1914.02.24
6,682 rows · 51,888 words · 302 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 40
τῆς 24ης Φεβρουαρίου 1914.
(Δευτέρα ὥρα 4,25′ μ. μ.).
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ὁ κ. Γραμματεὺς παρακαλεῖται ν’ ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως·
§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). Ὑπάρχει ἀντίρρησίς τις κατὰ τῶν πρακτικῶν; (Οὐδεὶς ἀπαντᾷ). Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται· Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν· Οἱ ἐν Πίτσβουργ ἐγκατεστημένοι Ἕλληνες ἐκφράζουσι τὴν λύπην των διὰ τὴν ἀπόλυσιν τοῦ προξένου Βοστώνης Λ. Συναδινοῦ. Ὁ κ. Ι. Τριανταφύλλου παρακαλεῖ, ὅπως τῷ ἀπονεμηθῇ σύνταξις λόγῳ ἀνικανότητος πρὸς ἐργασίαν συνεπείᾳ δεκατριῶν τραυμάτων· Οἱ κάτοικοι Κλειτσοῦ τοῦ δήμου Κτημενίου παρακαλοῦσιν, ὅπως ἡ Βουλὴ μεριμνήσῃ διὰ τὴν μεταρρύθμισιν τῆς δασικῆς καὶ ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας· Ὁ κ. Ν. Βῆχος ζητεῖ, ὅπως τῷ δοθῇ προνόμιον εὑρεσιτεχνίας νέου εἴδους ἐκλογικῆς κάλπης διὰ σφαιριδίου. Οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς Θεσσαλονίκης κρατούμενοι καὶ λαβόντες ἀμνηστείαν κατάδικοι ἐκφράζουσι τὴν εὐγνωμοσύνην των καὶ πληροφοροῦσιν ὅτι ὁ κατάδικος Ἠλ. Μπουζιώτης ἐκ Καστορίας παρέσχε πολλὰς ὑπηρεσίας ἀφιλοκερδῶς· Ὁ ἐκ Φιλιατῶν Γ. Τσόγκος διαμαρτύρεται ἐξ ὀνόματος τῶν συμπατριωτῶν του ἐναντίον τοῦ Διοικητικοῦ ἐπιτρόπου Θεοδωρίδου, ὡς φερομένου αὐθαιρέτως κατὰ τοῦ δημάρχου Σωτηρίου· Ὁ ἐκ Κυπαρισσίας κρεοπώλης Ι. Ἰωαννίδης ἔχων ὀκτὼ τέκνα ἄρρενα καὶ μὴ δυνάμενος ὡς ἐκ τῆς πενίας νὰ σπουδάσῃ αὐτὰ παρακαλεῖ, ὅπως φοιτῶσιν ἀτελῶς εἰς τὰ γυμνάσια καὶ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον· Ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος Βόλου ὑποβάλλει σχέδιον νόμου περὶ προσθήκης εἰς τὸ ἄρθρον 30 τοῦ νόμου περὶ Δικηγόρων· Οἱ κάτοικοι τῆς κωμοπόλεως Μελιγαλᾶ τοῦ δήμου Οἰχαλίας παρακαλοῦσιν, ὅπως ἡ Βουλὴ προτάξῃ τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως νόμου τοῦ κ. Μερλοπούλου περὶ ὑδρεύσεως τῆς κωμοπόλεως Μελιγαλᾶ δι’ ἐκκλησιαστικῶν χρημάτων· Ὁ λαὸς τῆς κωμοπόλεως Λίμνης καὶ τῶν περιχώρων ἱκετεύουσι τὴν Βουλήν, ὅπως τροποποιήσῃ τὸν νόμον περὶ ῥητινοσυλλογῆς συμφώνως μὲ τὸ ὑποβληθὲν ὑπόμνημα ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας Παπαθανασίου καὶ Σία· Οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Νηλέως παρακαλοῦσιν, ὅπως ἡ Βουλὴ τροποποιήσῃ τὸν νόμον περὶ ῥητινοσυλλογῆς συμφώνως μὲ τὸ ὑποβληθὲν ὑπόμνημα ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας Παπαθανασίου καὶ Σία· Οἱ κάτοικοι τοῦ συνοικισμοῦ Πηλαλίστρα Κάρταλη τοῦ δήμου Εὔας παρακαλοῦσι τὴν Βουλήν, ὅπως ἀποτελέσωσιν ἰδίαν κοινότητα συμφώνως μὲ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου ͵ΔΝΖʹ. Ἡ ἐκ Θεσσαλονίκης Ἀσπασία σύζυγος Χ. Ναθοπούλου παρακαλεῖ, ὅπως ἀποφυλακισθῇ ὁ σύζυγός της. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Γεωργικοῦ Συλλόγου Φερῶν παρακαλεῖ, ὅπως ἀπαλλαγῶσιν οἱ γεωργοὶ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἢ τοῖς δοθῇ προθεσμία μέχρι 15 Αὐγούστου. Ἡ κοινότης τοῦ χωρίου Βιλίτσι τῆς Λαψίστης παρακαλεῖ, ὅπως λόγῳ τῆς καταστροφῆς τοῦ χωρίου της ἀπαλλαγῇ τοῦ φόρου οἰκοδομῶν· Ὁ ἐν ταῖς φυλακαῖς Θεσσαλονίκης κρατούμενος Ἠλ. Μπουζιώτης παρακαλεῖ, ὅπως ἀπαλλαγῇ τῆς ἀδίκου κατηγορίας· Ὁ ἐκ Λαρίσης Σπ. Θεοχαρόπουλος παρακαλεῖ, ὅπως τῷ δοθῇ σύνταξις, ἐπειδὴ ἐφονεύθη ὁ υἱός του, ἔφεδρος τοῦ 1910, εἰς τὴν μάχην τῶν Καϊλαρίων. Ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς δι’ ὁδοστατῶν συντηρήσεως τῶν ὁδῶν ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὑτῆς· Ὡσαύτως ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου περὶ ἑρμηνείας νομοθετικῆς τοῦ ͵ΓΥΚΓʹ νόμου· Ὡσαύτως ἡ ἐπιτροπὴ περὶ συστάσεως ταμείου εἰδικοῦ πρὸς ἐκτέλεσιν ἐπαρχιακῶν καὶ δημοτικῶν ἔργων ἐν Χαλκιδικῇ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Σπ. Θεοδωρόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Γ. Τσάμη.
§3ΣΠ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ πολίτης Γ. Τσάμης ὑπέβαλε μήνυσιν ἐναντίον ἀξιωματικοῦ τινος καὶ παραπονεῖται ὅτι ἡ ἐνέργεια τῶν ἀνακρίσεων ἐσταμάτησε πρὸ μηνῶν. Θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, νὰ διαβιβάσητε τὴν ἀναφορὰν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος, εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ διατάξῃ τὰ δέοντα.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινούσης τῆς Βουλῆς, ἡ ἀναφορὰ ἀποστέλλεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Οἱ κ. Ν. Σταματιάδης καὶ Α. Ἀποστολίδης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Κύμης.
§5Ν. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ. Κατὰ τοῦ τελώνου Κύμης ὑπεβλήθησαν, κύριε Πρόεδρε, ἐπανειλημμέναι ἀναφοραὶ καὶ καταγγελίαι πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐγὼ αὐτὸς μετὰ τοῦ κ. Ι. Μπουρνιᾶ ἐνεχείρισα τὴν μίαν τῶν καταγγελιῶν τούτων, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς καίτοι μᾶς εἶπεν ὅτι ἡ ὑπηρεσία ἔχει τὴν χειρίστην ἰδέαν περὶ τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ, ἐν τούτοις εἰς οὐδεμίαν ἐνέργειαν προέβη. Ἠναγκάσθημεν τότε νὰ κάμωμεν ἐπερώτησιν καὶ ἐζητήσαμεν τὸν σχετικὸν φάκελον. Τοῦτο μαθὼν ὁ τελώνης ἐξεμάνη καὶ ἐξῆλθεν εἰς τὸν ἐξώστην καὶ καθύβρισεν ὅλους τοὺς Βουλευτὰς Εὐβοίας. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ ἀρκεσθῇ μόνον εἰς τὸ νὰ μεταθέσῃ τὸν ὑπάλληλον τοῦτον, ἀλλὰ νὰ ἐνεργήσῃ ἐναντίον αὐτοῦ ὅ,τι εἰς τὴν περίστασιν ἐπιβάλλεται.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινούσης τῆς Βουλῆς, ἡ ἀναφορὰ ἀποστέλλεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Ὁ κ. Ν. Γαρδικιώτης ἔχει τὸν λόγον, ὅπως εἰσαγάγῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Νέας Κουτσούφλιανης.
§7Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε· εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι γνωστὴ ἡ ἱστορία τῆς Νέας Κουτσούφλιανης. Οἱ συμπολῖταί μου οὗτοι εἶχον τὴν ἀτυχίαν κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897 μετ’ ἐλεύθερον δεκαπενταετῆ βίον νὰ ὑπαχθῶσι καὶ πάλιν εἰς τὸν τουρκικὸν ζυγὸν ἕνεκα τῆς διαρρυθμίσεως τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς, καθ’ ἣν ὑπήχθησαν ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ὁμόρου τότε ἐπικρατείας. Ἕνεκα τούτου ἠναγκάσθησαν νὰ μετοικήσωσιν εἰς τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα. Πρὶν ἢ μετοικήσωσι πρὸ αὐτῶν τῶν ὀμμάτων τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς ἐνέπρησαν τὰς οἰκίας των καὶ ἀπῆλθον λαβόντες μεθ’ ἑαυτῶν τὰ ὀστᾶ τῶν προγόνων των καὶ τὰς εἰκόνας τῶν ἁγίων. Ἡ ἐλευθέρα Ἑλλὰς φόρον εὐγνωμοσύνης ἀποτίνουσα νὰ τοὺς ἐγκαταστήσῃ. Ὅθεν ἠγόρασε πρὸς τοῦτο καὶ ἐπρόκειτο νὰ κτήσῃ ἐκεῖ οἰκίας δι’ αὐτούς, ἐγένοντο δὲ καὶ τὰ σχεδιογραφήματα, ἀλλὰ διὰ τῆς γνωστῆς μεθόδου τῶν ἀναβολῶν δὲν κατωρθώθη νὰ ἀνεγερθῶσιν αἱ οἰκίαι, ἵνα στεγασθῶσιν οἱ ἀτυχεῖς Κουτσούφλιανεται. Ἐπανειλημμέναι αἰτήσεις ἐγένοντο καὶ ἐπανειλημμένως οἱ ἑκάστοτε Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔδωκαν ὑποσχέσεις ὅτι θὰ λάβωσι μέριμναν, ἀλλὰ μέχρι σήμερον οὐδὲν ἐγένετο. Διὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμήν, κ. Πρόεδρε, νὰ καταθέσω ἀναφορὰν τῶν συμπολιτῶν μου τούτων πρὸς τὴν Βουλήν, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ διαβιβάσητε τὸ ταχύτερον πρὸς τὸν ἁρμόδιον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος ἐλπίζω ὅτι ἐπὶ τέλους θὰ λάβῃ κἄποιαν πρόνοιαν καὶ δι’ αὐτὰ τὰ θύματα τοῦ πολέμου τοῦ 1897.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινέσει τῆς Βουλῆς ἀποστέλλεται πρὸς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν ἐν Πάτραις τελωνοφυλάκων.
§9Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Πρὸ 20 ἡμερῶν, κ. Πρόεδρε, τριμελὴς ἐπιτροπὴ τελωνοφυλάκων τοῦ Πειραιῶς ἔλαβε τὴν τιμὴν νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ὅπως ὑποδείξῃ τρόπον βελτιώσεως τῆς τύχης τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ εἰκοσαετίαν ὁλόκληρον ὑπηρέτησαν τὸ Κράτος καὶ πρὸς τοὺς ὁποίους ἡ Πολιτεία οὐδεμίαν ἔδωκε προσοχήν. Τὸ παράδειγμα τῶν τελωνοφυλάκων Πειραιῶς μιμοῦνται καὶ οἱ τελωνοφύλακες Πατρῶν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ ὁποίου βεβαίως ἡ ἀντίληψις πάντοτε ὑπῆρξεν εὐμενής, προκειμένου περὶ τοιούτου εἴδους ὑπαλλήλων, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην, τὴν ὁποίαν συνιστῶ δι’ θέρμης.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποστέλλεται ἐπίσης εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Ὁ κ. Δ. Χατζηγιάννης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν ἐμπόρων Κοζάνης.
§11Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε· κατὰ τὴν ἀνάκτησιν τῆς Κοζάνης ἐλλείψει ἐπιμελητείας συνέστη εἰδικὴ ἐπιτροπὴ ὑπὸ τῆς ἐν λόγῳ πόλεως, ἥτις ἀνέλαβε τὸ ἔργον τῆς τροφοδοσίας τοῦ ἐκεῖθεν διαβάντος Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ. Μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ οἱ ἀναφερόμενοι ἐνταῦθα ἔμποροι προσέφεραν τρόφιμα ἀξίας 16.000 δραχ., ἀνθ’ ὧν ἔλαβον ἀποδείξεις προσωρινὰς ἀπὸ τῶν σωμάτων, εἰς ἃ ἔδωκαν τὰ τρόφιμα. Τὰς ἀποδείξεις ταύτας ἐκράτησεν ὁ λοχαγὸς κ. Κυριάκης. Ἀνηνέχθησαν εἰς τὸν λοχαγὸν τοῦτον διὰ νὰ λάβωσι τὰς ἀποδείξεις, ἀλλ’ οὗτος ἐδήλωσεν ὅτι δὲν δύναται νὰ παραδώσῃ αὐτάς, ἐὰν δὲν δοθῇ διαταγὴ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀναφέρονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ τοῦτο ὅμως παραπέμπει αὐτοὺς εἰς τὰ οἰκεῖα Σώματα. Ἀλλὰ τὰ Σώματα συνεχωνεύθησαν ἤδη. Ἀναγκάζονται ὅθεν τώρα νὰ προσφύγωσιν εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν ζητοῦντες τὴν ἱκανοποίησιν τῶν δικαιωμάτων αὑτῶν, ἐφ’ ὅσον, βιοπαλαισταὶ ὄντες, δὲν δύνανται ὡς γράφουσι νὰ ἄρωσι τὰ ἐθνικὰ βάρη, καίτοι ἡ καρδία των θὰ ἦτο πρόθυμος εἰς τοῦτο. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως μελετήσῃ τὴν ἀναφορὰν των καὶ διατάξῃ τὴν ταχεῖαν περαίωσιν τῆς ὑποθέσεως.
§12ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Νὰ σταλῇ παρακαλῶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦδε σᾶς λέγω ὅτι ἡ δοθεῖσα διαταγὴ εἶναι σύμφωνος μὲ τὴν τάξιν. Πρέπει τὰ ἁρμόδια Σώματα νὰ ἐκκαθαρίσωσι τὰς ἀποδείξεις καὶ ἐξελέγξωσιν αὐτάς. Ἂς σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἡ ἀναφορὰ ἵνα δώσω νέας αὐστηροτάτας διαταγάς.
§13Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔδωκαν καὶ οἱ ἀλευρέμποροι τῆς Κοζάνης ἄλευρα καὶ ἐπληρώθησαν ἀμέσως.
§14ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ ἐπληρώθησαν, ἐν ὅσῳ ἦσαν ἐκεῖ ἀκόμη τὰ Σώματα.
§15Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἠξεύρω.
§16ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἴσως ἡ Βουλὴ καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς θὰ ἱκανοποιηθῇ, ἂν βεβαιώσω ὅτι θέλω προσαγάγει ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν σχέδιον νόμου περὶ ῥυθμίσεως τῶν ζητημάτων αὐτῶν.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τί ἐνήργησεν ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Λεχαινῶν–Σουλεϊμάναγα ζητούντων· 1) ὅπως δοθῇ εἰς τοὺς σεισμοπαθεῖς τὸ ἀναλογοῦν εἰς ἕνα ἕκαστον χρηματικὸν ποσὸν πρὸς ἐπισκευὴν τῶν διὰ τοῦ σεισμοῦ παθουσῶν οἰκιῶν των· καὶ 2) τίνα μέτρα ἔλαβεν, ὅπως διορθωθῇ τὸ τμῆμα Λεχαινῶν–Κυλλήνης, τῆς ὁποίας ἄμεσον ἀντίληψιν ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς κατὰ τὴν ἐκεῖ μετάβασίν του».
§18Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ προσωρινῶς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ πρώτη ἐρώτησις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἀφορᾷ εἰς τὰ χρήματα, τὰ συλλεχθέντα ὑπὲρ τῶν σεισμοπαθῶν δυνάμει Διατάγματος τοῦ 1909. Ἐπειδὴ ἀληθῶς δὲν ἐγένετο ἡ διανομὴ ὑπὸ τῆς πρώτης Ἐπιτροπῆς, ἐγὼ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν συνέστησα νέαν Ἐπιτροπὴν ὀλιγομελεστέραν ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Ἐπισκόπου Ἠλείας διὰ νὰ προνοήσῃ περὶ τῆς προσηκούσης διαθέσεως τῶν συλλεχθέντων χρημάτων. Ἂν ὑπάρχῃ παράπονόν τι ἐν σχέσει πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν ταύτην, παρακαλῶ νὰ μοὶ γνωσθῇ διὰ νὰ ἐνεργήσω ὅ,τι δεῖ, δὲν θὰ λείψω δὲ νὰ δώσω τὰς δεούσας διαταγάς. Ἀναφορικῶς πρὸς τὴν βʹ ἐρώτησιν δὲν δύναμαι νὰ δώσω ἀπάντησιν, διότι ὁ ἁρμόδιος τμηματάρχης δὲν μετέβη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον σήμερον ἅτε ἀσθενῶν. Λέγετε εἰς τὸ ἐρώτημά σας ὅτι ἄμεσον ἀντίληψιν ἔχει ὁ Ὑπουργὸς κατὰ τὴν ἐκεῖ μετάβασίν του. Ὑποθέτω ὅτι δὲν ἐννοεῖτε τὸν παρόντα Ὑπουργόν, διότι δὲν ἔσχον ἀτυχῶς τὴν εὐκαιρίαν νὰ μεταβῶ ἐκεῖ τελευταῖον.
§19Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον ἔδωκεν ἀπὸ μηνὸς σχετικὴν διαταγὴν πρὸς τὸν ἐργοδηγὸν Πύργου νὰ μεταβῇ ἐπὶ τόπου νὰ ἴδῃ τὸ μέρος τὸ διὰ τοῦ ἐρωτήματός μου ὑποδεικνυόμενον καὶ ὑποβάλῃ τὴν σχετικὴν μελέτην. Δυστυχῶς ὁ κ. ἐργοδηγὸς μέχρι τοῦδε οὐδὲν ἐνήργησε. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὸ ὄργανον αὐτὸ τῆς Πολιτείας ὅτι ἔχει χρέος νὰ ἐκτελῇ τὰς διαταγὰς τῶν προϊσταμένων του.
§20Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Βεβαίως θὰ διατάξω.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πετροπουλάκης ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν σκοπῇ νὰ λάβῃ μέτρον τι σχετικὸν διὰ τοὺς ἀνυποτάκτους ἐφέδρους καὶ κληρωτοὺς τοὺς ἐν ἀλλοδαπῇ διαμένοντας καὶ ἰδίᾳ ἐν Ἀμερικῇ.
§22ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐλήφθη ἤδη μέτρον δι’ αὐτοὺς διὰ τοῦ νόμου ͵ΔΓΞΕʹ. Ἄλλο μέτρον, τοὐλάχιστον ἐπὶ τοῦ παρόντος, δὲν σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ.
§23Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε· ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ διατυπώσω ἐγγράφως δύο ἐρωτήματα ἀναγραφέντα ἤδη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει καὶ ἀπευθυνόμενα πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὡς καὶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἔλαβον σχοινοτενῆ ἔκθεσιν ἐξ Ἀμερικῆς περὶ τῆς καταστάσεως τῶν αὐτόθι Ἑλλήνων. Ἐν τῇ ἐκθέσει ταύτῃ διεκτραγῳδεῖται ἡ κατάστασις τῶν ἐκεῖ ὁμογενῶν καὶ κρούεται ὁ κώδων τοῦ κινδύνου, ὅτι ἐκτὸς τῶν αἰτίων τὰ ὁποῖα ἐξαναγκάζουσιν εἰς ἐκπατρισμὸν τοὺς Ἕλληνας οἱ μεταβαίνοντες ἐκεῖ ἀτυχῶς πολὺ ταχέως θέλουσιν ἀφομοιωθῆ πρὸς τοὺς Ἀγγλοαμερικανοὺς καὶ θέλει ἀπολέσει ἡ Ἑλλὰς τοὺς Ἕλληνας τούτους, καίτοι ἐκεῖθεν μοὶ ἀπέστειλαν ἐφημερίδας διὰ τῶν ὁποίων φαίνεται ἡ μέριμνα, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς ἀποστολῆς τοῦ κ. Πεζᾶ ἐπιθεωρητοῦ τοῦ προξενικοῦ κλάδου, περιοδεύοντος ἐκεῖ ἐπὶ τῷ σκοπῷ τούτῳ. Μίαν ἐκ τῶν ἀφορμῶν τῆς καταστάσεως ταύτης ἀναφέρουσιν ἐν τῇ ἐκθέσει των οἱ εἰρημένοι ὁμογενεῖς τὴν μὴ καλὴν διεξαγωγὴν τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας ἐν Ἀμερικῇ, ὀνομάζουσιν ἐπιζήμιον καὶ χρηματολόγον τὴν διαγωγὴν τῶν ἐκεῖ προξενικῶν ὑπαλλήλων. Ἐκτὸς ὅμως τούτου ἀναφέρουσιν ὅτι ἡ διαγωγὴ τῶν ἐκεῖ ἱερέων, σταλέντων δὲν γνωρίζω πόθεν, οἵτινες συμπράτουσι μετὰ τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων, ἀπέβη ἀφόρητος διὰ τὸν βίον τῶν ἐκεῖ Ἑλλήνων. Ἐξαναγκάζουσιν αὐτοὺς διὰ τῆς συμπεριφορᾶς των αὐτῆς νὰ σκεφθῶσιν, ἂν πρέπῃ νὰ μεταβάλωσιν ὑπηκοότητα. Περὶ οὐδενὸς ἄλλου σκέπτονται οἱ ἱερεῖς οὗτοι ἢ περὶ δολλαρίων. Ὅτε ἐπρόκειτο—τὸ ὁποῖον μοὶ ἔκαμε μεγίστην ἐντύπωσιν—νὰ ἔλθωσιν ἐνταῦθα οἱ ἔφεδροι διὰ νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον, συνωμολόγησαν σύμβασιν μετὰ τῶν σιδηροδρομικῶν ἑταιρειῶν, αἵτινες πάλιν συνέπραττον μετὰ τῶν ἱερέων—(ἀλλὰ τίς οἶδε ποῖα ἀποβράσματα θὰ μετέβησαν ἐκεῖ—καὶ ἀνετίμησαν τοὺς ναύλους, ἐκ τῶν ὁποίων ἐλάμβανον ποσοστὰ οἱ ἐκεῖ ὑπάλληλοι τῶν προξενείων. Ἐπίσης ὑποδεικνύουσιν ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ μέριμνα καὶ περὶ συστάσεως σχολείων, διότι οἱ μείρακες, οἱ παῖδες, οἱ μεταβαίνοντες ἐκεῖ, εἰσαγόμενοι εἰς τὰ Ἀμερικανικὰ σχολεῖα μανθάνουσι τὴν Ἀγγλικὴν καὶ ἀπομανθάνουσι τὴν Ἑλληνικὴν καὶ ἐὰν δὲν ληφθῇ ἐγκαίρως πρόνοια ὑπάρχει φόβος μὴ ἀπολέσωμεν δεκάδας χιλιάδων Ἑλλήνων. Τονίζουσι δὲ καὶ τὸ ζήτημα τῶν ἀνυποτάκτων, οἵτινες εἶναι περισσότεροι τῶν δεκαπέντε χιλιάδων. Δὲν γνωρίζω, ἂν πάντες εἶχον λόγους δεδικαιολογημένους νὰ μὴ ἔλθωσι νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον. Πλεῖστοι ὅμως δὲν ἦλθον, διότι δὲν ἠδύναντο νὰ ἔλθωσιν. Εὑρέθησαν μεταξὺ δύο αἰσθημάτων, τοῦ καθήκοντος πρὸς τὴν Πατρίδα καὶ τοῦ καθήκοντος πρὸς τὴν οἰκογένειαν, τὴν ὁποίαν δὲν ἠδύναντο νὰ ἀφήσωσιν ἔκθετον, ὑπολογίζουσι δὲ ὅτι, ἐὰν ληφθῇ πρόνοιά τις περὶ αὐτῶν, εἶναι πρόθυμοι νὰ καταβάλωσιν 100, 200 καὶ 300 δολλάρια ὡς ἀντισήκωμα, ἐξ ὧν, ὡς ἀναφέρουσι, θὰ προκύψῃ ἓν ποσὸν 10–15 ἑκατομμυρίων διὰ νὰ μὴ ἐξαναγκασθῶσιν ἐπὶ ἀπειλῇ ποινῆς νὰ ἐκπατρισθῶσι καὶ νὰ μὴ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸ πάτριον ἔδαφος. Ταῦτα εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρὸς τοὺς ἁρμοδίους κ. Ὑπουργοὺς καὶ παρακαλῶ νὰ λάβωσι ταῦτα ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν. Ἐὰν δὲ δὲν ἔχῃ ἐντολὴν ὁ ἐπιθεωρητὴς τῶν Προξενείων, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν ἐντολὴν καὶ προβῇ ἐξετάζων καὶ ἐρευνῶν αὐστηρῶς τὸν τρόπον τῆς διαβιώσεως καὶ παραμονῆς τῶν Ἑλλήνων ἐν Ἀμερικῇ, ὅπως ληφθῇ ὁριστικὴ ἀπόφασις περὶ αὐτῶν, ἵνα μὴ ἀπολέσωμεν δεκάδας χιλιάδων Ἑλλήνων.
§24ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν μὲ συγκινοῦσι καθόλου τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λακωνίας Βουλευτοῦ, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀνυποτάκτους. Δύναμαι νὰ δεχθῶ ὅτι ὑπάρχουσι μεμονωμέναι τινες περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας οἱ μὴ προσελθόντες δὲν προσῆλθον ἐξ ἀπολύτου ἀδυναμίας ἵνα ἐκπληρώσωσι τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ ὅτι αἱ περιστάσεις αὗται ἦσαν τόσον γενικαί, ὥστε νὰ περιλάβωσι τὸν ἀριθμὸν δεκαπέντε χιλ. Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι, ὅτε ἠγωνίζετο ἡ πατρὶς τοὺς δύο δεινοτάτους τῶν πολέμων, αὐτοὶ εὑρίσκοντο μακρὰν μανθάνοντες ἀπὸ τὰς ἐφημερίδας τὰ γενόμενα. Οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ φέρωμεν εἰς τὴν Βουλήν, τόσον ταχέως μάλιστα, νομοσχέδιον διὰ νὰ προνοῶμεν περὶ τῆς θέσεως τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, ἔστω καὶ ἂν ἐπρόκειτο δι’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου νὰ πορισθῶμεν ὄχι τὰ 15 ἑκατομμύρια, ὡς εἶπε πρότερον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, ἀλλὰ πολὺ περισσότερα. Θὰ ἀναγνωρίσω ὅμως, Κύριοι, πολὺ προθύμως ὅτι τὰ πράγματα τῶν ἐν Ἀμερικῇ Ἑλλήνων δὲν ἔχουσι καλῶς, τά τε ἄλλα καὶ τὰ ἀφορῶντα τὴν παροχὴν εἰς αὐτοὺς προστασίας ὑπὸ τῶν ἑκασταχοῦ προξενικῶν ἀρχῶν. Δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ, ὅπως ἐξετάσω ἀορίστους κατηγορίας αἱ ὁποῖαι διετυπώθησαν. Εἶμαι πρόθυμος νὰ ἐξετάσω πᾶσαν ὡρισμένην κατηγορίαν, ἡ ὁποία θὰ διατυπωθῇ, ἀλλὰ γνωρίζω καὶ ἐγὼ καλῶς ἐκ πληροφοριῶν ἀπὸ πολλὰς πηγὰς ὅτι, δυστυχῶς, ἐπαναλαμβάνω, ἡ προστασία ἡ παρεχομένη πρὸς τοὺς Ἕλληνας τοὺς κατὰ ἑκατοντάδας χιλιάδων ἀριθμουμένους ἐν Ἀμερικῇ δὲν εἶναι ἡ προσήκουσα. Θὰ προσθέσω ἀκόμη καὶ ἓν ἄλλο· ὅτι ἡ πληροφορία τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ, καθ’ ἣν καὶ πολλοὶ τῶν ἱερέων δὲν εἶναι ἐντελῶς ἄξιοι τοῦ προορισμοῦ των, εἶναι ἀκριβής. Ἀκριβῶς δὲ διότι πάντα ταῦτα ἀπὸ πολλοῦ γνωρίζει ἡ Κυβέρνησις, ἔλαβε τὴν ἀπόφασιν ἵνα στείλῃ ἕνα τῶν ἐκεῖ προξενικῶν ὑπαλλήλων τοῦ Γεν. προξενείου τὸν κ. Πεζᾶν, μὲ τὴν ἐντολὴν νὰ μελετήσῃ εὐρύτατα ὅλον τὸ πρόβλημα τῶν ἐν Ἀμερικῇ Ἑλλήνων, τὸ τῆς προστασίας αὐτῶν, τῆς δημιουργίας Προξενικῶν ἀρχῶν ἐμμίσθων, αἱ ὁποῖαι νὰ προστατεύωσιν αὐτούς, νὰ μελετήσῃ δὲ ἀκόμη καὶ τὴν κατάστασιν τοῦ ἐκεῖ κλήρου μας καὶ ἐν γένει ὅλας τὰς περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας βιοῖ ὁ ἐν Ἀμερικῇ Ἑλληνισμός, ὅπως κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταναστεύσεως ἐν σχέσει πρὸς αὐτοὺς ληφθῶσι καὶ μέτρα συντονώτερα καὶ ῥιζικώτερα προστασίας τῶν ἐν Ἀμερικῇ Ἑλλήνων.
§25Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἤθελον νὰ δικαιολογήσω τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνυποτάκτων τῶν ἐν Ἀμερικῇ Ἑλλήνων, ὁ ὁποῖος πιθανὸν νὰ ἀνέρχηται εἰς 15,000, ἀλλ’ ἤθελον νὰ ὑποδείξω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὅτι ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς δὲν εἶναι ἀπότοκος τῆς ἀντιλήψεως ὅτι καίτοι ἐμάχοντο οἱ λοιποὶ Ἕλληνες ὑπὲρ Πατρίδος, ἐκεῖνοι ἐκάθηντο εἰς τὴν Ἀμερικὴν μακράν, ἀλλ’ εἶναι ἀπότοκος αὐτῶν τῶν αἰτίων τὰ ὁποῖα ἀνέφερον. Ἡ ἔλλειψις προστασίας ὑπὸ τῶν προξενικῶν ἀρχῶν, ἡ μὴ σύστασις σχολείων, ἡ ἀβελτερία τοῦ κλήρου ἀπεμάκρυνεν αὐτοὺς καὶ θὰ ἀπομακρύνῃ περισσοτέρους, ὥστε εἰς μίαν ἄλλην ἐθνικὴν ἀνάγκην θὰ ἔχωμεν 40,000 ἀνυποτάκτους, ἴσως καὶ πλείονας. Αὐτὴ εἶναι ἡ αἰτία μᾶλλον, ἧς ἕνεκα δὲν δύνανται νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκόν των πρὸς τὴν πατρίδα προσερχόμενοι καὶ οὐχὶ ἡ ἀδιαφορία.
§26ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ ἔκαμνον μίαν παράλειψιν μὴ ἀναφέρων τὴν ἐργασίαν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐν Ἀμερικῇ ἐκ μέρους τινῶν τῶν προξενείων μας διὰ νὰ διευκολύνωσι τὴν ἀποστολὴν τῶν ἐξ Ἀμερικῆς ἐπιστράτων. Τὴν γνωρίζει ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ ἑπομένως δὲν δύναται νὰ τὴν ἀρνῆται. Ἐγένετο ἐργασία κατὰ τὴν ὁποίαν ἐδαπανήθησαν πλέον τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν διὰ τὸν σκοπὸν αὐτόν.
§27Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Μάλιστα.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετροπουλάκης ὑποθέτω ὅτι ὑπεστήριξε καὶ τὴν ὑπ’ ἀριθμὸν 9 ἐρώτησιν.
§29Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Διὰ τὴν ὁποίαν καὶ ἐδόθη ἀπάντησις.
§30Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Μάλιστα.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Ἀραβαντινὸς «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν· 1) πότε θὰ ἀπολυθῶσιν οἱ ἀπαλλαγέντες τοῦ 1902· 2) ἂν θὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως χαρισθῇ εἰς τοὺς ἀπολυομένους τῆς κλάσεως 1910 ὁ χρόνος τῶν πειθαρχικῶν τιμωριῶν».
§32ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἰς τὴν ἐρώτησιν αὐτὴν παρέχω τὴν ἑξῆς πληροφορίαν· ὅτι μετὰ τὴν ἔλευσιν ἐδῶ καὶ τὴν ἀπόλυσιν τῶν ἐφέδρων τῆς κλάσεως 1910 θέλει διαταχθῆ ἡ μετάθεσις εἰς τὰ ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι Σώματα καὶ τῶν ἐφέδρων τοῦ 1911. Τότε θέλουσιν ἀπολυθῆ καὶ οἱ τοῦ 1902, δυνάμενοι πλέον νὰ ἀντικατασταθῶσιν ἐν ταῖς ἀστυνομίαις ὑπὸ τῆς κλάσεως τῶν τοῦ 1911, οἱ ὁποῖοι θὰ παραμένωσι χρόνον τινά. Θεωρῶ δὲ ἀναγκαῖον νὰ εἴπω τοῦτο ἐντεῦθεν διὰ νὰ ἡσυχάσωσιν, ὅτι δηλ. τοῦ 1910 ἀπολύονται, τοῦ 1902 θὰ ἀπολυθῶσι τάχιστα καὶ οἱ τοῦ 1911 θὰ ἀπολυθῶσιν, ὅταν περατωθῇ ἡ ἄσκησις τῶν ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις ἀσκουμένων.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Ἀραβαντινὸς «ἐρωτᾷ τοὺς κ. Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν πότε θὰ προσκληθῶσιν εἰς τὴν χωροφυλακὴν καὶ οἱ ὑπενωμοτάρχαι, οἱ ὑποβαλόντες αἰτήσεις ἐθελουσίας κατατάξεως καὶ ἔχοντες τὰ νόμιμα προσόντα.»
§34ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ ἐρώτησις αὐτὴ συνδέεται μετὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 16 ἐρωτήσεως. Ἡ προαγωγὴ τῶν ὑπενωμοταρχῶν εἰς ἐνωμοτάρχας ἀνεβλήθη μέχρις ὅτου γίνωσι προαγωγαὶ χωροφυλάκων εἰς ὑπενωμοτάρχας.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Ἀραβαντινὸς «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν θὰ ληφθῇ μέτρον εἰσάγον ὑπὲρ τῶν καταδικασθέντων δι’ ἀποφάσεων τοῦ Στρατοδικείου τῆς Παλαιᾶς Κρητικῆς Πολιτείας τὸ εὐεργέτημα τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν δικῶν αὐτῶν».
§36ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα. Εἶναι ἄξιον μεγάλης προσοχῆς.
§37Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δύναμαι νὰ φέρω ἓν παράδειγμα καταδικασθέντος ὑπὸ τοῦ Στρατοδικείου. Ἐμελέτησα τὴν δικογραφίαν διὰ νὰ ἴδω, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξετασθῇ ἐκ νέου ἡ ὑπόθεσις, παρετήρησα δὲ ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο δὲν εἰσήχθη ὑπὸ τὸ καθεστὼς τὸ δικονομικὸν ἐν Κρήτῃ, τὸ ὁποῖον καθεστὼς εἰσήχθη ὑπὸ τῶν Ναυάρχων πρὸ τῆς καθόδου τοῦ Πρίγκιπος Γεωργίου. Νομίζω ἐντεῦθεν ὅτι νομοθετικῶς δύναται νὰ διορθωθῇ.
§38ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι ἄξιον προσοχῆς καὶ θὰ τὸ ἐξετάσω.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Φίλιος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ, ἐὰν ἔλαβε γνῶσιν τῶν παραπόνων τῶν συγγενῶν τῶν ἐπιλοχιῶν Ἀθ. Σταματάκη, Γεωργ. Ζωγλωπίτου καὶ Ν. Μαργαρίτου 1ου Εὐζωνικοῦ Συντάγματος, οἵτινες δὲν προήχθησαν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ, διότι οἱ προϊστάμενοί των διοικηταὶ δὲν ὑπέβαλον ἐκθέσεις, καίτοι ἔλαβον οὗτοι μέρος εἰς ἀμφοτέρους τοὺς πολέμους καὶ ἔδειξαν ἀπαράμιλλον ἀνδρείαν καὶ ἐνέργειαν».
§40ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ ἀπάντησίς μου εἶναι ὅτι δὲν προήχθησαν, διότι δὲν ὑπεβλήθησαν ἐκθέσεις.
§41Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Αὐτοὶ ἐτραυματίσθησαν εἰς ἀμφοτέρους τοὺς πολέμους.
§42ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν εἶσθε δυστυχῶς ὁ προϊστάμενος, τὸν ὁποῖον προβλέπει ὁ νόμος, ὅπως βεβαιώσητε τοῦτο.
§43Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Νὰ ἐξετάσητε διατί δὲν ὑπεβλήθησαν· διὰ τὸν αʹ ἢ διὰ τὸν βʹ λόγον, διότι αὐτοὶ ἐτραυματίσθησαν.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Φίλιος παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ἡ δημοσία ὁδὸς Τσιοτίου (Ἀλῆ ἐφέντη Γέφυρα) παρελήφθη ὑπὸ τοῦ Δημοσίου καὶ πότε; πόσα χρήματα ἐδαπανήθησαν καὶ ἂν σκέπτηται νὰ κατασκευάσῃ αὐτὴν τὸ Δημόσιον.
§45Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἀπαντῶ ὅτι διετάχθη ὁ νομομηχανικὸς Τρικκάλων νὰ ὑποβάλῃ σχετικὴν ἔκθεσιν.
§46Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Ἐδαπανήθησαν χρήματα χιλιάδων δραχμῶν καὶ δὲν ὑπάρχει γέφυρα.
§47ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κατεσκευάσθη.
§48Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Κατεσκευάσθη, ὅπως ἤθελεν ὁ ἐργολάβος καὶ δι’ αὐτὸ οὐδεμία γέφυρα ὑπάρχει. Παρελήφθη ἀπὸ τὸ Δημόσιον ἢ ὄχι; Ἐδαπανήθησαν 100,000 δραχ. χωρὶς νὰ συντάξῃ μελέτην τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων.
§49Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Θὰ ἐξετάσω καὶ πάλιν.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Φίλιος παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν θὰ γίνωσιν οἱ προβιβασμοὶ τῶν παραληφθέντων ἀξιωματικῶν καὶ πότε;
§51ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ γίνωσι καὶ νέοι προβιβασμοὶ μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐκθέσεων.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Π. Τσαλδάρης, Σ. Βακράτσας καὶ Κ. Κοντόσταυλος παρακαλοῦσι τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διατί βραδύνει ἡ ἐπικύρωσις τοῦ πίνακος τῶν ὑποψηφίων διὰ τὴν θέσιν τῶν ἐνωμοταρχῶν καὶ ὑπενωμοταρχῶν, ὅστις ὑπεβλήθη ἀπὸ δύο καὶ πλέον μηνῶν.
§53ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁ πίναξ θὰ κυρωθῇ ἄνευ ἀναβολῆς. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Ν. Τριανταφυλλᾶκος, Δ. Καλέργης, Π. Σπυράκης, Μ. Στελλάκης, Σ. Τσακόπουλος, Ν. Λεωνίδας, Κ. Κουμουνδοῦρος, Σ. Σακελλαριάδης, Κ. Σοκόλης καὶ Π. Τσαλδάρης παρακαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἀνακοινώσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, οἵτινες ὑπηγόρευσαν τὸν ἀποκλεισμὸν τῶν Ἁγίων Σαράντα καὶ καταθέσῃ τὴν περὶ τοῦ ἀποκλεισμοῦ τούτου ἀναγγελίαν καὶ τὰς διαταγὰς αἵτινες ἐδόθησαν πρὸς τὰς ἐν Ἠπείρῳ πολιτικάς, στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς ἀρχὰς περὶ τῆς τηρητέας παρ’ αὐτῶν στάσεως ἀπὸ τῆς στιγμῆς τῆς ἐκρήξεως τοῦ ἐν Βορείῳ Ἠπείρῳ κινήματος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§55Γ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως, ἥτις ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ δώσω τῇ Βουλῇ τὰς ἑξῆς πληροφορίας. Ἡ Κυβέρνησις μαθοῦσα ἐκ τηλεγραφήματος πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ὅτι ἐν Ἁγίοις Σαράντα κατελύθησαν αἱ ἡμέτεραι ἀρχαὶ καὶ ὅτι ὑπείκουσαι εἰς τὴν ἀσκηθεῖσαν κατ’ αὐτῶν βίαν ἠναγκάσθησαν νὰ μεταβῶσιν εἰς Κέρκυραν μετὰ σύσκεψιν ἐν Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ ἀπεφάσισεν, ὅπως προβῇ εἰς ἀστυνομικὸν μέτρον, εἰς ἀποκλεισμὸν τουτέστι τοῦ ὅρμου τῶν Ἁγίων Σαράντα μέχρις ἀποστάσεως τριῶν μιλίων ἀπὸ τῆς ἀκτῆς. Ὁ ἀποκλεισμὸς ἤρχισε τῇ 22 Φεβρουαρίου ὥρᾳ 12 μεσημβρίᾳ. Ἐπὶ τῇ ἀποφάσει ταύτῃ ἐξεδόθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν αἱ ἑξῆς διαταγαὶ (ἀναγινώσκει): «Κυβερνήτην «Εὐρώτα» καὶ «Πηνειοῦ» Κέρκυραν. Διατάσσω, ὅπως «Εὐρώτας» προσλαμβάνων ὑπὸ τὰς διαταγάς του «Πηνειόν» ἐνεργήσῃ στενὸν ἀποκλεισμὸν Ἁγίων Σαράντα. Πλοῖα θὰ μείνωσιν ἔξω αἰγιαλίτιδος ζώνης τριῶν μιλίων, ἐναλλάσωσι δ’ ὑπηρεσίαν ἀναλόγως ἀνάγκης. Εἰς οὐδὲν ἀπολύτως πλοῖον νὰ ἐπιτρέψητε εἴσπλουν εἰς Ἁγίους Σαράντα. Παντὸς τυχὸν εὑρισκομένου εἰς λιμένα Ἁγίων Σαράντα πλοίου ἐπιτρέψατε ἔκπλουν. Ἀποκλεισμὸς δέον ἀρχίσῃ μεσημβρία 22 Φεβρουαρίου. Γνωρίσατε λῆψιν παρόντος ἐπαναλαμβάνοντες τοῦτο.
Ὑπουργὸς
Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ»
Καίτοι δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἀποκλεισμοῦ κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ διεθνοῦς δικαίου, κατὰ τὸν τεχνικὸν ὅρον τοῦ δικαίου ἐπεβάλλετο ἡ ἀνακοίνωσις τοῦ ληφθέντος τούτου ἀστυνομικοῦ μέτρου εἰς τὰς Δυνάμεις τὰς διοικούσας κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην τὴν Ἀλβανίαν τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσον πλοῖά τινων τῶν Δυνάμεων τούτων καθημερινῶς προσορμίζονται εἰς τὸν ὅρμον τῶν Ἁγίων Σαράντα. Οὕτως ἡ Κυβέρνησις ἀπέστειλε τὴν 21 Φεβρουαρίου 1914 πρὸς τὰς Πρεσβείας τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα (ἀναγινώσκει)· «Ἐπειδὴ ἐνώπιον ἐπαναστατικῶν δυνάμεων ἐπιτόπιοι ἑλληνικαὶ ἀρχαὶ Ἁγίων Σαράντα ἠναγκάσθησαν νὰ ὑποχωρήσωσι πρὶν ἢ φθάσωσι δύο τάγματα διαταχθέντα νὰ μεταβῶσιν ἐπιτόπου πρὸς προστασίαν αὐτῶν, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ προβῇ, ἀστυνομικὸν μέτρον λαμβάνουσα, εἰς τὸν ἀποκλεισμὸν λιμένος Ἁγ. Σαράντα μέχρις ἀποστάσεως 3 ναυτικῶν μιλίων ἀπὸ τῆς ἀκτῆς, ἀφ’ ἑνὸς μὲν πρὸς παρεμπόδισιν τελεσφόρου λειτουργίας ἀρχῶν προσωρινῆς Κυβερνήσεως, ἀφ’ ἑτέρου δὲ πρὸς πρόληψιν ἐπεισοδίων διεθνοῦς φύσεως δυναμένων νὰ λάβωσι χώραν, ἐὰν εἰς παρούσας περιστάσεις ὑπὸ ξένην σημαίαν πλοῖα ἤρχοντο εἰς Ἁγίους Σαράντα. Εἴσπλους εἰς ἐν λόγῳ λιμένα ἐμποδίζεται εἰς οἱασδήποτε σημαίας πλοῖα. Παρακαλῶ νὰ γνωρίσητε ἐπειγόντως ἀνωτέρω Κυβερνήσει, παρ’ ᾗ εἶσθε διαπεπιστευμένος, καὶ ν’ ἀνακοινώσητε προφορικῶς ὅτι μέτρον ἀποκλεισμοῦ ἀρθήσεται ἐν ᾗ περιπτώσει Δυνάμεις ζητήσωσι τοῦτο. Ἀποκλεισμὸς ἤρξατο μεσημβρίαν 22 Φεβρουαρίου. (ὑπογρ.) ΣΤΡΕΙΤ» Συνάμα ἡ Κυβέρνησις ἐγνωστοποίησε τὸ ληφθὲν μέτρον πρὸς τὴν ἡμετέραν Γενικὴν Διοίκησιν Ἰωαννίνων μετὰ τῆς ἐντολῆς, ὅπως φέρῃ τὸ πρᾶγμα εἰς γνῶσιν τοῦ κ. Ζωγράφου, πρὸς τὸν ὁποῖον ἐξηγεῖτο ἡ ἀνάγκη, ἡ προκαλέσασα τὸν ἀποκλεισμόν, καὶ συγχρόνως ἐφιστᾶτο ἡ προσοχὴ αὐτοῦ ἐπὶ τὰς βαρείας εὐθύνας, τὰς γενικωτέρου ἐνδιαφέροντος εὐθύνας, ἃς ἐπάγεται ἡ κατάλυσις τῶν ἡμετέρων ἀρχῶν τῶν Ἁγίων Σαράντα. Ἡ Κυβέρνησις ἐδήλου πρὸς τὸν κ. Ζωγράφον διὰ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ Ἰωαννίνων ὅτι, εὐθὺς ὡς καθίστατο δυνατὴ ἡ λειτουργία τῶν ἡμετέρων ἀρχῶν τῶν Ἁγίων Σαράντα, τὸ μέτρον ἤθελεν ἀρθῇ καὶ πρὸ τῆς ἐκκενώσεως τῶν ἐπιδικασθέντων μερῶν εἰς τὴν Ἀλβανίαν ὑπὸ τῶν ἡμετέρων στρατευμάτων. Εἰς ἀπάντησιν ἐλάβομεν τηλεγραφήματα τῆς Γενικῆς Διοικήσεως Ἰωαννίνων, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· «Ἰωάννινα τῇ 22 Φεβρουαρίου 1914 Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν Ἀθήνας. (Ἐξαιρετικῶς ἐπεῖγον) Κατόπιν τηλεγραφήματος ὑμῶν προέβην εἰς κατάλληλα διαβήματα παρὰ τῷ κ. Ζωγράφῳ, ὅστις μοὶ ἀπήντησεν ὡς ἑξῆς: «Μὲ παρεμπόδισιν μέσων συνεννοήσεως καὶ συγκοινωνίας καὶ ἐν τῇ βίᾳ τῆς πρώτης στιγμῆς ἀδύνατον ἐστάθη νὰ λειτουργήσῃ ὑπηρεσία ἱεραρχικῶς· οὕτως ἐγένετο κατάλυσις καὶ ἀπέλασις ἀρχῶν Ἁγίων Σαράντα προσκαίρως καὶ ἐν ἀγνοίᾳ μου. Κύριος Καραπάνος μεταβὰς ἀργὰ ἐλλείψει συγκοινωνίας οὔτε κἂν τὰς ἀπελαθείσας ἀρχὰς εὗρεν ἐν Ἁγίοις Σαράντα, ἵνα τύποις ἐγκαταστήσῃ καὶ πάλιν αὐτάς. Δέον προσέτι νὰ κατανοήσῃ ἡ Κυβέρνησις ὅτι δὲν δυνάμεθα ἀναμείνωμεν παράδοσιν ὅλων μερῶν ἵνα ἀρχίσωμεν ἄμυναν. Περιττὸν ἑπομένως νὰ μοὶ ἐπιρρίπτωνται ξέναι εὐθῦναι βαρύταται. Προσπαθήσωμεν ἐν τούτοις κανονίσωμεν ἐπὶ τόπου ζήτημα Ἁγίων Σαράντα ἐν πνεύματι διαλλακτικῷ· ὅθεν ἀνάγκη ν’ ἀποσταλῇ αὐτοκίνητον, ἐπαναληφθῇ ἡ ἄνευ λόγου διακοπεῖσα συγκοινωνία».
Ἐντολῇ Γεν. Διοικητοῦ
ΦΟΡΕΣΤΗΣ»
Καὶ τοῦτο μὲν τὸ ἱστορικὸν τῆς ὑποθέσεως τοῦ ληφθέντος ἀστυνομικοῦ μέτρου, ἐθεώρησε δὲ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐπιβαλλόμενον τὸ μέτρον τὸ ἀστυνομικὸν τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῶν Ἁγίων Σαράντα, πρωτίστως ὅπως προλάβῃ ἐνδεχομένας ὑπερβασίας τῶν ἐπαναστατικῶν ἀρχῶν, αἵτινες ἱδρύθησαν ἐν Ἁγίοις Σαράντα κατὰ τῶν πάσης ἐθνικότητος πλοίων, τὰ ὁποῖα εἰσπλέουσιν εἰς τὸν λιμένα τοῦτον, ὑπερβασίας δυναμένας νὰ προκαλέσωσι διεθνεῖς περιπλοκὰς ἢ καὶ διεθνεῖς ἐνεργείας ἐκ μέρους τῶν Δυνάμεων. Ἡ ἀπόφασις αὕτη τῆς Κυβερνήσεως εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰς ἀναληφθείσας ἀπέναντι τῶν Δυνάμεων ὑποχρεώσεις καὶ ἐντὸς τῶν ὑποχρεώσεων τούτων ἐνήργησεν· ἀνταπεκρίνετο δὲ τὸ μέτρον τοῦτο ἀπὸ πάσης ἀπόψεως καὶ ἐν τῷ συμφέροντι αὐτῷ τῶν Ἑλληνικῶν πληθυσμῶν καὶ εἰς τὴν εὔλογον μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως διατηρηθῇ ἡ τάξις ἐν τῇ χώρᾳ τῇ ἐπιδικασθείσῃ εἰς τὴν Ἀλβανίαν μέχρις ἐκκενώσεως ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Εὐτυχῶς πρό τινων στιγμῶν ἐλήφθη τηλεγράφημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ζωγράφος μεταβαίνων εἰς Ἁγίους Σαράντα οὐδεμίαν προβάλλει ἀντίρρησιν κατὰ τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν Ἀρχῶν ἐν Ἁγίοις Σαράντα, αἵτινες καὶ ἀποκατασταθήσονται. Οὕτω δέ, ὡς ἐκ τῶν ὑστέρων ἀποδείκνυται, ἡ ἀπόφασις τῆς Βασιλικῆς Κυβερνήσεως ἦτο πλέον ἢ δεδικαιολογημένη. Ζητῶ τὴν ἄδειαν, Κύριοι, ὅπως ἐπωφεληθῶ τῆς εὐκαιρίας, ἥτις μοὶ παρέχεται ἵνα προβῶ καὶ εἰς περαιτέρω ἀνακοινώσεις εἰς τὴν Βουλήν. Οἱ κύριοι Πρεσβευταὶ τῆς Αὐστρίας καὶ Ἰταλίας εἰς ἀπάντησιν μέρους τῆς ἡμετέρας πρὸς τὰς Δυνάμεις διακοινώσεως, προσχωροῦντος, ὡς μοὶ ἐδηλώθη, καὶ τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Γερμανίας εἰς τὸ διάβημα τοῦτο, μοὶ ἐδήλωσαν χθὲς προφορικῶς τὰ ἑπόμενα (ἀναγινώσκει)· «1ον. Κατὰ πρότασιν τῶν Κυβερνήσεων αὐτῶν, ἡ ἐν Αὐλῶνι Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ ἔλαβε τὴν ἀπόφασιν, ἥτις κατεχωρίσθη εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι ἐν Ἀλβανίᾳ πλήρης ἐξασφαλίζεται ἰσότης ἐν τοῖς δικαιώμασι τῶν διαφόρων θρησκευμάτων καὶ ἐν τῇ χρήσει πασῶν τῶν ἐν Ἀλβανίᾳ γλωσσῶν. Αἱ δύο Δυνάμεις θέλουσι δώσει εὐρυτάτην δημοσιότητα τῇ ἀποφάσει ταύτῃ, δηλοῦσι δὲ τῇ Ἑλληνικῇ Κυβερνήσει ὅτι τίθενται ἐντελῶς ἐπὶ τῆς βάσεως τῆς ῥηθείσης ἀποφάσεως καὶ θέλουσιν ἀσκήσει πᾶσαν αὐτῶν τὴν ἐπίδρασιν πλήρους αὐτῶν πραγματοποιήσεως. 2ον. Τὰ δύο ἀνακτοβούλια νοοῦσιν ἰσχύουσαν τὴν μετὰ τοῦ κ. Βενιζέλου συνεννόησιν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν διαῤῥύθμισιν τῶν Ἑλληνοαλβανικῶν συνόρων. Τῆς πραγματοποιήσεως τῶν συνοριακῶν τούτων διαρρυθμίσεων θέλουσιν ἐπιληφθῇ τὰ δύο ἀνακτοβούλια, εὐθὺς ὡς τὰ Ἑλληνικὰ στρατεύματα ἐκκενώσωσι τὴν προσαρτηθεῖσαν τῇ Ἀλβανίᾳ χώραν. 3ον. Ἡ ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος προταθεῖσα διαρρύθμισις τῶν συνόρων τοῦ Καζᾶ τῆς Κορυτσᾶς εὕρηται ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὰς Λονδινίους ἀποφάσεις καὶ θὰ ἦτο ἀποκλειστικῶς ἐπὶ ζημίᾳ τῆς Ἀλβανίας. Αἱ δύο Κυβερνήσεις δὲν εὑρίσκονται ἑπομένως εἰς θέσιν νὰ συναινέσωσι καὶ ὀφείλουσι νὰ ἐπιμείνωσιν εἰς τὴν πλήρη ἐκκένωσιν τοῦ διαμερίσματος τούτου, συμφώνως ταῖς ληφθείσαις ὑπὸ τῶν Δυνάμεων ἀποφάσεσι. 4ον. Ὅσον διὰ τὰς λεπτομερεστέρας εὐχὰς ἃς ἐξέφρασεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὡς π.χ. τὴν περὶ προσλήψεως καταλλήλων τοπικῶν στοιχείων ἐν νοτίῳ Ἀλβανίᾳ εἰς τὴν Ἀλβανικὴν χωροφυλακήν, αἱ δύο Κυβερνήσεις γενικῶς εἶναι διατεθειμέναι νὰ λάβωσιν αὐτὰς ὑπ’ ὄψιν καὶ συστήσωσι τῷ Πρίγκιπι τῆς Ἀλβανίας». Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀνακοίνωσις, ἥτις ἐγένετο προφορικῶς ὑπὸ τῶν Πρεσβευτῶν Ἰταλίας καὶ Αὐστρίας, προσχωροῦντος καὶ τοῦ Γερμανοῦ πρεσβευτοῦ. Ἡ ὑπὸ μέρους μόνον τῶν Δυνάμεων, πρὸς ἃς ἀπηυθύνετο ἡ ἡμετέρα διακοίνωσις, ἀπάντησις αὕτη μετὰ τὰ ἐπανειλημμένα διαβήματα εἰς ἃ προέβημεν πρὸς τοὺς ἐνταῦθα πρεσβευτάς τῶν Δυνάμεων καὶ διὰ τῶν ἡμετέρων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ πρέσβεων, ὅπως ἐπισπευσθῇ ἡ ἀπάντησις πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τῶν Δυνάμεων, ἡ ὑπὸ μέρους, λέγω, τῶν Δυνάμεων διακοίνωσις αὕτη εἰσηγεῖται πιθανῶς ὑπὸ τῆς ἐπιθυμίας τῆς Αὐστρίας καὶ Ἰταλίας, ὅπως τὸ ταχύτερον δώσωσι τὴν διαβεβαίωσιν σχετικῶς πρὸς τὰς προτάσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ πρὶν ἢ ἐπέλθῃ ἡ συνεννόησις τῶν ἕξ Δυνάμεων περὶ τῶν λεπτομερειῶν τῆς ἐγγράφου αὐτῶν πρὸς τὴν Ἑλλην. Κυβέρνησιν ἀπαντήσεως. Ἡ ἀνακοίνωσις αὕτη ἐνισχύει τὴν βάσιμον ἐλπίδα, ἣν εἶχεν ἀνέκαθεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἡ ἀπάντησις τῶν Μ. Δυνάμεων, ὅταν αὕτη διατυπωθῇ, θὰ ἀνταποκρίνηται πρὸς τὰς προτάσεις αἵτινες ἀνεκοινώθησαν αὐτοῖς ὑπὸ τῆς Βασιλικῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ ἀπαντήσει αὐτῆς εἰς τὴν διακοίνωσιν τῶν Μ. Δυνάμεων. Τὰ ἔγγραφα, περὶ ὧν πραγματεύεται τὸ δεύτερον μέρος τῆς ὑποβληθείσης ἐπερωτήσεως, εἶναι κατατεθειμένα ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Βουλῆς.
§56ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὰ τὰ ἔγγραφα δὲν θὰ κατατεθῶσι;
§57Γ. ΣΤΡΕΪΤ. Εἶναι πάντα κατατεθειμένα ὅσα σχετίζονται πρὸς τὸν ἀποκλεισμὸν ἐκτὸς τοῦ πρὸ ὀλίγου ληφθέντος τηλεγραφήματος περὶ μεταβάσεως τοῦ κ. Ζωγράφου εἰς Ἁγίους Σαράντα.
§58Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ τὰ τῆς προφορικῆς ἀνακοινώσεως;
§59Γ. ΣΤΡΕΪΤ. Ὄχι αὐτὸ δὲν εἶναι κατατεθειμένον.
§60Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αὐτὸ παρακαλῶ νὰ κατατεθῇ.
§61Γ. ΣΤΡΕΪΤ. Κατατίθημι ὅσα εἶπον περὶ τοῦ περιεχομένου τῆς προφορικῆς διακοινώσεως τῶν δύο πρεσβευτῶν καὶ τὸ τηλεγράφημα περὶ μεταβάσεως τοῦ κ. Ζωγράφου εἰς Ἁγίους Σαράντα. Τὰ λοιπὰ εἶναι κατατεθειμένα.
§62Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἡ ὑποβληθεῖσα παρ’ ἡμῖν ἐπερώτησις, Κύριοι Βουλευταί, ἕνα εἶχε σκοπόν· νὰ δώσῃ διέξοδον εἰς τὴν ὀδύνην, ἡ ὁποία κατέχει τὰς ψυχὰς πάντων ἡμῶν ἐπὶ τοῖς τελουμένοις, διότι μετὰ τὰ προχθὲς λεχθέντα ἐν τῇ Βουλῇ ἀπροσδοκήτως ἐμανθάνομεν τὸν ἀποκλεισμὸν τοῦ Ἠπειρωτικοῦ λιμένος τῶν Ἁγ. Σαράντα ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος· τὴν πρᾶξιν ταύτην, ὅσον καὶ ἂν θέλωμεν νὰ τὴν περικαλύψωμεν διὰ τῶν ὡραίων λόγων καὶ διὰ τῶν διπλωματικῶν ὅρων, ἀναμφισβητήτως πρέπει νὰ θεωρήσωμεν ὡς πρᾶξιν ἐχθρικὴν πρὸς τὸ Ἠπειρωτικὸν κίνημα, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβεν ὁ γενναῖος Λαὸς τῆς Ἠπείρου, οὗ ἡγοῦνται μεγάλοι πατριῶται ἀγωνιζόμενοι ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας αὐτοῦ, ὁ γνωρίζων νὰ ἐκτιμᾷ τοὺς κινδύνους οὓς διατρέχει κάλλιον ἡμῶν. Διότι βεβαίως εἰς τὰς ψυχὰς ἡμῶν, Κύριοι, ὅταν βλέπωμεν προϊστάμενον τοῦ ἀγῶνος ἄνδρα ὡς τὸν κ. Ζωγράφον, τὸν ὁποῖον πάντες ἐγνωρίσαμεν ἐνταῦθα παρακαθήμενον, τοῦ ὁποίου τιμῶμεν ὄχι μόνον τὴν μόρφωσιν, ἀλλὰ καὶ τὴν μεγάλην φιλοπατρίαν, εἰς τὰς ψυχάς, λέγω, πάντων ἡμῶν ἐγεννήθη πεποίθησις ὅτι καλλίτερον κρίνουσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες κινδυνεύουσιν, ἢ ἡμεῖς οἵτινες εὑρισκόμεθα ἐνταῦθα. Ἀλλ’ ἐρωτῶσιν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους· εἶναι πρέπον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ τοιαύτην στάσιν ἀπέναντι τοιούτου ἁγνοῦ κινήματος λαμβάνουσα οἷα ἔλαβεν αὐστηρὰ μέτρα καὶ οἷα βλέπομεν πραγματοποιούμενα; Δὲν ἤρκει ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἡ τήρησις τῶν ὑπεσχημένων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐξετάσωμεν, ἂν καλῶς ὑπεσχέθησαν, δὲν ἤρκει, λέγω, ἡ τήρησις τῶν ὑπεσχημένων ἁπλῶς, ἀλλ’ ἦτο ἀνάγκη νὰ ὠθήσῃ ἡ Κυβέρνησις τὰς ἐνεργείας αὐτῆς μέχρι φανερᾶς ἐχθρότητος; Εἶναι ἀνάγκη ἡ Πατρὶς ἡμῶν νὰ παρουσιάσῃ τοιοῦτο θέαμα μετὰ πόλεμον τὸν ὁποῖον διεξηγάγομεν, ὅπως ἀπελευθερώσωμεν τοὺς ἀδελφοὺς ἡμῶν, ἡμεῖς αὐτοὶ νὰ ἐνεργῶμεν κατ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι οὐδὲν ἄλλο πράττουσιν ἢ νὰ ἐμμείνωσιν εἰς τὰς ἐθνικάς τῶν ἰδέας, εἰς τὰς ἐθνικὰς αὐτῶν παραδόσεις καὶ πεποιθήσεις καὶ νὰ μάχωνται ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐδώσαμεν θυσιάσαντες τὰ τέκνα ἡμῶν; Ὅσον καὶ ἂν ἐκπλησσώμεθα διὰ τὸ θάρρος μετὰ τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις ἀνέλαβε τὸν ἀγῶνα, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ συγκινῇ πάντα ἄνθρωπον ἡ ἰδέα, ὅτι διὰ τῶν ἰδίων ἡμῶν πλοίων, διὰ τῶν ἰδίων ἡμῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων προσπαθοῦμεν νὰ ἐκχωρήσωμεν εἰς ἄλλην χώραν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐγεύθησαν τῆς ἐλευθερίας ἐπὶ ἓν ἔτος καὶ τῆς ἀγαθῆς διοικήσεως τῆς χώρας, ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐμμένουσιν εἰς τὰ πατριωτικά των αἰσθήματα καὶ γενναίως ἀγωνίζονται τὸν ἔσχατον ἀγῶνα. Καὶ ἀγωνίζονται οὐχὶ μόνον ἐκεῖνοι, ἀλλὰ παρ’ αὐτοὺς ἀγωνίζονται καὶ Μουσουλμᾶνοι ἐκτιμῶντες τὸν πολιτισμὸν ἡμῶν, τιμῶντες τὴν διοίκησιν ἡμῶν καὶ ἐνισχύοντες τὴν ἀγαθὴν γνώμην, ἣν ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὁ πεπολιτισμένος κόσμος περὶ τῆς φυλῆς ἡμῶν. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἐφάνη ὑποχωρητικωτάτη εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα. Διαρκοῦντος τοῦ ἀγῶνος ἡμῶν δὲν προεχώρησεν, ἀλλ’ ὑπεχώρησεν εἰς παρακελεύσεις ἐπὶ ὑποσχέσει ὑπηρεσιῶν φιλικῶν κατὰ τὸν διακανονισμὸν τῶν θεμάτων καὶ κατὰ τὸν διακανονισμὸν τῶν ὁριστικῶν συνόρων. Ἔσπευσεν, ὡς τὰ ἔγγραφα ἀποδεικνύουσιν, ἀπὸ πολλῶν μηνῶν, ἀπὸ ἔτους ἴσως, καὶ ἔδειξε τὰς ὑποχωρητικὰς αὐτῆς τάσεις. Καὶ δύναταί τις νὰ ἐρωτήσῃ, Κύριοι, τώρα ἐὰν ὁ ἀγὼν τὸν ὁποῖον ἐπεχειρήσαμεν εἰς τὴν Ἤπειρον, ἐν τῷ ὁποίῳ καὶ ἐκινδυνεύσαμεν καὶ ἐθυσιάσαμεν χιλιάδας τέκνων ἡμῶν, διότι κατὰ τὸν πρῶτον πόλεμον αἱ μεγάλαι ἡμῶν θυσίαι ἐγένοντο πρὸ τῶν Ἰωαννίνων, δύναται νὰ ἐρωτήσῃ, λέγω, πᾶς τις, ἐὰν ὁ ἀγὼν οὗτος, ὡς διεξήχθη καὶ ὡς κατέληξεν, εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὰς θυσίας εἰς τὰς ὁποίας ὑπεβλήθημεν καὶ πρὸς τοὺς κινδύνους τοὺς ὁποίους διετρέξαμεν. Διότι ἐν τῷ Ἠπειρωτικῷ ἀγῶνι, ὡς προεῖπον, ὑπέστημεν τὰς μεγάλας θυσίας· ἐκεῖ ἐδοκιμάσθη ἡ ἀντοχὴ τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς, ἡ ἀνδρεία αὐτῆς καὶ ἐκεῖ ἐκλονίσθη πρὸς ὥραν ἡ μυθικὴ ἀνδρεία τῶν Ἑλλήνων πρὸ τοῦ Μπιζανίου. Καὶ ἂν ἀναπολήσωμεν τὴν στιγμὴν ἐκείνην, θὰ ἴδωμεν πόσον ἡμεῖς ἐνταῦθα εἴμεθα συγκεκινημένοι καὶ ποίους διατρέχομεν κινδύνους, καὶ ἂν ἀναλογισθῆτε, ὅταν κατόπιν ἀνελάβομεν μετὰ μεγαλειτέρων δυνάμεων τὸν ἀγῶνα, ὅτι διετρέξαμεν τὴν ὑπόληψιν καὶ αὐτοῦ τοῦ στρατηγοῦ Βασιλέως καὶ ἂν ἀναπολήσητε μόνον αὐτὴν τὴν ἀγωνιώδη ἐποχὴν, θέλετε πεισθῆ ὁποίους μεγάλους κινδύνους διατρέξαμεν ἐν Ἠπείρῳ ἀγωνιζόμενοι. Ἡ ἐπιτυχία τοῦ ἀγῶνος ἐν τέλει ἐξύψωσε τοὺς πολλοὺς καὶ μεγάλους κινδύνους. Ἀλλ’ ἄν, ὡς προεῖπον, πεισθῆτε πρὸς στιγμὴν ὅτι ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποτύχωμεν, σκέφθητε ὁποία θὰ ἦτο ἡ θέσις ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος. Ἡ ἀπογοήτευσις θὰ ἦτο πλήρης, ἡ καταστροφὴ τελεία, θὰ ἤμεθα δὲ ἀνίκανοι νὰ διεξαγάγωμεν πλέον τὸν δεύτερον πόλεμον, ὁ ὁποῖος ἔσωσε τὴν φυλὴν ὁλόκληρον καὶ ὁ ὁποῖος ἐδόξασε τὰ Ἑλληνικὰ ὅπλα καὶ ἐθεμελίωσε τὴν μεγάλην ἡμῶν πατρίδα. Ἀλλ’ ὄχι μόνον ἐὰν ἀπετυγχάνομεν, ἀλλὰ καὶ ἂν ἐβραδύναμεν, ἐὰν τὰ Ἰωάννινα ἔπιπτον ὀλίγον ἀργότερα καὶ πρὸ τῶν Ἰωαννίνων ἐξεπορθεῖτο ἡ Ἀδριανούπολις, πάλιν ἡ τύχη ἡμῶν θὰ ἦτο πολὺ δυσχερής. Καὶ ἀπέναντι τοιούτων κινδύνων καὶ τοιούτων μεγάλων εἰς τὸν Ἠπειρωτικὸν ἀγῶνα θυσιῶν ἐλάβομεν λωρίδα γῆς πέραν τῆς γραμμῆς τῆς Βερολινίου! Διότι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἠδύνατο νὰ φαντασθῇ ὅτι πρὸς Ἑλλάδα νικηφόρον ἦτο δυνατὸν Εὐρωπαϊκαὶ δυνάμεις ν’ ἀρνηθῶσι τὴν γραμμὴν τοῦ Βερολίνου. Ἀντὶ λοιπὸν ὀλιγίστης ἐπεκτάσεως πέραν τῆς γραμμῆς ἐκείνης ὑπέστημεν ὅλους τοὺς κινδύνους καὶ τὴν τελευταίαν στιγμὴν εὑρέθημεν πρόθυμοι νὰ ὑποχωρήσωμεν, ἐνῷ τοιούτους διετρέξαμεν κινδύνους τοιαύτας ὑπέστημεν σημαντικὰς ἀπωλείας. Καὶ ἤδη, Κύριοι, εὑρισκόμεθα πρὸ τοῦ θεάματος τὸ ὁποῖον ἄλλοι ξένοι τὰ ἡμέτερα κρίνοντες ἀπεκάλεσαν βδελυρὸν καὶ τὸ ὁποῖον ἡμεῖς αὐτοὶ κατ’ ἰδίαν κρίνοντες τὸ εὑρίσκομεν φοβερόν, διότι εἶναι ἀληθῶς ἀπάνθρωπον, διότι εἶναι παραβίασις τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου, διότι εἶναι ἡ σκληροτέρα τιμωρία, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἐπιβάλῃ τις εἰς ἄλλους νὰ ὑποχρεώσῃ αὐτοὺς ἄκοντας ὅπως ἀλλάξωσιν ἐθνικότητα. Καὶ λαμβάνετε ὑμεῖς ἐκεῖθεν τὰς ἀποφάσεις, ὅπως 200 χιλιάδες Ἠπειρωτικοῦ πληθυσμοῦ ἐξαναγκασθῶσιν ἢ νὰ παραδοθῶσιν εἰς τὴν Ἀλβανίαν ἢ νὰ ἐγκαταλείψωσι τὰς ἑστίας καὶ τὰς περιουσίας αὑτῶν καὶ νὰ μεταναστεύσωσιν εἰς τὴν ἐλευθέραν χώραν. Ἡ θυσία εἶναι μεγάλη καὶ τὰ παραδείγματα τοιούτων θυσιῶν εἶναι τόσον σπάνια ἢ μᾶλλον ἀδύνατα νὰ ὑπάρξωσιν, ὥστε δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς οὐδένα οἱανδήποτε καὶ ἂν ἔχῃ δύναμιν ν’ ἀναλάβῃ αὐτὸς τὴν εὐθύνην τοιαύτας νὰ ἐκτελέσῃ ἀποφάσεις. Τοιαύτας ἀποφάσεις δύναται μόνον τὸ Ἔθνος νὰ ἐκτελέσῃ, ὅταν σταθμήσῃ τὰ πράγματα, ὅταν τὰ πάντα ἐκτιμῶν κατορθώσῃ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ θυσία εἶναι ἐπιβεβλημένη, διότι τότε καὶ μόνον δύνανται τοιαῦται ἀποφάσεις νὰ ἐκτελεσθῶσι, διότι θὰ συμμετάσχωσι τῶν τοιούτων ἀποφάσεων καὶ αὐτοὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ θυσιασθῶσι. Καὶ διὰ τοῦτο εἴδομεν, κύριε Πρωθυπουργέ, παρ’ ὅλην τὴν ὁριστικὴν μέχρι σκληρότητος ὑμετέραν διαγωγὴν καὶ πολιτείαν, ὅτι οἱ πληθυσμοὶ ἐκεῖνοι ἀντέστησαν, ὄχι βεβαίως ὑπ’ ἄλλου ὑποκινηθέντες, ἀλλ’ ὅπως προεῖπον, ὑπὸ τοῦ αἰσθήματος τῆς ἰδίας συντηρήσεως, τῆς τηρήσεως τῆς ἐλευθερίας αὑτῶν. Τὸ δὲ ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης ἐξεγέρσεως ὁποῖον ὑπῆρξε; Δὲν ὑπῆρξεν, ὡς ὑμεῖς νομίζετε, κάκιστον, ἀλλ’ ὑπῆρξεν ἀγαθὸν καὶ τοὺς καρποὺς τοῦ τοιούτου κινήματος ἠκούσαμεν σχεδὸν πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν δύναμαι νὰ ἀμφιβάλλω ὅτι πολὺ συνετέλεσεν ἡ τοιαύτη στάσις τῶν Ἠπειρωτῶν εἰς τὸ νὰ σκεφθῶσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀπεφάσισαν περὶ τῆς τύχης των, ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν, ὡς προεῖπον, τοιαῦται ἀποφάσεις νὰ ἐκτελεσθῶσι. Διὰ τοῦτο νομίζω, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εἶναι καιρὸς ἀκόμη ν’ ἀλλάξητε πολιτείαν ἀπέναντι τῶν ἀγωνιζομένων ἀδελφῶν ἡμῶν, νὰ εἴπητε δὲ μὲ εἰλικρίνειαν καὶ θάρρος ὅτι: «βεβαίως τοιαῦτα ὑπεσχέθην, ἀλλ’ ὅτι ταῦτα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτελέσω ἀπέναντι τοιαύτης καταστάσεως, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη». Καὶ ἡ κατάστασις αὕτη εἶναι ὄντως δεδικαιολογημένη, διότι, ἂν δὲν συνέβαινεν ἀπ’ ἀρχῆς τίποτε, ἴσως οὐδ’ αὐτοὶ οἱ πληθυσμοὶ θὰ ἐξηγείροντο, ὡς ἐξηγέρθησαν, ἀλλ’ ὅταν ἐπὶ ἓν ἔτος διῴκησαν τὴν χώραν Ἑλληνικαὶ ἀρχαί, ὅταν ἔλαβον ἀπέναντι τοῦ ζητήματός των ὁριστικὴν στάσιν ἐξοπλισθέντες καὶ διακηρύξαντες ὅτι διὰ τοῦ αἵματος αὑτῶν θὰ τηρήσωσι τὴν ἐλευθερίαν των, βεβαίως κινδυνεύουσι νὰ ὑποστῶσιν ἀντίποινα, ἔστω καὶ ἂν ἐπρόκειτο εἰς πεπολιτισμένον κράτος νὰ προσαρτηθῶσιν. Ὅταν ὅμως πρόκειται νὰ προσαρτηθῶσιν οὐχὶ εἰς πεπολιτισμένον, ἀλλ’ εἰς διανύον τὰ πρῶτα βήματα κράτος, τὸ ὁποῖον διεκρίθη καὶ διακρίνεται διὰ τὴν σκληρότητα καὶ ὠμότητα τῶν ἀποφάσεών του, εἶναι τελείως δεδικαιολογημένοι οἱ πληθυσμοὶ νὰ ἐμμένωσιν εἰς ὅσα ἐμμένουσιν μετὰ τοῦ θάρρους μετὰ τοῦ ὁποίου ἐννοοῦσι νὰ ἐξακολουθήσωσι ὑποστηρίζοντες τὰ δίκαια αὑτῶν. Ἐγὼ τοὐλάχιστον, κ. Πρόεδρε, εἰς τὸν ἀγῶνα τοῦτον βλέπω τὰ ἱερώτερα αἰσθήματα τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς, βλέπω τὴν εἰκόνα ἑνὸς νέου ἀγῶνος τῆς ἡμετέρας παλιγγενεσίας, διότι καὶ εἰς ἐκεῖνον βλέπω τοὺς προύχοντας, οἷος εἶναι ὁ κ. Ζωγράφος, θυσιάζοντας καὶ τὴν περιουσίαν των καὶ τὴν ζωήν των, τοὺς βλέπω δὲ συνηνωμένους ἐν τῷ ἀγῶνι μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ κλήρου καὶ παρίσταται πρὸ τῆς συνειδήσεώς μου ζωηρὰ ἡ εἰκὼν τῆς Ἁγίας Λαύρας, ἡ εἰκὼν τῆς μεγάλης ἡμῶν Ἐθνεγερσίας. Ἔχομεν δὲ συμφέρον τὰ τοιαῦτα αἰσθήματα νὰ τὰ κρατῶμεν ὑψηλά, διότι αὐτὰ ἔδωκαν τὴν δύναμιν καὶ τὴν ἀλκὴν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν διὰ νὰ κατανικήσῃ ἐκείνους, οἵτινες ἐθεωροῦντο Πρῶσσοι τῆς Ἀνατολῆς, καὶ διὰ νὰ ὁρμήσωσιν αἱ στρατιαὶ ἡμῶν ὑπὸ τοιούτων αἰσθημάτων κατεχόμεναι διὰ τῆς λόγχης νὰ ἐκπορθήσωσιν ὀχυρώματα, τὰ ὁποῖα ἐθεωροῦντο ἀπόρθητα. Ἐπειδὴ δὲ κάλλιον ἐμοῦ γνωρίζετε ὁποία ἐδημιουργήθη κατάστασις ἐν τῇ Βαλκανικῇ Χερσονήσῳ καὶ ὁποίους θὰ διανύσῃ ἐν τῷ μέλλοντι κινδύνους ἡ φυλὴ ἡμῶν, ἔχομεν καθῆκον νὰ ἐνισχύσωμεν τὰς τοιαύτας ἰδέας καὶ τὰ τοιαῦτα αἰσθήματα καὶ τὰ τοιαῦτα ὁλοκαυτώματα διὰ τὴν Πατρίδα. Ἀλλοίμονον εἰς ἡμᾶς, ἐὰν τὸν ἀγωνιζόμενον Ζωγράφον δὲν ἐνισχύσωμεν ἐντεῦθεν, ὄχι βέβαια ἡμεῖς ὡς Κυβέρνησις, ἀλλ’ ὡς φυλή, ὡς λαὸς διὰ τοῦ θαυμασμοῦ ἡμῶν, ἐὰν δὲν δυνάμεθα περισσότερόν τι νὰ πράξωμεν ὑπὲρ αὐτῶν. Οὕτω πολιτευόμενοι, νομίζω, ἐξυπηρετοῦμεν τ’ ἀληθῆ συμφέροντα τῆς Πατρίδος. Ἀλλ’ εἶναι καιρὸς κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν καὶ ὑμεῖς νὰ εἴπητε μετὰ θάρρους: «ἀνέλαβον οἵας ἀνέλαβον ὑποχρεώσεις, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ τὰς ἐκτελέσω, διότι ἀντίκειται εἰς τὴν Ἐθνικὴν συνείδησιν, ἥτις ἐξηγέρθη». Δὲν δύνασθε δὲ νὰ ἐκτελέσητε τὰς ἀποφάσεις, ἃς ἐλάβετε, καὶ κατὰ τὸ ἡμέτερον πολίτευμα· διότι κατ’ ἐμὲ ἡ Ἤπειρος, ἥτις καὶ πρὶν ἀπελευθερωθῇ ἐθεωρεῖτο Ἑλληνικὴ χώρα, ἐγένετο Ἑλληνικωτέρα ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως αὑτῆς διὰ τῶν ἡμετέρων ὅπλων· διῳκήθη ὑπὸ τῶν ἡμετέρων ὑπαλλήλων, ἐφηρμόσθη ἐπ’ αὐτῆς ἡ Ἑλληνικὴ νομοθεσία, ἐπομένως ἡ χώρα προσηρτήθη εἰς τὴν ἡμετέραν καὶ δὲν ἔχετε ὑμεῖς τὸ δικαίωμα νὰ ἐκχωρήσητε αὐτὴν ἄνευ τῆς συναινέσεως τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ Ἔθνους. Ἔχετε ἀνάγκην κατ’ ἐμὲ εἰδικοῦ νόμου, ὅπως ἐκχωρήσητε χώραν προσαρτηθεῖσαν πράγματι εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Διότι δὲν δύναταί τις Ἕλλην τὸ γένος νὰ ἐννοήσῃ ὅτι εἶναι δυνατὸν τὰς χώρας, ἃς ἐθεωρήσαμεν Ἑλληνικὰς προτοῦ τὰς καταλάβωμεν διὰ τῶν ὅπλων, ὅτι τὰς χώρας τὰς ὁποίας ἔπειτα ἠλευθερώσαμεν καὶ διῳκήσαμεν ἐπὶ ὁλόκληρον ἔτος ἐφαρμόσαντες εἰς αὐτὰς τὴν Ἑλληνικὴν νομοθεσίαν, ὅτι ταύτας δύναται εἷς καὶ μόνον, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐκχωρήσῃ ἀποφασίζων περὶ τῆς τύχης αὐτῶν.
§63Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Τὸ μέτρον τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῶν Ἁγίων Σαράντα καὶ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα κατήγγειλε πρὸ ἡμερῶν ὁ κ. Ζωγράφος διὰ τηλεγραφημάτων τοῦ πρὸς τὰς ἐφημερίδας ἀποδεικνύουσιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει περιορισθῇ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ἀνέλαβε διὰ τῆς τελευταίας διακοινώσεώς της πρὸς τὰς Δυνάμεις, δηλαδὴ νὰ μὴ ὑποστηρίξῃ ἐμμέσως ἢ ἀμέσως τὸ κίνημα, ἀλλ’ ἐπιθυμεῖ καὶ δι’ ἄλλων μέσων νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἐξάπλωσιν αὐτοῦ. Νομίζω ὅτι ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς δημοσιεύσεως τῆς διακοινώσεώς της ἔκαμε γνωστὸν εἰς ὅλον τὸν Ἑλληνικὸν κόσμον ὅτι οὐδὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πράξῃ ὑπὲρ τῶν Ἠπειρωτῶν παρὰ μόνον νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἄπειρον εὐγνωμοσύνην της πρὸς τὴν Εὐρώπην διὰ τὴν δοθεῖσαν λύσιν καὶ τὴν εὐχήν, ὅπως δοθῶσι μερικαὶ ἐλευθερίαι εἰς τοὺς Ἑλληνικοὺς πληθυσμούς, ἀπὸ τῆς στιγμῆς, λέγω, ἐκείνης οὐδὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ἐμποδίσῃ τοὺς Ἠπειρώτας νὰ ἐπιδιώξωσι διὰ τῶν ἰδίων των δυνάμεων τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ζωῆς, τιμῆς καὶ ἐθνικῆς τῶν ὑποστάσεως. Ὁ ἀγὼν ὁ Ἠπειρωτικὸς εἶναι ἀγὼν Ἐθνικός· δὲν εἶναι ἀγὼν κομματικός. Συνέπεσε μάλιστα οἱ Ἠπειρῶται οἱ ἐπιφανεῖς, οἱ διαμένοντες ἐν Ἀθήναις, νὰ ἀνήκωσιν κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς τὸ κόμμα τῶν φιλελευθέρων. Ὁ κ. Ζωγράφος, ὁ ἀρχηγὸς τοῦ κινήματος, μέχρι τῆς χθὲς εἶχεν ὅλην τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Κυβερνήσεως, εἰς αὐτὸν δὲ εἶχεν ἀνατεθῆ ἡ διοίκησις τῆς Ἠπείρου. Ὁ Συνάδελφος κ. Σπυρομήλιος ἦτο ἐκ τῶν ὀπαδῶν τῆς Κυβερνήσεως καὶ σήμερον ἀρχηγὸς τῆς Χειμάρρας. Ὁ κ. Καραπᾶνος, Συνάδελφός μας ἐπίσης, παρακολουθῶν τὸν κ. Ζωγράφον, εἶναι ἐπίσης Κυβερνητικὸς Βουλευτής. Ἑπομένως οἱ διοικοῦντες σήμερον τὸ κίνημα εἶναι πάντες φίλοι τῆς Κυβερνήσεως—καὶ τὸ λέγω πρὸς τιμὴν τῆς Κυβερνητικῆς πτέρυγος, διότι μέχρι σήμερον ἐπεκράτει ἡ ἰδέα ὅτι οἱ Βουλευταὶ αὐτῆς δὲν εἶχον ἐλεύθερον φρόνημα, ὅτι δὲν ἤθελον νὰ ἐξετάζωσι τὰ πράγματα καὶ σχηματίζωσιν ἰδίας ἰδέας περὶ ὅλων τῶν σπουδαίων ζητημάτων. Σήμερον ἡ στάσις τῶν Κυρίων αὐτῶν ἀποδεικνύει ὅτι ἐν τῇ Κυβερνητικῇ πτέρυγι ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι ἔχοντες ἀνεξάρτητον φρόνημα καὶ δυνάμενοι ἐν δεδομένῃ στιγμῇ νὰ εἴπωσι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦσιν εἰς τὰς γενικὰς γραμμάς, ὅτι εἰς τὸ Ἐθνικὸν ζήτημα ἔχουσιν ἰδίαν γνώμην, ἰδίαν βούλησιν, ἴδια αἰσθήματα. Νομίζω ὅτι τὸ μέτρον τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι δεδικαιολογημένον, διότι ἡ προσωπικότης τοῦ κ. Ζωγράφου εἶναι ἐγγύησις διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῆς ζωῆς καὶ τῆς τιμῆς ὅλων τῶν κατοίκων τῆς Ἠπείρου. Ὁ κ. Ζωγράφος δὲν εἶναι κοινὸς δημοκόπος ἢ δημαγωγός· εἶναι ἄνθρωπος ἀξίας, συνετός· εἶναι ἄνθρωπος μὲ φρόνησιν, μὲ πεῖραν, μὲ χαρακτῆρα καὶ μὲ θέλησιν. Τοῦ κ. Ζωγράφου ἡ προσωπικότης εἶναι ἐγγύησις διὰ τοὺς Ἠπειρώτας καὶ τοὺς ξένους. Ἑπομένως, ἐν ὅσῳ ὁ κ. Ζωγράφος εἶναι ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ κινήματος, οὐδεὶς οὔτε ξένος οὔτε Ἠπειρώτης διατρέχει κίνδυνον ἐν Ἠπείρῳ καὶ ἑπομένως εἶναι περιττὸν τὸ μέτρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν πραγματικῶς τοιαύτη σκέψις τὸ ὑπηγόρευσεν.
§64ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐλπίζω ὅτι ὁ χαρακτηρισμός, ὁ διδόμενος ἐν τῷ ἐπισήμῳ ἐγγράφῳ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῷ ἀπευθυνομένῳ πρὸς τὰς Πρεσβείας τῶν Μ. Δυνάμεων διὰ τοῦ ἀντιγράφου, νὰ εἶναι ἱκανοποιητικὸς δι’ ὑμᾶς. Κατετέθη τὸ ἔγγραφον καὶ ἔχετε γνῶσιν αὐτοῦ.
§65Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Δὲν ἔλαβον ἀκόμη γνῶσιν αὐτοῦ.
§66ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐξ αὐτοῦ φαίνεται ὅτι δὲν διαφωνοῦμεν περὶ τῶν αἰσθημάτων καὶ τῶν προθέσεων τοῦ κ. Ζωγράφου.
§67Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Συμφωνεῖτε ἑπομένως μετ’ ἐμοῦ ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ὑπάρξῃ ἀσφάλεια, ἀφοῦ ὑπῆρχεν ἡ προσωπικότης τοῦ κ. Ζωγράφου, ὁ ὁποῖος θὰ ἐλάμβανε μέτρα ὑπὲρ πάντων. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν προχθεσινὴν ἐν τῇ Βουλῇ ἀγόρευσίν του εἶπε καὶ τὰ ἑξῆς: «Στρέφων τὸ βλέμμα εἰς κάθε ἀληθῶς συγκεκροτημένον Κράτος, δὲν δύναμαι νὰ εὕρω πουθενὰ ὅτι ὑπάρχει παράδειγμα Κράτους, εἰς τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζει ἄλλην πολιτικὴν ἐθνικὴν ἡ ὑπεύθυνος Κυβέρνησις καὶ ἄλλην συγχρόνως πολιτικὴν ἄτομά τινα ἀνήκοντα εἰς τὸ αὐτὸ Ἔθνος». Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο ἀληθές; Προκειμένου περὶ τῆς Ἀντὰντ Κορντιὰλ (Entente cordiale) ἢ περὶ τῆς Τριπλῆς Συμμαχίας ἴσως μάλιστα. Ἐκεῖ ὁ λαὸς οὔτε λαμβάνει γνῶσιν οὔτε ἔχει γνώμην. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ· ἐὰν τυχὸν ἡ Γαλλία ηὐτύχει νὰ ἀπελευθερώσῃ τὴν Ἀλσατίαν καὶ τὴν Λωρραίνην καὶ ἐὰν ἤθελεν εὑρεθῇ Κυβέρνησις Γαλλικὴ ἐπιτρέπουσα τὴν μετὰ ταῦτα παραχώρησιν αὐτῶν εἰς ἄλλο Κράτος, θὰ εὑρίσκετο εἷς καὶ μόνος Γάλλος, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ διεμαρτύρετο, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἐζήτει νὰ μάθῃ ποῖοι οἱ λόγοι οἱ ἐξαναγκάζοντες τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποδώσῃ τὴν χώραν ταύτην; Καὶ δι’ ἡμᾶς κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἡ Ἤπειρος εἶναι Ἀλσατία καὶ Λωρραίνη! (Εὖγε, εὖγε καὶ χειροκροτήματα ἐκ τῶν θεωρείων).
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γνωρίζω πρὸς τὰ θεωρεῖα ὅτι, ἐὰν ἐπαναληφθῶσι τὰ χειροκροτήματα, θέλει διαταχθῇ ἡ ἐκκένωσις αὐτῶν ἀσφαλῶς.
§69Σ. ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ θεωρεῖα εἶχον συμπληρωθῆ πρίν.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε! Συνεπληρώθησαν ἅμα τῇ ἐνάρξει τῆς συνεδριάσεως.
§71Σ. ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· τὰ συνεπληρώσατε ἀργότερον σεῖς.
§72Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Χρειάζεται νὰ εἶναι γενικὸν τὸ μέτρον!
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γενικὸν μέτρον τηρεῖται, κ. Βουλευτά.
§74Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁσάκις χειροκροτεῖται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, οὐδέποτε ἀπηγορεύσατε τὰ χειροκροτήματα!
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐχειροκροτήθη ἐκ τῶν θεωρείων.
§76Σ. ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τὰς 2 μ. μ. εἴχετε συμπληρώσει τὰ θεωρεῖα. Ἀπόδειξις τῆς ἀταξίας εἶναι ὅτι εἰς τὸ θεωρεῖον τῶν πρώην Βουλευτῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπέρπληρες δὲν διακρίνω πρώην Βουλευτὰς εἰμὴ ἕνα ἢ δύο. Ποῖοι εἶναι οἱ ἄλλοι; Τί θέλουν ἐκεῖ;
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι οἱ Κρῆτες πρώην Βουλευταί. Ἄν δὲν θέλητε νὰ τοὺς ἀναγνωρίσητε αὐτὸ εἶναι εἰς βάρος σας!
§78Σ. ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν πράγματι εἶναι Κρῆτες Βουλευταί, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ εἶναι σεβαστοί.
§79Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρῆλθεν ὁ πόλεμος.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρῆλθεν ὁ πόλεμος συναποκομίζων τὰ ἀποτελέσματά του.
§81Σ. ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τ’ ἀποτελέσματά του τὰ ὁμολογεῖτε εἰς τὴν ἐπιστολήν, ἡ ὁποία ἐδημοσιεύθη εἰς τὰς «Ἀθήνας», καὶ δι’ ἧς ἐπικρίνετε τὸ ἔργον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπέκρινα τίποτε. Μὴ ἀναφέρετε κακοηθείας!
§83Σ. ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀναφέρω κακοηθείας ἐγώ· ἡ ἐπιστολὴ φέρει τὴν ὑπογραφήν.
§84Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ εἶναι Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ὄχι Πρόεδρος τοῦ κόμματος!
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔχει πλήρη ἐπίγνωσιν τῶν καθηκόντων του καὶ δὲν εἶναι Πρόεδρος τοῦ κόμματος, κύριε Βουλευτά!
§86Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἐτόλμα κανεὶς νὰ χειροκροτήσῃ οὔτε ἀπὸ τοὺς μὲν οὔτε ἀπὸ τοὺς δέ, ὅταν ἐγὼ ἤμην Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Τοιοῦτόν τι ἐγὼ δὲν ἐπέτρεψα.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίσατε, κ. Καλλέργη, παρακαλῶ, τὴν ἀγόρευσίν σας.
§88Δ. ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ. Ἀλλ’ ἔχομεν, Κύριοι, φρονῶ, καθῆκον νὰ ἐξετάσωμεν καὶ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως τὸ ζήτημα· ἔχομεν, φρονῶ, καθῆκον νὰ εἴπωμεν τὴν γνώμην μας, ἐὰν δηλαδὴ ἡ Κυβέρνησις εἶχε πραγματικῶς ὑποχρέωσιν νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς τὸ ζήτημα τῆς Ἠπείρου καὶ κατόπιν ἂν ἡ Κυβέρνησις εἶχε καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Τὴν γνώμην μου θὰ τὴν εἴπω, διότι νομίζω ὅτι εἶναι καθῆκόν μου νὰ εἴπω αὐτήν. Ὁ λαός, ὁ κόσμος θὰ κρίνῃ, ἐὰν ὅσα λέγω εἶναι ὀρθὰ ἢ ἂν πραγματικῶς ὑπάρχωσι λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἠνάγκαζον τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς τὸ ζήτημα τὸ Ἠπειρωτικόν. Κατὰ τὴν κρίσιν μου οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς τὸ ζήτημα τὸ Ἠπειρωτικόν, οὐδεμίαν ἀπολύτως, οὐδὲ νὰ συζητήσῃ κἂν τὸ ζήτημα, ὅπως ἐτέθη αὐτῇ ὑπὸ τῶν Μ. Δυνάμεων. Βεβαίως ἡ ὑποχρέωσις τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι ὑποχρέωσις τὴν ὁποίαν ἀνέλαβε διὰ τῆς Συνθήκης τοῦ Λονδίνου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τεχνηέντως προχθὲς ἀπέφυγε νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι τοιαύτη ὑποχρέωσις ἐκ τῆς Συνθήκης τοῦ Λονδίνου· καὶ πολὺ ὀρθῶς. Ἐφαίνετο μὲν ὅτι ἠδύνατο νὰ εἶναι καὶ μία τοιαύτη ὑποχρέωσις, ἀλλ’ ἐφαίνετο καὶ ἐξ ἄλλου ὅτι εἶναι ὑποχρέωσις ἀναληφθεῖσα κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν διαπραγματεύσεων τῆς Συνθήκης τοῦ Λονδίνου. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἔλεγε τὸ ἐναντίον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως αὐτὸ τοῦτο τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀπηύθυνεν πρὸς ἡμᾶς αἱ Μεγ. Δυνάμεις ἀποδεικνύει ὅτι ὑποχρέωσις δὲν ὑπάρχει ἐκ τῆς συνθήκης τοῦ Λονδίνου. Διότι λέγουσιν αἱ Μ. Δυνάμεις πρὸς ἡμᾶς, προκειμένου καὶ περὶ τῶν νήσων τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· «Συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 5 τῆς συνθήκης τοῦ Λονδίνου τῆς 17)30 Μαΐου 1913 μεταξὺ τῆς Τουρκίας καὶ τῶν συμμάχων Κρατῶν τῶν Βαλκανικῶν, ὡς καὶ τοῦ ἄρθρου 15 τῆς συνθήκης τῶν Ἀθηνῶν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, συναφθείσης τὴν 14 Νοεμβρίου 1913, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀφήσῃ εἰς τὰς ἓξ Δυνάμεις τὴν φροντίδα περὶ τῆς τύχης τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου. Συνεπῶς αἱ ἓξ Δυνάμεις ἀπεφάσισαν νὰ δώσωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα πάσας τὰς νήσους τοῦ Αἰγαίου πελάγους, τὰς κατεχομένας νῦν παρ’ αὐτῆς, ἐκτὸς τῆς Τενέδου, τῆς Ἴμβρου καὶ τοῦ Καστελλορίζου αἵτινες δέον ν’ ἀποδοθῶσιν εἰς τὴν Τουρκίαν». Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῆς Ἠπείρου δὲν ἀναφέρονται αἱ Μ. Δυνάμεις ἐν τῇ διακοινώσει των εἰς τὴν συνθήκην τοῦ Λονδίνου, διὰ πάντα δὲ καλῆς πίστεως συζητητὴν μία καὶ μόνη ἑρμηνεία δύναται νὰ δοθῇ εἰς τὸν τρόπον αὐτὸν τῆς ἀνακοινώσεως. Αἱ Δυνάμεις μᾶς ὑπενθυμίζουσιν ὅτι διὰ τῆς συνθήκης τοῦ Λονδίνου ἀνέθεσαν τὰ σύμμαχα Κράτη εἰς τὰς Εὐρωπαϊκὰς Δυνάμεις νὰ ἀποφασίσωσι περὶ τῆς τύχης τῶν νήσων καὶ ὅτι διὰ τῆς συνθήκης τῶν Ἀθηνῶν ἀνελάβομεν ἀμοιβαίαν ὑποχρέωσιν, ἡ τε Τουρκία καὶ ἡ Ἑλλάς, νὰ σεβασθῶμεν τὰς ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας θὰ ἐκδώσωσιν αἱ Μ. Δυνάμεις. Καὶ τώρα μᾶς λέγει ἡ Εὐρώπη· «Ἔλα, κυρία Ἑλλάς, νὰ καταστήσῃς σεβαστὰ αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἀποφασίζομεν ἡμεῖς περὶ τῶν νήσων». Εἶναι δυνατόν, παρακαλῶ, νὰ δοθῇ ἄλλη ἑρμηνεία; Βεβαίως οὐδεὶς καλῆς πίστεως ἑρμηνευτὴς δύναται νὰ δώσῃ ἄλλην ἑρμηνείαν. Ὑπάρχει ὑποχρέωσις διὰ τὰς νήσους οὐχὶ ἄμεσος, ἀλλ’ ἔμμεσος ἐκ τῆς συμβάσεως τῶν Ἀθηνῶν, διὰ τὴν ὁποίαν ἠθελήσατε νὰ μὲ εἰρωνευθῆτε, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε συνεζητεῖτο ἡ σύμβασις τῶν Ἀθηνῶν. Εἶναι ὑποχρέωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐὰν σᾶς ἔλεγον σήμερον νὰ παραδώσητε καὶ τὴν Χίον καὶ τὴν Μυτιλήνην, θὰ σᾶς ἀνέφερον πάλιν τὴν συνθήκην τῶν Ἀθηνῶν καὶ θὰ ἔλεγον τότε τῇ Τουρκίᾳ νὰ καταστήσῃ σεβαστὰ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα τῇ δίδει ἡ ἀπόφασις τῶν Μ. Δυνάμεων. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τοῦ ζητήματος τῆς Ἠπείρου δὲν ἀναφέρουσι τὴν συνθήκην τοῦ Λονδίνου, ἐὰν δὲ πραγματικῶς εἴχομεν τοιαύτην ὑποχρέωσιν ἐκ τῆς συνθήκης τοῦ Λονδίνου, θὰ ἔλεγον ἁπλῶς εἰς ἡμᾶς ὅτι, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 3 τῆς συνθήκης τοῦ Λονδίνου σᾶς προσκαλοῦμεν νὰ ἐκκενώσητε τὸ ταχύτερον τὴν Ἤπειρον. Ἀλλὰ δὲν λέγουσι τοῦτο· μᾶς λέγουσιν ἁπλῶς νὰ ἐκκενώσωμεν τὴν Ἤπειρον, διότι ἄλλως δὲν θὰ ἀναγνωρισθῇ ἡ κυριαρχία μας ἐπὶ τῶν νήσων. Αὐτὸς λοιπὸν εἶναι ὁ μόνος κίνδυνος, τὸν ὁποῖον διατρέχομεν, νὰ μὴ ἀναγνωρισθῇ ἡ κυριαρχία μας ἐπὶ τῶν τριῶν νήσων τῆς Σάμου, τῆς Χίου καὶ τῆς Μυτιλήνης. Ἀλλ’ ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνέφερεν ἄλλο τι ἐν τῇ ἀγορεύσει του. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως προεῖπον, τεχνηέντως ἀνέφερε μὲν τὴν συνθήκην τοῦ Λονδίνου, ἀλλ’ ἀνέφερε καὶ τὰς διαπραγματεύσεις τὰς προηγηθείσας. Εὐτυχῶς ἔχω τὰ ἕξ ἔγγραφα, τὰ ἔχω δέ, διότι τὰ κατεθέσατε εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτε τὰ ἐζητήσαμεν κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς συνθήκης τῶν Ἀθηνῶν. Ὑποθέτω ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἄλλων διαπραγματεύσεων, ἀλλὰ περὶ τῶν ἕξ διακοινώσεων αἱ ὁποῖαι ἀντηλλάγησαν μεταξὺ τῶν ἕξ Μ. Δυνάμεων καὶ τῶν συμμάχων κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ὑπογραφῆς τῆς συνθήκης τοῦ Λονδίνου, αἵτινες ἀποτελοῦσι τὴν πραγματικὴν διαπραγμάτευσιν τῆς συνθήκης τοῦ Λονδίνου, καθότι οἱ κύριοι ἀντιπρόσωποι δὲν διεπραγματεύθησαν τὴν συνθήκην, ἀλλ’ ὑπέγραψαν αὐτήν, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας τοὺς ἠνάγκασε νὰ ὑποχωρήσωσιν. Αἱ διαπραγματεύσεις πᾶσαι περιέχονται εἰς τὰ ἕξ ἔγγραφα, τὰ ἀνταλλαγέντα μεταξὺ τῶν Κυβερνήσεων τῶν Συμμάχων καὶ τῶν ἕξ Μεγάλων Δυνάμεων, πραγματικῶς δὲ ἐκ τῶν ἐγγράφων τούτων ἀποδεικνύεται ὅτι αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις δὲν εἶχον δεχθῆ ἐπιφυλάξεις διὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἀποφάσεών των, ἀλλ’ ἡμεῖς ἐπανελάβομεν αὐτάς. Ὑπάρχει ὅμως καὶ μία μικρὰ ἀνακρίβεια ἐν ταῖς δηλώσεσι τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως· ὅτι καὶ εἰς ἡμᾶς καὶ εἰς τὴν Σερβίαν ἠρνοῦντο τὸ δικαίωμα τῆς συζητήσεως, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, ὡς θέλω ἀποδείξει, κατὰ τύπους μὲν ἀκριβέστατον, κατ’ οὐσίαν δὲ ἀνακριβέστατον. Ἐπιφύλαξις ὑπάρχει καὶ ἐν τῷ τελευταίῳ ἀκόμη ἐγγράφῳ, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἀπηύθυνε πρὸς τὰς Μέγ. Δυνάμεις. Καὶ ἀπέρριψαν μὲν αἱ Μ. Δυνάμεις τὴν ἀξίωσίν μας, ἀλλ’ ἐν τῷ τελευταίῳ ἡμῶν ἐγγράφῳ, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναφέρομεν τὸν διορισμὸν τῶν κ.κ. Σκουλούδη καὶ Στρέϊτ, λέγομεν ὅτι ἐπιφυλασσόμεθα νὰ συζητήσωμεν τὴν ἀπόφασιν τῶν Δυνάμεων, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἄποψις ἡ ἰδική μας καὶ ἄλλη ἡ ἰδική σας, καὶ ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο ἀπόψεων, ἑπομένως ἐπιμένομεν εἰς τὰς ἐπιφυλάξεις. Ἰδοὺ τὸ ἔγγραφον αὐτό. Εἰς τὸ πρῶτον ἔγγραφον ἀναγράφεται (ἀναγινώσκει) «τὰ συμμαχικὰ Κράτη ἀξιοῦσι νὰ παραχωρήσῃ ἡ Τουρκία εἰς αὐτὰ τὰς χώρας τὰς κειμένας δυτικῶς γραμμῆς μεταξὺ Ῥαιδεστοῦ καὶ Μηδείας. Αἱ Δυνάμεις ἀπήντησαν εἰς αὐτὸ προτείνασαι ἄλλην γραμμὴν καὶ διὰ πρώτην τότε φορὰν ἀναφέρουσι καὶ τὴν Ἀλβανίαν, διότι λέγουσιν ὅτι παραδεχόμεθα τὴν γραμμὴν τῶν συνόρων μεταξὺ Αἴνου καὶ Μηδείας καὶ παραχωροῦσιν ὅλα τὰ δυτικῶς τῆς γραμμῆς αὐτῆς ἐδάφη εἰς τὰ σύμμαχα Κράτη ἐξαιρέσει τῆς Ἀλβανίας, τῆς ὁποίας τὸ πολίτευμα καὶ τὴν ὁροθέτησιν θὰ κανονίσωσιν αὐταί. Αὐτὴ εἶναι ἡ μία ἀπάντησις ἡ δοθεῖσα ἀπὸ τὰς Δυνάμεις. Εἰς τὴν δευτέραν ἀπάντησιν τὰ συμμαχικὰ Κράτη ἐζήτησαν πρῶτον νὰ παραχωρηθῶσιν εἰς αὐτὰ αἱ νῆσοι τοῦ Αἰγαίου, ὡς πρὸς δὲ τὸ ζήτημα τῆς Ἀλβανίας ἀπήντησαν ὅτι ἐπιθυμοῦσι νὰ γνωρίζωσιν ἐκ τῶν προτέρων τὰ ἐν σχεδίῳ σύνορα τῆς νέας Ἀλβανίας, ἐκ τῶν προτέρων δηλ. πρὶν ἢ ὑπογράψωσι τὴν συνθήκην τοῦ Λονδίνου, τὰ ὁποῖα ἐλπίζουσιν ὅτι θὰ εἶναι σύμφωνα πρὸς τὰ σχεδιογραφήματα τὰ ὁποῖα ὑπέβαλον εἰς τὰς Δυνάμεις. Εἰς τοῦτο αἱ Δυνάμεις ἀπαντῶσι — καὶ εἰς τοῦτο τὸ σημεῖον λέγω ὅτι ὑπάρχει μία ἀνακρίβεια εἰς τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως — εὐνοϊκῶς διὰ τὴν Σερβίαν, διότι ἡ Σερβία ἄλλην ἔχουσα πολιτικήν, εἶχε καταλάβει τὸ Δυρράχιον καὶ ἑπομένως εἶχε κανονίσει τὰ κατ’ αὐτὴν παραχωροῦσα τὸ Δυρράχιον. Ἡμεῖς δὲν εἴχομεν καταλάβει τὸν Αὐλῶνα καὶ ὡς ἐκ τούτου τὰ σύνορά μας πρὸς τὴν Ἀλβανίαν δὲν καθωρίσθησαν. Καὶ ἀπαντῶσιν αἱ Δυνάμεις ὅτι εἶναι πρόθυμοι ν’ ἀνακοινώσωσιν εἰς τὰ συμμαχικὰ Κράτη τὰ βορειοδυτικὰ σύνορα τῆς Ἀλβανίας, ὡς πρὸς δὲ τὰ νότια καὶ νοτιοδυτικὰ ἐπιφυλάσσονται νὰ τὰ ἀνακοινώσωσιν, ὅταν λάβωσιν ἐπ’ αὐτῶν ἀπόφασιν. Ἑπομένως ἡ Σερβία πρὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς συνθήκης τοῦ Λονδίνου εἶχεν ἤδη κανονίσει τὸ ζήτημά της· εἶχε μείνει μόνον μία τεχνικὴ στρατιωτικὴ διαρρύθμισις, ἐπρόκειτο δηλ. περὶ τῶν ποταμῶν, τῶν ὀρέων καὶ τῶν ἄλλων σημείων, τὰ ὁποῖα θὰ ἀπετέλουν τὰ σύνορα, ἀλλ’ οὐσιαστικῶς ἐγνώριζε πλέον ἡ Σερβία τί θὰ ἐλάμβανε πρὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς συνθήκης καὶ εἶχε κανονίσει τὸ ζήτημά της. Ἐπαναφέρομαι ἤδη εἰς τὸ πέμπτον ἔγγραφον. Ἐνταῦθα ἡμεῖς ἐπιμένομεν καὶ λέγομεν ὅτι παραδεχόμεθα πάντα τὰ ἄλλα σημεῖα, ἀλλὰ δηλοῦμεν ὅτι ἐπιφυλασσόμεθα νὰ συζητήσωμεν μετὰ τῶν Μ. Δυνάμεων τὰ ζητήματα τὰ ἀναγόμενα εἰς τὰς νήσους καὶ εἰς τὴν ὁροθέτησιν τῆς Ἀλβανίας. Αἱ Δυνάμεις δὲν ἀπεδέχθησαν ὁμολογουμένως ἐν τῇ ἀπαντήσει των τὴν ἐπιφύλαξιν καὶ λέγουσιν· «ὡς πρὸς τὰς ἐπιφυλάξεις τῶν συμμάχων τὰς σχετιζομένας πρὸς τὰς νήσους καὶ πρὸς τὴν ὁροθεσίαν τῆς Ἀλβανίας αἱ Δυνάμεις παρατηροῦσιν ὅτι τὰ ζητήματα ταῦτα εἶναι τῆς ἁρμοδιότητός των». Ἀλλ’ ἐν τῷ τελευταίῳ ἐγγράφῳ καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνομεν τὴν ἐπιφύλαξίν μας, διότι νομίζω ὅτι ἡ φράσις αὐτὴ εἶναι ἐπιφύλαξις, ἀπαντῶντες δὲ λέγομεν ὅ,τι αἱ Μ. Δυνάμεις ἐπαναλαμβάνουσιν ἐν τῇ ἀνακοινώσει· ὅτι «δὲν παραδέχονται τὰς ἐπιφυλάξεις μας, τὰς ἀναγομένας εἰς τὴν ὁροθεσίαν τῆς Ἀλβανίας καὶ τὰς νήσους. Αἱ Κυβερνήσεις τῶν συμμάχων δὲν δύνανται ἐν τούτοις νὰ πιστεύσωσιν ὅτι ἐν τῇ προταθείσῃ μεσολαβήσει ἐπρόκειτο νὰ ἀρνηθῶσι δι’ ἡμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ συζητήσωμεν τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα θίγουσι τὰ συμφέροντά μας τὰ ζωτικὰ καὶ προεκλήθησαν ἀπὸ πόλεμον ἀπελευθερωτικὸν τὸν ὁποῖον ἀνελάβομεν. Ἡ διαφορὰ τῶν δύο ἀπόψεων δὲν πρέπει ἐν τούτοις νὰ μᾶς ἀναγκάζῃ νὰ σταματήσωμεν τὰς διαπραγματεύσεις διὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς εἰρήνης καὶ τὰ συμμαχικὰ Κράτη διορίζουσι τοὺς κ. κ. Σκουλούδην κλπ. ὡς πληρεξουσίους διὰ τὴν διαπραγμάτευσιν». Ἐκ τούτων τῶν ἐγγράφων ἀποδεικνύεται ὅτι ἡ Κυβέρνησις μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς μετ’ ἐπιφυλάξεως ἀπεδέχθη νὰ ἀναθέσῃ εἰς τὰς Μ. Δυνάμεις νὰ ἀποφανθῶσι περὶ τοῦ ζητήματος τῆς Ἀλβανίας. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἕτερον λόγον φρονῶ ἐγὼ ὅτι δὲν ἔχομεν ἀναλάβει οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν. Τί ἀνέθηκαν τὰ συμμαχικὰ Κράτη εἰς τὴν Εὐρώπην; Ἀνέθηκαν τὴν λύσιν μόνον τοῦ Ἀλβανικοῦ ζητήματος καὶ τῶν συνόρων τῆς νέας Ἀλβανίας; Ὄχι βεβαίως. Τὰ συμμαχικὰ Κράτη ἀνέθηκαν εἰς τὰς Μ. Δυνάμεις τὴν λύσιν τοῦ Ἀλβανικοῦ, τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τῶν νήσων, ὅλων τῶν νήσων, ἂν ἔχομεν δὲ ὑποχρεώσεις ἐκ τῆς συμβάσεως, ἔχομεν καὶ δικαιώματα. Τί ἔγιναν αἱ ἀποφάσεις τῶν Δυνάμεων ὡς πρὸς τὰς νήσους; Ἐδέχθη ἡ Τουρκία τὴν ἀπόφασιν τῶν Δυνάμεων; Τί ἐγένετο ἡ ἀπόφασις τῶν Δυνάμεων ὡς πρὸς τὰ Δωδεκάνησα; Ἀλλ’ ἐνταῦθα ἡμεῖς ἀνεθήκαμεν εἰς τὰς Δυνάμεις ν’ ἀποφασίσωσι καὶ περὶ τῶν Δωδεκανήσων καὶ περὶ τῶν ἄλλων νήσων τοῦ Αἰγαίου καὶ ἔχομεν ἡμεῖς ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τῶν ἑλληνικῶν πληθυσμῶν τῶν Δωδεκανήσων. Τί γίνονται τὰ ζητήματα αὐτά; Διατί εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ ἀπόφασις δι’ ἡμᾶς καὶ ὄχι διὰ τὴν ἄλλην Δύναμιν, τὴν κατέχουσαν τὰ Δωδεκάνησα; Ἢ εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ εἶναι τότε δι’ ὅλους ἢ δὲν εἶναι. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ ἀπόφασις ἐκείνη, ἡ ὁποία μᾶς ἀναγκάζει νὰ παραδώσωμεν 200 χιλ. Ἕλληνας εἰς τοὺς Ἀλβανούς. Ἀλλὰ καὶ τρίτος λόγος ὑπάρχει, διὰ τὸν ὁποῖον, φρονῶ ὅτι οὐδεμίαν ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ συμμορφωθῶμεν πρὸς τὰς ἀποφάσεις τῶν Δυνάμεων. Ὁ τρίτος οὗτος λόγος εἶναι ὁ ἑξῆς: Κύριοι· ἡμεῖς ἀνεθήκαμεν εἰς τὰς Δυνάμεις νὰ ὁρίσωσι τὰ ὅρια τῆς Ἀλβανίας, δὲν ἐδώκαμεν ὅμως εἰς αὐτὰς τὸ δικαίωμα νὰ προσαρτήσωσι τὴν Ἤπειρον εἰς τὴν Ἀλβανίαν. Σᾶς ἐρωτῶ, Κύριοι· ἐὰν ἀπεφάσιζον αἱ Δυνάμεις νὰ παραδώσωμεν τὰ Ἰωάννινα καὶ τὴν Πρέβεζαν καὶ τὴν Ἄρταν καὶ τὰ Γρεβενὰ εἰς τοὺς Ἀλβανούς, θὰ εἴχομεν τὴν ὑποχρέωσιν δυνάμει τῆς Συνθήκης τοῦ Λονδίνου καὶ δυνάμει τῆς ἀποφάσεως τῶν Δυνάμεων νὰ παραδώσωμεν τὰ μέρη αὐτὰ εἰς τὴν Ἀλβανίαν καὶ νὰ ζητήσωμεν ἁπλῶς καὶ μόνον ἕνα νομὸν τὴν Ἄρταν, ἐπειδὴ συμπίπτει νὰ ἀποτελῇ μέρος, ὅπως καὶ ἡ νῆσος Σάσων, τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος; Ἐγὼ φρονῶ ὅτι, ὅταν ἐλέγομεν Ἀλβανίαν, καὶ τοῦτο ἐξάγεται καὶ ἐκ τοῦ ὑπομνήματος τὸ ὁποῖον ἐπέδωκεν εἰς τὰς Μ. Δυνάμεις ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, Ἀλβανίαν ἐνόει ἡ Κυβέρνησις τὴν ὑπὸ τῶν Ἀλβανῶν οἰκουμένην χώραν, οὐχὶ δὲ τὴν κοιλάδα τοῦ Δρίνου οὔτε τὸ Ἀργυρόκαστρον, ἀλλ’ οὔτε ἠδύνατο νὰ ἐννοήσῃ τὸν καζᾶν τῆς Παγανιᾶς. Ἀλβανία ἦτο ἐκείνη, ἡ ὁποία περιλαμβάνεται εἰς τὰ σύνορα τὰ ὁποῖα περιεῖχε τὸ ὑπόμνημα, τὸ ὁποῖον ὑπεβάλετε ὑμεῖς εἰς τὴν Συνδιάσκεψιν. Ἀλβανία δὲν εἶναι οἱ Ἅγιοι Σαράντα! Ἐδώκαμεν ἐντολὴν νὰ ὁρίσωσι τὰ ὅρια τῆς Ἀλβανίας, οὐχὶ ὅμως νὰ προσαρτήσωσι τὴν Ἤπειρον εἰς τὴν Ἀλβανίαν. Ἑπομένως ἐξ αὐτῆς τῆς ἐντολῆς δὲν ἐξάγεται ὅτι εἶχον τὸ δικαίωμα ν’ ἀποφασίσωσι νὰ δώσωσι τῇ Ἀλβανίᾳ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔδωκαν ἤδη αὐτῇ. Κύριοι· διὰ τοὺς τρεῖς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνέφερον, ἐγὼ φρονῶ ἀδιστάκτως ὅτι οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν εἴχομεν νὰ συμμορφωθῶμεν ἀμέσως πρὸς τὰς ἀποφάσεις τῶν Δυνάμεων καὶ ν’ ἀρχίσωμεν τὴν ἐκκένωσιν τῆς Ἠπείρου. Δὲν εἴχομεν καμμίαν ὑποχρέωσιν νὰ συμμορφωθῶμεν πρὸς τὰς ἀποφάσεις αὐτῶν, πρῶτον διότι ἐπεφυλάχθημεν νὰ συζητήσωμεν τὰ σύνορα τὰ Ἀλβανικά, ὅταν συναινέσωμεν ἵνα αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις ἀποφασίσωσι τὰ τῆς Ἀλβανίας· δὲν εἴχομεν κατὰ δεύτερον λόγον ὑποχρέωσιν, διότι ὅλαι αἱ ἄλλαι ἀποφάσεις, αἱ ληφθεῖσαι ὑπὸ τῶν Δυνάμεων διὰ τὰ συναφῆ ζητήματα, τὰ ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους περιεχόμενα ἐν τῇ Συνθήκῃ τοῦ Λονδίνου, δὲν ἐπεβλήθησαν ὅπως ἡ περὶ Ἠπείρου, καὶ ἑπομένως δὲν ἠδύναντο νὰ ὑπάρξωσι δύο μέτρα, δύο τρόποι ἐκτελέσεως ἀποφάσεων. Αἱ αὐταὶ Μ. Δυνάμεις εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ ἐκτελέσωσι τὰς ἀποφάσεις αὐτῶν καὶ νὰ φροντίσωσι περὶ τῶν Δωδεκανήσων καὶ περὶ τῶν ἄλλων νήσων, ὅπως ἐπέβαλον τὴν περὶ τῆς Ἠπείρου ἀπόφασίν των, ἢ ἄλλως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποχρεωθῶμεν ἡμεῖς μόνον νὰ ἐκτελέσωμεν τὰς ἀποφάσεις τῶν Μ. Δυνάμεων. Ὁ δὲ τρίτος λόγος εἶναι ὅτι ἡμεῖς ἀνεθήκαμεν εἰς τὰς Μ. Δυνάμεις νὰ ἀποφασίσωσι περὶ Ἀλβανίας καὶ οὐχὶ περὶ Ἠπείρου. Αἱ Μ. Δυνάμεις ἀποφασίσασαι, ὅπως ἀπεφάσισαν, δὲν συνεμορφώθησαν πρὸς τὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν ἐδώκαμεν αὐταῖς. Καὶ ποῖα εἶναι τὰ ὅρια τῆς Ἀλβανίας, θὰ μοὶ εἴπῃ τις; Τὸ ζήτημα τῆς Ἀλβανίας, διὰ πρώτην φορὰν δὲν παρουσιάζεται σήμερον. Ἀπόπειρα, ὅπως ὁρισθῶσι τὰ ὅρια τῆς Ἀλβανίας εἶχε γίνει ἤδη τὸ πρῶτον ἐν ἔτει 1904. Μετὰ τὴν γνωστὴν συνεννόησιν τῆς Μυρστέγης, ὅτε ἐπετεύχθη νὰ εἰσαχθῶσι μεταρρυθμίσεις ἐν Μακεδονίᾳ, ἀπεφασίσθη, ὅπως ἐξαιρεθῶσιν ἐκ τῶν τριῶν Μακεδονικῶν βιλαετίων τὰ διαμερίσματα τὰ καθαρῶς Ἀλβανικά. Ἦτο ἡ πρότασις τῆς Αὐστρίας. Τότε ἐγένετο ἡ πρώτη ἀπόπειρα, ὅπως καθορισθῶσι τὰ ὅρια τῆς Ἀλβανίας. Ἀποφασισθέντος τότε, ὅπως ἐξαιρεθῶσιν ἐκ μὲν τοῦ Κοσσυφοπεδίου τὰ διαμερίσματα τῆς Πρισρένης, τῆς Πριστίνης καὶ τοῦ Ἰπέκ, ἐκ δὲ τοῦ Βιλαετίου Μοναστηρίου τὸ Ἐλβασὰν καὶ ἡ Δίβρη, ἐγένετο λόγος διὰ πρώτην φορὰν καὶ περὶ Κορυτσᾶς. Τὴν Κορυτσὰν ἐνόει μία τῶν Δυνάμεων νὰ περιλάβῃ μεταξὺ τῶν Ἀλβανικῶν χωρῶν, εἰς τὰς ὁποίας δὲν ἐπρόκειτο νὰ εἰσαχθῶσι μεταρρυθμίσεις. Θὰ ἐνθυμῆται ἴσως ὁ σεβαστὸς ἐκ Κερκύρας κ. Βουλευτής, ὁ ὁποῖος διηύθυνε τότε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν προσωρινῶς, ὅτι ἀνήγγειλα τὸ πρᾶγμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τηλεγραφικῶς ἐπιστήσας ἰδιαιτέρως τὴν προσοχήν του ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, διότι ἦτο, ὡς εἶπον, ἡ πρώτη ἀπόπειρα ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ ἔχῃ συνεπείας. Τότε ἐγένετο μέγα συλλαλητήριον ἐν Ἀθήναις, προέβη δ’ ἡ Κυβέρνησις εἰς διαβήματα παρὰ ταῖς ξέναις κυβερνήσεσι καὶ ἐπετεύχθη ὅπως ἡ Κορυτσὰ μὴ θεωρηθῇ ὡς Ἀλβανία, μὴ ὑπαχθῇ εἰς τὰ Ἀλβανικὰ διαμερίσματα. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἄλλη ἦτο τότε ἡ θέσις τῶν πραγμάτων, καὶ ὅτι μεγάλη ἦτο ἡ ἀντιζηλία μεταξὺ τῶν σήμερον συμπραττουσῶν ἐν Ἀλβανίᾳ δύο Δυνάμεων, ἀλλ’ ἐπίσης εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐπετεύχθη ὅπως ἡ Κορυτσὰ μὴ ἐξαιρεθῇ. Ἐπετεύχθη δὲ ὑπὸ τὸν ὅρον ὅπως μὴ μεταβῇ εἰς Κορυτσὰν ἀξιωματικὸς ἀνήκων εἰς τὴν ἐθνικότητα ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εἶχον τὸν τομέα τοῦ Μοναστηρίου, δηλ. Ἰταλός, ἀλλ’ ἀπεστάλη ἀξιωματικὸς Νορβηγός. πάντως ὅμως ἡ Κορυτσὰ περιελήφθη ἐν ταῖς ζώναις ταῖς ὑπὸ μεταρρύθμισιν καὶ ἐπετεύχθη νὰ μὴ θεωρηθῇ Ἀλβανική. Ἀλλ’ ἐνῷ τοῦτο κατωρθώθη τότε ἐξαιρετικῶς διὰ τὴν Κορυτσὰν, ἐνῷ ἀπέτυχον εἰς τὰς ἀναλόγους ἐνεργείας των ἄλλαι Δυνάμεις διὰ τὰ βόρεια τμήματα τοῦ νομοῦ Κασσυροπεδίου, σήμερον ὅλοι αὐτοὶ οἱ βόρειοι καζάδες, οἱ ὁποῖοι ἐν ἔτει 1904 ἐχαρακτηρίσθησαν ὡς ἀλβανικοί, περιῆλθον εἰς τὴν Σερβίαν, ἡ δὲ Κορυτσά, ἡ ὁποία ἐσώθη πρὸ δεκαετίας, θυσιάζεται σήμερον! Καὶ ἠξεύρετε τί ἐστὶ Κορυτσά; Ὅλοι διέρχεσθε ἀπὸ τὴν πλατεῖαν τῆς Ὁμονοίας, βλέπετε τὰ μεγάλα ἐκεῖ κτίρια, τὸ Πάγκειον, τὸν Μ. Ἀλέξανδρον· ὅλα αὐτὰ εἶναι περιουσία τῆς κοινότητος Κορυτσᾶς. Ἐὰν ἐρωτήσητε τὰς Τραπέζας, θὰ μάθητε ὅτι ἡ μεγαλειτέρα περιουσία κοινότητος τοῦ ἐξωτερικοῦ εἶναι ἡ τῆς Κορυτσᾶς. Ὅσοι γνωρίζετε τὴν Αἴγυπτον θὰ γνωρίζητε ὅτι οὐδεμία κοινότης ὑπάρχει ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, ἥτις νὰ μὴ ἔχῃ καὶ ἕνα Κορυτσαῖον μεταξὺ τῶν μελῶν αὐτῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ Κορυτσά· καὶ τὴν Κορυτσὰν αὐτὴν καταδικάζομεν ὡς Ἀλβανικήν! Καὶ ὅταν λέγω τοῦτο διὰ τὴν Κορυτσάν, τί νὰ εἴπῃ τις διὰ τὸ Ἀργυρόκαστρον, διὰ τὸ Δέλβινον, διὰ τὴν Χειμάρραν! Καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ μέρη πρόκειται νὰ περιέλθωσιν εἰς Ἀλβανούς; Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα. Εἶπον ὅτι κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὰς ἀποφάσεις τῶν Δυνάμεων, ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία κατὰ τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν μετέβη νὰ διαπραγματευθῇ μεθ’ ὡρισμένης δυνάμεως τὸ ζήτημα τὸ Ἀλβανικόν, εἶχε καθῆκον νὰ ἀναμείνῃ τὴν ἀπόφασιν τῶν ἕξ Δυνάμεων· διότι μετ’ ἐκπλήξεως εἶδον ἐκ τοῦ ἐγγράφου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ὅτι ὑπάρχει ἰδιαιτέρα συνεννόησις.
§89Γ. ΣΤΡΕΪΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Οὐδεμία συνεννόησις ἰδιαιτέρα ὑπάρχει· ἐλάβομεν ἀνακοινώσεις δύο ὡρισμένων Δυνάμεων χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ συνεννόησις ἰδιαιτέρα.
§90Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ (ἀναγινώσκει). «Τὰ δύο ἀνακτοβούλια ἐννοοῦσιν ἰσχύουσαν τὴν μετὰ τοῦ κ. Βενιζέλου συνεννόησιν, τὴν ἀφορῶσαν τὴν διαρρύθμισιν τῶν Ἀλβανικῶν συνόρων κλπ». Ὑπῆρξε λοιπὸν συνεννόησις μεθ’ ὡρισμένων Δυνάμεων, ἐνῷ εἶχεν ἀνατεθῇ εἰς ὅλας τὰς Δυνάμεις.
§91Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ συνεννόησις ἐγένετο μεθ’ ὅλων τῶν Δυνάμεων.
§92Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ (ἀναγινώσκει). «Τὰ δύο ἀνακτοβούλια ἐννοοῦσιν ἰσχύουσαν τὴν μετὰ τοῦ κ. Βενιζέλου συνεννόησιν...»
§93Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐλησμόνησαν τὴν Τριπλῆν Ἀντάντ, ἐλησμόνησαν τοὺς ὑπερασπιστάς.
§94ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ποία εἶναι ἡ ἐνίσχυσις τοῦ ῥήτορος; Ἐγὼ περιεφρόνησα τὰς ἄλλας Δυνάμεις καὶ περιωρίσθην νὰ συνεννοῶμαι μόνον μὲ τὰς δύο; Ἐπεθύμουν νὰ ἐξηγηθῇ πρότερον τί σημαίνει αὐτὴ ἡ ἐρώτησις. Ἂν κατηγοροῦμαι ὅτι περιεφρόνησα τὰς δύο Δυνάμεις, νὰ ἠξεύρω ἵνα ἀπαντήσω. Θέλω νὰ μάθω τίνα σκοπὸν ἔχει ἡ ἐρώτησις.
§95Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αἱ συνεννοήσεις ὑμῶν διεξήχθησαν μετὰ τῶν πέντε Δυνάμεων ἢ μετὰ τῶν δύο; Ὅσα γνωρίζομεν, ἐπαναλαμβάνω, τὰ γνωρίζομεν ἐκ τῶν ἐφημερίδων, ἐξ ὧν καὶ αὐτῶν δὲ προκύπτει ὅτι μετέβητε τὸ πρῶτον εἰς Ἰταλίαν, καὶ ἐκεῖ ἐθέσατε τὸ ζήτημα τῆς μεταβολῆς τῶν ὁρίων. Ἐν Ἰταλίᾳ σᾶς εἶπον, καθὼς ἐδημοσιεύθησαν εἰς τὰς ἐξωτερικὰς ἐφημερίδας, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἀπὸ τὰς ἐξωτερικὰς ἐφημερίδας γνωρίζομεν ὅ,τι γνωρίζομεν· σᾶς ἀπήντησαν ἐν Ἰταλίᾳ ὅτι πρέπει νὰ συνεννοηθῆτε μετὰ τῆς Αὐστρίας. Συνεννοήθητε μετὰ τῆς Αὐστρίας. Εἶναι δυνατὸν αἱ συνεννοήσεις ὑμῶν αἱ διεξαχθεῖσαι μετὰ τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Αὐστριακῆς, νὰ ἐγένοντο ἀντικείμενον συνεννοήσεως βραδύτερον μετὰ τῶν ἄλλων Δυνάμεων; Ἀλλ’ ὑμεῖς ἀπετάθητε κυρίως εἰς τὰς δύο Δυνάμεις, τὰς ὁποίας ἐθεωρήσατε ὅτι ἔχουσι δικαίωμα ἰδιαιτέρως ὅπως διαπραγματευθῶσι τὸ ζήτημα. Τοῦτο προκύπτει ἐκ τῶν πληροφοριῶν τὰς ὁποίας ἔχομεν. Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξητε ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές; Θὰ ἤμην πολὺ εὐτυχὴς, ἐὰν ἠδύνασθε νὰ δώσητε τὴν διαβεβαίωσιν ταύτην.
§96ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἦτο βεβαίως δυνατὸν ἐγὼ νὰ ἀναγνωρίσω εἰς δύο μόνον ἐκ τῶν Μ. Δυνάμεων ἰδιαιτέρως δικαιώματα εἰς τὸν κανονισμὸν τοῦ ζητήματος τῆς Ἀλβανίας. Ἀλλ’ ἐνῷ δὲν ἤμην διατεθειμένος νὰ ἀναγνωρίσω ἰδιαίτερα δικαιώματα δὲν ἠδυνάμην νὰ τυφλώττω πρὸς τὴν ἐνέργειαν τῶν πραγμάτων, ἡ ὁποία μοῦ ἔλεγεν ὅτι κυρίως αὐταὶ αἱ δύο Δυνάμεις ἔχουσι συμφέροντα ἐκ τοῦ ζητήματος, συμφέροντα τὰ ὁποῖα ὠνόμαζον ζωτικά, τόσον ζωτικὰ ὥστε κατήντησε νὰ κινδυνεύῃ ἡ εἰρήνη τῆς Εὐρώπης ἕνεκα τῆς ὑπερασπίσεως τῶν συμφερόντων αὐτῶν τῶν ζωτικῶν. Μετέβην λοιπὸν τὸ πρῶτον εἰς τὴν Ἰταλίαν, ὅπου ἄλλως κατὰ γεωγραφικὴν τάξιν ἔπρεπε πρῶτον νὰ ταξιδεύσω, καὶ διετύπωσα ἐκεῖ τὴν πρότασιν, ὅπως γίνῃ ἡ μεταβολή, ἡ σχετιζομένη πρὸς τὴν ἀνταλλαγὴν τῆς ἄνω κοιλάδος τοῦ Ἀργυροκάστρου. Ἔλαβον τὴν ἀπάντησιν ὅτι θὰ ἐξετασθῇ μετὰ πολλῆς προσοχῆς ἡ πρότασίς μου, μοὶ ἐλέχθη ὅμως συγχρόνως ὅτι δὲν θὰ δυνηθῶ νὰ ἔχω ὁριστικὴν ἀπάντησιν τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως πρὶν ἢ αὕτη συνεννοηθῇ μετὰ τῶν συμμάχων αὐτῆς καὶ πρὸ παντὸς μετὰ τῆς Αὐστρίας, μετὰ τῆς ὁποίας διατελεῖ ἐν πλήρει καὶ κατὰ πᾶσαν στιγμὴν συνεννοήσει ἐπὶ τοῦ Ἀλβανικοῦ ζητήματος. Συνέχισα τὸ ταξίδιόν μου μεταβὰς εἰς Παρισίους καὶ ἀνεκοίνωσα τὰ αὐτά, ἔκαμα τὸ ἴδιον ἐν Λονδίνῳ καὶ Βερολίνῳ καὶ εἰς Πετρούπολιν, πανταχοῦ δὲ μοὶ ἐδηλώθη ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν μετὰ τῆς Ἰταλίας καὶ Αὐστρίας φθάσετε εἰς συμφωνίαν περὶ τῆς ζητουμένης ἀνταλλαγῆς, ἡμεῖς δὲν ἔχομεν οὐδεμίαν ἀντίρρησιν νὰ προσυπογράψωμεν εἰς ὅ,τι ἤθελε συμφωνηθῆ. Οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα. Κάθε ἄλλο παρὰ διενοήθην ποτὲ νὰ παραγνωρίσω τὰς ἄλλας Δυνάμεις.
§97Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Διὰ πρώτην φορὰν τὰ λέγετε αὐτὰ σήμερον. Εἴχετε καθῆκον μόλις ἐπανήλθετε ἐκ τοῦ ταξιδίου σας νὰ ἐξηγήσητε πρὸς ἡμᾶς τὰ τοῦ ταξιδίου σας. Ἀλλ’ ἂν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ καὶ δικαίωμα σήμερον νὰ προβαίνῃ εἰς τοιαύτας παραχωρήσεις, τὸ ζήτημα αὐτὸ συνεζητήθη κατ’ αὐτὰς εἰς τὸν τύπον, ἔνθα ἐξετέθη ἡ γνώμη σεβαστοῦ πολιτευτοῦ, ὁ ὁποῖος ὑποστηρίζει ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ παραχωρήσῃ τὴν Ἤπειρον. Ὁμολογῶ ὅτι τὴν γνώμην αὐτὴν τὴν ἀσπάζομαι καὶ ἐγώ· ὁμολογῶ ὅτι φρονῶ ἐν πεποιθήσει ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ παραχωρήσῃ χώραν· φρονῶ ἐπὶ πλέον ὅτι κατὰ τὴν μετάφρασιν τοῦ ἄρθρου 68 τοῦ Βελγικοῦ Συντάγματος, — διότι τὸ ἄρθρον 33 τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος εἶναι μετάφρασις τοῦ 68 τοῦ Βελγικοῦ Συντάγματος, — δὲν παρελείφθη τυχαίως μία λέξις, διότι τὸ μὲν Σύνταγμά μας λέγει: «Οὐδεμία παραχώρησις ἢ ἀνταλλαγὴ χώρας δύναται νὰ γίνῃ ἄνευ νόμου». Τὸ δὲ Βελγικὸν Σύνταγμα λέγει· nul échange nulle cession, nulle adjonction de territoir ne peut avoir bien qu'en vertu d'une loi». Ἄν παρέλειψε τὸ ἰδικόν μας Σύνταγμα τὴν λέξιν adjonction (προσάρτησις) βεβαίως ὑπῆρχε λόγος καὶ ὁ λόγος, δὲν ἀμφιβάλλω, εἶναι ὁ ἑξῆς· ὅτι ἡμεῖς δὲν πρόκειται νὰ κατακτήσωμεν νέας χώρας, ἀλλὰ ν’ ἀνακτήσωμεν ἰδικάς μας, καὶ δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τυπικῆς προσαρτήσεως διὰ νὰ γίνῃ ἡ προσάρτησις. Ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, ὅτε συνεζητεῖτο ἐν ἔτει 1882 ἐν τῇ Βουλῇ πάλιν τὸ τυπικὸν ζήτημα τῆς προσαρτήσεως τῶν νέων χωρῶν, ἐὰν δηλ. ἔπρεπε νὰ δεχθῶμεν τοὺς νέους Βουλευτὰς πρὸ τῆς προσαρτήσεως, ἀπήντησεν ὡς ἑξῆς· «ὅτι ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἔπαυσεν ἐκεῖ ἐνασκουμένη ἡ κυριαρχία τοῦ Σουλτάνου δὲν ἔχομεν ἡμεῖς νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ἔχῃ ἢ δὲν ἔχῃ κῦρος ἡ σύμβασις περὶ προσαρτήσεως τῶν ἐπαρχιῶν. Τὸ ζήτημα ἐκεῖνο εἶναι ζήτημα διεθνὲς ἀφορῶν τὰς ἐξωτερικὰς σχέσεις τῆς Ἑλλάδος. Ὡς πρὸς τὸ ἐσωτερικὸν τὸ μόνον ζήτημα εἶναι, ἐὰν ἤρθη ἡ κυριαρχία τοῦ Σουλτάνου, διότι εὐθὺς ὡς ἤρθη, αἱ ἐπαρχίαι ἐκεῖναι ἀποτελοῦσιν αὐτοδικαίως τμῆμα ἀναπόσπαστον τῆς Ἑλλάδος ὑπαγόμενον εἰς τὴν κυριαρχίαν τὴν ἑλληνικήν». Καὶ πράγματι αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἑλληνικαὶ ἐπαρχίαι ἀνέκτησαν τὴν ἐλευθερίαν των δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωσιν ἀνάγκην ἑνὸς τύπου διὰ νὰ προσαρτηθῶσιν· εἶναι προσηρτημέναι· μόνον διὰ τὰς διεθνεῖς ἐξωτερικὰς σχέσεις μας ἔχομεν ἀνάγκην μιᾶς τυπικῆς προσαρτήσεως, ἑνὸς δηλ. διατάγματος, ἀφοῦ περὶ νόμου δὲν πρόκειται, οὐδ’ ἀπαιτεῖ τοῦτο τὸ Σύνταγμά μας.
§98Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ εἶπον καὶ αἱ Δυνάμεις. Ὅταν μᾶς λέγουν ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι θέλετε ἐκκενώσει τὰ Ἠπειρωτικὰ ἐδάφη, δὲν μᾶς ἀνεγνώρισαν τὴν κυριαρχίαν; Τὴν κυριαρχίαν τὴν εἴχομεν· ἐξηρτᾶτο ἀπὸ ἡμᾶς ν’ ἀμυνθῶμεν.
§99Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Βεβαίως· περὶ ἀναγνωρίσεως πρόκειται μόνον. Λοιπὸν φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν εἶχε νὰ ἐκκενώσῃ τὴν Ἤπειρον καὶ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν ἔχει σήμερον ἄνευ τῆς γνώμης τοῦ Ἔθνους νὰ παραχωρήσῃ χώρας ἑλληνικάς. Καὶ ὅταν λέγω γνώμην τοῦ Ἔθνους, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι τὸ Ἔθνος δὲν τὸ ἀντιπροσωπεύομεν ἡμεῖς σήμερον. Σήμερον ἀντιπροσωπεύομεν τὸ ἥμισυ τοῦ Ἔθνους. Ὁ Ἑλληνισμὸς ὅλος, αἱ νέαι ἐπαρχίαι δὲν ἀντιπροσωπεύονται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ δὲν εἴμεθα ἁρμόδιοι ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς παλαιᾶς μόνον Ἑλλάδος ν’ ἀποφανθῶμεν ἐπὶ τοιούτων θεμάτων. (Εὖγε καὶ χειροκροτήματα). Ὀφείλετε νὰ ἔχητε τὸ θάρρος νὰ φέρητε νέον νομοθετικὸν σῶμα, τὸ ὁποῖον ν’ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος. Καὶ ἐπειδὴ φέρετε πολλάκις, κ. Πρόεδρε, τὸ παράδειγμα τῶν πεπολιτισμένων καὶ ἀνεπτυγμένων χωρῶν, θὰ σᾶς ἐρωτήσω νὰ μοὶ εἴπητε, ἂν φρονῆτε ὅτι, ἂν ἐν Ἀγγλίᾳ εὑρίσκετο εἰς ἣν εὑρίσκεσθε σήμερον ὑμεῖς θέσιν μία Κυβέρνησις, θὰ εὑρίσκετό ποτε Ἄγγλος Κυβερνήτης μὲ τὰ κρατοῦντα κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα τῆς Ἀγγλίας, ὁ ὁποῖος θὰ ἐτόλμα νὰ λάβῃ ἀπόφασιν χωρὶς νὰ θέσῃ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ τὸ ζήτημα αὐτὸ ὡς πρόγραμμα ἐκλογικόν; (Εὖγε, εὖγε). Ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ πείσῃ τὸν λαὸν ὅτι εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παραχωρήσῃ τὰς ἑλληνικὰς χώρας τῆς Ἠπείρου καὶ ἀφοῦ ἀναπτύξητε ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ δυνάμενα νὰ πείσωσι τὸν λαὸν ὅτι οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα, τότε μόνον, ἐὰν δώσῃ τὴν συγκατάθεσίν του τὸ Ἔθνος, δυνάμεθα νὰ παραχωρήσωμεν τὴν Ἤπειρον εἰς τοὺς Ἀλβανούς. (Εὖγε, εὖγε· χειροκροτήματα).
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Σπυράκης.
§101Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Παραιτοῦμαι.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μ. Στελλάκης.
§103Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Παραιτοῦμαι.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Τσακόπουλος.
§105Σ. ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παραιτοῦμαι.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Λεωνίδας.
§107Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Παραιτοῦμαι.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Κουμουνδοῦρος.
§109Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγώ, Κύριοι, καθ’ ὅσον γνωρίζω ἐκ τῆς Ἱστορίας, οὐδεμία Κυβέρνησις οὐδενὸς Κράτους, ὑποχρεωθεῖσα νὰ παραδώσῃ μέρος τοῦ Κράτους εἰς ἄλλην χώραν, μετεχειρίσθη τὰ μέσα τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθη ἡ παροῦσα Κυβέρνησις διὰ νὰ παραδώσῃ τὰ μέρη αὐτά. Δὲν ἠξεύρω ἂν ὑπάρχῃ Κράτος εἰς τὸν κόσμον, τὸ ὁποῖον νὰ δίδῃ τμῆμα αὐτοῦ εἰς ἀρτιπαγὲς βάρβαρον Κράτος, οὗτινος οἱ πολῖται πρὸ ἐλαχίστων μηνῶν ἠτίμασαν, ἐλεηλάτησαν, ἐπυρπόλησαν καὶ ἐφόνευσαν τοὺς πολίτας τοῦ διαμερίσματος, τὸ ὁποῖον πρόκειται ἤδη νὰ παραχωρηθῇ εἰς αὐτούς. Δὲν ἐπίστευόν ποτε ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν τὸ Κράτος αὐτό, τὸ παραδίδον τὸ διαμέρισμά του, νὰ ἀποκλείσῃ τοὺς πολίτας ἐκείνους ἀπὸ τὴν φυσικὴν ἄμυναν τοῦ νὰ ὑπερασπίσωσι τὴν ζωήν, τὴν τιμήν, τὴν περιουσίαν καὶ τὴν ἐλευθερίαν αὐτῶν. Δὲν ἐπίστευον ὅτι ἦτο δυνατὸν ἓν κόμμα, τὸ ὁποῖον ἐπωνομάσθη φιλελεύθερον, ὅτι θὰ εἶχε τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς νὰ ἀποκλείσῃ τὸ διαμέρισμα ἐκεῖνο καὶ νὰ τὸ ἀναγκάσῃ νὰ παραδοθῇ εἰς τὸν ἐχθρὸν διὰ νὰ σφαγῇ, νὰ ἀτιμασθῇ, νὰ λεηλατηθῇ, νὰ πυρποληθῇ. Μόνον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, μόνον τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος παρουσιάζει τὸ στίγμα αὐτό, αὐτὴν τὴν ἀθλιότητα, τὴν μαρτυροῦσαν ὅτι δὲν εἴμεθα πλέον Κράτος πεπολιτισμένον. Κύριοι· μοὶ γεννᾶται ἡ ἀπορία καὶ ἐπεθύμουν νὰ ἀκούσω τὴν λύσιν τῆς ἀπορίας ταύτης· ἐπολεμήσαμεν διὰ νὰ ἐλευθερώσωμεν τὴν ὑπόδουλον γῆν τῶν πατέρων μας, τοὺς ἀδελφοὺς ἡμῶν καὶ ἐπετύχομεν τὴν ἐλευθερίαν αὐτῶν καὶ ἦλθεν ἡ στιγμὴ καθ’ ἣν ἔπρεπε νὰ θέσωμεν τὰ νέα ὅρια τοῦ ἐπεκταθέντος Κράτους ἡμῶν. Δὲν γνωρίζω πῶς ἐτέθη τὸ ζήτημα, πῶς μᾶς εἶπον ὅτι «ἀπὸ τὰ μέρη αὐτὰ τὰ ἐλευθερωθέντα θὰ σᾶς πάρωμεν ἡμεῖς ἓν μέρος διὰ νὰ κάμωμεν ἄλλο Κράτος». Καὶ ἤθελα νὰ μάθω πῶς εὑρέθημεν εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ νὰ κανονίζωμεν τὰ ὅρια τῶν γειτονικῶν μας Κρατῶν, νὰ παραχωρῶμεν Ἑλληνικὸν διαμέρισμα διὰ νὰ σχηματισθῇ ἄλλο Κράτος. Καὶ διὰ τοῦτο ἐπεθύμουν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅλην τὴν διπλωματικὴν ἀλληλογραφίαν ἐπὶ τοῦ ἀγῶνος αὐτοῦ, διὰ νὰ ἴδωμεν ποίαν κατεύθυνσιν ἔδωκεν ἡ Κυβέρνησις καὶ ποῖοι λόγοι μετέβαλον οὕτω τὰ πράγματα, διότι παρηκολούθησα τοὺς συμμάχους ἡμῶν καὶ εἶδον ὅτι πάντα τὰ Κράτη, τὰ συμμετασχόντα τοῦ ἀγῶνος ἡμῶν, ὄχι μόνον προσεπάθουν νὰ διατηρήσωσιν ὅ,τι κατέλαβον καὶ ὅ,τι εἶχον καθορίσει μεταξὺ τῶν συμμάχων αὐτῶν, ἀλλ’ ἐζήτουν νὰ καταλάβωσι καὶ ἄλλας χώρας, κατὰ τὸν ἐθνισμὸν ἀνηκούσας εἰς τοὺς συμμάχους. Ὅλα αὐτὰ τὰ Κράτη κατώρθωσαν ὄχι μόνον νὰ διατηρήσωσιν ὅ,τι εἶχον καταλάβει, ἀλλ’ ἥρπασαν καὶ μέρη ἀνήκοντα εἰς ἡμᾶς, μόνον δὲ τὸ ἑλληνικὸν Κράτος ἀποτελοῦν παράδοξον ἐξαίρεσιν παραχωρεῖ ἀπὸ τοῦ Δεδεαγὰτς καὶ τῶν νήσων μέχρι Ἠπείρου διαμερίσματα ἑλληνικά. Ὅταν ἔχω ὅλα αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, θὰ κρίνω τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἠνάγκασαν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ πολιτευθῇ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, καὶ ἂν πράγματι ὑπῆρχον ἰσχυροὶ τοιοῦτοι ἢ ἐπολιτεύθη, ὡς ἐπολιτεύθη ὁ κ. Πρωθυπουργός, μόνον διότι συνεκινεῖτο ἀπὸ τὰ διάφορα γεύματα, ἀπὸ τὰ διάφορα παράσημα, ἀπὸ τὰς διαφόρους ὑποδοχάς, ἀπὸ τὰ δημοσιεύματα τῶν ἐφημερίδων, καὶ διὰ νὰ φαίνηται γενναῖος πολιτευτὴς παρεχώρει ὅσα παρεχώρει. Τὸ φαινόμενον αὐτὸ μόνον ἡ Ἑλλὰς παρουσίασε κατὰ τὸν ἀγῶνα αὐτόν. Ἡ Ἰταλία κατέλαβε ξένας χώρας καὶ τάχιστα τὰς ἀνεγνώρισεν ὡς κράτος ἰδικόν της. Ἡ Αὐστρία ἔκαμε τὸ αὐτό. Ἡ Βουλγαρία ἄλλοτε ἥρπασε τὴν Ἀνατολικὴν Ῥωμυλίαν. Ἡμεῖς δὲ μόνον εὑρισκόμεθα εἰς μίαν κατάστασιν ὅλως διόλου διάφορον τῶν ἄλλων Κρατῶν· εὑρισκόμεθα εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ κάμωμεν παραχωρήσεις κολοβώνοντες, ἀντὶ νὰ ἐνισχύωμεν τὸ Κράτος ἡμῶν! Ἐγὼ δὲν κακίζω τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου διὰ τὴν πολιτείαν του. Τὸ πρόγραμμά του εἶναι γνωστόν. Ἡ πολιτεία του εἶναι γνωστὴ ἐν Κρήτῃ. Ἦλθεν ἐδῶ μὲ πρόγραμμα γνωστὸν καὶ ἂν προχωρῇ εἰς τὸ πρόγραμμά του, εἰς τὴν πολιτικήν του, ἐγὼ δὲν παραπονοῦμαι κατ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ παραπονοῦμαι κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος παρασυρθεὶς ἀπὸ τὰς διαφημίσεις τῶν δημοσιογράφων τῆς Εὐρώπης, οἱ ὁποῖοι χωρὶς νὰ γνωρίσωσι τὸν δικηγόρον τῶν Χανίων ὁποίας ἀξίας ἄνθρωπος εἶναι ἐν συναυλίᾳ μᾶς τὸν παρέστησαν ὅτι εἶναι Βίσμαρκ, Καβούρ, ὅτι εἶναι μέγας πολιτικός. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀναγινώσκει αὐτὰ χωρὶς νὰ σκεφθῇ ποῖοι λόγοι προκαλοῦσιν αὐτὰ καὶ πόθεν γνωρίζουσι τὸν ἄνδρα αὐτοὶ οἱ κύριοι, οἱ ὁποῖοι ἀνέλαβον νὰ μᾶς τὸν γνωρίσωσι, ποῖα συμφέροντα ἔχουσιν αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἔσπευσαν νὰ κάμωσιν αὐτὰς τὰς δημοσιεύσεις. Γνωρίζω μόνον ὅτι οὗτοι σπεύσαντες εἰς τὰς δημοσιεύσεις ταύτας παρηκολούθησαν τυφλῶς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τὸν κατέστησαν δικτάτωρα, τοιουτοτρόπως δὲ οὗτος εὗρε τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ, ἡ ὁποία ἕνα καὶ μόνον σκοπὸν ἔχει, πῶς δηλ. νὰ τὸν ὀνομάσωσιν αἱ ἐφημερίδες μέγαν ἄνδρα, πῶς νὰ γράφωσι πάντοτε ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ ἀδιαφορεῖ περὶ τῶν ἄλλων. Ἀρκεῖ ὅτι εἷς πόλεμος ἐμεγάλωσε τὴν Ἑλλάδα καὶ εἰς αὐτὸν ἔμεινε τὸ δικαίωμα, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔφερεν ὁ πόλεμος νὰ ἀποκόψῃ διὰ νὰ ἔχῃ τὰ θυμιάματα τῆς Εὐρώπης καὶ τῶν πολιτικῶν αὐτῆς. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀκολουθεῖ πολιτικὴν ἄλλην. Προσπαθεῖ νὰ γίνῃ κομματάρχης, ὅπως καὶ ἐν Κρήτῃ, καὶ πάντοτε προσπαθεῖ νὰ εἶναι κομματάρχης τῆς πρωτευούσης καὶ διὰ τοῦτο καθ’ ὅλον τὸν πόλεμον δὲν ἠσχολεῖτο νὰ μάθῃ τί λέγει ἡ πολιτικὴ ἱστορία τῆς Ἑλλάδος· πῶς μέχρι τοῦδε ἐσταδιοδρόμησε· πῶς ἐφθάσαμεν εἰς ὃ εὑρισκόμεθα σημεῖον, ποῖα εἶναι τὰ συμφέροντα ἡμῶν, ποῖα τὰ συμφέροντα τῶν ξένων, ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι, κατὰ τῶν ὁποίων θὰ πολεμήσωμεν, ποῖοι ὑπῆρξαν οἱ ἐχθροί μας καὶ ποίας βλέψεις ἔχουσιν οἱ πέριξ ἡμῶν. Δὲν παραπονοῦμαι διὰ τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε· παραπονοῦμαι κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν ἐκράτησε μέρος τῆς δυνάμεώς του διὰ νὰ δύναται νὰ περιορίζῃ ὄχι μόνον τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ πάντα οἱονδήποτε, νὰ περιορίζῃ λέγω, αὐτὸν ἀπὸ τὰς παραβόλους ἀποφάσεις του ἀπὸ τὰς ἐπιβλαβεῖς καὶ καταστρεπτικάς, καὶ διὰ τοῦτο ἐφθάσαμεν εἰς ὅ σημεῖον εὑρισκόμεθα σήμερον, καὶ διὰ τοῦτο προβαίνομεν εἰς συζήτησιν τοιαύτην σήμερον, καὶ διὰ τοῦτο ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ βλέπωμεν μετὰ πόνου καὶ ἄλγους νὰ ἀφαιρῆται μέγα μέρος τῆς προαιωνίου ἐθνικῆς μας κληρονομίας ἀπὸ τὴν ἐλευθέραν πατρίδα. Καὶ ἂν σήμερον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀποφασίσῃ νὰ ζητήσῃ εὐθύνας ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ποῖον κέρδος θὰ ἔχῃ ἡ Πατρὶς ἡμῶν; Ποῖον κέρδος θὰ ἔχωσιν αὐτοὶ οἱ δυστυχεῖς οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ δύνανται νὰ εὑρίσκωνται ἐν ἡσυχίᾳ ψυχικῇ καὶ κεκλεισμένοι ἀκόμη εἰς τοὺς οἴκους των; Διὰ νὰ ἐπαναπαύσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τὸν πόνον καὶ τὴν συνείδησιν ἡμῶν μᾶς ὡμίλησε διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν σήμερον ὅτι τέλος πάντων τὸ Σύνταγμα τὸ ὁποῖον κατασκευάζει ἡ διεθνὴς ἐπιτροπή, θὰ δώσῃ ἐλευθερίαν καὶ ἀσφάλειαν τῆς θρησκείας καὶ τῆς τιμῆς καὶ τῆς περιουσίας των. Ὁποία ὕβρις εἰς αὐτὸν τὸν λαὸν τὸν Ἑλληνικόν, ὁ ὁποῖος ἐφημίζετο ἄλλοτε ὅτι εἶχεν ἀντίληψιν καὶ νοῦν! Καὶ τὸ Ὀθωμανικὸν Κράτος ἔκαμε Σύνταγμα, ἀλλὰ σφάζονται ἐκεῖ καὶ σήμερον πολῖται Ἕλληνες· ἀλλὰ δημεύονται καὶ σήμερον ἐκεῖ αἱ περιουσίαι αὐτῶν· ἀποπέμπονται ἐκεῖθεν Ἕλληνες καὶ φυλακίζονται, μολονότι τὸ Σύνταγμα τὸ Τουρκικὸν ἐπηγγέλθη ἐλευθερίας καὶ ἔδωκεν ἐγγυήσεις. Πρέπει νὰ ἡσυχάσωμεν καὶ τὸ ἄλγος αὐτὸ νὰ παύσῃ σήμερον, ὁπότε ἡ Ἑλλὰς ἐμεγαλύνθη διὰ τῶν ὅπλων αὑτῆς, ὁπότε κατέδειξεν ὁποία εἶναι ἡ δύναμις αὐτῆς, ὁπότε ἐξήλειψε τὴν κηλῖδα τοῦ 1897, ὁπότε αἱ Κυβερνήσεις τῶν χρόνων ἐκείνων δὲν εἶχον τὴν ἀπαιτουμένην δύναμιν, τὴν ἀπαιτουμένην διὰ νὰ ἀντιμετωπίσωσι τὰ τοιαῦτα ὄργια, καὶ κατηγοροῦνται ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸν ἐσχάτως ἐλθόντα εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὡς Κυβερνήσεις ἀνίκανοι καὶ ἐπαιτοῦσαι τὴν ζωὴν τῶν συμπολιτῶν των. Σήμερον, λέγω, ὅτε ἡ Ἑλλὰς ἐμεγαλύνθη, ὅτε ἐπέβαλεν εἰς τὸν κόσμον ὅλον τὸν σεβασμόν, σήμερον δύναμαι ν’ ἀναφέρω ἐγκλήματα λαμβάνοντα χώραν εἰς τὴν Ὀθωμανικὴν Αὐτοκρατορίαν. Πῶς δὲν εἶσαι τώρα ἀνώτερος αὐτῶν τῶν φαυλοκρατῶν ὕστερον ἀπὸ τόσην δύναμιν, τὴν ὁποίαν σοῦ ἔδωκεν ὁ Βασιλεὺς καὶ ὁ Στρατός; Πῶς δὲν συντρίβεις ἐκείνους οἱ ὁποῖοι φονεύουσι καὶ ἀτιμάζουσι καὶ καταστρέφουσι τοὺς συμπολίτας ἡμῶν ἐκεῖ; Ποῦ εἶναι ἡ πυγμή σου καὶ τὸ πνεῦμά σου διὰ νὰ ὑπογράψῃς τοιαύτην συνθήκην ἐν Ἀθήναις; Ἐν Ἀθήναις δύναταί τις νὰ ἐγείρῃ μνημεῖον. Ἐπέρασαν οἱ εὐδαίμονες χρόνοι, Κύριε Πρωθυπουργέ, κατὰ τοὺς ὁποίους ἡ γλῶσσα ἡμῶν καὶ ἡ ἐνέργεια ἡμῶν ἔπρεπε νὰ εἶναι νεκρά. Παρῆλθεν ὁ πόλεμος καὶ αἱ δάφναι αὐτοῦ καὶ αἱ νῖκαι τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ διὰ νὰ ἀναγινώσκῃς τὰ τηλεγραφήματα καὶ νὰ μᾶς κλείνῃς τὸ στόμα διὰ νὰ μὴ ἀποδείξωμεν ποῖος εἶσαι καὶ ποία ἡ πολιτική σου· τί ἤλθες νὰ ὑπηρετήσῃς ἐδῶ καὶ τί ὑπηρέτησες. Εἰς τὸ μικρὸν αὐτὸ ζήτημα τοῦ ὅλου δράματος τοῦ Ἀνατολικοῦ περιοριζόμεθα· δὲν γενικεύομεν τὸ ζήτημα διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξωμεν ὅτι δὲν ἐλέγετε τὴν ἀλήθειαν, ὅταν ἐπαρουσιάζετε τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος εἰς τὰς παραμονὰς τοῦ πολέμου ὅτι εἶναι Μονὴ διαλελυμένη· ὅτι δὲν ἔχει στρατὸν καὶ στόλον, καὶ ὅτι ἔχει ἀνάγκην νὰ μείνῃ ἐν εἰρήνῃ μίαν δεκαετίαν διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ δυναμώσῃ καὶ τότε νὰ ἴδῃ, ἂν δύναται νὰ σκεφθῇ περὶ ἐξωτερικῆς πολιτικῆς καὶ περὶ παραστάσεως πολεμικῆς. Ἦλθεν ὁ καιρός, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ σᾶς ἀποδείξω ὅτι τὴν Ἑλλάδα τὴν παρελάβετε ἑτοίμην καὶ ἱκανὴν νὰ κάμῃ ὅ,τι ἔκαμε, τοῦτο δὲ τὸ ἀπέδειξεν ὅλος ὁ ἀγών... Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ναυτικῶν, ἐὰν ἔχητε ἐργασίαν, νὰ μεταβῆτε νὰ ὁμιλῆτε εἰς τὸ γραφεῖόν σας. Ἐὰν νομίζητε ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι ζήτημα ἁπλοῦν, ἀπατᾶσθε. Ἐγὼ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἁπλοῦν καὶ περιέμενον ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν περισσότερον σεβασμὸν κατὰ τὴν ὥραν ταύτην, καθ’ ἣν γίνεται τοιαύτη συζήτησις.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἔργον ὑμέτερον.
§111Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ μὲ διακόπτητε, ὅταν κάμνω ἀποστροφήν. Ἀπευθυνόμενος πρὸς ἐμὲ καὶ διακόπτων με...
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶμαι ἀρκετὰ ἁβρὸς καὶ δὲν σᾶς διέκοψα καθ’ ὅλον τὸ διάστημα.
§113Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἀπασχολεῖσθε εἰς αὐτά. Ἀπασχολεῖσθε αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰς τὴν ἐπιστολήν, τὴν ὁποίαν ἐγράψατε πρὸς τὸν Δήμαρχόν σας.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὀχυροῦσθε πρὸ κακοηθειῶν, τὰς ὁποίας δημοσιεύουσι τὰ ἀποβράσματα τὰ κοινωνικὰ διεστρεβλωμένας.
§115Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀκούσατε, Κύριοι, ἐκφράσεις ἐξερχομένας ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς εὑρισκόμενον ἐπὶ τῆς ἕδρας αὐτοῦ!
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ νὰ ἀποκρούσω τὰ ἐπιχειρήματά σας.
§117Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἔπρεπε νὰ σέβησθε τὸν ἑαυτόν σας.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λυποῦμαι πολὺ καὶ ὀφείλω νὰ κατέλθω διὰ νὰ δώσω ἐξηγήσεις. Παρακαλῶ εἷς τῶν κ. Ἀντιπροέδρων νὰ καταλάβῃ τὴν ἕδραν· ὁ κ. Γαρδικιώτης ἢ ὁ κ. Παπαϊωάννου.
§119Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀδιαφορῶ, ἂν θὰ κατέλθητε ἢ δὲν θὰ κατέλθητε. (Καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ Ἀντιπρόεδρος κ. Ν. Γαρδικιώτης).
§120Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ (Πρόεδρος). Ἔχω τὴν γνώμην, Κύριοι, ὅτι εἰς συζητήσεις αἱ ὁποῖαι γίνονται διὰ τῶν ἐφημερίδων, καὶ ὅταν αἱ συζητήσεις αὗται δὲν στηρίζονται ἐπὶ τῆς ἀληθείας καὶ ἐπὶ ἐπιχειρημάτων σοβαρῶν, ἔχω τὴν γνώμην, λέγω, ὅτι Βουλευταὶ διεκδικοῦντες θέσιν μεγάλην ἐν τῷ Συνεδρίῳ τούτῳ, Βουλευταὶ διοικήσαντες ἀτυχῶς ἐπὶ μακρὰ ἔτη τὴν Ἑλλάδα, δὲν ἔπρεπε νὰ στηρίζωνται, ὅπως ἐπαναλαμβάνωσι κακοηθείας τοῦ χειρίστου εἴδους.
§121Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ, Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Τί κακοηθείας;
§122Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Μάλιστα. Ἐδημοσιεύθη κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν ἐν Κερκύρᾳ ἐπιστολή, τὴν ὁποίαν ἔστειλα πρὸς ἄλλοτε πολιτικόν μου φίλον, τὸν ὁποῖον δὲν ἐνόμισα ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ τὸν ὑποστηρίξω, ὅπως ἀνέλθῃ εἰς τὸ δημαρχιακὸν τῆς Κερκύρας ἀξίωμα, ὡς στερούμενον καὶ τῶν ἐλαχίστων προσόντων.
§123Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι ἀνάξιον ὑμῶν καὶ τοῦ ἀξιώματος, τὸ ὁποῖον φέρετε, καὶ σᾶς παρακαλῶ ἀφήσατε τὴν συζήτησιν αὐτήν. Εἶναι μία φιλική μου παράκλησις, τὴν ὁποίαν σᾶς ὑποβάλλω.
§124Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Πρόεδρε. Γνωρίζετε τὸν σεβασμόν, τὸν ὁποῖον σᾶς ἔχω, ἀλλ’ ὅταν βλέπω τὸν κ. Θεοτόκην ἐπικαλούμενον ἐπιστολὴν στρεβλωθεῖσαν, Κύριοι...
§125Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι λέγετε ψεύδη.
§126Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Σεῖς λέγετε ψεύδη. (Διαμαρτυρίαι καὶ θόρυβος ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως).
§127ΑΛ. ΚΑΝΑΡΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Νὰ ἀνακαλέσητε τὴν φράσιν σας.
§128Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ (ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν κ. Θεοτόκην). Σᾶς γνωρίζω καλὰ καὶ μὴ θορυβεῖτε.
§129Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Ὁ κ. Ράλλης ἔθεσε τὸ ζήτημα εἰς τὴν θέσιν του.
§130Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Σεῖς συνηθίζετε νὰ μὴ λέγητε τὴν ἀλήθειαν.
§131Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Ὄχι Κύριε, ὄχι Κύριε! Σεῖς ψεύδεσθε.
§132Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόπτητε. Εἶσθε πάρα πολὺ μικρὸς διὰ νὰ διακόπτητε ἐμὲ (διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ φωναί). Νὰ ἀνακαλέσῃ, κύριε Πρόεδρε. (Ἀντεγκλήσεις ἑκατέρωθεν καὶ σφοδραὶ κωδωνοκρουσίαι τοῦ Προέδρου).
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θεοτόκης ἔχει τὸν λόγον.
§134Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ Βουλευτὴς κ. Κουμουνδοῦρος ἀπὸ τοῦ βήματος ἀνέφερεν ἐπιστολὴν πολιτικήν, καὶ τότε ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀπὸ τοῦ βήματός του εἶπεν ὅτι εἶναι κακοήθειαι, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἄξιαι τοῦ προσώπου τὸ ὁποῖον ἐδημοσίευσε ταύτας.
§135Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Καὶ τὸ ὁποῖον ὑμεῖς ὑπεστηρίξατε.
§136Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ τὸ ὁποῖον ἐγὼ ὑπεστήριξα; μάλιστα... Καὶ εἶπον εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ὅτι δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ἐκστομίσῃ τοιαύτας φράσεις ἐναντίον ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἐξελέγη μὲ πλειονοψηφίαν 750 ψήφων ἀπέναντι τοῦ ὑποψηφίου αὐτοῦ. Ταῦτα εἶπον. Δὲν ὡμίλησα ἐγὼ περὶ ἐπιστολῆς καὶ ἦτο περιττὸν νὰ ἔλθητε νὰ μὲ ἀντικρούητε. Ἐὰν δὲ θέλητε τὴν γνώμην μου περὶ τῆς ἐπιστολῆς, χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ ζήτημα, ἂν εἶχε δικαίωμα νὰ δημοσιεύσῃ τὴν ἐπιστολὴν ὁ ταύτην δημοσιεύσας, θὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν ἦτο ἄξιον εἰς ὑμᾶς κατέχοντας θέσιν, ὁποίαν κατέχετε, νὰ γράψητε περὶ τοῦ κ. Βενιζέλου «ἀνάθεμα τὴν ὥραν ποῦ ἐγίνατε φίλος του», διότι, ἐὰν ἐγράψατε αὐτὸ —καὶ τὸ ἐγράψατε—, ἔπρεπε νὰ μὴ ἀνέλθητε εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς ὡς ὑποψήφιος τοῦ κ. Βενιζέλου. Αὐτὰ εἶχον νὰ σᾶς εἴπω.
§137Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Ἀπαντῶ εἰς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν διετυπώσατε περὶ τῆς ἐπιστολῆς, καὶ σᾶς ἀναφέρω ὅτι ἡ ἐπιστολὴ ἐκείνη ἐμπιστευτικὴ οὖσα καὶ γραφεῖσα πρὸ τριετίας καὶ πλέον δὲν ἐδημοσιεύθη ὁλόκληρος. Ἰδοὺ ἀκριβῶς πῶς ἔχει τὸ ζήτημα, διότι διεστρεβλώθη, Κύριοι.
§138ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν θέλω νὰ ἀκούσω. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀρκετὸν νὰ διευκρινισθῇ ἡ χρονολογία διὰ νὰ ἐξηγηθῶσιν αἱ παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ.
§139Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε· μίαν προσθήκην ἀκόμη, διότι ἐγὼ ἀδικοῦμαι ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς καὶ ἐφ’ ὅσον ἀδικοῦμαι ἀπὸ οἱονδήποτε εἰμπορῶ νὰ παρασιωπήσω. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Θεοτόκης ἔρχεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ δίδει γνώμην ὑπεύθυνον δι’ αὐτὸ τὸ ζήτημα, ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι ὄχι μόνον ἡ ἐπιστολὴ ἐκείνη ἐγράφη πρὸ τριετίας, ἀλλ’ εἶναι ἐπιστολή, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ δημοσιευθῇ ὁλόκληρος διὰ νὰ φανῇ τὸ ἀληθὲς περιεχόμενον αὐτῆς.
§140Λ. ΝΑΚΟΣ. Δὲν ἔπρεπε ν’ ἀπαντήσητε· δὲν ἔπρεπε ν’ ἀπαντήσητε.
§141Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Ὅταν εὑρέθην, Κύριοι, πρὸ ἑνὸς φίλου, ὁ ὁποῖος μοῦ ἐζήτει χιλίας δύο συστάσεις καὶ χιλίας δύο ἐπεμβάσεις, ὅταν τῷ ἔγραψα ἐγὼ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκπληρωθῶσι τοιαῦται ἀπαιτήσεις, ὅτι εἴμεθα ἀνεπαρκεῖς διὰ τοιαῦτα ζητήματα, προσέθετον ὅτι ἀπὸ ἔτσι ἀνάθεμα τὴν ὥραν... «Αὐτὴ εἶναι, Κύριοι, ἡ φράσις. Δημοσιεύουσι τὴν περικοπήν, ἀφήνουσι τὸ σύνολον καὶ ἀφήνουσι τὴν εὐθύνην εἰς ἐμὲ καὶ αὐτὸς ὁ κύριος ὁ ὁποῖος ἐδημοσίευσε τὴν ἐπιστολὴν ἐκείνην, εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὑπεστηρίχθη ἀπὸ τὸν κ. Θεοτόκην, εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔλαβεν 750 ψήφους περισσοτέρας. Συλλυποῦμαι τὴν Κέρκυραν διὰ τοιαύτην ἀπόφασιν, ἡ ὁποία, τὸ λέγω ἀπροκαλύπτως... (διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς θεοτοκικῆς πτέρυγος), συλλυποῦμαι τὴν Κέρκυραν, ἐπαναλαμβάνω, ἡ ὁποία ὑπέπεσεν εἰς πλάνην παρασυρθεῖσα ἀπὸ τοὺς ἀντιπάλους μου ἔχοντας ποταπὰ ἐλατήρια. Ἐγὼ κατὰ τὰ λοιπὰ δὲν ἐκπλήσσομαι ποσῶς. Δὲν ἐκπλήσσομαι, Κύριοι, διότι ὁ κ. Θεοτόκης ἔτυχε νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα καὶ νὰ ἐκχύσῃ ὅλον του τὸ πάθος. Σᾶς γνωρίζω καλά, κ. Θεοτόκη. Γνωρίζω τὴν πολιτικήν σας. Γνωρίζω πῶς ἀνήλθετε καὶ ποῦ ἐστηρίχθητε. Σεῖς συστηματικῶς ὑπεστηρίξατε τοὺς ἐγκληματίας καὶ τοὺς λαθρεμπόρους (χειροκροτήματα ζωηρὰ ἐκ τῆς συμπολιτεύσεως καὶ ἀποδοκιμασίαι ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως). Σᾶς γνωρίζω. Εἶσθε ὁ μόνος πολιτευτής, τὸ λέγω ἀπροκαλύπτως, Κύριοι, ἐκ τῆς δράσεως τοῦ ὁποίου ἐζημιώθη τὸ Δημόσιον ταμεῖον (διαμαρτυρίαι καὶ φωναὶ ἐκ τῆς Θεοτοκικῆς πτέρυγος).
§142ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε· τὸν λόγον.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§144ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὅσον καὶ ἂν εἰμπορῶ νὰ ἐννοήσω τὴν συγκίνησιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, δὲν δύναμαι ἐν τούτοις παρὰ νὰ πιστεύσω ὅτι, τῆς συγκινήσεως παρελθούσης, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν ἔπρεπε νὰ μετέλθῃ ἐπίθεσιν τόσον ζωηρὰν κατὰ μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐλπίζω πρὸς τούτοις ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔχων ἤδη μετὰ τὴν κάθοδόν του ἀπὸ τοῦ βήματος τὴν ἠρεμίαν τὴν ψυχικὴν θ’ ἀναγνωρίσῃ ἐπίσης ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἐκεῖνον, κοινοβουλευτικὸν ἄνδρα, κατέχοντα μάλιστα τὸ ἀξίωμα τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, νὰ ἐπικρίνῃ καθ’ ὃν ἐπέκρινε τρόπον τὰς ἀποφάσεις τῆς ἐτυμηγορίας τῆς λαϊκῆς. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ φίλος μου, ὁ ὁποῖος εὐεξήγητον εἶναι ὅτι περιῆλθεν εἰς συγκίνησιν ἐκ τῶν λεχθέντων, διότι προϋποθέτει ὅτι πρόκειται περὶ ἐπιστολῆς γραφείσης πρὸ πολλοῦ χρόνου, ὅτε δὲν ἦτο Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, τοῦ ὁποίου δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὴν συγκίνησιν ἐκ τοῦ ὅτι παρεξηγήθη ἡ χρονολογία τῆς ἐπιστολῆς, θὰ ἀναγνωρίσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι ὑπερέβαλε τὰ προσήκοντα μέτρα ἐν τῇ ἐπιθέσει του ὡς πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς λαϊκῆς ἐτυμηγορίας. Δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν καὶ νὰ συζητῶμεν, ὄχι ὅμως καὶ νὰ κατηγορῶμεν τὰς ἀποφάσεις τῆς λαϊκῆς ἐτυμηγορίας.
§145Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Ὅσον καὶ ἂν ἤθελε θεωρηθῇ ὅτι ἡ συγκίνησις δεδικαιολογημένως μὲ ἤγαγεν εἰς τὴν γλῶσσαν τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθην, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ὅσα καὶ ἂν εἶπον ἐγώ, τὰ εἶπον ἐν ἐπιγνώσει τῆς σημασίας αὐτῶν, τὰ εἶπον συναισθανόμενος ὅλον τὸ βάρος τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ἔχω. Εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς ἀποδοκιμασίας τῆς λαϊκῆς ἐτυμηγορίας, εἰς ἣν δέον νὰ ὑποκύπτωμεν, ἔχω νὰ παρατηρήσω ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῆς λαϊκῆς ἐτυμηγορίας ἐν τῷ Δήμῳ Κερκυραίων ἐλήφθησαν ὑπὸ ὅρους ἀληθῶς ἐξαιρετικοὺς συνεπείᾳ τῶν ἀντεθνικῶν ἐνεργειῶν καὶ τῶν σκανδάλων τῆς Ἰταλικῆς προπαγάνδας, ὡς καὶ ἐλατηρίων ἀληθῶς ποταπῶν, τὰ ὁποῖα ἐκινδύνευσαν νὰ στιγματίσωσι τὴν ἠθικὴν καὶ τὴν ὑπόληψιν τῆς Κερκύρας. Ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον, τὸ εἶπον, διότι τὸ ἠσθάνθην καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπω τι ἀντίθετον. Θὰ τὸ ἐθεώρουν ὑποκριτικὸν καὶ κατώτερον τῶν ὑποχρεώσεών μου, ἐὰν ἄλλα ἠσθανόμην καὶ ἄλλα ἔλεγον. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἐκ τῆς ἑρμηνείας, τὴν ὁποίαν ἤθελε νὰ δώσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τοὺς λόγους μου, ἐκ τῶν λόγων καὶ τῆς φρασεολογίας τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθη ἑρμηνεύσας τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθην, ἓν εἶναι τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἐξάγω, ὅτι ἐγὼ σεβόμενος τὸ ἀξίωμά μου ἔπρεπε ν’ ἀποσιωπήσω, ἔστω καὶ τὴν ἀλήθειαν. Τούτου ὅμως οὕτως ἔχοντος, φανερὸν ὅτι ὑπάρχει οὐσιώδης διαφορὰ ἀντιλήψεως ὡς πρὸς τὰ καθήκοντά μου μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διαφορὰ ἀντιλήψεως, ἡ ὁποία δὲν κλονίζει τὸ παράπαν τὴν ἄπειρον ἐμπιστοσύνην μου, τὴν ἐκτίμησιν, τὸν σεβασμόν, τὸν θαυμασμὸν πρὸς τὸν ἄνδρα ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἀληθῶς ἐδιπλασίασε τὴν Ἑλλάδα.
§146Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. 200.000 ἐδιπλασίασεν, οἱ ὁποῖοι σήμερον χάνονται.
§147ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κάτω, κάτω.
§148Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Ὁ ὁποῖος προσέφερε τόσας μεγάλας ὑπηρεσίας, ὅσας οὐδείς, καὶ τὸ τονίζω, οὐδεὶς ἕτερος πολιτικὸς ἐν Ἑλλάδι μέχρι τοῦδε. Ἀλλ’ ὅσον καὶ νὰ μὴ κλονίζηται ἡ ἐμπιστοσύνη μου αὕτη, ὑπάρχει, λέγω, ὡς πρὸς τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ὀφείλω νὰ ἀσκήσω τὰ καθήκοντά μου διαφορὰ ἀντιλήψεως, ἡ ὁποία μὲ ὅλον τὸν σεβασμόν, μὲ ὅλην τὴν ἐκτίμησιν καὶ τὸν θαυμασμόν, τὸν ὁποῖον ἔχω καὶ θὰ ἔχω πρὸς τὸν ἄνδρα ἐκεῖνον, μοὶ ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποβάλω τὴν ἀπὸ τοῦ ἀξιώματος τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς παραίτησίν μου μὲ τὴν παράκλησιν νὰ δεχθῇ ταύτην ἡ Βουλή.
§149Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ὄχι· αὐτοὶ ἦλθον ἐνταῦθα ἐσκεμμένως καὶ προμεμελετημένως, ὅπως διὰ τοῦ θορύβου δημιουργήσωσι ζήτημα καὶ τοῦτο δέον νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας, κ. Πρόεδρε.
§150ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔχω νὰ ἀπαντήσω τινὰ ἐπὶ τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς. Δὲν ἰσχυρίσθην ποτὲ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔπρεπε νὰ εἴπῃ ἄλλα παρὰ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα συνέβησαν· εἶπον τοῦτο, ὅτι ἐν τῇ συγκινήσει καὶ τῷ πάθει μετεχειρίσθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου φράσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔπρεπε νὰ λεχθῶσιν. Ἡ διαφορὰ τῆς ἀντιλήψεως δὲν θίγει καθόλου τὴν θέσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ἐπέκρινα τὰς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου γενομένας ἀποστροφὰς πρὸς τὴν δεξιὰν πτέρυγα. Νομίζω λοιπὸν ὅτι δὲν γεννᾶται καθόλου ζήτημα ἀποδοκιμασίας ἐνδεικνυομένης ἐκ τῆς γνώμης τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. (Χειροκροτήματα).
§151Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν θὰ ἀποκρύψω, Κύριοι, τὴν ἐκτίμησιν, τὴν ὁποίαν ἔχω πρὸς τὸν κύριον Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας, ἀλλ’ ὅμως, ὅπως ἐθεώρησα ὅτι ἦτο ἀνάξιον νὰ ἀπαντήσῃ εἰς αὐτά, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν, θὰ θεωρήσω ἀνάξιον ἑαυτοῦ νὰ ἀποσύρῃ τὴν παραίτησίν του.
§152Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, εἰς τὰς ὁποίας προέβη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐξηγήσεις ἐκ τῶν ὁποίων προκύπτει ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδεμία διάστασις γνώμης μεταξὺ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς ἐν σχέσει πρὸς τὸν τρόπον τῆς ἐξασκήσεως τῶν καθηκόντων αὐτοῦ, ὀφείλω κατ’ ἀνάγκην νὰ μὴ ἐπιμείνω εἰς τὴν ὑποβολὴν τῆς παραιτήσεώς μου (χειροκροτήματα). Εὐχαριστῶν δὲ τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία συμμερίζεται τὴν γνώμην μου, δίδω προσέτι εἰς ταύτην τὴν διαβεβαίωσιν ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ εἰς τὸν βραχὺν πολιτικόν μου βίον κατ’ ἐξοχὴν τιμητικὸν γεγονός, εἶναι αἱ ἑπτακόσιαι τόσαι ψῆφοι τὰς ὁποίας ὁ κ. Θεοτόκης ἀνέφερεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζαβιτσιᾶνος παρακαλεῖται νὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν του.
§154Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Δὲν ἀπεφάνθη ἡ Βουλή, ἐὰν ἀπεδέχθη τὴν παραίτησίν σας ἢ ὄχι.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Ν. Γαρδικιώτης). Ὁ κ. Πρόεδρος εἶχεν ὑποβάλει παραίτησιν. Τὴν παραίτησιν ταύτην τὴν ἀπέσυρε. Δὲν ὑπάρχει ζήτημα καὶ δι’ αὐτὸ ἐκλήθη ὁ κ. Ζαβιτσιᾶνος νὰ καταλάβῃ τὴν ἕδραν του. (Ὁ κ. Ζαβιτσιᾶνος ἀνέρχεται καὶ καταλαμβάνει τὴν ἕδραν του). Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§156Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρέπει δύο πράγματα νὰ συμβῶσι, Κύριοι, διὰ νὰ δύναμαι νὰ ἔχω τὴν ἐλευθερίαν· ἢ νὰ παύσω νὰ ἀγορεύω καὶ νὰ παραιτηθῶ τῆς ἀντιπροσωπείας, τὴν ὁποίαν ἔχω, ἢ πρέπει ὁ κ. Πρόεδρος νὰ μὲ ἀφήσῃ ἥσυχον νὰ ὁμιλήσω. Ὅταν διακόπτωμαι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν οὐδεμίαν ἔδωκα ἀφορμὴν πρὸς διακοπήν, δὲν δύναμαι νὰ προχωρήσω εἰς τὴν συζήτησιν τοιουτοτρόπως καὶ πρέπει νὰ παραιτηθῶ. Δὲν εἶναι ἡμέρα νὰ μὴ λάβω τὸν λόγον καὶ νὰ μὲ διακόπτητε ὄπισθεν, ὅταν μάλιστα οὐδένα πειράζω, ἀλλὰ συζητῶ ἐπὶ τοῦ θέματος. Αὐτὸ δεικνύει κἄποιαν ἀσθένειαν τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον νὰ μοὶ δηλώσῃ—ἂν θὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν αὐτὴν τακτικήν, διότι πρέπει νὰ πάρω τὴν ἀπόφασιν. Δὲν εἶναι δυνατόν, Κύριοι νὰ ἀγορεύσω καὶ θὰ παρακαλέσω, ἐπαναλαμβάνω, ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ παύσῃ νὰ μὲ διακόπτῃ.
§157ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἔφυγεν. Ἔφυγεν.
§158Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διότι, ἂν ἐξακολουθήσῃ νὰ μὲ διακόπτῃ, ὁσάκις ἀγορεύω, δὲν σκέπτομαι νὰ τοῦ χαρίσω τίποτε· δὲν ἔχω σκοπόν, ἐπαναλαμβάνω, νὰ τοῦ χαρίσω τίποτε· οὐδεμίαν διακοπήν· θὰ εἶμαι αὐστηρότατος. Ἢ πρέπει νὰ ἐκτελέσω τὴν ἀποστολήν μου ἐδῶ ἢ πρέπει νὰ παραιτηθῶ. Δὲν εἶναι κατάστασις πραγμάτων αὐτή. Τί ἔλεγον ἐγώ, Κύριοι, ὅταν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς μὲ διέκοψεν; Ἔλεγον καὶ κατέκρινα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δὲν εἶπε τὰ ἀληθῆ, ὅταν ἦλθεν εἰς τὴν ἀρχὴν περὶ τῶν φαυλοκρατῶν· ἔλεγον ὅτι παρέλαβε τὴν Ἑλλάδα εἰς τὸ αὐτὸ ἐπίπεδον τοῦ πολιτισμοῦ ὁ ὁποῖος ὑπάρχει ἐν Εὐρώπῃ· ἔλεγον ὅτι παρέλαβε τὴν Ἑλλάδα ἀρίστην οἰκονομικῶς, ἀπέδειξε δὲ τοῦτο ὁ ἀπολογισμὸς ὁ διεθνής, διότι μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν καθυστερεῖ ἡ Ἑλλὰς εἰς τὰς πληρωμάς της, ὅπως τὰ ἄλλα Κράτη τὰ Βαλκανικά· αὐτὰ ἔλεγον, ὅταν μὲ διέκοψεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐρωτῶ. Ποῦ εὗρε τὸ δικαίωμα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ παρεμβῇ; Τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τὸν ἀγαπῶ, καὶ ὀφείλω νὰ τὸν τιμῶ, ἀφοῦ εἶναι ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἐὰν ἐξακολουθήσῃ νὰ φέρηται, ὡς φέρεται, δὲν θὰ τοῦ ἐπιτρέψω τοῦτο. Θὰ εἶμαι αὐστηρότατος. Ἡ Ἑλλὰς λοιπὸν παρεδόθη ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς φαυλοκράτας εἰς τὸν κ. Βενιζέλον ἑτοίμη κατὰ πάντα καὶ ὁ στρατὸς τὸν ὁποῖον ἤσκησεν ὁ Διάδοχος, ὁ νῦν Βασιλεύς, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἀπογοητευθῆ, ὡς καὶ ὅλη ἡ Ἑλλάς, ἀπὸ τὰς δηλώσεις περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ Ἔθνους τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καθὼς καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶχον συμφέρον νὰ εἶναι σύμμαχοι μεθ’ ἡμῶν εἶχον ἀποθαρρυνθῆ καὶ εἶχε τόσον ἀποθαρρυνθῆ ὁ στρατός, ὥστε εἰς τὴν πρώτην σύγκρουσιν ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν κατὰ τὰ σύνορα ἠναγκάσθη ὁ Βασιλεύς, ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ, καὶ τὸ εἶπον καὶ ἄλλοτε ἐκ τῆς θέσεως ταύτης, νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν γραμμὴν τῶν ἀκροβολιστῶν καὶ νὰ ἐκθέσῃ Αὐτὸν καὶ τὰ τέκνα του εἰς τὸ πῦρ διὰ νὰ ἐνθαρρύνῃ τὸν στρατὸν τὸν ὁποῖον εἶχεν ἀποθαρρύνει ἡ γλῶσσα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Καὶ ὅταν θὰ ὁμιλήσωμεν ἐπὶ τοῦ γενικοῦ τούτου ζητήματος, θ’ ἀποδείξω ὅτι καθ’ ὅλον τὸ διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐγίνετο ὁ ἀγών, αὐτὸς ἦτο τὸ ἐμπόδιον τῆς προόδου αὐτοῦ τοῦ ἀγῶνος. Θὰ ἀποδείξω διὰ πραγμάτων δεδομένων καὶ γεγραμμένων ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν ἔκαμεν ἄλλο παρὰ νὰ εἶναι ἐμπόδιον τῆς προόδου καὶ προελάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ καὶ καταλήγων θὰ ἀποδείξω ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔδωκεν ὁ στρατὸς τὸ ἐμείωσε μὲ τὰς παραχωρήσεις. Καὶ ἤδη, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ ἀγῶνος ὅσα δήποτε καὶ ἂν εἶναι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα δὲν βλέπει εἶπον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ὅτι ὁ λαὸς ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος βλέπει ὅτι σύρεται εἰς τὴν ἀτίμωσιν, τὴν σφαγὴν καὶ τὴν καταστροφὴν ζητεῖ νὰ ἀμυνθῇ καὶ ἡ Ἑλλὰς χωροφύλαξ τῶν ἐχθρῶν τῆς πατρίδος δεσμεύει αὐτοὺς καὶ τοὺς ῥίπτει ἐπὶ τῆς λαιμητόμου καὶ ἀφήνει νὰ τοὺς φονεύσωσιν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι κατὰ πρῶτον ἀναγνωρίζονται ὡς κράτος ὄντες λαὸς ὁ ὁποῖος ἦτο διεσπαρμένος μέχρι τοῦδε εἰς ἄλλα κράτη, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἐθνικὴν ἱστορίαν, ὁ ὁποῖος δὲν ἀπετέλεσέ ποτε κράτος ἴδιον, τὸ ὁποῖον ἀπέδειξε πάντοτε ὁ ποταπὸς αὐτῶν ἀγὼν ὅτι εἶναι λαὸς βάρβαρος, ὅτι ὁ θάνατος καὶ ἡ ἀτίμωσις βασιλεύουσιν ἐν αὐτῷ περιστρεφόμενα εἰς τὴν χώραν καὶ καταστρέφοντα τὸ πᾶν. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τῆς Ἠπείρου, ὁ ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ κόσμου λαὸς Ἑλληνικός, ζητεῖ νὰ ἀμυνθῇ καὶ δὲν θέλει νὰ ἀποτελέσῃ μέρος κράτους τοσοῦτον ἀνοσιουργηματικοῦ καὶ ἔρχεται ἡ Ἑλλὰς νὰ δεσμεύσῃ τὰς χεῖρας αὐτοῦ καὶ νὰ τὸν ὠθήσῃ εἰς τὴν καταστροφήν, εἰς τὴν σφαγὴν καὶ τὴν ἀτίμωσιν. Καὶ πῶς γίνεται αὐτὴ ἡ παραχώρησις; Πῶς; Ἀφοῦ ἐπρόκειτο περὶ συνόρων. Ἐπιθυμῶ, Κύριοι νὰ καταθέσῃ τὸ ἔγγραφον ἡ Κυβέρνησις, διότι ἐκ τοῦ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν ἐφημερίδα «Σκρίπ», τοῦ ἀπευθυνθέντος πρὸς τὸν κ. Σκουλούδην, φαίνεται ὅτι ἡ Ἑλλὰς προῆλθεν εἰς παραχωρήσεις. Πῶς προῆλθεν εἰς αὐτὰς τὰς παραχωρήσεις; Ποῖος ὁ λόγος, ποία ἡ ἀνάγκη, ποῖα τὰ ἀνταλλάγματα, ποῖος ὁ κίνδυνος, ὁ προκαλέσας τὴν παραχώρησιν ταύτην τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους; Διότι, ὡς ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Καλλέργης, ἀποτελεῖ πλέον Ἑλληνικὸν Κράτος τὸ διαμέρισμα αὐτό. Ποῖοι λόγοι μεγάλοι ἐθνικοί, ποῖα συμφέροντα, ποῖοι κίνδυνοι μᾶς ἠνάγκασαν εἰς τὸ νὰ προβῶμεν εἰς τοιαύτας παραχωρήσεις καὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον; Δὲν ἐτόλμησαν αἱ Δυνάμεις νὰ ἐπεμβῶσι καὶ προέλαβεν ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Κράτους, αὐτοπροαιρέτως ταξιδεύων νὰ κάμῃ δήλωσιν ὅτι αὐτὸς ἔχει τὴν πυγμὴν νὰ πνίξῃ πᾶσαν ἀντίστασιν καὶ νὰ πατάξῃ τὸν λαὸν αὐτόν. Διατί δὲν εἶχον τὸ θάρρος αἱ Δυνάμεις νὰ προβῶσι μόναι εἰς τὴν ἀπόφασιν καὶ ἐνέργειαν ταύτην; Μοὶ δίδεται τὸ ἐνδόσιμον νὰ πιστεύσω ὅτι αἱ Δυνάμεις εὑρίσκοντο ἐν διαφωνίᾳ. Δὲν εἶχε τὴν ἀντίληψιν αὐτὴν διὰ νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῆς διαφωνίας ὁ κ. Πρωθυπουργός; Ἀλλὰ τότε ποῦ εὑρίσκει οὗτος ὅτι ἐμεγάλωσε τὴν Ἑλλάδα, ὅταν τοιοῦτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἀντιληφθῇ ὄχι διπλωμάτης, ἀλλ’ ὁ τελευταῖος τῶν πολιτῶν, αὐτὸς δὲν τὸ κατενόησε; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ διπλωμάτης ἐκεῖνος τοῦ ὁποίου ἡ δρᾶσις ἐπέφερε τὰ ἀποτελέσματα τὰ ἑκάστοτε ἀναγραφόμενα εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ ἐκτοξευόμενα ἀπὸ τοὺς ῥήτορας ἐντεῦθεν, ἐνῷ ἐγὼ βλέπω ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὸ Λονδῖνον δὲν ἔπραξε τίποτε ἄλλο ἢ νὰ παρευρίσκηται εἰς συμπόσια καὶ ἑσπερίδας. Ἐγὼ βλέπω ὅτι ὁ Δάνεφ ἐγύριζεν ἀπὸ Αὐλὴν εἰς Αὐλὴν διὰ νὰ ἑνώσῃ τὰς ἀντιμαχομένας συμμαχίας, ἵνα ἀπαιτήσωσιν ἀπὸ τὴν Τουρκίαν νὰ παραδώσῃ εἰς τὴν Βουλγαρίαν τὴν Ἀδριανούπολιν, χώραν Ἑλληνικήν, δι’ ἣν ἡ ἱστορία μαρτυρεῖ ὅτι οὐδέποτε ὑπῆρξεν ἄλλο ἢ Ἑλληνική.
§159Σ. ΣΙΜΟΣ. Τὰ διώρθωσεν ὁ Δάνεφ.
§160Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν βλέπω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν πουθενὰ ἢ εἰς συμπόσια, ἑσπερίδας καὶ τραγούδια «μιὰ βοσκοποῦλα ἀγάπησα». Δὲν εἶδον τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, διότι ἀπὸ τὴν σύγκλησιν ὅλων τῶν κ. Προέδρων ἐκεῖ δὲν προῆλθε τίποτε καλὸν διὰ τὴν Ἑλλάδα παρὰ διὰ τὴν Βουλγαρίαν διὰ νὰ λάβῃ τὴν Ἀδριανούπολιν. Πῶς λοιπὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λέγει ὅτι ἐμεγάλωσε τὴν Ἑλλάδα, ὅταν παρεχώρει ἐκεῖθεν τὴν Ἀδρινούπολιν, ὅταν κατὰ τὸ ἔγγραφον τοῦ Ῥώσου πρεσβευτοῦ ἐν Βουκουρεστίῳ παρεχώρει εἰς τὴν Βουλγαρίαν ὅσα ἀνεγνώσατε; Ἐρωτῶ· ἦτο ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος ἢ τῆς Βουλγαρίας ἐκεῖ, ὅταν προσήρτα ἢ παρέδιδεν εἰς ἄλλο κράτος ὅσα ἐπήρκεσεν διὰ τῶν ὅπλων; Καὶ ἐνθυμεῖσθε ὅτι μόλις μετέβη εἰς Βουκουρέστιον ἔδωκεν ἕνα σάλτον ἀπὸ τὸ Δεδέαγατς εἰς τὸ Πόρτο–Λαγό, πρὶν δὲ ἀκούσωμεν ὅτι παρεχωρήθη τὸ Δεδέαγατς, τὸν εὑρίσκομεν εἰς τὴν Καβάλλαν ἐκ τοῦ Πόρτο–Λαγό. Ἐὰν δὲ ὁ Βασιλεὺς δὲν ἀπεφάσιζε νὰ πολεμήσῃ καὶ δὲν εἶχε τὴν πρόνοιαν ν’ ἀποστείλῃ τὸν κ. ἐκ Κερκύρας πολιτευτὴν εἰς τὴν Εὐρώπην, δὲν ἠξεύρω ποία θὰ ἦτο ἡ τύχη τῆς Ἑλλάδος· ἐὰν δὲν ἀπεφάσιζε, λέγω, νὰ πολεμήσῃ ὁ Βασιλεύς, ὅταν πλέον ἡ Βουλγαρία εἶχε τὴν δήλωσιν ὅτι παραχωροῦμεν εἰς αὐτὴν τὴν Καβάλλαν, τὴν Δράμαν, τὰς Σέρρας κτλ. διὰ νὰ σώσωμεν ἴσως τὴν Θεσσαλονίκην. Καὶ ποῖον νομίζετε ἔπειτα ὅτι ἤθελε διαιτητήν; Τὴν Ῥωσσίαν! διακειμένην ἀφ’ ἧς οἱ Τάταροι οὗτοι ἐδήλωσαν ὅτι εἶναι Σλαῦοι, διακειμένην καὶ ὑπὲρ αὐτῶν ὡς ὑποστηρίζουσαν τὰ σλαυικὰ κράτη. Ἀλλὰ πρὸ ἑνὸς μηνὸς αὕτη εἶχε δηλώσει κατηγορηματικῶς ὅτι ἡ Θεσσαλονίκη ἀνήκει εἰς τὴν Βουλγαρίαν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐζήτει διαιτητὴν τὴν Ῥωσσίαν. Ποία λοιπὸν θὰ ἦτο ἡ Ἑλλὰς ἄνευ τοῦ δευτέρου πολέμου; Θὰ ἦτο μικρὰ αὕτη, μεγάλη δὲ ἡ Βουλγαρία καὶ τ’ ἄλλα κράτη τὰ συμμαχήσαντα καὶ πολεμήσαντα μετ’ αὐτῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ἐγὼ καταρῶμαι τὴν τύχην ὅτι ἔζησα μέχρι σήμερον ἵνα ἴδω αὐτὸ τὸ στίγμα, αὐτὴν τὴν βεβήλωσιν διαπραττομένην ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ κράτους τοῦ ἐπισήμου, εἰς στιγμὴν καθ’ ἣν καὶ ἡ Τουρκία ζητεῖ νὰ παρουσιασθῇ ὡς πεπολιτισμένος λαός. Εἰς αὐτὴν τὴν ἐποχὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπαρουσίασε τὴν Ἑλλάδα βάρβαρον καὶ ἀπολίτιστον. Αὐτὴ εἶναι ἡ πολιτεία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· αὐτὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς δράσεώς του καὶ πρέπει νὰ λυπῆταί τις διὰ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, τὸ ὁποῖον τοιαύτην ἀχαλίνωτον δικτατωρίαν ἔδωκεν εἰς αὐτὸν διὰ νὰ διαπραχθῶσι τὰ ἐγκλήματα ταῦτα. Καὶ ἐγώ, ὁ ὁποῖος εἶμαι γέρων, ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ὅτε ὁ Ἀλέξανδρος Κουμουνδοῦρος ἠλευθέρωσε τὴν Θεσσαλίαν, διότι δὲν ἔφερεν ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνισμόν, τὸν εἶπον Ἀνταλκίδαν. Αὐτοὶ ἦσαν οἱ Ἕλληνες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ αὐτῶν εἴμεθα διάδοχοι καὶ ἡμεῖς ἢ σύγχρονοι αὐτῶν. Αὐτοὶ δὲ εἶναι οἱ σημερινοί.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Σακελλαριάδης ἀπών. Ὁ κ. Σοκόλης.
§162Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Παραιτοῦμαι.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδενὸς ἑτέρου ἔχοντος τὸν λόγον...
§164Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις γενικεύσεως τῆς συζητήσεως.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Δέκα Βουλευταὶ ἐζήτησαν τὴν γενίκευσιν τῆς συζητήσεως. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν· δέχεται νὰ γενικευθῇ ἡ συζήτησις;
§166ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις γενικεύεται. Ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας κ. Ῥάλλης ἔχει τὸν λόγον.
§168Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας ὀρθῶς ἔλεγε πρὸ ὀλίγου, Κύριοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑπερέβαλεν οὐ μόνον τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέλαβεν, ἀλλὰ καὶ τὰς ἐλπίδας τῶν ἐχθίστων τοῦ Ἑλληνισμοῦ Δυνάμεων. Ὑποχρεώσεις ἀνέλαβεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὅπως μὴ ἐνισχύσῃ, ὅπως μὴ ἐνθαρρύνῃ τὴν ἀντίστασιν κατὰ τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἀποφάσεως τῶν Μ. Δυνάμεων, κατὰ τῆς ἀποχωρήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ καὶ τῆς παραδόσεως τῶν 200.000 Ἑλλήνων, ἀκραιφνῶν Ἑλλήνων, εἰς τὸν βάρβαρον ζυγὸν τῆς νέας ἐπικρατείας, τῆς Ἀλβανίας, ζυγόν, τὸν ὁποῖον ἐχάλκευσεν αὐτὴ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διὰ τῶν ὑποχωρήσεών της καὶ διὰ τῆς ἀκατανοήτου ἀληθῶς ἐνδοτικότητος εἰς πάσας τὰς ἀξιώσεις καὶ τὰς μὴ ἀξιώσεις τῶν ἐχθρῶν τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Δὲν βλέπω ἐν τοῖς κατατεθεῖσιν ἐγγράφοις οὔτε τὴν ἐλαχίστην σημείωσιν, ἡ ὁποία νὰ δικαιολογῇ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 85 ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς 15 Φεβρουαρίου 1914, τὸ ὁποῖον κατετέθη πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως. Ἐὰν ὑπῆρχε τοιοῦτον ἔγγραφον, βεβαίως ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν θὰ εὐηρεστεῖτο νὰ τὸ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τῶν ἄλλων ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα κατέθηκεν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ ἐκπλήττει εἶναι ὅτι ἀπρόσκλητος ἡ Κυβέρνησις καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ὑποχρεώσεως καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀνάγκης ἀνέλαβεν ἐκ νέου τὸ ἔργον τοῦ χωροφύλακος κατὰ τῶν Ἑλληνικῶν πληθυσμῶν καὶ ὑπὲρ τῶν ἐχθίστων αὐτῶν. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἐξηγήσω οὕτω τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς ἀναγνώσω καὶ τὸ ὁποῖον κατετέθη παρ’ ἡμῖν. «Γνωρίζω ὑμῖν ὅτι τὰ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀλβανίας σύνορα καθωρίσθησαν ἀπὸ τοῦ ἀκρωτηρίου τῆς Παγανιᾶς κτλ.». Πῶς καὶ πότε καθωρίσθησαν δὲν τὸ λέγει. Καθωρίσθησαν, ὅτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐποιεῖτο τὰς διατριβάς του ἐν Ῥώμῃ; Ἄγνωστον· διότι οὐδεμίαν πληροφορίαν περὶ τοῦ νέου καθορισμοῦ τῶν συνόρων, περὶ τῆς νέας ὑποχωρήσεως εἰς τὴν αἰγιαλίτιδα τῆς Κερκύρας εὑρίσκομεν εἰς τὰ ἔγγραφα τὰ κατατεθέντα. Οὔτε τοὐλάχιστον ἐμνημόνευσε τοιούτου ἐγγράφου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν οὔτε ἄλλος τις. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εὑρίσκω εἶναι ὅτι ἀνακοινοῦται τὴν 17 Φεβρουαρίου ἐ. ἔ. πρὸς τὸ 4ον Σῶμα τοῦ στρατοῦ ὅτι τὰ νέα σύνορα καθωρίσθησαν ἀπὸ τοῦ ἀκρωτηρίου Παγανιά. Τίς ἐξηνάγκασε τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰς νέας αὐτὰς ὑποχωρήσεις; Ἀπ’ ἀρχῆς ἐξεπληττόμεθα ὅτι ἀνεχώρει τὸ σύνορον ἀπὸ τῆς αἰγιαλίτιδος τῆς Κερκύρας, ἀπὸ τοῦ Στύλου καί, ἐνῷ ἐνομίζομεν ὅτι ἐπρόκειτο νὰ κερδήσωμεν ἔδαφος, βλέπομεν ὅτι ὑπεχωρήσαμεν, ὅπως καταστήσωμεν πλέον ὑποχείριον τὴν μεγαλόνησον τῆς Κερκύρας εἰς τοὺς ἐχθρούς μας. Μετ’ ὀλίγον θέλω ἀναγνώσει ὑμῖν ἓν ἄρθρον ἀκραιφνοῦς φιλέλληνος, ὁ ὁποῖος χαρακτηρίζει ἀξιοθρήνητον τὴν πολιτείαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Καὶ εἶναι ἀληθῶς τοιαύτη, διότι ὄχι μόνον παρέδωκεν εἰς τοὺς ἐχθροὺς τοῦ ἑλληνισμοῦ τὰς διακοσίας χιλιάδας τῶν ἀκραιφνῶν Ἑλλήνων, ἀλλ’ ὑποβιβάζουσα τὴν αἰγιαλίτιδα, τὴν παραλίαν τῆς θαλάσσης τῆς Κερκύρας, ἀπὸ τοῦ Στύλου εἰς τὴν Παγανιὰν ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι πρόκειται περὶ τῆς στρογγυλότητος τῶν ἑλληνικῶν συνόρων κατέβαλε καὶ δύο καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια, ὡς λέγει ὁ φιλέλλην ἐκεῖνος, ἢ ὑπεσχέθη νὰ καταβάλῃ δύο καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια, ὅπως ἐξοπλίσῃ τοὺς ἐχθροὺς καὶ τοὺς λῃστὰς εἰς τοὺς ὁποίους πρόκειται ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ παραδώσῃ τοὺς ἀτυχεῖς ἐκείνους ἑλληνικοὺς πληθυσμούς. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ἔγγραφον τῆς 17ης Φεβρουαρίου (ἀναγινώσκει). «Ἀπὸ τοῦ σημείου Β. Γ. καὶ πρὸς βορρᾶν πρὸς τὴν Κορυτσὰν μὴ ὄντων μέχρι τοῦδε καθωρισμένων ἐπακριβῶς τῶν ὁρίων κλπ.». Ἐνῶ δὲν ἔχομεν εἰσέτι κεχωρισμένην ἐπακριβῶς τὴν μεθόριον, ἐν τούτοις σπεύδομεν νὰ ἀποσύρωμεν τὸν στρατόν. Καὶ ὄχι μόνον νὰ ἀποσύρωμεν τὸν στρατόν, ἀλλὰ καὶ νὰ παραδώσωμεν χειροπόδαρα δεσμίους τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους. Εἰς τίνα; Εἰς τὴν ἐκ κοινῶν λωποδυτῶν, διότι εἶναι ἀνάξιοι νὰ καλῶνται λησταί, συγκειμένην χωροφυλακὴν τῆς Ἀλβανίας. Ἐὰν ἐπρόκειτο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ παραδώσῃ τμῆμα τῆς Ζουλουλάνδης, βεβαίως δὲν θὰ ἐλάμβανε τὰ μέτρα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔλαβε, διότι πρόκειται χειροδεσμίους νὰ παραδώσῃ τοὺς Ἕλληνας αὐτοὺς εἰς σφαγήν. Τοῦτο ἀποδεικνύει ἕτερον ἔγγραφον κατατεθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως πρὸ ὀλίγου. Εἶναι τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ Γεν. Διοικητὴς Ἰωαννίνων εἰδοποιεῖ τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ὁ Μουφτῆς, εἰς τὰς παροτρύνσεις τὰς ὁποίας ἐποιήσατο ἐξ ὀνόματος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὁ Γεν. Διοικητὴς Ἰωαννίνων, ὅπως μὴ ἐγκαταλείψωσιν οἱ κάτοικοι τὰς ἑστίας των ἀποδεικνυόμενοι ἀνάξιοι τῆς ἱστορίας αὐτῶν ἐπὶ πέντε αἰῶνας, ὁ Μουφτῆς, εἰς ἀπάντησιν παρεκάλεσε τὸν Γενικὸν Διοικητὴν Ἰωαννίνων, ὅπως μὴ ἀποσυρθῇ ἐκ τῶν παραχωρουμένων ἐδαφῶν ὁ Ἑλληνικὸς στρατός, ἀλλὰ παραμείνῃ ἐκεῖ πρὸς φύλαξιν τῆς τάξεως καὶ πρὸς ἀσφάλειαν τῶν κατοίκων. Διὰ τοῦτο ἔλεγον ὅτι παραδίδει τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους ὡς νὰ ἦσαν Ζουλοῦ χειροπόδαρα δεδεμένους, εἰς ἐκείνους τοὺς ὁποίους δὲν ἐμπιστεύονται ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐπὶ κεφαλῆς των. Ἀληθῶς δύναταί τις νὰ θαυμάσῃ τὸν πατριωτισμὸν τῶν πληθυσμῶν ἐκείνων καὶ συγκινεῖταί τις, Κύριοι, ὅταν ἀναγινώσκῃ τὰ ἔγγραφα αὐτά, τὰ ἐρχόμενα ἐξ Ἀργυροκάστρου, Δελβίνου, Ἁγίων Σαράντα καὶ ὁπουδήποτε ἀνυψώθη ἡ σημαία τῆς αὐτονομίας τῆς Ἠπείρου ἀντικαταστήσασα τὴν ἔνδοξον Ἑλληνικὴν σημαίαν, ἡ ὁποία μετὰ τόσας νίκας καὶ τόσους θριάμβους, ὅτε διήνυσεν ὁλόκληρον τὴν Μακεδονίαν μέχρι Τζουμαγιᾶς καὶ κατετρόπωσε τόσους ἐχθρούς, ὤφειλεν ὡς αἰσχυνομένη νὰ ὑποσταλῇ παρ’ ἐκείνου, ὅστις ἐθρήνει, διότι ξένοι ὑπέστειλαν τὴν σημαίαν τὴν ὁποίαν εἶχεν ὑψώσει εἰς τὸ Φρούριον τοῦ Φιρκᾶ. Διότι θὰ ἐνθυμῆσθε πάντες ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐθεάθη ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως — τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Κρήτης — περιπλανώμενος νύκτωρ καὶ ἀσχάλλων καὶ δακρύων, διότι διὰ τοῦ πελέκεως τοῦ Ἰταλικοῦ ἀποσπάσματος εἶχεν ἀποκοπῆ ὁ κοντὸς τῆς Ἑλληνικῆς σημαίας, τὴν ὁποίαν αὐτὸς εἶχεν ὑψώσει αὐθαιρέτως καὶ ἐναντίον τῶν Διεθνῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀναλάβει. Ἐνῷ δὲ ἔκλαιε καὶ ἐθρήνει, χύνων δάκρυα κροκοδείλου...
§169ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὤ! ὤ! ὤ!...
§170Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὤ! ὤ! ὤ! Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου. Ἐὰν ἔχητε σεῖς διάφορον γνώμην δὲν ἐκπλήττομαι, ἀλλὰ βεβαίως τὰ ὤ, ὤ, ὤ, ὑμῶν δὲν θὰ ἰσχύσωσι νὰ ἐμποδίσωσι νὰ ἀντηχήσῃ ἡ φωνή μου πανταχοῦ ὅπου ὑπάρχει καρδία Ἑλληνικὴ καθ’ ὅλην τὴν ὑφήλιον. Ἀλλ’ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐθρήνει, διότι εἶχεν ἀποκοπῆ ὁ κοντὸς τῆς αὐθαιρέτως ὑψωθείσης σημαίας ἐκείνης τοῦ Φιρκᾶ, διέταξεν ὅπως ὑποσταλῇ ἡ σημαία ἡ Ἑλληνική, ἡ ὁποία ἐκυμάτισεν ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον καὶ ἀνὰ τὴν Μακεδονίαν καὶ ἐν μέρει ἐν Θράκῃ, κατὰ τὴν ὑποστολὴν δὲ τῆς σημαίας ἔλαβον χώραν ὅλα ἐκεῖνα τὰ συγκινητικά, τὰ ὁποῖα περιγράφουσι τὰ τηλεγραφήματα τῶν κατὰ τόπους ἐπιτρόπων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Εἶχε διαταγὰς ὁ στρατὸς ὅπως μὴ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀνύψωσιν τῆς σημαίας τῆς αὐτονομίας. Ἔπρεπεν ἀναγκαίως τὴν ἔνδοξον σημαίαν ἡμῶν νὰ διαδεχθῇ ἡ ἄγνωστος καὶ ἀσύλληπτος σημαία ἡ Ἀλβανική! Ἀλλ’ εἰς τὰς ἀπειλὰς τοῦ στρατοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ, εἰς τοῦ ὁποίου τὰ στήθη πάλλει αὐτὴ ἡ καρδία τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὅλοι αὐτοὶ οἱ πληθυσμοί, τοὺς ὁποίους μὲ τόσην ἐλαφρὰν καρδίαν ἀπεκηρύξαμεν, ἀπήντησαν· «θέλομεν πέσει ὑπὸ τὰς σφαίρας τοῦ στρατοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ, ἀλλ’ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἀνεχόμεθα, ὅπως ὑποστείλωμεν τὴν σημαίαν τὴν Ἑλληνικήν», τὴν ἔνδοξον, καὶ ἀντ’ αὐτῆς νὰ ἴδωμεν ἀναστηλουμένην τὴν Ἀλβανικήν! Καὶ ὁ στρατὸς ὁ Ἑλληνικὸς ἐκτελῶν τὸ καθῆκον τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑπεχώρησε, καὶ καθ’ ὅλην τὴν Β. Ἤπειρον ἔχομεν εὐτυχῶς τὸ ὑποκαταστῆσαν τὴν ἕνωσιν αὐτόνομον πολίτευμα τῶν πληθυσμῶν ἐκείνων. Εἶπον ὅτι ὑπερέβη — καὶ τὸ εἶπε πρὸ ἐμοῦ καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας Βουλευτὴς — τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας ἀνέλαβεν ἡ Κυβέρνησις. Καὶ ἀληθῶς, δὲν εὑρίσκω τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ὁπωσδήποτε νὰ δικαιολογήσω αὐτὰ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἔλαβεν. Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ληφθῇ καὶ ἓν τελευταῖον μέτρον, διὰ ν’ ἀποδείξῃ ὅλην τὴν ἀξιοθρήνητον πολιτείαν, ὡς γράφουσιν οἱ ξένοι, τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῶν Ἠπειρωτικῶν ἐκείνων πληθυσμῶν, καὶ τὸ μέτρον τοῦτο εἶναι ὁ ἀποκλεισμὸς τῶν Ἁγίων Σαράντα. Ὁ ἀποκλεισμός, Κύριοι, τῶν Ἁγίων Σαράντα ἀπεφασίσθη κατόπιν καταγγελίας τοῦ αὐτόθι λιμενάρχου (ἀναγινώσκει)· «μοὶ κατηγγέλθη ἐμπιστευτικῶς ὅτι ἡ ἐπαναστατικὴ κλπ.». Ἐπίσης ἕτερον τηλεγράφημα ἀναγράφει «μετὰ τὴν ἀποστολὴν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 116 τηλεγραφικῆς ἀναφορᾶς κλπ.». Εἰς τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ λιμενάρχου αὐτοῦ ἀφορᾷ τὸ ἔγγραφον τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κατέθηκε πρὸ ὀλίγου εἰς τὴν Βουλήν, προερχόμενον ἐκ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τῶν Ἰωαννίνων. «Ὁ κ. Ζωγράφος», λέγει τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον χρονολογεῖται ἀπὸ 23 Φεβρουαρίου, «ἀνεχώρησε σήμερον δι’ Ἁγίους Σαράντα κλπ.» Ἡ διακοίνωσις δὲ ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· «Ἡ προσωρινὴ Κυβέρνησις τῆς Β. Ἠπείρου ἔχει τὴν τιμὴν ν’ ἀνακοινώσῃ ὑμῖν, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ λιμένος τῶν Ἁγίων Σαράντα ἀπεδόθη εἰς τὸν Λιμενάρχην κλπ.». Αὐτὴν τὴν εἴδησιν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς μετ’ ἀγαλλιάσεως ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ ἀναγγελία αὕτη ἀποτελεῖ, Κύριοι, ἀληθῆ καταγγελίαν κατὰ τῆς Διοικήσεως ἢ τοὐλάχιστον κατὰ τῆς λιμενικῆς ἀρχῆς τῶν Ἁγίων Σαράντα, διότι πρέπει νὰ σᾶς τὸ εἴπω σαφῶς ὅτι ὁ λιμενάρχης τῶν Ἁγίων Σαράντα ἔχει καταγγελθῆ ἐπανειλημμένως καὶ εἰς τὴν δικαιοσύνην καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν.
§171Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ὀφείλω νὰ σᾶς δηλώσω ὅτι οὐδεμία καταγγελία περιῆλθεν εἰς γνῶσίν μου οὔτε ἡ ὑπηρεσία μοὶ ἀνέφερέ ποτε τοιοῦτόν τι.
§172Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁπωσδήποτε δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω ὅτι ὑπάρχουσι καταγγελίαι, αἵτινες ἐπεδόθησαν εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν Ἰωαννίνων περὶ τοῦ ἐν λόγῳ λιμενάρχου Γαρδικιώτου, ὑπάρχουσι δὲ αὐτόπται μάρτυρες, πολῖται τῶν Ἁγίων Σαράντα, παρὰ τῶν ὁποίων καὶ αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δύναται νὰ πληροφορηθῇ, ἂν δὲν ἔχῃ ἤδη πληροφορηθῇ, τὰ περὶ αὐτοῦ, διότι δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ἔστω καὶ περὶ ἑνὸς κατωτέρου ὑπαλλήλου, ἀλλ’ ἀναξίου νὰ φέρῃ τὸν χαρακτηρισμὸν αὐτόν, νὰ εἴπω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μοὶ ἐλέχθησαν. Ἐὰν δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν ἔχῃ γνῶσιν αὐτῶν μέχρι τοῦδε, τὸν καλῶ νὰ ζητήσῃ πληροφορίας καὶ παρὰ τοῦ πρώην Διοικητικοῦ Ἐπιτρόπου καὶ παρὰ τοῦ ἐκεῖ ἀστυνόμου, οἱ ὁποῖοι κατήγγειλαν αὐτόν, δὲν ἠξεύρω εἰς ποίαν ἀρχήν, ἀλλὰ τὸν κατήγγειλαν.
§173Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Παρακαλῶ νὰ σᾶς ἀπαντήσω. Ἐνόμιζον ὅτι εἴπετε περὶ καταγγελίας κατὰ τοῦ λιμενάρχου ἀφορώσης τὸ πρόσωπον αὐτοῦ καὶ τὴν ἐκτέλεσιν προσωπικῶς τῆς ὑπηρεσίας τὴν ὁποίαν διεξάγει. Σχετικῶς πρὸς τὸν λιμενάρχην Ἁγίων Σαράντα ἔχω ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τ’ ἀκόλουθα· ὅτι οὗτος εὑρίσκετο εἰς ποιάν τινα ἀντίθεσιν πρὸς τὰς ἐν Ἠπείρῳ Ἀρχάς, τούτου δ’ ἕνεκα καὶ τὸν μετέθεσα ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Σαράντα μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι δὲν κατωρθώθη νὰ ἀναχωρήσῃ, διότι δὲν μετέβη ὁ διάδοχος αὐτοῦ. Ἐναντίον τοῦ προσώπου τοῦ λιμενάρχου δὲν ὑπῆρξεν εἰσήγησις ἐπὶ παραβάσει τινί· ἐναντίον τῆς ἐνεργείας αὐτοῦ, ὡς φέροντος προσκόμματα εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῆς ὑπηρεσίας, ὑπῆρξεν ἡ καταγγελία, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας καὶ μετετέθη ἐξ Ἁγίων Σαράντα. Τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν εἶναι λιμενάρχης ὁ Γαρδικιώτης, ἀλλ’ ἕτερος, ὅστις εὑρίσκεται εἰς Κεφαλληνίαν καὶ μεταβαίνει νὰ παραλάβῃ τὴν ὑπηρεσίαν.
§174Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁπωσδήποτε ἐκεῖ λιμενάρχης εἶναι ὁ Γαρδικιώτης. Αὐτὸς σᾶς ἐτηλεγράφησε καὶ χάριν αὐτοῦ ἐγένετο ὁ ἀποκλεισμός. Ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὑμᾶς, καὶ ἴσως δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὅτι εἶναι τὸ ἐλαφρότερον ἐκ τῶν παραπτωμάτων ἐκείνου πρὸς τὸν ὁποῖον ἀλληλογραφεῖτε, εἶναι ὅτι κατηγορούμενός τις διὰ κοινὸν ἀδίκημα — τὸ καταγγέλλω ἐγὼ ἐπὶ ἰδίᾳ μου εὐθύνῃ — φέρον χαρακτῆρα κακουργήματος τελεσθὲν ἐν Κερκύρᾳ ἢ ἔν τινι ἐξοχῇ τῆς Κερκύρας, κατέφυγεν εἰς Ἁγίους Σαράντα. Διαταγῇ τῆς εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς ἠθέλησαν νὰ συλλάβωσι τὸν κατηγορούμενον αὐτὸν ὁ ἀστυνόμος καὶ ὁ διοικητικὸς Ἐπίτροπος ἀλλ’ ὁ λιμενάρχης τοῖς ἀπήντησεν ὅτι τὸν ἔχει εἰς χεῖράς του, τὴν δὲ πρωΐαν, ὅτε ἀνεζητήθη αὐτὸς ὁ ὑπόδικος, τὸν ὁποῖον εἶχεν εἰς χεῖράς του, ἠρνήθη νὰ τὸν παραδώσῃ πρὸς τὸν ἀστυνόμον ὁ λιμενάρχης σας, ἐνῷ ὁ ὑπόδικος αὐτὸς ἔγινεν ἄφαντος. Ἐὰν ἀφηγοῦμαι πάντα ταῦτα, Κύριοι, τὰ ἀφηγοῦμαι διὰ νὰ καταδείξω ὅτι, ἐὰν κατελύθη τὸ λιμεναρχεῖον καὶ ὁ λιμενάρχης, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι δὲν εἶχον τὴν κοινὴν πρόνοιαν, ἂν ὄχι ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ οἱ ἐκπροσωποῦντες αὐτὴν ἐκεῖ, νὰ ἀπαλλάξωσι τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους τῶν Ἁγίων Σαράντα καὶ τῶν πέριξ, διότι οἱ Ἅγιοι Σαράντα εἶναι τὸ ἐπίνειον καὶ τοῦ Δελβίνου καὶ τοῦ Ἀργυροκάστρου καὶ τῶν Ἰωαννίνων αὐτῶν, ἀπὸ μίαν μάστιγα τοιαύτην, τὴν ὁποίαν ἔστειλεν ἐκεῖ ὁ κ. Ὑπουργός.
§175Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Δὲν τὸν ἔστειλεν ἡ Κυβέρνησις· ἡ Κυβέρνησις ἀπήλλαξεν αὐτοὺς μεταθέσασα τὸν λιμενάρχην.
§176Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σᾶς παρακαλῶ εἶναι νὰ εὐαρεστηθῆτε νὰ πληροφορηθῆτε, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δύναται νὰ ζητήσῃ πληροφορίας ἀπὸ τὸν εἰσαγγελέα τῶν Ἰωαννίνων, καὶ τότε νὰ μοῦ καταλογίσητε ἀνακρίβειαν εἰς αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγω περὶ αὐτοῦ. Ἔλεγον ὅτι κατελύθησαν ὄχι αἱ ἀρχαί, ἀλλὰ κατελύθη ὁ λιμενάρχης διὰ τὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα διέπραξε, διότι αἱ ἑλληνικαὶ ἀρχαὶ κατ’ ὄνομα μόνον ὑπῆρχον ἐν Ἁγίοις Σαράντα. Ἀπὸ τριμήνου καὶ πλέον ἡ ἀσφάλεια ὄχι μόνον ἐν Ἁγίοις Σαράντα, ἀλλὰ καθ’ ὅλην τὴν περιφέρειαν εἶχεν ἀνατεθῆ εἰς ἱερολοχίτας. Αὐτοὶ διεξῆγον ὅλην τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὴν διεξῆγον ὑπὸ τὰς διαταγὰς ὅλων ἐκείνων τῶν προυχόντων τῶν ἐν Ἁγίοις Σαράντα. Δὲν ὑπῆρχε λοιπὸν ἄλλη Ἀρχὴ παρ’ αὐτὴ καὶ δὲν ἦτο κατόρθωμα ἡ ἀνύψωσις τῆς σημαίας τῆς αὐτονομίας Ἦτο φυσικὴ συνέπεια τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπρόκειτο νὰ ἐγκαταλειφθῶσιν οἱ Ἅγιοι Σαράντα ὑπὸ τῆς λιμενικῆς ἀρχῆς ἀναγκαίως ἔπρεπε κατὰ πρῶτον νὰ φυγαδευθῇ αὐτὸς ὁ λιμενάρχης. Εἰς ἀπάντησιν τῶν παραπόνων αὐτοῦ ἐδημοσιεύθη ἡ διαταγὴ τοῦ ἀποκλεισμοῦ, εἶναι δὲ ἀληθῶς ἀξία μελέτης ἡ διαταγὴ ἐκείνη. Ἡ Κυβέρνησις καὶ διὰ τοῦ ἀνακοινωθέντος, ἀλλὰ καὶ διὰ τῶν δηλώσεων αὐτῆς πρὸς τὰς ξένας Κυβερνήσεις εἶπεν ὅτι ἔλαβε τὸ μέτρον, ὡς ἐξήγησεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸ ἀστυνομικόν, νὰ ἀποκλείσῃ τοὺς Ἁγίους Σαράντα, διότι κατελύθησαν ὑπὸ τῶν ἐπαναστατῶν αἱ Ἑλληνικαὶ ἀρχαί, προσέθηκε δὲ ὅτι ἴσως καὶ θὰ ἦτο δεδικαιολογημένον πρὸς ἀποφυγὴν προστριβῶν πρὸς πλοῖα ξένης σημαίας· ἀλλ’ εἶπε συγχρόνως ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν αἱ Δυνάμεις δὲν ἤθελον ἐγκρίνει τὸν ἀποκλεισμὸν εἶναι πρόθυμος νὰ τὸν ἀνακαλέσῃ. Ἀλλὰ πῶς δικαιολογεῖται αὐτὸς ὁ ἀποκλεισμός; Δικαιολογεῖται ἐκ τοῦ ὅτι οἱ ἐπαναστάται, ἡ Αὐτόνομος Πολιτεία καὶ ἡ Κυβέρνησις τῆς Αὐτονόμου Πολιτείας τῆς Βορείου Ἠπείρου κατέλυσαν τὰς Ἑλληνικὰς ἀρχάς, ὅταν δὲ περὶ τοιούτου τινὸς πρόκειται, δηλαδὴ περὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, ἔχετε ἀνάγκην νὰ ἐρωτήσητε τὰς ξένας Δυνάμεις καὶ νὰ ἀνακοινώσητε πρὸς αὐτὰς τὸν ἀποκλεισμὸν ὡς ἀστυνομικὸν μέτρον ληφθὲν ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι ἤθελον ἐγκρίνει τὸν ἀποκλεισμὸν αὐτόν. Ἀληθῶς ἐκπλήττομαι, Κύριοι, διότι τὴν φιλοτιμίαν της ἡ Κυβέρνησις τὴν ὑπέταξεν εἰς τὰς ἐπιταγὰς τῶν ξένων. Ὅταν μία Κυβέρνησις θεωρῇ ὅτι προσεβλήθη ἡ ἀξιοπρέπεια αὐτῆς ἐν τῷ προσώπῳ τῶν Ἀρχῶν, τὰς ὁποίας ἐξεδίωξαν οἱ ἐπαναστάται, ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ ἐρωτήσῃ τὰς ξένας Δυνάμεις, ἐὰν ἐγκρίνωσιν ἢ δὲν ἐγκρίνωσι τὰς ἀποφάσεις της καὶ νὰ ἐξαρτήσῃ τὸ μέτρον αὐτό, τὸ ὁποῖον ἤσκησε χάριν τῆς ἰδίας της φιλοτιμίας καὶ ἀξιοπρεπείας, ἐκ τῆς θελήσεως τῶν Δυνάμεων. Ἄν, Κύριοι, ἀπεφασίσθη καὶ ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν ὁ ἀποκλεισμός, ἐγένετο μὲν τοῦτο χάριν τοῦ Γαρδικιώτη, ἀλλ’ ἐγένετο καὶ δι’ ἄλλον λόγον. Ἐγένετο, διότι ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἰδίᾳ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος αὐτῆς, ἐθεώρει ὅτι θὰ ἦτο λίαν εὐάρεστος τοιαῦτα πράττων, λίαν εὐάρεστος πρὸς τὰς προστάτιδας αὐτοῦ Δυνάμεις, πρὸς τὴν Ἰταλίαν καὶ τὴν Αὐστρίαν· διότι πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας ὅτι ὁ ἀποκλεισμὸς τῶν Ἁγίων Σαράντα, καθόσον αἱ ἄλλαι Δυνάμεις ἤθελον ἐπιτρέψει τὴν ἐξακολούθησιν αὐτοῦ, θέλει ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα ἀναγκαῖον τὴν πεῖναν ὁλοκλήρου τοῦ πληθυσμοῦ, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν Αὐτόνομον Κυβέρνησιν. Δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι τὰ μέρη ἐκεῖνα, τοὺς πληθυσμοὺς αὐτούς, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον δὲν εἶναι παρὰ ἡ πραγματικὴ ἀλήθεια, διότι καὶ ἐπὶ Τουρκοκρατίας καὶ μετὰ τὴν κατάληψιν αὐτῶν οἱ Ἅγιοι Σαράντα ὑπῆρξαν πάντοτε τὸ ἐπίνειον τοῦ Ἀργυροκάστρου, τοῦ Δελβίνου καὶ τῶν Ἰωαννίνων. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος διῆλθεν ἁπλῶς ἐκεῖθεν διὰ τοῦ ἀτμοπλοίου θὰ εἶδε τὴν ὁδὸν ἡ ὁποία ὁδηγεῖ πρὸς τὰ ἄνω καὶ ἡ ὁποία διχάζεται ὀλίγον πέραν, διότι ἐγὼ ἐσπούδασα τὴν γεωγραφίαν αὐτὴν ἐπὶ τόπου, καὶ διὰ τῆς μιᾶς μὲν γραμμῆς βαίνει πρὸς τὰ Ἰωάννινα, διὰ τῆς ἑτέρας πρὸς τὸ Δέλβινον καὶ διὰ τῆς ἑτέρας πρὸς τὸ Ἀργυρόκαστρον. Θὰ εἶδε τὴν μυρμηκιὰν ἐκείνην ἡ ὁποία νυχθημερὸν ἀνέρχεται καὶ κατέρχεται τὴν ὁδόν, διότι ἐκεῖθεν μεταφέρονται καὶ τὰ σιτηρὰ καὶ πάντα τὰ πρὸς συντήρησιν ἀναγκαῖα, διὰ τοῦ ἀποκλεισμοῦ δὲ καταδικάζονται ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ πληθυσμοὶ τῆς Βορείου Ἠπείρου εἰς τὸν δι’ ἀσιτίας θάνατον.
§177Σ. ΣΙΜΟΣ. Δὲν ἐμποδίζεται ὁ ἐπισιτισμός.
§178Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Νομίζετε ὅτι δύνασθε νὰ ἐκπροσωπῆτε τὴν Ἤπειρον; Σᾶς ἀπαγορεύω νὰ μὲ διακόπτητε. Οἱοσδήποτε ἄλλος δύναται νὰ μὲ διακόπτῃ, ἀλλὰ σεῖς δὲν δικαιοῦσθε νὰ μὲ διακόπτητε.
§179Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἠμπορεῖ νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς διακόπτῃ, ἀλλὰ πολὺ περισσότερον δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ ἀγορεύων νὰ ὁμιλῇ περὶ μὴ δικαιουμένων νὰ διακόπτωσι.
§180Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ τοῦ ἀποκλεισμοῦ δὲν ἐπρόκειτο μόνον νὰ καταδικασθῶσιν εἰς τὸν ἐξ ἀσιτίας θάνατον ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ πληθυσμοί, ἀλλὰ νὰ σταματήσῃ πᾶσα ἐργασία, διότι κατὰ τοὺς μῆνας ἀκριβῶς αὐτοὺς διεξάγεται τὸ ἐμπόριον ὁλοκλήρου τῆς βορείου Ἠπείρου καὶ τῶν Ἰωαννίνων. Ἐν τῷ τελωνείῳ αὐτῶν ἔχουσιν εἰσπράξεις μέχρι 80 χιλ. δραχμῶν κατὰ μῆνα, καὶ ἀπὸ τῆς ἡμέρας αὐτῆς ἀπὸ τῆς ὁποίας ἡ Αὐτόνομος Κυβέρνησις κατέλαβε τοὺς Ἁγίους Σαράντα αἱ εἰσπράξεις αὐτοῦ εἰσῆλθον εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Αὐτονόμου Πολιτείας, ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι χρησιμοποιοῦνται ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τῆς Αὐτονόμου Κυβερνήσεως. Ἔπρεπε λοιπὸν ν’ ἀφαιρεθῶσι καὶ τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων ἠδύναντο νὰ συντηρηθῶσι καὶ οἱ ἄποροι καὶ ἐκεῖνοι ἀπὸ τῶν ὁποίων διὰ τῆς πολιτείας της ἡ Κυβέρνησις ἀφήρεσε πᾶσαν ἰδέαν προνοίας περὶ τοῦ μέλλοντος, διότι μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς ἡ Κυβέρνησις ἐπηγγέλλετο ὅτι θέλει ἀμυνθῆ. Οἱ πληθυσμοὶ ἐκεῖνοι διαμαρτύρονται ὅτι πάντες οἱ ἐκεῖθεν διελθόντες Διοικητικοὶ Ἐπίτροποι καὶ ἀξιωματικοί, ἀνώτεροι καὶ κατώτεροι, ἐβεβαίωσαν αὐτοὺς ὅτι ἀντὶ νὰ τοὺς ἐγκαταλείψωσιν εἰς τὴν τύχην των θὰ ἦσαν πρόθυμοι νὰ ξεσχίσωσι τοὺς βαθμούς των καὶ νὰ μείνωσι μετ’ αὐτῶν. Διηγοῦνται καί τι πλέον εἰς βάρος ἀνωτάτου ἀξιωματικοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν πιστεύω, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος προσεκάλεσε τοὺς ἱερολοχίτας εἰς γυμνάσιον καὶ κατόπιν ἔδωκε τὸ πρόσταγμα τῆς ἀναπαύσεως, ὅταν δὲ οἱ ἱερολοχῖται ἔθηκαν τὰ ὅπλα των εἰς πυραμίδας διέταξε τὴν σύλληψίν των. Ἄν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, ἀναμφισβητήτως δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι ἀνάξιος τοῦ ὀνόματος ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος τοιοῦτο μετῆλθε μέσον ἀπέναντι τῶν ἱερολοχιτῶν καὶ ἀπέναντι τῶν ὑπὲρ τῆς σωτηρίας των ἀγωνιζομένων. Δὲν ἠξεύρω ποία ἐφημερὶς κατήγγειλε τὸν ἐκ Κερκύρας κ. Βουλευτήν, ὅτι ἐφέρθη προδοτικῶς — καὶ τοῦ ἥρμοζεν ὁ τοιοῦτος χαρακτηρισμός—, διότι ἀπέδωκεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸν ὀργανισμὸν τῶν ἱερολοχιτῶν. Ἀλλὰ διατί κρύπτεθε ὄπισθεν τοῦ δακτύλου ὑμῶν; Δὲν εἶναι γνωστόν, —διότι δὲν ἦτο δυνατόν, ὡς τὸ μάννα εἰς τοὺς Ἑβραίους, νὰ πέσωσιν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ τὰ μάνλιχερ καὶ τὰ μάουζερ— δὲν ἦτο γνωστὸν ὅτι ὅλοι οἱ ἱερολοχῖται αὐτοὶ ὠργανώθησαν παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως; Δὲν ἦτο γνωστὸν ὅτι τοὺς ὡπλίσατε; Δὲν εἶναι γνωστὸν ὅτι τοὺς ἐνδύσατε ὅλους αὐτούς; Δὲν ἦτο γνωστὸν ὅτι ἐνῷ, ἐδαπανήσατε καὶ διὰ νὰ τοὺς ὁπλίσητε καὶ διὰ νὰ τοὺς ἐνδύσητε τοὺς ἀφήσατε ἄνευ ἀσκήσεως, ὅπως εἶναι μᾶλλον ἔκθετοι εἰς τὰς βιαιοπραγίας τῶν Ἀλβανῶν λῃστῶν; Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἐπαρκῶς ἀπέδειξα τοὺς σκοπούς, εἰς τοὺς ὁποίους ἀπέβλεπεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῶν Ἁγίων Σαράντα, καὶ παρακαλῶ αὐτὴν νὰ ἔλθῃ νὰ διαψεύσῃ τὰ γεγονότα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθην· τὸ γεγονὸς ὅτι ὑπῆρχε τοιοῦτος λιμενάρχης ἐκεῖ καταγγελλόμενος ὑπὸ τοῦ ἀστυνόμου, τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ δημοσία ἀσφάλεια καὶ ἡ τάξις ἐκεῖ καὶ εἰς τὰ περίχωρα ἦτο ἀνατεθειμένη ἀπὸ τριμήνου εἰς τοὺς ἱερολοχίτας, τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ Ἅγιοι Σαράντα εἶναι τὸ ἐπίνειον ὁλοκλήρου τῆς Βορείου Ἠπείρου. Θὰ μοὶ ἀντιτάξῃ ἴσως ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ συγκοινωνήσωσιν ἐκ τῶν μερῶν τῆς Σαγιάδος ἢ ἀπὸ τὸ ἄνω ἐπίνειον τὸ ἰδικόν μας, τὸ ὁποῖον ἀπηξίωσεν ἡ Κονίσπολις, τῆς Παγανιᾶς· ἠξεύρετε διατί ἐζητήθη ἀντὶ τοῦ Στύλου ἡ Παγανιὰ; Διότι εὕρισκον οἱ τῆς Κονισπόλεως ὅτι ὁ Στῦλος, ὁ ὁποῖος ἔχει ἕνα ὅρμον ἀρκετὰ καλὸν καὶ ἀρκετὰ ἀσφαλῆ, ἦτο πολὺ μακράν, ἦτο κατὰ 25 μίλια μακρὰν ἀπὸ τὴν Κονίσπολιν, καὶ διὰ τοῦτο ἐπεζητήθη ὁ ὅρμος τῆς Παγανιᾶς παρὰ τῆς Κονισπόλεως, καὶ οὕτω κατωρθώσαμεν νὰ στρογγυλεύσωμεν τὰ σύνορά μας! Αὐτὰ τὰ γεγονότα, Κύριοι, βεβαιῶ καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ τὰ διαψεύσῃ. Εἶπον ἤδη, ἐπαναλαμβάνων ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑπερέβαλε καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας ἀνέλαβε, διότι ἐφάνη κατὰ μίαν στιγμὴν ὅτι συγκινεῖται ἀπέναντι τῶν ἐπικειμένων κινδύνων, ἀλλὰ μετὰ τὴν συγκίνησιν ἐκείνην τὴν πρόσκαιρον ἔχομεν τὴν διαταγὴν περὶ τῆς παραδόσεως τῶν Κορυτσαίων. Διατί τοὺς παραδίδει; Εἶχεν ἀναλάβει τοιαύτην ὑποχρέωσιν; Εὑρίσκετε συντεθειμένην τοιαύτην ὑποχρέωσιν πρὸς οἱονδήποτε, ἔστω καὶ πρὸς τὴν Ἰταλίαν καὶ τὴν Αὐστρίαν; Διότι περὶ ὑποχρεώσεως πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν διεθνῆ τῆς Ἀλβανίας βεβαίως δὲν πρόκειται· τοὐλάχιστον δὲν εἴχομεν κανὲν ἔγγραφον, ἐκ τοῦ ὁποίου νὰ ὑπῆρχε τοιαύτη ὑποχρέωσις. Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἐκτίσῃ μίαν ὑποχρέωσιν τὴν ὁποίαν ἀνέλαβεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ποιούμενος τὰς διατριβὰς ἐν Ῥώμῃ καὶ ἀπερχόμενος ἐκεῖθεν κατευχαριστημένος καὶ καταγοητευμένος ἀπὸ τὴν δεξίωσιν! Ὑποθέτω ὅτι ἡ δεξίωσις ἦτο λίαν εὐμενὴς αὐτῷ, καὶ ἂν ὑπῆρχον καὶ ἄλλοι μεγαλόσταυροι ἀναμφισβητήτως θὰ ἀπεκόμιζεν ὅλους ἐκείνους ἐκ Ῥώμης ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ δύναται νὰ καυχηθῇ ὅτι σήμερον ὅλαι αἱ ἰταλικαὶ ἐφημερίδες τὸν καταγγέλλουσι, διότι πρόκειται περὶ καταγγελίας διὰ τὸν Ἑλληνισμόν, ὡς τὸν μεγαλείτερον πολιτικὸν ὁλοκλήρου τῆς Βαλκανικῆς. Κατ’ ἐμέ, ὡς εἶπον, πρόκειται περὶ καταγγελίας, διότι παρὰ τῶν ξένων οἱ τοιοῦτοι ἔπαινοι μόνον εἰς θυσίας τῶν συμφερόντων τῶν ἐθνικῶν δύνανται ν’ ἀπολήξωσι καὶ χάριν τῶν θυσιῶν, τὰς ὁποίας ἔκαμε τῶν ἑλληνικῶν συμφερόντων ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως χαίρει ἤδη τοὺς ἐπαίνους καὶ τὰ χειροκροτήματα τῶν ἰταλικῶν ἐφημερίδων. Ὁ κλῆρος τῶν πολιτευομένων τῶν ἀμυνομένων ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος των εἶναι ἀκριβῶς ἀντίθετος· δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἐξεγείρῃ τὴν ἀγανάκτησιν τῶν ἀντιθέτων, τὴν ἀγανάκτησιν τῶν ἐχθρῶν τοῦ Ἔθνους, καὶ καθ’ ὅσον βλέπετε ἐπαίνους καὶ ἐκδηλώσεις θαυμασμοῦ ὑπὲρ ἑνὸς πολιτευομένου ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας ὅτι οὗτοι οἱ ἔπαινοι καὶ αἱ ἐκδηλώσεις τοῦ θαυμασμοῦ ὀφείλονται εἰς θυσίας ἐθνικῶν συμφερόντων. Εἶναι καὶ ἡ μεγαλομανία ἓν πάθος, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ὁδηγήσῃ ἀκριβῶς εἰς ἀντίθετον ὁδὸν ἐκείνης, ἡ ὁποία διαγράφεται ὑπὸ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Κύριοι· δὲν πρέπει νὰ παρέλθω ἄνευ παρατηρήσεών τινων ἐνίας ἐκ τῶν ἀνακοινώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἰδοὺ τί λέγει (ἀναγινώσκει) «Ἐπωφελοῦμαι τῆς εὐκαιρίας ὅπως ἀναγγείλω κλπ.» Γνωρίζω ὅτι ἐπῆλθε κἄποια δυσφορία ἐκ τῆς ἐννοίας τῆς ἀνακοινώσεως ταύτης, διότι ἐδέχθη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὅπως τὸ ζήτημα τῶν Ἀλβανικῶν συνόρων, τὸ ὁποῖον εἶχε χαρακτηρισθῆ ὡς ζήτημα Εὐρωπαϊκόν, ἀντεποιηθῶσιν αἱ δύο ἔχθισται πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Ἠπειρωτικοῦ πληθυσμοῦ Δυνάμεις, καὶ ἀντεποιήθησαν, ἡ Αὐστρία καὶ ἡ Ἰταλία ἐπαγγελλόμεναι ὅτι ἔχουσι μεθ’ ἑαυτῶν καὶ τὴν Γερμανίαν. Τοῦτο καὶ μόνον εἶναι ἤδη σφάλμα, σφάλμα διπλωματικόν, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ κοστίσῃ ἀκριβὰ εἰς τὸν Ἑλληνισμόν. Γνωρίζετε τὴν εὐαισθησίαν μεταξὺ τῶν δύο ὁμάδων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων καὶ δὲν ἔπρεπε ποτὲ καθ’ οἱανδήποτε ἐνέργειαν ἡμῶν νὰ παραβλέψητε τὴν μεταξὺ αὐτῶν ἀντιζηλίαν, ὑμεῖς δὲ ἀπεδέχθητε τοιαύτην ἐνέργειαν παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων δύο τῶν Μεγάλων αὐτῶν Δυνάμεων, τῶν ἀνηκουσῶν ἀκριβῶς εἰς τὴν ἀντίθετον ὁμάδα ἐκείνης ἡ ὁποία εἶχε μέχρι τοῦδε ἀναλάβει τὴν ὑποστήριξιν τῶν δικαίων μας; Ἔπρεπε καλῶς νὰ σκεφθῆτε καὶ καλῶς νὰ ὑπολογίσητε ἐπὶ τῆς ἀντιζηλίας ταύτης. Φέρετε τὰς δηλώσεις αὐτὰς ὡς δῆθεν ἀληθῆ ἆθλον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐξετάσω, ἐὰν ἀποτελῶσιν ἄθλον αὗται (ἀναγινώσκει) «Κατὰ πρότασιν τῶν Κυβερνήσεων αὐτῶν», δηλαδὴ τῆς Αὐστρίας καὶ τῆς Ἰταλίας, σημειώσατε ὅτι παρετηρήθη μία ἔκτακτος κίνησις εἰς τοὺς διπλωματικοὺς κύκλους τῆς ἀντιθέτου ὁμάδος, κατὰ πρότασιν λέγω τῆς Αὐστρίας καὶ Ἰταλίας (ἐξακολουθεῖ) «ἡ ἐν Αὐλῶνι Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ ἔλαβε τὴν ἀπόφασιν, ἥτις κατεχωρίσθη εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι ἐν Ἀλβανίᾳ πλήρης ἐξασφαλίζεται ἰσότης ἐν τοῖς δικαιώμασι τῶν διαφόρων θρησκευμάτων καὶ ἐν τῇ χρήσει πασῶν τῶν ἐν Ἀλβανίᾳ γλωσσῶν». Ἔχομεν πλήρη ἰσοπολιτείαν λέγει ἡ Κυβέρνησις· ἀναγνωρίζεται ἡ ἰσότης τῶν διαφόρων θρησκευμάτων. Ἔχομεν πλέον ἐξασφαλίσει ἰσότητα τῶν διαφόρων θρησκευμάτων. Μέχρι τοῦδε οἱ πληθυσμοὶ ἐκεῖνοι ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν τὴν Τουρκικὴν εἶχον τὰς προνομίας τοῦ Πατριάρχου καὶ ἐστεγάζοντο ὑπὸ τὰς προνομίας ἐκείνας, καὶ ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης, ὁ Ἕλλην Πατριάρχης, διότι εἶναι τοιοῦτος καὶ θὰ εἶναι τοιοῦτος δυνάμει τῶν προνομιῶν ἐκείνων, ὁσάκις ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ ἀδίκημά τι κατὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὕψου τὸ ἀνάστημα αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἦτο ἴσον πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ γένους τοῦ Ἑλληνικοῦ. Οἱ δὲ Ἠπειρῶται τὸν ἐθνισμόν των, τὴν γλῶσσάν των, τὸν πατριωτισμόν των, ὅστις ὑπερεξεχείλησε μέχρι τοῦ σημείου ὥστε νὰ ἐξωραΐσῃ τὴν πρωτεύουσαν τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ δι’ ὅλων τῶν οἰκοδομημάτων αὐτῶν τὰ ὁποῖα βλέπομεν, διότι ὅλα εἶναι Ἠπειρωτικά, τὴν γλῶσσάν των, ἐπαναλαμβάνω, τὴν θρησκείαν των, τὸν πατριωτισμόν των ἔθηκαν ὑπὸ τὴν σκέπην τοῦ Πατριάρχου καὶ ὑπὸ τὴν σκέπην τῶν προνομίων του. Σήμερον φέρετε πρὸς αὐτούς, ὡς νὰ μὴ ἔχητε τὴν παραμικρὰν συνείδησιν περὶ τῆς θυσίας, περὶ τῆς ζημίας, τὴν ὁποίαν ὑφίστανται ἐν τῇ ἀνεξαρτησίᾳ των οἱ πληθυσμοὶ ἐκεῖνοι, φέρετε πρὸς αὐτοὺς τὴν ἰσότητα τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας πρὸς τὴν Ἀλβανικὴν καὶ Μουσουλμανικήν. Τί ἐκάματε τὰς προνομίας τοῦ γένους καὶ τί ἐπράξατε ὑπὲρ τῶν προνομιῶν ἐκείνων; Αὐτὸ τὸ ἔγγραφον ἔπρεπε νὰ τὸ ἀποκρύψητε ἐπιμελέστατα καὶ ὄχι νὰ τὸ φέρητε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ἐπισημοποιηθῇ τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον γίνεται σήμερον καθ’ ὅλου τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Καὶ παρακαλῶ νὰ διαπιστωθῇ ἡ ἔννοιά του, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις τῆς Αὐστρίας καὶ Ἰταλίας ἐξασφαλίζουσιν «ἰσότητα ἐν τοῖς δικαιώμασι τῶν διαφόρων θρησκευμάτων καὶ ἐν τῇ χρήσει πασῶν τῶν ἐν Ἀλβανίᾳ γλωσσῶν», ὡς ἐξησφαλίσθησαν καὶ οἱ πληθυσμοὶ τῆς Δυτικῆς Θράκης, ἐκ τῶν ὁποίων εἶχον τὴν ἀκόλουθον ἐπιστολὴν ἐκ Θεσσαλονίκης χρονολογουμένην ἀπὸ τὴν 24ην Φεβρουαρίου 1914 (ἀναγινώσκει)· «Θερμῶς παρακαλοῦμεν κλπ....». Καὶ ἐκεῖ ἐπηγγέλθη ἡ Κυβέρνησις ἰσοπολιτείαν καὶ ἐκεῖ ἤλεγξεν ἐπὶ λιποψυχίᾳ τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἅμα τῇ ἀποχωρήσει τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἐτράπησαν εἰς φυγήν. Ἀλλὰ τί ἔπραξε ὑπὲρ ἐκείνων; Δὲν ἠδυνήθη νὰ πράξῃ τίποτε. Δὲν ἠδυνήθη, ἀλλ’ εἶναι σφάλμα της ὅτι δὲν ἠδυνήθη νὰ πράξῃ τι. Ἐκ τοῦ πταίσματός της οἱ πληθυσμοὶ ἐκεῖνοι παρεδόθησαν, ὡς παρεδόθησαν, εἰς τὴν ἀπληστίαν τῶν Βουλγάρων. Σήμερον, ἀφοῦ τοιαῦτά τινα ἐπηγγέλθητε πρὸς αὐτούς, συντρέξατέ τους· δόσατε χεῖρα βοηθείας ἵνα ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν πατρίδα των, διότι τὴν 8ην Ἀπριλίου δημεύονται αἱ περιουσίαι αὐτῶν. Μεσιτεύσατε πρὸς τοὺς πρώην συμμάχους σας, χάριν τῶν ὁποίων ἐξεδόσατε καὶ τὸ Διάταγμα τὸ γνωστόν, νὰ ἐπιτραπῇ εἰς αὐτοὺς νὰ ἐπανέλθωσιν ἐκεῖ, διότι τὴν 8ην Ἀπριλίου δημεύονται αἱ περιουσίαι αὐτῶν. Δὲν γνωρίζω, τίνας ἐκπλήξεις μᾶς ἐπιφυλάττει τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον διαβιβάζεται ἀπὸ χειρὸς εἰς χεῖρα, ἀλλ’ εἶναι βέβαιον ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς τοὺς πληθυσμοὺς τῆς Δυτικῆς Θράκης, θέλει συντελεσθῆ καὶ διὰ τοὺς πληθυσμοὺς τοὺς Ἠπειρωτικούς, ὅταν ἔχητε αὐτὸ τὸ μέλος τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς, τὸν Ἀλβανὸν Μουφτῆν, ὁ ὁποῖος ἐναντίον τῶν ἐπαγγελιῶν πρὸς τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους, ἐναντίον τῶν προτροπῶν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως πρὸς τοὺς πληθυσμοὺς αὐτούς, λέγει «πρὸς Θεοῦ! μὴ ἀποχωρήσῃ ὁ Ἑλληνικὸς στρατός, ἀλλὰ νὰ παραμείνῃ ἐκεῖ διὰ τὴν τάξιν καὶ τὴν ἀσφάλειαν τῶν πληθυσμῶν». Τί δύνασθε νὰ προσδοκᾶτε ἐξ αὐτῆς τῆς ἐπαγγελίας, τὴν ὁποίαν μάλιστα κατεχώρισαν καὶ εἰς τὰ πρακτικά; (ἀναγιγνώσκει)· «Αἱ δύο Δυνάμεις θέλουσι δώσει εὐρυτάτην δημοσιότητα τῇ ἀποφάσει ταύτῃ, δηλοῦσι δὲ τῇ Ἑλλην. Κυβερνήσει τίθεται ἐν τέλει, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ῥηθείσης ἀποφάσεως θέλουσιν ἀσκήσει πᾶσαν αὑτῶν τὴν ἐπίδρασιν ὑπὲρ τῆς πλήρους αὑτῶν πραγματοποιήσεως». Καταλύομεν τὰς προνομίας τοῦ Πατριαρχείου, μᾶς ἀρκεῖ δὲ ἡ ὑπόσχεσις τῆς ἰσοπολιτείας, ἀλλὰ μᾶς ἀρκεῖ καὶ ἡ ὑπόσχεσις ὅτι αἱ προστάτιδες Δυνάμεις τῆς Ἀλβανίας καὶ ὀλίγον τῆς Ἑλλάδος θὰ δώσωσι δημοσιότητα εἰς τὴν ἀπόφασίν των, κατὰ τὴν ὁποίαν (ἀναγινώσκει) «τίθενται ἐντελῶς ἐπὶ τῆς βάσεως τῆς ῥηθείσης ἀποφάσεως καὶ θέλουσιν ἀσκήσει πᾶσαν αὑτῶν τὴν ἐπίδρασιν πλήρους αὑτῶν πραγματοποιήσεως». Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει εὐχαριστηθῇ ἐκ τῶν δηλώσεων αὐτῶν, θὰ ἀναπέμψῃ μάλιστα αἴνους καὶ εὐχαριστίας πρὸς τὰς δύο Μεγάλας Δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι εὐηρεστήθησαν νὰ κάμωσι τοιαύτην ἀνακοίνωσιν, διότι ἔχομεν πρόσφατον ἀκόμη τὴν τοιαύτην ἀποδοχὴν μέτρων ὁμοίων ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως τὰ ὁποῖα ἐφηρμόσθησαν ἐσχάτως καὶ ἀνεκοινώθησαν διὰ τῶν ἐφημερίδων μετὰ πολλῶν ἐπαίνων ὅτι ἐφηρμόσθησαν ἐσχάτως ἐν Μοναστηρίῳ. Ὑποθέτω ὅτι γνωρίζει ἡ Βουλὴ τί εἶναι τὸ Μοναστήριον. Εἶναι καὶ αὐτὸ μία τῶν κοιτίδων τοῦ Ἑλληνισμοῦ· ὑπάρχουν καὶ ἐκεῖ ἐκπαιδευτήρια, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνουσι δύναμιν μαθητῶν τριῶν χιλιάδων. Ἐμάθομεν τελευταίως ἐκ μιᾶς ἀνακοινώσεως τῶν Κυβερνητικῶν ἐφημερίδων ὅτι ἐπετράπη εἰς τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα νὰ διδάσκηται προαιρετικῶς ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα, ἡ Γεωγραφία καὶ ἡ Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλλάδος, δηλαδὴ ἡ διδασκαλία θὰ γίνεται Σλαυϊστί, προαιρετικῶς δὲ θὰ ἐπιτραπῇ νὰ διδάσκωνται καὶ ὀλίγα κολυβογράμματα εἰς τὴν γλῶσσαν τὴν ἑλληνικήν. Τὴν ἀναγγελίαν ταύτην τὴν ἀπεδέχθη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις μετ’ εὐγνωμοσύνης καὶ οἱ ἐκπροσωποῦντες τὸ φρόνημα τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ τῆς Ἑλλάδος λέγουσιν ὅτι ἔχομεν καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἀμοιβαιότητος. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν γνωρίζω διαμένοντας Σέρβους ἐν Ἑλλάδι, ἐκτὸς ἐὰν ἐγκλείσωμεν εἰς Ἑλληνικὸν ἐκπαιδευτήριον τὸν Πρέσβυν τῆς Σερβίας καὶ τὸν γραμματέα τῆς Σερβικῆς Πρεσβείας. Δὲν γνωρίζω τοὐλάχιστον ἐγὼ ἄλλον ἐνταῦθα. Εἶναι καὶ ὁ κύριος Κουμανούδης, ἀλλ’ ἄλλον δὲν γνωρίζω εἰς τὸν ὁποῖον νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ μέτρον τῆς ἀμοιβαιότητος, αὐτοὶ ἐπέρασαν τὰς στοιχειώδεις σπουδάς. Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὴν ἰσοπολιτείαν ἀπὸ ἀπόψεως θρησκείας καὶ γλώσσης. Ἔχομεν δὲ τὴν ἐγγύησιν ὅτι αἱ δύω Δυνάμεις θὰ δώσωσι εὐρυτάτην δημοσιότητα εἰς τὴν ἀπόφασίν των ταύτην. Ἀλλ’ ἐρχόμεθα εἰς ἄλλην περίπτωσιν (ἀναγινώσκει) «Τὰ δύο ἀνακτοβούλια νοοῦσιν ἰσχύουσαν τὴν μετὰ τοῦ κ. Βενιζέλου συνεννόησιν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν διαρρύθμισιν τῶν Ἑλληνοαλβανικῶν συνόρων. Τῆς πραγματοποιήσεως τῶν συνοριακῶν τούτων διαρρυθμίσεων θέλουσιν ἐπιληφθῆ τὰ δύο ἀνακτοβούλια», πάντοτε περὶ τῶν δύο ἀνακτοβουλίων πρόκειται «ἅμα ὡς τὰ Ἑλληνικὰ στρατεύματα ἐκκενώσωσι τὴν προσαρτηθεῖσαν τῇ Ἀλβανίᾳ χώραν». Ἔχομεν μίαν συνεννόησιν· ἀλλὰ συνεννοήσεις ἔχομεν πολλάς, ὀλίγον δὲ κατ’ ὀλίγον θὰ τὰς ἴδωμεν εἴτε δι’ ἀνταλλαγῆς ἐπιστολῶν εἴτε ἄλλως. Ψιθυρίζονται ἄλλαι συνεννοήσεις· λόγου χάριν ψιθυρίζεται ὅτι αὔριον πρόκειται νὰ ἐκδοθῇ διαταγὴ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τῆς ὁποίας ἀπαλλάσσονται τῆς στρατεύσεως οἱ διδάσκαλοι, ἀλλὰ καὶ οἱ Κουτσόβλαχοι.
§181ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτὸ διεψεύσθη.
§182Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἀφοῦ ἀπηλλάγησαν οἱ Τοῦρκοι καὶ οἱ Ἰσραηλῖται, διατί νὰ μὴ ἀπαλλαγῶσι καὶ αὐτοί;
§183ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Στρατεύονται καὶ αὐτοί, ὅπως καὶ οἱ λοιποὶ Ἕλληνες. Δὲν εἶναι σοβαρὸν νὰ λαμβάνωμεν εἰδήσεις ἐκ τῶν ἐφημερίδων καὶ ἀφοῦ διαβάζομεν αὐτὰς νὰ μὴ διαβάζωμεν καὶ τὰς διαψεύσεις τὰς ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐδόθη ἀναβολὴ κατατάξεως εἰς τοὺς διδασκάλους τῶν σχολείων ἐν Μακεδονίᾳ, ἀλλ’ οἱ πολῖται οἱ Κουτσόβλαχοι στρατεύονται.
§184Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἠξεύρω τὴν διάψευσιν· ἡ εἴδησις ἀνεγράφη κατ’ αὐτὸν τρόπον εἰς τὰς χθεσινὰς ἐφημερίδας.
§185ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀνεγράφη εἰς τὰς πρωϊνὰς καὶ διεψεύσθη εἰς τὰς ἀπογευματινάς.
§186Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπειδὴ αἱ ἀπογευματιναὶ ἐκδίδονται μετὰ τὴν τετάρτην ὥραν, ἕπεται ὅτι διεψεύσθη ἀπὸ τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν συζητοῦμεν ἐδῶ. Ἡ διάψευσις ἦτο ἐν τῷ νῷ ὑμῶν, διότι ἐνοήσατε ὅτι δὲν θὰ ἀφίετο νὰ παρέλθῃ ἡ εἴδησις ἀπαρατήρητος.
§187ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δι’ αὐτὸ καὶ μόνον ἐγένετο ἡ διάψευσις;
§188Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Πῶς ἔγινεν ἡ ἀναγγελία τοῦ τοιούτου μέτρου; Μοὶ λέγετε ὅτι ἔπρεπε νὰ γνωρίζω τὴν διάψευσιν. Ἀλλὰ πῶς ὁλόκληρος ὁ τύπος τῆς πρωτευούσης σήμερον ἐπανέλαβεν ὅτι ἀνεγράφη εἰς τὰς ἑσπερινὰς ἐφημερίδας τῆς χθὲς ὅ,τι ἀπαλλάσσονται τῆς στρατολογίας προσωρινῶς οἱ Κουτσόβλαχοι καὶ οἱ διδάσκαλοι; Διεψεύσατε τὴν εἴδησιν καὶ Σᾶς συγχαίρω. Ἦτο καιρὸς νὰ τὴν διαψεύσητε, διότι θὰ ἦτο ἀξιοθρήνητον νὰ ἐφθάνομεν μέχρις ἐκτελέσεως τοιούτου μέτρου. Οἱ Ἕλληνες, οἱ ὁμογενεῖς ὑποχρεωτικῶς στρατεύονται ἐν Βουλγαρίᾳ, Ῥωμουνίᾳ καὶ Σερβίᾳ, ἡμεῖς διὰ νὰ ὦμεν εὐάρεστοι διὰ τοὺς ψευδοκουτσοβλάχους τοὺς ἀνηγγείλαμεν ὅτι δὲν στρατεύονται. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σκέπτεται καὶ προβαίνει καὶ μετὰ ταῦτα ἀνακαλεῖ. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ καθ’ ἣν ὑφίσταται τὸ πάθημα αὐτό. Ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν τὴν διάταξιν, δι’ ἧς φυγόδικοι καὶ φυγόποινοι κατὰ χιλιάδας εὕρισκον ἄσυλον ἐν Ἀθήναις, καὶ ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ ἡ διαμαρτυρία τοῦ συμπολίτου μου κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας διὰ νὰ ἐννοηθῇ τὸ τερατῶδες τῆς διατάξεως ταύτης καὶ νὰ ἐγκαταλειφθῇ αὕτη. Εἶναι εὐτύχημα ὅτι συνησθάνθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ σφάλμα εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ἐπρόφθασε νὰ ὑποπέσῃ καὶ ὅτι ἐνόησεν ὅτι ἔπρεπε νὰ διαψεύσῃ ὅτι ἀνεγράφη ἀναμφισβητήτως κατόπιν πληροφοριῶν δοθεισῶν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν σχετικῶς μὲ τοὺς δῆθεν Κουτσοβλάχους. Ἐπανέρχομαι εἰς τὰς συνενοήσεις· «τὰ δύο ἀνακτοβούλια νοοῦσιν ἰσχύουσαν τὴν μετὰ τοῦ κ. Βενιζέλου συνεννόησιν κλπ., καὶ ὅτι τῶν συνοριακῶν διαρρυθμίσεων θέλουσιν ἐπιληφθῇ εὐθὺς ὡς τὰ Ἑλληνικὰ στρατεύματα ἐκκενώσωσι τὴν προσαρτηθεῖσαν τῇ Ἀλβανίᾳ χώραν». Ἐδῶ ἔχομεν χειροπιαστὰ τὰς διαπραγματεύσεις μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν δύο προστατίδων τῆς Ἀλβανίας Δυνάμεων, τὰς διαπραγματεύσεις τὰς ἀφορώσας εἰς τὴν Παγανιὰν καὶ τὴν στρογγύλευσιν τῶν ὁρίων τῆς Ἠπείρου. Ἔχομεν, Κύριοι, φίλους ἀκραιφνεῖς καὶ φίλους ἐνθουσιώδεις, καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ. Μεταξὺ τῶν φίλων τῶν ἐνθουσιωδῶν ἐν Γαλλίᾳ δύναται νὰ καταλεχθῇ ὁ κ. Κλεμανσώ. Ἰδοὺ τί γράφει οὗτος εἰς τὴν ἐφημερίδα του τὸν «Ἐλεύθερον Ἄνθρωπον» (ἀναγινώσκει)· «Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἡ παρασχοῦσα ἐπ’ ἐσχάτων δείγματα κλπ.» Πρόκειται περὶ τῆς συμφωνίας εἰς τὴν ὁποίαν προῆλθε ὁ κ. Βενιζέλος, ὁ Πρωθυπουργός, μετὰ τῶν δύο κρατῶν, τῆς Αὐστροουγγαρίας καὶ τῆς Ἰταλίας (ἀναγινώσκει). «Ἐπειδὴ δὲ ἡ Ἀλβανία στερεῖται χρημάτων κλπ.». Ὁ «Ἐλεύθερος Ἄνθρωπος» δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του τὸν ἀποκλεισμὸν τῶν Ἁγίων Σαράντα. Εἰς τὸ προσεχὲς φύλλον του θὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀναγνώσωμεν τὰς κρίσεις του, ἀλλὰ περὶ τῆς συμφωνίας, περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλεῖ ἡ ἀνακοίνωσις τῶν δύο Μεγάλων Δυνάμεων, τῆς Αὐστρίας καὶ Ἰταλίας, ἀνέφερε καὶ τὰ συμπεράσματά του ὁ «Ἐλεύθερος Ἄνθρωπος» καὶ γράφει· (ἀναγινώσκει)· «ἀλλ’ αἱ φίλαι τῆς Ἑλλάδος κλπ.» Θὰ εἶναι δὲ θλιβερόν, ἐὰν δὲν τὸ συναισθάνεσθε αὐτό· ἐὰν δὲν συναισθάνησθε τὴν φιλοτιμίαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ τελευταῖος αἰσθάνεται, ὅταν τῷ καταγγέλουσιν ὅτι λησμονεῖ τὸ συμφέρον τοῦ Ἔθνους ἀπέναντι οἱουδήποτε ἰδιωτικοῦ συμφέροντος. Ἐξενίσθητε τῇ ἀληθείᾳ. Ἄλλο ἆθλον τὸν ὁποῖον κατήγαγεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις (ἀναγινώσκει)· «οἱ ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος κλπ.» Ὑποθέτω ὅτι ἐδόθη ἤδη ἡ διαταγὴ εἰς τὸν κύριον Παπούλαν νὰ ἀναχωρήσῃ μαζὶ μὲ τὸν στρατόν του ἀπὸ τὸ διαμέρισμα ἐκεῖνο τοῦ ὁποίου τὰ σύνορα ἦσαν ἀσταθῆ ἀκόμη. Λέγει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἂς μὴ διαφωνήσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, ὅτι δὲν ἐσκέφθη νὰ περιφρονήσῃ τὰς Δυνάμεις τῆς Τριπλῆς Συνεννοήσεως. Δὲν ἐσκέφθητε σεῖς ὅτι περιφρονεῖτε τὰς Δυνάμεις τῆς Τριπλῆς Συνεννοήσεως, ἐκεῖναι ὅμως τὸ σκέπτονται καὶ θὰ δώσωσιν ἐξήγησιν εἰς τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν ὑμῶν ἀλλοίαν ἐκείνης, ἣν θέλετε νὰ δώσητε ὑμεῖς εἰς τὰς πράξεις σας. Ὡς εἶπον διακόπτων τὸν κύριον Βουλευτὴν ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, ἔρχεσθε καὶ συνεννοεῖσθε πρὸς τὰς μᾶλλον ἐχθρὰς πρὸς τὸν Ἑλληνισμὸν Δυνάμεις, λησμονοῦντες ὅτι οὕτω θίγετε τὴν φιλοτιμίαν τῶν φίλων ἡμῶν, ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἠγωνίσθησαν ὑπὲρ ὑμῶν. Ἀλλὰ σεῖς εἶσθε κατηυχαριστημένος διὰ τὴν δεξίωσιν τῆς ὁποίας ἐτύχετε καὶ ἐν Ῥώμῃ καὶ ἐν Βιέννῃ. Κατενθουσιασμένος, ἀδιαφορεῖτε, ἐὰν οἱ πληθυσμοὶ τῆς Βορείου Ἠπείρου, ἐὰν 200,000 Ἑλλήνων ἀκραιφνῶν παραχωροῦνται εἰς τὴν φυλὴν τὴν Ἀλβανικήν. Ἡ τοιαύτη πολιτεία ὑμῶν εἶναι, ὡς τὴν ἐχαρακτήρισαν καὶ οἱ φίλοι ἡμῶν, ἀξιοθρήνητος. Ναὶ ἀξιοθρήνητος καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ ἔλθητε καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ καυχηθῆτε καὶ διὰ τοὺς ἄθλους τοὺς ὁποίους συνετελέσατε. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι ἀληθές, Κύριοι, εἶναι ὅτι σήμερον ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ δὲν ἀνταποκρίνεται πλέον πρὸς τὰς ἀξιώσεις τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Οὐδὲν δύναται νὰ ἐλπίσῃ παρ’ αὐτῆς ὁ Ἠπειρωτικὸς Ἑλληνισμός, καὶ ἂς ἀκούσῃ τῆς φωνῆς μου ὅσον καὶ ἂν εἶναι ταπεινή· ἐὰν θέλῃ νὰ σωθῇ θὰ ἀγωνισθῇ ὑπὲρ ἑστιῶν καὶ βωμῶν. Μόνον ἐπὶ τῶν ἀγώνων αὐτοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσῃ· μόνον δι’ αὐτῶν δύναται νὰ διασωθῇ. Ἀλλὰ πρὶν ἢ καταλίπω τὸ βῆμα, Κύριοι, ὀφείλω νὰ κάμω ἔκκλησιν πρὸς ἐκεῖνον ὅστις ἐτάχθη ἐπαξίως ἐπὶ κεφαλῆς τῆς Πολιτείας. Εἶναι καιρὸς νὰ παρεμβῇ ἡ δύναμις ἡ ἀγαθοποιὸς τῆς Βασιλείας σώζουσα τοὺς ἀτυχεῖς ἐκείνους πληθυσμοὺς καὶ τὸ γόητρον τὸ Ἐθνικόν, ὅπερ διὰ τῆς σπουδῆς ἀνεστήλωσε.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι ὀφείλετε νὰ δώσητε ἐξηγήσεις ἐπὶ τῆς φράσεως τῆς ἀφορώσης τὸ Στέμμα.
§190Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἔχω νὰ δώσω οὐδεμίαν ἐξήγησιν.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤθελον ἐρωτήσει τὴν Βουλήν, ἐὰν δέχεται νὰ διακόψωμεν.
§192ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 10 ὥραν μ. μ. (Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις τὴν 9 μ. μ. διὰ τὴν 10 μ. μ.) Μετὰ τὴν διακοπὴν (ὥρᾳ 10 40′ μ. μ.).
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Ν. Δημητρακόπουλος ἔχει τὸν λόγον. Ἀπών. Ὁ κ. Σ. Σῖμος ἔχει τὸν λόγον.
§195Σ. ΣΙΜΟΣ. Θὰ ἤμην οὐχὶ ἄξιος ἐμοῦ, κύριοι Συνάδελφοι, οὐδὲ τοῦ ἀξιώματος τὸ ὁποῖον φέρω, ἐὰν ἐπεχείρουν νὰ παρακολουθήσω τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἐπιπέδου, εἰς ὃ κατέρριψεν αὐτὴν ὁ προλαλήσας. Ἐὰν ἐπαξίως ἢ ἀναξίως φέρω ἐνταῦθα τὸ ἀξίωμα ὅπερ φέρω, βεβαίως δὲν εἶναι ὁ προλαλήσας ὁ κατάλληλος ὅπως κρίνῃ περὶ τούτου. Εἶναι ἀρκετὸν νὰ δηλώσω εἰς τὸν προλαλήσαντα ὅτι ἐγὼ εἰσῆλθον ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὴν μεγάλην θύραν τῆς Βουλῆς ἐνταῦθα, ἐν ᾧ ὁ κ. Συνάδελφος εἰσῆλθε διὰ τοῦ παραθύρου. Θὰ ἐπεθύμουν, κύριοι Συνάδελφοι, ἡ συζήτησις ἐπὶ τοσοῦτον σοβαρωτάτου ἐθνικοῦ ζητήματος νὰ ἐξαρθῇ εἰς τὸ προσῆκον αὐτῆς ὕψος, διότι δὲν πρόκειται σήμερον περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει μίαν λεπτομέρειαν Κυβερνητικὴν ἢ μίαν πρᾶξιν μονομερῆ τῆς Κυβερνήσεως. Μεγαλυνθεῖσα ἡ Ἑλλὰς ἔχει τὴν ἀξίωσιν ὅπως τὸ Κοινοβούλιον αὐτῆς ἵσταται ὑψηλά, ὅταν πρόκειται περὶ ζητημάτων ἐθνικῆς πολιτικῆς. Πρέπει νὰ ἐθισθῶμεν εἰς τὴν τοιαύτην τακτικήν, καὶ πρωτίστως πρέπει νὰ προσέχωσιν οἱ ἀξιοῦντες νὰ ἡγῶνται πολιτικῶν κομμάτων καὶ νὰ ἐξυψώσωσι τὴν συζήτησιν καὶ νὰ μὴ τὴν ῥίπτωσιν ἐκεῖ ποῦ τὴν ῥίπτουσι τόσον χαμηλά. Ἀνῆλθον τὸ βῆμα, κύριοι Βουλευταί, μὲ τὸν πόνον τῆς ψυχῆς μου. Πρόκειται νὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς ἰδιαιτέρας μου πατρίδος, περὶ τῆς γενετείρας μου. Θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν συνδρομήν σας εἰς τὴν ἐξομολόγησιν, θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν ἐπιείκειάν σας, ἐὰν ἐν τῇ ὁμολογίᾳ τῆς ἀληθείας φανῶ εἴς τινα σημεῖα ὠμὸς ἢ ὑπερβολικός. Οἱ ἀδελφοί μου ἐκεῖ ἐπάνω ἔλαβον τὰ ὅπλα ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος, ὑπὲρ βωμῶν καὶ ὑπὲρ ἑστιῶν. Τὸ αἴσθημα τῆς ἀλληλεγγύης μὲ ὑποχρεοῖ νὰ σκεφθῶ κατὰ τί θὰ ἠδυνάμην καὶ ἐγὼ ἐντεῦθεν νὰ συντελέσω εἰς τὸν ἱερὸν αὐτὸν ἀγῶνα. Ἐάν, κύριοι Συνάδελφοι, ἐξηρτᾶτο μόνον ἀπὸ μίαν ὡραίαν φράσιν, ἀπὸ μίαν ἔξαρσιν πατριωτικήν, ἡ ὁποία οὐδὲν στοιχίζει, θὰ ἀπέστελλον καὶ ἐγὼ ὄχι ἕνα ἀσπασμόν, τὸν ὁποῖον ὁ προλαλήσας ἐξαπέστειλε πρὸς τοὺς ἀγωνιζομένους, ἀλλὰ πολλὰς μυριάδας, καὶ θὰ ἐβροντοφώνουν πρὸς αὐτοὺς «Βαρεῖτε τοὺς ἐχθρούς»! Ἀλλ’ ἠρώτησα ἐμαυτόν. Ἀρά γε μία τοιαύτη παρότρυνσις εἶναι σκόπιμος, εἶναι ἐπωφελής, εἶναι εὐσυνείδητος; Διότι ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν ἐνόησα τί ἐζήτησαν ἢ τί ζητοῦσιν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν οἱ Ἀντιπολιτευόμενοι, οἱ προκαλέσαντες τὴν συζήτησιν. Ζητοῦσι ν’ ἀποδείξωσιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα τὴν δύναμιν νὰ λάβῃ καὶ τὸ ὑπόλοιπον τῆς Ἠπείρου, δὲν τὸ ἔλαβεν; Ἐὰν ἐκεῖ φέρωσι τὴν συζήτησιν, τοὺς παρακαλοῦμεν νὰ ἀποδείξωσιν ὅτι πράγματι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠθέλησε νὰ ἀγωνισθῇ ὑπὲρ τοῦ ὑπολοίπου τῆς Ἠπείρου, ὅτι τὸ ἀπώλεσεν ἐξ ἀδεξιότητος αὐτῆς, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἤμην πρόθυμος νὰ ὁμολογήσω πρὸς αὐτοὺς χάριτας καὶ πρῶτος ἐγὼ θὰ ἐτασσόμην μετ’ αὐτῶν. Ἀλλὰ τὴν συζήτησιν δὲν τὴν ἔφεραν ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου. Τὴν ἔρριψαν ἀλλαχοῦ. Τί εἶπον πρὸς ἡμᾶς; Ὡμίλησαν διὰ τὰ προνόμια τῶν Ἠπειρωτῶν, ὡμίλησαν περὶ ἐγγυήσεων ἐκ μέρους τῶν Δυνάμεων, περὶ τῆς θρησκευτικῆς καὶ ἐθνικῆς αὐτῶν ὑποστάσεως. Ἀλλὰ περὶ τούτου ὑπάρχει ἀντίρρησις; Μὴ τυχὸν ἡ Κυβέρνησις ὤκνησε νὰ λάβῃ μέριμναν περὶ τούτου; Μὴ τυχὸν ἡ προσωρινὴ Κυβέρνησις, ἡ ἐγκαταστᾶσα, ἐζήτησεν ἄλλο τι; Ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀσυμφωνία. Εἴμεθα σύμφωνοι ἐπὶ τούτου πάντες. Κύριοι. Εἶναι θλιβερὸν βεβαίως ὅτι ἐκ τῶν 170.000 Ἠπειρωτῶν ἠλευθερώθησαν αἱ 300.000 καὶ ὑπελείφθησαν αἱ 170.000. Λυποῦμαι διὰ τοῦτο, ὅπως, ὡς Ἠπειρώτης, αἰσθάνομαι καὶ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς εὐγνωμοσύνης πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος διὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῶν 300.000. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ μελέτη τῶν πραγμάτων, τοὐλάχιστον ἐμέ, ἔπεισεν ὅτι δὲν κατέστη δυνατὸν σήμερον νὰ περιλάβωμεν ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου τοὺς δυστυχεῖς αὐτοὺς πληθυσμοὺς τῶν 170.000, πρέπει νὰ τοὺς καταδικάσωμεν εἰς ὄλεθρον ἢ νὰ φροντίσωμεν περὶ τῆς συντηρήσεως αὐτῶν ὑπὸ τὸ νέον καθεστώς, εἰς τὸ ὁποῖον διὰ τῆς βίας οὗτοι ὑπήχθησαν; Περὶ τούτου πρόκειται, διότι, Κύριοι, οἱ ἐξωθοῦντες διὰ λόγων καὶ διὰ φράσεων ἐντεῦθεν ἀνευθύνως τοὺς ἐκεῖ ἀγωνιζομένους εἰς τὰ ἔσχατα καὶ ὑποδαυλίζοντες τὸ αἴσθημα τῆς εὐνοήτου αὐτῶν ἀπογνώσεως πρέπει νὰ σκεφθῶσι καλῶς ποίαν ἔννοιαν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἡ παρότρυνσις αὕτη, ἐὰν ἠδύνατο νὰ πραγματοποιηθῇ. Ἐσκέφθησαν οἱ ἐντεῦθεν ἐξωθοῦντες, ἐὰν ἄνευ τῆς προστασίας τῆς ἀμέσου εἴτε τῆς ἐμμέσου τοῦ Κράτους, ἐσκέφθησαν, λέγω, ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ διεξαχθῇ τελεσφόρως ὁ ἀγὼν τῶν ὁμολογουμένως ἡρώων ἐκείνων; Ἀλλὰ καθ’ ἣν στιγμὴν καὶ ὁ ἐλάχιστος δισταγμὸς ὑπάρχει περὶ τῆς ἐκβάσεως τοῦ ἀγῶνος αὐτῶν, ἐρωτῶμεν· Δὲν εἶναι, ἆρά γε, σκόπιμον, ὅπως φροντίσωμεν νὰ συντηρήσωμεν τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους; Νὰ τοὺς κρατήσωμεν εἰς τὰ ἐδάφη ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐπὶ 500 ἔτη ἐνέμειναν Ἕλληνες; Εὐκόλως ὁμιλοῦσι περὶ ἱστορικῶν σελίδων, περὶ ὁλοκαυτωμάτων, ἀλλ’ αὐτὰ εἶναι φράσεις, εἶναι πράξεις ὡραῖαι διὰ τὴν ἱστορίαν, ἀλλὰ διὰ τὰ πράγματα καὶ τὴν ἀντίληψιν τὴν σημερινὴν εἶναι ἐντελῶς ἀνωφελῆ.
§196Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἀρνεῖσθε τὴν ἱστορίαν, κύριε Συνάδελφε, τὴν πηγάζουσαν ἐκ τῶν τοιούτων γεγονότων;
§197Σ. ΣΙΜΟΣ. Δὲν ἀρνοῦμαι, Κύριε Συνάδελφε, τὴν ἱστορίαν, ἀλλὰ σᾶς ὑπενθυμίζω ὅτι, ἐὰν ἡ μεγάλη σελὶς τοῦ Σουλίου ἢ τῆς Πάργας ἐκλέϊσαν τὴν νεοελληνικὴν ἱστορίαν, πρακτικῶς εἰς οὐδὲν ὠφέλησαν τὴν ὄπισθεν αὐτῶν δούλην παραμείνασαν Ἤπειρον.
§198ΑΛ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Οὐδὲν ὠφέλησαν;
§199Σ. ΣΙΜΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ συμπληρώσω τὸ νόημά μου.
§200ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἆρά γε ἔχομεν ἀνάγκην νέων θυσιῶν σήμερον; Δὲν εἶναι ἀρκεταὶ αὐταὶ τὰς ὁποίας ὑπέστημεν;
§201Σ. ΣΙΜΟΣ. Ὅταν ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἐκίνησε πρὸς ἀπελευθέρωσιν τῆς Ἠπείρου, εὗρε τὸ Σοῦλι κενὸν Σουλιωτῶν...
§202Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἐπιτρέψατε νὰ σᾶς εἴπω τοῦτο μόνον, ὅτι προτιμῶσι νὰ ἀποθάνωσιν ἐλεύθεροι παρὰ νὰ ζήσωσι δοῦλοι.
§203Σ. ΣΙΜΟΣ. Ὡραῖαι λέξεις εἶναι αὐταί. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, κύριε Συνάδελφε, εἶναι γνώμη σας, τὴν ὁποίαν σέβομαι. Ἡ γνώμη μου εἶναι ἄλλη. Ὅτι οἱ πληθυσμοὶ ἐκεῖνοι, ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιληφθῶσιν ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, πρέπει νὰ καταβληθῇ πᾶσα προσπάθεια νὰ μὴ φύγωσιν ἀπὸ τὸν τόπον των.
§204ΑΛ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Ἂν ἀπολέσωσι τὸν ἐθνισμόν των;
§205Σ. ΣΙΜΟΣ. Δὲν θὰ τὸν ἀπολέσωσιν.
§206ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νὰ μὴ διακόπτωσι, κύριε Πρόεδρε. Ἡ πλειονοψηφία ἐσεβάσθη τὴν μειονοψηφίαν. Ἂς σεβασθῇ τώρα καὶ αὐτὴ τὴν πλειονοψηφίαν.
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι Βουλευταί.
§208Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νὰ τηρηθῇ γενικῶς αὐτὸς ὁ κανών;
§209Σ. ΣΙΜΟΣ. Κύριοι· παρὰ τὴν ἰδιότητα τοῦ Ἠπειρώτου προέχει ἡ ἰδιότης τοῦ Ἕλληνος, καὶ δὴ τοῦ Ἕλληνος ἀντιπροσώπου. Εἶμαι ἑπομένως ὑποχρεωμένος νὰ παρατηρήσω ὅτι τὸ Ἠπειρωτικὸν ζήτημα δὲν ἦτο οὔτε καὶ εἶναι τόσον ἁπλοῦν, ὅσον παρεστάθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑφ’ ὅλων τῶν προαγορευσάντων. Λυποῦμαι πολὺ ὅτι πολιτικοὶ ἄνδρες, διοικήσαντες τὴν Ἑλλάδα ἐπὶ μακρὰ ἔτη, παρακολουθήσαντες ἑπομένως ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὴν πολιτικὴν ἡμῶν ἱστορίαν, δὲν ἀπεδείχθησαν μελετήσαντες βαθέως τὸ Ἠπειρωτικὸν ζήτημα. Δὲν ἀγνοεῖ ἡ Βουλὴ ὅτι κατὰ τὸ 1880 ὑπὸ τοῦ συνεδρίου τοῦ Βερολίνου παρεχωρήθη ἡμῖν ἡ γνωστὴ γραμμή, ἡ φθάνουσα μέχρι τοῦ Θυάμιδος. Καὶ ἐρωτῶ· ποῖοι λόγοι συνετέλεσαν, ὥστε τὴν πρότασιν τοῦ Βαδιγκτῶνος μέχρι τοῦ Αὐλῶνος αἱ Δυνάμεις νὰ τὴν περιορίσωσιν μέχρι τοῦ Θυάμιδος; Ἀλλὰ καὶ ποῖοι λόγοι συνέτρεξαν, ὥστε ἡ Ἑλλὰς νὰ μὴ δυνηθῇ ἔκτοτε νὰ λάβῃ μηδὲ αὐτὴν τὴν λωρίδα τῆς Βερολινίου γραμμῆς; Λησμονοῦν οἱ ἐπὶ μακρὰ ἔτη κυβερνήσαντες τὴν Ἑλλάδα ὅτι οἱ ἐχθροί, οἱ ὁποῖοι ἐνεφανίσθησαν σήμερον εἰς τὴν Ἤπειρον, ὑπῆρχον ἔκτοτε, εἰργάζοντο ἔκτοτε καὶ διημφισβήτουν μέχρι Πρεβέζης τὴν Ἤπειρον; Καὶ ἐρωτῶ: εἶναι τάχα ὁ ὑπεύθυνος τῆς τοιαύτης καταστάσεως ὁ σημερινὸς Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος; Καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἐρωτήσω τοὺς προκατόχους αὐτοῦ· ποίαν τινὰ ἐργασίαν ἔκαμαν εἰς τὴν Ἤπειρον, ὥστε νὰ βελτιώσωσιν ὑπὲρ αὐτῆς καὶ τῆς Ἑλλάδος τὴν πολιτικὴν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι περὶ τῆς Ἠπείρου ἔκτοτε εἶχον λάβει δυσμενεῖς ἀποφάσεις! Δυστυχῶς, κύριοι Βουλευταί, οὔτε ἐργασία ἔγινεν, οὔτε κἂν ἀντίληψις περὶ τοῦ κινδύνου, τὸν ὁποῖον διέτρεχεν ἡ χώρα αὐτὴ ὑπῆρξε ποτέ. Ἐπιπολαίως πάντοτε ἐλέγετο: «Ἀλλ’ ἡ Βερολίνιος γραμμὴ μᾶς ἀνήκει». Καὶ εἰς τὰ 1885 ἐπεστρατεύθη ἡ Ἑλλάς, κατεστράφη οἰκονομικῶς καὶ τὴν Βερολίνιον γραμμὴν δὲν κατώρθωσε νὰ τὴν λάβῃ. Εἰς τὰ 1897 ἐπῆλθεν ὁ γνωστὸς ἀτυχὴς πόλεμος, ἐπροχωρήσαμεν μέχρι τῶν Πέντε Πηγαδίων καὶ ἐτελείωσεν ἡ ἀτυχὴς ἐκείνη ἀπόπειρα μὲ ἓν αἶσχος. Εἰς τὸ 1908, ἐπὶ τῆς Τουρκικῆς μεταπολιτεύσεως, τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος νομίσαν ὅτι ἔχει ἀσφαλῆ τὴν κτῆσιν τῆς Ἠπείρου, ἔστρεψεν ἀλλαχοῦ τὴν προσοχήν, πρὸς τὸ Κρητικὸν ζήτημα, χωρὶς κἂν τοῦτο νὰ λύσῃ ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, ἐνῷ ἠδύνατο τότε καὶ ὤφειλε νὰ ἐπωφεληθῇ τῆς εὐκαιρίας, ὅπως λάβῃ τὴν γραμμὴν τῆς Βερολινίου συνθήκης, ὡς ἄλλοι ἐν τῷ Αἵμῳ ἔλαβον ἄλλα ἀντισταθμίσματα. Καὶ ἐγκατελείφθη ἡ χώρα αὕτη ἀπὸ πάσης ἀπόψεως μὲ τὴν πεπλανημένην ἰδέαν, ὅτι ἡ Βερολίνιος γραμμὴ μᾶς ἀνήκει. Ἐπεχειρήσαμεν πόλεμον καὶ ὑποθέτω ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ ὅτι ἄνευ τῆς θυσίας τοῦ Μπιζανίου θὰ μᾶς διημφισβήτουν καὶ αὐτὰ τὰ Ἰωάννινα. Πρό τινων ἡμερῶν ἀνεγνώσθη ἐντεῦθεν ἡ Ῥωμουνικὴ Βίβλος καὶ κατεκόπτετο ὁ ἐξ Ἀρκαδίας Συνάδελφος, διότι ἡ Ῥωμουνία ἐζήτει νὰ ὑπαγάγῃ εἰς τὴν Ἀλβανίαν τὸ Μέτσοβον καὶ δὲν ἠξεύρω τί ἄλλο. Βεβαίως τοῦτο ἐζήτει ἡ Ῥωμουνία. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον εἰργάζοντο ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη ἡ προπαγάνδα ἡ Ῥωμουνική, ἡ Αὐστριακή, ἡ Ἰταλική, ἡμῶν δυστυχῶς κοιμωμένων (χειροκροτήματα). Καὶ ἔπρεπε νὰ παρακολουθήσῃ τις ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὸν ἀγῶνα, ὃν διεξήγαγεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἀγῶνα μέγαν, διὰ νὰ περισταλῇ ὅσον ἠδύνατο τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀνέμενεν ἀπὸ τοῦ σημείου ἐκείνου. Ἠπόρει εἷς συνάδελφος πρὸ ἡμερῶν ὅτι τῆς Ῥωμουνίας αἱ προτάσεις πρὸς τὴν Ἀγγλίαν περὶ παραχωρήσεως Ἠπειρωτικοῦ ἐδάφους πρὸς τὴν Ἀλβανίαν ἐγίνοντο εὐπρόσδεκτοι, ἐνῷ τῆς Ἑλλάδος αἱ ἀξιώσεις δὲν ἠξιοῦντο εὐμενοῦς ἀποδοχῆς. Πολὺ φυσικόν. Ἡ Ῥωμουνία δὲν ἐζήτει ὑπὲρ ἑαυτῆς, ἐζήτει νὰ βλάψῃ ἄλλον ἐπ’ ὠφελείᾳ τρίτου. Ἀλλὰ λησμονοῦσιν ὅτι ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ῥωμουνίας εἰς τὸ Λονδῖνον, ὅταν ταῦτα ἐζήτει, μετέβη μὲ τὸν σκοπὸν καὶ τὴν ἀπόφασιν νὰ συμπράξῃ μετὰ τῆς Βουλγαρίας—τὰ γεγονότα ταῦτα ἀπεκαλύφθησαν ἐνώπιον τῆς Ῥωμουνικῆς Βουλῆς—καὶ ὅτι τὸ κατόρθωμα τῆς Κυβερνήσεως ἦτο νὰ ἀναστείλῃ ἐκεῖ, εἰς τὸ Λονδῖνον, μίαν τοιαύτην σύμπραξιν, ἡ ὁποία θ’ ἀπέβαινεν ὀλεθρία καθ’ ἡμῶν, καὶ νὰ συντελέσῃ κατόπιν τὸ ἔργον ἐν Βουκουρεστίῳ καὶ νὰ ἀσφαλίσῃ, ὡς ἠσφάλισε, τὰς πρὸς ἀνατολὰς κτήσεις τῆς Ἑλλάδος. Δὲν εἶναι ἑπομένως ἄπορον, ὅτι καὶ ἡ Ῥωμουνία καὶ ἄλλοι διεξεδίκουν τὴν Ἤπειρον. Πρὸ τοιούτων κινδύνων καὶ τοιούτων δυσχερειῶν φαντάζεσθε ἆρά γε ὅτι ἦτο πολὺ εὔκολον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ζητήσῃ καὶ νὰ λάβῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ λάβῃ; Προλαλήσας συνάδελφος εἶπε περὶ τῆς Βορείου Ἠπείρου, ὅτι αὕτη θὰ εἶναι ἡ Ἀλσατία καὶ ἡ Λωραίνη διὰ τὴν Ἑλλάδα. Ἐγὼ θὰ προσθέσω καί τι πλέον· ὅτι ἡ Ἤπειρος ἐκτείνεται καὶ πέραν τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἔστη, διότι καὶ ἐκεῖθεν ἔχομεν καὶ ἄλλον πληθυσμὸν μέχρι τοῦ Ἀώου καὶ πέραν, ὅπου εἶναι τὰ πραγματικὰ ὅρια τῆς Ἠπείρου. Μήπως καὶ τὸ τμῆμα τοῦτο δὲν θὰ εἶναι ἡ Ἀλσατία καὶ ἡ Λωραίνη τοῦ μέλλοντος; Ἢ μήπως καὶ τὰ ἄλλα τμήματα τῆς ἀλυτρώτου εἰσέτι Ἑλλάδος δὲν θὰ ἀποτελέσωσι τὸ ἀντικείμενον τῆς μερίμνης τῆς μεγαλυνθείσης Ἑλλάδος εἰς τὸ μέλλον; Τὰ Κράτη τὰ σοβαρά, τὰ ὁποῖα ἀκολουθοῦσιν ἓν πρόγραμμα καὶ ἀποβλέπουσιν εἰς ἕνα σκοπόν, δὲν καταλαμβάνονται ὑπὸ λιποψυχίας οὐδὲ ὑπὸ ἐπιληψίας διὰ μίαν ἀτυχῆ περίπτωσιν, οἵα ἡ σημερινή, καὶ ἡ ὁποία δὲν πρέπει νὰ ἐπισκοτίσῃ τὴν προσοχὴν καὶ τὸν ὑγιᾶ νοῦν τῶν κυβερνώντων. Ἡ Ῥωμουνία, Κύριοι, κατὰ τὸν Ῥωσοτουρκικὸν πόλεμον ἐπολέμησε καὶ ἐνίκησε θυσιάσασα 30,000 στρατὸν εἰς τὴν Πλεῦναν, ὅπως καὶ ἡ Ῥωσσία ἔφθασε μέχρις Ἁγίου Στεφάνου. Ἀλλὰ ποῖον ὑπῆρξε τὸ ἔπαθλον ὅλων ἐκείνων τῶν θυσιῶν καὶ τοῦ νικηφόρου πολέμου τῆς Ῥωμουνίας; Ὅτι τῆς ἐπῆραν τὴν Βεσσαραβίαν καὶ τῆς τὴν ἀντήλλαξαν μὲ μίαν χέρσον γῆν, τὴν Δοβρουτσᾶν, τὴν ὁποίαν ἐπὶ ἔτη εἶχεν ὡς βάρος. Ἀλλὰ κατεῖδεν ἡ Ῥωμουνία ὅτι ἔπρεπε νὰ παρασκευασθῇ εἰς τὸ μέλλον καὶ ἰδοὺ ὅτι εὗρε τὴν κατάλληλον ὥραν τῆς revenche καὶ ἀπεζημιώθη, καθ’ ὃν τρόπον ἀπεζημιώθη ἐκ τῆς συνθήκης τοῦ Βουκουρεστίου. Δὲν προεξοφλοῦσι λοιπὸν τὰ ἔθνη τὸ μέλλον μὲ μίαν περίπτωσιν λυπηράν, ἐπαναλαμβάνω, ὡς τὴν σημερινήν. Κύριοι! ἐπαναλαμβάνω ὅτι συναισθάνομαι ὡς Ἠπειρώτης ὑπὲρ πάντα ἄλλον βαθύτερον τὸν πόνον τοῦ μέρους, τὸ ὁποῖον ἀδίκως μᾶς ἀποκόπτεται, δὲν διστάζω δὲ νὰ διακηρύξω ὅτι ἡ ἵδρυσις Ἀλβανικοῦ Κράτους ἀποτελεῖ σφάλμα τῆς Εὐρώπης. Σφάλμα τοῦτο, σφάλμα μέγα ἐπίσης καὶ ἡ περικοπὴ Ἑλληνικῶν πληθυσμῶν καὶ ἡ ὑπαγωγὴ αὐτῶν εἰς κράτος, μὲ τὸ ὁποῖον ἐπιθυμητὸν ἄλλως θὰ ἦτο νὰ ἔλθωμεν εἰς σχέσεις ἀγαθὰς καὶ νὰ συμπράξωμεν μετ’ αὐτοῦ μίαν ἡμέραν καὶ νὰ μὴ τὸ ἀφήσωμεν νὰ συμπράξῃ μετὰ τῶν ἐχθρῶν μας. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀπελπίζονται ἐκ τῆς τύχης τοῦ μέρους, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀφαιρεῖται σήμερον βιαίως. Ἐχρησίμευσε σήμερον τὸ τμῆμα τοῦτο τῆς Ἠπείρου, ὡς ἡ Ἰφιγένεια ἡ θυσιασθεῖσα εἰς τὸν βωμὸν τῆς πατρίδος ἵνα ζήσῃ ἡ Ἑλλάς. Θὰ ζήσῃ ἡ Ἑλλάς, θὰ ζήσῃ ὅμως καὶ ἡ Ἤπειρος. Οἱ ἔχοντες τὴν ὑπομονὴν καὶ τὴν ἐμμονὴν δύνανται νὰ εἶναι ἀσφαλεῖς περὶ τῆς νίκης αὐτῶν. Ἄν, Κύριοι, κατὰ τὸ παρελθόν, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς ἔχει λησμονήσει, εἴχομεν ἀποβάλει πᾶσαν ἐλπίδα περὶ αἰσιωτέρου ἐθνικοῦ μέλλοντος, τάχα θὰ τὴν ἀποβάλωμεν νῦν, ὁπότε, σὺν Θεῷ, τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν ἐκτείνεται ἀπὸ τοῦ Ἰονίου πελάγους μέχρι Ῥοδόπης; Καὶ ἐν τῇ συναισθήσει ταύτῃ, Κύριοι βουλευταί, ἐν τῇ συναισθήσει τῆς ἀδικίας, ἡ ὁποία μᾶς γίνεται καὶ κατὰ τῆς ὁποίας πᾶσα διαμαρτυρία εἶναι εὔλογος, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ συναισθήσει τῆς ἰσχύος ἡμῶν ἐν τῷ μέλλοντι ὡς Κράτους μεγάλου καὶ σεβαστοῦ, χειροκροτοῦμεν οἱ Βουλευταὶ τῆς πλειονοψηφίας τὴν Κυβέρνησιν, ὑπερήφανοι, διότι διὰ τοῦ ἔργου αὑτῆς ηὐτύχησε νὰ διπλασιάσῃ τὴν Ἑλλάδα. Δὲν πρέπει ὅμως οἱ κακίζοντες τὴν πλειονοψηφίαν διὰ τὰ εὔκολα χειροκροτήματα, ὡς εἶπε προχθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτής, νὰ λησμονῶσιν ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῶν ἐχειροκρότει ἡ πλειονοψηφία, ὅταν ἤκουσεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὸ «δυστυχῶς ἐπτωχεύσαμεν»! (χειροκροτήματα).
§210Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὑπεβλήθη, Κύριοι, εἰς τὴν Βουλὴν ἐπερώτησις παρακαλοῦσα τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἀνακοινώσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, οἵτινες ὑπηγόρευσαν τὸν ἀποκλεισμὸν τῶν Ἁγίων Σαράντα καὶ καταθέσῃ τὴν περὶ τούτου ἀναγγελίαν καὶ τὰς διαταγὰς ἃς ἔδωκεν εἰς τὰς δικαστικὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς ἀρχάς. Καὶ κατέθηκεν ἡ Κυβέρνησις ἔγγραφα τινὰ καὶ ἐπὶ τῶν ἐγγράφων τούτων διεξήχθη σοβαρωτάτη συζήτησις, ἐνόμιζον δὲ ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε καθῆκον ἵνα ἀπαντήσῃ εἰς τὰ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου λεχθέντα, διότι ἡ σιωπὴ τῆς Κυβερνήσεως δὲν δύναται νὰ ἑρμηνευθῇ ἢ κατὰ δύο τρόπους. Δύναταί τις νὰ ὑποθέσῃ ὅτι ἀπηξίωσεν ἀπαντήσεως τοὺς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀγορεύσαντας, ἀλλ’ ὑποθέτω λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὴν σοβαρότητα τῶν ἐπιχειρημάτων τῶν παρ’ αὐτῶν ἀναπτυχθέντων καὶ τὸ κῦρος τῶν ἀγορευσάντων ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη πρέπει ἀπολύτως νὰ ἀποκλεισθῇ. Μένει ἡ δευτέρα ὑπόθεσις ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε τίποτε νὰ ἀντιτάξῃ εἰς τὰ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀναπτυχθέντα. Ἀλλ’ ἂν ἡ Κυβέρνησις διὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον λόγον ἐθεώρησεν ὅτι δὲν ἦτο ἐπιβεβλημένον αὐτῇ νὰ λάβῃ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ σπουδαιοτάτου ὑπὸ συζήτησιν θέματος, φρονῶ ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ὑποβάλω ὀλίγας τινὰς παρατηρήσεις εἰς τὰς σκέψεις ὑμῶν, κύριοι Βουλευταί, διότι θεωρῶ ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ἄξιον πάσης προσοχῆς. Προέβη, Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸν ἀποκλεισμὸν τῶν Ἁγίων Σαράντα, ἀποκλεισμὸν ἐκτεινόμενον εἰς ἀπόστασιν τριῶν μιλλίων. Κατ’ ἐμὲ τὸ πρῶτον ζήτημα τὸ ὁποῖον δέον νὰ ἐξετασθῇ εἶναι· ποῦ ἐβασίσθη ἡ Κυβέρνησις διατάξασα τὸν ἀποκλεισμὸν τοῦτον; Πρόκειται, Κύριοι, περὶ ἐδάφους ἀνήκοντος, εἰς ποῖον παρακαλῶ; διότι τοῦτο τὸ ζήτημα εἶναι τὸ πρῶτον τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὲ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ. Ὁ προσδιορισμὸς τῶν συνόρων Ἠπείρου καὶ Ἀλβανίας ἀνετέθη εἰς τὴν ἀπόφασιν τῶν Δυνάμεων, αἱ Δυνάμεις ἀνεκοίνωσαν εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν ἀπόφασιν αὐτῶν· καὶ ἐρωτῶ· χωρὶς νὰ ἐπιμείνω εἰς θεωρίαν ἡ ὁποία κατ’ ἐμὲ δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ θεωρῇ τὸ Κράτος κυρίαρχον τῶν μερῶν ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐκτείνεται ἡ στρατιωτικὴ αὐτῆς κατοχή, δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ ὅτι ἡ Ἑλλὰς κατέχουσα διὰ τοῦ στρατοῦ αὐτῆς τὰς Ἠπειρωτικὰς χώρας τὰς ἐπιδικασθείσας εἰς αὐτὴν ὑπὸ τῶν Δυνάμεων ἀπέκτησε δικαίωμα ἀπολύτου κυριότητος ἐπ’ αὐτῶν. Εὐθὺς δὲ ὡς ἀνεκοινώθη αὐτῇ ἡ ἀπόφασις τῶν Δυνάμεων, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι τὸ Κράτος αὐτῆς ἐπεξετείνετο μέχρι τοῦ σημείου τοῦ ὑπὸ τῶν Δυνάμεων ὁρισθέντος. Καὶ ἐρωτῶ· ἡ ἀπόφασις τῶν Δυνάμεων ἀπέκλειεν ἢ ὄχι τοὺς Ἁγίους Σαράντα; Ἐὰν ἀπέκλειε τοὺς Ἁγίους Σαράντα εἰς ποῖον ἀνήκει ἡ χώρα αὕτη δυνάμει τῆς ἀποφάσεως τῶν Δυνάμεων; Προφανῶς εἰς τὴν Ἀλβανίαν, ἀμφισβητεῖται δὲ εἰς αὐτὴν ἡ κατοχὴ καὶ κυριότης τῶν Ἁγίων Σαράντα ὑπὸ τῆς ἐπαναστάσεως. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, εἴτε θεωρεῖτε τὰ μέρη ταῦτα ἀνήκοντα εἰς τὴν ἐπανάστασιν εἴτε θεωρεῖτε ταῦτα ἀνήκοντα εἰς τὴν Ἀλβανίαν, ἐρωτῶ· δυνάμει τίνος δικαιώματος ἐκηρύξατε τὸν ἀποκλεισμὸν τῶν μερῶν τούτων; Ποῦ ἐβασίσθητε, καὶ ποῖος εἶναι ὁ νομικὸς λόγος ὁ δικαιολογῶν τὸν ἀποκλεισμόν; Κηρύττετε τὸν ἀποκλεισμὸν ὡς σύμμαχοι τῆς Ἀλβανίας; Κηρύττετε τὸν ἀποκλεισμὸν ὡς σύμμαχοι τῶν Δυνάμεων τῶν ἐνδιαφερομένων πρὸς ἵδρυσιν τῆς Ἀλβανίας; Λάβετε τὸ θάρρος νὰ τὸ εἴπητε, διότι ἐν ὅσῳ τοῦτο δὲν λέγετε οὐδὲν δικαίωμα ἔχετε νὰ προβῆτε εἰς τὸν ἀποκλεισμὸν παραλίων μὴ ἀνηκόντων εἰς ἡμᾶς, ἐκτὸς ἐὰν θεωρῆτε τὰ ἐδάφη ταῦτα ἐχθρικά. Ἀλλὰ τότε ὁ ἀποκλεισμὸς ἐναντίον τίνων ἐγένετο; Ἐναντίον τῶν ἐπαναστατῶν; Θεωρεῖτε τὸν ἀποκλεισμὸν ὡς προωρισμένον νὰ ὑπερασπίσῃ τὰ ἐδάφη ταῦτα; Ἀλλὰ ταῦτα δὲν ἀνήκουσιν εἰς ὑμᾶς, ἀνήκουσι δυνάμει τῆς ἀποφάσεως τῶν Δυνάμεων εἰς τὴν Ἀλβανίαν. Ἆρα ὡς σύμμαχοι τῆς Ἀλβανίας παρουσιάζεσθε σήμερον; Ἐκ τοῦ νομικοῦ τούτου διλήμματος δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξέλθητε, ὁσηνδήποτε εὐρυΐαν καὶ ἂν ἔχητε. Ἡ ἀπάντησις ὑμῶν δὲν θὰ εἶναι εὔκολον νὰ σᾶς ἐξαγάγῃ ἐκ τοῦ διλήμματος τὸ ὁποῖον ἔθηκα εἰς ὑμᾶς. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ ἀποκλεισμὸς ἐγένετο παρὰ Δυνάμεως, ἡ ὁποία παρουσιάζεται σήμερον σύμμαχος τῆς Ἀλβανίας, ἐναντίον τίνος ἐγένετο, παρακαλῶ; Ἐναντίον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐπανεστάτησαν ἐπ’ ἐλπίδι ὅπως διὰ τῆς ἐπαναστάσεως αὑτῶν ἐξασφαλίσωσι τοὺς ὅρους ἐκείνους τῆς ὑπάρξεως καὶ ἀσφαλείας ἄνευ τῶν ὁποίων ἡ ζωὴ αὐτῶν καθίσταται ἀδύνατος. Ὁ ἀποκλεισμὸς ὑμῶν στρέφεται ἐναντίον αὐτῶν, διότι ἀποτέλεσμα τοῦ ἀποκλεισμοῦ τούτου ἀναγκαῖον εἶναι νὰ στερηθῶσιν αἱ χῶραι αἱ ἐν ἐπαναστάσει διατελοῦσαι τοῦ ἐπισιτισμοῦ ὁ ὁποῖος δύναται νὰ γίνῃ μόνον διὰ τῶν Ἁγίων Σαράντα, διότι ἄλλο μέσον μεταφορᾶς εἴτε τροφίμων εἴτε ἐφοδίων δὲν ὑπάρχει, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον δὲν δύναταί τις νὰ φαντασθῇ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ ὁποία διέταξε τὸν ἀποκλεισμὸν τῶν Ἁγίων Σαράντα θέλει ἐπιτρέψει ἐπισιτισμὸν δι’ Ἰωαννίνων. Καὶ λέγει μὲν ἡ Κυβέρνησις—ἐννοοῦσα τὸ δύσκολον, τὸ νομικῶς σόλοικον τῆς ἀποφάσεως αὑτῆς—«ἀστυνομικὸν μέτρον ἔλαβον». Ἀλλὰ, παρακαλῶ, ἀστυνομικὸν μέτρον δύναταί τις νὰ λάβῃ πότε; Καὶ ποῦ; Ἐπὶ τοῦ Κράτους τοῦ ἀνήκοντος εἰς ἡμᾶς, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶ ὅτι δύνασθε νὰ λάβητε ἀστυνομικὸν μέτρον ἀπέναντι χώρας μὴ ἀνηκούσης εἰς ἡμᾶς, ἀλλ’ ἀνηκούσης εἰς τὴν Ἀλβανίαν δυνάμει τῆς ἀποφάσεως τῶν Δυνάμεων, ἀνηκούσης εἰς τὴν ἐπανάστασιν δυνάμει τῶν δικαιωμάτων τῶν ἐκ τῆς ἐπαναστάσεως προερχομένων. Καὶ τοῦτο, Κύριοι, θέτω ὡς πρῶτον νομικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὲ ἔχει μεγίστην σπουδαιότητα, διότι ἐκ τῆς καταλύσεως αὐτοῦ προκύπτει, ὡς ἕλκον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι τὸ μέτρον τοῦ ἀποκλεισμοῦ εἰς ἓν καὶ μόνον ἔτεινεν, εἰς τὸ νὰ καταστήσῃ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἐπαναστάσεως δυσκολωτάτην, ἂν ὄχι ἀδύνατον, εἰς τὸν σκοπὸν τοῦτον, ὡς ἄλλως τε δὲν ἠρνήθη ὁ κ. Πρωθυπουργός, διότι συζητῶν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἡμέραν τινά, ἐδήλωσεν ὅτι πρέπει νὰ ληφθῶσι πάντα τὰ μέτρα ὅπως παύσῃ ἡ ἐπαναστατικὴ κατάστασις ἵνα ἀποτραπῇ ἡ πλήρης καταστροφὴ τῶν κατοίκων τῶν μερῶν ἐκείνων. Καὶ ταῦτα, Κύριοι, ὡς πρὸς τὸν ἀποκλεισμόν. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὴν ἐξέτασιν ἑτέρου ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐπίσης κατὰ τὴν κρίσιν μου πρέπει νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Ἀνετέθη εἰς τὰς Δυνάμεις ὁ προσδιορισμὸς τῶν ὁρίων μεταξὺ Ἠπείρου καὶ Ἀλβανίας καὶ αἱ Δυνάμεις ἐξέδωκαν τὴν ἀπόφασιν αὑτῶν, καὶ τὴν ἀπόφασιν ταύτην ἀνεκοίνωσαν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ἐρωτῶ· ἀπὸ τῆς ἀνακοινώσεως ταύτης παραδέχεσθε ἢ οὐ ὅτι ὅλα τὰ ἐπιδικασθέντα εἰς τὴν Ἑλλάδα μέρη ἀνήκουσιν ἀποκλειστικῶς εἰς αὐτήν; Τοῦτο ὑποθέτω ὅτι δὲν δύναται παρ’ οὐδενὸς ν’ ἀμφισβητηθῇ. Ἀλλ’ ἐὰν τὰ μέρη ταῦτα ἀνήκουσιν ἅμα τῇ κοινοποιήσει τῆς ἀποφάσεως τῶν Δυνάμεων εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπικράτειαν, ἐρωτῶ· ἐφηρμόσθη ἀμέσως καὶ αὐτομάτως, οὕτως εἰπεῖν, ἐπὶ τῶν μερῶν τούτων τὸ ἑλληνικὸν Σύνταγμα ἢ οὔ; Καὶ ἂν ἐφηρμόσθη, γεννᾶται τὸ ἐρώτημα· ποῦ βασιζόμενος, κ. Πρωθυπουργέ, ἐνομίσατε ὅτι εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ προτείνητε ἀνταλλαγὴν χωρῶν, χωρὶς νὰ ἐννοήσητε ὅτι τὸ μέτρον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἰς ἡμᾶς ἐπέβαλλε τὸ Σύνταγμα ὡς πρὸς τὴν νησῖδα Σάσωνα, ἐπεβάλλετο εἰς ὑμᾶς ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καὶ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς ἐπιδικασθείσας εἰς ἡμᾶς χώρας; Δὲν ἦτο δυνατόν, ὅταν ἐν τῇ ἀπαντήσει πρὸς τὰς Δυνάμεις ἐλέγετε, ὅσον ἀφορᾷ τὴν νησῖδα: «Οὐδὲν ἕτερον δύναμαι νὰ πράξω ἢ νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν ἐδάφους ἀνήκοντος εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπικράτειαν, δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ τὴν αὐτὴν ἀπάντησιν νὰ δώσητε καὶ προκειμένου περὶ ἀνταλλαγῆς χωρῶν καὶ τροποποιήσεως τῶν ὁρίων τῶν ὑπὸ τῶν Δυνάμεων ὁρισθέντων; Δυστυχῶς, ἀνεξαρτήτως τοῦ Συντάγματος, ἐν παραγνωρίσει προφανεῖ τοῦ Συντάγματος, προβαίνετε ὑμεῖς καὶ προτείνετε εἰς ποίους; Προτείνετε εἰς τὴν Ἰταλίαν καὶ τὴν Αὐστρίαν τροπολογίαν τῶν συνόρων· καὶ ὁποίαν τροπολογίαν προτείνετε; Ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἐζήτουν πρὸ πολλοῦ οἱ Ἰταλοί, καὶ φρονῶ ὅτι γινώσκετε τοῦτο.
§211ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι.
§212Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὑποθέτω ναί, κ. Πρωθυπουργέ. Ἐὰν ἐξετάσητε καὶ μελετήσητε ὅλα τὰ ἔγγραφα τὰ διαμειφθέντα, ἡ μελέτη αὐτῶν θέλει ὑποβοηθήσει τὴν μνήμην ὑμῶν καὶ δὲν θὰ δυνηθῆτε ν’ ἀρνηθῆτε ὅτι τὸ Ἰταλικὸν Ἐπιτελεῖον ἐνόμιζεν ὅτι τὰ συμφέροντα τῆς Ἰταλίας ἐπέβαλλον ὅπως τὰ σύνορα τῆς Ἀλβανίας φθάσωσιν εἰς Παγανιὰν καί, εἰ δυνατόν, πέραν αὐτῆς.
§213ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος τοὐλάχιστον ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν παροῦσαν περίστασιν. Δὲν ἠξεύρω, ἂν διὰ τὴν παλαιοτέραν ἐποχὴν ἀπατῶμαι. Εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν βεβαίως δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη.
§214Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν μὲ ἐμποδίζει εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τοῦ συλλογισμοῦ μου. Λέγω ὅτι, ἐὰν ἡ Ἰταλία εἶχε συμφέρον ὅπως μεταβληθῶσι τὰ ὅρια, ὅσον ἀφορᾷ τὴν παραλίαν, ἡ μεταβολὴ ἡ ὁποία παρὰ τῆς Ἑλλάδος ἐζητήθη θέλει ἀποβῆ, ἐάν ποτε πραγματοποιηθῇ, πρὸς βλάβην τῆς Ἑλλάδος. Λέγω ὅτι ἡ μεταβολή, ἡ ὁποία ἐζητήθη, εἶναι ἐπιβλαβὴς εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος· διότι παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ μὴ λησμονήσητε ὅτι διὰ τῆς ὑπὸ τῶν Δυνάμεων ὁρισθείσης ὁροθεσίας ἀποκλείεται ἡ πρὸς βορρᾶν ἔξοδος τῆς Κερκύρας, διὰ δὲ τῆς προταθείσης παρ’ ὑμῶν γραμμῆς ἀποκλείεται καὶ ἡ πρὸς νότον ἔξοδος, διότι ἡ παραλία τῆς Ἀλβανίας θὰ ἐπεκταθῇ μέχρι σημείου περικλείοντος ὅλον τὸν λιμένα Κερκύρας· ἄρα θὰ εἶναι ἀδύνατος ἡ πρὸς Νότον ἔξοδος. Ἰδοὺ τὰ ἀποτελέσματα τῆς τροποποιήσεως τὴν ὁποίαν προτείνετε. Καὶ ἀπέναντι αὐτῶν τί θὰ ἀποκτήσητε; Ὀλίγα χωρία Ἑλληνικὰ κατοικούμενα, τὸ παραδέχομαι, κατὰ τὰς διαβεβαιώσεις ὑμῶν ὑπὸ 6.000 κατοίκων. Ἀλλ’ ὅταν ἐρωτῶ· δὲν θὰ ἦτο προτιμότερον αἱ 6.000 κάτοικοι νὰ ἀκολουθήσωσι τὴν τύχην ἑτέρων 150.000 καὶ νὰ διατηρήσητε τὴν παραλίαν, ὅπως σώσητε τὴν Κέρκυραν ἀφ’ ἑνός, ἀποκτήσητε δὲ τὴν ἐλευθερίαν τῶν κινήσεων ἡμῶν, ἐλευθερίαν τὴν ὁποίαν ἐχάσατε πρὸς Βορρᾶν καὶ τὴν ὁποίαν ἀσυνέτως, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ ἡ λέξις, θέλετε ν’ ἀπολέσητε καὶ πρὸς Νότον; Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἐπιβάλλεται ἀπάντησις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, διότι, ὡς δὲν δύναται αὕτη νὰ ἀμφισβητήσῃ τὸ νομικὸν μέρος τῶν ἐπιχειρημάτων μου, οὕτω νομίζω ὅτι εἶναι ἀδύνατον ἀπολύτως ν’ ἀμφισβητήσῃ καὶ τὰ λεγόμενα παρ’ ἐμοῦ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς χρησιμότητος τῆς ἀπέναντι τῆς Κερκύρας παραλίας. Διὰ τοὺς λόγους τούτους, Κύριοι, φρονῶ ὅτι, ἐνόσῳ ὑπάρχει εἰσέτι καιρός, καλὸν θὰ ἦτο ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἠρέμως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου σκεπτομένη ἀποσύρῃ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε καὶ τοῦτο πρὶν ἢ ἡ πρότασις γίνῃ ὑπὸ τῶν Δυνάμεων ἀποδεκτή. Καὶ δὲν ἐγένετο, Κύριοι, μέχρι σήμερον ἀποδεκτὴ ὑπὸ τῶν Δυνάμεων ἡ πρότασις μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν διακοπῇ τινι, ἀγορεύοντος τοῦ κ. ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας Βουλευτοῦ, διότι δὲν λησμονεῖτε ὅτι, ἐνῷ ἡ πρότασις ἐγένετο πρὶν ἢ ληφθῇ ἡ ἀνακοίνωσις τῶν Δυνάμεων, ἐν τῇ ἀνακοινώσει ταύτῃ ἐπιμένουσιν αὗται εἰς τὴν γραμμὴν τὴν ὁρισθεῖσαν ἐν Φλωρεντίᾳ. Τί τοῦτο ἀποδεικνύει; Ὅτι δὲν ὑπῆρχε συμφωνία μεταξὺ τῶν Δυνάμεων πρὸς ἀποδοχὴν τῆς ἀνταλλαγῆς τῆς γενομένης δεκτῆς κατ’ ἀρχὴν παρὰ τῆς Ἰταλίας καὶ Αὐστρίας, ὡς ἐξάγεται ἐκ τοῦ σημειώματος τοῦ σήμερον κατατεθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐκ τοῦ σημειώματος τούτου προκύπτει ὅτι ἡ ἀνταλλαγὴ δὲν ἐγένετο ὁριστικῶς ἀποδεκτή, διότι ἐν αὐτῷ λέγεται ὅτι μετὰ τὴν ἐκκένωσιν τοῦ στρατοῦ τῶν ἐπιδικασθεισῶν τῇ Ἀλβανίᾳ χωρῶν θέλει γίνει σκέψις περὶ τῆς μεταβολῆς τῶν συνόρων τῶν χαραχθέντων ἐν Φλωρεντίᾳ. Ἐκ τούτων ὅλων ἐξάγεται ὅτι τὸ λεχθὲν κατὰ τὴν προηγουμένην καὶ κατὰ τὴν σημερινὴν συζήτησιν, ὅτι ἡ αἴτησις ἀπηυθύνετο πρὸς τὰς ἓξ Μ. Δυνάμεις, δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν δύναμαι ν’ ἀμφισβητήσω τὰ λεγόμενα ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ ἰδιότητί του ὡς Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, πρέπει νὰ ὑποθέσω ὅτι αἱ Δυνάμεις δὲν παρεδέχθησαν τὴν προτεινομένην τροπολογίαν, διότι βλέπω ὅτι ἐν τῇ διακοινώσει τῶν Δυνάμεων ὁρίζεται ἡ γραμμὴ Φλωρεντίας χωρὶς νὰ γίνεται λόγος περὶ τῆς γραμμῆς τῆς παρὰ τῆς Ἑλλάδος προταθείσης. Ἑπομένως φρονῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις καλὸν θὰ πράξῃ, ὅπως ἀποσύρῃ τὴν γενομένην παρ’ αὐτῆς πρότασιν, πρότασιν, ἡ ὁποία χειροτερεύει τὴν θέσιν τῆς Ἠπείρου ὑπὸ ἔποψιν στρατιωτικήν, ἡ ὁποία εἶναι ἐπιβλαβὴς διὰ τὰ συμφέροντα τῆς Κερκύρας, ἐπιβλαβὴς καὶ διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ Κέρκυρα ἡ ὁποία ἀπεκλείσθη πρὸς Βορρᾶν δὲν πρέπει ν’ ἀποκλεισθῇ καὶ πρὸς Νότον. Ταῦτα εἶχον νὰ παρατηρήσω, Κύριοι, ὡς πρὸς τὰ δύο ζητήματα, τὰ ὁποῖα θεωρῶ ὡς τὰ σπουδαιότερα καὶ τὰ ὁποῖα κατ’ ἐμὴν κρίσιν πρέπει νὰ ἀπασχολήσωσι τὴν Βουλήν, διότι τὸ μὲν ἓν θίγει καιρίως τοὺς Ἠπειρωτικοὺς πληθυσμούς, τοὺς ὁποίους δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ ὑποστηρίξῃ ἐν τῇ διεκδικήσει τῶν ὅρων ἐκείνων τοὺς ὁποίους οἱ πληθυσμοὶ θεωροῦσιν ὡς ἀπολύτως ἀναγκαίους διὰ τὴν ὕπαρξιν αὑτῶν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι οὐδέποτε ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔχει δικαίωμα νὰ λάβῃ κατὰ τοῦ πληθυσμοῦ τούτου μέτρα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀπολήξωσιν εἰς τὴν καταστροφὴν αὐτῶν, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι διὰ τοῦ μέτρου τοῦ ἀποκλεισμοῦ, ἐὰν τοῦτο ἐφαρμοσθῇ, ὁ ἐπισιτισμὸς τῶν μερῶν ἐκείνων ἀποκλείεται ἀπολύτως. Καὶ ἕτερόν τι ζήτημα, Κύριοι, νομίζω ὅτι πρέπει παρ’ ἡμῶν νὰ ἐξετασθῇ. Καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐκ τῶν ὑποχρεώσεων τὰς ὁποίας ἀνέλαβεν ἢ τοὐλάχιστον ἐκ τῶν ὑποχρεώσεων αἵτινες αὐτῇ ἐπεβλήθησαν, ἐάν, λέγω, ἡ Κυβέρνησις εἶχε καθῆκον νὰ προβῇ καθ’ ὃν τρόπον προέβη εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἐπεβληθεισῶν ὑποχρεώσεων ὑπὸ τῆς ἀποφάσεως τῶν Δυνάμεων. Τί λέγει, Κύριοι, ἡ ἀπόφασις τῶν Δυνάμεων; Τί ἐπιβάλλει ἡ ἀπόφασις αὕτη εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν; Ἐπιβάλλει ἵνα ἀποσύρῃ τὰ στρατεύματά της ἀπὸ τὰ παρ’ αὐτῆς κατεχόμενα μέρη, τὰ ὁποῖα εἰς τὸ μέλλον θ’ ἀνήκωσιν εἰς τὴν Ἀλβανίαν. Ὑπάρχει που ἐν τῇ ἀποφάσει τῶν Δυνάμεων τῇ ἀνακοινωθείσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὑπάρχει, λέγω, που ὑποχρέωσις ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος, ἵνα παραδώσῃ τὰ μέρη ταῦτα εἰς τὴν Ἀλβανικὴν χωροφυλακήν; Ἡ ὑποχρέωσις αὕτη δὲν ἐπεβλήθη ὑπὸ τῶν Δυνάμεων, ἀλλ’ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἄνευ ὑποχρεώσεως ἐπιβληθείσης αὐτῇ ἀπεφάσισε νὰ παραδώσῃ ὁ στρατὸς τὰς κενουμένας χώρας εἰς τὴν Ἀλβανικὴν χωροφυλακήν. Διὰ τοῦ μέτρου τούτου καθιστᾷ ἀδύνατον τὴν ἐπανάστασιν. Ἀλλὰ τίθεται τὸ ἐρώτημα· καθ’ ἣν στιγμήν, ὅπως ὑπακούσῃ εἰς τὰ κελεύσματα τῶν Μ. Δυνάμεων προκληθέντα ἐκ τῆς ἐπιθυμίας νὰ ἱκανοποιήσωσι τὰ συμφέροντα αὐτῶν εὑρέθη, ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ ἐγκαταλείψῃ χώρας τὰς ὁποίας ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς κατέλαβεν, αἱ ὁποῖαι ἤλπισαν ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν εἰς τὸ μέλλον νὰ ἔχωσιν ἐλευθερίαν, ἐξασφάλισιν ζωῆς, τιμῆς καὶ περιουσίας εἰς τὰς ἀγκάλας τῆς μητρὸς Ἑλλάδος, καθ’ ἣν στιγμήν, λέγω, ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐγκαταλείψῃ τὰς χώρας ταύτας, ἐρωτῶ· ἦτο ἀνάγκη οὐ μόνον νὰ ἐγκαταλείψῃ ταύτας, ἀλλὰ ν’ ἀναλάβῃ τὸ καθῆκον νὰ παραδώσῃ ταύτας εἰς τὴν χωροφυλακὴν τὴν Ἀλβανικὴν τὴν ὑπὸ Ὀλλανδῶν διοικουμένην; Δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ βασισθῇ ἐπὶ τῆς ἀνάγκης εἰς ἣν εὑρίσκεται, ὅπως ὑποχωρήσῃ εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῶν Μ. Δυνάμεων, διότι τοιαύτην ἀπαίτησιν, ἐπαναλαμβάνω, δὲν διετύπωσαν αἱ Μ. Δυνάμεις εἰς τὴν ἀπόφασιν τὴν ὁποίαν ἀνεκοίνωσαν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Ἀδικαιολόγητος λοιπὸν εἶναι ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἡ στάσις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τοὐλάχιστον διὰ τῶν θυσιῶν τούτων, τῶν ἐν μέρει ἐπιβληθεισῶν καὶ τῶν ἐν μέρει ἀναληφθεισῶν αὐτοβούλως ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀνάγκης, διὰ τῶν θυσιῶν τούτων δύναταί τις νὰ ἐλπίσῃ ὅτι ἡ λύσις τοῦ νησιωτικοῦ ζητήματος, ἡ θεωρηθεῖσα ὑπὸ τῶν Μ. Δυνάμεων ὡς κατ’ ἀνάγκην ἐν σχέσει διατελοῦσα πρὸς τὴν λύσιν τοῦ Ἠπειρωτικοῦ ζητήματος, ὅτι ἡ λύσις τοῦ νησιωτικοῦ ζητήματος ἐξασφαλίζετο; Θὰ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις; «Θυσιάζω τοὺς Ἠπειρωτικοὺς πληθυσμούς, προβαίνω εἰς τὴν θυσίαν ταύτην καὶ πέρα τῶν ἀπαιτήσεων τῶν Μ. Δυνάμεων, παραδίδω τὴν παραχωρηθεῖσαν εἰς τὴν Ἀλβανίαν χώραν ὑπὸ τῶν Μ. Δυνάμεων, τὴν παραδίδω ἐγὼ εἰς τὴν Ἀλβανικὴν χωροφυλακήν, ἀλλὰ πράττω τοῦτο, διότι διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἐξασφαλίζω τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τῶν νήσων. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐξασφάλισις αὕτη δυστυχῶς δὲν ὑπάρχει. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, Κύριοι, καὶ πάλιν νὰ ἐπαναλάβω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κατ’ ἄλλην συνεδρίαν εἶπον, ὅτι μέριμνα τῆς Ἑλλ. Κυβερνήσεως πρέπει νὰ εἶναι ἡ ἐξασφάλισις τῆς ὑπεροπλίας τῆς Ἑλλάδος, διότι πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι ἡ λύσις ἡ τόσον δυσάρεστος διὰ τὰ Ἠπειρωτικὰ συμφέροντα, ἡ λύσις, ἡ ὁποία παραδίδει μέγα μέρος τῆς ἀτυχοῦς Ἠπείρου εἰς χεῖρας τοῦ νέου κράτους, τοῦ ὁποίου δὲν γνωρίζει ποῖον θὰ εἶναι τὸ μέλλον, ἀλλὰ τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθιμα τῶν κατοίκων τοῦ ὁποίου πολλὰς γεννῶσιν ἀμφιβολίας περὶ τῆς δυνατῆς συμβιώσεως μετ’ αὐτῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ στοιχείου, δὲν ἐξασφαλίζει τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τῶν νήσων καὶ ὅτι ἡ Ἑλλὰς μένει ἐκτεθειμένη εἰς τοὺς κινδύνους, οἱ ὁποῖοι δυστυχῶς θὰ ἐπέλθωσιν, ἐὰν ἡ ὑπεροπλία τῆς Ἑλλάδος δὲν ἐξασφαλισθῇ. Ἡ Κυβέρνησις καθῆκον ἔχει ν’ ἀποτρέψῃ τοὺς κινδύνους τούτους, διότι ἄλλως θὰ μεταμεληθῶμεν πικρῶς διὰ τὴν εὐκολίαν μετὰ τῆς ὁποίας οὐ μόνον ἀπεδέχθημεν τὴν ἀπόφασιν τῶν Δυνάμεων ἀλλ’ ἐχειροτερεύσαμεν διὰ πρωτοβουλίας τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἀπόφασιν ταύτην.
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§216ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἡ ἐρώτησις τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἦτο ἐντελῶς περιωρισμένον. Ἐπρόκειτο κυρίως νὰ ἀσκηθῇ ἔλεγχος κατὰ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ ἀποκλεισμοῦ εἰς τὸν ὅρμον τῶν Ἁγίων Σαράντα. Ἀλλ’ ἡ συζήτησις ἔλαβε καὶ θὰ προσθέσω ὅτι εὐτυχῶς ἔλαβεν ἔκτασιν πολὺ εὐρυτέραν· ἡ συζήτησις ἐγενικεύθη ἐπὶ τῆς πολιτείας τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ Ἠπειρωτικὸν ζήτημα, καὶ ἔχω καθῆκον νὰ δηλώσω ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι εὐτυχής, διότι τοιαύτη ἐδόθη ἔκτασις εἰς τὴν συζήτησιν. Νομίζω δὲ ὅτι θὰ μείνητε σύμφωνοι μετ’ ἐμοῦ ὅτι τρία εἶναι ἐκεῖνα τὰ ζητήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ τὴν ψῆφον αὐτῆς, ἐὰν αὕτη ἤθελε ζητηθῆ. Πρῶτον· διεχειρίσθη ἡ Κυβέρνησις καλῶς τὸ Ἠπειρωτικὸν ζήτημα ἢ ἐπράχθησαν ὑπ’ αὐτῆς σφάλματα, τὰ ὁποῖα κατέληξαν εἰς δυσμενῆ ἀπόφασιν τῶν Δυνάμεων περὶ διακανονισμοῦ τῶν νοτίων συνόρων τῆς Ἀλβανίας; Δεύτερον· ἐκδοθείσης ἅπαξ τῆς ἀποφάσεως τῆς Εὐρώπης περὶ τῶν Ἠπειρωτικῶν συνόρων, ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἐξ ὑπερτάτων λόγων νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὴν ἀπόφασιν ταύτην τῶν Δυνάμεων ἢ δύναται καὶ ὀφείλει ν’ ἀρνηθῇ ὅπως συμμορφωθῇ; Τρίτον· ὑποτιθεμένου ὅτι ἔπρεπε νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὴν ἀπόφασιν ταύτην τῶν Δυνάμεων, καλῶς προβαίνει εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων, αἱ ὁποῖαι ἐπέκειντο εἰς αὐτὴν ἢ μήπως καὶ ἐν τινι μέτρῳ ὑπερέβαλε τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἐπιδιώκῃ. Θὰ ζητήσω τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, ὅπως κατὰ τὴν σειρὰν τὴν φυσικὴν διεξέλθω τὰ ζητήματα ταῦτα ἀπαντῶν ἐπὶ τῶν διαφόρων αἰτιάσεων, αἱ ὁποῖαι μοὶ ἀπηυθύνθησαν, οὐχὶ ἁπλῶς κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Πέμπτης. Ταύτην μὲν τὴν ἑσπέραν καὶ παρ’ ἄλλων ῥητόρων, τότε δὲ παρὰ μόνον τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Κερκύρας μοὶ ἀπηυθύνθη ἡ κατηγορία ὅτι μὴ ἀφήσας νὰ προχωρήσῃ ὁ στρατὸς εἰς τὸν Αὐλῶνα καὶ μὴ καταλαβὼν τὸ μέχρις ἐκεῖ Ἠπειρωτικὸν ἔδαφος ἀπώλεσα οὕτως ἀντισταθμίσματα, τὰ ὁποῖα θὰ εἶχον εἰς χεῖρας καὶ τὰ ὁποῖα θὰ ἠδυνάμην νὰ δώσω διὰ νὰ σώσω περισσοτέρους Ἠπειρωτικοὺς πληθυσμούς, παρὰ ἐκείνους τοὺς ὁποίους κατώρθωσα νὰ σώσω. Ἀλλά, Κύριοι, θὰ μοὶ ἐπιτραπῆ νὰ ἐκφράσω τὴν ἔκπληξίν μου, διότι ἀπὸ προσώπου τόσον σοβαροῦ, ὅσον εἶναι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτής, ἠδυνήθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι ἀληθῶς εἶναι πταῖσμα τῆς Κυβερνήσεως τὸ ὅτι δὲν ὤθησε τὸν στρατὸν μέχρι τοῦ Αὐλῶνος. Δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα φερόμενα διὰ τοῦ τύπου, φερόμενα ἀκόμη καὶ εἰς ἄλλα κέντρα διὰ τῶν συνδιαλέξεων τῶν κατ’ ἰδίαν, ἀλλὰ δὲν δύναμαι, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἐννοήσω, ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἠδύνατο νὰ μοὶ ἀπευθυνθῇ ἡ κατηγορία, ὅτι διέπραξα σφάλμα μὴ προχωρήσας μέχρις Αὐλῶνος. Ἡ Σερβία μετέβη μέχρι Δυρραχίου καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας Βουλευτὴς μοὶ ἔφερε τὸ παράδειγμα τοῦτο διὰ νὰ μοὶ εἴπῃ, ἰδοὺ τί ἔπραξαν οἱ Σέρβοι, διατί δὲν ἐμιμήθης τὸ παράδειγμα αὐτῶν; Ἀλλ’ ἀκριβῶς τοῦτο τὸ παράδειγμα ἔχω νὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ ἐγὼ διὰ νὰ ἐρωτήσω ὑμᾶς· τί θὰ μοῦ ἐχρησίμευεν ἡ προχώρησις τοῦ στρατοῦ μέχρις Αὐλῶνος; Ἡ Σερβία δὲν ἐξεβλήθη ἐκ τοῦ Δυρραχίου; Καὶ τὸ Μαυροβούνιον δὲν ἐξεβλήθη ἐκ τῆς Σκόδρας; Καὶ δὲν ἐγένετο καὶ διεθνὴς ἀκόμη ἐκστρατεία διὰ νὰ κατορθωθῇ ἡ ἐπιβολὴ τῆς ἀποφάσεως τῆς Εὐρώπης, χωρὶς νὰ διασπασθῇ ἡ ὁμοφωνία αὐτῆς; Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας νομίζει ὅτι, διότι ἡ Σερβία μετέβη εἰς Δυρράχιον, διὰ τοῦτο κατώρθωσε νὰ ἐπιτύχῃ διαχάραξιν ὁρίων πρὸς τὴν Ἀλβανίαν καλλιτέραν παρὰ τὴν ἰδικήν μας. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, ὅστις ἠσχολήθη εἰς τὰ ἐξωτερικὰ ζητήματα καὶ ὅστις κατέλαβε τὰ ἀνώτατα ἀξιώματα ἐν τῇ ἐξωτερικῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Κράτους, λησμονεῖ ὅτι διὰ τὸ ζήτημα τῶν Βορείων συνόρων τῆς Ἀλβανίας ἡ Εὐρώπη εὑρίσκετο ἐνώπιον ἑνὸς κινδύνου πολέμου Εὐρωπαϊκοῦ. Ἐνθυμεῖσθε βεβαίως καὶ δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε λησμονήσει ποία ἦτο ἡ κατάστασις τῶν σχέσεων μεταξὺ Αὐστρίας καὶ Ῥωσίας, ποία ἦτο ἡ μερικὴ ἐπιστράτευσις τῶν δύο τούτων Δυνάμεων καὶ δὲν δύνασθε νὰ λησμονῆτε ὅτι σκοπὸν εἶχε κυριώτατον ἡ Ῥωσία νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ συμφέροντα τῶν δύο Σλαυϊκῶν Κρατῶν ἅτινα εὐτυχῶς ἦσαν σύμμαχα ἡμῶν κατὰ τοὺς δύο εὐτυχεῖς πολέμους. Νομίζετε ὅτι εἴχομεν καὶ ἡμεῖς ἴσης βαρύτητος ἐπιχείρημα διὰ νὰ κατορθώσωμεν νὰ ἐπιτύχωμεν καλλιτέραν διαῤῥύθμισιν τῶν συνόρων ἡμῶν τῶν Ἠπειρωτικῶν; Νομίζετε, Κύριοι, ὅτι, διότι κατῆλθεν ἡ Σερβία εἰς τὸ Δυρράχιον καὶ ἐκεῖθεν μετά τινας ἡμέρας ἀπεσύρθη παρὰ τὴν ἀπόφασιν ἣν ἀρχικῶς ἔλαβε, καὶ ὄχι διότι ἐπέκειτο πόλεμος Εὐρωπαϊκός, τὸν ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ προλάβωσι αἱ Δυνάμεις, κατώρθωσεν ἡ Σερβία νὰ ἐπιτύχῃ διαρρύθμισιν τῶν πρὸς τὴν Ἀλβανίαν συνόρων αὐτῆς, σύμφωνον πρὸς τὰ ἱστορικὰ αὐτῆς δικαιώματα; Δὲν σπουδαιολογοῦμεν, Κύριοι, ὅταν κατηγορῶμεν τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν ὤθησε τὸν στρατὸν μέχρις Αὐλῶνος. Λησμονοῦμεν ὅτι εἰς τὸν Τάραντα ὑπῆρχον στρατεύματα Ἰταλικὰ συγκεντρωμένα μετ’ ἀπειλῆς ἀποβάσεως εἰς τὸ Αὐλῶνα, ἐὰν ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἐπροχώρει μέχρις ἐκεῖ; Καὶ ἐὰν ἀποδειχθῇ ὅτι ἐξ ἄλλων λόγων διεθνῶν ἀναγομένων εἰς δυσχερείας πηγαζούσας ἐκ τῶν ἀντιζηλιῶν τῶν Δυνάμεων τούτων καθίστατο ἀδύνατος ἡ ἐκστρατεία μέχρι Αὐλῶνος, σᾶς ἐρωτῶ τί εἶχον νὰ κερδήσω μεταβαίνων εἰς τὸν Αὐλῶνα καὶ ἐξερεθίζων τὴν κοινὴν γνώμην τῆς Ἰταλίας ὅταν ἀκόμη δὲν ἦτο αὕτη τόσον δυσμενής, ὅσον βραδύτερον ἀπέβη πρὸς ἡμᾶς, ἕνεκεν τῆς ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ ἐντάσεως τῶν σχέσεων, τὴν ὁποίαν προεκάλουν, ναὶ μὲν καὶ ἡ πολιτικὴ κατάστασις, ἀλλὰ καὶ ἡ γλῶσσα ἐν μεγάλῳ μέτρῳ τοῦ τύπου τῶν δύο κρατῶν; Ἠθέλετε νὰ ὠθήσω τὸν Στρατὸν ἡμῶν μέχρις Αὐλῶνος, ἵνα ἐξεγείρω καὶ ἐξερεθίσω τὴν κοινὴν γνώμην τῆς Ἰταλίας, ὅπως ἡ δυσμένεια ἡ πολιτικὴ τοῦ Ἰταλικοῦ Κράτους πρὸς τὰ ἡμέτερα συμφέροντα ἐν Ἠπείρῳ, ἔχῃ μεθ’ ἑαυτῆς ἐξεγηγερμένην καὶ τὴν Ἰταλικὴν κοινὴν γνώμην; Καὶ ἐὰν μεταβαίνων μέχρις Αὐλῶνος προεκάλουν εἴτε τὴν ἐπέμβασιν τῆς Ἰταλίας εἴτε τὸν περαιτέρω ἐξερεθισμὸν τῆς κοινῆς γνώμης, τότε τί θὰ προσεθέτετε εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν κατηγοριῶν τὰς ὁποίας θὰ ἀπηυθύνετε κατ’ ἐμοῦ διὰ τὴν τοιαύτην τύφλωσιν τῆς ὁποίας θὰ ἤμην ὑπεύθυνος; Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἡ κατηγορία αὕτη, ἡ ὁποία μοὶ ἀπευθύνεται, ἵνα ἀποδειχθῇ ὅτι κακῶς διεχειρίσθη ἡ Κυβέρνησις τὸ ζήτημα καὶ διὰ τοῦτο δὲν κατωρθώσαμεν νὰ λάβωμεν περισσότερον μέρος ἐκ τοῦ Ἠπειρωτικοῦ ἐδάφους. Μοὶ ἀπευθύνετε ἀκόμη τὴν κατηγορίαν, ὅτι ἐχάσαμεν τὴν παραλίαν μέχρι Στύλου, ὅτι ἐχάσαμεν εἰς τὸ ἐσωτερικὸ τὸ Ἀργυρόκαστρον καὶ τὴν Κορυτσάν, διότι ἐγὼ ἐφάνην πρόθυμος νὰ ὑποχωρήσω εἰς τὸ ζήτημα. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐκφράσω καὶ πάλιν τὴν ἔκπληξίν μου, διότι υἱοθετήθησαν τοιούτου εἴδους αἰτιάσεις καὶ παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κερκύρας. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ μάλιστα νὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν μου, διότι ὄχι μόνον ἡ αἰτίασις αὕτη υἱοθετήθη ὑπ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ ἄλλαι αἰτιάσεις συλλεγεῖσαι ἀπὸ τῶν λεγομένων — ἀτυχῶς εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὸ εἴπω — εἰς τὰ καφφενεῖα ὑπὸ τῶν ἀνευθύνων κύκλων. Ἐλέχθη ὑπὸ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας ὅτι ἦτο σφάλμα τόσον ὀγκῶδες τὸ νὰ δεχθῶμεν τὴν ἔναρξιν τῆς διαχαράξεως τῶν ὁρίων ἀπὸ τοῦ Στύλου, ὥστε φίλος τῆς Ἑλλάδος, μετέχων τῆς συνδιασκέψεως τοῦ Λονδίνου, ἐτράβα τὰ μαλλιὰ τῆς κεφαλῆς του, ὅταν εἶδε τὴν ἐν τούτῳ τύφλωσιν αὐτῆς τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως.
§217Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Οὐδέποτε εἶπον ἐγὼ αὐτό.
§218ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Λυποῦμαι, ἐὰν παρήκουσα καὶ βεβαίως θὰ παρήκουσα, ἀφοῦ τὸ βεβαιοῖτε, ἀλλ’ ἐλέχθη παρ’ ἄλλου καὶ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ εἰς τὸν ἄλλον τοῦτον νὰ τὸ ἀποδώσω. Ἀλλὰ τὰ σχετικὰ πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ Στύλου δὲν εἶναι ἄγνωστα πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην αὕτη, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, νὰ καταφύγῃ εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅπως διαφωτισθῇ, διότι εἰς προλαβοῦσαν συνεδρίασιν ἐξηγήθη ὑπ’ ἐμοῦ εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τίνας ὅρους ἐγένετο ἡ δήλωσις τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τῆς ὁποίας ἀπεδέχθη αὕτη ὅπως τὰ νότια ὅρια τῆς Ἀλβανίας ἀρχίσωσιν ἀπὸ τοῦ ἀκρωτηρίου τοῦ Στύλου. Ἔχω ἐνταῦθα τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι δημοσιευμένη ἡ ἀγόρευσίς μου τῆς 12ης Νοεμβρίου. Κατὰ τὴν ἀγόρευσιν ταύτην ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἀναγνώσω ἐν μεταφράσει τὸ τηλεγράφημα τὸ ἀποσταλὲν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς 1ης Ἰουνίου 1913 πρὸς τὸν κ. Σκουλούδην, ἀντιπρόσωπον τότε τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐν Λονδίνῳ. Δίδω πρὸς ὑμᾶς, κ. Βουλευτὰ ἐκ Κερκύρας, τὸ γαλλικὸν κείμενον, ἀναγινώσκω δὲ τὴν ἑλληνικὴν μετάφρασιν, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσα καὶ τότε ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Σημειώσατε ὅτι τὸ τηλεγράφημα ἀπεστέλλετο 15 ἡμέρας ἀκριβῶς πρὸ τῆς ἐκρήξεως τοῦ δευτέρου πολέμου, τοῦ κατὰ τῆς Βουλγαρίας (ἀναγινώσκει). «Ἐν τῇ χθεσινῇ συνεδριάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀπεφασίσθη ὅτι ἐνώπιον τῶν περιπλοκῶν, αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο νὰ ἐπέλθωσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς διανομῆς μεταξὺ τῶν συμμάχων, ἔχομεν πᾶν συμφέρον νὰ μὴ δυσαρεστήσωμεν τὰς φίλας Δυνάμεις καὶ νὰ μὴ ἔχωμεν ἐκκρεμῆ ζητήματα ἐκ τῶν ὁποίων θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ζημιωθῶμεν ἐν ἐνδεχομένῳ πολέμῳ. Εὑρισκόμεθα ἐνώπιον δύο λύσεων προτεινομένων, τῆς λύσεως τῆς ἀποστολῆς ἐπιτροπῆς ἐρεύνης, περὶ τῆς ὁποίας ὁ Σὲρ Ἔδουαρδ Γκρέϋ ὁμιλεῖ, ὡς ἐὰν ἀκόμη ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἡ περὶ τούτου πρότασις δεκτὴ ὑπὸ τῆς συνδιασκέψεως, καὶ τῆς αἰτήσεως τοῦ κ. Καμπόν, ὅστις ἐπιθυμεῖ νὰ μάθῃ, ποῖον εἶναι τὸ ἐλάχιστον ὅριον εἰς τὸ ὁποῖον ἠδυνάμεθα ν’ ἀρκεσθῶμεν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀκτὴν τῆς Ἠπείρου, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ σώσωμεν τὸ ἐσωτερικὸν καὶ τὴν Κορυτσάν». Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐρώτημα τὸ ὁποῖον ἐτίθετο πρὸ ἡμῶν. Ποῖον εἶναι τὸ ἐλάχιστον ὅριον εἰς τὸ ὁποῖον ἠδυνάμεθα νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν ἀκτὴν τῆς Ἠπείρου πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ σώσωμεν μέρος τοῦ ἐσωτερικοῦ καὶ τὴν Κορυτσὰν (ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων). «Προτιμῶμεν κατὰ πολὺ τὴν ἐπιτροπὴν τῆς ἐρεύνης, ἀκόμη καὶ ἂν αὕτη πρόκειται ν’ ἀρχίσῃ τὰς ἐρεύνας αὐτῆς ἀπὸ τοῦ Στύλου ἢ τῆς Φτελιᾶς, διότι εἶναι ἀδύνατον ἡ ἐπιτροπὴ νὰ μὴ καταπλαγῇ εἰς τὰ πρῶτα διαβήματα αὐτῆς ἀπὸ τὴν Ἑλληνικότητα τῶν διαμερισμάτων τὰ ὁποῖα διεκδικοῦμεν. Ἡ ἐπιτροπὴ θὰ κατανοήσῃ τὴν δικαιότητα τῶν ἀπαιτήσεών μας καὶ δὲν δύναται παρὰ ν’ ἀναφέρῃ περὶ τῶν διαφιλονικουμένων διαμερισμάτων τῶν περιλαμβανομένων εἰς τὴν κατεχομένην ἤδη παρ’ ἡμῶν ζώνην. Δὲν μᾶς λέγεται, ἂν τὸ νέον τοῦτο διάβημα τοῦ κ. Καμπὼν ζητήσαντος τὸ ἔσχατον ὅριον τῶν ὑποχωρήσεών μας προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τῆς ἐρεύνης δὲν ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ γίνῃ ἀποδεκτή. Εἶναι φανερὸν ὅτι, ἐὰν αἱ εὐνοϊκῶς διατεθειμέναι Δυνάμεις, μεταχειρίζομαι τὴν λέξιν ταύτην, ἵνα μὴ δοθῇ ἄλλος μὴ προσήκων χαρακτηρισμὸς εἰς τὸν ὅρον «φίλαι Δυνάμεις» τὸν ὁποῖον μεταχειρίζεται τὸ τηλεγράφημα (συνεχίζει τὴν ἀνάγνωσιν). «Ἐὰν αἱ εὐνοϊκῶς διατεθειμέναι Δυνάμεις μᾶς εἰδοποιήσωσιν ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἐπιτύχωσιν, ὅπως καμφθῇ ἡ Ἰταλία καὶ ὅτι θὰ φθάσωσιν ὅπως ἀποδεχθῶσι τὸ ἀκρωτήριον τοῦ Στύλου, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ δεχθῶμεν τοῦτο». Ἠκούσατε ὑπὸ τίνας ὅρους ἐγένετο ἡ ἀποδοχὴ τοῦ ἀκρωτηρίου Στύλου ὡς τοῦ σημείου ἀπὸ τοῦ ὁποίου θὰ ἤρχετο ἡ ὁροθέτησις τῆς Ἀλβανίας;
§219Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Δὲν ἔχει συνέχειαν τὸ τηλεγράφημα;
§220ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα.
§221Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Ὄχι τὴν δημοσιευομένην· ἐὰν ὑπάρχῃ συνέχεια, ἡ ὁποία δὲν ἐδημοσιεύθη.
§222ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔχει συνέχειαν, τὴν ὁποίαν ὑπόσχομαι νὰ σᾶς δώσω νὰ ἀναγνώσητε, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ τὴν ἀνακοινώσω δημοσίᾳ εἰς τὴν Βουλήν· σᾶς παρέχω αὐτὴν νὰ τὴν ἀναγνώσητε, διότι ὑπάρχει καὶ συνέχεια περαιτέρω ἀφορῶσα ἄλλα ζητήματα. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐὰν τὴν ἔχῃ πρόχειρον νὰ τὴν δώσῃ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας. Ὡς θὰ ἴδῃ, ἀναφέρεται εἰς ἄλλο ζήτημα καὶ φέρει εἰς τὸ μέσον καὶ ἄλλας Δυνάμεις. Εἶναι τόσον σαφῆ τὰ μέρη ταῦτα τοῦ τηλεγραφήματος, ὥστε δὲν ἀφήνεται οὐδεμία ὑπόνοια ὅτι διὰ τῶν παρεπομένων, τῶν σχετικῶν πρὸς ἄλλο ζήτημα, δύναται νὰ μεταβληθῇ τόσον σαφὴς καὶ κατηγορηματικὴ γλῶσσα τοῦ τηλεγραφήματος. Ἐρωτῶ δέ, πῶς δύνασθε νὰ διανοηθῆτε ὅτι ἐὰν αὐταὶ αἱ εὐνούστερον πρὸς ἡμᾶς διακείμεναι Δυνάμεις δὲν ἠδύναντο νὰ μᾶς ὑποστηρίξωσιν ὅπως ἐπιτύχωμεν εὐρύτερα ὅρια εἰς τὴν Ἤπειρον, ὅτι ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιμείνῃ ἐπιτυχῶς ὅπως μὴ ἀποδεχθῇ τὸ ἀκρωτήριον Στῦλος ὡς ἀφετηρίαν τῆς ὁροθεσίας; «Ἡ θυσία ἡ Ἐθνικὴ» ἐξακολουθεῖ τὸ τηλεγράφημα πρὸς τὸν κ. Σκουλούδην «καὶ ἡ οἰκονομικὴ θὰ εἶναι λίαν ὀδυνηρὰ τῇ ἀληθείᾳ καὶ ζητοῦμεν διὰ τοῦτο ἀπὸ τὰς φίλας Δυνάμεις νὰ μεσολαβήσωσιν, ὅπως σώσωμεν τὸν πληθυσμὸν τοὐλάχιστον τοῦ ἐσωτερικοῦ καὶ μᾶς δώσωσι τὴν γραμμὴν ἥτις προσεγγίζει πρὸς τὴν παρ’ ἡμῶν διεκδικουμένην, δηλαδὴ ὅπως ἡ γραμμὴ ἀναχωροῦσα ἐκ τοῦ Στύλου ἢ τῆς Φτελιᾶς χωρήσῃ πρὸς βορρᾶν περιλαμβάνουσα τὴν κοιλάδα τοῦ Δρίνου, τὴν Πρεμετὴν καὶ τὴν Κορυτσάν. Ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Ἰταλία καὶ ἡ Αὐστρία δὲν ἐδέχοντο τοῦτο, ἦτο προτιμότερον νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς ἐρεύνης... Ἐρωτῶ, Κύριοι, μετὰ τὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνάγνωσιν καὶ πάλιν τοῦ τηλεγραφήματος τούτου, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἔχει ὑπ’ ὄψει της ἀπὸ μηνῶν τεσσάρων· εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀπὸ γλώσσης ἐγκύρου νὰ μοὶ ἀπευθύνηται κατηγορία ὅτι, ἐὰν ἐχάσαμεν τὸν Στῦλον, τὸν ἐχάσαμεν, διότι ὑπῆρχεν ἡ δήλωσίς μου ὅτι δέχομαι ν’ ἀρχίσῃ ἡ ὁροθέτησις ἀπὸ τοῦ Στύλου ἕνεκεν τοῦ ὁποίου ἐπροκάλεσα τὸ τράβηγμα τῶν μαλλιῶν τῆς κεφαλῆς τοῦ κ. Καμπὼν; Προσέξατε, Κύριοι, ὅτι τὸ τηλεγράφημα φέρει χρονολογίαν 1ης Ἰουνίου, εἶναι δηλαδὴ προγενέστερον κατὰ 14 μόλις ἡμέρας τοῦ πολέμου πρὸς τὴν Βουλγαρίαν, πολέμου τὸν ὁποῖον ἔβλεπον ἐρχόμενον ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ καὶ προσεγγίζοντα. Κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην τῶν εὐθυνῶν τῶν τρομερῶν, αἱ ὁποῖαι ἐβάρυνον τοὺς ὤμους τῆς Κυβερνήσεως, ἠθέλετε ὑπὸ τοιούτους ὅρους νὰ μὴ σπεύσω νὰ δηλώσω ὅτι δέχομαι ν’ ἀρχίσῃ ἡ γραμμὴ ἀπὸ τοῦ ἀκρωτηρίου Στύλου, ἐνῷ ὅλαι αἱ Δυνάμεις ἦσαν σύμφωνοι πρὸς αὐτὸ καὶ αἱ εὐνούστεραι μᾶς ἐγκατέλειπον; Νομίζετε ὅτι ἔκαμα κακῶς νὰ δηλώσω τοῦτο σπεύδων κατὰ πάντα τρόπον, εἰ δυνατὸν — δὲν τὸ κατώρθωσα ἀτυχῶς — νὰ κλείσω πρὸς τὸ μέρος τοῦτο μίαν πληγὴν διὰ νὰ ἀφήσω ἐστραμμένην ὅλην τὴν προσοχὴν τοῦ Κράτους πρὸς ἀνατολὰς ὅπως ἔχω διαθεσίμους ὅσον ἔνεστι πλείονας δυνάμεις διὰ τὸν ἐπικείμενον ἀγῶνα; Διότι δύο ὅλαι Μεραρχίαι ἦσαν ἀπησχολημέναι ἐν Ἠπείρῳ, καὶ ἂν κατωρθοῦτο νὰ περατωθῇ τὸ ζήτημα ἐγκαίρως, εἶναι φανερὸν ὅτι θὰ ἦσαν διαθέσιμα πλείονα στρατεύματα ἵνα σπεύσωσι πρὸς ἀνατολάς. Ἔχετε τὴν γνώμην καὶ μετὰ τοῦτο ὅτι, ἐὰν δὲν ὑπῆρξεν ἐντονωτέρα διὰ τὰ ἑλληνικὰ συμφέροντα ἡ ἀπόφασις τῆς Εὐρώπης, ὀφείλεται τοῦτο εἰς λιποψυχίαν τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ὑποχώρησιν εἰς τὸ ζήτημα τοῦ Στύλου; Καὶ ταῦτα, ὅταν γνωρίζητε ὅτι ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις καὶ ἡ Αὐστριακὴ Κυβέρνησις στηριζόμεναι ἐπὶ συμφώνου γνώμης τῶν γενικῶν ἐπιτελείων τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης καὶ τῶν δύο Κρατῶν προέβαλον εἰς τὰς ἄλλας Δυνάμεις τὴν ὕπαρξιν ζωτικῶν συμφερόντων, ὅπως ὀνομάζωνται ταῦτα, διὰ νὰ ἐπιμείνουν εἰς τὴν μὴ κατοχὴν παρ’ ἡμῶν τῆς παραλίας τῆς ἀπέναντι τοῦ στενοῦ τῆς Κερκύρας, ὅταν, λέγω, προέβαλον ζωτικὰ συμφέροντα, ἵνα ἐπιμείνωσιν εἰς τὴν γνώμην των ταύτην, ἔχετε τὴν ἰδέαν ὅτι, ἂν δὲν ὑπῆρχε τὸ τηλεγράφημα αὐτό, θὰ ἐκερδίζομεν τὸ ζήτημα καὶ θὰ ἤρχιζον τὰ ὅρια ὀλίγον ἀνωτέρω ἢ κατωτέρω τῆς Χειμάρρας; Αἴ, Κύριοι· ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω ὅτι αἱ τοιούτου εἴδους ἐπικρίσεις κατὰ τῆς πολιτείας τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι δυνατὸν μετὰ σοβαρότητος νὰ λέγωνται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τοῦ ἐθνικοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἄλλη τις κατηγορία μοὶ ἀπηυθύνθη κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης Πέμπτης ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ Κερκύρας, ἡ ὁποία ἔλαβε μορφὴν γενικωτέραν καὶ τὴν ὁποίαν ἀποφασίσας ἅπαξ νὰ ὁμιλήσω δὲν δύναμαι νὰ ἀφήσω ἀπαρατήρητον, διότι γνωρίζω ὅτι, ἂν εἰς αὐτὴν ἐδόθη γενικωτάτη ἁπλῶς μορφὴ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, συμβαίνει ἐν τούτοις ἔξω τοῦ βήματος ἐν τόπῳ μᾶλλον ἀνευθύνῳ νὰ δίδηται εἰς αὐτὴν διατύπωσις πολὺ πλειότερον ὡρισμένη. Μοὶ ἀπηυθύνθη ἡ κατηγορία ὅτι ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τοῦ Ἠπειρωτικοῦ, ἴσως καὶ τῶν ἄλλων ζητημάτων, θὰ ἦτο καλιτέρα, ἂν ἡ πολιτεία μου ἡ ἐξωτερικὴ ἦτο διάφορος ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἠκολούθησα. Ἔχω τὸ δικαίωμα, Κύριοι, νὰ ἀντιστρέψω τὴν κατηγορίαν καὶ νὰ εἴπω ὅτι πλὴν ἄλλων λόγων ὑπῆρξεν εὐτύχημα ὅτι τὴν πολιτικὴν τοῦ Κράτους τοῦ Ἑλληνικοῦ κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην τὴν μεγάλην, τὴν ἐθνικήν, δὲν τὴν διηύθυνεν ἀνήρ, ὅστις θὰ ἤθελε νὰ ἀκολουθήσῃ πολιτικὴν γενικωτέραν ἐξωτερικὴν ἄλλην παρὰ ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις. Ἐὰν τοιαύτη πολιτικὴ ἠκολουθεῖτο, θὰ ἔμενεν ἡ Ἑλλάς, καθ’ ἣν στιγμὴν διεκυβεύοντο τὰ κυριώτερα τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, μὲ τὴν φιλίαν μιᾶς μόνης Μεγάλης Δυνάμεως ἐν τῷ Ἠπειρωτικῷ ζητήματι, μὲ ἐχθρότητα δύο ἐκ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων καὶ μὲ τὴν ὄχι ἁπλῆν ἀδιαφορίαν ἀλλὰ τὴν πικρίαν τριῶν ἄλλων Δυνάμεων διὰ τὴν συμπεριφορὰν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Κατωρθώσαμεν, Κύριοι, ἐμμένοντες ἐν τῇ πολιτείᾳ τὴν ὁποίαν ἠκολουθήσαμεν καὶ τὴν ὁποίαν εὕρομεν ἄλλως τε κεχαραγμένην καθ’ ἣν στιγμὴν ἀνελάβομεν τὰς ἡνίας τοῦ Κράτους, ἀκολουθοῦντες τὴν πολιτικὴν τῆς ἀποχῆς ἀπὸ τοῦ συνδυασμοῦ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, κατωρθώσαμεν, λέγω, κατὰ τὴν διαδρομὴν ὅλης αὐτῆς τῆς ἐθνικῆς κρίσεως τῆς ἐχούσης τόσον λαμπρὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα δὲν δυνάμεθα νὰ λησμονήσωμεν οὔτε κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, καίτοι εὑρισκόμεθα ὑπὸ τὸ βάρος τῆς θλίψεως τῆς μὴ εὐνουστέρας λύσεως τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος, κατωρθώσαμεν κατὰ τὴν διαδρομὴν αὐτὴν νὰ ἔχωμεν τέσσαρας ἐκ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων εὐνοϊκῶς διατεθειμένας πρὸς τὰ συμφέροντα ἡμῶν. Νομίζετε λοιπὸν ὅτι δικαιοῦσθε ταῦτα λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν νὰ ἀπευθύνητε μομφήν, ἔστω καὶ ὑπὸ τύπον ἀοριστολογίας, διὰ νὰ ἐμβάλητε τὴν ἀνησυχίαν εἰς τὴν κοινὴν γνώμην ὅτι, ἐὰν ἄλλη τις ἠκολουθεῖτο πολιτικὴ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ἐθνικοῦ ἀγῶνος θὰ ἦσαν ἀκόμη καλλίτερα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα πράγματι ἀπέβησαν; Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ θεωρήσω ὅτι ἐπὶ τοῦ πρώτου ζητήματος ἡ συζήτησις ἐξηντλήθη δι’ ὅσων εἶπον. Ἔχω τὴν ἀκράδαντον πεποίθησιν ὅτι οὐδὲν ἐγένετο τὸ μὴ δέον, ὅτι οὐδὲν παρελείφθη τὸ δέον γενέσθαι ὅπως ἡ λύσις εἶναι ὅσον ἔνεστιν εὐαρμοστοτέρα πρὸς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἔρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ δευτέρου ζητήματος. Δεδομένου ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Εὐρώπης ὑπῆρξε τοιαύτη οἵα ὑπῆρξε, διότι τὰ συμφέροντα ἡμῶν συνεκρούοντο πρὸς τὰ συμφέροντα δύο Μεγάλων Δυνάμεων χαρακτηριζουσῶν αὐτὰ ὡς ζωτικὰ συμφέροντα, λαμβανομένου τούτου ὑπ’ ὄψιν, ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα, ἂν εὑρεθέντες ἀπέναντι τῆς ἀποφάσεως τῆς Εὐρώπης ὡς πρὸς τὸν κανονισμὸν τῶν νοτίων ὁρίων τῆς Ἀλβανίας ὀφείλομεν νὰ ὑποταχθῶμεν εἰς τὴν ἀπόφασιν ταύτην ἢ ὄχι; Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας Βουλευτὴς καὶ ὁ ἐξ Ἀρκαδίας κ. Τριανταφυλλάκος δὲν ἐδίστασαν νὰ εἴπωσι τὴν γνώμην των. Ἡ γνώμη των εἶναι ὅτι οὐδαμῶς ἔπρεπε νὰ ὑποκύψωμεν εἰς τὴν ἀπόφασιν τῶν Δυνάμεων. Νομίζω ὅτι δὲν ἀπέχει ἀπὸ τὴν γνώμην ταύτην ἡ γνώμη τὴν ὁποίαν ἐξέθεσεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην. Εἰς τὸ τέλος τοῦ λόγου του ἀνέφερε τὴν γλισχρότητα τῶν ἀποτελεσμάτων ὡς πρὸς τὸν κανονισμὸν τῶν ὁρίων τῆς Ἠπείρου ἀφήσας νὰ ἐννοηθῇ ὅτι, ἀφοῦ μάλιστα δὲν εἴχομεν ἐγγυήσεις διὰ τὴν ἐπιβολὴν τῆς ἀποφάσεως τῆς Εὐρώπης ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν νήσων, δὲν ὑπῆρχε λόγος ὅπως ὑποκύψωμεν εἰς τὰς ἀποφάσεις αὐτῆς, ὅσον ἀφορᾷ τὰ Ἠπειρωτικὰ σύνορα. Θὰ διεξέλθω, Κύριοι, τὰ κυριώτατα τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα προυβλήθησαν ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ, ἀναφερόμενος εἰς ὅσα εἶπον κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Πέμπτης διὰ νὰ ἐξηγήσω διατί ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐπίστευε καὶ πιστεύει ὅτι ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ προσαρμοσθῇ πρὸς τὰς ἀποφάσεις τῶν Δυνάμεων. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας εἶπεν ὅτι, ἀφοῦ εἴχομεν κάμει ἐπιφυλάξεις προτοῦ ὑπογράψωμεν τὴν εἰρήνην τοῦ Λονδίνου, διατί τότε ἀσκοῦντες τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἐπεφυλάχθημεν δὲν ἠρνήθημεν νὰ ὑποταχθῶμεν; Καὶ τὸ μὲν ζήτημα δὲν τίθεται οὕτω, δὲν τίθεται δηλαδὴ κυρίως ἐὰν εἴχομεν δικαίωμα νὰ ἀντιταχθῶμεν, τίθεται μᾶλλον ἐὰν εἴχομεν συμφέρον νὰ ἀντιταχθῶμεν ἢ ἐὰν εἴχομεν συμφέρον νὰ ὑποταχθῶμεν. Ἀλλ’ ἐὰν πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ τί ἐδικαιούμεθα νὰ πράξωμεν, ἐρωτῶ αὐτόν· πιστεύεις σοβαρῶς ὅτι ἡ ἐπιφύλαξις ἐκείνη, ἡ μὴ γενομένη δεκτὴ ὑπὸ τῶν Δυνάμεων, μᾶς ἔδιδε τὸ δικαίωμα νὰ ἀποκρούσωμεν σήμερον τὰς ἀποφάσεις αὐτῶν λέγοντες ὅτι, ἐπειδὴ αὗται δὲν εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις μας, τὰς θεωροῦμεν ἀκύρους;
§223Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Διατί τότε τὰς ἐκάμετε;
§224Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀλλὰ θέλω μᾶλλον νὰ ὑπομνήσω πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ διακανονισμοῦ τῶν νοτίων ὁρίων τῆς Ἀλβανίας αἱ Δυνάμεις ἀρνοῦνται οὐχὶ ἐκ τῆς συνθήκης τοῦ Λονδίνου τὸ καθ’ ἑαυτάς, ἀλλ’ ἐκ τῆς διακοινώσεως τὴν ὁποίαν ἔκαμον πρὸς τοὺς ἐμπολέμους πρὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς εἰρήνης τῆς Τουρκίας, ὅτε ἐπεφύλαξαν εἰς ἑαυτὰς τὸ δικαίωμα νὰ δημιουργήσωσι τὴν Ἀλβανίαν, νὰ ὁρίσουν τὰ τοῦ πολιτεύματος αὐτῆς καὶ τῶν συνόρων της, καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ἕνεκα τοῦ ὁποίου εἰς τὴν τελευταίαν διακοίνωσιν πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν αἱ Δυνάμεις ἂν μνημονεύουν τῆς συνθήκης τοῦ Λονδίνου καὶ τῶν Ἀθηνῶν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τὸ νησιωτικὸν δὲν μνημονεύουν αὐτῶν ὅσον ἀφορᾷ τὸν ὁρισμὸν τῶν ὁρίων τῆς Ἀλβανίας. Ἡ συνθήκη τοῦ Λονδίνου ἐδημιούργει ἀπὸ Ἑλληνικῆς ἀπόψεως τὴν ὑποχρέωσιν πρὸς ὑποταγὴν εἰς τὰς ἀποφάσεις τῶν Δυνάμεων ἀναφορικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς Ἀλβανίας, ἀλλ’ ἀτυχῶς αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις δὲν ἔπαυσαν διεκδικοῦσαι τὸ δικαίωμα, ὅπως τὰ θεμελιώδη ζητήματα, τὰ θίγοντα ζωτικὰ αὐτῶν συμφέροντα, ῥυθμίζωσιν αὐταὶ καὶ μόναι διεθνῶς ἄνευ κἂν τῆς γνώμης τῶν μικρῶν. Θὰ ὑπομνήσω δὲ εἰς τὸν κ. βουλευτὴν Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας ὅτι τὸ ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον ἦτο διατεθειμένος, ἂν διηύθυνε τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς Ἑλλάδος, νὰ προβάλῃ πρὸς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις, αὐτὸ τοῦτο τὸ ἐπιχείρημα ἀκριβῶς προέβαλε καὶ ἡ Τουρκία, διότι εἶχε κάμει ἐπιφυλάξεις ἀναθέτουσα εἰς αὐτὰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τῶν νήσων, καὶ ἑπομένως νομίζω ὅτι θ’ ἀναγνωρίσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας ὅτι δὲν εὑρίσκεται μὲ καλὴν συντροφίαν ὅσον ἀφορᾷ τὴν χρῆσιν τοῦ ἐπιχειρήματος αὐτοῦ. Δὲν θὰ ἀπασχολήσω βέβαια τὴν Βουλὴν διὰ νὰ ἀποκρούσω τὸ ἐπιχείρημα τοῦ ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας κ. Βουλευτοῦ τὸ στηριζόμενον εἰς τοὺς γεωγραφικοὺς ὅρους καὶ τὸ λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Σχεδὸν ἠθέλησε νὰ κακίσῃ τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ἀπαντῶσα εἰς τὰς Δυνάμεις δὲν εἶπε: «Τί κάμνετε εὐλογημένες; Ἐγὼ ἀνεγνώρισα τὸ δικαίωμά σας νὰ κανονίσητε τὰ ὅρια τῆς Νοτίου Ἀλβανίας, ἀλλὰ σεῖς ἐπεμβαίνετε καὶ εἰς τὴν Ἤπειρον ἄρα ἡ ἀπόφασίς σας εἶναι ἄκυρος». Δυστυχῶς τοιούτου εἴδους ἐπιχειρήματα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προκαλοῦν εἰμὴ μειδιάματα μόνον. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτής, ὁ τὸ πρῶτον λαβὼν τὸν λόγον τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἄλλο ἐπιχείρημα προέβαλε διὰ νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ δεχθῶμεν τὴν ἀπόφασιν τῶν Δυνάμεων, ὅσον ἀφορᾷ τὸν καθορισμὸν τῶν συνόρων τῆς Νοτίου Ἀλβανίας, ἐρωτήσας ἂν αἱ θυσίαι τὰς ὁποίας προσέφερεν ὁ στρατός μας πρὸ τοῦ Μπιζανίου, ἂν αἱ θυσίαι αὗται ἱκανοποιήθησαν ἐπαρκῶς διὰ τῆς χαράξεως τῶν Ἠπειρωτικῶν συνόρων. Ἠρώτησεν ἄν, ἀφοῦ διετρέξαμεν τοσούτους κινδύνους πρὸ τοῦ Μπιζανίου, ἔπρεπε νὰ δεχθῶμεν καὶ τὴν περικοπὴν τῶν συνόρων μας καὶ κατέληξε βεβαιῶν τὴν Βουλὴν ὅτι μετὰ τὰς θυσίας ταύτας καὶ τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους διετρέξαμεν, ἐλάβομεν αὐτὴν ταύτην τὴν Βερολίνιον γραμμὴν μὲ ἐλαχίστην ἁπλῶς ἐπέκτασιν αὐτῆς. Κύριοι! ὅσον ἀφορᾷ τὰς θυσίας τοῦ Μπιζανίου καὶ τοὺς κινδύνους ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐνδιατρίψω ἐπί τινας στιγμὰς ἀρχικῶς πρὸς τὰ ζητήματα τοῦ κανονισμοῦ τῶν ὁρίων τῆς Ἠπείρου, διότι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ στρατὸς ἡμῶν ἐμάχετο πρὸ τοῦ Μπιζανίου δὲν ἔπαυσαν αἱ ἐπικρίσεις κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἀσκόπως καὶ ἄνευ τινὸς λόγου θυσιαζούσης τόσον αἷμα πρὸ τοῦ Μπιζανίου, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ χυθῇ, διότι θὰ ἐδίδοντο εἰς ἡμᾶς τὰ Ἰωάννινα καὶ ἄνευ τῆς χύσεως τοῦ αἵματος ἐκείνου. Καὶ ἐλησμονεῖτε, Κύριοι, ὅτι ἡ ἀνάγκη τῆς ἐκπολιορκήσεως τῶν Ἰωαννίνων ἐπεβάλλετο ἀσχέτως καὶ πρὸς τὴν κατακύρωσιν αὐτῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα· ἐπεβάλλετο, ὅπως δυνηθῇ ἡ Ἑλλὰς μεταφέρουσα ἐκεῖθεν τὸ πολὺ τοῦ στρατοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπησχολεῖτο, νὰ ἔχῃ αὐτὸ διαθέσιμον πρὸς ἄλλα μέρη τῶν νέων συνόρων, ὅπως ἀντιμετωπίσῃ ἄλλους πολλοὺς σοβαρωτέρους κινδύνους. Ἀλλ’ ἐλησμονεῖτε συγχρόνως ὅτι, ἐὰν τὸ στρατιωτικῶς καταληφθὲν μέρος τῆς Ἠπείρου δὲν κατελαμβάνετο στρατιωτικῶς ὑπὸ τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ μετὰ τὰς τόσας θυσίας καὶ τοὺς τόσους θριάμβους καὶ τὰς τόσας ἀληθῶς ἐπικὰς ἐπιτυχίας τῶν ὅπλων μας, ἐάν, λέγω, ἡ Ἤπειρος δὲν κατελαμβάνετο κατὰ τοιοῦτον τρόπον, δὲν θέλω νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι δὲν θὰ μᾶς ἐδίδοντο τὰ Ἰωάννινα καὶ ὅτι θὰ περιήρχοντο εἰς τὴν Ἀλβανίαν, ἀλλ’ εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι ἡ γραμμὴ τῶν ὁρίων τῆς Ἠπείρου θὰ κατήρχετο πολὺ κατωτέρω καὶ τῆς γραμμῆς, ἡ ὁποία εἶχε χαραχθῇ εἰς τὸ Βερολίνειον Συνέδριον, ὀλίγον ἀνωτέρω τῆς Πρεβέζης, ὅπως περιληφθοῦν οἱ παραλιακοὶ τουρκικοὶ πληθυσμοί, θὰ ἦτο δὲ ζήτημα, ἂν καὶ τὸ Μέτσοβον παρεχωρεῖτο εἰς ἡμᾶς. Ἀλλά, Κύριοι, τούτων τεθέντων καὶ ἀποδεικνυομένων, ἕπεται ὅτι αἱ θυσίαι πρὸ τοῦ Μπιζανίου δὲν εἶναι ἁπλῶς σχετικαὶ πρὸς τὴν διαχάραξιν τῶν Ἠπειρωτικῶν συνόρων, ἀλλὰ συνεδέοντο γενικώτερον πρὸς τὸν ὅλον τρόπον τῆς διεξαγωγῆς τοῦ πολέμου. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· εἶναι ἀληθὲς ἆρά γε ὅτι μετὰ τὰς θυσίας ταύτας δὲν ἐπήραμεν οὐδὲν σχεδὸν ἐπὶ πλέον ἀπὸ ὅ,τι εἶχε χαραχθῆ ὑπὸ τῆς Βερολινίου Συνθήκης, ὡς ἰσχυρίσθη ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας; Ἔχω, Κύριοι, εἰς τὴν διάθεσιν ὑμῶν χάρτην τῆς Ἠπείρου, ὅπου διὰ μὲν τῆς ἐρυθρᾶς μολυβδίδος εἶναι χαραγμένα τὰ ὅρια, ὡς ταῦτα ἐκανονίζοντο κατὰ τὴν Συνθήκην τοῦ Βερολίνου, διὰ δὲ τῆς κυανῆς τὰ ὅρια τὰ ὁποῖα ἐχαράχθησαν σήμερον διὰ τῆς ἀποφάσεως τῶν Δυνάμεων. Δίδω δὲ πρὸς ὑμᾶς τὴν πληροφορίαν ὅτι τὸ περιερχόμενον εἰς ἡμᾶς τμῆμα τῆς Ἠπείρου, τὸ ὁποῖον ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὴν γραμμὴν τὴν ὁρισθεῖσαν διὰ τῆς Συνθήκης τοῦ Βερολίνου, ἔχει ἐπιφάνειαν 4,600 τετραγ. χιλιόμετρα, σᾶς δίδω ἀριθμούς, τοὺς ὁποίους μοῦ ἔδωκεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ἐπιτελείου,—ἐνῷ τὸ τμῆμα τῆς Ἠπείρου τὸ ὁποῖον ἐλάβομεν περιπλέον τῆς Βερολινίου γραμμῆς ἔχει 3012 τετραγ. χιλιόμετρα, ἤτοι 70% ἐπὶ πλέον ἐλάβομεν ἀπὸ ὅ,τι εἶχε κατακυρωθῇ εἰς ἡμᾶς διὰ τῆς μὴ ἐφαρμοσθείσης Συνθήκης τοῦ Βερολίνου. Καὶ νομίζετε τοῦτο τόσον μικρὸν καὶ τόσον εὐτελές, ἀξιότιμε κ. Βουλευτὰ ἐξ Ἀρκαδίας, ὥστε νὰ ἰσχυρίζησθε ὅτι ἀδίκως καὶ ματαίως ἠγωνίσθημεν, δ’ ὅτι οὐδὲν ἀληθῶς προσαπεκτήσαμεν; Ἀναφέρω δὲ ὅτι τὸ περιπλέον τοῦτο εἶναι 3012 τετραγωνικὰ χιλιόμετρα παραλείπω ὅτι, ἂν μέχρι τέλους γίνῃ δεκτὴ ἡ ἀνταλλαγὴ ἡ ἀφορῶσα τὴν κοιλάδα τοῦ Ἀργυροκάστρου, πρόκειται ἀκριβῶς νὰ προστεθῶσιν ἀκόμη 157¾ τετραγ. χιλιόμετρα εἰς τὴν ἔκτασιν τοῦ περιερχομένου εἰς ἡμᾶς μέρους τῆς Ἠπείρου, διότι ἡ μὲν κοιλὰς τοῦ Ἀργυροκάστρου ἔχει ἔκτασιν 165,75 τετραγ. χιλιομέτρων, ἡ δὲ παραλία μεταξὺ Φτελιᾶς καὶ Παγανιᾶς, ἡ ὁποία κάμνει τινὰς τῶν κ. κ. Συναδέλφων νὰ ἐνδοιάζωσι περὶ τῆς σκοπιμότητος καὶ τῆς χρησιμότητος τῆς ἀνταλλαγῆς, ἔχει ἔκτασιν 8 τετραγ. χιλιομέτρων. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας εἶπεν ἄλλο ἀξίαν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ὑποταχθῶμεν εἰς τὰς ἀποφάσεις τῶν Μ. Δυνάμεων περὶ τῆς ὁροθεσίας τῆς Ἠπείρου, εἶπε δηλαδή, ὅτι χρειάζονται ὁλοκαυτώματα ἀκόμη. Ἀξιότιμε κ. Βουλευτὰ ἐξ Ἀρκαδίας, νομίζω ὅτι τὰ ὁλοκαυτώματα τὰ ὁποῖα προσεφέρθησαν εἰς τὸν Θεὸν τοῦ πολέμου εἶναι ἀρκετά, δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς λόγος νὰ γίνωσι νέα ὁλοκαυτώματα ἄνευ ἀναποδράστου ἀνάγκης καὶ βεβαίως θὰ ἦτο ἐγκληματικὴ ἐκείνη ἡ Κυβέρνησις ἡ ὁποία, εἰς ὃ σημεῖον εἰσῆλθον τὰ πράγματα μετὰ τὴν ἀπόφασιν τῶν Δυνάμεων, ἀπόφασιν ἀνταποκρινομένην εἰς ζωτικὰ συμφέροντα δύο Μ. Δυνάμεων, ὅπως αὗται ἀξιοῦσιν ὅτι εἶναι τὰ συμφέροντα αὐτῶν, θὰ ἦτο ἐγκληματικὴ ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν παρεσύρετο ἀπὸ τῆς γνώμης ὑμῶν ὅπως ἀφήσῃ τὸ Ἔθνος ἀκόμη ταλαιπωρούμενον.
§225Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὄχι ἀπὸ τὴν γνώμην μου, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν γνώμην ἐκείνων οἱ ὁποῖοι κινδυνεύουσιν, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι καλλίτερον τὸ συμφέρον των ἀπὸ ὑμᾶς.
§226ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὥστε ἐκεῖθεν περιμένετε τὰ ὁλοκαυτώματα;
§227Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Δὲν τὰ περιμένω ἐκεῖθεν. Ἐγὼ εἶχον τὸν υἱόν μου εἰς τὸν πόλεμον, ὅπου ἐτραυματίσθη πρῶτος, ὅταν τὰ τέκνα σας ἐκρύβησαν (θόρυβος).
§228ΙΩ. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Ἔχετε μέγα λάθος. Ἐπολέμησαν καὶ εἰς τοὺς δύο πολέμους.
§229Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὄχι, κύριε. Ἔφθασαν μετὰ τὴν μάχην τῶν Γενιτσῶν καὶ ἀπῆλθον μὲ τὸ αὐτοκίνητον εἰς τὴν Θεσσαλονίκην (θόρυβος).
§230ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρακαλῶ, ἡσυχάσατε· ἐγείρεται προσωπικὸν ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον ἐγὼ ὀφείλω νὰ δώσω ἐξηγήσεις.
§231Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Βεβαίως (θόρυβος).
§232ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δύνασθε νὰ ἡσυχάσητε, κύριε Βουλευτά, ἐπὶ τέλους.
§233Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Καὶ σεῖς νὰ ἡσυχάσητε (θόρυβος).
§234ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ ἀναγνωρίσητε ὅτι γεννᾶται προσωπικὸν ζήτημα καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ διακόψω τὴν ἀγόρευσίν μου διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς αὐτό. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω ἀρχόμενος ὅτι ἡ γλῶσσα τοῦ κ. Βουλευτοῦ δὲν ἦτο εὐπρεπής. Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς Πρωθυπουργὸν Κράτους ὁ ὁποῖος ἦτο καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ δεχθῇ τοιαύτην ὕβριν ἐκφερομένην ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Δὲν θέλω νὰ ἀφήσω εἰς τὴν ἐντύπωσιν οὐδενὸς Ἕλληνος ὅτι ἐγώ, ὁ εὑρισκόμενος ἐπὶ κεφαλῆς τῆς Κυβερνήσεως διαρκούντων τῶν δύο πολέμων, δὲν ἀφῆκα τὰ παιδιά μου νὰ λάβωσι μέρος εἰς αὐτόν, ἵνα ἀποφύγωσι τοὺς κινδύνους. Εἶχον, Κύριοι, τὴν εὐτυχίαν κατὰ τὸ βραχὺ διάστημα τοῦ ἐγγάμου βίου μου νὰ ἀποκτήσω δύο παιδιά. Τὸ ἓν κατὰ τὴν ἔναρξιν τοῦ πολέμου εἶχεν ἡλικίαν 18 ἐτῶν, τὸ ἕτερον 19 ἐτῶν· ὁ ἄγων ἡλικίαν 18 ἐτῶν ἦτο μαθητὴς τῆς Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων ἀνήκων εἰς τὴν δευτέραν τάξιν αὐτῆς. Εἰς ὅλους τοὺς προηγουμένους πολέμους καὶ τὰς ἐπιστρατείας ἐξῆλθον οἱ μαθηταὶ τῆς Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων ὡς ἀξιωματικοὶ ἢ ἀνθυπασπισταὶ μόνον τῶν ἀνωτέρων τάξεων, οὐδέποτε ἐξῆλθον οἱ τῆς πρώτης καὶ τῆς δευτέρας τάξεως. Ἡ γνώμη τῆς ὑπηρεσίας ἦτο ὅπως τὸ αὐτὸ γίνῃ καὶ εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν, ὅπως οἱ μαθηταὶ τῆς πρώτης καὶ δευτέρας τάξεως μὴ διακόψωσι τὰ μαθήματά των, μὴ μετάσχωσιν ἑπομένως τοῦ πολέμου. Εὑρῆκα ὅτι δὲν ἦτο δίκαιον νὰ γίνῃ τοῦτο, εὑρῆκα ἀκόμη ὅτι δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μὴ ἀποστείλῃ εἰς τὸ θέατρον τοῦ πολέμου καὶ τὴν δευτέραν τάξιν τῆς Σχολῆς, ἡ ὁποία περιελάμβανε τὸν μικρότερόν του υἱόν. Ἀπεστάλησαν λοιπὸν οἱ μαθηταὶ τῆς δευτέρας τάξεως τῆς Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ λοχίου εἰς τὸν πόλεμον ἐκεῖνον. Ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἕνα τῶν υἱῶν μου, τὸν στρατιωτικόν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι μετὰ τὴν εἴσοδον τῶν στρατευμάτων εἰς τὴν Θεσσαλονίκην ἐκλήθησαν ἐσπευσμένως οἱ μαθηταὶ ἐκεῖνοι τῆς Σχολῆς καὶ ἐπανέλαβον τὰ μαθήματά των καὶ εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἰς τὸν δεύτερον πόλεμον δὲν ἐκλήθησαν νὰ μετάσχωσι.
§235Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐπιτρέψατε, κύριε Πρόεδρε, μίαν διακοπήν. Τὴν διαταγὴν τῆς ἀνακλήσεως τῶν Εὐελπίδων εἰς Ἀθήνας τὴν ὁποίαν μνημονεύετε ὑπέγραψα ἐγὼ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, οὐχὶ δὲ ὑμεῖς ὅστις εὑρίσκεσθε τότε ἐν Λονδίνῳ.
§236ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εὐχαριστῶ διὰ τὴν ὑπόμνησιν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνθυμῶμαι ὅλας τὰς λεπτομερείας. Ἔχω, εἶπον, καὶ ἕτερον υἱὸν ἄγοντα κατὰ τὴν ἕναρξιν τοῦ πολέμου ἡλικίαν 19 ἐτῶν. Ὁ υἱός μου αὐτὸς δὲν ὑπεῖχε στρατιωτικὴν ὑποχρέωσιν, ἐζήτησε δὲ νὰ καταταχθῇ ὡς ἐθελοντής· ἀτυχῶς εἶχε πάθημά τι κατὰ τὸν πόδα, καίτοι δὲ καταταχθεὶς ὡς ἐθελοντὴς ἀμέσως κατὰ τὴν ἕναρξιν τοῦ πολέμου, ὑπελείφθη κατὰ 18 ἡμέρας καὶ μὴ προφθάσας τὸν προχωροῦντα ἐσπευσμένως στρατόν, ἔφθασε πιθανῶς εἰς Θεσσαλονίκην, ὅταν ὁ στρατὸς εἶχεν εἰσέλθει εἰς αὐτήν.
§237ΜΙΛ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ. Δύναμαι, κύριε Πρόεδρε, νὰ βεβαιώσω τὸν κ. Βουλευτὴν ὅτι ὁ υἱός σας ἔσπευδε τόσον πολὺ νὰ φθάσῃ τὸ στράτευμα, ἵνα συμμετάσχῃ εἰς τὰς μάχας, ὥστε ἐν Λαρίσῃ ἐπέβη αὐτοκινήτου στρατιωτικοῦ, μὴ ὑπάρχοντος ἑτέρου μέσου δυναμένου νὰ μεταφέρῃ αὐτὸν ἐν καιρῷ, κατὰ παράβασιν μάλιστα τῶν διαταγῶν ἃς εἶχον οἱ ὁδηγοὶ τῶν αὐτοκινήτων νὰ μὴ παραλαμβάνωσι στρατιώτας. Οὕτω δὲ κατώρθωσε νὰ φθάσῃ τὸν στρατὸν εἰς Αἰκατερίνην. Τὸ γεγονὸς τοῦτο τῆς παραβάσεως αὐστηροτάτης διαταγῆς ἵνα κατορθώσῃ νὰ καταφθάσῃ τὸ στράτευμα ἀποδεικνύει πόσην εἶχε διάθεσιν καὶ ἐπιθυμίαν νὰ προλάβῃ νὰ συμμετάσχῃ μάχης.
§238ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εὐχαριστῶ διὰ τὴν πληροφορίαν. Ζητῶ συγγνώμην ὅτι ἀπησχόλησα τὴν Βουλὴν εἰς ζήτημα προσωπικὸν ἐπὶ τόσην ὥραν. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι, ἂν ἀπέδιδον μόνον προσωπικὴν σημασίαν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, δὲν θὰ ἐνδιέτριβον εἰς αὐτό, ἀλλὰ δι’ ἐμὲ ἐνέχει σπουδαιοτέραν σημασίαν. Ἐπανερχόμενος ἐκ Λονδίνου κατὰ τὰς ἀρχὰς Φεβρουαρίου εἶδον τὸν υἱόν μου ἐν Θεσσαλονίκῃ ζητοῦντα ἄδειαν ἵνα ἔλθῃ εἰς Ἀθήνας καὶ ὄχι μόνον δὲν ἐχορήγησα εἰς αὐτὸν τὴν ἄδειαν, ἀλλὰ καὶ παρήγγειλα εἰς τὸν Μέραρχον του κ. Σωτήλην αὐστηρῶς καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου νὰ μὴ τοῦ χορηγήσῃ καμμίαν ἄδειαν.
§239Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Ἂν καὶ ἔπασχεν.
§240ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι κατὰ τὸ Πάσχα ἦλθεν ὁ υἱός μου λαβὼν ἄδειαν παρὰ τοῦ κ. Σωτήλη καί, ὅτε φιλικῶς ἐζήτησα ἐξηγήσεις ἀπὸ τὸν κ. Σωτήλην, μοῦ εἶπεν: Ἀλλὰ μὰ καλά, τέλος πάντων δὲν ἠδυνάμην νὰ δώσω τοιαύτην σημασίαν εἰς τὴν ἀπαγόρευσίν σας, ὥστε, ὅταν ἔδωκα λόγῳ τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα τόσας ἀδείας εἰς χιλιάδας στρατιωτῶν, νὰ μὴ δώσω εἰς τὸν υἱόν σας πάσχοντα μάλιστα. Ἦλθεν ἐδῶ καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν εἶχεν ὑποβληθῆ εἰς ἐγχείρησιν καὶ εἶχεν ἀνάγκην καὶ προσθέτου ἐγχειρήσεως ὁ υἱός μου, Κύριοι, ἀνέβαλε τὴν δευτέραν ἐγχείρισιν διὰ νὰ σπεύσῃ εἰς τὸ Παγγαῖον, ὅπου εἶχον ἀρχίσῃ αἱ πρῶται ἐκεῖ συγκρούσεις μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῶν Βουλγάρων, μετέβη διακόψας τὴν θεραπείαν ἀρκεσθεὶς εἰς τὴν πρώτην ἐγχείρησιν καὶ μὴ ὑποβληθεὶς εἰς τὴν δευτέραν, ἵνα σπεύσῃ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός του. Ἐκεῖ, Κύριοι, εἶχεν ἐκραγῆ ἡ χολέρα, καὶ ἐνῷ ὁ υἱός μου εὑρίσκετο εἰς σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἦτο προσβεβλημένον ἀπὸ χολέραν, οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν διενοήθην ὅτι ἠδυνάμην καταχρώμενος τῆς ἐξουσίας μου νὰ συστήσω ἢ νὰ ζητήσω ἢ νὰ διατάξω εἴτε ἀμέσως εἴτε ἐμμέσως ὅπως ὁ υἱός μου ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τὸ σύνταγμα τὸ προσβεβλημένον καὶ ἀπὸ τὸ κέντρον τῆς ἀσθενείας του. Ἔμεινεν ἐκεῖ διαρκῶς μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς καί, ὅταν ἤρχισεν ὁ ἀγὼν ὁ δεύτερος ὁ κατὰ τῶν Βουλγάρων, ἔκαμεν ὅλην τὴν ἐκστρατείαν μέχρι τῆς Τζουμαγιᾶς. Ἐὰν δὲ ἡ ἑβδόμη μεραρχία, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνῆκε κατὰ τὸν πρῶτον πόλεμον, δὲν ἐπρόφθασε νὰ λάβῃ οὐσιῶδες μέρος, καὶ ἦτο ὀλίγον μεραρχία κουραμπιέδικη, ἂς εἴπωμεν τὴν ἔκφρασιν, ὄχι βεβαίως ἐξ ὑπαιτιότητος τοῦ υἱοῦ μου, ἡ μεραρχία αὕτη ὑπῆρξεν ἐκ τῶν πρωταγωνισθεισῶν κατὰ τὸν δεύτερον πόλεμον. Καὶ ὅταν παρέχω αὐτὰς τὰς πληροφορίας εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴν, τὸν ἐρωτῶ: νομίζει ὅτι ἔπραξε καλῶς νὰ καταβιβάσῃ τὴν συζήτησιν αὐτὴν διὰ νὰ μοὶ προστρίψῃ αὐτὴν τὴν ὕβριν περὶ τῶν τέκνων μου; Τοῦτο μόνον ὡς ἐπιμύθιον συμπεραίνω ἐξ ὅλων τούτων, ὅτι ἀληθῶς εἶναι οἰκτρὸν διὰ τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας, ἐὰν αὐτοὶ δὲν προσπαθοῦσιν, ὅπως καὶ διὰ τοῦ ἰδίου αὐτῶν βίου, ἀλλὰ καὶ διὰ τῶν ἄλλων τῶν ἀμέσως σχετιζομένων πρὸς αὐτοὺς δὲν παρέχουσιν ἑαυτοὺς ὡς ὑπόδειγμα εἰς τὸν κόσμον καὶ ἐνῷ ἀξιοῦσι νὰ ἡγῶνται Πολιτειῶν αὐτοὶ οὗτοι δὲν εἶναι παράδειγμα τοῦ καλῶς πολιτεύεσθαι καὶ τοῦ καλῶς βιοῦν. (Εὖγε, εὖγε, χειροκροτήματα). Θὰ προσθέσω ἀκόμη —καὶ παρακαλῶ νὰ συγχωρήσητε τὴν ἰδιαιτέραν συγκίνησίν μου εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μὲ θίγει τόσον βαθέως—ἵνα ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλὴν ποσάκις μάλιστα ἀπὸ τῆς πτέρυγος τῆς ἀριστερᾶς δὲν μοὶ ὑπεβλήθησαν συστάσεις ἐπανειλημμένως ἐδῶ εἰς τὴν Βουλὴν ὅπως τοὺς καταταχθέντας ὡς ἐθελοντὰς εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ πολέμου καὶ προθύμους νὰ καταβάλωσι τὸ χιλιόδραχμον παράβολον ἀπαλλάξωμεν τῆς περαιτέρω ὑπηρεσίας των ἐν τῷ στρατῷ, ἀφ’ οὗ εἶχον συμπληρώσῃ ὁλόκληρον ἔτος πολεμικῆς μάλιστα στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, καὶ θὰ ἐνθυμοῦνται ἴσως οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ ὅτι ἠρνήθην ἐπὶ ὁλοκλήρους δύο μῆνας νὰ εἰσακούσω τῆς αἰτήσεως αὐτῶν, καὶ τότε μόνον ἀπήλλαξα αὐτοὺς μετὰ πάροδον δύο ὁλοκλήρων περίπου μηνῶν, ὅτε ἐβεβαιώθην ὅτι αὐτοὶ ἦσαν μόλις 30 ἢ 40 τὸν ἀριθμόν, καὶ συνεπείᾳ τούτου ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία μοὶ εἶπεν ὅτι εἶναι τόσον μικρὸς ὁ ἀριθμός, ὥστε δυνάμεθα ἐν τῷ συμφέροντι τῆς ὑπηρεσίας νὰ τοὺς ἀπαλλάξωμεν ἐπὶ καταβολῇ τοῦ χιλιοδράχμου παραβόλου, καὶ τότε μόνον ὁ υἱός μου πληρώσας 1000 δραχμὰς ἀπηλλάγη μετὰ ὑπηρεσίαν ἐν τῷ στρατῷ ἀρξαμένην ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου καὶ παραταθεῖσαν μέχρις Ἰανουαρίου, δηλαδὴ μετὰ 16 μηνῶν ὑπηρεσίαν. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς ἰσχυρίσθη συγχρόνως ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιχειρήσῃ μόνη νὰ παραδεχθῇ τὰς ἀποφάσεις τῶν Δυνάμεων, δὲν ἐξήγησεν ὅμως περαιτέρω τί ἐνόει ταῦτα λέγων. Ἤθελεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἡ Κυβέρνησις λησμονοῦσα τὴν θέσιν αὐτῆς καὶ τὰ καθήκοντα αὐτῆς καὶ τὰς εὐθύνας αὐτῆς νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ νὰ παράσχῃ τὸ οἰκτρὸν θέαμα Κυβερνήσεως ἀβούλου, ἀπευθυνομένης εἰς τὸ βουλευτικὸν Σῶμα καὶ λεγούσης· «Ἰδού, Κύριοι, αἱ ἀποφάσεις τῶν Δυνάμεων μᾶς περικόπτουν τόσους πληθυσμοὺς ἐκεῖ· δὲν ἠξεύρω τί εἶναι τὸ πρακτέον· τί λέγετε σεῖς;» Ἤθελε τοιοῦτον θέαμα νὰ παρουσιάσῃ ἡ Κυβέρνησις, νὰ παρουσιάσῃ καὶ ἡ Βουλή; Ἀλλ’ εἶπε συγχρόνως ὁ ἀξιότιμος ἐξ Λοκαδίας, ὡς καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας Βουλευτής, ὅτι ἐχρειάζετο τοὐλάχιστον νόμος διὰ νὰ δεχθῶμεν τὴν παραχώρησιν τῶν μερῶν τούτων. Αἴ! Κύριοι! Ἀνέγνωσα καὶ ἐγὼ τὰ σχετικὰ ἐπιχειρήματα τὰ ἐκ μέρους σεβαστοῦ φίλου διατυπωθέντα εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ ἠπόρησα, διότι τοιαῦτα ἐπιχειρήματα φέρουσι τὴν ὑπογραφὴν τοιούτου ἀνδρός. Δὲν δύναται νὰ λεχθῇ σοβαρῶς, Κύριοι, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ κατοχή, ὅταν δὲν συνοδεύηται ἀπὸ πρᾶξιν προσαρτήσεως, ὅταν ἐλλείπῃ ἀκόμη καὶ ἡ πρόφασις τῆς προσαρτήσεως, ἡ λείπουσα ἐν προκειμένῳ, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐγνωρίζομεν ὅτι αἱ Μ. Δυνάμεις ἠξίουν δι’ ἑαυτὰς τὸ δικαίωμα τῆς διαχαράξεως τῶν ὁρίων καὶ ἡμεῖς ἀνεγνωρίζομεν εἰς τὰς Δυνάμεις τὸ δικαίωμα τοῦτο, δὲν δύναται νὰ λεχθῇ σοβαρῶς ὅτι αἱ χῶραι ἐκεῖναι προσηρτήθησαν καὶ ἑπομένως χρειάζεται πλέον νόμος διὰ νὰ ἀποχωρισθῶσιν ἀπὸ τοῦ Ἐθνικοῦ κορμοῦ. Εἶναι ἴσως μείζονος προσοχῆς ἄξιον τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ, ὅτι ἡ ἀλλαγὴ τῆς παραλίας ἀπὸ Φτελιᾶς μέχρι Παγανιᾶς πρὸς τὴν ἄνω κοιλάδα τοῦ Ἀργυροκάστρου ἔχει ἀνάγκην νόμου διὰ νὰ συντελεσθῇ. Ἀλλ’ ὡς διετύπωσεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς τὰς παρατηρήσεις του, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ εἴπω ὅτι εἶναι λίαν ἀσύστατοι, διότι δὲν ἰσχυρίσθη ὅτι χρειάζεται νόμος διὰ τὴν κύρωσιν τῶν ἀνταλλαγῶν, ἀλλ’ ἠρνήθη καὶ τὸ δικαίωμα νὰ διαπραγματευθῶμεν τὴν ἀνταλλαγὴν αὐτὴν πρὸ τοῦ νὰ ἔχωμεν νόμον περὶ τούτου, ἐνῷ βεβαίως ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ διαπραγματευθῇ τὴν ἀνταλλαγὴν ταύτην, ἥτις ὅμως δὲν θὰ εἶχε σημασίαν ἐφ’ ὅσον δὲν ἐκυροῦτο ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ὅ,τι ἀφορᾷ εἰδικώτερον τὸ ζήτημα, δὲν εἶμαι ἐντελῶς βέβαιος ὅτι ἡ ὑποστηριχθεῖσα γνώμη εἶναι καὶ ἀπολύτως ὀρθή, ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι ἀξία πολλῆς μελέτης καὶ μέχρι τῆς στιγμῆς τῆς ἀνταλλαγῆς ἡ Κυβέρνησις θὰ εἶναι ἑτοίμη ἵνα ὑποστηρίξῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην, εἰς τὴν ὁποίαν μετὰ ἐγγυτέραν μελέτην τοῦ ζητήματος ἤθελε καταλήξει. Ἔρχομαι ἤδη, Κύριοι, εἰς τὸ τρίτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐτέθη ἐνώπιον ὑμῶν. Δεδομένου ὅτι εὑρισκόμεθα ἐνώπιον σιδηρᾶς ἀνάγκης, ὅπως ὑποταχθῶμεν εἰς τὰς ἀποφάσεις τῶν Δυνάμεων, μήπως ἆρά γε ἐν τῇ ἐκτελέσει ὑπερεβάλομεν τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν; Ἀληθῶς, Κύριοι, αἱ ὑποχρεώσεις ἡμῶν ἀπέναντι τῶν Δυνάμεων, αἱ διατυπούμεναι ἐν τῇ διακοινώσει αὐτῶν, περιωρίζοντο εἰς τὸ νὰ ἐκκενώσωμεν τὰ παραχωρούμενα ἐδάφη, καὶ εἰς τὸ νὰ μὴ ἀντιτάξωμεν καμμίαν ἀντίστασιν καὶ νὰ μὴ ὑποστηρίξωμεν ἢ ἐνθαρρύνωμεν ἀμέσως ἢ ἐμμέσως καμμίαν ἀντίστασιν κανενὸς εἴδους εἰς τὴν ὑπὸ τῶν Δυνάμεων κατασταθεῖσαν ἐν τῇ Ἀλβανίᾳ τάξιν πραγμάτων. Ὀρθῶς λοιπὸν εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς ὅτι διὰ τῆς ἀποφάσεως τῶν Δυνάμεων ἐπεβάλλετο εἰς ἡμᾶς ἡ ἐκκένωσις, ἡ μὴ ἐνθάρρυνσις ἀμέσως ἢ ἐμμέσως ἐνδεχομένης ἀντιστάσεως τῶν πληθυσμῶν, οὐχὶ καὶ ἡ παράδοσις τῶν ἐκχωρουμένων μερῶν. Ἀλλὰ πλὴν τῆς ἐρεύνης τοῦ τί ἐπιβάλλουσιν εἰς ἡμᾶς αἱ πρὸς τὰς Δυνάμεις ἀναληφθεῖσαι ὑποχρεώσεις, παρωράθη ἡ ἐξέτασις τοῦ ζητήματος, τοῦ ἐξ ἴσου οὐσιώδους, ἂν μὴ ἔτι μᾶλλον οὐσιώδους, τοῦ ζητήματος, τί ἐπέβαλλον καὶ τί ἐπιβάλλουσιν εἰς ἡμᾶς κατὰ ταῦτα τὰ καλῶς ἐννοούμενα ἴδια ἡμῶν συμφέροντα, τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα. Εἰς τὸν στρατηγὸν Παπούλαν ἀναλαβόντα τὸ ἄχαρι ἔργον νὰ ἐκκενώσῃ τὰ παραχωρηθέντα ἐδάφη ἀπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἐδόθη ἡ ὁδηγία, ὅπως εἰς τὴν ἐκκένωσιν προβαίνῃ τμηματικῶς, συμφώνως ἄλλως πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῶν Δυνάμεων, κατόπιν συνεννοήσεως μετὰ τοῦ διοικοῦντος ἑκάστοτε τὴν ὠργανωμένην στρατιωτικὴν δύναμιν Ὁλλανδοῦ ἀξιωματικοῦ. Κατόπιν τῆς τοιαύτης συνεννοήσεως θὰ παρεδίδοντο τὰ ἐκκενούμενα ἐδάφη πρὸς τοιαύτην ὠργανωμένην δύναμιν ὑπὸ Ὁλλανδὸν ἀξιωματικὸν καὶ μόνον ἀφοῦ ἐγκαθιδρύετο ἡ δύναμις αὐτὴ ὑπὸ τοὺς ξένους ἀξιωματικοὺς εἰς τὸ μέρος τὸ παραχωρούμενον θὰ ἐπηκολούθει ἡ ἐκκένωσις. Ἦτο, Κύριοι, τοῦτο στοιχειώδης πρόνοια ἐπιβαλλομένη εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἂν ἀπὸ τῆς Κορυτσᾶς ἀπήρχετο ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς χωρὶς ν’ ἀναμείνῃ τὴν ἄφιξιν τῆς ὠργανωμένης στρατιωτικῆς δυνάμεως ὑπὸ τὸν Ὁλλανδὸν ἀξιωματικὸν καὶ ἂν ἀπήρχετο ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς πρὸ τῆς ἐγκαταστάσεως τῆς δυνάμεως ταύτης, ἠδύνασθε, Κύριοι, νὰ εἶσθε ἀσφαλεῖς καὶ ἥσυχοι ὅτι οἱ μέλλοντες νὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν Κορυτσὰν μετὰ τὴν ἐκκένωσιν ὑπὸ τῶν Ἑλληνικῶν στρατευμάτων θὰ ἦσαν πάντως ὠργανωμένη στρατιωτικὴ δύναμις ὑπὸ ξένους ἀξιωματικοὺς καὶ δὲν θὰ εἰσήρχοντο εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο κατὰ πρῶτον ἄτακτα στίφη μέλλοντα νὰ ἐμβάλωσι τὸν ὄλεθρον καὶ τὴν καταστροφήν; Ἰδοὺ διὰ τίνα λόγον ἡ διαταγὴ φέρει ὅτι, ἡ ἐκκένωσις πρέπει νὰ γίνεται πρὸς ὠργανωμένην δύναμιν ὑπὸ Ὁλλανδὸν ἀξιωματικὸν καὶ ν’ ἀποσύρηται ὁ στρατὸς οὐχὶ ἅμα τῇ ἀφίξει τῆς δυνάμεως ἐκείνης, ἀλλ’ ἅμα τῇ ἐγκαταστάσει τῆς δυνάμεως ταύτης. Θὰ μοῦ εἴπητε, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον ἀποπνίγεται ἐντελῶς ἐνδεχομένη ἀντίστασις τῶν πληθυσμῶν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀντίστασιν οὗτοι ἔχουν δικαίωμα. Καὶ ἔχω νὰ ἐξετάσω ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, Κύριοι, τὴν πολιτείαν τῆς Κυβερνήσεως, διότι νομίζω, ὅτι ὑπάρχει παρεξήγησίς τις. Οὔτε ἐζητήσαμεν οὔτε προτιθέμεθα δι’ ὑλικῆς βίας νὰ παρεμποδίσωμεν τὴν ἐλευθέραν ἐνέργειαν τῶν παραχωρουμένων πληθυσμῶν· ἐθεωρήσαμεν μόνον καὶ ἐξακολουθοῦμεν θεωροῦντες καθῆκον ἡμῶν, καθῆκον στοιχειῶδες ὑπευθύνου Κυβερνήσεως τοῦ Κράτους καὶ ῥυθμιστοῦ τῶν Ἐθνικῶν ἐν γένει συμφερόντων, νὰ μὴ παύσωμεν παρέχοντες πρὸς τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους τὴν ἐπίμονον συμβουλὴν νὰ μὴ ζητήσωσι νὰ ἀντιταχθῶσι τελικῶς κατὰ τῆς ἀποφάσεως τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ἡ ὁποία προσκυροῖ ἀτυχῶς τὰ ἐδάφη αὐτὰ εἰς τὸ Ἀλβανικὸν Κράτος. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀκραδάντως πεπεισμένη ὅτι τοιαύτη μέχρι τέλους ἀντίστασις πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῶν Δυνάμεων καὶ πρὸς ὑποστήριξιν ἀποχωριστικῶν τάσεων ἢ δημιουργίας ἰδίου κράτους βορείου Ἠπείρου, τοιαύτη ἀντίστασις θὰ εἶχεν ὀλεθρίας συνεπείας πρωτίστως διὰ τοὺς πληθυσμοὺς τούτους καὶ κατὰ συνέπειαν διὰ τὰ ἐθνικὰ ἐν γένει συμφέροντα. Ταύτην τὴν ἠθικὴν ἐπέμβασιν ἠσκήσαμεν πάντοτε καὶ ὅτε, Κύριοι, ἀνηγγέλλετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὑπὸ τῆς Γεν. Διοικήσεως Ἠπείρου ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀρχὴ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δοθεισῶν αὐτῇ γενικῶν ὁδηγιῶν, διέταξε τὴν σύλληψιν τοῦ κ. Ζωγράφου καὶ τοῦ κ. Καραπάνου μεταβαινόντων εἰς τοὺς Ἁγίους Σαράντα, ἐπηκολούθησεν ἀμέσως ἡ διαταγή, ὅπως εἰς τὸν κ. Ζωγράφον καὶ τὸν κ. Καραπάνον ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἡ μετάβασις καὶ εἰς Ἀργυρόκαστρον καὶ ὅπου ἀλλαχοῦ ἐπεθύμουν. Ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ ἔπραξε τὸ καθῆκον αὑτῆς πρὸς τὸν κ. Ζωγράρον διὰ νὰ ἀποτρέψῃ αὐτὸν ἀπὸ τῶν ἄκρων μέτρων, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ ἐπιφέρωσι συμφοράς, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐνόμισεν ὅτι εἶχε δικαίωμα, ἰδίως προκειμένου περὶ τοῦ κ. Ζωγράφου, καταγομένου ἀπ’ αὐτὰ ταῦτα τὰ παραχωρούμενα ἐδάφη, νὰ ἐμποδίσῃ αὐτὸν νὰ μεταβῇ ἐκεῖ καὶ συνεννοηθῇ μετὰ τῶν συμπολιτῶν αὐτοῦ περὶ τῆς πολιτείας, ἥτις ἐπεβάλλετο εἰς αὐτούς. Καὶ ὅταν ἐπίσης κατὰ παρερμηνείαν τῶν δοθεισῶν διαταγῶν ἡ στρατιωτικὴ ἀρχὴ μετὰ τὴν ἔκρηξιν τοῦ κινήματος ἐν Χειμάρρᾳ ἔδιδε διαταγὰς εἰς τὸν ἐκεῖ ὑπάρχοντα στρατὸν νὰ προβῇ εἰς σύλληψιν τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν ἐπαναστατῶν, ἐπηκολούθει ἀμέσως διαταγὴ ἐκ τοῦ κέντρου, ὅπως αἱ διαταγαὶ μὴ ἐκτελεσθῶσι, διότι δὲν ἐνέκειντο ἐν ταῖς ὁδηγίαις, αἱ ὁποῖαι εἶχον δοθῆ πρὸς τὴν στρατιωτικὴν ἀρχήν. Ὀφείλω κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην διὰ νὰ μὴ ἀφήσω, ἔστω καὶ τὴν παραμικροτέραν ὑπόνοιαν περὶ τῶν ἐνεργειῶν τῆς στρατιωτικῆς ἀρχῆς καὶ τοῦ στρατηγοῦ Παπούλα, ὅστις διοικεῖ ἐκεῖ τὰς δύο μεραρχίας, νὰ διακηρύξω ὅτι δὲν δύναμαι παρὰ νὰ περιβάλλω μὲ ἀπεριόριστον ἐκτίμησιν καὶ σεβασμὸν τὸν γενναῖον στρατηγόν, ὅστις μετὰ τόσου πόνου ψυχῆς ἐκτελεῖ τὸ θλιβερὸν καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἠξίωσε παρ’ αὐτοῦ ἡ Πατρὶς καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι ἐξ ἴσου τιμητικὸν δι’ αὐτόν, ὅσον καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐξεπλήρωσεν ὅταν διὰ τῆς σπάθης του καὶ αὐτὸς ἀνέκτα τὰ ἐδάφη ταῦτα, τὰ ὁποῖα πρὸς στιγμὴν τουλάχιστον ἀπέκτησαν τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ ἐλευθερωθῶσιν. Ἡ διαταγὴ τὴν ὁποίαν εἶχον δώσει περιελάμβανε τὴν παρεμπόδισιν τῆς μεταβάσεως ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον σχέσιν πρὸς τοὺς πληθυσμοὺς καὶ τῶν ὁποίων ἡ ἐνέργεια δὲν ἠδύνατο παρὰ ὕποπτος νὰ εἶναι καὶ οἵτινες δὲν εἶχον οὐδεμίαν εὐθύνην διὰ τὰς συμφοράς, αἵτινες ἠδύναντο νὰ ἐπέλθωσιν εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, πρὸς τοὺς ὁποίους δὲν ἠδυνάμην νὰ ἔχω καμμίαν ἐμπιστοσύνην, ὅτι θὰ ἐγνώριζον ἐπαρκῶς τὸ πρᾶγμα καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἂν ἔρριπτον τὸν περὶ τῶν ὅλων κύβον, ὅτι εἶχον νὰ διακινδυνεύσουν ἐξ ἴσου μετὰ τῶν πληθυσμῶν, τοὺς ὁποίους θὰ ὡδήγουν εἰς καταστροφάς. Καὶ ἔρχομαι ἤδη εἰδικώτερον εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον προεκάλεσε τὴν ἐπερώτησιν καὶ τὴν συζήτησιν περὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην, τὸ ζήτημα δηλαδὴ τοῦ ἀποκλεισμοῦ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κερκύρας ἐπραγματεύθη τὸ ζήτημα τοῦτο κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην κατὰ τρόπον ἐντελῶς ἀήθη εἰς αὐτόν. Εἶναι ἴσως ὁ ὀλιγώτερον δικηγόρος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κερκύρας, ὁ ὀλιγώτερον δικηγορικῶς διεξερχόμενος τὰ ζητήματα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Καὶ ὅμως τὴν ἑσπέραν ταύτην περιέπεσεν ἀτυχῶς εἰς τὸν κίνδυνον εἰς τὸν ὁποῖον περιπίπτουν πλεῖστοι τῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀγορευόντων. Οὐχὶ πολιτικῶς ἐξήτασε τὸ θέμα, ἀλλὰ δικανικῶς, ἴσως δὲ διότι ἀκριβῶς συνήθως δὲν ἐξετάζει ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς τὰ πράγματα, ἴσως διὰ τοῦτο ὑπῆρξεν εἰδικώτερον τόσον ἀσθενὴς ἀπὸ ἀπόψεως τεχνικῆς ἡ ἀγόρευσίς του κατὰ τὸ μέρος τοῦτο. Ἠρνήθη ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως τοῦ νὰ προκηρύξῃ τὸν ἀποκλεισμὸν τοῦτον καὶ μᾶς ἠρώτησε· «πῶς τὸν ἀποκλεισμὸν τοῦτον προκηρύσσετε; Μήπως εἶναι ἰδικά σας ἐδάφη ἢ μήπως εἶσθε σύμμαχοι τῆς Ἀλβανίας καὶ ἐν τῷ συμφέροντι τῆς Ἀλβανίας κηρύσσετε τὸν ἀποκλεισμόν;» Καὶ προέβη ἀπὸ ὀλισθήματος εἰς ὀλίσθημα ἐν τῇ δικανικῇ ἐξετάσει τοῦ ζητήματος διατυπώσας τὴν γνώμην ὅτι, καὶ ἂν ἁπλῶς ἀστυνομικὸν μέτρον ἐπέβαλε τὴν κήρυξιν τοῦ ἀποκλεισμοῦ, δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἀσκῶμεν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ μέρους, τὸ ὁποῖον δὲν μᾶς ἀνήκει, λησμονῶν ὅτι μόνη ἡ στρατιωτικὴ κατοχὴ παρέχει τὸ δικαίωμα πλῆρες καὶ ἀπεριόριστον τῆς ἀστυνομικῆς ἐξουσίας. Προεκηρύχθη λοιπὸν τὸ μέτρον τοῦτο ὡς μέτρον ἀστυνομικὸν ἐπὶ ἐδάφους, τὸ ὁποῖον διατελεῖ ὑπὸ τὴν κατοχὴν ἡμῶν ἀκόμη, προεκηρύχθη διὰ δύο λόγους· ὁ πρῶτος ἦτο ὅτι δὲν ἠδυνάμεθα ν’ ἀνεχθῶμεν ὅπως κατὰ τοιοῦτον συνοπτικὸν τρόπον ἀποβιβασθῶσιν οἱ ὑπάλληλοι τῶν Ἁγ. Σαράντα εἰς Κέρκυραν, ὄχι μόνον οἱ ὑπάλληλοι, ὅπως ἐνόμισεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, ἀλλὰ πολλοί, καὶ ὁ τελώνης καὶ ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος, καὶ ὁ ἀστυνόμος καὶ δὲν ἠξεύρω εἴ τις ἄλλος. Ἐὰν τοιαύτην ἐνέργειαν ἠνειχόμεθα, Κύριοι, θὰ ἦτο φυσικὸν νὰ παρεξηγηθῶμεν, θὰ ἦτο δὲ διὰ τὸ Κράτος τοῦτο αἰσχύνη ἐξευτελιστική, ἂν ἐδίδομεν ἀφορμήν, ἔστω καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον, ὅπως τεθῇ ἐν ἀμφιβόλῳ ἡ καλὴ πίστις μετὰ τῆς ὁποίας ἡ Ἑλλὰς ἐκτελεῖ τὰς ὑποχρεώσεις αὑτῆς τὰς διεθνεῖς. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἀπομακρυνθῶμεν, ἦτο ἀδύνατον ἐν τῇ συναισθήσει τῶν εὐθυνῶν ἡμῶν ὅπως ἐν Ἁγ. Σαράντα ἐπιτρέψωμεν νὰ λειτουργήσουν καὶ τελωνεῖον καὶ λιμεναρχεῖον καὶ ἀστυνομικαὶ ἀρχαὶ τῆς ἐπαναστατικῆς Κυβερνήσεως, ἐνῷ εἰς τοὺς Ἁγ. Σαράντα καταπλέουσι σχεδὸν καθ’ ἑκάστην ἀτμόπλοια δύο τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, καὶ δὴ εἰδικώτερον ἀτμόπλοια Ἰταλικὰ καὶ Αὐστριακά. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Βουλευτὴν Κερκύρας, ἐφ’ ὅσον θὰ ἐξητάζετο πολιτικῶς τὸ ζήτημα καὶ ὄχι δικανικῶς, ἐὰν ἐκεῖνος εἶχε νὰ ἀποφασίσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, θὰ ἠδιαφόρει πρὸ τοῦ ἐνδεχομένου κινδύνου, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο νὰ γενικευθῇ ἐκ προστριβῶν μεταξὺ τῶν ἐπαναστατικῶν ἀρχῶν καὶ τῶν πλοίων τῶν φερόντων τὰς σημαίας τῶν δύο τούτων Δυνάμεων; Θὰ ἠδιαφόρει πρὸ τοῦ κινδύνου τούτου καὶ θὰ ἄφηνε νὰ συμβῇ ἐπεισόδιόν τι, τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ λυπηροτάτας συνεπείας; Καὶ ἂν μοῦ εἴπητε ὅτι, ναὶ μὲν ἀναγνωρίζετε τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως ἐνεδείκνυον τὸ μέτρον, ἀλλὰ ἰσχυρισθῆτε ὅτι ἐὰν ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης θὰ ἐκινδύνευε τὸ συμφέρον τὸ ἐθνικὸν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἀποκλεισμοῦ, ἐξ ἄλλου ὅμως ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ δύναται νὰ ἀγάγῃ εἰς μείζονα κακά, νὰ ἐκθέσῃ δηλ. τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους εἰς τὸν κίνδυνον νὰ ἀποθάνωσιν ἐκ πείνης, θὰ ἀπαντήσω καθησυχάζων ὑμᾶς μὲ τὴν βεβαίωσιν, ὅτι δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ λιμοκτονήσω τοὺς πληθυσμοὺς τούτους. Μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς οὐδεμία ἔκθεσις στενότητος εἰσαγωγῆς παρουσιάσθη εἰς τοὺς πληθυσμοὺς αὐτούς, σᾶς παρέχω δὲ τὴν πληροφορίαν, ἵνα μὴ ἀνησυχῆτε καὶ διὰ τὸ μέλλον, καίτοι νομίζω ὅτι μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ζωγράφου, ἡ ἀποκατάστασις τῶν Ἀρχῶν θὰ γίνῃ καὶ θὰ ἀρθῇ ὁ ἀποκλεισμός, παρέχω, λέγω, τὴν πληροφορίαν ὅτι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκ τοῦ ἀποκλεισμοῦ τούτου θὰ ἐγεννᾶτο οὐχὶ ἁπλῶς κίνδυνος λιμοκτονήσεως τῶν πληθυσμῶν, ἀλλὰ καὶ κίνδυνος ἐκμεταλλεύσεως τῶν πληθυσμῶν τούτων ὑπὸ τῶν κατόχων τῶν εἰσαχθέντων ἤδη τροφίμων, θὰ παρενέβαινον ἵνα ἐπιτρέψω τὴν εἰσαγωγὴν τροφίμων διὰ τοῦ ὅρμου τῶν Ἁγίων Σαράντα. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἐξήντλησα καὶ τὰ τρία ζητήματα τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ τῆς χθεσινῆς ἐπερωτήσεως. Ἀλλ’ ὑπολείπεται ἀκόμη ν’ ἀπαντήσω καὶ ἐπὶ ἄλλων τινῶν σημείων, τὰ ὁποῖα ἔθιξαν οἱ ἀγορεύσαντες. Εἷς τούτων περίτρομος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπέστησε τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἐπὶ τῶν κινδύνων εἰς τοὺς ὁποίους ἐκθέτει τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα ἡ μεταστροφὴ τῆς πολιτικῆς τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦ πολέμου ζητήσασα νὰ μένῃ ἐκτὸς τῶν συνδυασμῶν τῶν Μ. Δυνάμεων, κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν δὲν ἠξεύρει τί παθοῦσα ἀφῆκε τοὺς ὑποτιθεμένους ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κερκύρας παλαιοὺς ἔρωτας καὶ ἔσπευσεν εἰς τοὺς καταγγελλομένους νέους ἔρωτας ὑπὸ τοῦ κ. ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτοῦ, ὡς ἀποκλίνουσα προσφιλῶς πρὸς τὴν Ἰταλίαν καὶ τὴν Αὐστρίαν. Καὶ ὅταν τοὺς ἐρωτήσητε πόθεν ἡ ἀπόδειξις: Σᾶς λέγουσιν ἰδοὺ αὐτή· ὅτι ἡ Αὐστρία καὶ ἡ Ἰταλία σᾶς ἀπαντῶσιν, ἄρα τὸ πρᾶγμα ὅτι αὐταὶ σπεύδουν νὰ σᾶς ἀπαντήσωσι πρῶται ἀπὸ τὰς ἄλλας ἀποδεικνύει ὅτι ἔχετε κἄποιαν ἰδιαιτέραν συνεννόησιν μετ’ αὐτῶν. Ἀλλά, Κύριοι, καὶ αὐτὸ εἶναι ἀπὸ τὰ ἐπιχειρήματα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἠκούσθησαν συνεχῆ καὶ ἀλλεπάλληλα ἀνάξια πάσης προσοχῆς. Ἔδωκα ἤδη κατὰ διακοπὴν ἀπάντησιν ἐπὶ τῆς κατηγορίας, ὅτι διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἀνταλλαγῆς τῆς κοιλάδος τοῦ Ἀργυροκάστρου πρὸς ἓν τμῆμα τῆς παραλίας καὶ 2,500,000 δραχ. συνεννοήθην ἰδίως μετὰ τῆς Ἰταλίας καὶ Αὐστρίας. Ἀλλ’ οὔτε θὰ παρακολουθήσω ἕνα τῶν ἀξιοτίμων προλαλησάντων ἐν τῇ κατ’ ἄρθρον ἐρεύνῃ τῆς ἀπαντήσεως τῆς δοθείσης ἤδη ὑπὸ δύο τῶν Μ. Δυνάμεων. Δὲν προσάγεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἡ ἀπάντησις αὕτη ὡς ἆθλος καταπραχθεὶς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἰσχυρίζομαι βεβαίως ὅτι ἡ ἀνακοίνωσις ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἰσοτιμίαν ὄχι μόνον τῶν θρησκευμάτων, ἀλλὰ καὶ τῶν γλωσσῶν τῶν λαλουμένων ἐν Ἀλβανίᾳ, εἶναι ἀξία πολλῆς προσοχῆς ὡς πρὸς τὸ μέρος τὸ ἄλλο. Ἀλλ’ ἀναγνωρίζεται συγχρόνως ὅτι ἐξηγήσεις τινὲς εἶναι ἀναγκαῖαι, ὅτι ἐν τῇ ἰσοτιμίᾳ ταύτῃ περιλαμβάνονται ὄχι μόνον ἡ διατήρησις τῆς ἱεραρχικῆς ἐξαρτήσεως τῶν θρησκευτικῶν λειτουργῶν, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀκώλυτος λειτουργία τῶν ἑλληνικῶν σχολείων καὶ τῶν ἄλλων Ἑλληνικῶν ἱδρυμάτων τῶν ἐκπαιδευτικῶν καὶ φιλανθρωπικῶν τῶν λειτουργούντων ἐν τῇ Ἀλβανίᾳ. Ἀλλ’ ἔχω, Κύριοι, τὸ καθῆκον νὰ φέρω τὸν λόγον καὶ ἐπὶ τῆς ἐπικρίσεως, ἡ ὁποία ἀπευθύνεται κατὰ τῆς ἐπιζητηθείσης καὶ εὐτυχῶς πραγματοποιουμένης, ἐλπίζω, διαρρυθμίσεως τῶν Ἀλβανικῶν συνόρων διὰ τῆς ἀνταλλαγῆς τῆς ἄνω κοιλάδος τοῦ Ἀργυροκάστρου ἀφ’ ἑνὸς πρὸς τμῆμα παραλιακὸν καὶ ἀφ’ ἑτέρου πρὸς καταβολὴν 2,500,000 δραχ. Ἡ ἄνω κοιλὰς τοῦ Ἀργυροκάστρου, Κύριοι, ἔχει ἔκτασιν 165,75 τετραγ. χιλιομέτρων, περιλαμβάνει 17 χωρία ἀπολύτως ἑλληνικὰ καὶ πληθυσμὸν περὶ τὰς 7,000 κατοίκων ἐκ τῶν ἑλληνικωτάτων τῆς ὅλης Ἠπείρου. Παρὰ δὲ τὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν τοῦτο καὶ μόνον τὸ γεγονὸς ἔχει τῆς περισώσεως τοῦ πληθυσμοῦ τούτου μετὰ μίαν τελεσίδικον καταδίκην, ἡ διαγραφὴ τῶν ὁρίων, ὡς γίνεται σήμερον, βελτιοῖ οὐσιωδῶς ἀπὸ στρατηγικῆς ἀπόψεως τὴν συνοριακὴν ἡμῶν γραμμήν. Εὐτυχῶς δὲν ἤκουσα οὐδένα ἐκ τῶν ἀγορευσάντων θέτοντα κἂν ὑπὸ συζήτησιν τὸ ποσὸν τῶν 2.500.000 τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὰ κυριώτατα μέρη τοῦ ἀνταλλάγματος. Χαίρω διὰ τοῦτο βέβαιος ὤν ὅτι ὅλη ἡ Βουλὴ θὰ ἦτο διατεθειμένη νὰ ψηφίσῃ ἄνευ τινὸς ἐνδοιασμοῦ τὴν κατ’ ἴσην ἀναλογίαν ἀνταλλαγὴν ὅλων τῶν παραχωρουμένων πληθυσμῶν ἀντὶ χρηματικοῦ ἀνταλλάγματος. Ἀτυχῶς δὲν ἦτο δυνατὸν τοῦτο νὰ γίνῃ καὶ διὰ τοὺς λοιπούς. Ἀλλά, Κύριοι, φαίνεται ὅτι, ἐνῷ ὅπως σώσω τὴν ἄνω κοιλάδα τοῦ Ἀργυροκάστρου ἐνόμισα ὅτι κατ’ οὐσίαν δὲν ἔδιδον τίποτε ἄλλο παρὰ 2.500.000, φαίνεται ὅτι κακὰς ἔχων πληροφορίας ἐγενόμην θῦμα παραχωρήσας μέρος παραλίας ἀξιολόγου, τὸ ὁποῖον ἀπὸ πολλοῦ ἐζητεῖτο νὰ παραχωρηθῇ καὶ τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἐκ τυφλώσεως παρεχώρησα. Κύριοι τὸ μῆκος τῆς παραλίας ἀπὸ Φτελιᾶς, ὁπόθεν θὰ ἤρχιζε τὸ ὅριον, μέχρι τοῦ Ἀκρωτηρίου Παγανιά, ὁπόθεν σήμερον θὰ ἀρχίσῃ, ἐὰν γίνῃ ἡ ἀνταλλαγή, εἶναι 4 χιλιόμ., ἡ ὅλη ἔκτασις εἶναι 8 τετραγ. χιλιόμ., σημειωτέον ὅτι εἶναι ἔκτασις ὄχι ἁπλῶς ἀκατοίκητος, ἀλλ’ ἐντελῶς ἔρημος καὶ ἐντελῶς ἄγονος, ἀπὸ τίποτε ἄλλο δὲ δὲν ἀποτελεῖται παρὰ μόνον ἀπὸ τὴν κλιτὺν τοῦ βουνοῦ. Ἐπανορθῶ τὴν πληροφορίαν γνωρίζων εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι τὸ μὲν μῆκος εἶναι 8 χιλιόμ., τὸ δὲ ἐμβαδὸν 12 τετρ. χιλιόμ. βραχώδους κλιτύος, ἐρήμου καὶ ἀκατοικήτου. Σημειωτέον δὲ ὅτι ἀπὸ ἀπόψεως ἀστυνομικῆς ἦτο συστηματικὸς κίνδυνος ἡ πρώτη διαγραφὴ τῶν ὁρίων. Διότι δυστυχῶς, ὅπως παρετήρησα καὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας, ἐνῷ αἱ Δυνάμεις, ὅτε ἐλάμβανον τὰς ἀποφάσεις των ἐν Λονδίνῳ, εἶχον ὁρίσει ὅτι ἡ γραμμὴ θὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τοῦ ἀκρωτηρίου Στύλου διὰ νὰ ἀνέλθῃ πρὸς τὴν Κορυτσάν, ἐλησμονήθη ἀτυχῶς ὕστερον τοῦτο καὶ ὅτι εἰς τοῦτο πταίει ἡ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία διέγραψε τὰ ὅρια, ἀντὶ νὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τοῦ Στύλου καὶ ν’ ἀνέλθῃ εἰς Κορυτσάν, ἤρχισε μὲν ἀπὸ τοῦ Στύλου, ἢ μᾶλλον τῆς παρακειμένης Φτελιᾶς, ἀλλ’ ἀντὶ ν’ ἀνέλθῃ πρὸς τὰ ἄνω κατῆλθε σχεδὸν μέχρι Σαγιάδος διὰ νὰ περιλάβῃ τὴν Κονίσπολιν εἰς τὴν Ἀλβανίαν. Μετὰ τὴν τοιαύτην διαγραφὴν τῶν ὁρίων ἦτο ἀληθῶς εἰρωνεία ἡ παραχώρησις εἰς τὴν Ἑλλάδα τοῦ μήκους τούτου τοῦ παραλιακοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπὸ ἀστυνομικῆς ἀπόψεως, κυρίως δὲ ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀστυνομικῆς, θὰ μᾶς ἐξέθετεν εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς φυλάξεως ὁλοκλήρου αὐτῆς τῆς μακρᾶς γραμμῆς τῆς 8 χιλμ. ἀπὸ τῆς ὁποίας ἠδύνατο νὰ γίνῃ εἰσαγωγὴ λαθρεμπορικῶν εἰδῶν. Αὐτὸ εἶναι τὸ παραχωρηθέν, τὸ ἀκατοίκητον, τὸ ἄγονον, τὸ μηδεμίαν ἀξίαν ἔχον, τὸ ἀποτελούμενον ἀπὸ μίαν ἀπόφυσιν τοῦ ἐδάφους τοῦ Ἑλληνικοῦ, ἔχοντος ἀνάγκην φυσικῆς ἐγχειρίσεως, ὡς ἔχει καὶ ἡ σκωλικοειδῖτις, διότι καθ’ ἡμᾶς θὰ ὑπεχρεούμεθα νὰ ἀποκόψωμεν τὸ μέρος τοῦτο καὶ φυλάξωμεν μόνον μίαν γραμμήν, ἀπὸ τὸ ἀκρωτήριον τῆς Παγανιᾶς, διὰ νὰ μὴ ἐπεκτεινώμεθα ἐπὶ 8 χιλιομ. ἀσκόπου φυλάξεως γραμμῆς κατὰ λαθρεμπορικῆς εἰσαγωγῆς. Παρακαλῶ, ὅπως, εἰ δυνατόν, διακοπῇ, κύριε Πρόεδρε, ἡ συνεδρίασις ἐπὶ πέντε λεπτά.
§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινέσει τῆς Βουλῆς διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ πέντε λεπτά. Μετὰ τὴν διακοπὴν (Ὥρᾳ 10.30′)
§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§243ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὑπελείφθη, κ. Βουλευταί, ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἀκρωτήριον Παγανιᾶς ν’ ἀπαντήσω ἐπὶ τῆς αἰτιάσεως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας, ὅτι διὰ τῆς ἀνταλλαγῆς ταύτης, τὴν ὁποίαν ἐπεδίωξα καὶ τὴν ὁποίαν νομίζω ὅτι ἐπέτυχον, δημιουργεῖται ὁ κίνδυνος, ὅτι ἡ νῆσος τῆς Κερκύρας θὰ ἔχῃ ἀποκεκλεισμένην ὄχι μόνον τὴν πρὸς Βορρᾶν ἔξοδον, ἀλλὰ καὶ τὴν πρὸς Νότον. Ἀλλά, Κύριοι, ἁπλοῦν βλέμμα ἐπὶ τοῦ χάρτου θὰ σᾶς πείσῃ ὅτι, ἂν ἡ Κέρκυρα ἀπέχει ἀπὸ τοῦ Στύλου ἕξ χιλιόμετρα περίπου, ἀπὸ τὴν Παγανιὰν ἀπέχει περὶ τὰ ἐννέα χιλιόμετρα. Καὶ ταῦτα, χωρὶς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ διατυπωθεῖσα ἀξίωσις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἡ ὁποία κατὰ τὰς πληροφορίας ἡμῶν εὑρίσκει εὐμενῆ ἀπήχησιν μεταξὺ τῶν Μ. Δυνάμεων καὶ θὰ γίνῃ δεκτή, ὅτι δηλαδὴ τῆς Κερκύρας οὔσης ἐξουδετερωμένης, ἐξουδετερωμένη ἔσται καὶ ὅλη ἡ ἀπέναντι ἀκτὴ ἡ ἀρχομένη ἀπὸ τοῦ στενοῦ τοῦ ἀπέναντι τῆς Κερκύρας καὶ φθάνουσα μέχρι τῶν νέων ἑλληνικῶν συνόρων. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἔφερε τὸν λόγον καὶ ἐπὶ τοῦ νησιωτικοῦ ζητήματος διὰ νὰ εἴπῃ ὅτι, «ἐὰν τουλάχιστον ἀπεκτᾶτε ἐγγυήσεις διὰ τὰς νήσους τὰς παραχωρηθείσας πρὸς ἡμᾶς ἀπέναντι τῶν θυσιῶν, αἵτινες σᾶς ἐπεβλήθησαν διὰ τὰ σύνορα τὰ Ἠπειρωτικά, τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο ἀκόμη ἀνεκτόν· ἀλλὰ δὲν ἀπεκτήσατε ἐγγυήσεις διὰ τὸ ζήτημα τῶν νήσων καὶ πρέπει νὰ γνωρίζητε ὅτι εἶναι ζήτημα ἐπικρατήσεως κατὰ θάλασσαν ἡ κατοχὴ τῶν νήσων». Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου δὲν ὑπάρχει διαφωνία τις ἢ ἀντιγνωμία ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, κύριοι Βουλευταί. Ὄχι μόνον τὸ ζήτημα τῶν νήσων, τῶν ὁποίων τὴν κυριαρχίαν ἀμφισβητεῖ ἡ Τουρκικὴ Αὐτοκρατορία, ἀλλὰ τὸ ζήτημα ὅλων τῶν νήσων, ὅλου τοῦ νησιωτικοῦ μας Κράτους, εἶναι ζήτημα ὑπεροχῆς θαλασσίας. Τὴν θαλασσίαν ταύτην ἐπικράτησιν ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ μακροῦ τὴν διετήρησε καὶ κυρίως τὴν ἐπεβεβαίωσε κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ τὴν διατηρήσῃ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι. (Χειροκροτήματα ἐκ τε τῆς αἰθούσης καὶ τοῦ ἀκροατηρίου). Δὲν ἔχετε λοιπὸν ἀνάγκην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου νὰ μᾶς παραπέμψητε εἰς τὴν ἐπικράτησιν τὴν θαλασσίαν ὡς τὴν ἀσφαλεστέραν ἢ μᾶλλον τὴν μόνην ἐγγύησιν τῆς ἀκωλύτου καὶ ἀδιαταράκτου κατοχῆς καὶ τῶν νήσων τούτων καὶ τοῦ λοιποῦ νησιωτικοῦ ἡμῶν Κράτους.
§244Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν μᾶς ἀπεδείξατε καὶ πῶς θὰ ἔχωμεν τὴν ναυτικὴν ὑπεροπλίαν.
§245ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριοι· ἡ συζήτησις προεκλήθη ἐκ τοῦ ἀποκλεισμοῦ τοῦ ἐπιβληθέντος ὡς ἀστυνομικοῦ μέτρου εἰς τὸν ὅρμον τῶν Ἁγίων Σαράντα, ἀλλ’ ἔλαβε πολὺ γενικώτερον καὶ εὐρύτερον χαρακτῆρα. Ἡ Ἀντιπολίτευσις κατῆλθε πάνοπλος κατὰ τῆς Κυβερνήσεως εἰς ἐπίθεσιν κατῆλθε πάνοπλος εἰς ἐπίθεσιν ὄχι μόνον καθαρῶς κοινοβουλευτικὴν καὶ καθαρῶς ῥητορικήν, ἀλλὰ καὶ μορφῆς βιαιοτέρας, ὄχι τόσον ἁρμοζομένης πρὸς τὴν τάξιν ἀληθῶς καὶ τὴν κοσμιότητα ἡ ὁποία κρατεῖ ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτής, ὁ κ. Ράλλης, ἐφιλοδώρησε τὴν Βουλὴν μὲ ἀγόρευσιν διὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἦτο ἁρμοδιωτέρα ἡ εἰκὼν τοῦ ἀξιοτίμου Συναδέλφου μου περὶ τῆς κουτάλας τοῦ συμπολίτου του...
§246ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὴν ὁποίαν ὅμως ἐδήλωσεν ὅτι φέρει εἰς τὸ σελάχι του καὶ τὴν τραβᾷ ὁπότε θέλει (γέλωτες).
§247Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ κουτάλα εἶναι ἀξία τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ συναδέλφου σας.
§248ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐν τῷ μακρῷ λόγῳ του δὲν ἐδίστασε, Κύριοι, εἰς τὸν Κυβερνήτην τῆς χώρας νὰ ἀρνηθῇ καὶ πατριωτισμόν, νὰ χαρακτηρίσῃ τὰ δάκρυά του ἐπὶ μιᾷ ἐθνικῇ ἀτυχίᾳ ὡς δάκρυα κροκοδείλου, νὰ τῷ ἀποδώσῃ τὴν τιμὴν τῆς προστασίας τῆς φιλικῆς ὑπὸ δύο ἐκ τῶν Μ. Δυνάμεων καὶ νὰ τῷ ἀπευθύνῃ τὴν τρομερὰν κατηγορίαν ὅτι Κυβερνήτης ὑπεύθυνος τοῦ Κράτους θυσιάζει τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα χάριν ἀτομικῶν συμφερόντων. Ἐγώ, Κύριοι, δὲν θὰ ἀνταποδώσω τὴν κατηγορίαν αὐτήν. Δὲν θὰ ἀρνηθῶ πατριωτισμὸν εἰς τὸν κ. ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτήν, ἀλλ’ ἀποδίδων τὴν ἐπίθεσιν δι’ ἀντεπιθέσεως ἐπὶ ἄλλου ἐδάφους, θὰ τῷ εἴπω ὅτι, ἐὰν δὲν ἀρνοῦμαι εἰς αὐτὸν τὸν πατριωτισμὸν τὸν εὐσυνείδητον, ἰσχυρίζομαι ὅτι πίπτει θῦμα μιᾶς ψυχοπαθείας, ἡ ὁποία συνίσταται εἰς τοῦτο, ὅτι αἱ ἀντιλήψεις του ὅλαι εἶναι τόσον ἀλλότριαι πρὸς τὴν νέαν κατάστασιν ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη ἐν Ἑλλάδι καὶ τόσον πλήρης ἡ ἀδυναμία αὐτοῦ νὰ προσαρμοσθῇ πρὸς τὴν νέαν ταύτην κατάστασιν, ὥστε κάθε τι τὸ βλέπει διεστραμμένον. Εἶναι τοιαύτη ἡ ψυχοπάθειά του, ὥστε ὁ μεγαλείτερος ἐγκληματίας κυρίως δὲν εἶναι ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ εἶναι αὐτὴ αὕτη ἡ Ἑλλάς· εἶναι ὁ λαὸς ὁ Ἑλληνικὸς εἰς τὸν ὁποῖον δὲν δύναται νὰ συγχωρήσῃ τὰς νέας του ροπάς. (Χειροκροτήματα). Αὐτὸς εἶναι ὁ μέγας ἐγκληματίας ὃν ὀνομάζει ὁτὲ μὲν μυκτηριστικῶς «νοῆμον κοινὸν» ὁτὲ δὲ «ἐκβεβακχευμένον ὄχλον». Ἀλλ’ ὅ,τι ἰδίως, Κύριοι, μὲ ἔπληξε βαθέως ἐκ τῶν ἐπιθέσεων αἱ ὁποῖαι μοὶ ἀπηυθύνθησαν εἶναι ἡ ἐπίθεσις, ἡ ὁποία, ἀτυχῶς δὲν μοὶ ἀπηυθύνθη μόνον ἀπὸ τῆς πτέρυγος ταύτης, ἀλλὰ μοὶ ἀπηυθύνθη καὶ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Πέμπτης. Κατηγγέλθην, Κύριοι, καὶ ἡ καταγγελία δυστυχῶς δὲν περιωρίζετο εἰς τὸν ξένον κύκλον τοῦ βουλευτηρίου, ἀλλ’ ἀπηυθύνετο καὶ πρὸς ἄλλους κύκλους, δὲν ὑπάρχει δ’ ἀμφιβολία ὅτι θὰ περιῆλθεν εἰς γνῶσιν καὶ τῶν κύκλων ἐκείνων· κατηγγέλθην, λέγω, ὅτι δὲν ὑπῆρξα εἰλικρινὴς πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις ἃς ἀνέλαβον πρὸς τὰς Μ. Δυνάμεις· μοὶ ἀπηυθύνθη ἡ κατηγορία ὅτι, ἐνῷ ἐγὼ ἐξέθρεψα τὴν Ἠπειρωτικὴν ἀντίστασιν καὶ ἐνεθάρρυνα αὐτὴν διὰ τῆς ἱδρύσεως τῶν ἱερῶν λόχων, ἔρχομαι σήμερον νὰ καταστείλω αὐτήν. Ἀλλ’ ἡ κατηγορία αὕτη εἶναι ἀσύστατος, διότι ἀπέναντι μὲν τῶν Ἠπειρωτικῶν πληθυσμῶν διεξεδίκησα πάντοτε τὸ δικαίωμα τῆς ὑπευθύνου Κυβερνήσεως νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἰδίαν αὐτῆς πολιτικήν, δὲ πρὸς τοὺς ξένους ὑπῆρξα ἀπολύτως εὐθὺς ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους. Οὕτω τὴν 27 Νοεμβρίου, παρελθόντος ἔτους, δύο ἐκ τῶν Πρεσβευτῶν τῶν Μ. Δυνάμεων, εἷς ἐκ τῆς μιᾶς ὁμάδος καὶ ἕτερος ἐκ τῆς ἑτέρας, ἦλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, οὐχὶ συγχρόνως, ἀλλὰ διαδοχικῶς, ἵνα μοὶ εἴπωσιν ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις κατηγορεῖτο ὡς παρασκευάζουσα τὴν ἀντίστασιν τῶν Ἠπειρωτῶν διὰ τῆς ὀργανώσεως τῶν ἱερῶν λόχων. Ἀπήντησα εἰς αὐτοὺς ὅτι ἀρνοῦμαι τὴν κατηγορίαν, ὡς διατυποῦται, ἀλλὰ διακηρύττω ὅτι μία εἶναι ἡ ἀλήθεια ὅτι, ἐὰν δὲν ὀργανώνω τοὺς Ἠπειρωτικοὺς λόχους οὐδὲν πράττω ὅπως παρεμποδίσω τὴν συγκρότησιν αὐτῶν.
§249Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐτὸ εἶπον ἐγώ.
§250ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τότε ἀπομένει ἡ κατηγορία διὰ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀρκαδίας.
§251Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὴν ἀναλαμβάνω (ἱλαρότης).
§252ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐδήλωσα λοιπὸν πρὸς τοὺς ξένους Πρεσβευτὰς ὅτι οὐδὲν πράττω ἵνα ὀργανώσω τὴν ἀντίστασιν, ἀλλὰ καὶ οὐδὲν ὅπως παρεμποδίσω τὴν ὀργάνωσιν τῆς ἀντιστάσεως ἐπιφυλάττων τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐνεργείας κατὰ τὴν στιγμὴν τὴν κρίσιμον, καθ’ ἣν εἶχον νὰ ἀποφασίσω ἐπὶ τῶν ἀνακοινώσεων αἱ ὁποῖαι θὰ μοὶ ἐγίνοντο. Προσέθηκα δὲ ὅτι οὐδεμία κἂν ὑπῆρχεν ἀνάγκη παρεμβολῆς τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ὀργάνωσιν τῆς ἀντιστάσεως, διότι τὰ μὲν λεγόμενα περὶ διαθέσεως πυροβολικοῦ ὑπὸ τῶν Ἱερῶν λόχων δὲν ἦσαν ἀκριβῆ, τὴν δὲ δαπάνην τοῦ ὁπλισμοῦ τῶν Ἱερολοχιτῶν, καὶ ἂν εἰς εἰκοσακισχιλίους ἀνήρχοντο οὗτοι, ἠδύνατο κάλλιστα νὰ παράσχῃ ἡ ἰδιωτικὴ πρωτοβουλία. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις ταύτας θὰ παρατηρήσητε εὐχαρίστως, κύριοι Βουλευταί, ὅτι διὰ τῆς γενομένης κατ’ ἐμοῦ κατηγορίας, ἧς τὴν εὐθύνην τόσον προθύμως ἀναλαμβάνει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, ἐξ αὐτῆς μόνης δὲν ἐπῆλθεν εὐτυχῶς ζημία τις, καὶ δὴ ἐκείνη ἣν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἐσκόπει κυρίως νὰ ἐπιφέρῃ εἰς τοὺς Κυβερνήτας τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ἡ ὁποία ζημία θὰ ἐστρέφετο κατ’ αὐτῆς τῆς Ἑλλάδος. Δὲν ἐπῆλθε δὲ ἡ ἐπιδιωχθεῖσα ζημία, διότι εὐτυχῶς οἱ ξένοι ἐγνώριζον ἀκριβῶς μέχρι τίνος σημείου ἔφθανεν ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως καὶ ποῦ ἔπαυεν ἡ ἀνάμιξις αὐτῆς. Ἀλλ’ ἔχω νὰ ἀπευθύνω μίαν ἄλλην αἰτίασιν, ταύτην εἰδικῶς πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν Κερκύρας. Ἐν τῇ ὁρμῇ του κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Πέμπτην πρὸς ἄδικον ἐπίθεσιν ἐναντίον μου, ἔφθασεν ἀκόμη νὰ διατυπώσῃ καὶ κατὰ τῆς Βουλῆς κατηγορίαν, εἰς τί νομίζετε συνισταμένην; Εἰς τοῦτο· ὅτι, ἐνῷ καὶ ἐκεῖνος ἄλλοτε ὑπεστήριζεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι τῶν Ἐθνικῶν ὑποθέσεων μόνοι οἱ δυνάμενοι νὰ ἔχωσιν ἔγκυρον γνώμην καὶ ἀποφασίζωσιν εἶναι ἡ ὑπεύθυνος Κυβέρνησις τοῦ Κράτους, ἐνῷ διετύπωσε τοιαύτην γνώμην, δὲν ἠκολουθήθη ἐν τούτοις ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐνῷ ἐγὼ τὴν αὐτὴν γνώμην διατυπῶν σήμερον ἐπιδοκιμάζομαι ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ δὲν νομίζετε ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος νὰ ἀδημονῇ διὰ τοῦτο ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, ἀλλ’ ἔπρεπε τοὐναντίον νὰ εἶναι πολὺ εὐτυχής, ἐὰν ὅ τι πρὸ πέντε ἢ ἑπτὰ ἐτῶν δὲν ἦτο κατορθωτὸν ἐπετεύχθη σήμερον; Ἀλλ’ ἐγὼ θὰ εἴπω πρὸς αὐτὸν ὅτι καὶ τότε, ὅτε τὸ ἐπεισόδιον ἐκεῖνο ἠγέρθη ἐν τῇ Βουλῇ, αὕτη ἦτο μὲ τὸ μέρος τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας, ὅστις διηύθυνε τὴν πλειονοψηφίαν αὐτῆς, καὶ παρὰ τὸ ἐπεισόδιον ἐκεῖνο ἐξηκολούθησεν ἀπολαύων τῆς ἀμερίστου ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ἐπέτρεψε νὰ παραστῇ ὡς κατηγορούμενος εἰς τὴν ἐπίθεσιν τὴν γενομένην, νομίζω, ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας...
§253Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Παρ’ ὅλης τῆς Βουλῆς.
§254ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐνῷ εἶχε τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, τὸ πταῖσμα εἶναι ἰδικόν του, διότι, ἂν μετὰ τοῦ αὐτοῦ σθένους ὑπεστήριζε τὴν γνώμην του μετὰ τοῦ ὁποίου ὑποστηρίζω ἐγὼ τὴν ἰδικήν μου, εἶμαι βέβαιος ὅτι εἴτε θὰ ἠκολουθεῖτο ἐντελῶς καὶ ἐν συνειδήσει ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἴτε θὰ ἔπιπτε τῆς ἀρχῆς συντελῶν οὕτω διὰ τῆς προσηλώσεως εἰς τὰς ἰδίας αὐτοῦ γνώμας καὶ πεποιθήσεις εἰς ὡρίμασιν τῶν πολιτικῶν ἀντιλήψεων. Τοῦτο εἶναι τὸ σφάλμα του. Ἐὰν δὲν ἔπραξε τοῦτο, δὲν δύναται νὰ αἰτιᾶται τὴν Βουλὴν ἐκείνην, ἀκόμη δὲ ὀλιγώτερον τὴν σημερινὴν ἡ ὁποία ἔχει τὰς ἀντιλήψεις αὐτάς. Κύριοι· οἱ κρίνοντες περὶ τῶν καθ’ ἡμᾶς πραγμάτων λησμονοῦσιν ἀνεπιγνώστως, ὅσοι ἐξ ὑμῶν ἐν γνώσει δὲν προσποιοῦνται ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ κρίσις αὐτῶν, λησμονοῦσι τοὐλάχιστον ἀνεπιγνώστως ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν ἔφθασεν ἡ Ἑλλὰς κατόπιν τῶν δύο εὐτυχῶν πολέμων της νὰ μεγαλυνθῇ, ἦτο ἀναπόδραστον, ἦτο μοιραῖον, χωρὶς νὰ εἶναι καὶ τυχαῖον, ὅπως ἀντιμετωπίσῃ θετικὰς ἀπωλείας εἰς ὡρισμένα μέρη τῶν ἐθνικῶν αὐτῆς διεκδικήσεων. Ἐφ’ ὅσον ἐμένομεν μὲ τὴν μεγάλην ἰδέαν ἐν ἀερώδει, ἐν νεφελώδει μόνον ὑποτυπώσει, ὑπὸ πλείστων μάλιστα ἐκ τοῦ πολιτικοῦ κόσμου καὶ μυκτηριζομένην, ἐφ’ ὅσον ἐμένομεν μὲ τὴν μεγάλην ἰδέαν, ἐπαναλαμβάνω, οὐχὶ πραγματοποιουμένην, ἀλλ’ εὑρισκομένην ἐν ἀπόπτῳ καὶ ἐν νεφελώδει καταστάσει, ἠδύναντο αἱ θυσίαι νὰ μὴ εἶναι ἀναγκαῖαι. Τίποτε δὲν μᾶς ἐκώλυε μὲ τὰ πτερὰ τῆς φαντασίας νὰ ἐκτείνωμεν τὰ ὅρια τοῦ μέλλοντος Κράτους μέχρι τοῦ ἀχανοῦς. Τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἡ Ἑλλὰς εὑρέθη εἰς θέσιν καὶ διὰ τῆς πολεμικῆς αὐτῆς συγκροτήσεως, ὡς καὶ διὰ τῆς πολιτικῆς, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς αὐτοπεποιθήσεως πρὸς τὰς ἰδίας αὐτῆς δυνάμεις καὶ διὰ τοῦ θάρρους, τὸ ὁποῖον ἐπέδειξεν ἵνα προβῇ εἰς ἀνδρικὴν δρᾶσιν καὶ ἵνα διεξαγάγῃ τοὺς πολέμους καθ’ ὅλων ἐκείνων, καθ’ ὧν ὤφειλε νὰ τοὺς διεξαγάγῃ, ἵνα ἐξέλθῃ νικήτρια, ἡ Ἑλλὰς ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ, τὸ ἐγνώριζε, τὸ γνωρίζει καὶ σήμερον ὅτι ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ ἀντιμετωπίσῃ θετικὰς ζημίας. Τὰ ὅρια τὰ πολιτικὰ τοῦ Κράτους θὰ ἐτίθεντο κάπου, μὲ τὴν διασπορὰν δέ, ἡ ὁποία ἀπετέλεσε τὸ κυριώτερον γνώρισμα τοῦ Ἐθνισμοῦ μας καθ’ ὅλην τὴν μακρὰν περίοδον τῶν αἰώνων, μὲ τὴν διασπορὰν αὐτὴν ἦτο ἀναπόφευκτον ὅτι ἔξω τῶν ὁρίων τῆς μεγαλυνθείσης Ἑλλάδος θὰ ἔμενον πληθυσμοὶ Ἑλληνικοὶ καὶ δὴ πυκνοί. Ἀλλὰ τὴν ἀντίληψιν ταύτην τὴν ὁποίαν ὁ παλαιὸς πολιτικὸς κόσμος δὲν φαίνεται συμμεριζόμενος, τὴν ἀντίληψιν ταύτην τὴν ἔχει ἀκμαίαν, βαθεῖαν, εὐσυνείδητον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὸ «νοῆμον κοινόν», ὁ «ἐκβεβακχευμένος ὄχλος» τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας. Καὶ διὰ τοῦτο ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ζητεῖ εὐθύνην ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, διότι μεταθέσασα τὰ ὅρια τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τῶν Τεμπῶν εἰς τὴν Ῥοδόπην ἀφῆκεν ἔξω αὐτῶν πυκνοὺς πληθυσμοὺς ἐν Θρᾴκῃ τῶν ὁποίων ἀτυχῶς εἶναι ἀληθῶς οἰκτρὰ ἡ κατάστασις. Δὲν ζητεῖ, ἐπαναλαμβάνω, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν εὐθύνας διὰ τοῦτο, διότι ἔχει τὴν συναίσθησιν ὅτι ταῦτα ἀποτελοῦσιν ἀνάγκην ἄφευκτον. Ὁ ζητῶν λόγον παρ’ ἐμοῦ ἀκόμη καὶ σήμερον διὰ τοὺς πληθυσμοὺς τῆς Θρᾴκης εἶναι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας. Καὶ σήμερον, παρὰ τὴν ὀδύνην τῆς ψυχῆς τὴν ὁποίαν δοκιμάζει ὁ Ἑλληνικὸς λαός, διότι τὰ Ἠπειρωτικὰ ὅρια δὲν ἐχαράχθησαν σύμφωνα πρὸς τὰς ἐθνικὰς διεκδικήσεις, αἰσθάνεται, διαισθάνεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὐτοῦ δὲν εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὴν τοιαύτην διαχάραξιν τῶν ὁρίων. Κατανοεῖ ἄριστα ὅτι εὑρέθημεν ἀντιμέτωποι ὑπερτέρων συμφερόντων, συμφερόντων, ὅπως ἐπανέλαβον, δύο Μ. Δυνάμεων. Καὶ ἂν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν αὐτὴν ἠξίου τὴν ἀναγκαίαν παρασκευὴν διὰ τὴν εὐτυχῆ διεξαγωγὴν τῶν διεξαχθέντων δύο πολέμων γνωρίζει καλῶς ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἀξιοῖ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν αὐτὴν παρασκευὴν καὶ διὰ νέον πόλεμον κατὰ δύο Μεγάλων Δυνάμεων. Ὄχι μόνον δὲν εἶχε τοιαύτην ἀξίωσιν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως αὐτοῦ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἀλλ’ εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι καὶ τιμᾷ τὴν Κυβέρνησιν αὐτοῦ ἀκριβῶς διὰ τὸ θάρρος μὲ τὸ ὁποῖον ἔρχεται νὰ ἀντιμετωπίσῃ ὅλας τὰς δυσχερείας, ἵνα ὁμιλήσῃ εἰς τὸν λαὸν πάντοτε τὴν ἀλήθειαν καὶ ὅταν αὕτη εἶναι πικρά. Καὶ ὅταν ἔρχηται ἡ Κυβέρνησις ἀναλαμβάνουσα τὰς εὐθύνας, ἵνα συζητήσῃ τὴν πολιτείαν τὴν ὁποίαν ἐτήρησε, δὲν πρέπει νὰ φρονῆτε ὅτι ὁ λαὸς ἐξεγείρεται, ὡς ἠλπίζετε, ὅτι ἤθελεν ἐξεγερθῆ, ἀλλὰ καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀπορῆτε, διότι ἐμμένει πιστὸς εἰς τὰς ἰδέας αὐτοῦ, διότι ἐμμένει πιστὸς πρὸς ἐκείνους τοὺς ὁποίους περιβάλλει διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης του ἀπὸ τεσσάρων ἤδη σχεδὸν ἐτῶν. Ὁ λαὸς μάλιστα συναισθάνεται ἄριστα ὅτι ὄχι μόνον αἱ θυσίαι αὑτοῦ, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, ἦσαν ἀναγκαῖαι, ἀλλὰ συναισθάνεται ὅτι πρὸ αὐτοῦ τὸ ἔδαφος δὲν εἶναι ἐγκατεσπαρμένον ἀκόμη διὰ ῥόδων. Ἐννοεῖ καλῶς ὅτι ἡ μεταβολὴ ἡ ὁποία ἐπῆλθε κατόπιν δύο πολέμων ἀπροσδοκήτων δι’ ὅλον σχεδὸν τὸν πεπολιτισμένον κόσμον, ἐπαγαγόντων μεταβολάς, αἱ ὁποῖαι δὲν προσαρμόζονται πρὸς τὰ συμφέροντα πάντων, κατόπιν, λέγω, τῶν ῥιζικῶν τούτων μεταβολῶν ἔχει νὰ διανύσῃ ὄχι μικρὰς ἀκόμη δυσχερείας, ἕως ὅτου ἐπέλθῃ τὸ κατακάθισμα τῆς μεταβολῆς αὐτῆς. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς γνωρίζει καλῶς ὅτι δὲν ἔχει νὰ κάθηται ἀμέριμνος ἐπὶ τῶν δαφνῶν τὰς ὁποίας τόσον ἀφθόνους συνεκόμισε κατὰ τοὺς δύο πολέμους. Γνωρίζει καλῶς ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ἐν διαρκεῖ ἐγρηγόρσει, ἕως ὅτου μετὰ πάροδον ἐτῶν τινῶν κατωρθωθῇ νὰ θεωρηθῇ ἑδραῖον τὸ νέον καθεστώς, τὸ δημιουργηθὲν ἐν τῇ Βαλκανικῇ Χερσονήσῳ. Ἀλλ’ ἐὰν γνωρίζῃ τὰς δυσχερείας ταύτας, εἶναι ἕτοιμος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ἀντιμετωπίσῃ αὐτὰς ἀνδρικῶς καὶ οὔτε ἀποδυσπετεῖ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως αὐτοῦ, διότι προκαλέσασα τοὺς δύο πολέμους καὶ συντελέσασα εἰς τὰς μεταβολὰς τὸν ἀναγκάζει νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὸν ἀπράγμονα βίον, τὸν ὁποῖον ἔζη, ὅταν εἶχεν ὡς ὅμορον Κράτος μόνην τὴν Τουρκίαν, διὰ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν βίον τὸν ἀνδρικόν, ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖ διαρκῶς τὴν ἔντασιν ὅλων τῶν πνευματικῶν καὶ τῶν σωματικῶν καὶ τῶν ὑλικῶν δυνάμεων τοῦ Ἔθνους διὰ νὰ κατορθωθῇ ὅπως τὸ δημιουργηθέν, ἔκλαμπρον ἀληθῶς, διὰ τῶν πολέμων καθεστὼς ἐπιβληθῇ καὶ ῥίψῃ βαθείας καὶ διαρκεῖς τὰς ῥίζας αὐτοῦ ἐν τῇ Ἀνατολῇ τῇ Εὐρωπαϊκῇ. Ἐφαντάσθησαν τινὲς ἐξ ὑμῶν, Κύριοι, καὶ ἰδίως ἀπευθύνομαι πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀρκαδίας, λυπούμενος ἂν ἴσως πρώτην φορὰν εἶμαι τόσον δριμύς, ἀλλ’ ἀποδίδω δριμύτητα γλώσσης, ἡ ὁποία δὲν προσήκει εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ εἶναι κατήγοροι, καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν πρέπει νὰ ἀπευθύνωνται κατ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι δὲν εὑρίσκονται ἐνταῦθα κατηγορούμενοι, ἀπευθύνω τὴν κατηγορίαν μου, λέγω, κατὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος ἐκπλήττεται καὶ ἀπορεῖ διατί ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τοῦ ὁποίου ἐχαλάσαμεν τὴν ἡσυχίαν δὲν ἐξεγείρεται κατὰ τῆς Κυβερνήσεως αὐτοῦ. Ἡ διάψευσις τῆς τοιαύτης ἐλπίδος εἶναι αὐτὴ ἡ ὁποία φέρει τὴν ψυχοπάθειαν τῆς ὁποίας θῦμα φαίνεται ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀρκαδίας κατ’ ἐπανάληψιν ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἀλλ’ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἐπαναλαμβάνω, πολὺ καλλίτερον ἀντιλαμβανόμενος ὑμῶν τὰς νέας ὑποχρεώσεις του γνωρίζει ὅλας τὰς δυσχερείας κατὰ τῶν ὁποίων ἔχει ἀκόμη νὰ παλαίσῃ. Ἄλλοτέ ποτε, πρὸ τοῦ δευτέρου ἰδίως πολέμου, ἀπηυθύνετο κατὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως καὶ ἄλλη κατηγορία. Δὲν ἀπηυθύνθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διότι δὲν ἐδόθη καιρός, ἀλλ’ ἔξω διαλαλεῖται παντοῦ: τί «ἐκάματε, συμμαχήσαντες μὲ τοὺς Βουλγάρους καὶ μεταβαλόντες τὸν χάρτην τῆς Χερσονήσου;» «Καὶ τί θὰ γίνῃ τὸ δυστυχισμένον Ἔθνος τὸ ὁποῖον ἔπαυσε νὰ ἔχῃ σύνορα μόνον μὲ τὴν Τουρκίαν καὶ ἔγινεν ὅμορον πρὸς τὴν Βουλγαρίαν, κινδυνεῦον νὰ καταστραφῇ ἀπὸ τὸν φοβερὸν ἀντίπαλον;» Τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸ ἔργον τοῦ στρατοῦ παρεστάθη εἰς τὸν λαὸν ὡς μάταιον, ὡς προκαλέσαν μεταβολὰς αἱ ὁποῖαι δύνανται ν’ ἀποβῶσι καταστρεπτικαὶ εἰς τὸ Ἔθνος, διότι τόσον ὀλίγη ἦτο ἡ πεποίθησις ὑμῶν ἐπὶ τὴν ζωτικότητα τοῦ Ἔθνους ἡμῶν καὶ τόσον ὀλίγη ἡ ἐμπιστοσύνη ὑμῶν πρὸς τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον ἠδύνατο μετ’ ἐλπίδος εὐτυχῶς νὰ ἀναλάβῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ὥστε δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἐν πεποιθήσει ἠσχάλλετε καὶ ἀνησυχεῖτε περὶ τῆς τύχης τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία εἶχε τὸ ἀτύχημα νὰ μεγαλώσῃ, ὥστε μεγαλυνθεῖσα νὰ παύσῃ νὰ εἶναι ὅμορος μετὰ τῆς Τουρκίας, νὰ συνορεύσῃ δὲ πρὸς ἄλλους λαοὺς μετὰ τῶν ὁποίων ὁ ἀνταγωνισμὸς θὰ εἶναι ὀξύτερος καὶ ἡ ἐνδεχομένη σύγκρουσις ἠδύνατο νὰ φέρῃ ἀποτελέσματα πολὺ βαρύτερα ἐκείνων τὰ ὁποῖα θὰ ἔφερεν ἀτυχὴς σύγκρουσις μὲ τὴν Τουρκίαν. Καὶ τότε ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν σᾶς ἤκουσεν οὔτε σήμερον θὰ παρασυρθῇ παρ’ ὑμῶν. Βεβαιῶ ὑμᾶς ὅτι εὑρίσκεσθε ἐν τόσῃ ἀλλοτριώσει ψυχικῇ καὶ ἠθικῇ ἀπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀτυχῶς καμμία ἐλπίς, ὅτι δύνασθε νὰ παρασύρητε αὐτόν, ὥστε, τοὐλάχιστον, ἂν ἐξ οἱωνδήποτε λόγων ἐπεβάλλετο Κυβερνητικὴ μεταβολὴ κατὰ τὸν προσεχῆ χρόνον, νὰ ὑπάρχῃ ἐλπὶς ὅτι δύναται ν’ ἀπευθυνθῇ πρὸς ὑμᾶς ὁ λαὸς ἵνα τὸν ὁδηγήσητε εἰς καλλίτερον μέλλον. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§255Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἠκούσατε, Κύριοι, τὸν ἔλεγχον τοῦ ἀξιοτίμου Πρωθυπουργοῦ. Ἐγὼ περὶ αὐτοῦ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν θέλω ἀσχοληθῆ. Θέλω ἀσχοληθῆ περὶ τῶν ἐπιχειρημάτων τὰ ὁποῖα ἀντέταξεν εἰς τὰς ἀγορεύσεις ὄχι τὰς σημερινάς, διότι ὁ λόγος του οὐδὲν ἕτερον ἦτο ἢ ἀπάντησις εἰς τὰ λεχθέντα κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς παρελθούσης ἑβδομάδος. Ἠκούσαμεν τὴν ἀπάντησιν τέσσαρας ὅλας ἡμέρας μετὰ τὰς ἀγορεύσεις ἡμῶν καὶ ἐνόμιζον, Κύριοι, ὅτι τέσσαρες ὅλαι ἡμέραι ἤθελον συντελέσει ὅπως ψυχραίμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπαντήσει εἰς τὰς ἀγορεύσεις ἡμῶν. Ἀλλ’ ἀπεναντίας εἴδομεν αὐτὸν ἐπιθετικὸν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς ἀγορεύσεώς του μέχρι τέλους τῆς ἀγορεύσεως ταύτης. Καὶ ἡ ἐπιθετικότης, Κύριοι, εἶναι ῥητορικὴ ἴσως ἱκανότης προκαλοῦσα χειροκροτήματα, ἀλλ’ ἡ ἐπιθετικότης δὲν ἀποδεικνύει ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα ἀντέταξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶναι πράγματι βάσιμα καὶ δύνανται νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ἀνασκευὴν τῶν ἐπιχειρημάτων τὰ ὁποῖα εἰς αὐτὸν ἀντετάξαμεν. Ἤρξατο τῆς ἀγορεύσεώς του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατηγορῶν ἡμᾶς, διότι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατηγορήθη ὅτι δὲν ἐπέτρεψεν ἵνα προελάσῃ ὁ στρατὸς μέχρις Αὐλῶνος. Καὶ πράγματι εἴπομεν εἰς αὐτὸν ὅτι καθῆκον εἶχεν ὅπως διατάξῃ τὴν προέλασιν ταύτην καὶ πεποίθησιν ἀκράδαντον ἔχομεν ὅτι, ἂν ἡ προέλασις αὕτη ἤθελε γίνει, τὸ ζήτημα τὸ Ἠπειρωτικὸν δὲν ἤθελε λάβει τὴν λύσιν τὴν ὁποίαν ἔλαβεν. Ἀλλὰ μᾶς ἀντιτάσσει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀρκαδίας ὁ ὁποῖος ἔκαμε τὴν σύγκρισιν μεταξὺ τῶν κτηθέντων παρὰ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν κτηθέντων παρὰ τῆς Σερβίας, μᾶς ἀπαντᾷ ὅτι ὅσα ἀπέκτησεν ἡ Σερβία δὲν ἀπέκτησε ταῦτα, διότι προήλασε μέχρι Δυρραχίου, ἀλλὰ διότι εἶχεν ὄπισθεν αὑτῆς τὴν μεγάλην Δύναμιν τὴν ὑποστηρίζουσαν τὸν Σλαυϊσμόν. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Πρωθυπουργόν· ἐὰν εἶχε τὴν πεποίθησιν ὅτι εἶχεν ἀνάγκην τῆς ὑποστηρίξεως Μεγάλης Δυνάμεως, διατί ἐτέθη ὄπισθεν τῶν Σλαυϊκῶν φυλῶν; Διατί παρηκολούθησε καὶ ὑπεστήριξε τόσον ἐκθύμως τὸν Σλαυϊσμόν;
§256ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐγὼ εἶμαι εὐτυχής, διότι ἡ Σερβία ἀπέκτησεν ὅσα ἀπέκτησε.
§257Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ εἶμαι εὐτυχής, διότι ἡ Σερβία ἀπέκτησεν ὅσα ἀπέκτησεν, ἀλλ’ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσω· ἡ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος ὑπῆρξε τοιαύτη, ὥστε νὰ ἐπιτύχῃ ὅ,τι ἀπέκτησεν ἡ Σερβία; Σεῖς δὲν ἐπετύχετε, διότι ὄπισθεν ὑμῶν δὲν εἴχετε τίποτε, ὑπεκύψατε εἰς τὰς ἀπαιτήσεις ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εἶχον συμφέρον νὰ περικόψωσι τὰς Ἑλληνικὰς χώρας, διότι δὲν εἴχετε τίποτε νὰ ἀντιτάξητε ἀπέναντι αὐτῶν ἢ τὰ ἐπιχειρήματα ὑμῶν, τὰ μεταβαλλόμενα καθ’ ἑκάστην, καὶ κατελήξατε ἐκεῖ ὅπου κατελήξατε. Νὰ μᾶς λέγητε ὅτι ἡ Σερβία ἐπέτυχε, διότι εἶχεν ὄπισθεν αὑτῆς κολοσσόν, δὲν ἀρκεῖ· σᾶς ἐρωτῶ· διατί σεῖς δὲν παρεσκευάσατε ὑπὲρ ἡμῶν ἕτερον κολοσσόν;
§258Β. ΚΥΡΕΛΛΟΣ. Σεῖς τί ἐκάματε;
§259Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσητε τί ἐκάμαμεν καὶ τί δὲν ἐκάμαμεν, διότι θὰ εἴχομεν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν καὶ νὰ ἐπαναλάβωμεν ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐκάμαμεν παρεσκεύασεν ὑμᾶς, ὅπως ἐκτελέσητε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐκάματε, δὲν δύνασθε δὲ νὰ ἀρνηθῆτε μὲ ὅλην τὴν ῥητορικὴν ὑμῶν δεινότητα, μὲ ὅλους τοὺς ἐπιλόγους, τοὺς εἰς οὐδὲν ἕτερον τείνοντας ἢ εἰς τὰ χειροκροτήματα τῆς Βουλῆς, δὲν δύνασθε, λέγω, νὰ ἰσχυρισθῆτε ὅτι ἡ πολιτικὴ ὑμῶν ὑπῆρξε καθ’ ὅλα ἐπιτυχής, δὲν ἀρκεῖ πρὸς ἀπόδειξιν τούτου νὰ μᾶς εἴπητε ἐπιδεικνύοντες τὸν χάρτην «ἐμεγαλύναμεν τὴν Ἑλλάδα, ἐδιπλασιάσαμεν τὴν Ἑλλάδα». Σᾶς εἶπον καὶ σᾶς λέγω· δὲν εἶσθε σεῖς οἱ ὁποῖοι ἐδιπλασιάσατε τὴν Ἑλλάδα. Ἔργον ὑμῶν ἦτο ὁ πρῶτος πόλεμος, τὰ ἀποτελέσματα δὲ τοῦ πρώτου πολέμου ἦσαν καταστρεπτικὰ διὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸν Ἑλληνισμόν, διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονήσητε ὅτι ὑμεῖς εἴχετε τὴν πρόθεσιν νὰ παραχωρήσητε καὶ τὸ Κιλκὶς αὐτὸ καὶ νὰ περιορισθῆτε εἰς τὴν Θεσσαλονίκην. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ πρώτου πολέμου. (Μειδιᾷ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ σύνηθες μειδίαμα μὲ τὸ ὁποῖον τιμᾷ τοὺς πρὸς αὐτὸν συζητοῦντας).
§260ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι μὲ κακὴν πρόθεσιν.
§261Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι βεβαίως μὲ κακὴν πρόθεσιν. Ἐὰν ὁ δεύτερος πόλεμος δὲν ἤθελε γίνει, τ’ ἀποτελέσματα τοῦ πρώτου ἦσαν καταστρεπτικὰ διὰ τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ὁ δεύτερος πόλεμος ἐγένετο ἐναντίον τῆς θελήσεως ὑμῶν, παρὰ τὴν θέλησιν ὑμῶν, παρὰ τὰς ἐνεργείας ὑμῶν, διότι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐδηλώσατε ὅτι εἶσθε ἕτοιμος νὰ θυσιάσητε καὶ τὴν Καβάλλαν καὶ τὰς Σέρρας καὶ αὐτὸ τὸ Κιλκὶς πρὸς ἀποφυγὴν τοῦ πολέμου. Καὶ ἔρχεσθε σήμερον καὶ λέγετε «εἰς ἡμᾶς ἀνήκει ἡ δόξα ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ τῶν Τεμπῶν ἔφθασε μέχρι Ροδόπης· εἰς ἡμᾶς ἀνήκει ἡ δόξα ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔφθασε μέχρι Θεσσαλονίκης». Ἀλλὰ παρὰ τὴν Ἑλλάδα τὴν σχετικῶς μικρὰν θὰ ὑπῆρχεν ἡ μεγάλη Βουλγαρία, ἡ ὁποία θ’ ἀπετέλει ἀπειλὴν διὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸν Ἑλληνισμόν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια καὶ δὲν φθάνουν οἱ ῥητορικοὶ ἐπίλογοι, ὅπως τὴν ἀλήθειαν ταύτην καταστρέψωσι, διότι αὕτη στηρίζεται ἐπὶ τῶν πραγμάτων καὶ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ τὰ πράγματα. Ἡ ἐκ τῶν πραγμάτων προκύπτουσα ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἡ Σερβία ἔλαβεν ἐπαρχίας ἱστορικῶς ἴσως Σερβικάς, ἀλλ’ ἐθνολογικῶς Ἀλβανικάς, ἡ δὲ Ἑλλὰς ἐστερήθη ἐπαρχιῶν ἑλληνικῶν οὐ μόνον ἱστορικῶς, ἀλλὰ καὶ ἐθνολογικῶς. Ἔλθωμεν τώρα εἰς τὸ ζήτημα τοῦ Στύλου. Δὲν μᾶς ἀπήντησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν ἐρώτησιν τὴν ὁποίαν τῷ ἀπηύθυνα. Πρὸ τοῦ ἐγγράφου τὸ ὁποῖον κατεχωρίσθη εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς ἐγένετο εἰς τὸν πρεσβευτὴν τῆς Ἰταλίας δήλωσις παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὅτι ἦτο διατεθειμένος νὰ παραχωρήσῃ τὴν παραλίαν μέχρι τοῦ Στύλου. Ἡ ἐρώτησις αὕτη ἔμεινεν ἄνευ ἀπαντήσεως καὶ ἔχομεν μόνον τὸ κατατεθὲν ἔγγραφον, καὶ ἐπιμένω εἰς τὸ ἔγγραφον, διότι ὅταν ἀνέφερα εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι διὰ τοῦ ἐγγράφου τούτου δὲν ἔθετεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὡς ὅρον παραχωρήσεως τοῦ Στύλου τὴν ἀναγνώρισιν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος τοῦ Δελβίνου, Ἀργυροκάστρου καὶ Κορυτσᾶς, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠγέρθη ἀπὸ τῆς θέσεώς του καὶ εἶπε «δὲν ὑπάρχει οὔτε ἴχνος ἀκριβείας εἰς τὰ λεγόμενα τοῦ κ. Βουλευτοῦ». Καὶ τότε δὲν εἶχον τὸ ἔγγραφον, ἀλλὰ σήμερον ἔχω τὸ ἔγγραφον καὶ ἐρωτῶ, ἐὰν ἐν τῷ ἐγγράφῳ τούτῳ γίνεται μνεία ὅρου τινός. Τὸ ἔγγραφον λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· «Ἡ θυσία ἡ Ἐθνικὴ καὶ ἡ οἰκονομικὴ θὰ εἶναι λίαν ὀδυνηρὰ τῇ ἀληθείᾳ καὶ ζητοῦμεν διὰ τοῦτο ἀπὸ τὰς φίλας Δυνάμεις νὰ μεσολαβήσωσιν ὅπως σώσωσι τὸν πληθυσμὸν τοὐλάχιστον τοῦ ἐσωτερικοῦ καὶ μᾶς δώσωσι τὴν γραμμὴν ἡ ὁποία προσεγγίζει τὴν ὑφ’ ὑμῶν προτεινομένην». Ποῦ εἶναι ὁ ὅρος; Ἐζητήσατέ τι; Νὰ μεσολαβήσωσιν αἱ φίλαι Δυνάμεις, ὅπως σωθῶσιν οἱ ἑλληνικοὶ πληθυσμοί. Ἡ ἀπάντησις τῶν φίλων Δυνάμεων ἦτο «ἐμεσολαβήσαμεν καὶ δὲν εἰσηκούσθημεν». Καὶ ἡ παραχώρησις τοῦ Στύλου ἐγένετο, διότι ἡ παραχώρησις ἐγένετο ἀνεξαρτήτως τῆς ἐπιτυχίας τῆς μεσολαβήσεως τῶν Δυνάμεων. Ἀλλὰ τίνα ἀνάγκην ἐγὼ ἔχω τοῦ ἐγγράφου; Ἢ τίνα ἀνάγκην ἔχω νὰ γνωρίζω ποῖον εἶναι τὸ ἔγγραφον, τὸ προκαλέσαν τὸ ἔγγραφον αὐτὸ τὸ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως κατατεθέν; Ποίαν ἔχω ἀνάγκην τοῦ ἐγγράφου; Ἔχω τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τῆς Ἀγγλίας ὁ ὁποῖος ἐδήλωσεν· «Ὅλοι εἶναι σύμφωνοι, ὅπως ἡ παραλία τῆς Ἀλβανίας φθάσῃ μέχρι Στύλου». Τί σημαίνει ἡ φράσις ὅλοι εἶναι σύμφωνοι; Σημαίνει οὐ μόνον ὅτι αἱ Δυνάμεις ὅλαι εἶναι σύμφωνοι, ἀλλ’ ὅτι καὶ ὑμεῖς εἴχετε ὑποχωρήσει ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς παραλίας. Ἑπομένως ὅλαι αὐταὶ αἱ ἀναγνώσεις ἐγγράφων, αἱ δηλώσεις ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις οὐδέποτε παρεχώρησε τὴν γραμμὴν μέχρι τοῦ Στύλου ἀποδεικνύονται οὐχὶ ἀκριβεῖς. Ἀποδεικνύεται δὲ ἐκ τῶν πραγμάτων ὅτι εἰς τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα οὐ μόνον ὑπῆρχεν ἴχνος ἀκριβείας, ἀλλ’ ὅτι τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα ἀπετέλουν αὐτὴν ταύτην τὴν ἀκρίβειαν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡμίλησε περὶ τῆς γενικῆς πολιτικῆς τῶν Δυνάμεων καὶ εἶπεν ὅτι τὰ συμφέροντα δύο Δυνάμεων ἀντετάσσοντο εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῶν πόθων τῶν Ἑλληνικῶν ὡς πρὸς τὴν Ἤπειρον. Τὰ συμφέροντα αὐτῶν τῶν Δυνάμεων δὲν ἀντετάσσοντο μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὴν Ἤπειρον, ἀλλ’ ἀντετάσσοντο καὶ ὅσον ἀφορᾷ ἕτερον σημεῖον, καὶ σπουδαιότατον σημεῖον, ἀντετάσσοντο καὶ ὅταν ἐπρόκειτο περὶ Καβάλλας. Καὶ ἐρωτῶ, πῶς ἐδόθη ἡ Καβάλλα; Πῶς ἐδόθη ὁριστικῶς ἡ Καβάλλα ἀπέναντι τῆς προτάσεως τῆς Ἀγγλικῆς περὶ ἀναθεωρήσεως τῆς συνθήκης τοῦ Βουκουρεστίου, τὴν ὁποίαν ἀπέσυρεν ἀργότερον, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἀπέναντι τῆς προτάσεως τῆς Ῥωσικῆς, ἀπέναντι τῆς προτάσεως τῆς Αὐστριακῆς; Πῶς ἐσώθη ἡ Καβάλλα; Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μοὶ εἴπῃ, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἴχνος ἀκριβείας εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ εἴπω· ὅτι ἡ Καβάλλα ἐσώθη ἕνεκα τῆς ἐπεμβάσεως τῆς Γερμανίας ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῆς Γαλλίας ἀφ’ ἑτέρου. Αὐτὰ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ. Ἄρα ὑπῆρξε στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὴ ἡ Ἑλλάς, ἡ ὁποία ὄπισθεν αὐτῆς οὐδένα εἶχε κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἡ ὁποία δὲν ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ὅπως ἡ Σερβία «ἔχω τὸν Σλαυϊσμὸν ὄπισθέν μου», ὑπῆρξε στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς εὗρε Δυνάμεις ὄπισθεν αὐτῆς. Τοῦτο ἀποδεικνύει ὅτι δὲν δικαιοῦται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι ἡ πολιτικὴ τῶν Δυνάμεων εἶχε καταδικάσει τοὺς πόθους τῆς Ἑλλάδος καὶ ὅτι κατὰ τῆς πολιτικῆς αὐτῆς δὲν ἦτο δυνατὸν κανὲν Κράτος ν’ ἀντιστῇ. Αὐτὰ εἶναι τὰ γεγονότα, κύριε Πρωθυπουργέ· προκειμένου δὲ περὶ γεγονότων, αἱ ὡραῖαι φράσεις εἰς οὐδὲν δύνανται νὰ ἰσχύσωσι, διότι παρὰ τὰς ὡραίας φράσεις τὰ γεγονότα ἔχουσι σιδηρᾶν δύναμιν ἐξ αὐτῶν προερχομένην, ἀπέναντι δὲ τῆς δυνάμεως ταύτης αἱ φράσεις, ὅσον ὡραῖαι καὶ ἂν εἶναι, δὲν ἔχουσιν οὐδεμίαν ἰσχύν, διότι τὰ γεγονότα μένουσι καὶ τὰ γεγονότα λέγουσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς. Ἀλλὰ μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός· τί παραπονεῖσθε; Μήπως ἀπεκτήσαμεν τὴν γραμμὴν τοῦ Βερολίνου; Ὄχι. Ἀπεκτήσαμεν γραμμὴν πολὺ ἀπέχουσαν τῆς τοῦ Βερολίνου. Λησμονεῖ ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι τὴν γραμμὴν τοῦ Βερολίνου εἶχον χαράξει αἱ Μ. Δυνάμεις, ὅταν ἡ Ἑλλὰς ἦτο μικρά, ὅταν δὲν εἶχε πολεμήσει, ὅταν δὲν εἶχεν ἀγωνισθῆ, ὅταν δὲν εἶχεν ὑποστῆ τὰς μεγίστας θυσίας τὰς ὁποίας ὑπέστη, ἐνῷ ἡ γραμμὴ ἡ κτηθεῖσα, εἶναι γραμμή, ἡ ὁποία ἐκτήθη μετὰ δύο πολέμους μετὰ θυσίας ὑπερανθρώπους. Λησμονεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ χαραχθῇ ἡ γραμμὴ τοῦ Βερολίνου, ἡ Ἑλλὰς οὐδὲν κατεῖχε, καὶ λησμονεῖ ὅτι, ὅταν ἐχαράχθη ἡ γραμμή, ἡ ὁποία ἔδωκε μερικὰ χιλιόμετρα περισσότερα ἀπὸ τὴν γραμμὴν τοῦ Βερολίνου, ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς κατεῖχεν ὅλην τὴν Ἤπειρον. Καὶ βεβαίως ἡ παραβολὴ μεταξὺ τῶν δύο περιστάσεων δὲν δύναται νὰ γίνῃ. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λαβὼν τὸν χάρτην ἀνὰ χεῖρας ἐπέδειξεν αὐτὸν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἶπεν «ὁρίστε, παραβάλλετε· ἡ μία εἶναι ἡ γραμμὴ τοῦ Βερολίνου, ἡ ἄλλη εἶναι ἡ γραμμὴ τῶν κτηθεισῶν χωρῶν· τώρα καταδικάσατε τὴν Κυβέρνησιν ἂν ἠμπορεῖτε». Ἐννοεῖται, ὅτι ἡ συζήτησις οὕτω διεξαγομένη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσῃ εἰς ἀποτελέσματα. Ἡ συζήτησις καλῶς διεξαγομένη πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς περιστάσεις τῆς ἄλλης, καὶ λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὰς περιστάσεις τὰς μὲν καὶ συγκρίνουσα ταύτας πρὸς τὰς περιστάσεις τὰς δὲ ν’ ἀποφανθῇ, ἐὰν τὰ κτηθέντα εἶναι ἀνάλογα πρὸς τὰς γενομένας θυσίας. Ἀφοῦ δὲ ἐξύμνησε τὰ κατορθώματα τὰ ἐπιτευχθέντα ἐν Ἠπείρῳ ἔφθασεν εἰς τὸ ζήτημα τῆς παραλίας τῆς Ἠπείρου. Καὶ ἐνταῦθα ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι εἶναι λυπηρὸν — τοὐλάχιστον αὐτὴ εἶναι ἡ ἐντύπωσίς μου — νὰ ἴδῃ τις τὸν διεξαγαγόντα τὰς διαπραγματεύσεις ἐπὶ τῆς ἀνταλλαγῆς διὰ τῆς παραχωρήσεως τῆς παραλίας μέχρι Παγανιᾶς ἀγνοοῦντα τὴν ἔκτασιν τῆς παραχωρουμένης χώρας, διότι, καὶ μὲν εἶχεν ἓν σημείωμα, τὸ ὁποῖον δικαιολογεῖ τὴν ἄγνοιαν, ἀλλ’ ἐγὼ ὑποθέτω ὅτι, ὅταν ὁ Πρωθυπουργὸς ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας προτείνῃ εἰς τὴν Ἰταλίαν παραχώρησιν τῆς παραλίας μέχρι Παγανιᾶς θὰ εἶχε τὰς πληροφορίας ὄχι μόνον ἐξ ἑνὸς ἐσφαλμένου σημειώματος, ἀλλὰ θὰ εἶχε πληροφορίας ἀκριβεῖς, καὶ δὲν θὰ περιέπιπτεν εἰς τὸ λάθος νὰ παρουσιάζῃ τὰ μίλια ὡς χιλιόμετρα, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῶ ὅτι Πρωθυπουργὸς διαπραγματευόμενος τοιαῦτα ζητήματα δὲν γνωρίζει ἀκριβῶς τὴν ἔκτασιν τῶν παραχωρήσεων, εἰς τὰς ὁποίας προβαίνει. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παραβάλλει τὴν ἔκτασιν τῆς παραχωρουμένης χώρας πρὸς τὴν ἔκτασιν ἐκείνης ἣν πρόκειται ν’ ἀποκτήσῃ ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς συναινέσεως, ἡ ὁποία συναίνεσις δὲν ἐδόθη ἀκόμη, ἀλλ’ ἡ ὁποία, ὡς ἐλπίζει ὁ κ. Πρωθυπουργός, θὰ δοθῇ· καὶ λέγει «πρόκειται νὰ παραχωρήσωμεν ὀκτὼ τετραγωνικὰ χιλιόμετρα καὶ ν’ ἀποκτήσωμεν 160». Ἀλλὰ παρατηρῶ ὅτι καὶ ἐδῶ σύγκρισις δὲν χωρεῖ, διότι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξετάσητε εἶναι τοῦτο, ἐὰν ὑπὸ στρατιωτικὴν ἔποψιν, ἐὰν ὑπὸ ναυτικὴν ἔποψιν συμφέρῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ ἔχῃ τὰ δώδεκα χιλιόμετρα τῆς παραλίας ἢ νὰ ἔχῃ τὰ 100 χιλιόμετρα τοῦ ἐσωτερικοῦ. Οὕτω πρέπει νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα καὶ ὄχι διὰ τῆς παραβολῆς τῶν 8 χιλιομέτρων πρὸς τὰ 160, διότι, ἐὰν θελήσητε νὰ προχωρήσητε μὲ αὐτὴν τὴν θεωρίαν, δύνασθε αὔριον νὰ παραχωρήσητε τὴν Καβάλλαν ἀντὶ δὲν ἠξεύρω ποίας ἀποζημιώσεως εἰς τὸ ἐσωτερικόν, καὶ νὰ ὑποστηρίξητε ὅτι ἡ ἀνταλλαγὴ εἶναι ὠφέλιμος, διότι παρεχωρήσατε ὀλίγα χιλιόμετρα τετραγωνικὰ καὶ ἀπεκτήσατε πολλὰ χιλιόμετρα τετραγωνικά. Ἀλλὰ λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργός, «παραδίδομεν βουνά, παραδίδομεν στενὴν παραλίαν, ἡ ὁποία δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν»! Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ «κερδίζομεν ὅτι διὰ τῆς παραχωρήσεως ταύτης ἀπαλλασσόμεθα δαπανῶν διὰ τὴν φρούρησιν αὐτῆς πρὸς καταπολέμησιν τοῦ λαθρεμπορίου». Ὁμολογῶ ὅτι μεθ’ ὅλην τὴν προσοχήν, τὴν ὁποίαν νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ προσδίδω, ὅταν ἀγορεύῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὁμολογῶ ὅτι δὲν κατώρθωσα νὰ ἐννοήσω τὴν σημασίαν τοῦ ἐπιχειρήματος τούτου. Διατί πρὸς τήρησιν παραλίας δώδεκα χιλιομέτρων ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μεταχειρισθῶμεν ὀλιγώτερα μέσα ἀμυντικὰ ἢ πρὸς φρούρησιν ἑνός; Ἐγὼ ὑποθέτω ὅτι ἡ ἀναλογία θὰ εἶναι ἀντίστροφος. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ὅτι, «ὅταν πρόκειται νὰ ἀμυνθῆτε κατὰ γραμμῆς παραλιακῆς 4 χιλιομέτρων, κατὰ τοῦ διὰ θαλάσσης ἐνεργουμένου λαθρεμπορίου, θὰ ὑποστῆτε μεγαλειτέρας θυσίας παρὰ ἐὰν πρόκειται νὰ ἀμυνθῆτε κατὰ γραμμῆς 12 χιλιομέτρων». Αὐτὰ εἶναι τὰ ἐπιχειρήματα, Κύριοι, καὶ δικαιοῦμαι νὰ εἴπω ὅτι τὰ παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ λεγόμενα εἶναι ἴσως λαμπρὰ ὑπὸ ἔποψιν ἐντυπώσεως, ἀλλὰ θὰ ἦσαν λαμπρότερα, ἐὰν ἐλέγοντο ὄχι ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ὅπου δικαιοῦταί τις νὰ ἐπιζητήσῃ ἐπιχειρήματα καὶ οὐχὶ λέξεις· θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ ἐλέγοντο ἐκεῖ, ὅπου τὰ ἐπιχειρήματα δὲν ἔχουν καμμίαν σημασίαν. Ἀλλ’ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης τὰ ἐπιχειρήματα ἔχουσι μεγάλην σημασίαν, καὶ ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαντήσωμεν, ὅπως εἰς τὰ ἐπιχειρήματα ἡμῶν ἀπαντήσῃ καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δι’ ἐπιχειρημάτων, τοιοῦτόν τι δὲ τὴν ἑσπέραν ταύτην δὲν ἐγένετο. Δὲν ἀπήντησε δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ εἰς ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον ἔσχον τὴν τιμὴν ν’ ἀπευθύνω αὐτῷ, τὸ ἐρώτημα τουτέστιν ἂν γινώσκῃ, ἂν δύναται νὰ βεβαιώσῃ ὅτι ἡ Ἰταλία πρὸ τῆς προτάσεως αὐτοῦ δὲν ἐζήτει ὅπως ἡ παραλία, ἡ ἀνήκουσα εἰς τὴν Ἀλβανίαν, φθάσῃ μέχρι Σαγιάδος, μοῦ ἀπήντησε δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι τοιοῦτόν τι δὲν ἐνθυμεῖται. Παρετήρησα αὐτῷ ὅτι κατὰ τὴν πεποίθησίν μου ἡ μνήμη του δὲν τὸν ὑπηρετεῖ καλῶς· ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ὑπάρχει ἔγγραφον καὶ ἔγγραφον ἐπίσημον, ἐξ οὗ ἐξάγεται ὅτι ἡ Ἰταλία ἐπεθύμει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀργότερον προέτεινεν εἰς αὐτὴν ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§262ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ παρεξήγησις;
§263Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρακαλῶ.
§264ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Σᾶς εἶπον ἀρχικῶς ὅτι δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἀφοῦ δὲ συνεβουλεύθην καὶ τὸν Συνάδελφόν μου, ἐβεβαίωσα ὅτι τοιαύτη πρότασις περὶ τῆς παραλίας μέχρι Φτελιᾶς δὲν ἐγένετο. Ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς ἰσχυρίζεται ὅτι κατὰ τὴν ἀρχὴν τῶν διαπραγματεύσεων ἐζητεῖτο νὰ φθάσωμεν κατωτέρω ἀπὸ τὴν Σαγιάδα καὶ τὴν Παραμυθιὰν καὶ τὸ Μαργαρίτι, δὲν ἔχω ν’ ἀπαντήσω τι· ἀλλὰ λέγει περὶ τῆς Παγανιᾶς ὅτι αὐτὴ εἶναι κάτι τι ἄξιον λόγου καὶ αὐτὴν ἐζήτει ἡ Αὐστρία καὶ ἡ Ἰταλία, ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν ὅτι αὗται ἐζήτουν νὰ κατέλθωσι τὰ σύνορα κοντὰ εἰς τὴν Πρέβεζαν.
§265Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τοῦτο ἀποδεικνύει ὅτι ἡ Ἰταλία ἐπεθύμει ὅπως ἡ παραλιακὴ γραμμὴ ἐκταθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον πρὸς νότον. Τὸ ὅτι ἐζήτει περισσότερα τῶν παρ’ ὑμῶν παραχωρουμένων δὲν ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἐπεθύμει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τῇ παραχωρήσατε. Εἰς τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπαντήσητε, διότι, ἐπαναλαμβάνω, πρόκειται περὶ πραγμάτων καὶ τὰ πράγματα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ ἀμφισβητήσῃ κανείς. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῶν προτάσεων περὶ ἀνταλλαγῆς ἣν ἔκαμεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχομεν καὶ ἑτέραν ἀπόδειξιν, ὅτι αὗται ἀνταποκρίνονται πρὸς τὰς ἐπιθυμίας καὶ πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς τε Ἰταλίας καὶ τῆς Αὐστρίας καὶ ἡ ἀπόδειξις εἶναι ὅτι αἱ αἰτήσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ διὰ τὰ ἀνταλλάγματα, ἅπερ ἐζήτει, ἦσαν μείζονες ἐκείνων εἰς τὰς ὁποίας ἐφαίνετο ὅτι ἔστεργον αἱ δύο Δυνάμεις. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν παρὰ τὴν Κορυτσὰν χώραν ἔχομεν ἄρνησιν ἀπόλυτον ἐκ μέρους αὐτῶν καὶ οὔτε λόγος δύναται νὰ γίνῃ περὶ αὐτῆς· ὅσον ἀφορᾷ τ’ ἄλλα εἴμεθα πρόθυμοι, λέγουσι, νὰ διαπραγματευθῶμεν, ὅταν ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἐκκενώσῃ τὰς χώρας τὰς παρ’ αὐτοῦ κατεχομένας. Τί ἀποδεικνύει τοῦτο; Ὅτι εἶναι διατεθειμέναι νὰ δεχθῶσι τὴν παραχώρησιν ἐκείνων διὰ τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον κανὲν συμφέρον, ὅπως τὰς διατηρήσωσιν, ἡμεῖς δὲ γινόμεθα θύματα διὰ τῆς προτάσεως ταύτης. Καὶ δι’ αὐτὸ ἐπέμεινα καὶ ἐπιμένω ἀκόμη παρακαλῶν τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅπως σκεφθῇ ὡρίμως ἐπὶ τῆς γενομένης παρ’ αὐτῶν προτάσεως, ὅπως, εἰ δυνατόν, ἀνακαλέσει ταύτην, διότι τὸ ζήτημα τῆς παραλίας εἶναι ζήτημα μεγίστου ἐθνικοῦ συμφέροντος. Δὲν δύναμαι ἐγὼ νὰ παραβάλω τὴν ζημίαν ἡ ὁποία θὰ προέλθῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα μὲ τὰς ὠφελείας, αἱ ὁποῖαι ἠμποροῦν νὰ προέλθωσιν ἐκ τῆς ἀποκτήσεως ἔστω καὶ 17 Ἑλληνικῶν χωρίων, διότι τὰ Ἑλληνικὰ ταῦτα χωρία κατὰ τὴν δήλωσιν ἐν ἐπιλόγῳ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰς τὸ μέλλον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνήκωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρέστησεν ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐμεγαλύνθη, ὅτι ὑπάρχουσιν ἀκόμη Ἕλληνες διεσπαρμένοι πανταχοῦ, ἀλλ’ ὅτι τὸ μέλλον ἀνήκει εἰς τὰ ἔθνη τὰ ἔχοντα ψυχικὸν σθένος, τὰ ἔχοντα σωματικὴν δύναμιν καὶ στρατιωτικὴν καὶ ναυτικὴν δύναμιν. Λοιπὸν αὐτὸς ὁ κίνδυνος θὰ εἶναι ἐπὶ 50 ἐπὶ 100 ἔτη, ἕως οὗ ἡ Ἑλλὰς πραγματοποιήσῃ αὐτὰς τὰς προβλέψεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀλλ’ ἡ ζημία τῆς παραλίας θὰ εἶναι κάτι τι αἰώνιον, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ εἶναι δυνατόν ποτε νὰ ἀναλάβῃ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, διότι δύο Μεγάλαι Δυνάμεις ἢ τοὐλάχιστον ἡ μία ἐξ αὐτῶν θὰ ἀρνηθῶσι πάντως τὴν ἀπόδοσιν τῆς παραλίας εἰς τὴν Ἑλλάδα. Δὲν ἀπήντησε δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἀντέταξα εἰς αὐτόν. Εἶπον ἀποκλείεται ἤδη ἡ πρὸς βορρᾶν ἔξοδος ἐκ Κερκύρας διὰ τῆς προτάσεως ὑμῶν, ἀποκλείεται ἡ πρὸς νότον. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅ,τι εἶπεν ὅτι ἡ ἀπόστασις τῆς Κερκύρας ἀπὸ τοῦ Στύλου εἶναι 6 χιλιόμετρα, ἡ ἀπόστασις ἀπὸ Παγανιᾶς εἶναι 9· ἄρα ζημία δὲν ὑπάρχει. Ἐλησμόνησεν ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι διὰ νὰ φθάσῃ ἀπὸ τὸν Στῦλον μέχρι Παγανιᾶς ὑπάρχει ὅλη ἡ παραλία, ἡ ἀπέναντι τῆς Κερκύρας καὶ ὅτι διὰ τῆς παραλίας αὐτῆς ἡ ἔξοδος πρὸς νότον θὰ εἶναι ἀδύνατος. Ταῦτα πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν καὶ παρακαλῶ νὰ τὰ λάβητε σπουδαίως ὑπ’ ὄψιν, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι μέχρι τοῦδε δὲν εἶσθε κάτοχος τοῦ ζητήματος, ἀπόδειξις ὅτι τὴν ἑσπέραν ταύτην δὲν ἐγνωρίζετε ποία ἡ ἀπόστασις ἡ χωρίζουσα τὸν Στύλον ἀπὸ τῆς Παγανιᾶς. Καὶ ἀφ’ οὗ ταῦτα εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰρωνευόμενος ὀλίγον τὴν δικανικήν μου ἱκανότητα...
§266ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πρὸς τιμήν σας τὸ εἶπον.
§267Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πρὸς τιμήν μου; τὸ παραδέχομαι· ἔφθασεν εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ἀποκλεισμοῦ. Ἀλλ’ ἐγὼ ὁ ὁποῖος θαυμάζω τὴν δικανικὴν ἱκανότητα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περιέμενον ν’ ἀναιρέσῃ τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀντέταξα εἰς αὐτόν, ἀλλὰ τὴν ἀναίρεσιν δὲν τὴν ἤκουσα. Τὴν περιμένω ἀκόμη. Δὲν ἤκουσα ν’ ἀναιρέσῃ τὸ παρ’ ἐμοῦ λεχθὲν ὅτι δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ κηρύξῃ ἀποκλεισμὸν οὐδὲ ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὸ δίλημμα, τὸ ὁποῖον ἔθηκα εἰς αὐτόν, ἢ ἡ χώρα εἶναι ἡμετέρα καὶ ὁ ἀποκλεισμὸς εἶχε σκοπὸν ν’ ἀμυνθῆτε ὑπὲρ τῆς χώρας ἀλλὰ κατὰ τίνων; ἢ ἡ χώρα ἀνήκει εἰς ἄλλους καὶ τότε δὲν εἴχετε δικαίωμα νὰ διατάξητε τὸν ἀποκλεισμόν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περιωρίσθη νὰ εἴπῃ ὅτι εἶχε δικαίωμα νὰ διατάξῃ τὸν ἀποκλεισμόν, διότι ὁ στρατὸς κατεῖχε τὴν χώραν καὶ εἶχε δικαίωμα νὰ λάβῃ ἀστυνομικὸν μέτρον. Ἀλλ’ ἐν ᾧ τοιαύτην ἔδιδεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς ἐμὲ ἀπάντησιν, ὁμολογεῖ ὅτι στρατὸς δὲν ὑπῆρχεν εἰς Ἁγίους Σαράντα, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσητε ὅτι τοῦ στρατοῦ παρόντος κατελύθησαν αἱ ἀρχαί, ἐδήλωσε δὲ ῥητῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι αἱ ἀρχαὶ κατελύθησαν μὴ ὑπάρχοντος δὲ στρατοῦ ἐν τίνι δικαιώματι διετάξατε τὸν ἀποκλεισμόν; Εἰς τοῦτο δὲν ἀπήντησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἐγὼ δὲ δὲν ἔχω τίποτε νὰ προσθέσω, διότι, ἐπαναλαμβάνω, τὸ ζήτημα, ὅπως ἐτέθη νομικῶς παρ’ ἐμοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λυθῇ ἄλλως ἢ ὡς ἔλυσα ἐγὼ τοῦτο. Καὶ ἀφοῦ ἐξήντλησε, Κύριοι, τὰ θέματα ταῦτα ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἐπανῆλθεν εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τοὺς δύο πολέμους καὶ εἰς τὰ ἀποτελέσματα τὰ ἐπιτευχθέντα διὰ τῶν δύο τούτων πολέμων. Ἐξέφρασα πολλάκις τὴν ἰδέαν περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τούτων καὶ ὥρισα τὰ ἀποτελέσματα τὰ ὀφειλόμενα εἰς τὸν πρῶτον πόλεμον. Γινώσκω ὅτι ἡ διάκρισις μεταξὺ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν δύο πολέμων δὲν εἶναι τῆς ἀρεσκείας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δὲν τυγχάνει τῆς ἐπιδοκιμασίας του, ἀλλ’ ἡ ἀποδοκιμασία αὐτοῦ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦτο δι’ ἐμὲ εἶναι ἀδιάφορος, διότι, ἐπαναλαμβάνω, τὰ πράγματα δικαιολογοῦσι τὰ παρ’ ἐμοῦ ὑποστηριζόμενα, δὲν εἶναι δὲ τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ δικαιολογήσωσι τὰ παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὑποστηριζόμενα. Μὲ ἐκάκισε πρὸς τούτοις, διότι πρέπει νὰ ὁμιλήσω, ὅτι ὑπῆρξα λίαν ἐπιθετικὸς εἰς τὴν μετὰ 4 ἡμέρας ἀπάντησίν του εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου τῆς παρελθούσης Πέμπτης καὶ ἤθελεν ἐννοήσει τὴν ἐπίθεσιν, ἐὰν ἡ ἀπάντησις ἤρχετο ἀμέσως, διότι θὰ ἦτο ἀποτέλεσμα μιᾶς μακρᾶς συζητήσεως, ἀλλὰ μετὰ σιγὴν τεσσάρων ἡμερῶν ἡ ἐπιθετικότης αὕτη δὲν πιστεύω νὰ εἶναι ἐντελῶς δεδικαιολογημένη, καὶ μοὶ ἐπιτέθη διατί νομίζετε; Διότι ἐγὼ εἶπον ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑποστηρίζων ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα, ὅπως ἐπιβάλλῃ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν, εἶπον ὅτι δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν τοῦτο ἐγένετο· ὅταν δὲ εἶπον τοῦτο, προεκλήθη εἰς τοῦτο, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λησμονῶν τὸ παρελθόν, λησμονῶν τὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος, εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι μεγαλυνθείσης τῆς Ἑλλάδος, ὑπάρχουσι νέαι ἰδέαι, νέα ἤθη καὶ ὅτι ἐπὶ τέλους εἶναι καλὰ νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπετρέποντο, ὅταν ἡ Ἑλλὰς ἦτο μικρά, δὲν ἐπιτρέπονται μετὰ τὴν ἐπέκτασιν τῶν ὁρίων τοῦ Βασιλείου, εἶπεν ὅτι ἄλλοτε κόμματα ἢ ἄτομα παρέσυραν τὰς Κυβερνήσεις, καὶ τότε ἀμυνόμενος ἐγὼ εἶπον, ἀπατᾶσθε, κύριε Πρωθυπουργέ, ἐὰν νομίζητε ὅτι σεῖς ἐφεύρετε αὐτὰς τὰς ἰδέας, αὐτὰ τὰ ἤθη, διότι ὑπῆρξαν καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἄνδρες οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν τὰς ἰδέας αὐτὰς καὶ προσέθηκα ὅτι ἦτο δυσκολώτερον τότε νὰ ὑποστηρίξῃ τὰς τοιαύτας ἰδέας, διότι τότε δὲν ὑπῆρχε Βουλὴ εὐκόλων χειροκροτημάτων, ἀλλὰ εὐκόλου ἀποδοκιμασίας. Δὲν εἶπον ἐγὼ ὅτι ὅλη ἡ Βουλὴ μὲ ἀπεδοκίμασεν εἶπον ὅτι ἀπεδοκιμάσθην παρὰ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, διότι ὑπεστήριξα τὰς γνώμας ταύτας, ἀλλ’ ὅτι μὴ πτοηθεὶς ἐκ τῶν ἀποδοκιμασιῶν ἐπέμεινα εἰς τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας εἶχον. Διατί λοιπὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνόμισεν ὅτι εἶχεν ἀνάγκην νὰ καταφύγῃ εἰς ἓν μάθημα κοινοβουλευτικὸν καὶ νὰ μοὶ εἴπῃ ὅτι ἔπρεπε νὰ παραιτηθῶ; Διατί νὰ παραιτηθῶ; Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν ἐνέργειάν μου, ἡ ἀντιπολίτευσις μὲ ἀπεδοκίμασε. Τῷ ἔλεγον δὲ ὅτι τὰ ἤθη εἶναι διάφορα, διότι ἐγὼ ἀπεδοκιμαζόμην ὑπὸ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἐνῷ ἡ ἀντιπολίτευσις οὐδεμίαν ἀποδοκιμασίαν ἔκαμε καθ’ ὑμῶν. — Συνεζήτησε, καθ’ ἃ εἶχε καθῆκον, ἀλλὰ δὲν προέβη εἰς ἀποδοκιμασίας. Ἀλλὰ μήπως ἐγὼ ἤμην ὁ μόνος Κυβερνήτης τοῦ παρελθόντος, ὁ ὁποῖος εὑρέθη πρὸ τοῦ προβλήματος τούτου, τοῦ νὰ θέλῃ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ τὴν ἐξωτερικὴν ἐναντίον τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ; Λησμονεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι ὁ ἀείμνηστος Βούλγαρης προέβη καὶ εἰς τὴν σύλληψιν τῶν Κρητῶν βουλευτῶν, λησμονεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης ἐναντίον τῆς γνώμης τῆς μεγάλης πλειονοψηφίας τοῦ λαοῦ ἀντετάχθη κατὰ τῆς ἐπαναστάσεως ἐν Κρήτῃ. Τί ἀποδεικνύουσι ταῦτα, Κύριοι; Ἀποδεικνύουσιν ὅτι καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ὑπῆρξαν ἄνδρες ἔχοντες τὴν συναίσθησιν τῶν καθηκόντων αὑτῶν πρὸς τὴν Πολιτείαν, δὲν ὑπῆρξαν ἄνδρες ἔχοντες τὴν ἀντίληψιν τῶν καθηκόντων αὑτῶν πρὸς τὸ ἀξίωμα τοῦ Κυβερνήτου, καὶ ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ ἔλθῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ μᾶς διδάξῃ ποῖα τὰ καθήκοντα τῶν Κυβερνητῶν τῆς χώρας. Ταῦτα, Κύριοι, εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Δὲν προβαίνω εἰς ἐπίλογον, διότι καὶ ἀνίκανος ἴσως πρὸς τοῦτο εἶμαι, καὶ διότι γνωρίζω ὅτι ὅσον καὶ ῥητορικοὶ ἂν εἶναι οἱ ἐπίλογοι οὗτοι, οἱ παρ’ ἡμῶν λεγόμενοι, δὲν ἤθελον ἐπιτύχει τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐπεδίωκε καὶ ἐπέτυχεν ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§268ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχω πρωτίστως ἀνάγκην νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας κατ’ ἐπανάληψιν μὲ ἐπέκρινε, διότι ἀπήντησα σήμερον μόλις εἰς τὰ ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Πέμπτην. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὸν κ. Βουλευτὴν Κερκύρας, ὅτι ἂν δὲν ἐλάμβανε τὸν λόγον καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην, δυσκόλως θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον ἐγώ. Μὲ ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα ἡ πολιτικὴ ἀγόρευσίς του, ἄνευ τῆς ὁποίας θὰ ἠρκούμην ἴσως εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἄρτης. Ἀλλὰ μὲ ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα ἡ ἀγόρευσίς του, καὶ ἀφοῦ ἅπαξ ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα θὰ ἀναγνωρίσῃ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπωφεληθῶ τῆς εὐκαιρίας ἵνα ἀπαντήσω καὶ εἰς ὅσα προχθὲς ἐλέχθησαν καὶ εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἀπήντησα τότε, διότι τὴν ὁμιλίαν αὐτοῦ ἐκείνην ἐπηκολούθησεν ἄλλη ὁμιλία, ἡ ὁποία μοῦ ἀφῄρεσεν ἐντελῶς τὴν διάθεσιν τοῦ νὰ ἀνέλθω τὸ βῆμα. Ἐλπίζω λοιπὸν νὰ ἀναγνωρίσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας ὅτι οὐδεμία παραγραφὴ ἐπῆλθεν ἐκ τῆς βραδύτητος τῆς ἀπαντήσεώς μου. Θὰ ἀνταπαντήσω ἤδη εἰς τὴν ἀπάντησίν του διὰ βραχυτάτων. Ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας ἔφερε καὶ πάλιν τὸ ζήτημα τοῦ δευτέρου πολέμου διὰ νὰ ἰσχυρισθῇ, ὡς καὶ ἄλλοτε ἰσχυρίσθη, ὅτι ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐδικαιοῦτο νὰ ἀξιοῖ τιμήν τινα διὰ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ πρώτου πολέμου, οὐδεμίαν ἐδικαιοῦτο νὰ ἀξιοῖ διὰ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ δευτέρου πολέμου. Καὶ νομίζω ὅτι δικαιοῦμαι νὰ παρατηρήσω ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἐξηντλήθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς εἰς ἄλλην συζήτησιν, ἔχουσαν ὁμοίως, πολιτικὸν χαρακτῆρα καὶ περατωθεῖσαν ἐντελῶς, ὥστε δὲν εἶναι ἴσως προσῆκον ἑκάστοτε νὰ ἐπαναφέρωμεν τὰ θέματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα συζητηθέντα ἤδη, ἐξηντλήθησαν τελείως κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγένετο μακρὰ συζήτησις ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἐπικυρώσεως τῆς συνθήκης τῶν Ἀθηνῶν. Ἔδωσα τότε ἐξηγήσεις περὶ τῆς πολιτείας μου κατὰ τὸν δεύτερον πόλεμον, ἐκαυχήθην δὲ ὅτι ἔπραξα ὅ,τι ἦτο δυνατὸν διὰ νὰ ἀποφύγω τὸν πόλεμον τοῦτον. Ἡ συναίσθησις τῆς εὐθύνης διὰ τὸν ἐνδεχόμενον τότε δεύτερον πόλεμον ἦτο τόσον βαρεῖα, ὥστε τὸ πᾶν ἔπραξα ὅπως τὸν ἀποφύγω. Ἀλλ’ ἔπραξα ἐπίσης ὅ,τι ἦτο δυνατόν, ὅπως, ἐὰν ὁ πόλεμος ἐγίνετο ἀναπότρεπτος, ὅπως καὶ ἐγένετο, ἐξέλθωμεν νικηταί, ἔπραξα πᾶν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν καὶ στρατιωτικῶς καὶ πολιτικῶς διὰ τῆς συνάψεως τῆς συμμαχίας μετὰ τῆς Σερβίας καὶ τοῦ Μαυροβουνίου. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Κερκύρας φρονεῖ ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ δευτέρου πολέμου πρέπει νὰ ἀποδώσωμεν εἰς τὴν τύχην.
§269Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι· εἰς τὸν στρατὸν τὸν Ἑλληνικόν.
§270ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἰς τὴν τύχην ὁ δεύτερος πόλεμος, διότι καὶ εἰς τὸν πρῶτον πόλεμον τὰς νίκας τὰς ἔκαμεν ὁ Στρατός, ἀλλὰ νομίζω, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ συζήτησις εἶναι ἐξηντλημένη ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου.
§271ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ θεὸς τῆς Ἑλλάδος.
§272ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καλὸν εἶναι νὰ μὴ τὸν ἀναμιγνύωμεν τόσον πολύ, ἀλλὰ νὰ κινῶμεν σὺν Ἀθηνᾷ καὶ τὴν χεῖρα. Κύριοι βουλευταί· ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας, ἐπιμένων καὶ πάλιν εἰς τὴν γνώμην του ὅτι ἔπρεπε νὰ προχωρήσωμεν εἰς Αὐλῶνα, ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ μᾶς ἀπευθύνῃ τὴν ἐρώτησιν, διατί, ἀφοῦ ἡ Σερβία ἐπέτυχε διαρρύθμισιν τῶν ὁρίων της συμφέρουσαν εἰς αὐτήν, σύμφωνον πρὸς τὰ ἱστορικὰ αὐτῆς ἀναμφισβήτητα δικαιώματα, ὄχι ὅμως πάντοτε σύμφωνον καὶ πρὸς τὴν σημερινὴν ἐθνολογικὴν κατάστασιν, δηλ. τὴν κατάστασιν τὴν ἐπελθοῦσαν ἐξ ἀλλοιώσεως τοῦ ἐθνολογικοῦ καθεστῶτος κυρίως ἀπὸ ἡμίσεος αἰῶνος, διατί, ἀφοῦ ἡ Σερβία ἐπέτυχε τοιαύτην διαρρύθμισιν τῶν ὁρίων της, ἔχουσα τὴν Ῥωσίαν ὄπισθέν της, διατί δὲν ἐφρόντισες καὶ σὺ νὰ ἔχῃς μίαν Ῥωσίαν ὄπισθέν σου; Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀπευθύνω τὴν ἐρώτησιν, ποῦ δύναμαι νὰ εὕρω τὴν Μεγάλην αὐτὴν Δύναμιν νὰ τὴν σύρω ὄπισθέν μου πρὸς ὑπεράσπισιν μέχρις ἀπειλῆς πολέμου τῶν δικαίων μας; Ὅ,τι ἐλέγετο ἀορίστως ἄλλοτε, διετυπώθη τὴν ἑσπέραν ταύτην κάπως σαφέστερον. Ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας ἀπέφυγε νὰ εἰσέλθῃ ἐγγύτερον εἰς ἀνάπτυξιν τοῦ ζητήματος τούτου καὶ δὲν παραγνωρίζει ὅτι ἴσως ὑπάρχουσι λόγοι νὰ μὴ δύναται νὰ προέλθῃ εἰς πλείονας ἐξηγήσεις, ἀλλὰ καὶ δὲν δικαιοῦται νὰ ἐπιμένῃ εἰς τὴν γνώμην του, ὅταν ἔχῃ ὑπ’ ὄψει ὅτι διὰ τῆς πολιτικῆς ἣν ἠκολούθησα καὶ ἣν οὗτος ἐπικρίνει, δηλ. τὴν πολιτικὴν τῆς φιλίας πρὸς ὅσον τὸ δυνατὸν πλείονας τῶν Δυνάμεων καὶ τῆς μὴ ἀναμίξεως τῆς Ἑλλάδος εἰς τοὺς συνδυασμοὺς τῶν Μ. Δυνάμεων, ἡ Ἑλλὰς εἶχε καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς πολεμικῆς αὐτῆς περιόδου εὔνους τέσσαρας ἐκ τῶν Μ. Δυνάμεων, ἐνῷ ἂν ἠκολούθει τὴν πολιτικὴν τὴν ὑποστηριχθεῖσαν ἀπὸ μακροῦ χρόνου ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας, θὰ εἶχε τὴν ὑποστήριξιν μιᾶς μόνης τῶν Δυνάμεων. Ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας ἐρωτᾷ· ποῦ ὀφείλεται ὅτι δὲν ἀνεθεωρήθη ἡ συνθήκη τοῦ Βουκουρεστίου; Καὶ ἀπαντῶ ὅτι ἡ συνθήκη τοῦ Βουκουρεστίου δὲν ἀνεθεωρήθη, διότι τὴν ἀναθεώρησιν ἐζήτησαν δύο μόνον τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ἡ Αὐστρία καὶ ἡ Ῥωσσία, ἡ Ἀγγλία δὲν τὴν ἐζήτησεν.
§273Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Εἶπον ὅτι ἡ Ἀγγλία τὴν ἐζήτησε καὶ ἀπέσυρε τὴν αἴτησίν της.
§274ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δύναμαι νὰ παράσχω τὴν πληροφορίαν ὅτι ἡ Ἀγγλία ἐδήλωσεν ἀρχικῶς ὅτι δὲν θὰ εἶχε καμμίαν δυσκολίαν ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς συμφωνίας πασῶν τῶν Δυνάμεων νὰ κάμῃ ἐπιφυλάξεις ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἀναθεωρήσεως, διότι διεξαγομένης τῆς Διασκέψεως τοῦ Βουκουρεστίου ἐπιστεύετο ὅτι διὰ τῆς ἐπιφυλάξεως ταύτης θὰ διηυκολύνετο ἡ συνομολόγησις τῆς εἰρήνης μεταξὺ τῶν ἐμπολέμων καὶ τοιαύτη ἰδίως ἦτο ἡ γνώμη τοῦ Προέδρου τῆς Διασκέψεως τοῦ Βουκουρεστίου, ἡ δὲ Ἀγγλία ἦτο πρόθυμος ὅπως, ἐὰν διὰ τοιαύτης ἐπιφυλάξεως πρόκειτο ν’ ἐπακολουθήσῃ ἡ συνομολόγησις τῆς εἰρήνης, διότι ἡ Βουλγαρία θὰ ὑπέκυπτεν εὐκολώτερον εἰς τὰς ἀξιώσεις τῶν ἀντιπάλων της μετὰ τοιαύτην ἐπιφύλαξιν ἐμμείνῃ εἰς τὴν ἐπιφύλαξιν ταύτην. Ἐν τούτοις ἀμέσως τὴν ἐπιοῦσαν ἀπέσυρε τὰς ἐπιφυλάξεις αὐτῆς καὶ προτοῦ ἀκόμη ἡ Γαλλία ἐκδηλώσῃ σαφῶς τὴν γνώμην της κατὰ τῆς ἀναθεωρήσεως. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονῇ ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας ὅτι, ἐὰν ἡ συνθήκη τοῦ Βουκουρεστίου δὲν ἀνεθεωρήθη, ὀφείλεται τοῦτο χρονολογικῶς κατὰ πρῶτον εἰς τὴν Γαλλίαν, ἡ ὁποία ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ ἐτέθη ἀντιμέτωπος πρὸς τὴν σύμμαχον αὐτῆς τὴν Ῥωσίαν, ζητοῦσαν τὴν μεταβολὴν τῆς Συνθήκης, ἔπειτα δὲ καὶ εἰς τὴν Γερμανίαν ἡ ὁποία ἀκολούθως διεφώνησε πρὸς τὴν σύμμαχον αὐτῆς Αὐστρίαν.
§275Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι· καὶ ἐγὼ αὐτὸ εἶπον.
§276ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἴπετε αὐτά, ἀλλὰ βεβαίως ἐκ τῶν λόγων σας ἔμεινεν ἡ ἐντύπωσις εἰς πολλοὺς ὅτι κυρίως ἡ Συνθήκη τοῦ Βουκουρεστίου δὲν μετερρυθμίσθη διότι ἡ Γερμανία ἐτέθη μὲ τὸ μέρος μας. Πρέπει νὰ εἴμεθα δίκαιοι· ἡ Γαλλία καὶ ἡ Γερμανία ἀντετάχθησαν ὁμοίως κατὰ τῆς ἀναθεωρήσεως καὶ ἐματαίωσαν αὐτήν.
§277Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρακαλῶ· νὰ μοὶ εἴπητε, σεῖς, ὁ ὁποῖος γνωρίζετε τὰς διαθέσεις τῶν διαφόρων Δυνάμεων, ἐὰν ἡ Γερμανία δὲν ὑπεστήριζε τὴν γνώμην τῆς Γαλλίας, νομίζετε ὅτι ἡ Συνθήκη τοῦ Βουκουρεστίου δὲν ἤθελε ν’ ἀναθεωρηθῇ ὑπὸ τῶν Δυνάμεων;
§278ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι ν’ ἀντιστρέψω τὴν ἐρώτησιν· ἐὰν ἡ Γαλλία ἦτο σύμφωνος μετὰ τῆς Ῥωσίας καὶ Ἀγγλίας καὶ μετὰ τῆς Αὐστρίας εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τῆς Συνθήκης τοῦ Βουκουρεστίου, πιστεύετε ὅτι ἡ Γερμανία μόνη θὰ ἐτάσσετο κατὰ τῆς ἀναθεωρήσεως;
§279Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν ν’ ἀπαντήσω ὅ,τι εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι αἱ δύο Μ. Δυνάμεις συνετέλεσαν.
§280ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τοῦτο· τίνα σχέσιν ἔχει ἡ μὴ ἀναθεώρησις τῆς συνθήκης τοῦ Βουκουρεστίου, διότι εἴχομεν τὸ εὐτύχημα ἀκριβῶς ἀκολουθοῦντες τὴν πολιτικὴν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως νὰ ἔχωμεν ὑπὲρ ἡμῶν τὴν Γαλλίαν καὶ τὴν Γερμανίαν ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ, τίνα σχέσιν, λέγω, ἔχει τοῦτο πρὸς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας παραπέμψαντός με νὰ εὕρω καὶ ἐγὼ κανένα ὑποστηρικτὴν διὰ τὰ Ἠπειρωτικὰ σύνορα, οἷον εἶχεν ἡ Σερβία; Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ μεταβάλωμεν τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων οἵα αὕτη ὑπάρχει. Καὶ τὴν ἐθνικὴν ἀλληλεγγύην μεταξὺ τῆς μεγάλης ὁμοδόξου Αὐτοκρατορίας τοῦ Βορρᾶ, ἡ ὁποία ἄλλως τε τόσον ἐπανειλημμένως ἐφάνη εὐμενεστάτη καὶ πρὸς τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα, ἡ ὁποία εἶναι μία τῶν Δυνάμεων τῶν δημιουργησασῶν τὴν Ἑλλάδα, τὴν φυλετικήν, λέγω, ἀλληλεγγύην τὴν ὑπάρχουσαν μεταξὺ τῆς μεγάλης Αὐτοκρατορίας καὶ τῶν Σλαυϊκῶν λαῶν δὲν ἔχομεν δυστυχῶς ἡμεῖς πρὸς οὐδεμίαν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων. Ἀπέναντι τοῦ γεγονότος τούτου τί θέλετε νὰ πράξω; Τί μὲ παραπέμπετε εἰς τὰ γενόμενα ἐν Βουκουρεστίῳ; Ἢ νομίζετε ὅτι, ἐὰν ἡ Ἑλλάς, ἀφισταμένη τῆς πολιτικῆς τοῦ νὰ μένῃ μακρὰν τῶν μεγάλων συνδυασμῶν τῶν Δυνάμεων ἐν τῷ παρόντι — δὲν γνωρίζω τί τὸ μέλλον ἐπιφυλάττει — ἐὰν, λέγω, ἡ Ἑλλὰς δὲν ἠκολούθει τὴν πολιτικὴν ταύτην καὶ προσηρμόζετο πρὸς μίαν τῶν Δυνάμεων, νομίζετε ὅτι ἡ Δύναμις ἐκείνη ἦτο διατεθειμένη, ὅπως ἐν τῷ ζητήματι τῆς Καβάλλας δὲν ἠκολούθησε τὴν γνώμην τῶν συμμάχων της, νὰ ἀντιταχθῇ κατὰ τῶν συμμάχων της καὶ ἐν τῷ ζητήματι τῷ Ἠπειρωτικῷ, ἔνθα ἡ Αὐστρία καὶ ἡ Ἰταλία προέβαλον ζωτικὰ αὑτῶν συμφέροντα; Ἔχετε τὴν ἐλαχίστην κἄν ἐλπίδα ὅτι ἡ Δύναμις τὴν ὁποίαν ὑπαινίττεσθε, ἐὰν ἐδηλοῦμεν ὅτι τασσόμεθα μετ’ αὐτῆς διὰ νὰ εἰσέλθωμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τοὺς μεγάλους εὐρωπαϊκοὺς συνδυασμούς, ὅτι ἡ Δύναμις αὕτη εἰς τὸ ζήτημα τὸ Ἠπειρωτικὸν θὰ ἐγκατέλειπε τὰ συμφέροντα τῶν συμμάχων της; Εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν εἶσθε εἰς θέσιν νὰ δώσητε ἀπάντησιν.
§281Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ θὰ σᾶς ἀπαντήσω ἁπλῶς ὅτι τοῦτο ἐξηρτᾶτο ἐκ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν θὰ ἐγίνετο ἡ ἐνέργεια.
§282ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐγὼ δὲ βεβαιῶ ὑμᾶς ὅτι εἰς οἱανδήποτε ἐποχὴν καὶ ἂν ἐγίνετο ἡ ἐνέργεια θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ παροραθῶσι τὰ συμφέροντα τῶν συμμάχων αὐτῆς. Καὶ δύναμαι νὰ βεβαιώσω προσθέτως ὑμᾶς ὅτι δὲν σᾶς λέγω ἁπλᾶς κρίσεις, εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος, ὄχι βεβαίως διότι ἐγὼ προέτεινα συνδυασμόν τινα ἀποκρουσθέντα, δὲν εἶμαι ἐγώ, ὡς γνωρίζετε, ὁ προτείνας, ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ παροραθῶσι τὰ συμφέροντα τὰ συμμαχικὰ δύο Μ. Δυνάμεων χάριν τῆς μικρᾶς Ἑλλάδος. Θὰ ἐπεθύμουν λοιπὸν ἅπαξ διὰ παντὸς νὰ τεθῇ τέρμα εἰς αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰς διαδόσεις. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἐπανέφερε καὶ πάλιν τὸ ζήτημα τοῦ Στύλου καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν καὶ πάλιν τοῦ ἐγγράφου ἐκείνου τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸς τὸν κ. Σκουλούδην δὲν δύναμαι νὰ φαντασθῶ πῶς δύναται ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας νὰ ἐπιμείνῃ καὶ πάλιν εἰς τὴν γνώμην του ταύτην. Ἐκπλήττομαι πῶς, ἄνθρωπος τῆς περιωπῆς τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κερκύρας δύναται νὰ ἰσχυρίζηται ὅτι, ἐὰν τὰ ὅρια ἐχαράχθησαν ἀπὸ τοῦ Στύλου καὶ ἄνω καὶ δὲν ἐχαράχθησαν ἀπὸ τῆς Χειμάρρας, αἰτία εἶναι ἡ ἀτυχὴς ἐκείνη δήλωσις τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν φίλον πρεσβευτήν, ὅτι, ἂν καὶ αἱ εὐμενῶς διακείμεναι Δυνάμεις ἐννοῶσι νὰ ὑποκύψωμεν εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ ἀποφασίσωσιν ὅπως τὰ ὅρια ἀρχίσωσιν ἀπὸ τοῦ Στύλου, δεχόμεθα καὶ ἡμεῖς τὸν Στῦλον, σώσατέ μας τοὐλάχιστον τὸ ἐσωτερικόν. Ἀλλ’ ἐὰν λέγητε, ἀξιότιμε κ. Βουλευτὰ ἐκ Κερκύρας, ὅτι τὴν παραλίαν μέχρι Στύλου τὴν ἐχάσαμεν, διότι ἔκαμα τοιαύτην δήλωσιν, δὲν μοὶ ἐξηγεῖτε διατί ἐχάσαμεν καὶ τὴν Κορυτσᾶν καὶ τὸ Ἀργυρόκαστρον καὶ τὴν Πρεμετὴν καὶ τὸ Λιασκοβίκι, διὰ τὰ ὁποῖα μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς ἐκραυγάζομεν λέγοντες· δώσατέ μας τοὐλάχιστον αὐτά, διότι ἐπὶ τέλους ὅ,τι ἀφορᾷ τὸ ἀκρωτήριον τοῦ Στύλου τὸ συνδέετε μὲ τὴν ἀσφάλειαν τῆς Ἀδριατικῆς· ἔστω. Ἡ Κορυτσᾶ συνδέεται μὲ τὴν ἀσφάλειαν τῆς Ἀδριατικῆς; Καὶ τὸ Ἀργυρόκαστρον συνδέεται μὲ τὴν ἀσφάλειαν τῆς Ἀδριατικῆς; Καὶ ἡ Πρεμετὴ συνδέεται μὲ τὴν ἀσφάλειαν τῆς Ἀδριατικῆς; Καὶ τὸ Λιασκοβίκι συνδέεται μὲ τὴν ἀσφάλειαν τῆς Ἀδριατικῆς; Διατί λοιπὸν ἀφοῦ τὴν Πρεμετήν, τὸ Ἀργυρόκαστρον, τὴν Κορυτσᾶν καὶ τὸ Λιασκοβίκι τὰ ἐχάσαμεν διαμαρτυρόμενοι μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς ὅτι δὲν ἐννοοῦμεν νὰ τὰ χάσωμεν, διατί αὐτὰ τὰ ἐχάσαμεν, μετὰ τῶν ὁποίων δὲν συνεδέοντο καὶ ζωτικὰ συμφέροντα τῶν Δυνάμεων, καὶ διατί φρονεῖ ὅτι τὸν Στῦλον, μὲ τὸν ὁποῖον δύο Μ. Δυνάμεις ἐφρόνουν ὅτι συνδέονται ζωτικά των συμφέροντα, δὲν θὰ τὸν ἐχάναμεν; Ἀλλὰ κατηγορήθην, Κύριοι, καὶ δι’ ἓν ἄλλο μέγα ἔγκλημα. Φαντάσθητε ὅτι προσῆλθον ἐνώπιον ὑμῶν δίδων ἐξηγήσεις διὰ τὴν πολιτικὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως χωρὶς νὰ ἠξεύρω ὅτι ἡ ἔκτασις ἡ ἀπὸ Φτελιᾶς μέχρι Παγανιᾶς εἶναι μήκους μὲν 8 χιλιομέτρων, ἐμβαδοῦ δὲ 12 τετραγ. χιλιομέτρων, ἐνῷ πρὸ μικροῦ εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι τὸ ἐμβαδὸν τοῦτο εἶναι μόνον 8 τετραγ. χιλιομέτρων.
§283Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι, ὄχι. Δὲν εἶπον αὐτό. Εἶπον τὸ μῆκος τῆς παραλίας. Αὐτὸ εἶπον.
§284ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πολὺ καλά. Τὸ πρᾶγμα μένει τὸ ἴδιον. Ἐθεωρήθη ὅτι εἶναι ἐγκληματικόν, διότι προσῆλθον ἐνώπιον ὑμῶν μὲ τὴν πληροφορίαν ὅτι τὸ μὲν ἐμβαδὸν εἶναι 8 χιλιομέτρων, τὸ δὲ μῆκος 4 κατὰ τὴν σημείωσιν τοῦ ἀξιωματικοῦ τοῦ ἐπιτελείου καὶ ὑπέπεσα εἰς αὐτὴν τὴν πλάνην. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἀναγνωρίσῃ ὅτι τὸ ἁμάρτημα δὲν εἶναι θανάσιμον. Ἀλλὰ θὰ ἀναγνωρίσῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἓν ἄλλο πρᾶγμα, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀριθμοὺς ὑποπίπτει εὐκόλως εἰς παρανοήσεις. Ἐνῷ ἡ ἀπόστασις ἀπὸ Φτελιᾶς μέχρι Παγανιᾶς εἶναι 8 χιλιομέτρων, ὡς ἤδη ἐβεβαιώθη, παραιτοῦντες δὲ τὴν γραμμὴν ταύτην συντομεύομεν τὴν ἔκτασιν τῆς φυλάξεως ἐναντίον τοῦ λαθρεμπορίου κατὰ 8 χιλιόμετρα, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ὑποστηρίζει ὅτι μὲ τὴν μετάθεσιν τοῦ ὁρίου εἰς Παγανιὰν ἡ δυσκολία τῆς προφυλάξεως κατὰ τοῦ λαθρεμπορίου τριπλασιάζεται.
§285Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ ὑπεστήριξα τοῦτο, ὅτι καθ’ ὅσον ἡ παραλία ἐκτείνεται, ἐννοεῖται, ἀπαιτεῖται μεγαλειτέρα δύναμις ἀμυντικὴ κατὰ τοῦ λαθρεμπορίου, διότι τὸ λαθρεμπόριον ἔχει περισσοτέρας πηγάς. Αὐτὸ ἦτο ἐν ἀντιθέσει πρὸς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὑποστηρίζετε σεῖς.
§286ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ ἀπὸ θαλάσσης ἀσκουμένου λαθρεμπορίου, ἀλλὰ περὶ τοῦ ἀπὸ τῆς ξηρᾶς, εἶπον δὲ ὅτι ἡ ἀπόστασις ἀπὸ Φτελιᾶς, ὅπου ἦσαν κεχαραγμένα ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Φλωρεντίας τὰ ὅρια μέχρι Παγανιᾶς, ὅπου πρόκειται σήμερον νὰ μετατεθῶσιν, εἶναι 8,000 μέτρα, καὶ κατὰ τοσοῦτον ἑπομένως ἐλαττοῦται ἡ γραμμὴ τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ προφυλάξωμεν κατὰ τοῦ λαθρεμπορίου.
§287Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πῶς; Διότι τὸ λαθρεμπόριον ἀπὸ τὰ Ἀλβανικὰ παράλια θὰ ἐξασκηθῇ, ὄχι ἀπὸ τὰ ἰδικά μας, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοήσῃ τις λαθρεμπόριον ἀσκούμενον ἀπὸ τὰ ἰδικά μας παράλια.
§288ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ὡμίλησα περὶ τῆς προστασίας τοῦ λαθρεμπορίου τοῦ ἀσκουμένου ἀπὸ τῆς θαλάσσης.
§289Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τότε τίνος;
§290ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τοῦ ἐκ τῆς ξηρᾶς. Ὅλη αὐτὴ ἡ παραλία τῶν 8 χιλιομέτρων ἔχει ἓν στενώτατον πλάτος ἑνὸς καὶ ἡμίσεος περίπου χιλιομέτρου, ὄπισθεν τοῦ ὁποίου ἐκτείνεται ἔδαφος Ἀλβανικόν. Ἀπὸ τὸ Ἀλβανικὸν τοῦτο ἔδαφος θὰ ἠδύνατο καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν τῶν ὀκτὼ χιλιομέτρων νὰ διεξάγηται εὐρὺ λαθρεμπόριον, πρὸς καταπολέμησιν τοῦ ὁποίου θὰ ἀπῃτεῖτο φύλαξις τῆς γραμμῆς τῶν ὀκτὼ τούτων χιλιομέτρων. Ἔχω καθῆκον ὅμως νὰ ἐπανορθώσω μίαν παρεξήγησιν εἰς τὴν ὁποίαν ὑπέπεσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας. Ἐνόμισεν ὅτι δι’ ὅσων εἶπον περὶ τῆς Νέας Ἑλλάδος ἔκαμον ἐπιφυλάξεις ὅσον ἀφορᾷ τὰ παραχωρούμενα πρὸς τὴν Ἀλβανίαν μέρη, καὶ μοὶ εἶπεν ὅτι: «ἀφοῦ κάμνεις τοιαύτας ἐπιφυλάξεις, ἄφησε καὶ τὴν κοιλάδα τοῦ Ἀργυροκάστρου, ἄφησε καὶ τοὺς ἑπτὰ χιλιάδας Ἕλληνας, τοὺς ὁποίους κατορθώνετε σήμερον νὰ τοὺς πάρητε καὶ θὰ τοὺς πάρητε μετὰ πενῆντα ἢ ἑκατὸν ἔτη. Ἔχω καθῆκον νὰ δηλώσω ἀπέναντι τοῦ Ἔθνους, διότι δὲν θέλω νὰ μοὶ ἀποδοθῶσι τοιαῦται ἰδέαι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις—καὶ ἐν τούτῳ διερμηνεύω τὸ αἴσθημα τοῦ λαοῦ— μὲ ὅλην τὴν λύπην τὴν ὁποίαν αἰσθάνεται διὰ τὴν διαχάραξιν τῶν ὁρίων, μὲ τὰς θερμοτέρας εὐχὰς εὔχεται ὅπως εὐδοκιμήσῃ, ὅπως κατορθώσῃ νὰ στερεωθῇ τὸ Ἀλβανικὸν Κράτος, διὰ τὴν ἐν τῇ Βαλκανικῇ ἰσορροπίαν. Διὰ τὸ μέλλον καὶ ἡμῶν καὶ τῆς Σερβίας, εἶναι πολύτιμος ἡ στερέωσις τοῦ ἱδρυομένου Ἀλβανικοῦ Κράτους. Εἶναι ἄλλο τὸ ζήτημα, ἂν ὑπάρχωσιν ἀμφιβολίαι περὶ τῆς εὐδοκιμήσεως αὐτοῦ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τούτου, λέγω μόνον τοῦτο ὅτι ἡ Ἑλλὰς μεθ’ ὅλην τὴν λύπην τὴν ὁποίαν αἰσθάνεται, διότι προσαρτῶνται εἰς τὸ Ἀλβανικὸν Κράτος ἐδάφη, τὰ ὁποῖα διεξεδίκει αὕτη ὡς ἰδικά της ἐδάφη, ἐν τούτοις τὰς θερμοτέρας διατυπώνει πραγματικῶς εὐχάς, ὅπως ἡ Ἀλβανία εὐδοκιμήσῃ, διότι θεωρεῖ τὴν ὕπαρξιν καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν αὐτῆς ὡς παράγοντα ἀναγκαῖον τῆς ἐν τῇ Βαλκανικῇ ἰσορροπίας. Πρὸς τὰς σκέψεις δὲ ταύτας εὐτυχῶς ἀνταποκρίνονται καὶ αἱ σκέψεις τῆς συμμάχου ἡμῶν Σερβίας, καὶ διὰ τοῦτο ἀμφότερα τὰ κράτη θὰ πράξωσιν ὅ,τι εἶναι δυνατὸν ὅπως πείσωσι τὸ νεογέννητον κράτος ὅτι παρὰ τῇ Σερβίᾳ καὶ τῇ Ἑλλάδι, μεθ’ ὅλην τὴν διχογνωμίαν ἡ ὁποία ἐπεκράτησε διὰ τὴν διαχάραξιν τῶν ὁρίων, ἅπαξ συγκροτηθὲν τὸ Ἀλβανικὸν κράτος ἔχει νὰ εὕρῃ γείτονας οὐχὶ ἐπιβούλους, ἀλλὰ γείτονας φιλικώτατα διακειμένους πρὸς αὐτό. Δὲν ἐπιθυμῶ λοιπὸν ν’ ἀφεθῇ ἐκ τῆς παρεξηγήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ ἡ ὑπόνοια ὅτι τὰς παραχωρήσεις, τὰς ὁποίας κάμνομεν, τὰς κάμνομεν προσωρινῶς. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι καὶ ἐνόμισα ὅτι ἦτο ἀναγκαῖον νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἐξήγησις ἐν τούτῳ. Ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν ἀρχὴν τῆς διευθύνσεως τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς ὑπὸ τῆς ὑπευθύνου Κυβερνήσεως, δὲν εἶπον ἐγὼ ὅτι ἐν τῷ παρελθόντι δὲν εὑρέθησαν Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις αἱ ὁποῖαι νὰ διατυπώσωσιν αὐτὴν τὴν ἀρχὴν καὶ νὰ ἐπιβάλωσιν αὐτὴν τὴν ἀρχήν. Ἐὰν δὲν ἐγνώριζον ὅλα τὰ παραδείγματα τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας βουλευτής, ὅμως ἐγνώριζον καὶ τὸ ἰδικόν του διὰ τὴν Σάμον καὶ τὸ τοῦ μακαρίτου Τρικούπη κατὰ τὸ 1889. — Δὲν ἰσχυρίσθην τοιοῦτόν τι ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη ἀπαντήσεως ἐκ μέρους αὐτοῦ. Ἐγὼ εἶπον ὅτι σήμερον μάλιστα ἡ Ἑλλὰς μεγεθυνθεῖσα καὶ προαχθεῖσα καὶ εἰς κῦρος καὶ εἰς περιωπὴν ἔχει καθῆκον νὰ μὴ ἀνέχηται τοιαύτας διχοστασίας καὶ τοιαύτας διαιρέσεις ἐν τῇ διευθύνσει τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Ὁ δὲ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἀπαντήσας ὑπέπεσεν εἰς τοῦτο τὸ λάθος, ὅτι σχεδὸν ἐξέφρασε λύπην, διότι ἡ Βουλὴ ἀνεγνώρισε σήμερον τὴν ἀρχὴν ταύτην. Ἐπίσης, ὅτε ἀπήντησα εἰς τὸν ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴν ἰσχυρισθέντα ὅτι οὐδὲν ἢ ἐλάχιστα πλέον τῆς Βερολινίου γραμμῆς ἀπεκτήσαμεν ἐν Ἠπείρῳ, ἀπέδειξα ὅτι πλέον τῶν 4.620 τετραγ. χιλιομέτρων τῆς Βερολινίου γραμμῆς καὶ ἕτερα 3.170 τετραγ. χιλιόμετρα ἀπεκτήσαμεν ἤδη διὰ τῆς νέας ὁροθεσίας. Ἀλλ’ εἰς τὴν ἀπόδειξιν ταύτην ὁ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς ἀντιπαρατηρεῖ ὅτι, ἐνῷ τὰ τῆς Βερολινίου γραμμῆς ἐπήραμεν χωρὶς πόλεμον, ἤδη τώρα ὑπεβλήθημεν εἰς τόσας θυσίας. Ἀλλὰ λησμονεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ὅτι τὰ παραχωρηθέντα διὰ τῆς Συνθήκης τοῦ Βερολίνου, δὲν τὰ ἐπήραμεν καὶ πραγματικῶς· ἁπλῶς μᾶς παρεχωρήθησαν εἰς τὸ χαρτὶ καὶ ἐκ τούτων ἐλάχιστα ἐπραγματοποιήσαμεν τότε. Νομίζω δὲ ὅτι κολοσσιαία εἶναι ἡ ἀπόστασις μεταξὺ τοῦ γραφέντος εἰς τὸ χαρτὶ καὶ μὴ ἐκτελεσθέντος καὶ ἐκείνου τὸ ὁποῖον ἀπεκτήσαμεν ἤδη διὰ τῆς σπάθης. Ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ προσθέσω, δὲν θέλω νὰ θίξω κανένα, ὅτι μέχρι πρὸ ὀλίγου ἀκόμη ἡ ἀπόκτησις, καὶ κατόπιν τοῦ εὐτυχοῦς ἀκόμη πολέμου τῆς Κρήτης καὶ τῆς Βερολινίου γραμμῆς, ἐθεωροῦντο ὡς ἴσως ἀνταποκρινόμενα πρὸς τὰς εὐρυτέρας βλέψεις ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐθεωροῦντο περισσότερον ὀνειροπόλοι παρὰ σοβαροὶ πολιτικοί. Συγκρίνατε ἑπομένως πρὸς ὅσα ἦσαν ἁπλῶς ἐλπιζόμενα πρὸ ὀλίγου χρόνου τὰ πραγματικῶς ἐπιτευχθέντα σήμερον διὰ νὰ ἰδῆτε, ἐὰν ἐδικαιούμην νὰ ὁμιλήσω, ὡς ὡμίλησα, περὶ τῶν ἐπιτευχθέντων.
§291ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Στράτος ἔχει τὸν λόγον.
§292Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν θὰ ἀσχοληθῶ βεβαίως περὶ τῆς παραχωρήσεως τῆς παραλιακῆς γραμμῆς Στύλου–Ἁγ. Σαράντα οὔτε περὶ τῆς ματαιώσεως τῆς πρὸς τὸν Αὐλῶνα ἐκστρατείας, καθ’ ὅσον δι’ ἀμφότερα τὰ ζητήματα φέρω ἀλληλεγγύην καὶ συνευθύνην μετὰ τῶν κυβερνώντων σήμερον. Θέλω ἀσχοληθῆ ὅμως ἵνα ἀποδείξω κατ’ ἐμὴν κρίσιν ὅτι ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου καὶ ἐπέκεινα ἐδημιουργήθησαν ζημίαι εἰς τὸ Ἠπειρωτικὸν ζήτημα, ἐδημιουργήθησαν δὲ ζημίαι καὶ ἀνησυχίαι, αἵτινες κατὰ τὴν φράσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως θὰ συνταράξωσιν ἐπὶ μακρὸν καὶ θὰ κρατῶσιν ἐν ἐγρηγόρσει τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἐδημιουργήθησαν δὲ αἱ ἐπιζήμιοι αὗται συνέπειαι ἕνεκα οὐχὶ ὀρθῆς διαγνώσεως τῆς διπλωματικῆς καταστάσεως καὶ ἕνεκα συγχρόνου κακῆς ὀργανώσεως ἢ μᾶλλον ἀμελείας ἐν τῇ ὀργανώσει τῆς ἐσωτερικῆς παρασκευῆς. Μέχρι τοῦ Νοεμβρίου ὑπῆρχεν ἀπόφασις διεθνὴς κοινοποιηθεῖσα εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀποκόπτουσα ἀπὸ τῆς Ἑλλάδος τὴν Ἠπειρωτικὴν ἀκτὴν μέχρι τοῦ ἀκρωτηρίου Στύλου καὶ τὴν γραμμὴν τοῦ Καζᾶ Κορυτσᾶς. Ὑπῆρχε διεθνὴς ἐπιτροπὴ ἀσχολουμένη εἰς τὴν ἐθνολογικὴν ἐξέτασιν τῶν πληθυσμῶν τῆς Ἠπείρου, ὑπῆρχε καὶ ἀπόφασις τῶν Δυνάμεων μὴ κοινοποιηθεῖσα εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, δι’ ἧς παρεχωροῦντο εἰς τὴν Ἑλλάδα αἱ νῆσοι τοῦ Αἰγαίου Πελάγους, αἱ κατεχόμεναι ὑπὸ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, πλὴν τῆς Ἴμβρου, τῆς Τενέδου καὶ τοῦ Καστελλορίζου. Μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἐπίσης ὑπῆρχεν ἐπιτόπιος ἄμυνα ἐν Ἠπείρῳ ὠργανωμένη ὑπὸ τῶν πατριωτῶν τῆς Ἠπείρου, πρὸς τὴν ὁποίαν κατὰ τὴν φράσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς ἣν οὐδὲν ἔχω νὰ ἀντείπω, ἡ Κυβέρνησις οὔτε ἐνισχύσεις παρέσχεν, ἀλλὰ καὶ οὔτε ἀντίστασιν ἀντέταξεν. Ἡ ἐπιτόπιος δὲ αὕτη ὀργάνωσις συγκροτουμένη ὑπὸ συντεταγμένων λόχων πατριωτῶν τῆς Ἠπείρου καλῶς παρασκευασθέντων κατὰ διοίκησιν καὶ καλῶς ἐξωπλισμένων ἠγγυᾶτο τὴν διεξαγωγὴν ἐπιτοπίου ἀμύνης ἐναντίον τῆς Ἀλβανικῆς ἐπελάσεως καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἤθελε λάβει ἀλλοίαν στάσιν ἐκείνης, ἣν ἔχει ἀναλάβει. Ἡ μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης κατάστασις παρεῖχεν εἰς τοὺς Ἠπειρωτικοὺς πληθυσμοὺς ἅπαντα τὰ μέσα, ἵνα καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Ἑλλὰς ἀποστρέψῃ ἀπὸ τούτων τὸ πρόσωπόν της χωρὶς ἰδίᾳ χειρὶ νὰ θελήσῃ νὰ παραδώσῃ τούτους εἰς τὸ Ἀλβανικὸν Κράτος δυνηθῶσι νὰ ἀμυνθῶσιν οὐχὶ ἁπλῶς ὑπὲρ τῆς αὐτονομίας αὐτῶν, ὑπὲρ δικαιωμάτων ἰδίων ἐν τῷ Ἀλβανικῷ Κράτει, ἀλλ’ ἵνα ὑπὲρ ἀνεξαρτησίας αὐτῶν ἔτι ἀμυνθῶσιν. Ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου ἐπῆλθε ῥαγδαία μεταβολὴ καταστάσεως σημειωθεῖσα ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἀνεκοινώθη εἰς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις ἡ πρότασις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας, καὶ ἀφ’ ἧς συνετάχθη τὸ Φλωρεντινὸν πρωτόκολλον περὶ ὁροθεσίας τῆς Ἀλβανίας. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης ἔχομεν ἔξοδον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν καὶ ἀπ’ αὐτῆς τῆς στιγμῆς ἔχομεν ἀποδοχὴν πλήρη τῶν ἀποφάσεων τῆς Εὐρώπης. Ἡ ἀποδοχὴ ὀφείλεται εἰς ἀναγνώρισιν τῶν συμβατικῶν ὑποχρεώσεων τῆς Ἑλλάδος; Κατὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἡ ἀποδοχὴ ἡ ραγδαία ὀφείλεται εἰς ὑπερτάτους λόγους συμφέροντος τῆς Ἑλλάδος, συνάμα δ’ ὀφείλεται καὶ εἰς τὴν ἀνάγκην εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ Ἑλλάς, μεγαλυνθεῖσα, ἵνα μετάσχῃ εὐρύτερον τῆς Εὐρωπαϊκῆς οἰκογενείας σεβομένη τὰς ἀξιώσεις τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πατριωτισμοῦ. Εἶναι δὲ αὗται αἱ ρήσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ἐξενεχθεῖσαι κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Πέμπτης. Συμβατικὴ ὑποχρέωσις τῆς Ἑλλάδος ἀπέναντι τῶν Μ. Δυνάμεων πρὸς ἀποδοχὴν τῶν ἀποφάσεων αὐτῶν ἐπὶ τοῦ Ἠπειρωτικοῦ ζητήματος δὲν ὑπάρχει. Λέγω δὲ ὅτι δὲν ὑπάρχει τοιαύτη, διότι ἐφ’ ὅσον συνθήκη μεταξὺ τρίτων συνάπτεται καὶ ἐν τῇ συνθήκῃ αὐτῇ ὁρίζονται διαιτηταὶ πρὸς λύσιν τῶν μεταξὺ αὐτῶν διαφορῶν, τὴν κύρωσιν τῆς ἐκτελέσεως τῆς συνθήκης ἀσκεῖ μόνον ἡ θέλησις τῶν συμβαλλομένων καὶ οὐχὶ τῶν διαιτητῶν. Ἐνταῦθα δὲ βλέπομεν ἐνδιαφερομένους ὄχι τὴν συμβληθεῖσαν, τὴν Τουρκίαν, ἀλλὰ τοὺς μὴ συμβληθέντας διαιτητάς. Λέγω λοιπὸν ὅτι ἐκ τῆς συνθήκης ταύτης ἀπὸ ἀπόψεως νομικῆς, ἀπὸ ἀπόψεως διεθνοῦς δικαίου, οὐδεμία ὑπάρχει ὑποχρέωσις τῆς Ἑλλάδος ἀπέναντι τῶν διαιτητῶν, εἰμὴ μόνον ὑποχώρησις ἀπέναντι τῆς ὑλικῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν ἐκπροσωποῦσιν οἱ διαιτηταὶ δυνηθέντες νὰ ἁρπάσωσιν εἰς χεῖράς των τὴν ἐνάσκησιν αὐτῆς. Ἀλλὰ μὴ ὑπαρχούσης συμβατικῆς ὑποχρεώσεως, δὲν ὑπάρχει οὔτε ἠθικὴ ὑποχρέωσις πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως τῶν διαιτητῶν. Τοιαῦται ἠθικαὶ ὑποχρεώσεις γεννῶνται, ὅταν ἡ ἀπόφασις ἡ διαιτητικὴ εἶναι ἀπόφασις ἀνεπηρέαστος συμφερόντων, εἶναι ἀπόφασις ὑπὲρ δικαίου. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἐκλήθησαν οἱ διαιτηταὶ οἱ μεγάλοι ἵνα ἐξενέγκωσι τὴν γνώμην αὐτῶν περὶ τῶν Ἀλβανικῶν ὁρίων, δύο ἐκ τῶν διαιτητῶν ἦσαν οἱ ἄμεσοι ἐνδιαφερόμενοι. Καὶ ἀναλαβόντες οὗτοι τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τῶν Ἀλβανικῶν συνόρων ἀνέλαβον νὰ λύσωσι ζήτημα οὐχὶ μεταξὺ Ἑλλάδος, Σερβίας, Μαυροβουνίου καὶ Τουρκίας, ἀλλ’ ἀνέλαβον νὰ λύσωσι ζήτημα ὑπὲρ τῶν ἰδίων συμφερόντων. Ὅταν δὲ ἀδικίαι παράγωνται παρὰ τῶν ἀναλαβόντων τὴν τοιαύτην λύσιν, ἔχουσι δικαίωμα καὶ καθῆκον οἱ ἀδικούμενοι καὶ νὰ ἐνασκήσωσι τὰ δίκαια αὑτῶν καὶ νὰ ἀντιτάξωσι τὴν ἰδίαν αὐτῶν θέλησιν. Ἐκ τούτου δὲ ἐρχόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐξετάσωμεν, διατί ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἀντέταξε τὴν ἰδίαν θέλησιν εἰς τὴν καταφώρως ἄδικον ἀπόφασιν τῶν Μ. Δυνάμεων. Καὶ ἐν τούτῳ προέχει ἡ ἐξέτασις τοῦ ζητήματος· τίς ὑπῆρξεν ἡ διάγνωσις τοῦ διπλωματικοῦ ἐδάφους; Ὑπῆρξε καταφανὲς ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου ὅτι ἡ πορεία τῶν Κυβερνήσεων τῶν Μ. Δυνάμεων ἦγεν εἰς συγχρονισμὸν τῶν δύο ζητημάτων, Ἠπειρωτικοῦ καὶ Νησιωτικοῦ, συγχρονισμὸν περιεργότατον. Δὲν εἶναι δὲ ὀρθὸν τὸ λεχθέν, ὅτι τὸν συγχρονισμὸν ἐπέτυχεν ἡ Κυβέρνησις. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἐζητήθη ὁ συγχρονισμὸς ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον διαβλέπω, τὸ ὁποῖον φαίνεται ἐκ τῶν ἐνεργειῶν τῶν Μ. Δυνάμεων εἶναι, ὅτι ὁ συγχρονισμὸς παρεσκευάσθη ὑπὸ τῶν Μ. Δυνάμεων, ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου, παρεσκευάσθη δέ, λέγω, συγχρονισμὸς περιεργότατος. Τὸ ζήτημα τῶν νήσων διῃρέθη εἰς τρεῖς λύσεις, εἰς ἔκδοσιν ἀποφάσεως, εἰς κοινοποίησιν τῆς ἀποφάσεως καὶ εἰς ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως, ἑκάστη δὲ τῶν λύσεων τούτων προσηρμόσθη πρὸς ἑκάστην τῶν πράξεων τῆς Ἠπειρωτικῆς τραγῳδίας. Τὸν Ἰούλιον μῆνα κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τῆς πρεσβευτικῆς διασκέψεως τοῦ Λονδίνου ἐλήφθη ἀπόφασις ὑπὸ τῶν Πρεσβευτῶν, καθ’ ἣν ἀπεκόπτετο ἡ παραλία ἡ Ἠπειρωτικὴ μέχρι τοῦ ἀκρωτηρίου Στύλου, καθ’ ἣν καθωρίζετο διεθνὴς ἐπιτροπὴ πρὸς ἐξέτασιν ἐθνολογικὴν τῆς ἀμφισβητουμένης Ἠπείρου μεταξὺ τῶν ὁρίων τοῦ ὑπομνήματος τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τῶν δύο Κυβερνήσεων, Αὐστρίας καὶ Ἰταλίας, καὶ τοῦ ὑπομνήματος, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑποβάλει ἐν Λονδίνῳ ἐνώπιον τῆς Πρεσβευτικῆς Διασκέψεως ὁ κ. Πρωθυπουργός, καθωρίζετο δὲ συνάμα καὶ προθεσμία καθ’ ἣν ἦτο ὑποχρεωμένος ὁ Ἑλληνικὸς στρατός, ὅπως ἐκκενώσῃ τὰ ἐδάφη, τὰ ὁποῖα ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπή, ἐπὶ τόπου δικάζουσα, ἤθελεν ὁρίσει ὅτι εἶναι ἐκκενωτέα. Τὸ αὐτὸ πρωτόκολλον τῆς Διασκέψεως περιελάμβανε τὴν ἀπόφασιν τῶν Δυνάμεων περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ συγχρόνως περιελάμβανε καὶ τὴν ἀπόφασιν τῶν Δυνάμεων περὶ τῶν νήσων καὶ καθώριζεν ὅτι αἱ κατεχόμεναι ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ θέλουσιν ἀναγνωρισθῆ ὡς ἀνήκουσαι εἰς τὴν κυριαρχίαν τῆς Ἑλλάδος πλὴν τῆς Ἴμβρου, Τενέδου καὶ Καστελλορίζου, μὴ κατεχομένου τούτου ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ἔχοντος αὐτονομίαν ὑπὸ Ἑλληνικὴν διοίκησιν, αἱ δὲ Δωδεκάνησοι ὑπὸ τῆς Ἰταλίας κατεχόμεναι καὶ ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος διεκδικούμεναι, δὲν θὰ τύχωσιν ἀμέσου λύσεως περὶ τῆς τύχης των, ἀλλ’ ἡ λύσις περὶ τοῦ μέλλοντος αὐτῶν θέλει βραδύτερον ἐπιτευχθῆ, εὐθὺς ὡς ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις, ἐκπληρωθέντων τῶν ὅρων τῆς συνθήκης τῆς Λωζάνης, ἤθελε προβῆ εἰς ἐκκένωσιν αὐτῶν. Κατὰ συνέπειαν ἡ ἀπόφασις περὶ τοῦ ζητήματος τῶν νήσων εἶχε ληφθῆ ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου καὶ δὲν εἶναι ἀκριβῆ τὰ γραφέντα ἐπανειλημμένως ὅτι ἡ ἀπόφασις ἐλήφθη τὸ πρῶτον μετὰ τὴν εἰς Εὐρώπην περιοδείαν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, διότι τὰ γραφέντα ἀνευθύνως οὐχὶ μόνον ἡ ἀψευδὴς ἱστορία τῶν γεγονότων αἴρει, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ δημοσίευσις τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου, τοῦ ἀναγνωσθέντος ἐνώπιον τῶν Ἀγγλικῶν Βουλῶν τελείως ἀνατρέπει (ἀναγινώσκει). «Ἡ Κυβέρνησίς μου» λέγει ὁ Ἄγγλος Βασιλεὺς «συνεννοήθη μετὰ τῶν λοιπῶν Δυνάμεων ἐπὶ τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος τῆς Ἀλβανίας καὶ τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου Πελάγους ἐπὶ σκοπῷ νὰ ἐκτελεσθῶσιν αἱ ἀποφάσεις αἱ γενόμεναι δεκταὶ παρὰ τῶν Δυνάμεων κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς Διασκέψεως τῶν Πρέσβεων ἐν Λονδίνῳ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος». Ταῦτα λέγει ἡ ἀψευδὴς μαρτυρία τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου τῆς Ἀγγλίας αἴρουσα ἀπὸ τοῦ μέσου τὴν ἀνεύθυνον διασπορὰν διαβεβαιώσεων, ὅτι ἡ Πρωθυπουργικὴ διαδρομὴ ἀνὰ τὴν Εὐρώπην ἐπέτυχε τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τῶν νήσων. Εἶχον λοιπὸν κατὰ μῆνα Ἰούλιον λάβει ἀπόφασιν αἱ Μ. Δυνάμεις περὶ τῶν νήσων, ἀλλ’ ἡ ἀπόφασις αὕτη δὲν ἐκοινοποιήθη εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν· ἐκοινοποιήθη μόνον τὸ τμῆμα τοῦ πρωτοκόλλου τῆς Πρεσβευτικῆς Διασκέψεως, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν ἀποκοπὴν τῆς Κορυτσᾶς, εἰς τὴν ἀποκοπὴν τῆς Ἠπειρωτικῆς παραλίας καὶ εἰς τὴν σύνθεσιν τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς πρὸς ἐθνολογικὴν ἐξέτασιν τῆς Ἠπείρου. Ἐπῆλθε κατόπιν τὸ Φλωρεντινὸν πρωτόκολλον, τὸ καθορίζον ὁριστικῶς τὴν ὁροθεσίαν τῆς Ἀλβανίας καὶ Ἠπείρου, ἀλλ’ οὐδὲ καὶ τότε ἐγένετο ἡ κοινοποίησις τῆς ἀποφάσεως τῆς Εὐρώπης περὶ τῶν νήσων, ἐπῆλθε δὲ μόνον ἡ κοινοποίησις τῆς ἀποφάσεως πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν σὺν τῇ κοινοποιήσει τῆς ἀποφάσεως τῶν Ἀλβανικῶν ὁρίων καὶ σὺν τῇ δηλώσει ὅτι ἀπὸ τῆς ἐκκενώσεως τῆς ἐπιδικασθείσης εἰς τὴν Ἀλβανίαν Ἠπειρωτικῆς χώρας λαμβάνει πλῆρες κῦρος ἡ Εὐρωπαϊκὴ ἀπόφασις περὶ τῶν νήσων. Ἡ πορεία αὕτη τοῦ ζητήματος καθιστᾷ κατάδηλον ὅτι ἡ Εὐρώπη ἐν τῷ ζητήματι τῶν Ἠπειρωτικῶν ὁρίων, ὡς καὶ ἐν πᾶσι τοῖς ζητήμασι τῆς Βαλκανικῆς, ἐφήρμοσε τὴν ἀρχὴν τοῦ ἠθικοῦ καταναγκασμοῦ μὴ εὑρισκομένη ἐν συμφωνίᾳ ὅπως ἀσκήσῃ βίαν ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος, οἵαν ἤσκησεν ἀπέναντι τοῦ Μαυροβουνίου. Οὐδαμοῦ ἐγένετο γνωστὸν ὅτι εἶχεν ἀποφασισθῆ ἡ ἐνάσκησις βίας κατὰ τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ἦτο προφανές, ὅτι ἡ Εὐρωπαϊκὴ ὁμοφωνία ἐπιθυμοῦσα νὰ ἀποφύγῃ τὰς συζητήσεις περὶ καταναγκασμοῦ ὑλικοῦ κατὰ τῆς Ἑλλάδος τοιαύτην ἔδωκε κατεύθυνσιν εἰς τὴν ἐν γένει πορείαν τοῦ ζητήματος, ὥστε ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ εὑρεθῇ ἐν τῇ ἀπολύτῳ ἀνάγκῃ, ἵνα θέλουσα νὰ διατηρήσῃ τὰς νήσους καὶ σώσῃ αὐτὰς θυσιάσῃ αὐτὴ μόνη τὸν Ἠπειρωτικὸν πληθυσμόν. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει εὑρέθη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ εὑρέθη τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἀντιμέτωπον τοῦ Τουρκικοῦ περὶ τῶν νήσων συμφέροντος, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐμμέσως ἐξηρτήθη ὁ καταναγκασμὸς τῆς Ἑλλάδος πρὸς ἀποδοχὴν τῶν Ἠπειρωτικῶν ὁρίων. Αὕτη εἶναι ἡ σαφὴς πορεία ἡ διπλωματικὴ καὶ δύναταί τις ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ ἀξιώσῃ παρὰ τῶν ὑπευθύνως κυβερνησάντων κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο, ὅτι ἀποβλέποντες εἰς τὴν πορείαν τοῦ ζητήματος, ἀποβλέποντες ὅτι ὁ τελειωτικὸς καταναγκασμὸς τῆς Ἑλλάδος πρὸς ὑποταγὴν εἰς τὰ Εὐρωπαϊκὰ κελεύσματα ἤθελεν ἐξαρτηθῆ ἐκ τῶν τουρκικῶν συμφερόντων ἐπὶ τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου, ὤφειλον ἀναγκαίως, ὅπως ἀντιμετωπίσωσι τὴν δύναμιν ἡ ὁποία θὰ ἠμφεσβήτει εἰς αὐτοὺς τὴν κυριαρχίαν τῶν νήσων ἐν τῷ Αἰγαίῳ Πελάγει, ἵνα ἀσφαλίσωσι τὸ Κράτος ἀπὸ περισπασμῶν ἐν τῷ Αἰγαίῳ Πελάγει, οὕτω δὲ περιφρονήσωσι τὴν ἀνάγκην ἀποφάσεως τῶν Μ. Δυνάμεων ἀναγνωριστικῆς Ἑλληνικῆς κατοχῆς καὶ κυριαρχίας τῶν νήσων, δυνηθῶσι δὲ νὰ ἀντιτάξωσι τὴν ἰδίαν θέλησιν εἰς τὸ τμῆμα ἐκεῖνο τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ ἀποκοπὴ κατὰ τὴν φράσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὁριστικὴ καὶ τελεσίδικος. Δὲν ζυγίζονται τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ εἰς τὴν πλάστιγγα οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετάζηται διὰ τῆς πλάστιγγος ποῖον βαρύνει περισσότερον τοῦ ἄλλου. Βεβαίως ὅμως ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐπὶ τοῦ ἑνὸς ζητήματος καὶ ἐπὶ τοῦ ἄλλου εἶναι συμφέροντα περὶ τῶν ὁποίων ὑπῆρχεν ὁ κίνδυνος, ὅτι ἡ ὁριστικὴ κακὴ διευθέτησίς των ἠδύνατο νὰ ἰσοδυναμήσῃ πρὸς ὁριστικὴν καταστροφήν. Ἐφ’ ὅσον ὁ ἐν τῷ Αἰγαίῳ Πελάγει κίνδυνος, τῶν Μ. Δυνάμεων ἀποδεχθεισῶν τὴν Ἑλληνικὴν κυριαρχίαν ἐπὶ τῶν νήσων, περιωρίζετο εἰς κίνδυνον μόνον ἀπὸ τῆς Τουρκίας, εἶχεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις πάντα τὰ μέσα εἰς τὴν διάθεσίν της, πλὴν τῆς προνοίας, τὴν ὁποίαν δὲν ἐξεδήλωσεν, ἵνα παρασκευάσῃ τὴν δύναμιν, ἡ ὁποία ἤθελεν ἐμποδίσει τὴν Τουρκίαν νὰ ἀπειλῇ ὅτι ἤθελεν ἐκστρατεύσει κατὰ τῆς Ἑλλάδος. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἡ περίπτωσις τοῦ ἀπὸ τῆς Τουρκίας κινδύνου, καὶ ἂν ἠδύνατο ἡ Ἑλλὰς νὰ περικλείσῃ τοὺς Τούρκους ἐν Δαρδανελλίοις, ὡς περιέκλεισεν αὐτοὺς κατὰ τοὺς δύο πολέμους, τότε ἠδύνατο ἡ Ἑλλὰς ἀπέναντι τῆς Εὐρωπαϊκῆς ἐπιβολῆς νὰ ἀντιτάξῃ τὴν ἰδίαν αὐτῆς βούλησιν. Καὶ τότε θὰ ἠδύνατο ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος νὰ διαχειρίζηται ἐντεῦθεν τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα διεχειρίσθη ἀνὰ τὰς πρωτευούσας τῆς Εὐρώπης ἀποφεύγων τὰς ἱκεσίας περὶ τῆς ἀκεραιότητος τῶν νήσων, δηλαδὴ περὶ τῆς ἀσφαλείας τῆς ἀκεραιότητος τοῦ Κράτους. Ἡ κατάστασις αὕτη τῶν ζημιῶν ὀφείλεται ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν μὴ ἐπιμελῆ διάγνωσιν τῆς τάσεως τῶν διπλωματικῶν ἐνεργειῶν καὶ εἰς τὴν μὴ ἔγκαιρον παρασκευὴν τῆς ἀμύνης. Ἕνεκα τῆς ἀμελοῦς δὲ διαγνώσεως ταύτης κατὰ τὸν Νοέμβριον ἐπιστεύετο ὅτι ἦτο δυνατὸν προγράμματα ἀπαιτοῦντα μακρὰν ἐφαρμογὴν ἐν τῷ ναυτικῷ νὰ καταρτισθῶσι καὶ νὰ ἐφαρμοσθῶσι καὶ ὅτι ἡ εἰρήνη ἐπὶ τοσοῦτον ἦτο ἠσφαλισμένη, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν ἐντὸς πέντε ἐτῶν νὰ παρασκευασθῇ τὸ ναυτικὸν πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἠγγυᾶτο εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν κάλυψιν τοῦ Αἰγαίου διὰ τῶν ἀντιτορπιλλικῶν καὶ τῶν καταδυομένων.
§293Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι θὰ ἔχωμεν ὑπεροπλίαν καὶ ἐχειροκροτήθη.
§294Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ ὥρα πρὸς ναυτικὴν συζήτησιν δὲν εἶναι ἡ παροῦσα. Ἔρριψα τὴν γνώμην καὶ ἐπιμένω εἰς αὐτὴν ὅτι ἡ ἔλλειψις τῆς προσηκούσης ναυτικῆς παρασκευῆς ἦτο ἡ ἀγαγοῦσα ἡμᾶς εἰς τὴν κατάστασιν τὴν σημερινήν. Θὰ ζητηθῇ ὡρισμένη συνεδρίασις πρὸς τοῦτο, διότι συζήτησις περὶ τῶν ναυτικῶν πραγμάτων τῆς χώρας, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὸ σπουδαιότατον σημεῖον τῆς ἀμύνης τῆς χώρας, δέον νὰ γίνῃ κεφαλαιώδης, ἐμπεριστατωμένη, λεπτομερής. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω καὶ θὰ προκαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἐν ὡρισμένῃ ἡμέρᾳ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τῶν ναυτικῶν πραγμάτων, ἀφοῦ κατατεθῶσι καὶ αἱ σχετικαὶ πληροφορίαι τὰς ὁποίας θὰ ζητήσω. Ἀλλὰ τῇ ἀληθείᾳ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ τις, ἰδιαίτατα εἰς ἐμέ, γιγνώσκοντα τὰ πράγματα, ὅτι ἡ ὑπεροπλία τὴν ὁποίαν ἐξήγγειλεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ὑπεροπλία ἀπέναντι τοῦ σημερινοῦ στόλου τῆς Τουρκίας ἀναμφισβήτητος, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὑπεροπλία ἀπέναντι τοῦ μέλλοντος τουρκικοῦ στόλου, εἰμὴ μόνον ὑπεροπλία εὐχῶν καὶ ἐλπίδων, οὐχὶ ὅμως θετικῶν δυνάμεων. Ἐφ’ ὅσον δὲ ἡ Τουρκία ἐντὸς τοῦ ἔτους 1914 θὰ ἔχῃ θετικῶς τὴν κατοχὴν δύο μεγάλων θωρηκτῶν, ἡμεῖς θὰ ἔχωμεν ἐλπίδας καὶ διαπραγματεύσεις καὶ εὐχάς, ἡ μὲν Τουρκία λαμβάνει τὸ θάρρος, ἵνα ἔχουσα ὡρισμένην συνθήκην διεθνῆ, ἡ ὁποία ὑποχρεώνει αὐτὴν εἰς ἀποδοχὴν τῶν ἀποφάσεων τῶν Μ. Δυνάμεων περὶ τῶν νήσων, ρίπτῃ αὐτὴν κατὰ πρόσωπον τῶν Μ. Δυνάμεων μετὰ πάσης θρασύτητος καὶ λέγῃ εἰς αὐτὰς ὅτι δὲν σέβεται τὴν ἀπόφασιν αὐτῶν ὡς ἄδικον, ἡμεῖς δὲ ἔχοντες πρὸ ἡμῶν τὸν σφαγιασμὸν 150 χιλιάδων Ἠπειρωτῶν λέγομεν εἰς τὰς Μ. Δυνάμεις ὅτι παραδίδομεν αὐτοὺς εἰς τὴν ὠργανωμένην Ἀλβανικὴν χωροφυλακὴν καὶ οὐχὶ εἰς τὰς ἀτάκτους ὀρδὰς τῆς Ἀλβανίας ἀπεκδεχόμενοι παρὰ τῶν Μ. Δυνάμεων τὴν προστασίαν τῆς ἐπὶ τῶν νήσων ἡμετέρας κυριαρχίας. Ἡ μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν ἔγκειται εἰς τοῦτο, ὅτι μετὰ πάροδον 14 μηνῶν νικηφόρου ναυτικοῦ πολέμου εὑρέθημεν ἐν ὑπεροπλίᾳ προσωρινῇ σήμερον καὶ μετ’ ἐλπίδων μὲν ὑπεροπλίας συμφώνως πρὸς τὰς ὑποσχέσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐντὸς τοῦ 1914, ἀλλ’ ἐν καταστάσει συμφώνως πρὸς τὰ πράγματα ὑποδεεστέρᾳ τῆς Τουρκίας. Ὅταν δὲ ἡ κατάστασις οὕτω διεπλάσθη, δὲν ἦτο δυνατὸν εἰμὴ νὰ ἀκούσωμεν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν λέγοντα ὅτι ἀνώτατα συμφέροντα ἐπιβάλλουσι τὴν ἀποδοχὴν τῆς Εὐρωπαϊκῆς ἀποφάσεως. Βεβαίως ἀνώτατα συμφέροντα ἐπιβάλλουσι τὴν ἀποδοχὴν τῆς Εὐρωπαϊκῆς ἀποφάσεως. Βεβαίως ἐπιβάλλουσι τὴν ἀποδοχὴν αὐτῆς τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὰ ὁποῖα συνεδέσατε πρὸς τοιαύτην ὑποστήριξιν ὄχι μεγάλων μόνον, ἀλλὰ καὶ μικρῶν Δυνάμεων, διότι εἶναι ἀδύνατον ἄλλως τὰ πλευρὰ τῆς Ἑλλάδος πανταχόθεν νὰ προφυλαχθῶσιν. Ἀλλ’ αἱ ὑποστηρίξεις τὰς ὁποίας ἐπέτυχεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῶσιν ἀπὸ ξηρᾶς οὔτε δύνανται νὰ ἀσκήσωσιν ἐπιβολὴν ἀπέναντι τῆς Τουρκικῆς ὑπεροπλίας κατὰ θάλασσαν ἐν δέοντι χρόνῳ. Τὴν στιγμὴν ταύτην αἱ παραχωρήσεις γίνονται ἐξ ἀνάγκης μοιραίας τῶν πραγμάτων πρὸς πάντα δυνάμενον νὰ συνεισφέρῃ εἰς ἡμᾶς καὶ ψυχία ἔτι ἀρωγῆς. Καὶ ἐφ’ ὅσον εἶναι ἠναγκασμένη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ ἐξαιτῆται παρὰ τῶν Μ. Δυνάμεων τὴν ἐξουδετέρωσιν τῶν νήσων, νὰ ἐξαιτῆται αὐτὴ τὴν ἐξουδετέρωσιν τῶν νήσων, τώρα ὅτε αὗται παραχωροῦνται, ἐνῷ πρότερον προσέφερε τὴν ἐξουδετέρωσιν τῶν νήσων ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις πρὸς διευκόλυνσιν τῆς παραχωρήσεως αὐτῶν· ὅταν τοιαύτη ἀντιστροφὴ ἐγένετο, ὥστε ὁ πρὶν προσφέρων τὴν ἐξουδετέρωσιν τῶν νήσων ἵνα ἐπιτύχῃ τὴν παραχώρησιν αὐτῶν, σήμερον προσφέρει τὴν παραχώρησιν τῆς Ἠπείρου, ἵνα ἐπιτύχῃ τὴν ἐξουδετέρωσιν τῶν νήσων, ὅταν τοιαύτη ἐγένετο ἀντιστροφή, καὶ ὅταν τοιαῦτα παρεῖχεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅταν ἐπῆλθεν ἀνάγκη ἀναμφισβήτητος τῆς θετικῆς Ῥωμουνικῆς ὑποστηρίξεως, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ὁ Κυβερνήτης ὁ τοιαῦτα αἰτούμενος παρὰ τῶν Μ. Δυνάμεων εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὰς ἀποφάσεις αὐτῶν. Ἀλλὰ τὰ τετελεσμένα ἐτελέσθησαν, αἱ εὐθῦναι ὅμως παραμένουσι καὶ ἀκριβῶς περὶ τούτου συζητοῦμεν σήμερον. Δὲν συζητοῦμεν διὰ νὰ μεταβληθῶσιν ἢ ἀλλοιωθῶσι ταῦτα· συζητοῦμεν, ἵνα εἰς ἕκαστον ἀποδοθῇ τὸ δίκαιον ἐπὶ τῇ ἰδίᾳ εὐθύνῃ καὶ ἐπὶ ταῖς ἰδίαις πράξεσι. Καὶ ἰδοὺ ὅτι παρουσιάσθη καὶ δεύτερον ἐπιχείρημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἡ ἀλληλεγγύη τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πατριωτισμοῦ. Παρουσιάσθη τὸ ἐπιχείρημα ὅτι ἡ Ἑλλὰς μεγαλυνθεῖσα ἔχει ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τῆς διεθνοῦς οἰκογενείας, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Ἑλλὰς νὰ δεικνύῃ τοιαύτην διαγωγήν, ὥστε ν’ ἀποδεικνύηται ἀνειλικρινὴς πρὸς τὰς ἀνειλημμένας ὑποχρεώσεις καὶ μὴ σεβομένη τὸ γενικὸν Εὐρωπαϊκὸν δίκαιον. Ἀπὸ χρόνου ἀρκετοῦ ἐνεφανίσθη ἡ νέα θεωρία τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πατριωτισμοῦ, εἶναι δὲ προσῆκον ἵνα ἡ Ἑλλὰς μεγαλυνθεῖσα μὴ φανῇ διὰ τοῦ στόματος τοῦ πρώτου αὐτῆς πολίτου ὀλιγωροῦσα πρὸς τὸν περίφημον αὐτὸν Εὐρωπαϊκὸν πατριωτισμόν.
§295ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι ἔκφρασις τὴν ὁποίαν σεῖς ἐδημιουργήσατε. Δὲν τὴν εἶπον ποτὲ οὔτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου οὔτε ἄλλοθεν.
§296Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὡμιλήσατε περὶ ἀλληλεγγύης τῆς διεθνοῦς οἰκογενείας.
§297ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁ πατριωτισμὸς καὶ ὁ Εὐρωπαϊσμὸς εἶναι ἔννοιαι γρονθοκοπούμεναι.
§298Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὡμιλήσατε, κ. Πρωθυπουργέ, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου περὶ διεθνοῦς ἀλληλεγγύης καὶ διεθνοῦς οἰκογενείας, τὴν φράσιν δὲ «Εὐρωπαϊκὸς πατριωτισμὸς» δὲν ἐδημιούργησα ἐγώ, ἀλλ’ ὁ Πρωθυπουργὸς μεγάλου Κράτους συγχαίρων ὑμᾶς ὅτι κήδεσθε τοῦ πατριωτισμοῦ τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ. Ἡ φράσις ὀφείλεται εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν τῆς Γαλλίας, κ. Πρωθυπουργέ, καὶ ὄχι εἰς ἐμέ, ὁ δὲ Πρωθυπουργὸς τῆς Γαλλίας, ἐπαναλαμβάνω, συνεχάρη ὑμᾶς ἐν συμποσίῳ, διότι ἐνεργεῖτε κηδόμενος τόσον τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πατριωτισμοῦ, καὶ ὑμεῖς ἀπεδέχθητε καὶ τὰ συγχαρητήρια καὶ τὰς ἰδιότητας τοῦ Εὐρωπαίου πατριώτου.
§299ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐγὼ ἀπήντησα δι’ ὅ,τι ἀπεδίδετο εἰς ἐμέ.
§300Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μεταχειρίζομαι τὴν φράσιν σας συμφώνως πρὸς τὴν Εὐρωπαϊκὴν ἀντίληψιν. Ἀλλὰ τί εἶναι ἡ ἀλληλεγγύη τῆς διεθνοῦς οἰκογενείας τῆς Εὐρώπης; Τὰ μεγάλα Εὐρωπαϊκὰ Κράτη ἀπασχολεῖ ἀπὸ ἐτῶν ἤδη ἀποικιακὴ πολιτική. Καὶ εἰς αὐτὴν οἱ συμβιβασμοὶ εἶναι εὔκολοι καὶ ὁ Εὐρωπαϊκὸς πατριωτισμὸς καὶ ἡ ἀλληλεγγύη τῆς διεθνοῦς οἰκογενείας εὐκόλως συντίθενται διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς Εὐρωπαϊκῆς εἰρήνης εἰς βάρος τῶν φυλῶν τῆς Ἀσίας καὶ τῆς Ἀφρικῆς κατακτωμένων καὶ ὑποτασσομένων. Καὶ ἔχομεν ἀπόδειξιν τῆς ἀλληλεγγύης τῆς οἰκογενείας τῆς Εὐρώπης, ὅταν συνέβη τὸ ἐπεισόδιον τοῦ Ἀγαδίρ. Ἡ Γερμανία, ἡ Γαλλία, ἠρέμα δὲ καὶ ἡ Ἰταλία, συνεννοήθησαν καὶ ἡ μὲν Γαλλία κατέλαβε τὸ Μαρόκον, ἡ δὲ Γερμανία ἔλαβεν ἀνταλλάγματα εἰς τὸ Κογκό, ἡ δὲ Ἰταλία ἔλαβεν ὑπόσχεσιν, μετὰ διετίαν ἐκπληρωθεῖσαν, τῆς κατοχῆς τῆς Τριπολίτιδος. Εὑρίσκονται πανταχοῦ συμβιβασμοὶ πρὸς διατήρησιν τῆς Εὐρωπαϊκῆς εἰρήνης. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλη ἐκδήλωσις γινομένη ὑπὸ τῶν ἀσθενεστέρων, ὅταν πρόκειται νὰ κύψωσι τὴν σπονδυλικὴν στήλην πρὸ τῶν ἰσχυροτέρων, ἀσθενέστεροι δὲ εἶναι καὶ οἱ μεγάλοι οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται εἰς ὡρισμένην στιγμὴν νὰ σύρωσι τὸ ξίφος. Ἀλλ’ εἰς τὰ ζητήματα τὰ ζωτικά, τὰ μεγάλα ἐθνικὰ καὶ οὐχὶ ἀποικιακὰ συμφέροντα ἑκάστου Κράτους εἴδομεν ἐφαρμοζόμενον τὸν περίφημον Εὐρωπαϊκὸν πατριωτισμὸν ἢ τὴν ἀλληλεγγύην τῆς διεθνοῦς οἰκογενείας; Ὅταν ἡ Βοσγία καὶ ἡ Ἑρζεγοβίνη προσηρτῶντο ὁριστικῶς εἰς τὴν Αὐστρίαν καὶ ἠπείλει καὶ ἐπεστρατεύετο ἡ Ῥωσία, ἡ Γερμανία ἐνεθυμήθη τὸν Εὐρωπαϊκὸν πατριωτισμόν; Ἡ μία ἀπειλὴ τοῦ Αὐτοκράτορος τῆς Γερμανίας ἔθεσε κατὰ μέρος τὸν «Εὐρωπαϊκὸν πατριωτισμὸν» καὶ ἠνάγκασε τὴν Ῥωσίαν ἀναλογισθεῖσαν ἄλλως τὰ πράγματα, νὰ θέσῃ τὸ ξίφος εἰς τὸν κολεόν, διότι τότε ἦτο ἀσθενεστέρα; Καὶ ὅταν ἐπῆλθε τὸ ζήτημα τῆς Σκόδρας, ἐνεθυμήθη ἡ Αὐστρία τὸν Εὐρωπαϊκὸν πατριωτισμὸν ἢ ἠπείλησε μονομερῆ κατάληψιν καὶ ἡ Εὐρώπη ὅλη ὑπεχώρησε καὶ συνεφώνησεν εἰς διεθνῆ κατάληψιν τῆς Σκόδρας; Μήπως τὸν Εὐρωπαϊκὸν πατριωτισμὸν ἐνεθυμήθη ἡ Τουρκία, ὅταν ἔσχισε τὴν συνθήκην τοῦ Λονδίνου διὰ τοῦ ξίφους της καὶ κατέλαβε τὴν Ἀδριανούπολιν, οὐδενὸς παρεμποδίζοντος, τῆς δὲ Ῥωσικῆς Κυβερνήσεως ἐγκαταλιμπανούσης τὰς ἀπειλὰς τὰς ὁποίας πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν διετυμπάνιζεν; Ἐρωτῶ· μήπως ἡ Σερβία ἐνεθυμήθη τὸν Εὐρωπαϊκὸν πατριωτισμόν, ὅταν ὑποστηριζομένη ὑπὸ τῆς Ῥωσικῆς Κυβερνήσεως ἐφώρμησε μέχρι τοῦ Δυρραχίου περιφρονοῦσα πᾶσαν εὐρωπαϊκὴν ἀντίληψιν καὶ ὅταν καταλαβοῦσα τὸ Δυρράχιον κατέλιπε τοῦτο καὶ ἔχουσα τὴν ὑποστήριξιν τῶν ἰσχυρῶν κατώρθωσε νὰ γένηται κυρία Ἀλβανικῶν διαμερισμάτων, τὰ ὁποῖα ἐθνολογικῶς εἶναι Ἀλβανικὰ καὶ μόνον ἱστορικῶς ἦτο δυνατὸν νὰ διεκδικηθῶσιν ὑπὸ τῆς Σερβίας; Καὶ ἡ Σερβία κατώρθωσεν, ὅταν τὰ συμφέροντα αὐτῆς συνεκρούοντο, νὰ συντρίψῃ τὴν συμφωνίαν μετὰ τῆς Βουλγαρίας καὶ νὰ συμπράξῃ εἰς πόλεμον κατὰ τοῦ ὁποίου ὁλόκληρος ἡ Εὐρώπη ἀπέστρεφε τὸ πρόσωπον χαρακτηρίζουσα τοῦτον ὡς ἀδελφοκτόνον. Καὶ τότε τί ἐγίνετο ὁ Εὐρωπαϊκὸς πατριωτισμός; Δὲν ἐγένετο ἀντιληπτὸς κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Σερβίας, ἀλλὰ κατώρθωσεν ὁ μέγας, ὁ μόνος τῇ ἀληθείᾳ μέγας, καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῶν πολέμων ἀναδειχθεὶς Σέρβος Πρωθυπουργὸς Πάσιτς, ὄχι μόνον νὰ αὐξήσῃ τὸ Κράτος του διὰ τῆς ἀπελευθερώσεως τῶν ὑποδούλων Σέρβων, ἀλλὰ νὰ διπλασιάσῃ πράγματι τοῦτο διὰ τῆς πραγματικῆς κατακτήσεως Ἀλβανικῶν καὶ ἄλλων ἐχόντων βουλγαροσλαυϊκὸν χαρακτῆρα διαμερισμάτων. Αὐτοὶ εἶναι οἱ ὄντως μεγάλοι ἄνδρες, οἵτινες ὑπὲρ τὰ δίκαια τὰ κεκτημένα καὶ τὰ ἀνεγνωρισμένα λαμβάνουσι καὶ περαιτέρω δίκαια καὶ διασκευάζουσι μεγαλείτερον τὸ κράτος των καὶ ὄχι ἐκεῖνοι, οἵτινες μετὰ πολέμους αἱματηροὺς καὶ κατόπιν χύσεως αἵματος ποταμηδόν, λέγουσιν ὅτι ἡ χώρα ἡ Ἠπειρωτικὴ κατεδικάσθη ὁριστικῶς καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποπειραθῶμεν νὰ ἀνακτήσωμεν αὐτὴν παρὰ τοῦ Ἀλβανικοῦ Βασιλείου. Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν τί ἐγένετο ἡ Ῥωμουνικὴ ἀντίληψις τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πατριωτισμοῦ. Ἔχω πρὸ ἐμοῦ τὴν βίβλον τὴν Ῥωμουνικήν, ὑπ’ ἀριθ. δὲ 130 εἶναι κατακεχωρισμένη ἔκθεσις τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς Ῥωμουνίας πρὸς τὸν Βασιλέα ὁμιλοῦσα περὶ τῶν προτάσεων, αἵτινες ὑπεβλήθησαν εἰς αὐτὸν παρὰ τῆς Ἑλλάδος καὶ Σερβίας περὶ συνομολογήσεως συνθήκης περὶ συμμαχίας. Θ’ ἀναγνώσω πρὸς ὑμᾶς τί λέγει, διὰ νὰ ἴδητε τὴν ἀντίληψιν τῆς Ῥωμουνικῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον. «Θ’ ἀπαντήσω καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ εἰς τὴν Σερβίαν κατὰ τρόπον εὐρύτατον. Ὑπάρχει πάντοτε ὁ φόβος ὅτι, ἐφ’ ὅσον αἱ δύο Κυβερνήσεις δὲν διαρρηγνύουσι δημοσίᾳ τὴν συμμαχίαν των μετὰ τῆς Βουλγαρίας καὶ σύγκρουσις πραγματικὴ δὲν ἐξερράγη μεταξύ των, αἱ μεθ’ ἡμῶν διαπραγματεύσεις περὶ συμμαχίας θὰ χρησιμεύσωσιν ὅπως καταστήσωσι τοὺς Βουλγάρους συμβιβαστικωτέρους πρὸς τὰς ζητηθείσας ὑπὸ τῶν Σέρβων καὶ Ἑλλήνων παραχωρήσεις καὶ ὅπως ἑδραιώσωσιν ἐφεξῆς τὴν προτέραν συμμαχίαν των πρὸς βλάβην τῆς Ῥωμουνίας. Δὲν δυνάμεθα νὰ παρεμβῶμεν ἡμεῖς εἰμὴ καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ ἔνοπλος ρῆξις θὰ ἐκραγῇ μεταξὺ Σέρβων, Ἑλλήνων καὶ Βουλγάρων, τότε δὲ πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν χεῖρα ἐλευθέραν, ὅπως ἐπιβάλωμεν τὴν εἰρήνην». Αὐτὸ τὸ ἔγγραφον φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς Ῥωμουνίας κ. Μαγιορέσκο, καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς ἐκεῖνος, ὁ καιροσκόπος καὶ ἀποβλέπων εἰς τὸ ἐθνικὸν συμφέρον τῆς Ῥωμουνίας καὶ ὄχι εἰς τὸν Εὐρωπαϊκὸν λεγόμενον πατριωτισμὸν καὶ τὰ συμφέροντα τῆς διεθνοῦς οἰκογενείας, ἔρριπτε τὰ 4 Βαλκανικὰ Κράτη εἰς πόλεμον πρὸς ὠφέλειαν τῆς Ῥωμουνίας μὴ δεχόμενος οἱανδήποτε συνεννόησιν περὶ τῆς προτεινομένης συμμαχίας, ἥτις ἤθελεν ἑδραιώσει περισσότερον κατὰ τὴν γνώμην του τὰς προτέρας συμμαχικὰς σχέσεις τῶν τριῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν, ὁπότε δὲν ἤθελεν ἐπιτύχει ἡ Ῥωμουνία τὴν εὐκαιρίαν ὅπως ἐπιβάλλουσα αὐτὴ τὴν εἰρήνην γίνῃ κυρία τῆς καταστάσεως τῆς Βαλκανικῆς. Ἀποφεύγουσα αὐτὴ πᾶν μέτρον ματαιώσεως τοῦ ἀδελφοκτόνου πολέμου ὤθει τοὐναντίον καὶ ηὔχετο τὴν ἔκρηξιν τοῦ πολέμου, ἵνα εὕρῃ τὴν εὐκαιρίαν καὶ ἐπιβάλῃ τὴν ἰδίαν αὐτῆς βούλησιν. Καὶ ἐπέτυχε τοῦτο. Βλέπομεν λοιπὸν ὅτι καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῶν τελευταίων ἐτῶν μόνον ἐκεῖνοι ἠδυνήθησαν νὰ ἐπιτύχωσι τόσον ταχέως τὸ πολιτικὸν αὐτῶν πρόγραμμα, τὸ πραγματοποιοῦν τὰ συμφέροντα τοῦ ἰδίου αὐτῶν Κράτους, ὅσοι δὲν ἀποβλέπουσι ποσῶς εἰς τὰ Εὐρωπαϊκὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα ἑκάστοτε προσαρμόζονται ἀναλόγως τῶν περιστάσεων καὶ τῆς ἰσχύος τῶν περιστάσεων. Καὶ γινώσκει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι, ὅτε ἐκίνησαν οἱ στρατοὶ τῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν εἰς ἐπιστράτευσιν καὶ προεβλήθη τὸ πρόγραμμα τῶν μεταρρυθμίσεων εἰς τὴν Τουρκίαν, ὁλόκληρος ἡ Εὐρώπη ὡμίλει περὶ μεταρρυθμίσεων ἐφαρμοστέων εἰς τὴν Εὐρωπαϊκὴν Τουρκίαν. Ὁλόκληρος ἡ Εὐρώπη ὡμίλει περὶ αὐτῶν καθ’ ὃν χρόνον οἱ Βαλκανικοὶ στρατοὶ προήλαυνον, ὅταν δὲ ἔφθασεν εἰς τὴν Θεσσαλονίκην ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς καὶ πρὸ τῆς Τσατάλτσας ὁ Βουλγαρικὸς καὶ ὁ Σερβικὸς εἶχε καταλάβει τὸν Περλεπέν, ἐνεφανίσθη ἡ Γαλλικὴ πρότασις περὶ μὴ ἐνδιαφέροντος ἐδαφικοῦ τῶν Μ. Δυνάμεων καὶ περὶ ἐφαρμογῆς λύσεως καταργούσης τὸ πρώην καθεστώς. Ἐλησμονήθησαν αἱ μεταρρυθμίσεις, ἐλησμονήθη ἡ Τουρκία καὶ μόνον προεβλέπετο ὁ σεβασμὸς πρὸς τὰ δίκαια τῶν ἐμπολέμων καὶ ἡ ἀποφυγὴ ἀναμίξεως τῶν Μ. Δυνάμεων εἰς ταῦτα. Τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ μεταβολὴ ἐκ τῆς βίας τῶν περιστάσεων καὶ τῆς ἰσχύος τῶν περιστάσεων. Ἐφ’ ὅσον τοιαῦτα ἔχομεν τὰ δεδομένα ἐπεβάλλετο εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ πρόνοια, τὴν ὁποίαν δὲν ἔσχε, περὶ τοῦ ἐξοπλισμοῦ τῆς χώρας, ἵνα δύναται νὰ ἀντιμετωπίσῃ εὐδοκίμως τὰς τουρκικὰς ἐπὶ τῶν νήσων ἀξιώσεις, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ ἀντίστασις ἐπὶ τοῦ Ἠπειρωτικοῦ ζητήματος. Καὶ εἰς τοὺς λέγοντας ὅτι ἡ ἀντίστασις θὰ ἠδύνατο νὰ προκαλέσῃ μίαν ἐπέμβασιν θετικὴν τῆς Εὐρώπης, δύναμαι νὰ ἀπαντήσω ἐρωτῶν καὶ μὴ ἠθέλομεν χάσει τι πλέον, ἐὰν δὲν ἐξετελοῦμεν τὴν Εὐρωπαϊκὴν ἀπόφασιν; Ἡ βία θὰ ἐνησκεῖτο πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς Εὐρωπαϊκῆς ἀποφάσεως. Τί πλέον ἠθέλομεν χάσει; Ἠθέλομεν ὅμως κερδήσει τοῦτο, ὅτι δὲν ἠθέλομεν τόσον εὐκόλως παράσχει εἰς τὴν Εὐρώπην τὴν εἰκόνα Κράτους, τὸ ὁποῖον μετὰ δύο τοιούτους νικηφόρους πολέμους ὑποχωρεῖ τόσον εὐκόλως εἰς τὴν Εὐρωπαϊκὴν θέλησιν ἐναντίον τοῦ ἐθνικοῦ συμφέροντός του. Καὶ χωρὶς νὰ λησμονήσωμεν τὰ ὁλοκαυτώματα, τὰ ὁποῖα παρουσίασεν ἡ Ἑλληνικὴ ἱστορία, ὁλοκαυτώματα, ἅτινα ἐστερέωσαν ὑπὲρ πᾶσαν νίκην ἀνὰ τοὺς αἰῶνας τὴν δόξαν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἠθέλομεν παράσχει τὴν εἰκόνα τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς ἐνδόξου ἱστορίας ἡμῶν καὶ θὰ ἦτο προτιμότερον ἀπέναντι τῆς βίας νὰ ὑποκύψῃ ἢ νὰ φανῇ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐπιβληθεῖσα εἰς τοὺς πληθυσμοὺς αὐτοὺς τοὺς κακῶς ἐξωπλισμένους μὲ τὴν ὑλικὴν βίαν τοῦ Κράτους. Ἐπαναλαμβάνω δὲ νὰ εἴπω ὅτι ἡ ἀντίστασις καὶ ἡ διάσωσις παντὸς τὸ ὁποῖον ἦτο δυνατὸν νὰ διασωθῇ ἐπεβάλλετο νὰ ἐπιχειρηθῶσι κατὰ μείζονα λόγον κατόπιν τῆς διαγνώσεως τὴν ὁποίαν ταύτην τὴν ἑσπέραν ἐξεδήλωσεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, καθ’ ἥν, ὅ,τι προσηρτήθη εἰς τὴν Ἀλβανίαν ἐκ τῶν ἑλληνικῶν χωρῶν ἔχει ὁριστικῶς ἀπολεσθῆ. Τὴν διάγνωσιν ταύτην ἦτο ἴσως ἠναγκασμένος νὰ ἐξαγγείλῃ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐν ᾗ περιπτώσει τὴν διάγνωσιν ταύτην ἤθελε παραλείψει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ τρόπος τοῦ σχηματισμοῦ τῆς Ἀλβανίας καὶ τὰ συμφέροντα τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ σχηματισμοῦ τούτου ἐξυπηρετοῦνται πείθουσιν ὅτι τὰ ὅρια τοῦ Κράτους τούτου εἶναι ὁριστικὰ καὶ ὅτι πᾶν ὅ,τι ἡ Ἑλλὰς προσήνεγκεν εἰς τὴν σύστασιν τοῦ Κράτους τούτου προσήνεγκεν ὁριστικῶς καὶ τελικῶς. Τὸ Κράτος τῆς Ἀλβανίας ἵδρυσαν τὰ συμφέροντα τῆς Αὐστρίας καὶ τῆς Ἰταλίας, ἀλλ’ ἵδρυσαν αὐτὸ καὶ συμφέροντα Βαλκανικά. Τὴν ἵδρυσιν ταύτην ἐπεζήτησε καὶ αὐτὴ ἡ σύμμαχος Βουλγαρία, τὴν ἐπεζήτησε καὶ ἡ Ρωμουνία. Τὴν ἵδρυσιν τῆς Ἀλβανίας ἐπεζήτησαν πᾶσαι αἱ ἀντισλαυικαὶ Δυνάμεις, διότι ἐκ τῶν συνεπειῶν τοῦ Βαλκανικοῦ πολέμου ἀπεδείχθη ὅτι ὁ Βαλκανικὸς συνασπισμὸς ἠδύνατο ν’ ἀποτελέσῃ μεγάλην δύναμιν, πρόσκοπον τοῦ Σλαυισμοῦ ἐν τῇ Μεσογείῳ. Ἡ Ρωμουνία πρώτη αὐτὴ ἐνίσχυσε τὴν ἵδρυσιν τοῦ Ἀλβανικοῦ Κράτους. Καὶ ἡ Βουλγαρία ἀκόμη μὴ ἔχουσα οὔτε πίστιν οὔτε νόμον εἰς ὅλας τὰς συμμαχικὰς αὐτῆς σχέσεις ἐπεδίωξε τὴν ἵδρυσιν τῆς Ἀλβανίας, ἵνα ἔχῃ ἕνα ἀντιπερισπασμὸν διὰ τὰ ἴδια αὐτῆς συμφέροντα καὶ τὰς ἑκάστοτε πολιτικὰς πονηρίας της. Ἐφ’ ὅσον δὲ τοιαῦτα Εὐρωπαϊκὰ συμφέροντα περιβάλλουσι τὴν ὕπαρξιν μιᾶς μεγάλης Ἀλβανίας, ἦτο περιττὸν νὰ λεχθῇ, εἰμὴ ἐκ λόγων διεθνοῦς ἁβρότητος, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀποβλέπει εἰς τοὺς Ἠπειρωτικοὺς πληθυσμοὺς ὡς ὁριστικῶς ἀπολεσθέντας. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ἀπωλείας 150 χιλιάδων Ἑλλήνων ἀπώλεσεν ἡ Ἑλλὰς διὰ τῆς ἀπωλείας τοῦ Καζᾶ Κορυτσᾶς ὕψιστα στρατηγικὰ συμφέροντα, συμφέροντα συγκοινωνίας τῆς Μακεδονίας καὶ Ἠπείρου. Καὶ πρέπει νὰ ὑποβληθῇ ἀμέσως εἰς κολοσσιαίας δαπάνας, διότι ἄλλως τὸ σῶμα στρατοῦ τῆς Ἠπείρου δὲν δύναται νὰ ἐπικοινωνήσῃ πρὸς τὰ Μακεδονικὰ ἐδάφη ὑπὸ τοὺς σημερινοὺς ἐδαφικοὺς ὅρους τῆς κατὰ ξηρὰν συγκοινωνίας. Ἀφοῦ ταῦτα ἀπωλέσθησαν οὕτως ὁριστικῶς, παρουσιάσθη τὸ ζήτημα τῶν τροποποιήσεων τῶν προταθεισῶν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐζητήθη δὲ ἡ τροποποίησις ἡ περίφημος τῆς Παγανιᾶς. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς εἶπεν ἐν τῷ λόγῳ αὐτοῦ ὅτι προσέφερεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὅ,τι ἀκριβῶς ἐπεδίωκεν ἡ Ἰταλική. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ἔγγραφον μελέτην τοῦ Ἰταλικοῦ ἐπιτελείου, ἡ ὁποία οὐδὲν ἀποτελεῖ μυστικόν, διότι ἐδημοσιεύθη πρὸ μηνῶν ὁλόκληρος εἰς τὰς ἑλληνικὰς ἐφημερίδας. Εἶναι ἡ μελέτη, ἐφ’ ἧς ἠρκέσθη ἡ ἀξίωσις τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἐπέκτασιν τῆς Ἀλβανίας μέχρι τοῦ ἀκρωτηρίου Στύλου (ἀναγινώσκει): «Λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν, λέγει, τῶν στρατηγικῶν ὅρων τῆς Κερκύρας ἀπέναντι τῆς Ἠπειρωτικῆς ἀκτῆς ἐξάγεται σαφῶς ὅτι εἰς τὴν ἡμετέραν στρατηγικὴν ἄποψιν συμφέρει, ὅπως ἐξασθενήσωμεν τὴν στρατιωτικὴν σπουδαιότητα τοῦ στενοῦ τῆς Κερκύρας καὶ ἐπὶ τῷ σκοπῷ τούτῳ εἶναι ἀναγκαῖον, ὅπως εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐκχωρηθῇ μέρος ὅσον τὸ δυνατὸν περιωρισμένον. Θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἐκχωρήσωμεν εἰς αὐτὴν κατὰ μέγιστον ὅρον τὸν κόλπον τῆς Σαγιάδος καὶ νὰ δώσωμεν τὸ ὑπόλοιπον εἰς τὴν Ἀλβανίαν». Τὸ Ἰταλικὸν ἐπιτελεῖον ἐν τῇ μελέτῃ αὐτοῦ περὶ τῶν Ἠπειρωτικῶν ἀκτῶν ἔφθασεν εἰς ἀνώτατον ὅριον παραχωρήσεων πρὸς τὴν Ἑλλάδα, τὸν κόλπον τῆς Σαγιάδος. Ἐπετεύχθη ὑπὸ τῆς ἐν Λονδίνῳ πρεσβευτικῆς διασκέψεως ὁ καθορισμὸς τῶν ὁρίων μέχρι Στύλου, τὴν στιγμὴν δὲ αὐτὴν ἐφθάσαμεν ἀκριβῶς ἐκεῖ ὅπου τὸ Ἰταλικὸν ἐπιτελεῖον ἐζήτει. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡμίλησεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ ἐμέτρησε χιλιόμετρα. Καὶ παρετηρήθη αὐτῷ ὀρθῶς ὅτι τὰ ζητήματα ταῦτα δὲν μετροῦνται διὰ χιλιομέτρων καὶ ὡς δὲν θὰ ἠδύνατό τις νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι δύναται νὰ παραχωρήσῃ τὴν Σοῦδαν διὰ νὰ λάβῃ τὴν Κάρπαθον, οὕτω δὲν δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι παραχωρεῖ ἕνα λιμένα ἵνα λάβῃ ἔκτασιν εἰς τὸ ἐσωτερικόν, ἐφ’ ὅσον ὁ παραχωρούμενος λιμὴν ἢ ὅρμος ἔχει σημασίαν στρατηγικὴν ἢ προπαγανδιστικήν. Τὸ Ἰταλικὸν ἐπιτελεῖον ἀποδίδει μεγάλην σημασίαν ἐν τῇ μελέτῃ ταύτῃ εἰς τὴν ἐθνικὴν θέλησιν τῶν κατοίκων τῆς Τσαμουριᾶς, ὁμιλεῖ δὲ περὶ αὐτῶν ὡς κατὰ συνείδησιν ἀποστρεφομένων τὴν Ἑλληνικὴν κατοχήν. Καὶ λέγει περὶ αὐτῶν ὅτι εἶναι οἱ μόνοι Τουρκαλβανοί, οἵτινες ἀντέστησαν ἐνόπλως κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ ἡ Παγανιά, ὄχι τὸ ἀκρωτήριον, ὁ λιμενίσκος, εἶναι ὁ μόνος ὅρμος μετὰ τὸν λιμένα τῶν Ἁγίων Σαράντα, δι’ οὗ εἶναι δυνατὴ ἡ συγκοινωνία τῶν Τουρκαλβανῶν τούτων πρὸς τὴν θάλασσαν καὶ ἡ ὕποπτος ἐπικοινωνία αὐτῶν πρὸς τοὺς ἐχθροὺς τῆς Ἑλλάδος, ἐφ’ ὅσον ἡμεῖς κατέχομεν τὸν λιμένα τῆς Σαγιάδας. Ὑπῆρχε μέγιστον συμφέρον ἵνα, οὐδενὸς ἑτέρου λιμένος ὑπάρχοντος διὰ τοῦ ὁποίου νὰ εἶναι δυνατὴ ἡ ἐπικοινωνία τῶν Τουρκαλβανικῶν πληθυσμῶν πρὸς τοὺς ἔχοντας συμφέρον ὅπως προπαγανδίζωνται ἐπ’ αὐτῶν, ὑπῆρχεν ἀνάγκη, ἵνα λιμὴν παρασχεθῇ εἰς αὐτοὺς καὶ δυστυχῶς εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην ἔπεσε θῦμα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις παραχωροῦσα τοῦτον. Διότι οὐδεὶς θὰ παραξενευθῇ, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον ἐγώ, ἂν ἴδωμεν ἐντὸς ὀλιγίστου χρόνου ἐγκαταστάσεις Ἰταλικὰς ἐν τῇ Παγανιᾷ καὶ ἂν ἴδωμεν ὁλόκληρον προπαγάνδαν ἐγκαθισταμένην ἐκεῖ. Καὶ εἶναι περιττὸν νὰ συνοδεύωνται διὰ μειδιαμάτων αἱ παρατηρήσεις μου, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἠδυνήθη ἐπὶ πολὺν ἤδη χρόνον νὰ κλείσῃ τὰς Ἰταλικὰς σχολάς, αἱ ὁποῖαι λειτουργοῦσι προπαγανδίζουσαι ἐν μέσῃ Κερκύρᾳ. Ὅταν δὲ εἶναι γνωστὸν ὅτι αἱ ἀξιώσεις τῶν Ἀλβανῶν Ἐθνικοφρόνων καὶ αἱ ὑποδείξεις τῆς Ἰταλικῆς πολιτικῆς ἄγουσι τὴν Ἀλβανίαν μέχρι Πρεβέζης, ὅταν εἶναι γνωστὸν ὅτι ὀλίγον πρὸ τοῦ πολέμου ἐπεζητεῖτο ἵδρυσις διοικήσεως περιλαμβανούσης Ἰωάννινα καὶ Πρέβεζαν ὑπὸ διοικητὴν Ἀλβανόν, μὴ νομίζετε ὅτι ὁ σεβασμὸς ἡμῶν πρὸς τὴν ἀποτελεσθεῖσαν ἤδη Ἀλβανίαν θὰ ἔχῃ ἀντίστοιχον καὶ τὸν σεβασμὸν τῆς Ἀλβανίας πρὸς τὰ δίκαια ἡμῶν ἐπὶ τῆς Ἑλληνικῆς χώρας. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπατώμεθα τόσον εὐκόλως ἐκ τοῦ ὅτι ἡμεῖς περιβάλλομεν μετὰ στοργῆς τὴν Ἀλβανίαν, ἤδη ὅτε οἱ στενοὶ ἡμῶν φίλοι περιπτύσσονται αὐτήν, ὅτε θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀσφαλισθῶμεν ἀπὸ πάσης ἀποπείρας πρὸς τὴν ἐνέργειαν ἐθνικόφρονος Ἀλβανικῆς πολιτικῆς. Τότε καὶ μόνον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τὴν Ἀλβανίαν σύμφωνον καὶ μὴ ἀνησυχοῦσαν τὴν Ἑλλάδα, ὅταν εὑρισκώμεθα ἐν τῷ αὐτῷ συνδυασμῷ, μεγάλῳ συνδυασμῷ, ὁ ὁποῖος ἐγγυᾶται πολιτικὴν κατεύθυνσιν, ἐν ᾗ καὶ ἡ Ἀλβανία ἐξυπηρετεῖ τὰ συμφέροντα αὐτῆς καὶ ἡμεῖς τὰ συμφέροντα ἡμῶν. Ἀλλ’ ὅταν ταῦτα πάντα δὲν ἔχουσιν εἰσέτι τακτοποιηθῆ καὶ κανονισθῆ, ὀφείλομεν πρὸς τὴν Ἀλβανίαν νὰ ἀποβλέπωμεν ὡς πρὸς Κράτος, τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν καὶ φίλον νὰ ὑπάρξῃ ἡμῖν, ἀλλὰ καὶ νὰ πλευροκοπήσῃ ἡμᾶς ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠρώτησε· δὲν ἔπρεπε νὰ ἀπελευθερώσω τὰ 17 χωρία; Μάλιστα· ἐγὼ δέ, ὅταν ὑπέβαλε τὴν ἐρώτησιν, ἂν εἶναι πολλὰ τὰ 2½ ἑκατομμύρια, ἤθελον εἴπει εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν: Νὰ δώσητε 5 ἑκατομμύρια καὶ διὰ τῶν ἐπὶ πλέον 2½ ἑκατομμυρίων νὰ σώσητε τὴν παραλίαν τὴν ὁποίαν παρεδώκατε. Ἐὰν ὑπάρχῃ καιρὸς ἀκόμη, πράξατε τοῦτο ἀμέσως καὶ σώσατε τὴν ἀκτὴν αὐτήν, τὴν ὁποίαν τόσον γενναιοφρόνως παρεδώκατε καὶ εἶμαι προθυμότατος νὰ ψηφίσω τὴν τοιαύτην οἰκονομικὴν παραχώρησιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ δικαιώματα τῶν ἐκχωρηθέντων κατοίκων, ἐν τούτῳ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δύναμαι νὰ ὑποστηρίξω ὅτι ἐφάνη ὑποδεὴς πάσης προβλέψεως. Διετύπωσεν ἀξιώσεις ἢ μᾶλλον ὑπέβαλε προτάσεις περὶ τῶν σχολικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν προνομίων, προτάσεις δέ, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπεβλήθησαν οὐδὲ κἂν ὑπὸ τύπον ἀξιώσεων. Ἡ ἀποδοχὴ τῶν προτάσεων τούτων δὲν ἐξηρτήθη κἂν ἀπὸ ὅρων σχετιζομένων πρὸς τὴν ἐκκένωσιν. Ἀλλ’ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὑποβαλοῦσα τὰς προτάσεις ταύτας ἐφάνη τουλάχιστον ἀνταξία τῶν ἑαυτῆς βλέψεων περὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν Χριστιανικῶν πληθυσμῶν, ἢ κἂν τῶν βλέψεων τὰς ὁποίας ἡ Ῥωμουνικὴ Κυβέρνησις ἔσχε περὶ τῶν Ῥωμούνων. Ἂς ἴδωμεν τί ἐζήτησεν ἡ Ῥωμουνικὴ Κυβέρνησις. Ἡ Ῥωμουνικὴ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ἐν Λονδίνῳ Πρεσβευτοῦ αὐτῆς ἀποταθεῖσα πρὸς τὴν Πρεσβευτικὴν Συνδιάσκεψιν τὸν Μάρτιον τοῦ 1913 ἐζήτησεν «αʹ) διεθνῆ ἀναγνώρισιν τῶν δικαιωμάτων τῶν ὁποίων ἤθελον τύχει οἱ Ῥωμουνικοὶ πληθυσμοί, οἱ εἰς τὴν Ἀλβανίαν μέλλοντες νὰ προσαρτηθῶσιν·» οὐχὶ ἁπλῆν ἀναγνώρισιν διὰ τοῦ Συντάγματος τοῦ Ἀλβανικοῦ, ἤτοι διὰ πράξεως ἐσωτερικοῦ δικαίου, ἀλλὰ διὰ διεθνοῦς πράξεως. Ἐζήτησε δὲ καὶ τὰ ἑξῆς: «διοικητικὴν αὐτονομίαν, κοινοτικὴν καὶ πολιτικὴν τῶν Ῥωμούνων· χρῆσιν τῆς Ῥωμουνικῆς γλώσσης ἐν τῇ διοικήσει, ἐν τοῖς σχολείοις καὶ τῇ ἐκκλησίᾳ· τὴν ἀναγνώρισιν ἀρχηγοῦ πνευματικοῦ Ῥωμούνου μετὰ τοῦ δικαιώματος τῆς Ῥωμουνικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως διατηρῇ, ὡς καὶ ἐν τῷ παρελθόντι, τὰ ἐκκλησιαστικὰ ἱδρύματα». Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐνεθυμήθη τὸ πρόγραμμα κἂν τὸ ὁποῖον ἀπηύθυνε πρὸς τὴν Τουρκίαν ζητοῦσα τὴν βελτίωσιν τῆς τύχης τῶν Χριστιανῶν ὁμοῦ μετὰ τῶν λοιπῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν; Ἐνεθυμήθη τὸ πρόγραμμα, ὑφ’ ὃ ἐγένετο ὁ πόλεμος; Διότι μὴ λησμονῆτε ὅτι ὁ πόλεμος ἐγένετο ὑφ’ ὡρισμένον πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων, κατόπιν δὲ ἐκ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ πολέμου ἐξεδηλώθη καὶ ἡ κεκρυμμένη ἑκάστου Κράτους πρόθεσις ἐδαφικῆς ἐπεκτάσεως. Τί ἐζητήθη ἐν τῷ κοινῷ προγράμματι τῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν ἀπέναντι τῆς Τουρκίας; (ἀναγινώσκει). «Ἐπιβεβαίωσις τῆς ἐθνικῆς αὐτονομίας τῶν ἐθνοτήτων μεθ’ ὅλων τῶν συνεπειῶν αὐτῆς. Ἀναλογικὴ ἀντιπροσώπευσις ἑκάστης ἐθνότητος ἐν τῷ Ὀθωμανικῷ κοινοβουλίῳ. Παραδοχὴ τῶν Χριστιανῶν εἰς πάντα τὰ δημόσια ἀξιώματα. Ἀναγνώρισις ὡς ἰσοβάθμων πρὸς τὰ ὀθωμανικὰ σχολεῖα οἱουδήποτε βαθμοῦ τῶν σχολείων τῶν χριστιανικῶν κοινοτήτων. Πολιτοφυλακὴ μετὰ περιοχικῆς στρατολογίας τῶν χριστιανῶν μετὰ χριστιανικῶν στελεχῶν, μέχρι δὲ τοῦ σχηματισμοῦ τῶν στελεχῶν τούτων ἀναστολὴ τῆς στρατολογίας τῶν χριστιανῶν». Ἐζητήθησαν ταῦτα παρὰ τῆς Τουρκίας ὡς κυριάρχου Κράτους ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν χριστιανικῶν πληθυσμῶν, μεταξὺ δὲ τῶν πληθυσμῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ περιελαμβάνοντο, ἐὰν ἐπετυγχάνοντο παρὰ τῆς Τουρκίας αἱ μεταρρυθμίσεις αὗται, ἦσαν καὶ οἱ Ἠπειρῶται. Ἀλλ’ ὁ πόλεμος, ὁ ὁποῖος δι’ ὅλους τοὺς Ἕλληνας ὑπῆρξεν εὐτυχής, διὰ τοὺς 150 χιλιάδας Ἠπειρώτας ὑπῆρξε δυστυχέστατος, διότι εἶδον αὐτοὶ πάντας τοὺς ἄλλους ἀπελευθερουμένους, αὐτοὶ δὲ οἱ ἴδιοι ὑπετάχθησαν ἤδη ὑπὸ τὸ νέον Μουσουλμανικὸν Κράτος, χωρὶς νὰ τύχωσι τῶν ἐγγυήσεων, τῶν ὁποίων θὰ ἀπελάμβανον, ἐὰν αἱ ἀξιώσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν λοιπῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν ἐγίνοντο ἐγκαίρως ἀποδεκταὶ παρὰ τῆς Τουρκίας καὶ ὁ πόλεμος ἀπεσοβεῖτο. Ἀπηρνήθημεν λοιπὸν κατὰ τὴν προθυμίαν καὶ σπουδὴν πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ νέου Κράτους καὶ ὅλας τὰς ἰδέας καὶ τὸ πρόγραμμα τῶν ἀρχῶν, αἵτινες διετυπώθησαν ἀνὰ τὸν διεθνῆ κόσμον ὡς αἰτία τοῦ πολέμου κατὰ τῆς Τουρκίας. Αὐταὶ εἶναι αἱ συνέπειαι πολιτικῆς, ἥτις ἔσχε πολλὰ στάδια ἐναλλασσόμενα ἄνευ ἑνιαίου προγράμματος πρυτανεύοντος καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπεχειρήθησαν οἱ πόλεμοι, ἰδιαιτάτα δὲ πολιτικῆς, ἥτις δὲν ἠδυνήθη, ὡς εἶπον ἐν ἀρχῇ, νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν κατάστασιν τὴν παραχθεῖσαν ἐκ τῶν ἀποφάσεων τῶν Μ. Δυνάμεων, ἀλλὰ καὶ τὴν παραχθεῖσαν ἐκ τῆς ἀναζωπυρήσεως τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος ἐν Τουρκίᾳ καὶ ἐκ τῶν μεθόδων τῆς ἐσωτερικῆς πολιτικῆς τῶν Τούρκων, ἀναζωπυρήσεως ἀρξαμένης, καὶ μεθόδων τεθεισῶν εἰς χρῆσιν, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἡ ἀνάκτησις τῆς Ἀδριανουπόλεως παρέσχε τὸ μέσον εἰς τοὺς Νεοτούρκους νὰ πείσωσι τὸν λαὸν ὅτι ἡ Τουρκία σχεδὸν δὲν ἡττήθη ἐν τῷ πολέμῳ τούτῳ. Ἡ ἔλλειψις τῆς διαγνώσεως τῆς καταστάσεως, ἥτις παρήχθη ἐν Τουρκίᾳ, ἐγέννησε τὰς αἰσιοδοξίας ἐν Ἑλλάδι καὶ ἀποτέλεσμα τῶν αἰσιοδοξιῶν ὑπῆρξαν αἱ αἰφνίδιοι ζημίαι εἰς τὰ Ἐθνικὰ ζητήματα. Τὰ γενόμενα ἐγένοντο πλέον καὶ ὁ ἔλεγχος ἔδει νὰ γίνῃ, νομίζω ὅμως ὅτι προσῆκον θὰ ἦτο ἵνα ἡ κρίσις περὶ τῶν γενομένων, περὶ τῶν εὐθυνῶν καὶ περὶ τῶν ζημιῶν ἀφεθῇ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅταν κληθῇ εἰς ἐκλογάς, ἢ εἰς τὴν ἱστορίαν. Θὰ ἦτο ὀδυνηρόν, ἂν ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ ἐκαλεῖτο ἵνα διὰ ψήφου ἐμπιστοσύνης παράσχῃ τὴν ἔγκρισιν αὑτῆς τὴν θετικὴν ἐπὶ τῶν γενομένων. Αἱ Κυβερνήσεις ἔρχονται καὶ παρέρχονται, αἱ Βουλαὶ ὅμως ἐκπροσωποῦσι πάντοτε τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν, μία δὲ ψῆφος τῆς Βουλῆς ἐγκρίνουσα σήμερον ὁλόκληρον πολιτικήν, ἥτις ἐστέρησε τῆς ἐλευθερίας 150 χιλιάδας Ἑλλήνων ἄνευ οἱασδήποτε ἀντιστάσεως, μία τοιαύτη ψῆφος τῆς Βουλῆς ἤθελε χαρακτηρισθῆ ὡς ἀναγνώρισις ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ αὕτη ἐκπροσωπεῖ, περὶ τοῦ ὀρθοῦ τῆς ἀποκοπῆς πάσης ἐθνικῆς ἐλπίδος εἰς τοὺς πληθυσμοὺς τούτους. Ἐγὼ θὰ ηὐχόμην, ἂν εἶναι δυνατόν, νὰ γίνῃ οἱαδήποτε ἐξοικονόμησις, ἵνα καὶ αὐτοῦ τοῦ Σάσωνος ἡ παραχώρησις μὴ τύχῃ νομοθετικῆς ἐγκρίσεως. Τὰ Κοινοβούλια δέον νὰ φέρωνται εἰς ψῆφον παραχωρήσεως ἐδαφῶν, ἀνταλλαγῆς ἐδαφῶν ἢ ἐκχωρήσεως πληθυσμῶν, μόνον ὅταν ὁ ἐχθρὸς εἶναι ἐπὶ θύραις καὶ ἐπιβάλλῃ ἐπιτακτικὴν τὴν θέλησιν αὑτοῦ, τίθεται δὲ ἡ Βουλὴ πρὸ τῆς ἐπιτακτικῆς ἀνάγκης τῆς κοινῆς σωτηρίας, ὑπὲρ ἧς παρέχει τὴν ψῆφον αὑτῆς. Παρέσχε καὶ ἡ Βουλὴ τοῦ 1897 τὴν ἔγκρισιν αὑτῆς ἐπὶ τῆς παραχωρήσεως τοῦ χωρίου Κουτσούφλιανης, ἀλλὰ τὴν ἔγκρισιν αὑτῆς παρέσχε καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ μὲν τουρκικὸς στρατὸς εὑρίσκετο ἐπὶ τοῦ ἑλληνικοῦ ἐδάφους ἐγγὺς τῶν Ἀθηνῶν, αἱ δὲ Μ. Δυνάμεις ἦσαν διαιτηταὶ τῆς τύχης ἡμῶν κατ’ ἐπιτακτικὴν ἐντολήν. Θὰ ἦτο ὅμως ὀδυνηρόν, ἂν μετὰ πολέμους νικηφόρους ἐκαλεῖτο ἡ Βουλὴ ἵνα παράσχῃ ψῆφον τοιαύτην, ἥτις νὰ παρέχῃ ἔκδηλον τὴν ἔννοιαν ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπεδοκίμασε καὶ ἐχειροκρότησε τὰ τελεσθέντα, διὰ τοῦτο δὲ ἔχω τὴν ἐλπίδα ὅτι τοιαύτη ψῆφος δὲν θὰ ζητηθῇ, ἀλλὰ θ’ ἀφεθῇ εἰς τὴν ἱστορίαν νὰ κρίνῃ τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν ἐπὶ τούτων διεξαχθέντα ἔλεγχον, ὅτι δὲ θὰ περατώσωμεν τὴν συζήτησιν ἄνευ πράξεως θετικῆς. Καὶ κατὰ τοῦτο μόνον ἔχω νὰ συγχαρῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι κατὰ τὴν πρώτην αὑτοῦ ἀγόρευσιν κατώρθωσεν ἵνα τὸν ἐπίλογον αὑτοῦ σχηματίσῃ οὐχὶ ἐπὶ τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος, ἀλλ’ ἐπὶ ζητημάτων ἐσωτερικῆς πολιτικῆς καὶ ἐξωτερικῆς ἀναγομένης εἰς τὴν ὅλην διεξαγωγὴν τοῦ πολέμου, ἵνα μὴ παρασταθῇ ἡ Βουλὴ χειροκροτοῦσα τὸν Πρωθυπουργικὸν ἐπίλογον, ὡς χειροκροτοῦσα ἀπώλειαν Ἑλλήνων ὑπηκόων καὶ ἀπώλειαν ἑλληνικοῦ ἐδάφους.
§301Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ ἐπῳδὸς διὰ τῆς ὁποίας κατέστρεψε τὸν λόγον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἦτο τοιαύτη, ὥστε δὲν δύναταί τις ν’ ἀπαξιώσῃ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς αὐτόν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μοὶ κατελόγισεν ὅτι δὲν ἔχω ἀντίληψιν τῆς μεταβολῆς, ἡ ὁποία ἐγένετο ἀπὸ τῆς ἀτυχοῦς ἀναρρήσεώς του εἰς τὴν Ἀρχήν. Ἀντιθέτως, δύναμαι νὰ τὸν βεβαιώσω ὅτι ἔχω τελείαν ἀντίληψιν ἀκριβῶς τῆς μεταβολῆς, ἡ ὁποία ἐπῆλθε, διότι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης κατηργήθη ἀληθῶς τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Ἔχομεν μίαν Βουλὴν καὶ μίαν πλειονοψηφίαν ἡ ὁποία ἀπηλλοτρίωσε τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα κέκτηνται αἱ πλειοψηφίαι καὶ αἱ Βουλαί. Ἔχομεν μίαν αὐθαίρετον βούλησιν, ὄπισθεν τῆς ὁποίας σύρεται ἡ Βουλή. Δὲν ἦλθεν ἡ ὥρα τῆς κατὰ μέρος ἐξετάσεως ὅλων ἐκείνων τὰ ὁποῖα διεπράχθησαν δῆθεν χάριν τοῦ τόπου. Μετ’ ὀλίγον, ὅταν θὰ εἰσέλθωμεν, μετὰ καταστροφὴν τῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνισμοῦ, εἰς τὴν κανονικὴν πλέον λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος, θὰ ὑψωθῇ ἡ αὐλαία καὶ θὰ ἴδωμεν τίνα κατώρθωσεν ἡ ἀνόρθωσις καὶ θὰ ἐξετάσωμεν τὴν οἰκονομικὴν τοῦ τόπου διαχείρισιν, τὴν διαχείρισιν τῆς διοικήσεως καὶ τὴν διαχείρισιν τῶν χρημάτων τοῦ τόπου. Τότε ἐλπίζω ὅτι θὰ ἀφυπνισθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὁ ὁποῖος ἐκοιμήθη ὑπὸ μανδραγόραν ἐπὶ πολὺν ἤδη χρόνον. Τότε θὰ ἴδωμεν, ἐὰν αἱ ἐπαγγελίαι, αἱ ὁποῖαι ἑκάστοτε δίδονται ἀπὸ τοῦ βήματος μόνον πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, δὲν εἶναι εἰμὴ μόνον φενάκη κατ’ αὐτοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν παρίσταται ἐνταῦθα· ἐὰν παρίστατο ἤθελον τῷ ὑπομνήσει ὅτι πάντα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐν ἰδιαιτέραις συνδιαλέξεσι κατὰ τὴν πρώτην ἄφιξίν του ἐν Ἑλλάδι ἀντηλλάξαμεν, καὶ δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἀρνηθῇ ὅτι ἀπέβλεπον διὰ τῆς πολιτείας μου εἰς ῥιζικὴν μεταβολὴν ὅλων ἐκείνων τῶν κακῶς ἐχόντων ἐν τῇ ἡμετέρᾳ Πολιτείᾳ, ἀλλ’ εἰς μεταβολὴν ἀληθῆ, πραγματικήν, ἀποβλέπουσαν εἰς βελτίωσιν καὶ τοῦ πολιτεύματος καὶ τῆς διαχειρίσεως καὶ τῆς Διοικήσεως. Θρηνῶ, διότι μόλον ὅτι ἐγένοντο τοσαῦται θυσίαι, μόλον ὅτι ἠδύναντο ἀληθῶς νὰ ἀναπλασθῶσι τὰ ἤθη ἡμῶν, κυλιόμεθα, δύναμαι νὰ βεβαιώσω, εἰς τὸν αὐτὸν βόρβορον, εἰς τὸν ὁποῖον ἐκυλιόμεθα κατὰ τὸ παρελθόν, ὑπὸ ὅρους χειροτέρους, ὑπὸ ὅρους οἱ ὁποῖοι ἀναμφισβητήτως θέλουσιν ἀγάγει τὴν Πολιτείαν ἡμῶν εἰς τὸ ἀπροχώρητον. Ταῦτα ὤφειλον νὰ ἀντιτάξω εἰς τὴν ἐπῳδὸν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἡ ὁποία εἶναι συνήθης ἐπῳδός, διότι εἰς ἓν ἀποβλέπει διὰ τῶν λόγων του, ὄχι νὰ πείσῃ ἡμᾶς περὶ τῆς εἰλικρινείας τῆς πολιτείας του, ὄχι εἰς τὸ νὰ πείσῃ ἡμᾶς ὅτι ἐπεδίωξε πραγματικῶς τὸ συμφέρον τὸ πραγματικόν, ἀλλ’ ἀποβλέπει εἰς ἓν καὶ μόνον· πῶς τὴν φενάκην, ἡ ὁποία ἀπὸ τριῶν ἐτῶν συγκαλύπτει τὴν ὅλην πολιτείαν αὐτοῦ, νὰ τὴν καταστήσῃ πυκνοτέραν καὶ ὀλιγώτερον διαφανῆ. Ἴσως ἥρμοζε μετ’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν ὑπεράσπισιν τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἄρτης διετύπωσεν ἐντεῦθεν καὶ ἴσως ἐσφάλη λαβὼν τὸν λόγον, ἐσφάλη, διότι ἀπέφυγε νὰ ἀπαντήσῃ εἰς ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἐρωτήματα, τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶχε δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ ἀξιώσῃ ὅπως φωτισθῇ. Καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν παρεκάλεσα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐπιδείξῃ ἡμῖν καθ’ ὅλην τὴν μακρὰν περίοδον τῶν διαπραγματεύσεων ἓν καὶ μόνον σημεῖον τῆς πολιτείας του, κατὰ τὸ ὁποῖον νὰ ἠμύνθη ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, κατὰ τὸ ὁποῖον νὰ ἀπέδειξε καὶ τὸ ἐλάχιστον σθένος ὑπερασπιζόμενος τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐμνήσθη τῶν πάντων, τὴν παράκλησίν μου ὅμως αὐτὴν τὴν παρέλειψε. Καὶ ὅταν εἰσῆλθεν εἰς τὴν διάψευσιν τῶν καταγγελιῶν μας, ἐνεθυμήθη τὰ δάκρυα τοῦ κροκοδείλου, καὶ ἐνεθυμήθη ὅ,τι εἶπεν ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν Κερκύρας ὅτι αὐτὸς ὠργάνωσε τοὺς ἱερολοχίτας. Τοῦτο δὲ λέγων κατακρίνω αὐτόν, ὄχι διότι ὠργάνωσεν αὐτούς, ἀλλὰ κατακρίνω αὐτόν, διότι δὲν τοὺς ὠργάνωσε, διότι ἐξηκολούθησε καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὴν αὐτὴν μέθοδον. Ἐὰν εἶχον τὴν τύχην νὰ εὑρίσκωμαι εἰς τὴν θέσιν του, ὄχι μόνον ἤθελον ὀργανώσει τοὺς Ἱερολοχίτας, ἀλλ’ ἤθελον πραγματικῶς ἀναλάβει καὶ ν’ ἀσκήσω αὐτούς, ὅπως ἐν ἀνάγκῃ δύνανται οἱ πληθυσμοὶ αὐτοὶ νὰ ἀμυνθῶσιν ὑπὲρ τῆς ἰδίας των ἐλευθερίας καὶ ἀσφαλείας. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλεγεν ἡμῖν ὅτι δὲν ὠργάνωσεν, ἀλλὰ καὶ δὲν παρημπόδισε τὴν ὀργάνωσιν, προσέθηκε δὲ ὅτι καὶ κατὰ τὸ τελευταῖον στάδιον, τὸ ἀρχίσαν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἀποχωρήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, δὲν ἠθέλησε νὰ παρεμποδίσῃ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἱερολοχιτῶν, δὲν ἠθέλησε νὰ παρεμποδίσῃ τὴν ἔκρηξιν τοῦ κινήματος. Ἔχω ἐνταῦθα τὰ κείμενα· ἐὰν ἐν τοῖς ἐγγράφοις αὐτοῖς, τὰ ὁποῖα κατετέθησαν, φαίνεται ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἠθέλησεν ὁπωσδήποτε νὰ μετέλθῃ βίαν κατὰ τοῦ προσώπου τοῦ κ. Ζωγράφου ἢ τοῦ προσώπου τοῦ κ. Σπυρομήλιου, τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι δὲν ἀντετάχθη διὰ παντὸς τρόπου εἰς τὴν ἄμυναν αὐτῶν τῶν πληθυσμῶν. Ἀπόδειξις τούτου εἶναι τὸ ἔγγραφον τῆς 15 Φεβρουαρίου, τὸ σταλὲν πρὸς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ 5ου σώματος στρατοῦ μὲ σχετικὰς ὁδηγίας τὰς ὁποίας ἔδιδεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Συνεπῶς πρὸς τὰς ὁδηγίας ταύτας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καθώρισε καὶ τὸν τρόπον τῆς ἀποχωρήσεως τοῦ στρατοῦ, τμηματικῶς καὶ καθ’ ὅσον ἤθελε παρουσιάζεται ἑκάστοτε δύναμις συντεταγμένη, πρὸς τὴν ὁποίαν ἐπρόκειτο νὰ παραδοθῶσι τὰ ἐδάφη ταῦτα. Τί δὲ ἤλπιζεν ἐκ τούτου; Τὴν σωτηρίαν αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔρχεται νὰ διαψεύσῃ αὐτά, τὰ ὁποῖα ἐπηγγέλετο πρὸς τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους ὁ κ. Πρωθυπουργός· ἔρχεται νὰ διαψεύσῃ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπε πρὸς ὑμᾶς πρὸ ὀλίγου, ὅτι διὰ τῆς τμηματικῆς ἀποχωρήσεως τοῦ στρατοῦ ἐνόει νὰ ἀσφαλίσῃ αὐτοὺς τοὺς πληθυσμοὺς ἐκ τῶν καταστροφῶν. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς ἔγγραφον τῆς 17 Φεβρουαρίου πρὸς τὴν Πρεσβείαν τῆς Βιέννης γράφει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει). «Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ κατάστασις ἡ ἐπικρατοῦσα ἐν Ἠπείρῳ κλπ». Τὸ ἔγγραφον αὐτὸ νομίζω ὅτι διαψεύδει ἀκριβῶς τὰ δύο σημεῖα ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπέμενεν ὁ κ. Πρωθυπουργός· ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὅτι ἤλπιζεν ἐκ τῆς τμηματικῆς ἀποχωρήσεως τοῦ στρατοῦ κατὰ λόγον τῆς προόδου τῆς Ἀλβανικῆς χωροφυλακῆς ὅτι ἤθελεν ἀσφαλισθῆ ἡ ὕπαρξις ὅλων αὐτῶν τῶν πληθυσμῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὅτι δὲν μετῆλθεν οὐδὲν μέτρον ὅπως καταστείλῃ τὴν ἐνέργειαν τῆς Ἀλβανικῆς Κυβερνήσεως. Πέρα τῶν δηλώσεων αὐτῶν αἱ ὁποῖαι περιλαμβάνονται καὶ ἐν τῷ ἐγγράφῳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸς τὴν Πρεσβείαν τῆς Βιέννης, ἔχομεν ἕτερον ἔγγραφον ἐξ Ἰωαννίνων τοῦ Γεν. Διοικητοῦ κ. Φορέστη, ὁ ὁποῖος ἀναφέρει πόσα κακουργήματα λαμβάνουσι χώραν ἐν τῇ ἐκκενουμένῃ χώρᾳ. Αὕτη λοιπὸν εἶναι ἡ ἀσφάλεια, τὴν ὁποίαν κατώρθωσε νὰ ἐπιτύχῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπὲρ τῶν πληθυσμῶν ἐκείνων, ἐκπλήσεται δὲ ὅτι ἡμεῖς ἐξεγειρόμεθα κατὰ τῆς τοιαύτης πολιτείας αὐτοῦ, ἐκπλήσεται, διότι εὑρέθησαν ἐδῶ Βουλευταὶ οἵτινες κατήγγειλαν τὴν πολιτείαν αὐτοῦ ὡς πολιτείαν, ἡ ὁποία ἔχει ὡς σκοπὸν ἀκριβῶς τὴν ἐξόντωσιν ὅλων ἐκείνων τῶν πληθυσμῶν, τοὺς ὁποίους ἐπλανήσαμεν μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς καὶ τοὺς ὁποίους ἀφήνομεν ἐκθέτους εἰς τὴν καταδίωξιν καὶ τὴν ἐξόντωσιν ἐκ μέρους ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους ὑποτάσσονται. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτον σημεῖον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἠθέλησα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ὅσον ἀφορᾷ τὴν τελείαν διάψευσιν τῶν ἐπαγγελιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐδίδοντο ἐκ μέρους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἕτερον σημεῖον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπιμένω, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησα νὰ μοὶ ἀποδοθῶσι τὰ ἔγγραφα, εἶναι τὸ ἑξῆς· τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὴν προφορικὴν ἀνακοίνωσιν τῶν πρεσβευτῶν Αὐστρίας καὶ Ἰταλίας. Καὶ ἐνῷ (ἀναγινώσκει)· «Τὰ δύο ἀνακτοβούλια κλπ. Καὶ ἤλεγχον τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι προῆλθεν εἰς τοιαύτας διαπραγματεύσεις πρὸς τὰς ἐχθίστας πρὸς τὸν Ἑλληνισμὸν Δυνάμεις, πρὸς ἐκείνας αἱ ὁποῖαι ὑπῆρξαν αἱ δημιουργοὶ τῆς Ἀλβανίας, τοῦ νέου Κράτους, καὶ αἱ ὁποῖαι βεβαίως ὄχι χάριν τῆς ἰδίας τῆς Ἀλβανίας ἐπενόησαν τὸν σύνδεσμον ἐκεῖνον, καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ἐπίσης ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως σιγᾷ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἤδη ἐλέχθη ἐντεῦθεν, μᾶς ἐπέδειξε τοὺς χάρτας, καὶ ἔλεγεν ἡμῖν ὅτι, ἰδοὺ ἡ Βερολίνιος γραμμή, ἰδοὺ δὲ ἡ νέα γραμμὴ ἡ ὁποία ἄρχεται ἀπὸ τοῦ ὅρμου τῆς Κερκύρας. Ἐλέχθη ἤδη ὅτι τὰ ὠφελήματα τῆς γραμμῆς τοῦ Βερολίνου ἦσαν μέγιστα, ἐὰν ἀντίξοοι περιστάσεις δὲν ἤθελον παρεμποδίσει τὴν ἐκτέλεσιν τῆς διεθνοῦς ἐκείνης πράξεως — ὠφελήματα διὰ τὴν περίνοιαν τῆς τότε Κυβερνήσεως, διότι ὁ διεθνὴς ἐκεῖνος τύπος καὶ ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος καὶ ὑπὲρ τῆς Ἠπείρου ἐπετεύχθη ἄνευ οὐδεμιᾶς θυσίας εἴτε εἰς χρήματα εἴτε εἰς πολίτας· γνωρίζομεν δὲ ἡ νέα γραμμὴ τί ἐστοίχισεν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ παρατηρήσω ἐπιπροσθέτως, εἶναι ὅτι σήμερον κατόπιν τῆς ὑποχωρητικῆς πολιτικῆς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἔχομεν νὰ ἀναγνωρίσωμεν ὡς ἀποτελούσας ἐπαρχίας Ἀλβανικὰς ὅλην τὴν βόρειον Ἤπειρον, τὴν ὁποίαν κατέχει ὁ Ἑλληνικὸς στρατός. Αὐτὴ εἶναι ἡ μεγίστη διαφορά, καὶ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην οὐδὲν εἴχομεν θυσιάσει, ἀπεκτήσαμεν δὲ ἐκεῖνον τὸν τίτλον τὸν ὁποῖον ἀπεκτήσαμεν· ἤδη θυσιάσαντες ὅσα ἐθυσιάσαμεν, ἐπετύχαμεν κἄτι περιπλέον ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μᾶς ἔδιδεν ἡ γραμμὴ τοῦ Βερολίνου. Ἀλλ’ ἡ θυσία τὴν ὁποίαν ἐκάμαμεν διὰ τῆς συναινέσεως ἡμῶν εἰς τὸ νὰ ἐγκαταλείψωμεν ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἐδάφη, τὰ ὁποῖα ἐγκαταλείπομεν, ἀποτελεῖ πλέον τοῦ τρίτου τῆς ὅλης Ἠπείρου· δι’ ἐκεῖνον δὲ ὁ ὁποῖος ἔχει συνείδησιν τῆς ἀλληλεγγύης τοῦ Ἑλληνισμοῦ, μία τοιαύτη θυσία θεωρεῖται ὡς μὴ δυναμένη νὰ ἀντισηκώσῃ οὔτε τὰ καπνοτόπια τῆς Καβάλλας. Εἶναι ὀδυνηρὸν ὅτι μετὰ τόσας θυσίας καὶ μετὰ τόσας περιφανεῖς νίκας, τὰς ὁποίας ἤρατο ὁ στρατὸς ἡμῶν, ἐφθάσαμεν μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου εἰς πᾶσαν διαπραγμάτευσιν νὰ ὑφιστάμεθα νέας θυσίας καὶ ἀντὶ τοῦ ὁρίζοντος ἐκείνου τοῦ εὐοιώνου, τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἀποκτήσωμεν μετὰ τόσας θυσίας, νὰ ἔχωμεν πρὸ ἡμῶν ἕνα κλοιὸν σιδηροῦν περὶ ἡμᾶς! Κατώρθωσε τέλος πάντων ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὁμολογήσῃ καὶ μίαν ἀλήθειαν, κατώρθωσε νὰ ὁμολογήσῃ ἐπὶ τέλους ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπόλλυται σήμερον ἐκ τῆς Ἠπείρου, ἀπωλέσθη διὰ παντὸς διὰ τὸν Ἑλληνισμόν. Ἠδύνατο νὰ προσθέσῃ ὅτι, ἐὰν ὁ ἀγὼν ὁ αὐτονομιακός, τὸν ὁποῖον ἤρξαντο οἱ πληθυσμοὶ ἐκεῖνοι δὲν ἤθελεν ἀποβῇ αἴσιος, οἱ πληθυσμοὶ ἐκεῖνοι ἔχουσι νὰ ἐκλέξωσι μεταξὺ τῶν δύο ὁδῶν, ἢ νὰ τραπῶσι πάντες πρὸς σωτηρίαν αὑτῶν εἰς τὸ σύνολον τὸ Ἑλληνικὸν ἢ νὰ ἐξοντωθῶσι μένοντες ἐπὶ τόπου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἤδη τοῖς εἶπεν, ὅτι θὰ εἶναι πολὺ δυσάρεστον εἰς ἡμᾶς διὰ τὴν μεγάλην Ἑλλάδα, νὰ ἔχωμεν νὰ ξενίσωμεν τόσους πληθυσμοὺς καὶ καταλογίζει λιποψυχίαν τοῦ νὰ ἐγκαταλείψωσι τὰ ἐδάφη ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἡμεῖς κατεκτήσαμεν, ἀνεκτήσαμεν καὶ παραδίδομεν εἰς τοὺς ἐχθίστους διώκτας, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις ποία θὰ εἶνε ἡ τελικὴ τύχη ὅλων ἐκείνων τῶν πληθυσμῶν· ἔχουσι νὰ παλαίσωσιν ὄχι μόνον πρὸς ἀμειλίκτους ἐχθροὺς ὑπὸ τὸν ζυγὸν τῶν ὁποίων σήμερον τοὺς ὑποβάλλομεν, ἀλλ’ ἔχουσι νὰ παλαίσωσι καὶ πρὸς τὰς δύο ἐκείνας πολιτείας, αἱ ὁποῖαι εἰς ἓν καὶ μόνον ἀποβλέπουσιν, εἰς τὴν ἐξόντωσιν αὐτῶν. Καθ’ ὅλην τὴν αἰγιαλίτιδα τῆς Κερκύρας ἔχομεν ἀπέναντι ἡμῶν τὴν Ἀλβανίαν, τῆς ὁποίας πλέον τὴν προστασίαν ἀνέλαβον αἱ δύο Μ. Δυνάμεις, τὰς ὁποίας ἀνεγνωρίσαμεν ὡς προστάτιδας κυτῆξι. Καὶ γνωρίζομεν ποῖα αἰσθήματα τρέφουσι πρὸς τὸν Ἑλληνισμὸν αἱ δύο αὗται Δυνάμεις. Δύνανται σήμερον νὰ μᾶς κολακεύωσιν· ἠδύνατο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐν Βιέννῃ νὰ τύχῃ τῆς καλῆς δεξιώσεως καὶ ὅλων τῶν δυνατῶν περιποιήσεων, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονῇ ὅτι ὁ Ῥήγας ὁ Φεραῖος παρεδόθη ἀπὸ τὴν πολιτικὴν τὴν Αὐστριακὴν εἰς τὸν πασᾶν τοῦ Βελιγραδίου καὶ ἐκεῖ ἐστραγγαλίσθη. Τὰ συμφέροντα χάριν τῶν ὁποίων ἱδρύθη ἡ Ἀλβανία εἶναι ἀντίθετα πρὸς τὴν ὕπαρξιν καὶ ἑνὸς Ἕλληνος. Πρέπει δὲ νὰ γνωρίζωσι, καὶ ἂν ἔλαβον τὸν λόγον εἶναι διὰ νὰ ἐπαναλάβω τὴν συμβουλὴν ταύτην πρὸς τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους, ὅτι καθ’ ὅσον δὲν ἤθελον διὰ τῆς ἰδίας των δυνάμεως κατορθώσει νὰ βελτιώσωσι τὴν τύχην αὑτῶν, πρέπει νὰ εἶναι βέβαιοι περὶ τῆς ἐξοντώσεως αὐτῶν, ἓν δὲ τοῖς ὑπολείπεται, ἐὰν δὲν προτιμῶσι νὰ κύψωσι τὸν αὐχένα ὑπὸ τὴν μάχαιραν τῶν Ἀλβανῶν καὶ τῆς ἐπιδρομῆς, νὰ ἔλθωσιν ἐδῶ καὶ νὰ ἐπαιτῶσι καὶ αὐτὸν τὸν ἄρτον των, ὅπως ἐπαιτῶσιν οἱ Θρᾷκες τῆς δυτικῆς Θρᾴκης. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐχαρακτήρισεν ὡς ἐξηντλημένην τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ δευτέρου πολέμου, διότι δὲν τὸν συμφέρει νὰ ἐπανέλθῃ. Ἀλλὰ δυστυχῶς προκύπτουσι καθ’ ἡμέραν νέαι περιστάσεις καὶ νέαι ἀποδείξεις περὶ τῆς πολιτείας αὐτοῦ καὶ τοιαύτη τις ἐδημοσιεύθη χθές, ἀποσπασθεῖσα ἐκ τῆς Βίβλου τῆς διπλωματικῆς τῆς Ῥωσίας. Κατὰ τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἐν Σόφιᾳ Πρεσβευτοῦ μὲ ἡμερομηνίαν 27 Ἰανουαρίου 1913 κατὰ πρόσκλησιν τοῦ Γκέσωφ πρεσβευτοῦ (ἀναγιγνώσκει). Θὰ καταλογίσῃ ἡμῖν κακὴν πίστιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δημοσιευθέντος τοῦ ἐγγράφου τούτου κάμομεν χρῆσιν αὐτοῦ. Δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὰς ὑποχωρήσεις τὰς ὁποίας ἔκαμε διὰ τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ καὶ πρὸς τὴν Βουλγαρίαν καὶ πρὸς τὴν Ῥωσίαν, διότι βλέπω ἐδῶ ὅτι ὑπάρχει πρόθεσις νὰ ἱκανοποιήσῃ καὶ ὡς πρὸς τὸ Ἅγιον Ὄρος τὰς ἀξιώσεις τῆς Ῥωσίας. Τὸ Ἅγιον Ὄρος ὑπῆρξε πάντοτε ἀληθῶς τὸ φρούριον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ὀρθοδόξου. Ἐκεῖ ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν συνάπτεται ἐκ τοῦ συστάδην μάχη μεταξὺ Ἑλλήνων μοναχῶν καὶ Ῥωσικῆς προπαγάνδας. Στρατιὰ ὁλόκληρος Ῥώσων ἐγκατεστάθη ἐκεῖ ὑπὸ τὸ ἔνδυμα τοῦ μοναχοῦ καὶ καθ’ ὅλην τὴν περίοδον τὴν μακρὰν τῆς Τουρκικῆς κατακτήσεως κατωρθώσαμεν νὰ σώσωμεν τὴν ἀληθῆ ἀκρόπολιν τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν. Σήμερον ἀπρόσκλητος ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1913 ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παραδίδει καὶ αὐτό, ὅπως παρέδωκε τὴν Καβάλλαν, τὴν Δράμαν, τὰς Σέρρας εἰς τοὺς Βουλγάρους, καὶ ἠκούσαμεν ἐντεῦθεν ἐλέγχοντα τὸν Σερραῖον Δέλλιον, διότι ἀπὸ τοῦ ἀσφαλοῦς καὶ χωρὶς νὰ μεταβῇ ἐκεῖ ὅπως πολεμήσῃ ἀντιτίθεται πρὸς τὴν πολιτείαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἔλεγεν ὅτι οἱ πληθυσμοὶ ἐκεῖνοι, οἱ Μακεδονικοί, ἦσαν ἕτοιμοι νὰ ἀντιστῶσι κατὰ τῆς ἐπιδρομῆς τοῦ συμμάχου ἡμῶν, σήμερον δὲ καυχᾶται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι κατώρθωσε νὰ κατακτήσῃ ὁλόκληρον τὴν μεσημβρινὴν Μακεδονίαν. Εἶναι εὔκολον ἐπὶ τοιαύταις θυσίαις νὰ καυχᾶται ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος προσπαθεῖ διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἀποφύγῃ τὴν σύρραξιν πρὸς τὴν σύμμαχον ἡμῶν. Οἱ λόγοι τοὺς ὁποίους τότε ἐξήνεγκε δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ ἐνισχύσωσι τὰς ἀξιώσεις τῶν συμμάχων ἡμῶν μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου, ὥστε ἀφοῦ εἶχε πλέον τὴν δήλωσιν τὴν κατηγορηματικὴν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν οὐδεμίαν ἀξίωσιν διὰ τὴν Καβάλλαν, διὰ τὴν Δράμαν, διὰ τὰς Σέρρας, ἐζήτουν καὶ τὴν Θεσσαλονίκην, ἐζήτουν καί τι πλέον, ἐζήτουν νὰ φθάσωσι μέχρι Σερβίων, καὶ εὑρίσκοντο εἰς ἀπόστασιν μέχρι 4 ὡρῶν ἀπὸ τῆς Θεσσαλονίκης. Εὐτυχῶς ἡ γενναιότης τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ κατώρθωσε νὰ μᾶς ἀπαλλάξῃ τοῦ κινδύνου, τὸν ὁποῖον ἐδημιούργησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν ἤθελεν ἀποδειχθῆ ὁ στρατὸς ἡμῶν ὀλιγώτερον ἀξιόμαχος, ἐὰν ὁ στρατὸς ἡμῶν ἤθελεν ἀποδείξει καὶ τὴν παραμικρὰν λιποψυχίαν ἠθέλομεν ὑποδουλωθῆ εἰς τοὺς Βουλγάρους. Δύναται νὰ καυχᾶται ὅτι ὥπλισεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸν στρατὸν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἀπεδείχθη οἷον αἱ προσδοκίαι καὶ αἱ ἐλπίδες τοῦ Ἑλληνισμοῦ παρίστανον εἰς τὴν φαντασίαν ἡμῶν. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δύναται νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι εἶχε προμηθευθῆ ἓν κἂν ὅπλον, ἓν τηλεβόλον ἢ ἓν ὀβούζιον, δύναται νὰ βεβαιώσῃ ὅτι εἶχε προμηθευθῆ ἓν κἂν πολεμικόν, δύναται νὰ βεβαιώσῃ ὅτι εἶχε κατορθώσει νὰ εὕρῃ ἄλλα χρήματα ἐκτὸς τοῦ δανείου τῶν 40 ἑκατομμυρίων καὶ τοῦ νόμου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος τοῦ ἔδωκε τὸ μέσον διὰ τοῦ ὁποίου ἠδυνήθη νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τὰς ἐπειγούσας; Βεβαίως ὄχι. Εὗρε τὰ πάντα ἕτοιμα, εὗρε τὰς ἀποθήκας πλήρεις προμηθειῶν, εὗρε τέλειον ὁπλισμόν, εὗρε στόλον ἐπαρκῆ διὰ τοῦ ὁποίου εἶχε τὴν κατὰ θάλασσαν ὑπεροπλίαν καὶ δι’ αὐτῶν τῶν μέσων τὰ ὁποῖα εὗρεν, κατώρθωσε νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰς ἀνάγκας ἐν τῷ πρώτῳ πολέμῳ καὶ κατώρθωσεν ἡ Ἑλλὰς νὰ κατισχύσῃ ἐν τῷ δευτέρῳ, καίτοι ἡ Κυβέρνησις ἡ ὁποία διεῖπε τὰς τύχας αὐτοῦ ἦτο ἀντίθετος εἰς τὸν πόλεμον. Ἐὰν θελήσῃ τις, Κύριοι, νὰ διέλθῃ μίαν πρὸς μίαν τὰς περιόδους τῶν μακρῶν διαπραγματεύσεων, αἱ ὁποῖαι ἤρξαντο ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1913 καὶ ἔληξαν μόνον τὸν Ἰούλιον παρελθόντος ἔτους, θὰ εὕρῃ μίαν σειρὰν ἀβουλιῶν, σειρὰν ἀντιθέτων ἐπιχειρημάτων καὶ σκοπῶν πρὸς ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων ἔπρεπε νὰ κάμῃ χρῆσιν διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὰ ἀποτελέσματα. Εὐτυχῶς ἐξήλθομεν ἐξ ὅλων τῶν κινδύνων ἐκείνων μὲ ἐλπίδας καλυτέρας τύχης εἰς τὸ μέλλον. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι ἡ Νέα Ἑλλὰς ὅσον καὶ ἂν ἐμεγαλύνθη, ὅσον καὶ ἂν εἶναι ἰσχυρά, περιστοιχίζεται ὑπὸ ἐχθρῶν, ὅτι ἔχει πρὸς βορρᾶν τῆς Ἠπείρου καὶ ἀντικρὺ τῆς Κερκύρας τὴν Ἀλβανίαν, ὅτι ἔχει εἰς τὰ πρόθυρα τῶν Μακεδονικῶν συνόρων τὴν Βουλγαρίαν ἐκ ξηρᾶς, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐλπίσῃ παρὰ εἰς τὰς ἰδίας αὐτῆς δυνάμεις, ὅτι εἶναι καιρὸς τέλος πάντων νὰ ἀφήσωμεν τὰς μεγαλαυχίας, νὰ ἀποβλέψωμεν δὲ μετ’ ἐπιμονῆς εἰς τὸν τρόπον διὰ τοῦ ὁποίου θέλομεν κατορθώσει νὰ ἀντεπεξέλθωμεν πρὸς τοὺς ἐπικειμένους κινδύνους. Ἐν ὅσῳ μετερχόμεθα τὴν γλῶσσαν τὴν ὁποίαν μετῆλθεν ἀπόψε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, θὰ κατορθώσωμεν νὰ ἀποκοιμίσωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὅστις μίαν ἡμέραν ἀφυπνιζόμενος θὰ ἴδῃ ὅλα του τὰ ὄνειρα τὰ χρυσᾶ διὰ τῶν ὁποίων τὸν ἐβαυκαλίσαμεν διαψευδόμενα καὶ τότε θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα τῶν ἀρῶν κατ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι τοιαῦτα ἐπετέλεσαν εἰς βάρος του. Εἶναι ἡ ὥρα 5 σχεδὸν καὶ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἡ Βουλὴ διατεθειμένη νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν συζήτησιν καὶ ἴσως μετ’ ὀλίγον πάλιν θὰ ἔλθῃ ἡ περίστασις κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀνακεφαλαιώσωμεν ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα νομίζομεν ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ ἡ Ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία.
§302ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδενὸς ἑτέρου ζητήσαντος τὸν λόγον, ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη καὶ ζητῶ τὴν ἄδειαν ὅπως λύσω τὴν συνεδρίασιν. Θὰ προσέλθωμεν ἐκ νέου εἰς τὴν Βουλὴν τὴν Τετάρτην. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 5. 45′ τῆς πρωΐας).