1925.01.29
3.202 στίχοι · 24.914 λέξεις · 200 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 135
Πέμπτη 29 Ἰανουαρίου 1925.
Προεδρία Κ. Ρακτιβάν
(Ὥρα 5.45′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: — Οἱ γεωργοκτηματίαι Νιαούσης παρακαλοῦσιν ὅπως διαταχθῇ ἡ ἀναστολὴ τῆς καταβολῆς φόρων πρὸς ἀγροτικὴν βελτίωσίν των. — Ὁ Σύνδεσμος ἰδιοκτητῶν Ἀμαλιάδος ζητεῖ τὴν ἄρσιν τοῦ ἐνοικιοστασίου. — Σωματεῖα Καλαμῶν παρακαλοῦσι τὴν ταχίστην διευθέτησιν τοῦ ποταμοῦ Νέδοντος. — Οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ διαφόρων ἐπαρχιῶν παρακαλοῦσιν ὅπως ἀγορασθῇ ἀνάλογος ἀριθμὸς δελτίων παρακρατήματος. — Ἡ Ὁμοσπονδία ἐπαγγελματιῶν Μαγνησίας ὑποβάλλει ἀνακοίνωσιν τοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος, δι’ ἧς τοῦτο ζητεῖ τὴν αὐτονόμησιν τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Θράκης. — Οἱ ἰδιοκτῆται Σπάρτης αἰτοῦνται τὴν τροποποίησιν τοῦ ἐνοικιοστασίου. — Τὸ Σωματεῖον ἐνοικιαστῶν Πειραιῶς ὑποβάλλει τὰς γνώμας του ἐπὶ τῆς τροποποιήσεως τοῦ ἐνοικιοστασίου. — Ὁ Σύλλογος ἰδιοκτητῶν Πύργου καὶ Καλαμπάκας διαμαρτύρεται διὰ τὴν μελετωμένην νέαν παράτασιν τοῦ ἐνοικιοστασίου. — Διάφοροι προσφυγικαὶ Ὀργανώσεις παρακαλοῦσιν ὅπως γίνωσι δεκταὶ αἱ ἀποφάσεις τοῦ Παμπροσφυγικοῦ Συνεδρίου. — Οἱ κτηνοτρόφοι Ἰωαννίνων αἰτοῦνται τὴν ἄρσιν τοῦ ἐνοικιοστασίου τῶν βοσκῶν. — Ὁ Σύλλογος καλλιεργητῶν Τυρνάβου παρακαλεῖ ὅπως διαταχθῇ ἡ ζητηθεῖσα διὰ ψηφίσματος ἐπανεκδίκασις τῶν ἀπαλλοτριωθέντων ἀγροκτημάτων. — Διάφοροι ἔμποροι καὶ βιομήχανοι Θεσσαλονίκης ζητοῦσιν ὅπως ἀρθῇ ἡ διαταγὴ τῆς ἐξώσεώς των. — Διάφοροι Σύλλογοι διαμαρτύρονται διὰ τὴν μελετωμένην κατάργησιν τοῦ ταχυδρομικοῦ καὶ τηλεγραφικοῦ γραφείου Ἐπισκοπῆς Πεδιάδος Κρήτης. — Οἱ ἐργοστασιάρχαι σαπωνοποιΐας Ζακύνθου παρακαλοῦσιν ὅπως δοθῇ ἡ δέουσα ἑρμηνεία εἰς τὸν νόμον 2116. — Οἱ κάτοικοι Παλαιᾶς Σκοποβολῆς παρακαλοῦσιν ὅπως μὴ ἐκτελεσθῇ τὸ ὑπὸ ἀνωτέρου ὑπαλλήλου τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνίας συνταχθὲν σχέδιον τῆς πόλεως πρὸς ἀνέγερσιν Διοικητικοῦ Κέντρου εἰς τὴν συνοικίαν των. — Ὁ Χρυσόστομος Τσιοῦτος, κάτοικος Καρδίτσης, αἰτεῖται τὴν τροποποίησιν τοῦ ἐνοικιοστασίου. — Ὁ Νικόλαος Ζαχαριάδης, κάτοικος Ἀσουὰν Αἰγύπτου, παρακαλεῖ ὅπως συστηθῇ εἰς τὰς ἐκεῖ προξενικὰς Ἀρχὰς ἡ ἐπίβλεψις τῆς περιουσίας τῆς Κοινότητος Ἀσουάν. — Τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον Κολινδροῦ διαμαρτύρεται διὰ τὴν ὑποβολὴν καταναγκαστικῆς φορολογίας εἰς τὴν Κοινότητα ἐπὶ τῶν ἐτησίων ἐσόδων ἐκ δασικῶν προϊόντων. — Ἡ Φωτεινὴ Μπρέλλη, κάτοικος Ἰωαννίνων, αἰτεῖται τὴν παροχὴν ἐπιδόματος. — Ὁ Σύνδεσμος προσφύγων Ἡρακλείου παρακαλεῖ ὅπως ἀνασταλῇ ἡ εἴσπραξις φόρου καθαρᾶς προσόδου παρὰ προσφύγων. — Ὁ Δημήτριος Δημητρίου, τέως ὑπάλληλος τῶν βασιλικῶν στάβλων, παρακαλεῖ ὅπως τῷ δοθῇ ἀνάλογον ἐπίδομα. — Ἡ Ἕνωσις πολεμιστῶν Τρικκάλων διαμαρτύρεται διὰ τὴν σύλληψιν τοῦ Γραμματέως πολεμιστῶν Καρβούνη. — Ἡ Λέσχη τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων Κοζάνης διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἄδικον φυλάκισιν τοῦ προέδρου αὐτῆς. — Ὁ Σύλλογος τῶν δημοδιδασκάλων Καρδίτσης αἰτεῖται τὴν ἀφομοίωσιν τῶν δημοδιδασκάλων πρὸς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. — Οἱ πολιτικοὶ συνταξιοῦχοι Θεσσαλονίκης ζητοῦσι τὴν αὔξησιν τῆς συντάξεώς των. — Ὁ Συνεταιρισμὸς Νέας Φιλιππουπόλεως αἰτεῖται τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν εἰς τὰ ἀγροκτήματα Κιόσκι, Χασὰν Τατάρ, Παράσχου καὶ Μεργιὰν δήμου Λαρίσης. — Τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον Χεϊμπελῆ αἰτεῖται τὴν ἐπισκευὴν τῆς δημοσίας ὁδοῦ Κοζάνης–Βεροίας. — Ὁ Σύλλογος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων Γυθείου διαμαρτύρεται διὰ τὴν μελετωμένην περικοπὴν τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων ὑπὲρ τῶν συνταξιούχων. — Ὁ Μικρασιατικὸς Θρακικὸς Σύλλογος ἀναφέρει τὰ αἴτια τῶν γεγονότων Καζακλάρ. — Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Γαργαλιάνων παρακαλεῖ ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τῆς ἀγορᾶς παρὰ τοῦ Κράτους 15 ἑκατομμυρίων δελτίων παρακρατήματος σταφίδος. — Ὁ Διδασκαλικὸς Σύνδεσμος Ρεθύμνης αἰτεῖται τὴν πρὸς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους ἀφομοίωσιν τῶν διδασκάλων. — Ἐπιτροπὴ κατοίκων τῆς Κοινότητος Βεργοβίτσης παραπονεῖται διὰ τὴν μεταφορὰν τοῦ σχολείου των. — Ὁ πρόεδρος τῆς Κοινότητος Ἁγίου Νικολάου Πολυγύρου παρακαλεῖ ὅπως διαταχθῇ ἡ ἀποστολὴ τοῦ τουρκικοῦ κτηματολογίου εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Χαλκιδικῆς. — Οἱ Π. Κούρτσης, Α. Τέας κλπ., κάτοικοι Θεσσαλονίκης, οἵτινες ἔλαβον μέρος εἰς τὸν πλειστηριασμὸν οἰκοπέδων τοῦ τρίτου τομέως, ζητοῦσιν ὅπως κηρυχθῶσιν ἔκπτωτοι οἱ πλειοδοτήσαντες, ὡς μὴ συμμορφωθέντες πρὸς τοὺς ὅρους τῆς δημοπρασίας. — Διάφοροι Ὀργανώσεις ἀναπήρων καὶ θυμάτων πολέμου ζητοῦσιν αὔξησιν τῆς χορηγουμένης συντάξεως. — Ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἱδρύσεως Διοικητικῶν Δικαστηρίων πρὸς ἐκδίκασιν τῶν ἐν Μ. Ἀσίᾳ καὶ Θρᾴκῃ γεννηθεισῶν κατὰ τοῦ Δημοσίου ἀπαιτήσεων». — Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Α. Μιχαλακόπουλος ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου περὶ ἐγκαταστάσεως καὶ κινήσεως ἀλλοδαπῶν ἐν Ἑλλάδι». — Οἱ Ὑπουργοὶ τῆς Προνοίας κ. Α. Ὀρφανίδης καὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Κ. Γκότσης ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου «περὶ ἀποστολῆς ὑποτρόφων εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν πρὸς σπουδὴν τῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν κωφαλάλων». — Οἱ πληρεξούσιοι κ.κ. Θ. Παπαϊωάννου καὶ Ν. Ξηρὸς ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῶν συντάξεων». — Οἱ πληρεξούσιοι κ.κ. Κ. Πετρίδης καὶ Χ. Δάναινας ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τῶν νόμων 3101 καὶ 467». Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἐπερωτήσεων Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τῆς ἀφορώσης τὸ Πρωτόκολλον τῆς Γενεύης καὶ τὴν μὴ κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων. Ὁ κ. Ρέντης παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§2Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Ἀναζητῶν τις τὰ παραγωγικὰ αἴτια τὰ ὁποῖα κατέληξαν εἰς τὴν σύναψιν τοῦ Πρωτοκόλλου τοῦ εὑρισκομένου ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως, δὲν ἀνευρίσκει ἄλλο τι παρὰ μίαν ἔμμονον πρωτοβουλίαν τῆς Βουλγαρίας ἐπὶ τῷ σκοπῷ τούτῳ. Ἐν τούτοις ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν χθεσινὴν ἀγόρευσίν του ἔρριψε μίαν φράσιν διὰ μίαν δήλωσιν γενομένην τῷ 1923 ἐκ μέρους τῆς τότε Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, προσθέσας ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ μὴ εἶχε γίνει ἡ δήλωσις ἡ ὁποία ἐγένετο. Δὲν γνωρίζω ἂν ἡ Κυβέρνησις ὑποστηρίζει ὅτι ὅλη ἡ ὑπόθεσις ὑπῆρξεν ἀπότοκος τῆς δηλώσεως ἐκείνης τοῦ 1923 καὶ ὅτι ἡ δήλωσις ἡ γενομένη τῷ 1923 ἐδέσμευσεν ἐπὶ τοσοῦτον τὴν Ἑλλάδα, ὥστε νὰ μὴ δύναται ν’ ἀπαλλαγῇ αὐτῆς. Τότε πῶς θὰ εἴχομεν ἡμεῖς τὴν ἐλευθερίαν νὰ κρίνωμεν καὶ ἀκυρώσωμεν ἓν Πρωτόκολλον;
§3Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν τὸ ὑποστηρίζει αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις.
§4Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Ἔχει καλῶς. Εἶναι μία διευκρίνισις· διότι οὔτε ἐγὼ δύναμαι νὰ θεωρήσω ὅτι ἐδέσμευσε τὴν Ἑλλάδα ἡ Ἐπαναστατικὴ Κυβέρνησις κατὰ τὸ 1923, ἀλλ’ ὅτι ἐγένετο ἡ δήλωσις ἐκείνη ἢ ὅτι ἐγένετο ἡ ὑπόδειξις ἐκείνη ἐκ μέρους τῆς Βουλγαρίας, τεχνηέντως ὑπαγορευθεῖσα εἰς μέλη τινά, τὰ ὁποῖα καλῇ τῇ πίστει τὴν ὑπέβαλον εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἠθέλησε, τρόπον τινά, νὰ εἶναι εὐάρεστος, μὴ ἀποδώσασα ὑστερόβουλον σημασίαν εἰς μίαν τοιαύτην πρότασιν. Ἀλλὰ τὴν ἔμμονον προσπάθειαν τῆς Βουλγαρίας τὴν εὑρίσκει τις ἀπὸ τοῦ 1921. Ἡ Βουλγαρία ἀποβλέπουσα εἰς ἓν μόνον, εἰς τὰς ἐδαφικὰς διεκδικήσεις της ἐν τῇ Βαλκανικῇ, διεῖδεν εἰς τὴν Συνθήκην περὶ μειονοτήτων τὸ μέσον διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἠδύνατο νὰ θέσῃ ἐπὶ τάπητος, ὑπὸ τὴν ἔποψιν αὐτὴν τὴν ἐθνικήν, τὰς ἐδαφικὰς διεκδικήσεις, τὸ ὅλον βαλκανικὸν ζήτημα ἐν δεδομένῃ στιγμῇ, ἐπειδὴ κατὰ τὸ 1921 σωρεία αἰτήσεων ὑπεβάλλοντο εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν ἀπὸ τὰ πολυώνυμα βουλγαρικὰ Σωματεῖα τὰ ἑδρεύοντα εἴτε ἐν Βουλγαρίᾳ εἴτε ἐν τῇ ξένῃ. Ὅλαι αἱ αἰτήσεις αὗται, ἀπευθυνόμεναι εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, πρὸς ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν σκοπὸν ἀπέβλεπον, εἰς τὸ νὰ ἐμφανίσωσι τὴν κατάστασιν ἐν τῇ σερβικῇ καὶ τῇ ἑλληνικῇ Μακεδονίᾳ ὡς κατάστασιν εὔθικτον, καὶ ἐζήτουν τὴν παλιννόστησιν τῶν μεταναστευσάντων εἴτε ἐκ τῆς σερβικῆς εἴτε ἐκ τῆς ἑλληνικῆς Μακεδονίας. Ἡ Γενικὴ Γραμματεία τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, συμφώνως καὶ πρὸς τὰς γενικὰς γραμμὰς τὰς ὁποίας εἶχε θέσει, ἀντιλαμβανομένη ὅτι αἱ αἰτήσεις αὗται εἶχον πολιτικὸν καὶ ὑστερόβουλον σκοπόν, δὲν τὰς ἔθεσεν ὑπὸ ἐξέτασιν, δὲν τὰς ἔστειλεν εἰς τὸ τμῆμα τῶν μειονοτήτων, ἀλλὰ τὰς παρέπεμψεν εἰς τὸ πολιτικὸν τμῆμα, τὸ ὁποῖον ἔθεσε τὰς αἰτήσεις αὐτὰς εἰς τὸ ἀρχεῖον χωρὶς νὰ δώσῃ οὐδεμίαν προσοχήν. Ἀφ’ ἑτέρου δὲ πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀναλάβει ἐν τῷ ἐξωτερικῷ τὴν ὑποστήριξιν τῆς Βουλγαρίας, ὅπως ὁ γνωστὸς καθηγητὴς κ. Μόρρεϊ, προσεπάθησαν νὰ ἐπιτύχουν μεταρρυθμίσεις τινὰς ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαδικασίαν τοῦ ζητήματος τῶν μειονοτήτων παρὰ τῇ Κοινωνίᾳ τῶν Ἐθνῶν, τροποποιήσεις αἵτινες ἀνταπεκρίνοντο εἰς τοὺς πολιτικοὺς σκοποὺς τῆς Βουλγαρίας. Ὑπεβλήθη ἀπὸ τοῦ 1922 ἴσως εἰς τὴν Συνέλευσιν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ἐκ μέρους τοῦ κ. Μόρρεϊ, ἀντιπροσωπεύσαντος τὰς νοτιοαφρικανικὰς κτήσεις, ὑπεβλήθη πρότασις, ὅτι καλὸν θὰ ἦτο ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν νὰ διώριζεν ὄργανα μόνιμα πρὸς ἐπίβλεψιν τῶν μειονοτήτων μὲ τὸ ἐπιχείρημα ὅτι παρετηρήθη καὶ ἄλλοτε ὅτι ὁσάκις ὑπῆρχε μεγάλη ἔξαψις τῶν πνευμάτων μεταξὺ φυλετικῶν διχογνωμιῶν ἡ ἐπέμβασις προξένων ὑπῆρξε συντελεστικὴ πάντοτε καὶ κατευναστική. Ὅσοι ἐζήσαμεν τοὺς χρόνους ἐκείνους συνεννοούμεθα μετὰ τοῦ Ἄγγλου καθηγητοῦ περὶ τοῦ τί ὑποκρύπτει ἡ πρότασις ἐκείνη. Ἐνθυμούμεθα τὴν δρᾶσιν τῶν βουλγαρικῶν συμμοριῶν ὅτε ἔρριπτον βόμβας ἐναντίον ἀθώων πλασμάτων ἐν Μακεδονίᾳ καὶ προεκάλουν ἐπεμβάσεις ξενικὰς δῆθεν ὑπὲρ τῆς καταπιεζομένης βουλγαρικῆς μειονότητος μὲ τὸν σκοπὸν πάντοτε νὰ ἐμφανίσουν ὅτι ὁλόκληρος ἡ Μακεδονία δὲν κατοικεῖται παρὰ ἀπὸ Βουλγάρους. Ἤθελε λοιπὸν ἡ Βουλγαρία καὶ τώρα νὰ ἔχῃ ἀντιπρόσωπον μόνιμον τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, νὰ ἐντείνῃ τὸ ἔργον εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι ἱκανὴ νὰ διαπρέπῃ καὶ νὰ προκαλῇ οὕτως ἐπεμβάσεις διαρκεῖς τοῦ ἀντιπροσώπου ἐκείνου καὶ θόρυβον διὰ τοὺς γνωστοὺς αὐτῇ πολιτικοὺς σκοπούς. Διεῖδεν ἀφ’ ἑτέρου ἡ Βουλγαρία ὅτι, ἂν προέβαινεν εἰς μίαν δήλωσιν ὅτι αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν δέχεται παρόμοιόν τι σύστημα δι’ ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν ἐν Βουλγαρίᾳ ἑλληνικὴν μειονότητα, δὲν εἶχε τίποτε νὰ χάσῃ, ἐφόσον οἱ Ἕλληνες δὲν ἐπρόκειτο νὰ μείνωσιν ἐν Βουλγαρίᾳ μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς Συνθήκης περὶ μεταναστεύσεως καὶ συνεπῶς θὰ ἦτο μία παραχώρησις, ἥτις οὐδὲν βάρος θὰ ἔφερεν ἐπὶ τῆς Βουλγαρικῆς Κυβερνήσεως. Διεῖδεν ἐξ ἄλλου αὕτη τὴν ἀσθενῆ ὁπωσδήποτε θέσιν τῆς Ἑλλάδος κατόπιν τῆς μεγάλης καταστροφῆς τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ τὸ ἐνδεχόμενον τοῦ νὰ εὕρῃ τρόπον νὰ τὴν προσελκύσῃ εἰς τὰς ἰδίας ἀντιλήψεις καὶ τὸ μέγα ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον θὰ ἐλάμβανεν ἂν τυχὸν οἱ σκοποί της ἐπραγματοποιοῦντο. Ἐγνώριζεν ἡ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις ὅτι μεταξὺ Σερβίας καὶ Ἑλλάδος ὑπῆρχε σχέσις καλῆς γειτονίας βασιζομένη εἰς ὅσα φρόνιμοι καὶ μεγάλοι πολιτικοὶ εἶχον θεσπίσει καὶ εἶχον συμφωνήσει ἄλλοτε, κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συμμαχίας τῶν δύο αὐτῶν Κρατῶν. Ἐννοῶ τοὺς κ.κ. Πάσιτς καὶ Βενιζέλον. Γνωρίζοντες οἱ δύο οὗτοι πολιτικοὶ ποίαν ἔννοιαν καὶ ποίαν ἐξέλιξιν ἔχουσιν αἱ περὶ ἐθνικότητος τῶν μειονοτήτων ἀμφισβητήσεις ἔμειναν σύμφωνοι ἔκτοτε ὅτι οὔτε ἡ Ἑλλὰς θὰ διεξῆγε προπαγάνδαν οὔτε σχολικὴν οὔτε θρησκευτικὴν οὔτε φυλετικὴν ἐντὸς τοῦ σερβικοῦ ἐδάφους, οὔτε ἡ Σερβία ἐντὸς τοῦ ἑλληνικοῦ ἐδάφους. Τοῦτο εἶπον οἱ δύο μεγάλοι αὐτοὶ πολιτικοὶ ἄνδρες ὅτι εἶναι τὸ μόνον μέσον, ἱκανὸν νὰ διατηρήσῃ ἀγαθὰς σχέσεις μεταξὺ δύο Κρατῶν ἐπ’ ἄπειρον.
§5Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κάτι εὐρύτερον, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Ἡ ἀντίληψις ἦτο ὅτι οἱ σλαυόφωνοι πληθυσμοὶ οἱ ἐντεῦθεν τῶν συνόρων τῶν ἑλληνικῶν θεωροῦνται ἑλληνικοὶ πληθυσμοὶ καὶ οἱ ἄνω τῶν ἑλληνικῶν συνόρων, οἱ πρὸς τὸ σερβικὸν ἔδαφος, θεωροῦνται σερβικοὶ πληθυσμοί. Αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις τῆς συμπράξεως πρὸς τὴν Σερβίαν.
§6Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Πράγματι οὕτω νομίζω περίπου ὅτι ἔχει τὸ πρᾶγμα ἤδη ἀπὸ τοῦ 1913. Διεῖδε λοιπὸν ἡ Βουλγαρία ὅτι εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν θὰ ἠδύνατο νὰ διεισδύσῃ ἐν Μακεδονίᾳ πρὸς προστασίαν τῶν ἀνυπάρκτων καὶ θεωρητικῶς νομιζομένων βουλγαρικῶν μειονοψηφιῶν θὰ ἔσπειρε τὴν διχόνοιαν μεταξὺ τῶν δύο συμμάχων Κρατῶν, τῆς ὁποίας διχονοίας θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπωφεληθῇ πρὸς πραγμάτωσιν τῶν ἰδίων αὐτῆς σκοπῶν, τουτέστι τῆς ἐγκαθιδρύσεως τῆς ἰδίας ἡγεμονίας ἐν τῇ Βαλκανικῇ. Μεταχειριζομένη τὸν Ἄγγλον καθηγητὴν κ. Μόρρεϋ ἔθεσε καὶ πάλιν τὸ ζήτημα τοῦ κατὰ πόσον ἡ Ἑλλὰς θὰ προστατεύσῃ τὰς βουλγαρικὰς μειονότητας, καὶ εἰς τὴν στηθεῖσαν παγίδα ἐπέσαμεν μὲ κλειστοὺς τοὺς ὀφθαλμούς. Ἔχομεν ὡς ἀπόδειξιν εὐθὺς μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Πρωτοκόλλου τὰ ὑπομνήματα τὰ ὁποῖα ὑπέβαλον τὰ μακεδονικὰ Κομιτᾶτα πρὸς τὸν συνταγματάρχην κ. Κὸρφ καὶ τὸν ταγματάρχην κ. δὲ Ρόσθερ. Ἀρχηγοὶ τῶν κομιτατζήδων παρουσιάσθησαν εἰς τοὺς δύο τούτους ἀντιπροσώπους τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν καὶ ὑπέβαλον ὑπομνήματα διὰ τῶν ὁποίων ἐζήτουν νὰ ἀνασταλῇ ἡ περαιτέρω μετανάστευσις τῶν Βουλγαρομακεδόνων, ἀκυρουμένων τῶν ἐν τῷ μεταξὺ δηλώσεων περὶ ἑκουσίας μεταναστεύσεως ἐκ Μακεδονίας, ὡς καὶ ἐνέργειαν ἀνακρίσεων ἐπὶ τῆς καταστάσεως τῶν Βουλγαρομακεδόνων ἐν τῇ βουλγαροκρατουμένῃ Μακεδονίᾳ διαμενόντων καὶ τῶν ἐν Βουλγαρία ἤδη μεταναστευσάντων, αἰτήσεις αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν ἀπὸ τῆς 30ῆς Ὀκτωβρίου 1924 ἐν Σόφιᾳ. Τὸ πρῶτον εἶναι ψήφισμα τοῦ Ἐθνικοῦ Κομιτάτου, τὸ δὲ δεύτερον εἶναι τῆς Ἀγαθοεργοῦ Ἀδελφότητος Φλωρίνης, τῆς εὑρισκομένης ἐν Βουλγαρίᾳ. Ἀλλ’ ἂν ἀνατρέξωμεν εἰς τὰ πρακτικὰ αὐτὰ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν — γνωρίζομεν ὅτι ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν δὲν τηρεῖ, ὅπως ἡμεῖς οἱ ἄλλοι, μυστικὴν διπλωματίαν· ὅλα τὰ ἔγγραφα τὰ δημοσιεύει, τὰ πρακτικὰ τὰ δημοσιεύει καὶ τὰ διανέμει καὶ συνεπῶς ἐτηρήθησαν τὰ πρακτικὰ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Πρωτοκόλλου τούτου —, ἂν ἀνατρέξωμεν εἰς τὰ πρακτικὰ αὐτά, θὰ εὕρωμεν ἴσως καὶ ἐντὸς αὐτῶν ἀκόμη τοὺς σκοποὺς τῆς βουλγαρικῆς πολιτικῆς. Ἐν πρώτοις παρουσιάζεται ὁ Βούλγαρος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἀναγινώσκει τὸ Πρωτόκολλον καὶ ζητεῖ νὰ γίνῃ δεκτὸν ἀπὸ τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν καὶ νὰ καταχωρισθῇ. Μετ’ αὐτὸν λαμβάνει τὸν λόγον ὁ κ. Μόρρεϋ. Ὁ κ. Μόρρεϋ εἶναι καθηγητὴς τῶν Ἑλληνικῶν ἐν Λονδίνῳ, δόκιμος Ἑλληνιστής, κάτω τοῦ μετρίου πολιτικός, οὐτοπιστὴς καὶ φανατικὸς φιλοβούλγαρος.
§7Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἦτο τακτικὸς σύμβουλος παρὰ τῷ Προέδρῳ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν.
§8Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Ἦτο ἀντιπρόσωπος τῶν νοτιοαφρικανικῶν κτήσεων. Εἶναι ἄκρως ἐνδιαφέρον νὰ ἴδῃ κανεὶς μερικὰ ἀποσπάσματα τοῦ λόγου του, ὅστις ἄλλως τε δὲν εἶναι μακρός. Λέγει ὁ κ. Μόρρεϋ (ἀναγινώσκει): «Τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου ἔχουσι λάβει προτάσεις τινὰς τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Βουλγαρίας σχετικῶς μὲ τὴν προστασίαν τῶν ἑλληνικῶν μειονοτήτων τῆς Βουλγαρίας. Ἐπιθυμῶ νὰ ἐξάρω τὴν μεγάλην σημασίαν τῆς ὑπὸ τῆς Βουλγαρικῆς Κυβερνήσεως ληφθείσης πρωτοβουλίας ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς 6ης Ἐπιτροπῆς τῆς Γʹ Συνελεύσεως μία ὑπόδειξις ἀναφέρεται καθ’ ἣν θὰ ἠδύναντο νὰ προκύψουν περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας ἡ παρουσία μονίμων ἀντιπροσώπων τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν θὰ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ εὐμενὲς ἀποτέλεσμα ἐπὶ θεμάτων μειονοτήτων καὶ ὅτι τὸ Συμβούλιον θὰ ἠδύνατο νὰ ἐξετάσῃ τὸ ἐπιθυμητὸν — εἰς καταλλήλους περιπτώσεις — τῆς χρησιμοποιήσεως τοιούτων ἀντιπροσώπων μὲ τὴν συγκατάθεσιν τῆς ἐνδιαφερομένης Κυβερνήσεως. Ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Συνελεύσεως ᾐσθάνθη τὴν δύναμιν τῶν παρατηρήσεων τούτων καὶ τὰς ἐτήρησεν ἐκκρεμεῖς. Ἀλλὰ λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὴν ποικιλίαν τῶν ἐνδεχομένων περιπτώσεων, αἵτινες θὰ ἠδύναντο νὰ προκύψωσι, καὶ τὴν μεγάλην δυσκολίαν τοῦ Συμβουλίου ὅπως χειρισθῇ ταύτας, ἐθεώρησε καλύτερον νὰ μὴ συμπεριλάβῃ αὐτὰς εἰς ὁριστικὴν ἀπόφασιν. Εὑρισκόμεθα τώρα ἐνώπιον περιπτώσεως κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἐνδιαφερομένη Κυβέρνησις φέρει ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τοιούτου εἴδους ὑπόδειξιν. Ἐξήτασα ἐπισταμένως τὰς προτάσεις τὰς γενομένας ὑπὸ τοῦ Βουλγάρου ἀντιπροσώπου καὶ εὑρίσκω ὅτι εἶναι ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἀποδεκταὶ ὑπὸ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Οὐδὲν οἰκονομικὸν βάρος θέλουσιν ἐπιφέρει διὰ τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὴν ἑξῆς πρότασιν: «Τὸ Συμβούλιον ἀποδέχεται τὰς προτάσεις τὰς γενομένας ὑπὸ τοῦ Βουλγάρου ἀντιπροσώπου καὶ ἐξουσιοδοτεῖ τὸν Πρόεδρον αὐτοῦ καὶ τὸν Γενικὸν Γραμματέα νὰ ὑπογράψουν μετὰ τοῦ Βουλγάρου ἀντιπροσώπου ἔγγραφον διαλαμβάνον τὰς προτάσεις ταύτας καὶ τὴν ἀποδοχὴν αὐτῶν ὑπὸ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν». Ὁ καθηγητὴς Μόρρεϊ προσέθεσεν: «Ἐλπίζω ὅτι τὸ Συμβούλιον θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐκφράσω δι’ ὀλίγων λέξεων τὴν ἰδιαιτέραν εὐχαρίστησιν τὴν ὁποίαν αἰσθάνομαι ὑποβάλλων ὑμῖν τὴν πρότασιν ταύτην ἐκ μέρους τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Βουλγαρίας, ὁμοῦ μετὰ τῆς ἑτέρας προτάσεως τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος. Οὐδὲν μέλος τοῦ Συμβουλίου εἶναι πιθανὸν ὅτι δύναται νὰ ὑποτιμήσῃ τὴν σημασίαν τοῦ ζητήματος τῶν μειονοτήτων, οὐχὶ τόσον ὡς προβλήματος ἀφορῶντος τὰ δεινὰ τῆς ἀνθρωπότητος, ἀλλὰ καὶ ὡς — μὴ ἀδυνάτου — κινδύνου διὰ τὴν διαρκῆ εἰρήνην τῆς Εὐρώπης. Ἀλλὰ τὸ σημεῖον τὸ ὁποῖον θὰ ἐπεθύμουν νὰ τονίσω εἶναι τὸ ἑξῆς: Τὸ πρόβλημα τῶν μειονοτήτων εὑρίσκεται ἐνσαρκωμένον ἐν τῇ Ἱστορίᾳ. Καὶ ὁ φόβος καὶ ἡ κακὴ θέλησις μεταξὺ τῶν Ἐθνῶν τὰ ὁποῖα καθιστῶσιν αὐτὸ τρομερὸν δὲν δύνανται νὰ μεταβληθῶσιν ἐντὸς μιᾶς ἡμέρας. Ἐν τούτοις σχεδὸν οἱαδήποτε καταπιεστικὴ ἐνέργεια ἢ προσβολή, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ταράσσουν τὸν θεατήν, ἔχουν τὰ προηγούμενα αὐτῶν καὶ ἱστορικῶς ἐξηγοῦνται. Ἡ Κοινὴ Γνώμη τοῦ ἐνδιαφερομένου Ἔθνους εἶναι διατεθειμένη νὰ τὸ ἀποδεχθῇ ἢ νὰ τὸ δικαιολογήσῃ καὶ εἶναι ἐξαιρετικῶς δυσχερὲς διὰ μίαν συνήθη Κυβέρνησιν ἐξαρτωμένην ἐκ τῆς λαϊκῆς θελήσεως, νὰ ἀναλάβῃ εὐθαρσῶς καὶ εὐσυνειδήτως τὴν προστασίαν τοῦ ἀντιδημοτικοῦ ξένου πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἐκπληρώσεως τῶν πηγαζουσῶν ἐκ τῶν Συνθηκῶν ὑποχρεώσεων ἀπέναντι τοῦ Συμβουλίου τούτου καὶ τῶν ὑψηλῶν αὐτοῦ καθηκόντων πρὸς τὰ ἰδεώδη τῆς πεπολιτισμένης ἀνθρωπότητος. Πάμπολλαι Κυβερνήσεις, ὡς γνωρίζομεν, ὑστέρησαν κατὰ πολὺ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ἀπέναντι τῶν δικαίων ἀξιώσεων τοῦ Συμβουλίου. Ἀλλ’ αἱ δύο Κυβερνήσεις, αἵτινες προσέρχονται σήμερον ἐνώπιον ἡμῶν, ἔδειξαν μίαν ἔξοχον πρωτοβουλίαν. Τὸ εἰδικὸν πρόβλημα τοῦ ὁποίου ἐπελήφθησαν εἶναι ἐκ τῶν δυσχερεστέρων καὶ ἀκανθωδεστέρων τῆς Εὐρώπης. Ἐν τῷ παρελθόντι ὑπῆρξαν ὀλίγοι φυλετικοὶ ἀνταγωνισμοὶ ὡς ὁ μεταξὺ Ἑλλήνων καὶ Βουλγάρων. Καὶ ἀναμφιβόλως τελευταίως κατέστη ἔτι περισσότερον ἀδιάλλακτος ἕνεκα σφοδρῶν δεινοπαθημάτων διὰ τῶν ὁποίων ἀμφότεροι οἱ λαοὶ διῆλθον. Καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν ὅπως λύσουν τοῦτον προσέρχονται σήμερον ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας μὲ πρότασιν, ἡ ὁποία εὐελπιστῶ ὅτι εἶναι ἡ καλυτέρα ἐξ ὅσων ἠδύναντο νὰ παρουσιάσωσιν. Ὁ συνταγματάρχης Κὸρφ καὶ ὁ κ. δὲ Ρόσβερ, οἱ ἀρχηγοὶ τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς Μεταναστεύσεως τῶν ἑλληνοβουλγαρικῶν συνόρων, ἐπαξίως ἐκέρδισαν τὴν ἐμπιστοσύνην ἀμφοτέρων τῶν λαῶν. Ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν δεδικαιολογημένως πρέπει νὰ ὑπερηφανεύηται διὰ τοὺς Ἐπιτρόπους της. Καὶ τώρα, ἂν ἡ προσφορὰ αὕτη γίνῃ ἀποδεκτή, ἡ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις διορίζει αὐτοὺς ὡς ἐπισήμους αὐτῆς συμβούλους, ὅπως βοηθήσουν αὐτὴν νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῆς εἰς ἀκέραιον, προστατεύουσα τὴν ἑλληνικὴν μειονότητα ἐν Βουλγαρίᾳ. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διορίζει αὐτοὺς ἐπισήμους αὐτῆς συμβούλους πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ βοηθήσουν αὐτὴν ἵνα ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῆς εἰς ἀκέραιον, προστατεύουσα τὰς βουλγαρικὰς μειονότητας ἐν Ἑλλάδι. Κύριοι, δὲν δύναμαι νὰ ἀποβλέψω εἰς τὴν πρᾶξιν αὐτὴν τῶν δύο Κυβερνήσεων ἄνευ βαθείας συγκινήσεως. Παρουσιάζουσι τὸ πνεῦμα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀναμένει ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν καὶ τὸ ὁποῖον δὲν εὑρίσκει εἰς τὸν μάταιον αὐτὸν κόσμον. Φρονῶ ὅτι ἀμφότεραι αἱ Κυβερνήσεις θὰ κερδίσωσιν ἠθικῶς καὶ ὑλικῶς διὰ τῆς πράξεώς των ταύτης. Φρονῶ ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη θέλει προσκομίσει μίαν σχετικὴν εὐτυχίαν εἰς πολλὰς οἰκογενείας, αἵτινες σήμερον διαβιοῦσιν ἐν ἀγωνίᾳ, ἂν μὴ ἐν τρόμῳ. Καὶ ἂν ἄλλαι Κυβερνήσεις εἰς τὰ περὶ μειονοτήτων δυσχερῆ προβλήματα ἀκολουθήσωσι τὸ παράδειγμα τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Βουλγαρίας, ἔχω δι’ ἐλπίδος ὅτι τὸ ἐπίπεδον τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ θέλει ἐξυψωθῆ καὶ τὸ ζήτημα τῶν μειονοτήτων θὰ παύσῃ νὰ εἶναι κίνδυνος εἰς τὴν εἰρήνην τοῦ κόσμου. Νομίζω ὅτι τὸ Συμβούλιον ὀφείλει θερμῶς νὰ συγχαρῇ τὴν Αὐτοῦ Ἐξοχότητα τὸν κ. Κάλφωφ διὰ τὰς προσπαθείας του ὅπως φέρῃ εἰς πέρας τὸν διακανονισμὸν τοῦτον. Ὡς πρὸς τὸν κ. Πολίτην δὲ φρονῶ ὅτι τὸ Συμβούλιον ὀφείλει νὰ προσθέσῃ εἰς τὰ συγχαρητήριά του ἰδιαιτέραν ἔκφρασιν θαυμασμοῦ, διὰ τὴν ἐνεργητικότητα καὶ τὴν διατύπωσιν τῶν λεπτομερειῶν τῆς προτάσεως ταύτης, κατὰ τὰς ὀλίγας ἐλευθέρας ὥρας αἱ ὁποῖαι τῷ ἀπέμειναν μὲ τὰ διακεκριμένα ἔργα τὰ ὁποῖα τόσον τὸν ἀπησχόλουν ὡς πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τὴν διατύπωσιν τοῦ μεγάλου περὶ διαιτησίας Πρωτοκόλλου». Εἰς αὐτὰ δὲ ἀπήντησεν ὁ κ. Πολίτης ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Εἶμαι ἰδιαιτέρως εὐτυχὴς διὰ τὴν γενομένην εἰς τὸ Συμβούλιον πρότασιν καὶ ἐπιθυμῶ νὰ εὐχαριστήσω ὅλως ἰδιαιτέρως τὸν καθηγητὴν κ. Cilbert Murray, τοῦ ὁποίου ἡ γενναιόφρων καρδία καὶ τὸ πνεῦμα τὸν ἀναδεικνύουν προστάτην ὅλων τῶν καλῶν καὶ δικαίων ὑποθέσεων. Χωρὶς νὰ θελήσω νὰ ὑποτιμήσω οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ὅ,τι ἄλλοι ἔπραξαν, ὅπως φέρουν εἰς πέρας αὐτὴν τὴν συμφωνίαν, δύναμαι εἰλικρινῶς νὰ εἴπω ὅτι ὁ καθηγητὴς κ. Murray ὑπῆρξεν ἡ ψυχὴ τοῦ ἔργου τούτου. Ἡ συμφωνία σημειοῖ πραγματικὸν βῆμα πρὸς τὰ ἐμπρὸς εἰς τὰ χρονικὰ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Σπουδαίως διηυκολύνθη διὰ τῆς μεθοδικῆς ἐργασίας ἐν τῷ συμβιβαστικῷ πνεύματι τοῦ κ. Colban, Διευθυντοῦ τοῦ Γραφείου τῶν Μειονοτήτων τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ προσθέσω ὅτι ἡ ὅλως ἰδιαιτέρα ἐμπιστοσύνη τὴν ὁποίαν αἱ δύο Κυβερνήσεις ἔχουσιν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ἐν τῇ Μικτῇ Ἑλληνοβουλγαρικῇ Ἐπιτροπῇ ἀπέβη τὸ τελικὸν στοιχεῖον διὰ τὴν παραγωγὴν τῆς συμφωνίας ταύτης. Ὁ συνταγματάρχης Κὸρφ καὶ ὁ ταγματάρχης Δὲ Ρόσδερ κατὰ τὸν μακρὸν χρόνον κατὰ τὸν ὁποῖον εἰργάσθησαν μετὰ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Βουλγαρίας οὐ μόνον ἀπέκτησαν τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν Ἀρχῶν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν πληθυσμῶν. Τὸ τοιοῦτον εἶναι ζήτημα μεγίστης σπουδαιότητος καὶ ἐπικυροῖ ὅ,τι ἤδη εἶπον πρὸς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν. Ἡ ἐπιτυχία τοῦ ἀναληφθέντος ἔργου ἐν ὀνόματι τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς σπουδαιότητος, τοῦ χαρακτῆρος, τῶν γνώσεων καὶ τῆς ἀφοσιώσεως πρὸς τὸ ἔργον τῶν ἀνδρῶν οἵτινες χειρίζονται τοῦτο. Εἶμαι ἰδιαιτέρως εὐτυχὴς ὅτι ἡ συμφωνία αὕτη ἐπετεύχθη. Διότι ὁ κ. Κάλφωφ καὶ ἐγὼ εὕρομεν ὅτι ἐν τῇ ἠρέμῳ καὶ εἰρηνικῇ ἀτμοσφαίρᾳ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν μεγάλα πράγματα εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσι, πράγματα τὰ ὁποῖα θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ γίνωσιν ἐν οἱᾳδήποτε ἄλλῃ ἀτμοσφαίρᾳ. Ὁ κ. Κάλφωφ γνωρίζει τὰς δυσκολίας, τὰς ὁποίας ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις συναντᾷ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου καὶ γνωρίζει τὰς πολὺ μεγάλας δυσκολίας, τὰς ὁποίας ἡ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις ἔχει ἐπὶ τοῦ ἰδίου ἐδάφους της. Ἑπομένως τὸ τοιοῦτον εἶναι εἷς ἐπὶ πλέον λόγος, ὅπως συγχαρῶμεν ἀλλήλους διὰ τὴν συμφωνίαν ταύτην καὶ εἶμαι πεπεισμένος ὅτι, ὅταν ὁ κ. Κάλφωφ ἐγκατέλειψε τὴν Γενεύην, θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ εἴπῃ ἐν Σόφιᾳ, ὡς ἐγὼ αὐτὸς ἐν Ἀθήναις, ὅτι δυνάμεθα νὰ τολμήσωμεν ὁ,τιδήποτε ἐνώπιον τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν καὶ ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀναμένωμεν ἐπιτυχίαν καὶ εἰς αὐτὰ ἀκόμη τὰ δυσκολώτερα ζητήματα. Ὑπὸ τὸ πνεῦμα τοῦτο παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, ὅπως ζητήσετε παρὰ τοῦ Συμβουλίου νὰ ἀποδεχθῇ τὰς προτάσεις ταύτας, τὰς ὁποίας ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔχει τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλῃ εἰς ὑμᾶς». Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι παρεσύρθη ἐξ ἐπιτηδείων πολιτικῶν ἢ ἐπιτηδείων παρασκηνιακῶν ἐνεργειῶν ἡ Ἑλλὰς εἰς μίαν πρᾶξιν, θέτουσαν ἐν κινδύνῳ τὴν εἰρήνην ἐν τῇ Βαλκανικῇ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔθιξε χθὲς σημεῖά τινα τῆς Συνθήκης περὶ μειονοτήτων ἀφορῶντα τὴν ὑπηκοότητα. Ὑπάρχει πράγματι μία ἀντινομία μεταξὺ τῆς Συνθήκης τῶν μειονοτήτων καὶ τῆς Συμβάσεως περὶ ἀνταλλαγῆς. Ἡ Σύμβασις περὶ μειονοτήτων ὁρίζει ὅτι (ἀναγινώσκει): «Βούλγαροι γεννηθέντες ἐκ πατρὸς Βουλγάρου ἐν Ἑλλάδι, ἔστω καὶ ἂν δὲν κατοικῶσι σήμερον ἐν Ἑλλάδι, εἶναι Ἕλληνες ὑπήκοοι καὶ ὀφείλει ἡ Ἑλλὰς νὰ τοὺς ἀναγνωρίσῃ ὡς τοιούτους». Τοῦτο πράγματι ἔρχεται εἰς ἀντίθεσιν μετὰ μιᾶς διατάξεως τῆς Συμβάσεως ἀνταλλαγῆς πληθυσμῶν, ἡ ὁποία προβλέπει ὄχι μόνον περὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι θὰ ἀναχωρήσουν σήμερον καὶ οἱ ὁποῖοι χάνουν τὴν Ἑλληνικὴν ὑπηκοότητα διὰ νὰ ἀποκτήσουν ἀμέσως τὴν Βουλγαρικὴν ὑπηκοότητα, ἀλλὰ καὶ περὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι προγενεστέρως ἔχουν ἀναχωρήσει ἐκ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους. Τὸ ἄρθρον 12 λέγει (ἀναγινώσκει): «Οἱ τυχὸν πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τῆς παρούσης Συμβάσεως ἐγκαταλείψαντες τὸ ἔδαφος τοῦ ἑνὸς τῶν συμβαλλομένων Κρατῶν καὶ ἐγκατασταθέντες ἤδη ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τοῦ Κράτους εἰς ὃ ἀπὸ φυλετικῆς, θρησκευτικῆς ἢ γλωσσικῆς ἀπόψεως ἀνήκουσι θὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα ἐπὶ τῆς ἀξίας τῆς ἀφεθείσης ἐν τῇ ἐγκαταλειφθείσῃ παρ’ αὐτῶν Χώρᾳ περιουσίας, ὡς ἡ τοιαύτη ἀξία θέλει προκύψει ἐκ τῆς γενησομένης ἐκκαθαρίσεως (liquidation) ὑπὸ τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς», διότι λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ὅτι διὰ νὰ καταφύγουν εἰς ἄλλο Κράτος ἀπέκτησαν ἤδη τὴν ὑπηκοότητα τῆς ἐθνότητος εἰς τὴν ὁποίαν μεταβαίνουν καὶ περὶ ἑνὸς προνοεῖ, νὰ μὴ χάσουν τὰ περιουσιακὰ δικαιώματα, καὶ ὁρίζεται ὅτι ἡ Μικτὴ Ἐπιτροπὴ θὰ καταγράψῃ τὰς περιουσίας τῶν ἀναχωρούντων, ὥστε νὰ μὴ ἀπολέσωσι τὰς περιουσίας των. Νομίζω ὅτι, ἂν τεθῶσιν αἱ ἀντικρουόμεναι διατάξεις ὑπὸ ἐξέτασιν οἱανδήποτε, τὸ δίκαιον θὰ ἀπονεμηθῇ ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος. Ὑπὲρ τῆς λύσεως τουτέστιν ὅτι αἱ διατάξεις τῆς Συμβάσεως περὶ ἀνταλλαγῆς εἶναι εἰδικαὶ καὶ ὑπερισχύουν τῶν γενικῶν διατάξεων τῆς Συνθήκης τῶν μειονοτήτων. Καὶ τοῦτο συμφώνως πρὸς τοὺς γενικοὺς κανόνας τοῦ δικαίου. Νομίζω συνεπῶς ὅτι οὔτε αὐτὴ ἡ ἀμφισβήτησις θὰ ἠδύνατο νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Πρωτοκόλλου τῆς Γενεύης, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ ἀποφανθῇ ἡ Συνέλευσις. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸν λόγον τὸν ἐκφωνηθέντα ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Βουλγαρίας ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐκεῖ ἀναφέρεται ὅτι χάρις εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τῆς Βουλγαρίας κατωρθώθη ἡ ἐπίτευξις τῆς συμφωνίας, ὅτι ἐξ ἀρχῆς ἀπέβλεψεν εἰς τὸ νὰ ἐπιτύχῃ ἰδίως ἐν Ἑλλάδι καὶ τὴν ἵδρυσιν μονίμου ὀργάνου, τὸ ὁποῖον νὰ ἐπιβλέπῃ ὅ,τι ἀφορᾷ τὰς μειονότητας. Τὴν δὲ Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν τὴν χαρακτηρίζει ὡς συμβαλλόμενον μέρος. Δυστυχῶς δὲν εἶναι μόνον οἱ Βούλγαροι πολιτικοὶ οἱ ὁποῖοι ἐχαρακτήρισαν τὴν συμφωνίαν ὡς πολιτικήν. Τὸ ἕτερον μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐπεφορτίσθη ἀκριβῶς ὑπὸ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν τὴν ὑποστήριξιν τῶν μειονοτήτων, ὁ ταγματάρχης Δὲ Ρόσθερ, εἰς συνέντευξιν τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς τὴν «Ἐθνικὴν Φωνὴν» τῆς 26 Νοεμβρίου 1924 τὸ βεβαιώνει (ἀναγινώσκει): «Ἡ Ἑλληνικὴ συμφωνία ἡ ἀποκρυσταλλωθεῖσα εἰς τὸ γνωστὸν Πρωτόκολλον τῆς Γενεύης εἶναι συμφωνία πολιτικὴ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βουλγαρίας, ἀδιάφορον ἂν ἐγένετο αὕτη ἐνώπιον τῆς Γενικῆς Γραμματείας τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν κλπ.». Ἠναγκάσθην τότε νὰ γράψω ἐπ’ αὐτοῦ καί, παρὰ τὴν πρόκλησιν, διάψευσις δὲν ἐπηκολούθησεν. Ἔχομεν συνεπῶς ἑρμηνείαν διδομένην καὶ ἐκ μέρους μέλους τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Αὐτὴ εἶναι ἡ γενικὴ ἀνασκόπησις τῶν ἀφορώντων τὸ Πρωτόκολλον περὶ μειονοτήτων. Τὸ Πρωτόκολλον τοῦτο δὲν ὑποστηρίζεται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ συνεπῶς δὲν ἀποβαίνει ἀντικείμενον κομματικῆς διαπάλης ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως. Ἀλλὰ μανθάνομεν ἐκ τῶν ἐφημερίδων ὅτι ἡ Κυβέρνησις διετύπωσεν ἤδη πρὸς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους ἐγκαταλείπει τὸ Πρωτόκολλον καὶ δὲν θὰ κυρωθῇ. Δὲν γνωρίζω ἂν ἡ Συνέλευσις διὰ τοῦ Προεδρείου της θὰ διαβιβάσῃ τὰς ἀντιλήψεις τοῦ Σώματος, ἀνεξαρτήτως τῶν ἀντιλήψεων τὰς ὁποίας ἔχει ὑποβάλει ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν.
§9Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιτρέπετε; Εἶπον καὶ χθὲς ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἠδύνατο νὰ εἰσαγάγῃ τὸ Πρωτόκολλον καὶ νὰ μὴ ἐκφέρῃ γνώμην ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐθεώρησεν ὅτι τοῦτο δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτὴν ὡς Κυβέρνησιν οὔτε ἀπέναντι τῆς Συνελεύσεως οὔτε ἀπέναντι τῆς Κοινῆς Γνώμης, ἀλλ’ οὐδὲ καὶ ἀπέναντι ἀκόμη τῶν διεθνῶν κύκλων, νὰ κρύπτεται δηλαδὴ ὄπισθεν τῆς Συνελεύσεως. Λοιπὸν ἐθεώρησα καθῆκόν μου τὴν ἀντίληψιν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία θὰ ἐξετίθετο ὡς ἀτομικὴ γνώμη της, μὴ συνδεομένη μετὰ κομματικῆς τινος χροιᾶς, νὰ τὴν καταστήσω ἐκ τῶν προτέρων γνωστήν. Ἐνόμισα ὅτι τοῦτο ἦτο εὐθύτερον καὶ ἀξιοπρεπέστερον διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἀπέναντι τῶν διεθνῶν κύκλων. Μετὰ τοῦτο οἱανδήποτε ἀπόφασιν ἂς λάβῃ ἡ Συνέλευσις, ἀλλὰ δυνατὸν καὶ αὐτὰ ταῦτα τὰ πρακτικὰ τῆς Συνελεύσεως νὰ διαβιβασθοῦν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἀπόφασις τοῦ κυριάρχου Σώματος εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν.
§10Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Θὰ ἀναλάβωμεν ἡμεῖς νὰ φέρωμεν τὴν εὐθύνην τῆς ἀκυρώσεως.
§11Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐζήτησα νὰ ἀναλάβητε σεῖς τὴν εὐθύνην. Τοὐναντίον ἐκ τῶν προτέρων ἐδήλωσα τὴν γνώμην μου εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν διὰ νὰ ἀναλάβω καὶ ἐγὼ τὴν εὐθύνην.
§12Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Ἡ γνώμη τὴν ὁποίαν ἐγνωστοποιήσατε πρὸς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν εἶναι ἄκρως ἀντίθετος πρὸς τὸ δημόσιον αἴσθημα τῆς Ἑλλάδος.
§13Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν ἐγνωστοποίησα ὡς γνώμην ἰδικήν μου· δὲν τὴν ἐγνωστοποίησα ὡς γνώμην τοῦ κυριάρχου Σώματος, ὅπερ ἀντιπροσωπεύει τὸν λαὸν καὶ τὴν δημοσίαν γνώμην. Ὤφειλα νὰ εἴπω μόνον τὴν ἰδικήν μου γνώμην. Ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὴν Συνέλευσιν ὤφειλα νὰ μὴ προεξοφλήσω τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως.
§14Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ διαφορὰ μας ἡ μεγάλη μὲ τὴν Κυβέρνησιν εἶναι ὅτι ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ ἰσχυρὰν τὴν συμφωνίαν τοῦ Πρωτοκόλλου, ἐνῷ ἡμεῖς δὲν τὴν θεωροῦμεν ἰσχυράν.
§15Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ποῖος σᾶς τὰ εἶπεν αὐτά;
§16Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σεῖς χθὲς ἀγορεύων.
§17Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Λέγω ἐγὼ ὅτι εἶναι ἰσχυρὰ ἐν Ἑλλάδι; Καταπλήσσομαι.
§18Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νὰ πάρετε τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ τῆς ἀγορεύσεώς σας νὰ τὰ ἀναγνώσετε καὶ θὰ τὸ ἴδετε.
§19Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ πρέπῃ νὰ ἐπαναλάβω τὰ περὶ ἰσχύος.
§20Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐτονίσατε τοῦτο, ὅτι κάμνετε διάκρισιν μεταξὺ ἐφαρμογῆς μιᾶς Συνθήκης ἡ ὁποία εἶναι ἐν ἰσχύϊ καὶ ἐζητήσατε τὴν ἐφαρμογήν.
§21Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν ἰσχύϊ εἶπον, κύριοι, ἀπὸ διεθνοῦς ἀπόψεως, διότι ἀπὸ διεθνοῦς ἀπόψεως ἔχει τὸ δικαίωμα, ὅταν ἔχῃ ὑπογραφῇ μία Σύμβασις, ὁ ἕτερος τῶν συμβαλλομένων νὰ ἀξιώσῃ τὴν ἐφαρμογὴν μέχρις ὅτου τὸ κυρίαρχον πολιτικὸν Σῶμα ἔλθῃ καὶ εἴπῃ ὅτι δὲν τὴν ἐφαρμόζει.
§22Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν τὸ εἴπετε αὐτό, κ. Πρόεδρε.
§23Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε συνάδελφε, πρέπει ἴσως νὰ φέρω καὶ ἄλλο παράδειγμα διὰ νὰ γίνω ἀντιληπτός. Θὰ ἐνθυμῆσθε πρὸ δύο ἴσως ἐτῶν ὅτι ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις εἶχε συνάψει Σύμβασιν μετὰ τῆς Ἑλβετικῆς Κυβερνήσεως διακανονίζουσαν τὰ τῶν ζωνῶν τῆς Γενεύης. Λοιπὸν ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ἠξίωσε τὴν ἐπικύρωσιν τῆς Συμβάσεως ταύτης, ἂν δὲν ἀπατῶμαι μάλιστα καὶ τὸ Κοινοβούλιον τὴν ἐψήφισεν. Ἀλλ’ ἐζητήθη κατόπιν δημοψήφισμα καὶ ἠκύρωσε τὴν Σύμβασιν, τὴν κατεψήφισεν. Αὐτὸ δεικνύει τὴν διαφορὰν διεθνοῦς ἰσχύος, διεθνοῦς ἀξιώσεως πρὸς ἐφαρμογὴν καὶ μὴ ἐφαρμογὴν ἐσωτερικῶς.
§24Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Δὲν ὑπάρχει κοινοβολευτικὸν πολίτευμα ἐκεῖ.
§25Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἤξευρα ὅτι δὲν ὑπάρχει κοινοβολευτικὸν πολίτευμα.
§26Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Τίς θὰ εἰσηγηθῇ εἰς τὴν Συνέλευσιν τὰς ἀποφάσεις τὰς ὁποίας θὰ λάβῃ, ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις ἔχει διατυπώσει ὡρισμένας γνώμας πρὸς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν; Ἐπὶ τίνος θὰ στηριχθῇ ἡ Συνέλευσις; Ἐπὶ τῶν γνωμῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία λέγει ὅτι εἶναι προσωπική της ἀντίληψις, ἢ θὰ στηριχθῇ εἰς τὰς εἰσηγήσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ αὐτὰς θὰ φέρῃ εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, ἀντικρουομένας ἀπολύτως εἰς τὰς προσωπικὰς ἀντιλήψεις τῆς Κυβερνήσεως; Τί θὰ εἴπῃ ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν ὅταν ἡμεῖς ἀπορρίψωμεν τὴν Σύμβασιν δι’ ἄλλους λόγους παρὰ δι’ ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἐπεκαλέσθη αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις καὶ ποῖος θὰ δώσῃ τὸν τόνον εἰς τὴν Συνέλευσιν; Τίς θὰ διατυπώσῃ τὴν πρότασιν; Θὰ περάσῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀπὸ τῆς Δεξιᾶς εἰς τὴν Ἀριστεράν;
§27Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μὴ φοβεῖσθε, κ. συνάδελφε....
§28ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἡ δημοσία γνώμη, κ. συνάδελφε....
§29Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Ἂν ἡ Κυβέρνησις εἰσηγηθῇ ὅ,τι ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν, τότε θὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν μὲ δύο γνώμας. Μὲ τὴν γνώμην τῆς διακοινώσεως— τῆς ὁποίας δὲν ἐλάβομεν γνῶσιν—καὶ μὲ ἐκείνην τὴν ὁποίαν εἰσηγήθη εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ ἡ ὁποία ἀπεκρυσταλλώθη εἰς ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως. Ἂν δὲν εἰσηγηθῇ ἡ Κυβέρνησις καὶ δὲν εἰσηγηθῇ ἡ Ἀντιπολίτευσις, θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἀμφισβήτησις μεταξὺ τῶν δύο γνωμῶν νὰ μετατεθῇ εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν καὶ θὰ πρέπῃ νὰ ἀποστείλωσιν οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τὰς δύο γνώμας εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν μέλη ἵνα ἕκαστον ὑποστηρίξῃ τὴν ἰδίαν αὑτοῦ ἄποψιν. Ἀλλὰ φρονῶ ὅτι ἡ συζήτησις περιπλέκεται εἰς τὴν ἑρμηνείαν ἡ ὁποία κατεβλήθη προσπάθεια νὰ δοθῇ καὶ καθ’ ἣν νομικῶς ὑπάρχει διαχωρισμὸς μεταξὺ ἐνάρξεως ἰσχύος καὶ ἐνάρξεως ἐφαρμογῆς τῆς Συνθήκης. Ἂν ὑπάρχῃ διαφορά, αὕτη συνίσταται εἰς τοῦτο· ὅτι τὸ πρῶτον εἶναι νομικὸν γεγονός, τὸ ἄλλο εἶναι πραγματικόν. Τὸ νομικὸν γεγονὸς τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος μιᾶς Συνθήκης γεννᾷ ὑποχρεώσεις πρὸς ὡρισμένας ἐνεργείας ἢ παραλείψεις. Ἡ μὴ συμμόρφωσις πρὸς τὰ διατυπούμενα ὑπὸ τῆς Συνθήκης δὲν ἀποτελεῖ κεχωρισμένον στάδιον νομικόν, ἀποτελεῖ παράλειψιν ἀνειλημμένων ὑποχρεώσεων. Ἢ τὸ Πρωτόκολλον ἐτέθη ἐν ἰσχύϊ, ὡς διατυποῦται ἐν αὐτῷ, καὶ τότε ἡ διακοπὴ τῆς ἐφαρμογῆς ἡ γενομένη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἀποτελεῖ παράλειψιν ὑποχρεώσεων ἀνειλημμένων ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος, ἢ δὲν ἐτέθη ἐν ἰσχύϊ καὶ ἀναμένει νὰ τεθῇ ἐν ἰσχύϊ δι’ ἄλλης τινὸς πράξεως. Ἡμεῖς εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ἐπεμείναμεν ἐξ ἀρχῆς, ὅτι εἶναι ἄκρως ἐπικίνδυνον νὰ περιπλακῇ ἡ Χώρα εἰς διαπραγματεύσεις πρὸς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν ἢ πρὸς ἄλλο Κράτος παρὰ ἂν ἐπικυρωθῇ ἢ ἀκυρωθῇ δι’ ἄλλους λόγους παρὰ δι’ ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἐνέχει τὸ Πρωτόκολλον. Καὶ ἐπιμένομεν ἐπὶ τῆς ἐσωτερικῆς αὐτοῦ ἀπόψεως, ὅτι μία πρᾶξις, ὡς αὕτη, δὲν πρέπει νὰ περιέχῃ διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἰσχὺς ἄρχεται ἀμέσως. Ὅτι ἀπὸ ἐσωτερικῆς ἀπόψεως ἐπῆλθε μία ἰδιοποίησις ξένου δικαιώματος, τοῦ κυριάρχου Σώματος, ἐκ μέρους ὀργάνων τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας καὶ ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη, ὑπογραφεῖσα, ἔχει τοῦτο τὸ ἐλάττωμα: Εἶναι ἄκυρος μέχρι σήμερον, ἐφόσον δὲν ἐπῆλθεν ἄλλο τι γεγονὸς νὰ τῆς δώσῃ τὴν δύναμιν τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι ἱκανὴ μόνον ἡ ὑπογραφή της νὰ τῆς προσδώσῃ. Ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησε προθεσμίαν καὶ ἔλαβε τὴν ἄδειαν παρὰ τῆς Συνελεύσεως νὰ χειρισθῇ διπλωματικῶς τὸ ζήτημα, νὰ προπαρασκευάσῃ τὸ ἔδαφος διὰ τὴν περαιτέρω ἐνέργειαν. Καὶ ἔκτοτε περιεπλάκη εἰς διπλωματικὰς διαπραγματεύσεις—δὲν κατέθεσε τὰ ἔγγραφα διὰ νὰ τὰ ἔχῃ τις ὑπ’ ὄψιν, ἀλλ’ ὡς ἔμαθον ἀπὸ ἄλλα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἦλθον ἐνταῦθα τελευταίως—ζητήσασα διαφόρους τροποποιήσεις παρὰ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν.
§30Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι ἀκριβές.
§31Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἔπρεπε νὰ καταθέσετε τὰ ἔγγραφα, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως.
§32Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μόνον σεῖς δύνασθε νὰ λέγετε ὅτι πρέπει νὰ κατατεθοῦν διπλωματικὰ ἔγγραφα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως.
§33Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὄχι ἐγώ, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως. (Θόρυβος).
§34Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγνώριζον, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι εἰς τὴν Σοβιετικὴν Ρωσίαν ἐπηγγέλθησαν μεταξὺ τῶν ἄλλων ἀγαθῶν, τὰ ὁποῖα θὰ ἔδιδον εἰς τοὺς πληθυσμοὺς καὶ εἰς τοὺς λαούς, καὶ τὴν φανεράν, τὴν ἀνοικτὴν διπλωματίαν, ἀλλ’ οὐδὲ ἐκεῖ κατώρθωσαν νὰ τὴν ἐφαρμόσουν. Διαφωνῶ τελείως μὲ τὴν ἀντίληψιν—δὲν γνωρίζω ἂν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ὁ ἐπὶ μακρὰ ἔτη διπλωματήσας δύναται νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ—διαφωνῶ τελείως μὲ τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἐνέργειαι διπλωματικαί, αἱ ὁποῖαι δεικνύονται ἐξ ἐγγράφων ἀποτελούντων ἕνα σχετικὸν φάκελον, εἶναι δυνατὸν νὰ καθίστανται φανεραί, πρὸ τῆς παρόδου τοὐλάχιστον χρόνου ἐπαρκοῦς· διότι τί θὰ δεικνύουν αἱ τοιαῦται ἐνέργειαι;
§35Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Θὰ ἀνακοινωθοῦν ὅταν ἐπέλθῃ ἡ καταστροφή.
§36Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν φοβῆταί τις καταστροφήν, ἁπλούστατα ἀνατρέπει τὴν Κυβέρνησιν καὶ φέρει ἄλλην σώζουσαν ἀπὸ τῆς καταστροφῆς. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἐγὼ νὰ παραβῶ ἔθιμα παλαιὰ καὶ νὰ παρουσιάσω φακέλους διπλωματικούς, οἱ ὁποῖοι θὰ δεικνύουν ἂν ἡ δεῖνα Χώρα εἶναι εὐμενῶς διατεθειμένη πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ἂν ἡ ἄλλη εἶναι δυσμενῶς διατεθειμένη καὶ ποῖαι ἐνέργειαι γίνονται ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν εἶναι δυνατόν, διότι, ἁπλούστατα, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θὰ μᾶς ἐνεπιστεύετο πλέον κανεὶς διεθνῶς, ἂν ἔβλεπεν ἀποκαλυπτομένας τὰς σκέψεις του δημοσίᾳ.
§37Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι μὲ ἀστειότητας δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἡ διαχείρισις ἑνὸς μεγάλου ζητήματος. Δὲν γίνονται γνωστὰ ὅλα τὰ ἔγγραφα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ἀπολύτως κανὲν ἔγγραφον καὶ καμμία ἐνέργεια προκειμένου περὶ τοιαύτης ὑποθέσεως τόσον μεγάλης δὲν ἀνακοινοῦται τοὐλάχιστον εἰς μίαν Ἐπιτροπήν.
§38Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχω νὰ εἴπω, κύριοι, καὶ τὰ ἑξῆς: Συνεζητήθη πολλάκις εἰς ξένα Κοινοβούλια καὶ εἰς τὸ ἰδικόν μας τὸ ζήτημα ἂν μέρος τι τῶν διπλωματικῶν ἐγγράφων δύναται νὰ κατατεθῇ, καὶ ἐλύθη ἀρνητικῶς.
§39Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πῶς ἐλύθη ἀρνητικῶς, ἀφοῦ διαρκῶς ἀνακοινοῦνται ἔγγραφα ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν;
§40Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὰ Κοινοβούλια δὲν ὑπάρχει περίπτωσις νὰ ἀνακοινωθῇ μέρος μόνον τῶν ἐγγράφων. Ὁ λόγος εἶναι ἁπλούστατος. Θὰ εἶναι φυσικὸν τότε ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκλέγῃ μόνον τὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα τὴν συμφέρουν καὶ νὰ παρουσιάζῃ μόνον αὐτά, χωρὶς νὰ δίδῃ μίαν εἰκόνα σαφῆ τῆς καταστάσεως. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐγένετο δεκτὸν ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ κατατίθεται μέρος τῶν ἐγγράφων. Ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Μαντινείας ὡμίλησε περὶ Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων. Μάλιστα, κύριοι. Εἰς τὴν Γαλλίαν λειτουργεῖ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων, ἀλλὰ μόνον εἰς τὴν Γαλλίαν. Διατί λειτουργεῖ ἐκεῖ; Διότι, ὡς ἠξεύρετε, ἐκεῖ συνήθως γίνονται Κυβερνήσεις Συνασπισμοῦ, ἀπὸ ὅλα δὲ σχεδὸν τὰ κόμματα ὑπάρχουν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ πρώην Πρωθυπουργοὶ καὶ Ὑπουργοὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Καὶ ἐκεῖ ὅμως, ἂν παρατηρήσητε λεπτομερῶς τὰ πρακτικὰ τῶν τοιούτων Ἐπιτροπῶν, θὰ ἴδητε ὅτι δὲν ἀνακοινοῦνται ὅλα τὰ ἔγγραφα. Εἰς μὲν τὸ Κοινοβούλιον δὲν ἀνακοινοῦνται ποτὲ τὰ ἔγγραφα, εἰς δὲ τὰς Ἐπιτροπὰς ἐκεῖνα μόνον τὰ ὁποῖα ὁ ὑπεύθυνος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἢ ὁ Πρωθυπουργὸς νομίζει ὅτι δύνανται νὰ ἀνακοινωθῶσι. Πολλάκις δὲ ἠρνήθησαν καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων τὴν κατάθεσιν ἐγγράφων. Ἀπεπειράθην, κύριοι, καὶ ἐγὼ νὰ κάμω καὶ ἐδῶ δοκιμὴν μιᾶς μικρᾶς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων ἀπὸ τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων, ὅταν συνέβη κάποιο γεγονὸς σπουδαῖον ἐξωτερικὸν καὶ ἀνεκοίνωσα εἰς αὐτοὺς γεγονότα καὶ σκέψεις μου. Δυστυχῶς παρετήρησα τὴν ἑπομένην ἡμέραν δημοσιευμένα τὰ σπουδαῖα γεγονότα εἰς τὰς ἐφημερίδας, ἐξ ἀνακοινώσεως ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου πληρεξουσίου ἐκ Μαντινείας εἰς ἄλλα πρόσωπα.
§41Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτό.
§42Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἀκριβέστατον, καὶ σεῖς ὁ ἴδιος μοῦ εἴπετε ὅτι τὸ ἀνεκοινώσατε εἰς τὸν κ. Ρέντην.
§43Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σᾶς εἶπον ὅτι τὸ ἀνεκοίνωσα εἰς τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἐνεδεικνύετο νὰ μετάσχῃ εἰς μίαν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων.
§44Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ εἴπω δὲ μίαν ἡμέραν ἂν ἡ ἄκαιρος ἐκείνη ἀνακοίνωσις εἰς τὸν Τύπον ἐπέφερε καιρίαν ζημίαν εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. (Φωναὶ ἐκ τῆς Ἀριστερᾶς· ἆ! ἆ!).
§45Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Ἡ διαφωνία ἡμῶν ἀναμφισβητήτως ἔγκειται εἰς τοῦτο· ἡ μὲν Κυβέρνησις θεωρεῖ ἰσχυρὸν τὸ Πρωτόκολλον καὶ ζητεῖ μίαν ἀκύρωσιν ἐκ μέρους τῆς Συνελεύσεως διὰ λόγους τοὺς ὁποίους ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν καὶ τοὺς ὁποίους ἡμεῖς ἀγνοοῦμεν, ἡμεῖς δὲ θεωροῦμεν ἀνίσχυρον τὸ Πρωτόκολλον καὶ ζητοῦμεν ἐκ μέρους τῆς Συνελεύσεως ταύτην καὶ μόνον τὴν πιστοποίησιν, ὅτι τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο οὐδέποτε ὑπῆρξεν ἰσχυρόν, οὐδ’ ἱκανὸν νὰ παραγάγῃ ὑποχρεώσεις ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος.
§46Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς παρατηρήσω μόνον μίαν ἀντίφασιν ὑμῶν. Τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγένετο ἡ συζήτησις, πρὸ μηνὸς καὶ πλέον, μοῦ εἴπετε: «Πῶς ὁμιλεῖτε περὶ τοῦ Πρωτοκόλλου τούτου ὅτι δὲν θὰ τὸ θέσητε εἰς ἐφαρμογήν, ἀφοῦ ἐν αὐτῷ γράφεται ὅτι «τίθεται ἐν ἰσχύϊ»; Καὶ σᾶς ἀπήντησα ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἰσχὺς τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου, ἐφ’ ἧς, ὡς εἴπετε καὶ σεῖς προηγουμένως, ἐρείδεται ἡ ἀξίωσις ἑνὸς Κράτους ἀπέναντι τοῦ ἑτέρου ἵνα συμμορφωθῇ τὸ ἐσωτερικὸν αὐτοῦ Δίκαιον πρὸς τὸ Διεθνές, ἵνα τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ τῆς Χώρας τὸ διεθνῶς συμφωνηθέν. Ἂν δὲ ἀρνηθῇ νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ὑποχρέωσιν αὐτοῦ, ἠξεύρετε τί γίνεται. Ἢ θὰ εἶναι ἰσχυρὸν τὸ ἕτερον Κράτος καὶ τότε θὰ μεταχειρισθῇ τὰ συνήθη διπλωματικὰ μέσα ἐξαναγκασμοῦ, δηλαδὴ ῥῆξιν σχέσεων μέχρι τῆς κηρύξεως πολέμου, ἢ τὸ ἄλλο Κράτος θὰ ἀντιτάξῃ ἄρνησιν, ὁπότε μὴ ἐφαρμοζομένη ἡ διεθνὴς πρᾶξις ἐσωτερικῶς, ἀτονεῖ. Συνέβη παρόμοιόν τι μὲ τὴν Ἀμερικήν, ἀρκεσθεῖσαν νὰ προκαλέσῃ ἐσωτερικὴν πρᾶξιν, συμμορφοῦσαν τὸ δίκαιον αὐτῆς πρὸς σύμβασιν διεθνῆ, ἣν εἶχεν ἡ Κυβέρνησίς της ὑπογράψει, διὰ τὸ Δικαστήριον τῶν Λειῶν. Σεῖς ἔπρεπε νὰ τὰ γνωρίζητε καλύτερον ἀπὸ ἐμέ.
§47Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Δὲν διαφωνοῦμεν, κύριε Πρόεδρε, ἐπ’ αὐτοῦ· διαφωνοῦμεν ἐπὶ ἄλλου, ὅτι ἡ διάταξις καθ’ ἣν τὸ Πρωτόκολλον ἰσχύει ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ὑπογραφῆς εἶναι ἄκυρος καὶ ἐπιφέρει τὴν ἀκύρωσιν τοῦ Πρωτοκόλλου.
§48Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Γνωρίζετε ὅτι ἡ ἐπικρατοῦσα γνώμη εἶναι ὅτι δὲν δικαιοῦται Κράτος τι, ὅταν συμβάλληται μὲ ἀντιπρόσωπον ἑτέρου Κράτους, νὰ ἐρωτᾷ ποῖον εἶναι τὸ ἐσωτερικὸν Δίκαιον τοῦ ἄλλου Κράτους. Ὑποτίθεται ὅτι ἔδωσεν ἐντολὴν εἰς τὸν πληρεξούσιόν του σύμφωνον μὲ τοὺς ὅρους οὓς ἀπαιτεῖ τὸ ἐσωτερικόν του Δίκαιον.
§49ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τότε ἰσχύει τὸ Πρωτόκολλον.
§50Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ δὲν ἠμφισβητήθη ποτὲ ἡ ἐξουσία τοῦ κυριάρχου Σώματος ἑκάστου Κράτους ὅπως, ἀρνούμενον τὴν ἐσωτερικὴν ἐφαρμογήν, ἄνευ τῆς ὁποίας πᾶν ἔγγραφον μένει ἓν ἁπλοῦν χαρτί, ἀρνούμενον, λέγω, τὴν ἐσωτερικὴν ἐφαρμογὴν μιᾶς διεθνοῦς Συμβάσεως καταστήσῃ αὐτὴν ἄτονον. Τί χρησιμεύει πλέον ἡ ἰσχὺς ἀπὸ ἀπόψεως διεθνῶν σχέσεων, ὅταν γίνηται πρᾶξίς τις ἄτονος; Ἐπειδὴ δὲν τυγχάνει ἐφαρμογῆς, μένει τότε ἄνευ πραγματικῆς ἰσχύος. Διότι, βλέπετε, εἰς τὰς διεθνεῖς σχέσεις δὲν ὑπάρχει Δικαστήριον, ὥστε τὸ ἓν Κράτος νὰ ἐναγάγῃ τὸ ἄλλο ἐνώπιον αὐτοῦ, καὶ πρὸ παντὸς δὲν ὑπάρχει Δικαστήριον τὸ ὁποῖον νὰ ἀπαγγέλλῃ τελεσιδίκους ἀποφάσεις, οὐδὲ μέσα νόμιμα ἐκτελέσεως ὑπὸ διεθνοῦς Ὀργανισμοῦ ὑπάρχουν. Ἡ ἰσχὺς λοιπὸν ἐκείνη, ἰσχὺς θεωρητικὴ ἀπὸ ἀπόψεως Διεθνοῦς Δικαίου, ἀτονεῖ μετὰ τὴν ἀπόρριψιν ὑπὸ τοῦ κυριάρχου Σώματος.
§51Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Δὲν ὑπάρχει εἰδικὴ νομοθεσία ἐν Ἑλλάδι προβλέπουσα τοῦτο. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζομεν ἰσχύει εἰς ὅλα τὰ Κράτη. Οὐδείς ποτε διπλωματικὸς ἀντιπρόσωπος Κράτους ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην νὰ ὑπογράψῃ Συνθήκην ἄνευ τῆς ἐπιφυλάξεως τῆς μεταγενεστέρας κυρώσεως αὐτῆς. Ἀνέφερα καὶ χθὲς ὅτι αὐτὸς ὁ κ. Βενιζέλος, ὅταν ὑπέγραψε τὰς Συνθήκας διὰ τῶν ὁποίων παρεχωροῦντο ἡ Σμύρνη καὶ ἡ Θράκη εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ἐδέχθη νὰ ἰσχύσωσιν ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς των, ἀλλ’ ἐπεφυλάχθη τοῦ δικαιώματος τῆς ἐγκρίσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§52Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἂν ἐρωτᾶτε ἐμέ, αὐτὸ ἔπρεπε νὰ ἀναγραφῇ καὶ εἰς τὸ Πρωτόκολλον τοῦτο. Ἀλλ’ ἐγὼ οὐδ’ εὑρῆκα τὸ Πρωτόκολλον.
§53Θ. ΠΑΓΚΑΛΟΣ. Θέλομεν νὰ ἐννοήσωμεν, κύριε Πρόεδρε, θέλομεν νὰ μάθωμεν ἂν ἐγένοντο ὑφ’ ὑμῶν διαπραγματεύσεις ἐπὶ τοῦ Πρωτοκόλλου τούτου μετὰ τὴν ὑπογραφήν του, ὅπως μᾶς εἴχετε εἴπει, ὅταν τὸ πρῶτον ὡμιλήσατε ἐπ’ αὐτοῦ.
§54Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν ὡμίλησα ἐπὶ τοῦ Πρωτοκόλλου τούτου, εἶπον, κύριοι, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ, διότι εὑρίσκω ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ἴσως κίνδυνος διὰ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Σᾶς ὑπεσχέθην μόνον ὅτι δὲν θὰ γίνῃ ἐφαρμογὴ τοῦ Πρωτοκόλλου πρὶν γίνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ ἐν τῇ Συνελεύσει.
§55Θ. ΠΑΓΚΑΛΟΣ. Ἔγιναν διαπραγματεύσεις πρὸς τροποποίησιν τοῦ Πρωτοκόλλου;
§56Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι πρὸς τροποποίησιν τοῦ Πρωτοκόλλου.
§57Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι προσωπικῶς ὑπεύθυνος διὰ τὴν διάταξιν ἡ ὁποία ἐτέθη εἰς τὸ Πρωτόκολλον. Δὲν ὑποστηρίζαμεν ἡμεῖς τοῦτο. Ἡμεῖς πιστοποιοῦμεν ἓν γεγονός· λέγομεν ὅτι ἡ διάταξις ἐκείνη καθιστᾷ τὸ Πρωτόκολλον ἄκυρον καὶ ἡ βεβαίωσις τῆς ἀκυρότητος θὰ γίνῃ ἐκ μέρους τῆς Συνελεύσεως. Ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ στηριχθῶμεν εἰς τὸ ἐπιχείρημα ὅτι, ἐπειδὴ οἱ Βούλγαροι πολιτικοὶ εἶπον ὅτι ἡ ὑπόθεσις εἶναι πολιτική, διὰ τοῦτο θὰ ἀκυρώσωμεν τὸ Πρωτόκολλον. Εἶναι ἐνδεχόμενον οἱ ἐμφανιζόμενοι ἐνώπιον τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν νὰ εἴπωσιν· ἡμεῖς δὲν εἴμεθα, ὡς ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, τῆς γνώμης νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν ἑρμηνείαν τῆς πολιτικότητος τοῦ Πρωτοκόλλου· τὴν γνώμην αὐτὴν ἐξέφερε παρ’ ἡμῖν ἓν πρόσωπον, ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἐζητήσαμεν τὴν ἀκύρωσιν τοῦ Πρωτοκόλλου. Εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μᾶς εἴπωσιν ὅτι, ναὶ μὲν συνέβησαν ἔκτροπά τινα ἐν Βουλγαρίᾳ, ἀλλ’ ὅτι ἡμεῖς ἐσπεύσαμεν νὰ λάβωμεν μέτρα καὶ ἐτιμωρήσαμεν τοὺς ὑπαιτίους, καὶ νὰ ἀνακοινώσωσι ταῦτα καὶ εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν καὶ ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν νὰ μᾶς εἴπῃ ὅτι: «δύνασθε νὰ κυρώσητε τὸ Πρωτόκολλον, ἀφοῦ ἡ Βουλγαρία ὑπόσχεται ὅτι θὰ λάβῃ μέτρα, ὅπως μὴ ἐπαναληφθῶσι τὰ ἔκτροπα». Φοβοῦμαι ὅμως ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀδυνατεῖ νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν γνώμην τῆς ἀκυρώσεως· δὲν ὀφείλεται τοῦτο εἰς τὸ ὅτι ὑπάρχει αὐτὴ ἡ διάστασις γνωμῶν, ἀλλ’ εἰς τὸ ὅτι ἡ Κυβέρνησις, μὴ ἐνεχομένη διὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην ἀρχικῶς, προέβη εἰς διαπραγματεύσεις αἱ ὁποῖαι ἀπέβησαν μάταιαι, καὶ ἤδη εὑρίσκεται εἰς ἀδυναμίαν νὰ εἴπῃ ὅτι πρέπει νὰ ἀκυρώσωμεν τὸ Πρωτόκολλον. Διότι ἐκ τοῦ φακέλου τὸν ὁποῖον εὐηρεστήθη ἡ Κυβέρνησις τὴν προγενεστέραν φορὰν νὰ θέσῃ ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν φαίνεται ἔγγραφόν τι γενόμενον ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Μιχαλακοπούλου, διὰ τοῦ ὁποίου ὑποστηρίζεται ἡ εὐεργετικὴ ἐμφάνισις τοῦ Πρωτοκόλλου τούτου. Ἀπευθύνεται δὲ τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο πρὸς ξένην Κυβέρνησιν καὶ ὑποδεικνύεται ὅτι, ἂν θέλῃ καὶ αὐτή, τὴν ὁδὸν αὐτὴν πρέπει νὰ ἀκολουθήσῃ, νὰ ἀποταθῇ δηλαδὴ εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, νὰ συνάψῃ Πρωτόκολλον μετὰ τῆς Ἑλλάδος καὶ νὰ ἀποκτήσῃ τὰ αὐτὰ δικαιώματα.
§58ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Νὰ μᾶς ἀναγνωσθῇ τὸ ἔγγραφον.
§59Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀναγνώσω τὸ ἔγγραφον αὐτό, διότι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ δημοσίᾳ γνωστόν. Δύνανται οἱ κ.κ. ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων νὰ λάβωσι γνῶσιν αὐτοῦ. Ἔλαβον γνῶσιν καὶ ἄλλων ἐγγράφων, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ τὰ ἀνακοινώσω, ἀφοῦ μάλιστα μᾶς κατηγόρησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἡμεῖς φέρομεν καταστροφὴν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων.
§60Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον καταστροφήν.
§61ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἡμεῖς οἱ Μακεδόνες ἔχομεν ἀνάγκην νὰ λάβωμεν γνῶσιν αὐτοῦ τοῦ ἐγγράφου, διότι ἀκριβῶς πωλούμεθα ὡς ἀνδράποδα εἰς τὰ ξένα Κράτη.
§62Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, χωρὶς ἴσως νὰ τὸ θέλῃ, ἦλθε νὰ περιπλακῇ εἰς τόσον ὀλισθηρὰν ὑποστήριξιν τοῦ Πρωτοκόλλου, ὡς ἐκ τοῦ σχετικοῦ φακέλου ἀποδεικνύεται, καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ ἀπόψεις αἱ ὁποῖαι δὲν ἀντιπροσωπεύουσι τὰς ἑλληνικὰς ἀντιλήψεις περὶ μειονοτήτων, καὶ ὑπῆρξε κυρίως ὑπαίτιος ὅτι διὰ τῆς ὑποστηρίξεως τοῦ Πρωτοκόλλου προεκάλεσε τὴν ῥῆξιν τῆς συμμαχίας μετὰ τῆς Σερβίας.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σεχιώτης ἔχει τὸν λόγον.
§64Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν χθεσινὴν ἀγόρευσίν του ἐξέφρασε τὴν κατάπληξίν του διὰ τὸν γεννηθέντα θόρυβον καὶ τὴν ἐντύπωσιν παρὰ τῇ δημοσίᾳ γνώμῃ καὶ παρὰ τῷ πολιτικῷ κόσμῳ διὰ μίαν Σύμβασιν ἢ Πρωτόκολλον μεταξὺ Ἑλλάδος, Βουλγαρίας καὶ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ἡ ὁποία δὲν ἐτέθη ἀκόμη εἰς ἐφαρμογήν, ἀλλ’ ἡ ὁποία ἐγέννησεν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τοῦ Κράτους μετὰ τοῦ ὁποίου συνεβλήθη καὶ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν.
§65Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ λεπτοῦ ζητήματος, πρέπει νὰ κάμνωμεν πάντοτε τὴν διόρθωσιν ὅσων τυχὸν λέγετε ὡς λεχθέντων ὑπ’ ἐμοῦ. Δὲν εἶπον ὅτι γεννᾷ ἠθικὴν ὑποχρέωσιν τῆς Ἑλλάδος· εἶπον ὅτι προκειμένου περὶ διεθνῶν πράξεων γεννῶνται ὑποχρεώσεις. Μὴ νομίζετε ὅτι ὅλαι αἱ ὑποχρεώσεις αἱ διεθνεῖς πάντοτε θεωροῦνται ὅτι φέρουν ἠθικὴν μείωσιν· ἂν τὰ γεγονότα πείθωσιν ὅτι τὸ ἐναντίον ἐγένετο, θὰ ἔφερε κατάπτωσιν τοῦ Κράτους. Πρέπει νὰ διαστέλλωμεν τὰ πράγματα.
§66Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἔχω τὴν ἐντύπωσιν ὅτι αἱ ὑποχρεώσεις διαιροῦνται εἰς ἐκείνας τῶν ὁποίων δύναται νὰ ἐπιβληθῇ ἡ ἐκτέλεσις καὶ εἰς τοιαύτας τῶν ὁποίων δὲν δύναται μὲν νὰ ἐπιβληθῇ ἡ ἐκτέλεσις, ἀλλὰ τίκτουσιν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν.
§67Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἴπετε τὴν ἰδικήν σας γνώμην, διότι οἱ ἰδικοί μου λόγοι εἶναι αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὑπεύθυνοι περισσότερον ἀπὸ τοὺς ἰδικούς σας.
§68Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Περιεστράφην ἀπασχοληθεὶς εἰς τὸ νὰ χαρακτηρίσω τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἢ Σύμβασιν ἢ Πρωτόκολλον ἢ δήλωσιν, ὅτι τοῦτο, ὅπως εἶπον, δὲν ἔχει οὐδεμίαν σημασίαν μέχρι σήμερον, διότι δὲν ἐτέθη εἰσέτι εἰς ἐφαρμογήν, διότι ἅπασαι αἱ Συμβάσεις ἔχουσι σημασίαν ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς των. Ἐγώ, κύριοι, θὰ ἀνέμενον ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐκφράσῃ τὴν κατάπληξίν του εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐγεννᾶτο ὁ γεννηθεὶς θόρυβος, ἡ γεννηθεῖσα ἐντύπωσις παρὰ τῷ λαῷ καὶ τῷ πολιτικῷ κόσμῳ. Θὰ ἀνέμενον ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ καταπλαγῇ πρὸ τῆς ἀναλγησίας τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, πρὸ τῆς ἀναλγησίας τοῦ Ἑλληνικοῦ πολιτικοῦ κόσμου μὴ θορυβήσαντος καὶ μὴ ἐξακολουθοῦντος νὰ θορυβῇ κατὰ τοῦ ἀποτροπαίου τούτου ἐγγράφου, διὰ τοῦ ὁποίου διακυβεύονται καὶ ἀπεμπολοῦνται ὕψιστα ἐθνικὰ συμφέροντα. Θὰ ἦτο ἔκφυλος ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἡ Ἑλληνικὴ Κοινωνία καὶ ὁ Ἑλληνικὸς πολιτικὸς κόσμος ἂν δὲν ἐξηγείρετο ἐντόνως κατὰ τοῦ ἠλιθίου τούτου ἐγγράφου ἀπὸ Ἑλληνικῆς ἀπόψεως. Τὸ ἔγγραφον τοῦτο, δύναμαι νὰ εἴπω χωρὶς νὰ χαρακτηρισθῶ ὡς ὑπερβολικός, δύναται νὰ ἀποδοθῇ εἰς ἔμπνευσιν ἢ ἀνθρώπου τινὸς ἐντελῶς ἀγνοοῦντος τὰ ζητήματα τῆς Μακεδονίας, οὐδέποτε παρακολουθήσαντος ταῦτα, ἢ ἀνθρώπου μηδεμίαν σημασίαν ἀποδίδοντος εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει. Εἶναι γνωστόν, κύριοι, ὅτι διεξήχθη μέγας, μέγιστος ἀγών, τὸν ὁποῖον πάντες οἱ ὁπωσδήποτε ἐνδιαφερόμενοι διὰ τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν πράγματα παρηκολουθήσαμεν πρὸ τῶν πολέμων 1912 καὶ 1913 ἐν Μακεδονίᾳ. Εἶναι γνωστὴ ἡ μεγίστη ὑπερέντασις τῆς φυλετικῆς δράσεως τῶν διαφόρων φυλῶν τῶν κατοικούντων ἐν Μακεδονίᾳ. Εἶναι γνωστὸν ὅτι οἱ Βούλγαροι, ἐπιδιώκοντες νὰ χαρακτηρίσωσιν ὡς Βουλγάρους τοὺς σλαυοφώνους πληθυσμοὺς τῆς Μακεδονίας καὶ νὰ τοῖς δώσωσι βουλγαρικὴν συνείδησιν, ἀποβλέποντες εἰς τὴν εἰρηνικὴν κατάκτησιν τῆς Μακεδονίας, προσεπάθησαν διὰ προπαγάνδας νὰ ἀποσπάσωσι τοὺς σλαυοφώνους ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖον, ἐδημιούργησαν τὴν Ἐξαρχίαν καὶ μὲ κέντρον τὴν Ἐξαρχίαν εἰργάζοντο, ἀποκλειστικῶς προπαγανδίζοντες διὰ παντὸς μέσου διὰ νὰ κατορθώσωσι μίαν ἡμέραν νὰ ἐκβουλγαρίσωσιν ἅπασαν τὴν Μακεδονίαν. Οἱ Τοῦρκοι δὲν ἀνεγνώρισαν οὐδέποτε ἐθνότητα Βουλγαρικὴν ἐν Μακεδονίᾳ, ἀνεγνώρισαν δικαιώματα θρησκευτικὰ εἰς τὴν Ἐξαρχίαν· οὐδέποτε ὑπὸ τῆς Τουρκίας ἀνεγνωρίσθη ξένη ἐθνικὴ μειονότης ἐν Μακεδονίᾳ.
§69ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἀνεγνωρίσθη...
§70Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Οὔτε Ἑλληνικὴ μειονότης ἐθνικὴ οὐδέποτε ἀνεγνωρίσθη. Εἶναι γνωστὸν ἐπίσης ὅτι παρὰ τὰ ἐξαιρετικῶς αὐστηρὰ μέτρα τὰ ὁποῖα μετεχειρίζοντο οἱ Τοῦρκοι κατὰ διαφόρων ἐθνοτήτων ἀποτελουσῶν, τὰς μειονότητας ἐντὸς τοῦ Κράτους των, παρὰ τὰς διώξεις καὶ τὰς σφαγὰς καὶ τοὺς ἐμπρησμοὺς καὶ παντὸς εἴδους ἀνοσιουργήματα, μόνον ὀλίγα ἔτη πρὸ τοῦ πολέμου ἔκαμον ἐπέμβασιν πολιτικὴν αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις καὶ διώρισαν διεθνῆ πολιτικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία νὰ ἐπιβλέπῃ εἰς τὰ τῶν μειονοτήτων, πρὸς προστασίαν τῆς ζωῆς, τῆς γλώσσης καὶ τῆς θρησκείας τῶν ταύτας συγκροτούντων προσώπων. Ἀτυχῶς ἡ βουλγαρικὴ προπαγάνδα εὑρῆκεν ἔδαφος κατ’ ἐξοχὴν καλλιεργήσιμον, διαθέτουσα ὑπέρογκον χρηματικὸν ποσὸν καὶ κατώρθωσε νὰ διαφθείρῃ τὰς συνειδήσεις μεγάλου ἀριθμοῦ σλαυοφώνων Μακεδόνων καὶ νὰ κάμῃ θόρυβον μέγαν εἰς ὅλα τὰ κέντρα τὰ Εὐρωπαϊκὰ περὶ ἐθνικῆς ἀποκαταστάσεων τῶν Μακεδόνων Βουλγάρων. Ἀτυχῶς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος δὲν ἔδωκε τὴν δέουσαν προσοχὴν ὅπως ἀντιδράσῃ ἀποτελεσματικῶς διὰ συστηματικῶν ἐνεργειῶν κατὰ τῶν ἐνεργειῶν τῆς Βουλγαρικῆς προπαγάνδας. Καὶ ἂν δὲν ἐγίνετο ἡ Ἐπανάστασις τοῦ 1909, λόγῳ τῶν συχνῶν καὶ πολλῶν κολάφων τοὺς ὁποίους ἐλάμβανεν ἡ Ἑλλάς, καὶ ἂν μετὰ ταύτην ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε τὴν μεγαλοφυᾶ ἔμπνευσιν νὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὸν Βαλκανικὸν πόλεμον, θὰ ἐθρηνοῦμεν ἐντὸς ὀλίγου τὴν ἀπώλειαν τῆς Μακεδονίας διὰ τῆς Βουλγαρικῆς προπαγάνδας. Αἱ Βουλγαρικαὶ προπαγανδιστικαὶ αὗται ἐνέργειαι ἀπησχόλουν τὴν Ἑλληνικὴν δημοσίαν γνώμην τότε. Τὰ λέγω ταῦτα διὰ τὴν ἔκπληξιν ὑπὸ τῆς ὁποίας κατέχομαι, ὅταν οἱ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ὑπέγραψαν ἢ ἔδωκαν παραγγελίαν πρὸς ὑπογραφὴν τοῦ Πρωτοκόλλου δὲν εἶχον τὴν στοιχειώδη γνῶσιν τῶν πραγμάτων τούτων. Ἐπηκολούθησαν οἱ πόλεμοι τοῦ 1912 καὶ 1913 καὶ χάρις εἰς τὴν ἀνδρείαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ καὶ τῆς εὐνοίας τῆς τύχης εἰς τὰ Ἑλληνικὰ ὅπλα κατωρθώσαμεν νὰ λάβωμεν ἓν μέγα μέρος τῆς Μακεδονίας. Μετὰ τὴν εἴσοδον τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ εἰς τὴν Μακεδονίαν ἔπαυσαν νὰ ὑπάρχουν ἐξαρχικοί. Πάντες οἱ ἐξαρχικοί σλαυόφωνοι, πλησίον τῶν ὁποίων ἐπροπαγάνδιζεν ἡ Βουλγαρικὴ προπαγάνδα διὰ νὰ τοὺς διαμορφώσῃ μὲ Βουλγαρικὴν ἐθνικὴν συνείδησιν, ἐγκατέλειψαν τὴν Ἐξαρχίαν καὶ ἐπανῆλθον εἰς τὸ Πατριαρχεῖον. Ἐπακολουθοῦν τὰ ἔτη τὰ μετὰ τοὺς πολέμους, κατὰ τὰ ὁποῖα ἡ Βουλγαρία δὲν ἠδύνατο νὰ κάμῃ οὐδεμίαν ἐνέργειαν προπαγανδιστικήν, διότι ἔχασε τὰ σχολεῖα ἀπὸ τὰς χεῖράς της, ἔχασε τὰς ἐκκλησίας ἀπὸ τὰς χεῖράς της, διότι πάντες οἱ σλαυόφωνοι τῆς Μακεδονίας προσεχώρησαν εἰς τὸ Πατριαρχεῖον καὶ ἐφοίτων εἰς τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα. Ἐστράφη λοιπὸν ἡ προσοχὴ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ ταύτην παρηκολούθησεν ἡ προσοχὴ τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας πρὸς τοὺς σλαυοφώνους αὐτούς, τοὺς ὁποίους διεξεδίκει ἡ Βουλγαρία καὶ διὰ τῶν ὁποίων ὀλίγου δεῖν νὰ ἀπειληθῇ ἡ Βουλγαροποίησις τῆς Μακεδονίας διὰ νὰ τοῖς διαμορφώσῃ Ἑλληνικὴν συνείδησιν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι κατεβλήθησαν ἐξαιρετικαὶ ἐνέργειαι εἰς τὸ νὰ δοθοῦν πρὸς αὐτοὺς διδάσκαλοι καὶ νὰ καταβληθῇ ἐπίσης ἐξαιρετικὴ παρὰ τῶν διδασκάλων καὶ ἱερέων προσπάθεια εἰς αὐτοὺς διὰ νὰ διαμορφώσουν Ἑλληνικὴν συνείδησιν, ὅπερ ὄχι καὶ τόσον δύσκολον, διότι οἱ σλαυόφωνοι ἦσαν ἄνθρωποι κατώτεροι, μὴ ἔχοντες διαμορφώσει καμμίαν ἐθνικὴν συνείδησιν. Τοῦτο ἡ Βουλγαρία βαρύτατα ἔφερε, διότι ἀπωλέσθη ἐργασία δεκαετηρίδων, διότι ἀπωλέσθησαν μάτην κόποι τοὺς ὁποίους ἔκαμεν ἡ Βουλγαρικὴ προπαγάνδα, διότι ἀπωλέσθησαν μεγάλαι ὑλικαὶ θυσίαι. Ἔρχεται, κύριοι, ὁ Εὐρωπαϊκὸς πόλεμος καὶ μετὰ τὸ πέρας τούτου συνήπτετο ἡ πρώτη Συνθήκη τοῦ Νεϊγῦ μεταξὺ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων καὶ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Βουλγαρίας. Ἐν τῇ Συνθήκῃ ταύτῃ ἐτέθη διάταξις προστασίας τῶν μειονοτήτων. Τὴν Συνθήκην τοῦ Νεϊγῦ ἐπηκολούθησεν ἡ Συνθήκη τῶν Σεβρῶν τῆς 20 Αὐγούστου 1920 μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν συμμάχων συνησπισμένων Κρατῶν. Ἡ Συνθήκη τῶν Σεβρῶν ἀνέγραφε διάταξιν προστασίας τῶν μειονοτήτων. Τὴν διάταξιν τῆς προστασίας τῶν μειονοτήτων μετέφεραν εἰς τὴν Συνθήκην τῆς Λωζάννης τῆς 24 Ἰουλίου 1923, λόγῳ τοῦ ἀτυχήματος τὸ ὁποῖον ὑπέστημεν διὰ τῆς ἀπωλείας τοῦ τμήματος ἐκείνου τῆς Θράκης. Συμφώνως πρὸς τὰς σχετικὰς διατάξεις τῶν Συνθηκῶν περὶ μειονοτήτων, τὰ Κράτη, ἐν οἷς ὑπῆρχον μειονότητες, ἀνελάμβανον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προστατεύσωσι ταύτας ὅσον ἀφορᾷ τὴν γλῶσσαν καὶ τὴν θρησκείαν. Ἐπὶ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεων τούτων τῶν Κρατῶν ἐκ μέρους τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ἐνασκεῖται ἐποπτεία. Ἡ ἐποπτεία δὲ αὕτη, ὅπως γνωρίζετε, ἦτο ἐποπτεία σύμφωνος πρὸς τὴν ἀποστολὴν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, σύμφωνος πρὸς τὸ περιεχόμενον τῆς συστάσεως τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ἐποπτεία ἠθικὴ φθάνουσα μέχρι συμβουλῶν πρὸς τὸ Κράτος ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν ἤθελε τηρήσει, δὲν ἤθελεν ἐκπληρώσει τὰς ἐκ τῆς Συμβάσεως ὑποχρεώσεις ἀπέναντι τῶν μειονοτήτων. Συγχρόνως μὲ τὴν Συνθήκην τοῦ Νεϊγῦ, κύριοι, ἐγένετο καὶ Σύμβασις μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βουλγαρίας περὶ ἀμέσου καὶ ἑκουσίας μεταναστεύσεως Ἑλλήνων ἐκ Βουλγαρίας καὶ Βουλγάρων ἐξ Ἑλλάδος. Τοῦτο τὸ ἐζήτησεν ἐξαιρετικῶς ἡ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις—προσέξατε, κύριοι, εἶναι καιριώτατον τὸ σημεῖον τοῦτο—, τὸ ἐζήτησε δέ, διότι ἔβλεπεν ὅτι οἱ νομιζόμενοι Βούλγαροι σλαυόφωνοι τῆς Μακεδονίας εἰς τμῆμα τῶν ὁποίων εἶχε δημιουργήσει Βουλγαρικὴν συνείδησιν ἐχάνετο καὶ αὐτὴ διὰ παντὸς διὰ τὴν Βουλγαρίαν: Ἀντελήφθη ὅτι ὑπῆρχεν ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ σπεύσῃ νὰ σώσῃ τοὺς ὀλίγους ἐκείνους σλαυοφώνους, εἰς τοὺς ὁποίους εἶχε δημιουργήσει συνείδησιν Βουλγαρικὴν καὶ τοὺς ὁποίους θὰ κατώρθωνε νὰ πείσῃ νὰ μεταναστεύσουν εἰς Βουλγαρίαν. Ἐθεώρησε τοῦτο ἐξαιρετικὴν ἐπιτυχίαν ἡ Βουλγαρία καὶ διὰ τοῦτο κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας, διότι ἐπέκειτο νὰ ἐκπνεύσῃ ἡ ἐν τῇ Συμφωνία τεθεῖσα προθεσμία, ἔσπευδεν ἡ Βουλγαρία νὰ ἐπιταχύνῃ τὴν μετανάστευσιν. Ἔσπευδεν νὰ ὑποβάλουν ἀθρόως δηλώσεις μεταναστεύσεως, διότι ἡ προθεσμία τῶν δηλώσεων τούτων ἔληγε κατὰ τὸ τέλος Δεκεμβρίου 1924, μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς ὁποίας, συμφώνως πρὸς τὰς Συμβάσεις, θὰ ἀπέμενον Ἕλληνες ὑπήκοοι.
§71ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἦσαν Ἕλληνες ὑπήκοοι, διότι αἱ δηλώσεις τί γράφουν; Ἂν ἴδητε τί γράφουν, θὰ ἐννοήσετε ὅτι ἦσαν Ἕλληνες ὑπήκοοι καὶ ὅτι ἀπαρνοῦνται τὴν ὑπηκοότητά των τώρα καὶ θέλουν νὰ μεταβοῦν εἰς Βουλγαρίαν.
§72Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Δὲν θὰ ἠδύναντο ὅμως νὰ ἀπαρνηθῶσι τὴν ὑπηκοότητά των μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς προθεσμίας αὐτῆς.
§73Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχετε τοσοῦτο μᾶλλον δίκαιον, ὥστε, ἂν δὲν ἦσαν Ἕλληνες ὑπήκοοι, δὲν θὰ ἐγίνετο λόγος περὶ μειονοτήτων. Ἀπηρνοῦντο τὴν ὑπηκοότητα τοῦ Ἕλληνος.
§74Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἠκούσατε, κύριοι, καὶ ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα τὸν τρόπον καθ’ ὃν οἱ Βούλγαροι πολιτικοὶ διὰ τοῦ καθηγητοῦ Μόρρεϋ ὑπέβαλον διὰ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος τὴν γνώμην ὅτι καλὸν θὰ ἦτο τὰ μέλη τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἀπηρτίζετο ἀπὸ ἕνα Ἕλληνα, ἕνα Βούλγαρον, ἕνα Βέλγον καὶ ἕνα Ἄγγλον, μέλη τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ὄχι μόνον νὰ ἐποπτεύσωσιν ἐπὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς Συμφωνίας μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βουλγαρίας ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀμοιβαίαν καὶ ἐθελουσίαν μετανάστευσιν, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐποπτεύσουν ἐπὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ὑποχρεώσεων περὶ μειονοτήτων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τῶν ὑποχρεώσεων αἵτινες περιελαμβάνοντο εἰς τὴν Συνθήκην τῆς Λωζάννης. Ἡ ἰδέα αὕτη ἐρρίφθη πέρυσιν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ Συνθήκη τῆς Λωζάννης δὲν ἤρχισεν ἐφαρμοζομένη, διότι κατὰ διάταξιν ταύτης ἄρχεται ἡ ἰσχὺς της ἀφ’ ἧς κυρωθῇ ἀπὸ τὰς Μεγάλας Δυνάμεις καὶ κατατεθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γαλλίας, ἡ τελικὴ συνεννόησις μεταξὺ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Βουλγαρίας, τοῦ καθηγητοῦ Μόρρεϋ καὶ τῆς Ἑλλάδος ἀνεβλήθη. Κατὰ τὸν παρελθόντα Σεπτέβριον, ὅτε συνηντήθησαν ὁ κ. Μόρρεϋ μετὰ τοῦ κ. Πολίτη, ἐπανῆλθεν ἐπὶ τάπητος ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ περιφήμου τούτου Πρωτοκόλλου. Ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος εὐχαρίστως ἀπεδέχθη τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Πρωτοκόλλου καὶ προέβη μάλιστα καὶ περαιτέρω τῶν Βουλγαρικῶν ἀξιώσεων, ἀπαλείψας τὴν ἐν τῷ Πρωτοκόλλῳ ἀναφερομένην ρήτραν, καθ’ ἣν ἡ ἰσχύς του θὰ ἤρχιζεν ἀπὸ τῆς κυρώσεώς του παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, ἀντικαταστήσας τὴν ρήτραν ταύτην δι’ ἑτέρας τοιαύτης, καθ’ ἣν ἡ ἰσχύς του ἄρχεται ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς. Καὶ ἐνῷ, κύριοι, εἶναι ἐπισήμως βεβαιωμένον ὅτι ὁ Δὲ Ρόσβερ καὶ ὁ Κόρφ, τὰ δύο ξένα μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς μεταναστεύσεως, εἰς τὴν ἀξίωσιν τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Βουλγαρίας περὶ ἀμέσου ἰσχύος τοῦ Πρωτοκόλλου ἀντετάχθησαν, ἀναλαβόντες νὰ ὑπερασπίσωσιν αὐτοὶ τὰ ἔκθετα Ἑλληνικὰ συμφέροντα, ἀντετάχθησαν ἐντόνως καὶ ἐδέχθη τέλος ὁ Βούλγαρος ἀντιπρόσωπος νὰ τεθῇ ἡ ρήτρα τῆς ἐπιφυλάξεως, ὁ Ἕλλην ἀντιπρόσωπος ἐθεώρησε καλὸν νὰ μὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του κἂν οὔτε τὰς ἐνεργείας τῶν ξένων ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος καὶ νὰ διαγράψῃ ἐκεῖνος τὴν ρήτραν. Καὶ διατί τοῦτο; Βεβαίως διότι ἐφοβεῖτο ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, ἀπαρτιζομένη ἀπὸ Ἕλληνας, δὲν ἤθελεν οὐδέποτε κυρώσει τοιοῦτον Πρωτόκολλον. Ὁ Ἕλλην ἀντιπρόσωπος ἠσχολεῖτο νὰ ἐμφανίζεται ὡς κοσμοπολίτης ἢ ὡς διεθνὴς ἐπιστήμων, ἀσχολούμενος νὰ λύῃ τὰς διαφορὰς μεταξὺ Ἀμερικῆς καὶ Ἰαπωνίας ἢ μεταξὺ Ἀγγλίας καὶ Γαλλίας, ἀδιαφορῶν διὰ τὰ Ἑλληνικὰ ζητήματα. Ἤθελεν ἀναλώμασι τῆς Ἑλλάδος νὰ στερεώσῃ τὴν ἠθικὴν ὑπόστασίν του ὡς διεθνοῦς ἐπιστήμονος καὶ κοσμοπολίτου διπλωμάτου. (Χειροκροτήματα). Δὲν ἠδύνατο ἄλλως νὰ ἐξηγηθῇ τὸ τερατῶδες αὐτὸ φαινόμενον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνεγνωρίζοντο ὑποχρεώσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως βαρεῖαι, βαρύταται. Καὶ ἐνῷ μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἡ Συνθήκη ἡ προβλέπουσα περὶ τῶν μειονοτήτων ἀνεγνώριζε δικαίωμα εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν ἀπέναντι τοῦ Κράτους τὸ ὁποῖον εἶχε μειονότητας....
§75Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐνοχικόν.
§76Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἔστω, δικαίωμα.... Διὰ τοῦ Πρωτοκόλλου τούτου ἀνεγνώριζε δικαίωμα πρὸς τὰς μειονότητας. Καὶ ἐνῷ τὸ ἄρθρον 14 τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, τὸ ὁποῖον ἐτέθη κατ’ ἀπόφασιν τοῦ Οὐίλσωνος, ἀπαγορεύει ρητῶς τὴν ἀνάμιξιν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν εἰς τὰ τῶν Κρατῶν, ὁ κ. ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος εὐχαρίστως ἐδέχθη τὴν ἀνάμιξιν δι’ ἐλεγκτῶν ξένων εἰς τὰ ἐσωτερικὰ τοῦ Κράτους καὶ εἰς ζητήματα μάλιστα ἀφορῶντα ὕψιστα ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἀλλά, κύριοι, ἠξίωσε ποτὲ ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν ἐπέμβασιν εἰς τὰ ἐσωτερικὰ τῶν Κρατῶν πρὸς προστασίαν τῶν μειονοτήτων; Ἡ Σερβία δὲν ἀνεγνώρισεν οὐδεμίαν διάταξιν ἀφορῶσαν τὰς μειονότητας οὔτε ὑπέγραψε Συνθήκην ἀφορῶσαν ταύτας. Εἶναι γνωστόν, κύριοι, ὅτι τὸ Μοναστήριον κατῳκεῖτο τὸ πλεῖστον παρ’ Ἑλλήνων· ἐν τούτοις καὶ τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα ἔκλεισαν καὶ τὰς Ἑλληνικὰς ἐκκλησίας ἔκλεισαν καὶ οὔτε ἐπιγραφαὶ Ἑλληνικαὶ κἂν ἐπετρέπετο νὰ ἀναρτῶνται ἐπὶ τῶν καταστημάτων. Πῶς ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν δὲν παρενέβη ὁπωσδήποτε παρὰ τῇ Σερβικῇ Κυβερνήσει νὰ ἀξιώσῃ παρ’ αὐτῆς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς σχετικῆς διατάξεως περὶ μειονοτήτων; Πῶς δὲν παρενέβη εἰς οὐδὲν μέχρι τοῦδε τῶν Κρατῶν τῆς Ἀνατολῆς καὶ τῆς Κεντρώας Εὐρώπης, τὰ ὁποῖα ὑπέγραψαν τὰς Συνθήκας τὰς περιλαμβανούσας διατάξεις περὶ μειονοτήτων; Εἶναι ἁπλῆ, πλατωνικὴ ἐντελῶς, ἡ ἐποπτεία τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ἐπὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν Συνθηκῶν περὶ μειονοτήτων. Εἶναι μία ἠθικὴ ἀερώδης ἐπιβολὴ φθάνουσα μέχρι τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν πρὸς τὰ Κράτη, ὅπως σεβασθῶσι τὰς Συνθήκας. Καὶ ἐνῷ εἶναι τοιαύτη, λόγῳ τῆς ἰδιοσυστασίας τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐνῷ εἰς οὐδὲν Κράτος ἐγένετο μέχρι τοῦδε καμμία ἐπέμβασις, καὶ ἐνῷ ἡ Σερβία δὲν ἀνεγνώριζε καθόλου τὰς μειονότητας, ἡμεῖς πῶς τόσον εὐχαρίστως ἀπεδέχθημεν νὰ ἀναλάβωμεν τὴν πρωτοβουλίαν νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν ἀνάμιξιν εἰς τὰ ἐσωτερικὰ τοῦ Κράτους; Ἐλησμόνησα νὰ εἴπω ὅτι ἡ Τσεχοσλοβακία καὶ ἡ Πολωνία ἐφήρμοσαν τὴν σχετικὴν διάταξιν περὶ μειονοτήτων διὰ νόμου, θεωρήσασαι τὸ ζήτημα τοῦτο καθαρῶς ἐσωτερικόν. Πῶς ἡμεῖς ἐσκέφθημεν νὰ ὑπογράψωμεν τοιοῦτον Πρωτόκολλον, ἀφοῦ γνωρίζομεν τὴν δρᾶσιν τὴν μεγίστην, ἡ ὁποία ἀπό τινος γίνεται ἐν Μακεδονίᾳ ἀπὸ τὰς Βουλγαρικὰς προπαγάνδας καὶ τοὺς κομιτατζῆδες, ἀφοῦ γνωρίζομεν τὴν δρᾶσιν τῆς Βουλγαρικῆς προπαγάνδας εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ὑπὲρ αὐτονομήσεως τῆς Μακεδονίας; Πῶς ἡμεῖς ἀναγνωρίζομεν διὰ τοῦ Πρωτοκόλλου αὐτοῦ Βουλγαρικὴν μειονότητα, τὴν ὁποίαν οὔτε αὐτὴ ἡ Τουρκία ποτὲ ἀνεγνώρισε, καὶ πῶς δὲν εἴχομεν τέλος ὑπ’ ὄψιν μας ὅτι ἀναγνωρίζοντες Βουλγαρικὴν μειονότητα θὰ ἠρχόμεθα εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὸ φίλον καὶ σύμμαχον Κράτος, τὴν Σερβίαν, ἐπὶ τῆς φιλίας καὶ συμμαχίας τοῦ ὁποίου πολὺ ὑπολογίζομεν; Καὶ τίς θὰ ἠδίκει τὴν Σερβίαν, ὅταν θὰ ἠξίου ὅτι αἱ σλαυόφωνοι μειονότητες τῆς Μακεδονίας πρέπει νὰ ἀναγνωρισθῶσι Σερβικαὶ καὶ οὐχὶ Βουλγαρικαί; Καὶ τί οὕτω θὰ ἐγίνετο; Θὰ μετεβάλλετο ἡ Μακεδονία εἰς τὸ λίαν προσεχὲς μέλλον εἰς Χώραν φυλετικοῦ ἀνταγωνισμοῦ, εἰς Χώραν προπαγάνδας, Χώραν ἡ ὁποία ἀσφαλῶς δὲν ἠδύνατο ποτὲ νὰ παραμείνῃ ἥσυχος. Αὐτὸ εἶναι τὸ τερατῶδες Πρωτόκολλον, τὸ ὁποῖον παραγνωρίζει πᾶσαν διάταξιν τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, τὸ ὁποῖον παραβλάπτει σοβαρώτατα τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα. Κύριοι, ἀληθῶς δὲν κομίζει τις γλαῦκα εἰς Ἀθήνας λέγων ταῦτα. Ταῦτα εἶναι παγκοίνως γνωστὰ εἰς πάντας ὄχι τοὺς ἀναμιγνυομένους εἰς τὴν πολιτικήν, ἀλλὰ τοὺς ὁπωσδήποτε ἐπιθυμήσαντας νὰ παρακολουθῶσι τὰ Ἑλληνικὰ ζητήματα. Δυστυχῶς ταῦτα δὲν ἦσαν γνωστὰ εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος! Διὰ νὰ ἴδετε, κύριοι, τὴν γενναιοφροσύνην τοῦ Ἕλληνος ἀντιπροσώπου καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἔσχε τὴν μεγαλοφυᾶ ἔμπνευσιν νὰ δώσῃ παραγγελίαν πρὸς ὑπογραφὴν αὐτοῦ, σᾶς ἀναγινώσκω τὴν ἀρχὴν τοῦ Πρωτοκόλλου, τὸ ὁποῖον, ὡς διατυποῦται, φαίνεται προκαλούμενον ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἐξ αὐτοῦ καταφαίνεται ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἐγένετο πίεσις οὔτε ἐζητήθη παρ’ αὐτῆς ἐπισήμως, διότι βεβαίως δὲν εἶναι ἐπίσημος αἴτησις ἡ γενομένη ἐκ μέρους τοῦ καθηγητοῦ κ. Μόρρεϋ, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει ἐπίσημον θέσιν εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, ἀλλ’ ὅτι παρεχωρεῖτο ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως (ἀναγινώσκει): «Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐπιθυμοῦσα νὰ ἐξασφαλίσῃ.... κλπ.». Ἵνα ἐννοήσετε, κύριοι, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναλάβῃ καμμίαν ὑποχρέωσιν καὶ ὅτι αἱ ὑποχρεώσεις τῶν Συμβάσεων τίκτουσι δικαιώματα τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ἀπέναντι τῶν Κρατῶν τὰ ὁποῖα περιλαμβάνουσι μειονότητας, σᾶς παραθέτω ἐνταῦθα γνώμην τοῦ κ. Κόλντ, Γενικοῦ Γραμματέως τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ὁ ὁποῖος πέρυσιν ἦτο ἐδῶ καὶ ἔδωκε διάλεξιν εἰς τὸν «Παρνασσὸν» σχετικῶς μὲ τὸν θεσμὸν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν καὶ εἶπεν (ἀναγινώσκει): «Ἡ Σύμβασις περὶ μειονοτήτων δὲν ἐγείρει δικαιώματα μεταξὺ τῶν μειονοτήτων καὶ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ἀλλὰ μόνον μεταξὺ ταύτης καὶ τοῦ Κράτους εἰς ὃ αἱ μειονότητες ἀνήκουσιν». Ἐνῷ διὰ τοῦ Πρωτοκόλλου αὐτοῦ γεννῶμεν ἀπ’ εὐθείας σχέσεις μεταξὺ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν καὶ τῶν μειονοτήτων συνδέομεν τουτέστι τὰς μειονότητας τῆς Μακεδονίας μὲ τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν. Ἀντιπρόσωποι τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν θὰ ἐποπτεύωσιν ἂν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις τηρεῖ τὰς ὑποχρεώσεις της. Ἀντιπρόσωποι αὐτῆς, συμπαρεδρεύοντος καὶ Βουλγάρου ἀντιπροσώπου, θὰ ἔχωσι δικαιοδοσίαν πολὺ ἐκτεταμένην. Θὰ δύνανται νὰ ἐνεργῶσιν ἀνακρίσεις, νὰ παραγγέλλωσι τὰς Ἑλληνικὰς Ἀρχάς, νὰ προβαίνωσιν εἰς ἐρεύνας, νὰ συλλέγωσι πορίσματα καὶ νὰ τὰ ὑποβάλλωσιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἀνὰ ἑξάμηνον καὶ νὰ ὑποβάλλωσιν ἐκθέσεις σχετικὰς εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Φαντασθῆτε πέριξ τῆς ἐργασίας ταύτης πόσον θὰ ὀργιάσῃ ἡ Βουλγαρικὴ προπαγάνδα, πόσον θὰ ἐντείνουν τὰς ἐνεργείας των οἱ Βούλγαροι κομιτατζῆδες καὶ ποία συστηματικὴ ἐνέργεια θὰ καταβληθῇ παρὰ τοῦ εὐνοοῦντος τὰς Βουλγαρικὰς βλέψεις δημοσιογραφικοῦ καὶ πολιτικοῦ κόσμου τῆς Εὐρώπης. Καὶ ἐνῷ, κύριοι, ἠλπίζομεν, ληγούσης τῆς προθεσμίας διὰ τὴν ἑκουσίαν μετανάστευσιν τῶν Βουλγάρων καὶ τῶν Ἑλλήνων, ὅτι θὰ ἐλύετο τελειωτικῶς τὸ ζήτημα τὸ φυλετικὸν τῆς Μακεδονίας καὶ οὐδέποτε θὰ ἐνεφανίζετο πλέον, ἦλθε τὸ Πρωτόκολλον, τὸ ὁποῖον, ἐφαρμοζόμενον, προώρισται νὰ ἐπαναφέρῃ τοὺς φυλετικοὺς ἐν Μακεδονίᾳ ἀγῶνας πρὸς μεγίστην ζημίαν τῆς Ἑλλάδος. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἕνα μόνον ὑπεύθυνον ἀναγνωρίζει, ἂν καλῶς ἠννόησα, ἐπὶ τῆς ἐνεργείας ταύτης· τὴν δήλωσιν τὴν ὁποίαν ἔκαμε πέρυσιν ἡ Ἐπαναστατικὴ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ἀντιπροσώπου αὐτῆς πρὸς τὸν κ. Μόρρεϋ, τὸν Ἄγγλον καθηγητήν, ὅστις ἔσχε τὴν πρωτοβουλίαν νὰ ὑποβάλῃ τὴν πρότασιν πρὸς τὸν κ. Πολίτην, ὅτι θὰ ἦτο διατεθειμένη νὰ δεχθῇ τὴν ἐπέκτασιν τῆς δικαιοδοσίας τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τὴν μετανάστευσιν, ἐφόσον διαρκεῖ ὁ χρόνος τῶν δηλώσεων πρὸς μετανάστευσιν καὶ νὰ δεχθῇ τὰ μέλη αὐτῆς εἰς ἐποπτείαν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων ἐκ τῶν Συμβάσεων.
§77Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ λέγετε σεῖς· διότι ἐγὼ δὲν τὸ εἶπον.
§78Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Εἴπετε ὅτι ἔγινεν αὐτὸ τὸ κακόν.
§79Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶπον ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ μὴ ἐγίνετο.
§80Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ δήλωσις ἐκείνη δὲν ἔχει τόσην σημασίαν ὅσην ἠθέλησε νὰ τῆς ἀποδώσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§81Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν τῆς ἀπέδωσα σημασίαν.
§82Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἀπεδώσατε κάποιαν.
§83Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶπον ὅτι καλύτερον ἦτο νὰ μὴ εἶχε γίνει.
§84Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἔβλαψε δηλαδή.
§85Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κατά τι ἔβλαψεν, ἀλλὰ δὲν ἐγέννα καμμίαν ὑποχρέωσιν.
§86Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἡ δήλωσις ἐκείνη ἦτο σύμφωνος πρὸς τὴν κρατοῦσαν ψυχολογίαν παρὰ τῇ Κοινωνίᾳ τῶν Ἐθνῶν καὶ ἔλεγεν ὅτι, ἐφόσον χρόνον διαρκεῖ ἡ ἐργασία τῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τὴν ἀμοιβαίαν μετανάστευσιν, θὰ ἠδύνατο ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν δικαιοδοσίαν, νὰ γνωρίζῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰς τυχὸν ὑπερβασίας τῶν ὀργάνων τῆς Διοικήσεως κατὰ τῆς Βουλγαρικῆς μειονότητος, αἵτινες ἤθελον ὑποπέσει εἰς τὴν ἀντίληψίν της. Αὐτὸ ἐθεωρήθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τὸ μόνον μελανὸν σημεῖον, μολονότι ἐπρόκειτο περὶ μιᾶς ἁπλῆς προφορικῆς δηλώσεως. Καλῶς ἐννοεῖτε τὴν ἀπόστασιν μεταξὺ μιᾶς προφορικῆς δηλώσεως ἀκροθιγῶς θιξάσης ἓν ζήτημα καὶ ἑνὸς τερατώδους Πρωτοκόλλου. Οὐδεμία σχέσις δύναται νὰ δικαιολογηθῇ μεταξὺ τῆς προφορικῆς δηλώσεως τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Γονατᾶ καὶ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Πρωτοκόλλου. Κύριοι, ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ νὰ ἀνεύρωμεν τοὺς ὑπευθύνους τοῦ γενομένου τερατουργήματος, τοὺς ὑπευθύνους ὡς σχόντας τὴν ἔμπνευσιν νὰ γίνῃ τοῦτο, ὡς καὶ τοὺς σιωπηρῶς ἀναγνωρίσαντας τοῦτο, εἴχομεν ἀνάγκην τῆς καταθέσεως τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἀτυχῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠρνήθη νὰ καταθέσῃ, διατεινόμενος ὅτι οὐδὲν διπλωματικὸν ἔγγραφον κατατίθεται κατ’ ἔθιμον κρατοῦν ἀπαρεγκλίτως. Θὰ ἠθέλομεν νὰ μάθωμεν ἂν ὁ κ. Πολίτης εἶχεν ἐντολὴν ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως νὰ ὑπογράψῃ τὸ Πρωτόκολλον ἢ εἶχεν ἐντολὴν ἐν λευκῷ νὰ διαχειρίζεται πάντα τὰ διπλωματικὰ ζητήματα. Ἤθελον νὰ μάθω τοῦτο· εἶχεν ὁδηγίας ἐκ μέρους τῆς τότε Κυβερνήσεως ὁ κ. Πολίτης νὰ ὑπογράψῃ τὸ Πρωτόκολλον; Διότι ὁ κ. Μαυρομιχάλης λέγει ὅτι δὲν ἔλαβε κἂν γνῶσιν τοῦ Πρωτοκόλλου, ἐν ᾧ ἀπετέλει μέλος τῆς τότε Κυβερνήσεως· δὲν ἔλαβε γνῶσιν οὔτε ὅταν ἐδόθη ἐντολὴ πρὸς ὑπογραφήν.
§87Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀναντιρρήτως δὲν ἤχθη τὸ Πρωτόκολλον τοῦτο. Δὲν εἶχε γνῶσιν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον οὔτε ἡμεῖς οἱ τότε Ὑπουργοὶ ἐλάβομεν γνῶσιν.
§88Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον πληρεξούσιον κ. Γρηγορίου ἐπληροφορήθην ὅτι ὁ κ. Σοφούλης τὴν προηγουμένην τῆς παραιτήσεώς του ἔμαθεν ὅτι ὑπεγράφη τοιοῦτον Πρωτόκολλον. Ἔρχεται ἤδη ἓν κυρίαρχον Σῶμα μετὰ ἕνα τοιοῦτον θόρυβον, μετὰ ἕνα τοιοῦτον σάλον γεννηθέντα εἰς τὸν κόσμον τὸν πολιτικὸν τῆς Ἑλλάδος, ἔρχεται νὰ ζητήσῃ εὐθύνας διὰ τὸ δημιουργηθὲν τοῦτο κατασκεύασμα, τὸ τερατῶδες τοῦτο κατασκεύασμα, τὸ ἀπεμπολοῦν ὕψιστα ἐθνικὰ συμφέροντα, τὸ ὁποῖον δὲν ἠμποροῦσε νὰ ὑπογραφῇ παρὰ μόνον ἀπὸ μωροὺς ἢ μισέλληνας. Εἶναι ὑπεύθυνος ὁ ὑπογράψας τὸ Πρωτόκολλον ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος; Εἶναι ὑπεύθυνος ἡ Κυβέρνησις ἡ ὁποία ἔδωκε τὴν ἐντολὴν πρὸς ὑπογραφήν; Εἶναι ὑπεύθυνος ἡ διάδοχος Κυβέρνησις ἡ ὁποία ὤφειλε νὰ λάβῃ γνῶσιν τοῦ Πρωτοκόλλου ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας καὶ νὰ ἐνεργήσῃ καταλλήλως; Ποῖοι εἶναι οἱ ὑπεύθυνοι; Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, σιωπῶν, λέγει ὅτι δὲν καταθέτει τὰ ἔγγραφα, διὰ νὰ βεβαιωθῇ ποῖοι εἶναι οἱ ὑπεύθυνοι. Κατὰ τὴν γνώμην τὴν ἰδικήν μου καὶ κατὰ τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ἔχω συλλέξει ὅλοι εἶναι ὑπεύθυνοι. Ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος, διότι ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας ἀπεδέχθη τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Πρωτοκόλλου, πλειοδοτήσας εἰς ἀπαιτήσας Βουλγαρικάς· διότι, ἐν ᾧ ἐν τῷ σχεδίῳ περιλαμβάνεται ἡ ἐπιφύλαξις τῆς κυρώσεώς του ἐκ μέρους τῆς Συνελεύσεως, διέγραψε τὴν ἐπιφύλαξιν καὶ ἔγραψεν ἰδίᾳ χειρὶ ὅτι τὸ Πρωτόκολλον ἰσχύει ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς του, σφετερισθεὶς δικαιώματα τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Μὴ ἔχων καὶ νομικὴν εἰδικὴν ἐξουσιοδότησιν, ὅπως πάντοτε ἔχουν οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Κρατῶν, προκειμένου νὰ ὑπογράφουν Συμβάσεις, ὑπέγραψεν ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας, ἀγνοῶν τελείως τὴν πραγματικὴν κατάστασιν. Εἶναι ὑπεύθυνος ἡ Κυβέρνησις ἡ ὁποία ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἀντιπρόσωπόν της νὰ διαπραγματευθῇ καὶ συζητήσῃ καὶ νὰ καταλήξῃ εἰς συμπεράσματα καὶ ὑπογράψῃ Πρωτόκολλον ἀφορῶν εἰς τόσον ὑψίστης σημασίας ἐθνικὰ συμφέροντα. Εἶναι ὑπεύθυνος ἡ διάδοχος Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, καθ’ ἣν ἀνῆλθεν εἰς τὴν Ἀρχήν, λαβοῦσα γνῶσιν τοῦ Πρωτοκόλλου, δὲν ἔσπευσεν ἀμέσως νὰ ἀπομακρύνῃ ἐκ τῆς διπλωματικῆς Ὑπηρεσίας τὸν δράστην τοῦ Πρωτοκόλλου, χαρακτηρίζουσα τοῦτο ὡς ἀνύπαρκτον, ἀφοῦ κατηρτίσθη καὶ ὑπεγράφη ἄνευ εἰδικῆς ἐντολῆς. Ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ διαμαρτυρηθῇ πρὸς τὰς Κυβερνήσεις τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν ὅτι τὸ Πρωτόκολλον ἐκεῖνο ὑπεγράφη ἄνευ εἰδικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ὅτι ὁ ὑπογράψας τοῦτο ἐσφετερίσθη τὰ δικαιώματα τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας μὴ θέσας τὴν ρήτραν τῆς κυρώσεως ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ μεταξὺ τῶν μελῶν της τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἔδωσεν ἐντολὴν τοιαύτην, καὶ τέλος ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ κάμῃ τὸν δέοντα θόρυβον ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἐμφανίσεώς της διὰ νὰ ἀποδείξῃ ὅτι αὕτη εἶναι συνεπὴς πρὸς τὸ δημόσιον φρόνημα καὶ ὅτι ἐκπροσωπεῖ πράγματι τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Συνελεύσεως. Ἡ Κυβέρνησις ἀποκρύπτουσα τὰ ἔγγραφα ταῦτα, τῶν ὁποίων ἡ δημοσιότης οὐδόλως παραβλάπτει τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, δὲν δύναται παρὰ νὰ μᾶς ἐμβάλῃ τὴν ὑπόνοιαν ὅτι ἡ ἀπόκρυψις τῶν ἐγγράφων δὲν θὰ παραβλάψῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἀλλὰ τὰ συμφέροντα αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ δράστου τοῦ Πρωτοκόλλου.
§89ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τὸ βιβλίον νὰ διαβάσετε.
§90Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ τὸ διαβάσω.
§91Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἐφόσον ἐξακολουθεῖ νὰ παραμένῃ πρεσβευτὴς εἰς Παρισίους ὁ κύριος αὐτός, πρέπει νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ βιβλίον.
§92Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δύνασθε νὰ λέγετε, ἂν θέλετε, ὅτι δὲν ἔκαμε καλὰ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, ἀλλὰ δὲν δικαιοῦσθε νὰ παραγνωρίζητε ὅτι ἀπὸ τοῦ 1919, ὅτε ἦλθεν εἰς Θεσσαλονίκην καὶ ἦτο Ὑπουργὸς μετὰ πολλῶν ἐξ ἡμῶν ἐνταῦθα, προσέφερε καὶ αὐτὸς τὰς δυνάμεις του ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς Χώρας.
§93Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐκτὸς τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὸ σπουδαῖον ζήτημα εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι εἴτε ἔδωκε τὴν ἐντολὴν εἴτε υἱοθέτησε τὰς ἐνεργείας τοῦ κ. Πολίτη ἡ μία ἢ ἡ ἄλλη Κυβέρνησις δὲν ὑπάρχει ζήτημα ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ὑπάρχει ζήτημα κυβερνητικόν.
§94Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Μήπως δὲν ὑπῆρξαν ἄλλοι Ὑπουργοὶ οἱ ὁποῖοι προσέφεραν ἐπίσης ὑπηρεσίας, ἀλλὰ τοὺς ἐστεφάνωσεν ἡ Ἑλλάς;
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μόδης ἔχει τὸν λόγον.
§96Γ. ΜΟΔΗΣ. Κατόπιν τῆς στάσεως τῆς Κυβερνήσεως, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὸ περίφημον πλέον ζήτημα τοῦ Πρωτοκόλλου ἐλπίζω ἢ μᾶλλον πιστεύω ὅτι δὲν θὰ ἀκουσθῇ οὔτε μία φωνὴ εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην ὑπὲρ τοῦ ἁμαρτωλοῦ τούτου Πρωτοκόλλου. Ὁμόθυμος καὶ ὁμόφωνος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ πρὸ παντὸς ὁ Μακεδονικὸς λαὸς τὸ κατεδίκασεν. Ὁμόθυμος καὶ ὁμόφωνος ἡ Συνέλευσις θὰ τὸ καταδικάσῃ. Περὶ τὸ Πρωτόκολλον τοῦτο, κύριοι, ἐγένετο πράγματι πολὺς λόγος, πολὺς θόρυβος. Καὶ θὰ προσέθετον ὅτι ὁ θόρυβος ὁ δημοσιογραφικὸς ἦτο ἐν μέρει ὑπερβολικὸς καὶ ἐν μέρει ἐπιζήμιος. Ἐγράφη ἐπανειλημμένως ὅτι ἡ Μακεδονία ἐκβουλγαρίζεται, ὅτι ἡ Μακεδονία χάνεται, ὅτι ἡ Μακεδονία καταστρέφεται. Οὐδὲν τούτου ἀνακριβέστερον. Ἠμπορεῖ ἡ Μακεδονία νὰ χαθῇ, ἀλλὰ τοῦτο θὰ συμβῇ μόνον ὅταν μερικὰ ἑκατομμύρια Ἑλλήνων παύσουν νὰ ὑπάρχουν ἢ ὅταν παύσωμεν νὰ εἴμεθα Ἕλληνες καὶ πνεύσῃ ἄνεμος ἀποσυνθέσεως καὶ παραφροσύνης εἰς τὸν Τόπον αὐτόν. Μὲ τὸ Πρωτόκολλον δὲν χανόμεθα. Θὰ ἦτο πραγματικὸς ὁ ἐκ τούτου κίνδυνος, ἂν εἰς τὴν Μακεδονίαν ἀπετελοῦμεν μειονοψηφίαν. Ἀλλ’ ἀπέναντι τῶν στοιχείων, ἀπέναντι τῶν πληθυσμῶν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἠμποροῦσαν νὰ ἀποτελέσουν βουλγαρικὴν μειονότητα ἀποτελοῦμεν πάντοτε καὶ ἀνέκαθεν ἀπόλυτον πλειονότητα. Ἤδη δὲ μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τῶν Τούρκων καὶ τὴν ἐγκατάστασιν ὑπερδιπλασίου ἀριθμοῦ προσφύγων, μετὰ τὴν ἀναχώρησιν μεγάλου μέρους τοῦ βουλγαρίζοντος πληθυσμοῦ καὶ τὴν ἀντικατάστασιν αὐτοῦ ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων τῆς Βουλγαρίας οὐδεμία καὶ ἁπλῆ σύγκρισις ἐπιτρέπεται. Ἄν ὑπάρχῃ, κύριοι, κάποιος κίνδυνος διὰ τὴν Μακεδονίαν, οὗτος δύναται νὰ ἀπορρεύσῃ — καὶ τὸ λέγω διότι ἔγινε λόγος περὶ Μακεδονίας — ἀπὸ τὰς νεωτέρας θεωρίας, τὰς ὁποίας ἀνεκάλυψαν οἱ κομμουνισταί μας, θεωρίας πολὺ ὀλίγον σοφὰς καὶ ἀκόμη ὀλιγώτερον σοσιαλιστικάς, καθ’ ἅς, διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἡ θεραπεία ὅλων τῶν δεινῶν, διὰ νὰ μὴ ἀκριβήνῃ ὁ σῖτος εἰς τὴν Ἀμερικήν, διὰ νὰ ἐγκατασταθοῦν οἱ πρόσφυγες καὶ διὰ νὰ ἐπέλθῃ ὁ χρυσοῦς αἰὼν ἀνάγκη νὰ ἀποχωρισθῇ ἡ Μακεδονία ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα καὶ νὰ ἀποτελέσῃ μὲ ἄλλας, δὲν ἠξεύρω ποίας, Χώρας μίαν νέαν Ἐπικράτειαν ἐκτεινομένην ἀπὸ τοῦ Ὀλύμπου μέχρι τῆς Ἀλβανίας καὶ μέχρι τῶν συνόρων τῆς παλαιᾶς Σερβίας καὶ τῆς Βουλγαρίας. Εἶναι ἐξ ἴσου ἀνακριβὴς καὶ ἀστήρικτος ἡ κατηγορία ἡ διατυπωθεῖσα ἐκ μέρους τῶν Βουλγάρων, καθ’ ἣν ἀποκρούομεν τὸ Πρωτόκολλον διότι φοβούμεθα ὅτι δι’ αὐτοῦ θὰ ἐκδηλωθῇ ἡ βουλγαρικὴ ὑπεροχὴ ἐν Μακεδονίᾳ καὶ διότι θέλομεν νὰ ἐξελληνίσωμεν βίᾳ πληθυσμοὺς οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ἑλληνικοί. Ἀλλ’ εἰς τὴν Χώραν μας, δόξα τῷ Θεῷ, δὲν ἔλειψαν αἱ μειονότητες. Μέχρι πρὸ ὀλίγου εἴχομεν τοὺς Τούρκους, τοὺς ἔχομεν δὲ ἀκόμη εἰς τὴν Θράκην, ἔχομεν τοὺς Ἰσραηλίτας, ἔχομεν τοὺς ῥωμανίζοντας. Καὶ κανεὶς καλῆς πίστεως συζητητὴς δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὅτι ἀπέναντι αὐτῶν ἐδείξαμεν πάντοτε διαγωγὴν ἡ ὁποία τὰς μειονότητας ἔθεσε πολλάκις εἰς θέσιν καλυτέραν τῶν Ἑλλήνων. Ἑπομένως, δὲν θὰ εἶχε καμμίαν σημασίαν ἂν κοντὰ εἰς τὴν τουρκικήν, τὴν ἰσραηλιτικήν, τὴν ῥωμανικὴν μειονότητα εἴχομεν τὴν βουλγαρικήν, ἥτις δὲν θὰ εἶχε μεγαλυτέραν τούτων σημασίαν. Ἄν μεταξὺ τῶν κατοίκων τῆς Χώρας μας ὑπάρχουν καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ἀναγάγουν τὸ γεννεαλογικόν των δένδρον μέχρι τῶν τουρκομανικῶν ὀρδῶν, αἱ ὁποῖαι ἐξώρμησαν ἐκ τῶν ὀχθῶν τοῦ Βόλγα εἰς ἐποχήν, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ρέντης, πράγματι μεταγενεστέραν τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν πρώτων Σλαύων ἐν Μακεδονίᾳ, οὐδεὶς φθόνος. Μᾶς ἀρκεῖ νὰ εἶναι καλοὶ Ἕλληνες πολῖται, καλοὶ καὶ φιλόνομοι Ἕλληνες ὑπήκοοι. Εἰς βάρος μας δὲν ἔχομεν οὔτε τὸ Γενιτσαρικὸν παιδομάζωμα τῶν Τούρκων, οὔτε τὸ ὁμαδικὸν βάπτισμα τῶν Πομάκων, τὸ ὁποῖον ἐφήρμοσαν τῷ 1912 καὶ 1913 οἱ Βούλγαροι, οὔτε τὴν ἐφαρμογὴν πολιτικῆς ὅπως ἐκείνη ἡ ὁποία ἐντὸς ὀλίγων ἐτῶν ἐξεμηδένισε τὸν ἑλληνικὸν πληθυσμὸν τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας, ἢ τῆς ἄλλης, καθ’ ἣν οἱ κομιτατζῆδες ἐχρησιμοποιήθησαν ὡς διδάσκαλοι καὶ προπαγανδισταὶ τῆς βουλγαρικῆς ἰδέας. Αἱ νῖκαι τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὑπῆρξαν πάντοτε πνευματικαί, Ὅπως κατὰ τοὺς ἀρχαίους, καὶ ἰδίως τοὺς Ἀλεξανδρινοὺς χρόνους, ὑπῆρχον ἄνθρωποι εἰς τὰς φλέβας τῶν ὁποίων δὲν ἔρρεε τὸ αὐτὸ μετὰ τῶν ἄλλων Ἑλλήνων αἷμα, οὕτω καὶ σήμερον ὑπάρχει σημαντικὸν μέρος τοῦ Ἑλληνισμοῦ, σημαντικὸς ἀριθμὸς ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ θεωρῶνται Ἕλληνες, μολονότι δὲν ἔχουν μητρικήν των γλῶσσαν τὴν Ἑλληνικήν. Ἠμπορῶ νὰ εἴπω ὅτι εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην ὑπάρχουν πολλοὶ οἱ ὁποῖοι ἀνήκουν εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτὴν καὶ πρῶτος ἐγώ. Εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτὴν περιλαμβάνονται καὶ οἱ σλαυόφωνοι ἢ βουλγαρόφωνοι ἢ Μακεδονοσλαῦοι τῆς Μακεδονίας. Μέχρι πρὸ τριάκοντα ἐτῶν ἐθεωροῦντο καὶ ἐθεώρουν ἑαυτοὺς Ἕλληνας. Ἔζησαν μὲ τὰς ἑλληνικὰς παραδόσεις ἐπὶ αἰῶνας καὶ ἐζυμώθησαν μὲ τὴν Ἑλληνικὴν Ἱστορίαν. Καὶ ἀπὸ τῆς ἐμφανίσεως τῆς βουλγαρικῆς προπαγάνδας καὶ τῆς πανσλαυιστικῆς κινήσεως, παρὰ τὰς σχολικὰς καὶ ἐκκλησιαστικάς μας ἀτασθαλίας, παρὰ τὴν ἀσύγκριτον σχολικὴν καὶ ἐκκλησιαστικὴν ὑπεροχὴν τῶν Βουλγάρων, παρὰ τὴν διασπάθησιν χρήματος ἡ ὁποία παρ’ αὐτῶν ἐγίνετο, παρὰ τὴν προστασίαν τῆς ὁποίας ἀπήλαυον τόσον ἐκ μέρους τῶν τουρκικῶν Ἀρχῶν, ὅσον καὶ ἐκ μέρους ἄλλων ξένων Δυνάμεων καὶ ἀποστολῶν, ὁ ἐκβουλγαρισμὸς τῆς Μακεδονίας μεταξὺ ἀκριβῶς τῶν Μακεδονοσλαύων ἔβαινε μὲ βῆμα σημειωτόν, μέχρι σημείου ὥστε τῷ 1894 εἷς διακεκριμένος Βούλγαρος, ὁ πρὸ ὀλίγου ἀποβιώσας πρεσβευτὴς Ριζώφ, νὰ ἀναγκασθῇ νὰ γράψῃ ἐν ἀναφορᾷ πρὸς τὸν Φερδινάνδον ὅτι ἡ Βουλγαρία ἀπέτυχεν εἰς τὸν ἐκβουλγαρισμὸν τῆς Μακεδονίας ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Καὶ ἐδέησε νὰ γίνῃ ἐπίκλησις εἰς τὴν μάχαιραν καὶ τὴν βόμβαν τῶν κομιτατζήδων, οἱ ὁποῖοι ἤρχισαν τὸν ἀγῶνα ὑπὸ τὴν μάσκαν τῆς μακεδονικῆς αὐτονομίας καὶ κατέληξαν εἰς πράκτορας τοῦ βουλγαρισμοῦ, διὰ νὰ σημειώσῃ πράγματι σημαντικὴν πρόοδον ἡ βουλγαρικὴ ἰδέα. Ἀλλὰ καὶ τότε οἱ σλαυόφωνοι, οἱ ὁποῖοι ἐμαρτύρησαν ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὑπερβαίνουν τὰς 2,000, μολονότι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν δὲν ἤξευρον οὔτε λέξιν ἑλληνικήν. Ὑπῆρξαν παρὰ πολλοὶ ἁπλοῖ ἀγρόται, ἄξεστοι κατὰ τὸ πλεῖστον, οἱ ὁποῖοι σφαζόμενοι καὶ βασανιζόμενοι καὶ προκαλούμενοι ὑπὸ τῶν κομιτατζήδων νὰ εἴπουν ὅτι εἶναι Βούλγαροι καὶ νὰ σωθοῦν, ἀπήντων εἰς τὴν ἐντοπίαν γλῶσσάν των ὅτι εἶναι Ἕλληνες. Διεδραματίσθησαν τότε γεγονότα καὶ ἔλαβον χώραν πράξεις πρὸς τὰς ὁποίας εἰς αὐτοθυσίαν καὶ αὐταπάρνησιν ὀλίγαι ἄλλαι ἠμποροῦν νὰ συγκριθοῦν. Ὑπάρχουν πολλὰ τὰ παραδείγματα ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι ἐφόνευσαν ἀδελφούς, ἐφόνευσαν πατέρας, γυναικῶν καὶ τέκνων τὰ ὁποῖα ἐγκατέλειψαν καὶ ἀπηρνήθησαν πλουσίους συζύγους καὶ πατέρας, διότι αὐτοὶ ἐγκατασταθέντες ἐν Βουλγαρίᾳ ἀπέβαλον τὴν ἑλληνικὴν ἰδέαν. Τὴν ἄμυναν τοῦ Ἑλληνισμοῦ κατὰ τοῦ Βουλγαρισμοῦ εἰς τὰς περιφερείας Στρωμνίτσης, Γευγελῆς, Ἐδέσσης, Φλωρίνης καὶ κατὰ μέγα μέρος τοῦ Μοναστηρίου τὴν διεξήγαγον αὐτοὶ ἀκριβῶς οἱ σλαυόφωνοι, καί, ὡς θὰ ἐνθυμῆται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργός, δὲν ὑπῆρξαν περισσότερον ἐνθουσιώδεις καὶ φανατικοὶ Ἕλληνες ἀπὸ τοὺς σλαυοφώνους χωρικοὺς μιᾶς περιφερείας ἡ ὁποία τώρα δὲν περιλαμβάνεται ἐντὸς τῶν ἑλληνικῶν συνόρων. Τὸ παράδοξον μόνον καὶ λυπηρὸν εἶναι ὅτι εὐθὺς ἀπὸ τοῦ 1912, εὐθὺς ἀπὸ τῆς ἀποκαταστάσεώς μας ἐν Μακεδονίᾳ ἐγκατελείψαμεν, ἀπερρίψαμεν πᾶσαν παρομοίαν κίνησιν καὶ ἐθεωρήσαμεν ἀρκετὸν νὰ παραδώσωμεν τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους εἰς τὸν εἰσπράκτορα, εἰς τὸν χωροφύλακα, εἰς τὸν ἀποσπασματάρχην κλπ. Ἑπομένως ἀπεδείχθημεν ὡς Κράτος ὄχι μόνον ἀνίκανοι νὰ διενεργήσωμεν τὸν βίαιον ἐκεῖνον ἐξελληνισμὸν τὸν ὁποῖον φοβεῖται ἡ Βουλγαρία, ἀλλ’ ἀνίκανοι νὰ συνεχίσωμεν τὴν ἐθνικὴν καὶ πνευματικὴν ἐκείνην ἐργασίαν, ἡ ὁποία ἐπὶ τουρκοκρατίας μᾶς ἐκράτησεν εἰς τὰς βορείους ἐκείνας ἐπάλξεις. Προφανῶς λοιπὸν ἡ κατηγορία ἡ βουλγαρικὴ οὐδόλως ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν πραγματικὴν κατάστασιν. Ἂν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἀπεκρούσαμεν τὸ Πρωτόκολλον καὶ ἐδηλώσαμεν ὅτι κατόπιν τῆς ὁμοθύμου ἐξεγέρσεως τῆς Κοινῆς Γνώμης ἐν Μακεδονίᾳ μᾶς ἦτο ἀδύνατον νὰ μὴ καταψηφίσωμεν οἱανδήποτε Κυβέρνησιν ἡ ὁποία θὰ τὸ υἱοθέτει, εἰς οἱανδήποτε ἀκυβερνησίαν καὶ ἂν ὡδηγεῖτο ἡ Χώρα, ἐπράξαμεν τοῦτο ὄχι διότι ἐφοβούμεθα ὅτι διὰ τοῦ Πρωτοκόλλου θὰ ἐδημιουργεῖτο βουλγαρικὴ πλειονότης ἐν Μακεδονίᾳ, οὔτε διότι ἐπιδιώκομεν διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ Πρωτοκόλλου τὸν βίαιον ἐξελληνισμὸν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι δὲν ἤθελον νὰ εἶναι Ἕλληνες, ἀλλὰ τὸ ἐπράξαμεν διότι διὰ τοῦ Πρωτοκόλλου εἰσήγοντο διατάξεις αἱ ὁποῖαι ἔθετον πραγματικῶς ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν ἐθνικήν μας κυριαρχίαν ἐν Μακεδονίᾳ Διότι τὸ Πρωτόκολλον εἰσῆγε ξένους εἰς τὸν οἶκόν μας καὶ ἔθετε κυριάρχους, οἱ ὁποῖοι εἴτε ἑκουσίως εἴτε ἀκουσίως ἠδύναντο νὰ γίνουν πρόξενοι καταστάσεως πραγμάτων ἡ ὁποία δὲν θ’ ἀπέβαινε πρὸς τὸ καλὸν οὐδ’ αὐτῶν τούτων τῶν πληθυσμῶν τοὺς ὁποίους ἤθελον νὰ ὑποστηρίξωσι. Διότι ὁ χρόνος, αἱ συνθῆκαι, ὁ τρόπος καθ’ ὃν ὑπεγράφη τὸ Πρωτάκολλον ἔδιδον τὴν ἐντύπωσιν ὅτι τοῦτο μᾶς ἐπεβλήθη ἔξωθεν καὶ ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὸ ἐπέβαλον ἢ μᾶλλον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐκρύπτοντο ὄπισθεν αὐτοῦ ἤθελον νὰ τὸ ἐκμεταλλευθοῦν διὰ σκοποὺς ἄλλους, οὐδεμίαν σχέσιν ἔχοντας μὲ τὰς ἰδέας τὰς ἀνθρωπιστικὰς καὶ αἱ ὁποῖαι ἴσως νὰ διεῖπόν τινας ξένους ἐκ τῶν συνελθόντων ἐν Γενεύῃ. Οἱ δύο ξένοι Κὸρφ καὶ Ντὲ Ρόσβερ εἶναι ἀναμφιβόλως πρόσωπα ἄξια ἀπολύτου σεβασμοῦ καὶ πάσης ἐμπιστοσύνης. Ἀλλὰ δὲν δύνανται ἢ νὰ ὁμολογήσουν καὶ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ὅτι αὐτὴ αὕτη ἡ παρουσία των ἀποτελεῖ τι ἀσυμβίβαστον πρὸς τὴν κυριαρχίαν μας ἐν Μακεδονίᾳ, ὅτι αὐτὴ αὕτη ἡ παρουσία των, ὑπὸ τὰς παρούσας μάλιστα συνθήκας, εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον νὰ κατέληγεν εἰς κατάστασιν πραγμάτων παρὰ πολὺ δυσάρεστον διὰ πάντας. Δυνάμεθα ν’ ἀναγνωρίσωμεν ἴσως σχολικὰ καὶ θρησκευτικὰ δικαιώματα εἰς τοὺς θέλοντας νὰ ἐπικαλεσθοῦν τὴν βουλγαρικὴν καταγωγήν των, σύμφωνα μὲ τὰς ἑλληνικὰς παραδόσεις καὶ τὸ σύγχρονον ἀνθρωπιστικὸν πνεῦμα. Ἀλλὰ θὰ πράξωμεν τοῦτο μόνον ὅταν καταστῇ σαφὲς καὶ φανερὸν ὅτι προέρχεται ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας καὶ ὄχι ἔξωθεν, ὅταν ἐξασφαλισθῶμεν ὅτι ἄλλοι ξένοι μακρὰν τῶν συνόρων μας κείμενοι δὲν θὰ ἤθελον νὰ ἐκμεταλλευθῶσι τὰς ἀρχὰς αὐτὰς πρὸς σκοποὺς ἐντελῶς ἀλλοτρίους. Δυνάμεθα νὰ πράξωμεν τοῦτο καὶ ὅταν ἀκόμη εἴμεθα βέβαιοι ὅτι ἐν Βουλγαρίᾳ δὲν θὰ ὑπάρχωσι πλέον Ἕλληνες ἔχοντες ἀνάγκην ὁμοίας προστασίας. Αἱ δηλώσεις ἑπομένως τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ στάσις αὐτῆς εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ εἶναι ἱκανοποιητικαὶ δι’ ἡμᾶς. Μᾶς ἐνδιαφέρει ἡ οὐσία τῶν πραγμάτων καὶ τὸ ἀποτέλεσμα, μᾶς ἐνδιαφέρει ὁ θάνατος τοῦ Πρωτοκόλλου καὶ ὄχι ὁ τρόπος καθ’ ὃν θὰ ἐνταφιασθῇ. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ ἀφήσωμεν ἀπαρατήρητον καὶ νὰ μὴ ζητήσωμεν εὐθύνας ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ὑπέγραψαν τὸ Πρωτόκολλον, ὑφ’ ἃς συνθήκας τὸ ὑπέγραψαν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπέδωκεν ἐν μέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Πρωτοκόλλου εἰς τὰ γεγονότα τοῦ Τέρλιτζ. Πράγματι ἀξίζει τὸν κόπον νὰ ἀνατρέξωμεν ὀλίγον εἰς αὐτά. Κατὰ τὸν μῆνα Ἰούλιον, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐφονεύθησαν 17 χωρικοὶ σλαυόφωνοι εἰς τὴν περιφέρειαν τῶν Σερρῶν, παρὰ τὴν βουλγαρικὴν μεθόριον. Ὅσοι συνέβη νὰ ἀναγνώσητε ξένας ἐφημερίδας θὰ ἐμείνατε κατάπληκτοι πρὸ τοῦ θορύβου ὁ ὁποῖος τότε ἐδημιουργήθη. Ἡ Βουλγαρία, ἡ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις, ἡ Κυβέρνησις μιᾶς Χώρας εἰς τὴν ὁποίαν πέρυσιν ἐσφάγησαν ὑπὸ τῶν βουλγαρικῶν Ἀρχῶν 17–20,000 Βουλγάρων πολιτῶν, ἡ Κυβέρνησις μιᾶς Χώρας εἰς τὴν ὁποίαν αἱ δολοφονίαι αἱ πολιτικαὶ εἶναι εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, κατώρθωσεν ἀπὸ τῶν στηλῶν τοῦ παγκοσμίου Τύπου νὰ μᾶς καλύψῃ διὰ πραγματικοῦ βορβόρου διὰ τὰ γεγονότα ἐκεῖνα καὶ κατώρθωσε νὰ συγκινήσῃ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν συνεκινήθησαν διὰ τὰς σφαγάς, τὰς πολὺ εὐρυτέρας, αἱ ὁποῖαι ὄχι πρὸ πολλοῦ εἶχον τελεσθῆ εἰς τὴν Μικρὰν Ἀσίαν. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ ὁμολογήσωμεν ὅτι ἡ ἀδράνεια τῆς τότε Κυβερνήσεως ὑπῆρξεν ἀξιοδάκρυτος. Μόλις ὀλίγας διαμαρτυρίας εἴδομεν δημοσιευομένας εἰς τὸν Τύπον. Μέχρι τῆς ἐπὶ τόπου ἀφίξεως τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν ξένων ὁ Τύπος ὁ ἰδικός μας ἀπέδιδε τὸ ἔγκλημα εἰς συμμορίας κομιτατζήδων, αἱ ὁποῖαι ἐπετέθησαν κατὰ τῶν χωρικῶν. Ἀλλὰ μόλις ἔφθασεν ἐπὶ τόπου ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ ἐδημοσίευσε τὴν ἔκθεσίν της, δημοσιευθεῖσαν καὶ εἰς τὸν Τύπον τὸν ἐγχώριον, τοὐλάχιστον ἐν Μακεδονίᾳ, ἡ Κυβέρνησις ἐσιώπησε καὶ οἱονεὶ σιωπηλῶς ἐπεκύρωσε τὸ πόρισμα τῆς ἀνακρίσεως ἐκείνης. Καὶ ἐρωτᾶται ἑπομένως: Ἡ Κυβέρνησις ἐγνώριζε τὰς συνθήκας ὑπὸ τὰς ὁποίας διεπράχθη τὸ ἔγκλημα; Καὶ ἂν τὰς ἐγνώριζε, διατί δὲν προέβαινεν ἀμέσως καὶ κεραυνοβόλως εἰς τὴν σύλληψιν τῶν ὑπαιτίων, ὥστε νὰ μὴ ἔλθωσιν ἐπὶ τόπου οἱ ξένοι, νὰ μὴ προσβληθῇ ἡ κρατική μας ἀξιοπρέπεια καὶ νὰ μὴ ἴδωμεν τὴν ἔκθεσιν ἐκείνην, ἡ ὁποία κάθε ἄλλο παρὰ τιμὴν περιποιεῖ εἰς ἡμᾶς; Δὲν τὰς ἐγνώριζε; Ἀλλὰ τίνος εἴδους Κυβέρνησις, τίνος εἴδους Κράτος εἴμεθα εἰς τὸ ὁποῖον ἡ κεφαλὴ δὲν γνωρίζει τί πράττουν αἱ χεῖρες καὶ οἱ πόδες; Καὶ βεβαίως δὲν χρεωστεῖ τίποτε ὁ κόσμος ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶναι ἐκεῖ ἐπάνω, ὥστε λόγῳ ἐγκληματικῆς ἐπιπολαιότητος στρατιωτικῶν βαθμοφόρων ἢ δὲν ἠξεύρω τίνος ἄλλου κρατικοῦ ὀργάνου νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν σάλον τὸν ὁποῖον χάρις εἰς τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Πρωτοκόλλου ὑπέστη.
§97Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κατὰ τίνα τρόπον συνδέετε τὸ γεγονὸς αὐτὸ μὲ τὸ Πρωτόκολλον;
§98Γ. ΜΟΔΗΣ. Τὸ εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§99Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶπον ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι συνέλαβον τὴν ἰδέαν τοῦ Πρωτοκόλλου ἐπηρεάσθησαν ἀπὸ τὴν ἀτμόσφαιραν τὴν γεννηθεῖσαν ἐκ τοῦ ἐπεισοδίου ἐκείνου. Ὄχι ὅτι πταίει ἡ Κυβέρνησις ἡ τότε, διότι, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τὸ ἐπεισόδιον ἔγινε καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἦτο ὑπὸ παραίτησιν.
§100Γ. ΡΟΥΣΣΟΣ. Νομίζω ὅτι ἔγινε τὸν Ἰούλιον.
§101Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πότε ἀνελάβετε τὴν Ἀρχήν;
§102Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τέλη Ἰουλίου.
§103Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἐπεισόδιον ἔγινεν εἰς τὰς 27 ἢ 28 Ἰουλίου.
§104Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἔχετε τὴν καλωσύνην νὰ ἐπαναλάβητε ὅ,τι εἴπετε διὰ τὴν χρονολογίαν τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Πρωτοκόλλου;
§105Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ τὴν χρονολογίαν δὲν εἶπον τίποτε· εἶπον περὶ τῆς χρονολογίας κατὰ τὴν ὁποίαν ἔγινε τὸ ἐπεισόδιον τοῦ Τέρλιτς· δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς.
§106Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε δὲν φαντάζομαι ὅτι τὸ γεγονὸς αὐτὸ ὑπηγόρευσε τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Πρωτοκόλλου.
§107Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὅτι ὑπηγόρευσε, βεβαίως ὄχι.
§108Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Οὔτε ὅτι συνετέλεσεν.
§109Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ εἶπον ὅτι μετὰ τὸ γεγονὸς τοῦτο ἐδημιουργήθη ἀναμφισβητήτως μία ἀτμόσφαιρα κατὰ τῆς Ἑλλάδος, ἡ δὲ Ἑλλὰς εἶπον καὶ χθὲς ὅτι ἀπέδειξεν ὅτι τιμωρεῖ τέλος πάντων, ἐνῷ ἄλλοι δὲν τιμωροῦν. Ὑποθέτω ὅτι δὲν δύναμαι νὰ πιστοποιήσω ὅτι τὸ γεγονὸς τοῦτο συνετέλεσεν εἰς τὴν ἔντασιν τῶν προσπαθειῶν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐπεδίωκον νὰ συνταχθῇ τὸ Πρωτόκολλον.
§110Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Πιθανόν, κύριε Πρόεδρε, νὰ συμπίπτουν αἱ χρονολογίαι, πιθανὸν νὰ ἐχρησίμευσεν ὡς ἐσχάτης τάξεως ἀφορμὴ τὸ γεγονὸς αὐτό, ἀλλ’ εἰς τὴν διπλωματικὴν ζύμωσιν γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ ὅτι βεβαίως δὲν ὑπελογίσθη τὸ γεγονὸς αὐτὸ ποσῶς. Ὑπῆρξεν ἀποτέλεσμα τῆς θέσεως ἐν ἰσχύϊ τῆς Συμβάσεως περὶ μειονοτήτων ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Πρωτοκόλλου. Ἑπομένως, ἂν συνέπεσε τὸ ἐπεισόδιον τοῦ Τέρλιτς νὰ ἐπιταχύνῃ ἴσως ἢ νὰ δώσῃ μίαν ἀφορμὴν εἰς τὴν προσπάθειαν τῶν ἰσχυρῶν ξένων, οἵτινες εἰδικῶς, ὡς γνωστόν, ἀνεχώρησαν ἐκ τῆς Βαλκανικῆς καὶ μετέβησαν εἰς τὴν Γενεύην, εἰσαγαγόντες τὸ ζήτημα εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν πολὺ πρὶν συμβῇ τὸ ἐπεισόδιον τοῦ Τέρλιτς, εἶχε δὲ ληφθῇ ἡ ἀπόφασις, νομίζω ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν ἐκ τοῦ συμπτωματικοῦ τούτου ἐπεισοδίου τὴν ἐπιβολὴν τοῦ Πρωτοκόλλου εἰς τὴν Ἑλλάδα.
§111Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἐπεβλήθη ἀπὸ κανένα.
§112Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον ὅτι ἐπεβλήθη.
§113Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Λέγω ὅτι ὑπεδείχθη εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἡ ὑπόδειξις αὐτὴ πιθανῶς κατὰ σφάλμα, κατὰ παγίδα, ἂν θέλετε, παρεξηγήθη ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα. Δὲν δικαιολογῶ οὔτε κατηγορῶ κανένα. Ὁπωσδήποτε διαπιστῶ ὅτι τὸ ἐπεισόδιον τοῦ Τέρλιτς δὲν συνετέλεσε ποσῶς ἢ ἴσως ὡς ἐσχάτης τάξεως ἀφορμή. Τὸ Πρωτόκολλον ὑπεγράφη ἀσχέτως πρὸς τὸ ἐπεισόδιον αὐτό. Ὀφείλω δὲ καὶ ἐγὼ νὰ τονίσω ὅτι δὲν ἔσχον ποσῶς γνῶσιν τοῦ Πρωτοκόλλου.
§114Β. ΑΛΕΒΙΖΑΤΟΣ. Ἀκριβῶς αὐτό.
§115Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διαφωνοῦμεν, κύριε συνάδελφε.
§116Γ. ΜΟΔΗΣ. Μᾶς εἶναι ἐπίσης ἀνεξήγητος ἡ βία, ἡ σπουδὴ καὶ ὁ μυστικισμὸς μὲ τὸν ὁποῖον ὑπεγράφη τὸ Πρωτόκολλον τοῦτο, σπουδὴ χάρις εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἐλάβομεν γνῶσιν τῆς ὑπογραφῆς του οὐδ’ ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν πληθυσμῶν ἐκείνων εἰς βάρος τῶν ὁποίων ἐπρόκειτο τοῦτο νὰ ἐφαρμοσθῇ. Βία καὶ σπουδὴ ἡ ὁποία δὲν ἐθεώρησεν ἐπιβεβλημένον νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην καὶ τῆς τότε συμμάχου τουλάχιστον Σερβίας καὶ ἐν ἀρνητικῇ αὐτῆς ἀπαντήσει νὰ προβάλῃ ὡς παραπέτασμα τὴν ἄρνησιν αὐτήν, ἐνῷ, καθὼς ἐλέχθη, ἀργότερον ἐδέχθημεν νὰ ἀναγνωρίσωμεν καὶ ἀνυπάρκτους σερβικὰς μειονότητας. Ἂν μάλιστα αἱ πληροφορίαι καθ’ ἃς ἐν ἀρχῇ τὸ Πρωτόκολλον ἔφερε τὴν διατύπωσιν ad referendum καὶ ὅτι ἡ διατύπωσις αὕτη διεγράφη ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Ἕλληνος ἀντιπροσώπου, ἄν, λέγω, αἱ πληροφορίαι αὗται εἶναι ἀκριβεῖς — καὶ τὸ κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον παραδέχομαι τὴν ἐκδοχὴν αὐτὴν — ὡρισμένως τὸ πρᾶγμα εἶναι τερατῶδες. Κατόπιν τῶν συμφορῶν τὰς ὁποίας ὑπέστημεν ἔχομεν ἀνάγκην ψυχικῆς γαλήνης, αὐτοπεποιθήσεως, ἀσφαλείας διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ προβῶμεν σταθερῶς καὶ ἀσφαλῶς εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῶν πληθυσμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐξακολουθοῦν νὰ σωρεύωνται. Εἴμεθα λοιπὸν ὑποχρεωμένοι νὰ δειχθῶμεν — καὶ πρέπει νὰ δειχθῶμεν — αὐστηροὶ ἐναντίον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εἴτε ἐξ ἐπιπολαιότητος εἴτε ἐκ λάθους εἴτε δι’ ἄλλον λόγον προέβησαν εἰς τὴν ὑπογραφὴν πράξεως ἐντελῶς ἀσυμβιβάστου πρὸς τὴν ἐσωτερικὴν ἡμῶν κυριαρχίαν, πρὸς τὰ συμφέροντα τὰ ἑλληνικὰ καὶ πρὸς τὴν κατάστασιν τὴν πραγματικήν, τὴν ἑλληνικήν. (Χειροκροτήματα).
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κωνσταντινίδης ἔχει τὸν λόγον.
§118Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Πρωτοκόλλου τῆς Γενεύης ἐπανειλημμένως ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἀπέφυγε, προφασισθεῖσα ὅτι ἐκ τῆς συζητήσεως θὰ ἐβλάπτοντο ἐθνικὰ συμφέροντα, καὶ οὕτως ἡ μειονοψηφία, παρὰ τὰς διαμαρτυρίας της καὶ τὴν θέλησίν της νὰ ἐκπληρώσῃ ἓν ἐθνικὸν καθῆκον, ὑπέκυψεν εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, μὲ ἀκράδαντον ὅμως πεποίθησιν ὅτι τοὐναντίον ἐθνικὰ συμφέροντα θὰ ἐζημιοῦντο διὰ τῆς ἀποφυγῆς τῆς συζητήσεως, καὶ τοῦτο λόγῳ τοῦ χρόνου ὅστις θὰ διέρρεε καὶ κατὰ τὸν ὁποῖον ἦτο πολὺ φυσικὸν τὸ διὰ τὴν ἰσχὺν τοῦ Πρωτοκόλλου ἐνδιαφερόμενον Κράτος νὰ κινηθῇ καὶ νὰ ἐνεργήσῃ διπλωματικῶς. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀποφεύγων τὴν συζήτησιν καὶ θέλων νὰ καλύψῃ τὰς εὐθύνας ἐκείνων οἵτινες τόσον ἀφελῶς ἔσπευσαν νὰ δεσμεύσωσι τὴν Ἑλλάδα διὰ παρομοίου ἐγκληματικοῦ, κατ’ ἐμέ, Πρωτοκόλλου δὲν ἔλαβε μέχρις ἐσχάτων ποσῶς ὑπ’ ὄψιν τὴν λαϊκὴν ἐξέγερσιν καὶ ἀγανάκτησιν, ἀλλὰ τοὐναντίον ὡς μόνον κατάλληλον φάρμακον θεραπείας τοῦ κακοῦ ἐφεῦρε τὸν χρόνον, ἵνα διὰ τοῦ χρόνου ἀτονήσῃ τὸ Πρωτόκολλον. Ποίαν ὅμως σημασίαν, κύριοι συνάδελφοι, δύναται νὰ ἔχῃ παρομοία ἀτόνησις, δεδομένου ὅτι διὰ νὰ προκληθῇ ἡ ἀτόνησις εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ παραδεχθῶμεν μίαν Σύμβασιν ἐκκρεμοῦσαν, Σύμβασιν ἥτις δεσμεύει τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν ὁποίαν ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἀνέχεται νὰ ἀκούσῃ κἂν ὁ μακεδονικὸς λαός; Ἡμεῖς οἱ νεωστὶ εἰσελθόντες εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ὅπως κάποτε εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ οἱ ἄμοιροι τῆς ὑψηλῆς πολιτικῆς καὶ τῶν λεπτῶν διπλωματικῶν μεθόδων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἰδοὺ τί δὲν δυνάμεθα νὰ ἐννοήσωμεν. Δὲν θὰ ἀναπτύξω φιλολογίαν, οὔτε θὰ προσπαθήσω διὰ τῆς ἀγορεύσεώς μου νὰ διαλύσω τὴν δυσμενῆ ἀτμόσφαιραν, τὴν ὁποίαν ἐφαντάσθη ὁ ἐκ Φλωρίνης κ. συνάδελφος, ἐν τῇ Κοινωνίᾳ τῶν Ἐθνῶν, ἀλλὰ θὰ περιορισθῶ εἰς ὀλίγα, ἀφορῶντα τὴν δημιουργίαν τοῦ Πρωτοκόλλου καὶ τὴν μέχρι τοῦδε στάσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Πρῶτον, ἀφοῦ ὑπῆρχε μία Συνθήκη περὶ μειονοτήτων, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας ἦτο πολὺ φυσικὸν ἡ Ἑλλὰς νὰ προστατεύσῃ τὰς βουλγαρικὰς μειονότητας, ποία ἡ ἀνάγκη καὶ ποία ἡ σπουδὴ ὅπως εἰς τὴν Συνθήκην ταύτην προστεθῇ ἐπὶ πλέον μία ἑλληνοβουλγαρικὴ συμφωνία διὰ τῆς ὁποίας νὰ παρέχωνται δικαιώματα εἰς τὴν Βουλγαρίαν; Πιθανῶς, θὰ μᾶς εἴπωσι, πρὸς προστασίαν τῶν ἐν Βουλγαρίᾳ ἑλληνικῶν μειονοτήτων. Αὐτό, μὰ τὴν ἀλήθειαν, θὰ ἦτο μία δικαιολογία πολὺ ἄσκοπος καὶ πεπλανημένη, διότι τὴν ἀπάντησιν διὰ τῶν ἀνθελληνικῶν σκηνῶν τῆς Στενημάχου καὶ ἄλλων βουλγαρικῶν πόλεων μᾶς τὴν ἔδωσαν ἀφ’ ἑνὸς οἱ Βούλγαροι καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὁ κ. τέως Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις πρὸ τῶν διακοπῶν εἰς μίαν ἐρώτησιν ἑνὸς συναδέλφου ἐπὶ τῶν ἀνθελληνικῶν σκηνῶν ἐν Βουλγαρίᾳ ἀπήντησε λίαν ἀφελῶς: «Τί δυνάμεθα νὰ κάμωμεν ἐπὶ τέλους; Αὐτοὶ δὲν εἶναι Ἕλληνες ὑπήκοοι». Δεύτερον, ἀφοῦ παραδεχόμεθα τὴν Συνθήκην περὶ μειονοτήτων ὡς Νόμον καὶ συνεπῶς ὡς μόνην δικαιουμένην νὰ τροποποιῇ τοὺς νόμους τῆς Συντακτικῆς Ἐξουσίας, μὲ ποῖον δικαίωμα ὁ δημιουργὸς τοῦ ἐγκληματικοῦ Πρωτοκόλλου κ. Πολίτης ἐπενόησε νὰ προσθέσῃ καὶ διάταξιν διὰ τῆς ὁποίας ἡ ἰσχὺς τοῦ Πρωτοκόλλου ἄρχεται ἀπὸ τὴν ἡμέραν τῆς ὑπογραφῆς του; Κατὰ πόσον, κύριοι συνάδελφοι, αἱ βουλγαρικαὶ μειονότητες ὠφελήθησαν ἀπὸ τὴν διάταξιν αὐτὴν μᾶς εἶναι ἤδη γνωστόν· διότι καθ’ ἣν στιγμὴν πρὸ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Πρωτοκόλλου εἶχον δηλώσει αὗται ὅτι οἰκειοθελῶς θὰ μετενάστευον εἰς τὴν Βουλγαρίαν, ἅμα τῇ ὑπογραφῇ τοῦ Πρωτοκόλλου ἀνεκάλεσαν ὅλαι τὴν ἀπόφασίν των.
§119Ν. ΚΟΝΤΟΛΕΩΝ. Κύριε συνάδελφε, ὄχι μόνον εἶχον δηλώσει, ἀλλ’ εἶχον ἀνακαλέσει ταυτοχρόνως.
§120Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ. Ἡ ἀνάκλησις αὕτη εὐλόγως ἐξήγειρε τὸν λαὸν τῆς Μακεδονίας, ὁ ὁποῖος ἔχει πικρὰν πεῖραν τῶν ἀγαθῶν προθέσεων τῆς Βουλγαρίας, τὰς ὁποίας προθέσεις καὶ ἄλλοτε πρὸ ἐτῶν ἐπεχείρησε νὰ ἐπιδείξῃ καὶ ἐδέησε νὰ ἐγερθῇ σύσσωμος ὁ μακεδονικὸς λαός, ἵνα ἀποδυθῇ εἰς σκληρὸν ἐθνικὸν ἀγῶνα, τὸν μακεδονικόν, διὰ νὰ ἀποδείξῃ ὅτι οὐδέποτε ἡ Βουλγαρία εἶχε σχέσιν μὲ τὴν Μακεδονίαν. Ὁ μακεδονικὸς λαός, ἀνεξαρτήτως κομματικῆς ἀποχρώσεως καὶ πολιτικοῦ φρονήματος, ἀπαιτεῖ νὰ ἀπαλλαγῇ τοῦ ἐφιάλτου τούτου καὶ τῆς σκέψεως ὅτι ὑφίσταται κἂν μία συμφωνία μετὰ Κράτους ἐκ τῆς προσφάτου ἐγκληματικῆς πολεμικῆς δράσεως τοῦ ὁποίου τὸ μέγα καὶ βαρὺ πένθος τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας ὑφίσταται ἀκόμη. Πῶς, κύριοι συνάδελφοι, ἡ Κυβέρνησις μόλις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀντελήφθη τὴν λαϊκὴν ἐξέγερσιν καὶ ἀγανάκτησιν καὶ ρυμουλκηθεῖσα ὑπ’ αὐτῆς ἔσπευσε νὰ ὑποβάλῃ ὑπόμνημα πρὸς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, διὰ τοῦ ὁποίου ἀφήνει νὰ ὑπονοηθῇ τὸ ἀδύνατον τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Πρωτοκόλλου, πῶς ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν φορὰν ταύτην τὴν βλάβην τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων διὰ τὰ ὁποῖα ἐκόπτετο μέχρι τῆς προχθὲς καὶ πῶς παρεγνώρισε τὰ συμφέροντα ταῦτα καὶ διατί ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔσπευσαν πρῶτον νὰ ὑποβάλουν τὸ Πρωτόκολλον εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ μετὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως νὰ ἀποταθοῦν εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν; Ὅλα αὐτά, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἀρκετὰ διὰ νὰ μᾶς πείσουν ὅτι κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καλὴ εἶναι ἡ ἀτόνησις τοῦ Πρωτοκόλλου, καλυτέρα ἡ ἀκύρωσις καὶ παρὰ πολὺ καλὴ κάθε πρωτοβουλία καὶ χειρονομία, ἀρκεῖ νὰ μὴ προέρχωνται ἀπὸ τὴν Ἀριστεράν, δηλαδὴ τὴν «Δημοκρατικὴν Ἕνωσιν». Ἀλλ’ ἀτυχῶς διὰ τὸν κ. Πρόεδρον εἰς τὴν πρωτοβουλίαν καὶ μόνον τῆς Ἀριστερᾶς ὀφείλεται ἡ ἀπόρριψις τοῦ Πρωτοκόλλου. Ὁ μακεδονικὸς λαὸς ἀξιοῖ τὴν πανηγυρικὴν ἀκύρωσιν τοῦ Πρωτοκόλλου ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως, πρὸς δὲ καὶ τὴν ἐκ δευτέρου παρασημοφορίαν τοῦ δημιουργοῦ αὐτοῦ κ. Πολίτη καὶ τὴν ἀναγραφὴν τόσον τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ ὅσον καὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ καλύψωσιν αὐτὸν εἰς τὸ Ἐθνικὸν Πάνθεον τῶν Ἡρώων. (Χειροκροτήματα).
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φραγκούδης ἔχει τὸν λόγον.
§122Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Θεωρῶν, κύριοι, τὸ θέμα ἐξηντλημένον θὰ εἴπω μόνον ὀλίγα τινά. Λυποῦμαι διότι τὸ Πρωτόκολλον ἀναγνωρίζει βουλγαρικὰς μειονότητας ἐν Μακεδονίᾳ, διότι τοιαῦται οὐδέποτε ὑπῆρξαν. Οὐδέποτε παρεδεχόμεθα ἡμεῖς ὅτι ὑπάρχουν Βούλγαροι ἐν Μακεδονίᾳ. Πρὸ τῶν πολέμων ὁ μακεδονικὸς πληθυσμὸς ἀνήρχετο εἰς 1,700,000, ἐκ τῶν ὁποίων 660,000 ἦσαν σλαυόφωνοι, ὡς ὁμιλοῦντες ὄχι τὴν βουλγαρικὴν γλῶσσαν ἀλλὰ τὴν λεγομένην μακεδονιστικὴν συνεπείᾳ τῆς τρομοκρατίας τῆς Βουλγαρίας. Ἐκ τῶν 600 χιλιάδων αἱ 300 χιλιάδες ἠσπάσθησαν τὸ σχίσμα. Ἀλλ’ ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες ἐλέγομεν ὅτι αἱ 300 χιλιάδες τῶν λεγομένων Βουλγάρων ἦσαν προϊόντα τῆς βουλγαρικῆς προπαγάνδας καὶ τῆς βίας καὶ δὲν ἠδυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι οἱ σλαυόφωνοι τῆς Μακεδονίας ἐλευθερούμενοι μίαν ἡμέραν ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος ἦτο δυνατὸν νὰ παραμείνουν Βούλγαροι. Πῶς λοιπὸν ἐρχόμεθα σήμερον νὰ ἀναγνωρίσωμεν βουλγαρικὰς μειονότητας; Δὲν παραγνωρίζω ὅμως τὸ γεγονὸς ὅτι μερικοὶ ἐκ τῶν σλαυοφώνων αὐτῶν φανατισθέντες κατὰ τὴν δεκαπενταετίαν τῆς βουλγαρικῆς τρομοκρατίας ἐσχημάτισαν συνείδησιν βουλγαρικήν, ἀλλ’ ἔχομεν πάντοτε τὴν πεποίθησιν καὶ τὴν ἐλπίδα ὅτι οἱ Βούλγαροι αὐτοὶ σιγὰ–σιγὰ συγχωνευόμενοι μὲ τὸ ἑλληνικὸν σῶμα ἤθελον ἀποβάλει τὸν φανατισμὸν τὸν βουλγαρικὸν καὶ θὰ ἐπανήρχοντο εἰς τὴν πίστιν τῶν πατέρων των. Διότι ναὶ μὲν αἱ Συνθῆκαι ἀναγράφουν προστασίαν τῶν μειονοτήτων, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐφαντάσθημεν ὅτι ἠδύναντο νὰ ὑπάρξουν Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις ἀναγνωρίζουσαι μειονότητας βουλγαρικὰς τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐνομίζομεν ὅτι διὰ τῆς ἑλληνικῆς παιδείας οἱ σλαυόφωνοι πληθυσμοὶ τῆς Μακεδονίας ἤθελον ἐπανέλθει εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς μὴ σχισματικῆς καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος, ἡ ὁποία τοὺς ἐπροστάτευσεν ἀπὸ τὸν τουρκικὸν ζυγὸν καὶ τὴν ἐξαφάνισιν ἐπὶ 500 ἔτη.
§123Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Αὐτοὶ εἶχον ἐπανέλθει καὶ ἡμεῖς τοὺς ἐδιώξαμεν πάλιν.
§124Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Ἡ φράσις «βουλγαρικαὶ μειονότητες», ἡ ὁποία ἀναφέρεται εἰς τὸ Πρωτόκολλον, εἶναι πραγματικῶς μία φράσις ἡ ὁποία καταισχύνει ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐνέπνευσαν τὸ ἔγγραφον τοῦτο. Καὶ ἐρχόμεθα εἰς τὸ ζήτημα τῶν εὐθυνῶν, διότι μετὰ τὴν πανηγυρικὴν δήλωσιν ὅτι τὸ Πρωτόκολλον αὐτὸ δὲν δέχεται ἡ ἐθνικὴ ψυχὴ ἐρχόμεθα εἰς τὰς εὐθύνας ἐκείνων οἱ ὁποῖοι διέπραξαν τὸ Πρωτόκολλον αὐτό. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι, παρ’ ὅλην τὴν ὑπόληψιν τὴν ὁποίαν τρέφομεν πρὸς τὸν ἐν Παρισίοις πρεσβευτὴν τῆς Ἑλλάδος, οὗτος κατεχράσθη τὸ μέγα γόητρον τὸ ὁποῖον τοῦ ἐδώσαμεν καὶ τὸ ὁποῖον ἀπέκτησεν ἐξ αἰτίας ἑνὸς ἄλλου περιστατικοῦ, οὕτως ὥστε μόνος του καὶ οἰκειοθελῶς νὰ διαπράξῃ πρᾶξιν ἐκ τῆς ὁποίας ἐξαρτᾶται ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος καὶ ἡ Συνέλευσις. Ἑπομένως ἡ εὐθύνη τοῦ κ. πρεσβευτοῦ εἶναι βαρυτάτη καὶ δὲν γνωρίζω ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ παραμείνῃ ἐπὶ πολὺ εἰς τὴν θέσιν του, μολονότι ἀναγνωρίζομεν καὶ τὴν ἐπιστημονικήν του ἱκανότητα καὶ τὸ κῦρος τὸ ὁποῖον ἔχει καὶ τὸ ὁποῖον ἀντλεῖ ἐκ τῆς ἐπιστημονικῆς του μορφώσεως καὶ τῶν σχέσεών του.
§125Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κατὰ τεκμήριον ἐντολοδόχος εἶναι ὁ πρεσβευτὴς ἐκτελῶν ἐντολὴν τοῦ ἐντολέως του. Διατί λοιπὸν ὁμιλεῖτε περὶ τοῦ πρεσβευτοῦ; Ἐφόσον δὲν ὑπάρχει ἀποκήρυξις τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος, δὲν εἶναι καὶ ἠθικὸν νὰ καταφερώμεθα κατὰ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος.
§126Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἐφόσον δὲν ὑπάρχει ἀποκήρυξις, ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην τοῦ ἀντιπροσώπου ἡ Κυβέρνησις.
§127Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Ἂν ἡ Κυβέρνησις καλύπτῃ τὰς εὐθύνας αὐτάς, βεβαίως τὰς ἀναλαμβάνει. Ἡ Κυβέρνησις διατείνεται ὅτι τὸ Πρωτόκολλον οὐδέποτε ὑπῆρξεν ἐν τῇ πραγματικότητι, ὅτι ἠτόνησεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς...
§128Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν τὸ εἶπεν αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις.
§129Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Τόσον τὸ χειρότερον. Ἡ Κυβέρνησις εἶπεν ὅτι τὸ Πρωτόκολλον οὐδέποτε ἐφηρμόσθη καὶ εὑρίσκω ὅτι ἡ εὐθύνη της ὑπῆρξε μεγάλη, διότι δὲν καθώρισεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὴν στάσιν της. Ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως καὶ νὰ εἴπῃ· «νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο διὰ τὸ Πρωτόκολλον». Ἐφάνη ὅτι εἶχε φόβους νὰ ἐκδηλώσῃ τὴν γνώμην της ἐπὶ τόσον σοβαροῦ ζητήματος, ἐναντίον τοῦ ὁποίου ἦσαν κεκηρυγμένοι ὅλοι οἱ πληρεξούσιοι καὶ ἔγραφον αἱ ἐφημερίδες τῆς ἄλλης παρατάξεως, καὶ ἐπεριμέναμεν ἀπὸ τὴν ἄλλην παράταξιν νὰ μᾶς ξυπνήσῃ. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἀφῆκε τόσον ἀκαθόριστα τὰ πράγματα, ὥστε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Βουλγαρίας κ. Κάλφωφ, ὑποβάλλων πρὸ ὀλίγων μάλιστα ἡμερῶν τὸ Πρωτόκολλον εἰς τὴν Σοβράνιε, ἐξῆρεν αὐτὸ ὡς μίαν ἀπὸ τὰς μεγαλυτέρας βουλγαρικὰς ἐπιτυχίας. Νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ ὁποία ἀπεδοκίμασε πρᾶξιν ἑνὸς Ὑπουργοῦ της, πρεσβευτοῦ, ἤθελε δηλώσει τοῦτο ἀμέσως εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κράτους μεθ’ οὗ συνεβλήθη — διότι μία δήλωσις ἔστω καὶ μεμονωμένη ἐνώπιον τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ἰσοδυναμεῖ μὲ Σύμβασιν, ἔστω καὶ ἂν δὲν φέρῃ τὰς ὑπογραφὰς καὶ τῶν δύο μερῶν τὸ ἔγγραφον. Ἐνῷ λοιπὸν ὁ κ. Κάλφωφ ἐπανηγύριζε διὰ τὸ Πρωτόκολλον, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἤξευρεν ἂν θὰ τὸ ἐφαρμόσῃ. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως εἶναι μεγάλη καί, ἂν ἀποσοβηθῇ τὸ κακὸν τοῦ Πρωτοκόλλου, τοῦτο βεβαίως δὲν θὰ ὀφείληται εἰς αὐτήν.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δοξιάδης ἔχει τὸν λόγον.
§131Α. ΔΟΞΙΑΔΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, καταγόμενος ἀπὸ τὴν Χώραν ἐκείνην διὰ τὴν ὁποίαν σήμερον συζητοῦμεν ἂν πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ ὡρισμένη Σύμβασις ἢ ὄχι, καὶ εὑρισκόμενος μεταξὺ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔξω Ἑλληνισμοῦ ὁ μόνος ἐκ Βουλγαρίας πληρεξούσιος ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει ταύτῃ θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ ἐκφράσω τὸν πόνον τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐκείνου ὁ ὁποῖος τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἡμεῖς ἐνταῦθα συζητοῦμεν λῃστεύεται, ἀτιμάζεται καὶ σφαγιάζεται. (Χειροκροτήματα). Συγχρόνως δὲ νομίζω ὅτι ἐκφράζω τὴν ἐπιθυμίαν ὅλων τῶν ἐκεῖ Ἑλλήνων καὶ τὴν εὐχὴν ὅπως μὴ θεωρηθῶσιν ἀντάλλαγμα καὶ ὅπως ὑποστῶσι πᾶσαν θυσίαν, ἀρκεῖ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος σύσσωμον καὶ τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος νὰ μὴ παραβλαβῇ οὐδὲ κατὰ κεραίαν. Διὰ τοῦ Πρωτοκόλλου τούτου ἕν τι ἐπεδιώχθη, ἡ βαλκανικὴ εἰρήνη. Καὶ ἐρχόμεθα νὰ ἐξετάσωμεν ἂν ἦτο δυνατὸν κατόπιν τῆς διανοητικότητος τοῦ βουλγαρικοῦ λαοῦ καὶ μερίδος ἢ ὅλων τῶν ἰθυνόντων τὰς τύχας αὐτοῦ, ἂν ἦτο δυνατὸν ποτὲ νὰ ἐπέλθῃ μία τοιαύτη συνεννόησις, μία εἰρηνικὴ τῶν πραγμάτων κατάστασις ἐν τοῖς Βαλκανίοις. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι, ἂν καὶ ἐπὶ τόσα ἔτη, ὑπὲρ τὰ τριάκοντα, παρακολουθῶ ἐκεῖθεν καὶ ἐντεῦθεν τὰς φυλετικὰς καὶ θρησκευτικὰς διαμάχας μεταξὺ τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τοῦ Βουλγαρισμοῦ, ἐν τούτοις τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν διαπνέομαι ἀπὸ σωβινιστικὸν πνεῦμα, ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἰς ὅλους τοὺς λαοὺς τῶν Βαλκανίων συμφέρει νὰ ἐπέλθῃ μία ῥιζική, πραγματικὴ εἰρήνη ἐν τῇ Βαλκανικῇ πρὸς κοινὴν εὐτυχίαν καὶ εὐημερίαν τῶν λαῶν. Καὶ ἐρχόμεθα νὰ ἐξετάσωμεν ἂν ἦτο δυνατὸν διὰ τοῦ Πρωτοκόλλου τούτου νὰ ἐπιτευχθῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐσκόπουν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὸ ἐπρότειναν καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὸ ὑπέβαλον. Εἶναι δυνατὸν τοῦτο τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν γνωρίζομεν ὅτι μέχρι τελευταίας στιγμῆς διάφοροι ἀνεύθυνοι παράγοντες ἐν Βουλγαρίᾳ ὑπὸ τὰ ὄμματα αὐτῆς ταύτης τῆς Κυβερνήσεως ἐξακολουθοῦν νὰ σφαγιάζουν, νὰ ἀτιμάζουν καὶ νὰ λῃστεύουν τὸν ἑλληνικὸν πληθυσμόν; Εἶναι δυνατὸν μὲ μίαν τοιαύτην Κυβέρνησιν, μὲ μίαν τοιαύτην νοοτροπίαν πραγματικῶς νὰ φέρωμεν εἰρηνικὰ ἀποτελέσματα ἐν τοῖς Βαλκανίοις; Τὸ ζήτημα τοῦτο πρέπει νὰ ἐξετασθῇ, διότι οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει ὅτι ὁ βουλγαρικὸς Τύπος, ὁ ὁποῖος τόσον τεχνηέντως γνωρίζει νὰ διεγείρῃ τὴν εὐρωπαϊκὴν Κοινὴν Γνώμην ὑπὲρ τῆς Βουλγαρίας, θὰ λάβῃ τὴν ἀπόρριψιν ἐκ μέρους ἡμῶν τοῦ Πρωτοκόλλου τούτου ὡς ἔλλειψιν ἀνεκτικότητος ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἐνῷ οἱ Βούλγαροι καυχῶνται ὅτι εἶναι ὁ ἀνεκτικώτερος λαὸς τῆς Βαλκανικῆς καὶ φίλος τῆς Εὐρώπης. Καὶ θὰ ἐξετάσωμεν τώρα κατὰ πόσον οἱ Βούλγαροι, ὄχι ἀπὸ πολλοῦ χρόνου, ἀλλ’ ἀπὸ τῶν βαλκανικῶν πολέμων καὶ ἐντεῦθεν, ἦσαν ἀνεκτικοί. Ἂς συγκρίνωμεν τό τί ἔπραξαν αἱ βουλγαρικαὶ Κυβερνήσεις καὶ αἱ ἑλληνικαὶ καὶ θὰ φθάσωμεν εἰς ὁριστικὰ καὶ θετικὰ ἀποτελέσματα, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λέγονται ἐνταῦθα δὲν θὰ μείνωσι μόνον μεταξὺ τῶν πληρεξουσίων καὶ τῶν ἀκροατῶν, ἀλλὰ θὰ φθάσωσι καὶ μέχρι τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ἡ ὁποία ἀποτελουμένη πολλάκις ἀπὸ πρόσωπα τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν τὴν βαλκανικὴν διανοητικότητα, ἐξαπατῶνται συχνὰ ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσωπεύουν τὰ βαλκανικὰ Κράτη. Καὶ ἐρωτῶ· μετὰ τὸ 1913, μετὰ τὴν κατάληψιν τῆς Δυτικῆς Θράκης καὶ τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας, ποία ἦτο ἡ τύχη τῶν Ἑλλήνων τῆς Δυτικῆς Θράκης καὶ ποία ἡ τύχη τῶν Βουλγάρων οἱ ὁποῖοι ἔμειναν ὑπὸ ἑλληνικὴν κατοχήν; Οἱ πληρεξούσιοι τῆς Δυτικῆς Θράκης γνωρίζουν ὅτι ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν κατάληψιν αὐτῆς ὑπὸ τῶν Βουλγάρων ὁλόκληρος ὁ ἑλληνικὸς πληθυσμὸς ἠναγκάσθη ἐντὸς ὀλίγων ὡρῶν νὰ ἐγκαταλείψῃ ἑστίας καὶ περιουσίας καὶ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ γνωρίζομεν τὰς εἰκόνας τῶν σφαγῶν τοῦ Ὀξιλάρ, τὰς ὁποίας ἐδημοσίευσεν ἡ «Ἰλλουστρασιὸν» τὸν Νοέμβριον τοῦ 1913. Καὶ ἐρωτῶ ἀκόμη· τί ἐγένετο διὰ τοὺς Βουλγάρους, οἱ ὁποῖοι ἦλθον εἰς τὴν ἑλληνικὴν κυριαρχίαν; Οὐδεὶς τούτων ἐξετοπίσθη, ἐκτὸς ἐκείνων οἱ ὁποῖοι συμμετέσχον εἰς τὰς συμμορίας καὶ οἱ ὁποῖοι ἐφοβοῦντο ἀντίποινα καὶ ἐκ μέρους τῶν Ἀρχῶν καὶ ἐκ μέρους τῶν ἐγχωρίων πληθυσμῶν. Καὶ περαιτέρω· ὅταν κατὰ τὸ 1916 κακῇ τῇ μοίρᾳ κατελήφθη ἡ Ἀνατολικὴ Μακεδονία, ποία ἦτο ἡ τύχη αὐτῆς; Καὶ τώρα θὰ σᾶς ἀναφέρω μίαν συνέντευξιν, τὴν ὁποίαν εἶχον ὡς Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας μετὰ τῶν κ.κ. Κὸρφ καὶ Ντὲ Ρόσθερ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀποζημιώσεως τῶν ἐκτοπισθέντων Βουλγάρων ἐκ τῆς Δυτικῆς Θράκης ὑπὸ τοῦ νῦν πληρεξουσίου Θεσσαλονίκης καὶ τέως Ἀρχιστρατήγου κ. Παγκάλου ἕνεκα τῆς ἐπικινδύνου καὶ ἐπισφαλοῦς θέσεως εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκοντο τὰ στρατεύματα, καθότι εἶναι γνωστὸν ὅτι ὄπισθεν τῶν βουλγαρικῶν χωρίων 15,000 συμμορῖται Τοῦρκοι καὶ Βούλγαροι ἡτοιμάζοντο νὰ προσβάλωσιν ἐκ τῶν νώτων τὰ ἑλληνικὰ στρατεύματα, ἂν ἐπεχείρουν ἐκ νέου πόλεμον πρὸς τὴν Τουρκίαν. Καὶ ὅτε ὁ κ. Ρόσθερ προσῆλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας καὶ προέβαλεν ἀπαιτήσεις ἀποζημιώσεως τῶν ἐκτοπισθέντων Βουλγάρων, ἔλαβον τὴν εὐκαιρίαν, ὅταν μοὶ εἶπεν ὅτι εἶναι κακὸν νὰ ἐκτοπίζηται εἷς ἄνθρωπος ἐκ τῆς ἑστίας του καὶ ἐγκαταλείπων τὰ πάντα νὰ φεύγῃ ἐκ τοῦ πατρίου ἐδάφους, νὰ ἀπαντήσω ὅτι «κακὸν καὶ αὐτό, ὑπάρχει ὅμως καὶ κάτι ἄλλο χειρότερον· ὅτι οἱ μὲν ἐκτοπισθέντες Βούλγαροι τῆς Δυτικῆς Θράκης ἐκτοπιζόμενοι μετεφέρθησαν διὰ σιδηροδρόμων, ἁμαξῶν καὶ ἀτμοπλοίων εἰς ἄλλα μέρη τῆς Ἑλλάδος, ὅπου ἔτυχον μιᾶς περιθάλψεως πολὺ καλυτέρας ἐκείνης τῶν προσφύγων, ἐνῷ οἱ ὁμογενεῖς τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας ἐν μέσῳ χειμῶνι γυμνόποδες μετεφέρθησαν διὰ τοῦ Μπέλες καὶ τῆς Ροδόπης πρὸς τὴν Βουλγαρίαν». (Χειροκροτήματα). Τοῦ ὑπενθύμισα καὶ ἕτερον γεγονός, ὅτι τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν οἱ Βούλγαροι ἐκτοπισθέντες ἐτύγχανον περιθάλψεως καλυτέρας τῶν προσφύγων, οἱ ἐκτοπισθέντες Ἕλληνες τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας ἐπὶ ἡμέρας ὁλοκλήρους διήρχοντο τὴν σκληρὰν βουλγαρικὴν γῆν τρεφόμενοι μὲ ὀλίγα δράμια μέλανος ἄρτου. Τοῦ ὑπενθύμισα ἀκόμη ὅτι, ἐνῷ ὁ ἀριθμὸς τῶν θνησκόντων ἐκ τῶν ἐκτοπισθέντων Βουλγάρων εἶναι μικρότερος τῶν θνησκόντων προσφύγων καὶ ἴσος πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκ τοῦ ἐγχωρίου πληθυσμοῦ θνησκόντων, οἱ ἐκ τῶν ἐκτοπισθέντων Ἑλλήνων τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας θνήσκοντες ἀνέρχονται, δυστυχῶς, εἰς 82%. Καὶ ἐνῷ ἡμεῖς σεβασθέντες τὴν οἰκογένειαν ἐξετοπίσαμεν ὁλόκληρον τὴν οἰκογένειαν ὁμοῦ, ἐκεῖνοι, θέλοντες ἀκριβῶς νὰ ἐκριζώσωσι τὸν Ἑλληνισμόν, ἐξετόπισαν μόνον τὸν ἀνδρικὸν πληθυσμόν, γνωρίζοντες ὅτι οἱ γέροντες καὶ αἱ γραῖαι καὶ τὰ τέκνα θὰ ἦσαν εὔκολον παρανάλωμα εἰς τὴν βουλγαρικὴν προπαγάνδαν. Καὶ περαιτέρω, ὅταν μοὶ παρετηρήθη ὅτι οἱ ἐπανερχόμενοι Βούλγαροι μετὰ τὸ 1913 πρὸς διεκδίκησιν τῶν κτημάτων των δὲν εὕρισκον τὴν δέουσαν βοήθειαν ὅπως ἀνακαταλάβωσι ταῦτα καὶ τὰς περιουσίας των, ἀπήντησα: «Εἶναι εὐτυχὲς πρὸς τοῦτο, διότι ὅσοι ἐκ τῶν ἡμετέρων Ἑλλήνων μετέβησαν εἰς τὴν Βουλγαρίαν, ὅπως διεκδικήσωσι τὰ κτήματά των, δὲν ἐπανῆλθον καὶ ἐδολοφονήθησαν ὅλοι. Ἀλλὰ — προσέθεσα εἰς τοὺς κ.κ. Κὸρφ καὶ Ντὲ Ρόσδερ — ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι τὴν στιγμὴν ταύτην Ἕλληνες καὶ Βούλγαροι ὡς Κράτος καὶ ὡς Ἔθνος διεπράξαμεν τὰ ἴδια καὶ εὑρισκόμεθα συνεπῶς εἰς ἴσην μοῖραν, ἐν τούτοις οἱ Βούλγαροι μᾶς ὑπερτεροῦν κατὰ τοῦτο, ὅτι, ἐνῷ αὐτοὶ ἀποστέλλουν συμμορίας εἰς τὸ ἑλληνικὸν ἔδαφος, ἡμεῖς οὔτε ἕνα ἀντάρτην οὔτε ἕνα συμμορίτην δὲν ἐστείλαμεν εἰς τὸ βουλγαρικὸν ἔδαφος». Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι, κατόπιν τῆς ἀπαντήσεως ταύτης, ἡ ὁποία ἴσως δὲν ἦτο διπλωματική, ἀλλὰ πάντως εὐθεῖα καὶ ἀνδρική, ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία εἶχε μεγάλας ἀπαιτήσεις, ὅπως ἐνθυμεῖται καὶ ὁ νῦν πληρεξούσιος Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς καὶ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κ. Γονατᾶς, ὕστερον ἀπὸ ὀλίγας ἡμέρας ἐπανῆλθε, διότι, ὅπως μοῦ ὡμολόγησαν οἱ ξένοι ἀντιπρόσωποι, ἡ ἀπάντησις ἦτο τοιαύτη πρὸς τὸν κ. Ρόσδερ ὥστε αἱ ἀπαιτήσεις των νὰ γίνωσιν ὀλιγώτεραι. Ὅλοι, κύριοι, γνωρίζομεν τὰ γεγονότα τοῦ ἐκτοπισμοῦ καὶ τῆς Δυτικῆς Θράκης καὶ τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας. Καὶ τώρα ἐρχόμεθα εἰς τὰ μετὰ τὸν Εὐρωπαϊκὸν πόλεμον. Ὅταν ὁ κ. Βενιζέλος εἰσηγήθη τὸ Πρωτόκολλον τῆς ἀνταλλαγῆς καὶ ἑκουσίας μεταναστεύσεως τῶν Ἑλλήνων ἐν Βουλγαρίᾳ, μία Ἐπιτροπὴ ἐξ Ἑλλήνων καὶ Βουλγάρων, τῆς ὁποίας ἡγούμην, παρουσιάσθη ἐνώπιον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τότε νὰ τὸν ἐρωτήσῃ ποία ἡ τύχη τῶν Ἑλλήνων τῆς Βουλγαρίας. Ὁ κ. Βενιζέλος, ὅπως ὁ κ. πληρεξούσιος εἶπε χθές, ἀπήντησε: Φθάνει πλέον τὸ αἷμα τὸ ὁποῖον ἐχύθη εἰς τὰ Βαλκάνια. Καιρὸς εἶναι νὰ ἐπέλθῃ εἰρήνευσις μεταξὺ τῶν Κρατῶν, καὶ ἵνα ἐπέλθῃ εἰρήνευσις πρέπει νὰ μὴ ὑπάρχουν Βούλγαροι ἐν Ἑλλάδι καὶ Ἕλληνες ἐν Βουλγαρίᾳ. Διὰ τοῦτο ἐκάμαμεν τὸ Πρωτόκολλον τοῦτο, διότι νομίζω ὅτι, ἐφόσον ἐξακολουθοῦν νὰ ὑπάρχουν ἀλλόφυλα καὶ ἀλλογενῆ στοιχεῖα, ὡρισμένως θὰ ὑπάρχουν καὶ προστριβαί. Καὶ διὰ τοῦτο ἐκεῖνοι μὲν ἐκ τῶν Ἑλλήνων οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦν νὰ διασώσουν τὸν ἐθνισμόν των, ἂν θέλουν νὰ τὸν διατηρήσουν, πρέπει νὰ ἐγκαταλείψωσι τὴν Βουλγαρίαν, ἐνῷ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ παραμείνωσιν οὐδεμίαν ἀπαίτησιν θὰ ἔχουν ποτὲ ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θὰ ἔπρεπε δι’ ὀλίγους Ἕλληνας νὰ ἔρχεται εἰς προστριβὰς πρὸς γεῖτον Κράτος, μετὰ τοῦ ὁποίου ἐπιθυμεῖ νὰ ζήσῃ ἐν εἰρήνῃ καὶ φιλίᾳ. Καὶ ἐνῷ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, πιστὴ εἰς τὰς ἀρχάς της, πιστὴ εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν πληθυσμῶν, δὲν ἔσπευδεν ἐκείνη πρώτη νὰ κανονίσῃ τὸ ζήτημα τῶν μειονοτήτων, ἴσως μὴ γνωρίζουσα καλῶς τὴν διανοητικότητα τῶν Βουλγάρων, ἔπεσεν εἰς τὴν παγίδα τὴν στηθεῖσαν ὑπ’ αὐτῶν. Ἐκεῖνοι ὄχι μόνον εἰς τὴν ἀνταλλαγὴν δὲν συνέτεινον, ἀλλὰ διεξῆγον καὶ προπαγάνδαν ἐν Μακεδονίᾳ ἔντονον, ὅπως ὁλόκληρος ὁ Βουλγαρικὸς πληθυσμὸς παραμείνῃ ἐκεῖ, ἵνα ὑπάρχουν καὶ μέλλοντα δικαιώματα διεκδικήσεως τῆς Χώρας ταύτης. Καὶ διὰ νὰ συγκαλύψουν δυστυχῶς τὴν προπαγάνδαν των αὐτὴν ἔφθασαν μέχρι τοῦ σημείου ὥστε νὰ πείσουν καὶ τὰ ξένα μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, μέχρι τοιούτου σημείου ὥστε καὶ ὁ κ. Κὸρφ εὑρισκόμενος εἰς τὴν Στενήμαχον τὸν Ἰούνιον τοῦ 1924, ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ μου πατρίδι, συνεκάλεσε τοὺς ἐκεῖ εὑρισκομένους Ἕλληνας καὶ προσεπάθησε νὰ τοὺς πείσῃ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν Βουλγαρίαν, διότι ἐντὸς ἐλαχίστου χρονικοῦ διαστήματος θὰ ἔχουν καὶ σχολεῖα καὶ ἐκκλησίας καὶ πᾶσαν ἐλευθερίαν. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι τόσον ἦσαν τρομοκρατημένοι οἱ ἡμέτεροι, ὥστε ἀπήντησαν ὅτι «δὲν θέλομεν οὔτε σχολεῖα οὔτε ἐκκλησίας, ἀρκεῖ νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ τιμή, ἡ περιουσία καὶ ἡ ζωή μας». Ἡ ἀπάντησις εἰς τὰς διαβεβαιώσεις τῆς διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς ἦτο ὅτι ὑπὸ τὰ ὄμματα αὐτῆς τῆς Ἐπιτροπῆς τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκλήθησαν μερικοὶ Ἕλληνες ὅπως ἀνακριθῶσιν οἱ Βούλγαροι κατέσφαξαν αὐτούς. Καὶ πρῶτος ὁ δήμαρχος Βοδενῶν ἐσφαγιάσθη τὴν ἑπομένην ἡμέραν τῆς ὑπὸ τῆς διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς ἀνακρίσεώς του. Ἀλλὰ καὶ περαιτέρω, ὅταν ὕστερον ἀπὸ ὀλίγας ἡμέρας ἄλλη μία Ἐπιτροπὴ μετέβη εἰς τὴν Σόφιαν ὅπως καταγγείλῃ μερικὰ ἔκτροπα τὰ ὁποῖα ἐγένοντο ἐκ μέρους τῶν Βουλγάρων, ὅταν ἐπέστρεψεν ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτή, δύο μὲν ἐκ τῶν μελῶν της ἐσφαγιάσθησαν καθ’ ὁδόν, οἱ ἕτεροι δὲ εὑρισκόμενοι ἑσπέραν τινὰ ἐν καφενείῳ, τὸ ὁποῖον ἦτο ποτὲ λέσχη πρὸ τοῦ 1915, ὅτε εὑρισκόμην ἀκόμη ἐκεῖ, ἐπυροβολήθησαν καὶ ἐσφαγιάσθησαν ὑπὸ τὰ ὄμματα τῆς ἀστυνομίας ἐν τῇ κεντρικωτέρᾳ ὁδῷ τῆς πόλεως Στενημάχου, ἡ δὲ σφαγὴ ἔφθασε μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε δὲν ἐφείσθησαν οὔτε τῆς γυναικὸς τοῦ καφεπώλου. Ἀλλ’ ἡ σφαγὴ αὐτὴ δὲν ἀπέβλεπε μόνον εἰς τοὺς τέσσαρας ἢ ἓξ σφαγιασθέντας, ἀλλ’ εἰς ὁλόκληρον τὴν Ἑλληνικὴν κοινότητα, διότι μόλις πρὸ πέντε λεπτῶν πρὸ τοῦ τυφεκισμοῦ ἀπεχώρησαν 26 ἔγκριτα μέλη τῆς Ἑλληνικῆς κοινότητος Στενημάχου, τῶν ὁποίων βεβαίως ἀπεσκοπεῖτο ὁ τυφεκισμὸς διὰ τοῦ πραξικοπήματος τούτου. Εἶναι βεβαίως τώρα πολὺ εὔκολον νὰ σκεφθῇ καὶ νὰ εἰσέλθῃ τις εἰς τὴν διανοητικότητα καὶ τὴν νοοτροπίαν τῶν Βουλγάρων. Τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν οἱ ἡμέτεροι δὲν ἐτόλμων οὔτε ἑλληνιστὶ καθ’ ὁδὸν νὰ ὁμιλήσωσι, διότι ἐσφαγιάζοντο καὶ ἐπροπηλακίζοντο, ὅλοι οἱ Βούλγαροι οἱ ζῶντες ἐν Ἑλλάδι, πρὸς τιμὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, μετεχειρίζοντο τὴν γλῶσσάν των καὶ εἰς τὰς συναλλαγάς των καὶ εἰς τὰς οἰκογενείας των χωρὶς κανείς ποτε διὰ τοῦτο παρ’ οὐδενὸς νὰ ἐνοχληθῇ. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις σήμερον τῶν Ἑλλήνων ἐκεῖ καὶ αὐτὴ ἡ κατάστασις τῶν Βουλγάρων ἐδῶ. Ὥστε καὶ ἐν τῇ διενεργείᾳ τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν πληθυσμῶν ἐκ μέρους ἡμῶν ὑπῆρχεν ἡ ἀγαθὴ καὶ εὐγενὴς πρόθεσις ὅπως ἐκεῖνος ἐκ τῶν Ἑλλήνων ὁ ὁποῖος θέλει νὰ παραμείνῃ Ἕλλην προσέλθῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ τοιοτοτρόπως λείψουν αἱ ἀφορμαὶ προστριβῶν μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς Βουλγαρίας, ἀπεναντίας δὲ ἐκ μέρους τῆς Βουλγαρικῆς Κυβερνήσεως, ἴσως τῆς σημερινῆς μόνον, διενηργήθη πᾶσα δέουσα προπαγάνδα ὅπως ὁλόκληρος ὁ Βουλγαρικὸς πληθυσμὸς τῆς Ἑλλάδος παραμείνῃ μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ἔχῃ μίαν ἡμέραν νὰ διεκδικῇ τὴν ἐθνικότητα τῆς Μακεδονίας. Καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι χαρὰ καὶ ἀγαλλίασις μετὰ τὴν ἀναγγελίαν τῆς ὑπογραφῆς τῆς Συμβάσεως ἐβασίλευεν ὄχι μόνον μεταξὺ τῶν ἀνεπισήμων, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐπισήμων κύκλων, ὄχι μόνον μεταξὺ τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ τῶν ὀργανώσεων, εἶναι ἀπόδειξις ὅτι ἀνεπτερώθησαν αἱ ἐλπίδες περὶ μιᾶς μελλούσης Μακεδονικῆς δράσεως. Γνωρίζω ἐκ τῆς μᾶλλον ἐμπιστευτικῆς πηγῆς ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Βουλγαρίας, θορυβηθεὶς ἐκ τοῦ θορύβου καὶ τῆς ἀγαλλιάσεως, τὴν ὁποίαν ἐπέδειξαν τὰ διάφορα σωματεῖα καὶ αἱ ὀργανώσεις, ἐκάλεσεν αὐτὰς καὶ ἐπέστησε τὴν προσοχήν των ἐπὶ τῆς ἐκδηλώσεως τοιαύτης χαρᾶς, διότι ἦτο δυνατὸν αὕτη νὰ προδώσῃ τὰ μέλλοντα σχέδια αὐτῶν. Ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι, ἐνῷ εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ δεικνύομεν ὅλην τὴν εὐγένειαν τῆς Ἑλληνικῆς ψυχῆς, διὰ τὴν ὁποίαν ὑπερηφανευόμεθα, ἐν τούτοις ὅμως ὑστεροῦμεν κατὰ πολὺ εἰς τὴν διενέργειαν τῆς ἁρμοζούσης προπαγάνδας ἐν Εὐρώπῃ, ἡ ὁποία δυστυχῶς ἐπηρεάζει τὰς γνώμας καὶ τὰς σκέψεις ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἰθύνουν τὰς τύχας τοῦ κόσμου. Καὶ ἀναφέρω τὸ γεγονὸς τοῦ Τέρλιτς. Ἐνῷ ἐδημοσιεύθη τοῦτο ὑφ’ ὅλων τῶν Βουλγαρικῶν ἐφημερίδων αἱ ὁποῖαι ἐπένθησαν ἐπὶ τριήμερον καὶ ἐγράφη ὡς ἡ μεγαλυτέρα δυστυχία ἡ ὁποία ἐπέπεσεν ἐπὶ τοῦ Βουλγαρικοῦ λαοῦ καὶ ἐνῷ τηλεγραφήματα ἄπειρα ἐπέμφθησαν εἰς Ἀμερικὴν καὶ εἰς Εὐρώπην, ὁ σφαγιασμὸς τῶν συμπολιτῶν μου Στενημαχιτῶν δὲν ἐξήρθη εἰμὴ μὲ ὀλίγας μόνον γραμμὰς ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ Τύπου, οὐδεμία δὲ προπαγάνδα διενηργήθη εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ὅπως πιστοποιηθῇ καὶ ὑπὸ τῆς διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς. Ἐνῷ δὲ ἡ διεθνὴς Ἐπιτροπὴ εὑρίσκετο πολλὰς ἡμέρας μακρὰν ἀπὸ τὸ μέρος ὅπου συνέβη ἡ σφαγὴ τοῦ Τέρλιτς, καὶ ὅμως αὕτη μετέβη ἐκεῖ, εἰς δὲ τὴν πατρίδα μου, τὴν Στενήμαχον, μολονότι ἀπεῖχε τέσσαρας ὥρας σιδηροδρομικῶς, δὲν ἐγένετο ἐνέργεια νὰ μεταβῇ ἡ Ἐπιτροπὴ διὰ νὰ βεβαιωθῇ περὶ τῆς ἀγρίας σφαγῆς τῶν ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι ἔπιναν τὸν καφέν των καὶ ἐσφαγιάσθησαν ὑπὸ Βουλγάρων ἀστυνομικῶν ἢ μακεδονιζόντων.
§132Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμιλεῖτε περὶ τῆς προπαγάνδας. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ προσθέσω ὅτι, ὅταν ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ μετέβη εἰς τὸ Τέρλιτς νὰ πιστοποιήσῃ τὰ γενόμενα, ὁ μὲν Βούλγαρος ἀντιπρόσωπος τὴν ἡμέραν καὶ τὴν νύκτα περιήρχετο ὅλας τὰς οἰκίας τοῦ Τέρλιτς διὰ νὰ προπαρασκευάσῃ τὰς μαρτυρίας τῶν κατοίκων, ὁ δὲ Ἕλλην ἀντιπρόσωπος δὲν ἐξῆλθεν οὐδὲ στιγμὴν ἀπὸ τὴν οἰκίαν εἰς τὴν ὁποίαν κατέλυσε καὶ δὲν ἐδέχθη κανένα πολίτην ὁ ὁποῖος ἐζήτησε νὰ τὸν ἴδῃ.
§133ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ποῖος ἦτο;
§134Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Τσορμπατζῆς.
§135Α. ΔΟΞΙΑΔΗΣ. Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ἤθελον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας, ὅτι, ἐνῷ αἱ Βουλγαρικαὶ Κυβερνήσεις εἰς τοιαύτας περιστάσεις στέλλουν τοὺς ἱκανωτέρους, ἡμεῖς ἀριθμοῦμεν μεταξὺ τῶν μελῶν τῶν ξένων Ἐπιτροπῶν ἢ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ἢ τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀποκαταστάσεως Προσφύγων τοὺς χρεοκόπους τοῦ δημοσίου καὶ ἰδιωτικοῦ βίου. Ἂν ρίψετε ἓν βλέμμα, θὰ ἴδετε χρεοκοπήσαντας εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον ἢ τὸν δημόσιον ἀνθρώπους εἰς τοὺς ὁποίους ὀφείλεται ἡ ἐθνικὴ καταστροφὴ πρωτοστατοῦντας δῆθεν δι’ ἓν μέγα ἔργον, ἀλλὰ πράγματι πρωτοστατοῦντας διὰ μίαν ἀκόμη καταστροφήν. Αὐτὴ εἶναι δυστυχῶς ἡ κατάστασις. Αὐτὴ εἶναι ἡ διανοητικότης τῆς ἰθυνούσης σήμερον τὰς τύχας τοῦ Βουλγαρικοῦ λαοῦ μερίδος, διότι δὲν θέλω νὰ κατηγορήσω τὸν Βουλγαρικὸν λαόν, διότι εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι εἶναι δυνατὴ πάντοτε μία εἰρηνικὴ μετ’ αὐτοῦ συμβίωσις καὶ διαβίωσις, ἀλλ’ ἀτυχῶς ἡ διανοητικότης αὐτή, καὶ ἂν οὐδεὶς ἄλλος λόγος ὑπῆρχε, θὰ ὑπέβαλλεν εἰς ἡμᾶς τὴν ριζικὴν καὶ διὰ βοῆς καταψήφισιν τοῦ Πρωτοκόλλου. Ὄχι βεβαίως διότι τοῦτο θὰ φέρῃ ποτὲ εἰς κίνδυνον τὴν ἐθνικότητα τῆς Μακεδονίας—δι’ αὐτὸ εἶμαι τελείως σύμφωνος μὲ τὸν κ. Μόδην, ὅτι σήμερον, ἐφόσον ὑπάρχει ὁ γηγενὴς Μακεδονικὸς πληθυσμὸς ὁ ὁποῖος ἐνισχύθη διὰ τῆς εἰσροῆς ἑκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων, οὐδεὶς κίνδυνος ἀπειλεῖ τὴν ἐθνικότητα τῆς Μακεδονίας—ἀλλὰ διότι ὑπάρχει ὁ κίνδυνος τῆς εἰρήνης τῶν Βαλκανίων. Πρέπει νὰ κάμνωμεν διάκρισιν μεταξὺ τοῦ ἐκβουλγαρισμοῦ τῆς Μακεδονίας, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ καὶ τῶν προστριβῶν ἐν τοῖς Βαλκανίοις, αἱ ὁποῖαι ἐκ μικρῶν ἀφορμῶν δύνανται νὰ φέρουν μεγάλα ἀποτελέσματα καὶ πολέμους ἀκόμη Βαλκανικούς, οἱ ὁποῖοι ἠμπορεῖ νὰ φέρουν καὶ ἄλλον μεγαλύτερον ἀκόμη Εὐρωπαϊκὸν πόλεμον.
§136Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἡ ὕπαρξις μειονότητος Βουλγαρικῆς ἐπισήμως ἀνεγνωρισμένης ἐν Μακεδονίᾳ δὲν θὰ παρεῖχε πάντοτε τὸ δικαίωμα τῆς διεκδικήσεως τῆς Μακεδονίας ἐκ μέρους τῆς Βουλγαρίας καὶ δὲν θὰ ἐκράτει τοὺς κομιτατζῆδες ἐν διαρκεῖ ἐνεργείᾳ;
§137Α. ΔΟΞΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον ἓν Κράτος νὰ διεκδικήσῃ μίαν Χώραν εἰς τὴν ὁποίαν ὁ πληθυσμὸς ὁ ὁμογενὴς ἀποτελεῖ τὸ εἰκοστὸν ἢ τὸ τριακοστόν, ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ γίνῃ εἶναι ὅτι διαρκῶς δι’ ἀποστολῆς συμμοριῶν εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα θὰ ἐνσπείρουν ζιζάνια μεταξὺ τοῦ γηγενοῦς πληθυσμοῦ καὶ τῶν ἄλλων καὶ θὰ φέρουν ὄχι μόνον τὸν Ἑλληνικὸν πληθυσμὸν εἰς δύσκολον θέσιν, ἀλλὰ καὶ τοὺς Βουλγάρους κατοίκους θὰ τοὺς ἐκθέτουν ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος, ὥστε νὰ κραυγάζωσιν ὅτι πιέζονται καὶ ληστεύονται ὑπὸ τῶν Ἑλληνικῶν Ἀρχῶν.
§138Χ. ΠΙΨΟΣ. Σεῖς ὡς Ὑπουργὸς καὶ ἐγὼ ὡς ἀξιωματικὸς εἰς τὴν προκάλυψιν, εἰς Βουλγαρόφωνον περιφέρειαν ζήσας ἐπὶ τόσα ἔτη, ἔχω ἀντίθετον γνώμην· διότι γνωρίζουν πολὺ καλὰ οἱ αὐτονομισταὶ τῆς Σόφιας νὰ ἐργάζωνται ἀπὸ ὅ,τι ἔχουν ἀντιληφθῆ ὅσοι κάθηνται εἰς τὰς Ἀθήνας. Διότι αὐτὸ τὸ ὁποῖον νομίζετε σεῖς, ὅτι δὲν θὰ διατρέξῃ κίνδυνον ἡ Μακεδονία ἀπὸ τὴν αὐτονομίαν τοῦ μέλλοντος, ἐγὼ δὲν τὸ πιστεύω καθόλου.
§139Α. ΔΟΞΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ ὡμίλησα περὶ διεκδικήσεως Βουλγαρικῆς.
§140Χ. ΠΙΨΟΣ. Ὅτι δὲν διατρέχει κίνδυνον ἡ Μακεδονία· ἐγὼ ἐννοῶ τὸν κίνδυνον τὸν Ἑλληνικὸν τῆς Μακεδονίας.
§141Α. ΔΟΞΙΑΔΗΣ. Περατώνων, κύριοι, λέγω ὅτι πρέπει νὰ ἀπορριφθῇ τὸ Πρωτόκολλον, διότι οἱ Ἕλληνες τῆς Βουλγαρίας οὐδὲν ἔχουν νὰ ἀναμείνουν ἂν τὸ Πρωτόκολλον αὐτὸ ἐφαρμοσθῇ. Πρῶτον, διότι τρομοκρατηθέντες οἱ Ἕλληνες δυστυχῶς ἀνεχώρησαν οἱ περισσότεροι ἀπὸ ἐκεῖ χωρὶς νὰ τύχωσιν ὅλων ἐκείνων τῶν ἐφοδίων τὰ ὁποῖα οἱ κύριοι ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τὰ διάφορα μέλη τῶν ὑποεπιτροπῶν, νομίζοντα ὅτι θὰ προσφέρωσιν ἐκδουλεύσεις, τοὺς παρεκίνουν ὅπως φύγωσι τὸ ταχύτερον, ὑπισχνούμενα εἰς αὐτοὺς ὅτι θὰ εὕρωσιν ἑτοίμους οἰκίας καὶ ὅλα τὰ ἀγαθὰ ἐν Ἑλλάδι. Τοιουτοτρόπως οἱ δυστυχεῖς αὐτοὶ ἐγκατέλιπον τὸ μεγαλύτερον μέρος τῶν Ἑλληνικῶν καὶ Βουλγαρικῶν χωρίων καὶ περιεφέροντο ἀνὰ τοὺς ἀγροὺς καὶ τὰς κοιλάδας τῆς Βουλγαρίας ἄστεγοι, πεινῶντες καὶ διψῶντες. Αὐτὴ εἶναι σήμερον ἡ κατάστασις τῶν Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι ἠναγκάσθησαν νὰ φύγουν ἀπ’ ἐκεῖ, καὶ θὰ εἶναι ἡ κατάστασις αὐτὴ ἐφόσον ἐξακολουθοῦμεν νὰ τρέφωμεν τοιαύτην προσωπολατρείαν πρὸς πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἀπετέλουν μέλη Ἐπιτροπῶν, καὶ ἐφόσον δὲν θέσωμεν ἕκαστον εἰς τὴν θέσιν του καὶ δὲν διορίζομεν τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δὲν θὰ διαμένουν μόνον ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Βουλγαρικοῦ Κράτους, ὅπως συχνάζωσιν εἰς τὰς θεατρικὰς παραστάσεις, ἀλλὰ θὰ εἶναι ἱκανὰ νὰ ἐκτιμῶσι τὰς περιστάσεις καὶ νὰ ἔχουν ἐφόδια ἱκανὰ νὰ ἀντεπεξέρχωνται. Δυστυχῶς αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις. Ἀλλ’ ἐπιμένω καὶ εἰς ἓν ἄλλο σημεῖον· νομίζω ὅτι ἡ εὐγένεια τῆς Ἑλληνικῆς ψυχῆς περνᾷ τὰ ὅρια, διότι τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν οἱ Βούλγαροι ἐπέταξαν τὰς οἰκίας ὅλων τῶν Ἑλλήνων ἀνταλλαξίμων ἐγκαταστήσαντες εἰς τὰς οἰκίας αὐτῶν Βουλγάρους πρόσφυγας ἐκ Μακεδονίας καὶ Δυτικῆς Θράκης, καὶ ὄχι μόνον εἰς τὰς οἰκίας αὐτάς, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς οἰκίας Ἑλλήνων ὑπηκόων, ἐνῷ αὐτοὶ δὲν εἶχον δικαίωμα, ἡμεῖς σήμερον ἐξακολουθοῦμεν νὰ κρατῶμεν τοὺς μὲν ἐκ Βουλγαρίας ἐλθόντας πρόσφυγας ἀστέγους ἐν μέσῳ χειμῶνι ἐν τῇ περιφερείᾳ Γουμενίτσης καθ’ ἣν στιγμὴν οἱ Βούλγαροι κάθηνται εἰς μέγαρα, τὰ ὁποῖα περιέχουν περισσότερα τῶν τεσσάρων ἢ πέντε δωματίων.
§142Χ. ΠΙΨΟΣ. Ὡς πληρεξούσιος Γουμενίτσης σᾶς πληροφορῶ ὅτι οἱ ἀδελφοὶ πρόσφυγες τῆς Βουλγαρίας ἐστεγάσθησαν εἰς ὅλα ἀνεξαιρέτως τὰ σπίτια τῆς Γουμενίτσης. Ἑπομένως, ἂν ὑπάρχῃ ζήτημα μὴ στεγάσεως, τοῦτο ὀφείλεται εἰς ἔλλειψιν χώρου εἰς τὰς οἰκίας.
§143Α. ΔΟΞΙΑΔΗΣ. Ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι Ἐπιτροπὴ προσφύγων ἦλθεν εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ εὑρίσκεται εἰς τὰ θεωρεῖα καὶ μὲ ἐπληροφόρησεν ὅτι 130 οἰκίαι ἀνταλλαξίμων Βουλγάρων ἐξακολουθοῦν νὰ μένουν κεναί. Θὰ ἤμην εὐτυχὴς ἂν ἡ πληροφορία τοῦ συναδέλφου ἦτο ἀληθὴς καὶ ὄχι τῆς Ἐπιτροπῆς. Περατώνων, κύριοι, τὸν λόγον, ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὸ Πρωτόκολλον πρέπει νὰ ἀπορριφθῇ πανηγυρικῶς καὶ ριζικῶς, ὄχι μόνον διότι τοῦτο εἶναι ἀσύμφορον εἰς τὸν Ἑλληνισμόν, ἀλλὰ καὶ διότι νομίζω ὅτι θὰ προσφέρωμεν μεγίστην ὑπηρεσίαν εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, ἡ ὁποία θέτει ὡς πρόγραμμα τὴν εἰρηνοποίησιν τοῦ κόσμου, καὶ ἂν ἀπορρίψωμεν τὸ Πρωτόκολλον ἀποκλείομεν πάντως τὰς θύρας μελλούσης πυρκαϊᾶς ἐν τοῖς Βαλκανίοις.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γονατᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§145Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Τὸ ὑπογραφὲν Πρωτόκολλον ἐν Γενεύῃ κατὰ τὴν 29 Σεπτεμβρίου μεταξὺ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν παρουσιάζεται ὡς ἀπόρροια τῆς Συνθήκης τῶν Σεβρῶν, τὴν ὁποίαν καὶ ἡ Ἑλλὰς ὑπέγραψε τὴν 10ην Αὐγούστου τοῦ 1920 καὶ τῆς ὁποίας τὸ περὶ προστασίας τῶν μειονοτήτων ἐν Ἑλλάδι κεφάλαιον θὰ ἐτίθετο εἰς ἐφαρμογὴν συμφώνως πρὸς τὸ 16ον κεφάλαιον τῆς Συνθήκης τῆς Λωζάννης, ἀφ’ ἧς ἐτίθετο καὶ ἡ τελευταία αὕτη εἰς ἐφαρμογὴν καὶ ἥτις ἤρξατο ἰσχύουσα ἀπὸ τῆς 6 Αὐγούστου 1924. Αἱ περὶ προστασίας τῶν μειονοτήτων διατάξεις περιελήφθησαν σχεδὸν ὁμοιομόρφως εἰς ὅλας τὰς Συνθήκας, τὰς ὁποίας συνῆψαν τὰ μικρὰ Κράτη τῇ μεσολαβήσει τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν μετὰ τὸν μέγαν πόλεμον, ὡς βλέπει τις τοῦτο εἰς τὰς Συνθήκας τοῦ Ἁγίου Γερμανοῦ, τοῦ Τριανόν, τοῦ Νεϊγῦ, τῶν Σεβρῶν καὶ τῆς Λωζάννης. Ἐκ τῶν διεξαχθεισῶν δὲ ἑκάστοτε συζητήσεων ἐν τῇ Κοινωνίᾳ τῶν Ἐθνῶν διεπιστώθη ὅτι ἡ ἀντίληψις τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν εἶναι ὅτι αἱ Συμβάσεις αὐταὶ ἐγένοντο οὐχὶ ὅπως ἐνθαρρύνωσι τὰς μειονότητας εἰς πολιτικὰς ἐνεργείας στρεφομένας κατὰ τοῦ Κράτους εἰς τὸ ὁποῖον διαβιοῦσιν, ἀλλ’ ἀντιστρόφως ἐγένοντο ὅπως διὰ τῆς ἐξασφαλίσεως τῶν δικαιωμάτων τῶν μειονοτήτων εἰς τὰ ζητήματα τῆς θρησκείας καὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως αὐτῶν αἴρωσιν εἰς τὸ μέλλον πᾶσαν ἀφορμὴν προστριβῶν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ τοῦ Κράτους, καθὼς καὶ πᾶσαν ἀφορμὴν διενέξεων διεθνῶν. Πρὸς δὲ ἔχει κρατήσει σαφῶς παρὰ τῇ Κοινωνίᾳ τῶν Ἐθνῶν ἡ ἀντίληψις ὅτι τὰ ζητήματα τῶν μειονοτήτων δὲν ἀποτελοῦν διπλωματικὰ ζητήματα, ἤτοι ζητήματα μεταξὺ τῶν Κυβερνήσεων τῶν ἐνδιαφερομένων διὰ τὰς μειονότητας, ἀλλὰ ζητήματα καθαρῶς ἐσωτερικὰ ἑκάστου Κράτους, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπιλύωνται μεταξὺ τῆς μειονότητος καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ Χώρᾳ τῆς ὁποίας διαβιοῦσιν, ἀποκλειομένης ἀπολύτως τῆς ἐπεμβάσεως τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῆς ὁποίας εὑρίσκεται εἰς ταυτότητα φυλετικῆς συνειδήσεως. Τὸ πολύ, ὅπως ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ ἀνέπτυξε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Πρωθυπουργὸς καθὼς καὶ ὁ κ. Ρέντης, τὸ πολὺ δύναται πᾶν μέλος τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν εἴτε ἐν περιπτώσε παροβιάσεως τῶν Συμβάσεων περὶ μειονοτήτων εἴτε ἐν περιπτώσει κινδύνου παραβιάσεως αὐτῶν νὰ ἀποτείνεται πρὸς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τῆς ὁποίας γενικῶς τελοῦσι τὰ ζητήματα αὐτά, ἡ ὁποία δίδει ὁδηγίας, αἵτινες θὰ ἐφαίνοντο προσήκουσαι καὶ ἀποτελεσματικαὶ διὰ τὴν περίστασιν ταύτην καὶ ἐν διχογνωμίᾳ ἐπὶ νομικῶν ἢ πραγματικῶν ζητημάτων ἡ διαφορὰ αὕτη θὰ παρεπέμπετο ἐνώπιον τοῦ Διαρκοῦς Δικαστηρίου Διεθνοῦς Δικαιοσύνης, ἂν τὸ ἕτερον μέλος ἤθελε ζητήσει τοῦτο, ἡ δὲ ἀπόφασις αὐτοῦ εἶναι ἀνέκκλητος. Μέχρις ὥρας οὐδὲν τῶν ἄλλων Κρατῶν τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν αἱ Συμβάσεις περὶ μειονοτήτων, ὅπως εἶναι ἡ Πολωνία, ἡ Τσεχοσλοβακία, ἡ Τουρκία, ἡ Οὑγγαρία καὶ ἡ Ρωμουνία, προέβη εἰς διακανονισμὸν δι’ ἄλλου τινὸς τρόπου διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν περὶ ὧν πρόκειται Συμβάσεων, ἐκτὸς τοῦ προβλεπομένου ὑπὸ τῶν γενικῶν Συνθηκῶν. Καὶ ἐρχόμεθα πρῶτοι ἡμεῖς καὶ ἡ Βουλγαρία, παρουσιαζόμενοι καὶ ζητοῦντες οἰκειοθελῶς παρὰ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ὅπως δι’ ἀντιπροσώπων της παρακολουθῶσι καὶ ἐλέγχωσι τὴν ἐφαρμογὴν τῶν Συμβάσεων τῶν μειονοτήτων εἰς τὴν Χώραν μας, ἡ δὲ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν παρουσιάζεται, φυσικά, ἀποδεχομένη τὴν τοιαύτην πρότασιν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν χθεσινὴν ἀγόρευσίν του εἶπεν ὅτι ἡ πρώτη προφορικὴ δήλωσις πρὸς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, καθ’ ἣν ἡ Ἑλλὰς ἀπεδέχετο τὴν τοιαύτην ἐποπτείαν ἀντιπροσώπων αὐτῆς ἐπὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς Συμβάσεως, ἐγένετο κατὰ τὸν Αὔγουστον τοῦ 1923.
§146Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸν Αὔγουστον ἐστάλη τὸ τηλεγράφημα, ἀλλ’ ἡ δήλωσις ἐγένετο ἀργότερον, τὸν Σεπτέμβριον ἢ Ὀκτώβριον.
§147Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Ἐπειδὴ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εὑρίσκετο εἰς τὴν Ἀρχὴν ἡ ὑπ’ ἐμὲ Κυβέρνησις μὲ Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τὸν κ. Ἀλεξανδρῆν, ὀφείλω νὰ κάμω τὴν ἑξῆς δήλωσιν, καίτοι κατὰ τὴν διεξαχθεῖσαν σήμερον συζήτησιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσε, προκληθεὶς ὑπὸ τοῦ κ. Ρέντη καὶ τοῦ κ. Σεχιώτη, ὅτι ἡ τότε γενομένη προφορικὴ δήλωσις δὲν ἔσχεν οὐδεμίαν ἐπίδρασιν ἐπὶ τὸ σήμερον ὑπογραφὲν Πρωτόκολλον. Ἐν τούτοις δηλῶ ὅτι, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἴσως λόγῳ τῶν πολλῶν καὶ μεγάλων ζητημάτων τὰ ὁποῖα τότε μᾶς ἀπησχόλουν, παρέλειψε νὰ μὲ κρατήσῃ ἐνήμερον καὶ νὰ ὑποβάλῃ τὴν γνώμην του ταύτην ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου προτοῦ ἐνεργήσῃ. Εὐτυχῶς ὑπάρχουν ἀρκετοὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐκ τῶν τότε μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅπως ὁ κ. Δοξιάδης, ὁ κ. Μαυρομιχάλης, ὁ κ. Παπανδρέου, ὁ κ. Γόντικας, ὁ κ. Βούλγαρης, ὁ κ. Σακελλαρόπουλος, οἵτινες θὰ δύνανται νὰ βεβαιώσωσιν ὅτι οὐδέποτε ἦλθεν ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τοιοῦτον ζήτημα. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ σχετικοῦ φακέλου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν πληροφοροῦμαι ὅτι ἐλλείπει τὸ σχετικὸν τηλεγράφημα τοῦ κ. Πολίτη τὸ ἀπευθυνόμενον προσωπικῶς πρὸς τὸν κ. Ἀλεξανδρῆν, ὡς καὶ ἡ ἐπ’ αὐτοῦ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Δὲν τὸ λέγω τοῦτο ἀποδίδων καμμίαν πρόθεσιν εἰς τὸ γεγονός, καθόσον ἄλλως τε προκειμένου περὶ τῆς ἀπαντήσεως ταύτης θὰ ἦτο εὔκολον νὰ ληφθῇ ἀντίγραφον αὐτοῦ ἐκ τοῦ ἀρχείου τῆς Ἑλληνικῆς Γραμματείας παρὰ τῇ Κοινωνίᾳ τῶν Ἐθνῶν, ὅπου θὰ ὑπάρχῃ ἀσφαλῶς, ἀλλὰ τὸ εἶπα διὰ νὰ ἀποδείξω ὅτι οὔτε αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὰ ἐπίσημα κείμενα. Ἐξ ἐπιστολῆς δημοσιευθείσης ὑπὸ τοῦ κ. Τσορμπατζῆ, πρεσβευτοῦ καὶ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως παρὰ τῇ Μικτῇ Ἐπιτροπῇ ἑκουσίας μεταναστεύσεως Ἑλληνοβουλγαρικῶν πληθυσμῶν, δημοσιευθείσης εἰς τὴν «Πολιτείαν» τῆς 25 τρέχοντος μηνός, προκύπτει ὅτι ἡ ἔκτασις τῆς δηλώσεως ἐκείνης περιλαμβάνει ὅτι τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκείνης θὰ εἶχον μόνον συμβουλευτικὸν χαρακτῆρα, ἡ δὲ διάρκεια τῆς προσθέτου ταύτης ὑπηρεσίας των θὰ διήρκει κατ’ ἀνώτατον ὅριον μέχρι τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς μεταναστεύσεως, ἤτοι τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1924 (ἀναγινώσκει).... Ἐπίσης ἐν τῷ αὐτῷ φύλλῳ τῆς αὐτῆς ἐφημερίδος ὑπάρχει δήλωσις τοῦ κ. Β. Κολοκοτρώνη, διπλωματικοῦ ὑπαλλήλου, δι’ οὗ ἐγένετο παρὰ τῇ Κοινωνίᾳ τῶν Ἐθνῶν ἡ περὶ ἧς πρόκειται προφορικὴ δήλωσις, εἰς τὴν ὁποίαν λέγει ὅτι μικρὰν σημασίαν εἶχεν ἡ δήλωσις ἐκείνη, καθόσον μόλις θὰ ἐπρόφθανεν ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκείνη νὰ ὑποβάλῃ μίαν ἀναφορὰν καὶ θὰ ἔληγεν ἡ ἀποστολή της μαζὶ μὲ τὴν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς (ἀναγινώσκει).... Ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπεβεβαίωσεν ὅτι τοιοῦτον εἶναι τὸ περιεχόμενον τῆς δηλώσεως ἐκείνης καὶ ὑποθέτω ὅτι δὲν ἔμεινεν εἰς τὴν ἀντίληψιν οὐδενὸς ὅτι ἡ δήλωσις ἐκείνη ἐδέσμευσεν ὁπωσδήποτε τὴν μετὰ ἓν ἔτος ὑπογράψασαν τὸ περὶ οὗ πρόκειται Πρωτόκολλον Κυβέρνησιν. Ἐν τῇ διατυπώσει τοῦ Πρωτοκόλλου ἐλήφθη πᾶσα μέριμνα ὅπως μὴ γεννηθῇ ἡ ἐντύπωσις ὅτι δι’ αὐτοῦ γίνεται οἱαδήποτε ἀνάμιξις τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν εἰς τὰ ἐσωτερικὰ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Βουλγαρίας. Ἀλλ’ ἐν τούτοις ἐκ τῆς μελέτης ὄχι τῆς ἐπισταμένης ἀλλὰ τῆς ἁπλῆς ἀκόμη τοῦ Πρωτοκόλλου τούτου γίνεται προφανὲς ὅτι ὑπάρχει πλήρης τοιαύτη ἀνάμιξις· διότι, ὅταν οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν θὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ δέχωνται αἰτήσεις, νὰ ἐξακριβώνουν γεγονότα ἐπὶ τόπου, νὰ δίδουν ὁδηγίας αἱ ὁποῖαι νὰ ἐκτελῶνται ἀμέσως (ἀναγινώσκει)...., δὲν νομίζω ὅτι ἀπομένει εἰς τὴν ἐντύπωσιν οὐδενὸς ὅτι εἶναι ἀνάμιξις, καὶ ἀνάμιξις σοβαρά, εἰς τὰ ἐσωτερικὰ τοῦ Κράτους καὶ ὅτι τὸ Πρωτόκολλον περιλαμβάνει διατάξεις μὴ περιλαμβανομένας εἰς τὰς μέχρι τοῦδε συνθήκας, τὰς ὁποίας ὑπεγράψαμεν. Ἑπομένως συνάγεται ὅτι ἐπιβάλλονται ὑποχρεώσεις εἰς τὸ Κράτος, τὰς ὁποίας ἀσφαλῶς δὲν ἠδύνατο νὰ ἀναλάβῃ ἡ Κυβέρνησις μόνη ἀφ’ ἑαυτῆς, καὶ ὅτι ἀπῃτεῖτο τοῦ Πρωτοκόλλου τούτου νομοθετικὴ κύρωσις ἢ ἀκύρωσις, καὶ ὡς ἐκ τούτου εἶχον ἀνέκαθεν τὴν γνώμην ταύτην, καὶ διὰ τοῦτο ὑπέβαλον τὴν ἐρώτησιν, εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν, εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἂν προτίθεται νὰ ὑποβάλῃ πρὸς κύρωσιν ἢ ἀκύρωσιν τὸ Πρωτόκολλον τοῦτο, ὁ δὲ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπέφυγε τότε νὰ δώσῃ σαφῆ ἀπάντησιν, ἴσως μελετῶν διαφορετικὴν διευθέτησιν τοῦ ζητήματος.
§148Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶπον ὅτι θὰ ἀποφανθῇ ἡ Συνέλευσις· δὲν μετεχειρίσθην τὴν λέξιν κύρωσις ἢ ἀκύρωσις.
§149Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἴπετε ὅτι πρὶν ἐφαρμοσθῇ θὰ λάβῃ τὴν εὐκαιρίαν ἡ Συνέλευσις νὰ ἀποφανθῇ.
§150Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν μετεχειρίσθην τὴν λέξιν κύρωσις ἢ ἀκύρωσις.
§151Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διὰ νὰ σᾶς πείσω (ἀναγινώσκει)....
§152Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας ὅτι οὐδέποτε διορθώνω τὰ πρακτικά.
§153Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. (ἀναγινώσκει). «Πρὶν ἢ τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν θὰ ἔχῃ τὴν εὐκαιρίαν ἡ Συνέλευσις νὰ ἀποφανθῇ».
§154Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν δὲν μᾶς ὑπεχρέωσε νὰ ὑπογράψωμεν τὸ ἐν λόγῳ Πρωτόκολλον, ὡς ἐκ τῆς διατυπώσεως αὐτοῦ φαίνεται, καθόσον ἐγνώριζεν ὅτι δὲν ἀπορρέει τοιαύτη τις ὑποχρέωσις ἡμῶν ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε Συνθηκῶν. Καὶ διὰ τοῦτο παρουσιαζόμεθα ὡς αὐτοπροαιρέτως προτείναντες τοῦτο, ἡ δὲ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν ὡς ἀποδεχομένη τὴν πρότασίν μας. Πόθεν λοιπὸν προῆλθεν ἡ τοιαύτη ἐνέργεια ἡμῶν; Τὸ ζήτημα τοῦτο ἀνεκοίνωσεν ἐπισήμως ἐνώπιον τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ὁ Βούλγαρος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Κάλφωφ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 10 Σεπτεμβρίου 1924. Ἀλλὰ καὶ πρὸ τούτου εἶναι βέβαιον ὅτι μᾶς εἶχον γίνει ὑποδείξεις, αἱ ὁποῖαι προῆλθεν ἐκ τῆς ἐντέχνου καλλιεργείας τῆς Κοινῆς Γνώμης ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐκ μέρους τῆς Βουλγαρικῆς προπαγάνδας, ὅτι θὰ ἔκαμνεν ἀρίστην ἐντύπωσιν ἂν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, πρὸς ἀπόδειξιν τῆς καλῆς της πίστεως, πρὸς ἐφαρμογὴν τῆς περὶ μειονοτήτων Συμβάσεως, ἂν μόνη της ἀπεδέχετο τὴν ἐποπτείαν ἀντιπροσωπείας τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν πρὸς ἐφαρμογὴν αὐτῆς. Ὁ ἐκεῖ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὑφιστάμενος ἀμεσώτερον τὸν ἐπηρεασμὸν τοῦ διεθνοῦς περιβάλλοντος καὶ ἐπιθυμῶν τὴν ἐξύψωσιν τῆς ὑπολήψεως τῆς Πατρίδος του ἐν τῇ διεθνεῖ ἐκτιμήσει, ἀλλὰ καὶ μὴ ἐμβαθύνας τόσον εἰς τὸν τυχὸν ἐπηρεασμὸν τῶν προτεινόντων τὴν γνώμην ταύτην, ἀπὸ φιλοβουλγαρικῶν αἰσθημάτων, καθὼς καὶ μὴ ἐκτιμήσας ἐπακριβῶς τὰς εἰδικὰς συνθήκας ὑφ’ ἃς διατελεῖ ἡ Χώρα ἡμῶν ἐν σχέσει ἀποκλειστικῶς πρὸς τὰς σήμερον αὐτοκαλουμένας Βουλγαρικὰς μειονότητας, ἐγένετο θερμὸς ὑποστηρικτὴς παρὰ τῇ Κυβερνήσει τῆς προτάσεως ταύτης. Ἡ ὑπογραφὴ τοῦ ἐν λόγῳ Πρωτοκόλλου ὑπῆρξεν οὐ μόνον ἀτυχής, ἀλλὰ καὶ ἐξαιρετικῶς ἄκαιρος. Ὑπῆρξε δὲ ἐξαιρετικῶς ἄκαιρος, διότι εἴχομεν ἐν ἐφαρμογῇ μίαν ἄλλην Σύμβασιν, Σύμβασιν πάλιν μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, τὴν τῆς ἑκουσίας μεταναστεύσεως τῶν Ἑλληνοβουλγαρικῶν πληθυσμῶν, τὴν ἐπίβλεψιν τῆς ὁποίας ἐνήσκει μία Μικτὴ Ἐπιτροπή, καὶ ἡ ὁποία θὰ ἔληγε τρεῖς μῆνας ἀκριβῶς μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ σημερινοῦ Πρωτοκόλλου. Ἑπομένως ἡ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἶναι προφανὲς ὅτι εἶχε μετανοήσει διὰ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Πρωτοκόλλου ἐκείνου καὶ κατέβαλλε πᾶσαν προσπάθειαν πρὸς ματαίωσιν τῆς ἐκτελέσεώς του, εἰδοποίησε τοὺς πληθυσμοὺς οἱ ὁποῖοι ὁμαλῶς ἐχόντων τῶν πραγμάτων θὰ μετενάστευον νὰ ἀναβάλωσι τὴν μετανάστευσίν των αὐτήν, διότι μία νέα Συνθήκη τοῖς ἐξησφάλιζεν ἀρίστους ὅρους διαμονῆς. Καὶ ἔτσι ἡ ἄκαιρος ὑπογραφὴ τοῦ Πρωτοκόλλου τούτου ἐματαίωσε τὴν πλήρη ἐφαρμογὴν τῆς προηγουμένης Συμβάσεως, ἡ πλήρης ἐφαρμογὴ τῆς ὁποίας θὰ καθίστα περιττὸν τὸ δεύτερον Πρωτόκολλον. Ἀλλὰ καὶ ἀπολύτως εἴπομεν ὅτι ὑπῆρξεν ἀτυχὴς ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Πρωτοκόλλου τῆς Γενεύης λόγῳ τῶν εἰδικῶν συνθηκῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν ἔχουσι δημιουργηθῆ παρ’ ἡμῖν ἀποκλειστικῶς μὲ τὰς σήμερον καλουμένας Βουλγαρικὰς μειονότητας, οὕτως ὥστε καὶ ἂν ὅλα τὰ ἄλλα Κράτη τὰ ἔχοντα ὑπογράψει τὰς Συμβάσεις περὶ μειονοτήτων ἐδέχοντο νὰ ὑπογράψουν νέας Συμβάσεις συμφώνους πρὸς τὸ Πρωτόκολλον τῆς Γενεύης, θὰ ἔπρεπεν ἡμεῖς, ἀφοῦ ἐξηντλούσαμεν ὅλας τὰς δεδικαιολογημένας ἀντιρρήσεις μας πρὸς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν περὶ τῶν ἀνωμαλιῶν καὶ δυσχερειῶν τὰς ὁποίας θὰ προεκάλει τὸ τοιοῦτον Πρωτόκολλον, θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ ὑπογράψωμεν τελευταῖοι πάντων καὶ πιεζόμενοι ὑπὸ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν καὶ οὐχὶ πρῶτοι καὶ αὐτοπροαιρέτως. Παρ’ ἡμῖν διαβιοῦσι μειονότητες, ὡς ἡ Ἰσραηλιτική, ἡ Ἀλβανικὴ καὶ μέχρις ἐσχάτων ἡ Τουρκικὴ καὶ ἐν τούτοις οὐδέποτε ἠκούσθησαν παράπονα ὅτι ἐξησκήθη οἱαδήποτε πίεσις εἴτε πρὸς μεταβολὴν τῆς ἐθνικῆς αὐτῶν συνειδήσεως εἴτε πρὸς παρακώλυσιν τῶν θρησκευτικῶν αὐτῶν καθηκόντων εἴτε πρὸς ἐκμάθησιν τῆς ἰδίας αὐτῶν γλώσσης, καθόσον καὶ προτοῦ μᾶς ὑποβληθῶσιν αἱ ὑποχρεώσεις αὗται ὑπὸ τῶν Συνθηκῶν τῶν μειονοτήτων τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος πατροπαραδότως ἐφήρμοζε ταύτας καὶ δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι εἰς τὸ Ἔθνος ἡμῶν πάντοτε ἐν πλήρει ἁρμονίᾳ ἔζησαν αἱ πάσης φύσεως μειονότητες. Πόθεν λοιπὸν προέρχεται νὰ δημιουργῆται ἐντελῶς ἰδιαίτερος θόρυβος σχετικῶς μὲ τὰς καλουμένας Βουλγαρικὰς μειονότητας; Εἶναι φυσικὸν ὅτι τὸν θόρυβον τὸν προκαλοῦν οἱ ἔχοντες ἐνδιαφέρον νὰ ἐκμεταλλευθῶσι τοὺς ὁμιλοῦντας τὸ ἰδιόρρυθμον τοῦτο Μακεδονικὸν ἰδίωμα καὶ αὐτοὶ εἶναι οἱ γείτονες ἡμῶν Βούλγαροι, οἱ ὁποῖοι προκαλοῦν τὸν θόρυβον. Δὲν πρόκειται σήμερον νὰ ἀναπτύξω ὑμῖν τοὺς μακροὺς καὶ πείσμονας ἀγῶνας τοὺς διεξαχθέντας ἐν Μακεδονίᾳ, ἀλλὰ καὶ ἐν Θρᾴκῃ, δι’ ὧν ἐπεζητήθη νὰ ἐπιβληθῇ Βουλγαρικὴ ἐθνικὴ συνείδησις εἰς τοὺς πληθυσμοὺς τῶν Χωρῶν ἐκείνων, τοὺς ὁμιλοῦντας τὸ γλωσσικὸν τοῦτο ἰδίωμα, διότι σχετικῶς τὰ γεγονότα εἶναι πρόσφατα. Καὶ ὅλοι ἐνθυμεῖσθε τὰς πυρπολήσεις ὁλοκλήρων χωρίων Μακεδονικῶν ὑπὸ τῶν Βουλγαρικῶν συμμοριῶν, τοὺς ὁμαδικοὺς φόνους τῶν κατοίκων αὐτῶν, τὰς ἀλλεπαλλήλους δολοφονίας Ἑλλήνων διδασκάλων καὶ ὀρθοδόξων ἱερέων, τὰς πιέσεις καὶ καταδυναστεύσεις, αἱ ὁποῖαι ἔφθασαν εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε ἐξηγέρθη τέλος εἰς ἔνοπλον ἄμυναν ὁ Ἑλληνικὸς πληθυσμός, καὶ μεταξὺ τοῦ Ἑλληνισμοῦ τούτου συγκατελέγοντο καὶ οἱ ὁμιλοῦντες τὸ ἰδιόρρυθμον τοῦτο Μακεδονικὸν γλωσσικὸν ἰδίωμα ὀρθόδοξοι πληθυσμοί. Καὶ ἐγένοντο οἱ γνωστοὶ ὑπὸ τὸ ὄνομα «Μακεδονικοὶ ἀγῶνες» καὶ ἠναγκάσθη νὰ ἐπεμβῇ ἡ Εὐρώπη πρὸς τὴν Τουρκίαν, τὴν τότε κυρίαρχον τῶν μερῶν τούτων, καὶ νὰ ἀναγκάσῃ ταύτην νὰ λάβῃ μέτρα πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς τιμῆς, τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἡσυχίας τῶν κατοίκων τῶν μερῶν τούτων. Τὰ πράγματα εἶναι σχετικῶς τόσον ἀκόμη πρόσφατα ὥστε οἱ μὲν ἐκ Μακεδονίας καὶ Θρᾴκης πληρεξούσιοι τὰ γνωρίζουσιν ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ὡς καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι μετέσχον ἀμέσως ἢ ἐμμέσως τοῦ Μακεδονικοῦ ἀγῶνος, οἱ δὲ λοιποὶ ἐκ τῶν ζωντανῶν ἀφηγήσεων τῶν πληθυσμῶν ἐκείνων. Διὰ τοῦτο λαμβάνομεν ὅλοι καθημερινῶς τηλεγραφήματα ἐξ ὅλων τῶν μερῶν, ἀλλ’ ἰδιαιτέρως ἐκ τῶν τῆς Μακεδονίας, διὰ τῶν ὁποίων μᾶς ἐξορκίζουν ὅπως μὴ κυρώσωμεν τὸ ἐν λόγῳ Πρωτόκολλον. Ἡ ἀνακίνησις τοῦ ζητήματος τούτου διὰ τοῦ Πρωτοκόλλου τῆς Γενεύης, διὰ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ὁποίου τοσοῦτον ἐνθουσιασμὸν ἐπέδειξεν ὁ Βουλγαρικὸς Τύπος ὥστε νὰ τοῦ διαφύγῃ νὰ συγκρατηθῇ ἔστω καὶ ἐκ πολιτικῆς σκοπιμότητος, καὶ ἡ τυχὸν ἐφαρμογὴ αὐτοῦ, θὰ ἀπετέλει νέον ἔναυσμα εἰς τὴν μόλις κατασβεσθεῖσαν πυρκαϊὰν τῆς πολυπαθοῦς Μακεδονίας, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι ὅλως ἀντίθετον πρὸς τὰς προθέσεις τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Διὰ τοῦτο εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν καλῶς διαφωτιζομένη περὶ τῶν μελλόντων νὰ ἐπακολουθήσωσι τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Πρωτοκόλλου καὶ ἐνδιαφερομένη διὰ τὴν πραγματοποίησιν τοῦ εὐγενοῦς πολιτιστικοῦ προορισμοῦ της εὐχαρίστως θὰ ἀποδεχθῇ, χωρὶς νὰ θεωρήσῃ ὅτι τοῦτο θὰ ἀπετέλει καμμίαν μείωσιν τοῦ κύρους της, τὴν ἀκύρωσιν τοῦ ἐν λόγῳ Πρωτοκόλλου, ἀποδεχομένη ὅτι παρεπλανήθη ὑπὸ τοῦ ἑνὸς ἐνδιαφερομένου εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην καὶ δὲν διεφωτίσθη ἐπαρκῶς ὑπὸ τοῦ ἑτέρου. Αἱ Βουλγαρικαὶ Κυβερνήσεις δὲν ὑπῆρξαν πάντοτε ἀμέσως ὑπεύθυνοι οὔτε διὰ τὰς ἐπιδρομὰς τῶν Βουλγαρικῶν συμμοριῶν εἰς τὰ γείτονα ἐδάφη οὔτε διὰ τὴν δημιουργίαν τῶν γεγονότων ἐκείνων τὰ ὁποῖα κατόπιν παρίσταντο ὡς ἐξέγερσις τῶν μειονοτήτων τῶν διαβιούντων εἰς ὁμόρους Χώρας ἐναντίον τῶν πιέσεων τῶν Κυβερνήσεων αὐτῶν οὔτε διὰ τὴν ἔντονον προπαγάνδαν ἡ ὁποία διεξάγεται ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Σερβίας ἐπὶ τῶν δῆθεν πιέσεων αἱ ὁποῖαι ἐνασκοῦνται παρ’ αὐτῶν κατὰ τῶν Βουλγαρικῶν μειονοτήτων. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἐν Βουλγαρίᾳ ἀπὸ μακροῦ χρόνου λειτουργοῦσιν ὀργανώσεις αὐτοτελεῖς Θρακικαὶ καὶ Μακεδονικαί, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ἀποκτήσει τόσην δύναμιν καὶ τόσην αὐτοτέλειαν ὥστε ἐπιβάλλουσι τὴν θέλησίν των εἰς τὰς περισσοτέρας Βουλγαρικὰς Κυβερνήσεις, ἐνῷ παρ’ ὅλων ἐγένοντο ἀνεκταὶ καὶ παρ’ οὐδεμιᾶς τούτων κατεδιώχθησαν. Ὥστε φαντάζομαι ὅτι καὶ ἡ σημερινὴ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις, ὑπείκουσα μᾶλλον εἰς τὴν πίεσιν τῶν ὀργανώσεων τούτων, ἐγένετο συνήγορος τοῦ Πρωτοκόλλου τούτου καὶ θερμὸς ὑποστηρικτὴς τούτου, καίτοι ἐνδεχομένως δὲν θὰ ἤθελε νὰ δημιουργηθῇ μία κατάστασις ἡ ὁποία θὰ τῇ παρεῖχεν ἀνησυχίας ἐν τῷ μέλλοντι καὶ θὰ προετίμα νὰ ὑπάρξῃ δι’ ἄλλων μέσων διαρρύθμισις τῶν ἐκκρεμῶν ζητημάτων μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς Βουλγαρίας, καθόσον ἡ τοιαύτη διαρρύθμισις θὰ ἐγίνετο ἐπ’ ἀγαθῷ καὶ ἐπ’ ὠφελείᾳ καὶ τῶν δύο γειτόνων Χωρῶν, ἰδίᾳ ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ πεδίου, διευθέτησις τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ προσωπικῶς θὰ ηὐχόμην ὁλοψύχως. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Βουλγαρίας ἀγορεύων ἐν τῇ Σοδράνιε κατὰ τὴν συζήτησιν πρὸς ἐπικύρωσιν τοῦ Πρωτοκόλλου τῆς Γενεύης, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει ὅτι καὶ ἐκεῖ ἀντελήφθησαν ὅτι τὸ Πρωτόκολλον τοῦτο εἶχεν ἀνάγκην νομοθετικῆς κυρώσεως, κατέληξε, κατὰ τὰ διαβιβασθέντα τηλεγραφικῶς ὑπὸ τοῦ Ἀθηναϊκοῦ Πρακτορείου, νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Σοδράνιε νὰ ψηφίσῃ ὁμοφώνως τὸ Πρωτόκολλον διὰ νὰ καταδείξῃ οὕτω τὴν ἐμπιστοσύνην της πρὸς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν. Ἐγὼ καταλήγων θὰ συστήσω τὴν ἀπόρριψιν ὁμοφώνως τοῦ ἐν λόγῳ Πρωτοκόλλου, διότι οὕτω θὰ ἐξυπηρετήσωμεν πραγματικώτερον τὸν σκοπὸν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ἐπιζητούσης τὴν ἀποφυγὴν διενέξεων μεταξὺ τῶν Κρατῶν πρὸς διατήρησιν τῆς γενικῆς εἰρήνης. Τὸ δὲ Συμβούλιον τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν καταλλήλως διαφωτιζόμενον θὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν εἰλικρίνειαν τῶν προθέσεών μας, τὴν ὁποίαν ἐπεδείξαμεν πάντοτε διὰ τῆς πιστῆς τηρήσεως τῶν Συνθηκῶν.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πάζης ἔχει τὸν λόγον.
§156Δ. ΠΑΖΗΣ. Τὸ ζήτημα, κύριοι πληρεξούσιοι, τοῦ Πρωτοκόλλου περὶ τῶν Βουλγαρικῶν μειονοτήτων συνεζητήθη καὶ ἐν τῷ Τύπῳ κατὰ τὸν χρόνον τῶν διακοπῶν καὶ ἀπὸ τῆς χθὲς ἐν τῇ Συνελεύσει. Νομίζω ὅτι ἡ περαιτέρω ἀνάπτυξις τῶν κατ’ αὐτὸ θὰ ἐκούραζε τὴν Συνέλευσιν, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ ὀλίγας λέξεις. Ἠκούσαμεν, κύριοι πληρεξούσιοι, μαθήματα σχεδὸν διεθνοῦς δικαίου, ἠκούσαμεν ἑρμηνείας σχετικὰς πρὸς τὴν διπλωματίαν, ἐξηνέχθησαν δὲ καὶ θεωρίαι περὶ μυστικότητος τῶν διπλωματικῶν ἐνεργειῶν. Ὁμολογῶ ὅτι τὸ τελευταῖον τοῦτο εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θορυβεῖ πρὸ παντὸς ἡμᾶς τοὺς Μακεδόνας καὶ μᾶς θορυβεῖ διότι τοιαύτη τακτικὴ κρατήσασα καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Συνέλευσιν ἔφερε τὸ κακὸν τὸ ὁποῖον συνετελέσθη. Καὶ ἐκεῖνοι μὲν οἱ ὁποῖοι ἔγιναν αἴτιοι τοῦ συντελεσθέντος κακοῦ ἐτιμωρήθησαν, ἀλλὰ τὸ κακὸν εἶχε συντελεσθῆ. Ἀπέναντι μιᾶς τοιαύτης ἀπειλῆς κινδύνου λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω δι’ ὀλίγων λέξεων τὸν κίνδυνον τὸν ἀπειλούμενον ἐκ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Πρωτοκόλλου, καίτοι τοῦτο δὲν ἐτέθη εἰς ἐφαρμογήν. Ἅμα τῇ ὑπογραφῇ τοῦ Πρωτοκόλλου τούτου πληθυσμοὶ μέχρι τῆς χθὲς τελείως προσηρμοσμένοι πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν ἰδέαν, διότι καὶ τὰ συμφέροντα αὐτῶν προσηρμόζοντο πρὸς τὴν ἰδέαν ταύτην, ἤρχισαν νὰ ἀνακινῶνται καὶ νὰ στρέφωνται πρὸς ξένας Ἐπικρατείας. Τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον, διότι ἡ ἀναγγελία τοῦ Πρωτοκόλλου ἐκείνου ἔφερε μίαν νέαν φυλετικὴν ἀναστάτωσιν ὅλως διάφορον πρὸς τὴν μέχρι τοῦδε κρατοῦσαν. Ἂν δὲν ὑπῆρχε τὸ γεγονὸς αὐτὸ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Πρωτοκόλλου τούτου περὶ τῶν μειονοτήτων, μετά τινα καιρὸν ἡ προσαρμογὴ ἑκάστου πρὸς τὴν νέαν πολιτικὴν κατάστασιν θὰ ἐπέφερε τὴν τελείαν γαλήνην. Ἐδημιουργήθη ὅμως ὁ κίνδυνος τὸν ὁποῖον ἔφερεν ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Πρωτοκόλλου. Μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Πρωτοκόλλου ἀθρόαι προπαγανδιστικαὶ ἐνέργειαι συνετέλεσαν εἰς τὴν μεταστροφὴν αὐτῶν τῶν δῆθεν Βουλγαροφώνων πρὸς φυλετικὴν διάκρισιν, ἵνα δημιουργηθῇ μία νέα ἑστία κομιτατζιδική, ἡ ὁποία κατ’ ἀρχὰς θὰ παρουσιάζεται ὡς διαφορὰ κατὰ τὴν γλῶσσαν, τὴν θρησκείαν καὶ τὴν οἰκονομικοπολιτικὴν κατάστασιν. Σήμερον δὲ ἀνέγνωσα εἰς τὸν «Ἐλεύθερον Τύπον» ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν ἐν Μακεδονίᾳ Κουτσοβλάχων μετέβη εἰς Βουκουρέστιον ἵνα ζητήσῃ τόπον νὰ ἐγκατασταθῇ ἐν Ρουμανίᾳ. Τοῦτο σημαίνει ὅτι ἠνοίξαμεν θύραν καὶ εἰς τοιαύτας ἐνεργείας καὶ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον ποτὲ σκεφθῆ τοιοῦτόν τι. Κατεδηλώθη σαφῶς ὅτι, ἐνῷ μέχρι τοῦ Ἰουλίου τὰ πράγματα ἔβαινον τακτικῶς, ὅτι οἱ ἐμμένοντες εἰς τὴν Βουλγαρικὴν ἰδέαν ὀλίγιστοι Βουλγαρόφωνοι εἶχον ἐκδηλώσει τὴν ἐπιθυμίαν νὰ μεταναστεύσωσι καὶ νὰ φύγωσιν εἰς Βουλγαρίαν, μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Πρωτοκόλλου ἔπαυσαν νὰ ἔχουν τοιαύτην διάθεσιν καὶ πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ὑπέβαλον δηλώσεις περὶ ἀνακλήσεως τῶν μέχρι τότε γενομένων περὶ μεταναστεύσεως. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι, τὸ ὁποῖον μᾶς τρομοκρατεῖ. Καὶ δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι πραγματικῶς τουλάχιστον τὴν ἰδικήν μου συνείδησιν τρομάζει ἡ δήλωσις τοῦ ἀξιοτίμου πληρεξουσίου ἐκ Κορινθίας, ὅτι συνεπείᾳ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ γίνῃ ἡ ἀκύρωσις τοῦ παρόντος Πρωτοκόλλου πιθανὸν νὰ γεννήσῃ ἐν τῷ μέλλοντι τοιαῦτα διπλωματικὰ ζητήματα ἐκ μέρους τῆς Βουλγαρίας, ὥστε οἱ διπλωματικοὶ ἡμῶν ὑπάλληλοι νὰ ἔχουν καθ’ ἑκάστην ζητήματα νὰ λύουν Τοῦτο ἀκριβῶς μὲ τρομάζει. Ἀλλοίμονον εἰς ἡμᾶς ἂν ἀφήσωμεν τὸ Μακεδονικὸν ζήτημα νὰ λυθῇ ἀπὸ ὑπαλλήλους διπλωματικούς· διότι εἴδομεν ἀκριβῶς ἀπὸ τὸν ἀνώτερον ἐξ αὐτῶν ποίαν ἀντίληψιν ἔχουν περὶ Μακεδονίας.
§157Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Δὲν ἦτο Κυβέρνησις ἐδῶ; Πρέπει νὰ λέγῃ κανεὶς τὴν ἀλήθειαν.
§158Δ. ΠΑΖΗΣ. Δὲν ἔχω συνηθίσει ποτὲ νὰ ἀποκρύπτω τὰ πράγματα. Ποῖος ἔκαμε τὴν ζημίαν τέλος πάντων; Ὁ ὑπάλληλος οὗτος εἶχε λάβει ἐντολὴν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν; Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ εὕρωμεν ποῖος ἔκαμε τὴν ζημίαν; Ὑπάρχει κανεὶς ἐκ τῶν πληρεξουσίων ὁ ὁποῖος θὰ ψηφίσῃ ὑπὲρ τῆς κυρώσεως τοῦ Πρωτοκόλλου αὐτοῦ; Ἂν ὑπάρχῃ ὑπεύθυνος, αὐτὸς πρέπει νὰ δώσῃ λόγον. Ὁ κ. ἐκ Κορινθίας πληρεξούσιος ἐδήλωσεν ὅτι καὶ ἂν ἀκυρωθῇ ἀκόμη τὸ Πρωτόκολλον, μὲ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις τὴν ἀκύρωσιν αὐτοῦ, θὰ δημιουργήσῃ διὰ τοῦ χρόνου τοιαῦτα διπλωματικὰ ζητήματα καὶ τοιαύτας ἴσως ἐπεμβάσεις τῶν Βουλγαρικῶν κομιτατζιδικῶν ὀργανώσεων εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, ὥστε οἱ ἰδικοί μας διπλωματικοὶ ὑπάλληλοι νὰ εὑρίσκωνται πάντοτε εἰς τὴν ἀγωνίαν νὰ ἀντεπεξέρχωνται κατὰ τῶν τοιούτων ἐνεργειῶν. Καὶ τοῦτο ἀκριβῶς σᾶς εἶπον ὅτι μὲ στενοχωρεῖ. Δὲν πρόκειται σήμερον περὶ τῆς εὐθύνης μόνον τῶν Κυβερνήσεων· ὁμιλῶ καὶ περὶ κινδύνων μελλοντικῶν. Ἂν ἡ Κυβέρνησις θελήσῃ διὰ τοῦ τρόπου τούτου καὶ οὐχὶ ριζικῶς νὰ ἀπορρίψῃ τὸ Πρωτόκολλον τῆς Γενεύης, σᾶς ἐδήλωσα ὅτι τότε φοβοῦμαι ὅτι, ἂν ἀφεθῇ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ διαχειρισθοῦν τὸ Μακεδονικὸν ζήτημα, δὲν θὰ τὸ διαχειρισθοῦν ὅπως πρέπει. Ἀπόδειξις ὅτι ὁ θεωρούμενος ὡς κορυφὴ τῆς διπλωματίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Πολίτης ἔκαμε μίαν τόσον κολοσσιαίαν γκάφαν. Αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν φόβον ἐξεδήλωσα. Ἀλλ’ ὅτι ἡ Βουλγαρία προσεπάθησεν ἀκριβῶς νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Πρωτοκόλλου διὰ νὰ ἀπαλλαγῇ μίαν φορὰν διὰ πάντα ἀπὸ τοὺς ἐκεῖ ἐγκατεστημένους Ἕλληνας, εἶναι ἀπόδειξις ἓν τηλεγράφημα τὸ ὁποῖον ἔλαβον, χθεσινῆς ἡμερομηνίας (ἀναγινώσκει).... Καὶ ἐνῷ, κύριοι συνάδελφοι, ἡ Βουλγαρία, ἐκμεταλλευομένη ἀκριβῶς τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Πρωτοκόλλου, προσπαθεῖ διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἐκτοπίσῃ τὸν ἐκεῖ ἐγκατεστημένον Ἑλληνικὸν πληθυσμόν, ἡμεῖς διὰ τοῦ Πρωτοκόλλου τούτου καὶ δι’ ἄλλων ἀστόχων ἢ μᾶλλον ἐγκληματικῶν, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ λέξις, ἐνεργειῶν κατωρθώσαμεν ὥστε οἱ Βούλγαροι νὰ σχηματίσουν ἐκ τοῦ μὴ ὄντος Βουλγαρικὰς μειονότητας.
§159Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Ἡμεῖς εἴμεθα κοσμοπολῖται!
§160Δ. ΠΑΖΗΣ. Εἰς αὐτὰ τὰ σημεῖα κυρίως ἤθελον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Συνελεύσεως, ὅτι τὸ Πρωτόκολλον ὑπογραφὲν ὡς ὑπεγράφη ἀπετέλεσεν ἔγκλημα κατὰ τῆς ἑλληνικότητος τῆς Μακεδονίας καὶ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον εἰσηγεῖται σήμερον ἡ Κυβέρνησις τὴν ἀκύρωσιν αὐτοῦ ἐπίσης φοβοῦμαι ὅτι δὲν θὰ ἐπιδράσῃ εὐνοϊκώτερον τὴν ἐξωτερικὴν διπλωματίαν καὶ εἰς τὴν ἐσωτερικήν μας ἀκαταστασίαν θὰ προσφέρῃ νέαν ἀφορμὴν ἐπιτάσεως.
§161Ι. ΣΙΦΝΑΙΟΣ. Τί προτείνετε;
§162Δ. ΠΑΖΗΣ. Μοὶ φαίνεται, κ. συνάδελφε, ὅτι ἡ διπλωματικὴ γλῶσσα δὲν εἶναι ἰδιάζουσα εἰς ἐμὲ καὶ νομίζω ὅτι ἐξηγήθην ἀρκετά. Θέλει ὁ κ. Σιφναῖος νὰ ἀκούσῃ γλῶσσαν πλέον ἁπλῆν; Ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀπεδοκίμασε τὸν πρῶτον δράστην, αὐτὴ φέρει ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην διὰ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Πρωτοκόλλου καὶ ἡ Ἐθνοσυνέλευσις ἂς τὴν κρίνῃ.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπότσαρης ἔχει τὸν λόγον.
§164Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, αἰσθανόμενος κόπωσιν θὰ παρεκάλουν ὅπως ὁμιλήσω εἰς τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν. Ἤθελον ὅμως παρακαλέσει ὅπως μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ διασαφήσω, ἐπειδὴ πρὸ ὀλίγου ὁμιλοῦντος τοῦ συναδέλφου κ. Πάζη καὶ εἰς ἀνταλλαγὴν διαφόρων ἀντιλήψεων μετὰ τοῦ κ. ἡγέτου τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» διέκοψα καὶ ὡμίλησα περὶ ἐνεργείας τῆς ὑπὸ τὸν κ. Γονατᾶν Ἐπαναστατικῆς Κυβερνήσεως, εἶναι δὲ ἐνδεχόμενον νὰ μείνῃ ἡ ἐντύπωσις ὅτι ἤθελον νὰ ψέξω τὴν ἐνέργειαν τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῆς Ἐπαναστατικῆς Ὁμάδος, ἤθελον νὰ τονίσω τοῦτο, καὶ προσεχῶς κατὰ τὴν ὁμιλίαν μου θὰ τονίσω καὶ θὰ ἐξάρω τὴν ὀξυδέρκειαν καὶ τὴν ἐπιτυχῆ ἐνέργειαν τὴν ὁποίαν κατέβαλε προσωπικῶς αὐτὸς οὗτος ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1923, ὅπως ἀποφευχθῇ ἡ ἔναρξις ἐκτελέσεως τῆς δηλώσεως πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοὐλάχιστον ἐκτελέσεως τῆς Συμβάσεως περὶ μειονοτήτων. Τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, ἵνα μὴ μείνῃ ἡ ἐντύπωσις ὅτι ἤθελον νὰ ψέξω πρᾶξιν τὴν ὁποίαν ὑπὲρ πάντα εἶμαι εἰς θέσιν καὶ νὰ γνωρίζω καὶ νὰ ἐκτιμῶ προσωπικῶς.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κυβέλος ἔχει τὸν λόγον.
§166Β. ΚΥΒΕΛΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες δύναται νὰ εἴπῃ τις ὅτι ἐξωνύχισαν τὸ ζήτημα καὶ θὰ ἐπερίττευεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος οἱαδήποτε ἐξήγησις. Καὶ ἂν οὐδεμία λέξις ἠκούετο ἐκ μέρους τῶν προαγορευσάντων, ἡ ἀπόφασις ἑνὸς ἑκάστου ἐξ ἡμῶν ἐν τῇ συναισθήσει τοῦ πατριωτικοῦ καθήκοντος θὰ ἦτο ἀκυρωτικὴ διὰ τὸ Πρωτόκολλον τῆς Γενεύης. Διὰ τῆς ὁμοφώνου ἀκυρώσεως τοῦ Πρωτοκόλλου τῆς Γενεύης ὑπὸ τῆς Δʹ τῶν Ἑλλήνων Ἐθνικῆς Συνελεύσεως δὲν ἐπέρχεται ἀκύρωσις μόνον τῆς ὑποσχέσεως τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ Συνέδριον τῆς Γενεύης, ἀλλ’ ἐπέρχεται ἀκύρωσις τῶν εὐσεβῶν πόθων τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ Συνέδριον ἐκεῖνο. Ἐπὶ πλέον διὰ τῆς ἀκυρώσεως τοῦ Πρωτοκόλλου τῆς Γενεύης ἐξασφαλίζεται τὸ ἔργον τῆς εἰρήνης καὶ τῆς ἀσφαλείας ἐν τῇ περιμαχήτῳ Μακεδονίᾳ καὶ κατὰ τρίτον λόγον, ὅπως καὶ οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες ἐξέθεσαν, ὑποβοηθεῖται τὸ ἔργον τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, τῆς ὁποίας μοναδικὴ ἀποστολὴ εἶναι ἡ ἐξασφάλισις καὶ ἡ ἐξυπηρέτησις τῆς εἰρήνης ἐν τῷ κόσμῳ. Κύριοι πληρεξούσιοι, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὁμολογήσω ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ μίαν ἀλήθειαν τὴν ὁποίαν δὲν δύναται κανεὶς νὰ διαψεύσῃ οὔτε οἱ φίλοι μας οἱ Βούλγαροι, ὅτι ἔχομεν κληρονομικὴν τὴν ἰδιότητα νὰ σεβώμεθα πάντας καὶ νὰ μὴ ἐπιθυμῶμεν οὔτε εἰς τὴν κρισιμωτέραν στιγμὴν τῶν ἐθνικῶν κινδύνων ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα πολλοὶ τῶν ὁμόρων ἔχουσι θέσει ὡς μέσον ἐκπληρώσεως τῶν πατριωτικῶν των ὀνείρων. Καθ’ ὅλην τὴν περίοδον τὴν πολεμικὴν τὴν ὁποίαν διέτρεξεν ἡ Ἑλλάς, ἐνῷ εὑρίσκετο ὑπὸ συνθήκας ὅπου τὸ συμφέρον τῇ ἐπέβαλε νὰ λάβῃ τὰ μέτρα τῆς ἀμύνης καὶ τῆς ματαιώσεως ἐνεργειῶν τῶν μειονοτήτων εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, ἡ Ἑλλὰς ἀντέδρα τότε μόνον, ὅταν εἶχεν ἔμπροσθέν της σφαγὰς καὶ ἐμπρησμούς, οὐδέποτε ὅμως ἀντέδρασε κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὥστε νὰ μὴ φαίνεται ἀντιλήπτωρ τῆς ἱερᾶς κληρονομίας τὴν ὁποίαν ἀνέκαθεν εἶχεν ἡ Ἑλλάς. Εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος, κύριοι, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἔλαβε χώραν τὸ Συνέδριον ἐν Γενεύῃ ὁ κόσμος ὁλόκληρος ἤλπισεν ὅτι θὰ ἐδημιουργεῖτο ὁμαλοποίησις τῶν διεθνῶν συνθηκῶν καὶ ὅτι ἡ ἐξυπηρέτησις τῆς εἰρήνης θὰ ἦτο ἓν μάθημα τὸ ὁποῖον θὰ ἠκούετο, οἱ πόθοι ὅμως αὐτοὶ διέψευσαν τοὺς σκοποὺς ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἐνομίσαμεν ὅτι θὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ Συνέδριον ἐκεῖνο. Δὲν δύναμαι ἐγὼ νὰ ἀναφέρω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ποίαν τύχην εὗρεν ὁ Πρόεδρος τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως οὔτε θέλω νὰ ἀποκλείσω ἐνδεχομένην ἐπιτυχίαν τοῦ ἔργου τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ἀλλὰ πάντως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγνωρίσω ὡς ὀρθὴν τὴν ἰδέαν τὴν ἐκδηλωθεῖσαν ἐκ μέρους τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος διὰ τῆς ὑπογραφῆς τοιούτου Πρωτοκόλλου. Ἕν μόνον ἐλαφρυντικὸν δύναμαι νὰ ἀποδώσω, ὅτι ἐπῆλθε μία σύγχυσις, ἡ σκέψις ἀπὸ τῆς ὁποίας δὲν ἔπρεπε νὰ ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τὸν ἄγγελον ἐκεῖνον τὸν εἰρηνοποιὸν καὶ συμφιλιωτικόν, ὁ ὁποῖος ἐκάθισεν εἰς τὸ Συνέδριον τῆς Γενεύης, εἰς τὸ νὰ νομίσωσι τινὲς Σύμβουλοι ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαπατήσουν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ τὴν Δʹ Ἐθνικὴν Συνέλευσιν.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πῖψος ἔχει τὸν λόγον.
§168Χ. ΠΙΨΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, τὸ διπλωματικὸν μέρος τοῦ ὑπὸ κρίσιν Πρωτοκόλλου ἔχει ἐξαντληθῆ εἰς βάρος τῶν δημιουργῶν του καὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Οὔτε εἶμαι ἄλλως τε εἰς θέσιν νὰ τὸ ἐξονυχίσω περισσότερον. Ἑπομένως θὰ περιορίσω τὴν ὁμιλίαν μου ἀκριβῶς εἰς τὸ τοπικιστικὸν ἐκεῖνο μέρος, τὸ ὁποῖον κυρίως θίγει ἡμᾶς τοὺς προερχομένους ἀπὸ τοὺς σλαυοφώνους πληθυσμοὺς τῆς Ἑλληνικῆς Μακεδονίας. Διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ πλήρης γνῶσις τῆς μακεδονικῆς ἐθνολογικῆς καταστάσεως, καὶ ἰδίως τοῦ τελευταίου μακεδονικοῦ ἀγῶνος μέχρι τοῦ 1912, ὑπέπεσαν εἰς τὸ ἀνεπανόρθωτον σφάλμα οἱ διπλωμάται ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν νὰ δημιουργήσουν τοιοῦτον Πρωτόκολλον καὶ νὰ φαντασθοῦν ὅλως ἀμελετήτως ὅτι μεταξὺ τῶν ὁμιλούντων τὴν σλαυικὴν γλῶσσαν Μακεδόνων εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Βουλγαρικὴ συνείδησις. Πρὸ τῆς ἀπελευθερώσεως τοῦ πληθυσμοῦ τούτου ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ κατὰ τὸ 1912, ὅσοι ἔλαβον μέρος εἰς τὸν Μακεδονικὸν ἀγῶνα ἢ ἔζησαν εἰς Μακεδονίαν κατὰ τὰ ἔτη 1901, 1902 μέχρι τοῦ 1912 ἐγνώρισαν ἐκ τοῦ πλησίον τὰς συνειδήσεις τῶν σλαυοφώνων ἐκείνων ἀνθρώπων ὅτι ἦσαν Ἑλληνικαί. Ἐγνώρισαν ἀνθρώπους ἀγραμμάτους σλαυοφώνους, οἱ ὁποῖοι ἠγωνίσθησαν ὑπὲρ τῆς Ἑλληνικῆς ἰδέας, οἱ ὁποῖοι ἀντέστησαν μὲ ἐξαιρετικὴν αὐτοθυσίαν ἐναντίον τῶν ἐπιδρομέων Βουλγάρων κομιτατζήδων. Καὶ πρόκειται σήμερον οἱ πληθυσμοὶ αὐτοὶ νὰ τεθῶσιν ὑπὸ τὴν κρίσιν διὰ τοῦ Πρωτοκόλλου τούτου ἂν ἔχουσιν ἢ ὄχι Ἑλληνικὴν συνείδησιν. Ἡ Ἱστορία ἀναγνωρίζει ὅτι οὐδέποτε Βούλγαροι εἰς τὴν σημερινὴν Ἑλληνικὴν Μακεδονίαν ὑπῆρξαν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι κατὰ τὸν τελευταῖον Μακεδονικὸν ἀγῶνα οἱ Βούλγαροι κομιτατζῆδες διὰ διαφόρων μέσων βαρβάρων ἐτρομοκράτησαν τὸν πληθυσμὸν ἐκεῖνον, καὶ πρὸ τῆς τρομοκρατίας ἐκείνης ἐλάχιστον μέρος τοῦ σλαυοφώνου πληθυσμοῦ ἠσπάσθη τὴν Βουλγαρικὴν ἰδέαν. Ἔρχεται ὅμως ἡ ἀπελευθέρωσις τοῦ πληθυσμοῦ τούτου κατὰ τὸ 1912 ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ καὶ ὅσοι μὲν ἐκ τῶν σλαυοφώνων ἀνεμίχθησαν ἐνεργῶς εἰς τὰς προπαγανδιστικὰς ἐνεργείας καὶ εἶχον ἐκτεθῆ εἰς φόνους Ἑλλήνων ἀπῆλθον ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Μακεδονίαν πρὸς τὴν Βουλγαρίαν. Οἱ ἐναπομείναντες ἔκτοτε σλαυόφωνοι τῆς Ἑλληνικῆς Μακεδονίας ἐπανῆλθον πάλιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ἰδέαν καὶ ἤρχισαν νομοταγέστατα νὰ προσφέρουν ὅ,τι εἶναι δυνατὸν νὰ προσφέρῃ Ἕλλην ὑπήκοος εἰς τὸ Κράτος του, Ἕλλην εἰς τὴν Πατρίδα του. Ἡ Σύμβασις περὶ ἑκουσίας ἀνταλλαγῆς ἐνομίζομεν ὅτι θὰ ἔθετε τέρμα εἰς τὸν φυλετικὸν αὐτὸν ἀνταγωνισμόν, ἐφόσον ἐδίδετο τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς τυχὸν ἀκόμη ὑπάρχοντας Βουλγαρίζοντας, εἴτε διότι οἱ συγγενεῖς των μετενάστευσαν εἰς Βουλγαρίαν ἀπὸ τὸ 1912 καὶ ἐφεξῆς εἴτε ἐκ συνειδήσεως Βουλγαρικῆς, ἐδίδετο, λέγω, τὸ δικαίωμα καὶ αὐτοί, ἂν ἤθελον, νὰ μεταναστεύσουν εἰς Βουλγαρίαν, ὅπου οἱ συγγενεῖς των εὑρίσκοντο. Καὶ ἐνῷ εἶχεν ἀρχίσει ἡ ἑκουσία αὐτὴ ἀνταλλαγή, καὶ ἤρχισε μάλιστα νὰ ἐκτελῆται προτροπῇ τῆς Βουλγαρικῆς προπαγάνδας ἀπὸ τοῦ 1923, παραδόξως, ὡς ἀντελήφθην ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως εἰς τὴν περιφέρειαν τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύω, περὶ τὰ μέσα τοῦ 1924 ἐσταμάτησε τὸ ρεῦμα τῆς ἑκουσίας μεταναστεύσεως καὶ ἤρχισε νὰ διαδίδεται μεταξὺ τῶν σλαυοφώνων πληθυσμῶν ὅτι μετ’ οὐ πολὺ θὰ ἐπανήρχοντο καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀνεχώρησαν μέχρι τότε δυνάμει τῆς Συνθήκης ἀνταλλαγῆς καὶ ὅτι θὰ ἀνεγνωρίζετο εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα νὰ ἔχουν σχολεῖα καὶ ἐκκλησίας. Αὐτὰ δὲ πρὶν ἢ ἀκόμη γνωσθῇ διὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Τύπου ἡ πληροφορία τοῦ Πρωτοκόλλου. Ὄντως ἡ προτροπὴ αὐτὴ ἤρχισε νὰ λαμβάνῃ διαστάσεις τοιαύτας καὶ βλέπομεν ἀνθρώπους δηλώσαντας ὅτι θὰ μετενάστευον εἰς Βουλγαρίαν νὰ μεταβαίνουν εἰς Θεσσαλονίκην εἰς τὴν Μικτὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς ἀνταλλαγῆς καὶ νὰ ἀνακαλῶσι τὰς αἰτήσεις των. Ἔχομεν τουλάχιστον εἰς τὴν περιφέρειαν τὴν ἰδικήν μου ὁλόκληρον χωρίον ἀπὸ 240 οἰκογενείας μέχρι σήμερον ποὺ δὲν ἔχουν μεταναστεύσει, ἐνῷ εἶχον δηλώσει ἀπὸ δέκα μηνῶν καὶ πλέον μετανάστευσιν εἰς Βουλγαρίαν. Ὁλόκληρον τὸ χωρίον αὐτό, Τούμπα ὀνομαζόμενον, εἶχεν ἐκβουλγαρισθῆ ἀπὸ τὴν Βουλγαρικὴν προπαγάνδαν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν ὥστε νὰ χρησιμεύῃ ὡς στήριγμα τῶν κομιτατζήδων καὶ ἀσφαλέστερον κρησφύγετον αὐτῶν κατὰ τὸν Μακεδονικὸν ἀγῶνα.
§169ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Νὰ φύγῃ.
§170Χ. ΠΙΨΟΣ. Ἠδύνατο νὰ ἔχῃ φύγει, διότι δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος ἀπολύτως νὰ μὴ φύγῃ. Δὲν ἔφυγεν ὅμως, διότι τοιαύτας ὁδηγίας εἶχεν ἀπὸ τὰς αὐτονομιστικὰς Μακεδονικὰς ὀργανώσεις τῆς Βουλγαρίας.
§171Ο ΑΥΤΟΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τὰ παράπονα αὐτὰ κατηγγέλθησαν καὶ εἰς ἐμὲ καὶ παρεκλήθην καὶ κατέθεσα ἐπερώτησιν διατί οἱ Βούλγαροι ἐκ 240 οἰκογενειῶν μένουν εἰς τὴν περιφέρειάν σας.
§172Χ. ΠΙΨΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἔφυγον, διότι κατ’ Αὔγουστον καὶ Σεπτέμβριον τοῦ 1924 συμμορία ὀκταμελὴς κομιτατζήδων ἐνεφανίσθη εἰς τὴν περιφέρειαν Γουμενίτσης δι’ ὀλίγας ἡμέρας μὲ ὁρμητήριον τὴν Σερβικὴν Μακεδονίαν καὶ διέδωκεν ἀπὸ τότε ἀκόμη ὅτι πρόκειται νὰ ἐξασφαλισθοῦν παραμένοντες εἰς τὰς θέσεις των οἱ δηλώσαντες ἑκουσίαν μετανάστευσιν σλαυόφωνοι καὶ ὅτι ἐπὶ πλέον θὰ εἶχον ἐκκλησίας καὶ σχολεῖα. Δηλαδὴ προέλεγον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἁμαρτωλοῦ Πρωτοκόλλου καὶ τὴν ἐφαρμογήν του. Ἐξ ἄλλου καὶ ἐπιστολαὶ ἐκ Βουλγαρίας προερχόμεναι τῶν μεταναστευσάντων ἑκουσίως προέτρεπον τοὺς δηλώσαντας νὰ μὴ ἀναχωρήσουν μὲ τὴν πλαστὴν αἰτιολογίαν ὅτι οὐδεμίαν προστασίαν εὑρίσκουν ἐν Βουλγαρίᾳ.
§173Θ. ΠΑΓΚΑΛΟΣ. Τὸν Αὔγουστον εἴπετε, κ. συνάδελφε;
§174Χ. ΠΙΨΟΣ. Μάλιστα, τὸν Αὔγουστον τοῦ 1924. Πρὶν ἀκόμη ὑπογραφῇ τὸ Πρωτόκολλον ἐγνώριζον αὐτοὶ ὅτι θὰ ὑπεγράφετο τοῦτο. Τὸ Πρωτόκολλον κυρίως εἶναι ἔργον τῶν αὐτονομιστικῶν Βουλγαρικῶν ὀργανώσεων τῆς Σόφιας. Γνωρίζουν καὶ ἐργάζονται καὶ ρυθμίζουν τὴν Μακεδονικήν των πολιτικὴν ἐπὶ προδιαγεγραμμένου σχεδίου αὐτονομήσεως τῆς Μακεδονίας, εὑρῆκαν δὲ συνεργάτας δυστυχῶς τοὺς ἀφελεῖς καὶ ἀνυπόπτους διπλωμάτας τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν. Εὑρίσκουν ἀκόμη συμμάχους, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, καὶ αὐτοὺς τοὺς σημερινοὺς κυβερνήτας, ἐν ἀγνοίᾳ των βεβαίως, οἱ ὁποῖοι, ἀντὶ νὰ ἀποπέμψουν τοὺς δημιουργοὺς ἑνὸς τοιούτου Πρωτοκόλλου ἀμέσως μόλις ἀντελήφθησαν τὸ ἀντεθνικὸν αὐτοῦ, ἐξακολουθοῦν καὶ σήμερον ἀκόμη νὰ τοὺς κρατοῦν ὡς ἀντιπροσώπους εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ δι’ αὐτὸ εἶναι συνένοχοι μὲ αὐτοὺς διὰ τὸ Πρωτόκολλον. Εἶναι ἀνάγκη, κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ παύσῃ νὰ παρουσιάζεται τὸ θῦμα τῶν Μακεδονικῶν βλέψεων τῆς Βουλγαρίας ὁ σλαυόφωνος Μακεδονικὸς λαός. Ὀφείλομεν ἡμεῖς πρῶτοι νὰ παραδεχθῶμεν καὶ νὰ πάρουν τὴν ἀπόφασιν οἱ Βούλγαροι ὅτι οὐδέποτε ὑπῆρξεν ὁ σλαυόφωνος πληθυσμὸς Βουλγαρικός. Διὰ τῆς πραγματικῆς Ἑλληνικῆς διοικήσεως, διὰ τῆς παιδείας καὶ διὰ τῆς πατρικῆς συμπεριφορᾶς τοῦ Κράτους εἶναι βεβαιότατον ὅτι θὰ καταστοῦν οἱ καλύτεροι καὶ θερμότεροι πατριῶται καὶ μόνον τότε θὰ παύσουν οἱ προπαγανδισταὶ Βούλγαροι νὰ ἐλπίζουν ἐπὶ τοῦ σλαυοφώνου πληθυσμοῦ. Ἔχομεν δὲ πλεῖστα ὅσα παραδείγματα τῆς πατριωτικῆς τῶν συμπεριφορᾶς καὶ τῆς αὐτοθυσίας τῶν σλαυοφώνων Μακεδονίας κατὰ τοὺς τελευταίους ἀκόμη πολέμους κατὰ τῶν Βουλγάρων καὶ κατὰ τῶν Τούρκων. Ἐλέχθη ἐκ τῆς θέσεως ταύτης ὅτι καὶ τὸ Πρωτόκολλον ἀκόμη ἂν ἐφαρμοσθῇ δὲν διατρέχει κανένα κίνδυνον ἡ Μακεδονία. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἔχω ἀντίθετον γνώμην. Ἂν ὄχι ἐπὶ τοῦ παρόντος, ποῖος εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς ἐγγυηθῇ διὰ τὸ μέλλον ὅτι δὲν θὰ διατρέξῃ κίνδυνον ἡ Μακεδονία; Ἂν ἐφαρμοσθῇ τὸ Πρωτόκολλον τοῦτο, ποῖος θὰ εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ συγκρατήσῃ τὴν ἐξέγερσιν τῶν ἄλλων τῆς Ἑλληνικῆς Μακεδονίας σλαυοφώνων ἐναντίον τῶν μειονοτήτων; Ἐλέχθη μάλιστα ὅτι δὲν θὰ ὑπάρχουν μειονότητες. Ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι θὰ δημιουργηθοῦν καὶ θὰ φυτευθοῦν ἀπ’ ἔξω μάλιστα. Δηλαδὴ φυγάδες εἰς Βουλγαρίαν, πρώην κομιτατζῆδες, θὰ ἐπανακάμψουν εἰς τὰ χωρία των μὲ ξένα διαβατήρια καὶ ἀποκτῶντες σὺν τῷ χρόνῳ τὴν Ἑλληνικὴν ὑπηκοότητα θὰ ἀποτελέσουν τὸν πυρῆνα τῶν μειονοτήτων. Δι’ αὐτὸ τὸ Πρωτόκολλον πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὅτι δὲν ὑπῆρξε ποτὲ καὶ πρέπει νὰ ἀκυρωθῇ χαρακτηριστικῶς διὰ τῆς ἀποδοκιμασίας ὅλων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν ὄχι μόνον εἰς τὴν ὑπογραφὴν ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν διατήρησιν αὐτοῦ μέχρι σήμερον. Διότι ἐδόθη πλέον τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Βουλγαρίαν νὰ παρέχῃ διαρκῶς πράγματα εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, ἐφόσον ὑπάρχει ἡ δήλωσις ὑπογεγραμμένη ἀπὸ τὴν ἐπίσημον Ἑλλάδα. Μετὰ παρέλευσιν ἐτῶν ἀκόμη θὰ ἐνθυμηθοῦν οἱ Βούλγαροι καὶ θὰ ἀναδιφήσουν εἰς τὰ ἀρχεῖα τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν καὶ ἀνασύροντες τὴν δήλωσιν θὰ εἴπουν εἰς τὴν Ἑλλάδα «μιὰ φορὰ καὶ ἕναν καιρὸ εἴχετε δηλώσει ὅτι ἀναγνωρίζετε Βουλγαρικὰς μειονότητος εἰς Μακεδονίαν.... κλπ.». Δὲν θὰ παύσουν δὲ ὅλοι αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι συνεκεντρώθησαν εἰς τὴν Βουλγαρίαν ἐνεργοῦντες ὑπὲρ τῆς αὐτονομήσεως τῆς Μακεδονίας καὶ τῶν μειονοτήτων. Ἀκριβῶς αὐτὸ ἤθελον καὶ αὐτὸ ἐπιδιώκουν οἱ Βούλγαροι διὰ τῶν μειονοτήτων. Θέλουν τὰς μειονότητας ἵνα μὲ ἑστίαν αὐτὰς ἀνάψουν πάλιν τὴν πυρκαϊὰν εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ νὰ παρουσιάσουν μίαν τοιαύτην ἀταξίαν, ὥστε αὐτὴ ἡ ἰδία ἡ Εὐρώπη νὰ μᾶς εἴπῃ μίαν ἡμέραν: «Σταθῆτε μιὰ στιγμὴ· προκειμένου ἐξ αἰτίας τῆς Μακεδονίας νὰ ἀνάψῃ πάλιν μία παγκόσμιος πυρκαϊά, θὰ εἶναι προτιμότερον νὰ τὴν αὐτονομήσωμεν· ἂς τὴν αὐτονομήσωμεν διὰ νὰ ἡσυχάσωμεν». Καὶ τότε φαντάζεται κανεὶς τί θὰ σημαίνῃ Ἑλλὰς ἄνευ τῆς Μακεδονίας. Εἰς ἕκαστον ἐξ ὑμῶν ἐναπόκειται, κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ κρίνῃ εὐσυνειδήτως κατ’ ἀπόλυτον τρόπον πάντα συντελεστὴν τοῦ Πρωτοκόλλου τούτου. (Χειροκροτήματα).
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πεζᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§176Σ. ΚΙΟΥΖΕΣ ΠΕΖΑΣ. Δὲν ἔχω νὰ εἴπω ἢ ὀλίγας λέξεις, διότι καὶ σεῖς ἔχετε κουρασθῆ καὶ ἐγὼ εἶμαι κουρασμένος. Ἐκ τῆς ὅλης συζητήσεως ἀπεδείχθη σαφέστατα ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ Πρωτοκόλλου ἤθελεν εἶσθαι ἐπιζημιωτάτη ἐθνικῶς καὶ ὅτι ἡ ὑπογραφή του ὑπῆρξε μέγα σφάλμα. Δὲν θὰ ἀσχοληθῶ σήμερον μὲ τὸ ζήτημα τῆς εὐθύνης τόσον τῆς προκατόχου ὅσον καὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ πρέπει νὰ σκεφθῶμεν ποῦ ὀφείλονται αἱ τόσαι διπλωματικαί μας ἀποτυχίαι. Ἐχάσαμεν τὰ 14 χωρία τῆς Ἠπείρου, ἐχαντακώσαμεν τὰ προσφυγικὰ ζητήματα, ἐσφάγησαν 200,000 ἀδελφῶν μας, δὲν γνωρίζομεν ἂν καὶ πόσαι Ἑλληνίδες ζῶσιν ἔτι εἰς τὰ Τουρκικὰ χαρέμια, τόσοι Ἕλληνες εὑρίσκονται εἰς τὰ βάθη τῆς Ἀνατολῆς, εἰς ποῖον ποσὸν ἀνέρχονται αἱ ἐν Τουρκίᾳ ἐγκαταλειφθεῖσαι Ἑλληνικαὶ περιουσίαι καὶ τόσα ἄλλα. Βεβαίως ὑπάρχει κάτι σάπιο παρ’ ἡμῖν καὶ κατ’ ἐμὲ ἡ ριζικὴ αἰτία ὅλων αὐτῶν τῶν ἀποτυχιῶν εἶναι αὐτὸς ὁ σημερινὸς ὀργανισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι πλημμελέστατος. Ὁ μακαρίτης Τρικούπης, ὁ ὁποῖος πρῶτος ἠθέλησε νὰ ὀργανώσῃ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος καθ’ ὑπόδειγμα τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν, ἐσκέφθη ἐν τῇ πολιτικῇ του περινοίᾳ πρὸ 40 ἐτῶν νὰ καθιερώσῃ τὸν θεσμὸν τῶν διαγωνισμῶν. Ἤρχισε λοιπὸν τοιουτοτρόπως νὰ ὀργανοῦται καλῶς ἡ ἐξωτερικὴ ἡμῶν ὑπηρεσία, ἀλλ’ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἡ πολιτικὴ φαγέδαινα ἐξουδετέρωσε καὶ τὸν θεσμὸν αὐτόν. Καὶ σήμερον ἔτι, ἂν ἐξετάσετε τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, θὰ εὕρετε εἰς τὰς ἀνωτέρας θέσεις παπάδες, πρώην δραγουμάνους, πρώην δικαστὰς καὶ λογιστάς, τουτέστι πάσης προελεύσεως ἀνθρώπους, οὐδὲν κοινὸν ἔχοντας μὲ τὴν διπλωματικὴν ὑπηρεσίαν, ἐπιβαλλομένους δὲ εἰς αὐτὴν ὑπὸ τῆς πολιτικῆς καὶ δι’ ἄλλων ἀθεμίτων καὶ ἀποσυνθετικῶν μέσων. Τὸν θεσμὸν τοῦτον ἐπεβουλεύθη καὶ ὁ κ. Ροῦσσος τελευταίως, κατορθώσας κατὰ τρόπον ἔκθεσμον καὶ ἀχαρακτήριστον νὰ καταργήσῃ καὶ τὴν μονιμότητα τῶν διὰ διαγωνισμοῦ εἰσελθόντων καὶ ἱεραρχικῶς προαχθέντων πρεσβευτῶν. Θέλω ἐν ὀλίγαις λέξεσι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἀνεξαρτήτως τοῦ θεσμοῦ τῶν διαγωνισμῶν ἡ ἐκλογὴ ἐν γένει τῶν προσώπων διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν γίνεται κατὰ τοιοῦτον πλημμελῆ τρόπον, ὥστε δὲν δυνάμεθα τίποτε νὰ ἐλπίσωμεν ἀπὸ τὴν ἐξωτερικήν μας Ὑπηρεσίαν. Σᾶς ἀναφέρω μερικὰ πρόχειρα παραδείγματα, ἀλλὰ πρὸ τούτου θέλω νὰ σᾶς βεβαιώσω ὅτι δὲν ἔχω καμμίαν ἔχθραν προσωπικὴν προκειμένου περὶ ζητημάτων τῆς Ὑπηρεσίας. Σᾶς ὁμιλῶ μὲ ὅλην μου τὴν εἰλικρίνειαν. Ἡμιλλήθησαν ὅλαι αἱ τελευταῖαι Κυβερνήσεις ποία νὰ πρωτοπάρῃ Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τὸν κ. Ροῦσσον. Τίνα εἰδικὰ εἶχεν οὗτος προσόντα διὰ νὰ προτιμᾶται παντὸς ἄλλου ὑφ’ ὅλων; Ὅταν ἠρώτησα ἕνα ἀρχηγὸν κόμματος διατί καὶ αὐτὸς προσέλαβε τὸν κ. Ροῦσσον, μοὶ ἀπήντησε· διότι οὕτως ἐνόμιζεν ὅτι προσήγγιζε περισσότερον πρὸς τὸν κ. Βενιζέλον! Ἂν μὲ τοιαύτας σκέψεις ἐκλέγωμεν τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Ἐξωτερικῶν, βεβαίως δὲν θὰ εἶναι πάντοτε οὗτοι εἰς τὸ ὕψος τῆς θέσεώς των. Σᾶς ἀναφέρω καὶ τοῦτο. Ἐνθυμοῦμαι πέρυσιν ὅτι τὸ πρῶτον Πολιτικὸν Τμῆμα διηύθυνεν εἷς ὑπουργικὸς γραμματεὺς βʹ τάξεως, ὁ ἀνεψιὸς τοῦ κ. Πολίτου, μέχρις ὅτου ἠναγκάσθησαν νὰ τὸν ἀπομακρύνουν συνεπείᾳ θλιβεροῦ ἐπεισοδίου. Τώρα πάλιν ἑτοιμάζονται νὰ παραδώσουν ἢ παρέδωσαν τὸ πρῶτον Πολιτικὸν Τμῆμα εἰς ὑπάλληλον ὄχι πεπειραμένον, ὁ ὁποῖος εὔχομαι νὰ ἔχῃ κληρονομήσει τὴν πολιτικὴν ὀξύνοιαν καὶ τὰς ἄλλας ἀρετὰς τοῦ πατρός του, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος, ἐφόσον γνωρίζω, μέχρι σήμερον δὲν ἔδωσε δείγματα τῆς ἀξίας του, ἡ δὲ ἐξ ἀγχιστείας καὶ πρὸς τὸν κ. Ροῦσσον συγγένεια δὲν εἶναι βεβαίως ἀρκετὸς τίτλος. Λοιπὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ τονίσω εἶναι ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν γίνεται ἐκλογὴ καταλλήλων προσώπων, δὲν σκοτίζονται ποτὲ μὲ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγουν οἱ Ἄγγλοι «the right man in the right place», ἀλλὰ πρυτανεύει πάντοτε ἕνα σύστημα ρουσφετολογικόν, ἕνα σύστημα νεποτισμοῦ καὶ φαβοριτισμοῦ. Αὐτὸς λοιπὸν εἶναι ὁ λόγος ὅλων μας τῶν ἀποτυχιῶν, ὥστε μὴ παραξενεύεσθε δι’ ὅλας αὐτὰς τὰς γκάφας καὶ τὰ σφάλματα τὰ ὁποῖα γίνονται ἐπανειλημμένως.
§177Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὥστε, κ. συνάδελφε, φαίνεται ὅτι ἡ ἀποτυχία ἡ ὁποία ἀποδίδεται εἰς τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Πρωτοκόλλου ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι ὁ κ. Πολίτης δὲν προέρχεται ἐκ διαγωνισμοῦ;
§178Σ. ΚΙΟΥΖΕΣ ΠΕΖΑΣ. Ὄχι, βέβαια. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα. Ὁ κ. Πολίτης ἦτο σοφὸς καθηγητής, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι εἶναι καὶ σοφὸς πολιτικὸς καὶ κυβερνήτης. Ἂν τὸ ἐναντίον ἦτο ἀληθές, τότε ὅλοι οἱ καθηγηταὶ τῶν Εὐρωπαϊκῶν Πανεπιστημίων θὰ ἐγίνοντο Ὑπουργοὶ καὶ Πρωθυπουργοί. Ἡ ἐντύπωσις ἡ ἰδική μου εἶναι ὅτι ὁ κ. Πολίτης δὲν εἶχεν ἀκριβῆ γνῶσιν τῶν Μακεδονικῶν ζητημάτων. Οὐδεὶς ἐπέστησεν ὅσον καὶ ὅπως ἔδει τὴν προσοχήν του ἐπὶ τῶν συνεπειῶν καὶ περιεπλάκη μὲ θεωρίας ἀνθρωπιστικὰς εἰς τὸ ζήτημα. Πρέπει ὅμως νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι εἶναι εὐρείας μορφώσεως ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰς θέσιν νὰ προσφέρῃ μεγάλας ὑπηρεσίας εἰς τὸ Ἔθνος.
§179Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Τὸ Πρωτόκολλον αὐτὸ παρασκευάζεται ἐκ μέσους τῶν γραμματέων;
§180Σ. ΚΙΟΥΖΕΣ ΠΕΖΑΣ. Ὄχι, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ ἐντύπωσις ἡ ἰδική μου εἶναι ὅτι ὁ κ. Πολίτης ἀπὸ ἔλλειψιν πολὺ μεγάλου égard πρὸς τὴν ὡς ἄνω κατηρτισμένην κεντρικὴν Ὑπηρεσίαν, ἴσως δὲ καὶ πρὸς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ τοὺς ἐρωτήσῃ καὶ νὰ τοὺς συμβουλευθῇ ἢ καὶ νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὰς ὑποδείξεις των. Ὁ κ. Πολίτης εἶναι, ὡς εἶπον, ἄνθρωπος λίαν μορφωμένος, δὲν εἶναι ὅμως καὶ πολιτικὸς καὶ κυβερνήτης δεξιός, εὑρισκόμενος δὲ εἰς μεγάλα πολιτικὰ κέντρα καὶ εἰς ὑψηλότερα ἐπίπεδα ἐνόμισεν ὅτι οὕτως ἔπρεπε νὰ πράξῃ, χωρὶς νὰ συλλογισθῇ ὅλας τὰς ζημίας καὶ τοὺς κινδύνους, ὅτι ἐματαιοῦτο σχεδὸν ἡ Σύμβασις τῆς ἑκουσίας Ἑλληνοβουλγαρικῆς μεταναστεύσεως, ὅτι ἐδυσχεραίνετο ἡ ἐγκατάστασις τῶν προσφύγων καὶ ὅτι καὶ αἱ ἄλλαι μειονότητες θὰ μᾶς ἐζήτουν τὰ αὐτὰ δικαιώματα καὶ προνόμια καὶ ἡ Μακεδονία θὰ περιήρχετο εἰς ἣν καὶ ἄλλοτε ἐπὶ τουρκοκρατίας ἀνώμαλον καὶ ἀναρχικὴν κατάστασιν.
§181Β. ΑΛΕΒΙΖΑΤΟΣ. Σεῖς ἔχετε τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ κ. Πολίτης ἐνήργησεν αὐτοβούλως χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὸν κ. Ροῦσσον;
§182Σ. ΚΙΟΥΖΕΣ ΠΕΖΑΣ. Ἔτσι ὑποθέτω, ἐκτὸς ἂν εἶναι ἀληθὲς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν πιστεύω, ἀνεγράφη δὲ εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. ἐκ Μαντινείας πολιτευτοῦ ἦλθεν ἐδῶ ὁ κ. Πολίτης καὶ ἐζήτησε νὰ τῷ δοθῇ carte blance διὰ τὰ ἐξωτερικὰ ζητήματα, διότι ὤν αὐτὸς εἰς τὸ κέντρον ἠδύνατο νὰ τὰ διαχειρίζεται κάλλιον παντὸς ἄλλου.
§183Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὅ,τι ἐγράφη εἰς τὰς ἐφημερίδας σᾶς λέγω ὅτι εἶναι ψευδέστατον. Οὐδέποτε ἔλαβεν ὁ κ. Πολίτης ἐξουσιοδότησιν νὰ διαχειρίζεται αὐτοβούλως τὰ ἐξωτερικά μας ζητήματα, οὔτε ἐζήτησε. Τὸ μόνον τὸ ὁποῖον ἔγινεν, ὅταν ἦλθεν ἐδῶ ὁ κ. Πολίτης, ἦτο ὅτι ἐζήτησε νὰ τῷ εἴπωμεν ποία ἦτο ἡ πολιτική μας καὶ ἐξέφερε τὴν γνώμην ὅτι θὰ ἔπρεπεν ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ νὰ χαράσσεται, ἀφοῦ γνωμοδοτοῦν καὶ οἱ ἐκτὸς τῆς Κυβερνήσεως ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑπ’ ὄψιν νὰ τὸ κάμῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ ἐξετέλεσε, διότι ἐκάλεσε τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων καὶ τοὺς ἔκαμε γνώστας τῆς πολιτικῆς πορείας τὴν ὁποίαν ἠκολούθει. Ἑπομένως οὔτε ἐξουσιοδότησιν ἔλαβεν οὔτε αὐτὸς εἰσηγήθη τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ἠκολούθει ἡ Ἑλλάς. Ἡ πολιτικὴ ἡ ἀκολουθηθεῖσα ἦτο πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι εἶναι ψευδέστατα τὰ ἀντιθέτως γραφέντα εἰς μίαν πρωινὴν ἐφημερίδα.
§184Θ. ΠΑΓΚΑΛΟΣ. Ὅτι ὅμως ἐγένοντο ἀγῶνες περὶ τὸν κ. Ροῦσσον διὰ νὰ τὸν πάρουν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν εἶναι ἀκριβές.
§185Σ. ΚΙΟΥΖΕΣ ΠΕΖΑΣ. Δέχομαι εὐχαρίστως τὰς ἐξηγήσεις ταύτας, ἀλλ’ εἰλικρινῶς λυποῦμαι διότι ἕνα εἶδος Ἀβδηριτισμοῦ παρατηρεῖ κανεὶς εἰς τὸν πολιτικὸν κόσμον τὸν Ἑλληνικόν. Σήμερον δὲν ὑπάρχει δευτέρα γνώμη ὅτι πρόκειται περὶ μιᾶς γκάφας διπλωματικῆς· ἐν τούτοις πρὶν ἀκόμη τὸ ζήτημα σαφηνισθῇ σπεύδει ὁ κ. Ροῦσσος καὶ ἀπονέμει εἰς τὸν κ. Πολίτην τὸν Μεγαλόσταυρον. Καὶ ἂν δι’ ἄλλας ὑπηρεσίας ἀπενέμετο τὸ παράσημον αὐτό, νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἀπονομή του διὰ νὰ μὴ ἐκτεθῶμεν καὶ δυσαρεστήσωμεν περισσότερον τοὺς Σέρβους καὶ διὰ νὰ μὴ προσκρούσωμεν εἰς τὸ αἴσθημα τῆς κοινῆς εὐπρεπείας. Ἔπειτα δὲν ἀνευρίσκει τις λογικὸν εἱρμὸν εἰς τὰς ἐνεργείας καὶ τὰς πράξεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν.
§186Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τὸ παράσημον ἐδόθη διὰ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Πρωτοκόλλου;
§187Σ. ΚΙΟΥΖΕΣ ΠΕΖΑΣ. Δὲν γνωρίζω ἂν διὰ τὴν καταγγελίαν τῆς Ἑλληνοσερβικῆς Συμμαχίας ἐδόθη ἢ διὰ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Πρωτοκόλλου.
§188Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Προτάσει τίνος ἐδόθη τὸ παράσημον;
§189Σ. ΚΙΟΥΖΕΣ ΠΕΖΑΣ. Τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν βεβαίως. Ποῖος ἄλλος θὰ ἐλάμβανε τὴν πρωτοβουλίαν; Ὑπάρχουν πολλαὶ ἄλλαι παρόμοιαι περιστάσεις· λόγου χάριν διορίζεται πρόεδρος τῆς Ἑλληνικῆς ἀντιπροσωπείας ὁ πρώην διερμηνεὺς καὶ κατόπιν πρεσβευτὴς Ἰωάννης Παπᾶς. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἐκ πρώτης ὄψεως εἶχε τὰ προσόντα νὰ ἐκτελῇ τὰ καθήκοντά του, μολονότι ἐγὼ εἶχον ἐνδοιασμούς, ὡς πρὸς τὴν δραστηριότητά του, τοὺς ὁποίους ἐν καιρῷ ἀνεκοίνωσα εἰς τὸν τότε Πρόεδρον τῆς Ἐπαναστατικῆς Κυβερνήσεως. Ἂν ὁ κ. Παπᾶς ηὐδοκίμει εἰς τὴν θέσιν του, ὡς ἐφρόνει ὁ διορίσας αὐτὸν κ. Γονατᾶς, διατί τὸν ἀντικατέστησεν ὁ κ. Ροῦσσος προκειμένου περὶ ζητημάτων τόσον σοβαρῶν, ἂν δὲ δὲν ηὐδοκίμει, ὡς ἐφρόνουν πολλοὶ Κωνσταντινουπολῖται, διατί τὸν ἀφῆκαν τόσον χρόνον νὰ προεδρεύῃ, ἐπὶ ζημίᾳ τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων, τῆς Ἑλληνικῆς ἀντιπροσωπείας; Καὶ διατί τὸν ἐπαναδιώρισαν νῦν πρεσβευτὴν ἐν Βέρνῃ; Τὸ ἴδιον ἠδύνατο νὰ εἴπῃ τις καὶ διὰ τὸν κ. Τσορμπατζῆν· τὸν διώρισαν, τὸν εἶχον δύο ἔτη εἰς τὴν Μικτὴν Ἐπιτροπὴν τῆς ἑκουσίας Ἑλληνοβουλγαρικῆς μεταναστεύσεως καὶ ἐσχάτως τὸν ἀντικατέστησαν δι’ ἄλλου, διὰ τοῦ κ. Πέτρου Μεταξᾶ. Ἂν ηὐδοκίμει καὶ αὐτός, ὡς ἐφρόνει τὸ ἁρμόδιον Τμῆμα, διατί τὸν ἀντικατέστησαν καὶ ἂν δὲν ηὐδοκίμει διατί τὸν ἠνέχθησαν ἐπὶ δύο ἔτη; Δὲν ἠμπορεῖ τις νὰ εὕρῃ, ὡς εἶπον, λογικὸν εἱρμὸν εἰς τὰς πράξεις τῆς κεντρικῆς Ὑπηρεσίας. Δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας νὰ ἐκταθῶ περισσότερον. Ἐφελκύω τὴν προσοχήν σας μετὰ πατριωτικοῦ πόνου, ὅτι ἡ Ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν κανονίζει τὰς πράξεις της ἀποβλέπουσα ἀποκλειστικῶς εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα καὶ διὰ τοῦτο χρήζει μεταρρυθμίσεως καὶ βελτιώσεως, ἄλλως θὰ ἔχετε καὶ ἄλλας παρομοίας γκάφας, θὰ ἔχετε καὶ ἄλλα σφάλματα πολλὰ καὶ συχνὰ καὶ νὰ μὴ αἰτιᾶσθε κανένα παρὰ τὸν ἑαυτόν σας. Θέλομεν ὅλοι νὰ ἱκανοποιῶμεν τὰ ἀτομικά μας συμφέροντα, τὰ κομματικά μας συμφέροντα, τὸ αὐτὸ δὲ γίνεται δυστυχῶς καὶ εἰς τὸν Στρατὸν καὶ βλέπετε σήμερον νὰ εἶναι οὗτος διῃρημένος εἰς δύο κόμματα ἀλληλοτρωγόμενα, ἐνῷ ἔπρεπεν οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ διπλωματικοὶ ὑπάλληλοι νὰ εἶναι ἀφωσιωμένοι μόνον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Πατρίδος, χωρὶς νὰ ἀναμιγνύωνται εἰς τὰς ἐσωτερικὰς διαμάχας. Αὐτὸ ὑπῆρξε πάντοτε τὸ ἰδανικόν μου, αὐτὴν τὴν πορείαν προσεπάθησα νὰ ἀκολουθήσω ἀνέκαθεν· ἐν τούτοις ἀντὶ ἀμοιβῆς καὶ ὑποστηρίξεως παρεξηγήθην, ἠδικήθην καὶ κατεδιώχθην. Οὐδεὶς καὶ ἐκ τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων εἶχέ ποτε τὴν γενναιότητα νὰ βάλῃ εἰς τὴν θέσιν των τοὺς ἐξ ὑστεροβουλίας φατριάζοντας ὑπαλλήλους, ἀποστέλλων αὐτοὺς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν των, καὶ τοὺς ἀξιωματικούς, ἀποστέλλων αὐτοὺς εἰς τὸν στρατῶνα. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐδιάβασα κάποτε καὶ ὑποθέτω ὅτι εἶναι ἀληθὲς ὅτι, ὅταν ὁ Κλεμανσὼ προσεκάλεσε τὸν στρατηγὸν Φὸς διὰ νὰ τῷ ἀναθέσῃ τὴν ἀρχιστρατηγίαν, ὁ στρατηγὸς τῷ εἶπεν ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του ὅτι ἔχει ἀδελφὸν κληρικὸν καὶ ὅτι αὐτὸς ἔχει χαρακτηρισθῆ ὡς κληρικόφρων. Ἠξεύρετε τίνα ἀπάντησιν τῷ ἔδωκε; Μὲ συγχωρεῖτε διὰ τὸ χυδαῖον κάπως τῆς ἐκφράσεως, ἀλλ’ ὁ Κλεμανσὼ εἶναι ἀρκετὰ μεγάλος, ὥστε νὰ τῷ συγχωρεῖται τοιαύτη ἔκφρασις: «Je ne m’ en fiche pas mal de vos opinions politiques· ce qui m'interesse c'est votre capacité militaire». Συγκρίνατε τοὺς λόγους τούτους πρὸς τὰ παρ’ ἡμῖν συμβάντα καὶ ἐξαγάγετε τὰ συμπεράσματά σας. (Χειροκροτήματα).
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλκανδῆς ἔχει τὸν λόγον.
§191Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. Δοξιάδη ἰδίως, ὁ ὁποῖος ἐξήντλησε τὸ θέμα, δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε, διότι δὲν εἶμαι εἰδικός. Τοῦτο λέγω μόνον, ὅτι ὁ κ. Πολίτης ἠλέγχθη καὶ πολὺ δικαίως καὶ σκληρῶς, ἀλλὰ καὶ ἠδικήθη ἴσως, κατ’ ἐμέ, διότι ἔχει καὶ τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν του, καὶ ἡμεῖς ἐδῶ, οἱ ὁποῖοι ἐκπροσωποῦμεν τοὐλάχιστον τὴν ἀριστοκρατίαν τοῦ πνεύματος, ἔπρεπε νὰ κάμωμεν μίαν ἐπιφύλαξιν καὶ τὸν κ. Πολίτην νὰ μὴ τὸν ὑποβιβάσωμεν ὡς τὸν ὑπεβιβάσαμεν, διότι ἔχει τὴν ἱστορίαν του, καὶ ἐκτὸς τούτου εἶναι ἀναντικατάστατος σήμερον, ὡς ἔχουν παρ’ ἡμῖν τὰ πράγματα.
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λεονάρδος ἔχει τὸν λόγον.
§193Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Θὰ ὁμιλήσω καὶ ἐγὼ αὔριον, ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι.
§194Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καλὸν εἶναι νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν, διότι οἱ ρήτορες οἱ ἐγγραφέντες προηγουμένως ἔλαβον τὴν ἄδειαν νὰ ὁμιλήσουν αὔριον καὶ εἶναι περιττὸν νὰ συνεχίσωμεν.
§195Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ συνεχισθῇ τὸ Σάββατον ἡ συνεδρίασις, ἡμέραν ἐπερωτήσεων.
§196Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ σᾶς ἐπρότεινον τὸ ἑξῆς· νὰ συνεχισθῇ αὔριον ἡ συζήτησις καὶ τερματιζομένης τῆς συζητήσεως νὰ κάμωμεν συντακτικὴν ἐργασίαν.
§197Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει αὔριον νὰ ἀρχίσωμεν εἰς τὰς 4 μ.μ., διότι εἰς τὰς 8 μ.μ. ἐγὼ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀναχωρήσω. Ἄς βαδίσωμεν λοιπὸν κανονικῶς διὰ νὰ μὴ ἐγείρωνται ἀμφισβητήσεις. Αὔριον θὰ κάμωμεν συντακτικὴν ἐργασίαν καὶ τὸ Σάββατον συνεχίζομεν τὴν συζήτησιν.
§198Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μένει ἐκκρεμὴς μία συζήτησις ἡ ὁποία ἐνδιαφέρει ὅλον τὸν κόσμον.
§199Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸν κόσμον θὰ τὸν ἐνδιέφερεν ἂν δὲν ἐξεδηλοῦτο ὁμόθυμος ἡ γνώμη τῆς Συνελεύσεως ὡς ἐξεδηλώθη.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις λοιπὸν ἀναβάλλεται διὰ τὸ Σάββατον. Αὔριον ἔχομεν Ἡμερησίαν Διάταξιν ἀναφορῶν καὶ συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τῇ 4ῃ μ. μ. τῆς αὔριον. (Ὥρα 10 μ.μ.).