1921.07.06
3.275 στίχοι · 24.932 λέξεις · 311 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 57η
Τρίτη, 6ης Ἰουλίου 1921
Προεδρία κ. Κ. ΑΡΓΑΣΑΡΗ ΛΟΜΒΑΡΔΟΥ
(Ὥρᾳ 6.45′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐν σχέσει πρὸς τὴν αἴτησιν ἀδείας καταδιώξεως πληρεξουσίων, τὸ ἔγγραφον τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν Θεσσαλονίκης καὶ ἄλλων Εἰσαγγελέων ἀπεστάλη ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν Συνέλευσιν;
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§4Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Εἶναι ἀπαράδεκτον, πρέπει νὰ σταλῇ διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
§5Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Βεβαίως.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§7Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, ὑπέβαλον ἐπερώτησιν ἀφορῶσαν τὴν πλαστογραφίαν τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Βενιζέλου. Δὲν τὴν βλέπω εἰς τὰ πρακτικά.
§8Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως. Νὰ ἀναγραφῇ.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Θὰ ἀναγραφῇ. Τὰ πρακτικὰ κυροῦνται. Παρακαλεῖται ὁ πληρεξούσιος Ἕβρου κ. Μεχμὲτ Ἐνεζλὶ ὅπως προσέλθῃ καὶ δώσῃ τὸν κεκανονισμένον ὅρκον. (Προσκομισθέντος τοῦ ἱεροῦ Κορανίου προσῆλθεν ὁ πληρεξούσιος Ἕβρου κ. Μεχμὲτ Ἐνεζλὶ καὶ ἔδωκεν ἐπ’ αὐτοῦ τὸν κεκανονισμένον ὅρκον).
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν ν’ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Συνέλευσιν ὅτι χθὲς ἐκτελῶν τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως μετὰ τὸ πέρας τῆς συνεδριάσεως, ἀπηύθυνα ἐκ μέρους τῆς Συνελεύσεως πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα καὶ τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Στρατιᾶς Μ. Ἀσίας κ. Παππούλαν τὰ ἑξῆς τηλεγραφήματα. (Ἀναγινώσκει). «Αὐτοῦ Μεγαλειότητα Βασιλέα ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΝ Κορδελλιὸ Ἡ Γʹ Συντακτικὴ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις μετὰ συγκινήσεως καὶ ὑπερηφανείας, ἐπὶ τῇ ἀναγγελίᾳ τοῦ χαρμοσύνου ἐθνικοῦ γεγονότος τῆς καταλήψεως τῆς Κιουταχείας ὑπὸ τοῦ ἐνδόξου καὶ θριαμβευτοῦ ἐθνικοῦ στρατοῦ, ὑποβάλλει πρὸς τὸν ἔνδοξον Στρατηλάτην νικητὴν τὴν εὐγνωμοσύνην τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ζήτω ὁ Ἐθνικὸς Στρατός. Ζήτω ὁ Βασιλεύς.
Ὁ Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως
ΚΩΝΣΤ. Α. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ».
Ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς ὁ πράγματι εὐσεβέστατος Βασιλεύς, ἀπήντησε πάραυτα ὡς ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει). «κ. Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΝ Πρόεδρον Ἐθνοσυνελεύσεως Ἀθήνας Ἐξ ὅλης καρδίας εὐχαριστῶ διὰ τὴν ἔκφρασιν τῶν αἰσθημάτων τῆς Συνελεύσεως διὰ τὰ ἐδῶ γεγονότα, ὀφειλόμενα εἰς τὴν ἀπαράμιλλον ἀνδρείαν τοῦ στρατοῦ μας καὶ εἰς τὴν εὐλογίαν τοῦ Θεοῦ. Μέγας εἶ, Κύριε, καὶ θαυμαστὰ τὰ ἔργα σου καὶ οὐδεὶς λόγος ἐξαρκέσει πρὸς ὕμνον τῶν θαυμασίων σου.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Β».
(Ἡ Συνέλευσις ἀκούει ὀρθία τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ τηλεγραφήματος καὶ χειροκροτεῖ μετὰ τῶν θεωρείων, τῶν κ. κ. Πληρεξουσίων ἀναφωνούντων. Ζήτω ὁ Βασιλεύς. Ζήτω τὸ Ἔθνος. Ζήτω ὁ Στρατός).
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸς δὲ τὸν Ἀρχηγὸν Στρατιᾶς Μ. Ἀσίας ἀπηύθυνα τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα. (Ἀναγινώσκει). «Ἀρχηγὸν Στρατιᾶς Μ. Ἀσίας Ἀντιστράτηγον ΠΑΠΠΟΥΛΑΝ Κιουτάχειαν Πλήρης ἱερᾶς συγκινήσεως καὶ ἀρρήτου ἐνθουσιασμοῦ ἡ Γʹ Συντακτικὴ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις ἐδέχθη τὸ χαρμόσυνον ἄγγελμα τῆς διὰ τοῦ ἀφθάστου ἐθνικοῦ μεγαλείου ἐπικῶν ἀγώνων καταλήψεως τῆς Κιουταχείας. Ὑπερήφανος ἡ Συνέλευσις διὰ τὸν θριαμβευτικὸν ἐθνικὸν Στρατὸν κλίνει εὐλαβῶς καὶ εὐγνωμόνως γόνυ πρὸ τῶν τάφων τῶν τετιμημένων ἡρώων καὶ διαβιβάζει τὸν θερμὸν τοῦ Ἔθνους ἀσπασμὸν πρὸς τοὺς γενναίους τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος προμάχους.
Ὁ Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως
Κ. Α. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ»
(Ζωηρόταται ζητωκραυγαὶ καὶ ἐπευφημίαι ἐκ μέρους τῶν κ.κ. Πληρεξουσίων καὶ τῶν θεωρείων ἐπακολουθοῦσι τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ τηλεγραφήματος τούτου).
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ ἐπίσης τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα τοῦ πληρεξουσίου Ἕβρου κ. Κ. Κουρτίδου ἐκ Θράκης. (Ἀναγινώσκει). «Κύριον Κ. Α. ΛΟΜΒΑΡΔΟΝ Πρόεδρον Συνελεύσεως Ἀθήνας Μὴ δυνάμενος, διὰ λόγους ἀνεξαρτήτους τῆς θελήσεώς μου, νὰ συμμετάσχω τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως συγχαίρω Πρόεδρον Κυβερνήσεως διὰ τὰς πατριωτικὰς αὐτοῦ δηλώσεις, τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὰ ἡρωϊκὰ κατορθώματα στρατοῦ, καὶ Ἐθνοσυνέλευσιν, μετὰ πατριωτισμοῦ συντελοῦσαν εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀποκατάστασιν. Συγκεκινημένος δι’ ἐθνικὰς ἐπιτυχίας, πέμπω ἐκ τῶν ὀχθῶν τοῦ Θρακικοῦ πατρικοῦ ἐδάφους Ἕβρου ἐγκάρδιον εὐγνωμοσύνης χαιρετισμὸν πρὸς συναδέλφους καὶ στρατὸν σφυρηλατοῦντας μεγαλεῖον Πατρίδος, προσδοκῶν ἐναγωνίως ἀνάστασιν Βυζαντινῆς νεκρᾶς ζωῆς αἰωνίαν Ἑλληνικὴν Αὐτοκρατορίαν. Ζήτω τὸ Ἔθνος.
Κ. ΚΟΥΡΤΙΔΗΣ
Πληρεξούσιος Ἕβρου».
§13ΠΛΕΙΣΤΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Εὖγε, εὖγε.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τούτοις εἰς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς. Ὁ ἄλλοτε πληρεξούσιος Μ. Κατσούλης ἀπέστειλε πρὸς τὴν Συνέλευσιν ὑπερμεγέθη στέφανον κοσμούμενον ὑπὸ τῶν εἰκόνων τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ.
Οἱ πληρεξούσιοι κ. Ἀθ. Εὐταξίας καὶ Α. Παπαθανασίου ἔχουσι τὸν λόγον ἐπὶ τῶν κάτωθι ἀναφορῶν. 1) τοῦ Δημ. Κολέτσα αἰτοῦντος μείωσιν ἐνοικίου φόρου σφαζομένων ζώων. 2) τοῦ Θεοδ. Τσόκα ὑπονοματάρχου ἀκρωτηριασθέντος, αἰτοῦντος σύνταξιν. 3) τοῦ Ν. Τσακτάνη αἰτοῦντος ἠθικὴν ἀμοιβὴν διὰ τὸν Ι. Τσακτάνην. 4) τοῦ Νικ. Ζούπα ὁπλαρχηγοῦ, αἰτοῦντος ἠθικὴν ἀμοιβὴν. 5) τῆς Σταμάτας χήρας Ν. Σαρανταένα αἰτούσης βελτίωσιν τῆς συντάξεώς της. 6) τῆς Δεσποινούλας χήρας Ἀθ. Πέτρου αἰτούσης νὰ ληφθῇ πρόνοια διὰ τοὺς μόνους υἱοὺς ὀρφανοὺς πατρὸς καὶ 7) τῶν κτηματιῶν τῆς πεδιάδος Μόρνου αἰτούντων πρόνοιαν πρὸς ἐκτέλεσιν ὑδραυλικῶν ἔργων δυνάμει πρὸ ἔτους ψηφισθέντος νόμου.
§15Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Συνιστῶ τὰς ἀναφορὰς ταύτας καὶ παρακαλῶ ὅπως ἀποσταλῶσιν εἰς τὰ ἁρμόδια Ὑπουργεῖα.
§16Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. Ὁμοίως, κ. Πρόεδρε, συνιστῶ τὰς ἀναφοράς.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς. Ἀγρόται τοῦ χωρίου Κουβελτσίου τοῦ νομοῦ Τρικκάλων παρακαλοῦσι τὴν Συνέλευσιν ὅπως ἐπισπεύσῃ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου ἀπαλλοτριώσεως τῆς γῆς ἐπὶ τιμήματι ἀνταποκρινομένῳ εἰς τὰς δυνάμεις των. Ταμειακοὶ ὑπάλληλοι τοῦ Ταμείου Μεσσήνης παρακαλοῦσι τὴν Συνέλευσιν ὅπως ἀφομοιωθῶσιν οἱ βαθμοί των πρὸς τοὺς λοιποὺς κλάδους τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας. Ὁ Κωνσταντῖνος Πριάκος καθηγητὴς τοῦ ἐν Βόλῳ Γυμνασίου ζητεῖ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου 1381 ἄρθρου 7 περὶ ἐπιπροσθέτου διδασκαλίας καὶ περὶ ἐπεκτάσεως τοῦ εὐεργετήματος τοῦ διπλασιασμοῦ τοῦ χρόνου ὑπηρεσίας (ἄρθρ. 14) καὶ διὰ τοὺς ἐπιφορτισθέντας διπλῆν ἐργασίαν κατὰ τὴν ἐπιστράτευσιν δημοσίους ὑπαλλήλους. Ἀγρόται τῶν χωρίων Φλαμούλη καὶ Ρόγγια τῶν Τρικκάλων παρακαλοῦσι τὴν Συνέλευσιν ὅπως ἐπισπεύσῃ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου ἀπαλλοτριώσεως τῆς γῆς ἐπὶ τιμήματι ἀνταποκρινομένῳ εἰς τὰς δυνάμεις των. Ἀγρόται τοῦ χωρίου Τσάσι τῶν Τρικκάλων παρακαλοῦσι τὴν Συνέλευσιν ὅπως ἐπισπεύσῃ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου ἀπαλλοτριώσεως τῆς γῆς ἐπὶ τιμήματι ἀνταποκρινομένῳ εἰς τὰς δυνάμεις των. Ὁ κ. Ἀντώνιος Παπαθανασόπουλος ἱερεὺς κάτοικος Ἀρκαδίας, ἀπολέσας τὸν υἱόν του εἰς Μικρὰν Ἀσίαν φέροντα βαθμὸν ἰατροῦ ζητεῖ ὅπως τῷ χορηγηθῇ σύνταξις. Ὁ πληρεξούσιος κ. Α. Βιτάλης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Ὑπουργείου Θησαυροῦ». Ὁ πληρεξούσιος κ. Ἀργυρόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ νομοθετικοῦ Διατάγματος περὶ ἀποκαταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Στρατοῦ εἰς τὴν σειρὰν τῆς ἀρχαιότητός των». Ὁ πληρεξούσιος κ. Ν. Βλιάμος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 1866 περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου 2489». Οἱ πληρεξούσιοι κ. κ. Λιγυνὸς καὶ Πολυγένης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Ὑπουργείου Ταχυδρομείων, Τηλεγράφων καὶ Τηλεφώνων». Ὁ πληρεξούσιος κ. Σπυράκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ περὶ ἐπαναφορᾶς τῶν ἀπολυθέντων μονίμων ὑπαλλήλων νομοθετικοῦ διατάγματος». Οἱ πληρεξούσιοι κ. κ. Σταματόπουλος καὶ Α. Πετραλιᾶς ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπίσης ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου. Ὁ πληρεξούσιος κ. Χατζίσκος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Ὑπουργείου Περιθάλψεως μετονομαζομένου εἰς Ὑπουργεῖον Ὑγείας καὶ Κοινωνικῆς Προνοίας». Αἱ τροπολογίαι αὗται θέλουσι ἐκτυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. Οἱ πληρεξούσιοι κ. κ. Κοσονᾶκος, Τζωρτζόπουλος καὶ Κρεμέζης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων ἀφορωσῶν τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Τ.Τ.Τ.». Οἱ πληρεξούσιοι κ. κ. Μπασδέκης, Κοσονᾶκος καὶ Καρέλλας ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κανονισμοῦ ἀποδοχῶν τῶν ἐξ ἀποτάξεως, ἀποστρατείας, κλπ. ἐπανερχομένων ἀξιωματικῶν ὡς καὶ τῶν ὁδοιπορικῶν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ τέως Δʹ Σώματος Στρατοῦ, τῶν ἐπανακαμψάντων ἐκ Γερμανίας καὶ περὶ ἀκυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2550 νόμου». Καὶ αἱ ἄνω τροπολογίαι ὡσαύτως θέλουσιν ἐκτυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. Ὁ πληρεξούσιος κ. Σχινᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 25 Νοεμβρίου 1920 Β. Δ. περὶ ἐπαναφορᾶς δικαστικῶν καὶ εἰσαγγελικῶν ὑπαλλήλων», ἥτις ἐπίσης θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ». Ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗΣ ΚΑΙ
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
§18Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Συνέλευσιν μίαν παράκλησιν ἰδίως εἰς τοὺς κ. πληρεξουσίους. Ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσι πολλαὶ ἐργασίαι εἰς τὴν Συνέλευσιν. Εὐκταῖον θὰ ἦτο ἄν ἦτο δυνατὸν νὰ διακοπῶσι τὴν Πέμπτην. Θὰ παρακαλέσω τὴν Συνέλευσιν νὰ δεχθῇ, ἵνα ἀπόψε ψηφισθοῦν μόνον ἐκεῖνα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα θεωρῶσι ἐπείγοντα, πρόκειται δὲ νὰ ψηφισθῶσι εἰς αʹ συζήτησιν. Διότι ψηφιζόμενα ἀπόψε εἰς αʹ συζήτησιν θὰ ψηφισθῶσι τὴν προσεχῆ Πέμπτην εἰς βʹ καὶ θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ γίνωσι δεκτά. Αὔριον δὲ καὶ μεθαύριον νὰ ψηφισθῶσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγεγραμμένα εἰς βʹ συζήτησιν. Οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ ἔδωσαν σημείωσιν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον ποῖα νομοσχέδια θεωροῦν ἐπείγοντα διὰ νὰ γίνωσι νόμοι τοῦ Κράτους μέχρι τῆς Πέμπτης. Ἀπόψε δηλαδὴ πρέπει νὰ ψηφίσωμεν μόνον εἰς αʹ συζήτησιν, ὥστε αὔριον καὶ μεθαύριον νὰ ἐκλέξωμεν ἐκ τῶν τῆς βʹ συζητήσεως ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφισθῶσι πρὸ τῶν διακοπῶν.
§19Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὴν Συνέλευσιν ἄν ἡ πρότασις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως γένηται δεκτή, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἀμφιβάλλω, ὅπως αὔριον τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 69 νομοσχέδιον, θεωρούμενον ὡς κατεπεῖγον, λάβῃ ἀνωτέραν θέσιν παρὰ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 69.
§20Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ ἐπειδὴ εἶναι εἰς βʹ συζήτησιν νὰ τὸ συζητήσωμεν αὔριον καὶ μεθαύριον.
§21Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Νὰ εἶναι σᾶς παρακαλῶ πρῶτον.
§22Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ δηλώσῃ ἄν μεταξὺ τῶν νομοσχεδίων, ἅτινα χαρακτηρίζονται ὡς κατεπείγοντα εἰς τὴν ψήφισιν, περιλαμβάνεται καὶ τὸ κατατεθὲν χθές, «περὶ ἀναθεωρήσεως τῶν τιμῶν τῶν ὑφισταμένων ἐργολαβιῶν κλπ.».
§23Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Εἶναι ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ συζητηθῶσιν ἀπόψε εἰς τὴν αʹ συζήτησιν.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: 1) «Περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων 5001 καὶ 1353 καὶ ἀνασυστάσεως νομοπαρασκευαστικῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς ἀναθεώρησιν καὶ κωδικοποίησιν τῆς περὶ σχεδίων πόλεων καὶ ἀπαλλοτριώσεων νομοθεσίας». καὶ 2) «Περὶ ἠλεκτρικῶν ἐγκαταστάσεων». Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὑπαγωγῆς τῆς ὑπηρεσίας μεταφορῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας». (Γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον). Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαθέσεως τῶν ἐντὸς τοῦ νέου σχεδίου τῆς καείσης ἐκτάσεως Θεσσαλονίκης περιλαμβανομένων ἀκινήτων». (Γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον).
§25Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, νὰ ψηφισθοῦν τὰ εἰς αʹ συζήτησιν ὅσα δὲν ἔχουν συζήτησιν καὶ κατόπιν ν’ ἀρχίσωμεν νὰ συζητοῦμεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν συζήτησιν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπαναφορᾶς τῆς Ἐπαρχίας Ἁλμυροῦ ὑπὸ τὴν Ἐκκλησιαστικὴν δικαιοδοσίαν τῆς Ἱερᾶς Ἐπισκοπῆς Λαρίσης». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαθέσεως τοῦ κληροδοτήματος Γεωργίου Τσαλδάρη πρὸς ἀνέγερσιν διδακτηρίου θηλέων ἐν Ξυλοκάστρῳ τῆς Κορινθίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἄρσεως τοῦ ἀξιοποίνου πράξεών τινων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Ὀργανισμοῦ τοῦ Διαρκοῦς Δικαστηρίου Διεθνοῦς Δικαιοσύνης». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ
τροποποιήσεως διατάξεων ἀφορωσῶν τὴν ὑπηρεσίαν τῶν
Τ.Τ.Τ.».
(Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Διατάγματος τῆς 15 Δεκεμβρίου 1920 περὶ ἀποκαταστάσεως ἀξιωματικῶν εἰς τὴν σειρὰν τῆς ἀρχαιότητός των».
§27Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἐψηφίσθη εἰς αʹ ἀνάγνωσιν.
§28Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὄχι, δὲν ἐψηφίσθη. Εἰς ἄλλην συνδρίασιν κατὰ λάθος ἔχει ἀναγραφῆ εἰς βʹ ἐνῷ ἦτο εἰς αʹ.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ γραφεῖον βεβαιοῖ ὅτι δὲν ἐψηφίσθη.
§30Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον νὰ διατάξῃ τὴν ἀνατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου διὰ νὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψει αἱ τροπολογίαι.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε ἀναβάλλεται. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσωρινῆς ἀπαλλαγῆς ἐκ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας τῶν Μουσουλμάνων».
§32Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον προβλέπει περὶ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας τῶν Μουσουλμάνων. Εἶναι ζήτημα σχετιζόμενον μὲ τὴν ἰσοπολιτείαν καὶ ἰσονομίαν ὅλων τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν. Θὰ ἠρώτουν τὴν Κυβέρνησιν, τὸ θεωρεῖ τοῦτο τόσον ἐπεῖγον διὰ νὰ ψηφισθῇ αὐτὴν τὴν στιγμήν, καθ’ ἥν εὑρισκόμεθα εἰς τόσον κρίσιμον μεταβατικὴν κούρασιν ἀπὸ πολεμικῆς καὶ πολιτικῆς ἀπόψεως; Δὲν μοὶ ἐπιτρέπουσιν αἱ περιστάσεις νὰ ἐπεκταθῶ καὶ παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις.
§33Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. (Πρωθυπουργός). Οἱ λόγοι δι’ οὕς δὲν ἐπεβλήθη ἡ στράτευσις εἰς τοὺς Μουσουλμάνους εἶναι εὐνόητοι, δὲν ἠδύνατο δὲ ἡ Κυβέρνησις νὰ μένῃ ἀκάλυπτος διὰ τὸ οἰκονομικὸν μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔλαβε καὶ ζητεῖ, ὅπως τὸ μέτρον τοῦτο νομιμοποιηθῇ.
§34Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Τότε θὰ συζητήσωμεν εἰς τὴν βʹ συζήτησιν. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως νόμων περὶ στρατιωτικῶν συντάξεων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῶν μετὰ καταδίκην στρατιωτικῶν ὑποχρεώσεων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κανονισμοῦ ἀποδοχῶν τῶν ἐξ ἀποτάξεως, ἀποστρατείας κλπ. ἐπανερχομένων ἀξιωματικῶν, ὡς καὶ τῶν ὁδοιπορικῶν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ τέως Δʹ Σώματος στρατοῦ τῶν ἐπανακαμψάντων ἐκ Γερμανίας καὶ περὶ ἀκυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2550 νόμου». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 22 Δεκεμβρίου 1920 Νομοθετικοῦ Διατάγματος περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου 2380 τῆς 3ης Ἰουλίου 1920 περὶ ἀποζημιώσεως τῶν παθόντων κατοίκων τῶν περιφερειῶν ὡς καὶ τῶν χωρίων Δρεμίγκλαβα, Μπάλτζα, Λαϊνά, καὶ Λαγκαδᾶ τῆς Χαλκιδικῆς, Ἀπειράνθου καὶ νομοῦ Ἡρακλείου. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσθήκης διατάξεων εἰς τὸν νόμον 2034». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς Ἡρακλείου καὶ τοῦ Ἀγγλικοῦ ἐργολαβικοῦ Οἴκου Μὰκ Ἄλπιν ὑπογραφείσης συμβάσεως διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ λιμένος Ἡρακλείου». Ὁ κ. Λ. Τσουκαλᾶς ἔχει ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον.
§35Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Θὰ προκαλέσῃ συζήτησιν τὸ Νομοσχέδιον καὶ παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ. Ἔχω ζητήσει τὸν φάκελλον ἀπὸ τὰς 20 Ἀπριλίου καὶ δὲν μοὶ κατετέθη.
§36Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Νομίζω ὅτι συμβαίνει μία παρεξήγησις. Εἶναι μία σύμβασις, ἡ ὁποία κατηρτίσθη μεταξὺ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς Ἡρακλείου καὶ ἑνὸς ξένου Οἴκου, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε τὴν κατασκευὴν τοῦ λιμένος. Τὸ Ὑπουργεῖον καὶ τὰ Δημόσια Ἔργα δὲν πράττουσι τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ εἰσηγηθῶσι τὴν σύμβασιν εἰς τὴν Συνέλευσιν ἐπειδὴ ἀπαιτεῖται μία κύρωσις. Ἀνεξαρτήτως τούτου ἡ ὑπηρεσία τῶν Δημοσίων Ἔργων ἐργάζεται ἐπὶ τῆς συμβάσεως αὐτῆς καὶ παρέσχεν ὅλην τὴν συνδρομήν, ἡ ὁποία εἶναι ἀναγκαία, ὥστε οἱ ὅροι οἱ συνομολογηθησόμενοι νὰ ἐξασφαλίζουσιν τὴν πλήρη ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου. Ὅσον ἀφορᾷ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπονοεῖ ὁ κύριος πληρεξούσιος, ὅτι παραβαίνομεν τὴν διάταξιν περὶ Δημοσίων Ἔργων δὲν εἶναι ἀκριβές, διότι πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οἱ κείμενοι νόμοι ὁρίζουσιν ἕνα τρόπον ἐκτελέσεως, ἀλλ’ ἐδῶ πρόκειται περὶ τοῦ ἔργου αὐτοῦ νὰ γίνῃ Νόμος καὶ ἑπομένως θὰ ἀποφασίσῃ ἡ Ἐθνοσυνέλευσις, διότι αὐτὴ θὰ κάμνῃ τὸν Νόμον. Δὲν πρόκειται νὰ γίνῃ κάτι τι ἐξαιρετικόν. Τίθεται τὸ ὅλον ἔργον ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως.
§37Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, ἀντὶ νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ νομοσχέδιον, ἔδωσε ἀφορμὴν εἰς ἡμᾶς νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν ἀναβολήν. Δὲν πρόκειται περὶ συμβάσεως, τὴν ὁποίαν συνωμολόγησε τὸ Κράτος, ἀλλὰ ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ δὲν εἶναι εὔκολον δι’ ἔργον, διὰ τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ δαπανηθῶσι εἴκοσιν ἑκατομμύρια νὰ ψηφισθῇ ταχέως μία σύμβασις, τὴν ὁποίαν ἔκαμε μία Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία συνέστη τὴν τελευταίαν στιγμήν.
§38Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ὑποθέτω, κύριε συνάδελφε, ὅτι δὲν παρακολουθήσατε τὰ ὅσα εἶπον ὅτι κατηρτίσθη μεταξὺ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς Κρήτης καὶ ἑνὸς ξένου Οἴκου μία σύμβασις ἥτις ἀφορᾷ τὴν ἐκτέλεσιν ἔργου, τὸ ὁποῖον ὑπάγεται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο ἀνάγκη ἐπεμβάσεως τῆς ὑπηρεσίας τῶν δημοσίων ἔργων ὅπως ἐπεμβαίνει εἰς τὰ ἄλλα δημόσια ἔργα. Ἐν τούτοις ἡ ὑπηρεσία τῶν δημοσίων ἔργων καὶ αἱ εἰδικαὶ ὑπηρεσίαι ἠσχολήθησαν εἰς τὴν κατάρτισιν τῆς συμβάσεως αὐτῆς, ὥστε νὰ περιφρουρηθοῦν ὅσον τὸ δυνατὸν πλειότερον τὰ συμφέροντα τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς Ἡρακλείου καὶ νὰ ἀσφαλισθῇ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ ἔργου αὐτοῦ. Ὀφείλω δὲ νὰ ποιήσωμαι τὴν δήλωσιν εἰς τὴν Συνέλευσιν περὶ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔχω ἐκ Κρήτης, ὅτι ἡ σύμβασις ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη καθ’ ὅλην τὴν νῆσον, ὅλη δὲ ἡ νῆσος εἶναι ἐνθουσιασμένη καὶ ἀναμένει ἐπειγόντως τὴν ψήφισιν τοῦ ἔργου τούτου. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὴν Λιμενικὴν Ἐπιτροπὴν ἐλήφθη πρόνοια ἵνα συγκροτηθοῦν ἐκ προσώπων ἀμφοτέρων τῶν μερίδων, ἵνα ὑπάρξῃ πλήρης ὁμοφωνία, ἦλθον δὲ ἐνταῦθα καὶ παρέμενον ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας καὶ συνεζητήσαμεν ἐπὶ μακρὸν ὅλας τὰς λεπτομερείας τῆς συμβάσεως ἄρθρον πρὸς ἄρθρον. Αὐταὶ εἶναι αἱ πληροφορίαι μου, ἡ Συνέλευσις δὲ συζητοῦσα καὶ ἐπιφέρουσα τὰς ἀναγκαίας παρατηρήσεις, θὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀρτιωτέραν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου, ἔργον τὸ ὁποῖον θέλουσιν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ πληρώσωσιν. Διατὶ λοιπὸν ἀφοῦ τὸ θέλωσιν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ πληρώσωσιν, νὰ θέλωμεν ἡμεῖς νὰ τὸ ἀναβάλωμεν; Φέρετε τὰς παρατηρήσεις διὰ νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν.
§39Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας μᾶς εἶπεν: ἐπειδὴ πρόκειται περὶ συμβάσεως ἀπὸ μέρους τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς δὲν εἶναι ἀπαραίτητος ἡ γνωμοδότησις τοῦ συμβουλίου τῶν δημοσίων ἔργων. Δὲν ἀμφισβητεῖ κανεὶς τὸ τυπικὸν μέρος. Ἡμεῖς ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν νὰ λάβωμεν γνῶσιν τῆς γνώμης τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων ἔργων διὰ τὸ ζήτημα τὸ οὐσιαστικόν, ἵνα ἴδωμεν ἐὰν καὶ κατὰ πόσον ἡ σύμβασις ἡ ὑπογραφεῖσα μεταξὺ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τῆς ἑταιρείας εἶναι ἡ μᾶλλον συμφέρουσα. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς πληροφορίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὅτι ὅλη ἡ νῆσος τὸ θέλει ἐγὼ ἔχω ἀντιθέτους πληροφορίας. Ἔχω πληροφορίας ὅτι ἕν μέλος τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς διωρίσθη, ὁ κ. Λογιάδης διεμαρτυρήθη καὶ ὁ τότε Γενικὸς Διοικητὴς τὸν ἀπέλυσεν. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ καθ’ ἑαυτοῦ τοῦ ἔργου. Ὁ λιμὴν τοῦ Ἡρακλείου εἶναι ἀπαραίτητος νὰ γίνῃ. Πρόκειται περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θὰ κατασκευασθῇ καὶ ἄν εἶναι λυσιτελὴς ἡ σύμβασις. Ὁπωσδήποτε ἐγὼ εἶμαι πρόθυμος νὰ συμφωνήσω εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ὑπὸ τὸν ὅρον ὅπως μοὶ κατατεθῶσιν τὰ ἔγγραφα ἐντὸς τῆς αὔριον.
§40Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Νὰ μοὶ δώσητε σημείωσιν.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Συνέλευσις ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον;
§42ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα. Μάλιστα. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον).
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἱδρύσεως ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ Ἑλληνικοῦ Βαλκανικοῦ Ἰνστιτούτου».
§44Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἰς τὴν Ἑλληνικὴν νομοθεσίαν ἡ λέξις «Βαλκανικὸν» εἶναι ἄγνωστος. Ἡμεῖς γνωρίζομεν Ἑλληνικὴν Χερσόνησον, καὶ ἀφ’ ὅτου ἠλλάξαμεν τὴν λέξιν «Ἑλληνικὴ» μὲ τὴν λέξιν «Βαλκανικὴ» ἐπάθαμεν ὅ,τι ἐπάθομεν. Ἐπίσης καὶ ἡ λέξις «Ἰνστιτοῦτον» δὲν εἶναι Ἑλληνική. Νὰ εὑρεθῶσι δύο λέξεις Ἑλληνικαί.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως συμβάσεως μετὰ τῆς Ἑταιρείας τοῦ Σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ Μενιδίου καὶ Πάρνηθος ἐν τῷ Νομῷ Ἀττικοβοιωτίας, καὶ τῆς κατασκευῆς τῶν ἁμαξιτῶν ὁδῶν Χάβαρι–Σιμόπουλο ἐν τῷ νομῷ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος καὶ Φουρνὲ–Μεσκλῶν ἐν τῷ νομῷ Χανίων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 1534 «περὶ διατηρήσεως ἐπὶ τιμῇ τοῦ βαθμοῦ καὶ τίτλου ἐκτάκτου Ἀπεσταλμένου καὶ Πληρεξουσίου Ὑπουργοῦ καὶ Προσέδρου Ὑπουργοῦ».
§46Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἐὰν προέκειτο ἁπλῶς περὶ ἐξευρέσεως τρόπου τινός, καθ’ ὃν δίκαιόν τι θὰ ἐγίνετο εἰς ὠφέλειαν τῶν ὁπωσδήποτε ἐν ἀνάγκῃ ὄντων, στερουμένων, λελῃσμονημένων παλαιῶν λειτουργῶν, βεβαίως τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο εὐχάριστον, καὶ μάλιστα δι’ ἐμὲ ἀναλαβόντα ἤδη ἐν μέσῳ ὑμῶν τὸ χαλεπὸν ἐντρύφημα τῶν συνεχῶν διαμαρτυριῶν ὑπὲρ βελτιώσεως τῆς τύχης τῶν συνταξιούχων ἐν γένει, θὰ εἶχον δ’ ἀκόμη περισσότερον νὰ ἐκφράσω ἔκπληξιν καὶ θαυμασμόν, καὶ ἀπορίαν, ὅτι ἐπὶ τέλους ἄρχεται καὶ ἡ συζήτησις μεταξὺ κυβερνήσεως καὶ ἡμῶν περὶ ἀπονομῆς δικαιοσύνης εἰς παθόντας ἀνθρώπους, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν τὸ εἶδον, καὶ μάλιστα, ἀλλοίμονον, εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι καὶ ἀπηλπίσθησαν ὅτι θὰ τὸ ἴδωσι ποτέ! Εἶναι θελκτικὸν πραγματικῶς τὸ ἄκουσμα ὅτι τὸ δημόσιον κατελήφθη ὑπὸ τοῦ πόθου, κατελήφθη ὑπ’ ὠδύνων ν’ ἀπονείμῃ τὸ δίκαιον.
§47Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Περὶ ἀνορθώσεως ἀδικίας πρόκειται.
§48Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ἐπάγγελμα τῆς Θέμιδος εἶναι νὰ πράττῃ ὀρθὰ πράγματα. Ἂς γίνωμεν λοιπὸν πελάται τῆς Θέμιδος. Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν μέχρι τίνος βαθμοῦ τὸ ἀποπειρᾶται τὸ ὑμέτερον νομοσχέδιον. Ἀπονέμετε ἄρα γε βαθμούς, ἢ τίτλους, ἢ συντάξεις πρὸς ὑπαλλήλους ἐκ τῆς κατηγορίας τῶν ὑπὸ τῆς τυραννίας ἀδικηθέντων; Δὲν πρόκειται κἄν περὶ τούτου. Περὶ αὐτῶν δὲν μεριμνᾶτε. Καὶ ἐνῷ αὐτοὺς δὲν δικαιοῦτε, αἴρετε τὴν ἔννοιαν τοῦ δικαίου διὰ γενναιοδωριῶν ἀδικαιολογήτων, καὶ ἀδικεῖτε τὸ δημόσιον τὸ ὁποῖον εἶχε δικαίωμα ἐφ’ ὑμῶν νὰ εὐλαβῆσθε τὴν πενίαν του. Πράττετε καὶ ἄλλο· ἐπὶ τῆς πεπατημένης βαίνοντες ἐπαναλαμβάνετε σφάλματα, τὰ ὁποῖα δὲν συγχωρεῖ ἡ εἰδικότης σας καὶ δὲν ἀνέχεται ἡ αἴθουσα αὕτη. Ὅταν ἀνεστρέψατε τὸ κέρας τῆς Ἀμαλθείας ἵνα ἐκπηδήσωσι χρυσᾶ χρήματα εἰς τὰς ἀνοικτὰς παλάμας τῶν προστατευομένων σας, ἐξετινάξατε ἐπιπροσθέτως καὶ μερικοὺς τίτλους, ὡς ἐπιτόκιον. Ἀπονέμετε καὶ ὑμεῖς ὡς ἄλλοι προκάτοχοί σας, ὧν δὲν θὰ ηὐχόμην νὰ βαίνηται ἐπὶ τὰ ἴχνη, ἀπονέμετε τίτλους Προσέδρων Ὑπουργῶν καὶ τοὺς κηρύττετε δικαιούχους συντάξεων μειζόνων, καὶ εἰδικῶν, εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου. Τὸ Δημόσιον εἰς αἰῶνα τὸν ἅπαντα θὰ πληρώνῃ τοὺς τζερεμέδες! Ἀλλ’ ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ χορηγῆτε τίτλους; Τὸ Σύνταγμα τίτλους δὲν ἀναγνωρίζει, καὶ τοὺς ἀπαγορεύει. Εἷς δ’ Ὑπουργὸς τολμᾷ νὰ ἀπονέμῃ τίτλους ἐν Συντακτικῇ Συνελεύσει παρὰ τὸ Σύνταγμα. Ὤ! θέλετε νὰ ἦσθε δημοφιλής. Κολακεύετε τὰς ἀδυναμίας τῶν ἀνθρώπων. Χάριν ὑμῶν καὶ τῶν προκατόχων ὑμῶν, ὧν μακαρία ἡ λῆξις, πολλοὶ τῶν Ἑλλήνων θὰ δύνανται νὰ κορδακισθῶσι πρώην Πρόσεδροι Ὑπουργοί, πολλοὶ νὰ ἀναγράψωσι «πρώην Πρόσεδροι Ὑπουργοί», εἰς τὰ ἐπισκεπτήριά των. Ἡ φιλοδοξία τοῦ Ἕλληνος δὲν δύναται βέβαια νὰ σταματήσῃ πρὸ τοῦ «Προσέδρου Ὑπουργοῦ» Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθῃ τώρα τὸ πολίτευμα νὰ ἀναγνωρίσῃ αὐτοὺς τοὺς κωμικοὺς τίτλους; Καὶ καλούμεθα ἡμεῖς, τὸ ἱστορικὸν τοῦτο Συνέδριον, νὰ συζητήσωμεν τοιαύτας περιττότητας; Τοῦτο εἶναι πρᾶγμα τόσον παράβολον, ὥστε ἀπορῶ καὶ ἐξίσταμαι πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἄνθρωπος μὲ τοιαύτην ὀξυδέρκειαν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπασχολῇ δι’ αὑτοῦ τοῦ τρόπου, εἰς ὥρας ἄλλως πως σπουδαίας, Σῶμα ὁποῖον ἡ Ἐθνοσυνέλευσις, εἰσάγων τοιούτου εἴδους μυθεύματα. Διότι περὶ τοιούτου εἴδους παραμυθίων πρόκειται. Ἡ μανία τῆς ἀπονομῆς τίτλων Προσέδρων Ὑπουργῶν, Πληρεξουσίων Ὑπουργῶν, ἄνευ χαρτοφυλακίου Ὑπουργῶν, Γενικῶν Διοικητῶν Ὑπουργῶν, Ὑπάτων Ἁρμοστῶν Ὑπουργῶν, καὶ ὅ μὴ γένοιτο καὶ Ὑφυπουργῶν ἀκόμη, καὶ ἄλλοτε ἀπησχόλησε καὶ ὑμᾶς καὶ ἐμέ. Εἶπον δ’ ὅτι δὲν θὰ ὑπάρχῃ προσεχῶς Ἕλλην, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἀποκτήσῃ τὸν τίτλον τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ, ἢ χωρὶς ἄλλο τοῦ πρώην Προσέδρου Ὑπουργοῦ χάριν τοῦ νομισματοκοπείου, τοῦ τιτλοκοπείου τοῦ Ὑπουργείου εἰδικώτερον τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἡ προικοδότησις ἐκεῖ μέσα εἶναι τοσοῦτο γενική, ὥστε τὴν ὥραν καθ’ ἣν διευθυνταὶ τοῦ ἀλλοκότου αὐτοῦ Ὑπουργείου, τμηματάρχαι, σύμβουλοι ἀσύμβουλοι πρεσβειῶν, καὶ ἁπλοὶ προξενικοὶ ὑπάλληλοι ἀκόμη ὑπουργοποιήθησαν, ἐπροσεδροποιήθησαν, δὲν ἠξεύρω ἄν οἱ φιλόδοξοι κλητῆρες τοῦ Εὐεργετικοῦ τούτου Καθιδρύματος δύνανται νὰ εἴπωσι καὶ αὐτοὶ ὅτι τὸ ἐφάπλωμα τοῦτο ἐπεξετάθη καὶ εἰς τὴν κλίνην των. Ἐμπρός, κύριοι συνάδελφοι, φανῶμεν δίκαιοι καὶ γενναῖοι, ἄς πλέξωμεν καὶ δι’ αὐτοὺς διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ δι’ ἀνθέων τοῦ κηπαρίου τῆς Βουλῆς, ἕνα τόσον γιορτιάτικον, ἑορτάσιμον στέφανον. Διὰ τὶ ἄλλο εἴμεθα ἐνταῦθα; Ἅπαξ δέ, κύριοι, καὶ ἡ Μοῖρα ἠθέλησε νὰ σταθῶμεν εἰς ὁμιλίας περὶ Προσέδρων, εἶναι καλὸν νὰ μὴ παρασυρθῆτε τουλάχιστον ἐδῶ ὑπὸ τῆς ἐν ὁδῷ Φιλελλήνων διαπρυτανευούσης σπουδαίας παρανοήσεως τοῦ διπλωματικοῦ δικαίου, τῶν διπλωματικῶν ἐθίμων, τῆς τάξεως καὶ τῆς γλώσσης τῆς διπλωματικῆς. Δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ διπλωματικῷ δικαίῳ ἐν τῷ διεθνεῖ διπλωματικῷ «πρωτοκόλλῳ» τῇ διπλωματικῇ ἐθιμοτυπίᾳ, τίτλος ἐπίτιμος Προσέδρου Ὑπουργοῦ, ὑπάρχει τίτλος ἐπίτιμος Πληρεξουσίου Ὑπουργοῦ. Ὁ Πρόεδρος Ὑπουργὸς δὲν ἀποτελεῖ τίτλον ἀργομισθίας. Ὁ πρόσεδρος Ὑπουργὸς εἶναι βαθμὸς καὶ τίτλος πρεσβευτικῆς ὑπηρεσίας ἐνεργοῦ, φερόμενος ἐφ’ ὅσον ὁ φέρων εὑρίσκεται διαπεπιστευμένος εἰς τὴν ταχθεῖσαν αὐτῷ θέσιν ἐν τῇ ξένῃ. Συνεπῶς οὔτε ἄνευ διορισμοῦ εἰς πραγματικὴν θέσιν Προσέδρου Ὑπουργοῦ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, δύναται νὰ ἀπονεμηθῇ ὑψιλὸς τίτλος Προσέδρου, οὔτε καὶ ὁ ποτὲ πραγματικῶς ὡς Πρόεδρος ἐν τῇ ξένῃ ὑπηρετήσας δύναται, καὶ παυθεὶς καὶ ἀπομακρυνθεὶς ἐξ αὐτῆς νὰ ἐξακολουθῇ νὰ φέρῃ τοῦτον τὸν τίτλον, τὸν ὁποῖον θὰ ἦτο πρᾶγμα κωμικώτατον. Ἡ ἐθιμοτυπία δὲν γνωρίζει ἐπίτιμον τίτλον Προσέδρου Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ Πληρεξουσίου Ὑπουργοῦ, καὶ ἀπορῶ πῶς ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἀγνοεῖ τέλος πάντων αὐτὰ τὰ πράγματα καὶ γίνεται εἰσηγήτρια τοιούτων νομοθετημάτων περιάγουσα εἰς τοιαύτην πλάνην καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἄνδρα, τοσοῦτο συνδεδεμένον πρὸς τὴν ἐμβάνθυνσιν τοιούτων ζητημάτων. Διὰ τοῦτο παροτρύνω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἀποσβέσῃ τῶν παρόντων καὶ προσεχῶν νομοσχεδίων του τὸν τίτλον τοῦτον καὶ νὰ ἀπαλλάξῃ ἡμᾶς καὶ αὐτοῦ καὶ πάσης πλέον περὶ αὐτοῦ συζητήσεως, ἐὰν ἐπιθυμῇ νὰ μὴ χάνωμεν τὸν καιρὸν εἰς πράγματα μόνον τῆς φαντασίας, θέλω νὰ εἴπω τοῦ ξεφαντώματος. Ἄς ἀφήσωμεν ὅτι ὑπερβαίνει πλέον τὰ ὅρια αὐτόχρημα τῆς ὑπομονῆς τὸ ὅτι καλούμεθα, μετὰ τῆς τιτλομανίας αὐτῆς, νὰ παράσχωμεν καὶ προνόμια παχειῶν ἀμοιβῶν χρηματικῶν, τὴν στιγμὴν μάλιστα αὐτὴν ἥκιστα προσαρμοζομένην εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν. Ἀκούσατε, κύριοι, καὶ σταυροκοπηθῆτε. Δημιουργεῖται εἶδος συντάξεως νέον, τέως ἄγνωστον ἀπονέμεται ποσὸν συντάξεως ὅλως πρωτοφανές, τὸ ὁποῖον δὲν προσδιορίζεται μόνον κατὰ τὸ γενικὸν σύστημα τοῦ ὑπολογισμοῦ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ξηρᾶς μισθοδοσίας, τῆς ἄλλως τε λίαν ἁδρᾶς, ὅσην λαμβάνουσιν οἱ διπλωματικοὶ ἀνώτατοι ὑπάλληλοι, καὶ δὴ οἱ Πληρεξούσιοι Ὑπουργοὶ καὶ οἱ Πρόσεδροι Ὑπουργοί. Ἡ μισθοδοσία αὐτή, ὅπως μάλιστα οἱ μισθοὶ τώρα ηὐξήθησαν, καὶ ἔχουσι καὶ τὴν τάσιν ν’ αὐξάνωνται, θ’ ἀνέρχηται ἤδη εἰς 1500 δραχ. καὶ ὅστις ὑπηρετήσῃ ἐπὶ 30ετίαν, θὰ ἔχῃ νὰ ἀπολαμβάνῃ ὡς σύνταξιν τὰ ⅘, ἂν μὴ καὶ ὁλόκληρον τὴν μισθοδοσίαν αὐτοῦ, δηλαδὴ ἄς εἴπωμεν, περὶ τὰς χιλίας δραχμὰς μηνιαίως. Δὲν σᾶς φαίνεται ὅτι εἶναι ἀρκεταὶ ἐκ μέρους ἑνὸς μικροῦ Βασιλείου παμπτώχου, τὸ ὁποῖον πρὸς τοὺς ἀναπήρους, τοὺς ἐνδόξους ἠκρωτηριασμένους ἥρωας τῶν πολέμων του, τοὺς ἀνικάνους πλέον διὰ τὴν πάλην τοῦ βίου, δὲν δίδῃ ἤ 14 μέχρι 50 δραχμῶν σύνταξιν καὶ δύο δεκανίκια ἵνα σύρωνται καὶ ἐπαιτῶσι καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο εἰς θέσιν χθὲς νὰ ἀποφασίσῃ τὴν μικρὰν βοήθειαν, ἥν ἐνταῦθα ἐζήτησεν ὁ Πληρεξούσιος ναύαρχος κ. Τυπάλδος διὰ τοὺς γενναίους ἀπομάχους τῆς θαλάσσης. Δὲν ὑπάρχει χρῆμα, κύριοι, διὰ τὰ ἱερὰ καθήκοντα, καὶ ὑπάρχει χρῆμα διὰ νὰ δίδεται εἰς τοὺς ἀποστράτους Προσέδρους Ὑπουργοὺς τῆς Ξηροκαμπίας, τοὺς ἤδη χιλιοδράχμους ἀποστραγγικτὰς τῆς συντάξεως; Καὶ τουλάχιστον ἐὰν περιωρίζετο ἡ γενναιοδωρία εἰς μόνα τὰ πρόσωπα τῶν πρώην Πληρεξουσίων Ὑπουργῶν καὶ τῶν Προσέδρων Ὑπουργῶν, τῶν πραγματικῶς ὡς πρέσβεων ὑπηρετησάντων καὶ εἰς μόνας τὰς ἐπὶ τῶν μισθοδοσιῶν των ὑπολογιζομένας συντάξεις, ἔστω εἰς τὴν ὀργήν, ἄς ἀποφασίσωμεν νὰ προικοδοτήσωμεν τὰ γηρατεῖα των, διὰ συντάξεων ηὐξημένων, διὰ συντάξεων ἴσων πρὸς ὅλον τὸν μισθόν των. Ἀλλ’ ἐδῶ πρόκειται νὰ προικοδοτήσωμεν διὰ τῶν αὐτῶν εὐνοϊκῶν καὶ τοὺς ὑπηρετήσαντας ἐν βαθμοῖς ἐπιτίμοις Προσέδρων ἁπλοὺς ὑπαλλήλους τῆς ὑπηρεσίας, τὰς χήρας των καὶ τὰ βρέφη των. Ἀκούσατε δὲ τώρα καὶ τὴν ἀθάνατον σκέψιν, Πληρεξούσιοί τε, Πρόσεδροί τε πραγματικοί τε καὶ φανταστικοί τε καὶ χῆραί των καὶ βρέφη των, καλοῦνται διὰ τοῦ περιβοήτου τούτου νομοσχεδίου νὰ ἀπομυζήσωσι οὐχὶ πλέον συντάξεις ἐπὶ τοῦ μισθοῦ των, καὶ τοῦ μισθοῦ τῶν συζύγων των καὶ τῶν γονέων των ὑπολογιζομένας, ἀλλὰ συντάξεις ἐπιπροσθέτους ἐπὶ τῶν ἐξόδων παραστάσεως ὅσα τοῖς κατεβάλλοντο διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς θέσεως ἐφ’ ὅσον τὴν κατεῖχον ὡς διπλωματικοὶ ἀντιπρόσωποι τοῦ κράτους. Ἠκούσατε; Τὰ ἔξοδα παραστάσεως τὰ πρὸς μείζονα εὐσχημοσύνην διδόμενα τοῖς ὄντως ἐν τῷ ἐξωτερικῷ θέσιν πραγματικὴν Πρέσβεως καταλαμβάνουσι, τώρα θὰ ὑπολογίζωνται καὶ διὰ τὴν σύνταξιν ἐκείνων οἵτινες ἐν Ἀθήναις ἐκάθηντο εἰς τὰ αὐγά των, θὰ ὑπολογίζωνται καὶ διὰ τὴν σύνταξιν τῶν οἰκογενειῶν των ἀκόμη. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἐκείνους ἔτι οἱ ὁποῖοι πραγματικῶς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὑπηρετήσαντες ἔσχον ἔξοδα παραστάσεως, ἔχει τις δικαίωμα νὰ ἐρωτήσῃ πῶς ἕν πρόσωπον ὅταν ἔπαυσε νὰ ὑπηρετῇ ὅταν ἔπαυσε δηλαδὴ νὰ ἔχῃ τὰς ὑποχρεώσεις τῆς ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ παραστάσεως, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ καταστήσῃ τὸ κράτος ὑπόχρεων νὰ τῷ γνωρίσῃ ἔξοδα παραστάσεως καὶ ἀναπαυομένῳ πλέον ἐν τῷ οἴκῳ του; Καὶ πῶς θὰ εἶνε ὑπόχρεων τὸ κράτος νὰ πληρώνῃ ταὐτοχρόνως πλέον καὶ ἔξοδα παραστάσεως ἀφ’ ἑνὸς πρὸς τοὺς τώρα ὑπηρετοῦντας ἐν θέσει τινι, ὡς πρὸς ὅλην τὴν σειρὰν τῶν ἐν τῇ θέσει αὐτῇ πρότερον ὑπηρετησάντων καὶ τῶν οἰκογενειῶν των; Τὶ εἴδους προνόμια εἶναι αὐτά; Ἤθελον συστήσει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ παραιτηθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον πράγματι εἶναι τραγέλαφος ὑπὸ ὅλας τὰς ἐπόψεις. Εἰς ἐποχὴν καθ’ ἥν τὸ πνεῦμα τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν ἐπισκοπεῖ μετὰ τοσούτου σκεπτικισμοῦ τὰ ἔργα τῆς Ἑλληνικῆς διπλωματίας ποῖος οἶστρος κατέλαβε τὸ πολίτευμα νὰ φανῇ τοσοῦτο οἰκτίρμον πρὸς τὰς τάξεις τῶν ὀργάνων αὐτῆς; Παρὰ τὰς μορφὰς φοινίκων τινῶν, ἀντικρύσατε λοιπὸν χωρὶς νὰ πικρανθῆτε καὶ ἐνίοτε χωρὶς νὰ μειδιάσητε μερικούς ἐξ ἐκείνων, ὅσοι θ’ ἀπολαύσωσι ἀπὸ τοῦδε τῶν ἀγαθῶν τῆς δωρομανίας τοῦ Κράτους. Εὐτυχεῖς ἄγνωστοι τοῦ παρελθόντος, εὐτυχεῖς ἀγνωστότεροι τοῦ παρόντος, ἐφ’ οἷς καθιστάμεθα δυσέλπιδες περὶ τῆς αὔριον. Διπλωμάται δεξιώτατοι ὡς πρὸς τοῦτο ὅτι ὅταν εἷς ἐρχόμενος νέος Ὑπουργὸς φιλοδοξῇ νὰ εἰσαγάγῃ καινουργιεστέρας ἀπόψεις διπλωματικῆς ἀναδιοργανώσεως, εἶναι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἥτις τοὺς καθυπαγορεύει κατὰ τὰς προσωπικὰς της ἐπιθυμίας. Εἰρήσθω ἐν παρενθέσει, δὲν ὑπάρχει ὁ μὴ ἀντιληφθεὶς ἀπὸ πολλοῦ ὅτι ὁ πολὺς ἀριθμὸς τῶν περὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ σταδίου νομοθετημάτων, ὅσα καθ’ ἑκάστην περίοδον εἰσάγονται ραγδαίως καὶ ραγδαιότερον ψηφίζονται, δὲν ἐξήχθησαν ἀπὸ τῆς κεφαλῆς τοῦ Διός, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς κεφαλῆς τῶν ὑπαλλήλων του, ἐξησκημένων εἰς τὴν τέχνην τῆς ἐπὶ τοῦ προϊσταμένου των ἐπιβολῆς. Εἶνε ἀκατανόητον νὰ καλούμεθα νὰ ἐπιψηφίσωμεν τοιαύτας σπατάλας χρημάτων ὅταν εὑρισκόμεθα εἰς τόσον δεινὰς ἡμέρας, εἰς ἀνάγκας ὑπερτάτας παντὸς εἴδους, ὅταν μοχθῶμεν τοσοῦτο ἐξευτελιστικῶς ἀνὰ τοὺς δύο κόσμους πρὸς εὕρεσιν δανείων, ὅταν ἀναζητῶμεν χρήματα ὅπως καὶ ὅπως, διότι χρῆμα δὲν ὑπάρχει, ὤ ἄνδρες Ἀθηναῖοι! Ὅταν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον κατασπαταλᾶτε τὰ δημόσια χρήματα, εἶνε μεγάλη γενναιότης ὑμῶν νὰ κρούητε τὰς θύρας ζητοῦντες νὰ εὕρητε χρήματα καὶ πάλιν, νὰ ἀνοίγητε τὴν παλάμην ἵνα σπείρητε χρήματα τὰ ὁποῖα ὁ πτωχὸς λαὸς σᾶς τὰ ἔδωκεν ἵνα ἔχητε τὴν παλάμην κλειστήν. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀπευθύνομαι πρὸς τίμιον καὶ ἠθικὸν ἄνδρα, καὶ τὸν ἐρωτῶ ἐν ὀνόματι τῆς τιμιότητος αὐτῆς, ἐὰν προέκειτο ἐκ τοῦ ἰδίου ὑμῶν θυλακίου νὰ δώσητε χρήματα, θὰ τὰ διενέμετε μετὰ τοσαύτης γενναιοδωρίας, εἰς τοὺς μὲν καὶ εἰς τοὺς δέ; Ἠθέλετε προβῇ εἰς τὴν πρᾶξιν αὐτὴν τοσοῦτο κλειστοῖς ὀφθαλμοῖς; Ἀδύνατον νὰ τὸ ἐπράττετε. Ἀλλὰ τότε σᾶς ἐρωτῶ. Διατὶ τὸ πράττετε εἰς βάρος τῶν χρημάτων ἡμῶν, εἰς βάρος τοῦ δημοσίου θησαυροῦ;
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§50Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Χαίρω διότι μοὶ δίδει ὁ κ. συνάδελφος τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀνασκευάσω ἀπαντῶν εἰς τὰ λεχθέντα καθόσον ἡ γενίκευσις ἥν ἠθέλησε νὰ δώσῃ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἀνταποκρίνεται οὔτε εἰς τὰ πράγματα οὔτε εἰς τὸν σκοπὸν πρὸς ὅν τείνει. Ὡμίλησεν ὁ κ. πληρεξούσιος ἀγνοῶ περὶ ποίας διασπαθίσεως χρημάτων περὶ ποίας γενναιοδωρίας τοῦ Δημοσίου Ταμείου καὶ ἀκούουσιν οἱ κ.κ. συνάδελφοι οἱ τυχὸν μὴ ἀναγνώσαντες τὸ νομοσχέδιον καὶ ἀκούει τὸ ἀκροατήριον ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ρίπτονται ἀπὸ τὰ παράθυρα τὰ χρήματα, διότι οὕτω νομίζει ὁ κ. πληρεξούσιος ὅτι πρέπει νὰ ἑρμηνεύῃ τὸ Νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ἰδού, κύριοι, περὶ τίνος πρόκειται. Ἐψηφίσθη ὑπὸ τοῦ πρώην καθεστῶτος νόμος ὑπὲρ ὡρισμένων μόνον καὶ φίλων προσώπων. Ἡ Πολιτεία προνομιακῶς ἠθέλησεν ὅπως αἱ διατάξεις τοῦ νόμου τούτου ἐφαρμόζωνται ὡρισμένως ἐπὶ ὡρισμένων ἀνωτάτων ὑπαλλήλων, ἀποκλεισθέντων πάντων τῶν ἄλλων οἵτινες ἀπήρεσκον εἰς τὸ καθεστὼς ἐκεῖνο. Τὸ ἀδίκημα τοῦτο σκοπεῖ νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον νὰ μὴ ἀφίσῃ ἄνδρας γηράσαντας εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους καὶ ὑπηρετήσαντας εἰς τὰς ὑπάτας βαθμίδας τῆς ὑπαλληλικῆς ἱεραρχίας εἰς τὴν πενιχρὰν σύνταξιν τῶν τριῶν ἤ τεσσάρων ἑκατοντάδων δραχμῶν, καὶ τὰς χήρας καὶ τὰ τέκνα αὐτῶν νὰ μὴ ἀφίσῃ εἰς τὴν πενίαν. Νομίζω ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν τὸ Κράτος νὰ δώσῃ ἕνα τεμάχιον ἄρτου τουλάχιστον εἰς τὰς χήρας ἐκείνων, οἵτινες συνετέλεσαν διὰ τῆς ἀφοσιώσεώς των νὰ προαχθῇ τὸ Κράτος εἰς ὅ σημεῖον εὑρίσκεται σήμερον.
§51Ν. ΓΕΡΜΑΝΟΣ. Νὰ ληφθῇ ἕν γενικὸν μέτρον, κ. Ὑπουργέ.
§52Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἡ χήρα καὶ ἡ θυγάτηρ τοῦ ἀντιστρατήγου πόσα λαμβάνει; Διατὶ αὐτὴ ἡ ἀνισότης;
§53Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Πόσον λαμβάνετε σεῖς, κ. Τσουκαλᾶ;
§54Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. 192 δραχμάς.
§55Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ λαμβάνω 243 δραχμὰς μετὰ 25ἐτῆ ὑπηρεσίαν.
§56Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπεν, ὅτι αὐτὴ ἦτο ἡ μόνη ἀπάντησις τὴν ὁποίαν μοὶ ἐπεφύλασσεν, ὁμολογουμένως ἄν δὲν ἦτο ἐπαρκὴς δὲν ἦτο οὐδὲ βραχεῖα ἡ ἀπάντησις.
§57Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Μὲ ἐρωτήσατε.
§58Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ εὐχαριστήσατε. Ἀλλ’ ἀπαντήσατε κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος μοὶ παρέχει περισσότερα ἔτι εἰς τὰς θεωρίας μου ἐπιχειρήματα. Διότι, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, ποίους ἐνομίσατε ὅτι ἦτο δυνατόν, ὁμιλῶν ἐνταῦθα ὅπως ὁμιλήσατε, νὰ ἀποπλανήσητε; Τὴν ἀντίληψιν τῶν κ. κ. συναδέλφων, ἤ τῶν ἀκροατηρίων εἰς τὰ ὁποῖα ἀποβλέπατε ὅταν ἐρρητορεύσατε περὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Εἴπατε ὅτι τὸ ὑμέτερον νομοσχέδιον σαφῶς ἐγένετο νοητὸν πρὸς τοὺς κ. κ. συναδέλφους ὅτι δὲν ἀφορᾷ ἤ ἐκείνους, δηλαδὴ τοὺς ὀλίγους ἐκείνους, ὅσοι ὑπηρέτησαν, ὡς πληρεξούσιοι καὶ ὡς Πρόεδροι Ὑπουργοὶ ἐπὶ ἕξ ἔτη ἐν τῷ βαθμῷ τούτῳ, ἐπὶ 30 δὲ ἔτη ὁλικῶς. Εἶναι οὗτοι ὀλίγοι; Ἄς ὑποθέσωμεν ὅτι εἰσὶν ὡς τοὺς λέγετε ὀλίγοι. Ἀλλὰ ὁ λόγος εἶνε τάχα περὶ τοῦ ὁπόσοι εἶναι; Ὄχι, κύριε Ὑπουργέ, μὲ συγχωρεῖτε, δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν εὐνοουμένων χάριν τῶν ὁποίων ἀδικεῖτε. Ἡ ἔννοια τοῦ δικαίου εἶναι ἀπόλυτος. Μία ἀδικία, ἢ πλείονες τὸ ἄτοπον εἰς ὅ περιπίπτετε εἶναι τὸ αὐτὸ ἀφ’ ἧς τὸ διαπράττετε. Μοὶ φαίνεσθε δὲ γενναιότεροι τοῦ δέοντος καὶ κακοὶ ὑπολογισταί. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ παρατηρήσω ὅτι, ἡ τὴν ὁποίαν ποιεῖσθε ἀπαρίθμησις τῶν εὐνοουμένων τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι ἀκριβής. Διότι δὲν εἶναι ὀλίγοι ἐκεῖνοι, οἱ καλούμενοι νὰ εἰσέλθωσι εἰς τὸν νυμφῶνα τὸν ὁποῖον ὑμεῖς τοῖς ἀνοίγετε. Δὲν εἶναι κανεὶς ἴσως καὶ σήμερον, δὲν θὰ εἶναι κανεὶς ὅσον οὔπω ἐκ τῶν ὑπαλλήλων τῆς διπλωματικῆς ὑπηρεσίας ἐν τῇ θέσει, ἤ ἐν τῷ ἐπιτίμῳ βαθμῷ ἤ τῷ τίτλῳ τοῦ πληρεξουσίου ἤ τοῦ Πρόσεδρου Ὑπουργοῦ ὅστις νὰ μὴ ἀριθμῇ τοὐλάχιστον 6 ἐτῶν τοιαύτην ὑπηρεσίαν. Εἰς τρόπον ὥστε οὐκ ἔσται ἀριθμὸς ὁσονούπω τῶν ὅσοι θὰ εἰσπράξωσι τὰ ἀγαθὰ τοῦ ὑμετέρου νομοσχεδίου, αὐτοὶ καὶ αἱ χῆραι των καὶ τὰ τέκνα των. Ὄχι, αὐτὸ δὲν ἐπιτρέπετε, κ. Ὑπουργέ. Καὶ δὲν δύναμαι νὰ φαντασθῶ οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ὅτι ἡ Ἐθνοσυνέλευσις εἶναι διατεθειμένη νὰ παρακολουθήσῃ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου εἰς τὸν κατήφορον τοῦ δοῦναι, δοῦναι, αἰωνίως δοῦναι. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Δὲν δύνασθε νὰ δημιουργήσητε ἐν τῇ δημοσίᾳ ὑπαλληλίᾳ τάξεις εὐνοουμένων, καὶ νὰ εἴπητε, ὅτι οἱ ὑπηρετήσαντες ἐν τῇ διπλωματικῇ ὑπηρεσίᾳ ἔχουσι περισσότερα προσόντα πρὸς ἀμοιβὰς καὶ συντάξεις τῶν ὑπηρετησάντων ἐν τῷ στρατῷ, ἐν τῷ ναυτικῷ, ἐν τῷ κλήρῳ ἤ ἐν ἄλλοις δημοσίοις σταδίοις. Ἕκαστος ἀφ’ ὅπου ἐτάχθη δικαιοῦται νὰ ἀξιοῖ ἴσον τὸν παρὰ τῆς πολιτείας σεβασμὸν τῆς εὐσυνειδησίας του. Προνόμια δὲν ὑπάρχουσιν εἰς τὰς τάξεις τῶν ὑπαλλήλων, οὐδὲ εἶναι ἀνεκτόν. Ὁμιλῶ περὶ ἐκείνης τῆς τάξεως τῆς ὑπαλληλικῆς ἄλλωστε, ἐν τῇ ὁποίᾳ καὶ ἐγὼ ἐλευκάνθην. Καὶ βλέπετε ὅτι τὸ ἐπιστρατεύειν κατὰ τῶν προνομίων αὐτῆς δι’ ἐμὲ εἶναι αὐτοθυσία. Ἀλλ’ εἶναι καὶ εὐσυνειδησία τὸ τοῦτο πράττειν, καὶ οὕτω λαλεῖν. Διὰ τοῦτο καὶ ὑμεῖς ἀποσύρατε τὸ νομοσχέδιον ὑμῶν. Δὲν εἶναι ἄξιον, κ. Ὑπουργέ, δὲν δύνασθε εἰς βάρος τοῦ πενομένου λαοῦ νὰ δημιουργήσητε προνομιούχους, ὅταν προχθὲς δὲν εἴχετε νὰ δώσητε πρὸς τοὺς παθόντας, πρὸς τοὺς ὑπὸ τῆς τυραννίας καταστραφέντας ἀπολύτως οὐδέν, καὶ τοὺς παρεπέμψατε νὰ ἀποζημιωθῶσι ἀπὸ τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας. Ποῖον περισσότερον δικαίωμα ἀπέναντι τοῦ Κράτους προβάλλουσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν οἰκογένειαι τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου σας, ὑπεράνω τῶν πενομένων οἰκογενειῶν τῶν ἄλλων ἐπίσης ἐντίμων λειτουργῶν τοῦ δημοσίου; Οἰκογένειαι τετιμημένων Προέδρων τοῦ Ἀρείου Πάγου, μεγάλων καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, δοξασάντων τὰ Ἑλληνικὰ γράμματα, ἀποδειξάντων καλλίτερον τῆς Ἑλληνικῆς διπλωματίας ὅτι ἀκμάζει τὸ Ἑλληνικὸν Γένος, καὶ ἀνθεῖ τὸ Ἑλληνικὸν πνεῦμα, ἀφέθησαν ὑπὸ τοῦ κράτους γλίσχρως εἰς τὸν ἐκ στερήσεων μαρασμόν, ἡ Πατρὶς δὲν ἔσχεν ἤ 225 δραχμὰς μηνιαίως διὰ τὴν μητέρα τοῦ συναδέλφου ἡμῶν κ. Χρηστομάνου, τὴν χήραν τοῦ περικλεοῦς σοφοῦ, δι’ ὅν ὑπερηφανεύθη ἡ Ἑλληνὶς ἐπιστήμη, καὶ ὑμεῖς, θαρραλέοι διαχειρισταὶ τῶν πτωχῶν Ἑλληνικῶν πόρων θαρσεῖτε νὰ δημιουργῆτε ἐπ’ αὐτῶν προνόμια ὑπὲρ τῆς γενεᾶς τῶν ψευδοτιτλούχων σας! Ἀκούετε ἐκεῖ. Σύνταξις ἐπὶ ἐξόδων παραστάσεως! Ἀλλὰ τότε δὲν βάλετε σύνταξιν καὶ ἐπὶ τῶν ὁδοιπορικῶν ἐξόδων; Αἴ, κύριοι, τὰ χρήματα τῆς γενναιοδωρίας σας δὲν τὰ ἐξάγετε ἐκ τοῦ θυλακίου σας, ἀλλ’ ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, δηλαδὴ ἐκ τοῦ θυλακίου ἡμῶν. Σᾶς τὸ ἀπαγορεύομεν. Ὀφείλετε νὰ ἀποσύρετε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐν ὀνόματι τῆς ὑπερηφανείας σας.
§59ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, Μάλιστα.
§60Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, αἱ περιστάσεις εἶναι τοιαῦται, ὥστε δὲν ἐπιτρέπουσι μακρὰς συζητήσεις. Παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον δι’ εὐθετώτερον χρόνον. Ἐπιφυλάσσομαι δ’ ἐν καιρῷ νὰ ὁμιλήσω εὐρύτερον ἐπ’ αὐτοῦ καὶ νὰ καταδείξω τὴν ἀνάγκην τῆς ψηφίσεώς του.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διδάκτρων καὶ τελῶν ἐμπορικῆς ἐκπαιδεύσεως».
§62Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Κύριε Πρόεδρε, ἔχω μίαν τροπολογίαν διὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον).
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κατασκευῆς τῆς παραλιακῆς λεωφόρου Παλαιοῦ Φαλήρου–Βουλιαγμένης»... Ἐπ’ αὐτοῦ ὁ κ. Ν. Γερμανὸς ἔχει τὸν λόγον.
§64Ν. ΓΕΡΜΑΝΟΣ. Ἐπανειλημμένως ἐζήτησα, κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας νὰ σταλῶσι μηχανικοί, ἐσταμάτησε τὸ χρῆμα διὰ κατασκευὴν ἀπαραιτήτων ὁδῶν καὶ ἐδῶ θέλομεν νὰ ψηφίσωμεν νομοσχέδιον περὶ τῆς λεωφόρου Βουλιαγμένης, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἄλλοι ὑπάλληλοι πεινῶσι καὶ ἐργαζόμενοι ἐπὶ πολὺ δὲν ἀπολαμβάνουσι ὅπως πρέπῃ καὶ δι’ αὐτὸ διαμαρτύρομαι.
§65Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ὁ κ. συνάδελφος ἔχει τὴν ἰδέαν ὅτι δὲν ἀνέγνωσε τὸ νομοσχέδιον, κατὰ τοῦ ὁποίου τόσον καταφέρεται. Εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν τὸ ἀνέγνωσεν. Εἶναι ἀληθὲς καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, ὅτι δὲν ἔχει ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας ἐπαρκεῖς μηχανικούς. Ἐκτὸς τούτου τὸ Κράτος δὲν δύναται σήμερον νὰ καταθέσῃ τὰ ἀπαιτούμενα κεφάλαια πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν. Προσθέτω καὶ τρίτον, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι καὶ οἱ ἀναγκαῖοι ἐργάται διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν δημοσίων ἔργων. Τούτου ἕνεκα ὅλα τὰ ἔργα τὰ δημόσια εὑρίσκονται σχεδὸν ἐν στασιμότητι. Πρωτίστως δ’ ἐγὼ ἀναγνωρίζω ὅτι ὑπερτάτη ἀνάγκη ὑπάρχει διὰ πολλὰς ὁδοὺς καὶ ἐν γένει διὰ τὴν ὁδοποιΐαν τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο εἰσηγήθην εἰς τὴν Συνέλευσιν τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὰς ὁδοὺς τῶν Δήμων καὶ Κοινοτήτων καθιερουμένων εἰδικῶν πόρων παρὰ τούτων παρεχομένων. Ὡς πρὸς τὴν ὁδὸν Βουλιαγμένης ὀφείλω νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ εἰς τὸν κ. συνάδελφον ἰδιαιτέρως, ὅτι ἡ ὁδὸς αὐτὴ μετ’ ἄλλων τινῶν συνεπείᾳ συμβάσεως ἔχει δοθῆ πρὸς κατασκευὴν εἰς ξένην ἑταιρείαν, ἡ ὁποία ἔχει ἀναλάβει τὴν κατασκευὴν ὁδῶν ἐν συνόλῳ ἀξίας 10.000.000. Μεταξὺ αὐτῶν περιλαμβάνεται καὶ ἡ ὁδὸς Βουλιαγμένης, τῆς ὁποίας ἡ ἐκτέλεσις δὲν δύναται νὰ σταματήσῃ, διότι τὸ Κράτος ἔχει ἀναλάβει διὰ τῆς συμβάσεως ὑποχρεώσεις ἀπέναντι ξένου οἴκου.
§66Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Πότε ἐγένετο ἡ σύμβασις;
§67Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Πρὸ καιροῦ. Ἀλλὰ προσθέτω καὶ ἄλλο τι. Τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ συζητηθῇ, δὲν ἀφορᾷ κἄν τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ, ἀλλὰ κανονισμὸν ἀποζημιώσεων δι’ ἀπαλλοτριώσεις γενομένας ἤδη καὶ διὰ τὰς ὁποίας ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς δίκαι πάμπολλαι, ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως σχετικοῦ νόμου. Ἐπὶ πλέον δι’ αὐτοῦ προβλέπεται καὶ ὡς πρὸς τὰς ἀποζημιώσεις μελλουσῶν ἀπαλλοτριώσεων διὰ τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν ἤθελεν ἀποφασισθῆ ἡ εὔρυνσις τῆς ὁδοῦ καὶ ὡς πρὸς τὸ μέρος αὐτῶν τὸ ἐκτεινόμενον πέραν τῆς οἰκίας Καπνέση, ὅπερ ἤδη ἔχει πλάτος μόνον ὀκτὼ μέτρα, ἐνῷ τὸ πρὸ τῆς οἰκίας ταύτης εἶναι 4 καὶ λαμβάνοντες πρόνοιαν ὡς πρὸς τὸν κανονισμὸν τῶν ἀποζημιώσεων τούτων ὅπως μὴ τὸ Δημόσιον ὑποστῇ λόγῳ τῆς ἀνοίξεως τῆς ὁδοῦ ἐπελευσομένην αὔξησιν τῆς τιμῆς τῶν ἀποζημειωτέων ἐκτάσεων εἰς βάρος του. Ἀνεξαρτήτως ἑπομένως τῶν ὅσων ἐξέθεσα ὡς πρὸς τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ Κράτους λόγῳ τῆς συμβάσεως διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ τὸ νομοσχέδιον δὲν ἀφορᾷ ταύτην ἀλλὰ τὸν κανονισμὸν ἁπλῶς τῶν πληρωτέων ἀποζημιώσεων.
§68Κ. ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐτέθη ἡ ἀρχὴ νὰ ψηφισθῶσι ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπολύτως ἐπείγοντα καὶ τῶν ὁποίων ἡ ἀναβολὴ θὰ ἔφερε βλάβας καὶ ζημίας. Φρονῶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτό, τὸ ὁποῖον φέρεται ὡς ἐπεῖγον, δὲν εἶναι πράγματι ἐκ τῶν ἐπειγόντων, διότι καὶ ἄν δὲν κατασκευασθῇ τώρα ἡ ὁδὸς Βουλιαγμένης, δὲν θὰ φέρῃ ζημίαν. Εἶναι μία ὁδὸς πολυτελείας, ἡ ὁποία δὲν θὰ φέρῃ καμμίαν ζημίαν. Ἔχω δ’ ὑπ’ ὄψει μου τὴν δαπάνην ἡ ὁποία θὰ ἀπαιτηθῇ πρὸς κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ αὐτῆς καὶ συγκρίνω ταύτην πρὸς τὴν δαπάνην ἡ ὁποία εἶναι ἀναγκαία, διὰ τὴν κατασκευὴν ἀναγκαιοτάτων ὁδῶν, ὡς εἶναι εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ἠλείας, καὶ διὰ τῆς ὁποίας δὲν ἐδαπανήσατε οὐδὲ ἓν λεπτόν. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ἓν ἔγγραφον ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πρὸς τὴν διεύθυνσιν μηχανικοῦ Ἀχαϊοήλιδος διὰ τοῦ ὁποίου παρήγγειλε νὰ δαπανηθῶσι 15.000 δραχμαὶ διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ὁδῶν τῆς Ἠλείας ἐν ἀντιθέσει πρὸς 57.000 δραχμ. αἱ ὁποῖαι εἶχον δοθῇ προηγουμένως καὶ εἶχον καταστραφῇ αἱ συγκοινωνίαι.
§69Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἔχω νὰ σᾶς εἴπω τὸ ἑξῆς, σχετικῶς μὲ ὅλα τὰ ὑπὸ ἐκτέλεσιν ἔργα ἐπειγούσης ἀνάγκης, ὅτι παρέχονται ὅλαι αἱ ἀναγκαῖαι δαπάναι.
§70Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ Βουλιαγμένης πρόκειται. Ἐπιτρέψατέ μοι δύο λέξεις. Ἐλέχθη ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν δύναται νὰ εἶναι ἐπεῖγον. Ἐγὼ φρονῶ ἐὰν νομοσχέδια τινα ὀφείλουσι νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἐπείγοντα, ἕν ἐξ αὐτῶν εἶναι καὶ αὐτό. Ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἠλείας ὡς καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι συνάδελφοι, βεβαίως ἔχουν δίκαιον, ὅτι πρέπει νὰ ἐξοικονομηθῶσιν αἱ ἀνάγκαι τῶν ἐπαρχιῶν, ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, ὑπάρχει τὶ ὀρθώτερον τούτου, τοῦ ὅτι διὰ νὰ γίνῃ κἄτι τι, πρέπει νὰ γίνῃ ἀρχὴ τοῦ πράγματος αὐτοῦ; Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν ὅλα τὰ πράγματα μαζύ. Ἐκτὸς ὅμως αὐτοῦ ἤθελον παρακαλέσει τοὺς κ. κ. συναδέλφους νὰ λάβωσι καὶ τοῦτο ὑπ’ ὄψει. Βεβαίως ἕκαστος μάχεται pro domo Inv, ἀλλ’ οἶκος αὐτῶν εἶναι καὶ ὁ οἶκος τῶν Ἀθηνῶν. Ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν ἔχει μεγάλην ζωὴν καὶ ἡ ζωὴ αὐτὴ δὲν εἶναι Ἀθηναϊκὴ μόνον, εἶναι πανελλήνιος. Αὐτὸ πρέπει νὰ ἐννοηθῇ ὅτι Ἑλλὰς ἄνευ μεγάλης καὶ ὡραίας πρωτευούσης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ. Ἀφίσατε νὰ κατασκευασθῶσι μερικαὶ ὁδοὶ αἱ ὁποῖαι εἶναι πνεύματος καὶ ἀρτηρίαι διὰ τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Κράτους. Ἡ πρωτεύουσα τοῦ Κράτους ἔχει ἀνάγκην ἐξωραϊσμοῦ διότι ἐξωραΐζεται ὁλόκληρος ἡ Ἑλλάς, καὶ διὰ νὰ ἐξωραϊσθῇ ἔχει ἀνάγκην μεγάλων ἀρτηριῶν. Δι’ αὐτὸ ἐγὼ δὲν ἔχω παρὰ νὰ συγχαρῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος ἐμερίμνησε περὶ τῆς ὁδοῦ αὐτῆς.
§71Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ὑποβάλλεται ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πρὸς ἐκτέλεσιν δύο νόμων ὑπαρχόντων. Πρόκειται περὶ διακανονισμοῦ λεπτομερειῶν τινῶν, εὐχῆς δὲ ἔργον θὰ ἦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, ὁ ὁποῖος ἔλαβε τὴν πρόνοιαν νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ διὰ τὰς ὑπολοίπους ἀνάγκας τοῦ Κράτους.
§72Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἡ ἐγερθεῖσα περὶ τοῦ νομοσχεδίου διαφωνία νομίζω ὅτι ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἐμελέτησε τὸ νομοσχέδιον, διότι ἄλλως δὲν θὰ ἐγεννᾶτο καμμία διαφωνία. Διότι τὸ νομοσχέδιον, ὅπως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπανέλαβεν, ἀφορᾷ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν ἤδη ὑπαρχουσῶν ζημιῶν τῶν ἤδη ἀπαλλοτριωθέντων κτημάτων καὶ ἑπομένως δὲν βλέπω διατί νὰ γίνεται συζήτησις. Αὐτὸς ὁ τρόπος βεβαίως τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου εἶναι τοιοῦτος ὥστε πολλοὺς ἐξ ἡμῶν νὰ παρασύρῃ εἰς τὸ νὰ σκεφθῶμεν πράγματα τὰ ὁποῖα δὲν θὰ λάβωσι χώραν. Ἀλλ’ εἶναι ἡ κατάστασις τοιαύτη, ὥστε νὰ μᾶς δικαιολογῇ. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ ἀφίσω ἀδιαμαρτύρητον εἶναι ἡ τάσις ἢ μᾶλλον ἡ βία τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου. Ὁπωσδήποτε διαμαρτύρομαι διὰ τὴν τοιαύτην τάσιν καὶ συνιστῶ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου.
§73Ν. ΓΕΡΜΑΝΟΣ. Δὲν ἔχομεν μελετήσει τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ ὁ τρόπος καθ’ ὃν εἰσάγεται δὲν εἶναι καλός. Ὁ τίτλος μᾶς ἔδωσε ἀφορμὴν νὰ ἴδωμεν. Ἀλλὰ τώρα ἀφοῦ ἐλάβαμεν γνῶσιν τοῦ νομοσχεδίου, βλέπομεν ὅτι ἀναλαμβάνει δαπάνας διὰ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν. Ἑπομένως δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι κανονίζεται καὶ ὁ τρόπος τῆς ἀπαλλοτριώσεως, ἀλλὰ ἀναλαμβάνει δαπάνας.
§74Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Νομίζετε ὅτι θὰ πληρώσῃ τὸ Δημόσιον ἀφοῦ πάρῃ τὴν περιουσίαν τοῦ ἄλλου.
§75Ν. ΓΕΡΜΑΝΟΣ. Εἴχομεν τὴν ἀξίωσιν νὰ μὴ πληρώσῃ τὸ Δημόσιον δαπάνας περὶ λεωφόρου πρὶν λάβωμεν γνῶσιν. Ἐπαναλαμβάνω, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἐφ’ ὅσον τὸ Δημόσιον θὰ ὑποστῇ δαπάνας διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς λεωφόρου αὐτῆς καὶ ἐφ’ ὅσον τὸ Δημόσιον δὲν ἐμερίμνησε διὰ τὴν κατασκευὴν ὁδῶν, αἵτινες εἶναι ἀναγκαιόταται εἰς τὰ ἄλλα μέρη, ἡ λεωφόρος αὐτὴ εἶναι μία πολυτέλεια, ἡ ὁποία δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ.
§76Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἡ κατασκευὴ τῆς ὁδοῦ αὐτῆς ὀφείλεται εἰς σύμβασιν, τὴν ὁποίαν κατήρτισε τὸ Κράτος μετὰ Ἀμερικανικῆς ἑταιρείας. Ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ κατασκευασθῇ. Κατασκευαζομένης δὲ τῆς ὁδοῦ αὐτῆς κατ’ ἀνάγκην γίνεται καὶ ἀπαλλοτρίωσις οἰκοπέδων καὶ δι’ αὐτὸ εἶναι ἀνάγκη αἱ ἀπαλλοτριώσεις αὐταὶ νὰ πληρωθῶσι καὶ πρέπει νὰ κανονισθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως, διότι ὑπάρχουν πάμπολλαι δίκαι ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων καὶ ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως νόμου ἀκριβῶς, τὸ Δημόσιον κατεδικάσθη καὶ ἐπλήρωσε πολὺ περισσότερα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπλήρωνεν, ὥστε ἡ ἐκτίμησις τῶν ἀπαλλοτριουμένων οἰκοπέδων νὰ γίνῃ ἀπὸ τώρα, διότι βραδύτερον, κατασκευαζομένης τῆς ὁδοῦ θὰ αὐξηθῇ ἡ τιμὴ τῶν οἰκοπέδων καὶ ἄν τελειώσῃ ἡ ὁδὸς βραδύτερον θὰ πληρώσωμεν πολλὰ περισσότερα. Ἑπομένως κατόπιν τῶν λόγων αὐτῶν νομίζω ὅτι δὲν δύνασθε νὰ στηρίζετε ἀναβολήν.
§77ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Πότε ἀπεφασίσθη νὰ γίνῃ δρόμος;
§78Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Πρὸ δύο ἐτῶν καὶ κατόπιν συμβάσεως μεταξὺ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἀμερικανικῆς ἑταιρείας.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Ἀργυρόπουλος ἔχει τὸν τὸν λόγον.
§80Π. Ι. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ σύμβασις ἡ ὁποία ἀναμφισβητήτως ἐγένετο διὰ τὴν ὁδὸν αὐτὴν καὶ καθ’ ὅν τρόπον ἐγένετο δὲν εἶναι σύμβασις δεσμεύουσα τὸ Δημόσιον. Ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα ἐγένετο καὶ σημαντικὰ ποσὰ ἐδαπανήθησαν καὶ ἤδη τίθεται τὸ ζήτημα καὶ τὸ ἐρώτημα. Συμφέρει τὸ κεφάλαιον αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐδόθη διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ αὐτῆς, συμφέρει τὸ κεφάλαιον ν’ ἀπομείνῃ πρᾶγμα νεκρόν, ἤ συμφέρει ἡ ἐξακολούθησις τῆς ἐργασίας; Ἄν ἡ ὁδὸς αὐτὴ ἦτο ἀναγκαία ἤ ὄχι εἶναι ἄλλο ζήτημα. Βεβαίως θὰ ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ ἡ συντήρησις ἄλλων ὁδῶν σημασίας, ὅπως εἶναι ἡ ὁδὸς Ἀθηνῶν–Πειραιῶς, ὁπόθεν διέρχεται ὅλον τὸ ἐμπόριον ἀπὸ Πειραιῶς εἰς Ἀθήνας καὶ ἐν τούτοις ἡ ὁδὸς αὐτὴ εἶναι εἰς ἀθλίαν, ἀθλιεστάτην κατάστασιν. Ἀλλ’ ὅπωσδήποτε τὸ πρᾶγμα ἐγένετο καὶ ὁ σκοπὸς τῆς ὁδοῦ αὐτῆς εἶναι χρήσιμος, διότι πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει ὅτι πρόκειται περὶ τῆς πρωτευούσης τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ ὅτι ἡ πρωτεύουσα αὐτὴ δὲν ἔχει μίαν ὁδὸν τοιαύτην εἰς τὴν ὁποίαν νὰ δύνανται οἱ Ἀθηναῖοι νὰ ἀνανεώσουν καθαρὸν ἀέρα. Καὶ ὁ σκοπὸς τῆς πολυτελείας ἀκόμη εἶναι δικαιολογημένος. Πρόκειται περὶ πρωτευούσης Βασιλείου. Δὲν βλέπω διατὶ μία ὁδὸς τοιαύτη, παραλιακὴ δὲν εἶναι χρήσιμος δι’ αὐτὴν τὴν παράστασιν τῆς πρωτευούσης. Ἀναμφισβητήτως ἡ σύμβασις ἦτο κακίστη, ἀλλ’ ἡ σύμβασις ἐγένετο καὶ τὸ Δημόσιον θὰ ὑποστῇ πολὺ μεγαλειτέραν ζημίαν ἄν ἀφήσῃ τὴν ὁδὸν αὐτήν, καὶ ἄν συνεχίσῃ τὴν ἐργασίαν. Ἐγὼ ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως βλέπω καὶ ἀντιλαμβάνομαι τὸ πρᾶγμα. Ἡ σύμβασις βεβαίως εἶναι κακίστη, καθ’ ὅν τρόπον ἐγένετο. Ἄν νομίζῃ τὸ Ὑπουργεῖον ὅτι συμφέρει περισσότερον νὰ πληρώσῃ τὴν ἀποζημίωσιν ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον τὸ Δημόσιον νὰ συνεχίσῃ μόνον του διὰ τῶν Δημοσίων Ἔργων, τότε βεβαίως δὲν θὰ εἶχον καμμίαν ἀντίρρησιν, ὅτι θὰ ὑποστῶμεν ὀλιγωτέρας δαπάνας. Ἀλλὰ νὰ ἐγκαταλειφθῇ τὸ ἔργον νομίζω ὅτι δὲν θὰ εἶναι ὀρθὸν καὶ ὅτι πρέπει τὸ κεφάλαιον ν’ ἀποδώσῃ.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Κρεμέζης ἔχει τὸν λόγον.
§82Δ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ὑποστηρίζεται ὅτι ἡ ὁδὸς αὕτη εἶναι πολυτέλεια διὰ τὴν πρωτεύουσαν. Ἡ ὁδὸς Φαλήρου–Βουλιαγμένης δὲν γίνεται διὰ τὰ αὐτοκίνητα τῶν πλουσίων. Ἡ ὁδὸς αὐτὴ γίνεται διὰ τὴν ἐργατικὴν τάξιν, ἰδίως τοῦ Πειραιῶς, ἡ ὁποία θὰ ἑορτάσῃ μὲ τὴν ἐπέκτασιν τοῦ τρὰμ μέρος διὰ ν’ ἀναπνεύσῃ καθαρὸν ἀέρα, τὸν ὁποῖον σήμερον εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀναπνεύσῃ. Κάνετε πολὺ κακά, κ. συνάδελφοι τῶν ἐπαρχιῶν, νὰ ἐπιτίθεσθε, διότι κατὰ τὸ πλεῖστον θὰ πηγαίνωσι πτωχοί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν αὐτοκίνητον διὰ νὰ ἀναπνεύσωσιν ὀλίγον καθαρὸν ἀέρα.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Στράτος ἔχει τὸν λόγον.
§84Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Φρονῶ ὅτι εὐλόγως παραπονοῦνται οἱ κ.κ. πληρεξούσιοι τῶν ἐπαρχιῶν, ὁσάκις βλέπωσι νὰ λαμβάνηται κατὰ προτίμησιν μέριμνα διὰ τὴν πρωτεύουσαν. Ἀλλ’ ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει πρόκειται περὶ συγκοινωνιακῆς ἀνάγκης τῆς πρωτευούσης. Τὰ παράπονα δὲν δύνανται νὰ λείψωσι παρὰ μόνον ὅταν, περατουμένου τοῦ ἐθνικοῦ ἀγῶνος, θὰ κατορθωθῇ διὰ τῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ τῆς ἀποκεντρώσεως ν’ ἀνατίθηνται τὰ δημόσια ἔργα τῶν ἐπαρχιῶν εἰς τὰ οἰκία ἐπαρχιακὰ συμβούλια, διατιθεμένων τῶν πόρων ἑκάστου νομοῦ ἀποκλειστικῶς διὰ τὰς τοιαύτας ἀνάγκας αὐτοῦ. Μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης θὰ προτιμῶνται αἱ ἐπαρχίαι αἱ ἔχουσαι ἐπικρατεστέρους ἀντιπροσώπους, ἐν τῇ Βουλῇ, τοὐτέστι Πρωθυπουργοὺς καὶ Ὑπουργούς. Προκειμένου περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, πρόκειται ὄντως μόνον περὶ ρυθμίσεως δαπανῶν διὰ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν οἰκοπέδων, ἥτις πρέπει νὰ γίνῃ πρὸς πρόληψιν ζημιῶν τοῦ Δημοσίου. Τῆς ἐν Αἰτωλοακαρνίᾳ ὁδοῦ Ἀγρινίου Ἁγίου Πλασίου–Καρπενησίου, ἡ δαπάνη προϋπελογίσθη εἰς δέκα τέσσαρα ἑκατομμύρια καὶ ζητῶ νὰ κατατεθῇ ἡ σύμβασις ἵνα ἀποδειχθῇ ὑπὸ τίνας ὅρους ἐκχωροῦνται τοιαῦτα ἔργα εἰς τοὺς ἀλλοδαπούς.
§85Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Αἱ γενικαὶ παρατηρήσεις αἱ γενόμεναι παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας συναδέλφου, εἶναι πολὺ γνωσταὶ καὶ εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ ἐκτὸς ταύτης. Γνωστὸν δ’ ἐπίσης καὶ τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Κυβέρνησις περὶ αὐτοδιοικήσεως τῶν περιφερειῶν· ἀπαρχαὶ δ’ ἐφαρμογῆς, δύναμαι νὰ εἴπω, τοιούτου προγράμματος ἀποτελεῖ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ συζητηθῇ εἰς πρώτην κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν «περὶ συγκοινωνίας τῶν δήμων καὶ κοινοτήτων καὶ κατασκευῆς καὶ συντηρήσεως τῶν ἀναγκαίων πρὸς τοῦτο ὁδῶν». Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὡς θὰ ἴδωμεν, δημιουργοῦνται, τῇ πρωτοβουλίᾳ τῶν δήμων καὶ κοινοτήτων, εἰδικοὶ πόροι, οἵτινες καὶ κατατίθενται πρὸς τοῦτο ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὅπως χρησιμεύσωσι διὰ τὴν ἐν αὐτοῖς καὶ μεταξύ των συγκοινωνίαν, ὡς πρὸς τὴν ὁποίαν καθιεροῦται ὡς πλήρης τούτων αὐτοτέλεια, τοῦ Κράτους ἁπλῶς συνεπικουροῦντος. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύμβασιν καὶ τὰς ὡς πρὸς ταύτην πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, αὕτη ἔχει δημοσιευθῇ εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἶναι γνωστή. Πρόκειται περὶ συμβάσεως καταρτισθείσης ἐν Παρισίοις, διὰ τῆς ὁποίας παρεχωρήθη ἡ ἐκτέλεσις ἔργων ἀξίας δέκα ἑκατομμυρίων εἰς ξένην ἑταιρείαν ἀγγλικήν. Ἡ σύμβασις ἐγένετο ἐπὶ τῆς πρὸ τῆς πρώτης Νοεμβρίου 1920 Κυβερνήσεως, ἥτις ὤφειλε νὰ καθορίσῃ τὰ ἐκτελεστέα ἔργα καὶ παραδώσῃ τὰς σχετικὰς μελέτας δι’ ἔργα πρὸς ἐκτέλεσιν, εἴτε διότι τῇ παρεμβάσει ἐνδιαφερομένων ἠθελήθη νὰ παραχωρηθῶσιν εἰς ἐκτέλεσιν ἔργα δι’ ἅ δὲν ὑπῆρχον πλήρεις μελέται, εἴτε δὲν γνωρίζω ἐκ τίνος λόγον ἐπῆλθε σχετικὴ βραδύτης περὶ τὴν ἔναρξιν· τὰ εἰς ἐκτέλεσιν δοθέντα ἔργα εἶναι ὁδοὶ εἰς τοὺς νομοὺς Αἰτωλίας–Ἀκαρνανίας καὶ Ἀρκαδίας καὶ ἡ ἀπὸ Φαλήρου εἰς Βουλιαγμένην ὁδός. Ἡ σύμβασις ὑφίσταται καὶ αὐτὰ εἶναι τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἐκτελεσθῶσιν συνεπείᾳ τούτων καὶ τῶν ὁποίων ἐξακολουθῇ ἡ κατασκευή.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Παπαζαχαρίου ἔχει τὸν λόγον.
§87Α. ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ. Δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον ἐὰν δὲν ἐγνώριζον πῶς ἐψηφίσθη ἡ σύμβασις αὕτη ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Διὰ τοῦτο πάντες ἀνέμενον ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπὸ τὸν Λαόν, δὲν θὰ ἠκολούθει τὰ βήματα τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐπειδὴ δὲν εἶχεν τὴν ἀγάπην τοῦ Λαοῦ, προσηλώθη εἰς τὴν ξένην δημοσιογραφίαν καὶ τὴν ἀγάπην τῶν φίλων, ἐννοεῖται πληρώνουσα ἁδρὰ εἰς αὐτούς, διὰ νὰ φημίζεται ἀνὰ τὴν Εὐρώπην καὶ παρὰ τοῖς ξένοις διότι αἱ ἰδικαί μας ἐφημερίδες ἐλάμβανον ὅσα ἐδημοσίευον αἱ Εὐρωπαϊκαὶ ἐφημερίδες, καὶ οὕτω ἐξυψοῦτο ὁ περίφημος Μεσσίας. Εἰς τὸν νομόν μας ὅμως οἱ Ἄγγλοι καὶ οἱ Γάλλοι διὰ στρατιωτικούς των σκοποὺς μᾶς ἔκαμον ὁδοὺς τινάς, αἱ ὁποῖαι ἤθελον μόνον συντήρησιν καὶ τινὲς τῶν ὁποίων ἔχουσιν ἀνάγκην μιᾶς ἁπλῆς στρώσεως. Παρεκαλέσαμεν λοιπὸν ἡμεῖς οἱ Βουλευταὶ Θεσσαλονίκης τὸν τότε Ὑπουργὸν κ. Παπαναστασίου νὰ ἐγκρίνῃ μικροδαπάνην, ἵνα ἐπιστρωθῶσι καὶ αὗται, καὶ τίποτε δὲν ἔκαμε καὶ τώρα τὸ Κράτος εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ κάμῃ αὐτὰς ἐξ ἀρχῆς. Διότι βεβαίως, κύριοι, ὅταν ἡ Μακεδονία ὁλόκληρος πληρώνῃ ἐγγείους φόρους 35.000.000 δραχμ., ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ ἔχῃ καὶ δρόμους. Διὰ νὰ ἐννοήσητε ἔχω πίνακα, ὁ ὁποῖος ἐμφαίνει κατὰ χιλιόμετρον ποία εἶναι ἡ ἀναλογία τῶν ὁδῶν, τὰς ὁποίας ἔχει ἡ Παλαιὰ Ἑλλάς. Ὁ πίναξ οὗτος εἶναι ἐπίσημος, ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον. Ἡ Παλαιὰ Ἑλλὰς ἔχει περίπου 7000 χιλιόμετρα, ἡ Ἤπειρος 204, ἡ Κρήτη 412, αἱ Ἰόνιοι 609, ἡ Μακεδονία 222. Ἐκ τῶν τετραγωνικῶν χιλιομέτρων συνάγεται ἀναλογία τῶν ὁδῶν τῶν κατεσκευασμένων καὶ κατασκευασθησομένων. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ κάποια μέριμνα καὶ περὶ κατασκευῆς ὁδῶν εἰς τὴν Μακεδονίαν, καὶ περὶ συντηρήσεως τῶν ὑπαρχουσῶν, ἵνα μὴ καταστραφῶσι καὶ αὗται τελείως.
§88Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι κατεπεῖγον καὶ πρέπει νὰ ψηφισθῇ. Ἀλλὰ διὰ νὰ παύσωμεν τὴν ἀερολογίαν πρέπει νὰ εἴπωμεν δύο λέξεις· ὅτι ἡ κατάστασις τῶν ὁδῶν τῆς Ἑλλάδος εἶναι φρικτή, διότι καθ’ ὅλον τὸ διάστημα παρέμειναν αἱ ὁδοὶ ἄνευ συντηρήσεως. Πρέπει νὰ σπεύσωμεν νὰ ψηφίσωμεν καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 146 νομοσχέδιον οὕτως, ὥστε ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπισκευὴν τῶν ἀπαραιτήτων ὁδῶν.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι. Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη). (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσόντων καὶ καθηκόντων τῶν λειτουργῶν τοῦ Φρενοκομείου Κερκύρας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ ἀποκαταστάσεως ἐποίκων τῆς Ἐποικιστικῆς Ὑπηρεσίας νόμων». Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκει).
§90ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Δεκτόν. Δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 1ον ἄρθρον (ἀναγινώσκονται δὲ καὶ ψηφίζονται καὶ τὰ ἄρθρα 5 καὶ 6).
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7. (Ἀναγινώσκεται) Ἐπ’ αὐτοῦ ὁ κ. Χρηστομᾶνος ἔχει τὸν λόγον.
§92Α. ΧΡΗΣΤΟΜΑΝΟΣ. Ἡ εʹ παράγραφος τοῦ ἄρθρου τούτου προσμετρᾷ τὸν χρόνον τῶν σπουδῶν τῶν ὑπαλλήλων τοῦ ἐποικισμοῦ ὡς χρόνον συντάξεως. Τὶ χρειάζεται τοῦτο;
§93Κ. ΤΕΡΤΙΠΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Πάντες οἱ ὑπηρετήσαντες εἰς σχολὰς δαπάναις τοῦ Δημοσίου ἔσχον τὸ εὐεργέτημα αὐτό, ὥστε ὁ χρόνος τῶν σπουδῶν των νὰ θεωρῆται ὡς ὑπηρεσία.
§94Α. ΧΡΗΣΤΟΜΑΝΟΣ. Καὶ ἡμεῖς ἐσπουδάσαμεν εἰς σχολάς. Ἀκριβῶς δὲ διότι ἐσπούδασαν δαπάναις τοῦ Δημοσίου δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ θεωρηθῇ ὁ χρόνος αὐτῶν ὡς συντάξιμος. Αὐτὸ τὸ μικρὸν ἄρθρον ἔχει τὴν αὐτὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ Νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Εἶναι μία ἀηδὴς λύσις δημοσίου χρήματος, εἶναι διάταξις, ἡ ὁποία οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν μὲ τὸ θέμα τοῦ Νομοσχεδίου. Ἐπίσης τοῦτο παρατηρῶ ὅτι τὸ ἄρθρον τὸ προηγούμενον, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη, ὁρίζει τὴν δαπάνην ἄνευ δημοπρασίας. Διατὶ ἄνευ δημοπρασίας;
§95Κ. ΤΕΡΤΙΠΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας.). Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ διαγραφῇ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 7.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ὅπως ἡ Συνέλευσις ψηφισθῇ;
§97ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Δεκτόν. Δεκτόν. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον).
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις. Ἡ Συνέλευσις ἀποδέχεται. Τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 7 διαγράφεται. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 7 ὡς ἐτροποποιήθη ὡς καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κανονισμοῦ τῶν ἀποδοχῶν τῶν προαγομένων μελῶν τῆς Ναυτικῆς Βρεττανικῆς Ἀποστολῆς». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀπαλλοτριώσεως κτημάτων πρὸς ἵδρυσιν μονίμων συμμαχικῶν νεκροταφείων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ Νόμου ΓΥΜΣΤʹ περὶ ταχυδρομικῶν ταμιευτηρίων, ὡς οὗτος ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ Νόμου 495». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ Νόμου 2358 περὶ συμπληρώσεως τοῦ Νόμου 1979 τῆς 28ης Ἰανουαρίου 1920 περὶ ἱδρύσεως ἀντιφυματικῶν ἰατρείων νοσοκομείων, ἀναρρωτηρίων καὶ ὀρεινῶν θεραπευτηρίων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Νόμου 2143 περὶ χορηγήσεως ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δανείου πρὸς τοὺς ἐκ Μ. Ἀσίας πρόσφυγας ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τοῦ Κράτους». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς ἐν ἄρθρῳ 7 τοῦ Νόμου 1222 προθεσμίας πρὸς ἀπόκτησιν ἀδείας ἀσκήσεως τοῦ ἰατρικοῦ ἐπαγγέλματος ἐν ταῖς Νέαις Χώραις». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαλύσεως ἐργολαβικῶν ἐκτελέσεων Δημοσίων καὶ λοιπῶν ἔργων συνομολογηθεισῶν μέχρις τέλους Μαρτίου 1921 καὶ ἀναθεωρήσεως τῶν τιμῶν τῶν ὑφισταμένων ἐργολαβιῶν καὶ τῶν ἐπαναλειφθησομένων ἐφεξῆς τοιούτων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συντηρήσεως τοῦ ἐντὸς τῶν πόλεων τμημάτων ἐπαρχιακῶν καὶ δημοτικῶν ὁδῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐξόδων παραστάσεως διοικητῶν μονάδων καὶ στρατιωτικῶν διοικητῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως ἀτμοπλοϊκῶν συμβάσεων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ νόμου 2612, περὶ συνδικάτου Τραπεζῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσελεύσεως πρὸς κατάταξιν εἰς τὸν ἐνεργὸν στρατόν, τῶν ἐν τῷ πίνακι Βʹ. τῆς μονιμοποιήσεως ἐγγεγραμμένων ἐφέδρων ἀξιωματικῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κατασκευῆς καὶ συντηρήσεως δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν ὁδῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως τοῦ χρόνου τῶν νομοπαρασκευαστικῶν Ἐπιτροπῶν καὶ ἀνασυγκροτήσεως αὐτῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ δημοσίας ἀτμοπλοϊκῆς συγκοινωνίας τῶν νήσων τῶν Κυκλάδων καὶ τοῦ Αἰγαίου». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον).
§99Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν μετὰ τὸ φαγητόν.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 10.30′ μ.μ.
(ὥρα 9.10′ μ.μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(ὥρα 11.20′ μ.μ.)
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ἐξακολούθησις τῆς αʹ κατ’ ἄρθρον συζητήσεως τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ φορολογίας τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς». Ἐπ’ αὐτοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§102Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὀφείλω, κύριοι, νὰ παρατηρήσω ὅτι ἡ ἀντίδρασις τὴν ὁποίαν παρετήρησα χθὲς τὸ βράδυ, ὅτι ὑπάρχει ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου μὲ ἐξέπληξε καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἐξηγήσω τὸ πρᾶγμα ἄλλως παρὰ ὅτι δὲν ἦτο γνωστὸν ἐντελῶς τὸ νομοσχέδιον εἰς τὰς λεπτομερείας τῶν διατάξεων. Διότι περὶ τίνος ἀκριβῶς πρόκειται; Περὶ φορολογίας τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς. Ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει σήμερον ἡ φορολογία τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς; Ἀναμφισβητήτως ὑπάρχει. Εἶναι ὁ νόμος 1640 τροποποιηθεὶς διὰ δύο ἢ τριῶν νόμων κατόπιν, οἱ ὁποῖοι φορολογοῦν τὰ κέρδη τῶν γεωργικῶν ἐπιχειρήσεων, ὅπως καὶ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ποία ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ὑφισταμένου νόμου καὶ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου; Ἡ μόνη διαφορά, ἡ ὁποία ὑπάρχει κατὰ βάθος, ἰδίᾳ ἡ οὐσιώδης διαφορά, εἶναι ὅτι διὰ τοῦ ὑφισταμένου νόμου φορολογεῖται ἡ καθαρὰ πρόσοδος, διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου φορολογεῖται ἡ ἀκαθάριστος πρόσοδος. Ἡ καθαρὰ πρόσοδος ἐφορολογεῖτο ἀρχικῶς πρὸς 6%, κατόπιν διὰ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 2173 τὸ ποσοστὸν ἀνῆλθεν εἰς 8%. Ἡ ἀκαθάριστος πρόσοδος, τὴν ὁποίαν φορολογεῖ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον τὴν φορολογεῖ μὲ συντελεστὴν 4%, αὐτὸ τὸ 4% ἐτέθη ἄρα γε αὐθαιρέτως; Ἐβασίσθη ἀκριβῶς ἐπὶ τῆς προϋπαρχούσης φορολογίας καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ προστρέξητε ἐν τῇ σελίδι 3 τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον συνοδεύει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις. Ὁ πίναξ αὐτὸς προκύπτει ἀκριβῶς ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ὑφισταμένης φορολογίας ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Παρακαλῶ πολὺ νὰ προσέξητε εἰς τὴν ἀνάλυσιν τοῦ πίνακος, διότι ἐπ’ αὐτοῦ βασίζεται τὸ ὅλον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω. Κατὰ τὸν πίνακα αὐτὸν ὑπεβλήθησαν δηλώσεις 321.749. Κατὰ τὸν ὑφιστάμενον νόμον ὁ φορολογούμενος πρέπει νὰ κάμῃ τὰς δηλώσεις του. Ἡ δήλωσίς του αὐτὴ πρέπει νὰ γίνῃ, καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον καὶ περιέχει ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα περιέχει, ὅλας ἐκείνας τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας περιέχει ἡ φορολογία, τὴν ὁποίαν καθώρισεν ὁ νόμος 1640. Ἐξ αὐτῶν τῶν δηλώσεων τῶν ὑποβληθεισῶν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἔχομεν τὰ ἑξῆς ἀποτελέσματα. Ὑπεβλήθησαν 321.749 δηλώσεις. Οἱ φορολογούμενοι σχεδὸν ὅλοι, ὅλοι ἀνεξαιρέτως, εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ὑποβάλωσι δηλώσεις. Ἐκ τῶν δηλώσεων αὐτῶν, καθὼς θὰ ἴδητε, θετικαὶ εἶναι 36.042 καὶ ἀρνητικαὶ εἶναι 285.707. Τὶ σημαίνει τοῦτο; Δηλώσεις δηλαδή, αἱ ὁποῖαι ὑπάγονται πραγματικῶς εἰς φορολογίαν εἶναι 36.042. Αἱ 285.707 εἶναι ἀρνητικαί, δηλ. δὲν ὑπάγονται εἰς φορολογίαν. Ὀφείλουσιν ὅμως νὰ κάμνωσιν ἔστω καὶ ἄν δὲν ὑπάγονται εἰς φορολογίαν. Ἰδοὺ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐξαιρέσεων, τὰς ὁποίας κάμνει ὁ νόμος ὁ ἀρχικός. Ποία εἶναι ἡ πρόσοδος, ἡ ὁποία ἐδηλώθη; Ἡ πρόσοδος ἀνέρχεται εἰς 543.663.510. Πῶς διανέμονται αὐταὶ αἱ πρόσοδοι; Θετικαὶ εἶναι; Θετικαὶ εἶναι 128.444.556 καὶ ἀρνητικαὶ εἶναι 415.218.954. Δηλαδὴ τῆς γεωργικῆς προσόδου, ἡ ὁποία ἀνέρχεται εἰς 543.663.510 φορολογοῦνται 128 ἑκατομμύρια ὡς θετικὰ καὶ 415 ἑκατομμύρια ὡς ἀρνητικά. Ποία εἶναι ἡ καθαρὰ πρόσοδος ἀφοῦ γίνωσιν ὅλαι αἱ ἐκπτώσεις; Ἀνέρχεται εἰς 81.298.489. Ποία εἶναι ἡ ὅλη καθαρὰ πρόσοδος; 248127.949 καὶ παρακαλῶ νὰ προσέξετε ἐπὶ τούτου, διότι ἐπὶ τούτου στηρίζεται ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον. Τὸ σύνολον εἰσοδήματος καὶ καθαρᾶς προσόδου ἀνέρχεται εἰς 543.663.510 ἀκαθαρίστου προσόδου ὅταν γίνῃ ἐκκαθάρισις τῶν δηλώσεων καὶ ὅλαι αἱ ἐκπτώσεις τὰς ὁποίας ὁ νόμος προβλέπει, ποῦ φθάνομεν; Εἰς 248.127.959, δηλαδὴ περίπου εἰς τὸ ἴδιον. Τὶ γίνεται ἡ καθαρὰ πρόσοδος; Φορολογεῖται μὲ 8%. Φορολογῶ ἐγὼ τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον μὲ 4%, βασιζόμενος ἀκριβῶς ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν τελευταίων δηλώσεων. Αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου Δὲν βλέπω λοιπὸν κατὰ τὶ διαφέρει τὸ νομοσχέδιόν μου ἀπὸ τὸν ὑφιστάμενον νόμον τῆς φορολογίας τῆς καθαρᾶς προσόδου. Ἡ ἀκαθάριστος πρόσοδος εἶναι 543 ἑκατομμύρια. Ἡ καθαρὰ εἶναι 248 ἑκατομμύρια. Ἐγὼ φορολογῶ τὴν καθαράν.
§103Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν φορολογεῖτε τὰ 543 ἑκατομμύρια.
§104Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα.
§105Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Σήμερον τὶ φορολογεῖτε;
§106Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὰ 248 ἑκατομμύρια.
§107Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὰ 219;
§108Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι ἡ θετικὴ καθαρὰ πρόσοδος.
§109Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Καταργεῖτε τὰς ἐκπτώσεις καὶ ἀντὶ τούτων φορολογεῖτε πρόσοδον 548 ἑκατομμυρίων.
§110Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Νὰ συνεννοηθῶμεν. Ἐδῶ εἶναι δύο πράγματα ἐντελῶς διάφορα τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο. Εἶναι τὸ ζήτημα τῆς διανομῆς τῆς κτηματικῆς περιουσίας ἐν Ἑλλάδι. Ἐκ τοῦ πίνακος αὐτοῦ ἀποδεικνύεται ὅτι ἡ διανομὴ αὐτῆς εἶναι κυριολεκτικῶς εἰς μικρὰ τεμάχια. Διότι καθὼς βλέπετε προκύπτει ὅτι ἅμα πάρωμεν τὰς ἐκπτώσεις ἀπὸ τὴν φορολογητέαν πρόσοδον τῶν 525 ἑκατομμυρίων, θὰ φθάσωμεν καὶ τὰ 20 ἑκατομμύρια. Εἰς τὶ ὀφείλεται; Ὀφείλεται εἰς ὅτι αἱ ἐκπτώσεις τὰς ὁποίας προβλέπει ὁ νόμος, τοῦ ἐλαχίστου ὁρίου καὶ λοιπὰ κάμνουν ὥστε τὰ μικρὰ εἰσοδήματα νὰ ἀποφεύγουν τὴν φορολογίαν. Μὲ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑφιστάμενον δὲν τὰς ἀποφεύγουσιν, αὐτὸ φορολογεῖ καὶ τὰ μικρὰ εἰσοδήματα ὅπως καὶ τὰ μεγάλα.
§111ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Αὐτὸ εἶναι νέα φορολογία.
§112Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μὲ συγχωρεῖτε. Ἐδῶ δὲν πρόκειται οὔτε περὶ πτωχῶν οὔτε περὶ πλουσίων. Ἐδῶ πρόκειται περὶ φορολογίας τῆς γεωργικῆς προσόδου, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μείνῃ ἀφορολόγητος.
§113Ι. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Ἅμα δὲν ἔχουν;
§114Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἅμα δὲν ἔχουσι δὲν θὰ πληρώσωσι.
§115Ι. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Ἔχουσι μόνον διὰ νὰ συντηρηθῇ ἡ οἰκογένειά των.
§116Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ οὕτω ἂν εἶναι, ἐφ’ ὅσον ὁ συντελεστὴς εἶναι τόσον μικρός, δὲν θὰ τοῦ λείψουν τὰ ἔξοδα τῆς διατροφῆς. Ὁ συντελεστής τὸν ὁποῖον καθορίζετε βασίζεται ἐπὶ τῆς διαφορᾶς τῆς καθαρᾶς καὶ ἀκαθαρίστου προσόδου. Ὅπως προκύπτει ἐκ τοῦ ὑφισταμένου νόμου ὑπάρχει μία διαφορά, ὅτι ὡρισμέναι πρόσοδοι, αἱ ὁποῖαι ὡς ἐκ τοῦ μεγέθους αὐτῶν δὲν ἐφορολογοῦντο διὰ τοῦ ὑφισταμένου νόμου, διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου φορολογοῦνται. Αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκρυβῇ.
§117Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Αὐτὸ εἶναι νέα φορολογία.
§118Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὄχι νέα φορολογία. Εἶναι φορολογία, ἡ ὁποία προκύπτει ἐκ τῶν μὴ ἐξαιρέσεων, τὰς ὁποίας προβλέπει ὁ ὑπάρχων νόμος. Ἀλλὰ διὰ τὴν φορολογίαν τοῦ νόμου 1640 γίνεται ἡ ἐργασία, τὴν ὁποίαν ἀπῄτησεν ἡ Ἐθνοσυνέλευσις. Ἄν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ὑποβληθῇ συγχρόνως μὲ τὸ ἄλλο δὲν ὑπάρχει τίποτε, τὸ ὁποῖον νὰ τὸ σχετίζῃ. Διότι αὐτὸ προβλέπει νὰ ἔχωμεν μίαν φορολογίαν καθ’ ὅλον τὸ κράτος, νὰ ὑπάρχῃ μία φορολογία διὰ τὰς Νέας Χώρας. Προσεχῶς, μαζὺ μὲ τὰ ἄλλα νομοσχέδια, θὰ ὑποβληθῇ καὶ αὐτὸ διὰ τὴν καθαρὰν πρόσοδον διὰ τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα. Αὐτὰ ἤθελον νὰ ἐξηγήσω διὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον καὶ ἡ Συνέλευσις ἂς ἀποφασίσῃ.
§119Ν. ΒΛΙΑΜΟΣ. Ἡ βάσις αὐτὴ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι σταθερά, διότι ἐλάβατε ὑπ’ ὄψιν μίαν περίοδον καὶ τὸ ποσὸν τῶν 543.000.000. Δύναται εἰς ἄλλο ἔτος νὰ εἶναι ὀλιγώτερον.
§120Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τότε θὰ σκεφθῶμεν κατ’ ἄλλον τρόπον ἐὰν αἱ στατιστικαὶ μᾶς δώσωσιν ἄλλα ἀποτελέσματα.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἰ. Κίνιας ἔχει τὸν λόγον ὅπως συνεχίσῃ τὴν χθὲς διακοπεῖσαν ἀγόρευσίν του.
§122Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ἐξαιρετικῶς εὐτυχὲς γεγονὸς ἐθνικὸν κατὰ τὴν χθεσινὴν ἑσπέραν διέκοψε τὴν ἀγόρευσίν μου εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, σχετικῶς μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι ὁ νόμος 1640, τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ μερίμνῃ αὐτῆς πρὸς προστασίαν τῆς γεωργικῆς τάξεως ἀποπειρᾶται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου νὰ καταργήσῃ, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι ἐπιβεβλημμένον νὰ προκαλέσῃ καὶ νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ νὰ τὸν ἀντικαταστήσῃ, διότι εἶναι πολυδαίδαλος ὁμολογουμένως ἐν τῇ διαδικασίᾳ αὐτοῦ. Ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ εἴμεθα πληρέστατα σύμφωνοι πρὸς τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως, σκέψεις τεινούσας πρὸς προστασίαν τῆς γεωργίας, τῆς μεγίστης ταύτης τροφοῦ πάσης κοινωνικῆς τάξεως. Ἀλλ’ ὡς εἶναι ὀρθὸν τοῦτο, εἶναι ἐπίσης ὀρθὸν καὶ τὸ ἕτερον μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ προνοίᾳ της λαμβάνει ἡ Κυβέρνησις πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς γεωργικῆς τάξεως, σχετικῶς πρὸς τὰς Νέας Χώρας. Ἡ ὕπαρξις τῆς δεκάτης, τοῦ ἀπαισίου τούτου θεσμοῦ, θεσμοῦ κληρονομηθέντος παρὰ καταπεσούσης δουλείας, ἀποτελεῖ στίγμα διὰ τὸ Κράτος εἶναι θεσμὸς τυραννικὸς καὶ πρέπει νὰ φυγαδευθῇ. Ἀνάπτυξις γεωργικὴ ὑπὸ θεσμὸν δεκάτης εἶναι ἀδύνατον νὰ νοηθῇ καὶ βεβαίως ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ ἡ Κυβέρνησις, ὀρθότατα σκεπτομένη, ἀποπειρᾶται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου νὰ καταργήσῃ τὸν θεσμὸν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος καταμαστίζει τὰς Νέας Χώρας. Ἡ δεκάτη εἰς τὰς Νέας Χώρας δὲν εἶναι δεκάτη, εἶναι ὀγδόη.
§123Ν. ΓΕΡΜΑΝΟΣ. Εἶναι δωδεκάτη.
§124Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Εἶναι ὀγδόη ἐπὶ τῆς ἀκαθορίστου προσόδου καὶ ἀκριβῶς ἡ Κυβέρνησις θέλουσα νὰ προστατεύσῃ τὴν γεωργίαν εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον αὐτό, καταργοῦσα τὴν δεκάτην εἰς τὰς Νέας Χώρας, καὶ βεβαίως ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται νὰ ἀποφύγῃ τὴν φορολογίαν ταύτην, ἡ ὁποία βασίζεται ἐπὶ τῆς φορολογίας τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου.
§125Α. ΖΟΥΡΜΠΑΣ. Ἐκ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν φαίνεται νὰ εἶναι σκέψις τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἐπιβάλλεται φορολογία τῆς καθαρᾶς προσόδου, μᾶλλον κατέληξεν εἰς τὴν σκέψιν ἡ Κυβέρνησις νὰ φορολογήσῃ τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον.
§126Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται νὰ μὴ φορολογήσῃ τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον, ἀναγκάζεται νὰ φορολογήσῃ αὐτὴν μόνον καὶ μόνον διότι δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ τοῦ νόμου 1640, ἔχοντος ἀτελείας νὰ φθάσῃ εἰς τὴν φορολογίαν ἐκείνην τὴν ὁποίαν θὰ ηὔχετο νὰ φθάσῃ. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν ἐν τῇ μερίμνῃ αὐτῆς ὅπως ἀπαλλάξῃ τὰς Νέος Χώρας ἑνὸς θεσμοῦ καταθλιπτικοῦ μὴ στηριζομένου ἐπὶ τῆς ἐπιστήμης, ἠναγκάσθη νὰ εἰσαγάγῃ τὴν παρόντα θεσμόν.
§127Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομοκινῶν). Καὶ ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐξετάσωμεν τὸν θεσμὸν τῆς δεκάτης ἐν ταῖς Νέαις Χώραις καὶ ἐπρόκειτο νὰ τροποποιήσωμεν τὸν νόμον 1640 θὰ ὑπέβαλον τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ὅπως εἶναι. Μὴ ὑποτεθῇ ὅτι θέλομεν νὰ καταργήσωμεν τὴν δεκάτην καὶ ἐπιβάλωμεν τὸν φόρον αὐτόν.
§128Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι τοῦτο· ἡ φορολογία τῆς δεκάτης παρουσιαζομένη ὡς δεκάτη ἤ ὡς τετάρτη εἶναι φορολογία, ἡ ὁποία στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, εἶναι φορολογία, ἡ ὁποία φορολογεῖ αὐτὸν τοῦτον τὸν μικροκαλλιεργητήν, εἶναι φορολογία, ἡ ὁποία φορολογεῖ οὐχὶ τὴν παραγωγὴν ὡς ἐπαγγέλλεται τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ αὐτὸ τοῦτο τὸ κεφάλαιον, αὐτὴν ταύτην τὴν ἐργασίαν, αὐτὴν ταύτην τὴν πενίαν. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Οἱ περισσότεροι καλλιεργηταί, οἱ μικροκαλλιεργηταὶ, καλλιεργῶσιν ἐκτάσεις γῆς οὐχὶ πλέον τῶν 20 στρεμμάτων καὶ παράγουσιν ἓν εἰσόδημα εἴτε εἰς σῖτον, εἴτε εἰς ἄλλο εἶδος δημητριακῶν καρπῶν. Καὶ ἔχω μίαν ἐπιστολὴν ὅταν ἐψηφίζετο ὁ νόμος τῶν σπειρομένων γαιῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι συναφὴς καὶ δὲν ἐφηρμόσθη λόγῳ τῆς λαϊκῆς ἐξεγέρσεως, κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου περὶ σπειρομένων γαιῶν, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ἄλλος τις νόμος παρὰ ὁ νόμος περὶ φορολογίας τῆς παραγωγῆς ἐν διαφόροις λέξεσι ἀλλ’ ἡ οὐσία εἶναι ἡ αὐτή, νομίζω δὲ ὅτι ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν δὲν θὰ παίξωμεν μὲ τὰς λέξεις.
§129Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ λείψῃ αὐτὴ ἡ σύγχυσις. Ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ δεκάτης, ὁμιλοῦμεν περὶ φόρου χαρακτηριστικοῦ μὲ τοῦτο τὸ νόημα. Ἔχομεν κύριοι, οὐσιώδη στοιχεῖα τῆς δεκάτης, πρῶτον ὅτι τὸ Κράτος συμμετέχει τοῦ προϊόντος ὡς σύντροφος, καὶ λαμβάνει ἐκ τοῦ προϊόντος αὐτοῦ εἰς εἶδος ἕν ποσοστόν, αὐτὴ δὲ ἡ συμμετοχὴ εἰς εἶδος τοῦ πράγματος συνεπάγεται ἕτερον οὐσιωδέστατον φόρον τῆς δεκάτης, τὴν δι’ ἐνοικιάσεως εἴσπραξιν. Αὐτὰ εἶναι τὰ δύο κύρια χαρακτηριστικὰ τῆς δεκάτης, ἢ ἄν θέλετε, εἶναι τὰ δύο μαῦρα σημεῖα τῆς δεκάτης. Ὅταν δὲ μεταχειριζώμεθα τὸν ὅρον αὐτὸν πρόκειται περὶ ἀνθρωπίνης ποινῆς πράττομέν τι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἀκριβές, διότι προσπαθοῦμεν νὰ ἐπιρρίψωμεν τὰ δύο ταῦτα σκιερὰ σημεῖα τοῦ θεσμοῦ τῆς δεκάτης ἐπὶ ἄλλου τρόπου φορολογίας, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν ὑπάρχουσι τὰ δύο ταῦτα σημεῖα. Διὰ τοῦτο δὲν δύνασθε νὰ λέγητε ὅτι τρόπος φορολογίας, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει τὰ δύο ταῦτα σκιερὰ σημεῖα, εἶναι τὸ ἴδιον ὅτι καὶ ἡ δεκάτη. Διότι ἡ συνείδησις τῶν πολιτῶν τῶν φορολογουμένων ὅταν ὁμιλῇ περὶ δεκάτης καὶ ἐκφράζῃ τὴν ἀπέχθειαν αὐτῆς πρὸς τὴν δεκάτην, ἀποβλέπει εἰς αὐτά τὰ δύο κύρια καὶ μόνα σημεῖα. Πρὸς αὐτὰ εἶναι ἡ ἀπέχθεια, δὲν εἶναι δὲ ὀρθὸν νὰ γίνεται ἀπόπειρα, ἵνα τρόπος φορολογίας, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει τὰ δύο ταῦτα ἀπεχθῆ σημεῖα, διὰ τῆς χρησιμοποιήσεως τῆς λέξεως δεκάτη, λέγω, νὰ γίνηται ἀπόπειρα νὰ μεταφερθῇ ἡ ἀπέχθεια αὕτη καὶ ἐπὶ τούτου. Δὲν δύνασθε δὲ νὰ συκοφαντῆτε τὸν θεσμὸν καὶ τὸν τρόπον τῆς φορολογίας τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἀποδίδετε εἰς αὐτὸν ἰδιότητας προκαλούσας ἀπέχθειαν, τὰς ὁποίας δὲν ἔχει τὸ νομοσχέδιον. Διότι τὶ εἶναι τὸ νομοσχέδιον; Ἐπιβολὴ ἁπλῆς φορολογίας μὴ ἐχούσης τὰς ἰδιότητας ταύτας. Δύνασθε νὰ τὴν κατακρίνητε εἰς βαρεῖαν ἤ ἐλαφρὰν ἤ δυσανάλογον· ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ τὴν ὀνομάσητε δεκάτην καὶ νὰ προκαλέσητε αἰσθήματα προερχόμενα ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ φόρου τῆς δεκάτης, καὶ τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ δεκάτη καὶ ὄχι ὁ φόρος τοῦ νομοσχεδίου. Διότι ὁ φόρος τοῦ νομοσχεδίου τὶ λέγει; Εἶναι φόρος ὄχι τοῦ εἰσοδήματος, ἀλλὰ φόρος προσόδου, δηλαδὴ φόρος ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου. Ὅλοι οἱ φόροι τῆς Ἑλλάδος ἐπιβάλλονται ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου. Ὅταν γίνῃ λόγος περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως καὶ περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον δύνασθε νὰ ἐπιβάλητε φορολογίαν ἐν Ἑλλάδι, θὰ διεξαγάγωμεν εὐρεῖαν συζήτησιν ἐπὶ τούτου, καὶ θὰ ἴδωμεν πῶς καὶ κατὰ ποῖον τρόπον θὰ εἶναι δυνατόν, ἐὰν καὶ ἐφόσον εἶναι δυνατὸν ἡ Ἑλλὰς νὰ φθάσῃ ὄχι πλέον εἰς τὴν φορολογίαν τῶν κατ’ ἰδίαν προσόδων, ἀλλὰ τοῦ συνολικοῦ εἰσοδήματος, κατὰ ποῖον τρόπον θὰ εἶναι δυνατὸν τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ πρέπει νὰ εἶναι τὸ ἰδανικὸν τῆς φορολογίας. Δὲν εἶναι ὅμως ἡ παροῦσα στιγμὴ περὶ τούτου. Τὶ ζητοῦμεν ὅμως σήμερον; Μίαν φορολογίαν μιᾶς προσόδου. Δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι εἶναι βαρεῖα, ὅτι εἶναι δυσανάλογος, ἀλλὰ μὴ κατηγορῆτε αὐτὴν ὡς ἐπαναφορὰν εἰς θεσμὸν ἀπεχθῆ δικαίως, διότι δὲν εἶναι τοιαύτη.
§130Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ἡ φορολογία τῆς δεκάτης, τὴν ὁποίαν συζητοῦντες τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὠνομάσαμεν, εἶναι ἡ φορολογία ἐκείνη, ἡ ὁποία ἔχει τὰ δύο τρωτὰ σημεῖα, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνέπτυξεν. Τώρα ἐρχόμεθα καὶ ἐξετάζομεν τοῦτο. Τὸ ποσοστὸν αὐτοῦ τοῦ φόρου, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου εἰς 4% καὶ τὸ ὁποῖον κατ’ αὐτὴν ταύτην τὴν ὁμολογίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν βαρύνει πάντα παραγωγόν, εἶναι ἤ δὲν εἶναι ἀπεχθές; Εἶναι ἤ δὲν εἶναι βαρύ;
§131Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἠμπορεῖ νὰ εἶναι βαρύ.
§132Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ἐγὼ δὲν προτίθεμαι νὰ συκοφαντήσω τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, οὐδ’ ἀποβλέπω εἰς τὸ ν’ ἀποδώσω εἰς αὐτὸ σημεῖα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχει τὸ νομοσχέδιον. Πρόκειται περὶ φορολογίας τοῦ μικροκαλλιεργητοῦ, τὸ συναίσθημα δὲ τοῦτο μὲ ὤθησεν εἰς τὸ βῆμα τοῦτο, ἵνα διακηρύξω τὰς σκέψεις ταύτας, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ φθάσωσι μέχρι τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν κυρίων πληρεξουσίων, ἵνα αὗται σταθμισθῶσι καταλλήλως. Νομίζω ὅτι ἡ φορολογία τοῦ μικροκαλλιεργητοῦ καὶ μικροκτηματίου ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι, εἶναι φορολογία τοῦ κεφαλαίου. Εἶναι τοῦτο ἤ ὄχι ἀπεχθές ἡ φορολογία τῆς μικρᾶς ἰδιοκτησίας τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου ὁ ὁποῖος καλλιεργεῖ 20 καὶ μόνον στρέμματα γῆς μὲ 4% ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, δηλαδὴ ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου καὶ τῆς ἐργασίας του, εἶναι ἤ δὲν εἶναι φορολογία ἀπεχθής;
§133Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πόσον θέλετε νὰ βάλετε διὰ νὰ μὴ εἶναι ἀπεχθής;
§134Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἔμενεν, εἰ δυνατόν, ἐν τῷ προκειμένῳ ὁ παλαιὸς νόμος 1640.
§135Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποθέσατε ὅτι ἀναγνωρίζετε ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἔχει προσόντα τινὰ ἐπὶ τοῦ ὑφισταμένου νόμου, καὶ λέγετε ὅτι τὸ ποσοστὸν 4% εἶναι βαρύ. Πόσον θέλετε;
§136Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Θὰ ἐπεθύμουν εἰ δυνατὸν ἐπὶ τῶν μικροκαλλιεργητῶν νὰ μὴ ἐτίθετο καμμία φορολογία.
§137Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἴδατε πόσοι εἶναι οἱ μικρακκαλιεργηταί;
§138Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Τὸ εἶδον. Πολλοί.
§139Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πρέπει νὰ ἤμεθα εἰλικρινεῖς προκειμένου περὶ φορολογίας καὶ νὰ λέγωμεν τὰ πράγματα καθαρά.
§140Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι τοῦτο καὶ ἐκεῖ ἐντοπίζεται ἡ συζήτησις καὶ πᾶσα περαιτέρω συζήτησις παρέλκει. Ἡ φορολογία τοῦ μικροκαλλιεργητοῦ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην εἶναι ὀρθή.
§141Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔχετε ὑπ’ ὄψει τὴν στιγμὴν ταύτην ποῦ εὑρίσκεται τὸ Κράτος;
§142Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ἄλλο ζήτημα.
§143Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μὲ συγχωρεῖτε. Τὰ δύο ζητήματα εἶναι συναφέστατα, δὲν εἶναι ἄλλο ζήτημα.
§144Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ἔχετε ἀπόλυτον δίκαιον, καὶ βεβαίως αἱ περιστάσεις ἐπιβάλλουν πᾶσαν θυσίαν εἰς τὸν ἑλληνικὸν λαόν. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐπιβάλλωμεν τὴν θυσίαν αὐτὴν εἰς τόν μικροκαλλιεργητήν, τὸν καλλιεργοῦντα 20 στρέμματα γῆς. Πιστεύσατε ὅτι τὰ 20 στρέμματα δὲν παράγουσι μόνον 20 κιλά.
§145Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὰ 20 αὐτὰ κιλὰ θὰ πληρώσῃ 80% τοῦ κιλοῦ.
§146Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, βεβαιωθῆτε ὅτι ἅμα φορολογήσητε τὸν μικροκαλλιεργητὴν ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι, τὸν ἐργαζόμενον μαζὺ μὲ τὴν γυναῖκά του καὶ τὰ παιδιά του διὰ νὰ παραγάγῃ τόσα ὅσα τοῦ ἐπαρκοῦσι νὰ ζήσῃ, ἀναμφισβητήτως θὰ αἰσθανθῆτε τὴν μεγάλην πικρίαν καὶ λύπην σεῖς ὡς Ὑπουργός. Ἐγὼ ὡς φίλος τῆς Κυβερνήσεως ὀφείλω νὰ τὸ βεβαιώσω, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν, τὸ λέγω δὲ ἀπὸ πεποιθήσεως καὶ συνειδήσεως, διότι ἡ φορολογία αὕτη εἶναι φορολογία αἵματος, τὴν ὁποίαν θὰ αἰσθανθῇ ὁ λαός. Δὲν δύνανται νὰ ζήσωσιν οἱ μικροκαλλιεργηταί.
§147Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἴπατέ μοι τοῦτο. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ παραγάγῃ 100 κιλὰ σίτου πόσον θὰ πληρώσῃ;
§148Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Τέσσαρα κιλά. Ἀφαιρέσατε τὸν σπόρον, τὸ κεφάλαιον δηλαδή.
§149Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὰ ἀφήρεσα ὅλα αὐτά. Σᾶς εἶπον ὅτι ἡ ἀκαθάριστος πρόσοδος ἦτο 513.000.000 δηλαδὴ περίπου τὸ ἥμισυ.
§150Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ἀντὶ νὰ κάμωμεν αὐτὸν τὸν ὑπολογισμόν....
§151Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὸς βασίζεται ἐπὶ γεγονότων πραγματικῶν, ἐπὶ τῶν δηλώσεων.
§152Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ἄν παραγάγῃ ὁ αʹ καλλιεργητὴς 100 κιλὰ σίτου ἐξ αὐτῶν τὰ 80 κιλὰ εἶναι κεφάλαιον καὶ ἐργασία τοῦ ἰδίου καλλιεργητοῦ.
§153Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Οἱ ἀριθμοὶ τοὺς ὁποίους σᾶς ἔφερα προκύπτουν ἐκ τῶν δηλώσεων, τὰς ὁποίας ἔκαμον αὐτοὶ οἱ καλλιεργοῦντες.
§154Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, τό γε νῦν ἔχον, ὁ μικρὸς καλλιεργητὴς δὲν πληρώνει οὐδένα φόρον, ἐνῶ ἤδη πρόκειται νὰ πληρώσῃ φόρον ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου.
§155Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ὑφιστάμενος νόμος περὶ φορολογίας τῆς καθαρᾶς προσόδου τῷ ἐπιβάλλει νὰ πληρώσῃ 8%. Ἐὰν ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος οὗτος, διότι μέχρι τοῦδε δὲν ἔχει ἐφαρμοσθῇ, θὰ ἴδητε ποία ἐξέγερσις θὰ προέλθῃ καὶ ἂν αὐτὸς ὁ φορολογούμενος λαὸς δὲν ζητήσῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον.
§156Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Νομοσχεδίου φορολογεῖται καὶ φορολογεῖται κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὥστε νὰ εἶναι αἰσθητὴ ἡ φορολογία.
§157Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ φορολογία αὕτη δὲν εἶναι αἰσθητὴ μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε νὰ θεωρηθῇ ὅτι εἶναι βαρεῖα. Ἡ φορολογία τῆς καθαρᾶς προσόδου εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα, ἡ φορολογία τῆς καθαρᾶς προσόδου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν θὰ φθάσῃ μέχρι τῶν 15%.
§158Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Δὲν πρέπει δὲ νὰ μὴ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἐὰν εἰς τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου θεωρήσῃ ὁ Ἔφορος ὅτι ψευδῶς ἐδήλωσεν ὁ καλλιεργητὴς ὅτι τὸν ἀναμένουν τ’ ἀποτελέσματα τοῦ ἄρθρου 14.
§159Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα.
§160Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ἐὰν νομίζετε, κύριε Ὑπουργέ, καὶ νομίζῃ ἡ Κυβέρνησις ὅτι εἶναι ἀπαραίτητος ἀνάγκη ὅτι λόγοι ἐθνικοί, ἀνάγκαι ἐθνικαὶ ἐπιβάλλουσι νὰ ἐπιβληθῇ μία τοιαύτη φορολογία ἐγὼ δὲν θὰ ἐπιμείνω περισσότερον. Διατυπῶ ἁπλῶς μίαν σκέψιν καὶ ἐκφράζω μίαν ἐπιθυμίαν ὅπως ἡ Κυβέρνησις μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν κατὰ τὰς παρούσας στιγμὰς τοῦ Νομοσχεδίου τούτου. Δύναται δὲ νὰ καταργηθῇ ἡ δεκάτη. Εἰς τὰς Νέας Χώρας ἐφαρμόσατε τὸν νόμον 1640 διὰ μίαν περίοδον ὡρισμένην, μέχρις οὗ ἡ Κυβέρνησις, εὑρισκομένη ἐν ἡσυχίᾳ καὶ μὴ ἔχουσα τοὺς σημερινοὺς περισπασμούς, νὰ μᾶς φέρῃ ἕνα ἄλλον Νόμον. Ἐὰν ἐπιμείνῃ ἡ Κυβέρνησις θὰ ὑπέβαλον μίαν πρότασιν νὰ ἐλαττωθῇ τὸ ποσοστὸν εἰς 2 ἤ 3%.
§161Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ζήτημα τοῦ ποσοστοῦ δύναται νὰ συζητηθῇ.
§162Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Λοιπόν, ἢ πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν Νόμον 1640 κατὰ τὴν περίοδον ταύτην, μέχρις οὗ ὑποβάλῃ νέον νομοσχέδιον φορολογικὸν ἐπὶ τῶν γεωργῶν, ἤ τοὐλάχιστον νὰ ἐλαττώσῃ τὸ ποσοστὸν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ἐπέρχηται βαρεῖα φορολογία ἐπὶ τῶν μικροκαλλιεργητῶν.
§163Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ Νόμος 1640 εἶναι ἀνεφάρμοστος. Θὰ ἐξοδεύῃ ὁ μικρὸς καλλιεργητὴς ποσὸν ἀνώτερον τοῦ 4% εἰς τοὺς δικηγόρους, οἱ ὁποῖοι θὰ τοῦ κάμουν τὴν δήλωσιν.
§164ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Συμβαίνει τὸ ἑξῆς: ἐν Θεσσαλίᾳ τοὐλάχιστον ἔχομεν ἐν ἰσχύϊ τὸ ἐπὶ μορτῇ σύστημα. Ἐκ τοῦ εἰσοδήματος ὁ καλλιεργητὴς δίδει τὸ τρίτον εἰς τὸν ἰδιοκτήτην. Ἔρχεται τώρα ὁ νόμος νὰ μοῦ φορολογήσῃ καὶ τὸ κεφάλαιον αὐτό.
§165Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι ἐντελῶς ἐξαιρετικὴ ἡ περίπτωσις αὐτή.
§166Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Λοιπὸν καταλήγω εἰς τὴν ἑξῆς πρότασιν. Ἐπειδὴ πάντοτε καὶ ὁ νόμος περὶ φόρου τῶν σπειρομένων γαιῶν ἀφῄρεσε 15 κιλὰ ἀπὸ κάθε καλλιεργητήν.......
§167Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐξαίρεσις εἶναι αὐτή.
§168Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Δὲν θὰ καταλήξω εἰς αὐτό. Ἐπειδὴ πάντοτε ἡ Κυβέρνησις κατέχεται ὑπὸ τῆς σκέψεως νὰ φορολογήσῃ ἐν πάσῃ περιπτώσει, διὰ νὰ μὴ κάμνῃ προσθαφαιρέσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι πολυσύνθετοι εἰς τὴν ἀντίληψιν τῶν καλλιεργητῶν, ἀφ’ οὗ δὲν ἀφαιροῦμεν τίποτε, πρέπει νὰ ἐλαττώνωμεν τὸ ποσοστόν, ἀφ’ οὗ δὲν ἀφαιροῦμεν τίποτε ἐκ τοῦ ποσοῦ τῆς παραγωγῆς, ἐν ᾧ τέλος πάντων ἔπρεπε νὰ ἀφαιρέσωμεν τὸν σπόρον, καταλήγω εἰς τὴν πρότασιν νὰ πληρώσῃ 2%.
§169ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. 3%, 3%.
§170Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ἐγὼ 2% προτείνω.
§171Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Νὰ σᾶς ἀπαντήσω ἀμέσως εἰς αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγετε; Ἐὰν πληρώσωμεν 2% ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, θὰ ἔχωμεν 10,000,000. Σήμερον εἰσπράττομεν 20,000,000 φόρον. Πῶς θέλετε τὰ 20,000,000 νὰ τὰ κάμωμεν 10,000,000; Νομίζετε ὅτι περισσεύουσιν εἰς τὸν Προϋπολογισμόν; Τὰ πράγματα εἶναι φανερά. Ἐννοῶ νὰ λέγω πάντοτε τὴν ἀλήθειαν συμφώνως μὲ τὸν χαρακτῆρά μου. Κύριοι, διὰ νὰ λείψωσιν αἱ συζητήσεις κάμετέ το 3%. (Χειροκροτήματα).
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καρρᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§173Χ. ΚΑΡΑΣ. Παρακαλῶ, κ. Ὑπουργέ, ὅπως ἐξαιρεθῇ τὸ ὑπὸ τῶν γεωργῶν σπειρόμενον ποσόν, διότι μετὰ τὸ ⅓ ὅπερ δίδει οὗτος εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, δὲν τῷ ὑπολείπεται τίποτε. Νὰ ἐξαιρεθῇ τῆς φορολογίας εἰδικῶς ὁ σπόρος.
§174Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ κάμω, εἶναι νὰ δεχθῶ νὰ περιορισθῇ τὸ ποσὸν εἰς 3% ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου ἐφ’ ὅλης τῆς Ἑλλάδος πρὸς δοκιμήν.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Καλαντζᾶκος ἔχει τὸν λόγον.
§176Ν. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΣ. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, κύριοι πληρεξούσιοι, ἐπιδιώκονται δύο τινά· πρῶτον, ἡ κατάργησις τῆς δεκάτης καὶ δεύτερον, ἡ κατάργησις τοῦ νόμου 1640 καὶ ἡ ψήφισις ἑνιαίου νόμου διὰ νὰ ἰσχύῃ εἴς τε τὰς Νέας Χώρας καὶ τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα. Ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὡς αἰτιολογίαν ἀναγνωρίζει τὸν καθαρῶς ταμιευτικὸν λόγον. Ἐκεῖθεν ἄρχεται ἡ ἔκθεσις καὶ καταλήγει εἰς ἄλλην αἰτιολογίαν, ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῇ ὁ νόμος 1640, διότι ἔχει καὶ τὴν ἀτέλειαν τῆς διαδικασίας καὶ τὰς βαρυτάτας διατυπώσεις τῆς διαδικασίας. Ὁ νόμος 1640 εἶναι γνωστὸν ὅτι κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν εἶχεν ἀποτύχει. Διὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν αἰτήσεων, διὰ τὴν ἐν γένει διαδικασίαν ἀπῃτεῖτο διοικητικὴ ὀργάνωσις ἄλλη. Μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, ἤτοι μετὰ τὴν παρέλευσιν ἑνὸς ἢ δύο ἐτῶν ἔγιναν εἰδικώτατοι οἱ γραμματεῖς τῶν διαφόρων κοινοτήτων καὶ οἱ κοινοτάρχαι καὶ εἶναι ἤδη πλήρως κατηρτισμένοι, ὥστε νὰ ὑποβάλλωσι τὰς δηλώσεις καὶ νὰ ἐφαρμόζηται ὁ νόμος 1640. Ἐκ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως φαίνεται ὅτι ὁ νόμος τῆς καθαρᾶς προσόδου 1640 δὲν ἀποφέρει πραγματικῶς τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπὸν μετὰ τοῦτο διότι, φαίνεται, δὲν ἐγένετο ἡ κατάλληλος ἐργασία, δηλ. ὁ ἔλεγχος παρὰ τῶν προϊσταμένων διοικητικῶν ἀρχῶν. Καὶ πολὺ ὀρθῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κάμνει τὴν παρατήρησιν ταύτην. Τὴν ψήφισιν ὅμως τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ὑποβάλλεται, δὲν εὑρίσκω σύμφωνον ὡς πρὸς τοὺς ἐπιστημονικοὺς ὅρους τῆς δημοσιονομίας τῆς σημερινῆς, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸ ἐν γένει πνεῦμα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ διέπῃ τὴν φορολογίαν. Προκειμένου περὶ τῶν καλλιεργητῶν φορολογία τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου κατ’ ἐμὴν γνώμην ἀποτελεῖ μίαν ἀναδρομήν. Ἀποτελεῖ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατεδίκασεν αὐτὴ ἡ Βουλὴ τοῦ 1880, ὅτε δὲ ὑπὸ τὰ χειροκροτήματα ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ λαοῦ ὁλοκλήρου ἐτέθη ἐκποδὼν ὁ φόρος τῆς δεκάτης. Εὑρίσκω καὶ ἐγὼ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει δίκαιον νὰ ἰσχυρίζηται ὅτι δύο εἶναι τὰ σκοτεινὰ σημεῖα, ἕνεκα τῶν ὁποίων καταδικάζεται ὁ φόρος τῆς δεκάτης. Πρῶτον εἶναι ὁ τρόπος τῆς βεβαιώσεως καὶ δεύτερον μαῦρον σημεῖον εἶναι τὸ τῆς συμμετοχῆς τοῦ κράτους ἐπὶ τῆς παραγωγῆς. Ἀλλὰ περὶ λέξεων πρόκειται κατὰ τὴν γνώμην μου. Ἡ δεκάτη δὲν κατεδικάσθη ἀπὸ τοῦ 1880 μόνον διότι συμμετεῖχε τὸ κράτος εἰς τὴν παραγωγήν. Κατεδικάσθη διότι ἡ φορολογία ἐστηρίζετο ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου. Κατεδικάσθη ἐπίσης διὰ τὸν τρόπον τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀναδιφῶν τὸ νομοσχέδιον βλέπω μίαν βεβαίωσιν τοῦ φόρου πολὺ ἀπηνεστέραν τῆς βεβαιώσεως τῆς δεκάτης, διότι διὰ τοῦ ἄρθρου 10 καὶ τῶν παρακάτω 11 καὶ 15 κανονίζονται τεράστιαι διατυπώσεις. Ὁρίζεται ἡ ἀξία τοῦ εἰσοδήματος ὑπὸ μιᾶς Ἐπιτροπῆς. Εἶναι δὲ ἡ τιμὴ δι’ ὅλον τὸν νομόν, ἢ διὰ μικροτέρας περιφερείας, ἂν ἐκδοθῇ Β. Διάταγμα, καὶ θὰ εἶναι βεβαίως ἡ τιμὴ τοῦ καθημένου εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ.........
§177Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κύριε συνάδελφε, αὐτὰ εἶναι ἐνδεικτικὰ συζητήσεως, καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει τὴν ἐλαχίστην ἀντίρρησιν ὅπως συζητήσῃ. Ἐζητήσαμεν καὶ ἡμεῖς νὰ εὕρωμεν τὸν καλλίτερον τρόπον ὅσον ἀφορᾷ αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγετε. Ἐὰν μᾶς ὑποδειχθῇ ἕνας τρόπος καλύτερος, θὰ τὸν δεχθῶμεν εὐχαρίστως.
§178Ν. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΣ. Αὐτὰ τὰ λέγω διὰ νὰ ἀποκρούσω τὴν ἀρχήν, διότι κατὰ τὴν γνώμην μου εἶναι ἀποκρουστέα, διότι δὲν ἔχει τὴν κανονικὴν διατύπωσιν. Διὰ νὰ φορολογήσῃ τὸ Κράτος ἔχει δικαίωμα βεβαίως. Ἡ κρατικὴ ἐξουσία δύναται τὰ πάντα νὰ φορολογήσῃ καὶ τὸν μικροκαλλιεργητὴν καὶ τὸν μεγαλοϊδιοκτήτην, ἀλλὰ βεβαίως πρέπει κατὰ τὴν διατύπωσιν τοῦ φορολογικοῦ νόμου νὰ ἐπικρατῇ μία δικαιοσύνη. Διότι ἐρωτῶ ὅταν φθάσωμεν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου καὶ φορολογήσωμεν τὸν μικροκαλλιεργητὴν καὶ σᾶς ὑπομιμνήσκω τὴν τελευταίαν ἐσοδείαν, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι γνωστὸν ὅτι δὲν θὰ λάβωσιν οὔτε τὴν σπορὰν των καὶ ὑποχρεοῦνται οὗτοι ἐπὶ 600 ὀκάδων γεννήματος νὰ πληρώσωσιν εἰς τὸ Δημόσιον τὸ 4%. Δηλαδὴ θὰ ἀφαιρέσητε 4%, 3% θὰ ἀφαιρέσῃ τὸ Δημόσιον, θὰ ἀφαιρέσῃ ὅμως ἀπὸ τὸν μικροκαλλιεργητήν, θὰ ἀφαιρέσῃ ἐκ τοῦ κεφαλαίου καὶ ἀπὸ τὴν προσωπικὴν ἐργασίαν. Καὶ μόνον αὐτό; Ἐὰν ἔχωμεν 2–3 ἀτυχίας παραγωγῆς θὰ καταντήσωμεν εἰς τὴν δήμευσιν τῆς περιουσίας τοῦ καλλιεργητοῦ.
§179Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τρεῖς περιόδους θὰ τοῦ πάρετε 54 ὀκάδες, πάρετε καὶ τὰς ἄλλας περιόδους, κατὰ τὰς ὁποίας θὰ ὑπάρξῃ παραγωγή.
§180Ν. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΣ. Θὰ ὑπάρξῃ παραγωγή, ἡ ὁποία δὲν δύναται ποτὲ νὰ φθάσῃ εἰς 6%, δηλαδὴ θὰ πάρῃ 3.600 ὀκάδας σίτου καὶ τὸ Δημόσιον θὰ ἔλθῃ νὰ φορολογήσῃ τὸν σῖτον, διότι δὲν φορολογεῖται ὁ μικροκαλλιεργητὴς ἐπὶ τοῦ σίτου, ἐπὶ τοῦ σίτου θὰ πληρώσῃ καὶ τοὺς ἐμμέσους φόρους δὲν ἀπαλλάσσεται οὔτε ἀπὸ τοὺς ἐμμέσους φόρους οὔτε ἀπὸ αὐτὴν τὴν φορολογίαν καὶ θὰ ἔχωμεν μίαν φορολογίαν 100 δραχμῶν.
§181Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἔχων οἰκοδομὴν πληρώνει 15% ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου.
§182Ν. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΣ. Ἀπαντῶ. Ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν εἴδατε τί ἐκπτώσεις ἔχει, κ. Ὑπουργέ. Ἀφαιρεῖ 6% δι’ ἐπισκευάς, ἀφαιρεῖ, ἀφαιρεῖ καὶ φθάνει εἰς τὰ 40%.
§183Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑπὲρ τὰ 80% ἀκαθαρίστου εἰσοδήματος, ἡ φορολογία, ἡ ὁποία ἦτο σήμερον μὲ τὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας θὰ κάμω θὰ φορολογῆται καὶ ἐκεῖ μὲ τὸ ἀκαθάριστον.
§184Ν. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΣ. Ὡς ἔχει ὁ νόμος 1640 πάντοτε ἀφαιρεῖ ἐκεῖ ὡς καὶ εἰς τὰ γεωργικὰ προϊόντα.
§185Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Σᾶς ὁμιλῶ ὡς ἰδιοκτήτης καὶ ὄχι ὡς Ὑπουργός.
§186Ν. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΣ. Λοιπὸν τί δέον γενέσθαι ἐφόσον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν πρὶν ὅτι ταμειακῶς πρέπει νὰ σκεφθῶμεν; Ὁ φόρος τῆς δεκάτης βεβαίως εἰς τὰς Ν. Χώρας πρέπει νὰ καταργηθῇ. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν, πρέπει ὅμως νὰ εὑρεθῇ σύστημα καταργήσεως ἐντελῶς τοῦ φόρου τῆς δεκάτης. Αὐτὸ τὸ ποσοστὸν τοὐλάχιστον τῆς δεκάτης νὰ καταβιβασθῇ χωρὶς νὰ συνδυάσωμεν καὶ τὰ πράγματα μὲ μίαν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, ἡ ὁποία θέλει συζητηθῇ, νὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον δύναται νὰ προσαρμοσθῇ εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα, διότι νομίζω ὅτι θὰ ἔχῃ ἀντίκτυπον ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου, ζωηρόν, εἰς τὸν λαόν, διότι ἡ φορολογία εἶναι ἀναγκαία μάλιστα μὲ τὰ τελευταῖα γεγονότα, ἡ φορολογία ὅμως πρέπει νὰ εἶναι γενικὴ ἐφ’ ὅλων τῶν τάξεων καὶ τότε ὁ ἁπλοῦς μικροκαλλιεργητὴς δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν. Ἀλλὰ πρώτην φορὰν νόμον φορολογικὸν ἐμφανίζει ἡ Συνέλευσις, τὸν φορολογικὸν νόμον τὸν ὑπὸ ψήφισιν σήμερον εἰς βάρος τοῦ μικροκαλλιεργητοῦ. Νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι δίκαιον. Ἡ δεκάτη, κύριοι, εἰς τὰς Νέας Χώρας εἶναι μία φορολογία βαρεῖα, ἀλλὰ χθὲς ὁ κ. Μπούσιος ἔλεγεν ὅτι ἡμεῖς πληρώνομεν τόσα ἑκατομμύρια οἱ τῶν Νέων Χωρῶν, τὶ πληρώνετε σεῖς; Δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν του ὅμως τὴν φορολογίαν τῆς σταφίδος, τοῦ ἐλαίου. Πρέπει νὰ ἴδητε ὄχι τὸ ἓν εἶδος τῆς φορολογίας, ἀλλὰ ὅλας τὰς φορολογίας τὰς ἰδικάς μας διὰ νὰ ἴδητε εἰς ποῖον ἀποτέλεσμα φθάνομεν. Μὲ τοῦτο δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι ἡ φορολογία τῆς δεκάτης πρέπει νὰ μείνῃ εἰς τὰς Νέας Χώρας, ἀλλὰ καὶ αὐταὶ ἐπιβαρύνονται περισσότερον ἀπὸ ὅτι ἐπιβαρύνεται ἡ Παλαιὰ Ἑλλάς. Ἐγὼ τοὐλάχιστον εὑρίσκω τὴν φορολογίαν τὴν γενικὴν τοῦ νόμου ἐπὶ τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος ἀδικαιολόγητον. Νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον τροποποιούμενος ὁ νόμος νὰ γίνῃ δεκτός, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι μία πραγματικὴ φορολογία διὰ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον κάμνει μικροτέραν ἐντύπωσιν ὅσον εἰς τὸν μικρὸν καλλιεργητήν, ἔστω καὶ διὰ μίαν δραχμὴν ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι ἡ μόνη του περιουσία. Εἶναι ἡ περιουσία, τὴν ὁποίαν ἀπέκτησε μὲ τὰ στήθη του καὶ τὰ κτήνη του ἐργαζόμενος ἐπὶ ἓν ἔτος καὶ μὲ κίνδυνον ν’ ἀπωλέσῃ καὶ αὐτὴν τὴν σποράν του. Ὅλοι οἱ νόμοι δίδουσι μίαν ἐλαστικότητα διὰ τοὺς γεωργούς. Ὁ νόμος 1640 εἶναι νόμος παραληφθεὶς ἐκ τῆς Γαλλικῆς Νομοθεσίας. Εἶναι ὁ νόμος Σαγιώ, εἶναι ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος εἰς τὴν Γαλλίαν ἔχει πράγματι πολὺ ριζοβολήσει.
§187Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Συγχέετε. Ἀπέτυχε.
§188Ν. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΣ. Ὁ νόμος διὰ διοικητικῶν ἐλέγχων τῶν γενομένων δύναται καὶ ἐν Ἑλλάδι νὰ ἐφαρμοσθῇ πολὺ καλά. Εἶναι δίκαιος, διότι εἰς τὸν μικροκαλλιεργητὴν κάμνει ἐξαιρέσεις ἢ δώσατε καὶ εἰς τοὺς μικροὺς γεωργοὺς τὰς ἐξαιρέσεις διὰ νὰ δύνανται μὲ μεγαλειτέραν διάθεσιν νὰ καλλιεργήσωσι. Διὰ τῆς φορολογίας αὐτῆς τὶ θὰ κάμετε; Αὔριον πολὺ ὀρθῶς θὰ σκεφθῇ ὁ μικρὸς καλλιεργητὴς, ὅτι ἐφ’ ὅσον φορολογεῖται ἔστω καὶ μὲ μίαν δραχμήν, διότι σᾶς εἶπον ὅτι τὴν αὐτὴν ἐντύπωσιν κάμνει ἐφ’ ὅσον δὲν συρθῇ εἰς τὰ δικαστήρια, διότι εἶναι πέντε ἔτη θὰ διατρέχῃ τὸν κίνδυνον διότι δὲν ὑπέβαλε ἀληθεῖς δηλώσεις καὶ θὰ ἔχῃ τὴν ἀπαισίαν ἐφαρμογὴν τοῦ ποινικοῦ νόμου εἶναι πλέον εὔκαιρον νὰ τραπῇ εἰς ἄλλην ἐργασίαν. Δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχουσι κράτη σήμερον, τὰ ὁποῖα δὲν κάμνωσι τὰς ἐξαιρέσεις τὰς ἀπαραιτήτους εἰς τοὺς μικροκαλλιεργητάς. Πρέπει ὁ νόμος νὰ μεταρρυθμισθῇ. Πρέπει ὁμοίως κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ὄχι 4% ἐπὶ τῆς ἀξίας, πρέπει νὰ γίνῃ ἐπὶ τοῦ εἴδους 4%.
§189Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ἴδιον εἶναι.
§190Ν. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΣ. Ὄχι. Διότι ἀποφεύγομεν τὴν διαδικασίαν καὶ τὸν ἄλλον κίνδυνον τοῦ νόμου τοῦ νὰ συρθῇ ὁ χωρικὸς εἰς τὰς φυλακάς. Διότι ἄν δηλώσῃ ὀλιγώτερον τῆς ἀξίας εἰσάγεται εἰς τὰς ποινικὰς διατάξεις καὶ διατρέχει κίνδυνον μεγάλον, ἔχω τὴν πεποίθησιν καὶ καταλήγω εἰς τὴν ἑξῆς γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω ὅτι οὐδέποτε εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ γίνῃ ἐπιστημονικῶς ἀντιληπτὸν καὶ ἐφαρμοστέον, ὅτι ὁ φορολογικὸς νόμος πρέπει νὰ ἔχῃ βάσιν τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον. Πάντοτε πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν καθαράν.
§191Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις. Ἐπιστημονικῶς εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι. Ἐλᾶτε εἰς τὸ πρακτικόν.
§192Ν. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΣ. Θέτετε μίαν φορολογίαν,
§193Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ταμιευτικῶς εἶναι δύο ἀπόψεις. Εἶναι ἡ εἴσπραξις εἶναι καὶ ἡ βεβαίωσις καὶ λαμβάνω καὶ τὰς δύο ἀπόψεις καὶ τὴν ἄποψιν τῆς κατανομῆς τῆς περιουσίας ἐν Ἑλλάδι, ὅτι κυρίως ἐδῶ κρατεῖ ἡ μικρὰ περιουσία οἱ μικροεισοδηματίαι, αὐτὸς ὁ πίναξ τὸν ὁποῖον σᾶς ἔδειξα φαίνεται.
§194Ν. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ φορολογηθῶσι.
§195Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἄν ὑπάρχωσι μόνον μικροεισοδηματίαι τότε δὲν θὰ φορολογηθῇ κανεὶς καὶ ἐδῶ τὰ 9)10 εἶναι μικροεισοδηματίαι.
§196Ν. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΣ. Δὲν γίνεται ὁ κατάλληλος ἔλεγχος, δι’ αὐτὸ ἐφθάσαμεν ἐκεῖ. Κάμνουσιν ψευδεῖς δηλώσεις. Ἀλλ’ εἷς ἔλεγχος διοικητικός, νομίζω, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ θέση τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν των.
§197Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Φαντάζεσθε ἄν ἐγένετο ποίας συνεπείας θὰ εἶχε;
§198Ν. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΣ. Εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν λέγετε, ὅτι θέλετε νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ ἑνιαῖον σύστημα, νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ εἰς τὰς Νέας Χώρας. Ὡς γνωρίζετε αἱ Νέαι Χῶραι ἔχουσι παραγωγὴν γεωργικῶν προϊόντων, δημητριακῶν, ὀσπρίων κλπ. προηγεῖται τὸ ζήτημα τῶν δημητριακῶν καρπῶν εἰς τὰς Νέας Χώρας, ὅταν δὲ κατατάσσητε τὸν κάτοικον τῆς Πελοποννήσου μὲ τὸν κάτοικον, ὁ ὁποῖος φορολογεῖται διὰ τοὺς δημητριακοὺς καρπούς, διαπράττετε μίαν ἀνισότητα.
§199Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δυνάμεθα νὰ κάμωμεν διάκρισιν.
§200Ν. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν διάκρισιν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ ποσοστὸν νὰ ἰσχύσῃ καὶ εἰς τὰς Νέας Χώρας καὶ εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα, διότι εἰς τὴν Πελοπόννησον, ἐπὶ παραδείγματι, φορολογοῦνται βαρύτατα.
§201Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Πόσον πληρώνουσι;
§202Ν. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΣ. Δὲν ἠξεύρω. Νομίζω ὅτι ἐπὶ μὲν τῆς σταφίδος πληρώνουσι 30%, ἐπὶ τοῦ ἐλαίου 11%.
§203Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἡμεῖς ἐπληρώσαμεν διὰ τὸν καπνὸν 46.000.000.
§204ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Εἴχετε παραγωγὴν μεγάλην καὶ ἐπληρώσατε.
§205Ν. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΣ. Τὸ ποσοστὸν εἶπον ὅτι εἶναι ἄνισον, θὰ ἐφαρμοσθῇ γενικῶς ἐπὶ τοῦ παρόντος. Προτείνω καὶ νομίζω, ὅτι αὐτὴ ἡ λύσις εἶναι ἡ μέση, ἡ μὲν δεκάτη εἰς τὰς Νέας Χώρας νὰ μετριασθῇ καὶ νὰ φθάσῃ μέχρι οιουδήποτε ποσοστοῦ κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα, διὰ νὰ ἰσχύσῃ ὁ νόμος 1640 καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν Οἰκονομικῶν νομοσχεδίων ὅτε θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ κρίνωμεν καὶ τοὺς ἄλλους φόρους, οἱ ὁποῖοι θὰ βαρύνωσι τὰς τάξεις τὰς ἀσυδότους, διότι ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ ποτέ, τότε θὰ συζητήσωμεν καὶ τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου 1640. Ἤδη νομίζω ὅτι εἰς τὰς Νέας Χώρας πρέπει νὰ μετριάσωμεν τὸ ποσοστόν, πρέπει ὅμως νὰ ἀφίσητε εἰς ἐφαρμογὴν τὸν νόμον 1640 ἐπὶ τοῦ παρόντος, διὰ νὰ σκεφθῶμεν ἐπὶ τοῦ φορολογικοῦ συστήματος γενικῶς. Ἀντὶ νὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ ἐκτάκτων κερδῶν, ἀντὶ νὰ ἀκολουθήσωμεν τὸ σύστημα τῶν ἄλλων κρατῶν, ἀρχίζομεν ἀπὸ τὴν φορολογίαν τοῦ μικροκαλλιεργητοῦ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον αὐτὸ δὲν δύναμαι νὰ τὸ ψηφίσω οὕτως Ἡ Κυβέρνησις ἀρχίζει ἀπὸ ἐκεῖ διὰ νὰ φθάσῃ εἰς ἀποτέλεσμα αἴσιον, ἀλλ’ ἄς ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον περὶ ἐκτάκτων κερδῶν, διότι βλέπομεν ὅτι ἑκατομμύρια ἐκέρδισαν οἱ διάφοροι κουραμπιέδες, οἱ ὁποῖοι κατώρθωσαν ν’ ἀποφύγωσι τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν καὶ μόνον ὁ μικροκαλλιεργητὴς ἔμεινε μὲ τὰ ὅπλα παντοῦ καὶ πλήσσεται εἰς τὰ καίρια, ὅταν τοῦ λέγῃ ὅτι πρέπει νὰ σὲ φορολογήσῃ τὸ κράτος ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου. Δὲν θίγω τὴν φορολογίαν τῆς δεκάτης, τῶν Νέων Χωρῶν, θίγω μόνον τὰς ἀνισότητας αὐτὰς καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπ’ αὐτοῦ, ὅτι προτιμότερον θὰ εἶναι νὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τὴν φορολογίαν τὴν εἰδικὴν καὶ ἂς εἶναι βεβαία ἡ Κυβέρνησις ὅτι ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνισμὸς καὶ ὅλον τὸ κράτος τῆς Παλαιᾶς καὶ Νέας Ἑλλάδος, θὰ βοηθήσωσιν εἰς τὸ ἔργον νὰ πληρώσωσι φόρον, ἀναλόγως τῶν οἰκονομικῶν του. Οἱ μικροκαλλιεργηταὶ σήμερον, κύριοι, καὶ μάλιστα μετὰ τὴν ἀστοχίαν τῶν δημητριακῶν καρπῶν εὑρίσκονται ἐν ἀπογνώσει. Ρίψατε βλέμμα εἰς τὴν στατιστικὴν καὶ θὰ ἴδητε οἱ παραγωγεῖς ποῦ ἔφθασαν. Ἔφθασαν εἰς τὸ σημεῖον ὥστε οἱ μικροϊδιοκτῆται νὰ μὴ λαμβάνωσιν οὔτε τὴν σποράν, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προσφέρουσι θυσίας αἵματος ὀλίγον περισσότερον ἀπὸ τὰς ἄλλας τάξεις. Ἑπομένως ἡ Συνέλευσις, ἡ ὁποία τέλος πάντων κατόπιν μιᾶς λαϊκῆς ἐπαναστάσεως ἦλθεν ἐνταῦθα, ἂς μὴ θέσῃ χεῖρα ἐπὶ τῶν μικροκαλλιεργητῶν, ἂς θέσῃ χεῖρα ἐκεῖ ποῦ πρέπει, ἂς θέσῃ χεῖρα ἐπὶ τῶν πλουτησάντων ἐκ τοῦ αἵματος καὶ τοῦ ἱδρῶτος τῶν ἄλλων διὰ νὰ ἀποκτήσωσι κολοσσιαῖα ποσὰ καὶ νὰ μὴ πλήξῃ τοὺς μικροκαλλιεργητάς, ἐκείνους δηλαδή, οἱ ὁποῖοι ἐμεγάλωσαν καὶ μεγαλώνουν διαρκῶς τὴν πατρίδα μας. (Χειροκροτήματα).
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Φίλανδρος ἔχει τὸν λόγον.
§207Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Δὲν προτίθεμαι, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἀσχοληθῶ εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, θὰ ἐνδιατρίψω δὲ ὀλίγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς δεκάτης, τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιόν σας, κ. Ὑπουργέ, δὲν καταργεῖ εἰς τὴν Θράκην. Ἐκτιμῶ δεόντως τὴν δικαιολογίαν, τὴν ὁποίαν ἀναφέρατε εἰς τὴν εἰσήγησίν σας καὶ μὴ παραξενεύησθε ἐὰν θὰ ἐπεθύμουν, ὡς Θρᾷξ, νὰ συνεχισθῇ καὶ ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἡ δεκάτη ἐν Θράκῃ. Καὶ πρὸς ὑμᾶς, κ. Ὑπουργέ, καὶ πρὸς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν Θράκης ὑπεβάλαμεν τὴν παράκλησιν ὅπως καὶ ἐφέτος ἐν Θράκῃ παραμείνῃ ἡ δεκάτη, ἐξαιρεθῶσι δὲ αἱ περιφέρειαι τῶν ὁποίων οἱ πληθυσμοὶ ἐπέστρεψαν ἐξηντλημένοι καὶ ἔσκαψαν καὶ ἔσπειραν μικρὰν ἔκτασιν γῆς μὲ τὴν σπορὰν τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις προσέφερεν, ἐδέχθητε δὲ καὶ τὸ νομοσχέδιον, καὶ σᾶς εὐχαριστοῦμεν, κατὰ παράκλησιν τοῦ κ. Χατζηλία, νὰ προσθέσητε ὅτι μετὰ ἓν οἰκονομικὸν ἔτος θὰ ἀφαιρέσητε τὴν δεκάτην καὶ ἀπὸ τὴν Θράκην. Ὁ φόρος τῆς δεκάτης δὲν εἶναι, κ. Ὑπουργέ, ἐπαχθὴς μόνον, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἀλγεινός. Ἡ δεκάτη δὲν μᾶς φορολογεῖ μόνον, ἀλλὰ μυρίζει, ἀποπνέει καὶ δεσποτείαν, δὲν εἶναι δὲ ἄγνωστον ὅτι εἰς τὴν Τουρκίαν ὁ κάτοχος χωραφίων δὲν ἐθεωρεῖτο πραγματικῶς κάτοχος παρὰ ἐνοικιαστής, ἡ γῆ ἀνήκει εἰς τὸν κάτοχον, ὁ τίτλος δὲ ἑνὸς χωραφίου ἢ μιᾶς ἀμπέλου ἐσήμαινεν ὅτι ὁ ἔχων ἕνα χωράφιον δὲν εἶναι κάτοχος παρὰ ἐνοικιαστής, αὐτὴν δὲ τὴν φορολογίαν, ἐὰν δὲ πρόκειται περὶ ἀμπέλου φορολογεῖ τὸν οἶνον καὶ τὴν ρακὴν κατόπιν. Διὰ ταῦτα θὰ σᾶς παρακαλέσω, ἐφόσον θὰ παραμείνῃ, ὡς ἐκάματε λόγον, ὁ φόρος τῆς δεκάτης ἐν Θράκῃ νὰ ληφθῶσιν αὐστηρὰ δρακόντεια μέτρα κατὰ τῶν ἐνοικαστῶν, πρὸ πρόληψιν τῶν πιέσεων καὶ τῶν ὑπερβασιῶν εἰς βάρος τῶν παραγωγῶν. Ἐπίσης θὰ σᾶς παρακαλέσω ὅπως ἐξαιρεθῶσι αἱ περιφέρειαι ἐφ’ ὅσον θὰ παραμείνῃ ὁ φόρος τῆς δεκάτης ἐν Θράκῃ, ἐξαιρεθῶσι αἱ περιφέρειαι ἐκεῖναι αἱ κατεστραμμέναι καὶ ἐκτοπισθεῖσαι, τῶν ὁποίων οἱ πληθυσμοὶ εἶναι γυμνοί, καὶ σεῖς ἡ Κυβέρνησις τοὺς ἐκτρέφετε. Διότι σκεφθῆτε, κ. Ὑπουργέ, νὰ ἀντιλαμβάνεται ὁ Θρὰξ ὅτι εἶναι ἐλεύθερος καὶ νὰ σκέπτεται ὅτι ὑπάρχει ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴν ἀσσάρ, ἡ ὁποία δίδει τὸν χαρακτῆρα τῆς δεσποτείας. Ἐπιπλέον θὰ ἔχῃ τὴν πίεσιν τοῦ ἐνοικιαστοῦ, ὁπότε θὰ σκέπτεται ὅτι εἶναι δύο φορὰς ραγιάς. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν τὴν παράκλησίν μου τὴν θερμήν, ἔστω ἂν παραμείνῃ ἡ δεκάτη διὰ τὰς περιφερείας τῶν ἐκτοπίσεων καὶ ληφθῶσι δρακόντεια μέτρα κατὰ τῶν ἐνοικιαστῶν καὶ διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν τὴν ἀλγεινὴν ἐντύπωσιν τῆς δεσποτείας, τὴν ὁποίαν θὰ μεταβιβάσῃ ὁ φόρος αὐτὸς μὲ μίαν ἄλλην ὀνομασίαν.
§208Χ. ΚΑΡΑΣ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, κ. πληρεξούσιε, ὅτι τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸν φόρον τῆς δεκάτης διὰ τοῦ φόρου τῶν σπειρομένων γαιῶν, εἶναι μέτρον δικαιοσύνης καὶ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν θέλει παραπονεθῇ. Ἤθελον μόνον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐξαιρέσῃ, ἄν ἦτο δυνατόν, 30% ἐξ ἑκάστου εἴδους, διότι 30% εἶναι ποσόν, τὸ ὁποῖον ἕκαστος καλλιεργητὴς ἐξάγει ἀπὸ τὴν κοφίναν του καὶ ἐπειδὴ ἔχομεν χρόνους ἀφορίας ὅπως ἐφέτος, καὶ ἐπειδὴ λαμβάνουσιν οἱ ἰδιοκτῆται τὸ τρίτον, θὰ καταστῇ ἡ θέσις τῶν καλλιεργητῶν τραγική.
§209Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θέλετε 30%;
§210Χ. ΚΑΡΑΣ. Ὁ ἰδιοκτήτης λαμβάνει 30% καὶ αὐτὸς δὲν ὑποβάλλεται εἰς καμμίαν ὑποχρέωσιν καὶ οὔτε ἔχει καὶ καμμίαν φθοράν, ὁ δὲ καλλιεργητὴς λαμβάνει τὰ ⅔ καὶ εἶναι καὶ ἡ προσωπική του ἐργασία καὶ ἡ φθορὰ καὶ ὅλα. Λέγω λοιπὸν νὰ ἐξευρεθῇ αὐτὸ τὸ ποσὸν τὸ 30% διότι εἶναι ὁ καιρὸς γιὰ νὰ φορολογηθῇ τὸ ἄλλο ἔστω καὶ μὲ 4%, ἐνῷ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λαμβάνει ὁ ἰδιοκτήτης ἄς τὸ φορολογήσητε ὅπως θέλετε.
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Βαρβούτης ἔχει τὸν λόγον.
§212Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Νομίζω, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι πολὺ ὀρθῶς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἄλλοι προλαλήσαντες ἐχώρισαν ἀφ’ ἑνὸς τὸ ζήτημα τῆς καταργήσεως τῆς δεκάτης καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὸ ζήτημα τῆς φορολογίας τῆς ἐγγείου παραγωγῆς καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἰς τὸ ζήτημα τῆς δεκάτης δὲν ἐπιμένω, διότι φρονῶ ὅτι ἡ ἀντίληψις τῆς Συνελεύσεως εἶναι ὑπὲρ τῆς καταργήσεως φόρου, τοῦ ὁποίου τὴν ἱστορίαν δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀναφέρω διὰ νὰ μὴ σᾶς ἀπασχολήσω. Προβάλλω τὸ ζήτημα τῆς φορολογίας τῆς ἐγγείου παραγωγῆς καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου δύνανται νὰ ὑπάρξωσι κατ’ ἀρχὴν δύο σημεῖα συζητήσεως. Τὸ πρῶτον σημεῖον συζητήσεως εἶναι ἄν καὶ κατὰ πόσον πρέπει νὰ φορολογηθῇ ἡ ἔγγειος παραγωγὴ ἤ ὄχι, καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου φρονῶ ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ καμμία ἀντίρρησις ὅσον ἀφορᾷ τὴν φορολογίαν τὴν συνολικὴν δηλαδὴ ἁπασῶν τῶν κοινωνικῶν τάξεων ἀναλόγως πρὸς τὰς οἰκονομικάς των δυνάμεις. Λυομένου τούτου τοῦ ζητήματος, προβάλλει τὸ ζήτημα τοῦ συστήματος τοῦ οἰκονομικοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ προβληθῇ διὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τῆς φορολογίας. Βεβαίως ἀπὸ ἐπιστημονικῆς, ἀπὸ καθαρῶς διοικητικῆς ἀπόψεως, εἶναι προτιμητέα ἡ φορολογία ἐκείνη, ἡ πλήττουσα ἀπ’ εὐθείας τὴν καθαρὰν πρόσοδον. Ἀλλὰ τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα δὲν εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐφαρμόζονται παντοῦ καὶ πάντοτε. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ φορολογία τῆς καθαρᾶς προσόδου ἐπέτυχεν, ἀλλὰ εἰς τοὺς λαοὺς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἡ οἰκονομικὴ ἐξέλιξις διαφέρει τῆς οἰκονομικῆς ἐξελίξεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἐν Ἑλλάδι ἡ φορολογία τῆς καθαρᾶς προσόδου ἐπὶ τῶν τάξεων τῶν μικροϊδιοκτητῶν εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῇ διὰ πολλοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι τυγχάνουσι γνωστοί, διότι ὅλοι εἴμεθα εἰς ἐπικοινωνίαν μὲ τὰς τάξεις τῶν μικροϊδιοκτητῶν. Διότι ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες, ἰδίως ἡ κατωτέρα τάξις λόγῳ τῆς δουλείας τῆς μακροχρονίου, ὀφείλομεν νὰ τὸ εἴπωμεν, ἀπεκτήσαμεν ἕνα εἶδος πονηρίας καὶ ἐδημιουργήσαμεν καὶ τὴν ἀντίληψιν ὅτι τὸ Κράτος εἶναι ἐχθρὸς τοῦ ἀτόμου. Ἑπομένως ἡ ψυχολογία αὐτή, ἡ ὁποία εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀποσκορακισθῇ τόσον εὐκόλως ἀπὸ τὴν ψυχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καθιστᾷ τὸν Ἕλληνα ἀνειλικρινῆ εἰς τὴν δήλωσιν τῶν φόρων καὶ ὅσον πολυπλοκωτέρα εἶναι ἡ βάσις τόσον πονηρότερος εἶναι καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἐπικαλοῦμαι τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἐδήλωσεν ὅτι ἂν ἐφηρμόζετο ὁ νόμος αὐστηρῶς ἔπρεπε τὰ ⅘ νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὰ δικαστήρια διότι δὲν προβαίνουσιν ὄχι μόνον εἰς δηλώσεις εἰλικρινεῖς τῶν προσόδων των, ἀλλ’ οὔτε εἰς δηλώσεις τῶν ἐξόδων των. Νομίζω ὅτι πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς τὴν λῆψιν ὅλων τῶν μέτρων καὶ νὰ προβῇ εἰς τὴν φορολογίαν τῶν μεγάλων κεφαλαίων, εἴτε γεωργικὰ εἶναι αὐτά, εἴτε ἄλλα, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς φορολογίας τῆς καθαρᾶς προσόδου, ἡ ὁποία παρέχει τὴν μόνην βάσιν. Ἀλλ’ αἱ συνθῆκαι διαφέρουσιν εἰς τὰς μικρὰς καὶ μεγάλας ἐπιχειρήσεις. Διότι ἡ μεγάλη ἐπιχείρησις εἶναι εἰς θέσιν νὰ παρουσιάσῃ τὸ καθαρὸν εἰσόδημα καὶ παρέχει καὶ τὸ ἔδαφος πρόσφορον εἰς τὸν κρατικὸν ἔλεγχον. Ἐνῷ εἰς τὴν μικρὰν ἐπιχείρησιν εἶναι ἀδύνατον, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως μορφώσεως καὶ ἀφ’ ἑτέρου λόγῳ τῆς ἐλείψεως τῶν ἐξόδων, νὰ ἐξακριβώσωμεν τὴν καθαρὰν πρόσοδον δι’ ἀφαιρέσεως τῶν ἐξόδων τῆς παραγωγῆς. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἤκουσα μετὰ προσοχῆς τῶν προλαλησάντων κυρίων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι, τινὲς ἐξ αὐτῶν, ἠθέλησαν τὴν διατήρησιν τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῆς καθαρᾶς προσόδου. Χωρὶς νὰ παραβλέπω τὰ θεωρητικὰ πλεονεκτήματα τῆς φορολογίας αὐτῆς, εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι ἡ ἐφαρμογή της εἶναι ἀδύνατος. Ἐπιβάλλεται λοιπὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξεύρῃ σύστημα φορολογοῦν τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον, σύστημα ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον ἐπαχθὲς καὶ ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον πλῆττον τὸν μικροκαλλιεργητήν. Εἴμεθα σύμφωνοι ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς φορολογίας τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, ἡ ὁποία ὡς διατυπώνεται εἰς τὸ κυβερνητικὸν νομοσχέδιον δὲν εἶναι φορολογία τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, ἀλλ’ εἶναι μία αὐθαίρετος ἐκτίμησις τῆς καθαρᾶς προσόδου, διότι ἐὰν λάβω ὑπ’ ὄψιν τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἔκρινε τὸν συντελεστὴν τοῦ φόρου ἐκ τῆς ἀναλογίας τὴν ὁποίαν παρουσιάζει ἡ δηλωθεῖσα ἀκαθάριστος πρόσοδος πρὸς τὴν καθαρὰν πρόσοδον, συνάγεται ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θέλει καὶ αὐτὸς βέβαια καὶ εὑρίσκει ἐπισφαλῆ τὰ πλεονεκτήματα τῆς φορολογίας τῆς καθαρᾶς προσόδου, ἀλλ’ εὑρισκόμενος πρὸ προσκομμάτων πραγματικῶν κατέληξεν εἰς τὸ νὰ κανονισθῇ αὐθαιρέτως, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν διαφορετικὰ νὰ γίνῃ. Ἐφόσον λοιπὸν ἡ φορολογία τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, ὅπως τὴν διατυπώνῃ τὸ νομοσχέδιον, εἶναι μία φορολογία ἐπιβαλλομένη ὑπὸ αὐτῆς τῆς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων, φρονῶ, ὅτι ἐπὶ τῆς ἀρχῆς αὐτῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσι σοβαραὶ ἀντιρρήσεις ἄν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐν Ἑλλάδι ὑφισταμένην κατάστασιν καὶ ψυχολογίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ δὲν παρασυρθῶμεν ἀπὸ θεωρητικῆς ἀπόψεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ποσοστὸν καὶ μερικὰς ἄλλας λεπτομερείας σχετικὰς μὲ τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου καὶ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν δηλώσεων, βεβαίως τὸ νομοσχέδιον ἐπεξεργαζόμενον εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν δυνατὸν νὰ βελτιωθῇ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουσι ἐλλείψεις καὶ ἐγὼ θὰ εἶχον νὰ παρατηρήσω, ὅτι ὁ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 17 ἐπιβαλλόμενος ὑπολογισμὸς τῆς καθαρᾶς προσόδου εἰς τὸ ἥμισυ τῆς ἀκαθαρίστου, δὲν δύναται νὰ μᾶς παράσχῃ ἀσφαλῆ βάσιν ὅτι διὰ τοῦ συνθετικοῦ φόρου θὰ φορολογήσωμεν ἀπολύτως καὶ ἀσφαλῶς τὴν πραγματικὴν καθαρὰν πρόσοδον. Ἀλλὰ εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν θὰ εἴπω περὶ αὐτοῦ. Τοῦτο μόνον θὰ εἶχον, περαίνων, νὰ ἀναφέρω, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἡ φορολογία τῆς δεκάτης ἀπεφασίσθη νὰ καταργηθῇ, εἶναι δὲ ἀπαραίτητον θὰ φορολογῆται καὶ ἡ ἔγγειος παραγωγὴ ἀσχέτως ἄν οἱ καλλιεργηταί, πρὸς τοὺς ὁποίους καὶ ἐγὼ ἀποβλέπω μετὰ πάσης εὐλαβείας, πάσχουσι περισσότερον ἀπὸ οἱανδήποτε ἄλλην τάξιν, εἶναι ὅμως μία φορολογία, ἡ ὁποία παρίσταται ἀνάγκη νὰ θεσπισθῇ διὰ δὲ τῆς πρακτικῆς ἐφαρμογῆς, ἡ ὁποία θὰ ἐπακολουθήσῃ θὰ καταδειχθῶσι τὰ ἐλαττώματά της, εἰς τρόπον ὥστε νὰ χρησιμεύσῃ ὡς μία ἐμπειρικὴ ἐφαρμογὴ ἑνὸς οἰκονομικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον δυνατὸν νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τοὺς ἄλλους κλάδους τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Ἐλπίζω, ὅτι οὐδεὶς ἐκ τῶν κυρίων πληρεξουσίων θὰ εἶναι ἀντίθετος ὅσον ἀφορᾷ τὸ μέρος τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν κατάργησιν τῆς δεκάτης, ὡς καὶ εἰς τὸ ὅτι πρέπει νὰ φορολογῆται ἡ ἔγγειος παραγωγὴ ἀνεξαρτήτως τοῦ ποσοστοῦ.
§213Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Διαφωνοῦμεν εἰς αὐτό.
§214Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Θὰ τὸ συζητήσωμεν. Ὑπεστηρίχθη ὅτι θὰ πληγῇ ὁ μικροκαλλιεργητής. Μοὶ φαίνεται ὅτι τὸ ἀσφαλέστερον μέσον πρὸς ἐπιτυχίαν μιᾶς φορολογίας εἶναι τὸ ψυχολογικὸν μέσον, εἶναι τὸ μέσον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀφίνει κάποιαν ἐλευθερίαν ἐνεργείας τοῦ πολίτου. Δὲν τὸ φέρει εἰς συχνοτάτην ἐπαφὴν μὲ τὰς οἰκονομικὰς ἀρχάς. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Μὲ τὴν φορολογίαν τῆς καθαρᾶς προσόδου, εἷς χωρικός, τοῦ ὁποίου τὸ χωρίον, ἀπέχει πέντε–ἕξ ὥρας ἀπὸ τὸ κέντρον, θὰ ἀναγκασθῇ νὰ μεταβῇ πέντε–ἕξ φορὰς εἰς τὸ κέντρον. Θὰ ὑπάγῃ νὰ ζητήσῃ πληροφορίας πότε νὰ ὑποβάλῃ τὴν δήλωσιν, θὰ γυρίσῃ εἰς τὸ χωρίον του, θὰ ὑπάγῃ εἰς τὸν δικηγόρον του, θὰ ὑπάγῃ ἐκ νέου εἰς τὸ κέντρον, διότι αἱ δηλώσεις του εἶναι ἀνειλικρινεῖς θὰ τοῦ κοινοποιήσωσιν ἀπόφασιν, θὰ κάμῃ ἔνστασιν κατὰ τῆς ἀποφάσεως.
§215Ε. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ὁ ἐφοριακὸς ὑπάλληλος θὰ ὑπάγῃ ἐπὶ τόπου.
§216Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Ἀπέτυχε τὸ σύστημα αὐτὸ πληρέστατα. Ὑπεστηρίχθη ὅτι ἡ φορολογία δὲν εἶναι ὀρθή, διότι πλήττει τὸ κεφάλαιον καὶ τὴν ἐργασίαν, ἀλλὰ καὶ ἡ φορολογία τῶν ἡμερομισθίων δὲν πλήττει τὴν ἐργασίαν;
§217Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Ποῖος σᾶς εἶπεν ὅτι εἶναι ὀρθὴ ἡ φορολογία τοῦ προϊόντος τῆς ἐργασίας; Αὐτὴ δὲν εἶναι φορολογία, εἶναι κλοπή.
§218Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Ὑφίσταται καὶ δὲν εἶδον νὰ προκαλέσῃ τὴν αὐτὴν ἐξέγερσιν, τὴν ὁποίαν προκαλεῖ ἡ σημερινὴ φορολογία. Μήπως ἡ φορολογία ἡ ἐπιστημονικὴ δὲν εἶναι φορολογία; Ἀλλ’ ἔχει καὶ ἕν ἄλλο προσὸν ὁ νόμος αὐτός. Τὸ νομοσχέδιον ἔχει ἕν προσὸν καθαρῶς ψυχολογικὸν καὶ προσὸν καθαρῶς διαπλαστικὸν διὰ τὸν χαρακτῆρα τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ἐπιβάλλονται νόμοι ἄκαμπτοι μὴ παρέχοντες ἐλαστικότητας, τὰς ὁποίας ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι ἐπιτηδειότατος νὰ ἐκμεταλλεύηται. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καθορίζει ἕν ποσοστὸν διὰ τὴν κατηγορίαν τῶν τάξεων αὐτῶν, πλὴν ἐννοεῖται τῆς μεγάλης γεωργικῆς ἐπιχειρήσεως, διὰ τὴν ὁποίαν ἐπιφυλάσσομαι καὶ ἐγὼ ὅταν ἡ Κυβέρνησις εἰσαγάγῃ τὸ φορολογικόν της πρόγραμμα, νὰ φέρω τὰς κρίσεις μου, ὁ νόμος αὐτὸς θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν διαπαιδαγώγησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ περὶ τοῦ νὰ μὴ τείνῃ νὰ καταστρατηγήσῃ τὸν νόμον, ὅταν κατωρθώσωμεν νὰ δώσωμεν νόμους, οἱ ὁποῖοι νὰ μὴ ἀνοίγωσιν οὔτε θύρας, οὔτε παράθυρα πρὸς τὴν καταστρατήγησιν θὰ διαπαιδαγωγηθῇ ὁ λαὸς ὥστε νὰ μάθῃ νὰ σέβηται τοὺς φορολογικοὺς νόμους. Ταῦτα εἶχον νὰ παρατηρήσω.
§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Κατσάνος ἔχει τὸν λόγον.
§220Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θέλων νὰ ἡσυχάσῃ τοὺς κυρίους πληρεξουσίους τοὺς ἀντιτασσομένους κατὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἔσπευσε νὰ δηλώσῃ ὅτι ἡ ἀνησυχία μας εἶναι ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος, διότι οὐδόλως πρόκειται περὶ νέας φορολογίας, ἀλλ’ ἁπλῶς περὶ μεταρρυθμίσεως φορολογικῆς εὐκολυνούσης τοὺς φορολογουμένους καὶ ὁμολογῶ ὅτι πρὸς στιγμὴν ἠδίκησα τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐκλαβὼν αὐτὸν ὡς ἀνειλικρινῆ, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην εὗρον ὅτι ὁμολογουμένως δὲν εἶχον ἀδικήσει αὐτόν, διότι ὡμολόγησε, ἐξ ἀγαθῆς προθέσεως βεβαίως, ἀλλὰ καὶ περιελθὼν εἰς τὴν ἀνάγκην, ὅτι πρόκειται περὶ φορολογίας. Ἐνῷ κατὰ τὸν νόμον 1640 φορολογοῦνται 20 ἑκατομμύρια, καθαρᾶς προσόδου, μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἐπιζητεῖται ἡ φορολογία 543 ἑκατομμυρίων ἀκαθαρίστου, ἑπομένως ζητεῖται μία φορολογία εἰκοσιπενταπλασία, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν τῆς ὑπαρχούσης· ἐξεταστέον δὲ παρὰ τίνος ζητεῖται ἡ φορολογία αὕτη. Εἶναι λοιπόν, ὡμολογημένον ἐκ στόματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι πρόκειται περὶ φορολογίας, ἀλλὰ καὶ περὶ φορολογίας δεινῆς, βαρείας, βαρυτάτης. Πρόκειται περὶ νομοσχεδίου τελείως ταμιευτικοῦ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο τὸ ζήτημα, διότι ἐὰν πρόκειται ἁπλῶς περὶ φορολογίας, καὶ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἐπιτακτικῶς ἀπήτουν τὴν ἐπιβολὴν φορολογίας, θὰ ἦτο οὐχὶ τόσον σοβαρὸν, ἀλλ’ εἶναι ἐξεταστέον τίνας τάξεις κυρίως πλήττει ἡ ἐπιδιωκομένη διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου φορολογία. Οἱ θεσπίσαντες τὸν νόμον 1640 βεβαίως δὲν ἦσαν ἁπλοϊκοὶ, οὔτε τόσον ἀφελεῖς, ὥστε νὰ μὴ ἀντιλαμβάνωνται τὰς συνεπείας τῆς ἐφαρμογῆς ἑνὸς νόμου, τὸν ὁποῖον μετὰ μελέτην εἰσήγαγον καὶ ἐψήφισαν. Ἀλλὰ ἐκεῖνοι δὲν ἐγίνωσκον ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς δὲν πλήττει τὴν παραγωγὴν, δὲν πλήττει τὸν μικροκτηματίαν, δὲν πλήττει τὸν μικροπαραγωγόν, ἀλλ’ ἠρκέσθησαν εἰς τὴν φορολογίαν ἐκείνων τῶν τάξεων, τῶν ὁποίων τὸ φορολογικὸν ὅριον τῆς ἀντοχῆς δὲν ἐξαντλεῖται εὐκόλως, θέλοντες διὰ τοῦ μέτρου τούτου νὰ προφυλάγωσιν ὅσον εἶναι δυνατὸν τὸν μικροπαραγωγόν, τὸν μικροκτηματίαν. Ἐνῷ ἀντιθέτως διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀκριβῶς ζητεῖται τὸ ὅλως ἀντίθετον, διότι οἱ μεγάλοι κτηματίαι, οἱ ἔχοντες τὰς μεγάλας προσόδους ἀποφεύγουν τὴν φορολογίαν δι’ ἐνοικιάσεως τῶν κτημάτων των εἰς μικροκαλλιεργητάς, τοὺς ὁποίους ἀποκλειστικῶς βαρύνει ἡ φορολογία αὕτη, διότι ὁ μικροκτηματίας οὐδεμίαν ἔξοδον ἔχει περισφυγγώμενος ἐν στενωτάτῳ κλοιῷ εἰς τὴν στενὴν καλλιέργειαν τῶν ὀλίγων στρεμμάτων ὅλων τῶν εἰδῶν τῶν προϊόντων, ἅτινα ἀπήτει ἡ φορολογία αὕτη ἡ ἀσυγκρίτως εἰδεχθεστέρα τῆς μακαρίας δεκάτης, ἥτις εἶχε πολλὰς τὰς ἐξαιρέσεις ἐκ τῆς φορολογίας. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἀκριβῶς ἐκθέτει τὴν φορολογίαν, εἰς τὰ στενὰ ὅρια τοῦ μικροκτηματίου, τοῦ μικροῦ γεωργοῦ, δὲν θέλει νὰ πλήξῃ τὸν μεγάλον κτηματίαν τὸν ἔχοντα ὅριον ἀντοχῆς. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καθ’ ἣν στιγμὴν μέγας ἀγὼν διεξάγεται πολιτειακὸς καὶ οἰκονομολογικὸς ἀπὸ πάσης αὐτοῦ ἀπόψεως, ἁγνά, νωπὰ δὲ εἶναι ὅλα τὰ πράγματα εἰς τὰς ἀντιλήψεις μας διότι πάντες παροικοῦμεν τὴν Ἱερουσαλήμ καὶ οὐδεὶς ἐγεννήθη προφήτης, ἵνα τὰ πάντα γνωρίζῃ, ἔχομεν δὲ Ἐθνοσυνέλευσιν, ἡ ὁποία μέχρι τοῦδε εἰργάσθη—διὰ νὰ μὴ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τοῦ δακτύλου μας—ἐπὶ νομοσχεδίου προσωπικοῦ ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, ἐπὶ νομοσχεδίων ὀγκούντων τὸν προϋπολογισμὸν τῶν δαπανῶν, οὐδὲν ὅμως νομοσχέδιον προσήχθη φορολογικὸν ἕτερον πλὴν αὐτοῦ, ποίαν ἐντύπωσιν θέλει παράσχει τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τὸ φορολογικόν, τὸ μοναδικόν, τὸ ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς βαρεῖς καὶ ἀπεχθεῖς ὅρους ὑποβαλλόμενον εἰς τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν, εἰς τὴν τάξιν τῶν παραγωγῶν τὴν πολυπληθεστέραν, οἱ ὁποῖοι ἀξιοῦσι παρὰ τῆς Συνελεύσεως προστασίαν, διότι εἶναι ἕρμαιοι καὶ ἀπὸ πάσης σημασίας καὶ ἀπὸ πάσης ἄλλης ἀπόψεως, ἐλλείψεως πάσης προνοίας ὑπὸ τῆς Πολιτείας; Ἀλλ’ ὑπομιμνήσκω εἰς τοὺς κ. κ. συναδέλφους τῆς Συνελεύσεως, ἀνεξαρτήτως πολιτικῆς ἀποχρώσεως καὶ ἀντιλήψεως, ποία θὰ εἶναι ἡ ἐμφάνισίς των, ἀλλὰ καὶ ποία ἡ ψυχολογική των κατάστασις ὅταν θὰ ἐμφανισθοῦν εἰς τὰς ἐπαρχίας των καὶ θὰ εὕρουν τοὺς συμπολίτας των, οἱ ὁποῖοι τοὺς ἀπέστειλαν ἐδῶ, παραπονουμένους διότι δὲν θὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα ἀφορολογήτως νὰ πάρουν τὸ λάχανον ἀπὸ τὸν κῆπόν των, δὲν θὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ βγάλουν ὀλίγην πατάταν διὰ νὰ τὴν φάγουν ἀφορολόγητον; Καὶ ἐρωτῶ. Ποίαν ἀπάντησιν θὰ δώσουν εἰς αὐτούς; Θὰ εἴπουν, ὅτι τὰ ἐθνικὰ πράγματα ἐπιβάλλουν πραγματικῶς τὴν ἀνάγκην φορολογίας; Μάλιστα. Ἀλλ’ εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι πάντες γνωρίζομεν τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπιβολῆς φορολογίας, ἀλλ’ εἴπομεν ὅτι δυνάμεθα νὰ τὸ ἀναβάλλωμεν μετὰ τὴν περαίωσιν τῶν εὐτυχῶς προσδοκομένων, κατὰ τὰς πεποιθήσεις ὅλων μας, ἐθνικῶν ζητημάτων ὁπότε θὰ ἔχῃ τὸν χρόνον τὸν κατάλληλον ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ σκεφθῇ ὡριμώτερον περὶ δικαίας κατανομῆς τῆς φορολογίας, καὶ νὰ σκεφθῇ ἂν αὐταὶ αἱ τάξεις πρέπῃ νὰ φορολογηθοῦν ἢ ὑπάρχουν ἄλλαι τάξεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι μεγαλείτερον ὅριον ἀντοχῆς, καὶ ὅτι ἐὰν τουλάχιστον τὰς τάξεις αὐτὰς τῶν γεωργῶν δὲν δύναται νὰ προστατεύσῃ ἡ Πολιτεία τοὐλάχιστον νὰ μείνῃ ἀνενόχλητος ἡ μικρὰ ἐργασία. Κύριοι, δὲν ἔχω τὴν δύναμιν, δὲν εἶμαι κομματάρχης’ εἶμαι μονάς. Ἐὰν εἶχον τὴν δύναμιν ἤθελον ἐπιβάλει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον. Ἐὰν θέλετε, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ψήφίσατέ το, εἶσθε ἁρμόδιοι, ἀλλὰ μεταβαίνοντες εἰς τὰς ἐπαρχίας καὶ σκεπτόμενοι ὡριμώτερον, θὰ εὕρετε ὅτι πάντα ταῦτα, τὰ ὁποῖα λέγω, ἐὰν δὲν περιέχωσιν ὁλόκληρον τὴν ἀλήθειαν, τὴν περιέχουσιν ὅμως κατὰ τὰ 9)10, καὶ θὰ μεταμεληθῆτε διότι θὰ εὑρεθῆτε πρὸ καταστάσεως, διὰ τὴν ὁποίαν πικρῶς θὰ μεταμεληθῆτε. Ὑπῆρξαν καὶ ἄλλαι Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐνόμισαν ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀδιαφορεῖ καὶ ὅτι δύναταί τις νὰ παίζῃ εἰς βάρος του, ἀλλὰ μετεμελήθησαν πικρῶς διότι ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ζηλοτύπως καὶ φιλοτίμως ἔχεται τῶν δικαιωμάτων του καὶ οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὸν ἐμπαίζῃ, διότι βέβαια ἐμπαιγμὸν ἀποτελεῖ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ὑποβαλλόμενον κατὰ τοιαύτας ὥρας, ἀνατρέπον ἄρδην, βάσιν οἰκονομικὴν δικαίου καὶ αἰφνιδιαστικῶς καὶ βιαίως κηρυττόμενον κατεπεῖγον εἰς τοιαύτας στιγμάς. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δεχθῇ ὑπ’ ὄψιν αὐτά, τὰ ὁποῖα προέρχονται ἐκ πλήρους συναισθήσεως ἀλλὰ καὶ ἐκ πλήρους ἐπιγνώσεως τῶν πραγμάτων, διότι εἶμαι καὶ ἐγὼ πολιτευόμενος ἔχων τὴν πεῖράν μου καὶ τὴν ἐπίγνωσιν τῶν πραγμάτων μου ἄν ὄχι ἀνωτέραν τῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν λίαν ἀλλὰ καὶ μὴ ἀπέχουσαν.
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ξ. Μαυρομμάτης ἔχει τὸν λόγον.
§222Ξ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Δὲν πρόκειται, κύριοι, περὶ τῆς δεκάτης τῆς παροιμιώδους. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπεχθάνεται πάντα ἄμεσον φόρον. Ἐνθυμούμεθα πάντες τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ὁ ὁποῖος ἦτο πολὺ ἐλαφρότερος τοῦ φόρου τοῦ ἐπιβαλλομένου ἀπόψε. Δὲν ἐξεπροσώπει ἢ 1 ἢ 2% τὸ πολὺ καὶ ἐν τούτοις ἐνθυμεῖσθε πόσας συνεδριάσεις τῶν διαφόρων συνόδων κατηνάλισκε τὸ ζήτημα τῶν ἀναστολῶν τοῦ φόρου ἐκείνου. Ἐνθυμεῖσθε πόσας καθυστερήσεις εἶχε τότε ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ἡ συνηθεστέρα καθυστέρησις ἦτο 50%, εἰς δὲ τὴν Ἠλείαν ἔφθασε καὶ 96%. Δὲν εἶναι μόνον ἡ ἀπέχθεια τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ διὰ τὴν φορολογίαν τῶν γεωργικῶν προϊόντων, ἡ ὁποία πάντοτε ἔχει τὰς δυσχερείας, τὰς καταθλίψεις, τὰς ταλαιπωρίας καὶ ὅ,τι ἄλλο δύναται νὰ ὑποφέρῃ ὁ γεωργικὸς πληθυσμός, ὁ ὁποῖος δὲν εὑρίσκεται πάντοτε πλησίον τῶν γραφείων. Ἐνθυμεῖσθε πῶς ἐξηγέρθη ὁ δικηγορικὸς κόσμος τῶν Πατρῶν διὰ τὴν φορολογίαν τοῦ εἰσοδήματος, ἐξ οὗ ἐξηναγκάσθη ἡ τότε Κυβέρνησις νὰ μετατρέψῃ τὸν φόρον ἐκεῖνον. Αὐτὴ εἶναι ἡ δυσφορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, διὰ πάντα νέον φόρον, δὲν εἶναι δὲ μόνον προσωπικὴ αὐτὴ ἡ δυσφορία, ἀλλ’ εἶναι καὶ μία ὁμαδικὴ ἐπιβολή, ἡ ὁποία πολλαπλασιάζει τὴν δυσφορίαν ταύτην. Ἐγὼ ἄν εἶχον τὴν δύναμιν θὰ προέβαινον εἰς τὴν κατάργησιν παντὸς ἀμέσου φόρου ἐν Ἑλλάδι. Ἔχομεν φόρους ἐμμέσους βαρυτάτους, ὡς τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ ἐλαίου, τὸν φόρον τῆς σταφίδος, οἱ ὁποῖοι ἐν τούτοις ἀποτίονται ἀσυζητητεὶ ἄνευ διαμαρτυριῶν. Καὶ σήμερον θὰ συνίστων εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐὰν τῷ δοθῇ καιρὸς νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν εἶναι δυνατὸν οἱ ἔμμεσοι φόροι ν’ ἀποτίωνται κατὰ ἔμμεσον τρόπον, κατὰ τὴν μεταβολήν. Σήμερον ἂς διαιρέσῃ τὸ ζήτημα εἰς δύο, ἂς καταργήσῃ τὸν φόρον τῆς δεκάτης ἐπὶ τῶν Νέων Χωρῶν καὶ ἂς ἀναπληρώσῃ τὸ ἔλλειμμα ἐπὶ τοῦ δασμολογίου. Τὸ δασμολόγιον, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε ἦτο βαρύτατον, σήμερον, λόγῳ τῆς ὑπερτιμήσεως τῆς ἀξίας τῶν ἐμπορευμάτων, ἔγινε κατὰ τὰ ¾ ἐλαφρότερον.
§223Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐὰν θέλετε νὰ καταργήσωμεν τὸν φόρον τῆς δεκάτης εἰς τὰς Νέας Χώρας διατὶ νὰ μὴ ἐφαρμόσωμεν τὸν φόρον τοῦ Νόμου 1640 εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα;
§224Ξ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἐὰν ἐξηρτᾶτο ἀπὸ ἐμέ, ἐγὼ θὰ προέβαινον εἰς τὴν κατάργησιν καὶ αὐτοῦ τοῦ φόρου.
§225Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τότε νὰ καταργήσητε καὶ αὐτόν.
§226Ξ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Θὰ κατήργουν καὶ αὐτόν.
§227Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀλλὰ τότε πρέπει νὰ διοικήσητε ὑμεῖς τὴν Ἑλλάδα.
§228Ξ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ταῦτα εἶχον νὰ παρατηρήσω ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου.
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Τσουκαλᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§230Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἐγὼ δὲν λέγω πολλά. Δὲν εἶμαι δικηγόρος, εἶμαι μαθηματικὸς καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω ὅτι κηρύσσομαι ἐναντίον τῆς παραδοχῆς τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Δέχομαι τὴν κατάργησιν τῆς δεκάτης διὰ τὰς Νέας Χώρας, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ τὴν ἐπιβολὴν φορολογίας ἐπὶ τοῦ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ. Ἐὰν ἐξετάσητε τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος θὰ ἀνεύρητε τὸ ἑξῆς φαινόμενον, τὸ ὁποῖον ἐξακολουθοῦμεν κατὰ γράμμα ἐφαρμόζοντες σήμερον’ ὁσάκις ὁ προϋπολογισμὸς παρουσιάζει ἐλλείμματα ἀμέσως φόροι, φόρος σπειρομένων γαιῶν, φόρος ἀροτριώντων κτηνῶν, φόρος πάντοτε ἐπὶ τῶν ἀγροτικῶν πληθυσμῶν. Ἀποτέλεσμα: μείωσις τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς, ἐξαγωγὴ χρήματος εἰς τὸ ἐξωτερικόν, αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν τραπεζογραμματίων, αὔξησις τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος. Διὰ τοῦτο εἶναι ζήτημα, ἐάν, ἐπιστημονικῶς ἐξεταζομένου τοῦ ζητήματος, θὰ κατορθώσωμεν νὰ δικαιολογήσωμεν τὸ πρᾶγμα. Αὔριον ὅταν ἀναγκασθῶμεν νὰ ἀναζητήσωμεν φόρον διὰ νὰ διοικήσωμεν τὸ Κράτος θὰ καταλήξωμεν εἰς τὴν ἀναζήτησιν φόρων διὰ τὴν φορολογίαν ἐπὶ τῶν ἀγροτικῶν πληθυσμῶν, ἐπὶ τῶν γεωργικῶν τάξεων ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου, ἐπὶ τῶν ἐκτάκτων κερδῶν, ἢ θὰ καταλήξωμεν εἰς ἀνεύρεσιν δανείου. Πότε θὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου; Εἶναι γνωστὸν βεβαίως ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει ἀνωτέραν πεῖραν. Πάντες δὲ καὶ ἐγὼ ἀναγνωρίζομεν αὐτό. Ἐγὼ μάλιστα καὶ τὸν σέβομαι ἀπείρως, διότι εἶχον καὶ τὴν τιμὴν νὰ ὑπάρξω μαθητής του, ἀλλὰ τὸν ἐρωτῶ πότε θὰ κατορθώσῃ νὰ ἔχῃ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ νόμου τούτου; Ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει: ἔχω ἀνάγκην ἀπὸ χρήματα, μὴ λησμονῶμεν ὅμως ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς μίαν ὀξυτάτην κρίσιν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ στρατός μας διέπραξε μεγάλας νίκας, εἶναι πιθανὸν ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν νὰ λήξῃ ὁ πόλεμος. Τότε θὰ συνέλθωμεν νὰ συζητήσωμεν, ποία εἶναι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους, ποῖα τὰ ἐλλείμματα καὶ τότε θὰ ἐξετάσωμεν ἐπὶ τίνων θὰ ἐφαρμόσωμεν φόρους καὶ ἐπὶ τίνων δὲν θὰ ἐφαρμόσωμεν. Ἤδη τὶ παρατηροῦμεν; Ἐνθυμούμεθα ὅτι εἰς τὴν Βουλὴν τῆς 6ης Δεκεμβρίου, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐζήτησε ν’ αὐξήσῃ τὰς συντάξεις τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ἐπειδὴ ἀπῃτοῦντο πόροι, εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν, ἔλεγεν: αὐξάνομεν τὰς συντάξεις τῶν ἀξιωματικῶν. Ἀλλὰ διὰ νὰ καλύψωμεν τὴν δαπάνην ταύτην ἀνάγκη νὰ ἐπιβάλωμεν φορολογίαν καὶ ἁπλούστατα αὐξάνομεν τὴν τιμὴν τῶν εἰσιτηρίων. Καὶ παρουσιάσθη τὸ θέαμα νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔφερε τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, οὐχὶ δὲ τῶν Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, τὸ ὁποῖον ἀφ’ ἑνὸς ηὔξανε τὰς συντάξεις, ἀφ’ ἑτέρου ηὔξανε τὰς τιμὰς τῶν εἰσιτηρίων. Ἠναγκάσθην νὰ δηλώσω τότε εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀντεπιστημονικόν. Ἐσχάτως ὁ κ. Εὐταξίας, τοῦ ὁποίου πολλοῦ γε καὶ δεῖ νὰ προσεγγίζω τὴν σοφίαν, ὁμιλῶν περὶ τῆς ἀποζημιώσεως τῶν παθόντων ἐκ πολιτικῶν λόγων, μᾶς εἶπε νὰ ἐπιβάλωμεν φορολογίαν ἐπὶ τῶν Τραπεζῶν. Καὶ ἕτερος πληρεξούσιος, διὰ νὰ αὐξήσωμεν τοὺς μισθοὺς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, εἶπεν νὰ ἐπιβάλωμεν ὡρισμένην φορολογίαν. Ἀλλ’ ὅλα αὐτά, κύριοι, εἶναι ἀντεπιστημονικά. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιβάλλωμεν φορολογίας ἑκάστοτε, φέρετε νόμον, κανονίσατε τὸν τρόπον τῆς εἰσπράξεως καὶ τότε θὰ ἴδωμεν ἄν πρέπῃ νὰ ἐπιβάλωμεν φορολογίαν ἐπὶ τῆς ἐγγείου παραγωγῆς, φορολογίαν ἐπὶ τῶν κερδῶν τοῦ πολέμου κλπ., θὰ ἴδωμεν ἐν συνόλῳ πλέον τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους καὶ τότε θὰ καταλήξωμεν εἰς μίαν φορολογίαν. Εἶμαι, κύριοι, κατ’ ἀρχὴν κατὰ τοῦ συστήματος αὐτοῦ. Αὐτὸ εἶναι ἐντελῶς ἀντεπιστημονικόν. Ἀναγνωρίζω καὶ ἐγὼ τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου καὶ βεβαίως εἶναι πιθανὸν νὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην αὔριον νὰ ἐπιβάλωμεν φορολογίαν, ἀλλὰ προτοῦ τὴν ἐπιβάλωμεν θὰ θέσωμεν τὰ ζητήματα ἐπὶ τάπητος καὶ θὰ ἐξετάσωμεν ἄν πρέπῃ νὰ ἐπιβάλωμεν φορολογίαν ἐπὶ τοῦ ἐγγείου εἰσοδήματος. Πρέπει νὰ ἐπιβάλωμεν φορολογίαν ἐπὶ τῶν ἐκτάκτων κερδῶν; Κύριοι, δὲν εἶναι σοβαρὰ πράγματα αὐτά. Δὲν εἶναι ἐπιστημονικά, καὶ διὰ τοῦτο θὰ ἐπεθύμουν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον, νὰ ἀνακουφισθοῦν μὲν αἱ Νέαι Χῶραι ἀπὸ τοῦ φόρου τῆς δεκάτης, νὰ μὴ ἐπιβαρυνθῇ ὅμως ἡ Παλαιὰ Ἑλλὰς μὲ νέαν φορολογίαν. Ἐλπίζομεν ὅτι ἐντὸς ὀλίγου τὰ πράγματα θὰ καταλήξωσιν εἰς ἕν τέλος. Θὰ ἴδωμεν τὶ θὰ ἀπογίνῃ ἡ Ἑλλάς. Θὰ ἐρευνήσωμεν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν. Θὰ ἔχωμεν ἀφ’ ἑνὸς τὰς εἰσπράξεις, ἀφ’ ἑτέρου τὰ τακτικὰ ἔξοδα. Σήμερον δὲν γνωρίζομεν ποῖον εἶναι τὸ ἔλλειμμα τοῦ Κράτους. Λοιπὸν διατὶ νὰ ἐπιβάλωμεν μίαν φορολογίαν, τῆς ὁποίας οὐδεὶς γνωρίζει τὰ ἀποτελέσματα, ἄν θ’ ἀποδώσῃ τίποτε ἤ ἄν θὰ βλάψῃ; Διότι μὴ λησμονῶμεν ὅτι οἱ ἀγροτικοὶ πληθυσμοὶ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπλήγησαν ἐκ τῆς καταστάσεως, διότι οἱ ἀγροτικοὶ πληθυσμοὶ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔδωσαν τὰ τέκνα αὐτῶν, τοὺς ἀδελφοὺς αὐτῶν διὰ τὸν πόλεμον καὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἀφῃρέθη διὰ τῆς ἐπιτάξεως καὶ τὸ τελευταῖον μέσον καλλιεργείας. Ἡμεῖς οἱ πολιτευόμενοι γνωρίζομεν ὅτι ἠναγκάσθημεν νὰ μεταβῶμεν πολλάκις εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ νὰ τῷ παραστήσωμεν τὸ ἄδικον τὸ συμβαῖνον εἰς ἕνα ἀγρότην, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἀφῃρέθησαν τὰ τρία τέκνα ἐκ τῶν τεσσάρων καὶ ὅλα τὰ ζῶα του. Καὶ σήμερον ἐρχόμεθα εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ὑφίσταται τὰς μεγαλειτέρας θυσίας, εἰς ἐκεῖνον, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἀφαιροῦμεν τὰ μέσα τῆς καλλιεργείας καὶ ἐπιβάλλωμεν νέαν φορολογίαν. Ὂχι, κ. Ὑπουργέ. Δὲν εἶναι δίκαιον θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἀναγνωρίσητε τὸ ἄδικον καὶ νὰ ἀποσύρητε τὸ νομοσχέδιον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα.
§231Σ. ΓΚΟΤΖΑΜΑΝΗΣ. Διατὶ διὰ τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα; Διατὶ κάμνετε διάκρισιν;
§232Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Θὰ σᾶς τὸ ἐξηγήσω. Εἶμαι ἐκ τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος. Ἀναγνωρίζω τὴν παρατήρησιν σας ὡς πολὺ δικαίαν καὶ ὀρθὴν καὶ θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Θὰ σᾶς παρακαλέσω πρῶτον νὰ μὴ μὲ παρεξηγήσητε ὅταν εἶπον ὅτι ἀνήκω εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα. Ἔχω τοιαύτην αὐτοθυσίαν, ὥστε ἀδιαφορῶ ἄν ἀνήκω εἰς τὴν Παλαιὰν ἤ εἰς τὴν Νέαν Ἑλλάδα. Εἰς ποῖον ζήτημα κατέληξα; Σήμερον ὑπάρχει μία φορολογία, τὴν ὁποίαν σᾶς ἐξήγησα διατὶ δὲν πρέπει νὰ θίξωμεν, καὶ μετὰ δύο μῆνας νὰ φέρωμεν φορολογικὸν νομοσχέδιον καὶ νὰ ἀφομοιώσωμεν καὶ τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα καὶ τὴν Νέαν. Ἀλλὰ σεῖς οἱ ἐκ τῆς Νέας Ἑλλάδος παρεστήσατε ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ἀνακουφισθῆτε ἐκ τῆς δεκάτης, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἄς ἀνακουφισθῇ ἡ Νέα Ἑλλάς, ἀλλὰ ἐὰν θέλετε νὰ παραμείνῃ ὡς ἔχει ἡ φορολογία καὶ νὰ μὴ ὑποβληθῇ τὸ νομοσχέδιον καθόλου, αὐτὸ εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ σᾶς. Ἐγὼ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγω καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἐπιμένω εἶναι τοῦτο: ὅτι μετὰ τρεῖς μῆνας ἡ Συνέλευσις θὰ συνέλθῃ ἐκ νέου, θὰ ἔχωμεν ἐνώπιον ἡμῶν γεγονότα, θὰ ἔχωμεν προϋπολογισμὸν καὶ τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ φέρῃ ἕν σύστημα φορολογικὸν ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ συζητήσωμεν.
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπούσιος ἔχει τὸν λόγον.
§234Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Λαμβάνω ἐκ δευτέρου τὸν λόγον, κύριοι, διὰ νὰ προσπαθήσω νὰ ἐπιφέρω μίαν τακτοποίησιν εἰς τὸ ζήτημα. Εἰς τὰ 1918 ἡ τότε Κυβέρνησις εἰσήγαγε τὴν φορολογίαν τῆς καθαρᾶς προσόδου. Ἐψηφίσθη ὁ νόμος 1640 ὁ τροποποιηθεὶς βραδύτερον δι’ ἄλλων δύο ἢ τριῶν νόμων καὶ ὁ ὁποῖος ἔκτοτε ἰσχύει δι’ ὅλον τὸ Κράτος γενικῶς. Ἐξαιρετικῶς διετηρήθη εἰς τὰς Νέας Χώρας ὁ φόρος τῆς δεκάτης καὶ ὁ φόρος τῶν αἰγοπροβάτων, διατηρηθέντων καὶ μερικῶν ἄλλων φόρων καὶ εἰς τὰς Νέας Χώρας καὶ εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα, ἐξαγωγικοὶ φόροι καὶ ἄλλοι τινὲς εἰδικοὶ φόροι. Ἀλλ’ ὁ φόρος τῆς καθαρᾶς προσόδου, ὡς ἔχει σήμερον ἡ φορολογική μας νομοθεσία, ἰσχύει δι’ ὅλον τὸ Κράτος. Ὁ φόρος τῆς δεκάτης διετηρήθη ἀπὸ ταμιευτικῆς ἀπόψεως, διότι ἡ τότε Κυβέρνησις, ὅπως ἐκ τῶν πραγμάτων ἀπεδείχθη, δὲν εἶχε πεποίθησιν ἐπὶ τῆς ταμιευτικῆς ἀποδόσεως τοῦ νεαροῦ αὐτοῦ φόρου ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου, ὄχι μόνον ἐπὶ τῶν γεωργικῶν ἐπιχειρήσεων, εἰς τὰς ὁποίας ἀποβλέπει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων πλουτοπαραγωγικῶν πόρων. Ἐκεῖ μόνον, ὅπου φαίνεται ὅτι ἐπέτυχεν ὁ φόρος αὐτός, εἶναι τὸ δεύτερον τμῆμα τῆς φορολογίας, ὁ λεγόμενος συνθετικὸς φόρος ὁ ἐφαρμοζόμενος ἐπὶ τοῦ συνόλου τῶν ἀναλυτικῶν φόρων, διότι ἀποδίδει τῷ ὄντι ποσὸν ἀρκετὰ σημαντικὸν εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον. Ὁ φόρος τῆς δεκάτης εἰς τὰς Νέας Χώρας διετηρήθη ἐπὶ μίαν ὀκταετίαν ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως. Κατὰ τὸ διάστημα τῆς ὀκταετίας αὐτῆς ἀρχίζει ἀπὸ ποσὸν 8 ἢ 9 ἑκατομμυρίων εἰς τὰ 1912 καὶ φθάνει εἰς τὰ 1918 μέχρις ἀποδόσεως 20,000,000, ἄνευ τῆς δεκάτης τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ ἐλαίου, μόνον ἀπὸ τὴν δεκάτην δημητριακῶν, ὀσπρίων καὶ λοιπῶν εἰδῶν. Καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα εἰσεπράττετο κατὰ μέσον ὅρον ἐτησίως ἀπὸ τὰ ἀνάλογα προϊόντα φόρος 1,200,000. 1,100,000 καὶ 900.000 εἰς τὰ 1918.
§235Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Μὲ τὰς αὐτὰς ποσότητας;
§236Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Μὲ περισσοτέρας ποσότητας.
§237Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβές.
§238Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Ὁμιλῶ ἐπὶ ἀριθμῶν. Εἰς τὰ 1911 παρήχθησαν εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα σιτηρά, ὄσπρια, λαχανικά, ζωοτροφικά, βάμβαξ, σίσαμος, ὄρυζα, καπνός,—ὁ ὁποῖος δὲν ἐφορολογεῖτο τότε—ἀξίας 205,000,000 δραχμῶν. Ὅλα αὐτὰ τὰ εἴδη δὲν ἐφορολογοῦντο κατ’ ἄλλον τρόπον, παρὰ μόνον διὰ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων. Ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων ἐπὶ ὅλης αὐτῆς τῆς παραγωγῆς τῶν 205,000,000 ἀπέδωσε 2,543,000 δραχμὰς. Εἶναι ὁ μεγαλείτερος ἀριθμός. Ὁ μεγαλείτερος ἀριθμὸς τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων ἀναλογεῖ 25%. Ἐὰν ἐφηρμόζετο εἰς τὰ 1911 ὁ φόρος τῆς δεκάτης τὸν ὁποῖον ἐπλήρωνεν εἰς τὰς Νέας Χώρας, ἔπρεπε νὰ πληρώσῃ ἡ Παλαιὰ Ἑλλὰς 25,500,000 καὶ ἐπλήρωσε μόνον 2,500,000. Εἰς τὰ 1914 παρήχθησαν 184,500,000 προϊόντα, ἔναντι τῶν ὁποίων ἐπληρώθη φόρος ἀροτριώντων 1,600,000 δραχμὰς 86)100. Ἐὰν ἐπληρώνετο φόρος τῆς δεκάτης θὰ ἐπλήρωνεν 23 ἑκατομμύρια.
§239Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Τὸν φόρον τῆς σταφίδος τὸν ὑπολογίζετε;
§240Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ὄχι, λέγω μόνον αὐτά, τὰ ὁποῖα πληρώνουν φόρον ἀροτριώντων.
§241Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Ἀγνοεῖτε ὅτι ὁ καπνὸς πληρώνει 26 δραχμὰς τὴν ὀκᾶν;
§242Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δὲν συνεννοούμεθα. Εἰς τὸ 1915 παρήχθησαν προϊόντα 214,000,000, διὰ τὰ ὁποῖα ἐπληρώθη φόρος 1,000,000 δηλαδὴ 41%. Ἐὰν ἐπληρώνετο ὁ φόρος τῆς δεκάτης, θὰ ἐπλήρωναν 30,000,000. Αὐτὴ εἶναι ἡ δυσαναλογία ἡ μεγάλη μεταξὺ Νέας καὶ Παλαιᾶς Ἑλλάδος.
§243Ν. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΣ. Λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν τὴν σύνθετον φορολογίαν;
§244Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ὁμιλῶ περὶ τοῦ 15 ὅτε δὲν ὑπῆρχεν ἡ σύνθετος φορολογία. Δὲν πρόκειται ὅμως περὶ αὐτοῦ. Ὅλοι ἀναγνωρίζετε, διότι εἶναι πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ κρυβῇ, ὅτι αἱ Νέαι Χῶραι ἐπλήρωσαν κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ βαρυτάτην ποσοτικὴν καὶ ἐπαχθεστάτην ποιοτικὴν φορολογίαν. Ἀλλ’ ὁ φόρος τῆς δεκάτης κατηργήθη σήμερον. Ἡ Κυβέρνησις διεκύρηξεν εἰς τὰς Νέας Χώρας ὅτι ὁ φόρος τῆς δεκάτης δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ ἐφέτος. Ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ἀνακρούσῃ πρύμναν ἐπ’ αὐτοῦ, διότι τότε οἱ 186 ἀντιπρόσωποι τῶν Νέων Χωρῶν πρέπει νὰ ἐξέλθωσι τῆς αἰθούσης ταύτης. Καταργηθέντος τοῦ φόρου τῆς δεκάτης, τὶ μένει; Μένει ὁ φόρος ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου, κοινὸς δι’ ὅλον τὸ Κράτος. Τώρα ἔρχεται καὶ λέγει ἡ Κυβέρνησις· ἐάν, κύριοι, ἐφαρμόσω τὸν φόρον τῆς καθαρᾶς προσόδου ἐφ’ ὅλου τοῦ Κράτους, κατὰ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἀπεκόμισα ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς του κατὰ τὸ λῆξαν οἰκονομικὸν ἔτος θὰ ἔχω περίπου 1,500,000 εἰσπράξεις ἐπὶ ὅλου τοῦ Κράτους, ἀπὸ τὴν ἔγγειον αὐτοῦ παραγωγήν. Θέλετε νὰ ἔχωμεν 1,500,00 εἴσπραξιν ἀπὸ τὴν ἔγγειον παραγωγὴν ὅλης τῆς Ἑλλάδος;
§245Ν. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΣ. Ὑπολογίζετε καὶ τὸν σύνθετον φόρον;
§246Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Θὰ ὁμιλήσωμεν καὶ περὶ τοῦ συνθέτου. Ὁ σύνθετος φόρος εἶναι φορολογία ἐπὶ τοῦ ἀθροίσματος τῶν ἀναλυτικῶν φόρων, ἀλλ’ ἡ φορολογία αὕτη ἐφηρμόσθη κατὰ ἕνα πολὺ ἀμελέτητον τρόπον, διότι ἐνῷ ἔπρεπε μόνον εἰς τὸν συνθετικὸν φόρον νὰ εἶναι αἱ ἐκπτώσεις καὶ ἡ ἀνιοῦσα κλῖμαξ τῆς βαθμιαίας φορολογίας, ἐφηρμόσθη αὐτὸ τὸ σύστημα καὶ εἰς τὰς ἀναλυτικὰς προσόδους καὶ ἐξ αὐτοῦ προῆλθεν ἡ διαφυγὴ τοῦ φόρου τῶν μικρῶν ἰδιοκτησιῶν καὶ τῶν μικρῶν ἐπιχειρήσεων. Διότι εἰς τὸν συνθετικὸν φόρον ἀφαιρεῖται ἐλάχιστον ποσὸν συντηρήσεως ἐκ 3000 δραχμῶν, ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτό. Ἀφαιρεῖται ἐλάχιστον ποσὸν συντηρήσεως καὶ ἀπὸ ἑκάστην ἐκ τῶν ἑπτὰ κατηγοριῶν τῶν ἀναλυτικῶν προσόδων, ἐκτὸς τῆς γʹ κατηγορίας καὶ τῶν ἐργατικῶν ἡμερομισθίων. Λοιπὸν ὁ συνθετικὸς φόρος θὰ ἐπιβληθῇ ἐπὶ τοῦ συνόλου τῶν ἀναλυτικῶν προσόδων, δηλαδὴ τότε μόνον θὰ πληρώσῃ τις συνθετικὸν φόρον, ὅταν ἔχῃ εἰσοδήματα τόσα πολλὰ ἀπὸ διαφόρους κατηγορίας, εἴτε ἀπὸ μίαν, ὥστε νὰ ὑπερτεροῦν ὅλας τὰς ἐκπτώσεις καὶ τὰ ἀφαιρούμενα ἐλάχιστα ποσὰ συντηρήσεως καὶ τότε αὐτὸς εἶναι πλούσιος καὶ θὰ πληρωθῇ κατ’ ἀνιοῦσαν κλίμακα. Ἐκεῖνοι ὅμως οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν εἰσοδήματα μικρὰ καὶ τὰ ὁποῖα καλύπτονται μὲ τὰς ἐκπτώσεις καὶ μὲ ἐλάχιστα ποσὰ συντηρήσεως, καταντοῦν ἀφορολόγητοι. Λοιπὸν μία ἐκ τῶν μὴ φορολογουμένων προσόδων τοῦ Κράτους θὰ εἶναι ἡ ἔγγειος παραγωγή, θὰ εἶναι εἶδος ἀσυδοσίας, διὰ νὰ ὁμιλήσωμεν ἀνοικτά, ἐκτὸς ἄν θέλετε δι’ ἄλλους σκοπούς, διὰ σκοποὺς σιτοπαραγωγικοὺς καὶ ἐπαρκείας τῆς χώρας, διὰ σκοποὺς μὴ εἰσαγωγῆς ἔξωθεν σίτου καὶ μὴ ἐξαγωγῆς ἔξω συναλλάγματος. Ἐὰν δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς σκοποὺς καταλήξωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι πρέπει νὰ μὴ ἐπιβάλωμεν ἄλλου εἴδους φορολογίαν ἐπὶ τῆς ἐγγείου παραγωγῆς, θὰ ἔχωμεν ἕν εἶδος ἀσυδοσίας, διότι ἀσυδοσίαν λογαριάζω ἐγὼ ἐπὶ παραγωγῆς 1.000.000.000 ἐγγείου παραγωγῆς φόρον 1.000.000, δηλαδὴ 1% ἐπὶ τοῖς 1000. Ἐὰν θέλωμεν ἀσυδοσίαν, πρέπει νὰ πάρωμεν τὴν εὐθύνην ἐπάνω μας καὶ νὰ φροντίσωμεν νὰ εὕρωμεν ἀπὸ ἀλλοῦ προσόδους νὰ πολεμήσωμεν εἰς τὴν Μ. Ἀσίαν. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήσωμεν τὴν ἔγγειον παραγωγὴν ἀφορολόγητον; Σᾶς φαίνεται πολὺ τὸ 1%. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔσπευσε, διότι εἶναι πολὺ ὀλίγον, θὰ ἀναγκασθῇ μετὰ μῆνας νὰ ζητήσῃ αὔξησιν. Δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀφήσωμεν οὐδεμίαν πλουτοπαραγωγικὴν παραγωγὴν ἀφορολόγητον, διότι ἔχομεν ἀνάγκην προϋπολογισμοῦ κανονικῶς ἐχόντων τῶν πραγμάτων.
§247Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἐὰν γίνῃ ἀποστράτευσις μεταβάλλονται τὰ πράγματα.
§248Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Διὰ νὰ καταλήξωμεν εἰς ἕνα συμπέρασμα, δὲν ὑπάρχει διαφορὰ πλέον μεταξὺ Παλαιᾶς Ἑλλάδος καὶ Νέων Χωρῶν. Δὲν ὑπάρχει ζήτημα δεκάτης. Αὐτὴ κατηργήθη.
§249Ν. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΣ. Ἡ Συνέλευσις δὲν ἔχει γνῶσιν τούτου.
§250Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἡ δεκάτη κατηργήθη. Τώρα εἶναι τὸ ζήτημα νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν φόρον τῆς καθαρᾶς προσόδου, ὅπως ὑπάρχει εἰς ὅλον τὸ Κράτος, τότε αἱ Νέαι Χῶραι δὲν ἔχουσι παρὰ νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὸν φόρον ἐπὶ τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς, ὅστις δυνατὸν νὰ εἶναι καὶ 11%. Ἐὰν νομίζητε ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι ὀλίγον τότε θὰ ἀναγκασθῆτε νὰ φύγετε ἀπὸ τὴν φορολογίαν τῆς καθαρᾶς προσόδου καὶ θὰ συζητήσητε ἐπὶ τοῦ συντελεστοῦ, ἐπὶ τοῦ τρόπου τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τοῦ φόρου καὶ ἐπὶ ἄλλων, τὰ ὁποῖα καὶ ἡμεῖς καὶ ἡ Κυβέρνησις εἴμεθα πρόθυμοι νὰ συζητήσωμεν καὶ ὄχι τώρα μόνον, ἀλλὰ καὶ μετ’ ὀλίγον χρόνον, ὅπως ὁ νόμος 1640 ὑποστῇ τροποποιήσεις. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸ νέον σύστημα δὲν θὰ εἶναι αἰωνόβιον, ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι αἱ δηλώσεις ἐνταῦθα εἶναι κακαὶ διὰ τὸν φορολογούμενον, πόσα μέλη ἔχει ἡ οἰκογένειά του καὶ πόσον σπόρον θέλει, καὶ δὲν εἶναι ὅλων τῶν προϊόντων, ὅπως ὁ σῖτος, διότι εἶναι ἄλλα εἴδη, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι σπόρον, εἶναι τὰ λαχανικά, τὰ σηροτροφικά, δὲν εἶναι ὅλα αὐτὰ ὅπως ὁ σῖτος. Ὄταν εἶναι θεομηνία, ὁπόταν ἡ Κυβέρνησις θὰ ἰδῇ ὅτι μία περιφέρεια δὲν ἔχει παραγωγὴν θ’ ἀπαλλάξῃ αὐτὴν τῆς φορολογίας, ὅπως τοὺς χαλαζοπλήκτους. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀποδώσεως ὑπολογίζει τὸ Κράτος ὅταν φορολογῇ, καὶ ὁ φορολογούμενος ὅταν πρόκειται νὰ προσφέρῃ τὸν ὀβολόν του ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους.
§251Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Δὲν εἶναι θεομηνία εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμοὺς ὅταν τοὺς ἐπῆρε τὰ ζῶα καὶ τὰ παιδιά των καὶ δὲν δύνανται νὰ καλλιεργήσωσι; Δὲν εἶναι θεομηνία αὐτή;
§252Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Θὰ ἦτο θεομηνία ἐὰν ἐφηρμόζετο ἡ στρεμματικὴ φορολογία, ἀλλὰ δὲν ἐφαρμόζεται.
§253Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Οἱ χωρικοὶ λέγουσιν: τὸ παιδί μου πᾶρε καὶ ὄχι τὸ ζῶόν μου.
§254Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Εὕρητε ἕνα τρόπον καὶ ἐγὼ εἶμαι κατὰ τῆς ἐπιτάξεως. Δὲν εἶναι τὰ ζῶα τὰ ὁποῖα ἐπιτάσσομεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, εἶναι καὶ ἄλλα πράγματα.
§255Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Δὲν εἶναι θεομηνία αὐτή;
§256Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δὲν εἶναι θεομηνία.
§257ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τὰ κυριώτερα προϊόντα ἐπιτάσσονται.
§258Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ γίνῃ συζήτησις φορολογικὴ γενικὴ ἐπὶ τοῦ ὅλου ζητήματος τοῦ φορολογικοῦ.
§259Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἐὰν ἀναβάλλωμεν τὴν συζήτησιν καὶ ἔχομεν τὸν προϋπολογισμὸν πρὸς τὸ 1921–1922 μὲ 1½ ἑκατομμύριον ἀπόδοσιν ἐπὶ τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς εἶσθε ἱκανοποιημένος ἀπὸ τοιαύτην φορολογίαν;
§260Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Μάλιστα.
§261Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς γεωργικῆς τάξεως τῆς φορολογουμένης εἶμαι ἱκανοποιημένος, ἀλλὰ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς ἐθνικῆς, τοῦ νὰ εὕρω πόρους διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου δὲν εἶμαι ἱκανοποιημένος. (Χειροκροτήματα).
§262ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Μάτεσις ἔχει τὸν λόγον.
§263Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Αἰσθάνομαι, κύριοι πληρεξούσιοι, τὴν ὑποχρέωσιν, καὶ πρὸς τὴν ἐμὴν συνείδησιν καὶ πρὸς τὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν ἔχω παρὰ τοῦ λαοῦ, νὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον ἐστηρίχθη ἐπὶ ἑνὸς ὑπολογισμοῦ. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὸ θεωρητικὸν μέρος ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι, διότι καὶ οὗτος ἀναγνωρίζει ὅτι ἡ φορολογία τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου θεωρητικῶς δὲν δικαιολογεῖται. Ἀλλ’ ἐρωτῶ: μήπως ἄρα δικαιολογῆται πρακτικῶς; Καὶ πῶς ἀπὸ τὴν ἐγνωσμένην πρακτικότητα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν διέφυγε τοῦτο, ὅτι ὁ ὑπολογισμὸς ὁ γενόμενος ἐπὶ τῇ βάσει ἀνομοίων στοιχείων, δὲν δύναται νὰ φέρῃ μέσους ὅρους, διότι αὐτοὶ οἱ μέσοι ὅροι δὲν ἀντιπροσωπεύουσι τίποτε, ἀπέχουσι τῆς πραγματικότητος καὶ εἶναι ἁπλῆ σκιὰ ἀριθμοί, τοὺς ὁποίους λέγωμεν ἐνταῦθα χωρὶς ὅμως ν’ ἀποτελῶσι στοιχεῖον ἀσφαλὲς, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ συζητήσωμεν ὅταν πρόκειται νὰ φορολογήσωμεν. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Κύριοι πληρεξούσιοι, ὅταν λέγωμεν ὅτι 543.000.000 εἶναι ἡ δηλωθεῖσα παραγωγὴ τοῦ ἔτους 1919, τὰ 543.000.000 αὐτὰ τί ἀντιπροσωπεύουσιν ὡς καθαρὰν πρόσοδον καὶ τί ἀντιπροσωπεύουσιν ὡς ἔξοδα παραγωγῆς; Εὑρίσκομεν ὅτι ἡ καθαρὰ πρόσοδος τῶν 543.000.000 τῶν ἀκαθαρίστων εἶναι 243.000.000, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός. Ἑπομένως φθάνωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι τὸ ἥμισυ περίπου τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου εἶναι ἡ καθαρὰ πρόσοδος, τὸ δὲ ἄλλο ἥμισυ θὰ εἶναι αἱ δαπάναι τῆς καλλιεργείας. Ἀλλ’ ἀληθεύει τοῦτο, ἐν τῇ πραγματικότητι; Τοῦτο θὰ ἐξετάσωμεν ὅταν πρόκειται νὰ ἐπιβάλωμεν δίκαιον φόρον. Εἰς ὅλα τὰ εἴδη τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς ἡ αὐτὴ ἀναλογία παρουσιάζεται; Ἄλλου μὲν εἴδους τῶν προϊόντων ἡ παραγωγὴ βαρύνεται μὲ ἐλάχιστον ἔξοδον καὶ ἑπομένως ἡ καθαρὰ πρόσοδος ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου εἶναι λ. χ. 60–70%, καὶ ἀλλαχοῦ ἐπιβαρύνεται μὲ πολὺ περισσότερον τοῦ ἡμίσεως. Δὲν ἔχω προχείρους ἐνταῦθα τοὺς ὑπολογισμούς, δὲν δύναμαι ὅμως νὰ εἴπω ὅτι τὰ ἔξοδα ὅλων τῶν γεωργικῶν προϊόντων ἐξισοῦνται πρὸς τὰ τῶν σιτηρῶν, διότι δὲν ἀπαιτεῖται εἰς ὅλα ἡ αὐτὴ καλλιέργεια, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται εἰς τὴν σιτοπαραγωγήν, καὶ ἡ κατανομὴ δὲν ἀντιπροσωπεύει παντοῦ τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν. Δι’ αὐτὸ ὅταν λέγωμεν ὅτι φορολογοῦντες τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον μὲ 3 ἢ 4%, φορολογοῦμεν τὴν καθαρὰν τοιαύτην μὲ τὸ διπλάσιον, εἴμεθα μακρὰν τῆς πραγματικότητος, διότι τὸ 3% ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου δύναται νὰ εἶναι πολὺ ὀλίγον, εἰς ὡρισμένα ἔτη παραγωγῆς, δύναται δὲ νὰ εἶναι μέγιστον καὶ καταθλιπτικὸν εἰς ἄλλα εἴδη τῆς παραγωγῆς. Εἶναι ὡραῖον πρᾶγμα ἡ ὁμοιομορφία καὶ εἷς γενικὸς ἀριθμός. Ἀλλὰ ἡ γενικότης καὶ ἡ ὁμοιομορφία εἶναι πάντοτε ἀτελὴς, ἐκεῖ ὅπου τὰ γεγονότα παρουσιάζουσι ποικιλίαν ζητημάτων καὶ λεπτομερειῶν. Καὶ διὰ νὰ εὑρεθῇ ὁ δίκαιος φόρος τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου ἄν ἠθέλατε ἐπιμείνῃ εἰς τὸ σύστημα τοῦτο, πρέπει νὰ ἐξεύρητε δι’ ἕν ἕκαστον εἶδος καὶ τόπον παραγωγῆς, δι’ ὑπολογισμῶν οὐχὶ προχείρων, ἀλλὰ βασιζομένων ἐπὶ στατιστικῶν δεδομένων καὶ ἐρευνῶν τὶ δίδουν ἐφ’ ὡρισμένα ἔτη. Νὰ εὕρωμεν δι’ ἕκαστον εἶδος καὶ τόπον τὸ κατὰ τεκμήριον πιθανὸν στοιχεῖον, τὸ ἀντιπροσωπεῦον τὰ ἔξοδα τῆς παραγωγῆς καὶ νὰ ἐπιβάλλωμεν φορολογίαν, ἡ ὁποία θὰ ἀντιπροσωπεύῃ τὴν ἰσότητα. Ἡ ἀναλογία αὕτη ἐξευρέθη ἐπὶ τοῦ ὅλου καὶ ἄνευ ταξινομήσεως τῶν διαφόρων εἰδῶν καὶ περιφερειῶν τῆς παραγωγῆς. Καλλιεργητὴς σιτηρῶν θὰ φορολογηθῇ ἴσως ἐκ τῆς καθαρᾶς αὐτοῦ προσόδου ὄχι μὲ 8% ἀλλ’ ἴσως μὲ πολὺ περισσότερον. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν παρουσιάζεται ἡ ἀπόδοσις, οἵαν τὴν φανταζόμεθα ὁμοιομόρφως. Ὁ παραγωγὸς λαχανοκήπων ἢ ὀπωροφόρων δένδρων, τῶν ὁποίων τὰ προϊόντα εἶναι πολυτιμώτατα, χωρὶς νὰ ἔχωσι ἀνάγκην ἀναλόγου δαπάνης, θὰ φορολογηθῇ μὲ ποσοστὸν πολὺ μικρὸν, διότι τὰ ἔξοδα αὐτῶν εἶναι ἀναλόγως μικρότερα καὶ ἡ ἀκαθάριστος πρόσοδος προσεγγίζει πρὸς τὴν καθαρὰν πρόσοδον. Ὁ ὑπολογισμὸς, ὁ ὁποῖος ἔγεινεν ἐν συμπαραβολῇ μὲ τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν δὲν ἔχει θέσιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διότι ἡ πρόσοδος τῶν οἰκοδομῶν εἶναι πράγματι καθαρὰ πρόσοδος, ἐξαιρουμένων τῶν μικρῶν ἀναλόγως ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν συντήρησιν ἢ τὰς τυχὸν ἐπισκευάς. Ἀλλὰ διὰ τὴν παραγωγὴν τὴν γεωργικήν, ὑπάρχει τὸ στοιχεῖον τῆς δαπάνης (σπορᾶς κλπ.) ὑπάρχει καὶ τὸ στοιχεῖον τῆς ἐργασίας. Ἡ ἐργασία εἶναι φθορὰ δυνάμεων καὶ ὅταν φορολογῆτε τὴν ἐργασίαν, φορολογεῖτε αὐτὴν ταύτην τὴν ἀνθρωπίνην ζωήν. Διότι ἡ ζωὴ εἶναι κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον καταναλίσκεται εἰς ὡρισμένον χρόνον, καὶ ἡ ἀπόδοσις τῆς ἐργασίας δὲν εἶναι ἰσοδύναμος, πρὸς τὴν ἀπόδοσιν τῶν κεφαλαίων. Ἡ ἀπόδοσις τῆς ἐργασίας εἶναι ἡ ἀνταμοιβὴ τοῦ ζωϊκοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον καταναλίσκεται καὶ τὸ ὁποῖον θὰ φθάσῃ μετ’ ὀλίγα ἔτη εἰς τὴν ἀδυναμίαν τῆς αὐτοσυντηρήσεως, ἀφοῦ ἡ πολιτεία δὲν τοῦ ἐξασφαλίζει τὰ μέσα τῆς ζωῆς μετὰ τὴν φθορὰν τῶν δυνάμεων. Ἔχει ἀνάγκην ὁ καλλιεργητὴς ν’ ἀποταμιεύσῃ διὰ νὰ ζήσῃ κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα κατὰ τὰ ὁποῖα δὲν θὰ τοῦ εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ παραγάγῃ.
§264Α. ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ. Ἡ φορολογία τῆς ἐργασίας τοῦ ἐργάτου πῶς ἐξηγεῖται;
§265Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Τὸ εἶπον. Ὁ φορολογία αὐτὴ εἶναι μία ἀπόσπασις μέρους τῆς ζωῆς τοῦ ἐργάτου ἀπὸ μέρους τῆς πολιτείας.
§266Α. ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ. Πολὺ ὀρθῶς, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν τὴν ἀπόλυτον δικαιοσύνην.
§267Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Δὲν ζητοῦμεν νὰ ἀνεύρωμεν τὴν στιγμὴν ταύτην τὴν δικαιοσύνην, ἀλλὰ τὴν πρακτικότητα. Καὶ ὅταν εὕρωμεν τὴν πρακτικότητα πρέπει νὰ ἴδωμεν ἄν καὶ κατὰ πόσον συμβιβάζεται μὲ τὴν δικαιοσύνην. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὁ φόρος οὗτος δὲν ἀντιπροσωπεύει τὸ δίκαιον καὶ ἴσον μέτρον. Ὁ φόρος οὗτος θέλει ἀποβῇ καταθλιπτικὸς καὶ ἐπαχθέστατος. Διότι ὅταν γνωρίζῃ ὁ καλλιεργητὴς τοῦ ὁποίου τὸ εἰσόδημα ἀποτελεῖ εἰς καθαρὰν πρόσοδον φέρ’ εἰπεῖν μόλις τὸ ⅓, ὅτι φορολογεῖται ἐν ἴσῃ μοίρᾳ μὲ ἐκεῖνον, εἰς τὸ εἰσόδημα τοῦ ὁποίου ἡ καθαρὰ πρόσοδος ἀναλογεῖ πρὸς τὰ 8)10, βεβαίως θὰ κατεξανίσταται καὶ θὰ εἴπῃ ὅτι ἡ πολιτεία τὸν ἀδικεῖ.
§268Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Φορολογεῖται μὲ μεγαλύτερον συντελεστήν.
§269Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Ὁ συντελεστὴς εἶναι ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου. Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀκαθάριστον πρόσοδον 100 καὶ ἔχει ἔξοδα μόνον 10, φορολογεῖται ἐπὶ σχεδὸν πραγματικῆς καθαρᾶς προσόδου. Ἐνῶ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει ἔσοδα 100 καὶ ἔξοδα 90, φορολογεῖται ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου του καὶ ἐπὶ τῆς ἐργασίας του, ἀφοῦ ἀμφότεροι φορολογοῦνται μὲ τὸ αὐτὸ ποσοστὸν ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου.
§270Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Προκειμένου περὶ τῆς μικρᾶς παραγωγῆς τὰ ἔξοδα δὲν διαφέρουν κατὰ τὴν ἀναλογίαν τὴν ὁποίαν ἀναφέρατε... Διαφέρουν τὰ ἔξοδα προκειμένου περὶ μεγάλης καὶ μικρᾶς παραγωγῆς.
§271Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Ὑπάρχουν εἴδη πολύτιμα ἐκ τῶν ὁποίων ἡ ἀκαθάριστος πρόσοδος εἶναι πολὺ μεγάλη ἀναλόγως πρὸς τὰ ἔξοδα τῆς παραγωγῆς, καὶ ἄλλα εἴδη, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν μεγάλην τιμὴν καὶ τῶν ὁποίων τὰ ἔξοδα τῆς παραγωγῆς ἀνέρχονται εἰς μέγα ποσὸν κατ’ ἀναλογίαν. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἡ ἄλλη διαφορά, τὴν ὁποίαν εἴπατε, ὅτι πολλάκις ἡ μεγάλη καλλιέργεια ἀπαιτεῖ ὀλιγώτερα ἔξοδα παραγωγῆς ἀπὸ τὴν μικρὰν καὶ ἑπομένως μὲ τὸ σύστημα τοῦτο φορολογεῖται ὀλιγώτερον ὁ μεγάλος ἰδιοκτήτης ἀπὸ τὸν μικρόν.
§272ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Εἶσθε ἀπολύτως βέβαιος ὅτι ἡ φορολογία τοῦ ἡμερομισθίου εἶναι φορολογία τῆς ζωῆς; Διότι ἐγὼ φαντάζομαι ὅτι ἡ φορολογία τοῦ ἡμερομισθίου ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν αὔξησιν αὐτοῦ, καὶ ἑπομένως, τὶ εἶναι φορολογία τῆς ζωῆς;
§273Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Ὅταν ὁ φορολογούμενος ρίψῃ τὴν φορολογίαν εἰς βάρος τοῦ καταναλωτοῦ, τότε βεβαίως δὲν πληρώνει. Ἀλλὰ δὲν συμβαίνει τοῦτο πάντοτε. Τοῦτο συμβαίνει ἐκεῖ, ὅπου οἱ ἐργάται κατωρθώσαντες νὰ ὀργανωθῶσι καὶ εὑρίσκοντες ἀδυναμίαν τῶν ἄλλων τάξεων ἐπιβάλλουσι τὰς θελήσεις των. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ θέσωμεν καὶ τὸν κανόνα εἰς τὸν γενικόν, διότι καὶ τοῦ ἐργάτου ἡ ἀξίωσις ὅπως ἐπιρρίψῃ εἰς τὸν καταναλωτὴν τὸ βάρος τῆς φορολογίας θέλει ἐξαρτηθῇ ἐκ τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως τοῦ προϊόντος τοῦ παραγομένου. Καὶ ὅταν δὲν ὑπάρχει ἀνάλογος ζήτησις τοῦ παραγομένου προϊόντος, δὲν δύναται νὰ ἐπιρρίψῃ τὸ βάρος εἰς τὸν καταναλωτήν, νὰ πληρώσῃ ὁ ἴδιος, ὁπότε ἔχομεν φορολογίαν τῆς ζωῆς. Ἀλλ’ ἐπανερχόμενος εἰς τὸ νομοσχέδιον ἤθελον παρακαλέσῃ τὸν κ. Ὑπουργόν, ἄν ἶναι δυνατόν, ἐφόσον τὸ πρᾶγμα δὲν ἐπείγει, νὰ τὸ ἀποσύρῃ ἐπὶ τοῦ παρόντος. Ἂς ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος περὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου, ὡς ἔχει σήμερον. Ἂς ἐφαρμοσθῇ ἀκόμη, ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἤθελε νομίσει ὅτι εἶναι ἀνάγκη, κἄπως αὐστηρότερον περὶ τὴν ἐξεύρεσιν τῆς καθαρᾶς προσόδου, ἀλλὰ ἂς ἀποφύγωμεν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν φορολογίαν τῶν κεφαλαίων. Διότι τὰ κεφάλαια φορολογοῦμεν τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν φορολογοῦμεν τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον, χωρὶς νὰ ἔχωμεν ἐξεύρῃ ἐξ ἐπισταμένης στατιστικῆς τὸ πραγματικὸν ποσοστόν, τὸ ὁποῖον ἀναλογεῖ εἰς ἕκαστον εἶδος προϊόντος μεταξὺ τῆς καθαρᾶς καὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου. Ἡ βάσις θὰ ἦτο ὀρθὴ πρακτικῶς, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρωμεν τὸ ποσοστὸν τοῦτο. Διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θὰ προέκειτο ἢ περὶ μιᾶς ἁπλῆς εὐκολίας, δηλαδὴ ἀντὶ νὰ γίνωνται οἱ σύνθετοι φορολογικοὶ ὑπολογισμοί, ἵνα ἐξευρεθῇ κατ’ ἄτομον ἐκ τῆς ἀκαθαρίστου ἡ καθαρά, θὰ ἠδύνατο ὁ νόμος, δι’ ἑνὸς γενικοῦ τεκμηρίου ἔστω μὲ μικρὰς παραλλαγάς, θὰ ἠδύνατο νὰ ἀνεύρῃ, οὕτως εἰπεῖν, τὸ πιθανώτατον ποσοστὸν ἐξόδων, ἵνα ἀποχωρίζει τὴν καθαρὰν ἐκ τῆς ἀκαθαρίστου. Ἀλλὰ τοῦτο προϋποθέτει ὡς εἶπον μίαν ἐργασίαν σοβαρὰν ἐπὶ τῇ βάσει πραγματικῶν στοιχείων καὶ οὐχὶ τῶν ἀνομοίων στοιχείων, τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται ἐν τῇ γενικῇ διαφορᾷ μεταξὺ τοῦ ἀθροίσματος τῶν δηλώσεων τῆς ἀκαθαρίστου καὶ τοῦ ἀθροίσματος τῶν δηλώσεων τῶν καθαρᾶς προσόδου. Διότι λόγῳ τῆς ἀνομοιότητος τῶν στοιχείων εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχωμεν στατιστικὸν ἐξαγόμενον καὶ δὲν δύναται νὰ ἀνευρεθῇ μέσος ὅρος, ὁ ὁποῖος, ὡς εἶπον, νὰ πλησιάζῃ πρὸς τὴν πραγματικότητα. Διὰ τοῦτο, ἐνῷ ἡ βάσις εἶναι εὐφυής, διότι λύει πολλὰ ζητήματα, ἀφαιρεῖ πολλὰς ἐνοχλήσεις ἀπὸ τοὺς φορολογουμένους, ἀφαιρεῖ τὰ πολλὰ βάρη τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου, ἐν τῇ πραγματικότητι δὲν εἶναι ὀρθή, ἐφ’ ὅσον δὲν στηρίζεται ἐπὶ ἀσφαλειῶν δεδομένων ἐν τῇ ἐρεύνη τῆς διαφορᾶς μεταξὺ τῶν δύο στοιχείων. Ἀλλ’ ἠκούσαμεν καὶ τὴν ἀνάγκην τὴν ταμειακήν. Τοῦτο εἶναι σοβαρόν. Ἀλλὰ ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ὑπόλογοι διότι κατηργήθη ὁ φόρος τῆς δεκάτης. Βεβαίως δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ διατηρηθῇ ὁ φόρος τῆς δεκάτης εἰς τὰς Νέας Χώρας καὶ εἰς τοῦτο εἴμεθα σύμφωνοι. Ἀλλὰ ἦτο ἆρά γε ἡ κατάλληλος στιγμὴ νὰ καταργηθῇ σήμερον, ἐφ’ ὅσον ἐπὶ τόσα ἔτη ὑπάρχει; Εἶναι τόσον δύσκολον νὰ ἀναμένωσι οἱ συμπολῖται ἡμῶν τῶν Νέων Χωρῶν ἐπὶ μῆνας τινάς, μέχρις ὅτου ἐξευρεθῇ μία δικαία φορολογία; Καὶ πρέπει ἐπειδὴ ζητεῖται ἡ ἰσότης —καὶ εἶναι δικαία ἡ ἰσότης— πρέπει ἄρα γε νὰ γεννήσωμεν τοιαῦτα κοινωνικὰ ζητήματα, οἷα θὰ γεννηθῶσιν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου;
§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἰ. Παπαλουκᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§275Ι. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἡ διαφορὰ τῶν ἀντιλήψεων μεταξὺ τῶν κυρίων πληρεξουσίων τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος καὶ τῶν κυρίων πληρεξουσίων τῆς Νέας Ἑλλάδος, ἡ ὁποία παρετηρήθη κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, εἶναι ἡ κυριωτέρα αἰτία, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἕνεκα τῆς ὁποίας πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου, νὰ ἀναβληθῇ εἰς εὐθετώτερον χρόνον, ἵνα ἀποδοθῇ τὸ δίκαιον εἰς τὴν Νέαν Ἑλλάδα διὰ τῆς καταργήσεως τῆς δεκάτης καὶ διὰ τῆς ἐπιβολῆς τῆς φορολογίας, τὴν ὁποίαν ἀνέχεται ἡ Νέα Ἑλλάς, καὶ νὰ εὑρεθῇ ἡ κατάλληλος διαρρύθμισις ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, τοιαύτη ὥστε νὰ μὴ ἐπιβληθῇ ὁ τοῦ νομοσχεδίου φόρος ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, καὶ νὰ εὑρεθῇ ὁ λαὸς ὁ ἐν πολέμῳ πρὸ νέας φορολογίας. Διότι ἤθελον ἐρωτήσει τοὺς κυρίους πληρεξουσίους τῆς Νέας Ἑλλάδος, ἂν, ἐνῷ πληρώνουν σήμερον τὴν δεκάτην 8%, ἤρχετο ἕνα νομοσχέδιον καὶ ὥριζε νὰ πληρώσητε 12%, καὶ ἡ Παλαιὰ Ἑλλὰς θὰ πληρώσῃ ἀπὸ 8, ποῦ ἔχει ὁ φόρος τῆς καθαρᾶς, θὰ πληρώσῃ 4: τί θὰ ἐλέγατε;
§276ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τὶ σύγκρισις εἶναι αὐτή;
§277Ι. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Εἶναι σύγκρισις, διότι, πολλαὶ γεωργικαὶ τάξεις, αἱ ὁποῖαι μὲ τὴν ἰσχύουσαν φορολογίαν καθαρᾶς προσόδου δὲν πληρώνουν σήμερον τίποτε, θὰ πληρώσουν 4%.
§278Σ. ΚΟΤΖΑΜΑΝΗΣ. Συνεπῶς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπλήρωνον, πρέπει νὰ πληρώνωσιν.
§279Ι. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Ὄχι. Ἀλλὰ μὴ σᾶς φαίνεται παράξενον, ὅταν ἡμεῖς δυσανασχετοῦμεν· σεῖς μὲν φροντίζετε, ὅπως δικαίως φορολογηθῆτε, καὶ ἔχετε δίκαιον· καὶ εἴμεθα καὶ ἡμεῖς ὑπὲρ τῆς δικαίας φορολογίας τῆς καταργήσεως τῆς δεκάτης, καὶ ἡμεῖς ἀνήκομεν εἰς τὸ ἔθνος, καὶ ὄχι εἰς τὰς ἐπαρχίας τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, ἀλλὰ εἴμεθα σύμφωνοι νὰ καταργηθῇ ἡ δεκάτη, ἀλλὰ νὰ μὴ ἐπιβληθῇ φορολογία βαρεῖα εἰς τοὺς πτωχοὺς γεωργοὺς τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος. Ἑπομένως ἀνέμενον παρὰ τῶν πληρεξουσίων τῆς Νέας Ἑλλάδος, νὰ ὑποστηρίξουν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἔδει νὰ ψηφισθῇ μόνον ὡς πρὸς τὸ μέρος τὸ ἀφορῶν τὴν κατάργησιν τῆς δεκάτης, νὰ μὴ ψηφισθῇ δὲ ὡς πρὸς τὸ μέρος διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιβάλλεται νέα φορολογία εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα.
§280Σ. ΚΟΤΖΑΜΑΝΗΣ. Ἡμεῖς, δὲν θέλομεν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ δεκάτη.
§281Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Μὴ διαιρῆτε τὸ Κράτος.
§282Ι. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Ἐπειδὴ τὸ διαιρεῖ τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀνάγκην τὸ διαιρῶ καὶ ἐγώ.
§283Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ νομοσχέδιον δὲν διαιρεῖ τὴν Ἑλλάδα, τὴν ἑνώνει. Καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λέγητε ὅτι τὴν διαιρεῖ.
§284Ι. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Δὲν εἶναι εὐκαιρία, κύριε Ὑπουργέ, νὰ γίνῃ ἡ ἀφομοίωσις αὐτή. Ἔπρεπε νὰ καταργηθῇ ἡ δεκάτη εἰς τὰς Νέας Χώρας, καὶ νὰ μὴ ἐπιβληθῇ ἡ φορολογία εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα. Οἱ γεωργοὶ τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος εἶναι πένητες, εἶναι τοιοῦτοι, ὥστε ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τῶν κεφαλαίων, τῶν ἐργαλείων, τῆς συγκοινωνίας, καὶ τῶν ἄλλων μέσων πεινοῦν καὶ ὑποφέρουν, καὶ πρὸς αὐτοὺς ἔπρεπε νὰ στρέψωμεν τὸ βλέμμα. Ὑπῆρχεν ἡ δεκάτη ἀλλὰ κατηργήθη διὰ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, καὶ δὲν ὑπῆρξε πρόγραμμα κόμματος, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Καὶ ὑπῆρξε Κυβέρνησις κατὰ τὸ 1909, ἡ ὁποία κατήργησε τὸν φόρον τοῦτον, διότι εὗρεν, ὅτι οἱ γεωργοὶ τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος δὲν ἔπρεπε νὰ πληρώνωσι φόρον, διότι ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας καὶ τῶν λοιπῶν μέσων, μὲ τὰ ὁποῖα καλλιεργοῦν τὴν γῆν οἱ γεωργοὶ δὲν ἀπολαμβάνωσιν οὐδὲν καὶ μόλις ἀποζοῦν καὶ ἀναγκάζονται νὰ ἐκπατρίζωνται εἰς τὴν Ἀμερικήν. Ἦλθε ὁ νόμος τῶν σπειρομένων, γαιῶν, καὶ παρετηρήθη τοιαύτη ἐξέγερσις, ὥστε δὲν ἐφηρμόσθη καὶ ἦλθε ὁ νόμος τῆς καθαρᾶς προσόδου, ὁ ὁποῖος διὰ τῶν ἐκπτώσεων, ἀφήνει τὰς μικροτέρας γεωργικὰς τάξεις ἀφορολογήτους. Ἀφοῦ λοιπὸν τοιαύτην ἱστορίαν ἔχει ἡ φορολογία τῶν γεωργικῶν τάξεων, ἔπρεπε εἰς τὰς στιγμὰς ταύτας τῆς ἐν τῷ πολέμῳ ἀπασχολήσεως τῶν γεωργῶν βεβαιουμένης ἐντὸς δύο ἡμερῶν, ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ ἕν νέον νομοσχέδιον νὰ διαρρυθμίζῃ ἄλλως τὰ τῆς φορολογίας ταύτης. Αὐτὴν τὴν σκέψιν ὑποβάλλω ἐνώπιον ὑμῶν. Δὲν θέλω νὰ συζητήσω τὴν βάσιν, ἄν εἶναι ὀρθὸν τοιοῦτον νομοσχέδιον, διότι ὅταν παρουσιασθῇ ὁλόκληρον τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁλόκληρον τὸ φορολογικὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, θὰ εἶμαι διατεθειμένος νὰ συζητήσω καὶ πειθόμενος ψηφίσω ὑπὲρ αὐτοῦ. Ὅταν εἶναι ὁ καιρὸς ὁ κατάλληλος, ὅταν ἡσυχάσωμεν ἀπὸ τὰς ἐθνικὰς βλέψεις, τὰς ὁποίας ἔχομεν, καὶ τὸν νοῦν στρέψωμεν πρὸς τὰ ἐσωτερικά μας, τότε θὰ εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ συζητήσωμεν ὅλον τὸ φορολογικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τοὺς φόρους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ἀνεκτοὶ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀποδώσουν ὅλα τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα πρέπει. Ἤδη, κύριοι, τὰ ⅔ τοῦ Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ μάχονται, τὰ δὲ ζῶα αὐτῶν ἐπετάχθησαν, Καὶ ἐνῷ τὰ δύο ταῦτα συμβαίνουσιν εἰς τὸν γεωργικὸν πληθυσμόν, ἡμεῖς ἐδῶ εἰς τὰς τρεῖς αὐτὰς συνεδριάσεις, τὰς ὁποίας συνήλθομεν, συνήλθομεν ὄχι δι’ ἄλλον σκοπὸν ἀλλὰ διὰ νὰ ἐμβάλωμεν εἰς αὐτὸν νέαν φορολογίαν. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀναβάλλῃ τὴν ψήφισιν τοῦ Νομοσχεδίου τούτου, νὰ διαρρυθμίσῃ ὅπως θέλῃ τὰ τῆς δεκάτης, καὶ ἂν δυνάμεθα κατὰ τὰς δύο ταύτας τελευταίας συνεδριάσεις, ἡ Κυβέρνησις δι’ ἑνὸς νομοθετικοῦ Διατάγματος νὰ ἐπιβάλλῃ ἐκείνην τὴν φορολογίαν, ἡ ὁποία εἶναι ἀνεκτὴ εἰς αὐτόν, ν’ ἀναβληθῇ ὅμως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δι’ εὐθετώτερον χρόνον ἵνα μὴ ἐκτεθῶμεν ἀπέναντι τοῦ μαχομένου γεωργικοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος ἀποτελῇ τὰ ⅔ τῆς Ἑλλάδος, καὶ παρεξηγηθῶμεν ὑπ’ αὐτοῦ πραγματικῶς καθ’ ὃν χρόνον οὗτος μάχεται. Ὑποβάλλω θερμὴν τὴν παράκλησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν σεβαστὴν Συνέλευσιν ὅπως ἀναβληθῇ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§285ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Στράτος ἔχει τὸν λόγον.
§286Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν πρὸς τὴν Συνέλευσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν εἰσηγητικὴν αὐτοῦ ἔκθεσιν δύο ζητήματα θίγονται καὶ δύο σκοποὶ ἐπιδιώκονται, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ φορολογικὴ ἐξομοίωσις τῶν Νέων Ἐπαρχιῶν τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν τῆς Παλαιᾶς, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἐντελεστέρα ἀπόδοσις τῶν γεωργικῶν φόρων τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ὁ νόμος 1640 καὶ οἱ πρὸς συμπλήρωσιν καὶ τροποποίησιν τούτου ψηφισθέντες ὑπὸ τῆς μακαρίᾳ τῇ λήξει Βουλῆς τινὲς δὲ καὶ διὰ νομοθετικῶν διαταγμάτων καὶ κατόπιν κυρωθέντες Νόμοι, οἱ νόμοι, λέγω, οὗτοι ἐνῷ εἰσήγαγον ὡς νέον σύστημα φορολογικὸν τὸ νέον σύστημα τῆς καθαρᾶς προσόδου, ἐπέτρεψαν ἢ μᾶλλον ἐπέβαλον τὴν διατήρησιν τῆς ἰδιωνύμου φορολογίας ἐπὶ τῶν γεωργικῶν προϊόντων τῶν Νέων Χωρῶν, καὶ κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον ἐδημιούργησεν εὐλογώτατα τὸ παράπονον τῶν κατοίκων τῶν Νέων Χωρῶν, τεθέντων εἰς ἥττονα μοῖραν τῶν κατοίκων τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος. Τοιαύτη φορολογικὴ ἀνισότης, καθ’ ἣν ἐξ ἑνὸς τμήματος τῆς χώρας ἐκ τῶν αὐτῶν προϊόντων ἐπιστοποιήθη εἴσπραξις 17 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, καθ’ ὃν χρόνον ἡ λοιπὴ Χώρα κατέβαλλε ποσὸν 1.200.000 δραχμῶν περίπου, τοιαύτη ἀνισότης δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὀνομασθῇ, οὔτε παράλογος, οὔτε ἄδικος· ἔρχεται εἰς τὸ στόμα μου ἡ λέξις ἄτιμος. Καὶ διὰ τοῦτο θεωρῶ εὐλογωτάτην τὴν ἐξέγερσιν τῶν κατοίκων καὶ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν Μακεδονικῶν περιφερειῶν ἀξιούντων τὴν φορολογικὴν ἐξομοίωσιν, δὲν ὑπάρχει δὲ κανεὶς ἐν τῇ Συνελεύσει, ὅστις νὰ δύναται νὰ παρίδῃ τὸ εὔλογον τῆς ἀξιώσεως ταύτης, καὶ οὐδεὶς πληρεξούσιος, ὁ ὁποῖος δὲν θέλει ψηφίσει ὁλοψύχως τὴν φορολογικὴν ταύτην ἀφομοίωσιν. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ διαφωνία ἐν τῇ Ἐθνικῇ Συνελεύσει καὶ λυποῦμαι διότι τὸ παράπονον τὸ εὔλογον τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἐπαρχιῶν τῆς Νέας Ἑλλάδος, παράπονον τὸ ὁποῖον μετὰ τόσης τόλμης καὶ θερμότητος ἐξεδηλώθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, προεκάλεσε συζητήσεις τινὰς νευρικωτέρας, αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο νὰ γεννήσωσι τὴν παρεξήγησιν ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, ἀμυνόμενοι ὑπὲρ τοῦ φορολογικοῦ δικαίου τῶν συμπολιτῶν των, ἤθελον νὰ εὐχηθῶσι κἄν, ἵνα διατηρηθῇ ἔστω καὶ μίαν ἡμέραν τὸ σύστημα τῆς δεκάτης εἰς τὰς ἐπαρχίας τῆς Νέας Ἑλλάδος. Οὐχί, κύριοι, πᾶν ὅ,τι οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξεδήλωσαν, ἦτο πόνος ὑπὲρ τῶν ἐπαρχιῶν καὶ τῶν συμπολιτῶν των, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐσκέφθη ποτὲ—καὶ νομίζω ὅτι ἐν τούτῳ, ἐκφράζω τὴν γνώμην ὅλων—νὰ ἀμφισβητήσῃ τὸ δίκαιον τῶν ἐπαρχιῶν τῆς Ἑλλάδος, ἵνα τεθῶσι εἰς πλήρη ἀφομοίωσιν ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν.
§287Σ. ΚΟΤΖΑΜΑΝΗΣ. Μόνον τὸ δίκαιον, ἤ τὴν ἀνάγκην τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἀφομοιώσεως; Τὸ δίκαιον ἦτο ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν.
§288Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Νομίζω ὅτι τὴν στιγμὴν ταύτην συζητοῦμεν περὶ ἐφαρμογῆς, δὲν συζητοῦμεν φιλοσοφικῶς. Ὄταν συζητῶμεν περὶ ψηφίσεως νομοσχεδίου καὶ ἀναγνωρίζομεν τὸ δίκαιον τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ, σημαίνει ὅτι ἐπιθυμοῦμεν τὴν ἐφαρμογήν του.
§289Σ. ΓΚΟΤΖΑΜΑΝΗΣ. Εὐχαριστῶ διὰ τὴν ἐξήγησιν.
§290Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἦτο σαφέστατον τοῦτο. Τώρα γεννᾶται τὸ ἕτερον ζήτημα, ἡ κατάστασις τῆς ἀποδόσεως τῶν φόρων ἐκ μέρους τῶν γεωργῶν τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παραπονεῖται διὰ τῆς ἐκθέσεως αὐτοῦ ὅτι ὁ νόμος περὶ φορολογίας τῆς καθαρᾶς προσόδου ἀπέδωκε πολὺ ὀλίγα ἀπέναντι τῶν προσδοκηθέντων ἑκατομυρίων. Ἐὰν, κύριοι συνάδελφοι, προσεδοκήθησαν ἑκατομύρια ὑπὸ τοῦ κατὰ σειράν τινὰ ἀριθμητικὴν προκατόχου τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦτο σημαίνει ὅτι οὔτε ὁ Ὑπουργὸς ἦτο εἰς θέσιν νὰ ἀντιληφθῇ τί εἰσηγεῖτο, οὔτε καὶ ἡ ὑπηρεσία τότε ἦτο εἰς κατάστασιν, νὰ προβῇ εἰς τὸν ἀκριβῆ αὐτῆς ὑπολογισμόν. Ἀλλὰ διότι ἀμαθὴς ὑπηρεσία καὶ ἀμόρφωτος Ὑπουργὸς ἐξήγγελλον κακοὺς ὑπολογισμούς, εἴτε ἐξ ἀγνοίας, ἴσως δὲ καὶ τεχνηέντως ἵνα κανονίσωσι τὴν οἰκονομικὴν αὐτῶν θέσιν ἐν Εὐρώπῃ, τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι ἡ Χώρα ἠπάτησέ τινα περὶ τῆς ἀποδόσεως. Ἡ κατάστασις ἡ φορολογικὴ τῶν γεωργικῶν προϊόντων ἐν Ἑλλάδι ἀπησχόλησε τὴν Χώραν ἐπὶ δεκάδας ἐτῶν. Τὸ σύστημα τῆς δεκάτης, τὸ ὁποῖον ἴσχυσεν ἄλλοτε ἐν Ἑλλάδι, τὸ σύστημα τοῦτο κατεδικάσθη εἰς τοιοῦτον βαθμὸν ὁμοθύμως ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὥστε ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου πρό τινων ὡρῶν δικαίως ἐξηγέρθη ἐναντίον τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ νομοσχεδίου ὡς εἰσάγοντος καὶ πάλιν τὴν δεκάτην, διότι ἡ λέξις δεκάτη ἀποτελεῖ στιγματισμὸν πλέον εἰς τὴν φορολογίαν. Τὸ σύστημα τῆς δεκάτης κατηργήθη ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως Τρικούπη καὶ ἀντεκατεστάθη διὰ τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ποῖον ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα τῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν; Ὄτι ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν ὁ φόρος ἐπεβλήθη ἐπὶ τῶν μικρῶν κτηματιῶν, οὐδεμίαν δὲ εἶχεν ἀπόδοσιν ἐπὶ τῶν μεγάλων κτηματιῶν. Ἐπακολουθεῖ ἡ ἀντικατάστασις τοῦ φόρου αὐτοῦ ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως Βενιζέλου καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ κ. Κορομηλᾶ διὰ τοῦ φόρου τῶν σπειρομένων γαιῶν. Δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ φόρος τῶν σπειρομένων γαιῶν δὲν ἐφηρμόσθη ἕνεκεν λαϊκῆς ἐξεγέρσεως. Δὲν ἐφηρμόσθη, διότι καθ’ ὅν χρόνον ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπηκολούθησαν οἱ Βαλκανικοὶ πόλεμοι καὶ ὑπὸ τοιούτους ὅρους πολεμικοὺς δὲν ἦτο δυνατὸν Ὑπουργὸς κατέχων τὴν φορολογικὴν ἐπιστήμην νὰ μεταβάλῃ τὸ φορολογικὸν σύστημα. Ἕνεκα τούτου ἀνεβλήθη ἡ ἐφαρμογὴ τῆς φορολογίας τῶν σπειρομένων γαιῶν, τὰ γεγονότα δὲ τὰ μετέπειτα, τὰ ὁποῖα συνετέλεσαν ὅπως ἐπὶ πολὺν χρόνον κυβερνᾶται ἡ χώρα ἄνευ Βουλῆς δὲν ἐπέτρεψαν εἰς οὐδεμίαν Κυβέρνησιν φορολογικὴν μεταβολήν. Δυνάμει τῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν τῆς ἐπὶ τριακονταετίαν ἐφαρμοσθείσης ἐν Ἑλλάδι ἡ ἀπόδοσις ἀρχικῶς τῶν γεωργικῶν προϊόντων ἔφθασε κατὰ μέσον ὅρον εἰς δραχμὰς 2.200.000 ἐτησίως. Ἐὰν ἔφθασε κατὰ ἕν ἔτος εἰς 2.500.000 δραχμῶν τοῦτο ὑπῆρξε μία ἀναλαμπὴ ἐπὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Νόμου ἐκείνου, ἀλλ’ ὁ μέσος ὅρος ἦτο 2.200.000 μὲ μεγάλο περιθώριον μεταξὺ βεβαιώσεων καὶ εἰσπράξεων. Ἐπῆλθεν κατόπιν ἐλάττωσις τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τῆς ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ κ. Δραγούμη κατὰ τὸ 1910 καὶ συνέπεια τῆς μειώσεως αὐτῆς ὑπῆρξεν ἡ ἐλάττωσις εἰς δραχμὰς 1.200.000. Βλέπομεν ὅτι διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ φόρου καθαρᾶς προσόδου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παραπονεῖται ὅτι ἡ ἀπόδοσις τοῦ φόρου γεωργικῶν προϊόντων φθάνει εἰς 1.200.000. Ἡ Παλαιὰ Ἑλλὰς ἀποδίδει τὰ αὐτὰ διὰ τοῦ νέου Νόμου ὅσα ἀπέδιδε διὰ τοῦ παλαιοτέρου. Ἡ διαφορὰ εἶναι ἡ ἑξῆς· ὅτι ἐφαρμοζομένου τοῦ Νόμου περὶ φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἡ φορολογία ἐπήρχετο ἐπὶ τοῦ καλλιεργητοῦ, ἐφαρμοσθέντος τοῦ Νόμου τῆς φορολογίας τῆς καθαρᾶς προσόδου ἡ φορολογία ἐπέπεσε ἐπὶ τῶν μεγάλων καλλιεργητῶν, ὁ νόμος περὶ φορολογίας τῆς καθαρᾶς προσόδου ἠγνόησε καθ’ ὁλοκληρίαν τὸν μικρὸν καλλιεργητήν. Τοῦτο τὸ ἀγαθὸν ὑπὲρ τῶν καλλιεργητῶν ἀπέδωκεν ὁ Νόμος 1640 ὁ ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τῆς ὁποίας τὰ παράνομα ἔργα ἐνετάλημεν νὰ ἀκυρώσωμεν οὐχὶ ὅμως καὶ τὰ ὠφέλιμα.
§291Κ. ΤΕΡΤΙΠΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν ἀπηλλάγη τοῦ φόρου ἡ Κυβέρνησις ἡ προκάτοχος, δὲν ἐπέτρεψεν τὴν εἴσπραξιν αὐτοῦ, ἐὰν ἐπηκολούθησε ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου θὰ πληρώσῃ πολλὰ ἑκατομμύρια ὁ μικρὸς καλλιεργητής.
§292Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁμιλεῖ περὶ μικροῦ ἀριθμοῦ δηλώσεων φορολογίας καθαρᾶς προσόδου, κατηγορεῖ τὴν ἀνεπαρκῆ βεβαίωσιν ὄχι λόγῳ τῶν ὀργάνων τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ λόγῳ τοῦ μικροῦ ἀριθμοῦ τῶν δηλώσεων. Τὸ μέγα ποσὸν τῶν ἐκπτώσεων, τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς διακρίνει τὰς μικρὰς προσόδους, αὐτὸ ἀπαλλάσσει τῆς φορολογίας τοὺς μικροὺς καλλιεργητάς. Ἤκουσα πρὸ ὀλίγου τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον καὶ ἀγαπητὸν ἐκ Κοζάνης πληρεξούσιον συγκρίνοντα τὰς ἀποδόσεις τῶν φόρων τῶν γεωργικῶν τοῦ 1911 ἐν σχέσει πρὸς τὰς ἀποδόσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ προέκυπτον, ἐὰν ἐφηρμόζετο ἡ φορολογία τῆς δεκάτης, προέβη δὲ εἰς τὴν σύγκρισιν τῶν ἀριθμῶν τούτων ὁ κ. Μπούσιος, ἵνα ἀποδείξῃ πόσον μικρὰ εἶναι ἡ ἀπόδοσις τῶν φόρων τῶν γεωργικῶν ἐν Ἑλλάδι. Ἐν ἔτει 1911 ὑπῆρξαν ἔσοδα γεωργικὰ συμπεριλαμβανομένων τῶν προσθέτων τοῦ καπνοῦ καὶ τῆς ἀμπέλου 200.000.000. Ἐὰν ὑπολογίσῃ τις εἰς 13.000.000 τὸ ἔσοδον τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ καὶ εἰς 20.000.000 τῶν προϊόντων τῆς ἀμπέλου φθάνομεν εἰς 160.000.000 ἐκ τῶν λοιπῶν γεωργικῶν προϊόντων. Ὁ κ. Μπούσιος εἶπεν ὅτι ἄν δὲν ἐφηρμόζετο τὸ σύστημα τῆς δεκάτης ἐν Μακεδονίᾳ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἔπρεπε νὰ πληρώσῃ ἡ γεωργικὴ παραγωγὴ 14.000.000. Ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται ὁ ὑπολογισμὸς ὀρθός, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ λάβητε ἕνα φόρον, νὰ τὸν ἀποσπάσητε ἐκ τῆς ὅλης φορολογικῆς παραγωγῆς καὶ νὰ τὸν εἰσαγάγητε εἰς ἄλλην χώραν. Ὅταν συγκρίνηται εἷς φόρος αἱ Κυβερνήσεις ἢ αἱ Βουλαὶ συγκρίνουσιν ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς ἄλου συστήματος. Ἐν Ἑλλάδι,—καὶ συγκρίνω τὴν Ἑλλάδα πρὸς τὴν Μακεδονίαν τοῦ 1911, δὲν συγκρίνω αὐτὴν πρὸς τὴν σημερινὴν Μακεδονίαν, ἀλλ’ ἐν σχέσει πρὸς τὸν προϋπολογισμόν, τὸν ὁποῖον ὁ συνάδελφος κ. Μπούσιος ἔκαμε— ἔχω νὰ παρατηρήσω ὅτι ἐν ἔτει 1911 ὑπῆρχεν ἐν Ἑλλάδι φορολογικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἐστηρίζετο ἐπὶ τοῦ φορολογικοῦ δόγματος, τοῦ ἀποδεχομένου τὴν φορολογίαν τῆς καθαρᾶς προσόδου καὶ τῆς ἐμμέσου φορολογίας, ἀλλ’ ἐστηρίζετο ἐπὶ τοῦ συστήματος τοῦ ἐμπειρικοῦ, τοῦ ἐφαρμοζομένου εἰς διάφορα Κράτη, καθ’ ὅ τὸ πλεῖστον μέρος τοῦ φόρου παρέχει ἡ ἔμμεσος φορολογία. Ἐὰν ἐξετάσητε τὴν φορολογίαν ἐκείνην θὰ ἴδητε ὅτι τὸ ⅙ τοῦ ὅλου προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων ἐξεπροσώπει ἡ ἀπόδοσις τῆς ἐμμέσου φορολογίας, τὰ 4)10 ἴσως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀπέδιδον οἱ ἔμμεσοι φόροι τῶν τελωνειακῶν προσόδων, τῶν μονοπωλίων καὶ ὅλα τὰ ἄλλα ἔμμεσα τέλη. Ὑπὸ τοιοῦτον σύστημα δὲν δύνασθε νὰ ἐπικρίνητε μίαν φορολογίαν ὅταν ἔχητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ ἀγρότης ὁ φορολογούμενος ἀνεπαρκῶς καθ’ ὑμᾶς, διὰ τῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἐπιβαρύνεται μὲ ὁλόκληρον τὸ βάρος τῆς ἐμμέσου φορολογίας, τῆς φορολογίας τῶν τελωνείων κλπ. Κατὰ τοὺς χρόνους δ’ ἐκείνους ἐν Μακεδονίᾳ, ὑπὸ τὴν Τουρκίαν εὑρισκομένη, τὸ πετρέλαιον δὲν ἐφορολογεῖτο ὡς ἐν Ἑλλάδι καὶ οἱ τελωνειακοὶ δασμοὶ ἦσαν μόνον 9% ἐπὶ τῆς ἀξίας καὶ ὄχι ὡς ἐν Ἑλλάδι. Ἔχομεν λοιπόν, κύριοι, ἄλλο σύστημα φορολογικόν.
§293Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Διατὶ περιορίζεσθε μόνον εἰς τὸ 1910; Ἐγὼ ὡμίλησα καὶ περὶ τοῦ 1915, ὅτε εἶχον ἐφαρμοσθῆ ὅλοι οἱ φόροι εἰς τὰς Νέας Χώρας.
§294Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἔσπευσα νὰ σᾶς εἴπω αὐτό, ὅτι τὸ ζήτημα τῶν Νέων Χωρῶν τὸ ἐχώρισα ἀπὸ τὴν πρώτην στιγμήν, διότι ὠνόμασα τὴν πρόσθετον φορολογίαν τῆς δεκάτης εἰς τὰς Νέας Χώρας ὡς ἄτιμον· ἔφθασα μέχρι τοῦ σημείου αὐτοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ἐφθάσατε σεῖς, ἀλλ’ ἡ ἐργασία, τὴν ὁποίαν ἐκάματε διὰ νὰ ἀποδείξητε ὅτι ὁ ἀγρότης τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος φορολογεῖται ἐλαφρῶς, δὲν στηρίζεται ἐπὶ τοῦ δικαίου, διότι δὲν στηρίζεται ἐπὶ τοῦ σονόλου τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἐπικρατεῖ ἐν Ἑλλάδι. Εἰς τοῦτο τὸ ζήτημα λοιπὸν ὁ ὑπολογισμὸς τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ὑπῆρξε λανθασμένος.
§295Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Καθόλου. Ὑπελόγισα μέχρι τοῦ 1915.
§296Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ φορολογία τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου τῆς Ἑλλάδος ἀνέκαθεν ἐπεκράτησεν ἡ γνώμη ὅτι ἔπρεπε νὰ εἶναι μικρὰ καὶ διότι ὑπῆρξε μέγα τὸ βάρος τῶν ἄλλων φόρων τῶν ἀμέσων, ἀλλὰ καὶ διότι ἐπεκράτησεν ἡ γνώμη ἀνέκαθεν καὶ ἡ πολιτικὴ αὐτὴ ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν οὐχὶ ἴσως μετὰ καρπῶν ἐπαρκῶν, διότι τὸ σύνολον τῆς νομοθεσίας τοῦ Κράτους δὲν ἐτέθη ὑπὲρ τῆς πολιτικῆς ταύτης, ἐξ ἀρχῆς, εἶπον, ἐπεκράτησεν ἡ πολιτικὴ ὅτι ἔπρεπε νὰ μὴ πληγῇ ἡ γεωργία διὰ φόρων βαρέων, ἵνα ἀνακουφιζομένη καὶ προοδεύουσα συντελέσῃ εἰς τὴν σιτάρκειαν τῆς Χώρας, ἐκ τῆς ὁποίας ἐξαρτῶνται μέγιστα συμφέροντα οἰκονομικὰ τῆς ὅλης Χώρας. Αὕτη ὑπῆρξεν ἡ τηρηθεῖσα πολιτική. Μέχρι τοῦ σημείου τούτου καὶ ἐν τῇ ἐπιδιώξει τῆς πολιτικῆς ταύτης ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις ἀνεζήτουν πάντοτε πῶς νὰ ἀνεύρωσι καὶ ἐπιτύχωσι τὸν καταλληλότερον τρόπον τῆς δικαίας φορολογίας τοῦ ἀγροτικοῦ κεφαλαίου, ἵνα συντελέσωσι διὰ μιᾶς τοιαύτης ἐπιτυχοῦς καὶ δικαίας φορολογίας εἰς τὴν ἐπίτευξιν μιᾶς γεωργικῆς πολιτικῆς ἥτις θὰ ἠδύνατο νὰ συντελέσῃ εἰς ἀναγνώρισιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ κράτους καὶ τῆς ὅλης κοινωνίας καὶ εἰς ἐλάττωσιν τῶν βαρῶν τοῦ ἀστικοῦ λαοῦ, τὰ ὁποῖα ὑφίστανται ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς ξένου σίτου. Αὕτη ὑπῆρξεν ἡ πολιτική, ἡ ὁποία ἐπὶ 30 ἔτη ἐπιδιώκετο ἐν τῷ Κράτει, ἀδιάφορον ἄν ὑπῆρξε πολιτικὴ δι’ ἐπιτυχῶν μέσων ἤ δι’ ἀνεπιτυχῶν μέσων ἐπιδιωχθεῖσα. Ἐφθάσαμεν, κύριοι, εἰς τὸν νόμον τῆς καθαρᾶς προσόδου· ὁ νόμος τῆς φορολογίας τῆς καθαρᾶς προσόδου εἶναι ἀτελής. Κύριοι, ὑπῆρξε νόμος, ὅστις μετεφράσθη καὶ ἐπειγόντως ἐφαρμόσθη μόνον ὅπως ἐπιδειχθῇ ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀσπάζεται τὰς φορολογικὰς ἀρχὰς τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας, διότι ἐσχάτως ἐν Γαλλίᾳ εἶχεν ἐφαρμοσθῇ, καὶ διὰ νὰ ἐπιδιωχθῇ ἐπίσης ὅτι ἐπιστήμονες τρανοὶ εἶχον ἐνσκήψει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τὰ πάντα μεταβάλλοντες ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δογματικῶν ἀληθειῶν. Ὅτε ὁ νόμος οὗτος ἐψηφίζετο, ἀντετάχθην, ὑπέδειξα δὲ τότε, ὅτι ὀρθότερον θὰ ἦτο νὰ ἀφήσωμεν τὴν κειμένην φορολογίαν ἐν ἰσχύϊ, νὰ ἐπιβάλλωμεν δὲ φόρον καθαρᾶς προσόδου ἐνδεικτικῶς 1% μόνον διὰ νὰ ἐθισθῇ βαθμηδὸν ὁ κόσμος ὁ Ἑλληνικὸς εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ συστήματος τῆς ἀμέσου φορολογίας, βαθμηδὸν δὲ ἐφ’ ὅσον ἐθίζεται εἰς τὴν ἀλήθειαν τῆς δηλώσεως καὶ εἰς τὴν δυσαρέσκειαν τοῦ ἐλέγχου τῶν δηλώσεων καὶ ἐφ’ ὅσον συγχρόνως παρασκευάζεται καὶ προσωπικὸν δημοσίων ὑπαλλήλων, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ δύναται νὰ ἐμπιστεύεται τὸ κράτος, ἐφ’ ὅσον λέγω, ἤθελεν ἀφ’ ἑνὸς ὁ κόσμος προαχθῇ εἰς τὴν ἀνατροφὴν τῆς ἀποδοχῆς τοῦ φόρου τούτου καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὁ ὑπαλληλικὸς κόσμος εἰς τὴν ἀνατροφὴν τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ, τότε βαθμηδὸν νὰ προβαίνῃ ἡ ἐξουσία εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ ποσοστοῦ τοῦ φόρου καὶ τὴν βαθμιαίαν ἐλάττωσιν μέχρις ἐξαλείψεως τῶν κειμένων παλαιῶν φορολογιῶν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἐὰν ἤθελον εἰσακουσθῇ, δὲν ἤθελε συνταραχθῇ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς Χώρας δι’ ἀμέσου καταργήσεως φόρων, ἤθελον ἀποφευχθῇ ἡ ἀνομοιότης ἡ ἐπικρατήσασα μεταξὺ μεγάλων τμημάτων τῆς Χώρας, ἡ ὁποία δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ ζιζάνια νὰ φέρῃ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἤθελε βαθμηδὸν εἰσαχθῇ εἰς τὰ ἤθη ἡμῶν τὸ ἑνιαῖον ἄμεσον φορολογικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον πράγματι ἀποτελεῖ τὴν ἐπιστημονικὴν ἀλήθειαν, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ὡς πᾶσα ἐπιστημονικὴ ἀλήθεια, ἀπαντᾶ καὶ ἐπιστημονικὸν ὁρίζοντα, καὶ ἀτμόσφαιραν ἐπιστημονικήν, ἵνα ζήσῃ καὶ ἵνα μὴ φυτοζωῇ. Τώρα φθάνομεν εἰς τὰ ἀποτελέσματα τοῦ φόρου τούτου, ὁ ὁποῖος εἶναι ὀδυνηρὸς διὰ τὰ δημόσια οἰκονομικά, τὰ ὁποῖα ὅμως εἶναι μοιραῖα. Διὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον σήμερον εἰσάγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπιτυγχάνεται τὸ καλύτερον. Κατ’ ἐμὴν γνώμην θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἀμφιβάλλω. Ἐν πρώτοις εἰσάγεται μία ἄλλη ἀνομοιότης συστήματος, εἶμαι δὲ κεκηρυγμένος ἐναντίον τῶν τοιούτων μεταβολῶν τῶν μετὰ τάχους γενομένων καὶ ἄνευ προσαρμογῆς πρὸς τὸ ὅλον σύστημα. Εἴχομεν ἕν σύστημα ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἀμέσου φορολογίας.
§297Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς διακόψω πρὸς στιγμήν;
§298Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Παρακαλῶ.
§299Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ὅλον σύστημα τὸ φορολογικὸν τῆς Κυβερνήσεως βασίζεται ἐπὶ τῆς αὐτῆς βάσεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐβασίσθη καὶ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, εἶμαι δὲ ἕτοιμος νὰ ὑποβάλω 5 ἤ 6 σχετικὰ νομοσχέδια τροποποιοῦντα τὸν νόμον αὐτόν. Ἐὰν ὁ καιρὸς μοὶ ἐπέτρεπε νὰ ὑποβάλω καὶ αὐτὰ τώρα, θὰ τὰ ὑπέβαλλον καὶ θὰ συνεζητεῖτο τὸ σύνολον τοῦ συστήματος. Ὅπως εἶπον καὶ χθές, ἠναγκάσθην νὰ ὑποβάλω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι τὴν στιγμὴν αὐτήν, ὅτε οἱ καρποὶ εὑρίσκονται εἰς τὰ ἁλώνια, ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον ἢ νὰ ἐφαρμόσωμεν τοὺς φόρους τοὺς ὑφισταμένους, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἠθέλομεν νὰ ἀποφύγωμεν, ἤ ἐπὶ τέλους νὰ φέρωμεν ἕν ἀπὸ αὐτὰ τὰ νομοσχέδια, καὶ νὰ τὸ ψηφίσωμεν. Ὥστε αὐτό, τὸ ὁποῖον εἴπετε ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ἀνομοιότης μεταξὺ τῶν διαφόρων φόρων, τοὺς ὁποίους ἔχομεν, δὲν θὰ ὑπάρξῃ, διότι ὅλοι θὰ βασισθῶσιν ἐπὶ μιᾶς ἀρχῆς.
§300Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐπὶ ποίας ἀρχῆς;
§301Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς φορολογίας τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου.
§302Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ Νόμος τῆς φορολογίας τῆς καθαρᾶς προσόδου, ὑπῆρξεν ἀτελής. Μόνον ἐνδεικτικὸς φόρος τοιοῦτος θὰ ἥρμοζεν. Διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου δὲν πιστεύω νὰ ἐπιτυγχάνεταί τι τὸ καλλίτερον. Λῆψις προσωρινῆς ἀποφάσεως οἱαδήποτε διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς φορολογικῆς ἀποδόσεως τοῦ ἔτους τούτου, καὶ ἀναβολὴ τοῦ νομοσχεδίου θὰ ἦτο προτιμωτέρα.
§303Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ νομοσχέδιον, εἶναι ἄποψις τοῦ ὅλου φορολογικοῦ συστήματος τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον δὲν ἦλθε ἀκόμη εὐκαιρία νὰ ὑποβληθῇ. Τίποτε δὲν θὰ παρακωλύσῃ τὴν Συνέλευσιν, κ. συνάδελφοι, ὅταν θὰ ἔλθωσι τὰ νομοσχέδια καὶ θεσπισθῇ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν βάσιν, περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλῶ, νὰ μεταβάλῃ τις τὸ νομοθέτημα τοῦτο καὶ νὰ μὴ θεωρηθῇ καὶ τὸ νομοθέτημα τοῦτο, τίποτε ἄλλο παρὰ ὡς ἕν προσωρινὸν μέτρον.
§304Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον δὲν συντελεῖ εἰς ἐλάττωσιν τοῦ ἐλλείματος τοῦ προϋπολογισμοῦ, τοῦ ἐκ 300 ἕως 400 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον ἐκληροδότησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα οἱ συνεχεῖς πόλεμοι, ἀλλὰ καὶ ἡ διαχείρισις τοῦ καταλυθέντος καθεστῶτος. Συντελεῖ μόνον εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ ἐλλείματος αὐτοῦ διὰ τῆς φορολογικῆς ἀφομοιώσεως. Πρέπει νὰ πεισθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὅτι ὄχι μόνον εἰς νέας φορολογίας ἀλλὰ καὶ εἰς νέα δάνεια αἱ ἐφεξῆς Κυβερνήσεις θὰ καταφύγωσιν κατ’ ἀνάγκην διὰ νὰ ἀντισταθμίσωσι τὸ ἔλλειμα.
§305ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος ἔχει ζητήσει τὸν λόγον. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ψήφισιν τοῦ 1ου ἄρθρου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). (Ψηφίζεται τὸ 1ον ἄρθρον ἀναγινώσκονται δὲ καὶ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ ἄρθρα 2–18).
§306ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ 2ον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 19 ὑπάρχει ἡ ἑξῆς τροπολογία (ἀναγινώσκει) «ὡς καὶ ἡ φορολογία τῆς δεκάτης ............ κλπ.».
§307Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 19 ὡς ἐτροποποιήθη ὡς καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου).
§308Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Λόγῳ τοῦ προκεχωρηκότος τῆς ὥρας παρακαλῶ ἡ νέα συνεδρίασις νὰ γίνῃ τὴν Πέμπτην τὴν πρωΐαν ἐν ὥρᾳ 9 π. μ. νὰ γίνῃ δὲ ἑτέρα τὴν Πέμπτην μ. μ. ὥστε νὰ ψηφισθῶσι τελειωτικῶς τὰ ἐπείγοντα νομοσχέδια, διότι θὰ διακοπῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Συνελεύσεως.
§309Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Τὸ νομοσχέδιον, περὶ δημοσίων ὑπαλλήλων, εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ πολύ.
§310Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ.
§311ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἔχωμεν λοιπὸν συνεδρίασιν τὴν Πέμπτην εἰς τὰς 9 τὸ πρωΐ. Λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν προσεχῆ Πέμπτην καὶ ὥραν 9ην π. μ. (Ὥρᾳ 3.20′ π. μ.)