1914.02.26
2.767 στίχοι · 20.672 λέξεις · 246 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 41
Τῆς 26ης Φεβρουαρίου 1914.
(Τετάρτη, ὥρᾳ 4,45′ μ. μ.)
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν· Οἱ ἁλιεῖς Αἰτωλικοῦ παρακαλοῦσιν, ὅπως ἁλιεύωσιν ἐλευθέρως ἐν τῇ λιμνοθαλάσσῃ Μεσολογγίου· Ἡ ἕνωσις τῶν Ἑλλήνων φοιτητῶν ἐκφράζει διαμαρτυρίαν ἐναντίον τοῦ καθηγητοῦ Ματθαιοπούλου καὶ ζητεῖ, ὅπως ἡ Βουλὴ ἱκανοποιήσῃ τοὺς φοιτητάς· Οἱ κάτοικοι Βυτίνης παρακαλοῦσιν, ὅπως πληρωθῶσι τὰ ἐπιταχθέντα κτήνη των· Ὁ Πρόεδρος τοῦ Γεωργικοῦ Συλλόγου Λαρίσης καὶ πολλοὶ τῶν κατοίκων παρακαλοῦσιν ὅπως ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν τοῦ ἔτους 1913 ἢ παραταθῇ ὁ χρόνος τῆς πληρωμῆς· Οἱ ἔμποροι τοῦ δήμου Εὐπαλίων τῆς Δωρίδος παρακαλοῦσιν, ὅπως ἀποκατασταθῇ ἡ τηλεφωνικὴ καὶ τηλεγραφικὴ ὑπηρεσία. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Διάλεσι τοῦ Δήμου Πιαλίων παρακαλοῦσιν, ὅπως ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν· Ὁ Π. Οἰκονομόπουλος παρακαλεῖ, ὅπως παραχωρηθῇ προνόμιον, δι’ ἐπινόησιν κατασκευῆς προϊόντος ἐκ σταφίδος· Οἱ κάτοικοι Δομοκοῦ παρακαλοῦσιν, ὅπως ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν τοῦ ἔτους 1914 ἕνεκα τῆς ἐπιτάξεως τῆς ἐπιστρατεύσεως· Τὸ δημοτικὸν Συμβούλιον Ἐλευσῖνος ὑποβάλλει ψήφισμα, δι’ οὗ παρακαλεῖ, ὅπως ὁ δῆμός των ὑπαχθῇ διοικητικῶς εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Ἤλιδος· Ὁ ἐκ Ζακύνθου Δημήτριος Μπονσιὲρ ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ σταφίδος· Οἱ κουρεῖς Πειραιῶς παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐπεκταθῇ ὁ νόμος τῆς Κυριακῆς ἀργίας καὶ εἰς τὰ κέντρα τῆς πόλεως Πειραιῶς καὶ εἰς τὰ προάστια αὐτοῦ· Οἱ ἁλιεῖς Αἰτωλικοῦ παρακαλοῦσι τὴν Βουλήν, ὅπως ἀρθῇ ἡ διαταγὴ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς ἐλευθέρας ἁλιείας ἐν τῇ λιμνοθαλάσσῃ Μεσολογγίου· Ὁ ἐν Αἰγίῳ Ἐμπορικὸς Σύλλογος «Ἑρμῆς» παρακαλεῖ, ὅπως ὑποβληθῇ νόμος περὶ παρατάσεως προθεσμίας ἀνοικτοῦ λογαριασμοῦ τῶν πρὸ τοῦ ἔτους 1911 ὑποθέσεων· Οἱ ἐν Βοστώνῃ παροικοῦντες Ἕλληνες ἐκφράζουσι τὴν λύπην των διὰ τὴν ἀπόλυσιν τοῦ προξένου Βοστώνης κ. Αὐγουστίνου Συνοδινοῦ· Ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος Ἀθηνῶν ὑποβάλλει ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΓϠΟΓʹ τοῦ 1912 περὶ δικαστικοῦ ἐνσήμου».
§2Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς οἱ δικηγόροι τῶν Ἀθηνῶν ὑποβάλλουσι σχετικάς τινας τροποποιήσεις, παρακαλῶ λοιπόν, ἐὰν δὲν ἔχῃ ἀντίρρησιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, νὰ τυπωθῶσι.
§3Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἠδυνάμην καὶ ἐγὼ νὰ τὰς καταθέσω.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξ ἄλλου καὶ τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον καθυστερεῖ πολὺ λόγῳ τῆς πολλῆς ἐργασίας. Ὁ βουλευτὴς κ. Θ. Γρηγορίου ζητεῖ ἄδειαν 8 ἡμερῶν. Ὁ κ. Π. Βουρλούμης ζητεῖ ἄδειαν 10 ἡμερῶν. Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Πετροπουλάκης ζητεῖ ἄδειαν 10 ἡμερῶν. Συναινέσει τῆς Βουλῆς αἱ ἄδειαι χορηγοῦνται. Οἱ Βουλευταὶ κ.κ. Λ. Τ. Μπασιᾶς, Σ. Ἀγγελίδης, Θ. Σκάσσης, Π. Ἀγγελίδης, Ν. Συριόπουλος, Ν. Χαριτάτος, Κ. Ἀλαβάνος, Π. Πολυχρονιάδης, Δ. Γκλαβᾶς, Θ. Γρηγορίου, Ι. Βέρροιος, Σ. Θεοδωρόπουλος, Ν. Σταματιάδης, Ο. Τετενὲς, Γ. Τσακανίκας, Κ. Λ. Λομβάρδος, ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως κλάσεών τινων καὶ ἄλλων διατάξεων τοῦ τελων. δασμολογίου». Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Σ. Θεοδωρόπουλος, Ι. Μπουρνιᾶς, Σ. Γρανίτσας καὶ Ν. Γαρδικιώτης, ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῆς ὑπηρεσίας τῶν δασῶν». Ὁ Βουλευτὴς κ. Ν. Συριόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τῶν ἄρθρων 8 καὶ 10 τοῦ νομοσχεδίου «περὶ αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν 16 παλαιῶν νομαρχιῶν τοῦ Κράτους». (Ὅρα τροπολογίας Ἀρχεῖον Βουλῆς). Ἡ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προαγωγῆς τῆς γεωργίας διὰ διαδόσεως τῶν χημικῶν λιπασμάτων» Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς. Ἡ ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου Ἐπιτροπὴ «περὶ παραχωρήσεως φορβάδων τοῦ Κράτους εἰς ἰδιώτας ἐπὶ ἐπιστροφῇ» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῶν χρονικῶν ὁρίων τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιθεωρήσεως καὶ ταξινομήσεως τῶν κτηνῶν, ὀχημάτων, αὐτοκινήτων καὶ αὐτοκινήτων ποδηλάτων διὰ τὸ ἔτος 1914» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς. (Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς). (Ἐνταῦθα κατέρχεται τῆς ἕδρας ὁ Πρόεδρος κ. Κ. Ζαβιτσιάνος καὶ καταλαμβάνει αὐτὴν ὁ Ἀντιπρόεδρος κ. Ν. Γαρδικιώτης).
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Γ. Θεοτόκης ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος.
§6Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς συνέβη, Κύριοι, ἐπεισόδιόν τι προκληθὲν ἐκ μέρους τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Μεσσηνίας. Εἰς τὸ ἐπεισόδιον ἐκεῖνο δὲν ἤθελον λάβει μέρος, ἐὰν δὲν ἐξεφράζοντο κατὰ τῶν ἐκλογέων Κερκύρας δριμύταται ὕβρεις. Παρουσιάσθην ὅτι ἐξελέγην διὰ τῆς ὑποστηρίξεως κακούργων καὶ λαθρεμπόρων. Ἐννοεῖται ὅτι ἤθελον ἀδιαφορήσει ἐντελῶς εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην, διότι οὐδεὶς δύναται νὰ πιστεύσῃ ὅτι ἀνήρ ὁ ὁποῖος ἐπὶ τριάκοντα πέντε ὁλόκληρα ἔτη ἐτιμήθη πάντοτε διὰ τῆς ψήφου τῶν συμπολιτῶν του, ὁ ὁποῖος ἐπὶ εἰκοσιπενταετίαν ὅλην παρουσιάζεται ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἀποτελεῖ ἴσως τὸ μόνον παράδειγμα ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τόσην σειρὰν ἐτῶν οὐδέποτε ἀπέτυχεν, ἤθελον, λέγω, μετ’ ἀδιαφορίας ἀκούσει ὅλα ταῦτα, διότι ὑποθέτω ὅτι ὅλοι θέλουσιν ἀναγνωρίσει ὅτι Βουλευτὴς ἀείποτε τιμηθεὶς διὰ τῆς ψήφου τῶν συμπολιτῶν του, Βουλευτὴς ὁ ὁποῖος οὐχὶ ἅπαξ ἀλλὰ πολλάκις κατώρθωσε νὰ ἐπιτύχῃ ὁ συνδυασμός του ὁλόκληρος, ὁ δὲ τελευταῖος τοῦ συνδυασμοῦ του νὰ ὑπερβαίνῃ τὸν πρῶτον τῶν ἀντιπάλων του κατὰ πολλὰς χιλιάδας ψήφων, δὲν ἦτο δυνατόν, λέγω, νὰ θορυβηθῶ ἐκ τῆς κατηγορίας ταύτης, ἀλλ’ ἠναγκάσθην νὰ ἀντεπεξέλθω κατ’ αὐτῆς, διότι, ὅπως διετυπώθη ἡ κατηγορία, ἀπηυθύνετο κατὰ τῶν ἐκλογέων Κερκύρας τῶν κατὰ χιλιάδας ψηφισάντων ἐμὲ ἐπὶ τριάκοντα καὶ πλέον ἔτη. Διημείφθησαν κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην βαρύταται φράσεις. Μετὰ τὴν διακοπὴν τῆς συνεδριάσεως ἐστάλησαν ὑπὸ τοῦ γραφείου εἰς ἐμὲ τὰ πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως ἐκείνης, ἐν τοῖς ὁποίοις ἀνεγράφοντο τὰ καθέκαστα τοῦ προσωπικοῦ ἐπεισοδίου, ἐν τοῖς πρακτικοῖς δὲ ἐγένετο μόνον μνεία ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἀνέφερον εἰς τὴν Βουλήν, δηλαδὴ τῆς κατηγορίας ἐναντίον τῶν ἐκλογέων Κερκύρας καὶ οὐδὲν πλέον. Τὴν ἐπαύριον εἰς τὴν Ἐφημερίδα «Ἐμπρὸς» καὶ εἴς τινας ἄλλας ἐφημερίδας ἐδημοσιεύθησαν τὰ ἑξῆς: «Γνωρίζω τὴν πολιτικήν Σας. Γνωρίζω πῶς ἀνήλθετε καὶ ποῦ ἐστηρίχθητε». «Σεῖς συστηματικῶς ὑπεστηρίξατε τοὺς ἐγκληματίας καὶ λαθρεμπόρους», προσετέθησαν δὲ αἱ ἑξῆς φράσεις ἐν τοῖς πρακτικοῖς αἱ ὁποῖαι ἐστάλησαν εἰς ἐμέ· «Εἶσθε ὁ μόνος πολιτευτὴς ὁ ὁποῖος τὸ λέγω ἀπροκαλύπτως, Κύριοι, κατεχράσθητε δημόσια χρήματα». Τὴν φράσιν ταύτην δὲν ἤκουσα. Ἠρώτησα τοὺς παρακαθημένους ἐν τῇ πρώτῃ γραμμῇ, ἐὰν ἤκουσαν τὴν φράσιν ταύτην καὶ ὅλοι μιᾷ φωνῇ εἶπον ὅτι δὲν ἤκουσαν αὐτήν. Ἐξετάσας, ὅπως εἶπον, εἰς τὰ πρακτικὰ τὰ σταλέντα εἰς ἐμὲ πρὸς διόρθωσιν καὶ ἐν τοῖς πρακτικοῖς τοῖς ἐστενογραφημένοις ἡ φράσις αὕτη δὲν περιείχετο. Κύριοι· δὲν πρόκειται περὶ ὕβρεως, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῆς στυγερωτέρας κατηγορίας, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἀπευθυνθῇ πρὸς πολιτικὸν ἄνδρα, καὶ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαντήσω, ὅπως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου γίνῃ δήλωσις, ἐὰν ἡ φράσις ἡ δημοσιευθεῖσα ὄχι εἰς μίαν ἐφημερίδα, ἀλλ’ εἰς τέσσαρας, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἐὰν ἡ φράσις αὕτη ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Περιμένω ἐπὶ τῆς ἐρωτήσεώς μου ταύτης σαφῆ καὶ ῥητὴν ἀπάντησιν.
§7Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Κύριοι Βουλευταί· ὁ προαγορεύσας ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Συνάδελφος ἐμνημόνευσε τοῦ λυπηροῦ τῷ ὄντι ἐπεισοδίου, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, καὶ ἀνέφερεν ἀναληθῶς ὅτι ἐξεστόμισα φράσεις κατὰ τῶν Κερκυραίων, ὑποστηρίξας δῆθεν ὅτι ἡ πλειονοψηφία τοῦ λαοῦ ἐκείνου ἀποτελεῖται ἀπὸ λαθρεμπόρους καὶ ἐγκληματίας. Τοιοῦτόν τι, Κύριοι, ἐγὼ ἀσφαλῶς δὲν εἶπον. Ἀναφερόμενος εἰς τὸ ἐκλογικὸν ἀποτέλεσμα τῆς Κερκύρας τῆς τελευταίας Δημοτικῆς ἐκλογῆς, εἶπον ἁπλῶς καὶ μόνον ὅτι συλλυποῦμαι τὴν Κέρκυραν διὰ τὴν ἀπόφασιν εἰς τὴν ὁποίαν κατέληξεν. Πᾶς τις θὰ ἀναγνωρίσῃ ὅτι τοιαύτη φράσις ἀσφαλῶς δὲν ἀποτελεῖ ἐξύβρισιν κατὰ τῶν ἐκλογέων, οἱ ὁποῖοι διὰ μεγάλης πλειονοψηφίας μὲ ἀπέστειλαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τρίτην φοράν, καὶ τὰς τρεῖς φορὰς πρῶτον ἐκλεγέντα. Ὅταν λέγῃ τις εἴς τινα ὅτι τὸν συλλυπεῖται δι’ ἓν ἀτύχημα, τὸ ὁποῖον τῷ συνέβη, βεβαίως δὲν ἐσκέφθη ποτὲ νὰ τὸν ἐξυβρίσῃ. Δι’ ἐμέ, ὁ ὁποῖος ἐθεώρησα τὴν ἐκλογὴν τῆς Κερκύρας ὄχι καλὴν διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, ὄχι εὐχάριστον, ὄχι πρέπουσαν, δι’ ἐμέ, ὁ ὁποῖος καὶ πρὸ τῆς ἐκλογῆς εἶπον ὅτι ἡ ἐκλογὴ ἐκείνη, ἐὰν ἤθελε καταλήξει εἰς τὸ ἀποτέλεσμα εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξε, δὲν θὰ ἦτο συμφέρουσα, ἦτο πολὺ φυσικὸν καὶ πολὺ συνεπὲς πρὸς ὅσα τότε εἶπον, νὰ εἴπω μετὰ τὴν τοιαύτην ἐκλογὴν ὅτι συλλυποῦμαι τὴν Κέρκυραν διὰ τὸ ἀποτέλεσμα ἐκεῖνο. Οὐδὲ πόρρωθεν εἶπον ἐγὼ οὐδὲ ἤνοιξα τὸ στόμα μου, οὐδὲ ἐφαντάσθην ποτὲ ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπω ὅτι ἡ πλειονοψηφία τοῦ λαοῦ τοῦ Δήμου Κερκυραίων ἀποτελεῖται ἀπὸ λαθρεμπόρους. Τοιοῦτόν τι εἶμαι βέβαιος ὅτι οὐδεὶς τῶν κ. κ. Βουλευτῶν ἤκουσεν οὔτε εἰς τὰ Ἐστενογραφημένα Πρακτικὰ ἐγράφη οὔτε εἰς τὰ ἐπίσημα. Δι’ αὐτὸ θὰ ἐπεθύμουν πρὸ παντὸς νὰ διευκρινισθῇ τὸ ζήτημα, ὡς ἀληθῶς ἔχει, ἵνα μὴ γίνεται ἐκμετάλλευσις τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν πρὸς τὸ ἐπεισόδιον, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Δὲν ἀρνοῦμαι, Κύριοι, ὅτι διατελῶν ἐν ταραχῇ κατῆλθον τῆς προεδρικῆς ἕδρας, ὅπως ἀνέλθω τὸ βῆμα, εἰς τὸ ὁποῖον πᾶς τις Βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀνέρχηται ἵνα ἀμύνηται κατὰ τῶν ἀπρεπῶν ἐπιθέσεων, καὶ δὴ τῶν προσωπικῶν. Ἀνῆλθον ἀληθῶς τὸ βῆμα, καὶ ἐνῷ ἐπρόκειτο νὰ δώσω ἐξηγήσεις εἰς τὸν ἀξιότιμον συμπολίτην μου ἤρχισαν διακοπαί, ἤρχισαν ἀντεγκλήσεις, καὶ ἐγὼ ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν κ. Θεοτόκην εἶπον, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἀποκρύψω, τὸ ἤκουσεν ἄλλως τε καὶ ὁλόκληρος ἡ Βουλή, τὸ ἤκουσε καὶ ὁ προαγορεύσας συμπολίτης μου, τὸ ἀνέγραψαν καὶ τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά, ὅτι· σεῖς συστηματικῶς ὑπεστηρίξατε τοὺς λαθρεμπόρους καὶ τοὺς ἐγκληματίας. Τοῦτο ἀσφαλῶς δὲν ἀποτελεῖ ὕβριν κατὰ τῆς Κερκύρας· πιθανὸν νὰ ἀποτελῇ ὕβριν κατὰ τοῦ κ. Θεοτόκη, ἀλλὰ κατὰ τῆς Κερκύρας αὐτὸ ἀσφαλῶς δὲν ἀποτελεῖ ὕβριν, διότι δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ καμμία Ἐπαρχία τοῦ Κράτους, ἡ ὁποία νὰ μὴ ἔχῃ λαθρεμπόρους καὶ ἐγκληματίας. Ἤδη πληροφοροῦμαι παρὰ τοῦ κ. Θεοτόκη ὅτι εἰς τὰς ἐφημερίδας ἐγράφη καὶ κάτι τι ἐπὶ πλέον. Τὸ κατ’ ἐμὲ ἐπιθυμῶν νὰ εἶμαι ἀπολύτως εἰλικρινὴς διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν ὅτι πράγματι εἰς τὰς ἀντεγκλήσεις, αἱ ὁποῖαι διημείφθησαν κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην, ἐνῷ ἐκρούετο ἰσχυρῶς ὁ κώδων, προσέθηκα, κάτι τι, τὸ ὁποῖον ὁ στενογράφος ἤρχισε νὰ τὸ ἀναγράφῃ ἀλλ’ ἔθηκεν ἀποσιωπητικά, διότι μὲ τὸν θόρυβον, ὁ ὁποῖος ἠγέρθη, δὲν τὸ ἤκουσεν. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν εἶναι τὸ δημοσιευθὲν καὶ ἀναγνωσθέν. Ἐγὼ εἶπον — διότι πρέπει νὰ εὑρίσκωμαι ἐν τῇ ἀπολύτῳ ἀληθείᾳ — ὅτι σᾶς γνωρίζω καλῶς, εἶσθε ὁ μόνος πολιτευτής, ἐκ τῆς δράσεως τοῦ ὁποίου ἐζημιώθη τὸ δημόσιον ταμεῖον. Τοῦτο εἶπον ὡς συνέπειαν τῶν ὅσων ἠκούσθησαν παρ’ ὅλων. Εἶχον λοιπὸν ὑποχρέωσιν νὰ δώσω τοιαύτην ἐξήγησιν εἰς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ μὴ ἀπομακρυνθῶμεν ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν, διότι τοῦτο ἀκριβῶς συνέβη. Δράττομαι ὁπωσδήποτε, Κύριοι, τῆς εὐκαιρίας ἵνα ἐκφράσω ἐκ νέου τὴν λύπην μου διὰ τὸ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τῆς Βουλῆς συνεδρίαν, μεσολαβῆσαν τῷ ὄντι λυπηρὸν ἐπεισόδιον, ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος ὅτι πᾶς ἀμερόληπτος κριτὴς ἤθελεν εἴπει ὅτι ἡ ταραχή, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθην, ἦτο δεδικαιολογημένη. Εὑρέθην, κύριοι Βουλευταί, πρὸ μιᾶς ἐπιθέσεως ἀσφαλῶς προσχεδιασθείσης.
§8Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σᾶς βεβαιῶ ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς μου ὅτι δὲν εἶχον καμμίαν σκέψιν καθόλου, ἵνα σᾶς πειράξω κατὰ τοιοῦτον τρόπον. Ἐκείνην τὴν στιγμήν, ἐπειδὴ σεῖς ἐκάμετε τὸν θόρυβον καὶ ὁπωσδήποτε μὲ διεκόπτετε, καὶ σχὼν τὴν ἀντίληψιν ὅτι δὲν εἶσθε ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν καθηκόντων σας ἐνόμισα ὅτι ἠδυνάμην νὰ εἴπω ὅ,τι εἶπον.
§9Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Ἀφοῦ τὸ βεβαιοῦτε, κύριε Συνάδελφε, ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς σας, ὅτι ἡ ἐπίθεσις δὲν ἦτο προεσχεδιασμένη, ἐγὼ δὲν δύναμαι παρὰ νὰ δεχθῶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγετε. Ὁμολογῶ ὅμως ὅτι ἡ ἀντίληψίς μου καὶ ἡ πεποίθησίς μου ἦτο αὐτή, καὶ συνήγαγον τοῦτο ἐκ τοῦ φύλλου τῆς ἐφημερίδος «Ἀθηνῶν», τὴν ὁποίαν εἶδον ὅτι εἴχετε εἰς χεῖράς σας καθ’ ἣν στιγμὴν ἀνήλθετε ἐπὶ τοῦ βήματος. Δὲν ἠδυνάμην νὰ γνωρίζω βεβαίως ποία ἦτο ἡ ἡμερομηνία τῆς ἐφημερίδος τὴν ὁποίαν ἐκρατεῖτε εἰς χεῖράς σας. Ὅταν εἶδον ἐγὼ κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως ὅτι μὲ μίαν μόνον παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα πρὸς τὰ χειροκροτοῦντα θεωρεῖα, ἐβγῆκεν ἔντιμος συνάδελφος καὶ εἶπε· «μάλιστα, ἀλλ’ ἡ ἐπιστολὴ τί γίνεται;» πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀσφαλῶς δὲν εἶχε καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ Ἠπειρωτικὸν ζήτημα....
§10Σ. ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἶπον αὐτό, διότι ἐνόμισα ὅτι δὲν εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαντήσητε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον εἰς τὸν Συνάδελφον κ. Κουμουνδοῦρον. Ὁ κ. Κ. Κουμουνδοῦρος εἶπεν· ἔληξε πλέον ὁ πόλεμος; καὶ σεῖς τὸν διεκόψατε καὶ τῷ εἴπετε· ναί, ἀλλὰ μὲ τὰ ἀποτελέσματά του. Ἐνόμισα ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀγορεύῃ ἀπὸ τῆς θέσεώς του.
§11Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Μάλιστα, Κύριε· ἀλλ’ ἀσφαλῶς δὲν ἠγόρευσα.
§12Σ. ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ αὐτὸ τὸ εἶπον· εἰλικρινῶς δὲ σᾶς βεβαιῶ ὅτι οὐδεμίαν ἐκ τῶν προτέρων εἶχον πρόθεσιν νὰ σᾶς πειράξω.
§13Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει θέλω νὰ δικαιολογήσω ἁπλῶς τὴν πεποίθησίν μου, διότι μετὰ τὴν ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς του διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Κουμουνδούρου, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐξακολουθήσω ἐπιμένων, ἀλλὰ δικαιολογῶν τὴν πεποίθησίν μου ταύτην, ἔχω τοῦτο τὸ ἐλαφρυντικὸν δι’ ἐμαυτὸν ὅτι ἡ πεποίθησίς μου ἐδικαιολογεῖ καὶ τὴν ταραχήν μου ἐκείνην. Ἡ πεποίθησίς μου λοιπὸν ἐστηρίζετο εἰς τοῦτο σχηματισθεῖσα καὶ ἐκ τῆς παρατηρήσεως τοῦ κ. Τσακοπούλου, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι εἶδον νὰ κρατῇ εἰς τὰς χεῖράς του ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἓν φύλλον τῆς ἐφημερίδος «Ἀθηνῶν» καὶ μὴ δυνάμενος νὰ γνωρίζω τὴν ἡμερομηνίαν τοῦ φύλλου τούτου, ἐθεώρησα τὴν διακοπήν, ἡ ὁποία ἐγένετο, εἰς ἐπίθεσιν προεσχεδιασμένην, ἡ ὁποία θὰ ἦτο ἀσφαλῶς ἀνάρμοστος, ἐὰν ἤθελε γίνει κατὰ τοιοῦτόν τινα τρόπον καὶ διὰ τὸν τρόπον καὶ διὰ τὸν χρόνον, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν ἱερῶν στιγμῶν ἃς διήρχετο τότε ἡ Βουλὴ συζητοῦσα τὸ Ἠπειρωτικὸν ζήτημα. Ὑπὸ τοιαύτας λοιπὸν ψυχολογικὰς συνθήκας κατῆλθον ἀπὸ τῆς Προεδρικῆς ἕδρας καὶ ἀνῆλθον τὸ βῆμα διὰ νὰ δώσω τὰς ἐξηγήσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ὤφειλον ἀληθῶς νὰ δώσω. Ἀλλ’ ἡ ταραχή μου πρέπει ν’ ἀποδοθῇ καὶ εἰς τὸ ὅτι εἶχον τὴν συναίσθησιν ὅτι τὸ πάθος τὸ μέγα, τὸ ἀληθῶς ἐξαιρετικόν, τὸ ὁποῖον ἐξεδηλοῦτο προσωπικῶς ἐναντίον μου κατὰ τὴν ἐπίθεσιν ἐκείνην, δὲν ἦτο ποσῶς δεδικαιολογημένον. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐγὼ ἐν Κερκύρᾳ ὄχι μὲ μικρὸν θάρρος, ἀλλὰ μὲ μεγάλην ἀληθῶς ἐπιτυχίαν ἀντετάχθην κατὰ μιᾶς καταστάσεως, ἡ ὁποία — ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις — ὑπῆρξεν ἀφόρητος. Ἀντετάχθην κατὰ τῆς καταστάσεως αὐτῆς, ἐπολέμησα ἀληθῶς, ἀλλ’ οὐδέποτε οὔτε εἰς τὰς τοπικάς μου διαμάχας οὔτε ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἐπετέθην προσωπικῶς κατὰ τοῦ κ. Θεοτόκη. Ἀντεπροσώπευσα τὸ Ἔθνος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς δευτέρας Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς μὲ μέγαν ἀριθμὸν φίλων Βουλευτῶν ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ κ. Θεοτόκη, καὶ θὰ ἐπικαλεσθῶ μάρτυρας τοὺς συνεργάτας μου τῆς Βουλῆς ἐκείνης, ἐάν ποτε ἐξεστόμισα λέξιν κατὰ τῆς πολιτείας αὐτοῦ, ἡ ὁποία κατὰ τὴν ἐκτίμησιν ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἐμοῦ εἶχεν ἄπειρα τὰ τρωτά, καὶ τὸ ἔπραξα ἀκριβῶς, διότι ἀπουσίαζεν ὁ κ. Θεοτόκης, καὶ ἐνόμιζον ὅτι ἦτο ποταπὸν καὶ δειλὸν νὰ ὁμιλῶ ἀπουσιάζοντος αὐτοῦ. Ἀπεστάλημεν ἀμφότεροι ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ τὴν τελευταίαν βουλευτικὴν ἐκλογὴν καὶ ἴσως τὸ ἀξίωμα εἰς τὸ ὁποῖον μὲ ἀνεβίβασεν ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ σώματος καὶ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς πλειοψηφίας μὲ ἠμπόδισε ἀπὸ τοῦ νὰ λάβω μέρος εἰς τὰς διαφόρους πολιτικὰς συζητήσεις. Ἀλλὰ δὲν πιστεύω νὰ λανθάνῃ οὐδένα ὅτι ἐγὼ ἐνασκῶν τὰ καθήκοντά μου, ὑπῆρξα πρὸς πάντας καὶ ἰδίᾳ πρὸς τὸν κ. Θεοτόκην ἁδρὸς καὶ λεπτός. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λησμονήσῃ ὁ κ. Θεοτόκης ὅτι διὰ ζήτημα ἀναφυὲν μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως, σχετιζόμενον δὲ μὲ τὴν ὁρκωμοσίαν τοῦ Βασιλέως, ἔσπευσα πρῶτος εἰς τὸν οἶκόν του, τὸ ὁποῖον ἀπετέλει ἴσως ἠθικὴν ὑποχρέωσιν, ἀλλ’ ἀποδεικνύει συνάμα καὶ εὐγένειαν ἤθους. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλησμόνησεν ὁ κ. Θεοτόκης ὅτι, ὅταν μία ἐφημερὶς παρεξήγησε καὶ παρηρμήνευσε μίαν διακοπὴν τὴν ὁποίαν ἔκαμα εἰς αὐτὸν καὶ ἐπετέθη κατ’ ἐμοῦ χαρακτηρίσασα ταύτην ἀσεβῆ προσθέτουσα ὅτι δὲν ἔπρεπε τοπικὰ πάθη νὰ ξεσποῦν εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τοῦ Προέδρου αὐτῆς, δὲν πιστεύω νὰ ἐλησμόνησε, λέγω, ὁ κ. Θεοτόκης ὅτι ἀπετάθην ἀμέσως πρὸς αὐτὸν καὶ τῷ ἐδήλωσα ὅτι οὐδεμίαν εἶχον πρόθεσιν τοιαύτην καὶ προσέθηκα ὅτι, ἐὰν εἶχον τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, θὰ ἤμην ἕτοιμος νὰ δώσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰς ἀναγκαίας ἐξηγήσεις καὶ συγγνώμην ἐν ἀνάγκῃ νὰ ζητήσω παρ’ αὐτοῦ. Βεβαίως ταῦτα εἶναι μικροεπεισόδια, ἀλλὰ τὰ ἀναφέρω, διότι ἐπιθυμῶ νὰ μὴ μείνῃ οὐδεμία ἀμφιβολία ὅτι ἐγὼ ἐξασκήσας τὰ προεδρικά μου καθήκοντα, ἂν ὑπῆρξα πρὸς ὅλους λεπτός, λεπτότατος ὑπῆρξα ἀπέναντι τοῦ κ. Θεοτόκη. Ἐὰν ἐγὼ ἀντιταχθεὶς ἐν τῷ ἰδιαιτέρῳ μου νομῷ κατὰ τοῦ συστήματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀπεκάλεσα ἀφόρητον, ἐξελέγην κατὰ τὴν πρώτην φοράν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξετέθην καὶ ὡρισμένως κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς πρώτης Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς πολεμούμενος παρὰ τῶν ἡνωμένων κομμάτων μόνος μου, πρῶτος Βουλευτὴς μὲ πλειονοψηφίαν τεσσάρων χιλιάδων ψήφων σχεδὸν ἐπὶ πλέον τῶν ὅσων ἔλαβεν ὁ κ. Θεοτόκης, δὲν πταίω βεβαίως ἐγὼ καὶ συνεπῶς δὲν δικαιολογεῖται ποσῶς τὸ ἐναντίον μου προσωπικόν του πάθος. Ἂν ἐγὼ ἐκτεθεὶς δευτέραν φορὰν ἐν τῷ νομῷ μου ὡς ἀρχηγὸς πλέον τοπικοῦ κόμματος ἐξελέγην μὲ ἄλλους δώδεκα Συναδέλφους πρῶτος πάλιν Βουλευτής, δὲν ἔπταισα ὡσαύτως. Ἂν καὶ τρίτην φορὰν ἐπολεμήσαμεν καὶ ἐξελέγην πρῶτος λαβὼν χιλιάδας ψήφων ἐπὶ πλέον τῶν ὅσων ἔλαβεν ὁ κ. Θεοτόκης μὲ ἄλλους τέσσαρας, ἐν συνόλῳ πέντε, Συναδέλφους, τὸ πταῖσμα ἐπίσης δὲν εἶναι ἰδικόν μου.
§14ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀπὸ τὴν Λευκάδα.
§15Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Καὶ ἡ Λευκὰς εἶναι λαὸς ἔντιμος καὶ ἐπαρχία τοῦ νομοῦ μας· ἄλλως τε καὶ ἐν Κερκύρᾳ ἐξελέγην διὰ μεγάλης πλειοψηφίας. Ἐὰν εἰς ὅλα ταῦτα ἅτινα προεκάλεσαν τὸ προσωπικὸν πάθος τοῦ κ. Θεοτόκη ἔπταισέ τις, οὗτος δὲν εἶμαι ἐγώ, ἀλλ’ εἶναι ἡ κατάστασις τὴν ὁποίαν αὐτὸς ἐδημιούργησε καὶ τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἔψεξα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς. Οὕτως εἶχον, Κύριοι, τὰ πράγματα· αὗται ὑπῆρξαν αἱ σχέσεις μας. Εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅταν κατηρχόμην τῆς ἕδρας διὰ νὰ ἀνέλθω τὸ βῆμα, ὅτι ὁ κ. Θεοτόκης ἐκαραδόκει μίαν περίστασιν ἵνα μοὶ ἐπιτεθῇ εἴτε αὐτὸς ἀπ’ εὐθείας εἴτε διὰ τῶν φίλων του, ἀτυχῶς δὲ ἡ πεποίθησις αὕτη ἀνταπεκρίνετο πρὸς τὴν ἀλήθειαν. Καὶ ἐπειδή, τὸ λέγω μὲ ὅλον τὸ θάρρος τὸ ὁποῖον μοὶ δίδει ἡ συναίσθησις ὅτι λέγω ἀληθῆ, ὁ βραχὺς πολιτικός μου βίος, ὡς καὶ ὁ ἰδιωτικός τοιοῦτος δὲν ἔδιδον καμμίαν ἀπολύτως ἀφορμὴν ἐπιθέσεως, διότι καὶ ἡ ἀνατροφή μου καὶ αἱ οἰκογενειακαί μου παραδόσεις ὑπῆρξαν τοιαῦται ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποπέσω εἰς οὐδὲν ὀλίσθημα, ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρξε, λοιπόν, σημεῖον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἦτο δυνατὸν νὰ στηριχθῶσιν, ἐξέθαψαν, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ λέξις, κακοήθως μίαν ἐπιστολὴν φιλικὴν, ἐμπιστευτικήν, ἀποσταλεῖσαν πρὸ τριετίας καὶ πλέον ὑπὸ τὰς περιστάσεις τὰς ὁποίας ἐξέθηκα, μὴ ἀποτελοῦσαν ἐν πάσῃ περιπτώσει πρᾶξιν ἀτιμωτικήν, καὶ τὴν ἐπιστολὴν αὐτὴν δημοσιεύουσι, τὴν ξαναδημοσιεύουσι, τὴν συζητοῦσι, τὴν ξανασυζητοῦσι καὶ τέλος τὴν μεταχειρίζονται ὡς βάσιν ποταπῆς προσωπικῆς ἐπιθέσεως διὰ νὰ ἐκτραχύνωσι τὰς μεταξὺ ἡμῶν καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως σχέσεις μου. Ἰδού, Κύριοι, τὰ αἴτια τῆς ταραχῆς μου καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ Βουλὴ ὁμόφωνος ἅμα ταῦτα λάβῃ ὑπ’ ὄψιν θὰ μὲ δικαιώσῃ. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἐγένετο μία ἐπίθεσις κατὰ τὴν ἐπίθεσιν αὐτὴν μετεχειρίσθην φράσεις διὰ τῶν ὁποίων ἐξεδήλωσα ὅσα πράγματι εἶπον καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν ὑπάρχει τις ὁ ἀμφιβάλλων, ὅτι ἡ προσθήκη ἡ ὁποία σήμερον διηυκρινίσθη — διότι προχθὲς βεβαίως δὲν ἠκούσθη — δὲν ἀποτελεῖ βεβαίως τι τὸ βαρύτερον ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα χθὲς ἠκούσθησαν καὶ τὰ ὁποῖα ἅπαντα ἀναφέρονται εἰς τὴν δρᾶσίν του, τὴν σχετιζομένην πρὸς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ νομοῦ τῆς Κερκύρας. Ἀπέβλεπεν ἀσφαλῶς ἡ ἐπίθεσίς μου τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐξήσκησεν ὁ κ. Θεοτόκης τὴν δρᾶσιν αὐτοῦ ἐπὶ ἔτη πολλὰ καὶ συνεχῆ πανίσχυρος συγχρόνως, ὁτὲ μὲν Πρωθυπουργός, ὁτὲ δὲ Ὑπουργός, καὶ τὴν ἐντολὴν αὐτοῦ τὴν ὁποίαν μετὰ μεγάλου ἐνθουσιασμοῦ τῷ ἀνέθετεν ἑκάστοτε ὁ Κερκυραϊκὸς λαός. Καὶ δὲν ἔχω οὐδεμίαν δυσκολίαν νὰ ὑπενθυμίσω καὶ ὑποβοηθήσω τὸν κ. Θεοτόκην λέγων αὐτῷ ὅτι, οὐχὶ χιλίας ψήφους ὑπερέβαινε τὸν πρῶτον τῶν ἀντιθέτων του ὁ τελευταῖος τοῦ συνδυασμοῦ του, ἀλλὰ καὶ πολλῷ περισσοτέρας, συνέπεσε δὲ ἐκλογὴ κατὰ τὴν ὁποίαν πέντε χιλιάδας ψήφων ἔφθασε νὰ ὑπερβαίνῃ ὁ τελευταῖος τοῦ συνδυασμοῦ του τὸν πρῶτον ἐπιλαχόντα καὶ ὁ ὁποῖος συνέπεσε καὶ μάλιστα νὰ εἶναι ὁ πατήρ μου, ὁ ὁποῖος ὑστέρησε κατὰ τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν ψήφων. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἡ μετατροπὴ αὕτη τῶν φρονημάτων τοῦ Κερκυραϊκοῦ Λαοῦ ἀποτελεῖ τὴν μεγαλειτέραν ἀπόδειξιν τῆς ἀληθείας τῶν λόγων μου, διότι ἀποβαίνει ἀληθῶς ἄπορον πῶς τόσον ἰσχυρὰ πλειονοψηφία προεδρευομένη παρὰ τοῦ ἰσοβίου Πρωθυπουργοῦ τῆς Ἑλλάδος μετεβλήθη εἰς μεγάλην μειονοψηφίαν. Ἡ δὲ ἀπορία αὕτη ἐξηγεῖται ἐκ τῆς δημιουργηθείσης ἀφορήτου καταστάσεως καὶ ἐκ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν ἐξήσκησε τὴν ἐντολὴν αὑτοῦ ὁ κ. Θεοτόκης. Δὲν ὑπεστηρίχθη λοιπὸν ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς Κερκύρας ἀποτελεῖται ἀπὸ λαθρεμπόρους οὔτε ἐγὼ εἶπον τοιοῦτόν τι. Ἡ πλειονοψηφία τῆς Κερκύρας ἀποτελεῖται ἀπὸ τοὺς ἐντιμοτάτους ἐκείνους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι μοὶ ἐνεπιστεύθησαν ἀκριβῶς, διότι ἐγὼ ἀντετάχθην καθ’ ὑμῶν, κ. Θεοτόκη, ὁ ὁποῖος ὑπεστηρίξατε τοὺς λαθρεμπόρους καὶ τοὺς ἐγκληματίας. Τοῦτο εἶπον κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν. Ἐπανερχόμενος εἰς τὸ σημεῖον τοῦ λόγου μου, κατὰ τὸ ὁποῖον εἶπον ὅτι ἡ διακοπὴ πρὸς τὸν κ. Θεοτόκην ἀπέβλεπε τὴν τοπικὴν αὐτοῦ δρᾶσιν, ἔχω ἀνάγκην δι’ ὀλίγων νὰ εἴπω ποῦ ἐστηρίζετο καὶ ποία ἦτο αὐτὴ ἡ τοπικὴ δρᾶσις, διότι αἰσθάνομαι ἀληθῶς καὶ ἐγὼ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δώσω ἐξηγήσεις τῶν λόγων μου ἐκείνων. Ἐξελέγη τῷ ὄντι ὁ κ. Θεοτόκης πρὸ 30 ἢ 35 ἐτῶν ὡς Βουλευτὴς τῆς ἐπαρχίας Κερκύρας, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐν μὲν τῇ πόλει Κερκύρας ἤκμαζε τὸ Ἐθνικὸν κόμμα τοῦ ἀειμνήστου Πολυλᾶ, τὸ ὁποῖον συνέχιζε τὰς παραδόσεις τῶν ῥιζοσπαστῶν, οἱ ὁποῖοι κατὰ τῶν καταχθονίων ἐργαζόμενοι ἐπετέλεσαν τὴν ἕνωσιν μετὰ τῆς μητρὸς Ἑλλάδος ἐν ἐποχῇ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐν μὲν τῇ πόλει, ὅπως εἶπον, ἴσχυεν ὁ μακαρίτης Πολυλᾶς, ἐν δὲ τῇ ἐξοχῇ ὁ μακαρίτης Κωνσταντᾶς, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἀναγράψει ἐν τῷ προγράμματι αὐτοῦ τῷ τοπικῷ τὸν διακανονισμὸν τῶν ἀγροτικῶν σχέσεων καὶ τὴν ἐπίλυσιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, εἰς τὴν ὁποίαν τὰ μάλιστα συνετέλεσεν. Ἐκλεγεὶς οὕτω συνεπὴς ἄλλως τε πρὸς τὴν πολιτικήν του καταγωγὴν ἀντετάχθη κατὰ τῶν δύο αὐτῶν κομμάτων καὶ ἀντὶ νὰ μεριμνήσῃ διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν γενικωτέρων συμφερόντων διέθεσε δυστυχῶς ὁλόκληρον τὴν δύναμίν του, ὅπως διὰ προσωπικῶν παροχῶν σχηματίσῃ ὁπωσδήποτε κόμμα. Αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ δρᾶσίς του. Τὸ Δημόσιον ταμεῖον, τὸ λιμενικὸν ταμεῖον, τὰ ταμεῖα τῶν δήμων, τὰ ταμεῖα τῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων, τὸ ἐνεχυροδανειστήριον Κερκύρας ἦσαν εἰς τὴν διάθεσιν τῶν φίλων τοῦ κόμματος πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ἀπαιτήσεων αὐτῶν. Δικαστικοί, στρατιωτικοὶ καὶ διοικητικοὶ ὑπάλληλοι τότε μόνον ἔμενον ἐν Κερκύρᾳ, ὅταν ἦσαν πιστὰ ὄργανα τοῦ κόμματος, ὅταν ὑπεστήριζον τοὺς φίλους καὶ μὲ τὴν αὐτὴν ὁρμὴν συστηματικῶς κατεδίωκον τοὺς ἐχθρούς. Ἂν ὁ πολίτης τῆς Κερκύρας ἤθελε δικαιοσύνην, κἂν ἤθελε νὰ ἔχῃ εἴσοδον εἰς τὰ διοικητικὰ γραφεῖα, ἂν ἤθελε νὰ ἔχῃ οἰανδήποτε νόμιμον συνδρομὴν ἀπὸ τὰς στρατιωτικὰς ἀρχὰς ἔπρεπε νὰ εἶναι Θεοτοκικός, διότι οἱ ἄλλοι ἦσαν ἀσφαλῶς Παρίαι, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν δικαίωμα ἠδύναντο νὰ ζητήσωσι. Καὶ οὕτω πως ἐσχηματίσθη ἓν περιβάλλον ἐλεεινόν. Ἠκούοντο καθημερινῶς μεταθέσεις δικαστῶν, διότι ἐτιμώρησαν ἕνα φίλον τοῦ κόμματος καὶ παραδείγματα θὰ ἠδυνάμην νὰ εἴπω πολλά. Ἠκούοντο καθημερινῶς διάφορα παράπονα καὶ ἡ κατάστασις ἐδεινοῦτο ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν. Ἐσχηματίσθη μία τρομοκρατία, δύναμαι νὰ εἴπω, ἔχουσα ἐπὶ κεφαλῆς ὄχι τὸν κ. Θεοτόκην, ἀλλὰ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, ἡ ὁποία ἐλυμαίνετο τὰ πάντα, ἡ ὁποία ἤθελε νὰ ἔχῃ τὰ πάντα εἰς τὴν διάθεσίν της, ἡ ὁποία ἐπεβάλλετο διὰ παντὸς μέσου καὶ διὰ τοῦ ὄγκου, τὸν ὁποῖον τῷ ἔδιδε τὸ ἀξίωμα τοῦ ἀρχηγοῦ εἴτε τὸ ὑπουργικὸν εἴτε τὸ πρωθυπουργικόν. Κατ’ αὐτῆς τῆς τρομοκρατίας ἀντετάχθην καὶ τὸ θεωρῶ τιμήν μου. Καὶ ἀπόδειξις ὅτι ὁ λαὸς δὲν ἤθελε τὴν κατάστασιν αὐτὴν εἶναι ὅτι ἀμέσως μοὶ ἐνεπιστεύθη καὶ μοὶ ἀνέθεσε τὴν ἐντολήν. Τὸ σχηματισθέν, ὡς ἔλεγον περιβάλλον, ἡ τρομοκρατία, τὴν ὁποίαν ἐξήσκησαν διὰ τοῦ κ. Θεοτόκη οἱ στενώτατα πρὸς αὐτὸν συνδεόμενοι ὑπῆρξε τοιαύτη, ὥστε καὶ γάμοι ἐν Κερκύρᾳ δὲν ἐγίνοντο, ἂν δὲν ἦσαν τῆς ἀρεσκείας τοῦ κ. Θεοτόκη, ἐφ’ ὅσον αἱ οἰκογένειαι ἐφοβοῦντο τὸν κίνδυνον νὰ συνδεθῶσι μετὰ προσώπων μὴ ἐχόντων τὴν εὐμένειαν τοῦ κ. Θεοτόκη (γέλωτες). Καὶ ἐνθυμοῦμαι ἐντιμότατον δικαστικὸν ὑπάλληλον εὑρισκόμενον ἀκόμη ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ τιμῶντα ταύτην, ὁ ὁποῖος ἐπὶ μῆνα ὁλόκληρον ἀνέβαλε νὰ συνομολογήσῃ γάμον μετὰ κόρης οἰκογενείας ἀντιπολιτευομένης τὸν κ. Θεοτόκην, μόνον καὶ μόνον διότι ἐφοβεῖτο μήπως πέσῃ εἰς τὴν δυσμένειαν αὐτοῦ (γέλωτες). Νὰ τὸ θεωρήσητε ἀληθέστατον αὐτό, Κύριοι. Μεγάλη ἔπειτα μερὶς ἐντίμων βιοπαλαιστῶν ἐγκατέλιπε τὰ ἔργα αὐτῆς καὶ ἐτράπη πρὸς τὴν λαθρεμπορίαν, διότι αὕτη ἔδιδε πολὺ μείζονα κέρδη ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἔδιδεν ἡ τακτικὴ βιοποριστικὴ ἐργασία. Τὸ λαθρεμπόριον ἦτο ἀκαταδίωκτον, αἱ ἀστυνομικαὶ ἀρχαὶ ἐκώφευον καὶ ἠσκεῖτο καθ’ ὅλην τὴν γραμμήν. Ἄν ἔχῃ τὴν περιέργειαν ἡ Βουλὴ νὰ μάθῃ, δύναται νὰ παρακαλέσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ τοὺς πίνακας τοῦ τελωνείου Κερκύρας καθ’ ὅλην τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κράτους καὶ τὴν παντοδυναμίαν ἐν Κερκύρᾳ εἶχεν ὁ κ. Θεοτόκης, ἐκ τούτων δὲ θὰ πεισθῇ ὅτι τελωνισμὸς ζακχάρεως, τελωνισμὸς πετρελαίου οὐδέποτε σχεδὸν ἐγένετο. Ἂς παραβάλῃ τοὺς μῆνας τῆς μακαρίᾳ τῇ λήξει ἐποχῆς πρὸς τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας μετὰ τὴν ἐπανάστασιν, ὅτε ἀπεκατέστη ἕν ἄλλο καθεστὼς καὶ θὰ ἴδῃ ποίαν διαφορὰν εἰσπράξεων εἶχε τὸ Δημόσιον ταμεῖον ὄχι μόνον τώρα, ὅτε ἠλαττώθη ὁ φόρος τῆς ζακχάρεως καὶ ἡ λαθρεμπορία κατέστη ἀδύνατος, ἀλλ’ ἐξ ἀρχῆς, διότι ἡ ἀνορθωτικὴ Κυβέρνησις, ἥτις ἐπέβαλε τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, τὴν ἐπέβαλεν ἀφ’ ἧς ἦλθεν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν καὶ ἀμέσως μετὰ τὴν ἐπανάστασιν. Πείσθητε, Κύριοι, ὅτι ὑπάρχει μεγίστη αὔξησις τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων, περὶ τῆς ὁποίας θὰ πεισθῇ πᾶς τις ἅμα συγκρίνῃ τὰς διαφόρους ἐποχάς. Καὶ ταύτην εἶχον ὑπ’ ὄψει, ὡς μίαν ἀπὸ τὰς αἰτίας, ὅταν εἶπον ὅτι ἐκ τῆς δράσεώς του ἐζημίωσε τὸ δημόσιον Ταμεῖον. Ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, ὅτι ἀναπαυόμενος εἰς ἐξοχήν τινα, σᾶς τὸ λέγω τιμίως αὐτό, κατὰ τὴν μεσημβρίαν θέρους τινὸς ἤκουσα ἀπὸ κάτω ἀπὸ τὸ παράθυρόν μου νὰ περνῶσιν ἄλογα φορτωμένα καὶ τὸν ἀγωγιάτην φωνάζοντα «λαθραῖα» ὅτι δηλ. πωλεῖται ζάκχαρις λαθρεμπορικὴ διὰ νὰ ἐννοήσωσιν οἱ κάτοικοι ὅτι πρόκειται περὶ εὐθηνῆς ζακχάρεως καὶ νὰ σπεύσωσιν νὰ ἀγοράσωσιν. Αὐτὸ ἦτο ἡ καθαρὰ κατάστασις. Οἱ διευθυνταὶ τῆς ἀστυνομίας, ὅταν ἤρχοντο εἰς τὴν Κέρκυραν, ἤκουον τὴν πληροφορίαν παρὰ τῶν στενώτατα πρὸς τὸν κ. Θεοτόκην συνδεομένων, ὅτι τὸ λαθρεμπόριον ἐν Κερκύρᾳ ἦτο ἕν κακὸν ἀναγκαῖον, διότι συνεχὴς ἀφορία τῆς νήσου, καταστροφὴ τῶν προϊόντων ἔφερε τὴν Κέρκυραν εἰς τοιοῦτον σημεῖον πείνης καὶ παρέλυσε τόσον τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου, ὥστε κατ’ ἀνάγκην ἐτράπησαν ἄπειροι εἰς τὸ λαθρεμπορικὸν ἔργον, ἀλλοίμονον δὲ ἂν ἤθελον ἀναχαιτισθῆ, διότι θὰ προβῶσιν εἰς ἐγκληματικὰς πράξεις πολὺ βαρυτέρας τοῦ λαθρεμπορίου διὰ νὰ συντηρηθῶσιν. Αὐτὸ εἶναι πρᾶγμα γενικῶς γνωστόν. Καὶ ἀκόμη κατὰ τὴν τελευταίαν βουλευτικὴν ἐκλογήν, ὅτε ἡμεῖς οἱ φίλοι μιᾶς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἠλάττωσε τὸν φόρον τῆς ζακχάρεως, ἀνεφέραμεν τοῦτο ὡς ὑπηρεσίαν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὰς πενομένας μικρὰς τάξεις ἠκούσαμεν κατὰ πρόσωπον «μάλιστα, ἀλλὰ μᾶς ἐκόψατε τὸ ψωμί μας μ’ αὐτὴ τὴ δουλειὰ χωρὶς καμμίαν ὠφέλειαν, διότι οἱ πολλοὶ ἠγόραζον καὶ τότε τὴν ζάκχαριν εὐθηνήν, καθὸ λαθρεμπορικήν». Καὶ τότε διεδίδετο εἰς τὴν Κέρκυραν ὁλόκληρον ὅτι ἀκριβῶς κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἐκλογῆς προσκληθέντες λαθρέμποροι ὄχι ὀλίγοι ἔλαβον τὴν διαβεβαίωσιν ὅτι, ἂν ἤρχετο ὁ κ. Θεοτόκης εἰς τὴν ἐξουσίαν, θὰ ἐπανεφέρετο ὁ φόρος τῆς ζακχάρεως διὰ νὰ εὕρωσι δουλειά. (Διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως). Αὐτὰ εἶναι τὰ σημεῖα εἰς τὰ ὁποῖα ἐστήριζον τὴν ἐπίθεσιν ἐν σχέσει πρὸς τοὺς λαθρεμπόρους ἐν Κερκύρᾳ. Δὲν εἶπον ὅτι ἀπὸ λαθρεμπόρους ἀποτελεῖται ἡ πλειοψηφία ἐν Κερκύρᾳ καὶ τοιαύτη ἐκμετάλλευσις δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ. Εἶπον ὅτι ὑπεστηρίξατε τοὺς λαθρεμπόρους, δὲν εἶναι ἄλλως τε δυνατὸν νὰ λησμονήσω ὅτι εἰς τὰς ἐκλογικάς σας διαδηλώσεις ἐφώναζον πάντοτε «ζήτω ἡ ζάχαρι».
§16Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πότε;
§17Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Ὄχι κατὰ τὴν δημοτικήν, ἀλλὰ κατὰ τὴν τελευταίαν βουλευτικὴν ἐκλογήν, διότι τώρα εὐτυχῶς τὸ ζήτημα τῆς ζακχάρεως ἐλύθη πλέον καὶ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἐτράπησαν εἰς ἔργα ἔντιμα· κανεὶς δὲν ἐχάθη. Ἀλλ’ εἶπον, Κύριοι, καὶ κάτι ἄλλο, ὅτι ὑπεστήριζε καὶ τοὺς ἐγκληματίας. Καὶ αὐτό, Κύριοι, ἦτο ἡ καθαρὰ ἀλήθεια. Φυγόδικοι καὶ φυγόποινοι περιεφέροντο ἀσυστόλως εἰς τὰς ὁδούς, ἐντελῶς ἀκαταδίωκτοι.
§18Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Μόνον εἰς τὴν Κέρκυραν;
§19Λ. ΝΑΚΟΣ. Εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα.
§20Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Καὶ ὑπάρχει παράδειγμα, κατὰ τὸ ὁποῖον, ὅτε αὐθάδης ἀστυνομικὸς ὑπάλληλος συνέλαβε γνωστὸν ἐγκληματίαν, ὁ ὁποῖος εἶχε καταδικασθῆ τελεσιδίκως δι’ ἀποφάσεως τοῦ Πλημμελειοδικείου Κερκύρας, πάραυτα οὐ μόνον καταδιώχθη ὁ αὐθάδης αὐτὸς ἀστυνομικὸς ὑπάλληλος, ἀλλὰ καὶ διετάχθη παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τὸ Δικαστήριον τῶν ἐν Κερκύρᾳ Πλημμελειοδικῶν νὰ συνέλθῃ αὐθωρεὶ νὰ δικάσῃ τὴν δευτέραν ἀνακοπήν· καὶ τῷ ὄντι συνῆλθε, πότε νομίζετε, Κύριοι; τὴν παραμονὴν τῶν Χριστουγέννων! διὰ νὰ μὴ μείνῃ οὐδὲ μίαν ὥραν εἰς τὴν φυλακὴν ὁ κατάδικος ἐκεῖνος.
§21Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πότε συνέβη αὐτό;
§22Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Τὴν 24 Δεκεμβρίου 1907· ἐδικάσθη ὁ ἐγκληματίας Μαζαράκης. Ὑπάρχει παράδειγμα ἐν Κερκύρᾳ, καὶ ἴσως εἶναι ἡ πρώτη ἐπαναστατικὴ πρᾶξις ἀποτελοῦσα τρόπον τινὰ τὸ σύνθημα τῆς τελευταίας ἐπαναστάσεως, ὅταν ὁ κόσμος ὁ Κερκυραϊκὸς εἶχεν ἀληθῶς ἀπελπισθῆ, ὅταν πλέον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ κατάστασις ἐκείνη, ὅταν δικαστής, στενὸς συγγενὴς τοῦ κ. Θεοτόκη καὶ συναλλασσόμενος διὰ τὰς δικαστικὰς ὑποθέσεις ἀσυστόλως, ὑπέστη βρωμερὰν ἐπίθεσιν ἐν Κερκύρᾳ, ἐπίθεσιν τοιαύτην ἡ ὁποία ἀπέδειξε τὴν κορυφωθεῖσαν πλέον ὀργὴν τοῦ τόπου αὐτοῦ, διότι μὲ ἀκαθαρσίας τοῦ ἔτριψαν τὸ πρόσωπον. Ἄξιον δὲ σημειώσεως εἶναι ὅτι μολονότι ἡ ἐπίθεσις ἐκείνη ἐγένετο περὶ τὴν μεσημβρίαν εἰς τὸ κεντρικώτερον σημεῖον τῆς ἀγορᾶς, ἐχρειάσθη ἀνάκρισις ὁλόκληρος διὰ νὰ ἀνακαλυφθῇ ὁ δράστης. Τόσον ἦτο ἡ ἀνακούφισις τελεία, διότι αὐτὸ ἀπετέλει διαμαρτυρίαν κατὰ τῆς δικαιοσύνης, ἐνασκουμένης τόσον ἀσυστόλως, ἀλλὰ διαμαρτυρίαν ἐπιβαλλομένην καὶ ἀξίαν πολλῆς προσοχῆς. Αὐτὸς δὲ ὁ δικαστὴς ἐξηκολούθει νὰ μένῃ δικαστὴς ἐν Κερκύρᾳ, ἕως ὅτου ἦλθεν ἡ ἐπανάστασις (εὐλογημένη ἡ ὥρα), καὶ τὸν ἐξεκαθάρισε τελείως. Μετετίθεντο εἰσαγγελεῖς, διότι δὲν ἦσαν τοῦ κόμματος φίλοι! Μετετίθεντο καὶ ἐπαύοντο οἱ πάντες, ἅμα δὲν ἦσαν τυφλὰ ὄργανα! Αὐτὰ εἶναι τὰ σημεῖα, τὰ ὁποῖα μοὶ ἔδωκαν ἀφορμὴν νὰ ἐπιτεθῶ ἀληθῶς τραχέως, ἀλλὰ λίαν δεδικαιολογημένως. Ταῦτα καὶ μόνα δὲν ἀποτελοῦσιν ἀληθῶς τὴν δρᾶσιν τοῦ κ. Θεοτόκη ἐν σχέσει πρὸς τὸν νομόν μας. Πολλὰ θὰ ἠδύνατο τις νὰ εἴπῃ, ἀλλὰ περιωρίσθην ἀναγκαίως εἰς ταῦτα καὶ μόνον, διότι ἤμην ὑπόχρεως νὰ δώσω ἐξηγήσεις μόνον εἰς τὸ παρ’ ἐμοῦ λεχθὲν κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, ὅτι ὁ κ. Θεοτόκης συστηματικῶς ὑπεστήριζε τοὺς ἐγκληματίας καὶ τοὺς λαθρεμπόρους. Τόσον δὲ ἦτο τὸ πάθος του κατὰ τῶν ἀντιπάλων του, καὶ ἂς τὸ ἀκούσῃ καλὰ ἡ Βουλή, ὥστε, ὅταν διαρκοῦντος τοῦ πολέμου τοῦ 1897, ἦλθεν ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔσπευσεν ἀμέσως καὶ διαρκοῦντος τοῦ πολέμου νὰ παύσῃ ὅλους τοὺς Κερκυραίους Δηλιγιαννικοὺς ὑπαλλήλους ὑπηρετοῦντας ἐν τῷ στρατῷ· καὶ ἐλάμβανον τὰς ἀπολύσεις οἱ Κερκυραϊκοὶ ὑπάλληλοι τοῦ λιμενικοῦ ταμείου καὶ τοῦ δημοσίου εἰς τὰ πέντε Πηγάδια πολεμοῦντες καὶ πίπτοντες. Αὐτὴ ἦτο ἡ κατάστασις, ἡ ὁποία μοὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ ἐπιτεθῶ. Ὅταν αὐτὰ ἀκούσητε, εἶμαι βέβαιος ὄχι μόνον ὅτι θὰ δικαιολογήσητε τὴν ταραχήν μου διὰ τὴν ὁποίαν ἐκφράζω τὴν λύπην μου, διότι ἀπησχόλησα τόσον τὴν Βουλήν, ἀλλὰ καὶ δὲν θὰ θεωρήσητε ἄπορον πῶς ἀνὴρ ἀληθῶς νοήμων ἀνελθὼν ἐκεῖ ὅπου ἀνῆλθεν, ὑποστηριχθεὶς ὡς ὑπεστηρίχθη, ἓν ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ ὡς ἀπαύγασμα τῆς πολιτείας αὑτοῦ ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κράτει, τὴν ἀποσύνθεσιν καὶ τὴν ἐρήμωσιν. Ὅταν μάθητε αὐτά, μίαν ἔκπληξιν μόνον θὰ δοκιμάσητε, πῶς ἐβράδυνεν ἐπὶ τοσοῦτον νὰ ἐκραγῇ αὐτὴ ἡ ἐπανάστασις καὶ πῶς δὲν ἔγινεν αἱματηρά. Τώρα δὲ εἶμαι βέβαιος ὅτι τελείως θὰ ἐξηγήσητε, διατί ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς παθὼν ὅσα ἔπαθεν ἀφωσιώθη ψυχῇ καὶ σώματι εἰς τὴν Ἀνόρθωσιν. Ἔχων δὲ ὁπωσδήποτε τελείαν ἐμπιστοσύνην πρὸς αὐτὴν τρέφει συνάμα καὶ πλήρη τὴν πεποίθησιν ὅτι δὲν θὰ βραδύνῃ νὰ ἴδῃ τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν ὁριστικῶς θὰ ἐπικρατήσωσιν αἱ ἀρχαὶ αὐτῆς καὶ θὰ καταλυθῶσιν ὅλα τὰ μικρόβια τοῦ παρελθόντος. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης).
§23Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐζήτησα, Κύριοι, σαφῆ καὶ ῥητὴν ἀπάντησιν εἰς ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, καὶ ἀντὶ ταύτης ἠκούσατε ἱστορίαν τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν θὰ ἀνασκευάσω, διότι δὲν θὰ κατέλθω εἰς τὸ ἐπίπεδον εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ὁ προαγορεύσας. Ἠρώτησα αὐτόν· «εἴπετε ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς....
§24Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Δὲν τὸ εἶπα.
§25Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μή με διακόπτετε. Ἠρώτησα αὐτὸν εἶναι ἀκριβὲς ὅτι εἴπετε, ὅτι «εἶμαι ὁ μόνος πολιτευτὴς ὁ ὁποῖος, τὸ λέγω ἀπροκαλύπτως, κατεχράσθητε τὰ δημόσια χρήματα»; Εἶναι ἀκριβὲς ὅτι εἴπετε τὴν φράσιν ταύτην;
§26Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Ὄχι.
§27Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Λέγετε ὄχι. Καὶ τότε ἐρωτῶ· ποῖος ἔδωκεν εἰς τὰς ἐφημερίδας τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά; Καὶ τότε ἐρωτῶ· ἀφοῦ εἶδεν ὁ Κύριος αὐτός, ὅτι τέσσαρες ἐφημερίδες κατεχώρισαν τὴν φράσιν ταύτην, πῶς δὲν ἔσπευσε νὰ διαμαρτυρηθῇ κατὰ τῆς φράσεως ταύτης;
§28Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Δὲν ἔσπευσα νὰ τὸ διαψεύσω, διότι χθὲς δὲν ἐξῆλθον τῆς οἰκίας μου, καὶ διότι ἐθεώρησα ὅτι τὴν διάψευσιν ἔπρεπε νὰ τὴν δώσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Θὰ τὴν ἔδιδον διὰ τῶν πρακτικῶν, ἀλλ’ ἐσπεύσατε καὶ μὲ προελάβατε.
§29Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐπετρέψατε, Κύριε, ὅπως ἐπὶ δύο ὅλας ἡμέρας ἀνήρ, ὁ ὁποῖος ἔλαβε τὴν τιμὴν νὰ διοικήσῃ τὴν χώραν, μείνῃ ὑπὸ τὸ κράτος αὐτῆς τῆς κατηγορίας καὶ λέγετε σήμερον ὅτι οὐδέποτε εἴπετε τὰ γραφέντα ὡς λεχθέντα, ἀλλ’ ὅτι ἐπειδὴ δὲν κατεδίωξα τὸ λαθρεμπόριον, ἐστέρησα τὸ δημόσιον εἰσπράξεων. Ἡ γελοία αὕτη δικαιολογία μετὰ τὴν ῥητὴν δήλωσιν ὅτι τὴν ἀποδοθεῖσαν εἰς ὑμᾶς φράσιν δὲν εἴπετε, δὲν ἀπαλλάσσει ὑμᾶς τῆς κατηγορίας ὅτι ἐπετρέψατε νὰ γραφῶσιν ὅσα ἐγράφησαν χωρὶς νὰ διαψεύσητε ταῦτα οὔτε εἰς τὰς χθεσινὰς ἐφημερίδας οὔτε εἰς τὰς πρωϊνὰς τῆς σήμερον, μὴ διαψεύσαντες δὲ ταῦτα δικαιοῦμαι νὰ εἴπω ὅτι ἐσυκοφαντήσατε καὶ δικαιοῦμαι νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν, ἂν ἐπιτρέπηται ὅπως εἰς τὸ ἀξίωμα τὸ ὕψιστον τοῦ Κράτους εὑρίσκηται ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος φωρᾶται συκοφαντῶν. Ἔχω τὸ δικαίωμα ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν Πρωθυπουργόν, τὸν διευθύνοντα τὴν πλειονοψηφίαν, νὰ ἐρωτήσω, ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψῃ ὅπως ὁ κατέχων τὸ ἀξίωμα τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, τὸ ὕψιστον ἐν τῷ Κράτει ἀξίωμα, ἄν, λέγω, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ συκοφαντῇ. Κύριοι· ἡ ὑπόληψις καὶ ἡ τιμὴ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν δὲν εἶναι κτῆμα μόνον ἰδικόν των, ἀλλὰ καὶ κεφάλαιον ἐθνικόν, ἀλλοίμονον δὲ ὅταν κατερχώμεθα εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε ἡ τιμὴ καὶ ἡ ὑπόληψις αὐτῶν νὰ ἐπιτρέπηται ὅπως διασύρηται ἀπὸ τοῦ πλέον ποταποῦ συκοφάντου. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν θεωρείων).
§30ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ κενωθῶσι τὰ θεωρεῖα τὰ ὁποῖα ἐχειροκρότησαν. Δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέπηται νὰ χειροκροτῶσι τὰ θεωρεῖα, ὅταν ὑβρίζηται ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς.
§31Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Βλέπω ἕνα αὐθαδέστατον ὁ ὁποῖος γελᾷ μὲ αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγομεν. Δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή.
§32Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Ὁ κ. Θεοτόκης Προαγορεύσας δὲν ἠδυνήθη βεβαίως ... (Ἐξακολουθεῖ ὁ θόρυβος εἰς τὰ θεωρεῖα).
§33ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ κενωθῇ, Κύριε Πρόεδρε, τὸ θεωρεῖον.
§34ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω σκόπιμον νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις ἐπὶ πέντε λεπτὰ διὰ νὰ κενωθῇ τὸ θορυβοῦν θεωρεῖον.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5 λεπτὰ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις. Μετὰ τὴν διακοπὴν.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§37ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί. Ὅσον εὐνόητον καὶ εὐεξήγητον θεωρῶ τὴν συγκίνησιν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ προχθεσινὸν ἐπεισόδιον, ἄλλο τόσον εὐνόητον καὶ εὐεξήγητον εὑρίσκω καὶ τὴν συγκίνησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ σήμερον κατόπιν τῶν δημοσιευθέντων εἰς τὰς ἐφημερίδας, προσθέτω ἀκόμη καὶ κατόπιν τῶν λεχθέντων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπὸ τοῦ κ. Ζαβιτσιάνου. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι εὑρισκόμεθα τὴν στιγμὴν ταύτην ἐνώπιον τοῦ ἐκ Κερκύρας βουλευτοῦ κ. Ζαβιτσιάνου, τοῦ καὶ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἀδικήσαντος, ὄχι ὑπὸ τὴν ἰδιότητά του, κἄν, ὡς Προέδρου, ἀδικήσαντος προχθὲς ἐν τῇ ὁρμῇ τῇ ψυχικῇ ὑπὸ τὴν ὁποίαν εὑρέθη τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κερκύρας βουλευτὴν κ. Θεοτόκην, ἀλλὰ παρασχόντος, δύναμαι νὰ εἴπω, πλήρη τὴν ἱκανοποίησιν σήμερον δι’ ὅσων εἶπε διὰ τὸ ζήτημα τῆς ὕβρεως τῆς ὑποτεθείσης ὅτι ἀπηυθύνθη κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ, ἐνῷ εὑρισκόμεθα ἐνώπιον τοῦ ἑτέρου ἐκ Κερκύρας βουλευτοῦ κ. Θεοτόκη ἀδικήσαντος σήμερον τὸν συμπολίτην του, ἀδικήσαντος δὲ τὸν συμπολίτην του χωρὶς νὰ τῷ δώσῃ καμμίαν ἱκανοποίησιν. Ἡ ἐξήγησις, νομίζω, πρέπει νὰ ζητηθῇ ἐν τούτῳ, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶχε καιρὸν εἰκοσιτεσσάρων ὡρῶν διὰ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ψυχικὴν ἠρεμίαν, ἐνῷ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας δὲν ἐδόθη καιρὸς διὰ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ψυχικὴν ἠρεμίαν. Ἴσως ἀλλαχοῦ θὰ ἐκρίνετο ὡς παράλειψις τοῦ κ. Ζαβιτσιάνου ἡ μὴ σπουδὴ αὐτοῦ ὅπως καὶ πρὸ τῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς ἐπανορθώσῃ τὰ δημοσιευθέντα εἰς τὰς ἐφημερίδας. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ ὅμως νὰ ὑποστηρίξω ὅτι κατὰ τὰ παρ’ ἡμῖν εἰθισμένα τοιαύτη παράλειψις δὲν δύναται νὰ καταγνωσθῇ εἰς τὸν κ. Ζαβιτσιάνον. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν ὑπεχρεοῦτο νὰ σπεύσῃ νὰ ἐπανορθώσῃ τὰ δημοσιευθέντα εἰς τὰς ἐφημερίδας ἐκ τῶν ἀγορεύσεων. Ἐβεβαίωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ δὲν δύναται νὰ τεθῇ ἐν ἀμφιβόλῳ τουλάχιστον ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ εἰλικρίνεια τῆς βεβαιώσεώς του, ὅτι καὶ εἰς τὰ πρακτικὰ τὰ ἐπίσημα καὶ τὰ ἐστενογραφημένα εἶχε ληφθῇ πρόνοια, ὅπως μὴ δημοσιευθῇ τι τὸ ἀνακριβές, καὶ εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν διανομὴν τῶν πρακτικῶν θὰ ἔσπευδε νὰ ἱκανοποιήσῃ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας, βεβαιῶν ὅτι τὸ μέρος αὐτὸ τὸ δημοσιευθὲν εἰς τὰς ἐφημερίδας, τὸ ὁποῖον ἔθιγε καὶ πολὺ δικαίως, τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας δὲν ἦτο ἀκριβές. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐλπίσω ὅτι ἡ ἀντίληψις τὴν ὁποίαν ἔχω περὶ τοῦ ἐπεισοδίου εἶναι ἡ ἀντίληψις ἀκριβῶς τῆς Βουλῆς καὶ ὅτι χωρὶς νὰ προκληθῇ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας εἰς ἐπανόρθωσιν ἀδικίας, τὴν ὁποίαν εἶμαι βέβαιος ὅτι διέπραξε καὶ ἐκεῖνος εἰς στιγμὴν ψυχικῆς ταραχῆς, ὅτι τὰ λυπηρὰ ἐπεισόδια τὰ προχθεσινὰ καὶ σημερινά, τὰ μεταξὺ δύο συμπολιτῶν προκληθέντα, θὰ λησμονηθῶσι καὶ ἡ Βουλὴ θὰ προβῇ εἰς τὰς ἐργασίας αὐτῆς θέτουσα φραγμὸν εἰς τὴν ἀναδρομὴν αὐτήν, εἰς τὸ παρελθόν, τὸ ὁποῖον τόσον ἐπιμελῶς ἀπέφυγε νὰ κάμῃ ἀπὸ μακροῦ χρόνου συνεδριάζουσα.
§38Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Εἶμαι βέβαιος ὅτι ὁ κ. Θεοτόκης ἀποφυγὼν νὰ ἀναιρέσῃ τὰ ὅσα ἐγὼ συγκεκριμένα κατήγγειλα, περιορισθεὶς δὲ νὰ ἀξιώσῃ παρ’ ἐμοῦ νὰ διαψεύσω πάραυτα τὴν εἴς τινας ἐφημερίδας δημοσιευθεῖσαν περικοπήν, ἀποκαλέσας με δὲ ἕνεκα τῆς παραλείψεως ταύτης ποταπὸν συκοφάντην, θὰ ἔπεισεν ὁλόκληρον τὴν Βουλὴν ὅτι ὡρισμένως μὲ ἠδίκησεν. Ἐγὼ μίαν ὑποχρέωσιν εἶχον νὰ δώσω ἐξηγήσεις εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῆς περικοπῆς, ἥτις τοσοῦτον θόρυβον προυξένησε, καὶ τὰς ἐξηγήσεις ταύτας ἔδωκα εὐθὺς ἀμέσως ἅμα προεκλήθην. Ὅτι μὲ ἠδίκησεν ὁ κ. Θεοτόκης, ὡς εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἀναμφισβήτητον. Δικαιολογίαν μόνον μίαν δύναται νὰ ἔχῃ, τὴν ψυχικὴν ταραχὴν εἰς ἣν ἤδη εὑρίσκεται. Ταύτην ἀκριβῶς ἔχω ὑπ’ ὄψει, σεβόμενος δὲ ταύτην δηλῶ ὅτι τὸν συγχωρῶ.
§39Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· σεβόμενος τὴν ἡλικίαν; Λησμονεῖ ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι μὲ ὅλην τὴν ἡλικίαν μου ἡ χείρ μου δὲν τρέμει, καὶ ἑπομένως δὲν ἔχω ἀνάγκην τῆς δηλώσεώς του. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὀφείλω νὰ παρατηρήσω ὅτι νομίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος κατ’ ἐμὲ εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀμύνηται ὑπὲρ τῆς ὑπολήψεως τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς χώρας, ἤθελε νοήσει ὅτι δὲν ἐπιτρέπεταί ποτε νὰ μείνῃ κατηγορία ἐπὶ 36 ὥρας καὶ κατηγορία, βαρυτέρα πάσης ἄλλης, ἡ ὁποία δύναται νὰ γίνῃ κατὰ πολιτικοῦ ἀνδρός, νὰ μείνῃ λέγω ἐπὶ 36 ὥρας κατηγορία τοιαύτη χωρὶς νὰ διαψευσθῇ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· τὸ δημοσιευθὲν κείμενον δῆθεν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν ἐδημοσιεύθη εἰς 4 ἐφημερίδας μὲ τὰς αὐτὰς λέξεις; Ποῖος ἔδωκε τὸ κείμενον αὐτὸ εἰς τὰς ἐφημερίδας αὐτάς; Τί ἐγένοντο τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς; Τὰ ἐζήτησα χθές, τὰ ἐζήτησα σήμερον διὰ νὰ ἴδω ποῖαι διορθώσεις ἐπῆλθον εἰς αὐτὸ τὸ κείμενον τὸ ὁποῖον μοὶ παρεδόθη τὴν ἑσπέραν τοῦ ἐπεισοδίου καὶ τὸ ὁποῖον δὲν περιελάμβανε τὰς φράσεις αὐτὰς καὶ ἠρνήθησαν νὰ μοὶ δώσωσι τὰ πρακτικὰ λόγῳ ὅτι τὰ εἶχεν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Ἐν τούτοις ἔμεινα ἐκτεθειμένος ἐπὶ 36 ὥρας. Ὅλοι οἱ ἀναγνώσαντες τὰς ἐφημερίδας ἀνεγίνωσκον ὅτι ἐγὼ εἶμαι ὁ μόνος πολιτευόμενος ἐν Ἑλλάδι, ὁ καταχρασθεὶς δημόσια χρήματα. Καὶ ἐρωτῶ· ἠδυνάμην μετ’ ἀδιαφορίας νὰ περιμένω διάψευσιν, τὴν ὁποίαν ἤθελε κάμει ὁ κ. Βουλευτὴς κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς; Τοῦτο εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποστηριχθῇ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτραπῇ, ὅπως διὰ τῆς δημοσιεύσεως πρακτικῶν ἐστενογραφημένων, μὴ λεγόντων τὴν ἀλήθειαν, ἀφεθῇ ἔκθετος ἐπὶ δύο ἡμέρας ἡ ὑπόληψις πολιτικοῦ ἀνδρὸς διοικήσαντος τὴν Ἑλλάδα. Σήμερον ἡ συκοφαντία ἐστράφη ἐναντίον μου, αὔριον εἶναι δυνατὸν νὰ στραφῇ ἐναντίον ἄλλου. Ἔμεινα ἐκτεθειμένος ἐπὶ 36 ὥρας καὶ ἐρωτῶ· ἡ σιωπὴ ἡ ἀπέναντι ψευδοῦς κατηγορίας δὲν ἀποτελεῖ πρᾶξιν χειροτέραν τῆς συκοφαντίας; Ἡ σιωπή, ἡ τηρηθεῖσα, ἀδύνατον νὰ μὴ θεωρηθῇ ὡς ἐπικύρωσις τῶν δημοσιευθέντων, δῆθεν λεχθέντων κατὰ τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς. Τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὅτι ἠδίκησα τὸν κ. Ζαβιτσιάνον ἀποκαλέσας αὐτὸν ποταπὸν συκοφάντην μετὰ τὴν δήλωσιν τὴν ῥητὴν ἣν ἔκαμε ὅτι δὲν εἶπε τὴν φράσιν τὴν περιέχουσαν δεινὴν κατ’ ἐμοῦ κατηγορίαν δὲν εἶναι ἀκριβή. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἐπερίμενα ἄλλην στάσιν ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν πρόκειται περὶ συμφέροντος ἀτομικοῦ· δὲν εἶναι μόνον ἡ τιμή, ἡ ὑπόληψις ἐμοῦ τὴν ὁποίαν ἐτόλμησαν νὰ μειώσωσιν. Ἀλλοίμονον δὲ ἐὰν ἐπιτρέπηται νὰ διασύρηται ἄνευ λόγου ἡ ὑπόληψις καὶ ἡ τιμὴ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς χώρας! Τί γίνεται τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ὅτε οἱ διοικοῦντες τὸν τόπον διασύρονται ὑπὸ δῆθεν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν ὡς κλέπται; Ἂς περιφρουρήσωμεν τὴν ὑπόληψιν τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν καὶ ἂς μὴ ἐπιτρέψωμεν διὰ τοιούτων μέσων νὰ ἀμαυροῦται ὁ χαρακτὴρ αὐτῶν. Τί θὰ εἴπωσιν αἱ 5000, αἱ 10000 ἀναγνωστῶν, οἱ ὁποῖοι ἀνέγνωσαν τὰς ἐφημερίδας χθές; Εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγνώσωσι τὴν διάψευσιν μετὰ 48 ὥρας. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἐπὶ 48 ὥρας ἐπίστευσαν ὅτι εἶναι δυνατὸν πολιτικὸς διοικήσας τὴν Ἑλλάδα νὰ κατηγορηθῇ ὅτι κατεχράσθη χρήματα τοῦ δημοσίου. Δὲν ἔχω δὲ νὰ ἀποσύρω οὐδὲ λέξιν ἐξ ὅσων εἶπον. Ὑπάρχει φαίνεται τις, ὁ ὁποῖος νομίζει ὅτι αὗται αἱ λέξεις ἀποτελοῦσι προσβολήν, ἀλλ’ ὅτι δύναται νὰ συγχωρήσῃ τὴν προσβολὴν λόγῳ τοῦ γήρατός μου. Ἐπαναλαμβάνω νὰ τῷ εἴπω ὅτι πρέπει νὰ εἶναι βέβαιος ὅτι ἡ χείρ μου δὲν τρέμει.
§40ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἰς τὸ προσωπικὸν ζήτημα μεταξὺ τῶν κ. Βουλευτῶν Κερκύρας ἔχω καθῆκον νὰ μὴ παρεμβῶ. Ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι συμμερίζομαι καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας, ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες καὶ ἡ ὑπόληψις αὐτῶν εἶναι κεφάλαιον ἐθνικόν. Νομίζω ὅμως ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν κατέχεται ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἐκ τῆς συγκινήσεως λόγῳ τῆς κακῆς δημοσιεύσεως τῶν πρακτικῶν ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων. Φοβοῦμαι δὲ ὅτι πιστεύει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ὅτι ὁ κ. Ζαβιτσιάνος τῷ ἀπηύθυνε τὴν φράσιν ταύτην.
§41Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν τὸ πιστεύω, ἀλλ’ ἐρωτῶ· ποῖος ἔδωκεν εἰς τὰς ἐφημερίδας τὰ πρακτικὰ τὰ ὁποῖα ἐδημοσιεύθησαν ὡς ἐστενογραφημένα;
§42ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐπιτρέψατε νὰ διαβεβαιώσω ὅτι δὲν ἀνέγνωσα εἰς τὰς ἐφημερίδας τοιοῦτόν τι, ἀλλὰ τὸ ἔμαθον σήμερον ἐλθὼν ἐνταῦθα ἢ μᾶλλον σήμερον εἰς τὰς ἕνδεκα, ὅτε ἦλθεν ὁ κ. Ζαβιτσιάνος εἰς τὸ σπίτι μου καὶ μοῦ εἶπεν ὅτι τοιοῦτόν τι ἐδημοσιεύθη. Ἦτο φυσικὸν ὅτι τοῦτο δὲν ἠδύνατο ν’ ἀφεθῇ ἀνεπανόρθωτον καὶ μὲ συνεβουλεύθη περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν θὰ ἐγίνετο ἡ διόρθωσις των· ἐκείνην τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἦλθεν ὁ κ. Ζαβιτσιάνος δὲν εἶχον ἀναγνώσει τὸ ἐπεισόδιον ἐγώ. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ θεωρήσῃ ὀρθὴν τὴν ἀντίληψίν μου ὅτι τὸ ἐπεισόδιον δὲν ὑφίσταται μετὰ τὰς διαβεβαιώσεις τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ἡ Βουλὴ δύναται νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν Ἡμερησίαν διάταξιν.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Ράλλης ἔχει τὸν λόγον.
§44Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἠδύνατό τις νὰ χαρακτηρίσῃ, Κύριοι, τὸ ἄρτι λῆξαν ἐπεισόδιον ὡς ἐπεισόδιον καθαρῶς προσωπικόν. Καὶ καθ’ ὅσον ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας, ὁ κ. Ζαβιτσιᾶνος, ἤθελε περιορισθῆ εἰς μόνην τὴν διάψευσιν τῆς φράσεως τῆς τεθείσης εἰς τὰ χείλη αὐτοῦ, βεβαίως δὲν θὰ ἥρμοζεν ἡ παρέμβασις ἄλλου τινὸς κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προχθεσινοῦ ἐπεισοδίου καὶ μετὰ τὰς ἐξηγήσεις αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν. Ἡ φράσις ἐκείνη ἡ δημοσιευθεῖσα εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ τὴν ὁποίαν ἐχαρακτήρισεν ὡς ψευδῆ ὁ κ. Ζαβιτσιᾶνος ἀποτελεῖ ἁπλῶς σκαιὰν ὕβριν κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Κερκύρας κ. Θεοτόκη. Ἴσως καὶ ἂν ἐξεστομίζετο τοιαύτη τις ὕβρις παρὰ χυδαίου τινὸς θὰ ἠδύνατο νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς μὴ καταλογιστέα λόγῳ τῆς ἐξάψεώς του. Ἀλλ’ ἀναμφισβητήτως, ἐὰν ἡ τοιαύτη χυδαία ὕβρις ἐξεστομίζετο παρ’ ἐκείνου ὁ ὁποῖος ἀνεδείχθη ὑπὸ τοῦ Σώματος ὡς Πρόεδρος αὐτοῦ, θὰ ἀπεδείκνυεν αὐτὸν ἀνάξιον τοῦ ἀξιώματος τὸ ὁποῖον φέρει. Ὁ κ. Ζαβιτσιᾶνος ἓν εἶχε καθῆκον ἢ νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ λεχθέν, ὅτε ἤθελεν ἀποδειχθῆ ἐντελῶς χυδαῖος, ἢ νὰ τὸ διαψεύσῃ. Ἀλλὰ προέβη περαιτέρω· προέβη εἰς καταγγελίαν τῆς πολιτικῆς καταστάσεως ἡ ὁποία διεῖπεν ἐπὶ μακρὰ ἔτη τὴν ἰδικήν του πατρίδα, καὶ ἡ παράστασις τῆς καταστάσεως ἐκείνης ὑπῆρξε τοιαύτη, ὥστε δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ χυδαία ὕβρις ἡ ὁποία ἀπεδόθη τῷ κ. Ζαβιτσιάνῳ εἶναι ἐλαφροτέρα ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκεν οὗτος ἐντεῦθεν παριστάνων τὴν προϋπάρχουσαν κατάστασιν τῆς πατρίδος του, οἵαν τὴν παρέστησε, χαρακτηρίζων τὴν Κέρκυραν ὡς τὴν κοιτίδα τῆς λαθρεμπορίας καθ’ ὅλην τὴν μακρὰν διοίκησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, παριστῶν τὴν κατάστασιν ὡς ἀποπνέουσαν, ὡς εἶπεν, τὴν ἀποσύνθεσιν. Καὶ ἐδῶ φρονῶ ὅτι ἀπὸ προσωπικοῦ τὸ ζήτημα ἔλαβε χαρακτῆρα γενικόν. Μᾶς εἶπεν ὁ κ. Ζαβιτσιᾶνος, ὅτι εὑρισκόμενος εἰς τὴν ἐξοχὴν ἤκουσε ποδοβολητὸν καὶ εἶδεν ὁλόκληρον καραβάνιον λαθρεμπόρων διερχομένων ὑπὸ τὰ παράθυρά του. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ ἐκπλήττει εἶναι ὅτι ὁ κ. Ζαβιτσιᾶνος καταγγέλων τὴν κατάστασιν ταύτην κατήγγελλεν ἑαυτόν, διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῇ ὁ κ. Ζαβιτσιᾶνος ὅτι δὲν ἀγνοεῖ κανεὶς ὅτι ὑπῆρξε γραμματεὺς ἢ βοηθὸς τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας πολιτευτοῦ.
§45Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Οὐδέποτε ὑπῆρξα εἰς τὴν τιμήν μου.
§46Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὅτι εἰργάσθητε εἰς τὸ Γραφεῖον τοῦ κ. Θεοτόκη, ὅτι ἐζητήσατε ὅπως συμπράξητε ἐν τῷ συνδυασμῷ, τὸν ὁποῖον συνεκροτοῦμεν ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Κερκύρας δὲν θ’ ἀρνηθῆτε. Ἐγὼ εἶχον τὴν γνώμην ὅτι ἐδικαιοῦσθε ἀκριβῶς ἕνεκα τῆς μακρᾶς συνεργασίας ὑμῶν, ἐν τῷ κόμματι τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Κερκύρας.
§47Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Οὐδέποτε ὑπῆρξα φίλος του.
§48Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ὑπεστήριξα θερμῶς ὅπως προσληφθῆτε εἰς τὸν συνδυασμόν. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας σᾶς ἀπέκρουσε προτιμήσας ὅπως ἄλλος τις πλησιέστατα ὑμῶν προσληφθῇ ἐν τῷ συνδυασμῷ. Ἔκτοτε ὑψώσατε τὴν σημαίαν τῆς ἀνορθώσεως· μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ὑπήρξατε ἀλληλέγγυος πρὸς τὴν διοίκησιν ἐκείνην καὶ ἤκουσα μετ’ ἐκπλήξεως τὰς καταγγελίας τὰς ὁποίας ἐξηγγείλατε κατὰ τῆς πολιτικῆς ἐκείνης τῆς ὁποίας ὑπήρξατε ἀλληλέγγυος. Εἰς τοῦτο ἔγκειται κατ’ ἐμὲ ἡ ὕβρις· καὶ φρονῶ ὅτι πᾶς τις δικαιοῦται νὰ ἐξεγερθῇ κατὰ τῶν τοιούτων ἀορίστων καταγγελιῶν, μηδόλως ἀποδεικνυομένων, γινομένων ἐκ μέρους Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος σήμερον κατέχει καὶ τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, κατὰ τοιούτων καταγγελιῶν τῆς ἰδίας του πολιτείας ἢ τοὐλάχιστον τῆς πολιτείας ἐκείνης, διὰ τὴν ὁποίαν ὑπῆρξεν ἀλληλέγγυος. Διὰ τοῦτο μὴ δυνάμενος νὰ πράξω ἕτερόν τι, διότι δὲν ἐξαρτᾶται ἐξ ἐμοῦ τι πλέον, ὀφείλω νὰ ἐκφράσω τὴν βαθεῖάν μου λύπην, ἀλλὰ καὶ τὴν ἔκπληξίν μου, διότι παραφορὰ μιᾶς δημοτικῆς ἐκλογῆς, εἰς τὴν ὁποίαν μήτε σεῖς μήτε ἐκεῖνος μήτε ἄλλος τις εἶχε δικαίωμα νὰ ἐπεμβῇ, σᾶς ἔφερε μέχρι τοῦ σημείου νὰ λησμονήσητε ἑαυτὸν καὶ νὰ ἐκφέρητε τοιαύτην ὕβριν κατὰ τῆς ἰδίας ὑμῶν πατρίδος. Διότι ἐὰν φωνάζωσιν ἐν Κερκύρᾳ ζάκχαριν ὡς σύνθημα τῆς νίκης τῶν φίλων τοῦ κ. Θεοτόκη, τοῦτο σημαίνει ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς Κερκύρας ἀποβλέπει μετ’ ἐλπίδος εἰς τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ λαθρεμπορίου. Ἀλλὰ τοῦτο, ὡς εἶπον, ἀποτελεῖ ὕβριν καθ’ ὁλοκλήρου τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Κερκύρας, οἱαδήποτε δὲ καὶ ἂν ὑπῆρξεν ἡ παραφορὰ ὑμῶν ἐκ τοῦ ὅτι ὑπέστητε μίαν ἧτταν ἐκλογικὴν εἰς ἐκλογήν, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἐδικαιοῦσθε ν’ ἀναμιχθῆτε καὶ μάλιστα περιβεβλημένος τὸ ἀξίωμα, μὲ τὸ ὁποῖον περιβάλλεσθε, βεβαίως δὲν σᾶς ἐπετρέπετο νὰ ἐκφέρητε τοιαύτην ὕβριν κατὰ τῆς Πατρίδος ὑμῶν.
§49Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Ἐθεώρουν τὸ ἐπεισόδιον λῆξαν, καὶ θὰ τὸ ἐθεώρουν λῆξαν καὶ μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. ἐξ Ἀρκαδίας πολιτευτοῦ, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἤθελε στηριχθῆ οὗτος ἐπὶ γεγονότων ἀσφαλῶς μὴ ἀληθῶν. Δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλὴν ὅτι οὐδέποτε ὑπῆρξα γραμματεὺς τοῦ κ. Θεοτόκη. Πρὸς Θεοῦ! Ἡ οἰκογένειά μου οὐδέποτε ἐψήφισε τὸν κ. Θεοτόκην. Ποτέ, ποτέ, ποτέ.
§50Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν εἰργάσθητε εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ ἀδελφοῦ μου;
§51Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Ὄχι.
§52Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Σᾶς ἐρωτῶ ἁπλῶς, διότι ἐγὼ ἀπουσίαζον τακτικῶς μένων ἐν Ἀθήναις.
§53Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Ἀσφαλῶς ὄχι. Τὸν κ. ἀδελφόν σας ἐπλησίαζον μίαν ἐποχήν, διότι συνέπεσε μίαν ἐποχὴν νὰ καθήμεθα πλησίον. Συγκατώκουν τότε ἐγὼ μετά τινος θείας μου, καὶ τὸν ἔβλεπον συχνὰ καὶ ὡμιλούσαμεν καὶ σᾶς λέγω τὴν ἐποχήν· ἦτο πρὸ τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1902 καὶ ὅταν ἔφθασαν αἱ ἐκλογαὶ αὗται, ὁ καθεὶς ἐτράπη εἰς τὰ ἔργα του· τότε εἴχομεν κόψει καὶ τὸν χαιρετισμόν. Ἡ οἰκογένειά μου ὁλόκληρος, καὶ ὅταν ἀκόμη δὲν παρουσιάζετο ὑποψήφιος ἀντίθετος τοῦ κ. Θεοτόκη, μετέβαινεν εἰς τὰ ἐκλογικὰ τμήματα καὶ κατεψήφιζε τὸν κ. Θεοτόκην, ἵνα ἀποδείξωμεν τὴν ἀποδοκιμασίαν μας. Τοῦτο ἐγένετο τακτικά, τακτικώτατα. Οὐδέποτε συνειργάσθημεν. Ἁπλῆν γνωριμίαν εἴχομεν μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ κ. Θεοτόκη καὶ ἐβλεπόμεθα τότε, ὡς καὶ τώρα οὐδεμίαν δυσκολίαν θὰ εἶχον νὰ τὸν πλησιάσω. Τὸ γεγονὸς τοῦτο θέλω νὰ τονισθῇ ὅτι οὐδεμία ἀλληλεγγύη μᾶς συνέδεεν οὔτε εὐθύνην τινὰ ὑπέχω διὰ τὰ ἁμαρτήματα τῆς οἰκογενείας Θεοτόκη. Εἶμαι ὁ ὀλιγώτερον ὅλων τῶν ἄλλων θνητῶν ὑπεύθυνος. Ἄν ὑπάρχῃ ἐν Κερκύρᾳ οἰκογένεια, ἡ ὁποία δύναται νὰ καυχηθῇ ὅτι δὲν ὑπῆρξέ ποτε φιλικὴ πρὸς τὸν κ. Θεοτόκην, εἶναι ἡ ἰδική μου, ἡ οἰκογένεια τοῦ πατρός μου, ὡς υἱὸς τοῦ ὁποίου ἐγὼ κατ’ ἀνάγκην ἠκολούθησα τὰ αὐστηρὰ διδάγματα αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα πάντοτε θὰ ἀκολουθῶ. Αὐτὰ ἤθελον νὰ εἴπω μὲ ὅλον τὸν σεβασμὸν καὶ τὴν ἐκτίμησιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἔχω, κ. Βουλευτὰ ἐξ Ἀρκαδίας. Ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλην ἀνακρίβειαν ὑπεπέσατε, κ. Ράλλη, ὅταν ἠθελήσατε νὰ διερμηνεύσητε τοὺς λόγους μου. Ἐγὼ εἶπον ὅτι εἰς τὰς ἐκλογικὰς διαδηλώσεις τοῦ κ. Θεοτόκη ἐφώναζον «Ζήτω ἡ ζάκχαρι». Δὲν προσέβαλον βεβαίως μὲ τοῦτο τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Κερκύρας οὔτε εἶπον ὅτι ἀπετελεῖτο ἐκ λαθρεμπόρων. Ἐάν τινες μεταξὺ τῶν διαδηλωτῶν πιστῶς ὑποστηρίζοντες τὰ συμφέροντά των καὶ τὸ κόμμα, ἐφώναζον «ζήτω ἡ ζάκχαρι», δὲν ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι προσεβλήθη ἡ τιμὴ τῆς Κερκύρας, ἡ ὁποία μένει ὑψηλὰ καὶ εἶναι ἀνωτέρα πάσης περιγραφῆς.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ἔχοντος ἄλλου τὸν λόγον, τὸ ἐπεισόδιον θεωρεῖται λῆξαν καὶ ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Ν. Βελέντζας ἔχει τὸν λόγον, ὅπως ὑποστηρίξῃ ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Σέλιανης παρακαλούντων, ὅπως ληφθῇ πρόνοια διὰ τὸν πλημμυροῦντα παραπόταμον τοῦ χωρίου των.
§55Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ὅτε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὴν συγκοινωνίαν τῆς Φθιώτιδος, παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ περὶ κατασκευῆς γεφύρας ἐν τῷ χωρίῳ Σέλιανῃ τῆς Φθιώτιδος. Εἶχε τότε τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ ὅτι ἡ Ὑπηρεσία μὴ λαβοῦσα μέχρι τότε ἀφορμὴν δὲν εἶχεν ἐξετάσει τὴν ἀνάγκην τῆς κατασκευῆς τοιαύτης γεφύρας. Ἤδη ὑπεβλήθη καὶ ἀναφορὰ τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου τούτου, οἵτινες παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν θερμῶς νὰ κατασκευασθῇ, ἔστω καὶ ξυλίνη γέφυρα, διὰ μικρᾶς δαπάνης, διότι πρόκειται περὶ γεφύρας ἐπὶ χειμάρρου τὸν ὁποῖον σχηματίζει ὁ Σπερχειός. Σᾶς παρακαλῶ καὶ πάλιν, κ. Ὑπουργέ, νὰ ἐξετάσητε τὴν ὑπόθεσιν ταύτην καὶ διαβιβάσητε τὴν ἀναφορὰν εἰς τὸν ἁρμόδιον νομομηχανικὸν Φθιώτιδος. Διὰ μικρᾶς δαπάνης θὰ προστατεύσητε τοὺς χωρικοὺς ὁλοκλήρου διαμερίσματος, οἵτινες εἶναι ἀποκεκλεισμένοι πάσης συγκοινωνίας.
§56Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συστάσεώς σας ὑπέδειξα τὴν ἀνάγκην εἰς τὴν ὑπηρεσίαν.
§57Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἡ ἀναφορὰ τοῦ Ν. Τσακτάνη, παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸ οἰκεῖον Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν, συναινούσης τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Ν. Βελέντζας «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν· 1) διατί δὲν προήχθησαν ἀκόμη εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ οἱ ἀποτυχόντες ἐκ τῆς σχολῆς τῶν Εὐελπίδων ὑπαξιωματικοί, οἵτινες συμπεριελαμβάνοντο ἐν τῷ κεκυρωμένῳ πίνακι τῆς 30 Νοεμβρίου καὶ ὅστις πίναξ ἐξηντλήθη ὡς πρὸς τοὺς ἄλλους ὑπαξιωματικοὺς τοὺς ἐν αὐτῷ συμπεριλαμβανομένους; 2) ἂν σκοπῇ νὰ λάβῃ μέτρον τι πρὸς αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας τῶν ἀνθυπασπιστῶν, ἡ πολυπληθὴς τάξις τῶν ὁποίων δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ μὲ τὴν γλίσχρον μισθοδοσίαν της εἰς τὰς ἀνάγκας, ἃς ἐπιβάλλει ἡ θέσις αὐτῶν καὶ ὁ βαθμός των, καὶ 3) ἂν σκοπῇ νὰ διατάξῃ τὴν ἀπόλυσιν τῶν ἀπαλλαγέντων τοῦ 1902, ἥτις εἶναι πλέον ἐπιβεβλημένη, δι’ οὓς λόγους καὶ ἄλλοτε ἐγνωρίσαμεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν».
§59ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κατὰ τὸν νόμον 115 ἐφάπαξ μόνον δύναται νὰ γίνῃ προαγωγὴ εἰς ἀνθυπασπιστὰς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰσχυόντων κατὰ τὴν προαγωγὴν ταύτην. Ἀναμένομεν λοιπὸν νὰ πληρωθῇ ὁ γενικὸς πίναξ κατόπιν τῆς ἐξετάσεως ὅλων τῶν παραπόνων τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν, ὥστε νὰ γίνῃ δι’ ἑνὸς Διατάγματος ἡ προαγωγὴ καὶ ἐκείνων, τῶν ὁποίων τὰ παράπονα θεωροῦμεν βάσιμα καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔδωσαν ἐξετάσεις καὶ μένουν ἔξω, διότι ἂν προαγάγωμεν αὐτοὺς σήμερον, δὲν θὰ δυνάμεθα νὰ ἐκδώσωμεν ἄλλο Διάταγμα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κρατούντων.
§60Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Περιλαμβάνεται καὶ ἄλλο ἐρώτημα, περὶ αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας.
§61ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρακαλῶ, νὰ ἔλθητε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν.
§62Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Δυσκολεύομαι πολὺ νὰ εἰσέλθω. Μᾶς παρεμβάλλονται πολλὰ ἐμπόδια. Ὅταν πρόκειται νὰ ἴδω τὸν κ. Πρωθυπουργόν, μοὶ ἀπαντοῦν· εἶναι μὲ τοὺς τμηματάρχας· ὅταν πρόκειται νὰ ἴδω αὐτοὺς μοῦ λέγουν μετὰ τὰς 11. Δὲν τὸ ὑποβάλλω ὡς παράπονον, ἀλλὰ...
§63ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅτι εἶναι πολλὴ ἡ ἐργασία.
§64Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ὁπωσδήποτε λαμβάνετε μέριμναν καὶ περὶ τῆς μισθοδοσίας τῶν ἀνθυπασπιστῶν; Διότι αὐτοί, ἐνῷ ἀποτελοῦσι τὴν ἀνωτέραν βαθμίδα τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ ἔχουσι φυσικὰ μεγαλειτέρας ὑποχρεώσεις ἀπὸ αὐτούς, αὐξάνεται ἡ μισθοδοσία των κατὰ 10 δραχμὰς μόνον. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ προνοήσητε καὶ περὶ αὐτῶν. Παρακαλῶ προσέτι νὰ διατάξητε καὶ τὴν ἀπόλυσιν τῶν ἀπαλλαγέντων, οἵτινες ἀποτελοῦσι τάξιν ἀνθρώπων οἰκογενειαρχῶν, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον καὶ ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς ἀναστάτωσιν ἐκ τῆς παρατεινομένης κρατήσεώς των ἐν τῷ στρατῷ.
§65ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Προέβην εἰς δήλωσιν.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 6 ἐρώτησις ἀναβάλλεται. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 7. Ὁ κ. Δ. Χατζηγιάννης· «Παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν περιῆλθεν εἰς γνῶσιν τοῦ Ὑπουργείου ὅτι ἡ ἐπιτροπή, ἡ ἐλέγξασα τὰ γραπτὰ τῶν ὑποστάντων μεραρχιακὰς ἐξετάσεις ὑποψηφίων διὰ τὴν σχολὴν τῶν Ὑπαξιωματικῶν, ἠκύρωσέ τινα ἐπὶ μόνῃ τῇ ὑπονοίᾳ ὅτι τυχὸν ἀντέγραψαν οὗτοι, καὶ ἐὰν θὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἐκ νέου ἐξέτασις τῶν οὕτως ἀπορριφθέντων, διὰ τὴν ἀντιγραφὴν τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει βεβαίωσις, ἀλλὰ ἁπλῆ ὑπόνοια».
§67ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα. Ἔχω τὰς πληροφορίας ὅτι ἠκύρωσάν τινα, διότι ἐθεώρησαν ὅτι ἐγένετο ἀντιγραφή. Τοῦτο δὲ ῥητῶς ἐπιβάλλεται ἐκ τοῦ νόμου.
§68Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ ἐξετάσεις ἐγένοντο εἰς πολλὰς καὶ διαφόρους πόλεις κατὰ Μεραρχίας.
§69ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔκαμαν ἀντιγραφὴν κατὰ λέξιν, καὶ κατὰ τὸν νόμον ἀκυροῦνται τὰ γραπτὰ καὶ τῶν δύο, καὶ τὸ πρωτότυπον καὶ τὸ ἀντίγραφον.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Παπαϊωάννου. «Παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διὰ τίνα λόγον ἀρνεῖται τὸ ἁρμόδιον τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τὴν πληρωμὴν τῶν μισθῶν εἰς τὸν ἔφεδρον λοχαγὸν τοῦ πεζικοῦ Γεώρ. Μόσχον ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Ἰουνίου μέχρι τῆς ἀπολύσεώς του καὶ ἀναβάλλει ἐπὶ διαφόροις προφάσεσι νὰ ἐξοφλήσῃ τούτους».
§71ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἐρωτήσεως καταθέτω ἐγγράφως τὴν ἀπάντησιν, ἵνα λάβῃ γνῶσιν ὁ κ. Βουλευτής.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Πετροπουλάκης ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ πόσον χρόνον θὰ μείνῃ ἔτι ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ ὁπλιτῶν τῆς τελωνιακῆς ἀστυνομίας, κληθέντων καὶ κληθησομένων δυνάμει τοῦ νόμου ͵ΓΩΠΗʹ».
§73ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δὲν θὰ βραδύνῃ ἡ λύσις τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Ὑπάρχουσι πολλαὶ δυσχέρειαι καὶ αἱ δυσχέρειαι αὗται προκύπτουσιν ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι τὸ σῶμα αὐτὸ μόλις εἶχεν ὀργανωθῆ συνέπεσεν ἡ κινητοποίησις τοῦ στρατοῦ καὶ οἱ ἄνδρες τῆς τελωνιακῆς ἀστυνομίας μετέβησαν εἰς τὸν στρατόν. Ἅμα ἔληξεν ἡ ἐπιστράτευσις, ἐπανῆλθον πολλοὶ ἐξ αὐτῶν εἰς τὴν τελωνιακὴν ἀστυνομίαν, ἀλλὰ δυστυχῶς τὰ στελέχη τοῦ σώματος τούτου δὲν δύνανται πλέον νὰ ἐπανέλθωσι, διότι αἱ ἀνάγκαι καὶ τῆς χωροφυλακῆς καὶ τῆς ἀστυνομίας εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ μὴ μᾶς ἐπιτρέπηται νὰ ἀναμείνωμεν ὅτι θὰ δυνηθῶμεν ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας νὰ μᾶς δώσωσιν αἱ ἁρμόδιοι ὑπηρεσίαι τοὺς ἀξιωματικοὺς οὓς προηγουμένως εἶχε τὸ σῶμα αὐτὸ ὡς στελέχη· τὸ ζήτημα δὲν ἐκανονίσθη εἰσέτι, διότι παρεῖχε πολλὰς δυσχερείας. Ὅ,τι εἶναι βέβαιον εἶναι ὅτι δὲν πρόκειται νὰ γίνῃ οὐδεμία μεταβολὴ τῆς καταστατικῆς βάσεως τοῦ σώματος.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Ἀραβαντινὸς «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, τίνα μέτρα ἔλαβε καὶ εἰς τίνα διαβήματα προέβη, ἵνα ἐπιτύχῃ τὴν ἄρσιν τῆς ἀπαγορεύσεως, ἣν ἡ Αὐστριακὴ Κυβέρνησις ἐπέβαλεν ἐπὶ ἀνυποστάτῳ αἰτιολογίᾳ εἰς τὴν εἰσαγωγὴν ἑλληνικῶν δερμάτων εἰς τοὺς Αὐστριακοὺς λιμένας».
§75Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε· θὰ εἶναι ἴσως εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς ἐκ τῶν δημοσιευθέντων εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ ἐκ καταγγελιῶν ἐκ μέρους τῶν ἐνδιαφερομένων εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς ὅτι ἀπὸ διμήνου καὶ πλέον ἔχει ἀπαγορευθῆ ἡ εἰσαγωγὴ δερμάτων Ἑλληνικῶν εἰς Αὐστριακοὺς λιμένας ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ὑπάρχει ἐπιζωοτία εἰς τὴν Βουλγαρίαν, ἡ δὲ Ἑλλὰς δὲν φυλάττει τὰ σύνορα πρὸς τὴν Βουλγαρίαν κατὰ τρόπον ὥστε ν’ ἀποκλείηται ὁ κίνδυνος τῆς μεταδόσεως τῆς ἐπιζωοτίας ἐκ Βουλγαρίας εἰς Ἑλλάδα. Προκειμένου περὶ τῆς Σερβίας, ἥτις καὶ αὐτὴ συνορεύει μετὰ τῆς Βουλγαρίας, ἐπετράπη κατὰ τὰς ἐμὰς πληροφορίας ἡ εἰσαγωγὴ δερμάτων, διότι θεωρεῖ ἡ Αὐστριακὴ Κυβέρνησις ὅτι ἡ Σερβικὴ Κυβέρνησις προφυλάττει καλλίτερον τὰ ἑαυτῆς σύνορα. Ἡ παράτασις τῆς ἀπαγορεύσεως ταύτης ἐπιφέρει μεγάλας ζημίας εἰς τὸ ἐμπόριον, διότι καταστρέφονται τὰ ὑπάρχοντα ἀποθέματα εἰς τὸ τελωνεῖον Τεργέστης καὶ ζημιοῖ καὶ τοὺς εἰσαγωγεῖς ἐν Τεργέστῃ καὶ τοὺς Ἑλληνικοὺς οἴκους, οἱ ὁποῖοι ἐπιβαρύνονται μὲ φύλακτρα καὶ λοιπὰς δαπάνας. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ λάβω πληροφορίας ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τίνα μέτρα ἔλαβε καὶ τίνα ἀποτελέσματα ἐπέφερον τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία πιστεύω ὅτι θὰ ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ ἀσχοληθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου δι’ ἀναφορῶν τῶν ἐνδιαφερομένων.
§76Γ. ΣΤΡΕΪΤ. Ἡ ἐνταῦθα Αὐστριακὴ Πρεσβεία ἀνεκοίνωσεν ἡμῖν ἐγγράφως ὅτι δι’ ἐγκυκλίου πρὸς τὰς Ὑγειονομικὰς Ἀρχὰς τῆς Αὐτοκρατορίας ἀπηγορεύθη ἄνευ ἀδείας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας ἡ εἰσαγωγὴ ζώων καὶ τῶν ἐξ αὐτῶν προϊόντων εἰς Αὐστρίαν. Τὸ μέτρον ἐλήφθη ἕνεκα τῆς ἐνσκηψάσης εἰς τινα Βαλκανικὰ Κράτη πανώλους ἐπὶ τῶν βοῶν (βοείου τύφου peste bovine). Ἅμα τῇ λήψει τῆς ἀνακοινώσεως ἀπηντήσαμεν τῇ Πρεσβείᾳ ὅτι ἐπιζωοτία μὲν οὐδεμία ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι, ἡ δ’ ἐκ Βουλγαρίας, ἔνθα ὑφίσταται ὁ τῦφος ἐπὶ τῶν βοῶν, εἰσαγωγὴ εἰς Ἑλλάδα βοῶν, βουβάλων καὶ τῶν λοιπῶν προϊόντων αὐτῶν ἀπηγορεύθη διὰ Β. Διατάγματος τῆς 15 Ἰανουαρίου καὶ ὅτι κατ’ ἀκολουθίαν οὐδόλως δικαιολογοῦνται ὡς πρὸς τὴν Ἑλλάδα τὰ ληφθέντα μέτρα, ὧν καὶ ἐπεζητήσαμεν τὴν ἄρσιν. Αὐθημερὸν δέ, ἤτοι τῇ 21 Ἰανουαρίου, ἐπεστείλαμεν καὶ τῷ ἐν Βιέννῃ ἡμετέρῳ ἐπιτετραμμένῳ παρέχοντες αὐτῷ ὁδηγίας ὅπως προβῇ εἰς διαβήματα πρὸς ἄρσιν τῆς ἀπαγορεύσεως. Τῇ 6 Φεβρουαρίου ἐτηλεγραφήσαμεν αὐτῷ ἵνα γνωρίσῃ ἡμῖν τηλεγραφικῶς τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐνεργειῶν του, ἐφ’ ᾧ ὁ κ. ἐπιτετραμμένος ἀπήντησεν ὅτι προέβη εἰς σχετικὰ διαβήματα καὶ ὅτι ἐπεφυλάσσετο ν’ ἀνακοινώσῃ ἡμῖν τὸ ἀποτέλεσμα. Ἀλλὰ καὶ αὖθις τῇ 11 τρ. ἐτηλεγραφήσαμεν αὐτῷ, ὅπως ἐπισπεύσῃ τὰς ἐργασίας του καὶ ἐπιτύχῃ τὴν ἄρσιν. Νεωτέρα ἀπάντησις δὲν ἐλήφθη.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καντιάνης «ἐρωτᾷ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργόν, ἂν ἔλαβε γνῶσιν τῶν καταγγελιῶν τῶν ἐν Ἁγίῳ Φραγκίσκῳ τῆς Καλιφορνίας παροικούντων Ἑλλήνων, δημοσιευθεισῶν καὶ ἐν τῇ ὁμωνύμῳ Ἑλληνικῇ ἐφημερίδι, κατὰ τοῦ ἐν τῇ πόλει ἐκείνῃ προξένου τῆς Ἑλλάδος Δὲ–Φοντάνα, καθ’ οὗ πρὸ τριετίας μὲν ἔχει ὑποβληθῆ καὶ ἔκθεσις τοῦ ἐν Βασιγκτῶνι ἐπιτετραμμένου κ. Καυταντζόγλου, ἐπ’ ἐσχάτων δὲ ἑτέρα τοιαύτη τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν ἐν Ἀμερικῇ Ἑλληνικῶν προξενείων κ. Στ. Κιουζὲ Πεζᾶ, εἰδικὰς ἐνεργήσαντος ἀνακρίσεις ἐπὶ τῶν εἰρημένων καταγγελιῶν, ἀληθῶς φρικτῶν, καὶ ἐν καταφατικῇ περιπτώσει, τίνα μέτρα ἔλαβεν ἢ προτίθεται νὰ λάβῃ κατὰ τοῦ περιφήμου αὐτοῦ Προξένου, τοῦ κατορθώσαντος διὰ τῶν πράξεων καὶ τῆς συμπεριφορᾶς του νὰ ἐξεγείρῃ ἐναντίον του πάντας τοὺς ἐν Ἁγίῳ Φραγκίσκῳ παροικοῦντας ὑπερεξακισχιλίους Ἕλληνας ὑπηκόους».
§78Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Περὶ ὅλων τῶν συμβαινόντων ἐκεῖ ἔχουσιν ὑποβληθῆ ἐκθέσεις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καταγγελίαι δὲ τῶν ἐν Ἁγίῳ Φραγκίσκῳ παροικούντων Ἑλλήνων ἐδημοσιεύθησαν εἰς τὰς ἐφημερίδας, διὰ τῶν ὁποίων ἀποδίδονται εἰς τὸν Πρόξενον αὐτὸν ὡρισμέναι κατηγορίαι. Ἡ Ἑλληνικὴ κοινότης τοῦ Ἁγίου Φραγκίσκου δὲν ἀποτελεῖται ἀπὸ ἓξ χιλιάδας Ἑλλήνων, ἀλλὰ περιλαμβάνει ὑπὲρ τὰς ὀκτὼ χιλιάδας, πάντες δ’ οὗτοι ἔχουσιν ἐξεγερθῆ ἐναντίον τοῦ Προξένου αὐτοῦ, εἰς ὃν ἀποδίδονται ἐν περιλήψει αἱ ἑξῆς πράξεις (ἀναγινώσκει)· «ὅτι εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ πολέμου, καθ’ ἣν ἐπίστρατοι Ἕλληνες ἐνθουσιῶντες ἐζήτουν νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅπως πολεμήσωσιν ὑπὲρ τῆς ἀγωνιζομένης Πατρίδος, αὐτὸς ἀπέβλεπε νὰ χρηματισθῇ καὶ ἐξέδιδε πιστοποιητικὰ ἐξ ὧν εἰσέπραττε παρανόμως πλειότερα τῶν νομίμων κλπ.». Χιλιάδας δραχμῶν εἰσέπραξεν οὕτω ἐκ τῆς ἐκδόσεως τῶν τοιούτων πιστοποιητικῶν, ἠναγκάσθη δὲ νὰ ὁμολογήσῃ τοῦτο καὶ ἐνώπιον τοῦ ἐπιθεωρητοῦ καὶ νὰ εἴπῃ· «πῶς δυνάμεθα νὰ ζήσωμεν, ἀφοῦ δὲν μᾶς δίδει ἡ Ἑλλὰς μισθόν;». Ἐκτὸς δὲ τούτου (ἀναγινώσκει)· «εἰς οὐδεμίαν τῶν τελετῶν παρίσταται κλπ.» καὶ πλεῖστα τέλος ἄλλα. Τοιούτου εἴδους κατηγορίαι σαφεῖς καὶ ὡρισμέναι ἀποδίδονται εἰς τὸν κύριον αὐτόν, καθ’ οὗ ἔχει, ἐπαναλαμβάνω, ἐξεγερθῆ ὁλόκληρος ἡ κοινότης τοῦ Ἁγίου Φραγκίσκου.
§79Γ. ΣΤΡΕΪΤ. Κατὰ τοῦ ἐν Ἁγίῳ Φραγκίσκῳ ἀμίσθου Προξένου κυρίου Δὲ–Φοντάνα ὑπεβλήθησαν ὄντως ἐν τῷ παρελθόντι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἀναφοραὶ Ἑλλήνων τῆς πόλεως ταύτης, αἵτινες διεβιβάσθησαν πρὸς τὴν ἐν Οὐασιγκτῶνι Β. Πρεσβείαν σὺν τῇ ἐντολῇ νὰ ἐξετάσῃ περὶ τῶν διατυπωθεισῶν αἰτιάσεων. Ὁ ἐπιτετραμμένος τὰ τῆς Β. Πρεσβείας κύριος Λ. Καυταντζόγλου μετέβη πρὸς τοῦτο εἰς Ἅγιον Φραγκίσκον, κατὰ μῆνα δὲ Ἰούνιον τοῦ ἔτους 1912 ὑπέβαλε τῷ Ὑπουργείῳ ἔκθεσιν ἐν ᾗ ἀναφέρει τὸ πόρισμα τῆς ὑπ’ αὐτοῦ γενομένης ἐξετάσεως. Ἐκ ταύτης δὲν προέκυψαν ἐπαρκεῖς ἐνδείξεις περὶ τῆς βασιμότητος τῶν κατὰ τοῦ Προξένου διατυπωθεισῶν κατηγοριῶν. Πάντως ἐλήφθη ἡ ἔκθεσις αὕτη ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τοῦ προκατόχου μου κ. Κορομηλᾶ καὶ ὑπ’ ἐμοῦ. Αἱ ἀνωμαλίαι ἀνάγονται καὶ ἐκεῖ εἰς γενικώτερα αἴτια τῶν πολλαχοῦ ἐν Ἀμερικῇ χρηζόντων διορθώσεως προξενικῶν πραγμάτων, αἱ περὶ ὧν αἰτιάσεις δὲν εἶναι πάντοτε ξέναι καὶ πρὸς τὸν συναγωνισμὸν πολλῶν ἐν ταῖς διαφόροις πόλεσιν Ἑλλήνων, ὅπως ἐπιτύχωσι τὸ προξενικὸν ἀξίωμα. Οὐχ ἧττον ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ καὶ μερίμνῃ αὑτῆς ὅπως διαρρυθμίσῃ τὰ τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας ἐν Ἀμερικῇ κατὰ τρόπον παρέχοντα πᾶσαν ἐγγύησιν περὶ κανονικῆς καὶ ἀνεπιλήπτου διεξαγωγῆς αὐτῆς, ἀπέστειλεν ἐκεῖσε πρό τινος τὸν Γενικὸν Πρόξενον κύριον Σ. Κιουζὲν Πεζᾶν, ἵνα, ἀφοῦ ἐπιθεωρήσῃ τὰς Β. Προξενικὰς Ἀρχάς, ὑποδείξῃ τὰ κατάλληλα μέτρα δι’ ὧν ἤθελεν ἐπιτευχθῆ ὁ ἐπιδιωκόμενος σκοπός. Μετὰ δὲ τὴν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὑποβολὴν τῆς ἀναμενομένης ἐκθέσεως τοῦ κ. Πεζᾶ ληφθήσονται τὰ ἐνδειχθησόμενα λυσιτελῆ πρὸς τοῦτο μέτρα.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ταύτην τὴν στιγμὴν ἦλθον τὰ Πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως. Παρακαλεῖται νὰ ἀναγνώσῃ ταῦτα ὁ κ. Γραμματεύς.
§81ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις κατὰ τῶν Πρακτικῶν;
§83ΣΤ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε· εἰς τὴν σελίδα 5 τῶν Πρακτικῶν φέρομαι ὅτι εἶπον κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν ὅτι ἐδιπλασιάσθη ἡ Ἑλλὰς κατὰ 200 χιλιάδας, αἱ ὁποῖαι παρεδόθησαν· ὅτι ὅλαι χάνονται κλπ. Δὲν εἶπον τοῦτο· εἶπον ὅτι «δὲν ἐδιπλασιάσθη ἡ Ἑλλὰς ὑπ’ αὐτοῦ, ἀλλ’ ὑπὸ τῶν 200 χιλιάδων τοῦ πολεμήσαντος Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, διὰ νὰ φθάσωμεν ἐκεῖ ὅπου σήμερον ἐφθάσαμεν, ὥστε ἡ Κυβέρνησις νὰ παραδίδῃ εἰς τὴν δουλείαν 200 χιλιάδας τῶν ἐλευθερωθέντων Ἠπειρωτῶν».
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται διορθωνόμενα συμφώνως πρὸς τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Σακελλαριάδου. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§85ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς σχέδιον νόμου περὶ κυρώσεως συμβάσεως διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ἑνωτικῶν σιδηροδρόμων μεταξὺ τῆς γραμμῆς τῆς ἑταιρείας τῶν Ἑλληνικῶν Σιδηροδρόμων καὶ τῶν γραμμῶν Θεσσαλονίκης–Σκοπείων καὶ Θεσσαλονίκης–Μοναστηρίου καὶ σχέδιον νόμου περὶ κυρώσεως συμβάσεως διὰ τὴν ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀγορὰν τῶν μετοχῶν τῆς ἑταιρείας τῶν Ἑλληνικῶν Σιδηροδρόμων. Διὰ τοῦ πρώτου τῶν νομοσχεδίων τούτων, διὰ τοῦ ὁποίου κυροῦται σύμβασις περὶ κατασκευῆς τοῦ ἑνωτικοῦ σιδηροδρόμου, πραγματοποιεῖται σήμερον ἕν τῶν ὀνείρων, τὰ ὁποῖα πολλαὶ γενεαὶ εἶχον ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν. Καὶ ἡ γραμμὴ αὐτὴ πραγματοποιεῖται σήμερον ἐπὶ ἐδάφους ὑπαγομένου ὁλοκλήρου εἰς τὴν Ἑλληνικὴν κυριαρχίαν, ἐνῷ ἄλλοτε ἐθεωρεῖτο ἀνέφικτος σχεδὸν ἡ ἕνωσις καὶ ἐπὶ ἐδάφους ξένου. Ποία θὰ εἶναι ἡ ἐπίδρασις τῆς ἑνωτικῆς γραμμῆς, ἡ ὁποία θὰ μᾶς φέρῃ εἰς ἐπικοινωνίαν ἄμεσον πρὸς τὸ δίκτυον τῆς κεντρώας καὶ δυτικῆς Εὐρώπης, δὲν εἶναι βεβαίως εὔκολον νὰ ὑπολογίσῃ τις ἀπὸ τοῦδε, ὁπωσδήποτε ὅμως ἡ ἐπίδρασις αὐτοῦ ἡ πολιτική, ἡ κοινωνική, ἡ ἐμπορικὴ καὶ ἐν συνόλῳ ἡ οἰκονομικὴ θὰ εἶναι ἀνυπολόγιστος ἐν σχέσει πρὸς ὅλους τοὺς βιοτικοὺς ὅρους τῆς σημερινῆς καὶ αὔριον Ἑλλάδος. Ἀλλὰ διὰ τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ σιδηροδρόμου τούτου δὲν εἶναι μόνον οἱ ὅροι καὶ αἱ συνθῆκαι αἱ οἰκονομικαί, αἱ ὁποῖαι θὰ βελτιωθῶσιν, ἀποκτῶμεν καὶ ἓν μέσον ἐπὶ πλέον διὰ τοῦ ὁποίου ἐνισχύεται ἰσχυρῶς ἡ ἄμυνα ἡμῶν, διότι, ἐνῷ μέχρι τοῦδε εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ προσφεύγωμεν μόνον εἰς τὴν θαλασσίαν ὁδὸν ὅπως ἐνεργῶμεν τὴν κινητοποίησιν τῶν δυνάμεων ἡμῶν, σήμερον διὰ τῆς γραμμῆς αὐτῆς θὰ ἔχωμεν εἰς τὴν διάθεσίν μας καὶ νέαν ταχεῖαν ὁδὸν μὲ πυκνὴν συγκοινωνίαν, ὅπως φέρωμεν εἰς τὰ βόρεια τμήματα τῆς ἐπικρατείας ἡμῶν ὅλην τὴν δύναμιν εἰς ἄνδρας καὶ ἐφόδια, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη νὰ σταλῶσιν ἐκεῖ κατὰ τὴν μεγάλην στιγμὴν τῆς ἀμύνης. Ἡ κατασκευὴ τοῦ σιδηροδρόμου τούτου διαφέρει ἀπὸ τὴν κατασκευὴν τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων σιδηροδρόμων καὶ δι’ αὐτὸ καὶ οἱ ὅροι τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου τούτου διαφέρουσιν οὐσιωδῶς τῶν προηγουμένων. Ἀκριβῶς, ἐπειδὴ ἐπρόκειτο περὶ σιδηροδρόμου, ὁ ὁποῖος ἦτο προωρισμένος νὰ συνδέσῃ ἡμᾶς ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὸ δίκτυον τῆς Κεντρῴας Εὐρώπης, ἦτο ἑπόμενον ὅτι ἔπρεπε νὰ ἱκανοποιῇ ἀπαιτήσεις κυκλοφορίας πολὺ μεγαλειτέρας καὶ ἕνεκα τῶν συρμῶν οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι βαρύτεροι καὶ ἕνεκα τῆς ταχύτητος τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ μέλλοντος. Ἔδει ἑπομένως νὰ περιλάβωμεν ἐν τῇ συμβάσει τοὺς ὅρους ἐκείνους τοὺς ἰδιαιτέρους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀπαντῶνται εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν ἄλλων σιδηροδρόμων ἡμῶν. Εἴχομεν δὲ νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν οὐ μόνον τὸ διάφορον τῆς κατασκευῆς, ἀλλ’ ἤμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸν χρόνον τῆς κατασκευῆς, ὅστις ἔδει νὰ εἶναι κατὰ τὸ δυνατὸν βραχύτερος, ὥστε νὰ δυνηθῶμεν ἐντὸς ὀλιγωτέρου χρόνου νὰ ἔχωμεν εἰς ἐλευθέραν κυκλοφορίαν καὶ τὴν γραμμὴν αὐτήν, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἐπικοινωνῶμεν ἀμέσως μετὰ τῶν βορείων τμημάτων τῆς Ἐπικρατείας ἡμῶν. Ἀλλ’ ἡ κατασκευὴ τῆς γραμμῆς ταύτης εἶναι ἡ πρώτη κατὰ σειράν, ἡ ὁποία ἔρχεται, καὶ εἶναι ἡ πρώτη, διότι εἴχομεν καὶ μελέτας ἑτοίμους ἤδη ἐπὶ τῆς γραμμῆς ταύτης, εἶναι δὲ ἐκείνη, τῆς ὁποίας ἡ ἀνάγκη παρίστατο ἄμεσος. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἐν νῷ καὶ ἐν καιρῷ θέλει φέρει ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς τὴν ἄνευ χρονοτριβῆς κατασκευὴν καὶ τῶν γραμμῶν ἐκείνων, διὰ τῶν ὁποίων θὰ συμπληρωθῇ ὁλόκληρον τὸ σύμπλεγμα τῆς πρὸς βορρᾶν Ἑλλάδος, ἵνα ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον ἔχωμεν ἀφ’ ἑνὸς μὲν σιδηροδρομικὰς γραμμὰς διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ἀμύνης τῆς Χώρας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐνισχύσωμεν κατὰ τὸ δυνατὸν ὅλους ἐκείνους τοὺς τόπους οἱ ὁποῖοι ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν ἐστερήθησαν ὅλων τῶν ἀγαθῶν τῆς συγκοινωνίας, ὅπως διὰ τῶν γραμμῶν τούτων ἐνισχύσωμεν καὶ τὸν πλοῦτον τῶν χωρῶν τούτων, καὶ ἐν γένει νὰ πραγματοποιήσωμεν τὴν ἐκπολιτιστικὴν ἡμῶν ἀποστολήν. Διὰ βραχυτάτων μόνον θ’ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους περιέχουσιν αἱ δύο αὗται συμβάσεις, ἐπιφυλασσόμενος εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας μεγαλειτέρας. Ἡ Κυβέρνησις συνεβλήθη μετὰ τῆς Ἑταιρείας Μπατινιόλ, δηλαδὴ τῆς ἤδη Ἑταιρείας τῶν Ἑλληνικῶν σιδηροδρόμων, δηλαδὴ τοῦ Λαρισαϊκοῦ. Πρὶν ὅμως ἡ Κυβέρνησις προβῇ εἰς τὴν συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως ταύτης, εἶχε προκαλέσει μελέτας καὶ προϋπολογισμοὺς καὶ ἄλλων, ὅπως ἔχῃ ὑπ’ ὄψει τὰ ἀποτελέσματα τῶν μελετῶν διαφόρων Ἑταιρειῶν καὶ δύναται οὕτω μελετῶσα καὶ συνδυάζουσα ταῦτα νὰ κρίνῃ ποῖον εἶναι τὸ ἐπωφελέστερον, εἶχε δὲ τὰς μελέτας πρῶτον τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, ἔπειτα τῆς Ἑταιρείας Μπατινιόλ, τὰς μελέτας τῶν ἀνατολικῶν σιδηροδρόμων, καὶ τὴν μελέτην τοῦ Γερμανικοῦ οἴκου Lenz et Cie. Αἱ μελέται αὗται διαφέρουσιν ἀλλήλων κατά τε τὴν χιλιομετρικὴν ἔκτασιν καὶ κατὰ τὴν δαπάνην. Ἡ μελέτη τοῦ Δημοσίου ἀπὸ Παππουλίου μέχρι Γιδᾶ εἶναι 90 χιλιομέτρων καὶ ἔχει προϋπολογισμὸν δαπάνης 6.900.000. Ἡ μελέτη τῆς Ἑταιρείας Μπατινιὸλ εἶχεν 99 χιλιομέτρων ἔκτασιν καὶ ἀπῄτει δαπάνην 12.900.000 φράγκων. Ἡ τῶν Ἀνατολικῶν σιδηροδρόμων ἔχουσα ἔκτασιν 99½ χιλιομέτρων εἶχε δαπάνην 11.500.000 καὶ ἡ μελέτη τῆς Γερμανικῆς Ἑταιρείας ἔχουσα ἔκτασιν 90 χιλιομέτρων ἔχει δαπάνην 12.175.000. Βλέπομεν ἐκ τούτων ὅτι ὑπάρχει μεγάλη ἀπόστασις μεταξὺ τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας προϋπελόγιζεν ἡ μελέτη τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας προϋπελόγιζον αἱ διάφοροι ἄλλαι μελέται τόσον τῆς Ἑταιρείας Μπατινιὸλ ὅσον καὶ τῶν Ἀνατολικῶν σιδηροδρόμων, διότι αὐταὶ κυρίως ἦσαν ὑπὸ κρίσιν. Ἡ διαφορὰ τῶν μελετῶν αὐτῶν εἶναι 5.275.000, τὸ τίμημα δὲ τῆς κατασκευῆς σήμερον ἔχει ὁρισθῇ εἰς 12.000.000. Ἔχομεν ἑπομένως μίαν διαφορὰν σημαντικήν, ἡ ὁποία ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος, ἡ ὁποία ὅμως ἅμα ὡς λεπτομερέστερον ἐξακριβώσῃ τις τὰ πράγματα, θέλει ἴδει ὅτι δικαιολογεῖται ἀπολύτως. Ἡ μελέτη, τὴν ὁποίαν οἱ μηχανικοὶ τοῦ δημοσίου ὑπέβαλον, εἶναι ἡ μελέτη ἡ οἰκονομικωτέρα ἀπό τε τῆς ἀπόψεως τῆς χαράξεως καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς κατασκευῆς. Διὰ τὴν χάραξιν ἐνόμισαν ὅτι ἔπρεπε νὰ κάμωσι τὴν ὁδὸν τὴν συντομωτέραν μὴ λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν ἄλλας ἀπόψεις ἐδαφικὰς ἢ ἀμυντικάς, συγχρόνως ὅμως ἡ μελέτη τοῦ δημοσίου περιωρίσθη εἰς μελέτην κατασκευῆς, σύμφωνον πρὸς τὴν κατασκευὴν τῶν μέχρι τοῦδε σιδηροδρόμων, χωρὶς νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν καὶ αἱ ἄλλαι ἀνάγκαι τὰς ὁποίας ἡ σιδηροδρομικὴ αὕτη γραμμὴ ἔχει νὰ ἐκπληρώσῃ. Ἐὰν ἑπομένως λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν διαφορὰν αὐτήν, βλέπομεν ὅτι ἡ διαφορὰ τῶν 5.275.000 δικαιολογεῖται ἐπαρκῶς, διότι ἡ γραμμὴ ἡ νέα πρέπει νὰ εἶναι γραμμή, ἐπὶ τῆς ὁποίας νὰ δύνανται νὰ κυκλοφορῶσιν ἀκωλύτως καὶ ἄνευ κινδύνου οἱ συρμοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ συγκοινωνῶσι καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων γραμμῶν τῆς κεντρικῆς Εὐρώπης. Ἐν τῇ ἐκθέσει ἀναφέρω τοὺς λόγους λεπτομερῶς διὰ τοὺς ὁποίους ἡ δαπάνη αὕτη εἶναι μεγαλειτέρα, καὶ ἐκ τοῦ σημειώματος τούτου δύναται ἡ Βουλὴ νὰ πεισθῇ ὅτι ἡ ἀνάγκη αὐτὴ τῆς μείζονος δαπάνης ἀπὸ ἐκείνης, τὴν ὁποίαν εἶχε προϋπολογίσει ἡ μελέτη τοῦ δημοσίου, εἶναι ἀπολύτως δεδικαιολογημένη. Ἀλλὰ παρεχωρήσαμεν τὴν γραμμὴν αὐτὴν εἰς τὴν Ἑταιρείαν Μπατινιόλ, τὴν μέχρι τοῦδε, ἀντὶ 12.000.000 τελικῶς προετιμήσαμεν δὲ αὐτὴν τὴν ἑταιρείαν καὶ δι’ ἄλλον τινὰ λόγον, ἀνεξαρτήτως τοῦ λόγου τοῦ τιμήματος καὶ τῶν συνδυασμῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουσιν ἐν τῇ συμβάσει, διὰ τὸν λόγον ὅτι ὡς ἐξάρτημα τῆς συμβάσεως ταύτης εἶναι καὶ ἡ σύμβασις τῆς ἀγορᾶς τῶν μετοχῶν τῆς Ἑταιρείας τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν Ἑλληνικῶν σιδηροδρόμων.
§86ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς ποίαν τιμήν;
§87ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Εἰς 13.000.000. Ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησε τόσον σπουδαῖον τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς ἀγορᾶς τῶν μετοχῶν τῆς Ἑταιρείας τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν Ἑλληνικῶν σιδηροδρόμων, ὥστε καὶ ἡ ἄποψις αὕτη μόνον θὰ ἐδικαιολόγει αὐτὴν εἰς τὸ νὰ προέλθῃ εἰς σύμβασιν μετὰ τῆς Γενικῆς Ἐργολαβίας, ὡς λέγεται, τῆς Ἑταιρείας τῶν Μπατινιόλ. Ἀλλὰ καὶ οἱ ὅροι, ὑφ’ οὓς ἐγένετο ἡ σύμβασις αὕτη, ὑποστηρίζει ἡ Κυβέρνησις ὅτι εἶναι ὅροι ἀπολύτου συμφέροντος. Μέχρι τοῦδε ἡ κατασκευὴ τῶν σιδηροδρόμων, ὡς γνωρίζει ἡ Βουλή, ἐγίνετο κατ’ ἀποκοπὴν καὶ ἀντὶ ἑνὸς ὡρισμένου τιμήματος παρεχωρεῖτο εἰς Ἑταιρείαν ἡ κατασκευὴ τοῦ σιδηροδρόμου. Σήμερον ἐφύγαμεν ἀπὸ αὐτὸν τὸν τύπον καὶ ἐξελέξαμεν ἕτερον τύπον, οὗτινος γίνεται ἤδη χρῆσις πολλὴ καὶ εἰς μεγαλειτέρας σιδηροδρομικὰς κατασκευάς, εἶναι δὲ ὁ τύπος τοῦ μεγίστου ὁρίου δαπάνης, πέραν τοῦ ὁποίου ἡ Ἑταιρεία κατασκευῆς οὐδὲν δικαιοῦται νὰ ἀπαιτήσῃ δι’ οἱανδήποτε αἰτίαν, κάτω δὲ τοῦ ὁρίου τούτου ὅ,τι ἤθελε πραγματοποιηθῇ ὡς οἰκονομία, καταμερίζεται μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἑταιρείας κατὰ λόγον, ὁριζόμενον ἐν τῇ συμβάσει. Δηλαδὴ ὁρίζεται τὸ ἀνώτατον ὅριον τῆς δαπάνης, ἀλλ’ ἡ δαπάνη ἡ καταβλητέα θὰ ὑπολογισθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πραγματικῆς δαπάνης τῆς κατασκευῆς. Ἔχομεν οὕτως ὡς ἀνώτατον ὅριον δαπάνης 12.000.000.
§88Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Κατὰ χιλιόμετρα παρακαλῶ;
§89ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἀμέσως. Καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ὑπερβῶμεν τὴν δαπάνην αὐτὴν δι’ οἱανδήποτε λόγον. Ἔχομεν ὅμως πραγματικὴν δαπάνην ἐνδεχομένως μικροτέραν, ἔχομεν δὲ βασίμους ἐλπίδας ὅτι ἡ δαπάνη θὰ εἶναι μικροτέρα τῶν 12.000.000. Ἡ δαπάνη αὐτὴ τῶν 12.000.000 ἀναλογεῖ διὰ 99 χιλιόμετρα, ὅσα ὑπολογίζεται ὅτι κατ’ ἀνώτατον ὅρον θὰ εἶναι τὰ κατασκευασθησόμενα χιλιόμετρα, διότι ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τρεῖς γραμμὰς τὰς χαραχθείσας ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, τῆς Μπατινιὸλ καὶ τῶν Orientaux, ἔχομεν κρατήσει τὴν ἐλευθερίαν νὰ χαράξωμεν τὴν γραμμὴν ἐκείνην, ἡ ὁποία κατὰ τὴν κρίσιν μας θὰ εἶναι ἡ ἐπιβαλλομένη ὑπὸ τοῦ συμφέροντος, εἰς ἡμᾶς ἡ δαπάνη αὕτη, λέγω, διὰ τὴν μικροτέραν ἔκτασιν τῶν 99 χιλιομέτρων θὰ ἀναλογῇ εἰς χιλιομετρικὴν δαπάνην 120.500 φράγκων. Διὰ νὰ παραλληλισθῇ ὅμως ἡ δαπάνη αὕτη μὲ τὴν χιλιομετρικὴν δαπάνην τῶν μέχρι τοῦδε γραμμῶν πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ ὅτι ἐν τῇ δαπάνῃ ὑπάρχει καὶ τοῦτο, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει εἰς τὰς προηγουμένας κατασκευάς, ὅτι γίνεται ὑπὸ ἄλλους ὅρους κατασκευῆς, ὅτι οἱ στρωτῆρες εἶναι σιδηροῖ ἀντὶ ξυλίνων, ὅτι εἶναι πυκνότεροι, οἱ ἀμφιδέται στερεώτεροι, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ διάφοροι ἄλλοι ὅροι κατασκευῆς, οἵτινες καθιστῶσι τὴν ὑποδομὴν καὶ ἀνωδομὴν τῆς γραμμῆς ἀπολύτως στερεὰν καὶ δυναμένην νὰ φέρῃ ἀτμαμάξας 80 τόννων, οἷαι εἶναι αἱ ἀτμάμαξαι τῶν βαρέων συρμῶν τῆς διεθνοῦς συγκοινωνίας. Αἱ 120 χιλιάδες αὗται κατὰ χιλιόμετρον περιέχουσι καὶ τὰς ἐπὶ πλέον ταύτας δαπάνας. Ἄν νῦν παραλληλίσωμεν τὴν δαπάνην τῶν 120 χιλ. κατὰ χιλιόμετρον πρὸς τὰς μέχρι τοῦδε κατασκευάς, ἔχομεν τὸ ἑξῆς συμπέρασμα· ὅτι ἡ γραμμὴ Πειραιῶς–Παπαπουλίου, τοῦ Λαρισαϊκοῦ δηλαδή, στοιχίζει 205 χιλ. κατὰ χιλιόμετρον, ἡ γραμμὴ Μύλων–Καλαμῶν, καίτοι στενή, 126 χιλ., ἡ γραμμὴ Βόλου–Λαρίσης 125 χιλ., ἡ γραμμὴ Πύργου–Μελιγαλᾶ 94 χ., ἡ γραμμὴ Πύργου–Κατακώλου 100 χιλ., ἡ γραμμὴ Λεχωνίων–Μηλεῶν, ἥτις εἶναι στενοτάτη στοιχίζει 130 χιλ. δραχμῶν. Δὲν πρέπει δὲ νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἡ γραμμὴ εἶναι εὔκολος καὶ ὅτι ἐλλείπουσι τεχνικὰ ἔργα, ὥστε ἡ δαπάνη ἐκ τούτου τοῦ λόγου νὰ εἶναι κατωτέρα ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν δαπάνην τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης, διότι τὸ μέγιστον τμῆμα τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσης δὲν παρέχει δυσκολίας μεγάλας, τὸ τμῆμα δὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχει τὰς μεγαλειτέρας δυσκολίας, δὲν ὑπερβαίνει, νομίζω, τὰ 60 ἢ 65 χιλιόμετρα καὶ ἡ δαπάνη κατὰ χιλιόμετρον τῆς ἐκτάσεως ἐκείνης ἀνέρχεται εἰς πέρα τῶν 600,000 δραχ. κατὰ χιλιόμετρον Διὰ τούτων θέλω νὰ καταλήξω ὅτι ἡ τιμή, εἰς ἣν ἐδόθη ἡ κατασκευὴ εἶναι τιμὴ χαμηλή, συμφερωτέρα δὲ ἀπὸ ὅλας τὰς μέχρι τοῦδε γενομένας κατασκευάς. Πρέπει δὲ νὰ προστεθῇ καὶ τοῦτο ἐπὶ πλέον, ὅτι αἱ μέχρι τοῦδε κατασκευαὶ καὶ ἰδίως ἂν μείνωμεν μόνον εἰς τὸν Λαρισαϊκόν, ὅστις εἶναι ὁ μόνος δυνάμενος νὰ παραλληλισθῇ μὲ τὸν παρόντα σιδηρόδρομον, ὅτι εἰς τὴν ἑταιρείαν τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσης ἐχορηγήθη συγχρόνως μὲ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπὶ 99 ὅλα ἔτη ἐκμεταλλεύσεως μὲ τόκον δὲ ἐκμεταλλεύσεως, ὅστις παρέχει εἰς τὴν ἑταιρείαν πλείστας ὅσας ὠφελείας. Ἐν προκειμένῳ δὲν πρόκειται μόνον περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμου, μὲ τὴν ὁποίαν ἡ ἑταιρεία ἡ ἀνάδοχος οὐδὲν δικαίωμα πλέον θὰ ἔχῃ ἐπὶ τοῦ σιδηροδρόμου καὶ τῆς ἐκμεταλλεύσεως αὐτοῦ. Ἐν ὀλίγοις αὐταὶ εἶναι αἱ κυριώτεραι διατάξεις τῆς συμβάσεως. Ὁ χρόνος τῆς κατασκευῆς εἶχεν ὁρισθῆ εἰς 18 μῆνας ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς κυρώσεως διὰ νόμου τῆς συμβάσεως, ἐπειδὴ ὅμως ἔχομεν πάντα λόγον νὰ θέλωμεν ὅπως ἡ γραμμὴ αὐτὴ παραδοθῇ εἰς κυκλοφορίαν τὸ ταχύτερον, προήλθομεν εἰς συμφωνίαν, καθ’ ἣν ἂν τυχὸν ἡ ἑταιρεία περατώσῃ τὴν γραμμὴν ταύτην ταχύτερον τῆς προθεσμίας ταύτης ὁρίζεται ἀμοιβή, ἡ ὁποία δίδεται εἰς αὐτὴν κατὰ μῆνα μὲ προϊοῦσάν τινα κλίμακα—ἂν παραδοθῇ δὲ ἡ γραμμὴ εἰς 12 μῆνας ἀντὶ τῶν 18 θὰ καταβάλωμεν εἰς αὐτὴν ἓν ἑκατομμύριον ἐπὶ πλέον τῆς ὁρισθείσης τιμῆς ἢ τῆς πραγματικῆς δαπάνης κάτω τοῦ ἀνωτάτου ὁρίου. Ἐλπίζομεν ὅτι ἡ γραμμὴ θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ παραδοθῇ πρὸ τῆς παρελεύσεως τῆς δεκαοκταμήνου προθεσμίας, ἐπειδὴ δὲ ἐξ ἄλλου ἔχομεν βάσιμον ἐλπίδα ἐπὶ τῇ βάσει δεδομένων ἀσφαλῶν ὅτι ἡ γραμμὴ θὰ κατασκευασθῇ διὰ πραγματικῆς δαπάνης μικροτέρας ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ὡς maximum ὑπελογίσαμεν, δυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν ὅτι ἡ δαπάνη, καίτοι τῆς γραμμῆς παραδιδομένης εἰς χρόνον βραχύτερον δὲν θὰ ὑπερβῇ τὰ 10 ἑκατομμύρια. Ἐν τῷ νόμῳ τῷ κυροῦντι τὴν προκειμένην σύμβασιν τῆς κατασκευῆς ζητεῖται παρὰ τῆς Βουλῆς ἐπίσης καὶ πίστωσις 10.000.000 διὰ τὰς ἀναγκαίας βελτιώσεις τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσης, ἔχομεν ἑπομένως εἰς τὴν τιμὴν τοῦ Λαρισσαϊκοῦ σιδηροδρόμου, τοῦ ὁποίου ἡ δαπάνη ὅλη ἀνέρχεται εἰς 98 περίπου ἑκατομμύρια, νὰ προσθέσωμεν καὶ ἐπὶ πλέον τὴν δαπάνην τῶν 10.000.000, ἡ ὁποία εἶναι ἀναγκαία καὶ ἐπιβεβλημένη δαπάνη διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς γραμμῆς, διά τε τὴν ἀνωδομὴν καὶ ὑποδομήν, διότι, ὡς γνωρίζομεν πάντες, ἡ γραμμὴ αὕτη παρουσιάζει πλείστας ὅσας ἀτελείας. Κατασκευασθεῖσα διὰ τὴν ἄποψιν συγκοινωνίας τοπικῆς μᾶλλον ἡ γραμμὴ αὕτη δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀπαιτήσεις γραμμῶν διεθνοῦς ἐπικοινωνίας, καὶ παρίσταται ἀνάγκη ἐργασιῶν τοιούτων, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὴ ἡ ἐπὶ τῆς γραμμῆς ταύτης κυκλοφορία βαρειῶν ἁμαξοστοιχιῶν καὶ ἀναπτύξεως μείζονος ταχύτητος. Τὰ κυριώτερα κεφάλαια τῶν δαπανῶν τούτων τῶν 10 ἑκατομμυρίων εἶναι ἡ ἀντικατάστασις τῶν στρωτήρων διὰ σιδηρῶν τοιούτων, ἡ πύκνωσις αὐτῶν, ἡ δὲ δαπάνη αὕτη θὰ ἀνέλθῃ εἰς 4 περίπου ἑκατομμύρια. Ἔχομεν ἐπίσης κατασκευὴν σηράγγων, ὧν τὸ μῆκος ὑπολογίζεται εἰς 2,500 μέτρα, καθὼς καὶ διάφορα ἄλλα ἔργα στερεώσεων καὶ ἀποστραγγίσεων δαπάνης ἐν ὅλῳ 3 ἑκατομμυρίων, ἐπίσης δὲ ἐγκαταστάσεις διαφόρους διευρύνσεως τῆς γραμμῆς, διὰ μηχανοστάσια, πυκνώσεις ὑδρεύσεων κλπ. Ἔχομεν ὑπολοίπους δαπάνας μέχρι συμπληρώσεως τῶν 10.000.000. Ἀλλ’ ἐπίσης διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ζητεῖται καὶ ἑτέρα πίστωσις 6 ἑκατομμυρίων, ἡ ὁποία θὰ χρησιμοποιηθῇ διὰ τὴν ἀγορὰν τροχαίου ὑλικοῦ, ἀπαιτουμένου διά τε τὴν γραμμὴν τὴν νέαν καὶ διὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ τροχαίου ὑλικοῦ τῆς παλαιᾶς γραμμῆς τοῦ Λαρισαϊκοῦ. Ἔχομεν ἀνάγκην ἀγορᾶς τοὐλάχιστον 25 νέων ἰσχυρῶν ἀτμαμαξῶν, 250 φορταμαξῶν καὶ τοῦ ἀναλόγου ἀριθμοῦ ὀχημάτων. Εἶναι ἐνδεχόμενον ὅμως ὅτι κατὰ τὰς ἐγκύρους γνώμας καὶ ἑτέρων ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους ὅτι ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς τοῦ τροχαίου ὑλικοῦ θέλει εἶσθαι ἀνεπαρκὴς καὶ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ παραστῇ ἀνάγκη νὰ προστρέξωμεν καὶ εἰς αἴτησιν νέας πιστώσεως διὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ τροχαίου ὑλικοῦ, ὅπως ἀνταποκριθῇ ὁ σιδηρόδρομος ὄχι μόνον εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς συγκοινωνίας, ἀλλὰ καὶ τὰς στρατιωτικὰς κινήσεις. Μετὰ τῆς συμβάσεως αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλλει ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς καὶ ἑτέραν σύμβασιν, τῆς ὁποίας ἡ σημασία κατ’ αὐτὴν εἶναι ἀκόμη σπουδαιοτέρα. Εἶναι σύμβασις τῆς ἀγορᾶς τῶν μετοχῶν τῆς Ἑταιρείας τῶν ἑλληνικῶν σιδηροδρόμων. Ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ, καὶ τὸ φρονεῖ ἀδιστάκτως, ὅτι αἱ νέαι συνθῆκαι τόσον αἱ πολιτικαὶ ὅσον καὶ αἱ οἰκονομικαί, κί ἐμπορικαὶ καὶ συγκοινωνιακαί, ἐπιβάλλουν εἰς αὐτήν, καθ’ ὅ,τι ἀφορᾷ τὰ σιδηροδρομικὰ ζητήματα, ν’ ἀρχίσῃ τέμνουσα ὁδόν, ἡ ὁποία θὰ καταλήξῃ ἐκεῖ, ὅπου τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους ἐπιβάλλει τοῦτο καὶ ἀφ’ οὗ σήμερον ἀπέχομεν πολύ. Σήμερον αἱ χεῖρες τοῦ Κράτους εἶναι λίαν δεδεμέναι ὡς ἐκ τῶν διαφόρων συμβάσεων, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσι πρὸς τὰς διαφόρους σιδηροδρομικὰς Ἑταιρείας. Οἱ δεσμοὶ δὲ αὐτοὶ εἶναι στενόχωροι τόσον ὅ,τι ἀφορᾷ εἰς τὰς σιδηροδρομικὰς Ἑταιρείας τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος, ὅσον καὶ εἰς τὰς ἑταιρείας τῆς νέας Ἑλλάδος. Ἀπέναντι δὲ αὐτοῦ τοῦ κυκεῶνος τῶν συμβάσεων καὶ ἑταιρειῶν ἦτο ἐνδεδειγμένον ἡ Κυβέρνησις νὰ προσπαθήσῃ πάσῃ δυνάμει νὰ λύσῃ τὰς χεῖράς της διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ δώσῃ κατεύθυνσιν εἰς τὰ ζητήματα αὐτὰ ἀλλοίαν ἐκείνης, ἡ ὁποία ὑπάρχει σήμερον ἐκ τῶν κειμένων συμβάσεων. Ἐκ τῶν ἰδεῶν τούτων ὁρμωμένη προέβη ἡ Κυβέρνησις εἰς διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς ἑταιρείας τοῦ Λαρισαϊκοῦ διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν μετοχῶν αὐτῆς. Δὲν κατώρθωσε δὲ μόνον διὰ τῆς ἀγορᾶς ταύτης βῆμα διοικητικῆς καὶ οἰκονομικῆς ἀνεξαρτησίας, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ ἐπίδρασιν μεγίστην καὶ εἰς τὸ ἄμεσον ἀκόμη μέλλον, ἀλλὰ νομίζω ὅτι, καὶ ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομίας ἡ πρᾶξις εἶναι ἐπιτυχής. Ἐπιφυλάσσομαι τὰς λεπτομερείας ν’ ἀναπτύξω κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως, δέον ὅμως δι’ ὀλίγων νὰ μνημονεύσω τοὺς κυριωτέρους ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐγένετο ἡ ἐξαγορὰ αὕτη, ὡς καὶ διατί φρονοῦμεν ὅτι ἡ ἐξαγορὰ αὕτη εἶναι πραγματικῶς συμφέρουσα εἰς τὸ Κράτος. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ συνῆπτε τὴν σύμβασιν τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσης, ἤγετο πρὸ παντὸς ἐκ τῆς σκέψεως, ὅτι ὑπῆρχεν ἀπόλυτος ἀνάγκη σιδηροδρομικῆς συγκοινωνίας πρὸς τὰ Θεσσαλικὰ ἡμῶν σύνορα. Ἡ ἄποψις ἡ συγκοινωνιακὴ πρὸς τὴν δυτικὴν Εὐρώπην ἦτο ἀκόμη ἄποψις μακρὰν κειμένη καὶ δι’ αὐτό, ἐπειδὴ πρὸ πάντων ὅλοι παρεπονούμεθα τὸ πῶς δὲν εἴχομεν τὴν γραμμὴν αὐτὴν τὸ ταχύτερον, ὅπως ἐξυπηρετήσωμεν ἁπλὰς ἡμῶν ἀνάγκας, ἴσως νὰ παρελείφθησαν ὡρισμέναι διατάξεις καὶ ἴσως ἐχορηγήθησαν εἰς τὴν Ἑταιρείαν μείζονα δικαιώματα. Ἡ Ἑταιρεία ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἐπὶ 99 ἔτη, καθ’ ὅλον δὲ αὐτὸ τὸ μακρὸν διάστημα χρόνου εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀνεχώμεθα τύπον ἐκμεταλλεύσεως, ὁ ὁποῖος βεβαίως δὲν εἶναι ὁ εὐνοϊκώτερος τύπος ἐκμεταλλεύσεως μεγάλης συγκοινωνίας. Εἴμεθα δὲ ὑποχρεωμένοι συγχρόνως νὰ ἀνεχώμεθα σύμβασιν, ἡ ὁποία ἐλαχίστας ἐξουσίας χορηγεῖ εἰς τὴν διοίκησιν, ὅπως ἐπιδρᾷ, ἐφ’ ὅσον φρονεῖ ὅτι πρέπει νὰ ἐπιδρᾷ, ἐπὶ τῆς διοικήσεως τοῦ σιδηροδρόμου. Ἔλαβεν ὅμως τὴν πρόνοιαν ἡ σύμβασις ἐκείνη ὅπως ἀναγραφῇ δικαίωμα ἐξαγορᾶς μετὰ 25ετίαν, τὸ δικαίωμα δὲ αὐτὸ ἀρχίζει μετὰ 13 ἔτη, ἤτοι τὸ 1927. Ἀλλ’ οἱ ὅροι ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἡ ἐξαγορὰ αὕτη ἔδει νὰ γίνῃ θὰ ἦσαν βαρεῖς καὶ θὰ καθίσταντο ὁσημέραι βαρύτεροι, προϊόντος τοῦ χρόνου, δι’ αὐτὸ δὲ ἰσχυρίζομαι ὅτι τὸ τίμημα τῶν 13.000.000, τὸ ὁποῖον καταβάλλει σήμερον ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὴν Ἑταιρείαν ἀγοράζουσα τὰς μετοχὰς αὐτῆς, εἶναι τίμημα ἐπικερδὲς διὰ τὸ δημόσιον, ὅτι δὲ ἐὰν ἐβράδυνε νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀγορὰν θὰ εἶχε νὰ πληρώσῃ ποσὸν πολὺ ἀνώτερον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον καλεῖται σήμερον νὰ πληρώσῃ. Συνεφωνήθη ἡ ἀγορὰ σήμερον ἀντὶ τιμήματος 13.000.000 πρὸς ἐξαγορὰν τῶν μετοχῶν, δηλ. πρὸς 350 δρ. περίπου κατὰ μετοχὴν μεῖον τοῦ μερίσματος τοῦ 1913 ἐξ 600.000 περιερχομένου εἰς τὸ δημόσιον, ἑπομένως κατ’ οὐσίαν τὸ τίμημα εἶναι 12.400.000, οἱ ὅροι τῆς ἐξαγορᾶς ὅμως κατὰ τὴν σύμβασιν τοῦ 1900 εἶναι ἐν πρώτοις· ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῆς Ἑταιρείας ἐκ 10 ἑκ. πρέπει νὰ καταβληθῶσι 600.000 ἐτησίως μέχρις ἐκπνεύσεως τῆς προθεσμίας τῶν 99 ἐτῶν. Κατόπιν ἔχομεν τὴν οἰκονομίαν τῆς ἐκμεταλλεύσεως, ἤτοι τὴν διαφορὰν μεταξὺ συμβατικῶν δαπανῶν καὶ πραγματικῶν τοιούτων, ἡ οἰκονομία δὲ αὕτη δὲν αὐξάνει ἐκ τῶν ἐπιδιορθώσεων τῆς γραμμῆς καὶ ἐκ τῆς παύσεως τῶν κρατήσεων λόγῳ καταρτισμοῦ ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου, τέλος δὲ ἔχομεν καὶ τὸ 7.50% ἐκ τῶν καθαρῶν εἰσπράξεων τοῦ σιδηροδρόμου. Ἐὰν λάβωμεν ταῦτα ὑπ’ ὄψιν, κατὰ τὸ 1927, ὑπολογίσωμεν δὲ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πλέον μεμετρημένου ὑπολογισμοῦ εἰσπράξεων θὰ εἴχομεν νὰ καταβάλλωμεν κατ’ ἔτος μέχρι τῆς ἐκπνεύσεως τῆς προθεσμίας τῶν 99 ἐτῶν 1 περίπου ἑκατομ. ἢ θὰ εἴχομεν νὰ κεφαλαιοποιήσωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο πρὸς 5%. Ὑπολογίζοντες δὲ ὅτι εἰς τὸ μέλλον θὰ ἔχῃ εἰσπράξεις χιλιομετρικὰς ὁ Λαρίσης σιδηρόδρομος καὶ μόνον 10 δραχ. κατὰ χιλιόμετρον, ποσὸν τὸ ὁποῖον εἶναι σχετικῶς ἐλάχιστον, διότι ἤδη ὁ σιδηρόδρομος Μοναστηρίου–Θεσσαλονίκης, σιδηρόδρομος τοπικῆς καὶ ὄχι πυκνῆς συγκοινωνίας ἔχει ὑπὲρ τὰς 17 χιλιάδας εἰσπράξεις, ὁ σιδηρόδρομος δὲ Λαρίσης βεβαίως θὰ ἔχῃ κατὰ πολὺ μείζονα σημασίαν, θὰ ἔχωμεν νὰ πληρώσωμεν εἰς τὰ 1927 19.980.000. Ἀντὶ τοῦ ποσοῦ τούτου καταβάλλει σήμερον ἡ Κυβέρνησις 13.000.000, οὐσιαστικῶς δὲ 12.400.000 ἕνεκα τῆς κρατήσεως τοῦ μερίσματος τοῦ 1913, τὸ ὁποῖον εἶναι καταβλητέον εἰς τὴν Ἑλλην. Κυβέρνησιν ἀντὶ εἰς τοὺς μετόχους. Ποῖοι ὅμως εἶναι οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ ὅτι ἔπρεπε νὰ προέλθῃ εἰς τὴν ἀγορὰν ταύτην; Οἱ λόγοι αὐτοὶ εἶναι ἐν πρώτοις καθαρῶς οἰκονομικοὶ λόγοι. Προβαίνουσα σήμερον ἡ Κυβέρνησις εἰς βελτίωσιν τῆς γραμμῆς τοῦ Λαρισαϊκοῦ καὶ δαπανῶσα περὶ τὰ 10 ἑκατομμύρια διὰ τὴν στερέωσιν καὶ βελτίωσιν τῆς γραμμῆς, δαπανᾷ τρόπον τινὰ ὑπὲρ τῆς Ἑταιρείας, τῆς ὁποίας ἐντεῦθεν θ’ αὐξήσουν τὰ κέρδη, διότι καὶ τὰ ἔξοδα τῆς συντηρήσεως τῆς γραμμῆς καὶ τῆς ἐκμεταλλεύσεως συνεπῶς αὐτῆς θὰ εἶναι κατὰ πολὺ μικρότερα. Ἀλλὰ θὰ ἔλεγέ τις ὅτι ἡ Ἑταιρεία δὲν ἔπρεπε νὰ συμμετάσχῃ τῶν δαπανῶν τούτων; Ἀλλ’ ἡ Ἑταιρεία δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ προβῇ εἰς τὰς δαπάνας αὐτὰς οὐδὲ λόγον τινὰ ὁπωσδήποτε ὅπως ἐκτελέσῃ τοιαύτης ἐκτάσεως ἔργον, τὸ δὲ Κράτος δὲν δύναται ἑπομένως νὰ ἐπιρρίψῃ τὴν δαπάνην εἰς τὴν Ἑταιρείαν, διότι εἶναι ἐξαιρετικὴ καὶ ὅλως ἔκτακτος.
§90ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ Κράτος ἀπ’ εὐθείας θὰ διαθέσῃ τὸ ποσὸν αὐτὸ ἢ διὰ τῆς Ἑταιρείας Μπατινιόλ;
§91ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἀπ’ εὐθείας ἐρχόμενοι εἰς συμφωνίας κατὰ διαφόρους τρόπους. Ἡ οἰκονομικὴ ἄποψις τοῦ ζητήματος εἶναι ἀπολύτως τώρα ἐπωφελής, ἀφοῦ τὸ Κράτος ἐπρόκειτο νὰ προβῇ εἰς οὕτως ἀναγκαίαν δαπάνην δι’ ἴδιον λογαριασμὸν καὶ χάριν γενικωτέρων σκοπῶν. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως αὐτοῦ τοῦ λόγου τοῦ οἰκονομικοῦ ὑπάρχει καὶ ἕτερος λόγος πολὺ σπουδαιότερος, ὁ ὁποῖος ἐπέβαλλε τὴν δαπάνην αὐτήν. Ὅταν κατεσκευάσθη ὁ σιδηρόδρομος αὐτός, καθὼς καὶ οἱ ἄλλοι σιδηρόδρομοι, ἡ κυριωτέρα μέριμνα, ἡ ὁποία κατεῖχε τοὺς διαπραγματευομένους τότε, ἦτο πῶς νὰ κατασκευασθῶσιν οἱ σιδηρόδρομοι ὅπως ἀποκτήσωμεν συγκοινωνίαν. Ἀπέβλεψαν δὲ ἀρχικῶς κατ’ ἀνάγκην εἰς ἰδιωτικὰς Ἑταιρείας, ἡ ἐπιχείρησις τῶν ὁποίων φέρει μὲν δημόσιον χαρακτῆρα ὡς ἀναφερομένη εἰς τὴν μεγάλην συγκοινωνίαν, οὐχ ἧττον δεσπόζεται ἐν τῇ ἐκμεταλλεύσῃ ὑπὸ τοῦ στοιχείου τῆς ἀνωνύμου Ἑταιρείας τῆς κερδοσκοπικὸν φερούσης χαρακτῆρα, ἡ μέριμνα δὲ τοῦ μερίσματος, ἦτο ὡς εἰκός, ἡ πρόνοια ἡ κυριωτέρα τῶν Ἑταιρειῶν. Ἡ ἄποψις αὕτη παρέμεινεν ἡ κυριαρχοῦσα ἐν ταῖς συμβάσεσιν, ἡ ἐλευθερία δὲ τῆς ἐνεργείας ἐκ μέρους τῶν ὀργάνων τοῦ Κράτους συνεπῶς ὑπῆρξεν ὑποτεταγμένη εἰς ἐκείνην. Ἐντεῦθεν ἡ στενόχωρος θέσις τοῦ Κράτους εἰς οἱανδήποτε ἐνέργειαν αὐτοῦ καθ’ ὅτι ἀφορᾷ ὅλην τὴν διοίκησιν καὶ ὅλην τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν ὑπαρχουσῶν γραμμῶν. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπίδρασις τοῦ Κράτους ἐπὶ τῶν τιμολογίων ὑπῆρξεν ἐπίδρασις αὐτόχρημα πλατωνική. Εἶχον ὁρισθῆ μέγιστα ὅρια τούτων, ὑπὲρ τὰ ὁποῖα δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ Ἑταιρεία νὰ ἐξέλθῃ, ἀλλὰ τὰ μέγιστα ταῦτα ὅρια εἶναι ἀστεῖον νὰ τὰ λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν, διότι δὲν συνέφερον ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον αὐτὰ τὴν ἑταιρείαν. Ὅλαι αἱ ἑταιρεῖαι σχεδὸν κατῆλθον τῶν μεγίστων αὐτῶν ὁρίων, ἀλλὰ καὶ πάλιν ἡ ὠφέλεια διὰ τὴν συγκοινωνίαν εἶναι σχεδὸν μηδαμινή. Σήμερον ὅμως οἱ σιδηρόδρομοι δὲν εἶναι μόνον μέσα συγκοινωνίας, ἀλλὰ καὶ πρὸ πάντων ὄργανα, τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος πρέπει νὰ μεταχειρίζηται ἀκριβῶς διὰ τὴν οἰκονομικὴν αὐτοῦ πολιτικὴν καὶ διὰ τὴν ἐν γένει ἐνίσχυσιν τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ τόπου. Πρὸ πάντων δὲ χρησιμοποιοῦνται τὰ τιμολόγια ὅπως κανονίζωνται τὰ ἔξοδα τῆς παραγωγῆς ἐν τῇ παραγωγῇ ἐν γένει τῇ βιομηχανικῇ, τῇ γεωργικῇ καὶ τῇ γενικῇ ὅλων τῶν κλάδων τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου. Τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς εἶναι ἐκ τῶν στοιχείων τῶν σπουδαιοτέρων ἐν τῷ κανονισμῷ τούτῳ τῶν δαπανῶν παραγωγῆς, ἐὰν δὲ ἴσως μέχρι τοῦδε δὲν ἐδεσποζόμεθα ὑπὸ τῆς ἀντιλήψεως αὐτῆς τῆς ἀνάγκης, βεβαίως ὅμως σήμερον ἡ ἀνάγκη αὕτη ὡς ἐκ τῶν νέων συνθηκῶν ἐγένετο ἁπτοτέρα καὶ ἀπολύτως ἐπιβεβλημένη ἔναντι τοῦ γεννωμένου συναγωνισμοῦ. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἔχομεν τὰς συμβάσεις ὑφ’ ὧν διεπόμεθα ἡ ἐπίδρασις τοῦ Κράτους ἐπὶ τοῦ καθορισμοῦ τῶν τιμολογίων εἶναι σχεδὸν μηδαμινή. Ἀλλ’ ἐὰν εἰς τὰς ἑταιρείας τὰς σιδηροδρομικὰς ἐξακολουθῇ νὰ κυριαρχῇ πάντοτε ἡ ἄποψις τοῦ ἰδιωτικοῦ συμφέροντος τῆς ἀνωνύμου κερδοσκοπικῆς ἑταιρείας, τοῦτο θὰ εἶναι οὐχὶ σύμφωνον πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς παραγωγῆς καὶ τοῦ πλούτου ἐν γένει τοῦ τόπου, θὰ εἴμεθα δὲ ἐκτεθειμένοι ὑπὸ τὸ κράτος τῶν κειμένων συμβάσεων εἰς τὸν κίνδυνον τοῦ συναγωνισμοῦ τοῦ πολλαχόθεν ἐρχομένου, δὲν θὰ δυνάμεθα δὲ νὰ δώσωμεν ἐκείνην τὴν κατεύθυνσιν καὶ τὴν ἐνίσχυσιν εἰς τὴν παραγωγὴν ἡμῶν, τὴν ὁποίαν ἄλλα κράτη, ἐγγὺς ἡμῶν κείμενα ἢ καὶ ἀπωτέρω, δύνανται νὰ παρέχωσιν εἰς τὴν ἰδικήν των παραγωγήν, ὅπως ἐν τῷ ἐμπορικῷ συναγωνισμῷ κατισχύσωσιν ἡμῶν. Καὶ ὁ ὕπατος αὐτὸς λόγος τοῦ καθολικοῦ ἡμῶν οἰκονομικοῦ συμφέροντος ἄγει εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ἀγορᾶς τῶν μετοχῶν τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, ὅπως ἀνακτήσῃ τὸ Κράτος τὴν ἐλευθερίαν του γινόμενον κύριον τῆς καταστάσεως καὶ οὐχὶ ἕρμαιον τῶν διαθέσεων τῶν ἑταιρειῶν. Πλὴν ὅμως αὐτοῦ τοῦ λόγου τοῦ οἰκονομικοῦ ἔχομεν καὶ ἄλλον ἀκόμη λόγον ἐπίσης σπουδαῖον. Σήμερον ἡ γραμμὴ τοῦ Λαρισαϊκοῦ εἶναι γραμμὴ ἑνώνουσα τὴν Ἑλλάδα ἀμέσως πρὸς τὴν κεντρῴαν καὶ δυτικὴν Εὐρώπην καὶ δι’ αὐτῆς τῆς γραμμῆς πραγματοποιεῖται ἡ ἐπικοινωνία πρὸς τὰς γραμμὰς τὰς κειμένας ἐν μέρει ἐπὶ τῶν ἡμετέρων ἐδαφῶν, τὴν γραμμὴν Θεσσαλονίκης–Δεδεαγάτς–Κωνσταντινουπόλεως καὶ μὲ τὴν γραμμὴν Θεσσαλονίκης–Σκοπείων —Βελιγραδίου–Βιέννης καὶ τὴν γραμμὴν Μοναστηρίου καὶ ἐκεῖθεν προσεχῶς εἰς Σερβίαν. Ἡ γραμμὴ δὲ τοῦ Λαρισαϊκοῦ θὰ εἶναι ἡ κυρία ἀρτηρία ἡ ἑνώνουσα τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Βασιλείου πρὸς τὰς ἄνω γραμμάς. Ἡ γραμμὴ αὕτη ὅμως ἔχουσα τοιαύτην διεθνῆ καὶ στρατιωτικὴν σημασίαν πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρίσκηται εἰς χεῖρας ἑταιρείας ἀπέναντι τῆς ὁποίας ἡ ἐπίδρασις τοῦ Κράτους εἶναι ἐλαχίστη; Ἀλλὰ καὶ πρὸς περαιτέρω δικαιολόγησιν καὶ ἐξήγησιν τῆς πορείας τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ἡ Κυβέρνησις προβαίνουσα εἰς τὴν ἀγορὰν αὐτῶν τῶν μετοχῶν προσθέτω ὅτι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ τις ὡς σκόπιμον τὴν ὕπαρξιν ἐντὸς τοῦ Κράτους 5, 6, 7 διαφόρων σιδηροδρομικῶν ἑταιρειῶν αἵτινες ἔχουσι διάφορον ἑκάστη τύπον ἐκμεταλλεύσεως, διαφορετικοὺς ὅρους εἰς τὰς συμβάσεις, συμβάσεις μὲ τὸ περιεχόμενον τῶν ὁποίων οὐδένα ἔχομεν λόγον νὰ εἴμεθα εὐχαριστημένοι; Ἡ ὕπαρξις πολλῶν ἑταιρειῶν δὲν δύναται νὰ φέρῃ εἰς ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, διότι ὁ συναγωνισμὸς αὐτῶν ἀντὶ νὰ εἶναι ἐπωφελὴς ὑπὲρ τοῦ ὅλου, εἶναι συνηθέστατα ἐπιβλαβής, εἶναι δὲ ἐντελῶς ἀδύνατον πολλάκις νὰ συνεννοηθῶσι μεταξύ των. Ἔχομεν ἐν παραδείγματι τὴν ἑταιρείαν τοῦ Λαρισαϊκοῦ καὶ τῶν Θεσσαλικῶν σιδηροδρόμων αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται εἰς διαφωνίας διὰ τὸ τίποτε πολλάκις. Ἔχομεν δὲ συγχρόνως καὶ τύπους ἐκμεταλλεύσεως οἱ ὁποῖοι εἶναι αὐτόχρημα ἀξιοθρήνητοι. Ὑποκατεστάθημεν, ὡς γνωστόν, εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Τουρκικοῦ Κράτους ἐν σχέσει πρὸς τὸν σιδηρόδρομον jonction Κωνσταντινουπόλεως ἐπὶ ἐκτάσεως 305 χιλιομέτρων τὰ ὁποῖα κεῖνται ἐπὶ ἑλληνικοῦ ἐδάφους. Ἀλλ’ ἡ ἑταιρεία αὕτη ἔχει τύπον ἐκμεταλλεύσεως ὁ ὁποῖος εἶναι ἀντίθετος πρὸς πᾶσαν λογικὴν καὶ πᾶν συμφέρον τῆς συγκοινωνίας. Διότι ὑποχρεοῖ τὸ Κράτος ν’ ἀσφαλίζῃ 15,500 δραχμῶν κατὰ χιλιόμετρον κατ’ ἔτος, νὰ συμπληρώνῃ δηλαδὴ τὰς 15½ χιλιάδας, ἐὰν δὲν πραγματοποιηθῶσιν εἰσπράξεις τοιούτου ποσοῦ. Ἀλλ’ ὅταν ἡ ἑταιρεία ἔχῃ ὑπὲρ ἑαυτῆς ἀσφαλίσει τὰς 15½ χιλιάδας, εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον εἰς αὐτὴν πόσαι θὰ εἶναι αἱ εἰσπράξεις τὰς ὁποίας θὰ ἔχῃ ἐκ τῆς κυκλοφορίας καὶ πόσαι ἐκ τῆς ἐγγυήσεως. Προσπαθεῖ δὲ πάντοτε νὰ μειώνῃ τὰς δαπάνας τῆς ἐκμεταλλεύσεως διὰ νὰ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν πλέον ἐλευθέρα εἰς τὴν διοίκησίν της. Ἐννοεῖται ὅτι τύπος ἐκμεταλλεύσεως τοιοῦτος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ συμφέρων, καὶ ὅ,τι σιδηροδρομικὴ ἑταιρεία ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἐκμεταλλευομένη εἶναι αὐτόχρημα ἀντίθετος πρὸς πᾶσαν ὀρθὴν ἀντίληψιν τοῦ πολιτειακοῦ συμφέροντος. Ἐν συμπεράσματι λέγω ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως αὐτῆς, τῆς περὶ ἀγορᾶς, ζητοῦμεν ἀκριβῶς νὰ λύσωμεν τὰς χεῖρας τοῦ Κράτους ἀπέναντι τῶν διαφόρων σιδηροδρομικῶν ἑταιρειῶν. Ἐπιζητοῦμεν δὲ πῶς μίαν ἡμέραν νὰ ἑνοποιήσωμεν ὑπὸ διεύθυνσιν ἑνιαίαν τὴν ἐκμετάλλευσιν ὅλων σχεδὸν τῶν σιδηροδρομόμων, τῶν κειμένων ἐπὶ ἑλληνικοῦ ἐδάφους, ὅπως λειτουργήσωσιν ἐπὶ τῇ βάσει ἑνιαίου τύπου ἐκμεταλλεύσεως καὶ ἑνιαίων ὅρων διευθύνσεως. Δὲν λέγω ὅτι διὰ τῆς πράξεως αὐτῆς τῆς σημερινῆς πρέπει νὰ συναχθῇ τὸ συμπέρασμα ὅτι προβαίνομεν σήμερον εἰς τὴν λεγομένην ἐθνικοποίησιν τῶν σιδηροδρόμων. Γνωρίζω ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν ὑπὲρ τοῦ συστήματος τούτου, εἶμαι δὲ ἀπὸ ἀπόψεως θεωρίας ἀπολύτως σύμφωνος ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ εἶναι τὸ ἀρτιώτερον καὶ ὅτι εἶναι τὸ σύστημα ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον μίαν ἡμέραν κατ’ ἀνάγκην ὅλοι θὰ καταλήξωσι. Δὲν νομίζω ὅμως ὅτι ἀμέσως σήμερον δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς ἅλμα τόσον μέγα, διότι οὔτε ὄργανα ἔχομεν...
§92ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κατ’ ἀρχὴν εἶσθε ὑπὲρ τοῦ συστήματος;
§93ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἀπὸ θεωρίας. Καὶ ἐκεῖ μίαν ἡμέραν θὰ καταλήξωμεν.
§94ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις εὔχεται τὸ ταχύτερον νὰ καταλήξωμεν ἐκεῖ.
§95ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Σήμερον ὅμως δὲν ἔχομεν πρόχειρα τὰ μέσα πρὸς τοῦτο καὶ πρέπει νὰ τείνωμεν ἀκριβῶς εἰς τὸ νὰ ἑνοποιήσωμεν ὅλας τὰς γραμμὰς τὰς σιδηροδρομικὰς ὑπὸ μίαν ἑνιαίαν διεύθυνσιν καὶ ὑπὸ ἕνα ἑνιαῖον τύπον ἐκμεταλλεύσεως, οὕτως ὥστε ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς νέας στερεᾶς βάσεως νὰ δυνάμεθα νὰ ἀσκῶμεν ἐπίδρασιν ἁπτὴν ἐπὶ τῶν τιμολογίων, νὰ δυνάμεθα δὲ συγχρόνως νὰ μεταχειριζώμεθα καὶ τοὺς σιδηροδρόμους ἡμῶν ὡς ὄργανα τῆς ἐν συνόλῳ οἰκονομικῆς πολιτικῆς ἡμῶν διά τε τὴν παραγωγὴν ἐν συνόλῳ καὶ πρὸ πάντων διὰ τὸ ἐξωτερικὸν ἐμπόριον ἡ ἔκτασις τοῦ ὁποίου θὰ εἶναι μεγάλη. Αὐτοὶ εἶναι ἐν ὀλίγοις οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι ἤγαγον τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν σκέψιν τῆς ἀγορᾶς τῶν μετοχῶν τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσης ἀντὶ τιμήματος 13 ἑκατομμυρίων δραχμῶν καταβλητέων μέχρι τοῦ 1915. Οἱ νόμοι διὰ τῶν ὁποίων κυροῦνται αἱ συμβάσεις αὗται εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφισθῶσιν ἐγκαίρως ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διότι ὁρίζεται ὅριον ἀφ’ οὗ πρέπει νὰ ἀρχίσῃ ἡ κατασκευή.
§96ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἤρχισαν ἤδη αἱ ἐργασίαι;
§97ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μάλιστα.
§98ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ Ἑταιρεία αὕτη βεβαίως θὰ ἔχῃ τόσην πεποίθησιν εἰς τὴν δύναμιν τῆς Κυβερνήσεως ὥστε...
§99ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἄλλως τε ἔχομεν προθεσμίαν μέχρι τῆς 12 Μαρτίου.
§100Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Καὶ τότε ποῖος θὰ τὸν ἐκμεταλλεύηται μέχρι τῶν παλαιῶν συνόρων;
§101ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐξακολουθεῖ νὰ μένῃ ἡ Ἑταιρεία ὅπως εἶναι μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι εἴμεθα ἡμεῖς κύριοι αὐτῆς καὶ δυνάμεθα ἢ νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν ἐκμετάλλευσιν ἢ νὰ τροποποιήσωμεν αὐτήν. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ παραπέμψῃ τὰ δύο ταῦτα νομοσχέδια εἰς ἐπιτροπὴν ἡ ὁποία ὅμως συντόμως νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐργασίαν αὐτήν. Ἂς δοθῇ προθεσμία, διὰ νὰ δυνηθῶμεν τὴν ἑπομένην ἑβδομάδα ἀμέσως νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως καὶ τῆς ψηφίσεως τῶν σχετικῶν νομοσχεδίων.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑποβληθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νομοσχέδια, ἤτοι· 1) Περὶ κυρώσεως συμβάσεως διὰ τὴν ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀγορὰν τῶν Μετοχῶν τῆς Ἑταιρείας τῶν Ἑλληνικῶν Σιδηροδρόμων. 2) Περὶ κυρώσεως συμβάσεως διὰ τὴν κατασκευὴν ἑνωτικῶν Σιδηροδρόμων μεταξὺ τῆς γραμμῆς τῆς Ἑταιρείας τῶν Ἑλληνικῶν Σιδηροδρόμων καὶ τῶν γραμμῶν Θεσσαλονίκης–Μοναστηρίου καὶ Θεσσαλονίκης–Σκοπείων· θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
§103ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἔχουσι τυπωθῆ καὶ εἶναι ἕτοιμα πρὸς παράδοσιν, μετὰ τῶν χαρτῶν των μάλιστα.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συγχρόνως θὰ διανεμηθῶσι καὶ θὰ ἀποσταλῶσιν εἰς τὴν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ἐπιτροπήν, ἐνισχυομένην καὶ διὰ τῶν Βουλευτῶν κ. κ. Θ. Κουτούπη, Λ. Κογεβίνα, Σ. Ἀγαπητοῦ καὶ Ι. Φαρμάκη, εἰς ἣν παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ χορηγήσῃ τὴν ἄδειαν νὰ ταχθῇ προθεσμία πρὸς ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεώς της μιᾶς ἑβδομάδος.
§105ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ προθεσμία μιᾶς ἑβδομάδος εἶναι μακρά. Νομίζω ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ πρέπει νὰ προσαγάγῃ ταχύτερον ἀκόμη τὴν ἔκθεσίν της. Κάμνει τὴν δήλωσιν ἡ Κυβέρνησις ὅτι ὁ νόμος πρέπει νὰ ἔχῃ δημοσιευθῇ μέχρι τῆς 12 Μαρτίου. Πρέπει ἑπομένως νὰ ἀρχίσῃ ἡ κατ’ ἀρχὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου συζήτησις, ὥστε ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἔχῃ περισσότερον χρόνον ἔπειτα εἰς τὰς δύο κατ’ ἄρθρον συζητήσεις πρὸς μελέτην. Πρέπει ὅμως, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν της ἡ Ἐπιτροπὴ ὅτι ὁ νόμος δέον νὰ ψηφισθῇ μέχρι τῆς 12 Μαρτίου, θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἐγγράψῃ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὸ νομοσχέδιον ἐγκαίρως ὥστε νὰ γίνῃ μέχρι τότε ἡ ἐπιψήφισις αὐτοῦ. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τὴν Ἐπιτροπὴν ἡ ὁποία ἐπεξεργάζεται τὸ νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ προσκομίσῃ τὴν ἔκθεσίν της τὸ βραδύτερον μέχρι τοῦ Σαββάτου, διότι τὴν Δευτέραν θὰ ζητήσω παρὰ τοῦ Προεδρείου νὰ ἐγγράψῃ ἐκ τῶν πρώτων τὸ νομοσχέδιον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ ἤδη τὴν Βουλὴν ἂν στέργῃ νὰ δοθῇ τετραήμερος προθεσμία ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Οἱ παραδεχόμενοι.
§107ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὁ κ. Κ. Ρακτιβὰν ἔχει τὸν λόγον.
§108Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ προσωρινῶς τῶν Ἐσωτερικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου κυροῦντος σύμβασιν συνομολογηθεῖσαν μετὰ τῆς Ῥωμουνίας δι’ ἧς ἐλαττοῦνται τὰ ταχυδρομικὰ καὶ τηλεγραφικὰ τέλη. Ἐπίσης ὑποβάλλω σχέδιον νόμου ἀφορῶν τὰ καταβαλλόμενα ὑπὸ τῶν πλοίων ὑγειονομικὰ δικαιώματα. Ὑποβάλλω ἐπίσης τρίτον νομοσχέδιον ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δι’ οὗ τροποποιοῦνται διατάξεις τινὲς περὶ στρατολογικοῦ νόμου διὰ νὰ ὑποχρεωθῶσιν εἰς τὴν πλήρωσιν τῶν στρατιωτικῶν καθηκόντων οἱ λεγόμενοι ἀδήλωτοι καὶ ταυτοχρόνως ἀποτραπῇ ἡ μετανάστευσις τῶν ἐχόντων ἐκκρεμεῖς ὑποχρεώσεις. Ἐκ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν εἶναι κατεπεῖγον τὸ περὶ κυρώσεως συμβάσεως μετὰ τῆς Ῥωμουνίας ἀμοιβαίας ἐλαττώσεως τῶν ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν τελῶν καὶ παρακαλῶ νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον καὶ νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχήν.
§109Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Πότε ὑπεγράφη;
§110Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Τὴν 28 Δεκεμβρίου. Ὁπωσδήποτε ὑπάρχει καθυστέρησις μιᾶς ἑβδομάδος.
§111Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Πῶς θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐργασθῶμεν;
§112Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Δὲν θὰ προκαλέσῃ οὐδεμίαν ἀντίρρησιν. Πρόκειται περὶ ἀμοιβαίας ἐλαττώσεως τῶν ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν τελῶν.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβληθέντα νομοσχέδια, ἤτοι· 1) Περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ΓΕΚΒʹ (3522) «περὶ ἐλευθεροκοινωνίας τῶν πλοίων καὶ περὶ τῶν καταβαλλομένων ὑπ’ αὐτῶν ὑγειονομικῶν δικαιωμάτων». 2) «Περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας». 3) «Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ῥωμουνίας συνομολογηθείσης εἰδικῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς συμφωνίας». Παραπέμπονται εἰς ἐπεξεργασίαν εἰς τὰς οἰκείας ἐπιτροπάς. Ὡς πρὸς τὸ τελευταῖον νομοσχέδιον «περὶ κυρώσεως συμβάσεως μετὰ τῆς Ῥωμουνίας περὶ ἐλαττώσεως τῶν ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν τελῶν οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅπως κηρυχθῇ κατεπεῖγον, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
§114Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Περὶ τίνος νομοσχεδίου;
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ κυρώσεως συμβάσεως συνομολογηθείσης μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ῥωμουνίας. Πρόκειται νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον διὰ νὰ ὑπάρχῃ προθεσμία ἐντὸς τῆς ὁποίας νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§116Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι, ὅταν πρόκειται περὶ ἐπικυρώσεως συμβάσεως, ἡ κατ’ ἀρχὴν ψήφισις εἶναι καὶ ψήφισις τῆς συμβάσεως.
§117Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Δι’ αὐτὸ παρετήρησα ὅτι δὲν ὑποθέτω ὅτι θὰ ὑπάρχῃ ἀντίρρησις εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν τελῶν.
§118Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Πρέπει νὰ ὁρίζῃ ἡ Βουλὴ τὴν σύμβασιν καὶ δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον «περὶ κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ῥωμουνίας περὶ ἐλαττώσεως τῶν ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν τελῶν κηρυχθῇ κατεπεῖγον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου).
§120Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Οὗτος εἶναι ὁ μόνος τρόπος διὰ τοῦ ὁποίου θὰ καταργήσωμεν τὴν συζήτησιν, διότι ἀναμφισβητήτως, ἐὰν ψηφίζωμεν, πρέπει τοὐλάχιστον νὰ γίνεται μία συζήτησις προκειμένου μάλιστα περὶ τοιαύτης σπουδαιοτάτης συμβάσεως. Ψηφίζοντες τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου δὲν γνωρίζομεν τίνα εἶναι τὰ ἄρθρα τὰ ὁποῖα θὰ ψηφίσωμεν. Ἔχει ἄρθρα τὸ νομοσχέδιον; Ὑπὸ τοιούτους ὅρους καθίσταται ἡ Βουλή, ὅπως ἔλεγον ἄλλοτε, μακαρονοποιεῖον.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 18 Αὐγούστου 1913 Β. Διατάγματος περὶ καταρτισμοῦ εἰδικοῦ ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου καὶ περὶ προσθήκης συναφῶν διατάξεων». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 1ον). Ἄρθρον 2ον (ἀναγινώσκεται).
§122Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον νὰ προστεθῇ «δὲν κρίνεται ἱκανὸς νὰ προαχθῇ κατ’ ἐκλογήν».
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2ον, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ σύνολον ἀναβάλλεται. Ψήφισις συνόλου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκδικάσεως τῶν ἐπ’ αὐτοφώρῳ πταισμάτων καὶ τῶν δι’ ἐκθέσεως δημοσίας ἀρχῆς βεβαιουμένων». (Ψηφίζεται τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ τῶν διαφόρων ἔργων ἐκτελεσθησομένων ἐν Ναυστάθμῳ, Λέρῳ καὶ Ἐλευσῖνι». (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως διαφόρων δαπανῶν διὰ τὴν κατασκευὴν ἔργων ἐν Ναυστάθμῳ, Λέρῳ καὶ Ἐλευσῖνι καὶ τοῖς πέριξ τοῦ Πολ. Ναυστάθμου». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον μόνον, ὡς καὶ τὸ σύνολον).
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψηφίζονται ἔπειτα εἰς αʹ συζήτησιν τὰ νομοσχέδια. «Περὶ προσλήψεως ἐκτάκτου προσωπικοῦ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Τμήματος τῶν Δημοσίων Ναυτικῶν Ἔργων». «Περὶ ἐγκρίσεως ἀπολογισμοῦ πυροβολείων Πούντας, Ψυτταλείας καὶ Ἁγ. Βασιλείου».
§125Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Παρακαλῶ νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον ὑπ’ ἀριθμὸν 11 ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει καὶ νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον, διότι λόγοι ὑπηρεσιακοὶ ἐπιβάλλουσι τὴν ταχεῖαν αὐτοῦ ψήφισιν.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον «Περὶ κυρώσεως Βασιλικῶν Διαταγμάτων περὶ αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Πολ. Ναυτικοῦ καὶ περὶ προσθήκης συναφῶν διατάξεων» κηρυχθῇ κατεπεῖγον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται εἶτα δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου).
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀσκήσεως ἐνδίκων μέσων ἐν πολιτικαῖς δίκαις». Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§128Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ἀναφέρεται, ἀποσκοπεῖται τὸ μὲν ἡ ἀποτροπὴ ἐνστάσεων κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐπιδόσεως, τὸ δὲ ἡ ἐμφανὴς πιστοποίησις τῆς ἀσκήσεως τῶν ἐνδίκων μέσων πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς τελεσιδικίας. Δὲν ἀμφισβητῶ τὴν σκοπιμότητα τῆς καινοτομίας, ἀλλὰ θὰ ἐπεθύμουν τὴν ἀρτιωτέραν κατάρτισιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὴν ἁπλοποίησιν τῶν δι’ αὐτοῦ ὁριζομένων διατυπώσεων, αἵτινες πλὴν τῶν ζητημάτων, ἅτινα ἐνδεχόμενον νὰ δημιουργήσωσιν, ἀσφαλῶς δημιουργοῦσι μίαν νέαν πρόσθετον δαπάνην εἰς τὰς πολιτικὰς δίκας ἐντελῶς ἀδικαιολόγητον. Κατὰ τὸ συζητούμενον ἄρθρον τὰ ἔνδικα μέσα ἀσκοῦνται διὰ δικογράφου κατατιθεμένου ἐν πρωτοτύπῳ δι’ ἐκθέσεως συντασσομένης ἐνώπιον τοῦ Γραμματέως. Κατὰ τὰ περαιτέρω δὲ ἄρθρα ἀπαιτεῖται καὶ κλῆσις πρὸς συζήτησιν καὶ ἐπίδοσις ταύτης καὶ ἀντίγραφον ἐκ τοῦ πρωτοτύπου καὶ βεβαίωσις τῆς καταθέσεως κλπ. Παραλείπων ὅλα τἆλλα, τὰ ὁποῖα πολλαπλασιάζουσι τὰς ἀσχολίας τῶν δικηγόρων — καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ἀνάξιον προσοχῆς — περιορίζομαι νὰ καταδείξω προχείρως ὅτι πλὴν τῶν μέχρι τοῦδε δαπανῶν ὁ διάδικος ἐπιβαρύνεται μὲ μίαν νέαν δαπάνην διὰ τὴν κλῆσιν πρὸς συζήτησιν ὁπωσδήποτε γινομένην διὰ τοὺς προσθέτους λόγους κλπ., δαπάνην μὴ σχετιζομένην ποσῶς μὲ τὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου οὐδὲ συντελεστικὴν πρὸς ἐπιτυχίαν τούτου. Ἁπλούστατα εἰσάγεται μία νέα φορολογία, ὅπως εἰσήχθησαν τόσαι ἄλλαι διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν τελῶν, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν ὅτι αὕτη εἰσάγεται παρεμπιπτόντως, οὕτως εἰπεῖν, καὶ δὲν φαίνεται ἐνυπάρχουσα ἐν τῇ προθέσει τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ νομοσχεδίου, δι’ ὃ καὶ ἂν παραλειφθῇ δὲν θὰ βλάψῃ καθόλου τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει. Πλὴν τούτου τὸ ἄρθρον ὁρίζει ὅτι «τὰ ἔνδικα μέσα...» ἀσκοῦνται ἐφεξῆς κλπ. ἐντὸς τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου ὡρισμένων προθεσμιῶν, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν διὰ τὴν παρέκτασιν αὐτῶν... τῆς ἀποστάσεως τῆς κατοικίας τοῦ ἀσκοῦντος ταῦτα διαδίκου ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ δικαστηρίου....» ἀλλὰ δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν οἱ διάδικοι ἀγνώστου διαμονῆς ἢ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διατρίβοντες, τουτέστι δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν οἱ νόμοι ΓΨΚΑʹ καὶ ΓΨΚΓʹ τοῦ 1911 ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸν ΑΥΝΘʹ τοῦ 1887. Εἶναι ἀπαραίτητον δὲ νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν οἱ νόμοι οὗτοι πρὸς ἀποφυγὴν ζητημάτων καὶ πλείστων ὅσων δυσχερειῶν αἵτινες θὰ προκύψωσιν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ οὐχὶ ἄνευ σπουδαίων συνεπειῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἂν θελήσῃ νὰ μελετήσῃ τὰς παρατηρήσεις ταύτας, δὲν νομίζω ὅτι θὰ τὰς εὕρῃ ἀνωφελεῖς καὶ ἄνευ τινὸς ἀξίας.
§129Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καθὼς βλέπει ὁ κ. Συνάδελφος, ἐτροποποιήθη ἐπὶ τῇ βάσει ὅλων τῶν παρατηρήσεων καὶ ὑποδείξεων τῶν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐκτὸς αὐτῆς γενομένων. Πᾶσαι αἱ παρατηρήσεις ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὸ δυνατὸν καὶ τὰ πλημμελῆ ἅτινα τυχὸν ὑπεδεικνύοντο ἐθεραπεύθησαν. Οὕτω δὲν ὑφίστανται ὅσα διατείνεται ὁ κ. ἐκ Μεσσηνίας Συνάδελφος. Λέγει ὅτι ηὐξήθησαν τὰ ἔξοδα· τοῦτο δὲν εἶναι ὅλως ἀκριβές. Ἡ ἔκθεσις τοῦ γραμματέως ὁρίζεται ὅτι θὰ εἶναι ἀτελής, ἓν ἀντίγραφον πάντως θὰ ἐγίνετο τὸ ὁποῖον θὰ κοινοποιηθῇ, τὸ αὐτὸ δὲ θὰ γίνεται καὶ δι’ ἁπλῆς κλήσεως. Ἡ ἔκθεσις ἀφ’ ἑτέρου περιεστάλη εἰς τὸ ἐλάχιστον, θὰ καταχωρίζηται ἐν βιβλίῳ τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ εἰς ἰδίας στήλας τὰ ὀνόματα τῶν διαδίκων, τὸν ἀριθμὸν τῆς ἀποφάσεως, τὴν χρονολογίαν τοῦ ἐνδίκου μέσου, διὰ τοιαύτας δὲ καταχωρίσεις οὐδέποτε λαμβάνει δικαιώματα ὁ γραμματεύς.
§130ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ τὰ ἀντίγραφα;
§131Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Καὶ αὐτὰ δύναται νὰ καταρτίσῃ ὁ ἴδιος δικηγόρος, ὥστε οὐδεμία ἐπιβάρυνσις ἐπέρχεται. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν παρέκτασιν τῶν προθεσμιῶν λόγῳ ἀποστάσεως βεβαίως θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ αἱ διατάξεις αἱ ἰσχύουσαι διὰ τοὺς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ καὶ διὰ τοὺς ἀγνώστου διαμονῆς.
§132ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Λέγει κατοικίας.
§133Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἀντὶ νὰ ἀναφέρωμεν εἰδικῶς τὴν κατοικίαν δυνάμεθα νὰ θέσωμεν ὅτι ἰσχύουσιν αἱ κοιναὶ διατάξεις διὰ νὰ μὴ ἐγερθῶσιν ἀντιρρήσεις καὶ ἀμφιβολίαι.
§134Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἰδοὺ διατί ἦτο ἀνάγκη νὰ τεθῇ διάταξις ἰδία, ἀφοῦ λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀπόστασις ἐκ τῆς κατοικίας τοῦ διαδίκου μέχρι τῆς ἕδρας τοῦ δικαστηρίου. Δὲν πρόκειται ἄλλως νὰ κοινοποιηθῇ εἰς τὸν ἀντίδικον, ἀλλὰ νὰ κατατεθῇ εἰς τὸ δικαστήριον.
§135Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Νὰ γίνῃ δεκτή, κ. Ὑπουργέ, ἡ παρέκτασις ἐν σχέσει πρὸς τὸν διάδικον τὸν ἀσκοῦντα τὸ ἔνδικον μέσον.
§136Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Μάλιστα.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον πρῶτον τροπολογημένον πῶς;
§138Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Κατὰ τοῦτο· θὰ τεθῶσιν ἐν παρενθέσει αἱ διατάξεις τὰς ὁποίας ἐπικαλούμεθα.
§139Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Μετὰ τὰς φράσεις «ἐντὸς τῶν νομίμων προθεσμιῶν», νὰ τεθῇ «παρεκτεινομένων λόγῳ ἀποστάσεως κατὰ τοὺς νόμους τοῦ 1911 καὶ τοῦ 1887 κλπ.
§140Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναφέρωμεν καὶ τοὺς νόμους;
§141Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Τότε νὰ τεθῇ «ἐντὸς τῶν νομίμων προθεσμιῶν παρεκτεινομένων λόγῳ ἀποστάσεως κατὰ τοὺς ἰσχύοντας νόμους»
§142Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Πρέπει νὰ εἴπωμεν ὅτι λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀπόστασις τῆς κατοικίας ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ δικαστηρίου.
§143Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ποῖος θὰ κρίνῃ αὐτό;
§144Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὁ δικαστής. Πρόκειται περὶ τῆς προθεσμίας, ἐντὸς τῆς ὁποίας ὁ διάδικος θὰ ἐνασκήσῃ τὸ ἔνδικον μέσον, καὶ ὁ δικαστὴς θὰ κρίνῃ τὸ ἐμπρόθεσμον.
§145Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπάρχει ἀμφιβολία ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν καὶ πρέπει νὰ καθορισθῇ αὕτη. Ἀναμφισβητήτως δύναται νὰ δοθῇ ἡ ἔννοια ὅτι ὁ γραμματεὺς μόνον ἐντὸς τῶν προθεσμιῶν δύναται νὰ δεχθῇ.
§146Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς ἕδρας τοῦ δικαστηρίου, παρ’ ᾧ γίνεται ἀντὶ τῆς κατοικίας τοῦ ἀντιδίκου, διότι αὐτὸ ἀντικαθιστᾷ. Ἐὰν ἀντελήφθην καλῶς τὸν σκοπόν σας, θέλετε νὰ καθορίσητε ὅτι ἀντὶ τῆς κατοικίας τοῦ ἀντιδίκου νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν ἡ ἕδρα τοῦ δικαστηρίου καὶ δι’ αὐτὸ καθορίζετε τὰς προθεσμίας.
§147Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Νὰ καθορισθῇ ἀπὸ τῆς κατοικίας τοῦ ἀντιδίκου ἢ ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ δικαστηρίου.
§148Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἀπὸ τῆς κατοικίας τοῦ ἀσκοῦντος τὸ ἔνδικον μέσον διαδίκου μέχρι τῆς ἕδρας τοῦ δικαστηρίου.
§149Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Τῆς κατοικίας τοῦ καθ’ οὗ ἡ ἀνακοπή.
§150Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὄχι· διότι λαμβάνεται ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ ῥηθέντος δικαστηρίου.
§151Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Νὰ προστεθῇ ἀπὸ τῆς ἕδρας μόνον τοῦ ῥηθέντος δικαστηρίου διὰ νὰ λείψῃ ἡ ἑρμηνεία.
§152Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Νὰ προστεθῇ μόνον, τηρουμένων τῶν διατάξεων τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ καὶ τῶν ἀγνώστου διαμονῆς.
§153Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Διατί ὄχι λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν διὰ τὴν παρέκτασιν τῆς προθεσμίας τῆς ἕδρας τοῦ δικαστηρίου, παρ’ ᾧ ἐνασκεῖται τὸ ἔνδικον μέσον; Αἱ προθεσμίαι θὰ καθορισθῶσι συμφώνως πρὸς τὸν νόμον. Ἀλλὰ θέλετε ἀντὶ τῆς κατοικίας τοῦ ἀντιδίκου νὰ θεωρῆται ἡ ἕδρα τοῦ δικαστηρίου, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν διὰ τὴν παρέκτασιν αὐτὴν τῆς ἕδρας τοῦ ῥηθέντος δικαστηρίου, τῆς Βουλῆς καὶ ὑμῶν κ. Ὑπουργὲ ὡς εἰσηγητῶν αὐτοῦ. Θὰ προέβαινον εἰς τὴν πρότασιν νὰ ἀφήσωμεν τὸ ὑπάρχον καθεστὼς τὸ ὁποῖον δὲν θὰ παρουσιάσῃ τόσα ζητήματα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζει τὸ νέον σύστημα. Τὸ ὑπάρχον σύστημα εἶναι τελείως ἐξηκριβωμένον καὶ ἡ νομολογία τοῦ Ἀρείου Πάγου ἔχει ἀσχοληθῆ ἐπ’ αὐτοῦ καὶ ἔλυσε τὰ ἀναφυέντα ζητήματα. Ὡς πρὸς τὸν φόβον, τὸν ὁποῖον ἔχετε δι’ ἐνστάσεις κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐπιδόσεως τῶν ἀνακοπῶν, σᾶς ὑπομιμνήσκω τὸν νόμον τὸν ψηφισθέντα παρὰ τῆς δευτέρας ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, δι’ οὗ ἐτροποποιήθησαν αἱ αὐστηραὶ διατάξεις περὶ ἐπιδόσεως καὶ οὕτως ἔθετον ἐν κινδύνῳ τὸ δικόγραφον τῆς ἀνακοπῆς. Ὅταν ἔχητε τὸ ζήτημα τῆς ἐπιδόσεως, τελείως καθωρισμένον, διατί νὰ εἰσαγάγητε ἄστοχον, κατ’ ἐμέ, νόμον, ὅστις πρόκειται νὰ γεννήσῃ νέα ζητήματα; Εἰσάγετε ὡς κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τροποποιοῦν ἄνευ ἀνάγκης ὑφισταμένας διατάξεις καὶ ὡς μόνον λόγον τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ προβάλλετε τὴν ἐξασφάλισιν τῆς τελεσιδικίας τῶν ἀποφάσεων. Ὁ φόβος τὸν ὁποῖον ἔχετε προκειμένου περὶ ἐπιδόσεως δικογράφων δὲν θὰ γενηθῇ καὶ κατὰ τὴν ἐπίδοσιν τῆς κλήσεως, διότι ἀφοῦ δὲν ἀρκεῖ ἡ κατάθεσις τοῦ δικογράφου τῆς ἀνακοπῆς ἐνώπιον τοῦ γραμματέως, ἀλλὰ διὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῆς ἀνακοπῆς εἰς τὸ δικαστήριον θὰ χρειασθῇ καὶ κλῆσις πρὸς περαιτέρω συζήτησιν τῆς ἀνακοπῆς, δὲν θὰ ἔχωμεν πάλιν ζητήματα ἐπιδόσεως; Ἐφ’ ὅσον δὲ πρόκειται νὰ λάβωμεν ἓν ἀντίγραφον τῆς ἀνακοπῆς ἀπὸ τὸν γραμματέα καὶ ἄλλο ἀντίγραφον τὸ ὁποῖον θὰ ἐκδώσῃ ὁ συντάξας τὸ δικόγραφον τῆς ἀνακοπῆς δικηγόρος, ἐφ’ ὅσον πρόκειται ἀντίγραφον νὰ κοινοποιήσωμεν ἢ νέαν κλῆσιν πρὸς συζήτησιν, δὲν θὰ προκύψωσι περισσότερα ἔξοδα καὶ ζητήματα ἐπιδόσεως καὶ πάλιν, ὡς ἐγένοντο τοιαῦτα ζητήματα κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον;
§154Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ζήτημα τελεσιδικίας δὲν θὰ γεννηθῇ ποτε.
§155Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι, προκειμένου περὶ ὀργανώσεώς τινος δὲν ἐπιτυγχάνεται αὕτη διὰ νομοσχεδίου ἀστόχου κατ’ ἐμὲ καὶ μεταβάλοντος τὰ ἤδη καθιερωμένα διὰ τῆς νομολογίας.
§156Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἡ τροπολογία θὰ διατυπωθῇ οὕτω. «Λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν διὰ τὴν παρέκτασιν αὐτῶν καθ’ ἃς περιπτώσεις δίδεται αὕτη ἐκ τοῦ νόμου τῆς ἀποστάσεως τοῦ ἀσκοῦντος ἔνδικον μέσον ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ δικαστηρίου».
§157Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Πρόκειται περὶ μιᾶς νέας τροποποιήσεως, ἀλλὰ θὰ ἦτο καλὸν αἱ ὑποβληθεῖσαι τροποποιήσεις νὰ μελετηθῶσιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει βεβαίως πεῖραν δικονομικήν, ἀλλὰ θὰ συντελέσῃ πολύ, ἐὰν ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον ἐπὶ 24 ὥρας, ἀφοῦ ἄλλως τε οὐδεμία ζημία γίνεται, διότι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ψηφισθῶσιν τροπολογίαι ἄνευ οὐδεμίας ἀντιρρήσεως.
§158Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἡ δευτέρα παράγραφος λέγει «ἐν περιπτώσει παραστάσεως διὰ πληρεξουσίου ἰσχύουσιν αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 29 ἐδάφ. βʹ τοῦ περὶ δικηγόρων νόμου καὶ ἄρθρον 92 Πολ. Δικον.».
§159Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Δηλαδὴ ὁ δικηγόρος νὰ δύναται νὰ ἀσκήσῃ καὶ τὴν ἔφεσιν.
§160Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Καὶ δὲν τὸ θεωρεῖτε περιττὸν τοῦτο, ἀφοῦ ὑπάρχει ὁ εἰδικὸς νόμος, ὅστις θὰ ἰσχύῃ καὶ ἐν προκειμένῳ; Διατί ἡ ἐπανάληψις; Νομίζω παρέλκουσαν τὴν διάταξιν.
§161Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, μίαν διασάφησιν. Κατὰ τὰς μέχρι τοῦδε διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας διὰ τῶν ἐγγράφων τεκμαίρεται ἡ πληρεξουσιότης τοῦ ὑπογράψαντος τὴν ἀνακοπήν, ὁπότε εἶναι ὑπόχρεως ὁ διάδικος νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου καὶ συζητήσῃ τὴν ἀνακοπήν, ἣν δύναται ὁ δικηγόρος, ὁ μὴ δυνάμενος νὰ παρουσιάσῃ πληρεξούσιον ἐνώπιον τοῦ γραμματέως, νὰ ὑπογράφῃ;
§162Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Εἶναι τὸ ἄρθρον 92, τὸ ἀφορῶν ἐν γένει αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἴπετε· ὅτι τεκμαίρεται ἡ πληρεξουσιότης μέχρι τῆς ἐπ’ ἀκροατηρίου συζητήσεως.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 1 ἄρθρον, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότερο). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§164Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Φρονῶ ὅτι εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀποστάσεως πρέπει νὰ ἐπέλθωσιν καὶ εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο αἱ τροποποιήσεις, αἱ ἐπελθοῦσαι εἰς τὸ 1 ἄρθρον.
§165Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὄχι· διότι εἶναι ἡ κατοικία τοῦ καλουμένου διαδίκου καὶ ὄχι τοῦ ἀσκοῦντος.
§166Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Δὲν βλάπτει, τὸ θεωρῶ ἀναγκαῖον. Ἐν σχέσει μὲ τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ ἄρθρου τούτου γνωρίζετε τί ζητήματα ἔχουσι γεννηθῆ διὰ τὴν προθεσμίαν, καὶ τί λέγει ὁ μακαρίτης Οἰκονομίδης ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐπ’ ἀναφορᾷ διαδικασίας; Δύναται νὰ προστεθῇ «τῆς προθεσμίας ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἀρχομένης ἀπὸ τῆς ἐπιούσης τῆς δημοσιεύσεως τῆς ἀποφάσεως».
§167Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὄχι. Εἶναι κάτι τι πολὺ ἄνευ κοινοποιήσεως νὰ τρέχῃ ἡ προθεσμία καὶ ἄνευ ἀντιδίκου. Ὁ ἔχων συμφέρον ἂς κοινοποιήσῃ.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 2 καὶ 3 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 4).
§169Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Τὸ 4ον ἄρθρον λέγει «πρόσθετοι λόγοι ἐφέσεως κ.λ.π. ὑποβάλλονται διὰ δικογράφου κατατεθειμένου παρὰ τῷ γραμματεῖ τοῦ δικαστηρίου, παρ’ ᾧ τὰ ἔνδικα ταῦτα μέσα διατελοῦσιν ἐκκρεμῆ». Ἐνῷ τὸ 1ον ἄρθρον ἔχει ἄλλως. Νομίζω ὅτι δύναται νὰ προστεθῇ καὶ ὁ γραμματεὺς τοῦ ἐκδόντος τὴν ἀπόφασιν τοῦ δικαστηρίου διὰ νὰ μὴ τρέχωμεν λ. χ. ἀπὸ τὰς Καλάμας εἰς τὸ Ναύπλιον.
§170Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὄχι.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4ον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 4 καὶ 6, ἀναβαλλομένης τῆς ψηφίσεως τοῦ συνόλου δι’ αὔριον).
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 9 ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῆς § 2 τοῦ ἄρθρου 84 τοῦ νόμου περὶ ὑποθηκῶν». Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκεται).
§173Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Μετὰ τὴν τροποποίησιν τῆς 2ας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 1ου, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω καὶ νὰ γίνῃ δεκτὴ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, νομίζω ὅτι ἐνδείκνυται νὰ τροποποιηθῇ καὶ ἡ 3η παράγραφος. Ἐπίσης νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν συναφῶς καὶ ἡ γενομένη προσθήκη ἐν τέλει τῆς 4ης παραγράφου. Διότι, ἀφοῦ ἐν τῇ 2ᾳ παραγράφῳ δέχεσθε νὰ προτιμᾶται ὁ δικηγόρος, ἐν τῇ 3ῃ παρορῶντες τοῦτο ἀφήνετε τὸ νομοσχέδιον, ὡς εἶχε κατὰ τὴν αʹ συζήτησιν πρὸ τῆς τροποποιήσεως. Καὶ λέγετε ὅτι ἐν ἐλλείψει διορισμοῦ ἢ ἐν περιπτώσει κωλύματος τὸ γραφεῖον τῶν ὑποθηκῶν καὶ μεταγραφῶν διευθύνεται ὑπὸ τοῦ ἀρχαιοτέρου τῶν συμβολαιογράφων, ὅστις ἑπόμενον νὰ μὴ εἶναι δικηγόρος.
§174Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὄχι· προτιμωμένου τοῦ δικηγόρου.
§175Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Τὸ λέγετε εἰς τὴν τετάρτην παράγραφον, ὄχι εἰς τὴν τρίτην, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ συγκεχυμένως, διότι ὁρίζετε ὅτι τὸν εἰδικὸν ὑποθηκοφύλακα ἀναπληροῖ ὁ ἀρχαιότερος τῶν συμβολαιογράφων προτιμωμένου τοῦ δικηγόρου. Τί θὰ γίνῃ, ἐὰν ὁ ἀρχαιότερος εἶναι ἐμπειρικός, ὁ δὲ νεώτερος δικηγόρος; Βεβαίως ὁ νεώτερος θὰ εἶναι ὁ ἀναπληρωτής, ἀφοῦ προτιμᾶται· ἀλλὰ τότε διατί ἀναφέρετε τὸν ἀρχαιότερον;
§176Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Τὸ λέγει καθαρά· ὁ δικηγόρος.
§177Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Τότε ὁ ἀρχαιότερος;
§178Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Θὰ μείνῃ ὀπίσω.
§179Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Πολὺ καλά· εὐνόητον τοῦτο. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει διατί δὲν προτιμᾶτε τὴν διατύπωσιν ὅτι ἀναπληρωτὴς θὰ εἶναι ὁ δικηγόρος, ἄλλως ὁ ἀρχαιότερος; Ἀλλὰ καὶ ἕτερον ζήτημα παρουσιάζεται. Ἐν ᾗ περιπτώσει εἰς τὴν ἕδραν τοῦ εἰρηνοδικείου ὑπάρχουσι δύο Συμβολαιογράφοι, δικηγόροι, καὶ ὑπάγονται δύο δῆμοι εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον τοῦτο, ἕκαστος τῶν ὁποίων ἔχει ἰδιαίτερον γραφεῖον ὑποθηκῶν καὶ μεταγραφῶν, τί γενήσεται ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ;
§180Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἰδιαίτερον γραφεῖον ἐν τῷ αὐτῷ ὑποθηκοφυλακείῳ.
§181Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Βεβαίως· ἀλλὰ δὲν θὰ ἦτο δικαιότερον νὰ ὡρίζετο ὅτι ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ γίνεται κατανομή, ἤτοι τὸ μὲν γραφεῖον τοῦ ἑνὸς δήμου ἀνατίθεται εἰς τὸν ἕνα, τὸ δὲ τοῦ ἑτέρου εἰς τὸν ἕτερον. Διὰ πλείστους λόγους ἐπιβάλλεται τοῦτο.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1ον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 1ον τοῦ νομοσχεδίου, εἶτα τὸ 2ον, ὡς καὶ τὸ σύνολον).
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 10 ἀναβάλλεται. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 12. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀποστολῆς ἀξιωματικῶν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν πρὸς ἐκπαίδευσιν». (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχή).
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις κατ’ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Ἐμπορικῶν καὶ Βιομηχανικῶν Ἐπιμελητηρίων». Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκεται).
§185ΣΤ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης τροπολογίας μου.
§186ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἡ διάταξις τοῦ νόμου λέγει ὅτι εἶναι δυνατὸν εἰς ὡρισμένας περιφερείας νὰ κριθῇ ὅτι ἡ πρωτεύουσα τοῦ νομοῦ δὲν εἶναι κατάλληλος ὅπως ὁρισθῇ ἕδρα τοῦ Ἐπιμελητηρίου. Δὲν ἀφορᾷ ὅμως τὴν Λάρισαν ἡ διάταξις αὕτη. Ἡ εὐκολία αὐτὴ δὲν πρέπει νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὸν νόμον.
§187Σ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Ἀποσύρω τὴν τροπολογίαν μου. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 1, ὡς καὶ τὸ ἄρθρον 2, καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 3).
§188Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντὶ τῶν λέξεων «Β. Διατάγματος» νὰ τεθῇ «Ὑπουργικῆς Διαταγῆς». Ἐπίσης καὶ εἰς τὸ 4 ἄρθρον. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 3 καὶ 4, ὡς ἐτροπολογήθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 5).
§189Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνταῦθα περὶ τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου εἰς τὸ ἐδάφιον γʹ ἀντὶ τῆς φράσεως «ἑνὸς τῶν ἐμπόρων ὁριζομένου ὑπὸ τοῦ ἐμπορικοῦ συλλόγου» νὰ τεθῇ «ἑνὸς τῶν ἐμπόρων ὁριζομένου ὑπὸ τοῦ Ἐπιμελητηρίου ἢ ἐλλείψει τοιούτου ὑπὸ τοῦ ἐμπορικοῦ συλλόγου ἢ ἐν ἐλλείψει καὶ τούτου ὑπὸ τοῦ Νομάρχου». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εἶτα δὲ καὶ τὸ ἄρθρον 6 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 7).
§190Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου ἀντὶ τῶν λέξεων «καὶ διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» νὰ τεθῇ «κατὰ προτίμησιν ἡμερησίου». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 8).
§191Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνταῦθα νὰ διαγραφῶσιν αἱ ἐν ἀρχῇ λέξεις: «ἐν τῷ διὰ δημοσιεύσεως ἐν ἐφημερίδι γνωστοποιουμένῳ τόπῳ καὶ χρόνῳ». Ἐπίσης ἀπαλείφεται τὸ διὰ «Β. Διατάγματος» καθὼς καὶ αἱ λέξεις «τὸν τόπον» ἐκ τῆς βʹ παραγράφου. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 9).
§192Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 9 προστίθεται «καὶ ἐφοπλισταὶ ἔχοντες ἀτμόπλοια ἄνω τῶν 500 τόννων ἀκαθορίστου χωρητικότητος». (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 10 καὶ 11, καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 12).
§193Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τὸ ἄρθρον 12 ἀπαλείφεται τὸ τελευταῖον ἐδάφιον, διότι τίθεται γενικὸν ἄρθρον ἐν τέλει κατὰ τὸ ὁποῖον πᾶσα ἡ διαδικασία γίνεται ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 12 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 13).
§194Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο ἔχει νομίζω ὑποβληθῆ τροπολογία ὑπό τινος τῶν κ. Βουλευτῶν.
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεσύρθη ἡ τροπολογία αὐτή.
§196Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἀφαιρεθῶσιν ἐκ τοῦ ἄρθρου 13 αʹ ἐδάφιον αἱ λέξεις «ἕνα ἢ δύο ἀντιπροέδρους» καὶ νὰ τεθῇ «ἕνα ἀντιπρόεδρον». Τὰ δὲ δύο τελευταῖα ἐδάφια νὰ διαρρυθμισθῶσιν ὡς ἑξῆς: «Τὰ Ἐπιμελητήρια δύνανται ἐπὶ μισθῷ καὶ χρόνῳ ὡρισμένῳ νὰ προσλαμβάνωσι Γενικὸν Γραμματέα μὴ ἀνήκοντα εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκλογέων, ἀλλ’ ἔχοντα γενικὴν καὶ τὴν ἀπαιτουμένην οἰκονομικὴν μόρφωσιν, κατέχοντα δὲ τὴν Γαλλικὴν τοὐλάχιστον γλῶσσαν. Τὰ καθήκοντα αὐτοῦ ὁρίζονται διὰ κανονισμοῦ τοῦ οἰκείου Ἐπιμελητηρίου ἐγκρινομένου ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 13, ὡς ἐτροπολογήθη, καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 14).
§197Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ προστεθῇ α. ἐδάφιον ὡς ἑξῆς· «Τὰ Ἐπιμελητήρια συνεδριάζουσιν εἴτε ἐν συνόλῳ διὰ ζητήματα ἀφορῶντα γενικώτερα αὐτῶν συμφέροντα εἴτε κατὰ τμήματα ἢ κατηγορίας ἢ συνομοταξίας ἐπαγγελμάτων διὰ ζητήματα ἀφορῶντα εἰς εἰδικὰ αὐτῶν συμφέροντα» καὶ νὰ ἀπαλειφθῇ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 14, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 15).
§198Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ λάθος τυπογραφικὸν τὰ ἄρθρα 15 καὶ 16 παρουσιάζονται ὡς ἓν ἄρθρον, ἐνῷ εἶναι δύο. Τὸ ἄρθρον 15 τελειώνει εἰς τὴν φράσιν «ἐν ἰσοψηφίᾳ ἡ πρότασις ἀπορρίπτεται». (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 15 καὶ 16, ὡς ἐτροπολογήθησαν, καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 17).
§199Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνταῦθα προστίθεται τελευταῖον ἐδάφιον· «τὰ καθήκοντα αὐτῶν ὁρίζονται διὰ κανονισμοῦ τοῦ Ἐπιμελητηρίου ἐγκρινομένου ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 17, ὡς ἐτροπολογήθη, καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 18).
§200Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τέλει ἀντὶ «Προέδρου» νὰ τεθῇ «προεδρεύοντος». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 18, ὡς ἐτροπολογήθη, καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 19).
§201Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντὶ «κατοικοῦντα εἰς τὰς αὐτὰς ἢ ἄλλας πόλεις τῆς περιφερείας» νὰ τεθῇ «κατοικοῦντα ἐντὸς ἢ ἐκτὸς τῆς περιφερείας». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 19, ὡς ἐτροπολογήθη, καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 20).
§202Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου τούτου διατυποῦται οὕτως. «Ὁ Νομάρχης ἢ ὁ Πρόεδρος Πρωτοδικῶν τῆς ἕδρας τοῦ Ἐπιμελητηρίου ἢ ἄλλος ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας λαβὼν ἐντολὴν τοῦ Ὑπουργοῦ δικαιοῦται νὰ παρίσταται εἰς τὰς συνεδριάσεις τῶν Ἐπιμελητηρίων ἢ τὰς συνελεύσεις τῶν ἐκλογέων καὶ νὰ μετέχῃ τῶν συζητήσεων ἄνευ δικαιώματος ψήφου. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 20, ὡς ἐτροπολογήθη, ἐπίσης ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 21, 22 καὶ 23 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 24).
§203Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ αʹ ἐδάφιον νὰ προστεθῇ «ἢ ὑπουργικῶν ἀποφάσεων» καὶ εἰς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον ἀντὶ «τρεῖς μῆνας» νὰ τεθῇ «δύο μῆνας». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 24, ὡς ἐτροπολογήθη, καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 25).
§204Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τὸ ἐδάφιον 5 νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ φράσις «τίθεται δὲ ὡρισμένη προθεσμία ἧς παρερχομένης ἀπράκτου δὲν εἶναι ἀναγκαία καὶ γνωμοδότησις». Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 25, ὡς ἐτροπολογήθη, ψηφίζεται ἐπίσης τὸ ἄρθρον 26 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 27).
§205Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 27 διατυποῦται ὡς ἑξῆς: «Ἕκαστον Ἐπιμελητήριον δύναται νὰ διατηρῇ ἰδίοις ἀναλώμασι Ἐμπορικὸν καὶ Βιομηχανικὸν Μουσεῖον, σκοπὸς τοῦ ὁποίου εἶναι νὰ διαφημίζῃ τὰ ἐγχώρια προϊόντα καὶ νὰ μεριμνᾷ περὶ τῆς ἐξαπλώσεως καὶ καταναλώσεως τούτων καὶ νὰ μεσολαβῇ μεταξὺ τῶν παραγωγῶν καὶ τῶν καταναλωτῶν. Ὁ Κανονισμὸς τῆς λειτουργίας τοῦ Μουσείου συντασσόμενος ὑπὸ τοῦ Ἐπιμελητηρίου ἐγκρίνεται δι’ ὑπουργικῆς διαταγῆς. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 27, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 28).
§206Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Προστίθεται μετὰ τὸ «διὰ Βασ. Διατάγματος» ἡ φράσις «μετὰ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Ἐπιμελητηρίου» καὶ ἀπαλείφεται ἡ δευτέρα παράγραφος. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 28, ὡς ἐτροπολογήθη, καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 29).
§207Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπαλείφεται τὸ τελευταῖον ἐδάφιον, διότι εἶπον ὅτι θὰ τεθῇ εἰδικὸν ἄρθρον περὶ ἀτελείας ὅλων τῶν ἐγγράφων. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 29, ὡς ἐτροπολογήθη, καὶ τὸ ἄρθρον 30 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 31).
§208Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντὶ «15 Ἀπριλίου» νὰ τεθῇ «μέχρι τῆς 1 Ἀπριλίου».
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 31, ὡς ἐτροποποιήθη παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 32 (ἀναγινώσκεται).
§210Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδῶ διαγράφεται ἡ λέξις τῆς καταστάσεως».
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 32, ὡς ἐτροποποιήθη παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 33 (ἀναγινώσκεται).
§212Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδῶ διαγράφονται αἱ δύο τελευταῖαι λέξεις «καταστάσεως καὶ περιουσίας».
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 33, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 34 (ἀναγινώσκεται).
§214Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδῶ προστίθενται αἱ λέξεις «ὁτὲ παρίστανται καὶ ὡς ἀντιπρόσωποι τῶν ἐξουσιοδοτησάντων καθ’ ὅλην τὴν διαδικασίαν ἐνεργοῦντες πάσας τὰς πράξεις καὶ τὴν ὁρκοδοσίαν».
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 34, ὡς ἐτροποποιήθη παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται εἶτα δεκτὸν τὸ ἄρθρον 35). Ἄρθρον 36 (ἀναγινώσκεται).
§216Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδῶ προστίθεται τὴν ἔρευναν περὶ τῆς ἐν γένει οἰκονομικῆς καταστάσεως. (Γίνεται εἶτα τροπολογηθὲν δεκτὸν τὸ ἄρθρον 36). Ἄρθρον 37 (ἀναγινώσκεται).
§217Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδῶ διαγράφεται ἡ τελευταία παράγραφος. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ). (Γίνονται ὡσαύτως δεκτὰ ἔπειτα τὰ ἄρθρα 38 καὶ 39). Ἄρθρον 40 (ἀναγινώσκεται).
§218Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς κ. Σπ. Κροκιδᾶς ἐφοβήθη μήπως ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου δὲν ἐπιφέρῃ τὴν κατὰ τὸν παρόντα νόμον διαιτησίαν ἀλλ’ ἄλλην, καὶ μὲ παρεκάλεσε νὰ προσθέσω «τῆς διαιτησίας τῶν ἐπιμελητηρίων». Ἐγὼ προσθέτω «ὡς κατὰ τὸν παρόντα νόμον διαιτησίας».
§219Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἡ διαιτησία, Κύριοι, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ καθιερώσῃ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, εἶναί τι, τὸ ὁποῖον ἐδοκιμάσθη ἄλλοτε, καὶ τὸ ὁποῖον ἱστορικῶς ἀνήκει εἰς ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁλόκληρος ἡ δικαιοσύνη δὲν διενηργεῖτο εἰμὴ μόνον κατὰ τὸν τρόπον αὐτόν. Ἀνέκαθεν ἡ ἐξάσκησις τῆς δικαιοσύνης δὲν ἐγίνετο παρὰ τακτικῶν δικαστῶν, ἀλλ’ ἐγίνετο παρ’ αὐτοῦ τοῦ λαοῦ. Ἐν τῇ ἀρχαίᾳ ἐποχῇ ἐδίκαζεν ἡ Ἐκκλησία τοῦ Δήμου, ἐν τῇ μεσαιωνικῇ ἐποχῇ καθ’ ἣν στιγμὴν τὰ διάφορα πολιτεύματα ἤρχιζον ἐξελισσόμενα νὰ λαμβάνωσι τὴν μορφήν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον κατόπιν καὶ ἔχουσι σήμερον, ἕκαστος ἄνθρωπος, ἕκαστος πολίτης ἐδικάζετο πάντοτε ἀπὸ τοὺς ἴσους αὐτῷ κοινωνικῶς· δὲν ἐδικάζετο ἀπὸ τακτικοὺς δικαστάς. Ἀλλ’ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον παρετηρήθη ὅτι ἦτο τόση ἡ δυσκολία τῆς συστάσεως τῶν τοιούτων λαϊκῶν, οὕτως εἰπεῖν, δικαστηρίων, ὥστε ἀντικατεστάθη διὰ τινὸς φόρου, τὸν ὁποῖον οἱ πολῖται κατέβαλλον, διὰ νὰ ἀπαλλαχθῶσι τοῦ δικαιώματος τοῦ δικάζειν. Ὅτε δὲ προϊόντος τοῦ χρόνου ἡ Βασιλικὴ ἐξουσία πρώτη διώρισε τακτικοὺς δικαστάς, ἐθεωρήθη τοῦτο ὡς μία μεγάλη ἀνακούφισις, ἡ ὁποία ἐδίδετο εἰς τὸν λαόν, ὅστις τὸ δικαίωμα τοῦ δικάζειν τὸ εἶχεν ὡς μέγιστον βάρος, διότι τὸν ἀπησχόλει ἀπὸ τὰς καθημερινάς του ἐργασίας καὶ ἀπὸ τὰς καθημερινάς του ἀνάγκας. Δὲν εἶναι λοιπόν τι νέον ἡ διαιτησία, οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις ὅτι, καθ’ ἣν ἐποχὴν κατηργήθη ὁ λαὸς ἐγένετο ἀντικείμενον σφετερισμοῦ, ὅτι δηλαδὴ ἡ Βασιλικὴ ἐξουσία ἐσφετερίσθη τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀπὸ τὸν λαὸν καὶ ἐπέβαλε τὴν θέλησίν της. Ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον συνέβη. Ὁ λαὸς ἐβαρύνθη νὰ δικάζῃ μόνος του καὶ ἐθεώρησεν ὡς μεγάλην ἀνακούφισιν τὸ ὅτι διωρίσθησαν τακτικοὶ δικασταὶ καὶ αὐτὸς ἔπαυσε νὰ δικάζῃ. Τὸ σύστημα τοῦτο τὸ βλέπομεν σήμερον ἐν τῇ πρακτικῇ ἐφαρμογῇ ἐφαρμοζόμενον εἰς τοὺς ἐνόρκους. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, Κύριοι, ὅτι τὸ εἶναι ἔνορκόν τινα ἀποτελεῖ βάρος, καὶ βάρος τοιοῦτον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον καθημερινῶς προσπαθεῖ διὰ παντὸς μέσου καὶ διὰ πάσης τοῦ νόμου καταδολιεύσεως ν’ ἀπαλλαχθῇ. Καθ’ ἣν στιγμὴν λοιπὸν εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς καταστάσεως, ἡ ὁποία, ὡς ἐκ τῶν ἀναγκῶν τοῦ βίου, ἐλάχιστον χρόνον ἀφήνει εἰς τοὺς πολίτας, ἐρωτᾶται ἴσως, ἂν δύναται νὰ ἐπιτύχῃ ὁ θεσμὸς τῆς διαιτησίας, οὕτω τιθέμενος ὑποχρεωτικῶς ἢ καὶ διὰ δηλώσεως, ὅπως λέγει τὸ νομοσχέδιον, διὰ νὰ δώσῃ τὰ πρακτικὰ ἀποτελέσματα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀναμένονται ἐκ τῆς ψηφίσεως καὶ ἐφαρμογῆς τούτου. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ, Κύριοι, πολὺ νὰ ἀμφιβάλλω. Βεβαίως εἶναι ἡ καλλιτέρα δικαιοσύνη καὶ ἡ πρακτικωτέρα, ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι θεωρητικῶς ὀρθόν, κατεδείχθη παλαιόθεν ἐν τῇ πράξει ὅτι δὲν εἶναι πάντοτε καὶ πρακτικῶς ἐφαρμόσιμον· θὰ ἦτο ἴσως δυνατόν, προκειμένου περὶ τῆς ἐγκαθιδρύσεως μιᾶς ἀρχῆς ἐν Ἑλλάδι, ν’ ἀρχίσωμεν ἀπὸ ὡρισμένα θέματα, εἰς τὰ ὁποῖα νὰ ἐτίθετο ἡ διαιτησία, καὶ θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ ἐτίθετο αὕτη προκειμένου αἴφνης περὶ τῆς παραδόσεως τοῦ ἐμπορεύματος καὶ περὶ τῆς τιμῆς αὐτοῦ, ὁπότε θὰ ἦτο πραγματικῶς ἀναγκαία ἡ διαιτησία, διότι αὐτὸ ἀπαιτεῖ κἄτι τι τὸ ταχύ, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιδέχεται ἀναβολάς. Οὕτω δ’ ἀρχίζοντες ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου θὰ ἐβλέπομεν κατὰ πόσον εἶναι δυνατὴ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ θεσμοῦ τούτου, ἵνα κατόπιν δυνηθῶμεν καὶ ἐπεκτείνωμεν τὴν ἐφαρμογὴν τούτου καὶ ἐπὶ πασῶν τῶν ἐμπορικῶν πράξεων. Βεβαίως ἡ πρόθεσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν εἶναι κακή. Περιμένει πολλά, καὶ εἶναι φυσικὸν νὰ περιμένῃ πολλά, διότι φυσικωτέραν δικαιοσύνην ἀπ’ αὐτὴν δὲν δύναται νὰ φαντασθῇ τις· αὕτη ἀληθῶς εἶναι ἡ πραγματικὴ δικαιοσύνη, ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι ἐν τῇ πράξει δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ. Τοῦτο ἀπέδειξε μακρὰ ἱστορία, μακρὰ πεῖρα. Καὶ μόνον αὐτό, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ ἀρχαίᾳ ἀκόμη ἐποχῇ, ὅτε ὑπῆρχεν ἡ δουλεία, καὶ οἱ πολῖται δὲν κατεγίνοντο εἰς τίποτε ἄλλο παρὰ μόνον εἰς τὸ πολιτεύεσθαι καὶ τὸ δικάζειν, καὶ τότε ἀκόμη δὲν ἦτο δυνατὸς ὁ καταρτισμὸς τῶν τοιούτων δικαστηρίων καὶ ἡ ἐκδίκασις τῆς δικαιοσύνης. Ἐν τῇ μεσαιωνικῇ δὲ ἐποχῇ ἀκόμη περισσότερον ἐδηλώθη τοῦτο, διότι ἠναγκάσθησαν οἱ ἄρχοντες νὰ σφετερισθῶσι δῆθεν τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν δικαστάς, καὶ νὰ ἀφαιρέσωσιν ἀπὸ τὸν λαὸν κἄτι τι, τὸ ὁποῖον πραγματικῶς εἰς τὸν λαὸν ἀνῆκε, τὸ ὁποῖον ὅμως ὁ λαὸς δὲν ἤθελε, διότι τῷ ἦτο μέγιστον βάρος. Νομίζετε, Κύριοι, ὅτι σήμερον οἱ ἔμποροι οἱ ὁποῖοι θὰ ἐκαλοῦντο εἰς τὴν διαιτησίαν, θὰ σπεύδωσι ν’ ἀνταποκριθῶσι εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ νέου βάρους, τῆς νέας ὑπηρεσίας, μὲ τὴν ὁποίαν τοὺς ἐπιβαρύνετε; Ἐὰν νομίζητε ὅτι τοῦτο θὰ εἶναι δυνατόν, θὰ εἶμαι πολὺ εὐτυχὴς καὶ ἐγὼ νὰ τὸ ἴδω ἐν τῇ πράξει ἐφαρμοζόμενον, διότι πράγματι θὰ εἶναί τι ὡραῖον. Ἀλλὰ σᾶς λέγω πρακτικῶς τὰ παραδείγματα, τὰ ὁποῖα ἡ ἱστορία μᾶς δίδει, θὰ ἀντίκεινται ἀκριβῶς εἰς τὰς θεωρίας αὐτὰς καὶ διὰ τοῦτο ἤμην ὑποχρεωμένος πρὸ τῆς Βουλῆς, προκειμένου νὰ ψηφίσῃ ἓν τόσον σοβαρὸν νομοσχέδιον, ν’ ἀναπτύξω αὐτά, τὰ ὁποῖα ἡ πρᾶξις καὶ ἡ ἱστορία μᾶς διδάσκει καὶ ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς μὲ τὴν θέλησιν, τὴν ὁποίαν ἔχει νὰ προσφέρῃ κάτι καλὸν εἰς τὸν τόπον, θὰ θελήσῃ ν’ ἀρχίσῃ τοὐλάχιστον ἀπὸ ἐκεῖ ὅπου πρέπει, καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι πρακτικόν, δηλ. νὰ ὁρίσῃ τὴν διαιτησίαν ἐφ’ ὡρισμένην περίστασιν καὶ κατόπιν, ἐφ’ ὅσον ἴδῃ ὅτι εἶναι δυνατὴ ἡ ἐκτέλεσις νὰ τὸ γενικεύσῃ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ καθ’ ἣν στιγμὴν ἴδωμεν ὅτι ἐπέτυχε καὶ ἔδωκεν ἀγλαοὺς καρποὺς καὶ συνετέλεσεν εἰς τὴν ταχύτητα, τὴν ὁποίαν προκειμένου περὶ ἐμπορικῶν ὑποθέσεων πάντες ἐπιθυμοῦμεν, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ τὸ ἐπεκτείνωμεν.
§220Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Δὲν εἰσάγεται ὑποχρεωτικὴ ἡ διάταξις περὶ διαιτησίας. Ὅσοι θέλουν θὰ ὑποβάλλωνται εἰς διαιτητάς. Ὄχι μόνον τοῦτο. Ὅσοι θέλουν θὰ ὑποβάλλωνται εἰς διαιτητὰς δι’ ὡρισμένας διαφοράς, ὅσοι θέλουν δι’ ὅλας των τὰς διαφοράς. Δύναταί τις νὰ εἴπῃ διὰ τὴν παράδοσιν τοῦ πράγματος καὶ τὴν ποιότητα δέχομαι νὰ ὑποβάλλωμαι εἰς διαιτησίαν, ἀλλὰ δι’ ἄλλας μου διαφορὰς δὲν δέχομαι. Σημειῶ εἰς τὸν κ. Συνάδελφον, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ καταστήσωμεν τὸ λειτούργημα τὸ διαιτητικόν, ὡς τὸ τῶν ἐνόρκων ὑποχρεωτικόν, διὰ νὰ ἐπιβάλωμεν ἓν ἔτι ἄχθος εἰς τοὺς ἐμπόρους. Διαφωνῶ τελείως ὡς πρὸς τὸ ὅτι δὲν θὰ εὐοδωθῇ ἡ διαιτησία εἰς τὰ ἐπιμελητήρια. Ἔχω δύο ἐπιχειρήματα ν’ ἀντιτάξω. Πρῶτον ὅτι ὅλα τὰ ἐπιμελητήρια τοῦ Κράτους καὶ ὅλοι οἱ ὑπάρχοντες Ἐμπορικοὶ Σύλλογοι ὁμοθύμως, οὐδεμιᾶς ὑπαρχούσης ἐξαιρέσεως, ἐζήτησαν, ὅταν ἔστειλα πρὸς αὐτὰ τὸ νομοσχέδιον διὰ νὰ ἐκφέρωσι τὴν γνώμην των, νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὸ ζήτημα τῆς διαιτησίας. Ἐπὶ πλέον 3 ἢ 4 Σύλλογοι, οὐχὶ ἐκ τῶν λειτουργούντων ὅπως–ὅπως, ἀλλὰ λειτουργοῦντες εἰς κέντρα, ἔχοντα μεγάλην ἐμπορικὴν κίνησιν καὶ ἀναφέρω τὸν Σύλλογον τῆς πόλεως, ἐξ ἧς κατάγομαι, τῶν Πατρῶν, ἐζήτησα νὰ γίνῃ ὑποχρεωτικὴ ἡ διαιτησία, ὅπως εἶναι εἰς τὴν Ἀγγλίαν. Ἐγὼ δὲν ἠθέλησα νὰ σπεύσω, διότι εἶναι καλλίτερον, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Συνάδελφος, νὰ βαίνωμεν πειραματιζόμενοι. Ἀλλ’ ἔχω καὶ ἄλλο ἐπιχείρημα ἐκ τῆς πείρας, ὅτι σήμερον χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ τις κανονισμός, ἐπὶ τῇ βάσει συνηθειῶν καὶ ἐθίμων, τὸ Ἐπιμελητήριον Πειραιῶς δικάζει ἀρκετὰς διαφορὰς κατ’ ἔτος διαιτητικῶς καὶ ἐπιτυχῶς. Ἄς μὴ ἐπιμένῃ λοιπὸν ὁ κ. Συνάδελφος εἰς τοὺς φόβους του.
§221Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Πρόκειται περὶ τῆς ἀπροθυμίας, τὴν ὁποίαν θὰ δείξωσιν οἱ διαιτηταί. Ἐγὼ δὲν κατηγορῶ τὴν διαιτησίαν· εἶμαι ὑπὲρ αὐτῆς, ἀλλὰ νομίζω ὅτι διὰ τὸ ἀπρόθυμον τῶν διαιτητῶν δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ συστηθῇ τὸ διαιτητικὸν δικαστήριον καὶ ἀντὶ ταχύτητος θὰ ἔχωμεν βραδύτητα.
§222Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν συμμερίζομαι, κ. Πρόεδρε, ἀπολύτως τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας περὶ τοῦ τρόπου τῆς διαιτητικῆς λύσεως τῶν ἐμπορικῶν διαφορῶν, διότι ἡ διαιτησία δὲν εἰσάγεται ὡς ὑποχρέωσις τῶν ἐμπόρων, ἀλλ’ εἶναι προαιρετική· ἐφ’ ὅσον θέλουσι νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν διαιτησίαν, τὴν ὁποίαν εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον ἐπὶ τοσοῦτον θὰ ὑπάγωνται καὶ θὰ λύωνται αἱ διαφοραὶ διαιτητικῶς, εἶναι δὲ προτιμότερον τοῦτο τοῦ κρατοῦντος μέχρι τοῦ νῦν συστήματος, διότι τὸ ἐμπόριον, ὡς γνωστόν, ἀπαιτεῖ ταχύτητα, ἐνέργειαν ἄμεσον τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, διότι αἱ ἀναβολαὶ παραβλάπτουσιν οὐσιωδῶς τὸ ἐμπόριον. Ἀλλά, ταύτην ἔχων τὴν γνώμην περὶ τῆς ἀξίας τοῦ εἰσαγομένου διὰ τοῦ νομοσχεδίου μέτρου, κάμνω μίαν ἐπιφύλαξιν καὶ δὴ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 40. Τὸ ἄρθρον 40 εἰσάγει τέσσαρας περιπτώσεις διαιτητικῆς λύσεως· ἡ τετάρτη τῶν περιπτώσεων εἶναι, ἂν ὁ εἷς τῶν διαφερομένων ἔχῃ δηλώσει κατὰ τὸ ἄρθρον 42 ὅτι τινὲς ἢ πᾶσαι αἱ διαφοραὶ αὐτοῦ θὰ λύωνται διὰ διαιτησίας· εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην ὁ ἕτερος, ὁ συναλλαχθεὶς μετὰ τοῦ τοιαύτην ὑποβαλόντος δήλωσιν, δύναται, ἀντλῶν τὸ δικαίωμα ἐκ τῆς δηλώσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ μεθ’ οὗ συνηλλάχθη, νὰ καλέσῃ αὐτὸν εἰς διαιτησίαν. Τὸ μέτρον τοῦτο θεωρῶ ἐπισφαλέστατον διὰ τοὺς κινδύνους οὓς δημιουργεῖ ἡ δήλωσις, καθ’ ἣν αἱ διαφοραὶ αὐτοῦ ἁπαξάπασαι δέχεται νὰ λύωνται διαιτητικῶς, διὰ τὸν ἔμπορον τὸν τοιαύτην δήλωσιν ποιούμενον...
§223Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄς μὴ τὸ κάμῃ.
§224Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι συμφωνότατος· ἄς μὴ τὸ κάμῃ, καὶ δύναται νὰ μὴ τὸ κάμῃ. Ἀλλὰ δυνατὸν νὰ τὸ κάμῃ πλανώμενος ἐκ τῶν προτέρων περὶ τῶν περιπτώσεων, καθ’ ἃς θὰ ληφθῇ ἀνάγκη, ἵνα διαιτητικῶς λυθῶσιν αἱ διαφοραὶ αὐτοῦ, καὶ θὰ εὑρεθῇ τότε εἰς περίστασιν νὰ μεταγνώσῃ ἀθεραπεύτως, ὅταν θὰ ἔχῃ ὑποβάλει τοιαύτην δήλωσιν εἰς τὸ Ἐπιμελητήριον πρὸ ἑνὸς ἢ δύο ἐτῶν, διότι θὰ παρασύρηται ἀναγκαστικῶς ἀπὸ τὴν ἀντίστασίν του εἰς τὴν διαιτητικὴν λύσιν τῆς διαφορᾶς, τὴν ὁποίαν δὲν θὰ ἐπεθύμει νὰ ὑποβάλῃ εἰς διαιτητικὴν λύσιν, ἂν ἐγνώριζεν αὐτήν, καὶ τὴν ὁποίαν ἀπερισκέπτως ὑπέβαλε προτοῦ προκύψῃ. Συνηγορῶ λοιπὸν ὑπὲρ τῆς ἀποδοχῆς τῶν τριῶν ἄλλων περιπτώσεων τῆς διαιτητικῆς λύσεως τῶν ἐμπορικῶν διαφορῶν, ἀλλὰ βλέπω, ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος ἐν τῇ περιπτώσει, καθ’ ἣν ἐπιτρέπεται ἡ διαιτητικὴ λύσις πασῶν τῶν κατηγοριῶν, ὅταν ὁ ἔμπορος προκαταβολικῶς ὑποβάλῃ τοιαύτην δήλωσιν εἰς τὸ Ἐπιμελητήριον περὶ τοῦ ὅτι συναινεῖ ἵνα πᾶσαι αἱ διαφοραὶ αὐτοῦ λύωνται διαιτητικῶς. Θὰ προέτεινον πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. Ὑπουργόν, ἵνα συναινέσῃ, ὅπως ἡ τετάρτη περίπτωσις λύσεως τῶν ἐμπορικῶν διαφορῶν ἀπαλειφθῇ, μείνωσι δὲ δοκιμαστικῶς αἱ τρεῖς ἄλλαι περιπτώσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ὁδηγήσωσιν ἡμᾶς, ἂν πρέπῃ εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην νὰ διαλάβωμεν ἐν μέλλοντι νόμῳ, ὥστε πᾶσαι αἱ διαφοραὶ νὰ λύωνται διὰ διαιτησίας.
§225Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δέχομαι νὰ γραφῇ ἡ τετάρτη περίπτωσις, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τὸ σαφέστερον διετύπωσεν ἡ κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπή, ἥτις δικαίως ἠθέλησε νὰ διασαφηθῶσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καλῶς ὅλαι αἱ περιπτώσεις τῆς διαιτησίας καὶ ἡ ὁποία παρέσχεν ἀληθῶς πολύτιμον ὑπηρεσίαν διὰ τὴν διατύπωσιν ταύτην. Ὁ φόβος, τὸν ὁποῖον προβάλλει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσσηνίας νομίζω ὅτι δὲν εἶναι βάσιμος, διότι πρῶτον οὐδεὶς ὑποχρεώνει τὸν ἔμπορον νὰ δηλώσῃ αὐθορμήτως ὅτι δέχεται ἵνα κάθε διαφορὰ του λύηται διαιτητικῶς, ἐν ᾧ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ὅτι μόνον ὡρισμέναι διαφοραί του θέλει νὰ λύωνται διαιτητικῶς. Ἂν δὲ ἐστάθμισε τὰ πράγματα καλῶς καὶ προβαίνει εἰς γενικωτέραν δήλωσιν περὶ διαιτησίας, δὲν ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι ὁ ἔμπορος ὁ Ἕλλην εἶναι τόσον ἁπλοῦς, ὥστε νὰ περιπέσῃ εἰς παγίδα, διὰ τὴν ὁποίαν θὰ μετανοήσῃ. Ἀντιθέτως, τὸν Ἕλληνα ἔμπορον διακρίνει μία εὐφυΐα ὑπερβολική. Εἰς πολλὰ μέρη τοῦ κόσμου ἔχει εἰσαχθῆ ἡ διάταξις αὐτὴ εἴτε ὡς ὑποχρεωτικὴ εἴτε ὡς προαιρετικὴ καὶ δὲν τὴν ἐφοβήθησαν. Ὁ τελευταῖος νόμος εἶναι ὁ Ἰταλικός, ἀλλ’ ὀλίγον πρὸ αὐτοῦ εἶναι ὁ Βουλγαρικὸς καὶ ἐκεῖ δὲ δὲν ἐφοβήθησαν νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν διαιτησίαν.
§226Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει διάταξιν τοιαύτην;
§227Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρομοίαν. Λαμβάνεται πρόνοια καὶ περὶ ἐφέσεως, διότι δὲν θέλομεν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀμέσου ἰσχύος τῆς διαιτησίας. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν τόσος φόβος.
§228Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εὔχομαι νὰ μὴ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην.
§229Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω διὰ τὸ ἑξῆς; λέγετε, πᾶσα διαφορὰ ἐμπορικῆς φύσεως· πρὸς ἀμφοτέρους ἢ πρὸς τὸν ἕνα;
§230ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δυνατὸν νὰ εἶναι καὶ πρὸς τὸν ἕνα.
§231Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Πρέπει νὰ γίνῃ ἡ διασάφησις αὕτη, διότι δυνατὸν νὰ γεννηθῇ ἀμφιβολία. Ἐπίσης ποία εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς δευτέρας καὶ τρίτης περιπτώσεως.
§232ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ τρίτη εἶναι ἡ περίπτωσις τῆς ἐκ τῶν προτέρων συνομολογήσεως τῆς διαιτητικῆς ρήτρας. Ἠδύναντο νὰ ἀποτελέσωσι μίαν περίπτωσιν καὶ νὰ εἴπωμεν πρό, κατὰ ἢ μετά, ἀλλὰ τὸ ἐχωρίσαμεν πρὸς περισσοτέραν διασάφησιν.
§233Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἰς τὸ τρίτον ἐδάφιον παραπέμπει εἰς τὸ ἄρθρον 42, ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 42 δὲν περιέχει τὸν ὅρον αὐτόν.
§234ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς διαγραφῶσιν αἱ λέξεις «κατὰ τὸ ἄρθρον 42».
§235Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ «προκυψάσας ἐκ τῶν ἐργασιῶν των μεθ’ ὡρισμένου ἢ οἱουδήποτε» τί ἐννοεῖ;
§236ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐμπορεύομαι καὶ κάμνω μίαν δήλωσιν ὅτι πᾶσαί μου αἱ διαφοραὶ ἐννοῶ νὰ λύωνται διαιτητικῶς, καὶ τὴν δήλωσιν αὐτὴν τὴν ἔχω ἐπὶ τοῦ χάρτου τῆς ἐπιστολῆς. Ἂν καὶ σεῖς ἔχετε κάμει μίαν τοιαύτην δήλωσιν, συμπίπτουσιν αἱ δύο.
§237Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μάλιστα· ἀλλ’ αὕτη ἰσχύει διὰ τὰς μεταξύ μας διαφοράς, τὸ «καθ’ οἱουδήποτε προσώπου» τί ἐννοεῖ;
§238ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πιθανὸν νὰ ἀπευθύνησθε ἀορίστως. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας ὅτι σεῖς ἐργάζεσθε ἐν Θεσσαλονίκῃ καὶ ὁ Α εἰς Πειραιᾶ χωρὶς νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει ὅτι θὰ ἔλθητε εἰς συναλλαγήν, ἔχετε δηλώσει ὅτι δέχεσθε τὴν διαιτησίαν.
§239Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Νομίζω ὅτι παρέλκει ἡ φράσις, διότι πάντοτε ἡ δήλωσις θὰ συμπέσῃ μεθ’ ὡρισμένων προσώπων. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 40, ὡς ἐτροποποιήθη, καὶ τὸ 41 ὡς ἔχει).
§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 42 (ἀναγινώσκεται).
§241ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντὶ «διὰ πᾶσαν διαφορὰν» νὰ τεθῇ «διὰ πάσας ἤ τινας διαφοράς». (Ψηφίζεται τὸ 42, ὡς ἐτροποποιήθη, εἶτα δὲ καὶ τὰ ἄρθρα 43–45).
§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 46 (ἀναγινώσκεται).
§243ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διαγράφονται αἱ λέξεις «οὐδὲν καταβάλλοντα τέλος». (Ψηφίζεται τὸ 46, ὡς ἐτροποποιήθη, καὶ τὸ 47). Γίνεται ἔπειτα δεκτὸν τὸ ἄρθρον 48, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐπίσης τὸ 49 καὶ τὸ 50, ὡς ἐτροποποιήθησαν. Ἐπίσης τὸ 51 καὶ τὸ 52, ὡς ἐτροποποιήθησαν, τὸ 53 καὶ τὸ 54, ὡς ἐτροποποιήθησαν, τὸ 55 καὶ τὸ 56, ὡς ἐτροποποιήθησαν, τὸ 57 ὡς ἐτροποποιήθη, τὸ 58 καὶ 59 ὡς ἐτροποποιήθησαν. Ἄρθρον 60 (ἀναγινώσκεται).
§244ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ ὡς 60 ἄρθρον νὰ τεθῇ ἡ ἑξῆς διάταξις· «ἡ διαβίβασις τῶν πρὸς τὰς ἀρχὰς ἀπευθυνομένων ἐγγράφων τῶν Ἐπιμελητηρίων δὲν ὑποβάλλεται εἰς ταχυδρομικὰ ἢ τηλεγραφικὰ τέλη». Γίνεται δεκτὸν ὡς ἄρθρον 60. Ἐπίσης δεκτὸν ἕτερον ἀναγνωσθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὡς ἄρθρον 61.
§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ 60 ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου γίνεται 62 καὶ τὰ ὑπόλοιπα ἄρθρα γίνονται 63, 64, 65. Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 62, 63, 64 καὶ 65. Ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου ἀναβάλλεται.
§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 μ. μ.).