1914.02.22
3.294 στίχοι · 24.972 λέξεις · 96 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 39
τῆς 22ας Φεβρουαρίου 1914.
(ὥρα 4, 30′ μ. μ.).
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ὁ κ. Γραμματεὺς παρακαλεῖται νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως (ἀναγινώσκονται). Ὑπάρχει ἀντίρρησις κατὰ τῶν πρακτικῶν; (οὐδεὶς ἀπαντᾷ). Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Γνωρίζω πρὸς τὴν Βουλήν· Οἱ κάτοικοι Μαργαριτίου τῆς περιφερείας Παραμυθίας ζητοῦσιν, ὅπως ἀπαλλαγῶσι τοῦ κτηματικοῦ φόρου διὰ τὸ ἔτος 1913· Οἱ ἐπίστρατοι φοιτηταὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐφαρμοσθῇ καὶ δι’ αὐτοὺς ὁ ψηφισθεὶς νόμος ὁ ἐπιτρέπων εἰς τοὺς φοιτητὰς τῆς Νέας Ἑλλάδος τὴν ἀνανέωσιν τῶν ἐγγραφῶν τοῦ ἔτους 1911–1913· Οἱ καπνοπῶλαι Θεσσαλονίκης παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐπεκταθῇ τὸ σύστημα τῶν ταινιῶν καὶ ἀπαλλαγῶσιν οὕτω τῆς πιέσεως τῆς ἑταιρείας τοῦ Μονοπωλίου τῶν καπνῶν· Οἱ πάρεδροι τῶν χωρίων Βαϊπέσι, Γκινόσι καὶ Λαμπανόβου τῆς ἐπαρχίας Ἀνασελίτσης παρακαλοῦσιν, ὅπως ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου τῶν κλειστῶν οἰκιῶν· Οἱ δικηγόροι Σάμου παρακαλοῦσιν, ὅπως τὸ δικαίωμα τῆς καταλήψεως δικαστικῶν θέσεων ἐπεκταθῇ καὶ εἰς αὐτούς· Οἱ Α. Καλλικλῆς, Μ. Μαλάκας, Α. Τριανταφυλλίδης, ὄντες ἀπὸ 25ετίας δικηγόροι παρακαλοῦσιν, ὅπως τοῖς ἐπιτραπῇ ἡ ἐξάσκησις τοῦ ἐπαγγέλματός των ἄνευ ἐξετάσεων· Οἱ ἐν Πάτραις τελωνοφύλακες παρακαλοῦσιν, ὅπως εἰσέλθωσιν εἰς τὸν κλάδον τῶν τελωνιακῶν ὑπαλλήλων· Ὁ σύνδεσμος τῶν Πατρῶν παρακαλεῖ, ὅπως τὰ ἀποσταλέντα 200 ἀντίτυπα ὑπομνήματος περὶ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ δασμοῦ διαφόρων ἀποικιακῶν καὶ ἐδωδίμων διανεμηθῶσιν εἰς τοὺς κ. κ. Βουλευτάς· Οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς Παλαμηδίου κρατούμενοι κατάδικοι καταγγέλλουσι τὸν ἐπιστάτην τῶν φυλακῶν ὡς παρανομοῦντα καὶ παρακαλοῦσιν, ὅπως ἡ Βουλὴ μεριμνήσῃ ὑπὲρ αὐτῶν. Ὁ ἐν Ἀθήναις σύλλογος τῶν Παντοπωλοϋπαλλήλων «ἡ Νίκη» παρακαλεῖ, ὅπως ὁ νόμος περὶ Κυριακῆς ἀργίας μεριμνήσῃ ὑπὲρ τῶν δικαίων τῶν ὑπαλλήλων παντοπωλῶν. Ὁ ἐκ Κορυτσᾶς Ἠλ. Μπουζιώτης ὑποβάλλει ἔντυπον ὑπόμνημα δικαιολογούμενος ὅτι ἀδίκως κρατεῖται ἐν ταῖς φυλακαῖς Θεσσαλονίκης. Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Καντιάνης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκαταστάσεως Οἰκονομικῶν ἀρχῶν εἰς τὰς προσαρτηθείσας χώρας καὶ συγκεντρώσεως τοῦ προσωπικοῦ αὐτῶν». Ὁ Βουλευτὴς κ. Δ. Χατζηγιάννης ὑποβάλλει τροπολογίας· 1) Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ γεωργικῶν ἐπιμελητηρίων». 2) Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προαγωγῆς τῆς γεωργίας διὰ διαδόσεως τῶν χημικῶν λιπασμάτων»· καὶ 3) Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων τῆς γεωργικῆς ὑπηρεσίας, ͵ΒΥΞΕʹ τοῦ 1897, ͵ΒΩΛΣΤʹ τοῦ 1901, ͵ΒΩΛΔʹ τοῦ 1901 καὶ ͵ΓϠΚʹ τοῦ 1911». Ὁ Βουλευτὴς κ. Σ. Παπαβασιλείου ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀποστολῆς εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ὑποτρόφων δι’ εἰδικὰς σπουδὰς πρὸς κατάληψιν θέσεως ἐν τῇ σχολῇ Ἐμπορικῶν Ἐπιστημῶν καὶ ταῖς σχολαῖς τῆς Μέσης Ἐμπορικῆς ἐκπαιδεύσεως». Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Ξηρὸς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΟΗʹ τοῦ 1911 περὶ δικαστικοῦ ἐνσήμου». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Σπ. Θεοδωρόπουλος, Α. Παναγιωτόπουλος, Γ. Λαμπρινόπουλος καὶ Ν. Συριόπουλος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Ἐμπορικῶν καὶ Βιομηχανικῶν ἐπιμελητηρίων». Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐξελέγξεως τῶν πρὸ τοῦ νόμου ͵ΓΦΚΔʹ περὶ μεταλλείων» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἐξασφαλίσεως τῆς ἀγροτικῆς περιουσίας ἐν τῷ Νομῷ Κεφαλληνίας καὶ Ἰθάκης» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της· (Ὅρα ἀρχεῖον Βουλῆς)— Μὴ ὑπαρχούσης εἶτα ἀντιρρήσεως, χορηγοῦνται αἱ κάτωθι ἄδειαι. Εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Λ. Ρεβίνθην 8 ἡμερῶν. Εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Ν. Ξηρὸν 8 ἡμερῶν. Εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Ι. Κοττίκαν 1 μηνός. Εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Α. Παπαλουκᾶν 10 ἡμερῶν καὶ εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Ἰ. Καλαντζόπουλον 15 ἡμερῶν. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Ν. Βελέντζας ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων τῆς κοινότητος Λιβανωτῶν.
§2Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Θὰ παρακαλέσω, κύριε Πρόεδρε, νὰ παραπεμφθῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς ὃν ποιοῦμαι τὴν θερμὴν σύστασιν νὰ λάβῃ ταύτην ὑπ’ ὄψιν καὶ νὰ ἄρῃ τὸ προσγινόμενον ἄδικον εἰς τοὺς κατοίκους τοῦ χωρίου τούτου. Ὁλόκληρος ἡ κοινότης Λιβανωτῶν εἰσήχθη εἰς τὸ πταισματοδικεῖον ἐπὶ παραβάσει τῆς ἀστυνομικῆς διατάξεως περὶ τῆς θέσεως τῶν ἁλωνίων τοῦ χωρίου, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ κεῖνται εἰς ὡρισμένην ἀκτῖνα κατὰ τὴν εἰρημένην διάταξιν καὶ δὴ ἐκτὸς τοῦ χωρίου. Ἀλλ’ ἡ ἀστυνομικὴ αὕτη διάταξις, ἐφ’ ὅσον δὲν στηρίζεται εἰς νόμον τινὰ εἶναι ἄκυρος διὰ τὸν λόγον ὅτι πλέον δὲν πρόκειται δι’ αὐτῆς νὰ προστατεύσωμεν τὴν δημοσίαν ὑγείαν. Ἡ κοινότης αὕτη διὰ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς τὴν ὁποίαν ὑποβάλλει πρὸς τὴν Βουλὴν φρονεῖ ὅτι οὐδεμία ἐπέρχεται εἰς τὴν δημοσίαν ὑγείαν βλάβη. Ἐκτὸς τῆς δημοσίας ὑγείας δὲν βλέπω τί πλέον θὰ προστατεύσῃ ἡ ἀστυνομικὴ διάταξις, ἀφοῦ σύσσωμος ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ τοῦ χωρίου θεωρεῖ αὐτὴν ἄδικον. Καὶ ἂν μὲν ἦτο δυνατὴ ἡ ἀπομάκρυνσις τοῦ ἁλωνισμοῦ ἐκτὸς τοῦ χωρίου, βεβαίως τοῦτο ἤθελε γίνει, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατή, διότι οἱ ἰδιοκτῆται τῶν πέριξ μερῶν ἀρνοῦνται νὰ ἐπιτρέψωσι τὴν κατασκευὴν ἁλωνίων ἐντὸς τῶν ἀγρῶν των. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως συστήσῃ εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ἀρχὴν τὴν ἄρσιν τῆς ἀστυνομικῆς αὐτῆς διατάξεως, ἡ ὁποία οὐδένα πληροῖ σκοπόν.
§3Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ προσωρινῶς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἔστε βέβαιος ὅτι θὰ ἐξετασθῇ ἡ ὑπόθεσις μετὰ πάσης ἐπιμελείας.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινούσης τῆς Βουλῆς ἀποστέλλεται ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ κ. Μ. Στελλάκης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ἔλαβε γνῶσιν αἰτήσεως τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ ἐν Πλάτσῃ τοῦ δήμου Λεύκτρου εἰρηνοδικειακοῦ καταστήματος, τοῦ ἰδιοκτήτου προβάντος μέχρι τοῦ σημείου νὰ δεχθῇ τὴν διάλυσιν τῆς μισθώσεως, ἐὰν ὁ γραμματεὺς αὐτοῦ ἐξακολουθήσῃ ἐνοικῶν μετὰ τῆς πολυμελοῦς οἰκογενείας του ἐν αὐτῷ, ἀφοῦ ἄλλως τε δὲν ἐμισθώθη διὰ τὴν τοιαύτην χρῆσιν. Παρακαλεῖ ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ τὴν ἄρσιν τοῦ ἀτόπου τούτου». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον.
§5Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀληθῶς, τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἔλαβε πρό τινος χρόνου μίαν ἀναφοράν, ἡ ὁποία ἐτιτλοφορεῖτο μὲν ὡς ἀναφορὰ τῶν δικολάβων, ὑπεγράφετο δὲ παρ’ ἑνὸς μόνον δικολάβου παραπονουμένου ὅτι δυσχεραίνεται ἡ λειτουργία τοῦ Εἰρηνοδικείου ἕνεκα τῆς ἐν αὐτῷ ἐνοικήσεως τοῦ γραμματέως τοῦ εἰρηνοδικείου. Ἐφρόντισα νὰ ζητήσω ἀμέσως πληροφορίας, ἡ ἀπάντησις δὲ τὴν ὁποίαν ἔλαβον παρὰ τοῦ εἰρηνοδίκου διὰ τοῦ ἁρμοδίου εἰσαγγελέως ἦτο ὅτι ὁ γραμματεὺς ἐνοικεῖ ἔν τινι δωματίῳ περισσεύοντι, οὐδόλως δὲ δυσχεραίνεται ἡ κανονικὴ λειτουργία τοῦ Εἰρηνοδικείου, τοὐναντίον μάλιστα ὁ γραμματεὺς ἐπωφελεῖται τῆς ἐνοικήσεως διὰ νὰ ἐργάζηται καὶ κατὰ τὰς μὴ ἐργασίμους ὥρας, συντελεῖ δὲ καὶ εἰς τὴν φύλαξιν τοῦ ἀρχείου τοῦ Εἰρηνοδικείου, τούτου ἕνεκα δὲν προέβην εἰς περαιτέρω τινὰ ἐνέργειαν, ἐὰν δὲ ὁ κ. Συνάδελφος ἔχῃ πεποίθησιν περὶ τῆς ἀληθείας τῶν δοθεισῶν αὐτῷ ἀντιθέτων πληροφοριῶν θὰ ἀποστείλω τὸν εἰσαγγελέα πρὸς αὐτοπρόσωπον ἀνάκρισιν.
§6Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Ἀρκοῦμαι.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Φίλιος εἶναι ἀπών. Ἀναβάλλεται. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι: Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 18 Αὐγούστου 1913 Β. Διατάγματος περὶ καταρτισμοῦ εἰδικοῦ Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου καὶ περὶ προσθήκης συναφῶν διατάξεων». (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΓϠΟΗʹ τοῦ 1912 περὶ δικαστικοῦ ἐνσήμου». (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «Περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ περὶ ὀργανώσεως τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους ͵ΓϠΛΓʹ νόμου τοῦ 1911». Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται) Ὁ κ. Σπυρίδης ἔχει τὸν λόγον.
§8Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ. Εἶναι, Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τοιοῦτον, ὥστε θὰ ἐπέτρεπεν ὅπως διεξαχθῇ μία εὐρυτάτη καὶ ἐπιστημονικὴ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν φυλακῶν. Δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον αἱ περιστάσεις καὶ ἡ ψυχολογικὴ κατάστασις τῆς Βουλῆς ἐπιτρέπουσιν ὅπως ἡ συζήτησις αὕτη ἀποβῇ ὡς οἷόν τε εὐρεῖα καὶ ἐπιστημονική. Ἠρώτησα πρὸς στιγμὴν ἐμαυτόν, ἐὰν δὲν μοὶ ἐπεβάλλετο παντελῶς νὰ σιωπήσω, ἀλλ’ ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ δικαιολογήσω τὴν ἐπὶ τούτου εἰσηγητικήν μου ἔκθεσιν διὰ γενικωτάτων τοὐλάχιστον γραμμῶν καὶ νὰ ἐκθέσω τὰς πεποιθήσεις καὶ τὰς ἰδέας μου ἐπὶ τοῦ σωφρονιστικοῦ μας ζητήματος. Τοῦ νομοσχεδίου τούτου, Κύριοι, τὴν κατάθεσιν νομίζω ὅτι ὅλοι μας ἀναμένομεν μετὰ ποιοῦ τινος ἐνδιαφέροντος. Ὁ καθεὶς ἐνόμιζεν ὅτι ὁ πρὸ διετίας ψηφισθεὶς νόμος τοῦ κ. Δημητρακοπούλου διὰ τῆς μὴ ἀμέσου ἐφαρμογῆς αὐτοῦ εἶχε τοὐλάχιστον σιωπηρῶς τεθῆ κατὰ μέρος. Τὴν ἰδέαν ταύτην ἤρχετο νὰ ἐπιρρώσῃ ἡ μετάκλησις τοῦ Γάλλου ὀργανωτοῦ. Τίς δὲν ἐνθυμεῖται ὅτι πρὸ ἑνὸς ἀκριβῶς ἔτους καθ’ ἣν ἡμέραν ἑωρτάζομεν ἐνταῦθα τὴν ἅλωσιν τῶν Ἰωαννίνων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐζήτησεν ἐπειγόντως τὴν ἐπιψήφισιν νομοσχεδίου ἀφορῶντος τὴν ἔλευσιν τοῦ Γάλλου ὀργανωτοῦ; Ἡ σπουδὴ αὕτη οὐδὲν ἄλλο ἐσήμαινεν ἢ ὅτι αἱ ἀποφάσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἦσαν σοβαραί. Ὁ κ. Ρακτιβὰν εἶχε προφανῶς ἀντιληφθῆ ὅτι ὁ πρὸ διετίας ψηφισθεὶς νόμος τοῦ προκατόχου του καίπερ ἐμπνεόμενος ὑπὸ ῥηξικελεύθων ἰδεῶν δὲν ἦτο ἄρτιος· ὅτι τὸ σωφρονιστικόν μας σύστημα ἔδει νὰ τεθῇ ἐπὶ εὐρυτέρων καὶ ἔτι προοδευτικῶν βάσεων, ὅτι ἦτο ἐσφαλμένη ἡ ἀντίληψις τῆς μονομεροῦς καὶ ἄνευ γενικωτέρας ἀλληλουχίας καὶ συνοχῆς θεραπείας τῶν μυρίων σωφρονιστικῶν αἰτημάτων καὶ ὅτι τέλος ἡ Ἑλλὰς φθάνουσα τελευταία εἰς τὴν σωφρονιστικὴν ἅμιλλαν, μὴ ἔχουσα ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως οὐδὲν λάθος τοῦ παρελθόντος νὰ σεβασθῇ, ἀντλοῦσα ὅλα τὰ ψηλαφητὶ κτηθέντα δαπανηρὰ διδάγματα τῶν ξένων Κρατῶν ὤφειλε ν’ ἀνεγείρῃ ἐπὶ τῶν ἀτιμωτικῶν ἐρειπίων τοῦ παλαιοῦ στρατῶνος καὶ τοῦ Μενδρεσὲ τὴν ἀρτιωτέραν, τὴν ὁμοιογενεστέραν, τὴν ἐπιστημονικωτέραν ἐγκληματοῦπολιν. Μὲ τοιαύτας ἐλπίδας, Κύριοι, ἤκουσεν ἡ Βουλὴ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης εἰσηγούμενον τὸ νομοσχέδιον περὶ φυλακῶν καὶ ἕτερον συγχρόνως περὶ φυλακῶν. Ἰδού, τέλος, ἐσκεπτόμεθα μετ’ ἑνὸς ἔτους ἀπουσίαν, ὁ καταστατικός μας χάρτης τῶν φυλακῶν! Ἰδοὺ ἀληθὴς σωφρονιστικὴ ἐργασία! Μάτην ὅμως ἀνεζήτησα μεταξὺ τοῦ νομοσχεδίου τὴν ἔκθεσιν τοῦ Γάλλου ὀργανωτοῦ. Διότι δὲν ὑπέθετόν ποτε ὅτι, ὡς συμβαίνει εἰς ὅλα τὰ Κοινοβούλια, ὁσάκις μία εἰδικὴ αὐθεντία καλεῖται νὰ δώσῃ γνώμην ἐπὶ σοβαροῦ τινος ζητήματος, δὲν ὑπέθετον, λέγω ὅτι τὰ πορίσματα τῆς ἐργασίας ταύτης δὲν θὰ ἐγίνοντο ἐγκαίρως γνωστὰ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν μέλλουσαν ἐπὶ τούτων νὰ νομοθετήσῃ. Ὑπέθετον τοὐναντίον ὅτι κ. Ὑπουργὸς θὰ ἐπαρουσίαζεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁλόκληρον σύγγραμμα. Ποῖον εἶναι τὸ κρατοῦν σύστημα ἐν Γαλλίᾳ καὶ διατί; Ποῖον ἐν Ἀγγλίᾳ; Ποῖον ἐν Γερμανίᾳ; Ἐπὶ τίνων ἐπιστημονικῶν σήμερον βάσεων ἀνεγείρονται τὰ νέα σωφρονιστήρια; Τίνα εἶναι τὰ νεώτερα ἐξ αὐτῶν καὶ τίνα τὰ σχεδιογραφήματά των; Τίς ἡ λειτουργία τῶν κυψελῶν αὐτῶν τῆς μετανοίας καὶ βελτιώσεως· πῶς μορφοῦται καὶ στρατολογεῖται ἀλλαχοῦ τὸ προσωπικὸν τῶν φυλακῶν· πῶς λειτουργοῦσι τὰ σωφρονιστικὰ ἐργαστήρια· τίνα κέρδη ἢ τίνας δαπάνας ἔχουσι προκαλέσει· ποία ἡ λειτουργία τῆς σχολῆς ἐν ταῖς φυλακαῖς καὶ ποῖα θαυμάσια ἀποτελέσματα ἔχει ἐπιφέρει. Καὶ ἐπειδὴ ἡ ἔκθεσις τοῦ Γάλλου ὀργανωτοῦ δὲν θὰ ἐγίνετο ἄνευ τῆς ἐπινεύσεως τοῦ διακεκριμένου νομομαθοῦς κ. Ῥακτιβάν, ἴσως νὰ ἔθιγε καὶ σημεῖα ἀφορῶντα ἀμεσώτερον τὸν ποινικὸν ἡμῶν κώδικα, ὡς π. χ. τὴν προσωρινὴν ἀπόλυσιν, τὴν ὑπὸ ὅρον καταδίκην, τὸ ζήτημα τῶν βραχυχρονίων φυλακίσεων τῶν καθ’ ὑποτροπὴν ἐγκληματιῶν καὶ τέλος τὸ ἀπαραίτητον ποινολόγιον. Ἡ ἔκπληξίς μου ὑπῆρξεν ὅθεν μεγάλη, ὅταν εἶδον ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατέθεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐτροποποίει ἁπλῶς μόνον τέσσαρα ἄρθρα τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Ἀνεξαρτήτως, Κύριοι, τοῦ ποιοῦ τῶν ἀγομένων τροποποιήσεων ὁ τρόπος οὗτος τοῦ νομοθετεῖν εἶναι κατὰ τὴν γνώμην μου ἐλαττωματικὸς ὡς μὴ παρουσιάζων τι τὸ αὐτοτελές, ὡς διαταράσσων τὴν ὁμοιογένειαν καὶ ἀλληλουχίαν τῶν διαφόρων ἄρθρων τοῦ νόμου, ὡς ἐξαναγκάζων τέλος τὸν θέλοντα νὰ μελετήσῃ αὐτὸν νὰ ἀναγινώσκῃ ἐκ παραλλήλου τὰ δύο κείμενα, ἵνα ἴδῃ τί παραμένει εἰς τὸν παλαιὸν καὶ τί παραλαμβάνεται ἢ προστίθεται εἰς τὸν νέον νόμον. Ἡ ἐπίκρισις ἐξ ἄλλου καθίσταται δι’ ἡμᾶς δυσχερής, διότι, ἐνῷ διὰ τῶν ἐπιφερομένων τροποποποιήσεων ἐπὶ τεσσάρων ἄρθρων ὁλόκληρος ὁ παλαιὸς νόμος ἀναβαπτίζεται, οὕτως εἰπεῖν, εἰς νέον νομοσχέδιον, τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ συνόλου δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπεκτείνωμεν ἀφοῦ τὰ 9)10 εἶναι ἤδη νόμος τοῦ Κράτους. Ὁ κ. Ν. Δημητρακόπουλος εἰσήγαγε διὰ πρώτην φορὰν κάτι τι ὡραῖον καὶ ἐπιστημονικόν, τὴν ἐν κελλίοις ἀπότισιν τῆς ποινῆς. Δυστυχῶς ὅμως ἐν ὑπερβολικῇ ἴσως σπουδῇ δὲν ἐνεβάθυνε δεόντως εἰς τὰ εὐεργετικὰ ἀποτελέσματα τοῦ τοιούτου συστήματος καὶ ἐσταμάτα πρὶν ἢ ἐκκινήσῃ ἐφαρμόζων τὴν ἀπομόνωσιν μόνον εἰς τοὺς μὲ ἓξ ἑβδομάδων φυλάκισιν καταδικασθέντας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κάμνει σήμερον ἓν βῆμα πρὸς τὰ ἐμπρὸς ἐκτείνων τὴν ἀπομόνωσιν μέχρις ἑνὸς ἔτους, ἐνίοτε δὲ καὶ πλέον. Πρὶν ἤ, Κύριοι, ἐξετάσωμεν ὁποίαν ἐπιστημονικὴν ἀξίαν δύναται νὰ ἔχῃ μία τοιαύτη μεταρρύθμισις, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ καθαρίσωμεν τὸ ἔδαφος ἀπὸ μερικὰς πεπλανημένας ἰδέας, αἱ ὁποῖαι κρατοῦσι παρ’ ἡμῖν ἐπὶ τοῦ ἀπομονωτικοῦ συστήματος, καὶ ἀπὸ τὰς ἀδίκους κρίσεις, αἵτινες ὡς ἀπὸ τρίποδος ἐκφέρονται ἐναντίον τῆς τελευταίας αὐτῆς λέξεως τῆς σωφρονιστικῆς ἐπιστήμης. Εἶναι περιττόν, Κύριοι, νὰ τονίσω ὁποῖον καρκῖνον ἀποτελεῖ διὰ τὰς ψυχὰς τῶν κρατουμένων ἡ ἐν κοινῷ συμβίωσις. Ἐγκλείομεν καταδίκους, λέγει Γάλλος κοινωνιολόγος καὶ ποινικολόγος, ὁ Joly, εἰς τὸ αὐτὸ μέρος ὑπὸ τὸ πρόσχημα ὅτι τὸ ἔγκλημα τοὺς ἑνώνει, ὡς νὰ μὴ ἦτο τοῦτο εἷς λόγος ἀποχρῶν καὶ ἀρκετός, ὅπως τοὺς χωρίσωμεν ἀπ’ ἀλλήλων. Αἱ φυλακαὶ εἶναι, ὡς σήμερον λειτουργοῦσι, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ Krohne ἡ Ἀκαδημία τοῦ ἐγκλήματος, ἐν τῇ ὁποίᾳ δαπάναις τοῦ Κράτους οἱ κατάδικοι ἐκπαιδεύονται πρὸς περαιτέρω διάπραξιν ἐγκλημάτων. Εἰς τὴν ἀλήθειαν ταύτην ἦλθε νὰ δώσῃ ἕνα τραγικὸν ὑπογραμματισμὸν ἡ στατιστικὴ τῶν τελευταίων 30 ἐτῶν, ἐκ τῆς ὁποίας ἐμφαίνεται, ὅτι τὸ μεῖζον μέρος τῶν διαπραττομένων ἐγκλημάτων ὀφείλεται εἰς ἀνθρώπους, ἔχοντας ποιάν τινα γνωριμίαν μὲ τὴν ἐν κοινῷ ἐγκληματικὴν συμβίωσιν. Ἀπὸ ἑκατονταετίας καὶ πλέον αἱ προσπάθειαι τῶν φιλανθρώπων τείνουσιν εἰς τὴν ὡς οἷόν τε ἀπομόνωσιν τῶν καταδίκων ἀπ’ ἀλλήλων. Δυστυχῶς ἡ πρώτη ἐν εὐρείᾳ κλίμακι ἐφαρμογὴ τῆς ἰδέας ταύτης ἐν Πενσυλβανίᾳ ἔφερε τρανὰ δείγματα τῆς τότε κρατούσης αὐστηρᾶς χριστιανικῆς ἠθικῆς. Τὸ κελλίον κατὰ τὰς ἰδέας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ὤφειλε νὰ εἶναι τόπος μετανοίας καὶ συντριβῆς, ἐν τῷ ὁποίῳ ὁ κατάδικος φέρων προσωπίδα καὶ μὲ μόνην τὴν βίβλον ὡς ἐφόδιον ἔδει ν’ ἀναζητῇ ἐν αὐστηροτάτῳ ἀποκλεισμῷ τὴν ὁδὸν τῆς χριστιανικῆς σωτηρίας. Αἱ ὑπερβολαὶ αὗται προεκάλεσαν μετ’ ὀλίγον τὸ τερατούργημα τῆς Ὠβούρνης, τὸ μικτὸν σύστημα, ὡς θὰ ἴδωμεν ἐντὸς ὀλίγου. Αἱ αὐταὶ πρὸ 100ετίας ὑπερβολαὶ εἶναι ἐκεῖναι αἵτινες διαδοθεῖσαι διὰ τῶν μυθιστορημάτων καὶ τῶν διηγημάτων βαρύνουσιν ἀκόμη τὴν διάνοιαν πολλῶν, τὸ ὡραῖον, τὸ ἐπιστημονικώτατον ἀπομονωτικὸν σύστημα. Τὸ σύστημα τοῦτο ἐρείδεται σήμερον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ὅτι ἡ προσπάθεια τοῦ Κράτους ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῶν ποινῶν πρέπει νὰ τείνῃ εἰς τὸ νὰ σώσῃ, ὡς οἷόν τε, τὸν κατάδικον καὶ τὸν ἀποδώσῃ μίαν ἡμέραν καλλίτερον εἰς τὴν κοινωνίαν. Ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῆς ἰδέας ταύτης ἀνεχώρησαν ἐκ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι οὐδεμία βελτίωσις εἶναι δυνατή, ἐν ὅσῳ ὁ κατάδικος μένει ἐκτεθειμένος εἰς τὴν δηλητηριώδη ἐπίδρασιν ἐγκληματικῶν στοιχείων ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἐν ὅσῳ δὲν μετεφέρθη ἐξ ἄλλου εἰς ὅλως ἠθικοποιητικὸν περιβάλλον, οἷον τὸ τῆς ἀπομονώσεως. Ἀλλά, Κύριοι, τὰ δύο ταῦτα στοιχεῖα τοῦ χωρισμοῦ δὲν ἀποκλείουσιν ἕτερον ὡσαύτως ἀναγκαῖον, τὸ ἐκφοβιστικὸν καὶ τὴν ἐπίγνωσιν τῆς ἐλευθερίας. Τὸ κελλίον, Κύριοι, εἰς τὸ ὁποῖον εἰσέρχεται ὁ κατάδικος ἔχει 10 τετρ. μέτρων ἐμβαδὸν καὶ 35 κυβ. μέτρων χωρητικότητα. Ἐκεῖ διαιτᾶται, ἐκεῖ κοιμᾶται, ἐκεῖ ἐργάζεται, ἐκεῖ ἐν γένει ἐξελίσσεται ὁλόκληρος ὁ βίος του. Κατ’ οὐδένα ἄλλον τρόπον ἡ ἰδέα τῆς ἀπωλείας τῆς ἐλευθερίας γίνεται τόσον αἰσθητὴ καὶ κατ’ οὐδὲν ἄλλο σύστημα φυλακίσεως τὸ αἴσθημα τοῦ ἐγκληματίου ἀπέναντι τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου ὑποπίπτει εἰς τὰς αἰσθήσεις του. Οὐδεμία ἐλπὶς ἀντιδράσεως. Ἡ σιδηρᾶ χεὶρ τοῦ κανονισμοῦ τὸν λυγίζει πρὸς τὸ ἔδαφος καὶ τὸν ἀναγκάζει ν’ ἀναγνωρίσῃ καὶ παραδεχθῇ ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι νόμοι ἐκτὸς τῶν ἀγρίων αὑτοῦ ἐνστίκτων, τοὺς ὁποίους ὀφείλει ἐν τῇ κοινωνίᾳ νὰ σεβασθῇ. Εἶναι λοιπὸν μία ποινὴ σοβαρά, ἀλλὰ συγχρόνως —ἐδῶ ἔγκειται τὸ μυστήριόν της—μετριάζεται καὶ γίνεται σχεδὸν μητρικὴ εὐθὺς ὡς ὁ κατάδικος ὑποταχθῇ εἰς αὐτὴν καὶ κατασιγάσῃ τὰ κακοῦργα ἔνστικτά του. Καὶ οὕτως ἡ ποινὴ αὕτη διατηρεῖ τὴν ἠθικοποιητικήν της ἐπιβολὴν ἄνευ μάστιγος, ἄνευ βιαιοτήτων, αἵτινες ἀτιμάζουσι καὶ τὸν τιμωρούμενον καὶ τὸν τιμωροῦντα. Ἔχομεν λοιπὸν διὰ τῆς ἀπομονώσεως μὲν ποινὴν σοβαράν, ἐκφοβιστικήν, ἀλλ’ οὐδαμῶς ἀπάνθρωπον, ὅπως κακῶς νομίζεται. Ἡ ἀπομόνωσις, ὡς σήμερον λειτουργεῖ, Κύριοι, δὲν εἶναι ἐνταφιασμὸς ζῶντος ὀργανισμοῦ ἐν τῷ κελλίῳ. Δὲν εἶναι πλὰξ ἐπιτύμβιος ἐπὶ τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς, δὲν εἶναι χωρισμὸς τοῦ καταδίκου ἀπὸ τὴν ζωήν. Séparation καὶ οὐχὶ isolation, χωρισμὸς καὶ οὐχὶ ἀπομόνωσις, ὡς ὀρθῶς καθώρισεν ὁ ἀναδιοργανωτὴς τῶν βελγικῶν φυλακῶν Dupetieux. Ἂν ὁ κατάδικος δὲν ἔχῃ ἐπικοινωνίαν μὲ τοὺς ὁμοίους του, δὲν πρέπει ἐν τούτοις νὰ εὑρίσκηται εἰς ἐπαφὴν μὲ ὁλόκληρον σειρὰν ἠθικῶν ἀνθρώπων. Εἰς τὰς φυλακὰς τοῦ Louvain ὁ προμνημονευθεὶς Joly ἐμέτρησεν ὅτι ὁ κατάδικος δέχεται ἓξ τοὐλάχιστον ἐπισκέψεις καθημερινῶς, τὸν ἰατρόν, τὸν ἀρχιτεχνίτην, τὸν ἱερέα, τὸν διδάσκαλον, χωρὶς ν’ ἀναφέρω τὰ φιλανθρωπικὰ σωματεῖα καὶ τὰς διαφόρους ἐπισκέψεις τῶν συγγενῶν, αἵτινες οὐ μόνον δὲν ἀπαγορεύονται, ἀλλὰ πάντοτε ἐν τῷ μέτρῳ τοῦ κανονισμοῦ ὑποβοηθοῦνται. Ἡ ἀλληλογραφία ἐξ ἄλλου, τὰ καλὰ βιβλία καὶ ἡ συστηματικὴ ἐκμάθησις τέχνης δὲν παραδίδουσι τὸ πνεῦμα εἰς τὸν αἰώνιον ὕπνον. Ἕτερον πολύτιμον στοιχεῖον, Κύριοι, τῆς ἀπομονώσεως εἶναι ὅτι πρώτη ἄχρι τοῦδε ἐπέτρεψε τὴν εἴσοδον τοῦ ἀσυλλήπτου ἐκείνου πνεύματος τοῦ λεγομένου individualisation de la peine. Εἶπον ἤδη ὅτι ἡ ἀπομόνωσις ὡς ἐκ τῆς φύσεώς της καθίσταται καὶ εἶναι δεινοτέρα διὰ τὸν κακὸν καὶ ἠπιωτέρα διὰ τὸν πειθήνιον. Δύναμαι νὰ προσθέσω ὅτι ἐπιδρᾷ διαφοροτρόπως ἐπὶ τῶν διαφόρων ψυχῶν τῶν διαφόρων καταδίκων. Ὁμοιάζει, Κύριοι, μὲ ἐλαστικὸν χιτῶνα, ὅστις ἐφαρμόζεται τελείως ἐφ’ ὅλων τῶν ψυχικῶν ἀνωμαλιῶν τοῦ καταδίκου. Ἡ τυφλὴ ἐξ ἄλλου καὶ σιδηρᾶ πειθαρχία προσλαμβάνει ἐν τῇ ἀπομονώσει φιλάνθρωπόν τινα ἐλαστικότητα. Ἐπιτρέπει κατ’ ἀντίθεσιν τῆς ἐν κοινῷ συμβιώσεως νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀτομικότης τοῦ καταδίκου. Ἐπιτρέπει τὴν ἐγγυτέραν ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων παρακολούθησιν τοῦ ἰδιαιτέρου χαρακτῆρος τοῦ καταδίκου καὶ ἀφήνει τοὺς δεσμοφύλακας ἐλευθέρους νὰ κάμωσι χρῆσιν ποιᾶς τινος ἐπιεικείας πρὸς τὸν μέν, μεγαλειτέρας δὲ αὐστηρότητος πρὸς τὸν γείτονά του. Δυνάμεθα λοιπόν, Κύριοι, νὰ θέσωμεν ὡς ἀξίωμα ὅτι οὐ μόνον αἱ ἠθικαὶ βάσεις τῆς ἀπομονώσεως εἶναι ἄρισται, ἀλλ’ ὅτι καὶ ὁ σκοπὸς τὸν ὁποῖον τὸ Κράτος ἐπιδιώκει διὰ τῆς ποινῆς ἐπιτυγχάνεται ἐν τῇ ἀπομονώσει πολιτικώτερον ἢ διὰ παντὸς ἄλλου μέσου. Ἐνώπιον, Κύριοι, τοιούτων πλεονεκτημάτων τῆς ἀπομονώσεως ἴδωμεν τώρα τὰ μειονεκτήματα. Οἱ μὴ ἐγκύψαντες εἰδικῶς εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα ἀρέσκονται νὰ θεωρῶσι τὸ κελλίον ὡς πνευματοκτόνον, σωματοκτόνον. Καὶ ἐν τούτοις οὐδένα συγγραφέα θὰ εὕρητε ἐκ τῶν ἀσχοληθέντων εἰδικῶς μὲ τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅστις νὰ ἰσχυρίζηται ὅτι ἡ ἀπότισις τῆς ποινῆς μὲ τὸ σύστημα τῆς ἀπομονώσεως εἶναι ἐπιβλαβεστέρα τῆς ἐν κοινῷ συμβιώσεως. Ὁ συχνὸς ἀερισμὸς τῶν κελλίων, ἡ ἐργασία ἐν αὐτοῖς, ὁ καθημερινὸς κανονικὸς ἐν προαυλίῳ περίπατος διατηροῦσι τὸν ὀργανισμὸν ἐν λειτουργίᾳ, εἶναι δὲ ἡ μόνη ἐγγύησις ἐναντίον τῆς μεταδόσεως μολυσματικῶν νόσων. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἂν δηλ. τὸ κελλίον ἀποβαίνῃ εἰς τὴν σωματικὴν ὑγείαν ἐπιβλαβέστερον, ὁ σύλλογος τοῦ ἐν Γερμανίᾳ σωφρονιστικοῦ προσωπικοῦ ἀπεφάνθη ἀρνητικῶς τῷ 1903. Δὲν ἰσχυρίζομαι, εἶπεν ὁ ἰατρὸς τῶν φυλακῶν τοῦ Moavit ἐν Βερολίνῳ Λέπμαν, ὅτι ἡ ἐν τοῖς κελλίοις ἀπομόνωσις οὐδεμίαν ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς ὑγείας ἔχει, ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει οὐδαμῶς εἶναι ἐπιβλαβεστέρα ἄλλης, ἀλλὰ τολμῶ εἰπεῖν ἧττον ἐπιβλαβὴς καταλλήλως ἐφαρμοζομένη. Ὁ φόβος ὡσαύτως τῶν ἐκ τῆς ἀπομονώσεως πνευματικῶν διαταράξεων οὐδόλως δικαιολογεῖται. Τὸ βεβαιοῖ αὐτό, λέγει ὁ Κρόνε, κατόπιν τριακονταετοῦς πείρας. Ὁμοίως ὁ ἰατρὸς τῶν φυλακῶν τῆς Λιέγης Stevens, ὅστις ἤρχισε νὰ μελετᾷ τὸ ζήτημα ἀπὸ ὅλως διόλου ἀντιθέτου ἀντιλήψεως, ἔφθασεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι τὸ κελλίον εἶναι προτιμότερον. Ἂν πολλὰ συμπτώματα διανοητικῶν διαταράξεων παρατηροῦνται εἰς τὰς φυλακάς, τοῦτο προέρχεται ὅτι τὸ μεῖζον μέρος τῶν καταδίκων δὲν κέκτηται εἰσερχόμενον ἄμεμπτον ψυχικὴν ὑγείαν. Ἀκριβῶς ἐπὶ τοιούτων προσώπων εἶναι καλλιτέρα ἡ ἀπομόνωσις, διότι ἐπιτρέπει εἰς τὸν ἰατρὸν νὰ παρακολουθήσῃ, νὰ διαγνώσῃ αὐτὴν καί, εἰ δυνατόν, νὰ τὴν θεραπεύσῃ. Ἐν γένει τὸ ζήτημα τῆς πνευματικῆς, τῆς φυσιολογικῶς ἠθικῆς καὶ πνευματικῆς ἐπηρείας τοῦ κελλίου τεθὲν εἰς τὸ Συνέδριον τῶν Βρυξελλῶν τῷ 1900 ἐλύθη ὑπὲρ τῆς ἀπομονώσεως. Καὶ τώρα, Κύριοι, φθάνομεν εἰς τὸ ἐρώτημα· ποίας διαρκείας πρέπει νὰ εἶναι ἡ ἀπομόνωσις; Διότι δὲν ὑποθέτετε ὅτι ἔπλεξα τὸ ἐγκώμιον αὐτῆς, ἵνα καταλήξω εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι πρέπει νὰ διαρκέσῃ καθ’ ὅλον τὸν βίον. Τὸ ζήτημα ἐγένετο ἀντικείμενον πολλῶν συζητήσεων, ἡ πεῖρα ὅμως ἀπέδειξεν ὅτι δεκαετὴς ἀπομόνωσις δὲν παρέχει οὐδένα κίνδυνον εἰς ὀργανισμὸν ἄρτιον. Εἶναι τὸ ὅριον, τὸ ὁποῖον δέχεται τὸ Βελγικὸν σύστημα. Ἐπίσης τὸ Ἰταλικὸν διὰ τοὺς εἰς ἰσόβια δεσμὰ καταδικασθέντας. Αἱ ἄλλαι χῶραι ἐνόμισαν σκόπιμον νὰ ἐλαττώσωσι τὴν διάρκειαν ταύτην. Ἡ Ἑλβετία ὥρισε πενταετίαν, ἡ Νορβηγία τετραετίαν, ἡ Γερμανία διετίαν, ἡ δὲ Γαλλία, ἡ ὁποία ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως ἐρασιτεχνικῶς μόνον ἠσχολήθη μὲ τὸ ζήτημα τῆς ἀπομονώσεως, ὥρισε μόνον ὅριον ἑνὸς ἔτους. Εἶναι εὐνόητον ὅτι τὸ ἀνώτατον τοῦτο ὅριον δὲν εἶναι ἐπιβεβλημένον καὶ ὅτι δεδομένου ὅτι ἡ ἀπομόνωσις ἐπιδρᾷ διαφοροτρόπως ἐν ἑκάστῳ καταδίκῳ ἐπιτρέπεται εἰς τὰς ἀρχὰς νὰ βραχύνωσιν, ἐὰν τὸ κρίνωσι σκόπιμον, τὸ ἀνώτατον τοῦτο ὅριον. Ὡσαύτως ὑπάρχουσι δύο ὅρια ἡλικίας, ἡ κάτω τοῦ 14ου καὶ ἡ πέραν τοῦ 60οῦ, καθ’ ἃς ἡ ἀπομόνωσις ἀπαγορεύεται. Ἐξ ἄλλου ἐπιτρέπεται εἰς τὸν κατάδικον νὰ ζητήσῃ καὶ πέραν τοῦ ἐπιβαλλομένου ὁρίου τὴν ἐν τῷ κελλίῳ περαιτέρω παραμονήν του. Μετὰ τὴν διέλευσιν τοῦ πρώτου τμήματος τῆς ποινῆς ἐν κελλίῳ ὁ κατάδικος μεταφέρεται εἰς κοινὴν μετὰ τῶν συγκρατουμένων ἐργασίαν κατόπιν ἐπιμελοῦς καὶ ἐνδελεχοῦς ποιοτικῆς ταξινομήσεως. Εἶναι τὸ δεύτερον στάδιον μία περίοδος νέας δοκιμασίας μελλούσης νὰ ὁδηγήσῃ αὐτὸν εἰς τὴν παρ’ ὅλων σχεδὸν τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν εἰσαχθεῖσαν προσωρινὴν ἀπόλυσιν. Τῷ ὄντι ὁ κατάδικος μετ’ ἀπότισιν ὡρισμένου τμήματος τῆς ποινῆς ἐν κοινῇ μετὰ τῶν ἄλλων ἐργασίᾳ, ἂν ἡ συμπεριφορά του ὑπῆρξε καλή, τίθεται εἰς προσωρινὴν ἐλευθερίαν. Κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο δὲν παύει ὁ ἐγκληματίας νὰ εἶναι κατάδικος. Εἶναι ὑποχρεωμένος ἐπὶ τρία ἔτη νὰ παρουσιάζηται καθ’ ἑβδομάδα ἐνώπιον τῶν ποινικῶν ἀρχῶν, ἡ παραμικρὰ δὲ ἀθέτησις τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης, ἡ παραμικρὰ ἀσχημοσύνη ἢ ἐπιλήψιμος διαγωγή, ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀνάκλησιν τῆς ἀποφάσεως καὶ τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ καταδίκου εἰς τὸ σωφρονιστήριον. Καὶ ὁ τρόπος αὐτὸς τῆς ἐπιτηρήσεως τοῦ Κράτους ἔχει ἕτερον εὐεργετικὸν ἀποτέλεσμα ὑπὲρ τοῦ καταδίκου, τὸ τῆς εὐκολωτέρας ἐξευρέσεως ἐργασίας. Διότι ἡ ἄμεσος ἐποπτεία τῶν ἀρχῶν ἐπὶ τοῦ καταδίκου παρέχει τὴν ἐγγύησιν εἰς τὸν ἐργοδότην περὶ τῆς καλῆς διαγωγῆς τοῦ ὑπ’ αὐτὸν ἀπολυθέντος καταδίκου. Αἱ ποικιλίαι τῆς ἀποτίσεως τῆς ποινῆς ἐν κοινῷ μετὰ τὸ 1ον ἀπομονωτικὸν στάδιον εἶναι πολλαί, ἴσως δὲ εἶναι ὑπερβολικὸν νὰ ἐνδιατρίψω πλειότερον σήμερον ἐπὶ τούτου. Αὐτὴ λοιπόν, Κύριοι, εἶναι ἐν γενικαῖς γραμμαῖς ἡ ἀπομόνωσις. Εἶναι ποινὴ σοβαρά, ἠθικοποιητική, ἐκφοβιστική, ἀλλὰ καὶ εὐλύγιστος. Δὲν φονεύει τὸ σῶμα, δὲν φονεύει τὸ πνεῦμα, τουναντίον διευκολύνει τὴν ἐκμάθησιν τέχνης, διευκολύνει τὴν διδασκαλίαν καὶ ἐκπαίδευσιν, καθιστᾷ τὴν πειθαρχίαν εὔκολον, δημιουργεῖ περιβάλλον κατάλληλον πρὸς μετάνοιαν, παραδίδει δὲ τὸν κατάδικον μίαν ἡμέραν πλήρη ὑγιοῦς ἠθικῆς εὐαισθησίας. Πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἠλευθέρωσαν μετὰ μακροτάτην ἐν τῷ κελλίῳ παραμονὴν κατάδικόν τινα ἐκ τῶν φυλακῶν τοῦ Louvain. Διὰ πρώτην φορὰν ἔβλεπεν ἠλεκτρικὰ τρὰμ καὶ πᾶν ὅ,τι κατὰ τὴν 20ετῆ ἐγκάθειρξίν του ἦλθε νὰ κοσμήσῃ τὴν βελγικὴν ἐκείνην πόλιν. Οὐδὲν ἐκ τῶν σημείων τούτων τῆς προόδου καὶ τοῦ πολιτισμοῦ εἵλκυσε τὴν προσοχὴν τοῦ ἀτυχοῦς καταδίκου. Αἴφνης συνήντησεν ὅμιλον μικρῶν παιδίων, τὰ ὁποῖα ἔπαιζον. Ἐσταμάτησε, τὰ ἠτένισε καὶ ἀνελύθη εἰς δάκρυα. Ἡ ψυχοπαθολόγοι μᾶς διδάσκουσιν ὅτι ἡ ἀπώλεια τοῦ κοινωνικοῦ αἰσθητηρίου εἶναι τὸ κυριώτερον χαρακτηριστικὸν τῆς ψυχασθενείας καὶ τῆς χαλαρώσεως τῆς εὐαισθησίας. Ὡς βλέπετε, ἡ ἀπομόνωσις ἐπὶ 20 ἔτη οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἕτερον εἶχεν ἐπιφέρει. Ἔλθωμεν ἤδη εἰς τὸ ἰδικόν μας σύστημα καὶ ἴδωμεν τί ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐννοεῖ νὰ ἐφαρμόσῃ. Κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον τοῦ κ. Δημητρακοπούλου μόνον, οἱ καταδικασθέντες εἰς ἓξ ἑβδομάδων τὸ πολὺ φυλάκισιν ὤφειλον ν’ ἀποτίσωσι τὴν ποινήν των ἐν τῷ κελλίῳ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κάμνει σήμερον ἓν βῆμα πρὸς τὰ ἐμπρὸς καὶ ἐφαρμόζει τὴν ἀπομόνωσιν καὶ εἰς τοὺς καταδικασθέντας εἰς φυλάκισιν μέχρις ἑνὸς ἔτους, ἐξαιρετικῶς δὲ καὶ πέραν τοῦ ὁρίου τούτου, ἐὰν τοῦτο συνέβη διὰ πρώτην φοράν.
§9Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἢ ἐὰν τὸ ζητήσωσιν οἱ ἴδιοι;
§10Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ. Ἀκριβῶς· ἀλλὰ τότε τόσῳ τὸ καλλίτερον, διότι ἡ ἐξαίρεσις αὕτη καὶ ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δεικνύει τὸ πνεῦμα, ὑφ’ ὃ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐκλαμβάνεται ἡ ἀπομόνωσις. Δὲν εἶναι σύστημα ἀπολύτως πρακτικὸν καὶ σκόπιμον εἰσαγόμενον ὡς βάσις τῆς σωφρονιστικῆς μας νομοθεσίας, εἶναι ἓν εἶδος εὐεργετήματος, τὸ ὁποῖον παραχωρεῖται μόνον εἰς τοὺς ἐλαφροποίνους. Οἱ λοιποί, οἱ βαρύποινοι, δὲν ἀξίζουσι τοιαύτην εὔνοιαν, ἡ δὲ μεταμέλεια δι’ αὐτοὺς εἶναι κατὰ τὸν Ὑπουργὸν λέξις κενὴ ἐννοίας. Λοιπὸν τοῦτο εἶναι κατ’ ἐμὴν γνώμην ἥκιστα ἐπιστημονικόν. Ἐν πρώτοις δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ μέγεθος τῆς ἐπιβληθείσης ποινῆς μᾶς δίδει τὸ ἀκριβὲς κριτήριον τῆς ἐγκληματικότητος τοῦ καταδικασθέντος. «Οὐδεμία ἀναλογία ὑπάρχει μεταξὺ τῆς ἠθικῆς διατροφῆς τοῦ καταδίκου καὶ τῆς ἐπισήμου ἐγκληματικότητος αὐτοῦ, μᾶς λέγει ὁ Γάλλος κοινωνιολόγος d'Haussonville ἐν τῷ περιφήμῳ του περὶ φυλακῶν ἔργῳ. Εἶναι δὲ βέβαιον ὅτι μεταξὺ τῶν καταδικασθέντων εἰς μεγάλας ποινὰς εὑρίσκονται πολλὰ κοινωνικὰ θύματα ἐπιδεκτικὰ βελτιώσεως, ὅπως καὶ μεταξὺ τῶν ἐλαφροποίνων στοιχεῖα λίαν ἐπιβλαβῆ. Ἀλλ’ ἂς παραδεχθῶμεν πρὸς στιγμὴν ὅτι ἡ διαίρεσις αὕτη τῶν καταδίκων εἶναι ὀρθὴ καὶ ὅτι οἱ καταδικασθέντες μόνον μὲ βραχεῖαν φυλάκισιν εἶναι κατ’ ἀρχὴν ὀλιγώτερον φαῦλοι τῶν βαρυποίνων. Τοῦτο θὰ ἦτο ἀκριβῶς εἷς λόγος, ὅπως τοὺς κυρίους τούτους τοὺς ὀλιγώτερον ἐπιβλαβεῖς, ἀφοῦ διὰ λόγους, οὓς ἀγνοῶ, φαινόμεθα τόσον φειδωλοὶ εἰς τὴν γενίκευσιν τοῦ ἀπομονωτικοῦ μας συστήματος, ἀφήσωμεν ἐν κοινῷ, διαφυλάξωμεν δὲ τὰ πολύτιμά μας κελλία δι’ ἐκείνους, ὧν κατὰ μείζονα λόγον ἐπιβάλλεται ὁ χωρισμὸς καὶ ἡ ψυχική των ἀνάπλασις. Διότι, ἐπαναλαμβάνω, διαμαρτύρομαι διὰ τὰς πρωτοτύπους αὐτὰς ποινικὰς ἰδέας, καθ’ ἃς ὁ δι’ ἔγκλημα καταδικασθεὶς πέρα τοῦ ἔτους δὲν εἶναι ἐπιδεκτικὸς βελτιώσεως. Αἱ ἀρχαὶ αὗται δὲν εἶναι βεβαίως μόνον ἰδικαί μου, τὰς ἀσπάζεται ὁλόκληρος ἡ διεθνὴς ἐπιστήμη. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, Κύριοι, νὰ σᾶς ἀναγνώσω μικρὸν ἀπόσπασμα τοῦ καθηγητοῦ ἐν Βερολίνῳ Λίστ σχετικὸν μὲ τὴν ἀπομόνωσιν τῶν ἐλαφροποίνων. «Οὐδὲν ἐκ τῶν θετικῶν στοιχείων του, λέγει ὁ Γερμανὸς καθηγητής, τὸ ἀπομονωτικὸν σύστημα κατὰ τὴν βραχεῖαν κράτησιν παρέχει. Οὔτε ἐκφοβισμὸν ἰδιαίτερον ἐμποιεῖ οὔτε τὴν ἐπιδιωκομένην μετάνοιαν καὶ βελτίωσιν τοῦ καταδίκου ἐπιφέρει. Τί μένει; Τὸ ἀρνητικὸν στοιχεῖον ἡ προφύλαξις ἐκ τῆς φθοροποιοῦ τῶν κρατουμένων ἐπικοινωνίας. Ὁ κίνδυνος ὅμως οὗτος εἶναι ἐλάχιστος διὰ τὰς βραχείας φυλακίσεις. Τοιαῦται ποιναὶ ἄλλως τε δὲν προϋποθέτουσιν ἄγρια ἔνστικτα. Οἱ ἔξω τῶν φυλακῶν ἐν τοῖς καπηλείοις κλπ. συναντώμενοι δὲν ἦσαν ὑγιέστερα στοιχεῖα. Ἡ κοινωνία δύναται ὅθεν ν’ ἀφήσῃ ἀφόβως τοὺς βραχυποίνους τούτους ἐν κοινῷ ἀρκεῖ νὰ τοὺς χωρίσῃ ἀπὸ τῶν δι’ ἔγκλημα καταδικασθέντων». Ἐν Βελγίῳ τῇ κατ’ ἐξοχὴν τοῦ ἀπομονωτικοῦ συστήματος χώρᾳ ἡ ἀπότισις ἐν τοῖς κελλίοις τῶν μακρῶν ποινῶν ἀπεδείχθη γελοία. Βλέπομεν λοιπόν, Κύριοι, ὅτι ἐφαρμόζοντες διὰ πρώτην φορὰν τὴν ἀπομόνωσιν δὲν ἀκολουθοῦμεν τὰ διδάγματα τῆς διεθνοῦς ποινικῆς ἐπιστήμης, ἀλλ’ ἐπιβάλλομεν αὐτὴν ἐκεῖ, ὅπου οἱ σοφοὶ τὴν θεωροῦσι περιττήν, τὴν ἀρνούμεθα δὲ εἰς τοὺς ἔχοντας τῷ ὄντι ἀνάγκην αὐτῆς. Τίνας εἶναι οἱ κύριοι λόγοι, δι’ οὓς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπωθεῖ τὴν ἀπομόνωσιν, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς βαρυποίνους; «Ὁ ἑλληνικὸς χαρακτήρ, μᾶς λέγει ἐν τῇ αἰτιολογικῇ του ἐκθέσει, δυσχερῶς ἤθελεν ἀνεχθῆ φυλάκισιν ἐν ἀπομονώσει δύο ἢ τριῶν ἢ καὶ πέντε ἐτῶν, ὡς ἀλλαχοῦ, διὰ λόγους φιλανθρωπίας ... κτλ.». Ἐδῶ, Κύριοι, θίγομεν ἓν ζήτημα γενικωτέρου οὕτως εἰπεῖν χαρακτῆρος. Πρόκειται περὶ τῆς προλήψεως ὅτι ὁ Ἕλλην εἶναι προϊὸν ἰδιαιτέρας ψυχικῆς εὐαισθησίας, ὅτι εἶναι ἐντελῶς διάφορος τῶν γειτόνων του καὶ ὅτι οὐδὲν μέτρον πολιτισμοῦ καὶ βελτιώσεως δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ παρ’ ἡμῖν, ἂν δὲν ὑποβληθῇ εἰς τὸ ἰδιαίτερον ψυχολογικὸν ἑλληνικὸν δοκιμαστήριον. Εἷς εὐφυολόγος πετᾷ ἀπερισκέπτως μίαν ὑπερβολήν· «Αὐτὸ δὲν γίνεται μὲ τὸν ἑλληνικὸν χαρακτῆρα», χωρὶς νὰ μᾶς εἴπῃ τὸ διατί. Εὐθὺς ἡ ὁμήγυρις τὸ παραδέχεται, τὸ δὲ σπέρμα αὐτὸ τῆς ἀνακριβείας ῥιζοβολεῖ ὡς μία μεγάλη ἀλήθεια. Ἀπὸ στόματος εἰς στόμα περιοδικῶς ἐπανερχόμενον ἀποκτᾷ τὸ κῦρος ἀξιώματος ἀπροσβλήτου, κυλινδοῦται ὡς χιονοστιβάς, μίαν δὲ ἡμέραν τὸ βλέπομεν ὡς ὀγκόλιθον φράσσοντα ἀπηνῶς τὸ πέρασμα τῆς προόδου. Λοιπόν, ἵνα ἐπανέλθω εἰς τὸ ζήτημα, ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργόν· ποῦ βασίζει τόσον σοβαρὰ ἀποφθέγματα; Εἰς τὸ θερμόν μας κλῖμα; Τῷ ὑπενθυμίζω ἁπλῶς τὰ ἀπομονωτήρια τῶν Ἰταλῶν, τὰ τῶν Ἰαπώνων καὶ αὐτὰ ἀκόμη τὰ ὑπὸ τῶν Ἄγγλων εἰς τὰς Ἰνδίας εἰσαχθέντα. Οὕτω λοιπὸν κατὰ τὸ νομοσχέδιον οἱ καταδικασθέντες εἰς φυλάκισιν πέρα τοῦ ἔτους, ὡς καὶ οἱ δι’ ἐγκληματικὴν πρᾶξιν, ἅτε ὄντα ἀπολύτως ἀνάξια προσοχῆς, ἀνεπίδεκτα βελτιώσεως, «σκυλολόγι» τοῦ κατέργου, θ’ ἀποτίνωσι τὴν ποινήν των κατὰ τὸ Ὠβούρνιον σύστημα. Τὸ τί ἔστι Ὠβούρνιον ἴσως εἶναι περιττὸν νὰ τονίσω δι’ ἰδιαιτέρων λέξεων. Εἶναι τὸ ἡμίμετρον, ὅπερ ἐξ ἀντιδράσεως πρὸς τὸ τότε αὐστηρὸν καὶ ἀπάνθρωπον ἀπομονωτικὸν σύστημα τῆς Πενσυλβανίας ἐδόθη τῷ 1820 ἐν τῇ Ἀμερικανικῇ πόλει Auburn δόσαν ἀναξίως κατὰ τὸν Krohne τὸ ὄνομά του εἰς σωφρονιστικὸν σύστημα. Ἐρείδεται ἐπὶ τοῦ χωρισμοῦ τῶν καταδίκων κατὰ τὴν νύκτα καὶ τῆς ἐν κοινῷ ἐργασίας κατὰ τὴν ἡμέραν. Ὁ ἐπιδιωκόμενος ὅμως διὰ τῆς σιωπῆς σκοπὸς οὐδέποτε ἐπετεύχθη. Αἱ διηνεκεῖς μαστιγώσεις, δι’ ὧν οἱ δεσμοφύλακες, ὡπλισμένοι μὲ κνοῦτον, προσεπάθουν νὰ ἐπιβάλωσι σιωπήν, οὐδαμῶς κατίσχυσαν τοῦ ἀνθρωπίνου αὐτοῦ πρὸς ἐπικοινωνίαν ἐνστίκτου. Ἐν Γαλλίᾳ, ἀποπείρας γενομένης πρὸ ἐτῶν πρὸς εἰσαγωγὴν τοῦ περιφήμου τούτου συστήματος, ὑπεβλήθησαν διὰ τὴν παράβασιν τῆς σιωπῆς ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ φυλακῇ 10,000 πειθαρχικαὶ ποιναὶ (ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ στέρησις τροφῆς) ἐν ἑτέρᾳ δὲ 6.000. Ἡ θνητότης ηὔξησεν ὡς ἐκ τούτου ἐν Frontevrault ἀπὸ 5% εἰς 12%. Ἐν Ἀγγλίᾳ ἐν ταῖς φυλακαῖς τοῦ Goldbathfields αἱ διὰ τὴν μὴ τήρησιν τῆς σιωπῆς ἐπιβληθεῖσαι ποιναὶ ἀπετέλουν τὸ ἥμισυ τῶν λοιπῶν ἄλλων. Τὸ Ὠβούρνιον σύστημα, λέγει ὁ Krohne, ἔμεινε παντοῦ ἓν ἐπίσημον ψεῦδος. Εἶναι ταυτόσημον τῆς μάστιγος, προσθέτει ὁ Haussonville. Μόνον ἐπὶ τοῦ χάρτου ὑπάρχει παρατηρεῖ ὁ Aschaffeburg. Ἴσως ὁ κ. Ὑπουργός, ὅστις ἐξωστράκισεν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τὴν ὑποχρέωσιν τῆς σιωπῆς, ἐλπίζει νὰ κολάσῃ τὰ τρωτὰ τῆς ἐγκληματικῆς συμβιώσεως ἐκ τῆς κοινῆς ἐργασίας, ἀλλὰ πολὺ φοβοῦμαι μήπως καὶ ἐν αὐτῷ ὑπῆρξε θῦμα τῆς καλῆς του πίστεως. Νομίζω ὅτι βλέπω τὸν κ. Ὑπουργὸν καθ’ ἣν στιγμὴν ἐξεπόνει τὸ παρὸν νομοσχέδιον· πρὸ τῆς τιμίας του φαντασίας διανοίγεται μία σειρὰ ἀλληλοδιαδόχων αἰθουσῶν μὲ μεγάλας ἐπιμήκεις τραπέζας εἰς τὸ μέσον. Πέριξ αὐτῶν ἑκατοντάδες κατάδικοι κύπτουσι σιωπηλοὶ ἐργαζόμενοι ἀπὸ τῆς 5ης τῆς πρωίας μέχρι τῆς 7ης. Οὐδεμία παρατονία, οὐδεμία ταραχή, οὐδὲν σκάνδαλον. Μόνον ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἡ ἔλευσις τοῦ ἀρχιτεχνίτου ἀναγκάζει τοὺς καταδίκους νὰ ἐγείρωσι τὸ βλέμμα. Αὐτὸς εἶναι ἡ ἀγαθὴ φαντασία, ἡ θεωροῦσα περιττὴν τὴν ἀπομόνωσιν. Ἔλθωμεν τώρα εἰς τὴν ὑπὸ τῆς πείρας διατυμπανιζομένην πραγματικότητα. Οἱ εἰς τὰς φυλακὰς εἰσαγόμενοι κατάδικοι δὲν εἶναι βεβαίως τὰ πλέον φίλεργα στοιχεῖα· εἶναι ἄνθρωποι φυγόπονοι σωματικῶς καὶ ἠθικῶς μειωμένοι. Ἡ ὑποταγὴ αὐτῶν εἰς τοὺς κανονισμούς, ἡ ἐκμάθησις τέχνης, ἡ σιωπηρὰ ἐργατικότης εἶναι πράγματα, ὡς ἡ πεῖρα τὸ ἀπέδειξεν, ἀδύνατα, οὔτε δὲ τὸ κνοῦτον καὶ αἱ πειθαρχικαὶ ποιναί, αἵτινες μεταβάλλουσι τὰ δεσμωτήρια εἰς τόπον οἰμωγῆς, κατίσχυσαν τῶν ἀτιθάσων αὐτῶν ἐνστίκτων (ἀναγινώσκει)· «Ὑπερβαίνουσιν οἱανδήποτε περιγραφὴν αἱ αἰσχρολογίαι καὶ οἱ κυνισμοί, οἵτινες ἀνταλλάσσονται μεταξὺ τῶν κρατουμένων ἐν τῇ παναρχαίᾳ φυλακῇ τῆς Ὠβούρνης μὲ ὅλην τὴν αὐστηρότητα τῆς ἐπιτηρήσεως», μᾶς λέγει ὁ Stammer κατὰ τὴν ἐπιστροφήν του ἐξ Ἀμερικῆς, ὅπου ἔλαβε μέρος εἰς τὸ συνέδριον. Ἐὰν λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀναμένῃ ἐκ τῆς ἐν κοινῇ ἐργασίας νὰ περιορίσῃ τὰ κακὰ τῆς ἐγκληματικῆς συμβιώσεως, σφάλλεται, σφάλλων δὲ ἐπιβάλλει εἰς τὴν ἀναγεννωμένην πατρίδα του τὸ πανάρχαιον, τὸ ἀτιμωτικόν, τὸ μόνον εἰς τὴν ἱστορίαν ἀνῆκον σύστημα τῆς Ὠβούρνης. Διαμαρτύρομαι, Κύριοι, ἐναντίον τῆς ἑκουσίας αὐτῆς ἀμβλυωπίας, δυνάμει τῆς ὁποίας ὑπὸ τὸ πρόσχημα ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν εὑρίσκεται ἀκόμη εἰς τὸ δέον ὕψος τοῦ πολιτισμοῦ, δὲν ἐπιζητοῦμεν ἐν τῇ ἁμίλλῃ τῆς προόδου τὸ καλλίτερον, ἀλλ’ ἐναντίον τῆς πείρας, ἐναντίον τῆς λογικῆς ἀνελκύσωμεν τὸ Ὠβούρνιον ναυάγιον ἐκ τοῦ βυθοῦ τῆς Ἱστορίας. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπὶ τὸ βιομηχανικώτερον διακανονισμὸν τῆς ἐργασίας ἐν ταῖς φυλακαῖς, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης οὐδεμίαν λέξιν ἀναφέρει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Τοῦτο δὲν ἐμποδίζει τὴν αἰσιοδοξίαν τοῦ νὰ φθάσῃ ἐνίοτε μέχρι λυρισμοῦ, ὅταν ἐν τῇ αἰτιολογικῇ του ἐκθέσει λέγῃ (ἀναγινώσκει) «καὶ ἀπὸ οἰκονομικῆς ἔτι ἀπόψεως ἡ ἐργασία θέλει συντελέσει εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐθνικῆς βιομηχανίας ἀπαρτίζουσα τὸν πυρῆνα ἐν τῷ πρώτῳ σταδίῳ εὑρισκομένων ἐπιχειρήσεων». Ἕως ὅτου ἡ βιομηχανία καὶ τῆς παλαιᾶς καὶ τῆς νέας Ἑλλάδος ἐξέλθῃ ἐκ τῶν δεσμωτηρίων μας, ἐγὼ θὰ ἐνόμιζον ἀναγκαίας ἐν τῷ νομοσχεδίῳ μερικὰς λέξεις. Θὰ ἤθελον λόγου χάριν νὰ γνωρίζω ποῖον σύστημα θὰ ἐφαρμόσῃ· τὴν ἐκμίσθωσιν τῶν ἐγκληματιῶν εἰς ξένον ἐπιχειρηματίαν ἢ τὴν ἀπ’ εὐθείας ἐργασίαν εἰς τὸ Κράτος; Τὸ πρῶτον ἀντίκειται σήμερον εἰς τὰς σωφρονιστικὰς ἀρχάς, τὸ δεύτερον συναντᾷ μεγάλας οἰκονομικὰς δυσχερείας. Πολὺ φοβοῦμαι, ἂν δὲν βαδίσωμεν συνετῶς, μήπως τὰ ἔξοδα τῆς ἐγκαταστάσεως, αἱ κλοπαὶ κτλ. ὑπερβῶσι κατὰ πολὺ τὰ ἀναμενόμενα κέρδη. Ὁ πληθυσμός, Κύριοι, τῶν φυλακῶν δὲν εἶναι βεβαίως ἀπὸ ἐργατικῆς ἀπόψεως ἄρτιος. Ἀποτελεῖται ἐκ ναυαγίων κοινωνικῶν, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσι μὲ τὴν ἐργασίαν. Ἐν Ἀγγλίᾳ 30% ἐκ τῶν κρατουμένων ἀπεδείχθησαν ἀναλφάβητοι, ἐν Ἰταλίᾳ 50%. Ἡ ὑπὸ τοιούτων στοιχείων ἐν σχετικῶς προκεχωρημένῃ ἡλικίᾳ ἐκμάθησις τέχνης καθίσταται δύσκολος. Ἐξ ἄλλου ἡ ἐκμάθησις τέχνης προϋποθέτει χρονικὸν διάστημα ἀρκετόν, ἐν ᾧ κατὰ τὴν γενικὴν στατιστικὴν τὰ ¾ τῶν ποινῶν δὲν ἔχουσι διάρκειαν τοιαύτην. Διὰ τοὺς βραχυποίνους ἐπιβάλλεται ὅθεν μία ἐργασία κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον ἐλαφρὰ μὲ ἐλάχιστον ἑπομένως κέρδος. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπὶ τὸ βιομηχανικώτερον διοργάνωσιν τῆς ἐργασίας ἐν ταῖς φυλακαῖς, πολὺ φοβοῦμαι μὴ εὑρεθῶμεν πρὸ δαπανῶν ἀνυπολογίστων. Τὸ Κράτος οὐδέποτε ὑπῆρξεν ἄριστος βιομήχανος, ἡ δὲ φειδὼ οὐδέποτε ὑπῆρξεν ἡ ἰδιάζουσα ἀρετή του. Ἡ ἐγκατάστασις μηχανημάτων, ἡ ἀνανέωσις καὶ διατήρησις αὐτῶν, θὰ εἶναι διὰ τὸ Κράτος —τὸ προλέγω— μία αἰωνία γάγγραινα. Ἐν Ἀμερικῇ ἐδαπάνησαν διὰ τρεῖς καὶ μόνον φυλακὰς 2.400.000 δολλάρια, ἤτοι 1000 δολλάρια κατὰ κατάδικον. Ἐξ ἄλλου τὸ τεχνικὸν προσωπικὸν εἶναι δυσεύρετον, διότι ἀπαιτεῖ καὶ πολλὰ σωφρονιστικὰ προσόντα. Διηνεκὴς ἐργασία δὲν ὑπάρχει πάντοτε ἐν ταῖς φυλακαῖς, αἱ δὲ συχναὶ διαλείψεις της εἶναι ἡ πληγὴ τῶν σωφρονιστηρίων. «Καὶ ὑπὸ τὴν καλλιτέραν διοίκησιν τοῦτο εἶναι ἀναπόφευκτον, λέγει ὁ εἰδικῶς ἀσχοληθεὶς ἐπὶ τούτου Falkuer». Ἐν τῇ φυλακῇ τῆς Ὠβούρνης παρετήρησεν ὡσαύτως ἔλλειψιν ἐργασίας ὁ ἤδη μνημονευθεὶς Stammer. Ὁ διοικητής, λέγει, μοὶ παρεπονεῖτο διαρκῶς ὅτι δὲν εὕρισκε πάντοτε πρόχειρον ἐργασίαν. Μὴ χάνεσθε, Κύριοι! Ἡ ἐργασία ἐν ταῖς φυλακαῖς τότε μόνον δὲν μᾶς ἐπιφυλάσσει ἀλγεινὰς ἐκπλήξεις καὶ ἀπογοητεύσεις, ὅταν λίαν μετριοφρόνως, οὐχὶ μὲ βλέψεις ἐθνικῆς διατηρήσῃ πρὸ παντὸς τὸν σωφρονιστικόν της καὶ ἠθικοποιητικὸν χαρακτῆρα. Ὅταν περιορισθεῖσα εἰς ὡρισμένους ταπεινοὺς κλάδους (βιβλιοδετικήν, ῥαπτικήν, καλαθοπλεκτικήν, λεπτουργικήν), ῥίψῃ ἠρέμα τὰς ῥίζας της ἐν τῇ ἀπομονώσει, συμβλαστήσῃ δέ, ὡς ἡ Ἀγριάμπελη τοῦ μύθου, μὲ τὸν νέον ἠθικὸν κορμόν, ὃν τὸ κελλίον προετοιμάζει, οἱ δὲ σιδηρουργοὶ καὶ οἱ ξυλουργοί, οὓς διαπλάττει διὰ τῆς ἐν κοινῷ ἐργασίας ἡ φαντασία τοῦ κ. Ρακτιβάν, οὐδὲν ἄλλο εἶναι παρὰ σφῦραι ὑψωμέναι ἐναντίον τῆς πειθαρχίας. Ἕτερον κενὸν τοῦ νομοσχεδίου εἶναι, Κύριοι, ὅτι, ἐν ᾧ διοργανοῖ φυλακὰς κατὰ τὸ νέον σύστημα, οὐδεμία γίνεται διαβάθμισις, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἐργασίας σχετικῶς πρὸς τοὺς καταδικασθέντας διὰ πταῖσμα, πλημμέλημα ἢ κακούργημα. Τοῦτο τηρεῖται εἰς ὅλας τὰς φυλακὰς τῆς Εὐρώπης, προβλέπεται δὲ καὶ ὑπὸ τοῦ νέου γερμανικοῦ κώδικος. Ὁ κῶδιξ οὗτος διὰ τῆς παραγράφου 15 ἐπιβάλλει εἰς τὸν δι’ εἰρκτῆς τιμωρηθέντα ἐγκληματίαν (zucht haus) αὐστηρὰν ὑποχρεωτικὴν ἐργασίαν (Stengerarbeitszwang), ὅπερ σημαίνει ὅτι ὁ κατάδικος ὀφείλει νὰ δεχθῇ οἱανδήποτε ἐργασίαν ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῶν φυλακῶν. Κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς αὐτοὺς οἱ εἰς φυλάκισιν ἁπλῶς καταδικασθέντες ὑποβάλλονται διὰ τῆς παραγράφου 17 εἰς «ὑποχρεωτικὴν ἐνασχόλησιν» (Beschaeftigungszwang) δηλαδὴ ἐν τῇ διανομῇ τῆς ἐργασίας πρέπει νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν ἡ προτίμησις τοῦ καταδίκου, πάντοτε δὲ τὸ πρὸ τῆς φυλακίσεως ἐπάγγελμα αὐτοῦ. Ἐκτὸς τῶν φυλακῶν δὲν ὑποχρεοῦνται νὰ ἐργάζωνται. Κατὰ τρίτον λόγον οἱ καταδικασθέντες εἰς ἁπλῆν κράτησιν (Haft) κατὰ τὴν παράγραφον 20 ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἀσχολῶνται μὲ μίαν οἱανδήποτε ἐργασίαν καὶ μόνον, ὅταν δυστροπῶσι καὶ ἀποφεύγωσι πᾶσαν ἐνασχόλησιν, τότε τοῖς ἐπιβάλλεται ὑπὸ τῶν ἀρχῶν ἐργασία, ἀλλὰ πάντοτε συμφώνως πρὸς τὸ πρὸ τῆς φυλακίσεως αὐτῶν ἐπάγγελμα. Ὡσαύτως ὁ Γερμανικὸς κῶδιξ προνοεῖ καὶ διὰ μερικὰς ἄλλας διαβαθμίσεις ἐκτὸς τοῦ εἴδους τῆς ἐργασίας, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐνδυμασίαν, τὸ κάπνισμα, τὰς ἐπισκέψεις, περὶ ὧν τὸ ἰδικόν μας νομοσχέδιον ἀπηξίωσε νὰ προνοήσῃ. Ἡμεῖς ἐκ τοῦ ἄχρι τοῦδε dolce far niente μεταπίπτομεν εἰς τὸ ἄλλο ἄκρον καὶ θὰ ἴδωμεν χάρις εἰς τὸν σημερινὸν νόμον τίμιον πολίτην ὑποπεσόντα εἰς μικρόν τι πλημμέλημα ἢ πταῖσμα νὰ μεταβληθῇ εἰς τσαγκάρην καὶ εἰς σιδηρουργόν! Ἀπορῶ διατί δὲν ἀντλοῦμεν διδάγματα ἐκ τῆς ξένης τῶν πολιτισμένων κρατῶν νομοθεσίας. Ἔλθωμεν τώρα εἰς τὸ τρίτον εἶδος τῶν φυλακῶν, τὰς ἀγροτικάς. Περὶ τούτων ὁ κ. Ὑπουργὸς οὐδεμίαν λέξιν μᾶς ἀναφέρει. Ὁποῖον σύστημα φυλακῶν θὰ εἶναι αὗται; Ποῦ θὰ ἱδρυθῶσιν; Εἰς ποῖα μέρη; Ὁποίαν καλλιέργειαν θὰ ἐφαρμόσητε; Δενδροκομίαν, λαχανοκομίαν ἢ μεγάλην καλλιέργειαν; Ἐὰν τὴν τελευταίαν ταύτην, ὑπελογίσατε τὰ ἔξοδα καὶ τὰς δυσκολίας, οἷα τὰ ἀροτριῶντα κτήνη καὶ ἀποθῆκαι, τὰ ἄροτρα, ὁλόκληρος ἡ ζάλη τοῦ πονοῦντος ἰδιοκτήτου; Διὰ τὰς ἡμέρας κατὰ τὰς ὁποίας ὁ κατάδικος ἀναγκαστικῶς θὰ ἀργῇ, τίς θὰ εἶναι ἡ ἀπασχόλησις τῶν νεοφύτων αὐτῶν κολλήγων; Τὸ ζήτημα τῆς ἀσφαλείας εἶναι ὡσαύτως διὰ τὰς ἀγροτικὰς φυλακὰς ἀρκετὰ σπουδαῖον, διότι οἱ ἄνθρωποι οὗτοι θ’ ἀπολαμβάνωσιν ἀναγκαστικῶς ποιᾶς τινος σχετικῆς ἐλευθερίας· χρειάζεται ἑπομένως πολυάριθμος φρουρὰ δαπανηροτάτη καὶ ἀσκοπωτάτη. Ἄλλως εἶναι γνωστὸν ὅτι ἐκ τῶν ἀγροτικῶν ἀποικιῶν τῆς Γαλλίας γίνονται αἱ συχνότεραι δραπετεύσεις. Ἄς ὑπολογίσῃ καλῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὶν ἢ νομοθετήσῃ τὰ ἔξοδα τοῦ ἐγκληματικοῦ αὐτοῦ ἀποικισμοῦ (ἀναγινώσκει). «Ἕν βλέμμα, λέγει ὁ Holtgendorf, ἐπὶ τῶν ἀριθμῶν τῆς γαλλικῆς στατιστικῆς δύναται νὰ ἐπιδράσῃ διδακτικώτατα ἐφ’ ὅλων ἐκείνων, οἵτινες ἐνθουσιῶσι μὲ τὰς γεωργικὰς φυλακὰς καὶ τὰς σωφρονιστικὰς ἀποικίας». Ἐν Εὐρώπῃ, ὁπόθεν ἴσως ἀρυώμεθα τὰ παραδείγματα ταῦτα, ὑπῆρχον τρεῖς φυλακαί, «ἡ μία ἐν Chiavari τῆς Κορσικῆς καταργηθεῖσα τῷ 1906, ἑτέρα ἐν Castellucio καταργηθεῖσα τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1907 καὶ τρίτη ἐν Ἀλγερίᾳ ἡ Berrhouaggia, ἥτις ὡσαύτως ἀνήκει, νομίζω, εἰς τὴν ἱστορίαν. Ἐγὼ ἄλλας φυλακὰς ἀγροτικὰς δὲν γνωρίζω. Βεβαίως πολλὰ ξένα κράτη ἐχρησιμοποίησαν τοὺς καταδίκους των διὰ γεωργικὰς ἐκτὸς τῶν φυλακῶν ἐργασίας. Τοῦτο ὅμως δὲν ἀπετέλεσεν ἰδιαίτερον σπόνδυλον ἐν τῷ σωφρονιστικῷ των συστήματι, ἀλλ’ ἁπλῶς ἀπόπειραν διὰ τῆς διοικητικῆς ὁδοῦ πρὸς σκόπιμον ἀπασχόλησιν τῶν καταδίκων. Οὕτως ἐν Αὐστρίᾳ 600 κατάδικοι ἐτησίως ἀσχολοῦνται μὲ τὴν ἀναδάσωσιν τῶν κλιτύων τῶν Ἄλπεων. Ἐν Πρωσσίᾳ ἀπὸ τοῦ 1905 ἐπιτρέπεται, ὅπως κατάδικοι ἀμέμπτου διαγωγῆς ἀπασχολῶνται καὶ εἰς γεωργικὰς ἐργασίας καὶ εἰς ἀποξήρανσιν ἑλῶν, ἀλλὰ μόνον ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν αἱ ἐργασίαι αὗται θὰ ἔμενον ἀνεκτέλεστοι ἢ λόγῳ ἐλλείψεως ἐργατῶν ἢ λόγῳ τῶν ὑπερόγκων ἡμερομισθίων. Ἕτερον κενὸν τοῦ νομοσχεδίου εἶναι τὸ ζήτημα τῆς διδασκαλίας καὶ τῆς ἱδρύσεως Σχολῆς ἐν ταῖς φυλακαῖς. Εἶναι περιττὸν νὰ τονίσω ὅτι ἀφ’ ὅτου ἡ ἰδέα τῆς ἠθικῆς ἀναπλάσεως τῶν καταδίκων εἰσῆλθεν εἰς τὰ σωφρονιστήρια, ἡ σχολὴ ἀποτελεῖ τὸ κυριώτερον μέσον σωτηρίου ἐπιδράσεως ἐπὶ τῶν καταδίκων. Εἴδομεν ὅτι 50% ἐκ τῶν καταδίκων εἶναι ἀναλφάβητοι ἄνθρωποι ἐστερημένοι πάσης γνώσεως τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ. Ἐπὶ τοιούτων ἀνθρώπων μία διδασκαλία οὐχὶ σχολαστική, ἀλλ’ ἀποτεινομένη μᾶλλον πρὸς τὸν χαρακτῆρα καὶ τὴν ἀδρανοῦσαν διάνοιαν δύναται νὰ ἔχῃ διὰ τοὺς νέους ἐγκληματίας εὐεργετικωτάτην ἐπίδρασιν. Διὰ τοὺς ἐν τοῖς κελλίοις ἰδίως ἡ διδασκαλία προσλαμβάνει καὶ ἕτερον φιλάνθρωπον χαρακτῆρα. Κολάζει τὴν μονοτονίαν καὶ διατηρεῖ τὸ πνεῦμα ἐν σωτηρίῳ ἐγρηγόρσει. Τὸ πρόγραμμα τῆς διδασκαλίας, Κύριοι, διαβαθμιζόμενον ἀναλόγως τῆς ἡλικίας, ἡ ὁποία δύναται νὰ φθάσῃ μέχρι τοῦ 45 ἔτους, ἀναλόγως τῆς προηγηθείσης ἤδη μορφώσεως καὶ ἀναλόγως τοῦ χαρακτῆρος, τὸ πρόγραμμα λέγω, περιστρέφεται εἰς ἠθικὰ διδάγματα καὶ σκοπεῖ νὰ διεγείρῃ ἐν τῇ ψυχῇ τοῦ καταδίκου τὸ ἐνδιαφέρον πρὸς ὡραίας καὶ εὐγενεῖς πράξεις, νὰ ὑποθάλψῃ δὲ καὶ ἐξιδανικεύσῃ τὴν ἀγάπην πρὸς τὴν πατρίδα. Ἰδοὺ ζήτημα, ἐξ οὗ ἔδει ν’ ἀντλήσωμεν ξένα διδάγματα, νὰ μελετήσωμεν τὰ προγράμματά των, νὰ ἐρωτήσωμεν τίνι τρόπῳ μορφοῦται τὸ διδάσκον προσωπικόν, τίνα εἶναι τὰ βιβλία των κτλ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ παρέτρεξεν ὡς ἐντελῶς ἐπουσιῶδες. Ἕτερον κενὸν τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ὅτι οὐδαμοῦ λαμβάνεται πρόνοια διὰ τὰς πειθαρχικὰς ποινὰς καὶ ἀφιέμεθα καὶ πάλιν, ὅπως ἄχρι σήμερον, εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν τῶν δεσμοφυλάκων. Ὁ νέος γερμανικὸς κῶδιξ διὰ τοῦ ἄρθρου 18 προβλέπει τὴν ἐνδεχομένην ἐπιδείνωσιν τῶν ποινῶν, ἡ ὁποία ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἐπιβάλλεται ὑπὸ εἰδικοῦ δικαστηρίου. Τοιοῦτο, Κύριοι, εἶναι τὸ νομοσχέδιον. Ἴδωμεν τώρα διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὁποίας φυλακὰς θ’ ἀνεγείρωμεν. Ὁ παλαιὸς νόμος τοῦ κ. Δημητρακοπούλου περιελάμβανεν ἐν ἄρθρῳ του 2 τὸ ὁποῖον ἐπέτρεπεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ προκηρύξῃ διαγωνισμὸν σχεδίου, ὅπερ θὰ ἔκρινε ξένη ἐπιτροπή. Τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶχον τότε ἐπικρίνει ἔχων πικρὰν πεῖραν τῶν παρ’ ἡμῖν τοιούτων διαγωνισμῶν καὶ μὴ λησμονῶν ὅτι πρόκειται περὶ φυλακῶν, δι’ ἃς χρειάζονται ὅλως εἰδικαὶ ἀρχιτεκτονικαὶ γνώσεις, τὸ ἄρθρον λοιπὸν τοῦτο οὐ μόνον δὲν κατηργήθη, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔσπευσε νὰ τὸ θέσῃ εἰς ἐφαρμογὴν ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ σημερινοῦ νομοσχεδίου. Τὴν 29 Ὀκτωβρίου 1913 τῷ ὄντι προεκηρύχθη διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως διαγωνισμὸς διὰ τὴν ἵδρυσιν δικαστικῶν φυλακῶν, καὶ τρεῖς ἡμέρας κατόπιν ἐκαλεῖτο ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τῆς καθόλου ὑπάρξεως τῶν κατόπιν τοῦ διαγωνισμοῦ ἱδρυθησομένων φυλακῶν. Δὲν γνωρίζω διατί ἔπραξε τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργός. Ἐνόμιζον, Κύριοι, ὅτι εἰς περίπατος ἀνὰ τὰς Ἀθήνας, αἱ περιπέτειαι πολλῶν δημοσίων κτιρίων μας θὰ εἶχον ἤδη ἀφαιρέσει ἀπὸ τὴν καρδίαν τῶν ἐπισήμων πᾶσαν αἰσιοδοξίαν, ὅσον ἀφορᾷ τ’ ἀρχιτεκτονικά μας ἀριστουργήματα. Ἐγώ, Κύριοι, νομίζω ὅτι, προκειμένου ἰδίως περὶ φυλακῶν, ἐπεβάλλετο ἰδιαιτέρα φροντὶς καὶ σκέψις. Ἔχετε νὰ κατασκευάσητε μίαν οἰκίαν. Γνωρίζετε τὰς ἀνάγκας σας, ποῦ θὰ εἶναι ὁ κοιτών σας, ποῦ θὰ εἶναι τὸ γραφεῖόν σας, τὰ λέγετε ὅλα αὐτὰ εἰς τὸν μηχανικὸν καὶ εἰς τὸ τέλος ἡ οἰκία παρουσιάζει ἐλλείψεις. Φαντασθῆτε τί θὰ γίνῃ, προκειμένου περὶ φυλακῶν, ὅπου εἰς κάθε γωνίαν ἐνεδρεύει ἓν σωφρονιστικὸν πρόβλημα. Δὲν ἀρκεῖ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰς γενικὰς γραμμὰς τῆς ὑγιεινῆς, τῆς ἀσφαλείας, τῆς εὐρυχωρίας κτλ. Ἐκεῖ ἑκάστη λεπτομέρεια γιγαντοῦται καὶ λαμβάνει σημασίαν σπουδαιοτάτην. Ποίου μεγέθους θὰ εἶναι τὸ κελλίον, ποίου συστήματος καὶ εἰς ποῖον ὕψος καὶ ποίου μεγέθους θὰ εἶναι τὸ παράθυρον, πῶς θὰ εἶναι ἡ κλίνη, ἂν θὰ εἶναι αὐτοτελὴς ἢ θὰ ἀναρτᾶται τὴν ἡμέραν εἰς τὸν τοῖχον, ποίου συστήματος θὰ εἶναι ὁ φωτισμός, ὁ ἀερισμός, ἡ θέρμανσις, ποῖον σύστημα ὑδραυλικὸν θὰ ἐφαρμοσθῇ. Ὅλα αὐτὰ εἶναι σοβαρώτατα ζητήματα, περὶ τὰ ὁποῖα διεπράχθησαν μεγάλα σφάλματα καὶ τὰ ὁποῖα ὀλίγον κατ’ ὀλίγον κατόπιν μεγάλων δαπανῶν ἡ σωφρονιστικὴ ἐπιστήμη κατώρθωσε νὰ καθορίσῃ. Ὅλα αὐτὰ σήμερον εἶναι εἰς χεῖράς μας, δὲν ἔχομεν παρὰ νὰ τὰ ζητήσωμεν. Τῷ 1906 ἱδρύθη ἐν Luttringhafen μία νέα καὶ ὡραιοτάτη φυλακή, τῷ 1907 ἱδρύθη ἐν Saarbrucken ἑτέρα. Ἀμφότεραι ἔργα μελέτης, μακρᾶς πείρας, ἐπιστημονικότητος. Ἤρκει δι’ ἡμᾶς νὰ τ’ ἀντιγράψωμεν. Οἱ ἀρχιτέκτονες εἶναι ἀκόμη ἐν τῇ ζωῇ. Ἀντὶ τούτου καλοῦμεν τὰς ἐντοπίας μας ἀναρμοδιότητας ἵνα μᾶς ἑτοιμάσωσιν αὐτόχθονα σχέδια ἐντὸς 4 μηνῶν καὶ τὰ ὁποῖα θὰ κρίνουν δύο ξένοι, καλούμενοι ἐπὶ τούτῳ. Ὁρίζομεν δὲ καὶ τὸ ποσὸν τῶν 700.000 δραχ., ἔστω καὶ ἂν τοῦτο δὲν εἶναι ἀρκετὸν διὰ τοιαῦτα σωφρονιστήρια. Τὸ νομοσχέδιον οἷον παρουσιάζεται θὰ ἐπιφέρῃ ἴσως μικράν τινα βελτίωσιν εἰς τὰς σημερινάς μας ἐγκληματικὰς τρώγλας. Ἀλλὰ τοῦτο θὰ εἶναι προσωρινόν, αἱ δὲ πολυάριθμοι πληγαὶ τῆς ἐγκληματικῆς συμβιώσεως θ’ ἀναφανοῦσιν ἐντὸς ὀλίγου. Τὰ ἱερὰ χρήματα τοῦ Συγγροῦ, ὡς καὶ τοῦ Κοριαλενίου, δὲν θὰ εὕρωσι δι’ αὐτὴν τὴν δέουσαν χρησιμοποίησιν, ἡ δὲ Ἑλλὰς ἄνευ λόγου θὰ μείνῃ πάλιν ἡ τελευταία μεταξὺ τῶν Κρατῶν ἀπὸ σωφρονιστικῆς ἀπόψεως. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι μία κοινοβουλευτικὴ ἔκτακτος ἐπιτροπή, ἣν ἤθελε τιμήσει διὰ τῆς προεδρίας του αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, θὰ ἠδύνατο ἴσως κάλλιον νὰ θέσῃ γενικωτέρας καὶ ἐπιστημονικωτέρας βάσεις διὰ τὸ νέον μας σωφρονιστικὸν σύστημα. Τὸ παρὸν νομοσχέδιον, ὅπερ σήμερον ψηφίζεται, οὐδεμίαν βεβαίως πρόοδον σημειοῖ διὰ τὴν ἀναγεννωμένην Ἑλλάδα.
§11Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὀφείλω εἰλικρινῶς νὰ συγχαρῶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον διὰ τὴν ἐπιστημονικὴν δεινότητα, μεθ’ ἧς ἐξήντλησε τὸ θέμα του καὶ διὰ τὸ θάρρος, μετὰ τοῦ ὁποίου ὑπεστήριξε τὰς πεποιθήσεις του, καίτοι ἔν τισι πρὸς αὐτὸν διαφωνῶ. Πρὶν ἢ δώσω δὲ κατ’ ἰδίαν ἀπάντησιν ἐπὶ τῶν ἐπιχειρημάτων αὐτοῦ, σκόπιμον νομίζω νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εἰσάγεται τὸ συζητούμενον ἤδη νομοσχέδιον. Ὅτε ἐκλήθην εἰς τὴν Διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, εὗρον νόμον ἐψηφισμένον ὑπὸ τῆς Διπλῆς Βουλῆς περὶ ὀργανώσεως νέων φυλακῶν καὶ νόμον οὐχὶ ἐν ἀδρανείᾳ, ἀλλ’ ἐν ἐκτελέσει. Εἶχεν ἐκδοθῆ τὸ πρῶτον ἐκτελεστικὸν Διάταγμα καὶ ἐγένετο καὶ ἀπόπειρα περὶ προκηρύξεως προγράμματος φυλακῶν, τὸ ὁποῖον προσέκοψεν ἀγνοῶ εἰς τίνας δυσχερείας. Ἀπὸ τῶν πρώτων βημάτων ἐθεώρησα ἐπάναγκες νὰ ἔχω τὴν ἐπικουρίαν ξένου ἐπιστήμονος κεκτημένου θεωρητικὰς καὶ πρακτικὰς γνώσεις καὶ πεῖραν καὶ ὡς τοιοῦτον ἐζήτησα τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς νὰ μετακαλέσω τὸν Γάλλον κ. Barthés (συστηθέντα πρὸς τὴν ἡμετέραν Κυβέρνησιν ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς Γαλλίας κ. Briand), παρέσχε δὲ ἀληθῶς οὗτος ἀξιόλογον ἐν πᾶσιν ἐπικουρίαν. Ἀλλὰ δὲν ἐπρόκειτο νὰ ὑποβληθῇ τὸ παρὸν νομοσχέδιον μετ’ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως τοῦ ξένου ὀργανωτοῦ. Ἡ ἔκθεσις εἶναι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος συνεκέντρωσε καὶ ὅ,τι ἐθεώρησε χρήσιμον καὶ σκόπιμον ἐκ τῶν φώτων καὶ τῶν πληροφοριῶν τοῦ ξένου ὀργανωτοῦ, ἀσχολουμένου ἀφ’ ἑνὸς μὲν μετὰ ζήλου εἰς τὴν διόρθωσιν, εἰ δυνατόν, τῶν ὑπαρχουσῶν φυλακῶν καὶ ἀφ’ ἑτέρου κυρίως εἰς τὴν ὀργάνωσιν τῶν νέων φυλακῶν. Βάσις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὡς εἶπον, ἦτο νόμος τοῦ Κράτους, ἀλλὰ κατὰ τὰς ἀποδείξεις, τὰς ὁποίας αὐτὸς οὗτος ὁ ξένος ὀργανωτὴς ἐποιήσατο πρὸς ἐμὲ ἔχρηζε διορθώσεών τινων καὶ τὰς διορθώσεις ταύτας ἀκριβῶς εἰσηγοῦμαι εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου. Δὲν πρόκειται σήμερον περὶ νέας γενικῆς ἀναδιοργανώσεως τῆς ὅλης σωφρονιστικῆς νομοθεσίας οὔτε καὶ μεταρρυθμίσεων ἐπὶ τῶν λοιπῶν μερῶν τῆς ποινικῆς νομοθεσίας, διατελούσης ὑπὸ μελέτην ἰδίας νομοπαρασκευαστικῆς ἐπιτροπείας, ἥτις θὰ ἐξετάσῃ καὶ τὸ ζήτημα τῆς ὑπὸ ὅρον ἀπολύσεως καὶ ὅλα τὰ πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ποινῆς σχετικὰ ζητήματα. Τὸ νομοσχέδιον τὸ συζητούμενον σκοπὸν ἔχει νὰ ἐπιφέρῃ διορθώσεις εἰς τὸν ἤδη ὑπάρχοντα νόμον, διορθώσεις τοιαύτας, αἱ ὁποῖαι νὰ ἀσφαλίζωσι τὴν κατασκευὴν καὶ ὀργάνωσιν τελείων φυλακῶν διὰ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος καὶ νὰ ἐξυπηρετῶσι κάλλιον τὸν σκοπὸν αὐτὸν τοῦ νόμου, νομίζω δ’ ὅτι δὲν σφάλλεται τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος διὰ μακρῶν ὑπεστήριξε τὰ ἀγαθὰ τοῦ ἀπομονωτικοῦ συστήματος καὶ περὶ τούτου κατ’ ἀρχὴν βεβαίως δευτέρα γνώμη δὲν ὑπάρχει. Ἡ ἐν κελλίῳ ἀπότισις τῆς ποινῆς τῆς φυλακίσεως εἶναι ἀφ’ ἑνὸς αὐστηροτέρα ὡς ποινὴ καὶ ἡ αὐστηρότης ἓν τῶν στοιχείων τῆς ποινῆς, ἀλλὰ μέχρις ἑνὸς ὁρίου καὶ διὰ τοῦτο προτείνεται εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὁ μετριασμὸς κατὰ τὸ τέταρτον τῆς ποινῆς, ἐφ’ ὅσον ἀποτίεται ἐν τῷ κελλίῳ. Ἕτερον πλεονέκτημα τῆς ἐν τῇ ἀπομονώσει ἐκτίσεως εἶναι ὅτι ἀσφαλίζει ἀπὸ τὸν συγχρωτισμόν, προστατεύει καὶ τὴν φιλοτιμίαν τοῦ καταδίκου καὶ ἐντεῦθεν ἡ διάταξις, καθ’ ἣν οἱ καταδικαζόμενοι τὸ πρῶτον εἰς φυλάκισιν, ἔστω καὶ ὑπερβαίνουσαν τὸ ἔτος, δύνανται τῇ αἰτήσει αὐτῶν νὰ ἀποτίσωσι τὴν ποινὴν ἐν κελλίῳ. Εἶναι ἀναντίρρητον ἐπίσης ὅτι παρέχει τὰ μέσα τῆς ἠθικοποιήσεως διὰ τῶν ἐπισκέψεων τῶν διαφόρων ἐντεταλμένων τὴν ἠθικὴν ὑποστήριξιν τοῦ καταδίκου καὶ ἀφίεται αὐτῷ περισσότερος χρόνος μελέτης καὶ σκέψεως περὶ τῆς θέσεως αὑτοῦ. Ἀλλ’ ἀναντίρρητον ἐπίσης εἶναι καὶ παρὰ πάντων ἀνομολογεῖται, ὅτι δὲν δύναται ἡ ἀπομόνωσις νὰ παραταθῇ ἐπὶ μακρόν. Ὁ Κρόνε, τὸν ὁποῖον ἐπανειλημμένως ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, λέγει τοῦτο ῥητότατα, ὅτι ἡ ἀπομόνωσις εἶναι ποινὴ λίαν πιεστική, λίαν στενόχωρος, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ ἓν ὡρισμένον χρονικὸν ὅριον, ὅτι τὸ ὅριον τοῦτο διαφέρει παρὰ τοῖς διαφόροις ἔθνεσιν ὡς εἶναι ἀλλαχοῦ μικρότερον καὶ ἀλλαχοῦ βραχύτερον. Τὸ ἀνώτερον εἶναι τὸ ἐν Βελγίῳ, κατὰ τὸ ὁποῖον δύναται νὰ παραταθῇ ἐν ἀπομονώσει ἡ φυλάκισις μέχρι 10 ἐτῶν, ἀλλ’ ἡ Γερμανία ἔχει μόνον τρία ἔτη, ὁ δὲ Κρόνε καταλήγει συμπεραίνων ὅτι διὰ τοὺς βορείους λαοὺς καὶ μέχρι 5 ἐτῶν δύναται νὰ παραταθῇ ἡ φυλάκισις δι’ ὑγιῶς ἔχοντας ἐνηλίκους καταδίκους καὶ οὐχὶ μέχρι 10 ἐτῶν, ὅπως ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Σημειωτέον, ὅτι ὁ αὐτὸς Κρόνε συντάσσων νομοσχέδιον ἀφήνει τὴν τριετίαν, μολονότι ἐν τῷ κειμένῳ τοῦ συγγράμματός του ὑποστηρίζει ὅτι δύναται νὰ παραταθῇ ἐπὶ πενταετίαν. Ἐν αὐτῷ τῷ βιβλίῳ λέγει ὅτι θὰ ἀποβλέψωμεν ἀφ’ ἑνὸς εἰς τὴν ἀτομικὴν κατάστασιν τοῦ καταδίκου καὶ ἀφ’ ἑτέρου εἰς τὰς ἐθνολογικὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελεῖ. «Τὸ νὰ θέλωμεν νὰ ὁρίσωμεν ἐξ ἴσου μακρὰν διάρκειαν ἀπομονώσεως διὰ τὸν ἀδέσμευτον κάτοικον τῶν Μαύρων Βουνῶν — εἶναι ἡ φράσις του — ὡς διὰ τὸν Βέλγον ἢ Γερμανὸν θὰ ἦτο μωρία (eine Thorheit)». Ὥστε ἔχομεν δεδομένα καὶ ἐκ τῆς ἐπιστήμης καὶ ἐκ τῶν πραγμάτων αὐτῶν ὅτι πρέπει νὰ ἀποβλέψωμεν καὶ εἰς λόγους ἐθνολογικοὺς καὶ κλιματολογικούς, ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ μὴ δώσω ἀπόλυτον σημασίαν εἰς τὸ παράδειγμα τῆς Ἀγγλίας ἀπέναντι τῶν Ἰνδῶν, αὐστηρότατα ἴσως φερομένης, καὶ εἰς τὸ τῆς Ἰταλίας, ἥτις ἀπομονώνει μέχρι 10 ἐτῶν τοὺς εἰς ἰσόβια μόνον δεσμὰ καταδίκους. Ὑπὸ τὰς συνθήκας λοιπὸν ταύτας φρονῶ ὅτι τὸ ὅριον τοῦ ἑνὸς ἔτους, ὅπερ προτείνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι πλέον ἢ ἐπαρκὲς δι’ ἡμᾶς καὶ ὀφείλω μάλιστα νὰ δηλώσω ὅτι αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ μετριάσω καὶ αὐτό· ὄχι μόνον δὲ μετριάζω γενικῶς τὸν χρόνον τῆς τοιαύτης ποινῆς κατὰ τὸ ¼, ἀλλὰ σπεύδω νὰ ὑποδείξω ἐπίσης ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ὅτι προκειμένου περὶ φυλακίσεως τοιούτης διαρκείας εἶναι δυνατὸν τὸ ἥμισυ νὰ ἐξαγορασθῇ. Ἐὰν ἐμμείνωμεν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου ἤδη παρέχομεν τὰ ἀγαθὰ τῆς ἀπομονωτικῆς φυλακίσεως εἰς τὰ 19)20 τῶν ὑπὸ τῶν δικαστηρίων ἡμῶν καταδικαζομένων εἰς ποινὰς ἀποστερητικὰς τῆς ἐλευθερίας. Διότι ἔχομεν ἐκ στατιστικῶν δεδομένα ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1911 κατεδικάσθησαν ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι εἰς ποινὴν φυλακίσεως μέχρις ἑνὸς ἔτους 29844, εἰς φυλάκισιν ἄνω τοῦ ἔτους 1088, εἰς εἱρκτὴν 250, πρόσκαιρα δεσμὰ καὶ ἰσόβια 19, ἐν ὅλῳ δὲ πλέον τοῦ ἔτους ἀνέρχονται εἰς 1463. Εἶναι ἡ ἀναλογία λοιπὸν τοιαύτη, ὥστε πάντες παρέχομεν τὰ πλεονεκτήματα τοῦ ἀπομονωτικοῦ συστήματος εἰς τὰ 19)20 καί τι πλέον ἐκτὸς ἐκείνων τῶν εἰς φυλάκισιν ἐπέκεινα τοῦ ἔτους καταδικασθέντων, οἵτινες ἑκουσίως ἤθελον ὑποβληθῆ εἰς αὐτό. Διὰ τὸ ὑπόλοιπον τῶν εἰς βαρυτέρας ποινὰς καταδικαζομένων δὲν νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν τὸ σύμμικτον σύστημα, τὸ ὁποῖον εἰσηγήθη ὁ κ. Συνάδελφος, δηλαδὴ νὰ διαμείνῃ πρότερον ὁ κατάδικος ἐπὶ ἓν ἔτος ἐν τῇ φυλακῇ καὶ τὸν ἐπίλοιπον χρόνον ἐν κεντρικῇ. Τοῦτο θὰ ἦτο δεκτόν, ἐὰν συνεφωνοῦμεν πρὸς τὴν βάσιν ὅπως παρατείνηται ἐπὶ δεκαετίαν ἡ ἀπομονωτικὴ φυλάκισις. Τότε ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι μετὰ μίαν δεκαετίαν ἐν ἀπομονώσει ὁ κατάδικος θὰ εἶναι σχετικῶς διωρθωμένος καὶ ὀλιγώτερον θὰ δύναται νὰ ἐπηρεασθῇ ἐκ τοῦ περιβάλλοντος. Ἀλλὰ διὰ τοῦ συστήματος, ὅπερ εἰσηγοῦμαι πρὸς τὴν Βουλήν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τοιοῦτος συνδυασμός, ἐν σχέσει δὲ πρὸς τὴν ἐν κοινῇ φυλάκισιν, παρατηρητέον ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἐμμείνωμεν προσηλωμένοι εἰς ὡρισμένον σύστημα Ὠβούρνιον ἢ ἄλλο. Βεβαίως ἡ ἀρχικὴ ἰδέα, ἥτις γενικῶς κατάρχει τῶν τοιούτων θυμάτων εἶναι ἐξ ἑνὸς ἡ ἀπομόνωσις, ἐξ ἑτέρου ἡ ἐν κοινῇ ἐργασίᾳ συμβίωσις μετὰ σχετικῶν περιορισμῶν, ἰδίως χωρισμοῦ κατὰ τὴν νύκτα, τὰ δὲ λοιπά, τὸ μέτρον τοῦ συγχρωτισμοῦ ὅπερ κρίνεται ἐπιτρεπόμενον, οἱ ὅροι τῆς ἐν κοινῇ ἐργασίας, θὰ τεθῶσιν ἐν τῷ Κανονισμῷ τῆς φυλακῆς ταύτης τῆς Κεντρικῆς. Ἐκ τῶν προτέρων δὲ δηλῶ ὅτι ἡ μαστίγωσις, ἀπαγορευομένη καὶ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἐφαρμογήν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ ἐπιστήμη διδάσκει ὅτι καὶ ἡ ἀπότομος ἔξοδος ἐκ τῆς μονώσεως εἰς τὴν κοινωνίαν βλάπτει, διὸ πρέπει προηγουμένως νὰ ἐθίζηται ὁ κατάδικος εἰς τὴν συνάντησιν μετ’ ἄλλων ἀνθρώπων, πρὶν ἢ ἐξέλθῃ ἐντελῶς ἐλεύθερος, ὁ δὲ Κρόνε λέγει ὅτι πέντε ἕως δέκα τοῖς ἑκατὸν ἐκ τῶν καταδίκων ἐν μονωτικαῖς φυλακαῖς δέον νὰ ἐξάγωνται καθ’ ἑκάστην ἐκ περιτροπῆς, ὅπως ἀσχολῶνται εἰς τὰ ἐσωτερικὰ ἔργα τῆς φυλακῆς ἐν κοινῷ, οὕτω δὲ νὰ δίδηται εἰς αὐτοὺς εὐκαιρία τις πρὸς ἐπικοινωνίαν. Προσθέτω δὲ ὅτι τοῦτο θὰ εἶναι παρ’ ἡμῖν ἔτι μᾶλλον ἐπιβεβλημένον, διότι δυστυχῶς δὲν ἔχομεν τὴν κοινωνικὴν ὀργάνωσιν ἐκείνην ἡ ὁποία ἐπιτρέπει τὴν τακτικὴν ἐπίσκεψιν τῶν φυλακισμένων, ὄχι μόνον ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας, τοῦ ἱερέως, τοῦ διευθυντοῦ τῆς φυλακῆς, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ μελῶν φιλανθρωπικῶν σωματείων, τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐχόντων, τὴν ἀνακούφισιν τουτέστι καὶ ἠθικοποίησιν τῶν καταδίκων. Ἑπομένως καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἀκόμη πρέπει νὰ ἐπέλθῃ συγκερασμὸς τις ἐν τῇ ἀπομονώσει. Ἀλλ’ ὅλα ταῦτα δὲν δύνανται νὰ ἀποτελέσωσιν ἀντικείμενον τοῦ νόμου. Κατὰ τὸ σύστημα τοὐλάχιστον, τὸ ὁποῖον ἐδέχθη ἀρχικῶς ὁ νόμος, παρεπέμφθησαν ταῦτα εἰς τὰ κανονιστικὰ διατάγματα καὶ νομίζω ὀρθῶς, διότι θὰ δύνανται νὰ μεταλλαγῶσιν εὐκολώτερον. Ἐντεῦθεν παρακαλῶ τὸν κ. Συνάδελφον νὰ δεχθῇ ὅτι δὲν θὰ μένωσιν ἄνευ φροντίδος καὶ τὰ λοιπὰ σημεῖα, ὑποθέτω δὲ ὅτι καὶ ἡ ἐργασία γίνεται κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ σχετίζηται μετά τινος ἀποχωρισμοῦ τῶν καταδίκων, ἐν γένει δὲ θὰ ληφθῇ πᾶν μέσον, ὅπως καὶ οἱ ἐν ταῖς Κεντρικαῖς φυλακαῖς κρατούμενοι ἐξέρχωνται βελτιωμένοι. Τὸ οἰκονομικὸν ὄφελος τῆς Πολιτείας ἐκ τῆς ἐργασίας τῶν καταδίκων ἀποτελεῖ, βεβαίως δευτερεύουσαν ὄψιν. Τὸ κύριον εἶναι ὅτι διὰ τῆς ἐργασίας ὁ κατάδικος ἀποτρέπεται ἀπὸ τῶν ἐγκληματικῶν αὑτοῦ σκέψεων καὶ ἠθικοποιεῖται, ἀλλὰ δὲν ὑποθέτω ὅτι εἶναι καὶ τόσον ἄστοχος ἡ ἰδέα, ὅτι νέαι βιομηχανίαι, τῶν ὁποίων εἶναι ἀμφίβολοι αἱ ἐπιτυχίαι, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσάγωνται δοκιμαστικῶς ἐν ταῖς φυλακαῖς τὸ πρῶτον, μὴ ἀποκλεισμένων πάντως καὶ τῶν ἄλλων ἐργασιῶν, αἵτινες ἤθελον κριθῆ κατάλληλοι διὰ τοὺς καταδίκους καὶ ἰδιαιτέρως ἐκ τῶν ἐπαγγελμάτων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κ. Συνάδελφος. Μίαν ἄλλην ἐρώτησιν ἀπηύθυνεν ὁ κ. Συνάδελφος, ἀφορῶσαν εἰς τὰς ἀγροτικὰς φυλακάς. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲν διασαφηνίζεται λεπτομερῶς ἡ ἀπασχόλησις, εἰς ἣν θὰ καταγίνωνται οἱ κατάδικοι τῶν φυλακῶν αὐτῶν, ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα εἶναι αὐτόδηλον ἐξ αὐτοῦ τοῦ χαρακτηρισμοῦ· πρόκειται νὰ ἀσχοληθῶσι κυρίως εἰς γεωργικὰ ἔργα, ἐπαναλαμβάνω δὲ ὅτι αἱ λεπτομέρειαι θὰ ἀποτελέσωσιν ἀντικείμενον διατάγματος. Ἀντὶ δὲ νὰ ἀναζητῶμεν ἀλλαχοῦ παραδείγματα δὲν ἔχομεν παρὰ νὰ στραφῶμεν παρ’ ἡμῖν, πρὸς τὴν Κέρκυραν, ἔνθα ἐφηρμόσθη τὸ σύστημα τοῦτο ἐπιτυχῶς. Πλὴν τούτου ἐν τῷ νομοσχεδίῳ προβλέπεται ὅτι αἱ ἀγροτικαὶ φυλακαὶ δύνανται νὰ εἶναι εἴτε εἰδικὰ καταστήματα εἴτε παραρτήματα ἄλλων φυλακῶν καὶ ὅτι οἱ ἐν αὐταῖς κρατούμενοι δύνανται ν’ ἀσχολῶνται καὶ εἰς δημόσια ἔργα. Εἰς τὰς ἀγροτικὰς φυλακὰς εἰσάγονται οἱ διανύσαντες τὸ μεῖζον μέρος τῆς ποινῆς αὐτῶν καὶ ἀγαθὴν ἐπιδείξαντες διαγωγήν, ἑπομένως δὲν εἶναι πιθανὴ ἀπόδρασις. Βεβαίως πρέπει νὰ λάβῃ μέτρα ἡ Πολιτεία, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἀποστερήσῃ τοῦ μέσου αὐτοῦ τοὺς καταδίκους, ἐὰν καὶ καθόσον εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ. Ἐπὶ τοῦ τελευταίου ζητήματος, ἀσχέτου ἄλλως πρὸς τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, τῆς ἐκδοθείσης Διακηρύξεως, διαγωνισμοῦ πρὸς κατασκευὴν τῶν νέων φυλακῶν, ἀφοῦ ὁ νόμος εἶναι ἐν ἰσχύϊ, ἡ ἐνέργεια εἶναι ἀναντιρρήτως νόμιμος· οἱονδήποτε σύστημα δὲ καὶ ἂν δεχθῶμεν ἐν ταῖς λεπτομερείαις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ἄστοχος ἡ προκήρυξις ἀνεγέρσεως ἀπομονωτικῶν φυλακῶν ἐξ ἑνός, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τῆς μετατροπῆς τῶν φυλακῶν Συγγροῦ εἰς Κεντρικάς. Ἔργον βεβαίως τῶν διαγωνισθησομένων ἀρχιτεκτόνων εἶναι ἡ ἐκπόνησις τῶν καταλλήλων σχεδίων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐπιστημονικῶν καὶ τεχνικῶν διδομένων, ἐδημοσιεύθησαν δὲ καὶ ὁδηγίαι λεπτομερεῖς δι’ ἑκάστην φυλακήν, καὶ ἐλπίζω ὅτι καὶ ἡ ἐκλογὴ τῶν κριτῶν θὰ εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ ὑπάρξῃ πᾶσα ἐγγύησις. Ἐπίσης τὸ ποσὸν τῆς δαπάνης δὲν τίθεται ὡς ἀνυπέρβλητον ὅριον, ἀλλ’ ὡς ὅριον προϋπολογισμοῦ· ἑπομένως ἐὰν ὑπάρξῃ σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ὑπερβαίνει κατὰ 50.000 ἢ καί τι πλέον τὸ ὅριον τοῦτο, ἀλλ’ ἤθελε πληροῖ πάσας τὰς ἀπαιτουμένας συνθήκας, δὲν θὰ ἀπορριφθῇ. Ταῦτα εἶχον νὰ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλήν, ἐλπίζω δὲ ὅτι διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου θὰ σημειώσωμεν μέγα βῆμα πρὸς τὰ πρόσω.
§12Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Οὐδεμία λαμβάνεται πρόνοια περὶ τῶν γραφέων, ἐνῷ λαμβάνεται διὰ τοὺς γραμματεῖς καὶ λογιστάς. Πρὸς ἄρσιν τοῦ ἀδίκου αὐτοῦ θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ συναινέσῃ νὰ προστεθῶσι καὶ οἱ γραφεῖς.
§13Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου, ὅσον ἀφορᾷ τὸ προσωπικὸν τῶν φυλακῶν δὲν περιλαμβάνει γραφεῖς, ὑποθέτω δὲ ὅτι οἱ γραφεῖς, περὶ ὧν πρόκειται, δύνανται νὰ λάβωσι τὴν θέσιν τοῦ γραμματέως, ἐὰν ἔχωσι τὰ προσόντα γραφέως αʹ τάξεως, ἄλλως δὲν δύναμαι νὰ δημιουργήσω δι’ αὐτοὺς ἰδίαν θέσιν γραφέων. Εἰς τὰς παλαιὰς φυλακάς, ἐφ’ ὅσον παραμένει τὸ παλαιὸν σύστημα, βεβαίως θὰ διατηρηθῶσι καὶ οἱ γραφεῖς, ὅπου τυχὸν ὑπάρχουσι.
§14Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐφ’ ἑνὸς ἀτόπου, τὸ ὁποῖον συμβαίνει σήμερον καὶ διὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ληφθῇ μέριμνα διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ὥστε νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι. Ἡ ἐργασία τῶν καταδίκων εἶναι καὶ σήμερον εἰσηγμένη εἴς τινας φυλακὰς καὶ κατὰ τὸν νόμον τὸ ἥμισυ τοῦ ἐσόδου τούτου ἀνήκει εἰς τὸ δημόσιον. Παρετήρησα ὅμως μετὰ μεγάλης μου ἀπορίας ὅτι τὸ ἔσοδον τοῦτο δὲν εἰσάγεται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, οὔτε ἀναγράφεταί ποτε εἰς τοὺς ἀπολογισμοὺς τοῦ Κράτους, ἂν καὶ τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων ἀναγράφεται εἰς τὸν Προϋπολογισμόν. Ἐξήτασα τὸ ζήτημα τοῦτο, ἔμαθον δὲ ὅτι τὰ ἔσοδα ταῦτα ἐκ τῆς ἐργασίας τῶν καταδίκων διαχειρίζονται ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τῶν Διευθυντῶν τῇ ἐγκρίσει τοῦ Ὑπουργοῦ χωρὶς τὸ ἔσοδον τοῦτο νὰ εἰσάγηται εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον. Ἐπέστησα τὴν προσοχὴν καὶ ἄλλοτε τοῦ προκατόχου σας Ὑπουργοῦ, ἔγραψα δὲ τοῦτο καὶ εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, διότι τὸ ποσὸν τοῦτο ἔχει ἀνέλθει μέχρι τοιούτου βαθμοῦ, ὥστε καὶ περιουσίας εἰδικὰς νὰ ἔχωσιν ἤδη αἱ φυλακαί. Αἱ φυλακαὶ Συγγροῦ π. χ. ἔχουσι περιουσίαν καὶ μετοχὰς κατατεθειμένας χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ νομικὸν πρόσωπον, τὸ ὁποῖον νὰ τὰς διαχειρίζηται. Νομίζω ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ παύσῃ εἰς τὸ μέλλον.
§15Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Βεβαίως.
§16Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ. Τότε θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ εἴπητε εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο ὅτι τὰ ἔσοδα ἐκ τῆς ἐργασίας τῶν καταδίκων βεβαιοῦνται ὡς ἔσοδα δημόσια κατατιθέμενα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον.
§17Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὸ εἶναι ἄτοπον τὸ ὁποῖον ἐκράτει προηγουμένως, ὅτε δὲν ἐφαρμόζετο ὁ νόμος, ἵνα τὰ ἐκ τῆς ἐργασίας τῶν καταδίκων ἔσοδα εἰσάγωνται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλὰ εἰσεπράττετο ποσοστόν τι ἐν εἴδει φόρου, ὅπερ κατετίθετο ἐν τῇ φυλακῇ διαχειριζόμενον ὑπὸ τῆς διευθύνσεως εἰς ἀνάγκας τῆς φυλακῆς τῇ ἐγκρίσει ἢ τῇ διαταγῇ τοῦ Ὑπουργείου. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ πληροφορήσω τὸν κ. Συνάδελφον ὅτι ἀπὸ τῆς 11 Αὐγούστου 1913 ἐξέδωκα ἐκτελεστικὸν Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ὥριζον ἀκριβῶς τοῦτο, ὅπερ θέλει ὁ κ. Συνάδελφος, ἵνα τὸ κατὰ νόμον ἀνῆκον τῷ δημοσίῳ ἥμισυ κατατίθηται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ διαχειρίζηται ἐν γένει, ὅπως καὶ τὰ λοιπὰ δημόσια ἔσοδα.
§18Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργός, κ. Βουλευταί, καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσης διεσταύρωσαν τὰ ξίφη ἐπὶ τοῦ ἐπιστημονικοῦ πεδίου τῆς χρησιμότητος ἢ μὴ τοῦ ἀπομονωτικοῦ συστήματος ἢ τοῦ συστήματος τῆς ἐν κοινῷ διαβιώσεως τῶν καταδίκων. Ἐὰν εἰσέλθῃ τις εἰς τὴν ἔρευναν τοῦ θέματος τούτου, θὰ εἶναι ἀνάγκη βεβαίως ἐπὶ μακρὸν ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν, διότι ὁλόκληροι τόμοι βιβλίων ἐγράφησαν ἐπ’ αὐτοῦ, γνωρίζουσι δ’ οὗτοι ὡς ἀσχοληθέντες εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ θέματος ὅτι ὑπάρχει καὶ νεωτέρα σχολή, ἡ θετικὴ λεγομένη σχολή, ἥτις ἐκηρύχθη ἐσχάτως ἐναντίον τοῦ ἀπομονωτικοῦ συστήματος. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῶν θεωριῶν καὶ τῶν σχολῶν νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νομοθετοῦντες περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀποτίσεως τῆς ποινῆς νὰ σκεφθῶμεν ὅτι πρόκειται περὶ Ἕλληνος καταδίκου. Ἡ ἐν ἀπομονώσει διαβίωσις ἐκτὸς τοῦ ὅτι ὑποθέτει ψυχρὸν χαρακτῆρα, ἀλλὰ καὶ ὑποθέτει καὶ ἄνθρωπον ἀσχολούμενον ὁπωσδήποτε πνευματικῶς καὶ δυνάμενον ἀνεκτῶς νὰ διαγάγῃ ἡμέρας ἢ μῆνας ἢ ἔτη ἐν ταῖς φυλακαῖς. Ἀλλὰ τί διδάσκει ἡμᾶς ἡ πεῖρα περὶ τοῦ Ἕλληνος καταδίκου; Εἶναι γνωστὸν ὅτι οἱ κατάδικοι ἐγκλειόμενοι καὶ ὥρας τινὰς μόνον ἐν τῷ ἀπομονωτηρίῳ τῷ χρησιμεύοντι ὡς τόπος τιμωρίας τῶν ἀτάκτων καταδίκων, θεωροῦσι τοῦτο ὡς τὴν μεγίστην τῶν τιμωριῶν, εἶναι δὲ φυσικὸν ὅτι ὁ Ἕλλην ὁ μεσημβρινός, ὁ κοινωνικός, θὰ θεωρήσῃ ὡς ἐπιπρόσθετον καταδίκην καὶ καταδίκην βαρεῖαν τὴν ἐν ἀπομονωτικῷ κελλίῳ ἀπότισιν τῆς ποινῆς αὑτοῦ. Δὲν μνημονεύω, ὡς εἶπον, τῶν πορισμάτων τῶν νεωτέρων τῆς θετικῆς σχολῆς, ἡ ὁποία ῥητῶς λέγει ὅτι εἶναι ἄντικρυς ἀντίθετον πρὸς τὴν φύσιν τοῦ ἀνθρώπου ἡ διαβίωσις, καταδίκου ἔστω, ἐν ἀπομονωτικῷ κελλίῳ. Διὰ τοῦτο ὄχι μόνον εἶμαι σύμφωνος μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ἐπὶ πλέον ἤθελον, εἰ δυνατόν, ὅπως διαρρυθμισθῇ ἡ διάταξις, ἵνα οἱ κατάδικοι καὶ οἱ μικρὰν ἀποτίοντες ποινὴν μὴ ἀποτίσωσιν αὐτὴν ἐν ἀπομονώσει, ἤθελον καὶ δι’ αὐτοὺς νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ μικτὸν σύστημα, διότι τοῦτο τοὐλάχιστον θεωρῶ ἐγὼ ὡς τὸ προσφορώτερον διὰ τὸν Ἕλληνα κατάδικον σύστημα· εἶναι δὲ κατ’ ἐμὴν κρίσιν ἀναγκαιότατον, εἶναι ἀπαραίτητον, ὅπως διευκολυνθῇ διὰ παντὸς τρόπου ἡ εἴσοδος τῶν συγγενῶν πλησίον τοῦ καταδίκου, διότι εἶναι παρατηρημένον ὅτι ἡ εἴσοδος τῶν συγγενῶν συντελεῖ τὰ μέγιστα εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ χαρακτῆρος αὐτοῦ καὶ τοῦ ἤθους αὐτοῦ. Ἀναμιμνήσκει εἰς αὐτὸν ὅλας τὰς περιστάσεις τοῦ κατ’ ἰδίαν βίου, ἐξεγείρει εἰς αὐτὸν τὸν πόθον τῆς ταχυτέρας ἐπιστροφῆς πλησίον τῶν οἰκείων καὶ πλησίον τῆς οἰκογενειακῆς ἑστίας. Διὰ τοῦτο ἐφρόνουν ὅτι καὶ ἐπὶ τούτου εἰδικὴ ἔπρεπε νὰ ληφθῇ πρόνοια. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ ἄλλου τινὸς σημείου τοῦ νομοσχεδίου ἔχω μικράν τινα παρατήρησιν. Πρόκειται περὶ τῶν ἀγροτικῶν φυλακῶν. Εἶναι γνωστὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὡς καὶ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Λαρίσης Βουλευτήν, ὅτι ὡς ἀγροτικαὶ φυλακαὶ τοῦ μέλλοντος θεωροῦνται αἱ φυλακαὶ εἰς τὰς ὁποίας τὰ κράτη, τοὐλάχιστον εἰς τὸ μέλλον, θὰ ἐγκλείωσι τοὺς διαφόρους καταδίκους. Δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη προληπτικῶς ἵνα ὁρισθῇ μικρότερον τὸ ἐλάχιστον ὅριον τῆς ἀποτιθείσης ποινῆς ἐκ μέρους τῶν καταδίκων, νὰ ἀφεθῇ δὲ εἰς τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν ἡ διάκρισις· ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου ὁμιλῶ. Φρονῶ ὅτι τὸ ἐλάχιστον ὅριον εἶναι μέγιστον, ἐὰν δὲ ἐλπίσωμεν ὅτι θὰ ἀποκτήσωμεν ὑπηρεσίαν φυλακῶν καλήν, τότε πρέπει νὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν περὶ τῶν καταδίκων, οἵτινες εἶναι δυνατὸν νὰ σταλῶσιν εἰς τὰς ἀγροτικὰς φυλακάς, ἐὰν διοργανωθῶσί ποτε. Ὥστε φρονῶ ὅτι εἰς τοιαύτην περίπτωσιν δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ κώλυμα ἐκ τοῦ νόμου ὁρίζοντος τὸ ἐλάχιστον ὅριον τῆς ποινῆς μέγιστον. Ταύτας μόνον τὰς δύο παρατηρήσεις ἤθελον νὰ ὑποβάλω.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2 καὶ 3, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὁπλοφορίας». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατὰ τὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ). Τὸ 5ον ἤδη νομοσχέδιον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς δημοσιεύσεως εἰδήσεων καὶ ἀνακοινώσεων ἀναγομένων εἰς στρατιωτικὰς κινήσεις, ἔργα ὀχυρώσεως καὶ παραγγελίας». Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκεται). (Γίνεται δι’ ἀναστάσεως δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1). Ἄρθρον 2ον (ἀναγινώσκεται).
§21ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀποσύρω τὸ ἄρθρον 2. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι προεκλήθη ἐξ ἀνάγκης ἡ ὁποία ἐπαρουσιάσθη καὶ ἡ ὁποία θὰ παρουσιασθῇ καὶ εἰς τὸ μέλλον. Δυστυχῶς τὰ κακὰ τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ προλάβωμεν νομίζω ὅτι εἶναι ὀλιγώτερα ἀπὸ τὰ ἄλλα κακὰ τὰ ὁποῖα δύναται νὰ φέρῃ ἡ ἀπαγόρευσις. Προτείνω ἑπομένως νὰ μείνωμεν εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ τύπου μὲ ὅλα τὰ κακὰ τὰ ὁποῖα παρουσιάζει. (Ἀποσύρεται τὸ ἄρθρον 2 καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, τὸ ὁποῖον γίνεται 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου. (Γίνονται μετὰ τοῦτο δι’ ἀναστάσεως δεκτὰ εἰς αʹ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον συζήτησιν τὰ κάτωθι νομοσχέδια. 1) «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 546 τοῦ Ποιν. νόμου». 2) «Περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ συμβατικοῦ τόκου διατάξεων» καὶ 3) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ προσθήκης διατάξεων τοῦ ποινικοῦ νόμου»).
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκδικάσεως τῶν ἐπ’ αὐτοφώρῳ πταισμάτων καὶ τῶν δι’ ἐκθέσεως δημοσίας ἀρχῆς βεβαιουμένων». Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§23Β. ΚΥΡΕΛΛΟΣ. Ἕνεκα πταίσματος ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἐπιτρέπεται ἡ σύλληψις ὑπὸ παντὸς ἀστυνομικοῦ ὀργάνου. Τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ἀρνηθῶμεν καὶ εἰς πάντα ἀνακριτικὸν ὑπάλληλον. Διὰ τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς πρέπει νὰ παραδεχθῇ νὰ προστεθῇ «ἢ ἀνακριτικοῦ ὑπαλλήλου» μετὰ τὸ «ὑπὸ παντὸς ἀστυνομικοῦ».
§24Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πολὺ καλά. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 οὕτω τροποποιηθέν. Ἐπίσης καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου).
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σύνολον ἀναβάλλεται λόγῳ τῶν ὑποβληθεισῶν τροπολογιῶν. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως τῆς κατασκευῆς μιᾶς ἀποθήκης ἐντὸς τοῦ περιβόλου τοῦ τελωνιακοῦ καταστήματος Πειραιῶς καί τινων ἄλλων ἔργων εἰς αὐτὸ καὶ ἐγκρίσεως τῆς δαπάνης τῆς κατασκευῆς της». Ἐζητήθη ἡ ἀναβολὴ αὐτοῦ λόγῳ ὅτι ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργός.
§26ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πολὺ καλά. Τὴν Δευτέραν τότε.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ περὶ συστάσεως μονοταξίων διδασκαλείων ἀρρένων καὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων νόμου ͵ΓΧϞΒʹ περὶ τοῦ ἐν Ἀθήναις διδασκαλείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως Β. Διατάγματος». Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Λ. Ἀλεξανδρῆς.
§28Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἀπετέλεσε καὶ ἀποτελεῖ διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ διδασκαλείων, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν πρό τινων μηνῶν μετὰ τῆς σειρᾶς τῶν ἄλλων ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων. Ἐνόμιζον ὅθεν ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη θὰ γένηται μετὰ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐκείνῳ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καθορίζει δύο συστήματα καταρτίσεως τῶν λειτουργῶν τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως, τὸ ἓν μονοετὲς καὶ τὸ ἄλλο τριετές. Ἐπὶ τούτου θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ μία εὐρεῖα συζήτησις ἐπιστημονικὴ διὰ νὰ καταδειχθῇ ποῖον εἶναι τὸ καλύτερον τῶν δύο ἢ ἂν ἐξ ἀμφοτέρων εἶναι καλύτερον τὸ ὑπάρχον.
§29Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἕν εἶναι...
§30Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Τότε πρέπει νὰ ἀναβληθῇ.
§31Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Διατί;
§32Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Διότι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ συζητήσωμεν καὶ σήμερον τὴν βάσιν αὐτοῦ.
§33Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὁρίσατε.
§34Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἀφοῦ δέχεται νὰ συζητήσωμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς σήμερον, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐκθέσω παρατηρήσεις τινάς. Ὅταν ἐδημοσιεύθη τὸ Β. Διάταγμα διὰ τοῦ ὁποίου ἐδημιουργοῦντο τὰ μονοετῆ διδασκαλεῖα, ἐθεώρησα ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο τῶν μονοετῶν διδασκαλείων εἶναι ἐπιστημονικῶς ὄχι ἄρτιον, ἀλλ’ ὅτι ἐπεβάλλετο ὑπὸ τῶν περιστάσεων ὡς ἐξαίρεσις· ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ὅμως ἐκθέσει, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, λέγει ὅτι «οἱ μαθηταὶ τῶν διδασκαλείων τούτων» (ἀναγινώσκει). Κατὰ δὲ τὴν εἰσήγησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ διδασκαλείων ἐσημείωσα τὴν φράσιν τὴν ὁποίαν ἐξέφερεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι οἱ ἀπόφοιτοι οὗτοι τῶν μονοετῶν διδασκαλείων θέλουσιν εἶναι ἰσότιμοι τῶν ἀποφοίτων τοῦ Μαρασλείου διδασκαλείου. Οὕτω, Κύριοι, τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐφαίνετο κατ’ ἀρχὴν ὅτι εἶχε μετριόφρονα τὴν μορφήν, παρουσιάζει σήμερον ταύτην σημαντικὴν καὶ ἀξίαν τῆς ἐνδελεχοῦς μερίμνης τῆς Βουλῆς διότι, ἐὰν ἡ μέθοδος ἣν εἰσάγει κριθῇ λυσιτελὴς ὑπὸ τῆς Βουλῆς, θέλει ἔχει τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα νὰ καταρτισθῶσιν οἱ λειτουργοὶ τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως τάχιστα, τὸ Κράτος νὰ ἀποκτήσῃ τὸν ἀριθμὸν τὸν ὁποῖον θέλει πολὺ γρήγορα, θὰ εἴχομεν δὲ καὶ μίαν σημαντικὴν ἐλάττωσιν δαπανῶν προϋπολογισμοῦ διὰ τὴν κατάρτισιν αὐτῶν. Δυστυχῶς ὁ καταρτισμὸς τῶν λειτουργῶν τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐν Εὐρώπῃ ἐκρίθη ὡς δεόμενος μακρᾶς διδασκαλίας ἐν εἰδικοῖς σχολείοις, τὸ ὁποῖον καὶ ἡμεῖς ἀπεδέχθημεν ἐν Ἑλλάδι καὶ κατηρτίσαμεν τὸν κύκλον τῆς διδασκαλίας εἰς 4 ἔτη. Ὁ καταρτισμὸς οὗτος εἶναι οὕτω μακρός, διότι ἐν τῷ διδασκάλῳ περικλείεται, οὕτως εἰπεῖν, διπλῆ φύσις, εἶναι ὁ ἐκπαιδευτής, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ μεταδώσῃ ποσὸν γνώσεων εἰς τὸν μαθητήν, καὶ ὁ παιδαγωγός, ὁ ὁποῖος θὰ μορφώσῃ αὐτόν. Οὐδεὶς δύναται νὰ παραγνωρίσῃ τὴν ἀξίαν τοῦ πρώτου ὅρου. Τὰ σχολεῖα ἔχουσι δημιουργηθῆ διὰ νὰ μεταδίδωσι γνώσεις εἰς τὸν μαθητήν, ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ ὅτι οὐδεμία γνῶσις, οὐδεμία μάθησις δύναται νὰ ὑφίσταται χωρὶς νὰ εἶναι ἐν ταὐτῷ καὶ μόρφωσις πνευματική, ἤτοι ἀπόκτησις τῆς μεθόδου τοῦ σκέπτεσθαι καὶ ἐργάζεσθαι, ἀλλὰ πρὸ παντὸς μόρφωσις ἠθική, ἤτοι ἐπίδρασις ἐπὶ τοῦ χαρακτῆρος! Ὁ διδάσκαλος, ὁ ὁποῖος θέτει εἰς τὴν διδασκαλίαν του τὸ ἐνδιαφέρον, ἀσκεῖ μεγαλειτέραν ἐπίδρασιν ἐπὶ τοῦ μαθητοῦ ἀπὸ τὸν πολυμαθέστερον συνάδελφόν του, τὸν ὁποῖον ὁ μαθητὴς αἰσθάνεται ἄνευ μερίμνης πρὸς αὐτὸν καὶ ἀδιάφορον πρὸς τὸ μάθημα τὸ ὁποῖον διδάσκει. Αὐτὸ ἐπιδιώκει ἡ παιδαγωγοῦσα διδασκαλία· νὰ διδάξῃ, νὰ ἐμβάλῃ εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ λειτουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως τὸ ἐνδιαφέρον. Ἡ παιδεία ἐν τῇ κατωτάτῃ καὶ μέσῃ ἐκπαιδεύσει, ὅταν δὲν εἶναι εἰμὴ μόνον μετάδοσις γνώσεων ξηρῶν, εἶναι καθαρὰ οὐτοπία. Δυστυχῶς τὸ τοιοῦτον ἐλάχιστα κατανοεῖται παρ’ ἡμῖν, διότι ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν δὲν ὑπῆρχεν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ ἕδρα παιδαγωγικῆς μέχρις οὗ ἡ Κυβέρνησις ἐπανίδρυσε τὴν ἕδραν καὶ διώρισε τὸν πρὸς τοῦτο κατάλληλον καθηγητήν.
§35ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀγνοεῖτε ὅτι ὑπῆρξεν ἕδρα παιδαγωγικῆς καὶ εἶχε διορισθῆ εἰδικώτατος καθηγητής;
§36Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἵδρυσεν ἐκ νέου τὴν ἕδραν καὶ διώρισε τὸν κατάλληλον καθηγητήν. Δυστυχῶς ἕνεκα τούτου ἐλάχιστοι λειτουργοὶ τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως ἔχουσιν ἀποκτήσει τὴν ἐπιστήμην ἢ τὴν τέχνην, ὅπως θέλετε, δηλ. τοῦ ἐπιδρᾶν ἐπὶ τῆς βουλήσεως τοῦ μαθητοῦ καὶ ἀναπτύσσειν τὰς πνευματικὰς αὐτοῦ ἰδιότητας. Ὅταν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, τὸ ποσὸν τῶν γνώσεων, τὸ ὁποῖον φέρει ὁ ἀπόφοιτος τοῦ Γυμνασίου, δύναται νὰ εἶναι μέγα, παρὰ τὴν γνώμην τὴν ἐμὴν ἣν ἐν ἄλλῃ εὐκαιρίᾳ θ’ ἀναπτύξω, οὐδεὶς ὅμως δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ ὅτι αἱ γνώσεις αὗται δὲν ἔχουσιν ἀναπτύξει οὔτε τὸ φρόνημα οὔτε τὸ θυμικὸν οὔτε τὴν βούλησιν τοῦ μαθητοῦ, εἶναι δὲ ἐντελῶς ἑτερογενεῖς πρὸς τὴν μόρφωσιν τοῦ διδασκάλου. Ἐὰν σήμερον ἐν Εὐρώπῃ, ὅπου εἶναι γνωστὸν πόσον ἀρτία εἶναι ἡ γυμναστικὴ μόρφωσις, αἱ γνώσεις τοῦ φιλολογικοῦ γυμνασίου δὲν θεωροῦνται ἱκανὴ προπαρασκευὴ διὰ τὴν μόρφωσιν τῶν διδασκάλων τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, διότι ἡ μόρφωσις ἐν τοῖς Γυμνασίοις τούτοις ἔχει βάσιν τὸν κλασσικὸν πολιτισμόν, ἐνῷ ὁ διδάσκαλος πρέπει νὰ διδαχθῇ τὸν σημερινὸν πολιτισμόν, προκειμένου νὰ θεμελιώσῃ ἱκανότητα ζῶσαν καὶ ὀργῶσαν πρὸς πρακτικὴν δρᾶσιν. Δὲν νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἢ ἄλλος τις δύναται νὰ ἐπισείῃ τὸ ποσὸν τῶν γνώσεων, τὸ ὁποῖον φέρει ὁ ἀπόφοιτος τῶν Γυμνασίων, ὡς ἱκανὸν νὰ ἰσοφαρίσῃ μὲ τὸ ποσὸν τῶν γνώσεων, τὸ ὁποῖον θὰ λάβῃ εἰς τὰς κατωτέρας τάξεις ὁ μαθητὴς τοῦ εἰδικοῦ σχολείου, τοῦ λεγομένου Διδασκαλείου. Ἀλλ’ ἐὰν παρ’ ἐλπίδα τὸ τοιοῦτον δὲν ἐθεωρεῖτο ἀκριβές, πάλιν διὰ τὴν παιδαγωγικὴν μόρφωσιν αὐτοῦ ὀφείλει τὸ διάστημα νὰ εἶναι πολὺ μεγαλείτερον τοῦ ἑνὸς ἔτους. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως, κ. Ὑπουργέ. Ὁ διδάσκαλος ὀφείλει νὰ δώσῃ τὴν σχολικὴν ἀνατροφὴν εἰς τὸ παιδίον, ἡ δὲ ἀνατροφή, ὁ λόγος οὗτος τῆς ὑπάρξεως τοῦ παιδαγωγοῦ, οὐδὲν ἄλλο εἶναι παρὰ μία ἐπίδρασις ἑνὸς χαρακτῆρος, πνεύματος, προσώπου, ἐπὶ ἄλλου χαρακτῆρος πνεύματος, προσώπου. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπιδράσῃ τις ἐπὶ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως πρέπει πρῶτον νὰ τὴν γνωρίσῃ· ἀκριβῶς δ’ εἰς τοῦτο συντείνει ἡ παιδαγωγοῦσα διδασκαλία, εἰς τὸ ν’ αὐξήσῃ τὴν γνῶσιν ἡμῶν ἐπὶ τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ τῆς ἐξελίξεως αὐτοῦ. Τοῦτο τὸ γνωρίζει καλλίτερον παντὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, δι’ αὐτὸ καὶ ἐνέγραψεν εἰς τὸ Β. Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου συνέστησε τὰ μονοετῆ διδασκαλεῖα, ὅλα τὰ παιδαγωγικὰ μαθήματα, ἅτινα διδάσκονται ἐν τῷ Μαρασλείῳ ἐκτὸς τῶν γαλλικῶν καὶ τῶν φυσιογνωστικῶν· ἀλλὰ τὰ μαθήματα ταῦτα διδάσκονται ἐν τῷ Μαρασλείῳ διδασκαλείῳ εἰς τεταρτοετῆ κύκλον, ὅταν δὲ δὲν ἔχωμεν πρὸ ἡμῶν ὑπερανθρώπους, δὲν ἔχωμεν ἀποφοίτους τοῦ Γυμνασίου τελείως κατηρτισμένους, δὲν νομίζετε, κ. Ὑπουργέ, ὅτι διὰ μιᾶς μονοετοῦς ἐπιτετμημένης διδασκαλίας δὲν θέλομεν κάμει τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ εἰσαγάγωμεν διὰ τῆς βίας καὶ ὑπερκοπώσεως μάθησιν τελείως ἀναφομοίωτον, ἀχώνευτον, ἀκατέργαστον εἰς τὸν νοῦν τῶν μαθητῶν; Ἀλλὰ καὶ ἂν δεχθῶμεν πρὸς στιγμήν, ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν γνώσεων, τὰς ὁποίας λαμβάνει ὁ μαθητὴς ἀπὸ τὸ Γυμνάσιον, ἰσοφαρίζει τὸ ποσὸν τῶν γενικῶν γνώσεων, τὰς ὁποίας θὰ λάβῃ ὁ μαθητὴς εἰς τὰς κατωτέρας τάξεις τοῦ διδασκαλείου, πάλιν εἰς ὅτι ἀφορᾷ τὴν παιδαγωγικὴν μόρφωσιν θὰ εἶναι ἀσθενεῖς καὶ μηδαμιναὶ αἱ γνώσεις αὐτοῦ. Ὅταν δὲ ἡ παιδεία δὲν δύναται νὰ εἶναι ἴση, νὰ εἶναι πλήρης καθ’ ὅλας αὐτῆς τὰς μορφάς, δὲν θὰ ὠφελήσῃ τὸν μαθητήν, διότι ἐφ’ ὅσον δὲν δυνάμεθα τὸν ἐκπαιδευτὴν καὶ τὸν παιδαγωγὸν ἢ νὰ τὸν ἔχωμεν εἰς τὸ αὐτὸ πρόσωπον τοῦ διδασκάλου, ἐφ’ ὅσον εἶναι γνωστὸν ἀκόμη παιδαγωγικῶς ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία διδασκαλία, ἡ ὁποία νὰ μὴ ἐξασκῇ ἐπίδρασιν ἐπὶ τοῦ μαθητοῦ, ὅταν αὕτη δὲν θὰ εἶναι καλὴ παιδαγωγικῶς, κατ’ ἀνάγκην θὰ εἶναι κακή. Τὸ μέτρον λοιπὸν τοῦτο εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ δώσῃ εἰς τὸν διδάσκαλον τὰς γνώσεις, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην διὰ νὰ τὰς μεταδώσῃ εἰς τὸν μαθητήν, νὰ δώσῃ εἰς αὐτὸν τὴν μέθοδον, τῆς ὁποίας ἔχει ἀνάγκην διὰ νὰ μορφώσῃ τὴν διάνοιαν τοῦ μαθητοῦ, πρὸ παντὸς δὲ δὲν θὰ μορφώσῃ τὴν ἰδικήν του προσωπικότητα, ἐκ τῆς ὁποίας θὰ ἀπορρεύσῃ ἡ ἠθικὴ αὐτοῦ καὶ μορφωτικὴ ἐπίδρασις ἐπὶ τῆς κοινωνίας. Ἀλλ’ ἂν τὸ μέτρον τοῦτο εἶναι ἀληθῶς ἐπιστημονικῶς ἀνάπηρον, ἔχει ὅμως ὑπὲρ αὐτοῦ τὴν ἐπιείκειαν τῆς βίας καὶ τῆς ἀνάγκης, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐγεννήθη. Ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει εἰς τὴν εἰσηγητικὴν αὐτοῦ ἔκθεσιν πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, διότι ὑπῆρχε ἀνάγκη ὅπως δημιουργηθῶσι τὰ διδασκαλεῖα αὐτὰ τὰ μονοετῆ. Ποία ἦτο ἡ ἀνάγκη αὕτη; Ἡ μὴ ὕπαρξις ἱκανοῦ ἀριθμοῦ δημοδιδασκάλων, τὸν ὁποῖον αἱ νέαι κτήσεις τῆς μεγαλυνθείσης Ἑλλάδος ἀπήτουν. Πόσος ἦτο ὁ ἀριθμὸς ὁ ὁποῖος λείπει διὰ τὰς νέας κτήσεις; Δὲν μᾶς ἐδόθη ποτὲ ὡρισμένος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν εἰσηγούμενος τὸ νομοσχέδιον περὶ διδασκαλείων ὅτι ὁ ἀριθμὸς οὗτος εἶναι περίπου μεταξὺ 2 ἢ 3 χιλιάδων. Ἂν ἀληθῶς, Κύριοι, ὁ ἀριθμὸς εἶναι οἷος ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέφερε, τότε ὑποθέτω ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν ἦτο ἄξιον νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ μέτρον δὲν ὤφειλε νὰ ληφθῇ, διότι διὰ τῶν διδασκαλείων αὐτῶν θὰ περιμένωμεν νὰ πληρώσωμεν τὰς ἀνάγκας ταύτας ἐπὶ μίαν δεκκοκταετίαν καὶ προκειμένου νὰ περιμένωμεν ἐπὶ μίαν δεκκοκταετίαν θὰ ἦτο πολὺ λογικώτερον νὰ περιμένωμεν ἐπὶ μίαν εἰκοσαετίαν, ὅπως τὰ τακτικὰ διδασκαλεῖα μᾶς δώσωσι τὸν ἀριθμὸν τοῦ ὁποίου ἔχομεν ἀνάγκην, αὐτὰ τὰ πραγματικῶς παρασκευάζοντα καταλλήλους δημοδιδασκάλους. Ἄλλος ἄρα εἶναι ὁ ἀριθμός, τὸν ὁποῖον ὑποθέτω ὅτι δυνάμεθα νὰ περιμένωμεν ἀσφαλῶς ἐκ τῶν μονοετῶν διδασκαλείων τούτων. Ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς εἶναι ὁ ἐκ τῆς λειτουργίας δύο ἐτῶν, λαμβανομένου δ’ ὑπ’ ὄψιν ὅτι κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος ἔχουσιν ἐγγραφῆ εἰς τρία μονοετῆ 140 μαθηταί, θὰ ἔχητε ἀριθμὸν 280 ἀποφοίτων τῶν διδασκαλείων τούτων, ἀριθμὸν τὸν ὁποῖον δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐκ τῶν τακτικῶν διδασκαλείων, ἔστω καὶ τριετῶν, διότι τὰ τακτικὰ διδασκαλεῖα δὲν μᾶς δίδουσιν ἀποφοίτους παρὰ μετὰ τρία ἔτη. Ἄρα ἐφ’ ὅσον θέλομεν νὰ ἔχωμεν ἀριθμόν τινα ἐν τῷ μεταξὺ τούτῳ ἐκ διδασκαλείων, θὰ τὸν ἔχωμεν ἐκ τῶν διδασκαλείων τῶν ἐκτάκτων ἢ τῶν ἀτάκτων, ὅπως θέλετε. Προετάθη καὶ ἕτερον μέτρον ἐσπευσμένης συμπληρώσεως τῶν 300 τούτων θέσεων δημοδιδασκάλων, διὰ τῶν δημοδιδασκαλισσῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπέκρουσε τὸ μέτρον τοῦτο ἀποφανθεὶς ὅτι αἱ διδασκάλισσαι εἶναι κατώτεραι ἐκπαιδευτικῶς ἀπὸ τοὺς ἀποφοίτους τῶν μονοετῶν τούτων διδασκαλείων. Καὶ ἀληθῶς, Κύριοι, ἐφ’ ὅσον ἡ συζήτησις περιορίζεται οὕτω πως, ἡ κρίσις περὶ τοῦ δικαίου τῶν ἀντιμαχομένων κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην καθίσταται δυσχερής. Ἀλλὰ διατί ὁ περιορισμὸς οὗτος τοῦ ὁρίζοντος τῆς ἐκλογῆς τῶν δημοδιδασκάλων; Ἐγὼ θὰ ἐπεθύμουν τὴν πρὸς τοῦτο ἐργασίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εὐρυτέραν καὶ δραστηριωτέραν. Ἀπὸ τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1912 ἠδυνάμεθα ἤδη νὰ ἔχωμεν βάσιμον ἐλπίδα ὅτι τὰ ὅρια τῆς Ἑλλάδος ἤθελον εὐρυνθῆ, ὥστε νὰ μελετήσωμεν ποῖαι θὰ εἶναι αἱ ἐκπαιδευτικαὶ ἀνάγκαι καὶ ποῖα τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων θὰ τὰς συμπληρώσωμεν, ἀπὸ τοῦ τέλους δὲ Φεβρουαρίου 1913 ἐκτὸς τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας ἡ ἀμφισβήτησις πρὸς οἱονδήποτε ἀντίπαλον ἢ διεκδικητὴν εἶχεν ἤδη παύσει, ὥστε ἠδυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν σαφῶς, πόσων σχολείων εἴχομεν ἀνάγκην καὶ διὰ ποίων διδασκάλων ἐκ τῆς Νέας, ὡς καὶ τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, ἠδυνάμεθα νὰ πληρώσωμεν τὰς ἀνάγκας ταύτας. Ἐλέχθη, Κύριοι, ὅτι ὑπάρχει ἔλλειψις δημοδιδασκάλων ἀκόμη καὶ ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι. Τοῦτο εἶναι ἀκριβὲς κατὰ τὸ ὅ,τι ἔλλειψις δημοδιδασκάλων δὲν ὑπάρχει· ὑπάρχει ὅμως ἔλλειψις προθυμίας πρὸς δημοσίαν ὑπηρεσίαν. Ὁ λόγος εἶναι εὐνόητος· μέχρι τῆς προχθὲς πρῶτον ὑπῆρχε διαφορὰ μισθοδοσίας μεταξὺ τῶν δημοδιδασκάλων τῶν πόλεων καὶ τῶν χωρίων· ἡ μισθοδοσία τῶν δημοδιδασκάλων ἦτο ἀρκετὰ γλίσχρος διὰ τὰ χωρία. Ἐπίσης ἐλαχίστη ἐλπὶς ὑπῆρχε βελτιώσεως τῆς θέσεως αὐτῶν διὰ τῆς προαγωγῆς των εἰς ἐπιθεωρητὰς ἕνεκα τῆς στενότητος τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ θώρακος. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὅμως ἐγένετο ἡ ἀφομοίωσις τῶν μισθῶν τῶν δημοδιδασκάλων διὰ μέτρων τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἀνόδου της, ἐκτὸς δὲ τούτου ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν θέσεων τῶν ἐπιθεωρητῶν διὰ τῆς δημιουργίας θέσεων ἐν τῇ νέᾳ Ἑλλάδι καὶ δι’ ἄλλων ἐκπαιδευτικῶν θέσεων, ἠδύνατό τις ἀσφαλῶς νὰ περιμένῃ ὅτι ἡ ἀπροθυμία αὕτη ἡ ἤδη ὑφισταμένη θὰ ἐξέλιπεν, ἠδυνάμεθα δέ, ἐὰν προσεκαλοῦμεν πρὸς τοῦτο, μετ’ ἐλπίδων νὰ περιμένωμεν ὅτι ἀσφαλῶς θὰ εἴχομεν ἓν ποσὸν δημοδιδασκάλων ἐκ τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος, τὸ ὁποῖον σήμερον ἀσχολεῖται εἰς ἰδιωτικὰς ἐργασίας εἴτε διδασκαλικὰς εἴτε ἄλλας. Ἐκτὸς τούτου εἰσὶν οἱ διδάσκαλοι ἐκ τῆς νέας Ἑλλάδος καὶ αἱ διδασκάλισσαι ἐκ τῆς νέας καὶ τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος.
§37Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Καὶ τῆς Κρήτης;
§38Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Νέα Ἑλλὰς εἶναι. Βεβαίως ὅλον τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν ὀφείλομεν νὰ τὸ λάβωμεν καὶ νὰ τὸ διασπείρωμεν εἰς τὴν ἐκπαιδευτικὴν ἡμῶν ὑπηρεσίαν. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην θὰ ἐπράττομέν τι οὕτω τὸ ἐθνικῶς ἐπιζήμιον, διότι εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ ἐκπαιδευτικὸν τάλαντον τῶν διδασκαλισσῶν εἶναί τι ἐξαιρετικὸν διὰ τοὺς μαθητὰς τῆς ἡλικίας τῶν δημοτικῶν σχολείων, πρὸ παντὸς τοὺς ξενοφώνους. Τοιοῦτον ἀπεδείχθη κατὰ τοὺς ἐθνολογικοὺς ἀγῶνας ἡμῶν ἐν Μακεδονίᾳ ἐπὶ μίαν δεκαετίαν, ἀφοῦ καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἐζήτει κατ’ ἐξαίρεσιν διδασκάλισσας δι’ ὅλα τὰ ξενόφωνα μέρη. Ἀπεδείχθη ἐπίσης ἐν Θεσσαλίᾳ διὰ τοὺς βλαχοφώνους πληθυσμούς. Διὰ τοῦτο, ὅταν ὑπέβαλον τὸ νομοσχέδιον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀνέγραψα διάταξιν προτιμήσεως διὰ τὰ βλαχόφωνα μέρη τῆς Θεσσαλίας διὰ διδασκαλίσσας. Ἐν τούτοις παρὰ τὸ τάλαντον τὸ ἐκπαιδευτικόν, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἡ παιδαγωγικὴ αὐτῶν μόρφωσις, ὡς ἔχει σήμερον, ὑστερεῖ. Ἐπίσης ὑπάρχει ἐν τῇ νέᾳ Ἑλλάδι μέγας ἀριθμὸς διδασκάλων καὶ διδασκαλισσῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ὅλον τὸν ἐνθουσιασμὸν καὶ μακρὰν τὴν πεῖραν καὶ πολὺ τὸ πατριωτικὸν αἴσθημα, ἅτινα εἶναι κεφάλαιον προπονήσεως διὰ τὴν τελείαν παιδαγωγικὴν κατάρτισίν των, ἀλλ’ ὅλοι οὗτοι καὶ ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ καὶ ἐξωτερικοῦ ἔχουσιν ἀνάγκην, ἵνα γένωνται σήμερον ἀληθεῖς παιδαγωγοί, ὅπως ἀσκηθῶσιν ἐπὶ χρόνον ἀρκετόν, διότι μόνον διὰ τῆς ἀσκήσεως ταύτης θέλουσι πληρώσει τὰ κενὰ ἐν τῇ καταρτίσει αὐτῶν τὰ ὁποῖα σήμερον παρουσιάζει αὕτη. Ἀλλ’ ἀκριβῶς πρὸς τοῦτο ἐργασία ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν ἐγένετο. Ἠδύνατο ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ λάβῃ τοὺς ἐπιθεωρητὰς τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος καὶ συνοδεύων αὐτοὺς διά τινος πρωτοβαθμίου διδασκάλου ν’ ἀποστείλῃ εἰς τὴν νέαν, ὅπως κατανείμωσι ταύτην εἰς διαφόρους ἐκπαιδευτικὰς περιφερείας καὶ καλοῦντες εἰς τὰς ἕδρας τῶν περιφερειῶν τούτων πάντας τοὺς διδασκάλους νὰ ἀσκήσωσιν αὐτοὺς ἐπὶ πέντε ἢ ἓξ μῆνας. Ἔχω δὲ πεποίθησιν ὅτι οἱ μὲν διδάσκαλοι μὲ τὸν ἐνθουσιασμὸν καὶ τὸ ἐνδιαφέρον τὸ μέγα καὶ τὸν πατριωτισμόν, αἱ δὲ διδασκάλισσαι μὲ τὸ ἔμφυτον ἐκπαιδευτικὸν τάλαντον θὰ ἠδύναντο οὕτω πῶς ἀσκούμενοι νὰ γένωνται πλήρως ἱκανοὶ ὅπως καταλάβωσι τὰς ἐκπαιδευτικὰς θέσεις, τὰς ὁποίας παρουσιάζουσι αἱ ἀνάγκαι τῆς νέας Ἑλλάδος. Ὅταν τις ἐξ ὑμῶν γνωρίζῃ ποίαν ὠφέλειαν ἔχουσι φέρει αἱ διάφοροι ἁπλαῖ διαλέξεις τῶν ἐπιθεωρητῶν, αἱ γενόμεναι κατ’ ἔτος εἰς τὰς παλαιὰς ἐπαρχίας, ὀφείλει νὰ πεισθῇ περὶ τοῦ τελεσφόρου τοῦ μέτρου. Ἐκτὸς δὲ τούτου ἠδυνάμεθα νὰ ἀνοίξωμεν τὸ Διδασκαλεῖον ἡμῶν καὶ τὸ Ἀρσάκειον. Τὸ πρῶτον ἠδυνάμεθα νὰ συμπληρώσωμεν καὶ διὰ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ συμβουλίου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τὸ Ἀρσάκειον ὅμως ἔχει πλῆρες καὶ πλουσιώτατον διδασκαλικὸν προσωπικόν. Ἤρκει διὰ τὸ Διδασκαλεῖον νὰ περισυλλέξωμεν ἀπὸ τὰ πεδία τῶν μαχῶν μερικοὺς ἐκ τῶν παιδαγωγῶν ὑμῶν. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κ. Ὑπουργέ, κατὰ τί ὠφέλησε στρατηγικῶς ἡ παρουσία τοῦ κ. Λάμψα ἢ πενῆντα συναδέλφων του ἐν τῷ στρατεύματι καὶ κατὰ τί θὰ ἐζημιοῦτο ὁ Ἑλληνικὸς στρατός, ἐὰν ἔλειπεν ὁ κ. Λάμψας καὶ οἱ ἄλλοι παιδαγωγοὶ ἐξ αὐτοῦ; Ἀλλ’ ἡ ἀπόσπασις ἑνὸς ἐκπαιδευτικοῦ κολοσσοῦ, οἷος ὁ κ. Λάμψας καὶ 50 ἐκ τῶν συναδέλφων του, ἤθελε δώσει ἡμῖν στρατὸν ὁλόκληρον διδασκάλων, οἵτινες διασπειρόμενοι κατόπιν ἐν τῇ νέᾳ Ἑλλάδι ἤθελον συνεχίσει ἐκεῖ τὸ ἔργον τῆς ὑγιοῦς ἀνασυνθέσεως τῆς Πατρίδος, ὅπερ ὁ ἀπερχόμενος στρατὸς διὰ θυσίας αἵματος καὶ ὀστέων ἐθεμελίωσε. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας κατὰ τί ὠφέλησεν ἡ διασπορὰ τῶν διαφόρων ἐπιθεωρητῶν ἀνὰ τὰς νέας ἐπαρχίας εἰς διαφόρους ἐκπαιδευτικὰς ἀποστολάς; Δύναται νὰ μᾶς πείσῃ ὁ κ. Ὑπουργός, ἐὰν δὲν ἠδύνατο ἡ ἐργασία αὕτη νὰ ἀναπληρωθῇ διὰ τῶν κατὰ τόπους γενικῶν διοικήσεων διὰ τῶν εἰδικῶν τῶν ἐκπαιδευτικῶν τμημάτων τὰ ὁποῖα ἵδρυσαν παρ’ αὐταῖς αἱ διάφοροι αὗται διοικήσεις; Ἐὰν ὁ ἀριθμὸς οὗτος δὲν ἤθελε φανῆ ἐπαρκής, ὑπῆρχεν ἑτέρα πηγὴ πλουσίας παροχῆς διδασκάλων, οἱ φιλόλογοι. Ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του, καθὼς ἐγένετο γνωστὸν ἐκ τῆς ὑποβολῆς τῶν νομοσχεδίων, νὰ καταργήσῃ τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα, θὰ εἶχεν ἐκ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως ἀριθμὸν γενναῖον πλεοναζόντων διδασκάλων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ἐνταῦθα εἰσηγούμενος τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα ὅτι οἱ διδάσκαλοι πάντες τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως δὲν θὰ ἐπαρκέσωσι διὰ τὰς νέας ἀνάγκας τῶν συσταθησομένων Γυμνασίων καὶ αὐτοτελῶν μέσων σχολείων. Ἐπειδή, Κύριοι, τὰ νομοσχέδια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι κατὰ βάσιν τὰ ἴδια, ἀναλλοιώτως τὰ ἴδια καθ’ ὅλας αὐτῶν τὰς γενικὰς γραμμάς, μὲ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ δύο ἐτῶν, ἤτοι καταρτίζονται δι’ αὐτῶν ἑξαετὲς δημοτικὸν σχολεῖον, ἑξαετὲς Γυμνάσιον καὶ τριετὲς αὐτοτελὲς μέσον σχολεῖον, δύναμαι νὰ γνωρίσω τῇ Βουλῇ ὅτι ἐγὼ εἶχον κάμει τότε στατιστικὴν τῶν διδασκάλων, οὓς θέλουσιν ἀπαιτήσει τὰ νέα ταῦτα σχολεῖα, τὰ μέσα καὶ τὰ Γυμνάσια. Ἐὰν δὲ διπλασιάσωμεν τὸν ἀριθμὸν τοῦτον ἕνεκα ἴσων ἀναγκῶν εἰς τὰ νέα μέρη τῆς Ἑλλάδος θέλει μᾶς παραμείνει κατὰ τὴν ἐμὴν στατιστικὴν πάντοτε ἀριθμὸς διδασκάλων ἐκτὸς ὑπηρεσίας περὶ τοὺς 200.
§39Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Λαμβάνετε καὶ σεῖς τὴν βάσιν τῶν 3 χιλιάδων;
§40Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Μάλιστα. Τοὺς φιλολόγους ἡμῶν δὲν πρέπει τις νὰ θεωρήσῃ ὅτι εἶναι ὑλικὸν ἀξιοκαταφρόνητον. Κατέχουσι μίαν πλήρη φιλολογικὴν κατάρτισιν, ἔχουσι μακρὰν πεῖραν ἐν τῷ διδασκαλικῷ ἐπαγγέλματι οἱ περισσότεροι ἐξ αὐτῶν. Βεβαίως στεροῦνται κατὰ τὸ πλεῖστον παιδαγωγικῆς καταρτίσεως, δι’ οὓς λόγους εἶπον, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον σήμερον γενικῶς ἀναγνωρίζεται ὅτι ἡ παιδαγωγία δὲν ἔχει ὡς χαρακτῆρα τὸ ἀπρόσωπον τῆς ἐπιστήμης, ἀλλὰ τὸ προσωπικὸν τῆς τέχνης, καὶ ἐκμανθάνεται διὰ μιᾶς σειρᾶς προσωπικῶν προσπαθειῶν καὶ δημιουργικῆς ἐνεργείας, εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀρνηθῇ τις ὅτι παρ’ αὐτοῖς δὲν ὑπάρχει ἕρμα πλῆρες καὶ προπόνησις, τὴν ὁποίαν μία ἄσκησις ἑξάμηνος δύναται νὰ μεταβάλῃ εἰς ἑδραίαν κατάρτισιν. Ἐὰν ταῦτα ἐγίνοντο διὰ λειτουργίας καθ’ ὅλον τὸ τοῦ διδασκαλείου τῆς μέσης, θὰ εἴχομεν σήμερον κατηρτισμένον ἀριθμόν τινα φιλολόγων τελείως παιδαγωγικῶς, μὲ μίαν ἄσκησιν ἑξάμηνον, ὥστε ἀπὸ τῆς ἐπιχειρήσεως τῆς ἐκπαιδευτικῆς μεταρρυθμίσεως διαχυνόμενοι εἰς τὰ σχολεῖα τῶν δύο μερῶν θὰ παρέμεινον ἐκεῖ, μέχρις οὗ καταρτίσωμεν ἐκ τῶν τακτικῶν διδασκαλείων ἀληθεῖς λειτουργούς, κατόπιν τιθέμενοι εἰς σύνταξιν. Τί ἐκάμαμεν ἀντὶ τούτου; Συνεστήσαμεν τρία μόνον διδασκαλεῖα περιμένοντες ἐκ τῆς λειτουργίας αὐτῶν κατὰ τὰς προβλέψεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δι’ ἀριθμοῦ 120 κατ’ ἔτος, νὰ πληρώσωμεν τὰς ἀνάγκας ἡμῶν μετὰ μίαν 18ετίαν. Διότι τοῦτο δέον νὰ σημειωθῇ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς εὐηρεστήθη νὰ εἴπῃ ἐν τῇ Βουλῇ ὅτι τὰ τακτικὰ 3 διδασκαλεῖα θέλουσι πληρώνει μόνον τὰς ἀνάγκας τῆς κοινῆς ὑπηρεσίας, διὰ δὲ τὴν ἔκτακτον ταύτην ἀνάγκην τῶν 2 ἢ 3 χιλιάδων διδασκάλων συνεστήσαμεν τὰ ἔκτακτα μονοετῆ. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τοὐναντίον ἐνήργει, ὡς ἐγὼ ὑπέδειξα, θὰ εἴχομεν σήμερον εἰς χεῖράς μας ὅλον τὸν ἀναγκαιοῦντα ἀριθμὸν αὐτόν, τὸν ὁποῖον θὰ ἠδυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν ἀμέσως διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας. Ἀντ’ αὐτοῦ, ἐὰν σήμερον θελήσωμεν νὰ λάβωμεν δημοδιδασκάλους ἐκ τῶν ἤδη εὑρισκομένων ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἄνευ τῆς ἀσκήσεως ταύτης, οἱ διδάσκαλοι οὗτοι δὲν θὰ κάμωσι τίποτε ἄλλο ἢ νὰ προσθέσωσι, ἀκατάρτιστοι ἐν πολλοῖς ὄντες, μίαν συμφορὰν εἰς τὸ μέτρον τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου. Ὀφείλω δὲ κ. Βουλευταὶ νὰ εἴπω μετὰ πολλῆς λύπης ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο τῶν μονοετῶν διδασκαλείων εἶναι ἀληθῶς συμφορά, διότι εἰσάγει εἰς τὸν κλάδον μαθητὰς οἱ ὁποῖοι δὲν ἐκλέγουσι τὸ στάδιόν των ἀπὸ κλίσεως ἀλλ’ ἀπὸ ὑπολογισμοῦ. Εἶναι ἐκλογὴ σταδίου εὐθηνοῦ, σταδίου, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀπολυτηρίου τοῦ γυμνασίου, εὐκολύνει τοὐναντίον τὴν ἀπόκτησιν ἐν τῷ μέλλοντι καὶ ἄλλων ἐπαγγελμάτων ἐκτὸς τοῦ διδασκαλικοῦ. Ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν παιδαγωγικῶς πόσον μία τοιαύτη ἀνειλικρινὴς ἀφοσίωσις εἰς τὸ διδασκαλικὸν ἐπάγγελμα ἐλαττώνει τὸν ζῆλον καὶ τὸν ἐνθουσιασμόν. Καὶ δὲν θὰ ἐλαττώσῃ δυστυχῶς τὸν ἐνθουσιασμόν μόνον τῶν διδασκάλων, οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, διότι ἐγκαθιστᾷ τὴν διάκρισιν. Ὀφείλω δὲ νὰ εἴπω μεθ’ ὑπερηφανείας ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὕτη εὑροῦσα τὴν διάκρισιν εἰς τὴν μισθοδοσίαν τῶν διδασκάλων ἐπάταξεν αὐτὴν διὰ τῆς ἀφομοιώσεως τῶν μισθῶν, διότι ἐνόμισεν ὅτι ἡ διάκρισις δὲν κάμνει τίποτε ἄλλο ἢ νὰ ἐλαττώνῃ τὴν ἔντονον θέλησιν ἐν τῇ ἐργασίᾳ. Εἶναι δὲ ἡ ἔντονος θέλησις ἐκείνη ἡ ὁποία ἐπιτυγχάνει τὴν συνεχῆ ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος παρὰ τὰς δυσχερείας καὶ τὰ κωλύματα πάσης φύσεως τοῦ ἐπαγγελματικοῦ δρόμου, ἐκείνη ἡ ὁποία κατανικᾷ τὴν κόπωσιν, ἡ συγκρατοῦσα τὴν πίστιν εἰς τὸ ἰδεῶδες, ἐν ᾧ ἡ πραγματοποίησίς του φαίνεται μακρὰν καὶ ἡ πραγματικότης του διάφορος τῆς ὀνειροποληθείσης. Ἡ πεποίθησις ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ πνευματικοῦ ἰδεώδους εἶναι ἡ αἰτία τῆς πνευματικῆς δυνάμεως τοῦ παιδαγωγοῦ. Ἀλλὰ πῶς θέλετε ὁ παιδαγωγὸς νὰ συγκρατήσῃ τὴν πεποίθησιν ταύτην πρὸς τὸ πνευματικὸν ἰδεῶδες, ὅταν βλέπῃ ὅτι ἐξομοιοῦνται πρὸς αὐτὸν ἄνθρωποι ἄγευστοι πάσης παιδαγωγικῆς μορφώσεως, καιροσκόποι ἐν τῷ σταδίῳ καὶ διλετάνται τῆς διδασκαλικῆς ἐπιστήμης καὶ ὅστις καρποῦται ἄνευ δαπάνης καὶ κόπων τὴν προνομιακὴν ἐξάσκησιν ἑνὸς ἐντίμου ἐπαγγέλματος; Ὅταν βλέπῃ τις τὸν ἐμπειρισμὸν οὕτως ἐκτεινόμενον εἰς δόγμα, πῶς θέλετε νὰ συγκρατήσῃ τὴν αἰσιοδοξίαν τοῦ χαρακτῆρος, πῶς θέλετε νὰ μὴ γλυστρήσῃ εἰς τὴν ρουτίναν τῆς σκέψεως καὶ τῆς δράσεως, εἰς τὴν ἀπογοήτευσιν, ἥτις μοιραίως συνοδεύει τὴν πτῶσιν τοῦ ἐνθουσιασμοῦ; Ἀλλὰ τίς ἐξ ἡμῶν ὁ βλέπων τὸν διδάσκαλον κατρακυλοῦντα πρὸς τὸν πνευματικὸν κατήφορον, μόνον; Συμπαρακολουθεῖ αὐτὸν στερρῶς χειροκρατουμένη ἡ ἀνατροφὴ καὶ τὸ μέλλον τῶν Ἑλληνοπαίδων. Καὶ ἂν ὑπάρχῃ κολοσσιαῖον ἔργον, εἰς ὃ δέον νὰ στρέψῃ τὴν προσοχήν του ὁλόκληρον τὸ Κράτος, τοῦτο εἶναι ἡ ἀνατροφὴ τῶν ἄλλων παίδων, ἀπὸ τὸν ἐθνικὸν καὶ ἠθικὸν χαρακτῆρα τῶν ὁποίων περιμένεται ἡ ἀληθὴς ἐθνικὴ ἀναγέννησις. Ὅταν δὲ πρόκειται διὰ τὸ ἔργον τοῦτο, θὰ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰς ὀρθὰς ταύτας παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν γίνονται βεβαίως ἀπὸ σκοποῦ ἐπικρίσεως, ἀλλ’ ἀπὸ τὸ καθῆκον τὸ ὁποῖον ἔχω, ὅπως συνεισφέρω τὰ ἐμὰ φῶτα πρὸς τὸ ἔργον τῆς ἀνορθώσεως, τὸ ὁποῖον εἶναι ἔργον τοῦ κόμματος ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ τῆς πατρίδος ἁπάσης.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀθ. Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον.
§42ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀπὸ πολλοῦ, Κύριοι, ἔχω παύσει ἀσχολούμενος ἰδιαιτέρως εἰς τὰ ἐκπαιδευτικὰ καὶ ἀναμιγνυόμενος καθόλου εἰς συζητήσεις περὶ αὐτῶν. Διὰ τοῦτο δὲ καὶ ὅτε τελευταῖον ἠγέρθη ἡ περὶ μονοταξίων διδασκαλείων δημοσιογραφικὴ διαμάχη, καίπερ προκληθεὶς ἀπέφυγον ἐπιμελῶς νὰ μετάσχω αὐτῆς καὶ τώρα δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον περὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ἐὰν δὲν μὲ ἐξηνάγκαζεν εἰς τοῦτο ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας. Ὡς θὰ ἐνθυμῆσθε, Κύριοι, πάντες, ὅσοι ἠκούσατε αὐτὸν εἰσηγούμενον τὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια, ὁ κ. Ὑπουργὸς λαβὼν τότε ἀφορμὴν ἔκ τινος διακοπῆς τοῦ κ. Βελέντζα καὶ στραφεὶς πρὸς τὴν θέσιν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν παρεκαθήμεθα ἐγὼ καὶ ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου, εἶπε μετὰ φωνῆς σχεδὸν ἀποπνιγομένης ἐξ ἀγανακτήσεως· «Καὶ τολμᾶτε τώρα νὰ κατακρίνητε τὰ μονοτάξια διδασκαλεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα διδάσκονται ἀπόφοιτοι τῶν γυμνασίων ὑπὸ διευθυντῶν καὶ καθηγητῶν ἐπιστημόνων, σεῖς, οἱ ἱδρύσαντες τὰ ὑποδιδασκαλεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐδιδάσκοντο ὑπὸ δημοδιδασκάλων ἁπλοῖ ἀπόφοιτοι τῶν ἑλληνικῶν σχολείων; Ἀλλὰ δύναται νὰ ὑπάρξῃ ὅρος συγκρίσεως μεταξὺ ὑποδιδασκαλείων καὶ μονοταξίων διδασκαλείων;» Ἡ ἀποστροφή, Κύριοι, ἐκείνη δὲν ἀφεώρα βεβαίως τὸν ἀξιότιμον ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος Συνάδελφον· διότι οὔτε ὁ κ. Ὑπουργὸς οὔτε ἄλλος τις ἠδύνατό ποτε νὰ φαντασθῇ ὅτι αὐτὸς ὑπῆρξεν ὁ ἱδρυτὴς τῶν ὑποδιδασκαλείων, ἀφοῦ οὐδέποτε ἐχρημάτισεν Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, δὲν εἶχε δὲ κἂν ἐκλεγῆ ἀκόμη Βουλευτὴς ἐν ἔτει 1892, ὅτε ἐψηφίσθη ὁ περὶ ὑποδιδασκαλείων νόμος. Ὁ κ. Βελέντζας ἤρχισεν ἀπὸ ἔτους μόλις ν’ ἀσχολῆται εἰς τὴν μελέτην τῶν ἐκπαιδευτικῶν ἡμῶν πραγμάτων, ὡς δὲ ἀπέδειξε μέχρι τοῦδε δι’ ἐπανειλημμένων ἀγορεύσεών του, δύναται ν’ ἀποκτήσῃ σὺν τῷ χρόνῳ εἰδικότητα δι’ αὐτὰ καὶ νὰ φιλοδοξήσῃ μίαν ἡμέραν ἐπαξίως τὸ χαρτοφυλάκιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας (γέλωτες). Διὰ τὴν τοιαύτην, Κύριοι, φιλοδοξίαν του οὐδεὶς βεβαίως δικαιοῦται νὰ κατακρίνῃ τὸν ἀξιότιμον συμπολίτην μου, ἥκιστα δὲ πάντων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ἀφοῦ καὶ οὗτος καὶ ἐκεῖνος ἔχουσι νὰ ἐπιδείξωσι τὰ αὐτὰ ἐφόδια σπουδῶν καὶ σταδιοδρομίας ἐν τῷ πρακτικῷ βίῳ (γέλωτες). Ἐκτὸς ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς θεωρῇ τὸν κ. Βελέντζαν ἀξιοκατάκριτον, διότι προαλείφεται διὰ τὸ Ὑπουργικὸν ἀξίωμα, ἐνῷ ὁ ἴδιος ἀνῆλθεν εἰς αὐτὸ ἀπαρασκεύαστος ὅλως χωρίς ποτε προηγουμένως ν’ ἀσχοληθῇ εἰς τὸν κλάδον τὸν ὁποῖον ἐκλήθη νὰ διευθύνῃ (γέλωτες). Δὲν ἀφεώρα λοιπὸν ἡ ἀποστροφὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος Συνάδελφον, ἀλλ’ ἐμέ, ὅστις πράγματι ὑπῆρξα Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἐν ἔτει 1893, ὅτε τὸ πρῶτον ἤρχισεν ἡ λειτουργία τῶν ὑποδιδασκαλείων. Ἐμὲ καὶ μόνον ἐκάλεσεν αὐτὸς οὕτω πως εἰς ἀπολογίαν καὶ ἐξηνάγκασε νὰ λάβω τώρα τὸν λόγον, ἵνα ὑπεραμυνθῶ κατὰ τοῦ ἀποδιδομένου εἰς ἐμὲ ἐγκλήματος τοῦ νὰ κατακρίνω τὰ μονοτάξια διδασκαλεῖα ἐγὼ ὁ ἱδρυτὴς τῶν ἐπαράτου μνήμης ὑποδιδασκαλείων. Δὲν ἀμφιβάλλω, Κύριοι, ὅτι ὅσοι ἐξ ὑμῶν ἀγνοοῦντες τὴν ἱστορίαν τῆς ἐν Ἑλλάδι ἐκπαιδεύσεως ἀνέγνωτε τὰς μακρὰς αἰτιολογικὰς ἐκθέσεις καὶ παρηκολουθήσατε μετὰ προσοχῆς τὴν προφορικὴν εἰσήγησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἰς τὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια, θὰ ἐπιστεύσατε ὅτι αὐτός, ὁ ἀναλύσας μετὰ τοσαύτης ἀκριβολογίας πᾶσαν τὴν μέχρι τοῦδε ἐκπαιδευτικήν μας νομοθεσίαν, εὑρίσκετο ὄντως ἐν τῇ ἀληθείᾳ καταγγέλλων με ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὡς τὸν ἱδρυτὴν τῶν ὑποδιδασκαλείων. Τί θὰ εἴπητε ὅμως τώρα περὶ αὐτοῦ μανθάνοντες ὅτι ἡ καταγγελία του ἐκείνη ἀντίκειται ἐκ διαμέτρου πρὸς τὴν ἀλήθειαν; Πρὸς τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν ἀψευδῆ μαρτυρίαν αὐτῆς τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» τῶν ἐτῶν 1892 καὶ 1893. Ἐξ αὐτῆς ἀποδεικνύεται ὅτι εἰσηγητὴς μὲν τοῦ νόμου ΒΟΘʹ «περὶ ὑποδιδασκαλείων» τῆς 6 Αὐγούστου 1892 ὑπῆρξεν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας κ. Στέφανος Σκουλούδης, ἱδρυτὴς δὲ καὶ ὀργανωτὴς αὐτῶν δημοσιεύσας τὰ ἐκτελεστικὰ Διατάγματα τοῦ νόμου ἐκείνου, τὰ «περὶ ἱδρύσεως ὑποδιδασκαλείων καὶ τῶν μετ’ αὐτῶν συνημμένων προτύπων γραμματείων» τῆς 7ης Ἀπριλίου 1893, ὑπῆρξεν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας μακαρίτης Κωνσταντῖνος Κοσονάκος. Ὡς παρατηρεῖτε, Κύριοι, δὲν πρόκειται περὶ πλάνης, ἡ ὁποία θὰ συνεχωρεῖτο ἴσως εἰς τὸν διατελοῦντα ἐν παντελεῖ ἀγνοίᾳ τῶν ἐκπαιδευτικῶν ἡμῶν πραγμάτων, οὐδέποτε ὅμως εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, τὸν ἀναλύσαντα, ὡς προεῖπον, πᾶσαν τὴν μέχρι τοῦδε ἐκπαιδευτικήν μας νομοθεσίαν. Πρόκειται περὶ διαστροφῆς τῆς ἀληθείας ἐν ἐπιγνώσει, τὴν ὁποίαν δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι πᾶς τις ἐξ ὑμῶν μηδ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐξαιρουμένου θὰ χαρακτηρίσῃ ἐν τῇ συνειδήσει αὐτοῦ, εἰ μή τι ἄλλο, τοὐλάχιστον ὡς ἀναξίαν ἑνὸς συμβούλου τοῦ Στέμματος. Ἐγώ, Κύριοι, ἀνέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας τὸ πρῶτον τῇ 3 Μαΐου 1893, ἤτοι ἕνα ὡς ἔγγιστα μῆνα μετὰ τὴν δημοσίευσιν τῶν ἐκτελεστικῶν Διαταγμάτων τοῦ νόμου ΒΟΘʹ «περὶ ὑποδιδασκαλείων». Δὲν πιστεύω δὲ τώρα νὰ θελήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μὲ θεωρήσῃ συνυπεύθυνον δι’ αὐτά, διότι δὲν ἀνέστειλα τὴν λειτουργίαν των. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἐκλήθημεν τότε εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐν καιρῷ διακοπῶν τῶν ἐργασιῶν καὶ δὴ ἐκ τῆς μειονοψηφίας τῆς Βουλῆς. Πῶς δὲ ἔπρεπε ν’ ἀναστείλω ἐγὼ τότε τὴν λειτουργίαν τῶν ὑποδιδασκαλείων; Διὰ νόμου ἦτο ἀδύνατον νὰ γίνῃ αὐτό, ἀφοῦ καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς τότε ὑπουργίας μου ἡ Βουλὴ δὲν εἰργάσθη, καὶ ὅτε δὲ αὕτη συνεκλήθη, κατεψήφισεν ἀμέσως τὴν τότε Κυβέρνησίν μας καὶ τὴν ἠνάγκασεν εἰς παραίτησιν. Πιθανὸν τώρα ὁ κ. Ὑπουργός, ἐξ ἰδίων κρίνων τὰ ἀλλότρια νὰ εἶναι τῆς γνώμης ὅτι ἠδυνάμην διὰ Διατάγματος νὰ ἀναστείλω τὴν λειτουργίαν τῶν ὑποδιδασκαλείων. Πλὴν τότε δὲν διετελοῦμεν ὑπὸ ἀνόρθωσιν, ὑφ’ ἣν δύνανται οἱ Ὑπουργοὶ οὐ μόνον νομοθετικάς, ἀλλὰ καὶ συνταγματικὰς ἔτι διατάξεις νὰ ἀναστέλλωσιν αὐθαιρέτως διὰ Β. Διαταγμάτων. Τότε εὑρισκόμεθα ἀκόμη ὑπὸ τὴν λεγομένην τώρα φαυλοκρατίαν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν μία τοιαύτη ὑπουργικὴ αὐθαιρεσία ἠδύνατο νὰ ὁδηγήσῃ τὸν ἀποτολμήσαντα αὐτὴν εἰς εἰδικὸν δικαστήριον. Ἐθεώρησα, Κύριοι, ἐπιβεβλημένον εἰς ἐμὲ καθῆκον νὰ ἀποκαταστήσω τὴν ἀλήθειαν ὡς πρὸς τὴν ἐγερθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας κατηγορίαν κατ’ ἐμοῦ, ὡς δῆθεν ἱδρυτοῦ τῶν πάλαι ὑποδιδασκαλείων, χάριν τῆς ἀληθείας καὶ μόνης. Διὰ τοῦτο ὅμως δὲν πρέπει οὔτε αὐτός οὔτε ἄλλος τις νὰ νομίσῃ ὅτι ἐγὼ τρέμω πρὸ τῆς εὐθύνης δι’ αὐτά, διότι ἔχω ἴσως τὴν γνώμην ὅτι τὰ ὑποδιδασκαλεῖα ἱδρύθησαν καὶ ἐλειτούργησαν ἄνευ ἀνάγκης τινὸς καὶ ἐπὶ ζημίᾳ τῆς λαϊκῆς ἡμῶν ἐκπαιδεύσεως καὶ ὅτι ὡς τοιαῦτα δὲν δύνανται νὰ ὑποστῶσιν αὐτὰ τώρα σύγκρισιν πρὸς τὰ μονοτάξια διδασκαλεῖα, ὡς διϊσχυρίσθη ὁ κ. Ὑπουργός. Τοὐναντίον μάλιστα ἐγὼ εἶχον καὶ ἔχω ἀκόμη καὶ τώρα τὴν γνώμην ὅτι τὰ ὑποδιδασκαλεῖα, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἱδρύθησαν καὶ ἐλειτούργησαν, ἐπλήρωσαν ἀληθῆ ἀνάγκην καὶ ἐξυπηρέτησαν ὄχι ὀλίγον τὴν λαϊκήν μας ἐκπαίδευσιν, ὅτι δὲ τοῦτο δὲν συμβαίνει καὶ ἐπὶ τῶν μονοταξίων διδασκαλείων, μέλλω νὰ ἀποδείξω τώρα, ἀφοῦ ἅπαξ ἠναγκάσθην νὰ λάβω τὸν λόγον περὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ὁ δὲ κ. Ὑπουργός, ἐρωτηθεὶς πρὸ μικροῦ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τρικκάλων Βουλευτοῦ, ἐδήλωσεν ὅτι δέχεται προθύμως νὰ γίνῃ τώρα εὐρεῖα συζήτησις περὶ μονοταξίων διδασκαλείων καθόλου. Μέχρι τοῦ ἔτους 1892 εἶχον ἱδρυθῆ ἐν Ἑλλάδι δημοτικὰ σχολεῖα ὡς 1400 ἀρρένων καὶ ὡς 400 θηλέων, πρὸς τούτοις δὲ περὶ τὰ 100 γραμματοσχολεῖα. Ἐξ αὐτῶν ὅμως ἤργουν ἐλλείψει διδακτικοῦ προσωπικοῦ ὡς 400 δημοτικὰ σχολεῖα καὶ ἰσάριθμα γραμματοσχολεῖα. Ἂν ἀναλογισθῶμεν τώρα ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὅτι εἰς πολλὰς πόλεις ἀπήντων πλείονα τοῦ ἑνὸς σχολεῖα καὶ ὅτι τὰ τῶν θηλέων ἐλειτούργουν εἰς ὅσας πόλεις καὶ κωμοπόλεις καὶ τὰ τῶν ἀρρένων δημοτικὰ σχολεῖα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὅτι πᾶσαι αἱ πόλεις, κωμοπόλεις, κῶμαι, πολίχναι καὶ συνοικισμοὶ ἡμῶν καθόλου ἀνήρχοντο τότε εἰς 5000 περίπου, θὰ ἴδωμεν ὅτι τὰ τρία πέμπτα ἐξ αὐτῶν ἐστεροῦντο τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ γραμματοσχολείων. Πάντες, Κύριοι, ἦσαν καὶ τότε τῆς γνώμης ὅτι ἔπρεπε νὰ ἱδρυθῶσι πανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ συνοικισμῶν, ἐχόντων κατοίκους ἄνω τῶν 200, δημοτικὰ σχολεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα νὰ διδάσκωσι μόνον δημοδιδάσκαλοι ἀπόφοιτοι τῶν τότε λειτουργούντων διδασκαλείων τοῦ Κράτους, οὕτως ὥστε μόνον 1500 ἐκ τῶν 5,000 συνοικισμῶν, οἱ ἀριθμοῦντες κάτω τῶν 200 κατοίκων, νὰ μένωσιν ἄνευ δημοτικῶν σχολείων καὶ δημοδιδασκάλων. Ἀλλὰ πάντες ἀνωμολόγουν τὸ ἀκατόρθωτον τοῦ πράγματος διὰ δύο κυρίως λόγους· διὰ τὴν ἔλλειψιν τοῦ ἀναγκαίου διδακτικοῦ προσωπικοῦ καὶ διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἀνεπάρκειαν τῶν δήμων καὶ τοῦ Κράτους πρὸς ἵδρυσιν καὶ λειτουργίαν 2,000 τουλάχιστον νέων δημοτικῶν σχολείων μὲ ἰσαρίθμους δημοδιδασκάλους. Ἀφοῦ ἐκ τῶν ἱδρυμένων τότε δημοτικῶν σχολείων ὡς 400 ἐστεροῦντο δημοδιδασκάλων, πῶς θὰ κατωρθοῦτο νὰ διορισθῶσι τοιοῦτοι καὶ εἰς τὰ νέα δισχίλια δημοτικὰ σχολεῖα, νὰ ἀναπληρωθῶσι δὲ δι’ αὐτῶν καὶ οἱ γραμματοδιδάσκαλοι; Πῶς θὰ ἐξευρίσκοντο οἱ τρισχίλιοι ὡς ἔγγιστα δημοδιδάσκαλοι, ὅσους θὰ ἐχρειαζόμεθα, ἵνα ἐπεκτείνωμεν τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν πλήρη καὶ ἀρτίαν εἰς ὅλους τοὺς συνοικισμούς, τοὺς ἔχοντας ἄνω τῶν 200 κατοίκων; Κατὰ τοὺς μετριωτέρους ὑπολογισμοὺς ἔπρεπε νὰ παρέλθῃ τουλάχιστον τριακονταετία, ἕως οὗ πληρωθῶσιν ὅλα αὐτὰ τὰ κενά. Ἀλλ’ ἐπετρέπετο νὰ μένωσιν ἐν τῷ μεταξὺ ἐν παντελεῖ ἀμαθείᾳ, ἤτοι χωρὶς νὰ διδαχθῶσι κἂν ἀνάγνωσιν, γραφὴν καὶ τὰς τέσσαρας πράξεις τῆς ἀριθμητικῆς ἐπὶ τῶν ἀκεραίων τοσοῦτοι πληθυσμοί; Καὶ ἐάν, Κύριοι, συνετελεῖτό ποτε αὐτὸ τὸ θαῦμα τῆς ἐξευρέσεως καὶ τοῦ διορισμοῦ τοσούτων δημοδιδασκάλων, ποῦ οἱ ἀναγκαῖοι πόροι πρὸς συντήρησιν τῶν τρισχιλίων ὡς ἔγγιστα νέων δημοτικῶν σχολείων; Αἱ δαπάναι τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἀνήρχοντο τότε εἰς 4 περίπου ἑκατομμύρια ἐτησίως, ἐξ ὧν τὰ 2½ κατεβάλλοντο ὑπὸ τῶν δήμων καὶ τῶν μονῶν, τὸ δὲ 1½ ὑπὸ τοῦ Κράτους. Ἐνῷ δὲ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐπεκτάσεως τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἰς ὅλους τοὺς συνοικισμοὺς ἀπὸ 200 κατοίκων καὶ ἄνω θὰ ηὔξανεν ἡ ἐτησία αὐτῆς δαπάνη εἰς 10 περίπου ἑκατομμύρια, ἐθεωρεῖτο τότε ὅλως ἀδύνατον νὰ ἐξευρεθῶσι τὰ περιπλέον 6 ἑκατομμύρια εἰς βάρος τῶν δήμων ἢ τοῦ Κράτους. Μὴ λησμονεῖτε δέ, Κύριοι, ὅτι εὑρισκόμεθα τότε εἰς τὰς παραμονὰς τῆς ἀναστολῆς τῶν πληρωμῶν τοῦ Κράτους, ὅτε πάντες ἐσκέπτοντο περὶ οἰκονομιῶν μόνον, πᾶσα δὲ αὔξησις τῶν δημοσίων ἐξόδων ἐθεωρεῖτο καθαρὰ ἀφροσύνη. Λήγοντος, Κύριοι, τοῦ ἔτους 1889, ἡ τότε Κυβέρνησις Τρικούπη αἰσιοδοξοῦσα διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν ὑπέβαλε διὰ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας κ. Γ. Θεοτόκη σειρὰν ὅλην ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων ἐπιδιωκόντων σὺν ἄλλοις καὶ τὴν ῥιζικὴν μεταρρύθμισιν καὶ ἐπέκτασιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλὰ τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα εὑρόντα μεγάλην ἀντίδρασιν καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς καὶ δι’ ἄλλους λόγους, μάλιστα δὲ δι’ οἰκονομικούς, δὲν ἐψηφίσθησαν. Ἡ αὐτὴ Κυβέρνησις τοῦ ἀειμνήστου ἐκ Μεσολογγίου πολιτευτοῦ, ἐπανελθόντος εἰς τὰ πράγματα ἐν ἔτει 1892, ἠναγκάσθη ὡς ἐκ τῆς τότε ἐκραγείσης οἰκονομικῆς κρίσεως νὰ παραιτήσῃ πάντα τὰ ἄλλα ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια τοῦ ἔτους 1889 καὶ ν’ ἀρκεσθῇ εἰς τὴν βελτίωσιν μόνον τῆς οἰκονομικῆς διοικήσεως τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως διὰ τῆς διαβαθμίσεως τῶν δημοτικῶν σχολείων καὶ εἰς τὴν ἵδρυσιν τῶν ὑποδιδασκαλείων. Διὰ τούτων θὰ ἐμορφοῦντο ἐντὸς τοῦ ἔτους οὐχὶ δημοδιδάσκαλοι ἐξομοιούμενοι πρὸς τοὺς τῶν τριταξίων διδασκαλείων καὶ μέλλοντες νὰ ἀντικαταστήσωσι τούτους, ἀλλὰ γραμματισταὶ μόνον, οἱ ὁποῖοι θὰ ἦσαν ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ ἀνώτεροι τῶν τότε γραμματοδιδασκάλων, ὄντων ἁπλῶν ἀποφοίτων τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων, καὶ θὰ ἀντικαθίστων τούτους καὶ μόνους παραμένοντες ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἐφ’ ὅσον τὸ Κράτος ἐλλείψει πόρων καὶ δημοδιδασκάλων δὲν διώριζε τούτους εἰς τὰς θέσεις των. Κύριος σκοπὸς τῶν ὑποδιδασκαλείων ἦτο νὰ παρασκευάσωσι τοὺς παιδευομένους ἐν αὐτοῖς μετὰ βραχεῖαν εἰσαγωγὴν εἰς τὴν παιδαγωγικὴν καὶ διδακτικὴν ἐμπράκτως, ἤτοι δι’ ὑποδειγματικῆς διδασκαλίας, εἰς τὸ διδασκαλικὸν ἔργον. Πρὸς τὸν σκοπὸν δὲ τοῦτον ἐκρίθη σκοπιμώτερον ν’ ἀνατεθῇ ἡ τοιαύτη μόρφωσίς των εἰς δημοδιδασκάλους καὶ οὐχὶ εἰς διδάκτορας τοῦ Πανεπιστημίου, φέροντας ἀποδείξεις παιδαγωγικῆς μορφώσεως· διότι μεταξὺ τῶν τελευταίων τούτων, ἐξαιρέσει ἑνὸς καὶ μόνου, οὐδένα ἄλλον εἴχομεν τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐν Ἑλλάδι, δυνάμενον νὰ διδάξῃ ὑποδειγματικῶς ἐν προτύπῳ δημοτικῷ σχολείῳ, νὰ χειραγωγήσῃ δὲ καὶ τοὺς μαθητευομένους ἐν τοῖς ὑποδιδασκαλείοις κατὰ τὴν δοκιμαστικήν των διδασκαλίαν. Οὕτω πως, Κύριοι, ἐμορφώθησαν σὺν τῷ χρόνῳ ὡς 1500 γραμματισταὶ μετονομασθέντες ὕστερον ὑποδιδάσκαλοι, οἵτινες ἐξετόπισαν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον τοὺς πάλαι γραμματοδιδασκάλους ἐκ τῆς λαϊκῆς ἐκπαιδεύσεως. Αὐτοὶ δὲ μισθοδοτούμενοι ἀναλόγως τοῦ βαθμοῦ των πρὸς 55, 65 καὶ 75 δραχμὰς κατὰ μῆνα, ἀπέναντι τῶν 100, 120 καὶ 150 δραχμῶν, εἰς ἃς ἀνήρχετο ὁ μισθὸς τῶν δημοδιδασκάλων, ἀνταπεκρίθησαν εἰς τὰς προσδοκίας τοῦ εἰσηγητοῦ τῶν ὑποδιδασκαλείων ὑπὸ ἔποψιν ὄχι μόνον οἰκονομικήν, ἀλλὰ καὶ καθαρῶς ἐκπαιδευτικήν. Ἐν πρώτοις τὰ γραμματεῖα, τὰ μετὰ ταῦτα κληθέντα κοινὰ σχολεῖα, ἐστοίχιζον τὸ ἥμισυ σχεδὸν κατ’ ἀναλογίαν πρὸς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα. Ἔπειτα δὲ οἱ ὑποδιδάσκαλοι ὑπὸ ἔποψιν ἐκπαιδευτικὴν ἀπεδείχθησαν ἀνώτεροι οὐ μόνον τῶν γραμματοδιδασκάλων, ἀλλὰ καὶ πολλῶν ἀρχαίων δημοδιδασκάλων, χειροτονηθέντων τοιούτων κατ’ ἀκολουθίαν τυπικῆς τινος δοκιμασίας, γενομένης ἐνώπιον εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, καθ’ ὃν χρόνον οὐδὲν διδασκαλεῖον ὑφίστατο ἐν Ἑλλάδι. Μόνος ὁ ἀγνοῶν παντάπασι τὴν ἱστορίαν τῆς δημοτικῆς ἡμῶν ἐκπαιδεύσεως ἢ γινώσκων ταύτην καὶ ἐθελοτυφλῶν δύναται ν’ ἀρνηθῇ τώρα ὅτι τὰ ὑποδιδασκαλεῖα ἐπλήρωσαν ἐν πᾶσι τὴν οἰκονομικὴν καὶ ἐκπαιδευτικὴν ἀνάγκην, ἥτις ἐπέβαλε τὴν ἵδρυσίν των ἐν ἔτει 1892. Ἐγώ, Κύριοι, οὐ μόνον δὲν μεταμέλομαι, διότι δὲν ἀνέστειλα τὴν λειτουργίαν αὐτῶν ὡς Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἐν ἔτει 1893, ἀλλὰ καὶ σεμνύνομαι, διότι διώρισα τὸ πρῶτον προσωπικόν των. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι πολλοὶ ἐκ τῶν ἀποφοίτων αὐτῶν ἠναγκάσθησαν μετ’ ὀλίγον ὡς ἐκ τῆς παντελοῦς ὀλιγωρίας, τὴν ὁποίαν ἔκτοτε ἐπέδειξε πρὸς αὐτοὺς ἡ Πολιτεία, νὰ τραπῶσιν εἰς ἄλλα στάδια καὶ νὰ διακριθῶσιν ἐν αὐτοῖς. Ὅσοι βραδύτερον ἠθέλησαν νὰ συμπληρώσωσι τὰς σπουδάς των εἰς πολυτάξια διδασκαλεῖα ἀπεφοίτησαν ἐκ τούτων ὡς πρωτοβάθμιοι δημοδιδάσκαλοι. Ἄλλοι κληθέντες εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ κατώρθωσαν νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν σχολὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ νὰ ἐξέλθωσιν ἐξ αὐτῆς ἀξιωματικοί. Καὶ ὅσοι δὲ παρέμειναν μέχρι τέλους πιστοὶ εἰς τὸ διδασκαλικόν των στάδιον ἀνεδείχθησαν ἀληθεῖς μάρτυρες τοῦ καθήκοντος, διότι ἐξηκολούθησαν μεθ’ ὅλον τὸν γλίσχρον μισθόν των, καὶ τοῦτον ἄνευ συντάξεως, μεθ’ ὅλας τὰς στερήσεις καὶ κακουχίας, εἰς ἃς εἶναι αὐτοὶ ἐκτεθειμένοι, νὰ μεταδίδωσι μετὰ ζήλου καὶ ἀφοσιώσεως τὴν πρώτην ἐθνικὴν ἀγωγὴν καὶ πνευματικὴν τροφὴν εἰς τὰ τέκνα τῶν ἀγροτικῶν μας πληθυσμῶν. Καὶ τὰ τέκνα ταῦτα εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον οἱ ἀθάνατοι ἡμῶν εὔζωνοι, οἱ ὁποῖοι ἐκλέϊσαν τὰ Ἑλληνικὰ ὅπλα κατὰ τοὺς τελευταίους πολέμους καὶ παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν ὁποίων συνηγωνίσθησαν καὶ ἔπεσαν ἡρωϊκῶς μαχόμενοι καὶ ὄχι ὀλίγοι διδάσκαλοί των. Αὐτοί, Κύριοι, εἶναι οἱ καρποὶ τῶν ὑποδιδασκαλείων, περὶ τῶν ὁποίων μετὰ τοσαύτης περιφρονήσεως ὡμίλησεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας θεωρήσας αὐτὰ ἀνάξια λόγου ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ ἱδρυθέντα τώρα ὑπ’ αὐτοῦ μονοτάξια διδασκαλεῖα. Ἐγὼ ὅμως νομίζω ὅτι ὑπὸ ἄλλην μόνον ἔποψιν δὲν ἐγχωρεῖ σύγκρισις μεταξὺ αὐτῶν, τὴν ἑξῆς: Οἱ ἀπόφοιτοι τῶν ὑποδιδασκαλείων, ὡς εἴδομεν, εἶχον νὰ ἀντικαταστήσωσι τοὺς πάλαι γραμματοδιδασκάλους, εἰς τοὺς ὁποίους φέροντας μόνον προσὸν τὸ ἀπολυτήριον τοῦ Ἑλληνικοῦ σχολείου, πολλάκις δὲ καὶ τῶν δημοτικῶν σχολείων, ἀνετίθετο πρὶν ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις τῶν τέκνων τῶν ἀγροτικῶν πληθυσμῶν χωρὶς νὰ ἔχωσιν ἔννοιάν τινα αὐτῆς. Οἱ ἀπόφοιτοι τῶν ὑποδιδασκαλείων ἔμελλον προσέτι νὰ διατηρηθῶσιν εἰς τὰς θέσεις των, μόνον ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπέτρεπον τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους καὶ τῶν Δήμων οὐδ’ ὑπῆρχεν ἱκανὸς ἀριθμὸς δημοδιδασκάλων πρὸς ἀντικατάστασίν των. Τοὐναντίον δὲ οἱ ἀπόφοιτοι τῶν μονοταξίων διδασκαλείων ἐξομοιούμενοι κατὰ πάντα πρὸς τοὺς δημοδιδασκάλους τοὺς ἀποφοίτους τῶν πολυταξίων διδασκαλείων δὲν μέλλουσι νὰ πληρώσωσι τὴν προσωρινὴν ἀνάγκην, ἀλλὰ θὰ εἶναι ὁριστικοὶ καὶ μόνιμοι ἔχοντες τὰ ἴδια δικαιώματα μὲ αὐτούς. Ἕκαστος ἐννοεῖ οὕτω πως ὅτι τὰ ὑποδιδασκαλεῖα καὶ τὰ μονοτάξια διδασκαλεῖα, ὡς ἔχοντα διάφορον ὅλως προορισμόν, δὲν δύνανται νὰ συγκριθῶσι πρὸς ἄλληλα. Σύγκρισις, Κύριοι, ἐγχωρεῖ κυρίως μεταξὺ τῶν μονοταξίων καὶ πολυταξίων διδασκαλείων. Εἰς ταύτην δὲ καὶ προέβη ἤδη ὁ κ. Ὑπουργός, ὅστις μὲ τὸ θάρρος τῆς ἀγνοίας τὸ ὁποῖον τὸν διακρίνει συνήθως δὲν ἐδίστασε νὰ ἀποφανθῇ ὡς ἀπὸ τρίποδος ὅτι οἱ ἀπόφοιτοι τῶν μονοταξίων διδασκαλείων θὰ εἶναι ὄχι μόνον ἴσοι, ἀλλὰ καὶ ἀνώτεροι πολλῶν δημοδιδασκάλων, ἀποφοίτων τῶν πολυταξίων διδασκαλείων. Ὅτε δέ τινες τούτων ὑπεραμυνόμενοι ἑαυτῶν ἠθέλησαν νὰ διαμφισβητήσωσι τὴν ὀρθότητα τῆς γνώμης του, ποῖον ἐπιχείρημα νομίζετε ὅτι ἀντέταξε κατ’ αὐτῶν ὁ κ. Ὑπουργός; Ἐξεβίασε τὴν πειθαρχικήν των τιμωρίαν παρὰ τῶν ἁρμοδίων εἰς τοῦτο ἀρχῶν κατὰ τρόπον κινήσαντα τὴν ἀγανάκτησιν καὶ αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὡς ἀνεγράφη τότε ἐν τῷ τύπῳ. Δὲν πιστεύω, Κύριοι, νὰ εὕρῃ κανεὶς ἐξ ὑμῶν σοβαρὸν τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καθ’ ὃ οὗτος συγχέων τὴν γενικὴν τῶν γυμνασίων πρὸς τὴν εἰδικὴν ἢ ἐπαγγελματικὴν τῶν διδασκαλείων μόρφωσιν νομίζει ὅτι οἱ μαθητευόμενοι ἐν τοῖς μονοταξίοις διδασκαλείοις ὡς ἀπόφοιτοι τῶν γυμνασίων δύνανται ἐντὸς ἔτους νὰ διδαχθῶσιν ὅ,τι διδάσκονται καὶ ἐκμανθάνουσιν εἰς πλείονα ἔτη οἱ μαθητευόμενοι ἐν τοῖς πολυταξίοις διδασκαλείοις, οἱ κατατασσόμενοι εἰς ταῦτα ἐκ τῆς δευτέρας γυμνασιακῆς τάξεως. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν ἡ γενικὴ μόρφωσις τῶν δύο ἀνωτέρων τάξεων τοῦ γυμνασίου νὰ ἀναπληρώσῃ τὴν εἰδικὴν ἢ ἐπαγγελματικὴν μόρφωσιν τῶν δύο ἢ τριῶν κατωτέρων τάξεων τοῦ Ναυτικοῦ, τότε θὰ ἠδύνατο κάλλιστα καὶ τὴν τοῦ Μαρασλείου, καὶ ἡ ἵδρυσις πολλῶν διδασκαλείων, ἔστω καὶ τριταξίων, ὡς προτείνει τώρα ὁ κ. Ὑπουργός, δὲν θὰ ἦτο καθαρὰ σπατάλη ὄχι μόνον χρόνου πολυτίμου, ὁ ὁποῖος θὰ παρήρχετο ματαίως μὲ τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν μελλόντων δημοδιδασκάλων ἐν τοῖς πολυταξίοις διδασκαλείοις, ἀλλὰ καὶ χρημάτων, δυναμένων νὰ διατεθῶσιν ὑπὲρ ἄλλων ἐπειγουσῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους καὶ τοῦ Ἔθνους ἡμῶν; Καὶ δὲν θὰ ἦταν, Κύριοι, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει μόνα τὰ πολυτάξια διδασκαλεῖα περιττά, ἀλλὰ καὶ πάντα καθόλου τὰ πολυτάξια εἰδικὰ ἢ ἐπαγγελματικὰ σχολεῖα. Θὰ ἦτο ἐπὶ παραδείγματι περιττὸν νὰ ἔχωμεν πολυταξίους ἐμπορικάς, βιομηχανικὰς καὶ γεωργικὰς σχολὰς καὶ πολυτάξιον σχολεῖον τῶν Δοκίμων τοῦ Ναυτικοῦ, διότι θὰ ἠδύναντο κάλλιστα καὶ αὐταὶ στρατολογοῦσαι τοὺς μαθητάς των ἐκ τῶν ἀποφοίτων τῶν γυμνασίων καὶ οὐχὶ ἐκ τῆς πρώτης ἢ δευτέρας γυμνασιακῆς τάξεως, ὡς μέχρι τοῦδε, νὰ συμπτυχθῶσιν εἰς μίαν καὶ μόνην τάξιν. Κύριε Ὑπουργέ! εὑρίσκεσθε ἐνώπιον διλήμματος, καθ’ ὃ πρέπει ἀναγκαίως νὰ παραδεχθῆτε ἓν ἐκ τῶν δύο, ἢ ὅτι ἡ ἐκπαίδευσις ἐν τοῖς μονοταξίοις διδασκαλείοις ἐξισοῦται ἐν πᾶσι πρὸς τὴν ἐν τοῖς πολυταξίοις, καὶ τότε ταῦτα περιττεύουσιν ἢ ὅτι ἡ πρώτη εἶναι κατωτέρα τῆς δευτέρας καὶ τότε περιττεύουσιν ὅλως τὰ μονοτάξια διδασκαλεῖα. Ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι ὢν ὑπὲρ τῆς δευτέρας ἐκδοχῆς θεωρῶ τὰ διδασκαλεῖα ταῦτα ὄχι μόνον περιττά, ἀλλὰ καὶ ἐπιζήμια τὰ μάλιστα εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν διὰ τοὺς ἑξῆς κυρίως λόγους. Ἐν πρώτοις, Κύριοι, ἂς ἐξετάσωμεν ποῖοι θὰ εἶναι αὐτοὶ οἱ ἀπόφοιτοι τῶν γυμνασίων οἱ μέλλοντες νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὰ μονοτάξια διδασκαλεῖα. Εἰς τοὺς διανύσαντας τὰς γυμνασιακὰς σπουδὰς διανοίγονται τὴν σήμερον πολλὰ στάδια ἐπαγωγότερα καὶ μὲ εὐρύτερον μέλλον ἀπὸ τὸ διδασκαλικόν. Ὅσοι ἐξ αὐτῶν δὲν δύνανται ἢ δὲν θέλουσι νὰ ἐξακολουθήσωσιν ἀνωτέραν τινὰ εἰδικὴν ἢ ἐπαγγελματικὴν ἐκπαίδευσιν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ ἢ ἐν τῷ Πολυτεχνείῳ, δύνανται νὰ διαγωνισθῶσι καὶ νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν σχολὴν τῶν Εὐελπίδων ἢ εἰς τὴν οἰκονομικὴν καὶ τὴν διοικητικὴν καθόλου ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους. Ἀπό τινος δὲ ἤρχισαν καὶ αἱ διάφοροι Τράπεζαι καὶ πολλαὶ Ἑταιρεῖαι παρ’ ἡμῖν νὰ στρατολογῶσι τοὺς ὑπαλλήλους των διὰ διαγωνισμοῦ μεταξὺ τῶν ἀποφοίτων τῶν γυμνασίων. Διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ἀμφιβάλλωμεν ὅτι πάντες οὗτοι θὰ δοκιμάσωσι προηγουμένως τὴν τύχην των μὲ ὅλους αὐτοὺς τοὺς δημοσίους καὶ ἰδιωτικοὺς διαγωνισμούς, ὅσοι δὲ θὰ ἀποτύχωσιν εἰς αὐτούς, ἐκεῖνοι καὶ μόνοι θὰ προσφύγωσιν εἰς τὰ μονοτάξια διδασκαλεῖα, τὰ ὁποῖα οὕτω πως θὰ δέχωνται ὄχι τοὺς ἀρίστους, ἀλλὰ τοὺς χειρίστους μεταξὺ τῶν ἀποφοίτων τῶν γυμνασίων. Καὶ τώρα, Κύριοι, ἀκούσατε, ποῖα καὶ πόσα μαθήματα ἔχουσιν οἱ τοιοῦτοι μαθηταὶ νὰ διδαχθῶσι καὶ ἐκμάθωσιν ἐντὸς ἑνὸς ἔτους κατὰ τὸ δημοσιευθὲν ἤδη πρόγραμμα. Εἶναι ταῦτα· ἡ ψυχολογία, ἡ λογική, ἡ ἠθική, ἡ παιδαγωγική, ἡ γενικὴ καὶ εἰδικὴ διδακτικὴ μετὰ πρακτικῶν ἀσκήσεων, ἡ ἱστορία τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ ἡ περὶ ταύτης ἐν Ἑλλάδι ἰσχύουσα νομοθεσία, ἡ γεωπονία, ἡ κηπουρική, ἡ δενδροκομία, ἡ ζωοτεχνία, ἡ ὑγιεινή, ἡ ᾠδικὴ καὶ ἡ ἐκκλησιαστικὴ μουσική, ἡ ἰχνογραφία, ἡ καλλιγραφία, ἡ γυμναστική, ἡ σκοποβολὴ καὶ ἡ χειροτεχνία. Ὅσον δήποτε, Κύριοι, στοιχειωδῶς καὶ ἂν διδαχθῶσιν αὐτὰ τὰ μαθήματα, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξαρκέσῃ ὁ τεταγμένος διὰ τὴν διδασκαλίαν των χρόνος, ὅστις μὲ τὰς συνήθεις σχολικὰς διακοπὰς καὶ τὰς ἑορτὰς θὰ περιορισθῇ ἐξ ἑνὸς ἔτους εἰς ἑπτὰ μῆνας καὶ ὀλιγώτερον ἴσως. Ὡς ἐκ τούτου δ’ ἐγὼ τουλάχιστον νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας τὰ μονοτάξια διδασκαλεῖα ἐφαντάσθη ὡς εἶδος πανοράματος τῶν τριόδων, εἰς τὸ ὁποῖον οἱ προσελκυόμενοι διὰ τῆς ἐπικλήσεως «ὁρίστε, Κύριοι, εἰς τὸ ἀξιοπερίεργον θέαμα» θεῶνται διαφόρους εἰκόνας μεταλλασσομένας ἐν ῥιπῇ ὀφθαλμοῦ, οὕτως ὥστε μόλις προφθάνουσι νὰ παρακολουθήσωσι τὴν ἐκφώνησιν τῶν ὀνομάτων «αὐτὴ εἶναι ἡ Βενετία, αὐτὴ εἶναι ἡ Λόνδρα, αὐτὸ εἶναι τὸ Παρίσι» καὶ οὕτω καθεξῆς (γέλωτες). Ἀπαράλλακτα θὰ συμβῇ μὲ τὰ μονοτάξια διδασκαλεῖα, τῶν ὁποίων οἱ δυστυχεῖς μαθηταὶ θὰ νομίζωσιν ὅτι εὑρίσκονται ἐνώπιον παραπλησίου θεάματος μὲ μόνην τὴν διαφοράν ὅτι ἀντὶ ὀνομάτων πόλεων θὰ ἀκούωσιν αὐτοί· «Τώρα ἔχομεν ψυχολογίαν, τώρα λογικήν, τώρα ἠθικήν, τώρα παιδαγωγικήν, τώρα γενικὴν διδακτικὴν κλπ. κλπ.» (παρατεταμένοι γέλωτες). Ἀλλ’ ἐντὸς αὐτῶν τῶν ἑπτὰ μηνῶν δὲν πρόκειται μόνον νὰ διδαχθῶσιν ὅλα τὰ μαθήματα, τὰ ὁποῖα πρὸ μικροῦ σᾶς ἀπηρίθμησα. Εἰς τὴν διδασκαλίαν αὐτῶν προστίθενται καὶ αἱ πρακτικαὶ ἀσκήσεις, χάριν τῶν ὁποίων κυρίως ἐθεωρεῖτο πρὶν ἐπαρκὴς ἡ τριετὴς ἐν τοῖς διδασκαλείοις ἐκπαίδευσις, ἀλλ’ ἐδέησε νὰ γίνῃ αὐτὴ τετραετής. Λέγων δὲ πρακτικὰς ἀσκήσεις ἐννοῶ τὴν ὑποδειγματικὴν καὶ τὴν δοκιμαστικὴν διδασκαλίαν ἐφ’ ὅλων τῶν μαθημάτων, τῶν διδασκομένων ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις. Αὐτὴ παρέπεται εἰς τὴν διδασκαλίαν ἰδίως τῆς ψυχολογίας, παιδαγωγικῆς καὶ γενικῆς καὶ εἰδικῆς διδακτικῆς ἀρχομένη ἀπὸ τῶν μέσων τῆς ὅλης ἐκπαιδεύσεως τοῦ μέλλοντος δημοδιδασκάλου. Ἵνα δὲ, Κύριοι, ἔχητε ἔννοιάν τινα τοῦ πράγματος, ὅσοι ἐξ ὑμῶν δὲν ἔχετε ἀσχοληθῆ ποτε εἰδικώτερόν πως περὶ τὰ ἐκπαιδευτικὰ, ἐπιτρέψατέ μοι, παρακαλῶ, νὰ σᾶς ἐξηγήσω δι’ ὀλίγων εἰς τί συνίσταται αὕτη ἡ ὑποδειγματικὴ καὶ δοκιμαστικὴ διδασκαλία. Εἰς ἕκαστον διδασκαλεῖον προσαρτᾶται ἓν πρότυπον δημοτικὸν σχολεῖον, ἐν ᾧ διδάσκει πρῶτον ὑποδειγματικῶς ὁ ἁρμόδιος καθηγητὴς ἕκαστον τῶν μαθημάτων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἤτοι ἀνάγνωσιν, γραφήν, ἀριθμητικήν, ἱερά, πατριδογραφίαν, ᾠδικήν, γυμναστικὴν κτλ. Ἡ διδασκαλία αὕτη πρέπει νὰ γίνῃ ἐπανειλημμένως ἐπὶ ἡνωμένου καὶ διῃρημένου σχολείου, ἤτοι δι’ ὅλας τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς ἀναλόγως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μαθητῶν πᾶσαι αἱ τάξεις ἢ τινες μόνον αὐτῶν συνδιδάσκονται ἢ γίνεται ἡ διδασκαλία χωριστὰ εἰς μίαν ἑκάστην αὐτῶν. Μετὰ τὴν ὑποδειγματικὴν ἐπακολουθεῖ ἡ δοκιμαστικὴ διδασκαλία ὑφ’ ἑνὸς ἑκάστου τῶν μαθητευομένων ὡσαύτως εἰς ὅλα τὰ μαθήματα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐπί τε τοῦ ἡνωμένου καὶ τοῦ διῃρημένου σχολείου καὶ δὴ οὐχὶ ἅπαξ, ἀλλὰ δὶς καὶ τρίς. Πρέπει δὲ ἑκάστη δοκιμαστικὴ διδασκαλία νὰ συνοδεύηται ὑπὸ παρατηρήσεων καὶ κρίσεων τῶν λοιπῶν μαθητῶν καὶ τοῦ ὑποδειγματικῶς διδάξαντος. Εἰς τὰ πολυτάξια διδασκαλεῖα ἐπετρέπετο νὰ ἔχῃ ἑκάστη τάξις τὸ πολὺ τεσσαράκοντα μαθητάς, ἐπειδὴ δὲ δι’ αὐτοὺς δὲν ἤρκει ὁ χρόνος τῆς τριετοῦς ἐκπαιδεύσεως διὰ τὴν δοκιμαστικὴν κυρίως διδασκαλίαν, ἔγινεν αὕτη τετραετής. Ἐπὶ τῶν μονοταξίων διδασκαλείων αὐξάνει ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν εἰς 60, ἀφοῦ δὲ ὁ χρόνος τῆς ἐκπαιδεύσεώς των περιορίζεται ἐκ τεσσάρων ἐτῶν εἰς ἑπτὰ μόνον μῆνας, ἕκαστος ἐννοεῖ τώρα κατὰ πόσον εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ γίνῃ λόγος ἐπ’ αὐτῶν περὶ δοκιμαστικῆς διδασκαλίας. Κατὰ ταῦτα, Κύριοι, τόσον ἡ θεωρητικὴ διδασκαλία, ὅσον καὶ αἱ πρακτικαὶ λεγόμεναι ἀσκήσεις ἐν τοῖς μονοταξίοις διδασκαλείοις θὰ εἶναι ἁπλῆ παρῳδία τῆς ἐκπαιδεύσεως τῆς ἐν τοῖς πολυταξίοις διδασκαλείοις. Οἱ μαθητευόμενοι ἐν αὐτοῖς, οἱ ὁποῖοι ἄλλως δὲν θὰ διακρίνωνται πολὺ ἐπὶ εὐφυΐᾳ καὶ ἐπιμελείᾳ, δι’ οὓς λόγους ἀνέφερα πρὸ μικροῦ, θὰ διδάσκωνται μὲν πολλὰ ἐπιτροχάδην ὅλως καὶ φύρδην μίγδην, χωρὶς ὅμως νὰ ἐκμάθωσί τι βέβαιον καὶ ἀσφαλές. Ἡ ἡμιμάθεια καὶ ἐπιπολαιότης των θὰ εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ ἀποβῇ ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις ἐπικινδυνωδεστέρα καὶ αὐτῆς τῆς ἀμαθείας. Ἰδού, Κύριοι, διατί εἷς τῶν ἀρχαιοτέρων καὶ μᾶλλον πεπειραμένων παιδαγωγῶν μας ἅμα τῇ ἐκδόσει τοῦ περὶ μονοταξίων διδασκαλείων Β. Διατάγματος ἔσπευσε νὰ δημοσιεύσῃ περὶ αὐτῶν ἐνυπογράφως ἄρθρον, δι’ οὗ ἐχαρακτήρισε τοὺς δημοδιδασκάλους τοὺς ὁποίους αὐτοὶ θὰ ἐξαπολύσωσιν ὡς λυμεῶνας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Τὸ δὲ μεγαλείτερον δυστύχημα θὰ εἶναι ὅτι αὐτοὶ δὲν θὰ πληρώσωσι προσωρινῶς μόνον μίαν ἐπείγουσαν ἀνάγκην, ὡς ἰσχυρίσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ἀλλ’ ἐξομοιούμενοι ἐν πᾶσι πρὸς τοὺς λοιποὺς δημοδιδασκάλους θὰ εἶναι μόνιμοι καὶ θὰ λυμαίνωνται οὐχὶ μίαν, ἀλλὰ πολλὰς γενεὰς Ἑλληνοπαίδων. Κίνδυνος μάλιστα ὑπάρχει ὄχι μόνον τὸ Μαράσλειον νὰ παύσῃ λειτουργοῦν, ἀλλὰ ν’ ἀποδειχθῶσι θνησιγενῆ μένοντα ἄνευ μαθητῶν καὶ ὅλα τὰ τριτάξια διδασκαλεῖα, τὰ ὁποῖα θέλει νὰ συστήσῃ τώρα ὁ κ. Ὑπουργός. Διατί τοῦτο; Προκειμένου, Κύριοι, νὰ ἐκλέξωσιν οἱ θέλοντες ν’ ἀκολουθήσωσι τὸ διδασκαλικὸν στάδιον μεταξὺ τριταξίων καὶ μονοταξίων διδασκαλείων θὰ προτιμήσωσιν, ὡς φρόνιμοι ἄνθρωποι, τὰ τελευταῖα, ἀφοῦ τὰ αὐτὰ ἔτη θὰ διανύσωσι σπουδάζοντες καὶ εἰς ταῦτα καὶ εἰς ἐκεῖνα. Διότι εἰς μὲν τὰ τριτάξια θὰ καταταχθῶσι μὲ ἐνδεικτικὸν τῆς δευτέρας γυμνασιακῆς τάξεως, εἰς δὲ τὰ πολυτάξια μὲ ἀπολυτήριον γυμνασίου, ἤτοι μὲ διετῆ περιπλέον γενικὴν μόρφωσιν. Ἐν τοιαύτῃ ὅμως περιπτώσει θὰ φροντίσωσιν αὐτοὶ πάντες νὰ ἀποπερατώσωσι τὰς γυμνασιακάς των σπουδάς, ἵν’ ἀποκτήσωσιν οὕτω τὸ προσὸν τοῦ νὰ δύνανται διὰ διαγωνισμοῦ νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τόσα ἄλλα στάδια ἐπαγωγότερα καὶ μὲ εὐρύτερον μέλλον τοῦ διδασκαλικοῦ, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερα πρὸ μικροῦ. Ὅταν θὰ ἀποτύχωσιν ἐξ ὅλων αὐτῶν, τότε θὰ ἔχωσιν ὡς τελευταῖον καταφύγιον τὰ μονοτάξια διδασκαλεῖα. Ὑπολείπεται, Κύριοι, νὰ ἐξετάσω δι’ ὀλίγων καὶ τὸ τελευταῖον ἐπιχείρημα, ὅπερ ὁ κ. Ὑπουργὸς προέβαλε τόσον ὑπὲρ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ χρόνου τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν τοῖς πολυταξίοις διδασκαλείοις ἐκ τεσσάρων εἰς τρία ἔτη, ὅσον καὶ ὑπὲρ τῶν μονοταξίων διδασκαλείων. Εἶπεν αὐτὸς ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην τὴν σήμερον ὑπερτρισχιλίων δημοδιδασκάλων, τοὺς ὁποίους μὲ τετρατάξια διδασκαλεῖα, ὡς τὸ Μαράσλειον, οὔτε μετὰ τριακονταετίαν οὔτε εἰς αἰῶνα τὸν ἅπαντα θ’ ἀποκτήσωμέν ποτε, διότι εἶναι πάρα πολλὰ τὰ ἔτη τῆς τετραετοῦς ἐκπαιδεύσεως, τούτου δ’ ἕνεκεν ἤρξατο ἐλαττούμενος ὁ ἀριθμὸς τῶν προσερχομένων εἰς τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος διδασκαλεῖον, ἀφ’ ὅτου αὐτὸ ἔγινε τετρατάξιον, ἕως οὗ τελευταῖον περιωρίσθη αὐτὸς εἰς 13 μόνον, ἂν δὲν μὲ πλανᾷ ἡ μνήμη. Ἄλλοι, Κύριοι, εἶναι οἱ λόγοι τῆς παρατηρουμένης τὴν σήμερον ἀπροθυμίας διὰ τὸ διδασκαλικὸν ἐπάγγελμα καὶ ὄχι ὁ προβαλλόμενος ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας. Πρώτιστος καὶ κυριώτατος λόγος εἶναι κατ’ ἐμὴν γνώμην ἡ ἀστοργία, ἣν ἐπέδειξε μέχρι τοῦδε καὶ ἐξακολουθεῖ ἔτι καὶ νῦν ἐπιδεικνύουσα ἡ Πολιτεία πρὸς τοὺς δημοδιδασκάλους παραγνωρίζουσα παντάπασι τὸν μέγαν καὶ ὑψηλὸν προορισμόν των. Ὅ,τι πάλαι ποτὲ ἐλέχθη περὶ τῶν Γερμανῶν δημοδιδασκάλων, ὅτι δηλαδὴ εἰς αὐτοὺς κατ’ ἐξοχὴν ὠφείλοντο αἱ νῖκαι τῆς Γερμανίας κατὰ τῆς Γαλλίας, τοῦτ’ αὐτὸ δύναται νὰ λεχθῇ τώρα καὶ περὶ τῶν Ἑλλήνων δημοδιδασκάλων. Εἰς τούτους ὀφείλονται κατὰ μέγα μέρος καὶ αἱ νῖκαι ἡμῶν κατὰ τοὺς δύο τελευταίους πολέμους. Διότι αὐτοὶ κυρίως ὑπῆρξαν οἱ σκαπανεῖς τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν μεγαλείου, αὐτοὶ ἐξύψωσαν τὸ φρόνημα καὶ ἐνέπνευσαν τὰ γενναῖα αἰσθήματα τῆς αὐταπαρνήσεως καὶ ἐθελοθυσίας εἰς τὰ τέκνα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἀναδείξαντες ταῦτα καθ’ ὅλα ἐφάμιλλα καὶ πρὸς τοὺς πάλαι Μαραθωνομάχους καὶ Σαλαμινομάχους προγόνους ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐνῷ, Κύριοι, ἐν Γερμανίᾳ οἱ δημοδιδάσκαλοι κατέχουσιν ἐξέχουσαν καὶ περίβλεπτον κοινωνικὴν θέσιν, ἐνῷ ἐκεῖ ἡ μισθοδοσία των αὐξάνει ἀναλόγως τῶν ἐτῶν τῆς ὑπηρεσίας καὶ φθάνει εἰς πολλὰς χιλιάδας μάρκων ἐτησίως, ἐνῷ ἐκεῖ διανοίγεται εὐρὺ στάδιον προαγωγῆς εἰς αὐτούς, διότι δύνανται νὰ γίνωσι σὺν τῷ χρόνῳ οὐ μόνον διευθυνταὶ πολυταξίων καὶ πρωτοτύπων δημοτικῶν σχολείων, ἀλλὰ καὶ ἐπιθεωρηταὶ καὶ καθηγηταὶ καὶ διευθυνταὶ ἔτι διδασκαλείων, παρ’ ἡμῖν ἐξακολουθοῦσιν ἔτι καὶ νῦν οἱ δημοδιδάσκαλοι κατὰ πολὺ ὑστεροῦντες ἐκείνων ὑπὸ ἔποψιν κοινωνικὴν μὴ μισθοδοτούμενοι ἐπαρκῶς καὶ ἀποκλειόμενοι ἐξ ὅλων σχεδὸν τῶν ἀξιωμάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι προσιτὰ εἰς τοὺς Γερμανοὺς συναδέλφους των. Δυστυχῶς δὲ ἡ Πολιτεία ὁσάκις εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προβῇ εἰς οἰκονομίας, εἰς τὴν ῥάχιν τῶν δημοδιδασκάλων πρὸ πάντων ἠθέλησε νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτάς. Καὶ εἶχον μέν, Κύριοι, αἱ πάλαι Κυβερνήσεις εὐλογοφανῆ τινα πρόφασιν διὰ τὴν τοιαύτην ἀστοργίαν των πρὸς τοὺς δημοδιδασκάλους. Ἡ τότε μικρὰ καὶ ἀσθενὴς Ἑλλὰς εἶχε πρὸ παντὸς νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς ἐθνικῆς μας ἀποκαταστάσεως. Καὶ ἐὰν αὐτὴ ἐλησμόνει τὴν τοιαύτην ὑποχρέωσίν της, ἐφρόντιζον οἱ ἀλύτρωτοι ἔτι Ἕλληνες νὰ τὴν ἐπαναφέρωσιν ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν εἰς τὴν μνήμην της διὰ τῶν ἐπανειλημμένων ἐξεγέρσεών των πρὸς ἀποτίναξιν τοῦ ξενικοῦ ζυγοῦ, ἀπέναντι τῶν ὁποίων δὲν ἠδύνατο νὰ μείνῃ ἀπαθὴς ἡ Ἑλλάς, ἀλλ’ ἠναγκάζετο νὰ ἐπέρχηται ἐπίκουρος εἰς αὐτοὺς ἐπιστρατευομένη καὶ ἡ ἰδία ἐνίοτε, ἕως οὗ ἐξηναγκάσθη αὐτὴ ἐν ἔτει 1897 ἑκοῦσα ἄκουσα νὰ κατέλθῃ μόνη της καὶ ἀπαράσκευος εἰς τὸν ἀτυχῆ πόλεμον τοῦ ἔτους ἐκείνου. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἔπρεπε κατ’ ἀνάγκην τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος τότε νὰ συνομολογῇ δάνεια, νὰ ἔχῃ πάντοτε ἐλλείματα καὶ νὰ ἐπίδῃ τέλος τὰ χρέη του ἐξογκούμενα ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ν’ ἀναστείλῃ τὰς πληρωμάς του καὶ νὰ δεχθῇ συμβιβασμὸν ὑπὸ διεθνῆ Ἔλεγχον. Ἀλλά, Κύριοι, οἱ ὅροι ἐκεῖνοι ἀπὸ τετραετίας ἤδη καὶ ἐπέκεινα, ἀφότου ἐφηρμόσθησαν τὰ οἰκονομικὰ μέτρα τοῦ ὑπουργείου τῆς 15ης Αὐγούστου μετεβλήθησαν. Ἔκτοτε ὁ τακτικὸς ἡμῶν Προϋπολογισμὸς ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ περισσεύματα τέως ἀνήκουστα. Ἔκτοτε ηὐτύχησεν ἡ Ἑλλὰς νὰ διεξαγάγῃ δύο νικηφόρους πολέμους, κατ’ ἀκολουθίαν τῶν ὁποίων σχεδὸν ἐδιπλασιάσθη αὐτὴ κατ’ ἔκτασιν καὶ πληθυσμὸν ἀποκτήσασα χώρας γονιμωτάτας μὲ προϊόντα πολυτιμότατα, ἐξ ὧν ἑνὸς καὶ μόνου ἡ ἐτησία πρόσοδος μέλλει νὰ ὑπερβῇ τὰς προσόδους ὅλων τῶν ἄλλων προϊόντων τῆς χώρας ἡμῶν συλλήβδην, ὡς διεβεβαίωσε τοὐλάχιστον εἰς ξένον δημοσιογράφον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τελευταῖον ὑπολογίσας ἐκ μόνου τοῦ καπνοῦ τῶν νέων ἐπαρχιῶν ἀκαθάριστον πρόσοδον ἐξ 180 ἑκατομμυρίων δραχμῶν (γέλωτες)
§43ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὡραῖα. Καὶ τὸ λέγετε αὐτὸ ὑμεῖς, κ. Εὐταξία;
§44ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν τὸ λέγω ἐγώ, τὸ εἶπεν ὁ Συνάδελφός σας κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς Ἄγγλον δημοσιογράφον, ὅστις ἐδημοσίευσε τὴν σχετικὴν συνέντευξιν ἐν Ἀγγλικῷ περιοδικῷ, ἐξ οὗ μεταφράσασα αὐτὴν ἀνεδημοσίευσε πρὸ ἡμερῶν ἐνταῦθα ἀπογευματινή τις ἐφημερὶς φιλικώτατα διακειμένη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, χωρὶς νὰ διαψευσθῇ ἀκόμη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ὁπωσδήποτε ὅμως καὶ ἂν ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, βέβαιον εἶναι ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις καθόλου θεωροῦσι τώρα τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους εὐάρεστον ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν. Ἀλλὰ διατί τότε δὲν ἀποφασίζεται ἡ βελτίωσις τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῶν ὑποδιδασκάλων καὶ δημοδιδασκάλων;
§45Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Αὐτὸ δὲν κάμνομεν καὶ ἡμεῖς μὲ τὰ ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια;
§46ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ· ἂν πονῆτε πράγματι τοὺς ὑποδιδασκάλους καὶ τοὺς δημοδιδασκάλους, φέρετε χωριστὰ εἰς τὴν Βουλὴν ἓν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ βελτιῶται ὄντως ἡ οἰκονομική των θέσις καὶ θὰ ἴδητε τοῦτο ψηφιζόμενον πάραυτα ἄνευ ἀντιρρήσεως. Ἀλλὰ μὴ ἐξουδετεροῦτε τὴν μικρὰν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν ὑποδιδασκάλων διὰ τῆς προτεινομένης τοποθετήσεώς των εἰς πόλεις καὶ κωμοπόλεις ἐν αἷς ἀδύνατον νὰ ἐπαρκέσῃ ὁ γλίσχρος μισθὸς αὐτῶν πρὸς συντήρησίν των. Κανονίσατε δὲ τὰς προσαυξήσεις τοῦ μισθοῦ τῶν δημοδιδασκάλων ἀναλόγως τῶν ἐτῶν τῆς ὑπηρεσίας των, ὡς γίνεται τοῦτο παντοῦ καὶ πάντοτε, οὐχὶ δὲ ἐπὶ τῇ βάσει ὑποδιαιρέσεως τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν, οὕτως ὥστε εἷς δημοδιδάσκαλος νὰ φθάνῃ εἰς τὸ ἀνώτατον ὅριον τοῦ μισθοῦ του τότε καὶ μόνον, ὅταν ἐκλίπωσιν ἀποθνήσκοντα ἢ ἀποχωροῦντα ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τὰ ἐννέα δέκατα τῶν συναδέλφων του. Τὸ δῶρόν σας, ὡς παρατηρεῖτε, εἶναι κάπως ἄδωρον, ἀλλὰ καὶ αὐτοῦ ἡ ψήφισις δυσχεραίνεται τὰ μάλιστα, διότι τὸ συνδυάζετε μὲ νομοσχέδια ἀνατρέποντα ἐν πολλοῖς ἐκ βάθρων τὸ ἐκπαιδευτικόν μας σύστημα καὶ ὡς ἐκ τούτου δυσκόλως δυνάμενα νὰ ψηφισθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Προκαλῶ, Κύριοι, καὶ πάλιν τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ἵνα μᾶς ὑποβάλῃ σύντομον καὶ αὐτοτελὲς νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ὄντως νὰ βελτιῶται ἡ οἰκονομικὴ θέσις τῶν λειτουργῶν τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως. Θὰ ἴδῃ δὲ τότε, ἅμα ψηφιζομένου αὐτοῦ καὶ γινομένου νόμου τοῦ Κράτους, οὐ μόνον τὸ Μαράσλειον, ἀλλὰ καὶ ἕξ ἀκόμη τετρατάξια διδασκαλεῖα, ὡς αὐτό, ὑπερπληρούμενα μαθητῶν. Μόνον δὲ τοιαῦτα διδασκαλεῖα χρειαζόμεθα τὴν σήμερον διὰ νὰ ἔχωμεν δημοδιδασκάλους ἀνταξίους τοῦ ὑψηλοῦ καὶ μεγάλου προορισμοῦ των καὶ πάντοτε μέν, μάλιστα δὲ τώρα ὑπὸ τοὺς νέους πνευματικοὺς ὁρίζοντας, οἱ ὁποῖοι διανοίγονται εἰς τὴν μεγάλην Ἑλλάδα. Ἀλλ’ ὅπως, Κύριοι, πληρώσωμεν ἐκ τῶν ἐνόντων τὰς ἐπειγούσας τὴν σήμερον ἀνάγκας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις, δὲν εἶναι ἀπαραίτητα τὰ μονοτάξια διδασκαλεῖα. Δυνάμεθα προσωρινῶς νὰ χρησιμοποιήσωμεν τοὺς ὑπάρχοντας ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις δημοδιδασκάλους ἑκατέρου φύλου. Πολλοὶ τούτων εἶναι ἀπόφοιτοι τῶν ἐν Ἑλλάδι διδασκαλείων ἢ διδασκαλείων λειτουργησάντων μέχρι τοῦδε πολλαχοῦ τῆς ἀλυτρώτου Ἑλλάδος αὐτοτελῶς ἢ ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ Γυμνάσιον. Καὶ πρὶν ἢ ἱδρυθῇ ἐν Ἀθήναις τῷ 1878 τὸ δεύτερον διδασκαλεῖον, εἶχον συσταθῆ ἐν Σέρραις καὶ Θεσσαλονίκῃ διδασκαλεῖα κατὰ τὸ γερμανικὸν πρότυπον, τὸ μὲν πρῶτον ὑπὸ τὸν Δημ. Μαρούλην, τὸ δὲ δεύτερον ὑπὸ τὸν Χαρ. Παπαμάρκου, ὅστις ὕστερον διηύθυνε τὸ ἐν Κερκύρᾳ καὶ ἐν Ἀθήναις διδασκαλεῖον, ἐγένετο δὲ καὶ Γενικὸς ἐπιθεωρητὴς τῶν δημοτικῶν σχολείων ἐν Ἑλλάδι, εἰσηγητὴς διαφόρων ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων καὶ τῶν πρώτων ἀναλυτικῶν προγραμμάτων τῶν δημοτικῶν σχολείων ἐν Ἑλλάδι. Ἔχομεν λοιπὸν ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις ἱκανὸν ἀριθμὸν δημοδιδασκάλων ἑκατέρου φύλου, ἀποφοίτων πολυταξίων διδασκαλείων· ἔχομεν πλείονας τοιούτους ἀποφοίτους Γυμνασίων μετὰ παιδαγωγικῆς μορφώσεως ἢ καὶ ἄνευ τοιαύτης. Καθ’ ἃς ἐγὼ τοὐλάχιστον ἔχω πληροφορίας εἰς πάσας σχεδὸν τὰς πόλεις, κωμοπόλεις καὶ τὰ λεγόμενα κεφαλοχώρια, τὰ οἰκούμενα ὑφ’ Ἑλλήνων, ἐχόντων μητρικὴν γλῶσσαν τὴν Ἑλληνικήν, ὑπάρχουσι τοιοῦτοι δημοδιδάσκαλοι, τοὺς ὁποίους ἠδυνάμεθα νὰ συγκαλέσωμεν ἐν καιρῷ διακοπῶν εἰς διάφορα κέντρα, ἐκεῖ δὲ μετὰ βραχεῖαν εἰσαγωγὴν εἰς τὴν παιδαγωγικὴν καὶ γενικὴν καὶ εἰδικὴν διδακτικὴν ν’ ἀσκηθῶσιν αὐτοὶ ἐμπράκτως ἐπί τινας ἑβδομάδας δι’ ὑποδειγματικῆς καὶ δοκιμαστικῆς διδασκαλίας καὶ δὴ ὑπὸ τῶν ἀρίστων καὶ μᾶλλον πεπειραμένων δημοδιδασκάλων. Θὰ ἐγίνετο οὕτω πως, ὅ,τι πάλαι ποτὲ παρ’ ἡμῖν, προκειμένου νὰ εἰσαχθῇ ἡ συνδιδακτικὴ μέθοδος εἰς τὰ δημοτικά μας σχολεῖα ἀντὶ τῆς πρὶν ἐν χρήσει ἀλληλοδιδακτικῆς. Μὴ ἀμφιβάλλετε, Κύριοι, ὅτι οὕτω πως οἱ ὑπάρχοντες διδάσκαλοι θὰ ἀνεδεικνύοντο ἀσυγκρίτως χρησιμώτεροι τῶν ἀποφοίτων τῶν μονοταξίων διδασκαλείων. Τὸ δὲ σπουδαιότερον εἶναι ὅτι ἀπέναντι αὐτῶν τὸ Κράτος οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν θὰ ἀνελάμβανεν, ὡς ἀπέναντι τούτων, ἵνα τοὺς ἀναγνωρίσῃ ὡς ὁμοτίμους καθ’ ὅλα πρὸς τοὺς ἀποφοίτους τῶν πολυταξίων διδασκαλείων, οὕτως ὥστε νὰ μὴ δύναται ν’ ἀντικαταστήσῃ αὐτοὺς βραδύτερον, ὅτε θὰ εἴχομεν ἐκ τῶν συσταθησομένων πολυταξίων διδασκαλείων ἱκανὸν ἀριθμὸν διαθεσίμων δημοδιδασκάλων. Ἔλλειψις, Κύριοι, μεγάλη διδασκάλων ὑπάρχει τώρα ἰδίως εἰς τὰ ξενόφωνα χωρία τῶν νέων ἐπαρχιῶν, ἔνθα παρεισδύσασαι ξενικαὶ προπαγάνδαι κατώρθωσαν ἀπό τινων δεκαετηρίδων οὐ μόνον τὰ πρὶν ἀπαντῶντα ἐκεῖ ἑλληνικὰ σχολεῖα ν’ ἀντικαταστήσωσι δι’ ἀλλογλώσσων, ἀλλὰ καὶ τὸ ἐκκλησιαστικὸν καὶ ἐθνικὸν φρόνημα τῶν κατοίκων των νὰ μεταβάλωσιν ἐν πολλοῖς. Πρὸ τριακονταετίας περίπου εἶχον ἐπισκεφθῆ τὴν πεδιάδα τῶν Σερρῶν, εὗρον δὲ τότε πάντα τὰ ἐκεῖ βουλγαρόφωνα χωρία ἔχοντα ἑλληνικὸν τὸ φρόνημα καὶ συντηροῦντα ἑλληνικὰ σχολεῖα, πάντας δὲ σχεδὸν τοὺς νεωτέρους ἐκ τῶν κατοίκων των ὁμιλοῦντας καὶ ἑλληνιστί. Πρὸ ὀλίγων ὅμως μηνῶν ἐπισκεφθεὶς καὶ πάλιν τὰ μέρη ἐκεῖνα ἔμεινα κατάπληκτος πρὸ τῶν προόδων, τὰς ὁποίας εἶχε κάμει ἐν τῷ μεταξὺ ἡ σχισματικὴ τῶν βουλγάρων προπαγάνδα εἰς αὐτά. Ἀπὸ δεκαετηρίδων ἤδη εἶχον κλείσει τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα ἀντικατασταθέντα ὑπὸ Βουλγαρικῶν, πάντες δὲ σχεδὸν οἱ κάτοικοι αὐτῶν, οἱ ἄγοντες ἡλικίαν κάτω τῶν τριάκοντα ἐτῶν, ὡμίλουν μόνον βουλγαριστί. Εἰς αὐτὰ ὅμως τὰ μέρη ἀντὶ δημοδιδασκάλων δὲν ἦσαν κατ’ ἀρχὰς χρησιμώτεραι νηπιαγωγοί, δι’ ὧν θὰ κατωρθοῦτο εὐκολώτερον νὰ ἐκμάθωσι τὰ τέκνα τῶν ξενοφώνων τὴν ἑλληνικὴν γλῶσσαν; Ἔχομεν, Κύριοι, καὶ ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι ὄχι ὀλίγα ἀλβανόφωνα χωρία, εἰς τὰ ὁποῖα, ἂν καὶ λειτουργοῦσιν ἀνέκαθεν δημοτικὰ σχολεῖα μὲ δημοδιδασκάλους, οὐχ ἧττον ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι καθωμιλημένη ἡ ἀλβανική, δὲν σπανίζουσι δ’ ἐν αὐτοῖς αἱ γυναῖκες, αἱ ἀγνοῦσαι παντάπασι τὴν ἑλληνικήν. Τοῦτο δὲν θὰ συνέβαινε βεβαίως, ἐὰν ἀρχῆθεν συνιστῶντο εἰς τὰ μέρη κατὰ νηπιαγωγεῖα. Ἀλλ’ ἡ σύστασις αὐτῶν ἀποβαίνει αὐτόχρημα ἐθνικὴ ἀνάγκη διὰ τοὺς ξενοφώνους ἰδίως τῆς Μακεδονίας. Εὐτυχῶς δέ, Κύριοι, ὑπάρχουσιν ἐν Ἑλλάδι ὑπερχίλιαι διδασκάλισσαι ἐκτὸς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας θὰ ἠδυνάμεθα καλλίτερα νὰ χρησιμοποιήσωμεν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, ἐὰν ἐφροντίζομεν ἐγκαίρως νὰ τὰς παρασκευάσωμεν καταλλήλως διὰ τὸ νηπιαγωγικὸν στάδιον καὶ νὰ τὰς ἐξαποστείλωμεν εἶτα εἰς τὰ ξενόφωνα μέρη τῶν νέων ἐπαρχιῶν.
§47ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἔχετε δίκαιον.
§48Σ. ΒΑΚΡΑΤΣΑΣ. Δὲν ἐννοοῦσι ν’ ἀπομακρυνθῶσι τῶν Ἀθηνῶν.
§49ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διότι τώρα προτείνονται εἰς αὐτὰς συνήθως θέσεις ὑποδιδασκάλων εἰς κοινὰ σχολεῖα μὲ μισθὸν 55, 65 καὶ 75 δραχμὰς τὸν μῆνα κατ’ ἀνώτατον ὅρον. Προκειμένου ὅμως αὗται νὰ ἐξομοιωθῶσιν ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην πρὸς τοὺς δημοδιδασκάλους, τοὺς ὁποίους θέλει τώρα νὰ παρασκευάσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας διὰ τῶν μονοταξίων διδασκαλείων, ἵνα τοὺς ἐξαπολύσῃ ἔπειτα κατὰ τῆς Μακεδονίας, προθύμως θὰ ἐδέχοντο αὐταὶ νὰ ὑπηρετήσωσιν ὡς νηπιαγωγοὶ τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ θὰ ἐγίγνωσκον ὅτι οὕτω πως μέλλουσι νὰ παράσχωσιν μεγάλην ἐθνικὴν ὑπηρεσίαν. Δὲν ἠξεύρω, Κύριοι, ἐὰν ἄλλος τις ἔχῃ νὰ ὑποδείξῃ σκοπιμώτερον τοῦ νῦν προτεινομένου τρόπου πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις καὶ ἰδίως ἐν Μακεδονίᾳ. Ἐλπίζω ὅμως νὰ συμφωνήσητε μετ’ ἐμοῦ πάντες ἐν τούτῳ τουλάχιστον καὶ μόνῳ, ὅτι δηλαδὴ ἡ χειρίστη τῶν λύσεων τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ζητήματος εἶναι ἡ διὰ τῶν μονοταξίων διδασκαλείων. Ἐλπίζω περὶ τούτου νὰ ἔχῃ ἤδη πεισθῇ καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ἐξ ὅσων τὴν ἑσπέραν ταύτην ὑπεστηρίξαμεν, ὁ μὲν ἀξιότιμος ἐκ Τρικκάλων Συνάδελφος ἐπὶ τὸ ἐπιστημονικώτερον καὶ θεωρητικώτερον, ἐγὼ δὲ ἐπὶ τὸ πρακτικώτερον. Θὰ ἦτο βεβαίως προτιμότερον διὰ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ προβῇ καθόλου εἰς τὴν σύστασιν τῶν μονοταξίων διδασκαλείων καὶ μάλιστα διὰ Β. Διατάγματος ἐπὶ καταχρηστικῇ ἐνασκήσει νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὡς ἐὰν εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀποτρέψῃ τοιουτοτρόπως μέγαν τινα κίνδυνον. Τώρα ἡ στοιχειώδης φρόνησις ἐπιβάλλει εἰς αὐτὴν νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ τουλάχιστον ἐν τῷ μέλλοντι τὴν λειτουργίαν τῶν μονοταξίων διδασκαλείων, διότι ἄλλως θὰ μεταμεληθῇ καὶ αὐτὴ πικρῶς μίαν ἡμέραν.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βελέντζας ἔχει τὸν λόγον.
§51Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἀνέμενον, κύριοι Βουλευταί, ἐκ τῆς βραδύτητος τῆς εἰς τὴν ψῆφον ὑμῶν ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τοῦ νομοθετικοῦ Διατάγματος περὶ ἱδρύσεως τῶν μονοταξίων διδασκαλείων ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας θὰ προσεκόμιζεν εἰς τὴν Βουλὴν πᾶσαν νεωτέραν συμπληρωματικὴν πληροφορίαν, ἐξ ἧς νὰ διαπιστῶται ἂν τὰ συσταθέντα μονοτάξια διδασκαλεῖα ἀπὸ τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου 1913 ἐλειτούργησαν κανονικῶς μέχρι τοῦδε, ἵνα ἐξαχθῶμεν ἐκ τῆς πλάνης, εἰς τὴν ὁποίαν τυχὸν περιήλθομεν, καὶ τοῦ φόβου, ὃν εἴχομεν, ὅτι αὐτὰ θὰ ἀπετύγχανον τοῦ σκοποῦ των.
§52Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὅ,τι ἐζητήσατε σᾶς τὸ ἔδωκα.
§53Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Μήπως ἔχετε τίποτε συμπληρωματικά;
§54Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν ἐζητήσατε τίποτε ἄλλο.
§55Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Δὲν ἐχρειάζετο νὰ σᾶς τὰ ζητήσω. Ἐγὼ ἤδη ἀπὸ τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου, περὶ τὰ τέλη αὐτοῦ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἔσπευσα νὰ ζητήσω πληροφορίας ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας διὰ νὰ ἴδω, ἐὰν οἱ φόβοι οἱ ὁποῖοι ὑπῆρχον περὶ τῆς ἀποτυχίας τῶν μονοταξίων διδασκαλείων ἦσαν βάσιμοι ἢ ὄχι. Μοὶ ἔδωκε τότε πληροφορίας τινὰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας ἐγγράφους περὶ τῆς λειτουργίας τῶν διδασκαλείων τούτων καὶ ἐκ τῶν πληροφοριῶν αὐτῶν τὰς ὁποίας ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, ἐκτὸς ἐὰν ὑπάρχωσι καὶ ἄλλαι συμπληρωματικαὶ τὰς ὁποίας ἴσως μοὶ παράσχῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ἐπείσθην ὅτι τὰ διδασκαλεῖα αὐτὰ ἀπὸ τοῦ πρώτου ἔτους τῆς ἱδρύσεώς των σχεδὸν ἐναυάγησαν. Ἦσαν εὔλογοι ὅθεν οἱ φόβοι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔλεγον ὅτι τὰ διδασκαλεῖα ταῦτα δὲν εἶναι προωρισμένα νὰ δημιουργήσωσι δημοδιδασκάλους πραγματικούς, ὅτι τὰ διδασκαλεῖα ταῦτα δὲν εἶναι προωρισμένα νὰ δημιουργήσωσι δημοδιδασκάλους ἀφωσιωμένους ψυχῇ τε καὶ σώματι εἰς τὸ ἔργον αὐτῶν, ἀλλ’ ὅτι θὰ ἐχρησίμευον μόνον ὡς σταθμὸς φοιτητῶν καὶ ἀποφοίτων τοῦ Γυμνασίου, ὡς σταθμὸς προσωρινὸς πρὸς οἰκονομίαν τῶν μέσων διὰ τῶν ὁποίων θὰ κατώρθουν νὰ μεταπηδήσωσιν ἔπειτα εἰς ἄλλα ἐπαγγέλματα. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, βλέπετε ὅτι ἡ λειτουργία τῶν μονοταξίων διδασκαλείων εὐθὺς ἀπὸ τῶν πρώτων βημάτων αὐτῆς ἤρχισε νὰ μὴ βαίνῃ κανονικῶς. Ἐνῷ δὲ ἀνεμένομεν ἀποφοίτους τοῦ Γυμνασίου, ὡς λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῇ ἐκθέσει του, νὰ σπεύσωσιν εὐθὺς ἅμα ἀποφοιτήσωσιν ἐξ αὐτοῦ καὶ πρὶν τραπῶσιν εἰς ἄλλα ἐπαγγέλματα νὰ ἐγγραφῶσιν εἰς τὰ μονοτάξια διδασκαλεῖα, ἵνα καταρτισθῶσιν, ὡς θὰ κατηρτίζοντο διὰ τῶν μαθημάτων τὰ ὁποῖα θὰ ἐδιδάσκοντο ἐν τοῖς μονοταξίοις, καὶ καταστῶσι πραγματικοὶ διδάσκαλοι οἱ ἀπόφοιτοι οὗτοι τοῦ Γυμνασίου — τῶν ὁποίων ἡ ἡλικία δὲν ἐξακριβοῦται ἐκ τῶν πληροφοριῶν τὰς ὁποίας ἔχω ἐνώπιόν μου — οἱ προσελθόντες εἰς τὰ μονοτάξια διδασκαλεῖά εἰσιν ἐλάχιστοι. Τοῦτο κατεῖδεν ἀμέσως ὁ κ. Ὑπουργός, ἀλλ’ ἐν τῇ σπουδῇ τὴν ὁποίαν ἔδειξεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ἵνα ἴδῃ λειτουργοῦντα τὰ μονοτάξια διδασκαλεῖα διὰ τοῦ νομοθετικοῦ του Διατάγματος, τοῦ ὁποίου ζητεῖται τώρα ἡ κύρωσις, δὲν ἐδίστασεν ἐλλείψει ἱκανῶν ἀποφοίτων τοῦ Γυμνασίου νὰ εἰσαγάγῃ εἰς αὐτὰ καὶ ἀποφοίτους τῆς Ἱερατικῆς Σχολῆς Τριπόλεως μεταβαπτίζων τούτους εἰς ἀποφοίτους τοῦ Γυμνασίου, ἀδιαφορῶν δέ, ἐὰν ἔχωσιν αὐτοὶ τῳόντι τὰ προσόντα ἐκείνων, διέταξε τὴν ἐγγραφήν των εἰς τὰ μονοτάξια διδασκαλεῖα διὰ νὰ καταστήσῃ δυνατὴν τὴν λειτουργίαν αὐτῶν. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν τὸ Ἱεροδιδασκαλεῖον Τριπόλεως, ὅπερ ἱδρυθὲν πρὸ πολλῶν δεκαετηρίδων εἶχεν ἐν τῷ μεταξὺ καταργηθῆ καὶ τελευταῖον ἀνασυνεστάθη, ἐάν, λέγω, αὐτὸ ἔχῃ προορισμὸν τὴν προπαρασκευὴν δημοδιδασκάλων, ἐὰν δηλαδὴ τὰ μαθήματα τὰ ὁποῖα διδάσκονται ἐν αὐτῷ εἶναι ἱκανὰ νὰ προπαρασκευάσωσιν ἐν τῇ γενικῇ των μορφώσει τοὺς δημοδιδασκάλους, τῶν ὁποίων χρήζει ἡ Νέα Ἑλλὰς καὶ διὰ τῶν ὁποίων μέλλουσι νὰ πληρωθῶσιν αἱ ἐκπαιδευτικαὶ ἀνάγκαι τῆς σημερινῆς κοινωνίας. Ἂς ἴδωμεν τώρα πῶς ἐλειτούργησαν μέχρι τοῦδε τὰ μονοτάξια διδασκαλεῖα, τὰ πληρωθέντα διὰ φοιτητῶν τῆς νομικῆς καὶ ἰατρικῆς κατὰ τὸ πλεῖστον καὶ δι’ ἀποφοίτων τῆς ἐν Τριπόλει Ἱερατικῆς Σχολῆς, ὡς μᾶς ἐπληροφόρησε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας. Τὸ ἐν Ἀθήναις μονοτάξιον διδασκαλεῖον, ὡς λέγει ὁ κ. Ὑπουργός, ἤρξατο λειτουργοῦν ἀπὸ τῆς 10 Σεπτεμβρίου 1913 μὲ μαθητὰς 58. Ποῖοι δέ τινες ὑπῆρξαν οἱ μαθηταὶ οὗτοι; Οἱ 25 διετέλουν διδάσκαλοι. Τὴν πληροφορίαν ταύτην ἥτις εἶναι ἀόριστος θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ συμπληρώσῃ δηλῶν, τί ἐννοεῖ λέγων ὅτι οἱ 25 διετέλεσαν διδάσκαλοι.
§56Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἦσαν διδάσκαλοι ἐν Κρήτῃ.
§57Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Διδάσκαλοι ἐν Κρήτῃ; Ἆρα πάντες ἀπόφοιτοι Γυμνασίου; διότι, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τὸ προσὸν τοῦ διορισμοῦ διδασκάλου ἐν Κρήτῃ εἶναι τὸ ἀπολυτήριον Γυμνασίου. Θὰ ἤμην σύμφωνος, ἐὰν ἤρχοντο ὅλοι οἱ διδάσκαλοι Κρήτης καὶ Μακεδονίας εἰς τὰ διδασκαλεῖα τὰ ὁποῖα θὰ λειτουργήσωσι, τὰ τριτάξια καὶ τετρατάξια, νὰ διδαχθῶσι τὰ εἰδικὰ μαθήματα, ἀλλ’ ἐπὶ δύο ἑξάμηνα, ὅπως συνιστᾷ καὶ ὁ τέως πρόεδρος τῆς Δημοτ. Ἐκπαιδεύσεως κ. Παπασωτηρίου, ὅστις ἐν τῇ ἐκθέσει τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἡ ὁποία ἐδημοσιεύθη ἐν τῇ ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ἀποδεικνύει ὅτι ἑξάμηνος πραγματικὴ διδασκαλία δὲν ἐπαρκεῖ διὰ τὴν μόρφωσιν τῶν διδασκάλων, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται τουλάχιστον διδασκαλία δύο ἑξαμήνων. Ἑξάμηνος διδασκαλία δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ προπαρασκευάσῃ διὰ τὸ ἔργον των τοὺς διδασκάλους· μὲ δύο ἑξάμηνα τοὐλάχιστον θὰ εἶναι δυνατὴ ἡ παρασκευὴ διδασκάλων νέων ἐχόντων ἀπολυτήριον γυμνασίου. Οἱ πρῶτοι λοιπὸν 25, οἱ ἐν Ἀθήναις ἐγγραφέντες, ἀντὶ νὰ εἶναι ἀπόφοιτοι γυμνασίου εἶναι διδάσκαλοι Κρῆτες, δι’ οὓς οὔτε ἱδρύθησαν οὔτε προωρίσθησαν τὰ μονοτάξια διδασκαλεῖα, διότι, κ. Ὑπουργέ, δὲν ἐζητήσατε σεῖς τώρα νὰ μορφώσητε διὰ τῶν μονοταξίων προϋπηρετήσαντας διδασκάλους, ἀλλ’ ἀποφοίτους τῶν γυμνασίων. Ἐκτὸς λοιπὸν τῶν 25 διδασκάλων οἱ λοιποὶ μαθηταὶ τοῦ μονοταξίου διδασκαλείου Ἀθηνῶν εἶναι φοιτηταί, ὀκτὼ τῆς Νομικῆς, τέσσαρες τῆς Φιλολογίας, δύο τῶν Φυσικῶν ἐπιστημῶν, δύο τῆς Ἰατρικῆς καὶ εἷς τῶν Μαθηματικῶν. Εἶναι δὲ ἡλικίας πάντες ἀνωτέρας τῶν 20 ἐτῶν, οἱ περισσότεροι δὲ 24 ἐτῶν. Εἰς τὸ ἐν Θεσσαλονίκῃ διδασκαλεῖον, τοῦ ὁποίου δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ἤρξατο ἀκόμη ἡ λειτουργία κανονικῶς, διότι οἱ διδάσκαλοι τῶν τεχνικῶν μαθημάτων δὲν κατέστη ἀκόμη δυνατὸν νὰ ἀναλάβωσι τὴν διδασκαλίαν των ὡς ὑπηρετοῦντες εἰς τὸν στρατόν, εἰς τὸ διδασκαλεῖον, λέγω, τῆς Θεσσαλονίκης, τὸ ὁποῖον στερεῖται εἰδικῶν διδασκάλων, προσῆλθον ἐννέα διδάσκαλοι, προσέτι δὲ φοιτηταί, εἷς τριτοετὴς τῆς φιλολογίας, εἷς τῆς νομικῆς, τρεῖς τῆς ἰατρικῆς καὶ εἷς τριτοετὴς τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν. Δηλαδὴ ἐν Θεσσαλονίκῃ ἐνεγράφησαν ἐν ὅλῳ 33 μαθηταί, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ ἐννέα διδάσκαλοι, ἕξ φοιτηταὶ καὶ ἀπόφοιτοι τοῦ γυμνασίου μὲ τοὺς βαθμοὺς τοὺς ὁποίους ἀναφέρει ὁ κ. Ὑπουργός, ἡλικίας ἀνωτέρας τῶν 23 ἐτῶν, οἱ δὲ λοιποὶ ἀπόφοιτοι τοῦ Γυμνασίου, ἔχοντες ἡλικίαν ἀνωτέραν τῶν 20 ἐτῶν, χωρὶς νὰ εἶναι γνωστὸν τὸ ἐπάγγελμα τὸ ὁποῖον ἤσκησαν ἀπὸ τῆς ἀποφοιτήσεως ἐκ τοῦ Γυμνασίου μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἀπεφάσισαν νὰ ἀσπασθῶσι τὸ ἐπάγγελμα τοῦ διδασκάλου διὰ τῆς ἐγγραφῆς των εἰς τὸ μονοτάξιον διδασκαλεῖον. Εἰς δὲ τὸ διδασκαλεῖον τῶν Ἰωαννίνων, τὸ ὁποῖον δὲν λειτουργεῖ ἐλλείψει διδακτικοῦ προσωπικοῦ ἐνεγράφησαν 27 μαθηταί, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ 17 διετέλεσαν διδάσκαλοι ἐν Ἠπείρῳ. Διὰ 10 λοιπὸν μαθητάς, ἀποφοίτους τοῦ Γυμνασίου, τοῦ διδασκαλείου Ἰωαννίνων, διὰ 15 μαθητὰς τοῦ διδασκαλείου Θεσσαλονίκης καὶ διὰ 35 μαθητὰς τοῦ διδασκαλείου Ἀθηνῶν ἔδειξε τοιαύτην σπουδὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἱδρύσῃ μονοτάξια διδασκαλεῖα διὰ νὰ ὑποβάλῃ τὸ Δημόσιον εἰς τόσας δαπάνας χάριν τῆς ἱδρύσεως καὶ συντηρήσεως αὐτῶν, ἤτοι διὰ νὰ προπαρασκευάσῃ 50 μόνον διδασκάλους, ἐνῷ ὑπελόγιζεν 180; Καὶ ὅταν διεμαρτυρόμην ἐγὼ καὶ ἔλεγον πρὸς αὐτὸν ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν ποτε τὰ κενά, τὰ ὁποῖα βεβαίως ὑπάρχουσιν ἐν τῇ δημοτικῇ ἐκπαιδεύσει, νὰ συμπληρωθῶσι διὰ τῶν ἀποφοίτων τῶν μονοταξίων, ὁ κ. Ὑπουργός, μολονότι ἦτο πεπεισμένος καὶ αὐτὸς εἰς τὸ βάθος τῆς ψυχῆς του ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν αὐτὰ τὰ μονοτάξια νὰ παραγάγωσι τὰ προσδοκώμενα ἀποτελέσματα, διότι δὲν ἦτο δυνατόν ποτε αὐτὰ νὰ λειτουργήσωσι καλῶς καθ’ ὃν τρόπον μετὰ σπουδῆς ἱδρύθησαν, οὐχ ἧττον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπέμενε μὲν εἰς τὴν γνώμην του, ἀλλὰ δὲν ἐπέσπευδε τὴν κύρωσιν τοῦ Διατάγματος τοῦ ἱδρύοντος αὐτά. Ὡς ἐκ τούτου καὶ πρὸς στιγμὴν ἐπίστευσα ὅτι ἡ βραδύτης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου προήρχετο ἐκ τοῦ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς παρακολουθῶν, ὡς ὤφειλε, τὴν λειτουργίαν τῶν τοιούτων διδασκαλείων καὶ βλέπων ὅτι τὸ σχέδιον αὐτοῦ τῆς διὰ τῶν μονοταξίων διδασκαλείων παρασκευῆς διδασκάλων ἀπέτυχε, θὰ προσήρχετο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ ἐζήτει μὲν ψῆφον ἀφέσεως διὰ τὴν διὰ Διατάγματος σύστασιν τῶν μονοταξίων διδασκαλείων, θὰ εἶχε δὲ τὴν εἰλικρίνειαν νὰ ὁμολογήσῃ ὅτι ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε λειτουργίας αὐτῶν ἐσχημάτισε καὶ ὁ ἴδιος τὴν γνώμην ὅτι αὐτὰ ἀπέτυχον. Ἐὰν τοῦτο ἔπραττεν, ἐγὼ πρῶτος θὰ ἐχειροκρότουν αὐτόν, διότι θὰ ἀπήλασσε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διδασκάλων ἐλλιποῦς μορφώσεως, ὁποῖοι οἱ τῶν μονοταξίων διδασκαλείων. Δὲν θὰ ἐπιχειρήσω, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἐξετάσω ἀπὸ ἐπιστημονικῆς ἀπόψεως τὸν τρόπον τῆς μορφώσεως τῶν διδασκάλων, διότι τὸ θέμα τοῦτο θὰ συζητηθῇ ἐν καιρῷ, ὅταν, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐλπίζω, συζητηθῶσιν ἐν τῇ Βουλῇ τὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ἀλλὰ καὶ διότι τὸ θέμα αὐτὸ θεωρῶ ἐξηντλημένον τελείως διὰ τῶν ἀγορεύσεων τῶν προαγορευσάντων ἀξιοτίμων Συναδέλφων. Διὰ τοῦτο θὰ ὑπομνήσω μόνον εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι, ὅταν πρόκειται περὶ ὀργανωτικῆς ἐργασίας, περὶ νέου συστήματος ἐκπαιδευτικοῦ, ὁ εἰσηγητὴς αὐτοῦ τὸ μελετᾷ τελείως, εἶναι δὲ καὶ καθῆκον παντὸς Ὑπουργοῦ, εἰσηγητοῦ συστήματος ἐκπαιδευτικοῦ, νὰ μεριμνήσῃ πρωτίστως περὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ διδακτικοῦ, διότι, ὡς εἶναι γνωστόν, οὐδεμία ὀργάνωσις, οὐδὲν σύστημα, ὁσονδήποτε καλὸν καὶ ἂν εἶναι, δύναταί ποτε νὰ εὐδοκιμήσῃ, ἐὰν δὲν ἔχωμεν μορφώσει τελείως διδακτικὸν προσωπικόν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ὅστις πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἔτους ἀναλαβὼν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας προέβη εἰς τὴν δημοσίευσιν τοῦ προκειμένου νομοθετικοῦ Διατάγματος καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἐκπαιδευτικά του νομοσχέδια, ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ ὅτι τὸ σύστημα τῶν μονοταξίων διδασκαλείων δὲν εἶναι δυνατόν ποτε νὰ μορφώσῃ ἀρτίους διδασκάλους. Ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ ἐπὶ πλέον ὅτι καὶ τὸ σύστημα τῶν τριταξίων διδασκαλείων, τὸ ὁποῖον εἰσηγήθη εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τῶν νομοσχεδίων του, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιτύχῃ, διότι καὶ οἱ ἀπόφοιτοι τῶν Γυμνασίων, ὡς εἶπον καὶ πρὸ ὀλίγου πρὸς ὑμᾶς, δὲν εἶναι δυνατόν ποτε νὰ ἔχωσι τὴν γενικὴν ἐκείνην μόρφωσιν, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται διὰ τοὺς δημοδιδασκάλους, οἱ ὁποῖοι εἰς τὰ διδασκαλεῖα, ὡς σχολεῖα ἐπαγγελματικά, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διδάσκωνται μαθήματα γενικῆς μορφώσεως, ἀλλὰ μόνον εἰδικὰ καὶ τεχνικά. Ἀλλὰ καὶ οἱ ἀπόφοιτοι τῶν ἀστικῶν σχολείων εἶναι ἀδύνατον νὰ καταρτισθῶσί ποτε τέλειοι διδάσκαλοι, διότι ἐκεῖνοι μὲν θὰ ἔχωσιν ἐλλιπῆ τὴν γενικὴν μόρφωσιν, αὐτοὶ δὲ θὰ εἶναι ἄμοιροι τελείως τῆς ἀρχαίας γλώσσης, ἀφοῦ εἰς τὰ ἀστικὰ σχολεῖα, ἅτινα ἱδρύει ὁ κ. Ὑπουργός, ἐλάχιστα θὰ διδάσκηται ἡ ἀρχαία γλῶσσα. Ἐν Ἑλλάδι δὲ ἐκτὸς ἄλλων λόγων κοινωνικῶν καὶ μορφωτικῶν, ἀλλὰ καὶ ἐκ λόγων ἐθνικῶν, πρέπει οἱ δημοδιδάσκαλοι νὰ εἶναι γνῶσται τῆς ἀρχαίας γλώσσης καὶ τοῦ ἀρχαίου πολιτισμοῦ. Ἐνῷ δὲ εἰς τὴν εἰσηγητικήν του ἔκθεσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς κηρύσσεται ὑπὲρ τοῦ ὁμοιομόρφου ἐν τῇ δημοτικῇ ἐκπαιδεύσει ζητῶν νὰ ἔχῃ ὁ κλάδος τῶν δημοδιδασκάλων ὁμοιόμορφον τὴν παίδευσιν, ἐνῷ αὐτὸς προσπαθεῖ καὶ τοὺς ὑποδιδασκάλους διὰ τῆς ὑπαγωγῆς αὐτῶν εἰς τὰ πολυτάξια διδασκαλεῖα νὰ τοὺς ἐξομοιώσῃ πρὸς τοὺς δημοδιδασκάλους, ἂν καί, προκειμένου περὶ τῆς μορφώσεως αὐτῶν, θὰ ἐπεθύμουν νὰ υἱοθετήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ νομοσχέδιον τοῦ ἐκ Τρικκάλων ἀξιοτίμου Συναδέλφου, πρώην Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας· ἐνῷ, λέγω, αὐτὸς αἰσθάνεται μεγάλην ἀποστροφὴν πρὸς τοὺς ὑποδιδασκάλους καὶ βάλλει τὸν λίθον τοῦ ἀναθέματος καὶ κατὰ τῶν ἱδρυτῶν τῶν ὑποδιδασκαλείων δυσφορῶν, διότι ἔχομεν οὕτω πως δύο εἴδη διδασκάλων καὶ σχολείων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἔρχεται τώρα διὰ τῶν μονοταξίων διδασκαλείων καὶ δημιουργεῖ καὶ τρίτον εἶδος λειτουργῶν αὐτῆς αὐξάνων τὸ Μωσαϊκόν, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει τὴν σήμερον ὁ δημοδιδασκαλικὸς κλάδος. Ἐνῷ δὲ εἰς τὴν αὐτὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν λέγει ὅτι τὸ μέτρον τῶν μονοταξίων διδασκαλείων εἶναι μέτρον προσωρινὸν ὡς ἐκ τῆς ἀνάγκης ἐπιβαλλόμενον, ἔρχεται κατόπιν καὶ τὸ μονιμοποιεῖ προσαρτῶν τὰ μονοτάξια εἰς τὰ πολυτάξια διδασκαλεῖα καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ μονιμοποιεῖ καὶ τοὺς διδασκάλους τοὺς ἀποφοίτους αὐτῶν καὶ τοιουτοτρόπως χειροτερεύει ἀντὶ νὰ βελτιώσῃ τὴν κατάστασιν. Δὲν ἔχει δὲ δικαίωμα τώρα νὰ κατακρίνῃ τὰ ὑποδιδασκαλεῖα, ἀφοῦ ἡ ἵδρυσις αὐτῶν ἦτο μέτρον ἀνάγκης ἐπιτακτικῆς διὰ τὴν ἀντικατάστασιν τῶν γραμματοδιδασκάλων, ὡς ἀπέδειξεν ὁ προαγορεύσας Συνάδελφός μου ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, τοῦτο δὲ τόσῳ μᾶλλον ὅσῳ ὁ κ. Ὑπουργὸς δημιουργεῖ τώρα διδασκάλους κατωτέρας μορφώσεως. Εἰς οὐδένα, Κύριοι, ἐπιτρέπεται τὴν σήμερον ν’ ἀγνοῇ ὅτι ἡ μόρφωσις τῶν δημοδιδασκάλων πρέπει νὰ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν ἀρτιωτέρα καὶ πολυμερεστέρα, ὅτι δὲ ὡς ἐκ τούτου μεγίστη προσοχὴ δίδεται εἰς πάντα τὰ κράτη, τὰ μᾶλλον ἡμῶν προηγμένα, καὶ πᾶσα προσπάθεια καταβάλλεται διὰ τὴν μόρφωσιν αὐτῶν. Ἐνῷ δὲ τὸ παράδειγμα τοῦτο ἀκολουθοῦντες καὶ ἡμεῖς ἐν τῷ παρελθόντι συνεστήσαμεν συμφώνως πρὸς τὰ διδάγματα τῆς παιδαγωγικῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς διδακτικῆς πείρας τῶν ἄλλων λαῶν τὸ Μαράσλειον διδασκαλεῖον κατὰ τὸ 1910, τὸ ὁποῖον ἀπετέλεσεν ὄντως σταθμὸν προόδου ἐν τῇ δημοτικῇ ἡμῶν ἐκπαιδεύσει, ἔρχεται τώρα ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ζητεῖ διὰ τῶν νομοσχεδίων του νὰ καταλύσῃ καὶ αὐτὸ μὲ μόνην τὴν δικαιολογίαν τοῦ νὰ συμπληρώσῃ δῆθεν τὰ κενά, τὰ ὁποῖα παρήγαγεν ἡ μεγέθυνσις τῆς Ἑλλάδος. Διὰ τὸ Μαράσλειον διδασκαλεῖον ἐπετράπη ὡρισμένος ἀριθμὸς μαθητῶν, ἀπῃτήθησαν δὲ ἀνώτερα προσόντα ἢ πρὶν καὶ καθιερώθη καὶ ὁ διαγωνισμὸς διὰ τὴν εἰσαγωγὴν μαθητῶν εἰς αὐτὸ καὶ ἐγένετο ἐν αὐτῷ τελεία ἡ διδασκαλία ὅλων τῶν εἰδικῶν καὶ τεχνικῶν μαθημάτων. Τοιοῦτο διδασκαλεῖον δυνάμενον νὰ θεωρηθῇ ὡς πρότυπον ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἀντικαθιστᾷ τώρα ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τῶν μονοταξίων διδασκαλείων. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι τὸ Μαράσλειον ἱδρυθὲν κατὰ τὸ ἔτος 1910 δὲν προσείλκυσε μέγαν ἀριθμὸν μαθητῶν κατ’ ἀρχὰς διὰ λόγους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑμῖν γνωστοὶ καὶ ἀνεπτύχθησαν προγενεστέρως παρ’ ἄλλου Συναδέλφου. Ἀλλὰ καὶ οὕτω κατὰ τὰ ἔτη 1911 καὶ 1912 ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν αὐτοῦ ἀνήρχετο εἰς 30, διότι ἀρθείσης τῆς διαβαθμίσεως ἤρχισαν νὰ προσέρχωνται εἰς τὸ Μαράσλειον διδασκαλεῖον πλειότεροι μαθηταί. Ἐνῷ δὲ ὑπῆρχεν ἐλπὶς οὕτω πῶς ν’ αὐξήσῃ ἔτι μᾶλλον ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν καὶ νὰ λειτουργήσῃ κανονικῶς τὸ ἵδρυμα τοῦτο, ἔρχονται τὰ μονοτάξια διδασκαλεῖα καὶ καταβιβάζουσι τελευταῖον τὸν ἀριθμὸν τῶν μαθητῶν του εἰς 13 μόνον, δὲν εἶναι δὲ ἀπίθανον τὸ ἐπιὸν ἔτος νὰ μὴ προσέλθῃ εἰς αὐτὸ κανεὶς μαθητὴς καὶ οὕτω νὰ παύσῃ ἡ λειτουργία του. Ἀλλὰ μήπως τὰ τριτάξια διδασκαλεῖα τὰ ἱδρυόμενα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν τὰ περιμένει ἡ αὐτὴ τύχη; Νὰ εἶσθε βέβαιοι, κ. Βουλευταί, ὅτι οὐδεὶς θὰ θελήσῃ νὰ προσέλθῃ εἰς αὐτά, ὅταν γνωρίζῃ ὅτι μὲ ἀπολυτήριον Γυμνασίου καὶ μὲ φοίτησιν ἕξ μηνῶν θὰ λάβῃ τὸν βαθμὸν τοῦ δημοδιδασκάλου μὲ τὸν αὐτὸν μισθόν, ἀφοῦ διὰ τῶν νομοσχεδίων του ὁ κ. Ὑπουργὸς τοὺς δημοδιδασκάλους τῶν μονοταξίων καὶ κατὰ τὸν βαθμὸν καὶ κατὰ τὴν προαγωγὴν καὶ κατὰ τὸν μισθὸν ἐξομοιοῖ τελείως μὲ τοὺς τοῦ Μαρασλείου καὶ τῶν τριταξίων. Ἀφοῦ δὲ οὕτω κλείσουν καὶ τὰ τριτάξια διδασκαλεῖα τὰ ὁποῖα ἱδρύονται τώρα, διότι τὰ τριτάξια διδασκαλεῖα εἶναι τὸ καρκίνωμα τῶν πολυταξίων διδασκαλείων, θ’ ἀπομείνῃ διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ὡς μόνον ἔργον τῆς ὀργανώσεως τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν Ἑλλάδι, ὅτι τὸ διδακτικὸν προσωπικὸν τῶν Ἑλλήνων δημοδιδασκάλων θὰ καταντήσῃ νὰ παρέχηται ἐκ τῶν μονοταξίων διδασκαλείων, οἱ ἀπόφοιτοι δὲ αὐτῶν, διδάσκαλοι πολὺ κατωτέρας μορφώσεως, θὰ παραμείνωσιν μονιμοποιούμενοι ἐπὶ πολλὰς γενεάς. Αὐτοὶ θὰ εἶναι οἱ μόνοι δημοδιδάσκαλοι, εἰς οὓς θ’ ἀνατεθῇ ἡ μόρφωσις τῶν τέκνων τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ πνευματικαὶ ἀνάγκαι τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ εἶναι ἀνώτεραι ἐκείνων αἱ ὁποῖαι προϋπῆρχον, μέλλει δὲ αὐτὸς ἐν τῇ ἐκπολιτιστικῇ ἐργασίᾳ νὰ συναγωνισθῇ πρὸς τοὺς ἄλλους λαοὺς τῆς Ἀνατολῆς. Ταῦτα προεῖδον καὶ ἄλλοι εἰδικώτεροι ἐμοῦ. Τὰ προεῖδεν ὁ διευθυντὴς τοῦ ἐν Θεσσαλονίκῃ διδασκαλείου κ. Οἰκονόμου, ὁ ὁποῖος, ὅτε ἱδρύοντο τὰ μονοτάξια διδασκαλεῖα, ἐν τῇ ἐφημερίδι «Νέᾳ Ἑλλάδι» τῆς 16 Σεπτεμβρίου 1912 ἔσπευσεν ἐνυπογράφως νὰ δημοσιεύσῃ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν τὰ μονοτάξια διδασκαλεῖα νὰ ἐκτελέσωσι τὸν προορισμόν των.
§58ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν μετεμελήθη;
§59Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ὁ κ. Οἰκονόμου λοιπὸν ἐν τῇ «Ν. Ἑλλάδι» ἔγραφεν ὅτι ἡ μόρφωσις εἰς τὰ μονοτάξια διδασκαλεῖα εἶναι ἓν παιδαγωγικὸν πασάλειμμα καὶ ὅτι αὐτὰ θὰ παρασκευάζωσιν ἐτησίως 180 λυμεῶνας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Δὲν ἦτο δὲ αὕτη μεμονωμένη τις γνώμη, διότι γενικὴ ἦτο τότε ἡ πεποίθησις περὶ τῆς ἀτελοῦς μορφώσεως τῶν ἀποφοίτων τῶν μονοταξίων καὶ γενικὴ ἡ ἐξέγερσις κατ’ αὐτῶν. Διὰ τοῦτο ἐγὼ τοὐλάχιστον ἠπόρησα, πῶς ὁ ἴδιος ἐδέχθη ἔπειτα νὰ διορισθῇ διευθυντὴς τοιούτου μονοταξίου διδασκαλείου.
§60Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐπηκολούθησαν τὰ γεγονότα τοῦ Γληνοῦ.
§61Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἐπηκολούθησαν τὰ γεγονότα τοῦ κ. Γληνοῦ, ὁ ὁποῖος ὑποθέτω ὅτι εἶναι καὶ ὁ δράστης τοῦ Διατάγματος περὶ μονοταξίων διδασκαλείων. Ἀλλ’ ὁ κ. Γληνὸς προέβη εἰς τὰ δημοσιεύματά του μετὰ τὸν διορισμὸν τοῦ κ. Οἰκονόμου.
§62Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Πρίν.
§63Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Θὰ σᾶς ἀποδείξω εἰς ἄλλην ὥραν ὅτι ἐδημοσιεύθησαν κατόπιν. Τοιουτοτρόπως, Κύριοι, ἐδημιουργήθησαν διδασκαλεῖα, τὰ ὁποῖα, ἀφοῦ δὲν ἔχουσι προορισμὸν νὰ μορφώσωσι δημοδιδασκάλους ἀνταποκρινομένους εἰς τὰς ἐκπαιδευτικὰς ἀνάγκας τῆς σημερινῆς κοινωνίας, ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς νὰ καταψηφίσωμεν τώρα τὴν κύρωσιν τοῦ σχετικοῦ Διατάγματος ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι δι’ αὐτῶν δὲν πρόκειται κἂν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὰς πρώτας ἐκπαιδευτικὰς ἀνάγκας τῶν νέων χωρῶν, ἀλλὰ τοὐναντίον νὰ ἐγκρίνωμεν μέτρον τελείως ἄστοχον καὶ τελείως ἐπιζήμιον διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν.
§64Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐνόμιζον, κύριοι Βουλευταί, ὅτι δὲν θὰ ἐπωφελοῦντο οἱ κύριοι Συνάδελφοι τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως Διατάγματος περὶ ἱδρύσεως τῶν μονοταξίων διδασκαλείων, διὰ νὰ ἀναπτύξωσι τὰς γνώμας αὐτῶν ἐπὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν ἐν γένει νομοσχεδίων. Ἐνόμιζον δὲ τοῦτο καὶ χάριν αὐτῶν, διότι ὑποθέτω ὅτι περιπεσόντες εἰς τοιαύτην σύγχυσιν οὐδένα ὠφέλησαν, πολὺ δὲ περισσότερον ἑαυτούς, ἀλλὰ καὶ δὲν συνετέλεσαν τὸ παράπαν νὰ φωτίσωσι τὴν Βουλήν. Ὡμίλησαν περὶ μονοταξίων διδασκαλείων ὡς μέτρου διαρκοῦς, ὡς τοῦ μόνου μέτρου πρὸς παραγωγὴν διδασκάλων, ἐνῷ ἐπρόκειτο περὶ κυρώσεως διατάγματος διὰ τὴν ἵδρυσιν καὶ λειτουργίαν τριῶν μονοταξίων διδασκαλείων μόνον κατὰ τὸ ἔτος 1913–1914. Ὡμίλουν περὶ μονοταξίων διδασκαλείων καθ’ ἣν στιγμὴν εἶχον εἰς χεῖρας αὐτῶν νομοσχέδιον περὶ διδασκαλείων τοῦ Κράτους, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ Ὑπουργὸς μεριμνᾷ περὶ ἱδρύσεως ἕξ διδασκαλείων ἀρρένων καὶ ἄλλων τόσων θηλέων πρὸς παραγωγὴν διδασκάλων. Ὡμίλουν περὶ μονοταξίων διδασκαλείων, ὡς ἐντελῶς ἀχρήστων, ὡς μέτρου ἐπιβλαβοῦς, διότι οἱ μέλλοντες νὰ φοιτήσωσιν ἐν αὐτοῖς λαμβάνονται ἀπὸ τοὺς τὴν μόρφωσιν τοῦ Γυμνασίου κεκτημένους, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου ἔλεγον ὅτι τοὺς διδασκάλους τῶν μερῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα προσαρτῶνται εἰς τὴν Ἑλλάδα, τοὺς κεκτημένους τὴν μόρφωσιν αὐτῶν ἐκ μόνου τοῦ Γυμνασίου, τοὺς ἀποδέχονται ὡς διδασκάλους καὶ ἀρκεῖ δι’ αὐτοὺς μόνον ἑξάμηνος παιδαγωγικὴ μόρφωσις ἵνα καταστήσῃ αὐτοὺς κρατίστους.
§65Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Δὲν εἶπον ἐγὼ αὐτό.
§66Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Προηγήθησαν ὑμῶν ἄλλοι· σεῖς, κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου καὶ συμπολίτου μου, ἤδη προπαρασκευάζεσθε διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας. Εἶσθε ἀναντιρρήτως εὐτυχής, διότι ἀσχολούμενος εἰς τὰ ἐκπαιδευτικὰ ἐτύχετε ἑνὸς τοιούτου πολιτίμου διδασκάλου, οἷος ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου κ. Εὐταξίας.
§67Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Αὐτὰ πάντοτε σᾶς διακρίνουν διὰ νὰ ἀποφύγητε τὴν οὐσιαστικὴν συζήτησιν.
§68Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τρικκάλων συνάδελφος ἠρώτα πῶς θὰ περισυλλέξητε ὅλους τοὺς διδασκάλους τῶν νέων μερῶν ἵνα τοὺς ἐγκλείσητε εἰς ἓν διδασκαλεῖον!
§69Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἐγὼ εἶπον τοιοῦτόν τι;!
§70Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐξηγήσατέ μοι τί εἴπετε. Κ. Βουλευτής. Παρεξήγησις.
§71Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Θὰ ἦτο παρεξήγησις, ἐὰν δὲν ἦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῇ αἰθούσῃ.
§72Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Μὴ παραξενεύεσθε, κ. Ἀλεξανδρῆ. Εἶναι σύστημα....
§73Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Συνιστῶ πᾶσαν εὐλάβειαν, τὴν ὁποίαν ἐτήρησα πάντοτε.
§74Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἀφοῦ εἰρωνεύεσθε κατὰ τοιοῦτον τρόπον.
§75Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ.....
§76Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφος δὲν ἤθελε, λέγει, συνολικὴν τὴν σύγκλησιν τῶν διδασκάλων, ἀλλὰ κατὰ τμήματα. Τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦτο πάντοτε, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος τῆς ἀπελευθερώσεως τὰ σχολεῖα ὅλα ἔπρεπε νὰ κλείσωσι καὶ οἱ διδάσκαλοι τῶν μερῶν ἐκείνων νὰ συνέλθωσιν εἰς τὴν ἕδραν μιᾶς περιφερείας.
§77Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ὑπῆρχον σχολεῖα λειτουργοῦντα ἐκεῖ κατὰ τὸ διάστημα αὐτό;
§78Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὑπῆρχον ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου, ἐκτὸς ἐὰν ἠθέλετε νὰ λάβω μέτρα ἐκπαιδευτικὰ καθ’ ἣν ἐποχὴν διηνεργοῦτο οἱ πόλεμοι. Εὐθὺς ὡς ἔληξαν οἱ πόλεμοι, ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου ἐλήφθησαν μέτρα, τοιαῦτα δὲ μέτρα ἐλήφθησαν, ὥστε νὰ λειτουργῶσι τὰ σχολεῖα κανονικώτατα. Συζητοῦσι κατὰ τοιοῦτον τρόπον περὶ τῶν μονοταξίων διδασκαλείων καθ’ ὃν χρόνον κρατοῦσιν εἰς χεῖράς των τὸ νομοσχέδιον καὶ βλέπουσι τί ἐπιδιώκεται διὰ τῶν διδασκαλείων αὐτῶν. Διαβλέπουσιν ἄριστα ἐκ τῆς σχετικῆς διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον εἶχεν ὁ Ὑπουργὸς θέλων νὰ διατηρήσῃ τὰ μονοτάξια διδασκαλεῖα. Κύριον σκοπὸν εἶχον νὰ συμπληρώσω τὴν παιδαγωγικὴν μόρφωσιν τῶν διδασκάλων διὰ μονοταξίων διδασκαλείων τμηματικῶς καθ’ ὃ σύστημα μορφοῦνται παιδαγωγικῶς οἱ διδάσκαλοι τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως εἰς τὸ Διδασκαλεῖον τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλά, λέγει, ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου, ὁ κ. Εὐταξίας, ὅτι ἔπρεπε νὰ στραφῇ ὁ Ὑπουργὸς πρὸς τὰς διδασκαλίσσας, διότι κυρίως διδασκαλισσῶν ἔχουσιν ἀνάγκην τὰ ξενόφωνα μέρη, λέγει δὲ ταῦτα καθ’ ἣν στιγμὴν εἶχεν ὑπ’ ὄψει του τὸ νομοσχέδιον καὶ ἔβλεπον ὅτι προσαρτᾶται εἰς τὰ διδασκαλεῖα τῶν θηλέων τάξις ἀκριβῶς διὰ τὰς νηπιαγωγοὺς καὶ τὰς διδασκαλίσσας αἱ ὁποῖαι θὰ μεταβῶσιν εἰς τὰ ξενόφωνα μέρη ἵνα διδάξωσιν. Καὶ ἐνῷ ἐγνώριζε πάντα ταῦτα, διότι εἶμαι ἀναντιρρήτως πεπεισμένος ὅτι ἐμελέτησε τὸ νομοσχέδιον, ἀφοῦ ἐπρόκειτο νὰ συζητήσῃ, παρεῖδεν αὐτὰ καὶ εἶπε διατί δὲν λαμβάνετε αὐτὰ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα κρίνονται σοβαρά, ἀλλὰ συνιστᾶτε μονοτάξια διδασκαλεῖα; Ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου εἶπεν ὅτι ὡρμήθη διὰ νὰ λάβῃ τὸν λόγον, διότι, ὅτε εἰσηγούμην τὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια, ἔκαμον ἀποστροφὴν πρὸς αὐτὸν καὶ εἶπον ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ δράστης τῆς συστάσεως τῶν ὑποδιδασκαλείων. Τοιοῦτόν τι δὲν εἶπον, ἀλλ’ ὁμιλῶν τότε ἔλεγον ὅτι ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου, τοῦ ὁποίου τὸ ἔργον ἐπῄνεσα ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει, διότι δὲν ἔχω μόνον διαφορὰν γνωμῶν μετ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ διαφορὰν γλώσσης, εὑρέθη εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην ν’ ἀποδεχθῇ τὰ ὑποδιδασκαλεῖα ὡς ἀναγκαῖα καὶ νὰ τὰ διατηρήσῃ ὡς Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, καίτοι ἐν τῇ εἰσηγητικῇ του ἐκθέσει ἐτόνιζεν ὅτι ἔπρεπε νὰ εἶναι ὁμοιόμορφος ἡ παραγωγὴ τῶν διδασκάλων. Αὐτὸ εἶπον, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο παράπαν ἱκανὸν νὰ τὸν ἐρεθίσῃ, καὶ ὄχι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κατὰ διαστροφὴν τῆς ἀληθείας εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος ὅτι δῆθεν ἀπηύθυνα πρὸς αὐτόν. Ὁ κ. Εὐταξίας ἐν τῇ εἰσηγητικῇ του ἐκθέσει, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐδῶ καὶ τὴν ὁποίαν ἀείποτε ἐθεώρησα σπουδαῖον βοήθημα, διότι ἐγὼ τὸν ἀντίπαλόν μου δὲν ἠθέλησα νὰ τὸν καταρρίψω ἀπὸ τῆς περιωπῆς εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ εὑρίσκηται, ἀφοῦ μάλιστα ἀνέλαβε κατ’ ἐπανάληψιν τὸ ἀξίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ διηύθυνε τὰς τύχας τῆς Πατρίδος, λέγει ὅτι πρόκειται περὶ ἀναγκαίου κακοῦ τὸ ὁποῖον ἀδύνατον νὰ θεραπεύσωμεν ταχέως διὰ μόνον τῶν δημοδιδασκάλων.
§79ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὰ εἶπον καὶ τώρα.
§80Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τὸ γνωρίζω ὅτι εἶσθε ἱκανὸς νὰ εἴπητε ὅτι αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγω ἐγώ, τὰ εἴπετε σεῖς. Μέτρον λοιπὸν ἀνάγκης ἦτο ἡ διατήρησις τῶν ὑποδιδασκαλείων, μέτρον ἀνάγκης εἶπον καὶ ἐγὼ ἐν τῇ ἐκθέσει μου ὅτι εἶναι ἡ σύστασις τῶν μονοταξίων διδασκαλείων. Λέγω πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι εἰς τὸ παλαιὸν Βασίλειον ἐτησίως ἔμενον κεναὶ περὶ τὰς 100 θέσεις διδασκάλων. Ἐνόμισα ὅτι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος διπλασιάζεται μέριμνα τῆς Κυβερνήσεως ὤφειλε νὰ εἶναι, θὰ ἦτο ἀσύγγνωστος ἀμέλεια τὸ ἐναντίον, τοὐλάχιστον νὰ σταματήσῃ τὸ ἔλλειμμα τὸ ὁποῖον ἐπήρχετο κατ’ ἔτος. Ἐνόμισα ὅτι τὸ πρῶτον ἔτος ἔπρεπε νὰ ληφθῇ πρόνοια νὰ μὴ γεννηθῇ καὶ νέον ἔλλειμμα καὶ πρὸς τοῦτο ἡ ἵδρυσις τῶν τριῶν μονοταξίων διδασκαλείων. Τουλάχιστον δὲν θὰ ἔχωμεν κατὰ σχολικὸν ἔτος τὸ προκῦψαν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔλλειμμα, διότι θὰ ἐξέλθωσιν ἐκ τῶν διδασκαλείων τουλάχιστον ἑκατὸν δέκα διδάσκαλοι. Ἐνεγράφησαν εἰς μὲν τὸ διδασκαλεῖον Ἀθηνῶν 58, εἰς τὸ διδασκαλεῖον Θεσσαλονίκης 35 καὶ εἰς τὸ τῶν Ἰωαννίνων 27. Ἑπομένως ὁ ἀριθμὸς εἶναι ὑπὲρ τοὺς 100. Εἶναι δέ, καὶ τοῦτο τὸ θεωρῶ εὐτύχημα, πολλοὶ διδάσκαλοι ἐκ Κρήτης καὶ ἐξ Ἠπείρου. Δὲν ἐζήλευσα νὰ συνάξω μόνον ἀποφοίτους τοῦ Γυμνασίου· ἀπόφοιτοι τοῦ Γυμνασίου εἶναι καὶ οἱ ἐξασκήσαντες τὸ ἐπάγγελμα τοῦ διδασκάλου ἐν Κρήτῃ ἐπὶ 1 ἢ 2 ἔτη προτοῦ ἔλθωσιν ἐνταῦθα. Ἀλλὰ τοῦτο μαρτυρεῖ ὅτι αὐτοὶ εἶχον τὸν ζῆλον νὰ ἐξακολουθήσωσιν ἀσκοῦντες τὸ ἐπάγγελμα τοῦ διδασκάλου καὶ εὐθὺς ὡς ἡ Πολιτεία παρέσχε τὰ μέσα τῆς μορφώσεως ἔσπευσαν νὰ μορφωθῶσι παιδαγωγικῶς, ἵνα ἐξακολουθήσωσι τὸ εὐγενὲς αὑτῶν ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐξήσκησαν κατὰ τὸ παρελθὸν ὑπὸ τὴν δουλείαν εἰς τὰς ἤδη ἀπελευθερωθείσας χώρας μετ’ ἐνθουσιασμοῦ τὸν ὁποῖον δὲν δύνασθε σεῖς ν’ ἀνεύρητε εἰς τοὺς ἀποφοίτους τοῦ Γυμνασίου, τοὺς ὁποίους ἐκαλέσατε λυμεῶνας τῆς ἐκπαιδεύσεως. Τὸν ἐνθουσιασμὸν τὸν εἶχον αὐτοὶ οἱ ἀπόφοιτοι τοῦ Γυμνασίου, οἱ ὁποῖοι ἔθετον τὴν ζωήν των ἐν κινδύνῳ καὶ ἐπρωτοστάτησαν εἰς τὰς Μακεδονικὰς χώρας καὶ ἐδίδαξαν εἰς τὴν Κρητικὴν Πολιτείαν καὶ ἠγωνίσθησαν εἰς τὴν Ἤπειρον. Αὐτοὶ δὲν ἦσαν διδάσκαλοι προελθόντες ἐκ διδασκαλείου· ἦσαν μόνον ἀπόφοιτοι Γυμνασίου. Ἀλλ’ ἀπέκτησαν καὶ πεῖραν τριῶν ἐτῶν, λέγουσι, τὴν ὁποίαν βεβαίως θὰ ἀποκτήσωσι καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ ἐξέλθωσι τῶν μονοταξίων διδασκαλείων. Δὲν θὰ ἀποκτήσωσι δὲ τὴν πεῖραν μόνον τῶν τριῶν ἐτῶν, ὅταν ἡ Πολιτεία τῆς σήμερον καὶ ὄχι τῆς χθές, ἡ ὁποία κατὰ τὸν κ. Εὐταξίαν δὲν ἐμερίμνα περὶ τῶν διδασκάλων καὶ ἡ ὁποία ἐθυσίαζε τὰ συμφέροντα τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐνώπιον τῆς κομματικῆς ἀνάγκης καὶ διὰ τὴν ὁποίαν ὁ συμπολίτης μου αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην νὰ ἀπολογηθῇ, ὅταν ἡ Πολιτεία, λέγω, τῆς σήμερον τοὺς παρακολουθεῖ ἀγρύπνως καὶ κατὰ περιόδους τοὺς καλῇ διὰ νὰ συμπληρώσωσι τὴν παιδαγωγικήν των μόρφωσιν, κατὰ τί θέλουσιν ὑστερήσει αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἐκ τῶν προτέρων θὰ ἀποκτήσωσι τὴν παιδαγωγικήν των μόρφωσιν, ἀπὸ τοὺς διδασκάλους τῆς σήμερον καὶ οὐχὶ τοὺς ἐκ τῶν διδασκαλείων τῶν ἐκ τῶν μερῶν τῶν προσαρτωμένων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι τὴν παιδαγωγικὴν μόρφωσιν προαποκτήσει, ἀλλὰ μόνον τὴν πεῖραν; Τί εἴδους λογικὴ καὶ συνειρμὸς ἰδεῶν εἶναι νὰ καταγγέλληται ὁ Ὑπουργὸς διὰ τὸ ἀνοσιούργημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἔπραξε; Τίνα ἔκτακτα μέτρα θέλετε νὰ λάβω ἵνα ἀντικρύσω τὰς προκυπτούσας ἀνάγκας ἵνα συμπληρώσω τὸν ἀριθμὸν τῶν διδασκάλων; Ὑποδείξατέ μοι καὶ τότε ἂς καταπαύσῃ ἡ λειτουργία τῶν μονοταξίων διδασκαλείων αὐθωρεί. Διότι κανεὶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι δὲν θὰ μορφωθῶσιν ἀρτιώτερον οἱ διδάσκαλοι, ἐὰν μείνωσι περισσότερον εἰς τὰ διδασκαλεῖα. Αὐτὸν τὸν παραλογισμὸν οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ. Ἀλλὰ οἱ Ὑπουργοὶ ὀφείλουσι νὰ σκέπτωνται τί δύνανται νὰ ἔχωσι ἐν τῷ παρόντι καὶ τί αὔριον καὶ τί δύνανται νὰ κάμωσιν, ἵνα ἔχωσι διδασκάλους κατηρτισμένους ἀρτίως. Ἐὰν ἀξιώσωμεν ἑξαετῆ μόρφωσιν, τότε θ’ ἀποκτήσωμεν διδασκάλους ἰσοτίμους πρὸς ἀποφοίτους τοῦ Πανεπιστημίου. Ἀλλὰ τοὺς διδασκάλους θὰ ζητήσητε μεταξὺ τῶν λαϊκῶν τάξεων, μεταξὺ τῶν τέκνων τοῦ λαοῦ, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ συμπληρώσωσι μόρφωσιν πανεπιστημιακήν. Αὐτοὶ δὲ οἱ ἀπόφοιτοι τοῦ Γυμνασίου ἠξεύρετε τί εἶναι; Ἀκούσατε. Ἔχουσι ἡλικίαν τερατώδη! Ἐκ τῶν ἐν Ἀθήναις ἐγγραφέντων μαθητῶν ἐν ὅλῳ 58, 37 ἔχουσιν ἡλικίαν 16 μέχρι 20 ἐτῶν. Ἀλλ’ ἡ διαστροφὴ τῆς ἀληθείας λέγει ὅτι ἔχουσιν ἡλικίαν μεγάλην, ὅτι αὐτοὶ εἶχον τραπῆ πρὸς ἄλλα στάδια καὶ ὅτι τώρα ἐπωφελήθησαν ἐκ τῆς εὐκαιρίας χωρὶς νὰ δύνανται νὰ κάμωσιν ἐπιλογὴν καὶ κατετάχθησαν εἰς τὸ σχολεῖον. Νέοι 16 ἕως 20 ἐτῶν μόλις ἀπεφοίτησαν τῶν Γυμνασίων. Ἐὰν παρέμεινάν τινες ἓν ἢ δύο ἔτη ὡς διδάσκαλοι ἢ φοιτηταί, ἐγκατέλειψαν τὴν ἰδέαν νὰ μορφωθῶσι περισσότερον καὶ ἐτράπησαν πρὸς ἄλλα ἐπαγγέλματα καὶ ἐπωφελοῦνται τῆς εὐκαιρίας ἵνα γίνωσι διδάσκαλοι; Παρακολουθήσωμεν τὴν γνώμην τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Τρικκάλων ὅτι ὁ ἀπόφοιτος τοῦ Γυμνασίου δὲν ἐπιλέγει εὐσυνειδήτως τὸ ἐπάγγελμα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐπιλέξηται ὁ ἀπόφοιτος τῆς πρώτης τάξεως τοῦ Γυμνασίου! Ἐρωτῶ· ὁ μαθητὴς ὁ ἀνήλικος θὰ δυνηθῇ νὰ ἔχῃ ἀρτίαν τὴν σκέψιν, ὁ τῶν 14 ἢ 15 ἐτῶν, πρὸς ἐπιλογὴν καλλιτέραν τοῦ ἐπαγγέλματος τὸ ὁποῖον μέλει ν’ ἀκολουθήσῃ; Αὐτὰ ὑποστηρίζονται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀλλ’ ἐγὼ γνωρίζω ὅτι παιδαγωγὸς μέγιστος, ὁ σήμερον καλύπτων διὰ τοῦ ὀνόματός του τὸν κόσμον, ὁ Ῥάϊν, ὑποστηρίζει ὅτι οἱ ἀπόφοιτοι τοῦ Γυμνασίου εἶναι οἱ καταλληλότεροι ἵνα καταρτισθῶσιν ὡς διδάσκαλοι, θέλει δὲ διετῆ παιδαγωγικὴν μόρφωσιν καὶ ἀποδέχεται τοῦτο ὡς τὸ πληρέστερον σύστημα. Τὸ γνωρίζουσι πάντες ὅσοι ἀσχολοῦνται περὶ αὐτῶν. Ἀλλ’ ἡ ἔκτακτος περίστασις μᾶς ἔφερεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἱδρύσωμεν διδασκαλεῖα μονοτάξια μὲ μόνον ἐννεάμηνον διάρκειαν διδασκαλίας ὅλων τῶν μαθημάτων, τὰ ὁποῖα ἠρίθμησεν ὁ κ. Εὐταξίας ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ μάλιστα κατὰ τρόπον, ὅστις νὰ κινήσῃ τὸν γέλωτα τῆς Βουλῆς, διότι ἐφαίνετο ὡς νὰ ἔρριψεν ὅλα εἰς μίαν χύτραν καὶ κρατῶν εἰς χεῖρας μίαν κουτάλαν ἀνεκάτεψε τὰ μαθήματα καὶ ἐκραύγαζε προκαλῶν τὸν γέλωτα, πῶς θὰ διδαχθῶσιν ὅλα αὐτὰ οἱ δυστυχεῖς καθηγηταί; Ἀποθέσατε τὴν κουτάλαν σας (γέλωτες). Σήμερον δὲν ἔχει πλέον οὔτε ἰσχὺν οὔτε πέρασιν. Τάσις ἐπικρατεῖ γενικῶς νὰ μορφῶνται οἱ μαθηταὶ εἰς τὰ σχολεῖα τῆς γενικῆς μορφώσεως ὅσον τὸ δυνατὸν πληρέστερον.
§81Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀνέγνωσα καὶ τὸ σύγγραμμα τοῦ...
§82Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν σᾶς ὠφελεῖ νὰ διαβάζητε πολλὰ (γέλωτες). Τάσις ἐπικρατεῖ νὰ λαμβάνωσι πάντες γενικὴν μόρφωσιν πλήρη, τὰ δὲ σχολεῖα τὰ εἰδικὰ νὰ περιορίζωνται εἰς τὰ μαθήματα τὰ εἰδικά. Ἐκεῖνο δὲ τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὡς παράδειγμα ὅτι οἱ μαθηταὶ ἀπὸ τῆς δευτέρας τάξεως τοῦ Γυμνασίου κατατάσσονται εἰς τὴν ναυτικὴν σχολήν, σᾶς λέγω ὅτι θεωρεῖται ὡς ἐλάττωμα καὶ ὅπως διὰ τὸ σχολεῖον τῶν Εὐελπίδων διωρθώθη καὶ ἀπαιτεῖται ἀπολυτήριον τοῦ Γυμνασίου, ἵνα ἐλαττωθῶσι τὰ μαθήματα τῆς γενικῆς μορφώσεως, σκέψις σοβαρὰ γίνεται εἰς ὅλους τοὺς κύκλους, τοὺς δυναμένους νὰ ἔχωσιν ἔγκυρον γνώμην περὶ τούτου, ὅπως καὶ διὰ τὸ σχολεῖον τῶν Δοκίμων καὶ δι’ ὅλας τὰς σχολὰς εἰδικεύωνται τὰ μαθήματα καὶ λαμβάνωσι οἱ μαθηταὶ μόρφωσιν γενικὴν εἰς τὰ κοινὰ σχολεῖα, ὅσον τὸ δυνατὸν πληρεστέραν, ἵνα μὴ ἐπέρχηται ἡ σύγχυσις, ἡ ἀνάμιξις μαθημάτων γενικῆς μορφώσεως μετὰ τῶν εἰδικῶν. Τί λέγετε διὰ τὰ διδασκαλεῖα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα προῆλθεν ὁ διδασκαλικὸς κόσμος, τὸν ὁποῖον σήμερον, χωρὶς νὰ ἀντιληφθῆτε, ὑβρίσατε; Αὐτὸν τὸν ὁποῖον ζητεῖτε νὰ σᾶς παρακολουθήσῃ, τὸν ὁποῖον ἐξεγείρετε ἐναντίον τῶν μονοταξίων διδασκαλείων, αὐτὸν τὸν διδασκαλικὸν κόσμον ὑβρίσατε, διότι λέγετε ὅτι μόνον μὲ τὸ Μαράσλειον τετρατάξιον διδασκαλεῖον ἤρχισε παρεχομένη ἐλπὶς ὅτι θὰ μορφωθῶσι πράγματι διδάσκαλοι. Ἀλλ’ ὅλοι οἱ διδάσκαλοι τῆς σήμερον εἶναι ἀπὸ τὰ τριτάξια διδασκαλεῖα. Ἐκ τούτων οἱ πλεῖστοι εἶναι ἄριστοι καὶ ἀσχολούμενοι διαρκῶς γίνονται κρείττονες ἑαυτῶν. Ἐὰν δὲ ἡ Πολιτεία ἀγρυπνῇ ἐπ’ αὐτῶν, θὰ μεταβληθῶσιν εἰς σῶμα τέλειον ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν. Ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ διδασκαλείων, τότε θὰ συζητηθῇ, ἐὰν εἶναι ἐπαρκὴς ἡ τριετὴς φοίτησις ἐν αὐτοῖς. Ἐγὼ δὲ θὰ ἀκούσω εὐγνωμόνως τὰς ἀντιθέτους γνώμας καὶ δὲν θὰ αἰσθανθῶ οὐδεμίαν ἐντροπὴν νὰ εἴπω ὅτι ἐπείσθην ὅτι ἡ φοίτησις πρέπει νὰ εἶναι μεγαλειτέρα. Ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται περὶ τούτου, ἵνα συγκρίνωμεν τὰ τριτάξια πρὸς τὰ τετρατάξια. Σήμερον συγκρίνομεν τὸ μονοτάξιον διδασκαλεῖον πρὸς τὰ λοιπὰ ἔκτακτα μέτρα, τὰ ληφθέντα κατὰ τοὺς διαφόρους χρόνους. Ἀπουσιάζει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, ὁ ὁποῖος περιλαμβάνεται εἰς τὸ κατηγορητήριον κατὰ τῶν μονοταξίων διδασκαλείων, διότι ὁ πρῶτος συλλαβὼν τὴν ἰδέαν περὶ μονοταξίων τοιούτων καὶ ὁ πρῶτος εἰσαγαγὼν νομοσχέδιον εἶναι αὐτός, ἔχων παρ’ ἑαυτῷ ἄριστον παιδαγωγὸν τὸν μακαρίτην Παπαμάρκου, ὅστις ἵδρυσε τὸ διδασκαλεῖον Θεσσαλονίκης καὶ διηύθυνεν αὐτό. Ὁ πρῶτος λοιπὸν εἰσαγαγὼν τοιοῦτον νομοσχέδιον εἶναι ὁ κ. Θεοτόκης· δὲν ἠξεύρω, ἐὰν σᾶς ἐξήγειρε τότε.
§83ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μάλιστα.
§84Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς. Ἔφερε λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον ὁ κ. Θεοτόκης ἐνώπιον τῆς Βουλῆς μὲ ἔκθεσιν ὑποστηρίζουσαν ἀκριβῶς ὅσα καὶ ἐγὼ τώρα. Ἔλεγεν ὁ κ. Θεοτόκης· τί ζητεῖτε νὰ κάμω; Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πληρωθῶσιν αἱ ἀνάγκαι ἄλλως· προτιμότερον νὰ ἀντικαταστήσω τοὺς γραμματοδιδασκάλους καὶ διαφόρους ἄλλους γραμματιστὰς καὶ ὑποδιδασκάλους διὰ νέων ἀποφοίτων τοῦ Γυμνασίου μετὰ μονοετῆ φοίτησιν εἰς τὰ διδασκαλεῖα μέχρις οὗ φθάσω εἰς τὸν προσήκοντα ἀριθμὸν καὶ τότε σταματῶ· αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγομεν σήμερον. Εἶναι ἀνάγκη ἀναγνωρισθεῖσα ἔκτοτε. Εἶναι ἀνάγκη ὑπαγορευομένη καὶ σήμερον. Δὲν λέγω ὅτι εἶναι τὸ ἄριστον μέτρον, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἐκτάκτων μέτρων τὸ ἄριστον καὶ διὰ τοῦτο ὑποκύπτομεν εἰς τὴν ἀνάγκην, δι’ αὐτοῦ δὲ θὰ ἔχωμεν τὸ ἔτος τοῦτο ἀριθμὸν διδασκάλων ἐπαρκῆ, ὥστε νὰ μὴ προκύψῃ νέον ἔλλειμμα. Θὰ συζητήσωμεν δὲ ἔπειτα, ἐὰν πρέπῃ νὰ διατηρήσωμεν τὰ μονοτάξια διδασκαλεῖα, ἕως νὰ πληρωθῶσιν αἱ κεναὶ θέσεις· εἰς τὴν Πολιτείαν δὲ ἀπόκειται τοὺς ἀπὸ τοῦ διδασκαλείου τούτου νὰ παρακολουθήσῃ καὶ συμπληρώσῃ τὴν παιδαγωγικὴν μόρφωσιν αὐτῶν. Ἀλλ’ εἶναι ἀληθὲς ὅτι βεβιασμένως θὰ διδαχθῶσιν εἰς τὰ μονοτάξια διδασκαλεῖα; Ἐὰν ὑπολογίσητε ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὡρῶν, θὰ ἴδητε ὅτι τὸ ποσὸν τῶν ὡρῶν, ὅπερ διατίθεται διὰ τὴν παιδαγωγικὴν καὶ τεχνικὴν μόρφωσιν τούτων, δὲν ὑστερεῖ τοῦ διατιθεμένου εἰς τριτάξια διδασκαλεῖα, διότι, ὡς ἐκεῖνοι, οὔτε τὸ πρῶτον οὔτε τὸ δεύτερον ἔτος θ’ ἀκούσωσι μαθήματα παιδαγωγικὰ οὔτε ἔχουσι χρόνον ν’ ἀσκηθῶσι πρακτικῶς περισσότερον. Ἐκεῖ εἶναι ἡ σωρεία τῶν γενικῶν μαθημάτων, ἡ ὁποία καταναλίσκει πολὺν χρόνον τῶν μαθητῶν.
§85Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Ἐν τοῖς Γυμνασίοις διδάσκονται φιλοσοφικὰ μαθήματα, ἀπορῶ δὲ πῶς τὸ ἐλησμονήσατε ὅλοι οἱ ἀγορεύσαντες.
§86Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κατηγορήθην, Κύριοι, παρὰ τοῦ ψυχραιμότερον καὶ ἐπιστημονικώτερον συζητήσαντος, τοῦ πρώτου ἀγορεύσαντος, ὅτι δὲν ἔλαβον ἐπαρκῆ μέτρα ἐγκαίρως εἰς τὰς νέας χώρας. Τί ἤθελεν ὁ κ. Λάμψας εἰς τὸν στρατὸν ἀνεφώνησεν ὁ κ. ἐκ Τρικκάλων Βουλευτὴς καὶ τί ὑπηρεσίας προσέφερεν; Ἀλλ’ ἐὰν εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ ἐρωτήσῃ, θὰ ἐμάνθανεν ὅτι ὁ κ. Λάμψας ἀπεσπάσθη εἰς ἐκπαιδευτικὴν ὑπηρεσίαν πρὸ ἑνὸς ὁλοκλήρου ἔτους, ὅτι ὁ κ. Λάμψας μετὰ τῶν κ. κ. Μπουντώνα, Καψάλη καὶ δύο ἐπιθεωρητῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως μετέβησαν παντοῦ σχεδὸν μετὰ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, ὅτι περιῆλθον τὴν χώραν τὴν Μακεδονικήν, τὴν τὸ πρῶτον καὶ τὴν μετὰ τὸν δεύτερον πόλεμον κτηθεῖσαν, ὅτι συνέταξαν στατιστικήν, ὅτι αὐτοὶ παρέσχον ὅλα τὰ φῶτα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἠδύνατο νὰ στηριχθῇ ἡ Κυβέρνησις καὶ νὰ προβάλῃ νομοθέτημα περὶ ἀφομοιώσεως τῶν διδασκάλων τῶν μερῶν ἐκείνων. Ὥστε ὁ κ. Λάμψας εἶναι εἷς τῶν συντελεσάντων εἰς καθοδήγησιν τῶν διδασκάλων τῶν νέων μερῶν καὶ εἰς διαφώτισιν τοῦ Ὑπουργείου περὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς ἐκπαιδεύσεως, γνωρίζω δὲ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι καὶ ἤδη ἀπέστειλα κατ’ αἴτησιν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως 18 πρωτοβαθμίους δημοδιδασκάλους ἵνα χρησιμεύσωσιν ὡς προσωρινοὶ ἐπιθεωρηταὶ καὶ ὁδηγοί. Εἶμαι ἕτοιμος ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν ὅτι δύναμαι ν’ ἀποσπάσω ὅσους δημοδιδασκάλους ἐκ τῶν κρατίστων θέλουσιν, ἵνα χρησιμοποιήσωσιν αὐτοὺς διὰ διδασκαλίαν χωρὶς νὰ ἔχωσι καθήκοντα ἐπιθεωρητοῦ. Ἔκαμα ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ κάμω χωρὶς νὰ προσκρούσω οὔτε εἰς τὸ σύστημα οὔτε εἰς τὰς ἕξεις οὔτε εἰς τὸν τρόπον καθ’ ὃν διευθύνονται τὰ σχολεῖα τῶν μερῶν ἐκείνων, διότι δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἐπιβληθῆτε καὶ νὰ μεταβάλλητε σύστημα ἀρξαμένου μάλιστα τοῦ σχολικοῦ ἔτους. Δὲν παρέλειψα τίποτε ἐν τῷ μέτρῳ τοῦ δυνατοῦ. Τὰ μονοτάξια ἔχουσι τὸν προορισμόν των. Ὁ προορισμός των εἶναι νὰ μᾶς δώσωσιν ἀριθμὸν διδασκάλων ἵνα πληρώσωμεν ἐπιτακτικὴν ἀνάγκην, ὅταν δὲ ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τακτικῶν διδασκαλείων, θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. Συναδέλφους μετὰ τῆς αὐτῆς μαθήσεως καὶ ὁρμῆς, ἀλλὰ μετὰ περισσοτέρας ψυχραιμίας καὶ μετὰ περισοτέρας διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς ἐκπαιδεύσεως προσπαθείας νὰ συζητήσωσι, χωρὶς νὰ λαμβάνωσιν ὑπ’ ὄψει ὅτι ὁ κατέχων τὸ Ὑπουργικὸν ἑδώλιον σήμερον εἶναι συμπολίτης αὐτῶν.
§87ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἀνῆλθον πρὸ μικροῦ τὸ βῆμα τοῦτο, Κύριοι Βουλευταί, διὰ νὰ φέρω παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου καὶ ὡμίλησα μετὰ τῆς γλώσσης, τὴν ὁποίου ἤκουσεν ἡ Βουλή, παρακαλέσας τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ δεχθῇ τὰς παρατηρήσεις μου ταύτας ὄχι ὡς ἐπίκρισιν, ἀλλ’ ὡς καθῆκον, διότι νομίζω ὅτι πᾶν ἔργον, ὅσον φιλότιμον καὶ ἂν εἶναι, ἔχει τὰς ἀτελείας αὐτοῦ, ἡ δὲ ἀρχὴ τοῦ κόμματος ἡμῶν εἶναι συνεισφέροντες τὰ φῶτά μας νὰ κάμωμεν καλλίτερον τὸ ἔργον τῆς ἀνορθώσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅμως ἀνελθὼν ἐνταῦθα προσεπάθησε διὰ φράσεων ὄχι ὡραίων, ἀλλὰ διὰ φράσεων αἱ ὁποῖαι περιεῖχον ἀρκετὴν δριμύτητα νὰ καλύψῃ κενόν· καὶ προσεπάθησε νὰ καλύψῃ τὸ κενὸν τοῦτο φέρων πρὸς ὑποστήριξίν του τὸν παιδαγωγὸν τῆς Γερμανίας Ῥάϊν, τὴν Σχολὴν τῶν Εὐελπίδων καὶ τὸ ἀνάστημα τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας πολιτευτοῦ. Τί εἶπον ἐγὼ πρὸς τὴν Βουλὴν ὁμιλῶν περὶ τῶν μονοετῶν διδασκαλείων; Ὅτι ταῦτα παιδαγωγικῶς δὲν ἦσαν ἄρτια καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ ἐν αὐτοῖς τὴν μόρφωσιν ἐκείνην ὁ διδάσκαλος τῆς ὁποίας ἔχει ἀνάγκην, ὅπως μεταδώσῃ ταύτην εἰς τοὺς μαθητάς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπαντῶν εἶπεν ὅτι εἶναι τολμηρὸν νὰ λέγηται ὅτι χρειάζεται τριετὴς ἢ τετραετὴς μόρφωσις τῶν διδασκάλων, ἐφ’ ὅσον ὁ Ῥάϊν, ὁ καθηγητὴς τῆς παιδαγωγικῆς ἐν Γερμανίᾳ, λέγει ὅτι διὰ τὸν διδάσκαλον ἀρκεῖ νὰ ἔχῃ ἀπολυτήριον Γυμνασίου καὶ νὰ παρακολουθήσῃ παιδαγωγικὰς σπουδὰς δύο ἔτη. Κύριε Ὑπουργέ· προκειμένου περὶ παιδαγωγικῶν πραγμάτων θὰ ἦτο εὐκταῖον εὑρισκόμενος ἐνταῦθα πρὸ συναδέλφων μὴ ἐχόντων πάντων εἰδικὰς γνώσεις νὰ προσέχητε περισσότερον εἰς τὰς γνώσεις, τὰς ὁποίας συλλέγετε καὶ τὰς ὁποίας φέρετε ἐνταῦθα ὡς παιδαγωγικὰ φῶτα. Ἐὰν δὲ εἴχετε συμφώνως τῇ ἀρχῇ ταύτῃ μελετήσει καλῶς τί εἶπεν ὁ Ῥάϊν ἢ ἐὰν σᾶς εἶχον κάμει καλὴν εἰσήγησιν, θὰ ἐμανθάνετε ὅτι ὁ Ῥάϊν θέλει ἀπολυτήριον Γυμνασίου, ὄχι τοῦ φιλολογικοῦ, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἡμεῖς ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ τοῦ πραγματικοῦ.
§88Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Αὐτὰ τὰ ὁποῖα θὰ συστήσωμεν τώρα.
§89Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Δὲν ἔπρεπεν ὅθεν νὰ ἔλθητε μὲ τοιοῦτον ὕφος ἐνταῦθα, ἐνόσῳ δὲν ἐγνωρίζετε τί λέγει ὁ Ῥάϊν καὶ ἐφ’ ὅσον ἀκόμη ὁ ἰδικός μας ἀπόφοιτος τῶν Γυμνασίων δὲν ἔχει ἀπολυτήριον τῶν Γυμνασίων τῆς πατρίδος τοῦ Ῥάϊν.
§90Σ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Ἐπεθύμουν νὰ σᾶς πληροφορήσω ὅτι τὸ πραγματικὸν Γυμνάσιον δὲν διαφέρει πολὺ κατ’ οὐσίαν τοῦ φιλολογικοῦ Γυμνασίου ἐν Γερμανίᾳ.
§91Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Μὴ τὸ λέγετε εἰς ἐμὲ αὐτό, κύριε Συνάδελφε, διότι ἔχω καταγίνει περισσότερον ὑμῶν εἰς αὐτά. Ὀφείλω νὰ σᾶς παρατηρήσω, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι, ὅτε ὡμίλουν ἐνταῦθα πρὸ ὀλίγου, καὶ ὡμίλουν μὲ ἐπιστημονικὴν τὴν ἀπόδειξιν, ἔλεγον ὅτι δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἀπολυτήριου φιλολογικοῦ Γυμνασίου ὁ διδάσκαλος, ὄχι διότι αἱ γνώσεις τοῦ Γυμνασίου δὲν εἶναι καλαί, ἀλλὰ διότι ὁ διδάσκαλος ὀφείλει νὰ σπουδάσῃ τὸν σημερινὸν πολιτισμόν, ἐν δὲ τῷ ἡμετέρῳ φιλολογικῷ Γυμνασίῳ σπουδάζεται ὁ κλασσικὸς πολιτισμός. Σεῖς, χωρὶς ν’ ἀπαντήσητε, κύριε Ὑπουργέ, ἐφέρετε ἀντιθέσεις καὶ παράδειγμα τὴν Σχολὴν τῶν Εὐελπίδων. Ἐκαταλάβατε, κ. Ὑπουργέ;
§92Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τί νὰ καταλάβω;
§93Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἰδοὺ τί νὰ καταλάβητε· ὅτι ὁ σκοπὸς τῆς Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων καὶ τοῦ διδασκαλείου εἶναι διάφορος, διότι ἐν τῷ τελευταίῳ πρόκειται ὁ διδάσκαλος νὰ σπουδάσῃ τὸν σημερινὸν πολιτισμόν, ἡ δὲ διδασκαλία αὐτοῦ εἶναι ἐντελῶς διάφορος τῆς διδασκαλίας τῶν μαθητῶν τῆς Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων. Οὔτε ἡ σχολὴ αὕτη εἶναι εὐτυχὲς παράδειγμα, διότι καὶ δι’ αὐτὴν αἱ γνώσεις τοῦ κλασσικοῦ Γυμνασίου θεωροῦνται ἀκατάλληλοι. Ἐπίσης ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπεκαλέσθη προηγούμενον καὶ εἶπε πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ἐν ἀνάγκῃ ἐπράχθη καὶ ἄλλοτε πρὸ ἐτῶν τὸ αὐτὸ διὰ συστάσεως μονοετῶν ὑποδιδασκαλείων, ἔφερε δὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας ἢ μᾶλλον τὰς πράξεις του, ἀλλ’ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας δὲν εὑρέθη εἰς θέσιν νὰ ἔχῃ πρὸς πλήρωσιν τῆς ἀνάγκης δύο χιλιάδας διδασκάλους καὶ διδασκαλίσσας ἀπὸ τὴν παλαιὰν καὶ νέαν Ἑλλάδα. Ἀπέδειξα δὲ ἐγὼ ὅτι ὁ ἀριθμὸς οὗτος τῶν διδασκαλισσῶν καὶ διδασκάλων θὰ ἦτο χρήσιμος ἡμῖν, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ λάβωσι μίαν συμπληρωματικὴν ἐκπαίδευσιν δι’ ἀσκήσεων.
§94Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Βεβαιώνετε ὅτι ὑπάρχει ἀρκετὸς ἀριθμὸς ἐν τῇ νέα Ἑλλάδι.
§95Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Βεβαίως· ὑπάρχει τοιοῦτος περίπου ἀριθμὸς διδασκάλων εἰς τὴν νέαν Ἑλλάδα καὶ τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα, τὸν ὁποῖον ἀριθμὸν δυστυχῶς δὲν ἠθελήσατε νὰ μορφώσητε παιδαγωγικῶς, ὅπως καταστῶσιν ἱκανοὶ διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν. Εἴπετε ὅτι ἐγὼ προέτεινα νὰ συρρεύσωσιν ὅλοι οἱ διδάσκαλοι οὗτοι εἰς ἓν μέρος ἵνα διδαχθῶσιν· ἐγὼ τοὐναντίον εἶπον ὅτι ἔδει νὰ συγκεντρώσητε τοὺς διδασκάλους εἰς διαφόρους περιφερείας καὶ νὰ ἀποστείλητε ἐπιθεωρητὰς εἰς τὰς ἕδρας αὐτῶν πρὸς ἄσκησίν των. Ἐστείλατε ἐπιθεωρητὰς εἰς ἐκπαιδευτικὰς ἀποστολάς, ἀλλὰ δὲν ἔχετε νὰ ἐπιδείξητε τίποτε τὸ ὠφέλιμον ἐκ τῆς ἐνεργείας τῶν ἐπιθεωρητῶν αὐτῶν. Τὸν Λάμψαν ἄρα τὸν ἐχρησιμοποιήσατε κακῶς. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, ἡ δὲ ἀλήθεια δὲν καταρρίπτεται διὰ μεγάλων φράσεων. Ἀφήσατε νὰ παρέλθῃ τόσος καιρὸς χωρὶς νὰ ἐργασθῆτε, μόλις δὲ προχθὲς ἐστείλατε ἐπιθεωρητὰς νέους, ἀλλ’ οὐχὶ τῇ πρωτοβουλίᾳ ὑμῶν, ἀλλὰ διότι ἐζητήθησαν ἀπὸ τὰς Γεν. Διοικήσεις. Τίνι τρόπῳ ὅθεν συνετρέξατε ὑμεῖς τὴν ἐθνικὴν ἀναγέννησιν εἰς τὴν νέαν Ἑλλάδα; Σήμερον τί ἔχετε νὰ δώσητε ἕτοιμον ἐκπαιδευτικῶς εἰς τὴν νέαν Ἑλλάδα διὰ τὰς ἀνάγκας της; Ἔχετε νὰ δώσητε τὸν ἄρτιον παιδαγωγόν, ὁ ὁποῖος θὰ χειραγωγήσῃ τὸν Ἑλληνόπαιδα εἰς τὸν πραγματικὸν δρόμον τῆς προόδου; Θὰ δώσωσι τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν μετὰ τρία ἔτη τὰ τακτικὰ διδασκαλεῖα καὶ ὄχι τὰ ἰδικά σας. Ἐγὼ σᾶς εἶπον ἀντὶ νὰ λάβητε τούς διδασκάλους τοὺς ὁποίους εἴχετε προχείρους καὶ ἐν τῇ δράσει ἵνα τοὺς καταρτίσητε μετὰ ἑξάμηνον ἄσκησιν, σεῖς εἴπετε ἀπαντῶντες ὅτι ἠρνήθημεν ἐνθουσιασμὸν εἰς τοὺς διδασκάλους τούτους. Τίς εἶπε τοῦτο; Ἀπὸ τοὺς ἀγορεύσαντας τοὐναντίον ἐλέχθη ὅτι εἶχον ἐνθουσιασμὸν μέγαν, ἀλλ’ ἔπρεπε καὶ νὰ τοὺς μορφώσητε. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω εἰς ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ λίαν συντόμως, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νεύει ὅτι βιάζεται. (Ψηφίζεται εἶτα δι’ ἀναστάσεως εἰς βʹ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον).
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ τὴν Δευτέραν ὥραν 4 μ. μ. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 8 καὶ 45).