο ὁ ἰδιοκτήτης πρὸ πλειστηριασμένου κτήματός του.
§111Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δημιουργεῖται εἷς τίτλος ὑπὲρ τοῦ ἐκποιήσαντος δανειστοῦ. Τίτλος νομιμώτατος μέν, ἀλλ’ εἰκονικός. Δημιουργεῖται μία κατοχή. Αὐτὴ ἡ κατοχὴ δημιουργεῖ τέλος πάντων δικαίωμα διὰ κάθε ἀνύποπτον ἀγοραστὴν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ τίτλου αὐτοῦ. Ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ ὅτι εἶναι κτῆμα τοῦ Δημοσίου διὰ νὰ καταστῇ δύσπιστος. Τὸν πρῶτον ἀγοραστὴν ἀκολουθεῖ σειρὰ κυρίων καλῇ τῇ πίστει ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, τοὺς ὁποίους δὲν εἶναι εὔκολον, καὶ ἂν ἀκόμη δὲν καλύπτωνται ὑπὸ τῆς παραγραφῆς, νὰ ἐκδιώξωμεν. Ἄλλο σύστημα καταπατήσεως εἶναι τὸ σύστημα τῆς πωλήσεως. Ἐπώλησεν ὁ εἷς πρὸς τὸν ἄλλον.
§112Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὑπάρχει, κ. Ὑπουργέ, κτηματολόγιον τοῦ Δημοσίου;
§113Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν ὑπάρχει· εἶναι γνωστόν. Ἂν ὑπῆρχε, δὲν θὰ ἐγίνετο αὐτό. Οὔτε καταγραφὴ ποτὲ δὲν ὑπῆρξε τῶν κτημάτων. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις.
§114Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Δι’ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ἔλλειψιν τοῦ κτηματολογίου ἦλθεν εἰς ἐπαφὴν τὸ Ὑπουργεῖον Συγκοινωνίας μὲ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ παρασκευάζεται συντομώτατα νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Συνέλευσιν σχέδιον νόμου διὰ τοῦ ὁποίου τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας δημιουργεῖ ἓν τμῆμα κτηματολογικὸν ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ μέχρι τοῦδε ὑπάρχον τμῆμα τῆς καταπατήσεως. Θὰ συνεργάζηται καὶ θὰ καταλήξωμεν εἰς τὰ μεγαλύτερα κέντρα νὰ ἔχωμεν μίαν σαφῆ κατάστασιν.
§115Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Πρὸ τοιαύτης καταστάσεως μίαν κυρίως ἐνέργειαν ἐπιβάλλεται νὰ κάμωμεν: Πόσα ἀκόμη κτήματα ἔχομεν ἀνέπαφα σήμερον ἢ πόσα καταπατημένα μένουν, δυνάμενα ὅμως νὰ διασωθῶσιν. Ἐπ’ αὐτοῦ ἐδόθησαν διαταγαὶ πρὸς ὅλους τοὺς οἰκονομικοὺς ἐφόρους νὰ μᾶς δώσουν πλήρεις καταλόγους τῶν κτημάτων αὐτῶν, διὰ τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν βάσιμοι πληροφορίαι ὅτι εἶναι δημόσια, ἀλλὰ κατέχονται ὑπὸ ἰδιωτῶν ἐπὶ χρόνῳ ὁ ὁποῖος δὲν ἀρκεῖ πρὸς συμπλήρωσιν τῆς παραγραφῆς. Ἐγένετο δὲ σύντονος δίωξις ὅλων τῶν ὑποκειμένων εἰς δίωξιν καταπατητῶν καὶ διατάσσονται καθημερινῶς ἐξώσεις διοικητικαὶ διὰ τοῦ Εἰσαγγελέως. Διὰ τοῦ μέτρου τούτου νομίζω ὅτι ἐπέρχεται οἷον περίπου ἀποτέλεσμα ἐπήρχετο καὶ διὰ τοῦ ἑτέρου μέτρου, τὸ ὁποῖον πολὺ ὀρθῶς ὑπέδειξεν ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος Καρδίτσης, τοῦ μέτρου τῆς μὴ ἰσχύσεως τῶν ἀποφάσεων τῶν προσωρινῶν μέτρων. Ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ γενικῶς. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν Πειραϊκὴν Χερσόνησον εἰδικῶς τὰ πράγματα συνέβησαν κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, καὶ ἐπειδὴ ἐπρόκειτο περὶ μέρους τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο πλησίον εἰς τὴν πρωτεύουσαν καὶ τὸν Πειραιᾶ, οἱ καταπατηταὶ ἦσαν καὶ εὐφυέστεροι καὶ ἱκανώτεροι. Σήμερον εὑρισκόμεθα πρὸ τῆς ἑξῆς καταστάσεως: Ἔχομεν μέγα μέρος τὸ ὁποῖον ὄντως παρεχωρήθη κατὰ τὸ σύστημα τῶν παραχωρητηρίων. Αὐτὰ ἀνήκουν εἰς τοὺς ὑπὲρ ὧν ἡ παραχώρησις. Ὑπάρχουν ἄλλα μέρη τὰ ὁποῖα κατέχονται ὑπὸ τρίτων δυνάμει παραχωρητηρίων ἢ μᾶλλον ἄνευ παραχωρητηρίων, δηλαδὴ ἐν τῇ ἀναμονῇ τῆς ἐκδόσεως τῶν παραχωρητηρίων κατέλαβον τὰ κτήματα· αὐτοὶ ἐξεδιώχθησαν πρὸ τεσσαρακονταετίας. Ἕτερον μέρος παρεχωρήθη διὰ νέου Νομοθετικοῦ Διατάγματος, ὅπως εἶπεν ὁ δεύτερος ἀξιότιμος πληρεξούσιος, εἰς τὸν συνοικισμὸν Καλλιπόλεως, τοῦ ὁποίου ἡ ἁρμοδιότης ὑπάγεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Προνοίας. Ἐγὼ πρὸ αὐτῆς τῆς καταστάσεως διέταξα τὸ ἑξῆς: Νὰ γίνῃ καταμέτρησις ὅλης τῆς ἐκτάσεως πλὴν ἐκείνης ἡ ὁποία νομίμως παρεχωρήθη, ὥστε νὰ ἐξαναγκάσωμεν τοὺς ἔχοντας τίτλους νὰ τοὺς παρουσιάσουν διὰ νὰ ἐξελεγχθοῦν, διετάχθη δὲ τοῦτο ἀπὸ τὸν πρῶτον μῆνα τῆς ὑπουργίας μου. Ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος Πειραιῶς καὶ ὁ μηχανικὸς διετάχθη νὰ καταρτίσῃ ἓν διάγραμμα, τὸ ὁποῖον νὰ περιλαμβάνῃ τὰ οἰκόπεδα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ πωλήσωμεν, μήπως ἐξατμισθῶσι καὶ αὐτά. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ ἐνέργεια αὐτῶν τῶν σχεδιαγραμμάτων προεκάλεσε σωρείαν αἰτήσεων καὶ ἔρχονται καθημερινῶς καὶ συγκεντροῦνται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἀγορασταὶ δεύτεροι καὶ τρίτοι, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἀρκετοὶ καλῇ τῇ πίστει, δηλαδὴ κατὰ τὴν ἀτομικήν μου πεποίθησιν οἱ τελωνειακοὶ ὑπάλληλοι εἶναι ἀγορασταὶ καλῆς πίστεως.
§116Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Οἱ ἀγορασταὶ καλῆς πίστεως, λέγουν οἱ νόμοι, δὲν κυττάζουν τὰ χαρτιά. Δὲν ὑπάρχει οἰκοπεδοφάγος καλῆς πίστεως.
§117Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Νομικῶς, καλῆς πίστεως ἀγοραστὴς λέγεται ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀγοράζει ἓν κτῆμα τὸ ὁποῖον νομίζει ὅτι ἀνήκει εἰς τὸν πωλητήν.
§118Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Κάμνει ὅ,τι γνωρίζει.
§119Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Αὐτὸ δὲν ἐπηρεάζει τὸ οὐσιαστικὸν δικαίωμα τῆς κτήσεως. Θὰ ἐξετασθοῦν ὅλα αὐτά, θὰ περάσουν ἀπὸ τὸ συμβούλιον καὶ τὸ δικαστήριον καὶ ἐλπίζω εἰς τὸ τέλος, τοὐλάχιστον ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δὲν ἐκάλυψεν ἀποδεδειγμένως ἡ παραγραφή, ὅτι αὐτὰ θὰ διασωθοῦν. Ἕν μόνον ἔχω νὰ προσθέσω, ὅτι δὲν συμφωνῶ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λοκρίδος πληρεξουσίου, ὅτι οἱ τμηματάρχαι τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας δὲν ἐπέδειξαν διάθεσιν πρὸς προστασίαν τῶν κτημάτων τοῦ Δημοσίου. Ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι, καίτοι ἀπέναντι τοῦ ὄγκου τῆς ἐργασίας τὸ προσωπικὸν τοῦ Ὑπουργείου εἶναι ὀλιγάριθμον, ἐπέδειξε ζῆλον φθάνοντα πολλάκις μέχρις ἀδικίας ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου.
§120Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Ὑπάρχει μία κατηγορία κτημάτων εἰς τὴν Πειραϊκὴν Χερσόνησον, διὰ τὰ ὁποῖα ἐλήφθη ἰδιαιτέρα πρόνοια. Εἶναι ἡ παραλία, ἡ ὁποία ἔχει κηρυχθῆ ἀρχαιολογικὸς τόπος καὶ ἡ ὁποία κατεπατήθη. Μοὶ ἐπεστήθη ἡ προσοχή, κατῆλθον εἰς τὸν Πειραιᾶ, καὶ ἐνῷ ὑπάρχουν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας διαταγαὶ ὅτι εἶναι ἀρχαιολογικοὶ τόποι, αὐτοὶ κατεπατήθησαν. Ἐπίσης εἶναι τὰ κτήματα τὰ ὁποῖα καταλαμβάνουν τοὺς βράχους καὶ τὰ ὁποία κατὰ τὸν νόμον ἀνήκουν εἰς τὸ Δημόσιον.
§121Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κύριε πληρεξούσιε, ὄχι μόνον αὐτὰ κατεπατήθησαν, ἀλλὰ καὶ ἄλλα περισσότερα. Ὅταν ἐξελέγξωμεν τοὺς τίτλους καὶ τὴν προέλευσιν τῶν δικαιωμάτων τῶν ἐμφανιζομένων ὡς κυρίων, θὰ σκεφθῶμεν τίνα μέτρα θὰ λάβωμεν κατ’ αὐτῶν.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις περισσοτέρων πληρεξουσίων, ὅπως προταχθῇ ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 14 ἐπερώτησις τοῦ κ. Ν. Μπακοπούλου, στρεφομένη κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, δι’ ἧς ἐπερωτᾷ αὐτὸν «διὰ τίνα λόγον καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τίνος νόμου ἢ τίνος διαταγῆς ἐματαιώθη ὁ διεθνὴς διαγωνισμὸς τῆς κατασκευῆς τοῦ λιμένος Καβάλλας, ὅστις εἶχεν ὁρισθῆ νὰ γίνῃ ἐν Καβάλλᾳ τῇ 1 Δεκεμβρίου 1924». Ἐρωτῶ τὴν Συνέλευσιν ἂν ἐγκρίνει τὴν πρόταξιν τῆς ἐπερωτήσεως. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. Ὁ κ. Ν. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§123Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπερώτησις περὶ τῆς ματαιώσεως τῆς δημοπρασίας διὰ τὸν λιμένα Καβάλλας, κύριοι πληρεξούσιοι, ἐμφανίζει διττὴν ἄποψιν ἐξετάσεως. Τὴν ἄποψιν τὴν νομικὴν καὶ τὴν ἄποψιν τὴν οὐσιαστικήν. Καὶ ἐπὶ τῆς διττῆς ταύτης ἀπόψεως παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἀναπτύξω τὴν ἐπερώτησίν μου. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς νομικῆς, ἔχομεν ἓν Νομοθετικὸν Διάταγμα τοῦ 1923 «περὶ λιμένων καὶ λιμενικῶν ταμείων», τὸ ὁποῖον καθορίζει τὰ τῆς διοικήσεως τῶν λιμένων, τὰ τῆς ἱδρύσεως λιμενικῶν ταμείων καὶ κατασκευῆς λιμενικῶν ἔργων. Κατὰ τὸ Νομοθετικὸν τοῦτο Διάταγμα ἡ διοίκησις τῶν λιμένων ἀνατίθεται εἰς μίαν Λιμενικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ αὐτοτελὲς πρόσωπον, ὅλα τὰ λιμενικὰ ἔργα ἐνεργοῦνται ὑπὸ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅλαι αἱ δημοπρασίαι ἐνεργοῦνται ὑπὸ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς, κατόπιν ἐγκρίσεως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας, ὑπὸ μόνον τὸν περιορισμὸν ὅτι τὰ ἐκτελούμενα ἔργα θὰ ἐκτελεσθῶσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ ἐκτελέσεως δημοσίων ἔργων. Αἱ διατάξεις δὲ αὗται δίδουσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας τὸ δικαίωμα τῆς ἐγκρίσεως ἢ μὴ ἐγκρίσεως τῆς γενομένης δημοπρασίας, οὐδόλως ὅμως χορηγοῦσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας τὸ δικαίωμα ματαιώσεως προκηρυχθείσης δημοπρασίας. Ἐπὶ τῇ βάσει λοιπὸν τῶν κειμένων νόμων ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ Καβάλλας ἐξετέλεσε τὴν μελέτην περὶ κατασκευῆς τοῦ λιμένος Καβάλλας. Ἡ μελέτη αὐτή, προβλέπουσα δαπάνην ἀνερχομένην εἰς 75 ἑκατομμύρια δραχμῶν, μὲ τιμὴν λίρας 300 δραχμῶν, ἐνεκρίθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας τῇ 25 Σεπτεμβρίου 1923 καὶ τῇ 22 Μαΐου 1924 προεκηρύχθη διεθνὴς δημοπρασία διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ λιμένος Καβάλλας, ἡμέρα δὲ πρὸς διεξαγωγὴν τῆς διεθνοῦς ταύτης δημοπρασίας ὡρίσθη ἡ 1 Δεκεμβρίου 1924, δηλαδὴ 6 ὁλοκλήρους μῆνας καί τινας ἡμέρας μετὰ τὴν δημοσίευσιν τῆς προκηρύξεως καὶ τόπος ἐνεργείας τῆς δημοπρασίας ὡρίσθησαν τὰ γραφεῖα τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς Καβάλλας. Ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ Καβάλλας ἐξετύπωσε τοὺς ὅρους τῆς προκηρύξεώς της εἰς 50 ἀντίτυπα, εἰς ἀριθμὸν δηλαδὴ ἀντιτύπων οὐσιωδῶς ἀνώτερον τοῦ ἀριθμοῦ εἰς τὸν ὁποῖον ἐξετυπώθη ἡ προκήρυξις περὶ κατασκευῆς τῶν λιμενικῶν ἔργων Πειραιῶς, ἐδημοσιεύθη δὲ ἡ προκήρυξις διὰ τῶν ἐφημερίδων καὶ ἀντίτυπα αὐτῆς διενεμήθησαν εἰς τὰς ἐν Ἀθήναις Πρεσβείας διὰ νὰ λάβωσιν γνῶσιν ὅλοι οἱ ξένοι ἐνδιαφερόμενοι. Ἐνῷ οὕτως ἔβαινον ὁμαλῶς τὰ πράγματα καὶ διέρρεεν ἡ προθεσμία, αἴφνης τῇ 29 Ὀκτωβρίου 1924 τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν 23304 ἐγγράφου του πρὸς τὴν Λιμενικὴν Ἐπιτροπὴν Καβάλλας συνέστησεν οἴκοθεν τὴν ἀναβολὴν τῆς προκηρυχθείσης δημοπρασίας ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἐζήτει τὸ Ὑπουργεῖον ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ λάβωσι γνῶσιν τῶν ὅρων καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπρόφθασαν νὰ λάβουν, καὶ δεύτερον ἐπὶ τῷ λόγῳ νὰ αὐξηθῇ ἡ δαπάνη τῆς κατασκευῆς τῶν ἔργων, διότι μὲ τὴν ὁρισθεῖσαν δαπάνην, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργείου, δὲν θὰ ἐνεφανίζοντο ἐργολάβοι διὰ τὴν κατασκευὴν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς προκηρυχθείσης δημοπρασίας. Ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ συνέταξε τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 118 πρακτικόν, διὰ τοῦ ὁποίου παμψηφεὶ ἀπέκρουσε τὴν πρότασιν τοῦ Ὑπουργείου μὲ τὰς ἑξῆς δικαιολογίας: Τὸν μὲν ἰσχυρισμὸν τοῦ Ὑπουργείου ὅτι ἐκ τῆς ἀναβολῆς θὰ ηὐκολύνετο ἡ συρροὴ πλειοτέρων ἐργολάβων, οἱ ὁποῖοι τυχὸν δὲν θὰ εἶχον λάβει γνῶσιν μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἀπεκρούσθη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἐγένετο εὐρυτάτη δημοσίευσις καὶ διανομὴ τῶν προκηρύξεων εἰς τὰς ξένας Πρεσβείας καὶ ἑπομένως οὐδεὶς θὰ ἐνεφανίζετο ἄλλος, τοσοῦτο μᾶλλον καθόσον εἶχε πληροφορίας ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ ὅτι ἀνεμένοντο προσφοραὶ ἐκ μέρους πλειόνων ἐργολάβων. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν δεύτερον ἰσχυρισμὸν τοῦ Ὑπουργείου, ὅτι δηλαδὴ ἐνδεικνύεται ἡ ἀναβολὴ τῆς δημοπρασίας ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι τὸ ποσὸν τῆς δαπάνης ἐκανονίσθη μικρόν, ἀπεκρούσθη ὑπὸ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς μὲ τὸν ἰσχυρισμὸν ὅτι πρῶτον δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας νὰ γνωρίζῃ ἂν δὲν θὰ ἐνεφανίζοντο ἐργολάβοι, δεύτερον ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ εἶχε πληροφορίας καὶ ἐνδείξεις ὅτι θὰ ἐνεφανίζοντο καὶ τρίτον ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων ἐδίδετο τὸ δικαίωμα νὰ ἀνανεῶνται αἱ τιμαὶ ὁσάκις τοῦτο ἐπεβάλλετο ὑπὸ τῆς Ὑπηρεσίας τῶν δημοσίων ἔργων ὡς ἐνδεδειγμένον. Μὲ τὰς δικαιολογίας λοιπὸν αὐτὰς ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ Καβάλλας ἀπέκρουσε παμψηφεὶ τὴν περὶ ἀναβολῆς σύστασιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας. Ταῦτα ἔγιναν, ἐπαναλαμβάνω, κατὰ τὰ τέλη Ὀκτωβρίου 1924. Κατὰ τὴν 10 ἢ 12 Νοεμβρίου τοῦ 1924 ὑπεβλήθησαν αἰτήσεις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας ἐκ μέρους τριῶν αἰτούντων, ἐκ μέρους τῶν ἀδελφῶν Ἀργυροπούλων, ἐκ μέρους τοῦ Μποδοσάκη Ἀθανασιάδου καὶ κάποιου ἄλλου, τοῦ ὁποίου δὲν ἐνθυμοῦμαι τὸ ὄνομα, οἱ ὁποῖοι ἐζήτουν τὴν ἀναβολὴν τῆς δημοπρασίας, ἡ ὁποία εἶχε προκηρυχθῆ διὰ τὴν 1 Δεκεμβρίου 1924. Ἡ Ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας εἰς τὰς αἰτήσεις αὐτὰς ἀπήντησεν ὅτι ἡ ἀναβολὴ τῆς δημοπρασίας δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ γίνῃ καὶ ἀπέκρουσε τὴν αἴτησιν. Ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ὀλίγας ἡμέρας βραδύτερον, τῇ 19 Νοεμβρίου τοῦ 1924, τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας διὰ τηλεγραφικῆς διαταγῆς, ἐκδοθείσης οἴκοθεν, διέταξε τὴν Λιμενικὴν Ἐπιτροπὴν Καβάλλας, ὅπως δεχθῇ καὶ ἐγγυητικὰς ἐπιστολὰς Τραπεζῶν διὰ τὴν ἐγγύησιν τῶν 400,000 δραχμῶν, ποσοῦ τὸ ὁποῖον ἀπῃτεῖτο, κατὰ τοὺς ὅρους τῆς δημοπρασίας, ἵνα καταβληθῇ ἐκ μέρους τῶν ἐργολάβων. Ἑπομένως ἔχομεν ἀλλεπαλλήλους ἐγγράφους ἐκδηλώσεις τῆς Ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας, ἀναγνωριζούσας τὸ ἰσχυρὸν τῶν γνωμῶν τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς Καβάλλας τῶν διατυπωθεισῶν εἰς τὸ ἀνωτέρω ἀναφερθὲν ὑπ’ ἀριθμὸν 118 πρακτικόν της, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Ἐπιτροπὴ ἠρνεῖτο τὴν ματαίωσιν τῆς δημοπρασίας, τῆς ὁρισθείσης νὰ διενεργηθῇ τῇ 1 Δεκεμβρίου 1924. Παραδόξως ὅμως τὴν νύκτα τῆς 30 Νοεμβρίου πρὸς τὴν 1 Δεκεμβρίου τοῦ 1924, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῶν ἐγγράφων τοῦ φακέλου, καὶ ἀκριβῶς τὸ μεσονύκτιον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, μεταβὰς εἰς τὸ Τηλεγραφεῖον Ἀθηνῶν, ἐκάλεσεν εἰς συνεννόησιν ἀπὸ μηχανῆς τηλεγραφικῆς τὸν Νομάρχην Καβάλλας.
§124Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐν ὀνόματι τῆς συγκεντρώσεως ἢ ἀποκεντρώσεως, κ. συνάδελφε.
§125Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Συγκεντρώσεως ἀχαλινώτου.
§126ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Δὲν ἐντρέπεσθε;
§127Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Διατί νὰ ἐντραπῶμεν, κ. συνάδελφε;
§128Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Νὰ τὸν ἀνακαλέσητε, κ. Πρόεδρε.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεμία συζήτησις προσωπικὴ γίνεται.
§130Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκλήθη εἰς τὴν συνεννόησιν νὰ προσέλθῃ καὶ ὁ πρόεδρος τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς Καβάλλας, ὁ ὁποῖος ὅμως δὲν προσῆλθεν. Ἀποτέλεσμα τῆς συνεννοήσεως αὐτῆς ἦτο ἡ διαβίβασις τηλεγραφήματος πρὸς τὸν Νομάρχην Καβάλλας ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας, διατασσομένου τοῦ Νομάρχου νὰ ἐνταλθῇ εἰς τὴν Λιμενικὴν Ἐπιτροπὴν Καβάλλας τὴν ματαίωσιν τῆς δημοπρασίας. Ὑπάρχουσι δύο τηλεγραφήματα ἀπαντητικὰ ἐκ μέρους τοῦ Νομάρχου Καβάλλας πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας προσωπικῶς ἀπευθυνόμενα πρὸς αὐτόν. Καὶ διὰ μὲν τοῦ πρώτου ὁ Νομάρχης ἀναφέρει ὅτι ἐπέτυχε τὴν ἀναβολὴν τῆς δημοπρασίας χωρὶς νὰ παραστῇ ἀνάγκη νὰ κοινοποιήσῃ εἰς τὴν Λιμενικὴν Ἐπιτροπὴν τὴν τηλεγραφικὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ. Διὰ τοῦ δευτέρου δὲ τηλεγραφήματος ἀναφέρει ὅτι ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ Καβάλλας πρὸς κάλυψιν τῶν ἰδίων αὐτῆς εὐθυνῶν ἐζήτησε τὴν κοινοποίησιν τῶν τηλεγραφικῶν διαταγῶν τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τότε ὁ Νομάρχης ἠναγκάσθη νὰ κοινοποιήσῃ, ὡς τηλεγραφεῖ, τὴν τηλεγραφικὴν αὐτοῦ διαταγὴν καὶ ἡ διεθνὴς δημοπρασία ἐματαιώθη. Ἀναφέρει δὲ ὁ Νομάρχης, εἰς τὰ τηλεγραφήματα τὰ ὁποῖα προανέφερα, ὅτι εἶχον παρουσιασθῆ τρεῖς ἐργολάβοι ἀντιπροσωπεύοντες διεθνεῖς Οἴκους.
§131Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Μᾶς λέγετε τὰ ὀνόματά των;
§132Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχουν κανὲν ἐνδιαφέρον.
§133Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἔχουν πολύ· διότι, ὡς ἀνεφέρατε ὀνόματα σεῖς, θὰ ἀναφέρω καὶ ἐγώ.
§134Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ὀνόματα τὰ ὁποῖα ἀνέφερα δι’ ἐμὲ δὲν παίζουν ρόλον.
§135ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Εἴπατε ἐν πάσῃ περιπτώσει.
§136Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέφερε τὸν Μποδοσάκην Ἀθανασιάδην. Ἂν ἀνεφέρθη τὸ ὄνομα τοῦτο, ἀνεφέρθη διὰ νὰ ἴδῃ ἡ Συνέλευσις ὅτι ὁμιλῶ ἐπὶ τῇ βάσει ἐγγράφων.
§137Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρέπει νὰ εἴπητε τὰ ὀνόματα.
§138Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Τώρα θὰ τὰ ἀκούσητε.
§139Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἡ δημοπρασία ἐματαιώθη. Καὶ ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ ἐξαντλεῖται ἡ νομικὴ ἄποψις τοῦ ζητήματος. Ἐξαντλεῖται κατὰ τοῦτο, ὅτι ἐματαιώθη μία διεθνὴς δημοπρασία προκηρυχθεῖσα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν Ἑλληνικῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι δὲν δίδουσι τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ ματαιώσῃ τὴν δημοπρασίαν. Καὶ ἡ ἐπερώτησίς μου ἐπερωτᾷ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας ἐπὶ τῇ βάσει τίνος νόμου προέβη εἰς τὴν ματαίωσιν τῆς δημοπρασίας. Ἂς ἐξετάσωμεν νῦν τὴν ἄποψιν τὴν οὐσιαστικήν· διότι ἡ ἐπερώτησίς μου ἐπερωτᾷ καὶ διὰ τίνα λόγον ἐγένετο ἡ ματαίωσις τῆς δημοπρασίας. Ἡ ματαίωσις τοῦ ἔργου προεκάλεσεν ἀληθῆ ἀναβρασμὸν εἰς ὅλην τὴν Καβάλλαν καὶ ἀμέσως τότε ἐστάλησαν τηλεγραφήματα πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὡς καὶ τῆς Συνελεύσεως, καὶ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, διὰ τῶν ὁποίων διαμαρτύρονται διὰ τὴν γενομένην ματαίωσιν τῆς δημοπρασίας (ἀναγινώσκει σχετικὰ τηλεγραφήματα). Συνάδελφοι ἐκ Καβάλλας μοὶ εἶπον ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, δικαιολογῶν τὴν τοιαύτην του ἐνέργειαν, τοῖς εἶπεν ὅτι εὑρέθη πρὸ διπλωματικῆς πιέσεως. Ἐζήτησα τότε τὴν κατάθεσιν τοῦ σχετικοῦ φακέλου διὰ νὰ ἴδωμεν εἰς τί συνίστατο ἡ διπλωματικὴ αὐτὴ πίεσις καὶ ποῦ ἐστηρίζετο.
§140Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ εἴπετε περὶ διπλωματικῆς πιέσεως πρέπει νὰ εἴπω τὸ ἑξῆς, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ διπλωματικῆς πιέσεως. Ἐγὼ παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ ἀναβάλῃ τὴν δημοπρασίαν αὐτήν, διότι τὴν παραμονὴν τῆς ἀναβολῆς ὑπεμνήσθη—ὅπως καὶ ἡ Ἑλλὰς θὰ ἠδύνατο νὰ τὸ ὑπομνήσῃ εἰς Μεγάλας Δυνάμεις—ὅτι ὑπάρχει μία ὑποχρέωσις τῆς Ἑλλάδος περιληφθεῖσα εἰς διεθνῆ Σύμβασιν, περὶ τῆς ὁποίας θὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, καὶ ἡ ὁποία ὑποχρέωσις ἀνενεώθη δι’ ἐπιστολῆς, δι’ ἐγγράφου, ἐκδοθέντος ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας πολιτευτοῦ.
§141Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτό.
§142Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Περιμείνατε νὰ ἴδητε ἂν εἶναι ἀκριβὲς ἢ ὄχι. Ἂν δὲν σᾶς παρουσιάσω ἔγγραφον, δὲν θὰ εἶναι ἀκριβές. Ὁπωσδήποτε εὑρεθεὶς πρὸ μιᾶς τοιαύτης συστάσεως, ἥν, ἐπαναλαμβάνω, καὶ ἡ Ἑλλὰς θὰ ἠδύνατο νὰ κάμῃ εἰς οἱανδήποτε Δύναμιν, εἶπον ὅτι πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν προηγουμένως τὴν ὑπόθεσιν, καὶ διὰ νὰ μὴ φανῶμεν περιφρονοῦντες μίαν τυχὸν διεθνῆ Σύμβασιν, ἐγένετο μία τοιαύτη σύστασις, ἡ ὁποία ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται ἐξεταστέα. Ἦτο συνέσεως ἔργον νὰ ἀναβάλωμεν τὴν δημοπρασίαν μέχρις οὗ ἐξετάσωμεν κατὰ πόσον ἡ ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος ἀξίωσις ἦτο ἀκριβὴς ἢ ὄχι.
§143Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ὅτι τὴν παραμονὴν τῆς δημοπρασίας ἐγένετο ὑπόμνησις ἐκ μέρους τῶν ἐνδιαφερομένων διὰ τὴν ἀναβολὴν τῆς δημοπρασίας, ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν ὅτι ἑβδομάδα ὁλόκληρον πρὸ τῆς δημοπρασίας Ἰσραηλίτης ἔμπορος μεταβὰς εἰς Καβάλλαν ἀνεκοίνωσεν ἔκτοτε ὅτι ἀναβάλλεται ἡ δημοπρασία.
§144Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ὑπόθεσις, κύριοι συνάδελφοι, ἡ ὁποία προεκάλεσε τὰς τοιαύτας σκέψεις τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας εἶναι ἡ ἑξῆς: Πρὸ ἀκόμη τοῦ Ἑλληνοτουρκικοῦ πολέμου τοῦ 1912 ἕνας Οἶκος Γαλλικός, Κουβρέ, μέγας Γαλλικὸς Οἶκος θαλασσίων ἐπιχειρήσεων, ἦλθεν εἰς διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως ὅπως ἀναλάβῃ τὴν κατασκευὴν καὶ ἐκμετάλλευσιν τοῦ λιμένος Καβάλλας. Αἱ διαπραγματεύσεις ἐκεῖναι εἶχον καταλήξει εἰς συμπέρασμα καὶ συνεφωνήθη ἡ σύναψις μιᾶς συμβάσεως σχετικῆς. Ἀλλ’ ἐπῆλθον τὰ γεγονότα τοῦ Βαλκανικοῦ πολέμου καὶ ὁ Οἶκος Κουβρέ, ἐνῷ εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταβάλῃ πρὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς συμβάσεως εἰς τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν ὡρισμένην χρηματικὴν ἐγγύησιν, φοβούμενος ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ πολέμου θὰ ἦτο δυσμενὲς διὰ τὴν Τουρκίαν, ὅτι ἡ Καβάλλα θὰ ἐξήρχετο ἐκ τῶν ὁρίων τῆς Τουρκικῆς Ἐπικρατείας, δὲν ἐξεπλήρωσε τοὺς ὅρους του, δὲν ὡλοκληρώθη ἡ σύμβασις, δὲν ἐξεδόθη ὁ ἐκ τοῦ Τουρκικοῦ νόμου ἀπαιτούμενος ἰραδές. Ἑπομένως νομικῶς ὁ Κουβρὲ δὲν ἀπέκτησε δικαιώματα ἀπέναντι τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἐργολάβος τῆς κατασκευῆς τοῦ λιμένος Καβάλλας. Κατὰ τὸ 1914, μετὰ τὴν ὁριστικὴν κατακύρωσιν τῆς Καβάλλας εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὁ Οἶκος Κουβρὲ ἀπηυθύνθη εἰς τὸν τότε Πρωθυπουργὸν κ. Βενιζέλον, ζητῶν παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως τότε τὴν συνέχισιν τῶν διαπραγματεύσεων διὰ τὴν παρ’ αὐτοῦ ἀνάληψιν τῆς κατασκευῆς τοῦ λιμένος Καβάλλας. Ὁ κ. Βενιζέλος, ὡς ἐξάγεται ἐξ ἐγγράφων εὑρισκομένων ἐν τῷ φακέλῳ, ἐδέχθη τὴν διεξαγωγὴν διαπραγματεύσεων, ἔθηκεν ὅμως εἰς τὸν Οἶκον Κουβρὲ ὡρισμένους ὅρους, ἄνευ τῆς ἀποδοχῆς τῶν ὁποίων δὲν ἔστεργεν εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῶν διαπραγματεύσεων. Ἑπομένως διὰ τῆς θέσεως ὡρισμένων ὅρων ὡς ἀναγκαίας προϋποθέσεως διὰ τὴν διεξαγωγὴν διαπραγματεύσεων ὁ κ. Βενιζέλος ἐπιστοποίει ὅτι οὐδὲν δικαίωμα εἶχεν ἀποκτήσει ὁ Οἶκος Κουβρὲ ἀπέναντι τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐνδεχομένως ἀπέναντι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὡς διαδόχου τῶν ὑποχρεώσεων τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως. Ἐπῆλθεν ὁ διεθνὴς πόλεμος. Τὸ ζήτημα ἔμεινεν ἐκκρεμές. Ὁ Οἶκος Κουβρὲ ὥρισεν ἀντιπρόσωπόν του ἐν Γαλλίᾳ τὸν κ. Πισσών, ἀδελφόν, νομίζω, τοῦ ἄλλοτε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γαλλίας, ὁ ὁποῖος καὶ πάλιν ἐζήτει τὴν ἔναρξιν διαπραγματεύσεων. Δι’ ἐπιστολῆς του δὲ ἀπὸ 17 Μαΐου 1920 πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας ἀνέφερεν ὅτι μετὰ τοῦ κ. Βενιζέλου (ἀναγινώσκει)... Δηλαδὴ λέγει ὅτι εἰς τὰ 1919 ἐγένοντο διαπραγματεύσεις μεταξὺ τοῦ Οἴκου Κουβρὲ καὶ τοῦ κ. Βενιζέλου ἐν Παρισίοις. Κατὰ πόσον θὰ ἦτο ἐπωφελὲς νὰ συνεχισθῶσιν αἱ διαπραγματεύσεις αἱ διακοπεῖσαι τῷ 1914 ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1920, ὁπότε ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Βενιζέλου ἐγκατέλιπε τὴν Ἀρχήν, τὸ ζήτημα παραμένει εἰς τὸ στάδιον τῶν διαπραγματεύσεων. Τῷ 1921, ἐπὶ ὑπουργίας Τσαλδάρη, τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας μὴ ἀναγνωρίζον εἰς τὸν Οἶκον Κουβρὲ οὐδὲν κεκτημένον δικαίωμα ἀνέθεσεν εἰς τὸν Ἰταλὸν Ἀνδροῦτσι τὴν σύνταξιν μελέτης διὰ τὸν λιμένα Καβάλλας καὶ κατέβαλεν ἀμοιβὴν εἰς αὐτὸν 40.000 δραχμῶν. Τὸν Αὔγουστον τοῦ 1923 ἡ Ἐπαναστατικὴ Κυβέρνησις μὴ ἀναγνωρίζουσα καὶ αὐτὴ κανὲν δικαίωμα κεκτημένον εἰς τὸν Οἶκον Κουβρὲ ἦλθεν εἰς διαπραγματεύσεις μὲ ἄλλον Ἰταλικὸν Οἶκον, τὸν ὁποῖον ἀντεπροσώπευεν ὁ διαμένων τότε εἰς Ἀθήνας Εὐγένιος Μποτζάνι Πίκο, ὁ ὁποῖος ἀπετάθη εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ τῷ παραχωρηθῇ τὸ δικαίωμα τῆς κατασκευῆς τοῦ λιμένος Θεσσαλονίκης καὶ Καβάλλας. Ἡ Ἐπαναστατικὴ Κυβέρνησις ἀπήντησεν (ἀναγινώσκει)... Ἑπομένως ἔχετε ἀλλεπαλλήλους ἐκδηλώσεις ἐπὶ διαφόρων Κυβερνήσεων τῆς ἀντιλήψεως τῆς Ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις οὐδόλως ἦτο δεσμευμένη καὶ ὅτι ἦτο ἐλευθέρα νὰ ἐκτελέσῃ τὰ ἔργα τῆς Καβάλλας κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτῇ. Ἦλθον αἱ ἐκλογαὶ τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1923, καὶ ὅταν ἐπὶ πρώτης δημοκρατικῆς Κυβερνήσεως, μετὰ τὸ δημοψήφισμα, ἐφάνη μία σταθερωτέρα πολιτικὴ κατάστασις ἐν Ἑλλάδι, ὁ Κουβρέ, ὁ υἱὸς πλέον Κουβρέ, ὥρισεν ἐν Ἑλλάδι ἀντιπρόσωπόν του τὸν κ. Μποννιέ, ὁ ὁποῖος ἀπηυθύνθη εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας κ. Ἠσαΐαν καὶ τῇ 3 Μαΐου 1924 δι’ ἐπιστολῆς του τῷ ἔγραφεν ὅτι ἐγένοντο ἤδη διαπραγματεύσεις μετὰ προηγουμένων Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων διὰ τὴν παραχώρησιν εἰς τὸν Οἶκον Κουβρὲ τοῦ δικαιώματος κατασκευῆς καὶ ἐκτελέσεως τοῦ λιμένος Καβάλλας, καὶ ἐζήτει ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Παπαναστασίου καὶ εἰδικώτερον ἀπὸ τὸν κ. Ἠσαΐαν, ὡς Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, νὰ ἐξακολουθήσουν αἱ διαπραγματεύσεις. Προσετίθετο δὲ ὅτι ὁ Οἶκος Κουβρὲ θὰ ἦτο διατεθειμένος νὰ ἀναλάβῃ καὶ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Δράμας–Καβάλλας καὶ ἐζήτει νὰ τῷ παρασχεθοῦν ὡρισμέναι πληροφορίαι περὶ τῆς τεχνικῆς μελέτης τοῦ σιδηροδρόμου ἐκείνου διὰ νὰ ἴδῃ κατὰ πόσον εἶναι συμφέρουσα ἡ ἀνάληψις τοῦ ἔργου τούτου. Ὁ κ. Ἠσαΐας δι’ ἐπιστολῆς του ἀπὸ 5 Μαΐου 1924 ἀπευθυνθείσης πρὸς τὸν κ. Μποννιὲ γράφει ὅτι προθύμως εἶναι διατεθειμένος νὰ συνεχίσῃ τὰς διαπραγματεύσεις καὶ ὅτι πρὸς τοῦτο ἔδωκε διαταγὴν εἰς τὰς ὑφισταμένας Ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας νὰ τῷ δώσουν ὅσας πληροφορίας θέλει δι’ ἀμφότερα τὰ ἔργα. Εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον εὑρίσκοντο αἱ ἐνέργειαι τοῦ Οἴκου Κουβρέ.
§145Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὑπάρχει καὶ ἄλλη ἐπιστολή.
§146Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι μεταγενεστέρα. Εἰς τὸ σημεῖον λοιπὸν αὐτὸ εὑρίσκοντο αἱ ἐνέργειαι τοῦ Οἴκου Κουβρέ, ὅτε τῇ 22 Μαΐου 1924 ἐγένετο ἡ προκήρυξις τῆς δημοπρασίας ὑπὸ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς Καβάλλας, τὴν ὁποίαν σᾶς προανέφερον. Ὅταν τότε ὁ κ. Μποννιὲ εἶδεν ὅτι εἶχε προκηρυχθῆ διεθνὴς διαγωνισμὸς διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ λιμένος Καβάλλας, ἀπετάθη διὰ νέας ἐπιστολῆς πρὸς τὸν κ. Ἠσαΐαν, διὰ τῆς ὁποίας τῷ λέγει (ἀναγινώσκει): «Μετ’ ἐκπλήξεώς μου εἶδον ὅτι ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ Καβάλλας προεκήρυξε διεθνῆ διαγωνισμὸν καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ διατάξητε τὴν ἀναβολὴν τῆς προκηρύξεως τῆς δημοπρασίας μέχρις ὅτου ἀποταθῶ εἰς τὸν Οἶκον Κουβρὲ ἵνα ἴδω τί ἠμπορεῖ νὰ προσφέρῃ». Ἡ ἐπιστολὴ αὐτὴ ἔμεινεν ἀναπάντητος. Ὁ κ. Ἠσαΐας εἰς οὐδεμίαν ἐνέργειαν προέβη παρὰ τῇ Λιμενικῇ Ἐπιτροπῇ, διότι καὶ οὐδὲν δικαίωμα εἶχε νὰ ἐνεργήσῃ. Καὶ τὰ πράγματα ἐβάδισαν τὴν ὁδόν, ὅπως σᾶς ἐξέθεσα. Βλέπων ὁ Οἶκος Κουβρὲ ὅτι διὰ τῆς ὁδοῦ τῶν ἐνεργειῶν πλησίον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀπετύγχανεν ἔστρεψε τὰς ἐνεργείας του ἐν Παρισίοις καὶ ἀπετάθη ἐπὶ τοῦ προκειμένου πρὸς τὸν κ. Πολίτην δι’ ἐγγράφου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὅτι ἔχει κεκτημένα δικαιώματα ἐκ μέρους τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὰ δικαιώματα αὐτὰ εἶχε λάβει ἱκανοποιητικὴν ἀπάντησιν ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ παρεκάλει τὸν κ. Πολίτην νὰ μεσολαβήσῃ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἀναγνώρισιν τῶν δικαιωμάτων ἑνὸς Γαλλικοῦ Οἴκου. Τὸ ἔγγραφον τὸ διεβίβασεν ὁ κ. Πολίτης εἰς τὴν Κυβέρνησιν συνιστῶν ὅτι, ἐφόσον τὰ πράγματα ἔχουσιν οὕτω, δίκαιον εἶναι νὰ ἀναγνωρισθοῦν τὰ δικαιώματα τοῦ Οἴκου τούτου. Ἡ σύστασις τοῦ κ. Πολίτου προήρχετο ἀπολύτως ἀπὸ ἀγαθῆς πίστεως, ἐφόσον ἐστηρίζετο ἐπὶ τῆς ἀνακριβοῦς βεβαιώσεως ὅτι ὁ Οἶκος Κουβρὲ εἶχε κεκτημένα δικαιώματα καὶ ὅτι τὰ δικαιώματα αὐτὰ τὰ εἶχον ἀναγνωρίσει αἱ προηγούμεναι Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις. Εἰς τὸ ἔγγραφον αὐτὸ πρὸς τὸν κ. Πολίτην ὁ υἱὸς Κουβρὲ ἔγραφεν ὅτι τὴν 23 Ὀκτωβρίου τοῦ 1913 ὁ πατήρ του ἐπανέλαβεν ἐπισήμως διὰ πρώτην φορὰν μὲ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν «τὰς διαπραγματεύσεις τὰς διακοπείσας μετὰ τῆς Τουρκίας», Δηλαδὴ ὁ υἱὸς Κουβρὲ εἰς τὸ πρὸς τὸν Ἕλληνα πρεσβευτὴν ἐν Παρισίοις ἔγγραφον τοῦ ἔτους 1924 γράφει ὅτι τὴν 23 Ὀκτωβρίου τοῦ 1913, ὅτε ἐγένετο ἡ πρώτη διαπραγμάτευσις μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἐπανελήφθησαν αἱ διακοπεῖσαι μετὰ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως διαπραγματεύσεις. Ἑπομένως ὁμολογεῖ ὁ ἴδιος ὅτι δὲν εἶχε κεκτημένα δικαιώματα ἀπέναντι τῆς Τουρκίας, ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις ἀπὸ τοῦ 1907–1913 μετὰ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶχον καταλήξει εἰς σύμβασιν ὑποχρεωτικὴν διὰ τὴν Τουρκίαν ἀπέναντι τοῦ Οἴκου Κουβρέ. Αὐτὸ λέγει ὁ υἱὸς Κουβρέ. Μετ’ ὀλίγον δι’ ἐγγράφου διαβιβασθέντος εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ὑπὸ τῆς Γαλλικῆς Πρεσβείας ἐν Ἀθήναις ὁ Οἶκος Κουβρὲ ἐζήτησε τὴν ἀναγνώρισιν τῶν δικαιωμάτων του. Ἡ ἐν Ἀθήναις Γαλλικὴ Πρεσβεία, μὴ ἔχουσα νὰ στηριχθῇ πουθενά, ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ στηριχθῇ, ὡς ἀπὸ σανίδα σωτηρίας, ἀπὸ τὴν ἐπιστολὴν τοῦ κ. Ἠσαΐα, τὴν ὁποίαν σᾶς προανέφερα. Ἀλλὰ καὶ πάλιν ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις δὲν ἐπέτρεψεν εἰς ἑαυτὴν νὰ εἴπῃ εἰς τὴν νόταν τὴν ὁποίαν διεβίβασεν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ὅτι ἡ ἐπιστολὴ τοῦ κ. Ἠσαΐα ἐδέσμευε τὴν Ἑλλάδα νὰ ἀναγνωρίσῃ τὰ δικαιώματα τοῦ Κουβρὲ εἰς ἐξακολούθησιν τῶν διαπραγματεύσεων μετὰ τοῦ Οἴκου Κουβρέ. Εἰς ἓν δὲ ἱστορικὸν σημείωμα, τὸ ὁποῖον ἐπισυνάπτεται εἰς τὴν νόταν αὐτὴν καὶ τὸ ὁποῖον ἐξιστορεῖ ἱστορικῶς τὴν ὅλην ὑπόθεσιν τοῦ Οἴκου Κουβρέ, ἡ Γαλλικὴ Πρεσβεία ὁμολογεῖ ὅτι, ὅταν ἐξερράγη ὁ Βαλκανικὸς πόλεμος, αὐτὸς οὗτος ὁ Οἶκος Κουβρὲ δὲν ἠθέλησε νὰ καταβάλῃ τὴν δέουσαν ἐνέργειαν, διότι ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις τῷ ἔκαμνε τὴν ἐντύπωσιν ὅτι δὲν εἶχε πλέον ὅλας τὰς ἀπαιτουμένας ἰδιότητας καὶ δὲν τῷ ἐνέπνεεν ἐμπιστοσύνην.
§147Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὄχι ἐμπιστοσύνην· δὲν ἦτο ἁρμοδία.
§148Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅποιος ἠξεύρει γαλλικά, αὐτὸ σημαίνει «δὲν τῷ ἐνέπνεεν ἐμπιστοσύνην».
§149Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὅποιος ἠξεύρει γαλλικὰ νομικά, αὐτὸ σημαίνει «δὲν εἶναι ἁρμοδία».
§150Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχει τίτλον. Πάντως δὲν θὰ προκαλέσωμεν μετάφρασιν.
§151Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἔχομεν τὴν ὁμολογίαν καὶ τοῦ υἱοῦ Κουβρὲ εἰς τὸ ὑπόμνημά του, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι τῷ 1913 ἐποιήσατο τὴν συνέχισιν μετὰ τοῦ κ. Βενιζέλου τῶν διαπραγματεύσεων τῶν διακοπεισῶν μετὰ τῆς Τουρκίας. Ὅλαι δὲ αἱ ἐκκρεμεῖς σχέσεις μεταξὺ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως καὶ προσώπων τὰ ὁποῖα εἶχον λάβει ὡρισμένας παραχωρήσεις παρὰ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως περὶ ἐδαφῶν τὰ ὁποῖα περιῆλθον εἰς ἄλλας Ἐπικρατείας, ἐξ ἐκείνων αἱ ὁποῖαι ὑπέγραψαν τὴν Συνθήκην τῆς Λωζάννης, ἐκανονίσθησαν διὰ τοῦ 1 ἄρθρου τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν 12 Πρωτοκόλλου τοῦ Συμμαχικοῦ, τὸ ὁποῖον λέγει (ἀναγινώσκει): «Διατηροῦνται....κλπ.». Ἡ Συνθήκη τῆς Λωζάννης ἔλεγεν ὅτι, ἂν ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις εἶχε νομίμως παραχωρήσει ὡρισμένας παραχωρήσεις εἰς ξένας Ἑταιρείας, τὰ δικαιώματα τῶν Ἑταιρειῶν αὐτῶν παραμένουν ἰσχυρὰ ἀπέναντι τοῦ Κράτους ἐκείνου, τὸ ὁποῖον κατέστη διάδοχον τῆς Τουρκίας εἰς τὰς περιφερείας εἰς τὰς ὁποίας ἀφορᾷ ἡ σχετικὴ παραχώρησις. Εἶναι δὲ δεδομένον, ὡς προανέφερα, ὅτι ὁ Κουβρὲ οὐδεμίαν εἶχε σύμβασιν δεόντως συνωμολογημένην, διότι οὔτε τὴν ἐγγύησιν τοῦ ἔργου κατέβαλεν οὔτε ὁ ἰραδὲς ὁ Τουρκικὸς εἶχεν ἐκδοθῆ, καὶ συνεπῶς οὐδὲν δικαίωμα εἶχεν ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Τοιαύτη δὲ ἦτο καὶ ἡ γνώμη τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας, ἐκδοθεῖσα ἀπὸ τοῦ 1914, ὅταν ἤρχισαν αἱ πρῶται διαπραγματεύσεις τῆς Κυβερνήσεως Βενιζέλου καὶ τοῦ Οἴκου Κουβρέ, ὁπότε ἐζητήθη ἡ γνώμη τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας. Ὑπάρχει γνωμάτευσις ἡ ὁποία λέγει ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἔχει δικαιώματα ὁ Οἶκος Κουβρέ, ἀλλὰ καὶ δὲν ἐνδείκνυται ἡ παραχώρησις τῆς κατασκευῆς τοῦ λιμένος, διότι οἱ ὅροι εἶναι ἐξωφρενικοί. Καὶ ὄντως, ἐνῷ ἡ μελέτη τῆς προκηρύξεως τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς Καβάλλας προέβλεπε δαπάνην διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ ἔργου 75.000.000 δραχμῶν καὶ ὑπὸ τοὺς ὅρους τούτους ἐνεφανίσθησαν τρεῖς ἐργολάβοι, ὁ Οἶκος Κουβρὲ ἐζήτει τὴν παραχώρησιν τοῦ ἔργου ἀντὶ δαπάνης 22 ἑκατομμυρίων φράγκων χρυσῶν, δηλαδὴ σημερινῶν δραχμῶν 260.000.000. Ἑπομένως καὶ μόνον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ἐμφανίζεται μία δαπάνη περιπλέον διὰ μόνην τὴν κατασκευὴν ὑπὲρ τοῦ Οἴκου Κουβρὲ 180 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἀλλὰ πλὴν τούτου ὁ Οἶκος Κουβρὲ ζητεῖ νὰ τῷ παραχωρηθῇ πλῆρες ἰδιοκτησίας δικαίωμα ἐπὶ ὅλων τῶν οἰκοπέδων, τὰ ὁποῖα θὰ σχηματισθοῦν ἐκ τῶν ἐπιχωματώσεων κατὰ μῆκος τῶν κατασκευασθησομένων κρηπιδωμάτων καὶ τὰ ὁποῖα ἡ Ὑπηρεσία τῶν δημοσίων ἔργων ἀπὸ τοῦ 1914 ἔχει ὑπολογίσει ὅτι θὰ ἀνέρχωνται εἰς 100 χιλιάδας πήχεις ἢ μέτρα, ἡ ἀξία ἑκάστου τῶν ὁποίων ἀνήρχετο τότε, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοὺς διατυπωμένους εἰς ἓν ἔγγραφον τῆς Ὑπηρεσίας, εἰς ἑκατὸν δραχμὰς χρυσᾶς κατὰ μονάδα. Ἑπομένως πρόκειται περὶ μιᾶς νέας ἐπιβαρύνσεως ὑπὲρ τοῦ Οἴκου Κουβρὲ ἐκ 10 ἑκατομμυρίων φράγκων χρυσῶν, ἤτοι 110 ἑκατομμυρίων σημερινῶν δραχμῶν. Ἑπομένως μεταξὺ τῆς προκηρύξεως τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀναβιβαζούσης τὸ ὅλον ἔργον εἰς 75 ἑκατομμύρια δραχμῶν, ὁ Οἶκος Κουβρὲ ζητεῖ μὲ τὴν σημερινὴν τιμὴν 260 ἑκατομμύρια δραχ. διὰ τὴν κατασκευὴν καὶ ἄλλα 110 ἑκατομμύρια δραχ. ὅση εἶναι ἡ ἀξία τῶν γηπέδων. Εἶναι προφανής, κύριοι συνάδελφοι, ἡ διαφορὰ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου.
§152Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ Οἶκος Κουβρὲ ἔχει κάμει τὴν πρότασιν ἐπάνω εἰς τὸ ἴδιον σχέδιον;
§153Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι! ἡ μελέτη τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς ἔγινεν ἀπὸ τὸν κ. Γκίνην ἐγκριθεῖσα ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας. Ἡ μελέτη τοῦ Οἴκου Κουβρὲ δὲν ἔχει ἐγκριθῆ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας.
§154Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὥστε εἶναι ἄλλο σχέδιον;
§155Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἄλλο σχέδιον. Ὁ Οἶκος Κουβρὲ λέγει ὅτι ἔχει κεκτημένα δικαιώματα ἐκ διαπραγματεύσεων μετὰ τῆς Τουρκίας καὶ ζητεῖ νὰ τῷ τὰ ἀναγνωρίσωμεν. Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα, ὅταν ὑπέβαλα τὴν ἐπερώτησίν μου. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἠθέλησε νὰ ἐπιρρίψῃ κατ’ ἐμοῦ τὴν μομφὴν ὅτι ἐγώ, ἐνδιαφερόμενος, ἔφερα τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν.
§156Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ὄχι, κ. συνάδελφε.
§157Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἄλλοτε, κύριοι συνάδελφοι, ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐτόνισα ὅτι ἕκαστος ἄνθρωπος ὄχι μόνον εἰς τὸν δημόσιον βίον του, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν ἰδιωτικὸν ἐφιστᾷ τὴν προσοχήν του ἐπὶ τῶν ζητημάτων ἐκείνων ἐκ τῶν ὁποίων οἱασδήποτε φύσεως ἐνδιαφέρον προκαλεῖ τὴν προσοχήν. Ἐν προκειμένῳ εἷς ἐκ τῶν ἐργολάβων, ὁ ὁποῖος παρουσιάσθη εἰς τὸν διεθνῆ διαγωνισμὸν τῆς πρώτης Δεκεμβρίου, εἶναι συγγενής μου καὶ παρ’ αὐτοῦ ἔμαθον τὸ σκάνδαλον τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας. Μὴ μουρμουρίζετε, κ. Ὑπουργέ.
§158Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἐγὼ μουρμουρίζω;
§159Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς προκηρύξεως τῆς διεθνοῦς εἶχε πᾶς τις δικαίωμα, ὡς ἔντιμος ἄνθρωπος καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν προκηρύξεων, νὰ λάβῃ μέρος. Εἶναι ἐξ ἐπαγγέλματος ἐργολάβος· τὸν γνωρίζετε, διότι πολλὰ ἔργα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας ἔχει ἀναλάβει. Λοιπὸν οἱ μορφασμοί σας εἶναι περιττοί· θὰ ἔλθητε ἐδῶ διὰ νὰ δικαιολογηθῆτε.
§160Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Θὰ εἶναι πολὺ δύσκολον νὰ δικαιολογηθῶ. Ἐτρόμαξα.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ἐξέρχεσθε ἀπὸ τὸν Κανονισμόν, κ. πληρεξούσιε.
§162Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν, κύριοι πληρεξούσιοι, εἶχεν ἰσχὺν ἐν Ἑλλάδι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, θὰ εἶχε καὶ ἐκεῖνος, θὰ εἶχε καὶ ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπή, θὰ εἶχε καὶ πᾶς πολίτης Ἕλλην, ἔχων τὸ ἀπώτατον συμφέρον κατὰ τὴν νομολογίαν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἐν Γαλλίᾳ, νὰ ζητήσῃ τὴν ἀκύρωσιν τῆς πράξεως αὐτῆς τοῦ Ὑπουργοῦ δι’ ὑπέρβασιν τῆς ἐξουσίας καὶ νὰ τῷ ἐπιρρίψῃ κατὰ πρόσωπον τὴν μομφὴν διὰ μιᾶς δικαστικῆς ἀποφάσεως ὅτι παρενόμησεν. Ἐφόσον ὅμως τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας διὰ διαφόρους λόγους δὲν ἰσχύει ἀκόμη ἐν Ἑλλάδι, τὸ μόνον βῆμα διαμαρτυρίας κατὰ τῶν ὑπερβασιῶν τῶν Ὑπουργῶν εἶναι τὸ κοινοβουλευτικὸν βῆμα.
§163Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει ἡ κατηγορία.
§164Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποία κατηγορία;
§165Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ παραβάσει νόμων.
§166Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλο αὐτό. Δὲν ἐσκόπουν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ δώσω τὴν ἔκτασιν αὐτὴν εἰς τὴν ἐπερώτησιν μου· τὴν ἔδωσα προκληθεὶς ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας. Ὁ σκοπὸς τῆς ἐπερωτήσεώς μου ἦτο ἁπλούστατος. Ἠθέλησα νὰ διαλευκανθῇ ἐπὶ τέλους αὐτὸ τὸ ζήτημα τοῦ κυρίου Κουβρέ. Δὲν εἶναι δίκαιον, δὲν εἶναι θεμιτόν, διότι οἱοσδήποτε ξένος ἔχει συμφέροντα καὶ βλέψεις ἐπὶ οἱουδήποτε δημοσίου ἔργου ἐν Ἑλλάδι, νὰ ποδοπατῶνται οἱ νόμοι χάριν τοῦ ξένου ἐκείνου ἐνδιαφερομένου· διότι ἐπὶ τέλους πρέπει νὰ κατανοήσωμεν ὅλοι ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπάρχουν νόμοι, ὅτι δύνανται ὅλοι εἴτε ξένοι εἴτε Ἕλληνες, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν Ἑλληνικῶν νόμων, νὰ διαγωνισθῶσι καὶ νὰ ὑποβάλωσι τοὺς συμφερωτέρους ὅρους, ἀλλ’ ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι τιμάριον κανενὸς καὶ κανεὶς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὴν καταστήσῃ τιμάριον.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἔχει τὸν λέγον. Μήπως θέλετε νὰ ἀκούσητε καὶ τοὺς ἄλλους, ἐπειδὴ ὑπάρχει πρότασις γενικεύσεως;
§168ΠΛΕΙΣΤΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§169Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ὁ τρόπος, κύριοι συνάδελφοι, μὲ τὸν ὁποῖον ὁ ἐπερωτῶν διετύπωσε τὸν ἀσκούμενον ἔλεγχον ὑπῆρξε τοιοῦτος, ὥστε ὁμολογουμένως ἡ συζήτησις κινδυνεύει νὰ μὴ διεξαχθῇ μὲ ψυχραιμίαν ἀνάλογον πρὸς τὴν σοβαρότητα τοῦ ζητήματος. Ὁμολογῶ ὅτι καὶ ἐγὼ ἐξήφθην ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ἐπερωτῶν ἀνέφερε δύο ὀνόματα προσώπων, τὰ ὁποῖα ἐνόμισα, καὶ νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ νομίζω ἀκόμη, ὅτι τὰ ἀνέφερε διὰ νὰ δώσῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν τὴν ἐντύπωσιν ὅτι πρόκειται περὶ κάποιας ἐπιρροῆς ἡ ὁποία ἠσκήθη καὶ ἡ ὁποία ἐνήργει ἐκ τοῦ κρυπτοῦ διὰ νὰ ἐπιφέρῃ τὴν ἀναβολὴν τῆς δημοπρασίας. Καὶ δὲν εἶχεν ὁ κ. συνάδελφος τὴν λεπτότητα—μὲ συγχωρεῖ διότι μεταχειρίζομαι αὐστηρὰν λέξιν —νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ περὶ ἀναβολῆς αἴτησις δὲν εἶχε γίνει ἐπὶ τῆς ὑπουργίας μου οὔτε ἐγὼ ἠσχολήθην περὶ αὐτῆς.
§170Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εἶπον κάτι πλέον, κ. Ὑπουργέ, ὅτι ἡ αἴτησις ἐκείνη δι’ ἐμὲ δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν· διότι σᾶς εἶπον ὅτι ἡ ἀναβολὴ τῆς δημοπρασίας δὲν ἔγινε διὰ τὸν Μποδοσάκην Ἀθανασιάδην, ἀλλὰ τὴν ἐκάματε διὰ τὸν Κουβέρ. Σᾶς τὸ εἶπον· ἐπ’ αὐτοῦ στηρίζεται ἡ ἐπερώτησίς μου.
§171Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Λοιπόν, ἀφοῦ δὲν ἔχει σημασίαν, διατί τὴν ἀνεφέρατε καὶ διατί ἀνεφέρατε ἐνδεικτικῶς ὀνόματα προσώπων τὰ ὁποῖα τὴν ἐζήτησαν καὶ δὴ προσώπων τὰ ὁποῖα ἡ κοινὴ φήμη θέλει ν’ ἀναφέρῃ ὡς ἀσκοῦντα ἐπιρροήν;
§172Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι, μολονότι ἐζητήθη ἡ ἀναβολή, ἡ Ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου δὲν τὴν ἔδωσεν ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ καὶ διὰ τίποτε ἄλλο.
§173Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Τί εἴπετε, κ. Ὑπουργέ, περὶ προσώπων;
§174Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἔχετε μέρος εἰς τὴν ἐπερώτησιν, κ. συνάδελφε;
§175Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Εἶμαι πληρεξούσιος.
§176Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Αὐτὸ δὲν ἀρκεῖ, ἐφόσον δὲν ἐγενικεύθη ἡ συζήτησις. Ἐν τούτοις δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ σᾶς τὸ ἐξηγήσω. Ὁ κ. συνάδελφος χωρὶς καμμίαν ἀνάγκην τῆς συζητήσεως ἀνέφερεν ἓν ὄνομα ὡς ζητῆσαν τὴν ἀναβολὴν τῆς δημοπρασίας. Ὅταν ἔγινε μνεία τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ ἤκουσα νὰ γίνεται θόρυβος ἀπὸ τὴν πτέρυγα εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει καὶ ὁ ὁποῖος ἐνεδείκνυεν ὅτι κάτι τι δῆθεν συμβαίνει ἐπὶ τοῦ προκειμένου, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προσέξῃ ἡ Συνέλευσις.
§177Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Εἴδετε, νομίζω, ὅτι εἶναι πρόσωπα τὰ ὁποῖα συχνὰ συκοφαντοῦνται.
§178Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Καὶ αὐτὸ ἀκόμη, ἂν ἐπιμένητε τόσον πολύ.
§179Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ὥστε σεῖς ὑποστηρίζετε ὅτι ὅσα λέγονται κατὰ τοῦ Μποδοσάκη Ἀθανασιάδη εἶναι συκοφαντίαι;
§180Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἔχω τὴν συνήθειαν νὰ μὴ θεωρῶ ὡς ἀληθεῖς πράξεις ἀξιοποίνους ἀποδιδομένας εἰς ἓν πρόσωπον, ἂν δὲν προσκομίζωνται ἀποδείξεις.
§181Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τότε εὑρίσκεσθε εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία διεβεβαίωσεν ὅτι ὑπάρχει κερδοσκοπία καὶ παρέπεμψε τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὴν δικαιοσύνην, ἡ ὁποία δὲν ἀπεφάνθη ἀκόμη. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας σπεύδει νὰ δηλώσῃ ὅτι παρὰ τὴν καταγγελίαν ἡ ὁποία μέχρι τοῦδε ἔχει διατυπωθῆ ἐναντίον τοῦ κυρίου αὐτοῦ, τοῦ ὁποίου ἀνέλαβε τὴν συνηγορίαν, εἶναι συκοφαντία.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργός, ἂν καλῶς ἀντελήφθην, ὁμιλεῖ διὰ συγκεκριμένην περίπτωσιν.
§183Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Εἶπεν ὅτι συκοφαντεῖται συχνά, ἀπόψε δὲ ἐπείσθη ὅτι συκοφαντεῖται πραγματικῶς. Προβὰς εἰς τοιαύτην δήλωσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐλπίζω ὅτι καὶ ὁ ἴδιος θὰ ὁμολογήσῃ ὅτι δὲν εἶναι ἐν τάξει, ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει εὑρίσκεται εἰς ἀντίφασιν πρὸς τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κ. Ὑπουργέ.
§185Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἡ Κυβέρνησις εὐθὺς ὡς διετυπώθησαν κατηγορίαι κατὰ τοῦ προσώπου περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖτε εἶχε καθῆκον νὰ διατάξῃ, καὶ διέταξεν, ἀμέσως ἀνάκρισιν, ὥστε νὰ ἀποδειχθῇ ἂν ἡ ἀποδιδομένη κατηγορία ἔχει βάσιν.
§186Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἄρα ἀγνοεῖ ἀκόμη, ἐνῷ σεῖς γνωρίζετε!
§187Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Πρέπει νὰ περιμείνωμεν τὸ πόρισμα τῆς ἀνακρίσεως. Τότε μόνον θὰ ἔχω γνώμην.
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ προσωπικὰ δὲν τὰ ἐπιτρέπει ὁ Κανονισμός.
§189Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Εἶναι, κύριοι, ἀνάγκη νὰ δοθῇ τέρμα εἰς τὰς συνεχεῖς διακοπὰς καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ ψύχραιμος συζήτησις ἐπὶ ζητήματος μὲ τὸ ὁποῖον συνδέονται καὶ διεκδικήσεις τρίτων. Δὲν εἶναι δίκαιον νὰ μὴ μὲ ἀφήσητε ἐν ἠρεμίᾳ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν ἐπερώτησιν· διότι εἶναι δυνατόν, ὑπερασπίζων ἐμὲ αὐτὸν ὡς Ὑπουργόν, νὰ φανῇ ὅτι ὑποστηρίζω γνώμας τὰς ὁποίας ἴσως καὶ ἐγὼ δὲν συμμερίζομαι.
§190Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Χαίρω, διότι σᾶς ἔδωκα ἀφορμὴν ἐπανορθώσεως.
§191Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Εἰσῆλθον εἰς τὸ θέμα τῆς ἐπερωτήσεως, κύριε συνάδελφε, ὥστε ἡ φράσις μου δὲν ἀφορᾷ τὸ παρεμπεσὸν ἐπεισόδιον.
§192Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι συνάδελφοι, ἡ συζήτησις πρέπει νὰ διεξαχθῇ ψυχραίμως. Πράγματι κάθε λόγος τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ πρέπει νὰ εἶναι μεμετρημένος, διότι εἴτε λόγος εἴτε ἔγγραφον παρεξηγεῖται καὶ λαμβάνεται ὡς ἐπιχείρημα ἐντεῦθεν διὰ νὰ ὑποστηρίζωνται ἀξιώσεις. Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μία ψυχραιμία σχετικὴ διὰ νὰ εἶναι καὶ ὁ ὁμιλῶν εἰς θέσιν νὰ ἐκθέτῃ ψυχραίμως τὰς σκέψεις του.
§193ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ (ἐκ τῆς Ἀριστερᾶς). Εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τὸ εἴπητε.
§194Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς ὅλους ἀποτείνομαι· ὄχι μόνον εἰς σᾶς. Μία λέξις παραπάνω δίδει δικαίωμα εἰς τοὺς ἀξιοῦντας ὅτι ἔχουν τοιαῦτα ἐκ διεθνῶν ὑποχρεώσεων νὰ νομίσουν ὅτι ἔχουν περισσότερα τῶν ὅσα ἔχουν.
§195Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ ἀποταθῆτε εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ὁ ὁποῖος διὰ μιᾶς φράσεως καθύβρισε πλεῖστον κόσμον καὶ ὁ ὁποῖος ἀποδίδει ὡρισμένας κατηγορίας;
§196Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τοιαῦται κατηγορίαι ἀπεδόθησαν καὶ ἄλλοτε.
§197Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Οὐδέποτε ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς Ὑπουργὸς ὡμίλησεν ὡς ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας.
§198Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἐφόσον δὲν ὑπάρχουν ἀποδείξεις ἐναντίον προσώπου τινός, οὐδέποτε δέχομαι τὰς κατηγορίας.
§199Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Πῶς τὸ ἠξεύρετε; Εἶσθε δικηγόρος του;
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ θέμα, παρακαλῶ. Νὰ λείψουν τὰ προσωπικά.
§201Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, τὸ πρῶτον παρουσιάσθη ἐνώπιόν μου τὸ ζήτημα μὲ τὴν ἐμφάνισιν εἰς τὸ γραφεῖόν μου ἀντιπροσώπου τοῦ οἴκου Ἄμεστροφ, ὁ ὁποῖος μὲ παρεκάλεσε νὰ ζητήσω τὴν ἀναβολὴν ἢ μᾶλλον νὰ διατάξω, ὅπως ἔλεγε, τὴν ἀναβολὴν τῆς δημοπρασίας τῶν ἔργων τοῦ λιμένος Καβάλλας, διότι κατέστη εἰς αὐτὸν ἀδύνατον νὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν ὅρων τῆς δημοπρασίας. Ἀπήντησα εἰς αὐτὸν ὅτι ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ εἶναι ἀνεξάρτητον νομικῶς πρόσωπον, τὸ ὁποῖον διευθύνει τὰ τῆς δημοπρασίας, καὶ δὲν θεωρῶ σκόπιμον νὰ ἐπεμβῶ, τοσοῦτο μᾶλλον καθόσον ἤδη ἐξ ἄλλης ἀφορμῆς, ὅπως μοὶ ἀνέφερεν ἡ Ὑπηρεσία, ἐζητήθη ἡ ἀναβολὴ τῆς δημοπρασίας καὶ ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ ἔκρινεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὴν δημοπρασίαν. Ἐγὼ δὲν ἠθέλησα νὰ ἐνδώσω εἰς τὴν ἀξίωσιν ὅπως εὕρουν καιρὸν νὰ λάβουν καὶ ἄλλοι μέρος εἰς τὴν δημοπρασίαν, καὶ τοῦτο διότι εὑρισκόμην ἐνώπιον ἑνὸς προηγουμένου, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπέμεινεν ὅπως διεξαχθῇ ἡ δημοπρασία.
§202Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἔχετε ἐκ τοῦ νόμου δικαίωμα νὰ ἐπεμβῆτε καὶ νὰ διατάξητε τὴν ἀναβολήν;
§203Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Παρακαλῶ, νὰ συνεχίσω. Θὰ ἔχητε τὴν ἀπάντησιν.
§204Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα.
§205Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Σᾶς εἶπον ὅτι θὰ λάβητε τὴν ἀπάντησιν. Ἠθέλησα δὲ νὰ μὴ ἐπεμβῶ ποσῶς, μολονότι, καθὰ μὲ εἶχε βεβαιώσει ἡ Ὑπηρεσία, αἱ τιμαὶ μὲ τὰς ὁποίας ἐγίνετο ἡ δημοπρασία ἦσαν τόσον παλαιαὶ ὥστε νὰ μὴ εἶναι πλέον συγχρονισμέναι.
§206Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἦσαν μικραὶ δηλαδὴ αἱ τιμαί;
§207Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Μικραί. Εἰς τρόπον ὥστε εἷς ἐργολάβος, ὁ ὁποῖος ἀποφασίζει ἐξ ἀρχῆς νὰ κάμῃ μίαν ὁμαλὴν ὑπόθεσιν, δηλαδὴ νὰ μὴ τρέχῃ τὴν ἐπαύριον εἰς τὰ Ὑπουργεῖα διὰ νὰ ζητῇ ἀναθεώρησιν τιμῶν, θὰ ἦτο πολὺ δύσκολον νὰ λάβῃ μέρος εἰς τοιαύτην δημοπρασίαν. Ὅπως γνωρίζετε, ὁ ἀγὼν αὐτὸς τοῦ νὰ ἐπιδιώκῃ τις εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τῆς ἐργολαβίας νὰ ἐπιτύχῃ ἀναθεώρησιν τιμῶν εἶναι δυνατὸν νὰ καταστήσῃ σκεπτικὸν ἕνα ἄνθρωπον ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι συνηθισμένος μὲ τοιούτου εἴδους ἐπιχειρήσεις, καὶ ἐπληροφορήθην ὅτι δὲν θὰ ἐμφανισθοῦν πολλὰ πρόσωπα. Ἀναφέρω δὲ — δὲν τὸ λέγω διὰ νὰ πειράξω τὸν κ. συνάδελφον — ὅτι θὰ ἐνεφανίζετο μόνον ὁ γαμβρὸς ἐπ’ ἀδελφῇ τοῦ κ. Μπακοπούλου. Αὐτὸ βεβαίως δὲν εἶναι γεγονὸς τὸ ὁποῖον εἶναι ἀξιόμεμπτον, ὁμολογῶ δὲ ὅτι πρὸ ὀλίγου προκληθεὶς ἀπὸ τὸν τρόπον τῆς ἐπιθέσεως τοῦ ἐπερωτήσαντος ὑπηνίχθην τὸ γεγονὸς αὐτό. Ἂν ἐπρόκειτο ὁμαλῶς νὰ ἀγορεύσω, βεβαίως δὲν θὰ ἔκαμνον λόγον περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Εἶναι τυχαῖον γεγονὸς καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀπαγορεύσῃ εἰς οἱονδήποτε πρόσωπον νὰ λάβῃ φανερὰ μέρος εἰς μίαν δημοπρασίαν.
§208Α. ΠΡΑΝΤΟΥΝΑΣ. Εἶναι καὶ μηχανικὸς ἄλλως τε ἐξ ἐπαγγέλματος.
§209Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ ....
§210Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Μὴ μὲ διακόπτετε.
§211Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς ξεφύγητε καὶ νὰ λέγητε ὅ,τι θέλετε.
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε πληρεξούσιε, ἀποτείνεσθε πρὸς μέλος τῆς Κυβερνήσεως· ὀλίγον περισσότερον κοινοβουλευτισμόν, παρακαλῶ.
§213Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως ὀφείλουν πρὸς τοὺς πληρεξουσίους ἴσον σεβασμόν.
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ δὲν βλέπω τίποτε.
§215Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔπρεπε νὰ ἔχητε ἴδει. Κύριε Ὑπουργέ, εἴπετε ὅτι διετάξατε, ὅτι συνεστήσατε τὴν ματαίωσιν τῆς δημοπρασίας, διὰ νὰ ἐπαυξηθοῦν οἱ ὅροι οἱ οἰκονομικοί.
§216Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Δὲν εἶπον αὐτό.
§217Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἴπετε.
§218Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Δὲν προσέχετε τότε.
§219Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἴπετε.
§220Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Τότε λοιπὸν δὲν ὑπολείπεται παρὰ νὰ σᾶς ἀφήσωμεν νὰ μονολογῆτε.
§221Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφόσον ἐγνωρίζετε ὅτι καὶ εἷς μόνον θὰ προσήρχετο, δὲν εἴχετε δικαίωμα νὰ τὸ κάμητε.
§222Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ εὑρίσκοντο τὰ πράγματα, ὅτε ἐνεφανίσθη ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Οἴκου Κουδρέ, ὁ ὁποῖος μοὶ παρεπονέθη ἐξ ὀνόματος τοῦ Οἴκου τούτου διότι προβαίνομεν εἰς ὁριστικὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τοῦ λιμένος Καβάλλας χωρὶς νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν οὔτε τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα φρονεῖ ὅτι ἔχει ὁ Οἶκος οὗτος — κατὰ τὴν κρίσιν του βέβαια — κεκτημένα οὔτε τὴν ἐπιστολὴν καὶ τὴν δήλωσιν προκατόχου μου Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἐβεβαίωσεν ὅτι εἶναι ἕτοιμος ἐν ὀνόματι τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους νὰ ἔλθῃ εἰς διαπραγματεύσεις μετὰ τοῦ Οἴκου Κουδρὲ πρὸς λύσιν τῆς ὑφισταμένης διαφορᾶς. Εἰς τὰ παράπονα ἤ, ἂν θέλετε, τὴν διαμαρτυρίαν ταύτην ἀπήντησα ὅτι ἦτο ἐξαιρετικῶς δύσκολον εἰς ἐμὲ νὰ ἐνδώσω εἰς τὴν αἴτησίν του, πρῶτον διότι ἐφρόνουν ἐκ τῆς μελέτης τοῦ ζητήματος ὅτι οὐδὲν κεκτημένον δικαίωμα εἶχεν ὁ Οἶκος Κουδρὲ ἐπὶ τοῦ λιμένος Καβάλλας, αἱ διὰ τὸν ὁποῖον διαπραγματεύσεις δὲν εἶχον καταλήξει εἰς σύμβασιν καὶ δημιουργίαν ὑποχρεώσεώς τινος τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, καὶ δεύτερον διότι θὰ ἦτο πολὺ σκληρὸν νὰ θελήσω νὰ ἐπιβάλω — καὶ ἂν ἀκόμη ἐδικαιούμην — εἰς τὴν Λιμενικὴν Ἐπιτροπὴν Καβάλλας νὰ ἀκολουθήσῃ σύστημα παραχωρήσεως προνομίου, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὰ εἰς τοὺς ἄλλους λιμένας τοῦ Κράτους ἰσχύοντα. Προσέθηκα δὲ ὅτι, ἂν ὁ Οἶκος Κουδρὲ φρονῇ ὅτι ἔχει κεκτημένα δικαιώματα, δύναται νὰ τὰ ἀσκήσῃ ὑπὸ τύπον ἀποζημιώσεως καὶ ὅτι ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν θὰ εἶχον καμμίαν δυσκολίαν νὰ ἀντιμετωπίσω μᾶλλον τὸν κίνδυνον μιᾶς τοιαύτης ἀποζημιώσεως παρὰ νὰ ἴδω ἐφαρμοζόμενον ἓν σύστημα τὸ ὁποῖον, ἂν ὄχι τίποτε ἄλλο, θὰ διαταράξῃ τὴν ὁμοιορρυθμίαν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἐν τῇ διοικήσει τῶν λιμένων τοῦ Κράτους. Ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Οἴκου Κουβρὲ διεμαρτυρήθη καὶ πάλιν ἰσχυρισθεὶς ὅτι δὲν θέλαμεν νὰ κρατήσωμεν τὸν λόγον τὸν ὁποῖον ἐδώσαμεν ὅτι θὰ συνεχίσωμεν τὰς συζητήσεις αἱ ὁποῖαι εἶχον ἀρχίσει ἀπὸ τοῦ 1914 καὶ ἐντεῦθεν καὶ αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν ὑπόσχεσιν τοῦ κ. Ἠσαΐα ἔπρεπε νὰ συνεχισθοῦν καὶ τώρα καὶ ὅτι συνεπῶς θεωρεῖ ὅτι ἀρνούμεθα νὰ ἐκτελέσωμεν ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας ἔχομεν ἀπέναντι τοῦ γαλλικοῦ Οἴκου. Ἡ ἀπάντησίς μου ἦτο ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ δοθῇ αὐτὴ ἡ ἔννοια εἰς τὴν δήλωσίν μου. Ἡ ἔννοια τῶν λόγων μου ἦτο ὅτι, ἂν εἶχον δικαίωμά τι βάσιμον, θὰ ἠδύναντο νὰ τὸ ἀσκήσωσι μετατρέποντες αὐτὸ εἰς δικαίωμα χρηματικῆς ἀποζημιώσεως, ὅταν ἀποδειχθῇ ὅτι ἔχουν δίκαιον. Παρ’ ὅλην τὴν κατηγορηματικήν μου ταύτην ἀπάντησιν μοὶ εἶχε γεννηθῆ ἡ ἀμφιβολία ἂν θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ ἀφήσωμεν τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ λιμένος Καβάλλας νὰ εἰσέλθῃ εἰς μίαν ἐπιχείρησιν ἡ ὁποία καὶ διὰ τὸ Κράτος θὰ ἦτο δυσχερὴς καὶ δι’ αὐτὴν τὴν ἰδίαν ἴσως βραδύτερον, καὶ ἂν δὲν θὰ ἦτο φυσιολογικώτερον νὰ φέρωμεν τὴν Ἐπιτροπὴν εἰς ἐπαφὴν πρὸς τὸν Οἶκον Κουβρέ, διαφωτίζοντες αὐτὴν περὶ τῆς πραγματικῆς καὶ νομικῆς θέσεως τοῦ ζητήματος. Ἐν τούτοις ἐγὼ ἄφηνα τὰ πράγματα νὰ προχωροῦν καὶ μόλις τὴν τελευταίαν στιγμήν, ὅτε εἶδον ὅτι αἱ ἀξιώσεις τῶν θεωρούντων ὅτι ἠδικοῦντο ἦσαν ἐπίμονοι, ἐσκέφθην ὅτι ἀντὶ νὰ ἀναγκασθῶ νὰ ἐπεμβῶ βραδύτερον καὶ νὰ ἀρνηθῶ τὴν ἔγκρισιν τῆς δημοπρασίας, προτιμότερον θὰ ἦτο νὰ προλάβω τὴν ἐκτέλεσιν τῆς δημοπρασίας, ἀφοῦ καὶ διὰ τὸν προαναφερθέντα λόγον τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν τιμῶν τὴν ἐθεώρουν συμφέρουσαν, καὶ εὕρω τὸν καιρὸν νὰ καταστήσω ἐνήμερον τὴν Λιμενικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ἐφαίνετο ἀγνοοῦσα τὰ πράγματα, ὡς καὶ ποία ἦτο ἡ νομικὴ θέσις τοῦ ζητήματος τοῦ λιμένος Καβάλλας. Τὸ Κράτος ἄλλως τε ἦτο ὑπόχρεον νὰ καταστήσῃ τὴν Ἐπιτροπὴν ἐνήμερον ὅλων τῶν προηγουμένων. Δὲν ἠθέλησα ὅμως, κύριοι, νὰ ἐπεμβῶ καὶ νὰ τὸ εἴπω εἰς αὐτοὺς εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς καὶ νὰ διατάξω τὴν ἀναβολὴν τῆς δημοπρασίας, ἀκριβῶς διότι ἤθελον νὰ ἐνεργήσω συμφώνως πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς ἀποκεντρώσεως. Ἤθελα ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ νὰ ἀναβάλῃ τὴν δημοπρασίαν, διὰ νὰ δυνηθῶ καὶ ἐγὼ ἐγκαίρως νὰ τὴν πληροφορήσω ποία ἦτο ἡ πραγματικὴ καὶ νομικὴ κατάστασις καὶ ποῖαι ἦσαν αἱ σχέσεις αἱ ὁποῖαι εἶχον δημιουργηθῆ πρότερον μεταξὺ Κράτους καὶ Ἑταιρείας, ἵνα τὰς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ ζητήματος. Θὰ μοὶ ἐρωτήσητε ὅμως ἴσως, κύριοι, ἂν ἐγὼ ἀναγνωρίζω ὅτι ἡ Ἑταιρεία Κουβρὲ εἶχε δικαίωμα τοιοῦτον ὥστε νὰ ρυθμίζῃ τὴν πορείαν τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἔργων τοῦ λιμένος Καβάλλας. Τὴν ἀπάντησίν μου τὴν ἔχετε δι’ ὅσων σᾶς εἶπον ἐν ἀρχῇ, ὅτι ἐγὼ ἤμην διατεθειμένος νὰ ἀντιμετωπίσω καὶ περίπτωσιν πληρωμῆς ἀποζημιώσεως, διὰ νὰ φθάσωμεν τὸ ταχύτερον εἰς τὴν ἔναρξιν τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἔργων. Ἀλλὰ τὴν δικαιοσύνην δὲν τὴν λαμβάνει κανεὶς μόνος του, δὲν εἶναι δὲ ἡ ἀξίωσις τοῦ Οἴκου Κουβρὲ ἐφεύρεσίς τις αὐθαίρετος, καί, ἂν εἶναι κατὰ τὴν ἰδικήν μου κρίσιν τοιαύτη, δὲν εἶναι ὅμως τοιαύτη ὥστε νὰ τὴν περιφρονήσῃ ὁ Α καὶ ὁ Β μὲ μίαν χειρονομίαν μεγαλοπρεπῆ, ὡς ἐκείνη τὴν ὁποίαν, ἂν ἀντελήφθην καλῶς, ἔκαμεν ὁ ἐπερωτῶν συνάδελφος, καὶ νὰ ἀδιαφορῇ διὰ τὴν περαιτέρω ἐξέλιξιν τοῦ ζητήματος. Πάντως ἡμεῖς πρὸ τῆς δημιουργηθείσης καταστάσεως ἐδικαιούμεθα, σεβόμενοι αὐτὰ ταῦτα τὰ δικαιώματα τῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ ἀποκλείωμεν τὴν ἄμεσον εὐθύνην καὶ νὰ καταστήσωμεν ἐνήμερον τὴν Ἐπιτροπήν, ἵνα αὐτὴ μόνη διαχειρισθῇ τὸ ζήτημα. Ἡμεῖς θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἐπεμβῶμεν βραδύτερον διὰ νὰ ἐγκρίνωμεν ἢ μὴ τὰς πράξεις της ἀσκοῦντες ὅσα ὁ νόμος παρέχει ἡμῖν δικαιώματα. Ἡ περὶ ἧς πρόκειται Ἑταιρεία, κύριοι, κατὰ τὸ 1912 ἠσχολήθη μὲ τὸ ζήτημα αὐτὸ κατὰ πρόσκλησιν μάλιστα τῶν ἐμπόρων Καβάλλας. Ἐξετέλεσε μίαν μελέτην τοῦ λιμένος, κατόπιν συνεννοήσεως μετὰ τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως, διεπραγματεύθη δὲ εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν καὶ συνῆψε σύμβασιν ἡ ὁποία ὑπεγράφη μὲν ἀλλὰ δὲν ἔχει ἐκδοθῆ ὁ σχετικὸς ἰραδές, διότι εἶχε παραμελήσει ὁ Κουβρὲ νὰ καταθέσῃ τὴν κεκανονισμένην ἐγγυοδοσίαν, τὴν ὁποίαν δὲν κατέθηκε διότι εἶχεν ἤδη ἀρχίσει ὁ Βαλκανικὸς πόλεμος καὶ ἦτο βέβαιον ὅτι ἡ Τουρκία δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ κρατήσῃ τὴν Ἀνατολικὴν Μακεδονίαν. Κατόπιν, κύριοι, μετὰ τοὺς Βαλκανικοὺς πολέμους, ὅτε ἔγινεν ἡ ἐν Παρισίοις ἑδρεύουσα Κομισιὸν Φινανσιέρ, μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς ὁποίας ὑπάρχουσι καὶ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ἀξίωσις τῆς Γαλλικῆς ταύτης Ἑταιρείας ἀνεγράφη ὡς ἓν ἐκ τῶν λυτέων παρ’ αὐτῆς ζητημάτων. Ὁ τόμος τὸν ὁποῖον ἔχω ἐνώπιόν μου, εἰς τὸν ὁποῖον ἀπαριθμοῦνται τὰ ἐξεταστέα ζητήματα, ἔχει, ὅπως θὰ εἶδεν ὁ κ. συνάδελφος, σελίδα ὁλόκληρον ὑπὸ τὸν τίτλον «Λιμὴν τῆς Καβάλλας», τὸ ὁποῖον σημαίνει ὅτι δὲν ἦσαν τὰ δικαιώματά της τόσον σκιώδη, ἀφοῦ ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη τὸ ἀναγράφει ὡς ζήτημα συζητήσιμον. Μετὰ ταῦτα, δηλαδὴ κατὰ τὸ 1914, ἐπὶ Κυβερνήσεως Βενιζέλου ἐπανελήφθησαν αἱ διαπραγματεύσεις διὰ τὴν εὕρεσιν τοῦ τύπου τῆς συμβάσεως κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἀνελάμβανεν ἡ αὐτὴ Ἑταιρεία τὸν λιμένα Καβάλλας. Ἤρξατο ἡ συζήτησις, διαρκούσης τῆς ὁποίας ἐγένετο καὶ νέα μελέτη παρὰ τῆς Ἑταιρείας. Αἱ συζητήσεις ἐκεῖναι καὶ πάλιν ἐματαιώθησαν ἐκραγέντος τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου. Τὰς συζητήσεις ταύτας δι’ ἐπιστολῆς του ὑπεσχέθη ὁ προκάτοχός μου κ. Ἡσαΐας νὰ ἐπαναλάβῃ. Δὲν φρονῶ ὅτι πρέπει παρὰ τὴν ὑπόσχεσιν ταύτην νὰ ἀρνηθῶμεν πᾶσαν συζήτησιν προεξοφλοῦντες τὸ ἀδύνατον μιᾶς συνεννοήσεως ἐξασφαλιζούσης καὶ τὰ συμφέροντα καὶ τὰς ἀντιλήψεις τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς Καβάλλας. Εἶναι ἐπὶ τέλους τόσον ἀξία περιφρονήσεως μία Ἑταιρεία ἡ ὁποία ἐργάζεται ἀπὸ τοῦ 1912 καὶ συνέταξε δὶς μελέτας καὶ διεξήγαγε συζητήσεις καὶ ἔστειλεν ἀντιπροσώπους, ἀφοῦ λόγος περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ καὶ δηλώσεις ἐγένοντο εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλὴν καὶ εἶναι τεθειμένον τὸ ζήτημα εἰς μίαν Ἐπιτροπὴν εἰς τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἀντιπροσώπους; Εἶναι, λέγω, δυνατὸν μὲ αὐτὴν τὴν ἐλαφρὰν χειρονομίαν τοῦ ἐπερωτῶντος κ. συναδέλφου νὰ εἴπωμεν ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον ἡ Ἑταιρεία καὶ νὰ τὴν ἐκδιώξωμεν; Ἐγὼ εἶπον νὰ συζητήσωμεν μαζί της, ἢ μᾶλλον νὰ μὴ συζητήσωμεν ἡμεῖς, ἀλλὰ νὰ φέρωμεν εἰς ἐπαφὴν τὴν Ἑταιρείαν αὐτὴν πρὸς τὴν Λιμενικὴν Ἐπιτροπήν, ἀφοῦ διαφωτισθῇ ἡ τελευταία αὕτη ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος τῆς κατασκευῆς τοῦ λιμένος, καθ’ ἣν στιγμὴν ὑπεισῆλθεν αὕτη εἰς τὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους, δηλαδὴ εὐθὺς μετὰ τὴν κατάρτισίν της, γενομένην κατὰ τὸ 1920. Μετὰ τὴν ἀναβολὴν τῆς δημοπρασίας ἦλθεν ἐνταῦθα ὁ πρόεδρος τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἓν μέλος αὐτῆς, εἰς τοὺς ὁποίους ἐξέθηκα τὰ ἀνωτέρω καὶ τοῖς συνέστησα νὰ ἔλθουν εἰς ἐπαφὴν μὲ τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑταιρείας, διότι φρόνιμον εἶναι νὰ δοθῇ ἓν τέρμα εἰς τὴν ἐκκρεμότητα αὐτήν. «Θὰ ἴδωμεν, εἶπον εἰς αὐτούς, ἂν ἠμπορεῖτε νὰ συμφωνήσητε μὲ τὴν Ἑταιρείαν Κουβρέ, ἀφοῦ ἔχει δικαιώματα νὰ συζητήσῃ. Ἄν συμφωνήσητε, τόσον τὸ καλύτερον· ἂν δὲν συμφωνήσητε, θὰ διακοποῦν αἱ διαπραγματεύσεις καὶ θὰ εἴπητε ὅτι δὲν συμφέρει, διότι αἱ ἀξιώσεις τῆς Ἑταιρείας εἶναι ὑπερβολικαί». Ἀνέφερεν ὁ κ. συνάδελφος καὶ ἀριθμούς, οἱ ὁποῖοι ἔκαμαν κατάπληξιν εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι ὁ Κουβρὲ πρόκειται νὰ ἐξασφαλίσῃ 20,000,000 χρυσᾶς δραχμάς. Ἀγνοῶ πόθεν ἐξάγει τὰ συμπεράσματα αὐτά.
§223Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μέσα ἀπὸ τὸν φάκελον. Καὶ ζητεῖ ὁ Οἶκος Κουβρὲ παραχώρησιν διὰ 75 ἔτη.
§224Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Τὰ ἐν τῷ φακέλῳ σημειώματα δὲν ἔχουν καμμίαν σημασίαν· ἁπλῶς δεικνύουν ποῖαι εἶναι αἱ προτάσεις τοῦ Οἴκου Κουβρέ. Συνεχίζων προσθέτω ὅτι εἰς τὴν Λιμενικὴν Ἐπιτροπὴν ἐξήγησα ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἐπεθύμει νὰ ἀναβάλῃ ἀπ’ εὐθείας τὴν δημοπρασίαν, ἀλλ’ ηὔχετο νὰ κάμῃ τοῦτο αὐτὴ ἡ Ἐπιτροπή, ἀφοῦ ὑπῆρχον λόγοι ἀνεξάρτητοι καὶ τῆς ὑπάρξεως τοῦ ζητήματος Κουβρέ, οἱ ὁποῖοι δικαιολογοῦν τὴν ἀναβολήν. Καὶ οἱ λόγοι οὗτοι ἦσαν ὅτι εἷς ἐργολάβος, κατὰ τὰς πληροφορίας τοῦ Ὑπουργείου, θὰ ἐλάμβανε μέρος εἰς τὴν δημοπρασίαν.
§225Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὰ προφήτης ἦσθε σεῖς ποὺ ἐγνωρίζετε τί θὰ ἐγίνετο;
§226Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Σεῖς ἐμελετήσατε καλὰ τὸν φάκελον, κύριε συνάδελφε. Ἄν δὲν ἀπατῶμαι, αἱ πληροφορίαι μας συνάγονται καὶ ἐκ τοῦ πρακτικοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς.
§227Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί λέγει τὸ πρακτικὸν τῆς Ἐπιτροπῆς;
§228Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Διὰ νὰ ιή ἀπασχολῶ περισσότερον τὴν Συνέλευσιν ἀναφέρω πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἀπαντήσεώς μου ὅτι τὰ μέλη τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀφοῦ συνηντήθησαν μὲ τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ Οἴκου Κουβρέ, ἐπειδὴ ἀμφότεροι δὲν ἦσαν ἕτοιμοι πρὸς ἀποτελεσματικὴν συζήτησιν, ἀνέβαλον αὐτήν, τὰ δὲ μέλη τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπέστρεψαν εἰς Καβάλλαν. Ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Οἴκου Κουβρὲ μοὶ ἔφερε μετά τινας ἡμέρας σημείωμα περὶ τοῦ πῶς ἐννοεῖ ἡ Ἑταιρεία Κουβρὲ νὰ ἐκτελεσθοῦν τὰ ἔργα. Ὅτε τελευταῖον διῆλθον ἐκ Καβάλλας, ἐκάλεσα τὰ μέλη τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἐπέδωκα τὸ ἐμπιστευθέν μοι σημείωμα καὶ συνέστησα, καθ’ ὃ εἶχον, νομίζω, καθῆκον, ὅπως ἡ συζήτησις καὶ διαπραγμάτευσις γίνῃ μετὰ πάσης προσοχῆς καὶ ἀξιοπρεπείας, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπὸ πάντα κίνδυνον βλάβης δυναμένης νὰ προέλθῃ ἀπὸ μίαν κακὴν διαχείρισιν. Δύναμαι νὰ δηλώσω ὅτι οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἔμειναν εὐχαριστημένοι ἐκ τῆς πορείας τὴν ὁποίαν ἠκολουθήσαμεν, διότι ἀντελήφθησαν ὅτι οὔτε πρόθεσις ἡμῶν ὑπῆρχε νὰ δυσχεράνωμεν τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου οὔτε ἐπιθυμία νὰ ἀναμιχθῶμεν κατὰ τρόπον μειοῦντα τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς. Ὁ μόνος ἐκδηλώσας ἀγανάκτησιν εἶναι ὁ ἐπερωτῶν κ. συνάδελφος, τοῦ ὁποίου ἡ συνείδησις ἐξεγείρεται κατὰ τῆς πολιτικῆς ἡμῶν.
§229Κ. ΝΤΑΗΣ. Δὲν ἔμεινε κανεὶς εὐχαριστημένος.
§230Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐντύπωσίς μου ἐκ τῶν συναντήσεων τὰς ὁποίας ἔσχον. Μὲ σᾶς οὐδέποτε συνωμίλησα περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ.
§231Κ. ΝΤΑΗΣ. Εἴπετε ὅτι θὰ κάμητε πολλά, ὅτι θὰ κάμητε σιδηροδρόμους καὶ ἄλλα, καὶ δὲν κατωρθώσατε νὰ κάμητε τίποτε.
§232Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). (Εἰς τόνον φιλικόν). Μικρόψυχε, μικρόψυχε συνάδελφε. Ἔχετε ἐμπιστοσύνην. Ἐργαζόμεθα δραστηρίως καὶ θὰ ἴδητε ὅτι οἱ σιδηρόδρομοι θὰ γίνουν. (Θόρυβος).
§233Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἀφοῦ οἱ πληρεξούσιοι Καβάλλας σᾶς κατηγοροῦν διὰ τὰς πράξεις σας, τί ἔρχεσθε καὶ λέγετε εἰς τὴν Συνέλευσιν;
§234Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἡ πορεία τὴν ὁποίαν ἠκολουθήσαμεν εἶναι ἀναμφισβητήτως ἄμεμπτος, διότι πᾶσα σπουδὴ ἀλόγιστος δύναται νὰ προξενήσῃ κακὸν ἀντὶ καλοῦ. Οὐδεὶς ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων ἐκ Καβάλλας εὑρέθη μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς ὁ ὁποῖος νὰ ἐκδηλώσῃ δυσφορίαν. Ἄλλως τε ἁπλῆ δυσφορία δὲν ἀρκεῖ· πρέπει καὶ νὰ ἀποδείξῃ ἀνερχόμενος εἰς τὸ βῆμα ὅτι αὕτη εἶναι δικαιολογημένη. Ἐνόμισα ὅτι εἶχον ὑποχρέωσιν, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν ὅτι πρόκειται περὶ μιᾶς ἀξιώσεως ἡ ὁποία ὄχι μόνον ἔχει ἐπενδυθῆ κάποιον τόνον ἐπισημότητος ἀλλὰ καὶ ἀξίωσιν ἡ ὁποία βασίζεται καὶ εἰς μακροχρονίους προσπαθείας τοῦ Οἴκου Κουβρέ, ἐνόμισα, λέγω, ὅτι δὲν ἦτο δίκαιον νὰ εἴπωμεν ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ θεωροῦμεν περιττά, διότι, ἂν ἐφερόμεθα κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, θὰ ὑπῆρχε κίνδυνος νὰ θεωρηθῶμεν ὅτι εἴμεθα ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι εὐκόλως παραμερίζομεν καὶ περιφρονοῦμεν καταστάσεις δημιουργηθείσας. Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ τιμῶσα τὰ ἀποκεντρωτικὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἔχει θὰ φθάσῃ εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος. Ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ Καβάλλας, ἐπωφελουμένη καὶ τῆς ἀναβολῆς ἡ ὁποία τῆς ἔδωκε τὴν εὐκαιρίαν νὰ γνωρίσῃ τὰς λεπτομερείας τῶν ὑπαρχουσῶν ἀξιώσεων, θὰ φθάσῃ συντομώτατα εἰς τὸ σημεῖον ὥστε νὰ ἀρχίσουν τὰ ἔργα τοῦ λιμένος Καβάλλας, τὰ ὁποία πάντες ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἴδωμεν πραγματοποιούμενα. (Χειροκροτήματα).
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις πλειόνων πληρεξουσίων, τῶν κ.κ. Κιαγιᾶ, Δουζίνα, Καραπαναγιώτη, νὰ γενικευθῇ ἡ συζήτησις. Ἡ συζήτησις λοιπὸν γενικεύεται. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Θεολογίτης.
§236Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Δὲν ἐλπίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πολὺ γρήγορα θὰ ἴδωμεν τὸν λιμένα Καβάλλας διότι μετὰ δωδεκαετίαν ὁλόκληρον ἢ μᾶλλον ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς Καβάλλας δὲν κατωρθώσαμεν νὰ ἐπιστρώσωμεν ἕνα δρόμον ἀπὸ Δράμας εἰς Καβάλλαν, ὅπου κυλίονται χίλια αὐτοκίνητα ἡμερησίως. Ἑπομένως εἶναι χίμαιρα νὰ νομίζωμεν ὅτι θὰ ἔχωμεν λιμένα ἐν Καβάλλᾳ. Συζητήσεις μόνον θὰ διεξάγωνται, ἀναβολαὶ ἐπὶ ἀναβολῶν θὰ γίνωνται καὶ Κύριος οἶδεν ἄν ποτε θὰ ἀποκτήσωμεν λιμένα εἰς μίαν πόλιν, ἡ ὁποία εἶναι ἡ δευτέρα πόλις τῆς Μακεδονίας ὁλοκλήρου καὶ ἡ ὁποία συνεισφέρει διὰ βαρείας φορολογίας οὐχὶ ὀλίγα εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Ὅτε Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἦτο ὁ κ. Ἠσαΐας, εἶχεν ἐπιληφθῆ καὶ αὐτὸς μὲ πολλὴν ἐπιμονὴν τοῦ ζητήματος τοῦ λιμένος τούτου, καθὼς ἐνθυμοῦμαι μάλιστα ἐζήτησε τότε, ἀντὶ τῆς κατασκευῆς τοῦ λιμένος Καβάλλας, νὰ κατασκευασθῇ ὁ λιμὴν εἰς τὰς Ἐλευθεράς, καὶ τοῦτο διότι τὸ ποσὸν τῶν 75,000,000 ἦτο ἀνεπαρκέστατον διὰ κατασκευὴν τοιούτου λιμένος ἐν Καβάλλᾳ καί, ὡς ἐτόνισεν ὁ τότε Ὑπουργός, ἀπητοῦντο διακόσια ἑκατομμύρια καὶ πλέον. Νομίζω ὅτι ἡ γενομένη ἀναβολὴ θὰ εἶναι ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς πόλεως Καβάλλας, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν μὲ 75,000,000 δραχμῶν νὰ γίνῃ ὁ λιμὴν αὐτός. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὀρθὴ γνώμη, ἡ γνώμη τῶν εἰδικῶν, ἡ γνώμη ὅλων τῶν Ὑπουργῶν. Διὰ μιᾶς μελέτης ἡ ὁποία προβλέπει δαπάνην 75,000,000 δραχμῶν δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ τέρμα, θὰ εἴχομεν δὲ νέας ἀξιώσεις καὶ νέας ταλαντεύσεις, αἱ ὁποῖαι καὶ τὸ Κράτος καὶ τὸ λιμενικὸν ταμεῖον θὰ ἐπίεζον. Εἰς τοῦτο συμφωνῶ. Ἀλλ’ ἂν ἀνῆλθον τὸ βῆμα, κύριοι πληρεξούσιοι, ἀνῆλθον διὰ νὰ κακίσω τὸν τρόπον τῆς ἀναβολῆς τῆς δημοπρασίας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέφερεν ὅλας τὰς προτάσεις, ἀνέφερεν ἀξιώσεις τοῦ Οἴκου Κουβρέ, ἀνέτρεξεν εἰς τὴν Κομισιὸν Φινανσιέρ, ἀνέτρεξεν εἰς τὴν Σύμβασιν τῆς Λωζάννης. Ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἔλεγεν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ τὸ ἔργον μὲ 75,000,000 δραχμῶν καὶ διὰ τοῦτο παρενέβη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, θὰ ἤμην ἕτοιμος νὰ τὸν χειροκροτήσω. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς μᾶς εἶπεν ὅτι ὑπῆρχον προτάσεις, ὅτι...
§237Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἄν θέλετε νὰ εἶσθε δίκαιος, πρέπει νὰ γνωρίζητε ὅτι ἐγὼ δὲν ἐζήτησα νὰ ἀναβληθῇ κατὰ διαταγήν μας ἡ δημοπρασία, οὔτε διὰ τὸν λόγον ὅτι ὑπῆρχον ἀξιώσεις τοῦ Κουβρέ. Αἱ ἀξιώσεις τοῦ Κουβρὲ μοὶ ἐνέβαλον τὴν πεποίθησιν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναβληθῇ ἡ δημοπρασία διὰ νὰ ἐρευνηθῇ τὸ ζήτημα καλύτερον. Ἐγὼ εἰς τὸν κ. Νομάρχην, τὸν ὁποῖον ἐκάλεσα, εἶπον νὰ ζητήσῃ νὰ πείσῃ τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ ἀναβάλῃ τὴν δημοπρασίαν διὰ δύο λόγους· πρῶτον διότι ὑπῆρχον σοβαροὶ Οἶκοι οἱ ὁποῖοι παρεπονέθησαν ὅτι δὲν ἔλαβον γνῶσιν τῶν ὅρων καὶ συνεπῶς ὅτι δὲν θὰ δυνηθοῦν νὰ μειοδοτήσουν, καὶ δεύτερον διότι αἱ τιμαὶ αἱ καθοριζόμεναι εἰς τὴν προκήρυξιν εἶναι τοιαῦται ὥστε πᾶς ἐργολάβος ἐπιθυμῶν νὰ εὑρίσκεται πρὸ καθαρῶν καὶ ἁπλῶν καταστάσεων δὲν θὰ ἐτόλμα νὰ μετάσχῃ τοῦ διαγωνισμοῦ. Διότι θὰ ἦτο αὕτη ὄχι δημοπρασία, ἀλλ’ ἀγὼν τόλμης. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, κύριε συνάδελφε, εἶπον εἰς τὸν Νομάρχην νὰ πείσῃ τὴν Λιμενικὴν Ἐπιτροπὴν ν’ ἀναβάλῃ τὴν δημοπρασίαν. Τῷ εἶπον ὅμως ἰδιαιτέρως ὅτι, ἐπειδὴ ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους εἶναι σκόπιμον νὰ ἐπιτύχητε τὴν ἀναβολήν, ἐν ᾗ περιπτώσει εὕρητε ἀντίστασιν, ἀσκήσατε τὴν ἐπιρροήν σας καὶ ἐν τέλει κοινοποιήσατε τὴν διαταγήν μου. Συνίστων μάλιστα νὰ ἀναβληθῇ ἡ δημοπρασία μόνον δι’ ἕνα μῆνα, διότι εἶχον σκοπὸν νὰ ἐπισπεύσω τὰς συνεννοήσεις. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἀπέναντι τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς ἐγὼ δὲν ἔκαμα χρῆσιν τῆς ἰδιότητός μου. Ἐγὼ εἶπον εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ εἰς ὑμᾶς ὑπὸ ποίας συνθήκας ἠναγκάσθην νὰ ἐνεργήσω ὡς ἐνήργησα. Ἄν ἠναγκάσθην νὰ ἀναπτύξω καὶ νὰ ἀσχοληθῶ μὲ τὰς ἀξιώσεις τοῦ Κουβρέ, μήπως ὑπεύθυνος εἶμαι ἐγώ; Ἐφόσον ἠσκήθη ἐναντίον μου σφοδρὸς ἔλεγχος, πῶς ἠδυνάμην νὰ ἀποφύγω τὴν ἀπάντησιν καὶ νὰ μὴ δικαιολογήσω τὴν ἐνέργειάν μου; Ἀναγκάζεται κανεὶς ἀπολογούμενος νὰ λέγῃ τὴν ἀλήθειαν. Ἀφοῦ εὑρισκόμην πρὸ μιᾶς προσφάτου ἐπιστολῆς προκατόχου μου Ὑπουργοῦ ὑποσχεθέντος συνέχισιν τῶν διαπραγματεύσεων καὶ ἐκαλούμην νὰ τηρήσω τὰ ὑπεσχημένα, ὁ δὲ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπεφαίνετο ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ μὴ τηρῶνται αἱ ὑποσχέσεις, πῶς ἠδυνάμην νὰ ἀδιαφορήσω; Γνωρίζω ὅτι μία ἀναβολὴ ἔργου τόσον ποθουμένου εἶναι δυσάρεστος, ἀλλ’ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ ἀναβολὴ θὰ εἶναι βραχεῖα καὶ ὅτι ἐγένετο πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ λιμένος.
§238Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Ὑπουργέ, ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι εἶχε γίνει ἡ δημοπρασία. Δὲν εἴχετε, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, τὸ δικαίωμα τῆς ἐγκρίσεως ἢ μὴ ἐγκρίσεως;
§239Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Αὐτὸ εἶπον.
§240Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διατί δὲν ἐπροτιμήσατε τὴν ὁδὸν αὐτήν, ἡ ὁποία ἦτο εὐθυτέρα, ὅτε ἠδύνατο νὰ ἐξακριβωθῇ ἂν ἦσαν εἷς ἢ περισσότεροι οἱ μειοδόται, ἂν αἱ τιμαὶ ἦσαν ἀνάλογοι πρὸς τὴν πραγματικότητα ἢ ὄχι καὶ ὅτε θὰ ἦσθε ἐν τάξει μὲ τὸν νόμον; Ἀφοῦ οἱ ἐργολάβοι εὑρίσκοντο εἰς τὴν Καβάλλαν, ποία ζημία θὰ ἐπήρχετο ἂν ὑπῆρχον νέαι σοβαραὶ προσφοραί; Νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἐπήρχετο καμμία ζημία, ἀλλὰ μᾶλλον ὠφέλεια θὰ προέκυπτεν, ἂν ὑπῆρχον πραγματικῶς προσφοραὶ ἐκ σοβαρῶν ἐργολάβων. Καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἠθέλετε ἀργότερον ἀντιμετωπίσει ἀξιώσεις τοῦ Κουβρέ, θὰ εἴχετε νὰ τῷ παρουσιάσητε γεγονότα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀνέτρεπον ὅλους τοὺς ἰσχυρισμούς του ὅτι θὰ εἶχεν ἀνάγκην 200,000,000 κλπ. Λοιπὸν σεῖς ἐπροτιμήσατε μίαν ὁδὸν ἡ ὁποία δὲν ἦτο ἡ εὐθεῖα καὶ ἡ ὁποία δὲν προῆγε τὰ συμφέροντα τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς Καβάλλας. Εἰς αὐτὸ ἤθελα νὰ μοὶ δώσητε μίαν ἀπάντησιν.
§241Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα ἔχει ὡς ἑξῆς. Ὁ ἔχων τὸ δικαίωμα νὰ πληρώσῃ, ἂν ἐγκρίνῃ ἢ ἂν μὴ ἐγκρίνῃ μίαν πρᾶξιν, ἠμπορεῖ νὰ ἐμποδίσῃ τὴν πρᾶξιν νὰ γίνῃ.
§242Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὄχι. Νὰ σᾶς εἴπω, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως....
§243Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ μὲ ἀφήσητε νὰ ὁμιλήσω.
§244Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μὲ συγχωρεῖτε.
§245Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἁπλούστατα, ἔχετε τὰς ἀντιλήψεις σας, ἔχομεν καὶ ἡμεῖς τὰς ἰδικάς μας. Λοιπὸν ἐγὼ νομίζω, κύριοι, ὅτι ἐν τῷ μείζονι περιλαμβάνεται καὶ τὸ ἔλασσον καὶ αὐτὴν τὴν γνώμην ἐξέφερα καὶ εἰς τὸν κ. συνάδελφόν μου. Ἀλλὰ σᾶς λέγω καὶ τοῦτο, ὅτι ἡ σύστασις ἡ ὁποία μοὶ ἐγένετο καὶ ἡ ὁποία, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, δὲν ἀπηυθύνθη μάλιστα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἀλλ’ ἰδιαιτέρως εἰς ἐμέ, συνωδεύθη δὲ κατόπιν καὶ διὰ μιᾶς φιλικῆς ἐπιστολῆς — ὅσοι δὲ διεχειρίσθητε τοιαῦτα ζητήματα γνωρίζετε ποίαν σημασίαν ἔχει τὸ νὰ ἀπευθύνηται εἷς πρεσβευτὴς κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν καὶ νὰ συνοδεύῃ κατόπιν καὶ διὰ μιᾶς ἐπιστολῆς τὴν σύστασίν του — ἡ σύστασις λοιπὸν ἡ ὁποία ἐγένετο λέγει τὰ ἑξῆς, διὰ τὰ ὁποῖα ἐπαναλαμβάνω ὅτι καὶ ἡ Ἑλλὰς θὰ ἐδικαιοῦτο νὰ κάμῃ τὴν ἰδίαν, ἂν εὑρίσκετο εἰς ὁμοίαν κατάστασιν, αἴτησιν ἢ καὶ μεγαλυτέραν (ἀναγινώσκει): «Ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις νομίζει ὅτι ἡ ἀλληλογραφία ἡ ἀνταλλαγεῖσα μεταξὺ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας καὶ τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ κ. Κουβρὲ ἀπαρτίζει διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν μίαν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπαναλάβῃ... κλπ.». Δηλαδὴ λέγει τὰ ἑξῆς· κύριοι, ἐδώσατε μίαν ἐπιστολὴν καὶ διὰ τῆς ἐπιστολῆς αὐτῆς εἴπετε ὅτι θὰ ἐπαναλάβητε τὰς διαπραγματεύσεις· ἡ πρᾶξις τὴν ὁποίαν κάμνετε σήμερον προκηρύσσοντες διαγωνισμὸν εἶναι πρᾶξις ἀντίθετος πρὸς τὴν ἐπιστολὴν τὴν ὁποίαν ἐδώσατε, διότι διὰ τῆς προκηρύξεως τοῦ διαγωνισμοῦ εἶναι προφανὲς ὅτι βαδίζετε ὁδὸν ἡ ὁποία δὲν συνάδει πρὸς τὰς ὑποσχέσεις τὰς ὁποίας ἐδώσατε. Δὲν πρόκειται, κύριοι, νὰ κρίνω αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἂν αἱ ὑποσχέσεις αὐταὶ εἶναι βάσιμοι ἢ ὄχι. Ἂν ἐπρόκειτο νὰ τὰς κρίνωμεν, αὐτοὶ μὲν ἤθελον ἰσχυρισθῆ ὅτι εἶναι βάσιμοι, ἡμεῖς δὲν ἠθέλομεν ἰσχυρισθῆ ὅτι δὲν εἶναι βάσιμοι, καὶ ἐπὶ τέλους ὑπάρχει ἓν Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον ἡ Γαλλία τουλάχιστον ἔχει ἀναγνωρίσει, τὸ Δικαστήριον τῆς Χάγης, τὸ ὁποῖον εἶναι τεταγμένον διὰ τὰς περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας ὑπάρχει μία διαφορὰ μεταξὺ δύο Κρατῶν. «Ἂν νομίζητε, θὰ ἐλέγομεν εἰς τοὺς ἀντιδίκους μας, ὅτι πρέπει νὰ σᾶς ἀποζημιώσωμεν, πηγαίνομεν εἰς τὸ Δικαστήριον τῆς Χάγης». Ἔχομεν δὲ καὶ παράδειγμα ὅτι δικαζόμεθα τελευταῖον μὲ Κράτος ἰσχυρὸν διὰ τὴν ὑπόθεσιν Μαυρομμάτη. Λοιπὸν ἐθεώρησα ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο νὰ δείξω ὅτι ὑποσχέσεις αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν ὁπωσδήποτε περὶ ἐπαναλήψεως τῆς συζητήσεως μετὰ τοῦ οἴκου Κουβρὲ ὑπὸ προκατόχου Κυβερνήσεως δὲν παρορῶνται μόνον καὶ μόνον διότι ἤλλαξεν ἡ Κυβέρνησις. Αὐτὴ ἦτο ἡ στάσις ἡμῶν, χωρὶς ἐντεῦθεν νὰ ἐπέρχηται ζημία, διότι δὲν ἠμπορεῖτε νὰ εἴπητε ὅτι ἔδωκα τὸν λιμένα εἰς τὸν δεῖνα καὶ προεκάλεσα ζημίας. Ἠθέλησα νὰ μὴ δημιουργήσω ἓν τετελεσμένον γεγονός, διότι, τί νὰ σᾶς εἴπω;, τὰ τετελεσμένα γεγονότα εἰς τὴν διπλωματίαν δύνανται νὰ ἐπιφέρωσι ζημίας. Ἂν νομίζητε ὅτι ἡ στάσις ἡμῶν αὐτὴ δὲν ἦτο ἡ πρέπουσα, δύνασθε νὰ μᾶς ἐλέγξητε.
§246Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐπειδὴ ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπήντησεν εἰς μίαν διακοπήν μου, θὰ εἴπω καὶ ἐγὼ δύο λέξεις. Καὶ πρῶτον ὡς πρὸς τὸν ἰσχυρισμὸν ὅτι δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι νὰ ἀναβάλῃ μίαν δημοπρασίαν. Νομίζω ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτὸς δὲν εἶναι ὀρθός, διότι ἡ ἀκύρωσις τῆς δημοπρασίας δὲν δύναται νὰ γίνῃ παρὰ ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς γνωμοδοτήσεως τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων Ἔργων. Ἂν ἡ ἀκύρωσις γίνῃ ἐντελῶς αὐθαιρέτως, φυσικὰ ὁ Ὑπουργὸς ὁ ὁποῖος προβαίνει εἰς αὐτὴν ἀναλαμβάνει μίαν βαρεῖαν εὐθύνην καὶ αὐτὴν τὴν βαρεῖαν εὐθύνην ἤθελα νὰ ἀποφύγῃ ὁ κύριος Ὑπουργός. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄλλο μέρος, τὸ διπλωματικόν, τὸ ὁποῖον φαίνεται ὅτι παρουσιάσθη κάπως σοβαρώτερον, διότι ἡ ἑσπέρα ἀπόψε ἦτο πλήρης ἀπὸ διάφορα διπλωματικὰ ζητήματα, βεβαίως ἔγιναν παραστάσεις ἐκ μέρους τῆς Γαλλικῆς Πρεσβείας....
§247Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Συστάσεις.
§248Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. ... Συστάσεις. Ἀλλὰ κανεὶς δὲν ὑπέθεσεν ὅτι ἡ σύστασις αὐτὴ ἔχει τὴν μορφὴν πιέσεως. Τοιαῦται συστάσεις γίνονται συχνότατα ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀντιπροσώπους ξένων Κρατῶν. Ἔχουν ὑποθέσεις οἱ ὑπήκοοι ξένων Κρατῶν μὲ τὴν Ἑλλάδα καὶ φυσικὸν εἶναι οἱ διπλωματικοὶ ἀντιπρόσωποι αὐτῶν νὰ ὑποστηρίζουν τὰς ἀξιώσεις τῶν ὑπηκόων των ἀπέναντι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως.
§249Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πολλάκις καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔκαμε τὸ αὐτό.
§250Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Βεβαιότατα. Αὐτὸ ὅμως δὲν δημιουργεῖ καμμίαν πίεσιν, ὅπως δὲν δημιουργεῖ καὶ καμμίαν δυσαρέσκειαν ὅταν ἀξιοπρεπέστατα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπαντήσῃ ὅτι, παρ’ ὅλην τὴν καλὴν διάθεσιν τὴν ὁποίαν ἔχει νὰ ἐξετάσῃ κατὰ τὸν εὐμενέστερον τρόπον τὴν ὑπόθεσιν τοῦ δεῖνα πολίτου, δυστυχῶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν ἀξίωσίν του δι’ αὐτοὺς καὶ δι’ ἐκείνους τοὺς λόγους. Καὶ εἰς ἡμᾶς συνέβησαν παρόμοιαι περιπτώσεις καί, ὅτε ἀπήντησα ἀρνητικῶς, καμμία δυσαρέσκεια δὲν ἐπῆλθε. Δὲν νομίζω ὅτι διακυβεύονται αἱ σχέσεις τῶν Κρατῶν ὅταν, ἐν καλῇ τῇ πίστει βεβαίως καὶ ἐν πνεύματι φιλικῷ καὶ ἐν πνεύματι εὐμενείας πρὸς τὰ συμφέροντα τῶν ξένων, ἀπαντᾷ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ ἀποποιῆται ἀξιώσεις τῶν ξένων ἀδικαιολογήτους. Καὶ περὶ τοῦ ὅτι ἐνταῦθα πρόκειται περὶ ἀξιώσεως μὴ δυναμένης νὰ στηριχθῇ δὲν δύναται νὰ γίνῃ καμμία συζήτησις· διότι καὶ αὐτὴ ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ἀναγνωρίζει ὅτι δὲν ὑπάρχουν κεκτημένα δικαιώματα. Ἀλλ’ ἔρχεται τὸ ζήτημα τῆς ἐπιστολῆς τοῦ κυρίου Ἠσαΐα. Καὶ ἐδῶ ὑπάρχει μία παρερμηνεία καὶ ἀπορῶ πῶς ἐπῆλθεν αὕτη ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Διότι ὁ κ. Ἠσαΐας δὲν ἀνεγνώρισε δικαιώματα, ἀλλ’ ἀπήντησεν ὡς Ὑπουργὸς ὅτι «δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ δεχθῶ τὰς προτάσεις σας».
§251Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφοῦ ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ τῆς Καβάλλας ὑπῆρχεν ἤδη συνεστημένη.
§252Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Περιμείνατε, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ δημοπρασία ἐγίνετο καὶ ἦλθεν εἷς κύριος καὶ λέγει «θέλω νὰ κάμω διαπραγματεύσεις». Ὁ κύριος Ὑπουργὸς δὲν ἤξευρε ποίας προτάσεις ἤθελε κάμει ἡ Ἑταιρεία. Ἠδύνατο αὕτη νὰ κάμῃ συμφερούσας προτάσεις καὶ ἠδύνατο καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ εἰσαγάγῃ τότε ἰδιαίτερον νόμον. Καὶ εἶπε «θὰ ἀκούσωμεν τὰς προτάσεις σας». Ἐν τῷ μεταξὺ ἔγινεν ἡ προκήρυξις τῆς δημοπρασίας. Ἐπανέρχεται πάλιν ἡ ἰδία Ἑταιρεία καὶ ζητεῖ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀναβάλῃ τὴν δημοπρασίαν μέχρις ὅτου δυνηθῇ ἡ ἐν λόγῳ Ἑταιρεία νὰ ὑποβάλῃ προτάσεις. Καὶ τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔδωσεν ἀπάντησιν ἔγγραφον, ἀλλ’ ἀπήντησε προφορικῶς, ὡς γνωρίζω, ὅτι τοιαῦται προτάσεις δὲν δύνανται νὰ γίνουν ἀποδεκταί· ἑπομένως ὁ Ὑπουργὸς εἶναι ἐν ἀπολύτῳ τάξει καὶ ἡ προκήρυξις τῆς δημοπρασίας δὲν ἐσήμαινεν ἀθέτησίν τινα ἀνειλημμένης ὑποχρεώσεως. Συνεπῶς δὲν ἦτο ἐν τάξει ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐπὶ τῇ βάσει δῆθεν αὐτοῦ τοῦ λόγου ἐζήτησε τὴν ἀναβολὴν τῆς δημοπρασίας. Καὶ ἐγὼ νομίζω, ἐξετάζων τὴν ὑπόθεσιν ἐντελῶς ἀμερολήπτως, ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν ἦτο ἐνέργεια ἀπολύτως νόμιμος· ἀπεναντίας ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ τὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν ἐκεῖ ὅτι δὲν ἦτο νόμιμος· διότι ἀπὸ τὰ τηλεγραφήματα τοῦ Νομάρχου φαίνεται ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶχε τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἡ ἐνέργειά του δὲν ἦτο νόμιμος. Καὶ ἐκ τῆς ἀπαντήσεως δὲ τοῦ Νομάρχου φαίνεται ὅτι εἶχε δοθῆ τηλεγραφικὴ διαταγὴ νὰ μὴ γίνῃ χρῆσις τῆς διαταγῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ περὶ ἀναβολῆς τῆς δημοπρασίας. Δι’ αὐτὸ ὁ κ. Νομάρχης, ἀπαντῶν εἰς ἓν τηλεγράφημα, λέγει ὅτι κατώρθωσε νὰ ἀναβληθῇ ἡ δημοπρασία χωρὶς νὰ κάμῃ χρῆσιν τῆς διαταγῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, κατόπιν ὅμως τηλεγραφεῖ ἐκ νέου ὅτι ἠναγκάσθη νὰ κάμῃ χρῆσιν τῆς διαταγῆς. Φαίνεται λοιπὸν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶχε πολλὰς ἀμφιβολίας.
§253Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Σᾶς εἶπον ὅτι ἤλπιζα νὰ πεισθῶσι. Δὲν ἐπρόκειτο νὰ χάσωμεν τὸ ζήτημα. Ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἐπείθοντο, τότε θὰ ἐκοινοποιεῖτο τὸ τηλεγράφημα.
§254Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πρὸς τὴν ἑρμηνείαν δὲν διαφωνεῖτε;
§255Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Δὲν ἐπρόκειτο νὰ θυσιάσω οὐδὲν δικαίωμα.
§256Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δύναται ἡ ἀγόρευσίς σας νὰ δημιουργήσῃ ὡρισμένα δικαιώματα εἰς βάρος μιᾶς Ἑταιρείας.
§257Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τὸ ἔγγραφον τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως ὁμιλεῖ περὶ δικαιώματος ἐξακολουθήσεως τῶν διαπραγματεύσεων.
§258Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τίποτε ἄλλο.
§259Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Συγκοινωνίας, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγέννησε τὸ ὅλον ζήτημα ἦτο ὁ τρόπος τῆς ἀναβολῆς τῆς δημοπρασίας. Ἡ ἀμφιβολία ἡ ὁποία ἐγεννήθη εἰς τὸν Τύπον, εἰς τὰς Ὀργανώσεις καὶ εἰς τοὺς ἐμπόρους ἐγεννήθη διότι ἔλαβον γνῶσιν τῆς ἀναβολῆς τῆς δημοπρασίας τὸ μεσονύκτιον τῆς παραμονῆς τῆς δημοπρασίας. Τοῦτο ἐπροξένησε κατάπληξιν εἰς τὸν κόσμον καὶ δι’ ἕνα ἀκόμη λόγον, διότι εἶχε προηγηθῆ πρὸ ἑβδομάδος ἔμπορος Ἰσραηλίτης, ὅστις ἐβεβαίου ὅτι θ’ ἀναβληθῇ ἡ δημοπρασία. Ἐγὼ ἐπείσθην ὅτι ἐπεβάλλετο ἡ ἀναβολὴ χάριν αὐτοῦ τοῦ συμφέροντος τοῦ λιμένος Καβάλλας. Δὲν δικαιολογεῖται ὅμως ποσῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, ὅστις διατελῶν ἐν γνώσει τῶν ἀξιώσεων καὶ τῶν πιέσεων δὲν ἐσκέφθη παρὰ τὴν παραμονὴν νὰ ἀναβάλῃ τὴν δημοπρασίαν.
§260Γ. ΗΣΑΪΑΣ. Ἡ παρέμβασίς μου οὐδένα ἔχει λόγον παρὰ νὰ δικαιολογήσῃ διὰ ποῖον λόγον ἔδωκα τὴν ἐπιστολὴν αὐτήν, ἵνα μὴ μείνῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν ἡ ἐντύπωσις ὅτι διὰ τῆς ἐπιστολῆς μου ἠθέλησα νὰ δεσμεύσω τὸ Κράτος. Εὐτυχῶς ὁ ἀρχηγὸς τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ἐξήντλησε σχεδὸν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Ἐγὼ θὰ εἴπω λεπτομερείας τινὰς διὰ ν’ ἀποδείξω ὅτι οὐδόλως ἦτο δυνατὸν νὰ δεσμεύσω τὸ Κράτος. Ἦλθεν ὁ κ. Μπονιὲ εἰς τὸ γραφεῖόν μου προτοῦ κηρυχθῇ ἡ δημοπρασία καὶ ἐζήτησε διὰ λόγους τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ κ. Ν. Μπακόπουλος καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ Κράτος τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας εἶχε πρὸς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Τοῦ ἀνῄρεσα ὅλα τὰ ἐπιχειρήματά του καὶ τῷ εἶπον ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ γίνῃ ἡ δημοπρασία καὶ τῷ ὑπέδειξα μάλιστα διὰ ποῖον λόγον δὲν δύναται νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν δημοπρασίαν. Ὁ κ. Μπονιὲ μοὶ εἶπεν ὅτι ὁ σκοπός του ὁ τελικὸς εἶναι νὰ πείσῃ τὴν Ἑταιρείαν νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν δημοπρασίαν, ἐπειδὴ ὅμως ἡ Ἑταιρεία αὐτὴ εἶχε ταλαιπωρηθῆ ἐπὶ μίαν δεκαετίαν — τὸ ἱστορικὸν τὸ γνωρίζετε — δυσκόλως θὰ ἐπείθετο ἂν δὲν εἶχε μίαν ἐνθάρρυνσιν ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ὅτι ἦτο δυνατὸν ν’ ἀκουσθῶσι τὰ δίκαιά της ἐν περιπτώσει ἀποτυχίας τῆς δημοπρασίας. Ὡς γνωρίζετε, κύριοι, ὡς Ὑπουργὸς εἶχον τὸ πρόγραμμα ὅπως πραγματοποιήσω τὰ ἔργα τὰ παραγωγικά, τῶν ὁποίων εἶχεν ἀνάγκην ὁ Τόπος... Εἶχον θέσει ὡς βάσιν, ὅταν αἱ δημοπρασίαι ἀπετύγχανον, νὰ καταφεύγω εἰς ἰδιαιτέρας συμβάσεις. Ὅτε παρέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον εὑρέθην δυστυχῶς πρὸ ἀτμοσφαίρας ἀποτυχίας τῶν δημοπρασιῶν. Εἶχεν ἀποτύχει ἡ δημοπρασία τῶν τηλεφώνων, εἶχεν ἀποτύχει δὶς ἡ δημοπρασία τῆς ὑδρεύσεως. Εὑρισκόμενος λοιπὸν πρὸ τοιαύτης καταστάσεως ἐπίστευσα ὅτι ἔπρεπε νὰ προσελκύσωμεν εἰς τὸν Τόπον μας μίαν Ἑταιρείαν, ὡς ἡ τοῦ Κουδρέ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἔδωκα τὴν ἐπιστολήν, διὰ τῆς ὁποίας φρονῶ ὅτι οὐδόλως ἔβλαψα τὸ Κράτος, ἀφοῦ δὲν ἐγένοντο διαπραγματεύσεις. Εἶπον προφορικῶς εἰς τὸν κ. Μπονιὲ ὅτι ἡ δημοπρασία θὰ προκηρυχθῇ καὶ ὄντως ἐτήρησα τὸν λόγον μου. Μετὰ εἴκοσιν ἡμέρας προεκήρυξα τὴν δημοπρασίαν. Ὅτε δὲ μοὶ ἔστειλε δευτέραν ἐπιστολὴν ζητῶν τὴν ἀκύρωσιν τῆς δημοπρασίας, δὲν ἀπήντησα. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι ὡς Ὑπουργὸς εἶμαι ἐν τάξει.
§261ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Νταῆς ἔχει τὸν λόγον.
§262Κ. ΝΤΑΗΣ. Ἐμέ, κύριοι πληρεξούσιοι, δὲν ἐνδιαφέρει ποία Ἑταιρεία θὰ ἀναλάβῃ τὸ ἔργον· εἴτε Γαλλικὴ Ἑταιρεία ἀναλάβῃ τὴν ἐκτέλεσιν εἴτε ἐργολάβος εἴτε οἱοσδήποτε ἄλλος. Ἐμὲ ἐνδιαφέρει νὰ γίνῃ ὁ λιμὴν Καβάλλας. Ὁ Νομὸς Καβάλλας εἶναι ὁ πλουσιώτερος τῶν Νομῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, εἰσφέρει εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον πολλὰς ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων δραχμῶν μόνον ἀπὸ καπνά, καὶ ἐν τούτοις ὁ Νομὸς αὐτὸς ἀφ’ ἧς ἠλευθερώθη δὲν εἶδε τίποτε ἀπὸ τὸ Κράτος, καὶ ὄχι μόνον δὲν εἶδε καμμίαν μέριμναν ἐκ μέρους τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡ ἰδιωτικὴ πρωτοβουλία ἀνέλαβε νὰ κάμῃ αἱ διάφοροι Ὑπηρεσίαι τὸ ἐματαίωσαν. Σᾶς διαβεβαιῶ ὅτι ἐπὶ ὁλόκληρον ἔτος ἀφ’ ἧς εἰσῆλθον εἰς τὸ Κοινοβούλιον δὲν κάμνω τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ τρέχω δι’ ἕνα δρόμον, δρόμον δὲ μόλις ἑνὸς καὶ ἡμίσεος χιλιομέτρου, καὶ διὰ δύο γεφύρια, καὶ ἐν τούτοις δὲν ἠδυνήθην νὰ κάμω τίποτε, διότι οἱ Ὑπουργοὶ τῆς Συγκοινωνίας δὲν ἐννοοῦν νὰ κάμωσι τίποτε. Ἐμὲ λοιπὸν δὲν ἐνδιαφέρει ποία Ἑταιρεία θὰ ἀναλάβῃ. Ὅτε ἔλαβον τὰ τηλεγραφήματα ἐκ Καβάλλας, διὰ τῶν ὁποίων μὲ ἐξώρκιζον νὰ ἀσκήσω πᾶσαν πίεσιν ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ μὴ ἐμποδισθῇ τὸ ἔργον, ἔσπευσα νὰ ἴδω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας καὶ τῷ εἶπον ὅτι αὐτὸ τὸ τηλεγράφημα ἔλαβον, τὸν ἠρώτησα δὲ διατί ἐμποδίζεται ἡ δημοπρασία. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας μὲ διεβεβαίωσεν ὅτι ἐσταμάτησε διότι εἶχε διπλωματικὴν ἐπέμβασιν.
§263Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Σύστασιν.
§264Κ. ΝΤΑΗΣ. Ἐπέμβασιν. Ὅτε μοὶ τὸ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός — εἶναι μάρτυς ὁ ἴδιος — δὲν ὡμίλησα, διότι προκειμένου νὰ ἔχωμεν διπλωματικὴν ἐπέμβασιν ἂς μὴ γίνῃ ὁ λιμὴν τῆς Καβάλλας. Διότι εἶπον, ἀντὶ νὰ κάμωμεν πόλεμον, ἂς μὴ κάμωμεν τὸν λιμένα. Ἀλλ’ ὅτε μετὰ 4–5 ἡμέρας ἐπῆγα εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, μοὶ εἶπεν ὅτι «δὲν σᾶς εἶπα διπλωματικὴν ἐπέμβασιν, ἀλλ’ ὅτι ἐματαίωσα τὴν δημοπρασίαν, διότι αἱ τιμαὶ ἦσαν ὑπερβολικαί». Εἶναι δυνατὸν νὰ τελειώσωμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καμμίαν ἐργασίαν; Δι’ αὐτὸ εἶμαι ἐναντίον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας. Ἐπῆγε κατόπιν μόνος του εἰς τὴν Καβάλλαν καὶ ἐκεῖ εἶπεν ὅτι θὰ φτιάξῃ ὁ ἴδιος τὸν λιμένα. Ἀλλὰ πότε θὰ τὸν φτιάξῃ;
§265Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἐγὼ τοῖς ἔδειξα τὰ χαρτιὰ καὶ τοῖς εἶπον «ἰδοὺ τί λέγουν αἱ προτάσεις». Φαίνεται ὅτι κακῶς σᾶς ἔχουν πληροφορήσει.
§266Κ. ΝΤΑΗΣ. Τώρα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλω νὰ ἠξεύρω εἶναι πότε θὰ γίνῃ ὁ λιμήν. Διότι ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ νὰ ὑπάγω, ἀφοῦ τοῖς ἐτηλεγράφησα, σύμφωνα μὲ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι ἡ δημοπρασία θὰ γίνῃ ἐντὸς μηνός. Λοιπὸν τοῖς εἶπα ψεύματα καὶ ἐγὼ ψεύματα δὲν ἐννοῶ νὰ λέγω. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὲ πληροφορήσῃ πότε θὰ γίνῃ ὁ λιμήν.
§267ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Συνέλευσιν ἂν δέχεται νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων.
§268ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§269Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον καὶ τὴν Κυβέρνησιν ἂν θὰ ἐδέχετο νὰ συζητήσωμεν τὸ Σάββατον τὴν σπουδαιοτέραν ἐπερώτησιν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, τὴν ἀφορῶσαν τὸ πατριαρχικὸν ζήτημα.
§270Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἂν τὸ Σάββατον εἶναι ὥριμος ἡ κατάστασις διὰ νὰ συζητηθῇ τοῦτο, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ δεχθῶ. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ σᾶς τὸ εἴπω ἀπ’ αὐτῆς τῆς στιγμῆς.
§271Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Χρειάζονται καὶ ἔγγραφα.
§272Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐδήλωσα ὅτι δὲν εἶμαι τῆς ἰδέας ὅτι τὰ διπλωματικὰ ἔγγραφα πρέπει νὰ δημοσιεύωνται.
§273Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σᾶς παρέχω τὴν πληροφορίαν ὅτι εἰς τὰς τουρκικὰς ἐφημερίδας ἐδημοσιεύθη ἡ ἀπάντησις τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως.
§274Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Περίληψις αὐτῆς.
§275Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὄχι· ὁλόκληρος.
§276Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Εἶναι μυστικόν, κύριε Πρόεδρε;
§277Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Σεῖς ποὺ ἐκάματε πολὺν χρόνον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν πῶς τὸ θεωρεῖτε;
§278Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Εἰς τοιαῦτα ἐπεισόδια πάντοτε δημοσιεύονται τὰ ἔγγραφα.
§279Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν τὸ γνωρίζω.
§280Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν θὰ εἶναι διὰ τὸ Σάββατον ἡ συζήτησις;
§281Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν δὲν θέλετε, νὰ τὴν ἀναβάλωμεν διὰ τὴν Τετάρτην.
§282ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν σύμφωνοι· ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων ἀναβάλλεται. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως Γενικῆς Διευθύνσεως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν». (Ψηφίζεται εἰς βʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, ἀναβληθείσης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου).
§283ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.
§284ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τῇ 5ῃ μ.μ. αὔριον. (Ὥρᾳ 9.30′ μ.μ.).