1925.01.27
2.527 στίχοι · 19.011 λέξεις · 303 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 133
Τρίτη 27 Ἰανουαρίου 1925.
Προεδρία Κ. Ρακτιβάν
(Ὥρα 5.25′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: —Ὁ κ. Μὰκ Ἄρθουρ, ὡς πρόεδρος τῆς ἐν Ἀμερικῇ ἑδρευούσης Ἑταιρείας American Hellenic Developement Co, ὑποβάλλει ὑπὸ μορφὴν σχεδίου συμβάσεως προτάσεις διὰ τὴν ὕδρευσιν τῶν Ἀθηνῶν. —Τὸ Ἐμπορικὸν Ἐπιμελητήριον Πειραιῶς παρακαλεῖ ὅπως ἀναβληθῇ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νέου δασμολογίου. —Οἱ ἀπόφοιτοι τῆς Δασονομικῆς Σχολῆς Βυτίνης παρακαλοῦσιν ὅπως διορισθῶσιν. —Ὁ ἐμπορικὸς κόσμος Σελινίτσης ζητεῖ τὴν ἄρσιν τῆς καταβολῆς φόρου ἐλαίου ἀναδρομικῶς ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς ἀγροτικῆς ἀσφαλείας τῆς ἐλαίας. —Ὁ Γ. Μηλέας, δημοδιδάσκαλος, πατὴρ δέκα τέκνων, παρακαλεῖ ὅπως τῷ χορηγηθῇ ἐπίδομα. —Τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον Ἀρεοπόλεως διαμαρτύρεται διὰ τὸν ὑποβιβασμὸν τοῦ ἐκεῖ ταχυδρομικοῦ καὶ τηλεγραφικοῦ γραφείου. —Ἐπιτροπὴ κατοίκων Σουφλίου παραπονεῖται ἐναντίον τοῦ ἐκεῖ Εἰρηνοδίκου. —Ὁ Δημοδιδασκαλικὸς Σύλλογος Μεσογείων παρακαλεῖ ὅπως μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ μονιμοποιήσεως τῶν προσωρινῶν ἐπιθεωρητῶν. —Τὸ ἐν Καβάλλᾳ Ἐργατικὸν Κέντρον ὑποβάλλει ψήφισμα περὶ τροποποιήσεως τοῦ φορολογικοῦ συστήματος καὶ μὴ ἐφαρμογῆς τοῦ δασμολογίου. —Τὰ Σωματεῖα Σιδηροκάστρου διαμαρτύρονται κατὰ τοῦ Πρωτοκόλλου τῆς Γενεύης καὶ παρακαλοῦσιν ὅπως ἀκυρωθῇ. —Οἱ γʹ τάξεως δημοδιδάσκαλοι παρακαλοῦσιν ὅπως διαβαθμισθῶσιν εἰς γραμματεῖς βʹ τάξεως. —Ἡ Προοδευτικὴ Ἕνωσις ἐφέδρων πολεμιστῶν παρακαλεῖ ὅπως ἐπισκευασθῇ ἡ ὁδὸς Πολιτικῶν–Βρυσακίου–Ψαχνῆς. —Τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον Πλατιτάνης παρακαλεῖ ὅπως ἀνασταλῇ τὸ Διάταγμα περὶ ὑπαγωγῆς των εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον Κρεσταίνης. —Οἱ κάτοικοι τῆς περιφερείας Μονοφατσίου διαμαρτύρονται διὰ τὴν δημοσιευθεῖσαν ἀπόφασιν τῆς Ἐπιτροπῆς Οἰκονομιῶν περὶ καταργήσεως τοῦ ταχυδρομικοῦ γραφείου Πυργίου. —Οἱ κάτοικοι Ἐρεσσοῦ διαμαρτύρονται διὰ τὴν μελετωμένην κατάργησιν τοῦ γραφείου Τ.Τ.Τ. Ἐρεσσοῦ. —Αἱ ἐπαγγελματικαὶ καὶ προσφυγικαὶ ὀργανώσεις Θεσσαλονίκης διαμαρτύρονται διὰ τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ καθιερώσεως καθολικῆς κυριακῆς ἀναπαύσεως ἐν Θεσσαλονίκῃ. —Διάφορα Σωματεῖα Σουφλίου ἀναφέρουσι τὰ ἐν τῷ καταστήματι τοῦ Προοδευτικοῦ Συλλόγου διατρέξαντα καὶ παρακαλοῦσιν ὅπως μὴ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ προγενέστερα τηλεγραφήματα τῶν ταραξιῶν. —Ὁ Διδασκαλικὸς Σύλλογος Γενιτσῶν διαμαρτύρεται διὰ τὴν μελετωμένην κράτησιν τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων ὑπὲρ τῶν συνταξιούχων. —Οἱ κάτοικοι Συγρίου παρακαλοῦσιν ὅπως μὴ πραγματοποιηθῇ ἡ ἀπόφασις περὶ ὑποβιβασμοῦ τοῦ γραφείου Τ.Τ.Τ. Συγρίου. —Ἡ Πανιώνιος Ὀργάνωσις προσφύγων τῆς Νέας Ἰωνίας παρακαλεῖ ὅπως μὴ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἀποκαταστάσεως προσφύγων νὰ εἰσπράξῃ ἐνοίκια ἀπὸ τοὺς ἀπόρους πρόσφυγας τοῦ ἄνω συνοικισμοῦ. —Ὁ Θρακικὸς Σύλλογος προσφύγων περιφερείας Κομοτηνῆς ὑποβάλλει ψήφισμα περὶ τῆς προσφυγικῆς ἀγροτικῆς ἐγκαταστάσεως. —Ὁ Ἰωάννης Σφακιανάκης, δήμαρχος Μοιρῶν, παρακαλεῖ ὅπως μὴ πραγματοποιηθῇ ἡ ἀπόφασις περὶ ὑποβιβασμοῦ τοῦ ταχυδρομικοῦ καὶ τηλεγραφικοῦ γραφείου Μοιρῶν. —Ὁ γεωργικὸς συνεταιρισμὸς Ἐπανωμῆς ἀξιοῖ τὴν ἄμεσον ὑπὸ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ἀκύρωσιν τοῦ Πρωτοκόλλου τῆς Γενεύης. —Τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον Κεραμιδίου αἰτεῖται ὅπως ἡ κωμόπολις Κεραμιδίου ὑπαχθῇ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Βόλου. —Τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον Σπανοχωρίου Λευκάδος αἰτεῖται τὴν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου Λευκάδος. —Οἱ καπνοπαραγωγοὶ Θάσου διαμαρτύρονται κατὰ τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου Θάσου ζητοῦντος φόρον καπνῶν κατὰ παλαιὸν δασμολόγιον. —Καπνεργάται καὶ ὑποδηματεργάται Καβάλλας διαμαρτύρονται διὰ τὴν μελετωμένην ἄρσιν τοῦ ἐνοικιοστασίου. —Τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον Κοντοβαζαίνης διαμαρτύρεται διὰ τὴν διχοτόμησιν τοῦ δήμου Ἐλευσῖνος. —Ἡ Λέσχη τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων Κυκλάδων διαμαρτύρεται διὰ τὴν μελετωμένην περικοπὴν τῶν μισθοδοσιῶν των. —Ὁ Διδασκαλικὸς Σύλλογος Σερρῶν διαμαρτύρεται διὰ τὴν μελετωμένην περικοπὴν τῶν ἀποδοχῶν των. —Ὁ γεωργικὸς κοινοτικὸς συνεταιρισμὸς Νεοχωρίου ζητεῖ τὴν ἐλευθέραν ἐξαγωγὴν ἀνεπεξεργάστων καπνῶν. —Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης διαβιβάζει αἴτησιν τοῦ Εἰσαγγελέως Πλημμελειοδικῶν Πειραιῶς περὶ χορηγήσεως ἀδείας πρὸς δίωξιν τοῦ πληρεξουσίου κ. Ν. Ἀβραάμ. (Παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπήν). —Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κ. Α. Μιχαλακόπουλος ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ τρόπου συμπληρώσεως τῶν εἰς κτήνη ἐτησίων ἐλλείψεων τοῦ Στρατεύματος». —Ὁ πληρεξούσιος κ. Ν. Γρηγοριάδης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀνακλήσεως τῆς γενομένης δημοσιεύσεως ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 168 τῆς 23 Ἰουλίου 1924 φύλλῳ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως δῆθεν νόμου ὑπ’ ἀριθ. 3109 κλπ.».
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων.
§3Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, παρακαλῶ, τὸν λόγον.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§5Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρόκειται, κύριοι συνάδελφοι, νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ ζητήματος ἐνδιαφέροντος ὁλόκληρον τὴν Συνέλευσιν, ἀσχέτως προσώπων καὶ ἀποχρώσεων. Ἀπὸ πολλοῦ χρόνου μία ἐφημερίς, ἡ «Ἑστία», λησμονήσασα τὰς παραδόσεις αὑτῆς ἄλλων ἐποχῶν, ἔχει ἀναλάβει συστηματικῶς ἀγῶνα ἐναντίον τῆς Συνελεύσεως κατὰ τρόπον ἄγοντα εἰς τὴν ὑπόνοιαν ὅτι ἀντιστρατεύεται αὐτὸ τοῦτο τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν σύστημα ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἑδράζεται τὸ πολίτευμα. Ἡ πολιτικὴ ἄποψις τοῦ ἀγῶνος αὐτοῦ ἀντίκειται βεβαίως πρὸς τὴν θέλησιν καὶ τὸ αἴσθημα τῆς δημοκρατικῆς Ἑλλάδος, παραμένει ὅμως δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς οὔτε δυνάμεθα οὔτε ἀξιοῦμεν νὰ ἀφαιρέσωμεν, οὔτε θέλομεν ν’ ἀμφισβητήσωμεν κἄν. Ὅ,τι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀφήσωμεν ἀπαρατήρητον εἶναι τὸ ὅτι ἐκτοξεύονται κατὰ τῆς Συνελεύσεως συκοφαντίαι καὶ ὕβρεις ἀδικαιολόγητοι, τὰς ὁποίας ἂν παρίδωμεν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι τὸ Σῶμα τοῦτο ἀπαρτίζεται ἀπὸ πολιτικὰ παχύδερμα ἐστερημένα καὶ τῆς στοιχειώδους συναισθήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἀμύνης. Ἰδοὺ ἓν ἀρθρίδιον τῆς ἑσπερινῆς αὐτῆς ἐφημερίδος (ἀναγινώσκει)... Μᾶς λέγει δηλαδὴ ἡ ἐφημερὶς αὕτη ὅτι εἴμεθα φυγόπονοι, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι ἐπάγγελμα περισσότερον προσοδοφόρον ἀπὸ τὸ ἐπάγγελμα τοῦ πληρεξουσίου καὶ ἐν τέλει μᾶς ἀπειλεῖ μὲ τὴν διάλυσιν καὶ πρὶν ἀκόμη τελειώσῃ τὸ συντακτικὸν ἔργον της ἡ Συνέλευσις. Ἐν πρώτοις, ἰσχυριζομένη ἡ ἐφημερὶς αὕτη ὅτι ἀραιοὶ προσῆλθον χθὲς οἱ πληρεξούσιοι ἐκ φυγοπονίας, ψεύδεται, διότι οὐδεὶς τῶν ἐν Ἀθήναις παρόντων συναδέλφων ἀπουσίασε τῆς συνεδριάσεως καὶ νομίζω ὅτι τὸ Προεδρεῖον τῆς Συνελεύσεως ὤφειλεν ἀφ’ ἑαυτοῦ καὶ ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας ἐπεμβαῖνον νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ τὸν τοιοῦτον τοῦ Σώματος διασυρμόν.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφόσον ὑποβάλλετε μομφὴν κατὰ τοῦ Προεδρείου, παρακαλῶ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον νὰ μὲ ἀντικαταστήσῃ.
§7ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Δὲν πρόκειται περὶ μομφῆς· δὲν πρόκειται δι’ ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε.
§8Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος ἐν τῇ δεδικαιολογημένῃ εὐαισθησίᾳ αὑτοῦ ἔσπευσεν ἀναντιρρήτως πρὶν μὲ ἀφήσῃ νὰ τελειώσω τὴν φράσιν μου, ὁπότε θὰ ἔλεγον ὅτι τοῦτο, δηλαδὴ ἡ μὴ ἄμεσος καὶ αὐθόρμητος ἐπέμβασις τοῦ κ. Προέδρου, δὲν ὀφείλεται εἰς ὀλιγωρίαν ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν καθηκόντων αὑτοῦ, ἀλλ’ ὀφείλεται εἰς ὑπέρμετρον φρόνησιν καὶ ὑπερηφάνειαν, ἥτις ἐν τούτοις δὲν ἐνδείκνυται κατ’ ἐμέ, διότι ἀφιέμενα ἀδιάψευστα καὶ ἀδιαμαρτύρητα τὰ ἀνακριβῆ καὶ ἄδικα κατὰ τῆς Συνελεύσεως δημοσιεύματα προκαλοῦν παρὰ τῇ Κοινῇ Γνώμῃ μείωσιν τῆς ἐμπιστοσύνης καὶ τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν Σῶμα ἐπὶ προφανεῖ ζημίᾳ τῶν γενικωτέρων συμφερόντων τοῦ Τόπου. Γνωρίζει ἄλλως τε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως καὶ ἀπὸ προγενεστέρας περιπτώσεις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἄλλοθεν τὸν σεβασμὸν τὸν ὁποῖον ὁλόκληρος ἡ Συνέλευσις τόσον δεδικαιολογημένως τρέφει πρὸς αὐτόν, εἰς τὸν ὁποῖον σεβασμὸν καυχῶμαι ὅτι οὐδενὸς ὑστερῶ, διότι καλῶς γνωρίζω τὸν ἄνδρα. Μετὰ ταῦτα, ἀρκετὰ νὰ διαλύσωσι τὴν γεννηθεῖσαν παρεξήγησιν καὶ νὰ ἀποκαταστήσουν τὴν τάξιν, ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα. Ἔλεγον καὶ τονίζω ὅτι εἶναι ἀνακριβεστάτη ἡ βάσις τοῦ δημοσιεύματος περὶ ἀραιᾶς προσελεύσεως τῶν πληρεξουσίων, διότι δὲν γνωρίζω ἂν ἄλλου εἴδους αἰτιάσεις δύνανται νὰ ἐκτοξευθοῦν ἐναντίον τοῦ Σώματος, ἀλλ’ ἡ αἰτίασις ἐπὶ φυγοπονίᾳ κατὰ τῶν πληρεξουσίων εἶναι ἀναντιρρήτως ψευδὴς καὶ ἄδικος. Ἂς μὴ ὑποθέσῃ τις, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος ὅστις θὰ ἐλησμόνουν τὸν τρόπον καθ’ ὃν διεξάγονται οἱ πολιτικοὶ ἀγῶνες ἐν τῷ Τόπῳ ἡμῶν καὶ θὰ διεμαρτυρόμην καὶ θὰ ἀπησχόλουν τὴν Συνέλευσιν διὰ τὰς κατ’ αὐτῆς ὕβρεις οἱασδήποτε ἐφημερίδος. Ἔλαβον τὸν λόγον καὶ ἀπασχολῶ τὴν Συνέλευσιν ἕνεκα τοῦ εἴδους τοῦ δημοσιεύματος στηριζομένου ἐπὶ ἀπολύτως ἀνακριβοῦς περιστατικοῦ καὶ ἕνεκα τοῦ εἴδους τῆς κατηγορίας, ἥτις παρουσιάζει τὸ ἔργον τοῦ πληρεξουσίου ὡς ἐπάγγελμα καὶ ἐρωτᾷ ἂν γνωρίζει τις περισσότερον προσοδοφόρον ἐπάγγελμα ἀπὸ τὸ ἐπάγγελμα τοῦτο. Γνωρίζομεν ὅλοι τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας τὰς ὁποίας ἀντικρύζει ἡρωικῶς καὶ τιμίως ἡ μεγάλη πλειονότης τοῦ πολιτικοῦ κόσμου ἐν Ἑλλάδι καὶ γνωρίζομεν ἀκόμη εἰδικώτερον τὴν γλισχρότητα τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως, ἥτις ἀνερχομένη εἰς ὀλιγωτέρας τῶν τριῶν χιλιάδων δραχμῶν μηνιαίως δὲν ἐπαρκεῖ οὔτε εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς ἀλληλογραφίας τῶν πληρεξουσίων, καὶ ἔτι πλέον γνωρίζομεν ὅτι, ἐνῷ ἐφάνημεν ἀφειδεῖς ἐν τῇ αὐξήσει τῶν ἀποδοχῶν ὅλου τοῦ Κράτους τῶν λειτουργῶν, οὐδέποτε ἀπησχολήθημεν διὰ τὴν προσαρμογὴν τῆς βουλευτικῆς ἐπιχορηγήσεως πρὸς τὰς ἀξιώσεις τῶν σημερινῶν ἀναγκῶν τοῦ βίου. Καὶ ἔπρεπε τοὐλάχιστον καὶ οἱ χειρότεροι τῶν ἐχθρῶν τῆς Συνελεύσεως, σεβόμενοι τὴν ἀλήθειαν τῶν γεγονότων, νὰ μὴ ἐγκαλοῦν τοὺς πληρεξουσίους δι’ ὑπερβολικότητα ἀποζημιώσεως τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι γνωστὸν ὅτι αἱ ἀποδοχαί των ἐξισοῦνται μὲ τὰς ἀποδοχὰς τῶν ὑπαλλήλων τῶν τελευταίων βαθμίδων. Ἀλλὰ πρὸ πάντων δὲν ὤφειλε τοιοῦτον νὰ θέση ἐρώτημα ἡ ἐφημερὶς ἥτις τὸ θέτει, διότι θὰ ἠδυνάμεθα νὰ τῆς ἀπαντήσωμεν, καὶ θὰ τῆς ἀπαντήσωμεν, ὅταν κατατεθοῦν αἱ πληροφορίαι τὰς ὁποίας δι’ ἐπερωτήσεως ἣν κατεθέσαμεν σήμερον ζητοῦμεν, περὶ τῶν ποσῶν τὰ ὁποῖα ἀπομυζᾷ ὁ Τύπος ἐκ τῶν δημοσίων καὶ τραπεζιτικῶν ταμείων. Θὰ ἀπαντήσωμεν τότε ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δεδομένων καὶ τῶν ἀριθμῶν ὅτι γνωρίζομεν ἐπάγγελμα πλέον προσοδοφόρον ἀπὸ τὸ τοῦ πληρεξουσίου, καὶ εἶναι τοῦτο τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δημοσιογράφου, τὸ ὁποῖον μάλιστα μετέρχεται πολλάκις καὶ μέσα ἀμφιβόλου εὐθύτητος. Ἢ μήπως ἡ φθονοῦσα τὴν πρόσοδον τῶν πληρεξουσίων ἐφημερίς, ἡ τόσον ἀφελῶς ἐρωτῶσα περὶ τοῦ ἂν γνωρίζει τις προσοδοφορώτερον τοῦ πληρεξουσίου ἐπάγγελμα, δὲν ἔλαβε 200,000 δραχμὰς διὰ νὰ διαθέσῃ ὀλίγον χῶρον καὶ ὀλίγην μελάνην διὰ τὴν διαφήμισιν τοῦ ἱεροῦ προσφυγικοῦ δανείου; (Ἀποσύρονται τοῦ θεωρείου οἱ δημοσιογράφοι).
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθίσατε νὰ ἀκούσητε.
§10ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὑπάρχουν καὶ ἐξαιρέσεις.
§11Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λυποῦμαι μὲν διότι ἀπεσύρθησαν ἐκ τῶν θεωρείων οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Τύπου, ἀλλὰ καὶ εἰθισμένος νὰ ἀντικρύζω πάντοτε μὲ τὸν προσήκοντα ἀνδρισμὸν τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα θίγω θὰ συνεχίσω τὸ ἔργον μου ἀταράχως καὶ ὑπερηφάνως, ἐφόσον ἐπὶ γεγονότων ὁμιλῶ καὶ γεγονότα χαρακτηρίζω καὶ δίκαια ἐξάγω τὰ συμπεράσματα καὶ ἐν τῷ καταλογισμῷ τῆς εὐθύνης δὲν ἐπεκτείνομαι πέρα τοῦ κύκλου τῶν ὑπαιτίων. Ταῦτα μὲν συντόμως ἀλλὰ καὶ χαρακτηριστικῶς ἀποθέτω ὅσον ἀφορᾷ τὴν προσοδοφορότητα τοῦ ἐπαγγέλματος τῶν πληρεξουσίων, περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλεῖ τὸ ἀπρεπὲς δημοσίευμα. Ἀλλ’ ὅ,τι κυρίως ἐκ τοῦ δημοσιεύματος τούτου πρέπει νὰ ἐπισύρῃ τὴν προσοχήν μας ἀμέριστον εἶναι τὸ κεφάλαιον τῆς ἀπειλῆς. Μᾶς λέγει τὸ δημοσίευμα μὲ ὕφος διδασκάλου πρὸς μαθητάς: «Προσοχή!» Καὶ μᾶς ἀπειλεῖ ὅτι θὰ μᾶς διαλύσῃ. Ἀλλὰ ποίων ἀοράτων δυνάμεων ἡγοῦνται οἱ ἥρωες τοῦ δημοσιεύματος τούτου καὶ ἔχουν τὴν δύναμιν νὰ διαλύωσι Συνελεύσεις; Ποῖοι εἶναι καὶ πόθεν ἔρχονται; Ἡμεῖς οἱ πληρεξούσιοι, οἱοιδήποτε καὶ ἂν εἴμεθα, ἐκπορευόμεθα ἀπὸ τὴν θέλησιν τῶν ἐκλογέων ἡμῶν καὶ δὲν ἔχομεν ἀμφίβολον τὴν προέλευσιν, ἀλλ’ ὑπέστημεν τὴν δοκιμασίαν μιᾶς ἐκλογῆς καὶ ὑποτίθεται ὅτι εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ καταθέσωμεν τὴν ἐντολὴν ὅταν θεωρήσωμεν αὐτὴν λήξασαν καὶ νὰ ἐκτελῶμεν τὸ καθῆκόν μας ἐφ’ ὅσον εὑρισκόμεθα ἐνταῦθα, χωρὶς νὰ ἔχῃ τις τὸ δικαίωμα νὰ μᾶς λέγῃ «προσοχή!» καὶ νὰ μᾶς ἀπειλῇ καθ’ ὃν τρόπον τὸ δημοσίευμα τοῦτο.
§12Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Μίαν ἐρώτησιν διὰ ν’ ἀποκατασταθοῦν τὰ πράγματα. Συνέβη παρεξήγησις τῶν λόγων σας. Δὲν ἐκάματε βεβαίως λόγον περὶ τῶν ἐπαγγελματιῶν συντακτῶν.
§13Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι ἀστειότης νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἐθίγησαν οἱ ἐπαγγελματίαι συντάκται ἐκ τῶν λόγων μου.
§14Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Διότι μοῦ διετυπώθη ἀπὸ τοὺς συντάκτας τὸ παράπονον καὶ τοὺς διεβεβαίωσα ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐννοῆτε αὐτούς.
§15Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Βεβαίως πρόκειται περὶ τῶν ἰδιοκτητῶν.
§16ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Δὲν ἔχουν δίκαιον οἱ συντάκται.
§17Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. συνάδελφον, ὅστις μοὶ ἔδωσε διὰ τῆς διακοπῆς του τὴν εὐκαιρίαν νὰ διαλύσω μίαν παρεξήγησιν, ἔστω καὶ ἀδίκως γεννηθεῖσαν παρὰ τοῖς συντάκταις τῶν ἐφημερίδων, οἵτινες ἀποτελοῦν τοὺς προλεταρίους τοῦ Τύπου, παραμένοντες πτωχοὶ καὶ ἔντιμοι βιοπαλαισταὶ καὶ οἵτινες δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συμπεριλαμβάνωνται εἰς ὅσα ἐλέχθησαν, ἀφορῶντα προσόδους αἵτινες πάντες γνωρίζομεν ὅτι δὲν εἰσέρχονται εἰς τὰ ἰδικά των βαλάντια. Γνωρίζουσιν ἄλλως τε οἱ συντάκται ἀπὸ πολλὰς εὐκαιρίας πόσον εἶναι εἰς ὅλους μας συμπαθεῖς. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, διὰ νὰ διαλυθοῦν περισσότερον αἱ παρεξηγήσεις καὶ νὰ μὴ γεννηθῶσι καὶ νέαι, ἐπαναλαμβάνω ὅτι ὅσα εἶπον καὶ ὅσα θὰ εἴπω δὲν ἀφοροῦν παρὰ τὸ κρινόμενον δημοσίευμα, καὶ ἄδικος θέλει εἶσθαι, ἢ τοὐλάχιστον παρερμηνείαν τῶν προθέσεών μου θὰ ἀπετέλει ὁ πλατειασμὸς καὶ ἡ ἐπέκτασις τῶν λόγων μου κατὰ τρόπον θίγοντα τὸν Τύπον ὁλόκληρον, ἀφοῦ ἐκτὸς τῶν ἐξαιρέσεων τοῦ ἀθηναϊκοῦ Τύπου ὑπάρχει καὶ ἡ μεγάλη ἐξαίρεσις τοῦ ἐπαρχιακοῦ Τύπου, ὁ ὁποῖος παρέμεινε πάντοτε ἄσπιλος καὶ ἀδιάφθορος, ἢ κατὰ τρόπον μὴ διαστέλλοντα τάξεις προσώπων τῆς δημοσιογραφικῆς οἰκογενείας. Ἔλεγον λοιπὸν ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἀνεκτὸν ἐκ μέρους τῶν πληρεξουσίων τὸ σύστημα τῆς ἀδίκου συκοφαντήσεως τῆς Συνελεύσεως, καὶ πρὸ πάντων τὸ σύστημα τῶν ἀπειλῶν.
§18Β. ΑΛΕΒΙΖΑΤΟΣ. Τοὺς περιφρονοῦμεν.
§19Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ ἡ Συνέλευσις ὅτι αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι διευθύνουν τὴν ἐφημερίδα «Ἑστίαν» εἶναι λιποτάκται τοῦ χειρίστου εἴδους· δὲν ἐξετέλεσαν τὰς πρὸς τὴν Πατρίδα στρατιωτικάς των ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἐξετέλεσεν ὁ τελευταῖος ποιμὴν καὶ ὁ τελευταῖος ἀγρότης. Ἔφυγαν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν διὰ νὰ σπουδάσωσι δῆθεν, καὶ ἐπανελθόντες ἔλαβον συγχωροχάρτια. Πρέπει ἡ Συνέλευσις νὰ λάβῃ ἀπόφασιν, ὅπως μὴ χειρίζωνται τὴν γραφίδα οἱ μὴ ἐκπληρώσαντες τὸ πρὸς τὴν Πατρίδα καθῆκον.
§20Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους ὑπαινίσσεσθε δὲν εἶναι στρατολογικῶς ἐν τάξει.
§21Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Δὲν εἶναι καθόλου ἐν τάξει· ἦσαν εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§22Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Θίγετε οἰκογένειαν ἡ ὁποία προσέφερεν ἐξαιρετικὰς ὑπηρεσίας εἰς τὸν Τόπον.
§23Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Οὐδεμίαν ὑπηρεσίαν προσέφερεν.
§24Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸν μὲν κ. συνάδελφον, ὁ ὁποῖος ἐπεκούρησεν εἰς τὸ ἔργον μου, θὰ ἐκτιμήσῃ ἡ Συνέλευσις, τὸν δ’ ἕτερον συνάδελφον, ὁ ὁποῖος ἐξῆλθεν ὑπερασπιστὴς τῶν προσώπων — ἐμὲ δὲν μὲ ἐνδιαφέρουν τὰ πρόσωπα, διότι ἀρέσκομαι εἰς τὴν ἀντικειμενικότητα τῶν ἀγώνων — θὰ ἐπαινέσουν οἱ ἐνδιαφερόμενοι. Εἶναι γεγονός, κύριοι συνάδελφοι, — καὶ ἀφοῦ ηὐρύνθη ἡ συζήτησις ἐπιτρέπεται νὰ τὸ εἴπωμεν — ὅτι μία μερὶς τοῦ Τύπου ἀσκεῖ τὰ καθήκοντα αὑτῆς κατὰ τρόπον ὅστις ἔδει ἀπὸ πολλοῦ χρόνου νὰ γεννήσῃ παρ’ ἡμῖν τὴν συναίσθησιν τῆς ἀνάγκης νομοθετικῆς διαρρυθμίσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὰ διὰ τοῦ Τύπου διαπραττόμενα ἀδικήματα. Ὅτε συνεζητεῖτο τὸ ζήτημα τῆς ἐπανεκδόσεως τῶν ἐφημερίδων τὰς ὁποίας κατήργησεν ἡ Ἐπανάστασις, ἐκηρύχθην μεταξὺ τῶν πρώτων ὑπὲρ τῆς ἐπανεκδόσεως αὐτῶν, θεωρῶν ὡς ὑπερτάτην ἐκδήλωσιν τοῦ φιλελευθέρου πνεύματος τὴν ἀπόλυτον ἐλευθεροτυπίαν, ἀλλὰ προσέθεσα ὅτι πρέπει νὰ καθιερώσωμεν αὐστηροτάτας διατάξεις καὶ συνοπτικὴν διαδικασίαν προκειμένου περὶ συκοφαντιῶν διὰ τοῦ Τύπου, διότι ἄλλως οὐδεμία ὑπόληψις δύναται νὰ παραμείνῃ ὀρθία εἰς τὸν Τόπον αὐτόν. Καθηλωμένος ἐν σταυρῷ μαρτυρίου ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς Ἑλλάδος, ἐξηντλημένος καὶ καταπεπονημένος ἀπὸ τὸ βαρὺ ἔργον τῆς ἐπιλύσεως πολλῶν καὶ σοβαρῶν ἐθνικῶν, κρατικῶν καὶ κοινωνικῶν προβλημάτων, ὑφίσταται πολλάκις ἐκ μέρους τοῦ Τύπου εἶδός τι ἐκβιαστικῆς τρομοκρατήσεως καὶ ψυχικῆς τυραννίας μειούσης οὐσιωδῶς τὰς δυνάμεις αὐτοῦ. Ἂς ὁμολογήσωμεν τὴν ἀλήθειαν, κύριοι συνάδελφοι· τρομοκρατούμεθα καὶ καταδυναστευόμεθα ἀπὸ ὡρισμένας ἐφημερίδας καὶ δὲν εἶναι ὑπερβολὴ ἂν εἴπωμεν ὅτι πᾶν ὅ,τι διὰ τιμίων ἀγώνων, ἐκνευριστικῶν κόπων καὶ εὐγενῶν προσπαθειῶν ἀγωνίζεται νὰ κερδίσῃ ὁ πολιτικὸς κόσμος ἐν τῇ σφαίρᾳ τῆς ἠθικῆς εἶναι ἐκτεθειμένον ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν εἰς τὴν θέλησιν ἐκείνων οἵτινες διαθέτουσιν ὀλίγον χάρτην καὶ ὀλίγην μελάνην.
§25Β. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κανεὶς δὲν τρομοκρατεῖται.
§26Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἔχει οὕτω τὸ πρᾶγμα. Οὐδεὶς δύναται νὰ καυχηθῇ ὅτι δὲν φοβεῖται τοὺς συκοφάντας. Ἡ τυραννία ἥτις ἀσκεῖται ὑπὸ μερίδος τινὸς τοῦ Τύπου ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς Χώρας εἶναι εἰς ὅλους καταφανής, ὅπως καταφανὴς εἶναι ἡ προσπάθεια ὡρισμένων ἐφημερίδων νὰ διασύρουν ἀδίκως τὰς πολιτικὰς ὑπολήψεις, διὰ νὰ δημιουργήσουν εἶδός τι δικτατωρίας τοῦ Τύπου. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται σήμερον. Σήμερον πρόκειται μόνον περὶ ἑνὸς ἀδίκου, χλευαστικοῦ καὶ ὑβριστικοῦ δημοσιεύματος ὡρισμένης ἐφημερίδος, διὰ τὸ ὁποῖον φρονῶ — καὶ μοῦ φαίνεται σύμφωνος ἡ γνώμη ὁλοκλήρου τῆς Συνελεύσεως — ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὅτι δὲν δύναται νὰ σιγήσῃ ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ πρόκειται περὶ φιλικῆς της ἐφημερίδος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως πρέπει νὰ ἐνεργήσῃ πᾶν ὅ,τι ἐκ τῶν καθηκόντων του ἀπορρέει πρὸς προστασίαν τοῦ κύρους καὶ τῆς ὑπολήψεως τῆς Συνελεύσεως.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§28Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁσονδήποτε, κύριοι πληρεξούσιοι, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἡ δημοσιογραφία ἠδίκησε τὴν Δʹ τῶν Ἑλλήνων Ἐθνοσυνέλευσιν, δὲν δυνάμεθα ν’ ἀφήσωμεν ἀδιαμαρτύρητον σημεῖόν τι τοῦ λόγου τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λασηθίου πληρεξουσίου. Ἐν πρώτοις, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις δὲν φέρει καμμίαν εὐθύνην διὰ τὰ γραφόμενα ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων, διότι αἱ ἐφημερίδες αἱ ὁποῖαι καθάπτονται τῆς Δʹ τῶν Ἑλλήνων Ἐθνοσυνελεύσεως δὲν ἐκπροσωποῦσι τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως ταύτης. Δὲν εἶναι ἀληθές, κύριοι, — διότι ἐρρίφθησαν ὑπαινιγμοὶ καὶ περὶ τούτου, — ὅτι ἀπειλαὶ ἐξετοξεύθησαν κατὰ τῆς Δʹ τῶν Ἑλλήνων Ἐθνοσυνελεύσεως. Ἂν ὅμως ἐξετοξεύθησαν ἀπειλαὶ σοβαρώτεραι τῶν ἁπλῶν γνωμῶν ἑνὸς συντάκτου, αὐτὸ δὲν προῆλθε βεβαίως ἐκ τῆς Κυβερνήσεως ἡ ὁποία ἐτάχθη σήμερον εἰς τὰ ἑδώλια ἐκεῖνα.
§29Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶπον διὰ τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ἠπείλησε τὴν διάλυσιν τῆς Συνελεύσεως. Τὸ δημοσίευμα ἀνέπτυξα, καὶ τὸ δημοσίευμα λέγει· «προσέξατε, προσοχή, διότι διάλυσις ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ».
§30Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Καὶ ἄλλοτε, κύριοι πληρεξούσιοι, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἴπομεν τὴν γνώμην μας περὶ τοῦ ἔργου τὸ ὁποῖον ἐπετέλεσεν ἡ Δʹ τῶν Ἑλλήνων Ἐθνοσυνέλευσις καὶ περὶ τοῦ ἔργου τὸ ὁποῖον καλεῖται νὰ ἐπιτελέσῃ ἀκόμη. Καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξεφράσαμεν καὶ ἡμεῖς τὸ παράπονον διὰ τὴν ἄδικον μομφὴν τὴν ἑκάστοτε ἐπιρριπτομένην ἐπὶ τῆς Συνελεύσεως ταύτης. Ἀλλά, κύριοι, πέρα τούτου τί ἠδυνάμεθα νὰ κάμωμεν; Γνωρίζετε ὅτι οἱ ἐλεύθεροι θεσμοὶ καθιεροῦσι τὴν ἐλευθεροτυπίαν, ὅτι ἀποτελεῖ κεφαλαιῶδες σημεῖον τῆς ἐλευθερίας τῶν πολιτῶν ἡ ἐλευθεροτυπία. Κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἠδυνάμεθα νὰ περιορίσωμεν τὸν Τύπον ἀπὸ τοῦ νὰ ἐκφράζῃ τὰς γνώμας του διὰ τὴν Συνέλευσιν αὐτήν;
§31Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τουλάχιστον οἱ πολιτικοὶ ἀρχηγοί, οἱ ὁποῖοι διευθύνουν ἐφημερίδας, ὅσοι ἔχουν ἐπίσημα ὄργανα, θὰ ὤφειλον τοὐλάχιστον....
§32Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Οἱ πολιτικοὶ ἀρχηγοί....
§33Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. ... νὰ μὴ ἐπιτρέπουν εἰς τὰ ἐπίσημα ὄργανά των νὰ μεταβάλλωνται εἰς ὄργανα λιβέλλων, ὅταν εἶναι πολιτικοὶ ἀρχηγοί.
§34Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποθέτω ὅμως ὅτι ἡ ἐφημερὶς περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ κ. ἐκ Λασηθίου συνάδελφος δὲν ἀνήκει εἰς κανὲν κόμμα, οὔτε δὲ καὶ τῆς Κυβερνήσεως τὰς γνώμας ἐκφράζει καμμία ἐφημερίς. Ὑπάρχει μία ἐφημερὶς ἡ ὁποία βεβαίως εἶναι ὄργανον τοῦ Ἐθνικοῦ Δημοκρατικοῦ κόμματος, ἀλλ’ ἡ ἐφημερὶς αὕτη διεξάγει τὸν πολιτικὸν ἀγῶνα καθ’ ὃν τρόπον τὸν διεξάγουσι καὶ αἱ ἄλλαι. Δὲν πρόκειται ὅμως περὶ τοιούτου ζητήματος, οὔτε δύναται νὰ μετατοπισθῇ τὸ ζήτημα.
§35Ν. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ ἐφημερὶς εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἀνήκω εἶναι ἐντροπὴ νὰ ὑβρίζῃ ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι προσέφεραν ὑπηρεσίας εἰς τὴν Πατρίδα.
§36Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ ζήτημα δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ ὁποῖον συζητεῖται. Τὸ ζήτημα εἶναι αἱ μομφαὶ καὶ αἱ ἀπειλαί, αἱ ὁποῖαι ἐξηνέχθησαν κατὰ τῆς Δʹ τῶν Ἑλλήνων Συνελεύσεως. Καὶ τὸ ζήτημα εἶναι ἂν θὰ ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ μέτρα κατὰ τῶν ἐφημερίδων τούτων. Εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅπως γνωρίζετε, ἐσχάτως ἠκούσθησαν καὶ ὕβρεις πολὺ βαναυσότεραι ἀπὸ ἐκείνας τὰς ὁποίας ἀνέγνωσεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λασηθίου συνάδελφος.
§37Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ ἤθελον νὰ ἐξετάσητε τὰ λεχθέντα ἐκ μέρους μου ἐν τῷ στενῷ περιθωρίῳ ποὺ ἐλέχθησαν, διότι μᾶς εἶπον ὅτι καὶ ἀπὸ ἄλλην παράταξιν ἐξετοξεύθησαν ἀπειλαί. Ἐγὼ ὡμίλησα περὶ ἀπειλῆς ἡ ὁποία ἐξεφράσθη κατὰ τῆς Συνελεύσεως ὁλοκλήρου. Ἑπομένως δὲν ὡμίλησα περὶ μεμονωμένων ἀπειλῶν. Ὡμίλησα περὶ ἀπειλῆς στρεφομένης ἐναντίον ὁλοκλήρου τῆς Συνελεύσεως· ἑπομένως οὔτε ὑμᾶς οὔτε τὴν Κυβέρνησιν ἐξαιρῶ. Ἂν θέλετε, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι κυρίως θίγεται ἐκ τῆς ἀπειλῆς ἡ Κυβέρνησις, διότι ἡ Κυβέρνησις ἀπολαύει τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Συνελεύσεως.
§38Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐν πάσῃ περιπτώσει, κύριοι πληρεξούσιοι, ἓν εἶναι ἀναμφισβήτητον γεγονός, ὅτι ὁ ἀντιπολιτευόμενος Τύπος ἢ ὁ συμπολιτευόμενος καθάπτεται τῆς Συνελεύσεως καθ’ ὃν τρόπον νομίζει αὐτός.
§39Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν δύναμαι νὰ καταλάβω διατί ἡ «Ἑστία» μᾶς ἔθιξεν....
§40Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οὔτε αἱ ἀντίθετοι ἐφημερίδες δὲν ὑβρίζουν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Μόνον ἡ «Ἑστία».
§41Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν ἠμπορῶ νὰ καταλάβω διατί τὸ ἄρθρον τῆς «Ἑστίας» ἔθιξε τὴν Συνέλευσιν, ὑβριζομένην ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας ἀπὸ τὸν Τύπον τὸν ἀντιπροσωπεύοντα τοὐλάχιστον τὴν δημοκρατικὴν παράταξιν, ἐκτὸς ἂν νομισθῇ ὅτι ἡ «Ἑστία», ἀνήκουσα εἰς τὴν ἡμετέραν παράταξιν, ἔπρεπε νὰ τηρήσῃ ἄλλην πολιτικὴν καὶ ἐκτὸς ἂν ἔπρεπε δι’ αὐτὸ νὰ παραπονεθῶμεν, διότι ἡ «Ἑστία» ἀνήκουσα εἰς τὴν παράταξιν τῶν δημοκρατικῶν κατεφέρθη καὶ αὐτὴ κατὰ τῆς Συνελεύσεως. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι πολιτικὴ ἀπορρέουσα ἀπὸ τὰς ἀντιλήψεις τῶν ἑκάστοτε διευθυντῶν τῶν ἐφημερίδων. Πρώτην φορὰν ἀκούονται, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, συστάσεις νὰ ἐξεγερθῇ τὸ Σῶμα ὁλόκληρον δι’ ἀντιπολίτευσιν κατὰ τῆς Συνελεύσεως, συνισταμένην εἰς τὸ ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν ἐκπληροῖ τὸ ἔργον της. Ἂν θέλετε νὰ ἀναγνώσητε ὕβρεις....
§42Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ κατηγορία εἶναι ἄλλη, ὅτι ἀναφέρει συκοφαντίας καὶ προσθέτει ὅτι προσῆλθον ἀραιοὶ πληρεξούσιοι.
§43Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐγὼ ἐπὶ τούτου ἐκφράζω ἀπορίαν, διότι ὑβρίζεται ὑπὸ μιᾶς μερίδος τοῦ Τύπου ὁλόκληρος ἡ Συνέλευσις καὶ οὐδεὶς ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ τὴν ὑπερασπίσῃ. Ἐξεγειρόμεθα δὲ διότι ἡ «Ἑστία» ἀντεπολιτεύθη ἐπί τινος ἀνακριβοῦς, ἂν θέλετε, γεγονότος, καὶ μάλιστα παραπονούμεθα κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος μᾶς ἐπέτρεψε νὰ ἐκτραπῶμεν εἰς ὕβρεις κατὰ τῶν δημοσιογράφων.
§44Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τί εἴπετε, κύριε Ὑπουργέ; Δὲν ἤκουσα.
§45Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Εἶπον ὅτι ἡ Συνέλευσις ὑβρίζεται ὁλόκληρον τὴν ἡμέραν ἀπὸ μίαν δημοσιογραφίαν ἀντιπροσωπεύουσαν τὴν ἀντίθετον παράταξιν, δὲν ἠκούσθη δὲ μέχρι τοῦδε καμμία διαμαρτυρία, οὔτε ἐκάμαμεν συστάσεις πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως νὰ λάβῃ κανὲν μέτρον κατὰ τῆς δημοσιογραφίας ἐκείνης.
§46Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ὑβρίζεται ἡ Συνέλευσις.
§47Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὑβρίζεται καὶ χλευάζεται. Ἐνομίσατε δὲ ὅτι ἔπρεπεν ἡ Συνέλευσις νὰ λάβῃ μέτρα ἐναντίον μιᾶς ἐφημερίδος ἡ ὁποία νομίζει ὅτι δὲν ἐκπληροῖ αὕτη τὸ καθῆκόν της. Εἶναι δικαίωμα τῆς ἐφημερίδος νὰ τὸ νομίζῃ καὶ δικαίωμα τῆς Συνελεύσεως νὰ ἀποδείξῃ τὸ ἀντίθετον. Ἀλλὰ πῶς θέλετε νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς μίαν ἐφημερίδα, ἡ ὁποία δὲν ἐκπροσωπεῖ, ὅπως ὀρθῶς ἐλέχθη ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως, πῶς θέλετε νὰ τῆς ἐπιβάλωμεν νὰ ἔχῃ τὴν α ἢ β ἀντίληψιν;
§48Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ποῖος εἶπεν αὐτό; Ἡμεῖς δὲν ἠγείραμεν τοιαύτας ἀξιώσεις. Κύριε Πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον ἐκ νέου διὰ νὰ διασαφήσω τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα.
§49Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐν πάσῃ περιπτώσει, κύριοι πληρεξούσιοι, εἶναι γεγονὸς ἀναμφισβήτητον ὅτι καὶ ἡ ἐφημερὶς ἡ ὁποία ἐκπροσωπεῖ τὰς γνώμας τοῦ κόμματος εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει ὁ κ. ἐκ Λασηθίου πληρεξούσιος ὑπῆρξε περίοδος κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπετέθη καθ’ ὃν τρόπον καὶ ἡ «Ἑστία» κατὰ τῆς Δʹ Συντακτικῆς Συνελεύσεως.
§50ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Οὐδεμία ἐφημερὶς ἐπετέθη ὅπως ἡ «Ἑστία».
§51Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιθυμῶ νὰ προσθέσω ἀπὸ τοῦ βήματος εἶναι τοῦτο...
§52Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Σᾶς παρέχω τὴν πληροφορίαν ὅτι ὁ «Ἐλεύθερος Λόγος» οὐδέποτε ὕβρισε τὴν Συνέλευσιν· τὴν ηὐλαβήθη πάντοτε.
§53Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). ... Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ κάμω πρὶν κατέλθω τοῦ βήματος εἶναι νὰ διαμαρτυρηθῶ δι’ ὅσα ὁ κ. ἐκ Λασηθίου πληρεξούσιος εἶπε κατὰ τοῦ Τύπου, κατὰ τῆς δημοσιογραφίας. Εἶναι ἀληθές, κύριοι, ὅτι, ὅπως εἰς τὴν πολιτικήν, εἰς τὸν στρατόν, εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ εἰς ὅλους ἐν γένει τοὺς κλάδους ὑπάρχουν οἱ καλοί, οἱ ἠθικοί, οἱ ἐνάρετοι καὶ ὑπάρχουν καὶ οἱ κακοί, οἱ ἀσυνείδητοι, οὕτω καὶ εἰς τὸν Τύπον ὑπάρχει ἡ μερὶς ἡ καλή, ἡ ἐνάρετος, ἡ εὐσυνείδητος, ὑπάρχει δὲ καὶ ἡ μερὶς ἡ κακή.
§54Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σεῖς εἰς ποίαν ἀπὸ τὰς δύο μερίδας κατατάσσετε τὸ δημοσίευμα αὐτό;
§55Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν δυνάμεθα συνεπῶς, ὅταν ὁμιλῶμεν κατὰ τοῦ Τύπου ὁλοκλήρου, νὰ κατηγορῶμεν αὐτὸν κατὰ τοιοῦτον τρόπον. Διότι, ἂν ὑπῆρξαν εἰς τὰς τάξεις τοῦ Τύπου ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἔβλαψαν τὴν Πατρίδα, ἂν ὑπῆρξαν ἄνθρωποι ἐπιλήσμονες τοῦ καθήκοντός των, ὑπῆρξαν ὅμως καὶ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἔχυσαν τὸ αἷμα των διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος. Δι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγον ἐθεώρησα καθῆκον ὅπως μὴ κατέλθω τοῦ βήματος πρὶν παρακαλέσω τὸν κ. ἐκ Λασηθίου πληρεξούσιον νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ ἀδίκημα τὸ ὁποῖον κατέφερε καθ’ ὁλοκλήρου τοῦ Τύπου.
§56Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λυποῦμαι, διότι ἡ Κυβέρνησις, ὡς ἀπέδειξεν ἡ ὁμιλία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν ἔχει τὴν ἱκανότητα νὰ διαστείλῃ τὰ ζητήματα τοῦ κυβερνητικοῦ ἐλέγχου ἀπὸ τὰ ζητήματα ἅτινα, καὶ ἂν ἐκ μέρους τῆς Ἀριστερᾶς θίγωνται, δὲν φέρουσιν ἀντιπολιτευτικὸν χαρακτῆρα. Λυποῦμαι ἔτι περισσότερον, διότι ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργοῦ δὲν περιωρίσθη εἰς τὸ νὰ εἴπῃ τὰς γνώμας της διὰ τὸ δημοσίευμα εἰς τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἐπιμελῶς περιώρισα τὰς γνώμας καὶ κρίσεις μου, ἀλλ’ ἐπλάτυνε τὸ ζήτημα καὶ τὸ ἀνήγαγε γενικῶς εἰς ζήτημα Τύπου, καὶ ἠρεύνησε γενικῶς καὶ ἀνέμιξεν, ἄνευ λόγου, ἄλλας ἐφημερίδας καὶ ἄλλα δημοσιεύματα, καταλήξασα εἰς τὸ νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην της δι’ ὅσα ἐλέχθησαν. Οὐδεὶς ἔθιξε τὸν Τύπον γενικῶς, οὐδεὶς ἠμφισβήτησεν εἰς τὸν Τύπον τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου καὶ οἱ ὑπεραπολογηταὶ τοῦ Τύπου ἐπὶ φανταστικῶν αἰτιάσεων στηρίζονται. Ἐκακίσθη δικαίως καὶ ἐκρίθη ἀμερολήπτως καὶ κατεκρίθη μὲ γλῶσσαν ἠπιωτέραν τοῦ δέοντος ἓν ὡρισμένον δημοσίευμα μιᾶς ὡρισμένης ἐφημερίδος. Ἡ Κυβέρνησις ἓν εἶχε καθῆκον, ἐφόσον ἐλέχθη, καὶ ἐλέχθη ἀληθῶς, ὅτι πρόκειται περὶ φιλικῆς της ἐφημερίδος. Τὸ καθῆκον νὰ δηλώσῃ ἂν ἀπηχεῖ ἡ ἐφημερὶς αὕτη τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως, καὶ εὐτυχῶς ἐδηλώθη τὸ ἀντίθετον, καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἐπιδοκιμάσῃ ἢ νὰ ἀποδοκιμάσῃ τὸ δημοσίευμα. Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ἤθελον καὶ θέλω μίαν κατηγορηματικὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ εἴπῃ ῥητῶς καὶ σαφῶς ἂν ἐπιδοκιμάζει ἢ ἀποδοκιμάζει τὸ δημοσίευμα.
§57Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σᾶς δώσω ἀπάντησιν ὅτι ἐπιδοκιμάζω τὸ δημοσίευμα. Τὴν ἀπάντησιν τὴν ἔδωσα καὶ εἶπον ὅτι ἀναγνωρίζω περισσότερον παντὸς ἄλλου ὅτι ἡ Δʹ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις ἐπανειλημμένως ἠδικήθη διὰ δημοσιευμάτων, ἀλλὰ δυστυχῶς εἰς τὴν μοῖραν τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν καὶ τῶν πολιτικῶν κομμάτων εἶναι νὰ ἀκούουν αὐτά.
§58Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ναί, αὐτὰ εἴπετε, κ. Ὑπουργέ, καὶ κατελήξατε διαιρέσαντες τὸν Τύπον εἰς ἀγαθὸν καὶ εἰς κακὸν καὶ συμπεραίνομεν ἐκ τῶν λόγων σας ὅτι ἀποδοκιμάζετε τὸ δημοσίευμα. Ἀλλὰ πρὸς τί ηὐρύνατε τὴν συζήτησιν καὶ πρὸς τί, ἐνῷ ἡμεῖς ὁμιλήσαντες περὶ τῶν ἀπειλῶν διαλύσεως τῆς Συνελεύσεως ὡμιλήσαμεν μόνον περὶ ἀπειλῶν τῆς ἐφημερίδος, σεῖς ἐξητάσατε τὸ ζήτημα τῶν ἀπειλῶν γενικώτερον, κατὰ τρόπον ὥστε νὰ μᾶς δίδεται τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσωμεν καὶ ἡμεῖς εὐρύτερον ἐπὶ τοῦ θέματος καὶ νὰ μνησθῶμεν ἄλλων ἀπειλῶν ὁμοίας φύσεως ἐκ τῶν κυβερνητικῶν ἑδωλίων ἐξαπολυθεισῶν ἄλλοτε; Ἀλλ’ ὄχι. Ἡμεῖς δὲν θὰ ἐκτραπῶμεν τοῦ θέματος, διότι τὸ νομίζομεν ἀρκετὰ σοβαρὸν μεθ’ ὅλην τὴν στενότητα ὑπὸ τὴν ὁποίαν τὸ ἐμφανίζομεν, καὶ διότι δὲν θέλομεν νὰ δώσωμεν εἰς αὐτὸ κομματικὸν χαρακτῆρα, ὡς ἡ Κυβέρνησις φαίνεται ἀρεσκομένη νὰ πράξῃ.
§59Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐγὼ ἐκφράζω μίαν ἀπορίαν· πῶς, ἐνῷ ἡ Συνέλευσις αὕτη χλευάζεται καὶ καθυβρίζεται ὑπὸ ἐφημερίδων ἀνηκουσῶν εἰς μίαν ὡρισμένην παράταξιν, οὐδεὶς τῶν ὑβριζομένων ἠγανάκτησε καὶ οὐδεὶς ἔφερέ ποτε τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς συζήτησιν, καὶ ἐκφράζω τὴν ἀπορίαν διατί γίνεται αὐτὸ προκειμένου περὶ τῆς «Ἑστίας» εἰδικῶς, ἐκτὸς ἂν ὑποτεθῇ ὅτι εἶναι παράπονον κατὰ τῆς ἐφημερίδος ταύτης, διότι, καίτοι ἀνήκει εἰς τὴν δημοκρατικὴν οἰκογένειαν, δὲν διάκειται φιλικῶς πρὸς ὡρισμένην παράταξιν.
§60Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὴν εὔλογον ἀπορίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀπαντῶμεν εὐκόλως. Ἔγινεν ἡ ἐξαίρεσις τῆς διαμαρτυρίας κατὰ τῆς «Ἑστίας» καὶ οὐχὶ κατὰ τῶν ἀντιθέτων ἐφημερίδων διὰ δύο λόγους· πρῶτον, διότι ἡμεῖς δὲν ἠθέλομεν νὰ ἰσοπεδώσωμεν τὴν ἐφημερίδα αὐτὴν πρὸς τὰς ἄλλας ἐφημερίδας, τὰς ὁποίας ὑπαινίσσεται ὁ κ. Ὑπουργός, ἀλλ’ ἀφοῦ αὐτὸς τὸ κάμνει, δὲν ἔχομεν πλέον ἀντίρρησιν, καὶ δεύτερον, διότι τὰ ἄλλα δημοσιεύματα, ὅσα ἡμεῖς τοὐλάχιστον συνέπεσε νὰ ἀναγνώσωμεν, περιορίζονται εἰς τὸ νὰ ἐλέγχουν, ἔστω ὑβριστικῶς καὶ χλευαστικῶς, τὸ ἔργον ἡμῶν ἐξ ἀντιπολιτευτικοῦ πνεύματος, ἐνῷ τὸ δημοσίευμα περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται σήμερον δὲν ἀσκεῖ πλέον ἔλεγχον ἠθικῶς ἐπιτετραμμένον, ἀλλ’ ὁμιλεῖ περὶ τῶν πληρεξουσίων μὲ ὅσην περιφρόνησιν δὲν δύναταί τις οὔτε περὶ ἀλητῶν νὰ ὁμιλήσῃ καὶ θίγει χαμερπῶς τὸ χρηματικὸν ζήτημα, ὡς ἂν τὸ ἔργον τῶν πληρεξουσίων ἀποτιμᾶται εἰς δραχμάς, ἐπὶ πλέον δὲ ἀπειλεῖ, ὡς ἂν ἵσταται τάχα ὡς παράγων ἡ ἐφημερὶς αὕτη ἐπὶ σκοπιᾶς ἀνωτέρας ἐκείνης ἀφ’ ἧς ἵστανται οἱ πληρεξούσιοι καὶ δύναται νὰ παίξῃ τὸν ρόλον τοῦ ρυθμιστοῦ τοῦ τρόπου τῶν ἐργασιῶν των καὶ τῆς παραμονῆς των ἐν τῇ αἰθούσῃ αὐτῇ. Οὐδεὶς ἀποστέργει τὸν ἔλεγχον κατ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἀσκοῦν δημόσια λειτουργήματα. Οὐδεὶς παραπονεῖται ἐκ τῶν δημοσίων ἀνδρῶν διότι αἱ γνῶμαί του ἢ αἱ πράξεις του ἐπικρίνονται. Ἀλλ’ ὁ ἔλεγχος διὰ νὰ εἶναι ἐπιτετραμμένος πρέπει νὰ εἶναι δίκαιος στηριζόμενος ἐπὶ ἀληθῶν περιστατικῶν, πρέπει νὰ εἶναι ἀναλυτικὸς διαφωτίζων τὰ πάντα, πρέπει νὰ εἶναι καλόπιστος καὶ ἀξιοπρεπής, πρὸ πάντων δὲ ἐστερημένος τῆς ἐγωπαθοῦς ἀντιλήψεως ἐκ μέρους τοῦ ἐλέγχοντος, ὅστις τὸν κάμνει, οἱοσδήποτε καὶ ἂν εἶναι καὶ ὅσον καὶ ἂν εἶναι γνωστός, νὰ νομίζῃ ὅτι ἵσταται ὑπεράνω ὅλων καὶ οἱ ὑπ’ αὐτοῦ ἐλεγχόμενοι εἶναι ἀνίκανοι νὰ ἀντικρύσωσι τὸ ὑψηλόν του ἀνάστημα. Τοιοῦτόν τινα ἔλεγχον ἀσκεῖ κατὰ τῆς Συνελεύσεως τὸ κρινόμενον δημοσίευμα, καὶ τὸν ἔλεγχον τοῦ εἴδους αὐτοῦ οὐδεὶς τῶν κυρίων πληρεξουσίων εἶναι διατεθειμένος νὰ ἀνεχθῇ. Εἶμαι βέβαιος ὅτι αἱ γνῶμαι καὶ ἀντιλήψεις ὅλων τῶν κυρίων πληρεξουσίων, καὶ αὐτῶν ἀκόμη οἵτινες ἠθέλησαν ἢ θὰ θελήσουν νὰ συγκαλύψουν τὰ πράγματα ἐκ πολιτικοῦ ὑπολογισμοῦ δίδοντες εὐρυτέραν ἔννοιαν εἰς τὰ λεχθέντα, ὅσον ἐπιμελῶς καὶ ἂν τὰ περιώρισα εἰς τὰ στενὰ ὅρια ἑνὸς καὶ μόνου δημοσιεύματος. Γνωρίζω πόσας παρεξηγήσεις θὰ γεννήσουν οἱ λόγοι μου καὶ πόσον κινδυνῶδες εἶναι τὸ ἔργον τῆς ἐπιθέσεως ἐναντίον παντὸς διαθέτοντος μελάνην καὶ χάρτην. Ἀλλ’ εὐτυχῶς ἢ ἀτυχῶς τόσον εἶμαι εἰθισμένος εἰς τὴν ἀνάγνωσιν κατηγοριῶν καὶ ἐπαίνων, ὥστε νὰ ἔχω πάθει εἶδός τι ψυχικῆς ἀνοσίας, χορηγούσης μοι τὸ δικαίωμα νὰ δύναμαι νὰ λέγω ἀληθείας τινάς, τὰς ὁποίας ἄλλοι αἰσθάνονται ἴσως βαθύτερον ἐμοῦ καὶ ἐπικροτοῦν ἀπολύτως, ἀλλὰ διστάζουν νὰ ἐξωτερικεύσουν αὐτάς. Ἀπὸ τὸν κ. Πρεόδρον τῆς Κυβερνήσεως εἰδικῶς δὲν ἀναμένω δικαίωσιν. Γνωρίζω καλῶς ὅτι τὰ ἄνω ἔχουν πολλάκις περιέργους ὑποχρεώσεις. Γνωρίζω εἰδικώτερον ὅτι αἱ ὑπηρεσίαι τῆς ἐφημερίδος αὐτῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὴν κρατοῦσιν αἰχμάλωτον.
§61Γ. ΒΡΑΧΗΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προηγεῖται ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου· ἄλλως τε δὲν ἔχομεν τοιαύτην συζήτησιν.
§63Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Λυποῦμαι, διότι ἀπουσίαζον, δὲν ἔχω δὲ πλήρη γνῶσιν τῶν γενομένων καὶ συνεπῶς ἀναγκάζομαι νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὅσα ἔμαθον. Μοὶ φαίνεται πρωτάκουστον ὅτι γίνονται ἐπερωτήσεις κατὰ τῶν ἄρθρων ἐφημερίδων....
§64Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἐγένετο ἐπερώτησις· μία πληροφορία ἐδόθη εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Συνελεύσεως, ἂν νομίζει ὅτι πρέπει νὰ λάβῃ μέτρα.
§65Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διαμαρτυρία ἐγένετο. (Θόρυβος ἐκ τῆς Ἀριστερᾶς).
§66Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τῇ ἀφορμῇ δὲ ταύτῃ ἐξετοξεύθησαν μύδροι κατὰ τοῦ Τύπου ἐν γένει.
§67Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀνέφερα μερικοὺς ἰσχυρισμοὺς καὶ εἶπον ὅτι εἶναι ἀμφιβόλου προελεύσεως. (Θόρυβος ἐξ ὅλης τῆς αἰθούσης).
§68Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιτρέψατε νὰ ὁμιλήσω, κ. συνάδελφε. (Ὁ θόρυβος ἐξακολουθεῖ, ἐνῷ συγχρόνως ὁ κ. Πρόεδρος κρούει τὸν κώδωνα).
§69Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, νὰ διακόψωμεν ἐπὶ 5 λεπτὰ διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἡσυχία.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν ἐπὶ πέντε λεπτά. (Ὥρᾳ 6.15′ μ.μ.).
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρᾳ 6.25′ μ.μ.).
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§72Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι συνάδελφοι, εἶπον καὶ πρὶν ὅτι δὲν ἤμην παρὼν καὶ θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῇ βάσει ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἔμαθον. Ἡ ἐντύπωσίς μου εἶναι ὅτι σχεδὸν ἐγένετο ἐπερώτησις εἴτε καθ’ ὡρισμένου ἄρθρου ἢ καθ’ ὡρισμένης ἐφημερίδος, ἂν θέλετε, ἢ κατὰ τοῦ Τύπου ἐν γένει. Δὲν γνωρίζω ποία ἐξ ὅλων τούτων τῶν ἀποχρώσεων εἶναι ἡ ἀνταποκρινομένη εἰς τὴν ἀλήθειαν.
§73Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν θέλετε τὴν ἑρμηνείαν τὴν ἰδικήν μου, σᾶς τὴν ἔδωσα· ἦτο μεμονωμένη σκέψις ἰδική μου, ἀφορῶσα συνεπῶς τὸ δημοσίευμα, καὶ ὅσα ἀνέγραψε τὸ δημοσίευμα ἀφοροῦν.
§74Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλά, κύριοι, δὲν εἶχον ἀναγνώσει κἂν τὸ δημοσίευμα. Εἶναι ζήτημα μείζονος ἢ ἐλάσσονος εὐαισθησίας, ἂν ἐρεθίζεται κανεὶς ἀπὸ τὰ δημοσιεύματα τοῦ Τύπου. Καθημέραν ἀναγινώσκομεν εἰς τὰς ἐφημερίδας ἐπιθέσεις κατὰ τῆς Συνελεύσεως καὶ δὴ εἰς ἐφημερίδας αἱ ὁποῖαι ἀνήκουν εἰς τὴν αὐτὴν γενικὴν ἰδεολογίαν, ἀναγινώσκομεν ἀγρίας ἐπιθέσεις, ἀβασανίστους ἐπιθέσεις, μὴ φειδομένας μηδ’ αὐτῆς τῆς ἀτομικῆς ὑπολήψεως τῶν ἐχόντων τὴν τιμὴν νὰ προΐστανται τῶν δημοσίων Ὑπηρεσιῶν. Εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας καὶ τὰ πολιτικὰ Σώματα ἀνήκει νὰ εἶναι ὡπλισμένοι μὲ τὴν ἀπαιτουμένην ψυχραιμίαν, νὰ δεικνύουν δὲ διὰ τῆς στάσεως καὶ διὰ τῆς διαγωγῆς αὐτῶν, διὰ τῆς εὐθείας διαχειρίσεως τῶν ἐμπεπιστευμένων εἰς αὐτοὺς καθηκόντων ὅτι τὰ δημοσιεύματα δὲν δύνανται νὰ τοὺς θίξωσι.
§75Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν συμβαίνῃ αὐταὶ αἱ ἐφημερίδες νὰ εἶναι ἐπίσημα ὄργανα κομμάτων, τότε αἱ συκοφαντίαι καὶ ὕβρεις δὲν ἀντανακλοῦν εἰς τὸ πρόσωπον τῶν ἀρχηγῶν ἀκέραιαι;
§76Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἂν ὁμιλῆτε, κ. συνάδελφε, διὰ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν καὶ διὰ τὸ κόμμα τὸ ὀλιγάριθμον τοῦ ὁποίου ἔχω τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὰς ἐργασίας, ἡ ἐρώτησίς σας δὲν ἔχει τόπον, διότι τὸ κόμμα τοῦτο καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἔχει τὴν δυστυχίαν ἢ τὴν εὐτυχίαν νὰ μὴ ἔχῃ κανὲν ὄργανον, κανὲν ὄργανον οὔτε ἐπίσημον οὔτε ἡμιεπίσημον.
§77Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὁμιλῶ συγκεκριμένως διὰ τὴν «Δημοκρατίαν», ἡ ὁποία εἶναι ἐπίσημον ὄργανον τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», καὶ διὰ τὴν «Ἐθνικὴν Φωνήν», ποὺ εἶναι ὄργανον ὁλοκλήρου τοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος.
§78Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλά, κ. συνάδελφε, ἴσως εἶσθε ἐντριβέστερος ἀπὸ ἐμὲ εἰς τὴν δημοσιογραφίαν καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ συμφωνῆτε μὲ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, τὴν ὁποίαν ἐμόρφωσα ἀπὸ τὴν ὀλίγην ἐπαφὴν ἣν ὡς ἔκτακτος συνεργάτης κατ’ ἐποχὰς δυσκόλους εἶχον μὲ τὸν Τύπον. Ἡ ἐμὴ ἐντύπωσις εἶναι ὅτι δὲν ὑπάρχει, δύναταί τις νὰ εἴπῃ κανεὶς ὀργανισμὸς δημοσιογραφικὸς ὁ ὁποῖος πραγματικῶς ἀπὸ τοῦ πρώτου του ἄρθρου μέχρι τοῦ τελευταίου νὰ δύναται νὰ ἀντιπροσωπεύῃ τὴν πνοὴν καὶ τὴν ψυχὴν ἑνὸς κόμματος ἢ ἑνὸς ἡγέτου κόμματος. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, κύριοι, ὅτι, ἂν τὸ προκείμενον ἀρθρίδιον ἤθελε νὰ περιορισθῇ εἰς δύο μόνον γεγονότα χωρὶς νὰ τὰ ἐνδύσῃ μὲ τόνον κάπως ὀξύτερον, εἰδικώτερον μάλιστα διὰ τὴν ἐφημερίδα ταύτην, διακρινομένην διὰ τὸ μεμετρημένον ὕφος της, δὲν θὰ ἠρέθιζε κανένα, ἂν ἤθελε ψυχραίμως νὰ κρίνῃ τὸ περιχόμενον. Μάλιστα εἶναι γνωστὸν ὅτι δὲν συντάσσεται ὁλόκληρος ἡ ἐφημερίς, ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους, ἀπὸ ἓν καὶ μόνον πρόσωπον καὶ εἶναι περισσότερον γνωστὸν ὅτι δὲν ὑπάρχει συνήθως ἓν καὶ τὸ αὐτὸ ὑπεύθυνον πρόσωπον τὸ ὁποῖον νὰ δύναται ἀπ’ ἀρχῆς καὶ μέχρι τέλους νὰ ἐποπτεύῃ ἐπὶ ὅλων τῶν δημοσιευμάτων τοῦ φύλλου.
§79Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ σύνταξις διαφέρει.
§80Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, μίαν ἐκστρατείαν δριμεῖαν, τὴν ὁποίαν ὅλαι αἱ ἐφημερίδες ἐν Γαλλίᾳ, καὶ αἱ φιλίως διακείμεναι ἀκόμη πρὸς τὴν τότε Κυβέρνησιν, πρὸ τοῦ πολέμου ἔκαμνον συνεχῶς, διότι οἱ βουλευταὶ εἶχον ἀναβιβάσει τὴν ἀποζημίωσιν—τότε μάλιστα δὲν συνέτρεχεν ὁ δίκαιος λόγος ὁ ὁποῖος συντρέχει σήμερον, τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ νομίσματος—τὴν ἀποζημίωσιν τῶν βουλευτῶν εἰς 15 χιλιάδας. Κύρια ἄρθρα ἐγράφοντο μυκτηρίζοντα τοὺς βουλευτάς, ἐπονομαζομένους «κὲνζ μίλ». Δὲν ἐγένετο οὐδεμία ἐπερώτησις εἰς τὴν Βουλήν. Μὲ ὕφος ἤρεμον καὶ μὲ μειδίαμα ἔβλεπον τὰς ἐπιθέσεις οἱ ἐν τῇ Βουλῇ χωρὶς νὰ νομίσουν ὅτι θίγονται ἀπὸ τὰς ἐπικρίσεις ἐκείνας. Ποσάκις ἡμεῖς οἱ ἴδιοι, κύριοι, δὲν ἐκατηγορήσαμεν ἡ μία μερὶς τὴν ἄλλην ὅτι ἀραιοὶ προσερχόμεθα εἰς τὰς συνεδριάσεις; Ἀλλ’ εἶναι ἀληθές, κύριοι, ὅτι μόνον ἐν τῷ κόμματι, ἀπὸ τῆς ρίζης τοῦ ὁποίου ὅλαι αἱ μερίδες αἱ ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ εὑρισκόμεναι πηγάζουν, καθιερώθη ἡ θεωρία ὅτι μόνον ὁ αὐτοέλεγχος εἶναι ἐπιτετραμμένος, δὲν εἶναι ὅμως δεκτὸς ὁ ἔξωθεν ἔλεγχος. Εἶναι μία θεωρία περίεργος, κατ’ ἐμέ, ἐπιτρέπουσα νὰ ἀπευθύνωνται ἐπιθέσεις καταρρίπτουσαι τὴν ἁγνὴν ὑπόστασιν τοῦ Σώματος καὶ κλονίζουσαι αὐτὸ εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν. Αὐτὸ ἐγίνετο ἤδη, ἀπὸ τοῦ 1917 καὶ ἐντεῦθεν, ἀλλ’ ἐδείχθη γενικῶς ὑπέρμετρος εὐαισθησία διὰ τὰς ἔξωθεν προερχομένας ἐπικρίσεις. Θὰ ἐπεθύμουν, ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀτομικῶς, νὰ ἐκράτει τὸ ἀντίθετον, νὰ εἶναί τις ἀπαθής, δίκαιος ἐκτιμητὴς καὶ κατὰ τῶν ἔξωθεν γινομένων ἐπιθέσεων, αἱ ὁποῖαι, ὡς ἡ πεῖρα ἔχει διδάξει, μακρὰν τοῦ νὰ καταρρίπτουν τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας καὶ τοὺς πολιτικοὺς ὀργανισμούς, συντελοῦσιν εἰς τὴν ἀνύψωσιν καὶ τὴν ἀναβίβασιν αὐτῶν, ἂν εἶναι ἄξιοι νὰ ἀνέλθωσι, νὰ εἶναι δὲ εὐαίσθητος εἰς τὰς ἐκ τῶν οἰκείων προερχομένας ἐπιθέσεις. Ἰδιαίτατα μάλιστα θὰ ἐπεθύμουν νὰ μὴ εὑρισκόμεθα εἰς μίαν στιγμὴν παροδικῆς δυσφορίας, διότι πέρα δυσφορίας τινὸς δεδικαιολογημένης ἀπὸ ἓν κάπως ἀτέχνως διατυπωθὲν δημοσίευμα, πέρα τῆς στιγμιαίας δυσφορίας θὰ ἐπεθύμουν νὰ μὴ γίνῃ ἄλλη συζήτησις καὶ ἰδίᾳ νὰ μὴ λησμονῶμεν ὅτι τὸ κόμμα ἀπὸ τῆς ρίζης τοῦ ὁποίου πάντες παρήχθημεν ἔδειξε πάντοτε ἰδιαιτέραν, ἴσως, ἂν θέλετε, ὑπερβάλλουσαν εὐλάβειαν, δύναμαι νὰ εἴπω, καὶ σπουδαιότητα πρὸς τὰς ὑπηρεσίας τοῦ Τύπου. Ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν καθιερώθη ἡ ἐλευθεροτυπία ὁ Τύπος ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἡ τετάρτη ἐξουσία ἐν λαϊκῷ πολιτεύματι, ὅλοι ἐπίσης γνωρίζομεν ὅτι διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἔχουσαν παλαιὸν θεσμοθέτημα περὶ Τύπου, ληφθὲν πρὸ τῆς ἐλευθεροτυπίας καὶ τεθὲν εἰς πλήρη ἀχρηστίαν μετὰ τὴν ἐλευθεροτυπίαν τὴν παρασχεθεῖσαν ἀπὸ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, ὑπῆρξεν ἓν ἀτύχημα ὅτι δὲν ἐψηφίσθη ἔκτοτε νόμος νέος κανονίζων τὰ τοῦ Τύπου καὶ τὰ τῶν εὐθυνῶν αὐτοῦ. Εἰς Κράτη φιλελεύθερα, ἐξ ἴσου τοὐλάχιστον μὲ ἡμᾶς ἢ καὶ πλειότερον ἡμῶν, ὑπάρχουν νόμοι οὐχὶ παλαιοὶ οἱ ὁποῖοι ρυθμίζουν τὰ τοῦ θέματος φιλελευθέρως, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι ἐπιτρέπουν ἵνα διὰ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἐκπροσωπουμένης συνήθως ὑπὸ τοῦ λαϊκοῦ στοιχείου, κολάζωνται αἱ παρεκτροπαὶ τοῦ Τύπου, ὅταν αὗται στρέφωνται ἰδίᾳ κατὰ τῶν ἰδιωτικῶν προσβολῶν ἢ κατὰ τῆς ὑπολήψεως τῶν δημοσίων λειτουργῶν. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία ὅτι ἔγιναν τοιαῦται παρεκτροπαὶ καὶ θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον νὰ ψηφισθῇ ποτε εἷς εἰδικὸς νόμος περὶ Τύπου. Ἀλλὰ πόσοι δὲν ἐνθυμοῦνται ἆρά γε τὰς βιαιοτάτας ἐπιθέσεις ἑνὸς ἀπὸ τὰ πλέον συντηρητικὰ φύλλα τοῦ παγκοσμίου Τύπου, τῶν Λονδινίων «Τάϊμς», ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ συνασπισμοῦ ὁλοκλήρου, ὅστις ὑπερήσπιζε τὴν Κυβέρνησιν τὴν διοικήσασαν τὴν Ἀγγλίαν κατὰ τὸν πόλεμον καὶ δώσασαν εἰς αὐτὴν τὴν περιφανῆ νίκην; Δὲν εἶδον κανένα νὰ ἐρεθισθῇ διὰ βιαίας ἐπιθέσεις γενομένας κατὰ τοῦ Προέδρου τῆς τότε Κυβερνήσεως. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἡ μόνη ἀπάντησις ἡ ὁποία ἐδόθη ἦτο ἁπλούστατα ἡ ἑξῆς: «Δὲν μὲ μέλει διὰ τὰς ἐπιθέσεις αἱ ὁποῖαι γίνονται κατὰ τοῦ συνασπισμοῦ ὅστις μὲ ὑποστηρίζει οὐδὲ κατὰ τοῦ προσώπου μου. Μὲ μέλει μόνον, εἶπεν ὁ τότε Πρωθυπουργός, διότι ὑπάρχει μία παράδοσις εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ὅτι τὸ φύλλον τοῦτο ἀντιπροσωπεύει τὰς γνώμας τὰς ἐπισήμους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὁ κόσμος δὲν ἔμαθεν ἀκόμη ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβὲς καὶ δύναται τοῦτο νὰ φέρῃ βλάβην, ἐνῷ ὁ κόσμος θὰ ἠδύνατο νὰ μάθῃ ὅτι ἔκτοτε ἔγινε βιομηχανικὴ ἐπιχείρησις ἡ ἐφημερὶς αὐτὴ καὶ ὅτι εἶναι ἁπλούστατα τριῶν πεννῶν ἔκδοσις τοῦ «Δαῖλυ Μέϊλ». Διατί ἆρά γε ἡμεῖς νὰ μὴ ἔχωμεν τὴν ἰδίαν ψυχραιμίαν; Καὶ διατί ἐπιτιθέμεθα ἀδίκως κατὰ τοῦ Τύπου ἡμεῖς, οἵτινες κατεφύγομεν εἰς αὐτὸν ἵνα ὑπερασπίσωμεν τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν ἣν ἠκολουθοῦμεν; Ἂν ὑπῆρχε παρ’ ἡμῖν μία γωνία εἰς τὴν ὁποίαν κατὰ τὰ ἔτη ἀκόμη 1920 ἕως 1922 ἠδύναντο νὰ καταφεύγουν οἱ καταδιωκόμενοι καὶ νὰ εὕρουν ἀνακούφισιν, ἂν ὄχι ὑπεράσπισιν, αὐτὴ ἦτο ὁ Τύπος καὶ μεταξὺ αὐτοῦ καὶ ἡ ἐφημερὶς αὕτη. Δὲν ἤμην, κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, παρών, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ κοινὴ ἐντύπωσις τῆς Συνελεύσεως, μετὰ τοὺς λόγους μάλιστα τοὺς ὁποίους τελευταῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λασηθίου πληρεξούσιος, εἶναι ὅτι δὲν ἤθελε ποσῶς νὰ θίξῃ ὁλόκληρον τὴν λειτουργίαν τοῦ Τύπου.
§81Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ ἦτο πολὺ ἀνόητον καὶ πολὺ ἀντιπολιτικόν. Ἐγώ, ἂν δὲν ἐφοβούμην ὅτι θὰ ἐνόμιζον ὅτι θέλω νὰ τοὺς κολακεύσω, θὰ ἠδυνάμην διαφορετικώτερα νὰ ἐκφρασθῶ καὶ νὰ εἴπω ὅτι κρίνω τὸ δημοσίευμα αὐτὸ συγκεκριμένως, ἀπήντησα δὲ συγκεκριμένως εἰς τὴν μομφὴν ὅτι δὲν ὑπάρχει πλουσιώτερον ἐπάγγελμα ἀπὸ τὸ τοῦ πολιτευομένου καὶ εἶπον ὅτι ὑπάρχει πλουσιώτερον ἐπάγγελμα, τὸ τοῦ δημοσιογράφου, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει καὶ ἔντιμον πολλάκις τὴν προέλευσιν καὶ ἀμείβεται πολὺ περισσότερον.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γενικῶς, κ. πληρεξούσιε;
§83Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῶν προσώπων, κ. Πρόεδρε, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω γενικῶς· διότι δὲν ἠξεύρω ἂν ἀπεποιήθη καμμία ἐφημερὶς τὸ ποσὸν τῶν 200,000 δραχμῶν διὰ νὰ διαφημίσῃ τὸ προσφυγικὸν δάνειον. Ἀπὸ ἀπόψεως ἐπαγγέλματος, ἂν εἶναι προσοδοφόρον τὸ ἐπάγγελμα ἢ ὄχι, οὐδένα ἐξαιρῶ. Οἱ συντάκται τῶν ἐφημερίδων εἶναι ἐργάται, ἔντιμοι βιοπαλαισταί, τελείως διάφοροι ἀπὸ τοὺς χρηματιζομένους διὰ τῆς ἐπιχειρήσεως. Λοιπόν, ἀφοῦ ὁ κ. Πρόεδρος μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μὲ προκαλέσῃ καὶ τρίτην φορὰν νὰ διασαφήσω, ἤθελον νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς· ὅτι διεμαρτυρήθην εἰδικῶς διὰ τὸ δημοσίευμα ἐκεῖνο, εἰδικώτερον διὰ τὴν ἀνακρίβειαν τοῦ δημοσιεύματος, ὅτι δὲν ἦσαν χθὲς παρόντες οἱ πληρεξούσιοι, ἐνῷ οὐδεὶς πληρεξούσιος εὑρισκόμενος ἐν Ἀθήναις καθυστέρησε, δεύτερον κατὰ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον ἔγινε τὸ δημοσίευμα καὶ κατὰ τῆς μομφῆς ἡ ὁποία μᾶς ἀπεδόθη, διότι δὲν μᾶς κακίζει ἐν τῇ ἐξασκήσει τῶν καθηκόντων μας, ἀλλὰ μᾶς λέγει ὅτι εἴμεθα τὸ πλέον προσοδοφόρον ἐπάγγελμα. Λοιπὸν ἀπαντῶ ὅτι ἡμεῖς ἐπὶ τέλους ἀπορρέομεν ἀπὸ μίαν ἐκλογήν, ἀπὸ μίαν δοκιμασίαν καὶ μολαταῦτα δὲν ἀμειβόμεθα ὅσον ἄλλα ἐπαγγέλματα πολλάκις ὕποπτου προελεύσεως, τὰ ὁποῖα ἀμείβονται πολὺ περισσότερον. Ὑποθέτω ὅτι ἀπὸ τοὺς λόγους μου δὲν ἠμπορεῖ νὰ γεννηθῇ καμμία παρεξήγησις. Ἂν δέ, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἐφοβούμην τὴν ἰδέαν ὅτι θὰ ἐνόμιζον ὅτι θέλω νὰ τοὺς κολακεύσω, θὰ ἐπανελάμβανον αὐτὸ ζωηρότερον. Ἕν εἶναι τὸ γεγονός, ὅτι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ μέλος τῆς Συνελεύσεως καὶ ἤθελεν ἐπαινέσει τὸ δημοσίευμα αὐτό, δὲν εὑρίσκεται ἀναντιρρήτως ἐν τάξει ἀπέναντι τῆς Συνελεύσεως. Ἐγὼ συγχαίρω τὸν κ. Πρωθυπουργόν, διότι τεχνηέντως εἶπεν ὅτι καὶ ὁ Τύπος εἶναι ἐπιχείρησις. Αὐτὸ λέγει περισσότερα ἀπὸ ὅσα εἶπον ἐγώ.
§84Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ Τύπος, κύριε συνάδελφε, κατὰ τὴν νεωτέραν του ἐξέλιξιν εἶναι καὶ ἐπιχείρησις, ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἐπιχείρησις.
§85Β. ΑΛΕΒΙΖΑΤΟΣ. Μόνον ἐπιχείρησις.
§86Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχομεν παραδείγματα καὶ ἐν Ἑλλάδι ἀκόμη ἐφημερίδων αἱ ὁποῖαι, ἂν ἐσκέπτοντο μόνον μὲ τὸ πνεῦμα τῆς ἐπιχειρήσεως, θὰ ἠδύναντο νὰ κερδίσουν πολλά, καὶ ὅμως ἠθέλησαν νὰ προασπίσουν μεγάλα ἐθνικὰ συμφέροντα, περιφρονοῦσαι μέγιστα ὑλικὰ κέρδη.
§87Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι ἀξιέπαινοι αἱ ἐφημερίδες αὐταί.
§88Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μεταξὺ δὲ τῶν ἐφημερίδων αὐτῶν ἦτο καὶ ἡ ἐφημερὶς τὴν ὁποίαν κατηγορήσατε. Τὸ λέγω ἐλευθέρως, διότι ἡ ἐφημερὶς αὕτη καὶ τὴν Κυβέρνησιν ἐπέκρινε πρὸ ὀλίγων μόλις ἡμερῶν, ἂν ἐνθυμῆσθε, δι’ ἐπανειλημμένων ἄρθρων της διὰ τὴν ἀκρίβειαν τοῦ ψωμιοῦ καὶ διὰ τὸ συνάλλαγμα. Δὲν δύναμαι παρὰ νὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν. Καὶ αὐτὴ ἡ ἐφημερὶς καὶ ἄλλαι ἐφημερίδες τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἐδεινοπάθησαν καὶ κατεδιώχθησαν, διότι δὲν ἠθέλησαν νὰ κάμουν χρηματικὴν ἐπιχείρησιν. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν λοιπὸν τὰ καλὰ καὶ νὰ λέγωμεν, ὁσάκις ἔχομεν ἓν ὡρισμένον παράπονον, ὅτι ὁλόκληρος ὁ δημοσιογραφικὸς ὀργανισμὸς εἶναι χρηματιστικός. Δὲν γνωρίζω τί ἐγένετο διὰ τὴν διαφήμισιν τοῦ προσφυγικοῦ δανείου...
§89Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ δώσω μίαν πληροφορίαν, διὰ νὰ μὴ νομισθῶ ὡς συκοφάντης. Ἀνέγνωσα ἓν δημοσίευμα τῆς ἐφημερίδος «Βροντή», ἡ ὁποία ἀνέφερεν ὅτι εἰς ἑκάστην τῶν δεῖνα καὶ δεῖνα ἐφημερίδων ἐπληρώθησαν 200 χιλιάδες δραχμαί. Ἡ ἐφημερὶς αὕτη ἐκυκλοφόρησε καὶ μᾶς τὴν διένειμαν ἐδῶ.
§90Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τῆς ἐφημερίδος «Βροντή», εἴπετε; Πολὺ καλά. Ἐγὼ δὲν ἔτυχε νὰ διαβάσω τὸ δημοσίευμα τῆς ἐφημερίδος «Βροντή», ἀλλὰ γνωρίζω καὶ δι’ αὐτὴν τὴν ἐφημερίδα, τὴν «Ἑστίαν», καὶ δι’ ἄλλας τινὰς ἐφημερίδας, ὅτι εἰς πολλὰς περιστάσεις ταῖς προσεφέρθησαν χρήματα, ὅπως προσεφέρθησαν χρήματα εἰς ὅλον τὸν Τύπον πρὸς ὑπεράσπισιν ὡρισμένης ὑποθέσεως, δικαίας ἀναμφισβητήτως, χρήματα τὰ ὁποῖα δὲν ἀντεπροσώπευον τίποτε ἄλλο, ἂν θέλετε ἐπὶ τέλους, εἰμὴ τὰς στήλας καὶ τὸ μελάνι τὸ ὁποῖον κατηναλίσκετο, καὶ ὅμως καὶ αὐτὴ ἡ ἐφημερὶς καὶ ἄλλαι τινὲς ἔκαμαν τὸ καθῆκόν των ἀπορρίψασαι τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα ταῖς ἐδόθησαν διὰ νὰ τὸ ἐκτελέσουν. Τοῦτο τὸ γνωρίζω αὐθεντικῶς, δὲν τὸ γνωρίζω ὅμως ἀπὸ τὴν «Βροντήν».
§91Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς ἠξεύρομεν ὅτι μόνον μία ἐφημερὶς ἠθέλησε νὰ μὴ λάβῃ τὰς 200 χιλιάδας δραχμάς, μόνον τὸ «Ἐλεύθερον Βῆμα»· διὰ τὰς ἄλλας γνωρίζομεν ὅτι ἐπληρώθησαν.
§92Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω, κύριοι, νὰ προσθέσω τίποτε. Νομίζω ὅτι—καὶ θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν ἐπέμβασιν τοῦ κ. Προέδρου—δὲν δυνάμεθα τὴν σημερινὴν ἡμέραν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν προσδιορίσει δι’ ἐργασίαν νομοθετικὴν καὶ συντακτικήν, δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν καταναλώσωμεν διότι ἡ γραφὶς ἑνός, οὐκ οἶδα τίνος, συντάκτου συνέπεσε νὰ ἐκφρασθῇ κατὰ τρόπον ὀξύτερον τοῦ ἀρέσκοντος ἡμῖν.
§93Γ. ΒΡΑΧΗΝΟΣ. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ καταναλώσωμεν ὁλόκληρον τὴν συνεδρίασιν, ὅτε ἐναντίον τοῦ Τύπου ρίπτονται τοιαῦται ὕβρεις· εἴμεθα ἀπολύτως ὑποχρεωμένοι.
§94Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν ἐκ μέρους αὐτοῦ τούτου τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λασιθίου πληρεξουσίου, τὸ ζήτημα εἶναι, νομίζω, ἐξηντλημένον. Ὑποθέτω ὅτι καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Τύπου τὸ ἐθεώρησαν ἐξηντλημένον καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ εἶσθε περισσότερον εὔθικτος ἀπὸ ὅ,τι εἶναι αὐτοὶ οὗτοι οἱ ἐν ἐνεργείᾳ σήμερον ἀντιπρόσωποι τοῦ Τύπου.
§95Γ. ΒΡΑΧΗΝΟΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαμαρτυρηθῶ, διότι προέρχομαι ἐκ τῆς δημοσιογραφικῆς οἰκογενείας καὶ δὲν εἶμαι οὐδὲ ἀμφιβόλου προελεύσεως οὐδὲ ἀμφιβόλου ἐπαγγέλματος, ὅπως δὲν εἶναι κανεὶς δημοσιογράφος.
§96Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχω μόνον, κύριοι, νὰ προσθέσω ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς ὅτι αἱ ἐφημερίδες δὲν εἶναι προϊόν τῆς λαϊκῆς θελήσεως· ἔχουσι καὶ αὐταὶ ἕνα κυρίαρχον καὶ ὁ κυρίαρχός των εἶναι κυρίαρχος πάντων ἡμῶν, εἶναι ὁ Ἑλληνικὸς λαός, εἶναι ὁ ἀναγνώστης.
§97Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τῶν Ἀθηνῶν· ἀλλ’ ἡμᾶς δὲν ἐνδιαφέρει τῶν Ἀθηνῶν· ὑπάρχουσι καὶ ἐπαρχίαι.
§98Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι δὲ παρατηρημένον, κύριοι, ὅτι ἐκεῖναι αἱ ἐφημερίδες κατώρθωσαν νὰ ἐπιζήσωσιν ἐν μέσῳ κλυδωνισμῶν καὶ σάλων πολιτικῶν ἢ καὶ πολιτειακῶν ἀκόμη αἱ ὁποῖαι ὑπῆρξαν κόσμιαι εἰς τὰς ἐκφράσεις αὐτῶν, τοὐναντίον δὲ ὅσοι ἠκολούθησαν τὴν ὁδὸν τῶν βιαίων ἐπιθέσεων δὲν ἠδυνήθησαν ἐπὶ πολὺ νὰ συγκρατήσωσι τὴν προσοχὴν καὶ τὴν εὐμένειαν τοῦ ἀναγνωστικοῦ κοινοῦ. Ἔχουν λοιπὸν καὶ αὐταὶ κυρίαρχον καὶ δεσπότην τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ ὅταν λέγωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἐννοοῦμεν αὐτὸν ἐν τῷ συνόλῳ καὶ οὐχὶ τῆς ἐπαρχίας τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου ἐξ ἡμῶν. Ἐπίσης ἔχω νὰ ἀναφέρω, διὰ νὰ τελειώσωμεν καὶ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸ τακτικὸν ἔργον ἡμῶν, κάτι τὸ ὁποῖον μοὶ ὑπενθύμισεν ὁ ἐκ Λασιθίου συνάδελφος, ὅταν ὡμίλησε περὶ προσόντων τῶν δημοσιογράφων. Πρὸ πολλῶν ἐτῶν μία Ἀγγλικὴ ἐφημερὶς εἶχε λάβει συνέντευξιν ἀπὸ τὸν πανίσχυρον τότε Κάϊζερ. Αὐτὴν τὴν συνέντευξιν τὴν ἐδημοσίευσε καὶ ἐγένετο πάταγος μέγας εἰς τὰς διεθνεῖς σχέσεις. Ὁ Κάϊζερ διέψευσε, τῇ εἰσηγήσει τοῦ Ἀρχικαγκελλαρίου του, τὴν ἀκρίβειαν τῆς συνεντεύξεως, εἰπὼν εἰς ἕνα ἄλλον δημοσιογράφον «τί νὰ σᾶς κάμω, ἀφοῦ οἱ λαοὶ θέλουσιν, ὥστε δι’ ὅλα τὰ δημόσια ἀξιώματα, καὶ διὰ νὰ εἶναι κανεὶς ἁπλοῦς τις δικαστὴς ἢ γραμματεύς, νὰ ζητοῦν προσόντα καὶ μόνον διὰ τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δημοσιογράφου δὲν ζητοῦν προσόντα οἱ λαοὶ καὶ αἱ Κυβερνήσεις;». Καὶ ὁ δημοσιογράφος ἀπήντησεν εἰς τὸν Μονάρχην ὅτι ἐλησμόνει ὅτι καὶ διὰ τοὺς Αὐτοκράτορας δὲν ἀπαιτοῦνται προσόντα. Τὸ ἴδιον δύναται νὰ λεχθῇ καὶ διὰ τοὺς βουλευτάς, ὅπως καὶ διὰ τοὺς δημοσιογράφους. Μίαν ὡρισμένην ἡλικίαν ἀπαιτεῖ ὁ λαὸς καὶ οὐχὶ προσόντα.
§99Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ......
§100Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἄν δὲν μὲ διεκόπτετε δι’ ἑβδόμην ἤδη φοράν, κ. συνάδελφε, θὰ σᾶς εἶμαι εὐγνώμων. Τουλάχιστον, παρακαλῶ, νὰ ἐφαρμόζητε εἰς τὰς διακοπάς σας ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζεται εἰς τὰς ἀγορεύσεις· ἐπιτρέπεται νὰ ἀγορεύῃ τις δὶς καὶ οὐχὶ τρίς. Μὲ διεκόψατε οὐχὶ ἅπαξ καὶ δίς, ἀλλὰ ἑπτάκις. Τὰ προσόντα δὲν εἶναι ἀπαραίτητα διὰ τὸν καλὸν δημοσιογράφον, καὶ ἀκριβῶς ἀνεδείχθησαν δημοσιογράφοι εἰς τὴν παγκόσμιον κονίστραν, οἱ ὁποῖοι ἔπαιξαν μέγαν ρόλον εἰς τὴν διεθνῆ σκηνήν, ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἦσαν αὐτοδίδακτοι. Καθ’ ὃν τρόπον εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ σπουδάσει τις εἰς ὅλας τὰς πολιτικὰς Ἀκαδημίας τοῦ κόσμου καὶ νὰ μὴ εἶναι δεξιὸς κυβερνήτης, ἀπαράλλακτα ἕνας δημοσιογράφος ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ σπουδάσει, νὰ ἔχῃ προσόντα καὶ νὰ μὴ ἀποδεικνύεται καλὸς δημοσιογράφος. Καὶ τοὐναντίον δύναται νὰ εἶναί τις καλὸς κυβερνήτης χωρὶς νὰ ἔχῃ δαψιλῆ τὴν μόρφωσιν. Καὶ διὰ τὸν δημοσιογράφον καὶ διὰ τὸν πολιτικὸν καὶ διὰ τὸν καλλιτέχνην καὶ διὰ τὸν ποιητὴν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι γεννᾶται, ἀλλὰ δὲν γίνεται. (Χειροκροτήματα).
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαναστασίου ἔχει τὸν λόγον.
§102Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Λυποῦμαι, κύριοι συνάδελφοι, διότι ἕνεκα τυχαίου κωλύματος δὲν παρευρισκόμην εἰς τὴν αἴθουσαν, ὅταν ἔγινεν ἡ συζήτησις ἐξ ἀφορμῆς τοῦ ἀρθριδίου τῆς ἑσπερινῆς ἐφημερίδος. Ἀλλ’ ἀπὸ τὰς ἐξηγήσεις τὰς ὁποίας ἔλαβον καὶ ἀκόμη χωρὶς τὰς ἐξηγήσεις, γνωρίζων τοὺς ὁμιλήσαντας καὶ τὰς ἰδέας των, δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὅτι ἀπὸ ὅλους τοὺς παρακαθημένους εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην οὐδεμία πρόθεσις ὑποβιβάσεως τῆς σημασίας τοῦ Τύπου ὑπῆρχεν. Ἡμεῖς θεωροῦμεν τὸν Τύπον, τὸ βῆμα τὸ δημοσιογραφικόν, ἐπίσης ἱερόν, ὅπως καὶ τὸ βῆμα τῆς Συνελεύσεως, καὶ εἰς ὅλους τοὺς ἀγῶνάς μας ἐκάμαμεν καὶ κάμνομεν χρῆσιν ὄχι ὀλιγωτέραν τοῦ δημοσιογραφικοῦ βήματος ἀπὸ ὅ,τι κάμνομεν τοῦ βουλευτικοῦ βήματος καὶ δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι οἱ τίμιοι ἀγῶνές μας οἱ δημοσιογραφικοὶ ἔφερον, ἐν σχέσει μὲ τὴν ἰδεολογίαν μας, ἀφθονωτέρους τοὺς καρπούς. Εἶναι ἐκτὸς ἀμφισβητήσεως ὅτι δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ δημόσιος βίος χωρὶς ἀπόλυτον ἐλευθερίαν τοῦ Τύπου. Ὅσον καὶ ἂν ἀναγνωρίζω ὅτι πολλάκις γίνεται κατάχρησις τοῦ δημοσιογραφικοῦ βήματος ἐπὶ βλάβῃ γενικωτέρων συμφερόντων, ὄχι μόνον ἀτομικῶν, ἐν τούτοις εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι ἀναφορικῶς εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν δημοσίων ἀνδρῶν, τῶν πολιτικῶν ἀνθρώπων πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ μεγαλυτέρα δυνατὴ ἐλευθερία καὶ μὲ τὴν μεγαλυτέραν ἐπιείκειαν νὰ κρίνωνται τὰ σχετικὰ δημοσιεύματα τοῦ Τύπου, διότι εἶναι συμφέρον γενικὸν ὅ,τι ὑπάρχει εἰς τὴν ψυχὴν καὶ τὸν νοῦν τῶν πολιτῶν περὶ τῆς πολιτείας τῶν δημοσίων ἀνθρώπων νὰ ἔρχεται εἰς τὴν ἐπιφάνειαν ἵνα παρέχεται εὐκαιρία ἀμύνης, παραστάσεως τῆς πραγματικότητος καὶ τοιουτοτρόπως διαφωτίζωνται οἱ τυχὸν πλανώμενοι ἐκ Κακοβούλων διαδόσεων ἢ δημοσιευμάτων, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ ἔχουν οἱ δημόσιοι ἄνδρες διαρκῶς ὑπ’ ὄψιν ὅτι εἶναι ὑπὸ τὰ ὄμματα καὶ τὸν ἔλεγχον ὅλων τῶν πολιτῶν, τῆς κοινωνίας, καὶ νὰ εἶναι προσεκτικώτεροι καὶ ἐπιμελέστεροι εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν δημοσίων συμφερόντων. Δι’ αὐτὸ ὅσον καὶ ἂν συμφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅτι πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ συντάξωμεν ἕνα νεωτεριστικὸν νόμον περὶ Τύπου θὰ ἤμην τῆς ἰδέας, ἀναφορικῶς μὲ τὰ ἀδικήματα τοῦ Τύπου, νὰ εἴμεθα ὅσον τὸ δυνατὸν ἐλευθεριώτεροι.
§103Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μήπως ἐγὼ εἶπον τοὐναντίον;
§104Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἴπετε νεωτεριστικὸν νόμον.
§105Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νεωτεριστικοὶ εἶναι οἱ φιλελεύθεροι.
§106Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὄχι ἀπολύτως.
§107Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ νεώτεροι νόμοι εἶναι μᾶλλον φιλελεύθεροι.
§108Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐπιβάλλουν αὐστηροτέρας ποινάς.
§109Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπολύτως φιλελεύθεροι, διότι ἐπιτρέπουν καὶ τὰ ἀδικήματα κατὰ τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν νὰ δικάζουν τὰ ὀρκωτὰ δικαστήρια. Ἕν μόνον δὲν ἐπιτρέπουν· δὲν ἐπιτρέπουν τὴν συκοφαντίαν.
§110Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἰς αὐτὸ εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος.
§111Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκκαθαρισθῇ ὁ καλὸς Τύπος ἀπὸ τὸν κακόν· νὰ μὴ ἐπιτρέπεται ἡ συκοφαντία, ὡς δύναταί τις νὰ ἴδῃ εἰς πολλὰ παραδείγματα πρόσφατα.
§112Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νὰ τὰ ἀναφέρετε.
§113Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω ἀνάγκην. Γνωρίζετε ὅτι ἔχω συνηθίσει νὰ περιφρονῶ τὰς ἀδίκους ἐπιθέσεις τοῦ Τύπου, διότι ἡ κοινωνία καὶ ἡ Συνέλευσις γνωρίζει καὶ εἶναι εἰς θέσιν νὰ κρίνῃ ἕκαστον.
§114Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν συγκινοῦν τὴν Συνέλευσιν αἱ ὕβρεις καὶ αἱ συκοφαντίαι αἱ ἐξενεχθεῖσαι κατὰ τοῦ Σώματος καὶ δὲν εὑρίσκω νὰ συγκινῆσθε ἐκ τῶν συκοφαντιῶν κατὰ τοῦ Σώματος αἱ ὁποῖαι συνεχῶς ἐκτοξεύονται ἐξ ἐφημερίδων φιλικῶν πρὸς ὑμᾶς.
§115Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Σεῖς ὑποτιμᾶτε τὴν Συνέλευσιν, θέλοντες νὰ τὴν παρουσιάσετε ὡς ὑβριζομένην καὶ ἔχουσαν ἀνάγκην κηδεμονίας. Δὲν ἔχει ἀνάγκην οὔτε ἀπὸ ἐμὲ οὔτε ἀπὸ σᾶς διὰ νὰ τὴν προστατεύουν.
§116Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς θὰ τὴν διαλύσωμεν.
§117Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πολὺ ὀλίγην ὑπόληψιν δεικνύετε διὰ τὴν νοημοσύνην τῆς Συνελεύσεως μὲ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον τὴν ὑπερασπίζετε.
§118Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχετε τόσον ἀνάστημα διὰ νὰ ὁμιλῆτε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον πρὸς τὴν Συνέλευσιν, διότι, ἂν δὲν ἤμεθα ἡμεῖς, δὲν θὰ εὑρίσκεσθε σεῖς ἐδῶ. (Θόρυβος ἐκ μέρους τῶν πληρεξουσίων τῆς Ἀριστερᾶς).
§119Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Εἶναι καιρός, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀνατάμωμεν ἡμᾶς αὐτούς. (Θόρυβος ἐκ μέρους τῶν πληρεξουσίων τῆς Δεξιᾶς).
§120Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ἂν τὴν ἀγανάκτησιν αὐτὴν εἴτε τὴν αὐθόρμητον εἴτε τὴν προβεβουλευμένην ἐχρησιμοποιούσατε, ἐπαναλαμβάνω, καὶ ὁσάκις προσβάλλεται ὁλόκληρον τὸ Σῶμα.
§121Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ Σῶμα εἶναι ἱκανὸν μόνον του νὰ ἀμυνθῇ. Δὲν ἔχει ἀνάγκην οὔτε ἀπὸ ἐμὲ οὔτε ἀπὸ σᾶς νὰ τὸ πατρωνεύσωμεν.
§122Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἴμεθα μέλη τοῦ Σώματος, σεῖς δὲ ἡγεῖσθε τῆς πλειονοψηφίας τῆς Συνελεύσεως.
§123Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ δὲν εἶμαι καὶ κηδεμὼν αὐτῆς...
§124Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τότε νὰ παύσητε νὰ μὲ διακόπτετε, διότι οὐδέποτε σᾶς διέκοψα.
§125Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μὲ ἔχετε διακόψει τόσας φορὰς καὶ σεῖς καὶ οἱ ἀκόλουθοί σας.
§126Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σεῖς μοῦ ἐδώκατε τὸ παράδειγμα.
§127Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι ἐβάλατε τοὺς φίλους σας νὰ μὲ διακόπτουν συνεχῶς....
§128Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶναι συκοφαντία αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε. (Θόρυβος ἐκ μέρους τῶν πληρεξουσίων τῆς Ἀριστερᾶς).
§129Π. ΓΕΩΡΓΙΤΣΗΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τοῦ ὑπαινιγμοῦ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔρριψε βαρυτάτους ὑπαινιγμοὺς κατὰ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος....
§130ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Τί εἶπε;
§131Π. ΓΕΩΡΓΙΤΣΗΣ. Εἶπεν ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» μᾶς βάζει νὰ διακόπτωμεν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως... (Οἱ κύριοι πληρεξούσιοι τῆς Ἀριστερᾶς διαμαρτύρονται).
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λόγῳ τοῦ θορύβου διακόπτω τὴν συνεδρίασιν διὰ 5 λεπτά. (Ὥρα 7.20′ μ.μ.).
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 7.30′ μ.μ.).
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§134Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι συνάδελφοι, ἐξωδίκως ἔμαθα κατὰ τὴν διακοπὴν ὅτι τινὲς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων παρεξήγησαν τὴν λέξιν τὴν ὁποίαν εἶπον «ἀκόλουθοι» ἑνὸς κόμματος. Ὑπῆρξε μακρὰν ἀπὸ τῆς διανοίας μου, ὡς εἶναι αὐτονόητον, νὰ μεταχειρισθῶ τὴν λέξιν ὑπὸ ἔννοιαν μὴ ἀγαθήν. Ἡ λέξις «ἀκόλουθος» δὲν εἶναι λέξις ἔχουσα ἔννοιαν κακήν, ὅπως παρεξήγησάν τινες.
§135Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχει ἀκολούθους ὁ Παπαναστασίου. Εἴμεθα ὅλοι ἴσοι.
§136Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι λέξις τὴν ὁποίαν μεταχειριζόμεθα καὶ εἰς τὰς δημοσίας Ὑπηρεσίας χωρὶς νὰ θεωρῆται μειούμενος ποσῶς ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος κατέχει θέσιν «ἀκολούθου». Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει δηλῶ ὅτι τὴν εἶπον ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν λέξεως «ὀπαδὸς» καὶ ἂν ἐνοχλῇ οἱονδήποτε τῶν συναδέλφων παρακαλῶ νὰ τὴν θεωρήσῃ ὡς μὴ λεχθεῖσαν.
§137Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Παρ’ ὅλας τὰς ἐξηγήσεις τὰς ὁποίας ἔδωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου διὰ τὸν τόνον τὸν ὁποῖον ἠθέλησε νὰ δώσῃ εἰς τὴν συζήτησιν, τόνον ἥκιστα ἀνταποκρινόμενον εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Σώματος. Ἡ προσβολή, ἂν ὑπάρχῃ προσβολή, δὲν ἔγκειται εἰς τὴν χρῆσιν τῆς λέξεως «ἀκόλουθος», τῆς ὁποίας πρώτην φορὰν ἔγινεν ἐδῶ χρῆσις προκειμένου περὶ βουλευτῶν, ἀλλὰ διὰ τὴν κατηγορίαν ὅτι παρ’ ἐμοῦ ὑποκινοῦνται οἱ συναγωνισταὶ καὶ φίλοι μου ὅπως διακόπτουν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως.
§138Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τοὐναντίον ἡμεῖς σᾶς παρεκαλοῦμεν νὰ βγῆτε ἔξω.
§139Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἰς τὴν παρατήρησιν αὐτὴν ἀπήντησα ὅτι αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι συκοφαντικόν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νομίζω ὅτι ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ ὅτι εἰς τὰς τάξεις τοῦ κόμματος ἡμῶν δὲν ὑπάρχουν θέσεις ἀκολούθων, ὑπάρχουν θέσεις συναγωνιστῶν, ἕκαστος τῶν ὁποίων ἔχει ἰδίαν εὐθύνην τῶν πράξεων αὐτοῦ καὶ ἕκαστος τῶν ὁποίων ἠγωνίσθη εἰς τὴν πρώτην γραμμὴν κατὰ τὴν τελευταίαν πολιτικὴν περίοδον καὶ δι’ αὐτὸ ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ ὁμιλοῦν περὶ αὐτοῦ οἱ συνάδελφοί του μὲ εὐλάβειαν. Ἔλεγον λοιπὸν ὅτι, μολονότι εἶμαι σύμφωνος νὰ συντάξωμεν νεωτεριστικώτερον νόμον περὶ Τύπου, καὶ χαρακτηριστικὸν τῶν νεωτεριστικῶν νόμων εἶναι ὅτι ἐπιβάλλουν βαρείας ποινὰς καὶ χρηματικὰς εἰς τὰς ἐξυβρίσεις καὶ τὰ ἀδικήματα τῆς τιμῆς, θὰ ἤθελον, προκειμένου περὶ τοῦ ἐλέγχου δημοσίων ἀνδρῶν, ὁ νόμος νὰ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν ἐλευθεριώτερος. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι αἱ ἐφημερίδες σήμερον, λόγῳ τῶν τεχνικῶν μέσων, ἔγιναν καὶ αὐταὶ ἐπιχειρήσεις, ἀλλὰ, ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι μόνον ἐπιχειρήσεις, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἐπιχειρήσεις, διότι ὑπηρετοῦν τὴν δημοσίαν γνώμην καὶ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀναγνωρισθῇ ὡς θεμιτὸν νὰ ὑπόκεινται αἱ ἐφημερίδες εἰς τοὺς κανόνας οἱ ὁποῖοι διέπουν τὰς οἰκονομικὰς ἐπιχειρήσεις. Καὶ δι’ αὐτό, ἂν συνετάσσετο νέος νόμος περὶ Τύπου, θὰ ἤθελον νὰ προστατευθοῦν καὶ αἱ ἐφημερίδες κατὰ τῶν τάσεων μονοπωλήσεως τοῦ Τύπου, κατὰ τῶν προσπαθειῶν κατακτήσεως τῶν ἐφημερίδων ἀπὸ κεφαλαιοκράτας, ἀπὸ οἰκονομικοὺς παράγοντας ἰσχυρούς. Θὰ ἤθελον δηλαδὴ νὰ ἀναγνωρισθῇ ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνωνται ὑποχείριοι αἱ ἐφημερίδες τῶν πλειοδοτούντων καὶ ἐξαγοραζόντων τὰς μετοχάς των, διότι αἱ ἐφημερίδες εἶναι δημιουργήματα καὶ τῶν προσπαθειῶν, τῶν μόχθων καὶ τῶν ἀγώνων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται εἰς αὐτὰς καὶ κατορθώνουν νὰ τὰς ἐπιβάλλουν εἰς τὸ κοινόν. Συμφώνως πρὸς τὰς ἀντιλήψεις τὰς ὁποίας ἔχω περὶ τοῦ ἐλέγχου τῶν δημοσίων ἀνδρῶν, νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπεν ἡ Συνέλευσις νὰ ἀπασχολῆται περὶ τῆς κριτικῆς ἡ ὁποία διεξάγεται ἐναντίον αὐτῆς ἀπὸ οἱανδήποτε ἐφημερίδα. Δὲν νομίζω ἀκόμη ὅτι οἱ προϊστάμενοι τῶν κομμάτων ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ὑπεύθυνοι δι’ οἱονδήποτε δημοσίευμα ὄχι ἁπλῶς φιλικῆς πρὸς αὐτοὺς ἐφημερίδος ἀλλὰ καὶ ἀνηκούσης εἰς τὸ κόμμα αὐτοῦ, διότι εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ἐπιβλέπῃ τὰ γραφόμενα εἰς μίαν ἐφημερίδα ἀπὸ τὴν ἀρχὴν ἕως τὸ τέλος.
§140Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἔχει τὴν εὐκαιρίαν τῶν ἀποκηρύξεων.
§141Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Περιμείνατε καὶ θὰ ἀκούσετε. Ἡ εὐθύνη, φυσικά, ἀρχίζει ὅταν συστηματικῶς γίνεται μία πολεμική, μία ὡρισμένη ἀρθρογραφία τείνουσα πρὸς ὡρισμένον σκοπόν. Ἀπὸ τότε ἄρχεται ἡ εὐθύνη ἐκείνων οἱ ὁποῖοι συνδέονται μὲ τὴν ἐφημερίδα. Προκειμένου ὅμως περὶ ἑνὸς τυχαίου δημοσιεύματος κανεὶς δὲν δικαιοῦται νὰ ἐλέγξῃ τοὺς φιλίως διακειμένους πρὸς τὴν ἐφημερίδα οὔτε ἐκείνους εἰς τοὺς ὁποίους ἐκ τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς ἐφημερίδος ἀνήκει ἀμεσώτερον ἡ ἐφημερίς. Ἂν ὅμως προεκλήθη ἐρεθισμὸς ἐκ τοῦ δημοσιεύματος τῆς ἀπογευματινῆς ἐφημερίδος, ὁ ἐρεθισμὸς προῆλθεν ἐκ δύο γεγονότων, τὰ ὁποῖα δικαιολογοῦν τὴν συζήτησιν ἡ ὁποία ἔγινε. Πρῶτον ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι εἰς τὴν ἐν λόγῳ ἐφημερίδα διαρκῶς διεξάγεται ὑπὸ διαφόρους τύπους μία ἀρθρογραφία κατὰ τῆς Συνελεύσεως καὶ τοῦ ἔργου αὐτῆς, καὶ δεύτερον ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ὑπετέθη—ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔσπευσε νὰ διαψεύσῃ αὐτό—ὅτι ἡ ἐφημερὶς αὐτὴ διάκειται φιλικῶς πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὑπετέθη τοῦτο, διότι αἱ ἀπειλαὶ αἱ ἐξενεχθεῖσαι ἀπὸ τῶν στηλῶν τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος ἐφημερίδος περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς διαλύσεως τῆς Συνελεύσεως εἶναι ἀπειλαὶ τὰς ὁποίας ἐχρησιμοποίησε καὶ αὐτὸς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ διότι ἐν σχέσει μὲ τὴν πορείαν τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως ὑπάρχει πλήρης συνταύτισις τῶν γνωμῶν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν δημοσιευμάτων τῆς ἐν λόγῳ ἐφημερίδος. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι ἐπροκάλεσαν τὸν ἐρεθισμὸν τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων καὶ ἐγέννησαν τὸ ζήτημα. Ἄ!, κύριοι συνάδελφοι, δὲν γνωρίζω τί δημιουργοῦμεν ἐδῶ, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι καταβάλλεται κάθε προσπάθεια, ὅπως φέρωμεν εἰς πέρας τὸ ἔργον ἡμῶν. Πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ἀκόμη ὅτι, ἂν ναυαγήσῃ τὸ ἔργον τῆς Συνελεύσεως, μεγάλαι πολιτικαὶ ἀνωμαλίαι ἀναμένουν τὸν Τόπον καὶ κίνδυνοι θὰ περιστοιχίσουν τὸ πολίτευμα. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους εἶναι ὁμολογουμένως ἀνεξήγητος ἡ συμπεριφορὰ τῆς ἐφημερίδος, μὴ συμβιβαζομένη πρὸς τὴν παλαιὰν αὐτῆς πολιτικήν. Καὶ δι’ αὐτὸ ἀνέμενε τὸ Σῶμα ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐκφράσῃ ὅλην τὴν ἀγανάκτησιν αὐτοῦ κατὰ τῶν ἐναντίον αὐτοῦ κατηγοριῶν καὶ ἀπειλῶν αὐτῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν τὸ ἔκαμε, καὶ δὲν τὸ ἔκαμε, διότι ἀναγνωρίζει, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἔχει μίαν εὐθύνην δι’ ὅσα γράφονται, καὶ ἔχει τὴν εὐθύνην αὐτήν, διότι ἐπανειλημμένως εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἐνώπιον πολλῶν πληρεξουσίων ἠπείλησε τὴν Συνέλευσιν ὅτι θὰ προβῇ εἰς τὴν διάλυσιν αὐτῆς, ἂν δὲν ἀνταπεκρίνετο ἡ Συνέλευσις εἰς τὰς ἰδικάς του ἀξιώσεις. Ἄν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νομίζῃ ὅτι εἶναι συμφέρον γενικώτερον νὰ προχωρήσωμεν εἰς ἐκλογὰς ἀμέσως καὶ νομίζῃ ὅτι ἔχει τὴν δύναμιν νὰ διαλύσῃ ἓν Συντακτικὸν Σῶμα, ἂς τολμήσῃ νὰ τὸ κάμῃ. Ἕκαστος εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὰς πράξεις αὐτοῦ. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον τῆς Κυβερνήσεως οὐδὲ συμβάλλει εἰς τὸ ἔργον τῆς Συνελεύσεως ἡ συνέχισις τῶν ἀστείων αὐτῶν ἀπειλῶν εἴτε ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἴτε ἐκ μέρους τῶν φιλικῶν πρὸς αὐτὸν ἐφημερίδων προέρχονται αὗται· διότι ἐπὶ τέλους πρέπει νὰ ἐννοήσῃ καθένας ὅτι ἕνα Συντακτικὸν Σῶμα, ἀπαρτιζόμενον ἀπὸ ἄνδρας πολιτικούς, οἱ ὁποῖοι καθιέρωσαν ἕνα λαϊκὸν πολίτευμα, δὲν θὰ πτοηθῇ ποτὲ ἀπὸ ἀπειλὰς οἱασδήποτε, προερχομένας εἴτε ἀπὸ μίαν ἐφημερίδα εἴτε ἀπὸ οἱονδήποτε ἄλλον. (Χειροκροτήματα).
§142Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀδυνατῶ νὰ ἐξηγήσω διατί ἀρθρίδιον δημοσιευθὲν εἰς φύλλον ἡμερήσιον ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν μακρὰν καὶ ὀξεῖαν συζήτησιν τὴν ὁποίαν ἠκούσαμεν. Θὰ ἠννόουν, τῇ ἀληθείᾳ, μίαν παρεμπίπτουσαν ἀπάντησιν σφοδρὰν ἢ ἠπίαν· ἀλλ’ ἀδυνατῶ νὰ ἐννοήσω ὅτι δύναται νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον εἰδικῆς συζητήσεως παρατήρησις γραφεῖσα καθ’ οἱονδήποτε τρόπον εἰς οἱανδήποτε ἐφημερίδα, οἱαδήποτε φρονήματα ἐκπροσωποῦσαν. Διατελοῦμεν, κύριοι, εὐτυχῶς ὑπὸ τὸ σύστημα τῆς ἐλευθεροτυπίας καὶ οὐδεμίαν διαβλέπω πρόθεσιν εἰς τὴν Συνέλευσιν ὅπως τροποποιήσῃ τὸ σύστημα τοῦτο, περιορίζουσα τὴν ἐλευθερίαν τοῦ Τύπου. Ὑπόκεινται ἑπομένως εἰς ἔλεγχον ὅλοι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, ἀλλὰ καὶ ὅλοι οἱ πολιτικοὶ ὀργανισμοί, ἄρα καὶ ἡ Συνέλευσις. Καὶ ὁ ἔλεγχος αὐτὸς δὲν ἠσκήθη ἤδη τὸ πρῶτον· ἠσκήθη πολλάκις καὶ διὰ φράσεων δριμυτέρων. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἄλλοτε ἀπεκλήθη αὐτὴ αὕτη ἡ Συνέλευσις «πτῶμα ὀδωδὸς» καὶ οὐδεὶς τότε ἐσκέφθη νὰ διαμαρτυρηθῇ καὶ πολὺ ὀλιγώτερον νὰ ἐκσφενδονίσῃ μύδρους κατὰ τῆς φράσεως ταύτης, διότι πάντες ἀντιλαμβανόμεθα ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καταπέσῃ τὸ κῦρος τῆς Συνελεύσεως ἐξ οἱωνδήποτε ἐκφράσεων προερχομένων ἐκ διαφορᾶς ἀντιλήψεων πολιτικῶν ἢ ἐμπνεομένων ἐκ τῆς προθέσεως τῆς εὐοδώσεως τῶν κοινῶν πραγμάτων, τὴν ὁποίαν οἱ γράφοντες ἐθεώρουν δυνατὴν μόνον διὰ μεταβολῆς ῥιζικῆς τῆς πολιτικῆς τῆς Συνελεύσεως. Ἐπεκρίθη καὶ σήμερον ἡ Συνέλευσις καὶ ἐπεκρίθη, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἀδίκως· διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι τοὐλάχιστον ὑλικοὺς κόπους κατέβαλε μέχρι τοῦδε ὄχι ὀλίγους, ὅτι προθυμίαν πρὸς ἐργασίαν ἐπέδειξε. Καὶ προσετέθη ἀκόμη ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελεν ἐξακολουθήσει τοιαύτη ἐργασία ἄγονος, θὰ ἦτο ἀνάγκη ἡ Συνέλευσις νὰ διαλυθῇ. Καὶ ἡ διάλυσις ἀποτελεῖ πολιτικὴν ἀντίληψιν μὴ ἀπαγορευομένην, ἐσφαλμένην ἴσως, ἀλλ’ ὄχι καὶ ἀξιοκατάκριτον. Ἐγὼ δὲν θὰ ὑπεστήριζον τὴν ἀνάγκην ἢ τὸ δυνατὸν τῆς διαλύσεως πρὸ τῆς περατώσεως τοῦ καταστατικοῦ ἔργου αὐτῆς· διότι θὰ ἦτο περίεργον νὰ ἐμφανισθῶμεν καὶ πάλιν ἐνώπιον τοῦ λαοῦ χωρὶς νὰ δυνάμεθα νὰ ἐπιδείξωμεν τοὐλάχιστον ὡς ἔργον ἡμῶν τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς συντάξεως τοῦ δημοκρατικοῦ χάρτου. Πῶς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ζητήσωμεν ἀνανέωσιν τῆς ἐντολῆς, ὅπως συντάξωμεν τὸν Καταστατικὸν Χάρτην τὸν ὁποῖον ἀπεδείχθημεν ἀνίκανοι νὰ καταρτίσωμεν ἔχοντες παμψηφίαν ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως; Δὲν θὰ ἦτο λοιπὸν δυνατὴ ἡ ὑποστήριξις τοιαύτης πολιτικῆς. Ἀλλ’ ἂν ἀποτελεῖ πολιτικὴν ἐσφαλμένην ἡ ἄμεσος διάλυσις οὐδεὶς δικαιοῦται νὰ ἀποκλείσῃ τὴν ὑποστήριξίν της εἴτε διὰ τοῦ Τύπου εἴτε καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ὑπάρχουν μάλιστα οἱ φρονοῦντες ὅτι ἐπικρίνοντες δριμύτερον ἴσως τοῦ δέοντος τὴν ἀδράνειαν τῆς Συνελεύσεως δὲν ὑποτιμοῦν οὔτε τὸ ἔργον ἢ τὸ κῦρος αὐτῆς, ἀλλ’ ἁπλῶς κεντρίζουν τὸν ζῆλον τῶν πληρεξουσίων εἰς ἀπόδοσιν ἔργου γονιμωτέρου τοῦ μέχρι τοῦδε. Ἀτυχῶς εἶναι δύσκολον, ἂν μὴ ἀδύνατον, νὰ καθορισθοῦν σαφῶς καὶ ἐκ τῶν προτέρων τὰ ὅρια μεταξὺ τοῦ ἐλέγχου καὶ τῆς ἀπειλῆς ἢ ἀκόμη καὶ τῆς ὕβρεως καὶ συκοφαντίας. Δημοσιεύονται περὶ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν καθὼς καὶ περὶ τῶν πολιτικῶν ὀργανισμῶν ὄχι ἅπαξ ὑπερβολαὶ καὶ προπηλακισμοὶ καὶ συκοφαντίαι. Ἡ ἀπάντησις ἐκ μέρους αὐτῶν εἶναι μία· νὰ ἑδραιώσουν διὰ τῶν ἔργων καὶ τῆς σταθερᾶς καὶ ἁγνῆς πολιτείας των τὴν ἠθικήν των ὑπεροχὴν ὥστε νὰ μὴ κλονίζωνται ἐκ τῶν τοιούτων κακοβούλων δημοσιευμάτων. Αὐτὸς εἶναι ὁ κλῆρος ἐκείνων οἱ ὁποῖοι φιλοδοξοῦν νὰ ἀφιερώσουν τὸν βίον των οὐχὶ εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν ἰδίων ὑποθέσεων, ἀλλ’ εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν τιμαλφεστέρων συμφερόντων τοῦ λαοῦ. Ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ στιγμή, θὰ συζητήσωμεν ἴσως καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο. Καὶ δι’ αὐτὸ ἀκόμη ἠπόρησα πῶς τόσον πρωθυστέρως τίθεται ἐπὶ τάπητος ζήτημα τὸ ὁποῖον μετ’ ὀλίγον θὰ εἴμεθα εἰς θέσιν εὐρέως νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ τὴν πρόοδον τῶν συντακτικῶν ἐργασιῶν. Ὅπως ἐπίσης ἠπόρησα πῶς παρὰ τὸν Κανονισμὸν τῆς Συνελεύσεως ἠγέρθη ἡ συζήτησις. Ἂν ἠθέλομεν καθορίσει τοιαύτην τακτικήν, νὰ ἀπασχολούμεθα ἐπὶ ὥρας δι’ ὅσα γράφονται κατὰ τὴν γνώμην μας ἐπιλήψιμα εἰς τὰς ἐφημερίδας, φοβοῦμαι ὅτι προϊόντος τοῦ χρόνου δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ καταστήσωμεν πιστευτὸν ὅτι ὄντως ἀσχολούμεθα περὶ τὰ ἐπουσιώδη καὶ παραμελοῦμεν τὰ οὐσιώδη. Ἔχομεν πρὸ παντὸς τὸ καθῆκον— καὶ δὲν πρέπει νὰ τὸ λησμονῶμεν— νὰ περατώσωμεν τὸ κύριον ἡμῶν ἔργον, ἂν μὴ δι’ ἄλλο τι, διὰ τὸν λόγον ὅπως μὴ περιέλθωμεν εἰς ἀδυναμίαν εἰς στιγμὴν δεδομένην, στιγμὴν ἴσως ὑπερτάτης ἀνάγκης, νὰ ἐπιζητήσωμεν διὰ νέας προσφυγῆς εἰς τὸν λαὸν τὴν ἀνανέωσιν ἡμῶν εἰς τὸ βάπτισμα τοῦ λαϊκοῦ κριτηρίου. Καὶ μόνον δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ὅπως μὴ καταστήσωμεν ἀδύνατον νέαν λαϊκὴν ἐτυμηγορίαν ἐπὶ χρόνον μακρὸν θὰ ἔπρεπε νὰ φέρωμεν εἰς πέρας τὸ ταχύτερον τὸ συνταγματικὸν ἔργον διὰ νὰ εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ λογοδοτήσωμεν ἐνώπιον τοῦ λαοῦ διὰ τὰ πεπραγμένα παρ’ ἡμῶν. Καὶ ἂν ὁ λαὸς εὕρῃ ὅτι ἐπράξαμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν πρὸς τὴν Πατρίδα, τότε οὐδεὶς φόβος ὑπάρχει νὰ θιγῶμεν ἐξ οἱωνδήποτε δημοσιευμάτων, προερχομένων εἴτε ἐκ καλῆς πίστεως εἴτε ἐκ κακοβούλων καὶ συκοφαντικῶν προθέσεων. (Χειροκροτήματα).
§143Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε....
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις θεωρεῖται λήξασα· δὲν σᾶς δίδω τὸν λόγον.
§145Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ ἀγορεύσω· πρόκειται νὰ ἐξηγήσω ὅτι δὲν πρέπει ὁ πλατειασμὸς τῆς συζητήσεως νὰ ἀφήσῃ νὰ συσκοτισθῇ ὁ σκοπὸς διὰ τὸν ὁποῖον ἐζήτησα τὸν λόγον. Ἐζήτησα τὸν λόγον διὰ νὰ φέρω εἰς γνῶσιν τοῦ Προεδρείου τῆς Συνελεύσεως τὸ δημοσίευμα καὶ νὰ ἀξιώσω ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον τῆς Συνελεύσεως νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι πρέπει νὰ ἐνεργήσῃ. Αὐτὰ διὰ νὰ εἴμεθα καλῶς ἐξηγημένοι εἰς ἄλλην συζήτησιν τοῦ ζητήματος.
§146Γ. ΒΡΑΧΗΝΟΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν τῆς ἀποφάσεως τῆς Συνελεύσεως θὰ εἶναι ἀνευλάβεια νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ ζήτημα. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου 3221 περὶ Κτηματικῶν Τραπεζῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Τὸ ἑπόμενον θέμα εἶναι ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ προσθήκης διατάξεων εἰς τὸν ἐν ἰσχύϊ Κανονισμὸν τῆς Συνελεύσεως». Ἐγένοντο αἱ ὑποδειχθεῖσαι τροποποιήσεις· ἂν δὲν ὑπάρχῃ καμμία ἀντίρρησις νὰ θεωρηθῇ ψηφισθέν.
§148ΠΛΕΙΣΤΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ψήφισμα).
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ συστάσεως Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς ἔρευναν τῆς εὐθύνης τῶν διοικητῶν στρατιωτικῶν μονάδων κατὰ τὴν ὑποχώρησιν τῆς Μ. Ἀσίας». Ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Λεονάρδος.
§150Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, θὰ προσπαθήσω, λόγῳ τοῦ ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐξήντλησε πολὺν χρόνον ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ δημοσιεύματος τῆς «Ἑστίας», νὰ εἶμαι ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγόλογος. Ὅταν χθὲς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς κ. Καλογερᾶς ἀνέπτυξε τὸν τρόπον τῆς ἀντιλήψεώς του ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος τῶν δωσιλόγων, ὁ ἔντιμος ἐκ Ξηρομέρου συνάδελφός μου διακόπτων τοῦτον καὶ ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ προκειμένου μεταξὺ τῶν ἄλλων εἶπεν ὅτι ἐκεῖνοι οἵτινες ἔφεραν ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως τὸ ζήτημα τῶν δωσιλόγων, τουτέστι τῶν ὑπευθύνων διὰ τὴν Μικρασιατικὴν καταστροφήν, ἔφεραν τοῦτο, διότι εἷς ἔδωσε ψῆφον κατ’ ἄλλου. Ἡ φράσις αὐτὴ εἶναι ἀναμφισβητήτως αἰνιγματικὴ δι’ ὅλους ἡμᾶς καὶ ἰδιαιτέρως δι’ ἐκείνους οἵτινες δὲν παρέστησαν κατὰ τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν ἠγόρευσα ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεώς μου. Ἀναμφισβητήτως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐμνήσθη τῆς ἀκολούθου περιόδου τοῦ λόγου μου. Ὅταν ὡμίλησα τότε, ἀνέφερα τὰ διάφορα περιστατικὰ καὶ τὰ διάφορα γεγονότα, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν ἐπεκράτησε τάξις εἰς τὸ στράτευμα καὶ διάφοροι ἐξερρηγνύοντο στάσεις, εἶπον δὲ μεταξὺ τῶν ἄλλων ὅτι ἡ ἔλλειψις ἀπιδόσεως δικαιοσύνης καὶ ἰσότητος εἰς τὸ Στράτευμα δημιουργεῖ διάφορα κρούσματα ἐπαναστατικά. Καὶ ἀνέφερα διὰ νὰ πείσω τοὺς παρόντας πληρεξουσίους διάφορα παραδείγματα. Μεταξὺ τῶν παραδειγμάτων εἶπον καὶ τὸ ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν προκειμένου νὰ ἐπιβάλῃ ποινὴν εἰς τὸν κατὰ πρῶτον ἔνδοξον καὶ τετιμημένον ἀντιστράτηγον κ. Τσερούλην, ὄχι διότι διέπραξε τὸ σφάλμα τῆς παραδόσεως ἑνὸς Σώματος Στρατοῦ εἰς τὸν ἐχθρόν, οὐδὲ διότι κατηγορεῖτο δι’ ἄτακτον ὑποχώρησιν τοῦ τμήματός του εἰς τὴν Μικρὰν Ἀσίαν, ἀλλὰ διότι, διατελῶν μακρὰν τοῦ Στρατεύματος, εἶχε τὸ θάρρος νὰ φωνάξῃ ὅτι ἡ Συνέλευσις ἡ Δʹ τῶν Ἑλλήνων ἀπό τινος χρόνου, ἕνεκεν ἀσυμφωνίας τῶν κυριωτέρων αὐτῆς παραγόντων, δὲν ἀναδεικνύει ἀρχηγὸν Κυβερνήσεως τὸν πραγματικῶς ἀπολαμβάνοντα τῆς ἐκτιμήσεως αὐτῆς—εἶναι μία ἀντίληψις τοῦ κ. ἀντιστρατήγου, τὴν ὁποίαν βεβαίως ἂν ἔλεγεν ἄλλος πολίτης δὲν θὰ τὸν κατηγόρουν, ἀλλ’ ἐπειδὴ μόνον καὶ μόνον ἔφερε τὴν στολὴν τοῦ ἀξιωματικοῦ τὸ ζήτημα τοῦτο συνεζητήθη καὶ εἰσήχθη εἰς τὸ Στρατοδικεῖον—, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, λέγω, διὰ νὰ ἐπιβάλῃ δικαιοσύνην ἐχρησιμοποίησε πρὸς ἐπιβολὴν ποινῆς ὡς Πρόεδρον τοῦ Στρατοδικείου, τὸ ὁποῖον ἐδίκασε τὸν ἀντιστράτηγον ἐκεῖνον, ἕνα ἄλλον στρατηγόν, ὁ ὁποῖος εἶχε δημοσίᾳ ὁμολογήσει ὅτι εἶναι δωσίλογος διὰ τὴν Μικρασιατικὴν καταστροφήν, καὶ εἶπον ὅτι, ὅταν κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἀπονέμεται ἡ δικαιοσύνη εἰς τὸν Στρατόν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπικρατῇ τάξις, ὅταν αἱ ἀνακριτικαὶ ἐκθέσεις θεωροῦν ἕνα στρατηγὸν δωσίλογον διὰ τὴν Μικρατικὴν καταστροφὴν καὶ κατόπιν ἔρχεται οὗτος νὰ δικάσῃ ἕνα ἔνδοξον καὶ τετιμημένον στρατηγόν. Ἀσφαλῶς ὁ κ. πληρεξούσιος ἐκ Ξηρομέρου ἐμνήσθη τῆς περιόδου ταύτης τοῦ λόγου μου, διότι δὲν μὲ εἶχε παρακολουθήσει εἰς τὰς ὑπολοίπους δικαιολογίας διὰ τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον ἔφερα τὸ ζήτημα τῶν δωσιλόγων. Ἂν εἶναι παρών, θὰ ἤθελα νὰ μὲ παρακολουθήσῃ τώρα ὅτε θὰ ἀναπτύξω τοὺς λόγους δι’ οὓς ἔφερα τὸ ζήτημα τῶν δωσιλόγων ὄχι τόσον διότι θέλω νὰ δώσω ἀμέσως ἀπάντησιν, ἀλλὰ διότι χρειάζεται νὰ κατανοήσῃ ἡ Συνέλευσις καὶ συμφωνήσῃ μὲ τὴν ἀντίληψιν ὅτι πρέπει νὰ ἀποδεχθῇ τὸ ψήφισμα τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις. Πρέπει ἡ Συνέλευσις ἐκ μιᾶς συζητήσεως νὰ ἀποδεχθῇ ἢ ν’ ἀπορρίψῃ παντελῶς τὸ ψήφισμα τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἢ νὰ τὸ τροποποιήσῃ ἀναλόγως. Ὅταν, κύριοι πληρεξούσιοι, κατέθετον τὴν ἐπερώτησίν μου καὶ ὅταν ἐπέμενον νὰ διεξαχθῇ ἐπὶ ταύτης σαφὴς καὶ ἐμπεριστατωμένη συζήτησις, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι οὐδὲν ἄλλο εἶχον κατὰ νοῦν παρὰ τοῦτο, πῶς θὰ δυνηθῶ νὰ προσελκύσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, ἵνα κατὰ τὴν προπαρασκευαστικὴν ἐνέργειαν διὰ τὴν διοργάνωσιν τοῦ Στρατεύματος μὴ διαπραχθῶσι σφάλματα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα, ὅταν ἡ Πολιτεία, ὅταν τὸ Κράτος θὰ ἤθελε νὰ χρησιμοποιήσῃ τὸν Στρατόν, εἴτε διότι ἡ διπλωματία δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς διαπραγματεύσεις, εἴτε διότι θὰ ἀπετύγχανε, διὰ τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, ἤθελον ἔχει ὡς ἀντίκτυπον καταστρεπτικὰ ἀποτελέσματα διὰ τὴν Χώραν. Ἡ ἀνησυχία μου αὕτη, κύριοι συνάδελφοι, διὰ τὴν κατάστασιν τοῦ Στρατεύματος—καὶ ἐπιθυμῶ νὰ προσελκύσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως—ἐστηρίζετο ἐπὶ πραγματικῶν περιστατικῶν καὶ ἐξηκριβωμένων πληροφοριῶν. Τὰ περιστατικὰ τὰ ὁποῖα προεκάλεσαν τὴν ἀνησυχίαν μου ἦσαν τὰ ἀκόλουθα. Ὅλοι ὑμεῖς γνωρίζετε ὅτι ἀπὸ δεκαετίας περίπου, ὅταν εἶχεν ἀρχίσει νὰ ὀξύνεται ἡ πολιτικὴ διαμάχη μεταξὺ τῶν διαφόρων ἀντιπολιτευομένων μερίδων, συνέβησαν ὁμαδικαὶ ἀπομακρύνσεις ἀξιωματικῶν ἀπὸ τοῦ στρατεύματος. Πρώτη τοιαύτη ἐγένετο, ὅταν ἡ Προσωρινὴ Κυβέρνησις τῆς Θεσσαλονίκης ἐγκατεστάθη ἐν Ἀθήναις ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ νῦν ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀπεμακρύνθησαν πολλοὶ ἀνώτεροι καὶ ἄλλοι ἀξιωματικοί, μεταγενεστέρως δὲ ἀπεμακρύνθησαν καὶ ἄλλοι.
§151Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἐπανεφέρθησαν 120.
§152Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ὅταν δὲ τὴν περίοδον ἐκείνην διεδέχθη ἡ ἄλλη περίοδος τοῦ κωνσταντινικοῦ καθεστῶτος, προέβη καὶ αὕτη εἰς ὁμοίαν δίωξιν ἀξιωματικῶν, μιμουμένη τὸ ἄλλο καθεστώς, καὶ ἀπεμάκρυνεν ἀπὸ τοῦ στρατεύματος ἴσον ἀριθμὸν ἀξιωματικῶν. Ὅταν δὲ ἐν Ἀθήναις ἐγκατεστάθη ἡ Ἐπανάστασις, κατ’ ἀρχὰς καὶ αὕτη ὑπὸ μορφὴν ἐκκαθαρίσεως ἀπεμάκρυνεν ὡρισμένους ἀξιωματικοὺς καὶ μετὰ τὸ ἀντεπαναστατικὸν κίνημα, λόγῳ ποινῆς πλέον, ἀπεμάκρυνε πολλοὺς ἀνωτέρους καὶ κατωτέρους ἀξιωματικούς. Ὡς δὲν ἀγνοεῖτε, αἱ ἀπομακρύνσεις αὗται δὲν ἐγένοντο ἐπὶ τῇ βάσει τῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν προκειμένου περὶ ἀξιωματικῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἱκανότητος ἑκάστου ἀξιωματικοῦ, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀνδρείας τὴν ὁποίαν ἐπεδείξατο, ἀλλ’ ἐγένοντο τοὐναντίον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κομματικῶν ἀντιλήψεων καὶ τῶν κομματικῶν συμφερόντων ἑκάστης περιόδου καὶ τὸ τοιοῦτον ἔσχεν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ἀπομακρυνθῶσι τοῦ στρατεύματος ἀξιωματικοὶ ἐπίλεκτοι ἐν πολλοῖς καὶ νὰ παραμείνωσιν ἀξιωματικοὶ οἱ ὁποῖοι στεροῦνται καὶ τῶν ἀπαραιτήτων στοιχειωδῶν γνώσεων. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτον πραγματικὸν γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἐγέννησεν εἰς ἐμὲ τὴν ἀνησυχίαν. Ἄλλο γεγονὸς πραγματικὸν ἐπίσης εἶναι τὸ προελθὸν ἐξ ἀφορμῆς τῆς προαγωγῆς τῶν ἐξ αἰχμαλωσίας ἐπανελθόντων ἀξιωματικῶν καὶ ἄλλων ἀποφάσεων ληφθεισῶν ὑπὸ τῶν Στρατιωτικῶν Συμβουλίων, τὰ ὁποῖα πρό τινος χρόνου εἶχον συνέλθει. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι προεκλήθησαν τότε ἐν τῷ Τύπῳ δημοσιογραφικαὶ ἀντεγκλήσεις μεταξὺ διαφόρων στρατιωτικῶν προσωπικοτήτων καὶ κατόπιν ἐν τῇ Συνελεύσει, ἀποτέλεσμα τῶν ὁποίων ὑπῆρξεν ἡ δημοσίευσις ἐκθέσεων περὶ τῆς Μικρασιατικῆς καταστροφῆς, ὡς ἐπίσης εἶδον τὸ φῶς τῆς δημοσιότητος καὶ ἄλλαι δημοσιεύσεις ἀξιωματικῶν καὶ ἄλλαι τινὲς ἀνακοινώσεις διαφόρων ἐπισήμων στρατιωτικῶν. Ἐκ τῆς τοιαύτης δημοσιογραφικῆς κινήσεως ἀπεκαλύφθη καὶ εἰς ἐμὲ καὶ μία ἄλλη πληγὴ τοῦ Στρατεύματος, ὅτι δηλαδή, ἐκτὸς τῶν προαναφερθέντων, ὑπηρέτει εἰς τὸν Στρατὸν καὶ μία ἄλλη τάξις, μία ἄλλη μερίς, ἥτις κατὰ τὴν Μικρασιατικὴν ἐν γένει τραγῳδίαν ἔδειξε κλασσικὴν ἀνικανότητα, ἄλλη δὲ μερὶς καὶ ἔλλειψιν τῆς ὀφειλομένης εἰς τὸν ἀξιωματικὸν αὐταπαρνήσεως καὶ αὐτοθυσίας. Καὶ αἱ ἐλλείψεις αὗται ἐδημιούργησαν κατ’ ἀρχὴν μὲν τὴν ἄτακτον ὑποχώρησιν, ἔπειτα δὲ τὴν μεταβληθεῖσαν εἰς φυγὴν ὑποχώρησιν καὶ στοιχίσασαν τὴν ζωὴν εἰς μυριάδας ὑπάρξεων. Αὐτὸ εἶναι τὸ δεύτερον πραγματικὸν γεγονὸς τὸ ὁποῖον εἶχε γεννήσει εἰς ἐμὲ ἀνησυχίας. Ἀλλὰ μετὰ τοῦτο εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἔλθω εἰς ἐπικοινωνίαν μετὰ διαφόρων στελεχῶν τοῦ Στρατοῦ ἀνωτέρων καὶ κατωτέρων, συμμετασχόντων κατὰ τὴν καταστροφὴν ἐκείνην, καὶ ἐπείσθην ἐκ μέρους τῶν ἀξιωματικῶν τούτων, ἐπείσθην, λέγω, ἀνενδοιάστως ὅτι ὑπηρετοῦσιν ἐν τῷ Στρατῷ ἀξιωματικοὶ οἵτινες δὲν ἔχουσι καὶ δὲν ἀπολαμβάνουσι τῆς ἐμπιστοσύνης ἐκ μέρους τῶν κατωτέρων των· δηλαδὴ ἡγήτορες τμημάτων στεροῦνται τῆς ἐμπιστοσύνης τὴν ὁποίαν πρὸ παντὸς πάντες οἱ πληρεξούσιοι ἀλλ’ ἰδίᾳ οἱ στρατιωτικοὶ ἔχουν ἀνάγκην. Κατανοεῖτε ποίαν σημασίαν ἔχει τοῦτο καὶ ὅτι ἄνευ αὐτῆς δὲν δύναται νὰ ἐμπνεύσῃ τὸ τμῆμά του ὁ ἡγήτωρ καὶ νὰ φέρῃ ἀποτελέσματα. Αὐτὰ λοιπόν, κύριοι, ὑπῆρξαν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶχον γεννήσει εἰς ἐμὲ ἀνησυχίας καὶ διὰ τοῦτο ἔσπευδον. Καὶ θὰ ἐνθυμῆσθε ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μοὶ ἀπήντησεν ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι ἐκκρεμὲς ἀπὸ τοῦ 1922. Εὑρισκόμην ἐν σπουδῇ, κύριοι πληρεξούσιοι, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον· διότι ἔβλεπον ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔσπευδεν εἰς τὴν ταξινόμησιν καὶ τὴν τακτοποίησιν τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν ὡς στελεχῶν τοῦ Στρατεύματος διὰ τοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου. Ἔσπευδε νὰ τοὺς τοποθετήσῃ ὁριστικῶς εἰς διαφόρους ὑπηρεσίας τοῦ Στρατοῦ καὶ διαφόρους διοικήσεις μικρὰς καὶ μεγάλας. Ἔσπευσε δὲ τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον νὰ ἐπιληφθῇ καὶ ἀπομακρύνσεων ἀξιωματικῶν καὶ νὰ θέσῃ ἀξιωματικοὺς ἐκτὸς τοῦ Στρατεύματος καὶ νὰ ἀποτάξῃ τινὰς ἐξ αὐτῶν. Καὶ ἔσπευδεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου, τοῦ ὁποίου, μὲ ὅλον τὸν σεβασμὸν ποὺ ἔχω πρός τινα μέλη αὐτοῦ, τὸ κῦρος δὲν εἶναι ἀδιάβλητον· διότι εἶναι ἐξεταστέον ἂν οἱ ἀποτελοῦντες αὐτὸ εἶναι οἱ φυσικοὶ ἀρχηγοὶ τοῦ Στρατεύματος. Καὶ ὅταν λέγωμεν φυσικοὺς ἀρχηγοὺς ἐννοοῦμεν ὄχι ἐκείνους οἵτινες εἰς διαφόρους περιστάσεις εὑρέθησαν ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ Στρατοῦ, ἀλλ’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἠμποροῦν νὰ ἔχουν ὅλην τὴν πεῖραν νὰ ἐκδίδωσιν ἀποφάσεις καὶ ὅλην τὴν ἐπιβολὴν ἵνα αἱ ἀποφάσεις αὗται ἐπιβάλλωνται ἐπὶ τοῦ Στρατεύματος. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἕτερον λόγον· διότι εἰς τὸ Συμβούλιον τοῦτο συμπαρήδρευε καὶ εἷς ἐκ τῶν στρατηγῶν ὁ ὁποῖος ὑπὸ τὰ ὄμματα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἶχε δηλώσει δημοσίᾳ διὰ τῶν ἐφημερίδων ὅτι ἐθεωρεῖτο καὶ αὐτὸς δωσίλογος διὰ τὴν Μικρασιατικὴν καταστροφήν, καὶ ἐν τούτοις εἰς τὸ πενταμελὲς αὐτὸ Συμβούλιον ἔλαβε καὶ αὐτὸς μέρος. Εἰς ἓν Συμβούλιον πενταμελές, ὄχι εἰκοσαμελές, δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ ὅτι ἐξασκεῖ εἷς τῶν πέντε συμβούλων ἐπιρροήν; Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον λοιπὸν ἐγὼ δὲν ἐθεώρησα καὶ τὰς ἀποφάσεις αὐτὰς τοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου ὅτι ἀπετέλουν τι τὸ ἔγκυρον. Καὶ τί ἄλλο ἀκόμη ἔβλεπον; Ἔβλεπον τὸ ἑξῆς, ὅτι ἔσπευδεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ μετακαλέσῃ ἐκ τῆς ξένης Ἀποστολὴν Ἐκπαιδευτικήν, τὴν Γαλλικήν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ παραδώσῃ τὸν οὕτω πως συντετριμμένον Στρατὸν πρὸς τελειοποίησιν καὶ ἐκπαίδευσιν, ὡς δὲ ἐπληροφορήθην ἐκ τῶν ἐφημερίδων πρόκειται ἡ Γαλλικὴ Ἀποστολὴ νὰ εὑρίσκεται ἐνταῦθα μετὰ ἕνα μῆνα. Καὶ ἔσπευδον, διότι ἔβλεπον ὅτι τὸ ἔργον τῆς Γαλλικῆς Ἀποστολῆς θὰ ἦτο δυσχερὲς καὶ μάταιον, διότι ἡ Γαλλικὴ Ἀποστολή, ἐρχομένη ἐνταῦθα, θὰ ἀνελάμβανε νὰ ἐκπαιδεύσῃ καὶ ἐκείνους ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν οἵτινες προχείρως ἐχειροτονήθησαν, εἰς στιγμὰς ἀνάγκης καὶ οἱ ὁποῖοι παρέμειναν εἰς τὸ Στράτευμα ἐκ κομματικῶν συμπαθειῶν κατὰ περιόδους, δι’ οὓς λόγους ἀνέφερα προηγουμένως, καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἦσαν εἰς θέσιν νὰ παρακολουθήσουν τὴν ἐκπαίδευσιν αὐτήν. Θὰ ἐξεπαίδευεν ἡ Γαλλικὴ Ἀποστολὴ καὶ ἀξιωματικοὺς δειλούς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ψυχικὸν σθένος καὶ οἱ ὁποῖοι, ὡς εὐκόλως κατανοεῖτε, θὰ μᾶς εἶναι περιττοὶ ἐν ὥρᾳ πολέμου· διότι τί σημαίνει ὅτι ἔχει μόρφωσιν ἕνας ἀξιωματικός, ὁ ὁποῖος ἐν τούτοις δὲν εἶναι ἀπηλλαγμένος τοῦ φόβου τοῦ θανάτου καὶ εἰς μίαν κρίσιμον στιγμὴν δὲν θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ χρησιμοποιήσῃ τὰ φῶτά του, διότι δὲν θὰ εἶναι εἰς θέσιν οὐδὲ νὰ λάβῃ καμμίαν ἀπόφασιν; Διὰ τὸν λόγον αὐτόν, κύριοι πληρεξούσιοι, τὸν ὁποῖον δὲν εἶχε προσέξει τὴν ἄλλην φορὰν ὁ ἀξιότιμος καὶ ἀγαπητὸς συνάδελφος κ. Καρασεβδᾶς, ἔσπευδον νὰ κρούσω τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Διὰ τοῦτο εἶπον ὅτι, ὅταν κατώρθωσα μετὰ πάροδον τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς καταθέσεως τῆς ἐπερωτήσεώς μου νὰ ἀνέλθω τὸ βῆμα, ἠσθάνθην κάποιον δισταγμὸν ἐγὼ ὁ ἴδιος ἂν θὰ κατορθώσω νὰ δώσω εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ ἀντιληφθῇ τὴν σοβαρότητα τοῦ ζητήματος, διότι μεταξὺ τῶν ἄλλων εἶχε πληρωθῆ ἡ ἀτμόσφαιρα καὶ μὲ τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἡ συζήτησις αὐτὴ δὲν θὰ ἦτο σκόπιμος, διότι συνδέεται μὲ τὰ γεγονότα τῆς Μικρασιατικῆς καταστροφῆς καὶ ἦτο πιθανὸν νὰ ὁδηγήσῃ εἰς ἀναμόχλευσιν τῶν παθῶν· ἀλλ’ ἠπατώμην, διότι, ὅταν ἐπεράτωσα τὴν ἀγόρευσίν μου, οἱ παρόντες συνάδελφοι ἀπεδέχθησαν τὰς γνώμας μου καὶ ἐχειροκρότησαν, ἐξαιρουμένων, ἐννοεῖται, τῶν καθημένων εἰς τὰ ἑδώλια τὰ ὑπουργικὰ κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην. Ὅταν ὅμως ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλαβε τὸν λόγον καὶ ἐπέσεισε τὸν κίνδυνον τῆς διαταράξεως τῆς γαλήνης τοῦ Στρατεύματος καὶ τῆς Κοινῆς Γνώμης καὶ ἐδίδαξεν ἀκόμη τὸ ἄσκοπον μιᾶς τοιαύτης ἐρεύνης μὲ παραδείγματα, ἡ Συνέλευσις ἠναγκάσθη νὰ ἀσπασθῇ τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ διακόψῃ τὴν συζήτησιν. Ἐνθυμοῦμαι δὲ μάλιστα ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων, ὁ ὁποῖος, πρὶν ἢ ἀκούσῃ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, εἶχε συμφωνήσει μαζί μου, καὶ μὲ συνεχάρη μάλιστα, μετ’ οὐ πολὺ ὁ ἴδιος εἶπε· «τίς θὰ ἔχῃ τὴν τόλμην νὰ ἀντιταχθῇ εἰς τὴν ὑπεύθυνον Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία διακηρύσσει ὅτι δὲν εἶναι ἐθνικῶς σκόπιμον καὶ ὠφέλιμον νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις αὐτή;» Ἀλλ’ ὅταν, κύριοι συνάδελφοι, ἐπρόκειτο ἡ Συνέλευσις νὰ διακόψῃ τὰς ἐργασίας της, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριχωνίας συνάδελφος κ. Ἀκρίδας ἐπηρώτησε τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἐκ νέου καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅλως ἀπροσδοκήτως ἔσπευσε νὰ δηλώσῃ ὅτι θὰ φέρῃ ψήφισμα καὶ ὅτι θὰ ἐπιτρέψῃ ἐπ’ αὐτοῦ εὐρυτάτην συζήτησιν. Ἐγώ, ὅταν ἤκουσα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως οὕτω πως ἐκφραζόμενον, ἤρχισα νὰ πιστεύω ἢ ὅτι ὁ κίνδυνος τὸν ὁποῖον τὴν πρώτην φορὰν ἐπέσεισε δὲν εἶχε κανένα λόγον ἢ ὅτι ὑπῆρχε κάποιος κίνδυνος καὶ ὅτι μετέπειτα ἡ Κυβέρνησις, πεισθεῖσα ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀντικρύσῃ τὴν κατάστασιν ἐκείνην, προέβη εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτήν. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ κάμω μίαν μικρὰν διακοπήν. Ἀναμφισβητήτως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παρακολουθῇ ὅλους τοὺς ἀγορεύοντας, διότι πολλαπλαῖ ἀσχολίαι, μεγάλα συμφέροντα τοῦ Κράτους τὸν ἀπασχολοῦν, πιθανὸν καὶ ἕνεκα σωματικῆς τινος ἀνάγκης. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ εἴπω εἶναι ὅτι τὸ παρὸν ψήφισμα εἶναι ἀποτέλεσμα μιᾶς ἐπερωτήσεως, ἡ ὁποία ἀφορᾷ εὐθύνην σοβαρωτάτην τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν· διότι ὑπῆρξεν αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὁ ὁποῖος διέταξε τὴν ἀπομάκρυνσιν 400 ἀξιωματικῶν τοῦ Στρατεύματος, ζήτημα τὸ ὁποῖον δι’ ἐμὲ ἐξακολουθεῖ νὰ παραμένῃ ὡς ἡ κυρία αἰτία τῆς σημερινῆς καταστάσεως.
§153Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε συνάδελφε, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἐξῆλθε λόγῳ ἐπειγούσης ἀνάγκης.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἦτο ἐδῶ· εἶναι ὅμως καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀλληλέγγυος καὶ ἀδιαίρετος.
§155Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Πρόκειται περὶ ζητήματος σοβαρωτάτου, κ. Πρόεδρε. Πρόκειται περὶ τοῦ ὅτι, ἂν τυχὸν κάμωμεν πόλεμον, δὲν θὰ ἔχωμεν Στρατόν.
§156Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε πληρεξούσιε, ἦτο παρὼν μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς. Ἐξῆλθεν αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἕνεκα ἐπειγούσης ἀνάγκης.
§157Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ὁμιλεῖτε πρὸς τὴν Συνέλευσιν· δὲν ὁμιλεῖτε πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν.
§158Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Πρὸς τὴν Συνέλευσιν βεβαίως ὁμιλῶ· ἀλλ’ ἂν ἐγὼ ρίπτω τὴν μομφὴν ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει γίνῃ πόλεμος ὁ Στρατὸς ἡμῶν δὲν θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ πολεμήσῃ ποῖος θὰ μοῦ δώσῃ τὴν ἀπάντησιν; (Τὴν στιγμὴν αὐτὴν εἰσέρχεται ὁ κ. Πρωθυπουργός).
§159Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχει καὶ ἄλλα σοβαρὰ καθήκοντα ὁ Πρωθυπουργός.
§160Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Τὸ εἶπον, κ. Πρόεδρε, ἀλλὰ συμπίπτει ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ εἶναι καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, τὸν ὁποῖον ἀφορᾷ ἡ ἐπερώτησις ἐξ ἧς προῆλθεν ἡ παροῦσα συζήτησις. Διὰ τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι, περιμένω νὰ ἴδω τὸ ψήφισμα τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβάλῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅταν δέ, ὁμολογῶ ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ, ἀντίκρυσα καὶ ὅταν ἀνέγνωσα....
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 10 μ.μ. (Ὥρα 8 μ.μ.).
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 10.30′ μ.μ.).
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Συνεχίζεται ἡ διακοπεῖσα συζήτησις. Ὁ κ. Λεονάρδος παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§163Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἐπειδὴ καταφανῶς δὲν ὑπάρχει ἐπαρκὴς ἀριθμὸς πληρεξουσίων προκειμένου περὶ συζητήσεως σοβαρωτάτης οἵα εἶναι ἡ συζήτησις ἡ ἀφορῶσα τὴν ἀναδημιουργίαν τοῦ Στρατεύματος ἡμῶν καὶ ἡ ὁποία συζήτησις ἀσφαλῶς ἀναλόγως τῆς λύσεως τὴν ὁποίαν θὰ δώσῃ ἡ Συνέλευσις πιθανὸν νὰ ἔχῃ εἴτε ἐπωφελῆ εἴτε ἐπιζήμια ἀποτελέσματα διὰ τὴν Χώραν ἡμῶν, νομίζω ὅτι, ἐφόσον ἤθελε συγκατανεύσει καὶ ἡ Κυβέρνησις, νὰ προχωρήσῃ ἡ νομοθετικὴ ἐργασία μέχρις οὗ ἐπανέλθουν οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι πιθανὸν νὰ μὴ συνεκεντρώθησαν, διὰ νὰ ἀρχίσωμεν μίαν τόσον σοβαρωτάτην συζήτησιν.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προχωροῦμεν εἰς τὸ ἑπόμενον θέμα τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου αʹ) «περὶ ἀνακλήσεως τῆς γενομένης δημοσιεύσεως ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 168 τῆς 23 Ἰουλίου 1924 φύλλῳ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως δῆθεν νόμου ὑπ’ ἀριθ. 3409 ὑπὸ τὸν τίτλον περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ Ν. Δ. τῆς 23 Ἀπριλίου 1924 περὶ ἀμνηστίας, ἀναστολῆς ποινῶν, παραγραφῆς ἀδικημάτων κλπ.».
§165Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κατατίθενται τροπολογίαι τινὲς αἱ ὁποῖαι παρακαλῶ νὰ γίνωσι δεκταί.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀναπτύξῃ τὰς τροπολογίας τὰς ὁποίας ὑποβάλλει, διότι εἶναι ἐγγεγραμμένοι τέσσαρες, οἱ ὁποῖοι πιθανὸν κατόπιν νὰ μὴ λάβουν τὸν λόγον.
§167Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Φέρομεν τὰς ἑξῆς τροπολογίας εἰς τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα τὸ ὁποῖον ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον ὑπάρχει μία διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἀπολαύουν ἀμνηστίας οἱ Ὀθωμανοὶ ὑπήκοοι οἱ ὁποῖοι κατεδικάσθησαν ὑπὸ τῶν ἰδικῶν μας δικαστηρίων δι’ ἀδικήματα κατὰ τῆς ἀσφαλείας τοῦ Κράτους. Αὐτοὺς τοὺς περιλαμβάνομεν, διότι καὶ ὀλίγοι εἶναι καὶ ἀνταλλάξιμοι, ἔχουν κάμει δὲ καὶ ἀναθεώρησιν καὶ δὲν εἶναι πλέον ἐπικίνδυνοι καὶ δύνανται νὰ ἐξέλθωσι τῶν φυλακῶν. Ἐφόσον δὲ δὲν δύνανται νὰ τύχωσι χάριτος περιλαμβάνομεν αὐτοὺς εἰς τὴν ἀμνηστίαν, εἴκοσι τὸν ἀριθμόν. Ἐπίσης ὑπάρχουν τροπολογίαι τοῦ κ. Βολουδάκη, διὰ τῶν ὁποίων τίθενται, ἕνεκα γενικωτέρων λόγων, ἐπιείκειαί τινες. Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως ἐδραπέτευσαν ἐκ τῶν φυλακῶν Κρήτης κατάδικοί τινες, διὰ τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ δεχθῶμεν μίαν ἐπιεικῆ λύσιν· νὰ θέσωμεν δηλαδὴ—ἂν θέλωσι νὰ τύχωσι τοῦ εὐεργετήματος τῆς ἀναστολῆς—ἓν διάστημα δίμηνον ἵνα ἐμφανισθῶσιν οὗτοι εἰς τὰς Ἀρχάς. Ἐκ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Βολουδάκη δὲν εἶναι δεκτὴ ἡ τελευταία παράγραφος, τὴν ὁποίαν ἀπαλείφομεν δι’ ἐρυθρᾶς μολυβδίδος. Εἶναι καὶ μία τροπολογία τοῦ κ. Ξύδη, ἡ ὁποία εἶναι πολὺ λογικὴ καὶ σκόπιμος. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἐγένοντο διάφορα Διατάγματα περὶ περιορισμοῦ τοῦ παιγνίου τοῦ συναλλάγματος εἰς τὰς ὁδούς. Τινὲς ἐξ αὐτῶν τῶν παικτῶν κατηγορήθησαν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ μιᾶς πράξεως ἡ ὁποία ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει δὲν ἀπετέλει ἀδίκημα, ἀλλ’ ἦτο ἐκ τῶν μέτρων ἐκείνων τῶν λαμβανομένων ἐν σπουδῇ διὰ νὰ περιορίσουν τὴν κυβείαν. Εἰς τοῦτο ἀφορᾷ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ξύδη.
§168Σ. ΞΥΔΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ προσωπικῆς τινος διατάξεως. Ἡ ἀγορὰ τοῦ συναλλάγματος δὲν τιμωρεῖται εἰς τὰς ὁδοὺς τῶν Ἀθηνῶν· διατί λοιπὸν νὰ τιμωρῆται εἰς τὰς ἐπαρχίας; Τιμωροῦνται οἱ ἔμποροι Σπάρτης, διότι ἐξαργυρώνουν τὰ τσὲκ τῶν πολιτῶν οἱ ὁποῖοι ψωνίζουν ἐμπορεύματα. Καταδιώκονται συνεπείᾳ μηνύσεως τοῦ διευθυντοῦ τοῦ ὑποκαταστήματος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Τοῦτο γίνεται εἰς τὴν Σπάρτην καὶ ἐννοεῖται ὅτι οἱ δικασταὶ θὰ ἐφαρμόσουν τὸν νόμον, ἂν οὗτος δὲν καταργηθῇ. Δὲν εἶναι λοιπὸν δίκαιον νὰ ἀχρηστεύῃ ὁ νόμος εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ νὰ ἐφαρμόζεται εἰς τὰς ἐπαρχίας.
§169Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ὄχι, νὰ μὴ γίνῃ δεκτή.
§170Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ν’ ἀναγνωσθοῦν ὅλαι αἱ τροπολογίαι.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Ὁ Γραμματεὺς ἀναγινώσκει τὰς τροπολογίας τῶν κ.κ. Σ. Ξύδη, Ν. Μπακοπούλου καὶ Μ. Βολουδάκη).
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχουσι ζητήσει τὸν λόγον οἱ κ.κ. Ξηρός, Κ. Πετρίδης, Μυλωνᾶς καὶ Φραγκούδης. Ὁ κ. Ξηρὸς ἔχει τὸν λόγον.
§173Ν. ΞΗΡΟΣ. Εἶχον, κύριοι πληρεξούσιοι, τὴν τιμήν, ὅταν συνεζητεῖτο ὁ νόμος, νὰ ὑποβάλω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τοὺς ἐν Ἀμερικῇ καταφυγόντας ἐγκληματίας. Ὑπάρχει διάταξις εἰς τὸν ἰσχύοντα νόμον καθ’ ἥν, ἂν οἱ ἐγκληματήσαντες, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἐκδοθῆ ἀπόφασις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεώς των, κατέφυγον εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ ἔχῃ παρέλθει δεκαπενταετία, ἀναστέλλεται ἡ ποινὴ δι’ αὐτούς. Ἐγὼ ἐπρότεινα ὅπως ὁ ἀριθμὸς τῶν δεκαπέντε ἐτῶν περιορισθῇ εἰς δέκα, διότι τόσος περίπου εἶναι ὁ χρόνος τῆς παραγραφῆς τῶν κακουργημάτων καὶ ἑπομένως δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ εἶναι περισσότερος ὁ χρόνος ὁ ὁποῖος θὰ ἦτο διὰ τὴν ἀναστολὴν τῆς ποινῆς. Ἐνόμισα ὅτι δύναμαι νὰ ἐπαναλάβω τὴν τροπολογίαν αὐτήν, ἡ ὁποία καὶ δικαία εἶναι καὶ νόμιμος. Εὑρίσκω δὲ ὅτι προκειμένου περὶ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν μίαν ποινήν, τὴν ποινὴν τῆς ὑπερορίας, δίκαιον εἶναι νὰ συντμηθῇ ἡ προθεσμία μέχρι τοῦ χρόνου τῶν δέκα ἐτῶν. Ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν νὰ διευκολύνῃ τὴν ἐπάνοδον τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν.
§174Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὑπάρχει καὶ τὸ μέσον τῆς χάριτος. Ἂς μὴ κάμωμεν πολλὰς τροπολογίας.
§175Ν. ΞΗΡΟΣ. Ἐγὼ μόνον αὐτὴν τὴν τροπολογίαν ὑποβάλλω.
§176Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ ἐξετασθῇ καὶ αὐτή.
§177Β. ΙΑΚΩΒΑΚΗΣ. Διατί νὰ γίνῃ διάκρισις διὰ τοὺς ἐν Ἀμερικῇ; Διατί ὁ μὲν καταφυγὼν εἰς τὴν Ἀμερικὴν νὰ μὴ τιμωρῆται καὶ ὁ ἄλλος ὁ εἰς τὴν Ἑλλάδα κρυπτόμενος νὰ τιμωρῆται;
§178Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὑπάρχει διαφορά, διότι ὑπεβλήθη εἰς ἐξορίαν.
§179Β. ΙΑΚΩΒΑΚΗΣ. Διότι ὁ ἐν Ἀμερικῇ ἐπλούτησε καὶ θὰ μᾶς φέρῃ δολλάρια;
§180Ν. ΞΗΡΟΣ. Ναί, διότι ὁ ἐν Ἀμερικῇ ἔγινε καλὸς πολίτης, ἐνῷ ὁ παραμείνας ἐδῶ κατεγίνετο εἰς ληστείας.
§181Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Λυποῦμαι πολύ, κύριοι, διότι νομίζω ὅτι ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου ἐκείνου, τὸν ὁποῖον δι’ ἄλλου νόμου σήμερον ζητοῦμεν νὰ καταργήσωμεν, καὶ ἐπάνω κάτω ἀρχίζει νὰ σχηματίζηται ἡ εἰκὼν τοῦ νόμου, διότι, ἂν ἐκεῖνος εἶχεν ἐλαττώματά τινα, ἦτο ὁ τρόπος δι’ οὗ ἐγένοντο δεκταὶ αἱ τροπολογίαι καὶ αἱ τροπολογίαι αἱ γενόμεναι δεκταί. Ἂν τώρα ἔλθωμεν ἡμεῖς διὰ τῆς δῆθεν καταργήσεως τοῦ νόμου καὶ ἀνασυντάξεως νέου νόμου νὰ δεχθῶμεν τὰς ἰδίας τροπολογίας, θὰ ἐρωτήσω πρὸς τί ἐγένετο ὁ θόρυβος. Ἀφήσατε τὸν νόμον τὸν δημοσιευθέντα, ἂν τὸ νομίζετε πρέπον, καὶ μὴ ἀπασχολούμεθα περαιτέρω, ἀλλ’ ἂν κριθῇ ὀρθὸν νὰ ἀκυρωθῇ ὁ δῆθεν νόμος, ὅπως τὸν ὀνομάζει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις, εἶναι περιττὸν νὰ ἐπαναφέρωμεν τὰς τροπολογίας ἐκείνας αἱ ὁποῖαι ἐχρησίμευσαν ὡς ἀφορμὴ τῆς καταργήσεως τοῦ νόμου ἐκείνου.
§182Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὑπεβλήθησαν ὑφ’ ἡμῶν δύο τροπολογίαι· ἡ μία ἀφορᾷ Ὀθωμανοὺς ἀνταλλαξίμους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑπόδικοι καὶ εἶχον καταδικασθῆ δι’ ἀδικήματα ὑπὸ τῶν ἰδικῶν μας Στρατοδικείων. Αὐτοὶ εἶναι 15–20 πρόσωπα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἐδημιούργουν καὶ πράγματα εἰς τὰς φυλακὰς καὶ ἐθεώρησεν ἡ Ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου καλὸν νὰ ὑπαχθοῦν εἰς τὴν ἀμνηστίαν, καθόσον ἐπρόκειτο περὶ πολιτικῶν ἀδικημάτων.
§183Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ οἱ Ἕλληνες καταδικασθέντες, ὄντες ἀνταλλάξιμοι, θὰ τύχουν τοῦ ἰδίου μέτρου.
§184Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ δευτέρα τροπολογία, ἐφόσον μᾶς ὑπεδείχθη καὶ ἀπὸ τοὺς Εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν ὅτι πρέπει νὰ δειχθῇ κάποια ἐπιείκεια, ἐγένετο δεκτὴ κατόπιν ἐξονυχίσεως αὐτῆς καὶ μακρᾶς συζητήσεως καὶ ἀφοῦ τὴν ἐμελέτησε καὶ ἡ Ὑπηρεσία, ἡ ὁποία ἔδειξε τόσην αὐστηρότητα κατὰ τοῦ νόμου 3109. Αὐταὶ εἶναι αἱ τροπολογίαι ἡμῶν. Τώρα ἐν τῷ μεταξὺ τινὲς ἐδραπέτευσαν ἐκ τῶν φυλακῶν Κρήτης, ὁ δὲ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν λέγει ὅτι, ἐφόσον πρόκειται νὰ δειχθῇ κάποια ἐπιείκεια, ὀλιγωτέρα βεβαίως ἐκείνης τὴν ὁποίαν ὁ νόμος 3109 ἔδιδε, πρέπει αὐτοὺς νὰ τοὺς περιορίσωμεν καὶ νὰ τοῖς εἴπωμεν ὅτι, ἂν θὰ προσέλθετε ἐντὸς δύο μηνῶν θὰ ἀπολαύσετε τῆς ἐπιεικείας τοῦ νέου νομοθετήματος, ἄλλως θὰ μείνετε ὑπὸ τὸ βάρος τῶν ποινῶν. Αὐταὶ εἶναι αἱ τροπολογίαι ἡμῶν, ἡ δὲ βάσις τοῦ νέου νόμου εἶναι ὅτι ἀπολαύουν τοῦ εὐεργετήματος τῆς ἀναστολῆς οἱ διαπράξαντες ἀδικήματα πρὸ τοῦ 1923 ἀλλὰ κατόπιν δικασθέντες. Τώρα εἶναι καὶ αἱ τροπολογίαι αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν ὑπὸ τῶν κ.κ. Μπακοπούλου καὶ Ξύδη, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσιν ἀδικήματα τὰ ὁποῖα ἔγιναν ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων, ὅπως εἶναι ἡ τοῦ κ. Ξύδη, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὰ ἀδικήματα τῆς ὁδοῦ Ἀριστείδου, καὶ τοῦ κ. Μπακοπούλου, ἡ ὁποία ἀφορᾷ πράκτορας οἱ ὁποῖοι συνήργησαν εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Σολάρου.
§185Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι ἔχομεν τὰς τροπολογίας τὰς ὁποίας προτείνει ὁ κ. Ὑπουργὸς...
§186Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δύο εἶναι αἱ ἰδικαί μου.
§187Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. ... ἀλλὰ καὶ τὰς τροπολογίας τὰς ὁποίας ἀποδέχεται ὁ κ. Ὑπουργός. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει φοβοῦμαι μήπως ἐπαναφέρομεν τὸν νόμον τὸν ὁποῖον θέλομεν νὰ καταργήσωμεν.
§188Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγώ, ὁ ὁποῖος ἠγωνίσθην τόσον πολύ, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δεχθῶ τροπολογίας αἱ ὁποῖαι νὰ φέρουν ἀναβίωσιν τοῦ νόμου.
§189Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Λέγετε ὅτι δέχεσθε τροπολογίας ἐπὶ ἀδικημάτων τινῶν τὰ ὁποῖα ἐδημιουργήθησαν λόγῳ τῶν περιστάσεων. Τὰ πλεῖστα τῶν ἀδικημάτων λόγῳ τῶν περιστάσεων δημιουργοῦνται, φυσικά. Βεβαίως ἀδίκημα διὰ τὸ συνάλλαγμα δὲν ἠμπορεῖ νὰ δημιουργηθῇ παρὰ ὅταν ἡ περίστασις τῆς κυβείας ἢ τῆς πωλήσεως ἢ νόμος εἰδικὸς περὶ συναλλάγματος τὴν δημιουργήσῃ. Ἂν δὲν ὑπάρξουν τοιαῦται περιστάσεις, δὲν ὑπάρχουν καὶ τοιαῦτα ἀδικήματα. Καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἰδικῶς μὲ φέρει ἐπὶ τὸ βῆμα εἶναι μία τροπολογία ἀγαπητοτάτου συναδέλφου, ἡ ὁποία ἀφορᾷ ὑπόθεσιν γνωστὴν εἰς τὸ Πανελλήνιον καὶ τὸ Ἐξωτερικόν, καὶ φοβοῦμαι μήπως ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσῃ τὸν φάκελον τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν εἶναι τυχαῖα τὰ συμπτώματα αὐτὰ καὶ διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ διαπραχθῇ τὸ ἀδίκημα καὶ πῶς διεπράχθη. Εἶμαι δὲ ὑποχρεωμένος νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Συνελεύσεως ἄλλην μίαν φορὰν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, ἡ ὁποία ἀπησχόλησε καὶ προηγουμένας Κυβερνήσεις.
§190Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε συνάδελφε, μὲ συγχωρεῖτε· γνωρίζετε ὅτι συνέπεσε νὰ ἀπασχοληθῶ μὲ τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, διότι ἡ τότε Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας μετείχετε, μὲ παρεκάλεσε νὰ μεταβῶ ὡς νομικὸς ἐμπειρογνώμων εἰς Λονδῖνον. Δηλῶ ὅτι, ἂν ἡ τροπολογία συνίσταται εἰς τὸ νὰ ἀπαλλαγῇ τὸ πρόσωπον περὶ οὗ λέγετε, πρέπει νὰ ἀπορριφθῇ παταγωδῶς.
§191Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει μόνον τὸ πρόσωπον ἀλλὰ τὰ περὶ τὸ πρόσωπον καὶ τὰ σχετιζόμενα μὲ τὴν ὑπόθεσιν. Γνωρίζει κάλλιον ἐμοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ὑπερήσπισε τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου εἰς ξένα δικαστήρια, ὅτι ἔχουν δημιουργηθῆ καὶ ἀστικαὶ εὐθῦναι καὶ δικαιώματα ἀστικὰ εἰς τὸ Κράτος καὶ γνωρίζω ἐγώ, διότι εἶχον τὴν τιμὴν τότε νὰ εἶμαι Ὑπουργός, ὅτι μᾶς ἐγένοντο καὶ προσφοραὶ ἀποζημιώσεως πληρωμῆς, ἂν ἐδεχόμεθα τὴν ἔμπρακτον μετάνοιαν ἡ ὁποία μᾶς ἐπροτάθη. Ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέλος τότε, παμψηφεὶ ἀπέρριψε τὴν πρότασιν αὐτήν, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ κατηγορήσωμεν αὐτούς.
§192ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἡμεῖς δὲν γνωρίζομεν τὴν ὑπόθεσιν.
§193Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τὴν ἠξεύρουν ὅλοι τὴν ὑπόθεσιν. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι ὑπάρχουν πρόσωπά τινα ἅτινα συνήργησαν καλῇ τῇ πίστει ἢ ἀκουσίως ἢ ὄχι. Ἤθελα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὴν δικογραφίαν ἐν τῷ συνόλῳ.
§194Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ σᾶς εἴπω ἐγὼ περισσότερα.
§195Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Αὐτὰ μοῦ ἀρκοῦν. Καὶ θὰ ἤθελα νὰ σταματήσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν περιοριστικῶς εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου ἐκείνου τὸν ὁποῖον ζητοῦμεν νὰ καταργήσωμεν καὶ νὰ γίνουν δεκταὶ ὅλαι αἱ τροπολογίαι ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ γίνουν, καὶ νὰ σταματήσωμεν. Ἡ νομοθετικὴ μηχανὴ δὲν ἐσταμάτησεν· ἂν ὑπάρχουν περιπτώσεις περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ εἶναι ὄντως συζητήσιμοι, νὰ συζητήσωμεν αὐτὰς ἀλλὰ μὲ ἠρεμίαν καὶ προσοχήν. Ἐπίσης πρέπει νὰ καταβληθῇ μεγάλη προσοχὴ μήπως τὸ Δημόσιον ζημιωθῇ ἐκ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. συναδέλφου καὶ παρασυρθοῦν πρόσωπα πλείονα τῶν ὅσα ὁ κ. συνάδελφος γνωρίζει. Ἐγὼ ἐφιστῶ καὶ τὴν ἰδικήν σας προσοχήν, κ. συνάδελφε, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι καὶ σεῖς θὰ σκεφθῆτε....
§196Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν νομίζετε ὅτι ὑπέβαλα τροπολογίας χωρὶς νὰ σκεφθῶ, μὲ ἀδικεῖτε.
§197Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὄχι, δὲν σᾶς ἀδικῶ, νομίζω ὅμως μήπως ἐκ τῆς διατυπώσεως τὴν ὁποίαν θέτετε—καὶ αὐτὸ συμβαίνει πολλάκις—περιλαμβάνετε καὶ πρόσωπα τὰ ὁποῖα δὲν θέλετε σεῖς νὰ περιληφθοῦν. Ἐγὼ δὲν ἔχω ἴδει τὴν διατύπωσιν ὅπως τὴν ἔχετε κάμει.
§198Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Χαίρω πολύ, διότι συμφωνοῦμεν εἰς τὴν οὐσίαν.
§199Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Μόνον θέλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ὑμῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Συνελεύσεως ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, διὰ τὴν ὁποίαν, ἐκτὸς τῆς ποινικῆς εὐθύνης καὶ τῆς ποινικῆς ἀγωγῆς, ὑπάρχει καὶ ἐκκρεμὴς πολιτικὴ δίκη ἀποζημιώσεως τοῦ Δημοσίου, διότι ὑπέστη ζημίαν σοβαρωτάτην.
§200Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν τῆς σοβαρᾶς καταχρήσεως τοῦ συναλλάγματος, ἡ ὁποία ἐγένετο πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἔτους, τὴν γνωρίζω καλῶς, διότι τότε καὶ ἐγὼ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ κληθῶ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ παρεκλήθην νὰ μεταβῶ εἰς Ἀγγλίαν διὰ νὰ ὑπερασπίσω τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Τὰ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ἔχουσιν ὡς ἑξῆς: Εἰς Ἰταλὸς τὴν καταγωγήν, διὰ νὰ κατορθώσῃ νὰ ἐπιτύχῃ διαζύγιον ἀπὸ τὴν σύζυγόν του, διότι ὁ Ἰταλικὸς νόμος δὲν ἐπιτρέπει τὸ διαζύγιον, κατώρθωσε νὰ γίνῃ Ἕλλην καὶ ἐμπορεύετο ἐν Πάτραις. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἴσχυε νόμος τις περὶ συναλλάγματος, διότι τοιοῦτοι νόμοι εἶναι πολλοί, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ ἐξάγων σταφίδα—αὐτὸς δὲ ἔκαμνεν ἐμπόριον σταφίδος εἰς μεγάλην κλίμακα—ὤφειλε τὸ ἐκ τῆς σταφίδος τῆς πωλουμένης εἰς τὸ ἐξωτερικὸν συνάλλαγμα νὰ τὸ παραδώσῃ εἰς μίαν Τράπεζαν ἐπὶ ὡρισμένῃ τιμῇ, νομίζω, τότε 155 δραχμῶν, διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους. Εἶχε δὲ λάβει τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο τὸ Νομοθετικὸν μερικὰ μέτρα διὰ τῶν ὁποίων προσεπάθει νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν μὴ καταδολίευσιν τοῦ νόμου. Αἱ τελωνειακαὶ Ἀρχαὶ ἐπέβλεπον τὴν φόρτωσιν τῆς σταφίδος, αἱ δὲ ἀτμοπλοϊκαὶ Ἑταιρεῖαι αἱ ὁποῖαι θὰ ἐξέδιδον τὰς φορτωτικάς, ὤφειλον νὰ τὰς παραπέμπουν εἰς τὰς Τραπέζας, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐλάμβανον τὸ συνάλλαγμα ἀπὸ τὸν ἀποστέλλοντα σταφίδα εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐπὶ τιμῇ 155 δραχμῶν. Αὐτὸς διὰ διαφόρων μεθόδων,—ὄχι μόνον αὐτός, ἀλλὰ καὶ εἷς ἄλλος Ἀργυρόπουλος καὶ τρίτος τις, κατώρθωσε νὰ ἐξαποστείλῃ σταφίδα εἰς τὸ ἐξωτερικόν, νομίζω, περὶ τὰς 200 χιλιάδας λιτρῶν καὶ κατώρθωσε νὰ μὴ δώσῃ τὸ συνάλλαγμα αὐτὸ εἰς τὸ Κράτος ἐπὶ τῇ τιμῇ τῶν 155 δραχμῶν.
§201ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Διὰ τίνος μέσου;
§202Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἰδοὺ πῶς τὸ κατώρθωσεν· ἐπῆρε τὰς φορτωτικὰς ἀπὸ τὰ πρακτορεῖα, τὰ ὁποῖα τὸν ἐνεπιστεύθησαν, καὶ τὰς ἐπῆγεν εἰς μίαν Τράπεζαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐζήτησε νὰ τὰς ὀπισθογραφήσουν· εἰς τὴν Τράπεζαν αὐτήν, τὴν Τράπεζαν Ἀθηνῶν, εἶπε νὰ τὰς μεταβιβάσουν εἰς τὴν Ἐμπορικὴν Τράπεζαν, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν τὰς ἐπῆγεν, ἀλλὰ τὰς ἔβαλεν εἰς τὴν τσέπην του καὶ ἔφυγε. Διὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ἐγένετο δίκη ἐν Ἀγγλίᾳ, ἡ ὁποία ἀπέβη καθ’ ἡμῶν, διότι τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον διεξεδίκησε τὴν σταφίδα καὶ τὸ συνάλλαγμα τῆς σταφίδος, ἀλλ’ ὁ ἄγγλος δικαστὴς εἶχεν ἄλλας ἀντιλήψεις καὶ δὲν μᾶς ἔδωσε δίκαιον ἀπὸ ἀπόψεως ἀστικοῦ δικαίου.
§203Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ νομικοὶ συνάδελφοι ἔχουν δισταγμοὺς περὶ τῆς ὀρθότητος τῆς ἀποφάσεως καὶ ἐγώ, ὅταν ἐδέχθην νὰ μεταβῶ εἰς Ἀγγλίαν, μελετήσας τὸν φάκελον εἶπον ὅτι ἔχομεν ἐλαχίστας ἐλπίδας ἐνώπιον τῶν ἀγγλικῶν δικαστηρίων, διότι ὁ Σολάρου ἔδωκε τὰς φορτωτικὰς εἰς πρώτης τάξεως Τραπέζας, αἱ ὁποῖαι τὰς ἔλαβον καλῇ τῇ πίστει. Καὶ εἶπον· πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ δικαστὴς ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅπου διεξάγεται παγκόσμιον ἐμπόριον, νὰ καταδικάσῃ μίαν Τράπεζαν νὰ χάσῃ τὰ χρήματά της διότι ὁ Ἑλληνικὸς νόμος λέγει τοῦτο; Κατὰ τὸ ἰσχῦον Διάταγμα, ὁ φορτώνων πρέπει νὰ παραδώσῃ εἰς τὰς Τραπέζας, ἐκ τῶν ὁποίων εἶναι μερικαὶ ἐξουσιοδοτημέναι πρὸς τοῦτο, τὰς φορτωτικὰς αὐτάς, δὲν ἐπιτρέπεται δηλαδὴ νὰ τὰς διαπραγματευθῇ μὲ οἱανδήποτε Τράπεζαν. Μετέβη εἰς τὴν Τράπεζαν Ἀθηνῶν, ἡ ὁποία δὲν ἐδέχθη καὶ τὸν παρέπεμψεν εἰς τὴν Ἐμπορικήν, αὐτὸς δὲ δὲν μετέβη εἰς τὴν Ἐμπορικήν.
§204Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ἡ Τράπεζα τῶν Ἀθηνῶν μετεβίβασε τὰς φορτωτικὰς εἰς τὴν Τράπεζαν τὴν Ἐμπορικήν, ἀντὶ ὅμως νὰ ἀποστείλῃ, ὡς ὤφειλε, τὰς φορτωτικὰς εἰς τὴν Ἐμπορικὴν Τράπεζαν, τὰς παρέδωκεν εἰς τὸν Σολάρου.
§205Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἔτσι εἶναι, ὅπως τὸ λέγει ὁ κ. Μάρκου.
§206Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἔκτοτε ἤρχισε δίκη καὶ ὑπῆρξε καὶ καταγγελία. Ἐγὼ προσεκλήθην νὰ ὑποστηρίξω τὴν ὑπόθεσιν, ὄχι ὡς δικηγόρος, ἀλλ’ ὡς ἐμπειρογνώμων, διότι ἀπῃτεῖτο νὰ μεταβοῦν δύο ἐμπειρογνώμονες διὰ νὰ ὑποστηρίξουν τὸ δίκαιον.
§207Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπῆγε τότε ὁ νῦν κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἐμπειρογνώμων τοῦ Ἑλληνικοῦ δικαίου. Ἐπρόκειτο νὰ ὑπάγω ἐγώ, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην δι’ ἄλλους λόγους, πρὸς ὑποστήριξιν δὲ τῆς ἀντιθέτου ἀπόψεως μετέβησαν οἱ κ.κ. Χοϊδᾶς, τέως Γεν. Γραμματεύς, καὶ ὁ κ. Βαμβέτσος. Λοιπὸν αὐτὰ ἔπραξεν ὁ Σολάρυ, κατὰ δὲ τὸν νόμον τιμωρεῖται τὸ ἰδιώνυμον αὐτὸ ἀδίκημα, ὡς ἀνέφερα ἀνωτέρω. Τώρα ἔρχομαι νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἄρτι κατελθόντα τοῦ βήματος πληρεξούσιον Ἀχαϊοήλιδος κ. Γόντικαν. Ἐγώ, κύριοι, τὴν ἐγνώριζα πολὺ καλὰ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, ὅπως σᾶς τὴν εἶπον διότι ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῶ πρὸς ὑμᾶς, ἀναλαβὼν ὅμως τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης παρετήρησα καὶ ἐφρόντισα νὰ μάθω τί γίνεται αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις ἐν Πάτραις. Καὶ ἔστειλα ἓν ἔγγραφον εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν Πατρῶν νὰ μὲ πληροφορήσῃ τί γίνεται αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις, καθὼς καὶ νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἐκδίκασιν αὐτῆς. Ὄντως μοὶ ἀπήντησεν ὁ Εἰσαγγελεὺς ὅτι ἐξεδόθη ἓν βούλευμα σχετικῶς μὲ αὐτήν. Ἐν τούτοις, ὅταν ἐκάλεσα τὸν κ. Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν καὶ δι’ ἄλλην ὑπηρεσίαν ἐνταῦθα, τὸν ἠρώτησα διατί ἐχρόνισεν ἡ ὑπόθεσις, ἡ ὁποία ἐνδιαφέρει πολὺ τὸ Κράτος. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς κ. Λιβιεράτος τὴν ἐκράτησεν ἐπὶ πολὺν χρόνον. Τέλος κατέληξε δι’ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν νὰ ἐκδοθῇ ἓν βούλευμα παραπέμπον τοὺς κατηγορουμένους, δηλαδὴ τοὺς φυγοδικοῦντας καὶ ἐν γένει τοὺς συντρόφους, εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, καὶ ἐπειδὴ ὁ νόμος αὐτὸς ὁ εἰδικὸς τιμωρεῖ καὶ τοὺς πράκτορας, τοὺς διευθυντὰς πρακτορείων, παρέπεμπε τὸ βούλευμα καὶ τοὺς πράκτορας. Ἐγὼ εἶπον εἰς τὸν κ. Λιβιεράτον· «μὰ μόνον αὐτὸ τὸ ἀδίκημα ἦτο; Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ καὶ ἄλλο ἀδίκημα; Δὲν πρόκειται περὶ ἑνὸς ἀδικήματος ἀπάτης ἢ πλαστογραφίας; Περιωρίσθη εἰς τὴν παράβασιν αὐτοῦ τοῦ νόμου ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ ἀδικήματος;» Ὑπῆρχεν ὅμως περαιτέρω καὶ ἑτέρα τις γνώμη ὅτι, ἐπειδὴ ὁ νόμος περὶ συναλλάγματος ὁ εἰδικὸς ἔλεγεν ὅτι τιμωρεῖται ἡ παράβασις αὐτὴ ὑπὸ τῶν δικαστηρίων τῆς αἰσχροκερδείας, οἱ δὲ νόμοι περὶ αἰσχροκερδείας ἀπαγγέλλουν ἐνιαισίαν ἢ ἑξάμηνον παραγραφήν, κατὰ τοὺς κατωτέρους δικαστικοὺς τὸ ἀδίκημα τοῦτο παραγράφεται μεθ’ ἑξάμηνον. Ἐννοεῖται ὅτι, ὅταν ἐγὼ ἔμαθον τὴν γνώμην ταύτην, ἔγινα ἔξω φρενῶν. Καὶ ἐπειδὴ ἐδῶ βλέπομεν πολλάκις εἰς τὰ δικαστήρια, προκειμένου καὶ περὶ κοινῶν λωποδυτῶν, νὰ ἐκδικάζουν τὰ πράγματα, φοβούμενοι μήπως παραγραφῶσι, προκειμένου περὶ ἑνὸς τοιούτου ἀδικήματος τί ἔπρεπε νὰ γίνῃ; Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐζήτησα τὴν γνώμην τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, διότι ἐγὼ ἤμην Ὑπουργὸς καὶ δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐκφέρω τοιαύτην, ὅπως μοὶ ὑποβάλῃ τὴν γνώμην του ἐγγράφως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου διὰ νὰ καθοδηγηθοῦν τὰ κατώτερα δικαστήρια καὶ μὴ παραγραφῇ τὸ ἀδίκημα τοῦτο. Πράγματι ἀπέστειλα ἓν ἔγγραφον, ἀλλ’ ἡ Ὑπηρεσία εἶχεν ἑτοιμάσει καὶ ἑρμηνευτικόν. Ἀπέστειλα καὶ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐρώτημα, ὁ ὁποῖος μοὶ ἀπήντησεν ὅτι δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν διάταξιν ταύτην καὶ ὅτι τὸ ἀδίκημα αὐτὸ δὲν ὑπόκειται εἰς παραγραφήν, τὸ ὁποῖον καὶ ἀπεστάλη εἰς Πάτρας. Μόνον ἡ δίκη δὲν ἔγινε, διότι ἔμαθα ἐξωδίκως ὅτι ἔκαμαν ἀναίρεσιν ἄλλοι συγκατηγορούμενοι, δηλαδὴ οἱ πράκτορες, νομίζω. Αὐτὸ τὸ ἔμαθα ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς μεταβάσεως εἰς Πάτρας τοῦ ἀνωτέρου ὑπαλλήλου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης κ. Σολιώτου, ὁ ὁποῖος μὲ ἠρώτησεν ἂν θέλω τίποτε διὰ τὰς Πάτρας καὶ τῷ εἶπον νὰ εἴπῃ καὶ πάλιν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν καὶ ἐκεῖθεν ἔμαθα ὅτι ἔγινεν ἀναίρεσις ἐκ μέρους ἐκείνου τὸν ὁποῖον δὲν θίγει ἡ τροπολογία. Τὴν τροπολογίαν του ὁ κ. Μπακόπουλος θὰ σᾶς τὴν ἀναπτύξῃ ὁ ἴδιος. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἀστικὸν μέρος τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κ. Γόντικας, ἡ τροπολογία αὐτὴ ἀφορᾷ τοὺς πράκτορας· ὅτι, ὡς πρὸς τοῦτο, ὅπως γνωρίζετε, ἓν τῶν μεταγενεστέρων ἁμαρτημάτων τοῦ νόμου 3109 εἶναι ἡ ἀπαλλαγὴ τοῦ Σολάρυ. Αὐτὸ καταργεῖται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ὁ παλαιὸς νόμος ὁ ὑπὸ κατάργησιν ἀπήλλαξε τελείως τὸν Σολάρυ καὶ τοὺς πράκτορας. Ὁ κ. Μπακόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν, ὡς πρὸς αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι δὲν συνήργησαν, διότι οὗτοι ἐργάζονται δι’ ὑπαλλήλων, εἶναι πολὺ σκληρὰ ἡ τιμωρία. Αὐτὴν τὴν τροπολογίαν, ἂν θέλῃ ἡ Συνέλευσις, ἂς τὴν δεχθῇ. Ἐγὼ ἔχω νὰ σᾶς πληροφορήσω ὅτι καὶ τὸ βούλευμα τῶν Πρωτοδικῶν ἐπεκυρώθη ἀπὸ τὸ Ἐφετεῖον.
§208ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Μὲ ποίαν ποινὴν τιμωροῦνται οἱ πράκτορες ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρᾶξιν;
§209Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μὲ τὴν αὐτήν, μὲ φυλάκισιν. Δι’ αὐτὸ σᾶς εἶπον ὅτι εἶπον εἰς τὸν Εἰσαγγελέα μὴ τυχὸν εὑρέθη κανὲν ἄλλο ἀδίκημα, διότι ἐδῶ ἔχουν φορτωτικάς, πλαστογραφίαν κλπ. Ὅπως γνωρίζετε, καὶ ἐπὶ ἀμνηστίας καὶ ἐπὶ παραγραφῆς τὸ δικαίωμα τοῦ παθόντος πρὸς ἀποζημίωσιν παραμένει. Αἱ ἰδικαί μου τροπολογίαι, ὡς εἶπον, ἀφορῶσι 15–20 Τούρκους καὶ μερικοὺς δραπετεύσαντας ἐκ τῶν φυλακῶν Χανίων, διὰ τοὺς ὁποίους πρόκειται νὰ ὁρισθῇ νὰ ἀπολαύσουν καὶ αὐτοὶ τοῦ εὐεργετήματος τῆς ἐπιεικείας. Φρονῶ ὅτι, ἐφόσον πρόκειται περὶ ἀτόμων τὰ ὁποῖα διεξάγουν ἐν μεγάλῃ κλίμακι τοιαύτας ἐπιχειρήσεις, αἱ ὁποῖαι συνήθως διεξάγονται δι’ ὑπαλλήλων, φυσικὸν ἦτο νὰ ἀναμιχθῶσι καὶ αὐτοί.
§210Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ ὅπως μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἀναγνώσω τὴν τροπολογίαν, ἥν μετ’ ἄλλων ὀκτὼ συναδέλφων ἔχω ὑποβάλει (ἀναγινώσκει): «Ἀναστέλλεται αὐτοδικαίως πᾶσα δίωξις καὶ πᾶσα ποινὴ ἐπὶ πλημμελημάτων διαπραχθέντων πρὸ πενταετίας καὶ ἐπὶ κακουργημάτων διαπραχθέντων πρὸ δεκαετίας, ἐφόσον ὁ ὑπόδικος ἢ κατάδικος διέμενεν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ τέσσαρα ἔτη ἀπὸ τῆς τελέσεως τῆς πράξεως, προκειμένου περὶ πλημμελήματος ἢ ὀκτὼ ἔτη προκειμένου περὶ κακουργήματος. Ἀναστέλλεται ἐπίσης αὐτοδικαίως πᾶσα δίωξις καὶ πᾶσα ποινὴ ἐπὶ παντὸς ἀδικήματος, πλὴν τῆς ἀνθρωποκτονίας, λῃστείας, πειρατείας, σωματεμπορίας, αἱμομιξίας, ἀπάτης καὶ ναυταπάτης, ἐφόσον παρῆλθεν ἀπὸ τῆς τελέσεώς του δεκαετία καὶ εἴτε δὲν ἐξεδόθη τελεσίδικος ἀπόφασις εἴτε ἡ ἐκδοθεῖσα δὲν ἐξετελέσθη δι’ οἱονδήποτε λόγον».
§211Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Κύριοι συνάδελφοι, διὰ τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος τῆς 23 Ἀπριλίου ἔχει χορηγηθῆ ἀναστολὴ διώξεως εἰς ὡρισμένα πλημμελήματα τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται εἰς τὰ ἄρθρα 13 καὶ 20. Κατὰ παραδρομὴν ἀσφαλῶς ὁ νομοθέτης δὲν προέβλεψε περὶ τῶν ὑποδίκων ἐνώπιον τοῦ Ναυτοδικείου καὶ τῶν Στρατοδικείων καὶ συμβαίνει τὸ ἄτοπον ὥστε κατηγορούμενοι ἐνώπιον τῶν κοινῶν ποινικῶν δικαστηρίων δι’ ὡρισμένα πλημμελήματα ἀναγραφόμενα εἰς τὸν νόμον νὰ τυγχάνουν τοῦ εὐεργετήματος ἀναστολῆς διώξεως, οἱ δὲ κατηγορούμενοι ἐνώπιον τοῦ Ναυτοδικείου καὶ τῶν Στρατοδικείων δὲν δύνανται νὰ τύχωσιν ἀναστολῆς.
§212Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Διότι δὲν ἠθέλησεν ὁ νομοθέτης· διότι θέλει νὰ τιμωρήσῃ βαρύτερον τὰ ἀδικήματα τὰ διαπραττόμενα παρὰ στρατιωτικῶν.
§213Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Δὲν μὲ ἐπροσέξατε καὶ ἐκάματε μίαν παρατήρησιν ἐστερημένην πάσης βάσεως καὶ σοβαρότητος. Ἔλεγον ὅτι ὑπάρχουν κατηγορούμενοι δι’ ἀδικήματα τὰ ὁποῖα ὁρίζονται εἰς τὰ ἄρθρα 13–20, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑπόδικοι λόγῳ τῆς στρατιωτικῆς ἰδιότητός των ἐνώπιον τῶν Στρατοδικείων καὶ τοῦ Ναυτοδικείου. Εἶναι δίκαιον καὶ αὐτοὶ νὰ τύχωσι τοῦ εὐεργετήματος τῆς ἀναστολῆς, τῆς ὁποίας τυγχάνουσιν οἱ κατηγορούμενοι ἐνώπιον τῶν κοινῶν ποινικῶν δικαστηρίων.
§214Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἡ στρατιωτική των ἰδιότης κατέστησε βαρύτερον τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν ἀδικημάτων, τὸ γνωρίζω δὲ αὐτὸ πολὺ καλά.
§215Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Γνωρίζω πολὺ καλύτερον ὑμῶν ποῖα εἶναι τὰ στρατιωτικὰ ἀδικήματα. Ἡ στρατιωτικὴ ἰδιότης δημιουργεῖ ὡρισμένα ἀδικήματα, ἀλλ’ ὑπάρχουν καὶ ἄλλα τὰ ὁποῖα διαπράττει κανεὶς καὶ τὰ ὁποῖα δὲν μεταβάλλουν τὸν χαρακτῆρα λόγῳ τῆς στρατιωτικῆς ἰδιότητος· π.χ. ἂν εἶναί τις κατηγορούμενος ἐπὶ ἐξυβρίσει ἢ ἐπὶ ἀποπλανήσει εἰς ἀσέλγειαν.
§216Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς μᾶς εἴπετε ὅτι ἀνοίγομεν τὰς φυλακὰς καὶ τώρα ἔρχεσθε καὶ ζητεῖτε νὰ τοὺς βγάλετε ὅλους ἔξω.
§217Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Θέλετε νὰ στηρίξετε κατηγορίαν ἐπὶ βάσεως ἀπολύτως φανταστικῆς. Ἐγὼ ἐμμένω εἰς τὴν γνώμην μου ὅτι αἱ διατάξεις τὰς ὁποίας ὑποστηρίζετε σεῖς εἶναι ἀνήθικοι, ἐνῷ αἱ ἰδικαί μου ὑπηγορεύθησαν ὑπὸ τῆς πείρας. Ὑπάρχουν κατηγορούμενοι στρατιωτικοὶ ἐπὶ ἀποπλανήσει εἰς ἀσέλγειαν ἐνώπιον τῶν Στρατοδικείων καὶ ἄλλοι ἐνώπιον τῶν κοινῶν δικαστηρίων. Οἱ μὲν θὰ τύχωσιν ἀναστολῆς, οἱ δὲ ὄχι;
§218Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἡ Πολιτεία θέλει νὰ τιμωρήσῃ αὐστηρότερον τὸν στρατιώτην.
§219Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ὄχι· δὲν ὑποστηρίζω ἐγὼ διατάξεις ὡς ἐκείνας τὰς ὁποίας ὑποστηρίζετε σεῖς.
§220Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τί ἐννοεῖτε δι’ αὐτοῦ;
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ (κρούων τὸν κώδωνα). Καθίσατε, παρακαλῶ. Ἡσυχάσατε.
§222Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρέπει ὁ κ. πληρεξούσιος νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις.
§223Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἐννοῶ τὰ συναλλάγματα καὶ τὰς Ἐπιτροπὰς τοῦ ἐπισιτισμοῦ. Ἐπίσης σᾶς λέγω ὅτι ἐγὼ δὲν ἀντιφάσκω, ἀλλ’ εἶμαι συνεπέστατος.
§224Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ, κύριοι, ἀφήσατε νὰ ὁμιλήσω. Ὁ κ. πληρεξούσιος ὑπέβαλε μίαν τροπολογίαν ἵνα ἀνασταλῇ ἡ δίωξις ἀδικημάτων καὶ πλημμελημάτων τὰ ὁποῖα δικάζονται ἀπὸ τὰ Στρατοδικεῖα καὶ τὸ Ναυτοδικεῖον καὶ σεῖς διεφωνήσατε εἰς τοῦτο. Ἀλλὰ καὶ τὸ Διάταγμα τῆς 23 Ἀπριλίου ἂν λάβωμεν, θὰ ἴδωμεν ὅτι αἱ τροποποιήσεις εἶναι συναφεῖς, ὁ δὲ ὑπάρχων νόμος ἐπεκτείνει τὰ εὐεργετήματα καὶ εἰς τὰς ὑποθέσεις τὰς ἐκδικασθείσας ὑπὸ Στρατοδικείων καὶ τοῦ Ναυτοδικείου, ἤδη δὲ εἰς συμπλήρωσιν ἐθέσαμεν ὅπως τὰ ἀδικήματα αὐτά, ἐφόσον ἐτελέσθησαν πρὸ τῆς 23 Ἀπριλίου, ἀλλ’ ἐξεδικάσθησαν κατόπιν, ὑπόκεινται εἰς τὰ εὐεργετήματα. Τώρα ὁ κ. πληρεξούσιος λέγει ὅτι εἶναι λογικόν, ἀφοῦ διὰ τὰ ἀδικήματα τὰ δικασθέντα ἀπὸ τὰ Στρατοδικεῖα ἢ τὸ Ναυτοδικεῖον ἐπεκτείνει ὁ νόμος τὰ εὐεργετήματα τῆς ἀμνηστίας καὶ τῆς ἀναστολῆς, διατί νὰ μὴ τὰ ἐπεκτείνωμεν καὶ εἰς ἐκεῖνα τὰ ἀδικήματα διὰ τὰ ὁποῖα διετάχθη ἡ ἀναστολὴ τῆς διώξεως. Φαίνεται λοιπὸν ὅτι ὑπάρχει παρεξήγησις, διότι ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ ὅτι τὸ εἶχον λησμονήσει.
§225Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐγὼ δέχομαι ἀπολύτως τὴν ἐπιείκειαν, ὅπως ἔδωκα καὶ εἰς τὸν κ. Κούνδουρον, ἀλλ’ εἰς τὸν κ. συνάδελφον εἶναι μία ἀσυνέπεια· διότι ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου ἐκόπτετο ὅτι ἀνοίγομεν τὰς φυλακὰς καὶ ἤδη βλέπω ὅτι ζητεῖ νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν ἐπιείκειαν.
§226Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἐγὼ ὑπῆρξα πάντοτε συνεπής. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀναστολῆς διώξεως τῶν πλημμελημάτων· δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀναστολῆς διώξεως ἐφ’ ὅλων τῶν ἀδικημάτων, ἡ ὁποία δὲν εἰσήχθη εἰς κανὲν Κράτος τοῦ κόσμου. Αὐτὸ εἶπον καὶ ὑπεστήριξα. Τοῦτο μόνον θὰ ἤθελα νὰ ὑποστηρίξω· ὅτι εἰς περιπτώσεις καθ’ ἃς ἀποφαίνεται ὁ Εἰσαγγελεὺς εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια νὰ ἀποφαίνεται καὶ ὁ Ἐπίτροπος τῆς Ἐπικρατείας εἰς τὰ Στρατοδικεῖα, ὁριστικῶς δὲ τὸ Σῶμα Στρατοῦ. Δηλαδὴ ἀντὶ τῆς πράξεως τῆς ἐκδιδομένης ὑπὸ τοῦ Προέδρου νὰ ἐκδίδεται ἀπόφασις τοῦ Σώματος Στρατοῦ καὶ τῆς Διευθύνσεως τῆς Ναυτικῆς Δικαιοσύνης.
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Πετρίδης ἔχει τὸν λόγον.
§228Κ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον ὡς καταλεγόμενος καὶ ἐγὼ μεταξὺ τῶν ἀσχολουμένων εἰς τὰ νομικὰ νὰ τονίσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν σοβαρότητα τῆς ἐνεργείας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐν σχέσει μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, τὴν σοβαρότητα τῆς ἐνεργείας μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξεν εἰς τὸ ὀρθὸν πάντως καὶ ἀπὸ ἐπιστημονικῆς καὶ κοινοβουλευτικῆς ἀπόψεως συμπέρασμα, τὸ συμπέρασμα τῆς ἐγκρίσεως τοῦ ὅλου οἰκοδομήματος ὑπὸ τοῦ κυριάρχου Σώματος. Ὀφείλω ὅμως νὰ ἐξάρω μερικὰς ἀπορίας αἱ ὁποῖαι μοὶ ἐγεννήθησαν παρὰ τὸν ἀπόλυτον σεβασμὸν τὸν ὁποῖον τρέφω πρὸς τὴν ἐπιστημονικὴν ἐμπειρίαν καὶ τὸ κῦρος τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, ἀπορίας στηριζομένας εἰς τὴν αἰτιολογίαν τοῦ ὅλου νομοθετήματος καὶ ἐν τῇ ὁποίᾳ αἰτιολογίᾳ δογματικώτατα ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καταλήγει εἰς συμπεράσματα ἀντικείμενα καὶ πρὸς τὰς συγχρόνους ἐπιστημονικὰς ἀντιλήψεις καὶ πρὸς αὐτὸν τὸν κοινοβουλευτισμόν. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ νὰ καταλήξῃ εἰς τὸ συμπέρασμα εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξε, τουτέστι νὰ εἰσαγάγῃ ὑπὸ νέαν κύρωσιν νομοθετικὴν τὸ νομοσχέδιον τὸ ἁμαρτωλόν, τὸ ὁποῖον ἀποκαλεῖ ὡς δῆθεν νόμον, ἐδογμάτισε τὰ ἑξῆς ἐν τῇ αἰτιολογικῇ του ἐκθέσει: Πρῶτον ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὁ προκάτοχός του ἐγκύρως καὶ νομίμως ἐνήργησεν ἀνακαλέσας τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου...
§229Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Διατάξας τὴν μὴ ἐφαρμογήν.
§230Κ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δεύτερον ἐδογμάτισεν ὅτι τὰ δικαστήρια δικαιοῦνται νὰ ἀρνηθοῦν νὰ ἐφαρμόσουν τὸν νόμον τοῦτον, διότι δὲν περιέχει τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα καὶ ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ νομολογία ἀπαιτεῖ προκειμένου περὶ τοῦ ἐλέγχου τῆς συνταγματικότητος τῶν νόμων. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ διαφωνήσω καὶ κατὰ τὰ δύο σοβαρώτατα ταῦτα ζητήματα, διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῆτε, κύριοι, ὅτι πρώτην φορὰν νομοθέτημα τοιαύτης σοβαρότητος ὑποβάλλεται ὑπὸ τὴν κυρίαρχον κρίσιν τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος, διότι πρόκειται περὶ νομοθετήματος τὸ ὁποῖον ἅπτεται ὀργανικῶν, οὐσιωδῶν συνταγματικῶν διατάξεων. Κατὰ τὸν μᾶλλον πρωτότυπον τρόπον ἐλύθησαν ζητήματα διακρίσεως ἐξουσιῶν δι’ αἰτιολογιῶν μὴ προσκειμένων καὶ πρὸς τὰς ἀντιλήψεις τῆς νομικῆς ἐπιστήμης καὶ πρὸς τὰ καθιερωθέντα κοινοβουλευτικὰ δόγματα, κατελήξαμεν δὲ εἰς τὸ συμπέρασμα νὰ ἀναγνωρίσωμεν κυριαρχικὰ δικαιώματα εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν τοῦ ἀρνεῖσθαι τὴν δημοσίευσιν νόμων ψηφισθέντων παρὰ τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος καὶ ἐπεχειρήθη νὰ ἀναγνωρισθῇ μία τοιαύτη πρόδηλος καὶ φανερὰ σύγκρουσις δικαιοδοσίας Ἐκτελεστικῆς καὶ Νομοθετικῆς Ἐξουσίας μέχρι τοῦ σημείου ὥστε, ἂν δεχθῶμεν τὰ δογματικὰ πορίσματα τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία εἶναι ἀνωτέρα τῆς Νομοθετικῆς, ὅτι πᾶν προερχόμενον ἐκ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας δύναται ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία διὰ μιᾶς διοικητικῆς ἁπλῆς πράξεως νὰ τὸ καταλύσῃ. Καὶ ἐπανέρχομαι εἰς τὴν εἰδικὴν περίπτωσιν. Ἐψηφίσθη, κύριοι πληρεξούσιοι, ὁ νόμος αὐτὸς ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν; Οὐδεὶς θὰ ἀμφισβητήσῃ ὅτι ἐψηφίσθη. Περιεῖχεν ἢ δὲν περιεῖχε τὴν τυπικὴν μορφὴν τοῦ νόμου; Περιεῖχε. Τί ἔγινε μετὰ τοῦτο; Ἔρχεται ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, πρὸς τὸν ὁποῖον τρέφω ἀμέριστον ἐκτίμησιν, καὶ τί ἐνεργεῖ; Ἐκδίδει διαταγὴν ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρὸς τοὺς Εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν, ὅπως δέχεται ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου, καὶ διατάσσει τὴν μὴ ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ὁ ὁποῖος περιεῖχεν ὅλα τὰ ἐξωτερικὰ καὶ τὰ τυπικὰ στοιχεῖα. Λοιπὸν ἐρωτῶ: Εἶναι ἐν τῇ δικαιοδοσίᾳ τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας ἡ ἔκδοσις διαταγῆς πρὸς τοὺς Εἰσαγγελεῖς τοῦ νὰ μὴ ἐφαρμόσουν ἕνα νόμον;
§231Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Τὸ ζήτημα τοῦτο συνεζητήθη ἤδη εἰς τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν.
§232Κ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἷς ὡμίλησε μόνον, ὁ κ. Κούνδουρος. Ὁπωσδήποτε ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἀποτέλεσμα εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νομίζω ὅτι ὤφειλεν ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὴν προηγουμένην ψῆφον τῆς Συνελεύσεως νὰ φανῇ ἐπιεικέστερος κατὰ τὸ περιεχόμενον τῶν διατάξεων τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου καὶ νὰ ἐπεκτείνῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς οὐχὶ βεβαίως ἐν τῇ βαθμίδι εἰς τὴν ὁποίαν ἐπεξετάθη ὑπὸ τοῦ ὑπὸ ἀκύρωσιν νόμου τὸ εὐεργέτημα τῆς ἀμνηστίας, ἀλλὰ δύναται, ὅπως διὰ τοῦ Διατάγματος τοῦ Μαΐου ἐξετάθη τὸ εὐεργέτημα τῆς ὀπλοφορίας μέχρι 1 Μαΐου 1924, νὰ τὸ κάμῃ καὶ διὰ τὰ ἀδικήματα τὰ ὁποῖα συνεπάγονται ποινὴν οὐχὶ μείζονα τοῦ ἔτους μέχρι τῆς 1 Μαΐου τοῦ 1924, ἀντὶ τοῦ τιθεμένου ὁρίου τῆς 1 Ἰανουαρίου 1923, νὰ τεθῇ δηλαδὴ ὁ χρόνος τῆς ἀνακηρύξεως τοῦ νέου πολιτεύματος.
§233Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον θέλει μελέτην· διότι εἰς αὐτὰ τὰ ἀδικήματα περιλαμβάνονται καὶ σοβαρὰ ἀδικήματα.
§234Κ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Διατί ὅταν ἐτελέσθησαν μέχρι τῆς 1 Ἰανουαρίου τοῦ 1923 καὶ ὄχι μέχρι τέλους Ἀπριλίου τοῦ 1924; Λοιπὸν αὐτὴν τὴν τροπολογίαν προτείνω.
§235Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐτέθη ἕν χρονικὸν ὅριον.
§236Κ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τότε διατί περιλαμβάνετε τὰ ἀδικήματα τῆς παρανόμου ὀπλοφορίας μέχρι τοῦ Μαΐου 1924;
§237Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δίδω μόνον τὴν ἑξῆς ἑρμηνείαν, ὅτι ἐν ὥραις γηθοσύνης κατὰ τὴν ἀνακήρυξιν τῆς Δημοκρατίας θὰ ἔρριψαν καὶ μερικὲς κουμπουριὲς καὶ ὅτι θὰ εἶπαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὅτι δὲν ἀξίζει τὸν κόπον νὰ βάλωμεν τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς εἰς τὴν φυλακήν. Ἄν ἔγιναν ὅμως καὶ ἄλλα τινὰ ἀδικήματα, κλοπαί, ἀπάται κλπ., δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμνηστευθοῦν καὶ αὐτά. Μήπως τοὺς ἔκαμε καὶ αὐτοὺς ἡ δημοκρατικὴ χαρὰ νὰ τὰ κάμουν;
§238Κ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποβάλω αὐτὴν τὴν τροπολογίαν, ἐφόσον ὅμως φρονεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι δὲν πρέπει νὰ τὴν υἱοθετήσῃ, ἂς τὴν ἀπορρίψῃ.
§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κούνδουρος ἔχει τὸν λόγον.
§240Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχω δύο λέξεις νὰ εἴπω.
§241Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ὑπομνήσω ὅτι κατὰ τὴν μακρὰν ἐκείνην συζήτησιν εἴχετε ὑποσχεθῆ σιγὴν ἑξάμηνον.
§242Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ ἤμην εὐτυχής, ἂν ἠδυνάμην νὰ σιγήσω, ἂν τὰ πράγματα δὲν μὲ ἠνάγκαζον νὰ ὁμιλήσω πολὺ εὐρύτερον καὶ ἐνδεικτικώτερον ἀπὸ ὅ,τι ὡμίλησα ἄλλοτε. Δὲν θὰ τὸ πράξω ἐν τούτοις. Καὶ δὲν θὰ τὸ πράξω, διότι μία ἐπερώτησις τὴν ὁποίαν κατέθεσα ἀπὸ πολλῶν ἡμερῶν ἀναφορικῶς πρὸς τὴν δημοσίευσιν κατὰ τὰς ὑποδείξεις τῆς Ὑπηρεσίας θὰ μοὶ δώσῃ ἀφορμὴν νὰ συζητήσω διὰ μακρῶν ἂν καὶ κατὰ πόσον εἶναι δίκαιον νὰ καταργῆται νομοθέτημα ψηφισθὲν ἕνεκα τῆς παραλείψεως, ἐξ ἀπροσεξίας τῆς Ὑπηρεσίας, φράσεών τινων. Ἀλλὰ θὰ ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐνθυμηθῇ ὅτι, ὅταν ἐκάκιζε τὸ νομοθέτημα τοῦ ὁποίου ἐζήτει τὴν κατάργησιν, εἶπε τὴν φράσιν ὅτι «τὸ νομοθέτημα ὑπέστη ἀρκετὰς τροπολογίας, ὥστε κατήντησε νὰ ψηφισθῇ ἐξωγκωμένον καὶ ἐξοιδημένον». Αἱ ἐξοιδήσεις ὅμως καὶ αἱ ἐξογκώσεις τὰς ὁποίας ἔλαβε σήμερον αὐτὸ τὸ νομοθέτημα εἶναι ἀναντιρρήτως περισσότεραι καὶ μεγαλύτεραι τῶν κριθεισῶν τότε καὶ κατακριθεισῶν. Καὶ μοῦ ἐνθυμίζει τοῦτο τὴν φράσιν τοῦ μεγάλου Κριτοῦ «Μὴ κατακρίνετε ἵνα μὴ κατακριθῆτε». Ἐγὼ ἐν τούτοις, καίτοι εἶναι ἐξοιδημένον τὸ νομοθέτημα, δὲν θέλω νὰ τὸ κακίσω, ἀλλὰ θὰ ἔλεγον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὅτι ὤφειλε, μετὰ τὴν νέαν κοινοβουλευτικὴν καὶ πολιτικὴν πεῖραν τὴν ὁποίαν ἀπέκτησεν ἐν τῷ μεταξύ, νὰ δεχθῇ μικρὰν ἀναβολὴν συζητήσεως, οὕτως ὥστε εἴτε νὰ παραπεμφθῇ εἰς Ἐπιτροπὴν τὸ νομοθέτημα εἴτε νὰ μελετηθοῦν καλῶς αἱ ὑποβαλλόμεναι τροπολογίαι. Ἤδη, ὅπου καθιερώθη ἡ ἀρχὴ τοῦ ὑποβάλλειν τροπολογίας καὶ τοῦ ἐξογκώνειν τὸν νόμον, καλὸν εἶναι νὰ τοὺς ψηφίζωμεν ἐσπευσμένως. Ἐγὼ δὲν ὑπέβαλον τροπολογίας, διότι ἐσκέφθην ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης συνεπὴς πρὸς τὸν ἑαυτόν του δὲν θὰ δεχθῇ τὰς τροπολογίας, διότι ὁ ἴδιος ἄλλοτε κατηγόρησε τὸν νόμον αὐτὸν ὡς ἐξωγκωμένον καὶ ἐξοιδημένον. Νομίζω λοιπὸν ὅτι δύναται καὶ ἐπὶ δύο ἀκόμη ἡμέρας νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις καὶ νὰ ὑποβληθοῦν τροπολογίαι περισσότερον μελετημέναι· διότι δὲν βλέπω νὰ ὑπάρχῃ λόγος τοῦ ἑνὸς πληρεξουσίου νὰ γίνεται ἀποδεκτὴ ἡ τροπολογία καὶ τοῦ ἄλλου νὰ μὴ γίνεται δεκτή. Τοιουτοτρόπως ἐγένετο δεκτὴ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ἀβραὰμ καὶ ὄχι ἡ τοῦ κ. Νταῆ, ἀλλὰ πλὴν αὐτῶν ἔχομεν καὶ πλείστας ἄλλας τροπολογίας.
§243Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζετε ὅτι ἂν ἐδέχθημεν μίαν τροπολογίαν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ δεχθῶμεν καὶ ἄλλας καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τὰς ἀπορρίπτωμεν;
§244Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι βεβαίως· ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλω νὰ εἴπω εἶναι ὅτι ἀπορρίπτονται ἀσυζητητί. Θὰ ἤθελον νὰ συζητῶνται ἅπασαι αἱ τροπολογίαι.
§245Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ἀκριβῶς εἶπον νὰ ἀναγνωσθῶσιν ὅλαι αἱ τροπολογίαι καὶ νὰ συζητηθῶσι.
§246Κ. ΝΤΑΗΣ. Δὲν ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν νὰ δεχθῆτε τὰς τροπολογίας μας, ἀλλὰ σεῖς τὰς ἐπετάξατε πρὶν μᾶς ἀκούσετε νὰ ἀναπτύξωμεν αὐτάς.
§247Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὰ θὰ ἔλεγον ἀναφορικῶς πρὸς τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ νομοθέτημα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὑπέστη πραγματικὰς ἐξοιδήσεις καὶ ἐξογκώσεις.
§248Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μίαν τροπολογίαν τοῦ κ. Βολουδάκη καὶ μίαν τοῦ κ. Ἀβραὰμ ἐδέχθημεν. Εἶναι τρεῖς μῆνες τώρα.
§249Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν ἐγνωρίζετε διὰ τοὺς ἀνταλλαξίμους Μουσουλμάνους πόσα καὶ ποῖα πέριξ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς θρυλοῦνται, ἀναντιρρήτως πρῶτος ὑμεῖς θὰ ἀνεκαλεῖτε τὰς τροπολογίας αὐτάς.
§250Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Αὐταὶ εἶναι τροπολογίαι τῆς Ὑπηρεσίας.
§251Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα ὅταν ἐκάμετε εἰσήγησιν τοῦ νομοθετήματος κατὰ τρόπον ἀποδεικνύοντα ὅτι εἶσθε διατεθειμένος νὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀντικειμενικὴν κατάστασιν καὶ νὰ μὴ ἐπηρεασθῆτε ἀπὸ τὰ πρόσωπα. Καὶ θὰ σᾶς εἴπω πόσα λέγονται καὶ θρυλοῦνται πέριξ τῶν Τούρκων τοὺς ὁποίους ἀμνηστεύει ἡ τροπολογία τὴν ὁποίαν υἱοθετήσατε.
§252ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ τὰ εἴπετε δημοσίᾳ.
§253Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρόκειται περὶ τῶν Μουσουλμάνων οἱ ὁποῖοι κατηγορήθησαν διὰ τὴν στάσιν τῆς Θράκης. Οἱ Μουσουλμάνοι αὐτοί, κύριοι, μόνον διὰ τὴν μεταφοράν των ἀπὸ φυλακῆς εἰς φυλακὴν κατέβαλον εἰς δικηγόρους....
§254Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Νὰ τὰ εἴπετε.
§255Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ τὰ εἴπετε διὰ νὰ τὰ καταδιώξωμεν.
§256Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Νὰ τὰ εἴπετε καὶ νὰ μὴ ρίπτετε κατηγορίας τοιαύτας ἀορίστως.
§257Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν μὲ ἀφήνετε νὰ τελειώσω τὴν φράσιν μου· ἐγὼ εἶπον ὅτι προτιμῶ νὰ μὴ λεχθῶσιν. Ὅσα λέγονται θέλετε νὰ εἴπω; Πρόκειται περὶ τῶν Μουσουλμάνων οἱ ὁποῖοι κατηγορήθησαν διὰ τὴν στάσιν ἐν Θράκῃ καὶ οἱ ὁποῖοι, καθ’ ἃ μοὶ ἀνέφερε πρόσωπον λίαν ἀξιόπιστον, κατέβαλον ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ φύγουν ἀπὸ ὡρισμένην εἰς ἄλλην φυλακήν. Τὰ πρόσωπα αὐτὰ μὲ ἐξωγκωμένα τὰ βαλάντια ἦλθον εἰς Ἀθήνας διὰ νὰ ἐπιτύχουν μέτρα ἐπιεικείας καὶ τὰ ἐπέτυχον. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι ὑμεῖς ἀντικρύσατε τὰ βαλάντια αὐτῶν, ἀλλὰ θέλω νὰ εἴπω ὅτι ἡ σπουδὴ δὲν ὠφελεῖ πάντοτε καὶ θέλω νὰ ὑπενθυμίσω ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ ἀνθέξῃ, ὅσον καὶ ἂν εἶναι μέγας τὸ ἀνάστημα.
§258Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὑπάρχουν ἀναστήματα τὰ ὁποῖα ἀντέχουν.
§259Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ θέλω νὰ εἴπω ὅτι θὰ εἶναι ἔργον φρονήσεως, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἠγέρθη τόσος θόρυβος, θὰ εἶναι ἔργον στοιχειώδους φρονήσεως νὰ καταβληθῇ μεγαλυτέρα μελέτη ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων τὰς ὁποίας εὐεργετεῖ τὸ νομοθέτημα. Μᾶς εἴπετε ἄλλοτε εἰσηγούμενος τὸ νομοθέτημα ὅτι ὁ Σολάρυ, ὁ διαπράξας πλαστογραφίαν καὶ ἀπάτην, οὔτε ἀπάτην οὔτε πλαστογραφίαν διέπραξε.
§260Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγὼ δὲν εἶπον αὐτό· ἐγὼ εἶπον ὅτι κατὰ τὸν χρόνον κατὰ τὸν ὁποῖον διεξήχθη ἡ ἀνάκρισις θὰ ἠδύνατο νὰ χαρακτηρισθῇ καὶ ὡς ἀπάτη καὶ ὡς πλαστογραφία.
§261Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπεν ὅτι δὲν τὰ διέπραξε, κ. συνάδελφε.
§262Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἤλθετε σήμερον νὰ μᾶς εἴπετε ὅτι δὲν τὰ διέπραξεν ὁ Σολάρου. Τελευτῶν, κύριοι, θὰ σᾶς εἴπω ὀλίγας μόνον λέξεις ἀναφορικῶς μὲ τὰς διατάξεις αἱ ὁποῖαι μὲ συνδέουσι πρὸς τὸ νομοθέτημα. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ λοιπὰ ὑπομιμνήσκω τοὺς λόγους τοῦ κ. Γόντικα καὶ περιορίζομαι εἰς ὅσα εἶπε διὰ τὰς διατάξεις αἵτινες ἀφορῶσι τὰ ἐν Κρήτῃ συμβάντα· ὅτι ἐδημιουργήθη ἐκεῖ μία νέα κατάστασις, τὴν ὁποίαν δὲν εἶσθε εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσετε, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχετε λεπτομερείας τῆς καταστάσεως ἐκείνης, μία κατάστασις τὴν ὁποίαν θὰ εἶσθε ὑποχρεωμένος νὰ ἀντικρύσητε κατὰ τρόπον διάφορον ἐκείνου μὲ τὸν ὁποῖον θὰ ἀντικρύζατε τὴν ἐν Κρήτῃ κατάστασιν πρὶν ἀνοιχθῶσιν αἱ φυλακαὶ καὶ καταλύσωσιν ἐκ νέου τὴν νόμιμον τάξιν. Ἔχω ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν κ. Βολουδάκην καὶ νομίζω ὅτι ἡ τροπολογία του θὰ περιλάβῃ ὅλας τὰς περιπτώσεις αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαναφέρουν τὴν γαλήνην εἰς τὸν Τόπον. Ἀλλὰ λέγω ὅτι θὰ εἶναι ἔργον ἐπιπόλαιον νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ρύθμισιν καταστάσεως τὴν ὁποίαν ἀγνοοῦμεν. Διατί δὲν ἀναμένετε, ἀναβάλλοντες, ἐπὶ τούτῳ καὶ μόνον νὰ ἀκούσητε τὰς γνώμας τῶν Δικηγορικῶν Συλλόγων περὶ τοῦ τρόπου διὰ τοῦ ὁποίου θὰ λυθῇ ἡ δημιουργηθεῖσα κατάστασις ἐν Κρήτῃ;
§263Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἔχω ἔγγραφον τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Κρήτης, ὁ ὁποῖος συνιστᾷ ὀλίγην μετριοπάθειαν καὶ συνιστᾷ νὰ θέσωμεν διάταξιν μήπως εὑρεθῶμεν ἐντὸς δύο μηνῶν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀπολέσωμεν τὰ εὐεργετήματα αὐτά.
§264Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἀμφισβητήσω τὴν λαμπυρότητα τοῦ φάρου ὁ ὁποῖος σᾶς ἐφώτισεν ἐκεῖθεν, διότι εἶναι στενωτάτη ἡ σχέσις μας, ἀλλὰ σᾶς λέγω ὅτι σᾶς συνιστᾷ μετριοπάθειαν, καὶ ἡ τροπολογία τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθητε δὲν δεικνύει μετριοπάθειαν, διότι οἱ ἐξελθόντες τῶν φυλακῶν κατηγοροῦντο διὰ ληστείας καὶ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐξῆλθον τῶν φυλακῶν συνεπείᾳ ὑποσχέσεων τοῦ ἄλλοτε Ὑπουργοῦ τῆς Ἐννόμου Τάξεως. Ἄν συνιστᾷ μετριοπάθειαν, τὴν συνιστᾷ ἀκριβῶς διὰ νὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ ἐκ νέου προσέλευσις τῶν ἐξελθόντων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐγγυῶνται καλὰ διὰ τὴν τάξιν. Ἀλλ’ αἱ τροπολογίαι δὲν θίγουν τὰ πρόσωπα αὐτά, διότι λαμβάνουν εὐεργετήματα οἱ καταδικασθέντες εἰς θάνατον, ἀλλὰ δὲν λαμβάνουν εὐεργετήματα ἄλλοι.
§265Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν δύναμαι νὰ κάμω ἄλλην τροπολογίαν καὶ ὁμολογῶ ὅτι μὲ πολλήν μου στενοχωρίαν ἔκαμα αὐτὴν τὴν τροπολογίαν.
§266Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ μελέτη ἡ δικαιοτέρα, ν. Ὑπουργέ, δὲν ἔχει παρὰ νὰ καταστήσῃ εὐρυτέρας καὶ πλέον θαλερὰς τὰς δάφνας τὰς ὁποίας ἐπιδιώκετε νὰ ἀποκομίσετε ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον.
§267Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἐπιδιώκω νὰ ἀποκομίσω δάφνας.
§268Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὴν στιγμὴν μάλιστα κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ πραγματικὴ κατάστασις σᾶς ἐξαναγκάζει νὰ δεχθῆτε τὴν ἀναθελὴν αὐτήν. Πάντως ἡ τύχη τοῦ νομοθετήματος δὲν θὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν συνήθη διαδικασίαν, ἀλλ’ ἡμεῖς θὰ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ καλέσωμεν τὴν Συνέλευσιν νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ νομοθετήματος δι’ ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας.
§269Ν. ΞΗΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει βεβαίως ὑπ’ ὄψιν του τὸ ἄρθρον 119 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου καὶ τὸ ἄρθρον 120 περὶ παραγραφῆς τῶν κακουργημάτων. Ἡ παραγραφὴ εἶναι δεκαετής, ἐφόσον δὲν ἐπέλθῃ πρᾶξις διακοπῆς· αἱ πράξεις διακοπῆς εἶναι καθαρῶς τυπικαὶ καὶ δι’ αὐτὸ φρονῶ ὅτι μετὰ τὴν δεκαετῆ τυπικὴν περίοδον εἶναι δίκαιον νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἀναστολῆς ὑπὲρ τῶν εἰς Ἀμερικὴν καταφυγόντων ἐγκληματιῶν.
§270Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν σας θὰ ἀνοίξωμεν νέαν θύραν καὶ θὰ καταστήσωμεν τὸν νόμον χειρότερον.
§271Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ κατέθεσα μίαν τροπολογίαν τόσον ἀνώδυνον, ὥστε εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν θὰ προκαλέσῃ οὐδεμίαν ἀντίρρησιν καὶ λυποῦμαι ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπεκάλεσε τὰς τροπολογίας μας χωρὶς νὰ τὰς ἀναγνώσῃ οὐχὶ λογικάς.
§272ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶπε τοιοῦτόν τι ὁ κ. Ὑπουργός.
§273Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἶπεν ὅτι παρεδέχθη τὰς τροπολογίας τὰς λογικάς· ἑπομένως αἱ ἰδικαί μας, τὰς ὁποίας δὲν παρεδέχθη, δὲν εἶναι λογικαί.
§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἰδικήν σας τροπολογίαν οὔτε τὴν εἶδεν ἀκόμη ὁ κ. Ὑπουργός, διότι δὲν τὴν εἴχετε προηγουμένως ὑποβάλει. Μόλις τώρα κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου θὰ ἀνακοινωθῇ.
§275Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἡ τροπολογία μου εἶναι ἁπλουστάτη· εἰς τὸ τελευταῖον ἄρθρον τοῦ Ν. Διατάγματος νὰ προστεθῇ «ἂν τὸ ἀδίκημα ἐτελέσθη πρὸ δεκαετίας, ἡ δὲ ποινὴ εἶναι μέχρι τῶν προσκαίρων δεσμῶν». Μέχρι τοῦδε ἡ διάρκεια τῆς καταγνωσθείσης ποινῆς ὁρίζεται εἰς 15 ἐτῶν πρόσκαιρα δεσμά. Ζητοῦμεν νὰ περιορισθῇ αὕτη εἰς πρόσκαιρα δεσμὰ μέχρι 10 ἐτῶν.
§276Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τὸ ἄρθρον 23 τοῦ Διατάγματος....
§277ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ὑπεβλήθη ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας. Παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ ὀνόματα τῶν ὑποβαλόντων τὴν ἔνστασιν (ἀναγινώσκει): Κ. Νταῆς (παρών). Γ. Μπούμπουλης....
§278ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ἀπών.
§279ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Β. Ἀλεβιζάτος....
§280Β. ΑΛΕΒΙΖΑΤΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἐνστάσεως περὶ μὴ ἀπαρτίας ἐγὼ ὑπέγραψα αἴτησιν περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπούμπουλης εἶναι ἀπών, ὁ κ. Ἀλεβιζάτος ἀποσύρει τὴν ὑπογραφήν του ἀπὸ τὴν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας· ὥστε ἡ ἔνστασις δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§282Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὑποβάλλετε τροπολογίας τὴν τελευταίαν ὥραν.
§283Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Παρακαλῶ, κ. Ὑπουργέ, τὰ 15 ἔτη νὰ γίνουν γενικῶς «πρόσκαιρα δεσμά».
§284Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι γενικὴ ἀρχή.
§285Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἴπετε προηγουμένως, κ. Ὑπουργέ, ὅτι θὰ δεχθῆτε τὰς λογικὰς τροπολογίας.
§286Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ κάμωμεν νέον νομοθέτημα.
§287Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν ταράσσει τὸν νόμον αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Τὰ πρόσκαιρα δεσμὰ τῶν 15 ἐτῶν νὰ γίνουν ἁπλῶς «πρόσκαιρα δεσμά».
§288Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι δύσκολον νὰ ἐννοήσῃ κανεὶς τὴν ἔκτασιν μιᾶς τροπολογίας τὴν τελευταίαν στιγμήν.
§289Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι τόσον ἁπλῆ ἡ τροπολογία....
§290Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ ὅτι δὲν ἠμπορῶ νὰ τὴν καταλάβω.
§291Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 23 τοῦ Ν. Διατάγματος δίδεται τὸ εὐεργέτημα τῆς ἀνστολῆς εἰς τοὺς καταδικασθέντας εἰς πρόσκαιρα δεσμὰ 15 ἐτῶν. Λέγομεν λοιπὸν ἀντὶ πρόσκαιρα δεσμὰ 15 ἐτῶν νὰ τεθῇ ἁπλῶς «πρόσκαιρα δεσμά», δηλαδὴ μέχρις 20 ἐτῶν.
§292Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἄν κατεδικάσθη τις εἰς 20 ἔτη, σημαίνει ὅτι ἔκαμε βαρυτέραν πρᾶξιν.
§293Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Διατί δὲν ὑπεβάλετε τὴν τροπολογίαν ἐγκαίρως;
§294Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἴμεθα εἰς τὴν πατρίδα μας. Δὲν ἐγνωρίζομεν....
§295Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Διὰ μίαν περίπτωσιν ἠμπορεῖ νὰ ἀπασχολῆται ἡ Συνέλευσις διὰ νὰ μεταβάλῃ τὸν νόμον;
§296Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ μιᾶς περιπτώσεως.
§297Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πόσοι εἶναι αὐτοί; Ἄλλως τε λειτουργεῖ καὶ ἡ μέθοδος τῶν χαρίτων. Διὰ μίαν περίπτωσιν νὰ νομοθετῶμεν; Ἀλλοίμονον. Θὰ ζητήσωμεν πληροφορίας ἀπὸ τὴν Ὑπηρεσίαν, ἀπὸ τοὺς Εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν. Ἀφήσατε μίαν ἄλλην ἡμέραν νὰ κάμωμεν ἓν νομοσχέδιον γενικόν.
§298Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, θέλω νὰ μοῦ δηλώσετε τοῦτο· δὲν τὴν δέχεσθε, διότι εἶναι τόσον σκοτεινὴ ὥστε θέλετε νὰ τὴν μελετήσετε;
§299Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μάλιστα· δὲν τὴν ἐμελέτησα.
§300Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δικαίωμά σας εἶναι, κ. Ὑπουργέ.
§301ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γεωργίτσης ἔχει τὸν λόγον.
§302Π. ΓΕΩΡΓΙΤΣΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, θὰ σᾶς ἀναγνώσω μίαν τροπολογίαν, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησα πρὸ ὀλίγου. Ἡ ἁπλῆ ἀνάγνωσις αὐτῆς θὰ σᾶς πείσῃ περὶ τοῦ δικαίου αὐτῆς. Προτείνω νὰ προστεθῇ ἄρθρον, τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει τὴν τροπολογίαν).
§303ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας ἐκ μέρους τῶν κ.κ. Ι. Κουνδούρου, Δ. Λεονάρδου, Γ. Μπούμπουλη, Α. Δενδρινοῦ καὶ Κ. Βουδούρη. Λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τῇ 5ῃ μ.μ. σήμερον. (Ὥρα 12.15′ π.μ.).