1917.09.25
1,311 rows · 10,182 words · 82 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 35Η
ΔΕΥΤΕΡΑ 25 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1917
Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
(Ὥρα 6.30′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Οἱ κ.κ. Α. Παπαγεωργίου, Γ. Τριτσοδόπουλος καὶ Ι. Φιλιππίδης κλπ. ἀπόστρατοι ἀξιωματικοί, ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα διαμαρτυρίας διὰ τὴν μὴ συμπερίληψίν των εἰς τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου 728 παραχωρηθέντα εὐεργετήματα συντάξεως. — Οἱ Ν. Μπάκης καὶ Α. Παλαιολόγος παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν διὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς τροποποιήσεως τοῦ νόμου 357 «περὶ στρατιωτικῶν ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν». — Τὸ ἐν Γυθείῳ Σωματεῖον τῶν ἐπαγγελματιῶν ἡ «Ἀδελφοποίησις» παρακαλεῖ ὅπως μεταξὺ τῶν ἑλῶν, ὧν τὴν ἀποξήρανσιν ἔχει ὑπ’ ὄψει ἡ Κυβέρνησις, συμπεριλάβῃ καὶ τὸ ἐν τῷ τέως δήμῳ Τρινάσου τοιοῦτον. — Τὴν αὐτὴν παράκλησιν δι’ ἀναφορᾶς του ὑποβάλλει καὶ ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Γυθείου «Ὁμόνοια». — Οἱ δημοδιδάσκαλοι οἱ ἀπὸ τοῦ 1910 καὶ ἐντεῦθεν ἐκ τοῦ Διδασκαλείου ἀποφοιτήσαντες, ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα πρὸς βελτίωσιν τῆς θέσεώς των. — Οἱ διδάσκαλοι τῆς ἐκπαιδευτικῆς περιφερείας Φλωρίνης παρακαλοῦσι νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ παροχῆς ἐξαιρετικῶς ἐκτάκτου ἐπιδόματος καὶ περὶ πληρωμῆς καθυστερουμένων. — Ὁ βουλευτὴς Κοζάνης κ. Ν. Γκιουλέκας ζητεῖ 20ήμερον παράτασιν τῆς ἀδείας του. — Ὡσαύτως ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Θ. Τικόπουλος αἰτεῖται 150ήμερον τοιαύτην. (Μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως, αἱ ἄδειαι αὗται χορηγοῦνται). — Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Ε. Ρέπουλης ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς σχέδια νόμου: 1) «Περὶ συστάσεως Διευθύνσεως Χωροφυλακῆς καὶ Δημοσίας Ἀσφαλείας» καὶ 2) «Περὶ συστάσεως Οἰκονομικῆς Ἐπιθεωρήσεως Ἐλεγκτηρίου καὶ Γενικῆς Ἀποθήκης ὑλικοῦ ὁπλισμοῦ καὶ πολεμεφοδίων εἰς τὸ Σῶμα τῆς Χωροφυλακῆς». Ἄν συναινῇ ἡ Βουλή, νὰ κηρυχθῶσι κατεπείγοντα.
§3ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ ἐγγυήσεως τοῦ Κράτους δι’ ἐκτέλεσιν ὑπὸ τῶν ἐν Ἑλλάδι Τραπεζῶν παροχῶν ἐκδοθεισῶν ὑπὸ ξένων Τραπεζῶν, εὑρισκομένων ἐν ἐχθρικαῖς Χώραις». — Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Θ. Βελλιανίτης καὶ Ε. Βελλιανίτης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τοῦ ἐδαφίου 4 τοῦ 425 νόμου «περὶ στρατολογίας τοῦ κατὰ γῆν Στρατοῦ». — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ προσθήκης εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 281 νόμου «περὶ Σωματείων». — Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ε. Βελλιανίτης καὶ Θ. Βελλιανίτης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τῶν νόμων «περὶ προαγωγῆς τῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ὑπαγομένων ὑπαλλήλων». — Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας καταθέτει τὰ κάτωθι σχέδια νόμου: 1) «Περὶ ἱδρύσεως Δημοσίας Βιβλιοθήκης ἐν Σάμῳ». 2) «Περὶ ὀνομαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως οἰκοπέδων κλπ. ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου». 3) Περὶ ἐποπτείας καὶ ἐλέγχου ἰδιωτικῶν μορφωτικῶν ἱδρυμάτων» καὶ 4) «Περὶ ἱδρύσεως καὶ λειτουργίας ἐν τῷ Κράτει ἰδιωτικῶν ἐκπαιδευτηρίων». — Ἅπαντες οἱ βουλευταὶ Λέσβου ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ Διοικητικῆς Ἀποκεντρώσεως». — Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Λυκουρέζος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τοῦ 425 νόμου «περὶ στρατολογίας».
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Ὁ κ. Ν. Παπαδάκης ἔχει τὸν λόγον, ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφοράν.
§5Ν. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἡ ἀναφορά, τὴν ὁποίαν καταθέτω τῶν καθηγητῶν κ.κ. Χριστοδούλου καὶ Ι. Ζαρίφη, ἀφορᾷ ζήτημα μεγάλου ἐνδιαφέροντος. Ζητεῖται δι’ αὐτῆς νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ ἀπαλλοτρίωσις ἑνὸς μέρους, τὸ ὁποῖον εἶναι κατάλληλον πρὸς ἵδρυσιν σχολείου ὑπαιθρίου.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Χρυσοστάλης ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τοῦ Ἐπισιτισμοῦ ἂν σκέπτεται νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ διατιμήσεως τῶν ὑφασμάτων.
§7Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Γνωρίζομεν καὶ ἀντιλαμβανόμεθα πάντες ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Ἐπισιτισμοῦ ἐσχάτως ἀσχολεῖται δραστηρίως εἰς τὰ ζητήματα τὰ ἀφορῶντα τὴν ἐπάρκειαν τῶν ἀναγκαιούντων τροφίμων εἰς τὸν λαόν, τὸν παρακολουθοῦμεν δὲ εἰς τὸ ἔργον του τοῦτο μετὰ μεγάλης προσοχῆς καὶ ἐλπίδων, ὅτι καλῶς θὰ ἀνταποκριθῇ εἰς ὅλας τὰς τοῦ Λαοῦ ἀνάγκας. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θ’ ἀγνοῇ βεβαίως ὅτι ὅπως τὸ τρέφεσθαι, οὕτω καὶ τὸ ἐνδύεσθαι εἶναι ἐξ ἴσου σπουδαῖον διὰ τὸν Λαὸν ζήτημα. Ὁ λαὸς μόλις ἀντέχει πλέον ν’ ἀγοράζῃ εἰς ὑψηλὰς τιμὰς τὰ τρόφιμά του, ἀλλὰ καὶ δυσκολεύεται συγχρόνως σοβαρῶς νὰ προμηθευθῇ τὰ τῆς ἐνδυμασίας του εἰς τὰς ἐξωφρενικὰς τιμὰς ποῦ ἔφθασαν νὰ πωλῶνται ταῦτα, ἀφοῦ τὰ κοινὰ ἐνδύματα, τὰ ὁποῖα χρησιμοποιεῖ ὁ ἐργατικὸς λαός, ὡς τὰ ὀνομαζόμενα δρίλια, τὰ ὁποῖα ἐτιμῶντο εἰς τὴν ὁμαλὴν ἐποχὴν 20 ἢ 50 λεπτὰ τὸν πῆχυν, σήμερον τιμῶνται 2.50 ἕως 3.00 δραχμὰς ὁ πῆχυς. Καὶ ὅλων τῶν ἄλλων εἰδῶν ἐνδυμασίας αἱ τιμαὶ κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ηὐξήθησαν. Ἐπὶ τέλους ἂς σταματήσῃ πλέον αὐτὸ τὸ κακὸν τῆς ὑψώσεως ἕως ἐδῶ. Διατιμήσατε ταῦτα ἀμέσως, διότι ἀλλέως, κατὰ τὴν ὕψωσιν ποῦ ἔχουν πάρει οἱ ἔμποροι, πρέπει διὰ νὰ ἐνδυθῇ πλέον κανεὶς νὰ πωλήσῃ προηγουμένως πᾶν ὅ,τι ἔχει.
§8Λ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ (Ὑπουργὸς τοῦ Ἐπισιτισμοῦ). Ἐκάμαμεν καὶ κάμνομεν ὅ,τι εἶναι δυνατόν, ἐλπίζομεν δὲ ὅτι καὶ τῶν ἀναγκαιούντων εἰδῶν ἡ προμήθεια θὰ ἐπιτευχθῇ καὶ ἡ ὕψωσις τῶν τιμῶν θὰ καταπολεμηθῇ διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν κατὰ τῆς αἰσχροκερδείας.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἴδιος κ. βουλευτὴς παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τοῦ Ἐπισιτισμοῦ, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν περὶ διατιμήσεως τῆς ἀσετυλίνης, ἥτις ἔφθασεν εἰς δυσθεώρητα ὕψη, δυσαναλόγως μὲ τὰ ἔξοδα τῆς παραγωγῆς της.
§10Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο, κύριε Ὑπουργὲ τοῦ Ἐπισιτισμοῦ, τὸ ζήτημα τῆς ἀσετυλίνης, ἔχει μεγάλην σπουδαιότητα εἰς τὴν καθόλου οἰκονομίαν τοῦ Λαοῦ, διότι ἤδη, ὅτε τὰ ἄλλα εἴδη φωτισμοῦ, ὡς τὸ πετρέλαιον, τὸ ἀεριόφως καὶ ἄλλα, ἐλλείπουσι, γίνεται μεγάλη χρῆσις αὐτῆς τῆς ἀσετυλίνης ὑπὸ τοῦ Λαοῦ καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας, ἀλλὰ καὶ ἐνταῦθα. Ὡς δὲ γνωρίζετε, ἡ παραγωγὴ αὐτῆς γίνεται εἰς ἐντόπιον ἐργοστάσιον παρὰ τὴν Λαμίαν, δι’ ὑδραυλικῆς πιέσεως ἄνευ μεγάλων ἐξόδων, ἀφοῦ αἱ πρῶται ὗλαι πρὸς χημικὴν ἕνωσιν καὶ παραγωγὴν αὐτῆς, ἤτοι ὁ ἄνθραξ καὶ ἡ ἄσβεστος εὑρίσκονται ἐν τῷ τόπῳ, ὥστε δὲν δικαιολογεῖται ἡ παρατηρουμένη ὑπερβολικὴ ὕψωσις τῆς τιμῆς αὐτῆς παντάπασι, ἀλλὰ μόνον βάσιν ἔχει τὴν τάσιν τῶν διευθυντῶν τῆς ἐργασίας αὐτῆς πρὸς αἰσχροκέρδειαν.
§11Λ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ (Ὑπουργὸς τοῦ Ἐπισιτισμοῦ). Δι’ ὅλα αὐτὰ ἀσχολούμεθα καὶ ἐλπίζομεν ὅτι θὰ λυθῶσι προσεχῶς κατ’ εὐχήν.
§12Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Κύριοι βουλευταί, ἡ παραγωγὴ τῆς ἀσετυλίνης γίνεται ἀπὸ ἄνθρακα καὶ ἀσβέστιον, ὡς προλαβόντως εἶπον, καὶ κατόπιν χημικῆς ἑνώσεως τῶν δύο αὐτῶν στοιχείων, προκαλουμένης τῆς ἑνώσεως διὰ πιέσεως, γίνεται δὲ δι’ ὑδραυλικῆς πιέσεως ἢ ἐργασία αὐτὴ ἐν Λαμίᾳ καὶ οὐχὶ διὰ καταναλώσεως ἄνθρακος λιγνίτου πρὸς παραγωγὴν ἀτμοῦ, ὁπότε φυσικὰ θὰ εἴχομεν μεγαλειτέρας δαπάνας πρὸς ἀγορὰν λιγνίτου διὰ τὴν τοῦ ἐργοστασίου κίνησιν. Ἤδη ὅμως τὸ ὕδωρ κινεῖ ἐκεῖ τὰς μηχανάς, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν κινητήριον φυσικὴν δύναμιν τοῦ ἀνεξόδου ὕδατος ζητοῦν νὰ εἰσπράξουν ὑπέρογκα ποσὰ οἱ ἰδιοκτῆται τῆς ἐργασίας αὐτῆς εἰς βάρος τοῦ Λαοῦ.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καραπαναγιώτης ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν εἶναι νόμιμοι αἱ γνωμοδοτήσεις τῶν Δικαστικῶν Συμβουλίων «περὶ μεταβολῆς τῆς ἕδρας ἢ τῆς περιφερείας Εἰρηνοδικείων καὶ ὅταν ἔτι ὑπάρχουσι κενὰ ἐν τῷ ὡρισμένῳ ἀριθμῷ τῶν δικαστῶν τοῦ Πρωτοδικείου, ὁπότε ὁλομέλεια δὲν ὑφίσταται.
§14Γ. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἤθελα νὰ μάθω ἐὰν ὑπάρχει ἑρμηνεία, διότι ὁλομέλεια πραγματικῶς δὲν ὑπάρχει.
§15Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ ἑρμηνεία, ἡ ὁποία ἐδόθη ἀπὸ ἀνέκαθεν, εἶναι ὅτι, ἐὰν δὲν εἶναι συμπεπληρωμένον τὸ Δικαστήριον ἢ ἀπουσιάζουν τινὲς τῶν δικαστῶν, ὁλομέλεια ὑπάρχει ὅταν εἶναι παρόντες ὅλοι οἱ δικασταί, ἀπὸ τὸν ἀριθμὸν τῶν ὁποίων ἀπαρτίζεται τὸ Δικαστήριον νομίμως.
§16Γ. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Ἑπομένως, ὅταν τὸ ἄρθρον 26 τοῦ Συντάγματος ῥητῶς ὁρίζῃ ὅτι ἡ Βουλὴ ἑρμηνεύει αὐθεντικῶς τοὺς νόμους, νομίζω ὅτι ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν δίδετε, δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Φίλιος παρακαλεῖ τὸν κ. ἐπὶ τοῦ Ἐπισιτισμοῦ Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν σκέπτεται νὰ διατιμήσῃ πάντα τὰ γεωργικὰ ἐργαλεῖα, ὧν ἡ τιμὴ ἔφθασεν εἰς μυθώδη ὕψη, ἀφοῦ ὅλα τὰ γεωργικὰ προϊόντα διετιμήθησαν.
§18Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἔχω ὑποβάλει τὴν αἴτησιν ταύτην καὶ σᾶς παρακαλῶ ὅπως διατιμηθῶσι καὶ τὰ γεωργικὰ ἐργαλεῖα, καθόσον ἡ τιμὴ αὐτῶν ἔχει φθάσει εἰς μυθώδη ὕψη.
§19Λ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ (Ὑπουργὸς τοῦ Ἐπισιτισμοῦ). Πληροφορῶ τὴν Βουλὴν ὅτι καὶ τὰ γεωργικὰ ἐργαλεῖα θὰ διατιμηθῶσιν ὑπὸ τῆς συσταθείσης καὶ ἐργαζομένης ἤδη εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς Διατιμήσεων.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Φίλιος παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατί ἡ Ἑταιρεία τῶν Θεσσαλικῶν Σιδηροδρόμων ἐνοικίασε τὸ ὑπόγειον τοῦ σταθμοῦ Δεμερλῆ, τὸ ὁποῖον κατεσκεύασε διὰ τὴν στέγασιν τῶν ἐπιβατῶν.
§21Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἐζήτησα πληροφορίας καὶ διέταξα μάλιστα τὴν Ἑταιρείαν νὰ κατασκευάσῃ ἕτερον ὑπόστεγον διὰ τοὺς ἐπιβάτας.
§22Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Σᾶς πληροφορῶ ὅτι πολλάκις ἐγένοντο ἐνέργειαι ὅλων τῶν Θεσσαλῶν βουλευτῶν, ζητούντων νὰ κάμῃ ἡ Ἑταιρεία ἓν ὑπόστεγον ἐκεῖ, διὰ νὰ στεγάζωνται οἱ ἀναμένοντες ἐπιβάται, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐκτεθειμένοι εἰς τὰς χιόνας καὶ τὰς βροχάς. Κατωρθώθη τέλος πάντων νὰ δαπανήσῃ ἡ Ἑταιρεία ἑκατὸ περίπου δραχμὰς διὰ νὰ κάμῃ ἓν ὑπόστεγον. Τώρα τὸ ἐνοικιάζει ὡς καφενεῖον. Ἐὰν ἡ Ἑταιρεία θέλῃ νὰ πάρῃ χρήματα, μπορεῖ νὰ δαπανήσῃ ἄλλας χιλίας δραχμάς, διὰ νὰ κάμῃ ἓν ἄλλο ὑπόστεγον καὶ νὰ τὸ ἐνοικιάζῃ ὡς καφενεῖον.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Κωτούλας παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐὰν σκέπτεται νὰ καταργήσῃ τὸν φόρον τῶν αἰγοπροβάτων καὶ πρὸ πάντων διὰ τὰ ποίμνια Βόλατσης καὶ Πιπιλίτσης τοῦ Νομοῦ Κοζάνης, ἅτινα ὑπέστησαν μεγάλας φθορὰς ἐκ τῶν ἐπιτάξεων.
§24Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔχω σκεφθῆ ἐπὶ τούτου.
§25Θ. ΚΩΤΟΥΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι γνωστὸν ὅτι ὁ φόρος τῶν αἰγοπροβάτων ἴσχυεν ἐν Παλαιᾷ Ἑλλάδι καὶ κατηργήθη παρὰ τοῦ μακαρίτου Σιμοπούλου κατὰ τὸ 1889, πρὸς προαγωγὴν τῆς κτηνοτροφίας. Πέντε ἔτη παρῆλθον ἀπὸ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐν τούτοις παριστάμεθα πρὸ τοῦ παραδόξου φαινομένου, νὰ εἶναι κατηργημένος ὁ φόρος εἰς τὸ ἥμισυ τοῦ Κράτους, λόγῳ προαγωγῆς τῆς κτηνοτροφίας, εἰς τὸ ἕτερον δὲ ἥμισυ νὰ ἰσχύῃ. Ἡ ἀνισότης αὕτη ἔχει πλεῖστα ὅσα ἐλαττώματα καὶ ἓν ἐξ αὐτῶν εἶναι ὅτι διὰ τῆς ἀνισότητος αὐτῆς μειοῦται ἡ ἐθνικὴ ἀλληλεγγύη καὶ ἡ ἐθνικὴ συνείδησις, διότι οἱ φορολογούμενοι τῶν Νέων Χωρῶν θεωροῦσιν ἑαυτοὺς τιθεμένους ἐν ἥσσονι μοίρᾳ τῶν μὴ φορολογουμένων ἀδελφῶν των. Εὐνόητον λοιπὸν τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, ὅπως σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀφομοιώσῃ τὴν φορολογίαν τοῦ παλαιοῦ Κράτους καὶ τῶν Νέων Χωρῶν. Ἰδιαιτέρως δὲ διὰ τὰ ποίμνια τῆς Μακεδονίας πρέπει νὰ καταργηθῇ ὁ φόρος αὐτὸς ἢ νὰ ἀνασταλῇ ἐπί τινα ἔτη, διότι ἔχουν ὑποστῆ μείωσιν ἐκ τῶν διαφόρων ἐπιτάξεων, ἂν ὄχι κατὰ τὸ ἥμισυ, τοὐλάχιστον κατὰ τὸ τρίτον. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν ὁποῖον διακρίνει πατρικὴ μέριμνα δι’ ὅλους τοὺς πολίτας, θὰ θελήσῃ νὰ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα πρὸς ἄρσιν παντὸς παραπόνου καὶ παντὸς ἀδικήματος.
§26Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν μου τὴν ἀναφοράν.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Π. Καραπάνος καὶ Κ. Μελᾶς ἀπευθύνουσιν ἐρώτησιν πρὸς τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ Ἐπισιτισμοῦ, νὰ πληροφορήσουν τὴν Βουλὴν σχετικῶς μὲ τὴν ὑπὸ τῶν Γερμανῶν καθορισθεῖσαν οὐδετέραν ζώνην ἐν Μεσογείῳ, ἣν ὤφειλον ν’ ἀκολουθήσωσι τὰ Ἑλληνικὰ καὶ λοιπὰ οὐδέτερα πλοῖα, ἵνα φθάσωσιν ἀσφαλῶς καὶ ἄνευ κινδύνου ἐν Ἑλλάδι.
§28Κ. ΜΕΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐκ παραδρομῆς ἐγράφη, ὅτι ἡ ἐρώτησις ἀπευθύνεται πρὸς τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ Ἐπισιτισμοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ μᾶς ἀπαντήσῃ εἰς τὰ ἑξῆς ἐρωτήματα: Τὴν 23 Ἰανουαρίου 1917 τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας ἀνεκοίνωσε διὰ τῶν Λιμεναρχείων τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς ναυτιλλομένους δι’ ἐγκυκλίου διαταγῆς του ὑπ’ ἀριθ. 6 ὑπ’ ἀριθ. Πρωτ. 2155 τὴν ὑπὸ τῶν Γερμανῶν καθορισθεῖσαν οὐδετέραν ζώνην ἐν Μεσογείῳ, ἣν ὤφειλον ν’ ἀκολουθήσωσι τὰ Ἑλληνικὰ καὶ λοιπὰ οὐδέτερα πλοῖα, ἵνα φθάσωσιν ἀσφαλῶς καὶ ἄνευ κινδύνου τορπιλλισμοῦ ἐν Ἑλλάδι. Πᾶν ἀτμόπλοιον, οὐδέτερον ἢ μή, συναντώμενον ἔξω τῆς χαραχθείσης οὐδετέρας ζώνης μετὰ ὑποβρυχίου τῶν Κεντρικῶν Αὐτοκρατοριῶν, θὰ ἐτορπιλλίζετο ἄνευ εἰδοποιήσεως, καὶ τοῦτο ὅπως μὴ τυχὸν διὰ τῶν πλοίων τούτων ἐφωδιάζοντο τὰ ἐχθρικὰ πρὸς αὐτὰς Κράτη. Τὴν 26 Μαρτίου 1917, δηλαδὴ 63 ἡμέρας μετὰ τὴν ἀνακοίνωσιν τῆς οὐδετέρας ζώνης πρὸς τοὺς ναυτιλλομένους, ἐτορπιλλίζοντο τὰ ἑξῆς ἀτμόπλοια: 1) Τὸ φορτηγὸν «Νέστος» τῆς Ἐθνικῆς Ἀτμοπλοίας, τοῦ ὁποίου τὸ ἀσφαλιστήριον ὑπεγράφη τὴν 28 Φεβρουαρίου 1917, ὅπερ προερχόμενον ἐξ Ἀμερικῆς εἰς Πειραιᾶ καὶ μετὰ προσεγγίσεως εἰς Γιβραλτὰρ καὶ λιμένας τῆς Μεσογείου ἐν τῇ Ἀφρικῇ, ἐτορπιλλίσθη εἰς 140 μιλλίων ἀπόστασιν ἀπὸ τὴν οὐδετέραν ζώνην, πλέον ἐκ Μάλτας πρὸς τὰ Ἑλληνικὰ ὕδατα διαρκῶς ἔξω τῆς οὐδετέρας ζώνης, οὐδεμιᾶς ἀνωτέρας βίας ὑποχρεωσάσης τὸ πλοῖον εἰς τοιαύτην πορείαν, εἰμὴ μόνον συντομία χρόνου, οἰκονομία γαιανθράκων καὶ ἔλλειψις συναισθήσεως ἐκ μέρους τοῦ πλοιάρχου τοῦ κινδύνου, εἰς ὃν ἐξέθετο τὸ πλοῖον. Τονίζω δὲ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀνωτέρας βίας, διότι τοιαύτη βία ἠδύνατο ἐν Μεσογείῳ νὰ παρουσιασθῇ, προερχομένη παρὰ πολεμικοῦ πλοίου τῶν Δυνάμεων τῆς Ἀντάντ, μόνον μεταξὺ Γιβραλτὰρ καὶ τοῦ ὕψους τῆς Μάλτας, ὅτε ἠδύνατο, ὅπως καὶ συνέβη εἰς πλοῖα, νὰ ἐξέλθωσι τῆς οὐδετέρας ζώνης καὶ νὰ κρατηθῶσιν εἰς Γιβραλτάρ, Ἀλγέριον, Ὀρὰν ἢ ἀλλαχοῦ. Ἠδύναντο ἐπίσης νὰ ἐξέλθωσι τῆς ζώνης ἐν πλῷ εὑρισκόμενα, ὅπως ὑποστῶσι νηοψίαν, ὤφειλον ὅμως τότε νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν οὐδετέραν ζώνην εὐθὺς ἅμα τῷ πέρατι τῆς νηοψίας. Ἐκ Μάλτας ὅμως πρὸς τὴν Ἑλλάδα οὐδεμία τοιαύτη ἀνωτέρα βία ἠδύνατο νὰ παρουσιασθῇ, ἑπομένως οὐδεὶς λόγος ὑπῆρχε νὰ πλέῃ τὸ πλοῖον ἔξω τῆς οὐδετέρας ζώνης. Διὰ τὴν ἀπώλειαν ταύτην τὸ Δημόσιον ἐζημιώθη διὰ τὸ σκάφος 1,182,700–0–0, διὰ τὸ φορτίον δὲ 4,086,666 καὶ 90 λεπτά. 2) Τὸ φορτηγὸν «Λειβαθώ», νηολογημένον ἐν Σύρῳ, τοῦ ὁποίου τὸ ἀσφάλιστρον ὑπεγράφη ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς τορπιλλίσεως, ὅπερ, πλέον ἐκ Θεσσαλονίκης πρὸς Ἀμερικήν, ἐτορπιλλίσθη πλησίον τῆς Ἑλλάδος εἰς 120 μιλλίων ἀπόστασιν ἀπὸ τῆς οὐδετέρας ζώνης, οὐδεμιᾶς ἀνωτέρας βίας ὑποχρεωσάσης τὸ πλοῖον νὰ πλέῃ εἰς τοιαύτην θέσιν, εἰμὴ μόνον οἱ αὐτοὶ διὰ τὸν «Νέστον» προειρημένοι λόγοι. Διὰ τὴν ἀπώλειαν ταύτην τὸ Δημόσιον ἐζημιώθη: Σκάφος L 87,600–0–0. Ναῦλοι L 10,340–0–0. Κύριε Πρόεδρε, ἐρωτῶμεν τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ Ἐπισιτισμοῦ, ποῖοι οἱ ὑπεύθυνοι διὰ τὴν σύνταξιν καὶ ὑπογραφὴν τῶν ἀσφαλιστηρίων τῶν ἐμπορικῶν πλοίων καὶ πῶς ἐν τοῖς ἀσφαλιστηρίοις τῶν ἐν λόγῳ ἀτμοπλοίων, γενομένοις τοῦ μὲν 35 ἡμέρας μετὰ τὴν ἀνακοίνωσιν τῆς οὐδετέρας ζώνης ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, τοῦ δὲ 60 ἐν ὅλῳ ἡμέρας, δὲν ἐτέθη ὡς ρητὸς ὅρος, ὅτι «ἐκτὸς τῆς περιπτώσεως ἀνωτέρας βίας, τὰ ἀσφαλιζόμενα πλοῖα εἶναι ὑποχρεωμένα νὰ πλέωσιν ἐντὸς τῆς οὐδετέρας ζώνης», ἀφοῦ πλέοντα ἔξω ταύτης ἐξετίθεντο εἰς τὸν κίνδυνον τοῦ τορπιλλισμοῦ, ὅπως συνέβη διὰ τὰ ἀτμόπλοια «Νέστος» καὶ «Λειβαθώ», ὧν ἡ ἀπώλεια ἐστοίχισεν εἰς τὸ Κράτος, ἕνεκα ὑπαιτιότητος τοῦ ἀγνώστου ὑπευθύνου ὑπαλλήλου: α) Ἕνδεκα ἐν ὅλῳ ἑκατομμύρια δραχ. διὰ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ συνόλου τῶν ἐν λόγῳ πλοίων. β) Τὴν ἀπώλειαν δύο πολυτιμωτάτων σκαφῶν τῆς ἐμπορικῆς ἡμῶν ναυτιλίας. γ) Τὴν ζημίαν, ἥτις ἐγένετο εἰς τὸ Ἑλληνικὸν κοινὸν διὰ τῆς ἄνευ λόγου ἀπωλείας χιλιάδων τόννων σίτου ἐν ἡμέραις γενικῆς ἐλλείψεως τροφίμων. δ) Τὴν ζημίαν, ἥτις ἐγένετο εἰς τοὺς ἰδιώτας συνασφαλιστάς, καὶ ε) Τὴν ἀπώλειαν, ἥτις ἐγένετο εἰς τοὺς μετόχους τῆς Ἐθνικῆς Ἀτμοπλοΐας, ὡς καὶ τοὺς πλοιοκτήτας τοῦ ἑτέρου τῶν ἀτμοπλοίων ἐκ τῆς ἐκπτώσεως τῶν μετοχῶν τῶν ἀξιῶν αὐτῶν.
§29Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Κύριοι βουλευταί, σχετικῶς μὲ τὴν σύνταξιν τῶν ἀσφαλιστηρίων τῶν τορπιλλισθέντων πλοίων «Νέστος» καὶ «Λειβαθώ» δὲν ἐννοῶ καλῶς τὸ πνεῦμα μιᾶς τοιαύτης ἐρωτήσεως. Ἐὰν αὕτη προϋποθέτει ὅτι ἡ παρεμβολὴ τοῦ ὅρου εἰς τὸ ἀσφαλιστήριον, καθ’ ὃν τὰ πλοῖα δὲν ὤφειλον νὰ ἐξέλθωσι τῆς οὐδετέρας ζώνης, ἦτο ἐπιβεβλημένη καὶ ὅτι θ’ ἀπήλλασσε σήμερον τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος τῆς ὑποχρεώσεως πρὸς ἀποζημίωσιν, ἐὰν λέγω τοιοῦτον εἶναι τὸ πνεῦμα τῶν ἐρωτώντων, ἀπαντῶ, ὅτι ὑπεύθυνοι διὰ τὴν τοιαύτην παράλειψιν εἶναι οἱ τότε Ὑπουργοὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ τῶν Οἰκονομικῶν, οἱ προκαλέσαντες τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα «περὶ ἀσφαλειῶν ἐκ μέρους τοῦ Κράτους», οἱ συντάξαντες μετὰ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τὸν τύπον τοῦ ἀσφαλιστηρίου, χωρὶς νὰ μνημονεύσωσι τὸν ὅρον τῆς οὐδετέρας ζώνης. Αὐτὴ εἶναι ἡ μία ἄποψις τοῦ ζητήματος. Ὑπάρχει ὅμως κατὰ τὴν γνώμην μου καὶ ἑτέρα ἄποψις. Φρονῶ ὅτι οὐδεμία μνημόνευσις τοῦ ὅρου τῆς οὐδετέρας ζώνης ἐν τῷ ἀσφαλιστηρίῳ ἦτο δυνατὴ χωρὶς τὸν κίνδυνον ν’ ἀτονίσῃ τελείως αὐτὴ ἡ οὐσία τοῦ ἀσφαλιστικοῦ συμβολαίου, μὴ παρέχουσα πλέον εἰς τὸν ἀσφαλιζόμενον, παρὰ μίαν σκιὰν ναυτικῆς ἀσφαλείας. Τῷ ὄντι, ἐὰν εἶναι εὔκολον ἐκ τοῦ βάθους τοῦ Γραφείου νὰ καθορίζῃ τις ἀπαρεγκλίτως τὴν γραμμήν, ἣν δέον ν’ ἀκολουθήσῃ ἓν πλοῖον, εἶναι πολὺ δύσκολον διὰ τὸν διοικοῦντα αὐτὸ ν’ ἀναλάβῃ, ὑπὸ τὰς σημερινὰς μάλιστα συνθήκας, τὴν πιστὴν τήρησιν τοιαύτης ὑποχρεώσεως. Καὶ τότε ἐρωτῶ, ποία ἐγγύησις μένει εἰς τὸν ἀσφαλιζόμενον, ἐὰν ἀνοίγεται ἐκ τῶν προτέρων ἡ θύρα εἰς τοιούτου εἴδους λεπτολογίας καὶ συζητήσεις; Ἐξ ἄλλου, ἡ προκήρυξις αὕτη τῆς ὑπάρξεως οὐδετέρας ζώνης δὲν παρεῖχε χαρακτῆρα σοβαρᾶς συμβάσεως μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῶν Κεντρικῶν Αὐτοκρατοριῶν. Ἦτο ἁπλῶς μία εἰδοποίησις, μία σύστασις πρὸς πρόνοιαν, ἣν κατὰ φυσικὸν λόγον ἅπαντες οἱ ναυτιλλόμενοι θὰ ἔσπευδον, ἄνευ ἰδιαιτέρας μνείας ἐν τῷ ἀσφαλιστηρίῳ, νὰ θέσωσιν εἰς ἐφαρμογήν, ἐφ’ ὅσον τοῦτο ἦτο δυνατὸν καὶ ἐφαρμόσιμον. Ἰδοὺ ὅτι ἐν τῷ προκειμένῳ ὁ πλοίαρχος εἶχε λάβει ἀντιθέτους διαταγὰς ἐκ Γιβραλτὰρ ἐκ μέρους τῶν Ἀγγλικῶν Ἀρχῶν. Ἔπρεπε ἆραγε κατ’ ἀρχὴν νὰ τὰς ἀθετήσῃ; Τὸ γεγονὸς λοιπὸν ὅτι ὁ πλοίαρχος τοῦ «Νέστου» ἐξέκλινε τῆς οὐδετέρας ζώνης, δὲν θὰ ἠδύνατο, κατὰ τὴν γνώμην μου, νὰ ἄρῃ τὴν ὑποχρέωσιν πρὸς ἀποζημίωσιν, ἔστω καὶ ἂν ὁ ὅρος τοῦ πλοῦ ἐν τῇ οὐδετέρᾳ ζώνῃ ἐμνημονεύετο ἐν τῷ συμβολαίῳ, ἐφ’ ὅσον δὲν ἤθελεν ἀποδειχθῆ δόλος, καὶ δόλος βαρὺς ἐκ μέρους τοῦ πλοιάρχου. Τοῦτο ὅμως παμψηφεὶ ἀπέκλεισεν ἡ Ἐπιτροπή, ἡ ἐκκαθαρίσασα τὴν ἀποζημίωσιν.
§30Λ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ (Ὑπουργὸς τοῦ Ἐπισιτισμοῦ). Τὸ ζήτημα ἀφορᾷ καὶ ἐμέ, ἔχω δὲ καὶ ἐγὼ νὰ ἀπαντήσω δύο λέξεις. Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα ἔχει ἄλλην ἄποψιν. Ἡ Κυβέρνησις Λάμπρου εἶχεν εἰδοποιηθῆ, ὅτι ὑπάρχει οὐδετέρα ζώνη. Ὁ πλοίαρχος τοῦ «Νέστου», ὅταν ἀνεχώρησεν ἀπὸ τὴν Νέαν Ὑόρκην, ἠρώτησεν εἰς ἓν Προξενεῖον ἐὰν ὑπάρχει τοιαύτη ζώνη. Ὁ Πρόξενος δὲν ἀπήντησεν. Ἔλαβε δὲ κατόπιν ὁδηγίας ἀπὸ τὰς Ἀγγλικὰς Ἀρχάς. Ἔχει λοιπὸν εὐθύνην ἡ Κυβέρνησις Λάμπρου, καθὼς καὶ οἱ Γερμανοί, οἱ ὁποῖοι ὥρισαν μίαν οὐδετέραν ζώνην, καὶ ἐν τούτοις, ἐνῷ τὸ πλοῖον ἔφερε τὰ Ἑλληνικὰ σήματα, τὸ ὑποβρύχιον δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει του ταῦτα. Ὥστε ἡ εὐθύνη βαρύνει καὶ τὴν Κυβέρνησιν Λάμπρου καὶ τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία δὲν ἐσεβάσθη τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέλαβεν ἀπέναντι φίλου Κράτους.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Κωτσούλας παρακαλεῖ τὸν κ. ἐπὶ τοῦ Ἐπισιτισμοῦ Ὑπουργόν, ὅπως δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν ἐλήφθησαν μέτρα παρὰ τῶν διαφόρων Ἐπιτροπῶν τοῦ Ἐπισιτισμοῦ, καὶ δὴ τῆς Ἐλασσῶνος, διὰ τὸν ἐπισιτισμὸν τῶν οἰκογενειῶν τῶν ποιμένων ἐκείνων, οἵτινες μετὰ τῶν ποιμνίων των κατέρχονται τὸ τελευταῖον δεκαήμερον τοῦ Ὀκτωβρίου καὶ παραχειμάζουσιν εἰς Θεσσαλίαν καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ἐλασσῶνος.
§32Λ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ (Ὑπουργὸς τοῦ Ἐπισιτισμοῦ). Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἔδωσεν ἤδη ὁδηγίας εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ὑπουργείου ὅπως χορηγήσωσι διπλῆν μερίδα ἄρτου ἡμερησίως διὰ τοὺς ποιμένας, καθὼς καὶ τὴν ἀνάλογον διὰ τοὺς κύνας των τροφήν.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Παπαδάκης ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τοῦ Ἐπισιτισμοῦ, ποῖα μέτρα σκοπεῖ νὰ λάβῃ πρὸς ἔλεγχον τῶν τροφίμων καὶ πρὸς ἄρσιν τῶν αὐθαιρεσιῶν αὐτῶν εἰς τὸ μέλλον, αἵτινες πολλαχοῦ ἐπροκάλεσαν ἐντόνους ἀποδοκιμασίας ἐκ μέρους τῆς Κοινῆς Γνώμης, καὶ διὰ συλλαλητηρίων ἀκόμη.
§34Ν. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι γνωστόν· ἔχουν ὑποβληθῆ πολλαὶ καταγγελίαι. Ζητοῦμεν ἕνα ἐλεγκτήν, ἵνα βελτιωθῶσιν οἱ ὅροι, ὑπὸ τοὺς ὁποίοις ἐργάζονται.
§35Λ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ (Ὑπουργὸς τοῦ Ἐπισιτισμοῦ). Αἱ κατὰ τόπους Ἐπιτροπαί, ὅσαι δὲν ὑπέβαλον τοὺς προϋπολογισμούς των, διετάχθησαν ὅπως λογοδοτήσουν. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὸ μέλλον, ἐλήφθη τὸ μέτρον, ὅπως ὑποβάλλωνται πρὸς ἔγκρισιν οἱ προϋπολογισμοί.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Μ. Μανουσάκης, Ι. Λεκανίδης, Ι. Μυλωνογιάννης, Γ. Ἀνδρεαδάκης καὶ Γ. Κοκκινάκης ἐρωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ἂν θὰ ὑποβάλῃ πρὸς ταχεῖαν ψήφισιν νομοσχέδιον ἐξασφαλίζον τὴν ἐντὸς τὸ πολὺ πενταετίας κατασκευὴν εἰς Κρήτην οὐ μόνον τῶν κεντρικῶν ἀρτηριῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐπαρχιακῶν καὶ δημοτικῶν ὁδῶν, ἧς συγκοινωνίας ἄμεσον καὶ ἀπόλυτον ἔχει ἀνάγκην ἡ Κρήτη.
§37Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ὅσον ἀφορᾷ τὰς κεντρικὰς ἀρτηρίας, ἐδήλωσα πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ἔχω ἕτοιμον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβληθῇ πρὸς τὴν Βουλήν, διὰ τοῦ ὁποίου λαμβάνεται πρόνοια περὶ συμπληρώσεως τῶν κεντρικῶν ἀρτηριῶν καὶ τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Νέας Ἑλλάδος. Ἐπὶ τοῦ παρόντος ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ λάβῃ ἄλλα μέτρα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔλαβε, τὸ λέγω δὲ διὰ νὰ εἶμαι ἐν ἀπολύτῳ τάξει.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Μπουρνιᾶς ἐρωτᾷ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν, ἐὰν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τὴν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων ἁπασῶν τῶν Κοινοτήτων, εἴκοσιν ἐν ὅλῳ, τῶν τέως Δήμων Καρυσταίων, Μαργαρίων καὶ Στυρέων, παρακαλούντων ἵνα σώσῃ αὐτοὺς ἀπὸ τὰ βάσανα καὶ τὰς μεγίστας δαπάνας, τὰς ὁποίας ὑφίστανται μεταβαίνοντες 24 ὥρας ὁλοκλήρους μακρὰν τῶν χωρίων των καὶ παραμένοντες ἐπὶ 2 καὶ 3 ἡμέρας, ἵνα καταβάλουν τοὺς φόρους, ἵνα παραδώσωσι τὰς δηλώσεις των εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον καὶ ἐκδικάσουν τὰς κατὰ πρωτόκολλον ἀνακοπάς των, δαπανῶντες χρηματικὰ ποσὰ δυσανάλογα πρὸς τὰς ὑποθέσεις των. Ἡ σύστασις Ταμείου καὶ Ἐφορίας ἐν Καρύστῳ θὰ τοὺς σώσῃ. Ἐλπίζει δὲ ὅτι ὁ τόσον δεξιῶς τὰ τοῦ Ὑπουργείου του διαρρυθμίσας κ. Ὑπουργὸς δὲν θὰ παρίδῃ τὴν αἴτησιν ταύτην.
§39Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔλαβα ὑπ’ ὄψει τὴν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τῆς Καρύστου καὶ ὁμολογῶ ὅτι ἐν πολλοῖς ἔχουσι πλῆρες δίκαιον. Δυστυχῶς τὸ ζήτημα δὲν λύεται μονομερῶς. Ὑπάρχουσι πολλαὶ αἰτήσεις περὶ ἱδρύσεως νέων Ταμείων καὶ Ἐφοριῶν. Σήμερον ὅμως εἶναι ἀδύνατον νὰ ἱδρύσωμεν νέα τοιαῦτα, διότι ἡ αὔξησις τοῦ Κράτους καὶ ἡ ἵδρυσις νέων Ὑπηρεσιῶν εἰς τὰς Νέας Χώρας ἠλάττωσε τόσον πολὺ τὸ διαθέσιμον προσωπικόν; ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἤδη ὑπαρχούσας θέσεις. Ἐλπίζω ὅτι εἰς τὸ προσεχὲς μέλλον θ’ ἀντεπεξέλθωμεν εἰς τὰς νέας ἀνάγκας.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καρπετόπουλος παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν πρόκειται νὰ ἀπολυθῇ καὶ πότε ὁ ἐν Πειραιεῖ κατὰ τὴν ἀπόβασιν τῶν συμμαχικῶν στρατευμάτων συλληφθεὶς ἔμπορος Ν. Νικόπουλος, κρατούμενος ἤδη ἐν Μυτιλήνῃ, καὶ γενικῶς ποίας ἔχει πληροφορίας περὶ αὐτοῦ.
§41Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, σήμερον ἔλαβον ἀργὰ τὸν κατάλογον τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων, ἀλλὰ ὅπως εἶχα τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλήν, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπάρχει ὁλόκληρος ὑπηρεσία καὶ θὰ παρακαλέσω τοὺς ἐνδιαφερομένους διὰ πρόσωπόν τι νὰ ζητῶσιν ἀπ’ εὐθείας πληροφορίας ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ νὰ μὴ ἀπασχολῶσι τὴν Βουλὴν διὰ τοιαύτας ὑποθέσεις.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Ε. Χατζῆς, Δ. Κίγκος καὶ Ν. Βλαχλείδης ἐρωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ἐὰν ἐγένετο ἡ ἐξέλεγξις τῆς διαχειρίσεως τῆς ὑπηρεσίας τῆς δι’ αὐτοκινήτων συγκοινωνίας ἐν Ἠπείρῳ, ἀπὸ τῆς συστάσεώς της μέχρι τέλους τοῦ ἔτους 1916.
§43Ε. ΧΑΤΖΗΣ. Πρόκειται νὰ γνωσθῇ ἂν ἐγένετο κατάχρησις εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς ὑπηρεσίας τῆς δι’ αὐτοκινήτων συγκοινωνίας ἐν Ἠπείρῳ ἢ χρησιμοποίησις τῆς βενζίνης δι’ ἄλλους σκοπούς, διότι καὶ αὐτὴ ἡ κατηγορία βαρύνει τὰς προηγουμένας Κυβερνήσεις.
§44Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Τὸ Ὑπουργεῖον διέταξε τὴν ἐξέλεγξιν τῶν λογαριασμῶν τῆς ἐν Ἠπείρῳ ὑπηρεσίας αὐτοκινήτων μέχρι τέλους τοῦ 1915. Πράγματι δὲ κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν ἐπιστοποιήθησαν ἀνωμαλίαι τινές. Πρὸς πληρεστέραν πιστοποίησιν τῶν ἀνωμαλιῶν αὐτῶν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας ἀπηύθυνεν ἔγγραφον πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως δώσῃ διαταγὴν εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἐπιθεωρητήν, ἵνα ἐν συνεργασίᾳ μετὰ τοῦ μηχανικοῦ ἐξελέγξῃ ἐπακριβῶς ὅλην τὴν διαχείρισιν μέχρι τέλους τοῦ 1915 καὶ μᾶς πληροφορήσῃ ἂν ἡ καταναλωθεῖσα βενζίνη ἀναλογῇ πρὸς τὰ διανυθέντα χιλιόμετρα.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Γ. Σταμάτης καὶ Θ. Γοῦσκος παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ὅπως εὐαρεστούμενος πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν σκέπτεται νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν τηλεφωνικῶν, τηλεγραφικῶν καὶ ταχυδρομικῶν ὑπαλλήλων, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψει ὅτι αἱ ἤδη μισθοδοσίαι αὐτῶν ὑπὸ τὰς κρατούσας συνθήκας εἶναι τελείως ἀνεπαρκεῖς καὶ εἶναι ζήτημα ἂν δύνανται οὗτοι νὰ ζήσωσιν.
§46Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἀναγνωρίζω ὅτι γενικῶς ὁ μισθὸς τῶν τηλεγραφικῶν καὶ ταχυδρομικῶν ὑπαλλήλων, καὶ δὴ τῶν κατωτέρων, εἶναι ἐντελῶς ἀνεπαρκὴς καὶ διὰ τὰς κανονικὰς περιστάσεις, ἀνεπαρκέστερος δὲ διὰ τὰς σημερινάς. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα σήμερον τῆς ὑψώσεως καὶ τῆς οἰκονομικῆς βελτιώσεως τῆς θέσεως τῶν ὑπαλλήλων οἱουδήποτε κλάδου ἔχει γενικωτέραν σημασίαν, διότι γενικῶς ὁ ὑπαλληλικὸς κόσμος κατατρύχεται ἀπὸ οἰκονομικὴν στενοχωρίαν. Ἡ Κυβέρνησις μελετᾷ σοβαρώτερον τὸ ζήτημα τῆς βελτιώσεως τῆς θέσεως τῶν κατωτέρων ὑπαλλήλων, ἐλπίζω δὲ ὅτι ταχέως θὰ ληφθῇ ἡ κατάλληλος νομοθετικὴ μέριμνα καὶ διὰ τοὺς ταχυδρομικοὺς καὶ τηλεγραφικοὺς ὑπαλλήλους, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους τῶν λοιπῶν Ὑπουργείων.
§47Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Κατόπιν τῶν δηλώσεων τούτων, περιμένομεν τὸ ἀποτέλεσμα, διότι ὅλος ὁ κόσμος εὑρίσκεται ἐν ἀγωνίᾳ, ἔχομεν δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων θὰ διεξαγάγῃ καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο τάχιστα, ἵνα ἀνακουφισθῇ ἡ κοινωνία.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ ΤΩΝ ΕΠΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Ὁ κ. Κ. Ἀλαβάνος ἐπερωτᾷ τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης, τίνα μέτρα ἐλήφθησαν κατὰ τοῦ ἀντεθνικοῦ Τύπου, ὅστις διὰ ψευδῶν δημοσιευμάτων παρεπλάνησε τὴν Κοινὴν Γνώμην, μὴ φεισθεὶς οὐδ’ αὐτοῦ τοῦ θρησκευτικοῦ αἰσθήματος, ἐπὶ βλάβῃ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων καὶ αὐτοῦ τοῦ συμφέροντος τοῦ ἀτόμου.
§49Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Στράτος, ἀγορεύων ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ἐζήτησεν ὁμόνοιαν πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ ἀγῶνος. Εἰς τὴν ἔκκλησιν ταύτην τοῦ κ. βουλευτοῦ ἀπήντησε καταλλήλως ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὡς ἑξῆς: «Κλάδον ἐλαίας σᾶς ἔφερον ἐκ Θεσσαλονίκης οἱ Φιλελεύθεροι, ἀντὶ τῶν λογχῶν τῆς Τρομοκρατίας, ἀλλ’ οἱ ζητοῦντες τὴν ὁμόνοιαν χάριν τοῦ ἀγῶνος, δὲν ἔχουσι βεβαίως τὸ δικαίωμα νὰ ἀξιώσωσιν ὅπως τύχωσι συγγνώμης καὶ ἐπιεικείας οἱ μεγάλοι ἔνοχοι καὶ μεγάλοι κακοῦργοι». Θὰ ἐνθυμῆται ἥ τε Κυβέρνησις καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ποίας ἐντυπώσεως ἔτυχον αἱ τελευταῖαί του αὗται δηλώσεις εἰς τὴν Βουλήν, ἐκ τῶν ζωηρῶν ἐπευφημιῶν καὶ χειροκροτημάτων ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς καὶ τῶν θεωρείων, ἰδίως τῶν λαϊκῶν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐχειροκροτεῖτο εἷς τῶν συμπαθεστέρων συνεργατῶν τοῦ Φιλελευθέρου Κόμματος, ὅστις δὲν ἠγόρευε τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ἀλλὰ διὰ τοῦ ἐπιγραμματικοῦ καὶ μνημειώδους λόγου του ἐζωγράφιζε μίαν χρυσῆν σελίδα εἰς τὴν σύγχρονον Ἱστορίαν τοῦ Ἔθνους. Ἀλλ’ εἶναι ὅμως ἐπίσης ἐμφανές, καὶ ἐπικαλοῦμαι τῆς Βουλῆς τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἡ ψυχολογία ἡ ἐπικρατήσασα τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐν τῇ αἰθούσῃ τῆς Βουλῆς ἀνταπεκρίνετο εἰς τὸν κοινὸν πόθον, εἰς τὴν ἀπαίτησιν τῆς Κοινῆς Γνώμης, ὅπως μὴ μείνωσιν ἀτιμώρητοι οἱ μεγάλοι ἔνοχοι, οἵτινες δουλοπρεπῶς ζευχθέντες καὶ συρόμενοι εἰς τὸ Σέγκειον ἅρμα, ἐζήτησαν νὰ παραδώσωσι χειροπόδαρα τὴν Πατρίδα εἰς τοὺς πόδας ξένων ἐπιδρομέων, οἱ μεγάλοι ἔνοχοι, οἵτινες ἐσκέφθησαν νὰ ἐπιβουλευθῶσι τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας καὶ ἀναπηδήσαντες ἀπὸ τὰ διάφορα παρασκήνια εἰς τὰς ὁδοὺς τῶν Ἀθηνῶν, ἐτόλμησαν νὰ δημιουργήσωσιν ὑπὸ τὸν ἐλεύθερον τῆς Ἀττικῆς οὐρανὸν νέαν Βαστίλλην, διενοήθησαν νὰ ἐπιβουλευθῶσι τὴν ἐλευθερίαν τῶν ἀτόμων καὶ καταπνίξωσιν αὐτὴν μέσα εἰς Ἑλληνικὸν αἷμα, ὑπὸ τὸν ἐλεύθερον, λέγω, οὐρανὸν τῆς Ἀττικῆς, ὅπου τὸ πρῶτον ἤνθησε καὶ ἐθεσπίσθη τὸ τοῦ Σόλωνος δημοκρατικὸν πολίτευμα καὶ ἔδρασαν τὰ μεγαλείτερα τῆς ἐλευθερίας πνεύματα. Δὲν θὰ μείνωσιν ἀτιμώρητοι οἱ μεγάλοι ἔνοχοι καὶ οἱ μεγάλοι κακοῦργοι, ἐτόνισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀλλὰ ποῖοι εἶναι ἄραγε οἱ μεγάλοι ἔνοχοι καὶ οἱ μεγάλοι κακοῦργοι οὗτοι; Ποῦ πρέπει νὰ τοὺς ἀναζητήσωμεν καὶ τοὺς ἀνεύρωμεν; Ἐάν, κύριοι βουλευταί, ἀναγνωρίσωμεν διαβάθμισιν ἐγκληματικοῦ ἐκφυλισμοῦ εἰς τὸ συντελεσθὲν μέγα καὶ ἀπαίσιον ἔργον τῆς ἐθνικῆς προδοσίας ὑπὸ τῆς σπείρας ὀργάνων ξένων συμφερόντων, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι εἰς τὴν μεγάλην βαθμίδα τῆς κακουργίας θὰ ἀναγνωρίσωμεν, θὰ διακρίνωμεν τὴν ἑλληνικὴν δημοσιογραφίαν. Τὸ λέγω, κύριοι, μὲ ἀληθῆ θλῖψιν καὶ ὡς Ἕλλην καὶ διότι δὲν εἶμαι ἐντελῶς ξένος πρὸς τὴν δημοσιογραφικὴν οἰκογένειαν. Ἀλλὰ προκειμένου νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ Τύπου, ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι ὁμιλῶ καὶ περὶ τῆς δημοσιογραφίας τῆς πρωτευούσης καὶ περὶ τῆς δημοσιογραφίας τῆς ἐπαρχιακῆς. Ἐπίσης ὀφείλω νὰ κάμω τὴν δικαίαν διάκρισιν, τῆς ὁποίας τὰ ὅρια ἐχαράχθησαν ὑπ’ αὐτῆς ταύτης τῆς δημοσιογραφικῆς ἀντιλήψεως. Δικαιοῦταί τις, νομίζω, νὰ διακρίνῃ ἐν τῇ Ἑλληνικῇ δημοσιογραφίᾳ τρεῖς κατηγορίας, δημιουργηθείσας κατὰ τὸ ὀκτάμηνον τῆς ἐξελίξεως τῶν μεγάλων ἐθνικῶν γεγονότων. Ἡ πρώτη κατηγορία ἔχει δικαίωμα νὰ ὀνομασθῇ ἡ ἐθνική, ἡ πατριωτική. Εἶναι ἐκείνη, ἥτις περιλαμβάνει τοὺς ἄνδρας ἐκείνους, οἵτινες ἀληθῶς κύριοι εἰς τὸ ὕψος τῆς θέσεώς των, ὑπῆρξαν οἱ κήρυκες τῆς εἰλικρινοῦς ἀπηχήσεως τῆς ἐθνικῆς γνώμης, κήρυκες Ἑλληνικῶν καὶ ὄχι ξένων συμφερόντων, οἵτινες μὲ ζηλευτὸν θάρρος δὲν ἐδίστασαν νὰ προτάξουν τὰ στήθη των καὶ νὰ πολεμήσωσιν ἐπὶ τῶν ἐπάλξεων τῆς πρὸς τὴν Πατρίδα ὀφειλῆς, νὰ πολεμήσωσι μὲ κίνδυνον ὄχι μόνον τῆς ἀτομικῆς ἰδιοκτησίας, ἀλλὰ καὶ τῆς ζωῆς, διὰ νὰ ἐπουλώσουν τὰ χαίνοντα τραύματα, τὰ ὁποῖα κατέφερεν ἐπὶ τοῦ σώματος τῆς Πατρίδος ἡ σπεῖρα τῶν Γερμανοβουλγάρων. Τιμὴ καὶ δόξα ἀνήκει εἰς τὴν μερίδα ταύτην τοῦ Τύπου. Τοῦ στεφάνου τῆς ἐθνικῆς εὐγνωμοσύνης δικαιοῦνται οἱ μύσται αὐτοὶ τοῦ καθήκοντος. Ἡ δευτέρα κατηγορία τοῦ Τύπου εἶναι ἡ παραλυτική, ἡ ἄτονος, ἡ ἄνευ ψυχικοῦ σθένους, ἡ μερὶς ἐκείνη, ἡ ὁποία δὲν ἔχει οὐδένα ἐθνικὸν παλμόν, ἡ μερίς, ἡ παραπαίουσα εἰς τὰ βήματά της, ἡ ὁποία ἀφίνει ἑαυτὴν νὰ παρασυρθῇ ὡς φύλλον φθινοπωρινὸν εἰς τὸν πρῶτον ψυχρὸν βορρᾶν, ἡ μερὶς ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀφίνει τὸν ἑαυτόν της νὰ παρασυρθῇ εἰς τὴν ἑκάστοτε φορὰν τῶν πραγμάτων, ὑπὸ τοῦ ρεύματος τῶν περιστάσεων. Ἀντιπαρέρχομαι τὸ δημοσιογραφικὸν τοῦτο ἔκτρωμα. Ἡ ἐπιείκεια καὶ ὁ οἶκτος ἀνήκει εἰς τοῦτο. Καὶ μένει ἤδη ἡ τρίτη κατηγορία, ἥτις θὰ μὲ ἀπασχολήσῃ τὴν στιγμὴν ταύτην. Εἶναι ἡ μερὶς ἡ γαγγραινώδης, ἡ ἔκφυλος, ἡ μολυσματική, ἡ ἐπικίνδυνος, ἡ ἀποτελουμένη ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μετέβαλον τὸν δημοσιογράφον καὶ τὸν κάλαμον εἰς ἐγχειρίδιον, τὸ ὁποῖον ἐβύθισαν εἰς τὸ Γερμανικὸν δηλητήριον διὰ νὰ θανατώσουν, διὰ νὰ δολοφονήσουν καὶ μαράνουν πᾶσαν ἐθνικὴν ἰκμάδα καὶ τελματώσουν τὰ ἰδανικὰ τοῦ Ἔθνους (χειροκροτήματα). Εἶναι ἡ μερίς, εὐτυχῶς ἡ μικροτέρα, ἀλλ’ εἶναι πάντοτε ἡ μαύρη μερίς, ἥτις ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου νὰ φέρῃ εἰς φῶς μὲ ἑλληνικὰ στοιχεῖα Γερμανικὰς ἐφημερίδας, ἐξυπηρετούσας ξένα συμφέροντα, ἐξυπηρετούσας προδοτικὰ συμφέροντα. Δὲν ἔχετε, κύριοι, παρὰ νὰ ἀνοίξητε τὸ πρῶτον φύλλον ὁλοκλήρου ὀκταμήνου καὶ θὰ ἴδητε ἐκεῖ τὴν εἰδεχθῆ, τὴν ἀπαισίαν εἰκόνα τοῦ Γερμανοβουλγαρισμοῦ πρόθυμον, ὄχι νὰ ἀσπασθῇ τὴν Πατρίδα, ἀλλὰ νὰ στραγγαλίσῃ τὰ ἐθνικά μας ἰδεώδη, ν’ ἀποπνίξῃ πάντα ἐθνικὸν παλμόν, ἵνα ἐπιφέρῃ τὸν θάνατον ἐξ ἀσφυξίας καὶ μαρασμοῦ. Τίς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, κύριοι βουλευταί, ὅτι τὸν πρῶτον ρόλον εἰς τὴν ἐθνικὴν προδοσίαν ἔπαιξεν ἡ ἀντεθνικὴ πολιτικὴ τοῦ Τύπου, ἡ μερίς, ἡ ὁποία ἔφθασεν ὄχι μόνον νὰ συνεργάζεται μὲ τὸν περίφημον Σέγκ, ἀλλὰ ἔφθασεν εἰς τὸ ἐξευτελιστικὸν σημεῖον νὰ δέχεται εἰς τὰ γραφεῖα αὐτῆς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Βουλγαρίας καὶ Τουρκίας, νὰ δέχεται εἰς τὰς στήλας αὐτῆς τὰς ψευδεῖς τούτων δηλώσεις καὶ τὰ ψευδῆ ἀνακοινωθέντα, τὰ τείνοντα πρὸς ἀποπλάνησιν τῆς Κοινῆς Γνώμης; Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι οὔτε ἡ παράδοσις τοῦ Ροῦπελ, οὔτε ἡ κατάπτυστος αὐτομόλησις τῆς Στρατιᾶς Χατζοπούλου, οὔτε ἡ παράτασις τῆς ἐπιστρατεύσεως, οὔτε ἡ ἐπιστράτευσις τῶν γνωστῶν ἐκείνων δανείων, περὶ ὧν τόσον διαφωτιστικῶς μᾶς ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὰ ὁποῖα δυστυχῶς θὰ πληρώσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, στερῶν τὸν ἄρτον τῶν τέκνων του, οὔτε τὰ Νοεμβριανὰ αἴσχη, οὔτε ἡ ἀγνωμοσύνη πρὸς τὰς Προστάτιδας καὶ πρὸς τὸ ἀδελφὸν Σερβικὸν Ἔθνος θὰ ἐλάμβανον χώραν, ἐὰν ἐθνικῶς εἰργάζετο ὁ Τύπος, ἐὰν δὲν παρείχετο ἀφειδῶς ἡ προστασία αὐτοῦ. Ποῖος δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὅτι, ἐὰν ἡ μερὶς αὕτη ἵστατο εἰς τὸ ὕψος της, δὲν θὰ ἔθετε τελείαν καὶ παύλαν εἰς τὴν ἀντιπατριωτικὴν τοῦ Ἐκπτώτου πολιτικήν, φραγμὸν καὶ Σινικὸν τεῖχος μεταξὺ ἐκείνου καὶ τῶν ὀργάνων του τῶν δουλοπρεπῶν; Τίς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ σύσσωμος κραυγὴ τοῦ Τύπου δὲν θὰ ἠμπόδιζε τοὺς πολιτευομένους κυβερνήτας καὶ αὐτὸν τὸν περιβόητον καθηγητήν, ὥστε νὰ δηλητηριασθῇ ὁ ἐγκέφαλός των καὶ αὐτὸς ὁ μυελὸς τῶν ὀστῶν των μὲ τὸ χασὶς τοῦ Γερμανοβουλγαρισμοῦ; Ἐὰν ὁ Τύπος ἐξηγείρετο, ὁ Σκουλουδο–Γουναρισμὸς καὶ ὁ νικοτινισμένος Σύλλογος τῶν Καθηγητῶν, θὰ ἤθελον νὰ εἴπω τῶν Ὑπουργῶν, δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ στηρίξουν τὸ πατριωτικώτατον ἔργον των!! Τοῦτο οὐδεὶς θὰ δυνηθῇ νὰ μὴ τὸ ἀναγνωρίσῃ. Κύριοι, δὲν πρέπει νὰ τὸ κρύπτωμεν. Ὁ Τύπος ἦτο τὸ ἄροτρον τῆς καλλιεργείας τοῦ ἐγκληματικοῦ δηλητηρίου, τὸ ὁποῖον ἔρριπτον εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ψυχὴν αἱ Κυβερνήσεις τῶν Σωτήρων. Καὶ ποῖοι ἄλλοι ἐκτὸς τῆς μερίδος ταύτης τοῦ Τύπου εἰργάσθησαν μὲ τόσην λύσσαν πρὸς ὑποστήριξιν καταχθόνιον τῆς ἐπικρατήσεως τοῦ Δεσποτισμοῦ καὶ ἐπιβολὴν τοῦ ἀπολυταρχισμοῦ καὶ τοῦ Πρωσσικοῦ μιλιταρισμοῦ; Ποῖος ἄλλος παρὰ ὁ Τύπος διὰ τῶν ὑλακῶν του ὑπεστήριξε πολιτικὴν ἰδίαν τοῦ ἀνευθύνου καὶ ὑπνώτισε τοῦτον ὡς ὑστερικὴν γυναῖκα, ὥστε νὰ τὸν καταβιβάσῃ ἀπὸ τῆς αἴγλης τοῦ θρόνου εἰς τὸ ἐπίπεδον τοῦ κομματάρχου καὶ νὰ τὸν κάμῃ νὰ ζηλεύσῃ οὗτος τὴν δόξαν τοῦ ἐπιτίμου Προέδρου τῶν Ἐπιστράτων τῆς Πλάκας, ὡς τὸ ἠκούσατε ἀπὸ τὸν βουλευτὴν Ἀττικῆς κ. Σταμάτην ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου; Ποῖος ἄλλος παρὰ ὁ Τύπος εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις διὰ τοῦ τόνου τῆς δῆθεν ἀφοσιώσεως ἔθεσεν εἰς αἰσθηματικὴν ἐπικοινωνίαν τὸν ἰδιωτεύοντα Βασιλέα, τὸν ὁποῖον ἐνανούρισεν ὁ θρύλος καὶ ἡ λαϊκὴ μοῦσα μὲ τὰ ὡραιότερά της ἄσματα, μὲ ὅλους τοὺς τυχοδιώκτας, τοὺς ἐγκατεσπαρμένους ἀνὰ τὰ πέρατα τῆς Ἐπικρατείας; (Χειροκροτήματα). Εἶναι ἀπολύτως ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ κ. Γόντικα, ὅτι δὲν ὑπάρχει τυχοδιώκτης, ὅστις νὰ μὴ φέρῃ τηλεγράφημα τοῦ Ἐκπτώτου. Ἐγὼ αὐτὸς εἶδον τοιαῦτα ἐγκατεσπαρμένα εἰς τοὺς ἀγρούς, περιϊπτάμενα εἰς τὴν Ἀγοράν, τοιχοκολλημένα εἰς τὰ οἰνοπωλεῖα, καὶ τὰ ὁποῖα ἐστέλλοντο ὄχι μόνον εἰς τοὺς ἐπιστράτους, ἀλλὰ καὶ εἰς διαφόρους Προέδρους Κοινοτήτων, διὰ νὰ τοὺς εὐχαριστήσῃ ἰδιαιτέρως. Ἰδοὺ (ἐπιδεικνύει) ἀντίγραφον τηλεγραφήματος πρὸς τὸν προεδρεύοντα τῆς Κοινότητος Τήνου, ἐπίστρατον καὶ τοῦτον, διὰ τοῦ ὁποίου οὗτος ἀναγγέλλει εἰς τὸν τέως Βασιλέα τὴν αἴσθησιν, ἣν τὸ τηλεγράφημά του προὐκάλεσε δῆθεν ἐν Τήνῳ, καὶ εὔχεται εἰς τὴν Ἀειπάρθενον νὰ ἐνισχύσῃ τὴν Μεγαλειότητά Του, δοκιμαζομένην εἰς ἔργον σωτηρίας Κράτους καὶ Ἔθνους!! Δὲν θέλω νὰ σχολιάσω τὸ τηλεγράφημα, ἀλλὰ οἰκτείρω τὴν ἐπικρατήσασαν ἀντίληψιν, καὶ μάλιστα εἰς συμπολίτας μου μεμορφωμένους καὶ ἀνεπτυγμένους. Δὲν ἔχω ἢ νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν ἀντίληψιν τῆς Ἀειπαρθένου ὑπὲρ τῶν δυστυχῶν αὐτῶν θυμάτων. Ὅλοι, κύριοι, εἰργάσθησαν ὡς δαίμονες τῆς κολάσεως. Ἐπιτελεῖα, Βασιλικὰ γραφεῖα, Τύπος, Κυβερνήσεις, Διοίκησις, ὅλοι εἰργάσθησαν δι’ ἕνα καὶ μόνον σκοπόν, πῶς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξοντώσωσι τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων καὶ τὸν Ἀρχηγὸν αὐτοῦ. Σεβαστὸς φίλος μου, καθ’ ὅλα ἀξιόπιστος, μοὶ ἔλεγεν ὅτι εἰς παρατήρησίν του εἰς συνάδελφόν μου ἰατρὸν ἐν Τήνῳ, διατί ἐπὶ τέλους νὰ εἶναι κατὰ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, τότε κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν ἐκλογῶν, τῷ ἀπήντησεν οὗτος: «Τί θέλετε νὰ κάμω, ἀφοῦ ἔχω τὴν ἐπιστολὴν αὐτήν;» Καὶ τῷ ἐπέδειξε τοιαύτην μὲ τὴν ὑπογραφὴν «Δούσμανης», εἰς τὴν ὁποίαν μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐτονίζετο, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ στείλῃ ἡ Τῆνος ἕνα Βασιλικὸν βουλευτήν. Εἰς ταῦτα κατεγίνετο ὁ Ἐπιτελάρχης, καθ’ ἣν στιγμὴν οἱ Βούλγαροι διεμφισβήτουν τὰ ἐν Μακεδονίᾳ Ἑλληνικὰ ἐδάφη. Τὸ δίκτυον τῆς συνεργασίας των προκαλεῖ ὁμολογουμένως ἔκπληξιν. Εὑρῆκα εἰς τὸ πρωτόκολλον τῆς Κοινότητος Τήνου — ζητῶ συγγνώμην ἀπὸ τὴν Βουλήν, διότι ἀπομακρύνομαι ἴσως τοῦ κυρίου θέματος, ἀλλὰ θεωρῶ ταῦτα συναφῆ, διότι ἐξ αὐτῶν ἀποδεικνύεται ἡ συνεργασία — ἔγγραφον ὑπ’ ἀριθ. 1074 τῆς 2 Ὀκτωβρίου 1916, ἀναφερόμενον ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ «Βασιλικὸν πολιτικὸν γραφεῖον ἐμπιστευτικόν». Εἰς τὸ αὐτὸ πρωτόκολλον ὑπ’ ἀριθ. 1103 τῆς 10 Ὀκτωβρίου «Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν ἐμπιστευτικόν...» Ἀνεζήτησα νὰ τὰ ἀνεύρω, ἀλλὰ δυστυχῶς εἶχον ὑπεξαιρεθῆ καὶ θὰ παρακαλέσω πρὸς τοῦτο τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν — ἂν τοῦτο νομίζῃ ἀναγκαῖον — νὰ διατάξῃ ἀνάκρισιν πρὸς ἐξεύρεσιν τῶν ἐγγράφων τούτων, τὰ ὁποῖα φαίνονται σχετιζόμενα μὲ τὰς ἐνεργείας τὰς ἀντεθνικάς.
§50Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐκ τοῦ Ὑπουργείου;
§51Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Ὄχι ἀπὸ τὸ γραφεῖον τῆς Κοινότητος Τήνου ἐστέλλοντο εἰς τὸ Βασιλικὸν πολιτικὸν γραφεῖον καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὡς ἐμπιστευτικά. Ἀναμφιβόλως δὲ συνδέονται μὲ τὴν κατάστασιν τὴν ἐπιστρατικήν.
§52Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Ἀναθέματα δὲν ὑπεξηρέθησαν;
§53Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Θὰ ἔλθωμεν καὶ εἰς αὐτά. Ὅλοι, λέγω, εἰργάζοντο ὡς δαίμονες τῆς κολάσεως, πῶς νὰ καταστρέψωσι τὸ ἔργον τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἐν ταῖς κρισίμοις στιγμαῖς, ἃς διήρχετο τὸ Ἔθνος. Μ’ αὐτὰ ἔτρεφον τὸν Βασιλέα, καὶ αὐτὰ ὁ Τύπος ὁ ἀντεθνικὸς τ’ ἀνεβίβαζεν εἰς περιωπήν. Κύριοι βουλευταί, μὴ ἀναζητήσητε τοὺς ἐνόχους καὶ τοὺς μεγάλους κακούργους, περὶ ὧν ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τοὺς δηλητηριασθέντας, ἀλλ’ εἰς τοὺς δηλητηριαστάς. Καὶ δηλητηριασταὶ εἶναι οἱ κατ’ ἐξοχὴν πρῶτον ρόλον παίξαντες δημοσιογράφοι. Εἶναι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἐβεβήλωσαν τὰ ἰδανικὰ τῆς Πατρίδος, τὰ περιβαλλόμενα ἐπὶ αἰῶνας ἀπὸ τὴν ἁγνότητα τῆς Ἑλληνικῆς ψυχῆς, καὶ τὰ ἐξέσχισαν διὰ νὰ τὰ ρίψουν εἰς τὸν Γερμανικὸν κάλαθον ὡς ἄχρηστα, ὡς ὀδαλίσκας πρὸ τῶν ποδῶν τοῦ Κάϊζερ. Εἶναι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι μετέβαλον τοὺς παιάνας τῆς νίκης τῆς χθεσινῆς καὶ τοὺς κλάδους τῆς νωπῆς δάφνης εἰς ἔμβλημα αἴσχους.
§54Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Ἔκαμαν οὐρανοξύστας.
§55Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Αὐτὸ λέγω. Ἐκεῖ θὰ ζητήσητε τοὺς μεγάλους ἐνόχους καὶ τοὺς μεγάλους κακούργους. Θὰ τοὺς ἀναζητήσητε μεταξὺ ἐκείνων, οἵτινες ἐτρομοκράτησαν τὴν Κοινὴν Γνώμην διὰ διαφόρων ψευδολογημάτων, διὰ νὰ ἀναστείλουν καὶ συκοφαντήσουν πᾶσαν πατριωτικὴν ὁρμήν, καὶ ἐμφυσήσωσι τὴν δειλίαν καὶ τὴν ἀπογοήτευσιν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ οἵτινες ἠθέλησαν νὰ ἐμβάλωσι τὸν πανικὸν εἰς μίαν Φυλὴν καὶ τρομοκρατήσουν ταύτην διὰ τῶν τηλεβόλων τοῦ Μάκενσεν, τὸν τρόμον τοῦ Γερμανικοῦ κράνους, εἰς Φυλήν, ἥτις οὐδέποτε ἐδέχθη νὰ παραδώσῃ τὸ πάτριον ἔδαφος καὶ ἐναντίον πρὸς πᾶσαν Ἑλληνικὴν παράδοσιν, ἥτις μᾶς διδάσκει ὅτι οἱ πρόγονοι ἡμῶν ἀπέστελλον τὰ τέκνα των εἰς τοὺς τάφους τῶν ἡρώων, διὰ νὰ τιμήσωσι τὴν μνήμην των καὶ λάβωσι διδάγματα ἐξυψοῦντα τὸ φρόνημα καὶ μορφοῦντα τὸ ἦθος καὶ τὴν ψυχήν. Τοὺς μεγάλους ἐνόχους θὰ τοὺς ἀναγνωρίσωμεν μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐχειροκρότησαν ὅταν καιρίως ἐπλήττοντο αἱ συνταγματικαὶ ἐλευθερίαι καὶ ἔχυσαν ποταμοὺς μελάνης διὰ νὰ πλέξωσιν ἐγκώμια καὶ τονίσωσι παιάνας καὶ διθυράμβους περὶ τὰ πρόσωπα τῶν διαφόρων ἀσημοτήτων, τοῦ πρώτου τυχοδιώκτου, καὶ ἔπλεξαν στεφάνους ἐθνικῆς εὐγνωμοσύνης διὰ τὸ μέτωπον τοῦ κουρέως Ἰγγλέση καὶ παντὸς Ταρταρίνου, ὅστις ἠπείλει καὶ προεκάλει τὴν ὑφήλιον, διὰ νὰ τραπῇ εἰς ἄτακτον φυγὴν τόσον ἀδόξως εἰς τὴν πρώτην δοθεῖσαν εὐκαιρίαν. Τοὺς ἐνόχους καὶ τοὺς μεγάλους κακούργους θὰ τοὺς ἀναζητήσωμεν καὶ θὰ τοὺς ἀνεύρωμεν μεταξὺ ἐκείνων, οἵτινες τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως τὰ μετέβαλον εἰς κομματάρχας, οἵτινες ἀνεβίβασαν τὰς ἀνόμους πράξεις αὐτῆς εἰς ἐθνικὴν περιωπήν. Μεταξὺ ἐκείνων θὰ τοὺς ἀνεύρωμεν, οἱ ὁποῖοι τοὺς ὑποδούλους ἀδελφοὺς ἡμῶν, φεύγοντας τὰς πέδας καὶ τὰ δεσμὰ τοῦ Τυράννου ἔσπευσαν ἐνταῦθα, εἰς τὴν Ἑλληνικὴν γῆν, ἵνα ἀναπνεύσωσι τὸν ἀέρα τῆς ἐλευθερίας μεθ’ ἡμῶν, τοὺς ὠνόμασαν Τουρκοσπόρους καὶ τοὺς ἤνοιξαν ἐν τέλει τὸν δρόμον τοῦ περιφήμου Μικροῦ Φρουραρχείου (χειροκροτήματα). Τοὺς μεγάλους ἐνόχους καὶ κακούργους θὰ τοὺς ἀναζητήσωμεν μεταξὺ ἐκείνων, οἵτινες τὴν διαπόμπευσιν καὶ τὰ μαρτύρια ἑνὸς Μπενάκη, ἑνὸς Κόρακα καὶ τόσων ἄλλων ἁγνῶν πατριωτῶν, ὡς κακούργων ἐν μέσῃ ὁδῷ καὶ τὴν καταστροφὴν τῶν ἐφημερίδων καὶ τὴν λεηλασίαν τῶν οἰκιῶν τῶν Φιλελευθέρων, ἐτόνισαν ὡς πατριωτικὴν πρᾶξιν. Τοὺς μεγάλους ἐνόχους καὶ κακούργους θὰ τοὺς ἀνεύρωμεν μεταξὺ ἐκείνων, τῶν ὁποίων δὲν ἐξηγέρθη ἡ ψυχὴ ὅταν εἶδον ὅτι ποὺς βέβηλος Βουλγάρου ἀσεβῶς ἐπάτησε τοὺς τάφους τῶν ἡρώων τοῦ 1912 καὶ 1913, ὅταν ἤκουσαν τὸν γδοῦπον τοῦ Ἑλληνικοῦ τηλεβόλου νὰ χαράσσῃ χαλύβδινα τὰ ὅρια τοῦ Κράτους, καὶ εἶδον νὰ ἀνοίγωνται νέοι τάφοι, ἵνα δεχθῶσι τὴν ζωὴν τοῦ Ἔθνους, νέους ἥρωας σπεύσαντας ἵνα διεκδικήσωσιν ὄχι ξένα ἐδάφη, ἀλλ’ Ἑλληνικά, κτηθέντα μετὰ τόσας θυσίας καὶ ἀτίμως καὶ προδοτικῶς παραδοθέντα, ἀλλ’ οὔτε ἡ φιλοτιμία ὅταν ἐγνώρισαν τὴν αὐτομόλησιν ὁλοκλήρου Στρατιᾶς, ἀλλ’ ἐτόλμησαν ν’ ἀναβιβάσουν τὴν προδοσίαν εἰς ἐθνικὴν πρᾶξιν καὶ ἔφθασαν μέχρι τοῦ σημείου νὰ τὴν χαιρετήσουν ὡς ἔργον πειθαρχίας στρατιωτικῆς καὶ δεῖγμα ἀφοσιώσεως πρὸς τὸν ἔκπτωτον Βασιλέα. Τοὺς μεγάλους ἐνόχους θὰ τοὺς ἀναζητήσωμεν μεταξὺ ἐκείνων, οἵτινες εἰργάσθησαν τόσον μεθοδικῶς διὰ νὰ μειώσωσι τὴν ἀξίαν καὶ δηλητηριάσωσι τὸ ἔργον τοῦ μεγάλου προδότου, ὡς ἠρέσκοντο νὰ ὀνομάζωσι τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων, τοῦ προδότου ἐκείνου, ὅστις ἐδιπλασίασε τὴν Ἑλλάδα καὶ ὅστις ἐκπροσωπῶν τὴν ὑπερτάτην ἔκφανσιν τῆς μυθικῆς ἐποποιΐας, δὲν ἠδυνήθη — θὰ μοῦ συγχωρήσῃ ἡ Βουλὴ τὴν ἔκφρασιν — ν’ ἀνεχθῇ τὴν ἐκπόρνευσιν τοῦ πολιτεύματος, ἀλλ’ ἐξηγέρθη ὑπερήφανος καὶ ἀνέλαβε μετὰ τόλμης, ὡς ἄλλος Καῖσαρ, νὰ διαβῇ τὸν Ρουβίκωνα, διὰ νὰ στερεώσῃ τὰ θεμέλια τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν, διὰ νὰ σώσῃ τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα. Λυποῦμαι διότι ἀπουσιάζει ἐκ τῆς Βουλῆς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ τῷ ζητήσω τὴν ἄδειαν, ἵνα ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἱστορικὴν ἐκείνην συγκέντρωσιν τῶν Φιλελευθέρων βουλευτῶν εἰς τὸν οἶκον τοῦ Ἀρχηγοῦ μας. Ἐνθυμοῦνται οἱ πλεῖστοι τῶν κ.κ. βουλευτῶν μὲ ποίαν πατριωτικὴν ὁρμὴν καὶ μὲ ποίαν ψυχικὴν ὀδύνην μὲ τὸν πόνον εἰς τὸν ὀφθαλμὸν ὡμίλησεν ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων διὰ τὸν πολιτικὸν ἐκτροχιασμόν, διὰ τὴν καταπάτησιν τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν. Θὰ ἐνθυμοῦνται οἱ κ.κ. βουλευταὶ τὰς ἱστορικάς του ἐκείνας λέξεις: «Ἔχομεν καθῆκον, κύριοι, νὰ σώσωμεν τὴν Πατρίδα. Ἐὰν ἦτο ἄλλη στιγμή, ἴσως θὰ ἐδικαιούμεθα νὰ σιγήσωμεν, ἀλλὰ τὴν ἱερὰν στιγμὴν ταύτην ἔχομεν καθῆκον νὰ προστατεύσωμεν τὸ πολίτευμα, πληττόμενον καιρίως, νὰ προστατεύσωμεν τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας, πληττομένας καὶ ταύτας. Ἀναγνωρίζω, προσέθηκεν ὁ Ἀρχηγός, ὅτι τὸ ἔργον εἶναι δυσχερές, ἀναγνωρίζω ὅτι ὁ δρόμος, τὸν ὁποῖον θὰ ἀκολουθήσωμεν, εἶναι ἀνηφορής, ἀλλ’ ὅποιος ἔχει κότσια γερὰ ἂς μὲ ἀκολουθήσῃ, ὅποιος ὄχι, ἂς καθήσῃ εἰς τὸ σπίτι του». Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα. Ἔλεγον ὅτι θὰ ἐξεύρωμεν τοὺς μεγάλους ἐνόχους καὶ κακούργους μεταξὺ ἐκείνων, οἵτινες διὰ συκοφαντιῶν ἐξεστράτευσαν κατὰ τοῦ ἔργου τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων καὶ τῶν ἐπιλέκτων συνεργατῶν αὐτοῦ, οἵτινες ὡς ἀληθεῖς ἱεροφάνται, ὡς ἱερεῖς τῶν Δελφῶν ἔσπευσαν εἰς τὰ ἅγια χώματα, εἰς τὴν χώραν τοῦ Ἀριστοτέλους καὶ Ἀλεξάνδρου νὰ τελέσωσι τὴν ἱερὰν τῆς Φυλῆς μυσταγωγίαν καὶ διακηρύξωσιν εἰς τὸν πεπολιτισμένον κόσμον, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἀπέθανεν, οἵτινες ἔσπευσαν ἐκεῖ ἵνα ψάλωσι τὸ μέγα μυστήριον τῆς ἰσχύος καὶ δυνάμεως, ὅπερ ἔκρυπτεν εἰς τὰ σπλάγχνα ἡ εὐλογημένη Ἑλληνικὴ φυλή. Θὰ τοὺς ἀναγνωρίσωμεν μεταξὺ ἐκείνων τοὺς ἐνόχους καὶ κακούργους, οἵτινες ἐτόλμησαν νὰ ὀνομάσωσι προδότην, ποῖον; Τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων. Τὸν Ἀρχηγόν, ὅστις, ἀντάξιος ἀπόγονος τῆς δρακὸς ἐκείνης τῶν Κρητῶν, οἵτινες τρεῖς ἡμέρας μετὰ τὴν ἅλωσιν τοῦ Βυζαντίου καὶ τὴν εἴσοδον τοῦ Κατακτητοῦ ὑπερήσπιζον τὴν ἐπὶ τοῦ φρουρίου κυματίζουσαν σημαίαν καὶ εἰς τοὺς ἐρωτῶντας τὸ ἱστορικὸν ἐκεῖνο: «ἑάλω οὖν ἡ πόλις τοῦ Βυζαντίου», ἀπήντων οὗτοι ἀποφασιστικῶς: «Οὐχί», ἕως ὅτου ἠνάγκασαν τὸν Κατακτητὴν νὰ συνθηκολογήσῃ μετ’ αὐτῶν καὶ τοῖς ἐπιτρέψῃ τὴν διέλευσιν μετὰ τῆς σημαίας. Οὕτω καὶ ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος, εἰς τοὺς ἐρωτῶντας «ἑάλω οὖν ἡ Ἑλλάς;», ἀπήντησε δι’ ἑνὸς ἀποφασιστικοῦ «Ὄχι», καὶ ἔφυγε μίαν νύκτα ἀθορύβως, ἔφυγε μίαν νύκτα ζοφεράν, ζόφου δουλείας καὶ τυραννίας, ἔφυγεν ἐκεῖ εἰς τὴν Θερμαϊκὴν νύμφην, ὡς νέος Θεμιστοκλῆς, κρατῶν εἰς τὴν μίαν χεῖρα τὴν σωτηρίαν τῆς Πατρίδος καὶ εἰς τὴν ἄλλην τοὺς πυρσοὺς τῆς ἐθνικῆς ἐκδικήσεως, τοὺς κεραυνούς, τοὺς ὁποίους ἐκόμιζεν ἐκ τῆς Ἤδης, τῆς πατρίδος του, διὰ νὰ σφυρηλατήσῃ ἐκ τῆς σποδοῦ τῆς Παλαιᾶς τὴν Νέαν Ἑλλάδα, ἐγκαταλείπων εἰς τὸ ξύλινον τεῖχος τῆς Ἀκροπόλεως τοὺς παρερμηνεύσαντας τὸν χρησμόν (χειροκροτήματα). Ἔφυγεν ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων διὰ νὰ διδάξῃ ὅτι ὡς δὲν ἔσβυσεν ἡ Φυλὴ εἰς τὰς καταιγίδας μακρῶν αἰώνων, οὕτω καὶ νῦν θὰ ἐξέλθῃ ἀκεραία ἐκ τῆς λαίλαπος, διὰ νὰ συγκεντρώσῃ τέλος τοὺς ἐθνικοὺς παλμοὺς καὶ δώσῃ ζωὴν εἰς τὸ θνῆσκον ἀπὸ ἀτιμωτικὸν θάνατον Ἔθνος καὶ ὁδηγήσῃ τοῦτο εἰς τοὺς περιλάμπρους σταθμοὺς τοῦ 12 καὶ 13. Ἀλλὰ μήπως, κύριοι βουλευταί, ἡ μερὶς αὕτη τοῦ μαύρου Τύπου ἔδειξε καλλιτέραν διαγωγὴν ἀπέναντι τῶν Προστατίδων; Μήπως δὲν ἐξήντλησε πᾶν μέσον, ἵνα ραδιουργήσῃ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὰς Προστάτιδας; Καὶ πότε; Καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ εὐμένεια τούτων παρείχετο διὰ τῆς χορηγείας δανείων καὶ σιτοφορτίων. Καὶ ἐπεζήτησεν ἡ μερὶς αὕτη νὰ συκοφαντήσῃ Ἐκείνας πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ ἐμπνεύσῃ μῖσος κατὰ Δυνάμεων, αἵτινες ἐγέννησαν τὸν φιλελληνισμὸν τοῦ Μαιζῶνος, τοῦ Φαβιέρου, τοῦ Κοδριγκτῶνος, τοῦ Ἔϋδεν, τοῦ Δεριγνὺ καὶ τῶν ὁποίων εὐγενὲς τέκνον ἔψαλλε τοὺς γλυκυτέρους ψαλμοὺς τῆς Ἑλληνικῆς ἐλευθερίας. Καὶ μετεχειρίσθησαν πᾶν μέσον ἀσεβὲς διὰ νὰ διακόψουν πάντα δεσμὸν μὲ τὰς Δυνάμεις ἐκείνας, αἵτινες ἐστερέωσαν τὸ ἔργον τοῦ Μιαούλη, τοῦ Μπότσαρη, τοῦ Κουντουριώτη, τοῦ Κολοκοτρώνη καὶ τῶν ὁποίων ἡ δικαιοσύνη ἐστερέωσε τὸ βάθρον τῆς Ἑλληνικῆς ἐλευθερίας. Ἠθέλησαν νὰ καταξεσχίσουν, λέγω, πᾶν νῆμα τῆς ἐθνικῆς ψυχῆς διὰ νὰ κάμουν νὰ σιγήσῃ πᾶς Ἑλληνικὸς παλμὸς εὐγνωμοσύνης πρὸς τὰς Προστάτιδας. Καὶ ἔφθασαν εἰς τὸ σημεῖον νὰ παραστήσουν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διχογνωμοῦντα καὶ ἀπεμπολοῦντα ἀκόμη τὸ κληρονομικὸν δικαίωμα τοῦ μεγάλου τῆς Φυλῆς θρύλου, τὸν ὁποῖον κατέβρεξε τὸ αἷμα καὶ τὰ δάκρυα τόσων γενεῶν καὶ ἔψαλλεν ὁ χρόνος μὲ τὰ ὡραῖα τραγούδια του, ἀπεμπολοῦντα τὸν λαὸν κληρονομίαν, τὴν ὁποίαν ἀπέκτησε διὰ τοῦ τιμίου αἵματος τοῦ Μεγάλου Βασιληᾶ, τοῦ Μαρμαρωμένου Βασιληᾶ, ὅστις πίπτων παρὰ τὴν Πύλην τοῦ Ρωμανοῦ ἀνεφώνησε τὸ ἱστορικὸν ἐκεῖνο «πίπτω ἐν ἐπιγνώσει διὰ νὰ δώσω τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Φυλὴν νὰ μὴ τῆς ἀμφισβητηθῇ παρ’ οὐδενὸς ἡ κληρονομία αὕτη». Ἀλλὰ μήπως, κύριοι βουλευταί, τὴν ἐξ ἐνέδρας Νοεμβριανὴν σπονδὴν τοῦ συμμαχικοῦ αἵματος ποῦ ἐπότισε τὴν διψαλέαν Ἀττικὴν γῆν, δὲν ἐξύψωσεν ὁ Τύπος οὗτος εἰς ἐθνικὴν περιωπήν; Εἶναι εὐτύχημα ὅτι σύσσωμον τὸ Ἔθνος μετ’ ὀδύνης ἀπεδοκίμασε τὸ ἀνοσιούργημα τοῦτο καὶ ἔκλαυσε μὲ ἑλληνικὸν πόνον τοὺς ξένους νεκρούς, τοὺς ὁποίους καλύπτει ὄχι ξένη, ἀλλὰ μητρικὴ γῆ καὶ συνώδευσε τὸ Ἔθνος εἰς τὴν τελευταίαν κατοικίαν μὲ πόνον καὶ δάκρυ ἀδελφικόν. Ἀλλὰ μήπως ἀπέναντι τῆς Σερβίας ἡ διαγωγὴ τοῦ Τύπου τούτου ἦτο καλλιτέρα; Δὲν ἐμηχανεύθη τὰ πάντα διὰ νὰ πείσῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ ἐμβάλῃ εἰς τὴν ψυχήν του δισταγμοὺς περὶ τῆς εἰλικρινείας ἀδελφοῦ Ἔθνους, καταπροδοθέντος τόσον ἀνάνδρως παρὰ τῶν Κυβερνήσεων τῶν Σωτήρηδων; Ἀλλ’ ὅ,τι ἐκπλήσσει, κύριοι, εἶναι τὸ μῖσος, τὸ ὁποῖον ἐπέδειξεν ἡ μερὶς αὕτη τοῦ Τύπου κατὰ τοῦ Ἐθνικοῦ Κινήματος. Τί δὲν μετεχειρίσθη; Δὲν ἐφείσθη οὔτε ἱεροῦ, οὔτε ὁσίου. Οὐδὲν ἀφῆκεν ἄθικτον. Τὰ ψευδολογήματα τῶν ἀσυνειδήτων ἀνθρώπων τούτων ὑπερβαίνουν τὸ ὕψος τοῦ οὐρανοξύστου τῆς Πλατείας τοῦ Συντάγματος. Τὰ πάντα ἤμεσαν διὰ νὰ μειώσουν τὴν ἀξίαν τοῦ Ἐθνικοῦ Κινήματος. Ἡ μαγειρική των δεινότης περὶ τὸ παρασκευάζειν τοιαῦτα ψευδολογήματα, ἐξεγείρει τὴν κοινὴν συνείδησιν. Καὶ ὅλα τὰ ψευδολογήματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἔβγαιναν ἀπὸ τὰς χύτρας καὶ τὰ χαλκεῖα τῶν διαφόρων παρασκηνίων, ἐσερβίροντο εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὡς πνευματικὴ τροφή! Μήπως δὲν ἀνέγραψαν ὅτι ὁ ἔνδοξος Ναύαρχος Κουντουριώτης ηὐτοκτόνησε; Μήπως δὲν ἐσάλπισαν ὅτι ἡ Τριανδρία καθηρέθη ἀπὸ τὸν ἡρωϊκὸν Χριστοδούλου; Μήπως δὲν διεφήμισαν ὅτι ὁ Ἐθνικὸς Στρατὸς ἀποτελεῖται ἀπὸ ράκη καὶ ὅτι ἐξεδηλώθη ἀθρόα ἡ λιποταξία, διότι τὰ ἀγαθὰ στοιχεῖα τοῦ Ἐθνικοῦ Στρατοῦ ἤδη μετενόησαν; Ἀλλ’ ἡ λύσσα των ἐδιπλασιάσθη ὅταν ᾐσθάνθησαν ὑπὸ τοὺς πόδας αὐτῶν τὸν σεισμόν, τὸν ἰσχυρὸν σεισμόν, ὅταν ᾐσθάνθησαν ὅτι δὲν στέκονται ἐπὶ στερεοῦ ἐδάφους, ὅταν εἶδον τὰ ἐπιχειρήματά των, τὰ ἀπαίσια σχέδιά των κρημνιζόμενα ὡς Ἱσπανικοὺς πύργους κτισθέντας εἰς τὴν ἄμμον, ὅταν ἀντελήφθησαν ὅτι τμήματα ὁλόκληρα τῆς Ἐπικρατείας τὸ ἓν μετὰ τὸ ἄλλο, ἀποτινάσσοντα τὸν ζυγὸν τῆς δουλείας, ἔσπευσαν ταῦτα νὰ ἐκδηλώσουν τὴν ἀγάπην πρὸς τὸ πατριωτικὸν Κίνημα καὶ τοῦ μίσους τὴν διαμαρτυρίαν κατὰ τοῦ Κράτους τῶν Ἀθηνῶν, τότε ἔπλασαν μύθους καὶ ἀνέγραψαν ὅλαι τὰ φαντασιώδη πρὸς μείωσιν τῆς ἐντυπώσεως. Οὕτω λόγου χάριν, μετὰ τὴν προσχώρησιν τῶν Κυκλάδων, ἀνέγραψαν ὅτι ὁ στρατὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἐν Σύρῳ δὲν ἐγένετο δεκτός, ὅτι συνήφθη μάχη μεταξὺ τοῦ στρατοῦ τῆς Ἀμύνης καὶ τῶν ἐπιστράτων παρὰ τὴν Ἄνω Σῦρον καὶ ὅτι ὁ στρατὸς ὑπὸ τὸν συνταγματάρχην Καλομενόπουλον ἡττήθη καὶ ἐτράπη εἰς φυγήν. Μήπως δὲν ἀνέγραψαν οὗτοι ὅτι οἱ ἐπίστρατοι διέλυσαν τὴν σύσκεψιν τῶν Φιλελευθέρων βουλευτῶν Κυκλάδων, τὴν λαβοῦσαν χώραν ἐν Σύρῳ καὶ ὅτι οἱ ἐπίστρατοι τοιοῦτον πανικὸν ἐνέπνευσαν καθ’ ἡμῶν τῶν προδοτῶν, ὥστε ἐξηνάγκασαν ἐμὲ νὰ καταφύγω νύκτωρ εἰς μίαν λέμβον καὶ διαπεραιωθῶ εἰς τὴν πατρίδα μου Τῆνον, ἵνα διασωθῶ; Βεβαίως ταῦτα ἐπροκάλουν τὴν θυμηδίαν, ὅπως ἐπροκάλεσαν τὴν θυμηδίαν τοὐλάχιστον ἡμῶν τῶν Κυκλαδιτῶν τὰ συνταχθέντα ἐνταῦθα ψηφίσματα τῆς ἀφοσιώσεως πρὸς τὸν Ἔκπτωτον τῶν ξένων πρὸς τὰς Κυκλάδας Κυκλαδιτῶν. Ὅ,τι δὲ ἀνέγραψαν διὰ τὴν Σῦρον, ἔγραψαν καὶ διὰ τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα Τῆνον, ὅτι ἐγένοντο συμπλοκαὶ καὶ μάχαι ἐκεῖ. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω μίαν περικοπὴν ἐξ ἑνὸς φύλλου, τὸ ὁποῖον ἐκδίδεται ἐν Τήνῳ καὶ ὅπερ μετέφερεν εἰς τὰς στήλας του τὰ δημοσιευθέντα εἰς Ἀθηναϊκὴν ἐφημερίδα.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι τιμὴ νὰ ἀνακοινώσητε αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐγράφησαν τότε.
§57Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Πρέπει νὰ τὰ μάθῃ, κύριε Πρόεδρε, ἡ Βουλὴ καὶ διὰ τῆς Βουλῆς ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἵνα ἴδῃ ὅτι εἶχε νὰ κάμῃ μὲ ἀνθρώπους κακῆς πίστεως, ἵνα μάθῃ ὁ λαὸς μὲ ποίαν τροφὴν πνευματικὴν ἐτρέφετο, ἵνα γνωρίσῃ μὲ ποίους ἔχει νὰ κάμῃ καὶ ἂν πρέπῃ εἰς τὸ μέλλον νὰ πιστεύῃ εἰς τὰ δημοσιεύματά των.
§58Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Πολὺ ὀρθῶς ὁ κ. συνάδελφος θὰ πράξῃ, νὰ τὰ ἐκθέσῃ καὶ ἀναγνώσῃ τὰ γραφέντα, ἵνα τὰ μάθῃ ὁ Κυκλαδικὸς λαὸς ἀπὸ τοῦ ἐπισήμου βήματος καὶ γνωρίσῃ τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀποτολμήσουν ἴσως νὰ ζητήσουν αὔριον τὰς ψήφους του.
§59Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Ἰδοὺ τί ἔγραφον τότε (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τὴν διεξαχθεῖσαν δοξολογίαν τῆς 25 Μαρτίου, καθ’ ἣν στιγμὴν ὡμίλει ἐκ τοῦ ἐξώστου τῆς οἰκίας του ὁ βουλευτὴς Ἀλαβάνος, οἱ ἐπίστρατοι συσσωρευμένοι ἐζητωκραύγαζον ὑπὲρ τοῦ Βασιλέως Κωνσταντίνου καὶ κατὰ τοῦ προδότου Βενιζέλου. Εἶτα οὗτοι μετέβησαν εἰς τὸν παρακείμενον ἀστυνομικὸν σταθμὸν καὶ ἥρπασαν τὰ ὅπλα τῆς δυνάμεως τῶν ἐπαναστατῶν καὶ ἐκυριάρχησαν ἀνὰ τὰς ὁδοὺς ζητωκραυγάζοντες ὑπὲρ τοῦ Βασιλέως. Ἀποσυρθέντες δὲ εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς νήσου καὶ ἑνωθέντες μεθ’ ὅλων τῶν ἐπιστράτων τῆς νήσου, συνῆψαν αἱματηροτάτην μάχην μὲ τὸν στρατὸν τῆς Ἀμύνης πέριξ τῆς μονῆς Κεχροβουνίου–Καρυᾶς–Τζάδου, μὲ ἀποτελέσματα ὄχι εὐχάριστα διὰ τοὺς προδότας. Εὖγε εἰς τὰ εὐγενῆ τέκνα τῆς Τήνου, τὰ ὁποῖα ἔδειξαν ἀκόμη μίαν φοράν, ὅτι εἶναι ἕτοιμα νὰ ἀποθάνωσι παρὰ τὸ πλευρὸν τοῦ Βασιλέως των, μένοντα πιστὰ εἰς τὸν ὅρκον των».
§60Ι. ΛΕΚΑΝΙΔΗΣ. Ποῖα ἐφημερὶς εἶναι;
§61Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Εἶναι περιττὸν νὰ προσθέσω, ὅτι οὐδὲν ἀπολύτως ἐκ τούτων συνέβη. Ἡ ὑποδοχὴ τοῦ στρατοῦ τῆς Ἀμύνης ἐν Τήνῳ ὑπῆρξε πανηγυρική. Δὲν ἐνθυμοῦμαι παρομοίαν τελετήν, παραβαλλομένην μὲ τὴν ὑποδοχὴν αὐτήν. Ὄχι μόνον δὲ εἰς τὴν πόλιν τῆς Τήνου, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς νήσου, ὅπου μετέβημεν πρὸς ὅρκισιν τῶν Ἀρχῶν, ἰδίως δὲ ἐν Πανόρμῳ, ἀληθὴς ἀποθέωσις ἐγένετο εἰς ἡμᾶς καὶ εἰς τὸν στρατὸν τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, μεταβάντα ἐκεῖ βραδύτερον. Καὶ ὅλα ταῦτα, κύριοι, ἐγράφοντο ἐσκεμμένως διὰ νὰ δηλητηριάσουν τὴν ψυχὴν τὴν Ἑλληνικήν, διὰ νὰ νεκρώσουν τὴν ἐθνικὴν τιμήν, διὰ νὰ παραλύσουν πᾶσαν πατριωτικὴν ὁρμήν, διὰ νὰ παραστήσουν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι τὸ Ἐθνικὸν Κίνημα ἀπέτυχε! Ἀλλὰ μήπως, κύριοι βουλευταί, ἡ Ἐκκλησία ἔμεινεν ἀμόλυντος; Τὴν πρᾶξιν τοῦ ἀναθέματος, τὴν ὑπενθυμίζουσαν μεσαιωνικοὺς χρόνους καὶ ἥτις ὁμολογουμένως ἐστιγμάτισε τοὺς Ἀρχιερεῖς ἐκείνους, τοὺς τυφλωθέντας, τοὺς ἀσεβήσαντας πρὸς τὰς σκιὰς τῶν Ἱεραρχῶν τῆς Μακεδονίας, τῶν σφαγιασθέντων παρὰ τῶν συμμάχων τῶν Γερμανῶν, καὶ οἵτινες τὴν ποιμαντορικὴν ῥάβδον αὐτῶν μετέβαλον εἰς κομματαρχικὴν καὶ τὸν Σταυρὸν τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας μετεχειρίσθησαν ὄχι ὑπὲρ τῆς Πατρίδος των, ἀλλὰ ὑπὲρ τῶν Τούρκων καὶ τῶν Βουλγάρων, δὲν τὴν ἀνεβίβασεν ὁ Τύπος οὗτος εἰς ἐθνικὴν πρᾶξιν; Μήπως ὁ Τύπος οὗτος δὲν ἐχειροκρότησεν Ἕλληνας Ἱεράρχας, ῥίπτοντας τοὺς μαργαρίτας τῆς ἱερᾶς μήτρας, τοῦ Βυζαντινοῦ τούτου ἐμβλήματος, εἰς τοὺς χοιροβοσκοὺς τοῦ Κρούμου; Ἀλλ’ ἔστι δίκης ὀφθαλμός. Ἐκ τοῦ λίθου τοῦ ἀναθέματος ὑψώθη τὸ φῶς τῆς δικαιοσύνης καὶ ἀνέτειλεν ὁ Ἥλιος τῆς ἐθνικῆς τιμῆς. Τί δὲ νὰ εἴπω διὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ αἰσθήματος τοῦ θρησκευτικοῦ τῶν λαϊκῶν τάξεων; Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ φαντασθῆτε τί ἐσοφίσθησαν καὶ τί ἀνέγραψαν. Ὁλόκληρον δρᾶμα ἔπλασαν, τοῦ ὁποίου δυστυχῶς ἥρωα ἐξέλεξαν ἐμέ. Ἴσως διότι ἔχω τὸ εὐτύχημα νὰ κατάγωμαι ἀπὸ τὴν ἱερὰν ἐκείνην γωνίαν τῶν Πανελλήνων. Μετεχειρίσθησαν ἐμὲ καὶ τὴν οἰκογένειάν μου διὰ τὴν σκηνοθεσίαν των αὐτήν. Καὶ ἰδοὺ βλέπετε (ἐπιδεικνύει) μὲ πόσον πομπώδη τίτλον ἀρχίζει τὸ παραμῦθι τῆς «Ἑσπερινῆς» εἰς τὸ φύλλον τῆς 24 Φεβρουαρίου 1917: «Ἱεροσυλία εἰς τὸν Ναὸν τῆς Εὐαγγελιστρίας. Ἐμφάνισις τῆς Παναγίας. Προστατεύει τὸν Κωνσταντῖνον. Νὰ ἐπαναφέρουν τὰς Εἰκόνας». Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνώσω περικοπὰς μόνον τοῦ μακροῦ τούτου δημοσιεύματος, ὅπερ εἶχε μεγάλην ἐπιρροὴν ἐπὶ τοῦ λαοῦ (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τὴν ἀσθένειαν τοῦ Βασιλέως μας Κωνσταντίνου ἀφιερώθησαν δύο εἰκόνες του ἐκ χρυσοῦ εἰς τὴν θαυματουργὸν Παναγίαν τῆς Τήνου ὑπὸ πιστῶν ὑπηκόων. Αἱ εἰκόνες αὗται ἀφῃρέθησαν ἐκεῖθεν παρὰ τῶν ἐπαναστατῶν, οἵτινες ἔθεσαν χεῖρα βέβηλον καὶ ἐπὶ τῶν ἀναθημάτων τῆς Εἰκόνος. Πιστὴ γυνὴ τότε εἶδεν ὄνειρον, ὅτι ἀπήντησε πρὸ τῆς θύρας τῆς Ἐκκλησίας μελανειμονοῦσαν γυναῖκα, ἣν ἠρώτησε ποῖα εἶναι, αὕτη δὲ τῆς ἀπήντησεν: «Ἔχεις δίκαιον νὰ μὴ μὲ γνωρίσῃς, διότι ἀπὸ καιροῦ ἤμην εἰς Ἀθήνας καὶ ὅπου θὰ μεταβῶ καὶ πάλιν, ἀφοῦ πρῶτον εἰδοποιήσω ἐκείνους ποῦ ἀφῄρεσαν τὰς εἰκόνας τοῦ Βασιλέως νὰ τὰς ἐπαναφέρωσιν· ἄλλως μεγάλη δυστυχία περιμένει αὐτοὺς καὶ τὰς οἰκογενείας των». Ἡ γυνὴ ἐξυπνήσασα διηγήθη τὸ ὄνειρον, ἀλλὰ δὲν ἔγινε πιστευτή, διότι ἦτο Βασιλικωτάτη. Ἀλλὰ μετά τινας ἡμέρας ἡ κυρία τοῦ Βενιζελικοῦ βουλευτοῦ Ἀλαβάνου εἶδε κατ’ ὄναρ τὴν Παναγίαν, ἡ ὁποία τῆς εἶπε: «Νὰ σπεύσετε νὰ ἀναρτήσετε τὰς εἰκόνας τοῦ Βασιλέως· ἄλλως θὰ ὑποστῇ ἡ οἰκογένειά σας μέγα κακόν». Ἀλλ’ αὕτη δὲν ἀνέφερε τίποτε τῶν ὅσων εἶδε. Ἀλλὰ τὴν ἑσπέραν εἶδε πάλιν κατ’ ὄναρ τὴν Παναγίαν ἀπειλητικήν, ἐπαναλαμβάνουσαν τὰ αὐτά. Ἔντρομος ἐξύπνησε τότε καὶ ἐξελθοῦσα εἰς τὸν ἐξώστην τῆς οἰκίας της διὰ φωνῶν ἐκάλει τὸ πλῆθος, ἵνα ἀκούσῃ τὸ μέγα γεγονός, ἐτηλεγράφησε δὲ εἰς τὸν ἐν Σύρῳ διαμένοντα σύζυγόν της Ἀλαβάνον, ὅστις καὶ οὗτος τὴν αὐτὴν ἑσπέραν καὶ τὴν αὐτὴν στιγμὴν εἶδε τὴν Παναγίαν νὰ τοῦ λέγῃ: «Ἐπήρατε τὰς εἰκόνας τοῦ Βασιλέως. Σᾶς διέταξα τρὶς νὰ τὰς ἐπαναφέρετε, διότι ὁ Βασιλεὺς αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος ποῦ θὰ σώσῃ τὴν Ἑλλάδα. Ἐὰν αὐτὸς χαθῇ, πάει ἡ Ἑλλάς. Δι’ αὐτὸ μένω τώρα πλησίον του εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ τὸν προστατεύω, διὰ νὰ διασωθῇ ἀπὸ ὅλους τοὺς κινδύνους. Ὁ Κωνσταντῖνος εἶναι Θεόπεμπτος. Λοιπὸν διὰ τελευταίαν φορὰν σὲ διατάσσω, διότι ἄλλως σᾶς περιμένει μεγάλη συμφορά». Ὁ Ἀλαβάνος ἐξύπνησεν ἔντρομος, μὴ δυνηθεὶς νὰ κοιμηθῇ. Ὅταν δὲ τὴν πρωΐαν ἔλαβε τὸ τηλεγράφημα τῆς συζύγου του, ἥτις τὸν ἐπληροφόρει τὸ ἴδιον γεγονός, τόσον ἐταράχθη, ὥστε ἔσπευσε καὶ ἐζήτησεν ὡς χάριν παρὰ τῶν ἐπαναστατῶν νὰ τοῦ δώσουν τὰς εἰκόνας τοῦ Βασιλέως, ἐκμισθώσας δὲ πλοιάριον ἀνεχώρησε διὰ Τῆνον, ὅπου ἡ πόλις ἐπὶ ποδὸς ὑπεδέχθη ταύτας ζητωκραυγάζουσα ὑπὲρ τοῦ Βασιλέως. Ὁ λαὸς δὲ ἠκολούθησε τὸν Ἀλαβάνον φέροντα τὰς εἰκόνας εἰς τὸν Ναόν, ὅπου ἐναπέθηκε ταύτας εἰς τὴν θέσιν των». Καὶ ἐξακολουθεῖ ἡ συνέχεια, κύριοι βουλευταί, εἰς ἑπόμενον φύλλον τῆς αὐτῆς ἐφημερίδος. Δὲν θέλω νὰ σᾶς κουράσω ἀναγινώσκων τὰ ψευδολογήματα τοῦ ἀπαισίου φύλλου! Τοῦτο προσθέτω, ὅτι ἀναφέρει ἡ ἐφημερὶς αὕτη, ἀφοῦ πρῶτον μὲ ἐξυβρίζει ὡς προδότην, ὡς ἐπιορκήσαντα πρὸς τὸν Βασιλέα, τὸν τόσον πατριωτικῶς ἐργασθέντα, ὅτι ἡ μῆνις τῆς Παναγίας ἐξεδηλώθη, παραφρονήσαντος τοῦ υἱοῦ μου, μαθητοῦ τοῦ Γυμνασίου Σύρου, καὶ ἀκόμη ὅτι ἡ σύζυγός μου ἔπαθε ἀπὸ τὴν λύπην της, μαθοῦσα τὸ δυστύχημα τοῦ τέκνου της. Ἔ, κύριοι, ὅσον καὶ ἂν εἶναι τις ψύχραιμος, δὲν δύναται νὰ μὴ ἐξεγερθῇ ἡ ψυχή του διὰ τὰ τόσον κακοήθη δημοσιεύματα, τὰ ὁποῖα συνεκλόνισαν ἐκ βάθρων τὴν λαϊκὴν ψυχήν. Τόσην ἐπιρροὴν ἔσχον τὰ παραμύθια αὐτὰ τῆς «Ἑσπερινῆς» εἰς τὰς Κυκλάδας, ὥστε φίλοι μας, οἱ ὁποῖοι ὡμίλουν μετ’ ἐνθουσιασμοῦ ὑπὲρ τοῦ Κινήματος, ἐμουγγάθησαν κυριολεκτικῶς καὶ μᾶς ἔλεγον: «Ἤμεθα Βενιζελικοί, ἀλλὰ κατόπιν ἑνὸς τοιούτου ὀνείρου, δὲν τολμῶμεν νὰ ὁμιλήσωμεν. Τόσην ἐντύπωσιν ἔκαμεν εἰς τὰς λαϊκὰς τάξεις καλλιεργηθὲν ἐπιτηδείως τοῦτο, ὥστε ὁ ἀνακριτὴς κ. Χρυσανθόπουλος μὲ ἐκάλεσε καὶ μὲ ἠρώτησεν ἂν εἶναι ἀληθές, διότι σκέπτεται νὰ ζητήσῃ τὴν ἐπέμβασιν τῆς Δικαιοσύνης πρὸς καθησύχασιν τοῦ κόσμου.
§62Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Ἔπρεπε νὰ κατασχεθοῦν αἱ περιουσίαι ὅλων αὐτῶν τῶν δημοσιογράφων καὶ τῶν κακούργων διὰ νὰ πληρωθοῦν οἱ παθόντες καὶ ὄχι νὰ πέσουν αὐτὰ εἰς βάρος τοῦ Κράτους καὶ νὰ γυρίζουν οἱ ὑπεύθυνοι μὲ τὰ αὐτοκίνητα εἰς τὴν Κηφισσιάν.
§63Γ. ΓΕΡΟΓΙΑΝΝΗΣ. Εἴδετε τὸ ὄνειρον αὐτό, κύριε Ἀλαβᾶνε; Διότι κοντεύομεν καὶ ἡμεῖς νὰ τὸ πιστεύσωμεν.
§64Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Εἶναι ἀπολύτως ψευδές. Ὁ Ἐφιάλτης τῆς «Ἑσπερινῆς» τὸ ἐδημιούργησεν. Ὁμολογῶ δὲ ὅτι ἐκουράσθην νὰ τὸ διαψεύδω. Φαντάζεσθε ὅτι ἦτο ποτὲ δυνατὸν ἡ Προστάτις τῶν Χριστιανῶν νὰ προστατεύῃ τοὺς συμμαχήσαντας μὲ τοὺς ἐχθροὺς τῆς πίστεως, μὲ ἐκείνους ποῦ σφάζουν τοὺς Ἱεράρχας, ποῦ σφάζουν τὰ νήπια, ἀτιμάζουν παρθένους καὶ μιαίνουν τὰς Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας; Τοιαῦτα τέρατα ἐγέννησεν ἡ σύγχρονος Ἑλλάς, λυποῦμαι, ἀλλ’ ἔχω καθῆκον νὰ τὸ εἴπω. Ἡ Ἱστορία δὲν καλύπτει. Τὸ ἔργον της εἶναι ἡ ἀποκάλυψις καὶ ὁ στιγματισμός. Οὐδὲ συμφωνῶ πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας βουλευτοῦ κ. Σοκόλη, ὅστις ἠγωνίσθη νὰ πείσῃ τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν ὑπάρχουν προδόται. «Ἕνα Ἐφιάλτην ἐγέννησεν ἡ Ἑλλάς. Πῶς θέλετε νὰ στιγματίσητε τὴν Ἱστορίαν, δημιουργοῦντες περισσοτέρους Ἐφιάλτας;» Ταῦτα ἀπεφθέγξατο ὁ ἐκ Κερκύρας κ. συνάδελφος.
§65Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Εἶπον δι’ ὅλους τοὺς Ἕλληνας ἐν γένει νὰ μὴ λησμονῶμεν, ἀδιαφόρως μερίδων, ὅτι εἷς καὶ μόνον Ἐφιάλτης ὑπάρχει καὶ εἶναι περιττὸν νὰ ὁμιλῶμεν περὶ προδοσίας. Εἰς τὴν Ἑλλάδα ἕκαστος ἀγαπᾷ τὴν Πατρίδα του ἀναλόγως τῶν ἀντιλήψεών του.
§66Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Καὶ τὸ Ροῦπελ;
§67Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Λυποῦμαι πολύ, κύριε βουλευτά, διότι δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μὲ τὴν γνώμην σας. Καὶ τοῦτο διότι σέβομαι τὴν Ἱστορίαν. Ἡ Ἱστορία μᾶς διδάσκει — καὶ τοῦτο πρὸς παραδειγματισμὸν — ὅτι κατὰ τοὺς ἐθνικοὺς ἀγῶνας ἐνεφανίσθησαν ἀπαίσιαι μορφαὶ ἐγκληματικοῦ ἐκφυλισμοῦ ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Ἐφιάλτου, τοῦ Βάγια, τοῦ Κώτα, τοῦ Μποσίνα, τοῦ Γαλάτη, τοῦ Διόγου, τοῦ Βαρνακιώτη. Ἀλλὰ τοὺς ἐνόχους ἐκείνους ἡ Ἱστορία, ὄχι μόνον τοὺς ἐτιμώρησε, κύριε ἐκ Κερκύρας βουλευτά, ἀλλὰ τοὺς παρέδωκεν εἰς τὴν κοινὴν κατάραν. Καὶ ἰδοὺ πῶς ἐτιμώρησε τούτους. (Ἐπιδεικνύει στήλην, πλαισιουμένην πενθίμως, ἐφ’ ἧς ἀναγράφονται τὰ ὀνόματα τῶν προδοτῶν, ἡ πατρὶς αὐτῶν καὶ τὸ εἶδος τοῦ ἐγκλήματος). Ἀλλὰ νομίζω ὅτι αἱ μορφαὶ ἐκεῖναι, τοῦ Ἐφιάλτου καὶ τῶν λοιπῶν ὀλίγων προδοτῶν, ὠχριῶσι πρὸ τοῦ σημερινοῦ ἐγκλήματος. Ἐὰν δεχθῶμεν βαθμὸν ἐγκληματικότητος, δι’ ἐκείνους, κύριοι βουλευταί, θὰ ἦτο κατάλληλον τὸ Πλημμελειοδικεῖον, διὰ δὲ τοὺς σημερινοὺς ἐγκληματίας ἁρμόδιον τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον. Δὲν ἀρκεῖ νὰ τιμωρηθῶσιν οἱ ἐγκληματίαι οὗτοι, πρέπει καὶ νὰ στιγματισθῶσι, πρέπει τὰ ὀνόματα αὐτῶν ν’ ἀναγραφῶσιν ἐπὶ προσομοίας στήλης καὶ νὰ τοιχοκολληθῶσιν εἰς τὰ διάφορα σχολεῖα τὰ Δημοτικά, διὰ νὰ γνωρίζῃ ὁ κόσμος ὁ μαθητικὸς τοὺς Ἀνταλκίδας ἀπὸ μικρᾶς ἡλικίας, πρὸς παραδειγματισμόν. Καὶ ἤδη ἐρωτᾶται ἡ Κυβέρνησις, τί σκέπτεται διὰ τοὺς ἐνόχους τούτους; Ἡ Ἱστορία διδάσκει ὅτι ποτὲ τοιαύτης φύσεως ἐγκλήματα δὲν ἔμειναν ἀτιμώρητα. Καὶ ἐπανέρχομαι εἰς αὐτήν. Ἀπὸ τὴν Παλαιὰν ἀκόμη Διαθήκην μανθάνομεν, ὅτι ὅταν ἐστάλησαν οἱ Δαθὰν καὶ Ἀβιρὼν νὰ κατασκοπεύσωσι τὴν γῆν τῆς Χαναὰν καὶ δωροδοκηθέντες ἐπέστρεψαν οὗτοι καὶ ἐνέσπειραν τὸν πανικὸν εἰς τὸν Ἰσραήλ, λέγοντες ὅτι ἡ χώρα κατοικεῖται ὑπὸ γιγάντων καὶ ἡ πόλις ἔχει ὑψηλὰ καὶ ἀπόρθητα τείχη, ἡ γῆ ἤνοιξε χάσμα καὶ κατέπιεν αὐτούς. Ἡ Ἱστορία ὁμιλεῖ βεβαίως ἀλληγορικῶς. Τὸ βέβαιον ὅμως εἶναι ὅτι οἱ ἔνοχοι οὗτοι τοῦ ἐγκλήματος, οἱ ἐνσπείραντες τὸν πανικὸν καὶ ἐκφοβισμὸν εἰς μίαν Φυλὴν εἰς ὀπισθοδρόμησιν τοῦ ἔργου της πρὸ τῶν πυλῶν τῆς γῆς τῆς ἐπαγγελίας, μὲ τὸ ὄνειρον τῆς ὁποίας ἔζησαν ἐπὶ τεσσαράκοντα ἔτη ἐν τῇ ἐρήμῳ βαίνοντες, ἐτιμωρήθησαν σκληρότατα, ἐφαρμοσθέντος κατ’ αὐτῶν τοῦ νόμου τοῦ Λὺντς ὑπὸ τῶν πιστῶν τοῦ Ναυῆ (χειροκροτήματα). Δὲν νομίζετε, κύριοι βουλευταί, ὅτι οἱ αἰῶνες ἀντιγράφουσιν ἀλλήλους; Δὲν νομίζετε ὅτι ὅ,τι ἐγένετο τότε, ἐπανελήφθη καὶ σήμερον; Μέσα στὴν ἔρημον ἑνὸς ὀνείρου ἔζησεν ἡ Φυλὴ ὄχι πλέον ἐπὶ τεσσαράκοντα ἔτη, ἀλλ’ ἐπὶ αἰῶνας ὁλοκλήρους καὶ ὅταν ἦλθεν ἡ στιγμὴ νὰ ὁδηγηθῇ αὕτη ἀπὸ τὸν Ἐκλεκτόν της πρὸ τῶν πυλῶν τῆς Ἐπαγγελίας, πρὸ τῶν πυλῶν τοῦ Βυζαντίου, εὑρέθησαν οἱ Δαθὰν καὶ Ἀβιρὼν τοῦ ἀχαλινώτου Τύπου καὶ λοιπῆς κουστωδίας διὰ ν’ ἀνοίξουν τοὺς κρουνοὺς τῆς ἀναιδείας, διάπλατα τὴν θύραν τῆς παραλυσίας, διὰ νὰ ἐκφοβίσουν καὶ δηλητηριάσουν τὴν Φυλὴν αὐτήν; (Χειροκροτήματα). Ἀλλὰ ἴσως, κύριοι βουλευταί, μοὶ εἴπῃ τις: «Οὐδεὶς ὁ ἀναμάρτητος. Οὐδεὶς ὁ μὴ σφάλλων. Ὁ ἀναμάρτητος πρῶτος τὸν λίθον βαλλέτω!» Ἀλλά, κύριοι, ποῦ εἴδετε ἐξομολόγησιν τῆς ἁμαρτίας; Ποῖος τῶν ἐνόχων τούτων εἶχε τὸ θάρρος νὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν πλάνην τους; Ἀλλὰ πότε ἠκούσατε τούτους, τοὺς δηλητηριαστὰς τῆς Ἑλληνικῆς ψυχῆς, νὰ εἴπωσι πρὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ: Ἠδικήσαμεν τὴν Πατρίδα μας. Ζητοῦμεν τὴν συγγνώμην της. Ποῦ εἴδατε τὰ σχόλια τοῦ Τύπου τούτου, ὅταν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων καὶ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχυσαν ἄπλετον φῶς ἐπὶ τῆς ἐθνικῆς ὑποθέσεως διὰ τῶν ἐμπνευσμένων αὑτῶν ἀγορεύσεων; Ποῦ εἴδετε τούτους, ὅταν ἐδημοσιεύθη ἡ Βρεττανικὴ Κοινοβουλευτικὴ ἔκθεσις καὶ ἡ Λευκὴ βίβλος ἡ ἰδική μας ἀκόμη; Ποῦ εἴδετε, λέγω, τὰ σχόλια διὰ τόσον μεγάλα ζητήματα; Ἀντὶ τούτων ὅμως περιωρίζοντο νὰ γράφωσιν εἰς τὰ κύρια ἄρθρα των διὰ πατάτες καὶ διὰ κρεμμύδια. Κύριοι, μὴ τοὺς ἐνθαρρύνετε εἰς τὰς πρώτας στάσεις των. Αὐτοὶ θὰ εἶναι οἱ ὑπονομευταὶ τῆς αὔριον. Προσέξατέ τους. Προσέξατέ τους, κύριοι βουλευταί, διότι ἴσως δὲν θὰ εἶναι μακρὰν ὁ ἐμφύλιος σπαραγμός, ἂν οἱ τοιοῦτοι μείνωσιν ἀτιμώρητοι. Βεβαίως, δὲν περιμένω νὰ ἀνοίξῃ χάσμα ἡ γῆ καὶ νὰ καταπίῃ τοὺς προδότας τῶν ἰδανικῶν τῆς Φυλῆς. Ἀναμένω ὅμως μὲ Ἑλληνικὴν συνείδησιν νὰ ἐπιληφθῶμεν τὴν τιμωρίαν τῶν μεγάλων τούτων ἐνόχων. Μὴ τοὺς ἐνθαρρύνετε, διότι τὸ κακὸν εἶναι πολλαπλοῦν. Ἀφήνετε ἀφ’ ἑνὸς ἀτιμωρήτους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν μετενόουν, οἱ ὁποῖοι δὲν κύπτουν τὸν αὐχένα πρὸ τῆς συνειδήσεώς των, ἀλλὰ κύπτουν πρὸ τῆς ἀνάγκης καὶ μόνον τῆς ἀνάγκης. Κύπτουν τὸν αὐχένα διὰ νὰ δυνηθοῦν ὑπούλως νὰ δηλητηριάσουν. Κρύπτονται ὡς οἱ σάλιαγκοι εἰς τὸ καυκί των, ἕτοιμοι ὅμως νὰ χύσωσι τὸ δηλητηριῶδες σάλιο των εἰς πρώτην περίστασιν. Ἀφ’ ἑτέρου, ἀφίνοντες τοὺς ἀνθρώπους τούτους ἀτιμωρήτους, ἀπογοητεύομεν οὕτω τὴν Κοινὴν Γνώμην, ἡ ὁποία ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ πιστεύῃ, ὅτι ἀτιμωρητεὶ δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς τὸν Τόπον αὐτὸν νὰ λέγῃ τις καὶ νὰ γράφῃ ὅ,τι θέλει. Ἐπὶ πλέον δὲ ἐνθαρρύνομεν τούτους εἰς μίαν πολιτικὴν ἄνανδρον, τὴν πολιτικὴν τῆς ὑποκρισίας. Ἡ τιμωρία, κύριοι, τούτων ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν συνείδησιν, ἀνταποκρίνεται εἰς τὸ γενικὸν αἴσθημα τοῦ Ἔθνους. Ὁ Λαὸς ὁ συκοφαντηθείς, ὁ Λαὸς ὁ ὑβρισθείς, ὁ Λαὸς ὁ διαπομπευθείς, ὁ Λαὸς ὁ ραπισθείς, ζητεῖ τὴν τιμωρίαν τῶν ἐνόχων. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ τιμωρία τῶν ἐνόχων ἀνταποκρίνεται εἰς τὸ αἴσθημα τῆς Δικαιοσύνης ὑπὲρ τοῦ τρομοκρατηθέντος Λαοῦ. Ὁ Λαός, ἐν τῷ αἵματι καὶ τῷ μαρτυρίῳ τοῦ ὁποίου ἐγιγαντώθη ἡ Ἰδέα, ζητεῖ ἱκανοποίησιν. Πᾶσα ἐπιείκεια διὰ τοὺς ἐνόχους ἐν γένει, ὡς ἐτόνισεν ὀρθῶς ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Ψαρρῶν, εἶναι ὑπερβασία μεγαλοψυχίας. Ἐφ’ ὅσον γνωρίζομεν ὅτι ἡ ἐπιείκεια δύναται νὰ ἐγκλείῃ κινδύνους, ἔχομεν καθῆκον νὰ ἀξιώσωμεν, ὅπως οἱ χειριζόμενοι τὴν Ἀρχὴν ὑπευθύνως μὴ ἀφήσωσιν οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν τὸ μαστίγιον ἀπὸ τὰς χεῖράς των. Δὲν θέλω, κύριοι βουλευταί, νὰ κουράσω ἐπὶ πλέον τὴν Βουλήν. Δύο μόνον λέξεις θὰ προσθέσω ἀκόμη. Πᾶσα ἐπιείκεια κατὰ τῶν ἀνθρώπων τούτων εἶναι ἔγκλημα κατὰ τῆς Πατρίδος. Συγχωροῦντες αὐτούς, πλήττομεν τὴν Πατρίδα. Ἡ Πατρὶς κινδυνεύει. Δὲν ἔχομεν ἢ νὰ ἐκλέξωμεν: Ἢ αὐτοὺς ἢ τὴν Πατρίδα. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τοῦ ἀκροατηρίου).
§68Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ προαγορεύσας κύριος συνάδελφος ἀναντιρρήτως διηρμήνευσε κοινὸν αἴσθημα τῆς Βουλῆς, τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων καὶ τῆς μεγάλης πλειονοψηφίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὁμιλήσας κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν εἰς ἐπικράτησιν μιᾶς ἀντεθνικῆς πολιτικῆς. Διεπράχθησαν ἀληθῶς ὑπ’ αὐτῶν μεγάλα ἐγκλήματα κατὰ τῆς Πατρίδος, καὶ τὰ ἐγκλήματα ταῦτα δικάζονται καὶ τιμωροῦνται ἀπὸ τὴν ἐθνικὴν συνείδησιν πρῶτον, τὰ δὲ ὀνόματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν ὅπως διὰ τῆς πολιτείας τῶν ἀνδρῶν, τοὺς ὁποίους ὑπεστήριξαν διὰ τοῦ καλάμου των, διαπραχθῶσι τὰ ἐγκλήματα ταῦτα, ἀναγράφονται εἰς τὴν στήλην, τὴν ὁποίαν ἐπέδειξεν ὁ ἀξιότιμος κ. βουλευτής. Ἡ Κυβέρνησις ὅλα τὰ μέτρα ἔλαβεν, ὅπως ὅπου συναντήσῃ αὐτοὺς συμμετέχοντας κοινοῦ ἀδικήματος, ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα ὁ Ποινικὸς Νόμος ἀναγράφει, μὴ ἐπιτρέψῃ νὰ διαφύγωσι τῶν χειρῶν τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ διὰ τοῦτο, ὅταν ἐν τῇ πορείᾳ τῶν ἀνακρίσεων ἀνευρίσκῃ ὅτι μετέσχον τοιούτου ἀδικήματος καὶ δημοσιογράφοι, κολάζει αὐτοὺς ὡς κολάζεται πᾶς ἄλλος πολίτης. Καὶ δὲν ἔχω ἢ ν’ ἀναφέρω ὅτι ὁ Διευθυντὴς τῆς «Ν. Ἡμέρας», ἀνακαλυφθεὶς ὅτι μετέσχε τῆς πλαστογραφήσεως τῆς ἐπιστολῆς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, συνελήφθη καὶ ἐτέθη εἰς τὰς φυλακὰς ὡς ἔνοχος τῆς πλαστογραφήσεως ταύτης, σὺν αὐτῷ δὲ καὶ ὁ ἀνακριτὴς Μεϊντάνης, ὁ ὁποῖος ὑπάρχουν ἐνδείξεις, ὅτι μετέσχε καὶ οὗτος τῆς πλαστογραφίας ταύτης. Ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ παύσῃ τηροῦσα τὴν τακτικὴν αὐτὴν τῆς πλήρους αὐστηρότητος κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἠδίκησαν, εἴτε τὴν Πατρίδα αὐτῶν, εἴτε τὰ ἄτομα, ἐφ’ ὅσον περιέχονται ἐν τινι διατάξει τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, δι’ ὅσα ἀδικήματα εὐθύνονται ἀπέναντι τοῦ Ἔθνους. Ἀλλὰ δὲν δύνανται νὰ περιληφθῶσιν ἐν τῷ κλοιῷ τοῦ Ποινικοῦ Νόμου· θὰ δώσωσι λόγον ἐνώπιον τοῦ Λαοῦ καὶ ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§69ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αἱ λοιπαὶ ἐπερωτήσεις, κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀναβληθοῦν.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλονται. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται
εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
§71ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον. Αὔριον.
§72Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ψηφισθῇ ἀπόψε τὸ ὑπ’ ἀριθ. 10 νομοσχέδιον τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκαταστάσεως ἐν οἰκήματι τοῦ Πολιτικοῦ Γραφείου Πρωθυπουργοῦ».
§74Κ. ΜΕΛΑΣ. Ἐπὶ τούτου, κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω δύο λέξεις. Ἔχω μίαν ἀπορίαν, ὅτι ἐνῷ προκειμένου περὶ ἐξευρέσεως οἰκήματος διὰ τὸ Πολιτικὸν Γραφεῖον Πρωθυπουργοῦ ἀπαιτοῦνται μύριαι ὅσαι δυσχέρειαι, ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν, διὰ ποῖον λόγον, ἀφοῦ τὸ Κράτος ἔχει τὸ πελώριον κτίριον τῶν παλαιῶν Ἀνακτόρων, τὸ ὁποῖον μένει κενόν, δὲν χρησιμοποιεῖ τοῦτο δι’ Ὑπουργεῖα, Γραφεῖον Πρωθυπουργοῦ κλπ.
§75Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Προκειμένου περὶ χρησιμοποιήσεως τῶν παλαιῶν Ἀνακτόρων, δὲν νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα δύναται νὰ λυθῇ ἐκ τοῦ προχείρου. Ὑπάρχουσι πολλὰ συναφῆ θέματα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἐπιτρέψουν οὔτε κἂν συζήτησιν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου κ. συναδέλφου. Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις, εἰς τὴν ὁποίαν προβάλλεται μία τόσον εὔκολος λύσις, θὰ ἦτο εὐχαριστημένη ἂν ἠδύνατο ν’ ἀποδεχθῇ ταύτην.
§76Κ. ΜΕΛΑΣ. Ἐξ ὑπερβολικῆς λεπτότητος ἴσως ἡ Κυβέρνησις παρουσιάζει τὸ πρᾶγμα ὡς δύσκολον.
§77Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τοιοῦτος λόγος δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ τὰ Ἀνάκτορα εἶναι ὡρισμένον κτίριον δι’ Ἀνάκτορα.
§78Κ. ΜΕΛΑΣ. Μάλιστα. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὑπάρχει καὶ χρησιμοποιεῖται ἓν Ἀνάκτορον, διὰ ποῖον λόγον νὰ ὑπάρχῃ καὶ δεύτερον τοιοῦτον κενόν; Εἶναι κατάστασις αὐτή, νὰ μὴ εὑρίσκεται οἴκημα διὰ τὸ Πολιτικὸν Γραφεῖον τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως;
§79Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Καὶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ προαγορεύσαντος κ. συναδέλφου.
§80ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§81ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις, κύριε Πρόεδρε.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 6ην μ.μ. αὔριον. (Ὥρᾳ 8.15′ μ.μ.).