1925.01.28
1.426 στίχοι · 11.113 λέξεις · 52 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 134
Τετάρτη 28 Ἰανουαρίου 1925.
Προεδρία Κ. Ρακτιβάν
(Ὥρα 5.45′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: —Οἱ καπνοπαραγωγοὶ Μακεδονίας καὶ Θράκης ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα περὶ ἐλευθέρας ἐξαγωγῆς ἀνεπεξεργάστων καπνῶν. —Οἱ ἀπόστρατοι ἀνθυπολοχαγοὶ Πατρῶν αἰτοῦνται ὅπως λάβωσι μέρισμα ἐκ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου. —Ὁ Ζῆκος Μορόβας μισθωτὴς τοῦ ἀγροκτήματος Βορδορόφιζας ζητεῖ τὴν παράτασιν τῆς μισθώσεως. —Ὁ σύνδεσμος τῶν προσφύγων Καμάρας αἰτεῖται τὴν παροχὴν νέων δανείων εἰς τοὺς ἐπαγγελματίας. —Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Θηβῶν διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ ἐμπειρογνώμονος Καζάνη καὶ ζητεῖ τὴν ἀπομάκρυνσίν του. —Τὰ σωματεῖα τῆς πόλεως Βεροίας παρακαλοῦσιν ὅπως ἐπισκευασθῇ ἡ δημοσία ὁδὸς Βεροίας–Κοζάνης. — Ὁ Ἐλευθέριος Σταυρίδης, πολιτικὸς ἐξόριστος, διαμαρτύρεται ἐναντίον τοῦ ἐν Κυθήροις ἀνθυπομοιράρχου ζητοῦντος ὅπως τὸν ἐκδιώξῃ εἰς ἀπομεμακρυσμένον χωρίον. (Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης ὁ κ. Γ. Δουζίνας ὁμιλῶν διαμαρτύρεται διότι ὑπάρχουν πολιτικοὶ ἐξόριστοι, ἔστω καὶ κομμουνισταί). — Ὁ Περικλῆς Καλογερόπουλος, συνταξιοῦχος ἐπιλοχίας, παραπονεῖται διὰ τὴν μὴ ἀπονομὴν τῆς κανονικῆς συντάξεώς του. — Ὁ σύλλογος τῶν φοιτητῶν τῆς Ἰατρικῆς ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ ἐπαναφορᾶς τοῦ Πολιτικοῦ Νοσοκομείου εἰς τὰ ὑπὸ τοῦ Ἐπαναστατικοῦ Διατάγματος ὁριζόμενα. — Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Καλαμῶν αἰτεῖται τὴν ἀμείλικτον τιμωρίαν τῶν ὑποκινητῶν τῶν σκηνῶν Λεβαδείας καὶ Μακεδονίας. — Ὁ Ἰσαὰκ Καλαϊτσίδης, πρόσφυξ, πατὴρ πολυμελοῦς οἰκογενείας, αἰτεῖται ὅπως τῷ χορηγηθῇ βοήθημα. — Ὁ δήμαρχος Ἰωαννίνων διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἐπέμβασιν τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου Ἰωαννίνων εἰς περιουσίαν τοῦ δήμου. — Ὁ γεωργικὸς συνεταιρισμὸς Σουφλίου παρακαλεῖ ὅπως καταργηθῇ ὁ φόρος τῆς δεκάτης ἐπὶ τῶν γεωργικῶν προϊόντων. — Οἱ καπνοπαραγωγοὶ Δράμας αἰτοῦνται τὴν ἄρσιν τῆς ἰσχύος τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς ἐξαγωγῆς ἀνεπεξεργάστων καπνῶν. — Οἱ κάτοικοι τοῦ συνοικισμοῦ Νέας Ἀρτάκης Χαλκίδος παρακαλοῦσιν ὅπως ἀνατεθῇ ἡ ἀνέγερσις εἰς ἐντοπίους κτίστας. — Οἱ γονεῖς καὶ κηδεμόνες τῶν μαθητῶν τοῦ Γυμνασίου Λεβαδείας παρακαλοῦσιν ὅπως κενωθῇ τὸ Γυμνάσιον ἐκ τῶν προσφύγων. — Οἱ ἀγροτικοὶ συνεταιρισμοὶ Διδυμοτείχου διαμαρτύρονται διὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἐπιτροπῆς Οἰκονομιῶν περὶ καταργήσεως τοῦ θεσμοῦ τῶν ἐποπτῶν συνεταιρισμῶν. — Οἱ ἱερεῖς Σπερχειάδος αἰτοῦνται τὴν οἰκονομικὴν βελτίωσιν τῆς θέσεώς των. — Ὁ πρόεδρος τῶν συνεταιρισμῶν τῆς ἐπαρχίας Βόλου Φαρσάλων αἰτεῖται τὴν ἄρσιν τοῦ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν. — Αἱ ἐπαγγελματικαὶ ὀργανώσεις Τ.Τ.Τ. Θεσσαλονίκης διαμαρτύρονται κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς Οἰκονομιῶν. — Οἱ ἀκτήμονες καλλιεργηταὶ Τυρνάβου παρακαλοῦσιν ὅπως ἐπαναδικασθῇ τὸ ἀπαλλοτριωθὲν ἀγρόκτημα Καμπήλαγα. — Τὸ σωματεῖον τῶν ἐκ Ρωσίας Ἑλλήνων ἐκφράζον τὴν εὐγνωμοσύνην του πρὸς τὴν Δʹ Συντακτικὴν Συνέλευσιν παρακαλεῖ ὅπως μεριμνήσῃ διὰ τὴν ἀφομοίωσιν τῶν ἐκ Ρωσίας προσφύγων. — Οἱ κάτοικοι τῆς κοινότητος Μακρινίτσης παραπονοῦνται διὰ τὸ κλείσιμον τῆς ἐκκλησίας των. — Λαὸς Βασιλικῆς παρακαλεῖ ὅπως ἐφαρμοσθῇ καὶ παρ’ αὐτῷ ὁ νόμος «περὶ κυριακῆς ἀναπαύσεως». — Ἐπιτροπὴ κατοίκων Ρεθύμνης ὑποβάλλει ψήφισμα διαμαρτυρίας διὰ τὸν ὑποβιβασμὸν τῆς νομαρχίας Ρεθύμνης. — Ἔφεδροι ὁπλῖται ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα ζητοῦντες τὴν αὔξησιν τῆς συντάξεως καὶ τὴν διανομὴν τῶν ἐθνικῶν γαιῶν εἰς τοὺς ἀκτήμονας γεωργούς. — Ἐπιτροπὴ κατοίκων κοινότητος Κολινδροῦ παρακαλεῖ ὅπως μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ καταναγκαστικῆς φορολογίας τῆς κοινότητος Κολινδροῦ διὰ τὸν ἐξωραϊσμὸν τῆς πόλεως Κατερίνης. —Οἱ ἐνοικιασταὶ δεκάτης ἁπάσης τῆς Θράκης παρακαλοῦσιν ὅπως ψηφισθῇ ἐπειγόντως τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐλαττώσεως τοῦ ποσοστοῦ». —Ὁ Γεώργιος Δεδούσης, κάτοικος Ἀμφίσσης, παρακαλεῖ ὅπως ἐπιτραπῇ διὰ τροποποιήσεως τοῦ ἐνοικιοστασίου ἡ ἰδιοκατοίκησις εἰς τοὺς ἔχοντας μίαν καὶ μόνην οἰκίαν. —Ἡ Ἀδριανὴ Μεταξᾶ, πρόσφυξ, τελειόφοιτος τοῦ ἐν Σμύρνῃ Γυμνασίου, ζητεῖ ὅπως διορισθῇ διδασκάλισσα εἰς τὸν συνοικισμὸν Κοκκινιᾶς. —Ὁ γεωργικὸς συνεταιρισμὸς Κατερίνης παρακαλεῖ ὅπως βελτιωθῇ ἡ θέσις τῶν δημοδιδασκάλων. —Οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι Μεγαρίδος καὶ ἄλλων μερῶν τοῦ Κράτους διαμαρτύρονται διὰ τὴν μελετωμένην κράτησιν τοῦ μισθοῦ των ὑπὲρ τῶν συνταξιούχων. —Οἱ κολλῆγοι τοῦ ἀγροκτήματος Βαρβάρα παρακαλοῦσιν ὅπως μὴ πωληθῇ τὸ ὁμώνυμον κτῆμα εἰς τοὺς πλουσίους. —Ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος Ρίγανης παρακαλεῖ ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ ἐξαγωγὴ ἀνεπεξεργάστων καπνῶν. —Ὁ Σύνδεσμος Ἑλληνίδων ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τῆς γυναικὸς διαμαρτύρεται κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς Οἰκονομιῶν σχετικῶς μὲ τὴν ἀπόλυσιν ἐκ τῶν δημοσίων Ὑπηρεσιῶν τοῦ γυναικείου φύλου. —Οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων Μετόχι, Μοῖρες κλπ. παρακαλοῦσιν ὅπως κατασκευασθῇ ἡ ὁδὸς Γαλατᾶ–Κισάμου. —Ὁ Γεώργιος Παπᾶς, κάτοικος Δουνίτσης, παρακαλεῖ ὅπως ἡ Κυβέρνησις μεριμνήσῃ διὰ τὴν κατασκευὴν ὁδῶν ἐν Βάλτῳ. —Ἐπιτροπὴ προσφύγων τῶν συνοικισμῶν Σεμελὲλ καὶ Τυμπάνου παρακαλεῖ ὅπως δοθῇ τὸ ποσὸν τῶν 10,000 δραχ. δι’ ἑκάστην ἀνεγερθησομένην οἰκίαν. Οἱ πληρεξούσιοι κ.κ. Λ. Ἀνδρεάδης, Σ. Θεολογίδης καὶ Κ. Ταλιαδοῦρος ἐπὶ τῇ ἀνακοινώσει τῆς ἀναφορᾶς ταύτης διαμαρτύρονται διὰ τὴν μὴ ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου 3166). —Οἱ ἀκτήμονες ἔφεδροι τοῦ χωρίου Βατσικανοῦ παραπονοῦνται ἐναντίον τοῦ ἐκεῖ δασοφύλακος. —Τὸ δημοτικὸν συμβούλιον Κοζάνης παρακαλεῖ ὅπως ληφθῶσι σύντονα μέτρα διὰ τὴν διαρρύθμισιν τῆς δημοσίας ὁδοῦ Κοζάνης–Βεροίας. —Οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Κλειτορίας διαμαρτύρονται διὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἐπιτροπῆς Οἰκονομιῶν περὶ ὑποβιβασμοῦ τοῦ γραφείου Τ.Τ.Τ. Μαζεΐκων. —Οἱ δασολόγοι δημόσιοι ὑπάλληλοι ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα περὶ ἀναγνωρίσεώς των ὡς τεχνικῶν ὑπαλλήλων. —Ὁ Κ. Λαμπρόπουλος, ἔφεδρος, ὑπόδικος ἐν ταῖς φυλακαῖς Παλαιοῦ Στρατῶνος ὑποβάλλει ὑπόμνημα σχετικῶς μὲ τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ δικάσοντος αὐτὸν δικαστηρίου. —Ἡ Ὁμοσπονδία τῶν ἐκπαιδευτικῶν καὶ ἠθικοθρησκευτικῶν σωματείων καταθέτει ψήφισμα δι’ οὗ παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν νὰ φροντίσῃ διὰ τὴν ἐπισκευὴν τῶν σχολείων καὶ τὴν λῆψιν μέτρων ἐπὶ τῶν ἀσέμνων δημοσιευμάτων. —Ὁ πληρεξούσιος κ. Σ. Θεοδωρόπουλος ὑποβάλλει προσθήκην εἰς τὸ νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ συστάσεως ὑπηρεσίας κρατικῶν προμηθειῶν». Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἐπερωτήσεων. Συμφώνως πρὸς ληφθεῖσαν ἤδη ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως, προηγεῖται ἡ συζήτησις ἡ ἀφορῶσα τὴν μὴ κατάθεσιν ἐγγράφων ἀφορώντων τὸ Πρωτόκολλον τῆς Γενεύης ἐν συνδυασμῷ πρὸς ἑτέραν ἐπερώτησιν ἀφορῶσαν τὸ Πρωτόκολλον τῆς Γενεύης. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§2Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι συνάδελφοι, ἡ Κυβέρνησις πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως, ἕνεκα τῶν ἑορτῶν, εἶχε δηλώσει ὅτι ἠδύνατο ἡ Συνέλευσις, καθ’ ὃ μέρος τοὐλάχιστον ἐφαίνετο ἀνήσυχος, νὰ εἶναι βεβαία ὅτι τὸ λεγόμενον Πρωτόκολλον τῆς Γενεύης, ὡς δὲν εἶχεν ἐφαρμοσθῆ μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης, δὲν θὰ ἐφηρμόζετο, πρὶν ἢ ἡ Συνέλευσις ἐλάμβανε τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀποφανθῇ περὶ αὐτοῦ. Ὅταν δὲ ἀξιότιμός τις συνάδελφος μὲ διέκοψε καὶ εἶπεν ὅτι μένει ἥσυχος μετὰ τὴν διαβεβαίωσιν ταύτην, ὅτι τὸ Πρωτόκολλον δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ, ἂν πρότερον δὲν ἐγκριθῇ ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως, ἀπήντησα καταφατικῶς. Ἐδήλωσα συγχρόνως ὅτι ἡ Κυβέρνησις προέβαινεν, εἶχεν ἤδη προβῆ καὶ ἐξηκολούθει εἰς ἐνεργείας διπλωματικάς, αἱ ὁποῖαι θὰ κατέληγον εἰς συμπέρασμα ἐπιτρέπον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκφέρῃ ἀβλαβῶς γνώμην, τὴν ὁποίαν θὰ ἀναπτύξῃ σήμερον ἐνώπιον ὑμῶν, αἱ ὁποῖαι συγχρόνως θὰ ἀπεδείκνυον ὅτι ἡ Ἑλλὰς οὐχὶ ἐκ κακῆς πίστεως, οὐχὶ ἐκ κακῆς προθέσεως, ἀλλὰ πάντοτε μὲ τὴν θέλησιν τὴν σταθερὰν νὰ σεβασθῇ τὰς ἤδη ἐν ἰσχύϊ ὑπαρχούσας Συνθήκας περὶ μειονοτήτων, θὰ εὑρίσκετο ἴσως ἐν ἀδυναμίᾳ νὰ ἐπικυρώσῃ τὸ Πρωτόκολλον τὸ ὑπογραφὲν κατὰ τὸ τέλος τοῦ Σεπτεμβρίου 1924 ἐν Γενεύῃ. Εἶχα ἀνάγκη, κύριοι, νὰ γίνῃ ἓν βραχὺ ἱστορικόν. Εἶναι γνωστὴ εἰς πάντας ἡμᾶς ἡ περίοδος ἡ πρὸ τοῦ 1912 τῆς ζωῆς τῆς Μακεδονίας, τῆς Τουρκικῆς τότε Μακεδονίας. Οἱ σπαραγμοί, αἱ δηώσεις, αἱ ληστεύσεις, αἱ καταδιώξεις, οἱ φόνοι, φυλετικαὶ θρησκευτικαὶ ἔριδες εἶχον ἀφαιρέσει πᾶσαν ἡσυχίαν καὶ πᾶσαν ἔννομον τάξιν ἀπὸ τὴν ὄντως πολυπαθῆ ἐκείνην Χώραν. Εἰς τὴν κατάστασιν ἐκείνην τῆς ἀναρχίας, κατάστασιν δημιουργήσασαν τὴν δυστυχίαν εἰς τοὺς γηγενεῖς πληθυσμούς, ἀλλὰ καὶ παρέχουσαν διηνεκῶς ἔδαφος κινδύνων διὰ τὰς διεθνεῖς σχέσεις, ἠλπίσθη ὅτι θὰ ἔθετε τέρμα ὁ πόλεμος τοῦ 1912 καὶ ὁ πόλεμος τοῦ 1913. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι κατὰ τὸν μεγάλον πόλεμον διαπρεπής τις πολιτικὸς μοὶ ἔλεγεν ὅτι ἡ Βουλγαρία μόνον ἔμεινε δυσηρεστημένη μετὰ τὴν Συνθήκην τοῦ Βουκουρεστίου, ἀλλ’ ἐν τούτοις ὑπῆρχον ἄνδρες τινὲς ἐν αὐτῇ οἵτινες ἐθεώρουν ὅτι εἰς τὸ κατ’ αὐτοὺς δυστύχημα τοῦ πολέμου προσετίθετο τοῦτο μόνον τὸ καλόν, ὅτι μετὰ τὴν χάραξιν τῶν συνόρων διὰ τῆς Συνθήκης τοῦ Βουκουρεστίου μέρος τῶν πληθυσμῶν τῶν μὴ δυναμένων νὰ ζήσωσιν ἐν ἑκατέρα τῶν Χωρῶν, λόγῳ ἀλλογενείας, θὰ μετανάστευε, τὸ δὲ ὑπόλοιπον, τὸ ἠρεμώτερον. θὰ ἀφωμοιοῦτο πρὸς τὴν Χώραν καὶ τοιουτοτρόπως θὰ προέκυπτε τὸ γενικώτερον ἀγαθὸν τῆς ἐλλείψεως προστριβῶν καὶ δυστυχιῶν διὰ τοὺς πληθυσμοὺς διὰ τὸ μέλλον. Ἐπηκολούθησεν ὁ μέγας πόλεμος καὶ μετὰ τοῦτον, ὡς γνωρίζετε, ὑπεγράφη τὸ πρῶτον κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1913 ἡ Συνθήκη τοῦ Νεϊγύ, δυνάμει τῆς ὁποίας ἡ Δυτικὴ Θράκη ἀπεσπᾶτο ἀπὸ τῆς Βουλγαρίας καὶ περιήρχετο εἰς χεῖρας τῶν Συμμάχων, κατὰ δὲ τὸν Αὔγουστον τοῦ 1920 ὑπεγράφετο ἡ Συνθήκη τῶν Σεβρῶν καὶ συνεπείᾳ αὐτῆς παρεχωρεῖτο ὑπὸ τῶν Συμμάχων εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ Δυτικὴ Θράκη. Τὴν ἰδίαν ὅμως ἡμέραν, ὡς παράρτημα, ὡς annexe τῆς Συνθήκης, ὑπεγράφετο καὶ ἡ Σύμβασις ἡ γνωστὴ ὑπὸ τὸ ὄνομα Σύμβασις τῶν μειονοτήτων. Ἡ Σύμβασις αὕτη, ὑπογραφεῖσα ὡς παράρτημα τῆς Συνθήκης τῶν Σεβρῶν, ἤργησε· δὲν ἐφηρμόσθη ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν, διότι δὲν ἐκυρώθη, οὐδὲ ἡ Συνθήκη τῶν Σεβρῶν, ὑπὸ τῶν τριῶν τοὐλάχιστον Μεγάλων Δυνάμεων, ὡς ἀπῃτεῖτο, ἵνα τεθῇ αὕτη ἐν ἐφαρμογῇ, ἐν ἰσχύϊ. Ὅταν ὅμως μετὰ τὴν συμφορὰν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ὑπεγράφη ἡ Συνθήκη τῆς Λωζάννης, ὡς ρυθμίζουσα τὰς ἐκ τοῦ μεγάλου πολέμου καὶ μετὰ τὸν πόλεμον τοῦτον σχέσεις ἡμῶν πρὸς τὰ ὅμορα Κράτη, ἰδιαίτατα δὲ πρὸς τὴν Τουρκίαν, ἡ Συνθήκη τῶν μειονοτήτων προσετέθη ὡς παράρτημα τῆς Συνθήκης τῆς Λωζάννης, ἀφοῦ ἐπέπρωτο ἡ Συνθήκη τῆς Λωζάννης νὰ ἀντικαταστήσῃ τὴν Συνθήκην τῶν Σεβρῶν. Τὰ ἄρθρα ἔμειναν περίπου τὰ αὐτὰ πλὴν ἐλαχίστων ἀφορώντων εἰς τὴν Ἀδριανούπολιν, αἱ λέξεις αἱ αὐταί, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀρίθμησις τῶν ἄρθρων. Ἡ Συνθήκη τῆς Λωζάννης, ὡς εἶναι γνωστόν, ἴσχυσεν ἀπὸ τῆς 6 Αὐγούστου 1924, μετὰ τὴν κύρωσιν αὐτῆς ὑπὸ τῶν τριῶν μεγάλων Δυνάμεων. Ἔκτοτε λοιπὸν ἴσχυσε καὶ ἡ Συνθήκη τῶν μειονοτήτων ὡς διεθνὴς Συνθήκη. Ἔχω τὸ καθῆκον, κύριοι, νὰ θέσω ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν τὰ ἄρθρα τῆς Συνθήκης ταύτης τῶν μειονοτήτων. Τὸ ἄρθρον 26, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλλὰς συνομολογεῖ ὅτι αἱ διατάξεις τῶν προηγουμένων ἄρθρων, αἵτινες ἀναφέρονται εἰς πρόσωπα ἀνήκοντα εἰς μειονότητας φυλῆς, θρησκείας ἢ γλώσσης, ἀποτελοῦσιν ὑποχρέωσιν διεθνοῦς συμφέροντος (Obligations d’ intérêt international) καὶ θὰ τεθῶσι (seront placées) ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, δὲν δύνανται δὲ νὰ τροποποιηθῶσιν ἄνευ τῆς συγκατανεύσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Ἔχω τὸ κείμενον τῆς Συνθήκης τῶν Σεβρῶν ὑπ’ ὄψιν μου (ἀναγινώσκει): «Ἡ Μεγάλη Βρεττανία, ἡ Γαλλία καὶ ἡ Ἰαπωνία ὑποχρεοῦνται νὰ μὴ ἀρνηθῶσι τὴν συγκατάθεσιν αὐτῶν εἰς πᾶσαν τροποποίησιν τῶν εἰρημένων ἄρθρων, ἥτις ἤθελε κυρωθῆ, ἐγκριθῆ, κατὰ τὴν πρέπουσαν διαδικασίαν, ἀπὸ τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Συμβουλίου τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Ἡ Ἑλλὰς παραδέχεται ὅτι πᾶν μέλος τοῦ Συμβουλίου τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ σημειώσῃ πᾶσαν παράβασιν καὶ τὸ Συμβούλιον θὰ δώσῃ τὰς ὁδηγίας αἱ ὁποῖαι θὰ φανῶσι κατάλληλοι καὶ ἀποτελεσματικαὶ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ». Τὸ δὲ ἄρθρον 4 ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ Ἑλλὰς ἀναγνωρίζει αὐτοδικαίως καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς διατυπώσεως τὰ πρόσωπα τὰ Βουλγαρικῆς ἢ Τουρκικῆς ἐθνικότητος τὰ γεννηθέντα εἰς τὰ ἐδάφη περὶ ὧν τὸ ἄρθρον 3 ἀπὸ γονεῖς κατοικοῦντας εἰς αὐτὰ καὶ ἂν ἀκόμη κατὰ τὴν χρονολογίαν τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τῆς παρούσης Συμβάσεως δὲν κατοικοῦσιν αὐτὰ ταῦτα ἐντὸς τῶν εἰρημένων ἐδαφῶν». Αὐτὴ λοιπόν, κύριοι ἡ Σύμβασις τῶν μειονοτήτων ἐτέθη ἐν ἰσχύϊ ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου τοῦ 1924. Συγχρόνως ὅμως μὲ τὴν Σύμβασιν τοῦ Νεϊγὺ ὑπεγράφη καὶ μία Σύμβασις ἡ ὁποία ἴσχυσεν ἔκτοτε, ἀλλ’ εἴπομεν ὅτι ἐβράδυνε νὰ τεθῇ εἰς ἐφαρμογήν, Σύμβασις μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βουλγαρίας «περὶ ἀμοιβαίας καὶ ἐθελουσίας μεταναστεύσεως τῶν φυλετικῶν μειονοτήτων», ἥτις ὑπεγράφη ἐν Νεϊγὺ ἀπὸ τῆς 14/27 Νοεμβρίου 1919 καὶ διὰ τῆς ὁποίας Συμβάσεως τὰ μέλη ἀναγνωρίζουσιν ἕκαστον εἰς τοὺς ἀνήκοντας φυλετικῶς, θρησκευτικῶς καὶ γλωσσικῶς εἰς μειονότητας ὑπηκόους των τὸ δικαίωμα τῆς ἐλευθέρας μεταναστεύσεως καὶ ἀναλαμβάνουν νὰ διευκολύνουν τὴν ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ διὰ μιᾶς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία Ἐπιτροπὴ σύγκειται ἀπὸ δύο μέλη τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ἀπὸ ἓν μέλος διὰ τὴν Βουλγαρίαν καὶ ἀπὸ ἓν μέλος διὰ τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἡ ὁποία θὰ κανονίζῃ τὰ τῆς μεταναστεύσεως ταύτης. Τὸ πρῶτον μέρος τοῦ ἔργου της συνίστατο εἰς τὴν ἀποδοχὴν δηλώσεων περὶ μεταναστεύσεως. Τὸ δεύτερον τμῆμα τοῦ ἔργου της θὰ συνίστατο εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν περιουσιῶν. Ἡ Ἐπιτροπή, κύριοι, αὕτη ἀπετελέσθη ἀπὸ τοὺς κ.κ. Κὸρφ καὶ Ρόσβερ, ὡς ἀντιπροσώπους τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, τὸν κ. Τσορμπατζῆν, ὡς ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος, κατόπιν δὲ τὸν κ. Μεταξᾶν, καὶ τὸν κ. Ρόμπεφ, ὡς ἀντιπρόσωπον τῆς Βουλγαρίας. Ἡ ἔναρξις τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς μόλις ἐγένετο ὑπερμεσοῦντος τοῦ 1922 ἔτους· διότι ἡ Ἐπιτροπή, καίπερ συσταθεῖσα ταχέως μετὰ τὸ 1919, ἤργησε νὰ καθορίσῃ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ εἰργάζετο, δὲν κατωρθώθη δὲ παρὰ τὴν 2 Ἰουνίου τοῦ 1922 νὰ τεθῇ εἰς ἐφαρμογήν, διὰ τὸ ἐσωτερικὸν ἡμῶν δίκαιον, ἡ Σύμβασις αὕτη διὰ τοῦ νόμου 2780 τῆς 2 Ἰουνίου 1924 «περὶ ἐκτελέσεως τῆς Ἑλληνοβουλγαρικῆς Συμβάσεως περὶ μεταναστεύσεως ἀπὸ 14/27 Νοεμβρίου 1919». Παρῆλθε, βλέπετε, χρόνος ἀρκετὸς μέχρις ὅτου κανονισθῇ τὸ σύστημα κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ εἰργάζετο, τὰ θέματα τὰ ὁποῖα θὰ ἐξήταζε καὶ μέχρις ὅτου ψηφισθῇ εἷς νόμος ἐσωτερικός, ὁ ὁποῖος νὰ θέτῃ ἐν Ἑλλάδι εἰς ἐφαρμογὴν τὴν Σύμβασιν, ἥτις διεθνῶς ἴσχυε. Καὶ τοῦ λόγου γενομένου περὶ θέσεως εἰς ἐφαρμογὴν καὶ περὶ ἰσχύος διεθνοῦς Συμβάσεως δὲν θὰ ἦτο ἴσως ἄκαιρον νὰ εἴπω ὀλίγα περὶ τοῦ σημείου τούτου, διότι παρετήρησα ὅτι ἐξένισεν ἡ ἰδέα, ἐξένισεν ἡ διάταξις ἣν ἄλλοτε ἔκαμα περὶ ἰσχύος μιᾶς διεθνοῦς πράξεως καὶ περὶ θέσεως αὐτῆς εἰς ἐφαρμογήν. Κύριοι, δὲν ὑπάρχει δυστυχῶς διεθνὴς κῶδιξ διέπων τὰ τοῦ δικαίου τῶν Κρατῶν καὶ ὁρίζων ἀπὸ πότε ἄρχονται ἰσχύουσαι καὶ ἐφαρμοζόμεναι αἱ διεθνεῖς πράξεις ἢ διεθνεῖς συμβάσεις. Ὁμιλῶ περὶ πράξεων, διότι εἶναι δυνατὸν καὶ πράξεις νὰ γεννῶσιν ὑποχρεώσεις ὡρισμένας, εἰ καὶ διπλωματικῶς θὰ ἠδύνατο νὰ ἀμφισβητηθῇ ἂν αὗται ἀποτελοῦσι συμβάσεις. Ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει διεθνὴς τοιοῦτος κῶδιξ, εἶναι φυσικὸν ὅτι ἡ ἔναρξις τῆς ἰσχύος, ἀπὸ διεθνοῦς ἀπόψεως, μιᾶς συμβάσεως ἢ μιᾶς πράξεως δὲν δύναται νὰ κανονισθῇ ἄλλως παρὰ διὰ τῆς θελήσεως τῶν συμβαλλομένων μερῶν. Καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε εἰς τὴν Συνθήκην τῶν Βερσαλλιῶν ἢ καὶ εἰς ἄλλας Συνθήκας ὅτι ἡ ἰσχὺς αὐτῶν, ἀπὸ διεθνοῦς, ἐννοεῖται, ἀπόψεως, ἄρχεται ἀφ’ ἧς τρεῖς Μεγάλαι Δυνάμεις ἐγκρίνουσιν αὐτάς. Ἀλλ’ ἂν ὑπάρξῃ μία διεθνὴς ὑποχρέωσις — ἂς λάβωμεν τὴν συνθήκην τῶν Βερσαλλιῶν — διὰ νὰ ἔχῃ ἐν τούτοις ἐφαρμογὴν εἰς τὸ ἐσωτερικὸν μιᾶς Χώρας, ἀπαιτεῖται μία πρᾶξις ἐσωτερικοῦ δικαίου, ἡ ὁποία νὰ προσαρμόζῃ τὸ ἐσωτερικὸν δίκαιον, νὰ διαθέτῃ τὰς ἐξουσίας τοῦ ἐσωτερικοῦ δικαίου κατὰ τρόπον σύμφωνον πρὸς τὰς διεθνεῖς ὑποχρεώσεις. Ὁποία τις πρέπει νὰ εἶναι ἡ πρᾶξις αὐτή; Ἡ Γερμανία εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μεταρρυθμίσῃ καὶ αὐτὸ τὸ Σύνταγμα αὐτῆς, ἵνα προσαρμόσῃ τὸ ἐσωτερικόν της δίκαιον πρὸς τὰς διεθνεῖς ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας εἶχεν ἀναλάβει. Εἰς ἄλλας περιστάσεις εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ χρειάζεται μεταρρύθμισις συνταγματική, ἀλλὰ νὰ χρειάζεται μεταρρύθμισις μόνον νομοθετική. Καὶ τοῦτο ἀκριβῶς συνέβη εἰς τὴν Σύμβασιν τῶν μειονοτήτων, ὁπότε ἔπρεπε νὰ γίνῃ ὁ νόμος τὸν ὁποῖον σᾶς ἐμνημόνευσα, ἵνα θέσῃ εἰς ἐφαρμογὴν Σύμβασιν ἤδη ἐν διεθνεῖ ἰσχύϊ τεθεῖσαν. Ἀλλὰ καὶ ὁσάκις, κύριοι, δὲν χρειάζεται νόμος, εἶναι λίαν πιθανὸν ὅτι θὰ χρειάζεται ἓν Διάταγμα ἐκτελεστικόν, ἂν λ.χ. νόμος ἤδη ἐκύρωσε μίαν Σύμβασιν. Καὶ τέλος ὅσοι ἔζησαν καὶ ὅσοι ἐδιάβασαν ἱστορίαν διπλωματικὴν τῶν τελευταίων δεκάδων ἐτῶν θὰ εἶδον ὅτι πολλάκις προκειμένου περὶ διεθνοῦς ὑποχρεώσεως καὶ θέσεως αὐτῆς εἰς ἐφαρμογὴν ὑπό τινος Χώρας ἐγένοντο παραστάσεις διπλωματικαί, οὐκ ὀλίγαι δὲ εἶχον γίνει ἄλλοτε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἐν Ἑλλάδι, ζητοῦσαι τὴν ἔκδοσιν ἐγκυκλίων, ἵνα αἱ Ἀρχαὶ προβῶσιν εἰς ἐφαρμογὴν διεθνοῦς τινος ὑποχρεώσεως, ἥτις διεθνῶς εἶχεν ἀρχίσει ἰσχύουσα. Αὐτὴ ἡ διάκρισις, κύριοι, ἡ τόσον ἄλλως τε λογικὴ καὶ ἁπλῆ, εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαία διὰ νὰ ἐννοήσωμεν σημεῖά τινα τῆς ὅλης ὑποθέσεως, περὶ τῆς ὁποίας θὰ κληθῆτε σήμερον νὰ ἀποφασίσητε, σημεῖά τινα τὰ ὁποῖα εἶχον παραμείνει ἴσως σκοτεινά. Οὕτως εἶχον, κύριοι, τὰ πράγματα, τὸ δὲ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς μεταναστεύσεως—τὸ ὁποῖον ἤρξατο, ὅπως σᾶς εἶπον, μόνον ἀφ’ ἧς ὁ νόμος τῆς 2 Ἰουνίου 1922 ἐπέτρεπεν εἰς τὸ ἐσωτερικὸν δίκαιον νὰ θέσῃ εἰς ἐφαρμογὴν τὴν Σύμβασιν ταύτην—τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς μεταναστεύσεως παρετάθη ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐξουσίαν τῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς ἀποδοχὴν τῶν δηλώσεων τῶν θελόντων νὰ μεταναστεύσωσι μέχρι τέλους τοῦ ἔτους 1924, μετὰ τοῦτο δὲ θὰ ἤρχιζε τὸ δεύτερον στάδιον, τὸ στάδιον τῆς ἐκτιμήσεως τῶν περιουσιῶν. Εἶπον, κύριοι, ὅτι ἡ Συνθήκη τῶν μειονοτήτων ἐτέθη, τὸ ἐπαναλαμβάνω, ἐν ἰσχύϊ διεθνεῖ ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου 1924, ὁπότε ἐκυρώθη ἀπὸ τρεῖς Μεγάλας Δυνάμεις. Πρὶν ἢ τεθῇ ἐν ἰσχύϊ ἡ Συνθήκη τῶν μειονοτήτων, καθ’ ἣν ἐποχὴν δηλαδὴ ἐφηρμόζετο ἡ Συνθήκη τῆς ἑκουσίας μεταναστεύσεως, κατ’ Αὔγουστον τοῦ 1923 ὑπεδείχθη εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ὅτι καλὸν θὰ ἦτο ἡ Ἑλλὰς νὰ ἐχρησιμοποίει τὴν Μικτὴν Ἐπιτροπὴν καὶ διὰ τὰ ζητήματα τὰ ἀφορῶντα τὰς μειονότητας. Τοῦτο ὑπεδείχθη κατ’ Αὔγουστον τοῦ 1923.
§3Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ὑπὸ τίνος ὑπεδείχθη;
§4Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι εὔκολον νὰ σᾶς εἴπω. Ἀναμφισβητήτως ὁ ὑποδείξας τοῦτο ἐνήργει καλῇ τῇ πίστει. Ὅπως σᾶς εἶπον πρὸ ὀλίγου, τὸ ἄρθρον 16 τῆς Συνθήκης τῶν μειονοτήτων ἐπέτρεπεν εἰς πᾶν μέλος τοῦ Συμβουλίου τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν—ἧς μετεῖχον ἤδη καὶ ἡ Ἑλλὰς καὶ ἡ Βουλγαρία καὶ ἡ Ἀλβανία, γενομένη δεκτὴ ἤδη ἀπὸ τοῦ 1921—ἐπέτρεπεν εἰς κάθε μέλος τοῦ Συμβουλίου τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν νὰ ἐφιστᾷ τὴν προσοχὴν τοῦ Συμβουλίου περὶ πάσης παραβάσεως (ou danger d’ infraction à l’ une quelconque de ses obligations). Ἂν δηλαδή, κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, Χώρα τις δὲν ἤθελε σεβασθῆ τὰ δίκαια τῶν μειονοτήτων τὰ γλωσσικά, τὰ θρησκευτικὰ ἐν γένει τὰ ἀναγεγραμμένα εἰς τὰς σχετικὰς συμβάσεις περὶ μειονοτήτων, θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα κάθε μέλος τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ὁποθενδήποτε λαμβάνον γνῶσιν, νὰ σημειώσῃ, νὰ ὑποδείξῃ, νὰ καταγγείλῃ, ἂν θέλετε, εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν κάθε παράβασιν ἢ κάθε κίνδυνον παραβάσεως, καὶ τὸ Συμβούλιον, ὅπως προηγουμένως σᾶς ἀνέγνωσα, θὰ δύναται νὰ προβῇ, procéder de telle façon et donner telles instructions qui paraitront appropriées κλπ. Ὅπως βλέπετε, τὸ ἄρθρον συνετάχθη κατὰ τρόπον γενικόν, ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ του ὅμως καὶ τῇ ἐφαρμογῇ του ἐξειλίχθη εἰς τοῦτο, ὅτι καὶ ἀνακρίσεις ἐπὶ τόπου ἀκόμη εἶναι δυνατὸν τὸ Συμβούλιον τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν νὰ διατάξῃ.
§5Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς καταφαίνεται αὐτό;
§6Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ναί, ναί· ἐνήργησεν ἐπανειλημμένως τοιαύτας ἀνακρίσεις, καὶ παρ’ ἡμῖν, μετὰ τὸ ἐπεισόδιον τοῦ Τέρλιτς. Σᾶς σημειώνω, κύριοι, τοῦτο: Μὴ σᾶς φαίνεται παράδοξον ὅτι καμμία τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, τῶν μετασχουσῶν τοῦ πολέμου ἐνεργῶς, τῶν πέντε δηλαδὴ Δυνάμεων, δὲν ἐδεσμεύθη διὰ συνθήκης μειονοτήτων. Ὑποτίθεται ὅτι αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις δὲν θὰ ἀδικήσουν ποτὲ τὰς μειονότητας. Αἱ δεσμεύσεις λοιπὸν εἶναι τῆς Πολωνίας, τῆς Τσεχοσλοβακίας, τῆς Ἑλλάδος, τῆς Σερβίας, τῆς Βουλγαρίας, τῆς Τουρκίας κλπ. Κατὰ συνέπειαν τὸ Συμβούλιον τῆς Κοινωνίας δύναται νὰ προβῇ κατὰ τὸν α ἢ β τρόπον, τὸν κατὰ τὴν κρίσιν του ἀποτελεσματικόν. Εἶπαν λοιπόν· δὲν κανονίζετε ἐκ τῶν προτέρων τὸν τρόπον αὐτὸν μὲ τὴν Μικτὴν Ἐπιτροπὴν τὴν ὁποίαν ἔχετε καὶ ἡ ὁποία οὕτως ἢ ἄλλως καταγίνεται μὲ τὰ ζητήματα τῶν μειονοτήτων, χωρὶς νὰ τὸ θέλῃ; Αὐτὴν τὴν Ἐπιτροπὴν δύνασθε κάλλιστα νὰ τὴν χρησιμοποιήσητε διὰ νὰ μὴ ἀλλάσσῃ ἑκάστοτε ὁ τρόπος de procéder, ὁ τρόπος καθ’ ὃν θὰ ἐνεργῇ ἡ Κοινωνία, διά τινα τοὐλάχιστον ἔτη. Ἐγένετο δεκτόν, κύριοι, τὸ πρᾶγμα κατ’ Αὔγουστον τοῦ 1923 ὑπὸ δύο περιορισμούς. Ὁ πρῶτος περιορισμὸς ἦτο ὅτι ἡ περίοδος τῆς νέας ταύτης λειτουργίας τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τὰ δίκαια τῶν μειονοτήτων θὰ ἐξετείνετο μέχρι τῆς περατώσεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκείνης—τότε δὲ τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπρόκειτο νὰ τελειώσῃ, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, κατὰ Μάϊον τοῦ 1924 καὶ κατόπιν παρετάθη μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου, ἂς εἴπωμεν δὲ ὅτι θὰ ἐτελείωνε κατόπιν ἐπανειλημμένων παρατάσεων μέχρι τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1924. Δεύτερος περιορισμὸς ἦτο ὅτι τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης θὰ ἦτο ἁπλῶς συμβουλευτικὸν πρὸς τὰς Κυβερνήσεις. Ἡ Ἐπιτροπὴ δηλαδή, βλέπουσα τυχὸν ὅτι ὑπῆρχε παράβασις εἰς τὰ δίκαια μιᾶς μειονότητος, θὰ εἶχεν ὡς ἔργον νὰ συμβουλεύσῃ τὰς σχετικὰς Κυβερνήσεις ὅπως προβοῦν εἰς τὴν λῆψιν προσήκοντος μέτρου ἢ νὰ προβοῦν εἰς παράλειψιν μέτρων δυναμένων νὰ διακινδυνεύσουν τὰ δίκαια τῶν μειονοτήτων. Κύριοι, ὅτε συνεζητεῖτο ἐν Παρισίοις τὸ σχέδιον τῶν ὑψιπετῶν ἰδεῶν τοῦ μεγάλου Προέδρου τῆς Ἀμερικανικῆς Δημοκρατίας, προώρων ἴσως ἀκόμη διὰ τὴν ἀνθρωπότητα, ἡ Société des Nations καὶ τὰ παρακολουθήματα αὐτῆς, δύο Σχολαὶ ἐνεφανίσθησαν. Ἡ μία Σχολὴ τῶν πραγματιστῶν, τῶν δυσπίστων, τῶν φρονούντων ὅτι ὁ πόλεμος εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐκλείψῃ ἀπὸ τὴν ἀνθρωπότητα. Τὰ πάντα μάχονται ἐν τῇ φύσει, ἀπὸ τοῦ τελευταίου μικροβίου μέχρι τοῦ μεγαλυτέρου θηρίου, ἔλεγόν τινες, καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐλπίσωμέν τι ἀπὸ τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν. Ἡ Σχολὴ αὕτη ἔσχε μικρὰν ἀπήχησιν. Ἡ μεγάλη μᾶζα τῶν λαῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, κεκμηκυῖα ἀπὸ ἕνα αἱματηρὸν πόλεμον ὁ ὁποῖος ἀφῄρεσεν ἀπὸ τὴν ἀνθρωπότητα ὅ,τι πολυτιμότερον εἶχεν εἰς νεότητα, εἰς πνεῦμα, εἰς τέχνην, εἰς πλοῦτον, ἐδίψησε τὸ ἰδεῶδες τῆς εἰρήνης, καὶ ἐτάχθη ὑπὲρ τῆς συγκροτήσεως τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ δύο Σχολαὶ ἀνεφάνησαν· ἡ μία Σχολὴ ἦτο ἡ Σχολὴ τῶν νομικῶν, ἂς εἴπωμεν οὕτω, καὶ ἡ ἄλλη Σχολὴ ἡ τῶν πολιτικῶν. Ὁ ἀξιότιμος ὁ καὶ ἐπερωτήσας καὶ πλειότερον τῶν ἄλλων ἀνησυχήσας ἐκ Κορινθίας κ. συνάδελφος ἦτο τότε ἀπὸ τὰ μέλη τὰ βοηθοῦντα τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Πολίτην καὶ τὸν τότε Πρωθυπουργὸν κ. Βενιζέλον καὶ θὰ ἐνθυμῆται ἴσως τὰς συζητήσεις αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο περὶ τὰ ζητήματα ταῦτα. Ἡ Σχολὴ τῶν νομικῶν, κύριοι, ἐπεθύμει ἐκ τῶν προτέρων εἰς κάθε ἄρθρον τοῦ κειμένου τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, εἰς κάθε ἄρθρον τῶν σχετικῶν συμβάσεων, νὰ ρυθμίσῃ ἐκ τῶν προτέρων καὶ τὰς περιπτώσεις καὶ τὰς παραβάσεις καὶ τὰ μέσα τῆς προλήψεως, ἔφθανον δὲ μέχρι τοῦ σημείου νὰ ἀναβιβάσουν τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν εἰς Κράτος ἐκ Κρατῶν, εἰς Πολιτείαν ἐκ Πολιτειῶν, νὰ τὴν ὁπλίσουν καὶ διὰ Στρατοῦ καὶ διὰ Στόλου, ὥστε αὕτη νὰ παίξῃ τὸν ρόλον τὸν ὁποῖον παίζει πᾶσα Πολιτεία ἀπέναντι τῶν μελῶν τῆς κοινωνίας. Ἡ Σχολὴ τῶν πολιτικῶν, ἡ ὁποία καὶ ἐπεκράτησεν, εἰς τὴν ὁποίαν πρὸ πάντων διεκρίνοντο οἱ Ἀγγλοσάξωνες, ἠθέλησε νὰ ἀφήσῃ μίαν ἀοριστίαν εἰς τὴν ἔκφρασιν τῶν κειμένων, μίαν ἐλαστικότητα ἐπιτρέπουσαν τὴν προσαρμογὴν ἑκάστοτε εἰς τὰς προκυπτούσας περιπτώσεις καὶ τὴν ἀποφυγὴν προστριβῶν. Ἄν, ἔλεγον, διὰ τῆς ἀκαμψίας τῆς νομικῆς αἱ παραβάσεις θὰ καθίσταντο καταφανεῖς, ἴσως θὰ εὑρεθῶμεν ἢ πρὸ πολέμου ἢ πρὸ διαλύσεως τοῦ κατασκευάσματος τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία ὅτι οἱ πολιτικοὶ εἶχον περισσότερον δίκαιον καὶ ὅτι εἰς τοῦτο ὀφείλεται ἡ ἐλαστικότης ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς ὅλα τὰ ἄρθρα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Καὶ ἐδῶ βλέπετε (ἀναγινώσκει): «Τὸ Συμβούλιον δύναται νὰ προβῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον καὶ νὰ δώσῃ τοιαύτας ὁδηγίας αἱ ὁποῖαι θὰ φανοῦν κατάλληλοι καὶ ἀποτελεσματικαὶ διὰ τὴν περίπτωσιν». Βεβαίως ὑπάρχουν πολὺ μεμψίμοιροι ἢ πολὺ ἰδεολόγοι οἱ ὁποῖοι θὰ ἀνέμενον μεγαλύτερα πράγματα ἀπὸ τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν. Ἀλλ’ ἂν ἤθελέ τις παρακολουθήσει τὰ πεπραγμένα αὐτῆς, δὲν θὰ εἶναι δυσηρεστημένος, διότι ἔγιναν βήματα σοβαρὰ πρὸς τὴν ἀλληλεγγύην μεταξὺ τῶν λαῶν, πρὸς φιλικὴν ἐπίλυσιν διαφορῶν τινων καὶ ἂν ὄχι τίποτε ἄλλο πρὸς παραχώρησιν ἑκάστοτε ὡρισμένου τινὸς χρονικοῦ διαστήματος μεταξὺ φιλονικούντων λαῶν, μετὰ τὸ ὁποῖον καὶ τὰ διεθνῆ πνεύματα κατευνάζονται καὶ καθησυχάζουν, ὅπως τὰ πνεύματα τῶν ἀτόμων. Ἡ κυριωτέρα βάσις τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν καὶ ὅλων τῶν θεσμῶν αὐτῆς ὑπῆρξεν ἡ παγκόσμιος δημοσία γνώμη. Καὶ εἶναι βέβαιον ὅτι ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν ἐπροσπάθησε διὰ τῆς δημοσίας διεθνοῦς γνώμης νὰ στενοχωρήσῃ τὸν ἀδικοῦντα καὶ νὰ τὸν φέρῃ ἀντιμέτωπον τῆς κοινῆς συνειδήσεως τῶν ὑπολοίπων λαῶν. Διὰ τοὺς πιστεύοντας ὅτι οἱ ἠθικοὶ παράγοντες δὲν ἐξέλιπον εἰς τὸν κόσμον τοῦτον τοῦτο ἔχει μεγάλην σημασίαν. Δύναται νὰ προσαχθῇ πρόσφατος ἀπόδειξις ἡ ἀπομόνωσις τὴν ὁποίαν ἔπαθεν ἡ Γερμανία κατὰ τὸ διάστημα τοῦ μεγάλου πολέμου, πόσον τῆς ἐστοίχισε, πόσον συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ παρασύρῃ 24 περίπου Ἔθνη, ἂν δὲ ἀπατῶμαι, τὸ ἓν κατόπιν τοῦ ἄλλου εἰς κήρυξιν πολέμου κατὰ τῆς Γερμανίας. Ἐστηρίχθη λοιπὸν ἐπὶ τῆς δημοσίας γνώμης τὸ σύστημα τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν καὶ τῆς λειτουργίας αὐτῆς. Κατὰ τὸν Αὔγουστον τοῦ 1923....
§7ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Τοῦ 1924.
§8Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦ 1923, θὰ ἦτο προτιμότερον, κύριοι, νὰ μὴ εἶχε γίνει ἡ δήλωσις ἡ ὁποία ἔγινε τότε. Δὲν θέλω νὰ ἀδικήσω ἐκείνους οἱ ὁποῖοι προέβησαν εἰς τὴν δήλωσιν αὐτήν. Εἶπον καὶ ἄλλοτε ὅτι εἶναι πολὺ εὔκολον κατόπιν ἑορτῆς νὰ μεμφώμεθα. Ἀλλὰ κατὰ τὸν Αὔγουστον τοῦ 1923 ἡ Ἑλλάς, ἀπομεμονωμένη διπλωματικῶς, μὲ ἐχθρότητα περισσὴν οὐκ ὀλίγων Κρατῶν, μὲ ἀνάγκας, διὰ τὰς ὁποίας ἐξελιπάρει τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, εὑρέθη μετ’ ὀλίγον ἔχουσα ἀνάγκην τῶν ἰσχυρῶν διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὰς συνεπείας τῶν θλιβερῶν ἐπεισοδίων τῆς Κερκύρας. Ψυχολογῶν τις ἐπὶ τῆς καταστάσεως τῆς τότε νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ μὴ ἀνεύρῃ καὶ σημεῖά τινα δικαιολογητικὰ τῆς στάσεως ἐκείνης τῆς Κυβερνήσεως, δηλούσης ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ ἐδέχετο, ὅπως καὶ ἡ Βουλγαρία ἐδέχετο, νὰ θέσῃ ὑπὸ ἐξέτασιν τὴν συμπεριφοράν της ἀπέναντι φυλετικῶν καὶ θρησκευτικῶν μειονοτήτων. Ὅτι ἄκουσα ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη προέβαινεν εἰς τὴν δήλωσιν εἰς τὴν ὁποίαν προέβη, ἵνα μὴ ἐγείρῃ ἀντιπάθειαν, προκύπτει ἐκ τοῦ ὅτι ἐπροσπάθησεν, ἐντονώτερον δὲ ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς κ. Γονατᾶς, ν’ ἀποφύγῃ, ὅπως εἰς τὴν δήλωσιν ἐκείνην δοθῇ ἐφαρμογὴ δυναμένη ὁπωσδήποτε νὰ παραβλάψῃ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Βλέπει τις τὴν πρόθεσιν ἵνα ἡ μὲν Ἑλλὰς μὴ παρασταθῇ ὡς Κράτος ἀποφεῦγον τὰς διεθνεῖς ὑποχρεώσεις της, μὴ θέλον νὰ ματαιώσῃ ἔλεγχόν τινα ἐπ’ αὐτῆς, ἐξ ἑτέρου δὲ ἡ γενομένη δήλωσις μὴ ἔχῃ ἀποτελέσματα δυνάμενα νὰ παραβλάψωσι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἡ δήλωσις ἐκείνη, κύριοι συνάδελφοι, ἔμεινεν ἄνευ ἀποτελέσματος, δὲν ἐφηρμόσθη, ἠτόνησεν ἀληθῶς. Εἶδον εἴς τινας ἐφημερίδας συζητήσεις—ὅσας ἐφημερίδας τοὐλάχιστον δύναμαι ἐνίοτε νὰ ἀναγνώσω—, συζητήσεις περὶ τοῦ ἂν ἔγινεν ἢ ὄχι ἡ δήλωσις αὕτη. Ἡ δήλωσις ἐγένετο, κύριοι, ἀπὸ τοῦ 1923.
§9ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ποία δήλωσις ἐγένετο;
§10Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ τὴν ἐπαναλάβω· ἔγινε δήλωσις προφορική, ἐκρατήθη δὲ σημείωσις περὶ τῆς γενομένης δηλώσεως.
§11ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Διατί δὲν ἐγένετο γραπτή;
§12Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχει, ἐξ ὅσων γνωρίζω, εἰς τὸν διεθνῆ κώδικα διάταξις ἀπαιτοῦσα πάντοτε γραπτὰς δηλώσεις, ὅπως δι’ ἀντικείμενα ἄνω τῶν 50 δραχμῶν ἀπαιτεῖται, κατὰ τὴν Δικονομίαν, ἔγγραφον.
§13Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τότε διατί δὲν ἐτιμωρήθη ὁ ὑπάλληλος ὁ ὁποῖος δὲν τὴν ἔκαμε γραπτήν;
§14Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ δὲν ἀφορᾷ ἐμέ, ὁ ὁποῖος δὲν ἤμην Ὑπουργός· ἄλλως τε καὶ ἡ ἐπιβολὴ ἑνὸς προστίμου δὲν θὰ μετέβαλλε τὴν οὐσίαν τοῦ πράγματος.
§15Σ. ΠΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε....
§16Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς βεβαιῶ ὅτι προσπαθῶ νὰ εἶμαι ὅσον δύναμαι σαφέστερος, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ παρηκολούθησέ τις ἔκτοτε τὰ ζητήματα. Ποία δήλωσις ἐγένετο; Θὰ τὴν ἐπαναλάβω. Κατόπιν ὑποδείξεως ἐδηλώθη τοῦτο κατ’ Ὀκτώβριον τοῦ 1923, ὅτι ἡ Ἑλλὰς παραδέχεται, ὅπως τόσον ἐν Βουλγαρίᾳ ὅσον καὶ ἐν Ἑλλάδι ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ Μικτή, ἤτοι τὰ δύο ξένα μέλη της, ὁ εἷς Ἄγγλος, ὁ ἕτερος Βέλγος, εἷς Ἕλλην καὶ εἷς Βούλγαρος, ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ ἡ τετραμελής, ἡ ὁποία κύριον αὐτῆς ἔργον εἶχε νὰ παρακολουθῇ τὰ τῆς μεταναστεύσεως, ποῖος θέλει νὰ φύγῃ, ποία ἦτο ἡ περιουσία του κλπ., ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ ἀπασχολῆται καὶ μὲ τὰ ζητήματα τῶν μειονοτήτων τόσον ἐν Ἑλλάδι ὅσον καὶ ἐν Βουλγαρίᾳ, ἀλλ’ ὑπὸ δύο περιορισμούς· τὸν πρῶτον ὅτι τὸ ἔργον της αὐτὸ θὰ ἔληγε συγχρόνως μὲ τὸ ἔργον τὸ κύριον τῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ τῆς μεταναστεύσεως· τὸν δεύτερον ὅτι θὰ ἦτο μόνον συμβουλευτικόν· δὲν θὰ ἠδύνατο αὐτὴ νὰ λάβῃ μέτρα ἴδια, θὰ συνεβούλευε τὴν Ἑλλάδα ἢ τὴν Βουλγαρίαν τί πρέπει νὰ κάμῃ, ὥστε νὰ προστατεύωνται αἱ μειονότητες. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι καὶ ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς δύο περιορισμοὺς δὲν ἐλειτούργησεν ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτή, δὲν ἀπησχολήθη μὲ τὰς μειονότητας, ἀπησχολήθη μόνον μὲ τὴν μετανάστευσιν. Μέχρις ὅτου μεταναστεύσουν αἱ μειονότητες μένουν εἰς τὸν Τόπον ὅπου εὑρίσκονται καὶ ἠμποροῦν νὰ ζητήσουν προστασίαν· ἄλλως τε ἡ μετανάστευσις ἦτο ἑκουσία καὶ ἑπομένως θὰ ἔμενεν ἕνας ἀριθμὸς ἄξιος προστασίας διὰ τὸ μέλλον. Ὅταν δὲ παρετάθη ἡ προθεσμία διὰ τὸ κύριον ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς—ἀποδοχὴ τῶν δηλώσεων τῶν θελόντων νὰ μεταναστεύσουν—ἐγένετο ἐρώτησις πρὸς τὸν ἡμέτερον ἀντιπρόσωπον ἐν Ἑλβετίᾳ, ἂν ἡ παράτασις αὐτὴ τοῦ ἔργου τοῦ κυρίου τῆς Ἐπιτροπῆς θὰ σημάνῃ παράτασιν καὶ τοῦ ἔργου τῆς ἐποπτείας τῶν μειονοτήτων. Δὲν ἠξεύρω ἂν ἐξηγοῦμαι σαφῶς.
§17ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§18Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ κρατήσετε καλῶς αὐτὸ εἰς τὴν μνήμην σας. Ἀπηντήθη τότε «ναί». Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα, κύριοι, ὁπότε τῇ 26 ἢ 28 Ἰουλίου 1924 ἐγένετο τὸ ἀτυχὲς ἐπεισόδιον τοῦ Τέρλιτις. Ἐπέδραμον κομιτατζῆδες καί, κατὰ τὰς ἀνακρίσεις τὰς ὁποίας διεξήγαγον αἱ Ἑλληνικαὶ Ἀρχαί, ἡ ἐπιδρομὴ ἐξηκολούθησε καὶ τὴν δευτέραν ἡμέραν, ὁπότε ὁ ἐπὶ κεφαλῆς ἀποσπάσματός τινος εἴτε ἀμυνόμενος εἴτε ὄχι—τὸ δικαστήριον τὸν κατεδίκασεν ἤδη—προέβη εἰς ἐκτέλεσιν σλαυοφώνων τινῶν ἐν Μακεδονίᾳ. Τὸ ἐπεισόδιον ἐκεῖνο ἐμεγαλοποιήθη. Ἡ Ἑλλὰς κατ’ Αὔγουστον τοῦ 1924 πάλιν εἶχε προσδράμει εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ δανείου τοῦ προσφυγικοῦ ἀπὸ 6 ἑκατομμυρίων λιρῶν εἰς 10 ἑκατομμύρια λιρῶν. Κατηγορεῖτο ὅτι ἐκρεούργει τάχα τὰς μειονότητας χωρὶς νὰ καταδιώκῃ τοὺς ὑπαιτίους. Ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας ὁ ἐκεῖ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος ἐτηλεγράφησεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν τότε ζητῶν νὰ ὑπογραφῇ πρᾶξις ἐπιτρέπουσα εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς μεταναστεύσεως νὰ ἐπιλαμβάνεται τῆς ἐποπτείας τῶν μειονοτήτων. Ἐγένοντο πολλαὶ συζητήσεις ἑκατέρωθεν, αἱ ὁποῖαι κατέληξαν εἰς τὸ Πρωτόκολλον τὸ ἐνώπιον ὑμῶν σήμερον ὑπὸ κρίσιν εὑρισκόμενον. Ποία ἦτο ἡ σημασία τοῦ Πρωτοκόλλου τούτου, κύριοι; Κατὰ τὸ Πρωτόκολλον οὐχὶ πλέον ἡ Μικτὴ Ἐπιτροπὴ ἀλλὰ τὰ δύο μέλη αὐτῆς τὰ οὐδέτερα θὰ ἠδύναντο νὰ ἀναλάβωσι τὴν ἐποπτείαν· κατὰ συνέπειαν, ἐν σχέσει πρὸς τὴν προηγουμένην δήλωσιν τοῦ 1923, ἀποκλείεται ἡ περίπτωσις καθ’ ἣν καὶ Βουλγαρικὸν μέλος θὰ ἠδύνατο νὰ λαμβάνῃ μέρος ἐν Ἑλλάδι εἰς τὴν ἐποπτείαν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ εἴπω ὅτι ἀπέναντι τούτου παρουσιάζονται ἄλλα μειονεκτήματα σοβαρά. Διεξέφυγε πλέον ἀπὸ τὴν ἐλαστικότητα τοῦ κατὰ τὰς περιστάσεις ρυθμίζειν τὰ πράγματα, τὴν ἐλαστικότητα τὴν ὑπάρχουσαν εἰς τὰς ἰσχυούσας Συμβάσεις τὰς διεθνεῖς. Ἀφέθη κατὰ μέρος ἡ γενικὴ διαδικασία, ἡ ὑπὸ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν διὰ πάσας τὰς μειονότητας παραδεδεγμένη. Εἰδικῶς ὁμιλεῖ τὸ Πρωτόκολλον περὶ τῶν κ.κ. Κὸρφ καὶ Δὲ Ρόσθερ ὡς συμβουλευτικῶν ὀργάνων, δυναμένων νὰ παρέχωσι πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν γνώμας ἐπὶ τῆς ταχείας ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τῆς σχετικῆς πρὸς τὴν προστασίαν τῶν μειονοτήτων Συνθήκης. Τὰ ἄρθρα 2, 3, 4 κλπ. τοῦ Πρωτοκόλλου καθιδρύουν οἱονεὶ μίαν ἀνάκρισιν, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ εἶναι καὶ συνεχὴς καὶ θὰ ἠδύνατό τις νὰ παρασταθῇ πρὸ τοῦ Θεάματος μεμονωμένων ἀτόμων προσερχομένων εἰς τοὺς δύο ξένους καὶ παραπονουμένων, θὰ ἠδύνατό τις νὰ παρασταθῇ πρὸ πληθώρας ἀξιώσεων διασειουσῶν τὸ κῦρος τοῦ Κράτους, πρὸ καταστάσεως πᾶν ἄλλο ἢ συμφώνου πρὸς τοὺς κανόνας τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν καὶ πρὸς τοὺς ὅρους τοὺς κανονίζοντας γενικῶς τὰ τῆς προστασίας τῶν μειονοτήτων. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὴν σημασίαν τοῦ Πρωτοκόλλου ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως, διότι εἰς τὰ διπλωματικὰ ζητήματα αἱ νομικαὶ ἀπόψεις δὲν παίζουν πολὺν ρόλον. Θέλετε νὰ τὸ ὀνομάσετε Πρωτόκολλον, θέλετε νὰ τὸ ὀνομάσετε δήλωσιν ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, ἐκ παραλλήλου πρὸς δήλωσιν ὁμοίαν ἐκ μέρους τῆς Βουλγαρίας μὲ τὸ αὐτὸ περιεχόμενον; Εἶναι ἀδιάφορον. Δημιουργεῖ εἰδικὰς ὑποχρεώσεις, ἔστω καὶ ἂν ἀπεκλήθησαν δύο μονόλογοι αἱ declarations αὐταί, ἀλλὰ Σύμβασις μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βουλγαρίας ἀσφαλῶς δὲν ἐγένετο. Τοὐναντίον βλέπει κανεὶς σταθερὰν τὴν διάθεσιν καὶ πᾶσαν προφύλαξιν τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς τότε Κυβερνήσεως, ὅπως ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ Βουλγαρία μὴ δύναται δι’ ἀντιπροσώπων της νὰ μετάσχῃ τῆς ἐρεύνης τῶν ἐσωτερικῶν πραγμάτων τῆς Ἑλλάδος, διότι ἀποκλείονται τὰ μέλη τὰ μὴ οὐδέτερα, ἀντιθέτως πρὸς τὴν δήλωσιν τοῦ 1923, καθ’ ἣν εἰς ὁλόκληρον τὴν Μικτὴν Ἐπιτροπὴν θὰ ἀνετίθετο τὸ ἔργον τῆς ἐποπτείας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὅπως μὴ γίνῃ Σύμβασις μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βουλγαρίας, ὅπως παραμείνῃ πάντοτε τὸ ζήτημα ζήτημα ἐσωτερικοῦ δικαίου, ἀλλὰ «συμφέροντος διεθνοῦς» ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Ἐλέχθη ὅτι εἶναι μία Σύμβασις μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Προτιμῶ, κύριοι, νὰ ἀποφύγω τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος, διότι θὰ ἐξητάζετο μοιραίως ἂν ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν δύναται νὰ κάμνῃ Συμβάσεις. Ἀρκεῖ ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη, τὸ Πρωτόκολλον τοῦτο, ἀναμφισβητήτως τίκτει ὑποχρεώσεις τῆς Ἑλλάδος μὴ ὑπαρξάσας μέχρι τότε....
§19Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Εἶναι πρότασις, δὲν εἶναι ἀποδοχὴ διὰ νὰ εἶναι Σύμβασις.
§20Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι, ὅταν συνεζητεῖτο ἡ Συνθήκη τῶν Βερσαλλιῶν εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλήν, παρ’ ὅλους τοὺς ἐνθουσιασμοὺς διὰ τὴν ἧτταν τῆς Γερμανίας, ἥτις ἀπεδέχετο τότε νὰ πληρώσῃ ἕνα ποσὸν τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐφαίνετο μέγα, δὲν ἔλειψαν δριμεῖς ἐπικριταὶ τῆς Συνθήκης. Ὁ δὲ γηραιὸς Κλεμανσὼ τοῖς ἀπήντησεν ὅτι ἡ Συνθήκη αὐτὴ εἶναι ἕνα ὄργανον διπλωματικόν. Θὰ ἀξίζῃ ὅ,τι θὰ κάμετε μὲ αὐτό, ὅπως θὰ τὸ μεταχειρισθοῦν οἱ ἐνδιαφερόμενοι. Τὸ ἴδιον θὰ ἠδύνατό τις, κύριοι, νὰ εἴπῃ καὶ περὶ τοῦ Πρωτοκόλλου τούτου. Ἂν ἀπὸ ἀγαθῆς προθέσεως ἐπρόκειτο νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ σύνταξις τοῦ Πρωτοκόλλου τούτου, ἂν ἡ ἀγαθὴ πρόθεσις ἐβασίλευεν εἰς ὅλους τοὺς ἐνδιαφερομένους δι’ αὐτό—ὅταν δὲ λέγω τοὺς ἐνδιαφερομένους, τὸ τονίζω καλῶς, δὲν ἐννοῶ μόνον τὰς Κυβερνήσεις, ἐνδιαφέρονται οἱ λαοὶ συνήθως ὁλόκληροι διὰ τὴν ἐνέργειαν καὶ τὴν ἐπίδρασιν τοιούτων πράξεων—, δὲν θὰ ἠγείροντο κατ’ αὐτοῦ, παρ’ ὅλας τὰς νέας ρήτρας, τόσαι κατακραυγαὶ ὅσαι ἠκούσθησαν. Ἀλλὰ ποίας ὑποδοχῆς ἔτυχε τὸ Πρωτόκολλον εὐθὺς ὡς ἐγένετο; Ἀνέλαβον τὴν Κυβέρνησιν ὀλίγας ἡμέρας μετὰ ταῦτα. Καὶ ὀφείλω νὰ ἐξομολογηθῶ ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἀσθενείας μου δὲν ἠδυνήθην νὰ μάθω τὰ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, ἥτις τότε δὲν εἶχεν ἐγείρει τὴν προσοχήν τινος. Ἀλλ’ εὐθὺς κατὰ τὸν Ὀκτώβριον ἔβλεπέ τις ὅτι ὁ Τύπος τῆς ὁμόρου Χώρας, τῆς Βουλγαρίας, μετὰ τῆς ὁποίας, ὑποθέτω, πᾶς τις θὰ ἐπιθυμῇ νὰ εὑρίσκεται εἰς σχέσεις ὁμαλῆς γειτονίας, μὴ ἀποκρούων ἵνα, ἂν τὸ παρελθὸν λησμονηθῇ καὶ ἂν τὸ παρὸν γίνῃ σεβαστόν, αἱ σχέσεις αὗται ἐξελιχθῶσι καὶ εἰς σχέσεις καλῆς φιλίας καὶ εἰς σχέσεις καλῆς ἐμπορικῆς ἐπικοινωνίας, ὁ Τύπος ἠλάλαζε. Θὰ μοὶ εἴπετε· ὁ Τύπος; Ναί· διότι εἶπον ὅτι δὲν εἶναι μόνον αἱ Κυβερνήσεις, ἀλλ’ εἶναι καὶ οἱ λαοὶ καὶ ἡ Κοινὴ Γνώμη, ἡ ὁποία ἐνδιαφέρεται διὰ τοιαῦτα ζητήματα. Ὁ Τύπος ἐθεώρησεν αὐτὸ ὡς μεγαλούργημα, ὡς ἐθνικὴν ἐπιτυχίαν Διατί ἡ Ἑλλάς, θέλουσα νὰ δείξῃ τὴν καλὴν αὐτῆς διάθεσιν, θέλουσα νὰ δείξῃ ὅτι πράγματι σέβεται τὰς Συνθήκας περὶ μειονοτήτων, διατί ἡ Ἑλλὰς τοὺς νέους περιορισμούς, κοινοὺς διὰ τὴν Βουλγαρίαν καὶ δι’ ἡμᾶς, δὲν τοὺς ἐθεώρησεν ἐξ ἴσου ὡς ἐπιτυχίαν διὰ τὰς ἐν Βουλγαρίᾳ μειονότητας; Καὶ ἔβλεπε κανεὶς φύλλα ἐπίσημα κομμάτων, συνεχῶς, εἰς διάστημα πολλῶν ἡμερῶν, καὶ φύλλα ἡμιεπίσημα οὐχὶ ἅπαξ, διότι καὶ τὰ ἡμιεπίσημα φύλλα καὶ ἅπαξ καὶ δὶς καὶ τρὶς εἶναι δυνατὸν νὰ λανθασθῶσιν, ἀλλὰ πολλάκις καὶ ἐπὶ συνεχεῖς ἡμέρας τονίζοντα κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὴν σημασίαν τῶν δηλώσεων ἐκείνων τῶν μονομερῶν, ὥστε μονονουχὶ ἐθεωρεῖτο αὕτη ὡς ἀποτελοῦσα βάσιν μελλουσῶν ἐθνικῶν διεκδικήσεων, ἀνατροπὴν δηλαδὴ ἐδαφικοῦ καθεστῶτος, τὸ ὁποῖον αἱματηραὶ καὶ πολύτιμοι νῖκαι ἔδωκαν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Καὶ ὄχι μόνον αἱ ἐγχώριοι ἐφημερίδες ἐδημιούργουν τοιαύτην δημοσίαν γνώμην, ἀλλὰ καὶ διεθνῶς τὸ αὐτὸ ἐγίνετο. Ἔχω κρατήσει ἐξεπίτηδες ἀπὸ τότε εἰς τὸ ἰδιαίτερόν μου ἀρχεῖον τὸ φύλλον τοῦ «Χρόνου» τῶν Παρισίων τῆς 13 Νοεμβρίου τοῦ 1924, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει ἐπιστολὴν ἐκ Σόφιας προερχομένην, σταλεῖσαν, φυσικά, πολὺ πρίν, ἀφοῦ δὲν πρόκειται περὶ τηλεγραφήματος. Καὶ εἰς τὴν ἐπιστολὴν αὐτὴν φέρεται, οὔτε πολὺ οὔτε ὀλίγον, χαρακτηρίζεται τὸ γενόμενον ὡς Σύμβασις καὶ δὴ ἀπὸ ἀρχηγοὺς κομμάτων, ὡς δέσμευσις διεθνής, τὸ ἀντίθετον δηλαδὴ ἀκριβῶς ἀπὸ ὅ,τι προετίθετο ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνική. (Ἀναγινώσκει σχετικὰ μέρη ἐκ τοῦ Γαλλικοῦ «Χρόνου»).
§21Κ. ΤΣΙΜΙΝΑΚΗΣ. Ναί, κύριε Πρόεδρε, ἀλλ’ αὐτὰ εἶναι καταπότια, τὰ ὁποῖα δὲν καταπίνουν ὅλοι οἱ λαοί. Αὐτὰ εἶναι πολὺ φυσικὰ διὰ τὸν σκοπὸν διὰ τὸν ὁποῖον τὰ ἔγραφον, διὰ τοὺς Βουλγάρους.
§22Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποθέτω ὅτι δὲν διίστασθε μὲ ὅσα εἶπον, διότι τοῦτο εἶπον ἀκριβῶς ὅτι, ἂν αἱ προθέσεις ἦσαν ἀγαθαί—δὲν λέγω τῶν κυβερνώντων, ἀλλὰ ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὰ ζητήματα ταῦτα λύονται ἀπὸ γενικωτέρας ἀντιλήψεως, διότι αἱ Κυβερνήσεις εἶναι ἐφήμεροι—ἂν αἱ προθέσεις ἦσαν ἀγαθαί, δὲν θὰ παρουσιάζετο ὡς Σύμβασις ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιμελῶς ἀπεφεύχθη νὰ γίνῃ ὡς Σύμβασις καί, ὀφείλω νὰ τὸ τονίσω, κύριοι, κατόπιν συζητήσεως εἰδικῆς, ἀπερρίφθη τοιαύτη ἰδέα Συμβάσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βουλγαρίας. Κύριοι, ἡ νῦν Κυβέρνησις δὲν ἐφήρμοσε ποσῶς τὴν δήλωσιν ἐκείνην τῆς Γενεύης. Διὰ δηλώσεων δὲ εἰς τὰς ὁποίας προέβην πρὸ πολλοῦ χρόνου καὶ εἰς ξένας ἐφημερίδας καὶ εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς κυρίους Δὲ Ρόσδερ καὶ Κόρφ, ὅταν ἦλθον ἐδῶ, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Βουλγαρίας, εἰς τὸν ὁποῖον ἐτόνισα ὅτι, προκειμένου περὶ ἐσωτερικοῦ ζητήματος, οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει ἀναμίξεως οἱασδήποτε οὔτε κἂν δηλώσεώς της οἱασδήποτε, ἀλλ’ ἔσπευσα νὰ εἴπω ὅτι μοὶ ἔκαμε κατάπληξιν ὁ τόνος ὁ ὁποῖος ὑπῆρξεν εἰς τὸν Τύπον τὸν ἐπίσημον καὶ μὴ ἐπίσημον, ἔδωκα σαφῶς νὰ ἐννοηθῇ ὅτι τὸ Πρωτόκολλον δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ, ἀφοῦ ἐν τῷ ὁμόρῳ λαῷ δὲν ὑπάρχει πόθος πρὸς γαλήνην, πρὸς ἥσυχον γειτονίαν καὶ πρὸς τὸ ἀδιατάρακτον τῶν σχέσεων τῶν προκυψασῶν ἐκ τοῦ ἐδαφικοῦ καθεστῶτος. (Χειροκροτήματα). Διατί, κύριοι, δὲν τὰ εἶπον τότε καὶ δημοσίᾳ; Διότι ἔχω τὸ δυστύχημα νὰ πιστεύω ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνωνται εἰμὴ μετὰ πάροδον χρόνου τινὸς ἴσως ἀντικείμενον δημοσίων συζητήσεων καὶ δηλώσεων ὅσα λέγονται ἀπὸ ἀντιπρόσωπον Κράτους εἰς διεθνεῖς συνομιλίας. Θὰ ἠδυνάμην ἁπλούστατα νὰ ἀναφέρω ὅτι παρῆλθεν ἑνδεκαετία ἢ δωδεκαετία ἀπὸ τοῦ πολέμου τοῦ 1912 καὶ τοῦ 1913 καὶ ἐξέδωκεν ἡ Γαλλία, μετὰ τὸ πέρας τοῦ μεγάλου πολέμου, Κυανῆν Βίβλον περιέχουσαν ἔγγραφά τινα μόνον ἐκ τῶν ἀναφερομένων εἰς τὰς διπλωματικὰς αὐτῆς ἐνεργείας τῶν ἐτῶν 1912 καὶ 1913, ἐνεργείας ἀναφερομένας εἰς τοὺς πολέμους τοὺς Βαλκανικούς. Προκληθεὶς ὅμως εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ ὁμιλήσω πρὸ τῶν ἑορτῶν ἐδήλωσα σαφῶς ὅτι τὸ Πρωτόκολλον δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ, ἂν προηγουμένως δὲν ἀποφανθῇ περὶ τούτου ἡ Συνέλευσις, ἡ μόνη κυρίαρχος νὰ κρίνῃ περὶ τῆς τύχης αὐτοῦ, ἀφοῦ μάλιστα, ἀνεξαρτήτως τῆς νομικῆς ἀναγκαιότητος, ὑπάρχει καὶ τὸ προηγούμενον ὅτι καὶ ἐν αὐτῇ τῇ ὁμόρῳ Χώρᾳ συνησθάνθησαν τὴν ἀνάγκην ὅπως ὑποβληθῇ ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος ἡ γενομένη διὰ τοῦ Πρωτοκόλλου δήλωσις. Προσέθεσα δέ, κύριοι, εἰς τὰς διεθνεῖς μου συνομιλίας ὅτι δὲν θὰ κρύψω ὄπισθεν τῆς ψήφου τῆς Συνελεύσεως τὴν γνώμην τῆς νῦν Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ εἰς ἐμαυτὸν τὸ καθῆκόν μου, ὅπως ἐν καιρῷ εἴπω τὴν γνώμην μου δημοσίᾳ ἐπὶ τοῦ Πρωτοκόλλου. Καὶ ἐδήλωσα ὅτι δὲν δύναμαι νὰ συστήσω εἰς τὴν Συνέλευσιν τὴν ἔγκρισιν τοῦ Πρωτοκόλλου τούτου. Εἶπον ὅτι δὲν θὰ ἠδυνάμην νὰ μετέλθω ἄλλην ὁδὸν καὶ νὰ νίψω τὰς χεῖράς μου, ὡς ὁ Πιλάτος, λέγων «ὅ,τι θέλει ἂς κάμῃ ἡ Συνέλευσις». Εἶπον εὐθέως τὴν γνώμην μου. Εἶπον ὅτι, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἐδημιούργει ἐκτάκτους ὑποχρεώσεις, καὶ τὰ μετὰ τοῦτο προκύψαντα γεγονότα θὰ ἐδικαιολόγουν κατὰ πάντα τὴν Ἑλλάδα διὰ τὴν στάσιν αὐτῆς ἔναντι τοῦ Πρωτοκόλλου. Οὐδεὶς θὰ ἠδύνατο νὰ παρίδῃ τὸν ἐρεθισμὸν τὸν δίκαιον ὁ ὁποῖος προέκυψε παρὰ τῇ Κοινῇ Γνώμῃ ἐκ τῆς συμπαραβολῆς δύο γεγονότων. Τὸ ἓν γεγονὸς εἶναι ὅτι εὐθὺς μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Πρωτοκόλλου τούτου σειρὰ ἀδικημάτων καὶ βιαιοπραγιῶν ἐπηκολούθησεν ἐναντίον Ἑλλήνων ζώντων ἐν Βουλγαρίᾳ. Οὔτε ἓν οὔτε δύο οὔτε τρία οὔτε τέσσαρα, δώδεκα, δεκατρία, δεκατέσσαρα, δεκαπέντε, τὰ ὁποῖα ἐγκαίρως κατηγγείλαμεν καὶ διὰ τὰ ὁποῖα διεμαρτυρήθημεν. Δὲν θέλω νὰ ἀποδώσω πρόθεσιν, κύριοι, εἰς τοὺς κυβερνῶντας τὴν Βουλγαρίαν, μετὰ τῶν ὁποίων αἱ σχέσεις ἡμῶν εἶναι εἰσέτι ὁμαλαί, ἀλλὰ κατηγγείλαμεν ἐγκαίρως τὰ γεγονότα ταῦτα καὶ οὐδεὶς ἔνοχος κατωρθώθη νὰ συλληφθῇ, οὐδεὶς ἔνοχος νὰ ἀνακαλυφθῇ, οὐδεὶς ἔνοχος νὰ τιμωρηθῇ. Συγκρίνατε πρὸς ταῦτα τὸ ἕτερον γεγονός, ὅτι ἡ Ἑλλὰς κατεδίκασε διὰ τοῦ Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης αὐστηρότατα, εἰς δεκαετῆ πρόσκαιρα δεσμά, τὸν ἔνοχον τοῦ ἀδικήματος, διὰ τὸ ὁποῖον ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ καὶ δικαιολογία, καὶ θὰ ἴδετε τίς προστατεύει τὰς μειονότητας. Αὐτὴ εἶναι, κύριοι, ἡ στάσις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῶν διεθνῶν κύκλων. Ἐπρόσθεσα —νομίζω δὲ ὅτι ἑρμηνεύω ἐν τούτῳ τὴν γνώμην πάντων ὑμῶν, ἀνεξαρτήτως πολιτικῆς μερίδος καὶ ἀποχρώσεως— ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι σταθερῶς ἀποφασισμένη νὰ σεβασθῇ τὰς γενικὰς διατάξεις τῆς Συνθήκης περὶ μειονοτήτων καὶ ἔχει καὶ ἀποδείξεις καὶ ἐκ τοῦ παρελθόντος περὶ τῆς πολιτικῆς αὐτῆς. Πόσοι δὲν ζῶσι μὲ ἄλλο θρήσκευμα ἐλεύθεροι εἰς τὰ διάφορα μέρη τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν; Δὲν ὑπάρχουσιν Ἰσραηλιτικαὶ κοινότητες ἀπολαύουσαι πλήρους ἰσοπολιτείας; Δὲν ὑπάρχουσι Καθολικοὶ ἀπολαύοντες ἀπὸ ἐτῶν μακρῶν πλήρους ἐλευθερίας; Δὲν ἔζων οἱ Τουρκοκρῆτες ἐν Κρήτῃ ἀπολαύοντες πλήρους ἐλευθερίας; Δὲν εἴχομεν βουλευτὰς Μουσουλμάνους, ἀπολαυόντων τῶν πληθυσμῶν αὐτῶν ὅλων τῶν ἐλευθεριῶν ὧν καὶ οἱ Ἕλληνες; Δὲν ἐδώκαμεν ἡμεῖς μετὰ τὸ 1913 εὐθὺς τὴν καθολικὴν ψηφοφορίαν εἰς πάντας τοὺς ἀλλογενεῖς, ἡ ὁποία μᾶς ἐστοίχισε τόσον ἀκριβά; Δὲν χορηγοῦμεν σήμερον ἐπιδόματα εἰς τὰς Μουσουλμανικὰς κοινότητας διὰ νὰ δύνανται νὰ ἀναπτυχθῶσι τὰ τέκνα αὐτῶν εἰς σχολὰς ἰδικάς των; Δὲν ἀφήνομεν ἐλευθέρους πάντας νὰ ἐκτελῶσι τὰ τῆς λατρείας των ὅπως θέλουσιν; Ἡ ἀνεξικακία καὶ ἡ ἀνεξιθρησκία ὑπῆρξαν τὸ χαρακτηριστικὸν τοῦ Ἕλληνος. Καὶ ἐρχόμεθα νὰ ἀποδείξωμεν διὰ τῆς τελευταίας διαγωγῆς ἡμῶν ὅτι, ἂν ὑπῆρξε παρεκτροπή τις, τὴν παρεκτροπὴν αὐτὴν γνωρίζομεν νὰ τιμωρῶμεν αὐστηρῶς. Αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ στάσις τῆς Κυβερνήσεως. Εἶσθε κυρίαρχοι ἐπὶ τῆς τύχης τοῦ Πρωτοκόλλου. Ἐγὼ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἀποφασίσητε περὶ αὐτοῦ ὡσανεὶ δὲν εἶχον εἴπει γνώμην. Ὤφειλα νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, ἀλλὰ μὴ συντελέσας εἰς τὸ Πρωτόκολλον τοῦτο δὲν εἶμαι δεσμευμένος ποσῶς οὔτε νὰ τὸ ὑποστηρίξω οὔτε θέλω νὰ θέσω ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης τὴν ἀπόρριψίν του. Σᾶς παρακαλῶ νὰ κρίνητε ὡσεὶ ἐγὼ δὲν εἶχον ὁμιλήσει, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι πάντες θὰ κρίνητε ὑπ’ αὐτὴν τὴν κατεύθυνσιν. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ζητήσω μόνον ἀπὸ σᾶς, ἂν νομίζετε ὅτι ἔσφαλεν ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ διαχειρίσει τοῦ ζητήματος τούτου, νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῶν εὐθυνῶν αὐτῆς ἢ καὶ τῆς προκατόχου, ἂν θέλετε, ἀφοῦ ἀποφασίσωμεν πρότερον περὶ τῆς τύχης τοῦ Πρωτοκόλλου καὶ ἀφοῦ δειχθῇ ὁποία τις εἶναι ἡ θέλησις ἡμῶν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. (Χειροκροτήματα).
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ρέντης ἔχει τὸν λόγον.
§24ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Νὰ διακόψωμεν ἐπὶ 5 λεπτά, κ. Πρόεδρε.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5 λεπτά. (Ὥρα 7.30′ μ.μ.).
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 7.40′ μ.μ.).
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Ρέντης ἔχει τὸν λόγον.
§27Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, παρ’ ὅλην τὴν ἱκανοποίησιν τὴν ὁποίαν αἰσθανόμεθα διὰ τὰς γενομένας συστάσεις περὶ ἀπορρίψεως τοῦ Πρωτοκόλλου τῆς Γενεύης....
§28Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶπον ὅτι δὲν δύναμαι νὰ συστήσω εἰς τὴν Συνέλευσιν τὴν ἔγκρισιν τοῦ Πρωτοκόλλου. Παρακαλῶ αἱ λέξεις μου νὰ εἶναι σταθμισμέναι.
§29Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τί σημαίνουν αὐτά; Σημαίνουν τὴν ἀπόρριψιν.
§30Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐξαγάγετε ὅ,τι συμπέρασμα θέλετε.
§31Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Παρ’ ὅλην τὴν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐγκατάλειψιν τῆς ὑποστηρίξεως τοῦ Πρωτοκόλλου τῆς Γενεύης, παρ’ ὅλην τὴν ἱκανοποίησιν τὴν ὁποίαν διὰ τοῦτο αἰσθανόμεθα, δὲν μᾶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδεχθῶμεν τὸ αἰτιολογικὸν μέρος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἀπόρριψιν. Αἰτιολογικὸν δὲ μέρος εἶναι: Πρῶτον δηλώσεις ἐπίσημοι γενόμεναι ὑπὸ τῶν Βουλγάρων πολιτικῶν, παρουσιάζουσαι τὸ Πρωτόκολλον ἐκεῖνο ὡς συμφωνίαν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βουλγαρίας. Δεύτερον ἐγκλήματα διαπραχθέντα ἐν Βουλγαρίᾳ μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Πρωτοκόλλου ἐναντίον Ἑλλήνων, τοὺς ὁποίους ὑπετίθετο ὅτι τὸ Πρωτόκολλον θὰ ἐπροστάτευε. Τρίτον μὴ τιμωρία ἐκ μέρους τῶν Βουλγαρικῶν Ἀρχῶν τῶν ὑπαιτίων τῶν ἐγκλημάτων ἐκείνων, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος ἐδόθη τὸ παράδειγμα τῆς αὐστηροτάτης τιμωρίας ἄλλων παρομοίων γεγονότων, γενομένων ἐπὶ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους ἐκ μέρους Ἑλλήνων εἰς βάρος ἀτόμων ἀνηκόντων εἰς Βουλγαρικὴν μειονότητα. Ἄν ἐπὶ τῶν ἐπιχειρημάτων τούτων καὶ μόνον ἐστηρίζετο ἡ Συνέλευσις διὰ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπόρριψιν τοῦ Πρωτοκόλλου, φοβοῦμαι ὅτι θὰ περιεπλέκετο δεινῶς καὶ διεθνῶς ἐνώπιον τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ἡ Χώρα, καὶ ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα ἐμφανίζουσι τόσα σημεῖα ἀσθενῆ, ὥστε εἶναι ζήτημα ἂν ἡ γνώμη αὐτῆς ταύτης τῆς Συνελεύσεως θὰ ἐπεκράτει ἐν τέλει. Τὸ ζήτημα τῶν μειονοτήτων δὲν ἐμφανίζεται τὸ πρῶτον εἰς τὰς Συμβάσεις τὰς ὑπογραφείσας ἐν Παρισίοις. Τὸ ζήτημα, ὑπὸ τὴν ἐξέλιξιν τὴν ὁποίαν ἔχει σήμερον, προβάλλει τὸ πρῶτον μετὰ τὸν μεσαίωνα, ἀφ’ ὅτου ἐνεφανίσθησαν οἱ θρησκευτικοὶ ἀγῶνες ἐν Εὐρώπῃ. Οἱ δεινοὶ πόλεμοι καὶ αἱ σκληρότητες αἱ ὁποῖαι ἐπηκολούθουν διὰ τὰς θρησκευτικὰς διχογνωμίας ἠνάγκαζον τὰ Κράτη νὰ προνοῶσιν ἐντὸς τῶν Συνθηκῶν εἰρήνης περὶ προστασίας τῶν ὁμοθρήσκων αὐτῶν τῶν εὑρισκομένων ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τοῦ ἑτέρου ἐμπολέμου, μετὰ τοῦ ὁποίου εἰσήρχοντο εἰς περίοδον εἰρήνης. Τὸ πρῶτον σχεδὸν κατὰ τὸ 1552 ἐμφανίζεται τοιαύτη περίπτωσις, σαφέστερον δὲ ἐκδηλοῦται κατὰ τὴν Συνθήκην τοῦ Augsbourg τοῦ 1555. Ἐπακολουθοῦν καὶ ἄλλαι Συνθῆκαι, σπουδαιοτέρα τῶν ὁποίων εἶναι ἡ Συνθήκη τῆς Βεστφαλίας τοῦ 1648, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ καὶ σταθμὸν εἰς τὴν ὅλην διπλωματικὴν ἱστορίαν τῶν νεωτέρων πεπολιτισμένων Ἐθνῶν. Ὀλίγον κατ’ ὀλίγον αἱ διατάξεις περὶ προστασίας τῶν θρησκευτικῶν μειονοτήτων προχωροῦν διὰ νὰ περιλάβουν διατάξεις ἀφορώσας τὴν προστασίαν τῶν σχολείων. Ἀπὸ τοῦ 1860, νομίζω, διὰ τῆς Συνθήκης μεταξὺ Σουηδίας καὶ Πολωνίας λαμβάνεται πρόνοια περὶ προστασίας ὄχι τῶν θρησκευτικῶν μειονοτήτων μόνον ἀλλὰ καὶ τῆς ἐκπαιδευτικῆς αὐτῶν ἐλευθερίας. Καὶ ἔκτοτε ὁμοιομόρφως εἰς ὅλας τὰς Συμβάσεις τῆς Εὐρώπης ἐνεφανίζοντο διατάξεις προνοοῦσαι ὑπὲρ τῶν τοιούτων μειονοτήτων. Συνθήκη μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γαλλίας τῷ 1832 προνοεῖ περὶ προστασίας τῶν Καθολικῶν ἐν Ἑλλάδι. Αἱ Συμβάσεις τοῦ 1830, τοῦ 1832, τοῦ 1863 καὶ τοῦ 1864 προνοοῦσι περὶ προστασίας τῶν ἀλλογενῶν καὶ ἐμφανίζουν τρόπον τινὰ μίαν ἐγγύησιν ἐκ μέρους τῶν Μεγάλων Δυνάμεων πρὸς προστασίαν ἀλλοθρήσκων πληθυσμῶν. Ἀλλὰ καὶ ἡ Συνθήκη τοῦ 1881 περὶ παραχωρήσεως τῆς Θεσσαλίας ἔχει διατάξεις προστασίας τῶν Μουσουλμανικῶν μειονοτήτων, τῆς ἰδιοκτησίας αὐτῶν, τῶν δικαιωμάτων των. Φθάνομεν μέχρι τῶν Συνθηκῶν αἱ ὁποῖαι ἐπήγασαν ἐκ τῶν Βαλκανικῶν πολέμων καὶ γνωρίζετε ὅτι κατὰ τὴν Σύμβασιν τοῦ Βουκουρεστίου ἀνέλαβον ὑποχρεώσεις τὰ ἄλλα Κράτη ἀπέναντι τῆς Ρουμανίας περὶ προστασίας τῶν Κουτσοβλαχικῶν μειονοτήτων, ὅτι ἐν τῇ Συνθήκῃ τῶν Ἀθηνῶν, ὑπογραφείσῃ τῷ 1913, ἐλήφθη πρόνοια περὶ προστασίας τῶν Μουσουλμάνων, τὸ αὐτὸ δὲ συνέβη καὶ διὰ τῶν Συνθηκῶν αἱ ὁποῖαι ὑπεγράφησαν μεταξὺ Σερβίας καὶ Τουρκίας, Τουρκίας καὶ Βουλγαρίας. Εἶχε θεσπισθῆ τρόπον τινὰ δι’ ὅλων αὐτῶν τῶν Συνθηκῶν ἓν καθεστὼς προστασίας τῶν μειονοψηφιῶν συμβατικὸν μεταξὺ Κράτους πρὸς Κράτος. Ἐδίδετο τρόπον τινὰ δικαίωμα ἐπεμβάσεως τοῦ ἑνὸς Κράτους εἰς τὰ ἐσωτερικὰ τοῦ ἄλλου καὶ πολλάκις ἐσημειώθη πολιτικὴ ἐκμετάλλευσις τοῦ ζητήματος τῶν μειονοτήτων διὰ πολιτικοὺς σκοπούς. Μία Συνθήκη ἢ Πρωτόκολλον τοῦ 1815 ὑπογραφὲν μεταξὺ τοῦ Βασιλέως τῆς Σαρδηνίας καὶ τοῦ Καντονίου τῆς Γενεύης, διὰ τοῦ ὁποίου ἐλαμβάνετο πρόνοια περὶ προστασίας τῶν Καθολικῶν ἐν Γενεύῃ, ἔδωκε λαβὴν εἰς ἐπέμβασιν ἐν Γενεύῃ κατὰ τὸ 1822 ἐξ ἀφορμῆς ἑνὸς νόμου ἐπὶ τῶν γάμων, ὅστις ἐθεωρήθη ὅτι ἔθιγε τὰ δικαιώματα καὶ τὸ θρήσκευμα τῶν Καθολικῶν. Τὸ δικαίωμα τοῦτο τῶν ἐπεμβάσεων ἐμφανίζεται ἀκόμη εὐκρινέστερον δι’ ὅ,τι ἀφορᾷ τὰ ἐν Ἀνατολῇ πράγματα. Διαρκεῖς ἐπεμβάσεις ἔχομεν ἐν Τουρκίᾳ ἐξ ἀφορμῆς τῶν μειονοτήτων, ὁσάκις αἱ ἐπεμβάσεις αὐταὶ ἦσαν καὶ πολιτικῶς σκόπιμοι. Τὸ καθεστὼς συνεπῶς τὸ προπολεμικὸν τῶν μειονοτήτων ἦτο καθεστὼς συμβατικόν, ἔχον μορφὴν πολιτικήν. Εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην ἦλθε νὰ θέσῃ τέρμα ἡ νέα περίοδος, ἡ ἀρχομένη διὰ τῶν Συνθηκῶν τῆς εἰρήνης τῶν ὑπογραφεισῶν ἐν Παρισίοις. Ἀπερρίφθη τότε τὸ ζήτημα τῶν μειονοψηφιῶν νὰ εἶναι ζήτημα μεταξὺ τοῦ Κράτους καὶ τῶν μειονοψηφιῶν αἱ ὁποῖαι περιείχοντο ἐντὸς τοῦ ἐδάφους του, νὰ εἶναι ζήτημα ἐσωτερικόν. Ἐγεννήθη ὑποχρέωσις διὰ τὸ Κράτος νὰ λαμβάνῃ νομοθετικὰ καὶ ἄλλα μέτρα χάριν τῆς προστασίας τῶν μειονοτήτων, νὰ παύσῃ δὲ νὰ ἀποτελῇ τοῦτο ζήτημα μεταξὺ τῶν διαφόρων Ἐθνῶν καί, ἂν ὑπάρχῃ ἀνάγκη μιᾶς ἐπιβλέψεως, τὴν ἐπίβλεψιν αὐτὴν νὰ μὴ τὴν ἐνασκοῦν τὰ Κράτη τὰ ἐνδιαφερόμενα διὰ τὰς ἑκάστοτε μειονοψηφίας, ἀλλὰ νὰ τὴν ἐνασκῇ ὁ διεθνὴς ὀργανισμὸς τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ὁ ὁποῖος διεδέχθη τότε τὰς Μεγάλας Δυνάμεις εἰς τὸν ρόλον τὸν ὁποῖον διεδραμάτιζον αὗται ἐν Εὐρώπῃ κατὰ τὸν τελευταῖον αἰῶνα. Ἀλλ’ ἐπροχώρησεν ἔτι περαιτέρω· αἱ Συμβάσεις τῆς εἰρήνης ἔθεσαν τέρμα εἰς τὸν πολιτικὸν χαρακτῆρα τοῦ ζητήματος τῶν μειονοτήτων καὶ ἔθεσαν τὴν σφραγῖδα ζητήματος νομικοῦ, ζητήματος δικαστικοῦ. Διενέξεις ἐγειρόμεναι διὰ ζητήματα μειονοτήτων δὲν λύονται ἀρχικῶς ἐκ μέρους τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν· παραπέμπονται εἰς τὸ Διαρκὲς Δικαστήριον τῆς Χάγης, ὅπως δικασθῶσιν ὑπ’ αὐτοῦ. Κατὰ τὸ καθεστὼς συνεπῶς τὸ ὁποῖον μᾶς διέπει ἀποκλείεται οἱαδήποτε παρέμβασις Κράτους ξένου δι’ ὅ,τι ἀφορᾷ τὰς ἐν Ἑλλάδι μειονότητας, δι’ ὅ,τι ἀφορᾷ οἱασδήποτε μειονότητας εἰς οἱονδήποτε ἄλλο Κράτος. Ἀποκλείεται ἀπολύτως ὁ πολιτικὸς χαρακτὴρ τῆς ὑπάρξεως τῶν μειονοτήτων καὶ ἡ πολιτικὴ ἐκμετάλλευσις ἐνδεχομένων αἰτιάσεων τῶν μειονοτήτων. Ἄν δὲ προκύψῃ περίπτωσις καθ’ ἣν ἓν Κράτος παραβιάσῃ ὑποχρεώσεις ἀπέναντι τῶν μειονοτήτων τὰς ὁποίας ἐθέσπισαν αἱ Συνθῆκαι, τὸ Κράτος τοῦτο θὰ δικασθῇ ὑπὸ τοῦ Διεθνοῦς Διαρκοῦς Δικαστηρίου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνέγνωσε τὰ ἄρθρα τὰ σχετικὰ τὰ περιεχόμενα εἰς τὴν Σύμβασιν περὶ μειονοτήτων καὶ ἐξέθεσεν ἐν λεπτομερείᾳ τὸ ἱστορικὸν τῆς ὑπογραφῆς αὐτῆς. Δὲν ἐτονίσθη ὅμως, νομίζω, ἐπαρκῶς ἡ διάταξις ἡ ἀφορῶσα τὸν ρόλον τὸν ὁποῖον διαδραματίζει εἰς τὰ ζητήματα τῶν μειονοτήτων τὸ Διεθνὲς Δικαστήριον τῆς Χάγης. Εἶχον λάβει ἀφορμὴν πρὸ πέντε σχεδὸν ἐτῶν νὰ μελετήσω ἰδιαιτέρως τὰς διατάξεις τῆς Συμβάσεως περὶ μειονοτήτων, ὡς ἐκ τῆς θέσεως τὴν ὁποίαν κατεῖχον τότε — τῷ 1920 — ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ νὰ κρατήσω συνοπτικά τινα σημειώματα περὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ Ἑλλὰς θὰ προέβαινεν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων ἐκείνων. Μερικὰ ἄρθρα ἐκ τῆς Συμβάσεως τῶν μειονοτήτων δὲν προσκρούουν εἰς τὰ διατεταγμένα ἐν Ἑλλάδι καὶ πρὸ ἀκόμη τῆς ὑπογραφῆς τῆς Συμβάσεως ταύτης. Ἀπόλυτος προστασία καὶ ἰσότης τῶν πολιτῶν ἀνεξαρτήτως θρησκευτικοῦ φρονήματος, γλωσσικοῦ ἰδιώματος, ἀνταποκρίνεται πληρέστατα εἰς τὴν διανοητικότητα τῶν νεωτέρων πολιτῶν τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς νομοθεσίας καὶ χωρὶς νὰ περιέχωνται αἱ διατάξεις εἰς τὴν Σύμβασιν ἡ Ἑλλὰς ἀφ’ ἑαυτῆς θὰ ἔσπευδεν, ὅπως εἶχε σπεύσει καὶ ἄλλοτε, νὰ προστατεύσῃ ἀπολύτως θρησκευτικάς, γλωσσικὰς ἢ ἐθνικὰς μειονότητας αἱ ὁποῖαι διαβιοῦσιν ἐν Ἑλλάδι. Ἄλλα τινὰ ἄρθρα ἐπισύρουσι τὴν ἡμετέραν προσοχήν, ὅπως τὸ ἄρθρον 8, κατὰ τὸ ὁποῖον (ἀναγινώσκει): «Οἱ Ἕλληνες οἱ ἀνήκοντες εἰς ἐθνικὰς ἢ γλωσσικὰς μειονότητας ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ συνιστῶσι, διευθύνωσι καὶ ἐλέγχωσιν, ἰδίαις δαπάναις, φιλανθρωπικά, θρησκευτικὰ ἢ κοινωφελῆ ἱδρύματα, σχολεῖα καὶ ἄλλα ἐκπαιδευτικὰ ἱδρύματα μετὰ τοῦ δικαιώματος νὰ ποιῶνται ἐλευθέρως χρῆσιν τῆς ἰδίας αὐτῶν γλώσσης καὶ νὰ τελῶσιν ἐλευθέρως τὰ τῆς θρησκείας των ἐν αὐτοῖς». Ἐκ τοῦ ἄρθρου τούτου εἶχον σημειώσει τότε, καὶ γνωρίζω ὅτι τὸ σημείωμα τὸ ὁποῖον ἔκαμα εὑρίσκεται εἰς τὸ ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι «θὰ ἐπιτραπῇ ἡ δι’ ἔξωθεν ἀποστελλομένων χρημάτων δημιουργία προπαγανδιστικῶν κέντρων. Λεπτομερὴς ἐξέτασις τῶν πόρων δέον νὰ προηγῆται πάσης ἐγκρίσεως λειτουργίας παρομοίων ἱδρυμάτων, αὐστηρὸς δὲ ἔλεγχος ἐπὶ τῶν ἤδη ὑφισταμένων νὰ ἀποκλείσῃ πᾶσαν ξένην ἐπέμβασιν». Τονίζομεν ἰδίως ὅτι ἡ σχετικὴ αἴτησις πρέπει νὰ ἀνταποκρίνεται καὶ εἰς πραγματικὴν ἐλευθερίαν τῆς κοινότητος καὶ νὰ μὴ εἶναι ἔργον ὀλίγων τυχὸν ταραξιῶν. Αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 9 λέγουν ὅτι ὅπου ὑπάρχουν ὁπωσδήποτε συμπαγεῖς πληθυσμοὶ μιᾶς μειονότητος ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν τὸ Κράτος νὰ διαθέτῃ μέρος τῶν προσόδων του διὰ τὴν ἵδρυσιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἰς τὴν γλῶσσαν τὴν ὁποίαν ὁμιλεῖ ἡ μειονότης. Ἐπίσης ἐπέσυρε τὴν προσοχήν μου καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἐσημειώσαμεν ὅτι προκειμένου ἰδίως περὶ ξενοφώνων χριστιανῶν αἱ διατάξεις εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποβῶσι λίαν ἐπικίνδυνοι, διότι δύνανται νὰ δώσωσι λαβὴν εἰς ξένας προπαγανδιστικὰς ἐνεργείας «καὶ διὰ ταῦτα πρὸς ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τούτων πρέπει νὰ πρόκειται περὶ συμπαγῶν πληθυσμῶν καὶ νὰ ζητηθῇ παρὰ τῶν νομίμων αὐτῶν ἀντιπροσώπων, οἵτινες νὰ διερμηνεύωσι πράγματι τὴν ἐλευθέραν ἐπιθυμίαν τῆς μειονοψηφίας ἣν ἀντιπροσωπεύουσιν».
§32Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιτρέπετε;
§33Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Παρακαλῶ.
§34Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι μετὰ τὴν Συνθήκην τῶν Σεβρῶν αὐταὶ αἱ σημειώσεις;
§35Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Ναί. Εἶχον κρατήσει καὶ σημειώσεις τινὰς σχετιζομένας μὲ τὰ δικαιώματα τῆς Ρουμανικῆς μειονοψηφίας. Ἀλλ’ ὡς διεμορφοῦτο τὰ ζήτημα μετὰ τὴν Συνθήκην τοῦ 1920 ἡ Ἑλλὰς ἦτο φανερὸν ὅτι ἡ σπουδαιοτέρα μειονότης ἐν τῇ Χώρᾳ θὰ ἦτο ἡ Τουρκική, καὶ ἀπέναντι τῆς Τουρκικῆς μειονότητος ὑπῆρχε σταθερὰ ἀπόφασις τῆς τότε Κυβερνήσεως νὰ ἐφαρμόσῃ ἡ Ἑλλὰς τὴν πλέον φιλελευθέραν πολιτικήν, νὰ καταστήσῃ μετόχους τοὺς Τούρκους καὶ τῶν δημοσίων ἀξιωμάτων καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἀκόμη τῆς Χώρας, ἀφοῦ καὶ πρὶν ἢ τεθῇ ἡ Συνθήκη τῶν Σεβρῶν εἰς ἐφαρμογὴν σκέψις ἐγένετο ἐκ μέρους τοῦ τότε Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως νὰ προσλάβῃ καὶ Τοῦρκον Ὑπουργὸν μεταξὺ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Πράγματι δὲ ἡ Συνθήκη περὶ μειονοψηφιῶν ὀνομάζει τὴν Μουσουλμανικὴν μειονότητα, τὴν Ἰσραηλιτικὴν μειονότητα, ἡ ὁποία μετὰ τοὺς Τούρκους θὰ εἶχε τότε τὴν δευτέραν θέσιν, ἡ ὁποία σήμερον ἔχει τὴν πρώτην θέσιν ἐν Ἑλλάδι, καὶ τὴν Κουτσοβλαχικὴν μειονότητα, λόγῳ καὶ τῆς προγενεστέρως ἀναληφθείσης ὑποχρεώσεως ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος ἀπέναντι τῆς Ρουμανίας. Ἡ προσοχὴ συνεπῶς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους δι’ ὅ,τι ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν μειονοτήτων θὰ ἔπρεπε φυσικῷ τῷ λόγῳ νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν σειρὰν τὴν ὁποίαν κατέχουν, λόγῳ τῆς σπουδαιότητός των, αἱ διάφοροι μειονότητες ἐντὸς τῆς Χώρας αὐτοῦ. Ἂν ἐπρόκειτο νὰ ζητήσωμεν τὴν συνδρομὴν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, συνδρομὴν τὴν ὁποίαν δὲν δύναται κανεὶς νὰ ἀποκρούσῃ κατ’ ἀρχήν, ἐφόσον εἰς ἄλλα ζητήματα ἔδειξεν ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν τόσην εὐμένειαν ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος καὶ ἔχει δικαιώματα ἐπὶ τῆς ἡμετέρας εὐγνωμοσύνης. Θὰ ἠδύνατο κανεὶς νὰ ζητήσῃ τὴν συνδρομὴν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν καὶ τὰς συμβουλὰς ἵνα διαρρυθμίσῃ κατὰ πρῶτον τὴν σπουδαιοτέραν μειονότητα ἐν Ἑλλάδι, τὴν Ἰσραηλιτικὴν μειονότητα, κατὰ τρόπον ἀνταποκρινόμενον πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας εἶχεν ἐκ τῶν Συνθηκῶν ἡ Ἑλλάς, κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος θὰ εὐηρέστει τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, ὅταν θὰ ἐλάμβανε γνῶσιν τῶν τελικῶν διατάξεων καὶ τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις θὰ εἶχε λάβει ἀπέναντι τῆς σημαντικῆς ἐκείνης μειονότητος. Δευτέρα μειονότης σημαντικὴ ἐν Ἑλλάδι, περὶ τῆς ὁποίας ἠδύνατο νὰ λάβῃ μέριμναν ἡ Ἑλλάς, θὰ ἦτο ἡ τουρκικὴ μειονότης ἐν τῇ Δυτικῇ Θρᾴκῃ, διότι αὕτη ἀποτελεῖται ἐκ συμπαγοῦς πληθυσμοῦ ἐξαιρεθέντος τῆς ἀνταλλαγῆς, τοῦ ὁποίου εἴχομεν ἀναλάβει τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ σεβασμοῦ του καὶ ὁ ὁποῖος εἶναι συνδεδεμένος καὶ πρὸς ἄλλα τινὰ γενικώτερα ζητήματα τῆς Ἑλλάδος. Νομίζω συνεπῶς ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἐφόσον ἐνόμιζεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν συνδρομὴν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων περὶ μειονοτήτων, θὰ ἔπρεπε νὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ αὐτὰς τὰς μειονότητας.
§36Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Διὰ ποῖον λόγον, κύριε συνάδελφε, θὰ εἶχεν ἀνάγκην ἡ Ἑλλὰς νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν συνδρομὴν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν πρὸς ἐφαρμογὴν τῶν συνθηκῶν ἐπὶ τοῦ ἰδίου αὑτῆς ἐδάφους;
§37Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Διατί τὴν ἐζήτησε διὰ τὴν ἐφαρμογὴν προκειμένου περὶ τῆς βουλγαρικῆς μειονότητος;
§38Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν τὴν ἐζήτησεν· ἔγιναν ὑποδείξεις ἄλλοθεν. Μόνον ἂν ἐγίνοντο τοιαῦται ὑποδείξεις θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ σκέψις περὶ συνεργασίας τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ὄχι ὅμως ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας νὰ ζητήσῃ τὴν συνεργασίαν αὐτῆς ἡ Ἑλλάς.
§39Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διότι ἡ Ἑλλὰς ἔδειξε προθυμίαν νὰ κάμῃ τὴν δήλωσιν περὶ τῆς ὁποίας εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ δείξῃ τὴν καλήν της ἐπιθυμίαν, διὰ νὰ ἐφαρμόσῃ τὰς γενικωτέρας ἀρχάς, διὰ νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὸ γενικώτερον αἴσθημα.
§40Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Τὸ ἐζήτησεν ἄλλως τε ἡ Ἑλλάς· τὸ εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§41Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶπον ὅτι ὑπεδείχθη τοῦτο.
§42Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Ἄλλο ἂν ὑπεδείχθη. Τὸ ζήτημα εἶναι τί ἔκαμεν ἡ Ἑλλάς. Ἐπανέρχομαι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν μειονοτήτων, ὡς τοῦτο διεμορφώθη ὑπὸ τῶν Συνθηκῶν, ὡς τοῦτο ἐμφανίζεται διὰ τῆς Συνθήκης τὴν ὁποίαν ὑπέγραψεν ἡ Ἑλλάς, καὶ λέγω ὅτι τὸ Πρωτόκολλον τὸ ὁποῖον ὑπεγράφη ἐν Γενεύῃ τὸν παρελθόντα Σεπτέμβριον εὑρίσκεται εἰς ἀπόλυτον ἀντίθεσιν πρὸς τὸ καθεστὼς τῶν μειονοτήτων τὸ ὁποῖον ἐθεσπίσθη διὰ τῶν Συνθηκῶν τῆς εἰρήνης. Τὸ Πρωτόκολλον αὐτὸ εἶναι αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ κακόν, ἀνεξαρτήτως τῆς μειονοψηφίας ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἐγένετο, διότι εὑρίσκεται εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὰς θεμελιώδεις βάσεις αἱ ὁποῖαι ἐτέθησαν ἐκ μέρους τῆς Διασκέψεως τῆς εἰρήνης ὅσον ἀφορᾷ τὰς μειονότητας. Ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν μας ἀποφάσεις αὐτῆς ταύτης τῆς Συνελεύσεως τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν τοῦ 1922, καθ’ ἃς ἠθέλησε νὰ θέσῃ τέρμα εἰς πᾶσαν ὑπόνοιαν ὅτι ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν ἀποτελεῖ θεσμὸν προστατευτικὸν τῶν μειονοτήτων ἐναντίον τῶν Κρατῶν ἐντὸς τῶν ὁποίων περιέχονται αἱ μειονότητες. Ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν εἶπεν ὅτι δὲν εἶναι προστάτης τῶν μειονοτήτων, ἀλλ’ ἐπιβλέπει τὴν ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τῶν Συνθηκῶν ἐκ μέρους τῶν Κρατῶν τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀναλάβει ὑποχρεώσεις, ἔχει δὲ τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβλέπῃ καὶ μήπως πρόσωπα ἀνήκοντα εἰς μειονότητα δὲν ἐκτελοῦν τὰς ὑποχρεώσεις των ἀπέναντι τοῦ Κράτους εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκουν καὶ ὅτι θὰ φθάσῃ μέχρις ἐρεύνης κατὰ πόσον αἱ μειονότητες συμμορφοῦνται πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας ἔχουν πρὸς τὰ Κράτη. Τοιαύτη ἀντίδρασις ἐγεννήθη, διότι ἀντελήφθη ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν ὅτι μία ἐνθάρρυνσις τῶν μειονοτήτων δύναται νὰ δώσῃ λαβὴν εἰς ἀνατρεπτικὰ κινήματα καὶ πολέμους. Ἐθέσπισε δὲ τῷ 1922 κατόπιν πολλῶν συζητήσεων καὶ τὸν τρόπον διὰ τοῦ ὁποίου εἰσάγονται αἰτήσεις ἐκ μέρους μειονοτήτων παραπονουμένων τυχὸν διὰ μέτρα τὰ ὁποῖα δὲν ἐλήφθησαν ἐκ μέρους τῶν Κρατῶν. Ἔθεσε πέντε ὅρους ἀπαραιτήτους διὰ πᾶσαν αἴτησιν ἡ ὁποία θὰ ἀπευθύνηται πρὸς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, ὅτι πρέπει νὰ προέρχηται ἀπὸ ὡρισμένην πηγήν, νὰ εἶναι συντεταγμένη εἰς ὕφος ἤπιον, νὰ μὴ περιέχῃ φράσεις κατὰ τοῦ Κράτους ἐντὸς τοῦ ὁποίου εὑρίσκεται ἡ μειονότης, νὰ μὴ ἀφορᾷ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐξητάσθη ἄλλοτε ὑπὸ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν καὶ νὰ εἶναι ἀπηλλαγμένη πάσης πολιτικῆς ἐννοίας, μόνον δὲ ὑπὸ τοὺς ὅρους τούτους ἡ Γενικὴ Γραμματεία δέχεται τὸ ἔγγραφον καὶ ἀναλαμβάνει νὰ τὸ διεκπεραιώσῃ. Ἀφοῦ ἐξετάσῃ δὲ τοὺς ὅρους τούτους, τὸ παραπέμπει εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν καὶ τὸ κοινοποιεῖ εἰς τὸ ἐνδιαφερόμενον Κράτος. Δίδεται προθεσμία τριῶν ἑβδομάδων εἰς τὸ ἐνδιαφερόμενον Κράτος νὰ δηλώσῃ ἂν ἐπιθυμεῖ νὰ παρουσιάσῃ παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν παραπόνων τὰ ὁποῖα τῷ ἀνεκοινώθησαν, ἂν δὲ κάμῃ τοιαύτην δήλωσιν, ἔχει προθεσμίαν δύο μηνῶν ἀκόμη διὰ νὰ παρουσιάσῃ τὰς παρατηρήσεις του, προθεσμία ἥτις δύναται νὰ παραταθῇ, ἂν τὸ ζητήσῃ τοῦτο τὸ Κράτος. Μετὰ τὴν λῆψιν τῶν παρατηρήσεων τοῦ ἐνδιαφερομένου Κράτους ὁ Πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου μεθ’ ἑνὸς ἢ δύο μελῶν ἐξετάζει τὴν ἀπάντησιν καὶ τὴν αἴτησιν, μόνον δ’ εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν ἓν τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου υἱοθετήσῃ τὴν αἴτησιν, τότε μόνον παραπέμπεται εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Συμβουλίου πρὸς ἐξέτασιν. Ἄν οὐδὲν μέλος υἱοθετήσῃ τὴν αἴτησιν, τότε τὸ ζήτημα τίθεται εἰς τὸ ἀρχεῖον. Ἄν υἱοθετηθῇ καὶ ἐξετασθῇ, δύναται τὸ Συμβούλιον νὰ λάβῃ οἱαδήποτε νομίζει μέτρα, εἴτε ἐξετάσεως εἴτε συμβουλῶν. Βλέπετε μετὰ πόσην βραδεῖαν διαδικασίαν θὰ ἐφθάνομεν εἰς τὸ σημεῖον ὥστε ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν νὰ κληθῇ νὰ προβῇ εἰς μίαν ἐξέτασιν τοπικὴν δι’ ἀπεσταλμένου: Ἐξέτασις ὑπὸ τῆς Γενικῆς Γραμματείας, τρεῖς ἑβδομάδες πρώτη προθεσμία, δύο μηνῶν δευτέρα, νέα εἰσαγωγὴ εἰς τὸ Συμβούλιον, υἱοθέτησις ὑπ’ αὐτοῦ καὶ τότε μόνον θὰ ἐξητάζετο ἡ ὑπόθεσις, δηλαδὴ θὰ ἠθέλομεν προθεσμίαν 5–6 μηνῶν. Προβαίνει δὲ μετὰ βραδύτητος, ἀκριβῶς διὰ νὰ μὴ δώσῃ λαβὴν εἰς ἐνθαρρύνσεις ἀνατρεπτικὰς δυναμένας νὰ προκαλέσουν νέους πολέμους. Ἄν δὲ προκύψουν διχογνωμίαι, εἴτε ὅσον ἀφορᾷ τὴν νομικὴν ἄποψιν εἴτε ὅσον ἀφορᾷ τὰ πραγματικὰ γεγονότα μεταξὺ τοῦ ἐνδιαφερομένου Κράτους καὶ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, τὰς ἀμφισβητήσεις ταύτας λύει τὸ Διεθνὲς Διαρκὲς Δικαστήριον. Διὰ τοῦ Πρωτοκόλλου ἀνατρέπονται ἄρδην ὅλαι αὐταὶ αἱ διαδικασίαι. Διὰ τοῦ Πρωτοκόλλου ὁρίζονται ἀντιπρόσωποι τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ μεταβοῦν προληπτικῶς πρὶν ἢ γεννηθῇ οἱονδήποτε ζήτημα μειονοτήτων, διὰ νὰ προβοῦν εἰς ἐπιτοπίους ἐρεύνας.
§43Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διὰ τὰς ἀνάγκας γενικώτατα.
§44Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Γενικώτατα, καὶ διὰ τὰ ζητήματα τὰ ἀφορῶντα τὰ θρησκευτικὰ καὶ ἐκπαιδευτικὰ θὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ δέχωνται ἀπ’ εὐθείας αἰτήσεις ἐκ μέρους οἱουδήποτε προσώπου, ἐνῷ πρότερον εἴδομεν μετὰ πόσην διαδικασίαν δέχεται ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν τὰς αἰτήσεις αὐτάς. Οἱ ἴδιοι δίδουν συμβουλὰς εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τί πρέπει νὰ κάμνῃ εἰς τὰς ἑκάστοτε προκυπτούσας περιπτώσεις. Δὲν ἀρκοῦν τι δὲ οὗτοι εἰς τὰς Ἀρχὰς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους· πρέπει νὰ ἔχουν ἀντιπρόσωπον πλησίον των, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι ἐφωδιασμένος δι’ ἐντολῆς νὰ κάμνῃ ὅ,τι θέλει ἐντὸς τοῦ Κράτους, νὰ ἐκδίδῃ διαταγὰς αἱ ὁποῖαι θὰ ἐκτελῶνται, κλπ. Αὕτη εἶναι ἡ διαδικασία τὴν ὁποίαν καθορίζει τὸ Πρωτόκολλον, τὸ ὁποῖον κατὰ τὰ ἄλλα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νομίζει ὅτι εἶναι κάτι καλὸν καὶ τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο τοιοῦτον, ἂν οἱ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι θὰ τὸ ἐφήρμοζον ἦσαν καλοί. Ἀλλὰ τὸ Πρωτόκολλον τοῦτο ἀντιτίθεται ἀπολύτως καὶ πρὸς τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τῆς Χώρας (χειροκροτήματα), ἀντιτίθεται πρὸς ὅλας τὰς ἀποφάσεις, ἐπὶ τῇ βάσει πορισμάτων μελέτης, εἰς τὰ ὁποῖα ἔφθασεν αὐτὴ αὕτη ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν ἐπὶ τοῦ λεπτοτάτου καὶ δυσχερεστάτου τούτου ζητήματος. Λέγει ἐξαίφνης τὸ Πρωτόκολλον (ἀναγινώσκει): «Ἡ γνώμη τοῦ ἀντιπροσώπου θ’ ἀνακοινοῦται εἰς τὸ μέλος τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς τὸ ἀντιπροσωπεῦον τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Τοῦτο θὰ προσπαθῇ νὰ κανονίζῃ ἐπὶ τόπου τὸ ζήτημα, καὶ ἐπὶ τῷ σκοπῷ τούτῳ θὰ εἶναι ἐφωδιασμένον δι’ ὁδηγιῶν καὶ πληρεξουσιότητος τῆς Κυβερνήσεώς του. Ἂν δὲν δύναται νὰ κανονίσῃ τὸ ζήτημα ἐπὶ τόπου, θὰ διαβιβάσῃ τὴν γνώμην ταύτην εἰς τὴν Κυβέρνησίν του, ἥτις θὰ εἰδοποιήσῃ ὅσον τάχιστα τοὺς κ.κ. Κὸρφ καὶ δὲ Ρόσθερ περὶ τῆς ἀποφάσεώς της ἐπὶ τοῦ προκειμένου». Καὶ προσθέτει (ἀναγινώσκει): «Ἡ διαδικασία αὕτη οὐδόλως μεταβάλλει τὴν ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν καθορισθεῖσαν διαδικασίαν ἐν σχέσει πρὸς τὰς αἰτήσεις τῶν μειονοτήτων». Ἔχω, κύριοι, ὑπ’ ὄψιν αὐτὴν ταύτην τὴν ἔκθεσιν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν περὶ μειονοτήτων, ἡ ὁποία περιλαμβάνει ὅσα σᾶς ἐξέθεσα περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν ὑποβάλλεται μία αἴτησις εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, ἀλλ’ ἔχω καὶ κάτι ἄλλο, ἔχω ἔγγραφον τοῦ κ. Πολίτη περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν δύναται νὰ εἰσαχθῇ μία αἴτησις εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν. Ἰδοὺ τί λέγει (ἀναγινώσκει): «Πᾶσα Κυβέρνησις, μέλος τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ἀλλὰ καὶ πᾶσα Ὀργάνωσις ἀντιπροσωπεύουσα μίαν ἢ πλείστας ὁμάδας μειονοτήτων, δικαιοῦνται νὰ ἀπευθύνωσι πρὸς τὴν Γραμματείαν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν καταγγελίαν παραβιάσεως παρά τινος Κράτους τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ ἀπέναντι τῶν ἐν τῷ ἐδάφει του μειονοτήτων. Τὴν καταγγελίαν ταύτην, ἂν ἡ Γενικὴ Γραμματεία θεωρήσῃ κατ’ ἀρχὴν ἀποδεκτήν, ὀφείλει νὰ τὴν κοινοποιήσῃ εἰς τὴν καταγγελλομένην Κυβέρνησιν, ἥτις δικαιοῦται νὰ ὑποβάλῃ κατ’ ἀρχὴν ἐντὸς διμήνου τὰς παρατηρήσεις της, ἃς τυχὸν ἐπιθυμεῖ νὰ διατυπώσῃ. Κατόπιν τούτου ἡ καταγγελία μετὰ τῶν ἐνδεχομένων παρατηρήσεων τῆς ἐνδιαφερομένης Κυβερνήσεως κοινοποιοῦνται ὑπὸ τύπον ἁπλῆς πληροφορίας εἰς τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου. Ἀπόκειται τότε εἰς ἓν ἐκ τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου νὰ υἱοθετήσῃ τὴν καταγγελίαν καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ἐξέτασιν αὐτῆς παρὰ τοῦ Συμβουλίου. Ἄνευ τῆς τοιαύτης πρωτοβουλίας ἑνὸς τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου ἡ ὑπόθεσις οὐδεμίαν ἄλλην ἔχει συνέχειαν. Ἀλλ’ ἂν μέλος τοῦ Συμβουλίου ζητήσῃ τὴν ἐξέτασιν τῆς ὑποθέσεως, τὸ Συμβούλιον ὀφείλει νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην δι’ Ἐπιτροπῆς συνισταμένης ἐκ τοῦ Προέδρου καὶ ἐκ δύο τῶν μελῶν αὐτοῦ. Τὸ πόρισμα τῆς ἐξετάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς ὑποβάλλεται εἰς τὸ Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον λαμβάνει κατόπιν τὰς δεούσας ἀποφάσεις, καθ’ ὃ ἔχει δικαίωμα δυνάμει τῶν σχετικῶν Συμβάσεων περὶ μειονοτήτων, κατὰ τὰς ὁποίας τὸ Συμβούλιον δύναται νὰ ἐνεργήσῃ δι’ οὗ τρόπου θέλει «καὶ δώσῃ» ἃς ὁδηγίας ἤθελε κρίνει καταλλήλους καὶ ἀποτελεσματικὰς ἐν τῇ περιπτώσει. Ἐν περιπτώσει διαφωνίας ἐπὶ τοῦ ζητήματος, πραγματικῆς ἢ νομικῆς, μεταξὺ τοῦ Συμβουλίου καὶ τῆς καταγγελλομένης Κυβερνήσεως, ἡ διαφωνία αὕτη ὑποβάλλεται αὐτοδικαίως εἰς τὸ Διεθνὲς Δικαστήριον τῆς Χάγης». Αὐτὴ εἶναι ἡ μακρὰ διαδικασία τὴν ὁποίαν ἐθέσπισεν ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν ὅσον ἀφορᾷ τὰς μειονότητας, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ διαδικασία τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἤλθομεν νὰ καταρρίψωμεν διὰ τοῦ Πρωτοκόλλου. Τὸ Πρωτόκολλον τοῦτο ἀποτελεῖ σφάλμα, διὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἀγωνίζωνται ἐπὶ συνεχῆ ἔτη οἱ διπλωματικοὶ ὑπάλληλοι τῆς Ἑλλάδος νὰ τὸ καταρρίψουν, διὰ νὰ καταρρίψουν τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα θὰ ἀρύωνται οἱ Βούλγαροι διπλωμάται. Διότι, ἐνῷ αὐτὸ εἶναι ἀπαράδεκτον δι’ οἱανδήποτε μειονότητα, δι’ οἱονδήποτε Κράτος, ἐγένετο ἐξαιρετικῶς ὑπὲρ τῆς βουλγαρικῆς μειονότητος, ὡς ἂν ἡ βουλγαρικὴ αὕτη μειονότης ἦτο ἡ σπουδαιοτέρα ἐν τῇ Χώρᾳ. Ἀλλ’ ἔχει καὶ ἄλλο ἐλάττωμα τὸ Πρωτόκολλον. Δὲν ἐπεφυλάχθη τὸ δικαίωμα τῆς μεταγενεστέρας ἐγκρίσεώς του ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Γνωρίζομεν ὅτι, ὅτε ὁ κ. Βενιζέλος ὑπέγραψε τὰς Συνθήκας διὰ τῶν ὁποίων παρεχωροῦντο τὰ ἐρείσματα τῆς Ἀνατολικῆς Αὐτοκρατορίας εἰς τὴν Ἑλλάδα, κάτωθεν τῶν Συνθηκῶν ἐκείνων εἶχεν ἐπιφυλαχθῆ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν νὰ ἐπικυρώσῃ τὰς Συνθήκας. Ἀλλὰ διὰ τὸ Πρωτόκολλον τοῦτο δὲν ἐκρίθη σκόπιμον νὰ ἐπιφυλαχθῇ ὡς δικαίωμα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν οὔτε εἰς τὴν Βουλὴν οὔτε εἰς τὸ κυρίαρχον Σῶμα τῆς Ἑλλάδος, τὴν Συνέλευσιν, ἡ ἔγκρισις. Ἔχει δὲ σημασίαν οὐσιαστικὴν τὸ πρᾶγμα. Διότι μία Κυβέρνησις διαπραγματεύεται μετὰ ξένου Κράτους μίαν Συνθήκην, ἀλλὰ δὲν ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν τῆς κυρώσεώς της. Λέγει· ἐπιφυλάσσομαι νὰ τὴν ἐπικυρώσῃ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία. Μίαν ὑποχρέωσιν ἀναλαμβάνει ἀπέναντι τοῦ Κράτους μετὰ τοῦ ὁποίου διαπραγματεύεται, νὰ τιμήσῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν ὑπογραφήν της ἐκείνην, νὰ εἰσαγάγῃ τὴν Σύμβασιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ἐπικύρωσιν, νὰ παραιτηθῇ δὲ ἂν ἀρνηθῇ τὴν ἐπικύρωσιν ταύτην ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία. Μέχρι τοῦ σημείου τούτου ἐξαντλεῖται ἡ ὑποχρέωσις μιᾶς Κυβερνήσεως ἡ ὁποία διαπραγματεύεται μίαν Συνθήκην μεθ’ ἑνὸς ἄλλου Κράτους. Οἱ δὲ διεθνολόγοι καὶ τὰ διεθνῆ συγγράμματα φθάνουν μέχρι τοῦ σημείου νὰ ὑποστηρίζουν, καὶ μεταξὺ ἄλλων καὶ ὁ Calvo, ὅτι οὐδέποτε Κυβέρνησις δικαιοῦται νὰ παραγνωρίσῃ τὰ δικαιώματα τὰ κυριαρχικὰ τὰ ὁποῖα κέκτηνται τὰς ἀντιπροσωπευτικὰ Σώματα μιᾶς Χώρας πρὸς κύρωσιν Συνθήκης. Δὲν ἀμφισβητῶ τὸ δικαίωμα ὅτι μία Συνθήκη πρέπει νὰ περάσῃ ἀπὸ τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν Σῶμα, ἀλλ’ ἐν προκειμένῳ ἡ Ἑλλὰς φθάσασα εἰς τὴν ἀνάγκην, εἴτε διὰ τὸν ἕνα εἴτε διὰ τὸν ἄλλον λόγον, νὰ ἀπορρίψῃ τὸ Πρωτόκολλον τοῦτο, θὰ ἦτο πολὺ περισσότερον δικαιολογημένη ἂν εἶχε γίνει ἡ ἐπιφύλαξις, ὁπότε ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν εἶχε πρὸς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν ἢ πρὸς ἄλλο Κράτος νὰ ἐπικυρώσῃ τὸ Πρωτόκολλον. Ἐνῷ σήμερον, ὅπως ἔχει τοῦτο συνταχθῆ, θὰ περιέλθωμεν εἰς ἀντίθεσιν πρὸς αὐτὴν τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, ἡ ὁποία αὔριον ἐνδεχόμενον νὰ ἀρνηθῇ νὰ δεχθῇ τὸ βάσιμον τῆς ἀπορρίψεως τοῦ Πρωτοκόλλου τούτου ἐκ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Σημειώσατε ὅτι ἡ φράσις τῆς ἐπιφυλάξεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπικυρώσεως τοῦ Πρωτοκόλλου ἐκ μέρους τῆς Συνελεύσεως εἶχε προστεθῆ παρ’ αὐτῆς τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ἀλλ’ ἐθεωρήθη περιττὴ καὶ ἀπηλείφθη ἡ φράσις ad referendum ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑλλάδος, οἵτινες εἶπον ὅτι εἶναι περιττή!
§45Σ. ΠΕΖΑΣ. Γνωρίζετε ποῖοι ἦσαν οἱ ἀντιπρόσωποι;
§46Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Τοῦτο μοῦ τὸ ἐβεβαίωσε μέλος τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν πληθυσμῶν, δὲν θὰ ἔκαμνα δὲ χρῆσιν τῆς πληροφορίας, ἂν δὲν εἶχον ταύτην ἐξ ἐγκύρου πηγῆς. Ἀλλ’ ἐρχόμεθα εἰς τὸ θέμα διατί τὸ Πρωτόκολλον νὰ γίνῃ ὑπὲρ τῆς βουλγαρικῆς μειονότητος. Γνωρίζετε, κύριοι πληρεξούσιοι, ποῖοι ἦσαν οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι προεκάλεσαν τὴν βαθυτάτην διαίρεσιν καὶ τοὺς ἀγῶνας τοὺς αἱματηροὺς ἐν Μακεδονίᾳ, ὧν μέρος ἔζησα καὶ ἐγὼ ἐν Θεσσαλονίκῃ, ὑπηρετήσας ἐπὶ τουρκοκρατίας. Δὲν εἶναι ἡ ἀνάμιξις πληθυσμῶν, τούτων μὲν ἐχόντων βουλγαρικὴν συνείδησιν, τούτων δὲ ἀνηκόντων εἰς τὴν σερβικὴν ἐθνότητα καὶ τῶν ἄλλων εἰς τὴν ἑλληνικήν. Δὲν εἶναι ἡ ἀνάμιξις αὕτη ἥτις προεκάλεσε τὸ ὅλον μακεδονικὸν ζήτημα. Οἱ λόγοι εἶναι ὅτι ἕκαστος ἐνδιαφερόμενος ἐπωφελεῖτο ἑνὸς μόνου γνωρίσματος ἵνα διεκδικήσῃ τὴν ἐθνικότητα πληθυσμῶν οἱ ὁποῖοι δὲν ἀνῆκον ἐν συνειδήσει εἰς τὴν ἐθνότητα ἐκείνην. Γνωρίζετε ὅτι διὰ λόγους μεγαλυτέρας πολιτικῆς εἶχεν ἱδρυθῆ μεγάλη Πανσλαυιστικὴ Ἑταιρεία, γνωρίζετε ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς Ρωσίας τότε ὑπῆρξε νὰ ἐγκολπωθῇ τὴν Βουλγαρίαν καὶ νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν Σερβίαν διὰ νὰ ἀφήσῃ ἔδαφος δράσεως εἰς τὴν Δυαδικὴν Μοναρχίαν τῶν Ἁψβούργων, ἱδρύθη δὲ ἡ κολοσσιαία αὐτὴ Ἑταιρεία εἰς ὑποστήριξιν τῆς βουλγαρικῆς ἰδέας ἐν Μακεδονίᾳ καὶ προσεπάθει νὰ εὕρῃ ἐπιχειρήματα ἐκ τῆς ὁμιλουμένης γλώσσης τοῦ παλαιοῦ σλαυικοῦ ἰδιώματος. Ἐπεδίωξε διὰ παντὸς μέσου, διὰ χρηματικῆς διαφθορᾶς καὶ ἐν τέλει διὰ δολοφονιῶν νὰ ἀναγκάσῃ τοὺς πληθυσμοὺς νὰ δηλώσωσι πίστιν εἰς τὴν βουλγαρικὴν ἐθνότητα, πληθυσμοὺς οἱ ὁποῖοι ἦλθον εἰς τὴν Μακεδονίαν προτοῦ ἐγκατασταθοῦν οἱ Βούλγαροι καὶ οἱ ὁποῖοι ἐπολέμησαν μετὰ τῶν Βυζαντινῶν ἐναντίον τῶν Βουλγάρων. Ἓν ἁπλοῦν καὶ εὔκολον γλωσσικὸν ἰδίωμα εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμοὺς ἴσως εὗρεν εὔκολον νὰ ἐπεκταθῇ ἐν Μακεδονίᾳ κατὰ τοὺς μακροὺς χρόνους τῆς δουλείας καὶ πρότερον. Ἀλλὰ τὴν ἐθνικότητα ἑνὸς ἀτόμου, ἑνὸς πληθυσμοῦ, δὲν τὴν καθορίζουν τὰ γνωρίσματα τοῦ γλωσσικοῦ ἰδιώματος, ἀλλ’ αὐτὴ αὕτη ἡ θέλησις τῶν πληθυσμῶν. Καὶ τὸν ἀγῶνα ἐντὸς τῆς Μακεδονίας κατὰ τῆς Βουλγαρίας δὲν τὸν διεξήγαγον οἱ ἑλληνόφωνοι, ἀλλὰ ξενόφωνοι ἔχοντες ἑδραίαν πεποίθησιν ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα. Κέντρον τοῦ Ἑλληνισμοῦ δὲν ἦσαν τὰ παράλια τὰ κατοικούμενα ἀπὸ ἑλληνοφώνους πληθυσμούς, ἀλλ’ ἡ Μακεδονία ἦτο τὸ κέντρον· τόση ἦτο ἡ δύναμις τῆς ἑλληνικῆς συνειδήσεως τῶν πληθυσμῶν. Ἔχομεν καὶ μάρτυρας συγγραφεῖς. Δὲν θέλω νὰ ἐπεκταθῶ εἰς πολλούς. Ἐπικαλοῦμαι τὸν Σέρβον Cvijte, ὅστις εἰς τὸ σύγγραμμά του «Questions Balcaniques» γράφει ἐν σελ. 52 (ἀναγινώσκει): «Ὁ Βυζαντινὸς πολιτισμὸς εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀφῆκε τὰ βαθύτερα ἴχνη ἐπ’ αὐτῶν (τῶν Σέρβων τῆς Μακεδονίας). Ἡ ἐπίδρασίς του ἰδίως ἐπὶ τῶν ἀνωτέρων στρωμάτων καὶ τῶν σλαυικῶν πληθυσμῶν τῶν πόλεων τῆς Μακεδονίας δὲν παύει ἀπὸ τοῦ νὰ εἶναι αἰσθητὴ οὔτε κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς βουλγαρικῆς ἢ καὶ τῆς σερβικῆς κατακτήσεως, ἐξακολουθεῖ δὲ καθ’ ὅλην τὴν τουρκικὴν περίοδον». Ἀνθρωπολογικῶς, οἱ ὁμιλοῦντες τὸ σλαυικὸν αὐτὸ ἰδίωμα δὲν ἀνήκουν εἰς τοὺς Σλαύους. Ἀνήκουν εἰς φυλὴν ἡ ὁποία πολὺ περισσότερον ὁμοιάζει πρὸς τοὺς Ἕλληνας, ἂν δὲν εἶναι αὐτοὶ οὗτοι Ἕλληνες· εἶναι εὐσταλεῖς, εἶναι εὐκίνητοι, μεταναστεύουν εὐκόλως καὶ ἐπιδίδονται εἰς τὸ ἐμπόριον, καὶ ἀπόδειξις εἶναι ὅλη ἐκείνη ἡ ἱκανότης ἡ ἐμπορική, ἡ ὁποία ἐξεπήδησεν ἀπὸ τὴν Καστορίαν καὶ τὰ πέριξ αὐτῆς καὶ ἡ ὁποία εἶχε τόσην ἐπιτυχίαν ἰδίως ἐν Βουδαπέστῃ καὶ Βιέννῃ. Πῶς λοιπὸν προβαίνομεν εἰς μίαν ὑπογραφὴν Πρωτοκόλλου εὐνοοῦντες ἰδίως τὴν βουλγαρικὴν ἐθνότητα, ὡσὰν αὕτη νὰ ἦτο ἡ μεγαλυτέρα ἐθνότης ἐν Μακεδονίᾳ;
§47Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἀνεγνώρισεν ἡ Τουρκία ὑπογραφὴν μειονοτήτων;
§48Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Ὄχι. Ἀφοῦ μάλιστα ἡ διπλωματία τῆς Ἑλλάδος, ὅσον ἀφορᾷ τὴν βουλγαρικὴν ἐθνότητα, εἶχε φθάσει εἰς ἄλλα συμπεράσματα κατὰ τὸ 1920, τὰ ὁποῖα κατέληξαν εἰς Συνθήκας αἱ ὁποῖαι ἐκτελοῦνται ἀκόμη καὶ σήμερον. Ὅτε εὑρισκόμεθα ἐν Παρισίοις κατὰ τὸ 1919 διὰ τὴν διαπραγμάτευσιν τῆς εἰρήνης, ἀντιπρόσωπος στρατιωτικὸς τῆς Ἑλλάδος — διότι ὑπῆρχε στρατιωτικὴ ἀποστολὴ ἐν Βουλγαρίᾳ — ἦτο ὁ διακεκριμένος στρατηγὸς κ. Κωνσταντῖνος Μαζαράκης, ἄκρως κατάλληλος διὰ τὴν ἐργασίαν ἐκείνην, διότι εἶχεν ἐργασθῆ ἐν Μακεδονίᾳ καὶ καλῶς ἐγνώριζε τὰ τῶν Βουλγάρων καὶ τὰ τῆς ἐξελίξεως αὐτῶν, ἔσχε δὲ μεγίστην ἐπιτυχίαν διπλωματικὴν κατὰ τὴν ἀποστολήν του ἐκείνην. Μᾶς ἀνεκοίνωσεν ἐκθέσεις τῶν Ἑλλήνων τῆς Βουλγαρίας, οἵτινες ἐζήτουν νὰ ληφθῇ πρόνοια ὥστε εἰς τὸ μέλλον νὰ μὴ εἶναι ἐκτεθειμένοι εἰς νέους διωγμοὺς ἐκ μέρους τῆς Βουλγαρίας. Μετὰ ὥριμον σκέψιν ἐπὶ τῶν αἰτήσεων ἐκείνων τῶν ἑλληνικῶν πληθυσμῶν τῆς Βουλγαρίας ὁ κ. Βενιζέλος καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ συμπράττοντες ἀπεφήναντο ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πείρας τοῦ παρελθόντος θὰ ἦτο ἐγκληματικὸν νὰ δοθῇ ὑπόσχεσις εἰς τοὺς ἑλληνικοὺς πληθυσμοὺς τῆς Βουλγαρίας ὅτι οἱοιδήποτε ὅροι ἐντὸς τῶν Συνθηκῶν περιλαμβανόμενοι θὰ ἦσαν ἱκανοὶ νὰ τοὺς προστατεύσωσιν ὁριστικῶς καὶ ἀμετακλήτως ἔναντι νέων διώξεων, νέων πιέσεων, τὰς ὁποίας ἀποφασίζει καὶ ἐκτελεῖ αὐτὴ αὕτη ἡ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις. Ἀπεφασίσθη λοιπὸν νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ψήφισιν μιᾶς Συνθήκης ἀνταλλαγῆς, ὥστε νὰ φύγουν ἀπὸ τὸ βουλγαρικὸν ἔδαφος καὶ νὰ ἔλθουν εἰς τὸ ἑλληνικὸν σήμερον, ὁπότε ἡ Ἑλλὰς ἔχει μεγαλυτέρας ἐκτάσεις ἀκατοικήτους, διὰ νὰ εἶναι ἀσφαλεῖς. «Διότι, καὶ ἂν ἔχητε διαβεβαιώσεις ὅτι θὰ ληφθοῦν μέτρα καὶ θὰ τεθοῦν ὅροι ἐντὸς τῶν Συνθηκῶν, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὡς ὑπεύθυνος κυβερνήτης τῆς Χώρας — ἔλεγεν ὁ κ. Βενιζέλος — δὲν δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω ὅτι θὰ ἔχητε ἀσφάλειαν διαμένοντες ἐν Βουλγαρία». Οἱ Ἕλληνες οἱ ὁποῖοι τότε ἀπηυθύνοντο πρὸς τὸν κ. Βενιζέλον ἀνήρχοντο περίπου εἰς 60,000. Ἐπεδιώχθη συνεπῶς ὑπὸ τῆς ἑλληνικῆς ἀντιπροσωπείας ἡ ἐκτέλεσις τῆς ὑποσχέσεως ἐκείνης, τὴν ὁποίαν μετὰ δυσκολίας ἀπεδέχοντο οἱ Ἕλληνες τῆς Βουλγαρίας, διότι ἔβλεπον ὅτι τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἡ Ἑλλὰς ἦτο πανίσχυρος. Ἐπεδιώχθη καὶ συνήφθη Σύμβασις ὑπὸ τύπον ἐθελουσίας ἀνταλλαγῆς πληθυσμῶν. Ἐγένετο λοιπὸν ἡ σκέψις ὅτι θὰ ἀπεχώρουν οἱ Ἕλληνες ἐκ τῆς Βουλγαρίας, καὶ σχεδὸν ὅλοι, διὰ νὰ μὴ ἐπέρχωνται πλέον προστριβαὶ μεταξὺ Βουλγαρίας καὶ Ἑλλάδος. Θὰ παρείχετο ἡ εὐκαιρία εἰς σλαυοφώνους πληθυσμούς, οἱ ὁποῖοι διὰ μέσου τόσης ἐργασίας τῆς βουλγαρικῆς προπαγάνδας εἶχον συνδεθῆ πρὸς τὴν βουλγαρικὴν ἰδέαν, νὰ ἀναχωρήσωσιν ἐκ τῆς Ἑλλάδος, οὕτως ὥστε καὶ τὸ ζήτημα τῆς μειονότητος τῆς Βουλγαρίας νὰ εἶχε σμικρυνθῆ περισσότερον ἀφ’ ὅσον ἄλλοτε. Ἐνῷ λοιπὸν εὑρισκόμεθα πρὸ Συμβάσεως τοιαύτης, πῶς ἐρχόμεθα εἰς τοιαύτας διαπραγματεύσεις περὶ προστασίας μειονοτήτων, ὧν τὸ ἀποτέλεσμα τυγχάνει ἀντίθετον καὶ τείνει νὰ πείσῃ τοὺς Βουλγάρους νὰ μὴ ἀναχωρήσωσιν ἐκ τοῦ ἑλληνικοῦ ἐδάφους, ἀλλὰ νὰ παραμείνωσιν ἐνταῦθα; (Ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Κ. Ρέντη συνεπείᾳ βλάβης διακόπτεται ὁ ἠλεκτροφωτισμὸς τοῦ Βουλευτηρίου).
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ δέκα λεπτά. (Ὥρα 8.10′ μ.μ.).
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 8.25′ μ.μ.).
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὑποθέτω ὅτι πρέπει νὰ λυθῇ πλέον ἡ συνεδρίασις, νὰ ἐπανέλθωμεν δὲ αὔριον ὀλίγον ἐνωρίτερον, εἰς τὰς 4½ ἀκριβῶς.
§51ΠΛΕΙΣΤΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ αὔριον τῇ 4.30′ μ.μ. (Ὥρα 8.30′ μ.μ.).