1924.01.31
2,302 rows · 18,176 words · 110 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 12Η
Πέμπτη 31 Ἰανουαρίου 1924
Προεδρία κ. Κ. Ρακτιβὰν
(Ὥρα 4.25′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Συνέλευσιν ὅτι: — Οἱ κάτοικοι Τεκελῆ αἰτοῦσιν ὅπως μὴ περιέλθῃ εἰς τὴν κατοχὴν τοῦ Ριχὰτ Πασσᾶ τὸ τσιφλίκιον Τεκελῆ. — Δημόσιοι ὑπάλληλοι Λαρίσης, Σερβίων, Φλωρίνης, Λεβαδείας, Κομοτινῆς παρακαλοῦσιν ὅπως τοῖς καταβληθῇ ὁ δέκατος τρίτος μισθός. — Ὁ σταφιδικὸς κόσμος Γαργαλιάνων διαμαρτύρεται ἐναντίον τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Προνομιούχου Ἑταιρίας μὴ θέλοντος νὰ παραλάβῃ τὸν σταφιδόκαρπον καὶ παρακαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν ὅπως διατάξῃ τὰ δέοντα. — Οἱ κάτοικοι τῆς κωμοπόλεως Σοφάδων διαμαρτύρονται διὰ τὴν ἐπέκτασιν τοῦ ἐνοικιοστασίου καὶ εἰς τὸν νομόν των, ἀντικειμένου εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ ἱεροῦ ναοῦ Ἁγίας Παρασκευῆς. — Ἐπιτροπὴ καπνοπαραγωγῶν Δράμας αἰτεῖται τὴν κατάργησιν τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῶν ἐξαγομένων καπνῶν καὶ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου δεκάτης. — Οἱ καπνοπαραγωγοὶ Φαναρίου αἰτοῦσιν ὅπως καταργηθῶσιν οἱ φόροι ἐπὶ τῶν καπνῶν. — Ἡ Ἕνωσις τῶν ὑπαλλήλων Μακεδονίας αἰτεῖται τὴν χορήγησιν τοῦ δεκάτου τρίτου μισθοῦ. — Ἡ Λέσχη τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων Κοζάνης παρακαλεῖ τὴν Συνέλευσιν ὅπως ἐγκρίνῃ τὴν χορήγησιν τοῦ δεκάτου τρίτου μισθοῦ. — Ὁ Γεώργιος Καστρήσιος ὑποβάλλει αἴτησιν, ζητῶν τὴν ἄρσιν τοῦ ἐνοικιοστασίου διὰ τοὺς μὴ στρατευθέντας ἐνοικιαστὰς ἀπὸ τοῦ 1915 καὶ ἐντεῦθεν. Ὁ πληρεξούσιος Ζακύνθου κ. Π. Γιωτόπουλος αἰτεῖται τὴν χορήγησιν αὐτῷ μηνιαίας ἀναρρωτικῆς ἀδείας. (Ἐγκρίσει τῆς Συνελεύσεως ἡ ἄδεια χορηγεῖται).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ πληρεξούσιος κ. Ἰωάννης Καλογερᾶς ὑποβάλλει τὰς ἑξῆς προτάσεις νόμων: αʹ) «περὶ προβιβασμοῦ ἀξιωματικῶν», βʹ) «περὶ στρατολογίας ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν μονίμων καὶ ἐφέδρων», γʹ) «περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας» καὶ δʹ) «περὶ ἐκπαιδεύσεως τῶν στελεχῶν τοῦ στρατεύματος». Κατ’ ἀπόφασιν τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ Συνέλευσις ἀπὸ προχθὲς εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως.
§3Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὸν λόγον.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαναστασίου ἔχει τὸν λόγον.
§5Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δημόσιον μυστικὸν εἶναι ὅτι σοβαρὰ ἀσθένεια τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἠνάγκασεν αὐτὸν νὰ παραιτηθῇ ἀπὸ τῆς ἐνεργοῦ διευθύνσεως τῶν κοινῶν. Ἡ λύπη καὶ ἡμῶν εἶναι μεγίστη διὰ τὴν ἀσθένειαν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀσθένειαν ἡ ὁποία προφανῶς ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξήντλησε τὴν ζωήν του εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Πατρίδος, ἔκαυσε τρόπον τινὰ προώρως τὰς δυνάμεις του, διὰ νὰ ἀναζωπυρήσῃ τὸ Ἔθνος. Ἐν τούτοις, ὅσον καὶ ἂν ἡ ἐπιθυμία ὅλων μας εἶναι ὅπως ἡ ἀποκατάστασις τῆς ὑγείας ἐπιτρέψῃ τάχιστα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπανέλθῃ τὸ ταχύτερον εἰς τὴν ἐνεργὸν πολιτικήν, ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι δεδομένης τῆς τοιαύτης ἀποχωρήσεως τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, μολονότι τοιαύτη δὲν ἀνεκοινώθη ἐπισήμως ἀκόμη, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσουν αἱ ἐργασίαι τῆς Συνελεύσεως καὶ ἂν ἀκόμη δὲν ἔχῃ ληφθῇ ὁριστικὴ ἀπόφασις περὶ ἀποχωρήσεως τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω ὅτι ἐκφράζω γενικὴν γνώμην, ἐὰν εἴπω ὅτι οὐδεὶς εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἔχει διάθεσιν νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τῶν ὑπὸ κρίσιν θεμάτων, μέχρις ὅτου διακανονισθῇ τὸ ζήτημα ἂν πράγματι πρόκειται ἢ ὄχι περὶ ἀποχωρήσεως τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ προτείνω νὰ διακοποῦν αἱ ἐργασίαι τῆς Συνελεύσεως μέχρι τῆς προσεχοῦς Δευτέρας μὲ τὴν παράκλησιν, ἐὰν ὑπάρχῃ ὑπουργικὴ κρίσις, νὰ δηλωθῇ αὕτη ἐπισήμως τὸ ταχύτερον, νὰ καταβληθῇ δὲ προσπάθεια ὅπως τὸ ταχύτερον λυθῇ.
§6Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εὑρισκόμεθα εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ πληροφορήσωμεν τὴν Συνέλευσιν ὅτι ἡ ὑγεία τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως οὐδεμίαν ἐμπνέει ἀνησυχίαν. (Χειροκροτήματα). Τοὐναντίον ἔχομεν πάντα λόγον νὰ πιστεύωμεν ὅτι ἡ ἀδιαθεσία ἐκ τῆς ὁποίας ὑποφέρει ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι παροδικῆς φύσεως καὶ ὅτι θὰ δυνηθῇ ἐντὸς ὀλίγου νὰ συνεχίσῃ τὰς πρὸς τὴν Πατρίδα ὑπηρεσίας του, ὑπηρεσίας τῶν ὁποίων ἡ Χώρα ἔχει τόσην ἀνάγκην εἰς τὰς παρούσας κρισίμους περιστάσεις. Εἶναι φανερὸν κατόπιν τούτων ὅτι οὐδεὶς συντρέχει λόγος πρὸς διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως. Δὲν εὑρισκόμεθα ἐνώπιον κυβερνητικῆς κρίσεως, διότι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξακολουθεῖ νὰ κατέχῃ τὴν θέσιν καὶ νὰ διευθύνῃ τὰς τύχας τοῦ Ἔθνους. Ἐὰν ἤθελε πιστοποιηθῇ — καὶ πιστεύομεν ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῶμεν ἐνώπιον τοιούτου ἀπευκταίου γεγονότος — ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἀκινδύνως τὸ ἐπίμοχθον ἔργον του, θὰ σπεύσωμεν ἀμέσως νὰ φέρωμεν εἰς γνῶσιν ὑμῶν τὴν δυσάρεστον ταύτην τροπὴν τῶν πραγμάτων καὶ ζητήσωμεν κατὰ τὰ κρατοῦντα ἔθιμα τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος μέχρι λύσεως τῆς κυβερνητικῆς κρίσεως. Πρὸ τούτου δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ δημιουργήσωμεν ἀδίκους ἀνησυχίας εἰς τὸν Λαόν. Δὲν φαντάζομαι ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ μειωθῇ τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Συνελεύσεως λόγῳ τῆς προσωρινῆς ἀπουσίας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὰ ὑπὸ συζήτησιν θέματα τοιαύτης φύσεως καὶ σημασίας ὥστε ἀφ’ ἑαυτῶν εἴτε παρόντος εἴτε καὶ ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως νὰ προκαλοῦν τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Συνελεύσεως καὶ τῆς Χώρας. Μακρὰ καὶ εὔλογος σειρὰ ρητόρων, ὧν ὁ ἀριθμὸς ἀνέρχεται εἰς 82 ἕως ὥρας, εἶναι ἐγγεγραμμένοι ὅπως λάβουν τὸν λόγον. Ἐλπίζω ὅτι πρὸ τῆς ἐξαντλήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τούτου τῶν ἀγορευτῶν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ δυνηθῇ νὰ προσέλθῃ καὶ πάλιν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην λαμβάνων ἐν τῷ μεταξὺ γνῶσιν τῶν ἀπόψεων αἱ ὁποῖαι ἀνεπτύχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος. Θὰ εἶναι δὲ τότε εἰς θέσιν ἡ Συνέλευσις ἄνευ περαιτέρω χρονοτριβῆς νὰ ἐπισπεύσῃ τὸ πέρας τῆς συζητήσεως. Φρονῶ ἑπομένως ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὰς ἐργασίας μας καὶ νὰ εἰσέλθωμεν πάραυτα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προέχοντος πολιτειακοῦ ζητήματος ἀναβάλλοντες τὰς ἐρωτήσεις, αἱ ὁποῖαι εἰς τὴν περίστασιν ταύτην εἶναι δευτερευούσης σημασίας. Αὐτὴν τὴν πρότασιν ἔχω νὰ ὑποβάλω ἐν ἀντιδιαστολῇ πρὸς τὴν ὑποβληθεῖσαν ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐκ Μαντινείας συναδέλφου. (Χειροκροτήματα)
§7Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ πληροφορία τὴν ὁποίαν ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Συνέλευσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης περὶ τῆς ὑγείας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως μᾶς προυκάλεσε μεγάλην χαράν. Ἂν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, τοῦτο προέρχεται διότι καὶ ἐξ ἡμιεπισήμων πληροφοριῶν καὶ ἐξ ἀνακοινώσεων τῶν ἐφημερίδων ἐγνώσθη ὅτι ἡ ὑγεία τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐκθέτει αὐτὸν εἰς μέγιστον κίνδυνον ἐφόσον ἀναμιγνύεται εἰς κοινοβουλευτικοὺς ἀγῶνας καὶ ὅτι ἕνεκα τούτου ἠναγκάσθη νὰ ζητήσῃ ὅπως ἀποχωρήσῃ τῆς διευθύνσεως τῶν κοινῶν. Ἐὰν τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβὲς — καὶ πιστεύομεν τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης — βεβαίως ἡ πρότασίς μου δὲν ἔχει κανένα λόγον. Ἄν ὅμως ἡ διεύθυνσις τῆς Κυβερνήσεως ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου αὐτῆς δὲν ἦτο πραγματική, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ συνεχίζηται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος, θὰ ἤμην δὲ διατεθειμένος νὰ συμφωνήσω μὲ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, διότι ὅλαι αὐταὶ αἱ συζητήσεις ἀφορῶσι τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐφόσον ὑπάρχει ἀμφιβολία εἰς τὰ μέλη τῆς Συνελεύσεως περὶ τῆς παραμονῆς τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἔχει σήμερον αὕτη βεβαίως θὰ λείπῃ εἰς αὐτοὺς ἡ διάθεσις πρὸς διεξαγωγὴν συζητήσεως σοβαρᾶς ἐπὶ τῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως. Ἐφόσον ὅμως ὑπευθύνως δηλοῦται ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ μετ’ εὐχαριστήσεως ἠκούσαμεν ὅτι ὑπάρχει μεγάλη ἐλπὶς ὅπως ἐντὸς βραχέος ἐπανέλθῃ εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τότε βεβαίως ἡ πρότασίς μου δὲν ἔχει κανένα λόγον καὶ τὴν ἀποσύρω. (Χειροκροτήματα)
§8ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Τὰ πρακτικά, κ. Πρόεδρε.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα· ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. Θὰ παρακαλέσω ὅμως τοὺς κυρίους πληρεξουσίους νὰ ἔχουν ὑπ’ ὄψει των ὅτι τὰ ἀναγινωσκόμενα ἐνταῦθα ἔντυπα ἔχουν τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ καὶ κατ’ ἐξοχὴν τὰ πρακτικά, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν δυνάμεθα νὰ χρονοτριβῶμεν εἰς λεπτομερῆ ἀνάγνωσιν. Ἐπίσης ἔχουν διανεμηθῆ καὶ τὰ νομοσχέδια τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Παρακαλῶ ἑπομένως τοὺς κ. πληρεξουσίους οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀντιρρήσεις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν νὰ δίδουν τὰς διορθώσεις των πρὸς ἀποφυγὴν χρονοτριβῆς εἰς τὸ ἁρμόδιον γραφεῖον, τὸ ὁποῖον ἔχει διαταχθῆ νὰ συμμορφοῦται πρὸς τὰς ὑποδείξεις τῶν κ. πληρεξουσίων. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φραγκούδης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως.
§11Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Αἰσθάνομαι, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἔχω ἰδιαίτερα καθήκοντα εἰς τὸ Συνέδριον τοῦτο, εἰς τὸ ὁποῖον ἐκλήθην νὰ συνεχίσω ὑπὸ ἄλλην μορφὴν τριάκοντα καὶ πλέον χρόνων πατριωτικοὺς ἀγῶνας. Καὶ εἶμαι εὐτυχὴς διότι εἰς τὸν ἐνεργὸν πολιτικὸν βίον εἰσῆλθον ὡς μέλος τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ταύτης, ἡ ὁποία ἔρχεται νὰ καθαρίσῃ τὸ ἄγος τῆς Συνελεύσεως τοῦ Γούναρη καὶ τοῦ Κίνια, ἡ ὁποία ἔρχεται ν’ ἀποπλύνῃ τὸ αἶσχος τῆς 1ης Νοεμβρίου. Ἡ 1η Νοεμβρίου! Ὁποία φοβερὰ ἡμέρα διὰ τὴν ἱστορίαν τοῦ Ἔθνους! Ὅταν ἐξερράγη ἡ Ἐπανάστασις εἶχον προτείνει ὅπως πρὸ παντὸς ἄλλου μελετηθῇ ἡ 1η Νοεμβρίου οὐχὶ ὡς κατιτὶ μοναδικὸν ἀλλ’ ὡς σύμπτωμα μιᾶς μεγάλης ἐθνικῆς ἀρρώστιας, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ τῆς Ἐπαναστάσεως. Δυστυχῶς ὅμως ἡ φωνή μου δὲν ἠκούσθη τότε, ἡ δὲ Ἐπανάστασις ἐζήτησε νὰ εἶναι μόνον ἐμβαλλωματὴς σωτηρίας, νὰ σώσῃ τὴν κατάστασιν προσωρινῶς ἐνῷ ἠδύνατο πραγματικῶς νὰ θέσῃ τὰ θεμέλια αὐτὴ πρὸ παντὸς τῆς ἐθνικῆς ἀναγεννήσεως. Νομίζω ἀκόμη, κύριοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις αὐτή, ἐρχομένη μετὰ τοιαύτας καταστροφάς, ὡς πρῶτον ζήτημα ἔπρεπε νὰ ἐξετάσῃ διατί τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, τὸ ὁποῖον κατέπληξε τὸν κόσμον πρὸ ἑκατὸν ἐτῶν διὰ τῆς ἐθνεγερσίας του, διατί τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος ἔπαθε τὴν ἀπροσδόκητον καταστροφήν. Ἐν τούτοις αἱ ὑπὸ συζήτησιν δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως μᾶς δίδουν τὸ δικαίωμα, καὶ τὸ καθῆκον μᾶς ἐπιβάλλει νὰ ἐξετάσωμεν ὀλίγον τὰ αἴτια, τὰ πλατύτερα καὶ βαθύτερα αἴτια, τῆς ἐθνικῆς καταστροφῆς. Ὑπάρχουν οἱ νομίζοντες ὅτι θὰ σωθῶμεν μόνον διὰ τῆς Δημοκρατίας καὶ ἂν καὶ δηλῶ ἀρχῆθεν ὅτι θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας καὶ πολὺ περισσότερον παντὸς ἄλλου ἐν τούτοις δὲν δύναμαι νὰ δώσω τὴν ψῆφόν μου καὶ νὰ πολεμήσω τὰς ἀπόψεις τῆς Κυβερνήσεως χωρὶς πρῶτον νὰ καταστήσω γνωστὸν καὶ νὰ ἐξηγήσω τοὺς λόγους τῆς τοιαύτης διχογνωμίας μου καὶ πρὸς τὴν μίαν καὶ πρὸς τὴν ἄλλην πτέρυγα. Τὸ Ἔθνος, κύριοι, πάσχει δεινὴν νόσον, νόσον ὀργανικὴν ὀφειλομένην εἰς τὸν ἐθνικόν του ὀργανισμόν. Ὁ ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως φίλος μου, ὁ σεβαστός μας φίλος κ. Φιλάρετος— καὶ λυποῦμαι μὴ βλέπων αὐτόν, τὸν πατέρα τῆς Δημοκρατίας, εἰς τὴν δημοκρατικὴν αὐτὴν Ἐθνοσυνέλευσιν—νομίζει ὅτι τὰ αἴτια τῶν δεινῶν τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἀπὸ τοῦ 1821 ὑπῆρξεν ἡ βασιλεία. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἔχει, κύριοι συνάδελφοι, τὴν ἔμμονον ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐκληροδότησεν, —ὄχι ἐκληροδότησε, διότι εὐτυχῶς ζῇ—τὴν ὁποίαν μετέδωκεν εἰς πολλοὺς ἄλλους, ἔχει τὴν μανίαν νὰ ἀποδίδῃ ὅλα τὰ κακὰ τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ ὅτι δὲν ἔγινε Δημοκρατία καὶ φρονεῖ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν Δημοκρατίαν ἀπὸ τοῦ 1821. Ἀλλὰ νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ Δημοκρατία δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ τὸ 1821, διότι τὸ 1821 δὲν ὑπῆρχεν οὔτε μισὸς δημοκράτης εἰς τὴν Ἑλλάδα, οὔτε εἰς τὴν Εὐρώπην ὑπῆρχε Δημοκρατία.
§12Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὅλοι ἦσαν δημοκράται καὶ ἐν ὀνόματι τῆς Δημοκρατίας ἐγένετο ἡ Ἐπανάστασις.
§13Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Ὁ ἀγὼν τοῦ Ἔθνους διεξήχθη δυστυχῶς περὶ τὸ σχῆμα τοῦ πολιτεύματος. Κατηναλώσαμεν δὲ ὅλον μας τὸν βίον οὐχὶ εἰς τὴν οὐσίαν τῆς διοικήσεως καὶ εἰς τὴν ἀρετὴν τὴν πολιτικήν, ἀλλ’ εἰς τὸ σχῆμα τοῦ πολιτεύματος. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι φρονοῦν ὅτι, ὁ Καποδίστρης ἢ ὁ Ὄθων κατέστρεψαν τὴν Ἑλλάδα. Δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι φρονοῦν ὅτι αἱ τύχαι τοῦ Ἔθνους θὰ ἦσαν διαφορετικαί, ἐὰν εἴχομεν Δημοκρατίαν ἀπὸ τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ ἐντεῦθεν. Πρῶτον διότι τὸ τοιοῦτον δὲν ἦτο δυνατόν. Καὶ ἡ θεωρία μᾶς ἐμποδίζει τοῦ νὰ βλέπωμεν καλύτερα καὶ βαθύτερα τὰ αἴτια τῆς ἐθνικῆς κακοδαιμονίας ...
§14Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἐὰν ἀντὶ τοῦ Κωνσταντίνου ἦτο Πρόεδρος Δημοκρατίας, ἡ Ἑλλὰς δὲν θὰ κατεστρέφετο.
§15Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Θὰ ἔλθω καὶ εἰς αὐτό. Ἐν τούτοις ἡ ἄνοδος εἰς τὸν θρόνον τοῦ Βασιλέως Γεωργίου ἔλυσε τὸ πρόβλημα καὶ τὸ Ἔθνος ἀπεδόθη εἰς τὸν ἐλεύθερον κοινοβουλευτικὸν βίον, διὰ δὲ τῆς κατισχύσεως τοῦ Τρικούπη καὶ τῆς ἀρχῆς τῆς δεδηλωμένης κατίσχυσεν ἐν Ἑλλάδι ὁ ἄκρος κοινοβουλευτισμὸς καὶ ἀπεδόθη τὸ Ἔθνος εἰς τὸν ἑαυτόν του. Καὶ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι μὲ τὴν μεγάλην ἐκείνην φυσιογνωμίαν τοῦ Τρικούπη ἐλαμπρύνθη κάπως ὁ κοινοβουλευτικὸς βίος τοῦ Ἔθνους καὶ ὅτι ἐπὶ τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου ὁ κοινοβουλευτισμὸς ἀνῆλθεν εἰς νέαν δόξαν καὶ λαμπρότητα. Ἀλλ’ ὅτι τὰ αἴτια ἦσαν βαθύτερα, ὅτι τὰ αἴτια ἦσαν ἄλλα ἀποδεικνύουν ἡ ἀποτυχία καὶ ἡ ἐξορία τοῦ Τρικούπη καὶ μετ’ ὀλίγον ἡ καταστροφὴ τοῦ μεγάλου ἔργου τοῦ Βενιζέλου. Δὲν πηγαίνουν εἰς τὴν Πόλιν, ὅταν εἶναι σάπια τὰ θεμέλια τοῦ Κράτους. Εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς συμφορὰς ἦλθε νὰ προσθέσῃ τὸ ἐπιστέγασμα ἡ προδοσία τοῦ Κωνσταντίνου ἡ ἀναμφισβήτητος. Ἀλλ’ ὁ Κωνσταντῖνος δὲν εἶναι προϊὸν τῆς μοναρχικῆς ἰδέας ἐν Ἑλλάδι, οὔτε μισθοφόρους μᾶς ἔφερεν, οὔτε μᾶς ὑπέβαλεν εἰς ζυγόν. Ὁ Κωνσταντῖνος ὑπῆρξε τὸ μανιτάρι τὸ ὁποῖον ἐφύτρωσεν ἐπὶ τῆς κόπρου ἑξήκοντα χρόνων ψευδοκοινοβουλευτικοῦ βίου. Ὁ Κωνσταντῖνος συνεμάχησε μὲ τὰ κόμματα ἵνα θάψῃ τὴν Ἑλλάδα, διότι εὑρῆκε τὸν λαὸν διεφθαρμένον καὶ ἕτοιμον νὰ δεχθῇ τὴν κοινοβουλευτικὴν τυραννίαν. Ἔτσι πρέπει νὰ ἀτενίσωμεν τὰ ζητήματα, ἐὰν εἴμεθα ἄνδρες καὶ ἂν δὲν θέλωμεν νὰ ῥίπτωμεν τὰς εὐθύνας μονομερῶς εἰς ἕνα θεσμὸν μόνον καὶ μόνον ἵνα ἐξαγνίσωμεν τὰ ἐθνικὰ ἁμαρτήματά μας. Ἔτσι ὀφείλομεν, κύριοι πληρεξούσιοι, ἔτσι ὀφείλει ἡ Ἐθνοσυνέλευσις νὰ ἐξετάσῃ τὰ ζητήματα ἐὰν θέλῃ νὰ ἀρθῇ εἰς τὸ ὕψος της, διὰ νὰ ἴδῃ ὅτι ἡ προδοσία τοῦ Κωνσταντίνου δὲν ἦτο προϊὸν καμμιᾶς ἰδέας ξένης πρὸς τὸν ἐθνικὸν ὀργανισμόν, ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς σάπιας μας κράσεως. Ὁ Κωνσταντῖνος ἦτο ἕνας διεφθαρμένος ἄνθρωπος, ἐξασκῶν τὸ ἐπάγγελμα τοῦ Βασιλέως, εὑρῆκε τὸν Λαὸν ἕτοιμον νὰ τὸν στηρίξῃ καὶ εὑρῆκε προπαντὸς τὰ κόμματα ἕτοιμα νὰ τὸν βοηθήσουν νὰ θάψῃ τὴν Ἑλλάδα μόνον διὰ τὰ κομματικά των συμφέροντα. Θὰ μοῦ εἰπῆτε: «Ἰδοὺ ἡμεῖς οἱ φιλελεύθεροι, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦμεν τὴν Ἐπανάστασιν καὶ οἱ ὁποῖοι ἤλθαμεν νὰ σώσωμεν τὸ Ἔθνος ἀπὸ τὰ παλαιὰ κόμματα καὶ ἀπὸ τὸν διεφθαρμένον μονάρχην». Βεβαίως ἡ ἐξέγερσις τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων καὶ ἡ ὕπαρξις αὐτοῦ ὑπόσχονται καλύτερον μέλλον καὶ ἀποτελοῦν ἐλπίδα εἰς τὴν θλιβερὰν κατάστασιν. Ἀλλά, κύριοι, ἐὰν νομίζωμεν ὅτι δυνάμεθα νὰ σώσωμεν τὸ Ἔθνος ἐπανερχόμενοι καὶ ἡμεῖς εἰς τὰς παλαιὰς μεθόδους, χωρὶς ἐξαγνισμόν, χωρὶς ἐπαναστατικὸν πνεῦμα, σφαλλόμεθα, Ἡ Συνέλευσις αὕτη τὴν ὁποίαν ὑπολαμβάνω ὡς συνέχειαν τῆς Ἐπαναστάσεως, ἐὰν πρόκειται νὰ σώσῃ τὸ Ἔθνος, πρόκειται νὰ τὸ σώσῃ μόνον διὰ μέτρων ἐπαναστατικῶν, συνεχίζουσα καὶ συμπληροῦσα τὴν ἐπανάστασιν τῶν γενναίων συνταγματαρχῶν. Τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος ἐσώθη κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη μόνον δι’ ἐπαναστάσεων, ἀντίκειται δὲ πρὸς τὴν ἱστορικὴν ἀλήθειαν, ἐὰν ἀρχίσωμεν νὰ κολακεύωμεν τὸν Λαὸν καὶ ἐξαρτῶμεν τὰ πάντα ἀπὸ τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν. Ὁ Λαὸς ὑπέστη τὸν ζυγὸν τῶν κομμάτων καὶ τὴν σωτηρίαν ἐπέφεραν αἱ τάξεις τῶν ἐπιλέκτων καὶ ὁ Στρατός. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξαρτήσωμεν τὰ πάντα ἀπὸ τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν, διότι ἡ λαϊκὴ κυριαρχία εὑρίσκεται ὑπὸ αἵρεσιν, ὑπὸ τὴν αἵρεσιν ὅτι δὲν θὰ ἐπαναληφθῶσιν τὰ ἴδια τῆς 1ης Νοεμβρίου.
§16ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ποία εἶναι ἡ αἵρεσις;
§17Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι εἶναι κίνδυνος νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ 1η Νοεμβρίου ἐρωτῶ· θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν; Ἡ αἵρεσις εἶναι ὅτι ὁ Λαὸς ἐφωτίσθη ἀπὸ τὰ παθήματα καὶ ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ σκεφθῇ καλύτερον, ἀλλ’ ἡ Συνέλευσις δὲν δύναται νὰ παραδώσῃ τὰ δικαιώματα τῆς Ἐπαναστάσεως. Ἡ Συνέλευσις συνεχίζει τὴν Ἐπανάστασιν· εἶναι ἕτοιμος νὰ συνεχίσῃ τὸ ἔργον της, ἐὰν ἤθελε κινδυνεύσει ἡ Πατρίς. Ἰδοὺ διατί δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω πρὸς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ὅλα τὰ ζητήματα τὰ θέτει ὑπὸ τὸν ἁπλοῦν κοινοβουλευτικὸν τύπον. Ὄχι, κύριοι· δὲν θὰ ἐπαγέλθωμεν εἰς τὴν ὁμαλὴν κοινοβουλευτικὴν ζωήν, ἐφόσον ὑπάρχει μία μερὶς τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, μερὶς ἀποτελουμένη ἀπὸ δολοφόνους καὶ προδότας, ἡ ὁποία καραδοκεῖ τὴν στιγμήν, νὰ ἐπαναλάβῃ τὸ αἶσχος τῆς 1ης Νοεμβρίου καὶ τὰ στασιαστικὰ κινήματα. Δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ἐπανήλθομεν εἰς τὸν κοινοβουλευτικὸν βίον, ἐφόσον ἡ Ἀντιπολίτευσις ἡ ὁποία ὑπάρχει ἀπέναντί μας δὲν εἶναι κοινοβουλευτικὴ Ἀντιπολίτευσις, ἀλλ’ εἶναι ἀντίδρασις δολοφόνων καὶ προδοτῶν. Διότι κανένα δὲν λανθάνει ὅτι κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς δὲν μετενόησεν, ὅτι διαρκῶς συσκέπτονται πῶς νὰ ἀνατρέψουν τὸ ἔργον μας καὶ πῶς νὰ καταστρέψουν τὴν Ἑλλάδα ὁλοτελῶς. Ἐφόσον τοιαύτην Ἀντιπολίτευσιν ἔχομεν, δὲν δυνάμεθα νὰ παραιτηθῶμεν τῶν ἐπαναστατικῶν ἡμῶν δικαιωμάτων καὶ νὰ ἀναρτήσωμεν τὰ πάντα ἀπὸ τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν. Ἡ Κυβέρνησις ἔκαμε διαφόρους δηλώσεις. Αἱ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως περιστρέφονται περὶ τὸ δυναστικὸν ζήτημα, περὶ τὸ πολιτειακόν, περὶ τὴν ἀναλογικὴν ψηφοφορίαν, τὰς ἐξωτερικὰς σχέσεις καὶ τὸ ζήτημα τῆς λεγομένης συμφιλιώσεως καὶ τῆς καλῆς διοικήσεως. Θὰ ἐξετάσωμεν ἓν πρὸς ἓν τὰ ζητήματα ταῦτα μὲ ὀλίγας λέξεις. Καὶ πρῶτον ὅσον ἀφορᾷ τὸ δυναστικὸν ζήτημα. Δὲν συμφωνῶ διόλου μὲ τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι πρέπει τὸ δυναστικὸν ζήτημα νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν ψῆφον τοῦ Λαοῦ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι εἶναι αἶσχος καὶ ἂν ἐπὶ μίαν στιγμὴν ἀναβάλωμεν νὰ κηρύξωμεν ἔκπτωτον τὴν Δυναστείαν τοῦ Κωνσταντίνου. Ἡ Δυναστεία τοῦ Κωνσταντίνου ἔπρεπε νὰ εἶχεν ἀποβληθῆ πρὸ πολλοῦ, ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ Ἐπανάστασις—νερόβραστη καὶ αὐτή—περιωρίσθη νὰ στείλῃ τὸν Κωνσταντῖνον μὲ ἕνα δυνατὸν «μπαξίσι» εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἡ Δυναστεία τοῦ Κωνσταντίνου ἔπρεπε νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἐδῶ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Ροῦπελ, ὁπόταν ἐπιστοποιήθη πασιφανῶς ἐνώπιον τοῦ κόσμου ὁλοκλήρου ὅτι εἰς τὸ παλάτι τῶν Ἀθηνῶν ἐνήδρευεν εἷς διεφθαρμένος ἡγεμὼν καὶ μία πονηρὰ βασίλισσα, ὄργανον τῶν ξένων, διὰ νὰ καταστρέψουν τὴν Ἑλλάδα. Φρονῶ δ’ ὅτι ὁ ὀλιγώτερον δυνάμενος νὰ ἔχῃ γνώμην ἐπὶ τοῦ δυναστικοῦ ζητήματος εἶναι δυστυχῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ ὁποίου ἡ δυναστικὴ πολιτικὴ ἐχρεοκόπησε καθ’ ὅλην τὴν γραμμήν. Δὲν εἶμαι, κύριοι, ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι λέγουν ὅτι ἔπρεπεν ὁ Βενιζέλος νὰ κάμῃ τοῦτο καὶ ἐκεῖνο καὶ νὰ προμαντεύσῃ τὰ μέλλον, διότι—πρέπει νὰ εἰποῦμε καὶ τοῦ στραβοῦ τὸ δίκῃο—δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προμαντεύσῃ ὅσα ἐπρόκειτο νὰ συμβοῦν. Καὶ τὸ ὄνειρον κάθε Ἕλληνος ἦτο νὰ πᾶμε στὴν Πόλι μὲ ἕνα Κωνσταντῖνον καὶ εἴχομεν γεννηθῆ ὅλοι μὲ αὐτὴν τὴν φρεναπάτην καὶ μὲ αὐτὸν τὸν ἐνθουσιασμόν. Καὶ ὅταν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ἐφαίνετο πὼς ἐπλησίαζεν ὁ Βενιζέλος ἔβαλε μπροστὰ τὸν Κωνσταντῖνον, τὸν ὁποῖον ἐνόμισεν ὅτι δὲν ἦτο ἐκεῖνος ὁποῖον τὸν εἶπε πολλὲς φορὲς ὁ κ. Κούνδουρος. Ἀλλ’ αἱ εὐθύναι τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν στάσιν του ἀπέναντι τῆς Δυναστείας τοῦ Κωνσταντίνου ἀρχίζουν νὰ γίνωνται σοβαραὶ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς συνθήκης τῶν Βερσαλλιῶν. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι μετέβην καὶ ἐγὼ εἰς τὸ Παρίσι τότε καὶ τὸν ἐπλησίασα καὶ τοῦ εἶπα: «Κύριε Πρόεδρε, ἔχετε ἕνα καθῆκον, νὰ ἀποκλείσετε διὰ διεθνῶν συνθηκῶν τὴν ἐπάνοδον τοῦ Κωνσταντίνου εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ὅπως ὁ Γουλιέλμος ἐξωρίσθη ἀπὸ τὴν Γερμανίαν διὰ διεθνοῦς πράξεως, ἔτσι πρέπει καὶ ὁ Κωνσταντῖνος, κηρυχθεὶς ἐχθρὸς ὄχι μόνον τῆς Ἑλλάδος ἀλλὰ καὶ τῶν Συμμάχων, νὰ ἀπομακρυνθῇ τῆς Ἑλλάδος διὰ διεθνοῦς πράξεως». Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκολύμβα εἰς πέλαγος αἰσιοδοξίας καὶ ἐνθουσιασμοῦ. Ἔβλεπε τότε, ἐν τῇ κατασκευῇ τῆς Μεγάλης Ἑλλάδος, νὰ ἀνοίγωνται ἐμπρός του οἱ οὐρανοὶ τῆς δόξης καὶ δὲν ἐφαντάζετο ὅτι ἐπεφυλάσσετο ἡ τρομερὰ 1η Νοεμβρίου. Εἰς τοῦτο συνετέλεσαν βεβαίως καὶ οἱ ἀξιότιμοι φίλοι του, οἱ ὁποῖοι τὸν ἠπάτων ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλ’ ἡ εὐθύνη του παραμένει ἀκεραία, διότι καλὴ εἶναι καὶ ἡ λαϊκὴ κυριαρχία, ἀλλὰ καὶ ὁ παπᾶς ποὺ ἔκαμε τὸν ἁγιασμὸν γιὰ νὰ φύγουν τὰ ποντίκια ἀπὸ τὸ καράβι εἶπε: «Βάλτε καὶ μιὰ γάττα μέσα γιὰ καλὸ ἢ γιὰ κακό». Ἔπρεπε λοιπὸν καὶ ἡμεῖς νὰ λάβωμεν τὰ μέτρα μας καὶ εἴχομεν ὅλα τὰ δικαιώματα καὶ ἰδίως τὴν μῆνιν τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Γαλλίας, αἱ ὁποῖαι ἦσαν πρόθυμοι νὰ λάβουν τὰ μέτρα ἐκεῖνα διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἠμποδίζετο διὰ τείχους διεθνοῦς ἡ ἐπάνοδος τοῦ Κωνσταντίνου. Ἰδοὺ διατί, κύριοι, δὲν μὲ ἐνθουσιάζει καὶ πολὺ ἡ ἰδική σας αἰσιοδοξία, ὅταν ἀτενίζετε πρὸς τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν. Εἶναι ἡ ἰδία αἰσιοδοξία ἡ ὁποία ἐβασίλευσεν εἰς τοὺς Ἑλληνικοὺς κύκλους ἐδῶ καὶ ἔξω διὰ τὰ ἀποτελέσματα τῆς 1ης Νοεμβρίου. Ἀλλὰ καὶ ἀργότερα, ὅταν ὁ Κωνσταντῖνος ἐξεδιώχθη, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδημιούργησεν Ἀλέξανδρον τὸν «Καλόν». Ἀγνοῶ διατὶ τοῦ ἐφόρτωσαν αὐτὸ τὸ παρατσούκλι, ἐνῷ εἶναι πασίγνωστον ὅτι ὁ μακαρίτης ἦτο ἕνας κρυψίνους ἡγεμονίσκος, κρύπτων ἐπιτηδίως τὰ αἰσθήματά του. Καὶ κατ’ ἀπομίμησιν τοῦ Ἀλεξάνδρου τοῦ Καλοῦ μᾶς κατεσκεύασε μετ’ ὀλίγον Γεώργιον.... Τὶ ἐπίθετον νὰ τοῦ δώσωμεν; Ἀλλ’ ἂν ὁ Κωνσταντῖνος ἦτο ξένος — καίτοι κατὰ τὴν γνώμην μου δὲν ἦτο τοιοῦτος, ἀλλ’ ἦτο ἕνας κουτσαβάκης τῆς Πλάκας, ἀνατραφεὶς ἐδῶ μὲ ὅλα τὰ κακὰ καὶ τὴν διαφθορὰν τῆς ψευτοαριστοκρατίας μας, ἦτο ἕνας Ρωμηὸς διεφθαρμένος, τὸν ὁποῖον παρέσυρεν ἡ ξένη προπαγάνδα τοῦ Στράϊτ, τῆς Σοφίας καὶ τῶν ἄλλων Ἑλληνογερμανῶν — ὁ Γεώργιος εἶναι ὁ ἀνεψιὸς τοῦ Κάϊζερ καὶ ὁ υἱὸς τῆς Σοφίας, ὁ ὁποῖος ἀνετράφη μὲ ὅλον τὸ μῖσος κατὰ τοῦ καθεστῶτος τῆς Ἐπαναστάσεως καὶ τοῦ βενιζελισμοῦ καὶ ἐπερίμενεν ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν νὰ ἴδῃ ἀνατρεπομένην τὴν τάξιν διὰ ν’ ἀγκαλιάσῃ τὸν Μεταξᾶν καὶ νὰ θάψουν μαζὶ τὴν Ἑλλάδα, ὡς εἴδομεν αὐτὸ φανερὰ ἀπὸ τὸ κίνημα τὸ ὁποῖον ἐξεράγη καὶ διὰ τὸ ὁποῖον — καθὼς εἶπεν ὁ κ. Γονατᾶς — ἔτρεμεν ἡ καρδούλα του. Ἔπρεπε νὰ εἶχον κατατεθῆ τὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα ἐζητήσαμεν διὰ τοὺς ὑπασπιστάς, οἱ ὁποῖοι ἦσαν σύνδεσμοι μεταξὺ τοῦ Μεταξᾶ καὶ τῶν στασιαστῶν καὶ ἔπρεπε νὰ εἴχομεν φωτισθῆ περισσότερον ἀπὸ τὴν ἐπαναστατικὴν Κυβέρνησιν· ἀλλ’ αὕτη ἐτράπη εἰς φυγὴν καὶ μᾶς ἀφῆκεν ὅλα τὰ ζητήματα ἄλυτα.
§18Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἐτράπη εἰς φυγήν.
§19Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Κατ’ ἐμὲ ἐτράπη. Ἡ ἔκπτωσις τῆς Δυναστείας, παρὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐξασκηθῇ βία, γενομένη ἀπέδειξεν τὸ δίκαιον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐφρόνουν ὅτι πρὸ παντὸς βία ἔπρεπε νὰ ἐξασκηθῇ· διότι ἐὰν δὲν ἠσκεῖτο, σᾶς βεβαιῶ ὅτι ποτὲ δὲν θὰ ἔφευγε ὁ Γεώργιος. Τὴν βίαν αὐτὴν δὲν πρέπει νὰ τὴν καταδικάζωμεν, ἀλλὰ νὰ τὴν εὐλογῶμεν, διότι προπαρεσκεύασεν ἓν τετελεσμένον γεγονός, ὥστε ὁ Γεώργιος, ὅ,τι καὶ ἂν συμβῇ, δὲν δύναται νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐκτὸς ἐὰν πατήσουν οἱ ἀντίθετοι ἐπὶ τῶν πτωμάτων μας. Ἀλλὰ θὰ μοῦ εἴπητε· ἀφ’ οὗ λοιπὸν εἶναι τόσο βέβαιον τὸ πρᾶγμα, διατὶ νὰ μὴ βάλωμεν καὶ τὸν στέφανον τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας εἰς τὸ γεγονὸς τῆς ἐκπτώσεως τῆς Δυναστείας; Ὄχι! ἡ ἔκπτωσις τῆς Δυναστείας ἔπρεπε νὰ εἶναι μέτρον ἐπαναστατικόν, μέτρον τιμωρίας μιᾶς προδότιδος Δυναστείας, ἔπρεπε νὰ εἶναι συνέχεια τῆς καταδίκης τῶν πολιτικῶν καὶ ἔπρεπεν ἡ Ἑλλὰς νὰ μὴ ἐξημερωθῇ τὴν ἑπομένην τῆς Ἐπαναστάσεως μὲ τὸ αἶσχος τῆς Κωνσταντινικῆς Δυναστείας. Ἰδοὺ διατὶ εἶπα, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ Ἐπανάστασις ἐτράπη εἰς φυγὴν καὶ μᾶς ἄφηκε τὴν κληροδοσίαν τοῦ αἴσχους. Ἰδοὺ διατὶ κακίζω τὴν Ἐπανάστασιν, διότι δὲν ἐξεπλήρωσε τὸ ἔργον αὐτὸ ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας. Δὲν εἰξεύρω ποῖος δὲν τὸ ἤθελεν. Καὶ αἰτία ἦτο ὁ σχηματισμὸς τῆς Ἐπαναστάσεως ὁ ἀνομοιογενής, ὅστις ἠμπόδιζε τὴν λῆψιν μέτρων ῥιζικῶν, ὅπως ξεκαθαρισθῇ ἡ κατάστασις. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, κύριοι· εἶναι δυνατὸν μία Ἐθνικὴ Συνέλευσις, ὅπως αὐτή, ἐρχομένη διὰ νὰ ἀναγείρῃ τὰ ἐρείπια, νὰ περιμένῃ τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν, τὴν χρεοκοπήσασαν τοσάκις ἐν Ἑλλάδι, διὰ νὰ νὰ λυθῇ διὰ δημοψηφίσματος τὸ ζήτημα καὶ ἐπικυρώσῃ αὐτὴ τὸ ἔργον τῆς Ἐπαναστάσεως; Ἐρωτῶ· εἶναι δυνατὸν νὰ καθίσωμεν ἡμεῖς ἐπὶ μῆνας, ἐπὶ ἡμέρας, ἀναμένοντες τὴν ἀπόφασιν τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, ὅταν εἴμεθα ἐντεταλμένοι ἡμεῖς, συνεχισταὶ τῆς Ἐπαναστάσεως, νὰ ἐφαρμόσωμεν ὅλα τὰ μέτρα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα νομίζομεν ἀναγκαῖα διὰ τὴν σωτηρίαν τῆς Πατρίδος; Παραγνωρίζεται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, κύριοι, ὁ ῥόλος τῆς Συνελεύσεως αὐτῆς καὶ κατάπληκτος ἤκουσα χθὲς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, προκειμένου περὶ τῶν ἐφημερίδων, νὰ λέγῃ: «Μὰ θέλετε, ὅταν ἔλθουν καὶ αὐτοὶ εἰς τὰ πράγματα, νὰ μᾶς κάμουν τὰ ἴδια καὶ νὰ μᾶς ἀφαιρέσουν τοὺς τίτλους τῶν ἐφημερίδων μας;» Μὰ ἄν, κύριε Ὑπουργέ, ἔλθουν εἰς τὰ πράγματα αὐτοί, δὲν θὰ ὑπάρχῃ Ἑλλὰς καὶ θὰ μᾶς κόψουν τὸ κεφάλι καὶ ὄχι τοὺς τίτλους τῶν ἐφημερίδων.
§20Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν ἠμπορεῖτε νὰ λέγητε ὅτι θὰ ἐμποδίσητε διὰ τῆς βίας αὐτοὺς νὰ ἔλθουν εἰς τὰ πράγματα.
§21Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Θὰ τοὺς ἐμποδίσω. Ὅταν ἡ Ἐπανάστασις ἔθεσεν ὡς ἔμβλημά της ὅτι «ἡ Ἑλλὰς θὰ σωθῇ καὶ ἀκόντων τῶν Ἑλλήνων», βεβαίως θὰ σώσωμεν τὴν Ἑλλάδα καὶ μὲ νέαν Ἐπανάστασιν, διότι ἡ ἐπάνοδος τῶν ἀνθρώπων τούτων θὰ ἐσήμαινε τὸ τέλος τῆς Ἑλλάδος, τὸ τέλος τοῦ Ἑλληνικοῦ κόσμου.
§22Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ ἀνάληψις τῆς Ἀρχῆς ἐξαρτᾶται ἀπὸ τῆς λαϊκῆς καὶ μόνον κυριαρχίας.
§23Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Ἡ ἀνάληψις τῆς Ἀρχῆς ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν, ἀλλὰ δὲν ἦτο σύμφωνος πρὸς τὴν ἀρχὴν αὐτὴν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν πολὺ προηγουμένως ἔγραφε τὰ ἑξῆς εἰς τὸν «Κήρυκα» τῶν Χανίων, ὀλίγον καιρὸν προτοῦ ἔλθῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα τῷ 1909: «Ἐὰν ἡ πολιτικὴ σῆψις, τὴν ὁποίαν παράγει ἡ ἀκολασία τόσων δεκαετηρίδων, εἶναι τοσοῦτον προχωρημένη ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ διεξαχθῇ τὸ ἔργον τῆς ἀνορθώσεως διὰ τῶν σημερινῶν κομμάτων καὶ δι’ ὁμαλῶν μέσων, ὁ Σύνδεσμος τῶν ἀξιωματικῶν ὀφείλει, θέτων τὴν ὑλικὴν καὶ ἠθικὴν δύναμιν, ἥν διαθέτει, εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ εὐγενεστάτου σκοποῦ ὃν ἐπιδιώκει, νὰ ἐπιχειρήσῃ τὴν σωτηρίαν διὰ προσκαίρου δικτατορίας».
§24Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἀποκλείεται ἡ Ἐπανάστασις, κ. συνάδελφε, καθόσον καὶ αὐτὴ ἀποτελεῖ καθῆκον καὶ μίαν παρέκλισιν προσωρινήν. Δὲν εἶναι ὅμως δυνατὸν νὰ ὑποστηρίζητε ὅτι ἕνας Τόπος εἶναι δυνατὸν νὰ ζῇ ἐν συνεχεῖ ἐπαναστάσει, καὶ ὅτι, ἀποκαθισταμένης τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ Κυβέρνησις μὴ στηριζομένη ἐπ’ αὐτῆς.
§25Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Ἡ διαφορά μας εἶναι ὅτι σεῖς μὲν νομίζετε ὅτι ὁ Τόπος ἐπανῆλθεν εἰς τὴν ὁμαλὴν περίοδον, ἐνῷ ἐγὼ διατείνομαι τὸ ἐναντίον, ἰσχυριζόμενος ὅτι ἐνώπιόν μας ἔχομεν ἀντίδρασιν, ἡ ὁποία καραδοκεῖ καὶ ἀπέναντι αὐτῆς πρέπει νὰ ἔχωμεν ἐπανάστασιν. Δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς πλήρη κοινοβουλευτικὴν περίοδον. Ἰδοὺ διατί φρονῶ ὅτι...
§26ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Δὲν εἴμεθα ἡμεῖς πλειοψηφία τοῦ Λαοῦ σήμερον;
§27Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Ἤμεθα καὶ ἄλλοτε ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ· τί ἔγινεν ἡ πλειοψηφία μας τὴν 1 Νοεμβρίου;
§28Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὴν ἔφαγεν ὁ βασιλεύς.
§29Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Ἰδοὺ διατί νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ ἔκπτωσις τῆς Δυναστείας πρέπει νὰ κηρυχθῇ ὑπὸ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ὡς συνέχεια τῶν ἐπαναστατικῶν μέτρων τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1922. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν ἔπραξεν ἐκείνη πρέπει νὰ τὸ πράξωμεν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι, οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσωπεύομεν τὸ Ἔθνος καὶ οἱ ὁποῖοι ὀφείλομεν νὰ δηλώσωμεν ὅτι δυναστικὸν ζήτημα δὲν ὑπάρχει, διότι εἶναι αἶσχος νὰ φαντασθῶμεν ἀκόμη ὅτι εἶναι δυνατὸν ὁ Λαὸς νὰ ἀποφασίσῃ ἄλλως. Ὅσον ἀφορᾷ, κύριοι, τὸ ζήτημα τοῦ πολιτεύματος τοῦ μέλλοντος, παρ’ ὅλας τὰς ἐπιφυλάξεις μου, τὰς ὁποίας ἀντλῶ ἀπὸ τὰ διδάγματα τῆς Ἱστορίας καὶ ἀπὸ τὴν μελέτην τὴν φιλοσοφικὴν τοῦ καθ’ ἡμέραν βίου τοῦ Ἔθνους, εἶμαι ὑποχρεωμένος καὶ ἐγὼ νὰ δηλώσω ὅτι ἡ Δημοκρατία εἶναι ἀναπόφευκτος. Δὲν δυνάμεθα νὰ πάρωμεν ἄλλην Δυναστείαν, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ σταματήσωμεν τὸ ρεῦμα τὸ ἐθνικόν, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ μαζὶ μὲ τὴν καταδίκην τῆς Δυναστείας καὶ τὴν καταδίκην τοῦ θεσμοῦ. Ἐπειδὴ δὲ εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι, εἶναι εὐκταῖον νὰ γίνῃ ἀμέσως τοῦτο. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἐπὶ τοῦ ὁποίου διαφωνοῦμεν εἶναι, ὅσον ἀφορᾷ μὲν τοὺς δημοκρατικούς, ὅτι αὐτοὶ νομίζουν ὅτι ἀλλάσσοντες τὸ πολίτευμα σῴζουν τὸ Ἔθνος. Τὰ αἴτια εἶναι πολὺ βαθύτερα, μὴ ἔχοντα σχέσιν μὲ τὴν παρουσίαν τῆς Δυναστείας, ἀλλ’ ὀφειλόμενα εἰς τὴν μακρὰν παθολογικὴν ἀσθένειαν τοῦ Ἔθνους.
§30ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Μέσον πρὸς τὸν σκοπὸν εἶναι αὐτό.
§31Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Βεβαίως, δι’ αὐτὸ εἶμαι καὶ ἐγὼ μαζί σας.
§32Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Μὴ μᾶς ἀποδίδετε λοιπὸν ἰδέας τὰς ὁποίας δὲν ἔχομεν.
§33Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Ἀλλὰ διαφωνοῦμεν καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐγὼ μάλιστα θὰ ἐνόμιζον καλὸν τὴν κήρυξιν τῆς Δημοκρατίας ἀμέσως μετὰ τὴν ἔκπτωσιν τῆς Δυναστείας, Δὲν ἤκουσα, κύριοι, ἐγὼ ποτὲ τὴν κήρυξιν τῆς Δημοκρατίας μὲ δημοψήφισμα. Δημοκρατίαι ἐκηρύχθησαν μὲ Ἐθνοσυνελεύσεις καὶ Ἐπαναστάσεις. Ἠρεύνησα τὴν Ἱστορίαν καὶ εἶδον ὅτι εἰς τὴν Γαλλίαν τῷ 1870 ἐκηρύχθη ἡ Δημοκρατία μὲ πλειοψηφίαν μόνον μιᾶς ψήφου τῆς Συνελεύσεως. Εὑρῆκα ὅτι αἱ Δημοκρατίαι ἐκηρύχθησαν μὲ ἐπαναστατικὰς ἀποφάσεις. Εὑρῆκα ὅτι αἱ Δημοκρατίαι ἐκηρύχθησαν μὲ λαϊκὰς ἐπαναστάσεις, ἀλλὰ δὲν εὑρῆκα πουθενὰ εἰς τοὺς κ. κ. Μενιδιάτας νὰ ὑποβάλλουν τὸ ἐρώτημα ἂν πρέπει νὰ ἔχωμεν Δημοκρατίαν ἢ ὄχι. (Χειροκροτήματα). Ἡ Ἐθνοσυνέλευσις αὐτή, ἂν ἦτο ἀξία—καὶ εἶναι ἀξία—τῆς ἀποστολῆς της, τὴν πρώτην ἡμέραν ποὺ ἦλθε, μίαν καὶ μόνην πρᾶξιν ἔπρεπε νὰ κάμῃ· νὰ κηρύξῃ ἔκπτωτον τὴν Δυναστείαν καὶ νὰ κηρύξῃ τὴν Δημοκρατίαν. (Χειροκροτήματα). Δὲν τὸ ἔπραξε, κύριοι, διότι εἰς τὰς τύχας τοῦ Ἔθνους βαρύνει διὰ τὸ καλόν, ὡς ἐπίσης καὶ διὰ τὸ κακόν—ἐὰν εἶναι κακόν—ἡ μεγάλη καὶ ἐξέχουσα μορφὴ τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου. Ἔκαμε τόσα πολλὰ διὰ τὴν Ἑλλάδα, ὑπῆρξεν αὐτὸς ὁ ἐμπνευστὴς τοῦ μεγάλου ἔργου, τὸ ὁποῖον ἀκόμη καὶ ἡμεῖς οἱ πλέον ἐνθουσιώδεις δὲν ἠμπορούσαμεν νὰ πιστεύσωμεν, ὥστε νὰ ἐξασκῇ ἀκαταμάχητον κῦρος καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ εἰς τὸ ἐσωτερικόν. Καὶ ἰδοὺ διατὶ ὑπῆρξα ἐγὼ ἐκ τῶν πρώτων ὁ ὁποῖος καὶ ἄλλοτε ἐπέκρινα τὴν πολιτικήν του. Ὑπῆρξα ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐθυσιάσθησαν διὰ νὰ γυρίσῃ ὁ Βενιζέλος καὶ ὑπέγραψα πρῶτος τὸ τηλεγράφημα καὶ τὸν ὁποῖον καταλαμβάνει δέος τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν σκέπτομαι ὅτι δύναται νὰ μᾶς ἐγκαταλείψῃ. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν ἐμποδίζει τοὺς ἀληθινοὺς φίλους του νὰ λέγουν τὰ λάθη του καὶ νὰ προσπαθοῦν νὰ τὸν συμπληρώνουν καὶ ἀναπληρώνουν. Ἐὰν καὶ οἱ ἄλλοι φίλοι του οἱ στενώτεροι ἔκαμνον τὸ ἴδιον, τὰ πράγματα τῆς Ἑλλάδος θὰ ἦσαν εἰς πολὺ καλυτέραν κατάστασιν. Ἰδοὺ διατί παρήχθη αὐτὸ τὸ δημοψήφισμα καὶ ὅλη ἡ ἄλλη κατάστασις τῆς Ἐπαναστάσεως, ἐπὶ τῆς τῆς ὁποίας ἐπέδρασεν ἡ μεγάλη μορφὴ τοῦ Βενιζέλου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἀναγνωρίζεται σήμερον ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Θερίσου. Τὴν ἐπανάστασιν τοῦ Θερίσου τὴν ἔκαμε μὲ ὀλίγους Κρῆτας ἐναντίον τῆς μεγάλης πλειοψηφίας τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ. Καὶ ὅμως τὰ τελευταῖα ἔτη ἐξειλίχθη εἰς μίαν τοιαύτην κοινοβουλευτικὴν ὑπερευαισθησίαν ἡ ὁποία μᾶς ἀναγκάζει κάθε στιγμὴν νὰ σκοντάπτωμεν καὶ νὰ μὴ ἠμποροῦμεν νὰ συμπληρώσωμεν τὸ ἔργον τῆς ἐσωτερικῆς ἀναδιοργανώσεως καὶ ἀναγεννήσεως. Θὰ σκοντάπτωμεν διαρκῶς ἐπὶ τοῦ μόνου μέτρου τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ξεκαθαρίσῃ τὴν κατάστασιν μιὰ γιὰ πάντα. Καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὄχι μόνον ἐπέδρασεν ἐπὶ τοῦ Λαοῦ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ἀλλὰ δυστυχῶς ἐπέδρασε καὶ ἐπὶ τῆς Ἐπαναστάσεως. Εἶχον τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ Ἐπανάστασις ὁδηγουμένη ἀπὸ γενναίους ἄνδρας, πρὸ παντὸς ἀπὸ τὸν Ἀρχηγὸν αὐτῆς Συνταγματάρχην Πλαστήραν, τοῦ ὁποίου ἡ σεμνότης, ἡ γενναιότης, ἡ ἰδανικότης ὑπῆρξε πράγματι ἀξία θαυμασμοῦ διὰ τὴν Ἱστορίαν. Ἀλλ’ ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι ἐν τῷ συνόλῳ της ἡ Ἐπανάστασις ὡς ἔργον μὲν σωτήριον διὰ τὴν στιγμὴν καὶ ἐμβαλλωματικὸν ἐπέτυχεν, ἀπέτυχεν ὅμως ὡς ἔργον, διότι ἡ Ἐπανάστασις ὤφειλε νὰ ξεκαθαρίσῃ τὴν κατάστασιν καὶ νὰ θέσῃ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εἰς τὸν δρόμον τῆς πραγματικῆς ἀναγεννήσεως. Δὲν θέλω νὰ κατηγορήσω τοὺς ἄνδρας οἱ ὁποῖοι ἔκαμαν τόσα διὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ οἱ ὁποῖοι μποροῦν νὰ εἴπουν ὅτι «τόσα ἠξεύραμεν, τόσα ἐκάμαμεν· κάνετε σεῖς τὰ λοιπά». Ἡμεῖς, κύριοι, καλούμεθα νὰ πράξωμεν τὰ ὑπόλοιπα, καὶ θὰ τὰ πράξωμεν, ἐὰν ἀτενίσωμεν τὴν κατάστασιν εἰλικρινῶς καὶ ὄχι ψευδόμενοι πρὸς τὸν Λαόν, ἐὰν δὲν καταναλισκώμεθα ὅλην τὴν ἡμέραν ἐξυμνοῦντες τὸν περιούσιον Λαόν, ἀλλὰ λέγοντες τὰ ἐλαττώματα τοῦ Λαοῦ. Ἴσως ὅμως μοῦ εἴπητε ὅτι πρέπει νὰ εἴπωμεν τὰ ἰδικά μας ἐλαττώματα πρῶτον, πρέπει νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡμεῖς αἱ λεγόμεναι ἰθύνουσαι τάξεις ἐχρεοκοπήσαμεν τὴν Ἑλλάδα καὶ ὅτι ἀλλοία πρέπει νὰ εἶναι ἡ κατεύθυνσις τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ δώσωμεν εἰς τὰ πράγματα. Καὶ τοῦτο μὲ φέρει εἰς τὸ ἄλλο σημεῖον τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως: Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λέγει ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν χρηστὴν διοίκησιν καὶ μᾶς ἔφερεν ὡς παράδειγμα τὴν διοίκησιν τοῦ 1910 μέχρι τοῦ 1914. Βεβαίως ἡ διοίκησις ἐκείνη ἦτο πολὺ καλυτέρα ἀπὸ τὴν διοίκησιν ποὺ μᾶς εἶχε κληροδοτήσει ὁ παλαιοκομματισμός, ἡ διοίκησις ἐκείνη ἦτο μία πρόοδος καὶ βελτίωσις. Ἀλλὰ ὅλα τὰ «καθεστὰ» καὶ ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις καὶ αὐταὶ αἱ ἐνδοξότεραι Κυβερνήσεις Τρικούπη καὶ Βενιζέλου παρεῖδον τὴν κυρίαν ἀρχὴν ἐπὶ τῆς ὁποίας ἑδράζονται τὰ νεώτερα Κράτη, τὴν ἀρχὴν τῆς ἀμειλίκτου τῶν νόμων ἐφαρμογῆς. Τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος οὐδέποτε ἐδιοικήθη. Αὐτὴ ἡ Ἀλβανία ἡ χθεσινὴ διοικεῖται χιλιάκις καλύτερα ἀπὸ ὅπως ἐδιοικήθη ἡ Ἑλλὰς τοῦ 1910–1914. Διότι ὅταν κάνουν νόμους τὰ Κράτη τὰ Εὐρωπαϊκὰ, δὲν ἐπιτρέπουν τὴν παρέκβασιν ἀπὸ τοὺς νόμους. Ἐνῷ ἡμεῖς ἀπὸ τῆς μικροτέρας ἀστυνομικῆς διατάξεως μέχρι τῆς μεγαλυτέρας συνταγματικῆς διατάξεως τὰς θεωροῦμεν ὅλας κουρέλια καὶ τὰς ποδοπατοῦμεν. Οὐδέποτε τὸ Κράτος ἐδιοικήθη ὡς Κράτος Εὐρωπαϊκόν· ἐδιοικήθη κατὰ πλάσμα, κατὰ φαντασίαν, κατὰ τύπους. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ ἄν ποτε ἐφηρμόσθησαν τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος. Θὰ ἔπαιρνα τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος ἕνα πρὸς ἕνα καὶ θὰ σᾶς ἔλεγα ὅτι τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος λέγει ὅτι ἀπαγορεύεται ὁ προσηλυτισμός. Καὶ ὅμως εἰς τὴν ἐλευθέραν αὐτὴν Κέρκυραν ὅλαι αἱ προπαγάνδαι ὀργιάζουν. Χιλιάδες προπαγάνδαι ὀργιάζουν εἰς τὴν Ἑλλάδα, χωρὶς νὰ ἔχητε τὸ σθένος νὰ ἐφαρμόσητε τὸ Σύνταγμα. Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ μᾶς πῆτε ἕνα νόμον τὸν ὁποῖον ἐφηρμόσατε ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἀναλήψεως τῆς ἐξουσίας. Οὐδεὶς νόμας ἐφηρμόσθη. Ἐφαρμόζετε τοὺς νόμους κατὰ τὸ μισθολόγιον, ὅπως ἐφαρμόζομεν καὶ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς. Καπνίζομεν εἰς τὴν αἴθουσαν, διότι νομίζομεν τὸ πρᾶγμα μηδαμινόν, καὶ ἡ Συνέλευσις, ἡ ὁποία παραβαίνει τὸν Κανονισμόν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιχειρήσῃ τὸ ἔργον τῆς ἀνορθώσεως. Σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι· ὁ Κανονισμὸς προβλέπει περὶ Ἐπιτροπῶν Κοινοβουλευτικῶν; Εἰργάσθη ποτὲ καὶ μιὰ Ἐπιτροπὴ ἐκ τῶν πομπωδῶν αὐτῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν; Ἐγὼ εἶμαι 15 ἡμέρας εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ δὲν γνωρίζω τί ψηφίζει. Σᾶς ἐρωτῶ κύριοι· ἐφηρμόσατε κανένα νόμον; Θέλετε νὰ σᾶς φέρω χιλίους νόμους, οἱ ὁποῖοι μένουν ἀνεφάρμοστοι; Καὶ ποῦ εἶναι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας; Ἀπὸ ἐτῶν ὑπάρχει νόμος διὰ τοῦ ὁποίου ἀπαγορεύεται νὰ κτίζωνται οἰκοδομαὶ ἐκτὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως καὶ ἐν τούτοις κτίζονται κάθε μέραν· εἶσθε διατεθειμένος νὰ ἐφαρμόσητε τὸν νόμον; Ἀπὸ σᾶς ἐξαρτᾶται νὰ ἐφαρμόσητε τὸν νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπαγορεύονται αἱ οἰκοδομαὶ ἐκτὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως. Ἐγένετο νόμος διὰ τοῦ ὁποίου ἀπαγορεύονται αἱ χρηματιστηριακαὶ πράξεις ἐκτὸς τοῦ χρηματιστηρίου· ἐφηρμόσθη ὁ νόμος αὐτός; Καὶ ὅμως ἠναγκάσθη ὁ Λαὸς νὰ κάμῃ ἐπανάστασιν διὰ νὰ περιορίσῃ τοὺς χρηματιστὰς καὶ ἡ φοβερὰ Κυβέρνησις τῆς Ἐπαναστάσεως δὲν εἶχε τὸ σθένος νὰ πιάσῃ μερικοὺς ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς κυρίους. Ἐφαρμόσατε, κύριοι, τοὺς νόμους· εἶναι τὸ πᾶν, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐὰν δὲν γίνῃ θὰ χάσῃ τὰς ἐλευθερίας του ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, διότι αὐτὴ ἡ παρανομία εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία ἐγέννησε τὴν προδοσίαν τοῦ Κωνσταντίνου. Εἶναι ἀδύνατον κύριοι, νὰ ἀναγεννηθῇ τὸ Ἔθνος μας, ἐὰν οἱ ἄρχοντες δὲν φιλοσοφήσωσιν ἢ δὲν γίνωσιν ἄρχοντες οἱ φιλόσοφοι· εἶναι ἀδύνατον ἄνευ αὐτῶν νὰ θεραπεύσητε τὴν κατάστασιν. Καὶ δι’ αὐτὸ δὲν εἶμαι ἐνθουσιασμένος καὶ πολὺ ὅσον ἀφορᾷ τὰς περὶ ἐσωτερικῆς διοικήσεως δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν ὑπολαμβάνεται χρηστὴ διοίκησις τὸ ἄκρον ἄωτον τῆς διοικήσεως τῶν ἐτῶν 1900–1914, τὸ ὁποῖον μᾶς ἔφερε τὴν σπατάλην τοῦ δημοσίου πλούτου, διότι τότε ὁ κ. Βενιζέλος ἔδεσε τὰ σκυλλιὰ μὲ τὰ λουκάνικα, καὶ ἔδωσε πρῶτος τὴν ὤθησιν νὰ δημιουργηθῶσι χιλιάδες προσέδρων Ὑπουργῶν, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ μὴ συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Πρόεδρον. Ἐδημιούργησε τίτλους προσέδρων Ὑπουργῶν—καὶ εἶναι 30–40 αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι κάθονται καὶ δὲν κάνουν τίποτε μᾶς ἔδωσε τὴν εἰκόνα τῆς σπατάλης καὶ τὴν ὤθησιν πρὸς τὴν μεγαλοπρεπῆ ἐμφάνισιν. Δὲν εἶμαι λοιπὸν ἐνθουσιασμένος, διότι ἀλλέως ὑπολαμβάνω ἐγὼ τὴν χρηστὴν διοίκησιν. Χρηστὴν διοίκησιν ἐννοῶ νὰ μὴ ὑπάρχῃ τίποτε ἀπὸ τῶν ἀστυνομικῶν διατάξεων μέχρι τοῦ Συντάγματος ποὺ νὰ μὴ ἐφαρμόζεται.
§34Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐκτὸς τοῦ σχηματισμοῦ τῶν Κυβερνήσεων, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνεται δυνάμει διατάξεως τοῦ Συντάγματος.
§35Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Τὰ λέγω αὐτά, κύριοι, διότι ἔχω τὴν ἐλπίδα ὅτι παρ’ ὅλον τὸ καινοφανὲς τῆς διδασκαλίας μου τὸ Ἔθνος μὲ ἐννοεῖ καὶ πολλοὶ ἀπὸ σᾶς μὲ ἐννοοῦσιν. Ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι ναὶ μὲν δὲν ἀντιπροσωπεύω οὐδὲν κόμμα καὶ οὐδεμίαν ὁμάδα, ἀλλ’ ὅτι ἀνταποκρίνομαι εἰς τὴν θέλησιν τοῦ Ἔθνους, τὸ ὁποῖον θέλει ἐξυγίανσιν, ἀσφάλειαν καὶ καλὴν διοίκησιν. Δὲν ἡγοῦμαι οὐδεμιᾶς ὁμάδος πολιτικῆς, ἀλλὰ λέγω ταῦτα ἀνταποκρινόμενος εἰς τὰ αἰσθήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, διότι ὑπάρχει μερὶς τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους ἡ ὁποία θέλει τὴν ἐξυγίανσιν. Καὶ ἔχει ἀπελπισθῇ τόσον ἀπὸ ὅλα τὰ κόμματα, ὥστε νὰ ὑπάρχουν οἱ λέγοντες: ἂς ἔλθῃ ἓν Ἀγγλικὸν προτεκτορᾶτον, διὰ νὰ σωθῶμεν. (Διαμαρτυρίαι). Εἶναι βεβαίως ὕβρις τρομερὰ καὶ καταδίκη διὰ τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος ἡ τοιαύτη γνώμη, ἀλλὰ θὰ ἦτο ἀνάξιον ἐμοῦ, ἐὰν παρέλιπα νὰ τὸ εἴπω. Καὶ ὅταν προχθὲς μοῦ ἐτηλεγράφησαν ἀπὸ τὴν Κύπρον, συγχαίροντές με καὶ λέγοντες: «ἐργάζεσθε διὰ τὴν ἕνωσιν», εὑρέθην εἰς πολὺ δύσκολον θέσιν, νὰ παραβλέψω 30 ἐτῶν ἐργασίαν καὶ νὰ σιωπήσω. Ἐν τούτοις παρὰ τὴν ἀπαισιοδοξίαν μου ἔχω καὶ μίαν χρηστὴν ἐλπίδα διὰ τὸ μέλλον, διότι παρ’ ὅλα ὅσα λέγω εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἠγωνίσθησαν πολὺ διὰ τὸ Ἔθνος αὐτὸ καὶ εἶμαι πρόθυμος νὰ χύσω ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ τὴν τελευταίαν ῥανίδα τοῦ αἵματός μου, ἀλλὰ θέλω νέας μεθόδους. Ἤθελον ἡ Κυβέρνησις νὰ σημειώσῃ μίαν νέαν ἀπαρχὴν τοῦ τρόπου τοῦ πολιτεύεσθαι καὶ ἀντιλαμβάνεσθαι. Ἤθελα νὰ ἔλθῃ εἰς τὸν Τόπον αὐτὸν μαζὶ μὲ τὴν ἐπαναστατικὴν ἰδέαν καὶ ἡ ἀνόρθωσις τῶν κοινῶν. Ὁ κ. Δεξιάδης δὲν εἶναι ἐδῶ διὰ νὰ τὸν παραλάβω ὀλίγον .... (Ἱλαρότης).
§36ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Δὲν πειράζει εἴπατέ τα ἐρήμην.... (Γέλωτες).
§37Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Ὑπῆρξεν Ὑπουργὸς τῆς Ἐπαναστάσεως καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ κρατῇ τὸν σφυγμὸν καὶ τῆς νέας Κυβερνήσεως. Τοῦ εἶπον πολλάκις ὅτι ἔχει καθῆκον πρὸ παντὸς νὰ προστατεύσῃ τὰ παιδιὰ τῶν σχολείων καὶ εὕρῃ στέγην δι’ αὐτά· καὶ ὅμως καὶ ὡς Ὑπουργὸς τῆς Ἐπαναστάσεως καὶ ὡς Ὑπουργὸς τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, παρ’ ὅλας τὰς ὑποσχέσεις του, ὅτι εἰς τὰς 15 Δεκεμβρίου τὸ ἀργότερον θὰ εὕρισκον στέγην οἱ μαθηταί, οὐδὲν ἔπραξε, παρέβη τὸν λόγον του. Ἐν τῷ μεταξὺ εὗρον στέγην καὶ μὴ πρόσφυγες εἰς τοὺς προσφυγικοὺς συνοικισμοὺς καὶ τὰ παιδιὰ μένουν εἰς τοὺς δρόμους καὶ ἐξαχρειώνονται. Ἀλλὰ κανὲν ζήτημα δὲν ἀντελήφθητε καὶ ὅλοι σκιαμαχοῦμεν περὶ τοὺς θεσμούς. Ἰδοὺ διατί διαφωνῶ πρὸς τὴν δημοκρατικὴν πτέρυγα, τῆς ὁποίας ἤθελον τὴν φωνὴν σθεναρὰν καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀλλαγῆς τῶν μεθόδων. Δὲν αἰσθάνεσθε κύριοι ὅπως αἰσθάνομαι ἐγὼ τὸ ζήτημα αὐτό. (Διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἔρχομαι, κύριοι, εἰς τὰ ἄλλα ζητήματα τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ζήτημα τῆς ἀναλογικῆς ψηφοφορίας. Βεβαίως ὅλοι εἴμεθα ὑπὲρ τῆς ἀναλογικῆς ψηφοφορίας.
§38ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§39Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Πολὺ καλά· λοιπὸν ὅλοι δὲν εἴμεθα ὑπὲρ τῆς ἀναλογικῆς ψηφοφορίας.
§40ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα.
§41Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Κατὰ θεωρίαν πάντως πρέπει νὰ εἴμεθα ὑπὲρ τῆς ἀναλογικῆς ψηφοφορίας. Ὁ κ. Παπαναστασίου ἀνέπτυξε λαμπρὰ τὸ ζήτημα, φοβοῦμαι ὅμως ὅτι διὰ τὸ προσεχὲς μέλλον ἡ ἀναλογικὴ ψηφοφορία ἤθελε παραγάγει τὸ ἀκυβέρνητον καὶ τὴν διαίρεσιν εἰς πολλὰ κόμματα, ἐνῷ ἀνάγκη εἶναι σήμερον νὰ ἀποφύγωμεν τὴν διαίρεσιν τῶν πολιτικῶν δυνάμεων καὶ τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων εἰς πολλὰ κόμματα. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν ἐξωτερικῶν σχέσεων τῆς Ἑλλάδος βεβαίως ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπέτυχε πολλὰ ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, ἐνῷ οἱ ἀντίθετοι ἐδημιούργησαν τὸ ζήτημα τῆς αὐτοτελείας. Ἀλλ’ ἡ αὐτοτέλειά των ὑπῆρξεν ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ νὰ καταστρέψῃ τὴν Ἑλλάδα. Ἐν τούτοις ὑπάρχουσι δύο αὐτοτέλειαι, ἡ αὐτοτέλεια ἡ ἐσωτερικὴ καὶ ἡ αὐτοτέλεια ἡ ἐξωτερική. Διὰ τὴν ἐξωτερικὴν εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως· ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐσωτερικὴν ἡ Ἑλλὰς οὐδέποτε ἦτο αὐτοτελής, εὑρίσκετο πάντοτε ὑπὸ τὴν ἀνάμιξιν τῶν ξένων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἱδρύσει καὶ προπαγάνδαν, τὴν ὁποίαν διατηροῦσιν ἐδῶ.... Ἐὰν τολμᾶτε, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, ζητήσατε νὰ κλείσητε τὰ ἐν Ἑλλάδι ξένα σχολεῖα, τὰ ὁποῖα μόνον σκοπὸν ἔχουν τὸν προσηλυτισμόν.
§42Γ. ΡΟΥΣΣΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἶσθε ὑποχρεωμένος, ὅταν ἀποδίδετε τοιαύτας κατηγορίας εἰς τὰ ξένα σχολεῖα νὰ φέρετε καὶ παραδείγματα.
§43Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Σᾶς παραπέμπω εἰς τὰς ἐφημερίδας αὐτῶν τῶν ἡμερῶν, ὅπου ἀναφέρεται σωρεία τοιούτων παραδειγμάτων.
§44Γ. ΡΟΥΣΣΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἱστορίαι ἀναφέρονται καὶ τίποτε περισσότερον.
§45Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Ἐγὼ ὑπέβαλον καὶ ἐπερώτησιν διὰ τὸ ζήτημα αὐτό.
§46Ι. ΜΑΡΑΓΚΟΣ. Κύριε συνάδελφε, λέγετε ἀνακριβείας σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα τοῦτο. Σᾶς προκαλῶ νὰ ἀναφέρητε καὶ ἓν μόνον παράδειγμα προσηλυτισμοῦ ἀπὸ μέρους τῶν ἐν Ἑλλάδι Γαλλικῶν σχολῶν. Εἶναι γνωστοὶ οἱ λόγοι οἵτινες συνήθως προκαλοῦσι σχετικὸν θόρυβον διὰ τὰς σχολὰς αὐτάς, οἵτινες μόνον ὑπηρεσίας προσφέρουσιν εἰς τὰς Ἑλληνίδας κόρας.
§47Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι κανονικὸν τὸ πρᾶγμα ὅπως θέτει τὸ ζήτημα ὁ ῥήτωρ. Ἐὰν ὑπάρχῃ παράδειγμα προσηλυτισμοῦ, εἶναι ἓν ζήτημα τὸ ὁποῖον εὐθύνει τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν τὸν κεκλημένον νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ Σύνταγμα. Τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι ἐκ μέρους τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπάρχει δήλωσις ὅτι εἰς αὐτὸν δὲν ἐγένετο γνωστὸν ὅτι ὑπέστη οἱανδήποτε πίεσιν ἡ Κυβέρνησις ἵνα παραβῇ τὸ καθῆκόν της. Οὕτως ἔχει τὸ ζήτημα. Μὴ ὁμιλῶμεν περὶ αὐτοτελείας καὶ πιέσεων τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπάρχει καμμία πίεσις.
§48Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀπέναντι τοῦ σημείου τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος Κορινθίας ὀφείλω νὰ προσθέσω ἀκόμη ὅτι εἶναι ἀπολύτως βέβαιον ὅτι ἐν Ἑλλάδι οὐδεὶς ἐνεργεῖται προσηλυτισμὸς καὶ ἀκόμη νὰ προσθέσω ὅτι σεμνύνεται ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διὰ τὰς ἀποδείξεις τὰς ὁποίας ἀείποτε παρέσχεν ἐλλείψεως πνεύματος μισαλλοδοξίας παρ’ αὐτῇ. (Χειροκροτήματα).
§49Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Εἶναι ἀπὸ τὰς ὡραίας ἐκείνας θεωρίας αἱ ὁποῖαι συχνάκις ἀκούονται...
§50Α. ΔΑΡΓΕΝΤΑΣ. Ὅλαι αἱ Γαλλικαὶ σχολαὶ αἱ ἐν Ἑλλάδι ὑπῆρξαν ἀπὸ πάσης ἀπόψεως εὐεργετικαὶ καὶ ἰδίως ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν τέκνων μας.
§51Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Κύριε, εἶσθε καθολικός· καθήσατε. Εἶσθε ἀπὸ τὴν Χώραν τοῦ προσηλυτισμοῦ, κ. Δαργέντα.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσωπικῶς σᾶς ἀπαγορεύω νὰ ἀπευθύνεσθε πρὸς τοὺς κυρίους πληρεξουσίους.
§53Α. ΔΑΡΓΕΝΤΑΣ. Εἶμαι πολιτισμένος ἄνθρωπος καὶ ὡς τοιοῦτος ἀναγνωρίζω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ ὡς πατριῶται καὶ ὡς Ἕλληνες καὶ ὡς ἄνθρωποι.
§54Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Ἄλλο εἶναι αὐτό. Ἐγὼ δὲν καθιστῶ κύριοι, ὑπευθύνους τῆς ἐθνικῆς κακοδαιμονίας τοὺς ἀγαθοὺς τούτους κυρίους ὑπουργούς, ἀλλὰ θέλω νὰ τονίσω τὴν ἐθνικὴν ψυχὴν ἀπὸ τοῦ δήματος τούτου καὶ νὰ τονίσω ὅτι τὰ ἔθνη τὰ ὁποῖα ζοῦν εἶναι τὰ ἔθνη τὰ φανατικά.
§55Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Ἀλλὰ νὰ μὴ λέγητε ἀνακριβείας· νὰ στηρίζησθε ἐπὶ γεγονότων.
§56Α. ΠΡΑΝΤΟΥΝΑΣ. Εἰς τὸν νομὸν Κυκλάδων δὲν παρουσιάσθη προσηλυτισμός.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, μὴ διακόπτετε. Δὲν δέχομαι διακοπάς.
§58Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα. Εἶναι τόσον σπουδαῖον τὸ ζήτημα ὥστε ἂν καὶ δὲν σχετίζεται ἀμέσως μὲ τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἠθέλησα νὰ τὸ ἀφήσω ἄθικτον. Ἐπεσκέφθην καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας χθὲς ἀκόμη καὶ ἔμαθον ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας φρικτὰ πράγματα διὰ τὴν ξενικὴν προπαγάνδαν. Καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ροῦσσον καὶ τὸν κ. Καφαντάρην νὰ μεταβοῦν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας διὰ νὰ μάθουν ὅτι αἱ ξέναι σχολαὶ κλωτσοπατοῦν τοὺς ἐπιθεωρητὰς καὶ τοὺς βγάζουν ἔξω, ὅτι εἰς τὰ σύνορα τὰ Βουλγαρικὰ ὑπάρχουν Γαλλικαὶ σχολαὶ δῆθεν μὲ Βουλγαροφίλους καθηγητὰς καὶ προπαγανδιστὰς Βουλγάρους. Εἰς τὰ Γενιτσὰ καὶ εἰς τὸ Κιλκὶς πηγαίνετε, κύριε Ὑπουργέ, ἐὰν θέλετε νὰ μάθετε...
§59ΙΩ. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἀφοῦ τοιαῦτα πράγματα φοβερὰ ἐμάθατε, διατί δὲν ἤλθατε νὰ τὰ ἀναφέρητε εἰς τὸν Ὑπουργὸν καὶ συνομιλεῖτε μὲ τοὺς ὑπαλλήλους; Ἔπρεπε καὶ εἴχετε καθῆκον νὰ ἀποταθῆτε εἰς τὸν Ὑπουργόν, νὰ συζητήσητε, νὰ σᾶς διαφωτίσῃ καὶ νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις ἐδῶ ὅπως πρέπει, ὄχι μὲ τὰς ἀοριστίας τὰς ὁποίας φέρετε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀοριστίας βλαβεράς, πρέπει νὰ εἶσθε βέβαιος περὶ τούτου.
§60Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Βλαβερὰς κατὰ τὴν ἰδικήν σας ἀντίληψιν. Ἐγὼ θέλω νὰ δώσω εἰς τὸ Ἔθνος τὴν ἰδέαν τοῦ ἐθνικοῦ φανατισμοῦ καὶ νὰ εἴπω ὅτι εἶναι ἄλλη ἡ αὐτοτέλεια ἡ ἐξωτερική, τῶν συμμαχιῶν, καὶ ἄλλη ἡ ἐσωτερικὴ αὐτοτέλεια, ἡ ὁποία θέλει ὅπως μένωμεν εἰς τὸν οἶκόν μας ἐλεύθεροι καὶ ὄχι νὰ μᾶς κατακερματίζουν αἱ ξενικαὶ προπαγάνδαι.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Φραγκούδη, ἔχετε ἰδιαιτέραν ἐπερώτησιν.
§62Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ ἐπερώτησις, θὰ τὰ ἴδωμεν αὐτά.
§63Γ. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΥ. Ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ ἐπερώτησις, θὰ γίνῃ εὐρεῖα συζήτησις. Ἐν Μακεδονίᾳ διενεργεῖται Βουλγαρικὴ προπαγάνδα καὶ ὑπὸ τὸ πρόσχημα τοῦ λεγομένου Οὐνιτισμοῦ.
§64Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Εἴμεθα ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ, κ. Πρόεδρε.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ· ὁ Πρόεδρος γνωρίζει τὸν Κανονισμόν. Ὁ κ. πληρεξούσιος ἔχει ἰδίαν ἐπερώτησιν. Θὰ ἀναπτύξῃ τὸ θέμα του ὅταν συζητηθῇ ἡ ἐπερώτησις. Ἄς προχωρήσωμεν σήμερον ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων, διότι εἶναι 80 ἐγγεγραμμένοι.
§66Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Κύριοι, δὲν ἐζήτησα νὰ κάμω ἀγόρευσιν ἡ ὁποία νὰ εὐχαριστήσῃ ὅλον τὸν κόσμον καὶ νὰ ἀπειλήσῃ ὄχλους, ἀλλὰ νὰ κάμω ἀγόρευσιν ἥτις νὰ ἔχῃ ὡς μόνον σκοπὸν τὸν φωτισμὸν τοῦ Ἔθνους καὶ νὰ βροντοφωνήσω ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ ὅτι ἡ Ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις ἀντιλαμβάνεται διαφορετικὰ τὰ ζητήματα ἀπὸ ὅπως τὰ ἀντελαμβάνετο εἰς τὸ παρελθόν. Διότι, ἂν πρέπῃ νὰ σημειώσωμεν μίαν νέαν ἐποχήν, αἱ φωναὶ ὅπως ἡ ἰδική μου πρέπει νὰ ἀκουσθῶσι πολλαπλασίως καὶ καθ’ ἡμέραν ἀπὸ τοῦ ἐθνικοῦ τούτου βήματος. Βεβαίως, κύριοι, παρ’ ὅλα τὰ λεχθέντα τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἀποτελεῖ μίαν μερίδα ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζει τὸ Ἔθνος τὰς ἐλπίδας του. Καὶ εἶναι εὐχάριστον ὅτι ἀπὸ τοῦ κόμματος τούτου ἀπεσχίσθη ἡ δημοκρατικὴ ὁμάς, τῆς ὁποίας θαυμάζομεν ὅλοι καὶ τὴν ἀρετὴν καὶ τὸ σφρῖγος. Καὶ ἴσως οἱ ἀγῶνες αὐτῶν τῶν ἰδεῶν καὶ ἴσως ἡ ἰδική μου φωνή, ἡ ὁποία θὰ ἀντηχῇ καθ’ ἡμέραν λέγουσα τὴν ἀλήθειαν ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως καὶ τοῦ Ἔθνους, συντελέσῃ μὲ τὴν πολιτείαν ὅλων τῶν καλῶν στοιχείων τῆς Συνελεύσεως εἰς τὸ ἔργον τῆς ἀναγεννήσεως. Ἀλλὰ λυποῦμαι πολύ, κύριοι, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ζητεῖ νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης εἰς τὸ δυναστικόν, μὲ τὸ ὁποῖον θὰ τελειώσω. Τὸ ζήτημα τὸ δυναστικὸν ἔπρεπε νὰ ἀφεθῇ τοὐλάχιστον, ἀφοῦ ἐτέθη ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Συνελεύσεως εἰς τὴν ἐλευθέραν θέλησιν τῶν πληρεξουσίων, διότι πρέπει νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἐπαναστατικὴ Συνέλευσις δὲν ἔπρεπε νὰ ὁδηγηθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, μὲ τὸν φόβον καὶ αὐτῆς τῆς διαλύσεως ἴσως. Διότι αὐτὴ ἡ Συνέλευσις δὲν δύναται νὰ ἀποβάλῃ τὰ δικαιώματά της καὶ δὲν δύναται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ καταχρασθῇ τὴν μεγάλην δύναμιν τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ παρὰ τῷ Λαῷ καὶ τὴν ὑπόληψιν τὴν ὁποίαν ἔχει εἰς τὴν ψυχήν μας καὶ νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, διότι, καθὼς λέγουν οἱ Γάλλοι, le nombre ne fait pas le droit, δὲν εἶναι ὁ ἀριθμὸς ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὸ δίκαιον. Τὸ δίκαιον ὑπάρχει εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ Ἔθνους, ὑπάρχει εἰς τὴν ἱερότητα τοῦ ἀγῶνός μας, τὸν ὁποῖον ὅλοι ἀντιλαμβανόμεθα. Καὶ ὁ ἀγὼν αὐτὸς ἐπιβάλλει ὅπως ἡ ἐπαναστατικὴ αὐτὴ Συνέλευσις, ἐμπνέουσα τὸ Ἔθνος, τὸ ὁδηγήσῃ πρὸς νέους δρόμους ῥιζοσπαστικούς, ἀρετῆς ἀλλὰ συγχρόνως καὶ τῆς ἀληθοῦς Δημοκρατίας, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ παρὰ ἐὰν ὅλοι μας ἀπὸ σήμερον βροντοφωνήσωμεν ὅτι ἡ Δυναστεία ἡ προδοτική, ἡ ἐκπιστωποῦσα τὸν ξενισμὸν καὶ παλαιοκομματισμὸν δὲν δύναται πλέον οὔτε κατὰ διάνοιαν νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα. (Χειροκροτήματα).
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαρματάκης.
§68ΙΩ. ΜΑΡΜΑΤΑΚΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἀνέρχομαι εἰς τὸ βῆμα, ὄχι διότι εἶμαι ὁ δεινὸς ῥήτωρ ὁ ὁποῖος θὰ λύσῃ τὸ μέγα πρόβλημα τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται πρὸ ἡμῶν, ἀλλὰ διότι καταγόμενος ἀπὸ ἕνα νησὶ εἰς τὸ ὁποῖον πνέει ἐλεύθερος ἀήρ, θέλω νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ νὰ ἀκούσητε. Μὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν αὐτοῦ δηλώσεων εἰς τὰ πλεῖστα σημεῖα εἶμαι σύμφωνος. Εἶμαι σύμφωνος ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν δηλώσεων, εἶμαι σύμφωνος ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐσωτερικὴν χρηστὴν διοίκησιν, εἶμαι σύμφωνος ὅσον ἀφορᾷ τὴν λύσιν τοῦ προσφυγικοῦ ζητήματος εἶμαι σύμφωνος ἀκόμη καὶ ὅσον ἀφορᾷ πρὸς τὴν καινοτομίαν τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας Θὰ εἴμεθα, κύριοι πληρεξούσιοι, πολὺ εὐτυχεῖς, ἂν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν ἡμῶν ἴδωμεν τὰς σχέσεις τῆς Ἑλλάδος ἀποκαθισταμένας μετὰ τῶν συμμάχων μας εἰς τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκοντο αὗται ἀπὸ τοῦ 1916 μέχρι τῆς 1ης Νοεμβρίου 1920. Θὰ εἴμεθα εὐτυχεῖς, ἐὰν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας ἔλθῃ χρηστὴ διοίκησις, ἡ ὁποία καὶ ἄλλοτε ὑπῆρχεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλ’ εἰς πολὺ καλύτερον βαθμὸν βεβαίως. Ἂν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας ἴδωμεν νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ζωή, ἡ τιμὴ καὶ ἡ περιουσία τῶν κατοίκων τῆς Ἑλλάδος. Ἂν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας ἴδωμεν τοὺς δυστυχεῖς πρόσφυγας νὰ ἀποκατασταθοῦν, ἂν ἴδωμεν αὐτοὺς ν’ ἀπαλλαγοῦν τοῦ φόβου καὶ τοῦ τρόμου, ὁ ὁποῖος τοὺς καταδιώκει ἀκόμη. Θὰ εἴμεθα τέλος εὐτυχεῖς, ἂν ἡ καινοτομία τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας καὶ τῆς ἀναλογικῆς ψηφοφορίας ἐφαρμοσθῶσιν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας, διότι αὐτὰ ὅλα εἶναι ἡ βάσις τῶν δημοκρατικῶν πολιτευμάτων καὶ ἡ ἰδεολογία ἑκάστου δημοκρατικοῦ πολίτου. Τὸ σημεῖον ὅμως εἰς τὸ ὁποῖον ποτὲ δὲν θὰ συμφωνήσω οὔτε μὲ τὸν κ. Πρόεδρον οὔτε μὲ ἄλλους ἀντιφρονοῦντας ἢ διαφωνοῦντας, εἶναι τὸ σημεῖον τὸ δυναστικόν, εἶναι τὸ σημεῖον τὸ πολιτειακόν, τὰ ὁποῖα εἶναι σήμερον τὰ πλέον ἐνδιαφέροντα τὴν Συνέλευσιν. Εἶναι πολὺ σοβαρόν, κύριοι πληρεξούσιοι, τὸ σημεῖον τοῦτο, εἶναι πολὺ σπουδαῖον, εἶναι μεγίστης σημασίας. Ἡ σοβαρότης δὲ καὶ ἡ σπουδαιότης αὐτοῦ ἔγκειται εἰς τοῦτο, ὅτι πρόκειται σήμερον ν’ ἀποδείξωμεν ἂν ἔχωμεν τὸ ἀπόλυτον κυριαρχικὸν δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἔχουσιν ὅλαι αἱ Ἐθνοσυνελεύσεις καὶ μάλιστα αἱ μετεπαναστατικαί, νὰ ρυθμίζωσιν ὅλα τὰ ζητήματα καὶ τὰ ἐσωτερικά, ἢ στερούμεθα τοῦτο. Τὸ κατ’ ἐμέ, κύριοι, καίτοι δὲν εἶμαι μέγας νομιμομαθὴς καὶ δεινὸς ῥήτωρ, ὡς εἶπον ἀνερχόμενος εἰς τὸ βῆμα—διὰ νὰ δογματίσω, ἔχω ἀπόλυτον τὴν γνώμην ὅτι ἔχομεν τὸ δικαίωμα τοῦτο—καὶ οὐδεὶς θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς τὸ ἀφαιρέσῃ. Εὐτυχῶς ἡ παρουσία ἡμῶν ἐν τῇ Συνελεύσει ταύτῃ σήμερον συμπίπτει μὲ τρία μεγάλα γεγονότα: Πρῶτον μὲ τὴν ἄφιξιν τοῦ κ. Προέδρου, τοῦ εἰλικρινοῦς δημοκράτου κατὰ τὰς δηλώσεις του, δεύτερον μὲ τὴν ἐξάπλωσιν τῶν δημοκρατικῶν ἰδεῶν καθ’ ὅλον τὸ Ἔθνος καὶ τρίτον μὲ τὴν ἀπομάκρυνσιν ἐκ τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου τοῦ τελευταίου βασιλέως τῶν Ἑλλήνων. Τὸ πλεῖστον μέρος τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, κύριοι, ἔχει σχηματίσει πεποίθησιν ὅτι ἡ Δυναστεία ἡ Ἑλληνικὴ οὐδέποτε ὠφέλησε τὴν Ἑλλάδα εἰς οἱονδήποτε ζήτημα. Τοὐναντίον μάλιστα ἐπέφερε συμφορὰς καὶ καταστροφάς, διὰ τὰς ὁποίας καὶ ἐμισήθη ἀπὸ ὅλον τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος. Δὲν ἀνατρέχω, κύριοι, εἰς τὰ διάφορα σημεῖα εἰς τὰ ὁποῖα οἱ διάφοροι συνάδελφοι οἱ προλαλήσαντες ἐμοῦ ἀνέπτυξαν, διότι θὰ κουράσω ὑμᾶς ἐπαναλαμβάνων τὰ ἴδια. Εἶναι ὅμως γνωστόν, εἶναι ἐξηκριβωμένον ὅτι οἱονδήποτε μέλος ἐκ τῆς Δυναστείας ταύτης, ἂν πάρητε καὶ ἀναλύσητε τὴν πολιτικήν του, θὰ ἴδητε ὅτι πάντοτε συμφορὰς καὶ καταστροφὰς ἔφερεν εἰς τὸ Ἔθνος καὶ οὐδέποτε ἔργα ἐθνικὰ διὰ τῶν ὁποίων νὰ προοδεύσῃ τὸ Ἔθνος αὐτό. Ὁ Βασιλεὺς Κωνσταντῖνος ἠρνήθη, κύριοι, νὰ θυσιάσῃ οὐ μόνον τὸν ἑαυτόν του, εἶχε ὡς καθῆκον, ἡγούμενος τοῦ Στρατοῦ εἰς τὴν Μ. Ἀσίαν, ἀλλὰ καὶ αὐτὸν τὸν Θρόνον του ἠρνήθη νὰ θυσιάσῃ διὰ τὸ μεγαλεῖον τῆς Ἑλλάδος. Ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος ἐγκατασταθεὶς εἰς τὸν Θρόνον, κατ’ ἐμέ, οὐχὶ νομίμως, διότι μετὰ τὰς ἐπαναστάσεις δὲν ὑπάρχει σύνταγμα, οὔτε συνταγματικαὶ διατάξεις, ὅταν ἡ Ἐπανάστασις περιέσωζεν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ περισώσῃ, ὅταν ἡ Ἐπανάστασις ἐπανέφερε τὸ Κράτος εἰς τὴν κανονικὴν λειτουργίαν αὐτοῦ, ἠθέλησε, λέγω, τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἀκριβῶς νὰ δώσῃ μάχαιραν ἀμφίστομον, διὰ τῆς ὁποίας νὰ καταστρέψῃ τὸ Ἔθνος, ἠθέλησε νὰ παρακωλύσῃ τὸ κίνημα, τὸ ὁποῖον ἂν ἐπετύγχανε, κύριοι, αὐτὴν τὴν στιγμὴν οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν θὰ ἦτο εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην καὶ τὸ πᾶν θὰ εἶχε καταστραφῆ ἀπ’ ἄκρον εἰς ἄκρον. Τὸ μέγεθος τῆς καταστροφῆς οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ περιγράψῃ ἐξ ἡμῶν οὔτε δύναται νὰ εὕρῃ λόγους μὲ τοὺς ὁποίους νὰ ζωγραφήσῃ ταύτην. Οὔτε ἐπιτρέπεται νὰ ἐπαναλάβω, ὡς εἶπον, τὰ ἴδια. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ κλαύσῃ ἡ ψυχὴ κανενός, ὅταν ἐνθυμῆται τὴν ἀθάνατον Ἰωνίαν μας, τὴν Ἑλληνικωτάτην Θρᾴκην μας, τὴν Β. Ἤπειρον καὶ τόσα ἄλλα Ἑλληνικὰ μέρη, τὰ ὁποῖα ὑπῆρξε, ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν εὑρίσκοντο ὑπὸ τὴν Ἑλληνικὴν διεύθυνσιν καὶ ὁ ἀὴρ τῆς ἐλευθερίας ἐζωογόνει ταῦτα, ὅταν, λέγω, σήμερον εἰς μίαν καὶ μόνην ὥραν, διότι ἕνας Βασιλεὺς δὲν ἠθέλησε νὰ θυσιάσῃ τὸν Θρόνον του ἐπανῆλθεν εἰς τὴν καταστροφήν. Ἐγείρεται, κύριοι, τὸ ἐρώτημα: Δυναστεία καταφέρασα τόσα δεινὰ πλήγματα εἰς τὸ Ἔθνος, εἰς τὴν εὐημερίαν καὶ πρόοδον αὐτοῦ, εἰς τὸν δρόμον τὸν ὁποῖον εἶχε χαράξει μία μεγάλη πολιτική, ἐπιτρέπεται νὰ ἐπανέλθῃ καὶ νὰ διοικήσῃ πάλιν τὸ Ἔθνος; Βεβαίως δὲν ἐπιτρέπεται ποτέ, μὰ ποτέ, καὶ ἄν τινες ὑπάρξουν οἱ ὁποῖοι νὰ εἴπωσιν ὅτι ἐπιτρέπεται τὸ τοιοῦτον οἱ ἄλλοι ὀφείλουν ν’ ἀντιστοῦν μέχρις ἐσχάτης πνοῆς. Ὁ κ. Πρόεδρος ἔθεσεν ὡς βάσιν τῆς ἀγάπης καὶ ὁμονοίας ἡμῶν τὴν συμφιλίωσιν μεταξὺ τῶν κομμάτων διὰ νὰ ἐπανέλθῃ τὸ Κράτος εἰς τὴν κανονικὴν τροχιὰν αὐτοῦ. Ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι δὲν ὑπάρχει σήμερον εὐγενεστέρα ἰδέα ἀπὸ τὴν ἰδέαν τῆς συμφιλιώσεως τοῦ Ἔθνους ἡμῶν. Ἀλλὰ συμφιλίωσις βεβαίως δὲν θὰ πῇ συμφιλίωσις μεταξὺ τῶν ἀνωτέρων, δὲν θὰ πῇ συμφιλίωσις μεταξὺ τῶν στρωμάτων ἐκείνων τὰ ὁποῖα πάντοτε διοικοῦσι τὸ Ἔθνος· συμφιλίωσις θὰ εἴπῃ τῶν κατωτέρων στρωμάτων, καθαρῶς λαϊκὴ συμφιλίωσις καὶ ὡς τοιαύτην τὴν αἰσθάνομαι καὶ ὡς τοιαύτην σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐντείνωμεν τὰς δυνάμεις μας διὰ νὰ ἐπέλθῃ. Ἀπατῶνται πολὺ διάφοροι πληρεξούσιοι καὶ διάφορα μέλη τῆς Κυβερνήσεως, ἂν νομίζουν ὅτι ἡ συμφιλίωσις ἔχει συντελεσθῆ. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν, κύριοι, κατεργάζεται κίνημα ἐπαναστατικὸν κατὰ τῆς ὑπάρξεως τοῦ Ἔθνους. Ἂν θέλωμεν νὰ πατάξωμεν αὐτὸ τὸ κίνημα, ἂν θέλωμεν νὰ ἐπέλθῃ ἡ συμφιλίωσις δὲν ὑπάρχει κανεὶς ἄλλος τρόπος νὰ ἐπέλθῃ παρὰ μόνον διὰ τῆς χρηστῆς διοικήσεως. Χρηστὴ διοίκησις, κύριοι, δὲν θὰ εἰπῇ νὰ πηγαίνουν οἱ ὑπάλληλοι εἰς τὰς 11 ἢ τὰς 12 εἰς τὸ γραφεῖον των καὶ νὰ μὴ ἐργάζωνται· καὶ δὲν θὰ εἰπῇ χρηστὴ διοίκησις νὰ βασιλεύῃ ἀναρχία ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον τοῦ Ἔθνους. Χρηστὴ διοίκησις θὰ εἰπῇ ὅταν ἕνας τελευταῖος ἄνθρωπος καταφύγῃ εἰς μίαν οἱανδήποτε ἐξουσίαν διὰ νὰ ζητήσῃ τὸ δίκαιόν του νὰ τοῦ ἀνοίγηται ἡ θύρα, νὰ μὴ διώκεται διότι ἀνήκει εἰς ἄλλην πολιτικὴν μερίδα καὶ πρὸ παντὸς νὰ μὴ ἐκβιάζεται. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν ὅτι δὲν θὰ περιέλθῃ ὡς κομιατάρχης τοὺς διαφόρους νομούς, διὰ νὰ παρακαλέσῃ τὸν Λαὸν νὰ ψηφίσῃ τὴν Δημοκρατίαν. Τὸ ἔργον βεβαίως εἶναι μέγα διὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἡλικίαν τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται· τοῦτο ἀνήκει εἰς ἡμᾶς καὶ μόνον τοὺς πληρεξουσίους. Ἡμεῖς ἔχομεν καθῆκον, ἡμεῖς ἔχομεν ἱερὰν ὑποχρέωσιν νὰ διαφωτίσωμεν τὸν Λαόν. Πολλοὶ μάλιστα τῶν συνεργατῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἰς τὰ μέρη τῶν ὁποίων οἱ ἄνθρωποι δὲν φαίνεται νὰ ἔχουν καὶ τόσον μεγάλον ἐνθουσιασμὸν ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας, ἔχουν ὑποχρέωσιν νὰ διαφωτίσουν αὐτοὺς διὰ παντὸς μέσου, ἐγκαταλείποντες τὰς ἕδρας των. Θὰ προσφέρουν δὲ πολὺ μεγάλας ὑπηρεσίας εἰς τὴν Πατρίδα, ἂν αὐτὴν τὴν στιγμὴν τοὺς ἐφώτιζον πείθοντες αὐτοὺς ὅτι ἡ δημιουργουμένη κατάστασις θὰ τοὺς ὁδηγήσῃ εἰς ἕνα λιμένα σωτηρίας. Ἂν ὅλοι, κύριοι, εἴχομεν τὴν τόλμην καὶ τὸ θάρρος νὰ εἴχομεν θέσει τὸ μέγα ζήτημα, τὸ δημοκρατικὸν ἐνώπιον τοῦ Λαοῦ, μὴ ἀκούοντες κανένα ἀλλ’ ἐργαζόμενοι ὑπὲρ τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς Δημοκρατίας, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐπράξαμεν εἰς τὴν Κρήτην....
§69Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Καὶ εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα.
§70ΙΩ. ΜΑΡΜΑΤΑΚΗΣ. .... αὐτὴν τὴν στιγμήν, κύριοι, δὲν θὰ εἴχομεν νὰ ἐργασθῶμεν διὰ τίποτε ἄλλο παρὰ διὰ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, εἰς τὸν κοντὸν δὲ τῆς Βουλῆς θὰ ἐκυμάτιζεν ἡ δημοκρατικὴ σημαία. Ἐγώ, κύριοι, πάντα ὅστις ἐργάζεται εἴτε ἐκ τοῦ ἐμφανοῦς εἴτε ἐκ τοῦ ἀφανοῦς, εἴτε ἠθικῶς εἴτε ὑλικῶς, εἴτε ψυχικῶς εἴτε σωματικῶς, εἴτε διὰ παντὸς μέσου ὑπὲρ τῆς ἑδραιώσεως τῆς δημοκρατικῆς ἰδέας αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὸν θεωρῶ μεγάλον καὶ νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι ἡ Ἱστορία θὰ τὸν ἀναφέρῃ εἰς τὸ μέλλον. Ἐκεῖνος δὲ ὅστις κατεργάζεται τὰ ἐναντία εἰς τὴν συνείδησίν μου φρονῶ ὅτι δὲν κατέχει θέσιν Ἕλληνος. Τὰ μεγάλα ἔργα, αἱ μεγάλαι ἰδέαι θέλουν μεγάλους ἀνθρώπους. Εὐτυχῶς τοιούτων δὲν στερεῖται τὸ Ἔθνος καὶ ἂν ρίψετε ἓν βλέμμα εἰς τὸ μέσον ἡμῶν θὰ ἴδητε ἐκ τούτων τὸν εἰλικρινῆ δημοκράτην τὸν ὁποῖον εὐχόμεθα νὰ ἴδωμεν τελείως ἀποκαθιστάμενον εἰς τὴν ὑγείαν του καὶ ἐπανερχόμενον ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν· Θὰ ἴδητε ἄλλα πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἐφυλακίσθησαν χάριν τῆς ἰδέας, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἦτο χάριν τῆς ἰδέας δι’ αὐτὸ τοὺς βλέπομεν ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν εὐχαριστημένους διότι ἐφυλακίσθησαν μόνον καὶ μόνον διὰ τὴν ἰδέαν. Μόνον, κύριοι, ὅταν ἐργασθῶμεν ἐπὶ βάσεων στερεῶν καὶ τὸ οἰκοδόμημα τὸ ὁποῖον θὰ ἀνεγερθῇ θὰ εἶναι στερρεὸν καὶ θὰ διαρκέσῃ ἐπ’ ἄπειρον. Ἂν ἡ ἐργασία τὴν ὁποίαν κάμνομεν δὲν εἶναι στερρεά, καὶ τὸ οἰκοδόμημα τὸ ὁποῖον κτίζομεν θὰ καταρρεύσῃ. Ὅταν ἐργασθῶμεν μὲ ὅλας μας τὰς δυνάμεις, ὅταν πείσωμεν τὸν Λαὸν ὅτι ἐπέστη τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ὅταν ὁ Λαὸς πεισθῇ ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ πλέον διχονοίας, δὲν θὰ ἔχῃ πλέον συκοφαντίας, δὲν θὰ ἔχῃ πλέον ραδιουργίας, δὲν θὰ ἔχῃ ἀναρχίαν, ἀλλὰ θὰ ἔχῃ εἰλικρίνειαν, ἀλήθειαν ἀγάπην, ὁμόνοιαν καὶ χρηστὴν διοίκησιν τότε μόνον θὰ δικαιωθῇ καὶ θὰ εἶναι μαζὺ μὲ ἡμᾶς ἀναφωνῶν». Δὲν θέλω πλέον Βασιλείαν, θέλω καθαρὰν Δημοκρατίαν». (Χειροκροτήματα).
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γρηγοριάδης.
§72ΝΕΟΚ. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Αἱ προγραμματικαὶ δηλώσεις αἱ ἐξαγγελθεῖσαι ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἔχουσι κατ’ ἐμὲ δύο ἀπόψεις, τὴν τοῦ ἐσωτερικοῦ ζητήματος καὶ τὴν τοῦ πολιτειακοῦ. Ἀλλὰ καὶ τὸ γενικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως δύναται νὰ παρουσιάσῃ τὴν διαίρεσιν τοῦ ἐξωτερικοῦ Κυβερνητικοῦ προγράμματος. Γενικῶς ὅμως δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρόγραμμα ἐθνικῆς καὶ κρατικῆς περισυλλογῆς. Εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν θέλω παρεξηγηθῆ, ἂν εἴπω ὅτι γενικῶς εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον ἔγκειται ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐγὼ δὲν τὴν ἐννοῶ ἄλλως διὰ νὰ δικαιολογήσω εἰς ἐμὲ αὐτὸν τὴν ψῆφόν μου. Ἤκουσα κάποιον — ἐδῶ συνάδελφον νὰ ζητῇ ἀποκατάστασιν τῶν ὁμογενῶν, νὰ λέγῃ ὅτι εἰς τὸ μέλλον, εἰς προσεχὲς ἴσως μέλλον, ἡ Ἑλλὰς θὰ προσπαθήσῃ πάλιν νὰ ἐπαναγάγῃ τοὺς ἐξοστρακισθέντας ὁμογενεῖς πληθυσμοὺς εἰς τὰ ἐδάφη αὐτῶν ἀφ’ ὧν ἐξερριζώθησαν. Βεβαίως τὸ τοιοῦτον πρέπει νὰ τὸ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της ἡ Ἑλλάς, ἀλλὰ δυστυχῶς πλέον εἰς ἀπώτερον μέλλον. Ὀφείλω δ’ ἐγώ, καταγόμενος ἐκ τῶν μερῶν ἐκείνων τὰ ὁποῖα ὑπέστησαν ἀπηνεῖς διωγμούς, νὰ δηλώσω ὅτι πρέπει πλέον νὰ παύσωμεν ἔχοντες τὴν ἔμμονον αὐτὴν ἰδέαν περὶ προσεχοῦς ἐπανόδου. Πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν καλῶς τὸ πρόγραμμα τῆς ἐθνικῆς περισυλλογῆς καὶ ἀφοῦ ἅπαξ περισυλλέξωμεν ἡμᾶς αὐτούς, ἀφοῦ γίνωμεν πολυπληθεῖς ἐν τῷ Τόπῳ τούτῳ, καὶ ἐξασφαλίσωμεν τὴν ἐν τῇ Βορείῳ Ἑλλάδι ἐπικράτησιν, τότε καὶ μόνον νὰ φροντίσωμεν διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν προτέρων, τῶν πρὸ τῆς συνθήκης τῆς Λωζάννης, ἐδαφικῶν ἐπεκτάσεων. Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ εἶναι προητοιμασμένη διὰ πᾶν ἐνδεχόμενον καὶ νὰ ἔχῃ ἑτοίμους τὰς ἐθνικὰς δυνάμεις, ὥστε, ὅταν τάχιστα ἐπιστῇ τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, νὰ συντελέσουν αὗται εἰς τὴν μεταβίβασιν εἰς τὰς ἑστίας των τῶν πληθυσμῶν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἦλθον ἐνταῦθα. Δὲν πρόκειται ὅμως νὰ γίνῃ πανοικεὶ ἡ ἐγκατάστασις αὐτῶν, διότι δυστυχῶς δὲν ἐπωφελήθημεν τῆς καταλλήλου στιγμῆς, δὲν ἠθελήσαμεν νὰ κάνωμεν ἕν ἔτι βῆμα πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἀποκατάστασιν, ὅταν ἔπρεπε, τὸν Νοέμβριον τοῦ 1920. Καὶ ὅταν παρέρχωνται αἱ στιγμαὶ αὗται αἱ τόσον πολύτιμοι καὶ διὰ τὰ Ἔθνη καὶ διὰ τὰ ἄτομα χωρὶς νὰ ἐπωφεληθῶμεν, ἄγνωστον πόσον πρέπει ν’ ἀναμένωμεν διὰ νὰ μᾶς δοθῇ ἡ εὐκαιρία ἐκ νέου πρὸς τοιούτους ἀγῶνας. Ἡ 1η Νοεμβρίου ἤνοιξε διάπλατα εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν τὴν θύραν πρὸς τοὺς μέλλοντας ἀγῶνας τῆς φυλῆς. Τὴν 1ην Νοεμβρίου ὅμως ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, ὁδηγούμενος ἀπὸ κακοὺς ἡγέτας, κατεψήφισε τὸ ἐθνικὸν πρόγραμμα, εἶπεν ὅτι εἶναι κουρασμένος. Ἡ τότε ἀντίδρασις τοῦ ὑπέδειξεν ὅτι δὲν σκοπεύει τίποτα ἄλλο νὰ κάνῃ παρὰ νὰ παύσῃ τοὺς ἐθνικοὺς ἀγῶνας, νὰ μὴ συνεχίσῃ τὸ ἐθνικὸν πρόγραμμα. Ἐκεῖνο δὲ τὸ ὁποῖον ἀνέτρεψε τότε τὸ ἐθνικὸν πρόγραμμα δὲν ἦταν οὔτε οἱ βασιλικοὶ οὔτε οἱ ἄλλοι σύμμαχοι αὐτῶν, ἀλλ’ ὁ φόβος τῆς ἐπικειμένης ἐπιστρατεύσεως. Καὶ ὁ φόβος οὗτος προήρχετο ἀπὸ τὴν συνθήκην τῶν Σεβρῶν, ἡ ὁποία ἔλεγεν ὅτι, ἐὰν ἐντὸς ὀλίγου ἡ Τουρκία δὲν ἤθελον ἀποδειχθῆ μόνη της ἱκανὴ νὰ κατασιγάσῃ τὸν ἀντάρτην τῆς Ἀγκύρας, οἱ Σύμμαχοι θὰ ἐλάμβανον ἄλλα κατ’ αὐτῆς μέτρα. Καὶ ἀκριβῶς ἐπέκειτο τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ Ἑλλὰς ἐπρόκειτο νὰ δρέψῃ τοὺς καρποὺς πολυετῶν ἀγώνων. Ἀλλὰ ἀπεδυσπέτησεν ἡ λαϊκὴ ψυχὴ καὶ κατεψήφισε τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο. Οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα, κύριοι συνάδελφοι. Πρέπει ὅμως ἡμεῖς νὰ φροντίσωμεν ὅπως ἔχωμεν συνηνωμένας τὰς δυνάμεις μας, ὥστε νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀποκαταστήσωμεν ἁνθοῦσαν τὴν φυλήν, ἵνα αἱ μέλλουσαι γενεαὶ ἀναλάβωσι τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ ἐθνικοῦ ἰδεώδους. Ἡμεῖς κατὰ τοῦτο νὰ εἴμεθα ἕτοιμοι, ὥστε ἐπωφελούμενοι ἀπὸ τὰ ἐνδεχόμενα σφάλματα τῶν διοικούντων τὴν Τουρκίαν, ἐπωφελούμενοι ἀπὸ τὸ μισόξενον πνεῦμα τὸ ὁποῖον διέπει τοὺς ἐκεῖ—διότι γνωρίζομεν ὅτι οἱ Τοῦρκοι, ἰδίως οἱ Κεμαλικοί, θέλουσι καταστήσει ἀφόρητον τὸν βίον τῶν χριστιανῶν—ἐπωφελούμενοι, λέγω, τῶν σφαλμάτων αὐτῶν νὰ ταχθῶμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὸ πλευρὸν τῶν ἰσχυρῶν ἕτοιμοι νὰ διεκδικήσωμεν τὴν ἀποκατάστασιν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι θὰ θελήσωσι νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰ ἐδάφη ἀφ’ ὧν ἐξεβλήθησαν. Ὡς πρὸς τὸ ἐσωτερικὸν ζήτημα ἡ Κυβέρνησις ἐπηγγέλθη διοίκησιν ὁμοίαν πρὸς τὴν ἀπὸ τοῦ 1910 μέχρι τοῦ 1915. Ἡ διοίκησις ἐκείνη ἦτο λαμπρὰ δι’ ὅλην τὴν Χώραν. Ἡ διοίκησις ἐκείνη ἦτο ἡ καταλληλοτέρα διὰ τὴν ἐποχὴν ὅμως ἐκείνην. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ ἐντεῦθεν αἱ σχέσεις τῶν ἀτόμων ἐπολλαπλασιάσθησαν, αἱ ὑπηρεσίαι ἔγιναν τόσον πολύπλοκοι, ὥστε, καὶ ἂν ἡ Ἑλλὰς ἦτο εἰς τὰ ὅρια εἰς τὰ ὁποῖα εὑρίσκετο τῷ 1910, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν μὲ ὅλην τὴν ἀγαθὴν πρόθεσιν οἱασδήποτε Κυβερνήσεως νὰ ἔχῃ ἡ διοίκησις ἡ παλαιὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα. Εἶναι ἀδύνατον πλέον νὰ ἐννοήσωμεν τὸ Κράτος διοικούμενον ἀπὸ τὸ κέντρον τῶν Ἀθηνῶν, ὅπως διῳκεῖτο ἀπὸ τοῦ 1910 μέχρι τοῦ 1915. Δυστυχῶς ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ δὲν κατώρθωσα νὰ ἴδω ἐπαγγελίας τῆς Κυβερνήσεως, μολονότι εἶμαι βέβαιος ὅτι ἔχει αὕτη τὴν πρόθεσιν νὰ συντελέσῃ εἰς ἀγαθὴν διοίκησιν προσαρμοζομένην πρὸς τὰς σημερινὰς ἀπαιτήσεις. Ἡ ἀγαθὴ ὅμως διοίκησις δὲν ἀρκεῖ νὰ εὑρίσκηται ἐν τῇ προθέσει. Εἶναι ἀδύνατον πλέον τὸ Κράτος νὰ διοικῆται ἀπὸ τοῦ κέντρου. Πρέπει νὰ παύσουν αἱ ἐπαρχίαι νὰ ἐξαρτῶνται ἀπὸ τοῦ κέντρου καὶ ὁ βουλευτὴς νὰ καταφεύγῃ εἰς τὸν ὑπουργὸν καὶ ὁ ὑπουργὸς εἰς τὸν τμηματάρχην ἢ τὸν διευθυντὴν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ὑπουργείου. Μάτην προσπαθοῦμεν νὰ συμβιβάσωμεν τὸ πρᾶγμα ζητοῦντες χαρακτῆρας ὑπαλληλικούς. Δὲν θὰ κατορθώσωμεν νὰ εὕρωμεν ποτὲ ἐν Ἑλλάδι 70 χιλιάδας χαρακτήρων—ὅσους ὑπαλλήλους ἔχομεν τώρα—χαρακτήρων ἱκανῶν ἵνα διοικῶσι τὸ Κράτος ἐκ τῶν Ἀθηνῶν. Καὶ τοῦτο διότι ἁπλούστατα 70 χιλιάδας χαρακτήρων δὲν ἔχει οὔτε ἡ Ἀγγλία. Εἰς μάτην πολλαπλασιάζονται οἱ ὑπάλληλοι, καὶ τὰ τμήματα γίνονται διευθύνσεις καὶ οἱ τμηματάρχαι διευθυνταί, εἰς μάτην πολλαπλασιάζονται τὰ ὑπουργεῖα. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐγκαταστήσωμεν τὸ σύστημα τῆς ἀποκεντρώσεως, τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον θὰ παράσχῃ εἰς τὸν πολίτην πραγματικὴν διοίκησιν καὶ θὰ καταστήσῃ αἰσθητὴν τὴν ἔννοιαν τοῦ Κράτους. (Χειροκροτήματα). Σύστημα ὅμως ἀποκεντρώσεως δὲν ἐννοοῦμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπεξειργάσθησαν οἱ διάφοροι τμηματάρχαι καὶ τὸ ὁποῖον ἀπεκρυσταλλώθη εἰς αὐτοδιοίκησιν ἀφ’ ἑνὸς καὶ εἰς ἀποκέντρωσιν ἀφ’ ἑτέρου. Πᾶν ἄλλο δὲ σύστημα ἢ αὐτὸ ἤθελε νὰ μᾶς παράσχῃ ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐν ᾧ δὲ εἶχε τὴν πρόθεσιν νὰ μᾶς παράσχῃ τὸ τέλειον, οἱ διάφοροι τμηματάρχαι κατώρθωσαν νὰ παρεμβάλωσι τοιαῦτα ἐμπόδια καὶ δυσκολίας, ὥστε ἡ ἀγαθωτάτη ἐκείνη πρόθεσις τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ νὰ παρεκτραπῇ καὶ οὕτως ἀντὶ τὸ σύστημα ἐκεῖνο νὰ ἀποκτήσῃ τὸν φυσικὸν αὐτοῦ χαρακτῆρα ἰδιαίτατα εἰς τὰς Νέας Χώρας, ἀντὶ νὰ ἔχῃ καθιερωθῇ τὸ λαμπρὸν σύστημα τοῦ νὰ μεταβιβάζωνται αἱ ὑποθέσεις εἰς ἐπιτελεῖον ἀποτελούμενον καὶ ἀπὸ ὑπαλλήλους—χάριν τῆς ἐγγυήσεως τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους—καὶ ἀπὸ ἐκλεκτοὺς τοῦ Λαοῦ—ὡς ἐγγύησις τῶν συμφερόντων τῶν ἀτόμων— ἀντὶ νὰ μεταβιβάζωνται, λέγω, εἰς αὐτοὺς αἱ ὑποθέσεις ἐνεκαινιάσθησαν διάφορα συστήματα καὶ οὕτως ἐγένετο μία παραδιοίκησις μὲ ἐσμὸν ὑπαλλήλων ἐμμίσθων, νέα ἔξοδα, νέαν συγκέντρωσιν. Εἶναι ἀνάγκη, κύριοι, ὁ ὑπάλληλος νὰ ἔλθῃ εἰς συνάφειαν μὲ τὸν πολίτην, νὰ παύσῃ νὰ νομίζῃ ὅτι τὸ γραφεῖόν του εἶναι τὸ πᾶν, νὰ παύσῃ νὰ νομίζῃ ὅτι αὐτὸς εἶναι τὸ Κράτος, ὅπως δυστυχῶς ἠκούσθη ἀπὸ ἐπιτροπὴν ὑπαλλήλων, ἡ ὁποία παρουσιάσθη πρὸς τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Ἐπαναστάσεως καὶ ἡ ὁποία τοῦ εἶπεν: «Ἐπιτέλους, κ. Ἀρχηγέ, πρέπει νὰ ἐννοηθῇ καλῶς ὅτι τὸ Κράτος εἶναι οἱ ὑπάλληλοι»! Ἀλλοίμονον, ἐὰν ἐπικρατήσουν αἱ ἀρχαὶ τοῦ Λουδοβίκου XIV καὶ διὰ τοὺς ὑπαλλήλους!... Πρέπει νὰ ἐννοήσουν οἱ ὑπάλληλοι ὅτι εἶναι ὑπηρέται τοῦ Λαοῦ. Ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῇ φιλολογικῇ αὐτὸ σημαίνει ἡ λέξις. Πρέπει δὲ νὰ συγχρωτίζωνται εἰς τὸ λαμπρὸν σχολεῖον τὸ ὁποῖον καλεῖται μικτὸν διοικητικὸν συμβούλιον, ἵνα μὴ μετατρέπωνται εἰς ἐχθροὺς τοῦ Λαοῦ. Νὰ μὴ προσέχωσι μόνον ἐὰν ὁ πολίτης ἢ ὁ χωρικὸς ἔβγαλε τὸ καπέλλο του ἢ ἐκαθάρισε τὰ παπούτσια του. Ἀλλὰ διὰ νὰ τὰ ἀποκτήσῃ ὅλα αὐτὰ ὁ ὑπάλληλος πρέπει νὰ ἔλθῃ εἰς συγχρωτισμὸν μὲ τὸν Λαόν, νὰ ἀντιληφθῇ τὰς ἐπιτοπίους ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ὅμως πρέπει νὰ γνωρίζωσι καὶ οἱ μετὰ τῶν ὑπαλλήλων συνεργαζόμενοι ἀντιπρόσωποι τῶν πολιτῶν. Καὶ ἐν αὐτῷ τῷ Στρατῷ, ἐν αὐτῷ τῷ ὁμαδικῷ συνόλῳ εἰς τὸ ὁποῖον νομίζομεν ὅτι συγκεντροῦται τάσις καὶ διοίκησις ἀπολυταρχική, παρεκάμφθη ἡ ἰδέα ὅτι εἷς καὶ μόνος πρέπει νὰ εἶναι ὁ μεγαλοφυὴς ἡγέτης διὰ νὰ διοικήσῃ ἕνα Στρατόν. Κατωρθώθη εἰς τὴν σύγχρονον ἐποχὴν τὸ στεῖρον Ναπολεόντειον σύστημα τῆς διοικήσεως νὰ ἀντικατασταθῇ διὰ νεωτέρου ἀποκεντρωτικοῦ καὶ ἡ μεγαλοφυΐα, ἡ ὁποία θὰ ἦτο ἀναγκαία εἰς τὴν παλαιὰν ἐποχήν, ἀντικατεστάθη ἀπὸ σύνολον κοινῶν διανοιῶν, αἱ ὁποῖαι κατώρθωσαν νὰ διοικῶσιν ἐξ ἴσου ἐπιτυχῶς πρὸς τὴν μεγαλοφυΐαν καὶ νὰ ὑπερτερήσουν μάλιστα ταύτην. Τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον προσδοκῶσιν αἱ Νέαι Χῶραι νὰ ἴδωσι καθιερούμενον ἴσως καὶ πρὸ τοῦ δημοψηφίσματος καὶ τὸ ὁποῖον θὰ ἐπισύρῃ αἰωνίαν τὴν εὐγνωμοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ θὰ χαρίσῃ ἄλλην μίαν φορὰν τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὰς Νέας Χώρας τὸ ἀντιλαμβανόμεθα οὕτω: Μικτὸν διοικητικὸν συμβούλιον ἀποτελούμενον ἀπὸ ὡρισμένους ὑπαλλήλους μὲ πρόεδρον ἔχοντα δικαίωμα ψήφου τὸν Νομάρχην καὶ μὲ ἄλλα μέλη, περισσότερα κατ’ ἀριθμὸν ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους, ἐκλεγόμενα ἀπὸ τὸν Λαὸν καὶ συνερχόμενα καὶ ἀποφαινόμενα κατὰ πλειοψηφίαν. Εἰς τὸ συμβούλιον τοῦτο νὰ χορηγηθῇ ὅλη ἡ ὑπουργικὴ ἰσχὺς ἐπὶ ὡρισμένης φύσεως διοικητικῶν ὑποθέσεων, ἐξαιρέσει ἐκείνων αἱ ὁποῖαι ὑπάγονται εἰς ὑπουργεῖα μὴ διοικητικά. Ἐν τῷ συστήματι τούτῳ ἄνευ νέας δαπάνης θὰ ἴδωμεν τὴν πανάκειαν τῶν ἀναγκῶν ὄχι μόνον τῶν Νέων Χωρῶν ἀλλὰ καὶ ὅλου τοῦ Κράτους, ἂν ὅλον τὸ Κράτος ζητήσῃ τὴν ἐφαρμογήν. Θὰ ἴδωμεν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ περικοπῶσιν αἱ ὑπαλληλικαὶ θέσεις καὶ νὰ φύγωσιν ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν ἀρκετοὶ ὑπάλληλοι, νὰ μείνωσι δὲ μόνον οἱ ἄλλοι, ἀμειβόμενοι μὲ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον θὰ ἐλάμβανον οἱ ἀποχωρήσαντες ὑπάλληλοι. Μόνον διὰ τοῦ συστήματος αὐτοῦ θὰ κατορθώσωμεν νὰ συμπτύξωμεν καὶ αὐτὰ τὰ ὑπουργεῖα. Δὲν πρόκειται δὲ περὶ συστήματος τὸ ὁποῖον τείνει εἰς ἀπόσπασιν ἀπὸ τῆς Ἑλλάδος ὡρισμένου τινὸς πράγματος, διότι Ἑλλὰς δὲν εἶναι ὁ τμηματάρχης ἢ ὁ διευθυντὴς τῆς ὑπουργικῆς ὑπηρεσίας. Τόσον δὲ τὸ σύστημα τοῦτο συνδέει καὶ ἀλλοεθνεῖς, ὥστε σήμερον ἐν Τσεχοσλοβακίᾳ καὶ Γιουγκοσλαυΐᾳ, καίτοι ἀπεχωρίσθησαν εἰς ἄλλα Κράτη οἱ λαοί των, ἐνθυμοῦνται μετ’ εὐγνωμοσύνης καὶ πολλάκις μετ’ ἀναστεναγμοῦ τὸ αὐστριακὸν σύστημα. Τὸ σύστημα δὲν εἶναι τυχαῖον, δὲν μᾶς τὸ ἔδωσαν μεταφρασταί· τὸ καθιέρωσαν καθηγηταὶ τῶν καθηγητῶν τῶν Ἑλλήνων μεταφραστῶν καὶ εἶναι τὸ σύστημα τῆς ἀποκεντρώσεως τὸ ὁποῖον ἐφηρμόσθη καὶ εἰς ἓν τμῆμα τῆς Τουρκίας. Δὲν ἐννοῶ, κύριοι, τὸ σύστημα τοῦ κ. πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Αὐθεντίαι Εὐρωπαϊκαί, ἀφοῦ ἀντελήφθησαν τὴν κατάστασιν καὶ εἶδον ὅτι τὸ διοικητικὸν σύστημα τῶν Νέων Χωρῶν εἶναι τὸ Βυζαντινὸν ἐξελιχθέν, τὸ ἐβελτίωσαν, τὸ προσήρμοσαν εἰς τὰς Νέας Χώρας καὶ τὸ ἐπέβαλον εἰς τὴν Τουρκίαν, ἐπιβλέποντες δι’ ἐλέγχου ἀγρίου τὴν ἐφαρμογήν του. Ἡ Τουρκία ἐν ἀρχῇ εἶχεν ὑπόπτως πρὸς τὰ διοικητικὰ ταῦτα μέτρα, φοβουμένη τὴν ἀποκέντρωσιν. Ἀργότερον ὅμως τόσον ἐνεθουσιάσθη ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς, ὥστε μόνη ἐπεξέτεινε τὸ σύστημα εἰς ὁλόκληρον τὸ Κράτος της. Καὶ ἂν ὅμως τὸ σύστημα τοῦτο δὲν εἶναι τὸ ἄριστον τοῦ κόσμου, ὀφείλομεν οὐχ ἧττον νὰ τὸ εἰσαγάγωμεν εἰς τὰς Νέας Χώρας καὶ νὰ τὸ σεβασθῶμεν, ἀφοῦ εἶναι τὸ φυσικὸν σύστημα τῶν Νέων Χωρῶν. Διὰ τοῦ συστήματος τούτου θὰ ἐπιτευχθῶσιν οἰκονομίαι καὶ θὰ ἴδητε νὰ μὴ κατοικῆται μία, ἡ κεντρικωτάτη ὁδὸς τῆς Θεσσαλονίκης ἀπὸ διαφόρους οἰκονομικοὺς ὑπαλλήλους, νὰ μὴ ἀπομακρύνωνται ἄνευ λόγου ἀπὸ τὰς ὑπηρεσίας των οἱ ὑπάλληλοι, νὰ μὴ χωρίζωνται αἱ ὑπηρεσίαι εἰς διάφορα κτίρια καὶ νὰ παύσῃ ὁ Καιάδας αὐτὸς τοῦ δημοσίου χρήματος, μεγάλα ποσὰ τοῦ ὁποίου ἐξοδεύονται διὰ κολοσσιαῖα ἐνοίκια, κινδυνεύομεν δὲ νὰ ἴδωμεν τὰς Ἀθήνας ἀνεπαρκεῖς ὅπως περιλάβωσι τὰ διάφορα παραρτήματα τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν. Καὶ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ λοιπὸν προγράμματι θὰ ἠθέλομεν ν’ ἀκούσωμεν τὴν φωνὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἐπαγγελλομένης τὴν ἐγκατάστασιν τοῦ συστήματος τούτου, τοῦ μικτοῦ ἀποκεντρωτικοῦ, εἰς τὰς Νέας τοὐλάχιστον Χώρας, ἂν ὄχι εἰς ὁλόκληρον τὸ Κράτος. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ὅσα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπηγγέλθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τουτέστι τὴν ἐπίτευξιν μεγίστων οἰκονομιῶν διὰ περικοπῆς θέσεων ὑπαλλήλων....
§73Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶπον μεγίστων. Μακάρι νὰ ἠμποροῦσα νὰ εἴπω μεγίστων!
§74Ν. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Φρονεῖτε ὅτι διὰ τῆς περικοπῆς θέσεων ὑπαλλήλων δὲν θὰ γίνουν μεγάλαι οἰκονομίαι;
§75Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὄχι μεγάλαι, ἀλλ’ ἀρκεταί.
§76Ν. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Ἀκόμη καλύτερον. Πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι ἀπέναντι τῆς τραγικῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ λάβωμεν ἡρωϊκὰ πραγματικῶς φάρμακα, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ ἡ ἀπόφασις ὅπως ἀλλοιώσωμεν ὀλίγον τὰς σκέψεις μας ἐπὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν μέχρι τοῦδε πολιτευόμεθα. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν εἶναι εὐχερὲς νὰ πεταχθῶσιν εἰς τοὺς δρόμους τόσοι ἄνθρωποι, οἱ πλεῖστοι τῶν ὁποίων θὰ εἶναι ἀνίκανοι νὰ ἐργασθῶσιν εἰς ἄλλα στάδια, μένοντες δ’ οὕτω ἄεργοι θὰ καταστῶσι πράκτορες τῆς ἀντιδράσεως, ὅπως συνήθως γίνεται. Ἂν ἐγκαταστήσωμεν πρωτίστως τὸ μικτὸν σύστημα τὸ ὁποῖον θεωροῦμεν πανάκειαν, πρέπει ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ νὰ ἐνεργήσωμεν τὰς οἰκονομίας μας καὶ νὰ σκεφθῶμεν κατ’ ἄλλον τρόπον. Νὰ εἴπωμεν δηλαδὴ ἅπαξ διὰ παντὸς ὅτι δὲν θέλομεν πλέον αἱ ζωτικαὶ δυνάμεις τῆς Χώρας νὰ καταναλίσκωνται μόνον διὰ παραγωγὴν ὑπαλλήλων καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι κανεὶς νέος ὑπάλληλος δὲν θὰ προσληφθῇ ἐπί τι χρονικὸν διάστημα, ἐπὶ μίαν ἔστω δεκαετίαν ἢ μέχρις οὗ χηρεύσωσιν ὀργανικαὶ θέσεις. Νὰ καταργηθοῦν κατόπιν αἱ πλεονάζουσαι θέσεις, νὰ κρατηθοῦν οἱ εἰδικώτεροι διὰ τὰς ὀργανικὰς τοιαύτας ἑκάστου ὑπουργείου, οἱ δὲ λοιποὶ νὰ μὴ ἀπολυθῶσι μέν, ἀλλὰ νὰ διατίθενται εἰς ὑπαρχούσας κενὰς ἢ κενουμένας θέσεις ὅλων τῶν ὑπουργείων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας π. χ. ζητεῖ νὰ ἱδρύσῃ νέας σχολὰς καὶ ζητεῖ ὑπαλλήλους διότι δὲν ἔχει ἀρκετούς. Ἄς ἴδωμεν τί γίνεται εἰς τοὺς γειτονικοὺς λαούς. Ἡ Βουλγαρία, ἡ ὁποία εἰς τὴν δημοτικὴν καὶ μέσην ἐκπαίδευσιν ἔχει πολὺ περισσοτέρους ἀπὸ ἡμᾶς ἐγγραμμάτους, τοὺς τελειοφοίτους δημοτικῶν σχολείων τοὺς ὥρισεν ὡς διευθυντὴς δημοτικῶν σχολείων ἐν ἀρχῇ, διότι ὑπέρτατος νόμος εἶναι ἡ ἀνάγκη. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας θὰ ἔχῃ ἐκ τῶν καταργουμένων θέσεων ἱκανοὺς λόγῳ ἡλικίας καὶ ἠθικότητος ὑπαλλήλους διὰ νὰ τοὺς χρησιμοποιήσῃ, ἂν ὄχι ὡς διευθυντὰς σχολείων, τοὐλάχιστον ὡς διδασκάλους. Ἐπίσης τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας δύναται κάλλιστα νὰ χρησιμοποιήσῃ ἀρκετοὺς ἐκ τῶν πλεοναζόντων ὑπαλλήλων, ὡς ἐχρησιμοποίησε πολλὰς δακτυλογράφους, τὰς ὁποίας ἐντὸς 6 μηνῶν κατώρθωσε νὰ καταρτίσῃ σχεδιάστριας πρώτης τάξεως, πρὸ τῶν ὁποίων ἀπεκαλύφθην καὶ ἐγώ, ὁ ὁποῖος ἐπὶ 3 καὶ 4 ἔτη ἐσχεδίαζον καὶ εἰς τὴν Χαρτογραφικὴν Ὑπηρεσίαν διηύθυνα ὑπηρεσίαν. Ἐκτὸς τούτου ἐν τῷ κυβερνητικῷ προγράμματι γίνεται μνεία περὶ τῶν στρατιωτικῶν συντάξεων τῆς Χώρας. Μὲ τὰς ἐπιτακτικὰς ἀνάγκας, κύριοι, τὰς ὁποίας ἔχομεν σήμερον, δὲν δυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν πολλὰ κεφάλαια διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν νὰ ἐλαττωθῇ ἡ θητεία, καὶ τοὺς μῆνας κατὰ τοὺς ὁποίους δὲν θὰ ὑπηρετῶσιν οἱ στρατιῶται ἐν τῷ στρατεύματι, τοὺς μῆνας αὐτοὺς νὰ τοὺς θεωρῶμεν ὡς μῆνας ἐργασίας καὶ τὸ ἀντιστοιχοῦν χρῆμα τῶν ἀποδοχῶν τῶν στρατιωτῶν αὐτῶν νὰ περιέρχηται εἰς τὸ Ταμεῖον Ἀμύνης. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχωμεν ἄλλως τὴν στρατιωτικὴν ἀνασύνταξιν ἢ ὑπὸ τὸ πνεῦμα τοῦτο. Ἡ διετὴς θητεία εἶναι ὑπερβολικὴ καὶ ἀναχρονιστική, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐλάττωσις αὐτῆς δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἀκινδύνως. Ἐὰν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν ἀσφάλειαν εἰς τὰ σύνορα, πρέπει νὰ συνδυασθῇ ὁ περιορισμὸς τῆς θητείας μὲ τὴν ἵδρυσιν πολιτοφυλακῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπεν ὅτι φροντίζει διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῆς Χώρας. Δὲν ἀρκεῖ ὅμως, κύριοι, τὸ νὰ ἔχῃ μόνον μερικοὺς μισθωτοὺς πολιτοφύλακας, οἱ ὁποῖοι ἐν καιρῷ νὰ συντρέχουν τὴν χωροφυλακήν· πρέπει ἐν τῷ συνόλῳ οἱ μεταβαίνοντες εἰς ἀόριστον ἄδειαν ὁπλῖται μετὰ τὴν θητείαν τῶν 18 μηνῶν νὰ ἔχουν ὑποχρέωσιν ἐκ τοῦ νόμου ὅπως ἐκτελῶσιν ὅ,τι διατάσσονται, ἐὰν παραστῇ ἀνάγκη, μέχρις οὗ παρέλθῃ διετία ἀπὸ τῆς κατατάξεώς των. Πρὸς τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νὰ διαιρεθῶσιν εἰς δύο κατηγορίας, εἰς πολιτοφύλακας μεθορίου, ἀνθρώπους ἐμπιστοσύνης, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχουν τὸ ὅπλον παρ’ ἑαυτοῖς καὶ ἐν δεδομένῃ στιγμῇ θὰ ἑνῶνται μετὰ τῶν καταδιωκτικῶν ἀποσπασμάτων, καὶ εἰς λόχους πολιτοφυλάκων, οἱ ὁποῖοι θὰ ὑφίστανται εἰς τὰς Νέας κυρίως Χώρας. Ὅταν διανύσουν τὴν θητείαν των καὶ μέλλουν νὰ συμπληρώσουν τὸ ἑξάμηνον ἐν τῇ ἑστίᾳ των ἄνευ ἀποδοχῶν, τὰς ἑορτὰς καὶ ἡμέρας ἀργίας θὰ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ μεταβαίνουν ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ λοχαγοῦ των καὶ ἰδιαιτέρων στελεχῶν ὅπως ἐκτελοῦν πορείας, σκοποβολὴν καὶ ἐν γένει στρατιωτικὰς ἀσκήσεις καὶ κοινῆς ὠφελείας ὁμαδικὰς προσπαθείας, ὡς ἔργα πυροσβέστου κλπ., εἰς τρόπον ὥστε νὰ εἶναι ἕτοιμοι πάντοτε νὰ λάβουν τὸ ὅπλον ἀνὰ χεῖρας συνερχόμενοι πρὸς κοινὴν ἐνέργειαν. Αὐτὸ τὸ σύστημα θὰ εἶναι καὶ τὸ ἄριστον διὰ τὴν προκάλυψιν εἰς ἐνδεχομένην εἰσβολήν. Τὸ σύστημα αὐτὸ προυτάθη ἄλλοτε εἰς τὸ Στρατηγεῖον τοῦ Ἀρχιστρατήγου κ. Παγκάλου καὶ ἐγένετο δεκτόν. Διότι, ἐὰν συνδυασθῇ τὸ ζήτημα τῶν λόχων τῆς πολιτοφυλακῆς μετὰ τῶν ἄλλων ὑπηρεσιῶν, τότε βεβαίως θὰ μᾶς ἀποδώσῃ θαυμασίους καρπούς. Θὰ συναντᾷ ὁ ἐχθρός, ἀναλόγως πρὸς τὸ βάθος τῆς διεισδύσεώς του, ἀντίστασιν διαρκῶς αὐξανομένην. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο· ὑπάρχει καὶ ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνάγκη νὰ θέσω ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἰδιαιτέρως διὰ τὴν ἀσφάλειαν ἀκριβῶς τῶν Νέων Χωρῶν, τοῦ βορείου τείχους τῆς Ἑλλάδος. Ἄλλοτε τὸ σύστημα τῆς πολιτοφυλακῆς, ὅπως εἶχον εἴπει, θὰ ἔφερεν ἴσως εἴς τινας ἐνδοιασμούς· σήμερον, ἐθνολογικῶς συντελεσθείσης τῆς ὑφῆς τῶν Νέων Χωρῶν, ἐθνολογικῶς ἀποδοθεισῶν αὐτῶν τελείως εἰς τὴν Ἑλλάδα, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένος πλέον οὐδεὶς ἐνδοιασμός.
§77Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐτέθη ἤδη εἰς ἐνέργειαν.
§78Ν. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Ὄχι, κ. Ὑπουργέ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν μισθωτῶν ἀποσπασμάτων, τῶν κληθέντων παρ’ ὑμῶν λόχων πολιτοφυλάκων. Ἄλλο ζήτημα ζωτικώτατον, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ μᾶς ἐπαγγελθῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰς προγραμματικάς της δηλώσεις, εἶναι καὶ τὸ τῆς συγκεντρώσεως τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν εἰς τὰ κεντρικὰ κτίρια τῶν Νέων Χωρῶν, διότι τώρα γίνεται τρομακτικὴ σπατάλη τοῦ δημοσίου χρήματος. Ὅστις ἐξ ὑμῶν μετέβη εἰς τὴν Θεσσαλονίκην —διότι διὰ τοὺς συναδέλφους τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος δὲν εἶναι αἰσθητὰ ταῦτα—δὲν ἔχει παρὰ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ὁδὸν τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, τὴν περιώνυμον ταύτην ὁδόν, καὶ ἐκεῖ θὰ παρατηρήσῃ ἀλλοῦ μὲν οἰκήματα ὁλόκληρα τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου, ἀλλοῦ οἰκήματα τοῦ γραμματέως, ἄλλο οἴκημα τοῦ αʹ εἰσπράκτορος, ἄλλο τοῦ βʹ εἰσπράκτορος, τοῦ ἐπιτρόπου κλπ. Θὰ ἴδητε ὅλην τὴν Θεσσαλονίκην κατειλημμένην ἀπὸ δημόσια κτίρια εἰς τὰ κεντρικώτατα τῶν μερῶν. Καὶ δι’ ὅλα αὐτὰ πληρώνει ἢ στερεῖται κολοσσιαῖα ποσὰ τὸ Κράτος. Σᾶς λέγω μόνον τοῦτο, ὅτι δεξιᾷ τῷ ἀναβαίνοντι τὴν ὁδὸν αὐτὴν τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ὑπάρχει ἕν καφενεῖον, τὸ Hig-Lif ἢ Βασιλικόν, ἀποτελούμενον ἀπὸ ἕν σπιτάκι ἀφανές, μικρόν, ἰσόγειον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐνοικιασθῆ ἀντὶ 600.000 δραχμῶν πρὸ δύο ἐτῶν, διὰ μίαν τριετίαν, δηλαδὴ ἀντὶ 200.000 δραχμῶν τὸ ἔτος. Φαντασθῆτε τώρα πόσον θὰ εἶχον ἐνοικιασθῆ τὰ πολυόροφα καὶ μεγαλοπρεπῆ ἐκεῖνα κτίρια τῆς Θεσσαλονίκης, τὰ χρησιμεύοντα ὡς δημόσια γραφεῖα, τὰ ὁποῖα κατέχουν ἀθρόως αἱ διάφοροι οἰκονομικαὶ καὶ ἄλλαι Ἀρχαί, καὶ τῶν ὁποίων ἓν ἢ δύο δωμάτια χρησιμεύουσιν ὡς δημόσια γραφεῖα, ἐνῷ τὰ λοιπὰ ὅλα ὡς κατοικία τοῦ προϊσταμένου τῆς ὑπηρεσίας. Καὶ ταῦτα συμβαίνουν διότι δὲν ὑπάρχει ἑνιαία διοίκησις, δὲν ἠξεύρει ὁ εἷς τμηματάρχης τοῦ αὐτοῦ ὑπουργείου τί κάμνει ὁ ἄλλος. Καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ ἐγκρίνει ἐν ἀγνοίᾳ του ὁ ὑπουργός. Ἐνῷ ἄλλοτε αἱ Νέαι Χῶραι γνωρίζουν ὅτι εἰς τριπλασίους ὑπαλλήλους καὶ εἰς τριπλασίαν ἔκτασιν ἐπήρκουν τὰ κτίρια αὐτά, τὰ ἀρκετὰ καλά, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον, τινὰ τῶν ὁποίων μάλιστα εἶναι καὶ μεγαλοπρεπέστατα. Ἐὰν θελήσωμεν νὰ συγκεντρώσωμεν τὰς ὑπηρεσίας αὐτὰς εἰς ἓν καὶ μόνον κτίριον, θὰ ἐκάμνομεν εὐχῆς ἔργον καὶ τοῦτο εἶναι ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη, διότι δὲν εἶναι πλέον καιρὸς νὰ λέγουν οἱ ὑπάλληλοι μυστικά, ὅταν συγκεντροῦνται εἰς τὰ γραφεῖά των μαζί. Ἐνῷ εἰς τὰς Τραπέζας δὲν γίνονται αὐτά· ὅλοι ἀλληλοελέγχονται, ὁ εἷς ἐργάζεται παρὰ τὸν ἄλλον καὶ ἀκούουν μυστικά, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθοῦν εἰς δημοσίους ὑπαλλήλους, ὡς περὶ ἀνάγκης πιστώσεων ἢ πίστεως ἐμπορικῶν οἴκων κ.λ.π. Δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ συγκεντρωθοῦν ὅλαι αἱ ὑπηρεσίαι εἰς τὰ αὐτὰ οἰκήματα. Ἐπὶ πλέον ἔχομεν καὶ ἄλλο νὰ ζητήσωμεν — καὶ λέγων ταῦτα δηλῶ ὅτι δὲν ἀντιπροσωπεύω ἄλλην τινὰ γνώμην παρὰ μόνον τὴν ἰδικήν μου, διερμηνεύω ὅμως τὸ συναίσθημα τὸ ὁποῖον κατέχει ὅλας τὰς Νέας Χώρας — ἔχομεν, λέγω, νὰ ζητήσωμεν ὅπως τὸ πλεῖστον τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας λάβῃ τὴν ἄγουσαν πρὸς τὰς Νέας Χώρας. Τὸ πλεῖστον τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας, τονίζω, πρέπει νὰ στραφῇ πρὸς τὰ ἐκεῖ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐννοήσωμεν ὅτι διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῶν μερῶν ἐκείνων ἀπαιτοῦνται στρατιωτικαὶ ὁδοί, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπάρχουν. Εἶναι ἀνάγκη αἱ σιδηροδρομικαὶ γραμμαὶ νὰ ἐπεκταθοῦν. Εἶναι ἀνάγκη πλέον νὰ κάμωμεν καὶ ἡμεῖς κάτι, διότι ἐνῷ οἱ Σύμμαχοι φεύγοντες μᾶς ἄφησαν θαυμασίας ὁδοὺς ἡμεῖς δὲν ἐστάθημεν ἱκανοὶ νὰ συντηρήσωμεν οὔτε τὰς γεφύρας των, καὶ μόνον καὶ ἀφήσαμεν τὰ πάντα ἔρμαια εἰς τὴν τύχην των, νὰ καταρρεύσουν. Δὲν εἶναι δικαιολογία ὅτι εἴχομεν πολέμους; ἡμεῖς ἐφάνημεν ἀνίκανοι νὰ συντηρήσωμεν κἂν αὐτὰς τὰς ὁδούς. Σᾶς ὑπενθυμίζω τὰ ἄλλοτε γενόμενα μεγαλοφυᾶ σχέδια τοῦ Ἐπιτελείου, τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν ἐπραγματοποιήθησαν. Εἶχε γίνει, κύριοι συνάδελφοι, Ἐπιτροπὴ διὰ νὰ μελετήσῃ σιδηροδρομικὰς ἐγκαταστάσεις διὰ τῶν λιμνῶν Χαλκιδικῆς ἀπὸ Θεσσαλονίκης πρὸς τὰς Σέρρας, σιδηροδρόμους πρὸς τὰ Ἰωάννινα ἀπὸ τοῦ Μετσόβου, σιδηροδρόμους ἀπὸ τῆς Λαρίσης, οἱ ὁποῖοι θὰ παρέκαμπτον τὴν Πίνδον ἀπὸ Κορυτσᾶς καὶ θὰ κατέβαινον εἰς Ἰωάννινα, ὁδοὺς πρὸς πάσας τὰς διευθύνσεις. Καὶ ξέρετε τὶ ἔγινεν ἀπὸ ὅλα αὐτά; Διετάχθη μόνον ἡ ἔναρξις ὁδοῦ 95 χιλιομέτρων, ἡ ὁποία χωρίζει τὸ βασιλικὸν κτῆμα τοῦ Βερνίου ἀπὸ τὸν σιδηροδρομικὸν σταθμὸν Νιαούσης. Ἐὰν δὲ ἐγκαίρως δὲν λάβωμεν πρόνοιαν τῶν στρατιωτικῶν ἐν γένει συγκοινωνιῶν τῆς Βορείου Ἑλλάδος, διὰ τοὺς κινδύνους οἱ ὁποῖοι θὰ συμβοῦν θὰ εἴμεθα τρομεροὶ ἔνοχοι. Ἀνάγκη λοιπόν, ἐπιτακτικὴ καὶ διὰ τὴν Βόρειον Ἑλλάδα ὅπως μέγα μέρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας διατεθῇ διὰ τὸν σκοπὸν αὐτόν.
§79Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Εἰς τὸ θέμα, κ. συνάδελφε.
§80Ν. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Μετ’ αὐτά, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἐκπληρώσω τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κ. συναδέλφου καὶ φίλου πληρεξουσίου Βονίτσης, ἀκούοντος τόσον εὐλαβῶς καὶ νὰ εἰσέλθω καὶ ἐγὼ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος. Ἀφοῦ συζητοῦμεν διὰ πολίτευμα, ποῖον εἶναι τὸ καλύτερον διὰ τὴν Ἑλλάδα; Φυσικὰ προκύπτει μόνον του τὸ ἐρώτημα ποῖον θὰ εἶναι τὸ ἰδεῶδες πολίτευμα. Ἤκουσα σεβαστὸν φίλον καὶ μελητηρὸν ἄνδρα, εἰπόντα ἄλλοτε πρὸς τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Ἐπαναστάσεως ὅτι τὸ ἰδεῶδες πολίτευμα εἶναι ἡ «ἑνὸς ἀνδρὸς ἀρχή», ὅταν ὁ ἀνὴρ οὗτος εἶναι ὁ ἐπιθυμητός, ὅταν ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ἔχομεν κάποιον Περικλέα ἢ διὰ τοὺς ἀλλοτρόπως σκεπτομένους ἔχομεν κάποιον Λενίν. Ἀλλὰ ποῦ νὰ εὕρωμεν τὸν πολυμερῆ ἐγκέφαλον, ὁ ὁποῖος ἐκτὸς τῶν ἄλλων φυσικῶν χαρισμάτων, ἐκτὸς τῆς μεγάλης, τῆς τρομακτικῆς βουλήσεως τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ, ἐκτὸς λαμπροῦ χαρακτῆρος ὁ ὁποῖος εἶναι δευτέρα φύσις, ποῦ νὰ εὕρωμεν αὐτὸν ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ καὶ τὴν ἀκλόνητον ἐπὶ τέλους ὑγείαν, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ πλήρως τὰ καθήκοντα τοιούτου ἄρχοντος σήμερον; Ἐκτὸς τοῦ ἀναχρονιστικοῦ καὶ τὸ ἀνθρωπίνως ἀδύνατον εὑρέσεως τοιούτου ἀρχηγοῦ ἀπορρίπτει τοιοῦτον πολίτευμα. Κατ’ ἄλλους εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν ὡς ἰδεῶδες πολίτευμα τὴν ἰδεώδη ἀναρχίαν, ὄχι τὴν ἀναρχίαν ὑπὸ τὴν κακὴν ἔννοιαν ἀλλ’ ἐκείνην καθ’ ἣν ὁ λαὸς ἵσταται τοσοῦτον ὑψηλὰ εἰς μόρφωσιν ὥστε πᾶς πολίτης νὰ μὴ δέχηται νόμους, οὔτε νὰ ἐπιβάλῃ τοιούτους. Ἀλλ’ ἡ ἀνυπαρξία αὐτὴ τοῦ νόμου ἴσως–ἴσως εἶναι ὁ πολυπλοκώτερος τῶν νόμων. Δυστυχῶς δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς ἡμᾶς νὰ ἀναπτυχθῶμεν ὅλοι ὥστε νὰ ἔχωμεν συναίσθησιν ὅλων τῶν καθηκόντων μας. Δυστυχῶς ἐγεννήθη ἀτελὴς ὁ ἄνθρωπος καὶ ἐγεννήθησαν ἀνάγκαι καθιστῶσαι ἀτελέστερον ἀκόμη αὐτόν. Δυστυχῶς ἐγεννήθημεν μὲ στόμαχον, ὁ ὁποῖος μᾶς ἐπιβάλλει κατ’ ἀνάγκην νὰ ἐμφωλεύσῃ εἰς τὴν ψυχήν μας τὸ ἐγωϊστικὸν συναίσθημα. Μόλις γεννώμεθα, πρὶν ἢ ἀκόμη ἀρχίσωμεν νὰ λαμβάνωμεν ἰδέαν τοῦ ἔξω κόσμου, χωρίζομεν ὁλόκληρον τὸν ἔξω κόσμον καὶ τὸ ἄτομον ἡμῶν ἐν τῇ ψυχῇ μας καὶ ἀρχίζει ἀναγεννωμένη εἰς τὴν ψυχήν μας ἡ συναίσθησις τοῦ ἐγώ. Ὅταν προχωρήσωμεν εἰς ἡλικίαν, τόσον εἶναι πεπλατυσμένος ὁ ἐγωϊσμὸς ὥστε θεωρεῖ τὸ ἐγὼ ἡμῶν ὡς τὸ ἕν, καὶ ὁλόκληρον τὸ λοιπὸν σύμπαν ὡς τὸ ἕτερον τῆς δημιουργίας. Καὶ ἡ ἀνάπτυξις σωματικὴ καὶ πνευματικὴ ἐπιτείνει τὸ ἐγωϊστικὸν τοῦτο συναίσθημα. Ἐν ἀρχῇ διαφιλονεικοῦμεν ἡμεῖς πρὸς πάντας ὅ,τι κατέχομεν, καὶ αὐτὰ ἀκόμη τὰ μητρικὰ στήθη, ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἀδελφούς μας καὶ πᾶν ὅ,τι ὑποπίπτει ἐν τῷ κύκλῳ τῆς ἀντιλήψεώς μας. Ἀλλὰ καὶ κατόπιν ἐξελισσόμενοι θεωροῦμεν ὅτι ἔχομεν μίαν ὑποχρέωσιν εἰς τὸν κόσμον, νὰ κατορθώσωμεν τὰ βλέμματα τοῦ ἑτέρου φύλου νὰ ἀποσπάσωμεν ἐφ’ ἡμᾶς. Προχωροῦντες διδασκόμεθα, ἀκριβῶς ἕνεκα τοῦ ἐγωισμοῦ μας, ὅτι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ θέσωμεν ὡρισμένας ἀρχὰς εἰς ἡμᾶς αὐτούς, καὶ ὅταν εὑρίσκωμεν ἐμπόδια, νὰ προσπαθῶμεν νὰ τὰ ὑπερπηδήσωμεν. Τότε ἡμεῖς δημιουργοῦμεν θετικὰς ἀρχὰς τὰς ὁποίας ἐπιβάλλομεν εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς πλέον νὰ ἀκολουθήσωμεν καὶ ὅταν ἀκόμη εὑρίσκωμεν γιγαντιαῖα ἐμπόδια πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ σκοποῦ μας. Ἀλλ’ ἔρχεται στιγμὴ καὶ ὅταν ἀκόμη συναντῶμεν ἐμπόδια, τὰ ὁποῖα ὑπερπηδῶντες νὰ συντείνωμεν εἰς ὀλιγωτέραν ἡμῶν εὐχαριστίαν, ν’ ἀγωνιζώμεθα πάλιν τὴν παντὶ σθένει ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ, ἐνῷ πλέον κατ’ ἀνάγκην ἀντιτίθεται ἡ ἐπιτυχία εἰς τὸ πρότερον ταπεινὸν ἐγωϊστικόν μας συναίσθημα. Οὕτως ἀπὸ τὸν ἐγωϊσμὸν δημιουργεῖται ὁ χαρακτὴρ τοῦ ἀτόμου, τείνοντος νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν θέλησιν αὐτοῦ, τὰς ἐπιθυμίας του καὶ ὅταν ἡ ἐπιτυχία αὐτῶν βλάπτῃ τὴν ὑλικὴν τοῦ ἀτόμου εὐμάρειαν. Οὕτω πως ἐκ τοῦ ἐγωϊστικοῦ συναισθήματος δημιουργεῖται τὸ συναίσθημα τῆς φιλαλληλίας, τοῦ ἀλτρουϊσμοῦ, καὶ ὅταν νομίσῃ τὸ ἄτομον ὅτι αἱ ἀρχαί του εἶναι ἀντίθετοι πρὸς τὸ ὑλικὸν συμφέρον του, ἐξακολουθεῖ νὰ ἐπιδιώκῃ τὴν ἐπιτυχίαν ἀνενδότως καὶ μὲ κίνδυνον αὐτοῦ τούτου τοῦ ὑπερτάτου ὑλικοῦ ἀγαθοῦ, αὐτῆς τῆς ζωῆς. Ἀπὸ τοῦ ἐγωϊσμοῦ δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τοιαύτας ἀρχάς, αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ θεοποιήσωσι τὸν ἄνθρωπον καὶ νὰ τὸν ἀνυψώσωσι μέχρι καὶ αὐτοῦ τοῦ ὑπερτάτου Ἀγαθοῦ, καὶ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς πλήρους αὐταπαρνήσεως. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὁ ἐγωϊσμὸς ἐξελισσόμενος ἐν τῷ μεταξὺ παύσῃ νὰ ποθῇ, νὰ προσελκύῃ τὰ ὄμματα τοῦ ἑτέρου μόνον φύλου, καὶ ζητεῖ τὴν προσήλωσιν ἐφ’ ἑαυτοῦ τῆς προσοχῆς πάντων ἐν γένει, τότε καθίσταται φιλοδοξία. Ἄνευ ὅμως τοῦ ἐγωϊσμοῦ καὶ τῶν ἐξελίξεων αὐτοῦ οὐδεμία θὰ ὑπῆρχε πρόοδος, οὐδὲν κίνητρον θὰ ὤθει τὸν ἄνθρωπον πρὸς τὴν πρόοδον καὶ τὸν ἀνθρωπισμόν. Ὅταν λοιπὸν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν φυσικὸν πολίτευμα δὲν δυνάμεθα νὰ καταπνίγωμεν τὸ ἄτομον καὶ τὸ ἐγὼ αὐτοῦ. Ἄλλως θὰ καταπολεμῶμεν αὐτὸν τὸν πολιτισμόν. Καὶ δι’ αὐτὸ δὲν εἶναι φυσικὸν τὸ πολίτευμα τῆς ἰδεώδους ἀναρχίας, πολίτευμα ἀπομονοῦν τὸ ἄτομον καὶ χωρίζον αὐτὸ ἀπὸ τοῦ συνόλου. Δὲν εἶναι πολιτισμὸς τὸ νὰ λέγωμεν «ὃ σὺ μισεῖς, ἑτέρῳ μὴ ποιήσῃς». Τοῦτο εἶναι μερικὴ περίπτωσις τῆς ὅλης ἐννοίας. Ἀλλὰ πολιτισμὸς εἶναι ἡ συνένωσις ὅλων τῶν ἀνθρωπίνων δυνάμεων τῶν ἐνσυνειδήτων πρὸς καταπολέμησιν τῶν ἀσυνειδήτων δυνάμεων τῆς φύσεως. Ἐκ τοῦ ὁρισμοῦ τούτου προκύπτουν καὶ ἡ ἀλληλεγγύη τῶν ἀτόμων καὶ πᾶσα ἀνθρωπιστικὴ ἀρχή. Πολίτευμα δέ, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ καταστρέψῃ τὴν ἀλληλεγγύην ὅλων τῶν ἀτόμων πρὸς καταπολέμησιν τῶν ἀσυνειδήτων δυνάμεων τῆς φύσεως, δὲν εἶναι τὸ φυσικὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ προσεγγίσῃ, θὰ ὀργανώσῃ καὶ θὰ βελτιώσῃ τὴν μείζονα μερίδα τῆς ἀνθρωπότητος. Ἀλλὰ δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον θέλει, ὥστε ὡς μονὰς συνόλου νὰ λαμβάνηται οὐχὶ τὸ ἄτομον ἀλλ’ ὁλόκληρον συγκρότημα — ὅπως εἶναι τὸ Σοβιετικὸν– δημοκρατικόν, ὅπου ἡ μονὰς ἐν τῷ πολιτεύματι δὲν εἶναι τὸ ἄτομον, ἀλλὰ σύνολον ἀτόμων, τῶν ὁποίων τὰ πλεῖστα δὲν ἔχουσι δικαίωμα ψήφου, τὸ τοπικὸν Σοβιέτ, κατὰ τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὸς ὁ Ὅμηρος δὲν ἔχει δικαίωμα ψήφου, ἀλλ’ ὁ τυπογράφος, καθ’ ὃ οὐχὶ ὁ Φειδίας, ἀλλ’ ὁ τεχνίτης μαρμαρὰς πρέπει νὰ ψηφίζῃ — πολίτευμα τοιοῦτον δὲν εἶναι φυσικόν. Σύστημα τοιοῦτον τὸ ὁποῖον ἀπομακρύνει τὸ ἄτομον ἀπὸ τὸ σύνολον, ὥστε νὰ καταπνίγῃ τὴν ἀτομικήν του ὑπόστασιν, δὲν εἶναι σύστημα δημοκρατικὸν καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ μεταβληθῇ καὶ νὰ ἐπανέλθῃ πλήρης ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀτόμου, ἄλλως θὰ συντριβῇ. Ὅπου δὲ ἐδημιουργήθη τοιοῦτον σύστημα δὲν ἴσχυσεν ἐπὶ πολύ, ἀλλὰ κατ’ ἀνάγκην ἐπανῆλθε τὸ ἀτομικὸν συμφέρον τὸ ὁποῖον ἀνεκήρυξεν ὡς δικαίωμα τὴν ἰδιοκτησίαν καὶ αὐτὴν τὴν οἰκογένειαν. Δὲν θὰ στραφῶμεν λοιπὸν ζητοῦντες τὸ ἰδεῶδες πολίτευμα πρὸς τοιοῦτόν τι σύστημα, διότι κατ’ ἀνάγκην τὸ ἄτομον θὰ ἀντιταχθῇ πρὸς ἑαυτό, ἀλλὰ θὰ ζητήσωμεν ἄλλο σύστημα, ἀληθῶς δημοκρατικὸν καὶ μᾶλλον συγχρονιστικόν. Εἶναι ὅμως περίεργον ὅτι ἐνῷ πρόκειται σήμερον νὰ καθιερώσωμεν ἀστικὴν Δημοκρατίαν εἶναι περίεργον πῶς ὑπάρχει σήμερον Ἀντιπολίτευσις διὰ τοιοῦτον ζήτημα. Δημοκρατία δὲ ἔστω καὶ ἀστικὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ ὑπὸ τὴν μορφὴν τῆς βασιλευομένης Δημοκρατίας. Τὸν ὁρισμὸν αὐτὸν ἔδωκε κάποιος γερμανὸς καθηγητὴς καὶ ὠνόμασε βασιλευομένην Δημοκρατίαν μίαν μορφὴν τῆς βασιλείας τῆς συνταγματικῆς, ὄχι βεβαίως διότι ὁ ὁρισμὸς αὐτὸς εἶναι ἐπιστημονικός, ἀλλ’ ἵνα παίζων χαρακτηρίσῃ δι’ ὀξυμώρου ἐπιγραμματικῶς τὴν τοιαύτην μοναρχίαν. Ἐν Ἑλλάδι ἡμεῖς, οἱ ἐφημεριδογραφεῖς ῥωμηοί, τ’ ἁρπάξαμε αὐτὸ καὶ τὸ ἔχομεν συζητήσει σοβαρώτατα, ὡς νὰ πρόκειται περὶ πραγματικῆς μορφῆς τῆς Δημοκρατίας. Βασιλευομένη Δημοκρατία, ὅπως ἐλέχθη ἐνταῦθα καὶ ἀπὸ τῶν ὑπουργικῶν ἑδωλίων ἄλλοτε, κατὰ τὸ 1917, δὲν εἶναί τι ἄλλο ἢ προπαρασκευαστικὴ μορφή, κάτι τὸ ὁδηγοῦν τὸν Λαὸν εἰς τὸ μοναρχικὸν πολίτευμα. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ καθιερώσωμεν μόνοι ἡμεῖς τὴν ἀρχὴν ὅτι πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν ἀνάπτυξιν τῶν ἀτόμων διὰ τὴν καθιέρωσιν τῆς Δημοκρατίας ὑπὸ πολίτευμα μοναρχικόν, ἔστω καὶ διὰ συντάγματος διεπόμενον. Πανταχοῦ —καὶ συμφωνῶ εἰς τοῦτο τελείως μὲ τὸν κ. Καρασεβδᾶν—ἡ Δημοκρατία καθιερώθη διὰ τῆς βίας καὶ μόνοι ἡμεῖς σήμερον ζητοῦμεν νὰ τὴν καθιερώσωμεν ἄλλως πως. Ἀλλ’ ἐὰν θελήσωμεν μόνον διὰ τῆς ἀναπτύξεως νὰ δείξωμεν καὶ μετὰ τόσα παθήματα εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν ποῖον εἶναι τὸ πολίτευμα τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐγκαθιδρύσωμεν καὶ νὰ θελήσωμεν νὰ ἐνστερνισθῇ μεγάλη μᾶζα Ἑλληνικοῦ Λαοῦ τὰς δημοκρατικὰς ἰδέας, ὑπὸ βασιλείαν, ματαιοπονοῦμεν. Ὅταν ἀφέθῃ ἐλεύθερον τὸ ἄτομον τὸ ὑπὸ βασιλείαν ἐπὶ πολὺ διαπαιδαγωγηθὲν νὰ καθιερώσῃ τὸ πολίτευμα τὸ δημοκρατικόν, προέβαλλον ἀμέσως τὰ συμφέροντα ὡρισμένων μειονοτήτων, ἐθόλωσαν τὴν τόσῳ εὐκόλως παρασυρομένην λαϊκὴν διάνοιαν, εἶναι δὲ γνωστὸν πόσον εὐκολωτέρα εἶναι ἡ ὑποβολὴ εἰς τὰς μάζας καὶ οἱ πλείονες ἐζήτησαν βασιλέα. Καὶ βλέπομεν ἀκόμη καὶ σήμερον ὅτι μετὰ τόσα τρομακτικὰ παθήματα ἡ Γερμανία ζητεῖ καὶ πάλιν βασιλέα καὶ Κάϊζερ. Ἡ βασιλευομένη λοιπὸν Δημοκρατία, τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν νὰ ἐγκαταστήσωμεν καὶ ἡ ὁποία ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ φρονῶ, ἀσπαζόμενος τὴν ἐδῶ ἄλλοτε λεχθεῖσαν ἰδέαν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἀκριβῶς αὕτη ὑποθάλπει τὸν μοναρχισμόν, ἡ βασιλευομένη δημοκρατία εἶναι πλέον ἐντελῶς ἀσύγχρονον πολίτευμα μὴ συμβιβαζόμενον πρὸς τὰς σημερινὰς ἀνάγκας. Διότι δὲν εἶναι μόνον ὁ εἷς βασιλεύς, δὲν εἶναι ἐπικίνδυνος μόνον διὰ τὰς ἐπιθυμίας του, δὲν εἶναι ἐπικίνδυνος μόνον διότι καὶ ἂν ἐν ἀρχῇ φανῇ καλὸς καὶ ἀγαθὸς ὡς ὁ Νέρων ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς βασιλείας του, δὲν ἀποκλείεται κατόπιν διὰ τῆς περὶ αὐτὸν κολακείας καὶ τῶν ἐξολισθημάτων νὰ φθάσῃ εἰς πράξεις θηριώδους ψυχῆς καὶ εἰς ἐντελῶς Νερωνείους μεθόδους. Τὸ ἐπικίνδυνον ἐν τῇ βασιλευομένῃ Δημοκρατίᾳ εἶναι τὸ περιβάλλον τῶν βασιλέων καὶ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ νομίζω ὅτι ἕως τώρα ἀπὸ κανένα δὲν ἐτονίσθη ἐδῶ ἡ σημασία τῆς κλίκας, ἡ ὁποία τοὺς περιβάλλει καὶ ἡ ὁποία εἶναι ἡ αὐτὴ καὶ ὅταν ἀλλάξῃ τὸ πρόσωπον τοῦ βασιλέως, διότι συνταυτίζει τὰ συμφέροντά της ἐν συνεχείᾳ δολοπλοκιῶν, οὕτως ὥστε νὰ ὁδηγῇ τοὺς βασιλεῖς καὶ ἄκοντας ἀκόμη εἰς τὴν ὁδὸν τῶν συμφερόντων της, οὕτως ὥστε νὰ ἀπομυζῶσι πᾶσαν ζωτικὴν ἰκμάδα τοῦ Ἔθνους. Εἶναι ἐπικίνδυνοι λοιπὸν αἱ βασιλευόμεναι Δημοκρατίαι ἀκριβῶς διὰ τὴν ὕπαρξιν συνεχοῦς κλίκας. Δὲν ἔχετε ἢ νὰ ἐνθυμηθῆτε καὶ μερικὰ γεγονότα ἀπὸ τῆς βασιλείας αὐτοῦ τοῦ Γεωργίου καὶ μερικοὺς στρατιωτικούς, οἱ ὁποῖοι εἰσῆλθον ὡς λοχίαι καὶ ἐξῆλθον ὡς ἀντιστράτηγοι ἀπὸ τὴν αὐλὴν τοῦ Βασιλέως, καὶ μερικοὺς αὐλικοὺς πενεστάτους ἀποθανόντας πλουσιωτάτους, διὰ νὰ ἐννοήσητε ποῖος παρασύρει ἀκόμη καὶ ἀκραιφνεῖς δημοκρατικοὺς πολιτικοὺς εἰς ὀλισθήματα. Ἐνθυμεῖσθε πῶς κατώρθωσεν ἡ αὐλικὴ κλίκα νὰ ἐπηρεάσῃ ἕνα τῶν μεγαλοφυεστέρων ἀνδρῶν τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος, αὐτὸν τὸν Τρικούπην, ὥστε νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ψήφισιν νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐδωροῦντο ἐθνικὰ γήπεδα εἰς μέλη τῆς βασιλικῆς οἰκογενείας. Καὶ διὰ νὰ ἰδῆτε ποῦ ἀκριβῶς ἔγκειται τὸ τρωτὸν τῶν βασιλευομένων Δημοκρατιῶν, σᾶς ὑπενθυμίζω τοῦτο: Ὁ νόμος τοῦ Τρικούπη ὁ δίδων τὴν Μανωλάδα εἰς τὸν τότε Διάδοχον εἶναι ὁ νόμος 1438, τουτέστι κατὰ τὴν Ἑλληνικὴν ἀρίθμησιν ΑΥΛΗʹ, δηλ. Αὐλή. Αὐτὴ εἶναι ἡ μεγάλη κλίκα, ἡ ὁποία διαρκῶς ἀπομυζᾷ τὸ Ἔθνος. Ἡ Αὐλὴ αὐτὴ εἶναι ἡ μεγάλη κλίκα, ἡ ὁποία ἀναγκάζει καὶ ἄκοντας τοὺς βασιλεῖς νὰ συμμορφῶνται πρὸς τὴν θέλησίν της. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ πολιτευόμενος τὸν ὁποῖον ὅλοι σεβόμεθα καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν καὶ ἴσως καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, τοῦ ὁποίου τὸ κῦρος ἀναγνωρίζει ἓν καὶ ἥμισυ δισεκατομμύριον ἀνθρώπων, πλὴν τῶν ἀντιβενιζελικῶν Ἑλλήνων, ὁ ὁποῖος ἐπίσης ἐδώρησε πρὸς τοὺς βασιλεῖς καὶ εἰς τὰς αὐλάς των ὁλόκληρα δάση ἐθνικὰ εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ ὁ ὁποῖος ἐπίσης δὲν κατώρθωσεν, αὐτὸς ὁ δημοκρατικώτερος πάντων ἡμῶν, νὰ ἀντιστῇ εἰς τὴν ἐπιβολὴν τῆς κλίκας τῆς αὐλικῆς καὶ εἰς τὴν ἐπιρροὴν τὴν προσωπικὴν τοῦ Βασιλέως καὶ νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν αὔξησιν τῆς βασιλικῆς χορηγίας. Ἀκριβῶς λοιπὸν διὰ τὴν ὕπαρξιν ἑνὸς προσώπου εἰς τὴν ἀνωτάτην Ἀρχὴν καὶ διὰ τὴν ὕπαρξιν τῆς κλίκας τῆς βασιλικῆς, εἶναι ἐπικίνδυνα τὰ βασιλευόμενα πολιτεύματα καὶ εἰς αὐτὰ τὰ δημοκρατικὰ Ἔθνη. Καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἐνθυμηθῶμεν τί εἶπεν ὁ μέγιστος τῶν ἀνδρῶν πάσης τῆς ὑφηλίου, ὁ Οὐάσιγκτων, ὁ ὁποῖος μόνος ἔβαινεν ἐπὶ τὰ θαυμάσια βήματα τοῦ Τιμοθέου τοῦ Κορινθίου, δεχθεὶς κατ’ ἀρχὰς ὅπως κυβερνήσῃ τὴν Χώραν, τὴν ὁποίαν ἠλευθέρωσεν ὁ πραγματικῶς μέγιστος αὐτὸς ἀνήρ. Συνεβούλευσε τοὺς συμπολίτας του, ὅταν ἠσθάνθησαν τὴν μεγίστην ἀνάγκην ν’ ἀναλάβῃ αὐτὸς τὴν προεδρίαν καὶ πάλιν, ἀφοῦ ἔληξεν ἡ πρώτη περίοδος, νὰ μὴ ἐπανεκλέξουν τὸν ἴδιον Πρόεδρον, εἰπὼν τὰ θαυμάσια αὐτὰ λόγια: «Ἡ Ἀρχὴ εἶναι μεγάλη προαγωγός· πρέπει νὰ φυλάττησθε ἀπὸ τοὺς διαρκῶς κατέχοντας τὴν Ἀρχήν, διότι εὐκόλως τρέπονται τὴν ὁδὸν τῆς τυραννίας. Ἡ συνεχὴς Ἀρχὴ εὐκόλως τρέπει καὶ αὐτὸν τὸν Ναπολέοντα ἀπὸ τὴν ὁδὸν τῆς ὑπατείας πρὸς τὴν ὁδὸν τῆς αὐτοκρατορίας». Καὶ ἀφοῦ διὰ δευτέραν φορὰν ἐδέχθη τὴν προεδρίαν τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν ὁ μέγας Οὐάσιγκτων, ἠρνήθη κατηγορηματικῶς τὴν τρίτην φορὰν καὶ ἠνάγκασε τοὺς συμπολίτας του νὰ ψηφίσουν νόμον, κατὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐκλεγῇ ὁ αὐτὸς Πρόεδρος καὶ τρίτον. Περὶ τὸ πρόσωπον τοῦ Προέδρου ὡς προσωρινοῦ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ κλίκα συνεχὴς διαστρέφουσα τὰ πράγματα. Ἀλλασσομένου τοῦ Προέδρου ἐντελῶς ἀλλάσσουν καὶ τὰ περὶ τὸν Πρόεδρον πρόσωπα. Καὶ διὰ τοῦτο εἶναι ἀκίνδυνοι οἱ πρόεδροι τῆς Δημοκρατίας εἰς τὰς ἀληθεῖς Δημοκρατίας. Ἀλλὰ τὸν συλλογισμόν μου τοῦτον, τὸν ὁποῖον δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θὰ δέχωνται καὶ οἱ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος, τὸν ἀφίνομεν ἐδῶ ἀχρησιμοποίητον.
§81Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Τὸν δεχόμεθα ἀνεπιφυλάκτως.
§82Ν. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Ἐπιτρέψατε ἤδη νὰ ἐνθυμηθῶμεν ὄχι πλέον βυθιζόμενοι εἰς τὰ βάθη τῆς Ἱστορίας, ἀλλ’ εἰς τὸ πρόσφατον παρελθόν, ἐπιτρέψατε νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω πῶς ἔγιναν τὰ πράγματα τώρα μόλις ἐσχάτως — καὶ δυστυχῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πεισθῶ περὶ τοῦ ἀντιθέτου — ὅτι ἐσφάλαμεν πάντες μὴ ἐγκαταστήσαντες τὴν Δημοκρατίαν ἀμέσως μετὰ τὴν ἐπανάστασιν τῆς Χίου.
§83Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ὄχι’ ἐγὼ δὲν ἔσφαλα. Ἔχετε λάθος.
§84Ν. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Οὐδὲ ἐγὼ εἶχον τὴν ἰσχὺν διὰ νὰ τὴν ἐγκαταστήσω· εἶναι τρόπος ἐκφράσεως. Ἴσως ἴσως ἐσφάλαμεν πάλιν μὴ ἐγκαταστήσαντες καὶ πρὸ μικροῦ τὴν Δημοκρατίαν ἀμέσως κατόπιν τοῦ στασιαστικοῦ κινήματος, μετὰ τὴν καταστολὴν αὐτοῦ, διότι κατὰ τὴν ἁπλῆν μου γνώμην αἱ Δημοκρατίαι πάντοτε ἐπεβλήθησαν, καίτοι τὰ βιβλία λέγουν ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ἀπόλυτος ἡ καθολικὴ συγκατάθεσις καὶ νὰ ἐρωτῶμεν τοὺς πολίτας Ἀλλ’ ἐνῷ οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα βλέπομεν καί τινα ὀλισθήματα διαπραττόμενα ἀπὸ τοὺς ἔχοντας τὴν ἰδέαν τῆς Δημοκρατίας ὡς σύμβολον καὶ προβάντας εἰς ἀτοπήματα. Εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ δεχθῶμεν ὡς μόνην διέξοδον τὰς συμβουλὰς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐξαγγελθείσας κατὰ τὸν γνωστὸν τρόπον μακρόθεν. Ἀλλ’ ἐνῷ εἰσήλθομεν εἰς αὐτὴν τὴν ὁδὸν καὶ ἐπείσθημεν ὅλοι ὅτι αὐτὸς εἶνε ὁ καλύτερος τρόπος μετὰ τὴν μὴ ἔγκαιρον ἐγκατάστασιν τῆς Δημοκρατίας, τότε διαπράττονται ἄλλα ὀλισθήματα, καὶ ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐκδιώκεται ὁ βασιλεύς — εἶναι ζήτημα ἂν εἶναι τοῦτο ὀλίσθημα ἢ ὄχι — ἀλλ’ ἐξ ἄλλου ἐκλέγεται ἀντιβασιλεύς, ὄχι intra rex, ἀλλὰ ἀντιβασιλεύς, regent. Τὸ δεύτερον γεγονὸς εἶναι ἐντελῶς ἀντίθετον πρὸς τὸ πρῶτον. Ἐξ ἄλλου ἔχομεν προσχωρήσει εἰς τὴν αὐτὴν ἰδέαν, ἔχομεν συμφωνήσει ἀπὸ κοινοῦ, ὅπως ἔφθασαν τὰ πράγματα, χειριζομένου τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀριστοτεχνικῶς τὸ ζήτημα, μετὰ τὰ ὀλισθήματα, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ κατέλθωμεν πλέον εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Λαοῦ. Τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἔναυλοι εἶναι ἀκόμη εἰς τὰ ὦτά μου οἱ λόγοι τοῦ σεβαστοῦ ἀρχηγοῦ τῆς πτέρυγος ἐκείνης τῆς ἀριστερᾶς, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξεν ἐδῶ ὑπὲρ τοῦ ψηφίσματος τῆς ἀποπομπῆς τῆς Δυναστείας, τῆς κηρύξεως ἐκπτώτου τῆς Δυναστείας, οἱ ὁποῖοι ὅμως ὅλοι μὲ πείθουν ἀκριβῶς ὑπὲρ τοῦ ἀντιθέτου. Βεβαίως ἡ δημοκρατικὴ ἰδέα, ἐὰν ἐσπάρη κάποτε εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐγεννήθη κατὰ τὴν ἐκτρωματικὴν ἐκείνην δίκην τῆς Λαμίας, κατὰ τὴν ὁποίαν βλέπων τὰ θύματα τῆς δημοκρατικῆς ἰδεολογίας κάποιος ἐμπνευσμένος ἐκεῖ πολίτης ἀνέκραξε τὴν στιγμὴν τῆς καταδίκης: «Ζήτω ἡ Δημοκρατία!» Ἀλλ’ ἐὰν τότε ἐγενήθη, ἐὰν ὠρθοπόδησε μὲ τὰς ἐνεργείας τῆς πτέρυγος ἐκείνης ἔστω, ἀλλ’ ἐδῶ, κύριοι, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἠνδρώθη καὶ ἀπέκτησε τὴν δύναμιν νὰ προχωρήσῃ εὐθέως τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ὅτι δὲν ὑπάρχουν κίνδυνοι ἐξωτερικοὶ διὰ τὴν καθιέρωσιν τῆς Δημοκρατίας, ἐκεῖνος δὲ ὁ ἴδιος ὅταν θὰ μεταβῇ εἰς τὰς κάλπας θὰ ψηφίσῃ ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας. Τὴν ἔνσαρκον πλέον αὐτὴν ἰδέαν — καὶ λέγω ἔνσαρκον, διότι δὲν εἶναι πλέον τώρα ἐπικίνδυνος ἡ κατάπνιξίς της ἅπαξ γιγαντωθείσης — τὴν ἔνσαρκον, τὴν πραγματικὴν αὐτὴν ἰδέαν ἐρχόμεθα σήμερον νὰ καταπολεμήσωμεν, διὰ τίνος; Διὰ τοῦ καλυτέρου ὅπλου τῆς προπαγάνδας ὑπὲρ ἐγκαθιδρύσεως τῆς Δημοκρατίας ἀκριβῶς, χωρίζοντες αὐτὴν τοῦ ἑτέρου ζητήματος. Ὅλοι, κύριοι, ἡμεῖς οἱ καθαρῶς δημοκρατικοὶ ἐπείσθημεν οἱ περισσότεροι, ὅτι εἶναι ἀνάγκη πλέον νὰ παύσουν αἱ κλίκαι αὐταὶ αἱ βασιλικαὶ ἕνεκα τῶν σφαλμάτων τῶν τερατωδῶν αὐτῶν. Ἀλλὰ πῶς αὐτὸ τὸ ὅπλον τὸ ἀφίνετε ἀχρησιμοποίητον καὶ θέλετε ἀπὸ τοῦδε ν’ ἀποφανθῶμεν δι’ αὐτὸ καὶ νὰ μεταβῶμεν εἰς τὰς κάλπας, ἐνῷ τοῦτο εἶναι τὸ βάρος τὸ ὁποῖον θὰ κλίνῃ τὴν πλάστιγγα; Αὐτὴν τὴν στιγμὴν θὰ εἶχε κριθῇ τὸ ζήτημα τῶν Γλύξμπουργ. Ἀλλ’ εἶπεν ὁ κύριος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀδιάφορον ἐὰν δὲν εἶναι παρόν, εἶπεν ὅτι δὲν θὰ εἶναι ἴσως εὔκολος ἡ κάθοδος ἄλλης Δυναστείας ἐδῶ, διότι δὲν θὰ εὕρωμεν εὐκόλως ἄλλον βασιλέα. Ἐν τούτοις εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ Λαοῦ θὰ ὑπάρχῃ αὐτὸ τὸ συναίσθημα, ὅτι εἶναι τελείως δυνατὸν νὰ εὕρωμεν ἄλλην Δυναστείαν καὶ ἴσως θὰ ἔχωσι τὴν ἀφέλειαν πολλοὶ νὰ πιστεύσουν ὅτι αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις θὰ δώσωσι βλαστὸν τῆς Δυναστείας των εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἡ νέα αὕτη Δυναστεία δύναται νὰ εἶναι καλὴ καὶ ὠφέλιμος. Ἐκτὸς τούτου ὑπάρχει ὁ μέγιστος κίνδυνος, ἅμα ζητηθῇ βασιλεύς, ἔστω καὶ τῆς Σαχάρας, νὰ εὑρεθοῦν ὄχι εἷς ἀλλ’ ἑκατόν. Ἤθελον λοιπὸν τὰς σκέψεις ταύτας νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς ἀντιθέτου μερίδος, ἵνα μὴ συγκατατεθῇ καὶ χωρίσῃ τὸ ἓν ζήτημα ἀπὸ τὸ ἄλλο καὶ νὰ μὴ ἀμβλύνηται τὸ ἰσχυρότερον ὅπλον ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας. Διατί χάριν τῆς ἰδέας μας νὰ μὴ μεταχειριζώμεθα πᾶν ὅπλον; Κατ’ ἐμὲ εἶναι ὀλίσθημα ὅτι συνεσχετίσθησαν τὰ ζητήματα, ἐπειδὴ δὲ δὲν εἶμαι ὁ ὀλιγώτερον δημοκρατικὸς τοῦ κ. Καρασεβδᾶ, θὰ καταψηφίσω τὴν ἔκπτωσιν τῆς Δυναστείας Γλύξμπουργ, θεωρῶν τὸ ζήτημα τῆς παρούσης Δυναστείας ὡς τὸ ἰσχυρότερον ὑπὲρ τῆς δημοκρατικῆς προπαγάνδας ὅπλον.
§85Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἀπὸ τὰ σφάλματά σας θέλετε νὰ βγάλετε ἐπιχειρήματα.
§86Ν. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Ἀπὸ τὰ σφάλματά μας, καὶ τὰ ἰδικά σας, δηλ., θέλομεν νὰ βγάλωμεν ἐπιχειρήματα. Σᾶς λέγω ποῖα εἶναι. Ἐγὼ ἀποστομούμενος ἀπὸ τὴν διακοπήν σας καὶ περατώσας τὸ θέμα μου, κατέρχομαι τοῦ βήματος.
§87ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Νὰ διακόψωμεν, κ. Πρόεδρε.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5′ λεπτά, κατὰ τὰ ὁποῖα παρακαλοῦνται οἱ κύριοι πληρεξούσιοι νὰ μὴ καπνίσωσιν ἐντὸς τῆς αἰθούσης.
(Ὥρᾳ 7. 10′ μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρᾳ 7.20′ μ. μ.)
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Οἱ κύριοι πληρεξούσιοι παρακαλοῦνται νὰ λάβωσι τὰς θέσεις των. Ὁ κ. Βελλιανίτης ἔχει τὸν λόγον.
§90Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐκ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν ὑπάρχει κανείς.
§91Λ. ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Οὔτε 80 βουλευταὶ δὲν κάθηνται.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς ἀρχίσῃ ὁ κ. Βελλιανίτης καὶ θὰ συγκεντρωθοῦν οἱ κύριοι πληρεξούσιοι.
§93Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὀλίγα τινὰ ἔχω νὰ εἴπω, κύριοι, διότι δὲν προτίθεμαι νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν τῶν διαφόρων θεμάτων τὰ ὁποῖα περιλαμβάνουσιν αἱ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως. Κατ’ ἐμὲ δύο κύρια σημεῖα ὑπάρχουσιν ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑφίσταται κάποια μεταξύ μας διαφορά. Τὰ λοιπὰ εἶναι ἐθνικαὶ ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας οὐδεὶς δύναται νὰ παρίδῃ καὶ περὶ τῶν ὁποίων πάντες εἴμεθα σύμφωνοι. Τὰ κύρια ζητήματα τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦν τὸν Ἑλληνισμὸν ὁλόκληρον εἶναι τὸ πολιτειακὸν καὶ τὸ δυναστικόν. Καὶ περὶ μὲν τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος σχεδὸν συμφωνοῦμεν, καθόσον προεκλογικῶς αὐτοπεριωρίσαμεν τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τῆς Συνελεύσεως, ἀφήσαντες νὰ διακανονίσῃ ἡ ἀπ’ εὐθείας ἐκδήλωσις τῆς θελήσεως τοῦ Λαοῦ τὸ μέλλον πολίτευμά του. Διὰ τὴν λύσιν ὅμως τοῦ δυναστικοῦ ζητήματος δι’ οὐδεμιᾶς προκαταβολικῆς δεσμεύσεως περιώρισαν τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τῆς Συνελεύσεως οἱ ὑποψήφιοι πληρεξούσιοι. Κατ’ ἀκολουθίαν ἔχει πᾶν δικαίωμα νὰ κανονίσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις. Ἐχάρην πολύ, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν ὅτι ἀφ’ ἑνὸς μὲν οὐδεὶς ἐξωτερικὸς κίνδυνος ὑπάρχει προκειμένου περὶ πολιτειακῆς μεταβολῆς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὅτι ἐπείσθη ὁ ἴδιος ὅτι ὁ βασιλικὸς θεσμὸς εἶναι ἄχρηστος, ὥστε δύναται σήμερον ἡ Ἑλλὰς νὰ δώσῃ, οἱανδήποτε μορφὴν εἰς τὸ πολίτευμα αὐτῆς, συμφώνως πρὸς τὰ συμφέροντά της καὶ τὴν ἰδίαν της θέλησιν. Ἐγὼ περὶ τῆς ἀχρηστίας τοῦ βασιλικοῦ θεσμοῦ δὲν ἀνέμενα νὰ σχηματίσω γνώμην ἐκ τῶν γεγονότων τῆς τελευταίας ὀκταετίας. Ἔχω σχηματίσει πρὸ πολλοῦ τὴν γνώμην ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς βασιλείας, ἀφ’ ἧς ἐγκατεστάθη ἐν Ἑλλάδι, ὑπῆρξεν ὄχι μόνον ἄχρηστος, ἀλλ’ ἐπιβλαβής, ἐπ’ ἐσχάτων δὲ ὀλεθριώτατος εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Τὴν γνώμην δὲ ταύτην ἐσχημάτισα μελετῶν τὴν ἱστορίαν τῶν δύο Δυναστειῶν. Ὁ θεσμὸς τῆς βασιλείας δὲν εἶναι αὐτοφυὴς παρ’ ἡμῖν. Ὑπῆρξε ξένος πρὸς τὰ ἤθη καὶ πρὸς τὸ φρόνημα τοῦ Λαοῦ. Διότι ὁ θεσμὸς τῆς βασιλείας διακόσια ἔτη πρὸ τῆς ἁλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως εἶχε περιέλθει εἰς παρακμὴν καὶ κατέρρεεν ὁμοῦ μετὰ τῆς ἰσχύος τῆς βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας. Ὁ θάνατος τοῦ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, παρ’ ὅσα καὶ ἂν λέγωσι κατ’ αὐτοῦ οἱ ἱστορικοί, ὑπῆρξεν ἡ τελευταία ἀναλαμπὴ τοῦ δύοντος Ἑλληνισμοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἡρωϊκὴ αὐτὴ πρᾶξις δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀναζωογονήσῃ τὸν βασιλικὸν θεσμὸν εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Γένους. Διότι ἡ πτῶσις τοῦ Βυζαντίου δὲν ἦτό τι ἀπρόοπτον. Τοὐναντίον ἀνεμένετο ἀπὸ πολλοῦ, καθόσον ἡ αὐτοκρατορία εἶχε καταρρεύσει, εἰς τοῦτο δὲ οὐχὶ ὀλίγον συνετέλεσαν τὰ βασιλικὰ πρόσωπα. Οἱ ἐκκλησιαστικοὶ ἀγῶνες παραφθείραντες τὸ ἐθνικὸν αἴσθημα ἀποσυνέθετον καὶ ὡδήγουν τὸ κράτος εἰς ἄφευκτον ὄλεθρον. Ἀπὸ τοῦ 1392 δὲ θὰ περιήρχετο τὸ Βυζάντιον εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Βαγιαζήτ, ἂν μὴ τυχαῖον ἱστορικὸν γεγονός, ἡ ἐμφάνισις τοῦ Ταμερλάνου, δὲν ἀπέσπα τὸν πολιορκητὴν ἀπὸ τῆς Θράκης εἰς τὴν Ἀσίαν. Τὰ κατόπιν ἔτη δὲν ἐπαρουσίαζον εἰμὴ εἰκόνα καταπτώσεως καὶ ταπεινώσεως. Κράτη δὲ εἰς τοιαύτην περιερχόμενα κυβερνητικὴν καὶ ἠθικὴν ἔκλυσιν εἶναι πεπρωμένα νὰ ἐξαφανισθοῦν. Ἡ ἅλωσις ὅμως τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐχρησίμευσεν ὅπως ἀναγεννηθῇ τὸ ἐθνικὸν τῶν Ἑλλήνων φρόνημα καὶ ἐπέλθῃ ἡ ἐθνικὴ ἑνότης. Ἀπὸ μέσου δὲ τῶν ἐρειπίων τῆς αὐτοκρατορίας ἀνέβλυσε καὶ τὸ δημοκρατικὸν πνεῦμα ἐν Ἑλλάδι. Ἐπὶ τουρκικῆς κατακτήσεως τὰ πάντα εἶχον ἰσοπεδωθῇ. Πᾶσαι αἱ κορυφαὶ ἢ ἔπεσαν ἢ ἐφυγαδεύθησαν. Ὁ Λαὸς τότε ἀνέλαβε μόνος τὸν ἀτελεύτητον ἐκεῖνον ἀγῶνα, ὅστις διήρκεσεν ἐπὶ τετρακόσια ὁλόκληρα ἔτη. Ἄν δὲ ὑπάρχῃ μεγαλεῖόν τι εἰς τὸν ἀγῶνα τοῦτον, τὸ μεγαλεῖον τοῦτο εὑρίσκεται εἰς τὴν συνολικὴν προσπάθειαν τοῦ Λαοῦ πρὸς ἀπελευθέρωσίν του. Διέλθετε, κύριοι, τὴν ἱστορίαν τῆς τουρκοκρατουμένης Ἑλλάδος. Δὲν θὰ εὕρητε οὐδαμοῦ ἕνα ἡγέτην, δὲν θὰ συναντήσητε πουθενὰ τὸ ὄνομα ἑνὸς βασιλέως, οὔτε εἰς τὰς ἐπαναστάσεις του οὔτε εἰς τὰ λαϊκά του τραγούδια, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὴν ἐποποιίαν του. Καὶ ὅταν φθάσητε εἰς τὴν συστηματικωτέραν ἐκδήλωσιν συνολικῆς ἐξεγέρσεως, τὴν διατυπουμένην εἰς τὸ ἐπαναστατικὸν πρόγραμμα καὶ εἰς τὰ πολεμικὰ τραγούδια τοῦ Ρήγα Φεραίου, θὰ ἴδητε ὅτι καὶ τὸ πολιτικὸν πρόγραμμα καὶ τὰ τραγούδια τοῦ πρωτομάρτυρος διαπνέονται ἀπὸ τὰς δημοκρατικὰς ἀρχὰς τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως. Ἀλλὰ καὶ ὅταν ἀκόμη συνελήφθη ἡ πρώτη ἰδέα ἱδρύσεως ἐπαναστατικῆς Ἑταιρείας, ἥτις ἔφερε τὸ ὄνομα τοῦ ἑλληνογλώσσου Ξενοδοχείου, ἡ ἰδέα αὐτὴ πραγματοποιήθη ἐν Παρισίοις, ὅτε ἡ λαῖλαψ τῆς Ἐπαναστάσεως ἔσειε τὰ πολιτικὰ καὶ κοινωνικὰ καθεστῶτα τοῦ παλαιοῦ κόσμου. Καὶ ὅταν βραδύτερον ἱδρύθη ἡ Φιλικὴ Ἑταιρεία εἰς τὴν Μεσημβρινὴν Ρωσσίαν δὲν ἦτο αὕτη εἰμὴ ἀπομίμησις τῶν πολυαρίθμων δημοκρατικῶν ἑταιρειῶν τὰς ὁποίας συνέστησαν οἱ μετὰ τοὺς ναπολεοντείους πολέμους ἐπανελθόντες ρωσσικοὶ στρατοί. Αἱ ἑταιρεῖαι ἐκεῖναι προεκάλεσαν τὴν τρομερὰν ἐπανάστασιν τοῦ 1825, τῆς ὁποίας συνέχεια εἶναι ἡ σημερινὴ ἐπανάστασις τῆς Ρωσσίας. Ἀλλὰ καὶ ὅταν ἐξερράγη ἡ ἑλληνικὴ ἐπανάστασις κατὰ τὸ 1821 τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος, κηρῦξαν τὴν αὐτονομίαν του, τὸν δεκαετῆ ἐκεῖνον ἀγῶνα διεξήγαγε νικηφόρον ὡς δημοκρατικὴ Πολιτεία. Κατὰ τὰς τρομερὰς ἐκείνας ἐποχὰς δὲν ἐζήτησεν οὔτε βασιλέα οὔτε ἡγεμόνα. Τὸ δὲ κορύφωμα τῆς δόξης τοῦ ἀγῶνος ἐκείνου εὑρίσκεται εἰς τὰς λαϊκὰς ἰδέας, αἱ ὁποῖαι διαπνέουν τὰ πολιτεύματα καὶ τὰ ψηφίσματα τῶν κατὰ τὴν ἐπανάστασιν συνελεύσεων τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Οἱ πολιτικοί του ἄνδρες προῆλθον ἀπὸ τὸν Λαόν. Οἱ στρατηγοί του, οἱ ὁδηγήσαντες εἰς τὴν νίκην τοὺς ζευγηλάτας τοῦ Μωριᾶ καὶ τῆς Ρούμελης, ἐξῆλθον ἀπὸ τὰ σπλάγχνα αὐτοῦ. Οἱ ναύαρχοί του ἦσαν οἱ κυβερνῆται τῶν ἐμπορικῶν πλοίων, οἱ ὁποῖοι ἐν τούτοις ἔκλειον εἰς τὸν Ἑλλήσποντον τὰς τουρκικὰς ἁρμάδας ἢ ἐπυρπόλουν τὰς ναυαρχίδας των. Καὶ οἱ στρατηγοὶ αὐτοὶ καὶ οἱ ναύαρχοι αὐτοὶ δὲν εἶχον οὔτε παράσημα, οὔτε ἐπιχορηγήσεις, οὔτε στραταρχικὰς ῥάβδους, οὔτε τίποτε ἐξ ἐκείνων, μὲ τὰ ὁποῖα ἐζήτουν νὰ θαμβώσουν τὸν Λαὸν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Τίποτε, κύριοι, ἐκ τῆς ματαίας αὐτῆς ἐπιδείξεως. Τὰ τέκνα ὅμως αὐτὰ τοῦ Λαοῦ περιήγαγον ἐπὶ δέκα ἔτη ἀπὸ νίκης εἰς νίκην καὶ ἀπὸ θριάμβου εἰς θρίαμβον τὴν σημαίαν τῆς Ἐπαναστάσεως. Καὶ ὅταν ἐλεύθερον πλέον τὸ Ἔθνος ἠθέλησε νὰ ἐκλέξῃ τὸν πρῶτον αὐτοῦ ἄρχοντα, δὲν ἀπέβλεπε πρὸς βασιλέα τινά, ἀλλ’ ἐξέλεξεν ἕνα πολίτην, τὸν Ἰωάννην Καποδίστριαν, ὡς ἁπλοῦν Κυβερνήτην τῆς μικρᾶς δημοκρατικῆς Πολιτείας. (Χειροκροτήματα). Τὸν βασιλικὸν θεσμόν, ξένον πρὸς τὰ ἤθη καὶ τὸ φρόνημα τοῦ Λαοῦ, μᾶς τὸν ἐπεκόλλησαν αἱ τρεῖς Προστάτιδες Δυνάμεις, διότι τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ περιώνυμος Ἱερὰ Συμμαχία πάντα ἀγῶνα, καὶ τὸν ἀπελευθερωτικὸν τοιοῦτον, ἑνὸς Λαοῦ, πᾶσαν δημοκρατικὴν ἐκδήλωσιν ἐθεώρει ὡς ὑποκίνησιν τῶν Καρβονάρων, καὶ ἐπίστευεν ὅτι ἡ ἑλληνικὴ γῆ θὰ μετετρέπετο εἰς διαρκῆ ἐπαναστατικὴν ἑστίαν, δίδουσαν τὴν κίνησιν εἰς γενικωτέρας κατὰ τῶν βασιλέων ἐξεγέρσεις. Ἔτσι ἐπεκάθισεν εἰς τὴν ράχιν μας ὁ βασιλικὸς θεσμός. Καὶ ἦλθεν ἐνταῦθα ὡς βασιλεὺς ἕνας νεανίσκος ἐκ γενετῆς βραδύνους καὶ ἰσχυρογνώμων, καὶ μετ’ αὐτοῦ μία ἀντιβασιλεία βαυαρική, ἀγνοοῦσα ἀνθρώπους καὶ πράγματα, συνοδευομένη δὲ ἀπὸ τετρακισχιλίους βαυαροὺς στρατιώτας, καὶ ἡ Ἑλλὰς μετεβλήθη παραδόξως εἰς καταφύγιον παντὸς Γερμανοῦ τυχοδιώκτου. Τὸ πρῶτον δάνειον ἀπερροφήθη εἰς ἀνάξια πράγματα, ἀπὸ τῶν πρώτων δὲ ἡμερῶν ἤρξαντο τὰ δεινὰ τῆς Ἑλλάδος. Ὁ Λαὸς ἐδιχάσθη. Οἱ ἀρχηγοὶ τῆς Ἐπαναστάσεως γυμνοὶ καὶ ἀνυπόδητοι ἐρρίπτοντο εἰς τὰς φυλακὰς τοῦ Παλαμηδείου. Ὁ ἀρχιστράτηγος τῆς Πελοποννήσου, ὁ Γέρο– Κολοκοτρώνης, κατεδικάζετο εἰς θάνατον καὶ αἱ βαυαρικαὶ λόγχαι ἐξεβίαζον πρὸς ὑπογραφὴν τῆς ἀτίμου αὐτῆς ἀποφάσεως τοὺς δικαστάς. Τὰ ἐγχώρια στρατιωτικὰ σώματα τὰ ἀποτελούμενα ἀπὸ τοὺς ἀγωνιστὰς διελύοντο, ὅπως περισσεύσῃ χρῆμα διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν μετακληθέντων Βαυαρῶν, καὶ ἡ μωρὰ αὐτὴ πρᾶξις ἐξηνάγκαζε τοὺς προσβληθέντας ἀγωνιστὰς νὰ τραποῦν πρὸς τὰ ὄρη, οὕτω πως δὲ ἡ ἀντιβασιλεία ἐκείνη μᾶς ἐκληροδότησε τὴν λῃστείαν, ἥτις ἐμάστισε τὸν Τόπον ἐπὶ τεσσαράκοντα ἔτη. Αὐτὰ ἦσαν τὰ μεγαλουργήματα τῆς ἀντιβασιλείας. Ἀλλ’ ὅταν ὁ Ὄθων ἀνέλαβε τὴν Ἀρχήν, κατὰ τὴν περίοδον τῆς ἀπολυταρχίας διεσκόρπισε τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας τῆς Χώρας, διῄρεσε τὸν Λαὸν καὶ παρεσκεύασεν οὕτω τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1843. Καὶ κατὰ τὴν συνταγματικὴν ἐπίσης περίοδον παρεβίασε παντοιοτρόπως τὸ πολίτευμα καὶ ἐδίχασε τοὺς Ἕλληνας εἰς ἀφωσιωμένους καὶ μὴ τοιούτους. Καὶ οἱ μὲν ἀφωσιωμένοι ἀπελάμβανον τὰ ἀγαθὰ τοῦ κυρίου των, οἱ λοιποὶ ὅμως ὑφίσταντο προγραφὰς καὶ καταδιώξεις. Ἐκ τούτου αἱ στάσεις διεδέχοντο τὰς στάσεις καὶ αἱ ἐπαναστάσεις τὰς ἐπαναστάσεις. Ὑπὸ τοιαύτην κατάστασιν οὐδεμία πρόοδος καθίστατο δυνατὴ εἰς τὸν Τόπον καὶ τοιουτοτρόπως ὁ βασιλικὸς θεσμὸς ἀπέβη ἐντελῶς ἄχρηστος καὶ ἐπιβλαβὴς εἰς τὴν Χώραν. Ἐπὶ τέλους κατὰ μίαν ὀκτωβρικὴν νύκτα τοῦ 1862 κατελύθη ἡ Δυναστεία αὕτη διὰ μιᾶς προκηρύξεως τὴν ὁποίαν ἔγραψεν ἐπὶ ἑνὸς στρατιωτικοῦ τυμπάνου ὁ Ἐπαμεινώνδας Δεληγεώργης, καὶ ὁ Ὄθων φεύγων ἐζήτει τὰ ἀσπρόρρουχά του, διότι δὲν ἠδυνήθη νὰ τὰ παραλάβῃ κατὰ τὸ ἀπροσδόκητον αὐτὸ ταξείδι.
§94Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ποὺρ μπουὰρ δὲν ἐπῆρεν αὐτός;
§95Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὄχι· δὲν ἐπῆρε τίποτε.
§96Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Διατί οἱ ἄλλοι ἐπῆραν;
§97Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὁ Ὄθων ὑπῆρξε στενοκέφαλος καὶ ἀπολυταρχικός, ἀλλ’ ὑπῆρξεν εἰς ἄκρον ἀξιοπρεπὴς καὶ καθ’ ὅλην τὴν βασιλείαν του οὔτε ἀποζημιώσεις ἔλαβεν οὔτε δωρεάς. Ἀναχωρήσας ἐκ τῆς Ἑλλάδος ἔζησε χωρὶς νὰ δώσῃ τὴν παραμικρὰν ἐνόχλησιν εἰς τὴν Χώραν καὶ ὅταν ἀπέθανε δὲν ἐκρατήθη ἄταφος, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς σύμβολον φατριαστικῶν ἀγώνων. Ἡ ἐγκατάστασις τῆς Δυναστείας τοῦ Γεωργίου ἐγένετο ἐντελῶς παρατύπως. Δὲν πρόκειται νὰ κάμω μάθημα Ἱστορίας, ἀλλ’ ἡ Ἱστορία θὰ ὁδηγήσῃ ἡμᾶς....
§98ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Παρακαλοῦμεν, ἐξακολουθήσατε.
§99Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἡ ἐγκατάστασις τῆς δευτέρας Δυναστείας ἐγένετο παρατύπως, διότι ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1863 τὴν ἐκλογὴν βασιλέως ὥρισεν ὅπως γίνῃ διὰ λαοψηφίσματος. Τῷ ὄντι δὲ ἐγένετο τοιοῦτο, ἐξελέγη δὲ βασιλεὺς ὁ Ἀλφρέδος πρίγκιψ τῆς Ἀγγλίας διὰ ψήφων 230.047. Τότε ὁ Δανὸς ἡγεμονόπαις Γεώργιος Γουλιέλμος ἔλαβε μόνον 6 ψήφους. Αὐταὶ αἱ ἕξ ψῆφοι ἦσαν ἡ μόνη λαϊκὴ ἐκδήλωσις ὑπὲρ τοῦ Γεωργίου. Κατόπιν, ὅταν ἐνεφανίσθη ὑπὸ τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Ρωσσίας τὸ πρωτόκολλον τοῦ 1830, ἡ Ἀγγλία ἐδήλωσεν ὅτι δὲν ἐπετρέπετο νὰ δεχθῇ ὁ πρίγκιψ Ἀλφρέδος τὸ Ἑλληνικὸν στέμμα, διεβεβαίωσεν ὅμως ὅτι δὲν θὰ ἔπαυεν ἐνδιαφερομένη ὑπὲρ ἑνὸς τόσον ἀξιολόγου Ἔθνους οἷον τὸ Ἑλληνικόν. Ἀνέλαβε τότε νὰ εὕρῃ αὕτη πρίγκιπά τινα, ὅπως τὸν καθίσῃ ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐπρόκειτο πάλιν διὰ λαοψηφίσματος νὰ ἐκλεγῇ ὁ νέος βασιλεύς, οἱ διάφοροι πειναλέοι πρίγκιπες τῆς Γερμανίας, πρὸς οὓς προσεφέρετο τὸ στέμμα, ἀπέρριπτον αὐτό, ὡς λέγει εἷς τῶν μεγαλυτέρων ῥητόρων τοῦ Ἀγγλικοῦ Κοινοβουλίου, καὶ οὕτως εἰς τὰς γερμανικὰς αὐλὰς κατερρίπτετο τὸ ἑλληνικὸν γόητρον διὰ τοῦ πλειστηριαζομένου στέμματος, διότι ἦτο βέβαιον ὅτι ὁ Λαὸς δὲν ἤθελεν οὐδέποτε ψηφίσει Γερμανοὺς πρίγκιπας. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους εὑρέθη ὁ πρίγκιψ ὅστις ἐδέχετο νὰ γίνῃ βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος. Ἦτο οὗτος ὁ Δανὸς Γουλιέλμος Γεώργιος. Ἀλλ’ ἐπειδὴ κατὰ τὸ δημοψήφισμα εἶχε λάβει 6 μόνον ψήφους καὶ δὲν ὑπῆρχεν οὐδεμία ἐλπὶς ὅτι θὰ ἐλάμβανε διὰ νέου δημοψηφίσματος περισσοτέρας, ὑπῆρχε δὲ τοὐναντίον φόβος ὅτι θὰ ἐξελέγετο ὁ Ρῶσσος πρίγκιψ Λόϊχτεμβεργ, ὑπεδείχθη εἰς τὴν προσωρινὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποφύγῃ τὸ λαοψήφισμα καὶ νὰ ἐκλέξῃ αὐτὸν ἡ Βʹ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις. Δὲν ἐγένετο λοιπὸν λαοψήφισμα οὔτε κἂν ὀνομαστικὴ κλῆσις πρὸς ἐκλογὴν αὐτοῦ. Ὁ Γεώργιος ἐξελέγη δι’ ἁπλῆς ἀναστάσεως καὶ οὕτως ἀνεκηρύχθη βασιλεὺς ἕνας πρίγκιψ, τὸν ὁποῖον οὔτε κατ’ ὄνομα ἐγνώριζον οἱ ἐκλέξαντες, ὁ δὲ Λαὸς ἠγνόει καὶ τὴν ὕπαρξίν του ἀκόμη. Μὴ νομίσητε ὅμως, κύριοι, ὅτι αἱ γενόμεναι ἐπαναστάσεις ἐπὶ Ὄθωνος καὶ ἡ ἐκθρόνισις αὐτοῦ ἐχρησίμευσαν ὡς δίδαγμα εἰς τὸν νέον ἡγεμόνα. Περὶ τοῦ Βασιλέως Γεωργίου ἐπικρατεῖ μία πλάνη, ὅτι ὑπῆρξε προσηλωμένος εἰς τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα. Τοὐναντίον ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας ποὺ κατῆλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀκολουθούμενος ὑπὸ τοῦ πολιτικοῦ του συμβούλου κόμητος Σπόνεκ, ἐπεδείχθησαν αὐταρχικαὶ τάσεις καὶ ἐδημιουργήθησαν σκάνδαλα, τὰ ὁποῖα διέθεσαν δυσμενῶς πρὸς τὸν νέον Βασιλέα μέγα μέρος τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Ἐπεδιώχθη ὅπως ἀναγνωρισθῶσι τὰ δάνεια τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1821, διότι συνέπεσε μετὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Γεωργίου ν’ ἀγορασθῶσιν αἱ ἀξίαι τῶν δανείων τούτων ἀντὶ εὐτελεστάτης τιμῆς εἰς Δανιμαρκίαν παρ’ ὡρισμένου κύκλου ἀνθρώπων καὶ νὰ πιστευθῇ παρ’ αὐτῶν ὅτι ἡ ἀποδοχὴ τοῦ στέμματος ὑπὸ τοῦ Δανοῦ πρίγκιπος ἐξησφάλιζε καὶ τὴν ἀναγνώρισιν τῶν δανείων τούτων, ἅτινα τοῖς ἐπέφερον κέρδη ὑπερβαίνοντα τὰς 700 χιλ. ἀγγλικὰς λίρας.
§100Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἶναι γνωστὸν ἱστορικῶς τί περιουσίαν εἶχεν ὁ Γεώργιος ὅταν κατῆλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα;
§101Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν γνωρίζω οὔτε ὅταν ἦλθεν ὁποίαν περιουσίαν εἶχεν οὔτε ὅταν ἀπέθανεν ὁποίαν κατέλιπεν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα εἶναι ὅτι τὰ μέλη τῆς βασιλικῆς ταύτης οἰκογενείας κατὰ τὴν τελευταίαν ὀλιγόμηνον διαμονήν των ἔλαβον ἀποζημιώσεις ἀνερχομένας εἰς 200.000.000 δραχμάς, τὰς ὁποίας ἀπεκόμισαν εἰς τὴν ἀλλοδαπήν.
§102ΑΛ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Ἡ ὅλη περιουσία τοῦ Γεωργίου, ὅταν κατῆλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, συνεποσοῦτο εἰς δέκα ναπολεόνια, ὡς κατέθετεν ὁ τότε ταμίας τῆς βασιλικῆς χορηγίας Ἀφθονίδης.
§103Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἡ νέα Δυναστεία ἤρξατο τοῦ ἔργου της διὰ προσπαθείας πρὸς διαφθοράν, οὕτως εἰπεῖν, πολιτικῶν προσώπων, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ ἀναγνώρισιν τῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825. Κατὰ τὴν ἀντιβασιλείαν του μάλιστα ὁ θεῖος τοῦ Γεωργίου πρίγκιψ Ἰωάννης προσεκάλεσεν Ἀνακτοβούλιον. Πρὸ αὐτοῦ ὅμως ὁ Ἰωάννης ἐκάλεσε τὸν Θεόδωρον Δηλιγιάννην, ὑπουργὸν τότε ὄντα, καὶ τὸν παρεκάλεσεν ὅπως ὑποστηρίξῃ τὴν πρότασίν του περὶ ἀναγνωρίσεως τῶν σκανδαλωδῶν ἐκείνων δανείων, ὑποσχόμενος ὅτι μετά τινα χρόνον θὰ κατώρθου ὅπως ἀνατεθῇ εἰς αὐτὸν ὁ σχηματισμὸς Κυβερνήσεως. Ὁ Δηλιγιάννης, ὅστις ἦτο τόσον εὔθικτος εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα, τὸν ἀφῆκεν εἰς πλάνην, καὶ κατὰ τὴν γενομένην συζήτησιν ἐν τῷ ἀνακτοβουλίῳ ὑπῆρξεν ὁ σφοδρότερος πολέμιος τῆς προτάσεως τοῦ πρίγκιπος Ἰωάννου. Ἔκτοτε δὲ χρονολογεῖται ἡ μῆνις κατὰ τοῦ Δηλιγιάννη, τὸν ὁποῖον ἐζήτουν μὲν νὰ κάμουν Πρωθυπουργὸν κατὰ τὸ 1865, ἐὰν ὑπεστήριζε τὴν ἀναγνώρισιν τῶν δανείων ἐκείνων, δὲν ἀνέθηκαν ὅμως τὸν σχηματισμὸν Κυβερνήσεως κατὰ τὸ 1885 εἰμὴ διὰ τῆς ἐπιβολῆς τῆς μεγάλης λαϊκῆς ἐτυμηγορίας.
§104Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μέχρι τοῦ 1885 ὁ Δηλιγιάννης ἦτο ἀρχηγὸς μόνον τῶν «ἡμετέρων» 9.
§105Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Πλανᾶσθε. Ὁ Δηλιγιάννης ἀπὸ τοῦ 1883 εἶχεν ἤδη ἀναγνωρισθῆ ἀρχηγὸς τοῦ μεγάλου κόμματος τοῦ Κουμουνδούρου, κατὰ τὸν Φεβρουάριον δὲ τοῦ 1885 εἶχεν ἀνατρέψει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Τρικούπη. Καὶ ἐκλήθη μὲν ἵνα σχηματίσῃ Κυβέρνησιν, ἀκολουθούμενος ὑπὸ τοῦ Λαοῦ εἰς τὰ ἀνάκτορα, ἀλλ’ ἐζήτησε ταυτοχρόνως καὶ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ἣν τῷ ἠρνήθη ὁ βασιλεύς, καὶ γενομένων ἐκλογῶν τὴν 7 Ἀπριλίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους, ἔλαβε τὴν ὁλοψηφίαν σχεδὸν τοῦ Λαοῦ. Ἀλλ’ ἂς ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν σειρὰν τῶν ἱστορικῶν γεγονότων τῶν δεικνυόντων τὰς ἀπολυταρχικὰς τάσεις τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς δευτέρας Δυναστείας. Ὀλίγα ἔτη βραδύτερον ἐσχηματίσθη ἡ λεγομένη τότε αὐλικὴ καμαρίλα, ἡ σκανδαλωδῶς ἀναμιγνυομένη εἰς τὰ τῆς διοικήσεως καὶ ἡ ὑπονομεύουσα τοὺς φιλελευθέρους τῆς Χώρας θεσμούς. Τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα εἶχεν ἀρχίσει νὰ καθίσταται παρωδία, καὶ ἡ αὐλὴ μετέβαλε τὸν βασιλέα εἰς κομματάρχην. Τότε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ Κωνσταντῖνος Λομβάρδος, ὁ ῥιζοσπάστης βουλευτὴς τῆς Ἰονίου Βουλῆς, ἐξεφώνησε τὸν περίφημον δημοκρατικόν του λόγον, εἰς ὅν, μεταξὺ ἄλλων, εἶπε καὶ τὰς ἀκολούθους μεγάλας ἀληθείας: «Οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες πίπτοντες κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν κοινοβουλευτικῶν ἀγώνων εἶναι πεπρωμένον ν’ ἀντλῶσιν ὡς ὁ Ἀνταῖος νέας δυνάμεις ὅπως ἀνέλθωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας, ἀλλὰ βασιλεὺς μετασχηματιζόμενος εἰς κομματάρχην εἶναι πεπρωμένον νὰ πέσῃ ὅπως μὴ ἐγερθῇ ποτέ». (Χειροκροτήματα). Ἡ ἀγόρευσις ἐκείνη τοῦ Λομβάρδου καὶ ἡ ἐξεγερθεῖσα Κοινὴ Γνώμη συνεκράτησαν τὰς ἐπιβούλους τάσεις κατὰ τοῦ πολιτεύματος πρὸς στιγμὴν καὶ παρημπόδισαν τὴν ἀθλίαν ἐκείνην καμαρίλλαν ἀπὸ τοῦ νὰ προβῇ εἰς ἀνατροπὴν αὐτοῦ. Κατὰ τὸ 1873 ὅμως κατεβλήθησαν μᾶλλον ἐπίμονοι προσπάθειαι καὶ ὁ Γεώργιος μετὰ τοῦ Βούλγαρη καὶ τοῦ Γρίβα παρεσκεύαζον πάλιν τὴν ἀνατροπὴν τοῦ πολιτεύματος καὶ ἐγκαθίδρυσιν τῆς ἀπολυταρχίας. Ἀπεστάλη μάλιστα εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὁ Σπυρίδων Βαλαωρίτης ὅπως πείσῃ τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς δὲν ἦτο ὥριμος διὰ συνταγματικὸν πολίτευμα, καὶ ἐζητεῖτο ἡ συγκατάνευσις αὐτῆς εἰς τὴν τοιαύτην πολιτειακὴν μεταβολήν. Ἔπρεπε δὲ νὰ εὑρεθῇ ὁ Χαρίλαος Τρικούπης, ὅστις διὰ σειρᾶς ἄρθρων καὶ κυρίως διὰ τοῦ περιφήμου ἄρθρου τοῦ «Τίς πταίει» ἀνέτρεψε τὰς ἐνεργείας τῆς Αὐλῆς. Καὶ ὁ μὲν Τρικούπης ἐφυλακίσθη, ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἠπείλησε δι’ ἀποπομπῆς τὸν Γεώργιον καθ’ ἣν περίπτωσιν θὰ ἐξηκολούθει οὗτος νὰ ὑπονομεύῃ τοὺς θεσμοὺς τῆς Χώρας. Ὁ ἐνταῦθα δὲ πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας παρεσκεύασε τὴν περίεργον ἐκείνην συνάντησιν τῆς ἀδελφῆς τοῦ Τρικούπη μετὰ τῶν βασιλέων εἰς τὴν ἔπαυλίν του, καὶ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἐκαλεῖτο οὗτος ὅπως σχηματίσῃ Κυβέρνησιν καὶ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν τῶν Στηλιτῶν, οὕτω πως δὲ ἐπανῆλθε τὸ πολίτευμα εἰς τὴν κανονικὴν αὐτοῦ τροχιάν. Δὲν εὑρίσκω ἀναγκαῖον νὰ ἐξακολουθήσω τὴν ἀφήγησιν τῆς πολιτείας τοῦ ἡγεμόνος ἐκείνου, τοῦ διαρκῶς ὑπονομεύοντος τὰ μεγάλα τῆς Χώρας πολιτικὰ κόμματα καὶ οὔτε θέλω νὰ ὑπενθυμίσω τὸν ἄθλιον ἐκεῖνον τρόπον καθ’ ὃν παραβαίνων πᾶσαν πειθαρχίαν ὁ τότε διοικητὴς τοῦ Στρατοῦ διάδοχος Κωνσταντῖνος προῆλθεν εἰς πράξεις ἀλλοτρίας τῶν καθηκόντων του καὶ ἐξηνάγκασεν εἰς παραίτησιν τὸν Τρικούπην. Οὔτε θέλω νὰ ἀναφέρω τὸν σχηματισμὸν τῆς αὐλικῆς ἐκείνης Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας σκοπὸς ἦτο ὁ ἀποκλεισμὸς ἐκ τῆς Βουλῆς τοῦ ἐπιφανεστέρου πολιτικοῦ ἀνδρὸς τῶν χρόνων ἐκείνων, συνέπεια τοῦ ὁποίου ὑπῆρξεν ὁ θάνατός του ἐν τῇ ξένῃ. Τοιαύτη, κύριοι, ὑπῆρξεν ἡ πολιτεία τῶν δύο πρώτων ἡγεμόνων τῆς Ἑλλάδος, τοὺς ὁποίους δὲν ἐξέλεξεν ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς, ἀλλὰ τοὺς ἐπεκόλλησαν εἰς τὴν ράχιν του οἱ ξένοι. Δὲν θέλω νὰ ὑπομνήσω εἰς ὑμᾶς τὰ πρόσφατα γεγονότα καὶ τὰ μεσολαβήσαντα ἀπὸ τῆς ἀνόδου εἰς τὸν Θρόνον τοῦ Κωνσταντίνου. Εἶναι ταῦτα ἡ θλιβερωτέρα περίοδος τῆς ἱστορίας ἡμῶν. Εἶναι ἱστορία τὴν ὁποίαν ἐζήσαμεν ὅλοι. Κατὰ τὴν περίοδον ταύτην τῆς ἀπολυταρχίας πᾶσα ἔννοια συνταγματικοῦ πολιτεύματος ἀνῃρέθη. Ἡ ἐλευθερία τῆς συνειδήσεως κατεπατήθη. Εἰς τὰ πολιτικά μας ἤθη εἰσήχθησαν αἱ πολιτικαὶ δολοφονίαι· ἡ ἐλευθερία καὶ ἡ ἀσφάλεια τῶν ἀτόμων ἐγένοντο προβληματικαὶ! καὶ οὐδεὶς ἦτο βέβαιος ὅτι ἐξερχόμενος θὰ ἐπέστρεφεν εἰς τὸν οἶκόν του μὲ σώαν τὴν κεφαλήν. Ὑπενθυμίζω δὲ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὰς ἡμέρας καθ’ ἃς τὸν παρηκολούθουν οἱ μπράβοι, οἵτινες ἔφθανον καὶ μέχρι τοῦ κοιτῶνός του. Εἰς τοιοῦτο κατάντημα εἶχε περιέλθει ὁ βασιλικὸς θεσμὸς καὶ αὐταὶ ἦσαν αἱ πράξεις τῆς Δυναστείας ταύτης, ἥτις ἔφθασε μέχρι τῶν ἐσχάτων συνεπειῶν καὶ ἥτις ἄφηκεν ὄπισθέν της ἐρείπια καὶ στάχτην μόνον. Καὶ εἶναι ἀρά γε ἀνάγκη ἡ κατάλυσις μιᾶς τοιαύτης Δυναστείας νὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν ψῆφον τοῦ Λαοῦ; Φρονῶ, κύριοι, ὅτι καὶ ἐρώτημα ἀκόμη περὶ τούτου προσβάλλει τὴν κοινὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ τὴν κοινὴν εὐσχημοσύνην. Διότι δὲν πρόκειται πλέον ἐνταῦθα περὶ παραβιάσεων τυχὸν τοῦ συντάγματος οὐδὲ περὶ ἡγεμονικῶν ὑπερβασιῶν. Ἐνταῦθα πρόκειται περὶ μιᾶς ἐπιτελεσθείσης καταστροφῆς, ὁμοίαν τῆς ὁποίας δὲν ἀναφέρει ἡ τρισχιλιετὴς ἡμῶν ἱστορία. Θὰ ἦτο δὲ κάτι πρωτοφανὲς εἰς τὴν Ἱστορίαν τοῦ ἀνθρωπίνου Γένους ἡ ἐπάνοδος εἰς τὸν Θρόνον τοιαύτης Δυναστείας συνδεθείσης ἀρρήκτως μὲ τὸ αἶσχος τῆς μεγαλυτέρας ἑλληνικῆς καταστροφῆς, τῆς ὁποίας αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ αἰτία. Καὶ ὅταν, κύριοι, αἱ φλόγες τῆς πυρπολουμένης Σμύρνης ὑψοῦντο, ὅπως φωτίσουν ζωηρότερον τὴν εἰκόνα τῆς ἑλληνικῆς καταισχύνης καὶ τῆς ἐθνικῆς συμφορᾶς, καὶ ὅταν οἱ τριγμοὶ τοῦ καταρρέοντος ἑλληνικοῦ μεγαλείου ἔφθανον μέχρις ἡμῶν, καὶ ὅταν ἀντήχουν εἰς τοὺς ἑλληνικοὺς αἰγιαλοὺς οἱ γόοι καὶ οἱ ὀδυρμοὶ τοῦ ἐκριζομένου διὰ παντὸς Μικρασιατικοῦ Ἑλληνισμοῦ ἤρχοντο εἰς τὸν νοῦν μου τὰ ἀποφθέγματα τοῦ μεγάλου τῆς ἀρχαιότητος φιλοσόφου, ὅστις εἶχεν ἐμβαθύνει εἰς τὴν ψυχολογίαν τῶν ἡγεμόνων καὶ ὅστις ἔλεγεν: «Οὔτε σεισμὸς οὔτε λιμὸς τοσαύτας πόλεις ἐκ θεμελίων κατέστρεψαν ἢ τοσαῦτα γένη ἀνθρώπων ἐξίτηλα ἐποίησαν ὅσον ἡ τῶν βασιλέων πλεονέκτις φιλαυτία». (Χειροκροτήματα). Τῆς πλεονέκτιδος ταύτης βασιλικῆς φιλαυτίας μέγα θῦμα ὑπῆρξε τὸ ἑλληνικὸν γένος. Ἀλλὰ τὸ μεγαλύτερον τῶν θυμάτων ὑπῆρξεν ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος. Διότι δὲν δύναμαι νὰ φαντασθῶ, κύριοι, τραγικωτέραν θέσιν πολιτικοῦ ἀνδρὸς ὁ ὁποῖος εὑρεθεὶς ἐν μέσῳ ἀπείρων προσκομμάτων καὶ λυσσώδους ἀντιδράσεως ἠδυνήθη, μεταδώσας τὴν φλόγα τῆς ψυχῆς του εἰς τὸν Λαόν, νὰ δημιουργήσῃ μίαν Ἑλλάδα, τὴν ὁποίαν πρὸ χιλίων ἐτῶν δὲν εἶχεν ἴδει ἡ ἑλληνικὴ φυλή· καὶ ὅταν εἶδε πραγματοποιηθέντα τὰ πολιτικά του ὄνειρα, τὰ ὁποῖα ἦσαν τὰ ὄνειρα τριάκοντα γενεῶν Ἑλλήνων, οἵτινες ἔζησαν καὶ ἐκοιμήθησαν τὸν αἰώνιον μὲ αὐτά, εἶδεν αἴφνης νὰ ἐμφανισθῇ ἕνας πλεονέκτης βασιλεὺς καὶ νὰ καταστρέψῃ ταῦτα. Εἶδε νὰ μεταβάλλῃ εἰς φυγάδα καὶ ἀνέστιον ἕνα Ἑλληνισμόν, εὑρισκόμενον εἰς τὰς Μικρασιατικὰς ἀκτὰς ἀπὸ τῶν Ὁμηρικῶν χρόνων, καὶ νὰ καταβαραθρώσῃ ἐν ταὐτῷ καὶ τὴν οἰκονομικὴν εὐημερίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Καὶ ὁ δημιουργὸς αὐτὸς ἑνὸς ἀφάστου ἐθνικοῦ μεγαλείου, φέρων τὸ ἄλγος εἰς τὴν ψυχήν του, ἠναγκάσθη νὰ ἀπέλθῃ εἰς τὴν ξένην, λέγων ὅτι ἤθελε νὰ λησμονήσῃ καὶ νὰ λησμονηθῇ, ὡσεὶ νὰ δύναται νὰ λησμονήσῃ κανεὶς τὴν συντριβεῖσαν δημιουργίαν του καὶ νὰ δύναται νὰ λησμονήσῃ ἕνας Λαὸς τὸν συλλαβόντα καὶ πραγματοποιήσαντα τὰ παραβολώτερα ὄνειρά του. (Χειροκροτήματα.) Ἤκουσα χθὲς τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐξ Ἰωαννίνων λέγοντος ὅτι ὁ κ. Βενιζέλος εἶπέ ποτε ὅτι θὰ ἐπρότεινεν εἰς τὴν Συνέλευσιν ὅπως ἐντοιχίσῃ εἰς μίαν πλευρὰν τῆς αἰθούσης ταύτης πλάκα, ἡ ὁποία θὰ ἀνεμίμνησκεν εἰς τοὺς εἰσερχομένους ἐνταῦθα ἡγεμόνας διὰ νὰ κηρύξουν τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος τὴν τύχην τοῦ Κωνσταντίνου, ἵνα μὴ ἀποπειραθῶσι ποτὲ οὗτοι τὴν καταπάτησιν τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν. Ἡ πρότασις αὕτη εἶναι ἀπομίμησις πράξεως τοῦ Ἀγγλικοῦ Κοινοβουλίου, εἰς μίαν βαθμίδα τῆς κλίμακος τοῦ ὁποίου ὑπάρχει πλὰξ ἀναγράφουσα ὅτι «ἐκεῖ ἔπεσεν ἡ κεφαλὴ Καρόλου τοῦ Αʹ βασιλέως τῆς Ἀγγλίας», διότι παρεβίασε τὰς ἐλευθερίας τοῦ Ἀγγλικοῦ Λαοῦ». Νομίζω, κύριοι, ὅτι δὲν θ’ ἀσχοληθῇ ἐπὶ πολὺ οὔτε ἡ Ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις οὔτε ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς περὶ βασιλέων καὶ ἡγεμόνων. Ὁ βασιλικὸς θεσμὸς ἀντίκειται πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς ἐποχῆς, ἡ δὲ Ἑλλὰς ἐπὶ ἑκατὸν ἔτη ἐδοκίμασε τὴν κακοποιὸν ἐπίδρασιν αὐτοῦ. Φρονῶ ὅτι, ὁποιονδήποτε δρόμον καὶ ἂν ἀκολουθήσωμεν πρὸς λύσιν τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος, θὰ καταλήξωμεν εἰς τὴν ἐγκαθίδρυσιν τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας. (Χειροκροτήματα). Ἀλλ’ ἀντὶ τῆς πλακὸς τὴν ὁποίαν ἐπρόκειτο νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν ὁ κ. Βενιζέλος, ἂς ἀποφασίσῃ, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα, ἡ Δʹ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις νὰ ἐντοιχίσῃ μίαν πλάκα ἀναγράφουσαν τὸ ἀπόφθεγμα τοῦ ἀρχαίου φιλοσόφου, τὸ ὁποῖον ζῇ ἀπὸ δισχιλίων ἐτῶν, ὅπως ζῶσιν ὅλαι αἱ μεγάλαι ἀλήθειαι εἰς τὸν κόσμον τοῦτον, ἵνα οἱ μέλλοντες ἀντιπρόσωποι τῆς δημοκρατικῆς Ἑλλάδος συνεδριάζοντες ἐνταῦθα ἀναγινώσκουν ὅτι «οὔτε σεισμὸς οὔτε λιμὸς τοσαύτας πόλεις ἐκ θεμελίων κατέστρεψαν ἢ τοσαῦτα γένη ἀνθρώπων ἐξίτηλα ἐποίησαν ὅσον ἡ τῶν βασιλέων πλεονέκτις φιλαυτία», διὰ νὰ μὴ γεννηθῇ ποτὲ νοσταλγία πρὸς ἐπαναφορὰν τῶν χρυσοστολίστων αὐτῶν κνωδάλων ὅπως καταστρέψουν ὅ,τι ἀπέμεινεν ἐκ τῆς Μεγάλης Ἑλλάδος (Ἐπιδοκιμασίαι καὶ χειροκροτήματα).
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πολιτικὴ συζήτησις διακόπτεται δι’ αὔριον. Παρακαλοῦν ὅμως οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Συγκοινωνίας νὰ ψηφισθοῦν δύο νομοσχέδια.
§107ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τοῦ ἐξαγωγικοῦ τέλους τοῦ καπνοῦ». (Ψηφίζεται τὸ σύνολον).
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψήφισις τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ κυρώσεως τοῦ μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας καὶ τῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ Ἑταιρείας τῶν τροχιοδρόμων καὶ ἠλεκτροφωτισμοῦ ὑπογραφέντος πρωτοκόλλου «περὶ ἄρσεως τῆς ἐπιτάξεως τῆς ἐν λόγῳ ἑταιρείας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 4ην μ.μ. (Ὥρα 7. 50′ μ. μ.)